Issuu on Google+

Πως προήλθε το όνομα «Φωτεινό» "...Το χωριό μας παλιά λεγόταν "Χώσιανα". Ηρθε όμως μια διαταγή η οποία έλεγε να μετενομασθεί το χωριό μας και σε διάστημα ολίγο και να λάβει νέο όνομα. Τότε ο δάσκαλος του χωριού, Δημήτριος Μάλλιος, είπε να το ονομάσουμε Πεντάλοφο. Εγώ του είπα "Λαμπερό" που του ταίριαζε και εκείνος έγραψε "Φωτεινό". Από το βιβλίο του Μάρκου Γ. Κασσελούρη "Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ" Το Φωτεινό, λεγόταν παλιότερα Χώσιανα ή Χώσανα. Αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Πέτρα και αποτέλεσε χωριστή Κοινότητα με το Διάταγμα 10-8-1947/ΦΕΚ 186, 1947. Μετονομάστηκε σε Φωτεινό το με το Διάταγμα 23 Ιουλίου 1953/ΦΕΚ 195 του 1953. Παρόλο πού έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια, οι περισσότεροι Αρτινοί το γνωρίζουν με το παλιό του όνομα. Οι Αρτινοί μάλιστα πού διαμένουν σε άλλους νομούς δεν το γνωρίζουν καθόλου με την ονομασία του. Η νέα ονομασία του υποδηλώνει, όπως είναι ευνόητο, τοποθεσία πού φωτίζει. Τοποθεσία πού φαίνεται καθαρά από μακρινές αποστάσεις. Ο δάσκαλος, Δημήτριος Μάλλιος, μαζί και με άλλους παράγοντες του χωριού είχαν αποφασίσει να προτείνουν στο αρμόδιο Υπουργείο να ονομαστεί Καλλιθέα, επειδή προσφέρει υπέροχη θέα οι διάφορες τοποθεσίες του. Εγκατέλειψαν όμως τη σκέψη αυτή, επειδή η ονομασία του υπήρχε και σε άλλους νομούς, χωριά με το αυτό όνομα. Και το όνομα όμως Φωτεινό πού διάλεξαν, δεν μπορούμε να πούμε ότι έπεσαν έξω στην εκλογή τους. Πρόκειται για όνομα πού του ταιριάζει απόλυτα αν λάβουμε υπόψη την τοποθεσία του. Για την προέλευση του ονόματος Χώσιανα, πού είχε παλιά και ασφαλώς από την εποχή της ιδρύσεώς του, πολλά έλεγαν και πίστευαν οι παλιότεροι κάτοικοί του. Μερικοί γέροι έλεγαν ότι η ονομασία του αυτή προέρχεται από τη λέξη "χώσιμο", την οποία συσχέτιζαν με την εξής παράδοση: Κάποτε (η εποχή δεν αναφέρεται) ήρθαν στο χωριό Τούρκοι ή πειρατές (ούτε και αυτό διευκρινίζει η παράδοση) και σκότωσαν όλους τους κατοίκους του. Από μία οικογένεια όμως, πού κατοικούσε τότε σε μία καλύβα στη βόρεια παρυφή του χωριού (προς τον Άγιο Νικόλαο, όπως έλεγαν) γλίτωσαν από την σφαγή, δύο άτομα. Μία κόρη με την γριά μάνα της ή ίσως τη γιαγιά της, (δεν θυμάται ο Λάμπρος Κασσελούρης καλά την παράδοση) γλίτωσαν γιατί είχαν λουφάξει σε μία άκρη της καλύβας, και είχαν πέσει πάνω τους και τις σκέπασαν τα πτώματα των άλλων μελών της οικογένειάς τους. Είχαν μείνει κάτω από τους σκοτωμένους "χωμένες" δηλαδή, (όπως λέει η παράδοση) μέχρι πού έφυγαν οι επιδρομείς. Μετά την ερήμωση του χωριού η κόρη αυτή παντρεύτηκε σε ένα χωριό του κάμπου. Αργότερα ήρθε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο πατρικό της σπίτι. Κατά την παράδοση, από απογόνους αυτής της κοπέλας ξαναπιάστηκε και το χωριό. Πρόκειται αναμφισβήτητα για παράδοση φανταστική. Είναι άλλωστε και φανερό ότι τα αναφερόμενά της ούτε βάση ούτε και αληθοφάνεια παρουσιάζουν. Ο Μητροπολίτης της Άρτας κατά την τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας, Σεραφείμ Ξενόπουλος, γράφει στο βιβλίο του: "Δοκίμιον περί Άρτης", πού εξέδωσε το 1884 (τρία χρόνια μετά την απελευθέρωση της περιοχής) ότι η λέξη "Χώσιανα" είναι αλβανικής προελεύσεως και υποδηλώνει "λακκώδη περιοχή". Σχετική όμως έρευνα πού έκανε ο Λάμπρος Κασσελούρης από περιέργεια και μόνο απέδειξε ότι και αυτό δεν είναι αλήθεια.


Ο αλβανομαθής της υπηρεσίας μεταφράσεων του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υφυπουργείου Τύπου, Θεμιστοκλής Παπαδήμας, στον οποίο αποτάθηκε, τον βεβαίωσε ότι τέτοια λέξη δεν υπάρχει στην Αλβανική γλώσσα. Και πράγματι σε κανένα αλβανικό λεξικό δεν αναφέρεται τέτοια λέξη ούτε και σε τούρκικο, όπως τον βεβαίωσαν και στη διεύθυνση τύπου της Τουρκικής Πρεσβείας των Αθηνών. Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι η πληροφορία του μητροπολίτη ήταν λανθασμένη. Σαν απόδειξη γι΄αυτό, αναφέρει και τούτα. Ο λάκκος, λέγεται στην αλβανική "γκρόπ" και ο λακκώδης τόπος "γκροπσίρ". Στην τουρκική ο λάκκος λέγεται "τζουκούρ" και η λακκώδης περιοχή, "τζουκουρλού μπολγκέ". Όπως αποδεικνύεται, καμιά σχέση δεν έχουν αυτές με τη λέξη "Χώσιανα". Φαίνεται λοιπόν ότι ο αείμνηστος μητροπολίτης πίστεψε την πληροφορία χωρίς να βάλει στο νου του την πιθανότητα μήπως αυτή δεν αληθεύει. Μερικοί επίσης λένε ότι το όνομα Χώσιανα, προέρχεται από τη λέξη "Χωσιά". Λένε όμως ότι είναι τουρκικής προελεύσεως και υποδηλώνει τοποθεσία κατάλληλη για ενέδρα. Για καρτέρι, όπως λένε. Το ότι προέρχεται από τη λέξη "χωσιά", είναι αλήθεια. Δεν είναι όμως αυτή τουρκική, όπως πιστεύεται, είναι ελληνικότατη και προέρχεται από τη λέξη "χώσις". (Μπορούμε να δούμε, αν ανατρέξουμε στα λεξικά "Πρωίας" και "Ηλίου"). Χώσις, κατάχωσης, επίχωσις κ.λ.π. Αντί του "χώσις", επικράτησε στη δημοτική η λέξη "χωσιά", με την οποία εννοούνε το-ποθεσία κατάλληλη για ενέδρα. Περισσότερες διευκρινίσεις για το ότι η παλιά ονομασία του χωριού προέρχεται από τη λέξη χωσιά", δε χρειάζονται. Το μαρτυρεί άλλωστε αυτό και η εδαφική μορφολογία της περιφέρειας πού προσφέρεται θαυμάσια για ενέδρα. Παλιότερα μάλιστα πού ήταν και πυκνοδασωμένη, προσφερόταν πολύ πιο, καλύτερα για το σκοπό αυτό. Πότε ακριβώς οικίστηκε το χωριό δε γνώριζε. Παράδοση επίσης πού να μας λέει κάτι γι΄αυτό δεν υπάρχει. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ πάντως, γράφει στο "Δοκίμιον περί Άρτης" ότι το 1884, αριθμούσε άνω των 10 οικογενειών. Ο Παναγιώτης Αραβαντινός επίσης, αναφέρει στη "Χρονογραφία της Ηπείρου" ότι το 1856, αριθμούσε δεκαπέντε οικογένειες. Με βάση τις δύο αυτές έγγραφες πληροφορίες (του Σεραφείμ και Αραβαντινού) και μετρώντας τις γνωστές γενεές της φάρας των Κασελουραίων, πού είναι η μεγαλύτερη στο Φωτεινό και πού πιστεύεται ότι αυτή εγκαταστάθη-κε εδώ πρώτα, πίστευε ότι το χωριό έχει ηλικία 200 περίπου χρόνων. Είχε ανακαλύψει μία έγγραφη μαρτυρία για το Φωτεινό, πού όπως ομολογεί ότι τον είχε εκπλήξει. Αναφέρεται αυτή στο βιβλίο "Το Βουλγαρέλι των Τζουμέρκων", πού εξέδωσε το 1977 ο γυμνασιάρχης Κώστας Πατρονικολός. Ο συγγραφέας παίρνοντας στοιχεία από έρευνα, του καθηγητή Κωνσταντίνου Μέρτζιου, η οποία δημοσιεύτηκε με συνέχειες και με τίτλο: "Η Άρτα στα αρχεία της Βενετίας", στο περιοδικό "Σκουφάς" της Άρτας και στα τεύχη του 1955-1956, γράφει. Για πολύ καιρό, η κυριαρχία των Τούρκων στη περιοχή του νομού, παρ΄όλο πού τα χωριά πλήρωναν τη δεκάτη, φαίνεται πώς στάθηκε πολύ χαλαρή, αφού στα 1696 το Βουργαρέλι με τα άλλα χωριά των Τζουμέρκων, του Ραδοβυζίου και της Άρτας, έγιναν "εθελουσίως" (με τη θέλησή τους) υποτελή στο Κράτος των Ενετών με την υποχρέωση να πληρώνουν ορισμένο χρηματικό ποσόν, για να προστατεύονται από τις λεηλασίες, τους φόνους, τις επιδρομές, τις αιχμαλωσίες και άλλα κακά πού πάθαιναν από τους πειρατές (τους κουρσάρους). Αυτό δε είχε γίνει με τη συγκατάθεση της τουρκικής διοικήσεως, επειδή δεν μπορούσε να προστατέψει τους κατοίκους από τους πειρατές. Δεν είχαν φαίνεται τις απαιτούμενες δυνάμεις. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι πρόκριτοι της Άρτας είχαν ζητήσει την προστασία της Ενετικής Δημοκρατίας, με την υποχρέωση να πληρώνουν σε αυτή φόρο.


Η παράκλησή τους (η πρότασή τους μάλλον) έγινε από τους Ενετούς δεκτή. Να και η σχετική απόφαση: - "Ημείς, Αλοϊσιος Φόσκαρι δια την Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας, έκτακτος προβλεπτής Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), πιστοποιούμε ότι τα κάτωθι αναφερόμενα χωρία κατέστησαν εθελουσίως φόρου υποτελή με ετήσια εισφορά ως εξής: Τμήμα ΡαδοβυζίουΤζουμέρκων". Στη συνέχεια αναφέρει η απόφαση τα χωριά του Ραδοβυζίου και των Τζουμέρκων και το φόρο πού πλήρωνε το καθένα σε ρεάλια (ισπανικά νομίσματα). Ανάμεσα σε αυτά αναφέρεται και το Φωτεινό με το όνομα Χώσιανα πού έφερε τότε και το οποίο σύμφωνα με την απόφαση πλήρωνε 5 ρεάλια το χρόνο. «Η ιδιόμορφη αυτή υποτέλεια (συνεχίζει ο συγγραφέας) δεν πρέπει να διατηρήθηκε, όταν έγιναν τα Αρματολίκια. Η τουρκική όμως κυριαρχία διατηρήθηκε χαλαρή ως τα χρόνια τουΑλί-Πασά». Η απόφαση των χωριών του Ραδοβυζίου, των Τζουμέρκων και όλων του νομού να πληρώσουν στους Ενετούς επί πλέον από τη δεκάτη πού πλήρωναν στους Τούρκους και μάλιστα με τη θέλησή τους, μαρτυρεί ότι υπέφεραν αφάνταστα από τους πειρατές. Μαρτυρεί επίσης ότι οι κουρσάροι, κάθε φορά πού έκαναν επιδρομή στο νομό δεν αρκούνταν στις λεηλασίες πού έκαναν στα καμποχώρια, πού ήταν και περισσότερο παραγωγικά, άλλα έφταναν μέχρι και τα χωριά των Τζουμέρκων. Για το Φωτεινό τώρα, η μαρτυρία αυτή πού προέρχεται από τα αρχεία της Βενετίας, αποδεικνύει ότι ήταν χωριό τότε με αρκετές οικογένειες. Πόσες βέβαια, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε. Από τον αριθμό όμως των ρεαλίων πού πλήρωνε κάθε χρόνο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν χωριό μεγαλύτερο μάλιστα από άλλα, όπως από το Κλειστό π.χ. πού πλήρωνε 4 ρεάλια, το Ζυγό και το Κλειδί πού πλήρωναν από 3 ρεάλια και διάφορα άλλα. Το ίδιο ποσόν με το Φωτεινό πλήρωνε τότε και η Άνω Πέτρα. Η Μεγάρχη δε μαζί με τις Σελάδες πλήρωναν 15 και το Κομπότι 25. Ο φόρος λοιπόν αυτός, μας επιτρέπει να πούμε ότι το Φωτεινό αριθμούσε τότε αρκετές οικογένειες, οι οποίες για να αποφασίσουν να τον πληρώνουν κάθε χρόνο, είχαν ασφαλώς δημιουργημένα νοικοκυριά, πού έπρεπε να τα προστατέψουν από τους πειρατές. Αυτά όλα λοιπόν, μας επιτρέπουν ακόμα να συμπεράνουμε βάσιμα κιόλας και το σπουδαιότερο για την περίπτωση πού εξετάζουμε εδώ. Ότι η οίκηση δηλαδή του χωριού έγινε πολλά χρόνια πριν από το 1696. Κατά συνέπεια, η ηλικία του Φωτεινού δεν είναι διακόσια χρόνια πού υπολογίζανε, αλλά πολύ μεγαλύτερη. Κατά την γνώμη του (Λάμπρου Κασσελούρι), υπερβαίνει αυτή κατά πολύ και τα τετρακόσια χρόνια. Ίσως και τα πεντακόσια και παραπάνω. Το στηρίζει αυτό και σε δύο άλλους λόγους. Στο ότι η περιφέρεια του χωριού σε σύγκριση με των άλλων χωριών του Κάτω Ραδοβυζίου είναι περισσότερη ομαλή. Σαν τέτοια δε θα την προτιμούσαν οπωσδήποτε τότε για κατοίκηση, επειδή προσφέρεται καλύτερα για γεωργική εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Ο άλλος λόγος είναι το υψόμετρο της περιφέρειάς του, πού επέτρεπε στους κτηνοτρόφους να μην μετακινούνται σε χειμαδιά το χειμώνα. Οι δύο αυτοί λόγοι σε συνδυασμό με τη μαρτυρία πού έχουμε από τα αρχεία της Βενετίας επιτρέπουν να συμπεράνουμε βάσιμα ότι η ηλικία του χωριού ξεπερνάει κατά πολύ τα τετρακόσια χρόνια. Μερικοί βέβαια θα αναρωτηθούν γιατί το 1856 είχε 15 μόνο οικογένειες αφού είχε τόσους αιώνες ζωή. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απλή. Δεν μπορούσε να μεγαλώσει, γιατί τότε υπήρχε μεγάλη θνησιμότητα. Η ιατρική ήταν ανύπαρκτη και οι διάφορες αρρώστιες θέριζαν τον κόσμο. Σαν παράδειγμα, αναφέρει εδώ ο Λάμπρος Κασελούρης


από τον "Τουριστικό ΟδηγόΆρτης", του Μιχάλη Περάνθη, μερικές από τις συμφορές πού έπληξαν κατά καιρούς την Άρτα και ασφαλώς και τη γύρω κοντινή πε-ριοχή της. Το 1374 ενέσκηψε θανατηφόρος λοιμός. Το 1622 πανούκλα με μεγάλες διαστάσεις. Επίσης το 1764 μέγας λοιμός πού διήρκεσε τρία χρόνια. Είχε θερίσει τότε μέσα στην Άρτα χιλιάδες, από τους οποίους οι περισσότεροι Οθωμανοί. Στις 2 Μαΐου το 1816 άλλη φοβερή επιδημία πανούκλας, πού κράτησε 14 μήνες. Το 1828 και από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο είχε ενσκήψει πάλι φοβερός λοιμός. Στις 21 Νοεμβρίου 1848 επίσης επιδημία ευλογιάς στην πόλη και τα γύρω χωριά. Αλλά και αργότερα, όπως το 1917 με τη γρίπη, πέθαναν στο νομό πάρα πολλοί. Στο Φωτεινό είχαν πεθάνει τότε περισσότεροι από 25 άτομα. Εκτός όμως από τις επιδημίες αυτές, καθώς και τους θανάτους από άλλες αρρώστιες, όπως από τη φυματίωση και την ελονοσία πού θέριζαν τότε πολλούς, είχαν τα χωριά φθορά και από τους Τούρκους κατακτητές και από τους πειρατές. Αυτοί είναι οι λόγοι πού δεν μπόρεσε το χωριό να μεγαλώσει. Για τους ίδιους βέβαια λόγους δεν μπόρεσαν να μεγαλώσουν και άλλα χωριά του νομού. Και μερικά επίσης, πού είχαν παλιότερα μεγάλο αριθμό οικογενειών, η απελευθέρωση τα βρήκε με πολύ λιγότερες. Το Κομπότι π.χ. πού το 15 ο αιώνα βρισκόταν σε ακμή και είχε 500 οικογένειες, το 1884 είχε μόνο 170. Η Άρτα επίσης το 1731, ήταν σημαντικό εμπορικό κέντρο. Είχε τότε 25.000 κατοίκους. Από το 1796 όμως, πού περιήλθε στη δικαιοδοσία του Αλί-Πασά, εξαιτίας των σκληρών μέτρων πού έλαβε αυτός για την οικονομική αφαίμαξη της περιοχής ο πληθυσμός της άρχισε να μειώνεται αισθητά. Το 1881, πού απελευθερώθηκε και αφού έφυγε ένα υπολογίσιμο ποσοστό τουρκικού πληθυσμού, απόμεναν σε αυτή 4.990 κάτοικοι μαζί με τους Εβραίους. (Τουριστικός Οδηγός Άρτας του Μ.Περάνθη). Και αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η περιοχή πέρασε πολλά δεινά μέχρι πού απελευθερώθηκε. Η διαπίστωση ότι το χωριό έχει περισσότερα από 400 χρόνια ζωή, αποδεικνύει πόσο μακριά από την πραγματικότητα βρισκόντουσαν τόσα χρόνια πού συζητούσανε το θέμα και προσπαθούσανε να υπολογίσουνε την ηλικία του μετρώντας τις γενεές κάθε φάρας. Η ίδια διαπίστωση ανατρέπει και την παράδοση πού πιστεύανε ως τώρα, ότι οι πρώτοι πού εγκαταστάθηκαν στην περιφέρεια και από τους οποίους έγινε το χωριό ήταν τέσσερα ή πέντε αδέλφια πού είχαν το επώνυμο Κασελούρης. Το ότι μπορεί να ήταν τόσα αδέλφια, δεν αποκλείεται. Το ότι αυτοί όμως είναι οι πρώτοι οικιστές του χωριού, δεν υπήρξαν βάσιμα στοιχεία για να το πιστέψουνε. Και να γιατί: όπως λέει ο Λάμπρος Κασελούρης. Όταν εξέτασε το γενεαλογικό δέντρο των Κασελουραίων και την μεταξύ τους συγγένεια διαπίστωσε ότι οι προπαπούδες τους ήταν πρώτο-εξάδερφα. Οι γεννήτορες δε αυτών ήταν αδέλφια. Με αυτά τα δεδομένα η φάρα των Κασελουραίων εμφανίστηκε στο χωριό πριν από 175 έως και 250 χρόνια. Μέχρι όμως τα 400 και πλέον καμιά πληροφορία δεν είχανε γι΄αυτή τη φάρα. Άρα δεν μπορούσαν πλέον να λένε ότι οι Κασελουραίοι είναι οι πρώτοι οικιστές του χωριού, στηριζόμενοι στο ότι η φάρα τους είναι πολυπληθέστερη των άλλων. Αυτά λοιπόν για την ηλικία του Φωτεινού. Πηγή: 'Ιστορικά και Λαογραφικά της Άρτας' του Λάμπρου Χρ. Κασελούρη (1926-1988).


Γεωγραφική θέση του Φωτεινού

https://www.google.com/maps/place/39°08'03.6"N+21°06'29.1"E/@39.1343248,21.105 9017,17z/data=!3m1!4b1!4m5!3m4!1s0x0:0x0!8m2!3d39.1343248!4d21.1080904

Καιρός στο Φωτεινό http://freemeteo.gr/kairos/foteino/o-kairostora/simeio/?gid=262291&station=5227&language=greek&country=greece


Η ιστορική διαδρομή του φωτεινού