Page 3

Η ΑΥΓΗ • 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

3

«λαϊκή θρησκεία»; μτφρ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδ. αλήστου μνήμης, σελ. 445

ζουν να προκύπτουν μια σειρά προβλημάτων ή και αντιφάσεων στο συλλογισμό του Ελλύλ. Γιατί εάν ισχυριστούμε μαζί του ότι η τεχνολογία επιτελεί τη λειτουργία του ιερού, ότι λειτουργεί σαν μια λαϊκή θρησκεία, θα πρέπει να ακολουθήσουμε την πορεία της κριτικής του ιερού κόσμου και να αποκαλύψουμε όσες κοινωνικές σχέσεις και δυνάμεις κρύβονται πίσω από αυτήν τη θρησκεία ή να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα και να διαγνώσουμε τις ανθρωπολογικές ρίζες του θρησκευτικού βιώματος, το οποίο αφορά κάθε γνωστή κοινωνία. Ο Ελλύλ αντί να ακολουθήσει αυτήν την πορεία πλεύσης δοκιμάζει ακριβώς την αντίθετη, κι επιλέγει την αναγωγή αυτού του βιώματος σε ιερό σύστημα. Και μάλιστα υποστηρίζει ότι το τεχνολογικό σύστημα είναι ανοικτό, καταβροχθίζει δηλαδή ότι βρεθεί μπροστά του. Εδώ προκύπτουν δύο δυσκολίες. Κατά πρώτον ένα σύστημα ή είναι συνεκτικό και μας παρέχει μια ολοκληρωμένη περιγραφή ενός όλου (με τις υποχρεωτικές αφαιρέσεις δευτερευόντων όψεων) ή δεν είναι σύστημα. Για να επικυρώσει την έποψη του ανοικτού τεχνικού συστήματος ο Ελλύλ επικαλείται την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών, η οποία προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο το τεχνικό σύστημα και όσες ανάγκες το ίδιο δημιουργεί. Όμως αυτήν ακριβώς την πολυπλοκότητα καλείται ένα σύστημα να περιστείλει ώστε να μπορεί να την περιγράψει στα βασικά της στοιχεία. Εδώ, η παγίδα της ανοικτότητας γίνεται εμφανής όταν περιγράφονται τα βασικά συστατικά του τεχνικού συστήματος: ορθολογικότητα, απόδοση, μεγέθυνση, αυτοματισμός και τέλος αυτονομία. Αυτά ακριβώς τα συστατικά που για τον Ελλύλ απαρτίζουν το τεχνικό σύστημα προέρχονται από μιαν άλλη σφαίρα, εκείνη της οικονομίας και μάλιστα συνδέουν την τεχνολογία με τον εν γένει οικονομισμό: το (τεχνολογικό) σύστημα υφίσταται επειδή ο κάθε παράγοντας σχετίζεται μ’ έναν άλλο, ενώ η ορθολογικότητα του όλου κρίνεται με βάση την απόδοση (τον σκοπό). Αυτή ακριβώς η ορθολογικότητα όμως είναι η ορθολογικότητα της οικονομίας, καθορίζει όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες της και ανά πάσα στιγμή αποκαθίσταται από ένα αόρατο χέρι. Έστω κι αν αφήσουμε κατά μέρος το ακανθώδες ζήτημα της αντιστροφής του σχήματος βάση-εποικοδόμημα που δοκιμάζει ο Ελλύλ και συναντάμε σε όσους εκτελούν αυτόν τον πλου, η πυξίδα μας δείχνει ότι κατευθυνόμαστε ακριβώς στην αντίπερα όχθη από εκείνη της απομάγευσης του κόσμου (ή της καταστροφής των ειδώλων). Κοντολογίς, ακολουθούμε τον πλου της μαγικής σκέψης όταν επειδή η μέθοδος είναι σωστή συμπεραίνουμε ότι και το αντικείμενο της σκέψης, δηλαδή η τεχνολογία, έχει πράγματι μεταλλαχθεί σε σύστημα. (Ας θυμηθούμε εδώ ότι στη θεολογία το ίδιο συμβαίνει με τις λογικά άψογες αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού που ασφαλώς δεν έχουν καμία σχέση με την πίστη στην ύπαρξή του). Γεννιέται έτσι το ερώτημα: μήπως αυτή η περιγραφή του τεχνικού συστήματος δεν είναι τίποτα

άλλο παρά μια αυτοπεριγραφή, μια ιδεολογία εκείνης της κοινωνίας κι εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που θέλουν να εμφανίζονται ως τεχνικό σύστημα; Ο Ελλύλ υποστηρίζει ορθά ότι η τεχνολογία δεν είναι μια ουδέτερη δύναμη. Αυτό όμως το συμπεραίνει επειδή την οντοποιεί σαν τεχνικό σύστημα, σαν μια δαιμονιακή δύναμη που κατέχει την ανθρωπότητα. Θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε ότι στις μεταμοντέρνες κοινωνίες η τεχνολογία ορίζεται από την αισθητική κατηγορία του υψηλού. Το υψηλό είναι εκείνο που γεννά φόβο και τρόμο, ελπίδα και σαγήνη. Το υψηλό είναι τα τρομακτικά φυσικά συμβάντα όπως ένας σεισμός ή μια τρικυμία στο πέλαγος μα και το ανθρωποποίητο περιβάλλον της τεχνολογίας. Ακριβώς επειδή είναι ένα ανθρώπινο τεχνούργημα, κι όχι επειδή έχει γίνει ανεξάρτητη οντότητα, η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Ουδετερότητα σημαίνει αθωότητα κι αυτή δεν υφίσταται από την στιγμή που ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να αποφασίζει. Και είναι ακριβώς η ελευθερία της βούλησής του που τον ώθησε να κυριαρχήσει πάνω στη φύση μέσω της τεχνολογίας. Εάν η ελευθερία του πράττειν, η ελευθερία των κινήσεών του περιορίζεται από το τεχνικό περιβάλλον αυτό δεν είναι ένα ειδοποιό γνώρισμα της τεχνολογίας. Εξ ίσου μεγάλοι περιορισμοί υφίστανται όταν ο άνθρωπος σαν κυνηγός πρέπει να επιβιώσει με το τόξο ή σαν γεωργός να οργώσει με το άροτρο. Η αντιθρησκεία της τεχνολογίας είναι ένα προϊόν του ανθρώπινου πνεύματος και τούτο το πνεύμα οδήγησε στην πίστη ότι το σχέδιο β είναι η εγκόσμια δράση για την κυριαρχία πάνω στη εξωτερική φύση, καθώς και κυριαρχία πάνω στην ανθρώπινη τέτοια. Σήμερα ο πόλεμος διεξάγεται με τεχνικά μέσα, από ανθρώπους που διευρύνουν την ισχύ τους. Συνάμα, ο οικονομικός πόλεμος καλλιεργεί, με την τρομακτική δύναμη της προπαγάνδας των μαζικών μέσων επικοινωνίας, την ελπίδα ότι η οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί με τις τεχνικές λύσεις ενός υψηλά εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού. Ο Ζακ Ελλύλ ανήκει στο ίδιο στρατόπεδο όπου αποφασίσαμε να στρατευτούμε και αντιπαλότητα μ’ ένα τέτοιο ριζοσπαστικό πνεύμα δεν σημαίνει κι έχθρα. Η γραμμή της σκέψης του συμπίπτει με τον αναρχικό χιλιασμό για τον οποίο η κάθε Νέα Ιερουσαλήμ, η κάθε ουτοπία, δημιουργεί μια νέα εξουσία, μια νέα αναγκαιότητα που αρνείται την ελευθερία και αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Από τη σκοπιά του υπαρξισμού, από τον οποίο ο ίδιος αντλεί, ας συγκρατήσουμε τον ξένο του Καμύ, ο οποίος βρίσκεται πάντα ως άνθρωπος σε απόσταση από τον εκάστοτε ρόλο του. Γι’ αυτό, όπως έκαμε ο ίδιος ο Ελλύλ, ακόμη και μια απαισιόδοξη ανθρωπολογία δεν μας εμποδίζει κάθε φορά να στρατευτούμε για την κοινωνική δικαιοσύνη. Μολονότι ο κύκλος της τεχνολογικής φενάκης φαίνεται να κλείνει με τους χειρότερους οιωνούς, ένας νέος κύκλος για την κοινωνική δικαιοσύνη, ίσως σε χειρότερες συνθήκες, ανοίγει και πάλι.

Το βιβλίο του Ζακ Ελλύλ εκδόθηκε το 1976, λίγο πριν η μελέτη της σχέσης τεχνικής και κοινωνίας αρχίσει να εξελίσσεται σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο πεδίο ακαδημαϊκής έρευνας και διδασκαλίας, το οποίο υπηρετείται από ειδικούς ιστορικούς, κοινωνιολόγους, ανθρωπολόγους και φιλοσόφους της τεχνολογίας και από έναν αξιόλογο αριθμό ειδικών του διεπιστημονικού πεδίου «Επιστήμη, Τεχνολογία, Κοινωνία» (γνωστό και ως «Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας»). Δύσκολα θα βρεις μεταξύ τους κάΤΟΥ ΤΕΛΗ ΤΥΜΠΑ

ποιον που να υποθέτει ότι η τεχνολογία προοδεύει ουδέτερα ως προς την κοινωνία. Το τεχνικό, ισχυρίζονται, είναι εγγενώς κοινωνικό, το κοινωνικό συνδιαμορφώνεται με το τεχνικό, η τεχνική είναι επομένως ένας τρόπος για να κάνεις πολιτική με άλλα μέσα. Τα παραπάνω δεν είναι αυτομάτως ριζοσπαστικά, δεν είναι δηλαδή δεδομένα ανατρεπτικά ως προς την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο συμπαράγονται τεχνική και ταξικότητα-εξουσιαστικότητα. Μπορεί μάλιστα να λειτουργήσουν και απολύτως συντηρητικά. Η ανάγνωση του έργου του Ζακ Ελλύλ, του πιο ριζοσπάστη ίσως στοχαστή της σχέσης που συνδέει την τεχνική με την κοινωνία, μπορεί εκτιμώ να αποδειχθεί πολύτιμη στο να κατανοηθεί ότι η ανάδειξη της εγγενούς κοινωνικότητας της τεχνικής είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη ριζοσπαστισμού. Για πολλούς ειδικούς των προαναφερθέντων ακαδημαϊκών πεδίων, τα διάφορα κοινωνικά υποκείμενα επιλέγουν ή τροποποιούν την τεχνολογία ελεύθερα, χωρίς αντικειμενικούς περιορισμούς. Στη φαινομενική αυτή εικόνα ελευθερίας-επιλογής, το έργο του Ελλύλ αντιπαραθέτει έναν καθοριστικό αντικειμενικό περιορισμό. Για να μιλήσει για τον περιορισμό αυτό, ο Ελλύλ εισάγει την έννοια «Τεχνική». Η έννοια αυτή αναφέρεται στην απώλεια ακριβώς της υποκειμενικότητας, της ελευθερίας, της επιλογής. Ο Ελλύλ επιμένει ότι η ελευθερία-επιλογή ως προς την Τεχνική είναι φαινομενική. «Η επιλογή», γράφει χαρακτηριστικά, «είναι του τύπου ‘αυτοκίνητο ή τηλεόραση’, ποτέ, για

39 παράδειγμα, ‘ή περισσότερο ηλεκτρικό ρεύμα ή μείωση των κινδύνων από την πυρηνική ενέργεια’» (σ. 433). Η επιλογή-ελευθερία έχει δηλαδή ακυρωθεί από τον τρόπο με τον οποίο έχει επιβληθεί μια συγκεκριμένη διατύπωση του ερωτήματος. Μπορούμε λοιπόν να καταλάβουμε την αμφισημία πεδίων όπως, για παράδειγμα, η Φιλοσοφία της Τεχνολογίας και το «Επιστήμη, Τεχνολογία, Κοινωνία» ως προς τον Ελλύλ, στο βαθμό που αυτά υιοθέτησαν γενικά μια φιλελεύθερη (και για την ακρίβεια νεοφιλελεύθερη) αντίληψη ως προς την κοινωνικότητα που εμπλέκεται στην συνδιαμόρφωση τεχνικής και κοινωνίας. Από τη μια, αναγνωρίζουν στον Ελλύλ ότι συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυσή τους, μέσω της καταλυτικής του κριτικής στην υπόθεση περί ουδετερότητας της τεχνολογίας. Από την άλλη, δεν τον παρακολουθούν στη θέση του περί ακύρωσης της ελευθερίας-επιλογής από την Τεχνική. Αγωνιστής της αντίστασης στο ναζισμό, αναρχικός θεωρητικά ως προς την τεχνολογία (μάλλον με έναν τρόπο αντίστοιχο της τοποθέτησης του Paul Feyerabend ως προς την επιστήμη), ο Ελλύλ μπορεί νομίζω να κατανοηθεί καλύτερα από μαρξιστές αν η θέση του περί υποβάθμισης της κοινωνικής επιλογής έναντι της Τεχνικής συσχετισθεί με αυτή του μαρξιστή μελετητή της σχέσης εργασίας-τεχνικής Harry Braverman, o οποίος διατύπωσε την ίδια περίπου εποχή τη διάσημη θέση περί υποβάθμισης της εργασίας στον εικοστό αιώνα. Άνθρωπος ανήσυχος και ανοιχτός σε διάφορες επιρροές, πριν γίνει θρησκευόμενος, ο Ελλύλ ήταν μαρξιστής. Από την παρέμβαση του Αλτουσέρ γνωρίζουμε τα όρια στην ανάγνωση του Μαρξ της γενιάς του Ελλύλ. Αυτά τα όρια γίνονται ευκρινέστερα σε προβληματικά αποσπάσματα στα οποία ο Ελλύλ αναφέρεται στην επιστημονική εφεύρεση και την τεχνική καινοτομία ως τους παραγωγούς της αξίας που αντικατέστησαν την ανθρώπινη εργασία (σ. 23) ή στην διάλυση των τάξεων από αυτό που αποκαλεί «Τεχνικό Σύστημα» (σ. 35). Κατά τη γνώμη μου, ο αναγνώστης θα επωφεληθεί πολύ περισσότερο αν εστιαστεί στην συνάφεια της έννοιας «Τεχνικής» με την έννοια «Κεφάλαιο». Ο τρόπος με τον οποίο ο Ελλύλ προσδιορίζει την δική του έννοια («Τεχνική»), συνδέοντάς την με την σχέση τεχνικής-κοινωνίας στον εικοστό αιώνα, εμπλουτίζει με μια σειρά από αυθεντικές παρατηρήσεις την κατανόηση της έννοιας «Κεφάλαιο». Όπως και οι Μάμφορντ, Μαρκούζε, Ίλιτς και Σουμάχερ, ο Ελλύλ διαβάστηκε πάρα πολύ την ανήσυχη δεκαετία του εξήντα (και στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα) αλλά πολύ λιγότερο (και υπό παραμορφωτικό φακό) μετά το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα. Ο Ελλύλ δεν ταίριαζε με τις δεκαετίες της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας που ακολούθησαν. Γι αυτό και οι αναφορές στο έργο του έγιναν ολοένα και πιο σύντομες, ολοένα και πιο παραμορφωτικές. Αν ισχύουν όσα ισχυρίζομαι παραπάνω, η ανάγνωση του Ελλύλ παραμένει απόλυτη προτεραιότητα για όποιον ενδιαφέρεται για μια κριτική κατανόηση της σχέσης τεχνικής και κοινωνίας.

Ο Τέλης Τύμπας διδάσκει Ιστορία της Τεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

a11809  

Αναγνώσεις, Αυγή της Κυριακής, 22.09.2013

a11809  

Αναγνώσεις, Αυγή της Κυριακής, 22.09.2013

Advertisement