Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σύνταξη: Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Γαβρόγλου, Λήδα Καζαντζάκη, Γιώργος Μερτίκας, Άλκης Ρήγος, Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης, Kώστας Χριστόπουλος

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

ΤΕΥΧΟΣ 538

7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

www.avgi-anagnoseis.blogspot.com

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Απόκριση στον Κάρλο Γκίντζμπουργκ

Η μικροϊστορία, τα Annales, η κλίμακα

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την «μικροϊστορία» ως το γνωστικό διάβημα μιας ομάδας ιστορικών που εμφανίστηκε στην Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κι έφτασε στην μεγαλύτερη ανάπτυξή του στα μέσα της δεκαετίας του 1980, για να γίνει ευρύτερα γνωστό στη χώρα μας, μέσω της ερευνητικής παραγωγής ενός εκ των πρωταγωνιστών της, του Κάρλο Γκίντζμπουργκ, περί τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Πρόκειται περισσότερο για την κωδική ονομασία της θεωρητικής, μεθοδολογικής και πρακτικής προσπάθειας μιας ομάδας ιστορικών, παρά για μια συγκροτημένη σχολή ή ρεύΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

μα. Σύμφωνα με τον Γκίντζμπουργκ «η πειραματική στάση που

συνένωσε προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 την ομάδα των ιταλών ερευνητών της μικροϊστορίας... βασίστηκε στη συνειδητοποίηση ότι όλα τα στάδια που καθοδηγούν την έρευνα είναι κατασκευασμένα κι όχι δεδομένα. Όλα: η ταυτοποίηση του αντικειμένου και της σημαντικότητάς του, η επεξεργασία των κατηγοριών με βάση τις οποίες αναλύεται, τα κριτήρια επαλήθευσης, οι υφολογικοί και αφηγηματικοί τρόποι μέσω των οποίων τα αποτελέσματα μεταδίδονται στον αναγνώστη. Αυτός όμως ο τονισμός της κατασκευαστικής φάσης που συνδέεται με την έρευνα συνδεόταν με μια κατηγορηματική άρνηση των σκεπτικιστικών συνεπαγωγών, οι οποίες είναι εντονότατα παρούσες στην ευρωπαϊκή και αμερικάνικη ιστοριογραφία των δεκαετιών του 1980 και 1990. Κατά την γνώμη μου, η ιδιαιτερότητα της ιταλικής μικροϊστορίας θα πρέπει να αναζητηθεί σε αυτό το γνωσιακό στοίχημα».

Τα Annales της δεκαετίας του 1960: ένας προπάτορας- «αντίπαλος» Σε αυτό το σημείο οφείλω να περιγράψω, σχηματικά, ορισμένες πτυχές του είδους της κοινωνικής ιστορίας που επικρατούσε κατά τη δεκαετία του 1960, μέσω του κύκλου των Annales, διότι η μικροϊστορία συγκροτείται αρχικά ως κριτική της. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της κυρίαρχης κοινωνικής ιστορίας εκείνης της περιόδου ήταν η συστηματική χρήση ποσοτικών μεθόδων. Πλείστοι ιστορικοί των Annales θεώρησαν ότι η ένταξη των υπάλληλων τάξεων στην γενική ιστορία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο κάτω από το έμβλημα του «αριθμού και της ανωνυμίας», μέσα από τη δημογραφία και την κοινωνιολογία, μέσα από την ποσοτική μελέτη των κοινωνιών του παρελθόντος. Αυτό οφειλόταν σε τρεις λόγους: στην κριτική στάση έναντι της κυρίαρχης «γεγονοτολογικής», πολιτικής ιστορίας «των μεγάλων ανδρών» και, ταυτόχρονα, στην έλλειψη ικανών, αξιόπιστων και «επιστημονικά αποδεκτών» μαρτυριών, που θα μπορούσαν να μας διαφωτίσουν

Ο ζωγράφος του μήνα: Αλέξανδρος Βέργης

με πιο συγκεκριμένο τρόπο για τις διάφορες πτυχές των υπαλλήλων τάξεων του παρελθόντος. Ο τρίτος (υπόρρητος) λόγος απορρέει από την προσπάθεια δημιουργίας μιας ιστορικής επιστήμης συμμορφωμένης με το (κυρίαρχο, κοινωνικά) μοντέλο των φυσικών επιστημών. Αυτό που έπρεπε να γίνει ήταν η εγκατάλειψη του μοναδικού, του τυχαίου (το υποκείμενο, το γεγονός, η «εξαιρετική» περίπτωση) ώστε οι κοινωνικοί επιστήμονες να αφιερώσουν όλες τους τις δυνάμεις στο μοναδικό δυνατό αντικείμενο επιστημονικής έρευνας: το επαναλαμβανόμενο γεγονός και τις παραλλαγές του, τις παρατηρήσιμες κανονικότητες, με απώτερο σκοπό τη διατύπωση μιας νόρμας. Κύρια χαρακτηριστικά της ήταν και είναι η πρωτοκαθεδρία της έρευνας όσο το δυνατόν μεγαλύτερων συσσωματώσεων, η επιμονή στην ποσοτικοποίηση κατά την ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων, η επιλογή της διερεύνησης μιας επαρκώς μακράς χρονικής περιόδου, ώστε να είναι δυνατή η παρατήρηση συνολικών μεταβολών - και, ως συνέπεια του τελευταίου, η ανάλυση διαφοροποιημένων χρονικοτήτων. Από αυτές τις εναρκτήριες αξιώσεις προέκυψαν κάποιες συνέπειες που σημάδεψαν βαθιά τις διαδικασίες που χρησιμοποιήθηκαν. Η επιλογή των σειρών και του αριθμού επέβαλε όχι μόνο την ανακάλυψη των κατάλληλων μαρτυριών (ή την επεξεργασία με διαφορετικές μεθόδους των ήδη υπαρχουσών), αλλά και τον καθορισμό δεικτών που να χρησιμεύουν στην αφαίρεση από την αρχειακή μαρτυρία ενός περιορισμένου αριθμού ιδιοτήτων, κάποιων συγκεκριμένων τμημάτων/πτυχών, με σκοπό τη μελέτη των μεταβολών τους εντός μιας χρονικής περιόδου: αρχικά, τιμές και εισοδήματα, στη συνέχεια επίπεδα πλούτου, ταξινομήσεις με βάση το επάγγελμα, γεννήσεις, γάμοι, θάνατοι, τίτλοι βιβλίων ή είδη

εκδόσεων, λατρευτικές χειρονομίες κλπ. Είχε γίνει πλέον δυνατή η μελέτη της συγκεκριμένης εξέλιξης των παραπάνω δεικτών. Κυρίως, όμως, η χρησιμοποίησή τους για την κατασκευή λιγότερο ή περισσότερο περίπλοκων μοντέλων. Αυτές οι διαδικασίες εντάσσονταν συνολικά σε μια μακροϊστορική προοπτική. Πιο συγκεκριμένα, θεωρούσαν ότι η κλίμακα παρατήρησης δεν αποτελεί μια μεταβλητή της έρευνας, διότι υπέθεταν, τουλάχιστον άρρητα, μια εκ των πραγμάτων συνέχεια του κοινωνικού, που εξουσιοδοτούσε μια προσέγγιση των αποτελεσμάτων, η αλληλουχία των οποίων δεν φαινόταν να δημιουργεί κάποιο πρόβλημα: η ενορία, ο Νομός ή το Διαμέρισμα, η πόλη ή το επάγγελμα, φαινόταν με αυτό τον τρόπο ότι μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως ουδέτερα πλαίσια, να γίνουν αποδεκτά όπως ακριβώς εξήχθησαν από τις πηγές, να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της απλής συσσώρευσης δεδομένων. Οι αρχειακές μαρτυρίες θεωρούνται ως πηγές άντλησης δεδομένων, τα οποία μπορούν να κατηγοριοποιηθούν, να μετρηθούν και να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή μοντέλων. Κατασκευάζεται, έτσι, ένα ταξινομικό πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο κάποια φαινόμενα (θεωρούμενα ως δεδομένα) κρίνονται ως «φυσιολογικά», αφού παρουσιάζονται ως επαναλαμβανόμενα, ενώ κάποια άλλα απορρίπτονται ως «εξαιρέσεις. Το ότι η ιστορική γνώση συνεπάγεται την κατασκευή σειρών μαρτυριών, αυτό είναι κάτι το προφανές. Λιγότερο προφανής είναι η στάση που ο ιστορικός μπορεί να υιοθετήσει απέναντι στις «ανωμαλίες» που αναδύονται από τις μαρτυρίες, ή τις «ανώμαλες» μαρτυρίες. Ο Φυρέ, για παράδειγμα, πρότεινε να τις παραμερίσουμε, θεωρώντας ότι το «άπαξ» (αυτό που είναι μαρτυρημένο μόνο μια φορά / αυτό που προέρχεται από μια και μοναδική μαρτυρία), δεν είναι χρησιμοποιήσιμο εντός της προοπτικής της σειραϊκής ιστορίας. Όμως το «άπαξ», σύμφωνα με τον Γκίντζμπουργκ, δεν υπάρχει. Κάθε μαρτυρία, ακόμα κι αν ξεφεύγει τελείως από μια «κανονικότητα», είναι εντάξιμη σε μια σειρά (ή και σε περισσότερες από μία), κι όχι μόνο αυτό: μπορεί να χρησιμεύσει, αν αναλυθεί με σωστό τρόπο, στο να ριχθεί φως σε μια πιο ευρεία σειρά μαρτυριών. Ο δεύτερος, χρονολογικά, «αντίπαλος» των μικροϊστορικών είναι η λεγόμενη ιστορία των νοοτροπιών. Σύμφωνα με την κριτική του Γκίντζμπουργκ, «χάρη στην διαταξική έννοια της «συλ-

λογικής νοοτροπίας», τα αποτελέσματα μιας έρευνας που διεξήχθη στο λεπτότατο στρώμα της κοινωνίας, το οποίο απαρτιζόταν από καλλιεργημένα άτομα, επεκτείνονται σιωπηρά ώσπου αγκαλιάζουν [μια ολόκληρη ιστορική περίοδο] χωρίς να αφήσουν τίποτε απ’ έξω. Πίσω από τις θεωρητικές κατασκευές γύρω από τη συλλογική νοοτροπία επανεμφανίζεται η παραδοσιακή ιστορία των ιδεών».

Η ποσοτική ιστορία και η ιστορία των νοοτροπιών, αν και σύμφωνα με τις θεωρητικές διακηρύξεις των μελών της «σχολής» των Annales αποσκοπούν και εκκινούν από μια προσπάθεια «εκδημοκρατισμού» ή μάλλον «εξίσωσης» (egalisation) της ιστορίας, μέσω της ένταξης μεγαλύτερων ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ


Η ΑΥΓΗ • 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

26

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

2

Απόκριση στον Κάρλο Γκίντζμπουργκ ΣΥΝΕΧΕΙΑ AΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

τμημάτων του πληθυσμού των κοινωνιών του παρελθόντος, ή και του συνόλου τους, στο στόχαστρο της ιστορικής έρευνας, στην πραγματικότητα δεν επιτελούν κάτι τέτοιο. Η σημαντικότερη έλλειψη της σειραϊκής ιστορίας εμφανίζεται ακριβώς εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ο θεμελιακός σκοπός της: στην «εξίσωση των υποκειμένων ως προς τον ρόλο τους ως οικονομικών και κοινωνικο- πολιτισμικών παραγόντων». Αυτή η εξίσωση (egalisation) είναι διπλά παραπειστική. Από τη μια μεριά θέτει σε παρένθεση ένα στοιχείο: σε κάθε κοινωνία οι μαρτυρίες είναι εκ των πραγμάτων άνισες, αφού οι συνθήκες ένταξης στην παραγωγή τους συνδέονται με την εξουσία και άρα με την ανισότητα. Από την άλλη μεριά, εκμηδενίζει τις διαφορετικότητες των υπαρχουσών μαρτυριών, εμμένοντας μόνο σε αυτό που είναι ομοιογενές και συγκρίσιμο. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η αντιθετικιστική στάση του Γκίνζμπουργκ συμβαδίζει και με ένα αξιακά προσανατολισμένο γνωστικό ενδιαφέρον. Ένας αμερικάνος ιστορικός που, παρά τις διαφορές του ως προς τη μέθοδο, άσκησε κριτική στην κυρίαρχη τάση της κοινωνικής ιστορίας των Annales, έθεσε το ζήτημα ως εξής: «είχαμε σε κάποιο βαθμό συνειδητο-

ποιήσει ότι υιοθετώντας τις ποσοτικές μεθόδους συμμετείχαμε στη γραφειοκρατική και αναγωγιστική λογική της μεγάλης επιστήμης, που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του συστήματος στο οποίο ασκούσαμε κριτική». Μια «προοδευτική» (πολι-

τικά) ιστορική επιστήμη, λοιπόν, η οποία αποσκοπεί στη συσσώρευση δεδομένω�� και «προοδεύει» όσο αυξάνεται ο όγκος τους, αλλά, παράλληλα, και μια ιστορική επιστήμη που δεν προβληματίζεται για την ταξινόμηση που εφαρμόζει, αναπαράγοντας, έτσι, την κυρίαρχη ταξινόμηση της εποχής της. Το μικροϊστορικό παράδειγμα είναι θεμελιωδώς διαφορετικό. Βασίζεται στην αρχή σύμφωνα με την οποία η επιλογή μιας κλίμακας παρατήρησης παράγει κάποια αποτελέσματα γνώσης και μπορεί να γίνει το εργαλείο μιας συγκεκριμένης γνωστικής στρατηγικής. Η μεταβολή της εστιακής απόστασης του αντικειμένου δεν σημαίνει μεγέθυνση ή σμίκρυνση των διαστάσεων του αντικειμένου στο στόχαστρο: σημαίνει μεταβολή της μορφής και της πλοκής. Σημαίνει μεταβολή του περιεχομένου της παρουσίασης, δηλαδή της επιλογής αυτού που είναι δυνατόν (και ενδιαφερόμαστε) να παρασταθεί.

Η κλίμακα Θα επιμείνω λίγο ακόμα στην επιλογή της κλίμακας, διότι συχνά η μικροϊστορία θεωρείται ως ένα αντιθετικό, ασύμμετρο παράδειγμα ως προς κάτι άλλο, την παραδοσιακή μορφή ιστορικής παρατήρησης. Θα πρέπει να καταστεί έκδηλο ότι κάτι τέτοιο δεν είναι ακριβές. Μια εικόνα για να γίνει πιο σαφής η φράση «μεταβολή της κλίμακας»: Το 1966 ο Michelangelo Antonioni σκηνοθέτησε μια ταινία με τον χαρακτηριστικό τίτλο Blow up. Σε αυτή την ταινία, αφηγείται την ιστορία ενός λονδρέζου φωτογράφου ο οποίος φωτογραφίζει μια σκηνή της οποίας είναι μάρτυρας. Όταν εμφανίζει τις φωτογραφίες, η σκηνή τού φαίνεται ακατανόητη, υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες τις οποίες δεν μπορεί να εντάξει σε ένα εξηγητικό σχήμα. Από περιέργεια τις μεγεθύνει - αυτό σημαίνει ο τίτλος), μέχρι του σημείου μια λεπτομέρεια, που προηγουμένως δεν φαινόταν εξαιτίας του απειροελάχιστου μεγέθους της, να τον οδηγήσει σε ένα πεδίο ανάγνωσης διαφορετικό από τα προηγούμενα, τα οποία είχαν να κάνουν με την ανάγνωση των φωτογραφιών ως συνόλου. Η αλλαγή της κλίμακας του επέτρεψε να περάσει από μια ιστορία σε μια άλλη (ή και σε πολλές άλλες). Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη μικροϊστορία. Κάποια πράγματα μπορούν να παρατηρηθούν και να εξηγηθούν μόνο στο μικροεπίπεδο. Η επιλογή της κλίμακας είναι συνάρτηση του ενδιαφέροντος, του αντικειμένου παρατήρησης και του τρόπου κατασκευής του. Αλλάζω κλίμακα σημαίνει κατασκευάζω ένα αντικείμενο εντός της, και συγκροτώ ένα κατάλληλο εννοιολογικό πλαίσιο για να το παρατηρήσω.

Όσα «διαφεύγουν» της προσοχής Σύμφωνα με τον Εντοάρντο Γκρέντι, η κυρίαρχη κοινωνική ιστορία, έχοντας επιλέξει να οργανώσει τα δεδομένα της στο εσωτερικό κατηγοριών οι οποίες επιτρέπουν τη μέγιστη δυ-

νατή συσσωμάτωσή τους αφήνει να της διαφύγουν όλα όσα εντάσσονται στο πεδίο των συμπεριφορών και της κοινωνικής εμπειρίας ή της κατασκευής της ταυτότητας μιας ομάδας, κάνοντας αδύνατη, εξαιτίας του ίδιου του τρόπου έρευνας, την ενσωμάτωση όσο το δυνατόν περισσότερο διαφοροποιημένων δεδομένων. Αυτό που απασχολεί τους μικροϊστορικούς είναι η ανάπτυξη μιας ερευνητικής στρατηγικής που να μη βασίζεται πια, κατά κύριο λόγο, στην μέτρηση ιδιοτήτων αφηρημένων από την ιστορική πραγματικότητα αλλά, αντίθετα, να προχωρά έχοντας ως κανόνα την ενσωμάτωση και τη μεταξύ τους διάρθρωση, του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού αυτών των ιδιοτήτων. Το μικροϊστορικό διάβημα αποσκοπεί στον εμπλουτισμό της κοινωνικής ανάλυσης με περισσότερες, πιο σύνθετες και πιο ευέλικτες μεταβλητές. Πρόκειται για την προσπάθεια κατασκευής «ενός παραδείγματος που να αποβλέπει στη γνώση

του ατομικού, αλλά και που, παράλληλα, δεν θα εγκαταλείπει την προσπάθεια φορμαλιστικής περιγραφής και επιστημονικής γνώσης ακόμα και του ατομικού». Το ατομικό, αυτό που εθε-

ωρείτο ως «ανωμαλία» εντός ενός (προκατασκευασμένου, συχνά άρρητου) κανόνα, ένα συμβάν, αλλά και ένα δίκτυο σχέσεων, μια λογική συμβιβασμού, ένα σύστημα δοξασιών, η ταυτότητα μιας ομάδας, είτε μικρής είτε μεγάλης, μια συγκυρία, θα πρέπει να διερευνάται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να ενταχθεί σε μια συγκριτική οπτική. Οι μικροϊστορικοί χρησιμοποιούν τις «ανωμαλίες» (σημάδια, ενδείξεις, ίχνη) για να φωτίσουν αρχειακές σειρές, οι οποίες αν μελετηθούν με βάση την ομοιότητά τους και μόνο θα μείνουν αδιαφανείς και σκοτεινές. Με την έννοια του «εξαιρετικού φυσιολογικού», αυτού του οξύμωρου που λάνσαρε ο Γκρέντι, διαφαίνεται η έλλειψη συνοχής της πραγματικότητας και των συστημάτων κανόνων, στο εσωτερικό των οποίων κατασκευάζονται οι στρατηγικές των ιστορικών υποκειμένων, υπογραμμίζεται η δημιουργικότητα, η ικανότητα προσαρμογής και ελιγμών τους, και όχι η απλή αποκρισιμότητά τους στις συνθήκες του πλαισίου εντός του οποίου κινούνται. Το «εξαιρετικό φυσιολογικό» σημαίνει επίσης ότι μια μοναδική μαρτυρία, ένα μοναδικό ντοκουμέντο, ένα μοναδικό γεγονός, περιέχουν εντός τους στοιχεία τόσο «φυσιολογικά», ώστε να μην έχουν συλληφθεί προηγουμένως (όπως το Χαμένο γράμμα του Πόε), τα οποία όμως προσφέρουν το κλειδί για την αποκωδικοποίηση αυτού το οποίο θα παρέμενε βουβό από κάποιον που θα το ερευνούσε μόνο από την οπτική γωνία της επαναληπτικότητας των παραγόντων: το μεγάλο, από το οποίο, αφαιρώντας, θα φτάναμε στο μικρό, ή σε σύγκριση με το οποίο το μικρό θα παρουσιαζόταν μόνο ως μια απλοποίησή του ή, το αντιπροσωπευτικό δείγμα, όπως αυτό χρησιμοποιείται στην κοινωνική ιστορία. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, υπό μια έννοια, και με μια διαφορετική, αντιθετική κίνηση γενίκευσης: η «γενική ιστορία» γενικεύει διά της συσσώρευσης δεδομένων, διά της έκτασης, διατηρώντας μόνο ένα μέρος των χαρακτηριστικών τους (όσα μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, να μετρηθούν και να συγκριθούν μεταξύ τους) ενώ, αντίθετα, οι «μικροϊστορικές» εργασίες, οι οποίες είναι μελέτες περίπτωσης, εργάζονται με μια συνολική, εντατική, εις βάθος ανάλυση. Γι’ αυτό το λόγο, είναι πολύ σημαντική η γνώση του πλαισίου αναφοράς, που γίνεται με την ένταξη ενός γεγονότος, μιας συμπεριφοράς ή μιας έννοιας εντός μιας σειράς ομοίων γεγονότων, συμπεριφορών, εννοιών, ακόμα κι αν αυτά απέχουν στο χρόνο και τον χώρο. Το πλαίσιο είναι η ταυτοποίηση όχι μόνο του συνόλου των πραγμάτων που μοιράζονται έναν κοινό χαρακτήρα, αλλά μπορεί να είναι και το πεδίο μιας αναλογίας, δηλαδή το πεδίο της ομοιότητας σχέσεων μεταξύ πραγμάτων που μπορεί και να είναι πολύ διαφορετικά, μεταξύ συστημάτων σχέσεων εντός των οποίων εντάσσονται διαφορετικά πράγματα. Έτσι, ένα ιστορικό υποκείμενο μπορεί να ενταχθεί σε πλαίσια διαφορετικών διαστάσεων και επιπέδων, από το συνολικό στο τοπικό.

Δεν υπάρχει ένα ενοποιημένο, ομοιογενές πλαίσιο αναφοράς στο εσωτερικό του οποίου τα ιστορικά υποκείμενα προσδιορίζουν τις επιλογές τους. «Αυτή η άρνηση μπορεί να γίνει κατανοητή με δύο αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους. Ως μια επίκληση στην πολυπλοκότητα των εμπειριών και των κοινωνικών αναπαραστάσεων, οι οποίες είναι κάποτε αλληλοσυ-

Ημερολόγια Βιτρίνας, στον «Ίκαρο»

γκρουόμενες, κάποτε αμφίσημες, διαμέσου των οποίων οι άνθρωποι κατασκευάζουν τον κόσμο και τις πράξεις τους, αλλά και ως μια πρόσκληση για αντιστροφή του συνηθισμένου τρόπου ανάλυσης των ιστορικών, δηλαδή αυτού που συνίσταται στο να αρχίζουμε από το συνολικό πλαίσιο αναφοράς ενός κειμένου για να εντάξουμε και να ερμηνεύσουμε το κείμενο. Αυτό που προτείνεται είναι, αντίθετα, η ανακατασκευή της πολλαπλότητας των πλαισίων αναφοράς που είναι αναγκαία για την ταυτοποίηση και την κατανόηση των παρατηρούμενων συμπεριφορών. Και έτσι, ξαναβρίσκουμε το πρόβλημα της κλίμακας παρατήρησης. Αυτό που μας επιτρέπει να συλλάβουμε η εμπειρία ενός υποκειμένου, μιας ομάδας ή ενός χώρου, είναι μια συγκεκριμένη πτυχή της συνολικής ιστορίας».

Γιατί όμως όλα αυτά; Είναι το γνωστικό ενδιαφέρον που υποχρεώνει, κατά κάποιον τρόπο, τους μικροϊστορικούς να προβούν σε όλες αυτές τις θεωρητικές κινήσεις που περιέγραψα σχηματικά παραπάνω. Είναι η προσπάθεια άρσης, στο πεδίο της ιστοριογραφίας, της ανισότητας των φωνών των κυρίαρχων και των μελών των υπάλληλων τάξεων, όσων «δεν έχουν φωνή»: Στην περίπτωση του Γκίντζμπουργκ, οι δεύτεροι οφείλουν να εντάσσονται στην ιστορική έρευνα όχι διά της ανωνυμίας (ως μια ομοιόμορφη και ομοιογενής μάζα της στατιστικής), ούτε ως άβουλοι αποδέκτες ή καταναλωτές μιας κυρίαρχης, συμπαγούς κουλτούρας που καταφθάνει από «ψηλά» ή «απ’ έξω», αλλά ως παραγωγοί νοήματος, πολιτισμού, κουλτούρας, η οποία συναλλάσσεται, συνδιαλέγεται, παρά την ανισότητα των σχέσεων ισχύος, με την ηγεμονική. Επειδή, όμως ,η κοινωνική ισχύς έχει ήδη αποτυπωθεί στο είδος και την ποσότητα των διασωζόμενων μαρτυριών, είναι απαραίτητη η εύρεση μιας μεθόδου ανάγνωσής τους που να επιτρέπει και στο παραμικρό ίχνος, τον παραμικρό ψίθυρο των καταπιεσμένων, να εντοπιστεί στις μαρτυρίες. Γνωρίζοντας, βέβαια, κατά βάθος, ότι «μονάχα στη λυτρωμένη ανθρωπότητα ανήκει ολότελα το παρελθόν της». Ολόκληρο το κείμενο, μαζί με το δεύτερο μέρος του και με τις βιβλιογραφικές παραπομπές, δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας και στο μπλογκ των «Αναγνώσεων»


Η ΑΥΓΗ • 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

39

3

Διαδρομές της νεωτερικότητας

Ημερολόγια Βιτρίνας, στον «Ίκαρο»

«H ύλη ως αφήγηση». Ομαδική έκθεση στον χώρο τέχνης CAMP!, στην πλατεία Κοτζιά Η ιστορία του μοντέρνου ξεκινά με την αυτονόμηση του χρώματος, ως μέσου της αφήγησης, απέναντι στις παραδοσιακές, ιλ��υζιονιστικές αναπαραστάσεις θρησκευτικών μυθολογικών, ιστορικών αλλά και καθημερινών σκηνών και προσώπων. Η καθοριστική τομή επιτυγχάνεται με τις άγριες και παχιές πινελιές των κινημάτων του φωβισμού και του εξπρεσιονισμού. Συνεχίζεται με τις ασύμμετρες κηλίδες των ψυχογραφημάτων του ταχισμού, τις εκρηκτικές πιτσίλες της χειρονομιακής γραφής, τις «άχρωμες» ή μονόχρωμες και απτές ζωγραφικές επιφάνειες της αναλυτικής τέχνης αλλά και με τους «έτοιμους» για μια νέα ερμηνεία ανεστραμμένους ουρητήρες του Ντυσάν, τις εγκαταστάσεις με τα ευτελή και φθαρτά υλικά της άρτε πόβερα, τα υποκείμενα στη φυσιολογική φθορά καθημερινά υλικά του Μπόις και του Αρνάν. Μορφή και περιεχόμενο ταυτίζονται. Ο καλλιτέχνης μιλά μέσα από την υφή της ζωγραφικής ή της γλυπτικής του επιφάνειας, την παρουσία του ίδιου του αντικειμένου, για τα συναισθήματά και τις ιδέες του στο θεατή. Ένας νέος χώρος συνάντησης δημιουργείται ανάμεσα στην ύλη στο υλικό και την υλικότητα της τέχνης. Αυτόν ακριβώς το χώρο συγκροτεί και η παρούσα έκθεση που φέρει τον τίτλο «Η ύλη ως αφήγηση». Τα έργα που εκτίθενται ακολουθούν διαφορετικές τεχνοτροπίες και τεχνικές και αποκλίνουν στο χρόνο δημιουργίας τους. Συγκλίνουν όμως σε έναν τόπο κοινό, όπου συντελείται η πραγματική αναζήτηση μιας σύγχρονης ταυτότητας των ελλήνων εικαστικών που πόρρω απέχει τόσο από τον αρχαιόπληκτο ακαδημαϊσμό όσο και από τον στείρο μιμητισμό του μοντέρνου. Γι’ αυτό και οι δημιουργοί τους, παλαιότεροι, νεότεροι, και νέοι συμβαδίζουν με στις πρωτοπορίες που διαμορφώνονται κάθε φορά στον καιρό τους, χωρίς όμως να χάνουν ή να αποσβήνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Βλέπουμε ανάγλυφα πλασμένους τοίχους με χρώματα, λαμαρίνες και επιδέξια πλεγμένες μεταλλικές κουρτίνες, έργα φτιαγμένα με γύψο, τσιμέντο και υφάσματα, «έτοιμα» αντικείμενα, βιντεο- εγκαταστάσεις, αιωρούμενα ξύλινα κουτιά, φωτισμένες «κυψέλες». Η έκθεση, στο κέντρο της Αθήνας, που διαρκεί μέχρι τις 10 Απριλίου, βασίζεται σε μια ιδέα των εικαστικών καλλιτεχνών Γιώργου Διβάρη και Κώστα Χριστόπουλου, που υλοποίησε με γνώση και ευαισθησία η ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης Λίνα Τσίκουτα. Πρόκειται για μια από τις πλέον σημαίνουσες εκθέσεις που έχω δει στο CAMP!. Η Τσίκουτα θέτει, όχι τυχαία πιστεύω, ως αφετηρία τη ρηξικέλευθη, για τα πολιτιστικά δρώμενα της ελληνικής επικράτειας και όχι μόνον, δεκαετία του ‘60 και τους κινούμενους στο διεθνές προσκήνιο Έλληνες εκφραστές της. Μας ξεναγεί, με ιδιαίτερη προσοχή στις επιλογές της, από γενιά σε γενιά στις νεωτερικές διαδρομές της τέχνης μέχρι τις μέρες μας. Προβάλλει τον πλαστικό κόσμο ως έναν απτό κόσμο συνομιλίας με την ιστορία, την προσωπική και τη συλλογική, έναν κόσμο αυτογνωσίας με τα μέσα της καλλιτεχνική έκφρασης. Λ. Κ. Συμμετέχουν οι: Ανδρέας Βούσουρας, Γιώργος Γυπαράκης, Δανιήλ, Βαγγέλης Δημητρέας, Γιώργος Διβάρης, Διοχάντη, Θοδωρής Ζαφειρόπουλος, Στέφανος Καμάρης, Βλάσης Κανιάρης, Άντζυ Καρατζά, Μιχάλης Κατζουράκης, Νίκος Κεσσανλής, Πέγκυ Κλιάφα, Νίκος Μακαρούνας, Σταύρος Μπονάτσος, Γιάννης Μπουτέας, Κρίτων Παπαδόπουλος, Λεωνίδας Παπαδόπουλος, Ρένα Παπασπύρου, Ευτύχης Πατσουράκης, Ανδρέας Σάββα, Χριστίνα Σγουρομύτη, Άγγελος Σκούρτης, Μάριος Σπηλιόπουλος, Άσπα Στασινοπούλου, Γιώργος Τσακίρης, Παντελής Χανδρής, Πάνος Χαραλάμπους, Γιώργος Χαρβαλιάς, Πυθαγόρας Χατζηανδρέου, Έρση Χατζηαργυρού, Γιούλα Χατζηγεωργίου, Θάλεια Χιώτη, Κώστας Χριστόπουλος, Αλέξανδρος Ψυχούλης. -Την Παρασκευή 5 Απριλίου, ώρα 19.30, η επιμελήτρια της έκθεσης Λίνα Τσίκουτα και οι καλλιτέχνες θα συζητήσουν, στο χώρο της έκθεσης με αφορμή το θέμα, «Η Ύλη ως Αφήγηση», την εξελικτική πορεία, της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, από τη γενιά του 1960 ως τη γενιά του 2010 -Την Τετάρτη 10 Απριλίου με το κλείσιμο της έκθεσης μετά τις 21.00 θα ακολουθήσει πάρτυ CAMP! Ευπόλιδος 4 και Απελλού 2, 1ος όροφος, Πλατεία Κοτζιά, τηλ. 210 3247679

Ο ζωγράφος του μήνα Ο ζωγράφος του Απριλίου είναι ο Αλέξανδρος Βέργης. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα, ζει και εργάζεται σήμερα στην Αθήνα. Φοίτησε στην Καλλιτεχνική Σχολή Κέρκυρας (2004-2007) με δάσκαλο τον Σπύρο Αλαμάνο. Σπούδασε στη συνέχεια ζωγραφική στην ΑΣΚΤ της Αθήνας με δασκάλους τον Γιάννη Χρηστάκη (2007-2009) και τον Γιάννη Ψυχοπαίδη (20092012). Ταυτόχρονα παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής και φωτογραφίας με δασκάλους τη Βίκυ Τσαλαματά και τον Μανόλη Μπαμπούση αντίστοιχα. Έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις, όπως η «Διεθνής Τριενάλε Χαρακτικής - Ex Libris», στη Λευκάδα (2008), η «Mail- Art» που διοργάνωσε η ΑιματοΤΗΣ ΛΗΔΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

λογική Εταιρεία, στο Σύνταγμα(2010), η «1η Έκθεση Απορριφθέντων-rejected», στην γκαλερί συν, στα Εξάρχεια, η «Συνειρμοί», στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων «Μελίνα», η «applause» των φοιτητών του National College of Art &Design, στην γκαλερί Moxies Studios, στο Δουβλίνο, η «Με Ασβέστη και Θάλασσα» του Ζ’ Εργαστηρίου Ζωγραφικής του Γιάννη Ψυχοπαίδη, στο Σπίτι της Κύπρου, στην Αθήνα, η «In Art» των φοιτητών των τριών Καλών Τεχνών, Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Φλώρινας, στην γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδη, στη Θεσσαλονίκη (2011), η ομαδική «Ο Θάνατος του Δημιουργού», στην γκαλερί BETON 7 και η «Πατρίδα των Καιρών, Σημαίες-Λάβαρα», στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακο-

γιάννης, στην Αθήνα (2012), η «Ημερολόγια Βιτρίνας: 11+1 Νέοι Καλλιτέχνες», στις Εκδόσεις Ίκαρος, στην Αθήνα (2013). Ο Βέργης δημιουργεί χρησιμοποιώντας διαφορετικές μορφές της καλλιτεχνικής έκφρασης. Μεταφέρει σχισμένα κομμάτια τυπωμάτων του πάνω σε καλυμμένες με στόκο επιφάνειες από κόντρα πλακέ τις οποίες ζωγραφίζει με ακουαρέλες, χρωματιστά μολύβια και μαύρα μολύβια αλλά και με πενάκι. Με την πρώτη ματιά αντικρίζουμε εδώ ένα άναρχο κολλάζ παράταιρων στοιχείων, όπως εκείνα με τα οποία μας έχουν εξοικειώσει οι ντανταϊστές έναν αιώνα πριν. Διακρίνουμε ειδώλια κυκλαδικά, φιγούρες πρωτόγονες και θραύσματα φράσεων που έχουν πλαστεί με τεχνικές διαφορετικές και αντλούνται από σημαίνοντα κινήματα του μοντερνισμού, όπως ο σουρεαλιστικός αυτοματισμός, ο λυρικός εξπρεσιονισμός ή ο γραμμικός πριμιτιβισμός του γερμανού Πενκ της δεκαετίας του ‘60. Ανακαλύπτουμε, όταν τα παρατηρήσουμε προσεκτικά, μια μήτρα ενιαία που συνδέει τις μεμονωμένες μορφές. Και συνθέτει τις σκληρές χαράξεις των οξυγραφιών με τα νεφελώδη και διάφανα υδάτινα χρώματα και τις συγκεχυμένες γραμμές της ψυχικής ταραχής σε ένα αποσπασματικό και πολυσήμαντο, ποιητικό σώμα. Είναι ο αρχέτυπος και παλλόμενος χώρος των αισθήσεών μας που μεταρσιώνεται εν τέλει στο καθολικό χώρο δράσης του καλλιτέχνη. Εκεί όπου οι γραφές συγγενεύουν και ο αποπνικτικός, εσωτερικός μονόλογος βρίσκει τη διέξοδο στον απελευθερωτικό διάλογο με τον «άλλο».

«12 νέοι εικαστικοί καλλιτέχνες VΙΙ» Η έκθεση «12 νέοι εικαστικοί καλλιτέχνες» ανοίγει για 7η φορά τις πύλες της, την Τρίτη, 9 Απριλίου, ώρα 19.30. Συμμετέχουν οι «Ζωγράφοι του μήνα», της προηγούμενης χρονιάς: Βασίλης Γεροδήμος, Γιάννης Δελαγραμμάτικας, Θεώνη Δημοπούλου, Αγγέλα Καράλη, Χριστίνα Μαϊφόση, Πένυ Μονογιού, Απόστολος Πλαχούρης, Αλίκη Παππά, Γιώργος Σακκάς, Μαρίνα Σαρματζή, Βασιλική Τζούτη, Έλενα Χασαλεύρη. Διάρκεια έκθεσης: 9-27 Απριλίου 2013 Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων «Μελίνα», Ηρακλειδών 66 και Θεσσαλονίκης, Θησείο, Στάση Κεραμεικός. Ώρες λειτουργίας: Τρίτη έως και Σάββατο: 10.00-20.00, Κυριακή: 10.00-14.00


40

Η ΑΥΓΗ 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

4

«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Μελετώντας τρόπους μελέτης του Συνήθως οι επέτειοι δίδουν την ώθηση και για τη διεξαγωγή επιστημονικών συνεδρίων. Μια τέτοια αφορμή ήταν ο εορτασμός των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων Κατά την εποχή που εδραιωνόταν ο όρος «Διαφωτισμός», ο Kant (1784) είχε αρνηθεί να συγκατανεύσει ότι διανύεται μια «διαφωτισμένη εποχή» («aufgeklärter Zeitalter»). Απλώς, έγραφε, «ζούμε μέσα σε μιαν εποχή διαφωτισμού» («Zeitalter der Aufklärung»). Κάθε φορά ζυγίζει περισσότερο η διαδικασία από τις επιπτώσεις της, που με τη σειρά τους, βέβαια, επιτρέπουν την αναπαραγωγή -στις εκάστοτε νέες συνθήκες- της διαφωτιστικής πρακτικής (βλ. το βιβλίο μου: Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Τα όρια της διακινδύνευσης, Αθήνα 2005, σσ. 15-17, 260-263). Στην εποχή μας με ποιΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

ους τρόπους γίνεται αντιληπτή η συμμετοχή μας σε πρακτικές «Διαφωτισμού», αλλά και στους τρόπους μελέτης του; Ειδικότερα, πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα των τρόπων επίτευξης του «ποιοτικού ποσού» («das qualitative Quantum», κατά τον Hegel) της πνευματικής εργασίας; Αν μείνουμε στο πεδίο έρευνας του «νεοελληνικού Διαφωτισμού» μια απόπειρα κωδικοποίησης του πλέγματος των αιτίων, που καθιστούν σχεδόν ανέφικτη αυτήν την επίτευξη, θα μας έδιδε τα εξής: α) η τρέχουσα επικοινωνιακή υπόσταση των βιβλίων (μέσω «κολλητών») και των ιδεών τους. β) ο κορεσμός των συνεδρίων, με τις αυτοαναλώσεις των θαμώνων τους. γ) η συχνή πρακτική να συμφύρεται «υποκείμενο» και «αντικείμενο», δηλαδή ο συγγραφέας με τον κριτικό του. δ) η λιποβαρής επιστημολογία της επιστήμης των κειμένων. ε) η «μεταμοντέρνα» αμεριμνησία που αρέσκεται στον οποιοδήποτε «χυλό». στ) η αντικατάσταση των αναλυτικών εργαλείων από τη χύμα περιγραφή. ζ) η αυταρέσκεια ως αυτοπεριορισμός που αποκλείει τη νέα γνώση. η) η σύντμηση του χρόνου μαθητείας και το ανετότερο έτσι «δικαίωμα εισόδου», με τις υπάρχουσες βέβαια εξαιρέσεις, στο πεδίο των ιδεών. θ) η απουσία περιοδικών με κριτές. ι) η θεσμική κατανομή της οικείας επιστημονικής γνώσης, με την τριμερή διαίρεση της Φιλοσοφικής Σχολής στην οποία εκπαιδεύονται κυρίως αφιλοσόφητοι ιστορικοί και ανιστόρητοι φιλόλογοι. ια) η πρόδηλη φοβία για τον ιστορικό τρόπο του σκέπτεσθαι. ιβ) οι υποσημειώσεις σκοπιμότητας που αντί να κοστίζουν αποδεικνύονται επωφελείς. ιγ) η σπάνια ανταλλαγή «draſts» και η σεμιναριακή τους αντιμετώπιση από άλλους συναδέλφους. λα) η συνεχής έλλειψη εργαλείων βάσης (Λεξικά, Βιβλιογραφίες κλπ.). Μάλλον θα πρέπει, επιπλέον, να δώσω ένα παράδειγμα «σπατάλης» που θα μπορούσε να καταλογισθεί ως μέρος του εγχώριου ακαδημαϊκού «χρέους». Ας υποθέσουμε ότι διαδραματίζονται οι επόμενες διεργασίες: α) εδραιώνεται «πελατειακή» σχέση μέλους Δ.Ε.Π. και Πρυτανείας. β) λαμβάνεται απόφαση -από την τελευταία που ανανεώνεται- χωρίς την εισήγηση κανενός άλλου ενδιάμεσου συλλογικού οργάνου, ιδίως όταν αυτό διαθέτει και το κριτήριο της επιστημονικής «αρμοδιότητας». γ) αποφασίζεται η έγκριση ποσού 13.000 ευρώ . δ) τυπώνεται ογκώδες δερματόδετο βιβλίο σε 1000 αντίτυπα. ε) αναζητείται χώρος για την αποθήκευσή του. στ) σε ποιους τάχα να διατεθεί και για ποιο λόγο, ιδίως αν διανέμεται και αποστέλλεται δωρεάν; ζ) στους προπτυχιακούς ή στους μεταπτυχιακούς φοιτητές; η) παρακάμπτεται η δυνατότητα το κύριο σώμα της «αναστατικής» επανέκδοσης να έχει ήδη ψηφιοποιηθεί, εδώ και τέσσερα χρόνια (βλ. και άρθρο μου στην Αυγή /»Ενθέματα», 3.3.2013). θ) ως προς τα περισσότερα μέρη των «Προλεγομένων» τίποτε δεν είναι άγνωστο από τα έως τώρα δημοσιεύματα (1996, 2002 και κυρίως 2007) του επιμελητή. ι) επιπλέον, τα «Προλεγόμενα» δεν λαμβάνουν υ-

Xωρίς τίτλο

πόψη τα πορίσματα διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου (2006, 2009), αποκλειστικά για το θέμα που αυτά πραγματεύονται (χωρίς, δηλαδή, να «παραμείνει στο περιθώριο της έρευνας λόγω ποικίλων δυσχερειών»). ια) παρεισφρέουν εκατοντάδες ορθογραφικά λάθη. ιβ) «επιπολάζουν», για να στοιχηθώ μ’ αυτήν την πρακτική που όντως είναι ξένη στον «σημερινό» αναγνώστη, δεκάδες εκφραστικά «ολισθήματα». ιγ) αγνοούνται δεκάδες σημεία σχολιασμού ως προς το περιεχόμενο του κειμένου. ιδ) συγκροτούνται «Ευρετήρια», για παράδειγμα «Εννοιών και Όρων», στα οποία εντάσσονται και τα τοπωνύμια. ιε) κοντολογίς, ποια ανάγκη πράγματι ικανοποίησε μια τέτοια απλόχερη δαπάνη; Συνήθως οι επέτειοι δίδουν την ώθηση και για τη διεξαγωγή επιστημονικών συνεδρίων (βλ. §. β΄). Μια τέτοια αφορμή ήταν ο εορτασμός των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων. Προφανώς ο σχεδιασμός ενός επιστημονικού συνεδρίου προϋποθέτει την υποτύπωση μιας υπόθεσης εργασίας που τελεί, έως την ολοκλήρωσή του, υπό επαλήθευση. Αν όμως είχε προκριθεί, λόγου χάρη, η εξής τιτλοφόρηση: «Ιστορία-Λογιοσύνη. Η Ήπειρος και τα Ιωάννινα από το 1430 έως το 1913», μήπως εξυπαρχής θα έπρεπε να τεθεί το ερώτημα για το ερμηνευτικό βάρος της διάζευξης: «Ιστορία-Λογιοσύνη»; Δηλαδή, αν η «λογιοσύνη» ως αυτοτελής ιδιότητα των «λογίων» ήταν δίπλα και πέρα (αυτό υποδηλώνει η παύλα) από την ιστορία, τουλάχιστον απ’ αυτήν που προσδιορίζεται με δύο ανακριβώς παρατιθέμενα «τεκμήρια» (το ένα είναι ο «Ορισμός» [= Διάταγμα] του Σινάν πασά και το άλλο μέρος ποιήματος του Σικελιανού). Επιπλέον, οι σύνεδροι, που θα προσπαθούσαν να πραγματευθούν τη «λογιοσύνη» πώς θα απέτρεπαν την πιθανότητα να μην περιορισθούν στο ένα δέκατο του συνόλου των συνέδρων; Κυρίως, πώς διακριτός αριθμός μελών του συνεδρίου (με μετρημένες στα δάχτυλα εξαιρέσεις ) θα αποδείκνυαν ότι δεν «λογιοτατίζουν» ως «παρέα των Λογάδων»; Τί θα εγγυηθεί ότι θα παρουσιασθεί και ιδίως θα συζητηθεί η συνόψιση της έως τώρα επιστημονικής έρευνας και η παραγωγή νέας; Με «ανακοινώσεις» /»σύμμεικτα» που θα προκύπτουν από μια πανοραμική κατόπτευση - κακέκτυπα «εκθέσεων ιδεών»- του ιστορικού πεδίου, το οποίο ωστόσο θα εκτείνεται από μισόν αιώνα έως μια χιλιετηρίδα; Από το Βυζάντιο «μέχρι σήμερα» και σε κάθε περίπτωση να έχουν στην οθόνη τους οι εισηγητές και οι εισηγήτριες όλη την «οθωμανική εποχή» ή την «Οθωμανοκρατία», τουτέστιν μια «διαδρομή πέντε αιώνων», με τρία λεπτά ξενάγησης ανά αιώνα; Πώς, τέλος, θα πι-

στοποιούνταν ότι δεν παρήλασε και κουστωδία ιστοριολογούντων (αριθμολόγων, φοροεπιτρόπων, παραμυθολόγων, ιεροδιδασκάλων, θεολόγων, φιλοσοφοθεολογούντων, εραστών της ιστοριοδιφίας κλπ.) , με τους οποίους θα είχε «συναγελασθεί» επί τετραήμερο ικανός αριθμός υποψηφίων διδακτόρων και νέων επιστημόνων και ο τοπικός τύπος θα καμάρωνε για τους «διακεκριμένους ακαδημαϊκούς» που γέννησε ή φιλοξενούσε η πόλη; Τουλάχιστον, οι υποψήφιοι διδάκτορες θα μπορούσαν να εντοπίσουν το θόρυβο που προκαλούν τα αυτοεπαναλαμβανόμενα λογύδρια ενός τετάρτου της ώρας; Ίσως μ’ αυτές συνολικά τις προϋποθέσεις εύστοχα να είχε αυτοχρισθεί « Α΄ Πανηπειρωτικό Συνέδριο» (και όχι τρίτο)... Με το ερώτημα να γίνεται οξύτερο: πού θα οδηγούσε ο συνδυασμός «συμβαντολογικής ιστορίας», αρχειοδιφίας, ιστοριοδιφίας, πρωτοβάθμιας αρχαιολογίας και εκκλησιαστικής ιστορίας; Μάλλον σε βραχύπνοες «περιηγήσεις» ή «ξεναγήσεις» χειρογράφων, «μπουγιουρτιών», μοναστηριών, με ή χωρίς τα «μετόχια» τους, «δημοσίων μνημείων», προικοσύμφωνων, τοπωνυμίων, λεξικογραφίας, μαχών, φωτογραφιών, πινάκων, οικογενειών, συντεχνιών, εορτών, «εθνικών διακηρύξεων» (που ανατρέχουν στο «όμαιμον» του Ηροδότου), «τιμής του Αρχαγγέλ(λ)ου Μιχαήλ» και τέλος «Μεγάλων και Σεπτών Παραδόσεων της Εκκλησίας και του Γένους»; Ίσως έτσι να νιώθουν άνετα όσοι και όσες αποκλείσθηκαν, αρκετές δεκάδες, εφόσον θα είχε προκριθεί η «κλειστή»/ονομαστική πρόσκληση, ή αυτοαποκλείσθηκαν, μια και η επιστολή που έλαβαν είχε παραλήπτες «ελλογιμώτατους». Έτσι οι κατεξοχήν αρμοδιότεροι, στο οικείο πεδίο έρευνας, εντός και εκτός της χώρας, στην πλειονότητά τους αδυνατούν από μακριά να συναγάγουν, χωρίς έστω να έχουν πρόσβαση σε κάποιο είδος περίληψης, μέσα από τους τωρινούς εκκωφαντικούς τίτλους τη βαρύγδουπη «συγκομιδή» των Πρακτικών...

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Μια βραδιά για την Μάρθα Εκδήλωση στην μνήμη της Μάρθας Πύλια διοργανώνει ο ΣΥΡΙΖΑ Ροδόπης την Τετάρτη 10 Απριλίου και ώρα 8 το βράδυ στο καφέ μπαρ «Ραδιόφωνο» της Κομοτηνής Μιλούν οι Κώστας Βούλγαρης Νίκος Μαυρέλος Σταμάτης Σακελλίων

Πένθος και μελαγχολία Τί είναι πένθος, ποιά η διαφορά του από τη μελαγχολία, ποιά είναι η σχέση τους με την τέχνη και τη δημιουργικότητα;

Η Πινακοθήκη Γρηγοριάδη σας προσκαλεί σε ένα διάλογο, την Παρασκευή 12 Απριλίου, στις 7.30 μ.μ. Ομιλητές: - Κώστας Μπαζαρίδης, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής: Πένθος και δημιουργικότητα - Παναγιώτης Σ. Παπαδόπουλος, δρ φιλοσοφίας: Σχόλια για τη μελαγχολία του καλλιτέχνη - Συντονίζει η παιδοψυχίατρος Αλίκη Γρηγοριάδου


a11672