Page 1


ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ Nicola Cornick Μετάφραση: Μαρία Γεωργιάδου

ΧΑΡΛΕΝΙΧ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438 - 210 3629 723 wvw.arlekin.gr


Τίτλος πρωτοτύπου: Unmasked Copyright © 2008 by Nicola Cornick © 2013 ΧΑΡΛΕΝ1Κ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-554-5 Μετάφραση: Μαρία Γεωργιάδου Επιμέλεια: Στέλλα Δαπέργολα Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη ΜΕΓΑΛΑ ΚΛΑΣΙΚΑ - ΤΕΥΧΟΣ 31 Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.


Αγαπητές αναγνώστριες, Από τον Σκάρλετ Πίμπερνελ μέχρι τον Ζορό, τον Ρομπέν των Δασών και τον Γουίλιαμ Γουάλας, οι αληθινοί θρυλικοί ήρωες και οι φανταστικές ιστορίες γι’ αυτούς που αγωνίζονται για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη υπήρξαν για μένα πάντα πηγή έμπνευσης. Το Πίσω Από τις Μάσκες είναι μια δική μου ιστορία για παρανόμους! Στους άγριους λοφώδεις ρεικότοπους και στις κοιλάδες του Γιόρκσαϊρ τριγυρίζει μια γυναικεία ληστρική συμμορία, που παίρνει από τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς, προστατεύει τους αδυνάτους και αποκαθιστά τις κοινωνικές αδικίες, με τον τρόπο του Ρομπέν των Δασών. Όμως τα Κορίτσια της Γκλόρι, οι ατρόμητες αμαζόνες στο Πίσω Από τις Μάσκες, δεν είναι σαν τους συνηθισμένους παρανόμους. Είναι γυναίκες που αψηφούν τις συμβάσεις επειδή δεν αντέχουν να κάθονται σπίτι τους, περιορισμένες στον παραδοσιακό ρόλο της συζύγου ή της χήρας· γυναίκες που βλέπουν την αδικία και αισθάνονται τη φλογερή ανάγκη να αναλάβουν δράση. Ο Νικ Φάλκονερ, ο ήρωας του Πίσω Από τις Μάσκες, είναι ένας έντιμος άνθρωπος που έχει ορκιστεί να υπερασπίζεται το νόμο, κι όταν του αναθέτουν την αποστολή να συλλάβει τα Κορίτσια της Γκλόρι είναι αποφασισμένος να κάνει το καθήκον του. Όμως στο πρόσωπο της Μαρί Όσμπορν, που την υποψιάζεται ότι είναι η Γκλόρι, ανακαλύπτει μια γυναίκα πολύ διαφορετική από την εγκληματία που περίμενε· μια γυναίκα που οι αρχές της συμβαδίζουν με τις δικές του... Απόλαυσα τη συγγραφή της ιστορίας αυτών των εντυπωσιακών γυναικών, των Κοριτσιών της Γκλόρι, και ελπίζω να την απολαύσετε κι εσείς! Με αγάπη, Νίκολα


Αφιερώνω αυτό το βιβλίο στο Γιόρκσαϊρ, απ’ το οποίο κατάγομαι, για όλα τα άγριας ομορφιάς, υπέροχα τοπία του που με ενέπνευσαν.


Πρόλογος Λονδίνο - Απρίλιος του 1805 Νάρκισσος - Απάτη «Τι κάνω για την Αγγλία!» Ο ταγματάρχης Νικ Φάλκονερ έκανε πίσω και μισόκλεισε τα μάτια του καθώς κοιτούσε το είδωλό του στον καθρέφτη του προθαλάμου στην έπαυλη του μαρκήσιου του Κίνλος. Ο μαρκήσιος έλειπε από την πόλη -γεγονός εξαιρετικό, κατά την άποψη του Νικ. Ο θείος του ήταν υπερβολικά υπερόπτης και καθωσπρέπει, και θα σοκαριζόταν αφάνταστα αν έβλεπε τον κληρονόμο του με τέτοια εξωφρενική αμφίεση. Ο Νικ στράφηκε στο νεαρό άντρα που ακουμπούσε σε μια απ’ τις μαρμάρινες κολόνες και τον παρακολουθούσε με βλέμμα γεμάτο ευθυμία. «Πώς με βρίσκεις, Έινστερ;» τον ρώτησε. «Εντυπωσιακό, κύριε», απάντησε ευγενικά ο Ντέξτερ Έινστερ. «Η κορδέλα είναι ωραία πινελιά, όπως και το άρωμα και η ψεύτικη ελιά στο μάγουλο». Ο Νικ γέλασε. «Και το σακάκι; Δε με κάνει να μοιάζω με δανδή;» «Κάτι χειρότερο...» Ένα χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη του Έινστερ. «Με συγχωρείτε, κύριε, αλλά μοιάζετε με πόρνη που έχει αμφίβολες σεξουαλικές προτιμήσεις. Περίεργο φρούτο, όπως θα έλεγε κι ο πατέρας μου». «Κάνω ό,τι μπορώ...» Ο Νικ έπιασε το καπέλο του -ένα φανταχτερό πράγμα με φαρδύ γείσο και τσαχπίνικο πορτοκαλί φτερό. «Εκεί όπου πηγαίνετε...» άρχισε ο Έινστερ. «Αυτό το μέρος...» «Το Χεν εντ Βάλτσερ», αποτελείωσε ο Νικ. «Ναι», είπε ο Έινστερ ενώ έδειχνε κάπως αμήχανος. «Δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος ότι... Θέλω να πω... Πηγαίνουν άντρες και γυναίκες...» «Άντρες ντυμένοι σαν γυναίκες και γυναίκες ντυμένες σαν άντρες». Ο Νικ τον έβγαλε απ’ τη δύσκολη θέση και χαμογέλασε. «Το ξέρω. Είναι φοβερά σκανδαλιστικό για νέους όπως εσύ, Έινστερ». «Άντρες ντυμένοι σαν γυναίκες», μουρμούρισε ο νεαρός κι έτριψε το μέτωπό του με την παλάμη του. «Πώς μπορεί να είναι ελκυστικό κάτι τέ-


τοιο;» «Νομίζω ότι η γοητεία ενός τέτοιου μέρους βρίσκεται στην αμφισημία. Απ’ ό,τι ξέρω, συχνάζουν εκεί και μερικές από τις ωραιότερες πόρνες του Λονδίνου και χρειάζεται μαεστρία για να τις ξεχωρίσεις απ’ τους άντρες με τα γυναικεία ρούχα». «Θεέ και Κύριε», ψέλλισε αδύναμα ο Έινστερ. «Είναι τόσο... αντιδεοντολογικό και αποκρουστικό». «Είσαι τυχερός που δε χρειάζεται να έρθεις μαζί μου». Ο Νικ κοίταξε το συνάδελφό του. Φαινόταν τόσο σοβαρός με το μαύρο βραδινό κοστούμι του... Ο Ντέξτερ Έινστερ είχε διοριστεί βοηθός του στη συγκεκριμένη αποστολή από τον ίδιο τον Υπουργό Εσωτερικών. Είχε αποφοιτήσει από την Οξφόρδη μόλις τον προηγούμενο χρόνο, αλλά ήταν έξυπνος, διπλωμάτης και εργατικός. Όσο για τον Νικ Φάλκονερ, χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου απόλυτα εχέμυθου προσώπου στο τωρινό εγχείρημά του -που αφορούσε το να περιορίσει τις αλόγιστες σπατάλες του ξαδέρφου του, του κόμη του Ράσλι. Και ο Ντέξτερ Έινστερ πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις. «Πώς θα ντυνόσουν αν εσύ πήγαινες στο Χεν εντ Βάλτσερ, Έινστερ;» τον ρώτησε τότε ο Νικ. «Όπως είμαι τώρα», απάντησε ο νεαρός μελαγχολικά, κοιτάζοντας την πολύχρωμη αμφίεση του Νικ. «Όχι όπως ο χαριτωμένος δανδής που βλέπω μπροστά μου... με όλον το σεβασμό, κύριε». Ίσιωσε το σώμα του κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. «Κι αν μάθει κάτι ο άρχοντας Κίνλος, κύριε; Θα πάθει καρδιακή προσβολή. Ο κληρονόμος του μαρκήσιου σ’ έναν οίκο ανοχής!» «Σίγουρα θα δω πολλούς της τάξης του εκεί μέσα, οπότε κανείς δε θα τολμήσει να με προδώσει», έσπευσε να τον καθησυχάσει ο Νικ. Ο Έινστερ κούνησε το κεφάλι του με δυσπιστία. «Έτσι που σας βλέπω δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι έχετε τη φήμη σκληρού κι ανελέητου ανθρώπου». Ο Νικ διόρθωνε τον εξωφρενικό δαντελένιο γιακά του. «Ευχαριστώ, Έινστερ. Δυστυχώς έχω και την κακοτυχία να είμαι ξάδερφος του Ράσλι». «Κι ένας απ’ τους καλύτερους μαθητές του Τζέντλμαν Τζάκσον στην πυγμαχία», είπε ο νεαρός μ’ έναν τόνο δέους και θαυμασμού στη φωνή του. Ο Νικ χαμογέλασε. «Και το κυριότερο είναι ότι ο λόρδος Χόκσμπερι ξέρει ότι θα είμαι διακριτικός, γιατί, όσο και αν απεχθάνομαι τον ξάδερφό μου, το θέμα είναι οικογενειακό». Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και χτύπησε


το σημάδι στο μάγουλό του. «Θεωρείς ότι είναι υπερβολικό;» «Μοιάζετε με μαντάμ σε πορνείο, κύριε». «Αυτός είναι ο σκοπός μου». «Ο λόρδος Χόκσμπερι είπε ότι πρόκειται για λεπτό ζήτημα», άρχισε τότε ο Έινστερ και μετατόπισε το βάρος του απ’ το ένα πόδι στο άλλο θαρρείς και δεν αισθανόταν ιδιαίτερα άνετα να βρίσκεται στον ίδιο χώρο μ’ έναν άντρα με τόσο διφορούμενη αμφίεση. «Ένα ζήτημα που μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ανώτερη τάξη». «Ναι», παραδέχτηκε ο Νικ. «Είναι πολύ λεπτό ζήτημα. Ξέρεις ότι ο ανόητος ξάδερφός μου, ο Ράσλι, έχει δανειστεί τεράστια ποσά από γόνους αριστοκρατικών οικογενειών. Έβαζε στο στόχαστρο νεαρούς με γενναία επιδόματα και ελαστικούς επιτηρητές. Και τώρα που μαθεύτηκαν τα καμώματά του, αριστοκράτες από το Αμπερντίν μέχρι το Άνγκελσι απειλούν να τον σκοτώσουν. Ο λόρδος Χόκσμπερι θέλει να τον προειδοποιήσω απόψε να επιστρέψει τα χρήματα πριν τον δολοφονήσει κανείς». Σταμάτησε, σκεπτόμενος ότι και ο Ντέξτερ Έινστερ μπορεί να υπήρξε κάποτε ένα από τα θύματα του Ράσλι. Ο πατέρας του νεαρού, παρ’ ότι δεν είχε τίτλο, καταγόταν από καλή οικογένεια και είχε μεγάλη περιουσία μέχρι που τη σπατάλησε στα τυχερά παιχνίδια. «Άκουσα ότι ο λόρδος Ράσλι είναι κάθαρμα», σχολίασε βλοσυρά ο νεαρός. «Ξέρω ότι είναι ξάδερφός σας, κύριε, αλλά και πάλι αποτελεί μίασμα για την αριστοκρατία». «Συμφωνώ κι επαυξάνω», είπε ο Νικ σε καταδεκτικό τόνο. «Κι εγώ τον απεχθάνομαι. Προέρχεται από το παρακλάδι της οικογένειας με τους άσωτους συγγενείς. Οι αδερφοί της μητέρας μου ήταν χειρότεροι και από καθάρματα». «Μεγάλο βάσανο ότι απόψε πρέπει να πάτε σ’ αυτή την υποτιθέμενη λέσχη», παρατήρησε ο Έινστερ. «Προσπαθήσατε ποτέ να βρείτε τον ξάδερφό σας στο σπίτι του;» Ο Νικ γέλασε. «Ναι, προσπάθησα. Αρνείται να με δει. Έχουμε να μιλήσουμε πολλά χρόνια και, την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, μ’ έστειλε στον αγύριστο επειδή δε δέχτηκα να του δώσω το δάνειο που μου ζήτησε». «Κρίμα που συχνάζει στο Χεν εντ Βάλτσερ και όχι στο Γουάιτς. Θα περνούσατε μια πολύ ευχάριστη βραδιά εκεί». «Του απαγόρευσαν την είσοδο στο Γουάιτς πριν από χρόνια». «Δεν εκπλήσσομαι που το ακούω. Όλοι θέλουν να κρατούν αποστάσεις από τέτοιου είδους επαφές...» Ο Έινστερ σάλεψε πάλι αμήχανα. «Αληθεύει


το ότι, πριν από μερικά χρόνια, τον λήστεψε κάποια ερωμένη του; Λένε ότι το θέμα αυτό συζητιόταν για καιρό στους κύκλους της αριστοκρατίας». Τα χείλη του Νικ έγιναν μια λεπτή, σφιχτή γραμμή. «Ναι, αληθεύει. Ήταν μια Ρωσίδα. Η οικογένειά του διατηρούσε κτήματα εκεί, τα είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του. Κάποτε ο ίδιος μου είπε ότι είχε πουλήσει τους εργάτες του σ’ εκείνον που του έδωσε τη μεγαλύτερη προσφορά». Έσφιξε ασυναίσθητα τη γροθιά του σε μια κίνηση αγανάκτησης και αποστροφής. «Νομίζω...» Ο τόνος του έγινε πιο σκληρός. «Νομίζω πως τότε ήταν που άρχισα να τον μισώ». Έβλεπε ότι ο Έινστερ τον κοιτούσε κατάπληκτος, αλλά δε συνέχισε. Από την ενηλικίωσή του και μετά, ο Νικ περνούσε τη ζωή του στο στρατό, αγωνιζόταν για την τιμή, την ελευθερία και το ήθος. Προστάτευε τους αδύναμους και διαφύλαττε ό,τι πίστευε πως ήταν καλό. Αυτός ήταν ο ηθικός κώδικας στον οποίο πίστευε, μια πεποίθηση που ο βίαιος θάνατος της συζύγου του πριν από τρία χρόνια είχε ενδυναμώσει. Όμως, αντίθετα μ’ εκείνον, ο ξάδερφός του αντιμετώπιζε την ανθρώπινη ζωή ως αγαθό προς αγοραπωλησία, λες και η ψυχή των ανθρώπων δεν είχε καμιά αξία. Περιφρονούσε τους αδύναμους και τους έλιωνε κάτω από τη σόλα του αριστοκρατικού υποδήματος του. Ο Ράσλι περιγελούσε τους μεταρρυθμιστές και δήλωνε ότι όσοι ήθελαν να καταργηθεί η δουλεία ήταν ηλίθιοι. Και στα μάτια του Νικ αυτό τον καθιστούσε το μεγαλύτερο κάθαρμα του κόσμου. Έβαλε τώρα το καπέλο του πιο λοξά και ανακοίνωσε: «Καλός είμαι. Φεύγω». «Καλή τύχη, κύριε», του ευχήθηκε ο Έινστερ και του κράτησε την πόρτα ανοιχτή για να βγει. «Είστε σίγουρος ότι δε θέλετε να σας συνοδεύσω;» επέμεινε. Εκείνος τον κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια. «Ευχαριστώ για την αλτρουιστική προσφορά σου, αλλά μ’ αυτά τα ρούχα θα ξεχώριζες με την πρώτη ματιά». Χτύπησε το νεαρό στην πλάτη. «Θα τα πούμε αργότερα, τότε που θα ξέρω ότι θα μπορείς να ανακοινώσεις με σιγουριά στο λόρδο Χόκσμπερι ότι η αποστολή στέφθηκε με επιτυχία». Έξω στο δρόμο η νύχτα ήταν κρύα, Απρίλιο μήνα, κι ένας τσουχτερός αέρας κυνηγούσε τα σύννεφα στο σκοτεινό ουρανό. Ο Νικ μπήκε σε μια αγοραία άμαξα και μόρφασε καθώς το ρεύμα έμπαινε απ’ τη σκεβρωμένη πόρτα, που δεν έκλεινε καλά. Δεν είχε ούτε όρεξη γι’ αυτή την αγγαρεία ούτε χρόνο για τον ξάδερφό του, αλλά για χάρη του ονόματος και της φήμης της οικογένειας ήξερε πως έπρεπε να φέρει σε


πέρας την αποστολή που του είχε αναθέσει ο Υπουργός Εσωτερικών. Καθώς η άμαξα προχωρούσε στους δρόμους του Λονδίνου, ο Νικ σκεφτόταν -χωρίς ίχνος συμπάθειας- τον άστατο ξάδερφό του και τα προβλήματα που δημιουργούσε από τη μέρα που γεννήθηκε. Όπως είχε πει και ο Έινστερ, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο κόμης του Ράσλι ήταν κάθαρμα. Η άμαξα σταμάτησε απότομα και ο Νικ αναστέναξε. Πήδηξε κάτω και συγκρότησε με το χέρι του το καπέλο του, που μια ξαφνική ριπή αέρα παραλίγο να πάρει απ’ το κεφάλι του. Η τωρινή αμφίεσή του, σκέφτηκε, δε θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο από τη στρατιωτική στολή του. Απέξω το Χεν εντ Βάλτσερ έμοιαζε με οποιαδήποτε ταπεινή ταβέρνα στην περιοχή του Μπρικ Χιλ. Τα παραθυρόφυλλα ήταν κλειστά κι από μέσα ερχόταν η αναλαμπή των κεριών, η ανάκατη μυρωδιά μπίρας και μπαγιάτικου καπνού, θόρυβος από φωνές και γέλια. Ο Νικ ίσιωσε τους ώμους του. Του είχαν αναθέσει να παίξει κάποιους ασυνήθιστους ρόλους στη διάρκεια της καριέρας του στο Έβδομο Σύνταγμα των Δραγόνων, αλλά κανένας δεν έμοιαζε μ’ αυτόν. Έσπρωξε την πόρτα και την άνοιξε. Μέσα ήταν τόσο σκοτεινά που για μερικές στιγμές δυσκολεύτηκε να δει, αλλά γρήγορα τα μάτια του συνήθισαν στο χαμηλό φως. Προχώρησε προς μια ήσυχη γωνία. Γλίστρησε στον ξύλινο πάγκο πίσω από ένα τραπέζι γεμάτο λεκέδες από μπίρα και κάθισε. Παρά τη φήμη της ταβέρνας, μόνο ένας δυο άντρες ήταν ντυμένοι παράξενα. Ο ένας φορούσε κεντητό κορσέ και μια μακριά χρυσαφένια ρόμπα που τα μανίκια της είχαν τελείωμα από σατέν. Φορούσε επίσης μια περούκα πασπαλισμένη με τόνους πούδρας, κρεμαστά σκουλαρίκια και στο μάγουλό του είχε μια ψεύτικη ελιά ίδια μ’ εκείνη του Νικ. Ο υπηρέτης του πανδοχείου -ένας λεπτός νεαρός που θα μπορούσε να είναι και κορίτσι- άφησε στο τραπέζι μια κούπα με μπίρα και χάρισε στον Νικ ένα ναζιάρικο χαμόγελο. Καλού κακού, εκείνος το ανταπέδωσε καθώς άφηνε στη χούφτα του νεαρού το αντίτιμο του ποτού. Κοίταξε γύρω στο χώρο. Απ’ ό,τι έβλεπε, ο Ράσλι δεν είχε έρθει ακόμα. Ήπιε μια γουλιά μπίρα. Η γεύση της θύμιζε στάσιμο νερό, γι’ αυτό και την ξανάφησε γρήγορα στο τραπέζι. Σκέφτηκε ότι τον περίμενε δύσκολη νύχτα αν το ποτό ήταν τόσο κακό. Κοίταξε πάλι γύρω στο δωμάτιο κι έπιασε το βλέμμα μιας εκπληκτικά όμορφης γυναίκας με μάσκα και εφαρμοστό βαθυκόκκινο φόρεμα. Όπως κι εκείνος, καθόταν μόνη σε μια ήσυχη γωνιά. Έδειχνε να περιμένει κάποιον. Τον παρατήρησε για αρκετή ώρα και, παρά το περιβάλλον, παρά το γεγονός ότι η εξωφρενική αμφίεσή του


αρκούσε για να προκαλέσει αμφιβολίες σε οποιονδήποτε σχετικά με τις σεξουαλικές προτιμήσεις του, η ένταση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους τον έκανε να νιώσει λες και είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι. Το κορίτσι σηκώθηκε τότε, προχώρησε αργά προς το μέρος του και κάθισε δίπλα του στον πάγκο. «Γεια σου, αγάπη μου». Η φωνή της ήταν ζεστή, προκλητική και πολύ θηλυκή. Ο Νικ σκέφτηκε γρήγορα. Αν έδειχνε κάτι παραπάνω από ένα στιγμιαίο ενδιαφέρον, σίγουρα θα την έκανε να σκεφτεί ότι ήταν πιθανός πελάτης. Οι πόρνες -θηλυκές ή αρσενικές- που επιδείκνυαν τα κάλλη τους σε μέρη όπως το Χεν εντ Βάλτσερ γενικά δεν τον ενδιέφεραν, όμως συνειδητοποίησε ότι θα τραβούσε λιγότερο την προσοχή αν παρίστανε ότι ενδιαφερόταν για τη συγκεκριμένη. Κι αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, γιατί η κοπέλα ήταν πανέμορφη. Εδώ και τρία χρόνια, από τότε που η σύζυγός του είχε πεθάνει, δεν είχε κοιτάξει άλλη γυναίκα. Η Άννα υπήρξε η παιδική του αγάπη και ο γάμος τους ήταν αναμενόμενος από την αρχή -μια κατεξοχήν συνετή διευθέτηση ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Παντρεύτηκαν όταν ο Νικ έγινε είκοσι ενός ετών. Εκείνος περίμενε ότι θα ζούσε ευτυχισμένος ως το τέλος της ζωής του. Έτσι, κλονίστηκε και απογοητεύτηκε απίστευτα, όταν διαπίστωσε ότι ο γάμος τους δεν τηρούσε τις αρχικές υποσχέσεις του. Η Άννα ήταν ευαίσθητη, λεπτεπίλεπτη και εύθραυστη και δεν μπορούσε να τον ακολουθεί όπου πήγαινε, ενώ εκείνος ήταν νέος κι αποφασισμένος να υπηρετήσει στο εξωτερικό, οπότε περνούσαν πολύ καιρό χώρια. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι δεν πείραζε, ότι είχε έναν αρκετά καλό γάμο, καλύτερο απ’ τους περισσότερους, ωστόσο ήξερε ότι κάτι έλειπε. Και μπορεί αυτό να συνεχιζόταν για χρόνια αν δεν έχανε την Άννα στη διάρκεια μιας βίαιης ληστείας στους δρόμους του Λονδίνου. Τελικά αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει την αποτυχία και τις ενοχές του, με αποτέλεσμα να τον κατακυριεύσει η θλίψη, όχι μόνο για τη γυναίκα του, αλλά και για τις ματαιωμένες προσδοκίες του. Η παρατεταμένη απουσία του από το σπίτι αλλά και η βαθιά απελπιστική κατάσταση την οποία βίωνε απλώς αύξαναν τις τύψεις του, όμως μέχρι να πληροφορηθεί το θάνατό της και να επιστρέψει στην Αγγλία, η Άννα πάγωνε ήδη στον τάφο της και η καρδιά του ήταν ακόμα πιο παγωμένη. Από τότε δεν του είχε κινήσει το ενδιαφέρον άλλη γυναίκα, όμως τώρα που κοιτούσε αυτή την κοπέλα απέναντι του ένιωθε μια απρόσμενα δυνατή έλξη. Καθώς έγερνε προς το μέρος του εισέπνευσε το άρωμά της, ανά-


λαφρο και γλυκό. Αισθάνθηκε να τον τυλίγει η μεταξένια ζεστασιά της που δεν είχε καμιά σχέση με τη βαριά μυρωδιά του ιδρώτα και του μπαγιάτικου αρώματος που περίμενε. Η αίσθηση τον χτύπησε κατευθείαν στο κεφάλι... και χαμηλά στην κοιλιά του. Δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε προσέξει το άρωμα μιας γυναίκας, όμως αυτό πλημμύρισε τις αισθήσεις του και του προκάλεσε ανεξήγητη ταραχή και αναστάτωση, λες και με κάποιον τρόπο κηλίδωνε τη μνήμη της Άννας. Έδιωξε το συναίσθημα και χαμογέλασε αργά. Στο κάτω κάτω, βρισκόταν εκεί για δουλειά. «Γεια σου, γλυκιά μου», τη χαιρέτησε. «Τι μπορώ να κάνω για σένα;» Το κορίτσι τον κοίταξε ίσια στα μάτια. «Μου έρχονται στο μυαλό διάφορα πράγματα», μουρμούρισε. Δεν ήταν συνεσταλμένη. Δεν προσποιούνταν καν ότι ήταν. Κι αυτό δεν τον πείραζε. Απεχθανόταν την προσποίηση σε κάθε μορφή της. Ευθύς χαρακτήρας ο ίδιος, προτιμούσε την ωμότητα στις συναλλαγές του με άλλους και, ό,τι κι αν ήταν αυτή η γυναίκα, φαινόταν έντιμη. Τη μελέτησε για λίγο. Είχε ξανθά μαλλιά που πλαισίωναν το πρόσωπό της και πίσω απ’ τη βελούδινη μάσκα της είδε δυο μεγάλα, σπινθηροβόλα μάτια, τόσο σκούρα που αρχικά νόμιζε ότι ήταν μαύρα, μέχρι που μια αχτίδα φωτός έπεσε πάνω τους και τότε διέκρινε στα βάθη τους πράσινες και χρυσαφιές σπίθες. Ήταν υπερβολικά βαμμένη για την ηλικία της, αλλά το βαθύ κόκκινο του κερασιού στα χείλη της έδειχνε γοητευτικό και του τραβούσε το βλέμμα. Εκείνη έσυρε τα δάχτυλά της ανάλαφρα αλλά σκόπιμα πάνω στη δαντέλα που στόλιζε το μπούστο του φορέματός της με το βαθύ ντεκολτέ. Το χέρι της κινήθηκε αργά μπρος πίσω στην καμπύλη του στήθους της και ο Νικ ένιωσε το κορμί του ν’ ανταποκρίνεται καθώς την παρακολουθούσε. Ανασήκωσε το βλέμμα του και την είδε να τον κοιτάζει με μια έκφραση γεμάτη νόημα. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε. Η φωνή του ακούστηκε κάπως βραχνή. Εκείνη του χάρισε ένα μικρό, πονηρό χαμόγελο. «Μόλι». Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του παρ’ ότι αμφέβαλλε αν επρόκειτο για το πραγματικό της όνομα. Η Μόλι τον πλησίασε λίγο περισσότερο. Ο μηρός της πίεσε απαλά το δικό του και για άλλη μια φορά εκείνος ένιωσε να προκαλείται μέσα του μια έκρηξη πόθου. Συγκρατήθηκε και δε βλαστήμησε, όπως θα ήθελε να κάνει. Πάντοτε πίστευε ότι διέθετε ατσάλινο αυτοέλεγχο και πειθαρχία, όμως εκείνη τη στιγμή το μόνο ατσάλινο πράγμα πάνω του ήταν ο ανδρισμός του, που παλλόταν κάθε φορά που η Μόλι έτριβε προκλητικά το πό-


δι της στο δικό του. «Κι εσύ ποιος είσαι;» του ψιθύρισε στο αυτί. Η φωνή της ήταν σιγανή, ελαφρώς βραχνή. Η αναπνοή της γαργάλησε το μάγουλό του. Ο Νικ καθάρισε το λαιμό του. «Με λένε Τζον», της απάντησε. Εκείνη του χάρισε πάλι ένα χαμόγελο όλο νόημα. «Και τι κάνεις εδώ, Τζον;» «Ψάχνω για παρέα». Ο Νικ ήπιε μια γουλιά απ’ την αραιή μπίρα του και την κοίταξε πάνω απ’ το χείλος της κούπας του λες και την αξιολογούσε. Η Μόλι ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους της. Το φως των κεριών έκανε τη λευκή, γυμνή επιδερμίδα της να μοιάζει πασπαλισμένη με χρυσόσκονη. Οι διάσπαρτες φακίδες της και μια μικρή ελιά σε σχήμα καρδιάς λίγο πιο πάνω από την κλείδα της ήδη τον τρέλαιναν από απελπισία. Έπιασε τον εαυτό του να θέλει να αποθέσει εκεί ένα φιλί, να πάρει τη γεύση του δέρματός της. Ανασάλεψε ανήσυχα στον πάγκο. «Κι εγώ ψάχνω για κάποιον», του απάντησε η Μόλι. «Για κάποιον συγκεκριμένο ή οποιονδήποτε;» τη ρώτησε. Για μια στιγμή του φάνηκε πως είδε τα μάτια της να παίρνουν μια παράξενη έκφραση, όμως αυτή χάθηκε τόσο γρήγορα ώστε δεν πρόλαβε να την ερμηνεύσει. Έπειτα η Μόλι του χαμογέλασε. «Για κάποιον ξεχωριστό, αγάπη μου. Όπως εσύ». Ο Νικ έγειρε προς το μέρος της. Ένα φιλί δε θα έβλαπτε σε τίποτα, και το ήθελε. Ποθούσε τη Μόλι με μια ένταση που ήδη δυσκολευόταν να ελέγξει. Εκείνη τραβήχτηκε πίσω. «Όχι τόσο γρήγορα», τον μάλωσε. «Υπάρχει αντίτιμο». Πάντα υπήρχε αντίτιμο με μια πόρνη. Ο Νικ ύψωσε τα φρύδια του. «Χρεώνεις για τα φιλιά σου;» «Χρεώνω για τα πάντα, αγάπη μου». Η καμπύλη εκείνων των χειλιών ήταν πολύ σαγηνευτική. Ο Νικ έσυρε το δάχτυλό του στη γυμνή επιδερμίδα του μπράτσου της, χαράσσοντας μια νοητή γραμμή. Του φάνηκε πως την ένιωσε να ριγεί λίγο και τη θαύμασε για τη μαεστρία της. Οι πιο επιδέξιες εταίρες ήταν αυτές που έμοιαζαν αθώες. «Κι αν θέλω να πάρω κάτι με πίστωση;» μουρμούρισε. Το βλέμμα της φάνηκε αινιγματικό πίσω από τη μάσκα. «Είναι ενάντια στους κανόνες». Η Μόλι ακούμπησε το χέρι της στο μηρό του. «Άφησέ με να σε πείσω ν’ ανοίξεις το πορτοφόλι σου». Εκείνος της έπιασε το πιγούνι και της έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος


του. «Άφησε με να σε πείσω να παραβείς τους κανόνες σου», της αντιγύρισε. Την αισθάνθηκε να μένει τελείως ακίνητη στο άγγιγμά του, σαν άγριο ζώο που πάγωνε μπροστά στον κίνδυνο. Για μια στιγμή ο Νικ νόμισε πως διέκρινε τρόμο στα βάθη εκείνων των σκούρων ματιών κι άρχισε να τραβιέται προς τα πίσω. Δεν ήθελε να πιέσει μια απρόθυμη γυναίκα και ήξερε πολύ καλά ότι μερικές απ’ αυτές ήταν υποχρεωμένες να παίζουν ένα ρόλο που απεχθάνονταν, απλώς και μόνο για να βγάλουν αρκετά χρήματα ώστε να επιβιώσουν. Εκείνη τη στιγμή όμως η Μόλι τον έπιασε απ’ τον αυχένα και τράβηξε το κεφάλι του προς το μέρος της έτσι ώστε τα χείλη του ν’ αγγίξουν τα δικά της. Η έκπληξη έκανε τον Νικ να μείνει ακίνητος για μια στιγμή καθώς συνειδητοποιούσε την επαφή με το κορμί της και τις αισθήσεις που το κυρίευαν. Και πριν τα χείλη της ανοίξουν κι απαλύνουν κάτω από τα δικά του, ένιωσε και πάλι ένα δισταγμό. Η γλώσσα της άγγιξε επιφυλακτικά την άκρη του στόματός του και ύστερα σύρθηκε στο κάτω χείλος του σε μια σιωπηρή πρόκληση. Ο Νικ αισθάνθηκε το αίμα του να παίρνει φωτιά και η έκρηξη του πόθου μέσα του ήταν τόσο σαρωτική όσο το πρώτο ξύπνημα του πάθους στη νιότη του... τόσο έντονη που του προκάλεσε πόνο... τόσο αναπάντεχη που τον συγκλόνισε. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί κάτι τόσο δυνατό για μια γυναίκα -και σίγουρα όχι για την Άννα. Η επιθυμία τον κατακυρίευσε και μέσα σε μια στιγμή ξέχασε τους ενδοιασμούς του, ξέχασε τις αναμνήσεις του, ξέχασε ακόμα και γιατί βρισκόταν εκεί. Τράβηξε τη Μόλι πάνω του και τη φίλησε φλογερά μέχρι που η ανάσα κόπηκε και στους δύο. Όταν εκείνη τραβήχτηκε πίσω, η γεύση της και η αίσθησή της τον είχαν συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό ώστε για μερικές στιγμές έμεινε τελείως σαστισμένος. Ύστερα είδε ότι η Μόλι είχε απομακρυνθεί από κοντά του. Το πρόσωπό της ήταν στραμμένο αλλού και τα δάχτυλά της πίεζαν το στόμα της. Πρόσεξε ότι το χέρι της έτρεμε ελαφρά. Έδειχνε τόσο ευάλωτη και τρυφερή που ένιωσε να τον κατακλύζει ένα παράξενο χαρμάνι θυμού, προστατευτικότητας και πόθου. Η στενή επαφή και η ολοφάνερη αδυναμία της του έφεραν ξαφνικά στο μυαλό αναμνήσεις από την Άννα, φρικιαστικές, βασανιστικές αναμνήσεις, τόσο ζωντανές που τον σόκαραν. Δεν ήταν εκεί για να προστατέψει τη γυναίκα του όταν τον χρειαζόταν. Την είχε απογοητεύσει από πάρα πολλές απόψεις. Για μια στιγμή κράτησε το κεφάλι του προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό του. Δεν μπορούσε να σκέφτεται τώρα τέτοια πράγματα. Δεν έ-


πρεπε να ακουμπήσει το κορίτσι και έτσι να πυροδοτήσει το εκρηκτικό μείγμα των αναμνήσεων και του πόθου που τον είχε κατακλύσει. Έδιωξε αποφασιστικά αυτές τις εικόνες, κι όταν ανασήκωσε το κεφάλι του, είδε τη Μόλι να κοιτάζει προς την απέναντι πλευρά της αίθουσας. Ακολούθησε το βλέμμα της και διαπίστωσε ότι ο ξάδερφός του, ο Ρόμπερτ Ράσλι, είχε μπει στο πανδοχείο και στεκόταν καμαρωτός σαν αυτάρεσκο παγόνι. Με τη λευκή περούκα του, τον ασημένιο μανδύα του, το χρυσό παντελόνι του και τα κατακόκκινα παπούτσια, είχε τραβήξει πάνω του όλη την προσοχή των θαμώνων. Οι συζητήσεις μετατράπηκαν σε μουρμουρητό για μερικά δευτερόλεπτα και μετά η ένταση δυνάμωσε και πάλι καθώς οι άντρες έστρεψαν ξανά την προσοχή τους στα ποτά και τα παιχνίδια τους. Ξαφνικά ο Νικ αισθάνθηκε ότι το κορίτσι δίπλα του καθόταν με τη ραχοκοκαλιά στητή κι από μέσα της έβγαινε κατά κύματα μια ένταση που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο στην κραυγαλέα φιγούρα του κόμη. «Με συγχωρείς», μουρμούρισε και σηκώθηκε από δίπλα του. Πήγε κατευθείαν στον Ράσλι, ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του κι έκανε νόημα στον υπηρέτη της ταβέρνας να του φέρει ένα ποτό. Ο Νικ μισόκλεισε τα μάτια του καθώς παρακολουθούσε τη σκηνή που διαδραματιζόταν μεταξύ της πόρνης και του ξαδέρφου του. Τώρα ένιωθε ανόητος που είχε ανταποκριθεί στην πρόκλησή της. Απ’ ό,τι φαινόταν, είχε να πάει πολύ καιρό με γυναίκα, αφού πήρε φωτιά τόσο γρήγορα και άγρια. Η Μόλι, αντίθετα, τον είχε ξεχάσει ήδη, γιατί στεκόταν στην πόρτα και έγνεφε στον Ράσλι να την ακολουθήσει, σίγουρα σε κάποια δωμάτια εκεί κοντά. Δεν έδειχνε απρόθυμη τώρα. Ο δισταγμός της νωρίτερα πρέπει να ήταν προσποιητός-ή ίσως και τεχνητά «επαγγελματικός», αφού θα σκέφτηκε ότι δεν άξιζε ν’ αφιερώσει το χρόνο της στον Νικ. Η αδυναμία και η αναστάτωσή της σίγουρα αποτελούσαν δημιουργήματα της φαντασίας του. Ο Νικ έσφιξε τα δόντια του καθώς την έβλεπε να χαμογελάει στον Ράσλι με τον ίδιο προκλητικό, αινιγματικό τρόπο που είχε χαμογελάσει και σ’ εκείνον. Είδε τον ξάδερφό του να πίνει το κρασί του μονορούφι και να παραγγέλνει ένα δεύτερο, το οποίο ήπιε με τον ίδιο τρόπο χωρίς να παίρνει τα μάτια του από την πόρτα. Κατάλαβε ότι το κορίτσι του είχε πει να περιμένει λίγα λεπτά για να προετοιμαστεί πριν πέσει μαζί του στο κρεβάτι. Σηκώθηκε. Είχε φτάσει η ώρα για να χαλάσει το γλέντι του Ράσλι. Άρχισε να προχωρεί προς το μέρος του με αργά, αποφασιστικά βήματα. Ο κόμης ανασήκωσε το κεφάλι του και τα βλέμματά τους συναντήθη-


καν. Για μερικές στιγμές κοίταζαν ο ένας τον άλλο κι έπειτα ο ξάδερφός του γύρισε απότομα απ’ την άλλη και βγήκε γρήγορα από το πανδοχείο χωρίς να πει λέξη. Έκλεισε με δύναμη πίσω του την πόρτα, που τραντάχτηκε στους μεντεσέδες της. Οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιξαν από το ρεύμα που δημιουργήθηκε και τα μισά κεριά έσβησαν. Άντρες βλαστήμησαν ενώ έριχναν κάτω τα ποτά τους μες στο σκοτάδι. Ο Νικ προχώρησε αδέξια στην αίθουσα και βρήκε το δρόμο για την έξοδο. Δε σκόπευε ν’ αφήσει τον ξάδερφό του να του ξεφύγει τώρα που τον είχε βρει. Το σοκάκι ήταν κατασκότεινο. Η κρεμαστή ταμπέλα της ταβέρνας πηγαινοερχόταν στο φύσημα του ανέμου και οι αλυσίδες, που τη συγκρατούσαν, έτριζαν. Ο Νικ σταμάτησε καθώς τα μάτια του προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στο σκοτάδι. Τέντωσε τ’ αυτιά του και αφουγκράστηκε, αλλά δεν άκουσε ήχο ή κίνηση. Δεν ήξερε προς τα πού είχε πάει ο Ράσλι, όμως ήταν αποφασισμένος να τον βρει και να του μεταφέρει τις προειδοποιήσεις του Χόκσμπερι πριν του ξεγλιστρήσει και πέσει στο κρεβάτι μ’ εκείνη την πρόθυμη πόρνη. Έπειτα είδε να λάμπει κάτι στο ρείθρο στο βάθος του σοκακιού, εκεί όπου συναντούσε το μεγάλο δρόμο. Του κόπηκε η ανάσα. Γύρισε, έσπρωξε απότομα την πόρτα του πανδοχείου και φώναξε: «Φέρτε ένα φως!» Ο πανδοχέας έσπευσε να εκτελέσει τη διαταγή του κρατώντας στο χέρι του ένα λαδοφάναρο. Ο Νικ είδε μια πτυχή του ασημένιου μανδύα που τώρα ήταν βρόμικος απ’ τις λάσπες του ρείθρου να λαμπυρίζει στο φως του λαδοφάναρου. Οι πελάτες είχαν οσμιστεί πρόβλημα και ήδη έβγαιναν από την ταβέρνα. Στο φως ενός δεύτερου φαναριού φάνηκε ο Ράσλι πεσμένος στο έδαφος με τις μπογιές ξεβαμμένες στο πρόσωπό του και με την περούκα του βγαλμένη. Το ένα χέρι του ήταν απλωμένο, θαρρείς και προσπαθούσε να αρπαχτεί από κάτι και δεν το έφτανε. Ο Νικ είδε ένα μαχαίρι να εξέχει απ’ τα πλευρά του. Ήταν χωμένο μέσα του μέχρι τη λαβή. Δίπλα του βρισκόταν πεταμένη μια ξανθή περούκα και μια μαύρη βελούδινη μάσκα. Το μυαλό του Νικ πλημμύρισε από εικόνες της Άννας. Τη φαντάστηκε να κείτεται εκεί στο πεζοδρόμιο στη θέση του ξαδέρφου του, ακίνητη, ματωμένη, νεκρή. Είδε τα γαλάζια μάτια της να σκοτεινιάζουν στην έλευση του θανάτου κι αισθάνθηκε τις ενοχές να τον πνίγουν και πάλι. Έδιωξε με μεγάλο κόπο τις εικόνες από το νου του και κοίταξέ με απάθεια το άψυχο σώμα του ξαδέρφου του. Ήταν πεσμένος μπρούμυτα και το πρόσωπό του είχε τσαλακωθεί στις πλάκες του πεζοδρομίου. Νεκρός, ο Ράσλι έδειχνε αδύναμος, ακόλαστος κι αξιοθρήνητος. Ο Νικ αναζήτησε κάποιο συναί-


σθημα στην καρδιά του και δε βρήκε ούτε ίχνος -θλίψης. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς τον κόμη του Ράσλι. Ο αέρας ανάδευσε την άκρη του ασημένιου μανδύα του ξαδέρφου του και μαζί μ; αυτόν κι ένα κομμάτι χαρτί που ήταν πιασμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του. Το χαρτί αρχικά πέταξε μακριά και έπειτα προσγειώθηκε στο δρόμο. Ο Νικ έσκυψε να το πιάσει. Ήταν ένα επισκεπτήριο με ένα χρυσό παγόνι τυπωμένο πάνω του. Ο Νικ έσμιξε τα φρύδια του. Είχε ξαναδεί αυτό το έμβλημα. Ήταν παρόμοιο με το οικόσημο του παλιού φίλου και συμφοιτητή του, του Τσαρλς, δούκα του Κόουλ. Το γύρισε από την άλλη πλευρά. Έγραφε Πίκοκ Όουκ -η εξοχική έπαυλη του Τσαρλς, στο Γιόρκσαϊρ. Ο Νικ είδε τον υπηρέτη του πανδοχείου να στέκεται μπροστά απ’ όλο τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Το πρόσωπό του ήταν κατάχλομο στο φως του λαδοφάναρου, η έκφρασή του γεμάτη τρόμο. Τον πλησίασε. «Ήσουν κοντά στο λόρδο Ράσλι όταν μιλούσε με το κορίτσι», άρχισε. «Άκουσες κάτι απ’ όσα είπαν;» «Είσαι άνθρωπος του νόμου;» τον ρώτησε ο υπηρέτης. Εκείνος σκέφτηκε τον λόρδο Χόκσμπερι κι αναρωτήθηκε τι θα έλεγε για όλο αυτό το μπέρδεμα. «Περίπου», απάντησε. Ο υπηρέτης κούνησε το κεφάλι του. Το πάνω χείλος του είχε ιδρώσει από το φόβο και το σκούπισε με το μανίκι του. «Τη ρώτησε αν υπάρχει κάποιο μέρος όπου θα μπορούσαν να μιλήσουν κι εκείνη του είπε να περιμένει λίγα λεπτά και μετά να την ακολουθήσει στο δρόμο. Τίποτε άλλο». Ο Νικ κράτησε μπροστά του την κάρτα με το χρυσό παγόνι. «Αυτό το έχεις ξαναδεί ποτέ;» τον ρώτησε. Εκείνος κράτησε το μπιλιέτο στο φως και το κοίταξε. Ύστερα ζάρωσε και το ξανάβαλε στο χέρι του Νικ. Έριξε μια τρομαγμένη ματιά πάνω απ’ τον ώμο του. «Είναι το επισκεπτήριο της Γκλόρι!» του εξήγησε κοιτάζοντας πάλι τον Νικ με δυσπιστία. «Δεν το έχετε ξαναδεί, κύριε; Το έχουν όλες οι εφημερίδες. Η Γκλόρι αφήνει την κάρτα της όταν ληστεύει τα θύματά της!» Ένα σούσουρο απλώθηκε στο πλήθος, ένας παράξενος ψίθυρος φόβου κι ενθουσιασμού, γιατί μόνο μία Γκλόρι υπήρχε, κι αυτή ήταν η πιο διαβόητη λησταρχίνα των δρόμων. Όλοι γνώριζαν το όνομά της. Κανείς δε χρειαζόταν εξηγήσεις. Ο Νικ ίσιωσε την πλάτη του. «Πού να πάρει και να σηκώσει», βλαστήμησε σιγανά. Θυμήθηκε το άγγιγμα των χειλιών του κοριτσιού στα δικά του. Φιλούσε


υπέροχα. Από τη μια, είχε σοκαριστεί και, από την άλλη, δυσκολευόταν να τη φανταστεί ως εγκληματία και δολοφόνο. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Είχε σκεφτεί πως ήταν έντιμη, κι ακόμα και τώρα κάποιο ένστικτο, βαθύ και πεισματάρικο, του έλεγε ότι δεν μπορεί να είχε σκοτώσει τον Ράσλι έστω και αν είχε τις αποδείξεις ακριβώς μπροστά του. Η περούκα, η μάσκα, το μαχαίρι... Και το πεσμένο σώμα του ξαδέρφου του, που του θύμιζε τόσο έντονα κι επώδυνα την Άννα... Θυμήθηκε την παράξενη ένταση που είχε διαισθανθεί να κυριεύει το κορίτσι όταν ο Ράσλι μπήκε στην αίθουσα. Ίσως τον γνώριζε. Του είχε πει ότι περίμενε κάποιον, κι αυτός ο κάποιος πρέπει να ήταν ο Ράσλι. Εκείνο το βράδυ όλες οι κινήσεις της πρέπει να ήταν υπολογισμένες. Είχε παρασύρει τον ξάδερφό του έξω, για να τον σκοτώσει εν ψυχρώ. «Να φωνάξω την αστυνομία, κύριε;» Ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου στεκόταν τώρα δίπλα στον Νικ με πρόσωπο ιδρωμένο και γεμάτο αγωνία, μέσα στο μισοσκόταδο. «Άσχημα πράγματα αυτά για τη δουλειά». Είδε την έκφραση του Νικ και βιάστηκε να προσθέσει: «Φοβερή τραγωδία, κύριε. Φίλος σας ήταν;» «Όχι», του απάντησε. «Δεν ήταν φίλος μου, αλλά ξάδερφός μου». Ο πανδοχέας τον κοίταξε παραξενεμένος πριν στείλει τον υπηρέτη της ταβέρνας να ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο Νικ ήξερε ότι έπρεπε να πάει κατευθείαν στον λόρδο Χόκσμπερι και να του πει τι είχε συμβεί, όμως έμεινε για λίγο εκεί και το βλέμμα του σάρωνε το σκοτεινό δαίδαλο από σοκάκια που χάνονταν στο σκοτάδι. Του φάνηκε ότι στον αέρα πλανιόταν ακόμα το διακριτικό, αταίριαστο με το περιβάλλον, άρωμα από λουλούδια. Για μια στιγμή πάνω απ’ το τρίξιμο της ταμπέλας του πανδοχείου νόμισε ότι άκουσε τον ήχο από τα τακούνια της, ότι είδε μια φευγαλέα σκιά να γίνεται ένα με τη σκοτεινιά της νύχτας. Κατάλαβε ότι τώρα πια δε θα ξανάβρισκε ποτέ το κορίτσι. Το νέο για τη δολοφονία εξαπλωνόταν στο πλήθος σαν κύμα. Κόσμος μαζευόταν στο τέλος του δρόμου για να κοιτάξει, να δείξει και να σχολιάσει βλέποντας τον περιβόητο κόμη του Ράσλι πεσμένο νεκρό στο πεζοδρόμιο. Και κάτω από τους ψιθύρους ακούγονταν τα λόγια: «Η Γκλόρι ήταν. Η Γκλόρι ήταν εδώ. Αυτή το έκανε, αυτή τον σκότωσε...» *** Ο λόρδος Χόκσμπερι δεν ήταν καθόλου ευδιάθετος. Όταν το επόμενο πρωί ο Νικ και ο Ντέξτερ Έινστερ παρουσιάστηκαν μπροστά του, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι είχε πολύ κακή διάθεση. «Χειρότερο μπέρδεμα δε θα μπορούσε να γίνει, Φάλκονερ!» μούγκρισε ο


Χόκσμπερι. Έκανε πίσω στην καρέκλα του κι ένωσε τις άκρες των δαχτύλων του. «Δολοφονία και εξέγερση στους δρόμους του Λονδίνου! Όλη η πρωτεύουσα έχει ξεσηκωθεί απ’ τα καμώματα αυτής της δόλιας εγκληματία! Οι πρωινές εφημερίδες την αντιμετωπίζουν ως ηρωίδα που καθάρισε τη χώρα από ένα απόβρασμα όπως ο Ράσλι. Όλη η ουσία στο να προσεγγίσεις τον Ράσλι ήταν να αποτρέψεις τέτοιου είδους γεγονότα. Αντίθετα, όμως, εσύ πέρασες ένα ευχάριστο μισάωρο με την Γκλόρι στο πανδοχείο και μετά την άφησες να φύγει και να πάει να μαχαιρώσει τον ξάδερφό σου!» «Έτσι ακριβώς, άρχοντά μου». Ο Νικ έκανε ένα μορφασμό. Σκέφτηκε ότι η ευγενική μορφή του Χόκσμπερι έδινε μια τελείως παραπλανητική εντύπωση, αφού στην πραγματικότητα ήταν τόσο ευέξαπτος. «Αλλά, παρ’ ότι πρέπει να υπήρχαν πολλοί που θα ήθελαν να δολοφονήσουν τον ξάδερφό μου, δε νομίζω ότι θα μπορούσε να προβλέψει κανείς ότι ένας απ’ αυτούς ήταν μια διαβόητη λησταρχίνα των δρόμων». «Μια διαβόητη λησταρχίνα των δρόμων που, ακόμα και να την έβλεπες, δε θα την καταλάβαινες». Ο Χόκσμπερι τράβηξε προς το μέρος του την αναφορά του Νικ για την προηγούμενη βραδιά. «Απ’ ό,τι βλέπω, την πέρασες για πόρνη». Ανασήκωσε τα μάτια του. «Πόσων ετών είσαι, Φάλκονερ; Τριάντα δύο; Ούτε μωρό παιδί δε θα έδειχνε τόση αφέλεια!» Ο Έινστερ κοίταξε τον Νικ με συμπόνια. «Ναι, είναι το επισκεπτήριο της Γκλόρι», παρενέβη, πιάνοντας και γυρίζοντας στα δάχτυλά του την κάρτα που ο Χόκσμπερι είχε πετάξει με θυμό. «Διαβάζω τις φτηνές εφημερίδες. Αποτελούν πολύ καλή πηγή πληροφοριών. Κι αυτό...» χτύπησε την κάρτα με το δάχτυλό του «... είναι η υπογραφή που αφήνει πάντα μετά από μια επίθεση». «Ωστόσο δεν έχει χτυπήσει άλλη φορά στο Λονδίνο· έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Νικ. «Απ’ ό,τι ήξερα, δρούσε μόνο στα βόρεια». Το ήδη βαθύ συνοφρύωμα στο μέτωπο του Χόκσμπερι έγινε ακόμα πιο έντονο. «Πίστευα ότι ήταν απλώς μια όμορφη κλέφτρα, που μπορούσε να πείθει και να ξεσηκώνει τον όχλο», μουρμούρισε ενώ μαδούσε ένα φτερό για γράψιμο. «Τώρα φαίνεται πως εμπλέκεται και σε εθνική προδοσία και ο ξάδερφός σου...» τέντωσε το κοντόχοντρο δάχτυλό του προς τον Νικ «... είχε ανάμειξη στη συνωμοσία!» «Η Γκλόρι είναι μια λαϊκή ηρωίδα, άρχοντά μου», παρενέβη ο Έινστερ. «Κλέβει τους πλούσιους για να ταΐσει τους φτωχούς, απ’ ό,τι λένε». Ο Χόκσμπερι μούγκρισε. «Πολλά παραμύθια διαβάζεις, Έινστερ! Αυτή η γυναίκα είναι εγκληματίας. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο». Πέταξε


τη μαδημένη πένα στο γραφείο του, έγειρε μπροστά και έριξε ένα άγριο βλέμμα στον Νικ. «Τυπικά δεν έχω δικαίωμα να σου δίνω διαταγές, Φάλκονερ, ωστόσο θα ήθελα να σου προτείνω τι να κάνεις. Είσαι σε άδεια, έτσι δεν είναι; Ωραία!» πρόσθεσε όταν ο Νικ κούνησε βλοσυρά και καταφατικά το κεφάλι του. «Τότε θα πας στο Γιόρκσαϊρ και θα βρεις αυτή την Γκλόρι. Απ’ ό,τι ξέρω, γνωρίζεστε με τον δούκα του Κόουλ». «Ήμαστε συμφοιτητές στο Ίτον», επιβεβαίωσε ο Νικ. «Λαμπρά. Έχω ακούσει ότι τον επόμενο μήνα σχεδιάζει να κάνει μια γιορτή στο αρχοντικό του. Θα είσαι ένας από τους προσκεκλημένους. Κάποια σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον Κόουλ κι αυτή τη λησταρχίνα, αφού στο επισκεπτήριό της γράφει το όνομα της έπαυλής του!» Ο Νικ κατένευσε. Υπήρχαν και χειρότεροι τρόποι για να περάσει κανείς την άδειά του απ’ το να είναι φιλοξενούμενος του δούκα και της δούκισσας του Κόουλ, που φημίζονταν για τη γενναιοδωρία τους. Και η πρόταση του λόρδου Χόκσμπερι ουσιαστικά έπαιζε το ρόλο μιας διαταγής. «Υπαινίσσεστε ότι ο Τσαρλς Κόοουλ μπορεί να είναι μπλεγμένος σε εγκληματικές δραστηριότητες, κύριε;» ρώτησε. «Όχι βέβαια!» Ο Χόκσμπερι ξεφύσηξε αγανακτισμένος. «Είναι συνετός άνθρωπος, ψηφίζει Τόρις! Μπορείς να βασιστείς πάνω του. Όχι, αυτή η δυσαρεστημένη επαναστάτρια μας εμποδίζει με τα παγόνια, τα επισκεπτήρια και τις διευθύνσεις... Στην οργή!» Χτύπησε το χέρι του στο γραφείο και η πένα έσπασε. «Όσο πιο γρήγορα τη βρεις τόσο το καλύτερο, Φάλκονερ. Βρες τη και φέρ’ τη μου εδώ. Θα την κάνω να μιλήσει και μετά θα την κρεμάσω». Ο Νικ ύψωσε τα φρύδια του. «Θα πρέπει πρώτα να περάσει από κανονική δίκη, άρχοντά μου...» «Προαιρετικά! Προτιμώ να την τουφεκίσω. Πόλεμο έχουμε. Η χώρα πρέπει ν’ απαλλαγεί από τέτοιου είδους ανατρεπτικά στοιχεία, Φάλκονερ». Ο Χόκσμπερι κοίταξε τον Έινστερ άγρια κάτω απ’ τα πυκνά φρύδια του. «Ώστε “λαϊκή ηρωίδα"! Τι μου λες! Σπουδαία ομάδα είστε. Εσύ τα έκανες χάλια, Φάλκονερ. Εσύ θα τα μαζέψεις. Ο Έινστερ θα έρθει μαζί σου. Μπορεί να σου φανεί χρήσιμος αν ξεπεράσει το ξελόγιασμά του μ’ αυτή τη... τη θηλυκή Ρομπέν των Δασών!» «Οπότε τι θα κάνουμε, κύριε;» ρώτησε ο Έινστερ τον Νικ όταν έφυγαν απ’ το γραφείο του λόρδου Χόκσμπερι κι άρχισαν να προχωρούν στους κρύους δρόμους του Λονδίνου. Εκείνος γέλασε. «Άκουσες τι είπε ο Υπουργός Εσωτερικών. 11ρέπει να πάμε στο Γιόρκσαϊρ, να βρούμε την Γκλόρι και να του τη στείλουμε. Θα


την κάνει να μιλήσει και μετά...» Χαμογέλασε ειρωνικά. «Μετά θα την κρεμάσει». Ο Έινστερ τον κοίταξε επίμονα. «Τη γνωρίσατε, κύριε. Τι γνώμη έχετε γι’ αυτή;» Ο Νικ έφερε στο νου του το κορίτσι από το Χεν εντ Βάλτσερ. Τη σκεφτόταν σχεδόν όλο το βράδυ, αναπολούσε τη γλύκα του φιλιού της και τον εκνεύριζε το γεγονός ότι το κορμί του ακόμα φλεγόταν στην ανάμνησή της, παρ’ ότι όλα τα στοιχεία έδειχναν ότι τον είχε προδώσει. Έσφιξε τα δόντια του. «Νομίζω ότι πρέπει να είναι η πιο επιδέξια απατεώνισσα του βασιλείου», απάντησε. «Και με γελοιοποίησε. Τώρα είναι η σειρά μου. Θα χαρώ αφάνταστα να την κυνηγήσω».


Κεφάλαιο 2 Γιόρκσαϊρ - Ιούνιος του 1805 Ακόνιτο - Ο κίνδυνος είναι κοντά Μερικές φορές ο εφιάλτης ερχόταν από την άβυσσο της σκοτεινιάς και ξυπνούσε παγωμένη, έτρεμε σύγκορμη κι άπλωνε το χέρι της προς το παρήγορο φως του κεριού. Άλλες φορές -όπως τώρα- την αιφνιδίαζε με τον ερχομό του λίγη ώρα πριν ξημερώσει, όταν το καλοκαιρινό φως ήδη είχε αρχίσει να τρυπώνει από τα φύλλα της κουρτίνας. Θα πέθαινε. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Οι καρποί της είχαν ματώσει απ’ τα σκοινιά που την έδεναν στην άμαξα και τα πόδια της πονούσαν φριχτά απ’ τα ατέλειωτα χιλιόμετρα που είχε περπατήσει. Άκουγε τον ήχο απ’ τις ρόδες ν’ αντηχεί στο κεφάλι της. Η φούστα της είχε κουρελιαστεί, οι μηροί της ήταν γεμάτοι χαρακιές απ’ το μαστίγιο του Ράσλι, που έσκυβε από την άμαξα και τη χτυπούσε γελώντας ενώ εκείνη παραπατούσε στις λάσπες. Είχε ορκιστεί να την τιμωρήσει γιατί σε όλον το δρόμο από τη Ρωσία μέχρι την Αγγλία η σκλάβα του ένιωθε ναυτία. Αυτή ήταν η εκδίκησή του επειδή την ήθελε -σίγουρα ήθελε να περάσει όλο το ταξίδι στο κρεβάτι μαζί της-, κι αντί να τον ευχαριστήσει με το κορμί της, τον είχε απογοητεύσει με την αδιαθεσία της. Της είχε πει ότι τη σιχαινόταν. Ήταν χειμώνας και ο δρόμος είχε τα χάλια του. Τα γυμνά πόδια της είχαν μελανιάσει απ’ το κρύο, τα χέρια της είχαν μουδιάσει, οι καρποί της είχαν ματώσει. Και στην καρδιά της υπήρχε μίσος. Αν ο Ράσλι της έδινε την ευκαιρία, αν αφαιρούνταν έστω και για μια στιγμή, τότε θα τον σκότωνε. Τόσο απλά. Όμως αυτή η στιγμή δεν ήρθε ποτέ. Στο όνειρό της υπήρχε μόνο ο θυμός, η απόγνωση και ο πόνος που είχε ζήσει στο παρελθόν, αλλά ποτέ η ικανοποίηση της λύτρωσης. Η σκοτεινιά απλωνόταν μπροστά της δίχως τέλος και χωρίς καμιά υπόσχεση για διαφυγή. Ήταν μια εργάτρια, μια σκλάβα, τίποτα παραπάνω από περιουσιακό αγαθό. Ένα κτήμα. Και θα έμενε παγιδευμένη για πάντα. Η Μαρί κατάφερε τελικά να ξυπνήσει. Τα απομεινάρια του εφιάλτη ε-


ξαφανίστηκαν. Βρισκόταν ξαπλωμένη στο τεράστιο κρεβάτι της στην αγροικία της, στο Πίκοκ Όουκ. Το δωμάτιό της ήταν τώρα φωτεινό και κάτω οι υπηρέτες είχαν ήδη ξυπνήσει και δούλευαν. Και καθώς τριγύριζαν στο σπίτι, πνιχτοί θόρυβοι έφταναν στ’ αυτιά της. Η Τζέιν θα της ετοίμαζε το τσάι της. Σε λίγο θα χτυπούσε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της και θα φλυαρούσε χαρούμενα καθώς θα τραβούσε τις κουρτίνες για να μπει ο ήλιος. Έξω από την πόρτα της ακούστηκε τότε κροτάλισμα από πορσελάνινο σερβίτσιο, ύστερα το χτύπημα της Τζέιν και τα ίδια λόγια που έλεγε κάθε μέρα. «Καλημέρα, κυρία!» Η Μαρί σκεφτόταν ότι η Τζέιν είχε ανεξάντλητα αποθέματα ευθυμίας. Ακόμα και τα πιο μουντά χειμωνιάτικα πρωινά, όταν το χιόνι ήταν στοιβαγμένο στο περβάζι του παραθύρου και ο αέρας σφύριζε ανατριχιαστικά στην καμινάδα, θα έλεγε ότι ο καιρός θα έφτιαχνε αργότερα. Ήταν η οικονόμος της και διηύθυνε την Αγροικία Πίκοκ με τη βοήθεια ενός κοριτσιού για όλες τις δουλειές κι ενός πολυτεχνίτη κηπουρού ονόματι Φρανκ -ενός ξαδέρφου της που, σε πλήρη αντίθεση με την Τζέιν, ήταν βλοσυρός και λιγομίλητος. «Τι ωραίο πρωί, κυρία!» Η Τζέιν είχε αφήσει προσεκτικά το δίσκο με το τσάι στο κομοδίνο και τώρα πήγαινε να τραβήξει τις κουρτίνες. «Ιδανικό για τη γιορτή και το χορό που θα δώσει αργότερα η Εξοχότητά της». «Το ελπίζω», είπε η Μαρί. Ανακάθισε κι άπλωσε το χέρι της να πιάσει τη ρόμπα της. Η οικονόμος σέρβιρε το τσάι απ’ τη μικροσκοπική πορσελάνινη τσαγιέρα. Ήταν δυνατό και με πλούσιο άρωμα, όπως άρεσε στη Μαρί. Το δυνατό τσάι αποτελούσε χαρακτηριστική συνήθεια στο Γιόρκσαϊρ, την είχε πληροφορήσει η Τζέιν με περηφάνια όταν η Μαρί εκδήλωσε την προτίμησή της σ’ αυτό -χωρίς να ξέρει ότι το γούστο της κυρίας της είχε προσδιοριστεί πριν από χρόνια στη Ρωσία, όπου το μαύρο τσάι ήταν τόσο δυνατό ώστε ακόμα και η ίδια η οικονόμος της θα το έφτυνε αν το δοκίμαζε. Δίπλα απ’ το φλιτζάνι της υπήρχε ένα γράμμα και πιο πέρα το αντίτυπο των Τάιμς, της προηγούμενης ημέρας. Τα νέα έφταναν στο Πίκοκ Όουκ λίγο πιο αργά απ’ οπουδήποτε αλλού, όμως δεν είχε και τόση σημασία. Η αγροτική ζωή κυλούσε με τους δικούς της ρυθμούς σ’ εκείνη την περιοχή του Γιόρκσαϊρ, με ελάχιστες αλλαγές ή προκλήσεις από μέρα σε μέρα. Κι η Μαρί έτσι ακριβώς ήθελε να είναι η ζωή της. «Χτες το βράδυ φοβήθηκα ότι θα ξεσπούσε καλοκαιρινή καταιγίδα που θα ισοπέδωνε όλα τα λουλούδια κι όλη η δουλειά μας θα πήγαινε χαμένη», έλεγε τώρα η Μαρί.


«Δεν έπεσε ούτε σταγόνα», αποκρίθηκε η Τζέιν σε αποφασιστικό τόνο. «Ο κήπος θα είναι υπέροχος, κυρία. Τι όμορφα λουλούδια διαλέξατε για την Εξοχότητά της! Ο κύριος Όσμπορν θα ήταν περήφανος που συνεχίζετε τη δουλειά του με τόση επιτυχία». Το βλέμμα της πήγε στο μικρό πορτραίτο που κρεμόταν στον τοίχο, δίπλα απ’ το προσκέφαλο της Μαρί. «Α, ναι», είπε εκείνη. Χαμογέλασε και τεντώθηκε. «Τον αγαπημένο μου τον κύριο Όσμπορν...» Αγαπούσε πολύ το μακαρίτη τον κύριο Όσμπορν. Ήταν ένας άντρας προχωρημένης ηλικίας με γκρίζα μαλλιά και ευγενικό, καλοσυνάτο πρόσωπο, που έδινε την εντύπωση ότι θα διέθετε και ανάλογο χαρακτήρα. Ήταν ο τέλειος σύζυγος, πλούσιος και καλός. Η Μαρί ένιωσε την καρδιά της να πλημμυρίζει από τρυφερότητα γι’ αυτόν. Μερικές φορές σχεδόν ξεχνούσε ότι ο κύριος Όσμπορν ήταν φανταστικός. Τόσο πραγματικός είχε γίνει στο μυαλό της. Δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν ότι δεν ήταν χήρα. Μια ανύπαντρη γυναίκα που ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό χρειαζόταν αξιοσέβαστο, αξιοπρεπές παρελθόν, και το δικό της δε θα μπορούσε να είναι πιο σκανδαλώδες. Ο υποτιθέμενος κύριος Όσμπορν, αντίθετα, ήταν ένας ευυπόληπτος άνθρωπος, ο μικρότερος γιος ενός ταπεινού κληρικού από την Κορνουάλη, ιδιοκτήτης μιας μικρής αλλά επικερδούς επιχείρησης με αντικείμενο τις εισαγωγές και την καλλιέργεια εξωτικών φυτών. Η Μαρί είχε βρει απίστευτα ευχάριστη την επινόηση ενός συζύγου σύμφωνα με τις πραγματικές απαιτήσεις της. Δεν είχε αμφιβολία ότι ο κύριος Όσμπορν θα ήταν σκληρός στις επαγγελματικές συναλλαγές του, αλλά τρυφερός στην οικογενειακή του ζωή. Εγκρατής στο ποτό και στο κάπνισμα -σε εξαιρετικές περιπτώσεις κάπνιζε ένα πούρο- αλλά χωρίς άλλες επιβλαβείς συνήθειες. Δεν είχε ζητήσει τίποτε από εκείνη σε συναισθηματικό επίπεδο ούτε επιθυμούσε σαρκική σχέση. Κάτι που ήταν καλό κατά τη γνώμη της Μαρί, γιατί η ίδια πίστευε ότι δε θα ήθελε ποτέ ξανά σεξουαλική σχέση με κάποιον άντρα. Για μια στιγμή ο εφιάλτης απείλησε να τρυπώσει πάλι στο μυαλό της και η Μαρί ρίγησε. Ο Ράσλι... Όμως δε θα ξανάφερνε στο νου της ούτε εκείνον ούτε τον τρόμο του παρελθόντος. Ο τρόμος είχε σβήσει... είχε πεθάνει... είχε θαφτεί. Το ίδιο και ο Ράσλι. Τελικά τον είχαν δολοφονήσει σε μια φτωχογειτονιά του Λονδίνου πριν από δύο μήνες. Η Μαρίνα ανατρίχιασε καθώς θυμήθηκε τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς. Δεν ανακάλυψε ποτέ πώς ο κόμης την εντόπισε στο Γιόρκσαϊρ επτά χρόνια μετά τη δραπέτευσή της από το ζυγό της εξουσίας του. Η ανόητη είχε αρχίσει ακόμα και να πιστεύει ότι θα έμενε ελεύθερη για πάντα, έτσι


όταν έλαβε την εκβιαστική επιστολή του κόντεψε να πεθάνει από το σοκ και τον πανικό. Και συνειδητοποίησε μεμιάς ότι έπρεπε να τον αντιμετωπίσει καταπρόσωπο, επειδή απειλούσε να βγάλει πολλά πράγματα στη φόρα. Ο Ράσλι ήξερε τα μυστικά της και θα μπορούσε να τη στείλει στην αγχόνη. Ήξερε ότι ήταν μια σκλάβα που το είχε σκάσει, μια κλέφτρα, και το χειρότερο... Το χειρότερο ήταν ότι είχε μάθει με κάποιον τρόπο την πραγματική ταυτότητα της Γκλόρι και των κοριτσιών που δρούσαν μαζί της. Και, αν δε δεχόταν να τον συναντήσει, τη φοβέριζε ότι θ’ αποκαλύψει τα πάντα στις Αρχές και θα βάλει την αστυνομία να τις συλλάβει. Η Μαρί δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπακούσει, αν ήθελε να σώσει αυτούς που αγαπούσε. Πήγε, λοιπόν, στο Λονδίνο και κανόνισε να συναντήσει τον Ράσλι στο Χεν εντ Βάλτσερ, όπως κι έγινε. Νωρίτερα είχε νοικιάσει ένα φτηνό δωμάτιο σε ένα οίκημα λίγο πιο κάτω στο δρόμο και η ίδια πήγε πρώτη ως εκεί, αφού του σύστησε να περιμένει λίγα λεπτά πριν την ακολουθήσει. Εκείνος όμως δεν έφτασε ποτέ! Κι έπειτα η Μαρί άκουσε να φωνάζουν ότι τον βρήκαν μαχαιρωμένο στο σοκάκι. Δεν είχε μείνει στο νοικιασμένο δωμάτιο για ν’ ακούσει περισσότερα. Ήξερε ότι αν ο κόσμος μάθαινε πως κάποτε ήταν σκλάβα και ερωμένη του Ράσλι, αν ανακάλυπτε πως ο κόμης την εκβίαζε, δε θα είχε καμιά ελπίδα. Όλα τα μυστικά που είχε καταφέρει με τόσους κόπους να κρύψει θα έβγαιναν στο φως κι όλοι εκείνοι για τους οποίους νοιαζόταν θα καταστρέφονταν. Ήξερε ότι, αντικειμενικά, η ίδια είχε το καλύτερο κίνητρο για να σκοτώσει τον Ράσλι, οπότε κανείς δε θα πίστευε ότι ήταν αθώα. Έτσι το έσκασε από εκείνον για δεύτερη φορά στη ζωή της. Τώρα ήταν νεκρός και κανένας άλλος δε θα μπορούσε να τη βρει. Είχε αλλάξει ταυτότητα πριν από πολλά χρόνια. Είχε καλύψει τα ίχνη της πολύ καλά για να την εντοπίσουν. Δεν ήξερε καν πώς ο Ράσλι την είχε ξαναβρεί, όμως εκείνος δε ζούσε πια και εκείνη ήταν σίγουρη πως είχε πάρει μαζί του το μυστικό της στον τάφο του. Ο κύριος Όσμπορν ήταν το άκρο αντίθετο του Ράσλι από κάθε άποψη. Ευγενικός, μετρημένος, καλός. Η ίδια είχε επινοήσει ένα αντρικό πρότυπο, ένα είδος ανθρώπου που ούτε θα την πλήγωνε ούτε θα τη στενοχωρούσε ποτέ, και συχνά αναφερόταν σ’ αυτό. «Μα την αλήθεια...» είπε, χαμογελώντας στο πορτραίτο που είχε αγοράσει από ένα ενεχυροδανειστήριο για δυο σελίνια. «Ο κύριος Όσμπορν αποτελούσε τη φωτεινή εξαίρεση ανάμεσα στους άντρες». «Η λαίδη Έστερ θα πάρει το πρωινό στο δωμάτιό της, κυρία», είπε τότε η Τζέιν, αναφερόμενη στη γυναίκα που κρατούσε συντροφιά στη Μαρί τα


τελευταία πέντε χρόνια. «Λέει ότι είναι λίγο κουρασμένη, αλλά θα σας κάνει παρέα για έναν περίπατο στη βεράντα στις δέκα, πριν πάτε στη γιορτή». «Ωραία», απάντησε η Μαρί, αλλά δεν πίστευε λέξη από τις δικαιολογίες που της μετέφερε η καμαριέρα της. Ήξερε πολύ καλά πού οφειλόταν η αδιαθεσία της Έστερ -και, σίγουρα, όχι μόνο στην κούραση. Η λαίδη Έστερ Μπέρι, η κακομαθημένη ξαδέρφη του δούκα του Κόουλ, έπληττε και η πλήξη την οδηγούσε στις μπιραρίες όπου έπινε, έβρισκε κακές παρέες κι έκανε ακόμα χειρότερα πράγματα. Δεν είχε αμφιβολία ότι σήμερα το πρωί θα ένιωθε ακόμα διαλυμένη. Η Τζέιν μάζευε το φλιτζάνι της Μαρί και τακτοποιούσε το δίσκο. Ανέκαθεν της άρεσε να κουτσομπολεύει τα πρωινά, κι έτσι άρχισε: «Ο Φρανκ λέει ότι έγινε κι άλλη επίθεση χτες το βράδυ, κυρία. Αυτή η συμμορία, τα Κορίτσια της Γκλόρι...» Η Μαρί ξεδίπλωσε αργά την εφημερίδα για να κερδίσει χρόνο. «Ναι; Τι έκαναν;» ρώτησε μάλλον αδιάφορα. «Έπιασαν τον τραπεζίτη του κυρίου Άρκραϊτ ενώ πήγαινε στο Χάρογκεϊτ και του πήραν όλα τα χρήματα». Η Μαρί ύψωσε τα φρύδια της. «Όλα;» «Το ένα δέκατο των κερδών, κυρία». Τα μάτια της Τζέιν έλαμπαν από ενθουσιασμό. «Ένα δέκατο ήταν όσα ο Άρκραϊτ είχε υποσχεθεί στις υφάντρες του και μετά αρνήθηκε να τους τα δώσει. Λένε ότι τα κορίτσια τα έδωσαν πίσω σ’ αυτές που κορόιδεψε. Είναι ηρωίδες, κυρία!» «Είναι εγκληματίες», επισήμανε η Μαρί. «Παραβαίνουν το νόμο». Το πρόσωπο της οικονόμου συννέφιασε. Προτιμούσε τη ρομαντική εκδοχή του να κλέβει κανείς απ’ τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς απ’ τη σκληρή πραγματικότητα του ποινικού κώδικα. «Μάλιστα, κυρία», συμφώνησε αναγκαστικά. «Φυσικά». Η φωνή της γέμισε περηφάνια και ζεστασιά. «Και σας ζητώ συγνώμη, αλλά πιστεύω ότι τα κορίτσια μας είναι στ’ αλήθεια ηρωίδες! Ξέρω ότι δεν αρμόζει στη θέση σας να ενθαρρύνετε ληστείες στους δρόμους, όμως αυτές οι πράξεις πονούν και τιμωρούν μόνο όσους αδικούν τους αδύναμους». «Ακριβώς. Μη φανταστείς ότι αποδοκιμάζω τις αρχές των Κοριτσιών της Γκλόρι, Τζέιν. Απλώς θυμάμαι ότι η ληστεία είναι κακούργημα». «Μάλιστα, κυρία». Η Τζέιν έκανε μια υπόκλιση με σεβασμό. «Να γυρίσω σε λίγο για να σας βοηθήσω να ντυθείτε;» «Ναι, ευχαριστώ. Θα διαβάσω την εφημερίδα για κανένα εικοσάλεπτο και μετά θα είμαι έτοιμη».


Η καμαριέρα βγήκε απ’ το δωμάτιο και η Μαρί άκουσε τα βήματά της να απομακρύνονται στο διάδρομο. Δεν ξανάπιασε την εφημερίδα, αλλά πήρε το γράμμα που μέχρι τότε είχε αφήσει στο κομοδίνο χωρίς να το αγγίξει. Η Έστερ γελούσε επειδή η Μαρί άφηνε την αλληλογραφία της ανέγγιχτη για ώρες, ενώ εκείνη έσπευδε με ενθουσιασμό ν’ ανοίξει τις επιστολές την ίδια στιγμή που έφταναν. Όμως η Έστερ αντιμετώπιζε τα πάντα με ανυπομονησία, αντίθετα με τη Μαρί, που ήταν πολύ πιο προσεκτική. Άνοιξε την επιστολή. Περιείχε μόνο μια αράδα, γραμμένη με κεφαλαία. Τα ξέρω όλα για σένα. Ξέρω τι έκανες. Χωρίς υπογραφή. Όταν η Μαρί διάβασε τις λιγοστές λέξεις, δεν αντέδρασε με τον τρόπο που θα αντιδρούσαν οι εννιά στους δέκα ανθρώπους. Ούτε χλόμιασε ούτε στρίγκλισε. Μόνο μισόκλεισε τα μάτια της και χτύπησε ρυθμικά το χαρτί στα δάχτυλα του άλλου της χεριού. Τα ξέρω όλο. γιο. σένα. Ξέρω τι έκανες. Το θέμα ήταν ότι είχε κάνει πολλά. Είχε κλέψει τον κόμη του Ράσλι. Του το είχε σκάσει. Είχε πει ψέματα για να δημιουργήσει μια νέα ζωή. Ήταν παρούσα στη σκηνή της δολοφονίας του. Είχε σχέση με τη συμμορία που έκλεβε απ’ τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς... Δεν είχε ιδέα σε ποια απ’ όλες τις περιπτώσεις αναφερόταν το γράμμα. Το πέταξε στο κρεβάτι, ανασήκωσε τα σκεπάσματα, στάθηκε όρθια και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. Τράβηξε στην άκρη τις κουρτίνες και κάθισε μπροστά στο ανοιχτό τζάμι. Ένα ελαφρύ αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό τής και κόλλησε το νυχτικό στο σώμα της. Η αύρα ήταν ζεστή, μοσχοβολούσε άχυρο και καλοκαιρινές ευωδιές. Η Τζέιν είχε δίκιο. Ήταν υπέροχη μέρα για μια γιορτή στον κήπο και η φίλη της η Λόρα, η δούκισσα του Κόουλ, ήξερε πώς να ψυχαγωγεί τους προσκεκλημένους της. Το γεγονός θα συζητιόταν στην κομητεία για μήνες. Απ’ το παράθυρο η Μαρί έβλεπε στο βάθος τα θερμοκήπια όπου καλλιεργούσε τα σπάνια εξωτικά φυτά της. Ο Φρανκ είχε στρωθεί ήδη στη δουλειά, άνοιγε τα παράθυρα στην οροφή και πότιζε τις σειρές με τα φιντάνια. Ο χαμηλός νότιος φράχτης πίσω απ’ το θερμοκήπιο χώριζε το κτήμα της Μαρί από το πάρκο με τα ελάφια του Κόουλ Κορτ. Στη μάντρα υπήρχε μια όμορφη λευκή πόρτα, απ’ όπου περνούσε συχνά όταν πήγαινε να επισκεφτεί τη Λόρα. Πρόβατα βοσκούσαν κάτω απ’ τις διάσπαρτες βελανιδιές του πάρκου και, πέρα από τα κτήματα, τα ρηχά νερά του ποταμού κυλούσαν αργά. Τίποτε άλλο δεν κουνιόταν γύρω. Το τοπίο ήταν γαλήνιο και απ’ το γρασίδι είχε αρχίσει κιόλας να υψώνεται πούσι εξαιτίας


της ζέστης. Η θέα ήταν πανέμορφη και σε άλλη περίπτωση θα την ηρεμούσε, όμως παρά την υψηλή θερμοκρασία η Μαρί τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το κορμί της λες και κρύωνε. Κάτι μοχθηρό πλανιόταν στον αέρα. Κάποιος παρακολουθούσε... και περίμενε. Το γράμμα την είχε αναστατώσει. Ήταν φυσικό να την αναστατώσει. Τώρα που το σκεφτόταν, συνειδητοποιούσε ότι δεν μπορεί να είχε φτάσει συμπτωματικά τη συγκεκριμένη στιγμή, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη δολοφονία του Ράσλι. Άρα ο κόμης πρέπει να είχε ενημερώσει και κάποιον άλλο για την περιοχή όπου ζούσε η Μαρί. Τελικά ο εφιάλτης δεν έπαψε να υπάρχει. Έπρεπε να το φανταστεί. Έπρεπε να γνωρίζει ότι ένας σκλάβος ο οποίος δραπέτευε από τον κύριό του θα συνέχιζε να τρέχει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ήξερε τι θα γινόταν στη συνέχεια. Θα της ζητούσαν χρήματα με αντάλλαγμα τη σιωπή και εκείνη θα χρειαζόταν ν’ αποφασίσει τι να κάνει. Δεν ήταν στο χαρακτήρα της να ενδίδει σε τρομοκράτες κι εκβιαστές, όμως αναρωτήθηκε κάπως ανήσυχη πότε θα ξέφευγε επιτέλους απ’ το παρελθόν. Φυσικά, ποτέ δε θα το ξεχνούσε, αλλά προσπαθούσε να συμβιβαστεί μ’ αυτό, να σηκώσει το βάρος της ιστορίας της, να κρατήσει το μυστικό. Ευχόταν μόνο να μην υπήρχαν άλλοι που επέμεναν να της το θυμίζουν... Με μεγάλη προσπάθεια κατόρθωσε τελικά να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. Δεν ήταν στη φύση της να κάνει τέτοιες μελαγχολικές σκέψεις. Βέβαια, είχε άγχος για την παρουσίαση του καινούριου κήπου και για τη συναναστροφή με τους προσκεκλημένους της δούκισσας... Απεχθανόταν τις μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Από την άλλη, την απασχολούσε και η αναφορά της Τζέιν στις δραστηριότητες των Κοριτσιών της Γκλόρι. Όμως δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι η αστυνομία υποψιαζόταν ποια ήταν η ταυτότητα των θηλυκών αδίστακτων κακοποιών που περιστασιακά -πολύ περιστασιακά- τρομοκρατούσαν τους πλούσιους και φιλάργυρους για να αποκαταστήσουν την ισορροπία στους φτωχούς και αδύναμους. Και το γράμμα... Η Μαρί έπρεπε να περιμένει να δει τι σήμαινε. Η Έστερ θα τη βοηθούσε. Πάντα βοηθούσε η μία την άλλη. Η Έστερ και η Λόρα ήταν οι μόνες που ήξεραν όλα τα μυστικά της. Στράφηκε στο εσωτερικό του δωματίου, έκανε μερικά αποφασιστικά βήματα και χτύπησε το κουδούνι για να έρθει η Τζέιν και να τη βοηθήσει να ντυθεί. Η σημερινή μέρα θα ήταν υπέροχη. Ο καινούριος κήπος θα είχε τεράστια επιτυχία, οι προσκεκλημένοι της δούκισσας θα ήταν αρκετά εκδηλωτικοί και, στο τέλος, η ζωή στο Πίκοκ Όουκ θα ξανάβρισκε τον ίδιο


γαλήνιο ρυθμό που είχε τα τελευταία χρόνια. Παρ’ όλα αυτά η Μαρί αισθάνθηκε να την τυλίγει μια παγωνιά. Κάποιος ερχόταν. Το διαισθανόταν. Κάποιος επικίνδυνος.


Κεφάλαιο 3 Οξαλίδα - Κρυφή γλυκύτητα «Νομίζω ότι είχε τεράστια επιτυχία», έλεγε η Λόρα Κόουλ αργότερα την ίδια μέρα. Πέρασε το χέρι της στο μπράτσο της Μαρί και κατηφόρισαν μαζί τη δασωμένη έκταση στην πλαγιά. Προσπέρασαν τον καταρράκτη με τις κρυφές λιμνούλες και τα μούσκλια, το σιντριβάνι που μια κλαίουσα ιτιά έγερνε από πάνω του και συνέχισαν στους περιποιημένους κήπους στο πίσω μέρος του σπιτιού. Το Κόουλ Κορτ έλαμπε στο φως του απογευματινού ήλιου. «Είμαι τόσο κουρασμένη...» μουρμούρισε η Λόρα κι έκανε ένα μορφασμό. «Και τα πόδια μου με πεθαίνουν. Τι ανοησία να διαλέξω να φορέσω σήμερα αυτά τα χρυσά γοβάκια! Παρ’ όλα αυτά...» έσφιξε το μπράτσο της Μαρί «... σ’ ευχαριστώ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου γιατί όλα ήταν θαυμάσια». «Χαίρομαι που το απόλαυσες», είπε εκείνη. Κοίταξε τη φίλη της. «Και μια που το συζητάμε, πρέπει να σου πω ότι κι εσύ μπήκες σε μεγάλο κόπο για να ψυχαγωγήσεις τους προσκεκλημένους σου. Δε σε ζηλεύω γι’ αυτό. Σε κάθε περίπτωση, προτιμώ ν’ ασχολούμαι με φυτά». «Ω, κάποιοι απ’ τους φιλοξενουμένους μας ήταν άθλιοι», συμφώνησε η Λόρα. «Φοβερά αγενείς! Άκουσα τη λαίδη Φέι να σε αποκαλεί συγκαταβατικά ‘"μικρή εργάτρια”. Τι φαρμακόγλωσσα και γλοιώδης που είναι αυτή η γυναίκα! Και μετά, όλη μέρα, έσπρωχνε την καημένη τη Λίντια στην αγκαλιά του Τζον Τιγκ, ενώ το μόνο που ήθελε εκείνος ήταν να μιλήσει με την Έστερ». Η Λόρα έριξε μια ματιά γύρω. «Πού είναι η Έστερ; Γύρισε κιόλας στο σπίτι;» «Αφού ξέρεις ότι κάνει ατέλειωτες ώρες να ετοιμαστεί για ένα χορό», της απάντησε η Μαρί. «Επειδή ψάχνει να βρει ποιο ρούχο θα ξεσηκώσει και την ίδια και τους γύρω της, φαντάζομαι», σχολίασε η Λόρα. Το κάπως άχρωμο πρόσωπό της φωτίστηκε από ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. «Ω, τι στρίγκλα που είμαι! Ξέρεις ότι αγαπώ πολύ την Έστερ, αλλά το φόρεμα που φορούσε στη συγκέντρωση της λαίδης Νόρις την προηγούμενη βδομάδα δε θα μπορού-


σε να το χαρακτηρίσει κανείς και ως απόλυτα αξιοπρεπές. Δεν μπορείς να της πεις κάτι, Μαρί;» «Όχι. Δεν είμαι μαμά της». Η Μαρί γέλασε. «Έχω προσπαθήσει, Λόρα, όμως ξέρεις ότι η Έστερ κάνει πάντα ό,τι της κατεβαίνει στο κεφάλι». «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε εκείνη κι αναστέναξε βαθιά. Σταμάτησε για να θαυμάσει τις ανθισμένες τριανταφυλλιές με φόντο τα ξεθωριασμένα κόκκινα τούβλα του φράχτη. «Ο Φρανκ μου είπε ότι τις έφτιαξες από θάμνους που υπήρχαν στην αγροικία. Είναι πολύ παλιές;» «Εκατοντάδων χρόνων», της απάντησε η Μαρί. «Ταιριάζουν τόσο όμορφα με τις λεβάντες. Ο μικρός κήπος της αγροικίας μου!» Η Μαρί θα ήθελε να χαμογελάσει βλέποντας τη δούκισσα του Κόουλ να παριστάνει ότι απλώς είχε στη διάθεσή της ένα μικρό κήπο, όταν γύρω τους απλώνονταν τα αμέτρητα στρέμματα του δικού της πάρκου. Την είχε συναντήσει για πρώτη φορά στο Φυτοκομικό Σύλλογο του Σκίπτον κι εκείνη είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα ότι η Μαρί μπορούσε να τη βοηθήσει να ξαναφτιάξει τους κήπους στο Κόουλ Κορτ. Από την πλευρά της, η Μαρί προσπάθησε να την πείσει ότι θα ήταν δύσκολο εγχείρημα -ακόμα και για πιο έμπειρους φυτοκόμους- να διαμορφώσει από την αρχή τόσο μεγάλης έκτασης κήπους, όμως ήταν μάταιο. Η Λόρα, με όλη την αδιαφορία μιας δούκισσας για τις συμβατικότητες, αποφάσισε ότι ήθελε τόσο τη βοήθεια της Μαρί όσο και τη φιλία της και δε σήκωνε αντιρρήσεις. Ήταν τόσο συμπαθητική και χωρίς ίχνος απ’ την υπεροψία που συχνά συνόδευε μια τόσο μεγάλη περιουσία, ώστε η Μαρί δεν μπόρεσε να της αρνηθεί. Κι έτσι η Λόρα την έπεισε. Συνεργάζονταν πάνω από δύο χρόνια τώρα και, παρά τις δικές της αρχικές αναστολές, είχαν γίνει πολύ καλές φίλες. Η Μαρί ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο ν’ αφήνει κάποιον να την πλησιάζει τόσο πολύ, ενώ παράλληλα γνώριζε ότι ως προστατευόμενη της δούκισσας θα τραβούσε πάνω της την προσοχή -μια προσοχή που δεν επιθυμούσε. Και σήμερα είχε δει τα αποτελέσματα αυτής της εύνοιας. Όλη η αφρόκρεμα της κομητείας είχε για παράδειγμα τη δούκισσα του Κόουλ, οπότε τώρα που η Λόρα Κόουλ διέθετε καινούριο κήπο, κι όλοι οι άλλοι ήθελαν ν’ αποκτήσουν... και όλοι οι άλλοι ζητούσαν από τη Μαρί να τους τον σχεδιάσει. «Η λαίδη Κρέιβεν μου είπε ότι θέλει να της φτιάξεις έναν κήπο με γεωμετρικά σχέδια και μια πεζούλα με βότανα στο Λέβενς Παρκ», της ανακοίνωσε η Λόρα ανεμίζοντας το χέρι της. Η Μαρί κούνησε το κεφάλι της θλιμμένα. «Ο λόρδος Μπρότον ήδη μου το ζήτησε. Το ίδιο η κυρία Νέιπιερ και η λαίδη Τζέιν Σπρινγκ».


«Όλοι μιλούν για σένα. Θεωρούν ότι έχεις μεγάλο ταλέντο στην κηπουρική». «Είναι πολύ μεγαλόψυχοι. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι το περσικό σιντριβάνι του παραδείσου με τις ψηφίδες δε θα δούλευε κι ότι όλα τα καρποφόρα δέντρα θα πλήττονταν από μελίγκρα και θα ξεραίνονταν». «Είσαι υπερβολικά μετριόφρων ή ίσως υπερβολικά απαισιόδοξη», σχολίασε η Λόρα. Της έριξε μια ματιά κι αναστέναξε. «Με συγχωρείς. Μερικές φορές ξεχνάω ότι δεν έχεις διάθεση για κοινωνικές συναναστροφές και διάλεξες το Πίκοκ Όουκ επειδή ακριβώς έχει τόση ησυχία». «Ναι», απάντησε εκείνη και γέλασε. «Είχε ησυχία πριν εσύ αποφασίσεις να γυρίσεις και να μείνεις εδώ! Ο δικηγόρος φρόντισε να μου τονίσει ότι ήταν ένα απόμακρο μέρος, όπου δε συνέβαινε ποτέ τίποτα! Όταν το άκουσα μου φάνηκε ιδανικό... μέχρι που κατέφτασες εσύ!» Γέλασαν και οι δύο. «Τι να πω...» Η φωνή της Λόρα είχε μια νότα πικρίας. «Θα μπορούσα να πάω πίσω στο Μπάκιγχαμσαϊρ ή στο Νόρφοκ ή στο Σάρεϊ ή σε κάποια άλλη απ’ τις επαύλεις του Κόουλ, όμως προτίμησα να έρθω στο Γιόρκσαϊρ, επειδή θα ήμουν όσο πιο μακριά γινόταν από τον Τσαρλς». «Ω, Λόρα». Η Μαρί ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο της φίλης της. «Ώστε τόσο άσχημα είναι τα πράγματα;» «Αν είναι άσχημα ν’ αγαπάς το σύζυγό σου βαθιά και να ξέρεις ότι αυτός δεν αισθάνεται το ίδιο για σένα;» Κούνησε το κεφάλι της αργά. «Ναι, τόσο άσχημα είναι. Και θα γίνουν χειρότερα τώρα που ο Τσαρλς θα έρθει να περάσουμε μαζί το καλοκαίρι». «Λυπάμαι πολύ που το ακούω», μουρμούρισε η Μαρί. «Δεν έχω παντρευτεί ποτέ και δεν μπορώ να σε καταλάβω, ωστόσο σε συμπονώ». «Σσς». Η Λόρα κοίταξε γύρω. «Μπορεί να σ’ ακούσει κανείς, και τότε τι θ’ απογίνει η αξιοσέβαστη κυρία Όσμπορν;» «Θα ξαναβρεί τον μπελά της, υποθέτω». Η Μαρί κοίταξε το ρολόι στον πύργο του στάβλου. Από πάνω του, ο σιδερένιος ανεμοδείκτης που παρίστανε ένα ληστή· των δρόμων έμενε ακίνητος. Χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της. Μερικές φορές της κοβόταν η ανάσα με την αίσθηση χιούμορ που διέθετε η Λόρα. «Καλύτερα να πας να ντυθείς», παρότρυνε τη δούκισσα. «Με αυτόν το ρυθμό, θα εμφανιστείς καθυστερημένη στον ίδιο σου το χορό και κάτι τέτοιο θα ήταν απαράδεκτο. Εγώ πάω να βρω την Έστερ για να σιγουρευτώ πως κι εκείνη θα είναι έτοιμη στην ώρα της». «Θα έρθεις, έτσι δεν είναι;» Η Λόρα της έπιασε το χέρι. «Έστω και για λίγο; Σε παρακαλώ...»


Η Μαρί σκόπευε να περάσει το βράδυ της ήσυχα, αλλά βλέποντας την ικετευτική έκφραση στο πρόσωπο της φίλης της υποχώρησε. «Ω... Καλά, εντάξει. Αλλά μόνο για λίγο. Δε θα πάθω και τίποτα». «Ώστε αυτή είναι η γνώμη σου για την παροιμιώδη φιλοξενία των Κόουλ», σχολίασε η Λόρα γελώντας και της κούνησε το χέρι ενώ κατευθυνόταν προς τη βεράντα. «Θα τα ξαναπούμε σε λίγο». Στους κήπους επικρατούσε τώρα ησυχία. Ο ήλιος χανόταν πίσω από τους λόφους και το γαλάζιο φως του δειλινού απλωνόταν σαν αραχνοΰφαντο δίχτυ ανάμεσα στα δέντρα. Σε μια παρόρμηση της στιγμής η Μαρί έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες της και πίεσε το γρασίδι ανάμεσα στα γυμνά δάχτυλα των ποδιών της, απολαμβάνοντας τη δροσιά και τη φρεσκάδα του. Όπως και η Λόρα, ένιωθε εξουθενωμένη επειδή όλη μέρα βρισκόταν σε υπερένταση ξέροντας ότι θα συναντιόταν με τους προσκεκλημένους, ότι θα συζητούσε μαζί τους για το σχεδίασμά των κήπων της, ότι θα έπαιζε το ρόλο της και θα προσποιούνταν. Τώρα που βράδιαζε κι έπεφτε το σκοτάδι, όμως, ήθελε να βγάλει το προσωπείο και να χαλαρώσει, να ξεπλύνει την ψευτιά μαζί με τη ζέστη της μέρας. Από τότε που είχε επινοήσει αυτή την καινούρια προσωπικότητα, το πρόβλημά της ήταν ότι πολύ συχνά ένιωθε την ανάγκη να τινάξει από πάνω της την αξιοσέβαστη κυρία Όσμπορν και να ξαναγίνει η Μαρί, το κορίτσι που ανέκαθεν έκρυβε μέσα του μια ατίθαση φλέβα. Στάθηκε μπροστά στο σιντριβάνι και κοίταξε με λαχτάρα τους προκλητικούς πίδακες του νερού. Το στόμα της ξεράθηκε και μόνο που σκέφτηκε την απολαυστική δροσιά του. Έριξε μια ματιά γύρω της. Κανείς δε βρισκόταν εκεί. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, ακαταμάχητος. Κανένας δε θα την έβλεπε. Χώθηκε στις σκιές των πεύκων που πλαισίωναν τον καταρράκτη κι άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. *** Ήταν περασμένες οκτώ όταν η ταχυδρομική άμαξα που ερχόταν από το Σκίπτον στο Λέιμπερν σταμάτησε στην πύλη του Κόουλ Κορτ και ξεφόρτωσε δυο δέματα, επτά γράμματα και τον Νίκολας Φάλκονερ. Ο Νικ είχε περάσει τη μέρα του στο Σκίπτον μιλώντας με διάφορους εκπροσώπους της τάξης και του νόμου, οι οποίοι μέχρι στιγμής είχαν αποτύχει παταγωδώς να συλλάβουν τα Κορίτσια της Γκλόρι. Είχε αφήσει πίσω του έναν δυσαρεστημένο λοχαγό του Σώματος Εθελοντών Ιππέων, δυο θυμωμένους ειρηνοδίκες κι ένα χωροφύλακα που έβγαζε καπνούς απ’ τη μύτη του. Όλοι ήταν αφάνταστα δυσαρεστημένοι με το γεγονός ότι ο Υπουργός. Εσωτερικών είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται ξαφνικά για τις τοπι-


κές υποθέσεις τους. Ο Νικ ανέθεσε στον Ντέξτερ Έινστερ να τους ηρεμήσει, και έτσι ο νεαρός θα ερχόταν να τον συναντήσει το επόμενο πρωί, όταν θα έφταναν και οι αποσκευές τους από το Λονδίνο. Προς το παρόν ανυπομονούσε να ξαναδεί τον Τσαρλς Κόουλ, έναν απ’ τους παλιούς φίλους του, αλλά και ν’ απολαύσει τη φημισμένη φιλοξενία του Κόουλ Κορτ. Πέταξε ένα ευχαριστώ στον οδηγό της άμαξας, έριξε στον ώμο του το ταξιδιωτικό σακίδιό του και προχώρησε στο δρόμο πριν ο φύλακας της πύλης προλάβει να τον ενημερώσει ότι περίμενε να μεταφέρει τον επισκέπτη του δούκα στο σπίτι με το ανοιχτό, δίτροχο αμαξάκι. Ο οδηγός κοίταξε τον σταβλίτη και οι δυο μαζί γύρισαν προς το φύλακα, υψώνοντας παραξενεμένοι τα φρύδια τους. Οι επισκέψεις ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στο Πίκοκ Όουκ, γιατί ο δούκας και η δούκισσα ήταν κοινωνικοί άνθρωποι κι εκείνη τη μέρα είχαν παρουσιάσει τους πανέμορφους καινούριους κήπους τους σε πολλούς προσκεκλημένους. Όμως οι περισσότεροι επισκέπτες τους δεν έρχονταν με την ταχυδρομική άμαξα ούτε μετέφεραν οι ίδιοι τις αποσκευές τους. «Έτσι είναι οι αριστοκράτες», σχολίασε ο φύλακας κι ανασήκωσε τους ώμους του καθώς έσκυβε να πάρει το σάκο με την αλληλογραφία. «Κάνουν ό,τι τους αρέσει». «Αριστοκράτης; Αυτός;» Ο σταβλίτης κοίταξε τη φιγούρα που απομακρυνόταν στο εσωτερικό του κτήματος. «Αφρόντιστος και χωρίς υπηρέτη;» Όμως ο αμαξάς ήξερε κάτι παραπάνω. «Είναι παλιός στρατιώτης», εξήγησε με σοφία. «Κουβαλάει μόνος του τα πράγματά του». «Είναι ο ταγματάρχης Φάλκονερ», πρόσθεσε με καμάρι ο φύλακας της πύλης. «Κληρονόμος μιας μαρκιωνίας. Σκωτσέζικος τίτλος, βέβαια, αλλά παρ’ όλα αυτά... Άκουσα πως ήταν συμφοιτητές με τον Εξοχότατο». «Σοβαρά μιλάς;» Ο σταβλίτης έξυσε το κεφάλι του κατάπληκτος. «Είδες; Ποτέ δεν ξέρει κανείς...» Κάθισαν και παρακολουθούσαν τον Νικ μέχρι που έφτασε σε μια στροφή του δρόμου κι εξαφανίστηκε ανάμεσα στις τεράστιες βελανιδιές του πάρκου που περιστοίχιζε την έπαυλη. Ύστερα μια εκνευρισμένη φωνή ακούστηκε μέσα από την άμαξα. Ρωτούσε πότε σκόπευαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους... Ο οδηγός ξαναπήρε τη θέση του κι έπιασε τα χαλινάρια, ενώ ο φύλακας κούνησε ζωηρά το χέρι του και σήκωσε το σάκο με την αλληλογραφία. Καθώς ο ήχος της άμαξας ξεμάκραινε, στο Κόουλ Κορτ έπεσε πάλι σιωπή και ο Νικ μετέφερε το σακίδιό του απ’ τον έναν ώμο του στον άλλο για


να μετριάσει τον πόνο. Παρ’ ότι χαιρόταν που θα ξανάβλεπε τον παλιό του φίλο, δε σκόπευε να περάσει έτσι την άδειά του, αλλά ο Ράσλι ποτέ δε σκεφτόταν τις ανάγκες των άλλων. Ήταν χαρακτηριστικό για εκείνον ότι ακόμα και πεθαμένος δημιουργούσε τόσα προβλήματα όσα και τότε που ήταν ζωντανός. Ο Νικ απέφευγε κάθε είδους κοινωνικές εκδηλώσεις μετά το θάνατο της Άννας. Προτιμούσε τις δύσκολες, σκληρές συνθήκες που επικρατούσαν στη μάχη. Κατά κάποιον τρόπο οι κακουχίες της στρατιωτικής ζωής μετρίαζαν τις τύψεις που τον βασάνιζαν, επειδή δε βρισκόταν εκεί για να βοηθήσει τη σύζυγό του τότε που τον χρειαζόταν. Όμως τώρα αναγκαζόταν να παραμερίσει για λίγο τις προτεραιότητές του και να βρεθεί πάλι ανάμεσα σε αριστοκράτες -έστω κι αν αυτό αποτελούσε μόνο ένα προκάλυμμα για να κυνηγήσει μια διαβόητη εγκληματία. Σκεφτόταν συχνά την κοπέλα στο πανδοχείο, πιο συχνά απ’ ό,τι θα ήθελε. Η ανάμνησή της τον στοίχειωνε, επισκίαζε τις πιο παλιές και ξεθωριασμένες μνήμες του από την Άννα και απαιτούσε την προσοχή του μ’ έναν τρόπο που τον απορροφούσε και ταυτόχρονα τροφοδοτούσε τις ενοχές του. Θαρρείς και δεν μπορούσε να της ξεφύγει. Την ποθούσε περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα που είχε γνωρίσει. Για μια ολόκληρη βδομάδα μετά τη συνάντησή τους στην ταβέρνα, την ονειρευόταν σχεδόν κάθε βράδυ. Τα ερωτικά όνειρά του ήταν ολοζώντανα και ο Νικ ξυπνούσε ανασαίνοντας γρήγορα και βαριά, με μια απελπιστική ανάγκη να καταπραΰνει τον πόθο που του έκαιγε το κορμί. Ήθελε να κάνει έρωτα με μια γυναίκα που ήταν πόρνη και δολοφόνος και οι τύψεις τού κατέτρωγαν τα σωθικά, επειδή αυτό φάνταζε στα μάτια του σαν διπλή προδοσία στη μνήμη της Άννας. Καθόταν για ώρες ξύπνιος, έσφιγγε στο χέρι του το μενταγιόν με το μικροσκοπικό πορτραίτο της γυναίκας του και προσπαθούσε να στρέψει πάλι τις σκέψεις του στη νεκρή σύζυγό του, μακριά απ’ την κοπέλα που τον είχε μαγέψει. Από τη στιγμή που η Άννα πέθανε, ο Νικ γύρισε την πλάτη του σε όλες τις γυναίκες, αλλά ξαφνικά έπιανε τον εαυτό του να ποθεί ένα κορίτσι που δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη γλυκιά, φινετσάτη και εύθραυστη Άννα. Προσπάθησε να θάψει την ανάμνηση της κοπέλας στην ταβέρνα και | να ξανακάνει την καρδιά του πέτρα, αλλά μάταια. Δεν μπορούσε να την ξεχάσει. Τα συναισθήματά του μόλις είχαν ξυπνήσει και δεν ήταν τόσο εύκολο να τα πνίξει ξανά -όσο και αν απεχθανόταν τον εαυτό του γι’ αυτό. Είχε γίνει σκλάβος του πάθους και δεν μπορούσε να του ξεφύγει. Μ’ αυτή τη σκέψη και με την ελπίδα ότι επρόκειτο απλώς για μια σαρκι-


κή ανάγκη προς μια γυναίκα -οποιαδήποτε γυναίκα-, πήγε να συναντήσει μία απ’ τις πιο φημισμένες πόρνες του Λονδίνου. Η επαφή τους ήταν φλογερή, έντονη και χωρίς ίχνος συναισθήματος κι από τις δύο πλευρές. Στο τέλος της βραδιάς εκείνη τον φίλησε τρυφερά και τον προσκάλεσε να ξαναπεράσει όποτε ήθελε, αλλά -πράγμα παράξενο- ο Νικ αισθανόταν ανικανοποίητος. Το κορμί του ένιωθε χορτασμένο, αλλά το μυαλό του νηστικό κι απογοητευμένο. Έπρεπε να ξαναβρεί τη γυναίκα από το Χεν εντ Βάλτσερ. Την ποθούσε με μια ένταση πιο δυνατή από ποτέ. Ενώ προχωρούσε στο δρόμο κι έβλεπε μπροστά του τα φώτα του Κόουλ Κορτ, ο νους του γύρισε πάλι αναπόφευκτα στο κορίτσι στην ταβέρνα. Θα μπορούσε μια τέτοια γυναίκα να είναι η Γκλόρι, η διαβόητη λησταρχίνα που η συμμορία της έκλεβε με τόσο δονκιχωτικό τρόπο τους πλούσιους για να δίνει τα χρήματά τους στους φτωχούς; Ο Νικ πίστευε ότι η Γκλόρι δε θα είχε αποκτήσει τέτοια φήμη αν δεν ήταν γυναίκα. Ως ένας Ρομπέν των Δασών εκείνης της εποχής, κέντριζε τη φαντασία του κόσμου με τα κατορθώματά της και για χάρη της γράφονταν ποιήματα και μπαλάντες. Μιλούσαν γι’ αυτή σε ταβέρνες και σε λέσχες, ενώ τα καμώματά της αποτελούσαν αφορμή για προπόσεις και φλογερούς λόγους. Ήταν μια λαϊκή ηρωίδα. Και τώρα εκείνος βρισκόταν εκεί για να τη βρει ώστε να μπορέσει ο λόρδος Χόκσμπερι να την κρεμάσει. Σίγουρα, αν πετύχαινε στην αποστολή του, θα γινόταν ο πιο αντιπαθής άνθρωπος στη χώρα. Όμως, πέρα από την υποχρέωση που είχε αναλάβει απέναντι στον λόρδο Χόκσμπερι, είχε να εκπληρώσει και μια προσωπική του επιθυμία. Η Γκλόρι, το κορίτσι στην ταβέρνα, τον είχε γελοιοποιήσει και ο Νικ ήθελε να πάρει εκδίκηση. Πέρασε την πύλη που χώριζε το πάρκο από τους περιποιημένους κήπους. Έπεφτε το σούρουπο και οι ροδοκίτρινες ανταύγειες απ’ το τελευταίο φως ανακατεύονταν με το βαθύ γαλάζιο του ουρανού και τα ψηλά δέντρα ορθώνονταν κατάμαυρα στο σκούρο φόντο του. Στον αέρα πλανιόταν μυρωδιά πεύκου και κομμένου γρασιδιού. Ο Νικ άκουσε ήχο νερού που έτρεχε. Ξαφνικά ένιωσε απίστευτα βρόμικος απ’ το μακρύ ταξίδι του. Ακολουθώντας τον ήχο βρέθηκε να πλησιάζει σ’ ένα ίσιωμα με χλόη, μια στρογγυλή λίμνη κι ένα μικρό θερμοκήπιο. Κάποιος είχε σχεδιάσει εκεί ένα όμορφο δίκτυο από κανάλια και καταρράκτες. Στο μισοσκόταδο το νερό έδειχνε βαθύ και μυστηριώδες. Από το σιντριβάνι που υπήρχε στο κέντρο ξεπηδούσαν χοντρές σταγόνες σαν σπόροι καλαμποκιού. Ο Νικ άφησε το σακίδιό του στο έδαφος, γονάτισε στο γρασίδι κάτω απ’ τα κλαδιά μιας κλαίουσας ιτιάς, ένωσε τις χούφτες του κι έριξε κρύο νερό στο κεφάλι του. Η αίσθησή του ήταν απολαυστική καθώς έτρεχε στο λαιμό του κι έπαιρνε


τη σκόνη που του έγδερνε την επιδερμίδα. Για μια στιγμή μπήκε στον πειρασμό να βγάλει τα ρούχα του και να πέσει στη λίμνη, αλλά ενώ ίσιωνε το κορμί του κι ετοιμαζόταν να ξεκουμπώσει τα κουμπιά του σακακιού του πρόσεξε ότι δεν ήταν μόνος. Κάποιος άλλος είχε την ίδια ιδέα μ’ εκείνον. Από τα δέντρα στην απέναντι πλευρά της λίμνης πρόβαλε μια σιλουέτα, τόσο αέρινη στο φως του δειλινού που έμοιαζε περισσότερο με πλάσμα της φαντασίας παρά με αληθινή γυναίκα. Ή καλύτερα με πλάσμα που ξεπρόβαλε μέσα από εκείνα τα ερωτικά όνειρα που στοίχειωναν τις νύχτες του. Καθώς προχωρούσε στο γρασίδι άφησε τη λευκή πουκαμίσα της να γλιστρήσει απ’ το κορμί της. Το φεγγάρι, που είχε ανέβει πια στον ουρανό, έλουζε την επιδερμίδα της με ένα ασημένιο φως. Μόλις έπεσε στη λίμνη ακούστηκε ένας σιγανός παφλασμός κι αμέσως μετά η απότομη εισπνοή της καθώς το κρύο νερό του σιντριβανιού κυλούσε πάνω της. Στάθηκε όρθια κι ακίνητη κάτω απ’ το χάδι του, μια οπτασία στο φεγγαρόφωτο, κι έπειτα ανασήκωσε τα χέρια της και το άφησε να τρέξει στο κορμί της. Οι σταγόνες έλαμψαν σαν διάσπαρτα διαμάντια στην ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα της και στα μεταξένια, σκούρα μαλλιά της. Πέρα στο σπίτι η ορχήστρα είχε αρχίσει να προετοιμάζεται για το χορό. Η μουσική πλανιόταν στους ήσυχους κήπους και στον αέρα, αδιόρατη και δελεαστική. Η θεά έσυρε αργά τα χέρια της στο γυμνό κορμί της, στα στήθη της, στην ίσια κοιλιά της και στην καμπύλη των γοφών της, σχηματίζοντας μονοπάτια από λαμπερό νερό στην επιδερμίδα της. Στα μισάνοιχτα χείλη της υπήρχε ένα χαμόγελο, ένα χαμόγελο αισθησιακό και ταυτόχρονα αθώο που τον αναστάτωσε. Ο Νικ ένιωσε τη σάρκα του να σκληραίνει σε τέτοιο βαθμό που γινόταν σχεδόν επώδυνο. Ξαφνικά το παντελόνι του τον στένευε υπερβολικά, τον έσφιγγε σαν μέγγενη στα πιο ζωτικά σημεία του. Είχε την αίσθηση ότι ήταν η πιο θερμή βραδιά σε όλη του τη ζωή. Ο αέρας μοσχοβολούσε αγιόκλημα. Η γλυκιά, σαγηνευτική μυρωδιά του πλημμύρισε τις αισθήσεις του. Ο Νικ ήξερε ότι δεν ήταν σωστό να παρακολουθεί αυτή τη γυναίκα, όμως σκέφτηκε ότι σίγουρα δεν επρόκειτο για μια κυρία. Και θα ’πρεπε να ήταν νεκρός για να μην τον ξεσηκώσει η εικόνα της μέσα στη λίμνη. Το κεφάλι της ήταν γερμένο προς τα πίσω, το νερό έτρεχε στο πρόσωπό της, ενώ κρατούσε τα μάτια της κλειστά και οι σκιές από τις βλεφαρίδες της σχημάτιζαν βεντάλιες στα μάγουλά της. Το σώμα της έμοιαζε με άγαλμα φτιαγμένο από καθαρό ασήμι, έτσι όπως έλαμπε στο φως του φεγγαριού. Οι σταγόνες κυλούσαν στα στήθη της, σταματούσαν για λίγο σαν χάντρες στις θηλές της κι έπειτα γλιστρούσαν στο


σκούρο τρίγωνο ανάμεσα στους μηρούς της. Ξαφνικά ακούστηκε από κάπου κοντά η διαπεραστική κραυγή ενός παγονιού. Ο Νικ τινάχτηκε και χτύπησε το κεφάλι του σ’ ένα από τα χαμηλά κλαδιά της ιτιάς. Το κορίτσι στη λίμνη έμεινε ακίνητο, λες και πάγωσε ξαφνικά. Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του και για μια στιγμή τού φάνηκε ότι τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Ύστερα εκείνη βγήκε απότομα από τη λίμνη κι έτρεξε προς τα δέντρα, σκορπίζοντας νερά στο γρασίδι, ενώ στο διάβα της μάζεψε από κάτω την πουκαμίσα της. Κι έπειτα χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Νικ άφησε να βγει από μέσα του η ανάσα που συγκροτούσε. Ένιωθε όλο το σώμα του να καίγεται, το αίμα του να βράζει από πόθο. Βλαστήμησε σιγανά. Τώρα, περισσότερο από πριν, χρειαζόταν εκείνη τη βουτιά στη λίμνη. Το κρύο νερό ήταν ιδανικό για να συνεφέρει το απείθαρχο κορμί του και να χαλιναγωγήσει την πυρετώδη φαντασία του, αλλιώς θα παρουσιαζόταν στο χορό της δούκισσας σε τελείως απαράδεκτη κατάσταση τουλάχιστον σωματικά. Το θέαμα της νεαρής γυναίκας στο σιντριβάνι αποτελούσε την ενσάρκωση όλων εκείνων των ονείρων που αγωνιζόταν μάταια να καταπολεμήσει. Έπιασε το σακίδιό του κι αποφάσισε να συνεχίσει το δρόμο του. Ένα ζωηρό περπάτημα στους κήπους θα έφερνε εξίσου καλό αποτέλεσμα με μια βουτιά στα κρύα νερά. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι είχε ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της αναπνοής του και είχε ανακτήσει τον έλεγχο του κορμιού του. Όμως αποδείχτηκε ότι δεν ήταν το ίδιο εύκολο να ελέγξει τη φαντασία του, που τον βασάνιζε προβάλλοντας στο μυαλό του εικόνες μιας γυμνής θεάς με το νερό να κυλάει στο σώμα της. Ένας υπηρέτης με λιβρέα του άνοιξε την κεντρική πόρτα κι ο Νικ ανοιγόκλεισε τα μάτια του γιατί το φως από τα κεριά τον τύφλωσε. Δεν είχε ιδέα πώς θα έδειχνε με το αγριεμένο βλέμμα του και με το νερό που έσταζε ακόμα από τις άκρες των σκούρων μαλλιών του. Ο υπηρέτης φώναξε τον μπάτλερ, εκείνος έριξε μια ματιά στο ταλαιπωρημένο σακίδιο που ο Νικ είχε αφήσει μπροστά στα πόδια του και φάνηκε έτοιμος να τον στείλει να μπει από την είσοδο που προοριζόταν για τους εμπόρους ή ακόμα και να τον διώξει. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή ο Τσαρλς Κόουλ προχωρούσε στο διάδρομο με μια προσκεκλημένη του. Κοίταξε προς την εξώπορτα και το πρόσωπό του φωτίστηκε μόλις είδε τον παλιό του φίλο. «Νικ! Ήρθες επιτέλους!» φώναξε. Ο Νικ μπήκε στο σπίτι ενώ ο μπάτλερ, με την απέχθεια να καθρεφτίζε-


ται σε κάθε εκατοστό του προσώπου του, ρούφηξε τη μύτη του και πρόσταζε ένα νεαρό υπηρέτη να μεταφέρει τις αποσκευές του ταγματάρχη Φάλκονερ στον πάνω όροφο. Η μεστωμένη καλλονή με το υπεροπτικό ύφος που κρεμόταν απ’ το μπράτσο του Τσαρλς κοίταξε τον Νικ αφ’ υψηλού. «Ταγματάρχης Φάλκονερ;» επανέλαβε δίνοντας μια μικρή έμφαση στην προσφώνηση, λες και όποιος είχε βαθμό κατώτερο από στρατηγό δεν ήταν ευπρόσδεκτος στο Κόουλ Κορτ. Ο Νικ χαμογέλασε κι έκανε μια υπόκλιση. «Πώς είστε, κυρία; Νίκολας Φάλκονερ, στις υπηρεσίες σας». «Με τον Νικ ήμαστε συμφοιτητές, Φέι», της εξήγησε ο Τσαρλς. Άπλωσε το χέρι του κι έσφιξε θερμά την παλάμη του φίλου του. Το καθαρό, έντιμο πρόσωπό του έλαμπε από χαρά. «Νικ, από δω η σύζυγος του ξαδέρφου μου, η λαίδη Φέι Κόουλ». «Φάλκονερ...» μουρμούρισε η καλλονή. Το βλέμμα της ξαστέρωσε. «Ω, είστε ο κληρονόμος του μαρκήσιου του Κίνλος! Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι ο Τσαρλς άρχισε να προσκαλεί αξιωματικούς του στρατού στο Κόουλ Κορτ!» «Μα είμαι ταγματάρχης στο στρατό, κυρία», είπε σιγανά ο Νικ. «Ε, καλά, δεν πειράζει». Η λαίδη Φέι γούρλωσε τα ανοιχτογάλανα μάτια της. «Το σημαντικότερο είναι ότι είστε κληρονόμος μιας μαρκιωνίας». Η έκφρασή της έγινε κάπως πιο σκληρή. «Πρέπει να γνωρίσετε την κόρη μου, ταγματάρχη Φάλκονερ». Χαμογέλασε. Ήταν ένα ψυχρό χαμόγελο που δε φώτισε καν τα μάτια της. «Παντρεύτηκα μικρή, όπως καταλαβαίνετε. Η Λίντια είναι δεκαεπτά ετών και μόλις τώρα κάνει το ντεμπούτο της». Ο Νικ δεν είχε καμιά όρεξη να γνωρίσει την έφηβη κόρη μιας προξενήτρας μαμάς, αλλά υποκλίθηκε ευγενικά και η λαίδη Φέι έφυγε, σίγουρα για να βρει τη θυγατέρα της και να την παρουσιάσει ως πρόβατο επί σφαγή στο νεοφερμένο. «Σου ζητώ συγνώμη για τη Φέι», μουρμούρισε ο Τσαρλς Κόουλ και τον έπιασε από το μπράτσο καθώς η σύζυγος του ξαδέρφου του απομακρυνόταν μέσα σ’ ένα σύννεφο από αποπνικτικό άρωμα. «Ο ξάδερφός μου, ο Χένρι, ανέκαθεν έκανε ανοησίες σε σχέση με τις γυναίκες. Τον θυμάσαι τον Χένρι; Τότε θα καταλαβαίνεις τι εννοώ. Αλλά η Φέι θα μπορούσε τουλάχιστον να περιμένει να περάσεις το κατώφλι πριν σε αξιολογήσει και σε βάλει στη λίστα με τους υποψήφιους γαμπρούς». «Κάποιος πρέπει να την προειδοποιήσει ότι δεν είμαι φτιαγμένος για


γαμπρός», απάντησε ο Νικ με μια νότα μελαγχολίας στη φωνή του. Τα πεθερικά του ποτέ δεν τον είχαν κατηγορήσει για τη συμπεριφορά του απέναντι στην Άννα, κι αυτό του δημιουργούσε ακόμα περισσότερες τύψεις γιατί, βαθιά μέσα του, γνώριζε ότι ήταν ένοχος. Ο Τσαρλς αναστέναξε. «Αν είσαι φερέγγυος κι έχεις όλα σου τα δόντια, τότε διαθέτεις και τα προσόντα, καλέ μου φίλε», του είπε. Εκείνος αναστέναξε. «Πες της ότι είμαι απένταρος. Σε ικετεύω!» «Θα μπορούσα να το κάνω, αλλά τότε θα έλεγα ψέματα. Και η μαρκιωνία;» «Εκμυστηρεύσου της ότι δήθεν ο θείος μου με αποκλήρωσε ή κάτι τέτοιο». Ο Νικ έβαλε τα γέλια. «Άλλωστε, είμαι σίγουρος ότι κι εκείνος θα το έκανε αν περνούσε απ' το χέρι του. Είναι πολύ απογοητευμένος μαζί μου. Λεν εγκρίνει το γεγονός ότι ο διάδοχός του εργάζεται για να κερδίζει τα προς το ζην. Και μια που το συζητάμε, για δουλειά ήρθα εδώ, Τσαρλς. Όχι για να γνωρίσω ντεμπιτάντ». «Το ξέρω». Κοίταξε θεατρινίστικα πάνω από τον ώμο του και ο Νικ συνειδητοποίησε ότι δε θα ήταν καθόλου καλός στο ρόλο του έμπιστου πληροφοριοδότη. «Ο Χόκσμπερι μου έστειλε ένα γράμμα πριν έρθεις. Έπρεπε να φανταστώ ότι ο Ράσλι θα συνέχιζε να δημιουργεί προβλήματα ακόμα κι απ’ τον τάφο του». «Φυσικά. Ποτέ του δε νοιαζόταν για τίποτα». «Πού είναι ο Έινστερ;» ρώτησε ο Τσαρλς κι έριξε μια ματιά γύρω. «Δεν ήρθε μαζί σου; Αυτόν δεν πρόκειται η Φέι να τον δει ως υποψήφιο γαμπρό. Ούτε που θα σκεφτεί να του ρίξει στην αγκαλιά του τη Λίντια τώρα που ο πατέρας του κηλίδωσε το όνομα της οικογένειας». «Ο Ντέξτερ θα έρθει αύριο», απάντησε ο Νικ. «Τον άφησα στο Σκίπτον να ηρεμήσει τον χωροφύλακα». «Βέβαια, βέβαια». Ο Τσαρλς έδειχνε να είναι ενθουσιασμένος κατά βάθος. «Πρέπει να σου πω ότι αυτή η υπόθεση έχει δώσει μια άλλη ζωντάνια στο καλοκαίρι μου. Συνήθως βρίσκω την εξοχή αφόρητα πληκτική. Τώρα ο Χόκσμπερι λέει...» Πλησίασε περισσότερο και είπε αρκετά δυνατά για συνωμότη: «Πες μου λεπτομέρειες κι εγώ θα σε βοηθήσω όσο μπορώ να πιάσεις τα Κορίτσια της Γκλόρι». «Εντάξει», είπε ο Νικ, προσπαθώντας να μη γελάσει. «Απόψε όμως...» Ο φίλος του γύρισε καθώς η πόρτα της αίθουσας χορού άνοιξε και αρκετά ζευγάρια βγήκαν στο δροσερό διάδρομο με τα ασπρόμαυρα πλακάκια, που θύμιζαν σκακιέρα. «Απόψε θα γνωρίσεις τους φιλοξενούμενούς μου και θα διασκεδάσεις. Ποιος ξέρει; Μπορεί ν’ ανακαλύψεις


κάτι που θα σου φανεί χρήσιμο». Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του. «Ασφαλώς. Εγώ...» Σταμάτησε απότομα. Η εξώπορτα μόλις είχε ανοίξει και ο υπηρέτης συνόδευε μέσα δυο επισκέπτριες που είχαν φτάσει καθυστερημένα. Η μία ήταν μια πανέμορφη γυναίκα με ξανθά μαλλιά, είκοσι επτά είκοσι οκτώ χρονών. Από εκείνες τις γυναίκες που δέσποζαν σ’ ένα χώρο, εξίσου επιβλητική με τη Φέι Κόουλ. Η υπεροπτική στάση του κεφαλιού της έδειχνε πως απαιτούσε να την κοιτάζουν όλοι και ο Νικ σκέφτηκε ότι οι περισσότεροι θα το έκαναν με μεγάλη προθυμία. Φορούσε ένα κατακόκκινο βραδινό φόρεμα με σκανδαλιστικά βαθύ ντεκολτέ, που μετά βίας σκέπαζε τις θηλές της και αναδείκνυε την έντονα προκλητική διάθεσή της... Πολύ τολμηρό, σκέφτηκε ο Νικ βλέποντας όλα τα προσόντα της αραδιασμένα στη βιτρίνα. Άκουσε τον Τσαρλς ν’ αναστενάζει. «Και δυστυχώς αυτή είναι άλλη μια ξαδέρφη μου», τον πληροφόρησε. «Η λαίδη Έστερ Μπέρι. Τα μειονεκτήματα της μεγάλης οικογένειας...» Όμως ο Νικ δεν άκουγε πια. Κοιτούσε τη δεύτερη γυναίκα. Στεκόταν λίγο πιο πίσω από τη λαίδη Έστερ κι απ’ τον τρόπο που τα δάχτυλά της έσφιγγαν το βραδινό τσαντάκι της κατάλαβε ότι ένιωθε νευρικότητα. Έδειχνε μικρότερη από τη λαίδη Έστερ, το πρόσωπό της ήταν κάπως χλομό και το σώμα της λεπτό, αλλά γεμάτο σε όλα τα σωστά σημεία. Τα μαλλιά της ήταν κρυμμένα κάτω από ένα μοντέρνο τουρμπάνι και, παρ’ ότι το φόρεμά της έδειχνε σεμνό, εφάρμοζε στις καμπύλες της μ’ έναν πολύ ελκυστικό τρόπο. Συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα. Λίγο νωρίτερα είχε δει αυτές τις ίδιες καμπύλες λουσμένες στο φεγγαρόφωτο, με τις σταγόνες του νερού από το σιντριβάνι να λαμπυρίζουν πάνω τους. Η γυναίκα γύρισε τότε το κεφάλι της και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Στην αρχή πίστεψε ότι τα μάτια της ήταν μαύρα, αλλά, μόλις το φως από το φανάρι έπεσε πάνω τους, πρόσεξε τις πράσινες και χρυσαφένιες σπίθες στο βάθος τους. Και τότε συνειδητοποίησε κάτι που του έκοψε την ανάσα. Δεν μπορεί να ήταν σύμπτωση. Σίγουρα, σίγουρα είχε μπροστά του το κορίτσι απ’ το Χεν εντ Βάλτσερ. Τότε φορούσε ξανθή περούκα και μαύρη βελούδινη μάσκα, αλλά το μόνο που δεν μπορούσε να κρύψει ήταν το ασυνήθιστο χρώμα των ματιών της. Την κοιτούσε και θαύμαζε την απαλή γραμμή του μάγουλού της, τα γεμάτα, αισθησιακά χείλη της -που απόψε δεν είχαν το πρόστυχο κόκκινο της πόρνης, αλλά ένα προκλητικό ρόδινο χρώμα- και τον υπέροχο λαιμό της. Ήταν σχεδόν βέβαιος -όσο βέβαιος θα μπορούσε να είναι χωρίς να τη φιλήσει ότι επρόκειτο για την ίδια γυναίκα.


Τα μάτια της άνοιξαν λίγο παραπάνω όταν είδε ότι την παρατηρούσε επίμονα κι εκείνη τη στιγμή ο Νικ συνειδητοποίησε ότι τον είχε αναγνωρίσει, είτε ως τον άντρα που είχε φιλήσει στην ταβέρνα είτε ως εκείνον που είχε δει στη λίμνη -είτε και τα δύο. Συνέχισε να την κοιτάζει όμως και περίμενε ήρεμα την αντίδρασή της. Δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Η άγνωστη ύψωσε το πιγούνι της και τον ζύγισε με το βλέμμα της μ’ έναν τόσο έξυπνο και υπολογισμένο τρόπο, που τον άφησε κατάπληκτο. Η ματιά της τον διαπέρασε λες και εμφανιζόταν μπροστά της απολύτως διάφανος! Ο Νικ χαμογέλασε με θαυμασμό. Πραγματικά έδειχνε πολύ ψύχραιμη. Μα ήταν δυνατόν αυτή η τόσο καθωσπρέπει κυρία να είναι η περιβόητη Γκλόρι, η πόρνη από το πανδοχείο; Σίγουρα πάντως ήταν η γυμνή νύμφη από το σιντριβάνι. Κι εκείνος είχε ένα πλεονέκτημα στην αναμέτρησή τους. Η αναπάντεχη εμφάνισή του πρέπει να την αναστάτωσε, ανεξάρτητα από το πόσο καλά το έκρυβε. Οπότε ήταν καιρός να κάνει κίνηση πριν εκείνη προλάβει να ανασυγκροτήσει τις άμυνές της. «Ποια είναι αυτή;» μουρμούρισε κι άκουσε πάλι τον Τσαρλς ν’ αναστενάζει. «Σου είπα, φίλε μου. Είναι η ξαδέρφη μου η Έστερ...» «Όχι αυτή», του διευκρίνισε ο Νικ. «Η άλλη». «Ω». Ο Τσαρλς ακούστηκε λες και αιφνιδιάστηκε απ’ την ερώτησή του, λες και κανείς δεν έπρεπε να έχει μάτια για άλλη γυναίκα όταν η εκθαμβωτική Έστερ ήταν παρούσα. «Είναι η κυρία Μαρίνα Όσμπορν. Γειτόνισσά μας». Κυρία Όσμπορν. Ο Νικ στένεψε τα μάτια του καθώς σκεφτόταν. «Είναι παντρεμένη;» «Όχι». Ο τόνος του Τσαρλς ακούστηκε εύθυμος κι ελαφρώς κουρασμένος, θαρρείς και ο Νικ δεν ήταν ο πρώτος άντρας που τον ρωτούσε κάτι ανάλογο. «Είναι χήρα. Μια πλούσια και αφοσιωμένη χήρα. Λένε ότι μαζί με το σύζυγό της έθαψε και την καρδιά της» O Νικ χαμογέλασε. Μια πλούσια χήρα. Η τέλεια κάλυψη για την αινιγματική κυρία Όσμπορν. Είχε δανειστεί το όνομα και την υπόληψη ενός αξιοσέβαστου συζύγου, όμως ο ίδιος ο σύζυγος δεν υπήρχε πουθενά. «Ξέρεις τι λένε για τις φαινομενικά ενάρετες χήρες», μουρμούρισε. «Μερικές φορές είναι αλήθεια», απάντησε ο Τσαρλς. «Αλλά είσαι πολύ κυνικός, φίλε μου. Και να ξέρεις ότι δεν έχεις καμιά ελπίδα, αν σκοπεύεις να τη φλερτάρεις. Έχει τη φήμη της βασίλισσας του πάγου».


Εκείνος αναλογίστηκε για άλλη μια φορά την προκλητική ομορφιά της Μαρίνας Όσμπορν, καθώς οι σταγόνες του νερού χάιδευαν το γυμνό κορμί της. «Αυτό θα δούμε αν αληθεύει», μουρμούρισε και ίσιωσε τους ώμους του. «Πάμε να με συστήσεις στην κυρία Όσμπορν».


Κεφάλαιο 4 Γιασεμί - Έλξη «Σε κοιτάζει ο πιο γοητευτικός άντρας στην αίθουσα, Μαρί», ψιθύρισε η λαίδη Έστερ Μπέρι. «Νομίζω ότι θέλει να σε γνωρίσει». Η Μαρί κατάλαβε. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στο σπίτι, είχε νιώσει έντονα την παρουσία του άντρα που στεκόταν δίπλα στον Τσαρλς Κόουλ. Αισθανόταν κάθε του κίνηση, κάθε του βλέμμα προς το μέρος της. Τον είχε δει να κοιτάζει πρώτα την Έστερ, μετά εκείνη και στη συνέχεια -παραδόξως-να εξακολουθεί να έχει τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, θαρρείς και δεν υπήρχε κανένας άλλος στο χώρο. Τέτοιο πράγμα δεν της είχε συμβεί ξανά. Ένας απ’ τους πολλούς λόγους που χαιρόταν να έχει την Έστερ μαζί της ήταν ότι της πρόσφερε την τέλεια κάλυψη. Η Μαρί είχε συνηθίσει να περνούν τα αντρικά βλέμματα από μέσα της, από πάνω της κι από γύρω της ενώ αναζητούσαν τη φίλη της στην αίθουσα. Κι αυτό όχι μόνο δεν την πείραζε, αλλά την ανακούφιζε. Το καλοδεχόταν. Όχι πως της έλειπε το ενδιαφέρον απ’ την πλευρά του άλλου φύλου. Ήταν αρκετοί οι επίδοξοι μνηστήρες που γλυκοκοίταζαν την περιουσία της -αν όχι την ίδια. Αλλά συνήθως οι άντρες προσπαθούσαν να την προσεγγίσουν και να τη γοητεύσουν απλώς και μόνο για να τη χρησιμοποιήσουν ως μεσάζοντα για... να πει στην Έστερ έναν καλό λόγο γι’ αυτούς. Αυτός ο μελαχρινός άγνωστος όμως είχε παραβιάσει όλους τους κανόνες. Κοίταξε την Έστερ, ύστερα εκείνη και μετά το βλέμμα του δεν ξαναγύρισε στη φίλη της. Και παρ’ όλο που δεν τον είχε δει καθαρά, συνειδητοποίησε ενστικτωδώς ότι ήταν ο άντρας που στεκόταν κάτω από την ιτιά στον κήπο και που, φυσικά, αναγνώρισε στο πρόσωπό της τη νύμφη η οποία λουζόταν στο σιντριβάνι. Ένα λεπτό αργότερα, όταν ο άγνωστος προχώρησε ένα βήμα μπροστά και το φως του φαναριού έπεσε πάνω του, η Μαρί συνειδητοποίησε ακόμα -με μια βεβαιότητα που έκανε την καρδιά της να σταματήσει για μερικά


δευτερόλεπτα από την ταραχή- ότι επρόκειτο επίσης για τον άντρα που συνάντησε στο πανδοχείο του Λονδίνου, τη βραδιά που δολοφονήθηκε ο Ράσλι. Τον άντρα που κάθισε μαζί του ενώ περίμενε τον κόμη, τον άντρα που φίλησε. Τώρα βέβαια η εμφάνισή του έδειχνε τελείως διαφορετική από τότε. Εκείνο το βράδυ ήταν ντυμένος παράξενα και το παρουσιαστικό του προκαλούσε αμφιβολίες για τις προτιμήσεις του. Ωστόσο η Μαρί είχε διαισθανθεί αμέσως μόλις τον είδε ότι επρόκειτο απλώς για μεταμφίεση, γιατί διέκρινε πάνω του κάτι τόσο σκληρό κι αρρενωπό ώστε ακόμα και τα κραυγαλέα, φανταχτερά ρούχα δεν μπορούσαν να το κρύψουν. Κάτι που, προς μεγάλη έκπληξή της, αφύπνισε μέσα της κάθε στοιχείο της θηλυκότητάς της. Αναρίγησε κάτω απ’ τις πτυχές της ασημοκέντητης εσάρπας της και φρόντισε να την τυλίξει λίγο πιο σφιχτά πάνω της. Εκείνο το φιλί ήταν ένα τεράστιο λάθος. Μια παρέκκλιση. Συνήθως απεχθανόταν τα φιλιά. Της προκαλούσαν αηδία. Και σπάνια άγγιζε κάποιον... Αυτού του είδους η εγγύτητα της προκαλούσε φόβο. Κι αυτό έκανε ακόμα πιο παράδοξο το γεγονός ότι, όταν φιλούσε το συγκεκριμένο άντρα, ξέχασε όλους τους κανόνες της. Τους μήνες που ακολούθησαν τη συνάντησή τους προσπαθούσε να ξεχάσει κι εκείνον και το φιλί του, αλλά μάταια. Όταν ο Ράσλι της διαμήνυσε να συναντηθούν στο Χεν εντ Βάλτσερ, η Μαρί σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να μπει εκεί μέσα ντυμένη με πένθιμα ρούχα και πλερέζες, γιατί τότε δε θα περνούσε απαρατήρητη. Έτσι αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την ελκυστική μεταμφίεση της Μόλι, αλλά μόλις έφτασε στο πανδοχείο κατάλαβε πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό που έκανε, επειδή ένας μεθυσμένος τύπος επιχείρησε να της ριχτεί. Εκείνη κοίταξε τότε γύρω της για να βρει κάποιον άλλον άντρα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντιπερισπασμός, ως προστάτης της ίσως απέναντι στα μάτια του μεθυσμένου, και το βλέμμα της έπεσε σ’ εκείνον. Αλλά καθώς προχωρούσε η συζήτησή τους μάντεψε ότι είχε μπλέξει άσχημα μαζί του. Ο άγνωστος διέθετε κάτι που της κέντριζε το ενδιαφέρον, την έλκυε. Πρώτη φορά στη ζωή της αισθανόταν έτσι, και το συναίσθημα ήταν μεθυστικό σαν άρωμα δυνατού κρασιού και διεγερτικό συνάμα, γιατί την έβαζε σε πειρασμό και ξυπνούσε την παράτολμη πλευρά του χαρακτήρα της. Ένα κομμάτι του εαυτού της δυσπιστούσε, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα ένιωθε έτσι ποτέ -εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ο Ράσλι τη μεταχείστηκε-, κι αυτό την έσπρωξε να δοκιμάσει κι άλλες επιπολαιότητες.


Όταν ο άντρας έσκυψε να τη φιλήσει, η Μαρί πανικοβλήθηκε για μια στιγμή, φοβήθηκε πως θα ένιωθε την ίδια αποστροφή που ένιωθε για τον Ράσλι και η επιδερμίδα της μυρμήγκιασε, ο λαιμός της έκλεισε. Αλλά την επόμενη στιγμή όλα πέρασαν και, αντί για αηδία, την κυρίευσε μια αίσθηση τόσο δυνατή και γλυκιά που την ώθησε να ξεπεράσει το δισταγμό της. Τότε τον τράβηξε πάνω της οδηγημένη μόνο απ’ το ένστικτό της, μόνο από μια ακαταμάχητη επιθυμία να τον γευτεί. Το κύμα του πόθου που την πλημμύρισε την άφησε αποσβολωμένη και, όταν εκείνη διέκοψε το φιλί τους και αποτραβήχτηκε, διέκρινε να καθρεφτίζεται στα βάθη των δικών του ματιών ο ίδιος πόθος, η ίδια έκπληξη. Και στον κόσμο της γύρισαν τα πάνω κάτω. Ήταν ένας επικίνδυνος άνθρωπος τελικά, ένας άνθρωπος που ίσως διέθετε τη δύναμη να την κάνει να ξεχάσει το παρελθόν της. Τότε είχε φανταστεί πως δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ, πως εύκολα θα μπορούσε να λησμονήσει ό,τι είχε συμβεί ανάμεσά τους. Όμως είχε κάνει λάθος. Κι απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, ο άντρας ήταν επικίνδυνος και για άλλον ένα λόγο: Βρισκόταν στο Χεν εντ Βάλτσερ τη βραδιά που ο Ράσλι δολοφονήθηκε, βρισκόταν εδώ και τώρα, κι αυτό δεν μπορεί να ήταν συμπτωματικό. Η Μαρί ύψωσε το πιγούνι της και διέκοψε σκόπιμα την οπτική επαφή τους. «Δεν είναι και τόσο ωραίος», είπε στην Έστερ. «Φαίνεται ότι κάποτε πρέπει να έσπασε τη μύτη του και να μην του κόλλησε σωστά. Και άλλωστε εγώ προτιμώ τους ξανθούς απ’ τους καστανούς». Παρ’ όλα αυτά η εμφάνισή του είχε ελάχιστα ψεγάδια και η Μαρί το ήξερε καλά. Ο άγνωστος είχε πολύ ίσια, σκούρα φρύδια κι επίσης σκούρα μάτια με άγρυπνο βλέμμα, έντονα ζυγωματικά και πιγούνι, καθώς και αυστηρό στόμα. Θυμήθηκε αυτό το στόμα κι αναρίγησε. «Ανοησίες», μουρμούρισε η Έστερ. «Είσαι υπερβολικά σχολαστική. Εγώ τον βρίσκω...» «Σκληρό», έσπευσε να συμπληρώσει η Μαρί κι ένιωσε άλλο ένα ρίγος στη σπονδυλική της στήλη. «Ναι», συμφώνησε η φίλη της. «Και πολύ δυναμικό». Χαμογέλασε. «Δε νομίζω πως είναι για μένα. Ωστόσο πιστεύω ότι είναι ο ωραιότερος άντρας που έχω δει στο Πίκοκ Όουκ τα τελευταία δύο χρόνια». «Και το Πίκοκ Όουκ φημίζεται ως κέντρο ανάδειξης της αντρικής ομορφιάς», παρατήρησε η Μαρί.


Η Έστερ χαμογέλασε πλατιά. «Αναγνωρίζω ότι είσαι ειδική σε θέματα κηπουρικής, αλλά όχι και σε θέματα που αφορούν το αντίθετο φύλο. Εκεί νομίζω ότι πρέπει να υποκλιθείς στην ανωτερότητα της γνώσης μου». «Της πλατιάς γνώσης σου», τόνισε η Μαρί. Η Έστερ την κλότσησε απαλά με το γοβάκι της. «Σταμάτα, έρχονται προς τα δω», της ψιθύρισε. «Θα ζήτησε από τον Τσαρλς να σε γνωρίσει». «Τότε μάλλον δεν έπιασε το υπονοούμενο». Η καρδιά της Μαρί άρχισε να χτυπάει λίγο πιο δυνατά, παρ’ ότι το πρόσωπό της έδειχνε τελείως ήρεμο. «Του έκοψα τη φόρα νωρίτερα». «Μα είναι ανάγκη να κάνεις τέτοια πράγματα; Εγώ θέλω να τον γνωρίσω πάντως... ακόμα κι αν εσύ δε θέλεις». «Φοβάμαι πως πρέπει να τον απορρίψω», μουρμούρισε η Μαρί. «Είναι αυτός για τον οποίο σου μίλησα νωρίτερα. Αυτός που με παρακολουθούσε στο σιντριβάνι όταν πλενόμουν». Η Έστερ έφερε το χέρι της στο στόμα της. «Ω! Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που σε κοιτούσε τόσο επίμονα!» «Πέρα από αυτό όμως», συνέχισε η Μαρί, «είμαι σχεδόν βέβαιη ότι πρόκειται για τον ίδιο άντρα που συνάντησα στο Λονδίνο». Η φίλη της την κοίταξε ανέκφραστα κι εκείνη κατάλαβε πως έπρεπε να τη διαφωτίσει. «Εκείνος... στο Χεν εντ Βάλτσερ, Ες. Τη βραδιά που δολοφονήθηκε ο Ράσλι». Όλο το χρώμα στράγγιξε απ’ το πρόσωπο της Έστερ, η επιδερμίδα της χλόμιασε σαν το λεμόνι κάτω από το μακιγιάζ της. «Να πάρει ο δαίμονας», βλαστήμησε με ξεψυχισμένη φωνή. «Υπάρχει περίπτωση να πρόκειται για σύμπτωση;» «Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις», της απάντησε ωμά. Η φίλη της δάγκωσε το χείλι της. «Πιστεύεις ότι είναι πολύ αργά για να το σκάσεις;» τη ρώτησε με αγωνία. Εκείνη κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. «Φοβάμαι πως ναι». Κοίταξε σκεφτική τον άντρα που ερχόταν αποφασιστικά προς το μέρος της. «Υποψιάζομαι πως είναι από τους ανθρώπους που θα με κυνηγούσε, αν έφευγα. Και θα μ’ έπιανε!» «Τι θα κάνουμε τώρα;» ψιθύρισε η Έστερ. Το πρόσωπό της εξακολουθούσε να είναι κατάχλομο. «Δεν είμαι καλή ηθοποιός...» «Τότε άφησέ το πάνω μου. Μην προσπαθήσεις να παίξεις θέατρο». Ο Τσαρλς Κόουλ υποκλίθηκε μπροστά τους. Η Μαρί απάντησε με μια σεμνή υπόκλιση. Πάντοτε κρατούσε απόσταση απ’ τον δούκα, γιατί πίστευε πως ήταν κάτι παραπάνω από τον απλό, καλοσυνάτο ευγενή που


παρίστανε πως είναι. Το γεγονός ότι διατηρούσε δικά της μυστικά τη βοηθούσε να καταλαβαίνει εύκολα τις απάτες των άλλων, μολονότι δεν ήξερε ακριβώς ποιο μυστικό έκρυβε ο Τσαρλς Κόουλ. Η Έστερ πρόσφερε στον ξάδερφό της το μάγουλό της για να το φιλήσει. «Καλησπέρα, Τσαρλς», τον χαιρέτησε. Η Μαρί καταλάβαινε ότι παρά την αγωνία της έκανε φιλότιμες προσπάθειες να συμπεριφερθεί φυσιολογικά κι αισθάνθηκε να την πλημμυρίζει μια απέραντη αγάπη για τη φίλη της. Η Έστερ επέμενε να τη συνοδεύσει σ’ αυτό το τρομερό ταξίδι στο Λονδίνο για να συναντήσει τον Ράσλι. Την περίμενε μάλιστα στο ξενοδοχείο Γκριγιόν μέχρι να επιστρέψει. Η Μαρί της μίλησε τότε για όλα όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ, γιατί πάντα μοιράζονταν τα μυστικά τους. Τώρα όμως, για πρώτη φορά, ευχόταν να της είχε κρύψει κάποια πράγματα για να μην αισθάνεται η Έστερ αυτή την πιεστική ανάγκη να την προστατεύσει. Η Μαρί ήξερε να φροντίζει τον εαυτό της από πολύ παλιά, από τότε ακόμα που δεν είχε κανέναν άλλο να νοιαστεί για εκείνη. Και θα μπορούσε να το ξανακάνει, αν παρουσιαζόταν η ανάγκη. Αλλά δεν ήθελε η φίλη της να υποφέρει εξαιτίας του δικού της παρελθόντος. «Καλησπέρα, Έστερ», απάντησε ο Τσαρλς, και ήταν ολοφάνερο ότι αγωνιζόταν να μην κοιτάξει το στήθος της ξαδέρφης του, που ξεχείλιζε απ’ το προκλητικό μπούστο του φορέματος της. Υποκλίθηκε πιο τυπικά στη Μαρί. «Κυρία Όσμπορν». «Εξοχότατε». Η Μαρί προσπάθησε να μην κοιτάξει τον άντρα που τον συνόδευε, αλλά δεν τα κατάφερε. Αισθανόταν πάνω της τη ματιά του σαν άγγιγμα και, όταν ανασήκωσε το βλέμμα της, η έκφρασή του έκανε την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά. Ανατρίχιασε σύγκορμη. Το βλέμμα του ήταν σκληρό, λες και την αξιολογούσε. Ένιωσε μια έντονη ζεστασιά χαμηλά στην κοιλιά της και ταράχτηκε. Νόμιζε ότι το κάθαρμα ο Ράσλι της είχε μάθει τα πάντα για τους άντρες και τις σαρκικές ανάγκες τους, της είχε δείξει μέχρι πού μπορούσαν να φτάσουν για να τις ικανοποιήσουν. Όταν το έσκασε από εκείνον, συμπέρανε ότι πέθανε μέσα της κάθε επιθυμία να κοιμηθεί ξανά με άντρα. Πίστευε πως δε θα αισθανόταν ποτέ σαρκικό πόθο. Κι όμως, αυτός ο άγνωστος είχε ανατρέψει όλες τις πεποιθήσεις της με ένα και μόνο φιλί, και τώρα έκανε το ίδιο με ένα και μόνο βλέμμα του. Υπενθύμισε αυστηρά στον εαυτό της ότι πρέπει να βρισκόταν εκεί με κάποιο σκοπό και ότι εκείνη δεν έπρεπε να χαλαρώσει ούτε για μια στιγμή τις άμυνές της. Η έλξη που ένιωθε για εκείνον θα την αποδυνάμωνε, θα την άφηνε ευάλωτη απέναντι του, κι αυτό ίσως αποδεικνυόταν τρομακτικά επικίνδυνο.


«Επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον ταγματάρχη Νίκολας Φάλκονερ», είπε τότε ευγενικά ο Τσαρλς Κόουλ. «Είναι παλιός μου φίλος και ήρθε να περάσει το καλοκαίρι του στην εξοχή. Νικ, από δω η ξαδέρφη μου η λαίδη Έστερ Μπέρι και η φίλη μας, η κυρία Όσμπορν». Νίκολας Φάλκονερ. Έδειχνε έμπιστο άτομο. Υποκλίθηκε άψογα μπροστά της. Όμως, όταν πήρε το χέρι της στο δικό του και το έφερε στα χείλη του, το άγγιγμά του της προκάλεσε μια αίσθηση κινδύνου. Επιπλέον της φάνηκε ανησυχητικά οικείο, με αφορμή το ένα και μοναδικό φιλί που αντάλλαξαν. «Πώς είστε, ταγματάρχα Φάλκονερ;» ρώτησε όσο πιο άχρωμα μπορούσε. «Πολύ καλά, κυρία Όσμπορν. Ευχαριστώ», της απάντησε. Και πριν εκείνη συνειδητοποιήσει τι σκόπευε να κάνει, την έπιασε αγκαζέ και την παρέσυρε λίγο πιο πέρα από εκεί όπου στέκονταν ο Τσαρλς με την Έστερ. Η κίνησή του φανέρωνε υπερβολική αυτοπεποίθηση και απόλυτη αποφασιστικότητα να την απομακρύνει απ’ τους άλλους. «Με συγχωρείτε, κυρία Όσμπορν, αλλά υπάρχει περίπτωση να έχουμε γνωριστεί;» Η Μαρί τον κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό και ευθύ. Ξαφνικά ένιωσε αποκομμένη απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο γιατί οι φαρδιές πλάτες του την εμπόδιζαν να δει τον Τσαρλς, την Έστερ και τους άλλους προσκεκλημένους. Εκείνος την τράβηξε λίγο πιο κοντά του καθώς μια παρέα που κατευθυνόταν με γέλια και συζητήσεις προς τον μπουφέ με τα ποτά τούς προσπερνούσε. Το χέρι του την κρατούσε απ’ τον αγκώνα ανάλαφρα αλλά σταθερά, και το άγγιγμά του έκανε ολόκληρο το κορμί της να μουδιάζει από ταραχή. Η Μαρί μύριζε το άρωμά του, ένα συνδυασμό από καλοκαιρινές νύχτες, σανταλόξυλο και κάτι άλλο, πιο προσωπικό και οικείο. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα και σκονισμένα απ’ το ταξίδι, αλλά αυτό δε μείωνε ούτε στο ελάχιστο τον αέρα της αυταρχικότητας που απέπνεε. Φαινόταν ένας άνθρωπος συνηθισμένος να παίρνει πάντα αυτό που θέλει. Η Μαρί το διαισθανόταν. Αμφέβαλλε μάλιστα αν υπήρχαν πολλές γυναίκες που θα μπορούσαν να του αρνηθούν, ν’ αντισταθούν στη γοητεία του. Η ατμόσφαιρα ανάμεσα τους παλλόταν από την ένταση. Η Μαρί είχε την αίσθηση ότι ο Φάλκονερ γνώριζε κάθε πόντο του κορμιού της κάτω απ’ το γκρίζο μετάξι του βραδινού φορέματος της. Και χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να πάρει το βλέμμα της από τα μάτια του. «Είμαι βέβαιη ότι δεν έχουμε γνωριστεί», του απάντησε σταθερά.


Εκείνος χαμογέλασε αργά, με τον ίδιο τρόπο που της είχε χαμογελάσει και τότε, στο πανδοχείο. «Διαφορετικά θα με θυμόσαστε;» τη ρώτησε. Ασφαλώς. Δε θα μπορούσα να σε ξεχάσω... «Έχω πολύ καλή μνήμη», συνέχισε ψυχρά. «Αλλά δε θυμάμαι να σας έχω ξαναδεί». Ο Νικ ύψωσε το φρύδι του, απτόητος απ’ την απόρριψή της. «Περίεργο. Γιατί η φυσιογνωμία σας μου είναι πολύ οικεία». Στα χείλη της Μαρί σχηματίστηκε ένα παγερό χαμόγελο. «Αντιθέτως, ταγματάρχα Φάλκονερ. Εσείς δείχνετε να αποκτάτε γρήγορα μεγάλη οικειότητα... και ο τρόπος προσέγγισής σας δεν είναι τόσο πρωτότυπος». Εκείνος χαμογέλασε ξανά... και ήταν ακαταμάχητος. «Παρ’ όλο που το αρνείστε, είμαι βέβαιος ότι σας γνωρίζω», επέμεινε. «Αν και δείχνετε τελείως διαφορετική με τα ρούχα». Εκείνη έσφιξε τόσο δυνατά το βραδινό τσαντάκι της ώστε το κούμπωμά του χώθηκε στα δάχτυλά της. Ώστε τόσο ευθύς σκόπευε να είναι απέναντι της! Ελάχιστοι άντρες ήταν τόσο ωμοί, όμως θα ’πρεπε να καταλάβει ότι ο Νικ Φάλκονερ δε θα σπαταλούσε το χρόνο του σε ευγενικές συζητήσεις και διακριτικό φλερτ. Ήξερε ότι την προκαλούσε σκόπιμα, ότι τη δοκίμαζε για να δει πώς θα αντιδρούσε. Καμιά αξιοσέβαστη γυναίκα δε θα παραδεχόταν ότι λουζόταν ολόγυμνη στο σιντριβάνι ενός κήπου. Οπότε, αν το παραδεχόταν, θα ομολογούσε έμμεσα πως ήταν γυναίκα αμφιβόλων ηθών και τότε... Αν έκρινε απ’ το βλέμμα στα μάτια του, σίγουρα δε θα τον ενδιέφερε να μιλήσουν για λουλούδια και αρχιτεκτονική κήπων. Έπνιξε μια βλαστήμια μαντεύοντας ότι την είχε παγιδεύσει. Τι θα έκανε; Αν ο ταγματάρχης Φάλκονερ μιλούσε γι’ αυτά που είχε δει, η καλή της φήμη θα κηλιδωνόταν. Από την άλλη, η επιπόλαιη πράξη της στον κήπο δεν ήταν δα και τόσο καταστροφική όσο τα τρομερά μυστικά που έπρεπε να διαφυλάξει με κάθε τρόπο. Μπορούσε να παραδεχτεί ότι στο σιντριβάνι ήταν όντως εκείνη, αλλά ποτέ, ποτέ, ότι ήταν η πόρνη που ο ταγματάρχης είχε συναντήσει στο Χεν εντ Βάλτσερ. «Ξέρω ότι ήσαστε εσείς στο σιντριβάνι», πρόσθεσε σιγανά ο Νικ ενώ το δικό της μυαλό δούλευε πυρετωδώς, προσπαθώντας να αξιολογήσει την κατάσταση. «Μπορείτε να το αρνείστε όσο θέλετε, αλλά πιστεύω ότι θα σας αναγνώριζα όπου κι αν σας έβλεπα». Η Μαρί ένιωσε να τη διατρέχει ένα παγωμένο ρίγος κι έσφιξε περισσότερο την ασημοκέντητη εσάρπα της στους ώμους. Ω, ναι, ο Φάλκονερ είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπό της τη γυναίκα που λουζόταν στη λιμνούλα, αλλά στο ίδιο πρόσωπο άραγε είχε αναγνωρίσει και την πόρνη του Χεν εντ


Βάλτσερ; Φαινόταν πως είχαν ξεκινήσει ήδη το παιχνίδι του κυνηγού και του κυνηγημένου κι οποιαδήποτε παραδοχή απ’ την πλευρά της θα ήταν πολύ επικίνδυνη. Προκάλεσε τον. Δες μέχρι πού θα φτάσει, τι θ' αποκαλύψει... Πάντα της άρεσε το παιχνίδι. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς αν ήθελε να επιβιώσει. Μερικές φορές δεν υπήρχε άλλη επιλογή απ’ το να πετάξει το γάντι. Ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους της. «Ωραία, λοιπόν. Παραδέχομαι ότι εγώ ήμουν αυτή που είδατε στο σιντριβάνι. Νόμιζα ότι δε μ’ έβλεπε κανείς. Ήταν... απερισκεψία από την πλευρά μου». Ο Νικ της χάρισε άλλο ένα χαμόγελο -ένα ενοχλητικά ελκυστικό χαμόγελο. Η Μαρί αισθάνθηκε λες και φτερούγιζαν πεταλούδες στο στομάχι της, ενώ η καρδιά της σκίρτησε ξανά, θαρρείς και ήταν κάποια άπειρη μαθήτρια που άρχιζε να ερωτεύεται και όχι μια ώριμη γυναίκα είκοσι πέντε ετών. «Μ’ αρέσει που δεν προσποιείστε», της είπε. Η φωνή του ακούστηκε σιγανή και προκλητική. «Οι ενενήντα εννιά στις εκατό γυναίκες θα ισχυρίζονταν ότι δεν κατάλαβαν τι εννοούσα». Πού να ήξερε! Μερικές φορές η Μαρί ξεχνούσε πού άρχιζε η προσποίηση... και πού τελείωνε. Τον κοίταξε ίσια στα μάτια. «Ασφαλώς και θα ισχυρίζονταν ότι δεν κατάλαβαν. Και ποιος θα μπορούσε να τις κατηγορήσει γι’ αυτό; Η υπόληψη είναι κάτι που καταστρέφεται πολύ εύκολα, όπως οφείλετε να γνωρίζετε, ταγματάρχα Φάλκονερ». «Κι εσείς γιατί είστε διαφορετική; Γιατί το παραδέχεστε;» Της κόπηκε η ανάσα μόλις πρόσεξε το ερωτηματικό βλέμμα του. «Δεν είμαι διαφορετική. Δε θέλω να καταστρέψετε την υπόληψή μου, ταγματάρχα Φάλκονερ. Από την άλλη όμως ξέρω ότι με είδατε, οπότε τι μπορώ να πω;» Άπλωσε τα χέρια της λες και παραδινόταν. «Έκανα μπάνιο. Με είδατε. Δε θα ωφελούσε σε τίποτα να το αρνηθώ. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βασιστώ στην εχεμύθειά σας και να ελπίσω ότι δεν πρόκειται να το πείτε σε κάποιον άλλο». Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτό. Όμως η Μαρί δεν μπορούσε να του αποκαλύψει την αλήθεια, ότι δηλαδή μερικές φορές ο ρόλος της αξιοσέβαστης χήρας την καταπίεζε κι αισθανόταν μια επιτακτική ανάγκη να ξεφύγει. Δεν μπορούσε να του πει ότι αυτή η παρόρμηση την είχε σπρώξει να βγάλει τα ρούχα της και ν’ απολαύσει την αναζωογονητική δροσιά του σιντριβανιού. Αυτό ήταν κάτι πολύ προσωπικό για να το εκμυστηρευτεί σ’ έναν ξένο -


έναν επικίνδυνο ξένο που ήδη είχε δει πολύ περισσότερα απ’ όσα η ίδια θα επιθυμούσε να του δείξει. Ο Νικ έμεινε σιωπηλός και άρχισε να μελετάει προσεκτικά το πρόσωπό της. Εκείνη ύψωσε τα φρύδια της. «Αυτό θέλατε να μου πείτε μόνο, ταγματάρχα Φάλκονερ;» τον ρώτησε. Τον είδε να χαμογελάει λοξά με την προσπάθειά της να τον ξεφορτωθεί. «Όχι, δεν ήθελα να σας πω μόνο αυτό», της απάντησε. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το λαιμό της απαλά, ανάλαφρα. Η ζεστασιά των δαχτύλων του στην επιδερμίδα της την έκανε ν’ ανατριχιάσει. «Καλύτερα να κρύψετε αυτή την τούφα, αν δε θέλετε να καταλάβει κανένας άλλος το μυστικό σας. Τα μαλλιά σας είναι ακόμα υγρά. Πρέπει να τρέξατε στο σπίτι και να ντυθήκατε πολύ βιαστικά». Το χέρι της Μαρί πήγε στον αυχένα της, εκεί όπου κρεμόταν η ατίθαση μπούκλα. Την ένιωσε απαλή και υγρή, ενώ διαπίστωσε ότι είχε αρχίσει ήδη να στεγνώνει από τη θέρμη του κορμιού της. Την έσπρωξε μέσα στο τουρμπάνι της με δάχτυλα που έτρεμαν ελαφρά. Ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει καθώς ο Νικ συνέχιζε να την παρατηρεί. «Μαλλιά κατάμαυρα σαν τον ουρανό τα μεσάνυχτα», μουρμούρισε εκείνος. «Τα θυμάμαι». Το στομάχι της σφίχτηκε καθώς σκεφτόταν τι άλλο μπορεί να θυμόταν από εκείνη. Ένιωθε όλο της το σώμα να έχει πάρει φωτιά. Ύστερα όμως ξεπήδησε στο μυαλό της η ανάμνηση του Ράσλι -της βιαιότητάς του, της βάναυσης επαφής του- και το αίμα στις φλέβες της πάγωσε. Και αυτή τη φορά δεν κατάφερε να συνέλθει. Δεν ήταν όλοι οι άντρες σκληροί όπως ο κόμης του Ράσλι. Το ήξερε. Ήξερε ότι κάποιοι ήταν ευγενικοί και έντιμοι. Όμως δεν ήθελε ν’ ανακαλύψει ποιοι ήταν καλοί και ποιοι όχι. Ποτέ δε θα εμπιστευόταν έναν άντρα. Ποτέ δε θα τον άφηνε να την πλησιάσει, ειδικά αυτόν εδώ τον άντρα, που επισκίαζε όλους τους άλλους. Οπότε έπρεπε να πνίξει αμέσως την ενοχλητική έλξη που αισθανόταν για εκείνον, να βάλει έναν επίλογο σ’ αυτή την ιστορία προτού ακόμα ξεκινήσει. «Θα σας παρακαλούσα να ξεχάσετε όλα όσα είδατε, κύριε», είπε ψυχρά, «και να μην τα αναφέρετε ποτέ ξανά». Την είχε κυριεύσει οργή. Δυσκολευόταν να ελέγξει τον εαυτό της. «Κι αν θέλετε να λέγεστε “κύριος”, έτσι κι αλλιώς δε θα ’πρεπε να καθίσετε εκεί και να με παρακολουθείτε». Είδε τις ρυτίδες ταυ γέλιου στις άκρες των ματιών του να βαθαίνουν κι ένιωσε να σαλεύει μέσα της κάποιο παράξενο συναίσθημα. «Αγαπητή μου κυρία Όσμπορν», είπε εύθυμα ο Νικ, «μου ζητάτε πάρα πολλά. Πρώτα εί-


μαι άντρας και μετά κύριος». «Με μεγάλη διαφορά το ένα απ’ το άλλο!» του πέταξε. Εκείνος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, θαρρείς και αναλογιζόταν τα λόγια της. Της έπιασε πάλι το χέρι και την τράβηξε πιο κοντά του. Η αναπνοή του γαργάλησε το αυτί της και ο πάγος που αγκάλιαζε την καρδιά της κινδύνευε να λιώσει απ’ τη ζεστασιά της επαφής του. «Είστε χήρα, κυρία Όσμπορν», συνέχισε ψιθυριστά. «Και ως χήρα, φαντάζομαι πως θα είστε εξοικειωμένη με τον τρόπο σκέψης των ανδρών σε θέματα όπως...» η φωνή του χαμήλωσε κι άλλο «... η σαρκική έλξη». Η Μαρί αναρίγησε ελαφρά. Ω, ναι, ήξερε καλά πώς αντιμετώπιζαν οι άντρες το ζήτημα του ερωτικού πόθου. Ο Ράσλι της είχε μάθει πολύ περισσότερα ταπεινωτικά πράγματα απ’ όσα θα ’θελε να θυμάται. Κοίταξε τον Νικ υπεροπτικά. «Ο τρόπος σκέψης ενός άντρα σε τέτοια θέματα δεν είναι καθόλου περίπλοκος», του απάντησε κοφτά. Εκείνος γέλασε. «Ακριβώς. Οπότε μπορείτε να φανταστείτε πώς ένιωσα εγώ όταν σας είδα γυμνή, με το νερό από το σιντριβάνι να κυλάει στο σώμα σας και τις σταγόνες να αιχμαλωτίζουν το τελευταίο φως...» Ξαφνικά όλο της το κορμί πήρε φωτιά και η Μαρί τράβηξε απότομα το χέρι της απ’ το δικό του. «Ταγματάρχα Φάλκονερ!» είπε με αυστηρό ύφος. «Λέγε με Νίκολας. Ή Νικ, αν προτιμάς, αφού γνωριζόμαστε ήδη τόσο καλά και το πιθανότερο είναι να γνωριστούμε ακόμα καλύτερα». «Ταγματάρχα Φάλκονερ», επανέλαβε η Μαρί. «Είστε απίστευτα ανόητος. Θλιβερά ανόητος! Δεν έχω πρόθεση να ενθαρρύνω το ενδιαφέρον σας. Είμαι μια αξιοσέβαστη χήρα». «Τα γεγονότα το διαψεύδουν, κυρία Όσμπορν», της απάντησε ήρεμα. Τον κοίταξε λες και ήθελε να τον πνίξει. Είχε δίκιο, φυσικά. Καμιά γυναίκα που εξέθετε δημόσια τον εαυτό της με τόσο άσεμνο τρόπο δεν είχε το δικαίωμα να ισχυριστεί ότι ήταν αξιοπρεπής. Η ειρωνεία στην υπόθεση ήταν ότι η Μαρί είχε τολμήσει να λουστεί γυμνή, μόνο και μόνο επειδή πίστευε ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος γύρω. Και τώρα ο μοναδικός άνθρωπος σε όλο το βασίλειο που ευχόταν να μη συναντούσε ποτέ ξανά στη ζωή της... καθόταν και την παρακολουθούσε να πλένεται στο σιντριβάνι! «Αν αναζητάτε εραστή...» άρχισε να λέει ο Νικ. Η Μαρί έβραζε από θυμό. «Όχι, ταγματάρχα Φάλκονερ!» δήλωσε κοφτά. «Δεν αναζητώ εραστή! Σας παρακαλώ, σταματήστε να μιλάτε για τέτοιου είδους θέματα! Όσο γι’ αυτό που είδατε στους κήπους, να σταματήσετε ακόμα και να το σκέφτεστε...» Άφησε την πρότασή της στη μέση βλέπο-


ντάς τον να κουνάει το κεφάλι του αρνητικά. «Ω, όχι, κυρία Όσμπορν. Σας δίνω το λόγο μου ότι δεν πρόκειται να πω σε κανέναν τι είδα, αλλά μη μου ζητάτε να ξεχάσω». Ο Νικ χαμογέλασε. «Δεν μπορείτε να σβήσετε τις αναμνήσεις μου». Η Μαρί ήξερε πολύ καλά τι εικόνες είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό του. Πήρε μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει και συνέχισε: «Ωραία, λοιπόν. Αν μου υποσχεθείτε ότι δε θ’ αποκαλύψετε οτιδήποτε θα είμαι ευχαριστημένη». Ο Νικ υποκλίθηκε θεατρινίστικα. «Ασφαλώς. Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει ένας κύριος θα ήταν να δώσει μια τέτοια υπόσχεση». Εκείνη δάγκωσε το χείλι της. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον εμπιστευτεί. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα κρατούσε το στόμα του κλειστό. Θα ’πρεπε να αισθάνεται πως είχε νικήσει, όμως η λάμψη στα σκούρα μάτια του έδειχνε ότι μόνο νικήτρια δεν είχε βγει από την αναμέτρησή τους. «Ευχαριστώ», ψέλλισε κουρασμένα. Εκείνος ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους του. «Δική μου η ευχαρίστηση. Και επειδή μου είπατε ότι δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ στο παρελθόν, φυσικά εγώ οφείλω να σας πιστέψω. Ωστόσο...» Ο στιγμιαίος δισταγμός του έκανε τα ήδη τεντωμένα νεύρα της Μαρί να είναι έτοιμα να σπάσουν. «Αναρωτιέμαι... Πηγαίνετε καμιά φορά στο Λονδίνο, κυρία Όσμπορν;» Η Μαρί χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλον της τον αυτοέλεγχο για να μην τιναχτεί απότομα. Τον κοίταξε στα μάτια, όμως στο βλέμμα του δε διέκρινε τίποτε άλλο εκτός από μια διακριτική περιέργεια. Θα ήταν εκπληκτικός παίκτης σε τυχερά παιχνίδια, σκέφτηκε. Κατάφερνε να κρύβει όλα του τα συναισθήματα πίσω από ένα προσωπείο απάθειας. Ωστόσο ήξερε πού οδηγούσε τώρα αυτή η συζήτηση. Παρά τη μεταμφίεσή της, ο Νικ Φάλκονερ πρέπει να είχε μαντέψει πως επρόκειτο για τη γυναίκα στο Χεν εντ Βάλτσερ. Πρέπει να είχε μαντέψει ότι εκείνη ήταν στο πανδοχείο και ότι περίμενε τον Ράσλι. Άραγε γιατί ο Φάλκονερ είχε έρθει στο Πίκοκ Όουκ; Γνώριζε την πραγματική της ταυτότητα; Είχε έρθει να την κατηγορήσει για τη δολοφονία του Ράσλι; Η Μαρί αναλογίστηκε τις πιθανές επιπτώσεις της αποκάλυψής της και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται απ’ το φόβο. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της για να συνέλθει και θύμισε στον εαυτό της ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν ήταν βέβαιο. Ακόμα κι αν την υποπτευόταν, ο Νικ Φάλκονερ δεν μπορούσε ν’ αποδείξει τίποτα. «Σπανίως πηγαίνω στο Λονδίνο, ταγματάρχα Φάλκονερ», του απάντησε


κι εξεπλάγη και η ίδια με το πόσο σταθερή ακούστηκε η φωνή της. «Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να διασκεδάσω στην πρωτεύουσα, όταν αγαπώ τόσο πολύ την εξοχή». Εκείνος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Περίεργο», μουρμούρισε. «Θα έπαιρνα όρκο ότι έτυχε να συναντηθούμε εκεί πριν από λίγους μήνες». Η Μαρί χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε. «Αν θυμάστε καλά, σας είπα ότι δεν έχουμε συναντηθεί άλλη φορά, ταγματάρχα Φάλκονερ. Και σας συμβουλεύω να μην προ- καλείτε την τύχη σας με την υπερβολική οικειότητα». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και για μερικές στιγμές κοιτάζονταν σαν δυο αντίπαλοι που μόλις είχαν διασταυρώσει τα ξίφη τους. Έπειτα η Μαρί είδε τη Λόρα Κόουλ να πλησιάζει προς το μέρος τους και αισθάνθηκε μια απερίγραπτη ανακούφιση. Το πρόσωπό της είχε μια αδιόρατα ανήσυχη έκφραση, λες και είχε διαισθανθεί ότι η Μαρί βρισκόταν σε δύσκολη θέση κι ερχόταν να τη σώσει. Εκείνη τη στιγμή η Μαρί θα ήθελε πολύ να την πάρει στην αγκαλιά της και να τη σφίξει θερμά. «Νομίζω ότι η οικοδέσποινά μας έρχεται να σας καλωσορίσει», είπε στον Νικ. «Σας εύχομαι μια ευχάριστη παραμονή στο Κόουλ Κορτ, ταγματάρχα Φάλκονερ». Εκείνος ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο της για να την εμποδίσει να φύγει. Η Μαρί ένιωσε τη ζεστασιά απ’ το άγγιγμά του στην επιδερμίδα της, θαρρείς και ήταν γυμνή. «Θα σας ξαναδώ, κυρία Όσμπορν;» «Αμφιβάλλω, ταγματάρχα Φάλκονερ», του αποκρίθηκε και είδε τα δόντια του να αστράφτουν καθώς της χαμογελούσε. «Με παρεξηγήσατε, κυρία Όσμπορν», μουρμούρισε. «Δεν επρόκειτο για ερώτηση. Σίγουρα θα σας ξαναδώ. Για την ακρίβεια, θα έβαζα στοίχημα γι’ αυτό». «Δεν παίζω παιχνίδια», του δήλωσε κοφτά. Τράβηξε το χέρι της αργά αλλά αποφασιστικά. «Αντίο, ταγματάρχα Φάλκονερ».


Κεφάλαιο 4 Δεντρολίβανο – Μνήμη Ο Νικ ακουμπούσε τους φαρδιούς ώμους του στην πόρτα της αίθουσας χορού και παρακολουθούσε τη Μαρίνα Όσμπορν να χορεύει καντρίλιες. Η Λόρα, η δούκισσα του Κόουλ, τον είχε καλωσορίσει με τον γνώριμο απρόσωπο, ευγενικό τρόπο που ο ίδιος θυμόταν από παλιά και μετά απομακρύνθηκε για να μιλήσει με κάποιον άλλον από τους προσκεκλημένους της. Εκείνος είχε σκεφτεί να πάει να ξαπλώσει αντί να πάρει μέρος στη γιορτή. Αισθανόταν κουρασμένος και βρόμικος απ’ το μακρύ ταξίδι. Δεν ήταν κατάλληλα ντυμένος για χορό, όπως δε δίστασε να του επισημάνει η λαίδη Φέι Κόουλ καθώς τον προσπερνούσε νωρίτερα για να βγει στο διάδρομο και οσμιζόταν επιδεικτικά τον αέρα για να του δείξει ότι μύριζε άσχημα. Η Μαρί χόρευε με τον σύζυγο της Φέι και ξάδερφο του Τσαρλς, τον Χένρι Κόουλ. Ο Νικ έβλεπε το φόρεμά της να στροβιλίζεται με χάρη καθώς κινιόταν στα βήματα του χορού. Όταν πλησίασαν ο ένας τον άλλο, ο Χένρι την άρπαξε με τον παιχνιδιάρικο ενθουσιασμό ενός κουταβιού και η Μαρί τραβήχτηκε -μια βασίλισσα του πάγου τυλιγμένη στα μετάξια. Ο Νικ δε γνώριζε καλά τον Χένρι, γιατί παρ’ όλο που ανήκε στη νεότερη γενιά της οικογένειας Κόουλ ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερος απ’ τον Τσαρλς, οπότε δεν έκαναν πολλή παρέα. Ο Χένρι ανέκαθεν του έδινε την εντύπωση κλασικού επαρχιώτη γαιοκτήμονα που περνούσε την ώρα του κυνηγώντας και ψαρεύοντας, που έτρωγε κι έπινε υπερβολικά με αποτέλεσμα να υποφέρει από ποδάγρα. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο ενώ χόρευε με τη Μαρί, αλλά ίσως η αιτία της έξαψής του να μην ήταν μόνο το ποτό. Καθώς τον παρακολουθούσε, ο Νικ τον είδε να ζουλάει τα οπίσθια της Μαρί στα μουλωχτά, ενώ εκείνη περνούσε από δίπλα του. Ήταν μια αδέξια αλλά προκλητική κίνηση, που έκανε τον Νικ να σφίξει τις γροθιές του από απέχθεια. Για μια στιγμή ο Χένρι έσκυψε κοντά στο αυτί της και της ψιθύρισε κάτι που έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν. Κανένας άλλος


δεν είχε προσέξει τις κινήσεις του... Ο Νικ συνειδητοποίησε ότι ο Χένρι είχε φροντίσει να μην τον δει κανείς και, από εκείνη τη στιγμή, ο ξάδερφος του Τσαρλς έπεσε ακόμα πιο χαμηλά -απ’ ό,τι ήταν ήδη- στην εκτίμησή του. Έπιασε τον εαυτό του να έχει κάνει δυο βήματα μπροστά με σκοπό να παρέμβει, όταν είδε τη Μαρί να καρφώνει τις αιχμές της βεντάλιας της στα πλευρά του με μια δύναμη που τον έκανε σχεδόν να διπλωθεί απ’ τον πόνο. Έφυγε από το χορό βήχοντας και τρικλίζοντας, ενώ η Μαρί τον κοιτούσε με μια έκφραση βαθιάς ανησυχίας. Ο Νικ χαλάρωσε λίγο και συγκράτησε ένα χαμόγελο. Ο Χένρι Κόουλ είχε πάρει ό,τι του άξιζε και προφανώς η Μαρί Όσμπορν αποδείκνυε ότι ένιωθε κάτι παραπάνω από ικανή για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ήταν ολοφάνερο. Δε χρειαζόταν τη δική του προστασία. Για μια στιγμή παραλίγο να ξεχάσει ότι μπορεί να επρόκειτο για εγκληματία, ίσως και δολοφόνο, τυφλωμένος όπως πάντα απ’ το περίπλοκο χαρμάνι του αγνού, ανόθευτου πόθου και μιας βαθύτερης ανάγκης που του προκαλούσε αυτή η γυναίκα. Ως στρατιώτης, ο Νικ είχε αναπτύξει ένα έντονο ένστικτο απέναντι στον κίνδυνο. Καταλάβαινε πότε έπρεπε να επιτεθεί, πότε να υποχωρήσει και να κερδίσει χρόνο. Εμπιστευόταν το ένστικτό του κι άκουγε εκείνη τη φωνή της διαίσθησης που, μερικές φορές, οι άλλοι άντρες χλεύαζαν. Αυτή η φωνή τον οδηγούσε να βγάζει συμπεράσματα και να παίρνει αποφάσεις που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν αντίθετες με την πρακτικότητα και τη λογική, αλλά σε βάθος χρόνου αποδεικνύονταν σωστές. Το ένστικτό του είχε κρατήσει τον ίδιο και τους άντρες του ζωντανούς. Και τώρα το ένστικτό του έλεγε ότι η Μαρί Όσμπορν ήταν η Γκλόρι, η πόρνη που είχε συναντήσει στην ταβέρνα του πανδοχείου. Και την ποθούσε. Ο πόθος του για τη Μαρί Όσμπορν, την έξυπνη, σατανική, ανήθικη χήρα, ερχόταν σε αντίθεση με όλα όσα πίστευε για τον εαυτό του και όλα όσα επιθυμούσε από μια γυναίκα. Δε θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική από την Άννα, όμως η επιθυμία του ήταν τόσο έντονη που ένιωθε να τον κατασπαράζει. Σάλεψε ανήσυχα, ενοχλημένος τόσο απ’ τις σκέψεις του όσο κι απ’ τη σωματική επίδραση που η Μαρί ασκούσε πάνω του. Η φραστική αντιπαράθεσή τους τον είχε ερεθίσει σε απίστευτο βαθμό. Θαύμασε την αταραξία με την οποία απέκρουσε την επίθεσή του, τον τρόπο που ζύγισε τις πιθανότητές της και έκρινε ποια πράγματα μπορούσε να παραδεχτεί και ποια να αρνηθεί. Ήταν καλή στη στρατηγική και ο Νικ είχε απολαύσει το παιχνίδι ανάμεσά τους. Κι αφού η αμοιβαία έλξη ήταν τόσο δυνατή, θα τη χρησιμοποιούσε για να τη νικήσει. Θα την προσέγγιζε. Θα την έπειθε να του πει την αλήθεια. Και δε θα ξεχνούσε ούτε για μια στιγμή ότι όλα αυτά


θα γίνονταν στο πλαίσιο του καθήκοντος. Αν έπαιζε αυτό το παιχνίδι, θα κατάφερνε να ικανοποιήσει την επιθυμία του και, κατά συνέπεια, ο πόθος που τον έκαιγε θα έσβηνε από μόνος του. «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω σε απέρριψε», του είπε σιγανά ο Τσαρλς στο αυτί. Ο τόνος του φανέρωνε μεγάλη ικανοποίηση. Ο Νικ ίσιωσε το κορμί του. «Ναι. Με απέρριψε. Κατηγορηματικά». Ο Τσαρλς γέλασε. «Πάντως εγώ σε προειδοποίησα... Είναι πιο ψυχρή κι από το χιόνι. Έτσι ήταν πάντα». Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του. «Δηλαδή έχει απογοητεύσει πολλούς επίδοξους μνηστήρες;» ρώτησε. «Παρ’ ότι είναι κάπως άχρωμη, δεν είναι λίγοι αυτοί που ενδιαφέρονται για την περιουσία της», τον πληροφόρησε ο φίλος του. Ο Νικ τον κοίταξε προσεκτικά. Αν και φαινόταν ευτυχισμένος με τη σύζυγό του, ο Τσαρλς δεν έπαυε να είναι άντρας. Δεν έβλεπε πόσο γοητευτική ήταν η Μαρίνα Όσμπορν πέρα απ’ τα πένθιμα ρούχα της; Ίσως και να μην έβλεπε. Ο Τσαρλς αντιμετώπιζε τα πράγματα επιφανειακά, ποτέ δεν έψαχνε για κάποιο βαθύτερο νόημα. Έτσι ήταν από τότε που τον είχε πρωτογνωρίσει. Μπορεί να μην έβλεπε τις πλούσιες καμπύλες και τις σαγηνευτικές γραμμές του κορμιού της Μαρί Όσμπορν και ίσως αυτό να ήταν καλό από μια άποψη, γιατί ο Νικ είχε την αίσθηση ότι, αν έπιανε κανέναν να τη γλυκοκοιτάζει, θα τον άρπαζε απ’ το λαιμοδέτη του και θα τον τραβούσε τόσο δυνατά που θα τον έπνιγε. Χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να καταφέρει να ηρεμήσει. Τα συναισθήματά του είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ έντονα και να επισκιάζουν την κρίση του. Αυτό ακριβώς είχε συμβεί και στο Χεν εντ Βάλτσερ. Η ζεστασιά της Μαρί, το άγγιγμά της και η γεύση της είχαν κατακυριεύσει τις αισθήσεις του και είχαν δημιουργήσει χάος στη λογική του. Τότε τον είχε ξεγελάσει, όμως αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά. Τώρα θα έπαιζαν με τους δικούς του όρους· όχι με τους δικούς της. Την είδε να αποχωρεί από την πίστα και να βγαίνει στη βεράντα από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες. Το γκρίζο φόρεμά της έγινε ένα με τις σκιές και έτσι γρήγορα την έχασε απ’ τα μάτια του. Συνειδητοποίησε κάπως ξαφνιασμένος ότι η μουντή εμφάνισή της αποτελούσε άλλη μια μεταμφίεση, όπως η ξανθή περούκα και η μαύρη βελούδινη μάσκα που φορούσε στο Χεν εντ Βάλτσερ. Προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητη, ίσως για να γλιτώσει από τους προικοθήρες, ίσως για κάποιον άλλο λόγο. Άραγε δημιουργούσε σκόπιμα μια τελείως διαφορετική προσωπικότητα από εκείνη της σατανικής Γκλόρι;


«Νομίζω ότι η κυρία Όσμπορν είναι συνεσταλμένη», παρατήρησε ξαφνικά ο Τσαρλς. «Δεν αισθάνεται άνετα σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Αρκετές φορές έχω προσέξει ότι προτιμάει ν’ αποφεύγει τέτοιου είδους συγκεντρώσεις». Ο Νικ σκέφτηκε κυνικά ότι ο φίλος του μπορεί να είχε κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση -ότι η Μαρί Όσμπορν απέφευγε τις κοινωνικές επαφές-, αλλά το απέδιδε σε λάθος λόγους. Καμιά γυναίκα που ντυνόταν σαν πόρνη και ψάρευε άντρες σ’ ένα μέρος όπως το Χεν εντ Βάλτσερ δε θεωρούνταν συνεσταλμένη, όμως από την άλλη πλευρά ίσως έπαιζε ένα ρόλο εντελώς αντίθετο μ’ αυτόν της Γκλόρι, της ηρωίδας-κλέφτρας των δρόμων. «Αν είναι συνεσταλμένη, τότε δε μοιάζει στην ξαδέρφη σου», σχολίασε δείχνοντας με το κεφάλι του προς το μέρος της λαίδης Έστερ Μπέρι που βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής μιας αντρικής συντροφιάς, στην απέναντι πλευρά της αίθουσας. «Η μέρα με τη νύχτα», συμφώνησε ο Τσαρλς. «Τον καημένο τον Τζον Τιγκ...» Έδειξε διακριτικά έναν ώριμο άντρα που στεκόταν λίγο πιο απόμερα και κοιτούσε μ’ ένα μείγμα ευθυμίας κι ανησυχίας. «Δεν έχει καμιά ελπίδα. Είναι ερωτευμένος εδώ και χρόνια με την Έστερ, αλλά εκείνη ούτε που του δίνει σημασία». Ο Τιγκ κοίταξε προς το μέρος τους και ο Τσαρλς του έκανε νόημα να πάει κοντά τους. «Έλα», είπε στον Νικ. «Στο γραφείο μου υπάρχουν καλύτερα ποτά απ’ αυτά που η Λόρα προσφέρει στους προσκεκλημένους της. Και ο Τιγκ ζει εδώ και καιρό στην περιοχή. Τρως ανακαλύψεις ότι μπορεί να σου δώσει κάποιες χρήσιμες πληροφορίες για την υπόθεσή σου». Πήγαν στο γραφείο του Τσαρλς, ένα δωμάτιο μακριά από την αίθουσα χορού, όπου είχε φυλαγμένο ένα μπουκάλι εξαιρετικό μπράντι, το οποίο φαίνεται ότι τον βοηθούσε να αντιμετωπίζει τα ξαδέρφια του. «Γιατί ο Χένρι και η Φέι μπορεί να είναι συγγενείς μου», τους εξήγησε μελαγχολικά, «αλλά φοβάμαι ότι έχω ελάχιστα κοινά σημεία μαζί τους. Η Φέι θα προσπαθεί συνεχώς να φορτώσει την κόρη της σε κάποιον απ’ τους επισκέπτες μου -ή και σε όλους-, όπως η γυναίκα του ψαρά που διαλαλεί το εμπόρευμά της». «Κρίμα», σχολίασε νωχελικά ο Τζον Τιγκ καθώς έπαιρνε το ποτήρι με το ποτό που του πρόσφερε ο Τσαρλς και καθόταν σε μια πολυθρόνα. «Γιατί η μις Κόουλ είναι πολύ όμορφο κορίτσι και...» Σταμάτησε απότομα όταν είδε το φίλο του να τον κοιτάζει ερωτηματικά. «Όχι, δεν έχω προσωπικό ενδιαφέρον!» πρόσθεσε βιαστικά. «Με ξέρεις αρκετά καλά για να σκέφτεσαι


κάτι τέτοιο». Ο Νικ παρατηρούσε τον Τιγκ κι αναρωτιόταν πόσα πράγματα μπορούσε να του εμπιστευτεί. Ο Τσαρλς του τον είχε συστήσει ως φίλο και είχε υπαινιχθεί ότι ήταν φερέγγυος, όμως ο Φάλκονερ προτιμούσε να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα. Ο Τιγκ, με το διαπεραστικό βλέμμα του και την εξωστρέφειά του, ήταν αρκετά ευχάριστος τύπος και ο Τσαρλς εξίσου εύπιστος και καλοπροαίρετος -ακόμα κι από την εποχή όπου φοιτούσαν στο Ίτον. Κι ενώ ήταν αξιοθαύμαστη αρετή να ψάχνεις πάντα το καλύτερο στον καθένα, μπορούσες να βρεθείς σε πολύ δυσάρεστη θέση όταν ανακάλυπτες ότι ο άνθρωπος που θεωρούσες αξιόπιστο δεν ήταν τελικά αυτό που φαινόταν. Έτσι δεν είπε λέξη για τη δολοφονία του Ράσλι. Ανέφερε μόνο ότι τον είχε στείλει ο λόρδος Χόκσμπερι για να ερευνήσει τα αίτια της κοινωνικής αναστάτωσης που είχαν προκαλέσει τα Κορίτσια της Γκλόρι. Ο Τιγκ ύψωσε τα φρύδια του κι απάντησε ότι εκπλησσόταν που ο Χόκσμπερι ασχολούνταν με ένα τόσο ασήμαντο τοπικό θέμα. «Μια συμμορία ασήμαντων κλεφτών είναι. Τίποτε άλλο», παρατήρησε. «Οι φήμες λένε ότι είναι γυναίκες, όμως εγώ διατηρώ τις αμφιβολίες μου». «Οι φήμες λένε ότι είναι γυναίκες από καλές οικογένειες και ίσως υπάρχουν κάποια ψήγματα αλήθειας σ’ αυτό», παρενέβη ο Τσαρλς διορθώνοντάς τον. «Ιππεύουν γυναικεία;» ρώτησε τότε ο Νικ. Ο φίλος του γέλασε. «Γυναικεία; Κάθε άλλο! Ιππεύουν σαν κυνηγοί!» Ο Τιγκ του έριξε ένα βλέμμα κάτω απ’ τα χαμηλωμένα φρύδια του. «Δεν υπήρχε ίχνος φινέτσας, αριστοκρατικότας ή θηλυκότητας στη συμμορία που χτύπησε την άμαξά μου πριν από δύο βδομάδες, φίλε μου», απάντησε. «Ο αρχηγός τους είχε φωνή πιο τραχιά κι από κάπελα και ίππευε το άλογό του σαν στρατιώτης του ιππικού». «Γιατί σας σταμάτησαν;» ρώτησε ο Νικ σε ήρεμο τόνο. Εκείνος έστρεψε τα διαπεραστικά γκρίζα μάτια του πάνω του. Ο Νικ θυμήθηκε ότι ο Τσαρλς του είχε πει πως ήταν ένας απ’ τους άντρες που γλυκοκοίταζαν την Έστερ Μπέρι. Τότε σχεδόν τον λυπήθηκε, αλλά τώρα που έβλεπε πόση εξυπνάδα φανέρωναν αυτά τα μάτια άρχιζε ν’ αναρωτιέται αν η Έστερ τον γνώριζε τελικά τόσο καλά όσο θα ’πρεπε. Ο Τιγκ δεν έδειχνε τύπος που θα αντιμετώπιζε με ιδιαίτερη αταραξία τις ερωτοτροπίες της και το φλερτ της με άλλους. «Τι εννοείτε;» τον ρώτησε ο Τιγκ. Ο Νικ κατάλαβε ότι προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο κι αναρωτήθηκε γιατί το έκανε.


«Ξέρω ότι τα Κορίτσια της Γκλόρι πάντοτε έχουν ένα λόγο για ό,τι κάνουν», του εξήγησε. «Για να μοιράσουν τον πλούτο στους φτωχούς, παραδείγματος χάριν, όταν ένας ιδιοκτήτης μύλου εξαπατά τους υπαλλήλους του. Ή για να απελευθερώσουν τους καταπιεσμένους εργάτες όταν ένας αφέντης τούς υποχρεώνει να δουλεύουν ατέλειωτες ώρες στα κτήματά του». Ο Τιγκ γέλασε κοφτά. «Αφού το λέτε, Φάλκονερ... Στη δική μου περίπτωση, πάντως, το μόνο που ήθελαν να απελευθερώσουν ήταν τα χρήματά μου». Ο Νικ έκανε ένα μορφασμό. «Είστε σίγουρος ότι σας επιτέθηκαν τα Κορίτσια της Γκλόρι;» επέμεινε. Εκείνος κινήθηκε ελαφρά στο κάθισμά του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’ το μπράντι του. «Απολύτως σίγουρος. Τις άκουσα να κομπάζουν για το κατόρθωμά τους». Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους του και το άφησε να περάσει χωρίς να το σχολιάσει. Του φαινόταν παράξενο ότι στην περίπτωση του Τιγκ δεν υπήρχε βαθύτερη αιτία για την επίθεση, ενώ σε όλες τις υπόλοιπες για τις οποίες είχε διαβάσει ο στόχος ήταν να αποδοθεί δικαιοσύνη. Από την άλλη, ίσως αυτοί που τον σταμάτησαν να ήταν μια άλλη συμμορία από απατεώνες, που εκμεταλλεύονταν το όνομα και τη φήμη των Κοριτσιών της Γκλόρι. Συνέβαινε συχνά αυτό, όταν ορισμένοι κλέφτες ήθελαν να δανειστούν λίγη απ’ τη λάμψη κάποιου άλλου. «Εκείνο που μου άρεσε περισσότερο», είπε ο Τσαρλς μ’ ένα νοσταλγικό χαμόγελο στα χείλη, «ήταν η απαγωγή της Άναμπελ Μόρχεντ ενώ πήγαινε να παντρευτεί. Θυμάμαι το πρόσωπο του πατέρα της μόλις συνειδητοποίησε ότι όλες οι μηχανορραφίες που είχε κάνει για να την παντρέψει μ’ έναν πλούσιο είχαν πάει χαμένες!» «Του άξιζε και με το παραπάνω», συμφώνησε ο Τιγκ. «Και η μις Μόρχεντ έδειξε απίστευτη ευγνωμοσύνη στα Κορίτσια της Γκλόρι». Κοίταξε τον Νικ με μια σκεπτική έκφραση στο πρόσωπό του. «Θα είναι πολλοί αυτοί που δε θα δουν με καλό μάτι το σχέδιό σας να πιάσετε τα Κορίτσια της Γκλόρι, Φάλκονερ. Κάποιοι στην περιοχή τούς θεωρούν -ή τις θεωρούν- ηρωικές φυσιογνωμίες». «Αμφιβάλλω αν ο τραπεζίτης του Άρκραϊτ είναι ένας απ’ αυτούς», μουρμούρισε ο Νικ. «Την ερχόμενη βδομάδα πρέπει να πάω στο Σκίπτον και να μιλήσω μαζί του για την επίθεση που δέχτηκε πριν από μερικές βραδιές». «Αμφιβάλλω αν θα εξακολουθεί να είναι τραπεζίτης του Άρκραϊτ μετά απ’ αυτό το ατυχές περιστατικό», παρατήρησε ο Τσαρλς. «Ο Έντουαρντ


Άρκραϊτ δεν ανέχεται ανίκανους υπαλλήλους και το γεγονός ότι έχασε το δέκα τοις εκατό απ’ τα κέρδη του εξαιτίας του τραπεζίτη ισοδυναμεί με ασυγχώρητο σφάλμα, σύμφωνα με τις απόψεις του». «Τότε ίσως πρέπει να αναθεωρήσει τις πρακτικές του», σχολίασε ο Νικ. «Απ’ ό,τι άκουσα, ο Άρκραϊτ ήταν εκείνος που αρνήθηκε να δώσει στους εργάτες του τα χρήματα που δικαιούνταν». Ο Τιγκ ύψωσε τα φρύδια του ερωτηματικά. «Δείχνετε απρόσμενη συμπάθεια σ’ αυτή τη συμμορία, Φάλκονερ», σχολίασε. «Σίγουρα ο λόρδος Χόκσμπερι περιμένει να εκπληρώσετε την αποστολή σας σύμφωνα με το γράμμα του νόμου;» «Φαντάζομαι πως ναι. Αλλά μη με παρεξηγείτε. Δεν εγκρίνω τις ληστείες στους δρόμους ή την αρπαγή χρημάτων με τη βία και σκοπεύω να βρω αυτούς τους εγκληματίες». Ο Νικ άδειασε το ποτήρι του με το μπράντι. «Τσαρλς, εσένα σε σταμάτησαν ποτέ στο δρόμο;» «Όχι», απάντησε ο οικοδεσπότης του και του φάνηκε ότι η φωνή του είχε μια χροιά απογοήτευσης που το παραδεχόταν. «Αλλά σε κάθε άμαξά μου έχω κι από ένα πιστόλι, οπότε θα μπορέσω ν’ αμυνθώ αν προσπαθήσουν να μου επιτεθούν!» πρόσθεσε. Ο Νικ γέλασε. «Κατάλαβα. Κύριοι, γνωρίζουμε κάτι άλλο σχετικά με τα Κορίτσια της Γκλόρι;» ρώτησε. «Όχι», απάντησε ο Τιγκ. «Λένε ότι συναντιούνται σ’ ένα ξενοδοχείο στο δρόμο για το Σκίπτον», είπε ο Τσαρλς ύστερα από λίγη ώρα. «Α, τώρα θυμήθηκα», είπε ο Τιγκ. «Το Κινγκ’ς Χεντ δεν είναι;» «Ή το Κινγκ’ς Χεντ ή το Χαφ Μουν», συμφώνησε ο Τσαρλς. «Θα πάω εκεί και θα δω τι μπορώ να μάθω», είπε ο Νικ. «Κι αν σκεφτούμε ότι τα Κορίτσια της Γκλόρι μπορεί να είναι μια συμμορία από γυναίκες καλών οικογενειών...» Ο Τιγκ ανασάλεψε ξανά. Ήταν φανερό ότι αισθανόταν αμηχανία και ο Νικ το κατέγραψε στο μυαλό του. Κι αναρωτήθηκε για ποιο λόγο. «Μου φαίνεται εξωφρενικό», μουρμούρισε ο Τσαρλς. «Μου είναι αδύνατον να φανταστώ τη Λόρα ή τη Φέι ή τη σύζυγο του εφημέριου Μπάτλερ ως αρχηγό μιας έφιππης συμμορίας». «Το καταλαβαίνω... Όμως δεν είναι μόνο αυτές. Η κυρία Όσμπορν ιππεύει;» Ο Τσαρλς και ο Τζον Τιγκ αντάλλαξαν ένα βλέμμα. «Μερικές φορές», απάντησε ο πρώτος ύστερα από λίγο. «Αλλά δεν είναι έμπειρη αμαζόνα». «Η Έστερ ιππεύει ως επαγγελματίας αναβάτρια», πρόσθεσε ο Τιγκ. «Ω-


στόσο δε φαντάζομαι να υπαινίσσεστε ότι η ξαδέρφη του Κόουλ είναι λησταρχίνα των δρόμων, Φάλκονερ; Θα ήταν ανήκουστο!» «Προς το παρόν δεν υπαινίσσομαι τίποτα», απάντησε ατάραχα ο Νικ. «Απλώς κάνω ερωτήσεις». Έπεσε μια αμήχανη σιωπή. «Κάποιες φορές αναρωτιέμαι για την κυρία Όσμπορν», μουρμούρισε ξαφνικά ο Τσαρλς. «Ω, έλα τώρα!» Το πρόσωπο του Τιγκ είχε κοκκινίσει ανεπαίσθητα. «Μόνο και μόνο επειδή έχει κάνει περιουσία από το εμπόριο!» «Δεν είναι αυτό». Και ο Τσαρλς είχε κοκκινίσει λίγο. «Ξέρω ότι η Λόρα είναι φίλη της και η Έστερ τη συμπαθεί, αλλά...» Σταμάτησε. Η έκφρασή του φανέρωνε αμηχανία. «Είναι κάπως συγκρατημένη», είπε βλοσυρά ο Τιγκ, «όμως όταν τη γνωρίσει κανείς καλύτερα...» Πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Πρέπει να παραδεχτείς ότι είναι η πιο αφοσιωμένη φίλη που θα μπορούσαν να έχουν αυτές οι δυο. Η Λόρα αισθάνεται μοναξιά εδώ στην επαρχία αφού εσύ λείπεις τόσο συχνά στην πόλη...» σταμάτησε και ξερόβηξε καθαρίζοντας το λαιμό του, επειδή ο Τσαρλς του έριξε ένα όχι και τόσο φιλικό βλέμμα «... και άλλωστε έχουν κοινό ενδιαφέρον για την ανθοκομία και είναι κι οι δυο μέλη του φυτοκομικού συλλόγου», αποτελείωσε με λίγο αδύναμη φωνή. «Χαίρομαι που το ακούω», πέταξε ο Τσαρλς. Ο Νικ δεν είπε λέξη. Ένιωθε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα μια αδιόρατη ένταση. Δεν ήξερε ότι ο Τσαρλς είχε αφήσει τη σύζυγό του στην επαρχία όταν πήγαινε να πάρει τη θέση του στη Βουλή των Λόρδων. Αναρωτήθηκε όμως γιατί περνούσαν τόσον καιρό χωριστά. Έπειτα υπήρχε και ο Τιγκ, ο οποίος προφανώς ήταν ερωτευμένος με την Έστερ Μπέρι. Το γεγονός ότι υπερασπιζόταν τη Μαρί Όσμπορν ίσως οφειλόταν στην αφοσίωσή του απέναντι στην Έστερ. Αλλά η δυσφορία του όταν αναφέρθηκαν τα Κορίτσια της Γκλόρι; Μπορεί οι ερωτήσεις του Νικ να ήταν πολύ εύστοχες και να τον είχαν φέρει σε δύσκολη θέση. Για παράδειγμα, η φαινομενική αδεξιότητα της Μαρί Όσμπορν στην ιππασία ίσως ήταν προσποιητή και επιφανειακή, όπως και η άχρωμη εμφάνισή της. Ό,τι κι αν συνέβαινε, δεν υπήρχε αμφιβολία προς τα πού έκλινε η συμπάθεια του Τιγκ, οπότε έπρεπε να τον προσέχει και αυτόν. Ο Νικ σηκώθηκε και τέντωσε τα μέλη του. «Κύριοι, σας ευχαριστώ και τους δυο για το χρόνο σας, και εσένα, Τσαρλς, για το μπράντι. Τώρα με συγχωρείτε, πρέπει να πάω να ξαπλώσω. Είχα μια πολύ κουραστική μέρα».


Καθώς έβγαινε απ’ το γραφείο είδε τον Τσαρλς να προσφέρει στον Τζον Τιγκ άλλο ένα ποτήρι μπράντι, αλλά κατά την άποψή του εκείνος δε φαινόταν να εκτιμάει την κίνηση του οικοδεσπότη. Κοιτούσε μακριά και το βλέμμα στα γκρίζα μάτια του παρέμενε ανέκφραστο. *** Η Μαρί είχε βρει μια σκοτεινή γωνιά στη βεράντα όπου το αγιόκλημα τυλιγόταν γύρω από μια όμορφη, μικρή στριφτή κολόνα που η ίδια είχε σχεδιάσει. Κάθισε στο παγκάκι με τα μαλακά μαξιλάρια, λύγισε τα γόνατά της κι αγκάλιασε τα πόδια της, αδιαφορώντας για το αν θα τσαλάκωνε ή όχι το μεταξωτό φόρεμά της. Ήταν μια γλυκιά, ζεστή βραδιά και ο αέρας που φυσούσε απ’ τους κάμπους έφερνε μαζί του τη μυρωδιά από τους ράχους, τις φτέρες και μια πιο αψιά οσμή από πρόβατα. Όταν απομακρύνθηκε από τον Νικ Φάλκονερ, η πρώτη της σκέψη ήταν να το βάλει στα πόδια, να κρυφτεί ώσπου να βρει την ευκαιρία να ανασυντάξει τις δυνάμεις και τις σκέψεις της. Ήξερε όμως ότι θα κινούσε υποψίες και, αν δεν έδειχνε τελείως ατάραχη απ’ τη συνάντηση μαζί του, ίσως η απάτη της να ξεσκεπαζόταν. Έτσι προχώρησε στην αίθουσα χορού και δέχτηκε να χορέψει με τον πρώτο άντρα που της το πρότεινε... ο οποίος, δυστυχώς, ήταν ο λόρδος Χένρι Κόουλ. Η Μαρί τον απεχθανόταν βαθύτατα. Επρόκειτο για έναν μεγαλόσωμο, άξεστο άνθρωπο, που κάτω απ’ το προσωπείο της ευγένειας έκρυβε ένα μοχθηρό χαρακτήρα. Της θύμιζε τον Ράσλι από πολλές απόψεις. Εδώ και καιρό την πίεζε να του δείξει κάτι που ο ίδιος αποκαλούσε «καλοσύνη», με άλλα λόγια να του επιτρέψει να της κάνει έρωτα, αφήνοντας υπονοούμενα ότι το κρεβάτι της ήταν κρύο για πολύ καιρό και ότι αυτός ήταν ο πιο κατάλληλος για να της το ζεστάνει. Όταν της πίεσε τα οπίσθια με τόσο αηδιαστικό, αισχρό τρόπο τη στιγμή του χορού, η Μαρί ένιωσε το στομάχι της ν’ ανακατεύεται. Τα μεγάλα, ιδρωμένα χέρια του την άγγιζαν με φορτικότητα και επιμονή και της θύμιζαν τις τακτικές του Ράσλι. Ήξερε ότι ο λόρδος Χένρι θα συνέχιζε να την πιέζει ακόμα πιο έντονα. Έδειχνε ότι η αντίστασή της τον διέγειρε αφάνταστα. Ήταν από εκείνους που έβλεπαν την άρνηση ως εμπόδιο, το οποίο απλώς έπρεπε να ξεπεράσουν με τη βία. Η Μαρί ρίγησε. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ήξερε πως ο Νικ Φάλκονερ παρακολουθούσε κάθε της κίνηση μ’ εκείνο το σκοτεινό, αινιγματικό βλέμμα του. Σκέφτηκε πως πρέπει να ήταν ο μόνος που είχε δει τον λόρδο Χένρι να την αγγίζει, γιατί είχε αρχίσει να τους πλησιάζει λες και ήταν έτοιμος να παρέμβει. Η διαπίστωση ότι ερχόταν να τη σώσει την έκανε να νιώσει πολύ παράξενα. Αισθάνθηκε ένα μείγμα από ανακούφιση, α-


σφάλεια και εμπιστοσύνη, που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ στη ζωή της. Ήθελε να πέσει στην αγκαλιά του και ν’ αφήσει όλη τη δύναμη και την προστατευτικότητα του να την τυλίξουν. Ήταν μια παρορμητική κι ανεξήγητη αντίδραση, αλλά κυρίως μια εξαιρετικά επικίνδυνη αντίδραση, γιατί φυσικά δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τον Νίκολας Φάλκονερ. Ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στη γη που θα ’πρεπε να του επιτρέψει να την πλησιάσει. Θα μπορούσε να την ξεσκεπάσει, να βγάλει στο φως την αλήθεια για εκείνη. Είχε το δυσοίωνο προαίσθημα πως ίσως αυτός είχε γράψει το ανώνυμο γράμμα και πως η μοίρα της θα άλλαζε από δω και πέρα. Τα ξέρω όλα για σένα. Ξέρω τι έκανες... Ένιωσε τον πανικό να την κυριεύει, να σφίγγει το στήθος της σαν μέγγενη. Στο στομάχι της φτεροκοπούσαν χιλιάδες πεταλούδες που αγωνίζονταν να ελευθερωθούν. Πού και πού την έπιαναν τέτοιες κρίσεις απ’ τον καιρό που είχε ξεφύγει απ’ τον Ράσλι. Συνέβαιναν όποτε το παρελθόν φάνταζε πάρα πολύ κοντινό, όποτε είχε την αίσθηση ότι δεν μπορούσε να δραπετεύσει. Γιατί ορισμένες φορές φαινόταν πως ποτέ δε θα γλίτωνε απ’ αυτό, ποτέ δε θα ήταν πραγματικά ελεύθερη. Έχωσε τα νύχια της στις παλάμες της και προσπάθησε απελπισμένα να ηρεμήσει το τρέμουλό της. Ανάσαινε βαθιά. Σκέψου κάτι άλλο για να το ξεχάσεις. Σκέφτηκε τι θα έκανε τώρα που ο Νικ Φάλκονερ την είχε πλησιάσει. Θα μπορούσε να το σκάσει. Θα μπορούσε να επιχειρήσει ξανά ένα καινούριο ξεκίνημα. Δε θα ήταν η πρώτη φορά. Όμως, αν το έκανε, ο Ράσλι θα νικούσε και πάλι κι αυτό δεν μπορούσε να το αφήσει να συμβεί. Ένιωθε πολύ δυνατή για να το αφήσει να συμβεί. Το αίσθημα του πανικού άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί, το σφίξιμο στο στήθος της μειωνόταν, η αναπνοή της έβγαινε πιο ήρεμη. Ακούμπησε το μέτωπο στα γόνατά της κι ένιωσε το δροσερό μετάξι του φορέματος της να χαϊδεύει το καυτό μάγουλό της. Ξαφνικά αισθάνθηκε εξουθενωμένη. Η σημερινή μέρα ήταν πολύ κουραστική. Τότε άκουσε βήματα να πλησιάζουν και ένα χαρακτηριστικό θρόισμα από μετάξι. Ίσιωσε βιαστικά το σώμα της κι έσπρωξε τα μαλλιά που είχαν πέσει στο πρόσωπό της. Το τουρμπάνι της -αυτό το γελοίο πράγμα που έτσι κι αλλιώς απεχθανόταν- βρισκόταν πεταμένο δίπλα της. Άπλωσε το χέρι της για να το αρπάξει, αλλά διαπίστωσε ότι η Έστερ ήταν αυτή που ερχόταν κοντά της και χαλάρωσε ξανά. Η φίλη της κάθισε στο πεζούλι και της πρόσφερε ένα ποτήρι με παγωμένη σαμπάνια. Η Μαρί ήπιε μια γουλιά και την ένιωσε ν’ ανακουφίζει το


στεγνό λαιμό της. «Είσαι καλά, Μαρί;» ρώτησε. Η φωνή της φανέρωνε ανησυχία. «Τι έγινε; Σε είδα να φεύγεις από την αίθουσα χορού». «Μια χαρά είμαι». Ήπιε κι άλλη σαμπάνια. «Με ενοχλούσε ο λόρδος Χένρι και απεχθάνομαι τη φορτικότητά του». «Πάλι σου έκανε πρόστυχες προτάσεις». Φαινόταν αηδιασμένη. «Λυπάμαι πολύ, Μαρί. Είναι παλιάνθρωπος. Αυτά που κάνει είναι απαράδεκτα, ειδικά όταν ξέρει ότι είσαι μια απροστάτευτη γυναίκα. Τι μπορούμε να κάνουμε; Να βάλω τον Τζον Τιγκ να τον καλέσει σε μονομαχία; Ή... Ή να τον καλέσει η Γκλόρι;» «Όχι», απάντησε η Μαρί. Ήδη αισθανόταν αρκετά καλύτερα. Η πρόταση της Έστερ την έκανε σχεδόν να γελάσει. «Ξέρω ότι ο Τζον θα δεχόταν για χάρη σου, Ες, και είμαι σίγουρη πως μια μονομαχία θα πρόσθετε αίγλη στη φήμη της Γκλόρι, αλλά δεν είναι ανάγκη. Με αναστάτωσε μόνο επειδή μου θύμισε τον Ράσλι. Τον περισσότερο καιρό καταφέρνω να διώχνω απ' το μυαλό μου τέτοιου είδους σκέψεις, αλλά μερικές φορές...» Κούνησε το κεφάλι της. «Τέλος πάντων- κάρφωσα τον λόρδο Χένρι με τη βεντάλια μου και νομίζω ότι τον έγδαρα». «Ωραία», αναφώνησε η Έστερ με ικανοποίηση. «Κρίμα που δεν του ράγισες τα παΐδια». Κούνησε μπρος πίσω τα πόδια της και οι μεταξωτές φούστες της θρόισαν με την κίνησή της, αλλά την επόμενη στιγμή σταμάτησε απότομα. Η φωνή της άλλαξε, ο τόνος της έγινε πιο σοβαρός. «Έκανα μερικές ερωτήσεις, Μαρί. Σχετικά με τον ταγματάρχη Φάλκονερ, εννοώ. Είναι χήρος, κληρονόμος ενός Σκοτσέζου μαρκήσιου». «Η λαίδη Φέι θα πετάξει από τη χαρά της», σχολίασε ξερά η Μαρί. «Φαντάζομαι πως ναι. Αλλά τα υπόλοιπα που έμαθα δεν είναι και τόσο ευχάριστα», συνέχισε η Έστερ. «Είναι ξάδερφος του Ράσλι από την πλευρά της μητέρας του. Κι εφόσον ο Ράσλι πέθανε χωρίς ν’ αφήσει απογόνους ή διαθήκη, κληρονόμησε όλα όσα του ανήκαν και μεταβιβάζονται μόνο κατά σειρά διαδοχής». Το ποτήρι κόντεψε να πέσει από το χέρι της Μαρί. Ο Νικ Φάλκονερ ήταν ξάδερφος του Ράσλι; Ξαφνικά της φάνηκε απαράδεκτο, λανθασμένο και ταπεινωτικό να αισθάνεται έλξη γι’ αυτόν. Ακόμα κι αν δεν ήταν φτιαγμένος απ’ την ίδια πάστα με τον ξάδερφό του, δεν έπαυαν να είναι συγγενείς, να νιώθουν το ίδιο αίμα να κυλάει στις φλέβες τους. Κι αν είχε κληρονομήσει όλη την περιουσία του Ράσλι, ίσως είχε κληρονομήσει κι εκείνη μαζί με τα υπόλοιπα κτήματά του. Μπορεί να είχε δραπετεύσει από τα δεσμά της, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε ελευθερωθεί ποτέ. Ήταν κτήμα του


Ράσλι και του ανήκε τόσο το σώμα όσο και η ψυχή της. Και μόνο που το σκεφτόταν, το στομάχι της ανακατευόταν. «Ω», ψιθύρισε αδύναμα. Καθάρισε το λαιμό της και συνέχισε: «Δεν το ήξερα». Άφησε κάτω το ποτήρι της με μεγάλη προσοχή. «Όμως σκέφτηκα πως η άφιξή του εδώ δεν μπορεί να είναι τυχαία! Και σίγουρα δεν οφείλεται σε σύμπτωση! Ίσως γι’ αυτό να βρισκόταν εκείνο το βράδυ στο Χεν εντ Βάλτσερ, Ες. Είχε πάει για να συναντήσει τον Ράσλι. Ίσως...» Ένιωσε να την κυριεύει πάλι πανικός και προσπάθησε να τον ελέγξει. «Ίσως ο Ράσλι μίλησε στον ξάδερφό του για μένα», κατέληξε. Κοίταξε την Έστερ κι έτριψε το μέτωπό της. Το κεφάλι της πονούσε αφόρητα. Ξαφνικά το παρελθόν της φαινόταν επικίνδυνα κοντινό. «Πιστεύεις ότι γι’ αυτό ήρθε; Ξέρει ότι είμαι ένα από τα περιουσιακά στοιχεία του; Και σκοπεύει να συνεχίσει τον εκβιασμό από εκεί όπου τον άφησε ο Ράσλι;» Η Έστερ κατέβηκε απ’ το πεζούλι, κάθισε δίπλα της και την αγκάλιασε από τους ώμους για να την παρηγορήσει. «Ούτε να το σκέφτεσαι, Μαρί!» είπε αυστηρά. «Είμαι σίγουρη ότι δεν πρόκειται γι’ αυτό. Ο Ράσλι μπορεί να απειλούσε να μιλήσει για το παρελθόν σου και ν’ αποκαλύψει τη σύνδεσή σου με τα Κορίτσια της Γκλόρι, αλλά είμαι βέβαιη ότι δεν είχε αναφέρει τα σατανικά σχέδιά του σε κανέναν άλλον. Τέτοιου είδους καθάρματα πάντοτε κρατούν καλά φυλαγμένα τα μυστικά τους». «Ελπίζω να έχεις δίκιο», μουρμούρισε η Μαρί κι αναρίγησε. «Η αλήθεια είναι πως, όσον καιρό ήμουν μαζί του, δε γνώρισα κανένα άλλο μέλος της οικογένειάς του κι εκείνος ποτέ δε μιλούσε για τους συγγενείς του, οπότε φαντάζομαι ότι δεν πρέπει να διατηρούσε καλές σχέσεις ούτε με τον ξάδερφό του. Όμως ο ταγματάρχης Φάλκονερ πρέπει να γνωρίζει ότι οι κομήτες του Ράσλι κάποτε είχαν σκλάβους στη Ρωσία». Το χέρι της Έστερ έσφιξε πιο δυνατά τους ώμους της. «Και αν το ξέρει; Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν». «Όχι, δεν ανήκουν στο παρελθόν». Η Μαρί ρίγησε ξανά. «Ξέρεις ότι ποτέ δε μου χαρίστηκε η ελευθερία μου με νόμιμα μέσα. Εξακολουθώ να είμαι μια σκλάβα». Για μια ατέλειωτη, τρομακτική στιγμή οι αναμνήσεις κατακυρίευσαν το μυαλό της και βρέθηκε πίσω στο γραφείο του σπιτιού στην Αγία Πετρούπολη, όπου είχε ζήσει τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια της ζωής της. Ο πατέρας του Ράσλι την είχε πάρει από τους γονείς της όταν ήταν ακόμα παιδί και την είχε μορφώσει από ένα καπρίτσιο, διδάσκοντάς τη όλες τις τέχνες που έπρεπε να γνωρίζει μια Αγγλίδα κυρία. Ήταν ένας εκκεντρικός ακαδημαϊκός και συλλέκτης, και αργότερα η Μαρί συνειδητοποίησε ότι, κατά έναν


περίεργο τρόπο, και η ίδια αποτελούσε κομμάτι της συλλογής του. Ήθελε να δει αν μπορούσε να πάρει ένα παιδί Ρώσων δουλοπάροικων και να το μεταμορφώσει σε κάτι που προσομοίαζε με κυρία. Όμως, όταν πέρασε στην κληρονομιά του γιου του, εκείνος είχε άλλες ιδέες για το ρόλο της δεκαεπτάχρονης προστατευόμενης του πατέρα του. Οι αναμνήσεις της ζωντάνεψαν και η Μαρί έβλεπε ξανά τον Ρόμπερτ Ράσλι να περιφέρεται στο σπίτι και να το λεηλατεί, ενώ το άψυχο σώμα του πατέρα του ακόμα δεν είχε κρυώσει, στον πάνω όροφο. Εκείνος είχε πάρει θέση πλέον στη δική του πολυθρόνα και την αξιολογούσε νωχελικά με το θρασύ βλέμμα του. Πολύ τολμηρό κι ανόητο το εγχείρημα του πατέρα μου να προσπαθήσει να σε μορφώσει και να σου βάλει στο μυαλό ιδέες που δεν αρμόζουν στην τάξη σου, κοριτσάκι! Αλλά δεν πειράζει· η δουλειά όλων των σκλάβων είναι να ζεσταίνουν το κρεβάτι του αφέντη τους και σύντομα θ' αναλάβεις τα καθήκοντά σου ανάσκελα. Είχε σκύψει μπροστά και την είχε καρφώσει με την παγερή ματιά του. Ξέρεις, έχω άλλα σχέδια για σένα, αγαπητή μου. Μια πρόταση την οποία δε θα μπορέσεις ν' αρνηθείς. Εσύ και η οικογένειά σου είστε σκλάβοι. Μου ανήκετε ψυχή τε και σώματι. Οπότε θα σου κάνω μια προσφοράς μια προσφορά που νομίζω πως θα συμφωνήσεις ότι είναι πολύ δελεαστική. Αν μου προσφέρεις το κορμί σου για να το κάνω ό,τι θέλω, θα χαρίσω στους δικούς σου την ελευθερία τους, τις ψυχές τους, αν προτιμάς... Η Μαρί είχε δεχτεί την πρότασή του. Και ήταν φυσικό. Πώς θα μπορούσε να αρνηθεί, ξέροντας ότι διακυβευόταν η ελευθερία των δικών της; Στην πραγματικότητα, δεν είχε επιλογή. Ήταν παγιδευμένη. Έτσι αντάλλαξε τον εαυτό της, την αγνότητά της, την αθωότητά της, την ίδια της τη ζωή, για τη λύτρωση των δικών της από τη σκλαβιά. Και έγινε ερωμένη του κόμη του Ράσλι. Το μόνο παράδοξο στην όλη ιστορία ήταν ότι ο Ράσλι κράτησε το λόγο του. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον πρόσφερε χρήματα για να μορφωθούν οι αδερφές της, αγόρασε για τον πατέρα της ένα μικρό κτήμα κοντά στο Σβάρτορσκ και του έδωσε αρκετούς σπόρους και ζώα για να ζήσει την οικογένειά του καλλιεργώντας τη γη. Βέβαια στη συνέχεια η Μαρί ανακάλυψε ότι, μερικές φορές, τον ευχαριστούσε να παριστάνει τον μεγαλόψυχο, επειδή ανάμεσα στη σκληρότητα και στην πλεονεξία του πού και πού επιδείκνυε μια άκριτη γενναιοδωρία που την εξέπληττε. Στην αρχή την έκανε να ελπίζει ότι ίσως υπήρχαν κάποια καλά στοιχεία στο χαρακτήρα του. Αργότερα συνειδητοποίησε ότι ακριβώς αυτός ήταν ο σκοπός του.


Ήθελε να τους κάνει όλους να πιστέψουν πως υπήρχε ελπίδα, για να τους δείξει μετά ότι είχαν κάνει ένα τεράστιο λάθος και ν’ αντλήσει απίστευτη ικανοποίηση από τη δική τους απογοήτευση. Είχε ελευθερώσει την οικογένειά της από ένα καπρίτσιο, επειδή ήθελε ν’ αποδείξει ότι είχε πάνω τους εξουσία ζωής και θανάτου, τη δύναμη να τους κρατήσει σκλάβους ή να τους λυτρώσει από το ζυγό. Κι έπειτα είχε βαλθεί να πάρει την ανταμοιβή του από εκείνη με τον πιο βάρβαρο κι απάνθρωπο τρόπο, υποτάσσοντας το κορμί της στη θέλησή του. Η Μαρί συγκρότησε ένα ρίγος τρόμου κι έσπρωξε πάλι την οδυνηρή ανάμνηση στην πιο απρόσιτη γωνιά του μυαλού της. «Μη σκέφτεσαι τέτοια πράγματα», της είπε η Έστερ και την επανέφερε στο παρόν. «Δεν είσαι κτήμα. Δεν ανήκεις σε κανέναν άλλον εκτός απ’ τον εαυτό σου. Από νομικής άποψης...» ανέμισε το χέρι της αόριστα, σε μια χειρονομία που έδειχνε απαξίωση για τις συμβάσεις και η οποία ανέκαθεν προκαλούσε γέλιο στη Μαρί«... μπορεί κάποιος να έχει ένα πληκτικό επιχείρημα για το αντίθετο και να σε σύρει στα δικαστήρια, όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ». Έκανε μια μικρή παύση. «Νομίζω ότι, αν ο ταγματάρχης Φάλκονερ ήρθε στο Πίκοκ Όουκ με κάποιο σκοπό, αυτός είναι να εξιχνιάσει τη δολοφονία του ξαδέρφου του». Έπεσε σιωπή καθώς το σκέφτονταν και οι δύο. «Αλλά πώς ήξερε ότι έπρεπε να έρθει εδώ, αν ο ίδιος ο Ράσλι δεν του είπε πού θα με βρει;» Η Μαρί άπλωσε τα χέρια της σε μια κίνηση απορίας κι απελπισίας. Και η Έστερ κούνησε το κεφάλι της με απορία. «Ειλικρινά δεν ξέρω. Αλλά πιστεύω ότι μέχρι να το μάθουμε θα πρέπει να είσαι πολύ, πάρα πολύ προσεκτική», της απάντησε. Εκείνη κατένευσε. Αισθανόταν τρομακτικά αβέβαιη. Απ’ τις ερωτήσεις που ο Νικ Φάλκονερ της είχε θέσει εκείνο το βράδυ, κατάλαβε ότι την υποπτευόταν για το φόνο του Ράσλι. Δεν ήταν σύμπτωση ότι είχε έρθει στο Πίκοκ Όουκ. Ήξερε ήδη ότι ήταν ανελέητος κι επίμονος στο κυνηγητό του, κι αν σκόπευε ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη για το θάνατο του συγγενή του, θα την καταδίωκε μέχρι να την πιάσει. Αρνήθηκε να σκεφτεί την άλλη, την πιο τρομακτική πιθανότητα ο Ράσλι να του είχε μιλήσει για εκείνη και ο Νικ να ήθελε να συνεχίσει τον εκβιασμό από το σημείο που ο ξάδερφός του είχε σταματήσει. Προσπάθησε να μη σκεφτεί πως είχε έρθει εκεί για να τη διεκδικήσει. Η Έστερ είχε δίκιο. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική. Να μη λέει τίποτα, να μην παραδέχεται τίποτα, να μη δείχνει ότι φοβάται...


«Δεν μπορεί ν’ αποδείξει τίποτα», είπε τώρα η Έστερ. «Ειδικά ότι εσύ σκότωσες τον Ράσλι, αφού δεν τον σκότωσες». «Πράγματι», συμφώνησε η Μαρί. «Αλλά ακόμα κι αν τον είχες σκοτώσει», συνέχισε η φίλη της με φωνή σκληρή κι αποφασιστική, «κανείς δε θα σε κατηγορούσε. Όχι από τη στιγμή που όλοι μάθαιναν την αλήθεια. Του άξιζε να πεθάνει χίλιες φορές με τον πιο επώδυνο τρόπο για όσα σου έκανε». Ανάμεσα στις δυο γυναίκες έπεσε σιωπή. Τον πρώτο καιρό της φιλίας τους, όταν η Έστερ της είχε προτείνει να συγκατοικήσουν, η Μαρί έκρινε ότι όφειλε να της πει τα πάντα για το παρελθόν της. Αυτή και η Λόρα Κόουλ ήταν τα μόνα πρόσωπα στα οποία είχε μιλήσει ποτέ, τα μόνα πρόσωπα που ήξεραν ότι η Μαρί είχε μεταμορφωθεί σε Μαρίνα Όσμπορν, μια αξιοσέβαστη χήρα. Αλλά, ακόμα και τότε, είχε φροντίσει να παραλείψει τις αναφορές σε επώδυνες λεπτομέρειες σχετικά με τη βιαιότητα του Ράσλι, επειδή δεν ήθελε να ξαναζήσει εκείνες τις επώδυνες στιγμές ούτε να μεταδώσει στις φίλες της τον τρόμο όλων όσα είχε βιώσει. Πίστευε ότι δε θα ξεχνούσε ποτέ την αντίδραση της Έστερ και την έκφραση της απόλυτης φρίκης στο πρόσωπό της όσο άκουγε την ιστορία της. Η Έστερ -η οποία πίστευε πως ήταν τόσο προκλητική, τόσο έμπειρη και κυνική- είχε συγκλονιστεί απ’ τις δικές της αποκαλύψεις. Την άκουγε να αφηγείται την ιστορία της χωρίς να μιλάει. Έπειτα ίσιωσε αποφασιστικά τους ώμους της και της είπε ότι ο Ρόμπερτ Ράσλι ήταν ένα άθλιο υποκείμενο που θα του άξιζε να πεθάνει για όσα της είχε κάνει και ότι ποτέ, ποτέ ξανά δε θα την άφηνε να αισθανθεί θλίψη, ντροπή ή μοναξιά. Η Μαρί εκτίμησε την καλοσύνη της και τη γενναιοδωρία του πνεύματός της πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η ίδια η Έστερ θα μπορούσε να φανταστεί, αλλά έστω κι έτσι υπήρχαν κάποια πράγματα που δε γινόταν να της τα αποκαλύψει. Πράγματα που αφορούσαν τις χειροπέδες στο μυαλό της αν όχι και στο κορμί της- και δεν μπορούσε να τα εξηγήσει. Σε όλη της τη ζωή ήταν μια σκλάβα. Μια από τις πιο πρώιμες αναμνήσεις της ήταν να προσπαθεί να κατανοήσει τι σήμαινε να είναι κανείς πραγματικά ελεύθερος. Είχε ζητήσει από τον ηλικιωμένο κόμη να της μιλήσει γι’ αυτό, αλλά εκείνος είχε γελάσει με τις «φιλοσοφικές αναζητήσεις της», όπως τις είχε χαρακτηρίσει. Και στα δώδεκα της χρόνια, την είχε ρωτήσει τι δώρο ήθελε για τα γενέθλιά της. Η Μαρί του ζήτησε την ελευθερία της, όμως αντί γι’ αυτό εκείνος της είχε αγοράσει ένα ποντίκι φτιαγμένο από ζαχαρωτό. Ο κόμης του Ράσλι τη μεταχειριζόταν σαν παιχνίδι, όμως ο γιος του ήταν


αυτός που πραγματικά την είχε κάνει παιχνίδι του. Της είχε στερήσει τον αυτοσεβασμό και την αθωότητά της και, μερικές φορές, η Μαρί αισθανόταν να την κατακλύζει απελπισία επειδή δεν μπορούσε να ξεχάσει. Ήπιε την υπόλοιπη σαμπάνια της και χαμογέλασε μελαγχολικά καθώς σκεφτόταν τη μικρή σκλάβα από τη Ρωσία που καθόταν πλέον στη βεράντα ενός δούκα και έπινε τη σαμπάνια του. Πόσο ψηλά είχε ανέβει. Και πόσο βαθιά θα κατρακυλούσε αν ο Νικ Φάλκονερ την υποψιαζόταν, αν ήδη είχε ανακαλύψει πως ήταν η ερωμένη του ξαδέρφου του που είχε δραπετεύσει... μια σκλάβα, μια κλέφτρα και μια εγκληματίας. «Είναι δύσκολο να τον εξαπατήσει κανείς», μονολόγησε σκεπτόμενη τον Νικ. Η Έστερ την κοίταξε βλοσυρά. «Τι εννοείς;» τη ρώτησε απότομα. Η Μαρί στριφογύρισε αργά το ποτήρι της σαμπάνιας στα δάχτυλά της. «Μόνο ότι είναι έξυπνος, σκληρός κι ανελέητος. Και φοβάμαι ότι αργά ή γρήγορα θα με πιάσει». Τώρα το πρόσωπο της Έστερ γέμισε τρόμο. «Όχι, Μαρί! Δεν πρέπει να τον αφήσεις! Πρέπει να του πεις ψέματα και να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου. Σκέψου τις συνέπειες, αν δεν το κάνεις! Θα μας καταστρέψεις όλες...» «Το ξέρω», παραδέχτηκε η Μαρί. Αισθανόταν απίστευτα κουρασμένη. Σκέφτηκε πως δεν ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για να πει στη φίλη της πόσο την έλκυε ο Νικ Φάλκονερ, ούτε ότι ένιωθε μια παράλογη επιθυμία να τον εμπιστευτεί. «Μην ανησυχείς», της είπε. «Πάντα με φροντίζατε. Δεν πρόκειται να σας απογοητεύσω». «Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να συνεχίσεις λες και δε συνέβη τίποτα». Η Έστερ έδειχνε να έχει χαλαρώσει λίγο. «Εξάλλου μπορεί να ανησυχούμε χωρίς ουσιαστικό λόγο. Ο ταγματάρχης Φάλκονερ ήταν συμφοιτητής του Τσαρλς στο πανεπιστήμιο. Ο ερχομός του στο Πίκοκ Όουκ μπορεί να είναι μια απλή σύμπτωση και να μην έχει σχέση με τον Ράσλι». «Όπως σου έχω ξαναπεί, δεν πιστεύω στις συμπτώσεις», απάντησε ωμά η Μαρί. Άφησε απαλά το ποτήρι της στο πεζούλι. «Λέω να πάω να πέσω για ύπνο. Η Λόρα θα καταλάβει ότι είμαι κουρασμένη ύστερα απ’ τις σημερινές δραστηριότητες». «Θα έρθω μαζί σου», προθυμοποιήθηκε αμέσως η Έστερ. Σηκώθηκε και τίναξε τις φούστες της. «Αυτός ο χορός μού προκαλεί αφόρητη πλήξη. Βλέπω όλο τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα. Θα σε συνοδεύσω μέχρι το σπίτι και μετά θα πάω στο Χαφ Μουν». Οι ώμοι της Μαρί έγειραν. «Ω, Έστερ!» Το φως που ερχόταν απ’ τα παράθυρα της αίθουσας χορού ήταν αρκετό


για να φωτίσει το πρόσωπο της λαίδης Μπέρι με τη μελαγχολική έκφραση. «Ξέρω. Με θεωρείς έκφυλη». «Δεν είναι αυτό», διαμαρτυρήθηκε η Μαρί. Για μερικές στιγμές ένιωσε να την πλημμυρίζουν αντικρουόμενα συναισθήματα. Τα βράδια που η φίλη της δε γύριζε στο σπίτι, έμενε ξάγρυπνη κι ανησυχούσε λες και ήταν μητέρα της. «Φοβάμαι για σένα όταν πηγαίνεις μόνη σου στην πόλη και κάνεις κακές παρέες. Έπειτα είναι και ο λόρδος Τιγκ. Αν ήξερε...» Σταμάτησε. Η Έστερ χτύπησε τα δάχτυλά της. «Ο Τζον είναι φίλος μου, τίποτα περισσότερο». «Μα θέλει να γίνει κάτι περισσότερο! Νοιάζεται για σένα. Σ' αγαπάει, Έστερ!» Εκείνη έσυρε το χέρι της στο μπράτσο της Μαρί. «Ας μη μαλώνουμε», την παρακάλεσε. «Είσαι κουρασμένη κι αγωνιάς. Κι εγώ πλήττω. Ξέρεις ότι μου προκαλούν ασφυξία τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Οπότε πήγαινε να ξαπλώσεις στο κρεβάτι σου κι εγώ θα πάω...» «Στο κρεβάτι κάποιου άλλου», συμπλήρωσε ξερά η Μαρί. Αναστέναξε, γιατί ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση να της αλλάξει γνώμη. Αυτή και ο σύζυγός της, ο Τζακ Μπέρι, ήταν εξίσου παράτολμοι, ο ένας ενθάρρυνε διαρκώς τον άλλο να δοκιμάζει καινούριες τρέλες. Απ’ όσα της είχε πει η ίδια η Έστερ, η Μαρί κατάλαβε ότι η φίλη της και ο Τζακ μάλωναν σαν τον σκύλο με τη γάτα, παρ’ όλα αυτά κάτι τους κρατούσε μαζί. Στην περίπτωση του Τζακ, η τρέλα τελείωσε άδοξα με τον πρόωρο θάνατό του στη διάρκεια ενός κυνηγιού. Στην περίπτωση της Έστερ, η Μαρί δεν ήξερε πότε θα τελειώσει... Μπήκαν πάλι στο εσωτερικό της έπαυλης και η Έστερ έστειλε έναν υπηρέτη να φέρει τους μανδύες τους. Καθώς προχωρούσαν στο διάδρομο προς την εξώπορτα, είδαν τον Νίκολας Φάλκονερ να βγαίνει απ’ το γραφείο του Τσαρλς Κόουλ. Για μια ατέλειωτη στιγμή, γεμάτη ένταση, το βλέμμα του συνάντησε το βλέμμα της Μαρί κι εκείνη απέμεινε να τον κοιτάζει, ανίκανη να στρέψει τη ματιά της αλλού. Θυμήθηκε τα λόγια της και την αντίδραση της Έστερ. Είναι δύσκολο να τον εξαπατήσει κανείς... Πρέπει να του πεις ψέματα! Θα μας καταστρέφεις όλες... Και ήταν αλήθεια. Αν ο Νικ Φάλκονερ ήξερε την ιστορία της, αν ήξερε όλα όσα γνώριζε ο ξάδερφός του ο Ράσλι, τότε ήταν πολύ πιθανό να καταστραφούν μαζί της και όλοι εκείνοι για τους οποίους νοιαζόταν βαθιά. Όσο για τον εαυτό της... Μερικές φορές αισθανόταν τόσο εξουθενωμένη


από τη μάχη να ελευθερωθεί, που δεν την ενδιέφερε πια. Όμως δεν μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την Έστερ ή τη Λόρα. Δεν της είχαν δείξει τίποτε άλλο εκτός από καλοσύνη και φιλικότητα. Έστω κι έτσι, τώρα που αντίκριζε τα σκούρα μάτια του Νικ Φάλκονερ κι αναρωτιόταν τι ήθελε από εκείνη, η Μαρί καταλάβαινε ότι δε θα έβγαινε αλώβητη απ’ τη συνάντησή τους.


Κεφάλαιο 5 Αμαμηλίδα - Μάγια πάνω μου Ο Νικ ξύπνησε νωρίς το πρωί μετά τη βραδιά του χορού και κατέβηκε κάτω. Οι αργυρές αχτίδες από το φως της αυγής έσβηναν απ’ τον ουρανό. Οι μουσικοί, με τα πρόσωπά τους μαραμένα απ’ την κούραση, μάζευαν τα πράγματά τους. Οι υπηρέτες είχαν αρχίσει να σκουπίζουν, να ξεσκονίζουν και να τακτοποιούν το σπίτι. Ήξερε ότι θα περνούσε αρκετή ώρα μέχρι οι υπόλοιποι φιλοξενούμενοι να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους, κι έτσι αποφάσισε να πάρει το πρωινό του και να περπατήσει στο μονοπάτι που περνούσε μέσα από τις οξιές και οδηγούσε στους λόφους. Ένας από τους πρώτους κανόνες που είχε μάθει στο στρατό ήταν να εξερευνά το έδαφος, να σχηματίζει εικόνα γι’ αυτό και να το προετοιμάζει. Έτσι, ήθελε να δει τα κτήματα γύρω από το Πίκοκ Όουκ και να γνωρίσει την περιοχή όπου δρούσαν τα Κορίτσια της Γκλόρι. Το προηγούμενο βράδυ ο Τσαρλς του είχε πει ότι η Έστερ Μπέρι και η Μαρίνα Όσμπορν ζούσαν στην Αγροικία Πίκοκ, ένα σπίτι που κάποτε ανήκε στον μεσίτη του και που η Μαρί είχε αγοράσει πριν από πέντε χρόνια περίπου. Ο Νικ το έβλεπε τώρα από κάτω του καθώς ανηφόριζε το λόφο. Η λέξη αγροικία, σκέφτηκε, ήταν περισσότερο γραφική παρά ακριβής, γιατί το σπίτι ήταν ένα γερό, καλοφτιαγμένο κτίσμα με όμορφους, περιστοιχισμένους κήπους και θερμοκήπια στο βόρειο τοίχο του. Θυμήθηκε πως είχε ακούσει ότι η Μαρί είχε συμβουλεύσει τη Λόρα στον επανασχεδιασμό των κήπων του Κόουλ Κορτ. Προφανώς την ενδιέφερε η κηπουρική. Του φάνηκε ενδιαφέρον το γεγονός ότι μια λησταρχίνα των δρόμων ασχολιόταν με τα φυτά. Κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. Η προσωπικότητα της Μαρί Όσμπορν άρχιζε να γίνεται όλο και πιο αινιγματική με κάθε πληροφορία που μάθαινε για το άτομό της. Πέρα από το Κόουλ Κορτ και την Αγροικία Πίκοκ το έδαφος χαμήλωνε και σχημάτιζε τα υγρά λιβάδια του ποταμού Γουόρφ, όπου τα πρόβατα βοσκούσαν γαλήνια στην καταχνιά του ζεστού πρωινού. Στο βάθος της


πέτρινης γέφυρας, έβλεπε το Πίκοκ Όουκ και το δρόμο που οδηγούσε στο Σκίπτον να διασχίζει τους ψηλούς λόφους στο ταξίδι του προς τα βόρεια. Καλή περιοχή για ενέδρες, είπε με το νου του ο Νικ. Ο δρόμος ήταν στενός και με πολλές στροφές και υπήρχαν πάρα πολλά σημεία για να κρυφτεί κανείς. Αναρωτήθηκε τι γινόταν με τα άλογα. Ο Τσαρλς και ο Τζον Τιγκ είχαν πει ότι τα κορίτσια της Γκλόρι συναντιόνταν σε κάποιο απ’ τα πανδοχεία στο δρόμο, το Κινγκ’ς Χεντ ή το Χαφ Μουν. Ίσως να έκρυβαν τα άλογά τους στους στάβλους του πανδοχείου. Έπρεπε να πάει εκεί και να πιει μερικές κούπες μπίρα με τους ντόπιους χωρικούς. Η δυσκολία, όπως ήδη γνώριζε, θα ήταν να πείσει κάποιον να του μιλήσει. Αν τα Κορίτσια της Γκλόρι κατάγονταν από εκείνη την περιοχή, ίσως οι χωρικοί να κρατούσαν καλά φυλαγμένα τα μυστικά τους. Με τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στους φτωχούς και καταπιεσμένους, τα κορίτσια ήταν γι’ αυτούς ηρωίδες. Ήξερε ότι, αν έκανε ερωτήσεις, πολύ πιθανό να μην έπαιρνε απαντήσεις. Οι άντρες θα έστρεφαν αλλού τα βλέμματά τους, θ’ απαντούσαν αόριστα και δε θα του έλεγαν ποτέ την αλήθεια. Σε κάποιες περιπτώσεις, η πίστη και η αφοσίωση ήταν πολύ βαθιές. Στο λιθόστρωτο μονοπάτι στις παρυφές του λόφου ακούστηκε ήχος από οπλές. Ο Νικ ανασήκωσε το κεφάλι του και, ανάμεσα από τις οξιές, είδε τη Μαρίνα Όσμπορν να ιππεύει μια καστανή φοράδα. Παραδόξως, ήταν μόνη. Δεν τη συνόδευε κανένας ιπποκόμος. Αντί για το μουντό, γκρίζο ρούχο που την είδε να φοράει στο χορό, τώρα φορούσε ένα κομψό σύνολο ιππασίας σε σκούρο πράσινο χρώμα. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν μαζεμένα πίσω σ’ ένα σφιχτό κότσο, αλλά ένα χαριτωμένο μικρό καπέλο κατέστρεφε τη σοβαρότητα της αμφίεσής της. Το άλογο προχωρούσε επιφυλακτικά στο μονοπάτι και η Μαρί καθόταν εξίσου επιφυλακτικά στη γυναικεία σέλα. Ο Νικ την παρακολούθησε για λίγο σκεφτικός. Είχε αναρωτηθεί αν η φαινομενική αδεξιότητά της στην ιππασία ήταν σκόπιμη, γιατί πώς θα μπορούσε να είναι η Γκλόρι, αν δεν ίππευε με αυτοπεποίθηση; Ωστόσο τώρα διαπίστωνε ότι δεν προσποιούνταν. Θα ήταν αδύνατον να προσποιηθεί με τόση μαεστρία. Καθόταν στη σέλα λες και καθόταν στην άκρη μιας καρέκλας κι από στιγμή σε στιγμή θα έπεφτε. Κρατούσε τα χαλινάρια του ζώου, αλλά δεν τα χρησιμοποιούσε για να το κατευθύνει. Με λίγα λόγια, πραγματικά έδειχνε πολύ αδέξια αμαζόνα. Την είδε να μπερδεύεται στην προσπάθειά της να κατέβει για ν’ ανοίξει την πύλη σε μια πλευρά του κτήματος. Το πόδι της σκάλωσε στον αναβολέα, παραπάτησε και θα έπαιρνε όρκο ότι η νεαρή γυναίκα βλαστήμησε


εκείνη τη στιγμή μέσ’ απ’ τα δόντια της. Λίγο αργότερα ένα μικρό ζώο διέσχισε το μονοπάτι, το άλογο τινάχτηκε και η Μαρί, που δεν ασκούσε κανέναν έλεγχο πάνω του, έπεσε από τη σέλα κι έμεινε ακίνητη στο έδαφος. Ο Νικ άρχισε να τρέχει προς τα εκεί. Ώσπου να τη φτάσει, το άλογο είχε ηρεμήσει και βοσκούσε στο γρασίδι, δίπλα στο μονοπάτι. Τον κοίταξε εκνευρισμένο με την άκρη του ματιού του. Το μικρό, χαριτωμένο καπέλο της Μαρί είχε φύγει κι είχε πέσει ανάποδα στις τσουκνίδες. «Κυρία Όσμπορν!» Δεν κουνιόταν καθόλου. Ο αυστηρός κότσος της είχε λυθεί και τα μαλλιά της χύνονταν σαν καταρράκτης στους ώμους της, ενώ οι βλεφαρίδες της έδειχναν κατάμαυρες πάνω στη χλομή επιδερμίδα της. Ύστερα γύρισε το κεφάλι ι ης και ο Νικ διαπίστωσε ότι δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της απ’ την πτώση, αλλά της είχε κοπεί η ανάσα. Την έπιασε από τα μπράτσα, της τα άνοιξε και έπειτα κατέβασε με δύναμη τούς καρπούς της στο στομάχι της. Ήταν μια πρωτόγονη και οδυνηρή μέθοδος το ήξερε από προσωπική του πείρα- αλλά παράλληλα αποτελεσματική, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο ο υπόλοιπος αέρας βγήκε απ’ τα πνευμόνια της και της επέτρεψε να πάρει καινούρια ανάσα. Μετά την άφησε και η Μαρί ανακάθισε, αναπνέοντας λαχανιασμένα. «Δεν είναι ανάγκη να με κακομεταχειρίζεστε, κύριε!» του είπε. Παρ’ όλο που ακουγόταν ακόμα ξέπνοη, τα μάτια της άστραφταν από θυμό. Ο Νικ γέλασε. Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν είχε πάθει κάτι σοβαρό. «Δε σας κακομεταχειρίστηκα. Σας γλίτωσα απ’ το να πνιγείτε στην προσπάθειά σας να πάρετε ανάσα», της εξήγησε. «Θα ’πρεπε να με ευχαριστείτε, όχι να με επιπλήττετε». Η Μαρί δεν απάντησε, αλλά εκείνα τα μάτια της με τις χρυσαφιές σπίθες τού έριξαν άλλο ένα θυμωμένο βλέμμα. Ο Νικ σκέφτηκε πως είχε συνέλθει πολύ γρήγορα και την άφησε για να πάει να πιάσει τα χαλινάρια του αλόγου. Το ζώο τον ακολούθησε πειθήνια κι εκείνος το έδεσε στο κάγκελο της πύλης. Γύρισε στη Μαρί και της άπλωσε το χέρι του για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. Εκείνη το αγνόησε και σηκώθηκε αδέξια, μόνη της. Το πρόσωπό της είχε γίνει κατακόκκινο και το μάγουλό της είχε γεμίσει λάσπη. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και το κοστούμι της, τσαλακωμένο. Ο Νικ σκέφτηκε ότι ήταν απίστευτα γοητευτική, έτσι αναμαλλιασμένη και ατημέλητη. Δίχως να το θέλει, στο μυαλό του ξεπήδησε η εικόνα της στο σιντριβάνι, την προηγούμενη βραδιά, με την επιδερμίδα της να μοιάζει φτιαγμένη


από σιντέφι στο φως του φεγγαριού. Τόσο δροσερή, τόσο γλυκιά, τόσο θελκτική. Η ανάμνηση του προκάλεσε μια ακαταμάχητη επιθυμία να τη φιλήσει. Η ένταση του πόθου του τον ξάφνιασε. Τώρα φανταζόταν πόσο ζεστό θα ήταν το κορμί της ανάμεσα στα χέρια του, πόσο μεθυστική η γεύση των χειλιών της... Τα χείλη της ήταν σαρκώδη και πολύ αισθησιακά, φτιαγμένα για φιλιά. Ήθελε να της βγάλει το κοστούμι της ιππασίας και να εξερευνήσει κάθε πόντο αυτού του σαγηνευτικού, προκλητικού κορμιού που κρυβόταν από μέσα. Ένα βήμα προς το μέρος της και θα βρισκόταν στην αγκαλιά του... Όχι. Το μυαλό του ξανάρχισε μεμιάς να λειτουργεί και έσβησε τον πόθο του απότομα, προβάλλοντας την εικόνα της εύθραυστης, αθώας Άννας ανάμεσα σ’ εκείνον και στη γυναίκα που στεκόταν μπροστά του. Μα τι στην ευχή του συνέβαινε; απόρησε. Είχε ορκιστεί να της αποσπάσει την αλήθεια και θα το κατάφερνε... Με κυνικότητα, με μηχανορραφίες βασισμένες στη λογική και όχι υποκύπτοντας στις επιταγές του απείθαρχου κορμιού του. Βρισκόταν εκεί για να την ξεσκεπάσει, να αποδείξει ότι ήταν εγκληματίας, όχι για να ξεχάσει όλα όσα πίστευε, να την ξαπλώσει στο γρασίδι και να της κάνει έρωτα. Ακόμα κι αν δεν ήταν λησταρχίνα -και η αδεξιότητά της στη σέλα έδειχνε πως δεν πρέπει να ήταν-, ο Νικ δεν είχε αμφιβολία πως επρόκειτο για τη γυναίκα που είχε συναντήσει στο Λονδίνο, μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε πόρνη, που θα μπορούσε να είναι δολοφόνος ή συνεργός δολοφόνου. Αν ήθελε να την προσεγγίσει και να της αποσπάσει την αλήθεια, όφειλε να είναι τόσο σατανικός όσο ήταν σίγουρα κι εκείνη. «Δεν πρέπει να βγαίνετε για ιππασία μόνη ενώ δεν είστε τόσο καλή στο άθλημα», τη συμβούλεψε. «Μπορεί να σας συμβούν δυσάρεστα πράγματα». Η Μαρί τον κοίταξε πάλι με μάτια που πετούσαν σπίθες από την οργή. «Ευχαριστώ, αλλά τα καταφέρνω», του απάντησε. «Όχι, δεν τα καταφέρνετε. Αν δεν ήμουν εδώ...» «Τότε δε θα με γρονθοκοπούσατε σαν επαγγελματίας πυγμάχος!» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του μελαγχολικά. «Την επόμενη φορά θα σας αφήσω να τα βγάλετε πέρα μόνη σας, κυρία». «Σας παρακαλώ να το κάνετε. Δε χρειάζομαι τη βοήθειά σας αν είναι σε τέτοια μορφή». Ίσιωσε το σώμα της κι εκείνος την είδε να μορφάζει. «Στραμπουλήξατε τον αστράγαλό σας;» τη ρώτησε. «Όχι!» Το κοκκίνισμα στο πρόσωπό της έγινε πιο βαθύ. «Πονάει λίγο το


κεφάλι μου, αυτό είναι όλο». «Ίσως έχετε υποστεί μια ελαφρά διάσειση. Επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω». Την πλησίασε κι άπλωσε το χέρι του, όμως η Μαρί απέφυγε να το πιάσει κι έκανε ένα βήμα πίσω. Στα μάτια της πλανιόταν τώρα μια ανησυχία, μια αναστάτωση που δεν μπορούσε να κρύψει τελείως. Παρά την αποφασιστικότητά του να παραμείνει ψύχραιμος και να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του, ο Νικ αισθάνθηκε τον αέρα ανάμεσά τους να φορτίζεται από συναισθήματα. «Ευχαριστώ», του απάντησε. Ο τόνος της ήταν τυπικός κι έσβησε μεμιάς τις φλόγες της έξαψης. «Θα είμαι μια χαρά. Θα γυρίσω στο σπίτι με τα πόδια...» Στράφηκε να πιάσει τα χαλινάρια του αλόγου και ο Νικ την ακολούθησε. «Όχι, δε θα γυρίσετε μόνη», της είπε σοβαρά. Εκείνη στράφηκε και τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Μα είναι γελοίο, ταγματάρχα Φάλκονερ. Δε χρειάζομαι περισσότερη βοήθεια από εσάς», είπε τονίζοντας ειρωνικά τη λέξη. «Αρκετά υπέφερα ήδη εξαιτίας της». Εκείνος ακούμπησε ανέμελα στην πύλη κι έδωσε στο άλογο μια χούφτα γρασίδι. «Δείχνετε ν’ ανυπομονείτε πολύ να απαλλαγείτε από την παρουσία μου, κυρία Όσμπορν», παρατήρησε. «Οι περισσότερες γυναίκες δε βιάζονται τόσο πολύ να με διώξουν». Η ανταμοιβή του ήταν άλλο ένα δολοφονικό βλέμμα απ’ τα υπέροχα μάτια της. «Εγώ δεν τους μοιάζω», απάντησε μελιστάλακτα. «Δεν πρόκειται να σας παρακαλέσω να μείνετε μαζί μου. Σας είπα και χτες το βράδυ ότι δεν επιθυμώ τη συντροφιά σας». Ξαφνικά η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ηλεκτρίστηκε και πάλι από κάτι έντονο, βαρύ κι επίμονο. Για άλλη μια φορά ο Νικ αισθάνθηκε να τον κυριεύει η πρωτόγονη ανάγκη να την οδηγήσει στον πιο κοντινό στάβλο και να της κάνει έρωτα πάνω στα άχυρα. Είδε την έκφρασή της ν’ αλλάζει, είδε στα μάτια της τον απόηχο του δικού του ακαταμάχητου πόθου κι άρχισε να την πλησιάζει αργά αλλά σταθερά. Τότε το άλογο τον χτύπησε δυνατά στο στομάχι και ο Νικ κόντεψε να διπλωθεί στα δύο απ’ τον πόνο. Όταν ίσιωσε το κορμί του πρόσεξε ότι η Μαρί Όσμπορν είχε απομακρυνθεί και στεκόταν σε απόσταση ασφαλείας. «Φοβάμαι ότι η Σταρ είναι τόσο δύστροπη όσο κι εγώ, ταγματάρχα Φάλκονερ», του είπε. «Παρακαλώ, συγχωρήστε και τις δυο μας και μην προσβληθείτε επειδή δεν επιθυμώ τη συντροφιά σας». Το κεφάλι της ήταν σκυμμένο, ο Νικ δεν μπορούσε να δει την έκφρασή σας. «Άλλωστε, για εσάς ανησύχησα. Σκέφτηκα πως πηγαίνατε κάπου όταν σταματήσατε να


με βοηθήσετε. Δε θα ήθελα να σας καθυστερήσω περισσότερο». Ο Νικ χαμογέλασε αμυδρά μ’ αυτό το ασύστολο ψέμα. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, κυρία. Όμως δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, απλώς απολάμβανα τον πρωινό περίπατό μου». Η Μαρί τον κοίταξε λοξά κάτω από τις μακριές, πυκνές βλεφαρίδες της. «Σηκωθήκατε πολύ νωρίς μετά από χορό», σχολίασε. «Το ίδιο κι εσείς». Εκείνη έλυσε τα χαλινάρια του αλόγου απ’ την πύλη και τα τύλιξε στο χέρι της. Η πλάτη της ήταν γυρισμένη προς το μέρος του. Δεν του απάντησε. Ο Νικ εντυπωσιάστηκε. Από την πείρα του ήξερε ότι ελάχιστοι άνθρωποι άφηναν τη σιωπή να πλανιέται στον αέρα. Οι περισσότεροι έσπευδαν να τη «γεμίσουν». Χρειάζονταν ατσάλινα νεύρα για ν’ αντισταθεί κανείς σ’ αυτή την ανάγκη -ειδικά αν έκρυβε κάτι, «Υποθέτω ότι δεν κοιμηθήκατε καλά», της είπε τελικά. Εκείνη τον κοίταξε τόσο παγερά, που άλλος στη θέση του θα είχε ζαρώσει. «Καλύτερα να κρατάτε τις άπρεπες παρατηρήσεις σας για τον εαυτό σας, ταγματάρχα Φάλκονερ», αποκρίθηκε ξερά. Ο Νικ χαμογέλασε. «Κατάλαβα. Δεν πρόκειται να μου δώσετε πληροφορίες για τις συνήθειες σας στον ύπνο». «Όχι βέβαια!» του είπε εκνευρισμένη. «Δε σας κρατάει ξύπνια η ένοχη συνείδησή σας;» Η Μαρί μισόκλεισε τα μάτια της. «Σηκώνομαι νωρίς επειδή μ’ αρέσει να απολαμβάνω τα καλοκαιρινά πρωινά. Αυτό είναι όλο». Έδειξε μια μικρή τσάντα που ήταν δεμένη στη μέση της. «Είναι η καλύτερη ώρα για να μαζέψω τα φυτά που χρησιμοποιώ για τα φάρμακά μου». Ο Νικ έσμιξε τα φρύδια του. «Βλέπω ότι είστε η σύγχρονη εκδοχή της μάγισσας του χωριού, κυρία Όσμπορν. Ποιος να το φανταζόταν!» «Για φάρμακα μίλησα, όχι για μαγικά φίλτρα». Το πρόσωπό της κοκκίνισε κι έγινε σαν την παπαρούνα, ενώ η έκφρασή της φανέρωνε βαθιά αποστροφή. «Δε μου δώσατε την εντύπωση ανθρώπου που θα πίστευε σε προλήψεις, ταγματάρχα Φάλκονερ. Και είναι καθαρή άγνοια να θεωρείτε την παρασκευή φαρμάκων από βότανα μαγεία και όχι επιστήμη». Άνοιξε την τσάντα της για να ελέγξει αν είχε καταστραφεί το περιεχόμενό της και ο αέρας πλημμύρισε από το γλυκό άρωμα της μέντας. Έκλεισε την τσάντα φανερά ικανοποιημένη, την έδεσε πιο σφιχτά στη μέση της και έπειτα οδήγησε το άλογο στην πύλη. Όταν γύρισε να την κλείσει, ο Νικ την κράτησε ανοιχτή με το ένα του χέρι για να περάσει κι αυτός. Τα φρύδια της Μαρί ενώθηκαν σ’ ένα τρομακτικό συνοφρύωμα.


«Γιατί με συνοδεύετε, ταγματάρχα Φάλκονερ;» τον ρώτησε σε επιτακτικό τόνο. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος και ήδη σας είπα ότι η συντροφιά σας δε μου είναι ευχάριστη». «Νομίζω ότι πηγαίνουμε απ’ τον ίδιο δρόμο», της απάντησε ανέμελα. «Θα είμαι πιο ήσυχος αν σας συνοδεύσω για να σιγουρευτώ ότι δε θα σας συμβεί άλλο κακό». Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η επιμονή του την εξόργιζε, αλλά το μόνο σημάδι που πρόδιδε τα συναισθήματά της ήταν ότι δάγκωνε δυνατά το κάτω χείλι της, λες και προσπαθούσε να συγκρατήσει κάποια τσουχτερή απάντηση. Ο Νικ έσκυψε, έπιασε το μικρό καπέλο της από τις τσουκνίδες και της το έδωσε. «Αυτό είναι δικό σας, πιστεύω». Το στριφογύρισε στα χέρια του. «Παράξενη επιλογή, θα έλεγα, για μια γυναίκα που παρουσιάζεται ως απρόσιτη, αξιοσέβαστη χήρα». Η Μαρί συνοφρυώθηκε καθώς το έπαιρνε από εκείνον. «Τι εννοείτε, ταγματάρχα Φάλκονερ; Αυτό το καπέλο δεν είναι αναξιοπρεπές!» Εκείνος χαμογέλασε σατανικά. «Είναι πολύ προκλητικό, κυρία Όσμπορν. Όπως κι εσείς. Είστε ό,τι φοράτε». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Ή ό,τι δε φοράτε». Εκείνη πήρε το καπέλο και το πίεσε με τόση δύναμη στο κεφάλι της, που το τσαλάκωσε. «Είστε απαράδεκτος, ταγματάρχα Φάλκονερ. Η συμπεριφορά σας είναι σκανδαλώδης», δήλωσε παγερά. «Όχι, δεν είμαι», απάντησε εκείνος. «Αντίθετα, η δική σας συμπεριφορά είναι σκανδαλώδης, κυρία Όσμπορν, και εκπλήσσομαι που κανένας δεν το έχει συνειδητοποιήσει ακόμα, εδώ, στο Πίκοκ Όουκ». Εκείνη του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση. «Ενώ εσείς, ταγματάρχα Φάλκονερ, είστε εδώ μόλις μια μέρα και πιστεύετε πως είστε τόσο διορατικός ώστε με έχετε καταλάβει. Σας διαβεβαιώ ότι δεν ξέρετε τίποτα!» «Ό,τι δεν ξέρω... σκοπεύω να το μάθω», της αποκρίθηκε ο Νικ. Η Μαρί τον κοίταξε έντονα, και η πρόκληση που είδε στα μάτια της ήταν ίδια μ’ εκείνη που ήξερε ότι καθρεφτιζόταν στα βάθη των δικών του ματιών, γεγονός που του προκάλεσε μια αίσθηση τόσο άγρια και πρωτόγονη, που την ένιωσε να σαρώνει το κορμί του σαν καυτό κύμα. Μόνο από καθαρό πείσμα και θέληση συνέχισε να την κοιτάζει και η Μαρί ήταν η πρώτη που χαμήλωσε το βλέμμα της. «Θα διαπιστώσετε ότι είναι πολύ βαρετό, ταγματάρχα Φάλκονερ», είπε.


Η φωνή της ακούστηκε κάπως ασταθής. Ο Νικ την είδε να παίρνει μια βαθιά εισπνοή λες και προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. «Δεν είμαι ενδιαφέρον αντικείμενο για τη μελέτη σας». «Αντιθέτως», αποκρίθηκε εκείνος. «Σας βρίσκω συναρπαστική, κυρία Όσμπορν». Το βλέμμα που του έριξε ήταν περιφρονητικό. «Μιλάτε λες και διαθέτετε απεριόριστο ελεύθερο χρόνο, ταγματάρχα Φάλκονερ. Εκπλήσσομαι που ο στρατός μπορεί και σας δίνει άδεια για όλο το καλοκαίρι». Τον κοίταξε περιπαικτικά από την κορυφή ως τα νύχια. «Πώς θα τα καταφέρουν χωρίς εσάς;» «Είμαι σίγουρος ότι θα τα βολέψουν με κάποιον τρόπο...» Η Μαρί έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Στα χείλη της υπήρχε ακόμα ένα αχνό χαμόγελο, όμως και πάλι δεν είπε τίποτα. Είχαν φτάσει στο μονοπάτι που οδηγούσε στην Αγροικία Πίκοκ. Ο Νικ σκέπασε το χέρι της που κρατούσε τα χαλινάρια με το δικό του. Δε θα πείραζε να την κέντριζε λίγο ακόμα, σκέφτηκε. Είχε σκοπό να την προκαλεί κάθε φορά που θα συναντιόνταν μέχρι να την κάνει να του αποκαλύψει την αλήθεια. Αυτή η έξαψη, που έκανε το αίμα του να βράζει, έβρισκε ανταπόκριση σ’ εκείνη και μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει εναντίον της για να την αποδυναμώσει. Σπάνια αντιμετώπιζε πιο δελεαστικές προκλήσεις απ’ αυτή, δηλαδή από το να αποσπάσει την αλήθεια από τη Μαρί Όσμπορν. «Αφού γνωρίζετε ήδη ότι είμαι στρατιωτικός, τότε φαίνεται πως ρωτήσατε να μάθετε για μένα», της είπε. «Παραδεχτείτε ότι κι εγώ σας κίνησα το ενδιαφέρον, κυρία Όσμπορν». Περίμενε ότι η Μαρί θα τραβούσε το χέρι της και πραγματικά το έκανε, αλλά πολύ ευγενικά. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα χαμόγελο ελαφρώς περιφρονητικό. «Δεν υπάρχει κανένα προσωπικό ενδιαφέρον, ταγματάρχα Φάλκονερ. Το στοιχείο που φανερώνει ότι είστε στρατιωτικός βρίσκεται στον ίδιο σας τον τίτλο. Απλώς έτυχε ν’ ακούσω τι επαγγέλλεστε· τίποτα περισσότερο. Χτες το βράδυ, στο χορό, η λαίδη Φέι μιλούσε ασταμάτητα και με υπέρμετρο ενθουσιασμό για τα εντυπωσιακά κατορθώματά σας». Ο Νικ την κοίταξε ίσια στα μάτια και χαμογέλασε. «Τότε με απογοητεύετε, κυρία Όσμπορν. Ήλπιζα να ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό». Για μια στιγμή το χέρι της Μαρί έσφιξε πιο δυνατά τα χαλινάρια. «Θα περιμένετε πολύ καιρό, αν ελπίζετε για κάτι παραπάνω από εμένα, ταγματάρχα Φάλκονερ», αποκρίθηκε. «Δε μ’ ενδιαφέρουν τα άσκοπα φλερτ. Και


τώρα με συγχωρείτε...» Γύρισε από την άλλη για να φύγει. «Περιμένετε!» τη σταμάτησε εκείνος. «Σας έπεσε κάτι». Της έδωσε την κάρτα που ο Ράσλι έσφιγγε στα δάχτυλά του τη βραδιά που τον είχαν δολοφονήσει. Το επισκεπτήριο της Γκλόρι με το χρυσό παγόνι. Και απέμεινε να παρακολουθεί το πρόσωπό της για να καταγράψει και την παραμικρή αντίδρασή του. Η Μαρί την πήρε με το γαντοφορεμένο χέρι της. Στο μέτωπό της σχηματίστηκε ένα αμυδρό συνοφρύωμα, αλλά πέρα απ’ αυτό δεν έδειξε ούτε να την αναγνωρίζει ούτε να φοβάται. Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν την είχε ξαναδεί. Τη γύρισε απ’ την άλλη πλευρά και ύψωσε ελαφρά τα φρύδια της μόλις διάβασε τις λέξεις Πίκοκ Όουκ. «Δεν είναι δική μου», είπε. «Όμως, αν αναγνωρίζετε το γραφικό χαρακτήρα, μπορείτε να την επιστρέψετε στο σωστό πρόσωπο», συνέχισε εκείνος. Η Μαρί κοίταξε πάλι την κάρτα, αλλά κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν έχω ιδέα τίνος είναι αυτό το οικόσημο ούτε ο γραφικός χαρακτήρας». Του την έδωσε πίσω. «Λυπάμαι, δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Καλή σας μέρα, ταγματάρχα Φάλκονερ». Ο Νικ την παρακολουθούσε ενώ προχωρούσε στο μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι. Η καστανή φοράδα την ταλαιπωρούσε καθώς ξεστράτιζε κάθε τόσο και σταματούσε για να μασουλίσει κανένα μάτσο τρυφερά χόρτα. Ο Νικ έκανε μια γκριμάτσα βλέποντας τόση απειθαρχία. Ή η Μαρί Όσμπορν ήταν καλύτερη ηθοποιός απ’ ό,τι είχε φανταστεί ή πραγματικά δεν μπορούσε να ελέγξει το άλογο ακόμα κι αν εξαρτιόταν η ζωή της απ’ αυτό. Κι αν δεν προσποιούνταν, σίγουρα δεν μπορούσε να είναι αρχηγός μιας συμμορίας από λησταρχίνες, αποφασισμένες να αποκαταστήσουν τις αδικίες των πλουσίων απέναντι στους φτωχούς, των δυνατών απέναντι στους αδύναμους. Δεν μπορεί να ήταν η περιβόητη Γκλόρι. Έπειτα υπήρχε και το επισκεπτήριο. Ο Νικ αναστέναξε κι έσυρε τα δάχτυλά του στις απαλές γωνίες της κάρτας που είχε στην τσέπη του. Ήταν παρατηρητικός τύπος, ικανός να προσέχει και την παραμικρή ένδειξη που θα πρόδινε έναν άντρα ή μια γυναίκα που έλεγαν ψέματα. Όποιος έλεγε ψέματα θα έστρεφε το βλέμμα του αλλού, θα κοκκίνιζε, θα έλεγε πάρα πολλά ή πάρα πολύ λίγα. Όμως η Μαρί Όσμπορν δεν είχε αντιδράσει με κανέναν απ’ αυτούς τους τρόπους. Έδειχνε απόλυτα ειλικρινής. Από την άλλη ήταν βέβαιος -μια βεβαιότητα που βασιζόταν μόνο στο ένστικτό του ότι επρόκειτο για την ίδια γυναίκα που είχε συναντήσει εκεί-


νη τη βραδιά στο Χεν εντ Βάλτσερ. Κι αυτό την έβαζε στο επίκεντρο των ερευνών του. Πρέπει να είχε κάποια ανάμειξη στο περιστατικό. Πρέπει να υπήρχε κάποια σύνδεση. Και με κάποιον τρόπο εκείνος θα την ανακάλυπτε. Την είδε να περνάει απ’ την αψίδα που οδηγούσε στον περίβολο του στάβλου και μετά την έχασε απ’ τα μάτια του. Το αίμα του εξακολουθούσε να βράζει απ’ την έξαψη της συνάντησής τους. Λίγο έλειψε να τη φιλήσει. Μόνο η σκέψη ότι θα κηλίδωνε τη μνήμη της Άννας τον είχε αποτρέψει να το κάνει. Όμως τώρα θυμόταν με πόσο αισθησιασμό η Μαρί λουζόταν στο σιντριβάνι, πόσο ερεθιστική ήταν η αίσθηση της γλώσσας της όταν τον φιλούσε, πόσο ηδονικό το αγκάλιασμά της στα φλογερά όνειρά του. Ένιωσε τη σάρκα του να σκληραίνει και μόνο που το σκεφτόταν. Συγκρότησε ένα βογκητό καθώς θυμόταν τη βραδιά στο Χεν εντ Βάλτσερ, τότε που πίστευε ακόμα ότι διέθετε ατσάλινο αυτοέλεγχο και η Μαρί είχε καταφέρει να τον υποσκάψει με ένα και μόνο φιλί της. Δεν έπρεπε ν’ αφήσει να συμβεί ξανά κάτι τέτοιο. Θα χρησιμοποιούσε την έλξη που η ίδια αισθανόταν για εκείνον ως όπλο ενάντια στην άμυνά της για να υπονομεύσει την αποφασιστικότητά της και να διαλύσει τις αντιστάσεις της. Στο τέλος θα της αποσπούσε την αλήθεια και δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να παρεκκλίνει απ’ το στόχο του. Τώρα είχε τον έλεγχο. *** Η λαίδη Έστερ Μπέρι ξύπνησε με πονοκέφαλο. Έμεινε για λίγο ξαπλωμένη με τα μάτια της κλειστά και αφουγκράστηκε. Πρέπει να ήταν αργά. Στην μπιραρία υπήρχε κινητικότητα. Άκουγε βαρέλια να μετακινούνται στο κελάρι, θόρυβο από συζητήσεις και σπασίματα από σερβίτσια στην κουζίνα. Βόγκηξε. Το ποτό σε συνδυασμό με τον έρωτα την έκαναν να κοιμάται μέχρι αργά, να χάνει την αίσθηση του χρόνου. Και τώρα θα ’πρεπε να γυρίσει στο σπίτι με το φως της μέρας, φορώντας το φόρεμα από το χτεσινό χορό, δείχνοντας σαν αυτό ακριβώς που ήταν -μια πόρνη που είχε κοιμηθεί σ’ ένα φτηνό πανδοχείο. Στα ρουθούνια της ερχόταν η αηδιαστική μυρωδιά των σκεπασμάτων, μυρωδιά από ιδρώτα και μπαγιάτικο άχυρο. Αλλά αφού είχε επιλέξει να πλαγιάσει με τον σταβλίτη, σκέφτηκε, δεν μπορούσε να παραπονιέται που μύριζε σαν στάβλος. Άνοιξε τα μάτια της. Τον είδε να κοιμάται δίπλα της ανάσκελα. Ροχάλιζε. Ήταν ένας μεγαλόσωμος νεαρός με γυμνασμένο κορμί που είχε δει να δουλεύει στους στάβλους της Τζόσι, όταν είχαν πάει να πάρουν τα άλογά


τους μετά την τελευταία επίθεση με τα Κορίτσια της Γκλόρι. Ούτε καν θυμόταν το όνομά του -αν βέβαια το είχε μάθει και ποτέ. Το προηγούμενο βράδυ εύκολα τον είχε ξελογιάσει. Είχε μπει στο Χαφ Μουν με το βραδινό φόρεμά της, τον είχε εντοπίσει και του είχε κάνει νόημα να την ακολουθήσει πάνω. Εκείνος σκούπισε την μπίρα απ’ το στόμα του με το βρόμικο μανίκι του και την ακολούθησε μέσα σε σφυρίγματα και χαχανητά από τους φίλους του. Είχε δει το αποδοκιμαστικό βλέμμα της Τζόσι, αλλά δεν την ένοιαζε, όπως δεν την είχε νοιάζει νωρίτερα αυτό που της είχε πει η Μαρί, ότι ανησυχούσε για εκείνη. Η Έστερ ήξερε ότι οι φίλες της ανησυχούσαν, αλλά αυτό δεν τη σταματούσε. Μερικές φορές σκεφτόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει. Η τελευταία της κατάκτηση της είχε κάνει έρωτα με μια κτηνώδη ορμητικότητα που, προς το παρόν, είχε ικανοποιήσει την ανάγκη της. Τεντώθηκε κι ένιωσε το κορμί της να πονάει. Ήξερε ότι ήταν γεμάτη γρατζουνιές και μελανιές. Χτες το βράδυ τον ήθελε. Τώρα ήθελε να τον ξεφορτωθεί. Τον έσπρωξε βίαια κι εκείνος ξύπνησε ρουθουνίζοντας. «Φόρα τα ρούχα σου και φύγε», τον πρόσταζε κοφτά. Ο νεαρός την κοίταξε για μια στιγμή και η Έστερ αισθάνθηκε την μπόχα απ’ την ανάσα του στο πρόσωπό της. Στην άκρη του στόματός του είχε μια γραμμή από ξεραμένο σάλιο. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι βλαστημώντας μέσ’ απ’ τα δόντια του και φόρεσε με κόπο το παντελόνι του. Η Έστερ έμεινε ξαπλωμένη και τον παρακολουθούσε. Παρά τις άγριες ματιές που της έριχνε και τις βλαστήμιες που μουρμούριζε, δεν αρνήθηκε να φύγει. Κανείς απ’ όλους όσους ψάρευε δεν αρνιόταν ποτέ να φύγει. Αφού ο σταβλίτης βγήκε απ’ το δωμάτιο και βρόντηξε την πόρτα πίσω του, η Έστερ συνέχισε να είναι ξαπλωμένη και να κοιτάζει τις ρωγμές στο σοβά του ταβανιού. Με την άκρη του ματιού της είδε το φόρεμα του χορού πεταμένο στο πάτωμα. Ήταν τσαλακωμένο και στο φως της μέρας έδειχνε φανταχτερό. Γύρισε το κεφάλι της για να το δει καλύτερα και πρόσεξε ότι είχε ένα σκίσιμο στο κορσάζ. Ο μανδύας της είχε εξαφανιστεί τελείως και τα βραδινά γοβάκια της ήταν πεταμένα σε μια γωνιά του δωματίου. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και η Τζόσι Σίμονς όρμησε μέσα χωρίς να χτυπήσει. Η ιδιοκτήτρια του πανδοχείου Χαφ Μουν ήταν μια μεγαλόσωμη γυναίκα με έντονη προσωπικότητα και πολύ δυνατή φωνή. Κραδαίνοντας ένα ξεσκονόπανο με φτερά, άρχισε ν’ απειλεί την Έστερ. «Σήκω και τράβα στο σπίτι σου, κυρά μου. Θέλω να καθαρίσω το δωμάτιο!»


Η Έστερ έκλεισε τ’ αυτιά της με τις παλάμες της για να μην ακούει τις φωνές της. «Υπάρχει περίπτωση να μου σερβίρεις πρωινό, Τζόσι;» τη ρώτησε. «Καμία!» της απάντησε σκληρά η γυναίκα. «Και τώρα πάρε τα πισινά σου απ’ το κρεβάτι!» Ποτέ δεν είχε τυπικότητες με την Έστερ. Είχαν γνωριστεί πριν από χρόνια, όταν εκείνη είχε πάει στο πανδοχείο Χαφ Μουν για να πάρει πίσω στο σπίτι το μεθυσμένο σύζυγό της, μετά από ένα απ’ τα αμέτρητα ξεφαντώματά του. Με τον καιρό είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους μια σταθερή, αν και αταίριαστη φιλία. Αυτές τις μέρες η Τζόσι έκρυβε τα άλογα των Κοριτσιών της Γκλόρι και τις ακολουθούσε στις επιθέσεις τους -αν βρισκόταν κανένα ζώο αρκετά μεγάλο για ν’ αντέξει το βάρος της. Ήταν μια τρομερή γυναίκα που ο σύζυγός της το είχε σκάσει πριν από χρόνια με τη λαντζέρισσα, κι από τότε δεν είχε ξανακούσει γι’ αυτόν. Ωστόσο, παρά τις αντιξοότητες, είχε καταφέρει να μεταμορφώσει την ταβέρνα σε μια επιχείρηση που της απέφερε αξιόλογα κέρδη. Τώρα στεκόταν με τα χέρια της στη μέση και κοιτούσε την Έστερ αγριωπά. «Τι καμώματα είναι αυτά, κυρά μου; Έχεις κοιμηθεί με όλους τους σταβλίτες και τους σερβιτόρους μου, στα χωριά σε συζητούν σαν να είσαι πόρνη -που είσαι...» Η Έστερ έκανε ένα μορφασμό. Η Τζόσι ποτέ δε χαριζόταν σε κανέναν ούτε λογάριαζε τα συναισθήματα του. «Κι αργά ή γρήγορα θα μάθει κάτι ο ξάδερφός σου ο δούκας ή εκείνος ο καλός λόρδος Τιγκ...» Η Έστερ σκέπασε το πρόσωπό της με το μαξιλάρι και μεμιάς ευχήθηκε να μην το είχε κάνει, γιατί κρατούσε τη μυρωδιά απ’ το άρωμα που φορούσε την προηγούμενη βραδιά και, όπως κάθε τι άλλο, η μπαγιατίλα του ήταν αποπνικτική. «Δεν ακούω και τίποτε άλλο», παραπονέθηκε. «Τι καλός ο λόρδος Τιγκ, γιατί δεν παντρεύεσαι τον καλό λόρδο Τιγκ. Βαρέθηκα ν’ ακούω πόσο καλός είναι ο Τζον Τιγκ!» «Θα μπορούσες να πάθεις και χειρότερα», επισήμανε η Τζόσι. Η Έστερ πέταξε το μαξιλάρι δίπλα της. «Εκείνος όμως, όχι». Η Τζόσι δεν της έφερε αντίρρηση κι έπειτα από λίγο η Έστερ άλλαξε θέμα. Δεν ήθελε να μιλάει για τον εαυτό της. Προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ τον εαυτό της από τότε που είχε πεθάνει ο σύζυγος της, ο Τζακ. «Δε φαντάζομαι να είχες κάποιο πρόβλημα πριν από τρία βράδια, τότε που βγήκαν τα κορίτσια;» ρώτησε την Τζόσι. «Όχι». Η Τζόσι ρούφηξε τη μύτη της. «Ούτε ρώτησε ούτε έψαξε κανείς


εδώ γύρω. Αλλά, αν συνεχίσεις να κάνεις τέτοια, θα δημιουργήσεις πρόβλημα σε όλες μας». Η Έστερ θυμήθηκε να λέει το ίδιο πράγμα στη Μαρί το περασμένο βράδυ. Η μοίρα και το μέλλον όλων ήταν συνυφασμένο με τη Μαρί και την ταυτότητά της. Αν λύγιζε εκείνη, αν διαλυόταν κάτω από την πίεση, τότε όλες θα ήταν καταδικασμένες. Αναρίγησε και μόνο στη σκέψη. Ήξερε ότι η Μαρί ήταν δυνατή, αλλά είχε περάσει πάρα πολλά -περισσότερα απ’ όσα θα περίμενε κανείς να αντέξει χωρίς να τρελαθεί. Ακόμα θυμόταν ολοζώντανα ην απελπισία της όταν ο Ράσλι την ανακάλυψε, την αγωνία της όταν αποφάσισε πως έπρεπε να τον συναντήσει ξανά για να προσπαθήσει να εξαγοράσει τη σιωπή του. Η Μαρί ήταν εκείνη που είχε δώσει άθελά της την ιδέα για την ομάδα με τα Κορίτσια της Γκλόρι. Μια μέρα είχε πάει ν’ αφήσει φρέσκα λαχανικά από τον κήπο της στους χωρικούς του γειτονικού Στάρμποτον και είχε γυρίσει μιλώντας σχεδόν ασυνάρτητα από την οργή της, καθώς περιέγραφε στην Έστερ τις απάνθρωπες συνθήκες κάτω από τις οποίες δούλευαν οι ντόπιοι εργάτες στα ορυχεία γραφίτη και, συγκεκριμένα, στα κτήματα ενός σκληρού επιχειρηματία που λεγόταν Σάμπσον. «Τους αναγκάζει να δουλεύουν λες και είναι σκλάβοι!» φώναζε. «Είναι εξοργιστικό! Ο γιος της κυρίας Ντελ έσπασε το πόδι του επειδή ήταν τόσο κουρασμένος που έπεσε στο φρεάτιο του ορυχείου. Εργαζόταν είκοσι πέντε ώρες χωρίς διάλειμμα για να ξεκουραστεί! Κι όταν η κυρία Ντελ πήγε στον Σάμπσον για να του ζητήσει βοήθεια επειδή μόνο ο γιος της συντηρούσε την οικογένειά τους και δε θα μπορούσε να δουλέψει όσο είχε σπασμένο το πόδι του, ο Σάμπσον έβαλε τα γέλια!» Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκαν τα Κορίτσια της Γκλόρι. Η Έστερ ήξερε ότι για τη Μαρί ήταν ζήτημα αρχής να επανορθώσει, να φροντίσει με κάποιον τρόπο να μην υποστούν κι άλλοι τις αδικίες που είχε υποστεί η ίδια στη ζωή της. Ανέκαθεν την έκαιγε η ανάγκη να διορθώσει τα στραβά. Είχε φτιάξει το σχολείο στο Πίκοκ Όουκ, πρόσφερε τρόφιμα και φάρμακα στους πιο φτωχούς χωρικούς και είχε δώσει πάρα πολλά χρήματα σε τοπικές φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. Κι όλα αυτά χωρίς να διατυμπανίζει τη μεγαλοψυχία της. Έδειχνε αποφασισμένη να κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να βοηθάει άλλους. Αντίθετα, η Έστερ ομολογούσε απερίφραστα ότι πήγαινε με τα Κορίτσια της Γκλόρι -ήταν ο αρχηγός τους-, γιατί αυτό έδινε απλώς μια άλλη διάσταση στην επίμονη ανάγκη της για αναζήτηση συγκινήσεων. Το κίνητρό της δεν ήταν η ηθική, αλλά μόνο η ικανοποίηση του πάθους της για περιπέτεια.


Η Μαρί ποτέ δεν πήγαινε μαζί τους. Δεν είχε τις ικανότητες. Εκείνη ήταν ο ψύχραιμος εγκέφαλος πίσω απ’ τα σχέδια, η Έστερ αυτή που τα υλοποιούσε. Σύντροφοί της ήταν η Τζόσι κα ο εραστής της, ο Λένι. Ο Λένι ήταν μεν άντρας, αλλά του είχαν επιτρέψει τιμητικά να παριστάνει τη γυναίκα για τους σκοπούς της ομάδας, τις ληστείες στους δρόμους. Όμως το πιο σκανδαλιστικό, το πιο συγκλονιστικό απ’ όλα ήταν ότι και η Λόρα Κόουλ αποτελούσε μέλος της συμμορίας. Η Έστερ χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε τι θα έλεγε ο Τσαρλς, αυτός ο τυπικός αριστοκράτης, αν έβλεπε τη γυναίκα που ήταν παντρεμένος μαζί της δέκα χρόνια να καλπάζει σαν τον άνεμο σε όλη την κομητεία. Από την άλλη, αν ο Τσαρλς δεν την παραμελούσε και δεν την άφηνε μόνη της ολόκληρους μήνες για να λείπει στις δουλειές του στην πόλη, η Λόρα δε θα ήταν τόσο δυστυχισμένη και δε θα έψαχνε να βρει άλλου είδους συγκινήσεις. Κανέναν άλλον δεν είχαν εμπλέξει, κανέναν άλλο δεν εμπιστεύονταν. Κι αν ξεσκεπαζόταν κάποια απ’ όλες τους, τότε θα έβρισκαν όλες τον μπελά τους. Η Τζόσι μάζεψε το τσαλακωμένο φόρεμα και το πέταξε στην Έστερ. «Κουνήσου. Κάποιοι από εμάς έχουμε και δουλειές να κάνουμε». Εκείνη σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και ντύθηκε όσο καλύτερα μπορούσε με τα απομεινάρια του φορέματος της. Η Τζόσι την άφησε στην ησυχία της και πήγε πάλι στη σκάλα για να τα ψάλει στα κορίτσια που δούλευαν στην κουζίνα. Η Έστερ κοιτάχτηκε στον καθρέφτη με τα μαύρα στίγματα και μόρφασε βλέποντας τα χάλια της. Αλλά αυτό ήταν το τίμημα. Το βράδυ ήταν καυτό και ηδονικό, το επόμενο πρωί... ταπεινωτικό. Κατέβηκε στην ταβέρνα. Στο δυνατό φως της μέρας ο χώρος έδειχνε άχρωμος, απρόσωπος και μύριζε μπαγιάτικη μπίρα. Μια υπηρέτρια σκούπιζε το πλακοστρωμένο δάπεδο. Καθώς περνούσε από μπροστά της, η κοπέλα την κοίταξε επίμονα. Η Έστερ ύψωσε το πιγούνι της και την προσπέρασε. Πάντα αγνοούσε τέτοια βλέμματα. Άνοιξε την πόρτα και ο δροσερός πρωινός αέρας πλημμύρισε τα πνευμόνια της. Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει ψηλά, ο ουρανός ήταν καταγάλανος, η ατμόσφαιρα μοσχοβολούσε καλοκαίρι και η ζεστασιά της μέρας την τύλιξε σαν μητρική αγκαλιά. Και τότε ξαφνικά, με τρόμο, συνειδητοποίησε ότι τα μάτια της θόλωσαν και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της χωρίς να ξέρει καν γιατί έκλαιγε... Όμως είχε την αίσθηση ότι η καρδιά της θα έσπαζε.


Κεφάλαιο 6 Στικτός Κρίνος - Σε προκαλώ να με αγαπήσεις Η Μαρί βρισκόταν στα θερμοκήπια όταν η Έστερ επέστρεψε απ’ το Χαφ Μουν αργότερα το ίδιο πρωί. Είχε πιει ένα ρόφημα από άγρια μέντα για να της περάσει ο πονοκέφαλος, αλλά, όταν η Τζέιν της πρότεινε να ξαπλώσει για να χαλαρώσει, εκείνη αρνήθηκε και κατέβηκε στους κήπους -ένα απ’ τα λιγοστά μέρη όπου έβρισκε γαλήνη. Όμως εκείνο το πρωί ούτε η γήινη μυρωδιά του χώματος και το ζεστό άρωμα των τριαντάφυλλων δεν μπορούσε να την ηρεμήσει. Ο Νικ Φάλκονερ την αναστάτωνε. Την αναστάτωνε πολύ. Η έξαψη που της προκαλούσε η παρουσία του ήταν αρκετή για να την ταράζει. Ο απροκάλυπτος πόθος που έβλεπε στα μάτια του και η αίσθηση του αγγίγματος του τη συνάρπαζαν και ταυτόχρονα την τρόμαζαν. Την έκαναν να θέλει να διακινδυνεύσει, να προσπαθήσει ν’ αφήσει το παρελθόν πίσω της, να δοκιμάσει αν αλήθευε η θεωρία ότι δεν ήταν όλοι οι άντρες βίαιοι και σκληροί στην έκφραση του πόθου τους. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι αισθανόταν μια τρομακτική, ύπουλη, ενστικτώδη επιθυμία να τον εμπιστευτεί και να του πει την αλήθεια. Όμως ο Νικ δεν ήταν ένας άνθρωπος τον οποίο μπορούσε να εμπιστευτεί. Δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανέναν. Δεν είχε καταφέρει να μάθει αν την υποπτευόταν για τη δολοφονία του ξαδέρφου του, του Ράσλι, γιατί κρατούσε καλά φυλαγμένα τα μυστικά του όσο προσπαθούσε να ξεσκεπάσει τα δικά της. Μόνο που εκείνο το πρωί της είχε πετάξει το γάντι τη στιγμή που της... υποσχέθηκε ότι θα μάθαινε την αλήθεια για εκείνη. Ό,τι δεν ξέρω... σκοπεύω να το μάθω. Η Μαρί φοβόταν πως ένα απ’ τα στοιχεία που μπορεί να ανακάλυπτε ένα απ’ τα στοιχεία που ίσως γνώριζε ήδη- ήταν ότι εκείνη αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο του. Αναστέναξε βαθιά και ίσιωσε τους ώμους της. Έπρεπε να τον κρατήσει σε απόσταση. Έξω απ’ τη ζωή της, έξω απ’ το μυαλό της. Ήδη φοβόταν ότι


το διαπεραστικό βλέμμα του είχε δει πάρα πολλά. Μερικές φορές της έδινε την εντύπωση ότι έβλεπε κατευθείαν στην ψυχή της. Βλαστήμησε μέσ’ απ’ τα δόντια της και προσπάθησε να διώξει τον Νικ Φάλκονερ απ’ το μυαλό της, να ξεχάσει την υπόσχεση και τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε. Συγκεντρώθηκε με πείσμα και πάθος στις καταβολάδες των τριανταφυλλιών της. Μικροσκοπικά πράσινα βλαστάρια πρόβαλλαν απ’ τους ξυλώδεις μίσχους τους. Άφησε κάτω προσεκτικά τις μικρές γλάστρες. Ανέκαθεν έτρεφε ενδιαφέρον για τη φυτολογία. Ο παλιός κόμης του Ράσλι τη θεωρούσε κατάλληλο αντικείμενο ενασχόλησης για την Αγγλίδα κυρία στην οποία ήθελε να τη μεταμορφώσει, έτσι παράλληλα με τα υπόλοιπα προσόντα που πίστευε πως έπρεπε να διαθέτει μια γυναίκα για να θεωρείται καλλιεργημένη -όπως η ανάγνωση, το διάβασμα, η ζωγραφική, το κέντημα και η μουσική- όφειλε να γνωρίζει και την επιστήμη των φυτών, οπότε τη μύησε σ’ αυτή. Στο σπίτι στην Αγία Πετρούπολη, η Μαρί πίεζε τους κηπουρούς να της πουν όλα όσα ήξεραν από την εμπειρική τους γνώση, γιατί όσα διάβαζε στα βιβλία του κόμη δεν της αρκούσαν. Δεν της επιτρεπόταν ποτέ να βγει πιο έξω από τη μάντρα του κήπου, αλλά για πολλά χρόνια αυτό δεν την πείραζε. Οι κήποι και τα θερμοκήπια συνέθεταν έναν παράδεισο χρωμάτων και αρωμάτων, μια διαφυγή σ’ έναν άλλον κόσμο. Όταν είχε πρωτοέρθει στο Γιόρκσαϊρ, η περιουσία που είχε κλέψει από τον Ράσλι της είχε δώσει τη δυνατότητα ν’ αγοράσει την Αγροικία Πίκοκ. Η φυσική ομορφιά των λόφων και η αλλαγή των εποχών τη βοήθησαν να γιατρευτεί. Περνούσε ώρες και ώρες φυτεύοντας σπόρους στον κήπο της, βλέποντάς τους να βλασταίνουν, παρατηρώντας τα φυτά της να ωριμάζουν μπροστά στα μάτια της. Ένιωθε γαλήνη και καταξίωση και μια αίσθηση ελευθερίας που μεγάλωνε όσο περνούσε ο καιρός. Αργά και προσεκτικά εξερευνούσε αυτή την πρωτόγνωρη ελευθερία, όπως η πεταλούδα που ξεδίπλωνε τα φτερά της στη ζεστασιά του ήλιου. Αισθανόταν ασφαλής για πρώτη φορά από τότε που είχε γνωρίσει τον Ρόμπερτ Ράσλι... Όμως όλα ήταν μια ψευδαίσθηση. Δεν αισθανόταν πια ασφαλής. Το παρελθόν την περικύκλωνε επικίνδυνα. Ο Νικ Φάλκονερ την περικύκλωνε επικίνδυνα. Η γαλήνη και η ελευθερία που είχε γνωρίσει εδώ και πέντε χρόνια κινδύνευαν τώρα να χαθούν. Άκουσε στον αυλόγυρο θόρυβο από οπλές. Ανασήκωσε το κεφάλι της για να δει ποιος πλησίαζε και είδε την Έστερ να έρχεται και να πηδάει από τη σέλα του αλόγου φωνάζοντας τον ιπποκόμο της. Η Μαρί πρόσεξε ότι


φορούσε το βραδινό φόρεμά της, που ήταν σκισμένο, και εξεπλάγη που η Τζόσι δεν της είχε δανείσει καμιά παλιά φούστα και κανένα πουκάμισο όπως έκανε συνήθως. Αλλά ίσως έτσι ήθελε να εκφράσει την αποδοκιμασία της για τη συμπεριφορά της... Μια συμπεριφορά που η Μαρί διαισθανόταν ότι σύντομα θα έφτανε σε εκρηκτικό αποκορύφωμα. Καθώς η Έστερ ήρθε κοντά της, η Μαρί είδε σημάδια από δάκρυα στα μάγουλά της. Ακόμα και τώρα τα σκούπιζε στα κλεφτά με την ανάστροφη της παλάμης της σαν μικρό παιδί. Τίναξε τα χώματα απ’ τα χέρια της και σηκώθηκε να την υποδεχτεί. «Έστερ; Τι έγινε;» τη ρώτησε ανήσυχα. Ήξερε ότι η φίλη της συνέχεια πήγαινε γυρεύοντας για μπελάδες. Αν την είχε χτυπήσει κανένας, την είχε κακοποιήσει... Ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά και το μυαλό της πλημμύρισε από επώδυνες αναμνήσεις. «Σε πείραξε κανείς;» ψιθύρισε. Είδε την έκφραση της Έστερ ν’ αλλάζει καθώς συνειδητοποιούσε τι της είχε περάσει απ’ το μυαλό. Έπειτα η φίλη της την αγκάλιασε σφιχτά. «Όχι! Όχι βέβαια. Με συγχωρείς, Μαρί». Πέταξε το καπέλο της στο γρασίδι και κάθισε. «Μου τα ’ψάλε η Τζόσι. Κυριολεκτικά με πέταξε έξω απ’ το δωμάτιο. Και καθώς ερχόμουν εδώ, συνάντησα τον Τζον Τιγκ». Η Μαρί μόρφασε. «Ω, όχι!» «Με ρώτησε πού ήμουν και, αφού φορούσα ακόμα τη βραδινή τουαλέτα μου, δεν μπορούσα να ισχυριστώ ότι δεν ήμουν έξω όλη νύχτα». Η Έστερ δάγκωσε το χείλι της. «Τι ατυχία!» Η Μαρί σκέφτηκε πως μάλλον ήταν κάτι χειρότερο από ατυχία. Ο Τζον Τιγκ δεν ήταν ανόητος και πρέπει ήδη να είχε υποψιαστεί σε τι είδους δραστηριότητες η φίλη της επιδιδόταν τα βράδια. «Και τι του είπες;» τη ρώτησε. «Ω, απλώς ότι πέρασα τη βραδιά μου με κάποιο φιλικό πρόσωπο», απάντησε με μια ανεμελιά καθόλου πειστική. «Δεν μπήκε καν στον κόπο να μου απαντήσει. Έφυγε χωρίς να πει λέξη και με πρόσωπο σκοτεινό σαν τον ουρανό πριν την καταιγίδα. Τι αγένεια!,» «Τον ωθείς στα όριά του»·, της επισήμανε η Μαρί. «Το ξέρω». Ανασήκωσε τους ώμους της με θυμό. «Αλλά εκείνος φταίει που μ’ αφήνει να του φέρομαι με τέτοιον τρόπο!» Η Μαρί απλώς της έριξε μια ματιά με νόημα. Η Έστερ έκοψε λίγο γρασίδι κι άρχισε να το μασουλάει παρατηρώντας τη με την άκρη του ματιού της. «Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε. «Σκέφτομαι ότι θα προτιμούσα ν’ αφήσεις τη χλόη μου να μεγαλώσει σωστά αντί να την καταστρέφεις...»


Η Έστερ πέταξε όση ποσότητα κρατούσε στο χέρι της. «Με συγχωρείς. Ω, Μαρί... είμαι απαράδεκτη». «Όχι. Κάνεις σαν κακομαθημένο παιδί και το ξέρεις. Κρίμα που ο πατέρας σου ήταν τόσο ελαστικός μαζί σου. Και ο ξάδερφός σου, ο Τσαρλς, είναι τόσο μαλθακός που αν ήξερε τα κατορθώματά σου -που μπορεί και να τα ξέρει- δε θα κουνούσε ούτε το μικρό του δαχτυλάκι για να σε σταματήσει!» Η Έστερ γέλασε και σηκώθηκε. «Ω, Μαρί, είσαι πολύ αυστηρή. Τι σκληρή μητέρα που θα γίνεις μια μέρα!» «Αμφιβάλλω». Έστρεψε το κεφάλι της απ' την άλλη κι ένιωσε τον ήλιο να της τσιμπάει τα βλέφαρα. Σπανίως επέτρεπε στον εαυτό της να σκέφτεται ένα σύζυγο και οικογένεια. Η ιδέα τής φαινόταν παράξενη, αλλόκοτη. Αλλά μερικές φορές η λαχτάρα την έπνιγε όταν ξυπνούσε τη νύχτα κι αισθανόταν τόση μοναξιά. Είχε φτιάξει μια καινούρια ζωή, αλλά δεν μπορούσε να τη γεμίσει με την οικογένεια που ήθελε, επειδή φοβόταν ότι κάποτε η αλήθεια για το παρελθόν της θα έβγαινε στο φως. Δεν μπορούσε ν’ αφήσει κανέναν να την πλησιάσει. Και τώρα, αν το παρελθόν ερχόταν πράγματι για να τη διεκδικήσει, απειλούνταν ακόμα και η νέα της ζωή. «Είχα πάει στο δάσος να μαζέψω βότανα και συνάντησα τον ταγματάρχη Φάλκονερ», είπε απλά. «Ω, κι εγώ!» Ξαφνικά τα μάτια της Έστερ έλαμψαν. «Αυτός σταμάτησε και με καλημέρισε με πολύ ευγενικό τρόπο. Ήταν μαζί του κι ένας νεαρός ένας πανέμορφος νεαρός- ονόματι Ντέξτερ Έινστερ. Φαίνεται πως έφτασε πριν από καμιά ώρα, για να γίνει κι αυτός μέλος της συντροφιάς του Τσαρλς». «Σοβαρά;» Η Μαρί ύψωσε τα φρύδια της. «Και σε είδαν κι οι δυο έτσι; Ντυμένη με το βραδινό φόρεμα, να κάνεις ιππασία σαν άντρας;» «Ναι». Κόμπιασε για λίγο, έσκυψε κι έπιασε το καπέλο της απ’ το γρασίδι. «Έδειξαν πολύ εντυπωσιασμένοι απ’ τις ικανότητές μου». «Δεν αμφιβάλλω καθόλου, αν σκεφτείς ότι το πρωί έπεσα απ’ τη σέλα μπροστά στα μάτια του ταγματάρχη Φάλκονερ». Η Έστερ αναστέναξε. «Ω, Μαρί... Όχι πάλι! Δε θυμάσαι τι σου έχω πει...» «Θυμάμαι. Αλλά είμαι άχρηστη», παραδέχτηκε και ξεφύσηξε κι αυτή. «Με συγχωρείς, Ες. Φοβάμαι πως τα μαθήματά σου πηγαίνουν χαμένα». Η φίλη της χαμογέλασε και της έσφιξε το μπράτσο. «Και τι έκανε ο ταγματάρχης Φάλκονερ; Σε σήκωσε απ’ το χώμα και σε ξεσκόνισε;» «Και πολύ βάρβαρα μάλιστα». Η Μαρί έκανε μια γκριμάτσα καθώς το θυμόταν. «Κι έπειτα, ενώ με συνόδευε πίσω στο σπίτι, με πέρασε από α-


νάκριση». Έκανε μια παύση. «Μου έδειξε μια κάρτα, Ες. Προσποιήθηκε ότι είχε πέσει από μένα. Έμοιαζε με επισκεπτήριο και είχε πάνω του ένα χρυσό παγόνι...» Σταμάτησε όταν είδε το πρόσωπο της φίλης της να κοκκινίζει ελαφρά. Η Έστερ κοκκίνιζε τόσο σπάνια, που κατάλαβε αμέσως ότι ήταν ένοχη. «Ξέρεις κάτι γι’ αυτό;» τη ρώτησε σε επιτακτικό τόνο. «Εγώ;» Η Έστερ γούρλωσε τα μάτια της, παριστάνοντας την αθώα. «Γιατί να ξέρω;» «Ώστε ξέρεις!» της φώναξε θυμωμένα η Μαρί. «Έστερ...» «Φαίνεται σαν το επισκεπτήριο της Γκλόρι», παραδέχτηκε η φίλη της. «Όταν η Γκλόρι ληστεύει τα θύματά της αφήνει μια κάρτα. Δεν το διάβασες στις εφημερίδες;» Η Μαρί χτύπησε τον κρόταφό της με το δάχτυλό της. «Πρέπει να μου διέφυγε αυτή η μικρή λεπτομέρεια», σχολίασε σαρκαστικά. Κούνησε το κεφάλι της λες και δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Ώστε αφήνεις επισκεπτήρια; Έστερ, θυμάσαι έστω και κάτι απ’ αυτά που σου είπα σχετικά με το πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι όταν αναλαμβάνεις δράση ως Γκλόρι;» «Είπες ότι δεν πρέπει να γίνομαι παράτολμη και να μην τραβάω την προσοχή πάνω μου», της απάντησε η Έστερ κάπως ενοχλημένη. «Πολύ σωστά». Η Μαρί έκανε μερικά μικρά βήματα στο γρασίδι. Το κεφάλι της πονούσε πάλι και ήξερε ότι αυτός ο πόνος δεν περνούσε μ’ ένα ρόφημα μέντας. «Και δε σκέφτηκες πως ένα φανταχτερό, χρυσό παγόνι σ’ ένα επισκεπτήριο θα ήταν λίγο κραυγαλέο;» «Όχι πιο κραυγαλέο απ’ το να ντύνεσαι σαν πόρνη του Χεϊμάρκετ και να ψαρεύεις έναν άντρα σε μια ταβέρνα», αποκρίθηκε σε έντονο ύφος. «Ή να λούζεσαι γυμνή σ’ ένα σιντριβάνι για ν’ ανακαλύψεις μετά ότι σε παρακολουθούν με τεράστιο ενδιαφέρον!» Ακολούθησε μια σιωπή γεμάτη ένταση. «Πολύ καλά», ψέλλισε η Μαρί μετά από λίγο, ενώ δυσκολευόταν να συγκρατήσει ένα χαμόγελο. «Οφείλω να παραδεχτώ ότι στο συγκεκριμένο θέμα έχεις δίκιο. Είμαι εξίσου απαράδεκτη μ’ εσένα». «Ναι, είσαι», δήλωσε θριαμβευτικά η Έστερ. «Προσπαθείς να γίνεις φρόνιμη, αλλά πάντοτε αποτυγχάνεις. Είσαι τόσο παράτολμη όσο κι εγώ». «Όχι όσο εσύ! Εγώ τουλάχιστον διατηρώ κάποια ίχνη κοινής λογικής». Το χαμόγελό της έσβησε. «Όμως το ζήτημα είναι ότι ο ταγματάρχης Φάλκονερ φαίνεται πως δεν ενδιαφέρεται μόνο για εμένα, αλλά και για την Γκλόρι. Και σκεφτόμουν... Θυμάσαι τι έγραφαν οι εφημερίδες μετά τη δο-


λοφονία του Ράσλι; Χρέωσαν το φόνο στην Γκλόρι! Εκείνο το διάστημα ήμαστε αναστατωμένες απ’ το περιστατικό, αλλά είχαμε σκεφτεί ότι κάποιος τολμηρός κακούργος είχε χρησιμοποιήσει την ταυτότητά μας για δικούς του σκοπούς. Όμως τώρα αναρωτιέμαι αν είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό». Η Έστερ δάγκωσε το χείλι της. «Χμμ... Πού βρήκε το επισκεπτήριο ο ταγματάρχης Φάλκονερ;» Η Μαρί αναστέναξε. «Νομίζω ότι αυτό ακριβώς σε ρώτησα», της πέταξε ειρωνικά. «Μια που φαίνεται πως εσύ τα μοιράζεις». Η φίλη της κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν έχω ιδέα». «Αν το βρήκε πάνω στον Ράσλι», μουρμούρισε σκεφτική η Μαρί, «ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο ταγματάρχης Φάλκονερ ήρθε στο Πίκοκ Όουκ». Η Έστερ βόγκηξε σιγανά, αποκαρδιωμένα. «Και ο Ράσλι πού βρήκε την κάρτα;» «Πρέπει να του την έδωσε κάποιος. Το ίδιο πρόσωπο που του είπε πού να με βρει και ποια είναι η σχέση μου με τα Κορίτσια της Γκλόρι». Η επιδερμίδα της ανατρίχιασε απ’ την απαλή καλοκαιρινή αύρα. «Φαντάζομαι ότι ο Ράσλι είχε την κάρτα και ο ταγματάρχης Φάλκονερ τη βρήκε. Πιστεύει ότι είμαι η Γκλόρι κι ότι σκότωσα τον ξάδερφό του. Ήρθε εδώ για να βρει αποδείξεις». Κάθισε στο γρασίδι κι έκανε νόημα στη φίλη της να καθίσει κοντά της. Ύστερα ακούμπησε το πιγούνι της στα σταυρωμένα χέρια της και κοίταξε το γαλάζιο ουρανό. «Έχουμε μπλέξει άσχημα, Ες». «Μα δεν είσαι η Γκλόρι, οπότε δεν μπορεί να τα φορτώσει σ’ εσένα», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Είμαι τόσο Γκλόρι όσο εσύ ή η Λόρα ή η Τζόσι», διαφώνησε η Μαρί. «Μπορεί εσείς να πραγματοποιείτε τις επιθέσεις, όμως η ιδέα ήταν δική μου. Αλλά το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι αυτό. Το πραγματικό πρόβλημα είναι τι σκοπεύει να κάνει ο ταγματάρχης Φάλκονερ αν μας ανακαλύψει». «Τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν λάθος ν’ αφήνω επισκεπτήρια», ψέλλισε η Έστερ και δάγκωσε πάλι το χείλι της. «Έπρεπε να σκεφτώ ότι το παγόνι παραπέμπει κατά κάποιον τρόπο στο οικόσημο του Τσαρλς». Η Μαρί ξεφύσηξε αγανακτισμένη. «Είναι σαν να τους έδωσες στοιχεία, σαν να τους έλεγες πού πρέπει να έρθουν για να μας βρουν! Αν και το λάθος δεν είναι πέρα για πέρα δικό σου». Γύρισε και κοίταξε τη φίλη της. «Κάποιος είχε γράψει τις λέξεις Πίκοκ Όουκ στο πίσω μέρος της κάρτας, αλλά δεν αναγνώρισα το γραφικό χαρακτήρα».


«Πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο που πληροφόρησε τον Ράσλι πού βρίσκεσαι», συμπέρανε η Έστερ. Έγειρε πίσω και στηρίχτηκε στον αγκώνα της. «Αλλά ποιος μπορεί να είναι;» Η Μαρί κούνησε το κεφάλι της με απορία. «Δεν ξέρω. Μακάρι να ήξερα. Δεν αντέχω να σκέφτομαι ότι υπάρχει κάποιος που γνωρίζει όλα μας τα μυστικά και μπορεί να μας καταστρέψει». Αναστέναξε. «Δε σου το είπα, Έστερ, αλλά χτες έλαβα ένα ανώνυμο γράμμα. Ο αποστολέας του έγραφε ότι ξέρει ποια είμαι... και τι έχω κάνει». «Και ήρθε την ίδια μέρα που εμφανίστηκε στο Πίκοκ Όουκ ο ταγματάρχης Φάλκονερ», μουρμούρισε προβληματισμένη η φίλη της. «Υπάρχει περίπτωση να πρόκειται για σύμπτωση;» «Δεν ξέρω». Για άλλη μια φορά η Μαρί αναρίγησε όταν σκέφτηκε τι μπορεί να σήμαινε το ότι ο Νικ Φάλκονερ γνώριζε την ιστορία της, γνώριζε τα μυστικά της και μπορούσε να τις καταστρέψει όλες. Και ίσως να μην ήταν ο Νικ, αλλά οποιοσδήποτε άλλος που ήξερε... «Κάποιος παίζει παιχνίδια μαζί μας», διαπίστωσε μουδιασμένα η Έστερ. «Τι μπορούμε να κάνουμε;» Η Μαρί ανασηκώθηκε απότομα. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι αυτό που έχουμε αποφασίσει ήδη», απάντησε. «Να μην πούμε τίποτα στον ταγματάρχη Φάλκονερ. Να μη δείξουμε φόβο. Ό,τι κι αν πιστεύει, θα χρειαστεί να το αποδείξει. Και μέχρι ν’ ανοίξει τα χαρτιά του, εμείς θα παίζουμε το παιχνίδι της αναμονής». Αναστέναξε πάλι. «Δε μ’ αρέσει αυτό. Νιώθω λες κι εκείνος έχει στο χέρι του όλα τα χαρτιά κι εμείς δεν έχουμε τίποτα». «Κι αν ο ανώνυμος αποστολέας του γράμματος είναι κάποιος άλλος;» «Τότε θα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε δύο προβλήματα αντί για ένα», δήλωσε ξερά η Μαρί. «Θα πρέπει να περιμένουμε πρώτα ν’ αποκαλυφτεί όμως...» «Η Γκλόρι θα μπορούσε να προειδοποιήσει τον ταγματάρχη Φάλκονερ», πρότεινε τότε ανυπόμονα η Έστερ. «Να τον τρομάξει, να τον αναγκάσει να παρατήσει την υπόθεση...» Σταμάτησε όταν είδε τη Μαρί να την κοιτάζει θλιμμένα. «Μάλλον δε θα ωφελούσε σε τίποτα», κατέληξε. «Ακριβώς. Ο ταγματάρχης Φάλκονερ είναι από εκείνους που δεν τους τρομάζει τίποτα», είπε η Μαρί. «Και, Ες», πρόσθεσε, κοιτάζοντας αυστηρά τη φίλη της, «τέλος οι εξορμήσεις με τα Κορίτσια της Γκλόρι. Μην το διακινδυνεύεις». Εκείνη γύρισε μπρούμυτα στο γρασίδι και στήριξε το πιγούνι της στο χέρι της. «Η ζωή θα είναι απίστευτα πληκτική αν χρειαστεί να φέρομαι φρό-


νιμα όλη την ώρα». «Η ζωή θα είναι απίστευτα σύντομη αν δεν το κάνεις», την αντέκρουσε. «Και τώρα σου προτείνω να πας ν’ αλλάξεις και να φορέσεις κάτι πιο ευπρεπές. Εγώ θα πάρω κάτι για τον πονοκέφαλο και αργότερα, όταν θα έχουμε χρόνο για να σκεφτούμε, θα πούμε τι άλλο πρέπει να κάνουμε». «Θα σου φτιάξω ένα ρόφημα από μέντα», προθυμοποιήθηκε μεγαλόψυχα η Έστερ, «μια που εγώ είμαι η αιτία του πονοκεφάλου σου». «Θα χρειαζόμουν ολόκληρο βαρέλι», της απάντησε. «Σκεφτόμουν να πάρω λίγο λάβδανο και μετά δε θα με απασχολούσε τίποτα... Αστειεύομαι», πρόσθεσε όταν είδε τη φίλη της να την κοιτάζει θορυβημένη. Προχώρησαν στην πεζούλα πιασμένες αγκαζέ και πέρασαν απ' την πόρτα του κήπου. Η Έστερ πήγε στη βοηθητική κουζίνα για να πάρει λίγο ζεστό νερό να πλυθεί και η Μαρί συνέχισε στο διάδρομο. Πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κουζίνας άκουγε την Τζέιν να φωνάζει για τα χάλια που είχε το φόρεμα της Έστερ κι εκείνη να της ξεφουρνίζει ένα παραμύθι πως τάχα έπεσε από το άλογο και το έσκισε. Η Μαρί κούνησε το κεφάλι της αργά ακούγοντας τα ωμά ψέματά της. Στο μικρό τραπέζι του διαδρόμου υπήρχε ένα ανθοδοχείο με κρίνα, που σκόρπιζαν στον αέρα ένα μεθυστικό, εξωτικό άρωμα. Δίπλα απ’ τα λουλούδια, σ’ έναν ασημένιο δίσκο, είδε δύο γράμματα. Έπιασε αφηρημένα το πρώτο και το διάβασε. Ξέρω ποια είσαι. Ξέρω τι έκανες. Θα πληρώσεις για να κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Η Μαρί ένιωσε να τη διατρέχει ένα ρίγος φόβου. Συνέχιζε ν’ ακούει τις φωνές της Τζέιν και της Έστερ, αλλά τώρα πια έμοιαζαν με απόμακρο μουρμουρητό στο βάθος του μυαλού της. Αισθάνθηκε το αίμα και τη θέρμη του να στραγγίζει από μέσα της. Μπροστά στα μάτια της εμφανίστηκε ξαφνικά το πρόσωπο του Νικ Φάλκονερ με τα ίσια, σκούρα φρύδια, τη σκληρή γραμμή του πιγουνιού, το αυστηρό στόμα του. Δεν μπορεί να ήταν αυτός που την απειλούσε με τέτοιο τρόπο. Το ένστικτό της της έλεγε ότι ποτέ δε θα έκανε κάτι τέτοιο. Φαινόταν πολύ ευθύς, πολύ ωμός. Ήταν αξιωματικός του στρατού άλλωστε... Υποτίθεται πως θα ’πρεπε να είναι με την πλευρά των καλών. Όμως δεν μπορούσε να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τίποτα και κανέναν. Κι ακόμα χειρότερα, αν δεν ήταν ο Νικ που την απειλούσε, τότε κάποιος άλλος ήξερε την ιστορία της και σκόπευε να χρησιμοποιήσει τόσο αυτή όσο και την ίδια τη Μαρί για δικούς του σκοπούς. Για άλλη μια φορά, όπως και το προηγούμενο βράδυ, ένιωσε να


την κυριεύει μια τρομακτική, ύπουλη επιθυμία να πάει στον Φάλκονερ και να του ομολογήσει την αλήθεια για τον εαυτό της, να αντλήσει δύναμη απ’ τη δύναμή του και να ζητήσει την προστασία του. Η καρδιά της την παρότρυνε να το κάνει, αλλά το μυαλό της ισχυριζόταν ότι ήταν ανόητη κι ότι αυτός ήταν ο πιο σίγουρος δρόμος για να καταλήξει στην αγχόνη. Τσαλάκωσε βίαια το σημείωμα στη χούφτα της. Αν ήταν αναμμένο κάποιο κερί θα το έκαιγε επιτόπου. Κι εκείνη τη στιγμή πήρε την απόφαση πως δε θα επέτρεπε σε κανέναν -είτε επρόκειτο για κάποιον άγνωστο που κρυβόταν στο σκοτάδι είτε για τον ίδιο τον Νικ Φάλκονερ με το βαθύ, διεισδυτικό βλέμμα, το προκλητικά αισθησιακό στόμα και το ερεθιστικό άγγιγμα- να της πάρει όλα όσα είχε κερδίσει. Ό,τι και να γινόταν, δε θα υπέκυπτε σ’ εκείνον. *** Η Λόρα Ματίλντα Aνν Ελίζαμπεθ, δωδέκατη δούκισσα του Κόουλ, καθόταν μπροστά στον καθρέφτη του μπουντουάρ της με το πιγούνι της ακουμπισμένο στο χέρι της και κοιτούσε θλιμμένα το είδωλό της. Φορούσε ένα βραδινό φόρεμα και μόλις είχε διώξει την καμαριέρα της γιατί ετοιμαζόταν να κατέβει κάτω για το δείπνο και την ψυχαγωγία της αποψινής βραδιάς. Όμως τώρα δίσταζε καθώς παρατηρούσε τον εαυτό της κι αναρωτιόταν αν τα κρυφά συναισθήματά της έβγαιναν στην επιφάνεια, αποτυπώνονταν στα μάτια της και προδίδονταν από την έκφραση του προσώπου της... Απεχθανόταν τις συγκεντρώσεις στο σπίτι. Απεχθανόταν το γεγονός ότι περνούσε το μισό χρόνο τριγυρίζοντας μόνη της στο Κόουλ Κορτ και τον άλλο μισό βλέποντας την περιοχή να γεμίζει από ξένους που η ίδια δεν είχε διάθεση να γνωρίσει καλύτερα. Το μόνο που ήθελε ήταν η συντροφιά του Τσαρλς, αλλά εκείνος δεν έδειχνε να έχει όρεξη να της κάνει παρέα. Απόψε είχαν συγκέντρωση για χαρτιά, άλλη μια ψυχαγωγία για τους προσκεκλημένους τους, άλλη μια ευκαιρία για τον λόρδο Χένρι Κόουλ να κομπάσει για τα κατορθώματά του στο κυνήγι, για τη λαίδη Φέι να σπρώχνει την κακομοίρα τη Λίντια στην αγκαλιά κάποιου ντόπιου γαιοκτήμονα ελπίζοντας σ’ έναν καλό γάμο, άλλη μια ευκαιρία για τον Νικ Φάλκονερ να τους παρακολουθεί όλους μ’ εκείνο το ανησυχητικά παρατηρητικό, σκοτεινό βλέμμα θαρρείς και αποτελούσαν εκθέματα σε μουσείο τεράτων. Η Λόρα τον συμπαθούσε. Διαισθανόταν πως ήταν πολύ ευθύς και έντιμος τύπος, αλλά ταυτόχρονα της προκαλούσε ένα συναίσθημα που την τρόμαζε. Έβλεπε πάρα πολλά. Ήξερε ότι δε θα καθυστερούσε να μαντέψει


πως ήταν απελπιστικά ερωτευμένη με τον Τσαρλς και πως, δυστυχώς, ο σύζυγός της και παλιός του φίλος δεν είχε χρόνο για εκείνη. Η Λόρα αγαπούσε τον Τσαρλς Κόουλ από τα έντεκα της χρόνια. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του κόμη του Μπέρλινγκτον, τα κτήματα του οποίου συνόρευαν με τα κτήματα των Κόουλ στο Γιόρκσαϊρ, και ήξερε από πολύ νωρίς ακόμα ότι ήταν γραφτό της να κάνει ένα γάμο που θα ένωνε δυο δυναστείες. Αυτή ήταν η μοίρα της και εκείνη την είχε αποδεχτεί χωρίς αμφισβητήσεις. Έτσι την είχαν αναθρέψει. Οι θυγατέρες των κομήτων έκαναν γάμους σκοπιμότητας. Εκείνο που δεν έκαναν ήταν να ερωτεύονται τους μέλλοντες συζύγους τους μ’ ένα αχαλίνωτο, ασίγαστο πάθος. Εκείνη είχε παραβεί τους κανόνες των αριστοκρατικών γάμων και η τιμωρία της ήταν να ταπεινωθεί. Συχνά, όταν ο Τσαρλς έλειπε στο Λονδίνο κι εκείνη έμενε στο Γιόρκσαϊρ, καθόταν στη βιβλιοθήκη κι αναρωτιόταν τι να έκανε ο άντρας της εκείνη τη στιγμή. Βρισκόταν στη Βουλή των Λόρδων; Στη λέσχη του; Ή μήπως -κι αυτή η σκέψη ήταν αβάσταχτη- στο κρεβάτι με κάποια χορεύτρια της όπερας ή κάποια πόρνη του Κόβεντ Γκάρντεν; Βασάνιζε τον εαυτό της με τη δική του σκέψη, αλλά αμφέβαλλε αν εκείνος είχε ξοδέψει ποτέ έστω κι ένα λεπτό με τη δική της. Τον πρώτο καιρό του γάμου τους, πριν από δέκα χρόνια, του είχε προτείνει με ενθουσιασμό να τον συνοδεύει όποτε πήγαινε στην πόλη, αλλά εκείνος αρνήθηκε και εκείνη απογοητεύτηκε βαθιά. Δεν το έκανε από μοχθηρία, γιατί δεν υπήρχε ίχνος σκληρότητας μέσα του, αλλά η αδιαφορία του την πόνεσε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα την πονούσε η κακία. Εκείνο που την πλήγωνε ήταν η απόλυτη έλλειψη συναισθήματος στον πυρήνα της σχέσης τους. Όταν μίλησε στην Έστερ και τη Μαρί για τη δυστυχία της, συμφώνησαν κι οι δυο ότι έπρεπε να πάει απροειδοποίητα στο Λονδίνο και να κάνει έκπληξη στον Τσαρλς. Η Λόρα το σκέφτηκε καλά. Έφτασε μέχρι το σημείο να ετοιμάσει το ταξιδιωτικό μπαούλο και την άμαξά της, όμως ύστερα το θάρρος της την εγκατέλειψε. Κι αν ο Τσαρλς βρισκόταν στο κρεβάτι με την ερωμένη του, όταν εκείνη θα εμφανιζόταν στο κατώφλι του; Δεν ήξερε αν είχε δεσμό, αλλά το θεωρούσε πολύ πιθανό. Οι περισσότεροι άντρες είχαν συγκεκριμένες ανάγκες, απ’ ό,τι είχε ακούσει, κι εκείνος σπανίως τις ικανοποιούσε στο κρεβάτι μαζί της. Και πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Τα κρεβάτια τους απείχαν πάνω από τριακόσια είκοσι χιλιόμετρα το ένα από το άλλο. Ακόμα χειρότερο απ’ το να τον βρει παρέα με άλλη γυναίκα ήταν η σκέψη ότι θα την υποδεχόταν με απόλυτη αδιαφορία, θα της πετούσε με-


ρικές κουβέντες πάνω απ’ το τραπέζι όπου θα έπαιρνε το πρωινό του και θα συνέχιζε να διαβάζει την εφημερίδα του. Ήξερε ότι η Έστερ, που ήταν πολύ πιο οξύθυμη από εκείνη, θα απαιτούσε την προσοχή του Τσαρλς, όμως η Λόρα δεν έμοιαζε με την ξαδέρφη του συζύγου της. Ήταν συγκρατημένη και κομψή -η τέλεια δούκισσα. Η Λόρα αντίκρισε στον καθρέφτη τα ανοιχτοκάστανα μάτια της. Ένιωθε να μοιάζει πιο πολύ στη Μαρί με το μυστηριώδες παρελθόν και το ψυχρό προσωπείο παρά στη ζωηρή Έστερ. Ήξερε όλη την ιστορία της Μαρί και καταλάβαινε ότι το κοινό στοιχείο τους ήταν ότι και οι δύο προσποιούνταν -η Μαρί την αξιοσέβαστη χήρα κι εκείνη την άψογη δούκισσα. Και οι δυο ήταν απατεώνες. Αναστέναξε, σηκώθηκε και προσπάθησε να στρώσει τις ζάρες απ’ τη φούστα του φορέματος της. Το ρούχο έπεφτε ολόισια μέχρι το πάτωμα. Δεν είχε στήθος και η μέση της ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ένιωθε πως ήταν τόσο θηλυκή κι αισθησιακή όσο και η σανίδα για το πλύσιμο των ρούχων. Δεν ήταν παράξενο ότι ο Τσαρλς απέφευγε το κρεβάτι της. Όταν μπήκε στο γαλάζιο σαλόνι, οι προσκεκλημένοι της ήταν ήδη μαζεμένοι. Ήξερε πως θα έπρεπε να κατέβει νωρίτερα για να τους χαιρετήσει, κι από την έκφραση του Τσαρλς μάντεψε ότι τον είχε παραξενέψει λίγο η παρέκκλιση απ’ τη συνήθως άψογη συμπεριφορά της. Είδε τα πρόσωπα όλων να την παρακολουθούν. Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι κάθε βράδυ, οι ίδιες συζητήσεις, οι ίδιες διασκεδάσεις. Μερικές φορές η ζωή της έμοιαζε με σβούρα που δε σταματούσε ποτέ να γυρίζει ξανά και ξανά στις ίδιες σκηνές. Η Μαρί δε βρισκόταν εκεί απόψε. Είχε στείλει ένα σημείωμα στο οποίο της ζητούσε συγνώμη επειδή δε θα πήγαινε, αλλά μια πτώση από το άλογο -για πολλοστή φορά- της είχε προκαλέσει αδιαθεσία. Η Λόρα χαμογέλασε μελαγχολικά όταν το διάβαζε, γιατί η Μαρί ήταν τελείως ανεπίδεκτη μαθήσεως στην ιππασία, αλλά παρ’ όλα αυτά προσπαθούσε. Η Έστερ ήταν εκεί, φυσικά, αν και η Λόρα αναρωτήθηκε γιατί, εφόσον ήξερε ότι αυτές οι προβλέψιμες κοινωνικές εκδηλώσεις την έκαναν να πλήττει θανάσιμα. Και ο Τζον Τιγκ βρισκόταν εκεί και κοιτούσε θλιμμένα την Έστερ και ο Χένρι Κόουλ, με τα θολά απ’ το πολύ ποτό μάτια του, και η Φέι, που οι άκρες των χειλιών της ήταν στραμμένες προς τα κάτω με δυσαρέσκεια. Ήταν και ο Νικ Φάλκονερ -απίστευτα ελκυστικός με το βραδινό κοστούμι του-, που μιλούσε με τον Τσαρλς. Δίπλα στον ταγματάρχη στεκόταν ο Ντέξτερ Έινστερ, που, όπως είχαν παρατηρήσει όλες οι υπηρέτριες, ήταν εξαιρετικά ωραίος νέος. Το βλέμμα της Λόρα πήγε στον Τσαρλς κι αμέσως η εικόνα


του επισκίασε κάθε άλλον μέσα στην αίθουσα. Ένιωσε να την πλημμυρίζει ένα κύμα απελπισμένης αγάπης καθώς την κοιτούσε με μια έκφραση ελαφρώς ανήσυχη, θαρρείς και τη ρωτούσε σιωπηρά αν ήταν καλά και αν δε θα τον απογοήτευε μπροστά στους προσκεκλημένους τους. Εκείνη του απάντησε μ’ ένα αμυδρό, καθησυχαστικό χαμόγελο κι αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν ξαφνικά την έπιανε, υστερία και φώναζε: «Καλησπέρα σε όλους! Έχω να σας πω κάτι. Είμαι μέλος της περιβόητης συμμορίας Τα Κορίτσια της Γκλόρι, που κλέβει από τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς. Σας το λέω επειδή ελπίζω μυστικά να με ανακαλύψουν... και να συνταράξω το σύζυγό μου τόσο πολύ ώστε να καταφέρω να διαλύσω την αβάσταχτη αδιαφορία του απέναντι μου!» Φαντάστηκε το πρόσωπο του Τσαρλς αν το έκανε, φαντάστηκε να σβήνει την έκφραση της απάθειας από τα χαρακτηριστικά του και να την αντικαθιστά με κατάπληξη, δυσπιστία, θυμό. Επιτέλους θα τον έκανε να νιώσει κάτι για εκείνη. Οτιδήποτε... που σίγουρα θα ήταν καλύτερο απ’ το τίποτα. Εκείνη τη στιγμή η αγάπη της ακροβατούσε στο χείλος του μίσους. Πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Καλησπέρα σε όλους», είπε. «Ζητώ συγνώμη που σας έκανα να περιμένετε. Να περάσουμε στην τραπεζαρία για το δείπνο;» *** Η Έστερ δε γύρισε στο σπίτι εκείνο το βράδυ. Η Μαρί έμεινε ξύπνια, περιμένοντας ν’ ακούσει τον ήχο της άμαξας και των βημάτων της στη σκάλα, αλλά μάταια. Άκουσε το ρολόι να χτυπάει δύο και τελικά κοιμήθηκε, όμως όλη την υπόλοιπη νύχτα στριφογύριζε και ο ύπνος της ήταν ανήσυχος, γεμάτος από άσχημα όνειρα. Το πρόσωπο της Τζέιν είχε μια έκφραση αποδοκιμασίας το πρωί που της πήγε το τσάι της. Όταν η Μαρί σηκώθηκε, είδε ότι στο δίσκο υπήρχε πάλι ένα φλιτζάνι ανέγγιχτο και η καρδιά της σφίχτηκε. Για να φτιάξει η διάθεσή της βγήκε ξανά έξω νωρίς, αμέσως μετά το πρωινό, κι αυτή τη φορά πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στο ποτάμι. Προχωρούσε αργά, άκουγε τα φύλλα που είχαν πέσει απ’ τις οξιές τον περασμένο χρόνο να τρίζουν κάτω απ’ τα πόδια της και φρόντιζε να σιγουρευτεί ότι δεν την ακολουθούσε κανείς. Απολάμβανε αφάνταστα την αίσθηση της ελευθερίας που την έκανε να νιώθει το ύπαιθρο. Χαιρόταν επίσης που δεν ήταν με το άλογο, αλλά με τα πόδια. Δεν ήξερε γιατί επέμενε να προσπαθεί να μάθει κάτι στο οποίο, προφανώς, δεν είχε έφεση. Έμφυτο πείσμα, υπέθετε. Η μητέρα της της έλεγε διαρκώς ότι ήταν πολύ πεισματάρα.


Για μια στιγμή το καθαρό, γάργαρο νερό του ποταμού λαμπύρισε μπροστά στα μάτια της και η Μαρί ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της για να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Το πιο οδυνηρό απ’ όσα είχε ζήσει μέχρι τότε ήταν η ανακάλυψη ότι όλα τα μέλη της οικογένειας της είχαν πεθάνει τον ίδιο χειμώνα που ο Ράσλι την οδήγησε στην Αγγλία. Μόλις του ξέφυγε, άρχισε διακριτικά να κάνει έρευνες. Είχε ένα τρελό όνειρο ότι θα μπορούσε να τους πληρώσει τα έξοδα για να έρθουν κοντά της, να ζήσουν όλοι μαζί ασφαλείς σε κάποιο μέρος. Τα νέα ότι είχαν πεθάνει από μια επιδημία πυρετού, που είχε σαρώσει όλη τη χώρα, ήταν το τελικό πλήγμα. Και κόντεψε να τη διαλύσει. Η Μαρί αναστέναξε, άφησε το μικρό, ψάθινο καλάθι της στη χορταριασμένη όχθη του ποταμού και κάθισε κάτω από μια τεράστια βελανιδιά για να βγάλει τα παπούτσια και τις κάλτσες της. Εκείνο το πρωί είχε διαλέξει σκόπιμα ένα από τα πιο παλιά φορέματά της, ένα σεμνό ρούχο με λευκές και ροζ ρίγες που είχε πει αστειευόμενη στην Έστερ ότι την έκανε να μοιάζει με ντεμπιτάντ. Η Έστερ... Στο μέτωπό της σχηματίστηκε ένα βαθύ συνοφρύωμα. Αν η φίλη της εξακολουθούσε να φέρεται τόσο επιπόλαια, θα πήγαινε η ίδια στο Χαφ Μουν και θα την τραβούσε με το ζόρι απ’ το κρεβάτι του εραστή της -όποιος κι αν ήταν. Αυτή η επικίνδυνη κι αυτοκαταστροφική συμπεριφορά έπρεπε να σταματήσει οπωσδήποτε. Δίπλωσε προσεκτικά τις κάλτσες της και τις έχωσε μέσα στα παπούτσια της, πήρε το μικρό καλάθι και προχώρησε στο απαλό γρασίδι προς την άκρη του νερού. Μια αλκυόνη που καθόταν σ’ ένα χαμηλό κλαρί τρόμαξε με την παρουσία της και πέταξε προς το ποτάμι με μια απαλή κραυγή. Η στάθμη του νερού ήταν χαμηλή γιατί δεν είχε βρέξει πολύ και της έφτανε μόλις μέχρι το γόνατο. Οι πέτρες με τα βρύα γλιστρούσαν κάτω απ’ τα γυμνά πέλματά της και η αίσθηση της απαλότητας ήταν απολαυστική. Της άρεσε να νιώθει τόσο κοντά στη φύση, της άρεσε να βλέπει τα πράσινα βλαστάρια απ’ τις φτέρες να ξετυλίγονται ανάμεσα στις υγρές πέτρες και οι πορφυρές σαξιφράγκες να προβάλλουν ανάμεσα από τις ρίζες των δέντρων. Στην απέναντι πλευρά του ποταμού, όμως, είχε βρει έναν πραγματικό θησαυρό, ένα μυστικό που δε μοιραζόταν με κανέναν. Κράτησε λίγο πιο σφιχτά το καλάθι στο χέρι της, σήκωσε τις φούστες της κι άρχισε να περπατάει προσεκτικά στις γλιστερές πέτρες για να διασχίσει το ορμητικό νερό. Σ’ ένα κομμάτι με αμμώδες έδαφος στην απέναντι όχθη φυόταν το είδος που αναζητούσε. Οι ώριμοι, κατακόκκινοι καρποί του έλαμπαν στον ήλιο. Είχε μάθει από τα βιβλία που διάβαζε ότι οι άγριες φράουλες ευδοκι-


μούσαν σε ασβεστολιθικά εδάφη και, όταν ανακάλυψε τις δικές της, είχε ενθουσιαστεί. Έμοιαζαν με εκείνες που καλλιεργούσε στα θερμοκήπιά της, μόνο που ήταν πιο μικρές και πιο γλυκές. Και το γεγονός ότι έμεναν κρυμμένες εκεί στο ποτάμι και δε γνώριζε κανείς την ύπαρξή τους έκανε τη γλυκύτητά τους ακόμα πιο απολαυστική. Κόντευε να φτάσει στην όχθη κι ετοιμαζόταν να πηδήσει έξω, όταν μια πέτρα μετακινήθηκε κάτω απ’ τα πόδια της χωρίς προειδοποίηση και η Μαρί κινδύνευσε να πέσει. Πιάστηκε από ένα κλαδί για να ξαναβρεί την ισορροπία της, αλλά ένιωσε τις πέτρες να μετακινούνται ξανά. Γλίστρησε, παραπάτησε και κατάλαβε πως θα έπεφτε με το κεφάλι στο νερό. Τη στιγμή που αναλογιζόταν τι θα γίνει, ένιωσε ένα χέρι να τυλίγεται σφιχτά στη μέση της και κάποιον να τη σηκώνει στην αγκαλιά του και να την κρατάει δυνατά. Για μια στιγμή πάγωσε από τη σαστιμάρα και το φόβο. «Για όνομα του Θεού, κυρία Όσμπορν», ακούστηκε στο αυτί της μια εύθυμη φωνή. «Φαίνεται πως έχετε μεγάλη αγάπη στο νερό». Ο Νικ Φάλκονερ! Παραδόξως, μόλις η Μαρί κατάλαβε ποιος ήταν, ο φόβος της διαλύθηκε. Τη θέση του πήραν το αίσθημα της ντροπής και του θυμού. Σάλεψε έντονα για να του ξεφύγει. Τα χέρια του την έσφιξαν αμέσως τόσο δυνατά, που της έκοψαν την ανάσα. «Μην κουνιέσαι», της σύστησε, «αλλιώς θα πέσουμε κι οι δυο στο νερό». Βγήκε στην όχθη κι ανηφόρισε την πλαγιά με εκνευριστική ευκολία κατά τη δική της άποψη. Την κρατούσε γερά, αισθανόταν τη δύναμή του, και αυτή η επαφή με το σώμα του της προκαλούσε απίστευτη νευρικότητα. Κανείς μέχρι τώρα δεν την είχε κρατήσει με τέτοιο τρόπο. Ένιωσε να φουντώνει λες και όλο της το κορμί είχε πάρει φωτιά, λες και έλιωναν τα σωθικά της από προσδοκία. «Άφησέ με κάτω!» του φώναξε με κομμένη ανάσα, συγκλονισμένη από αισθήσεις που δεν μπορούσε να κατανοήσει. Αντί για απάντηση, ο Νικ γονάτισε στο ένα του πόδι, την άφησε στη μέση της συστάδας με τις φράουλες και μετά κάθισε δίπλα της στο απαλό, μυρωδάτο γρασίδι. «Όπως επιθυμείς», είπε χαμογελώντας. Η Μαρί έμεινε ακίνητη για μερικές στιγμές, εκνευρισμένη και μπερδεμένη. Παντού γύρω της πλανιόταν η ζεστή μυρωδιά του ξερού χόρτου και ανακατευόταν με το δροσερό, έντονο άρωμα απ’ τις φράουλες και την αμυδρή μυρωδιά λεμονιού από την κολόνια του Νικ. Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει από την επίθεση που δέχτηκαν οι αισθήσεις της. Ζαλίστηκε, λες


και ο αέρας που υπήρχε στα πνευμόνια της δεν έφτανε για να οξυγονώσει τον εγκέφαλό της. Ο Νικ στηρίχτηκε στον αγκώνα του και την κοίταξε. «Δε δείχνεις και πολύ ευγνώμων απέναντι μου, κυρία Όσμπορν», άρχισε. Τα χείλη του απείχαν ελάχιστα εκατοστά απ’ τα δικά της. Η φωνή του ακούστηκε σιγανή. «Δυο φορές μπήκα στον κόπο να σε σώσω και δεν άκουσα ούτε ένα ευχαριστώ». Χωρίς να σταματήσει να την κοιτάζει, έκοψε μια φράουλα και τη δάγκωσε. Η Μαρί ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα σπάσει. «Αυτές έψαχνες;» τη ρώτησε. «Είναι πολύ νόστιμες. Ανακάλυψα ένα από τα μυστικά σου, κυρία Όσμπορν;» Η Μαρί συνειδητοποίησε τότε ότι δεν μπορούσε ούτε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει. Το έδαφος ήταν ζεστό από κάτω της και πάνω απ’ το κεφάλι του Νικ έβλεπε το φωτεινό γαλάζιο του ουρανού, ενώ αισθανόταν τη ζεστασιά του πρωινού ήλιου να λούζει το κορμί της. Στα αυτιά της ερχόταν το κελάρυσμα του νερού και το άρωμα από τις άγριες φράουλες την τύλιγε ολόκληρη. Ξαφνικά ένιωσε αισθησιακή και τολμηρή μ’ έναν τρόπο πρωτόγνωρο. Η φυσική ομορφιά του τοπίου και η έκρηξη της επιθυμίας μέσα της έκαναν αυτή την αίσθηση ακόμα πιο έντονη. Ήταν τρελό, αλλά την είχε καθηλώσει. Ο Νικ έφερε μια φράουλα στα χείλη της κι εκείνη τη δάγκωσε. Η γεύση του φρούτου στη γλώσσα της και η αίσθηση του χυμού που απλωνόταν στο στόμα της ήταν απολαυστική. Τον άκουσε να βογκάει. Την επόμενη στιγμή το στόμα του σκέπασε το δικό της, η γλώσσα του πήρε το χυμό από τα χείλη της και μετά γλίστρησε μέσα. Τη γευόταν και τη φιλούσε, λες και ήθελε να τη φάει ολόκληρη. Η Μαρί πήρε μια απότομη εισπνοή. Τα συναισθήματα που την είχαν κυριεύσει ήταν τόσο έντονα, τόσο μοναδικά. Μετά τον τρόμο του παρελθόντος και όλα τα στέρφα χρόνια από τότε και έπειτα, ένιωθε τελείως σαστισμένη. Όλο της το κορμί λαχταρούσε το άγγιγμά του, έτρεμε από πόθο λες και ήταν έτοιμο να του δοθεί. Η γλώσσα του χάιδεψε πάλι τη δική της και η Μαρί βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Ήταν απαλά σαν μετάξι, μια έντονη αντίθεση με τη σκληρή γραμμή του πιγουνιού του. Είχε γεύση φράουλας κι επιθυμίας. Τα χείλη της άνοιξαν περισσότερο και ρούφηξαν τη μεθυστική αίσθηση του φιλιού του. Αισθανόταν μεθυσμένη από πάθος. Το στόμα του άφησε το δικό της... τα χείλη του και η γλώσσα του άρχι-


σαν να χαράζουν ένα μονοπάτι στο λαιμό της. Η καρδιά της Μαρί χτυπούσε γρήγορα καθώς η ζεστασιά που είχε απλωθεί μέσα της συγκεντρωνόταν χαμηλά στην κοιλιά της. Ο Νικ τη φίλησε στο σημείο όπου χτυπούσε ο σφυγμός της, λίγο πιο πάνω απ’ το κούμπωμα του φορέματος της. «Σε θέλω», μουρμούρισε με βραχνή φωνή. «Θέλω να σου βγάλω αυτό το χαριτωμένο, σεμνό φόρεμα και να σε πάρω εδώ στο γρασίδι, δίπλα στο ποτάμι...» Η ανάσα της Μαρί βγήκε σαν πνιχτό βογκητό κι εκείνος τη φίλησε ξανά στο στόμα. Το φιλί του έγινε πιο απαιτητικό τώρα, πιο κτητικό, και έκανε τη φλόγα που της έκαιγε ήδη το κορμί να φουντώσει ακόμα περισσότερο. Έσυρε το χέρι του στο στήθος της και η παλάμη του το αγκάλιασε πάνω απ’ το βαμβακερό ύφασμα. Η Μαρί ένιωσε τη θηλή της να σκληραίνει στο άγγιγμά του και σάλεψε ανυπόμονα, θαρρείς και τα ρούχα που τους χώριζαν την ενοχλούσαν. Ο Νικ ξάπλωσε πάνω της, την κάρφωσε στη χλόη με το βάρος του κορμιού του και για πρώτη φορά εκείνη ένιωσε να την κυριεύει μια παγωνιά κι ένας φόβος που επισκίασαν την ηδονή που την είχε πλημμυρίσει ήδη. Αισθάνθηκε περιορισμένη, παγιδευμένη. Ένιωθε την ερεθισμένη σάρκα του σκληρή στο μηρό της και προσπάθησε να μετακινηθεί, όμως τα γόνατά του πατούσαν τη φούστα της και δεν κατάφερε να κουνηθεί ούτε πόντο. Την κυρίευσε πανικός και η γλυκιά επιθυμία στράγγισε από μέσα της σαν το νερό που γλιστράει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα ενός χεριού, άπιαστο κι ασυγκράτητο. Και μετά άκουσε φωνές, δυνατές φωνές να πλησιάζουν απ’ τη γέφυρα και θόρυβο από τροχούς στο δρόμο. Το μυαλό της καθάρισε και τα τελευταία ίχνη της επιθυμίας πάγωσαν καθώς συνειδητοποιούσε ότι κάποιος περαστικός θα μπορούσε να τους δει. Το συνειδητοποίησε και. ο Νικ. Η Μαρί τον αισθάνθηκε να μετακινείται κι έπειτα να ανασηκώνεται. Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να την κοιτάζει. Το βλέμμα του εξακολουθούσε να καίει από πόθο, όμως αυτός ο πόθος άρχιζε να σβήνει καθώς η πραγματικότητα επέστρεφε. Η Μαρί πήγε ν’ ανασηκωθεί, εν μέρει από πανικό εν μέρει από ντροπή, όμως εκείνος την έπιασε απ’ το μπράτσο σε μια προειδοποιητική κίνηση, και έτσι έμεινε ακίνητη ώσπου το κάρο απομακρύνθηκε κι ο κίνδυνος να τους δουν πέρασε. Ύστερα σηκώθηκε κι έστρωσε τη φούστα της με χέρια που έτρεμαν από ταραχή, αποφεύγοντας να κοιτάξει τον Νικ και προσπαθώντας απελπισμένα να σκεφτεί τι να πει, τι να κάνει. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που κόντεψε να της συμβεί. Δεν είχε αισθανθεί κανένα φόβο, στο μυαλό της δεν είχε ξεπηδήσει καμιά άσχημη ανάμνηση μέχρι τη στιγμή που ένιω-


σε περιορισμένη από τη σωματική κυριαρχία του Νικ πάνω της, απ’ τη φυσική υπεροχή του, που κατάφερε και διέλυσε την αίσθηση της απόλαυσης. «Την επόμενη φορά θα διαλέξω πιο ήσυχο μέρος». Αντίθετα μ’ εκείνη, ο Νικ ακουγόταν λες και δεν έχασε ούτε ίχνος απ’ την αυτοπεποίθησή του. Την επόμενη φορά... Τα λόγια του έκαναν το μυαλό της να θολώσει από λαχτάρα και φόβο. Φυσικά εκείνος δεν είχε αντιληφθεί τίποτα. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν δεν ήξερε τίποτα για τη ζωή και τις εμπειρίες της κι εκείνη δεν μπορούσε να του πει; Ήταν επόμενο να σκεφτεί ότι η διάθεσή της είχε χαλάσει εξαιτίας της άμαξας που περνούσε και της σκέψης ότι κάποιος μπορεί να τους έβλεπε. «Δε θα υπάρξει επόμενη φορά, ταγματάρχα Φάλκονερ», δήλωσε με σιγουριά. Η φωνή της βγήκε σαν κρώξιμο και η Μαρί καθάρισε το λαιμό της πριν συνεχίσει: «Έκανα ένα λάθος. Δεν πρόκειται να συμβεί ξανά». Ο Νικ έπιασε το πιγούνι της με τα δάχτυλά του και γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του για να την αναγκάσει να τον κοιτάξει. Εκείνη είδε να καθρεφτίζεται στα μάτια του πόθος κι αποφασιστικότητα. Της κόπηκε η ανάσα γιατί η επιθυμία του της προκάλεσε μια τόσο έντονη αντίδραση, την οποία δεν μπορούσε ούτε να κατανοήσει ούτε ν’ αρνηθεί. «Κάνεις λάθος», της είπε. «Θα γίνουμε εραστές εσύ κι εγώ, Μαρί. Είναι αναπόφευκτο». Ένα παγωμένο ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. Ακουγόταν τόσο σίγουρος κι εκείνη αισθανόταν τόσο αβέβαιη, αφού έμπαινε σε τόσο μεγάλο πειρασμό. Όμως στο τέλος αισθάνθηκε φόβο και, εξαιτίας της ιστορίας της, εξαιτίας όλων όσα είχε περάσει, ήξερε ότι αυτό το συναίσθημα θα υπερίσχυε. Ο Νικ άφησε ένα σύντομο, φλογερό φιλί στα χείλη της και για μια στιγμή ο απόηχος του πάθους του απλώθηκε σε όλο της το κορμί. Ύστερα έφυγε και η Μαρί ένιωσε το παρελθόν της να την τυλίγει σαν σάβανο. Θα γίνουμε εραστές, της είχε πει, όμως εκείνη ήξερε ότι αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ. Είχε πάρει μια μικρή γεύση για το πώς θα μπορούσε να είναι το πάθος σ’ έναν άλλον τόπο, σ’ έναν άλλο χρόνο, όμως τώρα έπρεπε να δεχτεί ότι δεν ήταν γραφτό να γίνουν εραστές. Δεν μπορούσαν να γίνουν εραστές.


Κεφάλαιο 7 Τανάκητο – Αντίσταση «Λοιπόν, Έινστερ», είπε ο Νικ το επόμενο πρωί καθώς προχωρούσε με τον Ντέξτερ στο δρόμο που ερχόταν από το Σκίπτον προς το ΠίκοκΌουκ, «εδώ και δυο μέρες αξιολογείς τους φιλοξενούμενούς μας. Πώς σου φαίνονται; Πιστεύεις ότι θα μπορούσε να είναι κάποιος απ’ αυτούς ληστής των δρόμων;» «Μόνο η λαίδη Έστερ Μπέρι, κύριε», απάντησε γελώντας ο νεαρός. «Πιστεύω ότι είναι ικανή για τα πάντα. Είναι πολύ ατίθαση. Ιππεύει ανδρικά, μένει έξω όλη νύχτα...» «Η μητέρα σου δε σε προειδοποίησε να προσέχεις αυτού του είδους τις γυναίκες; Την είδα να σε φλερτάρει προχτές το βράδυ στη συγκέντρωση για τα χαρτιά». «Νομίζω ότι ο λόρδος Τιγκ θα με καλούσε σε μονομαχία, αν ανταποκρινόμουν στις προκλήσεις της λαίδης», απάντησε ο Έινστερ και κοκκίνισε μέχρι τ’ αυτιά. «Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ καμιά από τις άλλες κυρίες ως μέλος της συμμορίας της Γκλόρι. Μου φαίνεται γελοίο». «Συμφωνώ μαζί σου», μουρμούρισε ο Νικ, «όμως δεν πρέπει να αποκλείουμε καμιά πιθανότητα. Η δούκισσα του Κόουλ, για παράδειγμα. Άκουσα ότι ιππεύει εξαιρετικά καλά. Πολλές επαρχιώτισσες ιππεύουν καλά». «Η Εξοχότητά της; Αποκλείεται!» Ο Έινστερ φάνηκε τρομοκρατημένος, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαίωσε τις υποψίες του Νικ ότι ο νεαρός είχε αναπτύξει μια κάπως απρόσμενη αδυναμία για τη Λόρα Κόουλ. Ο Ντέξτερ συνήλθε γρήγορα όμως. «Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι τέτοιο, κύριε. Είναι η τέλεια, κομψή οικοδέσποινα, όχι η λησταρχίνα των δρόμων». Πέρασαν τον ποταμό Γουόρφ απ’ την αψιδωτή γέφυρα και συνέχισαν στο δρόμο για το χωριό. Ενώ ανέβαιναν στην κορφή του λόφου ο Νικ είδε τη Μαρίνα Όσμπορν να προχωρεί στα λιβάδια κρατώντας στο χέρι της ένα καλάθι. Φορούσε ένα κοντό σακάκι σε κρεμ χρώμα πάνω από ένα σκούρο


μπλε φόρεμα και ψάθινο καπέλο με ασορτί κορδέλα. Έδειχνε δροσερή και χαριτωμένη. Έπιασε τον Ντέξτερ Έινστερ να την κοιτάζει με ενδιαφέρον όχι μόνο επαγγελματικό- κι αισθάνθηκε μέσα του μια έκρηξη οργής και κτητικότητας. Κάτι σήμαινε το ότι άρχιζε να ζηλεύει το βοηθό του επειδή κοιτούσε με θαυμασμό μια όμορφη γυναίκα, σκέφτηκε. Όμως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ο ανικανοποίητος πόθος του για τη Μαρί Όσμπορν τον βασάνιζε ασταμάτητα, δεν τον άφηνε να βρει ησυχία. Το προηγούμενο βράδυ την είχε δει ξανά στο όνειρό του, ένα μπερδεμένο όνειρο πάθους κι επιθυμίας, όπου το φάντασμα της Άννας τον επέπληττε για την έλλειψη αφοσίωσής του. Είχε ξυπνήσει λουσμένος στον ιδρώτα, διχασμένος ανάμεσα στον πόθο και στις ενοχές. Απ’ το προηγούμενο πρωί που τη φίλησε στο ποτάμι, δεν την είχε ξαναδεί. Δεν είχε έρθει στο πικνίκ που η Λόρα Κόουλ είχε οργανώσει το απόγευμα στους κήπους ούτε στη μουσική βραδιά. Είχε πιάσει τον εαυτό του να την αναζητά, να θέλει να τη δει, να λαχταράει να τη δει -αν ήθελε να είναι ειλικρινής. Είχε πει στον εαυτό του πως το περιστατικό στο ποτάμι ήταν ό,τι ακριβώς σκόπευε να κάνει, πως είχε τον έλεγχο της κατάστασης, πως είχε βαλθεί να την ξελογιάσει ψυχρά και υπολογισμένα. Όμως η ακαταμάχητη επιθυμία που τον είχε κυριεύσει αντέκρουε τον ισχυρισμό του. Ήξερε ότι ως γητευτής κινδύνευε εξίσου να γοητευτεί. Την είχε φιλήσει στο Χεν εντ Βάλτσερ και ξανά στην όχθη του ποταμού και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για την ίδια γυναίκα. Η γεύση της Μαρί ήταν γλυκιά κι εκπληκτικά οικεία. Αισθανόταν ότι το κορμί του τη γνώριζε ήδη. «Ποια είναι η κυρία που περπατάει στο λιβάδι, κύριε;» ρώτησε ανυπόμονα ο Έινστερ. Ο Νικ γέλασε. «Αυτή είναι ο βασικός ύποπτός μας, Έινστερ. Σε λίγο θα γνωρίσεις την κυρία Μαρίνα Όσμπορν». «Αυτή η γυναίκα με το σκούρο μπλε φόρεμα;» Ο νεαρός μισόκλεισε τα μάτια του για να δει καλύτερα. «Δεν μπορεί να είναι το πρόσωπο που αναζητάμε. Δείχνει πολύ καθωσπρέπει». «Έινστερ, Έινστερ...» Ο Νικ αναστέναξε αργά. «Πότε θα μάθεις; Η Γκλόρι δεν τριγυρίζει όλη μέρα καβάλα στο άλογο με μαύρο μανδύα και κλέβει τους πλούσιους για να τα δίνει στους φτωχούς. Ένα μέρος της επιτυχίας της οφείλεται στο ότι μπορεί να δείχνει αξιοσέβαστη. Όχι ότι πιστεύω πως η κυρία Όσμπορν είναι η Γκλόρι, τώρα που είδα πόσο κακή αναβάτρια είναι», πρόσθεσε ήρεμα. «Όμως είμαι σίγουρος ότι είναι η γυναίκα που συνάντησα στο Χεν εντ Βάλτσερ ντυμένη σαν πόρνη».


Χαμογέλασε με το σοκαρισμένο, κατακόκκινο πρόσωπο του νεαρού, κατέβηκε απ’ το άλογό του και μπήκε στο δρόμο της Μαρί. Ύστερα από το φιλί τους ήταν περίεργος να δει πώς θ’ αντιδρούσε όταν θα τον ξανάβλεπε. Την προηγούμενη μέρα φαινόταν πρόθυμη κι ανυπόμονη στην αγκαλιά του, έστω κι αν είχε τραβηχτεί μακριά του όταν παρουσιάστηκε ο κίνδυνος να τους δουν. Όμως δεν μπόρεσε να κρύψει το πάθος που έκαιγε μέσα της. Κι εκείνος πίστευε ότι πολύ σύντομα θα την είχε στο κρεβάτι του. «Κυρία Όσμπορν!» φώναξε. «Πώς είστε; Μόλις τώρα μιλούσαμε για εσάς. Επιτρέψτε μου να σας συστήσω το φίλο μου, τον Ντέξτερ Έινστερ». «Στις... Στις υπηρεσίες σας, κυρία», τραύλισε ο Έινστερ κι έριξε στον Νικ άλλο ένα εύγλωττο βλέμμα. «Χαίρω πολύ». Ο Νικ είδε το κοκκίνισμα του νεαρού να γίνεται πιο βαθύ καθώς η Μαρίνα Όσμπορν του χαμογελούσε χαριτωμένα. Τα μάγουλά της είχαν ένα ρόδινο χρώμα εκείνο το πρωί και το ψάθινο μπονέ πλαισίωνε το πρόσωπό της μ’ έναν πολύ κολακευτικό τρόπο. Ως συνήθως, παρά τη ζέστη της μέρας, το φόρεμά της ήταν κουμπωμένο μέχρι το λαιμό. Ο Νικ αισθάνθηκε μια αλλόκοτη και δυνατή επιθυμία να της ξεκουμπώσει όλα τα κουμπιά επιτόπου. «Πώς είστε, κύριε Έινστερ;» είπε η Μαρί. «Έχω ακούσει πολλά για εσάς απ’ τη λαίδη Έστερ». Ο Έινστερ κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών του και, καθώς φαινόταν ανήμπορος ν’ αρθρώσει έστω και μια κουβέντα, ο Νικ έκανε μπροστά και πήρε το γαντοφορεμένο χέρι της Μαρί στο δικό του. Εκείνη απέφευγε το βλέμμα του κι έδειχνε λίγο επιφυλακτική. Ήταν έξοχη ηθοποιός, σκέφτηκε ο Νικ μ’ ένα μείγμα κυνισμού κι ευθυμίας. «Βλέπω ότι δε σας πτόησε το γεγονός ότι κοντέψατε να πέσετε στο ποτάμι χθες το πρωί», μουρμούρισε. «Χαίρομαι που μπόρεσα να σας φανώ χρήσιμος». Το βλέμμα της ανέβηκε φευγαλέα στο πρόσωπό του, αλλά αμέσως μετά τα βλέφαρά της χαμήλωσαν κι έκρυψαν την έκφρασή της. «Είμαι πολύ καλά, ευχαριστώ», είπε και τράβηξε το χέρι της απ’ το δικό του. «Να μη σας καθυστερώ από τις δουλειές σας...» Ο Νικ γέλασε. «Δε δείχνετε ιδιαίτερα χαρούμενη που με ξαναβλέπετε, κυρία». «Δεν έχω άποψη για το θέμα», του απάντησε μελιστάλακτα. «Ισχυρίζεστε ότι σας είμαι παγερά αδιάφορος;» «Δεν ισχυρίζομαι τίποτε απολύτως», αποκρίθηκε. Χαμογέλασε τυπικά


τόσο στον Νικ όσο και στον Ντέξτερ Έινστερ. «Με συγχωρείτε, κύριοι, αλλά πρέπει να παραδώσω μερικά πράγματα». Ο Νικ έριξε μια ματιά στο καλάθι της. Ήταν γεμάτο με πορτοκάλια και λεμόνια. Το προηγούμενο βράδυ είχε ακούσει τη λαίδη Φέι να σχολιάζει δηκτικά τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες της Μαρί Όσμπορν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήταν άλλος ένας ακατάλληλος τρόπος για να προβληθεί. «Ακριβά αγαθά», σχολίασε. «Τα προσφέρετε σε φτωχούς και αδύναμους, κυρία;» Η Μαρί έδειξε να εκνευρίζεται λίγο. «Θα μπορούσατε να το πείτε κι έτσι, ταγματάρχα Φάλκονερ». «Είστε γενναιόδωρη». «Κάνω αυτό που πρέπει». Ο Νικ χαμογέλασε. «Και προκειμένου να κάνετε αυτό που πρέπει ληστεύετε και τους πλουσίους για να δίνετε στους απόρους;» Η Μαρί γύρισε απότομα και τον κοίταξε στα μάτια. Για μια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν κι εκείνος συνέχισε να την παρατηρεί πολύ έντονα -σκόπιμα φυσικά. Ένιωσε και πάλι το ίδιο συναίσθημα, όπως κάθε φορά που την κοιτούσε, λες και κάποιος τον είχε χτυπήσει με δύναμη στο στομάχι. Τα μάτια της έδειχναν πολύ καθαρά. Πώς μπορεί να ήταν απατεώνισσα αφού έμοιαζε με αθώα μαθήτρια; Στην πραγματικότητα, αποδεικνυόταν καθηγήτρια στην απάτη. Έπειτα, προς έκπληξή του, η Μαρί του χαμογέλασε. «Τι ζωηρή φαντασία που έχετε, ταγματάρχα Φάλκονερ», σχολίασε. «Σας διαβεβαιώ ότι δεν είμαι ο Ρομπέν των Δασών. Καλή σας μέρα». Γύρισε, ένευσε ευγενικά στον Ντέξτερ Έινστερ και έπειτα ακούμπησε αποφασιστικά το χέρι της στην πύλη μιας απ’ τις αγροικίες που περιστοίχιζαν το άλσος του χωριού. Ένα λεπτό αργότερα χτυπούσε την εξώπορτα κι έδειχνε σ’ αυτούς που ήταν μέσα τα πράγματα που κουβαλούσε στο καλάθι της. Τελικά πέρασε το κατώφλι και χάθηκε απ’ τα μάτια τους. «Θράσος που το έχει!» μουρμούρισε ο Νικ μέσ’ απ’ τα δόντια του καθώς ανέβαινε πάλι στη σέλα του αλόγου του. «Καλά, λοιπόν». Γύρισε στον Έινστερ. «Αναρωτιέμαι σε τι άλλες φιλανθρωπικές δραστηριότητες επιδίδεται η κυρία Όσμπορν, Έινστερ. Σε παρακαλώ, φρόντισε να μάθεις». «Μάλιστα, κύριε. Πάντως είναι πολύ γοητευτική κυρία. Με συγχωρείτε, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι...» Η φωνή του έσβησε και το πρόσωπό του πήρε μια θλιμμένη έκφραση. «Να το πιστέψεις, Έινστερ», του σύστησε βλοσυρά ο Νικ. «Η κυρία Ό-


σμπορν δεν είναι καθόλου κυρία. Είναι απατεώνισσα. Και θα ξεσκεπάσω την απάτη της έστω κι αν αυτό θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω στη ζωή μου». Ο Έινστερ έτριψε το μέτωπό του. «Μα πώς θα καταφέρετε κάτι τέτοιο χωρίς αποδείξεις, κύριε;» «Με τη μέθοδο της σαγήνης», του εξήγησε. Είδε το νεαρό να τον κοιτάζει απορημένος κι έσπευσε να του διευκρινίσει. «Θα την κάνω ν’ αποκαλύψει την αλήθεια -και πολύ περισσότερα- ρίχνοντάς τη στο κρεβάτι». Τα αυτιά του Έινστερ κοκκίνισαν σαν τα πέταλα της παπαρούνας. «Για όνομα του Θεού, κύριε!» διαμαρτυρήθηκε. «Αυτό είναι ζαβολιά!» «Το ξέρω», παραδέχτηκε και γέλασε. «Μερικές φορές αναγκαζόμαστε να κάνουμε πράγματα που δεν είναι καθόλου ιπποτικά, Έινστερ. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». «Αφού το λέτε εσείς...» ψέλλισε αβέβαια ο νεαρός. Ο Νικ έβαλε το άλογό του να τροχάσει. Η συνάντησή του με τη Μαρί Όσμπορν, αν και σύντομη, είχε κάνει τον πόθο του για εκείνη να φουντώσει. Πάντα συνέβαινε το ίδιο, πάντα αισθανόταν λες και είχε δεχτεί κατάστηθα ένα χτύπημα που του είχε κόψει την ανάσα. Ήθελε να το ξεπεράσει γρήγορα πριν τον αποπροσανατολίσει απ’ το στόχο του, πριν τον προδώσει ολωσδιόλου. Έπρεπε να την ξελογιάσει, να της κάνει έρωτα, να της αποσπάσει την αλήθεια προτού εκείνη καταφέρει να τον μαγέψει εντελώς. Με μια σιγανή βλαστήμια σπιρούνισε το άλογό του κι άρχισε να καλπάζει, αφήνοντας τον Έινστερ πίσω του. *** Καθώς έβγαινε από την αγροικία της κυρίας Μπιν, η Μαρί είδε τη Λόρα Κόουλ ν’ ανηφορίζει το λόφο με τη δίτροχη άμαξα του Κόουλ Κορτ. Η φίλη της κούνησε ζωηρά το χέρι της όταν την εντόπισε κι εκείνη πέρασε απέναντι στο δρόμο για να τη συναντήσει. «Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω», είπε η Λόρα κι έσκυψε για να τη βοηθήσει ν’ ανέβει στην άμαξα. «Πρέπει να μιλήσουμε. Θέλεις να σε γυρίσω στο σπίτι σου;» «Ευχαριστώ», της απάντησε η Μαρί χαμογελώντας. Περίμενε μέχρι η Λόρα να ξεκινήσει την άμαξα με τη συνηθισμένη επιδεξιότητά της. «Λυπάμαι που δεν μπόρεσες να έρθεις χτες το βράδυ. Αναρωτήθηκα αν αποφεύγεις σκόπιμα κάποιον. Τον ταγματάρχη Φάλκονερ, ίσως;» Τα μάγουλα της Μαρί πήραν ένα έντονο ρόδινο χρώμα και η Λόρα χαμογέλασε όταν το είδε. «Πρόσεξα απ’ την αρχή ότι του αρέσεις πολύ». «Μπορεί πράγματι να του αρέσω, αλλά ίσως και να προσποιείται ότι του


αρέσω. Δεν είμαι σίγουρη». Η Μαρί κοίταξε τα γαντοφορεμένα χέρια της που ήταν δεμένα σφιχτά στην ποδιά της και στράφηκε στην Λόρα. «Ω, Λόρα!» αναφώνησε απελπισμένα. «Πού να ξέρω; Παρά την ιστορία μου, στην πραγματικότητα έχω ελάχιστη πείρα. Προχτές με φίλησε κι ένιωσα...» Σάλεψε αμήχανα στο κάθισμα. «Ένιωσα μια έξαψη σε όλο μου το κορμί, ένα μούδιασμα που μ’ έκανε να λιώσω!» Σταμάτησε και δάγκωσε το χείλι της. «Δεν πίστευα ότι θα μου συνέβαινε ποτέ», παραδέχτηκε ψιθυριστά. «Μετά τον Ράσλι... το θεωρούσα απίθανο να συμβεί». «Και τώρα ανακάλυψες ότι είναι πιθανό», είπε η Λόρα. «Ναι. Ίσως. Όμως ύστερα έγινε κάτι...» Η Μαρί δίστασε, κοίταξε τη φίλη της. Παρ’ όλο που ήταν πολύ δεμένες, δεν ήξερε αν μπορούσε να μιλήσει στη δούκισσα του Κόουλ για τόσο λεπτά ζητήματα όπως η διέγερση ενός άντρα. Με τη Έστερ θα ήταν τελείως διαφορετικά τα πράγματα. Εκείνη δεν είχε αναστολές σε τέτοια θέματα. Ίσως μάλιστα να μιλούσε για μεγέθη και μήκη και να αναφερόταν σε λεπτομέρειες που θα έκαναν την Μαρί να κοκκινίσει από ντροπή. Όμως η Λόρα... Τέλος πάντων, δε συζητούσε κανείς για ερωτικά θέματα με μια δούκισσα. «Υποψιάζομαι ότι αισθάνθηκες τον ερεθισμό του», είπε τότε η φίλη της, βγάζοντάς τη από τη δύσκολη θέση. «Κι αυτό θα σου προκάλεσε μεγάλη νευρικότητα». «Λόρα!» φώναξε βραχνά η Μαρί. «Τι;» Η φίλη της την κοίταξε με ευθυμία. «Φαντάζεσαι ότι δεν έχω ιδέα από τέτοια; Η αλήθεια είναι ότι ξέρω πολύ λίγα πράγματα για την ερωτική πράξη, αλλά τώρα συζητάμε για το δικό σου πρόβλημα. Όχι για το δικό μου». «Ωραία, έχεις δίκιο», μουρμούρισε ανακουφισμένη η Μαρί. «Μου προκάλεσε φόβο, λοιπόν», πρόσθεσε μ’ ένα ανεπαίσθητο ρίγος. «Μου φάνηκε τόσο δυνατός, τόσο στιβαρός». «Αλλά δεν είναι ο Ράσλι», έσπευσε να την καθησυχάσει τρυφερά η Λόρα. «Όχι». Η Μαρί ρίγησε ξανά. «Και ίσως έχεις δίκιο. Κάποια μέρα μπορεί να βρεθεί ένας ευαίσθητος, υπομονετικός άντρας και...» Σταμάτησε. «Πάντως αυτός ο άντρας δεν πρόκειται να είναι ο ταγματάρχης Φάλκονερ. Σου είπε η Έστερ ότι πρέπει να ήρθε στο Πίκοκ Όουκ για να πιάσει τα Κορίτσια της Γκλόρι; Πιστεύει ότι δολοφόνησα τον ξάδερφό του. Το ενδιαφέρον του για μένα ίσως είναι απλώς ένα μέσον για να πετύχει το σκοπό του και... και ν’ ανακαλύψει την αλήθεια για το θάνατο του Ράσλι». Η Λόρα κούνησε το κεφάλι της. «Έτσι θα συμπεριφερόταν ένα κάθαρμα. Και δεν πιστεύω ότι ο ταγματάρχης Φάλκονερ είναι κάθαρμα».


«Να το πιστέψεις», ψέλλισε θλιμμένα η Μαρί. «Γιατί είμαι σίγουρη ότι είναι αλήθεια». Αναστέναξε. «Νιώθω έλξη για τον ταγματάρχη Φάλκονερ. Φοβάμαι ότι μπορεί ακόμα και ν’ αρχίζω να τον ερωτεύομαι επειδή δείχνει δυνατός, προστατευτικός και έντιμος. Έτσι, ένα κομμάτι του εαυτού μου θέλει να πιστέψει ότι είναι καλός άνθρωπος κι ότι μπορώ να του εμπιστευτώ την αλήθεια για μένα και για το θάνατο του Ράσλι. Αλλά ξέρουμε κι οι δυο ότι αυτό είναι τρέλα γιατί ασφαλώς και δεν πρέπει να τον εμπιστεύομαι. Είμαι μια σκλάβα που το έσκασε απ’ τον αφέντη της και, αν το ομολογήσω, θα βρεθώ στην αγχόνη». «Μπορεί να μην το βλέπει έτσι», είπε αργά η φίλη της. «Δεν είσαι ένοχη, Μαρί...» «Είμαι, σύμφωνα με το νόμο. Ξέρεις ότι είναι αλήθεια, Λόρα! Εξάλλου ό,τι και να πω θα οδηγήσει αναπόφευκτα στα Κορίτσια της Γκλόρι και δεν μπορώ να εκθέσω εσένα, την Έστερ, την Τζόσι και τον Λένι σε τέτοιο κίνδυνο. Οπότε... Οπότε δε θα το κάνω. Δε θα το διακινδυνεύσω. Δε θα εμπιστευτώ τον ταγματάρχη Φάλκονερ». Η Λόρα έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα. «Καταλαβαίνω τι λες και φοβάμαι πως έχεις δίκιο. Δεν μπορείς να του εκμυστηρευτείς πράγματα». Η Μαρί κούνησε το κεφάλι της. Ξαφνικά η μέρα έμοιαζε να έχει χάσει λίγο από το φως της. Ήξερε ότι η φίλη της είχε δίκιο. Κι εκείνη είχε πάρει την ίδια απόφαση. Ωστόσο η ανάγκη της να εμπιστευτεί τον ταγματάρχη Φάλκονερ την έκανε σχεδόν να πονάει. Ήταν κάτι ενστικτώδες. Αλλά και κάτι καταστροφικό κι επικίνδυνο συνάμα. Έτσι την επόμενη φορά που θα τον συναντούσε θα τον κρατούσε σε απόσταση ασφαλείας, θ’ αντιστεκόταν στην έλξη του και στην πιο βαθιά, πιο ύπουλη επιθυμία της να του αποκαλύψει την αλήθεια. «Κρίμα που, προς το παρόν, τα Κορίτσια της Γκλόρι δεν μπορούν να κάνουν εφόδους», μουρμούρισε η Λόρα καθώς έστριβε την άμαξα στο στενό μονοπάτι το οποίο πήγαινε παράλληλα με το ποτάμι. «Γιατί έρχομαι από το Στάρμποτον και είδα ότι ο Σάμπσον περιφράσσει όλα τα κοινόχρηστα βοσκοτόπια στο Στάρμποτον Ρέικς. Ο Τζον Τιγκ μου είπε μάλιστα ότι ο Σάμπσον μήνυσε σε όλους τους χωρικούς να βρουν αλλού να βόσκουν τα ζώα τους, γιατί θα τους τα πάρει κι αυτά. Είναι απαίσιος άνθρωπος». Η Μαρί ένιωσε μια γνώριμη έκρηξη οργής μέσα της, ασυγκράτητη σαν παλιρροϊκό κύμα. Πάντα το ίδιο συνέβαινε. 'Οπότε άκουγε κάποια ιστορία αδικίας ή απληστίας απ’ τη μεριά των ντόπιων γαιοκτημόνων τής ερχόταν να τρέξει και ν’ αντιπαρατεθεί μαζί τους. Οι δραστηριότητες των Κοριτσιών της Γκλόρι την έκαναν να νιώθει απέραντη ικανοποίηση καθώς α-


ποκαθιστούσαν μερικές από τις ανισότητες της αγροτικής ζωής. Δεν ήταν αρκετό -ποτέ δεν ήταν αρκετό-, αλλά βοηθούσε. Οι φιλανθρωπίες ης, η μόρφωση, η τροφή, τα καυσόξυλα το χειμώνα, έμοιαζαν με σταγόνα στον ωκεανό των ταξικών διαφορών, εκεί όπου οι αδύναμοι υπέφεραν και πέθαιναν αν δεν είχαν όσα χρειάζονταν για να ντυθούν, να τραφούν και να ζεσταθούν, ενώ οι ισχυροί κάθονταν μπροστά στο αναμμένο τζάκι τους και γέμιζαν τις κοιλιές τους με κρέας. «Είναι... θλιβερό», σχολίασε σιγανά. «Ο Τζον ήδη ήρθε σε αντιπαράθεση με τον Σάμπσον», συνέχισε η Λόρα, «όμως αυτός έχει το νόμο με το μέρος του. Έχει αγοράσει τη γη. Απλώς γέλασε με την αντίδραση του Τζον και του είπε ότι είναι ανόητος που δεν επωφελείται κι αυτός». «Κι εσύ με την Έστερ θέλετε να πάτε και να του δώσετε ένα μάθημα;» «Ναι». Η Λόρα σταμάτησε την άμαξα στη χορταριασμένη όχθη του ποταμού. «Δε σου είπε κάτι σχετικά;» «Δεν την είδα καθόλου σήμερα το πρωί», παραδέχτηκε η Μαρί. Στο μέτωπο της Λόρα σχηματίστηκε ένα μικρό συνοφρύωμα. Χαμήλωσε τη φωνή της μέχρι που ακουγόταν με δυσκολία πάνω από τον ήχο του νερού. «Πάλι έξω έμεινε όλη νύχτα;» «Ναι». «Αυτό πρέπει να σταματήσει, Μαρί, αλλιώς θα συμβεί κάτι τρομερό». «Το ξέρω», μουρμούρισε θλιμμένα η Μαρί, «αλλά τι μπορώ να κάνω. Δε μ’ ακούει ό,τι και να της λέω. Ξέρω ότι είναι δυστυχισμένη, όμως είμαι ανήμπορη να κάνω οτιδήποτε». Η Λόρα κατένευσε. «Ανέκαθεν ήταν έτσι. Ανίκανη να συμμαζευτεί, πάντα έψαχνε για κάτι. Για ένα διάστημα η τρέλα του Τζακ κάλυπτε τη δική της -στην πραγματικότητα, νομίζω ότι ο ένας έκανε τον άλλο χειρότεροαλλά, όταν πέθανε κι εκείνη έχασε όλα της τα χρήματα και το Στάρμποτον Χολ, άρχισε πάλι». «Ίσως ο Τσαρλς να μπορούσε να βοηθήσει...» άρχισε να λέει η Μαρί, όμως σταμάτησε όταν είδε τη φίλη της να κουνάει το κεφάλι της. «Ο Τσαρλς δε θα βοηθούσε», της απάντησε δηκτικά. «Θα σκανδαλιζόταν με τη συμπεριφορά της ξαδέρφης του. Είναι υπερβολικά συντηρητικός. Πραγματικά πιστεύω ότι είναι ο πιο πληκτικός άνθρωπος που γνωρίζω. Τόσα χρόνια λαχταρούσα να μου δείξει λίγη προσοχή, για ν’ ανακαλύψω τελικά ότι δεν τρέφει κανενός είδους συναίσθημα για μένα και ότι εγώ είμαι εγκλωβισμένη στην πιο βαρετή ζωή που θα μπορούσα να φανταστώ».


«Λόρα!» Η Μαρί πραγματικά είχε σοκαριστεί τώρα. Μάντευε ότι η σχέση του ζευγαριού δεν θεωρούνταν κι απ’ τις πιο στενές που υπήρχαν -και πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν περνούσαν τόσον καιρό χωριστά;- αλλά μέχρι εκείνη τη μέρα η Λόρα ήταν αφοσιωμένη σε υπέρτατο βαθμό στο σύζυγό της και ποτέ δεν τον είχε κριτικάρει. «Λυπάμαι», ψέλλισε κάπως αμήχανα. «Δεν είχα ιδέα ότι τα πράγματα είναι τόσο άσχημα». «Η Έστερ κι εγώ είμαστε ταιριαστό ζευγάρι!» είπε τότε η Λόρα κι έδωσε εντολή στα άλογα να ξεκινήσουν και πάλι. «Η μια υπερβολικά παράτολμη, η άλλη υπερβολικά συγκρατημένη» «Δε σε θεωρώ συγκρατημένη όταν ακολουθείς τα Κορίτσια της Γκλόρι», της επισήμανε. «Όχι, έχεις δίκιο». Το λευκό σαν πορσελάνη πρόσωπο της φίλης της κοκκίνισε ελαφρά. «Αυτή είναι η διαφυγή μου, υποθέτω. Ίσως δεν πρόκειται για έναν ιδιαίτερα αριστοκρατικό τρόπο, όμως είναι ο μόνος που έχω». Το ένα χέρι της άφησε τα χαλινάρια κι έσφιξε τα πλεγμένα δάχτυλα της Μαρί. «Μη με λυπάσαι, Μαρί. Στο κάτω κάτω είμαι μια δούκισσα, κι αυτό έχει και τις θετικές του πλευρές». «Φαντάζομαι πως ναι», της απάντησε, αλλά για πρώτη φορά αναρωτήθηκε ποιες μπορεί να ήταν αυτές. Είναι ωραίο να διαθέτεις χρήματα και δύναμη, αλλά όταν αποκάτω υπάρχει ένα χάσμα -έλλειψη αγάπης και ζεστασιάς και μια τεράστια έπαυλη για να τριγυρίζεις μόνος- όλα τα χρήματα του κόσμου δε φτάνουν για ν’ αναπληρώσουν το κενό στην ψυχή σου. Και η Λόρα ήταν τόσο γενναιόδωρη, τόσο τρυφερή. Η καρδιά της Μαρί πονούσε για εκείνη, μάτωνε επειδή δεν είχε κάποιον για να του χαρίσει απλόχερα την αγάπη της. «Είμαστε τόσο διαφορετικές εμείς οι δυο», είπε. «Με εκπλήσσει το γεγονός ότι το παρελθόν μας διαφέρει τόσο πολύ και παρ’ όλα αυτά μοιάζουμε από πάρα πολλές απόψεις». Η Λόρα χαμογέλασε. «Οπότε καταλαβαίνεις. Λοιπόν, τι λες; Τα Κορίτσια της Γκλόρι θα επιτεθούν στον Σάμπσον;» Η Μαρί γέλασε δυνατά. «Ναι. Ναι, θα επιτεθούν. Είναι παράτολμο και τρελό, αλλά δεν μπορώ να βλέπω τέτοιες αδικίες και να στέκομαι με τα χέρια σταυρωμένα». Σκέφτηκε τον Νικ Φάλκονερ κι ανατρίχιασε. «Μόνο να προσέχετε, Λόρα», έσπευσε να την προειδοποιήσει. «Έχω χάσει πάρα πολλά. Δε θα άντεχα να συμβεί κάτι κακό σ’ εσένα ή την Έστερ». Η φίλη της χαμογέλασε. «Δεν πρόκειται να συμβεί». «Αν επιτεθείτε», της πρότεινε τότε σκεφτικά, «κάντε το στο χορό της εικοστής, τετάρτης Ιουνίου, στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη, την Παρασκευή το


βράδυ. Όλοι θα έχουν γίνει στουπί απ’ το ποτό και οι μεθυσμένες αναμνήσεις τους αργότερα θα ενισχύσουν τη φήμη της Γκλόρι». «Ωραία. Θαυμάσια ιδέα! Ευτυχώς που η Γκλόρι διαθέτει τη δική σου επινοητικότητα, Μαρί», της πέταξε η Λόρα και έστρεψε την άμαξα προς την Αγροικία Πίκοκ. «Θα είναι η τελευταία εξόρμηση των κοριτσιών. Σου το υπόσχομαι». «Το καλό που τους θέλω», αποκρίθηκε η Μαρί και για άλλη μια φορά σκέφτηκε τον Νικ Φάλκονερ και την αποφασιστικότητά του να κατατροπώσει τα Κορίτσια της Γκλόρι. *** Το πιάνο ήταν ένα απ’ τα πιο εξευγενισμένα όργανα βασανισμού που εφηύρε ο άνθρωπος, αναλογίστηκε ο Νικ. Ήδη εκείνο το βράδυ είχε αναγκαστεί να κάθεται και να υπομένει το θορυβώδες παίξιμο της δεσποινίδας Λίντια Κόουλ και να σκέφτεται ότι ήταν άδικο κι απαίσιο και να μην μπορεί να μοιραστεί τη γνώμη του με κανέναν. Όσο η κόρη της έπαιζε, η λαίδη Φέι μιλούσε ασταμάτητα, σχολίαζε πόσο ταλαντούχο κορίτσι ήταν και τόνιζε ότι μια μέρα θα γινόταν μια αξιαγάπητη, υπάκουη σύζυγος. Τα επίμονα βλέμματά της και τα δηκτικά σχόλιά της δεν πέρασαν απαρατήρητα από τον Νικ, που ήξερε ότι φιγουράριζε πρώτος στη λίστα της με τους υποψήφιους γαμπρούς κι έτρεμε στην ιδέα. Η μις Κόουλ φαινόταν ευγενικό κορίτσι, όπως είχε επισημάνει ο Τζον Τιγκ, αλλά η μητέρα της ήταν μια μέγαιρα. Η μις Κόουλ είχε δώσει τη θέση της στο πιάνο στη λαίδη Έστερ Μπέρι, η οποία έπαιζε Μπαχ με πολύ πιο μελοδραματικό τρόπο απ’ ό,τι φανταζόταν ο ίδιος συνθέτης γράφοντας μουσική. Απόψε φορούσε ένα τολμηρό φόρεμα στο πράσινο του σμαραγδιού, που αποκάλυπτε σε πολλά σημεία, υπερβολικά θα έλεγε κανείς, τη γυμνή επιδερμίδα της. Τα μπράτσα της ήταν γεμάτα μελανιές και, λίγο πιο κάτω απ’ το λαιμό της, έβλεπε κάτι σαν γρατζουνιές, αλλά η Έστερ τις εξέθετε ως τρόπαια και δεν έκανε απόπειρα να τις κρύψει. Ο Νικ είχε δει τον Τζον Τιγκ να την παίρνει παράμερα και να της ζητάει να του εξηγήσει την προέλευσή τους, όμως εκείνη απέφυγε γελώντας τις ερωτήσεις του κι εκείνος έγινε κατακόκκινος -προφανώς από θυμό. Ο Νικ συμμεριζόταν την αγανάκτησή του. Και η δική του μέρα ήταν εξοργιστική. Μαζί με τον Ντέξτερ Έινστερ είχαν πάει στο Σκίπτον για να συναντήσουν τον τραπεζίτη του Έντουαρντ Άρκραϊτ και να συζητήσουν για την επίθεση που είχε δεχτεί την προηγούμενη βδομάδα απ’ τα Κορίτσια της Γκλόρι. Ο Ντέσμοντ, ο τραπεζίτης, κατηγορούσε με πάθος και


θυμό τις λησταρχίνες του δρόμου, όμως ο Νικ υποψιαζόταν ότι υπερέβαλλε στις περιγραφές του επειδή είχε πληγωθεί η περηφάνια του κι είχε ζημιωθεί η τσέπη του εργοδότη του. Έλεγε αγανακτισμένος ότι η Γκλόρι ήταν μια σκληρή, άξεστη γυναίκα και η συμμορία της ένα τσούρμο καθάρματα. «Τα δίνει στους φτωχούς;» πέταξε περιφρονητικά. «Οι μόνοι που επωφελούνται απ’ τις ληστείες είναι η Γκλόρι και η σπείρα της!» Ο Νικ αξιολόγησε τη μαρτυρία του ως άχρηστη. Όλες οι λησταρχίνες είχαν ύψος ένα κι ογδόντα, ίππευαν σαν άντρες, είχαν βαθιές, τραχιές φωνές και κρατούσαν πιστόλια. Είχαν πάρει από την άμαξα του Άρκραϊτ το ένα δέκατο των εσόδων κι είχαν δέσει τον οδηγό σ’ ένα χωράφι, χώνοντας με θράσος στην τσέπη του ένα επισκεπτήριο. «Την επόμενη φορά ίσως θα ’πρεπε να ταξιδέψετε με το φως της μέρας», του σύστησε ο Νικ. Η λαίδη Έστερ έκανε ένα φάλτσο στη ζωηρή εκτέλεσή της και η λαίδη Φέι Κόουλ, που καθόταν δίπλα του, έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί: «Το στυλ της αγαπητής Έστερ είναι κάπως θεατρικό δε συμφωνείτε;» Τίναξε τη βεντάλια της. «Νομίζω πως πρέπει να έχει επηρεαστεί από την ακαλλιέργητη κυρία Όσμπορν. Ξέρετε, ο σύζυγός της εργαζόταν για να κερδίζουν τα προς το ζην». «Το ίδιο κι εγώ», απάντησε ο Νικ. Η λαίδη Φέι γούρλωσε τα μάτια της. «Αγαπητέ μου ταγματάρχα Φάλκονερ, αυτό είναι τελείως διαφορετικό!» διαμαρτυρήθηκε. «Εσείς υπηρετείτε στο στρατό της Αυτού Μεγαλειότητας!» «Αλλά και πάλι πληρώνομαι», την αποστόμωσε και τεντώθηκε. Πάνω απ' τον ώμο της λαίδης Φέι είδε τον λόρδο Χένρι Κόουλ να ροχαλίζει στον καναπέ με το στόμα του ανοιχτό και, πίσω του, τη Μαρίνα Όσμπορν να συζητάει με τη δούκισσα του Κόουλ. Απόψε η Μαρί φορούσε ένα φόρεμα σε βαθύ πορφυρό χρώμα, τόσο σεμνό και κλειστό όσο προκλητικό και τολμηρό ήταν της Έστερ. Τα μαλλιά της ήταν ακάλυπτα και μαζεμένα σ’ ένα σφιχτό, αυστηρό κότσο, όπως και τότε που την είχε δει να ιππεύει. Θα μπορούσε να δείχνει άχρωμη, όμως τα μαλλιά της ήταν τόσο σκούρα και φίνα που έλαμπαν στο φως των κεριών. Λαχταρούσε να τα αγγίξει, να τραβήξει τις φουρκέτες που τα συγκρατούσαν και να τα δει να απλώνονται στους ώμους του, να περάσει τα δάχτυλά του από μέσα τους. Η αντίθεση των κατάμαυρων μαλλιών της με τη μαργαριταρένια επιδερμίδα των ώμων της θα ήταν αφάνταστα γοητευτική. Ο Νικ ήταν σίγουρος γι’ αυτό και η σκέψη τον βασάνιζε. Στη φλογερή φα-


ντασία του ήδη της είχε βγάλει τα ρούχα και της έκανε έρωτα στον καναπέ, όπου, στην πραγματικότητα, καθόταν η λαίδη Φέι Κόουλ. Θυμήθηκε τις προκλητικές φακίδες που ήταν διάσπαρτες στους ώμους της Μόλι, στο Χεν εντ Βάλτσερ, και τη μικρή ελιά σε σχήμα καρδιάς. Αν η Μαρί Όσμπορν δε φορούσε τόσο κλειστά φορέματα, θα μπορούσε να δει αν είχε κι αυτή φακίδες, κι έτσι να επιβεβαιώσει άλλο ένα στοιχείο του γρίφου. Την προηγούμενη μέρα στο ποτάμι, αν δεν τους είχαν διακόψει θα είχε ξεκουμπώσει σίγουρα το κορσάζ της και θα είχε γυμνώσει τους ώμους της. Και δε θα είχε σταματήσει εκεί. Φαντάστηκε να της βγάζει αργά, πολύ αργά το πορφυρό φόρεμα από το κορμί της, να αφήνει την καμπύλη του στήθους της εκτεθειμένη στο βλέμμα του και να παίρνει στο στόμα του τις ρόδινες κορφές του. Ήθελε να τη γευτεί... Σάλεψε ελαφρά, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί σ’ αυτά που του έλεγε η λαίδη Φέι και να ξεχάσει ότι είχε αρχίσει να ερεθίζεται. Η σαγηνευτική κυρία Όσμπορν, απατεώνισσα ή όχι, θα τον οδηγούσε στην καταστροφή προτού εξιχνιάσει αυτή την υπόθεση που την αφορούσε. «Πού να φανταζόμαστε ότι θα βλέπαμε τη χήρα ενός εμπόρου στο γαλάζιο σαλόνι του Κόουλ Κορτ», έλεγε τώρα η λαίδη. «Φυσικά η Λόρα ευθύνεται γι’ αυτό. Είναι υπερβολικά δημοκρατική στις απόψεις της. Δεν αρμόζει σε μια δούκισσα». Ο Νικ σκέφτηκε ότι η Λόρα Κόουλ και η Μαρίνα Όσμπορν έδειχναν να τα πηγαίνουν πολύ καλά μεταξύ τους και ν’ απολαμβάνουν η μία τη συντροφιά της άλλης. Τα προηγούμενα βράδια, που η Μαρί έλειπε, η Λόρα έδειχνε αγχωμένη και ανήσυχη κι εκείνος αναρωτήθηκε αν ήταν αδιάθετη. Τώρα η Λόρα χαμογελούσε με κάτι που η Μαρί της έλεγε, όμως τα όμορφα, ανοιχτοκάστανα μάτια της κοιτούσαν διαρκώς τον Τσαρλς, ο οποίος συζητούσε με τον Τζον Τιγκ. Εκείνος δεν είχε αντιληφθεί ότι η σύζυγός του τον κοιτούσε επίμονα, ενώ, έπειτα από λίγο, η Λόρα αναστέναξε και πήρε το βλέμμα της από πάνω του. «Απ’ ό,τι άκουσα η Εξοχότητά της γνώρισε την κυρία Όσμπορν στο Φυτοκομικό Σύλλογο του Σκίπτον», είπε ο Νικ. «Ακριβώς!» Τα χείλη της λαίδης Φέι -με τη μονίμως δυσαρεστημένη έκφραση- γύρισαν ακόμα πιο κάτω τις άκρες τους. «Αυτό ακριβώς εννοούσα, κύριε Φάλκονερ. Άκου Φυτοκομικός Σύλλογος! Λες και η δούκισσα του Κόουλ θα ’πρεπε να συναναστρέφεται τέτοιο κόσμο. Τόσο υποδεέστερους. Τι νόημα έχει να προσλαμβάνει κανείς κηπουρούς, αν πρόκειται ο ίδιος να καταπιάνεται με τέτοιες δουλειές;» «Πάντως ακούγεται πολύ διασκεδαστικό», παρατήρησε νωχελικά ο Νικ.


Καταλάβαινε ότι η λαίδη Φέι εννοούσε ότι θα ήταν πολύ καλύτερη δούκισσα από τη Λόρα. Κατά την άποψή της, ήταν τραγικό ότι ο Χένρι προερχόταν από το κατώτερο παρακλάδι της οικογένειας Κόουλ. «Και η Έστερ πηγαίνει στις συγκεντρώσεις», συνέχισε η Φέι σε υποτιμητικό τόνο, «παρ’ ότι δεν ξέρει τίποτα από φυτά και δεν την ενδιαφέρει το θέμα. Ωστόσο αρνείται την πρόσκλησή μου να παίξουμε χαρτιά με άλλες κυρίες της τάξης μας!» «Αδιανόητο», σχολίασε ο Νικ σε ήρεμο τόνο. Είδε τη Φέι να κάνει κρυφά νόημα στην κόρη της τη Λίντια να έρθει κοντά τους κι εκείνη σηκώθηκε. «Με συγχωρείτε, λαίδη Φέι», είπε τότε απρόσμενα και έφυγε από κοντά της. Στη διάρκεια του δείπνου ο Νικ καθόταν μακριά απ’ τη Μαρί. Είχε υποχρεωθεί να συνοδεύσει τη Λίντια Κόουλ, και έτσι είχε ανταλλάξει μαζί της μόνο μερικές σύντομες, ευγενικές κουβέντες. Η ανάγκη να βρεθεί τώρα κοντά στη Μαρί ήταν δυνατή, τόσο δυνατή που δεν μπορούσε πια να της αντιστέκεται. Και παρ’ όλο που το σαλόνι της Λόρα Κόουλ δεν θεωρούνταν το ιδανικό σημείο για ξελόγιασμα, μια συζήτηση μαζί της ίσως του έδινε την ευκαιρία να προχωρήσουν στη σχέση τους. Πήρε το φλιτζάνι του με το τσάι και προχώρησε προς τη Λόρα, που στεκόταν πάνω απ’ την τσαγιέρα. Εκείνη ανασήκωσε το κεφάλι της και του χαμογέλασε. «Άλλο ένα φλιτζάνι, ταγματάρχα Φάλκονερ;» τον ρώτησε. Ο Νικ αισθανόταν πολύ έντονα την παρουσία της Μαρί, που καθόταν δίπλα στη δούκισσα. Σκόπιμα δεν τον κοιτούσε. Το κεφάλι της ήταν σκυμμένο, οι σκούρες βλεφαρίδες της έριχναν μια σκιά στην καμπύλη των ζυγωματικών της και έδειχνε να μελετά με έντονο ενδιαφέρον τα πλεγμένα δάχτυλά της. Άφησε το φλιτζάνι του στο τραπέζι. «Ευχαριστώ, Εξοχοτάτη, αλλά όχι. Ήρθα επειδή άκουσα τη λαίδη Φέι να πλέκει το εγκώμιο της κυρίας Όσμπορν και θα ήθελα να ζητήσω τη συμβουλή της σε θέματα κηπουρικής», είπε. Στο όμορφο στόμα της Λόρα σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. «Αλήθεια, ταγματάρχα Φάλκονερ; Θέματα κηπουρικής... Πολύ πρωτότυπη προσέγγιση. Αλλά σας παραχωρώ τη θέση μου ευχαρίστως». Έσφιξε το χέρι της Μαρί και σηκώθηκε. «Με συγχωρείς, Μαρί. Πρέπει να ρωτήσω κάτι την Έστερ. Θα συνεχίσουμε τη συζήτησή μας αργότερα;» «Φυσικά», απάντησε εκείνη και, για μια στιγμή, ο Νικ είδε το βλέμμα της να ζεσταίνεται. «Ευχαριστώ, Λόρα». Ο Νικ κάθισε στη θέση που είχε νωρίτερα η δούκισσα και παρακολούθησε μ’ ενδιαφέρον τη Μαρί πρώτα να τοποθετεί το φλιτζάνι της πιο ίσια


στο τραπέζι κι έπειτα να σταυρώνει πάλι τα δάχτυλά της και ν’ ακουμπάει τα χέρια της στα πόδια της. Οι κινήσεις της έμοιαζαν εσκεμμένες, λες και προετοίμαζε τον εαυτό της για κάποια αντιπαράθεση. Όταν τελικά ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε, εκείνος ένιωσε για άλλη μια φορά πως είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι. Ο πόθος του γι’ αυτή τη γυναίκα τον κατασπάραζε, τον έκαιγε ολόκληρο. Το μυαλό του ισχυριζόταν ότι ήταν απατεώνισσα... το κορμί του ότι ήταν το πιο ποθητό πλάσμα που είχε γνωρίσει ποτέ. Και ήξερε ποιο απ’ τα δύο ήθελε ν’ ακούσει. «Καλησπέρα, ταγματάρχα Φάλκονερ», τον χαιρέτησε εκείνη. Η φωνή της ήταν σιγανή και ήρεμη, χωρίς ίχνος απ’ την έξαψη που εκείνος ένιωθε μέσα του. «Δεν ξέρω ποια απ’ τις δηλώσεις σας είναι πιο ψευδής... ότι η λαίδη Φέι μου έπλεκε το εγκώμιο ή ότι χρειάζεστε τη συμβουλή μου σε θέματα κηπουρικής». Εκείνος χαμογέλασε. «Αν δε βρίσκετε τις δικαιολογίες μου πειστικές, κυρία Όσμπορν, ποιος νομίζετε ότι είναι ο πραγματικός λόγος που σας προσέγγισα;» Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. «Όσο γι’ αυτό, δεν έχω ιδέα, ταγματάρχα Φάλκονερ». «Αλήθεια; Ούτε μετά τη συνάντησή μας στο ποτάμι;» Το βλέμμα της πέρασε φευγαλέα από το πρόσωπό του, αλλά χάθηκε τόσο σύντομα όσο εμφανίστηκε. «Σας είπα ήδη ότι επρόκειτο για λάθος απ’ την πλευρά μου. Κι από τη δική σας...» Δίστασε για λίγο. «Υποψιάζομαι ότι ήταν απλώς μέρος κάποιου σχεδίου που έχετε καταστρώσει για εμένα». Ο Νικ εντυπωσιάστηκε. Άραγε η Μαρί είχε μαντέψει ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που ήθελε να την ξελογιάσει; Γινόταν τόσο τολμηρή ώστε υπαινισσόταν ανοιχτά ότι ήξερε γιατί εκείνος κατέφτασε στο Πίκοκ Όουκ... και παράλληλα άφηνε να εννοηθεί ότι δε θα την έπιανε ποτέ; «Αυτό πιστεύετε;» μουρμούρισε. «Ναι». Τα σκούρα μάτια της τον περιγελούσαν. «Είμαι μια πλούσια χήρα, βλέπετε, κι εσείς...» Χαμογέλασε. «Κι εσείς μπορεί να είστε κάποιος προικοθήρας». Ο Νικ χαμογέλασε λοξά. «Έχετε γνωρίσει πολλούς τέτοιους, κυρία Όσμπορν;» «Ω, πάρα πολλούς». «Ισχυρίζονται ότι σας θαυμάζουν;» «Πάντα. Όμως θαυμάζουν περισσότερο την περιουσία μου». «Ενώ εγώ», είπε απαλά ο Νικ κι έγειρε προς το μέρος της, «είμαι κληρο-


νόμος, κι ως εκ τούτου δε χρειάζομαι τη δική σας περιουσία. Και σας θαυμάζω ειλικρινά». Το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν κυνικό. «Δεν είναι δυνατόν να με θαυμάζετε ειλικρινά, ταγματάρχα Φάλκονερ. Μ’ έχετε συναντήσει δυο τρεις φορές. Οποιοδήποτε ειλικρινές συναίσθημα χρειάζεται χρόνο και εμπειρία για να ωριμάσει». Ο Νικ έκανε μια ανεπαίσθητη χειρονομία. «Τότε πρέπει να με παραπλάνησε η αίσθηση ότι σας έχω συναντήσει περισσότερες φορές απ’ όσες ισχυρίζεστε. Τουλάχιστον έξι, απ’ ό,τι θυμάμαι». Τα μάγουλα της Μαρί κοκκίνισαν. «Τι παράξενο...» «Και τι ανησυχητικό να αισθάνεται κανείς ότι γνωρίζει κάποιον με πιο οικείο τρόπο απ’ ό,τι ο ίδιος ισχυρίζεται», είπε εκείνος. Τα όμορφα, αισθησιακά χείλη της σφίχτηκαν από περιφρόνηση. «Δεν υπάρχει κάτι οικείο στη γνωριμία μας, κύριε», απάντησε κοφτά. «Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω». Ο Νικ χαμήλωσε τη φωνή του. «Σας είδα να λούζεστε στο σιντριβάνι, κυρία Όσμπορν. Και τα χέρια μου καίγονται ν’ αγγίξουν κάθε πόντο αυτού του κορμιού που αντίκρισαν τα μάτια μου». Πλησίασε πιο κοντά της. «Θα το είχα κάνει χθες... Θα σας είχα κάνει έρωτα... αν δε μας είχαν διακόψει». Είδε τη Μαρί να δαγκώνει το κάτω χείλι της, το προκλητικά σαρκώδες κι αισθησιακό κάτω χείλι της, κι ένιωσε το κορμί του να παίρνει φωτιά. Ο κόσμος στο σαλόνι της Λόρα, οι υπόλοιποι καλεσμένοι και το μουρμουρητό απ’ τις συζητήσεις, ακόμα και οι αναμνήσεις του από την Άννα, τα πάντα απωθήθηκαν στο πίσω μέρος του μυαλού του. Δεν μπορούσε να εστιάσει σε τίποτε άλλο εκτός από εκείνη και την ακαταμάχητη επιθυμία του να την κατακτήσει. Η Μαρί έπαιζε νευρικά με το κουτάλι της. «Νομίζω πως δίνετε υπερβολικές διαστάσεις σ’ ένα φιλί, κύριε. Δεν ήταν κάτι σπουδαίο». «Τα λόγια σας αποτελούν τεράστιο πλήγμα στον αυτοσεβασμό μου», της αποκρίθηκε. «Την επόμενη φορά θα προσπαθήσω να κάνω κάτι καλύτερο». «Σας παρακαλώ, μην μπείτε σε τέτοιο κόπο για χάρη μου». Ύψωσε το βλέμμα της προς το μέρος του. «Όπως σας είπα, έκανα ένα λάθος και, επειδή μαθαίνω γρήγορα, δε σκοπεύω να το επαναλάβω». Εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε ανάλαφρα την ανάστροφη της παλάμης της. Εκείνη άφησε το κουτάλι να πέσει στο πιατάκι του φλιτζανιού της. «Θα ήθελα να σας πιστέψω», της είπε σιγανά, «όπως νομίζω ότι κι εσείς


θα θέλατε να πιστέψετε τον εαυτό σας, κυρία Όσμπορν. Αλλά η αλήθεια είναι ότι με ποθείτε κι εσείς. Ανταποκριθήκατε στο φιλί μου. Παραδεχτείτε το». Κατάλαβε ότι τα λόγια του την αναστάτωσαν. Το χρώμα στο πρόσωπό της οφειλόταν τώρα στην έξαψη και η άρνησή της να συναντήσει το βλέμμα του έδειχνε ότι προσπαθούσε ν’ αντισταθεί. Έπιανε νευρικά τη ραφή του φορέματος της, δίπλωνε το ύφασμα στα δάχτυλά της. «Ταγματάρχα Φάλκονερ...» «Ναι;» «Είναι αλήθεια. Ανταποκρίθηκα στο φιλί σας». Η Μαρί μιλούσε τόσο απαλά, τόσο σιγά, ώστε ο Νικ δυσκολευόταν να την ακούσει. Ο τόνος της ήταν ειλικρινής, πειστικός. Αν δεν την ήξερε καλύτερα, αν δεν ήξερε ότι ήταν επαγγελματίας ψεύτρα, θα την πίστευε. «Δεν είχα τέτοια πρόθεση. Αιφνιδιάστηκα και... και γι’ αυτό ανταποκρίθηκα». Η φωνή της δυνάμωσε. «Αλλά, ταγματάρχα Φάλκονερ, θα σας παρακαλούσα να σταματήσετε να τρέφετε την ψευδαίσθηση ότι συμμερίζομαι οποιοδήποτε απ' τα συναισθήματά σας. Δεν επιθυμώ μια ερωτική σχέση». Ο Νικ χαμογέλασε. «Μου κόβετε τα φτερά». «Το ελπίζω. Ο θαυμασμός σας είναι ανώφελος στην περίπτωσή μου». Ο Νικ έσκυψε πιο κοντά της μέχρι που η αναπνοή του έκανε να σαλέψουν οι τούφες που ξέφευγαν από το σφιχτό κότσο της. Μέχρι στιγμής η Μαρί αποτελούσε την επιτομή της αξιοσέβαστης χήρας· Άψογη στο χειρισμό του λόγου, άμεμπτη από άποψη ηθικής και απρόσιτη, όμως την πρόδινε η φλόγα του πόθου που είχε διακρίνει στα μάτια της. Τώρα αισθανόταν το κορμί της να τρέμει ανεπαίσθητα στο πλησίασμά του. Δεν της ήταν αδιάφορος. Κάθε άλλο. Και εκείνος ήταν διατεθειμένος να το τραβήξει μέχρι εκεί όπου θα χρειαζόταν προκειμένου να δοκιμάσει την υποτιθέμενη σεμνότητά της και να ξεσκεπάσει την πόρνη της ταβέρνας, που κρυβόταν κάτω απ’ την κάλυψη του καθωσπρεπισμού. Έγειρε μπροστά και χάιδεψε με τις κλειδώσεις των δαχτύλων του την επιδερμίδα του λαιμού της, τόσο ανάλαφρα λες και είχε συμβεί κατά λάθος. Ήταν τόσο απαλή και ζεστή, που του γεννήθηκε η επιθυμία να σύρει τα χέρια του σε όλο της το σώμα για να δει αν ήταν εξίσου τέλεια. Το δέρμα της ζεστάθηκε στο άγγιγμά του και πήρε ένα απαλό ρόδινο χρώμα. Ξαφνικά ο Νικ ένιωσε έναν οξύ πόνο στην καρδιά του για την Άννα, για τη λεπτότητά της, την ειλικρίνειά της και για το γεγονός ότι δεν του άξιζε. Η σχέση του με τη Μαρί βασιζόταν -στο μεγαλύτερο μέρος της- στην απάτη. Ωστόσο υπήρχαν κάποια ίχνη αλήθειας σ’ αυτή, γιατί ο πόθος του για εκεί-


νη δεν ήταν προσποιητός. «Λέτε ότι δεν επιδιώκετε κάποια σχέση, όμως ξέρω ότι λέτε ψέματα», της ψιθύρισε. «Δεχτείτε με ως εραστή σας». Αισθάνθηκε όλο της το κορμί να γεμίζει ένταση. Τραβήχτηκε λίγο πιο μακριά του. Τα χείλη της μισάνοιξαν, η αναπνοή της έγινε πιο ρηχή και κοφτή. Η έκφραση στο πρόσωπό της έδειχνε κατάπληξη και κάτι άλλο, κάτι που έκανε το σφυγμό του να χτυπήσει πιο δυνατά. Ο Νικ περίμενε την αντίδρασή της με προσμονή. Το στόμα του είχε στεγνώσει. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να την πάρει στο κρεβάτι του. Είχε ξεχάσει τελείως την υπόθεση για την οποία είχε φτάσει ως εκεί, είχε ξεχάσει τελείως τα Κορίτσια της Γκλόρι. Όσο για τον Ράσλι, δε θα μπορούσε να ενδιαφερόταν περισσότερο για τη σύλληψη του δολοφόνου του. Ο ξάδερφός του ήταν ένα κάθαρμα και ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς αυτόν. Δεν ήθελε τίποτε άλλο εκτός από τη Μαρί. Ήθελε να νιώσει το γυμνό κορμί της ενωμένο με το δικό του, το στόμα της ν’ ανοίγει και ν’ ανταποκρίνεται στο φιλί του. «Είστε πολύ βιαστικός». Τα λόγια ξέφυγαν απ’ τα χείλη της σαν ψίθυρος. «Ξέρω πότε θέλω κάτι», της απάντησε. «Είστε προκλητικός». «Κι αυτό το ξέρω. Όμως κι εσείς είστε προκλητική. Μου μοιάζετε πολύ, αν και παριστάνετε το αντίθετο. Μόνο καθωσπρέπει δεν είστε, κυρία Όσμπορν, και το ξέρουμε κι οι δυο. Έχω δει το αληθινό σας πρόσωπο». Η Μαρί ύψωσε το πιγούνι της ενοχλημένη. «Τώρα ξεπερνάτε τα όρια, κύριε. Προχωράτε πολύ...» «Ούτε καν έχω ξεκινήσει», αποκρίθηκε ο Νικ, «αλλά σκοπεύω να το προχωρήσω πολύ περισσότερο». Είδε τη Μαρί να κοιτάζει φευγαλέα πάνω απ’ τον ώμο της τους προσκεκλημένους της δούκισσας, που συζητούσαν και γελούσαν, τελείως ανυποψίαστοι για τα μάγια που εκείνους τους κρατούσαν δεμένους. «Όχι τώρα, ίσως», πρόσθεσε. «Αλλά κάποια άλλη φορά που θα κρίνω ότι είναι πιο κατάλληλη». Για μια στιγμή είδε τα μάτια της ν’ αστράφτουν. Ύστερα η Μαρί αναστέναξε σιγανά και κάθισε λίγο πιο στητή. «Η απάντηση είναι όχι, ταγματάρχα Φάλκονερ», δήλωσε. Ο Νικ δε θεωρούνταν άδικα άσος στη στρατηγική. Καταλάβαινε πότε έπρεπε να υποχωρήσει και πότε όχι. «Πολύ καλά», ψέλλισε. Κάθισε πίσω και της χαμογέλασε. «Συγχωρήστε με αν γίνομαι φορτικός. Αλλά αναρωτιέμαι αν θα θέλατε να πάμε μαζί αύριο για ιππασία. Θα μπορούσατε να μου εξηγήσετε τα πράγματα με περισσότερη σαφήνεια αφού θα είμαστε μόνοι, και έτσι θα μπορούσαμε να... κατανοήσουμε καλύτερα ο ένας τον


άλλο». Κατάλαβε ότι η Μαρί ήταν έτοιμη ν’ αρνηθεί κατηγορηματικά, αλλά, πριν προλάβει να το κάνει, ο λόρδος Χένρι Κόουλ ρουθούνισε δυνατά, ξύπνησε απότομα κι έσκυψε προς το μέρος τους. «Ιππασία; Μίλησε κανείς για ιππασία;» Γύρισε με μια ασταθή κίνηση προς τον Τσαρλς. «Πότε θα πάμε για κυνήγι, αγαπητέ μου; Ανυπομονώ να δω τις κοπελιές πάνω στ’ άλογα». Έκλεισε πονηρά το μάτι του στη Μαρί. «Λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω, άρχοντά μου», του απάντησε και ξαφνικά το πρόσωπό της άσπρισε σαν την κιμωλία. «Ξέρετε ότι δεν ιππεύω αρκετά καλά ώστε να σας ακολουθήσω στο κυνήγι». Ο Νικ πρόσεξε ότι τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά καθώς έστρωνε τη φούστα της. Η αντίδρασή της τον παραξένεψε. Σκέφτηκε πως εκείνη έκρυβε κάτι παραπάνω από αντιπάθεια προς τον λόρδο Χένρι. Είχε δει πώς είχε αντιμετωπίσει το επίμονο φλερτ του στο χορό και ήξερε ότι δεν τον φοβόταν. Ωστόσο τώρα η αναπνοή της έβγαινε γρήγορη και κοφτή και η Μαρί είχε χλομιάσει τόσο πολύ που του έδινε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή θα λιποθυμούσε. Ξαφνικά η επιθυμία του για εκείνη μεταμορφώθηκε σε ανησυχία και της έπιασε το χέρι. «Κυρία Όσμπορν; Είστε καλά;» τη ρώτησε με σιγανή φωνή. «Εγώ... Ναι...» Για μερικά δευτερόλεπτα το βλέμμα της έμοιαζε άδειο, θαρρείς και δεν εστίαζε μπροστά της, αλλά σε κάτι μέσα της ιδιαίτερα τρομακτικό. «Με συγχωρείτε». Ίσιωσε τους ώμους της και τράβηξε το χέρι της απ’ το δικό του. «Ναι, μια χαρά είμαι. Σας ευχαριστώ. Αλλά φοβάμαι πως πρέπει ν’ αρνηθώ την πρότασή σας για ιππασία. Είδατε με τα μάτια σας ότι δεν είμαι ικανή». Ο Νικ ήξερε ότι έλεγε την αλήθεια, όμως σκέφτηκε ότι αυτός ο λόγος δεν αρκούσε για να την κυριεύσει τόσο μεγάλη ταραχή και άγχος. Συνοφρυώθηκε ελαφρά. Αναρωτήθηκε αν της είχε συμβεί στο παρελθόν κάποιο ατύχημα στο κυνήγι και γι’ αυτό αισθανόταν τόση νευρικότητα. «Έχετε πάει ποτέ για κυνήγι, κυρία Όσμπορν;» τη ρώτησε αργά. «Όχι». Η Μαρί έπλεξε τα δάχτυλά της σε μια μάταιη προσπάθεια να σταματήσει το τρέμουλό τους. «Απεχθάνομαι το κυνήγι. Είναι βάρβαρο». «Μα πρόκειται· απλώς για ένα άθλημα», την αντέκρουσε ο Νικ. Εκείνη τον κοίταξε ίσια στα μάτια. Και τώρα δεν υπήρχε, μέσα τους ούτε προσποίηση ούτε πόθος μήτε απάτη. Μόνο γνήσιος, έντονος θυμός. «Άθλημα;» επανέλαβε. «Αυτό να το πείτε στους κυνηγημένους, ταγματάρχα Φάλκονερ. Δεν έχετε ιδέα για τι πράγμα μιλάτε. Με συγχωρείτε». Και μ’ ένα θρόισμα της σατέν φούστας της σηκώθηκε κι έφυγε.


*** Η Μαρί κατάφερε με κάποιον τρόπο να ελέγξει τον πανικό της καθώς διέσχιζε το διάδρομο με το μαρμάρινο δάπεδο και περίμενε τον υπηρέτη να καλέσει την άμαξά της. Με κάποιον τρόπο πρέπει να είχε δώσει μια κατανοητή απάντηση στη Λόρα, όταν η φίλη της βγήκε βιαστικά από το σαλόνι για να βεβαιωθεί ότι η αδιαθεσία της δεν οφειλόταν στον αστακό που είχε σερβιριστεί στο δείπνο. Και με κάποιον τρόπο είχε κρατήσει το πρόσωπό της ανέκφραστο, όταν ο Νικ Φάλκονερ ακολούθησε τη Λόρα, κοντοστάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα και την παρακολούθησε σκεφτικός, ενώ εκείνη την έπνιγε η ανυπομονησία, η αγωνία και η απελπιστική ανάγκη να μείνει μόνη. Τελικά η άμαξα σταμάτησε μπροστά στην εξώπορτα, η Μαρί μπήκε μέσα και η ευλογημένη σκοτεινιά την αγκάλιασε. Έγειρε πίσω στο κάθισμα κι έκλεισε τα μάτια της. Η οικεία αίσθηση του πανικού ήταν σαν παλιρροϊκό κύμα που ορμούσε μέσα της, σάρωνε κάθε σκέψη και λογική, την κατακυρίευε, την εξουσίαζε. Τα άγρια γαβγίσματα των σκυλιών αντηχούσαν στο κεφάλι της. Ένιωθε το παγωμένο νερό να της μουδιάζει τα πόδια καθώς βρισκόταν ζαρωμένη στο ποτάμι και περίμενε να την προσπεράσουν. Άκουγε το βρόντο από τα ρόπαλα των αντρών στο γρασίδι, που ξεσήκωναν τα θηράματα για το κυνήγι, το κέρας που καλού- σε τα σκυλιά, ενώ οι άντρες του Ράσλι την κυνηγούσαν στα χωράφια στην καρδιά του χειμώνα. Ένα κύμα ζεστασιάς απλώθηκε σε όλο της το κορμί, την έκανε να ριγήσει. Ύστερα ο πανικός άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί και το μυαλό της να καθαρίζει. Άκουσε το θόρυβο απ’ τους τροχούς της άμαξας στο δρόμο και κατάλαβε ότι ήταν ασφαλής. Ασφαλής. Ελεύθερη. Ο κόσμος μιλούσε για ελευθερία με απίστευτη επιπολαιότητα κι ελαφράδα -πολλοί δεν ήξεραν καν τι σήμαινε πραγματικά. Η Μαρί αισθανόταν πως η ελευθερία και η ασφάλειά της κρέμονταν από μια κλωστή. Όλα τα παιδικά της χρόνια και το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της τα είχε περάσει κάνοντας ό,τι ήθελαν οι άλλοι, υπακούοντας στις επιθυμίες τους και ικανοποιώντας τις ιδιοτροπίες τους. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κτήμα, ένα περιουσιακό στοιχείο. Είχε εξαγοράσει τη σωματική ελευθερία της με εξαιρετικά υψηλό τίμημα και το ήξερε, επειδή, από νομικής άποψης, εξακολουθούσε να είναι μια σκλάβα. Ο ιδιοκτήτης της δεν την είχε ελευθερώσει ποτέ, έτσι θα μπορούσαν να τη συλλάβουν και να την αναγκάσουν να ξαναγυρίσει στη σκλαβιά.


Ο Νικ Φάλκονερ θεωρούνταν τυπικά κληρονόμος του Ράσλι. Μπορεί να ήταν και ο καινούριος αφέντης της. Σκέφτηκε τα ανώνυμα γράμματα. Κάποια στιγμή ίσως ανακάλυπτε την αλήθεια για εκείνη, και τότε η Μαρί θα έχανε όλα όσα είχε μοχθήσει να κερδίσει. Ποτέ μην εμπιστευτείς έναν άντρα, ποτέ μην του επιτρέψεις να σε πληγώσει, ποτέ μην του δώσεις τέτοια δύναμη... Η έλξη που ένιωθε για τον Νικ Φάλκονερ ήταν ακαταμάχητη, όμως είχε πάρει σκληρά μαθήματα σ’ ένα σκληρό σχολείο. Δε θα ενέδιδε. Απόψε είχε αποτραβηχτεί στο καβούκι που είχε επινοήσει, πίσω από το προσωπείο που είχε φτιάξει για τον καινούριο της εαυτό, στην κυρία Μαρίνα Όσμπορν, την ενάρετη χήρα. Δεν ήταν αυτή στην πραγματικότητα. Δεν ήξερε καν αν ήθελε να υιοθετήσει αυτό το πρόσωπο. Κάποιες φορές θυμόταν τη μικρή Μαρίνα, το παιδί που είχε ζήσει τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια του στην Αγία Πετρούπολη και κυλιόταν στο χιόνι μαζί με τα άλλα παιδιά των δουλοπάροικων του λόρδου Ράσλι. Εκείνο το παιδί ήταν ατίθασο, δυνατό, αναζητούσε αδιάκοπα καινούριες ιδέες κι άδραχνε απελπισμένα την ελευθερία, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν ελεύθερο. Το πρόσωπο που ήθελε να γίνει η Μαρί είχε χαθεί πριν από δεκαεπτά χρόνια. Η σκληρότητα και ο εγωισμός του Ράσλι την είχαν πάρει απ' το σπίτι της και την οικογένειά της, της είχαν κλέψει την αθωότητα της. Τώρα όμως, κοιτάζοντας πίσω, συνειδητοποιούσε ότι ποτέ δεν ήξερε με σιγουριά ποια ήταν. Ο πατέρας του Ρόμπερτ Ράσλι την είχε πάρει κοντά του από μικρή και την είχε μεταμορφώσει σε κάτι που έμοιαζε με Αγγλίδα κυρία για λόγους προσωπικής του ευχαρίστησης. Για εκείνον ήταν κάποιου είδους πειραματόζωο, όχι αληθινός άνθρωπος. Την είχε πάρει -μωρό ακόμααπό τους γονείς της και την είχε ονομάσει Μαρίνα. Οι γονείς της δεν μπορούσαν καν να της δώσουν όνομα. Δεν είχαν ούτε τη δύναμη ούτε το δικαίωμα ν’ αντισταθούν ή να εναντιωθούν. Γιατί ήταν σκλάβοι. Όταν η ίδια έπλασε τη Μαρίνα Όσμπορν, προσπάθησε να φτιάξει τη ζωή που νόμιζε ότι ήθελε. Είχε την αγροικία της και τον κήπο της και τα φυτά της. Είχε καλούς φίλους που την αγαπούσαν. Είχε τα χρήματα που έκλεψε από τον Ράσλι και προσπαθούσε να τα χρησιμοποιεί για καλό. Ωστόσο, γρήγορα εγκατέλειψε το ανέφικτο όνειρο ν’ αποκτήσει σύζυγο και οικογένεια, επειδή το κληροδότημα του Ράσλι σ’ εκείνη ήταν ο φόβος και η επιφυλακτικότητα. Μαζί με την αγνότητά της ο άνθρωπος αυτός είχε κλέψει και τις ελπίδες της για μέλλον. Κάτω από άλλες συνθήκες ο Νικ Φάλκονερ ίσως να ήταν ο άντρας τον οποίο θα εμπιστευόταν, ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορεί να έχτιζε ξα-


νά αυτό το μέλλον. Αλλά, παρ’ ότι τον ήθελε, ήξερε ότι η προσπάθειά του να την ξελογιάσει έκρυβε έναν απώτερο σκοπό. Ήθελε να την κάνει να τον εμπιστευτεί και να του ομολογήσει την αλήθεια. Και η Μαρί έπρεπε να κρατήσει το στόμα της κλειστό όχι μόνο για το δικό της καλό, αλλά και για το καλό όλων εκείνων που αγαπούσε και προστάτευε. Αναρίγησε ελαφρά καθώς θυμήθηκε τα λόγια που της είχε ψιθυρίσει στο αυτί. Τα χέρια μου καίγονται ν' αγγίξουν κάθε πόντο αυτού του κορμιού που αντίκρισαν τα μάτια μου... Δεχτείτε με ως εραστή σας... Η Μαρί το ήθελε. Ποθούσε τον Νικ Φάλκονερ με μια ένταση που γινόταν όλο και πιο επιτακτική, επειδή νόμιζε ότι δε θα αισθανόταν ποτέ έτσι. Όμως είχε διαλέξει λάθος άντρα. Ακόμα κι αν εκείνος δεν εκμεταλλευόταν την έλξη που μάντευε πως ένιωθε εκείνη απέναντι του, για να πετύχει το σκοπό του, και πάλι, ίσως αποδεικνυόταν η καταστροφή της. Δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Έπρεπε ν’ αγνοήσει τόσο την αναστάτωση που της προκαλούσε η φυσική παρουσία του όσο και την παράλογη ανάγκη που την προέτρεπε να τον εμπιστευτεί, να τρέξει κοντά του, να αντλήσει δύναμη από τη δύναμή του. Η κυρία Μαρίνα Όσμπορν μπορεί να ήταν απατεώνισσα, όμως δεν είχε κάτι άλλο για να κρυφτεί από πίσω. Έπρεπε να κρατήσει γερά και να ελπίζει -να εύχεται- να μην την ανακαλύψουν ποτέ. *** «Έινστερ», φώναξε κάπως βλοσυρά ο Νικ όταν επέστρεψε στο σαλόνι, «χρειάζομαι ένα ποτό. Καλύτερα να έρθεις μαζί μου στο Χαφ Μουν. Θέλω να κάνω μερικές ερωτήσεις σχετικά με τα Κορίτσια της Γκλόρι». Ο Ντέξτερ Έινστερ δεν έδειξε να ενθουσιάζεται μ’ αυτή την προοπτική, γιατί σίγουρα θα προτιμούσε να κάθεται και να κοιτάζει κλεφτά τη Λόρα Κόουλ, ωστόσο πήγε αρκετά πρόθυμα να φέρει τ’ άλογά τους και ύστερα από λίγα λεπτά οι δυο τους, αφού ζήτησαν συγνώμη απ’ τους άλλους προσκεκλημένους του Τσαρλς Κόουλ, βρέθηκαν στο δρόμο για το Σκίπτον. Τον Νικ δεν τον απασχολούσε ότι θα ίππευαν μέσα στη νύχτα. Ήταν οπλισμένοι και είχε πανσέληνο, οπότε θα έβλεπαν καθαρά το δρόμο τους. Σκέφτηκε ότι στην ουσία ήταν η ιδανική βραδιά για να επιτεθούν τα Κορίτσια της Γκλόρι, αλλά τίποτα δεν κουνιόταν γύρω τους και οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν οι οπλές των αλόγων, η φωνή καμιάς κουκουβάγιας απ’ το δάσος με τις οξιές και το βέλασμα των προβάτων χαμηλά στο ποτάμι. Ο Έινστερ δεν έδειχνε να έχει διάθεση για συζήτηση, πράγμα που βό-


λευε τον Νικ, αφού το μυαλό του γύριζε στην κουβέντα με τη Μαρίνα Όσμπορν. Κι αυτή τη φορά δε σκεφτόταν το ξελόγιασμά του ούτε την αδιάκοπη επιθυμία του να της κάνει έρωτα ούτε τις ενοχές που συνήθως του προκαλούσαν αυτά τα συναισθήματα εξαιτίας των αναμνήσεών του από την Άννα, αλλά τα τελευταία λόγια που εκείνη είχε ξεστομίσει: Άθλημα; Αυτό να το πείτε στους κυνηγημένους, ταγματάρχα Φάλκονερ. Τότε αναρωτήθηκε αν το σχόλιό της απευθυνόταν σ’ εκείνον, γιατί σίγουρα την κυνηγούσε με επιμονή κι αποφασιστικότητα θέλοντας να την ξεσκεπάσει και να την πείσει να του πει την αλήθεια. Ωστόσο κάτι του έλεγε πως κάποια άλλη ανάμνηση την κατέτρεχε εκείνη τη στιγμή, μια ανάμνηση τόσο δυνατή που την είχε κάνει να νιώσει μέχρι και σωματική αδιαθεσία. Ο Νικ αισθάνθηκε συμπόνια όταν θυμήθηκε πώς χλόμιασε το πρόσωπό της και πώς προσπαθούσε ν’ αντλήσει δύναμη από τον ίδιο της τον εαυτό για να συνέλθει... αλλά έσπευσε να περιορίσει γρήγορα τα τρυφερά και συμπονετικά συναισθήματά του. Δεν έπρεπε να μαλακώσει. Έπρεπε να φανεί σκληρός, να χρησιμοποιήσει την αδυναμία της για να την εκθέσει και να πετύχει αυτό που επεδίωκε. Κάποια στιγμή τα φώτα της ταβέρνας του πανδοχείου διαπέρασαν το σκοτάδι. Ο Νικ και ο Έινστερ άφησαν τα άλογά τους στον σταβλίτη και κάθισαν σε μια γωνιά του καπηλειού. Η φασαρία, το σύννεφο απ’ τους καπνούς και η μυρωδιά της μπίρας θύμισαν στον Νικ το Χεν εντ Βάλτσερ. Ο Έινστερ είχε πιάσει κουβέντα μ’ έναν από τους υπηρέτες του πανδοχείου με την ελπίδα να πάρει πληροφορίες για τα Κορίτσια της Γκλόρι, αλλά κρίνοντας απ’ το ανέκφραστο πρόσωπο του άντρα και τον τρόπο που κουνούσε το κεφάλι του κατάλαβε πως δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να βοηθήσει. Λίγο αργότερα η ιδιοκτήτρια του πανδοχείου, μια γεροδεμένη γυναίκα με τρομερή όψη, ήρθε κοντά τους στον πάγκο όπου έπιναν και τους κοίταξε αγριωπά με τα χέρια στη μέση της, λες και περνούσε απ’ το μυαλό της η σκέψη αν έπρεπε να τους αρπάξει απ’ το γιακά με το ένα χέρι και να τους πετάξει έξω στο δρόμο. «Δε συμπαθούν τους ξένους στο Χαφ Μουν», παρατήρησε με μελαγχολικό ύφος ο Έινστερ κι έκρυψε το πρόσωπό του στην κούπα του με την μπίρα. Αρκετές ώρες αργότερα, και αφού είχε πιει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σκόπευε αρχικά, ο Νικ έβραζε από θυμό. Όλο το βράδυ δεν άκουσαν ούτε λέξη για τα Κορίτσια της Γκλόρι και καμιά από τις διακριτικές ερωτήσεις τους δεν προκάλεσε έστω μία ενδιαφέρουσα αντίδραση. Σε συνδυασμό με τις... ανύπαρκτες πληροφορίες που ο Έινστερ είχε αποσπάσει εκείνη τη


μέρα απ’ τον τραπεζίτη του Άρκραϊτ στο Σκίπτον, το αποτέλεσμα των ερευνών του ήταν προς το παρόν απογοητευτικό. Ενώ προχωρούσαν στο δρόμο προς το Κόουλ Κόρτ, ο Έινστερ οδήγησε το άλογό του κοντά στο άλογο του Νικ. «Βρήκατε την ευκαιρία να πάτε στους στάβλους, κύριε;» τον ρώτησε σιγανά. Η αλήθεια ήταν ότι ο Νικ είχε φροντίσει να περάσει απ’ τους στάβλους ενώ γύριζε απ’ τα αποχωρητήρια, παριστάνοντας ότι ήθελε να δει τι έκανε το άλογό του. Ο σταβλίτης, ένας άντρας με σκυθρωπό πρόσωπο, έμεινε τελείως ασυγκίνητος απ’ το ενδιαφέρον του για το ζώο του και απάντησε μονολεκτικά στις ερωτήσεις του, αλλά τουλάχιστον του έδωσε το χρονικό περιθώριο και την ευκαιρία να παρατηρήσει τα άλλα άλογα που σταβλίζονταν εκεί. «Ναι», είπε. «Σκέφτηκα ότι υπήρχαν ένα δυο που μπορεί να ταίριαζαν σε μια εντυπωσιακή λησταρχίνα των δρόμων». Ο Έινστερ χαμογέλασε. «Μάλιστα, κύριε. Ειδικά μια όμορφη κανελί φοράδα με άσπρο σημάδι στο μέτωπο, όπως αυτή που περιέγραψε ο τραπεζίτης του Άρκραϊτ». Χαμήλωσε περισσότερο τη φωνή του. «Τα πέταλά της ήταν καρφωμένα ανάποδα, κύριε». Ο Νικ γύρισε το κεφάλι του και τον κοίταξε επίμονα. «Είσαι βέβαιος;» «Μάλιστα, κύριε. Είναι ένα τέχνασμα που χρησιμοποιούν οι ληστές των δρόμων», του απάντησε ο νεαρός. Εκείνος σφύριξε σιγανά. Ήταν παλιό κόλπο να πεταλώνεις ανάποδα το άλογό σου για να μπερδεύεις τους διώκτες σου, κάνοντάς τους να νομίζουν ότι ακολούθησες την αντίθετη κατεύθυνση. «Για σκέψου», μουρμούρισε αργόσυρτα. «Και η λαίδη Έστερ Μπέρι ερχόταν από δω όταν συναντηθήκαμε στο δάσος πριν από μια βδομάδα. Ίσως έχει γνωστούς στο Χαφ Μουν». Μπήκαν στον, προθάλαμο του Κόουλ Κορτ τη στιγμή που ο Τζον Τιγκ και ο Τσαρλς Κόουλ έβγαιναν απ’ το γραφείο γελώντας με κάποια αστεία και δείχνοντας τόσο ζαλισμένοι όσο κι εκείνος άρχιζε να αισθάνεται τώρα. «Απ’ ό,τι φαίνεται περάσατε δύσκολο βράδυ», παρατήρησε ο Τιγκ, σοβαρεύοντας λίγο. «Καμιά τύχη με τις έρευνες σας στο Χαφ Μουν;» Ύψωσε το φρύδι του. «Υποθέτω ότι εκεί πήγατε. Κάνω λάθος;» «Μη φωνάζεις!» τον μάλωσε ο Τσαρλς μ’ έναν πολύ κωμικό, δυνατό ψίθυρο. «Δε θέλουμε να μάθει όλος ο κόσμος για τις δουλειές του Φάλκονερ!» «Μα νομίζω ότι τις ξέρουν ήδη», αποκρίθηκε ανέμελα ο Τιγκ. «Τα νέα


στην περιοχή διαδίδονται γρήγορα». «Πάντως δεν υπάρχουν άλλα νέα γι’ απόψε», πέταξε απότομα ο Νικ και πρόσεξε ότι ο Τιγκ χαμογέλασε μ’ ένα ίχνος ανακούφισης. «Πάω για ύπνο», πρόσθεσε, αρνούμενος την πρόταση του Τσαρλς να πιούν άλλο ένα ποτό. «Αλλά, πριν ανέβω πάνω, θα ήθελα να ρωτήσω αν κάποιος απ’ τους δυο σας θυμάται το μικρό όνομα του συζύγου της κυρίας Όσμπορν». Ο Τιγκ έδειξε να ξαφνιάζεται, αλλά εκείνος που απάντησε ήταν ο Τσαρλς. «Νομίζω ότι ήταν Φίνιας», είπε. «Ή Φίλιας. Κάτι τέτοιο». Έτριψε με τα δάχτυλά του το μέτωπό του. «Σπάνια μιλάει γι’ αυτόν και πάντοτε τον αναφέρει ως κύριο Όσμπορν. Δε χρησιμοποιεί το μικρό του όνομα». «Κι από πού καταγόταν ο κύριος Όσμπορν;» επέμεινε ο Νικ. «Από το Ντόρσετσαϊρ δεν ήταν;» ρώτησε ο Τιγκ σ’ έναν τόνο τόσο αδιάφορο που φάνηκε σχεδόν ύποπτος. «Από την Κορνουάλη», τον διόρθωσε ο Τσαρλς. «Από το Τρούρο. Ο πατέρας του ήταν κληρικός». «Τότε θα είναι αρκετά εύκολο να εντοπίσουμε την οικογένειά του», είπε ευχαριστημένος ο Νικ και είδε τον Τιγκ να συνοφρυώνεται ελαφρά. Η συζήτηση σταμάτησε όταν η λαίδη Φέι και η δούκισσα του Κόουλ βγήκαν απ' το γαλάζιο δωμάτιο. Η λαίδη Φέι έβγαλε ένα στριγκό επιφώνημα όταν είδε τόσο πολλούς μεθυσμένους άντρες και πήρε μια έκφραση τρόμου. Το βλέμμα της Λόρα Κόουλ πέρασε από πάνω τους, στάθηκε για λίγο στο ξαναμμένο πρόσωπο του Τσαρλς κι έπειτα έπεσε στον Νικ και τον Ντέξτερ Έινστερ με ανάλογη αδιαφορία. Ο Νικ άκουσε το βοηθό του ν’ αρχίζει να απολογείται μουδιασμένα, όμως ήταν ήδη πολύ αργά. Η Λόρα είχε φύγει. «Έινστερ», είπε ήρεμα καθώς ανέβαιναν στις κάμαρές τους, «πρόσεξες ότι ο Τζον Τιγκ προσπάθησε να μας αποπροσανατολίσει; Την πρώτη μου βραδιά εδώ συνέβη κάτι ανάλογο, όταν προσποιήθηκε ότι ήξερε ελάχιστα πράγματα για τα Κορίτσια της Γκλόρι». «Πιστεύετε ότι προστατεύει την κυρία Όσμπορν, κύριε;» ρώτησε ο νεαρός. «Ίσως. Ή τη λαίδη Έστερ Μπέρι». Ο Νικ έσμιξε τα φρύδια του. «Θέλω να κάνεις κάτι για μένα, Έινστερ. Φοβάμαι ότι απαιτεί πνεύμα αυτοθυσίας». Ο νεαρός έστρωσε τα ανακατεμένα μαλλιά του με το χέρι. «Ό,τι θέλετε, κύριε». «Πρέπει να γυρίσεις στο Λονδίνο. Λυπάμαι που θα σου στερήσω τη γοητευτική παρουσία της δούκισσας του Κόουλ για μια βδομάδα, αλλά πρόκειται για μια δουλειά που απαιτεί τις δικές σου ξεχωριστές ικανότητες.


Εξάλλου δεν πιστεύω ότι η Λόρα Κόουλ ψάχνει για εραστή». Το κοκκίνισμα στο πρόσωπο του Έινστερ έγινε ακόμα πιο βαθύ. «Όχι, κύριε», αποκρίθηκε. «Θέλω να πω, ναι, είμαι σίγουρος ότι έχετε δίκιο. Στην πραγματικότητα, ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα έψαχνε. Θα πάω στο Λονδίνο το πρωί. Τι θέλετε να κάνω;» Ο Νικ τον τράβηξε στην άκρη καθώς τους προσπερνούσε μια υπηρέτρια κάνοντας μια βιαστική υπόκλιση. «Άκουσες τι είπε ο δούκας του Κόουλ. Πρέπει να βρεις στοιχεία για κάποιον Φίλιας ή Φίνιας Όσμπορν, ο οποίος φαίνεται να είναι γιος ενός κληρικού από το Τρούρο και ο οποίος ασχολιόταν με εισαγωγές και πωλήσεις εξωτικών φυτών. Επίσης θα ήθελα λεπτομέρειες για το θάνατό του, που συνέβη περίπου πριν από πέντε χρόνια, και όποιες άλλες πληροφορίες μπορείς να βρεις για τη χήρα του». «Τι ακριβώς περιμένετε να βρω, κύριε;» «Δεν ξέρω», απάντησε βλοσυρά ο Νικ, «όμως αρχίζω ν’ αναρωτιέμαι αν θα βρεις οτιδήποτε». Έριξε μια ματιά στον Έινστερ, που τον κοιτούσε σαστισμένος, και εξέφρασε δυνατά την υποψία που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του εδώ και λίγο καιρό. «Ειδικότερα, Έινστερ, αρχίζω ν’ αναρωτιέμαι αν ο άγιος κύριος Όσμπορν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα».


Κεφάλαιο 8 Μύρτιλλο- Προδοσία «Ξέχνα προς το παρόν τους λεγάμενούς σου», σφύριξε η Τζόσι μέσ’ απ’ τα δόντια της καθώς η Έστερ περνούσε το κατώφλι του Χαφ Μουν δυο βραδιές αργότερα. «Είναι εδώ ο Λένι. Κάποιος λεβέντης ρωτούσε να μάθει για την Γκλόρι. Πέρασε και από δω και απ’ το Κινγκ’ς Χεντ. Έλα κάτω. Εκεί δεν μπορεί να μας ακούσει κανείς». Τράβηξε την Έστερ έξω από το γεμάτο καπηλειό και την κατέβασε στο κελάρι. Ο Λένι καθόταν στην άκρη ενός βαρελιού, κρατώντας στο χέρι του ένα κύπελλο με μπίρα. Η Έστερ σκέφτηκε ότι φαινόταν ακόμα πιο θλιμμένος απ’ ό,τι συνήθους στο μισοσκόταδο. Ακόμα και το μουστάκι του έμοιαζε να γέρνει προς τα κάτω. «Πες της, Λένι!» τον παρότρυνε η Τζόσι. Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Ναι, έτσι είναι. Ήταν ένας πρωτευουσιάνος. Μου φάνηκε για στρατιωτικός. Μένει στον ξάδερφό σου, στο Κορτ». «Ψηλός, μελαχρινός...» άρχισε να περιγράφει η Έστερ. «Ωραίος», πρόσθεσε η Τζόσι κουνώντας το κεφάλι της. «Ναι, αυτός είναι». «Ο ταγματάρχης Φάλκονερ», μουρμούρισε εκείνη κι αναστέναξε. «Να πάρει η οργή! Ελπίζαμε πως αν δεν έβρισκε τίποτα θα σταματούσε να κάνει ερωτήσεις για τη Μαρί και τα Κορίτσια της Γκλόρι». Σταμάτησε κι αναστέναξε πάλι. «Είναι αναθεματισμένα επίμονος». «Γιατί ενδιαφέρεται για την κυρία Ο;» ρώτησε η Τζόσι. «Έκανε κάτι;» «Τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι έχουμε κάνει εσύ ή εγώ», της απάντησε μελαγχολικά η Έστερ. «Τότε θα μας κρεμάσουν όλες μαζί», κάγχασε η Τζόσι. «Τουλάχιστον η κυρία Ο δεν τριγυρίζει με το άλογο σε όλη την κομητεία», επισήμανε ο Λένι. «Δεν μπορούν να ρίξουν το φταίξιμο για τα καμώματα της Γκλόρι σ’ αυτήν, αν κρατήσουμε τα στόματά μας κλειστά». «Σωστά». Η Έστερ κάθισε βαριά στο διπλανό βαρέλι από εκείνο όπου καθόταν ο Λένι. «Αλλά ο Φάλκονερ προσπαθεί να της φορτώσει άλλα


πράγματα και, μόλις αρχίζει να σκαλίζει, θα καταστραφούμε όλοι αν δεν προσέξουμε. Να πάρει η οργή!» είπε ξανά. «Ήταν επίμονος στις έρευνές του;» «Έκανε ερωτήσεις», απάντησε ο Λένι. «Πρόσφερε χρήματα. Αυτό είναι επιμονή». Ήταν λιγόλογος άνθρωπος. «Πρόσφερε χρήματα;» Η Έστερ ύψωσε τα φρύδια της. Τώρα άρχιζε να νιώθει πολύ νευρική. Ήξερε ότι μερικές απ’ τις ντόπιες οικογένειες δεν είχαν ούτε ψωμί για να φάνε. Θα έμεναν αφοσιωμένοι στην Γκλόρι; «Κανείς δεν πήρε ούτε μια πεντάρα», έσπευσε να την καθησυχάσει η Τζόσι. «Κανείς δεν του είπε το παραμικρό. Αλλά ξέρεις πώς είναι τα πράγματα, κυρά μου... Υπάρχουν και κάποιοι που θα πουλούσαν ακόμα και τη γιαγιά τους, αν ήταν να πιάσουν καλή τιμή». «Ήρθε και στους στάβλους να δει τα άλογα», συνέχισε ο Λένι. «Βραδιάτικα! Την επόμενη φορά που θα βγούμε, πρέπει ν’ αλλάξουμε τα άλογα. Αν ξαναβγούμε». Ύψωσε το φρύδι του. «Τι θα λέγατε για αύριο το βράδυ; Πάμε να ρίξουμε τους φράχτες στα κτήματα του Σάμπσον;» Η Έστερ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Πάμε. Και να πάει στον αγύριστο ο ταγματάρχης Φάλκονερ. Για την ακρίβεια, νομίζω ότι πρέπει να του δώσουμε ένα μάθημα». Χαμογέλασε ικανοποιημένη καθώς ανέβαινε τα σκαλιά για το καπηλειό. Ανέκαθεν της έφτιαχνε τη διάθεση να βγαίνει με τα Κορίτσια της Γκλόρι. Ήξερε ότι η Μαρί θα της έλεγε πως ήταν ανόητη που τα έβαζε με τον Νικ Φάλκονερ, αλλά μπορεί και να έκανε λάθος. Συνεχίζοντας να σκέφτεται και να κάνει σχέδια, προσπέρασε τους σταβλίτες και τους εργάτες που την κοιτούσαν με ελπίδα -χωρίς να τους δώσει σημασία όμως- και βγήκε έξω στη νύχτα. *** «Στο χορό του χωριού;» επανέλαβε η λαίδη Φέι Κόουλ σ’ έναν τόνο που φανέρωνε βαθύτατη αποστροφή, λες και η Λόρα της είχε προτείνει να κάνουν όργια. «Δε νομίζω, αγαπητή μου Λόρα». Ήταν το πρωί της εικοστής τετάρτης Ιουνίου, η γιορτή του Αγίου Ιωάννη, και η Λόρα έλεγε στους προσκεκλημένους της τα σχέδιά της για τη βραδινή ψυχαγωγία. «Ακούγεται πολύ διασκεδαστικό», είπε δυνατά ο λόρδος Χένρι Κόουλ και εισέπραξε ένα βλοσυρό βλέμμα απ’ τη σύζυγό του. «Θα είναι κι εκείνη η φοραδίτσα, η Μαρίνα Όσμπορν; Ανυπομονώ να τη δω να κουνάει τα καπούλια της στο χορό!» «Φαντάζομαι πως θα έρθει, ξάδερφε», του απάντησε ψυχρά η Λόρα. Α-


πεχθανόταν τα χυδαία σχόλια του Χένρι, απεχθανόταν την άξεστη συμπεριφορά του γενικότερα, από τη μέρα του γάμου της, τότε που την κοίταξε με επικριτική διάθεση απ’ την κορφή ως τα νύχια και σύστησε στον Τσαρλς να την πετάξει στο κρεβάτι και να την αφήσει έγκυο το συντομότερο. «Εξάλλου η Μαρί χρηματοδοτεί το χορό», πρόσθεσε. «Εμείς απλώς δανείζουμε μια αποθήκη μας για την περίσταση». «Η κυρία Όσμπορν χρηματοδοτεί το χορό!» επανέλαβε υπεροπτικά η λαίδη Φέι. «Ω, όχι, όχι, όχι, όχι, όχι, Λόρα! Δεν είναι σωστό. Χένρι, δεν πρέπει να πας». Ο σύζυγός της την αγνόησε. «Θα έρθεις μαζί μας, Τσαρλς;» φώναξε πάνω απ’ το τραπέζι. «Έλα να χορέψεις με την κυρά σου». Ο Τσαρλς τίναξε εκνευρισμένος την πρωινή εφημερίδα του. Η Λόρα θεωρούσε απαράδεκτο το γεγονός ότι διάβαζε κατά τη διάρκεια του προγεύματος και αγνοούσε τελείως τους προσκεκλημένους του, αφήνοντάς τη να σηκώσει ολομόναχη στους ώμους της το βάρος της συζήτησης. Από την άλλη, ο Τσαρλς φαινόταν κάπως αφηρημένος το τελευταίο διάστημα και δεν έδειχνε να έχει συνέχεια στο μυαλό του τα καθήκοντά του ως οικοδεσπότη. «Να χορέψω;» είπε. «Όχι, Χένρι, ευχαριστώ!» «Πολύ σωστά», τον επιδοκίμασε η Φέι και το προγούλι της τρεμούλιασε από αποδοκιμασία. «Δεν αρμόζει σ’ έναν δούκα να χορεύει με τους μισθωτές του». Η Λόρα ένιωσε όλη τη χαρά και την προσμονή της για το γεγονός ν’ αρχίζουν να στραγγίζουν από μέσα της. Ανυπομονούσε να πάει στο χορό για ν’ αλλάξει παραστάσεις, να κάνει ένα διάλειμμα απ’ τα αποπνικτικά βράδια στο σαλόνι της όπου άκουγε το απαίσιο πιάνο της Λίντια, τις κακίες της Φέι και τα υπονοούμενα του Χένρι. Τώρα, βλέποντας τον Τσαρλς να κρύβεται πάλι πίσω απ’ την εφημερίδα του, αισθάνθηκε ν’ αγανακτεί μαζί του μ’ έναν τρόπο πρωτόγνωρο για εκείνη. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι όλοι ήταν τόσο εγωκεντρικοί ώστε αδιαφορούσαν για τις ανάγκες των άλλων. «Τσαρλς, αγάπη μου», άρχισε διστακτικά, «νομίζω ότι ως ιδιοκτήτης της γης επιβάλλεται να πας στο χορό και...» Η εφημερίδα θρόισε ξανά. Ο Τσαρλς ούτε που την κοίταξε. «Είπα όχι, Λόρα». Εκείνη ένιωσε συντετριμμένη. Τα μάτια της άρχισαν να τσούζουν απ’ τα δάκρυα που προσπαθούσε να συγκρατήσει και σταύρωσε τα δάχτυλά της κάτω απ’ το τραπεζομάντιλο. Είμαι μια δούκισσα. Δε θα κλάψω στο τραπέζι όπου παίρνουμε το πρωινό


μας. Ανασήκωσε το κεφάλι της και είδε ότι ο Νικ Φάλκονερ την παρακολουθούσε μ’ εκείνο το διαπεραστικό, σκοτεινό βλέμμα του που την τάραζε. Για μια στιγμή ένιωσε ευάλωτη και δυστυχισμένη, τρόμαξε στη σκέψη ότι ο Νικ μπορεί να ανακάλυπτε τα Κορίτσια της Γκλόρι και να τα οδηγούσε στην αγχόνη. Τώρα που τον κοιτούσε κι αξιολογούσε τη σκληράδα και την ψυχρότητα που έβλεπε στα μάτια του, αναρωτιόταν αν ήταν πολύ κακή ιδέα το σχέδιο της Έστερ να επιτεθεί με τα Κορίτσια εκείνο το βράδυ. Ύστερα ίσιωσε τους ώμους της. Είμαι μια δούκισσα. Δε θα καθίσω να μαραζώνω. Ό,τι δεν ήξερε ο Νικ Φάλκονερ δεν μπορούσε να το αποδείξει. Κι αν βοηθούσαν τη Μαρί στο σχέδιό της, τόσο το καλύτερο. «Ταγματάρχα Φάλκονερ», είπε με ζωηρή φωνή. «Θα μπορούσα να σας πείσω να έρθετε στο χορό με τον λόρδο Χένρι κι εμένα; Είμαι σίγουρη ότι θα είναι εκεί και η λαίδη Έστερ με τον λόρδο Τιγκ». Εκείνος έκλινε ελαφρά το κεφάλι του και της χαμογέλασε -ένα ζεστό χαμόγελο που έκανε τη Λόρα να συνειδητοποιήσει ξαφνιασμένη ότι ήταν ένας πολύ ελκυστικός, γοητευτικός άντρας. Για κάποιο λόγο εκείνη τη στιγμή της ήρθε στο μυαλό η εικόνα του Ντέξτερ Έινστερ, και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Έπιασε τον εαυτό της να εύχεται ο Έινστερ να είχε μείνει για το χορό... και μετά αναρωτήθηκε γιατί στην ευχή την απασχολούσε. «Θα ήταν χαρά μου να σας συνοδεύσω, Εξοχοτάτη», απάντησε ο Νικ και η Λόρα άκουσε τη λαίδη Φέι να ξεφυσάει αποδοκιμαστικά. «Ωραία», είπε και χαμογέλασε πλατιά. «Οι άμαξες θα φύγουν στις οκτώ». Και προσπάθησε να μη σκέφτεται ότι αυτή τη φορά τα Κορίτσια της Γκλόρι είχαν καταπιαστεί με κάτι που ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνάμεις τους. ** * Η Μαρί είχε να δει τον Νικ Φάλκονερ μια ολόκληρη βδομάδα, αλλά η μορφή του δεν είχε φύγει ούτε μια στιγμή απ’ το μυαλό της. Κυριαρχούσε στις σκέψεις της τη μέρα και στοίχειωνε τα όνειρά της κάθε βράδυ. Ξυπνούσε ξαναμμένη κι ερεθισμένη, λες και το κορμί της ήταν αποφασισμένο να την προδίνει παρ’ όλο που αγωνιζόταν να το εξουσιάζει με το νου της. Προσπάθησε να αφοσιωθεί στο φύτεμα για το φθινόπωρο και δέχτηκε κάποιες από τις προτάσεις που της είχαν κάνει διάφοροι φίλοι της Λόρα να διαμορφώσει τους κήπους τους. Δεν μπορούσε να μη σκέφτεται ότι οι αριστοκράτες δε θα έσπευδαν να εκθειάσουν τις δημιουργίες της αν την πήγαιναν για κρέμασμα στο Νιούγκεϊτ, αν και με τις περίεργες τάσεις της ε-


ποχής μπορεί η δουλειά της να γινόταν ακόμα πιο δημοφιλής αν έβγαινε στο φως η αλήθεια για το παρελθόν της και την κατηγορούσαν για τη δολοφονία του Ράσλι. Τη μέρα έφτιαχνε διαφορετικά σχέδια και συζητούσε τις ιδέες της με τον Φρανκ, φρόντιζε τα θερμοκήπιά της και καθάριζε τα παρτέρια απ’ τα αγριόχορτα. Ήταν η πρώτη φορά που ευχόταν οι κήποι στην Αγροικία Πίκοκ να μην ήταν τόσο τέλειοι για να έχει να κάνει περισσότερα, να δουλεύει τόσο σκληρά ώστε να εξουθενώνεται σωματικά και ψυχικά πριν πέσει το βράδυ. Αλλά κάθε νύχτα ήταν ίδια με την προηγούμενη, γεμάτη από καυτά όνειρα που την αναστάτωναν. Και κάθε πρωί ξυπνούσε πριν η Τζέιν φέρει το τσάι της, αλλά έμενε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της γιατί αισθανόταν τόσο εξαντλημένη λες και δεν είχε κοιμηθεί καθόλου. Η εικοστή τετάρτη του Ιουνίου ήταν άλλη μια υπέροχη καλοκαιρινή μέρα κι ο αέρας μοσχοβολούσε από το μεθυστικό άρωμα :ων τριαντάφυλλων. Το φως είχε αρχίσει να σβήνει καθώς η Μαρί και η Έστερ κάλυπταν με τα πόδια την κοντινή απόσταση από ην Αγροικία Πίκοκ μέχρι την αποθήκη όπου γινόταν ο χορός, ξέροντας και οι δυο ότι θα υπήρχε συνωστισμός, είχαν φορέσει παλιά, βαμβακερά καλοκαιρινά φορέματα, η Έστερ γαλάζιο και Μαρί ροζ. Εκείνη μάλιστα είχε πλέξει τα μαύρα μαλλιά της σε α σφιχτή κοτσίδα που έφτανε μέχρι τη μέση της πλάτης της. εν ήταν κομψή, αλλά πρακτική. Άλλωστε ο χορός δεν προοριζόταν για αριστοκράτες. Πράγματι, η αποθήκη ήταν ήδη γεμάτη από κόσμο όταν έφτασαν εκεί. Η νοσταλγική μελωδία του βιολιού ακουγόταν καθαρά πάνω απ’ τον ήχο του αέρα ανάμεσα στις οξιές. Μπροστά στην αποθήκη έκαιγε μια τεράστια φωτιά κι απ’ το εσωτερικό της έβαινε η λάμψη από τους πυρσούς. «Πάλι έκανες περήφανο το χωριό, Μαρί», είπε επιδοκιμαστικά η Έστερ καθώς κοίταζε τους σωρούς με τα φαγητά στους πάγκους. «Μηλίτης απ’ τους οπωρώνες μας! Αναρωτιέμαι για τι είδους περίσταση τον έκρυβες. Πω πω... Μέχρι τα μεσάνυχτα θα έχουμε μεθύσει όλοι!» Προχώρησαν ανάμεσα στο πλήθος και μπήκαν στην αποθήκη, πρόβατα που φιλοξενούσε συνήθως είχαν απομακρυνθεί και, ευτυχώς, είχαν εξαφανιστεί όλα τα ίχνη τους. Στον αέρα πλανιόταν η γλυκιά μυρωδιά των ρόδων που η Μαρί είχε πλέξει ειδικά για να στολίσουν τα καδρόνια της οροφής. Ανακατεύονταν με κλαδιά από κισσό και τα πέταλά τους έπεφταν απαλά στο έδαφος, συνθλίβονταν κάτω από τα πόδια των χορευτών κι απελευθέρωναν ακόμα περισσότερο άρωμα. «Οι φιλοξενούμενοι της Λόρα είναι ήδη εδώ», ψιθύρισε η Έστερ στο αυτί της Μαρί. «Έπρεπε να φανταστώ ότι η Φέι θ’ αρνιόταν και θα απαγόρευε


και στη Λίντια να έρθει, αλλά κοίτα. Ούτε ο Τσαρλς ήρθε. Δεν μπορώ να πιστέψω πόσο τυπικός γίνεται κάποιες φορές!» Ο Τζον Τιγκ τις πλησίασε, άρπαξε το χέρι της Έστερ και την τράβηξε να χορέψουν χωρίς να της πει λέξη. Η Μαρί γέλασε με το έκπληκτο πρόσωπο της φίλης της καθώς ο άντρας τη στριφογύριζε. Κάποια στιγμή η Έστερ θα έβλεπε τον Τζον Τιγκ όπως ήταν πραγματικά, σκέφτηκε. Όχι ως έναν πιστό, αφοσιωμένο φίλο, ακίνδυνο και φερέγγυο, ούτε ως έναν κάπως πληκτικό αριστοκράτη, στυλοβάτη της τοπικής κοινωνίας, αλλά ως έναν άντρα που όπως υποψιαζόταν έκρυβε πολύ πάθος για εκείνη πίσω από την ευπρεπή συμπεριφορά του. Μια στιγμή αργότερα ένα μούδιασμα στη ραχοκοκαλιά κι ένα ανατρίχιασμα σε όλο της το κορμί την έκανε να ξεχάσει τα πάντα για τους έρωτες της Έστερ. Γύρισε αργά. Ο Νικ Φάλκονερ πρόβαλε στη σκιά της εισόδου, με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Την κοιτούσε ανησυχητικά επίμονα. Και άρχισε να κινείται προς το μέρος της, αγνοώντας τον κόσμο που του έκλεινε το δρόμο και τις φωνές του Τιγκ και της Έστερ, που τον χαιρετούσαν. Προχωρούσε αποφασιστικά, κι όταν έφτασε κοντά της, εκείνη διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε ούτε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει. Τόσο την είχε αιχμαλωτίσει η έκφραση στα μάτια του. «Τα μαλλιά σου...» άρχισε να της λέει. Ανασήκωσε το χέρι του για ν’ αγγίξει τις τούφες που είχαν ξεφύγει απ’ την πλεξούδα της και πλαισίωναν το πρόσωπό της. Η φωνή του ακούστηκε βραχνή. «Μοιάζεις με δεκαοκτώ ετών». Τα λόγια του την αναστάτωσαν. Η Μαρί έσπρωξε πίσω τις ατίθασες τούφες με δάχτυλα που έτρεμαν ελαφρά. Στην κίνηση αυτή το χέρι της άγγιξε το δικό του. Οι σπίθες της επιθυμίας έκαναν αμέσως το αίμα της να πάρει φωτιά. Η εβδομάδα της απουσίας του δεν είχε καταλαγιάσει την ένταση των συναισθημάτων της για εκείνον. Δεν είχε ξαναζήσει ποτέ πριν κάτι ανάλογο. Και το παραμικρό άγγιγμά του την τάραζε. «Καλησπέρα, ταγματάρχα Φάλκονερ», του είπε. Η φωνή της βγήκε σαν απαλός ψίθυρος. Ξαφνικά είδε τα μάτια του να λάμπουν, λες και είχε θυμηθεί ποια ήταν η Μαρί και πού βρίσκονταν. Το χέρι του έπεσε στο πλάι κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Με συγχωρείτε, κυρία Όσμπορν... Ξεχάστηκα για μια στιγμή». Χαμογέλασε. Ήταν ένα αργό, μελαγχολικό χαμόγελο που έκανε την καρδιά της να φτερουγίσει. «Φαίνεται πως μου συμβαίνει ασυνήθιστα συχνά όταν είμαι κοντά σας», πρόσθεσε. «Θέλετε να χορέψουμε;» Η Μαρί δε σκόπευε να χορέψει εκείνο το βράδυ, και ειδικότερα με τον


Νικ Φάλκονερ, όμως διαπίστωσε ότι την είχε πιάσει απ’ το χέρι και την τραβούσε προς το μέρος των χορευτών, πριν εκείνη προλάβει να διαμαρτυρηθεί. Γενικά ο χορός την έκανε να αισθάνεται άβολα. Το δικαίωμα που έδινε αυτόματα σ’ έναν άντρα να την πλησιάσει και να την αγγίξει ήταν κάτι που απεχθανόταν και προσπαθούσε ν’ αποφεύγει. Απόψε όμως, με τον Νικ, ο άγριος, μαγικός ήχος της μουσικής τη συνεπήρε και πλημμύρισε την καρδιά της με ενθουσιασμό. Χόρεψαν μια ζίγκα κι έναν αντικριστό, των οποίων οι κανόνες δεν έμοιαζαν καθόλου μ’ εκείνους που επικρατούσαν στα αριστοκρατικά σαλόνια. Δεν ακολουθούσαν τις συμβάσεις και τις τυπικότητες. Οι αγρότες έβρισκαν την ευκαιρία να κλέψουν κανένα φιλί απ’ τις αγαπημένες τους, ο Τζον Τιγκ κρατούσε πολύ σφιχτά στα χέρια του την Έστερ και, όποτε ο Νικ με τη Μαρί έρχονταν κοντά ο ένας στον άλλον, εκείνη ένιωθε πολύ έντονα την αίσθηση του ζεστού χεριού του στη μέση της. Της προκαλούσε μια έξαψη που μεγάλωνε λεπτό με το λεπτό, την έκαιγε. Στροβιλιζόταν στο ρυθμό του χορού παραδομένη στο πνεύμα της γιορτής, παρασυρμένη από τη μουσική, και ακολουθούσε μόνο το ένστικτό της που της έλεγε να εμπιστευτεί τον εαυτό της στα χέρια του Νικ. Ήταν επικίνδυνο, βασανιστικό, ακαταμάχητο. Ο ζωηρός ήχος του βιολιού έγινε πιο απαλός και γλυκός. Ο Νικ την τράβηξε πιο κοντά του και την αγκάλιασε. Η Μαρί κοίταξε το πρόσωπό του. Από τόσο κοντά μπορούσε να δει τις γραμμές γύρω απ’ τα μάτια του, τις ρυτίδες της έκφρασης που βάθαιναν όταν χαμογελούσε και τη σκιά απ’ τα γένια στα μάγουλα και το πιγούνι του. Αντιστάθηκε σε μια τρελή παρόρμηση να σύρει τα δάχτυλά της στο πρόσωπό του. Ήθελε να το δει να γλυκαίνει. Ήθελε να δει τον Νικ να γλυκαίνει για εκείνη. Ένιωσε τα σωθικά της να ζεσταίνονται και να λιώνουν. Εκείνος έσκυψε και τα χείλη του χάιδεψαν το λαιμό της. Η Μαρί τινάχτηκε πίσω λίγο έκπληκτη, προσπαθώντας να κρύψει την ξαφνική ηδονή που της προκάλεσε το άγγιγμά του. Τα κορμιά τους λικνίζονταν και ο δυνατός μηρός του τρίφτηκε στο ύφασμα του φορέματος της. «Άκουσα ότι αυτός ο χορός είναι πολύ δημοφιλής στην επαρχία» της είπε κι εκείνη είδε τις άκρες των χειλιών του ν’ ανασηκώνονται σ’ ένα χαμόγελο. «Δε μοιάζει με κανέναν απ’ τους χορούς που γνωρίζω», του απάντησε ξερά η Μαρί. Εκείνος ακούμπησε φευγαλέα το μάγουλό του στα μαλλιά της. «Το ξέρω. Αλλά δε νομίζω πως υπάρχει εδώ μέσα κάποιος άντρας που να είναι


δυσαρεστημένος». Η μουσική τους τύλιγε, ενώ τα ζευγάρια έπλεκαν τα χέρια τους και στροβιλίζονταν... Για άλλη μια φορά η Μαρί άφησε το ρυθμό να την παρασύρει. Δεν αισθανόταν τίποτε άλλο εκτός από τον Νικ. Εκείνος κυριαρχούσε σε όλες τις αισθήσεις της. Όταν η μουσική τελικά σταμάτησε, οι χορευτές χειροκρότησαν με ενθουσιασμό κι εκείνη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της λες και ξυπνούσε από όνειρο. Ο Νικ την άφησε απαλά αλλά απρόθυμα. Στέκονταν σε μια σκοτεινή γωνιά της αποθήκης κι εκείνος της χαμογελούσε. Κάτι σάλεψε μέσα της, κάποιο συναίσθημα ζωντάνεψε απότομα και η δύναμή του τη συγκλόνισε. Το δικό της χαμόγελο έσβησε και, όταν ο Νικ το είδε, η έκφρασή του άλλαξε, το βλέμμα του έγινε σκοτεινό και βαθύ. «Μαρί...» ψέλλισε και η καρδιά της χτύπησε τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα σπάσει, μόλις άκουσε το όνομά της απ’ τα χείλη του. Έκλεισε το πρόσωπό της στις παλάμες του και χάιδεψε το γεμάτο κάτω χείλι της με τους αντίχειρές του. «Νομίζω ότι έπρεπε να αποδείξω κάτι», της είπε σιγανά. Εκείνη αναρίγησε. «Δεν έπρεπε να το πάρεις ως πρόκληση», του ψιθύρισε. Το στόμα του απείχε μόλις λίγα εκατοστά απ’ το δικό της. Έσκυψε πιο κοντά της. «Σειρά μου τώρα, ε, Φάλκονερ;» Η πρόσχαρη φωνή του λόρδου Χένρι Κόουλ διέλυσε τη μαγεία της στιγμής. Τραβήχτηκαν τόσο απότομα ο ένας απ’ τον άλλο που η Μαρί κόντεψε να πέσει. Ο λόρδος Χένρι ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο της κι εκείνη τσιτώθηκε, αναστατωμένη ακόμα απ’ τη στιγμή που είχε μοιραστεί με τον Νικ. Παραλίγο να τον φιλήσει και πάλι. Είχε χαλαρώσει τις άμυνές της και πάλι. Πώς μπορεί να ήταν τόσο ανόητη, τόσο επιπόλαιη, ενώ είχε αποφασίσει να τον κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας; «Ευχαριστώ, άρχοντά μου», είπε γυρίζοντας στο λόρδο Χένρι, «αλλά νομίζω ότι δε θα χορέψω άλλο». Εκείνος έγινε κόκκινος σαν το παντζάρι. «Μη μου χαλάς τη διάθεση, αγαπητή μου. Δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα με μια ζίγκα». «Ειλικρινά, δε...» Ο λόρδος Χένρι έπιασε πιο σφιχτά το μπράτσο της. «Έλα, αγαπητή μου. Πάμε!» Η Μαρί ανατρίχιασε ολόκληρη, το αίμα της πάγωσε με την άδηλη βιαιότητά του. Τράβηξε το χέρι της απότομα. «Άρχοντά μου, νομίζω ότι δε με


προσέχετε», συνέχισε στον ίδιο τόνο. «Δεν επιθυμώ να χορέψω μαζί σας. Σας ζήτησα να με αφήσετε στην ησυχία μου». «Άκουσες τι είπε η κυρία Όσμπορν, Κόουλ», είπε τότε ο Νικ μπαίνοντας στη μέση. Ο τόνος του ήταν φαινομενικά φιλικός, αλλά κατά βάθος έκρυβε μια απειλή. Είχε κάνει ένα βήμα μπροστά και η Μαρί τον ένιωθε να στέκεται δίπλα στον ώμο της. «Μη με αναγκάσεις να καταφύγω σε πιο δραστικές λύσεις προκειμένου να σεβαστείς τις επιθυμίες της». Η Μαρί είδε τον λόρδο Χένρι να οπισθοχωρεί, ενώ εξέφραζε τραυλίζοντας τις συγνώμες του. Για μια στιγμή διέκρινε στα μάτια του Νικ μια πρωτόγονη κτητικότητα που την ξάφνιασε σε απίστευτο βαθμό, αλλά, όταν εκείνος ξαναγύρισε προς το μέρος της, αυτή η λάμψη είχε χαθεί. Υποκλίθηκε μπροστά της ανέμελα. «Αν μπορώ να σας φανώ χρήσιμος σε κάτι άλλο, κυρία Όσμπορν...» «Παρ’ ότι εκτιμώ τη βοήθειά σας, ταγματάρχα Φάλκονερ, μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου», του απάντησε θυμοί μένα. «Ήταν ολοφάνερο, κυρία Όσμπορν». Ο Νικ χαμογελούσε αμυδρά. «Κρίμα που δεν είχατε μαζί τη βεντάλια σας για να την καρφώσετε στα πλευρά του, όπως κάνατε στο χορό». Η Μαρί ένιωσε τα μάγουλά της να φουντώνουν. «Το προσέξατε; Ήμουν σίγουρη ότι το προσέξατε...» «Ναι, το πρόσεξα. Και θαύμασα την ευστοχία σας». Το σκοτεινό βλέμμα του σάρωσε το πρόσωπό της. «Ο λόρδος Χένρι ήταν τυχερός που δεν κρατούσατε μαχαίρι». Μια παγερή σιωπή ακολούθησε τα λόγια του. Η Μαρί μούδιασε. Στη διάρκεια του χορού είχε ξεχάσει ότι την υποπτευόταν για τη δολοφονία του Ράσλι. Είχε παραδοθεί στην απόλαυση της μουσικής, της βραδιάς και της συντροφιάς του. Είχε παρασυρθεί από ένα πρωτόγνωρο, απαιτητικό πάθος για εκείνον, και τώρα ένιωθε ανόητη που ξεχάστηκε, γιατί προφανώς ο Νικ Φάλκονερ δεν είχε ξεχαστεί ούτε στιγμή. Όλα γίνονταν όπως ακριβώς τα είχε φανταστεί -το κυνήγι του δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα μέσο για να πετύχει το σκοπό του, ένας τρόπος για να την ξελογιάσει και να του αποκαλύψει την αλήθεια. «Αν με θεωρείτε τόσο σκληρή, ταγματάρχα Φάλκονερ. με εκπλήσσει το γεγονός ότι διακινδυνεύσατε να χορέψετε μαζί μου», παρατήρησε ψυχρά. «Από την άλλη, μου δίνετε την εντύπωση ανθρώπου που απολαμβάνει να παίζει με τον κίνδυνο». Ο Νικ τύλιξε τα δάχτυλά του στον καρπό της και την κράτησε ακίνητη. «Πολύ σωστά», της απάντησε με φωνή τόσο σιγανή που σχεδόν δεν ακου-


γόταν. «Μ’ αρέσει να παίζω με τον κίνδυνο. Ή μάλλον να παίζω μαζί σας, κυρία Όσμπορν. Είναι πολύ... ερεθιστικό». Τον κοίταξε κατάματα. Το βλέμμα του ήταν καυτό, σκληρό και εκπληκτικά προκλητικό. Της κόπηκε η ανάσα. «Και θα κερδίσω», πρόσθεσε και την έσφιξε λίγο πιο δυνατά. «Μην έχετε καμιά αμφιβολία». Για μερικές στιγμές έμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο, ύστερα η Μαρί αποτράβηξε το χέρι της. «Παίξτε όσο θέλετε, ταγματάρχα Φάλκονερ», είπε, «αλλά δεν μπορείτε να με νικήσετε». Έκανε μια μικρή υπόκλιση κι έφυγε. Και παρ’ ότι έτρεμε ολόκληρη, δεν παραπάτησε ούτε κοίταξε πίσω της. *** Ο Νικ ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του. Όχι μία, αλλά δύο φορές εκείνο το βράδυ είχε ξεχάσει το σκοπό του και είχε επιτρέψει στη Μαρί Όσμπορν να διαπεράσει τις άμυνές του. Όταν την πρωτοείδε, η σεμνή εμφάνισή της τον αναστάτωσε, όπως κι εκείνη τη μέρα στο ποτάμι. Έμοιαζε με νεαρό κορίτσι κι όχι με χήρα ή κοσμική κυρία. Κι αργότερα, όταν ο Χένρι Κόουλ τους διέκοψε με τον άξεστο τρόπο του, τον κυρίευσε μια τόσο έντονη κτητικότητα, που του ήρθε να στείλει τον άλλον άντρα στην άλλη άκρη της αποθήκης με μια γροθιά. Οι αντιδράσεις του δεν έδειχναν άνθρωπο που κινούνταν βάσει σχεδίου και είχε τον έλεγχο των συναισθημάτων του. Πήρε μια κούπα με μηλίτη και ήπιε μια γερή γουλιά. Ένιωσε τη γεύση του μήλου και την πιο αψιά του οινοπνεύματος στο βάθος. Ήταν ασυγχώρητο για εκείνον να παραμελήσει το καθήκον του κι ακόμα πιο μεγάλη προδοσία από μέρους του να ξεχάσει την Άννα -γιατί την είχε ξεχάσει όση ώρα χόρευε με τη Μαρί- και να παρασυρθεί από την έξαψη της στιγμής. Ένιωσε σάστισμα και ντροπή καθώς η ανάμνηση της νεκρής συζύγου του έμοιαζε να ξεγλιστράει απ’ το μυαλό του αν και ο ίδιος πάσχιζε να την κρατήσει εκεί. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί για την Άννα την κτητικότητα που αισθανόταν για τη Μαρί, ποτέ δεν την είχε ποθήσει όπως ποθούσε εκείνη. Τώρα την παρακολουθούσε να συζητάει με τη Λόρα Κόουλ. Και οι δυο κάθονταν σε μια μπάλα σανό σαν χωριατοπούλες στο χορό. Ο λόρδος Χένρι είχε βρει μια στρουμπουλή κοπέλα απ’ το χωριό που χόρευε μαζί του πολύ πιο τολμηρά απ’ ό,τι η Μαρί, και οι δυο τους φιλιούνταν αχαλίνωτα σε μια σκοτεινή γωνιά του αχυρώνα. Η Έστερ και ο Τζον Τιγκ έμεναν ακόμα αγκαλιασμένοι και χόρευαν αφηρημένα, μ’ έναν τρόπο άσχετο με το ρυθμό της μουσικής.


Η ώρα περνούσε, ο Νικ ήπιε κι άλλον μηλίτη και πρόσεξε ότι το ποτό χτυπούσε κατακέφαλα. Η Έστερ με τον Τζον Τιγκ τελικά ξεκόλλησαν ο ένας απ’ τον άλλο και ο Τιγκ ζήτησε από τη Μαρί να χορέψουν. Τώρα, λοιπόν, εκείνη λικνιζόταν με χάρη και αισθητή αυτοσυγκράτηση σε αντίθεση με την Έστερ νωρίτερα -η οποία έπινε σχεδόν τόσο μηλίτη όσο και οι γεροδεμένοι χωρικοί, ενώ η κορδέλα στα μαλλιά της είχε λυθεί και οι μπούκλες της έπεφταν στο ξαναμμένο πρόσωπό της. Έδειχνε τελείως συνεπαρμένη απ’ το ξεφάντωμα. Σίγουρα η Λόρα το είχε προσέξει, γιατί λίγο αργότερα έκανε νόημα πως ήταν έτοιμη να φύγει. Ο Τιγκ βοήθησε την Έστερ να προχωρήσει μέχρι τις άμαξες, η Λόρα έπιασε τη Μαρί αγκαζέ κι ένευσε στον Νικ να πλησιάσει. Του φάνηκε ότι η Μαρί ήθελε να τον αποφύγει, αλλά αυτό δεν τον εξέπληξε ιδιαίτερα μετά από το διάλογο που είχαν νωρίτερα. Χτυπούσε ανυπόμονα το πόδι της στο έδαφος κι έδινε την εντύπωση ότι, αν δεν ήταν μπροστά η Λόρα, θα προτιμούσε να γυρίσει με τα πόδια παρά να παριστάνει την ευγενική. «Φαντάζομαι πως δε σε πειράζει να γυρίσεις με τον ταγματάρχη Φάλκονερ, Μαρί», είπε η Λόρα χαμογελώντας χαριτωμένα και στους δύο. «Η Έστερ με τον λόρδο Τιγκ πήραν την πρώτη άμαξα κι εγώ πρέπει να μιλήσω με την κυρία Μπάτλερ για την οργάνωση της γιορτής του θερισμού, οπότε είμαι βέβαιη ότι θα με μεταφέρουν εκείνοι στο σπίτι. Έτσι, μένετε...» «Εμείς οι δυο», είπε ο Νικ και υποκλίθηκε θεατρικά στη Μαρί. «Ευχαρίστησή μου, κυρία Όσμπορν». Εκείνη τον κοίταξε μ’ ένα όχι και τόσο φιλικό βλέμμα, θαρρείς και τον προειδοποιούσε ν’ αρνηθεί την πρόταση της Λόρα. Όμως ο Νικ το αγνόησε. Κρίμα που δεν τον ήθελε στην αμαξά της. Η Λόρα του είχε προσφέρει μια απρόσμενη ευκαιρία και σκόπευε να την εκμεταλλευτεί. «Είναι και ο λόρδος Χένρι Κόουλ», συνέχισε η Λόρα. «Θα σ’ έπαιρνε εκείνος, Μαρί, όμως φαίνεται πως έχει εξαφανιστεί. Έφερε την ανοιχτή άμαξά του με τα δύο άλογα -τι ανοησία, βραδιάτικα! Υποψιάζομαι ότι προσπαθεί να εντυπωσιάσει κάποιον, αλλά, τέλος πάντων, μόνο ένας θα μπορούσε να πάει μαζί του». «Ωραία, λοιπόν», είπε η Μαρί και γύρισε στον Νικ. «Μπορείτε να επιστρέφετε με τον λόρδο Χένρι, ταγματάρχα Φάλκονερ». «Νομίζω ότι ο λόρδος Χένρι είναι πολύ απασχολημένος για να θέλει να φύγει», απάντησε εκείνος. «Εξάλλου έτσι θα μένατε μόνη κι απροστάτευτη στην άμαξα, κυρία Όσμπορν, κι αυτό θα ήταν μεγάλη αγένεια εκ μέρους μου».


«Μην ανησυχείτε για μένα», του απάντησε μελιστάλακτα. «Όπως σας εξήγησα και νωρίτερα, είμαι απόλυτα ικανή να φροντίσω τον εαυτό μου». «Δεν αμφιβάλλω. Παρ’ όλα αυτά θα ήθελα να έρθω μαζί σας, κυρία Όσμπορν». «Μα η απόσταση είναι πολύ μικρή». Η Λόρα κοιτούσε μια το αναψοκοκκινισμένο από θυμό πρόσωπο της Μαρί και μια τον Νικ, που χαμογελούσε ειρωνικά. «Θα είσαι στο σπίτι σε λίγα λεπτά, Μαρί». «Αφού είναι τόσο κοντά», απάντησε εκείνη, «τότε ο ταγματάρχης Φάλκονερ θα μπορούσε να γυρίσει με τα πόδια. Ή, ακόμα καλύτερα, να γυρίσω εγώ με τα πόδια». «Μόνη;» Ο Νικ ύψωσε τα φρύδια του σε μια θεατρική κίνηση έκπληξης. «Δεν είναι πολύ αντισυμβατικό, κυρία Όσμπορν; Κι εσείς είστε μια τόσο καθωσπρέπει κυρία!» Σκέφτηκε πως, αν τα βλέμματα σκότωναν, τώρα ο Νικ θα ήταν νεκρός με τον τρόπο που τον κοιτούσε η Μαρί. «Δεν είναι ακριβώς πρέπον να κάθεται μια κυρία μόνη μ’ έναν κύριο σε μια κλειστή άμαξα», του πέταξε μέσ’ απ’ τα δόντια της. «Το περπάτημα είναι το μικρότερο από τα δύο κακά, ταγματάρχα Φάλκονερ». Εκείνη τη στιγμή ο λόρδος Χένρι Κόουλ τους πλησίασε παραπατώντας κι ανεμίζοντας το μαστίγιό του. «Φύγαμε, μικρή μου φοραδίτσα! Θα γυρίσεις μαζί μου;» «Τώρα σίγουρα είμαι το μικρότερο από δύο κακά», μουρμούρισε σιγανά ο Νικ. «Θέλετε να σας παρενοχλεί ο λόρδος Χένρι σε όλη τη διαδρομή μέχρι την Αγροικία Πίκοκ, κυρία Όσμπορν;» Η Λόρα ανέμισε το χέρι της ανακουφισμένη. «Πολύ σωστά, ταγματάρχα Φάλκονερ. Το ζήτημα τακτοποιήθηκε. Με συγχωρείτε, με περιμένει η κυρία Μπάτλερ». Έφυγε και ο Νικ πρόσφερε στη Μαρί το μπράτσο του. «Πάμε;» Εκείνη ακούμπησε το χέρι της στο δικό του με τόσο φανερή απροθυμία ώστε εκείνος χαμογέλασε. «Όπως είπε η δούκισσα; η απόσταση είναι πάρα πολύ μικρή. Το μαρτύριό σας θα τελειώσει γρήγορα». Την οδήγησε στο δρόμο, τη βοήθησε ν’ ανέβει στην άμαξα και κάθισε απέναντι της. Η άμαξα ξεκίνησε μ’ ένα ελαφρό τίναγμα κι ο Νικ άκουσε τη Μαρί ν’ αναστενάζει, αλλά δεν κατάλαβε αν ήταν από ανακούφιση ή από ένταση. Είδε το καθαρό, λευκό φως του φεγγαριού να λούζει το πρόσωπό της. Έδειχνε νέα κι αθώα κι ένιωσε μέσα του ένα παράξενο συναίσθημα, αλλά το αγνόησε αποφασιστικά. «Πείτε μου, κυρία Όσμπορν», είπε σε αδιάφορο ύφος, «τα Κορίτσια της


Γκλόρι έχουν σταματήσει ποτέ στο δρόμο τη δούκισσα ή τη λαίδη Έστερ;» Μέσα στη σιωπή άκουσε τη Μαρί να κρατάει την αναπνοή της. «Τα Κορίτσια της Γκλόρι;» επανέλαβε. Σάλεψε ανεπαίσθητα και καθάρισε το λαιμό της. «Γιατί ρωτάτε, ταγματάρχα Φάλκονερ;» «Απ’ ό,τι ξέρω, έχουν σημειώσει μεγάλη δραστηριότητα σ' αυτή την περιοχή», της απάντησε ευγενικά. «Υποθέτω πως ναι», είπε εκείνη μετά από λίγο. Εκτός από το μικρό δισταγμό της που την είχε προδώσει, ο Νικ δε διέκρινε στον τόνο της τίποτα περισσότερο από αδιαφορία. «Τρέφετε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εγκληματίες θηλυκού γένους, κύριε;» Εκείνος χαμογέλασε. «Μόνο για συγκεκριμένες». Ακολούθησε σιωπή. Όπως και στο δάσος με τις οξιές, η Μαρί άφησε πάλι τη σιωπή να πλανιέται στον αέρα. Ο Νικ θαύμασε για άλλη μια φορά το κουράγιο της. «Λοιπόν, ταγματάρχα Φάλκονερ», είπε έπειτα από λίγο, «τα Κορίτσια της Γκλόρι δεν έχουν σταματήσει ποτέ κάποια από εμάς. Ούτε και θα περιμέναμε κάτι τέτοιο. Η Λόρα απολαμβάνει το σεβασμό όλου του κόσμου, όπως θα διαπιστώσατε απόψε, και η Έστερ...» Σταμάτησε κι έβαλε τα γέλια. «Τέλος πάντων, όλοι αγαπούν την Έστερ. Είναι δύσκολο να μην την αγαπάει κανείς». «Κι εσάς σας θαυμάζουν για τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες σας, φαντάζομαι. Πριν από μια βδομάδα δεν ήξερα ότι είστε τόσο μεγάλη ευεργέτιδα, κυρία Όσμπορν. Τρόφιμα και φάρμακα για τους χωρικούς, γλέντι για τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη, άσυλο απόρων για τους άστεγους....» Στο φως του φεγγαριού ο Νικ είδε να σχηματίζεται στο πρόσωπο της Μαρί ένα αχνό χαμόγελο. Είχε αρχίσει να χαλαρώνει με το φαινομενικά ακίνδυνο θέμα της συζήτησης, κι αυτό ακριβώς ήθελε κι εκείνος. Ό,τι δεν μπορούσε να πετύχει με το άμεσο φλερτ ίσως το κατάφερνε με μια πιο διακριτική προσέγγιση. Το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο -η αποκάλυψη της αλήθειας. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι η Μαρί θα περίμενε να της ριχτεί μόλις θα βρίσκονταν μόνοι στην άμαξα και χαιρόταν πολύ που είχε διαψεύσει τις προσδοκίες της. Προς το παρόν... «Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι είμαι υπεύθυνη και για το διορισμό της δασκάλας του σχολείου, την οποία ο δούκας αποδοκιμάζει βαθύτατα», πρόσθεσε η Μαρί. «Πράγματι», απάντησε εκείνος. Είχε ακούσει ότι ο Τσαρλς δεν ενέκρινε τη λειτουργία του σχολείου στο χωριό. «Κι αναρωτιέμαι γιατί». «Η Εξοχότητά του δε συμφωνεί με την άποψη ότι και οι γυναίκες πρέπει


να μορφώνονται». Τώρα ο τόνος της φωνής της είχε μια χροιά περιφρόνησης. Ο Νικ εξεπλάγη. Δεν το ήξερε αυτό για τον Τσαρλς, αλλά, όταν το σκέφτηκε, κατέληξε στο ότι ταίριαζε με τις συντηρητικές απόψεις του φίλου του. «Κι εσείς συμφωνείτε στη μόρφωση των γυναικών;» ρώτησε. «Ασφαλώς». Έστρωσε τις φούστες της. «Τα κορίτσια έχουν ίσα δικαιώματα με τα αγόρια στο ζήτημα της μόρφωσης, ταγματάρχα Φάλκονερ». «Μιλάτε με θέρμη», σχολίασε εκείνος. «Έχετε μελετήσει γεωμετρία, αστρονομία και μαθηματικά; Θα θέλατε ν! ασχολούνται οι γυναίκες με τέτοια πληκτικά θέματα;» Ξαφνικά η Μαρί γέλασε. Ήταν ένα σιγανό, βαθύ γέλιο, που ξεσήκωσε τις αισθήσεις του. «Πιστεύω ότι οι γυναίκες θα ’πρεπε να έχουν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες στην αφόρητη πλήξη». «Έχετε προσωπική εμπειρία από τέτοιου είδους ανδρικά αντικείμενα εκπαίδευσης;» Ο Νικ ένιωσε την ατμόσφαιρα στην άμαξα να παγώνει, μια παγωνιά που θαρρείς και διαπέρασε τη Μαρί και την έκανε να μαρμαρώσει. Δεν ήξερε αν είχε χτυπήσει κάποια ευαίσθητη χορδή της ή αν απλώς την ενοχλούσε το ότι σκάλιζε το παρελθόν της, όμως κατάλαβε αμέσως ότι δεν είχε διάθεση να συνεχίσουν τη συζήτηση. «Όχι, δεν έχω», του απάντησε. Η φωνή της ακούστηκε σιγανή τώρα, λες και του έδειχνε ότι δεν έπρεπε να επιμείνει περισσότερο. «Η ανατροφή μου ήταν πολύ συμβατική». Εκείνος επέμεινε. «Διδαχτήκατε όλες τις γυναικείες τέχνες;» «Φυσικά». «Όμως δεν πήρατε μαθήματα ιππασίας;» Η Μαρί χαμογέλασε αμυδρά. «Όχι, δεν πήρα. Ποτέ δεν είχα το ταλέντο». «Μπορώ να σας μάθω εγώ. Μ’ αρέσουν οι προκλήσεις». «Το έχω προσέξει». Έσφιξε τα χείλη της. «Ταγματάρχα Φάλκονερ, καταλαβαίνετε βέβαια ότι θα ήμουν απίστευτα ανόητη αν δεχόμουν την πρότασή σας». O ΝΙΚ ύψωσε τα φρύδια του. «Γιατί; Ιππεύω καλά και είμαι καλός δάσκαλος». Εκείνη γύρισε το κεφάλι της έτσι ώστε τώρα ο Νικ έβλεπε μόνο το προφίλ της στο φως του φεγγαριού. «Παριστάνετε σκόπιμα τον ανόητο, ταγματάρχα Φάλκονερ. Δεν πρόκειται να δεχτώ καμία πρότασή σας». Εκείνος γέλασε. «Κρίμα. Νομίζω πως πρέπει να σας ζητήσω συγνώμη, κυρία Όσμπορν, αλλά... με βάζετε σε μεγάλο πειρασμό και βγαίνω εκτός


ελέγχου». Τα λόγια του δεν απείχαν και πολύ από την αλήθεια. Βρίσκονταν αρκετά κοντά ώστε να νιώθει άβολα κι έβλεπε πως αυτό ήταν κάτι που προβλημάτιζε και τη Μαρί, σίγουρα επειδή αισθανόταν το ίδιο. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να δράσει σκόπιμα κι ανελέητα, να εκμεταλλευτεί τη σύγχυσή της και ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορούσε ακόμα να ελέγχει τις επιθυμίες του. «Μαρί...» Κάθισε δίπλα της στο κάθισμα, χάιδεψε το μάγουλό της κι ένιωσε στα δάχτυλά του τη μεταξένια απαλότητα της επιδερμίδας της. Την άκουσε να κρατάει την ανάσα της και πάλι. Δεν τραβήχτηκε όμως. «Λυτό είναι...» Τα λόγια της ακούστηκαν λίγο πιο έντονα από ψίθυρο. «Δεν καταλαβαίνω γιατί νιώθω έτσι... Είναι τελείως λάθος...» Ο Νικ δίστασε, ήθελε να τη ρωτήσει γιατί, όμως διαισθανόταν πως ήταν ακόμα πολύ νωρίς. Αν την πίεζε, αν βιαζόταν, η Μαρί θα κλεινόταν στο καβούκι της και δε θα μάθαινε τίποτα. Αυτή τη φορά έπρεπε να προχωρήσει αργά, αν ήθελε να την πείσει να του μιλήσει. Έσυρε εξερευνητικά τον αντίχειρά του στη γραμμή του πιγουνιού της και την αισθάνθηκε να γυρίζει ενστικτωδώς το κεφάλι της προς το μέρος του, να έρχεται πιο κοντά του. Πέρασε το χέρι του κάτω από τη βαριά πλεξούδα της, την αγκάλιασε απ’ τον ώμο και την τράβηξε μαλακά. Όταν τα χείλη της πλησίασαν τα δικά του άκουσε την αναπνοή της να γίνεται πιο γρήγορη. Η ζεστασιά και το άρωμά της πλημμύρισαν τις αισθήσεις του, αλλά καθώς το στόμα του έσμιγε απαλά με το δικό της αγνόησε τις δικές του επιθυμίες κι εστίασε στη Μαρί. Τα χείλη της μισάνοιξαν κι από μέσα της βγήκε ένας σιγανός αναστεναγμός ενώ παραδινόταν στη διακριτική αλλά ανελέητη επίθεσή του. Τη μια στιγμή το μυαλό του λειτουργούσε στην εντέλεια και ο Νικ σκεφτόταν καθαρά, και το επόμενο δευτερόλεπτο τον κυρίευσε μια έξαψη τόσο έντονη, μεθυστική και σαρωτική που επισκίασε κάθε λογική σκέψη. Τη φιλούσε με πάθος και λαχτάρα ώσπου το στόμα της ερεθίστηκε από την πίεση του δικού του. Και τότε άρχισε να σκορπίζει μικρά φιλιά στα μάγουλα και στο λαιμό της, απολαμβάνοντας τους πνιχτούς ήχους της παράδοσής της. Τη φίλησε πάλι στο στόμα, με περισσότερη φλόγα κι απαιτητικότητα αυτή τη φορά. Το χέρι του σύρθηκε αργά στον κόρφο της κι αγκάλιασε το στήθος της. Αισθάνθηκε τη Μαρί να λιώνει στην αγκαλιά του... Η γλυκύτητά της τον τρέλαινε. Ξαφνικά η άμαξα γλίστρησε στο δρόμο, σταμάτησε απότομα και κόντεψαν να πέσουν κι οι δυο στο πάτωμα.


«Είμαστε τα Κορίτσια της Γκλόρι! Τα λεφτά σας ή τη ζωή σας!» Η διαταγή ήρθε απ’ το σκοτάδι και ο Νικ άκουσε τη Μαρί να παίρνει μια απότομη εισπνοή, αυτή τη φορά από ξάφνιασμα και φόβο. Ακούστηκε ένας δυσοίωνος γδούπος και μετά η πόρτα της άμαξας άνοιξε διάπλατα. Στο άνοιγμα στέκονταν τέσσερις καβαλάρηδες, όλοι με μάσκες και μανδύες. Ο Νικ κοίταξε τη Μαρί κι εξεπλάγη όταν είδε στο πρόσωπό της μια έκφραση σχεδόν κωμικής κατάπληξης, η οποία έδωσε γρήγορα τη θέση της στο θυμό και στο σάστισμα προτού εξαφανιστεί τελείως. Όμως δεν είχε χρόνο να σκεφτεί την αντίδρασή της, γιατί ο αρχηγός της συμμορίας οδήγησε το άλογό του μπροστά τους κάνοντας πρώτα έναν άψογο κύκλο. Ήταν ένας κατάμαυρος επιβήτορας που ρουθούνιζε και προσπαθούσε να σηκωθεί στα πίσω του πόδια. Ο Νικ πρόσεξε ότι δεν ήταν η καστανή φοράδα με το άσπρο σημάδι στο μέτωπο που είχε δει τόσο ο ίδιος όσο και ο Έινστερ στο Χαφ Μουν πριν από μερικά βράδια. Προφανώς τα Κορίτσια της Γκλόρι είχαν αλλάξει άλογα. Ευχήθηκε η Έστερ Μπέρι -και ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για την Έστερ, γιατί ποια άλλη θα ίππευε τόσο καλά και θα είχε τα κότσια να παίξει το ρόλο της περιβόητης Γκλόρι;- να μην είχε καταναλώσει στο χορό τόσο μηλίτη ώστε να μην μπορεί να ελέγξει τον επιβήτορα. Κρατούσε τα χαλινάρια μόνο με το ένα της χέρι, γιατί στο άλλο κράδαινε ένα ασημένιο πιστόλι που έλαμπε στο φεγγαρόφωτο. Ούτε που τόλμησε να σκεφτεί τι θα γινόταν αν τα έβλεπε διπλά και δεν μπορούσε να πυροβολήσει σωστά. Ο αρχηγός προχώρησε στην ανοιχτή πόρτα της άμαξας και τους μίλησε: «Είμαστε τα Κορίτσια της Γκλόρι! Ήρθαμε να ζητήσουμε αποζημίωση για τους φτωχούς! Εσύ...» έδειξε με το όπλο του τη Μαρί «... φέρε την όμορφη αλυσίδα που φοράς στο λαιμό σου... πληρωμή για τα δικά σου αδικήματα». Η φωνή δεν είχε τη χροιά της μακρόσυρτης, βραχνής φωνής της Έστερ. Η γυναίκα άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι της, τράβηξε την αλυσίδα απ’ το λαιμό της Μαρί και την έσπασε. Ο Νικ άκουσε τη συνοδό του να πνίγει ένα επιφώνημα φόβου και είδε να σχηματίζεται στην επιδερμίδα της μια λεπτή γραμμή από αίμα στο σημείο όπου οι κρίκοι είχαν σπάσει και την είχαν γδάρει. Ήταν η πρώτη φορά που αμφέβαλλε για το ότι η Μαρί προσποιούνταν κι ότι αποτελούσε μέλος αυτής της συμμορίας. «Κι εσύ...» Ο τόνος της γυναίκας έγινε πιο σκληρός καθώς απευθυνόταν στον Νικ κι εκείνος ένιωσε να τον κυριεύει η ανησυχητική αίσθηση ότι ήθελε να τον σκοτώσει επιτόπου. «Φέρε τα λεφτά σου». «Δεν έχω μαζί μου χρήματα», απάντησε. «Ήμαστε στο χορό του χωριού.


Δεν έχουμε τιμαλφή». Η Γκλόρι τον κοίταξε αγριωπά. «Η συμφωνία», είπε κι ο Νικ είχε την εντύπωση ότι χαμογελούσε, «είναι τα λεφτά σου ή τη ζωή σου. Ποιο απ’ τα δυο θέλεις να χάσεις;» «Τη ζωή μου, αφού δεν έχω χρήματα», της απάντησε. Εκείνη έκανε πάλι έναν κύκλο με το άλογό της. «Πολύ καλά», είπε σε αδιάφορο τόνο. «Κατεβείτε κι οι δυο από την άμαξα». Κοίταξε τον Νικ. «Εσύ πρώτος. Και όχι κόλπα». Εκείνος σκέφτηκε πως, αν η Μαρί κατέβαινε πρώτη, ίσως κατάφερνε να ρίξει κάποιον απ’ τους άλλους καβαλάρηδες από το άλογό του, όμως τώρα δεν είχε επιλογή. Κάθε λεπτό που περνούσε αμφέβαλλε όλο και περισσότερο ότι αυτή η επίθεση ήταν μια σκηνοθετημένη παράσταση, και μάλιστα με τη συναίνεση της Μαρί. Η ένταση που ένιωθε να πλανιέται στον αέρα, ο τρόπος που η Γκλόρι είχε αρπάξει την αλυσίδα απ’ το λαιμό της, ο τόνος της αντιπαράθεσης γενικότερα... Κάτι δεν του πήγαινε καλά. Αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι περισσότερο από ένα έργο που παιζόταν απλώς και μόνο για χάρη του. Η Γκλόρι τον σημάδεψε με το πιστόλι της κι εκείνος πήδησε στο δρόμο. Περίμενε μέχρι που ένα απ’ τα κορίτσια τον πλησίασε και του έδεσε τα χέρια σφιχτά -τόσο σφιχτά λες και τον μισούσε -πίσω απ’ την πλάτη του. Το σχοινί χώθηκε στο δέρμα των καρπών του και μόρφασε. Όποια κι αν ήταν αυτή, σίγουρα ήταν δυνατή. Αλλά παρά το λεπτό κορμί της το ένστικτό του του έλεγε ότι το «κορίτσι» ήταν στην πραγματικότητα άντρας. Πάντως δε μύριζε καθόλου σαν γυναίκα -όταν κάποια στιγμή της έπεσε το σκοινί και έσκυψε να το πιάσει, ο Νικ θα ορκιζόταν ότι την άκουσε να βρίζει σε μια γλώσσα που θα ντρεπόταν να χρησιμοποιήσει ακόμα και στρατιώτης του ιππικού. «Γονάτισε», τον πρόσταζε. Φαινόταν αναξιοπρεπές, όμως ο άντρας κρατούσε όπλο και ο Νικ ανέκαθεν ήταν ρεαλιστής. Ήξερε ότι έπρεπε να περιμένει μέχρι να του δοθεί η ευκαιρία ν’ αντεπιτεθεί, οπότε υπάκουσε. Προς το παρόν. Η Γκλόρι τον πλησίασε με το άλογό της, πάτησε στο στήθος του με την μπότα της και τον ανάγκασε να γονατίσει πιο χαμηλά. Εκείνος πρόσεξε ότι είχε πολύ μεγάλο πόδι. «Σ’ ένα λεπτό θα σε στείλω στο Δημιουργό σου», απείλησε. «Και θα το απολαύσω. Εσύ!» φώναξε μετά στη Μαρί. «Βγες έξω! Θέλω να βλέπεις!» Ο Νικ περίμενε. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, γιατί ο άντρας που τον είχε δέσει κρατούσε το πιστόλι του στον κρόταφό του.


Όλες του οι αισθήσεις βρίσκονταν σε εγρήγορση, περίμενε και καιροφυλακτούσε για τη στιγμή που θα αντεπιτίθετο και θα τους αφόπλιζε. Είδε τη Μαρί να σηκώνει τις φούστες της με το ένα της χέρι, να πηδάει απ’ την άμαξα και να στέκεται στο δρόμο λουσμένη στο φως του φεγγαριού. Τώρα ο Νικ παρακολουθούσε πολύ προσεκτικά. Αυτό που αρχικά νόμιζε ότι επρόκειτο για μια εξαιρετική θεατρική παράσταση εξελισσόταν σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο και μυστηριώδες. «Δέσ! τη», πρόσταξε η Γκλόρι κι εκείνος ταράχτηκε. Δεν το περίμενε. Ένα καχύποπτο κομμάτι του εαυτού του, το κυνικό κομμάτι, εξακολουθούσε να σκέφτεται πως όλα μπορεί να ήταν μια απάτη. Τώρα ήξερε ότι δεν ήταν. Η Μαρί δεν μπορεί να είχε ανάμειξη στην επίθεση. Το μυαλό του άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Σκεφτόταν πώς θα λυνόταν, τι θα έκανε μετά, πώς θα τη βοηθούσε... Κινήθηκε ανεπαίσθητα κι αμέσως ο άντρας που τον φυλούσε έχωσε την κάννη του όπλου του στο λαιμό του. «Μην κουνιέσαι!» μούγκρισε. «Σταματήστε!» φώναξε τότε η Μαρί και η προσοχή του Νικ στράφηκε πάλι σ’ εκείνη. «Αν θέλετε να με δέσετε, πρέπει πρώτα να με πυροβολήσετε». Είχε κάνει ένα βήμα πίσω. Τώρα η πλάτη της ακουμπούσε στο τοίχωμα της άμαξας και κοιτούσε την Γκλόρι με θράσος. «Δε μ’ αρέσει να μου λένε τι να κάνω», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. Ο Νικ ένιωσε το πιστόλι που ήταν δίπλα στο αυτί του να τινάζεται καθώς ο άντρας που το κρατούσε ίσιωνε κατάπληκτος το σώμα του. Ώστε, λοιπόν, δεν περίμεναν να βρουν αντίσταση. Περίμενε με αγωνία και ένταση. Η Γκλόρι έκανε πάλι μια στροφή με το άλογό της και πλησίασε τη Μαρί. «Κάνε αυτό που σου λέμε, αγάπη μου», της είπε απαλά. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνη. «Δε θα το κάνω». Πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Φύγετε τώρα. Πήρατε το μενταγιόν μου. Αρκεί. Μην προσπαθήσετε να με δέσετε. Θ’ αναγκαστώ να σε σκοτώσω και δεν το θέλω». Η Γκλόρι έριξε πίσω το κεφάλι της και γέλασε ειρωνικά. «Εσύ θα σκοτώσεις εμένα'; Θα σκοτώσεις την Γκλόρι;» «Ναι», φώναξε η Μαρί. Στο χέρι της κρατούσε τώρα ένα πιστόλι και ο Νικ θυμήθηκε τον Τσαρλς Κόουλ να λέει ότι είχε όπλα σε όλες του τις άμαξες, για να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια σε επιθέσεις ληστών. Πρέπει να το είχε πάρει πριν κατέβει και να το είχε κρύψει στις φούστες της. Αναρωτήθηκε όμως αν ήξερε να το χρησιμοποιεί. «Δε θα διστάσω να πυροβολήσω», συνέχισε η Μαρί. «Και νομίζω ότι θα δυσκολευτείς να το εξηγήσεις».


Ο Νικ δεν περίμενε να δει αν θα πραγματοποιούσε την απειλή της. Αιφνιδιάζοντας τον άντρα που τον πρόσεχε, γύρισε απότομα και τον έριξε κάτω με μια καλοζυγισμένη κλοτσιά στις κλειδώσεις των ποδιών του. Εκείνος τρίκλισε και ξεστόμισε άλλη μια αισχρή βρισιά. Καθώς τον εμπόδιζαν τα δεμένα χέρια του, ο Νικ όρμησε με το κεφάλι στην πιο κοντινή γυναίκα με σκοπό να τη ρίξει απ’ τη σέλα της. Το άλογο σηκώθηκε στα πίσω πόδια του καθώς εκείνη έσφιγγε τα χαλινάρια, αλλά εκείνος απέφυγε τις οπλές του. Ξαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Τα άλογα της άμαξας άρχισαν να τρέχουν τρομαγμένα στο δρόμο σ’ έναν ορυμαγδό από ποδοβολητά και φωνές, καθώς ο οδηγός προσπαθούσε να ανακτήσει τον έλεγχο. Ο Νικ άκουσε την Γκλόρι να φωνάζει στους υπόλοιπους και ο άντρας που είχε πέσει στο έδαφος σηκώθηκε, ανέβηκε στο άλογό του κι έφυγαν όλοι μαζί καλπάζοντας. Το φως του φεγγαριού έπεσε για μερικές στιγμές πάνω στους μανδύες τους που ανέμιζαν, ύστερα τα άλογα εξαφανίστηκαν στο δάσος με τις οξιές και ο θόρυβος απ’ τον καλπασμό έσβησε. Η Μαρί πλησίασε τον Νικ. Εκείνος ένιωσε τη λαχανιασμένη της ανάσα στο πρόσωπό του, τη ζεστασιά απ’ το κορμί της που ακουμπούσε στο δικό του και το τρέμουλο στα χέρια της ενώ προσπαθούσε να λύσει τα σκοινιά που ήταν δεμένα τα χέρια του. «Τραυματίστηκες;» τη ρώτησε ανήσυχος. «Όχι», τον καθησύχασε. Η φωνή της ήταν αρκετά σταθερή, αλλά ένα μικρό τρεμούλιασμα πρόδινε την αναστάτωσή της. «Πυροβόλησα στο έδαφος. Φοβήθηκα ότι θα χτυπούσα κανέναν αν τους σημάδευα». «Αυτό το νόημα έχει το να οπλοφορείς», της εξήγησε ξερά ο Νικ. «Το ξέρω». Το ράγισμα στη φωνή της ήταν κάτι μεταξύ γέλιου και κλάματος. «Όμως δεν έχω πυροβολήσει ποτέ μου κανέναν και δεν ήθελα ν’ αρχίσω απόψε». Εκείνος θυμήθηκε το βρόμικο τρόπο που είχαν μαχαιρώσει τον Ράσλι και τον είχαν αφήσει να πεθάνει στο δρόμο. Αναρωτήθηκε αν θα της ήταν πιο εύκολο να μαχαιρώσει κάποιον αντί να τον πυροβολήσει, αλλά μετά την αποψινή αντιπαράθεση δεν το πίστευε. Ήταν πολύ ειλικρινής και άμεση η αντίδρασή της και, παρά το θάρρος της, δεν έδειχνε να διαθέτει την πείρα να σκοτώσει εν ψυχρώ. Κάτι σάλεψε μέσα του, κάτι που έμοιαζε με τρυφερότητα για εκείνη, και τον παραξένεψε. «Ήσουν πολύ γενναία», της είπε με θαυμασμό. Εκείνη δεν απάντησε·. Προσπαθούσε ακόμα να λύσει τα δεσμό του και δεν έδειχνε να έχει καταφέρει πολλά πράγματα. «Δεν μπορώ να λύσω αυ-


τούς τους κόμπους», ψέλλισε. Η φωνή της είχε τώρα μια νότα απελπισίας, θαρρείς και ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Σ’ έχουν δέσει τόσο σφιχτά!» «Δε νομίζω ότι με συμπάθησαν ιδιαίτερα», σχολίασε ειρωνικά ο Νικ. Αισθάνθηκε το σκοινί να τεντώνεται και να χώνεται πιο βαθιά στους καρπούς του. Έπνιξε ένα επιφώνημα πόνου. «Με συγχωρείς». Η Μαρί ακουγόταν απίστευτα ταραγμένη τώρα. «Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ». «Μια χαρά τα πας». Ο Νικ κράτησε τη φωνή του σταθερή, ενώ στη δική της διέκρινε την ταραχή και στην ανάσα της, ένα τρεμούλιασμα. Κάτι τη στενοχωρούσε τρομερά, κάτι περισσότερο απ’ το απλό γεγονός ότι τον είχαν δέσει βάρβαρα. Στο μυαλό του ήρθε απρόσμενα η αντίδρασή της όταν ο λόρδος Χένρι αναφέρθηκε στο κυνήγι και στο χλόμιασμα του προσώπου της λες και αντίκριζε μια μακρινή αλλά τρομακτική σκηνή. Με τον ίδιο τρόπο αντιδρούσε και τώρα, λες κι αυτό που την ενοχλούσε δεν ήταν κάτι που συνέβαινε στο παρόν, αλλά κάτι που θυμόταν, κάτι που δεν άντεχε να θυμάται. «Ησύχασε», της είπε. «Τα πας πολύ καλά». Τα τρεμάμενα χέρια της ηρέμησαν λίγο και τελικά τα σκοινιά λύθηκαν. Ο Νικ τέντωσε ανακουφισμένος τους μουδιασμένους μυς των ώμων του. «Α, τι καλά...» Έτριψε ζωηρά τους καρπούς του για να κυκλοφορήσει ξανά το αίμα στα χέρια του. Οι γρατζουνιές που του είχε αφήσει το σκοινί τον έτσουζαν, έδειχναν βαθιές και σκούρες στο φως του φεγγαριού. Η Μαρί δεν είχε κουνηθεί απ’ τη θέση της. Κρατούσε το σκοινί χαλαρά στο χέρι της, αλλά παρατηρούσε τα σημάδια του με πρόσωπο τελείως ανέκφραστο, λες και βρισκόταν στην επήρεια του σοκ. Εκείνος της έπιασε τα χέρια απαλά κι ένιωσε τα ελαφρά ρίγη που τράνταζαν το κορμί της. Ξαφνιάστηκε όταν διαπίστωσε ότι, αν και η βραδιά φαινόταν γλυκιά, τα δάχτυλά της ήταν κρύα, λες και είχε πέσει μια χειμωνιάτικη παγωνιά. «Όλα καλά», την καθησύχασε. «Όχι, δεν είναι όλα καλά!» Ξαφνικά η Μαρί ζωντάνεψε, τα μάτια της πετούσαν σπίθες απ’ το θυμό. «Δεν είναι όλα καλά! Σ’ έδεσαν. Σε τραυμάτισαν!» Ο Νικ ταράχτηκε από την ένταση της στενοχώριας και της οργής της. «Δεν έπαθα τίποτα». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της και για μια στιγμή του φάνηκε ότι είδε τα μάτια της να γυαλίζουν από δάκρυα. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το σώμα της, το αγκάλιασε λες και προσπαθούσε να παρηγορήσει τον ίδιο


της τον εαυτό. Έτρεμε σύγκορμη. «Δεν το αντέχω. Δεν αντέχω αυτό που έκαναν». Η φωνή της ράγισε στα τελευταία της λόγια. Ο Νικ έκανε ένα βήμα μπροστά και την έπιασε μαλακά από τα μπράτσα. «Μαρί», της είπε, «πες μου τι συμβαίνει». Εκείνη γύρισε το κεφάλι της απ’ την άλλη, σαν να ντρεπόταν που την έβλεπε σε στιγμή αδυναμίας. Της χάιδεψε τα χέρια απαλά και την τράβηξε λίγο πιο κοντά του. Το κορμί της ήταν άκαμπτο από την ένταση και στάθηκε ακίνητη μπροστά του, τεντωμένη σαν χορδή τόξου. Αντιστεκόταν στις προσπάθειες του να την παρηγορήσει, τον έκλεινε απέξω. «Δεν καταλαβαίνεις», του είπε. Η φωνή της είχε μια χροιά απόγνωσης. Ακουγόταν συντετριμμένη. «Τότε εξήγησέ μου. Πες μου για να μπορέσω να σε βοηθήσω», την προέτρεψε. Για μια στιγμή είδε στο βλέμμα της την ελπίδα και η καρδιά του χτύπησε δυνατά από προσμονή. Ετοιμαζόταν να του μιλήσει. Επιτέλους θα του εκμυστηρευόταν τα μυστικά της. Σε λίγο θα μάθαινε την αλήθεια... Ύστερα κούνησε το κεφάλι της. Την αισθάνθηκε ν’ απομακρύνεται, να αποτραβιέται. «Δεν μπορώ», ψέλλισε θλιμμένα. «Λυπάμαι... Πραγματικά εύχομαι να μπορούσα...» Κούνησε πάλι το κεφάλι της. «Όχι, δεν μπορώ». Ο Νικ ένιωσε να τον πνίγει η αγανάκτηση επειδή είχε πλησιάσει τόσο κοντά και στο τέλος δεν είχε καταφέρει τίποτα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή απ’ το βάθος του δρόμου κι ένα λεπτό αργότερα ο αμαξάς ερχόταν προς το μέρος τους ασθμαίνοντας, μ’ ένα φανάρι στο χέρι. Δίπλα του έτρεχε ο Τζον Τιγκ. «Φάλκονερ! Κυρία Όσμπορν!» Τα χαρακτηριστικά του ήταν τραβηγμένα, το βλέμμα του γεμάτο αγωνία. «Τι συνέβη; Γύριζα απ’ την Αγροικία Πίκοκ όπου μόλις άφησα τη λαίδη Έστερ...» Σταμάτησε όταν είδε τα σημάδια στους καρπούς του Νικ. «Τι στο δαίμονα...; Τραυματίστηκες, Φάλκονερ;» «Μερικές γρατζουνιές είναι μόνο», του απάντησε ο Νικ. Μιλούσε στον Τιγκ, αλλά κοιτούσε τη Μαρί. «Μας επιτέθηκαν τα Κορίτσια της Γκλόρι». «Τα Κορίτσια της Γκλόρι;» Ο Τιγκ έδειχνε σαστισμένος. Ο Νικ τον είδε να κοιτάζει τη Μαρί, που καθόταν σιωπηλή, με το κεφάλι σκυμμένο. «Μα δεν μπορεί... Θέλω να πω... Τα Κορίτσια της Γκλόρι; Απόψε;» «Ναι, απόψε», είπε βλοσυρά ο Νικ. «Μας λήστεψαν». «Σας λήστεψαν;» επανέλαβε ο Τιγκ. Η φωνή του είχε έναν τόνο δυσπιστίας. «Τα Κορίτσια της Γκλόρι είναι άγγελοι τιμωροί Φάλκονερ. Όχι λη-


στές των δρόμων». «Δεν είχες πει πως σου έκλεψαν το πορτοφόλι δυο βδομάδες πριν έρθω στο Γιόρκσαϊρ;» τον ρώτησε ο Νικ. Περισσότερο αισθάνθηκε παρά είδε τη Μαρί να γυρίζει ανεπαίσθητα και να κοιτάζει τον Τζον Τιγκ, αλλά όταν ο Νικ στράφηκε προς το μέρος της το πρόσωπό της ήταν εντελώς ανέκφραστο. Ωστόσο δε χρειαζόταν τίποτε άλλο. Κατάλαβε ότι ο Τιγκ πρέπει να είχε πει ψέματα για τη ληστεία, ενδεχομένως για τον ίδιο λόγο που είχε προσπαθήσει να τον αποπροσανατολίσει απ’ τις έρευνές του -για να προστατέψει την Έστερ Μπέρι. Κατάλαβε επίσης ότι τόσο αυτός όσο και η Μαρί ήξεραν ότι η συμμορία που τους επιτέθηκε απόψε πρέπει όντως να ήταν τα Κορίτσια της Γκλόρι και τις κάλυπταν. Θυμήθηκε την έκφραση της Μαρί όταν σταμάτησε η άμαξα. Την έκπληξη, το σάστισμα και το φόβο στα μάτια της. Δε συμμετείχε στις εξορμήσεις τους, αλλά μόλις τα κορίτσια τούς επιτέθηκαν κατάλαβε τι έκαναν. Μπορεί να μην τα ακολουθούσε με το άλογο, όπως ο ίδιος υποψιαζόταν αρχικά, αλλά είχε ανάμειξη στις δραστηριότητές τους. Το μόνο που δεν μπορούσε να κατανοήσει ήταν η σφοδρότητα της αντίδρασής της όταν τον ελευθέρωνε απ’ τα δεσμά του. Δεν ήταν προσποιητή και φανέρωνε βαθύτατη οδύνη. Ακόμα και τώρα τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά καθώς πήγαιναν ασυναίσθητα στο κόψιμο στο λαιμό της όπου το αίμα είχε ξεραθεί, σχηματίζοντας μια λεπτή γραμμή. «Πρέπει να πάμε την κυρία Όσμπορν στο σπίτι της, Τιγκ», είπε απότομα ο Νικ. «Έχει τραυματιστεί λίγο. Και νομίζω ότι οι ερωτήσεις μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο». Η Μαρί ανασήκωσε το κεφάλι της, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ο Νικ κατάλαβε ότι είχε διακρίνει την απειλή που έκρυβαν τα λόγια του. Αύριο, σκέφτηκε, θα την έπειθε να του αποκαλύψει τα μυστικά που υπήρχαν μεταξύ τους. Καιρός να δώσει τέλος σ’ αυτή την απάτη. *** «Έστερ!» Η Μαρί ήταν τόσο θυμωμένη, που όρμησε στην κρεβατοκάμαρά της χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Σταμάτησε απότομα βλέποντας τη φίλη της να είναι ξαπλωμένη νωχελικά στο κρεβάτι και να τρώει ό,τι είχε απομείνει από ένα πιάτο με γλυκίσματα. «Θέλω να μιλήσουμε!» συνέχισε εκνευρισμένη. «Τι στην οργή νομίζεις ότι κάνεις; Υποτίθεται πως θα πηγαίνατε στο Στάρμποτον και θα ρίχνατε τους φράχτες του Σάμπσον, όχι ότι θα παριστάνατε τους ληστές σ’ εμένα και στον ταγματάρχη Φάλκονερ!» «Το ξέρω», της απάντησε η φίλη της με το στόμα γεμάτο. «Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να σταματήσουμε εσένα και τον


ταγματάρχη Φάλκονερ στο δρόμο, επειδή δε θα ήξερες τίποτα κι έτσι θα έδειχνες τελείως αθώα...» «Αθώα! Αποτελεσματικό!» Η Μαρί ήταν τόσο οργισμένη που δυσκολευόταν να μιλήσει. «Πρώτα με ξεγελάς και μετά με σημαδεύεις μ’ ένα πιστόλι! Λίγο έλειψε να σε πυροβολήσω!» «Όχι εμένα», της απάντησε η Έστερ. «Τη Λόρα». Εκείνη έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Τη Λόρα! Εννοείς ότι η Λόρα παρίστανε την Γκλόρι; Θεέ και Κύριε! Κόντεψα να σκοτώσω τη δούκισσα του Κόουλ!» «Ήσουν υπέροχη», αναφώνησε η φίλη της με θαυμασμό. «Δεν είχαμε φανταστεί ποτέ ότι θα έπαιζες τόσο καλά το ρόλο σου. Κι αν εσύ δεν αναγνώρισες τη Λόρα στο πρόσωπο της Γκλόρι, τότε είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να την αναγνωρίσει κανένας άλλος». «Λοιπόν», είπε η Μαρί όταν κατάφερε να αναπνεύσει ξανά, «χαίρομαι που έμεινες τόσο ικανοποιημένη απ’ τα αποψινά καμώματά σου!» . Η Έστερ έριξε μια σύντομη ματιά πάνω απ’ τον ώμο της. «Μη φωνάζεις! Θα σ’ ακούσει η Τζέιν. Εκτός αυτού, έχω πονοκέφαλο». «Η Τζέιν είναι στην κουζίνα και μου ετοιμάζει ένα μπάνιο και λίγο φαγητό. Κι εσύ δεν έπρεπε να πιείς τόσο πολύ. Για την ακρίβεια, εκπλήσσομαι που δεν έπεσες απ’ το άλογό σου από το μεθύσι. Ω, Ες...» Ο τόνος της φωνής της άλλαξε. «Τι ανόητη, ηλίθια, βλακώδης ιδέα ήταν αυτή!» «Μπορεί, αλλά δε στέφτηκε με επιτυχία;» Η Έστερ μάζεψε απ’ το πιάτο τα τελευταία τρίμματα απ’ τα γλυκίσματα και τα έβαλε στο στόμα της. «Ήμουν σίγουρη πως αν τα Κορίτσια της Γκλόρι σας έπιαναν όταν ήσαστε μαζί, ο ταγματάρχης Φάλκονερ θα συμπέραινε ότι εσύ δεν έχεις καμιά σχέση με την Γκλόρι και θα σε άφηνε στην ησυχία σου. Γι’ αυτό κανόνισε η Λόρα να είστε οι δυο σας στην άμαξα». «Τι μου λες! Αυτό το κατάλαβα και μόνη μου». «Φυσικά». Η Έστερ την κοίταξε με δέος. «Φυσικά και θα το καταλάβαινες. Σκεφτήκαμε επίσης πως, αν προειδοποιούσαμε και τον ταγματάρχη Φάλκονερ, μπορεί να επέστρεφε στο Λονδίνο και να σταματούσε να καταδιώκει τα Κορίτσια της Γκλόρι». «Εξαιρετικά κακή ιδέα, μια που η υποτιθέμενη προειδοποίησή σας απλώς ενίσχυσε την αποφασιστικότητά του να τις πιάσει! Να σας πιάσει! Ωωω!»Έπεσε βαριά στο κρεβάτι παρ’ όλο που το φόρεμά της ήταν λασπωμένο και γεμάτο περιττώματα από πρόβατα. «Μα τι σου είπα; Σου είπα να μην τραβάς την προσοχή πάνω σου, να μην κάνεις κάτι παράτολμο, να μην προσπαθήσεις να τρομάξεις τον ταγματάρχη Φάλκονερ...»


«Το ξέρω. Είσαι η μόνη λογική ανάμεσά μας». «Αρχίζω να το πιστεύω. Νόμιζα ότι η Λόρα είχε τουλάχιστον λίγο μυαλό, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται είναι εξίσου αυτοκαταστροφική μ’ εσένα». «Είναι θυμωμένη με τον Τσαρλς», τη δικαιολόγησε η Έστερ. «Και θέλει να τον τιμωρήσει με τέτοιο τρόπο; Επιδιώκοντας να τη συλλάβουν;» «Ίσως έτσι κατάφερνε να τον κάνει να την προσέξει». Η Μαρί ξεφύσηξε αγανακτισμένη και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. «Θα την προσέξει αρκετά όταν θα κρέμεται από την αγχόνη!» Πέρασε το χέρι της πάνω από τα μαλλιά της. «Ω. Έστερ... Παίζεις χωρίς να έχεις ιδέα τι κάνεις!» Ο θυμός που έβραζε μέσα της έδωσε τη θέση του σε μια φοβερή ανησυχία. «Η αποψινή βραδιά ήταν τρομακτική», είπε προσπαθώντας να κάνει τη φίλη της να καταλάβει. «Εσύ με τρόμαξες. Όλες σας με τρομάξατε. Όσο για τον ταγματάρχη Φάλκονερ...» Σταμάτησε. «Ο Λένι τον έδεσε πολύ σφιχτά, Ες. Τον πλήγωσε». «Δεν τον συμπαθεί. Είναι προστατευτικός απέναντι σου. Απέναντι σε όλες μας». Η Έστερ δάγκωσε το χείλι της. «Λυπάμαι για το μενταγιόν σου. Η Λόρα δεν ήθελε να σε τραυματίσει. Ήταν πολύ αναστατωμένη. Όμως έπρεπε να είμαστε πειστικές. Θα σου πάρω άλλο, σου το υπόσχομαι...» Η Μαρί κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Να μη μου πάρεις άλλο. Μην το λες θαρρείς και μ’ ένα κόσμημα θα μπορούσαν να διορθωθούν όλα τα στραβά. Δεν έχεις ιδέα». Έπιασε το κεφάλι της. «Τι έκανα, Ες; Δεν έπρεπε να το ξεκινήσω ποτέ. Δημιούργησα ένα τέρας κι αυτό που συμβαίνει πρέπει να σταματήσει». Η Έστερ άφησε στην άκρη το άδειο πιάτο και σηκώθηκε αδέξια από το κρεβάτι. «Δεν καταλαβαίνω! Τα Κορίτσια της Γκλόρι δουλεύουν για καλό σκοπό! Δε βλάψαμε ποτέ κανέναν εκτός απ’ την τσέπη του και την περηφάνια του». Κοίταξε τη Μαρί κατάματα. «Ω, ξέρω ότι το αποψινό ήταν διαφορετικό, αλλά δεν είχαμε σκοπό να σε πληγώσουμε! Δεν μπορεί να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο, σωστά;» . «Ασφαλώς και δεν πιστεύω ότι θα με πληγώνατε σκόπιμα». Το μυαλό της ήταν γεμάτο από εικόνες του Νικ Φάλκονερ, από τα σημάδια στους καρπούς του κι από τις φριχτές, απαίσιες αναμνήσεις που της είχαν ξυπνήσει, αναμνήσεις που αναβίωναν στους εφιάλτες της. Η ένταση της αντίδρασής της όταν είδε τις πληγές του τη φόβισε. Σφιγγόταν το στομάχι της ακόμα και με την ανάμνηση όσων συνέβησαν. Δεν άντεχε να σκέφτεται τον Νικ πληγωμένο. Ο τρόπος που είχε αντιδράσει την ανησυχούσε και δεν μπορούσε καν να το εξηγήσει στην Έστερ.


«Αυτό που κάνουμε είναι λάθος, Ες», ψέλλισε αργά. «Είμαι τόσο ένοχη όσο κι εσείς που επιτίθεστε. Τώρα το καταλαβαίνω. Το είχαμε, πάρει αψήφιστα, αλλά απόψε τρόμαξα απίστευτα». Προχώρησε θλιμμένα προς την πόρτα. «Είμαι πολύ κουρασμένη για να το συζητήσουμε. Θέλω να κοιμηθώ. Όχι...» είπε όταν είδε τη φίλη της να ετοιμάζεται να πει κάτι για να την καθησυχάσει. «Μη μου μιλήσεις μέχρι να ηρεμήσω, διαφορετικά μπορεί να μπω στον πειρασμό να σε καταδώσω. Ειδικά όταν η αμοιβή έχει ανέβει στις πενήντα λίρες!» Σταμάτησε με το χέρι της στο πόμολο. «Όταν ήρθε να μας βρει, ο Τζον Τιγκ είπε ότι μόλις σε είχε αφήσει εδώ, Ες. Ήταν ψέμα;» Τα μάτια της Έστερ φωτίστηκαν. «Ο Τζον; Είπε τέτοιο πράγμα; Να είναι καλά που μας κάλυψε όλες!» «Αυτό σημαίνει ότι ξέρει τι κάνουμε», της εξήγησε υπομονετικά η Μαρί. «Και προφανώς είπε στον ταγματάρχη Φάλκονερ ότι τα Κορίτσια της Γκλόρι τον είχαν ληστέψει πριν από μερικές βδομάδες». Η φίλη της ύψωσε τα φρύδια της. «Αλήθεια; Είναι πολύ πιστός. Δεν πρόκειται να μας προδώσει». «Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν σου αξίζει η αφοσίωσή του, Ες», της απάντησε κουρασμένα η Μαρί. «Καλή σου νύχτα». Βγήκε απ’ το δωμάτιο και προχώρησε στο διάδρομο για να μπει στη δική της κάμαρα. Η Τζέιν της είχε γεμίσει την μπανιέρα με ζεστό νερό αρωματισμένο με πέταλα τριαντάφυλλων. Μ’ έναν μικρό αναστεναγμό, έβγαλε το ροζ φόρεμα και τα εσώρουχά της και βυθίστηκε σ’ αυτό. Το άρωμα που ανέδιδε ήταν γλυκό και χαλαρωτικό. Σιγά σιγά οι πιασμένοι μύες της άρχισαν να ξεμουδιάζουν, το σφίξιμο απ’ το φόβο και τη θλίψη στο στομάχι της να υποχωρεί. Το κόψιμο στο λαιμό της έτσουζε λίγο και το έτριψε αφηρημένα. Δεν είχε αποκαλύψει στην Έστερ ούτε το ένα τέταρτο απ' τα συναισθήματά της. Δεν της είχε πει πως, όταν απειλούσαν να τη δέσουν, η σκέψη και μόνο ότι θα την περιόριζαν της είχε θυμίσει έντονα τον τρόπο που ο Ράσλι την είχε πετάξει στην άμαξά του, κι έτσι είχε φέρει πίσω στο μυαλό της κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια απ’ τους εφιάλτες της. Δεν της είχε πει πως, όταν είδε τις πληγές από τα σκοινιά στους καρπούς του Νικ Φάλκονερ, κυριολεκτικά αρρώστησε και παγιδεύτηκε σε μια ανάμνηση απ’ όπου δεν μπορούσε να ξεφύγει. Όλες οι άμυνές της είχαν αποδυναμωθεί σε σημείο να φτάσει κοντά, πολύ κοντά, στο ν’ αποκαλύψει στον Νικ τα πάντα. Κι αν ο Τζον Τιγκ δεν ερχόταν τη συγκεκριμένη στιγμή, ήταν σχεδόν βέβαιη ότι ο Φάλκονερ θα την πίεζε να του πει την αλήθεια κι εκείνη


δε θα κατάφερνε ν’ αντισταθεί. Σκέφτηκε την ηρεμία στη φωνή του καθώς προσπαθούσε να καθησυχάσει τον πανικό της, την τρυφερότητα του όταν την κρατούσε στα χέρια του, και αναρίγησε. Είχε νιώσει δυο φορές απατεώνισσα ενώ αγωνιζόταν να τον λύσει, δυο φορές ένοχη για την ανάμειξή της στις δραστηριότητες των Κοριτσιών της Γκλόρι -παρ’ ότι δεν ήξερε τίποτα για τη συγκεκριμένη επίθεση- και τόσο θλιμμένη γι’ αυτό που του είχαν κάνει, ώστε δυσκολευόταν να διατηρήσει την ψυχραιμία της για να μπορέσει να τον ελευθερώσει. Όταν την επαίνεσε για το θάρρος της, αισθάνθηκε να κλονίζεται βαθύτατα επειδή, αν και ήξερε την αλήθεια, ήταν πολύ δειλή για να του την αποκαλύψει. Βυθίστηκε πιο μέσα στο νερό κι έτριψε το σώμα της με δύναμη, λες και ήθελε να σβήσει τις μελανές κηλίδες απ’ το μυαλό της. Και σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα, πριν την επίθεση ήταν χωμένη στην αγκαλιά του Νικ και ανταποκρινόταν με προθυμία κι ανυπομονησία στα χάδια του. Τώρα ήταν μπλεγμένοι κι οι δυο στο κουβάρι της, σ’ ένα κουβάρι τόσο μπερδεμένο ώστε δεν ήξερε καν αν θα μπορούσε να το ξεμπλέξει ποτέ. Άκουσε την Έστερ να κατεβαίνει τα σκαλιά και κατάλαβε ότι ετοιμαζόταν να πάει στο Χαφ Μουν, αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση για να τη σταματήσει. Συνέχισε να τρίβει το δέρμα της μέχρι που αυτό κοκκίνισε και το νερό κρύωσε. Μόνο τότε βγήκε απ’ την μπανιέρα, κουλουριάστηκε στο κρεβάτι της και προσπάθησε να κοιμηθεί.


Κεφάλαιο 9 Γαρίφαλο - Φλογερός Έρωτας Η Έστερ ήταν αναστατωμένη. Αισθανόταν ότι είχε απογοητεύσει τους φίλους της. Ήξερε ότι Μαρί είχε ταραχτεί απ’ την επίθεση των Κοριτσιών της Γκλόρι, αλλά δεν καταλάβαινε το γιατί. Το είχαν συζητήσει από πριν με τη Λόρα και είχαν σκεφτεί ότι υπήρχε πιθανότητα να θυμώσει, αλλά δεν περίμενε τέτοια αντίδραση, τόση στενοχώρια. Ήξερε επίσης ότι η Μαρί δεν της είχε αποκαλύψει όλα τα συναισθήματά της -αν και ήταν σίγουρη ότι είχε πληγωθεί. Τώρα ένα χάσμα είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Έπειτα υπήρχε και ο Τζον Τιγκ, τόσο πιστός, τόσο αφοσιωμένος. Την κάλυψε επειδή τη νοιαζόταν, παρ’ όλο που εκείνη τον αντιμετώπιζε με αδιαφορία. Ήταν πολύ καλός για εκείνη, πολύ έντιμος, πολύ κύριος. Δεν της άξιζε η φιλία της Μαρί ούτε η αγάπη του Τζον Τιγκ. Ένιωθε απαίσια για τη συμπεριφορά της και μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να διώξει τη μοναξιά και τη θλίψη της. Ζαλισμένη ακόμα απ’ το ποτό, μπήκε στην ταβέρνα του Χαφ Μουν και είδε όλους τους σταβλίτες και τους εργάτες που ήταν νωρίτερα στο χορό. Καθώς την παρακολουθούσαν, ένιωσε έξαψη κι ενθουσιασμός να την κυριεύουν. Θα χρησιμοποιούσε κάποιον απ’ αυτούς τους πρόθυμους άντρες για να ξεχάσει τη δυστυχία της. Μόνο για κάτι τέτοιο ήταν άξια. «Εσύ», είπε ανέμελα κι έδειξε ένα νεαρό εργάτη που είχε δει στο πανδοχείο την περασμένη βδομάδα. Ήταν γύρω στα δεκαεννιά, γεροδεμένος και μυώδης, με τραχιά χέρια. Το κορμί της ανυπομονούσε να νιώσει αυτά τα χέρια να την αγγίζουν. «Έλα μαζί μου». Ακούστηκαν χοντροκομμένες επευφημίες και κάποιος χτύπησε το νεαρό στην πλάτη. Εκείνος άδειασε την κούπα του μονορούφι και χαμογέλασε καθώς η μπίρα έσταζε απ’ το πιγούνι του και μούσκευε την τουνίκα του. Την Έστερ δεν την ένοιαζε. Όσο πιο άξεστος, τόσο το καλύτερο για εκείνη. Είχε φτάσει ήδη στα μισά της σκάλας όταν ο νεαρός άρχισε να την ακολουθεί. Η Έστερ ποτέ δεν περίμενε τους εραστές της, ποτέ δεν κοιτούσε


πίσω, για να μη σκεφτεί τι πήγαινε να κάνει και διστάσει. Μπήκε στην κάμαρα, στάθηκε μπροστά στο παράθυρο με την πλάτη της στραμμένη προς την πόρτα και χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλά της στον τοίχο. Της φάνηκε ότι ο νεαρός αργούσε να έρθει. Από κάτω ακούστηκε να σπάει κάτι, ύστερα φασαρία και τελικά τα βήματά του στη σκάλα. Βαριά, γρήγορα βήματα, λες και ανέβαινε δυο δυο τα σκαλιά. Η πόρτα έκλεισε, το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά και οι σανίδες του πατώματος έτριξαν κάτω απ’ το βάρος του. «Άργησες», παρατήρησε η Έστερ χωρίς να μπει στον κόπο να γυρίσει προς το μέρος του. «Καλησπέρα, Έστερ», αποκρίθηκε ο Τζον Τιγκ. «Αφού δε σ’ αρέσει ο τρόπος που σε φλερτάρω, σκέφτηκα να το κάνουμε με τον δικό σου». *** «Μίλα μου», την παρότρυνε ο Τιγκ. Βρισκόταν ξαπλωμένος δίπλα στην Έστερ στο κρεβάτι, στηριζόταν στον αγκώνα του κι έσερνε το δάχτυλό του στη σπονδυλική στήλη της μ’ έναν πολύ ερεθιστικό τρόπο. Εκείνη έβγαλε έναν σιγανό, απαλό ήχο παράδοσης κι εξάντλησης, γύρισε ανάσκελα και τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. Ένιωθε το κορμί της βαρύ, αλλά ταυτόχρονα χορτασμένο και γεμάτο ζωντάνια. «Νωρίτερα δεν ήθελες να μιλήσουμε», τον πείραξε. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε, ενώ η παλάμη του σκέπασε το στήθος της και το άγγιγμά του της προκάλεσε ένα ρίγος ηδονής. «Όχι», μουρμούρισε πάνω στο στόμα της. «Και για να είμαι ειλικρινής ούτε τώρα θέλω να μιλήσουμε, αλλά θέλω να σε πάρω απ’ αυτό το μέρος». Σηκώθηκε και μάζεψε τα ρούχα του ενώ η Έστερ έμεινε ξαπλωμένη και τον παρακολουθούσε. Τώρα η ευχαρίστηση άδειαζε από μέσα της κι άρχιζε να την πλημμυρίζει ένα φοβερό αίσθημα ότι όλα θα γίνονταν όπως πριν, ότι όλα τα συναρπαστικά, τολμηρά και πρόστυχα πράγματα που έκαναν ο ένας στον άλλο θα εξαφανίζονταν κάτω απ’ το σάβανο του καθωσπρεπισμού και της τυπικότητας. «Δε θέλω...» άρχισε να λέει, όμως ο Τιγκ γύρισε και τη διέκοψε για πρώτη φορά από τότε που είχαν γνωριστεί. «Το ζήτημα τώρα είναι τι θέλω εγώ, όχι τι θέλεις εσύ, Έστερ». Τα λόγια του την ξάφνιασαν τόσο πολύ ώστε δεν είπε τίποτε άλλο. Ύστερα ο Τιγκ μάζεψε το μανδύα της, τράβηξε τα σκεπάσματα από πάνω της, την τύλιξε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Εκείνη προσπάθησε να του ξεφύγει, αλλά μόλις το έκανε ο μανδύας άνοιξε κι αποκάλυψε τη γύμνια της.


«Άσε με κάτω!» Είχε εξοργιστεί με την αυταρχικότητά του. «Πώς τολμάς;» «Τολμώ πάρα πολλά πράγματα, όπως θ’ ανακαλύψεις σύντομα», της απάντησε ήρεμα εκείνος. «Βαρέθηκα την αδιαφορία σου». Τράβηξε το χέρι του ίσα για να ξεκλειδώσει την πόρτα της κάμαρας, ύστερα κράτησε σφιχτά την Έστερ και τη μετέφερε κάτω. «Μην κουνιέσαι», μουρμούρισε στο αυτί της. «Αλλιώς θα δουν όλοι ότι είσαι γυμνή και, παρ’ ότι έχεις κοιμηθεί με τους μισούς που βρίσκονται εδώ μέσα, δε νομίζω ότι αυτό θα σ’ ευχαριστούσε». Η Έστερ κοκκίνισε από ντροπή. Ο Τιγκ ήξερε τα πάντα για τους εραστές της. Τα πάντα, γενικότερα. Στο καπηλειό επικρατούσε νεκρική σιωπή καθώς τη μετέφερε. Και καρφίτσα να έπεφτε εκείνη τη στιγμή, θα ακουγόταν. Εκείνη κοίταξε γύρω της, είδε τα αχόρταγα βλέμματα των εργατών και των σταβλιτών και πρόσεξε ότι ο νεαρός που είχε διαλέξει αρχικά για να της κάνει έρωτα εκείνο το βράδυ είχε μελανιασμένο μάτι. Βλέποντας την έκφραση της αποστροφής στο πρόσωπο της Τζόσι, έκλεισε τα μάτια της και βόγκηξε πνιχτά. Αισθανόταν βαθιά ταπεινωμένη. Στο παρελθόν παρίστανε ότι δεν την ενδιέφερε. Τώρα πια δεν μπορούσε να προσποιείται άλλο. Ο Τιγκ δεν είπε ούτε λέξη, μόνο άνοιξε την εξώπορτα με μια κλοτσιά. Η Έστερ ένιωσε τον κρύο αέρα της νύχτας στην επιδερμίδα της καθώς την πετούσε σαν σακί με πατάτες στο κάθισμα της άμαξάς του και πρόσταζε τον οδηγό του να ξεκινήσει για το σπίτι του. Στη διάρκεια της σύντομης διαδρομής δε μιλούσε κανείς. Όταν έφτασαν στο Στάρμποτον Χολ, ο Τιγκ τη σήκωσε πάλι στα χέρια του, την πήγε πάνω και την έριξε στο κρεβάτι του. Εκείνη ξετυλίχτηκε απ’ το μανδύα της κι έμεινε ολόγυμνη, με τα χέρια της απλωμένα στο στρώμα. Τον κοίταξε άγρια. Ήταν έξω φρενών που την εξευτέλισε στην ταβέρνα και μπροστά στους υπηρέτες του. Σηκώθηκε και πέταξε από πάνω της το ρούχο, αδιαφορώντας για τη γύμνια της. Γύρισε προς το μέρος του και προσπάθησε να τον κλοτσήσει, να του γρατζουνίσει το πρόσωπο. «Πώς τολμάς να με μεταχειρίζεσαι με τέτοιο τρόπο; Πώς τολμάς;» του φώναξε. «Επαναλαμβάνεσαι, αγαπητή μου. Επαναλαμβάνεσαι». Η φωνή του είχε μια χροιά ευθυμίας. «Καιρός ήταν να τολμήσει κάποιος. Είσαι κακομαθημένη και η συμπεριφορά σου είναι απαράδεκτη». Άπλωσε το χέρι του, την έπιασε απ’ τον καρπό και την τράβηξε τόσο δυνατά που η Έστερ έπεσε στο κρεβάτι μαζί του, πάνω στα γόνατά του.


Την επόμενη στιγμή ένιωσε την παλάμη του να κατεβαίνει με δύναμη στα οπίσθιά της. Η επιδερμίδα της έτσουξε, το ίδιο και η περηφάνια της. Προσπάθησε να σηκωθεί για να γλιτώσει από εκείνο το ανελέητο χέρι που τώρα τη χάιδευε με αργές, κυκλικές κινήσεις. Ήθελε ν’ αντισταθεί στην ερεθιστική αίσθηση που της προκαλούσε κι ανασήκωσε τους γοφούς της για να ξεφύγει, όμως ο Τζον πίεσε τη μέση της με το ένα του χέρι και με το άλλο της έδωσε και δεύτερο χτύπημα και τρίτο και τέταρτο. Το δέρμα της άρχισε να κοκκινίζει και να ζεσταίνεται, η βασανιστική επιθυμία που την έκαιγε την έκανε να θέλει να βογκήξει δυνατά. Όταν τα δάχτυλα του Τζον σύρθηκαν στην ένωση των μηρών της και βρήκαν την υγρή ζεστασιά της, η Έστερ δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα βογκητό προσμονής ανάμεικτης με θυμό. «Κάθαρμα!» σφύριξε μέσ’ απ’ τα δόντια της. Εκείνος συνέχισε το παιχνίδι του κι η Έστερ ζαλίστηκε κι ένιωσε την επιδερμίδα της να έχει πάρει φωτιά. Συστρεφόταν, αγωνιζόταν να του ξεφύγει ενώ ταυτόχρονα η επιθυμία της μεγάλωνε. Τελικά κατάφερε να σηκωθεί στα γόνατά της. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί, το μόνο που ήθελε, ήταν να ικανοποιήσει την ανάγκη του κορμιού της. Ήταν οργισμένη και αβάσταχτα ερεθισμένη. Είχε την αίσθηση ότι, αν ο Τζον δεν την έπαιρνε, θα πέθαινε. Άρπαξε τη ζώνη του παντελονιού του και το άνοιξε, τα δάχτυλά της αναζήτησαν και βρήκαν τη διεγερμένη σάρκα του και προς μεγάλη της ικανοποίηση τον άκουσε επιτέλους να βογκάει. Έβαλε τα πόδια της δεξιά κι αριστερά του και κάθισε πάνω του βίαια. Το βογκητό της έκστασής της πνίγηκε στο φιλί του, οι κινήσεις της ακολουθούσαν τις δικές του, η έντασή τους κλιμακωνόταν ώσπου έφτασαν ταυτόχρονα στην κορύφωση. Ξάπλωσαν ανασαίνοντας λαχανιασμένα, αγκαλιασμένοι πάνω στα τσαλακωμένα σκεπάσματα μέχρι που η Έστερ γύρισε στο πλάι και τον κοίταξε. «Για μεγάλος άνθρωπος τα πας πολύ καλά», παρατήρησε μ’ ένα προκλητικό χαμόγελο στα χείλη της. Την επόμενη φορά που ο Τζον την πήρε, οι κραυγές της ηδονής της αντηχούσαν στους τοίχους του παλιού, σιωπηλού σπιτιού της. *** Ο Νικ Φάλκονερ δεν κοιμόταν. Έμενε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με τα χέρια σταυρωμένα πίσω απ’ το κεφάλι του και κοιτούσε τη σκοτεινιά. Όταν επέστρεψε στο Κόουλ Κορτ, βρήκε να τον περιμένει ένα γράμμα από τον Ντέξτερ Έινστερ. Το πήρε στο δωμάτιό του, κάθισε στο γραφείο


του και το άνοιξε αμέσως. Παραδόξως, ένιωσε να τον κυριεύει πανικός καθώς ξεδίπλωνε το χαρτί, λες κι ένα κομμάτι του δεν ήθελε να μάθει τι έγραφε. Ήξερε ότι η αντίδρασή του είχε κάποια σχέση με τα περίπλοκα συναισθήματα που η Μαρί Όσμπορν του είχε προκαλέσει εκείνο το βράδυ. Όχι τον ερωτικό πόθο και την επιθυμία, αλλά το θαυμασμό του για το θάρρος της και τη δική του προστατευτικότητα απέναντι στην αδυναμία της. Τον είχε εντυπωσιάσει η γενναιότητά της, τον είχε συγκινήσει η θλίψη της και τώρα ήταν εντελώς μπερδεμένος γιατί ήξερε πως, αν και είχε κάποια σχέση με τα Κορίτσια της Γκλόρι, ωστόσο ο φόβος και η στενοχώρια της δεν μπορεί να ήταν προσποιητά. Αναστέναξε βαθιά κι έστρεψε την προσοχή του στο γράμμα. Ύστερα απ’ τις συνηθισμένες ευγένειες ο Έινστερ έμπαινε κατευθείαν στο θέμα: Δε βρίσκω κανέναν με το όνομα Φιλίας ή Φίνιας Όσμπορν στο Τρούρο σύμφωνα με τις ημερομηνίες που μου έδωσες, ούτε στοιχεία για την καταγωγή ή το γάμο της κυρίας Όσμπορν. Υποθέτω πως ή οι πληροφορίες που έχουμε για το σύζυγό της είναι ανακριβείς και ψάχνω σε λάθος μέρος, ή εκείνος δεν υπήρξε ποτέ. Δεν υπάρχουν αρχεία για καμιά κυρία Μαρίνα Όσμπορν στην Κορνουάλη ή οπουδήποτε αλλού πριν το 1800, τότε που αγόρασε το σπίτι στο Πίκοκ Όουκ του Γιόρκσαϊρ. Μοιάζει να ξεφύτρωσε απ’ το πουθενά. Σε παρόμοιες περιπτώσεις που έχω ερευνήσει, το αντικείμενο της έρευνας υιοθετούσε συνήθως πλαστή ταυτότητα και προσωπικότητα, οπότε ήταν αδύνατον να ανατρέξεις στο παρελθόν του αν δε γνώριζες το πραγματικό όνομά του. Οι λόγοι για τους οποίους υιοθετεί κανείς νέα ταυτότητα είναι ή να έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα ή -σε μερικές περιπτώσεις- μια γυναίκα να έχει αποκτήσει ένα παιδί εκτός γάμου ή να θέλει να κρύψει το γεγονός ότι ήταν πρώην ερωμένη κάποιου... Ο Νικ κάθισε πίσω στην καρέκλα του κρατώντας το γράμμα χαλαρά. Δεν είχε σοκαριστεί. Ούτε καν είχε εκπλαγεί. Απλώς είχε συνειδητοποιήσει ότι ήξερε ήδη αυτό που ο Έινστερ τον πληροφορούσε ή ότι τουλάχιστον το υποψιαζόταν, όμως τώρα ευχόταν να μην ήταν αλήθεια. Η Μαρίνα Όσμπορν ήταν ψεύτρα, απατεώνισσα και πολύ πιθανόν εγκληματίας. Ξαναδιάβασε το γράμμα για να πνίξει τα συναισθήματά του. Δεν είχε περισσότερες πληροφορίες εκτός από μια σύντομη παράγραφο στο τέλος: Ο λόρδος Χόκσμπερι μου ζήτησε να σου πω ότι σου μεταβίβασε


όλα τα έγγραφα που ανήκαν στον εκλιπόντα ξάδερφό σου, τον Ράσλι. Τα διάβασε προσεκτικά για το σκοπό της τρέχουσας έρευνάς μας, όμως δε βρήκε τίποτα σχετικό μ ’αυτή κι έτσι κανόνισε να σταλούν στο σπίτι της Ιτον Σκουέαρ. Ο Νικ θυμόταν πόσο είχε δυσαρεστηθεί ο θείος του όταν το σπίτι του στο Λονδίνο γέμισε με τη συλλογή του Ρόμπερτ Ράσλι από γαλλικά πορνογραφικά έντυπα. Τώρα σκεφτόταν πως, κάποια στιγμή, ο ίδιος θα ’πρεπε να ασχοληθεί με την κληρονομιά του από τον Ράσλι, να πετάξει τα άχρηστα και να βάλει τα υπόλοιπα σε μια τάξη. Δεν ήταν καθόλου ελκυστική προοπτική, όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τώρα, αρκετές ώρες αργότερα, παρέμενε ξύπνιος και σκεφτόταν τη Μαρί Όσμπορν. Αποφάσισε ότι την επομένη θα πήγαινε να τη βρει και θα απαιτούσε να μάθει για ποιο λόγο εκείνη χρησιμοποιούσε πλαστή ταυτότητα. Θα της έλεγε ότι είχε αποδείξεις πως ήταν απατεώνισσα. Θα την έκανε να λυγίσει και να του πει την αλήθεια για τη δολοφονία του Ράσλι και τα Κορίτσια της Γκλόρι. Σε μια παρόρμηση πήγε στο γραφείο του κι έβγαλε απ’ το συρτάρι το μικρό πορτραίτο της Άννας στο ασημένιο μενταγιόν με το καπάκι, που έπαιρνε μαζί του παντού. Το σχήμα του ήταν πολύ οικείο, το σκάλισμά του είχε φθαρεί απ’ το πιάσιμο. Το άνοιξε και κοίταξε το πρόσωπό της, όπως είχε κάνει αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Συνήθως η εικόνα της τον παρηγορούσε, όχι απόψε όμως. Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει την Άννα τόσο μακριά του. Τόσο μακριά του θα έφευγε σε λίγο και η Μαρί... Θύμισε στον εαυτό του ότι το μόνο που ήθελε από την αρχή ήταν να μάθει την αλήθεια. Είχε αποφασίσει να πλησιάσει τη Μαρί για να την κάνει να τον εμπιστευτεί, ή τουλάχιστον για να του πει όσα ήθελε να μάθει. Απόψε είχε φτάσει πολύ κοντά στο στόχο του. Αύριο θα ολοκλήρωνε το σχέδιό του. Κι αν ένα κομμάτι του εαυτού του ντρεπόταν για τη σκληρή, υπολογιστική συμπεριφορά του, αρκούσε να του υπενθυμίσει ότι φερόταν έτσι μόνο για χάρη της δικαιοσύνης. Όταν η αλήθεια θα έβγαινε στο φως και θ’ αποδεικνυόταν ότι η Μαρί Όσμπορν ήταν εγκληματίας ή ακόμα και δολοφόνος, η ενοχλητική έλξη που αισθανόταν για εκείνη θα έσβηνε. Θα ’πρεπε να χαίρεται, γιατί αυτό ακριβώς ήθελε. Ωστόσο πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να αποκοιμηθεί. *** Η Λόρα δεν κατάλαβε τι την είχε ξυπνήσει εκείνο το βράδυ. Για μερικές


στιγμές έμεινε ακίνητη στο κρεβάτι της, με το μυαλό της θολωμένο και σαστισμένο απ’ τον ύπνο. Ύστερα ο ήχος ακούστηκε ξανά, ένα σιγανό ξύσιμο από το μπουντουάρ της και... μια πνιχτή βρισιά. Σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα πατώντας στις μύτες των ποδιών της, την άνοιξε λίγο και κοίταξε έξω. Από το άνοιγμα στις κουρτίνες έμπαινε το φεγγαρόφωτο, αλλά πιο ζεστό και δυνατό ήταν το φως που ερχόταν απ’ το κερί στο βοηθητικό τραπέζι. Φώτιζε τους τοίχους με τα πορτραίτα των προγόνων τους, φώτιζε επίσης και το σύζυγό της, που έμοιαζε να ψαχουλεύει στο μπαούλο όπου κρατούσε τις καμιζόλες και τα εσώρουχά της. Για μια στιγμή η Λόρα σκέφτηκε πως είχε ανακαλύψει την αιτία της αδιαφορίας του απέναντι της -τα χέρια του ήταν γεμάτα από αυτά-, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι εκείνος ενδιαφερόταν για την κοσμηματοθήκη της που βρισκόταν στον πάτο του μπαούλου, όχι για τα ρούχα της. Καθώς δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία της, είχε ανοίξει το κουτί μ’ ένα επιφώνημα ικανοποίησης και τώρα σκάλιζε το περιεχόμενό του. Το πανέμορφο περιδέραιο με τα διαμάντια που της είχε χαρίσει ο πατέρας της στο γάμο της άστραψε στο φως του κεριού. Η Λόρα ξαναβρήκε τη φωνή της. «Τι στην οργή κάνεις εκεί, Τσαρλς;» Εκείνος τινάχτηκε λες και τον είχε τσιμπήσει μέλισσα και, την ίδια στιγμή, η Λόρα συνειδητοποίησε πως ήταν η πρώτη φορά που του ζητούσε το λόγο για οτιδήποτε. Έδειχνε σαστισμένος, ξαφνιασμένος και πολύ αναστατωμένος απ’ τον τόνο της. «Γεια σου, γυναίκα μου. Κοιτούσα απλώς...» Η φωνή του έσβησε καθώς το βλέμμα του έπεσε στο κόσμημα που κρατούσε στο χέρι του. Η Λόρα σκέφτηκε με κάποια θλίψη ότι δεν ήταν από τους ανθρώπους που το μυαλό τους έπαιρνε στροφές και έβρισκαν γρήγορα δικαιολογίες. «Ήθελες να δεις αν κρατάω καλά φυλαγμένα τα κοσμήματά μου;» τον ρώτησε. «Ναι!» Ο Τσαρλς άδραξε απελπισμένα τη δικαιολογία που του πρόσφερε. «Φυσικά θα ’πρεπε να φυλάγονται σε θυρίδα στην τράπεζα. Θα ήταν πολύ καλύτερο». «Φυσικά», συμφώνησε η Λόρα ευγενικά. «Όμως έτσι δε θα μπορούσες να παίρνεις τα κομμάτια που χρειάζεσαι. Αναρωτιόμουν πού χάθηκε το ασημένιο μενταγιόν μου με το καπάκι και τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια μου. Θα κατηγορούσα την υπηρέτριά μου, αλλά ξέρω ότι είναι απόλυτα φερέγγυα». Οι ώμοι του έγειραν. «Ω, Θεέ μου... Νόμιζα ότι δε θα το πρόσεχες. Ότι δε


θα σ’ ένοιαζε». «Νόμιζες πως δε θα μ’ ένοιαζε ότι κλέβεις τα κειμήλια της γιαγιάς μου;» Η Λόρα ύψωσε τα φρύδια της. Ένιωθε το αίμα της να βράζει από θυμό και το παράδοξο ήταν ότι απολάμβανε αυτή την αίσθηση. «Πώς το σκέφτηκες, Τσαρλς; Επειδή δεν έκανα ποτέ φασαρία;» Εκείνος σάλευε αμήχανα, μετατοπίζοντας το βάρος του απ’ το ένα πόδι στο άλλο. Έδειχνε τελείως σαστισμένος. Ξαφνικά η Λόρα τον συμπόνεσε. Είχε παντρευτεί μια αριστοκράτισσα, μια γαλαζοαίματη που πίστευε ότι ήταν εξίσου ψυχρή μ’ αυτόν, κι έπειτα από δέκα χρόνια γάμου την έβλεπε να μεταμορφώνεται σε μια απρόβλεπτη γυναίκα έτοιμη να εκραγεί. Την παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού του λες και επρόκειτο για κάποιο άλογο με άστατο χαρακτήρα. «Ηρέμησε, Λόρα», ψέλλισε. Έβαλε το περιδέραιο πάλι στην κοσμηματοθήκη κι έκλεισε απότομα το καπάκι. «Δεν έγινε κάτι κακό». «Πόσα χρωστάς, Τσαρλς;» τον ρώτησε απερίφραστα. Τώρα ξεκαθάριζαν διάφορα πράγματα στο μυαλό της. Οι συχνές απουσίες του συζύγου της, η άρνησή του να τον συνοδεύει, το αχνό σημάδι στον τοίχο εκεί όπου άλλοτε κρεμόταν ένα υπέροχο πορτραίτο ζωγραφισμένο από τον Χόγκαρθ... Στο Σκίπτον δε θα μπορούσε να χάσει στα τυχερά παιχνίδια όλη του την περιουσία χωρίς να το προσέξει κανείς, αλλά στο Λονδίνο υπήρχαν πολύ περισσότερες δυνατότητες. «Πόσα;» τον ρώτησε ξανά κι εκείνος γύρισε γρήγορα το πρόσωπό του απ’ την άλλη. «Σαράντα», μουρμούρισε. «Σαράντα χιλιάδες;» Η Λόρα υπολόγισε πως πρέπει να ήταν τα διπλά. Αυτό σήμαινε ότι δεν είχε παίξει μόνο όλη του την περιουσία, αλλά και την κληρονομιά της. Η φλόγα του θυμού μέσα της φούντωσε, άρχισε να την κατασπαράζει. Όχι ότι ο Τσαρλς χρειαζόταν ν’ αφήσει κάτι στους διαδόχους του, μια που δεν είχε κανέναν, αλλά πόσος καιρός θα περνούσε μέχρι τα οικονομικά του προβλήματα να βγουν στην επιφάνεια; Μπορεί στο Λονδίνο να ήταν ήδη γνωστά, σκέφτηκε, κι αυτός να ήταν άλλος ένας λόγος που δεν την ήθελε εκεί. «Πάρε καλύτερα τα ρουμπίνια της γιαγιάς μου», του πρότεινε. «Αξίζουν περίπου σαράντα χιλιάδες. Έτσι θα κλείσεις για λίγο το στόμα των πιστωτών σου». Ο Τσαρλς την κοίταξε κατάπληκτος. «Να πάρω τα ρουμπίνια; Δεν μπορώ να το κάνω, γυναίκα μου!» Εκείνη ήξερε ότι στο τέλος θα τα έπαιρνε ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν


κορόιδευε τον εαυτό του λέγοντας πως δε θα το έκανε. Οι πίνακες θα εξαφανίζονταν απ’ τους τοίχους, τα κοσμήματα από την μπιζουτιέρα της. Ακόμα και τα έπιπλα μπορεί ν’ άρχιζαν να παίρνουν δρόμο. Και το παράδοξο θα ήταν ότι κανείς από τους δυο τους δε θα έλεγε τίποτα, σκέφτηκε. Δέκα ολόκληρα χρόνια ήταν δυστυχισμένη στο γάμο της και δεν είχε πει λέξη, θα κρατούσε το στόμα της κλειστό για πάντα επειδή έτσι της είχαν μάθει ότι έκαναν οι δούκισσες. Ο σύζυγός της αρνιόταν να της προσφέρει τη χαρά να την πάρει μαζί του στην πόλη, της αρνιόταν την ευχαρίστηση της παρουσίας του κι εκείνη δεν του ζητούσε το λόγο επειδή, όταν τον παντρεύτηκε, ορκίστηκε να τον υπακούει. Ο Τσαρλς μπορεί να λεηλατούσε το σπιτικό τους, να το έγδυνε απ’ οτιδήποτε είχε κάποια αξία κι εκείνη δε θα ’βγάζε τσιμουδιά γιατί ποτέ δεν παραπονιόταν, ποτέ δε ζητούσε εξηγήσεις έτσι ώστε να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Όταν ήταν μόνη στην κάμαρά της, πιθανόν να κοιτούσε το είδωλό της στον καθρέφτη και να την έπνιγε η απελπισία, αλλά ποτέ δε θα του έλεγε πώς αισθανόταν κι εκείνος ποτέ δε θα σκεφτόταν να τη ρωτήσει. Θυμήθηκε την εποχή που είχε πιάσει την Έστερ να φεύγει κλεφτά για να καθοδηγήσει τα Κορίτσια της Γκλόρι. Η ξαδέρφη του Τσαρλς την είχε κοιτάξει τρομοκρατημένη γιατί νόμιζε ότι θα θύμωνε και θα σκανδαλιζόταν τόσο πολύ ώστε θα έφτανε να τις προδώσει. Δεν είχε καταλάβει πόσο τη ζήλευε για την αδιαφορία της για τις συμβάσεις και την τόλμη της. Η Λόρα ανέκαθεν ένιωθε σαν καναρίνι στο κλουβί απέναντι σε μια Έστερ που πετούσε ελεύθερη σαν γεράκι. Αλλά όχι πια. Κοίταξε τον λιγόψυχο σύζυγό της με το τρομαγμένο βλέμμα και κάτι κινήθηκε βαθιά μέσα της... κάτι ράγισε, έσπασε και δεν μπορούσε πια να ξανακολλήσει. «Την επόμενη φορά που θα πας στο Λονδίνο, θα έρθω μαζί σου στο δικηγόρο για να συζητήσουμε για τα χρέη σου και να σκεφτούμε πώς θα τα μαζέψουμε», του είπε. Τον είδε να μορφάζει ακούγοντάς τη να χρησιμοποιεί πληθυντικό, όμως συνέχισε ακάθεκτη: «Θα είναι υπέροχα στην πόλη. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έχουμε πάει ποτέ μέχρι τώρα». Άρχισε να πλησιάζει τον Τσαρλς κι εκείνος έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. «Ίσως ο μπαμπάς να μας δανείσει λίγα χρήματα για να καλύψουμε τους πιο επείγοντες λογαριασμούς», μουρμούρισε σκεφτική. «Θα του το πω». «Ό... όχι!» τραύλισε ο Τσαρλς. «Μην πεις τίποτα στον πατέρα σου!» Εκείνη τον αγνόησε. «Στο κάτω κάτω θ’ ανησυχήσει όταν μάθει ότι αναγκάστηκες να ξεπουλήσεις τα κοσμήματά μου για να πληρώσεις τα χρέη


σου από τον τζόγο». «Λόρα...» Η φωνή του Τσαρλς είχε τώρα μια νότα απελπισίας. «Σε παρακαλώ, μην ανακατεύεις τον λόρδο Μπέρλινγκτον. Δε χρειάζεται». «Ίσως όχι». Η Λόρα χαμογέλασε. «Θα το σκεφτώ. Και τώρα θα σου πρότεινα να γυρίσεις στο κρεβάτι σου. Όλο αυτό το άγχος σού κάνει κακό κι έχουμε ένα σπίτι γεμάτο φιλοξενούμενους που αύριο πρέπει να τους ψυχαγωγήσουμε». «Πράγματι», συμφώνησε εκείνος ανακουφισμένος. «Έτσι είναι, φυσικά. Καληνύχτα, γυναίκα μου». Η Λόρα τον είδε να τρέχει προς την πόρτα κι άκουσε τον ήχο απ’ τα βήματά του να σβήνει στο διάδρομο. Θυμήθηκε το απελπισμένο πάθος που αισθανόταν για εκείνον μέχρι πριν από λίγο καιρό και κούνησε το κεφάλι της με δυσπιστία. Τώρα σχεδόν τον μισούσε. Τον απεχθανόταν. Και η οργή της ήταν τόσο βαθιά που νόμιζε ότι θα εκραγεί, ότι θα σκάσει σαν πυροτέχνημα. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για ν’ απαλλαγεί από το θυμό της. Πήρε το κερί, πήγε στην ντουλάπα κι έβγαλε τα ρούχα της για την ιππασία. *** Λίγο αργότερα, καθώς οι πρώτες αχτίδες της αυγής άρχιζαν να φωτίζουν τον ουρανό πάνω απ’ τους λόφους, η ιδιοκτήτρια του Χαφ Μουν σηκώθηκε από το κρεβάτι της εξαιτίας ενός επίμονου χτυπήματος στην εξώπορτα του πανδοχείου. Κατέβηκε τη σκάλα μουρμουρίζοντας και τράβηξε τους σύρτες, κρατώντας στο ένα της χέρι το κερί και στο άλλο το πιστόλι της. Όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε στο κατώφλι της έναν άγνωστο με μανδύα και μάσκα. «Για όνομα του Θεού!» είπε ύστερα από μια στιγμή και κατέβασε το όπλο της. «Εσείς είστε, κυρία! Νόμιζα ότι τα Κορίτσια της Γκλόρι δε θα έβγαιναν πάλι απόψε». Η Λόρα γέλασε. «Πάω μόνη μου, Τζόσι, για να κάνω αυτό που είχαμε πει αρχικά, να κάψω τις θημωνιές του Σάμπσον. Ήρθα για να πάρω άλογο». Κοίταξε σκεφτική τη φλόγα του κεριού. «Θα χρειαστώ κι έναν αναμμένο πυρσό. Ναι, θα ήταν ωραία πινελιά. Η ιστορία για την Γκλόρι που κάλπαζε το ξημέρωμα στα χωριά μ’ έναν αναμμένο πυρσό στο χέρι θα γίνει σύντομα θέμα συζήτησης σε κάθε πανδοχείο και λέσχη στη χώρα». «Να προσέχετε, κυρία», τη συμβούλεψε η Τζόσι. Το πρόσωπό της είχε μια έκφραση βαθιάς ανησυχίας. «Μερικές φορές νομίζω ότι είστε ακόμα πιο τολμηρή και απ’ τη λαίδη Έστερ». Η Λόρα γέλασε ξανά. «Πολύ πιθανόν, Τζόσι». Έστρωσε τα γάντια της. «Σε


παρακαλώ, θα μου δανείσεις το άσπρο άλογο; Θα δείχνει πιο ωραίο στο φως του δαυλού. Σκοπεύω να κάνω όλο τον κόσμο να θυμάται για πάντα την τελευταία επίθεση της Γκλόρι». *** «Ο Θεός να μας λυπηθεί, κυρία», ανακοίνωσε η Τζέιν στη Μαρί το επόμενο πρωί, όταν της έφερε το τσάι της. «Χτες το βράδυ η Γκλόρι βγήκε μόνη της κι έκαψε τους φράχτες και τις θημωνιές του κυρίου Σάμπσον! Έγινε σάλος στο χωριό, κυρία! Κουβαλούσαν κουβάδες με νερό απ’ το ποτάμι και μέχρι να σβήσουν τη φωτιά δεν είχε μείνει ούτε άχυρο!» «Η Γκλόρι;» Έτριψε τα βαριά απ’ τον ύπνο μάτια της. «Μα νόμιζα...» Σταμάτησε. Η Τζέιν προσπέρασε το κρεβάτι για ν’ ανοίξει τις κουρτίνες. «Ο Φρανκ λέει ότι η Γκλόρι κάλπαζε στο Στάρμποτον σαν άγγελος τιμωρός μ’ έναν πυρσό στο χέρι». Τα μάτια της ήταν δακρυσμένα. «Είπε ότι το άλογο ήταν άσπρο, ότι οι οπλές του πετούσαν σπίθες κι ότι γύρω απ’ το κεφάλι της υπήρχε ένα στεφάνι από φωτιά. Φόβος και τρόμος, ε, κυρία;» «Πραγματικά, φόβος και τρόμος», συμφώνησε χαμηλόφωνα η Μαρί. «Σε παρακαλώ, μου βγάζεις το βαμβακερό πράσινο φόρεμα; Θέλω να δω τι γίνεται στα θερμοκήπια και χρειάζομαι κάτι πρακτικό». «Μάλιστα, κυρία», είπε η Τζέιν, καταλαβαίνοντας ότι ήθελε ν’ αλλάξει θέμα συζήτησης. «Σήμερα δεν έχει τσάι για τη λαίδη Έστερ», πρόσθεσε και οι άκρες των χειλιών της γύρισαν προς τα κάτω σ’ έναν μορφασμό αποδοκιμασίας. «Πάλι δεν είναι εδώ!» «Νομίζω πως πήγε για ιππασία με τον λόρδο Τιγκ». «Ό,τι πείτε». Ο τόνος της καμαριέρας έδειχνε πως, αν η κυρά της πίστευε κάτι τέτοιο, τότε κι εκείνη θα πίστευε οτιδήποτε. «Με χρειάζεστε άλλο;» «Όχι, ευχαριστώ». Όταν έφυγε η υπηρέτριά της, η Μαρί πήρε το φλιτζάνι της, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πλησίασε στο παράθυρο, όπως ακριβώς είχε κάνει το πρωί που ο Νικ Φάλκονερ είχε φτάσει στο Πίκοκ Όουκ. Πέρα στην κοιλάδα, είδε στήλες καπνού να ανεβαίνουν στον ουρανό. Κούνησε το κεφάλι της αργά και κάθισε στο περβάζι του παραθύρου με το φλιτζάνι της στο χέρι. «Αυτό πρέπει να σταματήσει», μονολόγησε σιγανά, αλλά στα χείλη της σχηματίστηκε ένα μελαγχολικό χαμόγελο. «Ωστόσο θα ’θελα να ήμουν εκεί για να το δω. Άκου στεφάνι από φωτιά! Και στοιχηματίζω ότι πήρε σκόπιμα το κάτασπρο άλογο». ***


Στη μικρή τραπεζαρία του Κόουλ Κορτ ο δούκας βουτύρωνε τα αβγά του εκνευρισμένος. Ούτε ο λόρδος Χένρι ούτε η λαίδη Φέι ούτε η κόρη τους είχαν σηκωθεί ακόμα, έτσι ήταν αναγκασμένος να κάθεται και να τρώει μόνος μαζί με τη Λόρα, κάτι που, όπως πρόσεξε η ίδια, του προκαλούσε μεγάλη αμηχανία μετά απ’ τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. «Ο Μπλάκετ λέει ότι εκείνη η Γκλόρι χτύπησε πάλι χτες», ανακοίνωσε ο Τσαρλς εκνευρισμένος. «Έκαψε τους αχυρώνες του Σάμπσον». Τίναξε την εφημερίδα του. «Αίσχος! Είμαι ειρηνοδίκης και θα φροντίσω να τη στείλω στην αγχόνη! Άκουσες, Λόρα; Αυτό δεν το ανέχομαι!» Για μια στιγμή εκείνη αναρωτήθηκε πόσα ήξερε, όμως όταν τον κοίταξε στα μάτια έστρεψε το βλέμμα του αλλού κι έπιασε πάλι την εφημερίδα του. Πάντως δεν πρόκειται να μου ξαναπεί ποτέ τι να κάνω έπειτα από τα χτεσινά, σκέφτηκε. Άπλωσε το χέρι της να πιάσει το βάζο με το μέλι κι έβαλε στο ψημένο ψωμί της μια γενναία ποσότητα. Έπειτα χαμογέλασε πλατιά στο σύζυγό της. «Ασφαλώς, αγάπη μου», μουρμούρισε. «Είμαι σίγουρη ότι θα τη στείλεις στην αγχόνη».


Κεφάλαιο 10 Συκιά - Κρατώ φυλαγμένα τα μυστικά μου «Είμαι πολύ χαρούμενη!» Η Έστερ όρμησε στο διάδρομο τη στιγμή που η Μαρί κατέβαινε τα σκαλιά για να πάρει το πρωινό της. «Ήμουν με τον Τζον όλη τη νύχτα... Μην κατσουφιάζεις, Μαρί. Πρόκειται να παντρευτούμε... και είμαι τόσο ευτυχισμένη που νομίζω ότι θα πεθάνω από τη χαρά μου!» Άρπαξε τη φίλη της απ’ το χέρι και την τράβηξε στο σαλόνι, εκεί όπου η υπηρέτρια άφηνε στο τραπέζι φρέσκο ψωμί, βούτυρο και μέλι. «Θα γίνεις παράνυμφός μου; Η αναγγελία του γάμου θα δημοσιευτεί την επόμενη Κυριακή. Ο Τσαρλς έγινε πολύ φορτικός γιατί έμαθε ότι ήμουν με τον Τζον κι επιμένει να παντρευτούμε το συντομότερο». Αγκάλιασε τη Μαρί σφιχτά. «Ποιος να το φανταζόταν;» «Εγώ, για παράδειγμα», της πέταξε εκείνη χαμογελώντας. «Το μόνο περίεργο είναι ότι εσύ άργησες τόσο πολύ να το καταλάβεις». Η Έστερ κοκκίνισε. «Ήμουν πολύ ανόητη και του φερόμουν απαίσια. Τώρα το καταλαβαίνω. Αλλά ένιωθα μόνη και θλιμμένη...» Το πρόσωπό της συννέφιασε κι έσφιξε πιο δυνατά το χέρι της Μαρί. «Λυπάμαι», ψέλλισε σιγά. Εκείνη αισθάνθηκε το λαιμό της να κλείνει. «Μη λυπάσαι», ψιθύρισε. «Χαίρομαι για σένα, έστω κι αν είναι γραφτό μου να μείνω μια χήρα που θα ζει μόνη της!» Ένιωσε τη μοναξιά να της σφίγγει την καρδιά. Μάντευε τι προσπαθούσε η Έστερ να της πει. Η φίλη της ήξερε ότι η δική της ευτυχία θα έκανε τη Μαρί ακόμα πιο μοναχική. «Θα παραμείνουμε φίλες», τη διαβεβαίωσε η Έστερ κοιτάζοντάς τη με αγωνία. «Και το Στάρμποτον δεν είναι μακριά». «Φυσικά. Και ίσως είναι μια ευκαιρία να προσλάβω για συνοδό μου κάποια σοβαρή κυρία που θ’ αντισταθμίζει τη σκανδαλώδη συμπεριφορά μου!» «Ω, όχι. Μην το κάνεις». Η Έστερ κάθισε κι άπλωσε το χέρι της να πιάσει την τσαγιέρα. «Δε σου ταιριάζει καθόλου». Σταμάτησε κι άφησε απότομα


το σκεύος. «Ω, Μαρί, θέλω τόσο πολύ να είσαι ευτυχισμένη. Θέλω να είσαι τόσο ευτυχισμένη όσο εγώ!» Η Μαρί την κοίταξε. Η Έστερ, η φίλη της, έλαμπε ολόκληρη από αγάπη και τα μάτια της είχαν ένα ονειροπόλο βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε μεγάλη χαρά για την ίδια, αλλά και απίστευτη θλίψη για τον εαυτό της. «Ανυπομονώ να μείνω ξανά στο Στάρμποτον. Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω γιατί δε δέχτηκα νωρίτερα τον Τζον ώστε να μπορέσω να γυρίσω στο σπίτι μου!» «Ίσως επειδή δεν είχες καταλάβει πόσο καλός θα ήταν στο κρεβάτι. Κρίμα, γιατί, αν το είχες συνειδητοποιήσει νωρίτερα, θα είχαμε γλιτώσει απ’ τα ξεφαντώματά σου στο Χαφ Μουν». «Μαρί!» Η Έστερ κοκκίνισε σαν το παντζάρι. «Δεν είναι έτσι;» τη ρώτησε κι ανασήκωσε τους ώμους της. «Υποθέτω πως ναι», παραδέχτηκε η Έστερ και δάγκωσε το χείλι της. «Η συμπεριφορά μου ήταν απαράδεκτη...» «Μην το σκέφτεσαι. Τώρα μπορείς να γίνεις υπόδειγμα ηθικής. Θα είσαι η λαίδη Έστερ Τιγκ του Στάρμποτον Χολ, η Λόρα θα είναι στο απυρόβλητο ως δούκισσα του Κόουλ και η Γκλόρι θα περάσει στην ιστορία ως θρύλος». «Κι εσύ;» Η έκφρασή της φανέρωνε πάλι αγωνία. «Εσύ τι θ’ απογίνεις, Μαρί;» «Μια χαρά θα είμαι», της απάντησε κι αγνόησε το σφίξιμο στο στομάχι της. «Θα αφιερωθώ στις φιλανθρωπίες». «Ίσως είχες δίκιο για τα Κορίτσια της Γκλόρι», μουρμούρισε τότε η Έστερ μ’ έναν αναστεναγμό. «Ο Τζον λέει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών έστειλε τον ταγματάρχη Φάλκονερ για να μας πιάσει. Τότε κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να ξαναβγώ». «Ο Τζον είναι σίγουρος γι’ αυτό;» Η Μαρί ένιωσε την καρδιά της να παγώνει από φόβο. Η κυβέρνηση είχε στείλει τον Νικ Φάλκονερ να συλλάβει τα Κορίτσια της Γκλόρι; Δηλαδή, τα πράγματα ήταν χειρότερα απ’ ό,τι νόμιζε. «Του το είπε ο ίδιος ο ταγματάρχης». Η υπηρέτρια γύρισε και η Μαρί έστρεψε τη συζήτηση στο γάμο και στα προικιά. Το πρόσωπο της Έστερ φωτίστηκε. Άρχισε να λέει ότι θα πήγαινε στο Σκίπτον για να δει νυφικά, ότι δεν είχε αρκετό χρόνο για τις προετοιμασίες και μιλούσε ασταμάτητα, σταματώντας μόνο για να βάλει καμιά μπουκιά στο στόμα της. Αργότερα, αφού η Έστερ έφυγε με ασυνήθιστη βιασύνη για να γυρίσει στο Στάρμποτον Χολ, η Μαρί κάθισε μόνη πίνοντας το δεύτερο φλιτζάνι


καφέ. Ένιωθε μια βαθιά μελαγχολία. Χαιρόταν που έβλεπε την Έστερ τόσο ευτυχισμένη, όμως η ευτυχία της φάνταζε σαν σκληρή αντίθεση με τη δική της κατάσταση. Για μια στιγμή της ήρθε στο μυαλό η εικόνα του Νικ Φάλκονερ, οι δυναμικές, καθαρές γραμμές του προσώπου του, το αυστηρό στόμα του, το διαπεραστικό βλέμμα του. Για μια στιγμή επέτρεψε στον εαυτό της ν’ αναρωτηθεί πώς θα ήταν να περνούσε τη ζωή της μ’ έναν τέτοιον άντρα. Να μοιράζεται μαζί του τις χαρές και τις λύπες, να φέρει στον κόσμο τα παιδιά του, να έχει κάποιον που θα εμπιστευόταν και θ’ αγαπούσε. Ήξερε ότι αυτός ο άντρας δεν ήταν ο Νικ -τουλάχιστον όχι για εκείνη. Ίσως σ’ έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη ζωή... Αναστέναξε κι άφησε κάτω το φλιτζάνι της. Ήξερε ότι ο Νικ θα την αναζητούσε σήμερα. Ύστερα από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας το θεωρούσε αναμενόμενο, αν όχι αναπόφευκτο. Φυσικά θα μπορούσε να το σκάσει ή να κρυφτεί ή ν’ αρνηθεί να τον δει, αλλά στο τέλος δε θ’ άλλαζε κάτι. Εξάλλου είχε κουραστεί να το σκάει και να κρύβεται, να πιστεύει ότι είναι ασφαλής και ν’ ανακαλύπτει τελικά ότι δεν ήταν. Ήξερε ότι ο Νικ θα ζητούσε απαντήσεις. Ότι σήμερα θα ήταν αποφασισμένος να πάρει τις εξηγήσεις που χρειαζόταν για ν’ αποκαλύψει την αλήθεια και ήξερε ότι θα τις απαιτούσε με τον ύπουλο, ανελέητο τρόπο του. Δεν μπορούσε να του τις δώσει. Όσο κι αν ήθελε να τον εμπιστευτεί, όσο κι αν αυτή η ενοχλητική παρόρμηση την προέτρεπε να του μιλήσει. Μια ματιά στο πρόσωπο της Έστερ που ακτινοβολούσε ήταν αρκετή για να την πείσει ότι έπρεπε να προστατέψει τα Κορίτσια της Γκλόρι. Αν του αποκάλυπτε τη δική της ιστορία, θα του επέτρεπε να προσεγγίσει την Έστερ, τη Λόρα και τους υπόλοιπους. Οπότε έπρεπε να σκεφτεί κάποιον τρόπο για να κρατήσει τα μυστικά τους. Σηκώθηκε. Σήμερα ήταν άλλη μια όμορφη μέρα, ιδανική για να την περάσει στους κήπους. Εκεί έβρισκε περισσότερη γαλήνη από οπουδήποτε αλλού, έτσι θα πήγαινε να δουλέψει. *** «Κυρία Όσμπορν;» Ήταν αργά το απόγευμα, οι σκιές είχαν αρχίσει να μακραίνουν και η Μαρί μεταφύτευε στο θερμοκήπιο της βόρειας πλευράς φιντάνια μαντζουράνας. Τινάχτηκε όταν άκουσε τη φωνή του Νικ και γύρισε απότομα, σκορπίζοντας λίγο λίπασμα στο ξύλινο πάτωμα. Ξαφνικά το θερμοκήπιο τής φάνηκε πολύ μικρό και υπερβολικά ζεστό. Ευχήθηκε να είχε ανοίξει μερικές απ’ τις οπές εξαερισμού στην οροφή. Όλα την ενοχλούσαν, η λά-


σπη στα χέρια της και ο ιδρώτας στο μέτωπό της. Τον σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης της χωρίς να σκεφτεί ότι θα λέρωνε το πρόσωπό της. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα κάτω από ένα παλιό μαντίλι και, με το παμπάλαιο, πράσινο βαμβακερό φόρεμα που φορούσε, ήταν σίγουρη πως είχε τα χάλια της. Στην πραγματικότητα είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ο Νικ δε θα ερχόταν να τη δει σήμερα, να ελπίζει ότι μπορεί να την άφηνε στην ησυχία της, ότι δε θα χρειαζόταν να καταφύγει στις μισές αλήθειες και στις διαμαρτυρίες της. Όμως θα ’πρεπε να ξέρει ότι εκείνος δε θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. Εξάλλου τον είχε στείλει ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών για να εξακριβώσει τις συνθήκες του θανάτου του Ράσλι και τη σύνδεσή του με τα Κορίτσια της Γκλόρι. Πρέπει να του πεις ψέματα, της είχε πει η Έστερ στην αρχή, και κάθε μέρα, κάθε ώρα, η έλξη της για εκείνον και η ανησυχητική επιθυμία της να του εκμυστηρευτεί τα πάντα υπέσκαπτε την ικανότητά της να ψεύδεται. Η μαεστρία του φάνταζε για εκείνη ως απειλή. Και παρ’ ότι καταλάβαινε ότι εκμεταλλευόταν τα συναισθήματά της για να πετύχει το σκοπό του, δεν ήταν και άτρωτη απέναντι του. Το προηγούμενο βράδυ στο χορό είχε νιώσει τη δύναμη αυτής της έλξης. Είχε επιτρέψει στον εαυτό της να σκεφτεί το γλυκό ξελόγιασμά του και να θυμηθεί πώς την είχε κρατήσει στο ποτάμι, πώς την είχε φιλήσει. Το κορμί της φλεγόταν από πόθο για εκείνον κι από τη λαχτάρα να διαλύσει τη μοναξιά της με το χάδι του, έτσι όταν την πήρε στην αγκαλιά του στην άμαξα βρέθηκε έτοιμη να του παραδοθεί. Αργότερα όμως, όταν τους επιτέθηκαν τα Κορίτσια της Γκλόρι κι εκείνη συγκλονίστηκε βλέποντας τα σημάδια της βίας στο σώμα του, συνειδητοποίησε πόσο βαθιά ήταν τα τραύματα στην ψυχή της. Γι’ αυτό, δεν μπορούσε ν’ αποκαλύψει ποτέ την πραγματική της ταυτότητα σε κανέναν άντρα. Η ένταση των συναισθημάτων της την είχε μπερδέψει πάντως, γιατί έδειχνε ότι η έλξη της για τον Νικ δεν ήταν απλώς σαρκική, αλλά κάτι πιο βαθύ κι επικίνδυνο. Τώρα εκείνη βρισκόταν παγιδευμένη στο θερμοκήπιο και ο Νικ Φάλκονερ ακουμπούσε στο πλαίσιο της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του, απίστευτα αρρενωπός κι επιβλητικός. Της έκλεινε τη μοναδική έξοδο διαφυγής και την κοιτούσε επίμονα λες και την αξιολογούσε, κάνοντάς τη να αισθάνεται ότι το έδαφος μετακινιόταν κάτω απ’ τα πόδια της. «Ταγματάρχα Φάλκονερ». Καθάρισε το λαιμό της. «Δεν ήξερα ότι ήσαστε εδώ».


«Δεν πέρασα απ’ το σπίτι», της είπε εκείνος. «Ήθελα να σας δω μόνη. Ελπίζω να συνήλθατε απ’ τη χτεσινοβραδινή εμπειρία σας». «Ναι, ευχαριστώ». Η φωνή της ακουγόταν βραχνή και μουδιασμένη, λες και ήταν κανένα άβγαλτο κοριτσόπουλο που η γλώσσα του είχε δεθεί μπροστά σ’ έναν κύριο. Ανασήκωσε πάλι το χέρι της για να τρίψει το μέτωπό της κι ένιωσε το παλιό πράσινο φόρεμα να γλιστράει λίγο απ’ τον ώμο της. Το τράβηξε βιαστικά νιώθοντας ντροπή, όμως το βλέμμα του Νικ είχε προλάβει να δει τον γυμνό ώμο της και η λάμψη του πόθου στα μάτια του άναψε φωτιές σε όλο της το κορμί. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και η καρδιά της φτερούγισε από ένα μείγμα νευρικότητας κι ερωτικής έξαψης. «Περίμενα πολύ καιρό να επιβεβαιωθούν οι υποψίες μου», της είπε. Έκανε άλλο ένα βήμα. Το πίσω μέρος των μηρών της χτύπησε δυνατά στο ράφι του θερμοκηπίου και η Μαρί πιάστηκε απ’ τις άκρες του. «Τι εννοείτε;» Τα λόγια της ακούστηκαν σαν ψίθυρος. Αργά, αδιάφορα σχεδόν, ο Νικ άπλωσε το χέρι του και τράβηξε την άκρη του φορέματος απ’ τον ώμο της. Η κίνησή του ήταν τόσο τολμηρή που η Μαρί αισθάνθηκε λες και την έγδυνε ολόκληρη. Η επιδερμίδα της μυρμήγκιασε στο άγγιγμά του. «Ότι η κυρία Όσμπορν του Πίκοκ Όουκ είναι η επιτομή της αξιοπρέπειας και της ευπρέπειας», της απάντησε. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε επίμονα. «Αλλά τι γίνεται με τη Μόλι, τη γοητευτική πόρνη απ’ το Χεν εντ Βάλτσερ; Κι εκείνη είχε διάσπαρτες φακίδες εδώ...» Το δάχτυλό του σύρθηκε στον ώμο της και η Μαρί ανατρίχιασε. Έκανε μια απότομη κίνηση κι έσπρωξε άθελά της μια απ’ τις μικρές γλάστρες με τις μαντζουράνες. Η γλάστρα έπεσε στο πάτωμα κι έσπασε, σκορπίζοντας χώματα παντού. «Να πάρει η οργή!» αναφώνησε η Μαρί κοιτάζοντας τα κομμάτια. Για μερικά δευτερόλεπτα το μυαλό της σταμάτησε να δουλεύει. Δεν ήξερε ούτε πώς να τον αντικρούσει ούτε πώς να ξεφύγει. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ αργά. Η αντίδρασή της την είχε μαρτυρήσει περισσότερο κι απ’ ό,τι θα προδινόταν με λόγια. «Αυτή η αντίδραση ταιριάζει πιο πολύ στη Μόλι παρά στη Μαρίνα Όσμπορν», παρατήρησε ο Νικ χαμογελώντας. Εκείνη ένιωσε να την κατακυριεύει πανικός, ν’ απειλεί να την πνίξει, «Ταγματάρχα Φάλκονερ...» «Μην κάνετε τον κόπο να το αρνηθείτε, κυρία Όσμπορν». Ξαφνικά η φωνή του έγινε ψυχρή, τρομακτική. «Γιατί ξέρουμε κι οι δυο ότι εσείς ήσα-


στε η γυναίκα που βρισκόταν στο πανδοχείο εκείνο το βράδυ». Έκανε άλλο ένα βήμα προς το μέρος της. «Προσπαθώ να το αποδείξω απ’ τη μέρα που ήρθα στο Πίκοκ Όουκ». Η Μαρί αισθάνθηκε τα γόνατά της να λυγίζουν. Η ζέστη στο θερμοκήπιο έμοιαζε αποπνικτική. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Κούνησε το κεφάλι της. Παρ’ ότι το υποψιαζόταν εξαρχής, τρόμαζε που τον άκουγε να το επιβεβαιώνει τόσο ωμά, να αντικρίζει τελικά τον κίνδυνο καταπρόσωπο. «Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάτε», διαμαρτυρήθηκε. Εκείνος γέλασε. «Ασφαλώς και καταλαβαίνετε. Τι πρέπει να κάνω για να το αποδείξω; Να σας φιλήσω μέχρι να το παραδεχτείτε; Φιλάτε σαν το κορίτσι στο Χεν εντ Βάλτσερ και το ξέρω». Η Μαρί ξεροκατάπιε. «Δε θα το κάνετε». «Θα το κάνω, αν αυτό χρειάζεται για να ομολογήσετε την αλήθεια. Υπάρχει μια ειλικρίνεια στα φιλιά». Τώρα ο Νικ ήταν τόσο κοντά της που μπορούσε να μυρίσει τον καθαρό αέρα στην επιδερμίδα του, ν’ ακούσει την ανάσα του. Έβγαινε ήρεμη και σταθερή, αντίθετα με το μανιασμένο χτύπο της δικής της καρδιάς. Γρήγορα, απελπισμένα, η Μαρί αναλογίστηκε τις επιλογές της. Θα μπορούσε να επιμείνει στην αρνητική στάση της. Ο Νικ θα της έδινε αναβολή. Θα μπορούσε να παραδεχτεί την αλήθεια. Αυτό θα ήταν η αρχή των προβλημάτων της, προβλήματα που ίσως κατέληγαν στην αγχόνη. Θα μπορούσε να τον κεντρίσει, να τον προκαλέσει να τη φιλήσει μέχρι εκείνος ν’ αποδείξει ότι έχει δίκιο. Θα μπορούσε να ενισχύει την άποψή του ότι ήταν ριψοκίνδυνη και έπαιζε τολμηρά... Ύψωσε το πιγούνι της και τον κοίταξε με θράσος. «Πολύ καλά λοιπόναποδείξτε το», τον παρότρυνε. Τον είδε να γουρλώνει τα μάτια του λες και είχε εκπλαγεί. κι αμέσως μετά το βλέμμα του σκοτείνιασε από πόθο κι εκείνη αισθάνθηκε το κορμί της ν’ ανταποκρίνεται με μια έκρηξη επιθυμίας. Ο Νικ έπιασε το πιγούνι της όπως είχε κάνει την πρώτη βραδιά στο πανδοχείο κι έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του. Όταν τα χείλη του πλησίασαν τα δικά της, η Μαρί έκλεισε τα βλέφαρά της. Είχε φανταστεί πως μπορούσε να το κάνει αυτό. Είχε προστάξει τον εαυτό της να καθαρίσει το μυαλό της, να παραμείνει απαθής και ν’ αδιαφορήσει για την αίσθηση του φιλιού του μέχρι να τελειώσει. Όμως δεν ήταν τόσο απλό.


Το στόμα του σκέπασε το δικό της κι η καρδιά της χτύπησε δυνατά καθώς η γλυκιά, απαγορευμένη ηδονή πλημμύριζε το κορμί της σαν κύμα. Ξέχασε πως δεν απολάμβανε τα φιλιά. Με τον Νικ τα πράγματα ήταν αλλιώς. Πάντα ήταν. Ύψωσε το χέρι της για να το ακουμπήσει στο στέρνο του, αλλά η παρόρμησή της να τον κρατήσει σε απόσταση ξεχάστηκε στη στιγμή και συνειδητοποίησε ότι τα δάχτυλά της άδραχναν το πουκάμισό του. Καταλάβαινε ότι έκανε ένα λάθος, ότι έχανε τον έλεγχο, όμως η σαγήνη του φιλιού του διέλυσε τη λογική. Η μυρωδιά του κορμιού του ανακατευόταν με τις γήινες μυρουδιές του θερμοκηπίου και πλημμύριζε τις αισθήσεις της. Θυμήθηκε το φιλί στην ταβέρνα και το άλλο στο ποτάμι, θυμήθηκε τον έντονο πόθο που είχε νιώσει για εκείνον και μεμιάς την πλημμύρισε και την παρέσυρε μια ακαταμάχητη λαχτάρα, μια επιθυμία που της θόλωσε το νου. Αντί να τον σπρώξει, τον τράβηξε πιο κοντά της. Τα δάχτυλά του σύρθηκαν στο λαιμό της και σταμάτησαν στο σημείο όπου χτυπούσε γρήγορα ο σφυγμός της. «Η γεύση σου είναι όπως τη θυμάμαι», μουρμούρισε ο Νικ πάνω στα μισάνοιχτα χείλη της. «Πολύ γλυκιά». «Όχι...» «Ναι». Δάγκωσε το κάτω χείλι της και η Μαρί έβγαλε ένα μικρό βογκητό. Η γλώσσα του βυθίστηκε πάλι στο στόμα της και τη γεύτηκε, προκαλώντας της μια αντίδραση που δεν μπόρεσε να κρύψει. Το χέρι του πήγε πάλι στον ώμο της κι έσπρωξε το πράσινο βαμβακερό φόρεμα για να μπορέσει να φιλήσει τις διάσπαρτες φακίδες στην επιδερμίδα της. Η γλώσσα του χάιδεψε την καμπύλη του ώμου της, η παλάμη του σκέπασε το στήθος της και ο αντίχειράς του κύκλωσε τη σκληρή, ερεθισμένη θηλή της. Η Μαρί ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν κι από μέσα της βγήκε ένα πνιχτό βογκητό. «Λοιπόν», είπε ο Νικ καθώς ανασήκωνε το κεφάλι του, «έχασες». «Όχι». Η Μαρί πήρε με δυσκολία μια βαθιά, τρεμουλιαστή εισπνοή. «Δεν απέδειξες κάτι». «Απέδειξα ότι με φιλάς λες και το θέλεις πραγματικά». Ο αντίχειράς του πέρασε πάλι πάνω απ’ τη θηλή της κι εκείνη ρίγησε. Έπειτα έσκυψε και δάγκωσε τον απαλό λοβό του αυτιού της. «Παραδέξου το, Μαρί», της ψιθύρισε. «Πες μου την αλήθεια». Ο πειρασμός ήταν πολύ μεγάλος. Συνεπαρμένη, διχασμένη, μαγεμένη απ’ το άγγιγμά του, η Μαρί ήθελε να τον εμπιστευτεί. Ποτέ μέχρι τώρα δεν


της είχε φανεί τόσο εύκολη η πορεία προς την αγχόνη. «Δεν έχω να σου πω κάτι», του απάντησε, αγκιστρωμένη ακόμα στα ελάχιστα ίχνη λογικής που της είχαν απομείνει. «Παραδέχομαι ότι με ελκύεις, αλλά τίποτα παραπάνω. Κι αυτό δε θα ’πρεπε να σε εκπλήσσει, αφού δε σταμάτησες να το αναφέρεις και να με βασανίζεις εδώ και τρεις βδομάδες». Ο Νικ γέλασε. Το γέλιο του ήταν ένας σιγανός, αρρενωπός ήχος θριάμβου. Το στόμα του έσμιξε πάλι με το δικό της και τη φίλησε επίμονα, απαιτητικά, βαθιά. «Αναρωτιόμουν πότε θα ξεχνούσες να βάλεις φόρεμα με κλειστό γιακά», μουρμούρισε πάνω στα χείλη της. «Οι φακίδες στους ώμους σου είναι πολύ αισθησιακές. Ανυπομονούσα να τις ξαναδώ. Αν δε μας διέκοπταν εκείνη τη μέρα στο ποτάμι ή χτες το βράδυ στην άμαξα, θα σου είχα βγάλει το φόρεμα για να τις δω». Η Μαρί τραβήχτηκε λίγο πίσω. Ένιωθε τα χείλη της πρησμένα, να τσούζουν απ’ τα φιλιά του. Ακούγοντας ότι το ξελόγιασμά του ήταν σκόπιμο, η καρδιά της μάτωσε. Φυσικά υποψιαζόταν ότι αυτός ήταν ο σκοπός του, αλλά η επιβεβαίωσή του την έκανε να θυμώσει. «Νομίζω ότι με περνάς για κάποια άλλη», του είπε. «Όχι. Δεν κάνω λάθος». Τα χέρια του Νικ στην πλάτη της την κρατούσαν δυνατά, την τραβούσαν πάνω του. Η Μαρί ένιωθε τον ερεθισμό του, και το στομάχι της σφίχτηκε από φόβο κι επιθυμία. «Μπορούμε να παίζουμε αυτό το παιχνίδι για όσον καιρό θέλεις», της ψιθύρισε. «Παραδέχομαι ότι είναι απίστευτα απολαυστικό... όμως δεν πρόκειται να με πείσεις ποτέ». «Κι εσύ δεν πρόκειται να με κάνεις ποτέ να ομολογήσω κάτι που δεν έκανα». «Το ομολόγησες ήδη». Ο Νικ κράτησε τη Μαρί λίγο πιο μακριά και το βλέμμα του έψαξε το πρόσωπό της. «Η αντίδρασή σου όταν σε κατηγόρησα δεν ήταν η αντίδραση μιας αθώας γυναίκας». Εκείνη κοίταξε τα κομμάτια της σπασμένης γλάστρας και το σκορπισμένο χώμα στο πάτωμα του θερμοκηπίου. «Απλώς με τρόμαξες», του απάντησε. «Φυσικά. Και μετά σε προκάλεσα. Και παρ’ ότι ισχυρίστηκες πως δεν καταλάβαινες τι σου έλεγα, δεν ήσουν καθόλου πειστική». Ο Νικ χαμογέλασε. «Για εγκληματίας δεν είσαι καλή ηθοποιός, κυρία Όσμπορν». Η Μαρί φοβόταν πως αυτό ήταν αλήθεια. «Δεν μπορείς, ν’ αποδείξεις τίποτα», επανέλαβε. «Όταν θα μπορείς, τότε


έλα να τα ξαναπούμε. Μέχρι τότε καλή σου μέρα, ταγματάρχα Φάλκονερ». Εκείνος έβαλε τα γέλια. «Με διώχνεις;» «Ασφαλώς. Τι αποδείξεις έχεις;» Τον κοίταξε όσο πιο ψυχρά μπορούσε. «Μερικές φακίδες και την ανταπόκριση σ’ ένα φιλί; Δεν είναι αρκετές». Εκείνος πήρε λίγο απ’ το σκορπισμένο χώμα και το άφησε να γλιστρήσει ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά του. «Ξέρω ότι λες ψέματα», δήλωσε αργόσυρτα. «Ξέρω ότι δεν υπήρξε ποτέ κύριος Όσμπορν». Η καρδιά της χτύπησε τόσο δυνατά που της κόπηκε η ανάσα. Ο πανικός τής έκλεισε το λαιμό. Ο Νικ Φάλκονερ είχε κάνει έρευνες. Ήταν φυσικό. Ίσως γνώριζε πολύ περισσότερα απ’ όσα έλεγε. Ο Ράσλι μπορεί να του είχε πει τα πάντα. Αλλά, μέχρι να της αποκαλύψει πόσα ήξερε, εκείνη δε σκόπευε να μιλήσει. Δεν μπορούσε. Πέντε ζωές εξαρτιόνταν από τη σιωπή της. Πήρε μια βαθιά εισπνοή και προσπάθησε να πνίξει το φόβο της. «Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς», του είπε. «Κι όμως καταλαβαίνεις. Δεν είσαι η κυρία Όσμπορν, η ενάρετη χήρα. Αλλά νομίζω πως γνωρίζουμε κι οι δυο το βάθος της αρετής σου -ή την έλλειψή της. Δε συμφωνείς;» «Τα συμπεράσματά σου βασίζονται μόνο σε μια ζωηρή φαντασία και σε ευσεβείς πόθους, ταγματάρχα Φάλκονερ», του πέταξε όσο πιο σταθερά μπορούσε. «Όπως σου είπα νωρίτερα, αν δεν μπορείς ν’ αποδείξεις τους ισχυρισμούς σου, καλύτερα να φύγεις και να μη με ξαναενοχλήσεις μέχρι να βρεις αδιάσειστα στοιχεία». Η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια της ήταν φορτισμένη με τρομακτική ένταση. Η Μαρί κράτησε την ανάσα της. Ένιωθε το κύμα του πανικού να πλησιάζει όλο και περισσότερο, όμως κατάφερνε ακόμα και το συγκρατούσε. Έπειτα ο Νικ κούνησε το κεφάλι του. «Πολύ καλά», μουρμούρισε και γέλασε κοφτά. «Έχεις απίστευτο θάρρος, σου το αναγνωρίζω». Έκανε μια ψεύτικη υπόκλιση. «Θα ξανάρθω. Την επόμενη φορά που θα με δεις εδώ, δε θα μπορείς ν’ αρνηθείς τίποτα. Καλημέρα... κυρία Όσμπορν». Αφού σιγουρεύτηκε ότι ο Νικ έφυγε, η Μαρί γονάτισε αργά κι άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια της σπασμένης γλάστρας με χέρια που έτρεμαν. Δεν πίστευε ότι εκείνος θα έφευγε. Όμως θα ερχόταν ξανά. Θα ανταποκρινόταν σε κάθε πρόκληση που του απηύθυνε. Μπορεί να ήταν αποφασισμένη, όμως κι εκείνος ήταν ανελέητος και δε θα τον νικούσε. Ήξερε ότι ο χρόνος της τελείωνε. *** Η Μαρί σκεφτόταν τον Νικ Φάλκονερ όλο το υπόλοιπο απόγευμα, στη


διάρκεια του δείπνου και αργότερα, όταν καθόταν στο σαλόνι κι έπινε το τσάι της μόνη, γιατί η Έστερ δεν είχε γυρίσει ακόμα. Συλλογιζόταν τις εναλλακτικές λύσεις της και κατέληξε στο συμπέρασμα πως έπρεπε να φύγει απ’ το Πίκοκ Όουκ γρήγορα κι αθόρυβα, να πάει κάπου όπου ο Νικ Φάλκονερ δε θα την έβρισκε. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που θ’ άλλαζε όνομα. Μπορούσε να κάνει μια νέα αρχή και πάλι. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν κουράγιο. Έτσι τουλάχιστον θα είχε την ελευθερία της και η Έστερ με τους υπόλοιπους θα ήταν ασφαλείς. «Με συγχωρείτε, κυρία». Η Μαρί συνειδητοποίησε ότι η υπηρέτρια είχε μπει στο σαλόνι και περίμενε να την προσέξει. «Βρήκα αυτό κάτω απ’ την πόρτα...» Το κορίτσι κρατούσε ένα γράμμα. «Δεν ξέρω από πότε ήταν εκεί». Η Μαρί το πήρε μηχανικά. «Ευχαριστώ, Μπέτι». «Κυρία». Το κορίτσι υποκλίθηκε κι έφυγε διακριτικά κι εκείνη ξεδίπλωσε το χαρτί κι άρχισε να διαβάζει. Δεν είχε διαβάσει παραπάνω από μερικές λέξεις, όταν κατάλαβε με τρόμο ότι επρόκειτο για άλλο ένα ανώνυμο γράμμα. Το τρίτο. Ανήκεις σ ’ εμένα τώρα που ο Ράσλι είναι νεκρός, και σε θέλω. Αν δεν έρθεις στο περίπτερο του πάρκου, στο αστεροσκοπείο, τα μεσάνυχτα, κάποιοι θα το πληρώσουν ακριβά. Ξέρω τα πάντα για σένα και για τα Κορίτσια της Γκλόρι. Αριστοκράτισσες... Τι τρομερό σκάνδαλο... Μόνο εσύ μπορείς να εξαγοράσεις την ασφάλειά τους, αν μου δοθείς. Η Μαρί μούδιασε ολόκληρη. Θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε νωρίτερα με τον Νικ. Τον είχε διώξει λέγοντάς του να μην την ενοχλήσει ξανά αν δεν είχε να της πει κάτι καινούριο. Τον είχε προκαλέσει και τώρα αντιδρούσε. Ανήκεις σ’ εμένα τώρα που ο Ράσλι είναι νεκρός, και σε θέλω. Το γράμμα πρέπει να ήταν από εκείνον. Ποιος άλλος να το είχε στείλει; Ο Νικ Φάλκονερ ήταν κληρονόμος του Ράσλι. Του ανήκε. Ήταν περιουσιακό στοιχείο του. Το πρώτο γράμμα είχε φτάσει την ίδια μέρα που έφτασε κι εκείνος. Προχώρησε με το πάσο του, έπαιζε παιχνίδια μαζί της και περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Και τώρα αυτή η στιγμή είχε έρθει. Για άλλη μια φορά ένας άντρας τής πρότεινε μια συμφωνία, σκέφτηκε μουδιασμένα. Το μέλλον της οικογένειάς της με αντάλλαγμα τη δική της σκλαβιά. Στην πραγματικότητα, δεν είχε επιλογή. Δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Είχε αγοράσει την ελευθερία τους με το κορμί της.


Τώρα κάποιος την απειλούσε σχεδόν με τα ίδια λόγια και κατάλαβε με μια βαθιά αίσθηση απογοήτευσης ότι αυτός πρέπει να ήταν ο Νικ. Ήξερε τι ήθελε από εκείνη. Της το είχε δείξει απ’ την αρχή. Την ποθούσε και τώρα απαιτούσε να του παραδοθεί. Σκέφτηκε την τελευταία τους συνάντηση, το απόγευμα στο θερμοκήπιο. Της έδωσε την ευκαιρία να του πει την αλήθεια κι εκείνη αρνήθηκε. Τώρα άνοιγε τελικά τα χαρτιά του. Ο Ράσλι του είχε μιλήσει, όπως το φοβόταν. Το παιχνίδι τους είχε τελειώσει και ο Νικ ζητούσε να πάρει ό,τι ήταν δικό του. Θυμήθηκε την Έστερ να λέει ότι ο Τζον Τιγκ της είχε πει πως ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών είχε στείλει τον Νικ. Το οδυνηρό αίσθημα της απογοήτευσής της έγινε πιο βαθύ στη σκέψη ότι ο Φάλκονερ όχι μόνο τη χρησιμοποίησε με την ίδια αναλγησία που την είχε εκμεταλλευτεί ο ξάδερφός του, αλλά ήταν και τόσο διεφθαρμένος ώστε πρόδωσε και τον άνθρωπο που τον έστειλε. Ήταν αξιωματικός του στρατού. Υποτίθεται πως θα ’πρεπε να είναι άμεμπτος. Αλλά είχε αποδειχτεί εξίσου παραδόπιστος με τον Ράσλι. Το ένστικτό της να τον εμπιστευτεί ήταν τελείως λανθασμένο. Ο Νικ ήξερε για τα Κορίτσια της Γκλόρι. Ήξερε τα πάντα για την Έστερ, τη Λόρα, την Τζόσι και τον Λένι. Αυτό ακριβώς φοβόταν η Μαρί εξαρχής και ευχόταν μόνο να μην είναι αλήθεια. Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει στη σκέψη ότι εκείνος είχε τώρα εξουσία ζωής και θανάτου πάνω τους. Δεν τολμούσε ούτε να φανταστεί τι θα μπορούσε να κάνει για να καταστρέψει τις ζωές τους. Η Έστερ, που μόλις είχε βρει την ευτυχία με τον Τζον Τιγκ. Η Λόρα, που κρυβόταν πίσω απ’ το προσωπείο της τέλειας δούκισσας και κατά βάθος βασανιζόταν από τη μοναξιά. Η Τζόσι, που αγωνιζόταν σε όλη της τη ζωή. Την είχαν αποδεχτεί και την είχαν αγαπήσει όταν δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Και τώρα ήταν η μόνη που μπορούσε να σταθεί ανάμεσα σ’ αυτές και στον όλεθρο. Την αρρώσταινε ότι είχε πιστέψει πως ο Νικ Φάλκονερ είχε έρθει στο Πίκοκ Όουκ για να αποδώσει δικαιοσύνη, ότι ήταν έντιμος, αλλά τελικά κατέληξε να προδώσει τις αρχές του μ’ έναν τέτοιο βρομερό εκβιασμό. Το μυαλό της πήγε για μια στιγμή στο πιστόλι που έκρυβε στο συρτάρι του γραφείου της, αλλά κατάλαβε αμέσως ότι μια τόσο δραστική λύση δε θα ωφελούσε σε τίποτα. Θα μπορούσε να σκοτώσει τον εκβιαστή της και να τη γλιτώσει, όμως δεν υπήρχαν εγγυήσεις ότι δε γνώριζε κανένας άλλος το μυστικό. Ο θάνατος του Ράσλι το απέδειξε. Νόμιζε ότι, μετά τη δολοφονία του, θα ήταν ελεύθερη, αλλά ο Ράσλι είχε μιλήσει ήδη για εκείνη στον ξάδερφό του. Ο Νικ ίσως είχε αποκαλύψει το μυστικό σε κάποιον


άλλο. Πάντα θα υπήρχε «κάποιος άλλος». Μια σκλάβα που δραπετεύει μπορεί να τρέχει σε όλη της τη ζωή... αλλά πάντα θα βρίσκεται κι ένας άλλος αφέντης. Σηκώθηκε κι έστρωσε τις φούστες της με κοφτές, νευρικές κινήσεις χωρίς να συνειδητοποιεί καν τι έκανε. Ένιωθε παγωνιά, λες και για άλλη μια φορά είχε ξεριζώσει τα συναισθήματα που είχαν ανθίσει μέσα της στα τελευταία πέντε χρόνια της ελευθερίας της. Το είχε κάνει και στο παρελθόν, τότε που ο Ράσλι της είχε προτείνει τη δική του συμφωνία. Μπορούσε να το ξανακάνει. Μπορούσε να θυσιάσει τον εαυτό της και να γίνει ερωμένη του Νικ για να σώσει όσους αγαπούσε. Κοίταξε το ρολόι... Πέντε λεπτά πριν τις εννιά, αυτό το υπέροχο καλοκαιρινό βράδυ. Είχε τρεις ώρες καιρό για να σκέφτεται πόσο σημαντικό ήταν να σώσει την Έστερ, τη Λόρα και τους άλλους. Δε θα συλλογιζόταν τίποτε άλλο, δε θα αισθανόταν τίποτε άλλο. Η σκλαβιά θα ήταν παιχνιδάκι για εκείνη αφού μπορούσε να κρύβει τον πραγματικό εαυτό της και να μην τον αγγίζει κανείς. Τώρα ανήκεις σ ’ εμένα. Όπως ο Ράσλι, ο Νικ θα εξουσίαζε το κορμί της και θα προσπαθούσε να κατακτήσει και την ψυχή της, όμως ποτέ δε θα κατάφερνε να κάμψει το πνεύμα της. Μόνο που... Η αύρα που έμπαινε απ’ το ανοιχτό παράθυρο την έκανε να ριγήσει. Μόνο που τώρα φοβόταν πολύ πως δε θα μπορούσε ν’ αφήσει τον Νικ απέξω, όπως είχε κάνει με τον ξάδερφό του. Από την πρώτη στιγμή εκείνος είχε καταφέρει να διαλύσει τις άμυνες που είχε χτίσει με τόση προσοχή γύρω της. Από την πρώτη στιγμή ήθελε να τον εμπιστευτεί, να πάρει δύναμη απ’ τη δύναμή του, να είναι μαζί του. Δεν ήταν όπως ο ξάδερφός του. Η Μαρί έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Φυσικά, αυτή ακριβώς ήταν η ψευδαίσθηση. Ο Νικ ήταν όπως ο ξάδερφός του. Της είχε πει εξαρχής ότι την ποθούσε και τώρα ήθελε να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Κι εκείνη έπρεπε να φροντίσει να μη λυγίσει ούτε για ένα λεπτό, να μην του δώσει τίποτα περισσότερο απ’ το κορμί της, γιατί αν τον ερωτευόταν -και φοβόταν πως ήδη είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται- η σκλαβιά της θα ήταν απόλυτη, ένα θέμα συναισθημάτων κι όχι απλώς μια σαρκική σχέση. Έπρεπε να φροντίσει να μην τον αγαπήσει ποτέ. Ποτέ. Ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να του στερήσει. Αργά, πολύ αργά, ανέβηκε στην κάμαρά της να προετοιμαστεί για τη συνάντησή τους.


Κεφάλαιο 11 Δίκταμο – Πάθος Εκείνο το βράδυ κανείς δεν έδειχνε να έχει διάθεση να μείνει παραπάνω στο δείπνο. Ο Τζον Τιγκ δικαιολογήθηκε πως έπρεπε τάχα να γυρίσει στο Στάρμποτον για να μιλήσει με τον επιστάτη των κτημάτων του, ο λόρδος Χένρι Κόουλ παραπονέθηκε για την ποδάγρα του και είπε ότι σκόπευε να πέσει για ύπνο νωρίς, ο Τσαρλς δεν πρότεινε στον Νικ να πιούν ένα ποτό όπως πάντα, αλλά κλείστηκε μόνος στο γραφείο του. Μια που η βραδιά ήταν ξάστερη και γλυκιά, ο Νικ σκέφτηκε να κάνει έναν περίπατο στους κήπους πριν αποσυρθεί κι αυτός. Καθώς προσπερνούσε τους στάβλους, του φάνηκε πως είδε το λόρδο Χένρι Κόουλ. Είχε θεραπευτεί ως εκ θαύματος από την ποδάγρα του, διέσχιζε στα μουλωχτά το πάρκο με τα ελάφια και κοιτούσε κάθε τόσο πάνω απ’ τον ώμο του για να σιγουρευτεί πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς. Λίγο αργότερα, όταν ο Νικ σταμάτησε στον καταρράκτη για να απολαύσει το θέαμα του νερού που έμοιαζε με λιωμένο ασήμι στο φως του φεγγαριού, του φάνηκε επίσης ότι είδε τη σκιά ενός άντρα που καραδοκούσε πίσω απ’ τους θάμνους. Σταμάτησε κι αφουγκράστηκε, αλλά, επειδή δεν άκουσε τίποτα, σκέφτηκε πως όλα αυτά ήταν δημιούργημα της φαντασίας του καν συνέχισε προς το αστεροσκοπείο. Αυτό το μικρό περίπτερο σε σχήμα αστεριού ήταν χτισμένο σ’ ένα χαμηλό ύψωμα κι έβλεπε προς το σιντριβάνι όπου είχε δει να λούζεται η Μαρί Όσμπορν, τη βραδιά που έφτασε στο Πίκοκ Όουκ. Τώρα, λες και ξαναζούσε εκείνη τη στιγμή, η καρδιά του φτερούγισε όταν είδε τη Μαρί ν’ ακουμπάει στα κάγκελα, στην ξύλινη κουπαστή, και να αγναντεύει το σιντριβάνι. Φορούσε ένα αραχνοΰφαντο φόρεμα που έμοιαζε διάφανο στο φως του φεγγαριού, ενώ τα χέρια και οι ώμοι της έμεναν γυμνά. Απ’ το μεσημέρι που είχαν συναντηθεί δεν είχε πάψει να τη σκέφτεται. Οι σκέψεις του ήταν ανάμεικτες με αναμνήσεις απ’ το προηγούμενο βράδυ, από το θάρρος που εκείνη είχε επιδείξει στην επίθεση της συμμορίας, από τη θλίψη της όταν πάσχιζε να λύσει τα σκοινιά με τα οποία ήταν δε-


μένα τα χέρια του. Όσο περισσότερο τη σκεφτόταν τόσο λιγότερο μπορούσε να διαχωρίσει το ένστικτό του απ’ τις υποψίες του και τα ψέματα. Ήξερε ότι ήταν ψεύτρα, ωστόσο του έδινε την εντύπωση ότι κάτι την ανησυχούσε τρομερά. Το μεσημέρι τον είχε διώξει με μια ψυχρότητα που διέψευδε την απελπισία που εκείνος είχε διακρίνει κάτω απ’ την επιφανειακή ηρεμία της. Ίσως διατηρούσε ψευδαισθήσεις. Ίσως ήταν ανόητος και τον είχε παραπλανήσει εκείνο το κομμάτι της ανατομίας του που σίγουρα δε σκεφτόταν, αλλά ένιωθε. Ίσως ήθελε απλώς να την απαλλάξει, επειδή την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του και την ποθούσε όσο δεν είχε ποθήσει ποτέ του άλλη γυναίκα. Ίσως η επιθυμία επισκίαζε την κρίση του. Όλα αυτά μπορεί να ήταν αλήθεια, ωστόσο το πεισματάρικο ένστικτό του δεν έλεγε να υποχωρήσει. Έτσι αποφάσισε να πάρει ένα τεράστιο ρίσκο: να της πει τα πάντα. Να της αποκαλύψει γιατί είχε έρθει στο Πίκοκ Όουκ, τι ακριβώς γνώριζε για εκείνη, ν’ ανοίξει όλα τα χαρτιά του, να την πιέσει να τον εμπιστευτεί και να του πει την αλήθεια. Και σκέφτηκε πως τώρα ήταν η καταλληλότερη στιγμή. Ανέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στη βεράντα του περιπτέρου. *** Η Μαρί είχε πάει στο περίπτερο, που η ίδια είχε σχεδιάσει, από τις έντεκα. Ήξερε ότι ήταν πολύ νωρίς, όμως η αγωνία της δεν την άφηνε να ησυχάσει. Δεν ήταν κανείς εκεί. Το δωμάτιο που είχε σχεδιαστεί για να λειτουργήσει ως καταφύγιο της Λόρα και του Τσαρλς ήταν λουσμένο στο φως της πανσελήνου. Η αρχική ρομαντική ιδέα έμοιαζε τώρα με ειρωνεία, γιατί η Μαρί ήξερε ότι όχι μόνο η Λόρα και ο Τσαρλς δε θα κάθονταν ποτέ να κοιτάξουν τα αστέρια μαζί, αλλά και ότι ο συγκεκριμένος χώρος έμελλε να γίνει το σκηνικό για τη δική της αποπλάνηση -όχι με τον τρόπο που θα ήθελε. Ποτέ με τον τρόπο που θα ήθελε. Βγήκε απ’ το ήσυχο δωμάτιο και στάθηκε στη βεράντα με το λευκό κιγκλίδωμα. Μπροστά της ήταν το σιντριβάνι -και το απαλό θρόισμα της υδάτινης επιφάνειας ακουγόταν δυνατά μες στη νύχτα. Μακριά στο δάσος ακούστηκε η κραυγή μιας κουκουβάγιας. Η Μαρί αναρίγησε καθώς η αύρα χάιδεψε την επιδερμίδα της. Επειδή ήξερε τι ρόλο θα έπαιζε, είχε διαλέξει ένα φόρεμα σε απαλό κίτρινο χρώμα με βαθύ ντεκολτέ και κοντά μανίκια. Ήξερε ότι δεν ήταν το κρύο αυτό που την έκανε να ανατριχιάζει, γιατί η βραδιά ήταν ζεστή, αλλά η νευρικότητα και η προσμονή της. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν βήματα στην ξύλινη σκάλα, οι σκιές άλλαξαν σχήμα κι ένας άντρας προχώρησε στη βεράντα προς το μέρος της.


Ήταν ο Νικ Φάλκονερ. Η καρδιά της χτύπησε λίγο πιο δυνατά, αλλά την ίδια στιγμή αισθάνθηκε απελπισία και θλίψη. Η παρουσία του εκεί επιβεβαίωνε ότι επρόκειτο για τον άνθρωπο που την εκβίαζε, τον κτήτορά της. Το φως του φεγγαριού έπεσε στο πρόσωπό του. Το βλέμμα του φαινόταν άγρυπνο, αινιγματικό. «Το φαντάστηκα πως θα ήσουν εσύ, αλλά ήλπιζα...» Η Μαρί σταμάτησε. Τι νόημα θα είχε να του έλεγε τώρα ότι ήλπιζε να έκανε λάθος, ότι ήλπιζε να ήταν καλύτερος απ’ τον ξάδερφό του; Δεν είχε σημασία τι σκεφτόταν. Αισθανόταν παγιδευμένη. Του ανήκε. Αναρίγησε ξανά. Οι αναμνήσεις αργοσάλευαν στο μυαλό της όπως οι τούφες της καπνιάς στους τοίχους, δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν όσο κι αν προσπαθούσε να τις διώξει. Ο Νικ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Γιατί το φαντάστηκες πως θα ήμουν εγώ;» τη ρώτησε. «Επειδή είσαι ξάδερφος του Ράσλι», του απάντησε. Σκέφτηκε πως, αν έβλεπε το ζήτημα πρακτικά και διατηρούσε την ψυχραιμία της, θα τα κατάφερνε. Μπορούσε να πνίξει όλα τα συναισθήματά της και να ξεχάσει το παρελθόν. Το είχε ξανακάνει. Όποτε την ακουμπούσε ο Ράσλι, διαχώριζε το μυαλό της απ’ το κορμί της, κι έτσι, παρ’ όλο που εκείνος νόμιζε ότι ήταν δική του, στην πραγματικότητα δεν την είχε κατακτήσει ποτέ. Κοίταξε το σκοτεινό πρόσωπο του Νικ και ο λαιμός της έκλεισε απ’ τον πανικό. Δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να κάνει το ίδιο με αυτό τον άνθρωπο. Το άγγιγμά του διέλυε, υπέσκαπτε από την αρχή τις άμυνές της. Κυριαρχούσε στις σκέψεις της. Δεν ήξερε αν μπορούσε να τον κρατήσει μακριά της, αλλά θα προσπαθούσε. Έπρεπε να χρησιμοποιήσει κάθε τέχνασμα που είχε μάθει για να μην καταλάβει πόσο ευάλωτη αισθανόταν, πόσο ευάλωτη την έκανε εκείνος να αισθάνεται. Μπορεί να του ανήκε, αλλά δε θα του έδειχνε συναίσθημα. Ήταν σκλάβα, ωστόσο δε θα του επέτρεπε ποτέ να κάνει δική του και την ψυχή της όπως το σώμα της. «Είσαι κληρονόμος του», συνέχισε εκείνη. «Όταν πήρα το γράμμα σου, κατάλαβα ότι σου είχε μιλήσει για εμένα. Ότι σου είχε πει ποια είμαι και πού θα μ’ έβρισκες». Η Μαρί σταμάτησε. Ο Νικ, που είχε αρχίσει να την πλησιάζει, έμεινε ακίνητος, αλλά δε μίλησε. Εκείνη αναλογίστηκε πάλι το γράμμα. Το πιο επείγον, το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν να τον πείσει να της ορκιστεί ότι θα κρατούσε το λόγο του. «Υπόσχεσαι ότι θα τηρήσεις τη συμφωνία που ανέφερες στο σημείωμά


σου;» τον ρώτησε. «Αν σου δώσω αυτό που θέλεις, θα κρατήσεις το λόγο σου;» Το πρόσωπο του Νικ έμενε ακόμα στο σκοτάδι. «Φυσικά. Θα τον κρατήσω», είπε απλά. Εκείνη δεν τον εμπιστευόταν -ασφαλώς και δεν τον εμπιστευόταν-, αλλά δεν είχε επιλογή. Πριν από επτά χρόνια ο Ράσλι είχε κάνει μια ανίερη συμφωνία μαζί της. Τώρα ο ξάδερφός του διαπραγματευόταν κάτι ανάλογο. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν η ασφάλεια της Έστερ, της Λόρα και των άλλων. Έπρεπε να προστατέψει τα μόνα πρόσωπα για τα οποία νοιαζόταν πραγματικά, εκείνα που την είχαν αγαπήσει και της είχαν συμπαρασταθεί. Έπρεπε να τους σώσει. «Αν αθετήσεις την υπόσχεσή σου...» Σταμάτησε για λίγο. Ο λαιμός της είχε κλείσει απ’ τη συγκίνηση και δεν μπορούσε να συνεχίσει. «Αν δεν τηρήσεις τη συμφωνία, θα σε κάνω να το πληρώσεις». Ο Νικ προχώρησε στο φως του φεγγαριού. «Με τι τρόπο; Θα με σκοτώσεις όπως σκότωσες τον Ράσλι;» «Δεν τον σκότωσα», δήλωσε κατηγορηματικά η Μαρί. Ήξερε ότι λέγοντας κάτι τέτοιο ήταν σαν να παραδεχόταν πως εκείνη ήταν το κορίτσι στο Χεν εντ Βάλτσερ, όμως τώρα πια δεν είχε σημασία. Τίποτα δεν είχε σημασία τώρα πια. Εκείνος σάλεψε. «Μίλησέ μου... Πες μου τι έγινε στο πανδοχείο τη βραδιά που πέθανε ο Ράσλι». Η Μαρί πήγε στην κουπαστή κι ακούμπησε πάνω τα χέρια της. Γιατί όχι; Γιατί να μην του έλεγε την αλήθεια; Βρισκόταν ήδη στο έλεός του. Και είχε κουραστεί να σηκώνει ολομόναχη το βάρος της σιωπής και του παρελθόντος της. Τον ένιωσε να πλησιάζει και να στέκεται από πίσω της, όμως δε γύρισε. «Δεν τον σκότωσα», είπε ξανά. «Δεν το έκανα εγώ». «Τότε ποιος το έκανε;» «Δεν ξέρω. Ο Ράσλι μου είχε μηνύσει να τον συναντήσω εκεί. Είχα νοικιάσει δωμάτια στο τέλος του δρόμου για να μπορέσουμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως. Του είπα να με ακολουθήσει και βγήκα έξω πρώτη». «Η περούκα και η μάσκα σου βρέθηκαν κοντά στο πτώμα του». «Τα πέταξα στο δρόμο. Δε μου χρησίμευαν πλέον. Ο Ράσλι ήξερε ποια ήμουν». «Επειδή ήσουν ερωμένη του;» «Φυσικά. Πήγα μεταμφιεσμένη μόνο και μόνο επειδή δεν ήθελα να με δει κανένας άλλος».


Έγινε μια μικρή παύση. «Και γιατί με ψάρεψες εκείνο το βράδυ;» ρώτησε ο Νικ. «Γιατί διακινδύνευσες να εκτεθείς;» Η Μαρί ανασήκωσε τους ώμους της. «Ένιωθα άβολα να κάθομαι στην ταβέρνα μόνη μου. Αν ήξερα ποιος είσαι...» «Ναι;» «Δε θα σε είχα διαλέξει». Δεν ήταν αυτή όλη η αλήθεια. Η Μαρί ήξερε πως κάτι την είχε τραβήξει στον Νικ εκείνο το βράδυ, αλλά δεν μπορούσε να του το πει. Ήταν το πρώτο από τα πολλά μυστικά που έπρεπε να κρατήσει για να μην του επιτρέψει να τρυπώσει στις πιο μύχιες σκέψεις της, να τον εμποδίσει να καταλάβει πώς αισθανόταν τώρα. Μπορούσε να του αναφέρει γεγονότα μένοντας τελείως απαθής, αλλά δεν ήθελε να του αποκαλύψει την ουσία της. Κάτι τέτοιο θα την αποδυνάμωνε, θα της προκαλούσε αβάσταχτο πόνο. Θα τον άφηνε να την πλησιάσει υπερβολικά. Όσο δυνατό ήταν νωρίτερα το ένστικτό της να τον εμπιστευτεί, τόσο δυνατή ήταν τώρα η επιθυμία της να τον κρατήσει σε απόσταση. Τον άκουσε ν’ αναστενάζει. «Τότε δεν ήξερα ότι ο Ράσλι σου είχε μιλήσει για μένα», του είπε. «Μόνο όταν ήρθες στο Πίκοκ Όουκ και άρχισα να παίρνω τα ανώνυμα γράμματα συνειδητοποίησα ότι γνώριζε και κάποιος άλλος ποια είμαι». Γύρισε ελαφρά το κεφάλι της. «Γι’ αυτό δεν ήσουν στην ταβέρνα εκείνο το βράδυ;» «Πήγα να συναντήσω τον Ράσλι», της απάντησε ο Νικ. Η Μαρί ένιωσε το στομάχι της ν’ ανακατεύεται. Ήξερε καλά τον Ράσλι, μπορούσε να φανταστεί τι αισχρά παιχνίδια είχε σχεδιάσει για τη βραδιά εκείνη. Θα είχε προσκαλέσει τον ξάδερφό του για να διασκεδάσουν με την πρώην ερωμένη του, που την εκβίαζε. Σχεδόν άκουγε την κυνική φωνή του να την προστάζει να τον ικανοποιήσει, ενώ ο ξάδερφός του θα παρακολουθούσε, να την αναγκάζει να κάνει πράγματα βγαλμένα απ’ τους εφιάλτες της. Μόνο που δεν έβαλε τα χέρια της στ’ αυτιά της για να διώξει τον απόηχο της φωνής του, που ακουγόταν σαν από φάντασμα. Οι αναμνήσεις ήταν αβάσταχτες... Ο Νικ ακούμπησε στο μπράτσο της κι εκείνη τινάχτηκε λες και την είχε κάψει. «Δηλαδή ισχυρίζεσαι ότι κάποιος τον μαχαίρωσε ενώ σε ακολουθούσε;» τη ρώτησε. Εκείνη τραβήχτηκε κι έτριψε ασυναίσθητα το σημείο όπου την είχε αγγίξει το χέρι του. «Του είπα να καθυστερήσει λίγα λεπτά πριν με ακολουθήσει. Πήγα στο


δωμάτιο και περίμενα, αλλά δεν ήρθε. Ύστερα άκου- σα στο δρόμο φασαρία και φωνές. Κατάλαβα ότι κάτι είχε γίνει, έτσι...» «Έτσι το έβαλες στα πόδια». Η φωνή του ήταν ανέκφραστη, όμως η Μαρί πήρε στάση άμυνας. «Ναι», παραδέχτηκε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Φοβήθηκα. Οι υποψίες θα έπεφταν πάνω μου...» «Φυσικά. Ένας καβγάς μεταξύ εραστών». «Κάποτε ήμαστε εραστές». Και μόνο που αναφερόταν με τέτοιο τρόπο σ’ αυτό που υπήρχε ανάμεσα σ’ εκείνη και στον Ράσλι, αρρώσταινε... γιατί ο έρωτας δεν είχε καμιά σχέση. «Είχαμε γνωριστεί πριν από πολύ καιρό». «Πόσον καιρό;» «Επτά χρόνια». «Και πώς χωρίσατε; Γιατί τον άφησες;» Η Μαρί ένιωσε τον κίνδυνο να κοντοζυγώνει. Ήξερε πως δεν μπορούσε να πει στον Νικ την αλήθεια. Αν του έλεγε ότι το είχε σκάσει από κοντά του, θα ζητούσε να μάθει το γιατί. Έπειτα ήταν και τα χρήματα που είχε κλέψει. Η κλοπή ήταν σοβαρότατο έγκλημα· και το γεγονός και μόνο ότι είχε κλέψει τον Ράσλι θα την οδηγούσε με βεβαιότητα στην αγχόνη. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως, αν άρχιζε ν’ αποκαλύπτει τα μυστικά εκείνης της τρομερής βραδιάς, δε θα μπορούσε να κρύψει τα συναισθήματά της, να εμποδίσει το παρελθόν να εισβάλει στις σκέψεις της. Όλες εκείνες οι μισητές, φριχτές εικόνες θα ορμούσαν στο μυαλό της σαν φουσκωμένο ποτάμι και θα σάρωναν τα πάντα στο πέρασμά τους. Εκείνη τις κρατούσε κλειδωμένες σε κάποια σκοτεινή γωνιά του νου της όπου κανείς δεν μπορούσε να τις φτάσει, όμως τώρα οι κλειδαριές και τα μάνταλα έμοιαζαν πολύ σαθρά, πολύ ψεύτικα. Ο Νικ πλησίαζε. Η ήρεμη επιμονή του ήταν επικίνδυνη. Η Μαρί είχε την αίσθηση πως όλα όσα είχε αγωνιστεί να ξεχάσει κινδύνευαν τώρα να διαρρεύσουν. Όλα όσα είχε προσπαθήσει να ξαναχτίσει απειλούνταν. Η ζωή της, ο ίδιος της ο εαυτός, θα κατέρρεε μπροστά στα μάτια της. Κοίταξε το κενό και την έπιασε τρόμος. Δεν μπορούσε ν’ αφήσει να συμβεί αυτό. Έπρεπε να πει ψέματα. «Δε σου είπε πώς χωρίσαμε;» Κράτησε την ανάσα της, ελπίζοντας ότι ο Ράσλι ήταν πολύ ματαιόδοξος για να έχει πει στον ξάδερφό του ότι η ερωμένη του τον είχε κλέψει και το είχε σκάσει. «Όχι», της απάντησε ο Νικ. «Μου είχε μιλήσει ελάχιστα για σένα». «Ω». Η Μαρί ανακουφίστηκε αφάνταστα ακούγοντας ότι δεν ήξερε πολλά, κι έτσι θα μπορούσε να κρατήσει τα φοβερά μυστικά της θαμμένα εκεί όπου ήταν η θέση τους. «Με εξαγόρασε, ταγματάρχα Φάλκονερ. Ήταν πο-


λύ γενναιόδωρος». Ακολούθησε σιωπή. «Σου πρόσφερε χρήματα για να φύγεις;» Για μια στιγμή η Μαρί διέκρινε στη φωνή του μια έντονη δυσπιστία και φοβήθηκε πως θα την αμφισβητούσε. Ύστερα ο τόνος του άλλαξε, έγινε πιο ουδέτερος. «Κατάλαβα...» είπε. «Δεν ήξερα ότι ο Ράσλι ήταν τόσο μεγαλόψυχος απέναντι στην πρώην ερωμένη του». «Το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο είχε ατονήσει», συνέχισε εκείνη ανέκφραστα. «Είμαι βέβαιη ότι ξέρεις από τέτοια, ταγματάρχα Φάλκονερ. Με πλήρωσε για να φύγω με την προϋπόθεση ότι θα πήγαινα να ζήσω διακριτικά στην επαρχία. Κι αυτό έκανα». Η σιωπή που έπεσε ανάμεσά τους ήταν βαριά. Η Μαρί δεν ήξερε αν τον είχε πείσει, όμως φαινόταν ότι τα πράγματα πήγαιναν όπως ήλπιζε -ο Ράσλι ήταν πολύ περήφανος για να αποκαλύψει σε οποιονδήποτε με τι τρόπο τον είχε εξαπατήσει εκείνη. Μπορεί να είχαν κυκλοφορήσει φήμες, αλλά τίποτα δεν ήταν βέβαιο. Η ματαιοδοξία και η σιωπή του της είχαν εξασφαλίσει την ψυχική της ηρεμία, γιατί ο Νικ δε θα της έκανε ερωτήσεις για το παρελθόν της, που θα έφερναν στο φως επώδυνες, τρομακτικές, αβάσταχτες μνήμες. «Δηλαδή κάνατε μια συμφωνία που εξυπηρετούσε και τους δυο σας;» Η φωνή του ακούστηκε σιγανή, τα λόγια του αντηχούσαν τις σκέψεις της. «Ασφαλώς», του απάντησε. Έσφιξε τις γροθιές της και τα νύχια της καρφώθηκαν στις παλάμες της. Το μίσος της για τον Ράσλι έμοιαζε με χολή, που της έκαιγε το λαιμό. «Ήξερα πολλές που ονειρεύονταν να γίνουν ερωμένες κάποιου πλούσιου για να γλιτώσουν απ’ τη δουλεία, ταγματάρχα Φάλκονερ». Ήταν αλήθεια, όμως η Μαρί δεν είχε τέτοια όνειρα. Το μυαλό της διαμαρτυρόταν -γιατί διάλεξε εμένα; Και για άλλη μια φορά είδε τον Ράσλι να τριγυρίζει στο σπίτι στην Αγία Πετρούπολη και να κοιτάζει τα ανεκτίμητα έργα τέχνης του πατέρα του με το μάτι του εμπόρου. Όλοι οι δούλοι είχαν παραταχθεί για να τους επιθεωρήσει κι εκείνος είχε σταματήσει μπροστά της. «Αυτή δεν είναι που έντυσε και μόρφωσε ο πατέρας μου...;» Ήταν μόλις δεκαεπτά ετών, όμως την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι η μοίρα της είχε σφραγιστεί. Η σκληρή έκφραση του Ράσλι έδειχνε ότι θ’ απολάμβανε να έπαιρνε το μικρό κορίτσι που ο πατέρας του είχε πλάσει και καλομάθει για να το τσακίσει. Της ερχόταν να ουρλιάζει. Οι σανίδες στο πάτωμα της βεράντας έτριξαν καθώς ο Νικ απομακρυνόταν λίγο από κοντά της.


«Και σε εξαγόρασε για να φύγεις, αλλά ύστερα από επτά χρόνια σου μήνυσε πως θέλει να σε ξαναδεί;» τη ρώτησε. «Ναι». «Γιατί;» Η Μαρί πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει, με την ελπίδα ότι το χαμόγελό της θα ήταν αρκετά πειστικό. «Υποψιάζομαι πως σχεδίαζε κάποιου είδους... επανένωση. Κάτι που θα ήταν αμοιβαία απολαυστικό και ωφέλιμο από οικονομική άποψη». Έκλεισε για μια στιγμή τα βλέφαρά της κι ένιωσε τα καυτά δάκρυα να τσούζουν τα μάτια της. Μπορούσε να φανταστεί τι θα ήθελε ο Ράσλι στην πραγματικότητα. Την έψαχνε από τότε που είχε δραπετεύσει. Ήθελε να πάρει εκδίκηση. Της είχε γράψει ότι τη βρήκε και ότι, αν δε δεχόταν να τον δει, θα την ξεσκέπαζε και θα την έστελνε στην κρεμάλα για την κλοπή των κοσμημάτων του. Και είχε ξεκαθαρίσει ότι γνώριζε επίσης για την ανάμειξή της με τη διαβόητη συμμορία, τα Κορίτσια της Γκλόρι. Έτσι η Μαρί είχε πάει να τον συναντήσει για να κάνουν κάποια συμφωνία, όπως τώρα συναντιόταν με τον Νικ για να εμποδίσει την αλήθεια να βγει στο φως, για να αποτρέψει την καταστροφή των φίλων της και να διαπραγματευτεί με οποιοδήποτε επιχείρημα, αρκεί να τους σώσει. Ο Νικ δεν απάντησε και η σιωπή που παρατεινόταν έκανε την αγωνία της να μεγαλώνει. Είχε έρθει κι είχε σταθεί πίσω της, και ξαφνικά η φυσική παρουσία του την αναστάτωσε-. Όταν ακούμπησε τα χέρια του στα μπράτσα της η Μαρί αναρίγησε, αλλά όχι πια από απέχθεια. Ο Νικ της προκαλούσε αντιδράσεις που ο Ράσλι δεν είχε καταφέρει να της προκαλέσει ποτέ. Η ίδια δεν τις αναγνώριζε και δεν μπορούσε να τις ελέγξει, όμως την τρόμαζαν και ταυτόχρονα τη συνάρπαζαν. «Οπότε ήρθες απόψε για να κάνεις μια νέα συμφωνία με τον κληρονόμο του Ράσλι», της είπε. Έσκυψε και τα χείλη του άγγιξαν την καμπύλη του λαιμού της. «Πήρες τις επιστολές και είσαι πρόθυμη να μου δοθείς». Το μυαλό της φώναζε όχι, έστω κι αν το προδοτικό κορμί της έτρεμε. Το τραγικό ήταν ότι ήξερε πως θα μπορούσε να συμπαθήσει αυτό τον άνθρωπο, ακόμα και να τον αγαπήσει, αν ήταν τόσο έντιμος κι αξιοπρεπής όσο νόμιζε παλιότερα. Όμως τώρα έδειχνε το αληθινό του πρόσωπο. Ήταν εξίσου φιλάργυρος, ανάλγητος κι ανήθικος με τον Ράσλι, ένας άνθρωπος διατεθειμένος να καταφύγει στον εκβιασμό προκειμένου να σιγουρευτεί ότι θα έπαιρνε αυτό που ήθελε, ένας άνθρωπος που έκρυβε την πραγματική φύση του πίσω από ένα προσωπείο τιμιότητας. Αισθάνθηκε


προδομένη, απελπισμένη κι απογοητευμένη, γιατί κάποτε πίστευε ότι ήταν ένας άντρας με αρχές. Όμως εκείνη ήταν η δούλα του. Του ανήκε. «Ναι, είμαι», του απάντησε και προσπάθησε να συγκροτήσει το συναίσθημα που την έπνιγε. Ο Νικ τη γύρισε προς το μέρος του. Τα χέρια του ήταν ζεστά στα γυμνά μπράτσα της και της προκαλούσαν ελαφρά ρίγη σε όλο της το κορμί. «Και θα κάνεις οτιδήποτε σου ζητήσω;» «Ναι». Ξαφνικά το στόμα του σφράγισε το δικό της σ’ ένα φιλί τόσο φλογερό που της έκοψε την αναπνοή. Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει. «Σε θέλω ολόκληρη», της είπε με βραχνή φωνή. «Θέλω και την ψυχή σου και το σώμα σου». Η Μαρί έκανε πίσω κι άπλωσε τα χέρια της. «Έχεις το κορμί μου. Γιατί ζητάς περισσότερα;» «Γιατί θέλω τα πάντα». Ο Νικ στεκόταν μπροστά της ψηλός, ευθυτενής, επιβλητικός. «Το απαιτώ». Την πλησίασε ξανά, τόσο κοντά της που η Μαρί ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού του. «Στον Ράσλι έδωσες τα πάντα;» τη ρώτησε τραχιά. «Δε μου τα ζήτησε». Ο Ράσλι δεν ήταν από εκείνους που θα ενδιαφέρονταν για το μυαλό της, όταν μπορούσαν να έχουν το κορμί της. Δεν τον ένοιαζε αυτό. «Όμως εγώ δεν είμαι όπως ο ξάδερφός μου». Ο Νικ την έπιασε απ’ τη μέση, την τράβηξε και την κόλλησε πάνω του. Εκείνη ένιωσε την ερεθισμένη σάρκα του στην κοιλιά της, σκληρή και καυτή. «Σε ήθελα απ’ την αρχή. Ολόκληρη». Ύψωσε το πιγούνι της. «Σου προσφέρω ό,τι ακριβώς πρόσφερα και στον Ράσλι», του είπε. «Πρόκειται απλώς για μια επαγγελματική συμφωνία. Αν δεν αρκεί...» Άφησε τα λόγια της να σβήσουν. Η ένταση ανάμεσά τους δυνάμωσε. Ξαφνικά ο Νικ βόγκηξε και την τράβηξε κοντά του. «Πρέπει να αρκεί». Τη φίλησε πάλι στο στόμα και το φιλί του ήταν άγριο κι απαιτητικό. Για μια στιγμή εκείνη σάστισε τόσο που έμεινε ακίνητη. Δεν είχε σκοπό ν’ αντισταθεί, μόνο να υπομείνει ό,τι ο Νικ θ’ αποφάσιζε. Τώρα όμως η ζεστασιά απ’ το αγκάλιασμά του, το ανελέητο ξελόγιασμα των χειλιών του, την έκαναν ν’ αντιδράσει. Το μυαλό της θόλωσε από πάθος, η ανάγκη της για εκείνον επισκίασε κάθε σκέψη. Άνοιξε τα χείλη της, κι όταν η γλώσσα της


συναντήθηκε με τη δική του, το βαθύ βογκητό του την έκανε να λιώσει. Οι φλόγες που άναψαν μέσα της την κατασπάραξαν, οι αισθήσεις που την πλημμύρισαν -αισθήσεις που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα γνώριζε- την άφησαν κατάπληκτη. Για μερικές στιγμές αντιστάθηκε στην επίθεση των συναισθημάτων της, όμως έπειτα κατέθεσε τα όπλα κι ένιωσε το μυαλό της να βυθίζεται στο σκοτάδι. Το φιλί του Νικ είχε γίνει πιο ήρεμο, πιο εξερευνητικό. Το χέρι του σύρθηκε προς τα πάνω, αγκάλιασε το στήθος της και οι άκρες των δαχτύλων του χάιδεψαν τη θηλή της. Η Μαρί πήρε μια απότομη εισπνοή κι εκείνος βρήκε την ευκαιρία να τη φιλήσει με περισσότερο πάθος. Μετά τραβήχτηκε πίσω απότομα κι εκείνη ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που κόντεψε να χάσει την ισορροπία της. «Λύσε τα μαλλιά σου», την πρόσταξε με σιγανή, βραχνή φωνή. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς τραβούσε τις φουρκέτες που συγκρατούσαν τον κότσο της. Μια δυο της έπεσαν απ’ τα δάχτυλά της. Η Μαρί τις άκουσε να γλιστρούν στο ξύλινο πάτωμα της βεράντας και να στριφογυρίζουν. Πίσω της το νερό του σιντριβανιού άστραφτε σαν ασήμι στο φεγγαρόφωτο. Ο κότσος χαλάρωσε, τα μαλλιά της άρχισαν να πέφτουν ίσια και κατάμαυρα στους ώμους και στην πλάτη της. «Έτσι είναι καλύτερα». Ο Νικ αναστέναξε ικανοποιημένος. «Έτσι ήθελα να σε δω». Πήγε κοντά της, βύθισε το χέρι του στα μαλλιά της και το στόμα του σκέπασε το δικό της με ορμή. Η παλάμη του αγκάλιασε το μάγουλό της και η Μαρί την αισθάνθηκε ζεστή, λίγο τραχιά. Παραδόθηκε μ’ ένα ανεπαίσθητο μουρμουρητό διαμαρτυρίας. Τα χείλη της έτσουζαν απ’ τα φιλιά του, το κορμί της παρέλυε. Όμως, όταν ο Νικ άρχισε να ξεκουμπώνει το φόρεμά της, τραβήχτηκε πίσω. «Εδώ;» απόρησε. «Γιατί όχι;» Δεν μπορούσε να δει την έκφρασή του στο σκοτάδι. Τα δάχτυλά του δε σταμάτησαν να ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της. «Θέλω να σε ξαναδώ γυμνή στο σιντριβάνι». Η Μαρί ταράχτηκε. «Μα μπορεί να με δει κανείς...» «Την προηγούμενη φορά δε σ’ ένοιαζε». Άνοιξε άλλο ένα κουμπί. Έπειτα άλλο ένα. «Γύρνα», την πρόσταξε. Εκείνη υπάκουσε χωρίς να μιλήσει. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που σκέφτηκε ότι το ύφασμα του φορέματος της θα ανασηκωνόταν. Έ-


νιωσε το χέρι του Νικ να σέρνεται αργά κι αισθησιακά στην πλάτη της καθώς το ρούχο άνοιγε με κάθε κουμπί που ξεκούμπωνε. Ύστερα γλίστρησε μέχρι τη μέση της κι εκείνη το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Ήταν σαστισμένη, ζαλισμένη απ’ τα μάγια που ο Νικ της είχε κάνει. Αρνιόταν να σκεφτεί. Εκείνος έκανε πάλι πίσω. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό. «Λύσε την καμιζόλα σου. Γδύσου». Η Μαρί ένιωσε το κορμί της να τραντάζεται από ένα ρίγος. Τα μάγια είχαν λυθεί και τώρα κρύωνε. Τα ίδια λόγια της είχε πει και ο Ράσλι. Τράβηξε τα κορδόνια της καμιζόλας της και το κορσάζ άνοιξε. Ο κρύος αέρας τής χάιδεψε τα στήθη και οι θηλές της σκλήρυναν περισσότερο. Έκλεισε τα μάτια της κι έσπρωξε το ρούχο απ’ τους ώμους της. Ο Νικ δεν την άγγιξε. Η επιδερμίδα της έκαιγε καθώς περίμενε με αγωνία, ανυπομονησία και φόβο. Η ψυχρή ανάσα της νύχτας την έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Ήθελε να σκεπάσει τη γύμνια της. Ένιωθε εκτεθειμένη, αλλά πίεσε τον εαυτό της να μείνει ακίνητη. Όταν άνοιξε τα μάτια της τον είδε να την παρακολουθεί. Το βλέμμα του της προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη έξαψη. Ο Νικ την πλησίασε κι έσυρε το χέρι του στην καμπύλη της μέσης της. Όταν την τράβηξε πάνω του το κορμί του ήταν ζεστό και η επαφή με το δικό της την έκανε να πάρει μια απότομη εισπνοή. Και όταν τη φίλησε, η ανακούφισή της επειδή η αναμονή είχε τελειώσει πια ήταν τόσο μεγάλη ώστε άρχισε να τρέμει. Εκείνος τη σήκωσε στα χέρια του και τη μετέφερε όχι προς το σιντριβάνι, αλλά πιο μέσα στο περίπτερο, σ’ έναν καναπέ με παχιά μαξιλάρια που ακουμπούσε σ’ έναν απ’ τους τοίχους. Ήταν σκοτεινά και το κελάρυσμα απ’ το νερό του σιντριβανιού ακουγόταν πνιχτό. Το φως του φεγγαριού σχημάτιζε γραμμές στο πάτωμα. Την απόθεσε στα μαξιλάρια και την άφησε για λίγο, μέχρι να βγάλει τα ρούχα του. Το μυαλό της Μαρί ταξίδευε πια αλλού. Τώρα μπορούσε να αποστασιοποιηθεί απ’ τον εαυτό της. Σε λίγο όλα θα τέλειωναν. Ποθούσε τον Νικ αφάνταστα, αλλά δεν ήθελε να γίνει έτσι, όπως γινόταν με τον Ράσλι. Όταν ξάπλωσε δίπλα της στον καναπέ όμως κι ένιωσε το καυτό, στιβαρό κορμί του ν’ αγγίζει το δικό της, οι φλόγες του πόθου μέσα της φούντωσαν. Το ένα του χέρι σκέπασε το στήθος της, το άλλο χάιδεψε την καμπύλη του γοφού της και ξαφνικά την τράβηξε πάνω στην ερεθισμένη σάρκα του. Το μυαλό της διχάστηκε. Ένα κομμάτι της είχε ακόμα τη γλυκιά, μεθυστική γεύση των φιλιών του, αλλά τώρα την επισκίαζε ένας τρόμος που


την έκανε να αποτραβιέται από εκείνον. Νόμιζε πως θα μπορούσε να τον κρατήσει έξω από το νου και τα συναισθήματά της, πως θα κατάφερνε να χτίσει ένα τείχος που θα την προστάτευε απ’ αυτόν, αλλά τώρα, με τις δικές του απαιτήσεις και τις δικές της ανάγκες, αυτό ήταν πλέον αδύνατον. Οι άμυνές της χαλάρωσαν, κατέρρευσαν. Το παρελθόν πλησίαζε επικίνδυνα. Ο Νικ τη χάιδεψε, φίλησε τα στήθη της και το τείχος γκρεμίστηκε. Η Μαρί άρχισε να σκέφτεται και να αισθάνεται με τρομακτική ένταση. Πάντοτε τον ήθελε, όμως δεν άντεχε να κάνουν έρωτα με τον ίδιο ψυχρό, ωμό τρόπο που γινόταν με τον Ράσλι. Ήταν αβάσταχτο. Όλη η ντροπή, η προσμονή και η θλίψη για τις ματαιωμένες προσδοκίες της έγιναν ένα χαρμάνι που της έκοψε την ανάσα. Οι λυγμοί που προσπαθούσε να πνίξει της έκαιγαν τα σωθικά. Το μυαλό της αγωνιζόταν να διώξει τις εικόνες του Ράσλι, που ακόμα το στοίχειωναν. Το δέρμα της είχε μουδιάσει απ’ την απέχθεια που την κυρίευσε ξαφνικά. Ο Νικ το διαισθάνθηκε. Τα χέρια του, που μέχρι τώρα τη χάιδευαν με πάθος, έμειναν ακίνητα. Σήκωσε το ένα, της γύρισε το κεφάλι απαλά και το φως του φεγγαριού έπεσε στο πρόσωπό της. Έσπρωξε πίσω τα μπερδεμένα μαλλιά της και τα δάχτυλά του σταμάτησαν στο μάγουλό της. «Μαρί;» Η Μαρί αναστατώθηκε με την τρυφερότητα που άκουσε στη φωνή του, και αυτή διέλυσε και τις τελευταίες της άμυνες. Σκόπευε να παραμείνει απαθής... Και υπενθύμιζε στον εαυτό της ότι, ακόμα κι αν έκανε το κορμί της ν’ αντιδράσει, δε θα τον άφηνε να τρυπώσει στο μυαλό της. Και μετά ο Νικ είχε κάνει αυτό. Ο Ράσλι ποτέ δεν της είχε δείξει τρυφερότητα. Δεν τον ενδιέφερε. Τον Νικ τον ενδιέφερε όμως, και η ευγένειά του, η συμπόνια του, αρκούσαν για να συντρίψουν το προσωπείο της. Ξαφνικά μπορούσε να νιώσει πάλι, όχι μόνο με το κορμί της, αλλά και με την καρδιά της. Κι αυτό πονούσε. Πονούσε πολύ ότι ο Νικ νοιαζόταν για εκείνη, όταν όλα τα υπόλοιπα μεταξύ τους ήταν λάθος. Δεν το άντεχε. «Όχι!» Τραβήχτηκε από κοντά του και προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί, μπερδεμένη απ’ το σκοτάδι κι απ’ όσα είχαν συμβεί. Είχε σαστίσει. Το μόνο που αισθανόταν ήταν ένας αβάσταχτος πόνος. Σηκώθηκε κι άρπαξε κάτι απ’ τη στοίβα με τα ρούχα που είδε στα πόδια του καναπέ. Χρειαζόταν κάτι να σκεπαστεί, οτιδήποτε. Καθώς το φορούσε συνειδητοποίησε ότι ήταν το δικό του πουκάμισο. Είχε τη μυρωδιά του. Και τη ζεστασιά απ’ το σώμα του.


Δεν είχε σημασία. Θα φορούσε ό,τι έβρισκε. Άρχισε να προχωρεί προς την πόρτα. «Περίμενε!» Ο Νικ βρέθηκε δίπλα της και την έπιασε απ’ το μπράτσο. «Όχι!» Η Μαρί προσπάθησε να του ξεφύγει και μέσα στον πανικό της άρχισε να τον χτυπάει στο στέρνο. «Άφησέ με!» Το χέρι του έπεσε στο πλάι. Δεν της χρειαζόταν τίποτε άλλο. Το έβαλε στα πόδια. Το ένστικτό της την οδήγησε στο μονοπάτι που έβγαζε στο πάρκο με τα ελάφια. Έτρεχε λες και την κυνηγούσαν χίλιοι δαίμονες, ώσπου έφτασε στην πύλη για τους κήπους της Αγροικίας Πίκοκ. Όρμησε στο σιωπηλό σπίτι χωρίς να τη νοιάζει αν θα ξυπνούσε κανέναν και δε σταμάτησε μέχρι που βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρά της. Τα κεριά ήταν ακόμα αναμμένα, έκαιγαν στα κηροπήγιά τους. Σταμάτησε ανασαίνοντας λαχανιασμένη, έβγαλε το πουκάμισο και το πέταξε βίαια στο πάτωμα. Ύστερα το κλότσησε μακριά της. Στάθηκε γυμνή μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξε το είδωλό της. Εξωτερικά το κορμί της έδειχνε τόσο αθώο. Πώς μπορεί να γνώριζε τόσο πολλά; Πώς μπορεί να έκρυβε τόσα μισητά μυστικά που την έκανε να θέλει να ουρλιάζει από ντροπή; Πώς μπορεί να ήταν μέσα της τόσο κατεστραμμένη και να μη φαινόταν; Πώς μπορεί να είχε σκεφτεί ότι θα κατάφερνε ν’ αφήσει το παρελθόν πίσω της και να νιώσει διαφορετικά μ’ έναν άλλον άντρα; Ήταν τόσο θυμωμένη και μπερδεμένη, ντρεπόταν τόσο πολύ, που δεν ήθελε να μάθει ποτέ κανένας την αλήθεια για εκείνη. Ειδικά ο Νικ. Άκουσε από κάτω κάποιον ήχο, γύρισε απότομα και πάγωσε στη σκέψη ότι ίσως την είχε ακολουθήσει. Όμως ήταν απλώς το ρολόι του τοίχου που ετοιμαζόταν να χτυπήσει δώδεκα. Το κερί έλιωσε κι έσβησε. Ξαφνικά όλη η ένταση στράγγισε από μέσα της, αισθάνθηκε εξαντλημένη και χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα του κρεβατιού της. Κουλουριάστηκε, έκλεισε τα μάτια της και πρόσταζε τον ύπνο να έρθει και να την πάρει. *** Ο Νικ Φάλκονερ κάθισε μόνος και σιωπηλός στο περίπτερο για αρκετή ώρα. Είχε φορέσει αργά τα ρούχα του -μείον ένα πουκάμισο. Μύριζε στην επιδερμίδα του το άρωμα της Μαρί, ένιωθε ακόμα το άγγιγμά της. Ο πόθος που έκανε το αίμα του να βράζει είχε αρχίσει να καταλαγιάζει, αλλά όταν βρήκε το φόρεμά της το έφερε στη μύτη του, εισέπνευσε το άρωμά της κι ένιωσε μέσα του τον απόηχο εκείνης της επιθυμίας.


Δεν καταλάβαινε γιατί είχε φύγει τόσο βιαστικά. Παρ’ όλο που η ανάγκη του να την πάρει τον είχε απορροφήσει τελείως, ξαφνικά την είχε νιώσει να διστάζει και είχε σταματήσει για να δει αν ήταν καλά. Το πρόσωπό της στο φεγγαρόφωτο ήταν ανέκφραστο... και μετά το έβαλε στα πόδια λες και την κυνηγούσαν. Αν δεν ήξερε την ιστορία της, αν δεν ήξερε ότι ήταν έμπειρη, θα ορκιζόταν ότι φοβήθηκε. Όμως δεν ήταν λογικό. Η ερωμένη του Ράσλι πρέπει να ήταν τόσο έκφυλη κι ανενδοίαστη όσο κι εκείνος. Δεν μπορεί να ήταν καμιά ντροπαλή παρθένα. Η αλήθεια είναι ότι ξαφνιάστηκε που τη βρήκε νυχτιάτικα στο περίπτερο, αλλά σύντομα κατάλαβε ότι τον είχε περάσει για κάποιον άλλο, κάποιον που προφανώς είχε κανονίσει να τη συναντήσει μυστικά κι ανώνυμα, κάποιον που γνώριζε την πραγματική της ταυτότητα. Σκέφτηκε ότι του είχε αποκαλύψει πάρα πολλά χωρίς να καταλάβει ότι μιλούσε σε λάθος άνθρωπο. Ήξερα πολλές που ονειρεύονταν να γίνουν ερωμένες κάποιου πλούσιου για να γλιτώσουν απ’ τη δουλεία... Αν δεν είχε ακούσει αυτά τα λόγια απ’ τα δικά της χείλη, δε θα τα πίστευε. Ακούγονταν τόσο ασύμβατα με τη Μαρί Όσμπορν που νόμιζε πως είχε αρχίσει να γνωρίζει, εκείνη που σκόπευε να της ζητήσει να τον εμπιστευτεί και να του πει την αλήθεια. Όμως τώρα είχαν τελειώσει όλα. Το ένστικτο και η επιθυμία του τον είχαν παραπλανήσει. Τελικά είχε δει το πραγματικό της πρόσωπο. Σκέφτηκε πάλι αυτό που είχε πει. Ίσως ήταν γεννημένη υπηρέτρια κι είχε δει τον Ράσλι ως ιδανικό μέσον για να ξεφύγει από την υποχρεωτική προσφορά υπηρεσιών. Χτύπησε τη γροθιά του στην παλάμη του άλλου του χεριού. Η Μαρί είχε διαλέξει το δρόμο της και το σφάλμα δεν ήταν δικό της αν εκείνος είχε αρχίσει να ελπίζει πως ήταν πολύ καλύτερη, πολύ πιο εκλεπτυσμένη, πιο αγνή και γλυκιά απ’ ό,τι είχε αποδειχτεί. Στην πραγματικότητα ήταν μια πόρνη -με μυαλό πόρνης και κορμί πόρνης. Όλα είχαν ένα τίμημα. Δεν το είχε καταλάβει απ’ την πρώτη φορά που τη συνάντησε στο Χεν εντ Βάλτσερ; Ο ανόητος, είχε ξεγελαστεί από μια τόσο καλή ηθοποιό. Δε σκόπευε ν’ αφήσει τα πράγματα να προχωρήσουν τόσο πολύ μαζί της. Στην αρχή έπαιζε το παιχνίδι της για να της αποσπάσει πληροφορίες, να μάθει πώς είχε πεθάνει ο Ράσλι, αλλά μετά θύμωσε και ζήλεψε τόσο πολύ ώστε ξέχασε τις καλές προθέσεις του και τις αρχές του, ξέχασε τα πάντα πάνω στην έξαψη της αποπλάνησης της Μαρί. Όταν έμαθε ότι υπήρξε ερωμένη του Ράσλι, ένιωσε μια ανεξήγητη οργή που τον έκανε ν’


απαιτήσει από μέρους της όλα όσα ανήκαν κάποτε στον ξάδερφό του. Κάθε προνόμιο, κάθε χάρη, κάθε φιλί, κάθε χάδι... Η ζήλια του ήταν ανεξέλεγκτη. Για την Άννα δεν είχε νιώσει ούτε το ένα χιλιοστό απ’ την κτητικότητα που ένιωθε για τη Μαρί και, κατά κάποιον τρόπο, αυτό έκανε τα πράγματα χειρότερα. Ακόμα και τώρα που σκεφτόταν τη γεύση της, τη μεταξένια ζεστασιά του κορμιού της στα χέρια του, του ερχόταν να βογκήξει. Έσκυψε κι έπιασε το κεφάλι του κι έπειτα σηκώθηκε και κατέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στη λιμνούλα κι έπλυνε το πρόσωπό του με κρύο νερό απ’ το σιντριβάνι. Το μυαλό του καθάρισε λίγο, ο θυμός του καταλάγιασε και τελικά κατάφερε να σκεφτεί πιο αντικειμενικά. Πήρε τα πεταμένα ρούχα της απ’ τη βεράντα, τα κράτησε νιώθοντας αγανάκτηση και σαστιμάρα και προχώρησε αργά προς τους κήπους θέλοντας να γυρίσει στο σπίτι. Σκέφτηκε τα λόγια της στην αρχή της συνάντησής τους εκείνο το βράδυ. Όταν πήρα το γράμμα σου, κατάλαβα ότι σου είχε μιλήσει για μένα. Ότι σου είχε πει ποια είμαι και πού θα μ ’έβρισκες. Μόνο που ο Ράσλι δεν του είχε πει τίποτα. Πρέπει να είχε μιλήσει σε κανέναν άλλον, σε κάποιον που της έστελνε αυτά τα ανώνυμα γράμματα. Αν δεν τηρήσεις τη συμφωνία., θα σε κάνω να το πληρώσεις. Ακουγόταν οργισμένη, αποφασισμένη, απειλούσε να τον σκοτώσει αν αθετούσε το λόγο του. Και τώρα εκείνος αναρωτιόταν για τη συμφωνία. Υπήρχε περίπτωση ο μυστηριώδης αποστολέας να την εκβίαζε; Κάτι τέτοιο θα δικαιολογούσε το θυμό της και το γεγονός ότι ο συντάκτης του γράμματος δεν αποκάλυπτε το όνομά του. Ο Νικ θα έδινε πολλά για να μάθει τι είδους συμφωνία ήταν αυτή. Απορροφημένος από τις σκέψεις του, διέσχισε την πρασιά και μπήκε στο σπίτι. Ο προθάλαμος ήταν άδειος. Ο Κάρινγκτον, ο μπάτλερ, τον χαιρέτησε ευγενικά λες κι είχε συνηθίσει να βλέπει τους φιλοξενούμενους του Τσαρλς Κόουλ να γυρίζουν από βραδινούς περιπάτους στο κτήμα φορώντας λιγότερα ρούχα απ’ ό,τι όταν είχαν βγει. Ο Νικ πήγε πάνω και σκέφτηκε τις πληροφορίες που του είχε στείλει ο Έινστερ. Ταίριαζαν με όσα του είχε πει η Μαρί, ότι ο Ράσλι την είχε πληρώσει για να φύγει και να ζήσει διακριτικά στην επαρχία. Προφανώς είχε σκαρφιστεί κάποιο παραμύθι κι είχε υιοθετήσει καινούρια ταυτότητα. Σ’ ένα ήσυχο μέρος όπως το Πίκοκ Όουκ, θα έπαιζε σημαντικό ρόλο να έχει ένα άψογο κι αξιοπρεπές παρελθόν, γι’ αυτό είχε επινοήσει ένα σύζυγο, γιο κληρικού. Αλλά τέτοιου είδους ψέματα θα μπορούσαν να την κατα-


στήσουν εύκολο στόχο για εκβιασμό. Ξάπλωσε στο κρεβάτι κι έβαλε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι του. Πίστευε ό,τι του είχε πει για το θάνατο του Ράσλι; Ήταν ψεύτρα, ωστόσο εκείνος έτεινε να πιστέψει ότι του έλεγε την αλήθεια. Τελικά ίσως ήταν ειλικρινής. Καθόταν ακίνητος και συλλογιζόταν, το μυαλό του επεξεργαζόταν όλα όσα είχαν συμβεί κι όλα όσα του είχε πει. Κάτι δεν του πήγαινε καλά στην ιστορία. Έσμιξε τα φρύδια του. Κάτι δεν ταίριαζε. Το διαισθανόταν. Γύρισε μπρούμυτα και κοίταξε αφηρημένα το παράθυρο. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες και το δωμάτιο λουζόταν στο λευκό φως του φεγγαριού. Πάνω στην πολυθρόνα ήταν πεταμένο το χρυσοκίτρινο φόρεμα της Μαρί. Λαμπύριζε. Έμοιαζε να τον χλευάζει για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν ήξερε ή δεν καταλάβαινε. Τώρα που είχε δει το πραγματικό πρόσωπο της Μαρί Όσμπορν, ήξερε ότι έπρεπε ν’ αγνοήσει την ενοχλητική παρόρμηση να σκαλίσει πιο βαθιά. Καλά θα έκανε να ξεχνούσε ολωσδιόλου τη Μαρί, να ξεχνούσε τη γεύση της και το άγγιγμά της, τη γλυκιά αίσθησή της στα χέρια του και τον ακαταμάχητο πόθο του για εκείνη. Έπρεπε να επιστρέψει στο Λονδίνο, να πει στον Χόκσμπερι ότι δεν ήταν η γυναίκα που αναζητούσε για τη δολοφονία του Ράσλι και τις ληστείες στους δρόμους, να δώσει στον εαυτό του χρόνο και χώρο για να σκεφτεί καθαρά ποιος μπορεί να ήταν ο δολοφόνος. Τότε μπορεί να αντιμετώπιζε αντικειμενικά την υπόθεση και ν’ ατονούσαν τα συναισθήματά του για εκείνη. Για άλλη μια φορά, όπως και την προηγούμενη βραδιά, έβγαλε το μενταγιόν της Άννας απ’ το συρτάρι, το άνοιξε και κοίταξε το μικροσκοπικό πορτραίτο στο εσωτερικό του. Η εικόνα της του χαμογελούσε, ήρεμη κι ατάραχη. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει το γνωστό κύμα των ενοχών. Δεν είχε μπορέσει να τη βοηθήσει όταν τον χρειαζόταν. Την είχε απογοητεύσει. Θα απογοήτευε και τη Μαρί; Κάποτε ήταν ερωμένη του Ράσλι. Φοβόταν... Ο Νικ δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα.


Κεφάλαιο 12 Χαμολεύκι - Θα αποδοθεί δικαιοσύνη «Ανησυχώ για σένα, Μαρί», είπε η Έστερ δυο μέρες αργότερα ενώ έπαιρναν το πρόγευμά τους. «Είσαι πολύ χλομή κι έχεις να πας στα θερμοκήπιά σου τρεις μέρες, οπότε καταλαβαίνω πως κάτι δεν πάει καλά. Είσαι άρρωστη;» Η Μαρί προσπάθησε να χαμογελάσει. Ένιωθε κουρασμένη και άτονη. Ήταν η ίδια κούραση που είχε αισθανθεί στην αρχή, όταν μάντεψε πως τα μυστικά της θα έβγαιναν στο φως και πως απειλούνταν όλα όσα είχε αγωνιστεί για να πετύχει. Αισθανόταν υπερβολικά εξαντλημένη για να κουνηθεί, ακόμα και για να σκεφτεί. Ένιωθε ότι ζούσε ένα όνειρο που τίποτα δεν μπορούσε να το διαλύσει. Από εκείνη τη βραδιά στο περίπτερο του αστεροσκοπείου με τον Νικ κρυβόταν, επούλωνε τα φριχτά σημάδια της ψυχής της, που η επαφή τους είχε βγάλει βίαια στην επιφάνεια, και δεν την ενδιέφερε τίποτε άλλο. «Μια χαρά είμαι», την καθησύχασε. «Ήμουν λίγο αδιάθετη μια δυο μέρες, αλλά έχω αρχίσει να συνέρχομαι». «Η Τζέιν μου είπε ότι ο ταγματάρχης Φάλκονερ πέρασε δυο φορές, αλλά εσύ αρνήθηκες να τον δεις». Η Έστερ άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το δοχείο με τη μαρμελάδα. «Λέει ότι φοβήθηκε πως εκείνος δε θα πίστευε τις δικαιολογίες της και θ’ απαιτούσε να σου μιλήσει. Τι συμβαίνει, Μαρί;» «Τίποτα. Αυτή η ζέστη με εξουθενώνει. Εύχομαι να έβρεχε για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα». «Δεν το βλέπω. Ο Φρανκ λέει ότι ο καιρός δεν πρόκειται να χαλάσει μέχρι το βράδυ. Η Λόρα έχει οργανώσει για σήμερα αγώνες τοξοβολίας για τη δεσποινίδα Κόουλ και τις φίλες της, αλλά φοβάμαι ότι θα έχει πολλή ζέστη». Η Έστερ σηκώθηκε. «Υποσχέθηκα ότι θα περάσω μια πληκτική ώρα στο Κόουλ Κορτ για να τις ενθαρρύνω. Υποθέτω πως δε θα έρθεις μαζί μου, έτσι δεν είναι; Τέλος πάντων... Πριν το ξεχάσω, ήρθε χτες ένα γράμμα για σένα. Δεν ξέρω ποιος το έφερε. Το βρήκα στον προθάλαμο».


Όταν η φίλη της έφυγε, η Μαρί πήρε το γράμμα αργά και το άνοιξε χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος. Ήταν γραμμένο με κεφαλαία. Σε περίμενα τα μεσάνυχτα στο περίπτερο-αστεροσκοπείο. Μην παίζεις τέτοια παιχνίδια μαζί μου, αν νοιάζεσαι για την ασφάλεια αυτών που αγαπάς. Έλα να με συναντήσεις αύριο, αλλιώς η αλήθεια θα βγει στο φως. Θέλω αυτό που μου ανήκει, αυτό που πλήρωσα κι αγόρασα. Η Μαρί κοίταξε το σημείωμα παραξενεμένη. Στην αρχή δεν κατάλαβε. Ύστερα συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και η καρδιά της κόντεψε να σπάσει από ταραχή. Είχε κάνει ένα τεράστιο λάθος. Δεν ήταν ο Νικ εκείνος που είχε στείλει τα ανώνυμα γράμματα. Και δεν ήξερε ακόμα ποιος ήταν ο μυστηριώδης εκβιαστής της. Βγήκε απότομα απ’ τη χαύνωσή της. Θύμωσε και ο θυμός μέσα της φούντωσε μέχρι που επισκίασε κάθε άλλο συναίσθημα. Ο Νικ την είχε ξεγελάσει. Την είχε αφήσει να πιστεύει ότι ήταν ο άνθρωπος που την εκβίαζε. Του είχε πει πολλά, πάρα πολλά. Του είχε δώσει σημαντικές πληροφορίες. Είχε σχεδόν προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό. Τσαλάκωσε το γράμμα στη χούφτα της. Ώστε ο Νικ δεν ήταν ο φιλάργυρος, ανάλγητος άνθρωπος που νόμιζε. Ο άνθρωπος που έφτανε στο σημείο να εκβιάζει μια γυναίκα για να πάρει αυτό που ήθελε, όπως ο ξάδερφός του. Δεν είχε προδώσει τις αρχές του. Όμως ήταν εξίσου δόλιος γιατί την είχε κοροϊδέψει για να συλλέξει τις πληροφορίες που χρειαζόταν. Την είχε παραπλανήσει σκόπιμα για να του εκμυστηρευτεί πράγματα. Και παραλίγο να την αποπλανήσει. Και θα την αποπλανούσε, αν εκείνη δεν το έβαζε στα πόδια. Θα λογαριαζόταν αργότερα με τον εκβιαστή. Προς το παρόν ήθελε να λογαριαστεί με τον Νίκολας Φάλκονερ. Τώρα αισθανόταν όπως ο ταύρος που έβλεπε μπροστά του το κόκκινο πανί. Ξαφνικά όλα της τα συναισθήματα ζωντάνεψαν πάλι, λες και κάποιος είχε βάλει φωτιά σε μια στοίβα ξερόχορτα. Φλεγόταν ολόκληρη από οργή και της άρεσε. Ένιωθε δυνατή. Σηκώθηκε, άρπαξε το πουκάμισο του Νικ -που η Τζέιν είχε πλύνει, σιδερώσει προσεκτικά και αφήσει κάπως επιδεικτικά στον ασημένιο δίσκο στο τραπέζι του προθαλάμου- και βγήκε απ’ το σπίτι. Διέσχισε τον κήπο κι άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στο πάρκο


με τα ελάφια χωρίς να σταματήσει ούτε για να πάρει ανάσα. Οι φιλοξενούμενοι της Λόρα είχαν ήδη μαζευτεί, κάθονταν κάτω από μια μεγάλη άσπρη τέντα στην πρασιά της βόρειας πλευράς. Η ώρα ήταν περασμένη και σερβιριζόταν το τσάι. Η Μαρί άκουγε το εξευγενισμένο κουδούνισμα της πορσελάνης καθώς οι υπηρέτες γέμιζαν τα φλιτζάνια. Η δεσποινίς Λίντια Κόουλ και μερικές ντεμπιτάντ φίλες της κάρφωναν βέλη στους στόχους για την τοξοβολία και οι υπόλοιποι χειροκροτούσαν με ενθουσιασμό. Είδε τον Νικ να στέκεται λίγο πιο πέρα και να μιλάει με τον Τζον Τιγκ. Τους κοίταξε έναν έναν και σκέφτηκε τα χρόνια που είχε ξοδέψει παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως απρόσιτη, ενάρετη χήρα. Τώρα ετοιμαζόταν να διαλύσει αυτή την ψευδαίσθηση και δεν την ενδιέφερε πια. Πλησίασε τους στόχους και πέταξε σ’ έναν το πουκάμισο του Νικ. Ύστερα πήγε στη δεσποινίδα Κόουλ, που την παρακολουθούσε με ζωηρό ενδιαφέρον, και την παρακάλεσε να της δώσει το τόξο της. Οι προσκεκλημένοι της Λόρα είχαν γυρίσει και την κοιτούσαν απορημένοι. Άκουγε τις σιγανές φωνές τους, τα παραξενεμένα μουρμουρητά τους. Ύψωσε το τόξο, σημάδεψε προσεκτικά κι έστειλε το βέλος στο κέντρο, τρυπώντας το πουκάμισο του Νικ κάπου στην περιοχή της καρδιάς. Το ρούχο ανέμισε σαν λευκή σημαία παράδοσης στο φύσημα τη, καλοκαιρινής αύρας. Τώρα στο περίπτερο επικρατούσε νεκρική σιγή. Η Μαρί έδωσε το τόξο πίσω στη Λίντια, την ευχαρίστησε ευγενικά και πλησίασε τον Νικ. Αγνόησε τον Τζον Τιγκ, αγνόησε την Έστερ και τη Λόρα, αγνόησε τους πάντες λες και δεν υπήρχαν. Δεν έβλεπε τίποτα και κανέναν εκτός από εκείνον. «Ταγματάρχα Φάλκονερ», του είπε, «αν με εξαπατήσετε άλλη φορά, θα σας χτυπήσω». Και δίχως να περιμένει απάντησή του, του γύρισε την πλάτη της κι έφυγε. *** Ο Νικ την πρόλαβε πριν κάνει παραπάνω από είκοσι βήματα. Την έπιασε απ’ το μπράτσο και την τράβηξε κάτω απ’ τα απλωτά κλαδιά μιας μεγάλης βελανιδιάς, για να την κρύψει από τα περίεργα βλέμματα των προσκεκλημένων της Λόρα. Τη Μαρί δεν την ένοιαζε όμως. Ήταν τόσο θυμωμένη που θα έλεγε ό,τι είχε να πει ακόμα και μπροστά σε ακροατήριο. «Κυρία Όσμπορν...» άρχισε εκείνος. «Μην ισχυριστείτε ότι δεν καταλάβατε τι εννοούσα, ταγματάρχα Φάλκονερ», τον διέκοψε εκείνη. «Δε θα το ισχυριστώ».


Η Μαρί ξαφνιάστηκε. Δεν το περίμενε, όμως απ’ την άλλη ο Νικ Φάλκονερ ήταν πάντα πολύ ευθύς. Είδε έναν υπηρέτη να παίρνει το πουκάμισό του απ’ το στόχο και τη Λίντια με τις φίλες της να συνεχίζουν την τοξοβολία. «Είσαι θυμωμένη μαζί μου», της είπε ο Νικ. «Ακριβώς». Το βλέμμα της Μαρί στράφηκε, επίμονο, πάνω του. Η οργή της ήταν τόσο μεγάλη που νόμιζε ότι θα εκραγεί. Τον κοίταζε και η ένταση των συναισθημάτων της την τάραζε. Ό,τι κι αν υπήρχε ποτέ μεταξύ τους θα το χαρακτήριζε πάντοτε ως δυνατό, φλογερό, υπερβολικό. Και τώρα είχε γίνει ασταμάτητο. «Είσαι θυμωμένη επειδή σε άφησα να πιστέψεις ότι ήμουν ο άνθρωπος που σου έγραψε τα ανώνυμα γράμματα». «Είσαι πανέξυπνος, ταγματάρχα Φάλκονερ! Τώρα καταλαβαίνω γιατί σ’ έστειλε ο λόρδος Χόκσμπερι. Σίγουρα σε θεωρεί σπουδαίο». Ο Νικ την πλησίασε κι εκείνη σώπασε, αναστατωμένη απ’ τι φυσική παρουσία του. Ακόμα και τώρα, ύστερα απ’ όσα είχα\ συμβεί, δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορη απέναντι του. «Δε σου είπα ούτε μια φορά ψέματα χτες το βράδυ», της είπε αργά. «Όχι», απάντησε δηκτικά εκείνη. «Απλώς με άφησες να βγάλω συμπεράσματα». «Ακριβώς». «Γιατί;» Ο τόνος του Νικ ήταν κάπως απολογητικός ενώ απαντούσε: «Επειδή, όπως σίγουρα θα κατάλαβες, έπρεπε να μάθω π συνέβη στον ξάδερφό μου». Το βλέμμα του αναζητούσε ίχνη συναισθήματος στο πρόσωπό της και η Μαρί το ένιωσε να την καίει. «Έπρεπε να βεβαιωθώ ότι δεν είσαι δολοφόνος», πρόσθεσε σιγανά. «Μάλιστα». Η Μαρί αισθανόταν το θυμό να την πνίγει. «Έπρεπε να βεβαιωθείς ότι δεν είμαι δολοφόνος, οπότε με κορόιδεψες και κόντεψες να με ξελογιάσεις. Και υποτίθεται πως αυτί δεν πειράζει. Ε λοιπόν, ταγματάρχα Φάλκονερ, η αγνότητα των κινήτρων σου δε δικαιολογεί τις πράξεις σου. Είσαι ανέντιμος δόλιος, πανούργος κι απατεώνας!» Εκείνος χαμογέλασε. «Δέχομαι τις κατηγορίες σου. Έχεις δίκιο να είσαι οργισμένη μαζί μου. Συγχώρησέ με, όμως έπρεπε να σιγουρευτώ». «Απ’ την αρχή παρίστανες ότι σε ελκύω», συνέχισε η Μαρί προσπαθώντας ν’ αγνοήσει τη γελοία παρόρμηση που την παρότρυνε να τον συγχωρήσει. «Αυτό δεν ήταν προσποιητό».


«Κι έβαλες σκοπό να με ξελογιάσεις». «Και πάλι είναι αλήθεια, όμως ο πόθος μου για σένα δεν ήτα ψεύτικος». Η Μαρί πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα μου έκανες έρωτα, αν δ σηκωνόμουν να φύγω». «Ναι». Ο Νικ κουνήθηκε ανεπαίσθητα, αλλά το βλέμμα το έμεινε καρφωμένο στα μάτια της. «Θα σου έκανα έρωτα. Ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, σε ήθελα. Το παραδέχομαι». Κοίταζαν ο ένας τον άλλο ενώ ο αέρας ανάμεσά τους ήταν φορτισμένος από θυμό, αλλά και κάτι άλλο, κάτι πολύ πιο δυνατό. Έπειτα ο Νικ ίσιωσε το σώμα του. «Και πιστεύω ότι έχω κάθε λόγο να είμαι κι εγώ θυμωμένος μαζί σου. Μου ξεφούρνισες ένα σωρό ψέματα», είπε σιγανά. Η Μαρί κράτησε την αναπνοή της. Ξαφνικά ο τόνος του την τρόμαζε πολύ περισσότερο απ’ τα λόγια του. Ήταν πολύ ήρεμος, τρομακτικά ήρεμος. «Όλα όσα μου είπες ήταν πειστικά σαν ιστορία», συνέχισε εκείνος. «Θα μπορούσαν ακόμα και να είναι αλήθεια. Όμως δεν ήταν». Ακούμπησε το χέρι του στον κορμό της βελανιδιάς. «Το σκεφτόμουν όλο το βράδυ». Την κοίταξε επίμονα κι εκείνη ένιωσε το κορμί της να τραντάζεται απ’ το δυνατό χτυποκάρδι της. «Σκεφτόμουν εσένα όλο το βράδυ κι αναρωτιόμουν γιατί μου είπες ψέματα». Ο Νικ άπλωσε το χέρι του, χάιδεψε το πρόσωπό της κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της από απελπισία. «Νομίζω», της είπε απαλά, «ότι είπες ψέματα επειδή ήσουν μόνη και κινδύνευες και φοβόσουν». Η οξυδέρκειά του της έκοψε την ανάσα. Της φαινόταν απίθανο να μην έχει πιστέψει το παραμύθι που του είχε πει. Απίθανο κι επικίνδυνο, γιατί τώρα ο Νικ ήταν πολύ κοντά στο να μάθει την αλήθεια. Έπρεπε να τον σταματήσει. «Φαντάζεσαι πράγματα», του απάντησε αυστηρά. Ήθελε να ακουστεί απότομη, όμως ήξερε ότι είχε ακουστεί τρομαγμένη. «Όχι, δε φαντάζομαι πράγματα», της αποκρίθηκε με μια βεβαιότητα που την αναστάτωσε. «Θα μπορούσα να σε βοηθήσω αν μ’ εμπιστευόσουν...» «Να σ’ εμπιστευτώ!» Κάποτε η Μαρί ήθελε ακριβώς αυτό. Ακόμα και τώρα, έπειτα απ’ όσα είχαν γίνει μεταξύ τους, ένιωθε την ανάγκη να του ανοίξει την ψυχή της, να εκμυστηρευτεί τα πάντα στον άνθρωπο που είχε βαλθεί να την αποπλανήσει σκόπιμα και παραλίγο να τα καταφέρει. Αναρωτήθηκε με πίκρα πόσες φορές θα χρειαζόταν να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι δεν έπρεπε να εμπιστεύεται κανέναν. «Μου ζητάς να σ’ εμπιστευτώ ύστερα απ’ όσα έκανες;» του φώναξε.


«Πάρε την εμπιστοσύνη σου και τη βοήθειά σου, ταγματάρχα Φάλκονερ, και... και άντε στον αγύριστο!» «Το έβαλες στα πόδια επειδή φοβόσουν», συνέχισε ο Νικ απτόητος. Η αταραξία του διέλυσε το θυμό της και της προκάλεσε μια αβάσταχτη απελπισία γιατί κατάλαβε ότι ποτέ δε θα κατάφερνε να τον εξαπατήσει, ότι κατά βάθος ούτε εκείνη το ήθελε και ότι τώρα τον χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ. «Τι σου έκανε ο Ράσλι, Μαρί;» τη ρώτησε. «Ξέρω τι είδους άνθρωπος ήταν. Τι συνέβη ανάμεσά σας; Τι φοβάσαι;» «Τίποτα», ψιθύρισε. Ένιωθε τα χείλη της μουδιασμένα, παγωμένα. Η ζεστασιά της μέρας εξαφανίστηκε, το γρασίδι στο πάρκο με τα ελάφια λες και μετακινήθηκε κάτω απ’ τα πόδια της. Προσπάθησε να κρατήσει τις αναμνήσεις κλειδωμένες σ’ εκείνο το σκοτεινό μέρος όπου όφειλαν να μείνουν. Δεν άντεχε να σκέφτεται πως θα του ανέφερε όλες εκείνες τις φριχτές, οδυνηρές λεπτομέρειες της ιστορίας της. «Ήμουν ερωμένη του. Τίποτα παραπάνω». «Ξέρω ότι δεν είναι μόνο αυτό». Ο τόνος του Νικ ήταν αδιάλλακτος. «Παράτα τα. Σε παρακαλώ. Σου ορκίζομαι, σου είπα αλήθεια όταν έλεγα ότι δε σκότωσα τον ξάδερφό σου, ταγματάρχα Φάλκονερ». Η Μαρί πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Και για να μην υπάρξουν άλλες παρεξηγήσεις ανάμεσά μας, θα σου πω επίσης ότι δεν μπορώ να σε βοηθήσω στο θέμα των Κοριτσιών της Γκλόρι. Όσο για τα υπόλοιπα...» Η φωνή της ράγισε. «Γι’ αυτά που με ρωτάς για μένα και τον κόμη του Ράσλι... Κάποια πράγματα δε διορθώνονται». Ο Νικ της έπιασε το χέρι. «Ποτέ δεν είναι αργά...» «Είναι». Εκείνη σκέφτηκε την ιστορία της ως ερωμένης του Ράσλι και τα σημάδια που της είχε αφήσει, τα μυστικά που έπρεπε να κρατήσει. «Για μένα είναι πολύ αργά», τόνισε. Τράβηξε το χέρι της απ’ το δικό του. «Γυρνά στο Λονδίνο, ταγματάρχα Φάλκονερ και μην ξανάρθεις στο Πίκοκ Όουκ». Ο Νικ έκανε ένα βήμα πίσω και η Μαρί νόμισε ότι η καρδιά της θα σταματήσει. Ήξερε ότι είχε δίκιο, ότι υπήρχαν πάρα πολλά μυστικά και ψέματα μεταξύ τους, πάρα πολλοί λόγοι για τους οποίους δε θα μπορούσαν ποτέ να είναι μαζί. Αλλά για μερικές στιγμές την πλημμύρισε θλίψη κι ένα αβάσταχτο αίσθημα. «Θα γυρίσω στο Λονδίνο», της υποσχέθηκε και η Μαρί απογοητεύτηκε προς στιγμήν, έστω κι αν ήξερε ότι ο Νικ θα έκανε το σωστό. «Ευχαριστώ», του απάντησε μ’ ένα μικρό χαμόγελο. «Ευχαριστώ που με πίστεψες, ταγματάρχα Φάλκονερ, παρ’ ότι σου είχα δώσει πάρα πολλούς


λόγους για να μη με πιστέψεις». «Θα φύγω αφού μου το ζητάς. Όμως θα επιστρέψω, Μαρί. Θα έρθει η ώρα που θα είσαι έτοιμη να μου μιλήσεις, και τότε θα γυρίσω-για να δούμε τι μπορεί να διορθωθεί και τι όχι». Εκείνη έπιασε τα μάγουλά της. Η βασανισμένη καρδιά της δεν άντεχε να βλέπει τώρα ότι ήταν τόσο καλός κι έντιμος όσο ήλπιζε πάντα. «Νίκολας, σε παρακαλώ...» τον ικέτευσε. «Όχι». Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Προς το παρόν θα σεβαστώ τις επιθυμίες σου, Μαρί, αλλά να ξέρεις ότι δεν έχει νόημα να προσπαθείς να με μεταπείσεις. Θα σε περιμένω για όσο χρειαστεί. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να διορθωθεί». Η Μαρί τον παρακολούθησε να φεύγει. Προσπέρασε την τέντα χωρίς να σταματήσει να μιλήσει σε κανέναν κι εξαφανίστηκε προς την κατεύθυνση του σπιτιού. Είδε την Έστερ να κοιτάζει με αγωνία προς το μέρος της, αλλά της κούνησε το κεφάλι αρνητικά σαν να της έλεγε να μην την πλησιάσει. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Είχε διώξει τον Νικ Φάλκονερ κι ήλπιζε να ξεχνούσε τη δύναμη, την εντιμότητα και την αξιοπρέπειά του -τα χαρίσματα που ζήλευε σ’ αυτόν-, επειδή το παρελθόν της τους απαγόρευε να είναι μαζί και δεν μπορούσε να του ανταποδώσει τίποτα απ’ όσα του όφειλε. Αργότερα την ίδια μέρα η Έστερ γύρισε στην Αγροικία Πίκοκ και της είπε ότι ο Νικ σκόπευε να επιστρέφει στο Λονδίνο. Η Μαρί κατάλαβε ότι είχε δεχτεί το λόγο της, κι από τη μια, αισθάνθηκε χαρά, ενώ, από την άλλη, θλίψη κι απελπισία. Η Έστερ έμενε σιωπηλή κι εκείνη καταλάβαινε ότι ήθελε να τη ρωτήσει τι είχε συμβεί, όμως δεν ήθελε να γίνει αδιάκριτη. Την έστειλε πίσω στον Τζον Τιγκ στο Στάρμποτον Χολ, γιατί ήξερε ότι εκεί ήθελε να είναι πραγματικά, ύστερα πήρε το τελευταίο ανώνυμο γράμμα και κάθισε στο γραφείο της για να το διαβάσει ξανά και να σκεφτεί τι να κάνει. Ήξερε ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, να τελειώνει. Θα έλεγε στον εκβιαστή της να βγάλει στη φόρα την αλήθεια και να πάει στο διάβολο. Έπρεπε να πιστέψει ότι δεν κρατούσε αποδείξεις που θα μπορούσαν να βλάψουν την Έστερ, τη Λόρα, την Τζόσι ή τον Λένι. Ήταν αδύνατον να συνεχίσει να το βάζει στα πόδια, να ζει μ’ έναν αδιάκοπο φόβο. Τώρα που είχε ξαναβρεί τη ζωντάνια της το καταλάβαινε. Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να είναι ελεύθερη ήταν να τον δει, να τον αντιμετωπίσει. Έτσι εκείνο το βράδυ περίμενε μέχρι το ρολόι να χτυπήσει έντεκα, έβαλε μια σκούρα κάπα και πήρε το πιστόλι της απ’ το συρτάρι του γραφείου της. Η Έστερ δεν είχε γυρίσει και χαιρόταν γι’ αυτό. Αν της έλεγε π πήγαινε


να κάνει, εκείνη μπορεί να επέμενε να τη συνοδεύσει και η Μαρί δεν ήθελε μάρτυρες σ’ αυτή την τόσο προσωπική συνάντηση. Το φεγγάρι φώτιζε το δρόμο της καθώς περνούσε την πύλη κι έμπαινε στο πάρκο με τα ελάφια. Συνέχιζε να προχωρεί ανάμεσα στα δέντρα, ώσπου έφτασε στο μονοπάτι και στη συνέχεια στους περιποιημένους κήπους. Της θύμιζε τη βραδιά που το είχε σκάσει από τον Νικ Φάλκονερ κυριευμένη από πανικό, φόβο και πόθο. Τώρα όμως το μυαλό της ήταν καθαρό. Ο φόβος είχε εξαφανιστεί. Οι κήποι ήταν ήσυχοι, η βραδιά ζεστή. Η Μαρί βρήκε ένα σημείο κάτω απ’ την κλαίουσα ιτιά, δίπλα στο σιντριβάνι, και περίμενε. Ήθελε να δει τον εκβιαστή της να έρχεται. Ήθελε να μάθει ποιος ήταν πριν εκείνος τη δει. Στα σύννεφα της καταιγίδας που είχαν μαζευτεί στα δυτικά είδε τη λάμψη μιας αστραπής. Τώρα η πανσέληνος μια κρυβόταν και μια πρόβαλλε ξανά πίσω απ’ τα σύννεφα που έτρεχαν. Η νύχτα έμοιαζε απειλητική. Στη βεράντα του αστεροσκοπείου μια σκιά σάλεψε. Κάποιος ανέβαινε τα σκαλιά και προχωρούσε προς την πόρτα. Η Μαρί έμεινε ακίνητη, τέντωσε το λαιμό της να δει αν θα τον αναγνώριζε, αλλά ήταν πολύ σκοτεινά. Είδε τη σιλουέτα να τραβάει το σύρτη. Πέρασε το κατώφλι και μπήκε μέσα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Την επόμενη στιγμή είδε την αναλαμπή ενός λαδοφάναρου. Βγήκε αθόρυβα απ’ την κρυψώνα της και ζύγωσε στο σιντριβάνι. Το νερό στο κανάλι ήταν ακίνητο και ήσυχο, ενώ στο βραχόκηπο τα νερά απ’ τους καταρράκτες κυλούσαν στην πλαγιά του λόφου και προχωρούσαν προς το ποτάμι. Το βουητό τους επισκίαζε κάθε άλλον ήχο. Εξαιτίας του θορύβου, δεν πρόλαβε να δει τη δεύτερη σιλουέτα, παρά μόνο όταν ήταν πια πολύ αργά και κόντευε να πέσει πάνω της. Την είδε να πλησιάζει την τελευταία στιγμή και κρύφτηκε πίσω απ’ τον κορμό της ψηλής σημύδας. Η γυναίκα την προσπέρασε, ανέβηκε τα σκαλιά του περιπτέρου και μπήκε στο δωμάτιο. Καθώς περνούσε το κατώφλι, το φως απ’ το λαδοφάναρο έπεσε στο πρόσωπό της. Ήταν η Λόρα Κόουλ. Η καρδιά της Μαρί χτύπησε δυνατά. Η Λόρα εκεί; Είχε παράνομη σχέση; Της φαινόταν απίθανο. Περίμενε λίγο κι έπειτα προχώρησε προσεκτικά προς το περίπτερο κι ανέβηκε αθόρυβα τη σκάλα. Γλίστρησε προς την πόρτα με την πλάτη της ν’ ακουμπάει στον ξύλινο τοίχο και τέντωσε τ’ αυτιά της για ν’ ακούσει τη συζήτηση που γινόταν μέσα. «Περίμενες καμιά άλλη, χρυσέ μου; Δείχνεις απογοητευμένος που με βλέπεις. Σε είδα να βγαίνεις κρυφά απ’ το σπίτι και σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρον να σ’ ακολουθήσω. Οπότε να με... και είμαι πολύ περίεργη να


μάθω γιατί βρίσκεσαι εδώ νυχτιάτικα». Η Μαρί άκουσε το άλλο πρόσωπο να μουρμουρίζει κάτι και τη Λόρα να συνεχίζει: «Δεν είναι ειρωνεία, Τσαρλς, ότι αυτό το μέρος η Μαρί το σχεδίασε για να μπορούμε να ερχόμαστε οι δυο μας και να απολαμβάνουμε την ησυχία μας; Δεν είναι ειρωνεία, με την έννοια ότι το επέλεξες για να ξελογιάσεις τη Μαρί κι όχι εμένα;» Η Μαρί ένιωσε λες και δέχτηκε γροθιά στο στομάχι. Πάγωσε από τρόμο και δυσπιστία. Ο Τσαρλς ήταν αυτός που έγραφε τα σημειώματα, ο Τσαρλς απειλούσε να την εκθέσει και να την παραδώσει στη δικαιοσύνη, ο Τσαρλς ισχυριζόταν ότι την είχε αγοράσει από τον Ράσλι και του ανήκε ψυχή τε και σώματι. Και η Λόρα το ήξερε. Η Λόρα που αγαπούσε, η Λόρα που ήταν μια απ’ τις πιο πιστές κι αφοσιωμένες φίλες της. Την έλουσε κρύος ιδρώτας. Ο Τσαρλς διαμαρτυρόταν. «Δεν καταλαβαίνω τι λες, γυναίκα μου. Τι σχέση έχει η κυρία Όσμπορν;» «Ω, χρυσέ μου». Η Μαρί σκέφτηκε ότι η Λόρα μιλούσε σαν αγανακτισμένη γκουβερνάντα σε αργόστροφο παιδί. «Ανέκαθεν με υποτιμούσες. Δεν καταλαβαίνεις ότι ξέρω τα πάντα για τις ποταπές προσπάθειές σου να εκβιάσεις τη Μαρί ώστε να γίνει ερωμένη σου; Μόλις έμαθα για τα γράμματα, φαντάστηκα ότι θα ήσουν εσύ. Ξέρω ότι της έστελνες απελπισμένα σημειωματάκια κι απειλούσες να βγάλεις στη φόρα την αλήθεια για εκείνη και τα Κορίτσια της Γκλόρι! Σκέφτηκα πως ήταν πολύ φτηνό από μέρους σου, αλλά ύστερα κατάλαβα ότι εκείνο το φίδι ο Ράσλι πρέπει να σου είχε μιλήσει για το παρελθόν της. Πάντα ήσουν προσκολλημένος πάνω του και σ’ επηρέαζε βαθιά. Θα μπορούσα να συγχωρήσω ότι χαρτοπαίζεις και ότι έκλεβες τα κοσμήματά μου», συνέχισε ήρεμα η Λόρα, «αλλά το γεγονός ότι εκβιάζεις τη Μαρί κι έχεις τόσο αποκρουστικές απόψεις για τη δουλεία είναι απαράδεκτο. Δεν πρόκειται να το συγχωρήσω ποτέ». Έπεσε μια βαριά σιωπή. Η Μαρί ένιωθε τον ιδρώτα να κυλάει ανάμεσα στις ωμοπλάτες της. Οι μύες της είχαν πιαστεί απ’ την προσπάθεια να μείνει ακίνητη. Το φεγγάρι είχε εξαφανιστεί πίσω απ’ τα σύννεφα της καταιγίδας και το μόνο φως προερχόταν από το λαδοφάναρο. «Μια στιγμή, γυναίκα μου...» Η φωνή του Τσαρλς ακούστηκε λίγο τραχιά απ’ την ένταση. «Πίστεψέ με, δεν έχω ιδέα γιατί εκνευρίστηκες τόσο πολύ. Ήρθα εδώ για να... να βρω λίγη γαλήνη και ησυχία. Ήθελα... να σκεφτώ. Όλοι αυτοί οι φιλοξενούμενοι... οι ψυχαγωγίες... Δεν μπορεί κανείς να μείνει μια στιγμή μόνος του».


«Μάλιστα». Η Μαρί άκουγε τα βήματα της Λόρα ν’ αντηχούν στο ξύλινο πάτωμα. Η σκιά της έκοψε το χρυσαφένιο κύκλο του φωτός που σχημάτιζε το φανάρι. «Ήθελες χρόνο για να σκεφτείς. Νομίζω ότι αυτή είναι η πιο αστεία δικαιολογία που σκαρφίστηκες μετά τα ψέματά σου για την κλοπή των κοσμημάτων μου». Η φωνή της Λόρα είχε μια χροιά περιφρόνησης. «Βαρέθηκα, Τσαρλς. Βαρέθηκα τα ψέματά σου και τις απάτες σου και τους λεονταρισμούς σου και τις άθλιες δικαιολογίες σου. Ο Ράσλι σου πούλησε τη Μαρί, τέτοιο άθλιο υποκείμενο που ήταν. Λες να μην το ξέρω; Λες να μην είχα καταλάβει τα πάντα; Αλλά ήσουν δειλός. Δεν τολμούσες να πας και να τη διεκδικήσεις ανοιχτά. Πώς μπόρεσες; Η δουλεία είναι απαίσιο πράγμα κι εσύ παριστάνεις ότι την καταδικάζεις. Ωστόσο στέλνεις στη Μαρί ανώνυμα γράμματα, την εκβιάζεις με τον πιο σιχαμερό τρόπο που έχω δει». Τα μουρμουρητά του Τσαρλς που προσπαθούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του έσπασαν τη σιωπή που ακολούθησε. «Δε φαντάστηκα ότι θα σου το έλεγε...» «Δε φαντάστηκες ότι θα μου το έλεγε; Το είπε στην Έστερ κι εκείνη το είπε σ’ εμένα. Η Μαρί είναι φίλη μου, Τσαρλς, και τη σέβομαι πολύ περισσότερο απ’ όσο θα σεβαστώ ποτέ ξανά εσένα!» «Δεν είναι αυτό που φαίνεται», μουρμούρισε ο Τσαρλς. «Παραδέχομαι ότι ρεζιλεύτηκα εξαιτίας της. Την ήθελα για ερωμένη μου, όμως δεν είναι κάτι σπουδαίο». Ο τόνος του άλλαξε καθώς προσπαθούσε να παραστήσει τον σίγουρο για τον εαυτό του. «Ξέρεις τι γίνεται στην κοινωνία. Έτσι κάνει ο κόσμος...» «Μπορεί να κάνει έτσι ο κόσμος, μπορεί να κάνεις έτσι εσύ, αλλά εγώ δεν κάνω έτσι», είπε η Λόρα. «Φαντάζομαι πως θα υπήρξαν κι άλλες γυναίκες τόσες φορές που πήγες στο Λονδίνο χωρίς εμένα». Η σιωπή ήταν εύγλωττη, αποκαλυπτική. Η Λόρα σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα και μετά συνέχισε. «Αύριο το πρωί θα φύγεις απ’ το Κόουλ Κορτ, Τσαρλς. Ξέρω ότι ο ταγματάρχης Φάλκονερ θα γυρίσει στο Λονδίνο με την πρωινή ταχυδρομική άμαξα. Θα ταξιδέψεις μαζί του». «Να ταξιδέψω με την ταχυδρομική άμαξα;» Ο έκπληκτος τόνος του Τσαρλς έκανε τη Μαρί να σκεφτεί πως αυτό τον πείραξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο του είχε πει η Λόρα εκείνο το βράδυ. «Δε γίνεται, γυναίκα μου! Σκέψου τη θέση μου! Θα γίνω περίγελος αν δεν πάω με τη δική μου. Μη μου το κάνεις αυτό». «Θα πας με την ταχυδρομική άμαξα», επέμεινε η Λόρα, «κι αν ξανακούσω ότι απειλείς να ξεσκεπάσεις τα Κορίτσια της Γκλόρι, τότε η ίδια η Γκλό-


ρι θα σε κυνηγήσει και θα σε σκοτώσει. Κατάλαβες, Τσαρλς;» Η Μαρί διέκρινε τώρα το φόβο στη φωνή του Τσαρλς. «Μην ανησυχείς, αγάπη μου. Δεν πρόκειται να πω λέξη. Ορκίζομαι». Άκουσε πάλι τον κοφτό ήχο απ’ τα τακούνια της Λόρα στο ξύλινο πάτωμα και τη φωνή της να λέει: «Πριν φύγεις, υπάρχει και κάτι ακόμα που θέλω να μάθω». «Ό,τι θέλεις!» Η ανυπομονησία στη φωνή του ήταν αξιοθρήνητη. «Ρώτησέ με ό,τι θέλεις, γυναίκα μου. Και να είσαι σίγουρη ότι θα σου πω την αλήθεια». «Πώς έμαθε ο Ράσλι ότι η Μαρί ζούσε στο Πίκοκ Όουκ; Εσύ του είπες πού θα την έβρισκε;» «Δεν ήξερα ποια ήταν. Μια μέρα πίναμε το ποτό μας κι άρχισα να του μιλάω για την αταίριαστη φιλία σου με τη χήρα ενός εμπόρου. Έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον...» «Δεν αμφιβάλλω καθόλου, αφού θα κατάλαβε αμέσως για ποια μιλούσες». Η Λόρα αναστέναξε. «Την καημένη τη Μαρί! Για κακή της τύχη διάλεξε το Πίκοκ Όουκ χωρίς να ξέρει ότι εσύ με τον Ράσλι ήσαστε κολλητοί!» «Ο κύκλος της αριστοκρατίας είναι μικρός», μουρμούρισε ο Τσαρλς. «Δε λες τίποτα! Και ο δικηγόρος της Μαρί ήταν εκείνος που της σύστησε το Πίκοκ Όουκ ως ήσυχο μέρος για ν’ αγοράσει σπίτι... ο οποίος τυχαίνει να είναι και δικηγόρος της οικογένειάς μας». «Απαράδεκτο. Δεν καταλαβαίνω γιατί αναλαμβάνει αποθέσεις πελατών της μεσαίας τάξης ενώ έχει τις δικές μας δουλειές». Η Μαρί άκουσε τη Λόρα να γελάει κοφτά. «Είσαι πιο υπερόπτης κι από τη Φέι, χρυσέ μου! Ο Ράσλι σου μίλησε και για τα Κορίτσια της Γκλόρι; Πώς μας ανακάλυψε;» «Όχι, δεν ήταν ο Ράσλι». Ο Τσαρλς μπέρδεψε τα λόγια τού πάνω στη βιασύνη του ν’ απαντήσει. «Το αντίστροφο έγινε. Εγώ του το είπα. Έκανα ένα λάθος! Είχα πιει πολύ! Δε σκόπευα να το πω σε κανέναν. Ένα βράδυ, το περασμένο καλοκαίρι, σε είδα να φεύγεις με το άλογο και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Έστειλα έναν υπηρέτη να σε παρακολουθήσει και μου είπε και για τις άλλες, για την Έστερ κι εκείνη τη γυναίκα που έχει το πανδοχείο στο δρόμο για το Σκίπτον. Σκόπευα να το κρατήσω μυστικό, σου ορκίζομαι, αλλά είχα ένα επισκεπτήριο της Γκλόρι απ’ αυτά που άφηνε η Έστερ, και ο Ράσλι το είδε...» «Ώστε ήξερες από την αρχή», είπε η Λόρα και η φωνή της πήρε έναν τόνο ειρωνείας κι ευθυμίας. «Και να σκεφτείς ότι απ’ την αρχή ήθελα να με ανακαλύψουν. Ήθελα να το μάθεις, Τσαρλς, γιατί έτσι μπορεί να με πρό-


σεχες, να συνειδητοποιούσες ότι ήμουν κάτι παραπάνω από μια οποιαδήποτε σύζυγο, κάτι παραπάνω από την ψυχρή αριστοκράτισσα που παντρεύτηκες». Η φωνή της δυνάμωσε. «Ήθελα το σεβασμό σου, Τσαρλς! Ήθελα την αγάπη σου! Και τώρα δεν μπορώ να καταλάβω -γιατί τα ήθελα!» Η Μαρί έφυγε αθόρυβα. Ό,τι κι αν γινόταν από δω και πέρα ανάμεσά τους δεν την αφορούσε. Το σοκ από την ανακάλυψη ότι ο Τσαρλς ήταν αυτός που την είχε αγοράσει απ’ τον Ράσλι είχε αρχίσει να υποχωρεί, όμως η υποκρισία του την εξέπληττε. Η Λόρα της είχε πει αρκετές φορές με περηφάνια ότι ο σύζυγός της υποστήριζε την κατάργηση της δουλείας και είχε εισηγηθεί μάλιστα κι ένα νόμο κατά της σκλαβιάς στη Βουλή των Λόρδων. Τώρα φαινόταν ότι τα λόγια του ήταν ψεύτικα. Ανατρίχιαζε στη σκέψη ότι την ήθελε για ερωμένη του. Δεν είχε εκδηλώσει ποτέ το ενδιαφέρον του ούτε με λέξεις ούτε με πράξεις. Αν ήταν ο λόρδος Χένρι, όπως υποψιαζόταν, δε θα της έκανε εντύπωση. Αλλά ο Τσαρλς, ο δούκας του Κόουλ, ο τέλειος, συμβατικός αριστοκράτης... Κάποτε είχε αναρωτηθεί ποιο ήταν το μυστικό του, και τώρα ήξερε. Λυπόταν αφάνταστα για τη Λόρα, που τον αγαπούσε και λαχταρούσε να της ανταποδώσει την αγάπη της... τη Λόρα που ήταν τόσο γενναιόδωρη ώστε δεν είχε πει το παραμικρό εναντίον της... τόσο δοτική που δεν είχε κατηγορήσει εκείνη για την προδοσία του συζύγου της. Η καταιγίδα πλησίαζε τώρα και η βροχή άρχισε να πέφτει σε χοντρές σταγόνες στο έδαφος, αναδίδοντας τη ζεστή μυρωδιά του χώματος. Η Μαρί είχε μουσκέψει μέχρι το κόκαλο μέχρι να γυρίσει στην Αγροικία Πίκοκ. Έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα της και τα κρέμασε για να στεγνώσουν. Έπειτα χώθηκε στο κρεβάτι, κουλουριάστηκε κάτω απ’ τις κουβέρτες κι άκουγε τη βροχή να χτυπάει στο παράθυρο. Αναρωτήθηκε αν η Λόρα θα ανέφερε ποτέ την αντιπαράθεσή της με τον Τσαρλς και σκέφτηκε ότι το πιθανότερο ήταν να μην το κάνει. Ήταν τόσο διακριτική και τόσο εσωστρεφής όσο εξωστρεφής ήταν η Έστερ. Κανείς δε θα μάθαινε γιατί ο δούκας του Κόουλ είχε παρατήσει τους φιλοξενούμενούς του μέσα στο κατακαλόκαιρο, ούτε θα σχολίαζε την απόφαση του δούκα και της δούκισσας να ζήσουν χωριστά. Η απειλή του εκβιαστή απλώς θα έπαυε να υπάρχει και η Μαρί θα ένιωθε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Η πρωινή άμαξα από το Σκίπτον θα μετέφερε και τον Νικ Φάλκονερ στο Λονδίνο κι εκείνη θα χαιρόταν που θα έφευγε απ’ τη ζωή της. Η Έστερ θα παντρευόταν σε δέκα μέρες και στην ιστορία του Πίκοκ Όουκ θ’ άνοιγε ένα καινούριο κεφάλαιο.


Η Μαρί τεντώθηκε και η αίσθηση των δροσερών σκεπασμάτων στο κορμί της έμοιαζε με το χάδι ενός εραστή. Ήξερε ότι έπρεπε να ξεκουραστεί. Μπορούσε να κοιμηθεί τώρα που είχε πάψει να υπάρχει η απειλή του εκβιαστή. Αλλά η απειλή απ’ το παρελθόν; Απ’ αυτή δε θα απαλλασσόταν τόσο εύκολα. Αν ο Νικ αποφάσιζε να κάνει ερωτήσεις όταν θα επέστρεφε στο Λονδίνο, μπορεί να μάθαινε ποια ήταν η πραγματική σχέση της με τον Ράσλι και με τι τρόπο του είχε ξεφύγει. Θα έρθει η ώρα που θα είσαι έτοιμη να μου μιλήσεις, και τότε θα γυρίσω, για να δούμε τι μπορεί να διορθωθεί και τι όχι... Γύρισε το κεφάλι της στο μαξιλάρι. Ο Νικ Φάλκονερ, όπως ήξερε ήδη, ήταν άνθρωπος που κρατούσε το λόγο του και είχε την αίσθηση πως η μοίρα που την είχε δέσει μ’ εκείνον δεν είχε τελειώσει ακόμα μαζί της. *** Το Λονδίνο τον Ιούλιο ήταν ζεστό, σκονισμένο και άδειο από κόσμο που θα μπορούσε να κάνει παρέα. Η πρώτη δουλειά του Νικ όταν έφτασε εκεί ήταν να αναφέρει στον λόρδο Χόκσμπερι τι είχε ανακαλύψει στο Γιόρκσαϊρ. Η συνάντηση δεν πήγε πολύ καλά. Όταν ο Νικ ολοκλήρωσε την αναφορά του, ο λόρδος Χόκσμπερι ακούμπησε τους αγκώνες στο γραφείο του κι ένωσε τις άκρες των δαχτύλων του. «Λοιπόν», είπε, «αναγνώρισες τη γυναίκα απ’ το Χεν εντ Βάλτσερ, αλλά διαπίστωσες ότι δεν ήταν η δολοφόνος του Ράσλι ούτε η περιβόητη Γκλόρι. Δε βρήκες την πραγματική Γκλόρι, ούτε συνέλαβες καμιά απ’ τη συμμορία της. Τέλος, δεν έχεις ιδέα ποιος σκότωσε τον ξάδερφό σου». Έσμιξε τα φρύδια του. «Με λίγα λόγια, απέτυχες σε κάθε τομέα της αποστολής σου». «Πράγματι», παραδέχτηκε ο Νικ. «Το συμπέρασμα είναι αυτό, άρχοντά μου». Ο Χόκσμπερι αναστέναξε δυνατά. «Αυτή η γυναίκα... η πόρνη του ξαδέρφου σου... Είσαι σίγουρος για την αθωότητά της;» «Είμαι». Ο Νικ ένιωσε να φουντώνει μέσα του ο θυμός με τον χαρακτηρισμό του υπουργού για τη Μαρί, αλλά προσπάθησε να ηρεμήσει. Απεχθανόταν ν’ ακούει να μιλούν για εκείνη με τόση έλλειψη σεβασμού. «Κατά τα φαινόμενα την εξαγόρασε με τον όρο να πάει να ζήσει ήσυχα στην επαρχία», συνέχισε. «Δεν είχε να κερδίσει τίποτα απ’ το θάνατό του». «Χμμ». Ο Χόκσμπερι αναστέναξε πάλι. Έπαιξε με την πένα του και την έσπασε στα δύο. «Αυτό είναι πολύ απογοητευτικό». «Ναι, άρχοντά μου». Ο Νικ χαλάρωσε λίγο. Προστάτευε σκόπιμα τη Μαρί. Από τη στιγμή που διέκρινε σ’ εκείνη φόβο και αδυναμία, αποφάσισε


πως έπρεπε να γυρίσει στο Λονδίνο και να φροντίσει να μην αντιμετωπίσει προβλήματα απ’ τις έρευνες του Χόκσμπερι. Με τον καιρό ήλπιζε ότι θα τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να του ανοίξει την καρδιά της, αλλά μέχρι τότε δεν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω. «Χμμ», έκανε πάλι ο υπουργός, διακόπτοντας τις σκέψεις του Νικ. «Και τι πιστεύεις;» τον ρώτησε. «Πιστεύω ότι ο ξάδερφός μου πρέπει να δολοφονήθηκε από κανέναν περαστικό εγκληματία, που είδε μπροστά του έναν πλούσιο κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του με την ελπίδα να του αρπάξει το πορτοφόλι. Ή από κανέναν πληρωμένο εκτελεστή. Θα μπορούσε να τον έχει βάλει οποιοσδήποτε από τους εξοργισμένους αριστοκράτες που ο Ράσλι εξαπάτησε τους γιους τους. Θεωρώ μάλλον απίθανο να μάθετε την αλήθεια τώρα και νομίζω ότι, στην πραγματικότητα, ελάχιστοι ενδιαφέρονται, γιατί ο θάνατός του είναι Θεία Δίκη από πολλές απόψεις». Ο Χόκσμπερι μούγκρισε. «Δε διαφωνώ. Ήταν ένα κάθαρμα». «Κάτι χειρότερο από κάθαρμα». «Ακριβώς. Αν μπορούσαμε να ήμαστε σίγουροι ότι η δολοφονία του δε σχετίζεται με καμιά ανατρεπτική, προδοτική υπόθεση και μ’ εκείνες τις αναθεματισμένες λησταρχίνες...» Ο Χόκσμπερι έσπασε κι άλλη πένα. «Αλλά πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι;» «Νομίζω πως όποιος σκότωσε τον Ράσλι χρησιμοποίησε το όνομα της Γκλόρι για να επωφεληθεί απ’ τη φήμη της. Δεν πιστεύω ότι πρόκειται για συνωμοσία. Και παρ’ ότι είναι πρόκληση για τη δικαιοσύνη να καλπάζουν αυτές οι γυναίκες στην επαρχία και να ληστεύουν τους πλούσιους για να δίνουν στους φτωχούς, υπάρχουν και χειρότερα εγκλήματα». «Μα είναι κάτι που αντιβαίνει τη φυσική τάξη! Αν οι φτωχοί έπρεπε να ήταν πλούσιοι, ο Θεός θα τους έδινε χρήματα». «Εμμέσως αυτό κάνει. Αυτή είναι η άποψή μου, αν μου επιτρέπετε». «Θα στείλω την πολιτοφυλακή. Θα τις πιάσω!» «Σας εύχομαι καλή τύχη, κύριε», είπε ο Νικ και σηκώθηκε. «Αν εκπλήρωσα την αποστολή μου, επιτρέψτε μου να συνεχίσου την άδειά μου». «Δεν την εκπλήρωσες με ικανοποιητικά αποτελέσματα», γκρίνιαξε πάλι ο Χόκσμπερι, αλλά τίναξε εκνευρισμένος τα χέρια του. «Ω... καλά, φύγε! Φύγε και πήγαινε να τακτοποιήσεις τα χαρτιά που κληρονόμησες απ’ τον ξάδερφό σου. Ένα μάτσο σκουπίδια είναι!» «Οι υπάλληλοί σας θα υπέφεραν διαβάζοντάς τα», παρατήρησε ευγενικά ο Νικ.


Έφυγε απ’ το γραφείο του υπουργού και βγήκε στο δρόμο. Το Λονδίνο μαράζωνε κάτω από ένα σκληρό γαλάζιο ουρανό. Η σκόνη κολλούσε στα φύλλα των δέντρων και τα έκανε να δείχνουν μουντά. Έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται τα δροσερά, καταπράσινα λιβάδια του Γιόρκσαϊρ. Αναρωτήθηκε τι άλλο να έκανε στη διάρκεια της άδειάς του. Το βράδυ θα συναντούσε τον Έινστερ στο Γουάιτς και μετά έπρεπε να πάει στη Σκοτία. Ο θείος του οργάνωνε κυνήγι στα κτήματά του, στο Σάδερλαντ. Θα ήταν εκεί και οι αδερφές του με τις οικογένειές τους και ήθελε να τις δει κάποια στιγμή πριν επιστρέφει στα καθήκοντά του. Εκείνο που θεωρούσε απίθανο ήταν να περάσει περισσότερο χρόνο με τον Τσαρλς Κόουλ, ο οποίος είχε γυρίσει μαζί του με την ταχυδρομική άμαξα κι απ’ ό,τι φαινόταν είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη λέσχη του και επιδιδόταν στην καταστροφική συνήθεια του να πίνει το ένα μπουκάλι πορτό μετά το άλλο. Έδειχνε να αποφεύγει τη συντροφιά του, κι εκτός από ένα αόριστο σχόλιο για κάποιες επείγουσες υποθέσεις στην πρωτεύουσα, δεν του είχε δώσει άλλη εξήγηση γιατί έφυγε τόσο βιαστικά απ’ το Γιόρκσαϊρ, λίγο πριν το γάμο της ξαδέρφης του. Πολύ παράξενο... Ο Νικ γύρισε στην Ιτον Σκουέαρ περπατώντας μέσα στη ζέστη και μπήκε στο δροσερό προθάλαμο του σπιτιού του θείου του με ανακούφιση. «Είναι εδώ ένας κύριος και επιθυμεί να σας δει, κύριε». Ο Ντάντον, ο μπάτλερ, στεκόταν στην πόρτα. «Είναι δικηγόρος και ονομάζεται Τσέρτσγουορντ. Απ’ ό,τι μου εξήγησε, το ζήτημα αφορά την περιουσία του ξαδέρφου σας κι ήλπιζε να βρει την ευκαιρία να σας μιλήσει εδώ και αρκετές εβδομάδες». Ο Νικ ύψωσε τα φρύδια του. Νόμιζε ότι ο Χόκσμπερι είχε ασχοληθεί με οτιδήποτε αφορούσε τα περιουσιακά στοιχεία του Ράσλι στο πλαίσιο της έρευνας για το θάνατό του κι ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο. Ο μπάτλερ περίμενε. «Να του πω να περάσει, κύριε;» «Ασφαλώς», απάντησε ο Νικ. Ο καλοντυμένος, μικρόσωμος άντρας που ο Ντάντον οδήγησε στο γραφείο λίγα λεπτά αργότερα κρατούσε στο ένα χέρι του έναν φθαρμένο δερμάτινο χαρτοφύλακα κι άπλωνε το άλλο για να σφίξει το χέρι του οικοδεσπότη. «Καλημέρα, ταγματάρχα Φάλκονερ. Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε», είπε. «Θα θέλατε να πιείτε κάτι, κύριε Τσέρτσγουορντ; Καφέ, ίσως;» Ο μπάτλερ πήγε να φέρει τον καφέ και ο Νικ έκανε νόημα στο δικηγόρο να καθίσει σε μια πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι.


«Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;» τον ρώτησε. Εκείνος έσπρωξε τα γυαλιά του πιο πάνω στη μύτη του. «Είναι μια υπόθεση στην οποία μάλλον εγώ μπορώ να σας φανώ χρήσιμος», απάντησε. Ο Νικ κατένευσε. «Μάλιστα. Έχει κάποια σχέση με την περιουσία του ξαδέρφου μου, απ’ ό,τι πληροφορήθηκα. Με συγχωρείτε, αλλά νόμιζα ότι μ’ αυτά τα θέματα ασχολήθηκε το γραφείο του λόρδου Χόκσμπερι». «Κι έτσι είναι». Ο δικηγόρος κούνησε το κεφάλι του. «Τέτοιο πράγμα δεν έχει συμβεί ξανά στην ιστορία της Τσέρτσγουορντ & Τσέρτσγουορντ! Ένας άντρας ντυμένος σαν αρσενική πόρνη δολοφονείται μετά την επίσκεψή του σ’ ένα άθλιο πανδοχείο στο Μπρικ Χιλ! Ο Υπουργός Εσωτερικών κατάσχει τα έγγραφά του! Το γραφείο μας ποτέ δε θα επέλεγε να έχει έναν τέτοιον πελάτη!» «Το φαντάζομαι», μουρμούρισε ο Νικ. «Η οικογένειά μου χρησιμοποιεί την Γουόρντλιπ & Τσαρλς, όμως έχω ακουστά για την άμεμπτη φήμη σας, κύριε Τσέρτσγουορντ». Ο δικηγόρος έδειξε να αποδοκιμάζει την κακογουστιά της οικογένειας Φάλκονερ να προτιμάει άλλο γραφείο. «Συμβαίνουν αυτά», σχολίασε, «όμως αν εσείς χρειαστείτε ποτέ άλλο δικηγόρο, ταγματάρχα Φάλκονερ, επιτρέψτε μου να σας προτείνω να επικοινωνήσετε μαζί μας. Είμαστε πολύ διακριτικοί κι έχουμε μεγάλη πείρα σε κάθε είδους υποθέσεις». «Φυσικά», του υποσχέθηκε ο Νικ. «Ακόμα και σε υποθέσεις όπως του ξαδέρφου μου, του Ράσλι». Έσκυψε μπροστά. «Έμαθα ότι περιήλθε στην κατοχή μου κάθε περιουσιακό στοιχείο του ξαδέρφου μου που είναι μεταβιβάσιμο μόνο κατά σειρά διαδοχής και η ανύπαρκτη περιουσία του». «Πολύ σωστά, ταγματάρχα. Κληρονομήσατε το σπίτι στο Κεντ κι ελάχιστα πράγματα ακόμα. Βλέπετε, ο θείος σας...» «Πλήρωσε αναγκαστικά όλα τα χρέη του Ράσλι απ’ τα τυχερά παιχνίδια για να διαφυλάξει την τιμή της οικογένειας. Οπότε τι μένει, κύριε Τσέρτσγουορντ;» «Αυτό!» αναφώνησε ο δικηγόρος με το ύφος του μάγου που βγάζει ένα κουνέλι απ’ το καπέλο του. Άνοιξε το χαρτοφύλακά του κι έβγαλε ένα λεπτό δερμάτινο φάκελο. Ο Νικ άπλωσε το χέρι του, αλλά εκείνος δεν του τον έδωσε αμέσως, παρά τον κράτησε για μερικές στιγμές με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του. «Αυτό δε συμπεριλαμβανόταν στα έγγραφα που έδωσα στο λόρδο Χόκσμπερι, ταγματάρχα». «Καταλαβαίνω». Ο Νικ περίμενε.


«Πρέπει να σας πω ότι ο Ράσλι μου το έστειλε λίγο πριν δολοφονηθεί. Μαζί μ’ αυτό υπήρχε ένα σημείωμα στο οποίο μου έγραφε να το καταστρέψω σε περίπτωση θανάτου του». Ο Νικ μισόκλεισε τα μάτια του. «Και γιατί δεν το κάνατε αν αυτή ήταν η επιθυμία του, κύριε Τσέρτσγουορντ;» Το βλέμμα του δικηγόρου σκοτείνιασε. «Διάβασα το έγγραφο, άρχοντά μου», παραδέχτηκε και τα μάγουλά του πήραν ένα αχνό κόκκινο χρώμα. «Ήταν τελείως αντιεπαγγελματικό από μέρους μου, ομολογώ, αλλά γνωρίζοντας τον ξάδερφό σας ήθελα να σιγουρευτώ ότι θα έκανα το σωστό. Κι όταν το διάβασα αποφάσισα πως, αν το κατέστρεφα ή το παρέδιδα στις Αρχές, μπορεί να διέπραττα μια τεράστια αδικία». Άφησε το φάκελο απαλά στο απλωμένο χέρι του Νικ. «Η απόφαση είναι τώρα δική σας, ταγματάρχα Φάλκονερ». Τον κυρίευσε ένα δυσοίωνο προαίσθημα. Ο Νικ δεν ήταν προληπτικός, αλλά καθώς έβγαζε το χαρτί απ’ το φάκελο αισθάνθηκε να σταλάζει πάνω του λίγο απ’ το φαρμάκι του Ράσλι και πάγωσε. Με την πρώτη ματιά δεν κατάλαβε σε τι αφορούσε το έγγραφο. Η υπογραφή ήταν του θείου του, του πατέρα του Ρόμπερτ Ράσλι, και η πράξη είχε τελεστεί το Δεκέμβριο του 1798. Ο ασταθής γραφικός χαρακτήρας φανέρωνε άνθρωπο σε προχωρημένο στάδιο ασθένειας. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ δήλωση απελευθέρωσης, αλλά καθώς διάβαζε κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο. Εγώ, ο Σεσίλ Άντονι Τζον Ράσλι, δωδέκατος κόμης του Ράσλι, εκχωρώ δια παντός την ελευθερία από τη δουλεία στη Μαρίνα Στιεπάνοβα Βαλστόγια και σε όλους τους απογόνους της... Ο Νικ σταμάτησε. Στο κεφάλι του άκουγε σαν ηχώ τη φωνή της Μαρί εκείνη τη βραδιά στο αστεροσκοπείο. Το φαντάστηκα πως θα ήσουν εσύ, γιατί είσαι κληρονόμος του... Άφησε το χαρτί αργά. Τα γεγονότα διαλύθηκαν και ξαναπήραν άλλη μορφή στο μυαλό του. Ο θάνατος του θείου του πριν από επτά χρόνια, οι φήμες που κυκλοφορούσαν στους κύκλους της αριστοκρατίας για τη Ρωσίδα ερωμένη του Ράσλι, που έλεγαν ότι τον είχε κλέψει και το είχε σκάσει, η οργή του ξαδέρφου του και η άρνησή του να συζητήσει το περιστατικό, η Μαρί που είχε έρθει στο Λονδίνο για να τον βρει στο Χεν εντ Βάλτσερ, τα ανώνυμα γράμματα και η αδυναμία της απέναντι στον εκβιασμό... Και κυρίως ο τρόμος της όταν ο Νικ την ακούμπησε...


Πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα απ’ τα μαλλιά του. Μια υποψία άρχιζε να σχηματίζεται στο μυαλό του. Μια υποψία τόσο απαίσια, τόσο αβάσταχτη, που για μια στιγμή αμφέβαλε αν ήθελε να τη σκεφτεί... Η Μαρί ήταν μια δούλα. Μια σκλάβα. Η σκλάβα του Ράσλι... «Ταγματάρχα Φάλκονερ;» Η φωνή του κυρίου Τσέρτσγουορντ διέκοψε τις σκέψεις του. «Ελπίζω να πιστεύετε ότι έκανα καλά που έκρυψα το έγγραφο και το έφερα σ’ εσάς, σωστά;» ρώτησε με αγωνία. «Ω, ναι». Το βλέμμα του Νικ ταξίδεψε από το έγγραφο στο πρόσωπο του δικηγόρου. «Κάνατε πολύ καλά, Τσέρτσγουορντ. Η δουλεία είναι απαράδεκτο πράγμα και η συμμετοχή οποιουδήποτε στην καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων για την απελευθέρωση ενός σκλάβου θα ’πρεπε να τύπτει τη συνείδησή του». Το πρόσωπο του δικηγόρου ξαστέρωσε. «Σας ευχαριστώ», είπε συγκινημένος. «Δεν είστε όπως ο ξάδερφός σας». «Όχι. Δεν είμαι». Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό θα ’πρεπε να είχε δοθεί στην κυρία πριν από επτά χρόνια». Επτά ολόκληρα χρόνια η Μαρί δεν ήξερε ότι ήταν ελεύθερη, νόμιζε πως ήταν σκλάβα του Ράσλι... Προσπάθησε να φανταστεί πώς αισθανόταν, αλλά δεν τα κατάφερε. Σκέφτηκε τον Ράσλι, που έκρυβε το έγγραφο τόσον καιρό κι απαιτούσε να καταστραφεί μετά το θάνατό του. Τέτοια μοχθηρία μόνο ένα πράγμα μπορεί να έδειχνε -ότι σκόπιμα είχε αποκρύψει από τη Μαρίνα Όσμπορν το αποδεικτικό της ελευθερίας της. Ίσως εκείνη να μη γνώριζε καν ότι υπήρχε. Ο Ράσλι πρέπει να ήθελε να το κρατήσει για να την εξουσιάζει. Ο Τσέρτσγουορντ έκλεισε τον φθαρμένο χαρτοφύλακά του και σηκώθηκε. «Το μόνο που εξακολουθεί να με προβληματίζει», είπε καθώς ο Νικ του έσφιγγε πάλι το χέρι, «είναι πώς θα μπορούσε να βρει κανείς αυτή την κυρία ύστερα από τόσον καιρό». «Μην προβληματίζεστε», του απάντησε ο Νικ και χαμογέλασε μελαγχολικά. «Ξέρω πολύ καλά πού θα τη βρω. Μπορείτε να μείνετε ήσυχος ότι θα τακτοποιήσω το ζήτημα». Όταν ο δικηγόρος έφυγε, δίπλωσε προσεκτικά το πιστοποιητικό της απελευθέρωσης, το έβαλε στο πορτοφόλι του και πήγε στη βιβλιοθήκη. Οι υπάλληλοι του Χόκσμπερι δούλευαν σχολαστικά και μεθοδικά. Όλα τα έγγραφα του Ράσλι ήταν τακτοποιημένα κατά χρονολογία και επισημειωμένα. Όμως δεν ήξεραν για τι έψαχναν... ενώ ο Νικ ήξερε. Κάθισε στο περβάζι του παραθύρου και ανέτρεξε στα βιβλία του 1798 και του 1799.-δηλαδή το χρονικό διάστημα που ο Ράσλι ανέλαβε την κληρονομιά του πατέρα


του και υπήρχαν πάρα πολλά έγγραφα για περιουσιακά στοιχεία. Υπήρχε μία αναφορά για όλα τα κτήματα στη Ρωσία και για την πώλησή τους, και μία για τον αριθμό των σκλάβων που ανήκαν σε κάθε ένα απ’ αυτά. Τα ονόματά τους δεν αναγράφονταν, απλώς ήταν καταγεγραμμένοι στη στήλη με τα ακίνητα και τα αντικείμενα που ήταν προς πώληση. Το στομάχι του Νικ ανακατεύτηκε βρίσκοντας άλλη μια απόδειξη για την απανθρωπιά του ξαδέρφου του. Σε μια άλλη σελίδα, με χρονολογία Δεκέμβριο του 1798, βρήκε ένα σημείωμα γραμμένο απ’ το χέρι του διαχειριστή, το οποίο αφορούσε την αγορά ενός κομματιού γης στο Σβάρτορσκ και την υποσημείωση ότι ο Φιόντορ Βαλστόι, η σύζυγός του Μαρία και οι δύο κόρες τους, δέκα και δώδεκα ετών, είχαν απαλλαγεί από το καθεστώς της δουλείας και είχαν φτιάξει εκεί ένα αγρόκτημα. Σε μια άλλη σελίδα βρήκε έναν λεπτομερή κατάλογο με τα κοσμήματα που ο Ράσλι είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του και είχε φέρει στην Αγγλία -υπέροχα κοσμήματα εκπληκτικής ποιότητας, μια ανεκτίμητη περιουσία. Ο Νικ σκέφτηκε πως ήταν πολύ πιθανό ο ξάδερφός του να τα είχε πουλήσει και να είχε σπαταλήσει τα χρήματα σαν κάθαρμα που ήταν, αλλά οι φήμες που είχε ακούσει εκείνο τον καιρό, οι φήμες στις οποίες είχε δώσει ελάχιστη προσοχή, ισχυρίζονταν κάτι άλλο. Στην τρίτη σελίδα βρήκε πληρωμές ναύλων στο όνομα Ρόμπερτ Ράσλι και Μαρίνα Βαλστόγια, για τη μεταφορά τους στο Λονδίνο. Τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει γιατί η Μαρί προσπαθούσε τόσο επίμονα να κρύψει την πραγματική της ταυτότητα από εκείνον. Σίγουρα ήταν σκλάβα, που δραπέτευσε αφού έκλεψε τον αφέντη της. Ή μάλλον νόμιζε ότι ήταν σκλάβα, γιατί ο δόλιος ξάδερφός του δεν της είχε πει ποτέ ότι ήταν ελεύθερη. Αναρωτήθηκε πάλι για τις καταχωρίσεις στα βιβλία. Γιατί ο Ράσλι, που δε φημιζόταν για τη γενναιοδωρία του, είχε χαρίσει στην οικογένεια της Μαρί την ελευθερία της; Τους είχε απαλλάξει από τη δουλεία κι επιπλέον τους είχε αγοράσει γη. Η Μαρί τον είχε συνοδεύσει στο Λονδίνο. Έμοιαζε σαν συμφωνία, σαν ανταλλαγή... Ξαφνικά ο Νικ πάγωσε. Σαν ανταλλαγή. Η ελευθερία τους με αντάλλαγμα το κορμί της... Κι αν έκρινε απ’ την τρομαγμένη αντίδρασή της στη σωματική επαφή, πρέπει να επρόκειτο για μια συμφωνία που είχε γίνει κάτω από πίεση. Το τελευταία κομμάτια του παζλ έμπαιναν στη θέση τους και ο Νικ ένιωσε μια βαθιά αποστροφή. Ο φόβος της Μαρί, η αδυναμία της, η απελ-


πισμένη αποφασιστικότητά της να του κρύψει την αλήθεια... Έβαλε τον τόμο κάτω απ’ τη μασχάλη του και βγήκε στο διάδρομο. «Ντάντον», είπε στον μπάτλερ, «το πρωί θα φύγω για το Γιόρκσαϊρ». Εκείνος τον κοίταξε απορημένος. «Τόσο σύντομα, κύριε;» «Φοβάμαι πως δε γίνεται αλλιώς. Έχω αφήσει κάποια εκκρεμότητα και πρέπει να γυρίσου πίσω να την τακτοποιήσω». Κάποια πράγματα δε διορθώνονται, του είχε πει η Μαρί Όσμπορν, όμως ο Νικ ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια. Δε θα επέτρεπε να είναι. Θα της έδινε την ελευθερία που είχε στερηθεί τόσον καιρό. Θα άκουγε την ιστορία της. Θα έβγαζε στο φως τα ανομήματα του Ράσλι. Θα πήγαινε πίσω και θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους.


Κεφάλαιο 13 Φλαμουριά - Μαζί μου είσαι ασφαλής Το πρώτο μέλη μα του Νικ όταν έφτασε στο Πίκοκ Όουκ ήταν να πάει κατευθείαν στην Αγροικία Πίκοκ και να ζητήσει να δει τη Μαρί. Όμως, όταν πήγε εκεί και χτύπησε την πόρτα, δεν του απάντησε κανείς. Το σπίτι έδειχνε κλειστό. Είχε λείψει μόνο δέκα μέρες και, απ’ ό,τι φαινόταν, πάρα πολλά είχαν αλλάξει. Αναγκάστηκε να πάει στο. Κόουλ Κορτ. Η ανυπομονησία έβραζε μέσα του κι έψαχνε απελπισμένα κάποιον τρόπο να εκτονωθεί. Το μέρος ήταν ασυνήθιστα ήσυχο και, όταν χτύπησε την πόρτα του σπιτιού, ο μπάτλερ τον πληροφόρησε ότι η συγκέντρωση είχε διαλυθεί και οι φιλοξενούμενοι είχαν φύγει. «Κανείς δεν είναι εδώ εκτός από εμένα». Η Λόρα Κόουλ πήγε να τον υποδεχτεί και ο Νικ πρόσεξε ότι κούτσαινε. «Το πιο κουραστικό απ’ όλα, ταγματάρχα Φάλκονερ, είναι ότι στραμπούλιξα τον αστράγαλό μου κάνοντας ιππασία πριν από δυο μέρες και δεν μπορώ να περπατήσω, πόσω δε μάλλον να ιππεύσω. Το κυνήγι τελειώνει αύριο κι εγώ είμαι κλεισμένη στο σπίτι σαν χήρα θεία». Του έγνεψε να την ακολουθήσει στο ιδιαίτερο σαλόνι της. «Ωστόσο αυτό με χαροποιεί από μια άποψη, γιατί ευχόμουν να μπορούσα να σας μιλήσω αν επιστρέφατε στο Πίκοκ Όουκ, και τώρα φαίνεται πως μου δίνεται η ευκαιρία. Κάρινγκτον, θα μας φέρεις τσάι, σε παρακαλώ;» Η Λόρα κάθισε μ’ ένα επιφώνημα ανακούφισης και χαμογέλασε στον Νικ. «Λυπάμαι που δεν μπορώ να σας προσκαλέσω να μείνετε εδώ, ταγματάρχα Φάλκονερ, αλλά τώρα που ο Τσαρλς λείπει...» εκείνη τη στιγμή πέρασε απ’ το πρόσωπό της μια σκιά θλίψης «... και η συγκέντρωση διαλύθηκε, δε θα ήταν πρέπον». «Μην ανησυχείτε, Εξοχοτάτη», της απάντησε ο Νικ. «Δεν ξέρω πόσο θα μείνω, αλλά έκλεισα δωμάτιο κι άφησα τις αποσκευές μου στο πανδοχείο Χαφ Μουν». «Πω πω!» Τα μάτια της Λόρα φωτίστηκαν από ευθυμία. «Αυτό δε θ’ αρέ-


σει καθόλου στην Τζόσι. Εκπλήσσομαι μάλιστα πώς δε σας έκλεισε την πόρτα καταπρόσωπο». «Ίσως γνωρίζει ότι η παρουσία μου εδώ δε συνιστά πλέον απειλή», δήλωσε ο Νικ, κοιτάζοντάς τη προσεκτικά. Την είδε να κοκκινίζει ελαφρά και να πασπατεύει τη φούστα της. Εκείνη τη στιγμή ο Κάρινγκτον έφερε το τσάι και η Λόρα ανάδευσε το περιεχόμενο με απόλυτη ψυχραιμία, αν και το χρώμα της ήταν ακόμα λίγο ροδαλό. «Ελπίζω αυτό να είναι αλήθεια, ταγματάρχα Φάλκονερ», είπε όταν έφυγε ο μπάτλερ. «Για το καλό όλων μας». Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και τον κοίταξε. «Γιατί ξέρω πως την προηγούμενη φορά ήσαστε αποφασισμένος να βρείτε και να συλλάβετε τις λησταρχίνες που αυτοαποκαλούνται τα Κορίτσια της Γκλόρι...» «Εξοχοτάτη...» άρχισε ο Νικ, όμως η Λόρα ανασήκωσε το χέρι της και τον σταμάτησε. Ξαφνικά εκείνος διαπίστωσε ότι, κάτω απ’ τη φαινομενική ευγένειά της, διέθετε όλη την αυταρχικότητα μιας δούκισσας. «Ταγματάρχα Φάλκονερ, σας παρακαλώ...» Περίμενε μέχρι να σωπάσει υπάκουα και συνέχισε: «Σας διαβεβαιώ ότι πρόκειται για ένα θέμα υψίστης σπουδαιότητας. Οπότε πείτε μου... Κατάλαβα σωστά;» Ύψωσε το φρύδι της κι εκείνος κατένευσε. «Σωστά καταλάβατε». «Τα Κορίτσια της Γκλόρι δεν πρόκειται να χτυπήσουν ξανά. Ούτε σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με το θάνατο του Ρόμπερτ Ράσλι». «Εξοχοτάτη», άρχισε κατάπληκτος ο Νικ, «πώς ξέρετε...» Σταμάτησε. Θυμήθηκε το πάθος της Λόρα για την ιππασία και έριξε μια ματιά κάτω, στα πόδια της που πρόβαλλαν απ’ τον ποδόγυρο του φορέματος της. Ήταν πολύ μεγάλα... Την επόμενη στιγμή εκείνη τα σκέπασε με τις φούστες της και, όταν εκείνος ανασήκωσε πάλι το βλέμμα του, είδε ότι τα ευγενικά, ανοιχτοκάστανα μάτια της του χαμογελούσαν. «Δεν πρόκειται να χτυπήσουν ξανά», επανέλαβε η Λόρα. «Είναι κρίμα από πολλές απόψεις, αλλά δε γίνεται αλλιώς». Ο Νικ δε μίλησε. «Η Μαρί Όσμπορν δεν πήγε ποτέ με τα Κορίτσια της Γκλόρι», συνέχισε εκείνη. Του έδωσε το φλιτζάνι του. «Τσάι, ταγματάρχα Φάλκονερ; Ζάχαρη;» «Ευχαριστώ». Ο Νικ αισθανόταν πολύ μπερδεμένος μ’ αυτή την ασυνήθιστη συζήτηση. «Όχι ζάχαρη, παρακαλώ». Η Λόρα τον κοίταξε. «Όμως νομίζω ότι αυτό που σας είπα πρέπει να το είχατε καταλάβει. Η καημένη η Μαρί είναι τόσο ανίδεη από ιππασία που δε θα μπορούσε ποτέ να τις ακολουθήσει».


«Ναι, το είχα προσέξει», παραδέχτηκε εκείνος. Ήπιε μια γουλιά τσάι και σκέφτηκε πως του χρειάζονταν οι τονωτικές του ιδιότητες. «Φυσικά. Αλλά η ιδέα για τα Κορίτσια της Γκλόρι, ταγματάρχα Φάλκονερ...» Η Λόρα χαμογέλασε. «Ήταν σύλληψη κάποιου που είχε αδικηθεί κατάφωρα στη ζωή του, κάποιου που ήθελε να σιγουρευτεί ότι δε θα βίωναν κι άλλοι τις κακουχίες, την προδοσία και τη σκληρότητα που είχε βιώσει ο ίδιος. Θα δοκιμάσετε ένα μπισκότο;» «Ευχαριστώ», είπε μηχανικά ο Νικ, σκεπτόμενος τη Μαρί και τις φιλανθρωπίες της. Μέχρι τότε πίστευε πως είχε αργήσει πολύ να δει την αλήθεια. Τώρα άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο κοντά της είχε πλησιάσει χωρίς να το ξέρει. Είχε καταλάβει ότι η Μαρί πρέπει να είχε άμεση σχέση με τα Κορίτσια της Γκλόρι, αλλά τώρα συνειδητοποιούσε ότι ήταν ο εγκέφαλος πίσω απ’ τις επιθέσεις, όχι ο εκτελεστής, αυτός που τις πραγματοποιούσε. Και το έκανε από αίσθημα δικαιοσύνης. «Οπότε η Γκλόρι είχε την έννοια του αγγέλου τιμωρού», είπε αργά ο Νικ. «Φυσικά... ήταν το δημιούργημα κάποιου που είχε πολύ προσωπικούς λόγους να θέλει να αποκαταστήσει μερικές από τις αδικίες της κοινωνίας». «Κι αυτό με οδηγεί ξανά στην ίδια τη Μαρί», είπε η Λόρα ενώ ανακάτευε το τσάι της. «Δεν πρόκειται να μ’ ευχαριστήσει γι’ αυτά που θα σας αποκαλύψω, ταγματάρχα Φάλκονερ, οπότε μη φανταστείτε ότι μου ζήτησε να μιλήσω εκ μέρους της». Ο Νικ περίμενε. Αμφέβαλλε αν θα τον σοκάριζε οτιδήποτε άλλο του έλεγε η Λόρα Κόουλ εκείνη την παράξενη μέρα. «Στο παρελθόν κακομεταχειρίστηκαν πολύ άσχημα τη Μαρί Όσμπορν, ταγματάρχα Φάλκονερ. Αυτό το ξέρω με βεβαιότητα». Η Λόρα αναστέναξε. «Πόσα γνωρίζετε για την ιστορία της;» «Πολύ περισσότερα απ’ όσα γνώριζα την προηγούμενη φορά που ήμουν εδώ», της απάντησε κάπως βλοσυρά. «Γύρισα με την ελπίδα ότι θα κατάφερνε τελικά να μου την πει όλη». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Θέλετε να μιλήσετε μαζί της. Το καταλαβαίνω. Όμως ελπίζω να μην την πληγώσετε. Έχει τραβήξει πολλά». Δίστασε για λίγο. «Όπως καταλαβαίνετε, λέω πράγματα που δε θα ’πρεπε να πω». Ο Νικ περίμενε υπομονετικά και η Λόρα συνέχισε με λίγη δυσκολία: «Παραδέχομαι πως κάνω κάτι για το οποίο δεν είμαι περήφανη, ταγματάρχα Φάλκονερ. Πρέπει να σας πω ότι ξέρω τι πέρασε η Μαρί Όσμπορν στα χέρια του ξαδέρφου σας, του κόμη του Ράσλι. Ξέρω, επειδή όταν πρωτοήρθε στο Πίκοκ Όουκ ανέθεσα σ’ έναν ερευνητή να σκαλίσει το παρελθόν της».


Έδειξε την τσαγιέρα. «Άλλο ένα φλιτζάνι τσάι, ταγματάρχα;» «Ευχαριστώ». Ο Νικ είχε σαστίσει με όσα άκουγε. Αυτό ήταν που δε θα τον σοκάριζε τίποτα... «Ε... Εσείς... αναθέσατε σε κάποιον να ερευνήσει το παρελθόν της κυρίας Όσμπορν;» επανέλαβε. «Ναι. Στον Τομ Μπράντσο. Είμαι βέβαιη ότι τον γνωρίζετε. Είναι ο πιο διακριτικός και ικανός ερευνητής στο Λονδίνο». «Ναι, τον γνωρίζω». Ο Νικ σάλεψε αμήχανα. «Πείτε μου, Εξοχοτάτη, τι σας έκανε να υποψιαστείτε ότι η κυρία Όσμπορν δεν ήταν αυτό που φαινόταν; Γιατί καταλαβαίνω ότι αυτός ήταν ο λόγος που το ψάξατε». Η Λόρα κατένευσε. Πήρε το φλιτζάνι της και πήγε κοντά στο τζάκι. «Ο κόσμος φαντάζεται ότι, επειδή είμαι γυναίκα και δούκισσα, πρέπει ή να είμαι ανόητη ή να χρειάζεται να με προστατεύουν από τις σκληρές πλευρές της ζωής. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου. Μόλις γνώρισα τη Μαρί κατάλαβα αμέσως ότι συνέβαινε κάτι παράξενο μ’ εκείνη. Όχι απαραίτητα κακό, αλλά ούτε ακριβώς καλό. Διαισθάνθηκα ότι δεν ήταν η άμεμπτη χήρα ενός εμπόρου, όπως ισχυριζόταν». Κοίταξε τον Νικ. «Όπως θα ξέρετε, με προσεγγίζουν πολλά ανεπιθύμητα πρόσωπα, κόσμος που θέλει να με γνωρίσει για να επωφεληθεί απ’ την οικονομική μου κατάσταση ή την επιρροή μου ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ανέπτυξα από νωρίς κάποιο ένστικτο. Γι’ αυτό η Μαρί Όσμπορν μου κίνησε την περιέργεια από την αρχή». Άφησε το φλιτζάνι και το πιατάκι της στον μπουφέ κι ακούμπησε την παλάμη της στην καλογυαλισμένη επιφάνειά του. «Φυσικά δεν της αποκάλυψα ποτέ τι έκανα. Όταν έμαθα τι είχε περάσει, θέλησα να γίνω φίλη της. Και η ειρωνεία είναι πως, όταν προσπάθησα, ανακάλυψα ότι δεν ήθελε τίποτε από εμένα εκτός απ’ το να την αφήσω στην ησυχία της. Αντιστάθηκε σθεναρά στις... επιθέσεις της φιλίας μου». Χαμογέλασε ειρωνικά. «Αν δεν ήμουν δούκισσα και γειτόνισσά της, πιστεύω ότι θα μου έλεγε να πάω στον αγύριστο». Ο Νικ συνοφρυώθηκε. «Γνωρίζοντας κάποια πράγματα για την ιστορία της, δεν εκπλήσσομαι που το ακούω». «Σωστά. Τέλος πάντων, τελικά γίναμε φίλες. Κι αρκετό καιρό αργότερα η Μαρί μου εκμυστηρεύτηκε μερικά πράγματα για το παρελθόν της χωρίς να ξέρει ότι ήξερα ήδη όλη την τραγική ιστορία της». Η Λόρα γύρισε και τον κοίταξε. «Γνώριζα τον ξάδερφό σας, ταγματάρχα Φάλκονερ. Όλοι τον γνωρίζαμε. Ο Τσαρλς, ο Χένρι, ο Τζον Τιγκ, εγώ. Δεν ήταν φυσικό εφόσον ήταν αριστοκράτης όπως εμείς; Όμως τον γνώριζα και για έναν άλλο λόγο». Απομακρύνθηκε απ’ τον Νικ και το φόρεμά της θρόισε καθώς κινή-


θηκε γρήγορα. «Όταν ήμουν νέα, λίγο μεγαλύτερη από παιδί, ο Ρόμπερτ Ράσλι κατέστρεψε μια μακρινή ξαδέρφη μου». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Δεν το ήξερα. Δεν είχα ιδέα». «Ασφαλώς. Το θέμα αποσιωπήθηκε για να διαφυλαχτεί η τιμή της οικογένειας, η τιμή που ο Ράσλι είχε αποτύχει να διαφυλάξει. Όμως άκουσα τους γονείς μου να μιλούν γι’ αυτό. Δεν το ξέχασα ποτέ. Οπότε φαντάζεστε πως, όταν έμαθα ότι ήταν νεκρός, δε λυπήθηκα. Για πολλούς και διάφορους λόγους». Κοίταξε τον Νικ κατάματα. «Πάντως, δε σκότωσα εγώ τον Ρόμπερτ Ράσλι, ταγματάρχα Φάλκονερ. Ούτε η Μαρί ούτε η Έστερ Τιγκ. Θέλω να το ξέρετε. Όταν σας είπα ότι τα Κορίτσια της Γκλόρι δεν έχουν καμιά ανάμειξη στη δολοφονία του, σας έλεγα την αλήθεια». Εκείνος κατένευσε. «Σας είμαι βαθύτατα ευγνώμων για την ειλικρίνειά σας, Εξοχοτάτη». Η Λόρα χαμογέλασε. «Όφειλα να πω την αλήθεια τόσο για χάρη της Μαρί όσο και των Κοριτσιών της Γκλόρι. Η Μαρί κράτησε το στόμα της κλειστό από αφοσίωση, για να προστατέψει αυτούς πού αγαπάει. Ήταν καιρός κάποιος από εμάς που αγαπάμε εκείνη να βάλει τα πράγματα στη θέση τους». «Μπορείτε να βασιστείτε στη διακριτικότητά μου όσον αφορά το θέμα, Εξοχοτάτη», τη διαβεβαίωσε ο Νικ. Ύστερα γέλασε. «Αν και πρέπει να ομολογήσω ότι χαίρομαι που ακούω ότι τα Κορίτσια της Γκλόρι σταματούν τη δράση τους». «Είναι κατανοητό. Ένας κύριος με τη δική σας θέση δε θα μπορούσε να συναινεί στην παραβίαση του νόμου, ταγματάρχα Φάλκονερ. Το εκτιμώ αυτό». Η Λόρα δάγκωσε το χείλι της. «Ωστόσο υπάρχει ακόμα ένα μικρό εμπόδιο για να μάθετε όλη την αλήθεια. Η Μαρί έφυγε». Ο Νικ θυμήθηκε τα κλειστά παράθυρα στην Αγροικία Πίκοκ. «Σχεδόν το περίμενα», ψέλλισε αργά. «Δεν το έσκασε», είπε βιαστικά εκείνη. «Νομίζω ότι είχε ανάγκη από λίγη ηρεμία και απομόνωση. Έφυγε αμέσως μετά το γάμο της Έστερ και του Τζον. Λείπει εδώ και μια βδομάδα». Χτύπησε σκεφτική τα δάχτυλά της στον μπουφέ. «Δε μου απαγόρευσε όμως να πω σε κανέναν πού πήγε...» Εκείνος έκανε απότομα μπροστά. «Εξοχοτάτη...» «Θέλω να μου δώσετε το λόγο σας, ταγματάρχα. Θέλω να μου υποσχεθείτε ότι δε θα την πληγώσετε με κανέναν τρόπο». «Τον έχετε». Η Λόρα χαμογέλασε. «Ωραία λοιπόν· η Μαρί βρίσκεται σ’ ένα μοναστήρι. Στη Μονή Θεοτόκου του Όρους της Χάριτος, στο Κέιβεναμ. Δεν είναι ούτε


είκοσι λεπτά δρόμος από δω». «Σε μοναστήρι». Ο Νικ είδε αμέσως το πρόβλημα. «Οπότε αν αποφασίσει να μη με δει...» «Τότε θα έχετε πρόβλημα, ταγματάρχα Φάλκονερ. Αν δε θελήσει να σας δει, δε θα μπορέσετε να μιλήσετε μαζί της, εκτός αν αποφασίσετε να απαγάγετε μια κυρία από ένα μοναστήρι». Η Λόρα ύψωσε τα φρύδια της. «Ωραία συμπεριφορά για αξιωματικό και κύριο! Χρειάζεστε χρόνο για να το σκεφτείτε;» Εκείνος γέλασε. «Όχι, Εξοχοτάτη. Δε νομίζω». *** Η Μαρί έβαλε το βιβλίο της κάτω απ’ τη μασχάλη της, διέσχισε το μαντρωμένο κήπο του μοναστηριού και πέρασε από την αψίδα που οδηγούσε στον ξενώνα. Ήταν αργά το απόγευμα και η βαριά, ζεστή ατμόσφαιρα προμήνυε καταιγίδα. Από την εκκλησία έρχονταν οι καθαρές, νοσταλγικές νότες του απόδειπνου που έψελναν οι μοναχές -ένας πολύ καθησυχαστικός ήχος. Για την ακρίβεια, τα πάντα γύρω ήταν γαλήνια και καθησυχαστικά. Στη βδομάδα που ήταν εκεί, η Μαρί είχε βρει περισσότερη ηρεμία απ’ ό,τι τα τελευταία πέντε χρόνια. Ωστόσο ήξερε ότι κρυβόταν. Η Λόρα μπορεί να είχε την ευγένεια να της πει ότι έπρεπε να δώσει στον εαυτό της λίγο χρόνο και χώρο για να σκεφτεί, να βρει λίγη γαλήνη, κι από πολλές απόψεις αυτό ήταν αλήθεια, αλλά η Μαρί δεν είχε διάθεση να γίνει μοναχή και να μείνει μόνιμα στο καταφύγιο. Ήξερε ότι μια μέρα θα επέστρεφε στο Πίκοκ Όουκ. Θα έβγαζε τον Νικ Φάλκονερ από το μυαλό της κι απ’ τη ζωή της. Σταμάτησε στη σκιά του περάσματος με την αίσθηση ότι κάποιος στεκόταν στην πλακοστρωμένη αυλή και την παρακολουθούσε, όμως όταν κοίταξε γύρω της δεν είδε κανέναν. Ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους της, συνέχισε στον ήσυχο διάδρομο που οδηγούσε στο δωμάτιό της κι άνοιξε την πόρτα. Εκεί δεν υπήρχαν κλειδαριές. Δε χρειάζονταν. Άφησε το βιβλίο της στο τραπέζι και σήκωσε το χέρι της για να ξεκουμπώσει το σακάκι της, αλλά πάγωσε όταν είδε με την άκρη του ματιού της μια κίνηση πίσω της. Γύρισε τη στιγμή που ο Νικ Φάλκονερ έκλεινε τη βαριά πόρτα κι ακουμπούσε πάνω της σταυρώνοντας τα χέρια του. Έδειχνε ρωμαλέος κι επικίνδυνος και η στάση του φανέρωνε αποφασιστικότητα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. «Τι... Τι στην ευχή κάνεις εδώ;» τον ρώτησε. Η φωνή της ακούστηκε σαν κρώξιμο. Εκείνος χαμογέλασε και το στομάχι της σφίχτηκε. Δεν είχε προλάβει να


ξεχάσει αυτό το σατανικό χαμόγελο. «Ήθελα να σου μιλήσω», της εξήγησε. «Ο κόσμος χτυπάει το κουδούνι στην πύλη και περιμένει. Έτσι συνηθίζεται». «Το ξέρω, αλλά, αν χτυπούσα το κουδούνι στην πύλη και περίμενα, θ’ αρνιόσουν να με δεις». Η Μαρί παραδέχτηκε πως ο Νικ είχε δίκιο. Φυσικά και θ’ αρνιόταν να τον δει. Και μόνο που τον έβλεπε να στέκεται εκεί, αισθανόταν τόσο νευρική που της κοβόταν η αναπνοή. Νόμιζε πως θα περνούσε πολύς καιρός μέχρι να συναντηθούν ξανά -αν συναντιόνταν και ποτέ- και ήταν τελείως απροετοίμαστη. «Πώς ήξερες ότι ήμουν εδώ;» τον ρώτησε, όμως ήξερε ήδη την απάντηση. «Σου το είπε η Λόρα, υποθέτω». «Δεν της απαγόρευσες να το πει σε κανέναν». «Όχι». Η Μαρί αναστέναξε. «Αλλά την εμπιστεύτηκα...» «Κι εκείνη εμπιστεύτηκε εμένα. Πίστεψέ με, Μαρί, δεν πρόκειται να σου κάνω κακό. Ήρθα μόνο για να μιλήσουμε». Ο τρόπος που είπε το όνομά της, η τρυφερότητα στον τόνο της φωνής του, δεν την βοήθησε καθόλου να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της. «Αν δε χτύπησες το κουδούνι, τότε πώς μπήκες;» Η Μαρί δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο παράδεισός της είχε μεταμορφωθεί σε παγίδα. Ο Νικ γέλασε. «Σκαρφάλωσα στη μάντρα». Γούρλωσε τα μάτια της. «Εισέβαλες σ’ ένα μοναστήρι; Δε ζούμε στο Μεσαίωνα, ταγματάρχα Φάλκονερ!» Εκείνος σάλεψε ελαφρά. Ο τρόπος που στεκόταν, με τους φαρδιούς ώμους του ακουμπισμένους στην πόρτα, έδειχνε ότι δε σκόπευε να κουνηθεί σύντομα. Εκείνη τον κοίταξε με καχυποψία. «Όπως σου είπα, ήρθα να σου μιλήσω. Αφού δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς...» «Διακινδύνευσες πολλά απλώς και μόνο για να μου μιλήσεις». Η Μαρί γύρισε απ’ την άλλη. «Νόμιζα πως ό,τι είχαμε να πούμε ο ένας στον άλλο το είπαμε». «Εδώ είναι η διαφωνία μας». Ο Νικ σηκώθηκε κι άρχισε να την πλησιάζει αποφασιστικά. «Ποτέ δε σκέφτηκα ότι όλα είχαν τελειώσει μεταξύ μας». Η αυτοπεποίθησή του την τρόμαξε. Η Μαρί έκανε ένα βήμα πίσω και κόντεψε να πέσει πάνω στο τραπέζι. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και την έπιασε απ’ το μπράτσο. Το άγγιγμά του ήταν λες και της έκαψε την επιδερμίδα. Τράβηξε το χέρι της απότομα.


«Υποσχέθηκες να μη με πιέσεις να σου πω την αλήθεια μέχρι να είμαι έτοιμη να σου μιλήσω», του είπε αυστηρά. «Αν άλλαξες γνώμη, πες ό,τι έχεις να πεις και φύγε». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι. Όχι εδώ. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πολύ σημαντικό. Πρέπει να συζητήσουμε, και χρειαζόμαστε αρκετό χρόνο. Οπότε θα έρθεις μαζί μου». Εκείνη οργίστηκε. «Δεν έρχομαι!» Ο Νικ γέλασε βουβά. «Θα έρθεις, κυρία Όσμπορν. Δεν πιστεύω να φαντάζεσαι πως μπήκα σε τόσο κόπο για να σ’ αφήσω και να φύγω, σωστά;» Η Μαρί σκέφτηκε ότι έδειχνε πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και κάτι είχε αλλάξει πάνω του. Προσπάθησε να προσδιορίσει τι ήταν. Την ίδια σιγουριά την είχε και παλιότερα. Αυτό δεν είχε αλλάξει. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι έμοιαζε πιο βέβαιος για εκείνη. Λες και... «Ξέρεις», του είπε με σιγουριά. Η φωνή της ακούστηκε σαν ψίθυρος. Μια σκιά πέρασε απ’ το πρόσωπό του. «Ξέρω μερικά πράγματα. Τα υπόλοιπα θα μου τα πεις εσύ. Πάμε». Εκείνη σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της. «Όχι. Ήρθα εδώ για να βρω λίγη γαλήνη. Παράτα με ήσυχη». «Ήρθες εδώ για να κρυφτείς». Ήταν η ωμή αλήθεια. Η Μαρί τον κοίταξε αγριωπά. «Μαρί...» Ο τόνος του ήταν και πάλι τρυφερός, με μια χροιά οικειότητας. «Κυρία Όσμπορν», τον διόρθωσε εκείνη κοφτά. «Δε σου έδωσα την άδεια να μου απευθύνεσαι με το όνομά μου, όσο κι αν επιμένεις να το χρησιμοποιείς!» «Κυρία Όσμπορν...» Ο Νικ μίλησε με ευγένεια, όμως το βλέμμα του ταξίδευε πάνω της και της υπενθύμιζε όλα όσα είχαν μοιραστεί. «Το θέμα δεν είναι προς διαπραγμάτευση. Ή θα έρθεις μαζί μου με τη θέλησή σου ή θα σε πάω με τη βία!» «Πίσω;» «Πίσω στο σπίτι σου. Στο Πίκοκ Όουκ». Η Μαρί ύψωσε το πιγούνι της και τον κοίταξε επίμονα. «Και πώς σκοπεύεις να με πείσεις; Ή ούτε αυτό είναι διαπραγματεύσιμο; Θα με πετάξεις στον ώμο σου και θα πηδήσεις πάλι τη μάντρα;» Εκείνος γέλασε. «Όταν μπήκα μέσα, άνοιξα μια πόρτα. Μπορώ να σε μεταφέρω πιο εύκολα από εκεί». Εκείνη συνέχιζε ν’ ακούει τις ψαλμωδίες από την εκκλησία. Αν στρίγκλιζε δυνατά, σίγουρα θα την άκουγε κάποιος. Θα γινόταν μεγάλη φασαρία και σκάνδαλο. Θα ήταν τεράστια αχαριστία να προκαλέσει τέτοια αναστά-


τωση στη μονή και να ξεπληρώσει με τέτοιον τρόπο τους ανθρώπους που της είχαν προσφέρει καταφύγιο. Ετοιμαζόταν να συνθηκολογήσει μαζί του, όταν τον είδε να την παρακολουθεί με μια ανεξήγητη ευθυμία. «Δε σε είχα για άνθρωπο που θα απήγαγε μια γυναίκα από ένα μοναστήρι, ταγματάρχα Φάλκονερ», παρατήρησε. «Φαίνεται πως τελικά δε σε ξέρω τόσο καλά». Εκείνος γέλασε πάλι και η Μαρί ένιωσε να της κόβεται η ανάσα απ’ τη γοητεία του. «Θα με γνωρίσεις καλύτερα από δω κα πέρα», της απάντησε. Τα λόγια του ακούστηκαν σαν υπόσχεση. «Λοιπόν; Θα έρθεις μαζί μου;» Αισθάνθηκε να την κυριεύει πανικός, το στομάχι της δέθηκε κόμπος. Όλα αυτά ήταν πολύ ξαφνικά. «Όχι...» Ο Νικ γέλασε. Την έπιασε απ’ τον καρπό, την τράβηξε κοντά του, πέρασε το χέρι του στη μέση της κι άνοιξε την πόρτα. «Κρίμα», της είπε. «Πάντως εγώ σε προειδοποίησα». Ο διάδρομος ήταν άδειος εκτός από μια μοναχή που περπατούσε βιαστικά στο τέρμα του, με τα σανδάλια της να ηχούν δυνατά μέσα στη σιωπή. Δεν τους είδε. «Αν φωνάξω...» άρχισε να λέει η Μαρί. «Μην το κάνεις». Ο Νικ την κοίταξε βλοσυρά κι εκείνη θυμήθηκε ότι κάποιος -η Έστερ, ίσως;- είχε πει ότι ο Νικ Φάλκονερ φημιζόταν για τη σκληρότητά του. Δεν αμφέβαλλε καθόλου γι’ αυτό. Τη σήκωσε στα χέρια του. Τα μπράτσα του ήταν δυνατά σαν ατσάλι, το μάγουλό της ακουμπούσε στον ώμο του και μέσα σε λίγα λεπτά την είχε μεταφέρει στο διάδρομο, είχε διασχίσει τους κήπους, την είχε περάσει απ’ την πόρτα στη μάντρα και την είχε χώσει στην άμαξα που περίμενε απ’ την έξω πλευρά. Η Μαρί περίμενε ν’ ακούσει πίσω τους φωνές έκπληξης και θυμού, όμως δεν άκουσε τίποτα. Κανείς δεν τους είχε προσέξει. Την κουβαλούσε στο φως της μέρας και κανείς δεν τους είχε προσέξει. Της φάνηκε ότι θα λιποθυμούσε. Ο Νικ χτύπησε την οροφή και η άμαξα ξεκίνησε. «Το έχεις ξανακάνει αυτό;» τον ρώτησε επιτακτικά. Εκείνος έδειχνε πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Εκνευριστικά ευχαριστημένος. Η Μαρί ενοχλήθηκε. «Όχι», της απάντησε. «Ήταν η πρώτη φορά». Την κοιτούσε με την ίδια αινιγματική, σκεφτική έκφραση που είχε και νωρίτερα. Το στομάχι της σφίχτηκε από ένα μείγμα νευρικότητας και προσμονής.


Ξέρω μερικά πράγματα. Τα υπόλοιπα θα μου τα πεις εσύ. Η Μαρί ήξερε ότι θα του τα έλεγε. Τώρα πια είχαν προχωρήσει πάρα πολύ για ψέματα κι απάτες. Ό,τι κι αν είχε ανακαλύψει ο Νικ στο Λονδίνο, της απαγόρευε να συνεχίσει να προσποιείται. Είχε φτάσει στο σημείο να την αρπάξει απ’ το μοναστήρι και ήταν σίγουρη ότι τώρα θα έφτανε ως τα άκρα για να της αποσπάσει την αλήθεια. Έτσι, μόλις θα έφταναν στο Πίκοκ Όουκ, θα του αποκάλυπτε τα πάντα. Όμως μέχρι τότε είχε λίγο χρόνο. «Αν δε θέλεις να μιλήσεις ώσπου να γυρίσουμε στο Πίκοκ Όουκ», του είπε εκνευρισμένη, «θα κοιμηθώ. Με συγχωρείς, ταγματάρχα Φάλκονερ». *** Ο Νικ καθόταν και την παρατηρούσε να κοιμάται σε όλη τη διαδρομή. Κοιμόταν μαζεμένη, κουλουριασμένη σαν γάτα. Η στάση της φανέρωνε επιφυλακτικότητα, λες και ήθελε να κρατήσει όλο τον υπόλοιπο κόσμο σε απόσταση. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στο μαξιλάρι και οι βλεφαρίδες της σχημάτιζαν στα μάγουλά της σκιές σε σχήμα βεντάλιας, σκούρες πάνω στο φόντο της χλομής επιδερμίδας της. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό της αναπνοής της. Κουμπωμένη μέχρι το λαιμό, έδειχνε συγκρατημένη, συγκροτημένη. Εκείνος θυμήθηκε την ατίθαση, φλογερή θεά που είχε δει στο σιντριβάνι, θυμήθηκε να της ξεκουμπώνει αυτά τα κουμπιά, να την αφήνει γυμνή και να θέλει να πετάξει από πάνω της οτιδήποτε τον εμπόδιζε ν’ ανακαλύψει τη γυναίκα που ήξερε ότι κρυβόταν από κάτω. Τώρα ήξερε ότι δεν ήταν ούτε η πόρνη που είχε συναντήσει στην ταβέρνα ούτε η αδιάντροπη ερωμένη του Ράσλι μήτε η σεμνή, αξιοσέβαστη χήρα του Πίκοκ Όουκ, αλλά μια γυναίκα που αποτελούσε ένα περίπλοκο μείγμα συναισθημάτων. Ήταν η γυναίκα που ήθελε να ελευθερώσει -αν μπορούσε. Η Μαρί σάλεψε ελαφρά, έβγαλε μέσα στον ύπνο της ένα σιγανό ήχο ικανοποίησης και η καρδιά του χτύπησε δυνατά από μια τρυφερότητα που δεν μπορούσε πλέον ν’ αρνηθεί. Δεν ήταν πια τόσο νέος. Ήταν ένας άντρας τριάντα δύο ετών και καταλάβαινε πολύ καλά τα συναισθήματά του ώστε να προσπαθήσει να κοροϊδέψει τον εαυτό του. Ποθούσε πολύ τη Μαρί Όσμπορν. Πάρα πολύ. Αυτό ήταν εύκολο να το καταλάβει. Η έλξη που υπήρχε ανάμεσά τους απ’ την πρώτη στιγμή έμοιαζε εκρηκτική. Ήθελε να της κάνει έρωτα και να εξερευνήσει κάθε πόντο του αισθησιακού, απαλού κορμιού της μέχρι να ικανοποιηθούν και οι δύο. Όμως τον ενδιέφερε να μάθει και τι της είχε συμβεί, κι αυτό δεν μπορούσε να το κατανοήσει τόσο εύκολα. Φεύγοντας απ’ το Λονδίνο είχε α-


ποφασίσει να της παραδώσει το πιστοποιητικό της απελευθέρωσής της και να μάθει τελικά την αλήθεια για τη σχέση της με τον Ράσλι. Ή τουλάχιστον έτσι είχε πει στον εαυτό του. Ωστόσο η βιασύνη του να γυρίσει στο Πίκοκ Όουκ, η αποφασιστικότητά του να την πάρει απ’ το μοναστήρι, η τρυφερότητα με την οποία την κοιτούσε τώρα, φανέρωναν ένα συναίσθημα πολύ πιο βαθύ και περίπλοκο απ’ ό,τι είχε φανταστεί. Και είχε ριζώσει μέσα του πριν από πολύ καιρό, απ’ την προηγούμενη φορά που βρισκόταν εκεί και είχε δει το θάρρος και τη δύναμή της, τη γενναιοδωρία και τη συμπόνια της. Ήταν το ίδιο συναίσθημα που τον είχε σπρώξει να την προστατέψει από το λόρδο Χόκσμπερι, να της προσφέρει τη βοήθειά του. Την αγαπούσε. Σκέφτηκε την Άννα και τον τρόπο που την είχε αγαπήσει στα νιάτα του, περισσότερο ως φίλη παρά ως σύζυγο. Την είχε αγαπήσει, αλλά δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Τη θεωρούσε δεδομένη, την είχε προδώσει, την είχε απογοητεύσει από πολλές απόψεις. Και ίσως η πεισματική αποφασιστικότητά του να διορθώσει τα πράγματα σε σχέση με τη Μαρί να ήταν αποτέλεσμα του ότι είχε αποτύχει να δώσει στην Άννα ό,τι της άξιζε. Γνωρίζοντάς τη είχε γίνει καλύτερος άνθρωπος, όμως το τίμημα ήταν βαρύ. Ήλπιζε με όλη τη δύναμη της ψυχής του να καταλάβαινε με κάποιον τρόπο ότι είχε μετανιώσει και να τον συγχωρούσε. Ίσως μια μέρα να συγχωρούσε και ο ίδιος τον εαυτό του. Έφταναν στα περίχωρα του Πίκοκ Όουκ, όταν η Μαρί σάλεψε. Ανακάθισε, έτριψε τα μάτια της και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο καθώς το τελευταίο φως του ήλιου χρύσωνε την πλαγιά του βουνού. Ο δρόμος κατηφόριζε τους λόφους, στο βάθος φαινόταν το χωριό και τα λιβάδια. Ξαφνικά ο Νικ άκουσε ήχους κυνηγιού. Θυμήθηκε τη Λόρα Κόουλ να του λέει ότι δεν μπορούσε να συνοδεύσει τους κυνηγούς επειδή είχε τραυματιστεί. Άκουσε το σκληρό, δυνατό σάλπισμα του κέρατος και το μανιασμένο γάβγισμα των σκυλιών ενώ έτρεχαν στο χωράφι δίπλα στο δρόμο, με τους αναβάτες να καλπάζουν ξοπίσω τους. Το ομαδικό κυνήγι ήταν βάρβαρο πράγμα, πρωτόγονο και σχεδόν ανεξέλεγκτο. Ο Νικ κάθισε για μερικές στιγμές ακίνητος και τους παρακολουθούσε να ξεχύνονται στην πλαγιά της κοιλάδας ώσπου εξαφανίστηκαν. Τα αλυχτίσματα των σκυλιών πλανήθηκαν στον αέρα, ύστερα έσβησαν και μεταμορφώθηκαν σε ηχώ μέχρι που τα επισκίασε ο ήχος της αύρας. Είχε ακόμα ζέστη και υγρασία παρ’ ότι είχε αρχίζει να σκοτεινιάζει. Ύστερα άκουσε τη Μαρί να βγάζει έναν πνιχτό ήχο, κάτι ανάμεσα σε επιφώνημα και λυγμό. Τα δάχτυλά της έσφιγγαν τόσο δυνατά το πλαίσιο


του παραθύρου της άμαξας που οι κλειδώσεις της είχαν ασπρίσει. Καθόταν τελείως ακίνητη, σαν παγωμένη. Ο Νικ άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. «Κυρία Όσμπορν; Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. «Δεν αισθάνεσαι καλά;» Σταμάτησε. Η Μαρί δεν έδειξε ότι τον είχε ακούσει. Καθόταν ακίνητη και σφιγμένη, τώρα είχε τυλίξει τα χέρια γύρω από το κορμί της, λες και ήθελε να το προστατέψει από τον κόσμο. Ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Κυρία Όσμπορν; Μαρίνα;» Αυτή τη φορά στράφηκε και τον κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν τόσο άσπρο που η επιδερμίδα της έμοιαζε σχεδόν διάφανη. Έτρεμε. Το βλέμμα της ήταν απλανές. «Το κυνήγι...» ψιθύρισε. «Έφυγαν», την καθησύχασε ο Νικ. «Δεν υπάρχει κίνδυνος. Ξέρω ότι είναι άγριο, αλλά...» Σταμάτησε ξανά. Η Μαρί και πάλι δεν έδειξε να τον έχει ακούσει. Κάθισε ανήσυχος δίπλα της και την έπιασε απ’ τα μπράτσα. Έτρεμε ανεξέλεγκτα. «Μαρί...» Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια και η έκφρασή της τον συγκλόνισε. Ήταν τρομαγμένη. Ξαφνικά θυμήθηκε εκείνο το βράδυ στο σαλόνι της Λόρα Κόουλ, τότε που η Μαρί του είχε πει ότι το κυνήγι ήταν βάρβαρο κι ότι εκείνος δεν είχε ιδέα πώς ήταν να σε κυνηγούν. Ακόμα πιο βαθιά στη μνήμη του, σαν απόηχο κάποιου εφιάλτη, άκουσε την αργόσυρτη φωνή του ξαδέρφου του του Ράσλι, μια μέρα που χλεύαζε τη δουλειά του Νικ. Μάχεσαι για τη δικαιοσύνη, Νικ; Γιατί μπαίνεις στον κόπο; Είναι τόσο πληκτικό. Εγώ προτιμώ τις συνοπτικές διαδικασίες. Αν κάποιο κάθαρμα με κάνει να θυμώσω, στέλνω τα σκυλιά μου να το κυνηγήσουν και να το ξεσκίσουν! Κοίταξε το πρόσωπο της Μαρί και τα τελευταία κομμάτια του παζλ μπήκαν στη θέση τους αργά, σχηματίζοντας την πιο αποκρουστική εικόνα. «Μαρί», είπε και η φωνή του έγινε ξαφνικά πολύ τραχιά. «Έστειλε τα σκυλιά του να σε κυνηγήσουν· έτσι δεν είναι; Ο Ράσλι σε κυνήγησε;. Πες μου...» Του ήρθε να την πιάσει και να την ταρακουνήσει για να του πει την αλήθεια, όμως πίεσε τον εαυτό του να κάνει υπομονή. «Για όνομα του Θεού, Μαρί. Πες μου τι έγινε!» Εκείνη έκλεισε για λίγο τα μάτια της και ο Νικ αναρωτήθηκε αν τον είχε ακούσει, όμως αμέσως μετά τα άνοιξε και πάλι και τον κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν τόσο καθαρό, σκοτεινό κι απαλό, που του έκοψε την ανάσα. «Ναι», απάντησε σιγανά η Μαρί. «Πολύ σωστά κατάλαβες, ταγματάρχα


Φάλκονερ. Το έσκασα από τον ξάδερφό σου κι εκείνος έστειλε τα σκυλιά του να με κυνηγήσουν». *** Οι πρώτες χοντρές σταγόνες της βροχής άρχισαν να πέφτουν καθώς ο Νικ έδιωχνε την άμαξα και βοηθούσε τη Μαρί να μπει στην Αγροικία Πίκοκ. Εκείνη κινιόταν αργά λες και υπνοβατούσε. Δε διαμαρτυρήθηκε όταν την οδήγησε στο σαλόνι κι έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Αισθανόταν πολύ κουρασμένη, λες και είχε κάνει ένα πολύ μεγάλο ταξίδι χωρίς στάση για ξεκούραση. Κάθισε στον μπλε βελούδινο καναπέ και παρακολουθούσε τον Νικ να πηγαίνει στο τραπέζι, ν’ ανάβει τα κεριά και να της γεμίζει ένα ποτήρι με μπράντι. «Έδωσα σε όλους τους υπηρέτες άδεια μέχρι να γυρίσω απ’ το μοναστήρι», του εξήγησε ξαφνικά. «Δεν είναι κανείς εδώ, αν και νομίζω ότι ο Φρανκ έρχεται τη μέρα και φροντίζει τους κήπους...» «Μη σ’ απασχολεί αυτό τώρα». Ο Νικ πήγε και κάθισε δίπλα της, της έδωσε το ποτήρι με το ποτό, αλλά μόλις η Μαρί προσπάθησε να το κρατήσει κόντεψε να της πέσει. Ένιωθε τα δάχτυλά της παγωμένα, παραλυμένα. Εκείνος τύλιξε την παλάμη του γύρω απ’ το χέρι της κι έφερε το ποτήρι στο στόμα της. Τα δόντια της κροτάλισαν στο χείλος του, αλλά όταν το μπράντι κύλησε στο λαιμό της τη ζέστανε, την τόνωσε λίγο. «Πώς είσαι;» τη ρώτησε ο Νικ. Η Μαρί τον κοίταξε, κι εκείνη τη στιγμή όλα τα συναισθήματα που έπνιγε μέσα της τόσον καιρό ήταν λες και ζωντάνεψαν πάλι. Τον αγαπούσε. Απ’ την αρχή κινδύνευε να τον ερωτευτεί. Ήθελε να τον εμπιστευτεί, ήθελε να τον αγαπήσει. Και τώρα πια που δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσά τους, τώρα που ήξερε πως ήταν όπως ήθελε να είναι, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στα συναισθήματά της. Όμως η σκέψη την τρόμαζε. Δεν είχε ερωτευτεί άλλη φορά και της φαινόταν προκλητικό, πρωτόγνωρο, συναρπαστικό, αλλά και πολύ επικίνδυνο. Ποτέ μην εμπιστευτείς έναν άντρα, ποτέ μην του επιτρέψεις να σε πληγώσει, ποτέ μην του δώσεις τέτοια δύναμη... Για μια στιγμή αναρίγησε από τρόμο. «Μαρί;» Ο Νικ την κοιτούσε με ανησυχία. «Με συγχωρείς», του ψιθύρισε με κόπο. «Νιώθω λίγο καλύτερα, ευχαριστώ. Λυπάμαι που αντέδρασα τόσο άσχημα όταν είδα το κυνήγι. Ήταν πολύ ξαφνικό και μου θύμισε...»


«Το παράξενο θα ήταν να μην αντιδρούσες με τέτοιο τρόπο ύστερα απ’ αυτά που έζησες». Ο Νικ σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της. Η φωνή του ακούστηκε σκληρή και το βλέμμα του είχε κάτι που τη φόβιζε, κάτι πρωτόγονο και τρομακτικό. Ύστερα τον είδε να προσπαθεί να ηρεμήσει. «Έχω κάτι για σένα», της είπε. Έσυρε τα δάχτυλά του μέσ’ απ’ τα μαλλιά του. «Σκόπευα να σου το δώσω όταν θα γυρίζαμε εδώ. Ξέρεις ότι είμαι κληρονόμος του Ράσλι». Έκανε μια κίνηση λες και το θεωρούσε αποτρόπαιο. «Μου το έδωσε ο δικηγόρος του την προηγούμενη βδομάδα, που ήμουν στο Λονδίνο». Της έδειξε ένα χαρτί. «Απ’ όσα μου είπες, καταλαβαίνω ότι δεν ήξερες ότι υπήρχε». Η Μαρί πήρε το χαρτί και το ξεδίπλωσε. Το διάβασε μια φορά χωρίς να καταλάβει τι σήμαιναν αυτά που έγραφε, ύστερα μια δεύτερη με μια έκφραση δυσπιστίας. Την τρίτη φορά άρχισε να τρέμει τόσο έντονα που το έγγραφο έπεσε απ’ το χέρι της στο πάτωμα. «Όχι...» ψιθύρισε. «Αυτό σημαίνει αυτό που νομίζω;» τη ρώτησε επιτακτικά ο Νικ. «Ο θείος μου σου χάρισε την ελευθερία σου πριν πεθάνει...» «Αλλά εκείνος δε μου το είπε ποτέ». Η Μαρί ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό. Έδειχνε συντετριμμένη. «Γιατί; Γιατί δε μου το είπε;» «Ίσως επειδή δε βρήκε την ευκαιρία», της απάντησε. Εκείνη έπιασε το χαρτί και κοίταξε την ημερομηνία κάτω απ’ την υπογραφή του κόμη του Ράσλι. «Η μέρα που πέθανε», είπε. Είχε σαστίσει από τη βαρύτητα της ανακάλυψης. «Το βρήκε ο Ράσλι και το έκρυψε· έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον. Η φωνή της ράγισε. «Γιατί; Γιατί δε μου το είπε ποτέ;» «Επειδή δε θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς που είχε για σένα, φαντάζομαι». Ο τόνος του ήταν σκληρός, γεμάτος περιφρόνηση. «Ήταν ένα άρρωστο κάθαρμα. Κράτησε το έγγραφο για να την περίπτωση που θα του χρησίμευε ως μέσο συναλλαγής». Η Μαρί έτριψε το μέτωπό της. Εδώ κι επτά χρόνια ήταν ελεύθερη, αλλά πάντοτε φοβόταν και πάντοτε νόμιζε ότι ήταν μια σκλάβα που είχε αποδράσει. Τώρα, απ’ ό,τι έδειχναν τα πράγματα, της είχε χαριστεί η ελευθερία της πριν από καιρό, όμως ο Ράσλι της την είχε κλέψει. Η ένταση του θυμού της ήταν τόσο μεγάλη που την έκανε να τρέμει σύγκορμη. Ο λαιμός της είχε κλείσει κι έκαιγε, την έπνιγε η οργή. Της ερχόταν να ουρλιάζει μέχρι να βραχνιάσει, ν’ αρχίσει να σπάει πράγματα και να σπέρνει γύρω της την ίδια καταστροφή που είχε φέρει στη ζωή της ο Ράσλι.


«Η ελευθερία μου ως μέσο συναλλαγής», είπε. Θυμήθηκε τη Λόρα να λέει στον Τσαρλς ότι την είχε αγοράσει απ’ τον Ράσλι κι εκείνον να το παραδέχεται. Ώστε ο Ράσλι είχε ξεγελάσει κι εκείνον, του την είχε πουλήσει σαν ένα κομμάτι κρέας χωρίς να έχει το δικαίωμα. Το δηλητήριο του μίσους απλώθηκε πάλι μέσα της και την κατακυρίευσε, όμως προσπάθησε να το αγνοήσει. Ο Ράσλι δε θα κατέστρεφε το παρόν της όπως είχε καταστρέψει το παρελθόν της. Δε θα του το επέτρεπε. «Τόσα χρόνια πίστευα ότι εξακολουθούσα να είμαι ένα περιουσιακό αγαθό, κτήμα κάποιου...» Κοίταξε τον Νικ στα μάτια. «Ωστόσο ήμουν κλέφτρα. Έκλεψα τον Ράσλι και το έσκασα. Αυτό δεν το ξέρεις, ταγματάρχα Φάλκονερ; Δεν ξέρεις ότι πήρα όλα του τα κοσμήματα;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Το υποψιάστηκα. Είδα σ’ ένα βιβλίο μια λίστα με τα κοσμήματα που είχε φέρει ο Ράσλι από τη Ρωσία κι αναρωτήθηκα τι έγιναν». Η έκφρασή του ήταν σκεφτική. «Γιατί τα πήρες;» «Δε φαντάστηκα ότι οι πολύτιμοι λίθοι θ’ άξιζαν τόσο πολλά. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι δε θα τα έβγαζα πέρα μόνη χωρίς χρήματα -χωρίς ν’ αναγκάζομαι να πουλάω το κορμί μου στους δρόμους- και σκέφτηκα ότι τουλάχιστον αυτό μου το χρωστούσε». Η Μαρί δάγκωσε το χείλι της. «Όταν ανακάλυψα πόσο ακριβά ήταν, τρομοκρατήθηκα. Δεν είχα ιδέα. Τα πουλούσα λίγα λίγα, ύστερα ήρθα εδώ κι επένδυσα τα χρήματα». Το πρόσωπό της πήρε μια θλιμμένη έκφραση. «Χρησιμοποίησα ένα μέρος τους για να φτιάξω το σχολείο και τα άσυλα για τους απόρους, αλλά τα υπόλοιπα είναι άθικτα. Σου ανήκουν ως νόμιμος κληρονόμος του. Μπορώ να σου τα επιστρέφω...» Συνειδητοποίησε ότι το μπράντι την είχε χτυπήσει στο κεφάλι και μιλούσε ασταμάτητα. «Λυπάμαι. Δεν είμαι κλέφτρα εκ πεποιθήσεως, όμως ήμουν μόνη και φοβόμουν και δεν άντεχα να σκέφτομαι ότι θα χρειαζόταν να ξεπουλήσω πάλι τον εαυτό μου». Το βλέμμα του Νικ έγινε ξανά τόσο σκληρό και οργισμένο που την έκανε να ζαρώσει. Καταλάβαινε ότι η οργή του δεν απευθυνόταν σ’ εκείνη, ωστόσο τρόμαζε που τον έβλεπε έτσι. Έπειτα της χαμογέλασε βεβιασμένα και η Μαρί αισθάνθηκε το σώμα της να χαλαρώνει λίγο. «Χρησιμοποίησες τα χρήματα για καλό σκοπό», της είπε. «Για πολύ καλύτερο απ’ ό,τι θα τα χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Ράσλι». Εκείνη αναστέναξε. «Νομίζω πως πρέπει να σου πω τα πάντα». Ο Νικ κάθισε δίπλα της και της έπιασε το χέρι. «Να μου πεις μόνο ό,τι θέλεις». Η Μαρί του έσφιξε τα δάχτυλα ασυναίσθητα κι έγλειψε τα χείλη της.


«Θέλω να σου μιλήσω, αλλά...» Αναρίγησε. «Πιες λίγο μπράντι ακόμα», την προέτρεψε. Εκείνη έφερε πάλι το ποτήρι στα χείλη της και ήπιε μερικές γουλιές διατακτικά, λες και ήταν φάρμακο. Όταν τον κοίταξε, στα μάτια του δεν είδε τίποτε άλλο εκτός από ανησυχία. Ούτε αυστηρότητα ούτε αποδοκιμασία μήτε οίκτο. «Θέλω να σου μιλήσω», επανέλαβε και συνειδητοποίησε ότι ήταν αλήθεια. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Ξεκίνα απ’ την αρχή», την παρότρυνε τρυφερά. Κι εκείνη άρχισε. Και μόλις άρχισε, ανακάλυψε ότι ήταν εκπληκτικά εύκολο, λες και αφηγούνταν μια ιστορία που αφορούσε κάποιον άλλο και συνέβη πριν από πολύ καιρό. Του μίλησε για τα παιδικά της χρόνια και την εκπαίδευσή της, για το πώς ο δωδέκατος κόμης τη μεταμόρφωσε σε Αγγλίδα κυρία. Κόμπιασε λίγο όταν έφτασε στο σημείο να εξιστορήσει τι είχε γίνει όταν ο Ρόμπερτ Ράσλι κληρονόμησε τον πατέρα του, όμως το χέρι του Νικ ήταν ζεστό και σταθερό και, παρ’ ότι έβλεπε τα μάτια του να καίνε από θυμό, ήξερε ότι δεν ήταν θυμωμένος μαζί της. Ωστόσο όταν του μιλούσε για τους όρους της συμφωνίας της με τον Ράσλι διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να τον κοιτάζει κι ένιωθε το χέρι του να σφίγγει το δικό της δυνατά. Μόλις τον κοίταξε, πάλι είδε όλο του το κορμί σφιγμένο από το μίσος και την αποστροφή. Την πλημμύρισε θλίψη. Όμως τι περίμενε; Κανείς δεν μπορούσε ν’ ακούσει μια τέτοια ιστορία όπως η δική της και να μην αηδιάσει. Ήξερε ότι ο Νικ Φάλκονερ ήταν καλός άνθρωπος και σίγουρα δε θα την κατηγορούσε επειδή είχε υποκύψει στον εκβιασμό του Ράσλι, αλλά ακόμα κι έτσι θα στεκόταν σ’ αυτό, δε θα έβλεπε τι είδους γυναίκα ήταν στην πραγματικότητα. Ούτε μπορούσε να τον κάνει να τη δει, όσο κι αν το ήθελε. «Είδα τα χαρτιά». Η φωνή του ήταν τόσο τραχιά που η Μαρί δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει. Σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε από κοντά της. Ο ουρανός ήταν τώρα βαρύς και η βροχή έπεφτε ασταμάτητα. Ψηλά στους λόφους ακούστηκε μια δυνατή βροντή. «Είδα στα βιβλία ότι ο Ράσλι αγόρασε ένα αγρόκτημα στους γονείς σου. Είδα τα πιστοποιητικά της απελευθέρωσής τους». Κοίταξε τη Μαρί κι εκείνη κατάλαβε ότι σκέφτονταν κι οι δυο το υψηλό τίμημα που είχε πληρώσει για την ελευθερία τους. «Τι απέγιναν;» τη ρώτησε. «Τι έγινε η οικογένειά σου;» Εκείνη γέλασε άκεφα. «Εδώ είναι η ειρωνεία του πράγματος, ταγματάρχα Φάλκονερ. Πέθαναν όλοι σε μια επιδημία πυρετού. Μπορεί να ζούσαν, αν είχαν μείνει στην Αγία Πετρούπολη. Οπότε όλα έγιναν για το τίποτα. Η


απελευθέρωσή τους, η θυσία μου». Έκλεισε το πρόσωπό της στις παλάμες της και έπειτα άφησε τα χέρια της να πέσουν. Ήθελε να τελειώνει, να ξεμπερδεύει μ’ αυτή την ιστορία, για να την αφήσει ο Νικ στην ησυχία της. Γιατί ήταν σίγουρη ότι θα έφευγε τώρα που είχε μάθει όλη την αλήθεια. «Ξέρεις ότι ο Ράσλι μ’ έφερε μαζί του στην Αγγλία», του είπε. «Και μόλις ήρθαμε εδώ, σχεδίασα την απόδρασή μου. Με κρατούσε κλειδωμένη στην κάμαρά μου και με παρακολουθούσε μέρα νύχτα, έτσι δεν ήταν καθόλου εύκολο. Μου πήρε όλα μου τα ρούχα. Κι όταν πηγαίναμε στην επαρχία με είχε δέσει στην άμαξά του και μ’ έσερνε δίπλα της σε όλη τη διαδρομή. Ακόμα βλέπω εφιάλτες μ’ αυτό». Ο Νικ σάλεψε. Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και παρακολουθούσε τη βροχή να τρέχει στα τζάμια σαν δάκρυα. «Γι' αυτό αναστατώθηκες τόσο πολύ τη βραδιά που μας επιτέθηκαν τα Κορίτσια της Γκλόρι, τότε που μου έδεσαν τα χέρια», μονολόγησε. «Αναρωτιόμουν... Κατάλαβα ότι η αντίδρασή σου δεν ήταν προσποιητή». Η Μαρί κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, δεν ήταν προσποιητή». Για λίγη ώρα έπεσε σιωπή, ύστερα εκείνη συνέχισε: «Ένα βράδυ, όταν ήμαστε στο Κεντ, ο Ράσλι φέρθηκε απρόσεκτα κι εγώ βρήκα επιτέλους την ευκαιρία που περίμενα. Είχε πιει πολύ. Ήρθε στην κάμαρά μου μόνος και δε δυσκολεύτηκα να τον ακινητοποιήσω. Έτρεξα στο γραφείο και βρήκα στο θησαυροφυλάκιο τα κοσμήματα που είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του. Τα πήρα, ξεγλίστρησα έξω στο σκοτάδι και κρύφτηκα στα βοηθητικά κτίρια. Νόμιζα ότι τον είχα σκοτώσει, όμως όταν άκουσα φασαρία και τη φωνή του κατάλαβα ότι δεν τον είχα χτυπήσει αρκετά δυνατά». Ύψωσε το βλέμμα της και κοίταξε τον Νικ στα μάτια. «Κρίμα. Θα είχαμε γλιτώσει όλοι από πολλούς μελλοντικούς μπελάδες». Εκείνος χαμογέλασε αχνά, αλλά δε μίλησε, κι έπειτα από λίγο εκείνη συνέχισε: «Είχα σκεφτεί να μείνω κρυμμένη στους στάβλους ή στις αποθήκες, όμως όταν ξέσπασε η αναστάτωση συνειδητοποίησα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Έτσι έτρεξα στα χωράφια και το πρώτο βράδυ κρύφτηκα σ’ ένα στάβλο...» Αναρίγησε κι έσφιξε τις παλάμες της. «Ύστερα ακολούθησε το κυνήγι». Έκλεισε για λίγο τα μάτια της. «Έχασαν τα ίχνη μου. Όμως ακόμα και τώρα δεν μπορώ ν’ ακούσω σκυλιά και να μη θυμηθώ». Έπεσε σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το μουγκρητό απ’ τις βροντές. Η Μαρί γύρισε στον Νικ κι άπλωσε τα χέρια της. «Αυτή είναι η αλήθεια, ταγματάρχα Φάλκονερ. Έκλεψα τον ξάδερφό


σου και του το έσκασα. Είμαι εγκληματίας κι απατεώνισσα και όσα σου είπα θα μπορούσαν να με στείλουν στην αγχόνη, όμως...» Ξεροκατάπιε. «Ήθελα να τη μάθεις. Λυπάμαι που δε σ’ εμπιστεύτηκα νωρίτερα, αλλά δεν ήξερα τι είδους άνθρωπος είσαι». Εκείνος πήγε στο τζάκι κι ακούμπησε το μπράτσο του στο γείσο. «Καταλαβαίνω», είπε. «Μου είπες ψέματα για να γλιτώσεις την κρεμάλα, αλλά και για να προστατέψεις τα Κορίτσια της Γκλόρι. Έτσι δεν είναι;» Η Μαρί γύρισε απότομα και τον κοίταξε. «Εγώ...» Δάγκωσε το χείλι της. Δεν ήθελε να του ξαναπεί ψέματα. Ποτέ. Του είχε αποκαλύψει τα δικά της μυστικά, αλλά μπορούσε να του εμπιστευτεί και τα μυστικά άλλων; Ο Νικ πήγε και κάθισε πάλι δίπλα της. Ήταν πολύ κοντά της, όμως δεν την άγγιξε. «Μου μίλησε η Λόρα Κόουλ», έσπευσε να της εξηγήσει. «Ξέρω ότι δεν πήγες ποτέ μαζί τους και νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνω το γιατί». Όταν είδε ότι η Μαρί δε μίλησε, συνέχισε: «Πίστεψέ με, μπορείς να μ’ εμπιστευτείς». Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του. «Η αλήθεια είναι ότι ήρθα στο Πίκοκ Όουκ για να σε βρω, ν’ ανακαλύψω αν σκότωσες τον Ράσλι κι αν τα Κορίτσια της Γκλόρι είχαν κάποια σχέση μαζί του, αλλά τώρα που ξέρω σου ορκίζομαι ότι δεν πρόκειται να πω τίποτα». «Ευχαριστώ». Η Μαρί ένιωσε να την πλημμυρίζει απέραντη ανακούφιση στη σκέψη ότι οι άλλοι θα ήταν ασφαλείς. «Φαντάζομαι ότι η Λόρα θα σου είπε επίσης ότι ο Τσαρλς ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον Ράσλι και τα Κορίτσια της Γκλόρι», πρόσθεσε. Αλλά όταν είδε τον Νικ να γουρλώνει τα μάτια του από σοκ, συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει λάθος. «Δε σου το είπε αυτό; Μα ναι... Είναι φυσικό να μη σου το πει. Είναι απίστευτα διακριτική». Σταμάτησε. «Είναι φίλος σου», συμπλήρωσε με θλίψη. «Λυπάμαι...» «Ο Τσαρλς;» επανέλαβε ο Νικ με δυσπιστία. «Η Λόρα είπε ότι όλοι γνώριζαν τον Ράσλι -εκείνη, ο Τσαρλς, η Έστερ, ο Τιγκ... Ο Τσαρλς μίλησε στον Ράσλι για τα Κορίτσια της Γκλόρι;» «Ναι, και ο Ράσλι χρησιμοποιούσε αυτή την πληροφορία για να με εκβιάζει. Απειλούσε να με ξεσκεπάσει και ν’ αποκαλύψει την ταυτότητα των κοριτσιών. Ο Τσαρλς του είχε μιλήσει μια βραδιά που έπιναν μαζί». Η Μαρί κοίταξε τα χέρια της. «Και ο Ράσλι με πούλησε στον Τσαρλς. Εκείνος ήταν ο εκβιαστής μου. Εκείνος έγραψε τα σημειώματα, για εκείνον σε πέρασα τη βραδιά που ήρθες στο αστεροσκοπείο». Ξαφνικά είδε στο πρόσωπο του Νικ τόση οργή που τραβήχτηκε πίσω αυθόρμητα, όμως εκείνος δεν έκανε καμιά κίνηση προς το μέρος της. Σηκώθηκε κι έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του σακακιού του λες και προ-


σπαθούσε να συγκρατηθεί. «Ο Τσαρλς...» είπε ξανά ο Νικ. «Έτσι εξηγείται πώς ο Ράσλι είχε το επισκεπτήριο της Γκλόρι. Πρέπει να του το έδωσε ο Τσαρλς λέγοντάς του πού θα σ’ έβρισκε. Το είχε στο χέρι του ενώ κείτονταν νεκρός στο σοκάκι. Την καημένη τη Λόρα», πρόσθεσε ανέκφραστα. «Δεν εκπλήσσομαι που τον πέταξε έξω». «Ναι. Η Λόρα μου έδειξε απίστευτη καλοσύνη και γενναιοδωρία». «Ο Τσαρλς είναι αδύναμος άνθρωπος. Στο Λονδίνο τον έβλεπα να πίνει ασταμάτητα. Δεν καταλάβαινα γιατί». Ανασήκωσε τους ώμους του. Ύστερα πήγε στον μπουφέ, έβαλε και για τον εαυτό του ένα μπράντι και ξαναγέμισε το ποτήρι της Μαρί. «Πες μου και τα υπόλοιπα», της πρότεινε κάπως τραχιά. «Ολοκλήρωσε την ιστορία σου». Εκείνη έκανε μια αόριστη χειρονομία. «Τώρα ξέρεις σχεδόν τα πάντα. Αφού ξέφυγα απ’ τον Ράσλι, ξεκίνησα μια καινούρια ζωή με άλλη ταυτότητα». Είχε ξεκινήσει, αλλά ύστερα από καιρό. Στην αρχή κρυβόταν οπουδήποτε πίστευε ότι δε θα την ανακάλυπτε. Στις φτωχογειτονιές του Μπέρμιγχαμ και στα σοκάκια του Μάντσεστερ, όπου πουλούσε τα κοσμήματα λίγα λίγα για να μην κινήσει υποψίες. Στο μεταξύ είχε βρει δουλειά ως υπηρέτρια μιας αριστοκράτισσας και στη συνέχεια ως γκουβερνάντα, διαμορφώνοντας όλο και πιο πολύ τη νέα της προσωπικότητα και ξεμακραίνοντας όλο και περισσότερο από τη Μαρίνα Βαλστόγια. «Θα σου μιλήσω κάποτε γι’ αυτά», είπε, «αλλά όχι τώρα. Κάποιες φορές τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα, αλλά δε χρειάστηκε ποτέ να ξεπουλήσω πάλι τον εαυτό μου ή τις αρχές μου, να πω ψέματα, να κλέψω ή να ζητιανέψω». Το βλέμμα του Νικ αναζητούσε τις εκφράσεις στο πρόσωπό της. Κούνησε το κεφάλι του. «Και η κυρία Όσμπορν;» τη ρώτησε. «Ήταν μια επινόηση, όπως κατάλαβες. Όταν είπα ότι για να ζήσω στην επαρχία έπρεπε να δείχνω αξιοσέβαστη, ήταν αλήθεια». «Κι έπειτα από πέντε χρόνια ο Τσαρλς αποκαλύπτει τυχαία πού βρίσκεσαι και ο Ράσλι σε βρίσκει ξανά». Η Μαρί κατένευσε. Ήπιε άλλη μια γουλιά μπράντι. Το αισθανόταν πολύ αναζωογονητικό κι αναρωτήθηκε αν άρχιζε να της αρέσει. Δεν το είχε ξανασκεφτεί. «Ακριβώς. Κι εδώ υπάρχει κι άλλη ειρωνεία, ταγματάρχα Φάλκονερ. Νόμιζα ότι τον είχα σκοτώσει, τη βραδιά που του ξέφυγα. Όταν με βρήκε πάλι, τον μισούσα και τον φοβόμουν τόσο πολύ που θα μπορούσα


να τον σκοτώσω. Θα τον σκότωνα εκείνο το βράδυ στο Χεν εντ Βάλτσερ, όμως κάποιος με πρόλαβε. Κάποιος τον καθάρισε προτού το κάνω εγώ». «Απ’ ό,τι ξέρω, πολλοί τον μισούσαν. Κι εγώ τον απεχθανόμουν». Ο τόνος του Νικ έγινε πιο σκληρός. «Τώρα τον απεχθάνομαι περισσότερο». Εκείνη τον κοίταξε. «Το βράδυ που συναντηθήκαμε στο αστεροσκοπείο κόντευα να τρελαθώ από το φόβο και τις αναμνήσεις». Η φωνή της έτρεμε. «Νόμιζα ότι θα μου πρότεινες άλλη μια ανίερη συμφωνία όπως ο ξάδερφός σου και δεν άντεχα να το σκέφτομαι». Τον είδε να κλείνει για μια στιγμή τα μάτια του. Οι μύες στο σαγόνι του σφίχτηκαν, όμως μίλησε πολύ ήρεμα. «Δεν είμαι ο ξάδερφός μου». «Όχι. Το ξέρω. Νομίζω ότι κατά βάθος το ήξερα από τότε. Όμως φοβόμουν ότι η κρίση μου ήταν λανθασμένη. Δεν μπορούσα να σ’ εμπιστευτώ γιατί η ίδια μου η ζωή εξαρτιόταν απ’ αυτό. Μάτωνε η καρδιά μου στη σκέψη ότι σε θεωρούσα πολύ καλύτερο απ’ ό,τι αποδεικνυόσουν...» Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Για μερικές στιγμές εκείνη ένιωσε όλα τα ανείπωτα όνειρα και τις επιθυμίες της να πλανιόνται στον αέρα, εύθραυστα σαν ιστός αράχνης. «Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν για σένα», ομολόγησε σιγανά ο Νικ και η καρδιά της φτερούγισε. «Εκείνη τη βραδιά που έφυγες τρέχοντας προσπαθούσα να αγνοήσω το ένστικτό μου, αλλά καταλάβαινα πως δεν μπορεί να ήσουν έτσι όπως έδειχνες». Το πρόσωπο της Μαρί κοκκίνισε. Πήρε το βλέμμα της απ’ το δικό του και κοίταξε επίμονα το χρυσαφένιο υγρό που στροβιλιζόταν στο ποτήρι της. «Λοιπόν», είπε εκείνος, «δεν υπάρχουν άλλα μυστικά μεταξύ μας». Εκείνη σήκωσε τα μάτια της. «Μόνο ένα. Γιατί είχες πάει εκείνο το βράδυ στο Χεν εντ Βάλτσερ;» Ο Νικ γέλασε. «Όσα σου είπα εκείνη τη βραδιά στο αστεροσκοπείο ήταν αλήθεια. Είχα πάει για να συναντήσω τον Ράσλι». Το χαμόγελό του έσβησε. «Δανειζόταν μεγάλα ποσά από αφελείς νέους αριστοκρατικών οικογενειών και τους κορόιδευε. Χρωστούσε χιλιάδες λίρες». Η Μαρί έσκυψε απότομα μπροστά. «Τότε πρέπει να πάρεις πίσω τα χρήματα! Αν ο Ράσλι έχει απλήρωτα χρέη, επίτρεψέ μου να τα εξοφλήσω». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Κράτα τα χρήματα. Εγώ έχω πολλά και ο θείος μου τακτοποίησε τα χρέη. Και, Μαρί...» πήγε και κάθισε πάλι δίπλα της «... μην κατηγορείς τον εαυτό σου για ό,τι έγινε. Δε φταις σε τίποτα». Η Μαρί σάστισε. Ο Νικ της είχε δώσει πίσω την ελευθερία της, την είχε


λυτρώσει απ’ τα μυστικά του παρελθόντος και τώρα της υποσχόταν πως θα κρατούσε για πάντα τη σιωπή του. Το μυαλό της αγωνιζόταν να κατανοήσει την οικειότητα που είχαν κατακτήσει -όχι σωματική οικειότητα, αλλά μια κατανόηση πολύ πιο βαθιά και ουσιαστική. Δεν καταλάβαινε πώς είχε συμβεί ούτε ήξερε πώς ν’ αντιστρέφει την κατάσταση, όμως αισθανόταν να τον ερωτεύεται όλο και πιο πολύ κάθε λεπτό που περνούσε. Και ο έρωτάς της ήταν μάταιος, γιατί η αναφορά του στο θείο του της είχε θυμίσει ότι ήταν διάδοχος ενός μαρκήσιου κι εκείνη ήταν πρώην ερωμένη του ξαδέρφου του, μια κλέφτρα, μια σκλάβα. Το παρελθόν της ήταν σκοτεινό και την είχε σημαδέψει. Πόσους λόγους χρειαζόταν να σκεφτεί ακόμα για να καταλάβει ότι δεν υπήρχε μέλλον γι’ αυτούς; Σηκώθηκε κι αμέσως ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει. Σκέφτηκε ότι το μπράντι μπορεί να μην ήταν τόσο τονωτικό όσο νόμιζε. «Μου έδωσες να πιω πάρα πολύ», ψέλλισε κουρασμένα. «Πρέπει να ξαπλώσω». Έξω η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και ο ουρανός ήταν σκοτεινός. Μέσα στη σύγχυσή της δεν καταλάβαινε αν ήταν μέρα ή νύχτα. Ταλαντεύτηκε ελαφρά και πιάστηκε απ’ την πλάτη του καναπέ για να ισορροπήσει. Την επόμενη "στιγμή ο Νικ τη σήκωσε στα χέρια του και τη μετέφερε προς την πόρτα. Την κρατούσε σφιχτά, το κεφάλι της ακουμπούσε στον ώμο του κι εκείνη άκουγε το χτύπο της καρδιάς του ν’ αντηχεί στο αυτί της. «Τι στην ευχή κάνεις;» τον ρώτησε, προσπαθώντας να κρατηθεί απ’ τα σαθρά απομεινάρια του αυτοελέγχου της. Εκείνος την κοίταξε. «Είπες ότι ήθελες να ξαπλώσεις. Ποια είναι η κρεβατοκάμαρά σου;» «Θα τη βρω μόνη μου». «Αμφιβάλλω. Είσαι τόσο μεθυσμένη που το πιθανότερο είναι να πέσεις στη σκάλα. Δεν ήξερα ότι δεν αντέχεις καθόλου το ποτό. Νόμιζα ότι όλες οι Ρωσίδες πίνουν σαν άντρες». «Αυτή είναι μια γελοία γενίκευση». Ο Νικ χαμογέλασε. «Το φαντάζομαι». Την έπιασε πιο γερά καθώς ανέβαινε τα σκαλιά. «Και τώρα μην ανησυχείς. Θα σε πάω στην κάμαρά σου σώα κι αβλαβή». Σώα και αβλαβή. Η ιδέα τής φαινόταν πολύ ελκυστική. Η ανάσα του παραμέρισε τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπό της. «Πού είναι;» Η Μαρί ενέδωσε. «Η δεύτερη στα δεξιά».


Ο Νικ άνοιξε την πόρτα και την απόθεσε μαλακά στο κρεβάτι. «Μπορείς να βγάλεις μόνη σου τα ρούχα σου;» «Ασφαλώς. Αυτό δεν πρόκειται να το κάνεις αντί για εμένα!» Ο Νικ χαμογέλασε. «Εντάξει. Σ’ αφήνω να ετοιμαστείς για ύπνο». Ξαφνικά η Μαρί ένιωσε να την κυριεύει τρόμος. Ίσως μιλούσε το μπράντι, όμως όλοι εκείνοι οι απροσδιόριστοι φόβοι που καταπίεζε μέσα της τόσα χρόνια έβγαιναν στην επιφάνεια και τη χλεύαζαν. «Και θα μ’ αφήσεις μόνη μου στο σπίτι; Σε παρακαλώ, θέλω να ξέρω ότι είμαι ασφαλής», του είπε. Τον είδε να διστάζει για μερικές στιγμές που της φάνηκαν αιώνες, αλλά τελικά κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Θα στείλω μήνυμα στο χωριό και θα μείνω εδώ μέχρι να γυρίσουν οι υπηρέτες. Σου αρκεί;» Η Μαρί κατένευσε ανακουφισμένη. «Ευχαριστώ». Αισθανόταν τα βλέφαρά της βαριά λες και ήταν φτιαγμένα από μολύβι. Μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω απ’ τον Νικ, έβγαλε τα παπούτσια της και το φόρεμά της, τα πέταξε στο πάτωμα και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν ήθελε να σκέφτεται, δεν ήθελε να νιώθει. Είχαν συμβεί πάρα πολλά και είχε εξαντληθεί. Όλα μπορούσαν να περιμένουν μέχρι το πρωί. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα κοιμόταν. *** Ο Νικ κατέβηκε αργά τα σκαλιά και προχώρησε προς την πόρτα. Δεν είχε σημασία αν έβρεχε. Έπρεπε να βγει απ’ το σπίτι. Χρειαζόταν καθαρό αέρα για να καθαρίσει το μυαλό του και να μπορέσει να σκεφτεί. Εξάλλου η καταιγίδα ταίριαζε με τη σφοδρότητα των συναισθημάτων που μαίνονταν μέσα του. Σε ολόκληρη τη ζωή του δεν είχε νιώσει ποτέ τέτοιο θυμό. Δεν ήξερε καν ότι μπορούσε να αισθανθεί έτσι. Όσο μιλούσε με τη Μαρί κατάφερνε να ελέγχει την οργή του και να σκέφτεται μόνο εκείνη. Τώρα όμως τον είχε πλημμυρίσει ένα απροσμέτρητο μίσος για τον ξάδερφό του και δεν μπορούσε να το πνίξει. Αν ο Ράσλι ζούσε ακόμα, θα τον κυνηγούσε και θα τον σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια. Αλλά ακόμα κι αυτό δε θα ήταν αρκετό. Τίποτα δε θα ήταν ποτέ αρκετό. Τώρα πια δεν μπορούσε να κάνει τον Ράσλι να πληρώσει για ό,τι είχε κάνει στη Μαρί και η ανικανότητά του να πάρει εκδίκηση τον γέμιζε οργή. Έσφιξε τις γροθιές του και τις έχωσε στις τσέπες του γιατί φοβόταν πως μπορεί να ξεσπούσε με βίαιο τρόπο. Ανέκαθεν θεωρούσε τον εαυτό του πολιτισμένο, όμως τώρα συνειδητοποιούσε πόσο επιφανειακό ήταν αυτό το λούστρο. Ο Ράσλι είχε παραβεί κάθε κώδικα ηθικής, είχε ζημιώσει τη


Μαρί ανεπανόρθωτα και δε θα μπορούσε να τον κάνει να πληρώσει. Πέρασε την πόρτα του κήπου, βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην πρασιά. Η βροχή έπεφτε στο γυμνό κεφάλι του. Την άκουγε να πέφτει στο πέτρινο δάπεδο της βεράντας και να αφήνει έναν πιο πνιχτό ήχο στο πυκνό γρασίδι κάτω απ’ τα πόδια του. Γύρισε το πρόσωπό του προς τον ουρανό κι ευχήθηκε να υπήρχε κόλαση για να καίγεται ο Ράσλι αιώνια. Οι βροντές αντηχούσαν στα λιβάδια σαν απόμακρη απειλή. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα είχε μουσκευτεί ως το κόκαλο, έσταζε, αλλά η βροχή τον έκανε να νιώσει καλύτερα, λες και είχε διώξει απ’ την ψυχή του λίγη από την οργή. Βρήκε τον Φρανκ να κλείνει τα θερμοκήπια και τον έστειλε στο Πίκοκ Όουκ για να βρει την Τζέιν και να της πει ότι η Μαρί είχε γυρίσει. Ύστερα επέστρεψε στο σπίτι και στάθηκε για μερικές στιγμές στο σκοτεινό προθάλαμο, με το νερό να στάζει απ’ τα ρούχα του στα πλακάκια. Δεν ήξερε πόση ώρα θα έκαναν οι υπηρέτες να γυρίσουν, όμως είχε υποσχεθεί στη Μαρί ότι δε θα την άφηνε μόνη μέχρι να σιγουρευτεί ότι ήταν ασφαλής. Γι’ αυτό, αν δεν ήθελε ν’ αρπάξει κανένα κρυολόγημα, έπρεπε να στεγνώσει. Πήγε στην κουζίνα, βρήκε μια πετσέτα κοντά στην εστία κι άρχισε να τρίβει ζωηρά τα μαλλιά του. Έπειτα έβγαλε το πουκάμισό του, που ήταν τόσο βρεγμένο ώστε κολλούσε στο στήθος του, και το άπλωσε στο ξύλινο πλαίσιο για το στέγνωμα των ρούχων στο μικρό πλυσταριό. Ενώ σκεφτόταν αν έπρεπε ν’ ανάψει φωτιά για να στεγνώσει το παντελόνι του, άκουσε από πάνω κάποιον ήχο. Του φάνηκε ότι η Μαρί φώναζε. Ανέβηκε τα σκαλιά δυο δυο και τη βρήκε μπερδεμένη στα σκεπάσματα. Το φόρεμά της ήταν πεταμένο στο πάτωμα, το ίδιο και η πουκαμίσα της. Το πρόσωπό της ήταν ξαναμμένο κι ανάσαινε γρήγορα, κοφτά. Κατάλαβε ότι έβλεπε εφιάλτη. Την άγγιξε ελαφρά στον ώμο κι εκείνη του έσπρωξε τα χέρια με μια βιαιότητα που τον εξέπληξε. «Μη μ’ αγγίζεις! Άσε με ήσυχη!» Δεν ήξερε πώς να την ηρεμήσει, όμως έπιασε τα χέρια της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Σσς», της ψιθύρισε πάνω στα μαλλιά της. «Μη φοβάσαι. Υποσχέθηκα να σε κρατήσω ασφαλή και θα το κάνω». Η Μαρί άνοιξε τα μάτια της. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό κι απαλό και, όταν εστίασε πάνω του, χαμογέλασε. Ο Νικ αισθάνθηκε μια γροθιά να του έσφιγγε τα σωθικά. Πώς μπορεί ο Ράσλι να είχε πάρει αυτό το κορίτσι και να είχε καταστρέψει την αθωότητά του; Ο θυμός ανέβηκε στο λαιμό του πυκνός σαν χολή. Τα χέρια του έσφιξαν τη Μαρί ασυναίσθητα.


«Νίκολας», του είπε κι εκείνος σκέφτηκε ότι ήταν η δεύτερη φορά που έλεγε το όνομά του. Ακούμπησε την παλάμη της στο μάγουλό του. Τα μαλλιά της απλώθηκαν στο γυμνό στέρνο του. «Μη μ’ αφήσεις». «Δε θα σ’ αφήσω», της υποσχέθηκε. Η Μαρί έκλεισε τα μάτια της, χαμογέλασε ξανά κι εκείνος ένιωσε να χάνεται.


Κεφάλαιο 14 Τριφύλλι - Γίνε δικός μου Μέσα στον βαρύ από το ποτό ύπνο της η Μαρί άκουσε φωνές. Ανασάλεψε, δεν ήθελε να ξυπνήσει. Ήταν ζεστά και άνετα και, για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν, αισθανόταν τόσο ασφαλής και προστατευμένη που σκέφτηκε πως θα μπορούσε να κοιμάται για πάντα. Μόνο που κάποιος στρίγκλιζε... και ακουγόταν σαν την Τζέιν. Προσπάθησε να κινηθεί κι ανακάλυψε ότι κάποιος την κρατούσε. Ένιωσε τη ζεστασιά ενός άλλου κορμιού και κάτι γαργάλησε το μάγουλό της, μια τούφα σκούρα μαλλιά. Στη μύτη της ήρθε μια αρρενωπή μυρωδιά φρεσκάδας και σανταλόξυλου. Γύρισε ανάσκελα κι εκείνος διαμαρτυρήθηκε στον ύπνο του μ’ ένα νυσταγμένο μουρμουρητό και προσπάθησε να την τραβήξει πάλι κοντά του. Η Μαρί πάγωσε. Βρισκόταν στο κρεβάτι, αγκαλιά με τον Νικ Φάλκονερ. Είχε το χέρι της ακουμπισμένο στο γυμνό στέρνο του και... Πήρε μια βαθιά ανάσα. Το μάγουλό του, τραχύ απ’ τα αξύριστα γένια, ακουμπούσε στο δικό της. Αγκαλιά. Είχε ακούσει γι’ αυτό, όμως ήταν κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ. Ήταν ευχάριστο και οικείο και πολύ απολαυστικό, την έκανε να θέλει να πλησιάσει ακόμα πιο κοντά του και να εισπνεύσει το άρωμά του, να μείνει κουλουριασμένη εκεί, να νιώθει γαλήνη κι ασφάλεια. Για μια στιγμή την ξάφνιασε το πώς αισθανόταν, το γεγονός ότι δε φοβόταν τη σωματική επαφή με τον Νικ. Ύστερα μια φωνή διαπέρασε την ομίχλη του μυαλού της, ανακάθισε κι ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει. Όταν άνοιξε τα μάτια της νόμιζε ότι η κρεβατοκάμαρα ανεβοκατέβαινε σαν καράβι σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Στα πόδια του κρεβατιού στεκόταν η Τζέιν. Στο ένα της χέρι κρατούσε ένα άδειο μπουκάλι από μπράντι και στο άλλο κάτι που έμοιαζε ύποπτα με αντρικό πουκάμισο. Η Μαρί κοίταξε μια το ρούχο και μια τον Νικ, που το γυμνό στήθος του έδειχνε πως πρέπει να ήταν ο κάτοχός του. Τώρα είχε αρχίσει να σαλεύει.


«Ω, Θεέ μου», μουρμούρισε εκείνη. Η Τζέιν σταμάτησε να στριγκλίζει. «Χριστέ και Κύριε!» είπε. «Και νόμιζα ότι η λαίδη Έστερ έκανε ασωτίες με τους άντρες...» «Δεν είναι αυτό που φαίνεται, Τζέιν», άρχισε να της εξηγεί η Μαρί. Ύστερα έπιασε το μέτωπό της, γιατί το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει απ’ τον πονοκέφαλο. «Με συγχωρείς, δεν αισθάνομαι καλά». Η Τζέιν κοίταξε το άδειο μπουκάλι του μπράντι. «Δε μου φαίνεται καθόλου παράξενο, κυρία! Κοιμόσαστε με άντρες, πίνετε και τρέχετε στη βροχή... Είναι η δεύτερη φορά που βρίσκω ένα αντρικό πουκάμισο στο σπίτι». Ξεφύσηξε αγανακτισμένη. «Πάω να ζεστάνω λίγο νερό και να ετοιμάσω κανένα ρόφημα για τον πονοκέφαλό σας. Όχι ότι το αξίζετε. Ο κύριος θα μείνει;» «Ναι», απάντησε ο Νικ. Ανακάθισε και η Μαρί προσπάθησε να πάρει το βλέμμα της απ’ το φαρδύ, δυνατό στέρνο του. Ήξερε ότι κοιτούσε σαν έκπληκτη παρθένα, όμως δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο ωραίο στη ζωή της. «Ναι», επανέλαβε εκείνος. «Θα μείνω μέχρι να πείσω την κυρία Όσμπορν να δεχτεί να με παντρευτεί». Η Τζέιν ξεφύσηξε πάλι. «Με ωραίο τρόπο προσπαθείτε να την πείσετε! Θα είμαι στην κουζίνα αν με χρειαστείτε. Αλλά δεν το βλέπω πιθανό». «Ω, Θεέ μου», αναφώνησε πάλι η Μαρί όταν η πόρτα έκλεισε πίσω απ’ την υπηρέτρια. «Ταγματάρχα Φάλκονερ... νομίζω πως πρέπει να φύγεις. Θα της εξηγήσω τι συμβαίνει». «Νωρίτερα που με παρακαλούσες να μείνω μαζί σου με φώναζες Νίκολας», της επισήμανε. Εκείνη κοκκίνισε. «Σε παρακαλούσα; Μα εγώ...» Έριξε μια ματιά στα μπερδεμένα σεντόνια. «Δεν το θυμάμαι. Είμαι σίγουρη ότι δεν έγινε κάτι μεταξύ μας». Εκείνος της έπιασε το χέρι. «Έβλεπες εφιάλτη. Σου υποσχέθηκα να μείνω και να σε κρατήσω ασφαλή». «Δεν είναι ανάγκη να το παίρνεις τόσο τοις μετρητοίς». Η Μαρί κοίταξε τα ενωμένα χέρια τους. «Αισθανόμουν ασφαλής», παραδέχτηκε με σιγανή φωνή. «Νόμιζα ότι θα φοβόμουν να βρεθώ τόσο κοντά σου ύστερα απ’ ό,τι έγινε εκείνη τη βραδιά στο αστεροσκοπείο. Φοβόμουν ότι θα γύριζαν πάλι οι φριχτές αναμνήσεις, όμως ξέρω ότι δε θα μου έκανες ποτέ κακό. Σ’ εμπιστεύομαι». Ο Νικ έσφιξε τα δάχτυλά της κι εκείνη ύψωσε το βλέμμα της. Είδε ότι τα μάτια του έλαμπαν. «Τότε παντρέψου με», της είπε. «Έτσι κι αλλιώς τα νέα θα μαθευτούν γρήγορα στο χωριό. Εκτέθηκες, Μαρί. Δέξου με. Γίνε γυναί-


κα μου». Τον κοίταξε απορημένη. «Να σε δεχτώ; Είσαι τρελός, ταγματάρχα Φάλκονερ; Το απόγευμα με απήγαγες από ένα μοναστήρι. Ύστερα με πότισες μπράντι. Τώρα μου κάνεις πρόταση γάμου. Όλα αυτά δε συμβαδίζουν με το χαρακτήρα σου και σε συμβουλεύω να δεις κανένα γιατρό». Εκείνος γέλασε. Τεντώθηκε και η Μαρί είδε τους μυς να φουσκώνουν κάτω απ’ την απαλή επιδερμίδα του. Ξαφνικά ένιωσε να την πλημμυρίζει ένα καυτό κύμα επιθυμίας. «Μια χαρά είμαι», της απάντησε. Την κοίταξε κι εκείνη κοκκίνισε. «Για την ακρίβεια, αισθάνομαι υπέροχα». «Εξακολουθώ να μην πιστεύω ότι υπάρχει λόγος να με παντρευτείς. Θα καταλαβαίνεις ότι για κάποιον στη δική μου θέση η προοπτική να εκτεθεί...» είπε μ’ έναν ανεπαίσθητο τόνο ευθυμίας η Μαρί «... του φαίνεται τόσο αλλόκοτη όσο και η ιδέα του γάμου, ταγματάρχα Φάλκονερ. Φοβάμαι πως πρέπει να αρνηθώ την... πολύ εντυπωσιακή... πρότασή σου». Ο Νικ χαμογέλασε. Εκείνη σκέφτηκε με τρόμο ότι έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο που χαιρόταν αφάνταστα παρά με κάποιον που μόλις είχε εισπράξει μια κατηγορηματική άρνηση. Η αλλαγή του ήταν εκπληκτική. Το γεγονός ότι η γυμνή αλήθεια είχε βγει στο φως ήταν σαν να είχε απελευθερώσει μέσα του κάτι, όπως και μέσα της. Έδειχνε να σκοπεύει να τη φλερτάρει. Κι αυτό την σοκάριζε. «Θα μπορούσα να σε πείσω...» άρχισε να της λέει. «Όχι!» Την κυρίευσε πανικός. Ακούμπησε το χέρι της στο γυμνό μπράτσο του κι αμέσως μετά το τράβηξε. Η ζεστασιά και η απαλότητά του την προκαλούσαν μ’ έναν τρόπο που δεν καταλάβαινε. Ήθελε να τον αγγίζει όλη την ώρα. Σίγουρα δεν ήταν φυσιολογικό. Όλο της το κορμί πήρε φωτιά και τραβήχτηκε γρήγορα μακριά του. «Νίκολας», άρχισε και τον είδε να χαμογελάει επειδή είχε χρησιμοποιήσει το μικρό του όνομα. «Καταλαβαίνω τι προσπαθείς να κάνεις. Προσπαθείς να επανορθώσεις γι’ αυτά που μου έκανε ο Ράσλι. Όμως δεν είσαι ο ξάδερφός σου, όπως μου είπες νωρίτερα. Δεν είναι δικό σου καθήκον να διορθώσεις το κακό που έκανε εκείνος». Ο Νικ της έπιασε πάλι το χέρι. «Με παρεξήγησες. Δε σου ζήτησα να με παντρευτείς γι’ αυτόν το λόγο». Την έσφιξε πιο δυνατά. «Η αλήθεια είναι ότι αποδοκιμάζω τη συμπεριφορά του Ράσλι και θα έκανα τα πάντα για να διορθώσω τα στραβά...» Την ένιωσε να αποτραβιέται ασυναίσθητα, όμως συνέχισε πεισματάρικα: «Αλλά δε σου πρότεινα να με παντρευτείς γι’ αυτό. Σε θέλω, Μαρί, και τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Σ’ αγαπώ».


Για μια στιγμή εκείνη έμεινε άφωνη από την έκπληξη. «Δεν μπορεί να μ’ αγαπάς, Νίκολας!» φώναξε. «Δεν μπορεί να θέλεις να με παντρευτείς. Δε με ξέρεις». Τράβηξε το χέρι της για να σηκωθεί και να βάλει λίγη απόσταση ανάμεσά τους, αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι ήταν μισόγυμνη και το μετάνιωσε. Αισθανόταν πολύ ευάλωτη μόνο με την καμιζόλα της, ειδικά όταν ο Νικ καθόταν και την παρακολουθούσε μ’ ένα βλέμμα που την έκανε να μουδιάζει από ταραχή. Ξεροκατάπιε και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. «Όταν με συνάντησες για πρώτη φορά», είπε σιγανά, «νόμιζες ότι ήμουν εγκληματίας και πόρνη και αυτή τη Μαρί Όσμπορν ήθελες. Ήθελες τη γυναίκα που σε είχε φιλήσει στην ταβέρνα και λουζόταν γυμνή στο σιντριβάνι. Έπειτα ανακάλυψες την αλήθεια, σκέφτηκες ότι ήμουν μια ηθική γυναίκα που είχε αδικηθεί, και τότε ήθελες μια διαφορετική Μαρί Όσμπορν. Ήθελες να με σώσεις». Έσπρωξε τα ανακατεμένα μαλλιά της απ’ το πρόσωπό της. «Όμως δε με ξέρεις, Νίκολας! Δε γνωρίζεις την πραγματική Μαρίνα Όσμπορν. Δημιουργείς αυτές τις διαφορετικές εικόνες, ωστόσο δε γνωρίζεις καθόλου την αληθινή Μαρίνα». Ο Νικ ετοιμάστηκε να μιλήσει, αλλά του έκανε νόημα να σωπάσει. «Σε παρακαλώ, άφησέ με να τελειώσω». Κοίταξε προς το παράθυρο. Έξω είχε σκοτεινιάσει. «Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί δε σου έκανα ερωτήσεις, γιατί δε θέλησα να μάθω την ιστορία σου ή για τα ενδιαφέροντά σου ή για τις προτιμήσεις σου, ενώ εσύ ήσουν τόσο περίεργος για μένα;» Έστρεψε το βλέμμα της στον Νικ. «Δεν το έκανα επειδή ήμουν τόσο εγωκεντρική που δε μου πέρασε απ’ το μυαλό, αλλά επειδή δεν ήθελα ν’ ανακαλύψω τον πραγματικό Νίκολας Φάλκονερ. Με έλκυες, όμως ήξερα ότι είχες έρθει εδώ για να με παγιδεύσεις και φοβόμουν να σε δω σαν πραγματικό πρόσωπο, φοβόμουν πως, αν σε έβλεπα έτσι, θα σε συμπαθούσα, ίσως υπερβολικά. Και το αποτέλεσμα είναι ότι κανείς απ’ τους δυο μας δεν ξέρει τον άλλο αρκετά καλά, κι αυτό δε θεωρείται σταθερή βάση για ένα γάμο, ακόμα κι αν αφήσουμε απέξω δεκάδες άλλους λόγους που είναι εναντίον μας». Ο Νικ δε μίλησε ούτε την ακούμπησε, όμως το βλέμμα του ταξίδεψε στο πρόσωπό της κι εκείνη ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. «Μπορώ να μιλήσου τώρα;» τη ρώτησε ευγενικά. Η Μαρί κατένευσε. «Λες ότι δεν ξέρουμε καλά ο ένας τον άλλο, όμως διαφωνώ. Γνωρίζω κάποια πράγματα για σένα. Είσαι γενναία και δυνατή, αφοσιωμένη στους ανθρώπους που αγαπάς και στους σκοπούς που πιστεύεις. Έχω δει την αφοσίωσή σου στους φίλους σου και τη δική τους σ’ εσένα. Είσαι συμπονετική κι ευγενική... Δε θα ξεχάσω ποτέ την αγωνία σου όταν μου έλυνες


τα χέρια τη βραδιά που μας επιτέθηκαν τα Κορίτσια της Γκλόρι». Χαμογέλασε. «Επίσης είσαι ατίθαση, φλογερή και γλυκιά και σε θέλω στην αγκαλιά μου, στο κρεβάτι μου, κι αυτοί είναι εξίσου πολύ καλοί λόγοι για ένα γάμο». Έκανε μια μικρή παύση. «Α, ναι. Επιπλέον δεν έχεις ιδέα από ιππασία και θα ήθελα να σε μάθω να ιππεύεις σωστά απ’ την πρώτη στιγμή που σε είδα να πέφτεις». Ξαφνικά έπιασε τη Μαρί απ’ τον καρπό, την έριξε στο πάπλωμα κι έσκυψε από πάνω της. Το στόμα του απείχε τώρα μόνο λίγα εκατοστά απ’ το δικό της. «Παντρέψου με», της ψιθύρισε. «Θα μάθεις όλα όσα θέλεις να ξέρεις για μένα στη διάρκεια του αρραβώνα μας». «Κι αν ανακαλύψουμε ο ένας για τον άλλον πράγματα που δε μας αρέσουν;» Ο Νικ χαμογέλασε. «Δε νομίζω ότι είναι πολύ πιθανό. Πες ναι». «Όχι». Η Μαρί προσπάθησε να θυμηθεί τους λόγους για τους οποίους δεν έπρεπε να δεχτεί. Δυσκολευόταν, όταν εκείνος ήταν τόσο κοντά της. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που σφυροκοπούσαν τα μηνίγγια της. «Δε θέλω να έχω σύζυγο», είπε. «Πώς το ξέρεις; Δεν είχες ποτέ κανέναν». Εκείνος χάιδεψε με τα χείλη του την τρυφερή επιδερμίδα του λαιμού της κι εκείνη ανατρίχιασε από ηδονή. «Ο κύριος Όσμπορν δε μετράει εφόσον ήταν φανταστικό πρόσωπο». Ο Νικ στηρίχτηκε στον αγκώνα του. «Ξέρω ότι φοβάσαι τη σωματική επαφή, Μαρί». Τα δάχτυλά του ακολούθησαν απαλά το περίγραμμα του προσώπου της. «Τώρα το καταλαβαίνω. Σε τρόμαξα εκείνη τη βραδιά στο αστεροσκοπείο και λυπάμαι γι’ αυτό, όμως είμαι σίγουρος πως, αν μ’ εμπιστευτείς, τα πράγματα θα είναι αλλιώς. Ανταποκρίνεσαι στα φιλιά μου και μπορώ να είμαι υπομονετικός... Πιστεύω ότι με τον καιρό θα σου αρέσει». Εκείνη έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε στο άγγιγμά του. Ήταν απίστευτα ανάλαφρο και καθησυχαστικό, αλλά και τόσο αισθησιακό που έκανε το αίμα της να βράζει. «Δε φοβάμαι ακριβώς», παραδέχτηκε, θέλοντας να είναι ειλικρινής μαζί του. «Είναι αλήθεια ότι ανταποκρίνομαι. Θέλω ν’ ανταποκρίνομαι». Κατάπιε με δυσκολία. «Όταν με φίλησες για πρώτη φορά, εκμυστηρεύτηκα στη Λόρα ότι ήταν υπέροχα κι ότι ξαφνιάστηκα που αισθανόμουν έλξη για έναν άντρα, ύστερα απ’ όσα είχα ζήσει». Είδε στα μάτια του Νικ μια λάμψη θριάμβου και γέλασε. «Νίκολας, χαίρεσαι!» Εκείνος της ανασήκωσε το χέρι και φίλησε τα δάχτυλά της. «Ασφαλώς


και χαίρομαι, αγάπη μου! Πώς να μη χαίρομαι όταν καταλαβαίνω ότι με θέλεις κι εσύ;» Η Μαρί ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του και τον εμπόδισε να τη φιλήσει. «Περίμενε! Σε θέλω, όμως έπειτα απ’ ό,τι έγινε στο αστεροσκοπείο...» Σταμάτησε. Πονούσε και μόνο που το θυμόταν. «Φοβάμαι», ομολόγησε με ειλικρίνεια. «Φοβάμαι ότι θα συμβεί ξανά το ίδιο». Ο Νικ αναστέναξε. «Καταλαβαίνω». Ενώ τη χάιδευε απαλά, έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του. «Και δε θα σε πλήγωνα ποτέ, οπότε το μόνο που χρειάζεται είναι να προχωρήσουμε αργά και να δούμε τι θα γίνει». Την κοίταξε κι αναστέναξε ξανά. «Τι άλλο σε προβληματίζει;» Η Μαρί τον κοίταξε λοξά. «Ο θείος σου! Είσαι διάδοχος ενός μαρκήσιου κι εγώ είμαι πρώην ερωμένη του ξαδέρφου σου κι αυτό δεν αλλάζει με τίποτα». «Σταμάτα». Ο Νικ τη φίλησε ανάλαφρα στα χείλη. «Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει σημασία αν θέλεις να με παντρευτείς». «Έχουν...» «Για μένα όχι. Και δε με νοιάζει η γνώμη των άλλων». Η Μαρί δεν ήταν τόσο σίγουρη. «Αν κάποιος ανακαλύψει ότι υπήρξα ερωμένη του Ράσλι, οι αριστοκράτες θα σου γυρίσουν την πλάτη τους», είπε. «Η οικογένειά σου μπορεί να σε αποκληρώσει. Κανείς δε θα μας δέχεται! Εμένα δε με απασχολούν τέτοια πράγματα, όμως θα ήταν άδικο για σένα να αντιμετωπίσεις τέτοιου είδους καταστάσεις απλώς και μόνο επειδή θέλεις ν’ αποκαταστάσεις τις αδικίες». Το πρόσωπο του Νικ φαινόταν βλοσυρό, δεν απάντησε αμέσως, απόδειξη πως όσα του έλεγε ήταν αλήθεια. Το παρελθόν της την κατέτρεχε σε όλη της τη ζωή και, αν παντρευόταν τον Νικ, θα κατέτρυχε κι εκείνον. Ο Νικ αναστέναξε κι ανακάθισε. «Δεν μπορώ να αποκλείσω ότι μπορεί να συμβεί. Ελπίζω ότι με τον καιρό οι δικοί μου θα σ’ αγαπήσουν όσο κι εγώ. Είμαι σίγουρος. Αλλά στους κύκλους της αριστοκρατίας βρίθουν τα σκάνδαλα, κι αν μαθευτεί το μυστικό σου...» Τη φίλησε ξανά. «Όπως σου είπα, για μένα δεν έχει καμιά σημασία γιατί σ’ αγαπώ, αλλά εσύ θα μπορούσες να ζήσεις μ’ αυτή την απειλή; Θα το άντεχες αν είχες τη συμπαράστασή μου;» «Δεν ξέρω». Η Μαρί έσυρε σκεφτική τα δάχτυλά της στην καμπύλη του γυμνού ώμου του. «Δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω. Δε θέλω να σου το επιβάλω». «Οι επιλογές είναι δικές μου», απάντησε εκείνος λίγο τραχιά. «Και η επι-


λογή μου είσαι εσύ». Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα της κι άρχισε να πασπατεύει νευρικά τα σκεπάσματα. «Μου έδωσες πολλή τροφή για σκέψη, Νίκολας», του είπε. «Και είναι ακόμα πολύ νωρίς. Όλα αυτά είναι τόσο καινούρια...» Εκείνος χαμογέλασε μελαγχολικά. «Δε λες τίποτα!» «Λυπάμαι», μουρμούρισε η Μαρί. «Πονάει το κεφάλι μου κι έχω πιει πολύ μπράντι για να μπορώ να σκεφτώ καθαρά...» Ο Νικ τη φίλησε, αυτή τη φορά λιγότερο ευγενικά. Το φιλί του ήταν τρυφερό, όμως κάτω απ’ τη γλυκύτητα υπήρχε μια φλόγα, μια απαιτητικότητα. Εκείνη του χάιδεψε το μάγουλο και τα γένια του της έγδαραν την παλάμη. Ήταν ζαλισμένη και σαστισμένη, προσπαθούσε να δει την αλήθεια πέρα από την επίθεση στις αισθήσεις της. «Νιώθω παράξενα... και δε φταίει το μπράντι», είπε. Εκείνος γέλασε. «Θα φύγω. Αλλά θα ξανάρθω αύριο και δε θα έχω αλλάξει γνώμη». Έκανε μια παύση. «Αν μου πεις όχι, δεν πρόκειται να σου ξαναπώ τίποτα και θα σ’ αφήσω στην ησυχία σου». Η Μαρί τον κοίταξε. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να μιλήσει, να του πει πως δεν μπορούσε να του δώσει ελπίδες, πως οι πιθανότητες ήταν εναντίον τους, πως ήταν πολύ φοβισμένη για να διακινδυνεύσει να τον αγαπήσει. Τον κοίταξε και είδε στα σκούρα μάτια του μια αποφασιστικότητα που έκανε το στομάχι της να σφιχτεί από λαχτάρα και φόβο. «Θα το σκεφτώ», ψιθύρισε και είδε το πρόσωπό του να φωτίζεται. «Σ’ ευχαριστώ». Ο Νικ τη φίλησε πάλι -ένα φιλί γεμάτο ικανοποίηση, πάθος κι επιθυμία. Την έκανε να ζαλιστεί ξανά και η Μαρί χαιρόταν που ήταν ξαπλωμένη. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα, το φύλλο άνοιξε λίγο κι από την άλλη πλευρά ακούστηκε ένα πνιχτό επιφώνημα. «Θεέ και Κύριε!» είπε η Τζέιν ενώ διέκοπταν το φιλί τους. «Ακόμα δεν την πείσατε, κύριε;» «Όχι». Ο Νικ σηκώθηκε κι έπιασε το πουκάμισό του. «Αλλά θα την πείσω, Τζέιν». Χαμογέλασε στη Μαρί και η καρδιά της κόντεψε να σπάσει. «Θα τα πούμε αύριο», της είπε και για άλλη μια φορά τα λόγια του έμοιαζαν με υπόσχεση. *** «Έμαθα...» είπε η Τζόσι καθώς κοπανούσε ένα τεράστιο πιάτο με αβγά και μπέικον μπροστά στον Νικ, στην τραπεζαρία του Χαφ Μουν «... ότι έκανες πρόταση γάμου στην κυρία Όσμπορν».


Εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι του κάπως ξαφνιασμένος. Η ιδιοκτήτρια του πανδοχείου στεκόταν δίπλα στο τραπέζι και του έκρυβε το φως. Είχε τα χέρια της στη μέση της και η στάση της ήταν απειλητική. Πίσω της είδε τον Λένι να στέκεται στον πάγκο και να σκουπίζει ένα ποτήρι με τόση δύναμη που σκέφτηκε ότι ήθελε να το σπάσει για να το χρησιμοποιήσει σαν όπλο. Καθάρισε το λαιμό του. Ξαφνικά του είχε κοπεί η όρεξη για πρωινό και μετάνιωσε για την παρόρμησή του να μείνει στο Χαφ Μουν αντί στο Κινγκ’ς Χεντ. «Ναι», απάντησε, συναντώντας το θυμωμένο βλέμμα της Τζόσι. «Ναι, της έκανα πρόταση γάμου». Το συνοφρύωμά της έγινε πιο βαθύ. «Πρόσεχε», του είπε. «Και γιατί θες να την παντρευτείς;» Ο Νικ συνέχισε να την κοιτάζει. Είχε καταλάβει πια ότι η Τζόσι, ο Λένι, η Λόρα Κόουλ, η Έστερ Τιγκ και πολλοί άλλοι ήταν εξαιρετικά προστατευτικοί απέναντι στη Μαρί. Σκέφτηκε πως, αν έλεγε οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ την καθαρή αλήθεια, θα τον έπιαναν απ’ το αυτί και θα τον πετούσαν έξω από το πανδοχείο. «Την αγαπώ», είπε κι έσπρωξε το πιάτο του στην άκρη. «Την αγαπώ και θέλω να είμαι μαζί της, να την προστατεύω και να νοιάζομαι γι’ αυτή». Άκουσε τον ήχο του ποτηριού καθώς ο Λένι το άφηνε στον πάγκο κι ερχόταν προς το μέρος του. Προετοίμασε τον εαυτό του. Ύστερα το πρόσωπο της Τζόσι φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο που ίσως ήταν ακόμα πιο τρομακτικό απ’ το συνοφρύωμά της. Τον χτύπησε στην πλάτη με δύναμη και του έκοψε την ανάσα. «Για φαντάσου, Λένι!» φώναξε. «Ο ταγματάρχης Φάλκονερ είναι ερωτευμένος με την κυρία Ο!» «Τότε να τη φροντίσει όπως πρέπει. Το καλό που του θέλω!» μουρμούρισε ο Λένι. Δε χαμογελούσε, όμως ο Νικ σκέφτηκε ότι μάλλον ζητούσε πάρα πολλά. «Θα τη φροντίσω, αν μου δώσει την ευκαιρία», αποκρίθηκε. Η Τζόσι αναστέναξε βαθιά. «Ξέρω τι εννοείς. Είναι πολύ πεισματάρα η κυρία Ο». «Ισχυρογνώμων, ανεξάρτητη, καχύποπτη», πρόσθεσε ο Λένι. «Και ποιος να την κατηγορήσει;» είπε η Τζόσι. «Οι περισσότεροι άντρες είναι καθάρματα. Με το συμπάθιο, ταγματάρχη Φάλκονερ. Και χωρίς παρεξήγηση, Λένι». «Θα σου πω εγώ τι να κάνεις», προσφέρθηκε ο Λένι. Κάθισε απέναντι από τον Νικ κι ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι. «Πρέπει να την


πολιορκήσεις. Να της πηγαίνεις λουλούδια και τέτοια». Έσμιξε τα φρύδια του. «Όχι... όχι λουλούδια. Έχει πολλά. Αλλά δώρα και μπιχλιμπίδια... για να της δείξεις ότι νοιάζεσαι. Φλέρταρέ τη». «Λένι, είσαι ρομαντικός!» είπε η Τζόσι με θαυμασμό. Κοπάνησε το χέρι της στον ώμο του Νικ κι εκείνος βούλιαξε στη θέση του. «Λίγο μπέικον ακόμα, ταγματάρχη Φάλκονερ; Πρέπει να πάρεις δυνάμεις». «Ευχαριστώ», απάντησε, ερμηνεύοντας την κίνησή της ως ένδειξη αποδοχής. Και σίγουρα ήταν. «Ευχαριστώ πάρα πολύ». *** «Φυσικά καταλαβαίνεις τι κάνει ο ταγματάρχης Φάλκονερ», είπε η Έστερ. Είχε πάρει ένα χρυσαφένιο χρώμα απ’ τον ήλιο και το πρόσωπό της έλαμπε από ευτυχία. Κάθονταν με τη Μαρί στη βεράντα της Αγροικίας Πίκοκ, έπιναν λεμονάδα και παρακολουθούσαν τον ήλιο να χάνεται πίσω από τις κορφές των λόφων. Ο Αύγουστος είχε δώσει πια τη θέση του στον Σεπτέμβριο και στον αέρα πλανιόταν η αδιόρατη μυρωδιά του φθινοπώρου. «Σε φλερτάρει, Μαρί». Χαμογέλασε. «Νομίζω ότι του έδωσε οδηγίες ο Λένι! Δεν είναι καταπληκτικό ότι αυτός και ο ταγματάρχης Φάλκονερ έγιναν τόσο καλοί φίλοι;» Σταμάτησε και ήπιε μια γουλιά λεμονάδα. «Τέλος πάντων, σου φέρνει δώρα -είδα εκείνη την- πανέμορφη μικρή ακουαρέλα που σου πήρε απ’ το Σκίπτον- και προσπαθεί να σε μάθει να ιππεύεις. Αυτό δείχνει πραγματική αφοσίωση». Γέλασε κι άπλωσε το χέρι της για να πάρει ένα μπισκότο απ’ το δίσκο. «Είναι καλύτερος δάσκαλος από εμένα;» «Πιο υπομονετικός», απάντησε η Μαρί με χαμόγελο. «Εγώ ποτέ δεν ήμουν καλή στη θεωρία», παραδέχτηκε η Έστερ. «Όπως συμβαίνει και με τον έρωτα». Τεντώθηκε. «Αλλά η πράξη είναι άλλο ζήτημα...» «Μη μου πεις! Αν και χαίρομαι που είσαι ευτυχισμένη». «Ναι, είμαι πολύ ευτυχισμένη». Η Έστερ χασμουρήθηκε. «Λοιπόν, πότε θα παντρευτείτε;» Η Μαρί ένιωσε λίγη ψύχρα και τυλίχτηκε πιο σφιχτά με την εσάρπα της. «Δεν ξέρω. Υπάρχουν κάποιες δυσκολίες...» «Βλακείες! Σ’ αγαπάει. Περνάτε τόσες ώρες μαζί. Τι δυσκολίες μπορεί να υπάρχουν που δεν μπορούν να ξεπεραστούν;» «Μπορεί να έχεις δίκιο. Και η αλήθεια είναι ότι περνάμε πολλές ώρες μαζί». Η Μαρί αναστέναξε. «Αλλά υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν τα συζητάμε, Ες. Ο Νίκολας ποτέ δε μιλάει για τη σύζυγό του. Και παρ’ όλο που τον αγαπώ, διστάζω να πάρω την απόφαση να τον παντρευτώ. Μόλις ξα-


ναβρήκα την ελευθερία μου. Να τα θυσιάσω όλα για χάρη του γάμου;» Η Έστερ γέλασε. «Ο γάμος δεν είναι σκλαβιά!» «Εξαρτάται απ’ το σύζυγο». Η Μαρί χαμογέλασε βεβιασμένα. «Δεν ξέρω, Ες. Φυσικά τα χρήματα του ανήκουν. Δεν είναι αυτό που με απασχολεί. Αλλά η ελευθερία μου είναι άλλο ζήτημα». Η φίλη της κούνησε αργά το κεφάλι της. «Δε θα πω ψέματα ότι καταλαβαίνω, όμως ξέρω ότι πρέπει να κάνεις ό,τι σ’ ευχαριστεί». Η Μαρί συνοφρυώθηκε. «Σε λίγο τελειώνει η άδειά του. Φοβάμαι πως δε θα περιμένει για πάντα ν’ αποφασίσω. Κάθε μέρα περιμένω να μου πει ότι θα φύγει. Έχει υποσχεθεί να επισκεφτεί την οικογένειά του στη Σκοτία πριν γυρίσει στα καθήκοντά του και...» «Μαρί». Η Έστερ άπλωσε το χέρι της για να τη σταματήσει. «Ο ταγματάρχης Φάλκονερ μπορεί να μην είναι απ’ τη φύση του υπομονετικός άνθρωπος, αλλά μαζί σου επιδεικνύει αξιοθαύμαστη υπομονετικότητα. Δεν πρόκειται να σε πιέσει να πάρεις μια απόφαση. Θα στοιχημάτιζα πως ούτε καν σ’ έχει φιλήσει». Η Μαρί κοκκίνισε. «Τι σχέση έχει αυτό με όλα τ’ άλλα;» Την ενοχλούσε ότι η Έστερ είχε μαντέψει σωστά. «Και τέλος πάντων, πώς το κατάλαβες;» Κάθε μέρα περίμενε με λαχτάρα και μ’ έναν πόθο που γινόταν όλο και πιο έντονος. Ο Νικ την είχε φιλήσει τη βραδιά που της πρότεινε να τον παντρευτεί, αλλά από τότε ούτε που την είχε αγγίξει. Κάθε μέρα που πήγαιναν για ιππασία η απογοήτευσή της, η αγανάκτηση και η απορία της μεγάλωναν. Ένιωθε ότι έρχονταν πιο κοντά, ότι άρχιζε να δημιουργείται μεταξύ τους μια σωματική και συναισθηματική οικειότητα που για εκείνη ήταν εντελώς πρωτόγνωρη και πολύ δελεαστική. Τότε γιατί δίσταζε; Τα μαθήματα ιππασίας χειροτέρευαν την κατάσταση, γιατί όποτε την ανέβαζε στη σέλα ή την κατέβαζε, όποτε έσκυβε για να της δείξει πώς να πιάνει τα χαλινάρια ή πώς να ισορροπεί στη ράχη του αλόγου το σώμα του τριβόταν στο δικό της, οι μηροί του πίεζαν φευγαλέα τους δικούς της, το χέρι του την άγγιζε απρόσωπα πριν απομακρυνθεί από κοντά της. Η στάση του την τρέλαινε «Έχει και παραέχει», απάντησε ήρεμα η Έστερ και πήρε άλλο ένα μπισκότο. «Φανερώνει μεγάλο σεβασμό για σένα, Μαρί, κι ακόμα μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση». Κοίταξε τη Μαρί τάχα αγανακτισμένη. «Ο ταγματάρχης Φάλκονερ είναι ένας έντιμος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που ξέρει τι έχεις περάσει. Δεν πρόκειται να σου ορμήσει σαν πρωτόβγαλτος νεαρός ούτε να σε πιέσει να κοιμηθείτε μαζί. Ωστόσο», πρόσθεσε καθώς έτρωγε ένα κομμάτι απ’ το μπισκότο της, «βάζω στοίχημα ότι έχει βγάλει ήδη ειδική άδεια.


Σε θέλει... θέλει όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή σου και δε νομίζω ότι σκοπεύει να σ’ αφήσει να του φύγεις». Η Μαρί αναρίγησε λες και κάποιο σύννεφο είχε σκεπάσει τον ήλιο. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε η φίλη της. «Τι είπα και ταράχτηκες;» «Τίποτα...» απάντησε. Είχε θυμηθεί τη βραδιά στο αστεροσκοπείο, τότε που ο Νικ της είχε πει ότι ήθελε να την κατακτήσει ολόκληρη, ψυχή τε και σώματι. Το πάθος του την είχε συγκλονίσει. Από τότε, εκτός από το βράδυ που της είχε κάνει πρόταση, έκρυβε την επιθυμία του και περίμενε. Όμως η Μαρί ήξερε ότι, αν τον αγαπούσε και του δινόταν, δε θα κρατούσε τίποτα γι’ αυτή. Θα έχανε ένα κομμάτι του εαυτού της. Μπορούσε να το κάνει, όταν είχε βρει τόσο πρόσφατα την πραγματική ελευθερία της; Δεν ήξερε. «Τίποτα», επανέλαβε και πήρε το βλέμμα της απ’ το ανήσυχο πρόσωπο της Έστερ. «Τίποτε απολύτως». *** Οι μέρες του Σεπτεμβρίου πέρασαν κι άρχισε να πλησιάζει το φθινόπωρο. Στον κήπο τα πράσινα φύλλα ανακατεύονταν με καφετιά και χρυσαφιά, το πορφυρό των αστέρων πρόβαλλε μέσα απ’ τα τελευταία ανθισμένα τριαντάφυλλα. Οι ικανότητες της Μαρί στην ιππασία είχαν βελτιωθεί τόσο δραματικά που κάθε μέρα πήγαιναν με τον Νικ για πικνίκ στα ερείπια του Αββαείου του Μπόλτον. Ο Νικ χαμογελούσε από μέσα του καθώς την παρακολουθούσε να ιππεύει. Μπορεί να μη γινόταν ποτέ άριστη ιππέας, όμως έδειχνε να το απολαμβάνει και τουλάχιστον δεν κινδύνευε να πέσει απ’ τη σέλα. Τη μάθαινε με τον ίδιο αργό, καρτερικό τρόπο που περίμενε την απάντησή της στην πρότασή του και μερικέ φορές αισθανόταν ότι και τα δύο τον σκότωναν. Την προηγούμενη βδομάδα υπήρξαν φορές που η πολύ κοντινή παρουσία της είχε βάλει σε μεγάλη δοκιμασία τον αυτοέλεγχό του. Υπήρξαν φορές που ανασήκωνε το πρόσωπό της και στα αισθησιακά, προκλητικά χείλη της σχηματιζόταν ένα χαμόγελο που δημιουργούσε λακκάκια στα μάγουλά της. Υπήρξαν φορές που το κορμί της τριβόταν στο δικό του καθώς τη βοηθούσε ν’ ανέβει στη σέλα ή να κατέβει. Το άρωμά της πλημμύριζε τις αισθήσεις του, ο βραχνός ήχος της φωνής της τον αναστάτωνε, το γέλιο της τον ζέσταινε. Αναρωτιόταν αν γινόταν να την αγαπήσει περισσότερο απ’ όσο την αγαπούσε ήδη και σκεφτόταν πως όχι, μάλλον δε γινόταν. Ήθελε να περνάει το χρόνο του μαζί της. Δημόσια, τυπικά κι επίσημα ήθελε να την ανακηρύξει σύζυγό του. Μυστικά, φλογερά και ανεπίσημα ήθελε να την κάνει γυναίκα του. Το κορμί του πονούσε από την απελπισία της άρνησης. Όταν ήταν κοντά της βρισκόταν μονίμως σε μια κατάσταση έ-


ξαψης· και σήμερα το κρύο, καθαρό νερό του ποταμού τον προκαλούσε να σβήσει λίγη απ’ αυτή την έξαψη, έστω και προσωρινά. Σήμερα όμως ήθελε να της πει κάτι πολύ σημαντικό και ήξερε πως οι σαρκικές ανάγκες του, που ίσως να μην έβρισκαν κανενός είδους ικανοποίηση αν έκανε κάποιο λάθος, έπρεπε να μπουν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχε κάτι που δεν της είχε πει και οι τύψεις δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Έπρεπε να της μιλήσει για την Άννα. Είχαν διαλέξει ένα σημείο κάτω από μια τεράστια βελανιδιά δίπλα στο ποτάμι και η Μαρί άπλωνε στο έδαφος μια κουβέρτα. Κάθισε, πολύ σεμνή με το γαλάζιο φόρεμά της, κι άρχισε να βγάζει τα φαγητά. «Έχουμε μπέικον», ανακοίνωσε κοιτάζοντας μέσα στο καλάθι, «φρέσκο ψωμί, τυρί, πίτα με κυνήγι, μήλα και λεμονάδα». Ανασήκωσε το κεφάλι της και του χαμογέλασε. «Νομίζω ότι η Τζέιν έχει αρχίσει να σε συμπαθεί, για να μας έχει ετοιμάσει τόσο ωραίο δείπνο...» «Θα ήθελα να σου μιλήσω για την Άννα», είπε ξαφνικά ο Νικ. Έπιασε ένα μικρό κλαδί και το έσπασε. Είχε καταλάβει ήδη ότι δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να θίξει το θέμα, όμως δεν άντεχε να το κάνει με τη συνηθισμένη του αυτοπεποίθηση. Τα χέρια της Μαρί έμειναν ακίνητα στην ποδιά της. «Ναι, φυσικά». Εκείνος την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν τρομαγμένα και συνειδητοποίησε ότι φοβόταν ν’ ακούσει τι θα της έλεγε. «Μαρί», άρχισε τρυφερά. Κούνησε το κεφάλι της σαστισμένη, μπερδεμένη, και άπλωσε το χέρι της να τον σταματήσει όταν πήγε να την αγγίξει. «Πες μου». Ο Νικ πέταξε το σπασμένο κλαδί στο ποτάμι και είδε να το παρασέρνει το ρεύμα. «Αγαπούσα την Άννα», παραδέχτηκε μετά από λίγο. «Την αγαπούσα, αλλά δεν τη φρόντιζα όπως έπρεπε». Γύρισε προς τη Μαρί και είδε ότι τον παρακολουθούσε προσεκτικά. Προσπάθησε να της εξηγήσει. «Ήμαστε αρραβωνιασμένοι σχεδόν από την κούνια μας και παντρευτήκαμε όταν εγώ ήμουν είκοσι ενός ετών. Νομίζω...» το είχε σκεφτεί πάρα πολύ «... ότι, επειδή η Άννα ήταν πάντοτε εκεί, στην πραγματικότητα δεν την έβλεπα. Έπαιρνα... Έπαιρνα την παρουσία της ως δεδομένο και, παρ’ ότι αισθανόμουν για εκείνη μια βαθιά τρυφερότητα, δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί της». Τώρα μιλούσε γρήγορα, εκμυστηρευόταν πράγματα που δεν είχε μοιραστεί ποτέ με κανέναν, πράγματα που δεν είχε σκεφτεί ποτέ να αποκαλύψει. «Τον περισσότερο καιρό που ήμαστε παντρεμένοι, ζούσαμε χώρια. Εγώ ήμουν στο στρατό κι εκείνη έμενε στο σπίτι».


Η Μαρί γούρλωσε τα μάτια της από έκπληξη. «Δεν ερχόταν μαζί σου;» «Όχι». Ο Νικ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Ήταν... πολύ εύθραυστη». Πήρε μια βαθιά εισπνοή κι αποκάλυψε τη σκληρή αλήθεια: «Δεν την ήθελα μαζί μου. Όχι επειδή δε νοιαζόμουν γι’ αυτή, αλλά επειδή ήξερα ότι θα κατέρρεε από την ένταση. Θεωρούσα πως ήταν καλύτερα να μένει με τους γονείς της». Για εκείνον είχαν αλλάξει ελάχιστα πράγματα με το γάμο του, σκέφτηκε. Ήταν σχεδόν σαν να μην είχε παντρευτεί. «Μου έγραφε κάθε βδομάδα», συνέχισε. «Κι εγώ χαιρόμουν όποτε την έβλεπα. Την αγαπούσα». Ένιωθε σαν να έπρεπε να το αποδείξει. «Όμως η αγάπη μου για εκείνη ήταν τρυφερή, δεν είχε καμιά σχέση με το πάθος που αισθάνθηκα όταν σε είδα». Η Μαρί χαμήλωσε το βλέμμα της και, λίγα δευτερόλεπτα μετά, ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε κατάματα. «Της ήσουν πιστός;» τον ρώτησε. Η καρδιά του κόντεψε να σταματήσει. Η Μαρί είχε μπει κατευθείαν στο θέμα. Και πώς να της έλεγε ψέματα; Έπρεπε να είναι ειλικρινής. Όμως, αν της έλεγε την αλήθεια, θα διαλυόταν η εύθραυστη εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. Έμοιαζε με θαύμα να τον εμπιστευτεί η Μαρί μετά απ’ όσα είχε περάσει, και τώρα θα τα κατέστρεφε όλα λέγοντάς της την αλήθεια. Έκλεισε τα μάτια του. Τα άνοιξε πάλι. Εκείνη περίμενε. «Όχι», είπε τελικά. «Όχι, δεν της ήμουν πιστός. Προσπάθησα. Συνέβη μόνο μια φορά. Η Άννα ήταν άρρωστη δυο χρόνια και δεν κοιμόμαστε μαζί...» Σταμάτησε. «Και τώρα ψάχνω για δικαιολογίες εκεί όπου δεν υπάρχουν». Έπεσε σιωπή. Η αύρα έκανε την επιφάνεια του νερού να ρυτιδιάζει. Ο Νικ κοίταξε τη Μαρί και είδε ότι τον κοιτούσε σοκαρισμένη. Ήθελε απελπισμένα να του πει κάτι, οτιδήποτε, για να καταλάβει ότι εξακολουθούσε να θέλει να μιλάει μαζί του. «Πολλοί συμπεριφέρονται όπως εσύ», είπε τελικά. Καθάρισε το λαιμό της. «Ξέρω ότι είναι συνηθισμένο φαινόμενο στους κύκλους της αριστοκρατίας. Αλλά δεν περίμενα ότι εσύ...» Η φωνή της έσβησε. «Δεν ήθελα να φερθώ όπως φέρθηκα. Θύμωσα με τον εαυτό μου, το μετάνιωσα...» Ο Νικ σταμάτησε ξανά. Δεν ήθελε να επεκταθεί σε λεπτομέρειες -ότι η Άννα ήταν κατάκοιτη δυο χρόνια κι ότι εκείνος ήταν ένας νεαρός άντρας που προσπαθούσε φιλότιμα να καταπιέσει τις ανάγκες του. Δεν ήθελε να της πει ότι είχε συμβεί μόνο μια φορά όταν ήταν μεθυσμένος και είχε αφήσει να τον ξελογιάσει η σύζυγος ενός ανώτερου αξιωματικού. Ακόμα και τώρα που το σκεφτόταν, του φαινόταν φτηνό, ταπεινωτικό και


σιχαμερό ότι δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί στον πειρασμό. Οι ενοχές και οι τύψεις τον είχαν εμποδίσει να το επαναλάβει. Είχε προδώσει την Άννα, είχε προδώσει τις ίδιες του τις αρχές. Όμως αν τα έλεγε όλα αυτά στη Μαρί θα ήταν σαν να προσπαθούσε να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Έσπασε στα δύο άλλο ένα κλαδί και το πέταξε στο ποτάμι. Ήξερε ότι τώρα έπρεπε να τελειώσει, να της πει τα πάντα. «Παραμελούσα την Άννα», παραδέχτηκε με δυσκολία. «Η απιστία μου ήταν ένα κομμάτι αυτής της συμπεριφοράς. Δεν το έκανα σκόπιμα, αλλά την πλήγωσα. Νομίζω ότι αισθανόταν μοναξιά κι εγώ ήμουν σπανίως εκεί. Και μετά, τελείως αναπάντεχα, την έχασα. Δεν ήμουν κοντά της για να την προστατέψω και οι τύψεις μου ήταν τόσο βαριές που δεν μπορούσα να τις αντέξω». «Νίκολας...» Η Μαρί τον πλησίασε και κάθισε κοντά του. Μια τούφα απ’ τα μαλλιά της χάιδεψε το μάγουλό του κι εκείνος την τύλιξε αφηρημένα στο δάχτυλό του. «Απέτυχα», είπε ωμά. «Ήμουν τόσο εφησυχασμένος... Αρρωσταίνω τώρα που σκέφτομαι την Άννα να σβήνει ολομόναχη...» Εκείνη δεν είπε τίποτα για να τον παρηγορήσει. Ίσως ήξερε από προσωπική της πείρα ότι ήταν αδύνατον να γιατρέψεις βαθιές πληγές με κοινότοπα λόγια, σκέφτηκε ο Νικ. Όμως τον αγκάλιασε απ’ τους ώμους για πρώτη φορά, τον τράβηξε πάνω της, τον έσφιξε και η αίσθηση ήταν υπέροχη. Το κορμί της ήταν τόσο ζεστό κι απαλό που ένιωσε την ανάγκη να την κρατήσει, να τη φιλήσει και να χαθεί μέσα της, αλλά συγκρατήθηκε γιατί ήξερε ότι τώρα πια μπορεί να μην είχε αυτό το δικαίωμα. «Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε. Αναρωτήθηκε αν πραγματικά ήθελε ν! ακούσει την απάντησή της. Η Μαρί τον κοίταξε και τα μάτια της είχαν το καθαρό, λαμπερό χρώμα που αγαπούσε. «Σκέφτομαι ότι όταν μου πρότεινες να παντρευτούμε, πριν τόσες βδομάδες, σου είπα ότι δεν ήξερες την πραγματική Μαρί Όσμπορν κι ότι, επειδή έχω αδικηθεί στη ζωή μου, εσύ έσπευσες να με τοποθετήσεις σ’ ένα βάθρο. Τώρα καταλαβαίνω πως είχα κάνει το ίδιο μ’ εσένα. Μου άρεσε η αξιοπρέπειά σου και η δύναμή σου και σκεφτόμουν ότι ήσουν πολύ καλός για μένα, χωρίς να συνειδητοποιώ πως κι εσύ έχεις κάνει λάθη». «Εσύ δεν έχεις κάνει κανένα λάθος», είπε βλοσυρά ο Νικ. Εκείνη τα απαρίθμησε στα δάχτυλά της. «Κλοπή, ψέματα, ληστείες στο δρόμο...» Παρά τον τρόμο και τη θλίψη που ένιωθε μέσα του, στα χείλη του Νικ σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. «Είχες σοβαρούς λόγους», τη δικαιολόγησε.


«Νίκολας, σταμάτα», τον μάλωσε αυστηρά. «Μπορεί να έχω ελαφρυντικά, όμως δεν είμαι τέλεια. Μη με παρουσιάζεις σαν τέλεια». Εκείνος την κοίταξε. «Και τι σκέφτεσαι για μένα τώρα που ξέρεις ότι απέχω πολύ απ’ την τελειότητα;» θέλησε να μάθει. Εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει στα μάτια. «Σκέφτομαι πως θα ’πρεπε να συγχωρήσεις τον εαυτό σου». Ο Νικ ένιωσε να τον πλημμυρίζει συγκίνηση. «Σ’ αγαπώ. Στο παρελθόν απέτυχα όταν προσπάθησα ν’ αγαπήσω, οπότε ίσως δεν έχω το δικαίωμα να σου το λέω ή να σου ζητώ να με παντρευτείς. Όμως αν μου το επιτρέψεις θα σε φροντίζω, θα σου είμαι πιστός και θα σ’ αγαπώ όπως δεν μπόρεσα ν’ αγαπήσω ποτέ πριν. Δε θα σε απογοητεύσω. Σου τ’ ορκίζομαι». Αν μου το επιτρέψεις... Είδε στο βλέμμα της Μαρί την αβεβαιότητα και κατάλαβε ότι ζητούσε πάρα πολλά. «Δεν μπορείς να το κάνεις», της είπε ανέκφραστα. «Δεν μπορείς να μ’ εμπιστευτείς». Σηκώθηκε. «Δεν εκπλήσσομαι. Το καταλαβαίνω». Γύρισε και προχώρησε προς το μέρος όπου βοσκούσαν τα άλογα. Φυσικά και δεν μπορούσε να τον εμπιστευτεί η Μαρί. Πώς να τον εμπιστευόταν όταν της είχε αποκαλύψει τόσους λόγους για να μην το κάνει; Ήξερε πως ό,τι της είχε πει ήταν αλήθεια. Δε θα την απογοήτευε, πάντα θα την αγαπούσε, θα της ήταν πιστός, θα τη φρόντιζε και θα την προστάτευε. Όμως δεν μπορούσε να την κάνει να το πιστέψει, όταν είχε τόσους λόγους να είναι επιφυλακτική. «Νίκολας». Η Μαρί ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του κι εκείνος γύρισε. «Θα σκεφτώ αυτά που μου είπες και θα έχεις σύντομα την απάντησή σου. Σου το υπόσχομαι». «Εντάξει», αποκρίθηκε εκείνος, προσπαθώντας να κρύψει την απογοήτευσή του. Επέστρεψαν χωρίς να μιλούν, κι όταν τη βοήθησε να κατέβει απ’ το άλογο, πρόσεξε να μην την αγγίξει περισσότερο απ’ όσο ήταν απαραίτητο. Φοβόταν πως θα έμπαινε στον πειρασμό να την αγκαλιάσει, να την κρατήσει και να μην την αφήσει να φύγει ποτέ. Όμως γύρισε στο Χαφ Μουν σκεπτόμενος την Άννα. Σκέφτομαι πως πρέπει να συγχωρήσεις τον εαυτό σου. Πόσο σοφή ήταν η Μαρί. Έπρεπε να συγχωρήσει τον εαυτό του πριν ζητήσει οτιδήποτε από εκείνη. Ανέβηκε στο δωμάτιό του, έβγαλε το μενταγιόν με τη μινιατούρα της Άννας και ξανάφυγε απ’ το' πανδοχείο. Καθώς προχωρούσε προς τη γέ-


φυρα του ποταμού το κρατούσε στο χέρι του κι ένιωθε τη ζεστασιά του, το οικείο σχήμα του στην παλάμη του. Στάθηκε για λίγο εκεί, κοιτούσε το χαμογελαστό πρόσωπο της πρώτης του συζύγου και θυμόταν όλες τις ωραίες στιγμές που είχαν περάσει μαζί χωρίς να τις σκιάζει το σύννεφο των ενοχών. Έπειτα έκλεισε απαλά το μενταγιόν και το άφησε να πέσει στο νερό που έτρεχε από κάτω. Ο ήλιος άστραψε στο ασήμι καθώς έπεφτε και για μια στιγμή τον τύφλωσε. Έπειτα βούλιαξε κι εξαφανίστηκε απ’ τα μάτια του. Γύρισε στο πανδοχείο νιώθοντας την καρδιά του πιο ανάλαφρη. Ήξερε ότι τώρα πια δε χρειαζόταν το μενταγιόν. Η Άννα ζούσε στη μνήμη του, πάντοτε θα είχε μια θέση εκεί, μια θέση απαλλαγμένη από πικρίες, ενοχές ή τύψεις. Το μόνο που απέμενε τώρα ήταν να ελπίζει ότι το παρελθόν του δε θα κατέστρεφε το μέλλον του. Και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει.


Κεφάλαιο 15 Τουλίπα – Αποπλάνηση Ο Νικ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του στο Χαφ Μουν και κοιτούσε το ταβάνι. Καμιά απ’ τις λιχουδιές της Τζόσι δεν τον είχε πείσει να φάει. Εκείνη προσπάθησε να τον δελεάσει με αρνάκι στιφάδο που μύριζε υπέροχα, πουτίγκα του Γιόρκσαϊρ και σάλτσα από κρεμμύδια. Και να που τώρα χτυπούσε πάλι την πόρτα του. Ήξερε ότι ήταν εκείνη, γιατί το χτύπημά της δεν έμοιαζε με κανενός άλλου. «Η κυρία Ο ήρθε να σε δει», του είπε και πρόβαλε το κεφάλι της στο άνοιγμα της πόρτας. Τον κοίταξε προσεκτικά. «Είσαι χάλια, ταγματάρχη. Έκανες τίποτα και την τάραξες;» «Ναι», απάντησε ο Νικ. Ήξερε ότι ήταν ανοησία του με τη δύναμη της Τζόσι και την τάση της για βία, όμως δεν τον ένοιαζε. «Δεν μπορώ να την αφήσω να έρθει στο δωμάτιό σου. Δεν είναι σωστό. Καλύτερα να κατέβεις στη σάλα. Ο Λένι κι εγώ θα σας αφήσουμε στην ησυχία σας». «Ευχαριστώ». Ο Νικ σηκώθηκε και φόρεσε το σακάκι του. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα, το πουκάμισό του ξεκούμπωτο, τα μαλλιά του ανακατεμένα, αλλά μια που το πιθανότερο ήταν να πάρει το φύλλο πορείας του δεν είχε σημασία. Ακολούθησε την Τζόσι στη σκάλα. Το σαλόνι ήταν σκοτεινό. Το φως που τους συνόδευε νωρίτερα εκείνη τη μέρα στην εκδρομή τους στο Αββαείο του Μπόλτον είχε σβήσει και πάνω από τους λόφους είχαν μαζευτεί βαριά σύννεφα. Τουλάχιστον η Μαρί δεν τον είχε κάνει να περιμένει πάρα πολύ, σκέφτηκε. Η Μαρί γύρισε όταν ο Νικ μπήκε. Στο φως του δειλινού το φόρεμά της έπαιρνε τη βαθιά γαλάζια-μοβ απόχρωση της λεβάντας. Του φάνηκε πως ήταν νευρική. Έκανε μια υπόκλιση. «Κυρία Όσμπορν;» Εκείνη του χαμογέλασε και ο Νικ ένιωσε να τον κυριεύει έξαψη. Μπορούσε να του το κάνει αυτό με ένα και μόνο χαμόγελό της. Δεν πίστευε πόση αγωνία είχε. Πήγε να πιάσει το λαιμοδέτη του για να τον χαλαρώσει


και μετά συνειδητοποίησε ότι δε φορούσε λαιμοδέτη. Η Τζόσι έφυγε και τους άφησε μόνους. «Ταγματάρχα Φάλκονερ», άρχισε η Μαρί. «Θέλω να σε ρωτήσω μερικά πράγματα». Ο λαιμός του ήταν ξερός. «Ρώτησέ με». «Λες ότι μ’ αγαπάς». Ο Νικ κατένευσε. «Ναι». «Χμμ». Η Μαρί τον κοιτούσε επίμονα. «Υποσχέθηκες να με φροντίζεις και να με προστατεύεις και να μου είσαι πιστός». «Ναι». Η Μαρί του γύρισε την πλάτη της κι απομακρύνθηκε λίγο από κοντά του. «Έχεις βγάλει ειδική άδεια;» Ο Νικ είχε βγάλει, όμως δίσταζε να το παραδεχτεί. Τώρα του φαινόταν κάπως πρόωρο με όλα αυτά που είχαν ειπωθεί μεταξύ τους. «Ταγματάρχα Φάλκονερ;» Η φωνή της Μαρί είχε μια νότα ανυπομονησίας. «Ναι, έχω», της απάντησε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. Τον πλησίασε και σταμάτησε μπροστά του. «Είπες ότι μ’ αγαπάς, αλλά είσαι και ερωτευμένος μαζί μου;» Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο στο πρόσωπό του, τα χείλη της μισάνοιχτα. «Και πιο συγκεκριμένα, ταγματάρχα Φάλκονερ, με ποθείς και θέλεις να μου κάνεις έρωτα; Σε παρακαλώ να είσαι ειλικρινής, γιατί δε μ’ έχεις αγγίξει απ’ τη μέρα που μου έκανες πρόταση γάμου, κι έτσι δεν μπορώ να είμαι σίγουρη». Ο Νικ έπιασε τον εαυτό του να την κοιτάζει κατάπληκτος. Ήταν τρελή; Δεν καταλάβαινε πόσο την ήθελε; Και μόνο που τη σκεφτόταν ερεθιζόταν σε σημείο που το κορμί του πονούσε. «Ναι, σε θέλω», ομολόγησε. Το βλέμμα της είχε πάει για μια στιγμή στον καβάλο του παντελονιού του; Δεν ήταν βέβαιος. Καιγόταν ολόκληρος και η σάρκα του είχε σκληρύνει όπως και τη βραδιά που την είχε δει στο σιντριβάνι. Αν δεν τέλειωνε σύντομα αυτό το βασανιστήριο... «Τότε θα σε παντρευτώ», δήλωσε αποφασιστικά η Μαρί. «Σκέφτηκα αυτά που μου είπες». Τον πλησίασε και τα σώματά τους ενώθηκαν. «Ήσουν πολύ ειλικρινής μαζί μου και νομίζω ότι σου αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία, όπως μου δόθηκε κι εμένα. Για ένα διάστημα φοβόμουν πως, αν με άφηνα να σ’ αγαπώ, δε θα ήμουν ποτέ πραγματικά ελεύθερη. Νόμιζα ότι, αν σ’ αγαπούσα, θα έχανα κάτι απ’ τον εαυτό μου». Ανασήκωσε το πρόσωπό


της. «Τώρα όμως βλέπω ότι με την αγάπη δεν πρόκειται να χάσω κάτι, αλλά να κερδίσω. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς εσένα». Ο Νικ την άρπαξε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Μ’ αγαπάς;» τη ρώτησε. Εκείνη γέλασε. «Αυτό δεν είπα μόλις τώρα;» Τη φίλησε βαθιά. «Αρκετά», φώναξε. «Αρκετά μ’ αυτό το μαρτύριο. Ξέρεις -σίγουρα πρέπει να ξέρεις- ότι τρελαίνομαι από πόθο για σένα». Η πόρτα της σάλας άνοιξε διάπλατα τότε, δείχνοντας ότι η Τζόσι και ο Λένι κρυφάκουγαν αδιάντροπα. «Τότε καλύτερα να πάτε στην εκκλησία», τους σύστησε εκείνη σε απειλητικό τόνο. «Ο κύριος Μπάτλερ περιμένει να σας παντρέψει». * ** «Ήταν πολύ ωραίος γάμος». Η Έστερ φίλησε τη Μαρί και στα δυο μάγουλα, ύστερα σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να φιλήσει και τον Νικ. «Αλλά είμαι βέβαιη ότι τώρα θα προτιμούσατε να εξαφανιστούμε όλοι, οπότε...» έπιασε αγκαζέ τον Τζον Τιγκ «... φύγαμε!» Ο Τιγκ, που είχε γίνει παράνυμφος του γαμπρού, χτύπησε τον Νικ στην πλάτη. «Συγχαρητήρια, φίλε!» «Καλή τύχη, Μαρί. Σας εύχομαι κάθε ευτυχία». Η Λόρα Κόουλ την αγκάλιασε σφιχτά και, παρ’ όλο που χαμογελούσε, η Μαρί ήξερε πόσο πονούσε. Και πώς θα μπορούσε να μην πονάει όταν έβλεπε κάποιους άλλους ευτυχισμένους, αλλά ο δικός της γάμος ήταν τόσο άδειος τώρα που ο Τσαρλς είχε φύγει για πάντα από τη ζωή της; Η καρδιά της Μαρί μάτωσε για εκείνη. Όμως η Λόρα, η τόσο διακριτική και συγκρατημένη, έφευγε κιόλας. Η Μαρί στεκόταν στη βεράντα της Αγροικίας Πίκοκ και τους παρακολουθούσε καθώς έβγαιναν από την πόλη του κήπου κι άρχιζαν να διασχίζουν το πάρκο με τα ελάφια για να πάνε στο Κόουλ Κορτ. Η Έστερ κρατούσε τον Τζον αγκαζέ, είχε βγάλει το καπέλο της και το στριφογύριζε κρατώντας το απ’ τις κορδέλες. Η Λόρα προχωρούσε λίγο πιο μακριά τους. Η Μαρί ένιωσε τον Νικ να την πλησιάζει από πίσω και μια στιγμή αργότερα πέρασε το χέρι του στη μέση της, την τράβηξε και την κόλλησε πάνω του. «Υπέροχη μέρα», μουρμούρισε εκείνη νοσταλγικά κι έγειρε πάνω του. «Και πολύ διακριτική η κίνηση της Τζέιν να πάει να επισκεφτεί τον αδερφό της στο χωριό μετά τη γαμήλια δεξίωση». Εκείνος γέλασε και φίλησε τα μαλλιά της. «Κάτι μου λέει ότι δεν άντεξε άλλο τη σκανδαλιστική συμπεριφορά μας. Έλα μέσα. Θα βρέξει. Δεν έχω ξαναδεί τόσες καταιγίδες τέτοια εποχή».


Είχε δίκιο. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, έκανε ζέστη και δε φυσούσε καθόλου, όμως τώρα που έπεφτε η νύχτα τα σύννεφα της καταιγίδας σιγόβραζαν πάνω απ’ τους λόφους. Δεν πρόλαβε να το πει και οι πρώτες σταγόνες της βροχής άρχισαν να πέφτουν. «Λατρεύω αυτή τη μυρωδιά». Η Μαρί δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση της. «Το χώμα είναι ζεστό και ξερό και λαχταράει να ρουφήξει το νερό...» Σταμάτησε και πήρε μια απότομη εισπνοή όταν οι ουρανοί άνοιξαν ξαφνικά κι άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. «Τα θερμοκήπιά μου! Ω, όχι! Όλα τα παράθυρα είναι ανοιχτά! Θα καταστραφούν τα φυτά μου!» Άρπαξε τις φούστες της με το ένα χέρι κι έτρεξε προς τα θερμοκήπια. Το γρασίδι ήταν υγρό και γλιστρούσε κάτω απ’ τα πόδια της, μούσκευε τα μεταξωτά γοβάκια της. Το νερό έτρεχε στα μάτια της και το σκούπιζε. Το κεντημένο με μαργαριτάρια πέπλο της έφυγε από το κεφάλι της και τα μαλλιά της χύθηκαν στους ώμους της. Το κορσάζ της είχε γίνει μούσκεμα. Ο Νικ έτρεχε δίπλα της κι εκείνη τον κοιτούσε και γελούσε. Όταν έφτασαν στο τέλος του κήπου, εκείνος όρμησε στο ένα θερμοκήπιο και η Μαρί σ