Page 1


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ Πριν από μερικά χρόνια, στεκόμουν μέσα στο ναό της Κομ Όμπο στην Άνω Αίγυπτο και κοιτούσα με θαυμασμό και απορία τα χαράγματα που είχαν αφήσει Γάλλοι στρατιώτες γύρω στα 1800 πολύ ψηλά στους τοίχους του. Σύντομα κατάλαβα ότι μόνο τις κορυφές αυτών των μνημείων μπορούσαν να δουν τότε οι στρατιώτες του Ναπολέοντα, αφού ήταν θαμμένα στην άμμο μέχρι ένα δυο μέτρα από την οροφή. Σήμερα, που γνωρίζουμε πια τόσο πολλά για την αρχαία Αίγυπτο, εξακολουθούμε να θαυμάζουμε όλα αυτά τα μνημεία, εγώ όμως αναρωτήθηκα πώς να φαίνονταν άραγε στα μάτια εκείνων των αντρών, που έζησαν την εποχή της αυγής της σύγχρονης αρχαιολογίας. Όσο περισσότερο διάβαζα για τους savants του Ναπολέοντα, την ομάδα των λογίων που άφησε μαζί με τα στρατεύματά του στην Αίγυπτο για να εξερευνήσουν το μυστηριώδη αυτόν πολιτισμό, τόσο περισσότερο τους θαύμαζα για το κουράγιο και την αντοχή τους. Η κοιλάδα του Νείλου είναι τόσο όμορφη, τόσο ρομαντική, που δεν μπορούσα παρά να τη χρησιμοποιήσω ως σκηνικό υπόβαθρο μιας ιστορίας μου, κι έτσι άρχισαν να παίρνουν μορφή στο μυαλό μου οι χαρακτήρες της Κλίο και του Κουίν. Ελπίζω να απολαύσετε την ανάγνωση του Πάθος και Προδοσία όσο απόλαυσα κι εγώ τη συγγραφή του.


Louise Allen ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ Μετάφραση: Αντώνης Γιαννούλης

ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438, 210 3629 723 www.arlekin.gr


Τίτλος πρωτοτύπου: Beguiled by Her Betrayer © 2014 Melanie Hilton © 2016 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN BOOKS S.A. All rights reserved. To λογότυπο ΑΡΛΕΚΙΝ και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Αντώνης Γιαννούλης Επιμέλεια: Αλεξία Λουκάτου Διόρθωση: Ιουλία Σταματέλου Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISSN 1108-4324 ΚΛΑΣΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 383 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα Made and printed in Greece


Κεφάλαιο 1 Αρχές Απρίλη του 1801, Άνω Αίγυπτος Εκεί κάτω υπήρχε σκιά, σταμνιά με νερό που πάγωναν και καταπράσινη βλάστηση, που ξεκινούσε από τα όρια της ερήμου κι έφτανε ως τις όχθες του Νείλου. Ήταν πολύ νωρίς για όλα αυτά. Ο Κουίν ξάπλωσε στην καυτή άμμο στην κορυφή του αμμόλοφου και επικέντρωσε την προσοχή του στη σκηνή που υπήρχε εκεί κάτω, σε μια προσπάθεια να ξεχάσει τη δίψα, τη ζέστη και τον έντονο πόνο στο αριστερό του μπράτσο. Η λέξη σκηνή μάλλον δεν αρκούσε για να περιγράφει την κατασκευή που έβλεπε. Έμοιαζε να αποτελούνταν από αρκετά εσωτερικά δωμάτια, που περιβάλλονταν από σκιά που δημιουργούνταν με τη βοήθεια στύλων και υφασμάτινων τεντών. Υπέθετε ότι το βράδυ οι τέντες θα κατέβαιναν ώστε να δημιουργήσουν μια εξωτερική περίμετρο για τη σκηνή. Επρόκειτο για έναν πολύ τακτικό και οργανωμένο καταυλισμό, ωστόσο δε διακρίνονταν πουθενά υπηρέτες. Στη μια πλευρά υπήρχε ένα περιφραγμένο μαντρί για ζώα με ποτίστρα και στην άλλη ένα στέγαστρο από καλάμια κάλυπτε το σημείο όπου γινόταν το μαγείρεμα. Μια λεπτή στήλη καπνού υψωνόταν απ’ το σημείο στο οποίο έκαιγε η φωτιά, στο φράκτη δεν υπήρχαν δεμένα γαϊδούρια κι ο μόνος κάτοικος του καταυλισμού έμοιαζε να ήταν ο άντρας με το αμάνικο πουκάμισο που ήταν καθισμένος σε ένα τραπέζι, στη σκιά μιας τέντας, κι έγραφε συνεχώς. Ο Κουίν μισόκλεισε τα μάτια, ώστε να τα προστατεύσει από την άμμο και το δυνατό φως του ήλιου. Ο άντρας ήταν γύρω στα πενήντα πέντε, με καστανά μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν· επρόκειτο αναμφισβήτητα για το στόχο του, ή, τουλάχιστον, έναν απ’ αυτούς. Τον σερ Φίλιπ Γούντγουορντ, βαρονέτο, αρχαιοδίφη, αδιάφορο σύζυγο, εγωιστή χήρο και πατέρα και, πιθανότατα, προδότη. Μια κίνηση στην άκρη του ματιού του του τράβηξε την προσοχή. Μια κελεμπία ανέμιζε στο απαλό αεράκι. Έστρεψε το βλέμμα προς το σημείο απ’ το οποίο οι επιβλητικές κολόνες του ναού της Κουμ Όμπο υψώνονταν από την άμμο, κάνοντας να φαντάζουν ασήμαντες οι λασποκαλύβες του χωριού των ψαράδων που βρισκόταν λίγο πιο πέρα. Το άτομο που πλησίαζε θα πρέπει να ήταν εξοικειωμένο με την περιοχή, γιατί δεν έριξε ούτε ματιά στα εντυπωσιακά ερείπια όταν πέρασε από μπροστά τους. Καθώς πλησίαζε, είδε ότι ήταν μια γυναίκα. Φορούσε φαρδιά, σκούρα μπλε μα-


ντίλα στο κεφάλι, όμως, όπως οι περισσότερες γυναίκες της Άνω Αιγύπτου, δε φορούσε πέπλο. Άραγε επρόκειτο για υπηρέτρια ή για το δεύτερο στόχο που τον είχαν στείλει να εντοπίσει; Τη μαντάμ Βαλσάκ, χήρα του Τιερί Βαλσάκ, λοχαγού του στρατού του Ναπολέοντα στην Ανατολή, κόρη του Φίλιπ Γούντγουορντ και επίσης ύποπτη για προδοσία. Όμως σε αντίθεση με τον πατέρα της, η ασφάλεια του οποίου ελάχιστα ενδιέφερε τον άντρα με το σκληρό πρόσωπο που είχε ενημερώσει τον Κουίν, η μαντάμ Βαλσάκ θα έπρεπε να φύγει από την Αίγυπτο και να επιστρέψει στην κηδεμονία του παππού της, είτε της άρεσε είτε όχι, ανεξάρτητα από το αν ήταν προδότρια ή όχι. Το γεγονός ότι αυτό ίσως να αποδεικνυόταν δύσκολο -αφού βρίσκονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ τις ακτές και το βρετανικό στρατό που έκανε την προέλασή του και στο δρόμο των φοβερών Μαμελούκων, συμμάχων των Γάλλων, που λεγόταν ότι εκείνη τη στιγμή κατευθύνονταν βόρεια, ενώ, ταυτόχρονα, η περιοχή μαστιζόταν απ’ τις επιδημίες πανούκλας της Αιγύπτου -ελάχιστα ενδιέφερε τους ανωτέρους του στο Γιβραλτάρ. Ο Κουίν ήταν διπλωμάτης που μιλούσε γαλλικά κι αραβικά και γνώριζε αρκετά για τις αρχαιότητες ώστε να περάσει για ένας από τους Γ άλλους λόγιους που είχε αφήσει ο Ναπολέων να εξερευνήσουν την Αίγυπτο, υπό την προστασία του κακοπληρωμένου, κακά εξοπλισμένου στρατού του, που μαστιζόταν από ασθένειες. «Έχω γνώσεις για την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας, λόρδε μου», είχε επισημάνει ο Κουίν. «Οι γνώσεις μου για την αρχαία Αίγυπτο είναι, ουσιαστικά, ανύπαρκτες». Ούτε είμαι ειδικός στο να απάγω γυναίκες, θα μπορούσε να είχε προσθέσει, όμως δεν το είχε κάνει. «Έχεις αρκετό χρόνο να μελετήσεις στη διάρκεια του ταξιδιού σου από δω μέχρι την Αλεξάνδρεια», του είχε απαντήσει ο χωρίς ίχνος κατανόησης ανώτερος του. «Απλώς να θυμάσαι ότι ο δούκας του Σεντ Όσιθ θέλει πίσω την εγγονή του, ακόμα κι αν έχει περάσει ένα ολόκληρο γαλλικό σύνταγμα απ’ το κρεβάτι της. Τον πατέρα της δεν τον θέλει κανείς, όμως, αν είναι προδότης, θα πρέπει να μάθουμε τις λεπτομέρειες της προδοσίας του. Ύστερα μπορείς να τον ξεφορτωθείς». «Δεν είμαι δολοφόνος, λόρδε μου», είχε απαντήσει εκείνος με θυμό που δεν υπήρχε στον τόνο της φωνής του όταν επισήμανε την άγνοιά του για την αρχαία Αίγυπτο. «Τότε σύστησέ τον σε κάποιον πεινασμένο κροκόδειλο ή φρόντισε να χαθεί στην έρημο». Ο Κουίν ανοιγόκλεισε τα μάτια για να καθαρίσει την όρασή του και συ-


νειδητοποίησε ότι οι μαύρες κουκκίδες που χόρευαν μπροστά στα μάτια του, δεν ήταν μύγες. Η γυναίκα και το γαϊδούρι είχαν πλησιάσει πλέον. Η γυναίκα μίλησε στον άντρα που καθόταν κάτω από την τέντα όταν πέρασε από μπροστά του, όμως εκείνος δεν της απάντησε. Άρα επρόκειτο για υπηρέτρια. Η γυναίκα σταμάτησε το γαϊδούρι και βάλθηκε να ξεφορτώνει τα σταμνιά με το νερό από τη ράχη του με σωστά υπολογισμένες κινήσεις και δύναμη κάποιας συνηθισμένης στη χειρωνακτική εργασία. Γέμισε τον κουβά του γαϊδάρου, πρόσθεσε νερό στα μεγάλα σταμνιά της σκηνής και τελικά μετέφερε ένα σταμνί στη σκιά μιας απ’ τις τέντες που βρίσκονταν απέναντι απ’ τον αμμόλοφο στον οποίο ήταν ξαπλωμένος εκείνος. Εξαιτίας του επίμονου πονοκέφαλου τού χρειάστηκε ένα λεπτό ώστε να καταλάβει τι σκόπευε να κάνει. Την είδε να βγάζει τη μαντίλα απ’ το κεφάλι και να λύνει τη ζώνη γύρω από τη μέση της, επιτρέποντάς του να διακρίνει τα μαλλιά της -που ήταν μελιά, κυματιστά και σίγουρα δεν ανήκαν σε Αιγύπτια- και να αντιληφθεί ότι ετοιμαζόταν να βγάλει την κελεμπία της για να πλυθεί. Δεν ήταν κανένας ηδονοβλεψίας, που συνήθιζε να παρακολουθεί γυναίκες ενώ έκαναν το μπάνιο τους, όπως δε συνήθιζε να ταΐζει ενοχλητικούς βαρονέτους στους κροκοδείλους. Σηκώθηκε, ξαφνιασμένος από το πόσο ασταθής ήταν η άμμος κάτω από τα πόδια του. Είχε φτάσει η ώρα να βάλει το σχέδιό του -αυτό που είχε, τέλος πάντων- σε εφαρμογή. Έκανε το πρώτο βήμα για να κατεβεί τον αμμόλοφο και κατάλαβε ότι δεν ήταν η άμμος ασταθής. Να πάρει, είμαι άρρωστος, σκέφτηκε και βάλθηκε να προχωράει προσεκτικά, μισό- γλιστρώντας και μισοπερπατώντας. Κατέβηκε τον αμμόλοφο με τόση ορμή ώστε τραντάχτηκε η ραχοκοκαλιά του κι έκανε έξι αβέβαια βήματα προς τη γυναίκα. Εκείνη δεν κουνήθηκε ούτε ακούστηκε απ’ τα χείλη της κανένας ήχος. Απλώς στεκόταν, με τα χέρια στον κόμπο της ζώνης της, και τον κοιτούσε. Σταμάτησε ένα μέτρο μακριά της. «Μπονζούρ», κατάφερε να πει προτού τα -γόνατά του λυγίσουν και σωριαστεί στην άμμο. «Μαντ...» *** Η Κλίο απέμεινε να κοιτάζει για μερικές στιγμές τον πεσμένο άντρα με το ακάλυπτο κεφάλι και τη σκονισμένη κελεμπία κι ύστερα αναστέναξε. «Πατέρα!» φώναξε. «Δουλεύω. Είναι η ώρα για το φαγητό;» «Όχι, είναι εδώ ένας άντρας. Λιπόθυμος». «Άφησέ τον». Ο πατέρας της ακουγόταν εκνευρισμένος που τον είχε


διακόψει, αλλά καθόλου περίεργος. Όμως επρόκειτο για ένα λιπόθυμο άνθρωπο, όχι για κατεστραμμένο αρχαίο ναό, επιγραφή ή τοιχογραφία, έτσι η αδιαφορία του ήταν αναμενόμενη. «Θα πεθάνει και θα βρομίσει», του είπε. Μόνο ο κίνδυνος να χάσει ο πατέρας της την άνεση και τη βολή του θα τον έκανε να ξεκουνηθεί. Αυτό το ήξερε καλά. Ακούστηκε ένα μουρμουρητό κι ύστερα ο πατέρας της έκανε την εμφάνισή του. Σκούντησε το λιπόθυμο άντρα με τη μύτη της μπότας του κι εκείνος κουνήθηκε ελαφρά. «Δεν είναι νεκρός. Ούτε Αιγύπτιος. Σίγουρα Γάλλος. Πού τον θέλεις;» «Δεν τον θέλω καθόλου, υποθέτω όμως ότι μπορείς να τον βάλεις στο δεύτερο κρεβάτι στο δωμάτιό μου». Η Κλίο άνοιξε τη σκηνή και πήρε απ’ το κρεβάτι τα δεύτερα σεντόνια και τα λιγοστά ρούχα της, αφήνοντας μόνο το λεπτό, βαμβακερό στρώμα. Όταν βγήκε απ’ τη σκηνή, είδε τον πατέρα της να έχει πιάσει τον άγνωστο απ’ τις μασχάλες και, κρατώντας τον πάντα μπρούμυτα, να τον σέρνει στο εσωτερικό της. Μια δυσάρεστη σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της. «Έχει καθόλου οιδήματα;» «Τι;» Ο πατέρας της άφησε το λιπόθυμο άντρα να πέσει με θόρυβο. Η Κλίο μόρφασε. Τώρα θα έπρεπε να φροντίσει και τη σπασμένη μύτη του αγνώστου, που αιμορραγούσε. «Στις μασχάλες. Αν έχει πανούκλα, θα έχει οιδήματα εκεί». «Όχι, δεν έχει τίποτα». Ο πατέρας της ξανάρχισε να σέρνει τον άγνωστο στη σκηνή. Η Κλίο τον έπιασε απ’ τα μακριά πόδια του όταν έφτασαν στο κρεβάτι, τον σήκωσαν και τον ξάπλωσαν μπρούμυτα. Σαν από θαύμα, η αριστοκρατική μύτη του δεν είχε σπάσει. «Άρα έχει πάθει θερμοπληξία», συμπέρανε η Κλίο. Στο αριστερό μανίκι του αγνώστου υπήρχε ένας λεκές από ξεραμένο αίμα. «Και είναι πληγωμένος». Ο πατέρας της γυρνούσε ήδη απ’ την άλλη μεριά. «Θα πρέπει να τον γδύσω». «Ήσουν παντρεμένη γυναίκα, θα τα καταφέρεις», άκουσε να λέει ο πατέρας της, που είχε βγει ήδη απ’ τη σκηνή. Θα χανόταν και πάλι στην αλληλογραφία του, μέχρι να του βάλει το φαγητό κάτω από τη μύτη. «Μπορεί να ήμουν παντρεμένη», μουρμούρισε η Κλίο κι ακούμπησε τη ράχη της παλάμης της στο πλατύ, ζεστό μέτωπο του αγνώστου, «αλλά όχι με αυτόν». Του έβγαλε τα σανδάλια, πράγμα που ήταν το εύκολο κομμάτι, κι ύστερα γύρισε το βαρύ κορμί του και βάλθηκε να τραβάει τη βαμβακερή κελεμπία του, μέχρι που να την περάσει πάνω απ’ το κεφάλι του και να τη βγάλει. Το κορδόνι που συγκρατούσε το λεπτό, βαμβακερό του εσώρουχο


έσπασε κάποια στιγμή, έτσι, άθελά της, το έβγαλε κι αυτό. Ο άγνωστος είχε γύρω από τη μέση του μια ζώνη απ’ την οποία κρεμόταν ένα πουγκί βαρύ, γεμάτο νομίσματα. Το έβαλε στην άκρη κι ύστερα έκανε πίσω, να εξετάσει το μέγεθος του προβλήματος. Και το πρόβλημα ήταν πραγματικά μεγάλο. Είχε ύψος ένα κι ογδόντα πέντε, φαρδιούς ώμους, ήταν ξανθό, με λεπτό και γυμνασμένο κορμί. Ο άγνωστος είχε την όψη ανθρώπου που είχε χάσει πρόσφατα τα όποια αποθέματα λίπους μπορεί να είχε, με αποτέλεσμα οι μύες της κοιλιάς του να προβάλλουν σαν σμιλεμένοι από το χέρι δεξιοτέχνη γλύπτη. Και ήταν αναμφισβήτητα πολύ αρρενωπός. Ο γλύπτης βέβαια θα μπορούσε να είχε την αξιοπρέπεια να προσθέσει ένα φύλλο συκής ενώ δημιουργούσε το έργο του... Μπορεί να ήταν χήρα, σίγουρα όμως δεν ήταν τόσο έμπειρη ώστε να μένει ασυγκίνητη στη θέα ενός γυμνού αγνώστου. Δεν είχε ξαναδεί άλλον άντρα σαν αυτόν. Κάρφωσε το βλέμμα στο μπράτσο του, όπου υπήρχε μια άσχημη πληγή απ’ τον ώμο ως τον αγκώνα, πίεσε τον εαυτό της να συνέλθει και να επικεντρωθεί σ’ αυτό που είχε προτεραιότητα. Εξέτασε τα κόκκινα, ερεθισμένα χείλη της πληγής και κατέληξε ότι είχε προκληθεί από σφαίρα, όχι από λεπίδα. Η πληγή είχε ανοίξει όταν έβγαζε απ’ τον άγνωστο την κελεμπία, ωστόσο ήταν φανερό ότι δεν επουλωνόταν όπως θα έπρεπε. Το πρώτο που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να δώσει λίγο νερό στον άγνωστο, να του ρίξει τον πυρετό κι ύστερα θα έβλεπε τι θα έκανε με το μπράτσο του. Το μικρό απόσπασμα του γαλλικού στρατού που ήταν στρατοπεδευμένο στα όρια του διπλανού χωριού δε διέθετε γιατρό, έτσι δε θα έπρεπε να περιμένει καμιά βοήθεια από εκεί. Ανασήκωσε το κεφάλι του αγνώστου, ακούμπησε στα χείλη του ένα κύπελλο κι εκείνος ήπιε αχόρταγα. Το δροσερό νερό έμοιαζε να τον συνεφέρει κάπως. «Αργά, δεν κάνει να πιείς πολύ νερό μονομιάς», είπε η Κλίο κι ύστερα θυμήθηκε ότι ο άγνωστος είχε μιλήσει γαλλικά πριν καταρρεύσει. «Λεντμάν. Σιγά σιγά». Ο άγνωστος κούνησε το κεφάλι ανήσυχος όταν του πήρε το νερό, όμως δεν άνοιξε τα μάτια. Τώρα θα έπρεπε να τον δροσίσει και να τον σκεπάσει. Θα μπορούσε να φροντίσει το μπράτσο του αφού θα έδινε στον πατέρα της κάτι να φάει. «Μεσιέ», άρχισε να λέει στα γαλλικά, ενώ ξεδίπλωνε ένα σεντόνι και το βουτούσε σε έναν κουβά με νερό, «είστε μεγάλος μπελάς. Πιστέψτε με, αν η καλή μου νεράιδα εμφανιζόταν και με ρωτούσε τι θέλω, ένας ακόμα ά-


ντρας να φροντίζω θα ήταν το τελευταίο που θα ζητούσα». Έβγαλε το σεντόνι απ’ το νερό και σκέπασε μ’ αυτό το γυμνό κορμί του αγνώστου, που της αποσπούσε την προσοχή. «Ορίστε. Καλύτερα έτσι». Για μένα, τουλάχιστον. *** Ήταν η αγαπημένη του φαντασίωση, αυτή που είχε όταν ήταν μισοκοιμισμένος, η ερεθιστική φαντασίωση στην οποία ήταν παντρεμένος με την ιδανική γυναίκα. Υπήρχαν το θρόισμα της φούστας, τα απαλά βήματα από γυμνά πέλματα, το διακριτικό, θηλυκό άρωμα που την ακολουθούσε ενώ κινούνταν στο δωμάτιο. Σύντομα θα ξυπνούσε κι εκείνη θα ερχόταν στο κρεβάτι του και θα του χαμογελούσε. Τα γαλανά μάτια της θα ήταν ζεστά, γεμάτα αγάπη. Το πρόσωπό της -μπορούσε να το φανταστεί πολύ καθαρά- γλυκό, με απαλά χαρακτηριστικά και σαρκώδη, κόκκινα χείλη. «Κάρολαϊν». Θα τέντωνε τα μπράτσα του κι εκείνη θα έλυνε τα μακριά, ξανθά σγουρά μαλλιά της και θα άρχιζε να γδύνεται με έναν αθώο κοκετισμό, που φούντωνε τον πόθο του πριν καν αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Όταν θα αφηνόταν στην αγκαλιά του, οι πλούσιες καμπύλες του κορμιού της θα ταίριαζαν στο μυώδες σώμα του σαν να ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. «Ω, Κουίν», θα του έλεγε ψιθυριστά. Τα δάχτυλά της θα χάιδευαν το στέρνο του κι ύστερα θα γλιστρούσαν χαμηλότερα. Η μυρωδιά του ψητού κρέατος τράβηξε την προσοχή του. Αναρωτήθηκε τι έκανε το προσωπικό και γιατί επέτρεπε μυρωδιές απ’ την κουζίνα να φτάνουν στην κρεβατοκάμαρά του. Ήταν ο πρέσβης, που να πάρει. Τα δάχτυλα της συζύγου των ονείρων του γλιστρούσαν χαμηλότερα, εξερευνούσαν το κορμί του. Οι ξανθές μπούκλες της, που, άγνωστο γιατί, ήταν βρεγμένες, έπεφταν στο στέρνο του, ενώ του έδινε μικρά φιλιά στο πρόσωπο, κάνοντάς τον να ξεχάσει τις μυρωδιές. Το σώμα του αντέδρασε όπως ήταν αναμενόμενο. Ο ανδρισμός του σκλήρυνε. Σύντομα θα βυθιζόταν μέσα της, θα της έκανε έρωτα, θα της χάριζε την ηδονή με τα χάδια του. Και, κατόπιν, θα ξεκινούσαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Θα νοιαζόταν ο ένας για τις σκέψεις του άλλου, θα σεβόταν ο ένας τις απόψεις του άλλου. Όλα θα ήταν γαλήνια, αρμονικά... «Να πάρει!» Υπήρχε πράγματι μια γυναίκα, όμως αυτό ήταν το μόνο που είχε σχέση με το όνειρό του. Μια σειρά από ιδιωματισμούς στα αραβικά του επιβεβαίωσε ότι αυτή που του μιλούσε δεν ήταν λαίδη. Συνειδητοποίησε ότι είχε τις αισθήσεις του, πονούσε, διψούσε απίστευτα και ήταν αναμφισβήτητα μπερδεμένος. «Τι...» ψέλλισε. Δυσκολευόταν τρομερά να ανοίξει τα μάτια του, ευτυχώς όμως ένιωσε το χείλος ενός κυ-


πέλλου να πιέζει τα χείλη του. «Σιγά σιγά», είπε μια φωνή στα γαλλικά. Ανήκε στην ίδια γυναίκα που είχε ακούσει προηγουμένως. Ήταν κρυστάλλινη, καθαρή, χωρίς ίχνος λαγνείας. Και, σίγουρα, χωρίς ίχνος κατανόησης. Το νερό απομακρύνθηκε απ’ τα χείλη του. «Μερσί», κατάφερε να ψελλίσει και μισάνοιξε τα πονεμένα μάτια του. Σίγουρα δεν πρόκειται για τη γυναίκα των ονείρων μου, σκέφτηκε και, παρά τη θλιβερή κατάσταση στην οποία βρισκόταν, αυτό τον διασκέδασε κάπως. Η γυναίκα ήταν ψηλή, λεπτή, με καστανά μαλλιά, αριστοκρατική μύτη και τον κοιτούσε αυστηρά, συγκρατώντας τον εκνευρισμό της. Έξυπνη ήταν σίγουρα. Τρυφερή, γλυκιά και υπάκουη... όχι. «Κι άλλο;» πρόσθεσε με ελπίδα. «Ε... ανκόρ;» Μέχρι να σταματήσει να νιώθει το μυαλό του να βράζει, θα έπρεπε ν’ ανοίγει το στόμα του μόνο για να πίνει νερό. «Όχι άλλο νερό για μερικά λεπτά. Θα ήταν επικίνδυνο αφού είστε τόσο διψασμένος. Δεν είστε Γάλλος». Ο Κουίν συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε ν’ αρχίσει να σκέφτεται. «Θα πιστεύατε ότι είμαι Αμερικανός;» ρώτησε. «Αλήθεια;» Κατά τα φαινόμενα, η άγνωστη θα το πίστευε. Ύψωσε τα φρύδια ξαφνιασμένη, όμως δεν απέρριψε αυτήν τη σκέψη. Φυσικά, οι Αμερικανοί ήταν σύμμαχοι των Γ άλλων. «Έχει περάσει πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που είδα τη Βοστόνη», εξήγησε. Πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε επισκεφθεί τα ξαδέλφια του στο λιμάνι του Λίνκολνσιρ που είχε το ίδιο όνομα, δηλαδή. Από καιρό σε καιρό τον έστελναν να πεθάνει για την πατρίδα του, αυτό ήταν κομμάτι της δουλειάς του, όμως προτιμούσε να μη λέει ψέματα για να την κάνει αν μπορούσε να το αποφύγει. Συνήθως μια μικρή παραπλάνηση του συνομιλητή του ήταν αρκετή. Έκλεισε τα μάτια κι ύστερα τα μισάνοιξε συνειδητοποιώντας κάτι. «Ποιος μου έβγαλε τα ρούχα;» Ήταν γυμνός κάτω απ’ το βρεγμένο σεντόνι, που τον σκέπαζε απ’ το λαιμό μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών του. «Εγώ», απάντησε κοφτά η απρόθυμη νοσοκόμα του. «Ω, αν είναι δυνατόν», πρόσθεσε όταν τον είδε να σφίγγει ασυναίσθητα την πάνω άκρη του σεντονιού. «Δεν υπάρχει λόγος να κοκκινίζετε, είμαι χήρα. Σας βεβαιώ ότι για μένα, όλοι οι άντρες είναι ίδιοι». Ο Κουίν ξέσφιξε τα δόντια του. Να πάρει, δεν είχε κοκκινίσει. «Όμως εγώ σας βεβαιώ, μαντάμ, ότι για μένα όλες οι γυναίκες δεν είναι ίδιες». «Θα προτιμούσατε να σας άφηνα να πεθάνετε; Δεν έκανα συγκρίσεις, δε χρειάζεται ν’ ανησυχείτε», είπε η γυναίκα και ο Κουίν κατάλαβε ότι τώρα


το διασκέδαζε, παρόλο που δε χαμογελούσε. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που τα μάτια της ζάρωναν στις γωνίες, στο αχνό λακκάκι που είχε σχηματιστεί στο μάγουλό της. Όμως αυτά χάθηκαν όταν το βλέμμα της ταξίδεψε στο σκεπασμένο σώμα του. Τελικά, από στιγμή σε στιγμή, θα κοκκίνιζε. «Αυτό το σεντόνι στεγνώνει. Θα πρέπει να το αντικαταστήσω πριν φροντίσω το μπράτσο σας». Ακούστηκε ο θόρυβος υφάσματος που βυθιζόταν στο νερό και το θρόισμα της φούστας της καθώς κινούνταν. Ο Κουίν κράτησε σφιχτά την άκρη του σεντονιού, με σεμνοτυφία που τον ξάφνιαζε. Σταγόνες νερού έπεσαν στο πρόσωπό του καθώς η γυναίκα άνοιγε ένα ακόμα βρεγμένο σεντόνι πάνω του και τον σκέπαζε μ’ αυτό. «Πιάστε την άκρη από το πάνω σεντόνι», του είπε επιτακτικά κι ύστερα τράβηξε το κάτω τόσο απότομα ώστε το πάνω απέμεινε στη θέση του -ωστόσο το κάτω, βρεγμένο όπως ήταν κι αυτό, τον χτύπησε με δύναμη καθώς τραβιόταν. Ο Κουίν συγκράτησε τη λέξη που ανέβηκε στα χείλη του κι άφησε το σεντόνι. Κοίταξε συνοφρυωμένος τον εαυτό του και σκέφτηκε μελαγχολικά ότι έτσι όπως το βρεγμένο ύφασμα ακολουθούσε τις καμπύλες του κορμιού του, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν γυμνός. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε πάθει. Η πείρα του με τις γυναίκες ήταν αρκετή ώστε να μην κοκκινίζει σαν παρθένα κάθε φορά που μια γυναίκα κοιτούσε το σώμα του. Από την άλλη μεριά, η γυναίκα που προχωρούσε προς το μέρος του με ένα κύπελλο στο ένα χέρι και διάφορα αιχμηρά αντικείμενα στο άλλο, δύσκολα θα μπορούσε να ανήκει στη μουσουλμανική κοινότητα. «Θα πιείτε ακόμα λίγο νερό και ύστερα θα καθαρίσω το μπράτσο σας. Ειλικρινά, δε θα ήθελα να αναγκαστώ να το ακρωτηριάσω». «Μόνο πάνω από το πτώμα μου!» Ο Κουίν κατάφερε να μην πνιγεί με το νερό που έπινε. Ήταν σίγουρος ότι η συγκεκριμένη γυναίκα ήταν ικανή να πραγματοποιήσει την απειλή της, με το θύμα της δεμένο στο κρεβάτι, να ουρλιάζει από πόνο. «Η επιλογή είναι δική σας». «Πολύ καλά». Ο Κουίν της έδωσε το κύπελλο και τράβηξε το σεντόνι απ’ το αριστερό μπράτσο του. Ήταν έτοιμος να ανακαθίσει, όμως μια ματιά στην ερεθισμένη πληγή τον έκανε να χαρεί που ήταν ξαπλωμένος. Οι επόμενες στιγμές δε θα ήταν καθόλου ευχάριστες και δεν είχε καμία πρόθεση να ικανοποιήσει τη βασανίστριά του λιποθυμώντας.


Κεφάλαιο 2 Ο Κουίν όφειλε να ομολογήσει ότι η μαντάμ Βαλσάκ έδειχνε ικανή. Τα ιατρικά της εργαλεία ήταν ακονισμένα και καθαρά και είχε έτοιμα ζεστό νερό, σφουγγάρια και γάζες. Γύρισε και τον κοίταξε, αποσπώντας του για μια στιγμή την προσοχή με το χρώμα των ματιών της. Προσπάθησε να καταλάβει αν ήταν γκρίζα, πράσινα ή γκριζοπράσινα. Γκριζοπράσινα... Κρατήθηκε με το γερό χέρι του απ’ το κρεβάτι και κάρφωσε το βλέμμα του σε ένα σημείο πίσω απ’ το δεξί αυτί της. Ήταν όμορφο αυτί, πλαισιωμένο απ’ τα μαλλιά που είχε στερεώσει πίσω του. Κομψό, αριστοκρατικό και... που να πάρει! «Πώς σας λένε;» Θέλει να κάνει τον ασθενή της να ξεχαστεί, σκέφτηκε ο Κουίν και, σιωπηλός, υπέμεινε ένα έντονο κύμα πόνου. «Κουίντους Μπρέντον», είπε όταν μπόρεσε να ξαναβρεί την ανάσα του. «Μπορείτε να με λέτε Κουίν». Θα ήταν καλύτερα αν χρησιμοποιούσε το πραγματικό του όνομα, έτσι το περιθώριο για λάθη θα ήταν μικρότερο. «Κι εσάς;» Ήξερε πολύ καλά ότι θα ήταν αδύνατον να συνόδευαν τον Γούντγουορντ δύο γυναίκες με την ίδια ηλικία, όμως ήταν απαραίτητο να παίξει το παιχνίδι και, εξάλλου, δεν του είχαν πει το μικρό της όνομα. Με δεδομένο το ότι τον είχε γδύσει εντελώς, αυτό τουλάχιστον θα μπορούσε να γίνει αφορμή για μια κάποια οικειότητα ανάμεσά τους. «Μαντάμ Βαλσάκ. Μπορείτε να με λέτε μαντάμ». Ευχαριστώ, μαντάμ. Η μαντάμ Βαλσάκ έκανε κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να θολώσει η όρασή του κι ύστερα, ξαφνικά, ο πόνος μαλάκωσε. «Ορίστε, η πληγή είναι τώρα καθαρή. Πώς το πάθατε αυτό;» «Βρέθηκα στο δρόμο μιας σφαίρας που έριξε μια ομάδα Βεδουίνων επιδρομέων», απάντησε ο Κουίν, με τόνο εξίσου αδιάφορο με το δικό της. «Απροσεξία μου, όμως ξύπνησα και τους είδα να κλέβουν τις καμήλες και όλο τον εξοπλισμό μου». «Απροσεξία, πράγματι». Η Κλίο άρχισε να επιδένει το μπράτσο του. «Ήσασταν μόνος; Τι κάνει ένας Αμερικανός στην Αίγυπτο;» «Ήμουν με μια μικρή ομάδα μηχανικών, όμως ήθελα να επιστρέφω νότια για να μελετήσω τη ροή του ποταμού κι εκείνοι ήθελαν να μείνουν μερικές μέρες ακόμα. Με ενδιαφέρει η κατασκευή φραγμάτων». Δεν υπήρχε τρόπος να αποφύγει να πει ψέματα για τους λόγους της παρουσίας του


στην Αίγυπτο. Τα βιβλία που με τόση προσοχή είχε μελετήσει στο πλοίο είχαν σβήσει απ’ το μυαλό του, αφήνοντας πίσω τους μόνο ένα μπέρδεμα από φαραώ, παράξενους θεούς, ανεξήγητα ιερογλυφικά και παρανοϊκές θεωρίες. Θα ήταν αδύνατον να ξεγελάσει έναν αρχαιοδίφη για το επίπεδο των γνώσεων του, καλύτερα λοιπόν να προσποιηθεί πως ήταν κάτι για το οποίο μπορούσε τουλάχιστον να συζητήσει στα αγγλικά. «Δεν ήξερα ότι ο αυτοκράτορας είχε και Αμερικανούς ανάμεσα στους λόγιους του». Η Κλίο έδεσε επιδέξια τη γάζα και άφησε το μπράτσο του. «Θα χαρείτε ακούγοντας ότι υπάρχει ένα μικρό στρατιωτικό απόσπασμα στο Σεκ Αμέρ, λίγο πιο νότια από μας. Είμαι σίγουρη ότι η γνωριμία σας θα τους ευχαριστήσει πολύ». «Χωρίς αμφιβολία». Να πάρει, αυτό ήταν το τελευταίο που του χρειαζόταν. Το σχέδιό του ήταν να προειδοποιήσει τον Γούντγουορντ και την κόρη του ότι η Μαμελούκοι προέλαυναν από τα νότια. Κι ήταν αλήθεια, όμως δεν είχε καμία πρόθεση να τους ενημερώσει και για τα υπόλοιπα δεδομένα, να τους πει δηλαδή ότι οι Μαμελούκοι πήγαιναν να βοηθήσουν τους Γάλλους, που πολιορκούνταν στο Κάιρο από βρετανικές και τουρκικές δυνάμεις. Κανείς, είτε Γάλλος είτε σύμμαχός τους ή όχι, δε θα ήθελε να βρεθεί στο δρόμο των θανάσιμων, έφιππων Μαμελούκων που βρίσκονταν υπό την ηγεσία του Μουράντ Μπέη. Ο σκοπός του ήταν να πείσει τον Γούντγουορντ και τη μαντάμ Βαλσάκ να διαφύγουν με βάρκα στα βόρεια μαζί του, χωρίς να τους πει ότι θα έπεφταν κατευθείαν στα χέρια των Βρετανών. Τώρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τους Γάλλους στρατιώτες, που θα γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν μηχανικοί στην περιοχή και που, πιθανόν, να είχαν ενημερωθεί ότι ο στρατηγός Άμπερκρομπι έδιωχνε τους Γ άλλους από την Αλεξάνδρεια. Ήταν επίσης πολύ πιθανόν να γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν Αμερικανοί ανάμεσα στους λόγιους, επιστήμονες, μηχανικούς και καλλιτέχνες που είχαν βρεθεί αποκλεισμένοι με το στρατό, όταν ο πολυαγαπημένος τους Ναπολέων τους είχε εγκαταλείψει σχεδόν δύο χρόνια πριν. Ο Βοναπάρτης είχε επιστρέψει στη Γαλλία και είχε σκηνοθετήσει το πραξικόπημα που θα του χάριζε την απόλυτη εξουσία και τον τίτλο του αυτοκράτορα, αφήνοντας τους στρατηγούς του να τα βγάλουν πέρα όσο καλύτερα μπορούσαν. Κοίταξε τη γυναίκα που είχε αρχίσει να τη σκέφτεται όλο και περισσότερο σαν αντίπαλό του. Η μαντάμ Βαλσάκ είχε σηκωθεί και μάζευε τα ιατρικά της σύνεργα. Δεν ήταν εύκολο να την ξεγελάσει κανείς, κατά τα φαινόμενα ήταν απίστευτα ψύχραιμη και δύσκολα θα πανικοβαλλόταν ή θα


το έβαζε στα πόδια. Αν η κατάσταση εξελισσόταν με το χειρότερο δυνατό τρόπο, θα έπρεπε να κλέψει μια βάρκα, να την απαγάγει και να αφήσει τον πατέρα της στην τύχη του. Η μαντάμ Βαλσάκ, που είχε φτάσει στο άνοιγμα της σκηνής, γύρισε και τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της. Το φως του ήλιου διαπερνούσε το λεπτό ύφασμα της κελεμπίας της, με αποτέλεσμα να διακρίνεται η σιλουέτα της. Το κορμί του, αγνοώντας την απειλητική παρουσία των Γάλλων στρατιωτών, τη θερμοπληξία, τον πυρετό και τα συναισθήματά του για την προσωπικότητα της μαντάμ, ξύπνησε κάτω από το βάρος του βρεγμένου σεντονιού. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε η μαντάμ. «Μου φάνηκε ότι σας άκουσα να βογκάτε. Έχω όπιο αν ο πόνος είναι πολύ άσχημος». Ο τόνος της φωνής της μαρτυρούσε ότι θα προτιμούσε να τον χτυπήσει στο κεφάλι και να τον αφήσει αναίσθητο αν αυτό την έβαζε σε λιγότερους μπελάδες. «Όχι, τίποτα απολύτως», απάντησε ψέματα ο Κουίν κι έκλεισε τα μάτια. «Όλα είναι τέλεια». Ειλικρινά, δεν μπήκα στο διπλωματικό σώμα γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα είχε μπει γιατί δεν του άρεσε καθόλου το ότι ήταν ο πέμπτος και, ουσιαστικά, ανεπιθύμητος γιος ενός μαρκησίου με έναν τιμητικό τίτλο, παρόλο που του είχε παραχωρηθεί ένα μικρό κτήμα κι ένα μικρό εισόδημα ώστε να διατηρεί έναν αξιοπρεπή τρόπο ζωής. Οι τέσσερις μεγαλύτεροι αδελφοί του -οι επιθυμητοί γιοι, με τα πραγματικά ονόματαείχαν όλοι τους ρόλους τους. Ο Χένρι ήταν ο διάδοχος, που εκπαιδευόταν για να γίνει μαρκήσιος. Ο Τζέιμς ήταν ο αναπληρωματικός και εκπαιδευόταν να γίνει το δεξί χέρι του μαρκησίου, στον ελεύθερο χρόνο που του έμενε σε ένα πρόγραμμα γεμάτο από κυνήγι του ποδόγυρου, χαρτιά και αθλητικές δραστηριότητες. Ο Τσαρλς ήταν συνταγματάρχης στη φρουρά και τόσο όμορφος με τη στολή του ώστε ξεχνούσε κανείς πως ήταν τρομερά ανόητος. Ο Τζορτζ ήταν κληρικός, που ανέβαινε στην ιεραρχία, στοχεύοντας με την κάθε άλλο παρά χριστιανική αποφασιστικότητά του στο θρόνο του αρχιεπίσκοπου. «Εσύ θα πρέπει να πας στο ναυτικό, Κουίντους», του είχε ανακοινώσει στα δέκατα τέταρτα γενέθλιά του ο λόρδος Ντέβερολ, μαρκήσιος του Μάλβερν. Ήταν πολύ βολικό το ότι του είχε δώσει για όνομα ένα τακτικό αριθμητικό1 . Έτσι ο μαρκήσιος θα μπορούσε πάντα να θυμάται το όνομά του. «Όχι, λόρδε μου». Ο Κουίν δε συνήθιζε να φέρνει αντιρρήσεις στο μαρ1 Κουίντους (Quintus) σημαίνει «πέμπτος» στα λατινικά. (Σ.τ.Μ.)


κήσιο, απλώς και μόνο επειδή ο λόρδος δεν του μιλούσε αν μπορούσε να το αποφύγει, έτσι η ευκαιρία του δινόταν σπάνια. «Δεν είμαι καλός στα μαθηματικά, που είναι απαραίτητα σε έναν αξιωματικό του ναυτικού», εξήγησε. Ο μαρκήσιος του Μάλβερν, λεπτός, με ύψος ένα και εβδομήντα οκτώ, ξανθά μαλλιά, καλούπι λες για τον Χένρι, τον Τζέιμς, τον Τσαρλς και τον Τζορτζ, που ήταν ίδιοι ο πατέρας τους, τον είχε αγριοκοιτάξει. Ο Κουίν είχε ήδη το ίδιο ύψος, ήταν ξανθός και, το χειρότερο, φτυστός ο εραστής της μητέρας του, ο μακαρίτης και άκλαυτος υποκόμης του Χέμστεντ, τον είχε κοιτάξει κι εκείνος. «Τότε τι στο καλό θα κάνω μαζί σου;» είχε ρωτήσει ο μαρκήσιος. «Είμαι καλός στις ξένες γλώσσες. Θα γίνω διπλωμάτης», είχε απαντήσει εκείνος. Κι αυτό ήταν. Ένας καλός δάσκαλος, ένα πτυχίο απ’ την Οξφόρδη, η εξαργύρωση μερικών χαρών από το Υπουργείο Εξωτερικών και ο μαρκήσιος είχε ξεφορτωθεί το λόρδο Κουίντους Μπρέντον Ντέβερολ. Ο Κουίν είχε βρεθεί ακριβώς εκεί όπου ήθελε, με μια καριέρα στην οποία, αν αφιερωνόταν, θα τον οδηγούσε στο αξίωμα του πρέσβη ή σε κάποια υψηλή κυβερνητική θέση, σε έναν τίτλο δικό του και σε μια ζωή ολοκληρωτικά αποκομμένη από εκείνη της οικογένειάς του. Και να που βρέθηκα σ ’ αυτή την ξεχασμένη κι απ' το Θεό έρημο, με έναν πόλεμο να μαίνεται στα βόρεια και στα, νότια, σε μια χώρα που μαστίζεται απ’ την πανούκλα. Αν ήθελα να γίνω στρατιώτης, θα είχα μάθει να πυροβολώ καλύτερα, αν ήθελα να γίνω γιατρός, θα είχα δώσει μεγαλύτερη προσοχή στα μαθήματα μου κι αν ήθελα να διασχίζω εκατοντάδες χιλιόμετρα άμμου, θα είχα γίνει καμήλα, σκέφτηκε κακόκεφα κι ύστερα χαμογέλασε. Παρ’ όλα αυτά, επρόκειτο για μια ενδιαφέρουσα αλλαγή από τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις, τα διπλωματικά δείπνα και την αποκωδικοποίηση της αλληλογραφίας σε έξι γλώσσες. Η μαντάμ Βαλσάκ θα ήταν δύσκολη περίπτωση, όμως ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε να χειριστεί τον Γούντγουορντ. Πόσο δύσκολο θα μπορούσε να ήταν να χειριστεί έναν λόγιο που είχε γίνει ένας όχι και τόσο ικανός κατάσκοπος; *** «Όχι», είπε ο σερ Φίλιπ κοφτά, χωρίς να πάρει το βλέμμα απ’ την επιστολή που διάβαζε. «Δεν μπορείς να φύγεις για να πας να φλερτάρεις με τους αξιωματικούς. Ποιος θα προσέχει εκείνον τον αναθεματισμένο τύπο; Όλη τη μέρα σήμερα δεν έκανες άλλη δουλειά απ’ το να μπαινοβγαίνεις στη σκηνή και να τον φροντίζεις. Ποιος θα ετοιμάσει το δείπνο μου; Άλλωστε, θέλω να κρατάς σημειώσεις όταν θα μετράω το προαύλιο του να-


ού». «Πατέρα, στο διπλανό χωριό θα πάω, όχι στο Κάιρο. Δεν έχω καμία πρόθεση να φλερτάρω με τους Γάλλους αξιωματικούς. Ο ένας που φλέρταρα μαζί του μου έφτασε και με το παραπάνω. Θα επιστρέψω εγκαίρως για να σου ετοιμάσω το δείπνο γιατί θα φύγω μετά το πρωινό κι αν ο κύριος Μπρέντον δεν έχει συνέλθει εντελώς αύριο, θα του αφήσω φαγητό και νερό δίπλα στο κρεβάτι του». Σίγουρα ύστερα από είκοσι τέσσερις ώρες θα είχε συνέλθει και θα μπορούσε να τον διώξει απ’ το δωμάτιό της. Ήταν κουραστικό να σηκώνεται κάθε ώρα για να του δροσίζει το πρόσωπο με ένα βρεγμένο σφουγγάρι και να του δίνει νερό. Κι ωστόσο, παρά την κούραση της, κάθε φορά της ήταν παράξενα δύσκολο να ξανακοιμηθεί. Η παρουσία του κυρίου Μπρέντον, που ήθελε να τον αποκαλεί Κουίν, την αναστάτωνε, παρόλο που ήταν ημιαναίσθητος και καιγόταν από τον πυρετό. Δεν τολμούσε καν να φανταστεί πώς θα ήταν όταν θα είχε ανακτήσει τις δυνάμεις του. Και δεν ανυπομονούσε να περάσει ακόμα μια νύχτα μαζί του. Σκούπισε την άμμο απ’ το χαλάκι γύρω απ’ το σπαστό τραπέζι του πατέρα της και μάζεψε τα χαρτιά του σε ένα μεταλλικό κουτί. Σε λίγο ο πατέρας της θα ήθελε το δείπνο του, όμως είχαν περισσέψει ψητό κατσίκι, άζυμο ψωμί και χουρμάδες, έτσι δε θα της χρειαζόταν πολύς χρόνος για να το ετοιμάσει. Κι ύστερα, όταν ο πατέρας της θα αποσυρόταν στο κρεβάτι του με ένα βιβλίο, εκείνη θα καθάριζε, θα πότιζε και πάλι το γαϊδουράκι, θα το τάιζε, θα έδενε τα ανοίγματα της σκηνής, θα έλεγχε τον ασθενή της και, τελικά, θα πήγαινε να ξαπλώσει και η ίδια. «Ο κύριος Μπρέντον μπορεί να επισκεφθεί και μόνος του τους αξιωματικούς», ακούστηκε να λέει μια βαθιά, κάπως βραχνή φωνή. Η Κλίο έκλεισε το καπάκι του κουτιού, αποφεύγοντας την τελευταία στιγμή να μαγκώσει τα δάχτυλά της. Ο Αμερικανός, με ένα σεντόνι που είχε τυλίξει γύρω του σαν τήβεννο, ήταν ακουμπισμένος στο στύλο της σκηνής. Ήταν χλομός, ελαφριά ιδρωμένος και κρατούσε τον αριστερό καρπό του με το δεξί χέρι, όμως τα γαλανά μάτια του ήταν πλέον καθαρά. «Σερ, θα πρέπει να με συγχωρήσετε, όμως ξέχασα να ρωτήσω τη μαντάμ Βαλσάκ το όνομά σας», συνέχισε ο Κουίν, πάντα με ηρεμία και ευγένεια, σαν να είχε κάνει μόλις την εμφάνισή του σε κάποιο σαλόνι. Η Κλίο έβαλε τα δυνατά της να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. Το πράγμα μπερδευόταν και δεν της άρεσαν τα μπερδεμένα πράγματα. Ο κύριος Μπρέντον θα έπρεπε να ήταν ξαπλωμένος ώστε να γνωρίζει πού ήταν και τι έκανε. Αν η υγεία του χειροτέρευε, θα ήταν αναγκασμένη να τον


φροντίζει για πολύ περισσότερο καιρό. «Από δω ο κύριος Κουίντους Μπρέντον, που θα έπρεπε να ήταν στο κρεβάτι, πατέρα», είπε και ο κύριος Μπρέντον, απλά, χαμογέλασε αχνά. «Είναι Αμερικανός και του επιτέθηκαν Βεδουίνοι επιδρομείς», υπενθύμισε στον πατέρα της. «Κύριε Μπρέντον, από δω ο πατέρας μου, σερ Φίλιπ Γούντγουορντ». «Σερ Φίλιπ». Ο καταραμένος ο Αμερικανός κατάφερε να υποκλιθεί, χωρίς να ανοίξει το σεντόνι που φορούσε σαν τήβεννο. «Θα πρέπει να σας ευχαριστήσω για τη φιλοξενία σας. Μπορώ να ρωτήσω τι μέρα είναι;» «Φτάσατε εδώ χτες, περίπου αυτή την ώρα», είπε η Κλίο ενώ έπαιρνε τη σκούπα της. «Και από τότε είχατε πυρετό. Προτείνω να επιστρέψετε στο κρεβάτι». Ο πατέρας της έδειξε με ένα μουγκρητό τη δεύτερη, σπαστή πολυθρόνα. «Ανοησίες. Έχει σηκωθεί πλέον, σωστά; Είστε λόγιος, σερ; Τι ξέρετε για εκείνη την πέτρινη επιγραφή που υποτίθεται ότι βρήκαν στις ανασκαφές της Ροζέτας πριν από ενάμιση χρόνο; Κανείς δεν μπορεί να μου απαντήσει συγκεκριμένα και δεν κατάφερα να τη δω στο Κάιρο». «Φυσικά έχω ακούσει γι’ αυτή, σερ Φίλιπ, όμως ούτε εγώ κατάφερα να τη δω στο Κάιρο». Ο Μπρέντον έδειξε με το βλέμμα την πολυθρόνα στην Κλίο. Εκείνη κούνησε το κεφάλι. Τα χείλη της σχημάτισαν άηχα μια λέξη. Κάθισε. Ο κύριος Μπρέντον ήταν πολύ βαρύς για να τον ξανασηκώσουν αν κατέρρεε. Ο Κουίν κάθισε συνοφρυωμένος. «Όμως είμαι μηχανικός και φοβάμαι ότι δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτήν, ούτε για ιερογλυφικά σύμβολα». «Ναι, είναι όμως σύμβολα;» Η Κλίο ύψωσε το βλέμμα με απόγνωση κι έφυγε, αφήνοντας τον ασθενή της στη μοίρα του. Δε θα μπορούσε να το σκάσει όπως συνήθιζε να κάνει ο Τιερί, που επικαλούνταν υπηρεσιακές ανάγκες, και η ίδια δεν είχε το χρόνο να περιμένει όσο ο πατέρας της θα έκανε διάλεξη σε ένα καινούργιο θύμα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μάλλον θα έπρεπε να καθαρίσει τα ρούχα του κυρίου Μπρέντον και να τα μαντάρει, αφού είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Η σκέψη ότι αν δεν το έκανε, ο κύριος Μπρέντον ίσως να αποφάσιζε να πάει στο γαλλικό στρατόπεδο τυλιγμένος με σεντόνι σαν σύγχρονος Ιούλιος Καίσαρας, σχεδόν την έκανε να σταματήσει. Ήταν μια σκέψη διασκεδαστική, πιθανότατα όμως καθόλου πρακτική. Έριξε την κελεμπία και το βαμβακερό εσώρουχό του στη σκάφη, έτριψε λίγο απ’ το πολύτιμο σαπούνι της και βάλθηκε να πλένει τα ρούχα, μέχρι που καθάρισαν. Αφού τα κρέμασε από ένα σχοινί της σκηνής όπου θα στέγνωναν μέσα σε μια ώρα, βρήκε ένα κορδόνι για το εσώρουχο του κυρίου Μπρέντον και ένα λευκό, βαμβακερό πανί για να το κάνει τουρμπάνι.


Ο κύριος Μπρέντον προφανώς δε γνώριζε ότι έπρεπε να καλύπτει το κεφάλι του για να το προστατεύει από τον έντονο ήλιο. «Μαγικά σύμβολα...» Η φωνή του πατέρα της, από την άλλη άκρη του καταυλισμού, έφτασε στ’ αυτιά της. «Δε συμφωνώ. Προφανώς πρόκειται για κάποιο μυστικό, ιερατικό κώδικα...» Η Κλίο, σχεδόν, λυπήθηκε τον κύριο Μπρέντον. Σχεδόν. Έσυρε το κρεβάτι του στο πιο απόμακρο σημείο της σκηνής και βρήκε χώρο γι’ αυτό δίπλα στα κουτιά που χρησιμοποιούσαν για να αποθηκεύουν πράγματα. Αν ο κύριος Μπρέντον ήταν αρκετά καλά για να συζητάει με τον πατέρα της, σίγουρα δε χρειαζόταν να τον έχει όλο το βράδυ δίπλα της για να τον φροντίζει, ευτυχώς. Ο προσωπικός της χώρος ήταν μια πολύτιμη πολυτέλεια, που εκτιμούσε βαθιά. Έβγαλε το βρεγμένο στρώμα στο οποίο ξάπλωνε ο κύριος Μπρέντον, το αντικατέστησε με ένα στεγνό, έστρωσε το κρεβάτι κι ύστερα γύρισε στο δικό της χώρο, να τον τακτοποιήσει. Απεχθανόταν την αταξία. Τη μισούσε. Και την άμμο. Κυρίως την άμμο. «Κινέζικα;» Αυτή ήταν η φωνή του κυρίου Μπρέντον. Ο πατέρας της θα πρέπει να είχε περάσει στη θεωρία ότι η αιγυπτιακή γραφή ήταν μια μορφή κινέζικων. Ή μήπως το αντίθετο; Πότισε το γαϊδούρι και του έριξε τα τελευταία χόρτα που είχε μαζέψει το πρωί απ’ το ποτάμι. Θα μάζευε κι άλλα την επομένη, όταν θα γύριζε απ’ το στρατόπεδο. Η πλάτη της πονούσε κι ακούμπησε για μια στιγμή στο γκρίζο, σκονισμένο καπούλι του μικρού ζώου, ξύνοντάς του την πλάτη, πράγμα που ήξερε ότι του άρεσε. «Η δουλειά σου τελείωσε για σήμερα», του είπε. «Τώρα είναι η ώρα του φαγητού». *** Ο Κουίν βρήκε τη μαντάμ Βαλσάκ να βάζει με ένα κουταλάκι μέλι από ένα βάζο σε ένα πιάτο, απόλυτα συγκεντρωμένη σαν να ήταν εξαντλημένη απ’ την κούραση, όμως συνέχιζε επίμονα, προσέχοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια. Είχε βρει την κελεμπία του πλυμένη και στεγνωμένη, το εσώρουχό του μανταρισμένο, ένα πανί για να φτιάξει τουρμπάνι και τα σανδάλια του, όλα τακτοποιημένα πάνω στο κρεβάτι που η μαντάμ Βαλσάκ θα πρέπει να είχε σύρει στην άλλη άκρη της σκηνής και να είχε στρώσει μόνη της. Το γαϊδουράκι έτρωγε το τελευταίο από το φαγητό του, ο καταυλισμός ήταν τακτοποιημένος σε κάθε λεπτομέρεια και το σπαστό τραπέζι ήταν στρωμένο για ένα απλό δείπνο. Κι εκείνος είχε περάσει μια βασανιστική ώρα περίπου, ακούγοντας τον σερ Φίλιπ να του κάνει διάλεξη για τα αιγυπτιακά αρχαία, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να μείνει ξύπνιος μέσα στη βρα-


δινή ζέστη. Φόρεσε τα ρούχα του, έφτιαξε με το πανί έναν αορτήρα για το χέρι του και βγήκε πάλι απ’ τη σκηνή. Κοντοστάθηκε γιατί ένιωσε να ζαλίζεται και μουρμούρισε κάτι, θυμωμένος για την αδυναμία του. Στην άκρη του τραπεζιού υπήρχε ένα καλάθι με μαχαιροπίρουνα και, με το ένα χέρι, βάλθηκε να στρώνει το τραπέζι. «Δε χρειάζεται να το κάνετε εσείς αυτό. Θα πρέπει να ξεκουραστείτε». Στην παγερή, χωρίς κανένα συναίσθημα φωνή της μαντάμ Βαλσάκ δεν υπήρχε ίχνος κούρασης, όμως δεν προσπάθησε να του πάρει το καλάθι. «Ξεκουράστηκα όσο συζητούσα με τον σερ Φίλιπ». «Αμφιβάλλω ότι επρόκειτο για συζήτηση. Ένας καινούργιος ακροατής πάντα τον κάνει να χάνει το μέτρο. Ορίστε, καθίστε». Η μαντάμ Βαλσάκ γέμισε δύο κύπελλα, έσπρωξε το ένα στο τραπέζι προς το μέρος του κι ύστερα κάθισε προσεκτικά, σαν να την πονούσαν τα κόκαλά της. Και, πολύ πιθανόν, να την πονούσαν. Πόσων ετών είναι; αναρωτήθηκε ο Κουίν ενώ την ευχαριστούσε και έπαιρνε το κύπελλο. Κάθισε απέναντι της, προσπαθώντας να θυμηθεί όσα του είχαν πει στην ενημέρωση για την αποστολή του. Μόλις είκοσι τριών. Ήπιε μια γουλιά. «Καλό». «Χυμός από ρόδι». Η Κλίό έμεινε για λίγο καθιστή, κρατώντας το κύπελλό της σαν να είχε ξεχάσει το λόγο για τον οποίο βρισκόταν εκεί. Ύστερα ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Πατέρα! Φαγητό!» φώναξε και συνέχισε με πιο χαμηλή φωνή. «Θα χρειαστεί να τον φωνάξω αρκετές ακόμα φορές για να έρθει. Ως τότε, μπορείτε να απολαύσετε την ησυχία σας». Εκείνο το αχνό λακκάκι εμφανίστηκε και πάλι στο ηλιοκαμένο της μάγουλο και τα κουρασμένα μάτια της σκοτείνιασαν. Ο Κουίν δεν την είχε δει ακόμα να χαμογελάει κανονικά. «Πώς το αντέχετε;» ρώτησε ο Κουίν ξαφνικά και είδε ξαφνικά την έκφρασή της να σοβαρεύει. Όσο πιο γρήγορα την έπαιρνε από κει, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει στη ζωή που θα έπρεπε να είχε, τόσο το καλύτερο. «Τη ζέστη;» Η μαντάμ Βαλσάκ ήταν ετοιμόλογη, αφού ο Κουίν θα ορκιζόταν ότι ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε. Πώς αντέχετε αυτή τη ζωή, αυτόν τον άνθρωπο, τη μοναξιά, την ασταμάτητη δουλειά; «Την έχω συνηθίσει. Είμαστε στην Αίγυπτο πέντε χρόνια τώρα και μαθαίνει κανείς να ζει μ’ αυτήν, όταν δεν υπάρχει εναλλακτική». Ο Κουίν αναρωτήθηκε αν, τελικά, απαντούσε στην πραγματική του ερώτηση. «Πώς σας έχουν βαφτίσει;» Η μαντάμ Βαλσάκ έσμιξε τα φρύδια, σαν να επέκρινε τους κακούς του


τρόπους, όμως αυτή τη φορά δεν απέφυγε την ερώτηση. «Ογκάστα Κλεοπάτρα Αγκριπίνα», είπε με ήρεμη φωνή και περίμενε την απάντησή του. Κι εκείνος δεν την απογοήτευσε. «Αν είναι δυνατόν! Μα τι σκέφτονταν οι γονείς σας;» «Εκείνη την εποχή ήμασταν στην Ελλάδα, όμως ο πατέρας περνούσε ακόμα τη ρωμαϊκή φάση του. Δε νομίζω ότι στη μητέρα μου έπεφτε λόγος σ’ αυτό το θέμα. Δείτε το έτσι, είμαι τυχερή που ο πατέρας μου δεν ενδιαφερόταν τότε για την Αίγυπτο, γιατί πιθανότατα θα με έλεγαν Μπαστέτ ή Νουτ». Ο Κουίν γνώριζε την Μπαστέτ, τη θεά με το κεφάλι γάτας, όμως ποια ήταν η Νουτ; «Νουτ;» «Η θεά του ουρανού, που καταπίνει κάθε βράδυ τον ήλιο και τον γεννάει κάθε πρωί. Πατέρα!» Ο Κουίν αποφάσισε ότι δεν ήθελε να σκεφτεί το πώς λειτουργούσε αυτό. «Λοιπόν, με ποιο απ’ τα ονόματα που σας επέβαλαν είστε γνωστή; Πώς σας αποκαλεί ο πατέρας σας;» «Θυγατέρα! Πού είναι οι πετσέτες μου;» «Στα πόδια του κρεβατιού σου», απάντησε η Κλίο. «Όπως ακούσατε, τον περισσότερο καιρό δε θυμάται καν το όνομά μου», είπε στον Κουίν. «Είναι χαμένος στο δικό του κόσμο. Αμφιβάλλω αν τον περισσότερο καιρό θυμάται καν ότι η μητέρα μου και ο σύζυγός μου δε ζουν πια. Ο σύζυγός μου με έλεγε Κλεοπάτρα, έδειχνε να το βρίσκει διασκεδαστικό». «Η βασίλισσα του Νείλου», είπε ο Κουίν χαμηλόφωνα. «Ακριβώς. Πολύ ταιριαστό, δε νομίζετε;»


Κεφάλαιο 3 Βασίλισσα του Νείλου; Ναι, πολύ ταιριαστό, ήθελε να πει ο Κουίν, επιστρέφοντας το πικρόχολο αστείο της. Μοιάζετε με βασίλισσα με την αριστοκρατική σας μύτη, τα ψηλά ζυγωματικά και την απόμακρη στάση σας. Μια βασίλισσα εξορισμένη, που κρύβεται και ζει μια ζωή υπηρέτριας. Η έξοδος του σερ Φίλιπ απ’ τη σκηνή τον γλίτωσε απ’ την ανάγκη να απαντήσει. Ο σερ Φίλιπ κούμπωνε με το ένα χέρι ένα καθαρό πουκάμισο και έστρωνε τα βρεγμένα μαλλιά του με το άλλο. Κάθισε χωρίς να πει ούτε λέξη κι άπλωσε το χέρι να πάρει την πιατέλα που έμοιαζε να περιέχει κύβους κρέατος. Η μαντάμ -όχι, η Κλίο, αποφάσισε ο Κουίν- έβαλε ένα πιάτο μπροστά στον πατέρα της, ύστερα έδωσε ένα και σ’ εκείνον και του έκανε νόημα να σερβιριστεί. Συνειδητοποίησε ότι το στόμα του είχε γεμίσει σάλια. «Θα πρέπει να δοκιμάσετε να φάτε. Φαντάζομαι ότι θα έχει περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που το κάνατε». «Ναι. Στην αρχή πεινούσα κι ύστερα η πείνα μου εξαφανίστηκε». Ο Κουίν ήταν αναγκασμένος να προχωράει επί δυο μέρες πεζός με μόνο ένα φλασκί με νερό απ’ όταν του έκλεψαν τις καμήλες. Πριν απ’ αυτό έτρωγε ελάχιστα, καθώς μετακινούνταν πολύ γρήγορα για να μπορεί να μείνει σε ένα μέρος και να μαγειρέψει μόνος του κανονικό φαγητό. «Συμβαίνει αυτό με τη θερμοπληξία. Αύριο θα πρέπει να ξεκουραστείτε». «Θα ξεκουραστώ απόψε. Αύριο θα γνωριστώ με τους στρατιώτες γείτονές σας». «Αυτό είναι ανόητο. Μπορώ να τους ρωτήσω εγώ τι θα ήταν καλύτερο να γίνει με σας». Αν ήξεραν ποιος είμαι, θα με τουφέκιζαν σαν κατάσκοπο. «Αν πρόκειται να τους συναντήσω, μαντάμ, προτιμώ να το κανονίσω μόνος μου». «Πολύ καλά. Εγώ δε θα έρθω και μόνος σας δε θα μπορέσετε να τους βρείτε». Η Κλίο δάγκωσε απότομα ένα κομμάτι ψωμί, σαν να έβαζε έτσι τέλος στη συζήτηση. Που να την πάρει. Προσπαθεί άραγε να με κρατήσει μακριά από τους στρατιώτες εξαιτίας της δύσκολης θέσης στην οποία βρίσκεται η ίδια ή απλώς θέλει να προστατεύσει έναν τραυματία, πράγμα που εμένα δε με βολεύει καθόλου; «Όχι, θέλω να πας, θυγατέρα», είπε ο σερ Φίλιπ, χωρίς να νοιάζεται για


το ότι πριν από λίγο έλεγε το αντίθετο. «Θέλω να τους πας την αλληλογραφία μου, ώστε να τη στείλουν βόρεια. Ολοκλήρωσα την επιστολή μου στον καθηγητή Χάινεμαν». Αλληλογραφία; «Οι Γάλλοι είναι τόσο εξυπηρετικοί ώστε να σας κάνουν τους ταχυδρόμους, σερ Φίλιπ;» ρώτησε ο Κουίν αδιάφορα, ενώ άλειφε στο ψωμί του κατσικίσιο τυρί. «Πράγματι, είναι». Ο σερ Φίλιπ άφησε το πιρούνι του. «Κι αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα της συνεργασίας ανάμεσα σε λόγιους. Μόλις ο στρατηγός Μενού συνειδητοποίησε ότι είχα προβλήματα με την αλληλογραφία μου, κανόνισε να έρχεται μέσω Αλεξάνδρειας». Και πώς το ήξερε ο στρατηγός; Ο Κουίν κράτησε αυτή την ερώτηση για αργότερα. Είχε την αίσθηση ότι του δινόταν η ευκαιρία που ζητούσε και δεν είχε πρόθεση να την αφήσει να χαθεί. «Έχετε διεθνή αλληλογραφία;» ρώτησε με όσο περισσότερο θαυμασμό θεώρησε ότι θα γινόταν πιστευτός. Δε χρειαζόταν ν’ ανησυχεί ότι θα κινούσε υποψίες. Ο σερ Φίλιπ ήταν απόλυτα σίγουρος για τη σπουδαιότητά του. «Φυσικά. Με την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ινδία, τη Ρωσία, την Ισπανία και την Πορτογαλία», είπε και ύστερα παραπονέθηκε για την έλλειψη νέων από τις σκανδιναβικές χώρες. Αγγλία, Μεσόγειος, ηπειρωτική Ευρώπη... Νέα από ντουζίνες ανθρώπων έφταναν στην Αλεξάνδρεια, στα χέρια των Γάλλων. Προδότες, πράκτορες και αθώοι λόγιοι, όλοι έγραφαν σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που είτε ήταν τόσο τυφλωμένος από τις εμμονές του ώστε να μην αντιλαμβάνεται ότι τον χρησιμοποιούσαν είτε συμμετείχε πρόθυμα στο παιχνίδι των Γάλλων. Ακόμα και η πιο μικρή πληροφορία ήταν πολύτιμη για τους έμπειρους αρχικατάσκοπους, που μπορούσαν να βγάζουν τα συμπεράσματά τους συνδυάζοντας πληροφορίες από διάφορες πηγές. «Απ’ την Ινδία...» ξέφυγε του Κουίν. Την Ινδία, τον πραγματικό λόγο για τον οποίο η Γαλλία ήθελε την Αίγυπτο. Αν οι Γάλλοι έλεγχαν την Ερυθρά Θάλασσα και τις χερσαίες οδούς προς τη Μεσόγειο, η Βρετανία θα έχανε τη σύνδεση με το πιο σημαντικό εμπορικά τμήμα της αυτοκρατορίας. Κι εκείνη τη στιγμή στρατεύματα απ’ την Ινδία έφταναν για να αποβιβαστούν στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, να διασχίσουν την έρημο προς τον Νείλο και να συναντηθούν με τους Βρετανούς και τους Τούρκους στο Δέλτα. Αναρωτήθηκε αν επιστολές από πράκτορες των Γ άλλων στην Ινδία είχαν φτάσει ήδη στα χέρια του Μενού στο Κάιρο. Ένα παγωμένο ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του. Αν οι Γάλλοι προέλαυναν για να διακόψουν τη


μακριά, δύσκολη πορεία του στρατηγού Μπερντ στην έρημο, τότε ο πόλεμος στην Αίγυπτο θα μπορούσε να πάρει πολύ άσχημη τροπή. «Ναι, την Ινδία. Σκέφτομαι να πάω εκεί στη συνέχεια», είπε ο Γούντγουορντ. «Συναρπαστική χώρα, αν κρίνω απ’ όσα ακούω». Ο Κουίν διαισθανόταν την ένταση της Κλίο, που έμεινε ακίνητη. Θα μετακινούνταν για μια ακόμα φορά, σαν να μην της έπεφτε λόγος; Θα ήταν πολύ καλύτερα αν επέστρεφε στην Αγγλία όπου ανήκε απ’ το να αναγκάζεται να ακολουθεί τον πατέρα της. «Μαντάμ, αύριο θα σας συνοδεύσω στο στρατόπεδο», της είπε και ύστερα γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. «Θέλω να μάθω αν είχαν νέα απ’ τους υπόλοιπους μηχανικούς». Και θέλω να βάλω στο χέρι την αλληλογραφία σου, σερ Φίλιπ. Κι ίσως ακόμα να βρω έναν πεινασμένο κροκόδειλο για σένα. «Όπως επιθυμείτε». Ακόμα κι αν η Κλίο Βαλσάκ δεν ήθελε να τον αφήσει να παρακολουθήσει την παράδοση και την παραλαβή της αλληλογραφίας, το έκρυψε με τον καλύτερο τρόπο. «Θα πάρω το γαϊδουράκι, έτσι αν καταρρεύσετε, θα μπορέσουμε να σας φορτώσουμε σ’ αυτό», πρόσθεσε με ένα γλυκό χαμόγελο, που δεν ξεγέλασε τον Κουίν ούτε για μια στιγμή. Τον θεωρούσε μπελά και αξιολογούσε τη δύναμη, την αντοχή και, πιθανόν, την ευφυΐα του πολύ χαμηλά. Θα δούμε ποιος έχει δίκιο, Κλίο, αγαπητή μου, σκέφτηκε εκείνος και κοίταξε τα κυνικά γκριζοπράσινα μάτια της. Προς μεγάλη του έκπληξη, την είδε να κοκκινίζει. *** Μην προσποιείσαι ότι δεν ξέρεις τι σου συμβαίνει, κορίτσι μου, μάλωσε η Κλίο τον εαυτό της και δάγκωσε με τόση δύναμη ένα χουρμά που παραλίγο, να σπάσει το δόντι της. Ξύπνησαν οι πόθοι σου. Ένας έξυπνος άντρας με υπέροχο κορμί βρέθηκε γυμνός στο χώρο που κοιμάσαι, στο έλεος σου. Κι όταν συνήλθε, σε κοίταξε με τα γαλανά του μάτια κι εσύ δεν ξέρεις αν σε λυπόταν, αν σε κορόιδευε ή αν σε ποθούσε. Ίσως να ίσχυαν και τα τρία. Δύο απ’ αυτά ήταν ανεπιθύμητα και το τρίτο απίθανο, εκτός κι αν στον Αμερικανό άρεσαν οι πολύ αδύνατες, ηλιοκαμένες χήρες, με κάλους στα δάχτυλα και όνομα χωρίς καμιά αξία στους κύκλους της καλής κοινωνίας. Όμως η χήρα... Α, ναι, η χήρα ίσως να ήθελε να ανακαλύψει αν εκείνα τα γαλανά μάτια σκούραιναν απ’ το πάθος και πώς θα ήταν αν την άγγιζαν αυτά τα μακριά δάχτυλα, που ο Αμερικανός φρόντιζε με τόση προσοχή να κρατάει ακίνητα. Κουίν. Επέτρεψε στον εαυτό της την απόλαυση να επαναλάβει νοερά το όνομά του. Κουίντους.


Ο Αμερικανός κοιτούσε τώρα τον πατέρα της και άκουγε ευ γενικά ακόμα μια διάλεξη για τα ιερογλυφικά και τη μέτρηση των μνημείων. Το πρόσωπό του, όταν χαλάρωνε ή όταν δεν πρόσεχε την έκφρασή του, ήταν γεμάτο ίσιες γραμμές. Ίσια φρύδια, έξυπνα μάτια, αλαζονική μύτη. Τα χείλη του ήταν ίσια μέχρι να μιλήσει και τα ζυγωματικά και το πιγούνι του δυνατά και αρμονικά κάτω από τα γένια που είχαν αρχίσει να φυτρώνουν στο πρόσωπό του, γένια λίγο πιο σκούρα απ’ τα μαλλιά του. Έδειχνε σοβαρός και απλησίαστος -κι ύστερα μιλούσε ή χαμογελούσε και οι γραμμές κι οι γωνίες του προσώπου άλλαζαν, ζωντάνευε, γινόταν γοητευτικός. Κι εξίσου αινιγματικός, σκέφτηκε. Απ' την άλλη όμως δεν είμαι και πολύ καλή στο να κρίνω τους άντρες. Δες τι έγινε με τον Τιερί. Η Κλίο σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. Ο κύριος Μπρέντον -ο Κουίν- άρχισε αμέσως να μαζεύει το τραπέζι, αγνοώντας την όταν την είδε να κουνάει το κεφάλι, σαν να του έλεγε να μην το κάνει. Την ακολούθησε κι έβαλε τα σκουπισμένα πιάτα στη λεκάνη με το νερό που ήταν ακουμπισμένη στη θράκα. Ύστερα κοίταξε γύρω του, ψάχνοντας μάλλον για πετσέτα. «Αφήστε τα», του είπε εκείνη, πιο απότομα απ’ όσο σκόπευε. «Είστε κουρασμένη. Εξαντλημένη». Ο Κουίν στεκόταν εκεί, με το χέρι περασμένο στον αορτήρα, σαν καθόλου πειστικός βοηθός της κουζίνας. «Εγώ ξέρω τι να κάνω, εσείς θα είστε απλώς εμπόδιο». Αγενές, αλλά ειλικρινές. Ο Κουίν την έκανε να αισθάνεται αδέξια, να χάνει τις ισορροπίες της. «Τότε υποσχεθείτε μου ότι θα έρθετε να ξαπλώσετε αμέσως μόλις τελειώσετε», της είπε εκείνος τρυφερά. Ακουγόταν σαν πρόσκληση. Ω, η ανόητη φαντασία μου. Η Κλίο έσκυψε πάνω απ’ το νερό κι ένιωσε το άγγιγμά του καθώς της σήκωνε τη βαριά κοτσίδα που έπεφτε στον ώμο της ώστε να μη βραχεί. Η παλάμη του έμεινε για μια στιγμή στον ώμο της κι ύστερα τραβήχτηκε, αφήνοντάς τη να τρέμει. «Εργάζεσαι πολύ σκληρά, Κλίο», της είπε. Όταν γύρισε να τον κοιτάξει, είχε φύγει. Ήταν μόνο ο πατέρας της, με ένα βιβλίο ανοιγμένο στο τραπέζι μπροστά του, ανάμεσα στα ψίχουλα, που διάβαζε ώστε να εκμεταλλευτεί όσο φως απόμενε ακόμα. *** Την επόμενη μέρα ο Κουίν Μπρέντον βγήκε απ’ τη σκηνή αμέσως μόλις η Κλίο τελείωσε το μπάνιο της. «Καλημέρα!» είπε. Έδειχνε ξεκούραστος. Οι


μαύροι κύκλοι γύρω απ’ τα μάτια του είχαν χαθεί και το μπράτσο του δεν ήταν περασμένο στον αορτήρα. Εκείνη ανταπέδωσε το χαιρετισμό με λιγότερο ενθουσιασμό. Δεν είχε περάσει και τόσο καλό βράδυ. Ξυπνούσε κάθε μερικά λεπτά, αφουγκραζόταν την ανάσα του Κουίν στη σιωπή κι ύστερα θύμωνε με τον εαυτό της και προσπαθούσε να ξανακοιμηθεί. Ο τρόπος με τον οποίο είχε εμφανιστεί ο Κουίν αμέσως μόλις εκείνη είχε κάνει μπάνιο, είχε σκουπιστεί, ντυθεί και χτενίσει τα μαλλιά της, ήταν ανησυχητικός. Δε θα μπορούσε να την παρακολουθεί, όμως είχε τη δυσάρεστη αίσθηση ότι την άκουγε, μαντεύοντας μ’ αυτό τον τρόπο τις κινήσεις της. «Στη φωτιά υπάρχει ζεστό νερό και δίπλα μια πετσέτα. Και το δεύτερο ξυράφι του πατέρα μου». Η Κλίο έδειξε προς το αυτοσχέδιο μπάνιο και πήγε να ετοιμάσει το πρωινό. Καφές, χουρμάδες, μέλι και φρυγανιές απ’ το ψωμί που είχε περισσέψει απ’ το δείπνο. Σκόπευε να αγοράσει απ’ το χωριό ψωμί, χουρμάδες και πορτοκάλια κι ίσως οι στρατιώτες να είχαν καφέ να της δώσουν. Με λίγη τύχη θα έβρισκε να αγοράσει και κάνα κοκαλιάρικο κοτόπουλο, που θα το έβραζε με φασόλια και φακές. Το επιπλέον στόμα που έπρεπε να ταϊστεί εξαντλούσε τις προμήθειές τους. Ο πατέρας της, που φορούσε μια κελεμπία δεμένη με ζώνη και το σκουφί με το οποίο κοιμόταν, βγήκε απ’ τη σκηνή κρατώντας ένα βιβλίο. «Πού είναι το νερό για να ξυριστώ;» «Τώρα ξυρίζεται και κάνει μπάνιο ο κύριος Μπρέντον, πατέρα. Έχω βάλει να ζεσταθεί κι άλλο νερό για σένα». Ο πατέρας της κάθισε με ένα μουγκρητό διαμαρτυρίας, χωρίς να πάρει το βλέμμα απ’ το βιβλίο του. «Αυτός ο άνθρωπος είναι ανόητος», είπε. «Ποιος, πατέρα;» ρώτησε η Κλίο ασυναίσθητα. Ο πατέρας της θα μπορούσε να απαντήσει ο βασιλιάς Γεώργιος ή ο μεγάλος χαν της Κίνας, όμως είχε ένα προαίσθημα ότι αν σταματούσε να αντιδρά στα σχόλιά του, ο πατέρας της θα έπαυε εντελώς να επικοινωνεί μαζί της. Συνειδητοποίησε ότι ήταν ανακούφιση για εκείνη το ότι το προηγούμενο βράδυ είχε τον Κουίν για να μιλήσει μαζί του. «Ο Τζέιμς Μπρους. Επέτρεψε να του κάνουν κουμάντο οι οδηγοί του, άκουγε τις ιστορίες τους κι έφυγε γιατί άκουσε φήμες για ληστές. Όλα αυτά είναι ανοησίες», είπε και χτύπησε με το δείκτη του μια σελίδα του βιβλίου. «Όμως αυτά τα έγραψε πριν από σαράντα και πλέον χρόνια, πατέρα», είπε η Κλίο. «Και υπάρχουν ληστές, όπως ανακάλυψε ο κύριος Μπρέντον, πληρώνοντάς το ακριβά».


«Τι πλήρωσα ακριβά;» ρώτησε ο Κουίν, που διάλεξε εκείνη τη στιγμή να κάνει την εμφάνισή του. Τα μαλλιά του ήταν όρθια απ’ το σκούπισμα και το πρόσωπό του φρεσκοξυρισμένο. Το πιγούνι του ήταν τετράγωνο και δυναμικό, όπως ακριβώς το είχε φανταστεί η Κλίο. Προσπάθησε να διαβάσει την έκφρασή του. Ο τόνος του όταν είχε κάνει αυτή την ερώτηση είχε μια ένταση που αδυνατούσε να καταλάβει. «Το ότι υπάρχουν πράγματι ληστές εκεί έξω», απάντησε και είδε την έκφρασή του να χαλαρώνει. «Πώς είναι το μπράτσο σας;» «Έβγαλα τον επίδεσμο. Η πληγή δείχνει να επουλώνεται». Η Κλίο άφησε το βάζο με το μέλι και τον ακολούθησε στη σκηνή. «Αφήστε με να του ρίξω μια ματιά. Θα πρέπει να το επιδέσουμε και πάλι. Δεν μπορεί να ρισκάρει κανείς με τις πληγές σ’ αυτό το κλίμα». Ο Κουίν είχε στρώσει το κρεβάτι του. Τακτικά, σαν να ήταν στρατιωτικός, σκέφτηκε και θυμήθηκε το πόσο τακτικός ήταν ο Τιερί, ενώ εκείνος ανέβαζε το φαρδύ μανίκι της κελεμπίας του ως τον ώμο. «Θα αφήσει άσχημη ουλή», σχολίασε, περισσότερο για να μη σκέφτεται ενώ επίδενε και πάλι την πληγή, παρά για να κάνει συζήτηση. Είδε ότι το τραύμα επουλωνόταν καλά. «Κι αυτό σας διασκεδάζει;» ρώτησε ο Κουίν κι εκείνη συνειδητοποίησε ότι θα πρέπει να είχε χαμογελάσει. «Το ότι θα αποκτήσετε ουλή; Όχι. Όμως δε μου ήταν καθόλου ευχάριστος ο καθαρισμός της πληγής και δε μου αρέσει να προκαλώ πόνο, έτσι χαίρομαι που επουλώνεται». Η Κλίο έδεσε τον επίδεσμο κι άρχισε να του κατεβάζει και πάλι το μανίκι. «Εύχομαι απλώς να είχα κάνει καλύτερη δουλειά. Στο κάτω κάτω δεν είχατε ήδη κι άλλες ουλές, σαν να ήσασταν στρατιώτης», είπε. Κι αυτό συμβαίνει όταν δεν ελέγχεις τη γλώσσα σου, σκέφτηκε. Ο Κουίν ξέρει ότι σκέφτεσαι το γυμνό κορμί του. Το ξέρεις ότι το ξέρει. Βάλθηκε να τακτοποιεί το κουτί με τα ιατρικά της σύνεργα. «Σίγουρα μια σύγκριση με τον πολεμιστή σύζυγό σας δε θα είναι προς όφελος μου», είπε ο Κουίν κι ύστερα πήρε το μακρόστενο, βαμβακερό πανί κι έφτιαξε επιδέξια ένα τουρμπάνι. «Τελειώσατε με τα κομπλιμέντα, κύριε Μπρέντον;» ρώτησε η Κλίο πάνω απ’ τον ώμο της ενώ έκλεινε το κουτί. «Η εμφάνισή σας δεν υστερεί σε τίποτα, όπως γνωρίζετε πολύ καλά, και δε μου προκαλεί ευχαρίστηση να βλέπω το πώς μπορεί να βλάψει ένας ανόητος άνθρωπος έναν άλλον». Μάζεψε τα γράμματα του πατέρα της και τα έδεσε τακτικά, σε ένα πακέτο σχεδόν τόσο μεγάλο όσο και οι πλίνθοι που χρησιμοποιούσαν στην περιοχή. Τα έβαλε σε ένα καλάθι μαζί με δύο μεγάλα φλασκιά με νερό, το


πιο κοφτερό μαχαίρι που είχε στην κουζίνα της, ένα πουγκί με χρήματα κι ένα μικρό δρεπάνι για να κόψει χόρτα. Όταν έσκυψε για να φορτώσει τα δύο καλάθια στο σαμάρι του γαϊδάρου, ο Κουίν Μπρέντον πέρασε μπροστά της, τα σήκωσε με το ένα χέρι και ασφάλισε τους ιμάντες. «Είστε σίγουρος ότι δε θέλετε να καβαλήσετε το γαϊδούρι;» τον ρώτησε. «Η απόσταση είναι πέντε χιλιόμετρα και θα μπορούσαμε να πιάσουμε τα καλάθια με άλλον τρόπο στο σαμάρι». Ο Κουίν κοίταξε τη μακριά κελεμπία του. «Να καθίσω στο πλάι στο σαμάρι;» ρώτησε. «Ή να ανεβάσω την κελεμπία μου, αφήνοντας ακάλυπτα τα τριχωτά πόδια μου και τρομάζοντας τους κατοίκους;» «Θα μπορούσα να σας δώσω ένα παντελόνι του πατέρα μου», είπε η Κλίο και δάγκωσε τα χείλη της για να μη γελάσει. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον κύριο Μπρέντον, κάτι που την έκανε να νιώθει άβολα και δε θα του επέτρεπε να τη γοητεύσει και να χαλαρώσει την επιφυλακή της. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθει τη γνώμη που θα σχημάτιζε ο λοχαγός Λορέν γι’ αυτόν. «Δε νομίζω. Το κακόμοιρο το ζώο είναι τόσο μικρό που τα πόδια μου θα σέρνονταν στο χώμα». Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους και άρχισε να προχωρά. Η απόφαση ήταν του Κουίν και θα έδειχνε πολύ λιγότερο αξιοπρεπής αν αναγκαζόταν να επιστρέψει φορτωμένος σε ένα καλάθι. «Πατέρα, φεύγουμε», φώναξε ενώ περνούσαν από την τέντα στη σκιά της οποίας έγραφε ο πατέρας της. Εκείνος μούγκρισε και τους αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. «Κοντά στις στάμνες με το νερό, υπάρχει φαγητό σκεπασμένο με μια πετσέτα. Μην αφήσεις, σε παρακαλώ, τη φωτιά να σβήσει», του είπε κι ευχήθηκε να την είχε ακούσει. «Δε, χρειάζεται να προχωράτε αργά για χάρη μου», είπε ο Κουίν. «Ε; Όχι, δεν έκανα κάτι τέτοιο». Η Κλίο κράτησε πιο σφιχτά το καπίστρι και τάχυνε το βήμα της. «Θα προχωρήσουμε κατά μήκος της όχθης του ποταμού. Είναι πιο εύκολο απ’ το να προχωράμε στην άμμο και έχει κάποια σκιά». «Ο πατέρας σας αλληλογραφεί με πολύ κόσμο. Θα πρέπει να χαίρει μεγάλου σεβασμού», είπε ο Κουίν, αφού προχώρησαν πέντε λεπτά σιωπηλοί. «Τα ενδιαφέροντά του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, κύριε Μπρέντον. Του αρέσει να ανταλλάσσει απόψεις με λόγιους από πολλές χώρες». «Κουίν», είπε ο Κουίν. «Φαντάζει ανόητο να ακολουθούμε την ετικέτα των σαλονιών στη μέση της ερήμου». Η Κλίο άνοιξε το στόμα να διαμαρτυρηθεί, όμως εκείνος συνέχισε: «Και αλληλογραφεί με λόγιους κι από τις


δύο εμπόλεμες πλευρές και με άλλους από ουδέτερες χώρες. Εκπλήσσομαι που οι γαλλικές αρχές είναι τόσο πρόθυμες να τον βοηθούν». Αυτό είχε μπερδέψει και την Κλίο, όμως δεν επρόκειτο να το παραδεχτεί. «Είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν όλους τους λόγιους. Δείχνουν να θεωρούν τον πατέρα μου δικό τους. Στο κάτω κάτω, ο γαμπρός του ήταν Γάλλος». «Θυμίζει τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα», σχολίασε ο Κουίν. Η Κλίο τον αγριοκοίταξε, όμως εκείνος κοιτούσε το ναό που πλησίαζαν. «Κι αυτό είναι το αντικείμενο της μελέτης του πατέρα σου;» «Αντιγράφει τις επιγραφές και τις μετράει». Ο πατέρας της μετρούσε τα πάντα εμμονικά, σαν να πίστευε πως έτσι θα μπορούσε να βρει το κλειδί για τα μυστήρια της αρχαιότητας. «Βοηθάει καθόλου;» Ο Κουίν κοντοστάθηκε και κοίταξε τις εντυπωσιακές κολόνες που υψώνονταν απ’ την άμμο. «Έτσι φαίνεται. Σε μένα αρέσει να κοιτάζω τις υπέροχες τοιχογραφίες. Αν σκαρφαλώσεις, μπορείς να δεις το πάνω μέρος από κάποιες. Οι στρατιώτες έχουν σκαλίσει τα ονόματά τους στη ζωφόρο. Μακάρι να μην το είχαν κάνει». Η Κλίο αναρίγησε. Σύμφωνα με κάποιους λόγιους, τα αρχαία ερείπια βρίσκονταν εκεί χιλιετίες ολόκληρες. «Ιεροσυλία», ψιθύρισε ο Κουίν κι άγγιξε το μπράτσο της. «Νομίζω ότι πονάς περισσότερο αυτά τα μνημεία απ’ ό,τι ο πατέρας σου, παρά τις μελέτες του». «Ίσως επειδή σκέφτομαι τους ανθρώπους που τα έφτιαξαν». Η Κλίο δεν τράβηξε το χέρι της. Άντρες και γυναίκες στέκονταν εκεί και θαύμαζαν τα μνημεία από τα αρχαία ακόμα χρόνια. Ίσως να αγγίζονταν όπως εκείνη και ο Κουίν, ίσως από φόβο, πιθανότατα από δέος. Της φαινόταν σαν ένα μικρό θαύμα το ότι είχε βρει κάποιον που το καταλάβαινε αυτό. Το γαϊδουράκι κινήθηκε, τραβώντας το καπίστρι και, μαζί, το μπράτσο της. Η στιγμή είχε χαθεί, παρασυρμένη απ’ το ζεστό αέρα, όπως και κάθε άλλη στιγμή σε εκείνο το μέρος. «Έλα, θα πρέπει να φτάσουμε στο στρατόπεδο προτού ανεβεί πολύ ψηλά ο ήλιος», είπε κι άρχισε να περπατάει χωρίς να κοιτάζει πίσω της. Άκουγε το γνώριμο ήχο απ’ τις οπλές του γαϊδουριού και το θόρυβο που έκαναν τα σανδάλια του άντρα που προχωρούσε πλάι της. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που κάποιος της είχε κρατήσει συντροφιά. Κι ήταν παράξενο ότι αυτό την έκανε να αισθάνεται πιο μόνη παρά ποτέ.


Κεφάλαιο 4 «Θέλεις να σταματήσουμε και να ξεκουραστούμε;» Η Κλίο κοίταξε τον Κουίν. «Λίγο πιο κάτω υπάρχει σκιά και έχουμε ακόμα ενάμισι χιλιόμετρο δρόμο». Προς μεγάλη της έκπληξη, ο Κουίν ένευσε καταφατικά. «Ναι, θα το ήθελα», είπε κι ύστερα, όταν την είδε να συνεχίζει να έχει το βλέμμα καρφωμένο μπροστά, συνέχισε: «Τι συμβαίνει;» «Τίποτα. Τίποτα πέρα από το ότι ένας ενήλικος άντρας είναι πρόθυμος να παραδεχτεί σε μια γυναίκα ότι θα ήθελε να ξεκουραστεί». «Θεωρείς ότι έτσι δείχνω αδυναμία;» «Όχι, ότι διαθέτεις κοινή λογική», απάντησε η Κλίο και οδήγησε το γαϊδουράκι στην όχθη του ποταμού. «Στη σκιά εκείνων των φοινικιών υπάρχει μια πεσμένη κολόνα από κάποιο αρχαίο μνημείο. Είναι καλό σημείο για να ξεκουραστούμε». Η Κλίο ακούμπησε στο καπούλι του γαϊδαράκου ενώ εκείνος έπινε νερό και έριχνε κλεφτές ματιές στον Κουίν, που καθόταν. Το βήμα του δεν ήταν κουρασμένο, όμως το πρόσωπό του ήταν χλομό. Με δεδομένο το ότι είχε πάθει θερμοπληξία και ότι είχε μια πληγή που είχε μολυνθεί άσχημα, ο Κουίν Μπρέντον ήταν και γυμνασμένος, και σκληροτράχηλος. «Κάποιες φορές επιδεικνύουν και οι άντρες κοινή λογική», είπε ήρεμα ο Κουίν όταν η Κλίο πήγε κοντά του. «Σ’ ευχαριστώ», πρόσθεσε, παίρνοντας το φλασκί που του έδωσε. Το έγειρε επιδέξια και ήπιε, χωρίς τα χείλη του να αγγίξουν το λαιμό του φλασκιού. «Πόσος χρόνος χρειάζεται για να συνηθίσει κανείς τη γεύση που δίνει στο νερό το κατσικίσιο φλασκί;» «Δε συνηθίζεται ποτέ». Η Κλίο ήπιε και τάπωσε το φλασκί. Στην απέναντι όχθη υπήρχαν μερικά αγόρια που έβοσκαν αγελάδες και ένα σμήνος ψαροφάγων πετούσε αντίθετα στο ρεύμα. Τα λευκά φτερά τους έλαμπαν στο φως του ήλιου. Ένας μεγάλος, πολύχρωμος ψαροφάγος κάθισε σε ένα κλαδί εκεί κοντά κι έκρωξε δυνατά, σαν να διεκδικούσε εκείνη τη λωρίδα της όχθης. Ύστερα βούτηξε στα καφετιά νερά και βγήκε με ένα ψάρι. Στην απέναντι όχθη, λίγες εκατοντάδες μέτρα μετά τη βλάστηση, οι αμμόλοφοι σχημάτιζαν μια λαμπερή λοφοπλαγιά. «Το τοπίο είναι πολύ όμορφο. Σαν να μην έχει αλλάξει καθόλου στο πέρασμα του χρόνου. Σχεδόν περιμένει κανείς να δει τις κόρες του φαραώ να βρίσκουν τον Μωυσή στους θάμνους ή ένα μεγάλο ποταμόπλοιο να κατεβαίνει το ποτάμι με λάβαρα να ανεμίζουν και σάλπιγγες να ηχούν», είπε ο


Κουίν. Ακούμπησε πίσω, στον κορμό ενός φοίνικα, και μισόκλεισε τα μάτια για να τα προστατεύσει απ’ την αντανάκλαση του ήλιου στο νερό. «Πάντα ήταν όμορφα εδώ. Και πάντα υπήρχαν ζέστη, ξηρασία, φτώχεια και κίνδυνοι», είπε η Κλίο. Η Αίγυπτος ήταν μια χώρα που έπρεπε κανείς να την υπομείνει, να την πολεμήσει και να τη νικήσει. Ένα μέρος στο οποίο οι άνθρωποι αγωνίζονταν για να τους δώσει το οτιδήποτε, με τον ίδιο τρόπο που όσοι δούλευαν στα ορυχεία πάλευαν με τη γη, μέσα στη ζέστη και στον κίνδυνο. Μόνο που στην Αίγυπτο υπήρχε ένας αρχαίος πολιτισμός, όχι διαμάντια, πολιτικές διεκδικήσεις, όχι κάρβουνο. «Χαλάρωσε, απόλαυσέ το και θα σε σκοτώσει», είπε κι έδειξε ένα μικρό φίδι που σερνόταν στην κρυψώνα του. «Ελπίζω οι στρατιωτικοί φίλοι σας να έχουν περισσότερες πληροφορίες για τις κινήσεις των Μαμελούκων», είπε ο Κουίν. «Δεν έχω καμιά διάθεση να συναντήσω τον Μουράντ Μπέη. Νομίζω ότι είναι πολύ πιο θανατηφόρος απ’ το φίδι». Η Κλίο αναρίγησε. Ο Τιερί της είχε μιλήσει για τους Μαμελούκους, τη γενναιότητα και την αγριότητά τους. Όσο της μιλούσε γι’ αυτούς, τα δάχτυλά του έσφιγγαν τη λαβή του σπαθιού του, σαν να φοβόταν. Ούτε κι εκείνη είχε καμιά διάθεση να τους συναντήσει. «Τι θα κάνεις;» «Ελπίζω ότι οι στρατιώτες θα έχουν εντολή να γυρίσουν στο Κάιρο. Φαντάζομαι ότι θα πάνε απ’ το ποτάμι, σωστά; Θα ήταν διαστροφή να πάνε πεζή, μ’ αυτή τη ζέστη». Ο Κουίν σηκώθηκε και τεντώθηκε. Είχε ύψος ένα κι ογδόντα πέντε και μυώδες κορμί, που το επιδείκνυε χωρίς να το αντιλαμβάνεται. «Αδυνατώ να φανταστώ πώς θα μπορούσα να πείσω τον πατέρα να φύγει». Η Κλίο σηκώθηκε και βάλθηκε να ισιώνει τα καλάθια, σαν να ένιωθε την ανάγκη να κάνει κάτι. «Είναι πολύ ξεροκέφαλος». «Αυτό θεραπεύεται με ένα χτύπημα στο κεφάλι», είπε ο Κουίν. Πήρε το καπίστρι και ξεκίνησε, αφήνοντάς τη να κοιτάζει την πλάτη του ξαφνιασμένη. Η Κλίο αναρωτήθηκε αν ο Κουίν εννοούσε πράγματι αυτό που είχε πει. Τι υπέροχο που θα ήταν. Ήταν σίγουρη ότι εκείνος θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τη σκέψη του με τον καλύτερο τρόπο, έτσι ώστε η μόνη επίπτωση για τον πατέρα της να ήταν ένα πονεμένο κεφάλι όταν θα συνερχόταν. Όχι, σίγουρα θα αστειευόταν. Οι αξιοσέβαστοι μηχανικοί δεν τριγυρνούσαν χτυπώντας λόγιους στο κεφάλι και φορτώνοντάς τους σε βάρκες στο ποτάμι. Έβαλε χαλινάρι στη φαντασία της και τάχυνε το βήμα της για να τον προλάβει.


*** Το στρατόπεδο ήταν μικρό και τακτικό, μ’ εκείνον το ζοφερό, άψυχο τρόπο που διατηρούν την τάξη οι στρατιώτες χωρίς γυναίκες. Ο λοχαγός Λορέν ήταν καθισμένος σε μια σπαστή πολυθρόνα έξω απ’ τη σκηνή του, με τους δύο υπολοχαγούς του όρθιους να τον ακούν. Όταν τους είδε να πλησιάζουν σηκώθηκε, έσμιξε τα πυκνά, μαύρα φρύδια του και βάλθηκε να παρακολουθεί τον άγνωστο άντρα που συνόδευε την Κλίο. «Μαντάμ». Υποκλίθηκε ελαφρά και οι δύο υπολοχαγοί τον μιμήθηκαν. «Κι ες;» «Ο Κουίντους Μπρέντον, Αμερικανός μηχανικός, λοχαγέ», απάντησε ο Κουίν στα γαλλικά, πριν προλάβει να μιλήσει η Κλίο. «Με έσωσαν η μαντάμ Βαλσάκ και ο πατέρας της. Βεδουίνοι επιδρομείς μου πήραν τις καμήλες». Όσο μιλούσε, ανέβασε το μανίκι του, αποκαλύπτοντας τον επίδεσμο στο μπράτσο του. «Αμερικανός;» Η στάση του Λορέν παρέμενε επιφυλακτική. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σύμμαχοι της Γαλλίας, έτσι δεν είναι;» είπε ο Κουίν ανέμελα. Ωστόσο, έβλεπε ότι η στάση του Λορέν ήταν επιφυλακτική, διακριτικά επιθετική. Οι δύο άντρες κοιτάζονταν σαν δυο σκυλιά που είχαν συναντηθεί στα όρια των περιοχών τους, χωρίς να ήταν ακόμα σίγουρα αν θα χρειαζόταν να πολεμήσουν, αλλά πρόθυμα να το κάνουν αν έπρεπε. «Ουί». Όμως τι κάνετε εδώ;» «Ικανοποιώ την περιέργειά μου. Ήμουν στα Βαλκάνια, άκουσα για τους λόγιους που έχει πάρει υπό την προστασία του ο αυτοκράτοράς σας και αποφάσισα να έρθω. Διαπίστωσα ότι υπάρχει πνεύμα αδελφότητας μεταξύ των επιστημόνων. Έλπιζα να φτάσω στους καταρράκτες -πράγμα που αποτελεί ενδιαφέρουσα πρόκληση στο θέμα της πλοήγησης-, όμως ακούω ότι θα ήταν αυτοκτονία τώρα». «Χα!» Ο Λορέν έκανε νόημα σε έναν από τους στρατιώτες κι εκείνος έσπευσε να φέρει δύο ακόμα σπαστές πολυθρόνες. «Καθίστε, πιείτε καφέ. Ο Μουράντ Μπέης έρχεται με δύναμη δεκαπέντε χιλιάδων αντρών. Οι τελευταίες πληροφορίες το επιβεβαιώνουν». «Κι εσείς έχετε πόσους, πενήντα άντρες;» Ο Κουίν κοίταξε γύρω του το στρατόπεδο. «Υποθέτω πως ούτε οι δικές σας εντολές περιλαμβάνουν την αυτοκτονία». «Σωστά. Θα αφήσουμε το στρατόπεδο και θα φορτώσουμε τις φορτηγίδες». Ο Λορέν έδειξε τα σκάφη που ήταν δεμένα στην όχθη. «Ετοιμαζόμουν να στείλω μήνυμα στον πατέρα σας, μαντάμ, να του πω να ετοιμα-


στεί για αναχώρηση αύριο τα ξημερώματα. Έχουμε χώρο για τους δυο... τους τρεις σας... και μερικές αποσκευές». «Μα τα βιβλία του πατέρα μου, τα έγγραφά του...» «Η ζωή του;» ρώτησε ο λοχαγός και ύψωσε τα φρύδια. «Η δική σας;» «Κύριε Μπρέντον, μάλλον θα πρέπει να δεχτώ την προσφορά σας να αφήσετε αναίσθητο τον πατέρα μου». Επιτέλους, Θα φύγουμε. Τώρα έχουμε τρόπο να διασχίσουμε τα εκατοντάδες χιλιόμετρα ως τις ακτές και εκεί... Εκεί, τι; αναρωτήθηκε η Κλίο. Ήταν μια γυναίκα χωρίς δικά της χρήματα και χωρίς προστασία απ’ τη στιγμή που θα άφηνε τον πατέρα της σ’ αυτή την επικίνδυνη χώρα. Αν όμως κατάφερνε να φτάσει στην Αγγλία ή στη Γαλλία, θα μπορούσε σίγουρα να βρει κάποια δουλειά, σωστά; Ο Κουίν έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Η χαλαρή στάση του την καθησύχασε. «Ίσως να μη χρειαστεί να καταφύγουμε σε κάτι τόσο δραστικό», της είπε. «Ο σερ Φίλιπ θα ερχόταν αν μπορούσε να πάρει τα πάντα μαζί του; Σίγουρα δεν είναι τόσο τυφλωμένος απ’ τη δουλειά του ώστε να πιστεύει ότι θα μπορούσε να καθίσει και να κρατάει σημειώσεις για τις αιγυπτιακές αρχαιότητες ενώ ο πιο επικίνδυνος στρατός της Αιγύπτου θα περνάει απ’ τον καταυλισμό σας». «Όχι, ελπίζω ότι ακόμα και ο πατέρας θα δεχόταν το αναπόφευκτο υπ’ αυτές τις συνθήκες. Το πρόβλημα είναι να αποφύγουμε τις μέρες των τσακωμών μέχρι να τον πείσουμε ότι ο κίνδυνος είναι πραγματικός». «Στο χωριό που περάσαμε υπήρχαν αρκετές φελούκες αγκυροβολημένες. Θα μπορούσαμε να αγοράσουμε ή να νοικιάσουμε δύο... σίγουρα θα έχουν αρκετό χώρο για τους τρεις μας και όλα τα υπάρχοντά σας». «Μα εγώ δεν μπορώ να κυβερνήσω σκάφος. Και ο πατέρας...» «Μπορώ εγώ να κυβερνήσω ένα μικρό σκάφος. Η αρματωσιά τους είναι διαφορετική, όμως οι αρχές είναι ίδιες. Εξάλλου, μπορούμε να προσλάβουμε μερικούς άντρες». Ο Λορέν τους παρακολουθούσε με προσοχή, συνοφρυωμένος, κουνώντας ελαφρά το κεφάλι, σαν να έκανε νοερά υπολογισμούς. «Πώς θα πληρώσετε για όλα αυτά, μεσιέ; Εγώ δεν έχω κονδύλια για να αγοράζω σκάφη για πολίτες». Η Κλίο ήξερε ότι αυτό ήταν αλήθεια. Ο αυτοκράτορας είχε αφήσει τα στρατεύματά του ουσιαστικά χωρίς τίποτα απολύτως, είτε επρόκειτο για χρήματα είτε για μπότες, ενώ υποσχόταν να τους στείλει μια καραβιά κλόουν και διασκεδαστές απ’ το Παρίσι, που θα τόνωναν το ηθικό. Ο Τιερί είχε σχολιάσει κάποτε με πικρία ότι θα ήταν διατεθειμένος να φάει ακόμα


κι έναν κωμικό, φτάνει να ήταν ψημένος καλά. «Έχω εγώ χρήματα», είπε ο Κουίν. Σηκώθηκε και πρόσφερε το χέρι του στην Κλίο, για να τη βοηθήσει κι εκείνη να σηκωθεί. Η Κλίο αδυνατούσε να καταλάβει το πώς κατάφερνε ενώ φορούσε κελεμπία να δίνει την εντύπωση ότι βρισκόταν σε σαλόνι. Όχι ότι η ίδια είχε βρεθεί ποτέ στη ζωή της σε σαλόνι. «Λοχαγέ, θα σας συναντήσουμε εδώ, αύριο, πριν το μεσημέρι». Ο Λορέν έμοιαζε να ψάχνει λόγους να διαφωνήσει, χωρίς να βρίσκει κανέναν. «Η αλληλογραφία του πατέρα σας, μαντάμ;» «Δε χρειάζεται να σας βαρύνουμε μ’ αυτήν, είμαι σίγουρος ότι έχετε πολλά να κάνετε χωρίς επιπλέον χαρτούρα να μπερδεύει τα πράγματα. Ο σερ Φίλιπ θα φροντίσει μόνος την αλληλογραφία του όταν θα φτάσουμε στο Κάιρο. Και, πιθανότατα, θα θελήσει να γράψει κι άλλες επιστολές όσο θα κατεβαίνουμε το ποτάμι». Η Κλίο άνοιξε το στόμα να διαφωνήσει κι ύστερα το έκλεισε και πάλι. Όσα έλεγε ο Κουίν ήταν απολύτως αληθή. Το μόνο που την προβλημάτιζε ήταν η άνεση με την οποία είχε αναλάβει τον ολοκληρωτικό έλεγχο της κατάστασης. «Πηγαίνουμε, μαντάμ; Όσο πιο σύντομα φτάσουμε στο χωριό και ξεκινήσουμε τις διαπραγματεύσεις, τόσο το καλύτερο». «Μια στιγμή, μεσιέ Μπρέντον. Θέλω να πω κάτι με το λοχαγό». Η Κλίο κοίταξε τον Κουίν στα μάτια. «Ιδιαιτέρως». «Μα φυσικά». Ο Κουίν υποκλίθηκε στους αξιωματικούς και πήγε στο σημείο όπου έβοσκε το γαϊδουράκι τους. «Αυτός ο Αμερικανός είναι θρασύς, όμως ακούω ότι όλοι τους έτσι είναι», είπε ο ένας από τους υπολοχαγούς ενώ απομακρυνόταν με το συνάδελφό του, ώστε να αφήσουν την Κλίο μόνη με το λοχαγό. «Τι γνωρίζετε γι’ αυτόν;» ρώτησε ο Λορέν, όπως ήξερε η Κλίο ότι θα έκανε. Δεν είχε απαντήσεις να του δώσει, ήθελε όμως να ακούσει τη γνώμη του για τον Κουίν. «Τίποτα», είπε και ανασήκωσε τους ώμους. «Είχε μια μολυσμένη πληγή και καιγόταν από τον πυρετό γιατί είχε πάθει θερμοπληξία. Είχε μαζί του χρήματα, αλλά τίποτα άλλο. Δεν έχω λόγο να υποπτεύομαι ότι είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι λέει». «Όμως είναι παράξενο να βρεθεί ένας Αμερικανός εδώ». «Ένας μοναχικός ταξιδιώτης μπορεί εύκολα να περάσει τα σύνορα, σωστά; Είναι πολλοί εκείνοι εκτός απ’ τον αυτοκράτορα που ενδιαφέρονται για την Αίγυπτο». «Οι Άγγλοι, σίγουρα», σχολίασε ο Λορέν με το βλέμμα καρφωμένο στη


φαρδιά πλάτη του Κουίν, που ακουμπισμένος στα καλάθια περίμενε, φαινομενικά αδιάφορος για τις συζητήσεις που γίνονταν στο στρατόπεδο γι’ αυτόν. Είχε το κεφάλι σκυμμένο και η Κλίο αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν ήταν πολύ κουρασμένος. «Και όχι για τα αρχαία της». «Πιστεύετε ότι μπορεί να είναι κατάσκοπος;» Αυτή η σκέψη δεν είχε περάσει ως τότε απ’ το μυαλό της Κλίο, όμως θα ήταν τρέλα να στείλουν οι Βρετανοί έναν πράκτορα τόσο βαθιά στην έρημο, όπου δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να τους ενδιαφέρει. «Δεν είναι στρατιώτης, είδα το σώμα του όταν τον φρόντιζα. Δεν έχει ουλές, με εξαίρεση κάποιες πολύ παλιές, που θα πρέπει να τις απέκτησε όταν ήταν μικρό παιδί». Ανασήκωσε τους ώμους και απάντησε η ίδια στην απορία της. «Όμως τι θα έκανε ένας κατάσκοπος εδώ; Στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια, θα μπορούσα να το καταλάβω. Όχι, θα πρέπει να είναι αυτός που λέει». Ποτέ δεν ένιωθε απόλυτα άνετα με τον Λορέν, που ήταν φίλος του συζύγου της. Κάποιες φορές αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να τον ρωτήσει γιατί την είχε παντρευτεί ο Τιερί. Τον ενθουσιασμό του πατέρα της να παντρέψει την κόρη του με έναν αξιωματικό του εχθρού της πατρίδας τους τον καταλάβαινε απόλυτα -αυτός ο γάμος θα προστάτευε τη θέση τους. Όμως γιατί τη φλέρταρε ο Τιερί σε κάθε ευκαιρία και στη συνέχεια είχε αποδειχτεί ένας απόμακρος και αδιάφορος σύζυγος; Τις μικρές ώρες, λίγο πριν ξημερώσει, όταν ήταν ξύπνια, βυθισμένη στη δυστυχία της, αναρωτιόταν αν ο γάμος της είχε αποτύχει εξαιτίας της ή... Ή, τι; Ο Τιερί ήξερε ποια παντρευόταν. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι ήταν προικοθήρας, όμως εγώ δεν έχω περιουσία. «Μαντάμ;» «Λυπάμαι». Η Κλίο συνειδητοποίησε ότι θα πρέπει να είχε χαθεί στις σκέψεις της και να μιλούσε στον εαυτό της. «Θα πρέπει να πάω να δω αν θα μπορέσουμε να νοικιάσουμε εκείνα τα σκάφη. Αν όχι, θα είμαστε αύριο εδώ με τα απολύτως απαραίτητα». «Φυσικά. Είστε σίγουρη ότι δε θέλετε να μου δώσετε την αλληλογραφία του πατέρα σας;» «Απόλυτα, ευχαριστώ». Σίγουρα ο λοχαγός θα είχε πιο επείγοντα πράγματα να τον απασχολούν εκείνη τη στιγμή. «Ορεβουάρ, λοχαγέ Λορέν». *** Ο Κουίν έσπρωξε το σπάγκο πίσω στη θέση του και πέταξε το πακέτο με τα γράμματα στο καλάθι όταν άκουσε την Κλίο να αποχαιρετά το λοχαγό. Ακόμα κι αν δεν του δινόταν ξανά η ευκαιρία να πάρει στα χέρια του τα γράμματα, είχε τουλάχιστον απομνημονεύσει τα ονόματα των οκτώ πα-


ραληπτών. Ανάμεσά τους υπήρχε κι ένας Άγγλος, ο καθηγητής Σμιθ από το Πόρτσμουθ. Ήταν άραγε σύμπτωση το ότι ο καθηγητής τύχαινε να ζει στην πόλη με τη μεγαλύτερη ναυτική βάση της χώρας; «Ναι, και τα γουρούνια μπορούν να πετάξουν», μονολόγησε. «Είσαι καλά;» ρώτησε η Κλίο, που στεκόταν ακριβώς πίσω του. «Αρκετά καλά και νιώθω καλύτερα τώρα που ξέρω ότι θα πάμε βόρεια». Η Κλίο έπιασε το καπίστρι και ξεκίνησε προς το μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό με τα σκάφη. «Θα είναι μεγάλη ανακούφιση να επιστρέψω στον πολιτισμό». Τότε θα απογοητευτείς οικτρά, σκέφτηκε ο Κουίν, διώχνοντας τις μύγες με ένα κλαδί. Κατευθυνόμαστε σε ένα πεδίο μάχης που μαστίζεται απ’ την πανούκλα και το καλύτερο που μπορείς να ελπίζεις είναι ότι θα αντιμετωπίσουν τον πατέρα σου σαν έναν εύπιστο ανόητο. Στη χειρότερη περίπτωση, ίσως εκείνος ο κροκόδειλος να είναι τελικά, η πιο ανθρωπιστική επιλογή. Στην ετοιμόρροπη προκυμαία όπου βρίσκονταν δεμένες οι φελούκες ήταν ξαπλωμένοι διάφοροι άντρες, όμως ο Κουίν κατευθύνθηκε προς το μεγαλύτερο σπίτι του χωριού. «Φαντάζομαι ότι εδώ θα μένει ο σεΐχης του χωριού. Θα περιμένεις υπάκουα απέξω με το γαϊδουράκι, όσο εγώ θα διαπραγματεύομαι;» Περίμενε ότι η Κλίο θα του έφερνε αντιρρήσεις, όμως εκείνη, απλά, κάλυψε το κάτω μέρος του προσώπου της με την άκρη της μαντίλας της και πήγε και κάθισε στη σκιά του τοίχου. «Ξέρω τη θέση μου», είπε. Δεν έδειχνε να είχε προσβληθεί ούτε να παραπονιέται, όμως υπήρχε κάτι στον τρόπο που μιλούσε που έκανε τον Κουίν να κοιτάξει πίσω του. «Ναι;» του είπε και ύψωσε τα φρύδια. «Υποθέτω ότι τα αραβικά σου είναι αρκετά καλά για να διαπραγματευτείς ή μήπως χρειάζεσαι βοήθεια;» «Όχι, ευχαριστώ», απάντησε εκείνος. Όμως χρειάζεσαι εσύ, σκέφτηκε ενώ χτυπούσε την πόρτα, αδειάζοντας το μυαλό του από τα γαλλικά και τα αγγλικά. «Σαλάαμ αλέικονμ», είπε στον ηλικιωμένο άντρα που άνοιξε και έσκυψε να μπει όταν ο σεΐχης του έκανε νόημα να περάσει. *** Ο Κουίν ήξερε ότι τα παζάρια απαιτούσαν υπομονή και επιμονή -είχε εξασκηθεί αρκετά όταν αγόραζε τις καμήλες του-, όμως οι διαπραγματεύσεις κράτησαν περισσότερο από δυο ώρες. Όχι, δεν μπορούσαν να πουλήσουν τις φελούκες. Ναι, πιθανόν να μπορούσαν να τις νοικιάσουν, μαζί με τα πληρώματά τους. Για τι ποσό; Ήθελε ο εφέντης να τους κατακλέψει σαν τους σατανάδες απ’ το στρατόπεδο, που πήγαιναν στο χωριό να αγοράσουν φαγητό; .


Ο Κουίν, υπομονετικά, επισήμανε ότι αν οι φελούκες και τα πληρώματά τους έλειπαν απ’ το χωριό όταν θα περνούσε ο Μουράντ Μπέης με το στρατό του, θα ήταν ασφαλείς. Αν του τις νοίκιαζαν, θα βρίσκονταν μακριά απ’ τον κίνδυνο και θα έβγαζαν και κέρδος. Στο μεταξύ είχαν μετακινηθεί στο ποτάμι και η πρότασή του προκάλεσε πολλά μουρμουρητά και χειρονομίες. Ειπώθηκε μια τιμή. Ο Κουίν τινάχτηκε έντρομος. Εξέτασε μια κακοπαθημένη κουπαστή, χαμογέλασε βλέποντας την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα σχοινιά και πρότεινε ένα άλλο ποσό. Όταν τελικά συμφώνησαν κι αφού είχε πιει πικρό καφέ και είχε πληρώσει το μισό ποσό, βρήκε την Κλίο καθισμένη στο ίδιο σημείο, ακίνητη. Όταν τον είδε να γυρίζει από την προκυμαία ανταλλάσσοντας αστεία και χαιρετώντας τους καινούργιους φίλους του, σηκώθηκε ήρεμα και τον ακολούθησε σιωπηλή, μέχρι που δεν τους έβλεπαν πια. «Θα χρειαστεί πολλή ώρα να μαζέψουμε τα πράγματά σας;» τη ρώτησε ο Κουίν όταν κατάλαβε ότι εκείνη δεν επρόκειτο να πει τίποτα. «Όχι. Όχι με τη βοήθειά σου». Η φωνή της Κλίο ακουγόταν πνιγμένη πίσω απ’ τη βαμβακερή μαντίλα της. «Τι συμβαίνει, Κλίο;» Ο Κουίν σταμάτησε και γύρισε. «Δε θέλεις να φύγεις;» Μπορεί αυτή η αποστολή να ήταν κυριολεκτικά μπελάς, τουλάχιστον όμως είχε πιστέψει ότι θα έσωζε έναν άνθρωπο. Τώρα, κατά τα φαινόμενα, το θύμα ίσως να μην ήθελε να σωθεί. «Φυσικά και θέλω να φύγω». Η Κλίο τράβηξε το πέπλο από το πρόσωπό της και τον αγριοκοίταξε. «Μόνο ένας ανόητος θα ήθελε να μείνει». «Τότε ανησυχείς μήπως ο πατέρας σου φανεί ξεροκέφαλος και αρνηθεί; Είμαι σίγουρος ότι μπορώ να...» «Αν αρνηθεί, θα τον αφήσουμε». Η Κλίο συνέχισε να πρόχωμά. Προσπέρασε το γαϊδουράκι, που ακολουθούσε υπάκουα. «Θα εγκατέλειπες τον πατέρα σου;» ρώτησε ο Κουίν. Οι ώμοι της Κλίο που προχωρούσε μπροστά του ήταν ίσιοι, η πλάτη της στητή. Αυτή η γυναίκα θα γινόταν καρχαρίας στη λουσάτη λίμνη της καλής κοινωνίας του Λονδίνου. «Εκείνος εγκατέλειψε τη μητέρα μου. Έχει εγκαταλείψει κι εμένα. Η μητέρα μου ήταν απλώς μια καμαριέρα χωρίς μισθό και το ίδιο είμαι κι εγώ. Θέλω να δω τον πατέρα μου να είναι ασφαλής και να τον φροντίζουν, ύστερα όμως...» Ο Κουίν χρειάστηκε να ταχύνει το βήμα του για να την προφτάσει. «Σε έχει εγκαταλείψει; Μα είσαι μαζί του τώρα».


«Με έχει εγκαταλείψει συναισθηματικά. Με έχει εγκαταλείψει στο μυαλό του. Γι’ αυτόν η οικογένεια είναι μια ενόχληση, ένα βάρος. Η μαμά πίστεψε ότι την αγαπούσε και κλέφτηκε μαζί του με τη θέλησή της». Η Κλίο σταμάτησε απότομα. «Ο πατέρας μου αγαπούσε την προίκα που θεωρούσε ότι θα έδινε ο παππούς μου όταν ο γάμος θα ήταν πλέον τετελεσμένο γεγονός. Όμως ο παππούς μου, απλώς, αποκλήρωσε τη μητέρα μου. Μέχρι να συνειδητοποιήσει εκείνη ότι είχε βρεθεί παντρεμένη με έναν άντρα που ήταν ολοφάνερα εγωιστής, είχε μείνει έγκυος σε μένα». Τουλάχιστον ο παππούς της την ήθελε, αν και ο Κουίν αρνιόταν να αναρωτηθεί αν αυτό οφειλόταν στην αγάπη του, στην αίσθηση καθήκοντος ή, απλώς, στην οικογενειακή του περηφάνια. Συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι να πει, έτσι πέρασε το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους της. Ίσως μια αγκαλιά να βοηθούσε. Εκείνη τραβήχτηκε και συνέχισε: «Η μητέρα ήταν πολύ καλή στο να μου εξηγεί πώς είχαν τα πράγματα όσο μεγάλωνα. Ο πατέρας μου ήταν πολυάσχολος άνθρωπος. Πολύ σημαντικός, όπως και η δουλειά του. Δεν έπρεπε να τον ενοχλούμε. Ο πατέρας μου με αγαπούσε πραγματικά. Όλα αυτά τα πίστευα όσο μέναμε στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Ανατολία κι εγώ ήμουν παιδί. Κατόπιν ήρθαμε στην Αίγυπτο, η μητέρα μου πέθανε κι εγώ συνειδητοποίησα...» «Τι;» «Ότι ήταν καιρός να σταματήσω να είμαι κορίτσι και ότι έπρεπε, να γίνω γυναίκα. Να σταματήσω να περιμένω ό,τι δεν μπορούσε να μου προσφέρει». «Αγάπη; Γι’ αυτό παντρεύτηκες το λοχαγό Βαλσάκ;» «Μα φυσικά». Η Κλίο τον κοίταξε με τα μυστηριώδη, γκριζοπράσινα μάτια της και χαμογέλασε. «Για ποιον άλλο λόγο θα παντρευόμουν εκτός από την αγάπη;»


Κεφάλαιο 5 «Για ποιον άλλο λόγο εκτός από την αγάπη;» Ο Κουίν Μπρέντον προχωρούσε πλάι της. «Μπορώ να σκεφτώ πολλούς λόγους -για προστασία, για χρήματα, για κύρος». Για μια στιγμή ένιωσε το βλέμμα του να καρφώνεται πάνω της. «Από λαγνεία». Η Κλίο μόρφασε κι ύστερα έδιωξε μια μύγα, ώστε να κρύψει την αντίδρασή της. Για να ξεφύγω, πρόσθεσε νοερά. Και από λαγνεία, ας είσαι ειλικρινής. Ποθούσες τον Τιερί, ήταν μεγαλόσωμος, όμορφος και γεμάτος ζωντάνια. Σε κοιτούσε και έβλεπε κάτι περισσότερο από ένα σκλαβάκι, ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζες. «Παντρεύτηκα το σύζυγό μου επειδή τον αγαπούσα», απάντησε με ειλικρίνεια. Και τρεις μήνες αργότερα, όταν έμεινα χήρα, τον μισούσα. Η περηφάνια τη βοηθούσε να κρατάει τον τόνο της ανάλαφρο, τα χείλη της σφιγμένα. Ήταν ανόητη που είχε παντρευτεί έναν άντρα που γνώριζε ελάχιστα. Και θα πρέπει να ήταν ακόμα ανόητη αφού δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί την είχε παντρευτεί εκείνος. Ωστόσο, δεν επρόκειτο να ομολογήσει τίποτα απ’ όλα αυτά στον Αμερικανό που ήταν επίσης μεγαλόσωμος, όμορφος και γεμάτος ζωντάνια. Και ανησυχητικά έξυπνος και περίεργος. «Εκπλήσσομαι που βρήκατε εδώ ιερέα να σας παντρέψει», σχολίασε ο Κουίν. «Ή μήπως παντρευτήκατε σε κοπτική εκκλησία;» «Παντρευτήκαμε στο Κάιρο. Ήμασταν εκεί με τον πατέρα μου τον Ιούνιο του ’98, όταν κατέλαβαν οι Γάλλοι την πόλη. «Ω, όχι», είπε ο Κουίν. «Δεν ήταν ευχάριστο», συμφώνησε η Κλίο. Χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να διώξει απ’ το μυαλό της τις αναμνήσεις, τη μυρωδιά του αίματος, του καπνού και της αρρώστιας. Αρκούσε να κλείσει τα μάτια της και οι κραυγές των άρρωστων και των ετοιμοθάνατων θα κάλυπταν το βουητό του ποταμού και τα κρωξίματα των γερακιών στον ουρανό. «Ευτυχώς, η πολιορκία δεν κράτησε πολύ. Ο πατέρας παρουσιάστηκε αμέσως στις καινούργιες γαλλικές αρχές. Βλέπεις, είχε ακούσει για τους λόγιους του αυτοκράτορα». «Κι εκείνοι, παρόλο που ήταν Άγγλος, του επέτρεψαν να μείνει ελεύθερος; Ακόμα και μετά την ήττα τους στην κοιλάδα του Νείλου;» «Υποθέτω ότι θεώρησαν πως ήταν άκακος. Μίλησε στον κυβερνήτη και θα πρέπει να τον έπεισε ότι ήταν ακριβώς αυτό που παρουσιαζόταν. Του


πρόσφεραν προστασία και τον βοήθησαν με την αλληλογραφία του». «Γιατί είστε ακόμα εδώ;» «Μείναμε για ένα χρόνο στο Κάιρο και τον επόμενο Ιούλη βρήκαν τη στήλη της Ροζέτας και την έφεραν εκεί. Όμως άφησαν μόνο τους Γάλλους λόγιους να την εξετάσουν. Ο πατέρας ήταν έξαλλος. Ο Ναπολέων έφυγε για τη Γαλλία για το πραξικόπημά του και τα πάντα άρχισαν να καταρρέουν στο Κάιρο -οι στρατηγοί τσακώνονταν, τα χρήματα και το φαγητό ήταν ελάχιστα και η πανούκλα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Ο πατέρας είπε ότι ήθελε να πάει νότια κι οι Γάλλοι του το επέτρεψαν, υπό την προϋπόθεση ότι θα ακολουθούσαμε ένα στρατιωτικό απόσπασμα που κατευθυνόταν προς τα εκεί. «Και, ευτυχώς, ο Βαλσάκ ήταν ένας απ’ τους αξιωματικούς, σωστά; Θα πρέπει να χάρηκες πολύ». «Δεν τον ήξερα πριν. Γνωριστήκαμε όταν καταστρώνονταν τα σχέδια. Ο Τιερί άρχισε να με φλερτάρει. Τότε ο πατέρας και ο στρατηγός είπαν ότι δε θα ήταν σωστό να είμαι η μοναδική γυναίκα και, μάλιστα, ανύπαντρη. Έτσι ο Τιερί με ζήτησε σε γάμο». «Τι ευτυχές που ένας γάμος σκοπιμότητας είχε τόσο ρομαντική κατάληξη. Και τι θλιβερό το ότι κράτησε τόσο λίγο. Πώς πέθανε ο σύζυγός σου; Αν δε σε πειράζει να μιλάς γι’ αυτό...» Δεν υπήρχε ίχνος ειρωνείας στον τόνο της φωνής του Κουίν. Αντίθετα, έμοιαζε να δείχνει ειλικρινή κατανόηση. «Σκοτώθηκε σε μια αψιμαχία όταν συναντήσαμε την οπισθοφυλακή του Μουράντ Μπέη, τότε που ο στρατός του επέστρεφε στο Νότο. Από τότε επικρατεί ειρήνη, γι’ αυτό πλέον δε μένουμε με τους στρατιώτες. Εκείνοι βρήκαν καλύτερο σημείο να στρατοπεδεύσουν, αλλά ο πατέρας ήθελε να είναι κοντά στο ναό». «Κι εσύ επέστρεψες στη σκηνή του πατέρα σου». «Πάντα εκεί έμενα όταν ο Τιερί έλειπε απ’ το στρατόπεδο». Ποιος άλλος θα τον φρόντιζε; σκέφτηκε η Κλίο, όμως κράτησε τη σκέψη της για τον εαυτό της. Δεν είχε νόημα να γίνει πικρόχολη, στο κάτω κάτω ήταν η μόνη που είχε πληγωθεί. «Κοίτα, να το χωριό μας. Θα πρέπει να κανονίσω να μας βοηθήσουν αύριο να μεταφέρουμε τα πράγματά μας στα σκάφη». Δεν αντιμετώπισε πρόβλημα σ’ αυτό. Ήταν γνωστή και οι χωρικοί την εμπιστεύονταν, παρόλο που θεωρούσαν τον πατέρα της πολύ παράξενο, ενώ οι γυναίκες τη λυπούνταν επειδή δεν είχε σύζυγο. Η Κλίο διαπραγματεύτηκε με το σεΐχη για άντρες και γαϊδούρια που θα μετέφεραν τα πράγματά τους στο Σεκ Αμέρ με αντάλλαγμα το μικρό τους γαϊδουράκι και όλα


όσα δε θα χωρούσαν στις φελούκες. Ο Κουίν δεν μπήκε στο χωριό μαζί της, ίσως επειδή διαισθανόταν ότι σαν άγνωστος ίσως να την ντρόπιαζε με την παρουσία του. Ήταν πολύ ευαίσθητος, ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι θα φανταζόταν έναν μηχανικό. Θα του ταίριαζε περισσότερο να ήταν διπλωμάτης, αποφάσισε, ενώ σταματούσε στην όχθη του ποταμού να κόψει μερικά χόρτα για να ταΐσει το βράδυ το γαϊδουράκι. Όταν κοίταξε γύρω της ψάχνοντας τον Κουίν, είδε ότι είχε ανεβεί στον αμμόλοφο όπου βρισκόταν ο ναός και στεκόταν στη σκιά μιας απ’ τις μεγάλες κολόνες. Πήρε το πακέτο με τα γράμματα, το μαχαίρι και τα φλασκιά με το νερό απ’ τον πάτο του ενός καλαθιού, έβαλε μέσα τα χόρτα που είχε κόψει κι ύστερα ξανάβαλε από πάνω τους τα πράγματα, ισιώνοντας το σπάγκο με τον οποίο είχε πιάσει τους φακέλους. Όταν τον είχε δέσει εκείνο το πρωί τον είχε τυλίξει γύρω από τα γράμματα μια φορά κι ύστερα είχε δέσει τον κόμπο στο κέντρο. Τώρα στη μία γωνία ο σπάγκος είχε γλιστρήσει και δεν ήταν πλέον ίσιος. Παράξενο. Ίσως να είχε φύγει απ’ τη θέση του όταν είχε βάλει στο καλάθι τα φλασκιά. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον άντρα που ήταν σχεδόν αθέατος στη σκιά του ναού. Ή μπορεί να είχε μετακινήσει ο Κουίν το σπάγκο ώστε να δει τις διευθύνσεις των παραληπτών. Γιατί να κάνει ωστόσο κάτι τέτοιο; Θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε με τον Λορέν. Ήταν άραγε δυνατόν ο Κουίν να ήταν κατάσκοπος; Όμως τα μόνα που υπήρχαν εκεί ήταν ένας Άγγλος λόγιος με την κόρη του κι ένα μικρό απόσπασμα Γάλλων στρατιωτών, χιλιόμετρα ολόκληρα μακριά απ’ τη βάση τους. Αλλά θα επιστρέψουμε στο Κάιρο και ο Κουίν θα έρθει μαζί μας... Όχι, θα ήταν υπερβολικά περίπλοκο... Να κατεβεί εκατοντάδες χιλιόμετρα προς το Νότο, να περάσει τόσους κινδύνους, μόνο και μόνο για να βρει ένα μικρό απόσπασμα που θα του εξασφάλιζε την είσοδο στο Κάιρο; Εξωφρενικό. Σκέφτηκε ότι γινόταν ανόητη, έπιασε το καπίστρι και βάλθηκε να διασχίζει την άμμο προς το σημείο με τους θάμνους, όπου θα μπορούσε να αφήσει το γαϊδουράκι να βοσκήσει. Ο Κουίν ήταν απλά περίεργος κι εκείνη μόνη, απομονωμένη, χωρίς κανέναν να μιλήσει. Ήταν θαύμα ότι δεν έβλεπε παντού ύποπτους χαρακτήρες ή ότι δεν έπιανε συζητήσεις με το γαϊδουράκι. Εκεί έξω υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος, γεμάτος ανθρώπους με κανονικές οικογένειες, οικογένειες που τα μέλη τους νοιάζονταν το ένα για το άλλο, συζητούσαν, ψώνιζαν, πήγαιναν στο θέατρο και δέχονταν φίλους. Ένας ολόκληρος κόσμος που φάνταζε τόσο μακρινός όσο κι ο κόσμος των


αρχαίων Αιγυπτίων, με τα αινιγματικά μνημεία τους. Το γαϊδουράκι βρήκε στη βάση του λόφου όπου βρισκόταν ο ναός ένα θάμνο που προσπαθούσε να επιβιώσει και άρχισε να τον μασουλάει. Η Κλίο άφησε το καπίστρι κι ανέβηκε το λόφο, νιώθοντας την άμμο να γλιστράει κάτω από τα πέλματά της. Εκεί, οι μεγάλες οριζόντιες δοκοί απείχαν μόλις λίγα μέτρα απ’ το κεφάλι της και μπήκε στο ναό, όπου βρήκε τον Κουίν να στέκεται στις σκιές και να κοιτάζει το ταβάνι. «Κοίτα», της είπε με δέος. «Στην οροφή είναι ζωγραφισμένα αστέρια». «Εκεί είναι η Νουτ». Η Κλίο έδειξε την ψηλόλιγνη σιλουέτα μιας γυναίκας, που κυριαρχούσε στο στερέωμα. «Όλα αυτά είναι τόσο αφάνταστα παλιά. Ήμουν εκεί όταν ο Ναπολέων μίλησε στα στρατεύματα έξω από το Κάιρο. “Στρατιώτες! Από τις κορυφές αυτών των πυραμίδων σας ατενίζουν σαράντα αιώνες”. Όμως εγώ γνωρίζω ελάχιστα γι’ αυτά τα μνημεία. Ο πατέρας απλώς μετράει πράγματα. Εγώ θέλω να σκάψω και να τα ελευθερώσω από την άμμο». «Και να βρεις θησαυρούς; Λένε ότι υπάρχουν χρυσά φέρετρα και αγάλματα από λαζούρι, καλυμμένα με φύλλα χρυσού». «Γι’ αυτό είσαι εδώ;» ρώτησε η Κλίο χωρίς να το σκεφτεί. «Είσαι κυνηγός θησαυρών;» «Όχι, φυσικά και όχι». Ο Κουίν έδειχνε να το διασκεδάζει. «Είναι προφανές, ακόμα και σε κάποιον αδαή σ’ αυτά τα πράγματα, όπως είμαι εγώ, ότι θα χρειαζόταν κανείς έναν ολόκληρο στρατό εργατών για να ξεθάψει αυτά τα μνημεία», είπε κι όταν τα μάτια της Κλίο συνήθισαν στο χαμηλό φως, είδε ότι την κοιτούσε. «Σου είπα τι είμαι. Δε με πιστεύεις;» «Ναι. Ναι, φυσικά. Όμως ένας μηχανικός θα γνώριζε πώς θα μπορούσε να ξεθάψει ένα τέτοιο μνημείο...» «Ξέρω πώς να το καθαρίσω απ’ την άμμο με τρόπο ασφαλή και αποτελεσματικό, αλλά δεν ξέρω τι θα έψαχνα να βρω ή τι ζημιές πιθανόν θα έκανα», τη διέκοψε ο Κουίν. «Είναι πολύ δύσκολο να με εμπιστευθείς, Κλίο;» Της πρόσφερε το χέρι του. «Ας βγούμε και πάλι έξω. Νιώθω αυτά τα τέσσερις χιλιάδες χρόνια να με βαραίνουν». Η Κλίο αγνόησε το χέρι του, όμως ανέβηκαν την άμμο που είχε μπει στο εσωτερικό του ναού και στάθηκαν μαζί στη σκιά της εισόδου του. Κοιτούσε τον Κουίν με την άκρη του ματιού της και είχε την αίσθηση ότι ήθελε να την αγγίξει. Νωρίτερα είχε περάσει το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους της κι εκείνη είχε τραβηχτεί, ενώ λίγο πριν είχε προσπαθήσει να της πιάσει το χέρι. Όμως τα κίνητρά του δε φάνταζαν σεξουαλικά, δεν προσπαθούσε να την αρπάξει άτσαλα, όπως έκαναν κάποιοι άντρες προτού τους δείξει


το μαχαίρι της. «Το χρώμα σου δεν είναι καλό», σχολίασε. «Είσαι χλομός». «Τα λόγια σου με κάνουν να νιώθω πολύ καλύτερα», είπε ο Κουίν και μόρφασε. «Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, νιώθω εξαντλημένος». «Σε είχα προειδοποιήσει». «Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι τόσο αυτάρεσκη». Ο Κουίν ακούμπησε πίσω σε μια κολόνα κι έκλεισε τα μάτια. Οι βλεφαρίδες του φάνταζαν τόσο σκούρες και μακριές στο φόντο του χλομού προσώπου του. «Δε γίνομαι αυτάρεσκη, απλώς είχα δίκιο». Η Κλίο ακούμπησε τις παλάμες της στους ώμους του και τον έσπρωξε προς τα κάτω. «Κάθισε. Ξεκουράσου». Ο Κουίν της έπιασε τον καρπό και την τράβηξε προς το μέρος του, ενώ γλιστρούσε κατά μήκος της κολόνας, μέχρι που βρέθηκε καθισμένος στην άμμο, με τα γόνατα υψωμένα. «Το ενδιαφέρον σου είναι συγκινητικό. Κάθισε κι εσύ και φρόντισέ με με τον τρόπο που ξέρει να το κάνει μια γυναίκα». Η Κλίο ρουθούνισε ειρωνικά, όμως κάθισε πλάι του. Ο ώμος του ακουμπούσε σχεδόν στο δικό της. Ήταν κάτι καινούργιο γι’ αυτήν το να κάθεται στη διάρκεια της μέρας και να μην κάνει τίποτα. Ήταν τόσο έξω από την εμπειρία της απλώς να κάθεται και να μιλάει. Ο Κουίν θα τη θεωρούσε πραγματικά αξιολύπητη αν μάντευε πόση ευχαρίστηση της έδινε αυτό. «Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να σε διατηρήσω σε αρκετά καλή κατάσταση ώστε να βοηθήσεις κάπως στο πακετάρισμα». «Σε λίγα λεπτά θα είμαι εντάξει». Τα μάτια του Κουίν ήταν ακόμα κλειστά και είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο πίσω στην κολόνα. Ήταν ενδιαφέρον να ακούει έναν άντρα να παραδέχεται την αδυναμία του. Ο Τιερί ούτε που θα σκεφτόταν ποτέ κάτι τέτοιο, θα θεωρούσε ότι δεν ταίριαζε σε έναν άντρα. Η ίδια το θεωρούσε απλώς ανόητο. Ήταν λογικό να θέλει ο Κουίν να ξεκουραστεί κι αυτό δεν τον έκανε αδύναμο. Κοίταξε τις μεγάλες παλάμες του, που ακουμπούσαν στα γόνατά του, τα μακριά του δάχτυλα. Τίποτα τους δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν όχι αρκετά αρρενωπό. Όσο έκανε αυτές τις σκέψεις, ο Κουίν σήκωσε το δεξί του χέρι και το πέρασε γύρω από τους ώμους της, σαν να τον είχε καθοδηγήσει το ένστικτό του. «Τι κάνεις;» τον ρώτησε εκείνη και στριφογύρισε το κορμί της, σαν να προσπαθούσε να τον αποφύγει. «Σε αγκαλιάζω», απάντησε ο Κουίν και την τράβηξε στο πλευρό του. «Δεν έχω κακές προθέσεις, μην πανικόβάλλεσαι. Είμαι θερμός υποστηρι-


κτής των αγκαλιών, όλοι θα έπρεπε να αγκαλιαζόμαστε περισσότερο. Η ανθρώπινη επαφή είναι σημαντική, δε συμφωνείς;» Δε θα μπορούσα να ξέρω. Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους. Ο πατέρας της δεν την είχε αγκαλιάσει ποτέ, ο Τιερί την αγκάλιαζε μόνο όταν ήθελε σεξ. Υπέθετε ότι η μητέρα της θα πρέπει να την αγκάλιαζε, όμως δεν μπορούσε να το θυμηθεί. Η μητέρα της έδειχνε πάντα τόσο απασχολημένη, τόσο κουρασμένη. Τώρα όμως που επέτρεπε στον εαυτό της να χαλαρώσει κάπως ήταν ευχάριστο να νιώθει κοντά σε ένα ανθρώπινο πλάσμα, σε ένα φιλικό, ομιλητικό άνθρωπο. Το μπράτσο του Κουίν γύρω από τους ώμους της ήταν βαρύ, αλλά όχι με δυσάρεστο τρόπο. Δεν προσπαθούσε να την αγγίξει με άλλον τρόπο. Ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς του κάτω απ’ τα πλευρά του και στα ρουθούνια της έφταναν η γνώριμη μυρωδιά του σαπουνιού της και η καθόλου δυσάρεστη μυρωδιά του αντρικού ιδρώτα. Το πιθανότερο ήταν ότι εκείνη μύριζε σκόνη και γαϊδούρι. «Κι εσένα ποια σε αγκαλιάζει;» τον ρώτησε. «Η σύζυγός σου;» «Δεν είμαι παντρεμένος». Ο Κουίν ακουγόταν μισοκοιμισμένος. «Η ερωμένη σου;» Στα χείλη του Κουίν σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. «Οι ερωμένες δεν είναι για αγκαλιές». «Ποιος, λοιπόν;» «Η μητέρα μου συνήθιζε να με αγκαλιάζει. Με αγκαλιάζουν οι ανιψιές και οι ανιψιοί μου. Η παλιά μου γκουβερνάντα όταν δε μου τα ψέλνει για κάτι. Οι αδελφοί μου. Άντρες φίλοι μου». «Αγκαλιάζεις άντρες;» Εκείνο το αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε και πάλι. «Ξέρεις -με εκείνον τον τρόπο που μισοαγκαλιαζόμαστε οι άντρες, σαν να ντρεπόμαστε. Όταν χτυπάμε ο ένας τον άλλον στον ώμο, καθαρίζουμε το λαιμό μας κι αρχίζουμε να μιλάμε για άλογα ή γυναίκες». Όχι, η Κλίο δεν ήξερε. Ήταν πιθανότατα ένα κομμάτι εκείνου του άγνωστου κόσμου που καταλάβαινε ελάχιστα, όπως και κάθε γυναίκα που είχε μεγαλώσει σε χωριό. «Ο πατέρας σου;» «Όχι ο πατέρας μου». Αυτή τη φορά ο Κουίν δε χαμογέλασε και ο τόνος της φωνής του ήταν επίπεδος. Η Κλίο ήξερε από πατεράδες που μπορούσαν να σβήνουν το χαμόγελο απ’ τα χείλη των παιδιών τους. «Έχεις τέσσερις μεγαλύτερους αδελφούς, φυσικά. Υπάρχει και Σίξτους2;» 2 Έκτος, στα λατινικά. (Σ.τ.Μ.)


«Όχι, είμαι ο μόνος που έχει αριθμό για όνομα». Ο Κουίν φρόντισε και πάλι να κρύψει τα συναισθήματά του. «Οι υπόλοιποι αδελφοί μου ονομάζονται Χένρι, Τζέιμς, Τσαρλς και Τζορτζ». Δε χρειαζόταν ιδιαίτερη διορατικότητα για να μαντέψει κανείς ότι στην οικογένεια του Κουίν ή, τουλάχιστον, στη δική του σχέση με τον πατέρα του υπήρχε κάποιο μεγάλο πρόβλημα. Για τι θα μπορούσαν να συζητήσουν τώρα; Ίσως να ήταν καλύτερα να τον αφήσει να ξεκουραστεί. Ένιωθε απρόσμενα άνετα έτσι όπως ήταν καθισμένοι μαζί, όπως άγγιζαν ο ένας τον άλλον. Έκλεισε τα μάτια. Τι ανόητη ήμουν που τον υποπτευόμουν. Είναι ένας καλός, απλός άνθρωπος. «Μίλησέ μου για το μικρό σου απόσπασμα των στρατιωτών». Τα μάτια της Κλίο άνοιξαν απότομα. «Τι θέλεις να μάθεις γι’ αυτούς;» «Απλώς αναρωτιόμουν πώς θα είναι ως συνταξιδιώτες. Είναι φιλικοί ή εχθρικοί; Τους θεωρείς ικανούς; Είναι καλά οπλισμένοι;» «Δε γνωρίζω το παραμικρό για τις ικανότητες ή τον οπλισμό τους», είπε η Κλίο επιφυλακτικά. «Οι γνώσεις μου σ’ αυτά τα θέματα είναι ελάχιστες. Γιατί;» «Επειδή θα γράψω τα πάντα σε μια αναφορά και θα τη στείλω στους Βρετανούς με ταχυδρομικό περιστέρι». Ο Κουίν ύψωσε το βλέμμα με απόγνωση. «Κλίο, αν είναι δυνατόν! Μα φυσικά επειδή η ασφάλειά μας θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απ’ αυτό το απόσπασμα. Δε θα είναι κρουαζιέρα αναψυχής. Εγώ δεν έχω καθόλου όπλα. Έχει ο πατέρας σου;» «Ένα μουσκέτο και μερικά πιστόλια. Κι ένα σπαθί στο μεγάλο μπαούλο, νομίζω. Όμως βρίσκονται χρόνια εκεί». «Θα τα βγάλουμε απόψε και θα τα ελέγξουμε. Ξέρει καλό σημάδι ο πατέρας σου;» «Υποθέτω ότι θα μπορούσε να πετύχει μια πυραμίδα αν ήταν αρκετά κοντά, όμως δεν τον έχω δει ποτέ με όπλο στο χέρι». Ήταν πάντα η μητέρα της που έπρεπε να εξασφαλίζει τα κοτόπουλα για το τσουκάλι. «Τότε θα μείνουμε κοντά στους στρατιώτες σου». Ο Κουίν σηκώθηκε με άνεση, σαν να μην είχε δυσκολευτεί καθόλου, πράγμα που, με δεδομένη την κατάσταση της υγείας του, θα πρέπει να είχε απαιτήσει μεγάλη δύναμη θέλησης. «Δεν είναι δικοί μου στρατιώτες». Η Κλίο κοίταξε τον τρόπο με τον οποίο ο Κουίν προστάτευε το αριστερό του μπράτσο. «Πονάει;» «Θα ζήσω». Ναι, ο Κουίν κρύβει πολλά κάτω απ’ το όμορφο πρόσωπο και τους καλούς τρόπους του. «Παντρεύτηκες έναν απ’ αυτούς», πρόσθεσε, α-


ποφασισμένος κατά τα φαινόμενα να μην αφήσει το θέμα. Η Κλίο βάλθηκε να κατεβαίνει την πλαγιά, προς το γαϊδουράκι που περίμενε υπομονετικά. «Επειδή τον αγάπησες». Η φωνή του Κουίν ακούστηκε πολύ κοντά πίσω της, τόσο που όταν σταμάτησε, ο Κουίν έπεσε πάνω της. «Φυσικά. Σου το έχω πει ήδη αυτό». Η Κλίο ξεκίνησε με ζωηρό βήμα προς τη σκηνή τους, τόσο ζωηρό ώστε το γαϊδουράκι χρειάστηκε να ταχύνει το δικό του για να την προλάβει. «Είσαι πολύ περίεργος άνθρωπος, κύριε Κουίν». «Εννοείς ασυνήθιστος ή αδιάκριτος;» Ο Κουίν είχε ταχύνει κι εκείνος το βήμα του, πράγμα που, πιθανότατα, θα τον κούραζε και πάλι, όμως η Κλίο ήταν πολύ εκνευρισμένη για να νοιαστεί. «Και τα δύο». «Αναρωτιόμουν επειδή φαντάζει πολύ παράξενο κάτι τέτοιο για μια Αγγλίδα -να παντρευτεί έναν εχθρό. Όμως, αν επρόκειτο για έρωτα, καταλαβαίνω». «Οι Γάλλοι δεν είναι εχθροί μου. Δεν έχω πατήσει ποτέ το πόδι μου στην Αγγλία και οι σπουδαίοι Άγγλοι συγγενείς μου δε με θέλουν, γιατί λοιπόν να με νοιάζει κάτι τέτοιο; Το μόνο καλό που γνωρίζω για την Αγγλία είναι ότι βρέχει πολύ εκεί». Η Κλίο σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον ανελέητα γαλανό και καυτό ουρανό. «Και ότι στην Αγγλία δεν υπάρχει άμμος. Όμως ο Τιερί μου είπε ότι στη Γαλλία βρέχει σχεδόν όσο στην Αγγλία και πως ούτε εκεί υπάρχουν έρημοι. Ανυπομονούσα να πάω στη Γαλλία», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. Αλλά όχι αρκετά, όπως αποδείχτηκε. «Και στην Αμερική βρέχει πολύ», σχολίασε ο Κουίν. «Υπάρχουν έρημοι, όμως τις αποφεύγεις εύκολα αν θέλεις». Η Κλίο, που είχε φτάσει στη σκηνή, γύρισε και τον κοίταξε. «Μου κάνετε πρόταση, κύριε Μπρέντον;» Έλπιζε ότι θα τον έκανε να τα χάσει, ίσως ακόμα και να ντραπεί. Αντίθετα, εκείνος γέλασε. Το γέλιο του ήταν βαθύ, απαλό. «Όχι, κι εσύ με πειράζεις, μαντάμ. Επρόκειτο για μια γεωγραφική παρατήρηση, όπως γνωρίζεις πολύ καλά». «Θυγατέρα!» Ο πατέρας της Κλίο εμφανίστηκε στο πλάι της σκηνής. «Ήρθες επιτέλους». Πήρε το πακέτο με τα γράμματα απ’ το καλάθι. «Γιατί δεν τα παρέδωσες αυτά; Και δεν υπήρχε τίποτα για μένα;» «Οι στρατιώτες φεύγουν, πατέρα». Η Κλίο οδήγησε το γαϊδουράκι στο στάβλο του και ξεφόρτωσε τα καλάθια. Ό Κουίν τα πήρε και βάλθηκε να


βγάζει τα χόρτα που θα έτρωγε το γαϊδουράκι. Η Κλίο υπέθεσε ότι το έκανε ώστε να την αφήσει να μιλήσει με τον πατέρα της. «Φεύγουν; Μα ποιος θα αναλάβει την αλληλογραφία μου;» Ο πατέρας της είχε γίνει κατακόκκινος, όπως συνέβαινε πάντα όταν χαλούσαν τα σχέδιά του. «Κανείς. Θα φύγουμε κι εμείς, γιατί έρχονται οι Μαμελούκοι. Ο κύριος Μπρέντον νοίκιασε δύο φελούκες και αύριο, πρωί πρωί, θα έρθουν οι χωρικοί να μας βοηθήσουν να μεταφέρουμε τα πράγματά μας. Πρέπει να ξεκινήσουμε να μαζεύουμε άμεσα». «Ανοησίες. Υπάρχει δουλειά που πρέπει να γίνει εδώ. Οι Μαμελούκοι δε θα μας ενοχλήσουν, γιατί να το κάνουν; Θα μείνουμε», είπε ο πατέρας της και γύρισε πάλι προς τη σκηνή. «Μα, πατέρα...» Ο Κουίν πρόβαλε από το στάβλο του γαϊδουριού. «Εγώ θα φύγω αύριο το πρωί και θα πάρω μαζί μου τη μαντάμ Βαλσάκ και τα υπάρχοντά της. Το αν θα μας ακολουθήσετε με τη θέλησή σας ή αν θα προσπαθήσετε να μείνετε είναι αποκλειστικά δικό σας θέμα, σερ Φίλιπ». Ο πατέρας της γύρισε. «Η κόρη μου δε θα πάει πουθενά. Θα κάνει ό,τι της πω και θα μείνει εδώ, μαζί μου». «Η μαντάμ Βαλσάκ είναι χήρα και ενήλικη, σερ Φίλιπ. Μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Και η συνείδησή μου δε μου επιτρέπει να σας αφήσω εδώ, όσο ξεροκέφαλος κι αν είστε, σερ. Αν αρνηθείτε να μας ακολουθήσετε, φοβάμαι ότι θα πρέπει να σας αφήσω αναίσθητο και να σας φορτώσω σ’ εκείνο το κακόμοιρο γαϊδουράκι». «Θα επιτεθείτε σε κάποιον αρκετά μεγάλο ώστε να είναι πατέρας σας! Αφού σας πρόσφερα τη φιλοξενία μου και σας έσωσα τη ζωή...» Η Κλίο πέρασε πίσω τους και μπήκε στη σκηνή. «Η μαντάμ Βαλσάκ ήταν που μου πρόσφερε τη φιλοξενία της και μου έσωσε τη ζωή, σερ Φίλιπ. Φαντάζομαι ότι εσείς θα αντιλαμβανόσασταν την παρουσία μου όταν το πτώμα μου θα άρχισε να μυρίζει, όχι πριν, εκτός κι αν τύχαινε να σκοντάψετε πάνω μου», είπε ήρεμα ο Κουίν. «Και δε θα άφηνα κάποιον αρκετά μεγάλο ώστε να είναι πατέρας μου στο έλεος ενός εχθρικού στρατού, οπλισμένου μέχρι τα δόντια και αποφασισμένου να σκοτώσει. Λοιπόν, τι θα γίνει; Θα συνεργαστείτε ή θα σας αναγκάσω με τη βία να το κάνετε...» «Που να σας πάρει, σερ...» «Κύριε Μπρέντον, ορίστε το κλειδί για το μπαούλο με τα όπλα. Μόλις το κλείδωσα». Η Κλίο έδωσε στον Κουίν το κλειδί και στάθηκε δίπλα του, κοι-


τάζοντας τον πατέρα της. «Είναι για το καλό σου. Το ξέρεις». Ο σερ Φίλιπ γύρισε και ξαναμπήκε ορμητικά στην τέντα. «Υποθέτω ότι αυτό ήταν ναι», είπε ο Κουίν. «Είσαι πραγματικά σύζυγος στρατιωτικού, Κλίο». Πέταξε το κλειδί στον αέρα και το έπιασε ξανά. «Ας πάμε μέσα να ρίξουμε μια ματιά στο οπλοστάσιό μας».


Κεφάλαιο 6 Η Κλίο ήταν ασυνήθιστα ικανή και αποτελεσματική. Ο Κουίν αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν κάτι που είχε διδαχτεί στους λίγους μήνες που είχε υπάρξει σύζυγος στρατιωτικού ή αν ήταν από φυσικού της οργανωτική. Μάλλον το δεύτερο, αποφάσισε, ενώ βοηθούσε τον σερ Φίλιπ, που παραπονιόταν διαρκώς, να βάζει τα χαρτιά του σε μπαούλα. Απ’ όσο μπορούσε να δει, τα περισσότερα υπάρχοντα του Γούντγουορντ αποτελούνταν από βιβλία και σημειώσεις. Υπήρχαν μερικά όρθια, ταξιδιωτικά μπαούλα που είχε δει κοντά στα κρεβάτια, αρκετά για μια περιορισμένη γκαρνταρόμπα, όμως -κατά τα φαινόμενα- η Κλίο δεν είχε στολίδια ή μπιχλιμπίδια, μόνο εργαλεία, σκεύη της κουζίνας και το κουτί των πρώτων βοηθειών. «Δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα απόψε», είπε η Κλίο τελικά, που βγήκε απ’ τη σκηνή ώστε να ξεφύγει απ’ τα παράπονα του πατέρα της και πήγε να τον βρει ενώ εκείνος τάιζε το γαϊδουράκι. «Έχουν απομείνει μόνο κάποια κουζινικά, τρόφιμα, τα στρωσίδια στα οποία θα κοιμηθούμε απόψε και, φυσικά, η σκηνή, όμως αυτή μαζεύεται πολύ εύκολα». «Αλήθεια;» Ο Κουίν έριξε νερό στον κουβά για να πιει το γαϊδουράκι, ίσιωσε το κορμί του και κοίταξε τη σκηνή. «Ναι, όταν το έχει κάνει κανείς τόσες φορές όσες εγώ», είπε η Κλίο. «Έλα, πάρε μερικά ρούχα του πατέρα μου», είπε και έδωσε στον Κουίν έναν μπόγο, πάνω στον οποίο ήταν ακουμπισμένο ένα ψάθινο καπέλο με πλατύ γείσο. «Θα είναι πιο εύκολη η σχέση σου με τους στρατιώτες αν δείχνεις Ευρωπαίος», είπε και ανασήκωσε τους ώμους όταν ο Κουίν την κοίταξε απορημένος. «Δεν μπαίνουν στον κόπο να γνωρίσουν τους ντόπιους. Γι’ αυτούς οι κάτοικοι του χωριού είναι είτε ασήμαντοι χωρικοί είτε ληστές -ή και τα δύο». Ο Κουίν ξεδίπλωσε ένα φαρδύ παντελόνι και ένα μακρύ, αμάνικο γιλέκο. Όχι κάτι που θα φορούσε στο Άλμακ’ς, σίγουρα όμως ιδανικό για τη ζέστη. «Ευχαριστώ. Οφείλω να ομολογήσω ότι έχει αρχίσει να με κουράζει η κελεμπία». «Θα σου είναι μεγάλα», είπε η Κλίο, ενώ επέστρεφε στη σκηνή. «Όμως μπορείς να χρησιμοποιήσεις ένα κορδόνι για ζώνη. Θα σου βρω κάτι». «Κλίο», είπε ο Κουίν κι εκείνη σταμάτησε, αλλά δε γύρισε. «Άφησε το, είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Δείχνεις εξαντλημένη. Σίγουρα θα έχεις κι άλλα πράγματα να κάνεις απόψε».


«Μόνο να ετοιμάσω το δείπνο, να ζεστάνω νερό για πλύσιμο και να πλύνω μερικά ρούχα. «Κλίο», επανέλαβε ο Κουίν επιτακτικά κι αυτό την έκανε να γυρίσει συνοφρυωμένη. «Έλα εδώ. Σε παρακαλώ». Η Κλίο επέστρεψε κοντά του με βήμα αργό. Η συνηθισμένη χάρη της είχε χαθεί, μάλλον εξαιτίας της κούρασης της. Ο Κουίν άνοιξε τα μπράτσα της, την έσφιξε στην αγκαλιά του κι εκείνη, μετά από μερικές στιγμές, τον αγκάλιασε από τη μέση κι έσκυψε πάνω του, θάβοντας το πρόσωπό της στην καμπύλη ανάμεσα στο λαιμό και στον ώμο του. Χαλάρωσε στην αγκαλιά του και αναστέναξε. Ο Κουίν την κρατούσε και στα ρουθούνια του έφτανε η μυρωδιά μιας κουρασμένης γυναίκας που ζεσταινόταν, το άρωμα των βοτάνων με τα οποία έλουζε τα μαλλιά της, η απαλή μυρωδιά της μέντας στην ανάσα της, της σκόνης που κάλυπτε την επιδερμίδα της. Είχε αρχίσει να νοιάζεται υπερβολικά για εκείνη, το ήξερε. Είχε μια αποστολή να φέρει σε πέρας κι ακόμα δεν ήταν σίγουρο το κατά πόσο η Κλίο ήταν ένα αθώο θύμα, που θα έπρεπε να σωθεί. Όλα αυτά θύμιζαν κατασκοπεία, σε βαθμό που ένιωθε άβολα, όμως αυτό ήταν το καθήκον του. Δεν είχε περιθώρια να συμπεριφερθεί σαν τζέντλεμαν. Κάγχασε αυτοσαρκαστικά. Τόσο πολύ ανυπομονείς λοιπόν να γίνεις πραγματικός τζέντλεμαν, να σταματήσεις να είσαι νόθος; Αυτό είναι το καλύτερο για την Κλίο, οι αρχές θα κάνουν τα πάντα για να τη φροντίσουν, έστω και μόνο για χάρη του παππού της. Η ευαίσθητη συνείδησή σου μπορεί να είναι ήσυχη, Κουίν. Η Κλίο κινήθηκε στην αγκαλιά του κι εκείνος πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί καθαρά γι’ αυτήν. Η Κλίο διατεινόταν ότι δεν έβρισκε κανένα λόγο να είναι πιστή στην Αγγλία, είχε παντρευτεί έναν Γάλλο επειδή τον είχε ερωτευτεί και μετέφερε την ύποπτη αλληλογραφία του πατέρα της από και προς το στρατόπεδο. Άραγε γνώριζε τι έκανε; Ήταν έξυπνη γυναίκα, περιέργως πώς όμως, έτσι προστατευμένη απ’ τον πραγματικό κόσμο. Ήταν άραγε μια αθώα και υπάκουη κόρη ή μια πρόθυμη πράκτορας των Γάλλων; Το γεγονός ότι κρατούσε μια γυναίκα σφιχτά στην αγκαλιά του είχε την πιο φυσιολογική επίδραση στο σώμα του και η λεπτή κελεμπία που φορούσε δεν ήταν φτιαγμένη για να το κρύβει αυτό από κάποιον που στεκόταν τόσο κοντά του όσο η Κλίο. Συνειδητοποίησε ότι η στενή επαφή τους επηρέαζε κι εκείνη. Ένιωθε τις ρώγες της να σκληραίνουν και να πιέζουν το στέρνο του. Ο ρυθμός της ανάσας της είχε αλλάξει επίσης. Ήθελε να της κάνει έρωτα, όμως αυτό αποκλειόταν. Πράγμα που παρα-


δέχτηκε παραιτημένα, νιώθοντας τις καταραμένες ευαισθησίες του να επιστρέφουν. Αν έκανε έρωτα στην Κλίο χωρίς να ήταν σίγουρος γι’ αυτήν, θα ήταν σαν να προσπαθούσε να την εξαπατήσει, να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να της αποσπάσει πληροφορίες στο κρεβάτι. Θα πέθαινε για την πατρίδα του, θα σκότωνε γι’ αυτήν αν χρειαζόταν, όμως δεν επρόκειτο να αποπλανήσει μια γυναίκα για χάρη της χώρας του κι αν αυτό τον έκανε υποκριτή που ανέλυε υπερβολικά τα πάντα, θα το δεχόταν. Η Κλίο τραβήχτηκε ελαφρά κι εκείνος άνοιξε τα μπράτσα του ώστε να την αφήσει, νιώθοντας να λυπάται και να χαίρεται ταυτόχρονα γι’ αυτό. Ύστερα συνειδητοποίησε ότι η Κλίο απλώς ήθελε να τραβηχτεί λιγάκι ώστε να μπορέσει να τον φιλήσει. Αναρωτήθηκε ποιος αποπλανούσε ποιον. Ή μήπως η Κλίο, απλά, αναζητούσε παρηγοριά; Αν ήταν έτσι, σκέφτηκε, θα έπρεπε να της την προσφέρει, γιατί σίγουρα δε θα του ήταν καθόλου εύκολο να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ... Ω, να πάρει. Έσκυψε το κεφάλι και φίλησε τα χείλη που του πρόσφερε η Κλίο. Μόνο ένα φιλί. Τα χείλη της, καυτά και απαλά κάτω απ’ τα δικά του, άνοιξαν χωρίς να χρειαστεί να τα πιέσει. Η Κλίο ήταν πρόθυμη κι ωστόσο ντροπαλή. Επιστράτευσε την αυτοκυριαρχία του και τη φίλησε περισσότερο με τρυφερότητα παρά με πάθος. Η γλώσσα του ενώθηκε με τη δική της, οι παλάμες του γλίστρησαν χαλαρά στη μέση της. Συνειδητοποίησε ότι η Κλίο έτρεμε ελαφρά, σαν να προσπαθούσε να αντισταθεί στα συναισθήματά της. Σήκωσε το κεφάλι. «Κλίο;» είπε. Τα μάτια της ήταν ανοιγμένα διάπλατα, σκοτεινά κι έτοιμα να βουρκώσουν. «Κλίο;» «Άφησε την κόρη μου!» ακούστηκε να λέει μια φωνή και ο Κουίν είδε πάνω από τον ώμο της Κλίο τον σερ Φίλιπ να βγαίνει απ’ τη σκηνή του με τις γροθιές του σφιγμένες. «Πώς τολμάς, ακόλαστε!» Ο Κουίν ένιωσε την υπομονή που τόσο προσεκτικά είχε καλλιεργήσει ως διπλωμάτης να τον εγκαταλείπει. Ξαφνικά δεν τον ένοιαζε αν η γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά του έστελνε καθημερινά στον Ναπολέοντα αναφορές για τις κινήσεις του στόλου του λόρδου Νέλσον, γιατί, ακόμα κι αν το έκανε, υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν αποκλειστικά ο κατακόκκινος, εγωιστής, θρασύδειλος άντρας που στεκόταν μπροστά του. Άφησε την Κλίο προσεκτικά και έκανε δυο βήματα προς τον σερ Φίλιπ. «Αρκετά σας ανέχτηκα, σερ», είπε και όταν ο Γούντγουορντ προσπάθησε να του επιτεθεί, εκείνος έσκυψε, τον χτύπησε στο πιγούνι και τον είδε με ικανοποίηση να σωριάζεται στην άμμο. Χωρίς αμφιβολία, αυτό ήταν που έλειπε μέχρι εκείνη τη στιγμή από τη διπλωματική του καριέρα. Η ευκαιρία για αλόγιστη βία, σκέφτηκε, ενώ η


οργή του υποχωρούσε και κοιτούσε τον άντρα που ήταν πεσμένος αναίσθητος μπροστά του. «Να πάρει». Μπορεί να ήταν ικανοποιητικό, όμως ούτε τον τιμούσε ιδιαίτερα ούτε πρακτικό ήταν. «Κλίο...» «Μην τολμήσεις να απολογηθείς», του είπε εκείνη θυμωμένα. Ο Κουίν έριξε το βάρος στις φτέρνες. Είσαι υπέροχη όταν θυμώνεις... Όχι, μην το πεις. Θα έπρεπε να χάνεις την ψυχραιμία σου πιο συχνά, σου κάνει καλό... Όχι -και μάλλον δε θα ήταν ιδιαίτερα διακριτικό. Η ανάμνηση των βουρκωμένων ματιών της δεν τον άφηνε να ησυχάσει. «Μα θα έπρεπε να απολογηθώ». «Όχι. Ούτε επειδή τον χτύπησες ούτε για το φιλί». Η Κλίο στάθηκε πάνω απ’ τον πατέρα της. «Όμως δεν μπορούμε να τον αφήσουμε εδώ και είναι πολύ βαρύτερος από σένα». «Θα μπορούσαμε, αυτή η πλευρά είναι τώρα στη σκιά». Ο Κουίν γονάτισε κι εξέτασε τον αναίσθητο Γούντγουορντ. Ο ρυθμός της ανάσας του ήταν κανονικός και δεν υπήρχε αίμα, μόνο μια μελανιά στο πιγούνι του κι ένα μικρό καρούμπαλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. «Αν μου φέρεις ένα στρώμα, θα τον ξαπλώσω στο πλάι ώστε να μην πνιγεί και θα του βάλω κάτι κάτω από το κεφάλι. Πολύ σύντομα θα συνέλθει». Και δε θα έχει καθόλου καλή διάθεση, στο μεταξύ όμως... Η Κλίο άρχισε να ετοιμάζει το δείπνο, προφανώς χωρίς καμία προσδοκία ότι ο Κουίν θα τη βοηθούσε. Εκείνος αγνόησε τον ιπποτισμό του που τον έσπρωχνε να αναλάβει εκείνος και να την αναγκάσει να πάει να ξεκουραστεί και πήγε εκεί όπου μελετούσε ο σερ Φίλιπ. Τα πάντα ήταν βαλμένα σε κουτιά, όμως τα λουκέτα ήταν ακόμα ανοιχτά. Γονάτισε μπροστά στο πρώτο και άρχισε να ψάχνει, ενώ είχε τα αυτιά του ανοιχτά ώστε να ακούσει τυχόν βήματα στην άμμο. Όταν τελείωσε εκεί, πήγε στο χώρο όπου κοιμόταν ο Γούντγουορντ. Έψαξε ψηλαφιστά κάτω από το στρώμα και το μαξιλάρι και μετά ανάμεσα στα τακτικά βαλμένα πουκάμισα και εσώρουχά του στο μπαούλο. Ύστερα φυλλομέτρησε τα βιβλία που βρίσκονταν στο πάτωμα, πλάι στο κρεβάτι. «Κουίν! Ο πατέρας μου άρχισε να κινείται, μπορείς να έρθεις να με βοηθήσεις να τον βάλω να καθίσει;» φώναξε η Κλίο. Το τραπέζι ήταν στρωμένο όταν ο Κουίν βγήκε απ’ τη σκηνή, από την άλλη άκρη απ’ το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο χώρος όπου κοιμόταν ο σερ Φίλιπ, σκουπίζοντας τα φρεσκοπλυμένα χέρια του σε μια πετσέτα. «Ναι, φυσικά. Ορίστε, σερ». Έπιασε τον Γούντγουορντ απ’ τις μασχάλες,


τον σήκωσε κι ύστερα, χωρίς πολλές ευγένειες, τον έβαλε να καθίσει. Περίμενε ότι ο σερ Φίλιπ θα ξεσπούσε οργισμένος, όμως εκείνος απλώς τον αγριοκοίταξε. Ο Γούντγουορντ στην πραγματικότητα ήταν ένας νταής που έκανε πίσω όταν κάποιος τον προκαλούσε. Η Κλίο άφησε στο τραπέζι τις πιατέλες με το φαγητό κι ένα καλάθι με άζυμο ψωμί και κάθισε. Κατά τα φαινόμενα, κι οι τρεις τους μπορούσαν να προσποιούνται ότι δεν είχε συμβεί τίποτα απολύτως, αν και δε μιλούσε κανείς τους. Η σιωπή έδωσε στον Κουίν την ευκαιρία να σκεφτεί τα όσα είχε βρει. Ή δεν είχε βρει. Δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος κρυπτογραφικών κλειδιών, όμως αυτό σήμαινε ελάχιστα. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα αναγνώριζε κάποιον εξελιγμένο κώδικα και αν επρόκειτο για κάποιον που βασιζόταν στην αντικατάσταση γραμμάτων σε ένα συγκεκριμένο βιβλίο, θα μπορούσε να ψάχνει μια βδομάδα και να μην τον βρει. Από την άλλη, ήξερε πώς να ελέγχει την αλληλογραφία ώστε να βλέπει αν είχε ανοιχτεί και κάποιες απ’ τις σφραγίδες στις επιστολές του σερ Φίλιπ έμοιαζαν να είχαν παραβιαστεί με τη βοήθεια μιας λεπτής λεπίδας και να είχαν ξανακλειστεί, προτού τις σπάσει ο παραλήπτης. Πολύ πιθανόν να είχαν ανοιχτεί όλες οι επιστολές. Δεν μπορούσε να ήταν σίγουρος όταν μια σφραγίδα είχε καταστραφεί εντελώς. «Θέλεις κι άλλους χουρμάδες, πατέρα;» Η Κλίο έσπρωξε την πιατέλα και ο Κουίν παρακολούθησε τον Γούντγουορντ να παίρνει μερικούς χουρμάδες και να τους καθαρίζει. Αν τα γράμματα είχαν ανοιχτεί πριν φτάσουν στα χέρια του, ίσως να μη γνώριζε τι συνέβαινε -εκτός κι αν κάποιοι είχαν μπει σε μεγάλο κόπο, ώστε να τον προστατεύσουν. Ήταν αφελής ή απλώς αγνοούσε τα όσα συνέβαιναν κάτω από τη μύτη του; Ό,τι απ’ τα δύο κι αν ίσχυε, η Κλίο σίγουρα δεν είχε καμία εμπλοκή σ’ αυτήν την ιστορία, πράγμα που θα έκανε το δούκα του Σεντ Όσιθ πολύ χαρούμενο. Εκείνον πάντως τον έκανε σίγουρα να νιώθει πολύ καλύτερα. «Κουίν, τι θα κάνεις όταν θα φτάσουμε στο Κάιρο;» ρώτησε η Κλίο. «Εξαρτάται από το ποια θα είναι η κατάσταση εκεί. Υποθέτω όμως ότι θα γυρίσω σύντομα στην πατρίδα μου». «Στη σύζυγό σας, σερ;» ρώτησε ο Γούντγουορντ, τόσο απρόσμενα ώστε το μαχαίρι της Κλίο της έπεσε απ’ το χέρι. «Δεν είμαι παντρεμένος, σερ Φίλιπ». «Θα έπρεπε στην ηλικία σας. Πόσο είστε; Είκοσι επτά;» Ήταν η πρώτη συζήτηση που ξεκινούσε ο Γούντγουορντ που δεν είχε να κάνει με τον εαυτό του ή τα ενδιαφέροντά του. Οι ερωτήσεις του θύμιζαν


ύποπτα τις ερωτήσεις που θα έκανε ένας πατέρας στον επίδοξο μνηστήρα της κόρης του. Ο Κουίν συγκρότησε ένα σαρκαστικό χαμόγελο και απάντησε ειλικρινά. «Είμαι είκοσι οκτώ, σερ Φίλιπ. Σκοπεύω να νοικοκυρευτώ όταν θα τακτοποιηθώ στην πατρίδα». Μια σύζυγος αποτελούσε μεγάλο πλεονέκτημα στην καριέρα ενός διπλωμάτη και οι ανώτεροι του δεν κουράζονταν να του το επισημαίνουν. Ίσως να αποτελούσε κοινό μυστικό ότι ο λόρδος Κουίντους Ντέβερολ δεν ήταν γιος του πατέρα του, όμως, αφού ο μαρκήσιος τον αναγνώριζε, αποτελούσε περιζήτητο γαμπρό για τις κόρες της μεσαίας τάξης της αριστοκρατίας. Ήξερε ότι όσο θα προχωρούσε στην καριέρα του, τόσο πιο περιζήτητος θα γινόταν και δεν είχε κανένα πρόβλημα να δηλώσει καθαρά τις φιλοδοξίες του σε κάποιον που ίσως να γινόταν πεθερός του. Ήταν διατεθειμένος να φανεί ειλικρινής ακόμα και για την επιθυμία του να διακόψει κάθε δεσμό με τον πατέρα του. Η αυτοεκτίμησή του, η περηφάνια του, η ίδια του η τιμή ήταν πράγματα άρρηκτα συνδεδεμένα με την ανάγκη να γίνει ο κύριος του εαυτού του, όχι ο κούκος που ο μαρκήσιος ανεχόταν στη φωλιά του. Όσο μεγάλωνε τόσο πιο δύσκολο του ήταν να ανέχεται το νομικό τέχνασμα σύμφωνα με το οποίο, αφού ο σύζυγος της μητέρας του δεν τον είχε αποκηρύξει όταν είχε γεννηθεί, θα πρέπει να ήταν γιος του. Ο κόσμος έπρεπε να αποδεχτεί τον Κουίντους Ντέβερολ, τον τζέντλεμαν, με τους δικούς του όρους. Ως κύριο του εαυτού του. Τίποτα άλλο δεν ήταν αποδεκτό. Αυτό που χρειαζόταν τώρα στην προσεκτικά σχεδιασμένη κοινωνική του άνοδο ήταν μια έξυπνη, σοφιστικέ γυναίκα, που να ήξερε να συζητά, να γνώριζε αρκετές γλώσσες και να διέθετε την ικανότητα να διοργανώνει κοινωνικές εκδηλώσεις υψηλότατου επιπέδου, κάποια που κάποια μέρα θα μπορούσε να γίνει σύζυγος πρέσβη. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να επιστρέψει στο Λονδίνο χωρίς άλλα τραύματα από σφαίρες, χωρίς να έχει προσβληθεί από πανούκλα και χωρίς να του έχει βγάλει τα μάτια η έξαλλη χήρα ενός στρατιωτικού. Και τότε θα ήταν πανέτοιμος για την επόμενη σεζόν. Η λαίδη Κάρολαϊν Μπρουκ βρισκόταν στην κορυφή της λίστας του. Ξανθιά, τόσο σοφιστικέ όσο επιτρεπόταν να ήταν μια ανύπαντρη λαίδη, εξαιρετικά οργανωτική και κόρη ενός υψηλού στελέχους της κυβέρνησης. Την είχε δει σε κάποιο δείπνο να χειρίζεται τη συνάντηση ενός Ρώσου δούκα και ενός Ιταλού κόμη που κοιμόταν με τη σύζυγό του με αποτελεσματικότητα και διακριτικότητα... «Κουίν;»


Ο Κουίν ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνειδητοποίησε ότι κοιτούσε με βλέμμα κενό την Κλίο και τη φανταζόταν με την περίτεχνη κόμμωση της λαίδης Κάρολαϊν. Αν τα μαλλιά της δέχονταν τη φροντίδα μιας καμαριέρας, πόσω μάλλον μιας κομμώτριας, θα τον περίμενε μεγάλη έκπληξη. «Ζητώ συγγνώμη. Το μυαλό μου ταξίδευε αλλού, σκεφτόμουν...» τη λαίδη που σκοπεύω να φλερτάρω, «...την αυριανή μέρα. Τι ώρα θα πρέπει να ξυπνήσουμε;» «Την αυγή», απάντησε η Κλίο. «Φυσικά». Στον Κουίν δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι η Κλίο ήξερε ότι σκεφτόταν κάποια άλλη, οι γυναίκες είχαν αυτήν την τρομακτική διαίσθηση. Πολύ διπλωματικό, Κουίν. Σε επίπεδο πρέσβη. «Θα μαζέψω εγώ το τραπέζι», είπε και σηκώθηκε. Όταν επέστρεφε στην Αγγλία, θα μπορούσε άνετα να δουλέψει σαν καμαριέρα σε κουζίνα. *** Η Κλίο δε δυσκολεύτηκε καθόλου να ξυπνήσει πριν την αυγή, παρότι είχε κοιμηθεί ελάχιστα και αποσπασματικά. Η ηρεμία που με τόση προσοχή είχε καλλιεργήσει, η αποστασιοποίησή της την είχαν εγκαταλείψει εντελώς. Ήταν ενθουσιασμένη που θα γυρνούσε στο Κάιρο και ανησυχούσε μήπως δεν κατάφερνε να φύγει από κει για την Αγγλία ή τη Γαλλία. Ύστερα ανησυχούσε για τους κινδύνους του ταξιδιού στον Νείλο και για το ότι θα ήταν η μοναδική γυναίκα ανάμεσα σε τόσους άντρες. Και στο βάθος, κάτω απ’ όλες αυτές τις ανησυχίες, σαν να το είχε σπρώξει κάτω από ένα νοητό χαλί, υπήρχε εκείνο το φιλί. Δεν είχαν αγκαλιαστεί φιλικά, αν και ήταν σίγουρη ότι έτσι είχε ξεκινήσει το πράγμα. Ο Κουίν είχε θελήσει να την παρηγορήσει επειδή ήταν τόσο κουρασμένη κι εκείνη είχε θελήσει κάποιον που να νοιαστεί γι’ αυτήν, να την κρατήσει στην αγκαλιά του. Και τότε η φλόγα ανάμεσά τους είχε φουντώσει. Είχε νιώσει το κορμί του να ξυπνάει, τον ανδρισμό του να σκληραίνει και να την πιέζει, το αίμα να κοχλάζει στις φλέβες της, την ανάσα της να κόβεται. Γύρισε στο σκληρό στρώμα της ώστε να μπορέσει να δει το γκρίζο φως της αυγής να προβάλλει. Όταν είχε, σχεδόν, ζητήσει απ’ τον Κουίν να τη φιλήσει, δεν είχε διστάσει. Ωστόσο εκείνος δεν είχε εκμεταλλευθεί την κατάσταση, ώστε να ικανοποιήσει τους πόθους του... Τι θα γινόταν αν σηκωνόταν τώρα και πήγαινε να τον βρει; Αν γονάτιζε πλάι στο κρεβάτι του και άγγιζε το πρόσωπό του, αν φιλούσε το μέτωπό του, τη γωνία των ματιών του, τα χείλη του; Τίποτα, αποφάσισε. Ανασηκώθηκε κι αγκάλιασε τα γόνατά της. Ο Κουίν δε θα της έκανε έρωτα σε μια σκηνή, με τον πατέρα της μόλις μερικά μέ-


τρα πιο πέρα. Κι η ίδια δεν επρόκειτο να πραγματοποιήσει αυτές τις ανόητες φαντασιώσεις. Διαισθάνθηκε μια κίνηση κι είδε το τοίχωμα της σκηνής να πάλλεται, σαν κάποιος να είχε περάσει πλάι του. Από τη χαραμάδα στο κάτω μέρος του πανιού περνούσε το φως. Ο Κουίν είχε σηκωθεί. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και άνοιξε τ’ αυτιά της, παρακολουθώντας τις κινήσεις του. Άκουσε το θόρυβο που έκαναν τα δερμάτινα σανδάλια του στην άμμο, τον ήχο του νερού που έριξε στο πρόσωπό του. Ύστερα σιωπή κι ύστερα ξυσίματα στην εστία, πριν τον ακούσει να μιλάει ψιθυριστά στο γαϊδουράκι. Παραμέρισε τα σκεπάσματα, βρήκε τη ρόμπα και τα σανδάλια της και πήγε να βρει τον Κουίν. Ακόμα έκανε παγωνιά, ο κόσμος ήταν γκρίζος και πάνω απ’ τον Νείλο υπήρχε λευκή ομίχλη. Αναρίγησε και τυλίχτηκε πιο σφιχτά με τη ρόμπα της. «Εδώ». Ο Κουίν, που ήταν γονατισμένος μπροστά απ' την εστία, σηκώθηκε. «Σου ζέστανα λίγο νερό». «Εσύ δε θέλεις να πλυθείς;» Της ήταν παράξενα δύσκολο να τον κοιτάξει στα μάτια, σαν να φοβόταν ότι αν το έκανε, ο Κουίν θα διάβαζε στο βλέμμα της τις φλογερές σκέψεις της. «Πλύθηκα. Με κρύο νερό». Ο Κουίν της έδωσε την κανάτα και γονάτισε ξανά, έχοντας προφανώς την προσοχή του προσηλωμένη στο ξύλο που έκαιγε στην εστία. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ». Το μόνο που θα μπορούσε να πει η Κλίο ήταν Αλήθεια; Γιατί; Υπήρχε όμως ο κίνδυνος να πάρει μια απάντηση που δε θα ήθελε ν’ ακούσει. Έτσι πήγε να πλυθεί, ενώ ευχόταν να είχε κι εκείνη κρύο νερό. Κατόπιν γύρισε ξανά στο χώρο όπου κοιμόταν να ντυθεί και να μαζέψει τα ρούχα και τα σκεπάσματά της, με ζωηρές κινήσεις. Ό,τι κι αν τους περίμενε στο ταξίδι που θα έκαναν στον Νείλο, δε θα υπήρχε άμμος. «Τι να κάνω με τα κρεβάτια;» «Βάλε τα δίπλα στο στάβλο του γαϊδουριού. Εκεί θα βάλω όσα θα αφήσουμε για τους κατοίκους του χωριού». Άκουσε στην άλλη άκρη της σκηνής τον πατέρα της να ξυπνάει και να μουρμουράει. «Πατέρα, έχει ζεστό νερό δίπλα στη φωτιά», του φώναξε και πήγε να ετοιμάσει το πρωινό. *** Οι κάτοικοι του χωριού με τα γαϊδουράκια τους έκαναν την εμφάνισή τους αφού είχαν αδειάσει τη σκηνή και είχαν φτιάξει δύο μεγάλους σωρούς με τα πράγματά τους. Ο ένας θα έμενε και στον άλλο υπήρχαν τα πράγματα που θα έπαιρναν μαζί τους. Ο Κουίν άφησε την Κλίο να κανονί-


σει πώς θα φορτώνονταν τα πράγματα κι εκείνος άρχισε να βγάζει τα πασσαλάκια της σκηνής. Η Κλίο επέστρεψε βιαστικά καθώς εκείνος τελείωσε και άρχισε να δίνει οδηγίες για το πώς θα έβγαζαν τους στύλους της σκηνής και θα την κατέβαζαν με τέτοιον τρόπο ώστε τα πανιά της να μαζευτούν σε ρολά και να δεθούν με σχοινιά. «Πολύ αποτελεσματική η μέθοδός σου», σχολίασε ο Κουίν, ενώ έβαζε τα πασσαλάκια σε ένα σακούλι με κορδόνι που του έδωσε η Κλίο. «Είμαι αποτελεσματική». Ο Κουίν χαμογέλασε και την παρακολούθησε να φεύγει, για να πάει να επιβλέψει το φόρτωμα των γαϊδουριών. Η Κλίο ήταν ασυνήθιστα κοφτή εκείνο το πρωί και υποπτευόταν το λόγο γι’ αυτό. Εξαιτίας του φιλιού τους. Δεν μπορούσε να μετανιώσει γι’ αυτό, αν και είχε γίνει η αιτία να περάσει μια πολύ ανήσυχη νύχτα. Όμως τα πράγματα δε θα μπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερο, όσο κι αν το ήθελε το σώμα του και όσο κι αν υπήρχε ένα κομμάτι του μυαλού του που προσπαθούσε σκληρά να αγνοήσει τις διαμαρτυρίες της συνείδησής του, σύμφωνα με την οποία η Κλίο είχε ανάγκη από παρηγοριά και ανθρώπινη ζεστασιά. Δεν πρόκειται να αποπλανήσεις μια αξιοσέβαστη χήρα, προειδοποίησε αυστηρά τον εαυτό του. Δεν της αξίζει και σίγουρα δεν πρόκειται να καταλήξει ερωμένη σου. Την παρακολουθούσε να επιβλέπει το φόρτωμα των μπαούλων του σερ Φίλιπ, δείχνοντας να μη νοιάζεται γι’ αυτά περισσότερο απ’ όσο νοιαζόταν για τα κουτιά με τα κουζινικά της. Αντίθετα, πρόσεξε τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούσε τη φόρτωση του κουτιού που περιείχε τα όπλα, πράγμα που τον ανάγκασε να συμπεράνει ότι δεν ήξερε πως η αλληλογραφία του πατέρα της θα μπορούσε να ήταν σημαντική ή ενοχοποιητική. Μπορώ να σε προστατεύσω, Κλίο Βαλσάκ. Και μπορώ να σε παραδώσω στον παππού σου το δούκα με καθαρή συνείδηση και να του πω ότι είσαι το θύμα αυτής της ιστορίας. Κι εσύ μπορείς να γίνεις η λαίδη που θα έπρεπε να ήσουν απ’ την πρώτη μέρα της ζωής σου και να αφήσεις πίσω σου αυτές τις φρικτές καταστάσεις. Το μόνο που χρειάζεται είναι να σε πάω ως εκεί, παρά, τις αναμφισβήτητες σίγουρα προσπάθειές σου να γίνουν τα πάντα με τους δικούς σου όρους. Κούνησε το χτυπημένο χέρι του, ένιωσε το τράβηγμα στους μυς και τον πόνο της πληγής που επουλωνόταν κι ύστερα πήγε να ελέγξει το μπαούλο με τα όπλα. Είχαν να κάνουν πολύ δρόμο μέχρι να φτάσουν στην Αγγλία.


Κεφάλαιο 7 Τι Εξαιρετικά αραβικά που μιλάτε, κύριε Αμερικανέ μηχανικέ. Αναρωτιέμαι γιατί χρειάζεστε αυτή τη συγκεκριμένη γλώσσα. Η Κλίο ήταν καθισμένη σε ένα σωρό από κουβέρτες και παρακολουθούσε τον Κουίν να κατευθύνει τους ναυτικούς ώστε να φτιάξουν μικρά διαμερίσματα στο κέντρο των δύο πλεούμενων, χρησιμοποιώντας τμήματα της διαλυμένης σκηνής. Ήξερε ότι το πλήρωμα θα κοιμόταν τα βράδια στις όχθες του ποταμού, όμως εκείνη χαιρόταν ιδιαίτερα βλέποντας τις αυτοσχέδιες καμπίνες που θα της πρόσφεραν λίγη απομόνωση ενώ θα ταξίδευε με τόσους άντρες. Οι φελούκες μπορούσαν να μεταφέρουν τουλάχιστον μια ντουζίνα επιβάτες και έτσι υπήρχε άφθονος χώρος για τα πράγματά τους και τους τέσσερις κατοίκους του χωριού που θα τις κυβερνούσαν. Τα πανιά τους ήταν αρκετά μεγάλα ώστε να εκμεταλλεύονται κάθε πνοή του ανέμου και οι φελούκες αρκετά ευέλικτες ώστε να αποφεύγουν τα αβαθή σημεία του Νείλου. Βρίσκονταν στα μισά της περιόδου των βροχών, έτσι στα κεντρικά κανάλια υπήρχε αρκετό νερό ώστε να τους διασφαλίζει ένα ασφαλές ταξίδι και, φυσικά, αν και αρχικά θα ανέβαιναν τον ποταμό, ώστε να ενωθούν με τα σκάφη του στρατιωτικού αποσπάσματος, κατόπιν θα γυρνούσαν και θα ακολουθούσαν το ρεύμα. «Εξαιρετικά. Θα πάρω αυτό». Η Κλίο σήκωσε το βλέμμα και είδε τον πατέρα της να συγκεντρώνει τις αποσκευές του γύρω του στην πρώτη φελούκα, γεμίζοντας τη μικρή καμπίνα. «Σερ Φίλιπ, θα πρέπει να αφήσετε αρκετό χώρο και για την κόρη σας», είπε ο Κουίν στα αγγλικά. «Μπορεί να κοιμηθεί στην άλλη φελούκα». Ο Γούντγουορντ άνοιγε ήδη τα κουτιά και έβαζε στη θέση της τη σπαστή πολυθρόνα του. «Στην άλλη φελούκα θα είμαι εγώ και δεν έχετε αφήσει καθόλου χώρο για μένα στη δική σας. Αφού η μαντάμ Βαλσάκ δεν έχει κάποια συνοδό, θα πρέπει να κοιμάται μαζί σας τα βράδια». «Να κοιμάσαι στη στεριά αν σε απασχολούν τα προσχήματα. Έτσι κι αλλιώς, ποιος θα το μάθει;» Ο Κουίν έδειξε προς την όχθη. «Δε θέλω να σας αφήσω μόνους σας στο σκάφος, όχι όταν θα είμαστε μακριά απ’ την περιοχή που γνωρίζετε. Θα είχατε αντίρρηση αν κοιμόμουν στο κατάστρωμα;» Αρκετά κοντά ώστε αν απλώσω το χέρι μου να σε αγγίξω. Αρκετά κοντά ώστε να μπορείς να έρθεις στο κρεβάτι μου χωρίς να το μάθει κανείς. Μόνο


που δε θα το κάνεις, έτσι δεν είναι, Αμερικανέ ιππότη μου, που δε σε εμπιστεύομαι απόλυτα; «Θα ένιωθα ευγνωμοσύνη αν το έκανες αυτό», είπε η Κλίο που προσπαθούσε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της και, ταυτόχρονα, να κρατηθεί σε απόσταση. Η θέα του Κουίν που μετακινούνταν με άνεση στο σκάφος, των μακριών ποδιών του, της ηλιοκαμένης επιδερμίδας του που διακρινόταν απ’ τον ανοιχτό γιακά του πουκαμίσου του, της ξυπνούσε τα πιο υπέροχα και επικίνδυνα συναισθήματα, που, σίγουρα, δε θα ήταν καθόλου συνετό να ακολουθήσει. Ήταν ήδη αρκετά κακό το ότι είχαν ανταλλάξει εκείνο το φιλί, τώρα όμως θυμόταν το γυμνό κορμί του με απόλυτη ακρίβεια. «Είμαστε έτοιμοι, εφέντη», φώναξε ο μεγαλύτερος από τους ναυτικούς. Ο Κουίν του έκανε νόημα ότι τον είχε ακούσει. «Έτοιμη;» τη ρώτησε και όταν εκείνη ένευσε καταφατικά, τη σήκωσε στα μπράτσα του, προχώρησε στο ρηχό νερό και την άφησε στο σκάφος. Το άγγιγμά του ήταν τόσο αδιάφορο, σκέφτηκε εκείνη με θλίψη, σαν να κουβαλούσε σακί με πατάτες. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν συγκεντρωθεί στην όχθη και τους παρακολουθούσαν τόσο απαθείς όσο η Κλίο έλπιζε ότι έδειχνε κι εκείνη. Αυτοί οι Εγγλέζοι με τις παράξενες συνήθειες είχαν εμφανιστεί από το πουθενά και τώρα έφευγαν, ο Αλλάχ μόνο ήξερε για πού. Οι πρόγονοί τους θα πρέπει να παρακολουθούσαν έτσι τους δημιουργούς του ναού να έρχονται και να φεύγουν κι ύστερα, για εκατοντάδες γενιές, την άμμο να καλύπτει τα ιερά μνημεία και μια καινούργια θρησκεία και νέους κατακτητές να κυριεύουν τα εδάφη τους. Η Κλίο δεν ήξερε τι γνώμη είχαν γι’ αυτούς, όμως τους αποχαιρέτησε κουνώντας τους το χέρι και τα παιδιά την αποχαιρέτησαν κι αυτά, ενώ έτρεχαν πλάι στα σκάφη που άρχιζαν να κινούνται. Τα μεγάλα πανιά άνοιξαν, φούσκωσαν και οι γυναίκες επέστρεψαν στο χωριό τους, αδιαφορώντας για το πού θα πήγαιναν τώρα οι Εγγλέζοι. «Ελπίζω οι κάτοικοι του χωριού να είναι ασφαλείς όταν περάσουν οι Μαμελούκοι». «Λογικά, θα είναι. Φαντάζομαι ότι θα κρύψουν τα ζώα τους στα νησιά». Ο Κουίν στεκόταν στο κέντρο του σκάφους και ακουμπούσε στο κεντρικό κατάρτι, ενώ το φαρδύ, βρεγμένο παντελόνι του ανέμιζε. Το αεράκι του ανακάτευε τα μαλλιά και το πρόσωπό του ήταν πιο χαλαρό παρά ποτέ. Είχε πει ότι ήταν είκοσι οκτώ ετών και η Κλίο αναρωτήθηκε τι είχε περάσει στη ζωή του για να αποκτήσει την παράξενη ικανότητα τη μια στιγμή να είναι ψυχρά ευγενικός, την άλλη ζεστός και τρυφερός. Σε τι μπορεί να οφειλόταν το σκοτεινό, γεμάτο ένταση βλέμμα του. Υπήρχε κάτι στο πα-


ρελθόν της οικογένειάς του που είχε συμβάλει στο να αποκτήσει αυτό το βλέμμα. Αυτό ήταν κάτι που το είχε καταλάβει με ευκολία, όμως της ήταν τόσο δύσκολο να τον φανταστεί σαν μηχανικό, όπως παρουσιαζόταν. Ήταν αρκετά έξυπνος, διέθετε πρακτικό μυαλό κι ωστόσο... «Πόσο θα διαρκέσει το ταξίδι;» τον ρώτησε ενώ καθόταν απέναντι του. «Μέχρι το Κάιρο; Υποθέτω ότι αυτό θα εξαρτηθεί από τα σκάφη του στρατού». Ο Κουίν ανασήκωσε τους ώμους. «Φαντάζομαι ότι θα θέλουν να φτάσουν στο Κάιρο όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, όμως εμείς δεν μπορούμε να ταξιδεύουμε τα βράδια, όχι όταν υπάρχουν αυτά τα αβαθή. Δέκα μέρες, θα έλεγα, εκτός κι αν υπάρξουν προβλήματα με το ποτάμι ή με κάποιο από τα σκάφη». Δέκα μέρες για να σχεδιάσει τι θα έκανε όταν θα έφταναν στο Κάιρο, σκέφτηκε η Κλίο. Εκεί τουλάχιστον θα μπορούσε να αφήσει τον πατέρα της με καθαρή συνείδηση. Ο πατέρας της θα μπορούσε να προσλάβει ένα βοηθό, υπηρέτες, να βρει ένα σπίτι. Οι τελευταίες μέρες της είχαν αποδείξει ότι αν του το επέτρεπε, απλώς θα της έκλεβε τη ζωή της. Όμως πού θα μπορούσε να πάει μόνη της; Στη Γαλλία ή στην Αγγλία; Και οι δύο χώρες της ήταν άγνωστες, και οι δύο ήταν σε πόλεμο. Επιπλέον θα της χρειάζονταν χρήματα για να φτάσει σε οποιαδήποτε απ’ τις δύο. Κοίταξε τον Κουίν που έδειχνε να παρακολουθεί τις πολυάριθμες χήνες στην όχθη. Αναρωτήθηκε πού θα πήγαινε εκείνος στη συνέχεια. Θα γυρνούσε στην Αμερική; Θα έπρεπε να πάει στη Γαλλία ή στην Αγγλία για να βρει πλοίο και να περάσει τον Ατλαντικό. Ήταν αρκετά καλή στη γεωγραφία ώστε να το γνωρίζει αυτό. «Κουίν», είπε κι εκείνος γύρισε το κεφάλι του, που ήταν ακόμα ακουμπισμένο νωθρά στο κατάρτι. «Από πού θα πάρεις το πλοίο για την Αμερική;» «Ω, απ’ οπουδήποτε στη Μεσόγειο. Απ’ την Ελλάδα ίσως ή μπορεί να βρω πλοίο στην Αλεξάνδρεια. Οι Αμερικανοί κάνουν εμπόριο με όλη την Ευρώπη». Ο Κουίν της χαμογέλασε. «Γιατί; Σκέφτεσαι να ξεκινήσεις μια καινούργια ζωή, στην άλλη άκρη του κόσμου;» «Όχι». Η Κλίο κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Η Αμερική αποκλειόταν, διαφορετικά ο Κουίν ίσως να πίστευε ότι έκανε όνειρα με βάση εκείνο το φιλί. «Όχι, απλά κάνω συζήτηση». Της χρειαζόταν η εξάσκηση, δε χωρούσε αμφιβολία σ’ αυτό. Πώς στο καλό έκανε μια γυναίκα κουβέντα περί ανέμων και υδάτων χωρίς να χαρακτηριστεί φλύαρη. «Έχεις δουλειά όταν θα επιστρέψεις ή θα ψάξεις να βρεις;» Ήταν σωστό αυτό; Το ενδιαφέρον γιο. έναν άνθρωπο έμοιαζε πάντα αποδεκτό. Ή μήπως με θεωρήσει υπέρμετρα περίεργη;


«Έχω δουλειά να με περιμένει». Τα μάτια του Κουίν ήταν κλειστά τώρα, έμοιαζε να διαθέτει την ικανότητα να ξεκουράζεται κάθε φορά που του παρουσιαζόταν η ευκαιρία. «Όμως σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον». Ακολούθησε σιωπή. Η Κλίο δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει αν είχε γίνει αδιάκριτη, αν έπρεπε να συνεχίσει με μία ακόμα ερώτηση ή... «Είχα δουλειά πριν έρθω στη Μέση Ανατολή. Μπορώ να τη συνεχίσω όταν θα επιστρέψω στην πατρίδα». «Θα πρέπει να είναι καθησυχαστικό αυτό». Η Κλίο είχε αρχίσει να παίρνει το κολάι. «Η οικογένειά σου ασχολείται με τον ίδιο τομέα;» Ο Κουίν, που η Κλίο θα ορκιζόταν ότι ήταν ακίνητος, φάνηκε να μένει ακόμα πιο ακίνητος. «Όχι», είπε τελικά. «Η οικογένειά μου δεν ασχολείται... με τον ίδιο τομέα. Ούτε και με κανέναν άλλον, για να είμαι ακριβής». Αριστοκράτες; Όχι, αυτό θα ήταν αδύνατον, δεν υπήρχαν τίτλοι ευγενείας στην Αμερική. Ίσως όμως η υψηλή τάξη της Αμερικής να ήταν ίδια με την αντίστοιχη της Βρετανίας, όπως την αντιλαμβανόταν. Τα μέλη της ζούσαν από περιουσίες που είχαν κληρονομήσει και το εισόδημά τους προερχόταν από κτήματα. Γιατί λοιπόν ο Κουίν εργαζόταν; Μήπως τον είχε διώξει ο πατέρας του; Μήπως τον είχε αποκληρώσει; Ένιωσε κάτι να την ενώνει μαζί του και τότε θυμήθηκε ότι της είχε πει ότι αγκάλιαζε τους αδελφούς του, τους φίλους του, τους μικρούς συγγενείς του, την ηλικιωμένη νταντά του. Δεν ήταν μόνος. «Γιατί τα ξινισμένα μούτρα;» Τα μάτια του Κουίν ήταν ανοιχτά και την κοιτούσαν. «Είχα μια κρίση αυτολύπησης», παραδέχτηκε η Κλίο. Ήταν μια καθόλου γοητευτική συνήθεια, που την έκανε να δείχνει αδύναμη. Αν είχε αφεθεί να την παρασύρουν η θλίψη της ζωής της και η μοναξιά της, θα είχε τρελαθεί χρόνια πριν. Ήταν πολύ πιο εύκολο να μη νιώθει τίποτα απολύτως, απλώς να υπάρχει και να ζει τη ζωή της μέρα με τη μέρα, να μαζεύει τις δυνάμεις της για όταν θα της δινόταν η ευκαιρία να ξεφύγει απ’ όλα αυτά. «Σίγουρα δε θα ήθελες να μείνεις στην Κουμ Όμπο, σωστά;» «Όχι, κάθε άλλο. Κοίτα, φτάσαμε στα σκάφη του στρατού». Στην επόμενη καμπή του ποταμού βρίσκονταν δώδεκα φορτηγίδες, φορτωμένες με πακέτα και διπλωμένες σκηνές. Σε κάθε φορτηγίδα υπήρχαν μερικοί άντρες και στοίβες με όπλα. Σε σύγκριση με τις γεμάτες χάρη φελούκες οι φορτηγίδες φάνταζαν δυσκίνητες και βαριές και κατευθύνονταν με μακριά κοντάρια, όμως ήταν σταθερές και, ακολουθώντας το ρεύμα, θα κατέβαιναν χωρίς πρόβλημα το ποτάμι. Ο λοχαγός Λορέν στεκόταν στην όχθη του ποταμού με τα μπράτσα δι-


πλωμένα στο στήθος και παρακολουθούσε τους στρατιώτες, που ολοκλήρωναν τη φόρτωση των φορτηγίδων. «Θα προπορευτείτε εσείς», τους είπε, μόλις οι φελούκες προσέγγισαν στην όχθη. «Μπονζούρ, λοχαγέ», είπε ο Κουίν και αντιμετώπισε με ένα χαμόγελο την απότομη υποδοχή του λοχαγού. «Νομίζω ότι θα σας ακολουθήσουμε», συνέχισε στα γαλλικά. «Δεν έχω καμιά επιθυμία να περάσει κάποια από τις φορτηγίδες σας πάνω απ’ τα σκάφη μου αν ξεφύγει από τον έλεγχο των αντρών σας». «Τα σκάφη σας;» «Αφού πλήρωσα εγώ γι’ αυτά, είναι δικά μου», είπε ο Κουίν. «Ή, αν προτιμάτε, μπορούμε να φύγουμε τώρα και να προπορευτούμε αρκετά». «Όχι. Η μαντάμ χρειάζεται την προστασία των στρατιωτών μου». Ο Λορέν του γύρισε την πλάτη κι άρχισε να φωνάζει εντολές στους άντρες του. «Και, κυρίως, θα έλεγα ότι ο μεσιέ λοχαγός θέλει να μας προσέχει», σχολίασε ο Κουίν και κάθισε. Ακούμπησε τα πόδια ψηλά, μισόκλεισε τα μάτια και βάλθηκε να παρακολουθεί τους στρατιώτες. «Πραγματικά δε με συμπαθεί, έτσι; Αναρωτιέμαι γιατί. Συνήθως με βρίσκουν πολύ συμπαθητικό». «Ήταν ο καλύτερος φίλος του Τιερί». «Και πιστεύει ότι θα πρέπει να σε προστατεύσει από μένα ή σε θέλει για τον εαυτό του και εύχεται να ήταν εκείνος εδώ κι εγώ εκεί;» «Αν με θέλει; Δε νομίζω», είπε η Κλίο. «Μου είπε ότι ο Τιερί δε θα έπρεπε να με είχε παντρευτεί ποτέ, ότι του ήμουν βάρος». «Όμως ο Τιερί δεν είχε επιλογή, σωστά;» ρώτησε ο Κουίν. Η Κλίο τον αγριοκοίταξε, όμως εκείνος συνέχισε: «Ένας ερωτευμένος άντρας είναι αδύναμος». Έλεγξε τις αντιδράσεις σου, σκέφτηκε η Κλίο. Γιατί δεν ήθελε να μάθει ο Κουίν για τις υποψίες της ότι ο σύζυγός της είχε δεχτεί εντολή να την παντρευτεί; Δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο λόγο εκτός από την περηφάνια της. Θα ήταν πιο εύκολο αν καταλάβαινε γιατί ένας Γάλλος στρατηγός νοιαζόταν τόσο για την προστασία μιας ασήμαντης Αγγλίδας ώστε να διατάξει έναν αξιωματικό να την παντρευτεί. Ο Τιερί δεν είχε συνεχίσει να προσποιείται για πολύ ότι την αγαπούσε αφότου μπήκαν βαθιά στην έρημο. Εκείνη, μπερδεμένη, ερωτευμένη και με τρομερές ανασφάλειες, έχοντας μόνο τον αξιοθρήνητο γάμο των γονιών της ως παράδειγμα, τα είχε χάσει. Προσπαθούσε να πλησιάσει το λιγομίλητο σύζυγό της στο μικρό διάστημα που είχε περάσει μαζί του. Ήταν ψυχρή, ήταν πολύ απαιτητική. Μιλούσε υπερβολικά, δεν ήταν διασκεδα-


στική, έραβε λάθος τα κουμπιά του, ήταν απόμακρη με τους φίλους του. Φλέρταρε με τους φίλους του, άρα ήταν πόρνη. Στο άκουσμα αυτής της τελευταίας κατηγορίας είχε ξεσπάσει οργισμένη και ο Τιερί την είχε χτυπήσει, της είχε δώσει ένα ανάστροφο χαστούκι. Ποιος ξέρει τι θα είχε πει στον Λορέν γι’ αυτήν. Στο άκουσμα του σχόλιου του Κουίν χαμήλωσε τους ώμους. «Δεν έχω καμία πρόθεση να καλέσω τον Λορέν σε δείπνο, αυτό είναι σίγουρο». «Να πάρει». Ο Κουίν ανακάθισε απότομα. «Φαγητό. Θα έπρεπε να το είχα σκεφτεί. Δε θέλω να εξαρτιόμαστε απ’ τον Λορέν». «Το σκέφτηκα εγώ. Έχουμε προμήθειες για αρκετές μέρες, όμως, όταν τελειώσουν, προτείνω να προσπεράσουμε τις φορτηγίδες και να φτάσουμε στο επόμενο χωριό πριν απ’ τους στρατιώτες, διαφορετικά θα βρούμε ελάχιστα να αγοράσουμε. Α, να η κατσίκα». «Κατσίκα; Πού στο καλό βρέθηκε η κατσίκα;» ρώτησε ο Κουίν, ενώ το ζώο που αντιστεκόταν φορτωνόταν από το πλάι της φελούκας. Ο πηδαλιούχος χαμογέλασε και το έδεσε στο δεύτερο κατάρτι, όπου βέλαζε εκνευρισμένο και έστρεφε τα παράξενα μάτια του με τις ασυνήθιστες κόρες στην Κλίο. «Έστειλα μήνυμα όταν φορτώναμε», απάντησε η Κλίο. «Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα βρίσκουμε καθημερινά φρέσκο κρέας και, όταν τα καταφέρνουμε, θα χαλάει γρήγορα μ’ αυτή τη ζέστη. Ίσως να χρειαστούμε την κατσίκα». «Και ποιος θα κάνει το χασάπη;» ρώτησε ο Κουίν. Ύστερα μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του και χαμογέλασε. «Εγώ, υποθέτω». «Τότε να ψαρεύεις και δε θα χρειαστεί να αγγίξουμε την κατσίκα, παρά μόνο για να την αρμέξουμε», είπε η Κλίο. Η κατσίκα είχε πράγματι γάλα και η Κλίο δεν είχε πρόθεση να τη σκοτώσει, παρά μόνο αν η κατάσταση γινόταν πραγματικά δύσκολη, όμως τη διασκέδαζε να πειράζει τον Κουίν. «Είσαι πολύ λεπτεπίλεπτος. Δεν κυνηγάς;» «Όχι ζώα με τα οποία ζω», είπε ο Κουίν, ενώ ένας άλλος χωρικός φόρτωνε στη φελούκα ένα σακί γεμάτο άχυρο. Η κατσίκα σταμάτησε να διαμαρτύρεται κι άρχισε να μασουλάει. «Και μυρίζει». «Κακομοίρη Ντιλάιλα». Η Κλίο έσκυψε μπροστά και κάλυψε με τις παλάμες της τα αυτιά της κατσίκας. «Θα την προσβάλεις». «Αυτό ήταν». Ο Κουίν φάνηκε αηδιασμένος. «Αρνούμαι να φάω κάτι που έχει όνομα. Άκου Ντιλάιλα!» Είδε ότι η Κλίο γελούσε μαζί του. «Τι είναι τόσο διασκεδαστικό;» «Εσύ! Είσαι ένας μεγαλόσωμος, σκληρός άντρας κι ωστόσο σε πιάνουν οι


συναισθηματισμοί σου για μια κατσίκα που βλέπεις για πρώτη φορά». «Δεν πρόκειται για συναισθηματισμούς», διαμαρτυρήθηκε ο Κουίν, όμως χαμογελούσε. «Θα πιάνω ψάρια κι αν τους δίνεις ονόματα ενώ θα τα βγάζω, θα τα δίνω σε σένα, έτσι όπως θα γλιστράνε απ’ το νερό, να τα καθαρίζεις». Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους. «Πάντα αυτό κάνω». Το γέλιο έσβησε από τα χείλη του Κουίν. «Δε θα έπρεπε να ήσουν αναγκασμένη. Είσαι μια λαίδη, όχι καμιά υπηρέτρια σε κουζίνα». «Μια λαίδη;» Η Κλίο του έδειξε τις παλάμες της, με τους κάλους και τους σκούρους λεκέδες απ’ το χυμό των ροδιών, που είχαν ποτίσει τα δάχτυλά της. Στη μία υπήρχε μια πληγή που δεν είχε κλείσει ακόμα, απ’ όταν έκοβε κρέας για το φαγητό. Ο Κουίν τις έπιασε και τις γύρισε ανάποδα. Τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω απ’ τα δικά της και χάιδεψαν τη βάση των αντιχείρων της. «Μια λαίδη», επανέλαβε. «Δεν είσαι;» Ο παππούς μου είναι δούκας. Ή ήταν. Άραγε ζει ακόμα; «Ο πατέρας μου είναι βαρονέτος. Νόμιζα ότι οι Αμερικανοί δεν εντυπωσιάζονται από τίτλους ευγενείας». Τα χέρια της Κλίο έτρεμαν ελαφρά στο τρυφερό άγγιγμά του. Αυτή η ευαισθησία της ήταν τόσο ξένη. «Ξέρουμε, όπως κάθε τζέντλεμαν, πώς να φροντίζουμε τις γυναίκες που έχουμε υπό την προστασία μας». Ο Κουίν δεν έδειχνε να βιάζεται να αφήσει τα χέρια της, παρόλο που είχαν πλησιάσει τόσο ώστε τα γόνατά τους σχεδόν ακουμπούσαν. Όταν η Κλίο τον κοίταξε στα μάτια είδε ότι ήταν σκοτεινά, γεμάτα ένταση και κάτι ακόμα, που, απλώς, μεγάλωσε την ανησυχία της. Πόθος; Λαχτάρα; Ή το ενδιαφέρον ενός φίλου; «Δε θα ζήσω ποτέ όπως ζει μια κόρη βαρονέτου στην Αγγλία», είπε όταν βρήκε τη φωνή της. «Αν... όταν καταφέρω να ξεφύγω απ’ τον πατέρα μου, θα πρέπει να εργάζομαι για να ζω». «Μην είσαι τόσο σίγουρη». Ο Κουίν μετακίνησε τα χέρια του, έτσι που οι παλάμες του ενώθηκαν με τις δικές της και τα δάχτυλά του άγγιζαν το σημείο όπου χτυπούσε ο σφυγμός της στους καρπούς της. «Σαν πουλί παγιδευμένο μπροστά σε ένα τζάμι παραθύρου», ψιθύρισε. «Οι χτύποι της καρδιάς σου θυμίζουν το χτύπημα μικρών φτερών». «Δεν είμαι παγιδευμένη ούτε αδύναμο μικρό πουλί». Η Κλίο ελευθέρωσε τα χέρια της κι έγειρε πίσω στον πάγκο της φελούκας. «Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα εδώ, στη μέση της ερήμου, όμως, όταν θα φτάσουμε στον πολιτισμό, θα...» Σταμάτησε βλέποντας την ένταση στην έκφραση του Κουίν. «Θα είμαι ανεξάρτητη. Έχω περάσει πολύ καιρό κάνοντας τα κα-


πρίτσια των αντρών», ολοκλήρωσε τη φράση της. Θα ταίριαζε απόλυτα στον Κουίν να αποφασίσει να την προστατεύσει απ’ οτιδήποτε θα ήθελε να κάνει. Όταν θα μάθαινε κι η ίδια τι θα ήταν αυτό. Ο Κουίν γύρισε, ακούμπησε και πάλι την πλάτη του στο κατάρτι κι έγειρε το πλατύγυρο, ψάθινο καπέλο του ώστε να κοιτάξει καλύτερα τους στρατιώτες. «Ο Λορέν είναι ικανός», σχολίασε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ανάμεσά τους. «Υποθέτω ότι οφείλει να είναι αν θέλουν να επιβιώσουν. Ο Βοναπάρτης άφησε το στρατό του σε άσχημη κατάσταση όταν έφυγε για να διεκδικήσει την εξουσία». «Τουλάχιστον μ’ αυτόν οι εκτελέσεις πολιτών στη Γαλλία σταμάτησαν». «Πιστεύεις ότι θα ήταν ασφαλές να πας εκεί, με σκοπό να βρεις τα πεθερικά σου; Δε θα το συνιστούσα. Η Γαλλία είναι μια χώρα που πολεμάει σε όλα τα μέτωπα. Θα έκανες πολύ καλύτερα αν πήγαινες στην Αγγλία». Η Κλίο σκέφτηκε ότι καλά θα έκανε να ξεχνούσε τη φαντασίωση ότι ίσως ο Κουίν να της ζητούσε να τον ακολουθήσει στην Αμερική. Όχι φυσικά ότι θα ήθελε να πάει μαζί του, όμως, αν το έκανε, θα είχε προστασία στο ταξίδι και θα ικανοποιούσε την περιέργεια της για τον Κουίν Μπρέντον. Ο Λορέν πήγε κοντά τους με ζωηρό βήμα. «Είμαστε έτοιμοι. Μεσιέ Μπρέντον, σας θυμίζω ότι εγώ είμαι ο επικεφαλής αυτής της αποστολής». «Μα φυσικά», συμφώνησε ο Κουίν. «Εσείς είστε ο επικεφαλής των στρατιωτών σας, εγώ κάνω κουμάντο στις φελούκες μου και θα σας ακολουθήσουμε για όσο μας βολεύει. Θα σας δω στο δείπνο, λοχαγέ. Ή στο Κάιρο». «Είναι επικίνδυνος εχθρός», σχολίασε χαμηλόφωνα η Κλίο, με το βλέμμα καρφωμένο στην αλύγιστη πλάτη του Λορέν, που επέστρεφε στους άντρες του. Οι Γάλλοι είχαν αρχίσει να σπρώχνουν με τα μακριά κοντάρια τις φορτηγίδες στο κέντρο του ποταμού, ώστε να τις παρασύρει το ρεύμα. «Το ίδιο κι εγώ», είπε ο Κουίν με εκείνο το σαρκαστικό χαμόγελό του. Στράφηκε στον άντρα που βρισκόταν στην πρύμνη της φελούκας. «Ταγίμπ;» φώναξε. «Ταγίμπ», απάντησε εκείνος και φώναξε στους υπόλοιπους να λύσουν τους κάβους και να αποπλεύσουν. Όλα εντάξει, μετέφρασε η Κλίο νοερά. Και, για κάποιο λόγο, ένιωθε ότι έτσι ήταν, παρόλο που ο Λορέν την έκανε να αισθάνεται εξαιρετικά άβολα και το ταξίδι ήταν γεμάτο κινδύνους, αναμενόμενους και απρόσμενους. Πίστεψε τον Κουίν όταν της είπε ότι μπορούσε να γίνει επικίνδυνος εχθρός, αν και δεν ήξερε το γιατί. Ήταν λεπτός και γυμνασμένος, όμως δεν


είχε το γεμάτο ουλές σώμα ενός πολεμιστή. Το προηγούμενο βράδυ είχε δείξει να διαθέτει άνεση με τα όπλα, αλλά όχι την οικειότητα του Τιερί, που έδινε την εντύπωση ότι το σπαθί και τα πιστόλια του αποτελούσαν προέκταση του σώματός του. Ο Κουίν είχε χαμηλώσει το γείσο του καπέλου του και ήταν ακουμπισμένος στο κατάρτι, φαινομενικά χαλαρός σαν κοιμισμένη γάτα. Βολεύτηκε κι εκείνη και κοίταξε ό,τι μπορούσε να διακρίνει από το πρόσωπό του κάτω απ’ το γείσο του καπέλου του. Το δυναμικό πιγούνι, τα ίσια χείλη, τα γένια που του είχαν ξεφύγει όταν ξυριζόταν βιαστικά στο λιγοστό φως της αυγής. Ο Κουίν ξεχείλιζε από αυτοπεποίθηση και ήταν τρομερά αποφασιστικός. Όταν ήταν άρρωστος, είχε αρνηθεί να παραδοθεί στη μοίρα του. Δε θα έκανε πίσω αν βρισκόταν αντιμέτωπος με τον Λορέν. Όμως δεν ήταν ξεροκέφαλος. Είχε μείνει στο κρεβάτι μέχρι να του περάσει ο πυρετός, ήταν διατεθειμένος να ξεκουραστεί και να παραδεχτεί την αδυναμία του, είχε αντιμετωπίσει την εχθρική στάση του Λορέν με ηρεμία, χωρίς να αντιδράσει επιθετικά, τσιμπώντας το δόλωμα. Άρα ήταν και έξυπνος και ευέλικτος. Ένας άνθρωπος ικανός να παίξει σε βάθος το παιχνίδι. Επικίνδυνος. Ένας άνθρωπος που δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να εμπιστευτεί. Όσο για το να τον ποθήσει... αυτό ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, πέρα απ’ τις δυνάμεις της να το ελέγξει.


Κεφάλαιο 8 Το κρεβάτι της γλιστρούσε και κλυδωνιζόταν. Σεισμός! Η Κλίο ξύπνησε τρομαγμένη και ανακάθισε, κρατώντας σφιχτά το λεπτό σεντόνι στο στήθος της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά κάτω απ’ τις σφιγμένες γροθιές της. Το κρεβάτι κουνήθηκε ξανά, ακούστηκε ο παφλασμός του νερού και θυμήθηκε πού βρισκόταν. Σε μια φελούκα, αγκυροβολημένη στην όχθη του Νείλου, κάπου στην Άσνα. «Σιωπή, εγώ είμαι εδώ». Η σιγανή φωνή από την άλλη πλευρά του υφασμάτινου χωρίσματος ήταν βαθιά, καθησυχαστική και ακούστηκε πάνω στην ώρα, ακριβώς όταν είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται. «Λυπάμαι», ψιθύρισε. «Ξέχασα πού ήμουν». Παραμέρισε το χώρισμα και είδε τον Κουίν ξαπλωμένο στην άλλη πλευρά. Ήταν στηριγμένος στον αγκώνα του και το ήρεμο πρόσωπό του διακρινόταν καθαρά στο φως του φεγγαριού. «Δε χρειάζεται να ψιθυρίζεις. Οι άντρες κοιμούνται όλοι στην όχθη, ο φρουρός πέρασε πριν από λίγα λεπτά και ο πατέρας σου ροχαλίζει στην άλλη φελούκα. Ακόμα και η Ντιλάιλα κοιμάται». «Ποια; Α, η κατσίκα, φυσικά». Το γέλιο του Κουίν έδωσε στην Κλίο να καταλάβει ότι ήξερε ότι τον πείραζε κι ότι είχε σκεφτεί το όνομα της κατσίκας σε μια έμπνευση της στιγμής. «Όμως εσύ δεν κοιμάσαι», του είπε. «Δεν είσαι άνετα;» «Όχι, απλά ανήσυχος». Ο Κουίν Μπρέντον ήταν ο λιγότερο ανήσυχος άνθρωπος που είχε γνωρίσει ποτέ. «Δεν είσαι ανήσυχος, φυλάς σκοπιά. Όμως οι άντρες κοιμούνται πλάι στους κάβους και υπάρχουν δύο σκοποί». «Οι οποίοι πρέπει να περιπολούν σε μια αρκετά μεγάλη όχθη. Κανείς δε δείχνει να παίρνει στα σοβαρά τους κινδύνους απ’ το ποτάμι. Αν εγώ σκόπευα να κλέψω αυτές τις φελούκες, θα κολυμπούσα και θα σκαρφάλωνα απ’ το πλάι». «Πολύ καθησυχαστικό αυτό», μουρμούρισε η Κλίο. «Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ». «Έξω απ’ το κατώφλι μου, σαν σκλάβος σε αρχαίο παλάτι;» «Φυσικά. Δεν είσαι η βασίλισσα του Νείλου;» Η Κλίο κάγχασε σαρκαστικά. «Και ήσουν ξύπνιος, θα πρέπει να ήσουν,


αφού γνωρίζεις πότε πέρασε ο σκοπός κι αφού αντέδρασες τόσο γρήγορα όταν ξύπνησα. Θα έπρεπε να κοιμόσουν». «Μπορώ να κοιμηθώ στη διάρκεια της μέρας. Τώρα λαγοκοιμάμαι. Κλείσε τα μάτια και κοιμήσου, Κλίο, μη φοβάσαι». «Δε φοβάμαι καθόλου». Η Κλίο κατέβασε το χώρισμα και ξάπλωσε ξανά. Την επόμενη στιγμή ο θόρυβος από κάτι μεγάλο που έπεσε στο νερό την έκανε να ανασηκωθεί και πάλι. «Ψάρια που πηδάνε έξω απ’ το νερό». Ένα χέρι εμφανίστηκε κάτω από το χώρισμα κι άγγιξε το μπράτσο της. «Κοιμήσου». *** Ο Κουίν είχε κλείσει τα μάτια και είχε επιτρέψει στον εαυτό του να κοιμηθεί όταν είχε φανεί το πρώτο φως της αυγής. Για μισή ώρα το πολύ, είχε σκεφτεί, αγνοώντας το μούδιασμα του δεξιού χεριού του. Η Κλίο είχε αποκοιμηθεί κρατώντας το χέρι του και δεν του είχε κάνει καρδιά να το τραβήξει, διακινδυνεύοντας να την ξυπνήσει. Όταν ξύπνησε, ο ήλιος είχε μόλις σηκωθεί και το χέρι του ήταν άδειο. Οι θόρυβοι που έφτασαν στ’ αυτιά του του έδωσαν να καταλάβει ότι η Κλίο είχε ξυπνήσει και πλενόταν με το νερό απ’ τον κουβά που είχε πάρει στην αυτοσχέδια καμπίνα της το προηγούμενο βράδυ. Ανακάθισε και η κατσίκα του βέλαξε. Την κοίταξε και διαπίστωσε ότι δεν ήταν εκπαιδευμένη να μη λερώνει όταν βρισκόταν σε πλοίο. Καθάρισε κι ύστερα σήκωσε την κατσίκα και την κατέβασε απ’ το πλάι της φελούκας στα ρηχά νερά της όχθης. «Μείνε εδώ να πιείς νερό και σε λίγο, όταν θα πάρω τα πράγματά μου, θα πάμε μια βόλτα». «Σε ποιον μιλάς;» ρώτησε η Κλίο. «Στην Ντιλάιλα. Θα κάνουμε μια βόλτα, θα πλυθώ και, αν υπάρχει ζεστό νερό, θα ξυριστώ». Η κατσίκα βέλαξε. «Εσύ κάνε ησυχία, διαφορετικά θα ξυρίσω και το δικό σου γένι». Η Κλίο γέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που ο Κουίν την άκουγε να γελάει αβίαστα. Το γέλιο της ήταν όμορφο, αν και υποπτευόταν ότι δεν επέτρεπε στον εαυτό της να γελάει συχνά. «Έλα, Ντιλάιλα». Ο Κουίν σκαρφάλωσε στην κουπαστή και πήδησε στα ρηχά. Στο ένα χέρι κρατούσε το σχοινί της κατσίκας, στο άλλο τη θήκη με τα ξυριστικά που του είχε βρει η Κλίο. Βγήκε στην όχθη ψάχνοντας για ζεστό νερό και για λίγο χορτάρι για να βοσκήσει η κατσίκα. Γδύθηκε, πλύθηκε στο ποτάμι, ντύθηκε ξανά κι ύστερα βρήκε ένα μικρό κλαδί απ’ όπου κρέμασε το καθρεφτάκι του για να ξυριστεί. Στο μεταξύ η Ντιλάιλα βοσκούσε υπάκουα πλάι του.


«Κάποιος θα πρέπει να σε αρμέξει», της είπε και κοίταξε τους φουσκωμένους μαστούς της, ενώ ξέπλενε το ξυράφι του και έχυνε το νερό. Η κατσίκα σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Το υπεροπτικό βλέμμα της του θύμισε τη μοναδική άλλη Ντιλάιλα που γνώριζε, τη χήρα μαρκησία του Ντάουλις. Η ομοιότητα ήταν τρομακτική. Κάθισε και βάλθηκε να γελάει, μέχρι που δάκρυσε. «Μπρέντον; Τι στο καλό έπαθες, άνθρωπέ μου;» Ο σερ Φίλιπ, κρατώντας κι αυτός τη θήκη με τα ξυριστικά του, τον κοιτούσε σαν να είχε τρελαθεί. Και ίσως και να 'χω. Ίσως όλα αυτά να πείραξαν το μυαλό μου. Τι δουλειά έχω να βόσκω κατσίκες στην καρδιά της Αίγυπτου όταν θα μπορούσα να γράφω επιστολές, να διοργανώνω δεξιώσεις ή να αποκρυπτογραφώ κωδικοποιημένα μηνύματα; Υπακούω εντολές, αυτή τη δουλειά έχω, απάντησε μόνος στο ερώτημά του. «Απλώς σκέφτηκα κάτι αστείο, σερ», είπε. Σηκώθηκε και πήρε το σχοινί που ήταν δεμένη η κατσίκα. «Έλα, Ντιλάιλα. Ας ελπίσουμε η μαντάμ Βαλσάκ να ξέρει πώς να σε αρμέξει». «Α, ήρθατε», είπε η Κλίο όταν τον είδε. «Δεν την άρμεξες;» «Δεν ξέρω πώς. Εσύ;» «Φυσικά». Η Κλίο έπιασε με ένα φιόγκο τα μακριά μαλλιά της αλογοουρά και τα έριξε πάνω απ’ τον ώμο της. Κρίμα, σκέφτηκε ο Κουίν ενώ ανέβαζε την κατσίκα που διαμαρτυρόταν στο κατάστρωμα. Θα του άρεσε να έβλεπε τα μαλλιά της λυτά, να πέφτουν στους ώμους της. Κατά τα φαινόμενα, η Κλίο είχε ετοιμάσει το πρωινό ενώ ντυνόταν. «Ορίστε», είπε και του έδωσε ένα πιάτο και ένα κύπελλο, ενώ εκείνος στεκόταν στο ποτάμι, με το νερό να του φτάνει ως τα γόνατα. «Μπορείς να τα δώσεις αυτά στον πατέρα μου, σε παρακαλώ;» Ο Γούντγουορντ δεν είχε επιστρέφει ακόμα, έτσι ο Κουίν άφησε τα φαγητά στον πάγκο που είχαν στήσει στην όχθη κι ύστερα σκαρφάλωσε στη φελούκα, νιώθοντας το βλέμμα της Κλίο, που άρμεγε την κατσίκα, καρφωμένο πάνω του. Η πληγή στο μπράτσο του πονούσε τρομερά, όμως οι μύες του δεν τον πρόδωσαν. «Είσαι πολύ γυμνασμένος», σχολίασε η Κλίο. «Εξαιτίας της δουλειάς σου;» Ο Κουίν παραλίγο να απαντήσει ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες η διπλωματία δεν είναι ιδιαίτερα κουραστική δουλειά, όμως θυμήθηκε ποιος υποτίθεται ότι ήταν. «Κάνω ξιφασκία, πυγμαχία, ιππασία και κολυμπώ», απάντησε με ειλικρίνεια. «Αυτά βοηθάνε. Όμως, φυσικά, ένας μηχανικός πρέπει να είναι ικανός να σκαρφαλώνει σε ψηλές κατασκευές και σε μισο-


τελειωμένα μηχανήματα». «Φυσικά», συμφώνησε η Κλίο. Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο καθώς έστρεφε και πάλι την προσοχή της στην κατσίκα. «Σχεδόν τελείωσα θα έχουμε γάλα στο πρωινό μας». *** Έφτασαν στην Κεν, που βρισκόταν στη μεγάλη καμπή που έκανε ο Νείλος πριν στρίψει απότομα προς τα δυτικά, ενώ έπεφτε το σούρουπο. Η Κλίο διατηρούσε με μεγάλη δυσκολία την ψυχραιμία της και ο πατέρας της παραπονιόταν ότι μόλις είχαν περάσει τις Θήβες χωρίς να σταματήσουν. Για πρώτη φορά ο Λορέν και ο Κουίν συμφωνούσαν απόλυτα. Ο λοχαγός είχε ανακοινώσει ότι δεν τον ένοιαζε πόσοι λόγιοι εργάζονταν στα μνημεία που φημολογούνταν ότι είχαν σταματήσει το στρατό προκαλώντας δέος. Ο Κουίν είχε δηλώσει κοφτά ότι δεν είχαν χρόνο να τριγυρνάνε στην Κοιλάδα των Βασιλέων μόνο και μόνο για να διαψεύσουν το βιβλίο που είχε γράψει ο Τζέιμς Μπρουκ για μια απ’ τις πυραμίδες. Κι όταν ο βαρονέτος είχε προσφέρει στον ιδιοκτήτη της φελούκας ένα εξωφρενικό ποσό για να τον πείσει να σταματήσει, τόσο ο λοχαγός όσο και ο Κουίν είχαν συμφωνήσει ότι θα συνέχιζαν το ταξίδι τους αμέσως μόλις ο σερ Φίλιπ θα πατούσε το πόδι του στην όχθη. Ο πατέρας της θα έπρεπε να αρκεστεί σε όσα θα κατάφερνε να διακρίνει απ’ τους ναούς του Λούξορ και του Καρνάκ καθώς θα περνούσαν από μπροστά τους. «Θα έπρεπε να τον είχατε αφήσει να βγει στη στεριά», είπε η Κλίο στον Κουίν εκείνο το βράδυ, ενώ οι άντρες έδεναν τις φελούκες. «Και να τον είχατε αφήσει. Ο ιδιοκτήτης της φελούκας θα κέρδιζε μερικά χρήματα και ο πατέρας μου θα ήταν μια χαρά με τους λόγιους και τη συνοδεία τους». «Θα άφηνες τον ίδιο σου τον πατέρα;» ρώτησε ο Κουίν. Ο τόνος της φωνής του ήταν ελαφρά πειρακτικός. «Εκείνος ήταν έτοιμος να αφήσει εμένα». Η Κλίο δεν είχε διάθεση για πειράγματα. «Τον άκουσες -ο Λορέν είπε ότι δε θα μου επέτρεπε να ακολουθήσω τον πατέρα μου κι εκείνος απάντησε ότι θα του ήμουν εμπόδιο κι ότι θα μπορούσα να φτάσω ως το Κάιρο μαζί σου». «Η δική μου συνείδηση δε θα δεχόταν να τον αφήσω εδώ. Θα είναι καλύτερα στο Κάιρο». Ο Κουίν σηκώθηκε και πήγε στην κουπαστή, να βοηθήσει με τους κάβους. Η Κλίο γύρισε, ώστε να μπορέσει να τον κοιτάξει. Υπήρχε κάτι στον τόνο του που αδυνατούσε να καταλάβει. Παρέμενε δε πεπεισμένη πως ό,τι κι αν ήταν ο Κουίν Μπρέντον, δεν ήταν μηχανικός. Όταν εκείνο το πρωί είχε


σχολιάσει τη φυσική του κατάσταση, ο Κουίν είχε απαντήσει με γενικολογίες για τους μηχανικούς. Δεν είχε πει τίποτα το προσωπικό, κανένα παράδειγμα απ’ την εμπειρία του, όπως θα περίμενε εκείνη. Στους άντρες άρεσε να μιλούν για τη ζωή και τα ενδιαφέροντά τους. Αλλά όχι στον Κουίν. Ο λοχαγός Λορέν έκανε την εμφάνισή του για να δει τι έκαναν και ένευσε φιλικά στον Κουίν. Κατά τα φαινόμενα, η κοινή τους σύγκρουση με τον πατέρα της είχε εξομαλύνει κάπως την ανταγωνιστικότητα της σχέσης τους. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να πει κάτι στον Λορέν. Αλλά τι; Ότι ήταν σίγουρη πως ο Κουίν δεν ήταν μηχανικός; Όμως, αν ίσχυε αυτό, μόνο κατάσκοπος θα μπορούσε να ήταν και ο Λορέν δε θα είχε άλλη επιλογή απ’ το να τον εκτελέσει. «Σκύψε!» Ο Κουίν βούτηξε κι έπιασε το πανί που κατέβαινε, πριν την καλύψει. «Ονειροπολείς;» «Όχι, προσπαθώ ν’ αποφασίσω για κάτι». Η Κλίο άρχισε να μαζεύει το πανί, ώστε να μπορέσει ο Κουίν να το δέσει από τη μια μεριά ενώ ο βαρκάρης θα το έδενε από την άλλη. Ο Κουίν προχωρούσε δένοντας κόμπους, μέχρι που βρέθηκε απέναντι της. Εκείνη κοίταξε τα εκφραστικά, γαλανά μάτια του, που ήταν τόσο φιλικά, το χαλαρό του χαμόγελο, τα επιδέξια δάχτυλά του. «Θα το σκεφτώ απόψε». *** Η Κλίο δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Ήταν ξαπλωμένη, με το βλέμμα καρφωμένο στο σκοτεινό ουρανό. Αν ο Κουίν ήταν κατάσκοπος, ποιον κατασκόπευε; Τους Γάλλους προφανώς κι εκείνη, μετά το γάμο της, ήταν πλέον Γαλλίδα. Όμως δεν ένιωθε Γαλλίδα, όπως δεν ένιωθε ούτε Αγγλίδα. Και τι είχαν κάνει γι’ αυτήν οι Γάλλοι; Την είχαν παντρέψει με έναν άντρα που της έλεγε ψέματα, δεν της ήταν πιστός και τη χτυπούσε. Αν πήγαινε στον Λορέν και του μιλούσε για τις αόριστες υποψίες της, ο λοχαγός θα ήθελε να μάθει ποια ήταν η αποστολή του Κουίν και αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα: Θα τον βασάνιζε. Κι εκείνη, για κάποιο λόγο, δεν μπορούσε να φανταστεί τον Κουίν να σπάει έτσι απλά στο πρώτο άγγιγμα του καυτού σίδερου ή να υποκύπτει σε όποια φρικτή μέθοδο κατέφευγε ο Λορέν. Έτσι τα βασανιστήριά του θα ήταν παρατεταμένα και οδυνηρά και όταν θα τον εκτελούσαν, ο θάνατός του θα βάραινε για πάντα τη συνείδησή της. «Και σε συμπαθώ, εκνευριστικέ άνθρωπε», μονολόγησε ψιθυριστά. Και κάτι περισσότερο, αν ήθελε να ήταν ειλικρινής. Τον ποθούσε. Οι ερωτικές της εμπειρίες δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικές, ήξερε όμως αρκετά ώστε να υποπτεύεται ότι αυτό οφειλόταν στη δική της άγνοια και στην αδιαφο-


ρία του Τιερί. Ο Κουίν, με τις αγκαλιές, το χιούμορ και το όμορφο κορμί του, παραδέχτηκε νοερά, θα ήταν διαφορετικός. Όμως θα ήταν τρέλα, ακόμα κι αν ο Κουίν την ήθελε, ακόμα κι αν έβρισκαν κάποιο μέρος να κάνουν έρωτα. Κανένας άντρας δεν ήταν άξιος εμπιστοσύνης, όχι πραγματικά. Θα ήταν καλός μαζί της όσο θα διαρκούσε η σχέση τους κι ύστερα θα επικρατούσαν οι δικές του ανάγκες, τα δικά του ενδιαφέροντα και θα την άφηνε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό έκαναν οι άντρες. Κουλουριάστηκε στο πλάι, με τη μύτη της ν’ απέχει μερικά μόλις εκατοστά από το κρεμασμένο πανί που τη χώριζε απ’ το υπόλοιπο κατάστρωμα και τον Κουίν, που είχε γίνει αυτόκλητος φρουρός της. Η φελούκα κλυδωνιζόταν απαλά από το ρεύμα, τα ψάρια πηδούσαν στο νερό, ένα τσακάλι ούρλιαζε στο βάθος. Όλα αυτά της ήταν οικεία πλέον, όμως κάτι την κρατούσε ξύπνια, κάτι πέρα απ’ την ανησυχία και τον πόθο. Κάποιος ψιθύριζε. «Δε δίνω δεκάρα». Ήταν ο Κουίν που μιλούσε ψιθυριστά. Η ένταση της φωνής του δυνάμωσε. «Δε νοιάζομαι. Γιατί να νοιαστώ;» Η Κλίο παραμέρισε το χώρισμα και κοίταξε έξω. Ο Κουίν ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με τα μάτια κλειστά. Η ελαφριά κουβέρτα με την οποία σκεπαζόταν ήταν ριγμένη στο πλάι. Φορούσε μόνο το βαμβακερό εσώρουχο που φορούσαν οι ντόπιοι κάτω από τις κελεμπίες τους και στο φως του φεγγαριού μπορούσε να διακρίνει τον ιδρώτα που γυάλιζε στο στέρνο του. «Κουίν;» είπε σιγανά και τον άγγιξε στο μπράτσο. Κοιμόταν βαθιά και ονειρευόταν, όμως η ένταση της φωνής του δυνάμωσε, πράγμα που θα έφερνε το φρουρό και υπέθεσε ότι στον Κουίν δε θα άρεσε καθόλου αυτό. Ο Κουίν ηρέμησε στο άκουσμα της φωνής της ή, ίσως, στο άγγιγμά της. «Όχι όπως ο πατέρας μου. Όχι όπως κανένας τους». Δεν έβγαζε νόημα. Ο Κουίν κουνούσε έντονα το κεφάλι του. Η Κλίο τον σκέπασε, ανησυχώντας μήπως κρύωνε. Ο Κουίν άρχισε και πάλι να μουρμουρίζει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε, όμως ακουγόταν δυστυχισμένος, γεμάτος πικρία. Για μια στιγμή δίστασε κι αναρωτήθηκε αν μιλούσε η συνείδησή του, ύστερα όμως αποφάσισε ότι δεν την ένοιαζε. Μια αγκαλιά την είχε κάνει να νιώσει καλύτερα -θα έβλεπε αν θα επιδρούσε εξίσου μαγικά και στον Κουίν. Ξάπλωσε δίπλα στο δυνατό κορμί του, ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του και τον αγκάλιασε. «Σώπα, εγώ είμαι εδώ», είπε, καθησυχάζοντάς τον όπως είχε κάνει εκείνος το προηγούμενο βράδυ. «Κοιμήσου, Κουίν. Απλά, κοιμήσου». Εκείνος, με έναν αναστεναγμό, πέρασε το μπράτσο του γύρω της, την


αγκάλιασε κι ύστερα βυθίστηκε στη σιωπή. Η ανάσα του ακουγόταν βαθιά και σταθερή στην ησυχία της νύχτας. *** Ο Κουίν ξύπνησε και άνοιξε τα μάτια του λίγο πριν την αυγή, όσο ακόμα ήταν σκοτεινά. Όλα ήταν ήσυχα, ακούγονταν μόνο τα κρωξίματα των πουλιών που περίμεναν την ανατολή του ήλιου, το βουητό του ποταμού, τα τριξίματα των κάβων και η ανάσα της γυναίκας που κρατούσε στην αγκαλιά του. Νιώθοντας άνετα, έκλεισε τα μάτια για να ξανακοιμηθεί. Οι αναμνήσεις του παλιού εφιάλτη είχαν διαλυθεί όπως η πρωινή ομίχλη. Γυναίκα; Τι στο καλό; Ήταν η Κλίο, θα αναγνώριζε παντού τη μυρωδιά και τις καμπύλες του κορμιού της, παρά την ελάχιστη σωματική επαφή που είχαν ως εκείνη τη στιγμή. «Κλίο», ψιθύρισε, ενώ γύριζε να την κοιτάξει. Το τελευταίο που τους χρειαζόταν ήταν να ξυπνήσει η Κλίο και να βάλει τις φωνές, επειδή θα έβρισκε έναν άντρα στο κρεβάτι της. Αν και η Κλίο βρισκόταν στο δικό του κρεβάτι κι εκείνος δεν ήξερε πώς είχε βρεθεί εκεί. «Χμ;» Η Κλίο κουλουριάστηκε περισσότερο στην αγκαλιά του, θάβοντας το κεφάλι της στην καμπύλη ανάμεσα στον ώμο και στο λαιμό του. «Ξύπνα. Ήσυχα». Τα μαλλιά της του γαργαλούσαν τα ρουθούνια και θα έπρεπε να ελέγξει την παρόρμηση να φιλήσει την κορφή του κεφαλιού της. Ή να αρχίσει να τη χαϊδεύει. Ή να πιέσει τη λεκάνη του στις αισθησιακές καμπύλες της. «Κουίν!» Ήταν κραυγή έκπληξης, αλλά ψιθυριστή, πνιγμένη στο γυμνό ώμο του. Ο Κουίν κράτησε το σεντόνι ενώ την έσπρωχνε απαλά προς την καμπίνα της, ευχαριστώντας νοερά τους ουρανούς που ήταν σκοτεινά. Ήταν κατά τα τρία τέταρτα γυμνός και ερεθισμένος, όπως θα ήταν κάθε άντρας που θα ξυπνούσε το πρωί έχοντας στην αγκαλιά του μια ελκυστική γυναίκα. «Αποκοιμήθηκα», ψιθύρισε η Κλίο από το άνοιγμα που άφηνε το χώρισμα. «Λυπάμαι, είχα σκοπό να επιστρέψω στο κρεβάτι μου μόλις θα ηρεμούσες». «Γιατί; Τι έκανα;» Ο Κουίν υπέθεσε ότι μιλούσε στον ύπνο του. Τι ταπεινωτικό. «Μιλούσες στον ύπνο σου», είπε η Κλίο, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του. «Έλεγες ότι δε δίνεις δεκάρα, ότι δε νοιάζεσαι. Και κάτι για τον πατέρα σου». «Και σε ξύπνησα. Λυπάμαι. Ήταν απλά ένα παλιό όνειρο». «Δεν πειράζει. Μόνο που η φωνή σου δυνάμωνε συνεχώς και σκέφτηκα ότι δε θα ήθελες να έρθει ο σκοπός να δει τι συμβαίνει». Ο Κουίν άκουσε


την Κλίο να στριφογυρίζει στο κρεβάτι της, σαν να ένιωθε άβολα. «Έτσι σκέφτηκα ότι ίσως μια αγκαλιά να σε βοηθούσε να ηρεμήσεις. Κι έτσι έγινε». Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, ο καθένας στη δική του πλευρά του χωρίσματος, ενώ το φως του ήλιου άρχιζε σιγά σιγά να διαλύει το σκοτάδι. «Έλεγες ότι δεν είσαι σαν τον πατέρα σου, όμως αυτό δε βγάζει νόημα...» είπε η Κλίο τελικά. Ο τόνος της δεν ήταν ακριβώς ερωτηματικός. Ω, να πάρει. Ο Κουίν ακούμπησε το μέτωπο στα λυγισμένα γόνατά του. Υπέθεσε ότι θα ήταν καλύτερα να της έλεγε την αλήθεια, αφού τις επόμενες νύχτες θα παραμιλούσε σίγουρα στον ύπνο του για το θλιβερό παρελθόν του και ποιος ξέρει τι συμπεράσματα θα έβγαζε η Κλίο. Τις λίγες φορές που είχε μιλήσει σε κάποιον για τους εφιάλτες του είχε διαπιστώσει ότι είχαν σταματήσει για μήνες. «Φόρεσε μια ρόμπα και θα μιλήσουμε στην όχθη του ποταμού», είπε και φόρεσε ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο. Κατέβασε την κατσίκα στην όχθη και την έδεσε σε ένα δέντρο, ώστε να δικαιολογήσει το ότι ήταν ξύπνιοι τέτοια ώρα. Ύστερα πήγε να βοηθήσει την Κλίο, που καθόταν στο πλάι της φελούκας, με τα πόδια της να κρέμονται. Η Κλίο τον έπιασε απ’ τους ώμους και τον άφησε να τη μεταφέρει στεγνή στην όχθη. Γέλασε σιγανά. «Είσαι δυνατός». «Κι εσύ ελαφριά. Θα έπρεπε να είχες περισσότερο κρέας στα κόκαλά σου, όμως εργάζεσαι πολύ σκληρά». Όχι ότι η Κλίο δε διέθετε τις αισθησιακές καμπύλες που θα μπορούσαν να κάνουν έναν άντρα να χάσει τον ύπνο του για μήνες. «Μυρίζεις καλύτερα απ’ την Ντιλάιλα», πρόσθεσε, σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει το κλίμα. Η κατσίκα του βέλαξε όταν έλυσε το σχοινί της και την άφησε να προχωρήσει στο μονοπάτι, προς μια μικρή παραλία που είχε φτιάξει το ρεύμα του ποταμού. «Πήγαινε να πιείς», της είπε κι άφησε το σχοινί. Η Κλίο κάθισε δίπλα του, σε έναν κορμό που είχε φάει το νερό. «Θα παχύνω και θα γίνω τεμπέλα μέχρι να φτάσουμε στο Κάιρο». «Ωραία». Ο Κουίν έσκυψε μπροστά, ακούμπησε τους πήχεις του στους μηρούς του και κάρφωσε το βλέμμα στην άμμο, ανάμεσα στα πέλματά του. «Αναφέρομαι κυρίως στο ότι θα σου δοθεί η ευκαιρία να τεμπελιάσεις. Σου αξίζουν οι διακοπές». Η Κλίο θα χρειαζόταν τις δυνάμεις της όταν θα έφταναν στο Κάιρο γιατί, ό,τι κι αν συνέβαινε, τα πράγματα δε θα ήταν εύκολα για εκείνη. Αυτό ήταν το σωστό, ωστόσο... «Πες μου», είπε η Κλίο και, προς μεγάλη του έκπληξη, γύρισε στο πλάι, ανέβασε τα πόδια της στον κορμό και στήριξε την πλάτη της σ’ εκείνον.


«Πες μου γιατί έχεις δύο πατεράδες». Ο Κουίν δεν ήξερε αν η Κλίο είχε καθίσει έτσι από διαίσθηση ή επειδή συνειδητοποιούσε ότι θα ήταν πιο εύκολο για εκείνον αν του πρόσφερε κάποια απόσταση και, ταυτόχρονα, την παρηγοριά της επαφής με το κορμί της. Όταν θα μάθαινε την αλήθεια για τη γέννησή του, ίσως να αποφάσιζε να φύγει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και αποφάσισε να το διαπιστώσει.


Κεφάλαιο 9 «Όταν ήμουν οκτώ ετών κι ο μεγαλύτερος αδελφός μου δεκαεπτά και ετοιμαζόταν να φύγει για το πανεπιστήμιο, ο... πατέρας μου κάλεσε εμένα και τους τέσσερις αδελφούς μου στο γραφείο του και είπε ότι υπήρχε κάτι που θα έπρεπε να μας πει, γιατί ήταν πολύ πιθανόν ο Χένρι να άκουγε κάποιες φήμες. Μας πληροφόρησε ότι εγώ ήμουν ο γιος της μητέρας μας κι ενός άλλου άντρα, που δε ζούσε πλέον. Είχε επιλέξει να με αναγνωρίσει ώστε να αποφύγει η οικογένειά μας το σκάνδαλο, ειδικά αφού είχε τέσσερις νόμιμους γιους, που προηγούνταν από μένα στη σειρά διαδοχής για να κληρονομήσουν τον τίτλο του. Μας είπε ότι έμοιαζα τόσο λίγο στους αδελφούς μου επειδή έμοιαζα πολύ στο βιολογικό πατέρα μου κι αυτή η ομοιότητα γινόταν πιο έντονη με κάθε χρόνο που περνούσε. Μιλούσε τόσο αδιάφορα και ψυχρά σαν να μιλούσε για την πώληση κάποιου χωραφιού ή για την απόλυση κάποιου κακού υπηρέτη». Η Κλίο είχε βυθιστεί στη σιωπή, όμως ανάσανε βαθιά, σαν να κρατούσε τόση ώρα την ανάσα της. «Είπε ότι δε θα παραμελούσε τη μόρφωσή μου και ότι θα φρόντιζε να μου δώσει γη, ώστε να μην ντροπιάσω περισσότερο την οικογένεια, επειδή θα ήμουν αμόρφωτος, με κακούς τρόπους ή φτωχός, όμως δεν περίμενε απ’ τους αδελφούς μου να έχουν σχέση μαζί μου. Από τότε μου ξαναμίλησε ελάχιστες φορές». Η Κλίο αποφάσισε να μιλήσει, με το βλέμμα πάντα καρφωμένο στον ποταμό. «Τι σκληρό για ένα αγοράκι! Τι σου είπε η μητέρα σου;» «Τίποτα. Ήταν ήδη νεκρή κι εξάλλου όσο ζούσε την έβλεπα ελάχιστα. Τώρα συνειδητοποιώ ότι οι γονείς μου είχαν χωριστές ζωές. Ήταν... σοκ». Αυτή η λέξη ήταν πολύ απλή για να περιγράψει το μείγμα της ντροπής, του θυμού και της παράξενης ανακούφισης που είχε νιώσει μαθαίνοντας ότι ο άνθρωπος που θεωρούσε πατέρα του τον αγνοούσε εξαιτίας αυτού που ήταν, όχι του ποιος ήταν. «Ήξερα ότι ο πατέρας μου δε με συμπαθούσε, πόσω μάλλον να με αγαπούσε, όμως δεν υποπτευόμουν το γιατί. Από τότε είχα εφιάλτες». Έσκυψε περισσότερο προς τη ζεστασιά του κορμιού της Κλίο. «Φυσικά, μεγαλώνοντας τους ξεπέρασα, όμως επιστρέφουν όταν είμαι πολύ κουρασμένος ή ανησυχώ πολύ για κάτι». «Και ήσουν άρρωστος. Λογικό είναι να έχεις εφιάλτες». Τουλάχιστον, σκέφτηκε ο Κουίν, στο παραμιλητό του δεν είχε αποκαλύψει τα υπόλοιπα, την εμμονή του να πετύχει με τους δικούς του όρους, να ακολουθήσει το


δικό του δρόμο, να γίνει υψηλόβαθμος διπλωμάτης ή υπουργός Εξωτερικών. Θα γίνω ο καλύτερος. Αυτό ήταν κάτι που επαναλάμβανε συνεχώς όταν το κεφάλι του πονούσε από το διάβασμα, όταν τον χτυπούσε ο δάσκαλός του ή όταν ο μαρκήσιος περνούσε πλάι του αγνοώντας τον. Θα πετύχαινε. Θα έφτιαχνε τη δική του περιουσία, θα αποκτούσε το δικό του τίτλο, τη δική του φήμη ως άντρας με τιμή, ως κάποιος που έκανε το καθήκον του, ό,τι κι αν γινόταν. Όμως εξαιτίας αυτού του καθήκοντος βρισκόταν εκεί. Έτσι θα επιδείκνυε τις ικανότητές του στις ξένες γλώσσες, πρωτοβουλία, θα έβγαζε τα κάστανα απ’ τη φωτιά και θα τα παρουσίαζε σε έναν από τους πιο ισχυρούς άντρες της κυβέρνησης. Φυσικά, θα έπρεπε να κρατήσει τα όσα είχε κάνει μυστικά, όμως ο πατέρας της λαίδης Κάρολαϊν Μπρουκ θα μάθαινε ότι είχε φέρει σε πέρας μια εξαιρετικά δύσκολη αποστολή. Όταν θα επέστρεφε στο Λονδίνο, θα ζητούσε άδεια και θα άρχιζε να φλερτάρει στα σοβαρά τη λαίδη Κάρολαϊν. «Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε η Κλίο. Η φωνή της ακουγόταν νυσταγμένη και το κεφάλι της ήταν ακουμπισμένο στον ώμο του. Γινόταν παράξενα σιωπηλή και ήρεμη όταν το ήθελε. «Γάμος», είπε ο Κουίν, που είχε κι ο ίδιος μισοκοιμηθεί. Τινάχτηκε και τα έβαλε σιωπηρά με τον εαυτό του. Τι τακτ. Τι διπλωματία. Πες της ότι σκέφτεσαι κάποια άλλη, γιατί δεν το κάνεις; «Πώς τη λένε;» ρώτησε η Κλίο. Εδώ που έφτασα ας της πω και τα υπόλοιπα, σκέφτηκε εκείνος. Τουλάχιστον δε θα είχε προσδοκίες απ’ αυτόν, πράγμα για το οποίο πάντα ανησυχούσε κάπως αφού θα συνταξίδευαν ασυνόδευτοι για βδομάδες ολόκληρες. «Κάρολαϊν. Ο πατέρας της είναι... είναι άνθρωπος με μεγάλη επιρροή. Θα ήταν ένας εξαιρετικός γάμος». «Θα ήταν;» ρώτησε η Κλίο και ο Κουίν αναρωτήθηκε αν ήταν η φαντασία του ή αν η φωνή της είχε γίνει πράγματι πιο ψυχρή, όπως ήταν την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους. «Δεν της έχεις πει ακόμα ότι θέλεις να την παντρευτείς; Είναι ερωτευμένη μαζί σου;» «Δεν έχω κάνει ακόμα τίποτα για να εκδηλώσω το ενδιαφέρον μου για κείνη, αν αυτό εννοείς. Και όχι, δε με γνωρίζει αρκετά καλά για να τρέφει τέτοιου είδους συναισθήματα». Η Κλίο κατέβασε τα πόδια της απ’ τον κορμό και σηκώθηκε. «Κι εσύ δεν την αγαπάς», σχολίασε. Το βλέμμα της ήταν σταθερό και σαρκαστικό. «Ψυχρό, αλλά πρακτικό».


«Έτσι λειτουργεί η κοινωνία, με γάμους σκοπιμότητας και συνοικέσια που προσφέρουν πλεονεκτήματα», είπε ο Κουίν κι αναρωτήθηκε γιατί έπρεπε να εξηγεί κάτι τόσο αυταπόδεικτο, ενώ ταυτόχρονα ακουγόταν τόσο πομπώδης. Αυτό ήταν το σωστό για έναν άντρα της τάξης του, με τη δική του ανατροφή και φιλοδοξίες. «Νόμιζα ότι τα πράγματα ήταν διαφορετικά στην Αμερική», είπε η Κλίο. Πήγε στην όχθη και έπιασε το σχοινί που ήταν δεμένη η Ντιλάιλα. «Η κοινωνία λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλο τον κόσμο». Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους κι επέστρεψε, τραβώντας πίσω της την Ντιλάιλα. «Άρα, ουσιαστικά, σκοπεύεις να παντρευτείς τον πατέρα της. Πολύ ρομαντικό». «Ποιος μίλησε για ρομαντισμό;» ρώτησε ο Κουίν εκνευρισμένος απ’ την πορεία που έπαιρνε εκείνο το πρωινό. «Και ποιον παντρεύτηκες εσύ; Έναν Γάλλο αξιωματικό για να σου κάνει το σωματοφύλακα;» Η Κλίο σταμάτησε και τον κοίταξε υπεροπτικά, σαν βασίλισσα που είχε μπροστά της έναν χωρικό. «Είσαι φρικτός», του είπε και προχώρησε με κατεύθυνση τη φελούκα. «Το ελπίζω», της είπε ο Κουίν, όμως η μόνη απάντηση που πήρε από την Κλίο ήταν ένα τίναγμα του κεφαλιού της. Κατάρα σε όλο το γυναικείο φύλο, σκέφτηκε, ενώ επέστρεφε στη φελούκα για να φορτώσει και πάλι την κατσίκα. Και ποιος είχε την ανόητη ιδέα να πάρει μια κατσίκα στη φελούκα; Ένα ζώο που μύριζε άσχημα, ήταν ξεροκέφαλο, χρειαζόταν φαγητό και νερό κι έπρεπε να το καθαρίζουν. Κι εγώ δεν έχω καθόλου καλή διάθεση, συνειδητοποίησε σοκαρισμένος. Τα τόσα χρόνια εκπαίδευσης και αυτοπειθαρχίας είχαν ως αποτέλεσμα ν’ απαλλαγεί από τα μάταια ξεσπάσματα θυμού. Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζε. Το μόνο που είχε χρειαστεί για να χάσει την ψυχραιμία του κάποιος ικανός να αντιμετωπίζει ελκυστικές, αλλοδαπές χήρες, κατασκόπους, διπλωμάτες και παράλογους υπουργούς ήταν μία λαϊκή κοπέλα, χωρίς εμπειρία και μόρφωση και κάθε άλλο παρά σοφιστικέ. Φόρεσε μια ψυχρά ευγενική έκφραση και στράφηκε στην Κλίο, που, κατά τα φαινόμενα, θαύμαζε μια μεγάλη αράχνη στις καλαμιές. «Μπορώ να σε βοηθήσω να ανεβείς στο σκάφος;» «Μπορείς να μου δώσεις το δρεπάνι», απάντησε εκείνη. «Θα πρέπει να κόψουμε χόρτα για την Ντιλάιλα». «Θα σε βοηθήσω να ανεβείς στη φελούκα και θα δώσεις σε μένα το δρεπάνι». «Θέλω να κάνω κάτι, δεν μπορώ να μένω έτσι άπραγη».


«Δε θα πρέπει να κάνεις χειρωνακτικές εργασίες». Ο Κουίν ανέβηκε στη φελούκα, πήρε το δρεπάνι, βγήκε ξανά στην όχθη και κοίταξε τους ασθενικούς θάμνους. «Τότε καλύτερα να αρμέξω την κατσίκα ή να ετοιμάσω το φαγητό». Η Κλίο κάθισε και βάλθηκε να λύνει τα μαλλιά της δίνοντας την αίσθηση ότι ετοιμαζόταν να περάσει όλη τη μέρα στη σκιά, φροντίζοντας τον εαυτό της. Ο Κουίν βάλθηκε να κόβει χόρτα για μερικά λεπτά, χαρούμενος που του δινόταν η ευκαιρία να ξεσπάσει το θυμό του. Αφού μάζεψε μια αγκαλιά χόρτα, γύρισε στη φελούκα, έχοντας έτοιμη μια εξαιρετική απάντηση για τις ασχολίες που θα έπρεπε να έχουν οι γυναίκες. Και ξέχασε την κάθε λέξη. Είχε αναρωτηθεί πώς ήταν τα μαλλιά της Κλίο λυτά και τώρα ήξερε. Έτσι όπως έλαμπαν στο φως του ήλιου, θύμιζαν μεταξένιο καταρράκτη στο χρώμα του μελιού, έμοιαζαν με... Έκλεισε το στόμα και πέρασε πλάι της. Άδειασε τα χόρτα στο κατάστρωμα της φελούκας, κάνοντας την Ντιλάιλα να βελάξει. «Οι άντρες ξυπνάνε», είπε κι έδειξε προς τα πληρώματα απ’ τις φελούκες και τους στρατιώτες πίσω τους. Όπως έλπιζε ότι θα γινόταν, η Κλίο σηκώθηκε, έριξε τα μαλλιά πάνω απ’ τον ώμο της και πήγε στην κουπαστή. «Αν έχετε την καλοσύνη, κύριε Μπρέντον». Ώστε ξανάγινα κύριος, έτσι; σκέφτηκε ο Κουίν ενώ την έπιανε από τη μέση και τη σήκωνε, ώστε να καθίσει στην κουπαστή. Η Κλίο γύρισε και τα μαλλιά της χάιδεψαν τις παλάμες του, στέλνοντας ρίγη πόθου σε όλο του το κορμί. Έκλεισε τα μάτια, με τις παλάμες του ακουμπισμένες ακόμα στην καμπύλη των γοφών της και προσπάθησε να επιστρατεύσει τον αυτοέλεγχό του. Η Κλίο ακούμπησε τις παλάμες της στους ώμους του κι έσκυψε, κάνοντας τα πράγματα πολύ χειρότερα αφού η ανάσα της χάιδεψε το μάγουλό του και τα μαλλιά της τύλιξαν και τους δύο. «Κουίν;» «Ξαφνικά ζαλίστηκα. Λυπάμαι». Ήταν καλύτερα να θυσιάσει την περηφάνια του, παραδεχόμενος κάποια αδυναμία, παρά να της πει την αλήθεια. Σε θέλω τόσο πολύ που γίνεται οδυνηρό. Τραβήχτηκε πίσω. «Θα πάω να δω πού σκοπεύει ο Λορέν να φτάσουμε σήμερα». Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Αναρωτιόταν αν η Κλίο τον παρακολουθούσε ν’ απομακρύνεται, εξίσου αναστατωμένη μ’ εκείνον απ’ τη στιγμή που είχαν μοιραστεί. Το πιθανότερο ήταν ότι θα σκεφτόταν πόσο


αξιοθρήνητο δείγμα άντρα ήταν με τους εφιάλτες, τις αδυναμίες και τη νόθα καταγωγή του. *** Ο Κουίν με θέλει. Η έντασή του ήταν αδύνατον να παρερμηνευτεί. Άκου είχε ζαλιστεί! Αυτό που είχε νιώσει ήταν πόθος, που με δυσκολία κατάφερνε να ελέγξει, γιατί, φυσικά, τι άλλο θα μπορούσε να θέλει ο Κουίν Μπρέντον από εκείνη πέρα από το να ικανοποιήσει τις σαρκικές του ανάγκες; Είχε βάλει στο στόχαστρο την Κάρολαϊν, τη γυναίκα με επιρροή που γνώριζε ελάχιστα. Ευχόταν μόνο η Κάρολαϊν να μην ενοχλούνταν από τους εφιάλτες του, γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί μια λαίδη με καλή ανατροφή να αγκαλιάζει το σύζυγό της επειδή έβλεπε εφιάλτες. Κοίταξε το μικρό χάος που επικρατούσε στο σκάφος, σκέφτηκε τι να ετοιμάσει για το πρωινό, ανασήκωσε τους ώμους, κάθισε κι έπλεξε τα μαλλιά της. Τα λυτά μαλλιά της ήταν που είχαν κάνει τον Κουίν να φύγει, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Οι άντρες ήταν παράξενα πλάσματα. *** Όταν επέστρεψε ο Κουίν, η φελούκα ήταν τακτοποιημένη. Η Κλίο είχε σερβίρει στον πατέρα της το πρωινό του και είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε με το χάος που είχε δημιουργήσει εκείνος απ’ την προηγουμένη. «Ορίστε». Η Κλίο του έδωσε ένα πιάτο όταν ανέβηκε στο σκάφος και εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Οι άντρες μου έφεραν αυγά πάπιας. Φάε τα δικά σου πριν κρυώσουν». Ο Κουίν πήρε το πιάτο μουρμουρίζοντας ένα ευχαριστώ και κάθισε στη συνηθισμένη του θέση, με την πλάτη στο κατάρτι. «Ο Λορέν άκουσε κάποιες φήμες», είπε, αφού έφαγε μερικές μπουκιές. «Οι Βρετανοί αποβίβασαν στο Κοσέιρ της Ερυθράς Θάλασσας, ανατολικά από δω, στρατεύματα απ’ την Ινδία υπό το στρατηγό Μπερντ. Θα κινηθούν προς την Κεν». «Μα θα πρέπει να διασχίσουν τουλάχιστον εκατόν εξήντα χιλιόμετρα ερήμου». Η Κλίο κοίταξε προς τους αμμόλοφους, σαν να περίμενε να δει τα κόκκινα χιτώνια των Βρετανών να προβάλλουν από τις κορυφές τους. «Οι Ινδοί είναι συνηθισμένοι στα ζεστά κλίματα κι υπάρχουν δρόμοι καραβανιών που διασχίζουν την έρημο. Αυτές οι φήμες έκαναν τον Λορέν να ανυπομονεί να φτάσει στο Κάιρο». Ο Κουίν έμοιαζε να το βρίσκει κάπως διασκεδαστικό αυτό, ίσως όμως η αιτία να ήταν η αντιπάθειά του για τον Λορέν. «Όμως θα γίνουν μάχες», είπε η Κλίο. «Ναι. Υποθέτω ότι ο Μπερντ θα ακολουθήσει τον Νείλο ως το Κάιρο. Ο στρατηγός Μπελιάρντ θα πρέπει να ελέγξει τις άμυνές του».


«Ίσως οι Βρετανοί συναντήσουν τους Μαμελούκους και τους συγκρατήσουν εκείνοι». «Ίσως. Κοίτα, οι φορτηγίδες του Λορέν ξεκινάνε». Ο Κουίν δυνάμωσε την ένταση της φωνής του, ώστε να τον ακούσει το πλήρωμα της φελούκας, που συζητούσε στην πρύμνη. «Είστε έτοιμοι, φίλοι μου; Ας ακολουθήσουμε τους στρατιώτες». *** Η Κλίο παρακολουθούσε τις όχθες του ποταμού να χάνονται πίσω τους και η ευχαρίστηση που έβρισκε στο ταξίδι γινόταν ανησυχία. Την τελευταία φορά που είχε βρεθεί στο Κάιρο η κατάσταση ήταν εφιαλτική, έλπιζε όμως ότι στα τρία σχεδόν χρόνια γαλλικής κυριαρχίας η τάξη θα είχε επανέλθει στους δρόμους και η καθημερινή ζωή θα είχε ξαναβρεί τους ρυθμούς της. Τώρα προσπαθούσε να ξεφύγει όχι από έναν, αλλά από δύο στρατούς και πήγαινε σε μια πόλη που προετοιμαζόταν για πολιορκία. «Μην ανησυχείς». Ο Κουίν πήγε κοντά της και κάθισε δίπλα της στην πλώρη. «Θα σε φροντίσω εγώ», είπε και θα πρέπει να διέκρινε τη δυσπιστία στο βλέμμα της, γιατί στα χείλη του σχηματίστηκε ένα μελαγχολικό χαμόγελο. «Έχε μου εμπιστοσύνη». «Για να κάνεις τι; Να σταματήσεις τον πόλεμο;» «Για να κάνω το καλύτερο για σένα». «Ξέρεις τι είναι αυτό; Χαίρομαι που το ξέρει κάποιος». Η Κλίο είχε υπομείνει στωικά το διάστημα που είχε περάσει στην έρημο, χωρίς να τολμάει να ονειρευτεί ότι θα μπορούσε να ξεφύγει. Τώρα κατευθυνόταν προς την πόλη, προς τη θάλασσα κι ακόμα δεν είχε κάποιο σχέδιο. Το μούδιασμα είχε αντικατασταθεί από φόβο, φόβο που δεν τολμούσε να ομολογήσει, να επιτρέψει να φανεί, γιατί σκεφτόταν ότι ίσως να την παράσυρε. Ίσιωσε τους ώμους, από φόβο ότι ο Κουίν θα αποφάσιζε ξανά να την παρηγορήσει με μια αγκαλιά. Κι αν το έκανε αυτό, εκείνη μάλλον θα άρχιζε να κλαίει κι αυτή η προοπτική τη γέμιζε τρόμο. Όμως ο Κουίν δεν την άγγιξε κι έτσι ξεφύσησε με ανακούφιση. «Νομίζω ότι χρειάζεσαι ασφάλεια, άνεση, τη φυσιολογική ζωή της κόρης ενός βαρονέτου ή της χήρας ενός αξιωματικού. Αντιλαμβάνομαι ότι μια πόλη που αντιμετωπίζει την άμεση απειλή μιας πολιορκίας ίσως να μην αποτελεί το καλύτερο πρώτο βήμα, όμως θα βρούμε τη λύση στην πορεία. Έχε μου εμπιστοσύνη», επανέλαβε ο Κουίν. Η Κλίο κοίταξε το γεμάτο αυτοπεποίθηση πρόσωπό του, τη δυναμική του μύτη, το αποφασιστικό του πιγούνι. Είναι άντρας, σκέφτηκε. Με όλα τα ελαττώματα των αντρών -όμως τον εμπιστεύομαι. Είμαι ανόητη; «Πολύ κα-


λά, θα σε εμπιστευτώ». Και τότε ο Κουίν την αγκάλιασε με το ένα χέρι και την τράβηξε δίπλα του για μια στιγμή. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια, ώστε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Ένιωσε κάτι να σκιρτάει μέσα της. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι ήταν, όμως δεν άργησε να το συνειδητοποιήσει. Ατένιζε το μέλλον με ελπίδα, με περιέργεια για το τι της επιφύλασσε. Κι ήταν ο Κουίν, με όλα του τα ελαττώματα, που της το είχε προσφέρει αυτό. *** Επτά μέρες ταξιδιού τους έφεραν στο Μπενισουέφ, μια μέρα απόσταση από το Κάιρο, πράγμα στο οποίο συμφωνούσε και ο πηδαλιούχος. Επίσης έμαθαν ότι ο Μουράντ Μπέης είχε πεθάνει από πανούκλα στη διάρκεια της πορείας προς τα βόρεια και ότι οι άντρες του, υπό την ηγεσία του καινούργιου αρχηγού τους, είχαν συμμαχήσει με τους Βρετανούς. «Δε νομίζω ότι αυτό κάνει τους Μαμελούκους λιγότερο επικίνδυνους για μας», είπε ο Κουίν εκείνο το βράδυ, ενώ κάθονταν στην όχθη, γύρω απ’ τη φωτιά. Ο πατέρας της Κλίο παραπονιόταν ότι τελικά δεν είχαν λόγο να φύγουν από την Κουμ Όμπο και ο Κουίν τον ανεχόταν πολύ περισσότερο απ’ όσο η ίδια του η κόρη. Η Κλίο στριφογύρισε τον καφέ στο κύπελλό της, με την προσοχή της στραμμένη στο προφίλ του Κουίν, που φωτιζόταν απ’ την ανταύγεια της φωτιάς. Όσο πλησίαζαν στο Κάιρο τόσο πιο νευρικός έδειχνε, τόσο πιο χαμένος στις σκέψεις του, πράγμα που φάνταζε παράξενο, αφού θα περίμενε ότι θα ένιωθε ανακούφιση που θα απαλλασσόταν από το βάρος της φροντίδας της και απ’ την ανάγκη να υπομένει τον άσχημο χαρακτήρα του πατέρα της. Ο Κουίν μάλιστα είχε αρχίσει να κοιμάται όσο πιο μακριά μπορούσε απ’ την αυτοσχέδια καμπίνα της. Όταν τον είχε ρωτήσει αστειευόμενη αν τον είχε διώξει το ροχαλητό της, εκείνος είχε χαμογελάσει αχνά. «Η Ντιλάιλα είναι πιο νευρική τα βράδια από σένα. Με χρειάζεται περισσότερο», της είχε απαντήσει. «Είναι παράξενο που δεν έχουμε καθόλου νέα απ’ το Βορρά», είπε η Κλίο. «Έχεις προσέξει ότι τις τελευταίες μέρες δεν έχουμε δει κανένα μεγάλο σκάφος να κατευθύνεται νότια; Μόνο ψαρόβαρκες της περιοχής». Ο Κουίν ανασήκωσε τους ώμους, όμως η Κλίο πρόσεξε ότι κοίταξε προς τους στρατιώτες, που βρίσκονταν εκατό μέτρα πιο πέρα. «Ίσως οι αρχές στο Κάιρο να έχουν απαγορεύσει τις μετακινήσεις αν έμαθαν για την απόβαση του Μπερντ, πράγμα που θα έχει σίγουρα συμβεί. Δε θα ήθελαν να πέσουν στα χέρια του μεγάλα σκάφη». «Μάλλον αυτό θα είναι». Η Κλίο σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα φλι-


τζάνια και την καφετιέρα. «Έχεις ραφτικά που να μπορώ να δανειστώ;» ρώτησε ο Κουίν. «Ψαλίδι, βελόνα και κλωστή;» «Ναι, αλλά αν έχεις κάτι που χρειάζεται μαντάρισμα, μπορώ να το κάνω εγώ». «Τα καταφέρνω. Τα ραφτικά είναι στη φελούκα;» «Δεν έχει αρκετό φως για να ράψεις τώρα». Η Κλίο έβαλε τα πράγματα σ’ έναν κουβά και ίσιωσε το κορμί της. Έφερε τις παλάμες στη μέση της που πονούσε, ύστερα από μία ακόμα μέρα που είχε περάσει καθισμένη στη φελούκα. «Θα τα καταφέρω», επέμεινε ο Κουίν. «Μπορείς να τα φέρεις τώρα; Και μια παλιά, γυναικεία κελεμπία, αν έχεις. Θα σου την αντικαταστήσω στο Κάιρο». «Μια κελεμπία; Μα γιατί;» «Απλώς χρειάζομαι κάτι μπλε», απάντησε ο Κουίν αόριστα. Η Κλίο κατάλαβε ότι ήταν αποφασισμένος να μην της απαντήσει. Ανέβηκε στη φελούκα με τη βοήθεια ενός κουτιού που κάποιος είχε βάλει πλάι στην πρύμνη σαν σκαλοπάτι και πήγε να βρει τα ραφτικά και την πιο παλιά της κελεμπία. Βρήκε μια παλιά μπούρκα που τη χρησιμοποιούσε για να καλύπτει το πρόσωπό της και την άφησε στην άκρη. Απεχθανόταν την μπούρκα, όμως θα ήταν ριψοκίνδυνο να τραβήξει την προσοχή σε μια πόλη του Βορρά, προτού βρεθεί στην ασφάλεια του γαλλικού στρατοπέδου. Όταν επέστρεψε στη φωτιά, ο πατέρας της είχε φύγει και ο Κουίν ήταν καθισμένος με τους ψαράδες και μιλούσε αραβικά, με χαμηλή φωνή και έντονες χειρονομίες. Οι άντρες έδειχναν να τον ακούν με προσοχή, όμως βυθίστηκαν όλοι στη σιωπή όταν πλησίασε και άφησε την μπλε κελεμπία. «Ευχαριστώ», είπε ο Κουίν με τόνο σαν να της έλεγε ότι είχε φτάσει η ώρα να πουν καληνύχτα. «Καληνύχτα», είπε εκείνη και γύρισε να φύγει, συγκρατώντας την παρόρμηση να το βάλει στα πόδια. Ο Κουίν της είχε πει να τον εμπιστευτεί κι εκείνη είχε συμφωνήσει ότι το εννοούσε. Τώρα όλες οι ενοχλητικές αμφιβολίες της για τον Κουίν που, σχεδόν, την είχαν κάνει να μιλήσει στον Λορέν, επέστρεφαν. Ανόητη, επέκρινε τον εαυτό της. Αυτή την ώρα την επομένη θα βρίσκονταν σε μια γαλλοκρατούμενη πόλη και όλες οι δυνάμεις που είχαν προστατεύσει στο παρελθόν εκείνη και τον πατέρα της θα βρίσκονταν εκεί. Τώρα ήταν η χήρα ενός Γάλλου αξιωματικού, πράγμα που της προσέδιδε κάποιο κύρος. Ακόμα κι αν ο Κουίν ήταν κατάσκοπος με κάποια αποστολή που δεν μπορούσε να φανταστεί, αυτό δεν την επηρέα-


ζε. Έχε μου εμπιστοσύνη.


Κεφάλαιο 10 Εκείνο το βράδυ, όταν τα πάντα είχαν πλέον τακτοποιηθεί, η Κλίο κοντοστάθηκε με το χέρι στο χώρισμα της σκηνής και κοίταξε προς την όχθη. Ένας από τους νεαρότερους άντρες ξετύλιγε το τουρμπάνι του. Το ύφασμα έλαμπε κόκκινο στην ανταύγεια της φωτιάς. Το έδωσε στον Κουίν, ίσιωσε το καφετί φέσι από τσόχα που αποτελούσε τη βάση του κι άρχισε να τυλίγει ένα καινούργιο τουρμπάνι, λευκό αυτή τη φορά. Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους, μπήκε στην αυτοσχέδια καμπίνα της, ξάπλωσε και προσπάθησε να κοιμηθεί. Ήταν πολλά αυτά που την κρατούσαν ξύπνια, σκέφτηκε, κακόκεφη από την κούραση, ενώ τα μάτια της αρνούνταν να κλείσουν και το μυαλό της να αδειάσει. Ακόμα δεν είχε αποφασίσει τι θα έκανε όταν θα έφταναν στο Κάιρο, γιατί πολλά εξαρτιούνταν από το τι θα έβρισκαν εκεί. Ένιωθε ενοχές που θα άφηνε τον πατέρα της και θύμωνε με τον εαυτό της που ήταν τόσο αδύναμη. Κι ύστερα υπήρχε ο Κουίν και ο αδιαμφισβήτητος πόθος της για εκείνον, που την έκανε να ντρέπεται και να νιώθει άβολα. Ο Κουίν ήταν σχεδόν αρραβωνιασμένος με κάποια γυναίκα που δε γνώριζε... Πράγμα που σημαίνει ότι δεν της είναι ακόμα αφοσιωμένος, όχι πραγματικά, ψιθύρισε μια ύπουλη φωνούλα στο μυαλό της. Θα μπορούσε να κοιμηθεί μαζί σου με καθαρή συνείδηση. Δε με Θέλει, σκέφτηκε την επόμενη στιγμή. Με φίλησε, αλλά μόνο για να με παρηγορήσει. Συνειδητοποίησε ότι δεν της έλειπε μόνο η παρουσία του τα βράδια, όταν κοιμόταν στην άλλη πλευρά του χωρίσματος, αλλά και οι αμέτρητες φορές που αγγίζονταν. Ο Κουίν ήταν άνθρωπος που του άρεσε να αγγίζει τους άλλους, που της έλεγε ευχαριστώ όταν του πρόσφερε φαγητό, που της χάιδευε το κεφάλι όταν περνούσε πλάι της στο σκάφος για να βοηθήσει με τα σχοινιά, που την αγκάλιαζε όταν του φαινόταν κουρασμένη. Όλα αυτά είχαν σταματήσει μετά από εκείνο το απόγευμα που την είχε πιέσει να τον εμπιστευτεί. Στριφογύρισε και πάλι, ανήσυχη και μπερδεμένη. Και πού ήταν τώρα ο Κουίν; Εκείνη ήταν ξαπλωμένη ξύπνια τουλάχιστον μια ώρα και δεν είχε νιώσει το σκάφος να κλυδωνίζεται γιατί είχε ανεβεί σ’ αυτό ο Κουίν, ούτε η Ντιλάιλα τον είχε υποδεχτεί με τα βελάσματά της. Άνοιξε το χώρισμα και κοίταξε προς την όχθη. Ο Κουίν ήταν ακόμα πλάι στη φωτιά, μόνος. Την είχε φουντώσει και, λουσμένος στο φως της, ήταν σκυμμένος πάνω από ένα κομμάτι ύφασμα που είχε απλώσει στα γόνατά


του. Η Κλίο κούνησε το κεφάλι κι αναρωτήθηκε αν έφτιαχνε κάποιου είδους μεταμφίεση. Έχοντας πλέον ξυπνήσει εντελώς, επέστρεψε στο κρεβάτι της και βρήκε ψηλαφητά το μικρό μαχαίρι της και τη θήκη του. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα μέχρι να φτάσουν στο Κάιρο. Αν ο Κουίν ήταν κατάσκοπος, θα τον αναλάμβανε ο Λορέν. Αν αποτελούσε κίνδυνο για εκείνη ή τον πατέρα της, ήξερε πώς να προστατεύσει τον εαυτό της. Κι αν έκανε λάθος να τον υποπτεύεται, τότε θα του ζητούσε συγγνώμη νοερά. *** Έφτασαν στις πρώτες πυραμίδες γύρω στις δέκα το πρωί και ο πατέρας της ήταν τόσο ευτυχισμένος όσο είχε μήνες να τον δει. Ήταν γονατισμένος στην κουπαστή κι έγραφε σημειώσεις. «Βλέπεις; Το Ντασούρ!» αναφώνησε. *** Η Κλίο έπιασε τον εαυτό της να έχει ενθουσιαστεί σχεδόν εξίσου. Οι πυραμίδες ήταν συναρπαστικές και της είχαν προκαλέσει δέος όταν κατέβαιναν στο Νότο. Τώρα η θέα τους τη μάγευε, μέχρι που άκουσε τον Κουίν να δίνει εντολή να πλευρίσουν οι δύο φελούκες η μία την άλλη και τον είδε να πηδάει στη φελούκα του πατέρα της. «Τι κάνετε εκεί, σερ;» Ο πατέρας της πήρε το βλέμμα απ’ τα σχέδιά του και προσπάθησε να αρπάξει τα έγγραφά του, που ο Κουίν έβαζε στο κοντινότερο μπαούλο προτού κλειδώσει το λουκέτο. «Σταματήστε! Χρειάζομαι τα χαρτιά μου!» «Είναι πιο ασφαλή κλειδωμένα», είπε ο Κουίν, ενώ κρεμούσε το κορδόνι με τα κλειδιά γύρω απ’ το λαιμό του κι επέστρεφε στη φελούκα της Κλίο. «Γιάλα! Γιάλα!» φώναξε στους πηδαλιούχους, σαν να ήταν καμήλες, σκέφτηκε η Κλίο αγανακτισμένη. Όμως εκείνοι χαμογέλασαν και άρχισαν να κατευθύνουν τις φελούκες στο κέντρο του ποταμού. Ό,τι κι αν είχε σκοπό να κάνει ο Κουίν, οι πηδαλιούχοι το γνώριζαν. «Η Σαχάρα», είπε ο πατέρας της, ακόμα διχασμένος ανάμεσα στο θυμό και στην εμμονή του με τα μνημεία. «Ξέχνα τις πυραμίδες», είπε η Κλίο. «Θα πέσουμε πάνω στις φορτηγίδες». Κρατήθηκε, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή, όμως οι πηδαλιούχοι, με απίστευτη άνεση, πέρασαν τις φελούκες ανάμεσα απ’ τις βαριές φορτηγίδες. Τα πανιά τους ήταν φουσκωμένα και το ρεύμα τις έσπρωχνε. Οι άντρες από τις φορτηγίδες φώναζαν. Η Κλίο είδε τον Λορέν να τρέχει


στην κουπαστή και να χειρονομεί έντονα. Έβλεπε τα χείλη του να κινούνται, όμως ο άνεμος παρέσυρε τη φωνή τους. Κι ύστερα πέρασαν την Τόρα. Μπροστά τους βρίσκονταν η Γκίζα και οι μεγάλες πυραμίδες στα αριστερά τους και η πόλη στα δεξιά τους. Η Κλίο μπήκε στην καμπίνα της και φόρεσε την κελεμπία και την μπούρκα της, που έφτανε ως τα γόνατα. Όταν βγήκε, είδε τον Κουίν να δένει ένα πανί στο κατάρτι. Το άφησε όταν την είδε. «Βγάλε τα αυτά και βάλε ευρωπαϊκά ρούχα». «Μα θα είναι πιο ασφαλές αν...» «Κάνε αυτό που λέω, αλλιώς θα σε ντύσω μόνος μου». Ο Κουίν γύρισε, τράβηξε ένα σχοινί και το πανί ανέμισε στο κατάρτι. Φάνηκε ένας λευκός και κόκκινος σταυρός σε μπλε φόντο. Στη δεύτερη φελούκα κυμάτιζε μια ίδια σημαία. «Τι κάνεις;» Η Κλίο έβγαλε την μπούρκα και κοίταξε τη σημαία. «Αυτή είναι η βρετανική σημαία». «Θέλεις να μας βάλουν στο σημάδι οι Βρετανοί;» Η Κλίο κοίταξε στην ακτή. Είδε τις κόκκινες στολές, τους στρατιώτες, τις καμήλες, τις σκηνές, τις σημαίες. «Αυτός είναι ο βρετανικός στρατός;» Ο Κουίν την έσπρωξε προς την καμπίνα. «Κάνε αυτό που λέω και άλλαξε. Θέλω να δουν ότι υπάρχει μια Ευρωπαία στο σκάφος». «Μα... οι Βρετανοί; Πώς το ήξερες; Ο Λορέν δεν το ήξερε». «Το ήξερα απ’ την αρχή», είπε ο Κουίν ενώ χτένιζε με το βλέμμα την όχθη. «Αποβιβάστηκα μαζί τους τον Μάρτιο» «Το ήξερες; Μας πρόδωσες!» «Πώς;» ρώτησε ο Κουίν και την κοίταξε βλοσυρός. «Είσαι Αγγλίδα, ο πατέρας σου Άγγλος. Γιατί θεωρείς προδοσία το ότι σας πήρα από μια εχθρική περιοχή και σας έφερα στο στρατό μας;» Η Κλίο συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καμιά απάντηση να δώσει σ’ αυτό, πέρα απ’ το ότι ο Κουίν είχε κρατήσει τα όσα γνώριζε μυστικά. «Μα ο Λορέν...» «Ο Λορέν είναι στρατιώτης και πρόκειται για πόλεμο. Θα πας τώρα ν’ αλλάξεις ή θα χρειαστεί να σε γδύσω εγώ;» «Όχι!» Η Κλίο μπήκε βιαστικά στην καμπίνα, κουλουριάστηκε στο κρεβάτι και προσπάθησε να βγάλει νόημα απ’ όλα αυτά. Γιατί δεν της είχε πει ο Κουίν ότι οι Βρετανοί πολιορκούσαν το Κάιρο; Και τότε θυμήθηκε τα λόγια του. Ο στρατός μας. Δεν ήταν Αμερικανός. Ήταν Βρετανός και της έλεγε ψέματα απ’ την αρχή. Έβγαλε την κελεμπία και σήκωσε τα χωρίσματα, ώστε να έχει αρκετό


φως για να βρει το τσαλακωμένο φόρεμά της από μουσελίνα και τα λινά μεσοφόρια της, που είχε φορέσει τελευταία φορά τη μέρα του γάμου της. Ντύθηκε με αδέξιες κινήσεις κι ύστερα στερέωσε τη θήκη με το μικρό μαχαίρι στο πόδι της, λίγο πιο κάτω απ’ το γόνατο. Ήταν παράξενο να φοράει τόσο λεπτά ρούχα και να έχει ακάλυπτα τα μαλλιά της, όμως αντιστάθηκε στον πειρασμό να βάλει κελεμπία και μαντίλα. Δεν ήθελε να δώσει καμία δικαιολογία στον Κουίν να την αγγίξει και, ίσως, να ανακαλύψει το μαχαίρι. Είχαν περάσει σχεδόν τις αποβάθρες του Καϊρου όταν βγήκε και πάλι στο κατάστρωμα, όμως οι στρατιώτες γέμιζαν ακόμα τις όχθες. Πίσω τους ακούστηκαν ξαφνικά κανονιοβολισμοί. «Ο Λορέν!» Η Κλίο τέντωσε το λαιμό της να δει, όμως ο Κουίν την τράβηξε πίσω και σκαρφάλωσε στην κουπαστή. «Ο ανόητος». Σκίασε τα μάτια του. «Δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα γυρίσει τις φορτηγίδες ή ότι θα ξεφύγει από τόσο στρατό. Α, τώρα αντέδρασε λογικά, παραδίδονται, κάποιος ύψωσε λευκή σημαία». «Έκανε το καθήκον του», είπε η Κλίο. «Τι θα τους κάνουν;» «Θα είναι αιχμάλωτοι πολέμου -και πολύ πιο ασφαλείς εδώ απ’ ό,τι σε μια πόλη που μαστίζεται απ’ την πανούκλα και βρίσκεται σε πολιορκία, πίστεψέ με». «Μου είπες ψέματα». «Όχι, ποτέ, μόνο για το επάγγελμά μου. Δεν είμαι μηχανικός, σε εξαπάτησα, ναι. Έπαιξα με τις λέξεις, ναι. Σε ρώτησα αν θα με πίστευες αν σου έλεγα ότι είμαι Αμερικανός, αλλά δε σου είπα ποτέ ότι ήμουν». «Υποπτευόμουν ότι ήσουν κατάσκοπος», είπε η Κλίο με πικρία και κάθισε, ώστε να βλέπει το πρόσωπό του, σε μια προσπάθεια να αντιληφθεί τα ψέματα που σίγουρα θα της έλεγε τώρα. «Σκέφτηκα να μιλήσω για τις υποψίες μου στον Λορέν». «Γιατί δεν το έκανες;» Το βλέμμα του Κουίν ήταν γεμάτο ένταση. «Θα σε βασάνιζε. Δεν μπορούσα να το έχω αυτό βάρος στη συνείδησή μου». «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό. Δεν είμαι κατάσκοπος. Η λέξη πράκτορας θα ταίριαζε καλύτερα, ένας αγγελιοφόρος σταλμένος να βρει δυο άτομα». Γύρισε κι άρχισε να δίνει στα αραβικά εντολές στον πηδαλιούχο. «Δέσε εκεί, στη δυτική όχθη». «Να βρεις εμάς; Τον πατέρα μου και μένα; Μα γιατί;» «Δεν ξέρεις;» Ο Κουίν έσμιξε τα φρύδια απορημένος. «Όχι, πραγματικά πιστεύω ότι δεν ξέρεις».


«Σου έσωσα τη ζωή». «Ναι», συμφώνησε ο Κουίν. «Δύο φορές, αν μετρήσουμε το ότι δε με άφησες στο έλεος του Λορέν. Σου οφείλω ευγνωμοσύνη γι’ αυτό, όμως δεν είναι μόνο οι στρατιώτες που πρέπει να κάνουν το καθήκον τους». «Τι στο καλό συμβαίνει; Γυρίστε αμέσως προς το Κάιρο!» «Ηρεμήστε, σερ Φίλιπ» απάντησε ο Κουίν τόσο καθησυχαστικά που η Κλίο ένιωσε την παρόρμηση να τον πετάξει στο ποτάμι. «Θα συνεχίσουμε μέχρι την κεντρική βρετανική βάση. Θα είμαστε πολύ πιο ασφαλείς εκεί». «Βρετανική! Τι απέγιναν οι Γάλλοι;» ρώτησε ο βαρονέτος. «Τι απέγινε η αλληλογραφία μου». «Δώσε μου δύναμη», μουρμούρισε ο Κουίν κι ύστερα ύψωσε τη φωνή του ώστε να ακουστεί στη δεύτερη φελούκα. «Σερ, βρισκόμαστε στο επίκεντρο ενός πολέμου. Νομίζω ότι υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα να μας απασχολούν από μερικά γράμματα. Η ασφάλεια της κόρης σας, για παράδειγμα». «Πολύ που νοιάζεσαι γι’ αυτήν», είπε η Κλίο, όμως ο Κουίν την αγνόησε και βάλθηκε να βοηθάει τους άντρες να κατεβάσουν τα πανιά. Κατευθύνονταν προς την ακτή, προς ένα σημείο απόβασης, πέρα απ’ το οποίο υπήρχαν τακτικές σειρές από σκηνές και έντονη δραστηριότητα γύρω από μερικά πλινθόκτιστα κτίρια. «Κάνε κράτει», φώναξε στον πηδαλιούχο, όταν μισή ντουζίνα στρατιώτες, με έτοιμα τα μουσκέτα, παρατάχθηκαν στην όχθη. Σήκωσε τα χέρια και τους χαιρέτησε. «Είμαι ο λόρδος Κουίντους Ντέβερολ με τη συνοδεία μου. Ο σερ Τζέιμς Χότον μας περιμένει». Λόρδος Κουίντους; Ο Κουίν ήταν λόρδος; Η Κλίο κοίταξε τον ψηλό άντρα που ήταν ντυμένος σαν ναύτης μικρού εμπορικού, ο οποίος μιλούσε με τον αέρα κάποιου που διέθετε εξουσία και που -που να τον πάρει- είχε τα πάντα υπό έλεγχο. Τον θεωρούσα νόθο γιο κάποιου Αμερικανού κτηματία κι αυτός έχει τίτλο. Πόσα μπορώ να πιστέψω απ’ όσα μου έχει πει; Ένας υπαξιωματικός έκανε την εμφάνισή του. «Λόρδε μου! Ο σερ Τζέιμς στέλνει τους χαιρετισμούς του και ζητάει να δέσετε και να αποβιβαστείτε». «Καλύτερα να μαζέψεις τα πράγματά σου», είπε ο Κουίν. «Υποθέτω ότι δε θα θέλεις να το κάνουν οι στρατιώτες». «Μα πώς με σκέφτεσαι», είπε η Κλίο, όμως ο Κουίν ούτε που μόρφασε στο άκουσμα της πικρίας στον τόνο της φωνής της. Χρειάστηκαν μόλις μερικά λεπτά για να μαζέψει τις αποσκευές της. Και αρκετά περισσότερα για να καταφέρει να συγκρατήσει τα δάκρυα του θυ-


μού και του -όφειλε να το παραδεχτεί στον εαυτό της- φόβου. Ο Κουίν της είχε ζητήσει να τον εμπιστευτεί κι εκείνη το είχε κάνει. Της είχε δημιουργήσει ελπίδες και τώρα είχε βρεθεί παγιδευμένη σε κάτι που δεν καταλάβαινε και δεν μπορούσε να ελέγξει. Ήταν τόσο ανόητη που τον είχε εμπιστευτεί. Θα έπρεπε να είχε μάθει πλέον ότι οι άντρες ήταν καλοί μόνο σε ένα πράγμα, στο να ικανοποιούν εγωιστικά, τις δικές τους ανάγκες. Της είχε αρέσει ο Κουίν, τον ήθελε, είχε βρεθεί επικίνδυνα κοντά του... Πολύ κοντά στο να αρχίσει να της αρέσει υπερβολικά. Έτριψε τα μάτια της. Δεν είχε κλάψει όταν είχε συνειδητοποιήσει πόσο αδιαφορούσε για εκείνη ο Τιερί, δεν είχε κλάψει ποτέ, όσο κουρασμένη και παγιδευμένη κι αν ένιωθε μετά το θάνατο της μητέρας της, και δε θα ξεκινούσε τώρα. Το σκάφος χτύπησε στην προκυμαία καθώς έβγαινε απ’ την καμπίνα κρατώντας τις αποσκευές της και φορώντας μια χαλαρή μαντίλα στο κεφάλι. Ο Κουίν ύψωσε τα φρύδια όταν είδε το συνδυασμό στο ντύσιμό της, όμως εκείνη τον αγνόησε και επέτρεψε στο νεαρό υπαξιωματικό να τη βοηθήσει να αποβιβαστεί. Ύστερα από τόσους μήνες που ντυνόταν σαν τις γυναίκες· του χωριού ένιωθε πραγματικά αναξιοπρεπής με το κεφάλι της γυμνό και με κοντά μανίκια. «Μις Γούντγουορντ. Καλώς ήλθατε στην Ελκάτα. Έχουμε...» «Μαντάμ Βαλσάκ», τον διέκοψε η Κλίο. «Ω. Ναι, σωστά... Αν θέλετε να με ακολουθήσετε, σας έχουμε ετοιμάσει ένα δωμάτιο». Ο υπαξιωματικός κοίταξε πίσω της. «Και η συνοδός σας, μαντάμ;» «Δεν έχω συνοδό», είπε η Κλίο. «Παρακαλώ, οδηγήστε με στο δωμάτιό μου». Άφησε τις αποσκευές της στα πόδια του υπαξιωματικού και του χάρισε ένα σφιγμένο χαμόγελο, που τον έκανε να τραβηχτεί. «Τζένκινς! Τις αποσκευές της μαντάμ. Από δω, μαντάμ». Η Κλίο τον ακολούθησε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Ο αυχένας του αξιωματικού ήταν κόκκινος απ’ τη ζέστη και την ντροπή. Τα δωμάτια στα οποία την οδήγησε ήταν λιτά αλλά καθαρά. Μια κάμαρα με ένα κρεβάτι, μια καρέκλα, ένα μικρό τραπέζι και μια λάμπα και στο βάθος μια δεύτερη με ένα λαβομάνο και ένα σκεπασμένο κάδο. Τα παράθυρα και στις δυο κάμαρες ήταν μικρά, ώστε να μην μπαίνει η ζέστη, και η πόρτα άνοιγε σε ένα σημείο όπου υπήρχε σκιά και ο φρουρός μπορούσε να στέκεται με άνεση. «Είμαι σίγουρος ότι τα δωμάτια δεν είναι σαν αυτά στα οποία είστε συνηθισμένη, μαντάμ», απολογήθηκε ο νεαρός υπαξιωματικός, ενώ ο στρα-


τιώτης έφερνε τις αποσκευές της. Η Κλίο συγκρατήθηκε. Ο υπαξιωματικός δεν της έφταιγε σε τίποτα. «Θα είμαι πολύ άνετα...» «Σημαιοφόρος Λόιντ, μαντάμ. Θα βρω κάποια απ’ τις γυναίκες του στρατοπέδου να σας φροντίζει, μαντάμ. Κάποια απ’ τις αξιοπρεπείς». Ο σημαιοφόρος τώρα είχε γίνει κατακόκκινος. «Ευχαριστώ». Η Κλίο βγήκε στη βεράντα. «Τώρα θα πάω να βρω τον πατέρα μου». «Θα είστε καλύτερα εδώ, μαντάμ». Μπορεί ο σημαιοφόρος να ντρεπόταν, όμως τα χείλη του ήταν σφιγμένα και έδειχνε αποφασισμένος. Η Κλίο δοκίμασε να πάει προς την άκρη της βεράντας. Ο φρουρός στάθηκε προσοχή. «Είμαι αιχμάλωτη, σημαιοφόρε Λόιντ;» Τι στο καλό συμβαίνει; Είμαι Αγγλίδα και είναι Άγγλοι. «Για τη δική σας προστασία, μαντάμ. Θα ήταν καλύτερα να μείνετε εδώ. Βρισκόμαστε σε στρατόπεδο. Δεν είναι και το πλέον κατάλληλο μέρος για μια λαίδη». «Είμαι χήρα αξιωματικού, σημαιοφόρε. Είμαι συνηθισμένη να βρίσκομαι σε στρατόπεδα». «Έχω τις εντολές μου, μαντάμ». Ο Λόιντ χαιρέτησε κοφτά κι έφυγε, γεμάτος ανακούφιση που θα γλίτωνε απ’ αυτήν. Η Κλίο στράφηκε στο φρουρό. «Κι εσύ είσαι ο...» «Οπλίτης Μίντον, μαντάμ». «Στρατιώτη, ήμουν κλεισμένη σε ένα σκάφος για πολλές μέρες. Θα κάνω μια βόλτα». Πού είναι ο πατέρας μου; Πού είναι εκείνος ο ψεύτης, ο προδότης, ο Κουίντους Μπρέντον ή όπως αλλιώς τον λένε; «Όχι, μαντάμ». Ο Μίντον ήταν σκληρός, μπαρουτοκαπνισμένος και σχεδόν τόσο αδιάφορος για το ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με μια θυμωμένη γυναίκα όσο είχε φανεί νωρίτερα να ντρέπεται ο Λόιντ. «Και τι θα κάνεις για να με εμποδίσεις, στρατιώτη; Θα με πυροβολήσεις;» «Θα σας πάρω σηκωτή, θα σας φέρω πίσω και θα σας κλειδώσω μέσα, μαντάμ. Και να με συγχωρείτε». Υπακούει απλώς σε διαταγές, σκέφτηκε η Κλίο. Δεν μπορείς να θυμώσεις μαζί του. Κράτα το θυμό σου για το λόρδο. Μπήκε στην κάμαρα και κάθισε στο κρεβάτι. Αναρωτήθηκε πόσο θα έμενε εκεί. Σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να τακτοποιήσει τα πράγματά της και να βολευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Είχε τρεις βαλίτσες. Οι δύο περιείχαν ρούχα και η τρίτη τα ραφτικά της, τα ιατρικά της σύνεργα, τα προσωπικά της είδη, δύο βιβλία, το πιστοποιητικό του γάμου της και μερι-


κά κοσμήματα. Όλα τα υπάρχοντα μιας απλής ζωής. Με το που άρχισε να βγάζει τα πράγματά της, κατάλαβε ότι είχαν ψάξει τις αποσκευές της. Ύστερα από τόσα χρόνια νομαδικής ζωής σε σκηνές, είχε γίνει τακτική και μεθοδική. Δίπλωνε πάντα τα καθαρά ρούχα της με συγκεκριμένο τρόπο, τύλιγε τα μαντίλια της με συγκεκριμένο τρόπο, το ίδιο και τις κορδέλες και τις ζώνες της. Έβαζε πάντα τα παπούτσια της αντικριστά. Όποιος είχε ψάξει τα πράγματά της το είχε κάνει διακριτικά, βάζοντάς τα πίσω στις θέσεις τους σχεδόν με τέλειο τρόπο, όμως εκείνη μπορούσε να καταλάβει ότι κάποιος τα είχε ψάξει. Τα βιβλία της ήταν βαλμένα με τις ράχες όλες στη μια πλευρά ενώ εκείνη τα έβαζε αντικριστά, γιατί έτσι έπιαναν λιγότερο χώρο. Το σημειωματάριό της ήταν τσαλακωμένο σε μια σελίδα κι υπήρχε μια μουτζούρα σε μια απ’ τις σελίδες. Ο δράστης δεν ήταν κλέφτης. Το μενταγιόν της μητέρας της, τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια που της είχε κάνει δώρο στο γάμο τους ο Τιερί και το ελληνικό, χρυσό βραχιόλι που είχε πάρει ως δώρο στα δέκατα τέταρτα γενέθλιά της, ήταν όλα εκεί. Όχι, επρόκειτο για κάποιου άλλου είδους κλέφτη, του είδους που έκλεβε εμπιστοσύνη. Όμως τι έψαχνε; Έβγαλε τα ρούχα της, τα κρέμασε στα καρφιά που υπήρχαν στους τοίχους κι ύστερα τακτοποίησε τα μικροπράγματα σε μια από τις άδειες βαλίτσες. Η φόδρα της ήταν ξηλωμένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που έψαχνε ο Κουίν -ο λόρδος Κουίντους- ήταν αρκετά μικρό για να χωράει μέσα από τη φόδρα. Έγγραφα; Όμως εγώ δεν έχω τίποτα. Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τον Κουίν τη μέρα που είχαν επισκεφθεί το γαλλικό στρατόπεδο να στέκεται δίπλα στο γαϊδουράκι, με το κεφάλι του σκυμμένο σαν να ξεκουραζόταν. Ή σαν να διάβαζε. Θυμήθηκε ότι το κορδόνι που συγκρατούσε τα γράμματα του πατέρα της ήταν χαλαρωμένο. Ναι, ο Κουίν έψαχνε για έγγραφα, πράγμα που σήμαινε ότι δεν είχε βρεθεί τυχαία στον καταυλισμό τους. Η επίθεση των Βεδουίνων ληστών ήταν πραγματική, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Κανείς δεν ήταν τόσο ανόητος ώστε να αυτοτραυματιστεί κι ύστερα να κινδυνεύσει να πεθάνει από αφυδάτωση και. θερμοπληξία μόνο και μόνο για να στηρίξει μια ψεύτικη ιστορία. Αναρωτήθηκε ποιο να ήταν το αρχικό σχέδιο του Κουίν. Χωρίς αμφιβολία θα εμφανιζόταν καβάλα στην καμήλα του, έχοντας ίσως μαζί του και μερικά χαρτογραφικά όργανα. Θα γινόταν ευπρόσδεκτος -κανείς δεν έδιωχνε έναν ξένο στην έρημο-, θα έβρισκε μια δικαιολογία να μείνει και, τελικά, θα τους παρέσυρε στο ποτάμι και στην παγίδα του. «Πανούργε διάβολε. Τυχερέ, πανούργε διάβολε», μονολόγησε. Όμως


γιατί, γιατί ένας Άγγλος λόρδος θα έβαζε σε τέτοιον κίνδυνο τον εαυτό του και θα ταλαιπωρούνταν τόσο με σκοπό να παγιδεύσει έναν λόγιο και την ασήμαντη κόρη του; Δε θα σου αρέσει η απάντηση όταν θα τη μάθεις, Κλίο Γούντγουορντ. Δεν έχεις το παραμικρό στοιχείο και δεν μπορείς να προετοιμαστείς απέναντι σε μια αόρατη απειλή. Μακάρι να σε είχα αφήσει εκεί που είχες σωριαστεί, έξω απ’ τη σκηνή μου, λόρδε Κουίντους. Αν ήξερα όσα γνωρίζω τώρα, θα είχα ανοίξει έναν τάφο και θα σε είχα ρίξει μέσα όταν θα πέθανες κι ύστερα θα ποδοπατούσα την άμμο πάνω σου. Σε χίλια χρόνιο, κάποιος λόγιος θα ξέθαβε τα κόκαλά σου και θα προσπαθούσε να καταλάβει τι σε είχε οδηγήσει σ ’ αυτή τη μοίρα. Ίσως θα έπρεπε να είχα θάψει και μια πλακέτα μαζί σου. Ψεύτης, προδότης, επίορκος. Ράγιζε καρδιές.


Κεφάλαιο 11 «Κυρία Βαλσάκ;» Η νεαρή γυναίκα που στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας ήταν Αγγλίδα. Το ανοιχτό χρώμα της επιδερμίδας της και οι φακίδες απ’ τον ήλιο αρκούσαν για να το καταλάβει η Κλίο. «Ναι, είμαι η μαντάμ Βαλσάκ. Σε έστειλε ο σημαιοφόρος Λόιντ;» Η Κλίο πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει και η γυναίκα της χαμογέλασε κι εκείνη. «Ναι, όμως αυτό το παιδί κοκκινίζει συνεχώς». Η γυναίκα κοίταξε γύρω της την κάμαρα κι ύστερα πάλι την Κλίο και τα λιγοστά της υπάρχοντα, που ήταν απλωμένα στο κρεβάτι. «Είπε ότι δεν έχετε μαζί σας καμαριέρα, μαντάμ». «Όχι». Η Κλίο δεν είχε ποτέ καμαριέρα. Αν ήθελε να ήταν ειλικρινής, δεν ήξερε καν τι έκανε μια καμαριέρα, αν και η νεαρή γυναίκα που στεκόταν απέναντι της δεν ταίριαζε καθόλου με την εικόνα που φανταζόταν ότι θα είχε μια καμαριέρα. «Φοβάμαι ότι δεν έχω χρήματα να σε πληρώσω». «Δεν πειράζει, πληρώνει ο σερ Τζέιμς, έτσι είπε ο κύριος Λόιντ». «Πέρασε. Πώς σε λένε;» «Μάγκι Τόμκινς, μαντάμ. Αληθεύει ότι ήσασταν παντρεμένη με έναν Γάλλο;» Η Κλίο σκέφτηκε ότι στη σύζυγο ενός Άγγλου στρατιώτη ίσως να μην άρεσε ιδιαίτερα το ότι της είχε ζητηθεί να εργαστεί για τη σύζυγο ενός αξιωματικού του εχθρού. «Ναι. Σε πειράζει; Ίσως να μην αρέσει στο σύζυγό σου». «Όχι, δε με νοιάζει με ποιον ήσασταν παντρεμένη. Εξάλλου ο σύζυγός μου πέθανε τρεις μήνες πριν, στο ταξίδι, ας αναπαυθεί η ψυχή του». «Ω, λυπάμαι πολύ κυρία Τόμκινς. Ήσασταν πολύ καιρό παντρεμένοι;» «Να με λέτε Μάγκι, κυρία, έτσι με λένε όλοι. Ήμασταν παντρεμένοι δυο μήνες. Ήταν ο τρίτος σύζυγός μου». Η Μάγκι έμοιαζε να αντιμετωπίζει με ανησυχητικό ρεαλισμό το θέμα. Κατά τα φαινόμενα, οι γάμοι στις τάξεις των στρατιωτών δεν ήταν πάντα αποτέλεσμα πάθους και αγάπης. «Σ’ ευχαριστώ. Θα ήθελα πολύ τη βοήθειά σου. Μπορείς να μου πεις ποιος είναι ο σερ Τζέιμς;» Η Μάγκι ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι στρατιωτικός, άρα θα πρέπει να είναι διπλωμάτης. Δε φοράει στολή, όμως όλοι τρέχουν όταν θέλει κάτι. Οι άντρες πιστεύουν ότι βρίσκεται εδώ για να αναλάβει τις διαπραγ-


ματεύσεις όταν οι Γάλλοι παραδοθούν. Μακάρι να το κάνουν και να ξεμπερδεύουμε. Αρκετό καιρό μας τρώει η σκόνη». «Έχεις παιδιά;» ρώτησε η Κλίο, νιώθοντας να τη συνδέουν πολλά μ’ αυτή τη γυναίκα που ταλαιπωριόταν απ’ τα καπρίτσια των αντρών κι αναγκαζόταν να τα βγάλει πέρα όσο καλύτερα μπορούσε σε έναν καταυλισμό γεμάτο σκόνη. «Έχω ένα αγόρι από τον πρώτο σύζυγό μου». Η έκφραση της Μάγκι μαλάκωσε. «Είναι στην πατρίδα, στο Τσάταμ, με τους γονείς του πατέρα του. Ο παππούς του τον μαθαίνει να γίνει παπουτσής. Ελπίζω ότι αυτό θα τον κρατήσει μακριά απ’ το στρατό». Η Μάγκι σηκώθηκε. «Θα σας φέρω λίγο ζεστό νερό και κάτι να φάτε απ’ την κουζίνα των αξιωματικών σε λίγο, που θα σερβιριστεί το δείπνο». Η Κλίο χαμογέλασε, την ευχαρίστησε κι ύστερα κάθισε και πάλι βαριά στο κρεβάτι όταν βγήκε η Μάγκι. Δεν είχε τίποτα να κάνει πέρα απ’ το να κοιτάζει ένα κομμάτι άμμου, ισοπεδωμένο απ’ τις ασκήσεις των στρατιωτών, το πίσω μέρος της τελευταίας σειράς των σκηνών και μια συστάδα από φοίνικες. Κάπου στο βάθος ακούγονταν πυροβολισμοί. Από κάπου πιο κοντά ακούγονταν εντολές, οι θόρυβοι της κουζίνας και τα βήματα των στρατιωτών στην άμμο. Έτσι άρχισε να σκέφτεται τι ακριβώς θα έλεγε στο λόρδο Κουίντους όταν θα είχε το θράσος να εμφανιστεί. Άγγιξε το μικρό μαχαίρι που είχε κρυμμένο κάτω από τη φούστα της. Ο οπλίτης Μίντον έκανε απλώς το καθήκον του και δεν του άξιζε μια μαχαιριά στην πλάτη. Όμως μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να καρφώνει το μαχαίρι στους φαρδιούς ώμους του Κουίν. *** Όμως ο Κουίν δεν εμφανίστηκε. Η Μάγκι επέστρεψε μισή ώρα αργότερα με ζεστό νερό, σαπούνι και πετσέτες, πάνω που η Κλίο είχε βαρεθεί τόσο ώστε ήταν έτοιμη να σηκωθεί και να αρχίσει να περπατάει πάνω κάτω έξω από τη μικρή κάμαρα. Τώρα, μία ώρα αργότερα, καθόταν έξω, στο τραπέζι που είχε βγάλει στη βεράντα ο στρατιώτης Ντρούρι, ο αντικαταστάτης του Μίντον, με ένα δίσκο που περιείχε το δείπνο της. Άνοιξε το καπάκι και η μυρωδιά του φαγητού την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι πεινούσε τρομερά. Ο δίσκος περιείχε μισό ψητό κοτόπουλο με ρύζι και λαχανικά περιχυμένα με σάλτσα και σε ένα δεύτερο πιάτο υπήρχε τάρτα φρούτων. Ευτυχία. Είχε χρόνια να δει τόσο καλό φαγητό και δεν είχε χρειαστεί να το ετοιμάσει ούτε θα καθάριζε εκείνη όταν θα έτρωγε. Έφαγε μέχρι που


χόρτασε την πείνα της κι ύστερα συνέχισε να τρώει μέχρι που πόνεσε η κοιλιά της κι εξαφανίστηκε και το τελευταίο σπυρί ρυζιού και ψίχουλο τάρτας. Θα σκοτώσω τον Κουίν το πρωί, σκέφτηκε νωθρά, ενώ έπιανε τα μαλλιά της κοτσίδα για να ξαπλώσει. Ήδη μισοκοιμόταν. Αυτήν τη στιγμή δεν έχω το κουράγιο να θυμώσω για έναν άχρηστο άντρα. *** Ήταν η Μάγκι που ξύπνησε την Κλίο. Της πήγε και πάλι ζεστό νερό κι ύστερα φρέσκα ψωμάκια, ξεροψημένα απέξω και μαλακά μέσα, μια καράφα με καφέ, φρέσκα αυγά κι ένα μπολ με γιαούρτι με σπόρους από ρόδι. «Θα παχύνω με όλη αυτή την καλοπέραση και χωρίς να δουλεύω καθόλου», είπε η Κλίο ενώ η Μάγκι ακουμπούσε στο τραπέζι τα τελευταία πιάτα. «Είναι πάρα πολλά. Μοιράσου τα μαζί μου, σε παρακαλώ». Η Μάγκι δε χρειαζόταν παρακάλια. «Ω, είναι πολύ καλό», είπε και χαμογέλασε. Ύστερα σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης της το μουστάκι από γιαούρτι που είχε σχηματιστεί στο πάνω χείλος της. «Συγγνώμη, μαντάμ. Δεν είμαι συνηθισμένη σε τόσο καλό φαγητό». «Ούτε εγώ», εξομολογήθηκε η Κλίο. Αν και ήταν σίγουρη ότι ο λόρδος Κουίντους και οι όμοιοι του αυτά που έτρωγαν δε θα τα θεωρούσαν κατάλληλα ούτε για πικνίκ. *** Ο σημαιοφόρος Λόιντ έκανε την εμφάνισή του όταν τελείωναν το πρωινό τους. Το ύφος του ήταν πολύ τυπικό. «Μαντάμ, ο σερ Τζέιμς παρακαλεί να του χαρίσετε σε μισή ώρα την ευχαρίστηση της παρουσίας σας». «Κι αν αποφασίσω ότι δε θέλω να τον δω;» Η Κλίο ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ της και προσπάθησε να φανταστεί πώς θα αντιδρούσε μια λαίδη με καλή ανατροφή αν δεχόταν μια ανεπιθύμητη πρόσκληση. «Ε, δεν πρόκειται πραγματικά για παράκληση, μαντάμ». «Δηλαδή, αν αρνηθώ, θα με φορτώσεις στον ώμο σου και θα με πας σηκωτή, σημαιοφόρε;» Η Κλίο ήξερε ότι δεν ήταν σωστό να τον πειράζει, όμως ήταν ο μόνος άντρας εκεί και μόνο σ’ αυτόν μπορούσε να ξεσπάσει το θυμό της. Ο σημαιοφόρος Λόιντ κυριολεκτικά χλόμιασε, όμως ίσιωσε τους ώμους και την κοίταξε στα μάτια. «Αν αναγκαστώ, μαντάμ. Με τον πιο βαθύ σεβασμό!» «Έχετε κουράγιο, κύριε Λόιντ. Δεν το εννοούσα. Θα με συνοδεύσετε;» «Μαντάμ!» Ο Λόιντ χαιρέτησε κοφτά, έκανε μεταβολή και ξεκίνησε.


*** «Μαντάμ Βαλσάκ». Ο ψηλός άντρας με το ρυτιδιασμένο πρόσωπο και τα κοντά γκρίζα μαλλιά έσπρωξε πίσω την καρέκλα του και σηκώθηκε βλέποντας την Κλίο να μπαίνει. Ο σημαιοφόρος Λόιντ έκλεισε την πόρτα πίσω του κι η Κλίο έμεινε μόνη με τον άγνωστο. Τότε άκουσε τα πόδια μιας δεύτερης καρέκλας να ξύνουν το πλίνθινο πάτωμα, γύρισε και είδε τον Κουίν καθισμένο σε ένα τραπέζι στη γωνία. Είχε ανοιγμένα μπροστά του διάφορα χαρτιά και δίπλα στο χέρι του υπήρχε ένα μελανοδοχείο. «Είμαι ο σερ Τζέιμς Χότον, του Υπουργείου Εξωτερικών της Αυτής Μεγαλειότητας. Αυτός είναι...» «Ξέρω ποιος είναι αυτός». Η Κλίο δεν ξανακοίταξε τον Κουίν. «Η, μάλλον, νόμιζα ότι ήξερα ποιος είναι, κατά τα φαινόμενα όμως μου είπε ψέματα». «Είμαι ο Κουίντους Μπρέντον Ντέβερολ», είπε ο Κουίν. «Φοβάμαι ότι σας παραπλάνησα λέγοντας ότι ήμουν μηχανικός». Η Κλίο και πάλι δε γύρισε. «Και σε πολλά άλλα, είμαι σίγουρη, λόρδε Κουίντους». Υπήρχε μια καρέκλα μπροστά στο γραφείο του σερ Τζέιμς και κάθισε χωρίς να της την προσφέρουν. «Πού είναι ο πατέρας μου;». «Βρίσκεται κάπου αλλού στο κτίριο και είναι πολύ άνετα. Ελπίζω να βρήκατε ικανοποιητικά το κατάλυμα και τη φροντίδα που σας παρέχουμε, μαντάμ». «Ικανοποιητικά, ναι. Για αιχμάλωτη. Γιατί βρισκόμαστε υπό περιορισμό; Και γιατί ο λόρδος Κουίντους μας εξαπάτησε για να μας φέρει ως εδώ;» «Σας βεβαιώ ότι η απειλή των Μαμελούκων δεν είναι κατά κανέναν τρόπο ψεύτικη!» Ο σερ Τζέιμς δεν έδειχνε να είχε ενοχληθεί καθόλου απ’ την εχθρική της στάση. «Παρά το ότι συμμάχησαν μαζί μας μετά το θάνατο του Μουράντ Μπέη, σας βεβαιώ ότι δε θα ήταν καθόλου ασφαλές να βρεθείτε στο δρόμο τους». «Ώστε λοιπόν ο λόρδος ενήργησε καθαρά για το καλό μας. Τι συγκινητικό». «Όχι, μαντάμ, δεν ήταν έτσι. Ενήργησε μετά από δικές μου εντολές, ως μέρος της προσπάθειάς μας να αντιμετωπίσουμε την κατασκοπεία». «Την κατα...» Η Κλίο έκλεισε το στόμα. «Δε γνωρίζω κανέναν κατάσκοπο. Με εξαίρεση το λόρδο, φυσικά». Από τα δεξιά της ακουγόταν ο ήχος που έβγαζε η πένα ξύνοντας το χαρτί. Γύρισε και κοίταξε τον Κουίν. «Μόνο που τώρα δείχνει για γραμματέας. Μπερδεύτηκα». «Είστε σίγουρη, μαντάμ;» «Ότι μπερδεύτηκα ή ότι δεν ξέρω κανέναν κατάσκοπο εκτός από το λόρδο Κουίντους; Είμαι σίγουρη και για τα δύο, σερ Τζέιμς. Παντρεύτηκα


έναν Γάλλο. Αυτό είναι το θέμα; Σας βεβαιώ ότι δεν είμαι κατάσκοπος της Γαλλίας. Δεν οφείλω περισσότερη πίστη στη Γαλλία απ’ όση οφείλω στη Βρετανία. Δεν είναι παρά μία ακόμα χώρα στην οποία δεν έχω πατήσει ποτέ το πόδι μου. Και τι ακριβώς θα ανέφερα; Τον αριθμό των πουλιών που πετούσαν πάνω απ’ τον καταυλισμό μας καθημερινά; Τα ιερογλυφικά του ναού της Κουμ Όμπο; Την ποσότητα της άμμου που σκούπιζα απ’ τη σκηνή μας κάθε βδομάδα;» «Αποδεχόμαστε ότι δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσατε να πείτε εσείς το οποίο ένας Γάλλος πράκτορας θα έβρισκε ενδιαφέρον». Πόσο στεγνός είναι. Δε δείχνει ποτέ τα συναισθήματά του; Η Κλίο προσπάθησε να φανταστεί τον σερ Τζέιμς παραδομένο στο πάθος, πράγμα που τη βοήθησε κάπως να ξεπεράσει τη νευρικότητά της. Ο σερ Τζέιμς θα είχε κοκαλιάρικους γλουτούς. «Βρίσκετε κάτι διασκεδαστικό, μαντάμ;» «Κάθε άλλο. Λοιπόν, αν δεν πιστεύετε ότι είμαι κατάσκοπος, τι είμαι; Α, κατάλαβα, πιστεύετε ότι είναι ο πατέρας μου. Τι ανοησίες! Ο πατέρας μου είναι Άγγλος βαρονέτος και λόγιος. Πιθανότατα είναι ο πιο βαρετός άνθρωπος του κόσμου και δε γνωρίζει τίποτα που θα ενδιέφερε τους εχθρούς σας. Ακόμα κι αν έπεφτε πάνω του, δε θα το αντιλαμβανόταν. Εκτός κι αν ήταν διακοσμημένο με ιερογλυφικά, δηλαδή». «Γιατί νομίζετε ότι σας βοήθησαν οι Γάλλοι όταν φτάσατε στο Κάιρο;» ρώτησε ο σερ Τζέιμς, σαν να μην την είχε ακούσει. «Επειδή ο πατέρας μου είναι λόγιος. Κι οι Γάλλοι, επειδή είναι πιο παρατηρητικοί ή, ίσως, λιγότερο καχύποπτοι από σας, σκέφτηκαν ότι θα συνέβαλε στις προσπάθειες τους». «Έτσι τον βοήθησαν να εγκατασταθεί σε μια περιοχή που έλεγχαν εκείνοι, φρόντισαν να παντρέψουν την κόρη του με ένα Γάλλο αξιωματικό και ανέλαβαν τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του;» «Ναι». Τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας του... «Αυτό είναι το θέμα, έτσι; Η αλληλογραφία του πατέρα μου». Η Κλίο σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στον Κουίν, που παρέμεινε καθισμένος, χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να σηκωθεί. «Έψαξες την αλληλογραφία του. Έψαξες και τη σκηνή μας; Γι’ αυτό κλείδωσες τα κουτιά του όταν φτάσαμε εδώ;» Ο Κουίν ένευσε καταφατικά. «Κι εσύ δεν υποπτεύθηκες τίποτα;» Η Κλίο στήριξε τις γροθιές της στο τραπέζι κι έσκυψε μπροστά, ώστε να μπορέσει να τον κοιτάξει στα μάτια. «Αν υποπτεύθηκα ότι είχες κρυφούς σκοπούς; Ναι, φυσικά. Και, σαν ανόητη, δε μίλησα στο λοχαγό Λορέν για τις υποψίες μου, επειδή ήξερα ότι θα σε βασάνιζε και ήμουν υπερβολικά


καλόκαρδη έστω και για να το σκεφτώ αυτό. Κι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο με ξεπληρώνεις». Τα μάγουλα του Κουίν είχαν κοκκινίσει, όμως δεν τσίμπησε το δόλωμα. «Υποπτεύθηκες ποτέ ότι οι Γάλλοι χρησιμοποιούσαν την αλληλογραφία του πατέρα σου για να παίρνουν πληροφορίες απ’ τους κατασκόπους τους σε όλο τον κόσμο;» «Γιατί να μπουν στον κόπο να ασχοληθούν με τις φλυαρίες ενός αρχαιοδίφη;» Η Κλίο κάθισε ξανά κι έστρωσε νευρικά τη φούστα της. «Επειδή έτσι λειτουργούν οι μυστικές υπηρεσίες», της απάντησε ο Κουίν. «Ατέλειωτες μικρές λεπτομέρειες συνθέτουν μια μεγάλη εικόνα. Πράκτορες έγραφαν στον πατέρα σου από μεγάλα αγγλικά λιμάνια, απ’ το Λονδίνο, από σημεία με στρατηγική σημασία στην Ινδία και τη Μεσόγειο. Τα γράμματά τους δε θα κινούσαν υποψίες. Δεν ήταν παρά φλυαρίες αρχαιοδιφών, όπως τις αποκάλεσες. Στην πραγματικότητα, όμως, περιείχαν κωδικοποιημένες πληροφορίες. Οι Γάλλοι στο Κάιρο παραβίαζαν τις σφραγίδες, διάβαζαν τα γράμματα κι ύστερα τα προωθούσαν στον πατέρα σου. »Κινήσεις στρατευμάτων, πλοίων, πολιτικές ίντριγκες, οικονομικές πληροφορίες. Μικροί κόκκοι άμμου, σαν αυτούς που σε εκνευρίζουν όταν μπαίνουν ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών σου, και που όταν ο άνεμος είναι σωστός, γίνονται αμμοθύελλες, που καταπίνουν ολόκληρα χωριά». «Ή ένα στρατό ή ένα στόλο», πρόσθεσε ο σερ Τζέιμς. «Και πιστεύετε ότι ο πατέρας μου τα γνώριζε όλα αυτά;» Η Κλίο άκουγε ένα παράξενο βουητό στ’ αυτιά της. Τα δάχτυλά της πονούσαν και συνειδητοποίησε ότι έσφιγγαν με υπερβολική δύναμη τη φούστα της. «Αυτό πρέπει να ανακαλύψω», είπε ο σερ Τζέιμς. «Αν το μόνο του έγκλημα είναι η ευπιστία του, θα μπορέσει να μας βοηθήσει να εξακριβώσουμε ποιος απ’ όλους με όσους αλληλογραφούσε ενώ πραγματικά λόγιος και ποιος όχι. Υπάρχουν ένα σωρό γράμματα που θα πρέπει να ελέγξουμε». «Κι αν δεν είναι αθώος;» Ο σερ Τζέιμς, απλώς, την κοίταξε. Αν βρουν τον πατέρα ένοχο, θα... Η Κλίο, για πρώτη φορά στη ζωή της, κατάλαβε ότι θα λιποθυμούσε. Ο κόσμος γύρω της σκοτείνιαζε, σαν κάποιος να τραβούσε αργά μια κουρτίνα. Το βουητό στ’ αυτιά της έγινε πιο έντονο και κατέρρευσε. «Πολύ βολικό», άκουσε να λέει μια απαθής φωνή. «Νομίζω ότι λιποθύμησε πραγματικά», είπε μια δεύτερη φωνή, που βρισκόταν πιο κοντά της. Μια φωνή που γνώριζε.


«Δε λιποθυμώ ποτέ...» Η Κλίο άπλωσε τα χέρια της κι ένιωσε ζεστά, δυνατά δάχτυλα να κλείνουν γύρω απ’ τα δικά της, ενώ ο κόσμος γύρω της χανόταν. *** Η Κλίο αποφάσισε ότι ονειρευόταν. Εκείνη δε λιποθυμούσε ποτέ και βρισκόταν στο κρεβάτι, άρα θα πρέπει να επρόκειτο για όνειρο. Μόνο... που όλα έβγαζαν νόημα. Η αλληλογραφία του πατέρα της, η βοήθεια των Γάλλων, ο τρόπος που είχε λειτουργήσει ο Κουίν. Αν κρατούσε τα μάτια της κλειστά, τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα ήταν πραγματικό. Αυτό έλεγε στον εαυτό της όταν ήταν μικρό κοριτσάκι και τρόμαζε κάθε φορά που βρίσκονταν σε μια άγνωστη πόλη τη γλώσσα της οποίας δε μιλούσε, όταν πεινούσε ή ένιωθε άβολα, όταν η μητέρα της έκλαιγε σιωπηρά. Το κόλπο δεν έπιανε τότε και ήξερε πως ούτε τώρα θα έπιανε. Ωστόσο, θα κουλουριαζόταν κάτω απ’ τα σεντόνια, θα παρίστανε την κοιμισμένη και θα σκεφτόταν. Αν μιλούσε, θα υπήρχε κίνδυνος να πει κάτι που θα καταδίκαζε τον πατέρα της. Αναρωτήθηκε ποια θα ήταν η χειρότερη δυνατή πιθανότητα. Να ήταν ο πατέρας της εν γνώσει του κατάσκοπος, να είχε εξαγοράσει την προστασία των Γάλλων και την ευκαιρία να μελετήσει τα αγαπημένα του μνημεία ανενόχλητος, με τίμημα την προδοσία της χώρας στην οποία είχε γεννηθεί. Θα τον εκτελούσαν γι’ αυτό. Το καλύτερο που θα μπορούσε να ελπίζει ήταν οι Άγγλοι να πειστούν ότι ο πατέρας της είχε ξεγελαστεί, ότι δεν είχε ιδέα για όσα συνέβαιναν. Θα εξευτελιζόταν, θα ταπεινωνόταν, ο πολύτιμος κύκλος των λογίων με τους οποίους αλληλογραφούσε θα διαλυόταν. Δεν πίστευε ότι αγαπούσε τον πατέρα της. Η όποια αγάπη της είχε χαθεί μετά από τόσα χρόνια που αδιαφορούσε γι’ αυτήν, που την παραμελούσε συναισθηματικά, που της έδινε να καταλάβει με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι ήταν ένας εγωιστής που είχε ραγίσει την καρδιά της μητέρας της. Όμως ήταν πάντα ο πατέρας της και δε θα τον άφηνε αν δε σιγουρευόταν πρώτα ότι θα είχε την κατάλληλη φροντίδα. Ήθελε να ελευθερωθεί απ’ αυτόν με τη συνείδησή της καθαρή και τώρα θα ήξερε για πάντα ότι σώζοντας τον Κουίν, όχι μία, αλλά δύο φορές, είχε καταδικάσει τον ίδιο της τον πατέρα. Όμως δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω το χρόνο και να αλλάξει ό,τι είχε συμβεί και ούτε θα βοηθούσε σε τίποτα το να κάθεται εκεί. Στο δωμάτιο ακούγονταν σιγανοί θόρυβοι. Κάποιος ήταν μαζί της.


«Μάγκι;» Άνοιξε τα μάτια και τα έκλεισε ξανά, για να τα προστατεύσει από το έντονο φως του ήλιου που έμπαινε απ’ τα παράθυρα. Άρα ήταν ακόμα προχωρημένο πρωί. To πλαίσιο του κρεβατιού πίσω της έτριξε, σαν κάποιος να είχε καθίσει σ’ αυτό και γύρισε να δει ποιος ήταν. «Εσύ». Φυσικά, δε θα την άφηνε ήσυχη, έπρεπε να συνεχίσει να την παρενοχλεί. «Ναι, εγώ». Ο Κουίν παραμέρισε τα μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό της. «Πώς νιώθεις;» Η Κλίο δεν μπορούσε να του σπρώξει το χέρι, το δικό της ήταν μπερδεμένο στα σεντόνια. Το ελευθέρωσε και ανασηκώθηκε. «Πώς νιώθω; Σαν ανόητη. Σαν μια γυναίκα στην οποία οι άντρες λένε ψέματα κι εκείνη είναι αρκετά ανόητη ώστε να τους πιστεύει. Σαν μια κόρη που δεν μπορούσε να δει όσα βρίσκονταν κάτω απ’ τη μύτη της. Σαν συναισθηματικό θηλυκό που θέλει να σκέφτεται τα καλύτερα για έναν άντρα, επειδή της προσφέρει αγκαλιές, χαμόγελα και...» Και φιλιά. «Λυπάμαι. Έπρεπε ν’ ανακαλύψουμε ποιος ήταν μπλεγμένος, σίγουρα θα το αντιλαμβάνεσαι αυτό. Έπρεπε να βεβαιωθούμε και για τη δική σου αθωότητα επίσης». Ο Κουίν την κοιτούσε στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν σοβαρό και ανοιχτό. Ο τόνος της φωνής του και τα λόγια του μαρτυρούσαν μεταμέλεια. Η Κλίο ήθελε να τον πιστέψει, ετοιμάστηκε να του το πει, να του πει ότι καταλάβαινε γιατί της είχε πει ψέματα και την είχε χρησιμοποιήσει, ότι πίστευε πως θα πρέπει να του ήταν δύσκολο. «Ήταν για το καλό σου», πρόσθεσε ο Κουίν. «Για το καλό μου;» Κάθε ίχνος κατανόησης, χάθηκε. «Περιμένεις να το πιστέψω αυτό; Φυσικά και δεν ήταν για το καλό μου! Φυσικά και έπρεπε να εξακριβώσεις αν ήμουν αθώα ή ένοχη και το τι απ’ τα δύο θα ίσχυε δε θα είχε και ιδιαίτερη σημασία, σωστά; Φτάνει να μάθαινες την αλήθεια. Υποθέτω ότι μάλλον θα ήταν πιο εύκολο αν ήμουν αθώα. Πυροβολείς γυναίκες ή μήπως θα πάθαινα κάποιο θλιβερό δυστύχημα; Αυτό θα ήταν πιο βολικό». «Κλίο...» Ο Κουίν άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της κι εκείνη το έσπρωξε με δύναμη. «Άουτς». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μάζεψε το πονεμένο χέρι της και το κράτησε σφιχτά στο στήθος της. «Άφησέ με να το δω». Ο Κουίν άπλωσε και πάλι το χέρι του. Στο πλάι της παλάμης της υπήρχε ένα κόκκινο σημάδι. «Αρκετά ταλαι-


πωρείς τα κακομοίρα τα χέρια σου. Δε χρειάζεται να προσπαθείς να τα σπάσεις χτυπώντας τα στα σκληρά κόκαλά μου. Έλα», είπε όταν τον αγριοκοίταξε. «Δείξε μου». Η Κλίο ακούμπησε την παλάμη της στη δική του κι έκλεισε τα μάτια, καθώς εκείνος της ίσιωνε τα δάχτυλα. Είναι τόσο τρυφερός. Και τόσο αδιάλλακτος. Ξέρει ότι με πονάει κι ωστόσο το κάνει. Για το καλό μου. «Δεν έχει σπάσει κάτι. Μείνε ακίνητη». Ο Κουίν άρχισε να της τυλίγει το χέρι με κάτι απαλό κι όταν η Κλίο άνοιξε τα μάτια, συνειδητοποίησε ότι είχε χρησιμοποιήσει για επίδεσμο το φουλάρι του και ότι ο γιακάς του πουκαμίσου του ήταν πλέον ξεκούμπωτος. Είχε δει ξαναδεί την ηλιοκαμένη επιδερμίδα του στέρνου του, το σγουρό τρίχωμα που το κάλυπτε. Τα έβλεπε καθημερινά ως τότε. Τον είχε δει ολόγυμνο, αν ήταν ποτέ δυνατόν! Όμως αυτό που γινόταν τώρα φάνταζε σαν οικειότητα που τη σόκαρε, σαν ένδειξη τρυφερότητας που άγγιζε κάτι βαθιά μέσα της. Κάτι που πονούσε. «Κουίν». Η Κλίο συνειδητοποίησε ότι έκλαιγε. Δάκρυα κυλούσαν στο σεντόνι, στους καρπούς του Κουίν, στο μεσοφόρι της. «Δεν κλαίω ποτέ», ψέλλισε. «Δε λιποθυμάω ποτέ, δεν κλαίω ποτέ και ποτέ...» «Ποτέ δεν αφήνεσαι, έτσι δεν είναι; Έλα εδώ». Ο Κουίν άλλαξε θέση, έτσι ώστε να στηρίξει την πλάτη του στον τοίχο και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Θα έλεγα ότι έχεις υπερβολικά πολλούς λόγους να κλάψεις».


Κεφάλαιο 12 Ο Κουίν πίστευε ότι η Κλίο θ’ αντιστεκόταν. Εκείνη όμως έμεινε για μια στιγμή ακίνητη στην αγκαλιά του κι ύστερα έθαψε το πρόσωπό της βαθιά στο στέρνο του και βάλθηκε να κλαίει με λυγμούς. Το όμορφο καθαρό πουκάμισο που είχε δανειστεί απ’ τον σερ Τζέιμς κολλούσε νοτισμένο στο στέρνο του, η παλάμη του στο σημείο που τον είχε χτυπήσει η Κλίο πονούσε, υπήρχε ένας γρόμπος στο σοβά πίσω απ’ το κεφάλι του και στην αγκαλιά του κρατούσε μια γυναίκα με αισθησιακές καμπύλες, που μύριζε υπέροχα. Την Κλίο, που ίσως να μην τον συγχωρούσε ποτέ, την Κλίο που σίγουρα τον χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. Κάθε ενόχληση χάθηκε. Έσκυψε το κεφάλι, φίλησε την κορυφή του κεφαλιού της και ύστερα τα χείλη του βάλθηκαν να φιλούν τα μαλλιά της. Δεν έβλεπε καμιά ανάγκη να προσπαθήσει να την κάνει να σταματήσει να κλαίει. Θα ένιωθε καλύτερα αν ξεσπούσε και, όσο κι αν φάνταζε εγωιστικό αυτό, του άρεσε να τη νιώθει στην αγκαλιά του. Όταν η Κλίο ανακάθισε, με μάτια κατακόκκινα και αξιαγάπητα ευάλωτη, ο Κουίν βρήκε το μαντίλι του και της το πρόσφερε χωρίς να πει ούτε λέξη. «Λυπάμαι», ψέλλισε εκείνη, ενώ σκούπιζε τα μάτια της. «Δεν υπάρχει λόγος». Ο Κουίν έμεινε ακίνητος και περίμενε να τη δει να σηκώνει το βλέμμα. «Κλίο, σε πιστεύω. Και πιστεύουμε και τον πατέρα σου, τώρα που μιλήσαμε μαζί του. Ο άνθρωπος δεν είναι δα τόσο καλός ηθοποιός». «Τι... τι είπε;» «Είναι έξαλλος που εξαπατήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο και, κατά τα φαινόμενα, το εξέλαβε σαν προσβολή. Οι συνέπειες στην εθνική ασφάλεια δε δείχνουν να τον απασχολούν τόσο όσο η σκέψη πως ίσως να του απαγορέψουμε να αλληλογραφεί με τους συνεργάτες του». Η Κλίο βόγκηξε με απόγνωση. «Τυπική αντίδραση για τον πατέρα μου! Αντιλαμβάνεται τι θα μας είχε συμβεί αν δεν τον πιστεύατε;» Ο Κουίν χαμογέλασε. Νωρίτερα είχε νιώσει την επιθυμία να χτυπήσει τον σερ Φίλιπ, όμως, τώρα που το ξανασκεφτόταν, ο βαρονέτος ήταν τόσο προβλέψιμος ώστε το πράγμα καταντούσε σχεδόν αστείο. «Είναι Άγγλος βαρονέτος και διακεκριμένος λόγιος. Φυσικά, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να δεχτούμε το λόγο του. Δε νομίζω να του πέρασε έστω και για μια στιγμή απ’ το μυαλό ότι ίσως και να μη γινόταν έτσι. Νόμιζα ότι ο


σερ Τζέιμς θα έχανε την ψυχραιμία του, πράγμα που θα ήταν πρωτόγνωρο». «Ρώτησε για μένα ο πατέρας;» Η Κλίο είχε ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της, όσο μπορούσε να το κάνει αυτό μια κοπέλα καθισμένη στο κρεβάτι με το μεσοφόρι της και τα μάτια της κατακόκκινα απ’ το κλάμα. Είχε κάνει την ερώτησή της ήρεμα, με κάποια αδιαφορία, πράγμα που έκανε τον Κουίν να θέλει να μορφάσει. «Ήταν μάλλον απασχολημένος», προσπάθησε να υπεκφύγει. «Με άλλα λόγια, δε ρώτησε». «Κλίο...» «Είμαι συνηθισμένη σ’ αυτό», είπε η Κλίο και χαμογέλασε. Ο Κουίν είχε ξαναδεί αυτό το χαμόγελο, το γνώριζε αρκετά καλά ώστε να μην πειστεί. «Εκείνος χάνει, όχι εσύ», είπε, ενώ ακολουθούσε την καμπύλη των χειλιών της με το ακροδάχτυλό του. Όπως ακριβώς το υποπτευόταν, η Κλίο ήταν σφιγμένη και το χαμόγελό της βεβιασμένο. Περίμενε να τη δει να κουνάει το κεφάλι, να απορρίπτει το χάδι του. Αντίθετα, τα χείλη της άνοιξαν και τα μάτια της έκλεισαν. Ο Κουίν ένιωσε την ανάσα του να κόβεται καθώς το κορμί του κυριευόταν από πόθο. Έσκυψε και άγγιξε τα χείλη του στα δικά της. Ήταν γλυκά, απαλά, αλμυρά από τα δάκρυα. Η επιθυμία να γευτεί ακόμα περισσότερα, να γνωρίσει την Κλίο μέχρι τα βάθη της ψυχής της ήταν συγκλονιστική. Έβαλε την παλάμη του στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και τη φίλησε με πάθος. Ήταν σαν να είχε περάσει μόνο ένα λεπτό από εκείνο το φιλί που είχαν δώσει στην Κουμ Όμπο, τόσο οικεία του ήταν η αίσθηση των χειλιών της, η χαρακτηριστική της θηλυκότητα. Η Κλίο πέρασε το γερό χέρι της γύρω απ’ το λαιμό του χωρίς να διστάσει, με τη γενναιότητα και την ευθύτητα που τη χαρακτήριζαν, κι εκείνος ένιωσε τον πόθο του να φουντώνει, μαζί με την ανάγκη να την κάνει δική του. Εδώ, τώρα. Δική μου. Απ’ τα χείλη της Κλίο ξέφυγε ένα μικρό βογκητό και ο Κουίν χαμογέλασε ενώ τη φιλούσε. Οι αδύναμοι αναστεναγμοί δεν ήταν για την Κλίο. Τα βογκητά της ήταν δυναμικά και απαιτητικά, όπως ήταν και η Μπαστέτ, η θεά με τη μορφή της γάτας. Η παλάμη του γλίστρησε στο πλευρό της, κάλυψε το στήθος της και άκουσε και τον εαυτό του να μουγκρίζει όταν ένιωσε τη ρώγα της να σκληραίνει στο άγγιγμά του. Η αντίδραση της Κλίο ήταν άμεση. Κύρτωσε το κορμί της ώστε να τον διευκολύνει, πλησίασε περισσότερο το κεφάλι της στο δικό του και δάγκωσε απαλά το κάτω χείλος του. Οι άκρες του αυτοσχέδιου επιδέσμου στην παλάμη της χάιδεψαν το μπράτσο και το μάγουλό του, μπερδεύο-


ντάς τον, διαλύοντας τη μαγεία της στιγμής. Που να πάρει. Τι κάνω; Αυτή είναι η Κλίο και είναι αποπροσανατολισμένη, ανήσυχη και αναστατωμένη. Αρκετά έκανα για να την πληγώσω. Το τελευταίο που της χρειάζεται είναι ένας άντρας που θα εκμεταλλευτεί την ανάγκη της για λίγη παρηγοριά, για ένα στήριγμα. Διέκοψε το φιλί και απομάκρυνε απαλά τις παλάμες της απ’ το λαιμό του. «Κλίο, λυπάμαι, δεν είναι καλή ιδέα». Εκείνη σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε. Τα χείλη της είχαν γίνει μια λεπτή γραμμή και είχε πάρει εκείνη την υπεροπτική έκφραση αποστροφής που είχε δει για πρώτη φορά ο Κουίν όταν είχε ξαναβρεί τις αισθήσεις του στη σκηνή. Αναρωτήθηκε γιατί δεν είχε καταλάβει απ’ την πρώτη στιγμή ότι αποτελούσε την κληρονομιά ολόκληρων γενεών γαλαζοαίματων προγόνων. Μπροστά του είχε την εγγονή ενός δούκα κι αυτό φαινόταν στα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου της, στη στάση του υπέροχου, εξαντλημένου απ’ τη δουλειά κορμιού της. Και πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, δεν είχε καμιά δουλειά στο κρεβάτι της, να θέλει αυτά που ήθελε, ανεξάρτητα από το πόσο ευγενική ήταν η καταγωγή της. Ένας τζέντλεμαν έκανε έρωτα σε μια λαίδη με μόνο μία πιθανή κατάληξη στο μυαλό του -το γάμο. Εκτός κι αν ήταν πραγματικό κάθαρμα. Κι όσο για το δικό του γάμο, ήταν ένα προσεκτικά προγραμματισμένο βήμα στα σχέδιά του. Αν έπρεπε να φτιάξει μια λίστα με γυναίκες ακατάλληλες να γίνουν σύζυγοι ενός διπλωμάτη, η Κλίο θα βρισκόταν εύκολα στην κορυφή. Όχι ότι ο δούκας του Σεντ Όσιθ θα τον σκεφτόταν ποτέ για σύζυγο της εγγονής του, ακόμα κι αν εκείνος ήταν αρκετά ανόητος ώστε να ζητήσει κάτι τέτοιο. «Είμαι βέβαιη ότι δεν είναι καλή ιδέα», συμφώνησε η Κλίο με παγερό αυτοέλεγχο, που δεν ταίριαζε καθόλου στα κόκκινα από το κλάμα μάτια της και στα ανακατεμένα μαλλιά της. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που σταμάτησες». Σήκωσε τη ράντα του μεσοφοριού που είχε γλιστρήσει απ’ τον ώμο της. «Ποιος με έγδυσε και με έβαλε στο κρεβάτι;» «Εγώ». Και δεν ήταν κάτι το τόσο τρομερό. Η Κλίο δε φορούσε κάλτσες ή κορσέ. Το μόνο που είχε κάνει ήταν να της βγάλει το φόρεμα και να τη βάλει κάτω απ’ το σεντόνι. «Δεν υπάρχει λόγος να με κοιτάζεις σαν να ήμουν κανένας βρομερός παλιόγερος, που έγδυσε μια ανυπεράσπιστη γυναίκα για να ικανοποιήσει τη διαστροφή του. Σου άφησα το μεσοφόρι σου. Εσύ ήσουν που με έγδυσες εντελώς». «Οφθαλμός αντί οφθαλμού;» Τα μάγουλα της Κλίο κοκκίνισαν. «Έπρεπε να το κάνω για να σε φροντίσω και το ξέρεις πολύ καλά».


Είχε απόλυτο δίκιο, πράγμα που δε βοηθούσε τον Κουίν να ξεπεράσει τον πόθο του. Ο πόθος του ήταν ανικανοποίητος, το χτυπημένο χέρι του πονούσε κάθε φορά που λύγιζε τα δάχτυλά του, η πληγή του, που είχε σχεδόν επουλωθεί, είχε ανοίξει και πάλι όταν είχε σηκώσει την Κλίο για να τη μεταφέρει και η συνείδησή του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. «Και γιατί στο καλό είχες εκείνο το μαχαίρι στο πόδι σου;» ρώτησε. «Έλπιζα να σε βρω με την πλάτη γυρισμένη», απάντησε η Κλίο κοφτά. «Τότε θα φροντίσω να μη σου γυρίσω καθόλου την πλάτη σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ως την Αγγλία», είπε ο Κουίν και σηκώθηκε. «Το μαχαίρι είναι στο τραπέζι», πρόσθεσε, όταν έφτασε στην πόρτα. «Στην Αγγλία/» «Αν θέλεις ακόμα να πας εκεί». Λες και θα της έδινε το δικαίωμα της επιλογής, σκέφτηκε ο Κουίν κι ένιωσε τη συνείδησή του να διαμαρτύρεται. Δεν υπήρχε περίπτωση να φανεί ειλικρινής μαζί της τώρα, θα αρνιόταν να τον ακολουθήσει αν υποπτευόταν ότι το μέλλον της ήταν προαποφασισμένο, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Είναι για το καλό της. «Α, και ο σερ Τζέιμς παρακαλεί εσένα και τον σερ Φίλιπ να δειπνήσετε μαζί του απόψε». *** Η πόρτα έκλεισε μαλακά πίσω από τον Κουίν. Στο φως του ήλιου που έμπαινε απ’ το παράθυρο, διακρίνονταν κόκκοι σκόνης να αιωρούνται. Έκανε ζέστη, ήταν ήσυχα και, ξαφνικά, η Κλίο ένιωσε ένα τεράστιο κενό. Θα με πάει στην Αγγλία. Ξεκινάει να κάνει έρωτα μαζί μου κι ύστερα χάνει το ενδιαφέρον του. Είναι τρυφερός... κι ύστερα όχι. Τον θέλω, όμως, κατά τα φαινόμενα, εκείνος δε με θέλει, παρόλο που με έγδυσε, παρόλο που του πρόσφερα τον εαυτό μου. Όμως τι ξέρω εγώ από άντρες; Νόμιζα ότι ο Τιερί με αγαπούσε. Πίστεψα ότι ο Γάλλος στρατηγός ήθελε να μας βοηθήσει. Εμπιστεύθηκα τον Λορέν και τόσο καιρό εκείνος με χρησιμοποιούσε. Είμαι ανίκανη να καταλάβω τους άντρες. Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα με χρησιμοποιήσουν γι’ αυτό που θέλουν και ότι θα μου πουν αυτό που νομίζουν ότι θέλω ν 'ακούσω για να τα καταφέρουν. Η Κλίο σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε στη δεύτερη κάμαρα, να βουτήξει το χέρι της στην κανάτα με το νερό. Γιατί είχε χτυπήσει τον Κουίν; Της ήταν αδύνατον να θυμηθεί πλέον. Ο Τιερί θα την είχε χτυπήσει κι εκείνος, αλλά όχι ο Κουίν, ο Άγγλος τζέντλεμαν. Ο διπλωμάτης. Ο ψεύτης που δεν μπορούσε να εμπιστευθεί. Σίγουρα όμως δε θα μου έλεγε ότι θα με πάει στην Αγγλία χωρίς να το εννοεί, σωστά; Δε θα είχε κάτι να κερδίσει απ’ αυτό. Η Κλίο βρήκε την άρνικα στο κουτί με τα ιατρικά της σύνεργα, μούλιασε ένα μαντίλι και το τύλιξε στο χέρι της.


Αγγλία. Ανεξαρτησία. Και καθόλου χρήματα για να ζήσω. Έβγαλε το σημειωματάριο απ’ τη βαλίτσα της και πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο εκτός από έναν άντρα με γαλανά μάτια, επιδέξια χείλη, φαρδιούς ώμους και αινιγματικό μυαλό. Θα πρέπει να υπάρχει κάτι που να μπορώ να κάνω, ώστε να βρεθεί κάποιος στην Αγγλία να με προσλάβει. *** Ο σημαιοφόρος Λόιντ πήγε να παραλάβει την Κλίο για το δείπνο. «Αύριο ο σκοπός στην πόρτα σας θα σας συνοδεύσει οπουδήποτε θα θέλατε να κάνετε έναν περίπατο», είπε κι έδειξε το στρατόπεδο. «Φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν και πολλά να δείτε». «Ώστε λοιπόν δεν είμαι πλέον αιχμάλωτη;» «Επρόκειτο για προστατευτική συνοδεία, μαντάμ», είπε ο Λόιντ και κοκκίνισε. Την οδήγησε σε ένα διαφορετικό τμήμα του σπιτιού στο οποίο είχε συναντήσει τον σερ Τζέιμς εκείνο το πρωί, σε μια μακριά αίθουσα, βαμμένη και στρωμένη με πολύχρωμα χαλιά. Το τραπέζι ήταν καλυμμένο με πεντακάθαρο τραπεζομάντιλο και δυο άντρες με λευκά τουρμπάνια, παντελόνια και τουνίκες με χρωματιστές ζώνες, το έστρωναν για έξι άτομα. Η Κλίο πήρε μια βαθιά ανάσα, κατάφερε να μην κοιτάξει γύρω της για τον Κουίν και μπήκε. «Μαντάμ Βαλσάκ». Ο σερ Τζέιμς προχώρησε και της έσφιξε το χέρι. Όταν η Κλίο σήκωσε το βλέμμα, είδε πίσω του τον Κουίν με δύο ακόμα άντρες, τον έναν ένστολο. Υποκλίθηκαν. Ο πατέρας της, που έκανε στον άγνωστο πολίτη διάλεξη για τα ιερογλυφικά, γύρισε, συνοφρυώθηκε και τη χαιρέτησε με ένα νεύμα. Οι άντρες ήταν όλοι άψογα ντυμένοι. Ο στρατιωτικός με την επίσημη στολή του, ενώ οι υπόλοιποι φορούσαν σμόκιν και γκέτες. Κάποιος μάλιστα είχε βρει ένα σμόκιν για τον πατέρα της. Η Κλίο ένιωθε ατημέλητη ανάμεσά τους. Το φόρεμά της ήταν τσαλακωμένο, χρόνια εκτός μόδας και δε φορούσε κάλτσες, μόνο σανδάλια ανοιχτά στη φτέρνα. Η Μάγκι είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε με τα μαλλιά της, όμως, αφού καμία απ’ τις δυο τους δεν ήξερε ποιο χτένισμα ήταν στη μόδα, το περισσότερο που μπορούσαν να ελπίζουν ήταν να δείχνει καθαρή και περιποιημένη. Όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπη με ληστές, να τους κοιτάζεις υπεροπτικά, της είχε πει κάποτε η μητέρα της, ύστερα από μια ατυχή συνάντηση σε μια αλέα της Κωνσταντινούπολης. Ποτέ μη δείχνεις φόβο. Όρθωσε το ανάστημά της, έσμιξε τα φρύδια, πήρε υπεροπτικό βλέμμα και στα χείλη της σχημα-


τίστηκε ένα παγερό, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο. Δεν ήταν η τσάντα ή η ζωή της που κινδύνευαν τώρα, μόνο η αξιοπρέπειά της, υπενθύμισε στον εαυτό της. Δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει στο λόρδο Κουίντους Ντέβερολ ν’ αντιληφθεί πόσο πολύ την αναστάτωνε. Κανείς δεν τραβήχτηκε με απέχθεια βλέποντάς τη ούτε έβαλε κανείς τα γέλια. Φυσικά, όμως, ήταν όλοι διπλωμάτες. «Χαίρομαι πολύ που καταφέρατε να έρθετε», είπε ο σερ Τζέιμς, σαν να είχε καταφέρει να χωρέσει στο γεμάτο πρόγραμμά της το δείπνο του. «Τον λόρδο Κουίντους τον γνωρίζετε». Η έκφραση του Κουίν ήταν ευγενικά αδιάφορη. «Ο ταγματάρχης Γκρέιντζερ είναι ο στρατιωτικός μας σύνδεσμος και τον δόκτορα Κεντ τον έστειλε η Βασιλική Εταιρεία με σκοπό να βοηθήσει στην επανάκτηση των αιγυπτιακών έργων τέχνης από τους Γ άλλους, μόλις εξασφαλίσουμε την παράδοσή τους. Στο μεταξύ, είμαι σίγουρος ότι θα βρει πολλά να συζητήσει με τον πατέρα σας. Κύριοι, η μαντάμ Βαλσάκ». «Νομίζω ότι θα επιστρέψω στο πατρώνυμό μου», είπε η Κλίο. Πλέον δεν μπορούσε να σκεφτεί κανένα λόγο για να κρατήσει το όνομα του Τιερί και τα πράγματα θα ήταν σίγουρα πιο εύκολα στην Αγγλία χωρίς μια τέτοια εμφανή σύνδεση με τη Γαλλία. «Η μις Γούντγουορντ, λοιπόν». Οι κύριοι υποκλίθηκαν και πάλι. Η Κλίο έκανε μια υπόκλιση που ευχόταν ότι θα ήταν ανεκτή και κοίταξε ανήσυχη το πολυτελώς στρωμένο τραπέζι. Ήταν μια ματιά σε έναν κόσμο που πάντα ήξερε ότι υπήρχε εκεί έξω και που έμοιαζε να απαιτεί ένα επίπεδο εσωτερικής γνώσης που έκανε την κατανόηση των ιερογλυφικών να φαντάζει εύκολη. Θα έπρεπε να κάνει αρκετά πράγματα ταυτόχρονα εκτός από το να προσπαθεί να κρατάει την αριστοκρατική της στάση και να μην ξαναχάσει την ψυχραιμία της με τον Κουίν. Η κακομοίρη η μητέρα της είχε πεθάνει προτού προλάβει να της μάθει πολλά, όμως θυμόταν κάποια. Να κρατάς ήρεμη τη φωνή και τον τόνο σου, την πλάτη σου ίσια και το κεφάλι ψηλά. Μη χειρονομείς για να τονίσεις ένα επιχείρημα. Να χαμογελάς, να μην ντρέπεσαι ούτε να είσαι αγενής ή να αμφισβητείς τις απόψεις των συνομιλητών σου. Συζήτηση. Αυτό ήταν το επόμενο θέμα. Έπρεπε να συζητήσει περί ανέμων και υδάτων μ’ αυτούς τους άντρες. Αλλά για ποιο θέμα; Η μητέρα της της είχε πει ότι μια λαίδη δε συζητούσε για πολιτική, για θρησκεία, για πόλεμο ή για χρήματα... Τι απόμενε λοιπόν, ειδικά στα μέσα μιας πολιορκίας. «Η σύζυγός σας δε σας συνοδεύει, σερ Τζέιμς;» «Όχι». «Ω, λυπάμαι, θα πρέπει να σας λείπει. Ίσως η απαιτητική δουλειά σας να


βοηθάει υπ’ αυτές τις συνθήκες», είπε η Κλίο. «Η σύζυγός μου θα σας έλεγε ότι η δουλειά μου με απορροφά ολοκληρωτικά, μις Γούντγουορντ», είπε ο σερ Τζέιμς και η Κλίο αναρωτήθηκε αν ήταν δυνατόν να χαμογελούσε. Κατά τα φαινόμενα, ναι. Κατάφερε να χαμογελάσει κι εκείνη σφιγμένα. «Είναι η πρώτη σας επίσκεψη στην Αίγυπτο; Αν και υποθέτω ότι μάλλον δεν πρόκειται ακριβώς για επίσκεψη». «Ναι, είναι». Ο σερ Τζέιμς την έπιασε με το γαντοφορεμένο χέρι του αγκαζέ και την οδήγησε προς έναν υπηρέτη που κρατούσε ένα δίσκο γεμάτο με ποτήρια. «Σαμπάνια, μις Γούντγουορντ;» ρώτησε και, θεωρώντας τη σιωπή της κατάφαση, της έδωσε ένα ποτήρι. «Φοβάμαι ότι θα ήταν δύσκολο να παγώσει όπως πρέπει. Ναι, βρίσκω την Αίγυπτο εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χώρα και η ευκαιρία να χρησιμοποιήσω τα αραβικά μου με ενθουσιάζει». «Είναι πολλοί οι Βρετανοί διπλωμάτες που τα μιλούν;» ρώτησε η Κλίο. «Θα περίμενα να ήταν ασυνήθιστο». «Εξαιτίας της ανάγκης να κρατάμε τους εμπορικούς δρόμους προς τα ανατολικά ανοιχτούς και των συνεχών δοσοληψιών μας με τους πειρατές της Μπαρμπαριάς, αρκετοί από μας χρειάστηκε να τα μάθουμε. Δεν μπορώ να πω ότι τη βρήκα την πιο εύκολη γλώσσα». «Υποθέτω ότι εγώ τα έμαθα αρκετά νέα», είπε η Κλίο. «Αν και έμαθα τουρκικά μικρότερη κι έχω την αίσθηση ότι δεν τα μιλάω πολύ καλά. Ή ίσως να χρησιμοποιώ πιο συχνά τα αραβικά μου». «Μιλάτε αρκετές γλώσσες, μις Γούντγουορντ;» ρώτησε ο ταγματάρχης Γκρέιντζερ και στάθηκε δίπλα της. «Γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, τουρκικά, ελληνικά και αραβικά. Α, και αρχαία ελληνικά και λατινικά, φυσικά». «Απίστευτο, εσείς είστε πραγματική λόγια, μις Γούντγουορντ». Ο ταγματάρχης δεν έδειχνε να θεωρεί ότι αυτό ήταν κάτι για το οποίο θα της άξιζαν συγχαρητήρια. Η Κλίο ήπιε μια γουλιά απ’ τη σαμπάνια της και παραλίγο να πνιγεί. Κι αυτό υποτίθεται ότι ήταν απόλαυση; Συγκράτησε το βήχα της και ένα μορφασμό. «Όχι, όχι λόγια, ταγματάρχα. Εγώ είμαι το πρακτικό μυαλό της οικογένειας, εκείνη που κρατάει τις σημειώσεις και κάνει τα ψώνια. Αν οι γνώσεις μου στις αρχαίες γλώσσες δεν ήταν ολοκληρωμένες, δε θα μπορούσα να βοηθήσω τον πατέρα μου. Κι αν δεν μπορούσα να αγοράσω προμήθειες, θα πεθαίναμε από την πείνα». Είδε κεφάλια να γυρνάνε. Είχε υψώσει τη φωνή της, είχε μιλήσει κοφτά


σε έναν τζέντλεμαν. Λάθος κίνηση, επέκρινε τον εαυτό της. Τώρα θα νομίζουν ότι μεγάλωσες σε καμιά σκηνή. Ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’ τη σαμπάνια της. Δεν ήταν τόσο άσχημη αυτή τη φορά, τώρα που ήταν προετοιμασμένη για τις φυσαλίδες. Το ποτήρι της άδειασε, έτσι πήρε ένα άλλο απ’ το δίσκο και ήπιε μια γερή γουλιά. Αν έκρινε από τη γεύση του, το αλκοόλ δε διέφερε ιδιαίτερα απ’ το σερμπέτι. «Ο καιρός δείχνει αρκετά καλός», σχολίασε ο σερ Τζέιμς. «Κάνει ζέστη φυσικά, όμως δεν είναι τόσο άσχημα όσο περίμενα». Όταν όλα τα άλλα αποτύχουν, μίλα για τον καιρό, την είχε συμβουλεύσει η μητέρα της. «Ο καιρός είναι φυσιολογικός για την εποχή», είπε. «Φυσικά, πολύ γρήγορα η ζέστη θα γίνει πιο έντονη και τότε τα θύματα της πανούκλας θα πληθύνουν». «Σερ Τζέιμς, το δείπνο έχει σερβιριστεί». Η Κλίο αναρωτήθηκε αν ήταν η ιδέα της ή αν όλοι φάνηκαν πράγματι ανακουφισμένοι. Ο ταγματάρχης και ο σερ Τζέιμς θα μπορούσαν να σταματήσουν τη συζήτηση μαζί της και ο Κουίν με το δόκτορα Κεντ θα είχαν την ελπίδα να γλιτώσουν για μερικά λεπτά απ’ τις απόψεις του πατέρα της για την αρχιτεκτονική των ναών. Ο σερ Τζέιμς κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού και της έκανε νόημα να καθίσει στα δεξιά του. Ο Κουίν κάθισε στην απέναντι άκρη, με τον πατέρα της στα δεξιά του, ο ταγματάρχης κάθισε δίπλα στην Κλίο και ο δόκτωρ Κεντ στη θέση που απέμενε, απέναντι απ’ τον πατέρα της. Η Κλίο κοίταξε τη σειρά απ’ τα μαχαιροπίρουνα. Από έξω προς τα μέσα ή από μέσα προς τα έξω; Ή τυχαία; Και γιατί χρειάζονταν τρία ποτήρια ο καθένας; Οι σουπιέρες βγήκαν στο τραπέζι και μοιράστηκαν τα πιάτα για τη σούπα. Τουλάχιστον μπορούσε να καταλάβει ποιο κουτάλι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει για τη σούπα. Με κάποιον τρόπο κατάφερε να τα βγάλει πέρα με τη σούπα και με τα τρία επόμενα πιάτα χωρίς, κατά τα φαινόμενα, να διαπράξει κανένα τρομερό κοινωνικό ολίσθημα, αν και όφειλε να ομολογήσει ότι ύστερα από δύο ακόμα ποτήρια κρασιού, κάποιες μικρές λεπτομέρειες ίσως και να της ξέφευγαν. Ανακάλυπτε ότι το αλκοόλ ήταν δυνατό πράγμα και ότι σίγουρα βοηθούσε στην προσπάθειά της να μιλήσει περί ανέμων και υδάτων. Μάλιστα, ένιωθε αόριστα φιλικά για τον ταγματάρχη και ξέχασε τους φόβους της ότι θα έλεγε κάτι που δε θα έπρεπε. Τι σημασία είχε τι θα σκέφτονταν οι άλλοι;


Ο δόκτωρ Κεντ και ο Κουίν εμπόδισαν τον πατέρα της να μονοπωλήσει τη συζήτηση, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να την εντυπωσιάσουν οι διπλωματικές ικανότητες του Κουίν. Και ο Κουίν δεν άφησε τον παραμικρό υπαινιγμό, είτε με λόγια είτε με κάποιο βλέμμα, ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί εκείνο το απόγευμα ανάμεσά τους κάτι το άπρεπο. Ήξερε ότι θα έπρεπε να χαίρεται, παρόλο που δεν περίμενε ότι θα ξανάβλεπε κανέναν απ’ τους υπόλοιπους απ’ τη στιγμή που θα έφευγε απ’ το στρατόπεδο. Μια ευχάριστη αίσθηση ελαφρότητας είχε αρχίσει να την κυριεύει. «Γιατί αγγίζεις το μέτωπό σου με τη ράχη της παλάμης σου;» τη ρώτησε ψιθυριστά ο Κουίν. «Εσύ γιατί με κατασκοπεύεις;» αντέτεινε εκείνη. «Δεν έκανα τίποτα τέτοιο. Έκανα φανερά το γύρο του τραπεζιού». «Αν θέλεις να μάθεις, έλεγχα αν έχω πυρετό. Νιώθω κάπως... ζαλισμένη». Ο Κουίν της έπιασε τον καρπό και έλεγξε το σφυγμό της. «Δεν έχεις πυρετό, είσαι πιωμένη, Κλίο». «Πιωμένη;» ρώτησε η Κλίο και, με κάποιον τρόπο, κατάφερε να το κάνει χαμηλόφωνα. Οι υπόλοιποι μιλούσαν μεταξύ τους και θυμήθηκε αόριστα ότι οι κυρίες αποσύρονταν μετά το δείπνο, ώστε οι άντρες να μπορέσουν να χαλαρώσουν και να πιούν κάτι. Και, σίγουρα, να ανταλλάξουν πικάντικες ιστορίες. Κρίμα, θα ήθελα να ακούσω μια πικάντικη ιστορία. «Πιωμένη, μισομεθυσμένη, ζαλισμένη», ψιθύρισε ο Κουίν. «Δεν έχεις ξαναπιεί άλλη φορά;» Στα επιδέξια χείλη του σχηματίστηκε ένα χαμόγελο, όμως ήταν καθησυχαστικό, όχι κοροϊδευτικό. Την έπιασε αγκαζέ, ενώ εκείνη κουνούσε το κεφάλι αρνητικά. Και ύστερα ευχήθηκε να μην το είχε κάνει. «Νομίζω ότι είναι ώρα να σας συνοδεύσω στο δωμάτιό σας, μις Γούντγουορντ. Θα πρέπει να είστε εξαντλημένη μετά τα γεγονότα των τελευταίων ημερών», είπε και την οδήγησε προς την πόρτα. «Σερ Τζέιμς, κύριοι, νομίζω ότι η μις Γούντγουορντ θα πρέπει να ξεκουραστεί και, αφού δεν υπάρχουν άλλες κυρίες να της κρατήσουν συντροφιά, θα τη συνοδεύσω εγώ».


Κεφάλαιο 13 Η Κλίο καληνύχτισε τους υπόλοιπους και ευχαρίστησε τον σερ Τζέιμς χωρίς να σκοντάψει, να μπερδέψει τα λόγια της ή να πει κάτι που δε θα έπρεπε. «Είναι πολύ παράξενο να είναι κανείς πιωμένος», σχολίασε ενώ έπιανε αγκαζέ τον Κουίν και τον άφηνε να τη συνοδεύσει προς την κάμαρά της. «Νιώθω σαν να πετάω. Η αίσθηση είναι μάλλον ευχάριστη». «Θα έχεις τρομερό πονοκέφαλο το πρωί», την προειδοποίησε ο Κουίν. «Πιες κάτι πριν ξαπλώσεις, θα βοηθήσει. Και αύριο φάε ένα καλό πρωινό, είτε έχεις όρεξη είτε όχι». Η Κλίο σταμάτησε, αναγκάζοντας τον Κουίν να σταματήσει κι εκείνος απότομα δίπλα της. «Είσαι πολύ καλός μαζί μου, λόρδε Κουίντους. Δεν ξέρω γιατί». Μισόκλεισε τα μάτια ώστε να τον δει καλύτερα στο χαμηλό φως του φεγγαριού, που έβαφε τα μαλλιά του μαύρα και ασημένια και γέμιζε το αρμονικό πρόσωπό του σκιές. «Επειδή μου αρέσεις, μις Γούντγουορντ. Είσαι μπελάς και είναι τόσο δύσκολο να σε καταλάβει κανείς όσο και τη Σφίγγα, όμως έχεις κουράγιο, μυαλό και κάτι ακόμα, υπέροχο, αλλά απροσδιόριστο». «Τότε λυπάμαι που σε χτύπησα σήμερα το απόγευμα», είπε η Κλίο, νιώθοντας να την πλημμυρίζει ένα κύμα ζεστασιάς και γενναιοδωρίας. «Πονάει ακόμα το χέρι σου; Ίσως θα έπρεπε να το φιλήσω, για να νιώσεις καλύτερα». Θα ήθελα να με φιλήσεις εσύ για να νιώσω καλύτερα. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, νομίζω όμως ότι θα σοκάραμε τους σκοπούς». Ο Κουίν ξανάρχισε να προχωράει. «Ορίστε, επιστρέψαμε στο δωμάτιό σου». Ο οπλίτης Μίντον στάθηκε προσοχή χτυπώντας με τόση δύναμη τις μπότες του στην άμμο, ώστε η Κλίο μόρφασε. «Αύριο θα συζητήσουμε για το πώς θα φτάσουμε στην ακτή για να πάρουμε το πλοίο για την Αγγλία», είπε ο Κουίν όταν σταμάτησαν έξω απ’ την πόρτα της. «Στρατιώτη, μπορείς να κάνεις το γύρο του κτιρίου και να βεβαιωθείς ότι όλα τα παντζούρια είναι κλειστά;» είπε. Περίμενε μέχρι ο στρατιώτης να χαιρετίσει και να απομακρυνθεί κι ύστερα στράφηκε και πάλι στην Κλίο. «Τα καταφέρνω καλύτερα χωρίς θεατές». Ανασήκωσε το πιγούνι της και πλησίασε τόσο το κεφάλι της στο δικό της που όταν μίλησε, η ανάσα του ζέστανε τα χείλη της. «Καληνύχτα, Κλίο. Όνειρα γλυκά». Το φιλί του ήταν φλογερό, ευλαβικό και σοκαριστικά παθιασμένο. Και


κράτησε ακριβώς όσο έπρεπε. Όταν ο στρατιώτης Μίντον έστριψε και πάλι τη γωνία, ο Κουίν στεκόταν μισό μέτρο μακριά της. «Καληνύχτα, μις Γούντγουορντ. Καληνύχτα, στρατιώτη». «Σερ!» Η Κλίο τα είχε χαμένα, δεν μπορούσε να μιλήσει και, για μια τρομακτική στιγμή, δεν είχε ούτε τη δύναμη να κουνήσει τα πόδια της που έτρεμαν. Ο Μίντον έσπευσε να της ανοίξει την πόρτα. «Σ’ ευχαριστώ», του είπε χαμηλόφωνα. Μπήκε στην κάμαρα παραπατώντας και κατέρρευσε στο κρεβάτι. Είτε απ’ το κρασί είτε απ’ το φιλί του Κουίν ή και απ’ τα δύο, ένιωθε το δωμάτιο να γυρίζει. Συνέχισε να γυρίζει όταν έκλεισε τα μάτια της, έτσι ανακάθισε, πήρε το σκεπασμένο ποτήρι που ήταν ακουμπισμένο πλάι στο κρεβάτι και ήπιε με μεγάλες γουλιές το ζεστό, πηγαδίσιο νερό. Είχε τη φρικτή υποψία ότι το πρωί θα μετάνιωνε για πολλά και, πιθανότατα, το κρασί θα ήταν το λιγότερο απ’ αυτά. «Δεν πρόκειται να το σκεφτώ τώρα», μονολόγησε και ξάπλωσε και πάλι. Ούτε εκείνον Θα σκεφτώ τώρα. * ** «Θα χαρείτε μαθαίνοντας ότι ο τραπεζίτης σας στην Αλεξάνδρεια κατάφερε να επιβιώσει χωρίς προβλήματα απ’ τις πρόσφατες ανωμαλίες», είπε ο σερ Τζέιμς, ενώ τακτοποιούσε μια στοίβα από έγγραφα στο γραφείο του. «Ανωμαλίες;» Ο σερ Φίλιπ έδειχνε να μην καταλαβαίνει. Η Κλίο άκουσε πίσω της τον Κουίν ν’ αναστενάζει πριν απαντήσει υπομονετικά. «Τη γαλλική κατοχή, τη βρετανική εισβολή, τις αρκετές μάχες που δόθηκαν στην περιοχή, την πανούκλα, τα τουρκικά στρατεύματα...» «Α, ναι». «Παράδωσε σε μένα τα κεφάλαια που είχατε ζητήσει αρκετούς μήνες πριν. Ορίστε η απόδειξη». Ο σερ Τζέιμς την έσπρωξε στο γραφείο. «Υποθέτω ότι θα πρέπει να προσλάβετε προσωπικό και μία οικονόμο. Ό δόκτωρ Κεντ θα φροντίσει να σας βρει ένα σπίτι στο Κάιρο, αμέσως μόλις η πόλη βρεθεί στην κατοχή μας. Στο μεταξύ, φυσικά, είστε ευπρόσδεκτος να μείνετε εδώ. Υποθέτω ότι θα δώσετε στη μις Γούντγουορντ μια διατακτική, ώστε να μπορέσει να πάρει χρήματα όταν θα περνάει από την Αλεξάνδρεια». «Για ποιο λόγο;» «Για ρούχα, βαλίτσες, τα απαραίτητα για ένα ταξίδι στη θάλασσα προσωπικά είδη. Για να προσλάβει μια γραμματέα. Η μις Γούντγουορντ θα


χρειαστεί επίσης μια διατακτική για την τράπεζά σας στο Λονδίνο, ώστε να τακτοποιηθεί όταν θα φτάσει εκεί», απάντησε ο Κουίν κοφτά. «Όλα αυτά είναι υπερβολικές πολυτέλειες», διαμαρτυρήθηκε ο βαρονέτος. «Δεν είμαι φτιαγμένος από χρήματα. Είμαι φτωχός άνθρωπος». «Αλήθεια; Ο τραπεζίτης σας στην Αλεξάνδρεια ήταν αρκετά αδιάκριτος ώστε να του αφήσει να του ξεφύγει ότι ανησυχεί για τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνει το εισόδημά σας από το καταπίστευμα, σερ Φίλιπ». «Καταπίστευμα». Η Κλίο έσφιξε τις γροθιές της, ώστε τα χέρια της να μην τρέμουν. «Καταπίστευμα; Είχες χρήματα ενώ η μαμά δούλευε εξαντλητικά για να τα φέρνει βόλτα, ενώ εγώ προσπαθούσα να εξοικονομήσω και την παραμικρή δεκάρα;» «Ήταν ένα ασήμαντο ποσό που μου άφησε μια ηλικιωμένη θεία μου». Ο πατέρας της δάγκωσε το κάτω χείλος του, σαν παιδί που το έπιαναν να κάνει σκανδαλιά. «Ο τραπεζίτης μου έδωσε μια κατάσταση του λογαριασμού σας, για να σας τη δώσω», πρόσθεσε ο σερ Τζέιμς. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, όμως η Κλίο είχε την εντύπωση ότι απολάμβανε αυτό που γινόταν. «Ευχαριστώ». Σηκώθηκε και πήρε τη σφραγισμένη επιστολή απ’ τον σερ Τζέιμς προτού προλάβει να την πάρει ο πατέρας της. Έσπασε ανυπόμονα τη σφραγίδα από το βουλοκέρι κι έβγαλε ένα φύλλο χαρτί γεμάτο με σειρές από αριθμούς. Οι αριθμοί χόρευαν μπροστά στα μάτια της και ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της. «Εδώ υπάρχουν περισσότερες από χίλιες λίρες». «Πρόκειται για ένα ποσό που μαζεύτηκε αργά». «Θα μπορούσαμε να είχαμε καλέσει γιατρό για τη μαμά. Κανονικό γιατρό. Να είχαμε ένα σπίτι, υπηρέτες. Είσαι απίστευτα εγωιστής». Η Κλίο κοίταξε και πάλι τους αριθμούς. «Θέλω τα μισά. Τα έχω κερδίσει». «Ανοησίες. Είσαι γυναίκα. Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα από...» «Σερ Φίλιπ, φοβάμαι ότι ίσως αποδειχτεί τρομερά δύσκολο να βρείτε τα κλειδιά για τα λουκέτα στα μπαούλα σας», έκοψε το βαρονέτο ο Κουίν. «Στην πραγματικότητα, ίσως τα μπαούλα να στάλθηκαν στο Κάιρο από λάθος. Δε νομίζω να καταφέρω να θυμηθώ τι απέγιναν αν δε σταματήσω ν’ ανησυχώ για τις πολύ δίκαιες οικονομικές απαιτήσεις της μις Γούντγουορντ». «Αυτό είναι εκβιασμός!» «Όχι, φοβάμαι ότι οφείλεται στο άγχος», είπε ο σερ Τζέιμς. «Δυστυχώς, ο λόρδος Κουίντους υποφέρει κατά καιρούς από αυτού του είδους τη μερική αμνησία. Είμαι σίγουρος ότι θα θυμηθεί τα πάντα. Κάποια στιγμή». «Μπορώ να προτείνω αυτό;» Ο Κουίν έδωσε στον έξαλλο βαρονέτο ένα


έγγραφο. «Απλώς υπογράψτε το και βάλτε την ημερομηνία. Θα δείτε ότι πρόκειται για εντολή να παραδοθεί άμεσα στη μις Γούντγουορντ το μισό ποσό και να μεταφερθούν τα χρήματα στο υποκατάστημα του Λονδίνου. Α, η μνήμη μου επιστρέφει», πρόσθεσε, ενώ ο σερ Φίλιπ υπέγραφε. «Βλέπετε; Ορίστε τα κλειδιά». «Κουίν, είσαι υπέροχος!» Η Κλίο τινάχτηκε απ’ την καρέκλα της και πέρασε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του. «Σ’ ευχαριστώ». Στάθηκε στις μύτες των ποδιών της και του έδωσε ένα φλογερό φιλί στα χείλη. Την επόμενη στιγμή συνειδητοποιούσε τι είχε κάνει. Μα τι δεν πήγαινε καλά μαζί της; Σίγουρα θα έφταιγαν το αλκοόλ που είχε πιει το προηγούμενο βράδυ και η χαρά της για τα χρήματα. Επρόκειτο για το λόρδο Κουίντους, τον άνθρωπο που την είχε προδώσει, αν ήταν ποτέ δυνατόν. Ο Κουίν έμεινε ακίνητος και ύστερα τραβήχτηκε από την αγκαλιά της. «Ο ενθουσιασμός σας είναι γοητευτικός, μις Γούντγουορντ», είπε ευγενικά και η Κλίο ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες της. «Ωστόσο, δε χρειάζεται να με ευχαριστείτε ούτε και περιμένω κάτι τέτοιο. Τώρα που κανονίσαμε τα οικονομικά σας, είστε έτοιμη να φύγουμε για την Αλεξάνδρεια το πρωί; Αναρωτιέμαι αν η γυναίκα που σας φροντίζει θα ήταν διατεθειμένη να σας συνοδεύσει στο ταξίδι μέχρι να βρούμε μια καμαριέρα και πλοίο». Κάποτε, όχι πριν πολύ καιρό, η Κλίο είχε μάθει να κρύβει τα συναισθήματά της. Να τα αγνοεί. Τότε είχε μπει στη ζωή της ο Κουίν και είχε την αίσθηση ότι τα τείχη που είχε υψώσει γύρω απ’ την καρδιά της είχαν αρχίσει να ραγίζουν. Επιστράτευσε ό,τι είχε απομείνει από την αξιοπρέπειά της. «Φυσικά και μπορώ να ετοιμαστώ», είπε. «Και θα ρωτήσω τη Μάγκι τώρα. Σας ευχαριστώ, κύριοι. Πατέρα». Πήρε την επιστολή του τραπεζίτη, σκέφτηκε να κάνει μια υπόκλιση, όμως περιορίστηκε απλώς σε ένα νεύμα και γύρισε να φύγει. Ο Κουίν έφτασε στην πόρτα πριν από εκείνη και την άνοιξε. «Θα βρω ένα σκάφος πιο άνετο από εκείνες τις μικρές φελούκες για το ταξίδι μας στον Νείλο», είπε. Αναρωτιέμαι αν αυτό αποτελεί κλάδο ελαίας. «Εξαιρετικά. Σ’ ευχαριστώ, λόρδε Κουίντους», είπε. Χαμογέλασε, υποκλίθηκε, βγήκε στο καυτό φως του ήλιου κι αναρωτήθηκε αν θα ξεπερνούσε ποτέ την ντροπή της που είχε φιλήσει δημόσια έναν άντρα που δεν ήθελε τα φιλιά της. Την επομένη θα έπρεπε να αντικρίσει και πάλι τον Κουίν. Θα συνταξίδευαν για αρκετές βδομάδες. Και ο Κουίν θα της φερόταν με τον πιο ευγενικό τρόπο, σαν τζέντλεμαν, θα προσποιούνταν ότι δεν είχε συμβεί τίποτα


απολύτως. Ότι δεν είχαν φιληθεί ποτέ, ότι δεν είχε γελοιοποιηθεί λίγο πριν. Κάποτε είχε πιστέψει ότι για να γίνει ευτυχισμένη θ’ αρκούσε να απελευθερωθεί απ’ τον πατέρα της, να ήταν ανεξάρτητη. Πόσο αθώα ήσουν, Κλίο Γούντγουορντ, σκέφτηκε ενώ επέστρεφε στην κάμαρά της, με το στρατιώτη που τη φρουρούσε να ακολουθεί. Αυτό που χρειάζεσαι για να γίνεις ευτυχισμένη είναι ελευθερία, χρήματα και καθόλου άντρες. Ποτέ. *** Παρόλο που είχαν περάσει ήδη τρεις μέρες στη θάλασσα, ο Κουίν συνέχιζε να απολαμβάνει τη φρεσκάδα του καθαρού αέρα, την έλλειψη της σκόνης. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ακούμπησε τους πήχεις του στην κουπαστή, ενώ παρακολουθούσε ένα κοπάδι δελφίνια που έπαιζαν στα απόνερα της πλώρης του Ντοραμπέλα. Το εμπορικό πλοίο, που με αφετηρία την Ανατολική Μεσόγειο είχε προορισμό το Λονδίνο, κατευθυνόταν με ταχύτητα προς τη Σικελία και το επόμενο φιλικό λιμάνι των Συρακουσών. Θα μπορούσαν να είχαν πάρει και κάποιο άλλο πλοίο νωρίτερα, όμως το Ντοραμπέλα ήταν γερό σκαρί, καλά οπλισμένο και είχε καπετάνιο που ο Κουίν διαισθανόταν ότι ήξερε τη δουλειά του. Και πράγμα σχεδόν εξίσου σημαντικό με τον καλό πλοηγό και τα κανόνια του, είχε μια επιβάτιδα, τη μαντάμ Ντα Σότα, την πληθωρική, από κάθε άποψη, σύζυγο ενός Λεβαντίνου έμπορου που είχε την έδρα του στο Λονδίνο. Μπορεί η μαντάμ να ήταν φανταχτερή, όμως ήταν επίσης φανερά αξιοσέβαστη και ευγενική. Δήλωσε ότι θα ήταν χαρά της να γίνει η συνοδός της μις Γούντγουορντ, που θα έπρεπε να πάρει τη δεύτερη κουκέτα στην καμπίνα της. Η καμαριέρα της θα μοιραζόταν την καμπίνα της με τη Μάγκι και όλα θα πήγαιναν μια χαρά. Η παρουσία της Μάγκι Τόμκινς ήταν ακόμα ένας λόγος για τον οποίο ο Κουίν ευχαριστούσε τους ουρανούς καθημερινά. Είχε δεχτεί να συνοδεύσει την Κλίο ως την Αγγλία, λέγοντας ότι η ζωή της συζύγου ενός στρατιωτικού δεν της φαινόταν πλέον ιδιαίτερα γοητευτική και ότι ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα της, στο γιο της. Ο Κουίν, αναστενάζοντας νοερά από ανακούφιση, είχε παραδώσει την Κλίο στη φροντίδα των δύο γυναικών και, όποτε μπορούσε, φρόντιζε να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο μακριά τους. Το πρωί της αναχώρησής τους για την Αλεξάνδρεια με μια μεγάλη φελούκα που είχαν νοικιάσει, ο σερ Τζέιμς τον είχε πάρει παράμερα. Οι συμβουλές του ήταν περιττές, όμως ο Κουίν της είχε ακούσει υπομονετικά.


«Ο παππούς της την περιμένει να γυρίσει σώα και αβλαβής», είπε ο διπλωμάτης. «Η υποστήριξή του για το τμήμα και τη δουλειά μας είναι ανεκτίμητη, ειδικά αφού επηρεάζει το βασιλιά και ελέγχει τα κονδύλια του Υπουργείου Οικονομικών. Αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ, Ντέβερολ». «Φυσικά και όχι, σερ. Αν και υπάρχει όριο στο κατά πόσο θα παραλάβει σώα και αβλαβή τη μις Γούντγουορντ, αφού είναι χήρα. Το γνωρίζει αυτό ο δούκας;» «Ναι και δεν τον χαροποιεί καθόλου. Ακόμα κι έτσι ωστόσο, εμείς θα πρέπει να φροντίσουμε να μη φτάσει στο σπίτι της λιγότερο παρθένα απ’ όσο είναι τώρα, δε συμφωνείς;» Ο Κουίν δεν είχε ψευδαισθήσεις για το τι εννοούσε ο ανώτερος του και κατανοούσε τις ανησυχίες του. Αν βρισκόταν στη θέση του σερ Τζέιμς, τα ίδια θα έλεγε κι εκείνος. «Σερ Τζέιμς, η μις Γούντγουορντ είναι παρορμητική και ασυνήθιστη στους κανόνες συμπεριφοράς της καλής κοινωνίας. Πιστεύω ότι η επίδειξη... τρυφερότητας της μις Γούντγουορντ χτες ήταν απλώς μια αθώα αντίδραση στον ενθουσιασμό και στην ανακούφισή της επειδή πήρε τα χρήματα. Χωρίς αμφιβολία με βλέπει κάπως σαν αδελφό». «Κι εσύ μάλλον με θεωρείς τυφλό ή ανόητο, Ντέβερολ!» είπε ο σερ Τζέιμς και στα χείλη του σχηματίστηκε ένα αχνό, σαρκαστικό χαμόγελο. «Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι ο ζήλος σου για τη συγκεκριμένη αποστολή και οι φιλοδοξίες σου για έναν καλό γάμο, που θα βοηθήσει την καριέρα σου, θα σταθούν αρκετές για να μπορέσεις ν’ αντισταθείς στα ανεπιτήδευτα θέλγητρα της μις Γούντγουορντ. Μπορεί να μη γνωρίζει τους κανόνες συμπεριφοράς της καλής κοινωνίας, όμως διαθέτει πολλά άλλα ταλέντα που, υποπτεύομαι, θα ξαφνιάσουν την καλή κοινωνία». «Αν ο παππούς της την αφήσει να κυκλοφορεί ελεύθερη προτού του δοθεί η ευκαιρία να τιθασεύσει τα ταλέντα της, ίσως να έχετε δίκιο. Όμως γνωρίζω τις μεθόδους του δούκα. Θα έχει έτοιμους συνοδούς, δασκάλους και ποιος ξέρει τι άλλο που θα προετοιμάσουν τη νεαρή λαίδη μέσα σε μια σεζόν, θυμηθείτε τα λόγια μου». Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο, τα δελφίνια χάθηκαν κι ο Κουίν ένιωσε ένα ξαφνικό κύμα θλίψης. Η Κλίο ήταν μοναδική και το να μεταμορφωθεί σε μια ακόμα καλοαναθρεμμένη κοπέλα, που θα έκανε το ντεμπούτο της στο νυφοπάζαρο, φάνταζε σαν πράξη βανδαλισμού, σαν να έπαιρνε κανείς ένα ελληνικό άγαλμα και να το σμίλευε ξανά, για να το κάνει διακοσμητικό κήπου. Και θα έχω συμβάλει κι εγώ σ’ αυτό. Χάρη σε μένα θα έχει γίνει δυνατό. Για εκατοστή φορά πάλευε με την αίσθηση ότι πρόδιδε την Κλίο επειδή δεν


της είχε μιλήσει για τον παππού της. Όμως, για εκατοστή φορά, υπενθύμισε στον εαυτό του ότι η Κλίο δε γνώριζε πώς θα έπρεπε να ήταν τα πράγματα. Το πιθανότερο ήταν ότι θα δοκίμαζε να το σκάσει ή να κάνει κάποια άλλη ανοησία, όμως, όταν θα βρισκόταν ασφαλής κοντά στον παππού της, σύντομα θα αντιλαμβανόταν τα πλεονεκτήματα της κατάστασης. Ωστόσο γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. Η Κλίο ονειρευόταν την ελευθερία της, τη δυνατότητα ν’ αποφασίζει η ίδια για τον εαυτό της, να είναι κυρία του εαυτού της. Το γεγονός ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν για μία λαίδη με αριστοκρατική καταγωγή, δεν αποτελούσε απάντηση σ’ αυτό το όνειρο, σ’ αυτό το πάθος. Κι ωστόσο ο ίδιος είχε δώσει το λόγο του ότι θα τη γύριζε στην Αγγλία. Ο λόγος του, η αίσθηση της τιμής του και το καθήκον τού επέβαλαν να το κάνει αυτό χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να το σκάσει ή Κλίο ή να βρεθεί εκτεθειμένη σε κίνδυνο ή να προ- καλέσει κάποιο σκάνδαλο προτού προλάβει να την ξαναβρεί. Συνειδητοποιούσε ότι ήταν η πρώτη φορά που οι επιθυμίες του, τα προσωπικά του συναισθήματα, έρχονταν σε σύγκρουση με το καθήκον του. Είχε εργαστεί σκληρά για να διασφαλίσει τη θέση του στην ιεραρχία της καινούργιας του καριέρας, να γίνει αποδεκτός σαν ο εαυτός του, σαν ένας άνθρωπος που δημιουργούσε το δικό του όνομα και το δικό του πεπρωμένο, όχι σαν κάποιος που βρισκόταν στη σκιά του θυρεού των Μάλβερν. Σφίξε τα δόντια, σκέφτηκε. Έδωσες το λόγο σου και θα κάνεις το καθήκον σου απέναντι στη χώρα σου, διαφορετικά δε θα είσαι αντάξιος των προσδοκιών που έχεις για τον εαυτό σου. Και αυτό είναι το σωστό για την Κλίο, είτε της αρέσει είτε όχι. Αν της έλεγε ότι την πήγαινε στον παππού της, μπορεί η συνείδησή του να καθησυχαζόταν για λίγο, ύστερα όμως, όταν η Κλίο θα επαναστατούσε, όπως σίγουρα θα έκανε, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. «Είσαι κακόκεφος, λόρδε Κουίντους; Ή μήπως νιώθεις ναυτία;» Το άκουσμα της φωνής της Κλίο ακριβώς πίσω του τον έκανε να γυρίσει απότομα, προτού προλάβει να αλλάξει την έκφρασή του. «Ω! Λυπάμαι, σε απασχολεί πραγματικά κάτι, έτσι;» Ο τόνος της Κλίο άλλαξε αμέσως, από ελαφρά σαρκαστικός, όπως έμοιαζε να ήταν πλέον ο τόνος της όταν του μιλούσε, σε ειλικρινά ανήσυχο και ευγενικό. Η τρυφερότητά του του έκοψε την ανάσα. Η Κλίο κρατούσε με το ένα χέρι το πλατύγυρο καπέλο της και με το άλλο τις άκρες του φουλαριού με το οποίο το είχε δέσει στο κεφάλι της. Το αε-


ράκι και η θάλασσα είχαν ξαναφέρει το χρώμα στα μάγουλά της και η ανακούφιση από το ότι είχε ξεφύγει από την καθημερινή, σκληρή ρουτίνα της είχε αρχίσει ήδη να φαίνεται στο γεμάτο χάρη, χαλαρό τρόπο με τον οποίο κινούνταν πλέον. «Να με απασχολεί κάτι; Όχι, απλώς σκεφτόμουν... τη δουλειά. Τις διάφορες υποχρεώσεις μου». Ο Κουίν ανασήκωσε τους ώμους και κατάφερε να χαμογελάσει. Την υποχρέωση να συνεχίσω να σε εξαπατώ. Να μη σε αγγίζω. Να μη σε φιλάω. Να μη σε γνωρίσω πραγματικά καλά, Ογκάστα Κλεοπάτρα Αγκριπίνα Γούντγουορντ Βαλσάκ, εκνευριστικά μοναδική γυναίκα. «Τι λυπηρό. Ελπίζω να μη σε κρατούν ξύπνιο τη νύχτα». Ο σαρκασμός είχε επιστρέψει και μαζί υπήρχε και κάτι άλλο, που έκανε τον Κουίν να αναρωτηθεί αν υπήρχε κάτι που κρατούσε και την Κλίο ξύπνια τα βράδια. Σίγουρα ο φόβος του αγνώστου. Μπήκε ξανά στον πειρασμό να της πει την αλήθεια με την ελπίδα ότι θα ξεπερνούσε τους φόβους της αν γνώριζε ποια θα ήταν η μοίρα της. Θα μπορούσε να της πει ότι δε χρειαζόταν ν’ ανησυχεί για το ότι θα έπρεπε να φτιάξει απ’ την αρχή τη ζωή της σε μια άγνωστη χώρα, ότι θα βρισκόταν σε ένα επίχρυσο κλουβί, μέσα στα πλούτη και στην πολυτέλεια. Όμως αυτό ήταν που έκανε ο πειρασμός, σου πρόσφερε λογικοφανείς δικαιολογίες για να κάνεις αυτό που δεν πρέπει και θα έπρεπε να αντισταθεί. «Ναι, με κρατούν ξύπνιο», παραδέχτηκε, υιοθετώντας το ουδέτερο χαμόγελο που ήταν το πρώτο που μάθαινε ένας εκκολαπτόμενος διπλωμάτης. Μένω ξύπνιος και σκέφτομαι εσένα, τα σαρκώδη χείλη σου να φιλούν τα δικά μου, να μου λένε γλυκόλογα, όχι να κάνουν σαρκαστικά σχόλια. Θυμάμαι τις αισθησιακές καμπύλες του κορμιού σου, τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια σου, τα φαντάζομαι να τυλίγονται γύρω απ’ τα δικά μου. Φαντάζομαι το αυστηρό, οβάλ πρόσωπό σου να μεταμορφώνεται από το πάθος καθώς θα φτάνεις στην κορύφωση ξανά και ξανά, φωνάζοντας το όνομά μου ενώ θα βυθίζομαι μέσα σου και το αίμα θα κοχλάζει στις φλέβες μου... «Είναι στ’ αλήθεια πολύ εξαντλητικό», πρόσθεσε ενώ την κοιτούσε στα μάτια και την παρακαλούσε νοερά να μη χαμηλώσει το βλέμμα, να μην κοιτάξει στο σημείο όπου όσο καλός διπλωμάτης κι αν ήταν, δε θα μπορούσε να κρύψει τις σκέψεις του. «Μετά τη γαλήνη της ερήμου, ένα πλοίο που ταξιδεύει με όλα τα πανιά του ανοιγμένα, δεν αποτελεί και το πιο ήσυχο ή το πιο άνετο κρεβάτι». Όχι όταν ξαπλώνω στα αγκάθια των πόθων μου και στα βράχια της ένοχης συνείδησής μου. Αυτές οι μπερδεμένες παρομοιώσεις του τον έκαναν να χαμογελάσει ελαφρά και είδε την Κλίο να χαλαρώνει.


«Εμένα μου αρέσει η κίνηση», είπε η Κλίο. Απ’ τη στιγμή που είχαν επιβιβαστεί στο πλοίο, έμοιαζε έτοιμη να διαφωνήσει με όποια γνώμη κι αν εξέφραζε ο Κουίν. «Είναι ατίθασα και διαφορετικά. Πηγαίνουμε κάπου και νιώθω σχεδόν ελεύθερη. Σύντομα θα είμαι απόλυτα ελεύθερη». Έλυσε το καπέλο της και άφησε τον αέρα να της παρασύρει τα μαλλιά. «Σχεδόν;» ρώτησε ο Κουίν και γύρισε πάλι προς την κουπαστή. Να σκέφτεσαι το εδώ και το τώρα...


Κεφάλαιο 14 «H μαντάμ Ντα Σότα κάνει ό,τι μπορεί για να με βασανίζει. Αυτά τα ρούχα». Η Κλίο έδειξε τη φούστα του φορέματος της με την ψηλή μέση. «Τα παπούτσια. Οι καταραμένες κάλτσες και οι καλτσοδέτες. Όλα τσιμπάνε και πρέπει να τα κρατάω για να μην τα παίρνει ο αέρας. Και δεν επιτρέπεται να παραπονεθώ, γιατί αυτό δεν ταιριάζει σε μια λαίδη και, φυσικά, πρέπει να τα φοράω. Δε θα έπρεπε να σου μιλάω για κάλτσες και καλτσοδέτες. Ήταν πολύ πιο εύκολα όταν μπορούσα να φοράω ό,τι ήθελα και να βάζω από πάνω μια κελεμπία». Ο Κουίν προσπάθησε να φανταστεί την Κλίο στο Άλμακ’ς ντυμένη αιγυπτιακά και διαπίστωσε ότι δεν του ήταν καθόλου δύσκολο. Συγκράτησε το χαμόγελο που ένιωσε να ανεβαίνει στα χείλη του και έκανε χώρο για να σταθεί η Κλίο πλάι του στην κουπαστή. Ο αγκώνας της πίεζε το δικό του, κάτι που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Όπως δεν μπορούσε να αγνοήσει ούτε εκείνη. «Όμως τα πάτε καλά με τη μαντάμ, σωστά;» ρώτησε. «Φυσικά, ως σύζυγος εμπόρου, δεν ανήκει στην καλή κοινωνία του Λονδίνου, αναμφισβήτητα όμως είναι μια αξιοπρεπής συνοδός». «Είναι ευγενική», συμφώνησε η Κλίο. «Όμως δε σταματάει στιγμή να μιλάει και δεν είμαι συνηθισμένη σ’ αυτό. Εσύ είσαι πολύ πιο ήσυχος». Ο αγκώνας της σταμάτησε να πιέζει το δικό του όταν τον έπιασε αγκαζέ και έγειρε στον ώμο του. Με εμπιστεύεται. «Πού θα πρέπει να αγοράσω ένα σπίτι για να μείνω;» «Στο Λονδίνο ίσως; Συνηθίζεται περισσότερο να νοικιάζει κανείς, ακόμα κι έτσι όμως, ένα σπίτι σε καλή περιοχή θα είναι πολύ ακριβό. Υπάρχουν όμως σπίτια στα οποία μπορεί κανείς να νοικιάσει έναν ολόκληρο όροφο, σαν διαμέρισμα». Ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στο να μην αναφέρει λεπτομέρειες, να μιλάει αόριστα. Ακόμα κι έτσι ωστόσο, ένιωθε πολύ άσχημα που ύφαινε αυτό τον ιστό από ψέματα, όταν το πρώτο που θα έπρεπε να κάνει όταν θα έφταναν στο Λονδίνο θα ήταν να τη βάλει σε μια άμαξα και να την πάει στον παππού της. Πού ήταν η τιμή σε όλα αυτά; Μήπως η νόθα καταγωγή του τον εμπόδιζε να δει τον έντιμο δρόμο καθαρά, όμως κατάφερναν προφανώς να κάνουν οι ανώτεροι του; «Ώστε λοιπόν το Λονδίνο είναι πολύ ακριβό;» Η Κλίο είχε ακουμπήσει αθώα πάνω του, σαν να ήθελε να την προστατεύσει με το σώμα του από τον άνεμο.


Αδυνατούσε να καταλάβει πώς η Κλίο είχε καταφέρει να ξεχάσει εκείνες τις τόσο προσωπικές στιγμές που είχαν μοιραστεί στο στρατόπεδο, έξω από το Κάιρο. Εκείνος σίγουρα δεν μπορούσε να το κάνει, όμως η Κλίο έδειχνε άνετη, σαν να μην ενδιαφερόταν για τα χάδια και τα φιλιά που είχαν μοιραστεί. «Πολύ ακριβό», απάντησε, πιέζοντας τον εαυτό του να επιστρέψει στο παρόν. «Ενοίκιο, υπηρέτες, έξοδα διαβίωσης». «Α. Εσύ έχεις σπίτι στο Λονδίνο;» «Έχω ένα διαμέρισμα στο Άλμπανι, όπου ως επί το πλείστον υπάρχουν διαμερίσματα για κυρίους που έχουν ανάγκη από ένα προσωρινό κατάλυμα. Βρίσκεται λίγο πιο πέρα από το Πικαντίλι, στην περιοχή του Σεντ Τζέιμς». «Όμως θα αγοράσεις σπίτι όταν θα παντρευτείς;» ρώτησε η Κλίο κι εκείνος ένευσε καταφατικά. «Ολόκληρο; Τότε είσαι πλούσιος». Ο Κουίν κούνησε το κεφάλι αρνητικά και η Κλίο γέλασε. «Α, θα πάρεις πλούσια σύζυγο». «Ίσως». Αναμφισβήτητα, η λαίδη Κάρολαϊν θα είχε πολύ καλή προίκα, στην οποία ίσως να συμπεριλαμβανόταν ένα σπίτι στο Λονδίνο. Ο πατέρας της, ο κόμης του Κάμντεν, είχε το σπίτι που βρισκόταν απέναντι και διαγώνια απ’ το σπίτι του δικού του πατέρα. Χαμογέλασε σαρκαστικά όταν σκέφτηκε την αντίδραση του πατέρα του σε περίπτωση που θα έφτιαχνε το δικό του σπίτι εκεί. Ο κούκος της φωλιάς θα είχε βρεθεί με μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, μια αξιαγάπητη σύζυγο και αριστοκρατικά πεθερικά -αυτό θα έτσουζε. «Και μόνο που τη σκέφτεσαι, χαμογελάς». Η Κλίο έσκυψε μπροστά και τον κοίταξε στα μάτια. Το αεράκι είχε κάνει τα μάγουλά της να κοκκινίσουν, τα μάτια της έλαμπαν και τα μαλλιά της ανέμιζαν, κάνοντάς τη να μοιάζει με πλάσμα που είχε βγει από κάποιο μύθο. «Σκεφτόμουν ότι μοιάζεις με μαινάδα με τα μαλλιά σου να ανεμίζουν έτσι». «Με μια τρελή ακόλουθο του Διόνυσου;» ρώτησε η Κλίο και γέλασε. Φυσικό ήταν να γνωρίζει όλους τους αρχαίους μύθους. «Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι κολακευτικό. Θα μου άρεσε να ζω σε μια κατάσταση φρενίτιδας, γεμάτη παράξενα τελετουργικά; Το σίδερο δε θα με πλήγωνε, ούτε η φωτιά θα μπορούσε να με κάψει. Θα δάμαζα άγριους ταύρους και θα κομμάτιαζα άντρες μέχρι θανάτου με τα γυμνά χέρια μου, θα έβγαζα απ’ τα βράχια κρασί, μέλι και γάλα». Σταγόνες απ’ τα νερά που τίναζε η πλώρη του καραβιού έπεσαν πάνω


τους. Ο Κουίν, χωρίς να το σκεφτεί, τράβηξε την Κλίο στην αγκαλιά του για να την προστατεύσει και συνειδητοποίησε ότι τον μάγευαν η ομορφιά και το αδάμαστο πνεύμα της. Στο φόντο της γαλανής θάλασσας, τα μαλλιά της ανέμιζαν σαν να είχαν δική τους ζωή. Τα μάτια της ήταν ανοιγμένα διάπλατα, το βλέμμα της ατίθασο κι εκείνη γελούσε ευτυχισμένη. Ελεύθερη, μοναδική. Οι μαινάδες παρέσυραν τους άντρες στα δάση με τους προκλητικούς χορούς τους κι ύστερα τους ρίχνονταν, μέχρι που το αίμα τους πότιζε τη γη. Παρασυρμένος απ’ τη μαγεία της στιγμής, τον άνεμο και τη θάλασσα, καταλάβαινε γιατί οι άντρες έπαιρναν ένα τέτοιο ρίσκο. Έσφιξε την Κλίο στην αγκαλιά του, έσκυψε το κεφάλι και στα ρουθούνια του έφτασαν οι μυρωδιές από το γάλα και το μέλι στα χείλη της, οι μυρωδιές από τα βότανα και το γρασίδι κάτω απ’ τα γυμνά πέλματά της, στ’ αυτιά του έφτασαν τα μουγκρητά των ταύρων που επρόκειτο να θυσιαστούν. Κάνε της έρωτα, φώναζε το ένστικτό του. Κανείς δε θα το μάθει. Θέλετε ο ένας τον άλλον... Το χώμα χάθηκε κάτω από τα πόδια του και έγινε το ξύλινο κατάστρωμα ενός πλοίου. Οι νυχτερινές μυρωδιές του δάσους έγιναν οι μυρωδιές των ποτισμένων με πίσσα σχοινιών, της αρμύρας της θάλασσας, τα μουγκρητά των ταύρων αντικαταστάθηκαν από το θόρυβο των πανιών και τα κρωξίματα ενός γλάρου. «Θα πέσουμε στη θάλασσα έτσι όπως κουνάει το πλοίο», είπε και ξαφνιάστηκε από το πόσο σταθερή ήταν η φωνή του. «Αλλάξαμε ρότα, γι’ αυτό κουνάει τόσο το πλοίο. Έλα να καθίσεις σ’ αυτό το κάλυμμα της καταπακτής -θα είναι πιο ασφαλές». Η Κλίο τον κοιτούσε με τα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια της, το πρόσωπό της είχε χλομιάσει ελαφρά, τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα. Είχε νιώσει κι εκείνη την ασυγκράτητη, απερίσκεπτη έλξη που υπήρχε ανάμεσά τους. Ευτυχώς που βρισκόμαστε σε πλοίο, σκέφτηκε ο Κουίν. Δεν έχουμε πουθενά, να πάμε, κανένα μέρος στο οποίο θα μπορούσαμε να μείνουμε μόνοι μας. Δεν υπάρχει κίνδυνος να ξεφύγει το πράγμα, από τον έλεγχό μου. «Τα ρούχα μου έχουν βραχεί», είπε η Κλίο. «Θα πάω ν’ αλλάξω. Φαντάζομαι ότι θα βρεθούμε στο δείπνο». Ο Κουίν την παρακολούθησε να φεύγει και πίεσε τον εαυτό του να σκεφτεί λογικά. Δεν μπορούσε να αποπλανήσει την εγγονή ενός δούκα -αν και, κατά τα φαινόμενα, δε θα χρειαζόταν να καταφύγει σε τακτικές αποπλάνησης. Και ειδικά, δεν μπορούσε να αποπλανήσει την εγγονή του συγκεκριμένου δούκα.


Το πλοίο τινάχτηκε ξανά και άλλαξε και πάλι ρότα. Ο Κουίν άρχισε να βαδίζει πάνω κάτω στο κατάστρωμα, ώστε να ξεχαστεί. Αφήνοντας στην άκρη την ηθική πλευρά του θέματος, βρισκόταν σε μια αποστολή και δεν μπορούσε να τη βάλει σε κίνδυνο εξαιτίας των σαρκικών επιθυμιών του, με την ίδια λογική με την οποία δε θα μπορούσε να δεχτεί χρήματα από μια ξένη δύναμη ή να φλυαρεί για κρατικά μυστικά. Αν θέλεις να είσαι απόλυτα ρεαλιστικός, σκέφτηκε, δεν έχεις το περιθώριο να τα θαλασσώσεις αυτή τη φορά. Είχε εργαστεί πολύ σκληρά για να φτάσει στο σημείο όπου βρισκόταν εκείνη τη στιγμή και δεν μπορούσε να ρισκάρει τα πάντα για μερικά κλεφτά φιλιά και, ίσως, μερικές φλογερές στιγμές σε κάποια άδεια καμπίνα. Θα ήταν τρέλα. Ήταν ένας νόθος που προσποιούνταν ότι διέθετε ευγενική καταγωγή. Κάποια μέρα, με την κατάλληλη σύζυγο στο πλευρό του, με σκληρή δουλειά και καλή τύχη, θα έφτανε στην κορυφή του επαγγέλματος του, θα υπηρετούσε τη χώρα του καλά, θα κέρδιζε το δικό του τίτλο, θα αποκτούσε γιους να τον διαδεχτούν και θα απαλλασσόταν από το στίγμα που ένιωθε να τον βαραίνει, όσο κι αν η καλή κοινωνία, ευγενικά, έδειχνε να αγνοεί τους ψιθύρους για την καταγωγή του. Και θα έπρεπε να πιστέψει ότι αυτό ήταν το καλύτερο για την Κλίο, παρά την πιθανότητα να προσπαθούσε εκείνη να το σκάσει όταν θα ανακάλυπτε ότι θα την παρέδιδε στον παππού της και ότι δε θα είχε την ανεξάρτητη ζωή που φανταζόταν. Ήταν μια νεαρή λαίδη με αριστοκρατική καταγωγή, όσο αντισυμβατικά κι αν ήταν τα παιδικά της χρόνια, και είχε μια θέση στην υψηλή κοινωνία. Αυτό ήταν το πεπρωμένο της, διαβεβαίωσε ο Κουίν τον εαυτό του, και είχε καθήκον απέναντι της να φροντίσει ώστε να πάρει αυτή τη θέση. Του είχε σώσει τη ζωή και τον είχε εμπιστευθεί αρκετά ώστε να μην τον προδώσει στον Λορέν. Ευχόταν απλώς η δυσάρεστη αίσθηση ότι έκοβε τα φτερά ενός γερακιού και το έκλεινε σ’ ένα κλουβί να χανόταν. Αν μόνο δε χρειαζόταν να την εξαπατήσει. *** «Πόσο θα μείνουμε στις Συρακούσες;» ρώτησε η Κλίο ενώ το πλοίο αγκυροβολούσε στον κόλπο. Έγειρε το παρασόλι που της είχε δανείσει η μαντάμ Ντα Σότα ώστε να προστατεύσει τα μάτια της απ’ τον ήλιο και κοίταξε την πόλη που πρόβαλλε χτισμένη στο λόφο. «Το πλοίο θα φύγει αύριο, αφού πάρει νερό και ξεφορτώσει κάποια εμπορεύματα. Εγώ θα χρειαστώ μερικές ώρες για να κάνω κάποιες επισκέψεις. Δε βλέπω κανένα λόγο για να βγεις εσύ στη στεριά, μις


Γούντγουορντ». Ο Κουίν την κοίταξε κι ύστερα κοίταξε και πάλι το γράμμα που του είχαν μόλις παραδώσει. «Θα ήθελα να κάνω μερικά ψώνια, να ξεπιαστώ, να δω τα αξιοθέατα», είπε η Κλίο κοφτά και χαμογέλασε, ώστε να απαλύνει τις εντυπώσεις. Το χαμόγελό της πήγε χαμένο στον Κουίν, που δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του. «Δε χρειάζεσαι τίποτα, έχεις όλο το κατάστρωμα στη διάθεσή σου για να ξεπιαστείς και τα αξιοθέατα στις Συρακούσες είναι γεμάτα ναύτες, ζητιάνους, πορτοφολάδες και τα κατακάθια μιας ντουζίνας λαών». Την κοίταξε, καταφέρνοντας με δυσκολία να συγκρατεί τον εκνευρισμό του. «Δεν έχω το χρόνο να σε συνοδεύσω και δε γνωρίζω αρκετά καλά το πλήρωμα ώστε να εμπιστευτώ οποιοδήποτε από τα μέλη του». «Δεν μπορεί να είναι χειρότερα απ’ το Κάιρο». «Πράγματι. Κανείς δεν πολιορκεί τις Συρακούσες, δε μοιάζει να υπάρχουν συγκρούσεις στους δρόμους και πιστεύω ότι δε μαστίζεται απ’ την πανούκλα, όμως το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για πολλές πόλεις της Μεσογείου και δε θα ήθελα να τριγυρνάς σε καμιά απ’ αυτές». Ο Κουίν έδειχνε εξωφρενικά γυμνασμένος, υγιής και εμφανίσιμος. Ο άντρας με τα ανακατεμένα από τον άνεμο μαλλιά που έκανε βόλτες στο κατάστρωμα και, πού και πού, ανέβαινε στα κατάρτια, τώρα ήταν φροντισμένος και πολύ εμφανίσιμος, Όχι ότι είχε σκοπό να του δείξει ότι σκεφτόταν κάτι τέτοιο. «Γιατί ντύθηκες έτσι;» ρώτησε κι έδειξε το άψογο λευκό του πουκάμισο, το παντελόνι του που έφτανε ως τα γόνατα, τις μαύρες κάλτσες του, τα παπούτσια με τις πόρπες και το παράξενο, χαμηλό καπέλο που κρατούσε κάτω απ’ τις παλάμες του. Κάτω από την άκρη του σακακιού του διακρινόταν η θήκη ενός σπαθιού που κρεμόταν από μια κεντημένη, διαγώνια φορεμένη στον ώμο του ζώνη. «Θα πάω να δω τον εκπρόσωπο του βασιλιά στη Νάπολη και αυτή είναι η σωστή εμφάνιση για μια επίσημη επίσκεψη», είπε ο Κουίν και, όταν την είδε να σμίγει τα φρύδια, αποκρυπτογράφησε σωστά τη σημασία της έκφρασής της. «Αποτελεί πάντα καλή διπλωματική κίνηση να γνωστοποιεί κανείς την παρουσία του αντί να μπαίνει και να βγαίνει σαν κλέφτης από ένα λιμάνι. Αυτό, απλώς, κινεί υποψίες». Η Κλίο κοίταξε την απλή φούστα της, που είχε ράψει μια μοδίστρα στο Κάιρο, με βάση τις περιγραφές της μαντάμ Ντα Σότα για τη μόδα που επικρατούσε στο Παρίσι και το Λονδίνο. Αυτή η πόλη με τον Βουρβόνο βασιλιά και το εμπόριο που άνθιζε, θα είχε σίγουρα καταστήματα ενημερωμέ-


να σύμφωνα με την τελευταία λέξη της μόδας. Δεν υπήρχε χρόνος για να ράψει κάτι, ίσως όμως να μπορούσε να αγοράσει υφάσματα, να φτιάξει πατρόν και να ράψει κάτι μόνη της. Ο Κουίν θα πρέπει να άκουσε τον αναστεναγμό της. «Θα είμαι απασχολημένος όλη τη μέρα. Δεν έχω το χρόνο να σε συνοδεύσω, Κλίο. Έτσι θα πρέπει να βρεις κάτι να κάνεις στο πλοίο». Η Κλίο παρακολούθησε τον Κουίν να μιλάει με τον καπετάνιο ενώ περίμενε τη βάρκα που θα τον έβγαζε στη στεριά και σκέφτηκε ότι δε θα ξαφνιαζόταν αν του έλεγε να μην της επιτρέψει να αποβιβαστεί. Εξοργιστικός, αλλά όχι ανυπόφορος, αποφάσισε ενώ κατευθυνόταν στην καμπίνα της. «Μάγκι;» «Μάλιστα, μις;» Η Μάγκι πρόβαλε απ’ την καμπίνα που μοιραζόταν με την καμαριέρα της μαντάμ Ντα Σότα. «Η μαντάμ είναι ξαπλωμένη, έχει πονοκέφαλο». «Μάγκι, έχεις ακόμα καλές σχέσεις μ’ εκείνον το ναύτη που φλερτάρεις;» «Το λοστρόμο; Ναι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι σχέσεις μας είναι φιλικές». «Αρκετά φιλικές ώστε να μας βγάλει στη στεριά με μια βάρκα χωρίς, ας πούμε, να το πει στον καπετάνιο;» «Ο λόρδος δεν είναι συνεργάσιμος; Θα δω τι μπορώ να κάνω». *** Μισή ώρα αργότερα η βάρκα έφτανε στην προκυμαία και η Κλίο έβγαινε στη στεριά. Έδωσε το χέρι της στη Μάγκι για να τη βοηθήσει. «Από δω», είπε. «Από δω πήγε ο λόρδος Κουίντους. Αν ο εκπρόσωπος του βασιλιά ζει σ’ αυτή την περιοχή, τότε είμαι σίγουρη ότι θα είναι η καλύτερη της πόλης». Άνοιξε το παρασόλι της. «Και θα υπάρχουν ζαχαροπλαστεία όπου θα μπορούμε να πιούμε καφέ πριν ξεκινήσουμε». Ο δρόμος ανέβαινε στριφογυριστός στο λόφο, γεμάτος ντόπιους. Η Κλίο ανέσυρε από τη μνήμη της τα σκουριασμένα ιταλικά της και προσπάθησε να θυμηθεί την προφορά. Υπήρχαν ενδιαφέροντα μικρά μαγαζιά και πάγκοι εμπόρων, ο κόσμος έδειχνε χαρούμενος και απασχολημένος και δεν υπήρχε τίποτα το ανησυχητικό, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί ο Κουίν. Απλώς προσπαθούσε να με κρατήσει στο πλοίο, σκέφτηκε ενώ έμπαιναν σε μια μεγάλη, οκτάγωνη πλατεία, με ψηλά, πέτρινα κτίρια στα δεξιά τους. «Ορίστε», είπε η Κλίο κι έδειξε μερικές κομψές κυρίες που έμπαιναν σε ένα κατάστημα. «Μυρίζεις τον καφέ; Θα ξεκινήσουμε από εκεί. Ίσως ακόμα και να αγοράσω μερικά γλυκά για το λόρδο, ώστε να του δείξω ότι δεν


του κρατάω κακία που έκανε τόση φασαρία χωρίς λόγο» *** Ο Κουίν βγήκε απ’ το παλάτσο στην πλατεία του καθεδρικού ναού και άρχισε να συντάσσει νοερά μια επιστολή, ενώ στριφογυρνούσε τους πιασμένους ώμους του. Το αποπνικτικό πρωτόκολλο της αυλής των Βουρβόνων, η ανάγκη να σκεφτεί τα όσα άκουγε, παρακάμπτοντας τα επίπεδα της τυπικής ευγένειας και των ψεμάτων, η ζέστη του ιταλικού απογεύματος, όλα αυτά είχαν ως συνέπεια να νιώθει πόνο πίσω από τα μάτια και πιάσιμο στον αυχένα. Η πλατεία, τριγυρισμένη από τα πέτρινα κτίρια και στρωμένη με την ίδια λευκή πέτρα αντανακλούσε τη ζέστη και το φως που τον ζάλιζαν. Ένιωθε ανήσυχος και κάθε άλλο παρά ικανοποιημένος, παρόλο που η συνάντηση είχε πάει καλά, Παγιδευμένος, αυτή ήταν η σωστή λέξη. Πράγμα ανόητο, αφού απολάμβανε το ρόλο του διπλωμάτη, τα ευγενικά υπονοούμενα με τα διπλά νοήματα και ήξερε ότι ήταν καλός σ’ αυτήν. Απολάμβανε ακόμα και τις τυπικότητες και τα τελετουργικά όταν εκτελούνταν καλά. Μάλλον του έλειπε η σωματική άσκηση, σκέφτηκε ενώ έστριβε σε μια σκιερή αλέα. Θα του άρεσε να κολυμπούσε λίγο, όμως το νερό του λιμανιού δε θα ήταν και το καλύτερο για να κολυμπήσει σ’ αυτό. Ίσως να υπήρχε χρόνος να πάρει μια βάρκα, να προχωρήσει λίγο κατά μήκος της ακτής και να βρει κάποιον κόλπο με καθαρά νερά και λευκή αμμουδιά... Στ’ αυτιά του έφτασε μια μακρινή κραυγή. Ίσως να ήταν η φωνή κάποιου παιδιού ή ενός γλάρου, ωστόσο είχε κάτι που τον έκανε να σταματήσει να σκέφτεται τα δροσερά νερά. Ακούστηκε και πάλι, πιο δυνατά αυτή τη φορά. Αϊούτο! Βοήθεια! Η φωνή ανήκε σε γυναίκα. Θα ανταποκρινόταν έτσι κι αλλιώς στο κάλεσμά της, όμως η φωνή τού ακουγόταν γνώριμη, παρόλο που ήταν τόσο δυνατή και παρόλο που μιλούσε ιταλικά, σε τέτοιο βαθμό ώστε ένιωσε ν’ ανατριχιάζει. Η Κλίο. Άρχισε να τρέχει, βρίζοντας τα στενά, επίσημα παπούτσια του που γλιστρούσαν στο πλακόστρωτο και στα νερά που κατέβαζαν οι υδρορροές. Η φωνή ακούστηκε ξανά, πιο κοντά. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ανήκε στην Κλίο. Πληροφορούσε κάποιον στα ιταλικά ότι ανάμεσα στους προγόνους του συμπεριλαμβάνονταν ένα γαϊδούρι και μια καμήλα και ότι θα μετάνιωναν που βρέθηκαν στο δρόμο της. Ο Κουίν χαμογέλασε στρίβοντας στην τελευταία γωνία. Βρέθηκε σε μια πλατεία τόσο μικρή, που θύμιζε μεγάλη αυλή. Ήταν έρημη, με εξαίρεση τέσσερις άντρες που έμοιαζαν με ψαράδες και την Κλίο, που κρατούσε ένα


μαχαίρι στο χέρι. Η Μάγκι ήταν πεσμένη στα γόνατα, γυμνώνοντας τα δόντια της στους άντρες. Άκουσε πάνω απ’ το κεφάλι του ένα παντζούρι να κλείνει. Δε θα έπρεπε να περιμένει βοήθεια απ’ τους ντόπιους. Οι ψαράδες μετακινήθηκαν και άνοιξαν τον κύκλο τους όταν τον είδαν. Κινούνταν με την άνεση αντρών συνηθισμένων σε καβγάδες, που τους χαροποιούσε η προοπτική ενός τσακωμού. «Κουίν!» Η Κλίο του έριξε μια βιαστική ματιά κι ύστερα έστρεψε και πάλι την προσοχή της στους ψαράδες. «Θέλουν τις τσάντες μας κι ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Η Μάγκι χτύπησε τον αστράγαλό της. Ο κοντός με το μπλε μαντίλι είναι ο αρχηγός. Δε δείχνουν να μιλάνε αγγλικά». Έκανε την αναφορά της λιτά και περιεκτικά, σαν στρατιώτης που επέστρεφε από αναγνώριση, δίνοντας όλες τις χρήσιμες πληροφορίες, χωρίς υστερίες. Ο Κουίν τράβηξε το επίσημο σπαθί του από τη θήκη του. Η ατσάλινη λεπίδα του ήταν λεπτή κι έμοιαζε εύθραυστη. «Λο κιάμι ούνα σπάντα;» Ο ψαράς με το μπλε μαντίλι τράβηξε μια λεπίδα από τη ζώνη του, ένα βαρύ μαχαίρι, που έδειχνε ικανό να ξεκοιλιάσει έναν τόνο με ένα χτύπημα. «Ναι, το αποκαλώ σπαθί», είπε ήρεμα ο Κουίν στα ιταλικά, ενώ οι άλλοι τρεις ψαράδες έβγαζαν επίσης τα μαχαίρια τους, που ήταν εξίσου μεγάλα και απειλητικά. «Μπορείς να δημιουργήσεις έναν αντιπερισπασμό;» συνέχισε στα αγγλικά. Η Κλίο, χωρίς να πει λέξη, έσκυψε, πήρε μια χούφτα χώμα και την πέταξε στον ψαρά που βρισκόταν πιο κοντά της, έναν παχύ, απατηλά ευχάριστο άντρα. Εκείνος τίναξε το χώμα, γέλασε κι ύστερα παραπάτησε προς τα πίσω όταν η Κλίο του πέταξε μια πέτρα. Ο δεύτερος ψαράς της όρμησε κι εκείνη τον χτύπησε με το μαχαίρι της, χτυπώντας τον στην ανάστροφη της παλάμης. Ο ψαράς τραβήχτηκε πίσω βρίζοντας. «Είπα να δημιουργήσεις έναν αντιπερισπασμό, όχι να ξεκινήσεις πόλεμο», είπε ο Κουίν γελώντας κι ύστερα όρμησε στον τέταρτο ψαρά, που είχε γυρίσει να δει τι έκανε η Κλίο, αφήνοντας ακάλυπτη την αριστερή πλευρά του. Το σπαθί του Κουίν ήταν ελαφρύ, λεπτό, ευάλωτο σε χτυπήματα από βαρύτερα όπλα, όμως ήταν εξαιρετικό στο να καρφώνει αντιπάλους. Η λεπίδα του βυθίστηκε στο μπράτσο του ψαρά με τόση ευκολία, ώστε ο ψαράς δε φώναξε παρά μόνο όταν ο Κουίν την έβγαλε με μια άνετη, επιδέξια κίνηση ξιφομάχου. Κι όταν ο ψαράς γύρισε προς το μέρος του, τον χτύπησε στο πρόσωπο. Τον πέτυχε ακριβώς εκεί που ήθελε, στο μέτωπο, έτσι που το αίμα κύλησε στα μάτια του, τυφλώνοντάς τον.


Ένας αντίπαλος εκτός μάχης, όχι, δύο. Η Κλίο απέκρουε έναν ψαρά, ενώ εκείνος που είχε χτυπήσει με την πέτρα ήταν πεσμένος στα γόνατα και κάλυπτε το κεφάλι με τα μπράτσα του προσπαθώντας να το προστατεύσει, ενώ η Μάγκι του πετούσε ό,τι μπορούσε να βρει, από πέτρες μέχρι ένα ψόφιο αρουραίο. Η Κλίο είχε δίκιο. Ο ψαράς με το μπλε μαντίλι ήταν ο αρχηγός. Τραβήχτηκε πίσω, κοίταξε γύρω του κι άφησε εκείνον με τη χτυπημένη παλάμη να συνεχίσει τη μάχη. «Βάλτε το στα πόδια όσο ακόμα μπορείτε, φίλοι μου», τους συμβούλευσε ο Κουίν κι άλλαξε στάση, ώστε να μπορεί να ελέγχει ταυτόχρονα και τους δύο ψαράδες. Είχε το σπαθί του υψωμένο, με τον τρόπο που δίδασκαν τα εγχειρίδια. Ήθελε να πιστέψουν οι ψαράδες ότι ήταν ξιφομάχος του γυμναστηρίου, χωρίς πολεμική πείρα. Ο ψαράς με τη χτυπημένη παλάμη, κατέβασε το μαχαίρι του και γύρισε. Ο Κουίν σήκωσε το σπαθί του ώστε να μην τον εμποδίζει, γύρισε και κλότσησε με δύναμη τον ψαρά, που σωριάστηκε στο πλακόστρωτο κρατώντας τα αχαμνά του και κάνοντας εμετό. Το μαχαίρι του έπεσε στο πλακόστρωτο και η Κλίο το έπιασε και το πέταξε στον Κουίν, που το έπιασε με το αριστερό του χέρι. Πλέον δε θα είχε νόημα να συνεχίσει να προσποιείται ότι δεν ήξερε να παλεύει βρόμικα. Ο ψαράς με το μπλε μαντίλι έβγαλε ένα κοντό κλομπ από την τσέπη του και όρμησε χαμογελώντας με κακία, έτσι που φαίνονταν τα λειψά δόντια του. Ήταν φανερό ότι δε χαιρόταν καθόλου που έχανε το θήραμά του, πόσω μάλλον το ότι τρεις απ’ τους άντρες του είχαν πληγωθεί, ωστόσο δε χωρούσε αμφιβολία ότι ανυπομονούσε να ξεκοιλιάσει τον Κουίν. «Έλα», τον ενθάρρυνε ο Κουίν. «Ή είσαι ικανός να επιτίθεσαι μόνο σε γυναίκες; Και χρειάζεσαι και τη βοήθεια των φίλων σου για...» Σταμάτησε όταν ο ψαράς επιτέθηκε, χτυπώντας με το μαχαίρι του, ενώ ταυτόχρονα χτυπούσε τη λεπίδα του σπαθιού με το κλομπ. Μόλις το κλομπ άγγιξε τη λεπίδα, ο Κουίν πέταξε το σπαθί κάνοντας τον ψαρά να χάσει την ισορροπία του. Αμέσως μετά γύρισε, αποφεύγοντας το μαχαίρι. Κατέβασε κατόπιν το αριστερό του χέρι χτυπώντας τον ψαρά με τη λαβή του μαχαιριού ανάμεσα στο λαιμό και στον ώμο κι ένιωσε την κλείδα του να σπάει. Ο ψαράς έπεσε στα γόνατα και ο Κουίν τον χτύπησε μ’ ένα δεξί κροσέ στο πιγούνι καθώς κατέρρεε.


Κεφάλαιο 15 Ο Κουίν κοίταξε γύρω του. Οι τέσσερις ψαράδες ήταν πεσμένοι, η Μάγκι, γονατισμένη, έσφιγγε στο χέρι της μια πέτρα και η Κλίο, με το σπαθί του στο χέρι, είχε πάρει θέση επίθεσης σαν εκδικήτρια Ερινύα. «Ευχαριστώ», είπε ο Κουίν όταν ξαναβρήκε την ανάσα του. Άπλωσε το χέρι να πάρει το σπαθί του. Η Κλίο του το έδωσε. Το πρόσωπό της ήταν χλομό. «Όχι, εγώ σ’ ευχαριστώ», είπε και ύστερα έτρεξε στη Μάγκι και τη βοήθησε να σηκωθεί. «Να πάρει», είπε η Μάγκι ρίχνοντας το βάρος στο ένα πόδι της. «Έσπασα τον αστράγαλό μου», είπε κι ύστερα βάλθηκε να εκτοξεύει μια σειρά από βρισιές, που θα πρέπει να ήταν άγνωστες στην Κλίο. Κάποιες δεν τις γνώριζε ούτε καν ο Κουίν. «Θα σε μεταφέρω εγώ», της είπε. Έβαλε στη θήκη το σπαθί του, σήκωσε στα μπράτσα του τη Μάγκι και κοίταξε γύρω του για την Κλίο, που μάζευε τα σκορπισμένα υπάρχοντά της. «Ελάτε πριν αποφασίσουν οι γείτονες να βγουν και να ανακατευτούν». Η Κλίο ήταν ασυνήθιστα σιωπηλή καθώς διέσχισαν τα στριφογυριστά δρομάκια με κατεύθυνση την προκυμαία. Ο Κουίν συνειδητοποίησε ότι χαμογελούσε ξανά. Να πάρει, το απολάμβανε. Ένας απόλυτα ικανοποιητικός καβγάς, η μόνη απώλεια της ομάδας του ήταν ένας χτυπημένος αστράγαλος, στα μπράτσα του κρατούσε μια νέα γυναίκα, που τον κοιτούσε με ευγνωμοσύνη πεταρίζοντας τα βλέφαρα, και η Κλίο, η αγριόγατα, ήταν σώα και αβλαβής. Σκέφτηκε ότι όχι μόνο της είχε ξεπληρώσει σε κάποιο βαθμό το ότι του είχε σώσει τη ζωή, αλλά επιπλέον τώρα είχε τη δυνατότητα να την πειράξει και λίγο, όπως της άξιζε. Έσφιξε τα χείλη, συνοφρυώθηκε και κατευθύνθηκε προς τη βάρκα που περίμενε. *** «Η ιδέα μου δεν είχε και τόσο καλή κατάληξη», είπε η Κλίο ενώ τύλιγε μια βρεγμένη κομπρέσα γύρω απ’ τον αστράγαλο της Μάγκι. Η καμαριέρα της μαντάμ Ντα Σότα μπήκε στην καμπίνα κρατώντας ένα τίλιο, πήρε μια βεντάλια και τις πληροφόρησε κοφτά ότι δε θα μπορούσε να βοηθήσει, γιατί η μαντάμ Ντα Σότα είχε τρομερό πονοκέφαλο. Ύστερα τις ρώτησε αν είχαν την καλοσύνη να κάνουν ησυχία. «Εγώ νομίζω ότι πήγαν όλα πολύ καλά», είπε η Μάγκι κι έβγαλε τη γλώσσα της στην καμαριέρα που έφευγε. «Νικήσαμε. Άουτς!» «Νομίζω ότι δεν έσπασε, απλώς τον χτύπησες», είπε η Κλίο. «Ο Κουίν εί-


ναι έξαλλος και δεν μπορώ να πω ότι τον αδικώ. Κάπου έχω μια αλοιφή». «Έχω εγώ εκείνη την αλοιφή που κάνουν εντριβές στα άλογα. Τη χρησιμοποιούν για όλα στο στρατό. Εκεί, στην καφέ τσάντα μου». Η Μάγκι στηρίχτηκε στον αγκώνα της και στριφογύρισε τα δάχτυλά της δοκιμαστικά. «Τι νομίζετε ότι θα κάνει ο λόρδος;» ρώτησε, ενώ η Κλίο άπλωνε σε ένα πανί την αλοιφή που μύριζε φρικτά και το ακουμπούσε στον αστράγαλο της Μάγκι, κάτω απ’ την κομπρέσα. «Φαντάζομαι ότι στο επόμενο λιμάνι θα μας κλειδώσει στην καμπίνα», είπε. «Τουλάχιστον τα ψώνια μας δεν έπαθαν τίποτα -γλίτωσαν ακόμα και οι τάρτες βερίκοκου». Πράγμα που δεν ισχύει και για τη σχέση μου με τον Κουίν μετά απ’ όλα αυτά. Όποια κι αν ήταν αυτή η σχέση... «Θα πάω τις υπόλοιπες στον Κουίν». «Σαν κλάδο ελαίας;» Η Μάγκι χαμογέλασε με νόημα. «Σαν έναν τρόπο να του ζητήσω συγγνώμη, υποθέτω». Η Κλίο άφησε το κουτί με τις τάρτες και κάθισε στην άκρη της κουκέτας της Μάγκι. «Νόμιζα ότι η πόλη θα ήταν πιο ασφαλής απ’ όσο το Κάιρο και ότι ο Κουίν έκανε φασαρία για το τίποτα». «Μάχεται καλά, έτσι δεν είναι; Πολύ κομψά. Και βρόμικα». Η Μάγκι πήρε μια τάρτα απ’ το κουτί. Λίγο σιρόπι κύλησε στα δάχτυλά της. «Γιαμ». «Δεν την έχεις γευτεί ακόμα». «Αναφερόμουν στο λόρδο. Όμορφος, με ονειρεμένες κινήσεις, έχει μια εξαιρετικά χρήσιμη κλοτσιά...» «Δεσποτικός, ψεύτης, αναξιόπιστος...» «Έξυπνος, καλός στο κρεβάτι». «Δεν το ξέρεις αυτό!» «Δεν είναι;» ρώτησε η Μάγκι και άνοιξε αθώα τα μάτια της, χωρίς να γίνει καθόλου πειστική. «Είναι ωραία να βρίσκεσαι στην αγκαλιά του. Είναι πολύ ήρεμος, πολύ δυνατός. Τα φιλιά του...» Με κάνουν να λιώνω. «...τέλος πάντων. Επίσης είναι εξαιρετικά ξεροκέφαλος. Θα με παραδώσει στην Αγγλία σαν πακέτο με λιχουδιές, που δεν επιτρέπει στον εαυτό του παρά μόνο να τις μυρίσει». «Να γλείψει τη ζάχαρη», είπε η Μάγκι και γέλασε. «Θα μπορούσε να γλείψει τη δική μου ζάχαρη όποτε θα ήθελε». Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και κοίταξε την Κλίο σαν σπουργίτι που περίμενε να του πετάξουν μερικά ψίχουλα. «Είναι παντρεμένος;» «Όχι». Η Κλίο έσπρωξε το κουτί με τις τάρτες μακριά απ’ τα δάχτυλα της Μάγκι. «Όμως θα παντρευτεί. Έχει βάλει στο μάτι κάποια λαίδη που διαθέτει όλα τα κατάλληλα προσόντα και έναν πλούσιο πατέρα με επιρροή».


«Κι εσείς...» «Εγώ έχω έναν πατέρα που άθελά του βοήθησε τον εχθρό, μεγάλωσα στις φτωχογειτονιές σχεδόν όλων των πόλεων της Εγγύς Ανατολής, δεν έχω καλή ανατροφή, ούτε συγγενείς με επιρροή που να με αναγνωρίζουν... Τέλος πάντων, δεν θα εμπιστευόμουν τον Κουίν σε περίπτωση που τα συμφέροντά μας θα συγκρούονταν και μου έχει ήδη αποδείξει ότι έχω δίκιο. Και δε θέλω να τον παντρευτώ». «Αλήθεια;» Η Μάγκι ανασήκωσε τους ώμους. «Εμένα πάντως θα με ξεγελούσατε». Κοκκινίζω. Φυσικά, και δε θέλω να τον παντρευτώ. Με ξεγέλασε. Δεν τον συμπαθώ. Η Κλίο δάγκωσε τα χείλη. Ναι, τον συμπαθώ, τόσο ανόητη είμαι. Και τον ποθώ. Έβγαλε μια τάρτα απ’ το κουτί και έφαγε μια μπουκιά. «Τα γλυκά είναι πιο αξιόπιστα απ’ τους άντρες. Δίνουν πάντα χαρά. Άλλωστε, γιατί να θέλω να ξαναπαντρευτώ; Η πρώτη φορά μου ήταν και με το παραπάνω αρκετή, ευχαριστώ πολύ». Άνοιξε το κουτί με τις τάρτες. Έμεναν δύο. Και ο θυμός του Κουίν δε θα περνούσε με το πέρασμα του χρόνου. «Θα προσπαθήσω να κοιμηθώ». Η Μάγκι ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια. Ύστερα μισάνοιξε το ένα. «Καλή τύχη». «Μη χρησιμοποιήσεις όλη την αλοιφή», είπε η Κλίο βγαίνοντας, κρατώντας το ταλαιπωρημένο κουτί με τα γλυκά. «Πιθανότατα, θα τη χρειαστώ». Ο καπετάνιος είχε δώσει στον Κουίν μια καμπίνα στην πλώρη. Η Κλίο διέσχισε ένα λαβύρινθο από διαδρόμους και πέρασε πλάι από εμπορεύματα μέχρι να τη βρει. Δεν ήξερε τι θα του έλεγε. Το πιθανότερο ήταν ότι ο Κουίν θα της τα έψελνε, εκείνη θα έχανε την ψυχραιμία της και θα του πετούσε τις τάρτες. Χτύπησε. «Περάστε!» Η καμπίνα ήταν μεγαλύτερη απ’ τη δική της, τριγωνική και φορτιζόταν από δυο μεγάλα φινιστρίνια. Ανοιγόκλεισε τα μάτια για να συνηθίσει το φως και συνειδητοποίησε ότι θα πρέπει να βρίσκονταν στη μάσκα του πλοίου. Ο Κουίν ήταν καθισμένος σε ένα ανακλινόμενο τραπέζι, που συγκρατούνταν με ιμάντες από το τοίχωμα της καμπίνας. Είχε βγάλει το σακάκι και το γιλέκο του, είχε ανεβάσει τα μανίκια του πουκαμίσου ως τους αγκώνες και το σπαθί του κρεμόταν πλάι του από ένα καρφί. Αιωρούνταν ακολουθώντας την κίνηση του πλοίου, σαν να είχε δική του ζωή. Όταν ο Κουίν είδε ποιος ήταν, σηκώθηκε. Η καρέκλα του χτύπησε στην κουκέτα. «Κλίο; Δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ», είπε. Ήταν ακόμα συνο-


φρυωμένος. Η έκφρασή του ήταν βλοσυρή και τα χείλη του αγέλαστα. «Σου έφερα μερικές τάρτες βερίκοκου», είπε εκείνη. Του πρόσφερε το κουτί και όταν ο Κουίν δεν το πήρε, το ακούμπησε στην κουκέτα. «Και γι’ αυτές άξιζε να ρισκάρεις να πέσεις θύμα βιασμού και ληστείας;» «Όχι». Η Κλίο έβαλε τα δυνατά της να μη χάσει την ψυχραιμία της και υπενθύμισε στον εαυτό της ότι ο Κουίν την είχε σώσει από μια κατάσταση για την οποία ευθυνόταν η ίδια. «Αγόρασα ύφασμα, πατρόν, κλωστές και κορδέλες» Και φίνα, λινά εσώρουχα, όχι ότι πρόκειται ν’ αναφερθώ σ’ αυτά. «Εντάξει τότε. Αν ήξερα ότι επρόκειτο για κάτι τόσο σημαντικό...» «Δε χρειάζεται να γίνεσαι σαρκαστικός. Μπορεί εσύ να μην το βρίσκεις σημαντικό -κατά τα φαινόμενα, έχεις μπαούλα ολόκληρα με όμορφα ρούχα. Δεν πρόκειται να νιώσεις σαν κανένας ζητιάνος όταν θα γνωρίσεις καινούργιους ανθρώπους». Προς μεγάλη της απογοήτευση, η φωνή της έτρεμε. Θα πρέπει να φοβόταν περισσότερο απ’ όσο είχε συνειδητοποιήσει ό,τι θα ακολουθούσε αν χρειαζόταν να καταφεύγει σε δικαιολογίες για ρούχα της μόδας και όμορφες κορδέλες. «Αυτά τα ρούχα δεν είναι και τόσο άσχημα». Ο Κουίν συνοφρυώθηκε ακόμα περισσότερο ενώ κοιτούσε το παλιομοδίτικο φόρεμά της. «Δε θα είχα πρόβλημα αν αναγκαζόμουν να ντυθώ αιγυπτιακά. Θα έδειχνα απλώς ξένη και παράξενη. Αυτά», είπε και έδειξε τα ρούχα της, «μοιάζουν με γελοίες απομιμήσεις». «Κατάλαβα. Έχεις όσα χρειάζεσαι για να φτιάξεις καινούργια φορέματα ή θα πρέπει να σε συνοδεύσω και πάλι στη στεριά;» Τι τον είχε πιάσει; «Ευχαριστώ, όμως επιστρέφαμε στο λιμάνι όταν χάσαμε τον κεντρικό δρόμο». «Όταν θα φτάσουμε στο Γιβραλτάρ θα βρεις αρκετές κυρίες που θα μπορέσουν να σε βοηθήσουν να βρεις φορέματα πιο κατάλληλα για την Αγγλία. Είναι αρκετές όσες συνόδευσαν τους συζύγους τους στη φρουρά». Ο Κουίν ακουγόταν σχεδόν σαν να ενδιαφερόταν για τις επιπόλαιες γυναικείες ανάγκες της. Η Κλίο κάθισε στην άκρη της κουκέτας. «Γιατί είσαι καλός μαζί μου; Έκανα λάθος που βγήκα στη στεριά, το παραδέχομαι. Η Μάγκι χτύπησε άσχημα τον αστράγαλό της και τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί πολύ χειρότερα», πρόσθεσε επιφυλακτικά. «Σου οφείλω τη ζωή μου, ίσως και δυο φορές», είπε ο Κουίν. Γύρισε την καρέκλα και κάθισε, με τα μπράτσα ακουμπισμένα στη ράχη της. / Η Κλίο κοίταξε την ηλιοκαμένη επιδερμίδα του, τους γυμνασμένους μυς του. Είχε προσπαθήσει τόσο πολύ να μην τον κοιτάζει όταν τον φρόντιζε.


Τώρα ήταν σαν να εξέταζε το κορμί του με μεγεθυντικό φακό. Ανασήκωσε τους ώμους, σαν να ήθελε να σκύψει μπροστά και να αγγίξει το μπράτσο του. «Αυτό ήταν διαφορετικό». «Πράγματι», συμφώνησε ο Κουίν. «Σίγουρα, πάντως, δεν το απόλαυσα εκείνες τις φορές». «Δεν το απόλαυσες;» Η Κλίο τον κοίταξε και είδε ότι χαμογελούσε. «Δεν καταλαβαίνω». Αυτό δεν ήταν καλό. Είχε πιστέψει ότι είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τον Κουίν, να μαντεύει τις σκέψεις του. Τώρα... «Μπερδεύτηκα». «Κατέβαινα το λόφο μετά τη συνάντησή μου νιώθοντας ότι δε με χωρούσαν τα ρούχα μου. Οι ώμοι μου ήταν πιασμένοι, το μυαλό μου θολωμένο και ήθελα να κάνω κάτι ανεύθυνο, κάτι σωματικό. Φαντάζομαι ότι το να εμπλακώ σε έναν καβγά σε μια ξένη πόλη, λίγα μόλις λεπτά μετά από μια διπλωματική συνάντηση, εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία». Τώρα ο Κουίν χαμογελούσε πλατιά. «Θα μπορούσαμε να είχαμε όλοι σκοτωθεί». «Αμφιβάλλω πολύ, όχι με τις δικές σου ικανότητες στο μαχαίρι και τις δολοφονικές επιθέσεις της Μάγκι με ψόφιους αρουραίους». Στο βλέμμα του υπήρχε μια λάμψη που η Κλίο θυμόταν απ’ όταν είχε διατάξει τις φελούκες να ξεκινήσουν την επικίνδυνη πορεία τους ανάμεσα στις γεμάτες στρατιώτες φορτηγίδες, απ’ τις γεμάτες ένταση στιγμές που είχε υψώσει την αυτοσχέδια σημαία και τους είχε οδηγήσει με ασφάλεια στο βρετανικό στρατόπεδο. Είχε δει την ίδια λάμψη και στη διάρκεια του καβγά. «Απολαμβάνεις τον κίνδυνο. Γιατί δεν είσαι στρατιώτης αν σου αρέσει να πολεμάς;» Ο Κουίν την είχε κάνει να πιστέψει ότι ήταν θυμωμένος μαζί της, δυσαρεστημένος απ’ την απόφασή της να βγει στη στεριά, ενώ το κάθαρμα είχε απολαύσει την κάθε στιγμή. Την είχε και πάλι ξεγελάσει. «Προτιμώ να μη σκοτώνω ανθρώπους». Ο Κουίν ξεδίπλωσε τα μπράτσα του κι έγειρε πίσω στην καρέκλα του. «Απολαμβάνω τις προκλήσεις που παρουσιάζουν τα προβλήματα. Λατρεύω τη στιγμή που οι λύσεις τους γίνονται ξεκάθαρες. Κι όταν, κάποιες φορές, η λύση βρίσκεται στη βία, το απολαμβάνω επίσης». «Κατά τα φαινόμενα, γνωρίζεις πολύ καλά τον εαυτό σου». Η Κλίο ευχόταν να τη χαρακτήριζε η ίδια αυτογνωσία. Ήξερε ότι ήθελε ελευθερία, ναι, ύστερα όμως, τι; Το χαμόγελο του Κουίν έγινε μελαγχολικό. «Υπερβολικά καλά κάποιες φορές».


«Ξέρεις τι θέλεις». «Ω, ναι. Αυτό το ξέρω». Το χαμόγελο του Κουίν έσβησε εντελώς. Η Κλίο θυμήθηκε εκείνο το βράδυ στη φελούκα που ο Κουίν μιλούσε στον ύπνο του και την είχε ξυπνήσει. Ακουγόταν πικραμένος και αποφασισμένος. Μπορεί να ήξερε τι ήθελε, όμως αυτό δεν έδειχνε να του προσφέρει γαλήνη. «Κουίν...» Άπλωσε το χέρι της σαν για να τον αγγίξει. Το χαμόγελο του Κουίν επέστρεψε, λαμπερό και πειρακτικό. Και ψεύτικο. «Θέλω εκείνες τις τάρτες βερίκοκου». «Δε νομίζω ότι σου αξίζουν», αντέτεινε η Κλίο. Αν ο Κουίν είχε σκοπό να προσποιηθεί ότι όλα ήταν εντάξει, τότε κι εκείνη θα έδειχνε πόσο την ενοχλούσαν τα πειράγματά του. «Τα έφερα μόνο και μόνο επειδή λυπόμουν που σε έμπλεξα σε έναν καβγά και τώρα ανακαλύπτω ότι το απόλαυσες και ότι προσπάθησες να με κάνεις να νιώσω ένοχη». Ο Κουίν έσκυψε στο πλάι και τέντωσε το χέρι του, παίρνοντας το κουτί απ’ το κρεβάτι πριν προλάβει να το τραβήξει η Κλίο. «Χμ, δύο. Είμαι διατεθειμένος να τις μοιραστώ». Της πρόσφερε το κουτί κι εκείνη πήρε τη μία τάρτα. Για μερικά λεπτά, έτρωγαν σιωπηλοί. Ο Κουίν έμοιαζε συγκεντρωμένος στην τάρτα του κι είχε τα μάτια μισόκλειστα σαν γάτος που απολάμβανε το φαγητό του. Το θέαμα ήταν τόσο αισθησιακό. Δεν έχω ξαναδεί αυτή την πλευρά του. Ίσως να μην είχε τόσο πολλές πλευρές όσο επίπεδα. Και κάπου στο βάθος υπήρχε ο πραγματικός Κουίν, εκείνος που ίσως δεν είχε δει ακόμα. Ήταν ειδικός στο να κρύβει τα συναισθήματά του. Ήταν ειλικρινής όταν μου μιλούσε για τον πατέρα του, σκέφτηκε. Ή μήπως όχι; αναρωτήθηκε ένα άλλο κομμάτι της. Είχε νιώσει κατανόηση, συμπάθεια, όμως αυτά ήταν συναισθήματα που εύκολα μπορούσαν να χειραγωγηθούν, όπως το μίσος ή η αγάπη. Ή ο πόθος. Κάπου υπήρχε ο πραγματικός εαυτός του και έπρεπε να τον βρει, γιατί εκείνος ήταν που θα έπρεπε να εμπιστευθεί. Η σιωπή όταν τελείωσαν τις τάρτες ήταν βαριά, γεμάτη πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί. Η Κλίο μετακινήθηκε ανήσυχη στο κρεβάτι. «Έχεις ένα ψίχουλο». Ο Κουίν άπλωσε το χέρι προς το πρόσωπό της. «Ακριβώς εδώ», Τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν το μάγουλό της και σταμάτησε. Έσκυψε πιο κοντά της, ενώ η παλάμη του κάλυπτε το πρόσωπό της. Η Κλίο ανάγκασε τον εαυτό της να τον κοιτάξει στα μάτια και είδε ότι η λάμψη είχε επιστρέψει στα μάτια του. Ήταν σαν να έβλεπε κάρβουνα να φουντώνουν ξανά. Η προσοχή του ήταν στραμμένη πάνω της κι εκείνη έγειρε προς τη ζεστασιά της παλάμης του. «Τι είναι αυτό;» Η φωνή της βγή-


κε ψιθυριστά, γιατί δεν είχε καθόλου δύναμη. «Φοβάμαι ότι δε θα μπορέσω να σου προσφέρω αυτό που θέλεις όταν θα φτάσουμε στην Αγγλία». Η φλόγα είχε χαθεί τώρα απ’ το βλέμμα του Κουίν. Την κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν βαρύ, σκοτεινό. «Φοβάμαι ότι θα απογοητευτείς». «Απ’ αυτό που θα βρω εκεί ή από σένα;» Η παλάμη του Κουίν άγγιζε ακόμα το μάγουλό της, τα δάχτυλά του τη χάιδευαν. «Και απ’ τα δύο. Νομίζω ότι θα μπερδευτείς, επειδή δε νομίζω ότι ξέρεις πραγματικά τι θέλεις. Ο κόσμος που σε πηγαίνω είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που έχεις συνηθίσει». «Ξέρω τι θέλω». Τα χάδια του Κουίν την υπνώτιζαν, την εμπόδιζαν να μιλήσει, την έκαναν να ανατριχιάζει ολόκληρη. «Γιατί θα απογοητευτώ από σένα; Μήπως θα έπρεπε να μη σε εμπιστεύομαι;» «Ποτέ δε με εμπιστεύθηκες, έτσι δεν είναι;» Τα δάχτυλα του Κουίν έμειναν ακίνητα. «Όχι». Η Κλίο κούνησε το κεφάλι και η παλάμη του Κουίν γλίστρησε στον ώμο της. «Και είχα δίκιο, έτσι δεν είναι; Έκρυψες το λόγο για τον οποίο βρισκόσουν στην Αίγυπτο, το ποιος ήσουν πραγματικά. Κι υπάρχει ακόμα κάτι που δε μου λες, το διαισθάνομαι -μην τολμήσεις να το αρνηθείς». Η Κλίο έπιασε την παλάμη του Κουίν και την έφερε στα χείλη της, απολαμβάνοντας την αίσθηση της επιδερμίδας του. «Κλίο...» «Με θέλεις, σε θέλω κι εγώ κι ωστόσο αρνείσαι να το παραδεχτείς». «Το παραδέχομαι». Ο Κουίν δεν προσπάθησε να ελευθερώσει το χέρι του. Η Κλίο ένιωθε το σφυγμό του, δυνατό, σταθερό. Ίσως κάπως πιο γρήγορο απ’ όσο θα έπρεπε να ήταν ο σφυγμός ενός γυμνασμένου άντρα. «Τότε γιατί δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό; Δεν είμαι καμιά προστατευμένη παρθένα. Είμαι χήρα, ενήλικη και πηγαίνω στο Λονδίνο να ξεκινήσω τη ζωή μου με τους δικούς μου όρους. Γιατί δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτούς ένας εραστής;» «Αν το έκανα, θα σε εκμεταλλευόμουν», είπε ο Κουίν. Και η Κλίο διαισθανόταν ότι το μυαλό του δούλευε σαν τρελό. Ψάχνοντας για δικαιολογίες. «Δεν προσπαθείς να με αποπλανήσεις ούτε να με πείσεις να κάνω κάτι που δε θέλω. Πώς λοιπόν θα με εκμεταλλευόσουν;» «Ουσιαστικά είμαι ο μόνος άντρας με τον οποίο ήρθες κοντά μετά το θάνατο του συζύγου σου, με εξαίρεση τον πατέρα σου και τον Λορέν. Είναι φυσικό να υπάρχει κάποια... έλξη ανάμεσά μας».


«Τι γλυκιά λογική. Να περιμένω λοιπόν μέχρι να φτάσουμε στο Λονδίνο, όπου θα υπάρχουν πολλοί άντρες να διαλέξω; Ίσως να μου εξασφαλίσεις προσκλήσεις για τα καλύτερα πάρτι, ώστε να μπορέσω να γνωρίσω την αφρόκρεμα των ελεύθερων αντρών». «Μόνο αν θέλεις να σε θεωρήσουν πόρνη της υψηλής κοινωνίας!» Ο Κουίν τράβηξε το χέρι του, σηκώθηκε και αναγκάστηκε να σκύψει, γιατί η καμπίνα ήταν χαμηλή. Έσπρωξε την καρέκλα πιο πέρα και κάθισε ξανά. «Πώς περιμένεις να κάνεις έναν καλό γάμο με τέτοια συμπεριφορά;» «Νομίζεις ότι θέλω να παντρευτώ; Μιλάς σαν τη μαντάμ Ντα Σότα. Πιστεύετε κι οι δύο ότι αυτό είναι το θέμα -να φροντίσετε να είμαι αξιοπρεπής, ώστε να βρω δεύτερο σύζυγο. Όμως εγώ δεν έχω την ίδια γνώμη». «Φυσικά και αυτό είναι που πρέπει να συμβεί». Τα μάγουλα του Κουίν είχαν κοκκινίσει, σαν να τον είχε κάνει να ντραπεί ή να τον είχε πιάσει κατά κάποιον τρόπο απροετοίμαστο. «Είσαι από καλή οικογένεια, ακόμα νέα. Μια όμορφη γυναίκα. Φυσικά και θα παντρευτείς -και μάλιστα θα κάνεις έναν καλό γάμο- όταν θα βρεις τη θέση σου στην υψηλή κοινωνία του Λονδίνου». «Δε θα ξαναπαντρευτώ». Αυτή τη φορά ήταν η Κλίο που σηκώθηκε κι έκανε εκνευρισμένη νόημα στον Κουίν να καθίσει και πάλι όταν οι καλοί τρόποι του τον έκαναν να σηκωθεί. «Δε θα ξαναπαντρευτώ ποτέ. Ποτέ». «Αγαπούσες τόσο πολύ το σύζυγό σου;» «Τον μισούσα».


Κεφάλαιο 16 Η Κλίο στεκόταν στο φινιστρίνι, με την πλάτη γυρισμένη στον Κουίν και το βλέμμα καρφωμένο στο πολύβουο λιμάνι. «Ω, στην αρχή νόμιζα ότι τον αγαπούσα, απ’ την άλλη όμως δεν είχα ιδέα από άντρες. Το μόνο πρότυπο γάμου που είχα ήταν ο γάμος των γονιών μου, ήξερα όμως ότι κανείς δε θα μπορούσε να ήταν τόσο εκκεντρικός και εγωιστής όσο ο πατέρας μου. Πίστευα ότι θα αποκτούσα έναν σύντροφο, έναν εραστή, έναν φίλο. Φυσικά, η ζωή στο στρατόπεδο θα ήταν σκληρή, όμως ήμουν συνηθισμένη στη σκληρή ζωή, διατεθειμένη να εργαστώ. Όμως τίποτα δεν ήταν όπως το περίμενα». «Δε σε αγαπούσε;» «Φυσικά και όχι. Τώρα συνειδητοποιώ ότι ο Τιερί είχε διαταχτεί να με παντρευτεί και συνειδητοποιώ και το γιατί. Έπρεπε απλώς να εξασφαλιστεί ότι τίποτα δε θα σταματούσε τη συνεργασία του πατέρα μου με τις γαλλικές αρχές. Ο Τιερί δεν ήθελε μια ερωτοχτυπημένη παρθένα που κρεμόταν από πάνω του, αποζητώντας την αγάπη και την προσοχή του. Ήθελε τις έμπειρες πόρνες του στρατοπέδου ή τις γυναίκες της πόλης που ήξεραν πώς να ευχαριστούν έναν άντρα και το μόνο που απαιτούσαν ήταν ένα νόμισμα». «Θέλεις να πεις ότι είσαι ακόμα παρθένα;» ρώτησε ο Κουίν. «Α, όχι. Γιατί να ξοδεύεις χρήματα για σεξ όταν μπορείς να το έχεις δωρεάν στο σπίτι; Ο Τιερί με δίδαξε πώς να κάνω έρωτα, για μερικές υπέροχες νύχτες μου έδειξε τις ηδονές που μπορούν να μοιραστούν ένας άντρας και μια γυναίκα». Ένα μικρό ιστίοπλοϊκό πέρασε κοντά απ’ το πλοίο. Ο κυβερνήτης του ήταν καθισμένος στο τιμόνι και δίπλα του καθόταν η σύζυγος ή η φιλενάδα του. Η κοπέλα γύρισε το κεφάλι και η Κλίο άκουσε καθαρά το γέλιο της πάνω απ’ τα γαλανά νερά. Ευτυχισμένοι εραστές. «Τότε σταμάτησε να τον απασχολεί η δική μου ευχαρίστηση και ύστερα από μερικές μέρες σταμάτησε να τον ενδιαφέρει αν ήμουν κουρασμένη, αν πονούσα ή αν δεν ήθελα. Υπήρχα για να του μαγειρεύω, να πλένω τα ρούχα του και για να καλύπτω... όποια ανάγκη του». «Θέλεις να πεις ότι σε εξανάγκαζε;» Η φωνή του Κουίν είχε εκείνη την επικίνδυνη ηρεμία που η Κλίο είχε ξανακούσει, στον Νείλο, στην πλατεία. «Ναι». Το μικρό σκάφος είχε γυρίσει στον άνεμο και τώρα το ζευγάρι φιλιόταν. Νέο, ερωτευμένο, γεμάτο ελπίδες. «Σε χτυπούσε».


«Τελικά το έκανε κι αυτό, ύστερα από μερικές μέρες όταν συνήλθα απ’ το σοκ και συνειδητοποίησε ότι ήμουν διατεθειμένη ν’ αντισταθώ στις βρισιές και στις σπρωξιές του». «Απίστευτο». Η φωνή του Κουίν ακούστηκε σιγανή σαν ψίθυρος. «Πόσο καιρό κράτησε αυτό;» «Ένα βράδυ. Απ’ την επομένη άρχισα να έχω πάντα μαζί μου ένα μαχαίρι της κουζίνας. Ο Τιερί νόμιζε ότι δε θα το χρησιμοποιούσα, όμως έκανε λάθος. Τον χτύπησα στο μπράτσο και τότε αποφάσισε ότι ήμουν υπερβολικά μεγάλος μπελάς και ξαναγύρισε στις πόρνες του. Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους. «Από κει και πέρα δε με απασχολούσε περισσότερο απ’ τον πατέρα μου». «Κλίο». Η φωνή του Κουίν ακούστηκε ακριβώς πίσω της. Δεν τον είχε ακούσει να κινείται. «Κλίο, δεν είναι όλοι οι άντρες έτσι». «Φυσικά και όχι», συμφώνησε εκείνη. «Ο πατέρας μου δεν άγγιξε ποτέ τη μητέρα μου. Και είμαι σίγουρη ότι ούτε εσύ δε θα χτυπούσες ποτέ μια γυναίκα. Όμως όλοι άντρες είστε εγωιστές, γι’ αυτό είμαι σίγουρη. Οι γάμοι γίνονται με τους δικούς σας όρους, με βάση το πόσα χρήματα ή κτήματα θα πάρετε για προίκα, για την άνεση και τη βολή σας και για να αποκτήσετε διαδόχους». Είναι δικό σου αυτό το σκάφος; αναρωτήθηκε όταν η κοπέλα στο σκάφος βάλθηκε με αυτοπεποίθηση να κατεβάζει το πανί. Ήταν η προίκα σου; «Και οι γυναίκες βρίσκουν στο γάμο προστασία και φροντίδα. Τα παιδιά είναι δικά τους και απολαμβάνουν την αγάπη τους». «Ναι». Η Κλίο γύρισε κι ακούμπησε στο τοίχωμα της καμπίνας. «Για όσο κάνουν αυτό που περιμένουν από εκείνες οι σύζυγοί τους. Η γυναίκα υπάρχει για να στηρίζει τη ζωή που θέλει να έχει ο άντρας». Ο Κουίν στεκόταν τόσο κοντά της ώστε μπορούσε να διακρίνει τις απαλές συσπάσεις των μυώνων του κάτω απ’ την επιδερμίδα του, ενώ προσπαθούσε να διατηρήσει την έκφρασή του ήρεμη, τον τόνο της φωνής του λογικό. «Μας βάζεις όλους στο ίδιο καλάθι;» «Εσύ μου είπες ότι σκοπεύεις να παντρευτείς κάποια επειδή είναι κατάλληλη, ο πατέρας της διαθέτει επιρροή και θα πάρεις μεγάλη προίκα. Την αγαπάς;» ρώτησε και ο Κουίν κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Τη γνωρίζεις έστω;» «Έχουμε γνωριστεί». «Την κακομοίρα», είπε η Κλίο. Ο Κουίν έσμιξε τα φρύδια, όμως η Κλίο συνέχισε: «Ας πάρουμε τον σερ Τζέιμς, που βρίσκεται στο στρατόπεδο, έξω από το Κάιρο —πού είναι η σύζυγός του; Υποθέτω ότι θα τον περιμέ-


νει στο σπίτι, με τα παιδιά. Αναρωτιέμαι αν θα της άρεσε να ταξιδέψει». «Κλίο, γίνεσαι παράλογη. Αυτό είναι ο γάμος, μια μοιρασιά που μπορεί να μην είναι ακριβοδίκαιη, όμως ωφελεί και τα δύο μέρη», είπε ο Κουίν. «Τότε δε θέλω να έχω καμία σχέση μ’ αυτήν». «Θέλεις να είσαι εσύ η εγωίστρια». «Όχι!» Η Κλίο τον χτύπησε στο στέρνο, σε μια προσπάθεια να τον λογικέψει. «Θέλω να μοιράζομαι, να έχω μια ισότιμη σχέση με το σύντροφό μου, να έχω τα δικά μου ενδιαφέροντα και τη δική μου ζωή και, ταυτόχρονα, να είμαι με έναν άντρα που θα αποτελώ κομμάτι της ζωής του. Θέλω αυτό που νόμιζε ότι θα είχε η μητέρα μου όταν κλέφτηκε με τον πατέρα μου. Ξέρω καλά όμως ότι τρέφω μάταιες ελπίδες». «Αρνείσαι λοιπόν ότι ο γάμος έχει και για τη γυναίκα πλεονεκτήματα;» Ο Κουίν συνοφρυώθηκε. «Αξιοπρέπεια, προστασία, οικονομική ασφάλεια...» «Παιδιά, σεξ;» «Κλίο! Μια λαίδη δε μιλάει για το σεξ». «Ακριβώς αυτό εννοώ κι εγώ. Ή, έστω, ένα απ’ τα πολλά που εννοώ. Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου, όμως δεν πρέπει να το αναφέρω. Εσύ, από την άλλη μεριά, μπορείς». «Όχι σε μια ανύπαντρη λαίδη». «Σε μια χήρα. Είχες ποτέ σχέση με χήρα;» ρώτησε η Κλίο και ο Κουίν έσφιξε τα χείλη. «Ναι, το βλέπω ότι είχες». «Όμως δε βρισκόταν υπό την προστασία μου, αυτό δε θα ήταν έντιμο». «Άρα, στην πραγματικότητα, το θέμα είναι η δική σου τιμή, όχι οι σκέψεις της γυναίκας, οι ανάγκες, οι επιθυμίες της», δήλωσε η Κλίο. «Νομίζω ότι λίγο πριν με κατηγόρησες ότι γίνομαι εγωίστρια». «Ματ», είπε ο Κουίν. «Όμως, αν αποφάσιζα να φερθώ όπως δεν αρμόζει σε έναν τζέντλεμαν, αν σου έλεγα ότι δε θέλω να κάνω δεσμό μαζί σου, ότι δε σε επιθυμώ, θα θύμωνες μαζί μου». Η Κλίο συνειδητοποίησε ότι το απολάμβανε. Ήταν σαν λεκτικό σκάκι και, όσο εκνευριστικός κι αν ήταν ο Κουίν, ήταν τουλάχιστον διατεθειμένος να παίξει. «Θα ήταν υποκριτικό εκ μέρους μου να θύμωνα», του είπε. «Εκτός φυσικά κι αν πίστευα ότι έλεγες ψέματα. Και δε λες ψέματα, έτσι δεν είναι, λόρδε μου;» Η Κλίο αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν το είχε τραβήξει υπερβολικά. Τότε είδε ένα αχνό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του Κουίν και, μαζί, εκείνο το λακκάκι στο μάγουλό του, που είχε αρχίσει να βρίσκει επικίνδυνα γοητευτικό. «Είσαι μάγισσα, Ογκάστα Κλεοπάτρα Αγκριπίνα Γούντγουορντ. Ναι, σε


ποθώ. Όχι, όμως δεν πρόκειται να κάνω σχέση μαζί σου, απλώς και μόνο επειδή είμαι ένας παλιομοδίτης τζέντλεμαν με υποκριτικές συνήθειες». Η Κλίο έπιασε και πάλι τον εαυτό της να του χαμογελάει, γοητευμένη απ’ αυτό που, για μια φορά, μάντευε ότι ήταν η αλήθεια, όχι κάποια έξυπνη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. «Ω, Κουίν». Στέκονταν αρκετά κοντά ώστε να μπορέσει να ακουμπήσει τις παλάμες της στο στέρνο του. Ύστερα στάθηκε στις μύτες των ποδιών της, ώστε να φτάσει τα χείλη του και το λακκάκι στα μάγουλά του. Ο Κουίν δέχτηκε το άγγιγμα των χειλιών της, πράγμα που η Κλίο το περίμενε. Ύστερα τα μπράτσα του έκλεισαν γύρω της και την τράβηξε στην αγκαλιά του, ένωσε τα χείλη του με τα δικά της και της έδωσε ένα φλογερό φιλί. Η γλώσσα του γλίστρησε ανάμεσα στα χείλη της, που είχαν ανοίξει από έκπληξη. Το φιλί του ήταν παθιασμένο, γεμάτο αυτοπεποίθηση και τα μπράτσα του την κρατούσαν πολύ σφιχτά. «Είπες ότι δεν επρόκειτο να κάνεις σχέση μαζί μου», του είπε όταν σταμάτησε να τη φιλάει. «Το ξέρω. Ωστόσο δεν είπα ότι δε θα σου κάνω έρωτα». Ο Κουίν έσκυψε, τη σήκωσε στα μπράτσα του και πήγε ως την πόρτα, την οποία αμπάρωσε. «Λοιπόν, Κλίο. Αν θυμάμαι καλά, είπες ότι με θέλεις και ότι σε θέλω κι εγώ». «Ναι, όμως...» Η Κλίο έχασε τα λόγια της καθώς ο Κουίν την ξάπλωνε στην κουκέτα. «Άλλαξες γνώμη; Είναι δικαίωμά σου». «Όχι! Όμως παίζεις με τις λέξεις...» «Αυτό είναι το επάγγελμά μου. Πρέπει να είμαι καλός με τις λέξεις». Τα δάχτυλά του έλυσαν τα λουριά των σανδαλιών της κι ύστερα οι παλάμες του ανέβηκαν στις γάμπες της κι έφτασαν στις καλτσοδέτες της. «Ξάπλωσε πίσω, Κλίο. Είμαι και σ’ αυτό αρκετά καλός». «Καυχησιάρη», είπε η Κλίο χαμηλόφωνα και ξάπλωσε πίσω, στο μαξιλάρι. «Ω, τι κάνεις;» «Σου κάνω έρωτα». Ο Κουίν την ανασήκωσε και με κάποιον τρόπο μαγικό ίσως;- το φόρεμά της έφυγε και μαζί το μεσοφόρι της, ενώ ο Κουίν έλεγε κάτι για τον κορσέ της. Την επόμενη στιγμή τα χείλη του βρέθηκαν στο στήθος της και η Κλίο έχασε κάθε διάθεση για σκέψεις. Το μόνο που ήθελε ήταν να νιώθει. Στριφογυρνούσε, τιναζόταν καθώς ο Κουίν τη χάιδευε, τη φιλούσε και τη δάγκωνε απαλά. Κρατιόταν από τους ώμους του Κουίν και κύρτωνε το σώμα της ώστε να τον διευκολύνει. Τότε, σε μια φευγαλέα στιγμή λογικής, ενώ ο Κουίν της φιλούσε πότε τη μια ρώγα και πότε την άλλη, η Κλίο συ-


νειδητοποίησε ότι τα δάχτυλά της έσφιγγαν το βαμβακερό ύφασμα του πουκαμίσου του, όχι τα γυμνά του μπράτσα. «Κουίν, άφησε με...», είπε. Του τράβηξε το πουκάμισο και προσπάθησε να βρει το κούμπωμα του παντελονιού του. «Ω, όχι». «Ω, ναι! Φοράς υπερβολικά πολλά ρούχα και εγώ δε φοράω τίποτα απολύτως. Α». Ο Κουίν την ανάγκασε να σωπάσει με ένα φιλί κι ύστερα της έπιασε με το ένα χέρι τους καρπούς και ακινητοποίησε τα μπράτσα της πάνω απ’ το κεφάλι της. Εκείνη κύρτωσε το κορμί της, ερεθισμένη από τη δύναμή του. Το ελεύθερο χέρι του Κουίν γλίστρησε στην κοιλιά της, ανάμεσα στους μηρούς της και τα πόδια της άνοιξαν αχόρταγα, ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούσε να ελευθερώσει τα χέρια της ώστε να τον χαϊδέψει. Τον ήθελε απεγνωσμένα. Σε ένα λεπτό, σκέφτηκε. Σε ένα λεπτό θα με αφήσει να του κάνω έρωτα... Και τότε ο Κουίν βύθισε δυο δάχτυλα μέσα της κι από τα χείλη της ακούστηκε μια κραυγή, που ο Κουίν σταμάτησε με ένα φιλί του. Η Κλίο επέστρεψε στην πραγματικότητα -γιατί για μερικές στιγμές ο κόσμος γύρω της είχε χαθεί— και διαπίστωσε ότι τα χέρια της ήταν ελεύθερα κι ότι δεν ένιωθε πλάι της τη θέρμη του κορμιού του Κουίν. Και τότε ένιωσε το άγγιγμά του στους μηρούς της και τα χείλη του εκεί όπου λίγο πριν βρίσκονταν τα δάχτυλά του. Άπλωσε τα χέρια, θέλοντας απεγνωσμένα να αγγίξει τα μαλλιά του. Οτιδήποτε άλλο, της ήταν αδύνατον. «Δεν μπορώ...» ψιθύρισε, όμως κύματα ηδονής συγκλόνιζαν ήδη το κορμί της. «Κουίν» φώναξε ενώ ο Κουίν την οδηγούσε στην κορύφωση. «Κουίν!» *** «Εδώ είμαι», είπε ο Κουίν και έσφιξε την Κλίο που έτρεμε ολόκληρη στην αγκαλιά του. «Εδώ είμαι». Ήταν τόσο όμορφη παραδομένη στο πάθος, τόσο γεμάτη ένταση, αφημένη και πρωτόγονη. Και ανταποκρινόταν με τόση θέρμη. Την ποθούσε, όμως αγνόησε τον πόθο του. Ήταν μια οδυνηρή υπενθύμιση ότι δε θα έπρεπε να το είχε κάνει αυτό, ότι είχε νιώσει ικανοποίηση, ενώ η ικανοποίηση θα έπρεπε να ήταν όλη για την Κλίο. Τα μάτια της άνοιξαν και του χαμογέλασε. Το βλέμμα της ήταν ένα γλυκό χάδι, γεμάτο εμπιστοσύνη, που τον έκανε να της χαμογελάσει κι εκείνος, έχοντας ξεχάσει την απογοήτευση και τις τύψεις του. «Μμ, ήταν τόσο υπέροχο». Η Κλίο τεντώθηκε σαν γάτα στην αγκαλιά του κι εκείνος σκέφτηκε τη θεά Μπαστέτ, θηλυκή και ισχυρή. Τότε τα δάχτυλά της βρήκαν τη ζώνη του παντελονιού του κι άρχισαν να τραβούν το πουκάμισό του.


«Πώς θα μπορέσω να σου κάνω έρωτα αν δε βγάλεις τα ρούχα σου;» «Δε θα μπορέσεις. Δε θέλω κάτι τέτοιο». Ο Κουίν την ξάπλωσε στο κρεβάτι και σηκώθηκε. «Αυτό που έγινε δεν ήταν για μένα». «Δεν ήταν για...» Η Κλίο καθόταν κουλουριασμένη στην κουκέτα, εντελώς γυμνή, αναψοκοκκινισμένη από το πάθος και τον κοιτούσε. «Γιατί;» ψιθύρισε, σχεδόν σαν να μονολογούσε. Ύστερα τα μάτια της, που ήταν σκοτεινά και σκεπτικά, καρφώθηκαν θυμωμένα στα δικά του. «Φυσικά. Μου κάνεις έρωτα κι εγώ σταματάω να έχω απαιτήσεις. Μου θολώνεις το μυαλό με σεξ κι εγώ κουλουριάζομαι σαν ικανοποιημένη γάτα και δε σου ζητάω να ασχοληθείς με τις ανησυχίες και τις επιθυμίες μου. Με πλησιάζεις σαρκικά και δεν κινδυνεύεις να το κάνεις πνευματικά». «Κλίο, δεν είναι έτσι». Να πάρει, αυτό έκανε; Σίγουρα όχι. Η συνείδηση του Κουίν άρχισε να τον ενοχλεί. Της πρόσφερα ηδονή. Της έδειξα ότι αισθάνομαι κι εγώ αυτήν την έντονη έλξη. Όχι, αυτό δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει ό,τι συνέβη. «Αλήθεια;» Η Κλίο έψαχνε τα ρούχα της, σαν να είχε σημάνει συναγερμός ότι το πλοίο είχε πιάσει φωτιά. Ο Κουίν μόρφασε όταν άκουσε το λεπτό, βαμβακερό ύφασμα της κάλτσας της να σκίζεται απ’ τα νύχια της, όμως εκείνη φόρεσε την κάλτσα και κούμπωσε απότομα την καλτσοδέτα. «Κάθε φορά που σκέφτομαι ότι έκανα λάθος για σένα, ότι ήμουν ανόητα καχύποπτη, κάνεις ακριβώς αυτό που πρέπει για να γκρεμίσεις την εμπιστοσύνη μου σε σένα». Η Κλίο πέρασε πλάι του, κρατώντας το ένα της παπούτσι. «Πού είναι το άλλο παπούτσι μου;» «Εδώ». Ο Κουίν της το έδωσε και συγκράτησε τα λόγια που ανέβαιναν στα χείλη του. Θα ήταν μάταιο να της εξηγήσει ότι δεν καταλάβαινε τον εαυτό του, μάταιο να απολογηθεί όταν δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει αν γινόταν εντελώς παράλογος ή όχι. Πρώτη φορά γνώριζε γυναίκα σαν την Κλίο. Η Κλίο κοίταξε ασυναίσθητα τον καθρέφτη, πέρασε τα δάχτυλα απ’ τα μαλλιά της και γύρισε να τον κοιτάξει. «Έχεις την καλοσύνη να μου ανοίξεις για να φύγω;» Ο Κουίν, για μερικές στιγμές, στάθηκε ακίνητος, με το χέρι στην αμπάρα, να σκέφτεται να αδιαφορήσει για την κοινή λογική. Κάτι πολύ πιο ισχυρό απ’ τον πόθο τον έσπρωχνε να πάρει την Κλίο στην αγκαλιά του, να τη φιλήσει, να γδυθούν και οι δύο και να αδιαφορήσουν για τις συνέπειες. Αυτή ή κρίση απερισκεψίας κράτησε μόλις μερικές στιγμές. Άνοιξε την πόρτα και παραμέρισε, ενώ η Κλίο έβγαινε απ’ την καμπίνα χωρίς να τον κοιτάξει. Ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της με μεγάλη προσοχή. Δε θυ-


μόταν να είχε φτάσει άλλη φορά τόσο κοντά στο να χάσει την ψυχραιμία του και δεν ήξερε με ποιον ήταν περισσότερο θυμωμένος. Με τον εαυτό του που συμπεριφερόταν σαν ανόητος ή με την Κλίο που ζητούσε περισσότερα απ’ όσα ήταν διατεθειμένος να προσφέρει, είτε σε εκείνη είτε σε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Ίσως πάλι να έφταιγε η ενοχλητική αίσθηση ότι μόλις είχε χάσει κάτι σημαντικό. Έτριψε το κεφάλι του που πονούσε κι ύστερα άνοιξε το μπαούλο του και βάλθηκε να ψάχνει, μέχρι που βρήκε το λεπτό, βαμβακερό παντελόνι και την κελεμπία που φορούσε στην έρημο. Άλλαξε και ανέβηκε ξυπόλυτος στο κατάστρωμα. «Σε πόση ώρα σαλπάρουμε;» ρώτησε τον καπετάνιο, αγνοώντας την έκπληξη στην έκφρασή του. «Σε τέσσερις ώρες τουλάχιστον, λόρδε μου. Θα πρέπει να αντικαταστήσουμε αρκετά βαρέλια με νερό». «Μπορείτε να μου δανείσετε το μικρό σκάφος και κάποιον να το κυβερνήσει; Θέλω να πάω πιο πέρα στην ακτή, να κολυμπήσω». «Φυσικά, λόρδε μου», είπε ο καπετάνιος, κάνοντας τη σκέψη ότι θα έπρεπε να ανεχτεί τις παραξενιές των αριστοκρατών επιβατών του, ειδικά αν λάμβανε υπόψη το ποσό που είχε πληρώσει ο συγκεκριμένος λόρδος για τα ναύλα τους. Χρειάστηκαν μόλις μερικά λεπτά για να βρεθεί ένας ναύτης και να ξεκινήσει το σκάφος απ’ το λιμάνι, με προορισμό ένα ρηχό κόλπο. Ο ναύτης, που προφανώς θεωρούσε ότι ο Κουίν ήταν ελαφρώς τρελός, έριξε την άγκυρα και κατέβασε το πανί, ενώ ο Κουίν έβγαζε τα ρούχα του. Έκανε μια βουτιά στα νερά που ήταν καθαρά, ήρεμα και δροσερά, αφού τα ζέσταινε ο ήλιος της άνοιξης κι όχι ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού. Ο Κουίν αναδύθηκε και άρχισε να κολυμπάει γρήγορα, παράλληλα με την ακτή. Απολάμβανε την αρμύρα, έστω κι αν έκανε να τσούζουν οι αμυχές από τη σύγκρουσή του με έναν τοίχο εκείνο το πρωί. Πίεζε τον εαυτό του, προσπαθώντας να επιτύχει μεγαλύτερη ταχύτητα και ακρίβεια στις κινήσεις του, προσηλωμένος αποκλειστικά στην υπέροχη αίσθηση, στο κάψιμο της πληγής που μόλις είχε επουλωθεί στο μπράτσο του, στο χάδι του νερού που γλιστρούσε στη γυμνή επιδερμίδα του. Όταν επιτέλους σταμάτησε κι έμεινε να επιπλέει, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του για να τα προστατεύσει απ’ το αλάτι, το σκάφος φαινόταν σαν ένα παιχνιδάκι στο βάθος. Γύρισε ανάσκελα και άρχισε να κολυμπάει προς αυτό, με τα μάτια ανοιχτά και το βλέμμα καρφωμένο στο γαλάζιο, καθαρό ουρανό.


Άφησε και πάλι το μυαλό του ελεύθερο να σκεφτεί τα όσα είχαν συμβεί. Δεν ήταν ο κατάλληλος για εκείνη την αποστολή στην έρημο. Ή, ίσως, δεν ήταν ο κατάλληλος για την Κλίο. Η Κλίο θα ήταν καλύτερα με κάποιον ρομαντικό, που θα την είχε πάρει από την έρημο χωρίς να σκεφτεί τη μοίρα του πατέρα της, θα την είχε ερωτευτεί τρελά και θα την είχε οδηγήσει στον παππού της, μετά από μια παθιασμένη ερωτική εξομολόγηση. Αυτό που είχε τύχει στην Κλίο ήταν ένας άντρας αποφασισμένος να πιάσει έναν κατάσκοπο αν υπήρχε -αυτό είχε γίνει- και να παραδώσει τη μις Γούντγουορντ σε ένα όμορφο πακέτο στο δούκα -το νούμερο δύο στη λίστα του-, πριν προχωρήσει στην επόμενη, καλά σχεδιασμένη φάση της ζωής του. Το γάμο -το νούμερο τρία. To όμορφο πακέτο είχε ξετυλιχτεί με το χειρότερο τρόπο. Η ανάμνηση των στιγμών που έγδυνε την Κλίο χαλούσε το ρυθμό με τον οποίο κολυμπούσε, με αποτέλεσμα να πιει νερό. Σταμάτησε για να συνέλθει. Η Κλίο ήταν υπερβολικά έξυπνη, υπερβολικά αντισυμβατική και υπερβολικά... Κλίο. Του άρεσε όταν δεν τον έκανε να σκέφτεται το ποτό ή το φόνο. Και σίγουρα την ποθούσε. Γύρισε ανάσκελα και σκέφτηκε τη δική του θέση. Πού βρισκόταν εκείνος; Πολύ κοντά στην Κλίο, εκεί, να σκέφτομαι ότι θα είναι εφιάλτης για τον παππού της και να ευχαριστώ το τυχερό μου αστέρι που θα σταματήσει να είναι δικό μου πρόβλημα μόλις την παραδώσω. Γύρισε μπρούμυτα και βάλθηκε να κολυμπάει αποφασιστικά προς το σκάφος. Ήταν ώρα να γυρίσει στο πλοίο, στους φυσιολογικούς ρυθμούς της ζωής του. Ανέβηκε στο σκάφος, σκουπίστηκε με το βαμβακερό παντελόνι, φόρεσε την κελεμπία και κάθισε να απολαύσει το ταξίδι της επιστροφής στο λιμάνι. Ο ήλιος έλαμπε, η θάλασσα ήταν ήρεμη κι εκείνος είχε ένα σχέδιο. Τότε γιατί ένιωθε τόσο μελαγχολικός; Επειδή, φυσικά, έχω καταφέρει να δικαιολογώ το ότι την εξαπατώ. Επειδή έχω επιλέξει το καθήκον και τη φιλοδοξία απ’ τον πόθο, τη φιλία και τη ρομαντική τρέλα.


Κεφάλαιο 17 «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Μάγκι, που, καθισμένη στο κάτω μέρος της κουκέτας της, δίπλωνε κάλτσες. «Ο Κουίν». Το μείγμα του πάθους και της οργής, ύστερα από τόσες τάρτες βερίκοκου και την ένταση της συμπλοκής στην πόλη, είχε ως αποτέλεσμα το στομάχι της Κλίο να έχει δεθεί κόμπος. «Σας αποπλάνησε; Πώς ήταν; Φαντάζομαι ότι θα είναι υπέροχος στο κρεβάτι». «Όχι, δε με αποπλάνησε. Του είπα ότι ήθελα να κάνουμε έρωτα». Η Μάγκι την κοίταξε. «Είμαι σίγουρη ότι η εμπειρία δε θα ήταν καθόλου απογοητευτική». «Μου έκανε έρωτα και ήταν υπέροχα. Όμως δε μου επέτρεψε να του κάνω έρωτα κι εγώ». «Και γιατί όχι;» «Υποθέτω επειδή στην πραγματικότητα δε με θέλει. Ή επειδή θεωρεί την καταραμένη την τιμή του πιο σημαντική. Ή επειδή, απλά, δεν του το επιτρέπει η λογική του. Όμως, φυσικά, ως τζέντλεμαν που είναι, κάνει πάντα, τα χατίρια μιας λαίδης», είπε η Κλίο με έμφαση. «Κι έτσι δε χρειαζόταν να με ακούει να του λέω τι θέλω να κάνω όταν θα φτάσουμε στην Αγγλία, να ακούει όλα τα αναξιοπρεπή, ακατάλληλα για μια λαίδη πράγματα που είναι σημαντικά για μένα». Η Κλίο άλλαξε θέση, ώστε να αγκαλιάσει τα πόδια της και να ακουμπήσει το πιγούνι στα γόνατά της. «Όταν το κατάλαβα, καβγαδίσαμε. Ή μάλλον, προσπάθησα να καβγαδίσουμε. Εκείνος απλώς με κοιτούσε υπεροπτικά και παρέμεινε αξιοπρεπώς σιωπηλός, όσο τον έψελνα». «Πού είναι τώρα;» Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω ιδέα». «Πιστεύετε ότι γνωρίζει τι νιώθετε γι’ αυτόν;» Η Μάγκι έβαλε τις κάλτσες σε μια τσάντα, που κρέμασε από ένα καρφί στον τοίχο. «Δεν το έκρυψα. Θα έπρεπε να ήταν πράγματι πολύ ανόητος για να μην το αντιληφθεί. Κι ο λόρδος μπορεί να είναι ένα σωρό πράγματα, όμως ανόητος δεν είναι». «Όχι, δεν εννοούσα το ότι θυμώσατε μαζί του», είπε η Μάγκι με τόνο σαν να έκανε μεγάλη υπομονή. «Ξέρει ότι είστε ερωτευμένη μαζί του;» Η-Κλίο συνειδητοποίησε ότι το στόμα της ήταν ανοιχτό και το έκλεισε απότομα. Ύστερα προσπάθησε να γελάσει. «Αυτό είναι ό,τι πιο ανόητο...»


άρχισε να λέει, όμως σταμάτησε και το σκέφτηκε. «Ω, όχι. Είμαι. Τον αγαπώ. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Τι φρικτό». Γι’ αυτό πονάω βαθιά μέσα μου. Τον αγαπώ. «Γιατί; Είναι όμορφος, τζέντλεμαν, έξυπνος... Θα γινόταν εξαιρετικός σύζυγος». «Σύζυγος! Σαν να θέλω εγώ σύζυγο». Γενναία λόγια, Κλίο, σκέφτηκε ειρωνικά. Αν σε ζητούσε σε γάμο, θα δεχόσουν αμέσως χωρίς να το σκεφτείς καθόλου, αν και θα ήταν εντελώς αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο. «Κι εξάλλου ο λόρδος έχει βάλει στο μάτι κάποια λαίδη με τίτλο, που θα γινόταν ιδανική σύζυγος για ένα διπλωμάτη και ο πατέρας της έχει χρήματα και επιρροή. Γιατί να θέλει εμένα;» Πράγματι, γιατί; Μόλις μου ξεκαθάρισε με τον πιο απόλυτο τρόπο ότι δε θέλει καν να κάνει έρωτα μαζί μου. «Και τι θα κάνετε λοιπόν;» «Θα τον αποφεύγω», είπε η Κλίο ζοφερά. Πόσο φρικτό θα ήταν αν ο Κουίν μάντευε την αλήθεια. Θα πέθαινε απ’ την ντροπή της. Είχε κι εκείνη την περηφάνια της και, κάποιες φορές, ήταν η μόνη που τη βοηθούσε να συνεχίζει. «Μα είστε μια λαίδη», διαμαρτυρήθηκε η Μάγκι. «Ξέρω ότι ζούσατε κάπως... αντισυμβατικά, όμως δεν είστε, πώς να το πω, ακατάλληλη». «Ο λόρδος χρειάζεται μια οικοδέσποινα, κάποια που να γνωρίζει τα πάντα για την καλή κοινωνία. Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι ποιος και στο δείπνο στο στρατόπεδο δεν ήξερα καν ποια μαχαιροπίρουνα να χρησιμοποιήσω. Οι γονείς μου κλέφτηκαν, δημιουργήθηκε σκάνδαλο κι οι συγγενείς μου στην Αγγλία δε θέλουν να με ξέρουν. Δεν έχω χρήματα, σίγουρα δε διαθέτω επιρροή, και ο Κουίν χρειάζεται και τα δύο στην καριέρα του. Είναι ο μικρότερος γιος στην οικογένειά του». Για κάποιο λόγο ήταν σημαντικό να πείσει τη Μάγκι ότι αυτό που πρότεινε θα ήταν αδύνατον. Αν κατάφερνε να την πείσει, ίσως κατάφερνε επίσης να ξεχάσει εκείνη τη μικρή ελπίδα που επέμενε, όσο κι αν προσπαθούσε να τη σβήσει. «Αν σας αγαπάει, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει σημασία. Πάντα λέω ότι πρέπει να βρίσκει κανείς την ευτυχία όπου μπορεί, η ζωή είναι σύντομη». «Θα είχαν σημασία για μένα», διαπίστωσε η Κλίο. «Δε θα μπορούσα να του επιτρέψω να πετάξει την καριέρα του εξαιτίας μου». «Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και ευγενικά». Η Μάγκι δεν έδειχνε να είχε πειστεί. «Όχι, δεν είναι. Θα ήμασταν δυστυχισμένοι. Εγώ θα ένιωθα ένοχη, όλα θα πήγαιναν στραβά. Απλώς γίνομαι εγωίστρια».


«Εγώ νομίζω ότι...» Η Μάγκι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις της, γιατί η καμαριέρα της μαντάμ Ντα Σότα μπήκε στην καμπίνα ορμητική. «Η μαντάμ σηκώθηκε, νιώθει πολύ καλύτερα και σας ζητάει. Λαίδη μου». Πάντα πρόσθετε τον τίτλο της Κλίο, σαν να το είχε σκεφτεί την τελευταία στιγμή. Καταλαβαίνει ότι δεν είμαι μια κανονική λαίδη, σκέφτηκε η Κλίο ενώ σηκωνόταν κι άρχιζε να λύνει τα ανακατεμένα της μαλλιά. Δε θα κατάφερνα να ξεγελάσω κανέναν στην καλή κοινωνία του Λονδίνου. Ούτε για μια στιγμή. «Πες της σε παρακαλώ ότι θα έρθω αμέσως μόλις μου φτιάξει η Μάγκι τα μαλλιά. Φυσάει τόσο στο κατάστρωμα». *** Χρειάστηκαν τρεις μέρες για να φτάσουν ως το Γιβραλτάρ, με ήρεμη θάλασσα και με ούριο, απαλό άνεμο. Η Κλίο έμεινε με τη μαντάμ Ντα Σότα και απέφευγε να μένει μόνη με τον Κουίν. Εκείνος δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια να της μιλήσει, με εξαίρεση όταν το απαιτούσαν οι καλοί τρόποι στο τραπέζι και τότε ήταν ευγενικός, αλλά απόμακρος. Η Κλίο πίεζε τον εαυτό της να χαμογελάει και φρόντιζε ούτε να τον αποφεύγει ούτε να τον αναζητά. Μπορεί η καρδιά της να πονούσε, είχε όμως την περηφάνια της. «Τι κομψότητα, τι τρόποι αυτός ο λόρδος Κουίντους», δήλωσε η μαντάμ Ντα Σότα ένα απόγευμα, που ήταν καθισμένες κάτω από μια τέντα στο κατάστρωμα. «Τι τζέντλεμαν. Τυπικό δείγμα Άγγλου αριστοκράτη. Σήμερα το πρωί είχα μια τρομερά ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του για την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας». «Πράγματι», συμφώνησε η Κλίο άτονα, ενώ ολοκλήρωνε μια ραφή στο φόρεμα που έραβε. «Μις Γούντγουορντ, είδατε το Γιβραλτάρ όταν πηγαίνατε στην Αίγυπτο;» ρώτησε η μαντάμ Ντα Σότα, αλλάζοντας γρήγορα θέμα. «Όχι, μαντάμ. Πήγαμε οδικώς απ’ την Ιταλία, που δε θυμάμαι γιατί ήμουν παιδί. Από κει πήγαμε στην Ελλάδα και, κατόπιν, στα Βαλκάνια». «Ώστε λοιπόν δε θυμάστε την Αγγλία;» «Δεν έχω βρεθεί ποτέ στην Αγγλία, μαντάμ». «Απίστευτο! Και ποια θα είναι η συνοδός σας όταν θα φτάσετε, μις Γούντγουορντ;» «Ε...» Η Κλίο δεν το είχε σκεφτεί καθόλου αυτό. Υπέθετε ότι θα υπήρχαν γραφεία στα οποία θα μπορούσε να βρει μια αξιοπρεπή συνοδό. «Εγώ», είπε η Μάγκι αποφασιστικά. «Μα εσύ έχεις το γιο και τους γονείς σου», διαμαρτυρήθηκε η Κλίο. Είχε


υποθέσει ότι η Μάγκι δε θα μπορούσε να μείνει μαζί της. «Ο Φρέντι είναι καλύτερα εκεί που βρίσκεται. Φυσικά θα τον επισκέπτομαι, όμως έχει περάσει περισσότερο χρόνο με τον παππού και τη γιαγιά του απ’ ό,τι μαζί μου. Δε θα τον πάρω μακριά τους τώρα που έχει τακτοποιηθεί, μόνο και μόνο για να τον έχω όλο δικό μου». Η Κλίο είχε αρχίσει να γνωρίζει πλέον τη Μάγκι. Το λαμπερό της χαμόγελο και ο αποφασιστικός τρόπος με τον οποίο κρατούσε ψηλά το κεφάλι της έκρυβαν την ανάγκη να δει το γιο της και την αποφασιστικότητά της να κάνει το καλύτερο γι’ αυτόν. «Θα μπορούσε να έρχεται για διακοπές στο Λονδίνο», είπε. «Φαντάζομαι ότι θα του άρεσε αυτό. Οι περισσότερες μεγάλες πόλεις έχουν πολλά πράγματα που αρέσουν στα παιδιά και θα μπορείτε να είσαστε μαζί». «Συγχωρήστε με, μις Γούντγουορντ. Είμαι σίγουρη ότι η Μάγκι είναι εξαιρετική καμαριέρα, όμως θα χρειαστείτε μια λαίδη για συνοδό». «Ναι, φυσικά». Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει η Κλίο, μια λαίδη θα ήταν πολύ ενοχλητική ως συνοδός και, ταυτόχρονα, εξαιρετικά ακριβή. Με τη Μάγκι, σίγουρα θα καλύπτονταν τα προσχήματα. «Μις Γούντγουορντ, τι θα λέγατε να δοκιμάζαμε το φόρεμα και ύστερα να καρφιτσώναμε το μπούστο στη φούστα;» ρώτησε η Μάγκι, όπως θα όφειλε να κάνει η ιδανική συνοδός μιας λαίδης. «Ναι, καλύτερα να κάνουμε μια πρόβα. Μαντάμ, μας συγχωρείτε», είπε η Κλίο. Πήρε τη Μάγκι και το ύφασμα και πήγαν στην καμπίνα της. «Θα σκεφτόσουν πραγματικά να έρθεις να μείνεις μαζί μου; Δεν ξέρω πώς είναι οι μισθοί στο Λονδίνο, όμως είμαι σίγουρη ότι θα μπορώ να σου δίνω το μισθό που θα πρέπει, καθώς και όσα σου χρωστάω γι’ αυτό το ταξίδι». «Μην ανησυχείτε γι’ αυτό. Ο λόρδος μου έδωσε πέντε χρυσές λίρες και καλύπτει όλα τα έξοδα του ταξιδιού, έτσι είμαι εντάξει και θα μείνω μαζί σας μέχρι να ξεκαθαριστούν τα πράγματα με τους τραπεζίτες σας». Η Μάγκι κράτησε τα δύο τμήματα του φορέματος. «Θα το φορέσετε; Αυτό θα δώσει στο λόρδο να καταλάβει ότι έχει να κάνει με μια λαίδη». «Ένα περιστέρι με δανεικά πούπουλα είναι πάντα περιστέρι, όχι παγόνι», είπε η Κλίο και άπλωσε τα χέρια της. «Κοίταξε, τα. Η μαντάμ όλο πλαταγίζει τη γλώσσα κάθε φορά που τα βλέπει. Είναι ηλιοκαμένα, έχουν κάλους και τα νύχια μου δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα. Το χτένισμά μου δεν είναι καθόλου της μόδας, το πρόσωπό μου είναι ηλιοκαμένο και...» «Σας ενδιαφέρει τόσο πολύ η γνώμη του;» ρώτησε η Μάγκι ενώ ξεκούμπωνε το φόρεμα της Κλίο. «Μιλάς για τον Κουίν; Φυσικά και όχι. Είμαι υπεράνω». Ψεύτρα, θέλεις να


τον δεις να λιώνει από πόθο, να μείνει άναυδος απ' την ομορφιά και την κομψότητά σου. Θέλεις... αυτόν. «Στο Γιβραλτάρ μπορούμε να μελετήσουμε τα χτενίσματα των κυριών και θα προσπαθήσω να τα αντιγράψω. Ίσως ακόμα να καταφέρετε να βρείτε κάποια κομμώτρια να σας κουρέψει. Και σίγουρα θα υπάρχουν έμποροι που θα πουλάνε όλα τα καλλυντικά και τις κρέμες που χρησιμοποιούν οι Αγγλίδες κυρίες». «Το πρόβλημα θα είναι να βγω στη στεριά για να κάνω όλα αυτά τα ψώνια». Η Κλίο έμεινε ακίνητη ενώ η Μάγκι της φορούσε τη φούστα του καινούργιου φορέματος, περνώντας την πάνω απ’ το κεφάλι της, κι ύστερα τη βοήθησε να βάλει το μπούστο, φροντίζοντας να προσέχει τις καρφίτσες και τις πρόχειρες ραφές. «Θα αναλάβω εγώ το λόρδο», είπε η Μάγκι κι έκανε πίσω να δει πώς έπεφτε το μπούστο. «Αν πει ότι δεν μπορούμε να βγούμε στη στεριά, θα τον πάρω παράμερα και θα του πω ότι πρέπει να βγούμε για γυναικείους λόγους. Δε θα ρωτήσει ποιοι είναι αυτοί, θα ντραπεί». Η Μάγκι χαμογέλασε. «Είναι φανερό ότι ξέρεις πολύ καλύτερα από μένα να χειρίζεσαι τους άντρες», είπε η Κλίο ενώ έβαζε και πάλι το φόρεμά της. «Στην πραγματικότητα, είναι πολύ απλοί», είπε η Μάγκι ενώ άρχιζε να καρφιτσώνει τα δύο τμήματα του καινούργιου φορέματος. «Αρκεί απλώς ν’ ανακαλύψεις πώς λειτουργεί το μυαλό τους κι ύστερα να κινηθείς μ’ αυτό σαν στόχο. Ο λόρδος είναι τζέντλεμαν και, κατά συνέπεια, δε θέλει να κάνει μια λαίδη να ντραπεί. Απλό». Απλός; Ο Κουίν; Δε νομίζω. Η Κλίο άρχισε να μετράει τη δαντέλα και την κορδέλα και αναρωτήθηκε αν θα τολμούσε να ρισκάρει να τον θυμώσει ξανά. Όμως τι μπορεί να μου κάνει; Έχει υποσχεθεί να με πάει στο Λονδίνο και η σχέση μας δε θα μπορούσε να γίνει χειρότερη απ’ όσο είναι τώρα, σωστά; 15 Μαΐου του 1801, Τάμεσης, Λονδίνο «Η πατρίδα», είπε η Μάγκι. Ακούμπησε στην κουπαστή του πλοίου και πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Κλίο τυλίχτηκε με το χοντρό σάλι που είχε αγοράσει στο Γιβραλτάρ και ανατρίχιασε. Τα πνευμόνια της γέμισαν μολυσμένο αέρα και η άσχημη μυρωδιά των νερών του ποταμού ήταν εξίσου φρικτή. «Είναι καλό να γυρίζει κανείς σε μια πόλη χωρίς ζέστη και σκόνη, δε


συμφωνείς, Μάγκι;» Ο Κουίν πήγε κοντά τους στην κουπαστή. Η Κλίο, ρίχνοντάς του κλεφτές ματιές, αποφάσισε ότι ήταν απίστευτα κομψός. Είχε πιστέψει ότι όλοι οι Άγγλοι ευγενείς ήταν ανίκανοι να ντυθούν χωρίς τις υπηρεσίες ενός βαλέ, πόσω μάλλον να ντυθούν με εξαιρετικό στυλ, όμως ο Κουίν το είχε καταφέρει. Μάλιστα είχε κόψει και τα μαλλιά του στο Γιβραλτάρ. «Έτσι είναι ο χειμώνας;» ρώτησε η Κλίο, σίγουρη ότι η μύτη της θα πρέπει να είχε μελανιάσει. Απέφευγαν ο ένας τον άλλον απ’ τη στιγμή που το πλοίο είχε περάσει απ’ τα Στενά του Γιβραλτάρ για να μπουν στον Ατλαντικό, με εξαίρεση τα γεύματα και τις τυχαίες συναντήσεις, όπου ήταν αναγκασμένοι να ανταλλάσσουν τυπικές ευγένειες. Είχε συμφωνήσει χωρίς αντιρρήσεις στην παράκληση της Μάγκι να βγουν στη στεριά για κάποια απαραίτητα ψώνια και, μάλιστα, είχε κανονίσει να τις συνοδεύσουν η παντρεμένη ανιψιά του κυβερνήτη και ένας από τους υπηρέτες της. Η Κλίο είχε απολαύσει τη συντροφιά της κυρίας Ντένβερ, παρόλο που την ανησυχούσε η γνωριμία της με τον Κουίν. Και την ανησυχούσε ακόμα περισσότερο το ότι έπρεπε να συζητάει με μια γυναίκα που υπέθετε ότι γνώριζε τον Κουίν τόσο καλά όσο κι εκείνη. Όχι, δεν είχε χορέψει ποτέ με το λόρδο Κουίντους, όμως ήταν σίγουρη ότι ήταν εξαιρετικός χορευτής. Όχι, δε γνώριζε την οικογένειά του, όμως ήταν σίγουρη ότι οι αδελφοί του θα ήταν όλοι γοητευτικοί. Όχι, δεν ήξερε ποια θα ήταν τα σχέδια του λόρδου Κουίντους όταν θα έφτανε στο Λονδίνο. Μόνο ότι σκοπεύει να φλερτάρει μια λαίδη και να την παντρευτεί. Αυτό θα μπορούσε να είχε πει, όμως δάγκωσε τη γλώσσα της. «Δεν αγόρασες κανένα μανδύα; Τόσα ψώνια έκανες», είπε ο Κουίν. Κι εκείνη σκέφτηκε ότι θα πρέπει να έτρεμε -ή μπορεί να ήταν η ερώτησή της που είχε παρακινήσει τον Κουίν να πει κάτι τέτοιο. «Όχι, δε σκέφτηκα ποτέ ότι θα έκανε τόσο κρύο». «Τώρα είναι καλοκαίρι, όμως οφείλω να ομολογήσω ότι δεν κάνει τόση ζέστη όσο θα έπρεπε για μέσα Μαΐου. Θα σου βρω κάτι πιο ζεστό». Ο Κουίν έφυγε κι επέστρεψε πέντε λεπτά αργότερα με ένα μαύρο μανδύα από φίνο μαλλί με σκούρα μπλε φόδρα, στο χρώμα των ματιών της. Τον έριξε στους ώμους της, όμως άφησε εκείνη να τον κουμπώσει κάτω απ’ το πιγούνι της. «Είναι πολύ μακρύς για σένα, πρόσεξε να μην τον πατήσεις και σκοντάψεις». Η Κλίο σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να τη χαροποιεί το τυπικό άγγιγμά του. «Σ’ ευχαριστώ. Θα φροντίσω να μην τον σύρω στις λάσπες».


«Δε θα τον χρειαστείς στην άμαξα», είπε ο Κουίν, με την προσοχή του στραμμένη στην αποβάθρα, που πλησίαζε με ταχύτητα. «Ωραία, είναι εδώ». «Ποιοι;» Η Κλίο κοίταξε τη γεμάτη κόσμο αποβάθρα, στην οποία έμοιαζε να επικρατεί το ίδιο χάος με τις αποβάθρες του Κάιρου. «Έγραψα στο γραμματέα μου αμέσως μόλις φτάσαμε στο Γιβραλτάρ να φροντίσει να μας περιμένει, έστω κι αν χρειαζόταν να κατεβαίνει στις αποβάθρες για μια βδομάδα. Δε θέλουμε να μείνουμε για πολύ σ’ αυτή την περιοχή. Δεν είναι ο παπ... Δεν είναι κατάλληλη για μια λαίδη. Με συγχωρείς, θα πάω να βεβαιωθώ ότι όλες οι αποσκευές μας βρίσκονται στο κατάστρωμα, έτοιμες να τις κατεβάσουν στην αποβάθρα». «Αναρωτιέμαι τι ετοιμαζόταν να πει», σχολίασε η Κλίο μπερδεμένη. «Δεν ξέρω, αλλά αν αυτή η μικρή φάλαγγα από άμαξες ανήκει στο λόρδο, τότε είναι σίγουρα πολύ πλούσιος», είπε η Μάγκι κι έδειξε τις τρεις μεγάλες άμαξες. Παρά την απόσταση, η Κλίο έβλεπε ότι ήταν ακριβές και λαμπερές. «Τουλάχιστον θα πάμε με στυλ σ’ εκείνο το σπίτι που γνωρίζει στο οποίο νοικιάζονται διαμερίσματα», είπε με κάποια ικανοποίηση. «Έτσι θα είμαστε σίγουρες ότι θα μας συμπεριφερθούν με σεβασμό». *** Κατά τα φαινόμενα, ο Κουίν δεν ήταν μόνο πλούσιος, διέθετε και εξαιρετικό προσωπικό. Σε λιγότερο από μία ώρα απ’ όταν έδεσε το πλοίο, είχαν αποβιβαστεί και οι αποσκευές τους βρίσκονταν στην προκυμαία, τοποθετημένες σε μια τακτική στοίβα, την οποία φυλούσε ένας σωματώδης άντρας, τον οποίο ο Κουίν αποκάλεσε Σαμ. Τους σύστησε επίσης τον κύριο Μπόλντουιν, το γραμματέα του, ο οποίος τους οδήγησε στη μεγαλύτερη άμαξα. «Όλα έχουν γίνει σύμφωνα με τις οδηγίες σας, λόρδε μου. Ο Γκόντλι σας περιμένει στο διαμέρισμα κι εγώ δεν έκανα δεκτή καμιά απ’ τις προσκλήσεις που σας έγιναν για την επόμενη βδομάδα. Οι αποσκευές της μις Γούντγουορντ θα πάνε στην πρώτη άμαξα και οι δικές σας, μαζί με μένα, στη δεύτερη με προορισμό το Άλμπανι». «Σ’ ευχαριστώ, Τζορτζ. Αξιοθαύμαστος, όπως πάντα». Αυτό φάνηκε να ήταν ένα αστείο που μοιράζονταν οι δυο άντρες. Ο κύριος Μπόλντουιν χαμογέλασε και μεταμορφώθηκε από στεγνός γραμματέας σε χαρούμενο, νέο άντρα. «Προσπαθώ να είμαι χρήσιμος, λόρδε μου», είπε και η έκφρασή του σοβάρεψε και πάλι. Ο Κουίν βοήθησε την Κλίο και τη Μάγκι να ανεβούν στην άμαξα, ανα-


στατώνοντας τη Μάγκι όταν επέμεινε να καθίσει πλάι στην Κλίο, στο κάθισμα που έβλεπε μπροστά. Το εσωτερικό της άμαξας ήταν τόσο πολυτελές όσο και το εξωτερικό της, με άνετα καθίσματα με κόκκινη, δερμάτινη ταπετσαρία, μοκέτα στο δάπεδο, μπροκάρ κουρτίνες κι ένα σωρό έξυπνα τοποθετημένες θήκες στις πόρτες. Η Κλίο έβαλε τα δυνατά της να μην κοιτάζει γύρω της με θαυμασμό και περιορίστηκε στο να περάσει τα δάχτυλά της πάνω από την απαλή ταπετσαρία του καθίσματος. Τι υπέροχο να έχει κανείς τη δυνατότητα να συντηρεί μια τέτοια άμαξα, τα άλογα που την τραβούσαν, τους σταβλίτες, τους αμαξάδες. Σκέφτηκε ότι ήταν τυχερή που είχε γλιτώσει από τη σκονισμένη σκηνή στην έρημο και ότι ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα, μερικά χρήματα που θα της επέτρεπαν να ζήσει με άνεση και η ανεξαρτησία της της έφταναν και με το παραπάνω. «Κοιτάξτε». Η Μάγκι έδειξε στα δεξιά τους. «Ο καθεδρικός του Αγίου Παύλου. Αυτό είναι το Σίτι του Λονδίνου, όπου κλείνονται όλες οι εμπορικές συμφωνίες. Εδώ βρίσκονται οι τράπεζες και οι δικηγόροι. «Εδώ βρίσκεται το σπίτι στο οποίο με πηγαίνεις;» ρώτησε η Κλίο, προσπαθώντας να μην κοιτάζει έξω απ’ τα παράθυρα σαν καμιά επαρχιώτισσα. Θα είχε καιρό να θαυμάσει τα αξιοθέατα όταν θα ήταν μόνη της. «Το Σίτι δε θεωρείται αξιοπρεπές για κατοικία μιας λαίδης», είπε ο Κουίν. «Αν ζούσες εδώ, θα ήταν σαν να παραδεχόσουν ότι δεν είσαι μέλος της καλής κοινωνίας. Δε θέλεις να δώσεις την εικόνα ξεπεσμένης αριστοκράτισσας». Όμως δεν είμαι μέλος της καλής κοινωνίας, σκέφτηκε η Κλίο, αλλά δεν το είπε. Αν ο Κουίν πίστευε ότι υπήρχε κάποια καλύτερη περιοχή στην οποία θα είχε την οικονομική δυνατότητα να μείνει, δε θα διαμαρτυρόταν. Η άμαξα κατέβηκε το λόφο. Οι ρόδες της τραντάζονταν στο πλακόστρωτο κι ύστερα άρχισε ν’ ανεβαίνει ξανά, με αποτέλεσμα να ξαφνιαστεί η Κλίο από το πόσους λόφους είχε το Λονδίνο. «Πού βρισκόμαστε τώρα;» ρώτησε και κοίταξε τα γεμάτα κόσμο πεζοδρόμια, τα καταστήματα, τις πινακίδες... Ανήκαν ίσως σε πανδοχεία; «Μόλις περάσαμε το Τεμπλ Μπαρ», είπε ο Κουίν ξαφνιάζοντάς τη. «Τώρα βρισκόμαστε στο Γουέστμινστερ». «Τώρα στο Στραντ», είπε η Μάγκι. «Και τώρα στο Παλ Μαλ», είπε λίγα λεπτά αργότερα. «Κοιτάξτε, το Κάρλτον Χάουζ. Η Σεντ Τζέιμς Στρητ. Τώρα χάθηκα. Δεν έχω ξανάρθει εδώ πάνω». Η Μάγκι έμεινε σιωπηλή, με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα. «Κατευθυνόμαστε προς μια περιοχή που λέγεται Μέιφερ», εξήγησε ο


Κουίν. Η κίνηση και η βουή της πόλης είχαν χαθεί. Οι δρόμοι βέβαια ήταν γεμάτοι, αλλά με άμαξες κομψές σαν τη δική τους, με τζέντλεμαν καβάλα σε άλογα, με κομψές κυρίες με υπηρέτες να τις ακολουθούν. «Λόρδε μου...» άρχισε να λέει η Μάγκι, σαν να ένιωθε άβολα. Ο Κουίν, σιωπηλός, ύψωσε τα φρύδια ερωτηματικά. «Ε, τίποτα». «Εδώ είμαστε». Η άμαξα έστριψε σε μια μεγάλη πλατεία, τριγυρισμένη από παλάτια, το ένα δίπλα στο άλλο. Στην μπροστινή πλευρά κάθε σπιτιού υπήρχαν ψηλά, σιδερένια κάγκελα πίσω απ’ τα οποία βρίσκονταν κήποι. «Η Γκρόβενορ Σκουέαρ», είπε ο Κουίν όταν σταμάτησαν. Ο σταβλίτης άνοιξε την πόρτα, κατέβασε τα σκαλοπάτια και ο Κουίν βοήθησε την Κλίο να κατεβεί, αφήνοντας το σταβλίτη να βοηθήσει τη Μάγκι. «Είναι πολύ... πολυτελές». Σίγουρα αυτό δεν ήταν σπίτι στο οποίο νοικιάζονταν διαμερίσματα, έστω και αξιοπρεπή. Κάτι δεν πήγαινε καλά και η διαίσθησή της της έλεγε να το βάλει στα πόδια. «Ένα απ’ τα καλύτερα σπίτια του Λονδίνου», συμφώνησε ο Κουίν και την οδήγησε στα σκαλοπάτια. Τα βήματά της ήταν βαριά κι ένιωθε το κορμί της να γέρνει προς τα πίσω, σαν να αντιστεκόταν, όμως ο Κουίν την κρατούσε αγκαζέ. Η πόρτα άνοιξε προτού χτυπήσει ο Κουίν και η Κλίο βρέθηκε σε ένα χολ στο οποίο έμοιαζε να κυριαρχεί αποκλειστικά το μάρμαρο -πατώματα, σκάλες, κολόνες, τα πάντα ήταν φτιαγμένα από λευκό και μαύρο μάρμαρο. Πού με έφερε ο Κουίν;


Κεφάλαιο 18 «Σας περιμένουν, λόρδε μου». Ένας άντρας με επίσημη περιβολή υποκλίθηκε. «Μις Γούντγουορντ. Καλώς ήλθατε. Εγώ είμαι ο Κράντον, ο μπάτλερ». Στράφηκε στον Κουίν και πήρε το μανδύα και το καπέλο του. «Αν έχετε την καλοσύνη να με ακολουθήσετε...» Πού; Η Κλίο, σαν σε όνειρο, προχωρούσε στο γυαλιστερό δάπεδο. Ο μπάτλερ άνοιξε μια διπλή πόρτα, που είχε σχεδόν το διπλάσιο ύψος από εκείνη. «Μις Γούντγουορντ, λόρδε Κουίντους Ντέβερολ, εξοχότατε», είπε χαμηλόφωνα. Κι ύστερα βρέθηκαν σε μια αίθουσα που έμοιαζε να ήταν βιβλιοθήκη, στην οποία κυριαρχούσαν το σκούρο ξύλο και οι ράχες εκατοντάδων δερματόδετων βιβλίων. Απ’ τα παράθυρα κρέμονταν βαριές, πορφυρές κουρτίνες. Ένας ψηλός, λεπτός άντρας γύρω στα εξήντα πέντε στεκόταν μπροστά απ’ το γραφείο. Η Κλίο πρόσεξε τα κοντά, γκρίζα μαλλιά του, την αριστοκρατική του μύτη, τα καθαρά γκριζοπράσινα μάτια του, που έμοιαζαν για κάποιο λόγο γνώριμα, και τα λεπτά, αγέλαστα χείλη του. «Εξοχότατε». Ο Κουίν προχώρησε, κρατώντας την πάντα αγκαζέ, έτσι ώστε να την αναγκάσει να τον ακολουθήσει. «Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω την εγγονή σας, την Ογκάστα Κλεοπάτρα Αγκριπίνα Γούντγουορντ. Μις Γούντγουορντ, ο παππούς σας, ο δούκας του Σεντ Όσιθ». «Όχι!» Η Κλίο ελευθέρωσε το χέρι της. «Όχι, μου είπες ότι θα με πήγαινες σε ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα. Μου είπες...» «Δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ πιο αξιοπρεπές σπίτι απ’ αυτό», σχολίασε ο δούκας. «Ίσως το παλάτι της βασίλισσας». Το αχνό χαμόγελο που άνθισε στα χείλη του δεν έφτασε στα μάτια του. «Αυτό είναι το καινούργιο σπίτι σου, Ογκάστα. Καλώς ήλθες». «Όχι. Μου υποσχέθηκαν ανεξαρτησία, μου υποσχέθηκαν...» Γύρισε και κοίταξε τον Κουίν. «Φεύγω τώρα. Θα βρω μόνη μου διαμέρισμα». «Και πώς ακριβώς θα το πληρώσεις;» Ο δούκας πλησίασε σε ένα μικρό καθιστικό, που βρισκόταν μπροστά στο τζάκι. Ογκάστα, κάθισε, σε παρακαλώ, ώστε να μπορέσουμε να καθίσουμε κι εγώ με το λόρδο Κουίντους. Θα έλεγα ότι μας χρειάζεται λίγο τσάι». Ο δούκας τράβηξε το κορδόνι ενός κουδουνιού. «Προφανώς, τα νεύρα σου είναι ταλαιπωρημένα απ’ το ταξίδι. Ήταν πολύ κουραστικό;» Μάλλον θα πρόκειται για εφιάλτη, σκέφτηκε η Κλίο. Ήθελε να το βάλει


στα πόδια κι ωστόσο το παγερό, γκρίζο βλέμμα του δούκα την έκανε να καθίσει στον καναπέ. Τα μάτια του έμοιαζαν τόσο στα μάτια της μητέρας της. «Έχω χρήματα. Μου τα έδωσε ο πατέρας μου, λίγο πριν φύγω από την Αίγυπτο. Ένα αξιοπρεπές ποσό. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να επισκεφθώ τον τραπεζίτη μου». «Ογκάστα, εγώ ελέγχω όλα τα περιουσιακά σου στοιχεία. Φυσικά, θα παίρνεις ένα πολύ γενναιόδωρο επίδομα. Δε χρειάζεται να ανησυχείς για τα χρήματα όσο θα βρίσκεσαι στο σπίτι μου». «Το όνομά μου είναι Κλίο και αυτό προσπαθώ να σας εξηγήσω. Δε θέλω να είμαι στο σπίτι σας, εξοχότατε». Πρόκειται για εφιάλτη, ασυνήθιστα αληθινό, σκέφτηκε, ενώ ο πανικός έδινε τη θέση του στη σύγχυση. «Το όνομα Κλεοπάτρα είναι ξενικό. Το Ογκάστα είναι πιο κατάλληλο». Ο δούκας κάθισε, σταύρωσε τα πόδια και έπλεξε τα δάχτυλα. Την κοίταξε πάνω απ’ τις παλάμες του. «Ογκάστα, είσαι μια ανύπαντρη γυναίκα και, κατά συνέπεια, υπό τη δική μου κηδεμονία. Θα αναλάβω εγώ τα χρήματά σου, τις δραστηριότητες και τη μόρφωσή σου, που, δυστυχώς, δείχνει να έχει μεγάλες ελλείψεις. Απ’ την κηδεμονία μου θα φύγεις στο πλευρό του συζύγου σου. Έγινα ξεκάθαρος;» «Μάλιστα, εξοχότατε, απόλυτα». Το στομάχι της Κλίο είχε δεθεί κόμπος από τον πανικό, όμως μίλησε εξίσου παγερά με το δούκα. «Και, επαναλαμβάνω, δε συμφωνώ με το να ζήσω εδώ και να με ελέγχετε εσείς. Είμαι είκοσι τριών ετών, χήρα και...» «Και αδέκαρη», είπε ο παππούς της. «Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να τα βγάλει πέρα μια γυναίκα χωρίς χρήματα, αγαπητή μου, και να είσαι σίγουρη ότι αυτό το επάγγελμα δεν πρόκειται να το ακολουθήσεις». Ο δούκας κοίταξε προς την πόρτα. «Ντέβερολ, κάθισε, σε παρακαλώ, μαζί μας για τσάι. Δε χωράει αμφιβολία ότι ανέλαβες μια πολύ δύσκολη αποστολή όταν σου ανατέθηκε να μου παραδώσεις την εγγονή μου, που δεν ξέρει τι σημαίνει ευγνωμοσύνη, σώα και αβλαβή». «Το αντίθετο, εξοχότατε. Η μις Γούντγουορντ μου έσωσε τη ζωή όταν πληγώθηκα και βοήθησε πολύ στο να αποφευχθούν εμπλοκές με το γαλλικό στρατό». Η Κλίο γύρισε και κοίταξε τον Κουίν που καθόταν. Έβραζε από οργή. «Είσαι...» H πόρτα άνοιξε, εμποδίζοντάς τη να συνεχίσει. Μπήκε ο μπάτλερ, με έναν υπηρέτη να τον ακολουθεί. «Το τσάι, εξοχότατε». Έμειναν όλοι σιωπηλοί όσο σερβιριζόταν το τσάι και τα γλυκά. «Είσαι ψεύτης, κατάσκοπος, πανούργος και απατεώνας», είπε η Κλίο


στον Κουίν αμέσως μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω από τους υπηρέτες. Εκείνος έσφιξε τα χείλη, όμως δε μίλησε. «Ογκάστα, ο λόρδος Κουίντους έκανε απλώς το καθήκον του. Η αποστολή του ήταν ξεκάθαρη. Να διευκρινίσει αν ο πατέρας σου ήταν ή όχι κατάσκοπος και να σε γυρίσει σε μένα. Και μη σε ξανακούσω ποτέ να αμφισβητείς μ’ αυτόν τον τρόπο την εντιμότητα ενός τζέντλεμαν». Διαφορετικά τι; ήθελε να ρωτήσει η Κλίο. Όμως θα ήταν παιδιάστικο και δεν υπήρχε τίποτα το παιδιάστικο σ’ αυτή την ιστορία. Έμεινε με την πλάτη γυρισμένη στο δούκα και απευθύνθηκε κατευθείαν στον Κουίν. «Ποτέ δε σε εμπιστεύθηκα κι ωστόσο έκανα υποχωρήσεις, σου αναγνώρισα το ελαφρυντικό της αμφιβολίας όχι μία, αλλά πολλές φορές. Θα μπορούσα να σε είχα αφήσει να πεθάνεις. Θα μπορούσα να σε είχα παραδώσει στον Λορέν. Κι όλον αυτόν τον καιρό, σαν ανόητη που είμαι, που ήμουν...» Σταμάτησε εγκαίρως, προτού ο πόνος, ο θυμός και ο φόβος της τη σπρώξουν να πει κάτι που δε θα έπρεπε. Σε ερωτεύτηκα. «Έκανα υπάκουα ό,τι μου ζητούσες. »Ναι, καταλαβαίνω ότι έπρεπε να σταματήσεις την αλληλογραφία που περνούσε από τα χέρια του πατέρα μου. Και ναι, αντιλαμβάνομαι ότι ήταν απαραίτητο να πεις ψέματα, μέχρι να αποδειχτεί η αθωότητά του». Μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της. «Τι ακριβώς υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κάνεις αν αποδεικνυόταν ένοχος; Ω, κατάλαβα. Και δολοφόνος εκτός από κατάσκοπος. Όμως τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά; Η οικογένεια της μητέρας μου με αποκήρυξε και δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για μένα τα τελευταία είκοσι τρία χρόνια». «Όταν έμαθα μέσω των μυστικών υπηρεσιών τη θέση στην οποία βρισκόσουν, αποφάσισα ότι θα έπρεπε να απομακρυνθείς απ’ τον πατέρα σου», παρενέβη ο παππούς της. «Είχα καταλάβει ότι ο τρόπος ζωής του ήταν εκκεντρικός, όμως δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είχε ξεπέσει τόσο ώστε να ζει μέσα στην αθλιότητα». «Στην αθλιότητα!» Η Κλίο σήκωσε τα χέρια. «Δες αυτά. Είναι αυτά τα χέρια μιας γυναίκας που θα επέτρεπε στο χώρο που ζει να βρεθεί σε κατάσταση αθλιότητας; Δούλευα, εξοχότατε. Μαγείρευα, καθάριζα και έπλενα. Το έκανα για τον πατέρα μου όταν πέθανε η μητέρα μου, για το σύζυγό μου όταν με ξεγέλασαν και τον παντρεύτηκα κι ύστερα το έκανα και πάλι για τον πατέρα μου όταν έμεινα χήρα. Και το ίδιο έκανε και η μητέρα μου, για χρόνια ολόκληρα. Πού ήσουν εσύ όταν τα κάναμε όλα αυτά;» «Η μητέρα σου έκανε την επιλογή της όταν το έσκασε με εκείνον τον ανεπρόκοπο», είπε ο δούκας παγερά. «Και βρισκόσασταν όλοι πολύ μακριά


192

LOUISE ALLEN

απ’ την Αγγλία». «Ω, τώρα καταλαβαίνω». Η Κλίο ένιωσε την οργή της να υποχωρεί, αφήνοντάς την ήρεμη και παράξενα ψυχρή. «Μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. Όμως υπήρχε ο κίνδυνος να δημιουργηθεί σκάνδαλο, να αμαυρωθεί το οικογενειακό όνομα των Άσφορνταμ, έτσι έπρεπε να φύγω από την Αίγυπτο και να μεταμορφωθώ σε μια υπάκουη δεσποσύνη, που δε θα δημιουργούσε προβλήματα σε κανέναν». Η παγερή έκφραση του παππού της της έδωσε να καταλάβει ότι είχε πετύχει διάνα. Ο δούκας άνοιξε το στόμα, μάλλον για να της τα ψάλει και πάλι, και τότε σηκώθηκε ο Κουίν. «Με συγχωρείτε, πιστεύω όμως ότι πρόκειται για οικογενειακή συζήτηση κι εγώ περισσεύω. Καλή σας μέρα, εξοχότατε. Αντίο, μις Γούντγουορντ. Είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα νιώθετε σαν στο σπίτι σας εδώ», είπε και γύρισε προς την πόρτα. «Ντέβερολ, σου είμαι τρομερά υποχρεωμένος», είπε ο δούκας και σηκώθηκε. «Τόσο εσύ όσο και το τμήμα σου θα διαπιστώσετε ότι δεν είμαι αγνώμων». «Ευχαριστώ, εξοχότατε, όμως σας βεβαιώ ότι η ικανοποίηση που μου προκαλεί το γεγονός ότι η μις Γούντγουορντ επέστρεψε με ασφάλεια στην οικογένειά της αποτελεί για μένα τη μεγαλύτερη ανταμοιβή». Η φωνή του έσπασε και η Κλίο κατάλαβε ότι, παρά τα ευγενικά του λόγια, ήταν θυμωμένος. «Εδώ είναι η θέση της, όχι στην Αίγυπτο, και ήταν ευχαρίστησή μου να τη γυρίσω πίσω με ασφάλεια». Παρά τα όσα έλεγε ο Κουίν, η Κλίο καταλάβαινε ότι η καριέρα του θα ωφελούνταν αφού την είχε επιστρέψει στον παππού της. Ένας δούκας θα πρέπει να διέθετε μεγάλη ισχύ και επιρροή και όταν το τίμημα για τη στήριξή του ήταν απλώς η ελευθερία μιας ασήμαντης γυναίκας, κάθε διπλωμάτης θα δεχόταν να το πληρώσει χωρίς να το σκεφτεί ούτε στιγμή. Πίεσε τον εαυτό της να σηκωθεί και πλησίασε τον Κουίν. Εκείνος την κοιτούσε ακίνητος, παρόλο που σίγουρα θα περίμενε να τον χαστουκίσει. Όταν έφτασε μπροστά του, στάθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Τα ρουθούνια της γέμισαν από τη γνώριμη μυρωδιά του. Ένιωσε κάτω από τα χείλη της τους μυς του να συσπώνται. «Σε συγχωρώ», ψιθύρισε γλυκά και επικριτικά ταυτόχρονα. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και το βλέμμα του σκοτείνιασε, σαν από κάποιο συναίσθημα που η Κλίο δεν μπορούσε να προσδιορίσει. «Στο κάτω κάτω, το να προδώσεις μια γυναίκα που δε σημαίνει τίποτα για σένα με αντάλλαγμα την προστα-


σία του δούκα είναι απόλυτα λογικό». «Όχι, Κλίο, δεν ήταν έτσι. Δεν είναι έτσι», είπε ο Κουίν χαμηλόφωνα, ώστε να την ακούσει μόνο εκείνη. Η Κλίο είχε μάθει να διακρίνει στο βλέμμα του το πότε πληγωνόταν. Χωρίς αμφιβολία, τα λόγια της τον είχαν πληγώσει. «Κλίο...» «Αντίο, Κουίν. Ελπίζω να μη σε ξαναδώ ποτέ». «Εξοχότατε, απ’ ό,τι φαίνεται, κέρδισες», είπε η Κλίο κι επέστρεψε στη θέση της, ενώ η πόρτα έκλεινε πίσω απ’ τον Κουίν. Γέμισε ένα φλιτζάνι με τσάι και προσπάθησε να διαχειριστεί τα πληγωμένα της συναισθήματα. Ήθελε τόσο πολύ να πιστέψει τον Κουίν κι ωστόσο ο παππούς της είχε ξεκαθαρίσει ότι ο Κουίν θα πληρωνόταν για την επιστροφή της. «Θέλεις λίγο τσάι;» «Σ’ ευχαριστώ». Ο δούκας κάθισε και την παρακολούθησε να ετοιμάζει το τσάι του. Η Κλίο πρόσθεσε μια φέτα λεμόνι -σίγουρα ο δούκας δε θα έπινε το τσάι του με ζάχαρη ή γάλα-, ετοίμασε ένα πιάτο με γλυκά και μικρά κέικ και το ακούμπησε στο τραπεζάκι δίπλα του. Η Κλίο κάθισε καλά, φροντίζοντας να φτιάξει τη φούστα της και να φορέσει το πιο γλυκό της, ψεύτικο χαμόγελο, ενώ έπαιρνε δυο γλυκά για τον εαυτό της και ένα μικρό ασημένιο πιρούνι. «Βλέπεις... δεν πίνω απ’ το πιατάκι ούτε τρώω με τα χέρια. Ίσως να μην είμαι τόσο βάρβαρη όσο με νομίζεις», είπε και ο δούκας ένευσε ειρωνικά. «Ούτε ανόητη είμαι, εξοχότατε». «Ποτέ δεν πίστεψα ότι ήσουν, Ογκάστα. Ο πατέρας σου, παρά τα ελαττώματά του, είναι έξυπνος άνθρωπος, μέσα στο περιορισμένο φάσμα των ενδιαφερόντων του. Η μητέρα σου ήταν μια έξυπνη κοπέλα, μέχρι που έχασε το μυαλό της και κλέφτηκε μαζί σου. Όμως ούτε εύπιστος είμαι. Δε θα με ξεγελάσεις κάνοντάς με να νιώσω ασφαλής με το να συμπεριφέρεσαι υπάκουα τώρα, όχι μετά τα όσα έκανες λίγο νωρίτερα». «Με εξαπάτησαν και βρέθηκα, παρά τη θέλησή μου, κάπου που δε θέλω να είμαι. Τα χρήματά μου είναι δεσμευμένα. Περίμενες να κάθομαι ήσυχα και να ψιθυρίζω Ναι, παππού, ό,τι πεις παππού; Είμαι θυμωμένη, αναστατωμένη και δεν πρόκειται να το κρύψω». «Θέλεις να παραδεχτώ ότι η στάση μου ήταν λάθος; Πολύ καλά. Με το που έμαθα για το θάνατο της μητέρας σου, θα έπρεπε να είχα στείλει πράκτορες να σε πάρουν και να σε φέρουν σε μένα. Θέλεις να απολογηθώ; Θα το κάνω. Δεν ήξερα ότι ζούσες σαν είλωτας, ούτε ότι σε είχαν παντρέψει με κάποιον -και πάλι, ευθύνομαι και για τα δυο εγώ, που δεν κατάφερα να σε γυρίσω στην Αγγλία και να σου βρω έναν καλό σύζυγο». «Δε θα είχα έλθει. Οι αντιρρήσεις μου, εξοχότατε, δεν έχουν να κάνουν


με την ως τώρα αδιαφορία σου, αλλά με το ότι τώρα βρέθηκα φυλακισμένη. Δε θέλω να είμαι εδώ, είναι τόσο απλό». «Δεν έχεις επιλογή. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να φτιάξεις τη ζωή σου στην Αγγλία, να γίνεις μια Αγγλίδα λαίδη, να συμπεριφέρεσαι σαν εγγονή ενός δούκα. Πώς αλλιώς θα επιβιώσεις; Η θέση σου είναι εδώ, Ογκάστα, και πουθενά αλλού». Η θέση μου ήταν με τον Κουίν, σκέφτηκε η Κλίο και ξαφνιάστηκε από τον πόνο που ένιωσε να τη συγκλονίζει. Τον αγαπώ, παρόλο που με εξαπάτησε. Τι μπορώ να κάνω; Η σκέψη ότι ο παππούς της είχε δίκιο, ότι εκτός κι αν της έδινε τα χρήματά της δεν είχε άλλη επιλογή εκτός απ’ αυτήν που της πρόσφερε, ήταν οδυνηρά προφανής όταν άφηνε στην άκρη τα συναισθήματα που τη συγκλόνιζαν και λειτουργούσε μόνο με τη λογική. «Πολύ καλά, αλλά μόνο υπό όρους». Ήταν ενήλικη και θα διαπραγματευόταν, δε θα δεχόταν υπάκουα εντολές, σαν παιδί. «Το όνομά μου είναι Κλίο και δε θα απαντάω σε κανένα άλλο. Η Μάγκι Τόμκινς είναι η καμαριέρα μου και θα συνεχίσει να είναι. Φυσικά θα πληρώνεται όπως αρμόζει στην προσωπική μου καμαριέρα. Κι αν δεν έχω παντρευτεί μέχρι τα είκοσι πέντε μου, σε δεκαοκτώ μήνες, θα μου δώσεις τα χρήματά μου και δε θα είμαι πλέον υπό την κηδεμονία σου». «Πιστεύεις ότι μπορείς να διαπραγματευτείς μαζί μου; Πολύ καλά. Για την καμαριέρα σου, συμφωνώ. Η θεία σου η Μάντλιν, που είναι χήρα, είναι εδώ και θα βοηθήσει όσο μπορεί. Το όνομά σου υποθέτω ότι θα πρέπει να το ανεχτούμε. Τουλάχιστον είναι του συρμού για όσο κρατήσει αυτή η καινούργια μόδα με την Αίγυπτο. Όσο για τον άλλον όρο σου, είναι, φυσικά, μια ανοησία. Θα κάνεις ένα σωστό γάμο, θα παντρευτείς έναν τζέντλεμαν που θα διαλέξω εγώ. »Μπορείς να με αποκαλείς παππού και θα βαλθείς να γίνεις μια λαίδη. Θα δίνεις τη δέουσα προσοχή σε κάθε πρόταση γάμου που θα εγκρίνω. Αν δεν έχεις βρει κανέναν που να θέλεις να παντρευτείς μέχρι να γίνεις είκοσι πέντε ετών, θα εγκατασταθείς στην επαρχία και θα γίνεις η συνοδός της ηλικιωμένης θείας σου, της Μίλισεντ». «Μα...» «Δεν υπάρχει άλλη αξιοπρεπής απασχόληση για τη γεροντοκόρη εγγονή ενός δούκα. Αυτή είναι η τελευταία μου λέξη». Επρόκειτο για ποινή φυλάκισης. Όμως, αν απέρριπτε συνεχώς τους επίδοξους μνηστήρες, θα είχε το χρόνο να μάθει γι’ αυτή την άγνωστη χώρα και τις συνήθειες της, το χρόνο να κάνει τα σχέδιά της και να μαζέψει χρήματα, με κάποιον τρόπο, έτσι ώστε όταν θα την έδιωχνε ο δούκας απ’ το


σπίτι του, να μπορούσε να το σκάσει. Και με τον καιρό, ίσως κατάφερνε να ξεχάσει τον Κουίν Ντέβερολ. «Κι αν αποδειχτείς ανίκανη να μάθεις και να συμπεριφέρεσαι σαν λαίδη, τότε θα φύγεις αμέσως για την εξοχή». Το στομάχι της δέθηκε κόμπος κι ένιωσε να την κυριεύει κάτι που θύμιζε υπερβολικά φόβο. Πόσο αφελής ήταν που είχε πιστέψει ότι θα μπορούσε να θέσει όρους σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Ο παππούς της εννοούσε τα όσα είχε πει και είχε τη δύναμη να πραγματοποιήσει τις απειλές του -κανείς δε θα έλεγε όχι σε ένα δούκα. Συγκράτησε τις διαμαρτυρίες της. Θα έπρεπε να κερδίσει χρόνο και ο παππούς της θα έπρεπε να πιστέψει ότι υπάκουε στις επιθυμίες του. Ο δούκας τράβηξε και πάλι το κορδόνι του κουδουνιού και περίμενε μέχρι να εμφανιστεί ο μπάτλερ. «Κράντον, πες στη λαίδη Μάντλιν να έρθει να καθίσει μαζί μας, αν έχει την καλοσύνη. Τώρα, Κλίο, ξεκινάμε». *** Δύο βδομάδες και θα ορκιζόμουν ότι δεν υπάρχει πλέον καθόλου χώρος στο μυαλό μου για να μάθω το παραμικρό για τους τίτλους ευγενείας, έστω και έναν ακόμα κανόνα για τα σερβίτσια του τραπεζιού, ένα ακόμα, βήμα χορού. Και σίγουρα δεν υπάρχει ούτε εκατοστό του κορμιού μου που να μην έχει τρυπηθεί από καρφίτσες. Η Κλίο ανέβηκε ακόμα ένα σκαλοπάτι κι ύστερα σταμάτησε, με τη μύτη κολλημένη σχεδόν στην πλάτη της θείας της. «Αν κρίνω απ’ την ουρά στην είσοδο, θα πρέπει να είναι πολύς ο κόσμος», είπε η θεία της η Μάντλιν, με τόνο σαν να έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό της. «Ήξερα ότι μπορούσα να εμπιστευτώ την Αλμέιρα Χέιζελκραφτ ότι θα οργάνωνε κάτι κατάλληλο για την πρώτη σου εμφάνιση». Κοίταξε αυστηρά την Κλίο, που ευχήθηκε σιωπηρά η έκφρασή της να μαρτυρούσε μόνο ότι περνούσε καλά, ότι η στάση της ήταν τέλεια και ότι κρατούσε σωστά τη βεντάλια της. Της είχε γίνει ξεκάθαρο ότι η παραμονή της στο Λονδίνο εξαρτιόταν αποκλειστικά από την προσπάθειά της να μάθει ό,τι απαιτούνταν και ότι δε θα έπρεπε να αφήσει ούτε στιγμή να φανεί ο τρόπος με τον οποίο είχε μεγαλώσει. «Κλίο, δε θα ξεγελαστώ από τυχόν προσπάθειές σου για παθητική αντίσταση», την είχε προειδοποιήσει ο παππούς της. «Έχεις επιδείξει εξωφρενικά επαναστατικό ταμπεραμέντο το οποίο θα πρέπει να εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Με καταλαβαίνεις;» Ναι, η Κλίο τον καταλάβαινε. Και ανακάλυπτε ότι φοβόταν τον παππού της όπως δεν είχε φοβηθεί τίποτα άλλο στη ζωή της επειδή διαισθανόταν


ότι είχε τη δύναμη να συντρίψει εντελώς τον πραγματικό εαυτό της. Μάλιστα, έμενε άγρυπνη επί ώρες, απ’ το φόβο ότι θα την εξανάγκαζε να κάνει ένα γάμο που δε θα ήθελε. Είχε χρειαστεί να περάσουν δυο βδομάδες γεμάτες εντατικά μαθήματα και πρόβες, πριν θεωρηθεί ότι ήταν έτοιμη γι’ αυτή τη δοκιμασία. Αν αποτύγχανε να δείξει ότι μπορούσε να συμπεριφερθεί όπως άρμοζε στην εγγονή ενός δούκα, τότε τα πάντα θα τελείωναν προτού καν ξεκινήσουν, γιατί σύντομα θα έφτανε ο Ιούνης και η καλή κοινωνία θα ετοίμαζε την καλοκαιρινή της απόδραση απ’ τη ζέστη και τη σκόνη του Λονδίνου. Η λαίδη Μάντλιν της είχε δηλώσει ότι αν δεν τα έβγαζε πέρα στο χορό, τότε σίγουρα δε θα μπορούσε να τα καταφέρει σε μια δεξίωση. Η ουρά προχώρησε αρκετά βήματα και στο κενό που δημιουργήθηκε, πολλοί γύρισαν και κοίταξαν γύρω τους, για να χαιρετήσουν φίλους. Η Κλίο, που είχε στα δεξιά της τον παππού της και στα αριστερά της τη θεία της, έκανε ακόμα δύο βήματα και βρέθηκε στην κορυφή της σκάλας, απ’ όπου μπορούσε να βλέπει καθαρά τους πάντες. Ο Κουίν.


Κεφάλαιο 19 0 Κουίν μιλούσε σε κάποιον με κόκκινη επίσημη στολή. Ο ίδιος φορούσε σκούρα μπλε βελάδα και λευκό πουκάμισο και η εμφάνισή του ερχόταν σε αντίθεση με την επιβλητική εμφάνιση του στρατιωτικού. Τι ανόητα εκ μέρους της να ξαφνιαστεί. Φυσικά και θα έπρεπε να περιμένει ότι ο Κουίν θα παρευρισκόταν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Σκόπευε να φλερτάρει μια λαίδη για να την παντρευτεί και τι καλύτερες ευκαιρίες θα είχε για να τη συναντήσει; Ο θυμός, ο πόθος, η θλίψη ενώνονταν με το χειρότερο τρόπο με τη νευρικότητά της. Σήκωσε περήφανα το πιγούνι, χαμήλωσε τους ώμους και όρθωσε το ανάστημά της. Δε θα έκανε εμετό και, σίγουρα, δε θα ξεσπούσε σε λυγμούς. Όταν ο Κουίν γύρισε το κεφάλι και κοίταξε προς το μέρος της, ένευσε αγέλαστος σαν να τη χαιρετούσε. Ένευσε κι εκείνη ελαφρά και ύστερα κοίταξε αλλού. Τουλάχιστον μπορούσε να ήταν σίγουρη ότι δε θα την πλησίαζε εκεί, όχι μετά τον τρόπο με τον οποίο είχαν χωρίσει. Τα μακριά σκουλαρίκια της από νεφρίτη αιωρούνταν στ’ αυτιά της και επικεντρώθηκε στις ασυνήθιστες αισθήσεις που βίωνε. Το τράβηγμα απ’ τα σκουλαρίκια στους λοβούς των αυτιών της, το βάρος των μαλλιών της που ήταν χτενισμένα επιδέξια και πιασμένα με μικρές χτένες, στολισμένες με νεφρίτη, αποτελούσαν μικρές ενοχλήσεις, που τη βοηθούσαν να μη χάνει τη στάση της. Το ζεστό αεράκι στους ώμους της και στο ντεκολτέ της της θύμιζε ότι έπρεπε να χειρίζεται τις πτυχές του πράσινου μεταξωτού φορέματος της με χάρη. Η θεία της είχε αποφασίσει ότι ήταν τόσο ψηλή ώστε δεν υπήρχε νόημα να το κρύψει και, καθώς ήταν χήρα και όχι ανύπαντρη κοπέλα, δεν υπήρχε λόγος να περιοριστούν στα παστέλ. Ήταν κάτι το ενδιάμεσο. Ούτε παρθένα ούτε σεβάσμια ηλικιωμένη λαίδη. Τα πειράγματα που της έκανε ο Κουίν κάποια μέρα στην Αίγυπτο ήρθαν στο μυαλό της. Η βασίλισσα του Νείλου. Αν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο να γίνει η Κλεοπάτρα, τότε ο φόβος της ότι θα ρεζιλευόταν δε θα φαινόταν. Έφτασαν στο πλατύσκαλο, έστριψαν αριστερά κι έφτασαν στο σημείο όπου οι οικοδεσπότες υποδέχονταν τους καλεσμένους. Η Κλίο τους έσφιξε το χέρι και, σπρωγμένη απ’ τον κόσμο, προχώρησε στην αίθουσα χορού. Μάζεψε το κουράγιο της και ακολούθησε το δούκα μέχρι που ο παππούς της σταμάτησε σε μία κόχη, στην οποία υπήρχαν πολυθρόνες με


χρυσή πατίνα, τριγυρισμένες από φτέρες. «Είναι καλά εδώ, Μάντλιν;» «Εξαιρετικά, ευχαριστώ, πατέρα». Ο δούκας έφυγε και η θεία της κάθισε. «Στάσου ελαφρός πίσω μου, με την παλάμη ακουμπισμένη στη ράχη της πολυθρόνας και φρόντισε να φαίνεσαι», διέταξε. Κυρίες πήγαιναν κοντά τους και συστήνονταν. Κάποιες κάθονταν και φώναζαν τις κόρες ή τις ανιψιές τους. Η Κλίο υποκλινόταν, προσπαθούσε να θυμάται τα ονόματα. Και χαμογελούσε. Ήξερε ότι όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της. Πίσω από τις φτέρες άκουσε μια συζήτηση, που δε γινόταν αρκετά χαμηλόφωνα. «Λένε ότι με τον πατέρα της είχαν αποκλειστεί στην έρημο και ότι τους έσωσε από τους βάρβαρους ιθαγενείς ένας Γάλλος αξιωματικός! Το φαντάζεστε! Και ύστερα αναγκάστηκε να τον παντρευτεί, ώστε να εξασφαλίσει την προστασία του για εκείνη και τον πατέρα της. Κατόπιν έγινε μια μάχη, ο Γάλλος αξιωματικός σκοτώθηκε και ο πατέρας της -ο σερ Φίλιπ Γούντγουορντ, ο λόγιος, ξέρετε- είχε τη γενναιότητα να πάρει ένα μικρό σκάφος, και να κατεβεί τον Νείλο...» «Θεέ μου! Οι κροκόδειλοι!» «Ξέρω, τα ’χασα κι εγώ! Ευτυχώς όμως, συνάντησαν το γενναίο στρατό μας που πολιορκούσε το Κάιρο και σώθηκαν. Και η μις Γούντγουορντ -δε χρησιμοποιεί το γαλλικό της όνομα και ποιος μπορεί να την κατηγορήσει γι’ αυτό την κακομοίρη την κοπέλα;- γύρισε στην πατρίδα με συνοδό τη σύζυγο κάποιου πλούσιου εμπόρου. Φυσικά, δεν ήταν μέλος της καλής κοινωνίας, όμως ήταν απόλυτα αξιοπρεπής». «Θεέ μου. Και τώρα μένει με τον παππού της, τον Σεντ Όσιθ. Πραγματικό κελεπούρι, φαντάζομαι, παρά το Γάλλο σύζυγό της. Όμορφη κοπέλα. Είδατε το φόρεμά της; Δημιουργία της μαντάμ Ρότσεστερ, αν δεν απατώμαι. Κι αυτά τα κοσμήματα από νεφρίτη... ασυνήθιστα, υποθέτω όμως ότι αφού είναι χήρα...» «Κλίο, αγαπητή μου!» «Ναι, θεία Μάντλιν;» «Η λαίδη Τζέρσι έρχεται προς τα εδώ». Η λαίδη Τζέρσι ήταν μία από τις βασικές πελάτισσες του Άλμακ’ς, ένας από τους στυλοβάτες της καλής κοινωνίας. Η Κλίο ένιωσε να τρέμει από νευρικότητα. Αν τα θαλάσσωνε, θα ήταν καταδικασμένη απ’ την αρχή. *** Η επόμενη ώρα πέρασε σε μια παραζάλη. Η Κλίο κατάφερε να διατηρήσει την πόζα, το χαμόγελο και, κατά τα φαινόμενα, την ικανότητά της να είναι ετοιμόλογη, αν και δε θυμόταν τι είχε πει και σε ποιον. Η λαίδη Τζέρσι


απόλαυσε την εξωτική της ιστορία και στην παρέα τους προστέθηκαν και κύριοι. Ίσως τελικά να μπορώ να το κάνω αυτό. «Λόρδε Ντράιτον, καλησπέρα». Η λαίδη Μάντλιν ανέμισε τη βεντάλια της και χαμογέλασε πλατιά στον τζέντλεμαν που προστέθηκε στη συντροφιά. Η υποδοχή της ήταν πολύ ζεστή. Η Κλίο, καχύποπτη, προσπάθησε να δει καλύτερα το λόρδο Ντράιτον χωρίς να γίνει αντιληπτή. Μελαχρινός, με σταρένια επιδερμίδα, λεπτός, με αυστηρά χείλη και βαθιές ρυτίδες απ’ τη μύτη ως τις γωνίες των χειλιών του. Υποκλίθηκε στη θεία της και χαμογέλασε. Η Κλίο, ασυναίσθητα, έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Δε μου αρέσετε, λόρδε μου. «Λαίδη Μάντλιν, πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω. Παρακαλώ, συστήστε με στη νεαρή λαίδη που πιστεύω ότι είναι η ανιψιά σας. Έχω ακούσει τόσο συναρπαστικές ιστορίες για τις ριψοκίνδυνες περιπέτειές της». Η φωνή του ήταν βαθιά και ευχάριστη, όμως το χαμόγελό του δεν έφτανε στα μάτια του. Το βλέμμα του ταξίδεψε στο κορμί της πριν επιστρέψει στο πρόσωπό της. «Φυσικά. Κλίο, καλή μου, από δω ένας καλός μας γείτονας στο Σόμερσετ, ο λόρδος Ντράιτον. Λόρδε μου, η μις Γούντγουορντ». Η Κλίο υποκλίθηκε όπως είχε διδαχτεί και κατάφερε να χαμογελάσει. «Λόρδε μου». «Κατά τα φαινόμενα, ζήσατε συγκλονιστικές στιγμές, μις Γούντγουορντ». «Οι ιστορίες με τους κροκόδειλους είναι υπερβολικές, λόρδε μου», είπε η Κλίο. Όμως νομίζω ότι έχω έναν που στέκεται μπροστά μου. Ο λόρδος Ντράιτον την κοίταξε σαν να υποπτευόταν κάποια επιπολαιότητα στη στάση της. «Εξαιρετικά. Ελπίζω ότι θα μου κάνετε την τιμή να μου χαρίσετε ένα χορό». «Λόρδε μου». Η Κλίο έβγαλε την κάρτα του χορού της, στην οποία δεν υπήρχε γραμμένο κανένα όνομα, ο λόρδος σημείωσε το όνομά του για το χορό αμέσως μετά το φαγητό, υποκλίθηκε και έφυγε. «Ντέβερολ, αγαπητέ μου. Γύρισες στο Λονδίνο». Η τσάντα της Κλίο της έπεσε απ’ τα χέρια και κάποιος τη σήκωσε. Εκείνη μουρμούρισε ένα ευχαριστώ. Δεν πρέπει να δείξω το παραμικρό ενδιαφέρον για τον Κουίν. Οι υπόλοιποι της συντροφιάς κοίταξαν προς το μέρος του, αρκετοί ένευσαν και χαμογέλασαν και η συζήτηση φούντωσε. Ο Κουίν ήταν προφανώς γνωστός και συμπαθής. Τα χέρια της Κλίο κινή-


θηκαν σαν να είχαν δική τους θέληση -άραγε για να αγγίξουν τον Κουίν ή για να χαστουκίσουν το όμορφο, φρεσκοξυρισμένο πρόσωπό του με το ανέμελο, διπλωματικό χαμόγελο; Τα δάχτυλά της έκλεισαν σφιχτά γύρω απ’ τη βεντάλια της. «Μις Γούντγουορντ». Ο Κουίν έκλινε το κεφάλι και υποκλίθηκε ελαφρά. «Λόρδε Κουίντους», είπε εκείνη, έκπληκτη που κατάφερε να μιλήσει χωρίς να χάσει τον αυτοέλεγχό της. «Συναντιόμαστε ξανά. Θεία Μάντλιν, ο λόρδος Κουίντους ήταν κι αυτός στο πλοίο που μας έφερε απ’ την Αλεξάνδρεια». Η λαίδη Μάντλιν γνώριζε φυσικά την πραγματική ιστορία, όμως ο αυτοέλεγχός της ήταν τέλειος. «Αλήθεια, αγαπητή μου;» Τα χείλη της χαμογελούσαν, αλλά το βλέμμα της ήταν ξεκάθαρα προειδοποιητικό. «Επρόκειτο για μια περιστασιακή γνωριμία, μαντάμ, πράγμα για το οποίο λυπάμαι πολύ», είπε ο Κουίν. «Με πιάνει ναυτία και πέρασα το μεγαλύτερο μέρος εκείνου του φρικτού ταξιδιού κλεισμένος στην καμπίνα μου». Αυτό το μικρό ψέμα σίγουρα θα του εξασφάλιζε πειράγματα από κάποιους απ’ τους γνωστούς του, σκέφτηκε η Κλίο βλέποντας τα χαμόγελα των αντρών. «Τώρα θα πρέπει να βάλω τα δυνατά μου για να επανορθώσω. Να τολμήσω να ζητήσω να μου κάνετε την τιμή να μου χαρίσετε ένα χορό, μις Γούντγουορντ;» Η Κλίο είχε διδαχτεί το πώς θα έπρεπε να αντιδρά όταν κάποιος της ζητούσε να χορέψουν. Αν η συνοδός της τον ενέκρινε, θα έπρεπε να δεχτεί εφόσον υπήρχαν ελεύθεροι χοροί στην κάρτα της. Δεν είχε την παραμικρή δικαιολογία να αρνηθεί στο λόρδο Ντράιτον και ο Κουίν δε θα πίστευε ότι η κάρτα της ήταν γεμάτη. Δε θα γλίτωνε απ’ αυτόν ούτε αν παρίστανε την κουρασμένη. Τότε, εκτός απ’ το να χορέψει μαζί του, θα έπρεπε και να καθίσει μαζί του και να μιλήσουν. Η θεία Μάντλιν έδειχνε να εγκρίνει τον Κουίν για παρτενέρ της, άρα ούτε από εκεί μπορούσε να περιμένει βοήθεια. Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κοιτάξει την κάρτα της, να προσποιηθεί ότι ήταν σχεδόν γεμάτη, ακόμα κι αν δεν ήταν, όμως δεν μπορούσε να παίζει αυτού του είδους τα παιχνίδια με τον Κουίν. Τον κοίταξε στα μάτια. «Όλοι οι χοροί μου είναι ελεύθεροι εκτός από έναν, λόρδε μου». Η θεία της βόγκηξε σιγανά όταν του πρόσφερε την κάρτα και περίμενε την επιλογή του. Ο Κουίν φορούσε κολόνια, διακριτική και προκλητική. «Αυτόν το χορό λοιπόν, αν μπορώ». Ο Κουίν έγραψε τα αρχικά του στο χορό αμέσως πριν το δείπνο. «Και σ’ αυτόν». Πρόσθεσε τον τελευταίο παραδοσιακό χορό, έδωσε πίσω την κάρτα, υποκλίθηκε και αποχώρησε, ενώ


οι υπόλοιποι άντρες προχώρησαν, ανυπομονώντας να διεκδικήσουν ένα χορό μαζί της, τώρα που η συνοδός της είχε δηλώσει ότι ήταν διαθέσιμη. *** Ο δάσκαλος του χορού που είχαν βρει για την Κλίο ήταν εξαιρετικός και απαιτητικός. Η Κλίο εξασκούνταν καθημερινά επί δύο εβδομάδες και ευχαριστούσε σιωπηρά τους ουρανούς για το ότι ήταν γυμνασμένη, ευλύγιστη και διέθετε καλό συντονισμό. Δεν ήταν το ίδιο να χορεύει σε μια αίθουσα γεμάτη κόσμο, στις μελωδίες που έπαιζε μια ορχήστρα εγχόρδων, όμως ήταν τυχερή με τους παρτενέρ της και δε συνέβη κάποιο ατύχημα, που θα της κόστιζε τις επικρίσεις της θείας της. Είχε δει ότι ο Κουίν χόρευε με μια ζωηρή μελαχρινή με φακίδες και οι δυο τους κατάφερναν να εκτελούν τον περίπλοκο χορό με άνεση, συζητώντας ταυτόχρονα. Έπιασε τον εαυτό της να τους παρακολουθεί και με δυσκολία κατάφερε να στρέψει το βλέμμα της μπροστά της. Ο Κουίν έδειχνε να νιώθει τόσο άνετα στην πίστα όσο και στη φελούκα. Ο Κουίν επέστρεψε την κοπέλα με τις φακίδες στη μητέρα της και πλησίασε να ζητήσει εκείνη για τον παραδοσιακό χορό, προτού προλάβει να αποφασίσει πώς να τον αντιμετωπίσει. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κουίν χαμηλόφωνα, ενώ περίμεναν να ξεκινήσει ο χορός. «Τι συμβαίνει;» Η Κλίο κοίταξε τις φούστες της, έφερε την παλάμη στον αυχένα της σαν να ήθελε να ελέγξει αν τα μαλλιά της ήταν ακόμα πιασμένα. «Τι εννοείς;» ρώτησε. Ο Κουίν την κοίταξε απορημένος κι εκείνη κατάλαβε ότι δεν τον είχε ξεγελάσει ούτε για μια στιγμή. «Ίσως να σκέφτεσαι ότι θα έπρεπε να χαίρομαι που σε βλέπω. Σε βεβαιώ, λόρδε Κουίντους, μόνο οι καλοί τρόποι μου με εμποδίζουν να σε χαστουκίσω». «Είσαι πολύ όμορφη», είπε ο Κουίν. Είτε δεν πίστευε ότι θα έκανε κάτι τόσο απερίσκεπτο είτε ήταν εξαιρετικός ηθοποιός. «Πανέμορφη». «Ευχαριστώ, λόρδε μου». Η Κλίο κατάλαβε ότι κοκκίνισε και ότι ο Κουίν ήταν αληθινός κόλακας. «Οι έπαινοι από τα χείλη σου είναι πολύτιμοι». Όποιος τους άκουγε θα θεωρούσε την απάντησή της ειλικρινή, εκτός φυσικά κι αν είχε αντιληφθεί ότι η φωνή της έτρεμε από οργή. Ο Κουίν την πλησίασε περισσότερο και η γνώριμη μυρωδιά του αναστάτωσε τις αισθήσεις της. «Ξέρω ότι είσαι θυμωμένη μαζί μου και καταλαβαίνω γιατί. Όμως δεν είναι μόνο αυτό, σωστά; Φοβάσαι. Πες μου, τι συμβαίνει;» «Με έφερες σε μια θέση στην οποία έπρεπε να δεχτώ να χορέψω μαζί σου όταν το μόνο που ήθελα ήταν να μη σε ξαναδώ , ποτέ, αυτό είναι ό-


λο», απάντησε η Κλίο χαμηλόφωνα. «Αυτό μπορεί να σε εκνεύρισε», συμφώνησε ο Κουίν. «Δε θα σε έκανε να φοβάσαι -και στη σκάλα φοβόσουν ήδη. Μην το αρνηθείς, Κλίο. Σε ξέρω πολύ καλά». «Αλήθεια; Όχι, δε νομίζω». Η Κλίο ήξερε ότι έλεγχε την έκφρασή της, όμως, στ’ αυτιά της, η φωνή της πρόδιδε τις επιθυμίες της. Μην τον αφήσεις να το καταλάβει. Ω, ας μην καταλάβει ότι τον αγαπώ. «Κλίο...» «Δεν μπορούμε να μιλήσουμε εδώ». Η μουσική ξεκίνησε και οι χορευτές υποκλίθηκαν στις παρτενέρ τους. «Όχι». Ο Κουίν της έπιασε το χέρι και μπήκε στον πρώτο κύκλο. «Όμως έχω κλείσει το χορό μετά το δείπνο». Της κράτησε το χέρι πιο σφιχτά, σαν να φοβόταν ότι θα το έβαζε στα πόδια. «Μπορείς να χαλαρώσεις τη λαβή σου, λόρδε μου, ή μήπως πιστεύεις ότι η προοπτική ενός χορού μαζί σου θα με έκανε να το βάλω στα πόδια;» «Τίποτα δε σε κάνει να το βάζεις στα πόδια, Κλίο», είπε ο Κουίν κι ύστερα έμεινε σιωπηλός, σαν να είχε αντιληφθεί ότι η Κλίο έπρεπε να ήταν απόλυτα συγκεντρωμένη για να μη χάνει τα βήματα του χορού. Μπορώ να τα καταφέρω. Οι χορευτές άλλαζαν θέσεις μεταξύ τους. Μια όμορφη ξανθιά πήρε τη θέση της Κλίο στο κέντρο. «Λόρδε Κουίντους», είπε και του χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο. «Γυρίσατε στην Αγγλία!» «Όπως βλέπετε, λαίδη Κάρολαϊν». Ο Κουίν προχώρησε, έπιασε το χέρι της ξανθιάς και ο κύκλος έκλεισε γύρω τους. Τα χέρια της Κλίο τα έπιασαν οι άντρες που βρίσκονταν αριστερά και δεξιά της και, με κάποιον τρόπο, κατάφερε να συνεχίσει να χορεύει. Η λαίδη Κάρολαϊν Μπρουκ, η γυναίκα που ο Κουίν σκόπευε να φλερτάρει, η σύζυγος που θα ήταν ιδανική για την καριέρα του. Πόσο όμορφη ήταν. Οι ξανθές μπούκλες της πλαισίωναν το όμορφο, οβάλ πρόσωπό της και το πρόσωπό της ήταν αναψοκοκκινισμένο απ’ το χορό. Όταν το ζευγάρι που βρισκόταν στο κέντρο γύρισε, ο Κουίν κοίταξε την Κλίο στα μάτια κι εκείνη συνειδητοποίησε ότι είχε θυμηθεί πως της είχε μιλήσει για τη λαίδη Κάρολαϊν. Και είχε καταλάβει ότι είχε μαντέψει ποια ήταν η ξανθιά που χόρευε μαζί του. Όμως τι σημασία έχει; Δεν ξέρει ότι τον αγαπάω. «Τι ευχάριστο που επιστρέψατε στην Αγγλία, λόρδε Κουίντους», είπε η Κάρολαϊν χαρούμενα. «Θα πρέπει να με επισκεφθείτε». «Να είστε σίγουρη γι’ αυτό». Στ’ αυτιά της Κλίο αυτό ακουγόταν σαν ερωτική εξομολόγηση.


*** «Τι είναι αυτά;» Σχεδόν δυο ώρες αργότερα η Κλίο καθόταν και κοιτούσε τα περίτεχνα, μικρά γλυκά στο πιάτο που είχε βάλει μπροστά της ο Κουίν. Ήξερε ότι τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει και ότι της είχε κοπεί η ανάσα, όμως το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ελπίζει ότι ο Κουίν θα θεωρούσε ότι αυτό οφειλόταν στο ζωηρό χορό που είχαν μόλις χορέψει. «Εγώ... εννοώ, ευχαριστώ, λόρδε Κουίντους, δείχνουν πολύ νόστιμα». «Είναι μια συλλογή από λιχουδιές, που σκέφτηκα ότι θα σου άρεσαν. Είναι πολύ νόστιμα, φυσικά όμως θα πρέπει απλώς να τα τσιμπολογάς και να προσποιείσαι ότι δεν έχεις όρεξη, παρόλο που είναι δημιουργίες της φημισμένης κουζίνας του Γκάντερ’ς». «Το ξέρω. Ακόμα μία ανόητη σύμβαση. Οι κυρίες δεν πρέπει να έχουν ορέξεις. Κανενός είδους», πρόσθεσε η Κλίο βλοσυρά και ο Κουίν γέλασε και παραλίγο να πνιγεί με την μπουκιά του. Η Κλίο σκέφτηκε ότι μπορούσε να τα καταφέρει να παραστήσει την αδιάφορη, σαν να ήταν διατεθειμένη να τον συγχωρήσει όπως θα άρμοζε σε μία λαίδη, όμως δεν ήθελε άλλες σχέσεις μαζί του πέρα από μια συζήτηση περί ανέμων και υδάτων την ώρα του δείπνου. Ευτυχώς, είχε χορέψει όλους τους ενδιάμεσους χορούς και σίγουρα η έκπληξή της που είχε δει τη γυναίκα που ο Κουίν ήθελε να παντρευτεί θα πρέπει να είχε πλέον καλυφθεί. Ο Κούίν κοίταξε γύρω του σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι κανείς από τα γύρω τραπέζιά δεν τους άκουγε. Η Κλίο είχε αναρωτηθεί γιατί ο Κουίν είχε διαλέξει αυτό το μικρό τραπέζι στη γωνία όταν υπήρχαν τόσα καλύτερα διαθέσιμα, τώρα όμως συνειδητοποιούσε ότι ο Κουίν προετοίμαζε τις συνθήκες για ένα τετ α τετ. «Κλίο, πες μου τι συμβαίνει. Μην προσποιείσαι ότι απλώς θέλεις να με καρφώσεις με το μαχαίρι σου ή ότι είσαι εκνευρισμένη επειδή σου έκαναν μαθήματα για να συμπεριφέρεσαι σαν λαίδη». «Γιατί να σε εμπιστευτώ; Το πιθανότερο είναι ότι θα πας κατευθείαν στον παππού μου και θα του πεις οτιδήποτε σου πω». «Όχι, δε θα κάνω κάτι τέτοιο. Κλίο, ξέρεις ότι έκανα το σωστό όταν σε γύρισα στον παππού σου. Ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω. Το λάθος μου ήταν ότι δε σου μίλησα απ’ την αρχή, αλλά σκέφτηκα ότι θα το έβαζες στα πόδια». Ο Κουίν δίστασε και εκείνη ένιωσε να την κυριεύει ένα ανεξήγητο προαίσθημα ότι τα επόμενα λόγια του θα ήταν πολύ σημαντικά. «Κλίο, σου δίνω το λόγο της τιμής μου ότι δε σου κρύβω τίποτα και ότι όσα μου πεις δε θα τα μεταφέρω σε κανέναν. Είσαι τόσο δυστυχισμένη;» ρώ-


τησε ο Κουίν. «Πιστεύω ειλικρινά ότι αυτό που συμβαίνει είναι το καλύτερο για σένα, το πιο ασφαλές. Πιθανότατα θα νιώθεις ακόμα πολύ μόνη, όμως αυτό θα σου περάσει. Θα σου γίνουν όλα οικεία, θα κάνεις φίλους, θα ξεκινήσεις μια καινούργια ζωή». Ο Κουίν κάλυψε την παλάμη της που ακουμπούσε στο τραπέζι με τη δική του κι εκείνη πάγωσε, όμως δεν τράβηξε το χέρι της. Της άρεσε η αίσθηση, παρά τον κίνδυνο να νιώσει ο Κουίν τον ακανόνιστο σφυγμό της. «Ναι, είμαι δυστυχισμένη», συμφώνησε η Κλίο, χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να ελαφρύνει τα λόγια της με ένα γενναίο χαμόγελο. «Σου φαίνονται όλα ανυπόφορα επιφανειακά και επιπόλαια;» Η Κλίο ανασήκωσε τους ώμους. «Τι συμβαίνει, Κλίο;» «Νιώθω καλύτερα τώρα που η μισή βραδιά έχει περάσει. Όμως βλέπεις, πρέπει απόψε να τα καταφέρω τέλεια, διαφορετικά ο παππούς μου θα με εξορίσει στην εξοχή με την ηλικιωμένη θεία μου. Νόμιζα ότι θα είχα στη διάθεσή μου τουλάχιστον δεκαοκτώ μήνες, μέχρι τα εικοστά πέμπτα μου γενέθλια, για να βρω ένα σύζυγο που να εγκρίνει ο παππούς μου. Μου είπε ότι αν δε συμπεριφέρομαι με τον τρόπο που θεωρεί εκείνος σωστό ή αν απορρίπτω όλες τις προτάσεις γάμου που θα μου γίνονται, θα με στείλει νωρίτερα στη θεία μου. Αυτή είναι η πρώτη μου σημαντική κοινωνική εκδήλωση. Στην αρχή φοβόμουν ότι θα έκανα τα πάντα λάθος, ύστερα ότι θα αποτύγχανα στην πρώτη δυσκολία προτού προλάβω να βρω έναν τρόπο να μαζέψω μερικά χρήματα και, με κάποιον τρόπο, να σώσω τη ζωή μου». «Θα πρέπει να είναι τρομακτικό να πρέπει να μάθεις τόσα πράγματα, να κινδυνεύεις να πέσεις σε τόσα κοινωνικά ατοπήματα». Δεν υπήρχε ίχνος κατανόησης στη φωνή του Κουίν, μόνο ενθάρρυνση. «Είσαι καλή στις ξένες γλώσσες και όλα αυτά δεν είναι παρά μία ακόμα γλώσσα που θα πρέπει να μάθεις», είπε ο Κουίν, ενώ η Κλίο έμενε σιωπηλή. «Τα πηγαίνεις ήδη υπέροχα. Χορεύεις καλά, είσαι κομψή και όμορφη. Σύντομα θα νιώθεις άνετα και θα συνειδητοποιήσεις ότι εδώ ανήκεις. Βλέπεις τον παππού σου σαν τέρας, όμως δεν είναι στην πραγματικότητα, σωστά;» Ήταν ανόητη που είχε πιστέψει ότι ο Κουίν θα τη βοηθούσε ή έστω ότι θα την καταλάβαινε. Αυτός ήταν ο κόσμος του, φυσικό ήταν να υποθέτει ότι κι εκείνη θα μάθαινε να τον βλέπει σαν το φυσικό της περιβάλλον. «Είμαι σίγουρη ότι έχεις δίκιο», είπε. Του χαμογέλασε ευγενικά για τη συμβουλή του και πίεσε τον εαυτό της να φάει ένα γλυκό. Ήταν υπέροχο, φυσικά. Όπως και το πολυτελές περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν.


Ο Κουίν τράβηξε το χέρι του απ’ το δικό της και έκανε νόημα στο σερβιτόρο να τους πάει κι άλλη σαμπάνια. «Άφησε να περάσει λίγος χρόνος και ίσως να βρεις και κάποιο σύζυγο που να μπορείς να ανεχτείς».


Κεφάλαιο 20 Η Κλίο κατάλαβε ότι ο Κουίν είχε σκοπό να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα κι αυτό ήταν καλό, επειδή σήμαινε ότι εκείνος δεν είχε την παραμικρή υποψία πως τα συναισθήματά της γι’ αυτόν δε θα της επέτρεπαν να δεχτεί κανέναν άλλον άντρα για σύζυγό της. Με τη σκέψη ότι ήταν άδικο εκ μέρους της να θυμώνει με τον Κουίν επειδή είχε κρατήσει την αποστολή του μυστική, συνειδητοποίησε κάτι ακόμα πιο οδυνηρό -μπορούσε να τον αγαπήσει χωρίς όρια. Μακάρι να μπορούσα να σε μισήσω, το εύχομαι ειλικρινά. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν δεν πονούσε γι’ αυτόν, αν δεν τον ήθελε. «Ίσως και να το κάνω. Αν και είναι άλλο θέμα το αν θα μπορεί να με ανεχτεί εκείνος». Η Κλίο χαμογέλασε για να δείξει ότι αστειευόταν, όμως η έκφρασή της ήταν ακόμα σφιγμένη. «Η λαίδη Κάρολαϊν σου ήταν εκείνη με την οποία χόρευες;» ρώτησε, καταφέρνοντας να μη μορφάσει. «Δεν είναι δική μου. Όχι ακόμα. Και ίσως να μη γίνει ποτέ». «Όμως θα ήταν τέλεια, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Και δείχνει να σε συμπαθεί». Η Κλίο ένιωθε σαν κάποιος να της κάρφωνε καρφίτσες κάτω απ’ τα νύχια. Μα τι έκανε; Ίσως θα ήταν καλύτερα να σιγουρευτεί, να φροντίσει να εξαφανίσει κάθε ελπίδα που της είχε απομείνει. Ελπίδα χωρίς καμία βάση, στο κάτω κάτω ο Κουίν δεν την ποθούσε ούτε τόσο ώστε να της κάνει έρωτα όταν είχε παρακαλέσει. «Είναι πολύ όμορφη και σίγουρη για τον εαυτό της. Και είπες ότι οι διασυνδέσεις της οικογένειας της θα μπορούσαν να σου φανούν πολύ χρήσιμες». «Ναι», συμφώνησε ο Κουίν και κοίταξε συνοφρυωμένος τη σαμπάνια του, που είχε ξεθυμάνει. «Πέρσι ήταν η οικοδέσποινα του πατέρα της, τώρα η υγεία της μητέρας της δεν επιτρέπει να δέχονται συχνά, και είναι αρκετά ικανή στις γλώσσες. Σε μια δεξίωση την άκουσα να μιλάει σε αρκετούς διπλωμάτες». «Καλύτερα να εκδηλώσεις το ενδιαφέρον σου προτού σου την αρπάξει κάποιος άλλος. Εκπλήσσομαι που είναι ακόμα ελεύθερη». «Η ασθένεια της μητέρας της την κράτησε για κάποιο διάστημα μακριά απ’ τα σαλόνια της καλής κοινωνίας, διαφορετικά θα ήταν μάλλον πιασμένη. Όπως είπες, θα πρέπει να ξεκινήσω την εκστρατεία μου. Έχω κανονίσει να χορέψω μαζί της μερικούς χορούς αργότερα απόψε, πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τη σκεφτώ και να της προσφέρω μερικά λουλούδια. Αυτό θα με γλιτώσει από το να χρειαστεί να συναντήσω δήθεν τυχαία τον πατέρα της και να ξεκινήσω έτσι την προ-


σπάθειά μου». «Ακριβώς», είπε η Κλίο και κατάφερε να χαμογελάσει πειστικά ή έτσι θεώρησε τουλάχιστον. «Μις Γούντγουορντ;» Η Κλίο κοίταξε τον άντρα που είχε καθίσει δίπλα της, τον άντρα που όλο το βράδυ προσπαθούσε να μη σκέφτεται. «Ντράιτον», είπε ο Κουίν με ένα χαμόγελο που η Κλίο αναγνώρισε σαν ένα από τα διπλωματικά του. Άραγε ούτε εκείνος συμπαθούσε τον κόμη; «Λόρδε Ντράιτον», είπε η Κλίο όσο πιο ζεστά μπορούσε. «Λυπάμαι που διακόπτω τη συζήτησή σας, μις Γούντγουορντ, όμως η ορχήστρα ανέβηκε και πάλι στο πάλκο και νομίζω ότι μου έχετε υποσχεθεί τον επόμενο χορό». «Φυσικά». Η Κλίο πήρε τη βεντάλια και την τσάντα της. «Λόρδε Κουίντους, ευχαριστώ για το υπέροχο φαγητό». Ο Κουίν σηκώθηκε όπως επέβαλλαν οι καλοί τρόποι, όμως η Κλίο είχε την παράξενη αίσθηση ότι κοιτούσε απειλητικά τον Ντράιτον. «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου, μις Γούντγουορντ. Σας παραδίδω στα... ασφαλή χέρια του λόρδου Ντράιτον». Η Κλίο αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν έμμεση προειδοποίηση ότι ο Ντράιτον δεν ήταν ασφαλής ή αν επρόκειτο απλώς για ένα δείγμα λεκτικής διαμάχης ανάμεσα σε δύο άντρες. Έπιασε αγκαζέ τον παρτενέρ της και έφυγε απ’ την τραπεζαρία χωρίς να κοιτάξει πίσω της. *** Η βραδιά προχώρησε, η αίθουσα έγινε πιο ζεστή, πιο στριμωγμένη, τα ζευγάρια που χόρευαν λιγότερο συγκρατημένα, ακόμα και οι συνοδοί χαλάρωσαν περισσότερο. «Να ο λόρδος Κουίντους για το δεύτερο χορό του», σχολίασε η θεία της Κλίο. «Τα πηγαίνεις μια χαρά ως τώρα, Κλίο. Νομίζω ότι ο παππούς σου είναι ικανοποιημένος». «Ευχαριστώ, θεία». Η Κλίο σήκωσε το βλέμμα και διαπίστωσε ότι ο Κουίν βρισκόταν σχεδόν δίπλα της. «Λόρδε Κουίντους». «Μις Γούντγουορντ». Ο Κουίν υποκλίθηκε στη θεία της, έπιασε το χέρι της Κλίο και την οδήγησε στην πίστα, περνώντας την ανάμεσα απ’ τα ζευγάρια, μέχρι που έφτασαν στην άλλη πλευρά, κοντά στα παράθυρα. «Δείχνεις κάπως αναψοκοκκινισμένη, Κλίο. Μήπως θα προτιμούσες να καθίσεις και να μη χορέψουμε; Θα μπορούσα να σου φέρω ένα ποτήρι λεμονάδα σ’ εκείνη την κόχη εκεί, κοντά στο ανοιχτό παράθυρο». «Ευχαριστώ. Ναι... είμαι κάπως εξαντλημένη. Όμως δε θα ήταν αδιακρισία κάτι τέτοιο;»


«Θα ήταν αν πηγαίναμε σε άλλο δωμάτιο ή στη βεράντα». Ο Κουίν την οδήγησε ανάμεσα από τις φτέρες και τους φοίνικες σε έναν πάγκο. Το ελαφρύ αεράκι ήταν δροσερό και μύριζε γρασίδι. «Όμως εδώ που βρισκόμαστε μας βλέπουν όλοι, αν και ίσως όχι και τόσο καλά εξαιτίας των φυτών. Είναι κάτι το απόλυτα συνηθισμένο. Μια στιγμή και θα φέρω τα ποτά μας». Ο Κουίν επέστρεψε με δυο ποτήρια λεμονάδας και κάθισαν για λίγο στριφογυρίζοντάς τα στα χέρια τους, αφήνοντας το καθαρό αεράκι να διώχνει τις μυρωδιές της πολυκοσμίας. «Καταλαβαίνεις ότι δε σε έχω συγχωρήσει», είπε η Κλίο απότομα. Ήταν σαν να συνέχιζαν την προηγούμενη συζήτησή τους. «Με πήγες στον παππού μου επειδή σε διέταξαν να το κάνεις και επειδή ήθελες την προστασία του. Με πούλησες». Ο Κουίν έτριψε τα χείλη και το πιγούνι του και προσπάθησε να συγκρατήσει τα πρώτα λόγια που του ήρθαν στο μυαλό. «Οι διαταγές μου ήταν να διαπιστώσω αν αλήθευαν οι υποψίες για την αλληλογραφία του πατέρα σου. Όμως το τμήμα μου χρειάζεται την προστασία του δούκα. Έχει μεγάλη επιρροή και δεν είναι άνθρωπος που θα ήθελε κανείς να τον θυμώσει. Ήταν αναγκασμένοι να τον ενημερώσουν για την κατάσταση κι εκείνος επέμενε να σε γυρίσω ασφαλή στην Αγγλία». Το σκοτεινό βλέμμα του δεν ταίριαζε με τον ήρεμο τόνο της φωνής του. «Θεώρησα ότι και οι δύο αποστολές αποτελούσαν καθήκον μου και συνεχίζω να το πιστεύω. Αν έκανα οτιδήποτε άλλο, θα ήταν σαν να συνέβαλα στην καταστροφή σου, Κλίο. Δεν μπορούσα να σε αφήσω εκεί, ούτε να σε εγκαταλείψω μόνη σου εδώ στην Αγγλία. Έχεις γνωρίσει αρκετά τον κόσμο ώστε να αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό θα ήταν αδύνατον». «Μου είπες ψέματα κρύβοντάς μου την αλήθεια». Ο Κουίν πονούσε κι εκείνος κι αυτό, απλώς, μεγάλωνε ακόμα περισσότερο την πικρία της. Έσφιξε τη γροθιά της κι ένιωσε μια ραφή στο εφαρμοστό, σατέν γάντι της να ξηλώνεται. «Αν σου είχα πει όλη την αλήθεια, θα είχες προσπαθήσει να το σκάσεις απ’ το πλοίο. Ίσως να σε έχανα σε κάποιο λιμάνι και να μη σε ξανάβρισκα ποτέ», είπε ο Κουίν. «Θα μπορούσες να με είχες βοηθήσει. Να με είχες ακούσει. Τα όσα μου είπες για τη γέννησή σου, για τον πατέρα σου, ήταν επίσης ψέματα;» «Όχι, ήταν η αλήθεια». Ο Κουίν είχε πάρει το ανέκφραστο πρόσωπο του διπλωμάτη κι ωστόσο η Κλίο είχε την αίσθηση ότι μπορούσε να διακρίνει τα νεύρα να τρεμοπαίζουν κάτω απ’ την επιδερμίδα του.


Τόσος πολύς πόνος... Πλήγωσε τον περισσότερο. «Τότε θα έπρεπε να καταλαβαίνεις τι σημαίνει να είναι κανείς παρείσακτος». «Δε θέλω να είμαι παρείσακτος», είπε ο Κουίν. «Θέλω να φτιάξω τη δική μου ζωή. Να είμαι κύριος του εαυτού μου και να αδιαφορώ για το ποιος είναι ο πατέρας μου». Ο Κουίν σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε. «Ο πραγματικός πατέρας μου φέρθηκε ανέντιμα», είπε όταν άφησε και πάλι το ποτήρι. «Εγώ ανέλαβα το καθήκον να υπηρετώ την κυβέρνηση και το βασιλιά ως διπλωμάτης και εγώ δε θα φερθώ ανέντιμα σ’ αυτό μου το καθήκον. Αν σε είχα βοηθήσει να καταστραφείς, θα ήταν λάθος απ’ όλες τις απόψεις -για σένα, τον παππού σου, το διπλωματικό σώμα και τη φήμη του». «Ώστε λοιπόν η ευτυχία μου, η εμπιστοσύνη μου...» Η καρδιά μου. Η αγάπη μου. «Όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία μπροστά στο καθήκον σου». Φυσικά. Ο Κουίν δε με αγαπάει, δεν ξέρει ότι τον αγαπάω, γιατί να καταστραφεί για χάρη μου; «Η τιμή μου είναι το μόνο που έχω. Είναι αυτό που είμαι», είπε ο Κουίν χαμηλόφωνα, αλλά παγερά. «Και οι γυναίκες δεν καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αντρική τιμή, έτσι δεν είναι; Έκανα το λάθος να μπερδέψω τη... φιλία με ό,τι κι αν είναι αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας. Δεν είμαι σίγουρη πώς το λένε, όμως ήμουν το θήραμά σου κι εσύ ήσουν... ήσουν ο κυνηγός και ο κριτής μας». «Ελπίζω να ήμουν φίλος σου», είπε ο Κουίν αργά. Έμοιαζε να διαλέγει τα λόγια του, σαν να φοβόταν ότι θα έλεγε κάτι επικίνδυνο. «Ελπίζω να είμαι ακόμα. Μπορείς να μου πεις γιατί φοβάσαι;» Ο Κουίν αντιλαμβανόταν το φόβο της; Είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά για να τον κρύψει. «Φοβάμαι;» Η Κλίο σηκώθηκε κι άφησε το ποτήρι της τόσο απότομα που το εύθραυστο πόδι του έσπασε. «Δε φοβάμαι τίποτα, λόρδε μου. Ή ίσως και να φοβάμαι. Ναι, φοβάμαι να βασίζομαι σε άλλους, να γίνω αδύναμη. Καταλαβαίνω ότι η τύχη μου είναι στα χέρια μου και μόνο και ότι να διαμαρτύρομαι για την εμπιστοσύνη μου που προδόθηκε ή για μια φιλία που δεν υπήρξε ποτέ, θα ήταν ανόητο και θα με έκανε αδύναμη. Ο δεύτερος χορός σε λίγο θα ξεκινήσει. Πηγαίνουμε;» «Όπως επιθυμείς». Ο Κουίν σηκώθηκε. Για μερικές στιγμές η Κλίο είχε την αίσθηση ότι σκόπευε να της πει και κάτι άλλο, όμως εκείνος της πρόσφερε απλά το μπράτσο του και παραμέρισε τις φτέρες, ώστε να περάσει και να κατευθυνθεί και πάλι προς την πίστα. *** «Οφείλω να πω ότι όλα αυτά υπόσχονται τις καλύτερες προοπτικές. Τα


πήγες καλύτερα απ’ όσο περίμενα, Κλίο». Η θεία της κοίταξε τα λουλούδια που στόλιζαν το σαλόνι. «Επτά ανθοδέσμες από κυρίους με τους οποίους χόρεψες χτες το βράδυ». Πήγε από βάζο σε βάζο, επιθεωρώντας τις κάρτες. «Χμμ. Γουίλομπι, Άξχολμ -ο μικρότερος γιος, δυστυχώς. Τσαρλς Μπίγκνορ -άχρηστος, εντελώς χασομέρης. Φίλποτ, Ντρου, Ντέβερολ». Ο Κουίν μου έστειλε λουλούδια; «Α, εξαιρετικά, ο Ντράιτον. Κάποιος που ο παππούς σου θα ενέκρινε απόλυτα». «Χόρεψε μόνο μία φορά μαζί μου, θεία. Είμαι σίγουρη ότι έστειλε τα λουλούδια απλώς από ευγένεια. Δεν... δεν τον συμπάθησα ιδιαίτερα». «Οι ορχιδέες θερμοκηπίου δεν αποτελούν ποτέ απλώς μια ευγενική κίνηση, ανόητο κορίτσι!» Η θεία της έδειχνε περισσότερο να διασκεδάζει με την άγνοιά της παρά να έχει εκνευριστεί. «Και τι δε σου αρέσει, μπορείς να μου πεις; Είναι πολιτικός σύμμαχος του δούκα, έχει μεγάλα κτήματα, εισπράττει περισσότερες από τριάντα χιλιάδες λίρες το χρόνο και -απ’ ό,τι καταλαβαίνω- οι περισσότερες ανόητες κοπέλες τον βρίσκουν όμορφο». Έχει αχόρταγα μάτια που με έγδυναν, τολμηρά χέρια που με έκαναν να νιώθω άβολα και είναι υπερβολικά ευγενικός. Και δεν αρέσει στον Κουίν. «Ο λόρδος Ντράιτον είναι χήρος, με παιδιά». Δεν της το είχε πει αυτό. Στην πραγματικότητα της είχε πει ελάχιστα πράγματα, απλώς κοιτούσε. Και άγγιζε. Την είχε κάνει να νιώσει σαν κομμάτι κρέας στον πάγκο του χασάπη που το εξέταζαν για τη φρεσκάδα και το άρωμά του. Είχε μάθει γι’ αυτόν, ακούγοντας τα κουτσομπολιά που γίνονταν στο χορό. «Κι εσύ είσαι χήρα. Έχει δυο κόρες και χρειάζεται διάδοχο». Η λαίδη Μάντλιν χτυπούσε την κάρτα του λόρδου στα δόντια της, χαμένη στις σκέψεις της. «Θα πρέπει να το πω στον μπαμπά, θα θέλει να προετοιμαστεί για την περίπτωση που ο Ντράιτον θα σου κάνει πρόταση γάμου. Θα του γράψεις να τον ευχαριστήσεις για τα λουλούδια, φυσικά». «Θα γράψω σε όλους τους κυρίους», είπε η Κλίο. Πήγε ξανά από ανθοδέσμη σε ανθοδέσμη, προσποιούμενη ότι μελετούσε τις κάρτες. Η ανθοδέσμη του Κουίν ήταν διακριτική και όμορφη, στην οποία κυριαρχούσαν το κίτρινο και το πράσινο, σαν να ήθελε έτσι να τιμήσει τα χρώματα που φορούσε το προηγούμενο βράδυ. Φιλικά, Κουίντους Ντέβερολ, έγραφε η κάρτα με έντονα, μαύρα γράμματα. «Και τώρα με συγχωρείτε, θεία. Θα ανέβω στο δωμάτιό μου να ετοιμάσω τις επιστολές».


*** Την επόμενη μέρα η Κλίο συνειδητοποίησε ότι μετά το χορό κάτι είχε αλλάξει στη στάση του παππού της απέναντι της. Ήταν φανερό ότι ο δούκας είχε εντυπωσιαστεί από τη συμπεριφορά της ή, ίσως, από το ότι είχε τραβήξει το ενδιαφέρον του λόρδου Ντράιτον. Την ώρα του πρωινού ο δούκας ήταν στα κέφια του, μέχρι που έκανε και ένα πειρακτικό σχόλιο για το λογαριασμό του πιλοποιού. Η Κλίο αποφάσισε να διαπιστώσει αν η καλή του διάθεση θα έφτανε μέχρι το σημείο να χαλαρώσει τους περιορισμούς που της είχε επιβάλει. «Η μέρα είναι υπέροχη, παππού. Μπορώ να κάνω έναν περίπατο στο Χάιντ Παρκ; Έχω ακούσει ότι είναι υπέροχα εκεί, σωστά;» Κοίταξε τη θεία της, σαν να ζητούσε τη βοήθειά της. «Φυσικά θα πάρω μαζί μου τη Μάγκι και έναν υπηρέτη. Ίσως όμως να χρειάζεστε τη βοήθειά μου σε κάτι...» «Είσαι κάπως χλομή», είπε η θεία της. Άφησε το γράμμα που μόλις είχε ανοίξει και την κοίταξε. Η Κλίο ένιωσε σαν ψάρι που το εξέταζαν για να δουν αν ήταν φρέσκο. «Ναι, μπορείς να πας. Θα είναι αρκετά ήσυχα αυτήν την ώρα, όμως να θυμάσαι ότι δεν πρέπει να μιλήσεις σε κανέναν τζέντλεμαν στον οποίο δε σε έχουν συστήσει». «Μάλιστα, θεία». Η Κλίο δεν είχε ψευδαισθήσεις. Σίγουρα ο υπηρέτης θα είχε εντολές να σημειώνει με ποιον θα μιλούσε και το τι θα έκανε. Όμως ακόμα κι αυτό ήταν ένα είδος ελευθερίας, ένας τρόπος να ξεπεράσει τους περιορισμούς. Θα είχε το χρόνο να σκεφτεί και να σχεδιάσει, αλλά όχι να ονειρευτεί. Τα όνειρα ήταν μια απατηλή αδυναμία. *** Επιτέλους. Ο Κουίν δίπλωσε την εφημερίδα και σηκώθηκε. Την τελευταία ώρα ήταν καθισμένος σε ένα παγκάκι μισοκρυμμένο απ’ τους θάμνους της Γκρόβενορ Σκουέαρ και προσποιούνταν ότι διάβαζε. Η δυστυχία της Κλίο του είχε κοστίσει τον ύπνο του και η διαίσθησή του του έλεγε ότι αυτό που την προβλημάτιζε ήταν κάτι περισσότερο από τη νοσταλγία για τον οικείο της, αν και σκληρό κόσμο της ερήμου. Το προηγούμενο βράδυ επαναλάμβανε συνεχώς στον εαυτό του ότι αυτό δεν ήταν πλέον δική του δουλειά. Η Κλίο ήταν πλέον ευθύνη του παππού της και αν ανακατευόταν, θα το μετάνιωνε οικτρά. Κλείδωσε την πύλη πίσω του με το κλειδί που είχε δανειστεί από το φίλο του τον Άλντερσγουικ, που είχε το σπίτι της γωνίας, και ακολούθησε την Κλίο και τη μικρή συνοδεία της στην Άπερ Γκρόβενορ Στρητ, με κατεύθυνση το πάρκο. Είχε ρισκάρει πηγαίνοντας εκεί, γιατί η Κλίο θα μπορούσε να είχε περάσει όλη τη μέρα στο σπίτι ή να έφευγε με την άμαξα για


κάποια επίσκεψη, όμως η λιακάδα τον είχε κάνει αισιόδοξο και η απόφασή του είχε αποδειχτεί σωστή. Φυσικά, δε θα ήταν συνετό να της μιλήσει. Ούτε ευγενικό θα ήταν, γιατί η Κλίο ήταν ήδη αρκετά αναστατωμένη και δε χρειαζόταν να βρεθεί αντιμέτωπη με εκείνον, την πηγή του θυμού και της θλίψης της. Όμως είχε ανάγκη να τη δει, να δει πώς ήταν. Διέσχισε την Παρκ Λέιν και ακολούθησε το μονοπάτι προς το Ράιντινγκ Χάουζ, όπου η Κλίο με τη Μάγκι και τον υπηρέτη να τις ακολουθεί, μπήκαν στο μικρό, κυκλικό κτίριο. Ήταν απογοητευτικά δύσκολο να διακρίνει το πρόσωπό της από αυτή την απόσταση. Η Κλίο φορούσε ένα γοητευτικό μπονέ με πλατύ γείσο, που σκίαζε το πρόσωπό της, και κρατούσε ένα παρασόλι, το οποίο στριφογύριζε. Ανάμεσά τους υπήρχαν ιππείς και δέντρα... Ο Κουίν μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του κι ύστερα έκοψε δρόμο και κατευθύνθηκε προς το τέλος του Σέρπενταϊν, υπολογίζοντας ότι προς τα εκεί θα κατευθυνόταν η Κλίο, από τα μονοπάτια που πρόσφεραν περισσότερη σκιά. Φάνηκε και πάλι τυχερός. Η Κλίο πέρασε από μπροστά του ενώ εκείνος ήταν καθισμένος, με την εφημερίδα υψωμένη. Ούτε που τον κοίταξε, όπως είδε από μια χαραμάδα της εφημερίδας. Η ένταση στο πρόσωπό της ήταν φανερή, σαν να ήταν βυθισμένη σε σκέψεις. Ο τρόπος που κινούνταν του έδωσε να καταλάβει ότι ήταν τρομερά κουρασμένη, όμως συνέχιζε χάρη στη δύναμη της θέλησής της. «Λόρδε μου! Ω, με συγχωρείτε, λόρδε μου, που μίλησα». Ήταν η Μάγκι, φυσικά κι εκείνος είχε φανεί αδικαιολόγητα απρόσεκτος αφήνοντας την εφημερίδα να γλιστρήσει καθώς κοιτούσε την Κλίο. Η Κλίο γύρισε. «Κουί... Λόρδε Κουίντους! Τι κάνετε εδώ;» Στον Κουίν δεν έμεναν και πολλές επιλογές. «Απολαμβάνω τη λιακάδα όπως κι εσείς, μις Γούντγουορντ. Καλημέρα». Η Μάγκι χαμογελούσε πλατιά και ο υπηρέτης, που θα πρέπει να γνώριζε ότι εκείνος ήταν που είχε σώσει την εγγονή του δούκα απ’ την Αίγυπτο, προφανώς δεν έβλεπε κανένα κακό στο ότι μιλούσε στην κυρία του. «Μπορώ να σας κάνω παρέα; Ομολογώ ότι τα άρθρα για το κοινοβούλιο ελάχιστα με συγκινούν σε σύγκριση με έναν περίπατο μαζί σας». «Φυσικά, λόρδε μου». Στον Κουίν φάνηκε ότι η Κλίο είχε χλομιάσει και ότι το χαμόγελό της ήταν βεβιασμένο, όμως την είδε να σηκώνει περήφανα το πιγούνι και ο τόνος της, όταν μίλησε, ήταν ευγενικός. Είχε κουράγιο η Κλίο του. Η Κλίο μου; Ο Κουίν έδιωξε αυτήν τη σκέψη απ’ το μυαλό του, απρόθυμος να αναλύσει


αυτήν την αίσθηση κτητικής περηφάνιας. Της πρόσφερε το μπράτσο του κι εκείνη τον έπιασε αγκαζέ με τέλειες κινήσεις, γεμάτες χάρη. «Σας διασκεδάζει κάτι, λόρδε Κουίντους;» ρώτησε κι εκείνος κατάλαβε ότι θα πρέπει να χαμογελούσε. «Σκεφτόμουν ότι τα δάχτυλά σας, που τώρα φοράνε αυτά τα όμορφα γάντια, είναι τα ίδια που καθάριζαν τις πληγές μου, άρμεγαν την κατσίκα και σήκωναν σταμνιά γεμάτα νερό», απάντησε ο Κουίν με ειλικρίνεια. «Ναι. Η θεία μου επιμένει να φοράω συνεχώς τα γάντια μου μέχρι οι κάλοι μου να εξαφανιστούν». Η φωνή της Κλίο ήταν ψυχρή. Να πάρει. «Δεν είχα σκοπό να αναφερθώ σ’ αυτό, θαυμάζω το πώς δούλευες, τη δύναμη που έχουν τα δάχτυλά σου. Τη φροντίδα που μου πρόσφεραν». Το άγγιγμά τους. «Αλήθεια; Όμως αυτά που έκανα δεν ταίριαζαν σε μια λαίδη, σωστά; Έπρεπε να με πάρεις απ’ αυτά». «Αυτό δε σημαίνει ότι δεν εκτιμώ τον τρόπο με τον οποίο ζούσες τη ζωή σου, δεδομένων των συνθηκών. Το χαρακτήρα σου». Περίμενε ότι η Κλίο θα απαντούσε θυμωμένα, ότι θα τραβούσε το χέρι της. Αντίθετα, τα δάχτυλά της τον κράτησαν πιο σφιχτά κι από τα χείλη της ακούστηκε ένας σιγανός ήχος, που θύμιζε λυγμό. «Κλίο; Είναι κι αυτό το μπονέ!» ο Κουίν έσκυψε το κεφάλι ώστε να δει το πρόσωπό της. «Κλίο, μην κλαις, σε παρακαλώ». Ποτέ δεν είχα σκοπό να σε κάνω να κλάψεις. Ποτέ. Κοίταξε πίσω τους, όμως η Μάγκι και ο υπηρέτης συζητούσαν και γελούσαν, κοιτάζοντας τις πάπιες και τα καμώματά τους. Κανένας άλλος δε βρισκόταν κοντά τους και λίγο πιο πέρα υπήρχε ένας μικρός θαμνώνας. Ο Κουίν την οδήγησε ως εκεί. Την έβαλε να καθίσει σε ένα παγκάκι και η Κλίο κάθισε χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Δε διαμαρτυρήθηκε ούτε όταν ο Κουίν της πήρε το παρασόλι, το έκλεισε και ύστερα έλυσε τις κορδέλες του μπονέ της. «Έτσι είναι καλύτερα, τώρα μπορώ να δω το πρόσωπό σου». «Δεν καταλαβαίνω γιατί θα ήθελες κάτι τέτοιο», μουρμούρισε η Κλίο. «Και δεν κλαίω. Εγώ ποτέ...» «Δεν κλαις. Ξέρω. Ορίστε, πάρε το μαντίλι μου να βγάλεις το κουνούπι απ’ το μάτι σου ή ό,τι άλλο είναι αυτό που το ερεθίζει». «Θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο από ένα τετράγωνο κομμάτι πανί για να απομακρύνει εσένα, Κουίν», είπε τόσο απότομα, σαν να είχε ξαναβρεί την παλιά μαχητικότητά της, ώστε ο Κουίν άθελά του χαμογέλασε. «Δεν έχεις καμιά δουλειά να κάνεις αντί να τεμπελιάζεις στο πάρκο;» Η Κλίο τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Ω, φυσικά, εργάζεσαι, έτσι δεν είναι; Με ακο-


λουθούσες. Δεν απορώ που ο παππούς δέχτηκε με τόση ευκολία να με αφήσει να βγω, ήξερε ότι ο κατάσκοπός του βρισκόταν στη θέση του». «Πιστεύεις ότι εγώ θα... Ναι, το πιστεύεις, έτσι δεν είναι; Όχι, Κλίο, δεν είμαι κατάσκοπος του δούκα, έχεις το λόγο της τιμής μου γι’ αυτό. Σε παρακολουθούσα, το ομολογώ. Περίμενα στην πλατεία με την ελπίδα ότι θα έβγαινες, όμως το έκανα για... για τη δική μου ικανοποίηση». «Πολύ καλά, ξέρω ότι ο λόγος της τιμής σου είναι αδιαμφισβήτητος». Η Κλίο φύσηξε τη μύτη της και έβαλε το μαντίλι του Κουίν στην τσάντα της. Εκείνος δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα ότι ο τόνος της ήταν σαρκαστικός, μάντευε όμως ότι ήταν. «Ωστόσο, πες μου, σε παρακαλώ, τι ικανοποίηση σου δίνει το να με παρακολουθείς;» «Ανησυχούσα για σένα. Ακόμα ανησυχώ. Δεν είσαι ευτυχισμένη». «Φυσικά και δεν είμαι ευτυχισμένη! Δεν ακούς τίποτα απ’ όσα σου λέω; Σου είπα πώς θα ήταν τα πράγματα και είχα δίκιο. Ο παππούς μου θέλει να παντρευτώ τον Ντράιτον, είμαι σίγουρη γι’ αυτό». «Εκείνο το κάθαρμα;» «Υπάρχουν κι άλλοι Ντράιτον; Ναι, εκείνο το κάθαρμα. Κατά τα φαινόμενα, είναι απόλυτα κατάλληλος. Όμως, ακόμα κι αν δεν ήταν εκείνος, 0α ήταν κάποιος άλλος που θα είχε επιλεγεί με τα ίδια κριτήρια που σκοπεύεις κι εσύ να επιλέξεις τη σύζυγό σου. Την καταγωγή, την περιουσία και την επιρροή». «Κλίο, να πάρει...» είπε ο Κουίν κι εκείνη τον κοίταξε αυστηρά. «Και μη με κοιτάζεις έτσι, είσαι ικανή να κάνεις ακόμα και έναν άγιο να βρίσει. Κλίο, γλυκιά μου... Ω, να πάρει», είπε και τη φίλησε.


Κεφάλαιο 21 Όταν φίλησε την Κλίο ένιωσε σαν να επέστρεφε εκεί όπου ανήκε... και, ταυτόχρονα, ήταν σαν να εξερευνούσε μια καινούρια, εξωτική χώρα. Την είχε ξαναφιλήσει, γνώριζε τη γεύση και την αίσθηση των χειλιών της, είχε νιώσει κι άλλες φορές το απαλό δάγκωμα των δοντιών της και τα αργά, ηδονικά χάδια της γλώσσας της, όμως κάτι είχε αλλάξει. Υπήρχε μια φλόγα, μια ορμητικότητα στο φιλί της και η αίσθηση ότι αυτό που έκαναν ήταν απόλυτα σωστό. Τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στα μαλλιά του ρίχνοντας το καπέλο της κι εκείνος βρήκε το κούμπωμα του μανδύα της κι ύστερα του μπούστου της και την επόμενη στιγμή τα δάχτυλά του χάιδευαν την απαλή σάρκα της. «Κλίο». Ο Κουίν σταμάτησε να τη φιλάει και κοίταξε τα φλογερά, εκφραστικά πράσινα μάτια της, μέχρι που εκείνη τράβηξε το κεφάλι του και ο Κουίν χάθηκε και πάλι στο φιλί της. Το βιαστικό φτερούγισμα πουλιών κάπου πολύ κοντά τους τον έκανε να τραβηχτεί. «Δεν ήταν παρά περιστέρια που τρόμαξαν», είπε την επόμενη στιγμή. «Θα πρέπει να είδαν κάποιο γεράκι». Η Κλίο χώθηκε στην αγκαλιά του. Για πρώτη φορά έμοιαζε να μην ξέρει τι να πει. Ύστερα ίσιωσε το κορμί της και άρχισε να φτιάχνει τα ρούχα της. «Κλίο, λυπάμαι». «Γιατί απολογείσαι πάντα όταν κάνουμε έρωτα;» ρώτησε εκείνη. Φόρεσε το μπονέ της και βάλθηκε να φτιάχνει τα μαλλιά της με θυμωμένες, βιαστικές κινήσεις. «Σε θέλω, με θέλεις κι ωστόσο φέρεσαι τόσο υποκριτικά». Ο Κουίν άνοιξε το στόμα να απαντήσει κι εκείνη ξέσπασε. «Και μην τολμήσεις να πεις τη λέξη τιμή γιατί δεν θα σου ξαναμιλήσω ποτέ». «Πράγμα που θα ήταν εξαιρετική ιδέα!» είπε ο Κουίν. Είδε την Κλίο να γυρίζει, αλλά όχι πριν τη δει να δαγκώνει με δύναμη το κάτω χείλος της. «Κλίο, λυπάμαι, γλυκιά μου». «Μη με λες έτσι». Ο Κουίν έβλεπε την Κλίο να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να μη χάσει την αυτοκυριαρχία της. Γύρισε και πάλι και τον κοίταξε. «Δεν μπορείς να πεις στον παππού μου τι κάθαρμα είναι ο Ντράιτον;» «Δεν θα κάνει καμιά διαφορά. Ο δούκας ανήκει σε μια γενιά στην οποία


ήταν αναμενόμενο να συμπεριφέρονται έτσι οι άντρες και οι γυναίκες να το αγνοούν. Έτσι κι αλλιώς, απλά θα έβρισκε κάποιον άλλον». Δεν ήταν αυτή η λύση, όμως ποια ήταν; Δεν μπορούσε να επιτρέψει να αναγκαστεί η Κλίο να παντρευτεί κάποιον που θα την έκανε δυστυχισμένη κι ωστόσο δεν είχε κανένα δικαίωμα να τη βοηθήσει. «Πράγματι», είπε η Κλίο. «Καταλαβαίνω ότι θα πρέπει να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Μπορώ να σε εμπιστευτώ ότι δε θα πεις στον παππού μου ότι κάναμε αυτήν τη συζήτηση;» «Φυσικά», απάντησε ο Κουίν και η έκφρασή της του έδωσε να καταλάβει ότι εκείνη δεν το θεωρούσε καθόλου φυσικό. «Το ορκίζομαι. Κλίο, τι σχεδιάζεις;» Κάτι επικίνδυνο, κάτι που θα την κατέστρεφε, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Αν δεν ανησυχούσε τόσο για την τιμή και το καθήκον του, εκείνη δε θα βρισκόταν σ’ αυτή τη θέση. «Μην ανησυχείς, λόρδε Κουίντους». Η Κλίο, που είχε τακτοποιήσει την εμφάνισή της, πήρε το παρασόλι και σηκώθηκε. «Δεν έχω υπόψη μου μια καριέρα στους δρόμους». Ο Κουίν την άφησε να προχωρήσει. Την είδε να κατευθύνεται προς τη Μάγκι και τον υπηρέτη κι ύστερα να ξεκινάει για την Γκρόβενορ Σκουέαρ. Δεν την ακολούθησε. *** Ο Κουίν έφτασε στο κατώφλι του δούκα του Σεντ Όσιθ δυο μέρες μετά τη συνάντησή του με την Κλίο στο Χάιντ Παρκ, μια ώρα αφότου είχε δεχτεί μια κοφτή πρόσκληση από τον εξοχότατο. Ήξερε ότι η εμφάνισή του ήταν άψογη και ότι η έκφρασή του ήταν ήρεμη όταν άνοιξε την πόρτα ο μπάτλερ. «Σας περιμένουν, λόρδε μου», είπε. Όμως μέσα του ο Κουίν κάθε άλλο παρά ήρεμος ένιωθε. Προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο να επηρεάσει τον Σεντ Όσιθ, έναν τρόπο να τον βοηθήσει να καταλάβει την εγγονή του, όμως δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Τώρα σκεφτόταν να πει καθαρά στο δούκα ότι οδηγούσε την Κλίο στην απόγνωση. Ο μπάτλερ τον οδήγησε κατευθείαν στο γραφείο του δούκα κι εκείνος υποκλίθηκε ελαφρά. «Καλημέρα, εξοχότατε». Αν πρόκειται να χαθώ, ας χαθώ για τα πολλά, όχι για τα λίγα, σκέφτηκε ενώ χαμογελούσε και περίμενε να μιλήσει ο δούκας. Πέρασε στην επίθεση και πες του τη γνώμη σου για το ότι βάζει την πολιτική πάνω απ' την ευτυχία της εγγονής του. Ο δούκας σηκώθηκε και έδειξε μια πολυθρόνα. «Κάθισε. Πολύ άσχημη αυτή η ιστορία», είπε. Έδειχνε περισσότερο ανήσυχος παρά εχθρικός. «Το μήνυμά σας δεν ήταν πολύ κατατοπιστικό, εξοχότατε». Το στομάχι


του Κουίν δέθηκε κόμπος. Ω, όχι, άργησα υπερβολικά. «Το έσκασε. Η Κλίο, εννοώ. Έφυγε χτες το βράδυ. Κατά τα φαινόμενα, το έσκασε απ’ την κουζίνα. Εκείνη η άχρηστη η καμαριέρα της έφυγε μαζί της». Ευτυχώς. Η Μάγκι είχε πείρα απ’ τη ζωή και ήταν σκληροτράχηλη, αν και αυτό δεν είχε εμποδίσει τις δυο τους να μπλέξουν σε μπελάδες στις Συρακούσες, σκέφτηκε ο Κουίν ανήσυχος. «Αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό, εξοχότατε». Ακούγομαι σαν κανένας γλυκομίλητος διπλωμάτης. Κηρύχτηκε πόλεμος; Τι ανησυχητικό. Μια νέα κοπέλα βρίσκεται μόνη και απροστάτευτη στο Λονδίνο; Τι ανησυχητικό. Έτριξε τα δόντια και συγκρότησε το θυμό του. «Έχετε καμιά ιδέα γιατί το έκανε αυτό;» «Υποπτεύομαι επειδή δεν θέλει τον άντρα με τον οποίο σκοπεύω να την παντρέψω, η ανόητη. Σαν να είναι κανένα άπειρο, ερωτοχτυπημένο κοριτσάκι, όχι μια χήρα είκοσι τριών ετών». «Μήπως γνώρισε κανέναν άντρα;» «Ο μόνος άντρας που γνωρίζει είσαι εσύ». Κατηγορία ήταν αυτό; Ο Κουίν πήρε μια βαθιά ανάσα και την κράτησε μέχρι να υποχωρήσει η παρόρμηση να καλέσει το δούκα σε μονομαχία. «Σας βεβαιώ ότι η μις Γούντγουορντ δεν ήταν στο κατώφλι μου σήμερα το πρωί. Έχω μέρες να τη δω». Και δε θα ερχόταν σε μένα, δεν με εμπιστεύεται. «Έχει χρήματα;» «Μερικές λίρες. Άφησε τα κοσμήματα της θείας της και πήρε μόνο μερικά πρωινά φορέματα και φορέματα περιπάτου, νυχτικά, τέτοια πράγματα. Τόσα ώστε να γεμίσει δυο βαλίτσες». «Θα μπορούσα να προτείνω να απευθυνθείτε στην αστυνομία, εξοχότατε; Ή σε κάποιον ιδιωτικό ερευνητή;» «Να πάρει, είμαι ο Σεντ Όσιθ! Δεν θα ανεχτώ να μπλεχτεί στις δουλειές μου κάποιος βρομερός χοντράνθρωπος. Εσύ θα τη βρεις, Ντέβερολ!» Ο δούκας αγριοκοίταξε τον Κουίν. «Τα χρήματα δεν αποτελούν πρόβλημα, στείλε μου απλώς στο τέλος το σύνολο των εξόδων σου. Δε θέλω σκάνδαλα, αυτό είναι όλο». Ο Κουίν διαπίστωσε ότι ήταν τόσο θυμωμένος ώστε δεν τολμούσε να μιλήσει. «Δε σου έχει ανατεθεί κάποια αποστολή, έτσι δεν είναι; Δε φεύγεις με την παλίρροια για τη Ρωσία;» συνέχισε ο δούκας θυμωμένος όταν ο Κουίν παρέμεινε σιωπηλός. Το μόνο που σκόπευε να κάνει ο Κουίν ήταν να φλερτάρει τη λαίδη Κά-


ρολαϊν κι αυτό μπορούσε να περιμένει. Τα πάντα μπορούσαν να περιμένουν. «Όχι, εξοχότατε. Εγώ απλά...» Συγκρατούμαι. «Σκέφτομαι. Γνωρίζετε πού μένει η καμαριέρα της;» Η Κλίο ίσως να είχε πάει εκεί, όμως αμφέβαλλε γι’ αυτό. Δε θα ήθελε να γίνει αιτία να ξεσπάσει ο δούκας την οργή του στην οικογένεια της Μάγκι. Ο δούκας κούνησε το κεφάλι. «Άφησε κανένα σημείωμα; Έχει κάνει φίλες;» «Δεν άφησε σημείωμα. Και ήταν πολύ απασχολημένη για επιπολαιότητες όπως οι φιλίες. Θα έχει χρόνο να πηγαίνει σε συγκεντρώσεις για τσάι όταν θα είναι παντρεμένη». Ο Κουίν συγκράτησε την οργή του όταν σκέφτηκε την Κλίο μόνη κι έρημη σ’ αυτή τη συναισθηματική έρημο που την είχε εγκαταλείψει. «Θα πρέπει να εμπιστευτώ τα όσα συμβαίνουν στο γραμματέα μου, εξοχότατε. Είναι τρομερά διακριτικός και με τη βοήθειά του θα μπορώ να λειτουργήσω πιο γρήγορα». «Πολύ καλά. Να με ενημερώνεις δύο φορές τη μέρα». Ο Κουίν σηκώθηκε. «Θα σας ενημερώνω όταν θα έχω κάτι να αναφέρω. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν απλώς σπατάλη του χρόνου μου, που θα ήταν καλύτερο να τον επενδύσω ψάχνοντας. Καλή σας μέρα». Ο Κουίν, έξαλλος με τον ηλικιωμένο, δεσποτικό δούκα κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια και σταμάτησε μια άμαξα. «Στο Άλμπανι και γρήγορα». *** Ο Τζορτζ Μπόλντουιν ήταν καθισμένος στο γραφείο του όταν ο Κουίν μπήκε ορμητικός. «Οι προσκλήσεις...» «Άφησέ τες. Η μις Γούντγουορντ αγνοείται». «Η μις Γούντγουορντ; Σαν να λέμε η εγγονή του δούκα του...» «Ακριβώς. Το έσκασε απ’ το σπίτι και δεν πρέπει να μαθευτεί το παραμικρό. Ούτε ψίθυρος». «Να υποθέσω ότι δεν το έσκασε με κάποιον άντρα, σωστά;» Ο Κουίν κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Πρέπει να σκεφτώ». Κάθισε βαριά σε μια μπερζέρα, πέρασε το πόδι του πάνω από το μπράτσο της και έκλεισε τα μάτια. Ω, Κλίο. Άραγε θα προσπαθούσε να φύγει απ’ το Λονδίνο; Όχι, δεν ξέρει κανένα άλλο μέρος κι εξάλλου θα αντιλαμβάνεται ότι σε μια μεγάλη πόλη είναι πιο εύκολο να κρυφτεί κανείς. Θα προσπαθήσει να κερδίσει τίμια το ψωμί της, αλλά πώς; Δεν έχει κανένα προσόν εκτός από... «Γνωρίζει ξένες γλώσσες!» «Λόρδε μου;» «Η μις Γούντγουορντ μιλάει γαλλικά, ιταλικά, ελληνικά και αραβικά». Ο Μπόλντουιν, πανέξυπνος όπως πάντα, πήρε τρεις τόμους από ένα


ράφι πίσω απ’ το γραφείο. «Ας δούμε ποιες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να απασχολήσουν μεταφράστριες και δασκάλες». Σήκωσε το βλέμμα του απ’ τη λίστα που είχε αρχίσει να ετοιμάζει. «Θα τη βρούμε, λόρδε μου. Μην ανησυχείτε». Ο Κουίν πήρε κι εκείνος έναν τόμο και άρχισε να ψάχνει, αναστατωμένος από το καθησυχαστικό χαμόγελο του γραμματέα του. Ήταν σαν ο Τζορτζ να θεωρούσε ότι είχε χάσει ένα δικό του πρόσωπο. Άνοιξε τον τόμο στη σωστή σελίδα και τον έδωσε στον Τζορτζ. Ποιον νομίζω ότι κοροϊδεύω; Πιθανότατα, τον εαυτό μου. Πρόκειται για την Κλίο. Τη δική μου Κλίο και είναι πιο σημαντική απ’ οτιδήποτε άλλο. *** Ο Κουίν κοίταξε τη λίστα που κρατούσε και έλεγξε τη διεύθυνση στη Γουίμπολ Στρητ. Είχε ελέγξει τις πρώτες οκτώ διευθύνσεις της λίστας και έμεναν άλλες έξι. Αναρωτήθηκε πώς να τα πήγαινε ο Τζορτζ με τη δική του λίστα. Η μπρούντζινη πινακίδα στην πόρτα ήταν γυαλισμένη και αξιοπρεπής, όπως και η διεύθυνση. Θρόκινγκ και Τριμ, Εχέμυθες Μεταφραστικές Υπηρεσίες και Μαθήματα Ξένων Γλωσσών. Σκέφτηκε ότι το πιθανότερο ήταν ότι θα επαναλάμβανε την ιστορία που είχε σκαρφιστεί ακόμα και στον ύπνο του. «Καλησπέρα. Ταξιδεύω στην ανατολική Μεσόγειο για δουλειές της οικογένειάς μου και χρειάζομαι μερικά βασικά μαθήματα αραβικών. Είναι επείγον και δεν με νοιάζει τι ηλικίας, φύλου ή εθνικότητας θα είναι ο δάσκαλος». «Καλησπέρα, σερ. Είμαι ο κύριος Τριμ». Ο άντρας πίσω απ’ το γραφείο είχε πολύ φροντισμένη εμφάνιση. «Καθίστε, σας παρακαλώ, και θα ελέγξω τους φακέλους μας. Τα αραβικά δεν είναι συνηθισμένη γλώσσα, καταλαβαίνετε... Α». Έβγαλε ένα φύλλο χαρτί από ένα φάκελο. «Έχουμε αυτήν τη στιγμή ένα δάσκαλο για αραβικά, φοβάμαι όμως ότι μόλις ξεκίνησε να συνεργάζεται με το γραφείο μας. Ακόμα δεν είχα την ευκαιρία να αξιολογήσω τη δουλειά του. Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι μέχρι την επόμενη βδομάδα θα έχω ελέγξει πλήρως τις ικανότητές του». Ο κύριος Τριμ άφησε το χαρτί και ο Κουίν προσπάθησε να το διαβάσει ανάποδα. Αδύνατον. «Βιάζομαι και σε κανένα απ’ τα υπόλοιπα γραφεία που επισκέφθηκα δεν μπόρεσαν να με βοηθήσουν. Πρόκειται για κάποιο νεαρό; Ίσως να μπορούσα να συναντηθώ εγώ μαζί του αν μου δίνατε τη διεύθυνσή του». «Στην πραγματικότητα, πρόκειται για κυρία. Φοβάμαι ότι δεν δίνουμε διευθύνσεις. Μπορώ όμως να της γράψω και να της ζητήσω να βρίσκεται αύριο στο γραφείο αν αυτό σας εξυπηρετεί».


«Εξαιρετικά», είπε ο Κουίν. Ανασήκωσε το καπέλο του, σαν να σκόπευε να το φορέσει καλύτερα. «Γύρω στις δύο;» Το καπέλο έπεσε μαζί με τα γάντια του κι έσκυψε να το πιάσει, ρίχνοντας το μικρό βάζο που βρισκόταν στο γραφείο, που γέμισε νερά. Ο Κουίν σκούντησε με τον αγκώνα του την αρχειοθήκη που έπεσε στο πάτωμα και ο κύριος Τριμ, με μια μικρή κραυγή, βούτηξε για να την πιάσει. Ο Κουίν έσκυψε πάνω απ’ το γραφείο, ίσιωσε το βάζο, έβαλε μια εφημερίδα στο νερό και γύρισε το φύλλο του χαρτιού. Κυρία Άντονι Πανδοχείο Γουόκερ ’ς Τρίβετ Στρητ αρ. 3 Έβαλε το φύλλο πίσω στη θέση του και γονάτισε πλάι στον κύριο Τριμ, ζητώντας του συγγνώμη. «Ούτε να το σκέφτεστε, σερ. Μια στιγμή να τα μαζέψω αυτά και ύστερα θα κρατήσω τα στοιχεία σας. Ω, όχι...» Ο Κουίν βγήκε αθόρυβα στο δρόμο και σταμάτησε μια άμαξα. Κυρία Άντονι... και Κλεοπάτρα... σίγουρα ήταν εκείνη. *** «Φαντάζομαι ότι το σχολείο είναι κάπως έτσι», είπε η Κλίο με έναν αναστεναγμό και πέρασε με στυπόχαρτο το κείμενο που είχε μεταφράσει, προτού κοιτάξει να δει τι άλλο είχε να κάνει. Να μεταφράσει αραβικά σε αγγλικά, ελληνικά σε ιταλικά, αγγλικά σε γαλλικά. Ο κύριος Τριμ ήταν πολύ απαιτητικός, όμως το γραφείο του έμοιαζε απόλυτα αξιοπρεπές και η αμοιβή που της πρόσφερε ήταν λογική. «Δεν θα μπορούσα να το ξέρω -το σχολείο που πήγα εγώ δεν ήταν έτσι». Η Μάγκι τίναξε το ξεσκονόπανό της έξω απ’ το παράθυρο. «Αυτό το μέρος δεν είναι άσχημο, όμως θα χρειαζόταν λίγη ακόμα καθαριότητα». Δύο δωμάτια -ένα κοινό υπνοδωμάτιο και ο χώρος όπου βρίσκονταν, που με λίγη αισιοδοξία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαλόνι. Είχαν το δικαίωμα να μαγειρεύουν το φαγητό τους στην κουζίνα και δικαιούνταν μια φτυαριά κάρβουνα τη μέρα. Τα χρήματα της Κλίο θα τελείωναν σε τρεις βδομάδες. Ήταν πολύ σημαντικό να βγάλει χρήματα, αν και η Μάγκι δήλωνε ότι σύντομα θα έβρισκε δουλειά σε κάποιο απ’ τα πανδοχεία ή τις ψησταριές της περιοχής. «Κάποιος είναι στην εξώπορτα... είναι σαν να γίνεται καβγάς», είπε η Μάγκι, πράγμα περιττό, αφού οι δυνατές φωνές απ’ το πλατύσκαλο α-


κούγονταν καθαρά. Η λεπτή πόρτα του δωματίου τραντάχτηκε όταν τη χτύπησε κάποιος και η σπιτονοικοκυρά τους ακούστηκε να διαμαρτύρεται με δυνατή φωνή. «Δεν επιτρέπω επισκέπτες στα δωμάτια. Υπάρχει κάτω ένα σαλόνι γι’ αυτόν το σκοπό. Σας πληροφορώ ότι εδώ είναι ένα αξιοπρεπές πανδοχείο. Δεν θα ανεχτώ έναν άσωτο επάνω». «Μα είμαι ένας πολύ αξιοπρεπής άσωτος, μαντάμ», είπε μια γνώριμη φωνή. Η Κλίο άφησε την πένα να της γλιστρήσει απ’ τα δάχτυλα, αδιαφορώντας για τους λεκέδες από μελάνι. «Ο Κουίν». «Λοιπόν, αυτό ήταν», είπε η Μάγκι και μόρφασε. «Είμαστε πολύ ψηλά για να σκαρφαλώσει και να μπει απ’ το παράθυρο. Καλύτερα ν’ ανοίξω την πόρτα και να δούμε αν θα καταφέρουμε να το σκάσουμε όταν θα είμαστε έξω». Η Κλίο ήξερε ότι δεν θα έπρεπε να χαιρόταν που τον έβλεπε, κομψό και να χαμογελάει, ενώ η κυρία Γουόκερ κουνούσε μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα και απειλούσε να καλέσει την αστυνομία, όμως χαιρόταν. Χάρηκε υπερβολικά για μια στιγμή. Κι ύστερα η δυστυχία της επέστρεψε. «Καλησπέρα, λόρδε μου». «Καλησπέρα, κυρία Άντονι, μις Μάγκι». Ο Κουίν μπήκε και έκλεισε την πόρτα στα μούτρα της έξαλλης σπιτονοικοκυράς. «Προτείνω να μαζέψετε αμέσως τα πράγματά σας, γιατί πιστεύω ότι η σπιτονοικοκυρά σας σκοπεύει να φωνάξει τον πρώτο αστυφύλακα που θα βρει για να με πετάξει έξω με το κλομπ του». «Ήρθες να με πάρεις πίσω στην Γκρόβενορ Σκουέαρ». Η Κλίο ένιωθε καλύτερα όρθια. Ίσιωσε τους ώμους και σήκωσε περήφανα το πιγούνι. «Όχι... Μάζεψε τα πράγματά σου και έλα μαζί μου στο Άλμπανι. Εκεί θα μπορέσουμε να μιλήσουμε. Κλίο, μη με κοιτάζεις έτσι». Ο Κουίν άπλωσε το χέρι και της χάιδεψε το μάγουλο με την ανάστροφη της παλάμης του. Η Κλίο ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Τα έκλεισε για μια στιγμή, μέχρι να μπορέσει να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Ο Κουίν θα την πήγαινε πίσω, φυσικά, τουλάχιστον όμως θα ζούσε μερικές στιγμές ελευθερίας. «Πώς με βρήκες;» ρώτησε, όταν κατάφερε να ελέγξει και πάλι τη φωνή της. «Αναρωτήθηκα πώς θα μπορούσες να κερδίσεις το ψωμί σου κι ύστερα με τον Μπόλντουιν αρχίσαμε να ψάχνουμε σε όλα τα μεταφραστικά γραφεία, μέχρι που βρήκα τον κύριο Τριμ». Ο Κουίν μιλούσε με ήρεμη φωνή ενώ τις οδηγούσε στη σκάλα. Στο πλατύσκαλο κοντοστάθηκε, κράτησε τη


βαλίτσα της με το ένα χέρι και με το άλλο έδωσε αρκετά χαρτονομίσματα στην κυρία Γουόκερ. Η συμπεριφορά της σπιτονοικοκυράς άλλαξε αμέσως μόλις είδε πόσα χρήματα κρατούσε. «Ο Τζορτζ κρατάει το οχυρό», συνέχισε ο Κουίν, ενώ άνοιγε την πόρτα της άμαξας που περίμενε και βοηθούσε την Κλίο και τη Μάγκι να ανεβούν. «Ο δούκας έστειλε αγγελιοφόρους και απαιτεί να τον ενημερώνω για την πρόοδό μου κάθε μία ώρα, πράγμα κάπως κουραστικό». «Ο παππούς μου ζήτησε τη βοήθειά σου;» «Με κάλεσε», είπε ο Κουίν και έσκυψε να κλείσει τις κουρτίνες. «Μου είπε να ακυρώσω ό,τι ταξίδι είχα προγραμματισμένο και να σε βρω». «Είναι απίστευτος! Η αλαζονεία αυτού του ανθρώπου ξεπερνάει τα όρια -σαν να περίμενε ότι θα παρατούσες ό,τι κι αν έκανες για να κάνεις ό,τι θα σου ζητούσε». Η Κλίο έμεινε για λίγο σκεφτική. «Όμως αυτό έκανες, έτσι δεν είναι;» «Ανησυχούσα για σένα, Κλίο. Και εσύ και η Μάγκι είστε έξυπνες και γενναίες, όμως δεν γνωρίζετε τους κινδύνους του Λονδίνου και ο δούκας μου είπε ότι είχατε ελάχιστα χρήματα. Μετά από εκείνη την πρωινή μας συνάντηση στο πάρκο ήξερα ότι βρισκόσουν σε απόγνωση». Ο Κουίν την είχε προειδοποιήσει για τον Ντράιτον, ήταν καλός μαζί της όμως λογοδοτούσε στον παππού της. Την έπνιγε η απογοήτευση και φοβόταν τα όσα θα ακολουθούσαν, κυρίως όμως θλιβόταν που ήταν ο Κουίν που την είχε εντοπίσει. Δεν θα είχε νόημα να τσακώνονταν τώρα γι’ αυτό. «Ο παππούς μου είπε ότι θα πρέπει να παντρευτώ», είπε με πικρία. «Αντιπάθησα τον Ντράιτον μόλις τον είδα, υποθέτω όμως ότι και οι υπόλοιποι θα είναι εξίσου φρικτοί. Αυτά τα διπλά στάνταρ που ισχύουν για τους άντρες και τις γυναίκες είναι τόσο υποκριτικά». Η Κλίο βυθίστηκε στη σιωπή κι ευχήθηκε να ήταν ανοιχτές οι κουρτίνες, ώστε να μπορούσε τουλάχιστον να κοιτάξει έξω απ’ το παράθυρο και να προσποιηθεί ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβαινε. Ήταν δειλή. «Κουίν...» «Όχι, δεν ισχύει, αν δηλαδή πρόκειται να με ρωτήσεις αν έχω ερωμένη», είπε ο Κουίν. «Δεν είμαι καλόγερος. Κάνω δεσμούς. Και πιστεύω ότι οι γαμήλιοι όρκοι πρέπει να τηρούνται», πρόσθεσε. Αυτό είναι καλό για τη λαίδη Κάρολαϊν, σκέφτηκε η Κλίο. Άραγε της έχει κάνει πρόταση γάμου ή ακόμα; Ίσως το αλαζονικό κάλεσμα του δούκα να διέκοψε το φλερτ του. Σίγουρα ο Κουίν θα την είχε βαρεθεί. «Καλύτερα να με γυρίσεις στην Γκρόβενορ Σκουέαρ. Δεν νομίζω να έχουμε τίποτα να πούμε».


«Εγώ νομίζω ότι έχουμε», είπε ο Κουίν. Η άμαξα έστριψε απότομα και ύστερα σταμάτησε. «Φτάσαμε. Κατέβασε το βέλο σου, Κλίο». Η Κλίο βγήκε στο οκταγωνικό προαύλιο, που ήταν στρωμένο με κόκκινο τούβλο, στη μια πλευρά του οποίου υπήρχε ένα εντυπωσιακό σπίτι. Ο Κουίν πλήρωσε τον οδηγό και άνοιξε τη φαρδιά πόρτα με τον περίτεχνο φεγγίτη. Μπροστά τους ανοιγόταν ένας μακρύς διάδρομος. Ο Κουίν χαιρέτησε με ένα νεύμα το θυρωρό. «Το διαμέρισμά μου είναι από δω. Βιάσου. Δεν θέλεις να σε δουν. Άνοιξε μια πόρτα. «Τζορτζ», φώναξε. «Λόρδε μου». Ο γραμματέας που η Κλίο θυμόταν απ’ την άφιξή τους στο Λονδίνο, βγήκε από ένα δωμάτιο με το πουκάμισό του. «Μις Γούντγουορντ. Ζητώ συγνώμη για την εμφάνισή μου». «Τζορτζ. Ετοίμασε μια βαλίτσα, πάρε χρήματα για μερικές μέρες και συνόδευσε τη μις Μάγκι στην οικογένειά της. Ενημέρωσέ με για το πού θα βρίσκεσαι και μείνε στην περιοχή μέχρι ν’ ακούσεις νέα μου. Θέλω να φροντίσεις τη μις Μάγκι και δεν θέλω να μπλεχτείς μ’ αυτή την ιστορία περισσότερο απ’ όσο έχεις μπλεχτεί ήδη». «Η μις Κλίο με χρειάζεται», διαμαρτυρήθηκε η Μάγκι όταν ο γραμματέας ένευσε και μπήκε και πάλι στο δωμάτιο. «Έχει εμένα. Ο δούκας είναι άνθρωπος που δεν του αρέσει να μην υπακούν στις εντολές του. Θέλω να βρίσκεσαι σε μέρος ασφαλές, για την περίπτωση που θα αποφασίσει να φορτώσει τις ευθύνες σ’ εσένα. Δεν θα παραξενευόμουν αν έβαζε να σε συλλάβουν για απαγωγή». «Έτοιμος, λόρδε μου. Πήρα πενήντα λίρες από το χρηματοκιβώτιο. Πηγαίνουμε, μις Μάγκι». «Μα...» «Πήγαινε», είπε η Κλίο. «Ο λόρδος Κουίντους έχει δίκιο, δε θέλω να θεωρηθείς κατά κανέναν τρόπο υπεύθυνη. Θα σου γράψω», φώναξε ενώ ο Τζορτζ έπιανε τη Μάγκι αγκαζέ, έπαιρνε τη βαλίτσα της και την οδηγούσε έξω βιαστικά, ενώ εκείνη διαμαρτυρόταν αδύναμα. Τώρα ήταν μόνη. Μόνο ο Κουίν υπήρχε ανάμεσα σε εκείνη και το χρυσό κλουβί της.


Κεφάλαιο 22 «Πέρασε», είπε ο Κουίν και άνοιξε την πόρτα του καθιστικού. «Βγάλε το μπονέ και το μανδύα σου και βολέψου. Πρέπει να καταστρώσουμε τα σχέδιά μας». Η Κλίο υπάκουσε, υπερβολικά κουρασμένη και σοκαρισμένη για να διαμαρτυρηθεί, ενώ εκείνος τραβούσε το κορδόνι του κουδουνιού. Όλα συνέβαιναν πολύ γρήγορα και τίποτα απ’ όσα συνέβαιναν δεν ήταν καλό —ούτε καν το ότι ήταν με τον Κουίν. Κι αυτό, απλώς, την πλήγωνε. «Λόρδε μου;» Ένας κομψός, μικροκαμωμένος άντρας, ένας βαλές, υπέθεσε η Κλίο, μπήκε στο καθιστικό. «Μαντάμ». «Μις Γούντγουορντ, από δω ο Γκόντλι. Γκόντλι, απ’ όσο ξέρω, δεν είσαι καθόλου παρατηρητικός, σωστά; Εξαιρετικά. Σε παρακαλώ, ετοίμασε το υπνοδωμάτιο που χρησιμοποιεί ο κύριος Μπόλντουιν όταν μένει εδώ. Και ζεστό νερό φυσικά. Αλλά πρώτα, τσάι». «Θέλεις να μείνω; Να κρυφτώ εδώ;» Η Κλίο κοίταξε γύρω της τον αρρενωπό χώρο με τις δερμάτινες πολυθρόνες, το γραφείο, τις βιβλιοθήκες και το δίσκο με τις καράφες. Μπροστά στο παράθυρο υπήρχε ένα μικρό τραπέζι με στοίβες από κάρτες και στον τοίχο μία βάση για όπλα. Σε μια θήκη υπήρχαν ακόμα ένα μαστίγιο ιππασίας και αρκετά μπαστούνια. Ο χώρος ταίριαζε στον Κουίν. Κυριαρχούσαν οι μυρωδιές του δέρματος και του καπνού από ξύλα και μια αμυδρή μυρωδιά κίτρου, που της θύμιζε την επιδερμίδα του... «Υποπτεύομαι ότι η παρουσία σου σε ένα εργένικο διαμέρισμα θα γινόταν σύντομα αντιληπτή. Όμως νομίζω ότι μια νύχτα θα μπορέσεις να ξεκουραστείς εδώ. Α, τσάι και βουτήματα. Και κέικ, υπέροχα. Ευχαριστούμε, Γκόντλι». Ο Κλίο έγειρε πίσω στο κάθισμά του και κοίταξε την Κλίο. Τον κοίταξε κι εκείνη. Ωραίο θέαμα θα πρέπει να παρουσιάζω. Είμαι κουρασμένη, φοράω τα χειρότερα ρούχα μου, επί δυο μέρες έχω καταφέρει να πλυθώ παρά μόνο με μια λεκάνη με ζεστό νερό και κοντεύω να τρελαθώ. «Φάε». Ο Κουίν της σέρβιρε τσάι όταν έγινε προφανές ότι δεν θα το σέρβιρε εκείνη, όπως όφειλε να κάνει μία λαίδη. Άλειψε βούτυρο σε δύο βουτήματα και της έδωσε το πιάτο. «Μην το αφήσεις να κρυώσει. Χρειάζεται φαγητό, ένα ζεστό μπάνιο και έναν καλό ύπνο, Κλίο». Τα βουτήματα ήταν υπέροχα, ζεστά, ανάλαφρα και βουτυρωμένα. Η Κλίο ήπιε το τσάι της και ο Κουίν της ξαναγέμισε το φλιτζάνι. Επιτέλους, βρήκε τη φωνή της. «Να φάω και να πιώ, μπορώ. Να κοιμηθώ, αμφιβάλω».


«Περιμένεις ότι θα στείλω σημείωμα στο δούκα αμέσως μόλις θα κλείσεις τα μάτια σου;» Ο Κουίν κοίταξε το πιάτο με τα κέικ, σαν να μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον του. Όταν σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε, η Κλίο σοκαρίστηκε βλέποντας την ένταση στο βλέμμα του. «Υποθέτω ότι δεν μπορώ να σε κατηγορήσω». Άφησε το φλιτζάνι και το πιατάκι του. «Να συζητήσουμε λοιπόν τι πρέπει να γίνει τώρα;» «Έχεις κάποιο σχέδιο;» ρώτησε η Κλίο. Τι ανόητο που ήταν ακόμα προσκολλημένη στην· ελπίδα ότι ο Κουίν θα μπορούσε να τη σώσει, να την ελευθερώσει, να της αποδείξει ότι είχε για εκείνον μεγαλύτερη σημασία απ’ την καριέρα του, απ’ το καλό του όνομα. Πόσο εγωίστρια είσαι, Κλίο Γούντγουορντ, επέκρινε τον εαυτό της. Και πόσο ανόητη. «Ναι, έχω ένα σχέδιο. Μου λες τι θέλεις και θα σε βοηθήσω να το κάνεις». «Μα έκανα αυτό που ήθελα». Η Κλίο έδειχνε να διατηρεί μετά βίας την ψυχραιμία της, όμως ο Κουίν υποπτευόταν ότι απλώς κατάφερνε να συνεχίζει χάρη στη δύναμη της θέλησής της. Θα πρέπει να είναι εξαντλημένη και τρομαγμένη, σκέφτηκε. Και επειδή ήταν η Κλίο, δεν ήθελε να το κάνει θέμα. «Έκανες το μόνο αξιοπρεπές πράγμα που μπόρεσες να σκεφτείς, δεδομένων των συνθηκών. Πες μου τι θα έκανες αν είχες πρόσβαση σ’ εκείνα τα χρήματα που σου έδωσε ο πατέρας σου». «Αν! Ω, πολύ καλά, αν είναι απαραίτητο να παίξουμε ανόητα παιχνίδια. Θα έβρισκα ένα μικρό σπίτι σε κάποια αξιοπρεπή πόλη. Μια πόλη με θέατρο ίσως, με καλά καταστήματα, βιβλιοθήκη, ευχάριστη συντροφιά. Θα ήμουν και πάλι μια χήρα. Ο σύζυγός μου θα είχε πεθάνει στην Αίγυπτο. Ίσως να παρέδιδα μαθήματα ξένων γλωσσών σε νεαρές κυρίες... Τι νόημα έχουν όλα αυτά;» Θέλει τόσο λίγα και μπορώ να της τα προσφέρω τόσο εύκολα. «Θα σου δώσω εγώ τα χρήματα», είπε ο Κουίν βιαστικά. «Θα τα δώσω στον Τζορτζ να σου τα δώσει, ώστε να μπορώ να πω στον παππού σου με καθαρή συνείδηση ότι δεν ξέρω πού βρίσκεσαι. Ο Τζορτζ θα σου βρει ένα σπίτι, θα διαχειριστεί τα χρήματα για λογαριασμό σου». «Μα ποια χρήματα;» «Θα σου δώσω εγώ αρκετά». «Δεν μπορώ να πάρω χρήματα από σένα! Τι θα ήμουν τότε;» Ο Κουίν περίμενε ότι η Κλίο θα θύμωνε, δεν είχε προβλέψει τα δάκρυα που φάνηκαν στα μάτια της. «Τη λαίδη στην οποία οφείλω πολλά, αφού μου έσωσε δυο φορές τη


ζωή. Τη λαίδη στη ζωή της οποίας ανακατεύτηκα και που τώρα επιθυμώ να επανορθώσω». «Θα έπρεπε να αρνηθώ». Η Κλίο είχε καρφωμένο το βλέμμα στο φλιτζάνι της, σαν να προσπαθούσε να βρει τις απαντήσεις στα κατακάθια του τσαγιού. Σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε απ’ τον Κουίν για να κοιτάξει, κατά τα φαινόμενα μαγεμένη, μερικούς άτλαντες σε ένα ράφι. Ο Κουίν ήταν σαν να άκουγε τις σκέψεις της. Πίεσε τον εαυτό του να μείνει ακίνητος και βάλθηκε να την κοιτάζει. Ήταν κουρασμένη, το καταλάβαινε απ’ τον τρόπο με τον οποίο χαμήλωνε τους ώμους, από τη λυγισμένη πλάτη της. Ήθελε να την πάρει στην αγκαλιά του, να τη φιλήσει, να τη γδύσει και να της κάνει ένα ζεστό μπάνιο, ύστερα να τη σκουπίσει και να την ξαπλώσει για να κοιμηθεί, ενώ εκείνος, βυθισμένος σε απόγνωση, θα βημάτιζε πάνω κάτω όλο το βράδυ. Το κύμα της τρυφερότητας, η αποδοχή του ενδιαφέροντος του. Άρχιζε να τον μπερδεύει το ότι νοιαζόταν τόσο πολύ. Ίσως να ένιωθε έτσι επειδή ελάφραινε η συνείδησή του στη σκέψη ότι θα βοηθούσε την Κλίο. «Μου δίνεις το λόγο σου ότι δεν πρόκειται απλώς για μια απάτη;» Η Κλίο γύρισε ενώ μιλούσε κι ο Κουίν διέκρινε τη δυσπιστία της και, μαζί, το πόσο ευάλωτη ένιωθε. Περιμένει να πληγωθεί, να προδοθεί, να τη χρησιμοποιήσουν, συνειδητοποίησε. Ο πατέρας της, ο σύζυγος της, οι Γάλλοι αξιωματούχοι, ο παππούς της -κι εγώ. Όλοι την εξαπατήσαμε, ο καθένας για τους δικούς του σκοπούς. Λογικό είναι που δεν μπορεί να δείξει εμπιστοσύνη. «Σου δίνω το λόγο μου», είπε ο Κουίν. Είδε την αλλαγή στο βλέμμα της όταν πρόσεξε το δισταγμό του. Επίσης κατάλαβε τη στιγμή που η Κλίο αποφάσισε να το ρισκάρει, όπως είχε ξανακάνει και στο παρελθόν. Σίγουρα αυτό θα σήμαινε κάτι, ίσως ότι ήταν διατεθειμένη να προσπαθήσει και πάλι, παρόλο που την είχε πληγώσει στο παρελθόν. «Νομίζω ότι θα ήθελα μια απ’ τις αγκαλιές σου», είπε η Κλίο κι έτρεξε στην αγκαλιά του. Ο Κουίν την κράτησε σφιχτά, έθαψε το πρόσωπό του στα μαλλιά της και ανάσανε τη ζεστή μυρωδιά της, την ανάμεικτη μυρωδιά του σαπουνιού και της επιδερμίδας της, που ήταν τόσο χαρακτηριστικά δική της. Ήθελε να τη φιλήσει, όμως δεν ήταν αυτό που χρειαζόταν τώρα η Κλίο, έτσι συμβιβάστηκε με το να της χαϊδεύει την πλάτη και να της λέει γλυκόλογα, μέχρι που η Κλίο χαλάρωσε και, με έναν αναστεναγμό, τραβήχτηκε ελαφρά. «Αυτό σημαίνει ότι με συγχωρείς;» ρώτησε ο Κουίν. «Αν σε συγχωρώ; Ναι», συμφώνησε η Κλίο.


«Όμως δεν έχεις ξεχάσει κι ακόμα δεν είσαι σίγουρη για μένα, σωστά;» Ήταν ανόητος που συνέχιζε να επιμένει όταν ήξερε ότι δεν θα του άρεσε η απάντηση. «Όχι», είπε η Κλίο αργά, με το βλέμμα καρφωμένο πάντα στα μάτια του. «Έχω μάθει ότι είσαι πολύ καλός με τις λέξεις και στο να μπερδεύεις την αλήθεια με το ψέμα». Πήγαινες γυρεύοντας, μην επιμένεις άλλο. «Έλα, το νερό θα έχει ζεσταθεί. Θα πω να ετοιμάσουν το μπάνιο σου. Το δωμάτιο είναι από δω». Η Κλίο τον ακολούθησε στη δεύτερη κάμαρα. Ο Γκόντλι είχε ετοιμάσει το κρεβάτι και είχε παραμερίσει τα σκεπάσματα. Η μπανιέρα ήταν τοποθετημένη μπροστά στο τζάκι και δίπλα υπήρχαν μια στοίβα πετσέτες, σαπούνι και ο μεγάλος σπόγγος του Κουίν. «Πήγαινε πίσω από το παραβάν, άρχισε να γδύνεσαι κι εγώ θα βοηθήσω με το νερό», είπε ο Κουίν. Η Κλίο κοίταξε γύρω της τη μικρή κάμαρα, που ήταν διακοσμημένη σε πολύ αρρενωπό στυλ. Χαμογέλασε στον Κουίν κι ύστερα πήγε πίσω από το παραβάν από δέρμα της Κόρντομπα. Ο Κουίν και ο Γκόντλι κουβάλησαν κουβάδες με νερό, γέμισαν την μπανιέρα κατά τα τρία τέταρτα, ακούμπησαν πλάι στην μπανιέρα δύο κανάτες με νερό ώστε να ξεπλυθεί η Κλίο κι ύστερα ο βαλές έφυγε. «Κλίο, το μπάνιο είναι έτοιμο». Πίσω από το παραβάν επικρατούσε ησυχία. «Χρειάζομαι βοήθεια». Ο Κουίν σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να το περιμένει. Η Κλίο, χωρίς την καμαριέρα της, ήταν στο έλεος των κουμπιών και των παραμάνων που δεν μπορούσε ν’ ανοίξει, των κορδονιών του κορσέ της που δεν μπορούσε να λύσει. Προσπάθησε να συγκρατήσει τον πόθο του που φούντωσε στη σκέψη ότι θα έγδυνε την Κλίο. «Σωστά. Θα κλείσω τα μάτια μου». «Δεν υπάρχει λόγος». Η Κλίο βγήκε από το παραβάν ξυπόλυτη, με τα μαλλιά λυτά και πιασμένα σε μια μακριά πλεξούδα. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει ελαφρά, όμως διατηρούσε με αξιοθαύμαστο τρόπο την αυτοκυριαρχία της. Όμως, φυσικά, είχε υπάρξει παντρεμένη και οι δυο τους είχαν μοιραστεί μερικές πολύ προσωπικές στιγμές... «Γύρισε λοιπόν», είπε ο Κουίν κι άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του φορέματος της. Ήταν μικρά και εκνευριστικά. «Σχεδόν σε είδα να κάνεις μπάνιο κάποια φορά, όταν γνωριστήκαμε», είπε ο Κουίν κι αναρωτήθηκε αν μιλούσε για να βοηθήσει την Κλίο να ξεπεράσει τη νευρικότητά της ή για να συγκρατήσει την έντονη επιθυμία του


να τη σφίξει στην αγκαλιά του. «Ήμουν πεσμένος σ’ εκείνον τον αμμόλοφο, καιγόμουν απ’ τον πυρετό και προσπαθούσα να σκεφτώ λογικά αν θα έπρεπε να συνεχίσω την παρακολούθηση ή να κάνω την κίνησή μου. Το μυαλό μου ήταν τόσο θολωμένο ώστε μου χρειάστηκαν αρκετά λεπτά για να συνειδητοποιήσω τι ετοιμαζόσουν να κάνεις. Λίγο ακόμα και θα γινόμουν ηδονοβλεψίας». Η Κλίο γέλασε. Ήταν ο πρώτος χαρούμενος ήχος που άκουγε ο Κουίν από τα χείλη της απ’ όταν την είχε βρει εκείνη τη μέρα. Στεκόταν με το μεσοφόρι της και στριφογυρνούσε τη μακριά πλεξούδα της γύρω από την κορυφή του κεφαλιού της, όπου τη στερέωσε με ένα χτενάκι. Ο Κουίν σκέφτηκε ότι δεν είχε ξαναδεί κάτι πιο θηλυκό, πιο αισθησιακό, πιο προκλητικό. «Τώρα τον κορσέ». Η Κλίο έβγαλε το μεσοφόρι της, το ακούμπησε σε ένα σκαμπό κι ύστερα γύρισε, ώστε να μπορέσει ο Κουίν να λύσει τα κορδόνια του κορσέ της. Ήταν μια φαντασίωση του Κουίν που γινόταν πραγματικότητα. «Όχι!» «Όμως θα το κάνεις», δήλωσε η Κλίο και τον κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της ενώ ο κορσές της χαλάρωνε. «Κουίν, θέλουμε ο ένας τον άλλον, το ξέρουμε κι οι δύο. Δεν είμαι καμιά αθώα, μικρή παρθένα. Ήμουν παντρεμένη, καταλαβαίνω τι είναι ο σαρκικός πόθος -και τον νιώθω τώρα. Το ίδιο κι εσύ». «Πώς είναι δυνατόν να μη με εμπιστεύεσαι κι ωστόσο να θέλεις κάτι τέτοιο;» «Σε εμπιστεύομαι για να μου κάνεις έρωτα, για να με κάνεις να νιώσω καλύτερα απόψε, να μου δείξεις ότι νοιάζεσαι για μένα. Είναι... είναι οδυνηρό το ότι δεν θέλεις να ξαπλώσεις μαζί μου». Ο Κουίν αναρωτιόταν τι ήταν το σωστό. Έκλεισε τα μάτια ώστε να μην τη βλέπει και διαπίστωσε ότι η μυρωδιά της τον μεθούσε. Ναι, την ήθελε, την ήθελε από την πρώτη στιγμή που την είχε δει. Η Κλίο ήταν ενήλικη, ήξερε τι ήθελε και ήθελε αυτό, τώρα και μαζί του. «Και για μένα είναι οδυνηρό», είπε ο Κουίν και άνοιξε τα μάτια. «Θα ήταν τιμή μου να κοιμηθώ μαζί σου». Η Κλίο χαμογέλασε ντροπαλά. Ξαφνικά φαινόταν τρομερά ευάλωτη καθώς έβγαζε τα υπόλοιπα ρούχα της και έμπαινε γυμνή στο νερό. Η ομορφιά της, ο πόθος του, η ανάγκη του για εκείνη ήταν οδυνηρά. «Κουίν;» Η Κλίο τον κοίταξε και πάλι πάνω απ’ τον ώμο της. Απίστευτα αισθησιακή χωρίς να το αντιλαμβάνεται, μια αβέβαιη νύμφη των νερών. Ο Κουίν έβαλε τα δυνατά του να συνέλθει, αποφασισμένος να μην την


κάνει ποτέ ξανά να νιώσει αβέβαιη. «Γιατί σε βλέπω σαν πλάσμα της αρχαίας μυθολογίας;» ρώτησε ενώ έβγαζε το σακάκι και τα μανικετόκουμπά του και άρχιζε να ανασηκώνει τα μανίκια του. «Πρώτα σαν μαινάδα και τώρα σαν νύμφη των νερών». «Μήπως επειδή είσαι υπερβολικά μορφωμένος;» ρώτησε η Κλίο. Γέλασε κι εκείνος έπεσε στα γόνατα και γέλασε μαζί της. «Όχι», είπε και άρχισε να ετοιμάζει σαπουνάδα. «Επειδή είσαι όμορφη, ανεπηρέαστη απ’ το χρόνο και... αρχαία». Άρχισε να της σαπουνίζει την πλάτη. Οι αντίχειρές του ταξίδευαν κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης. Ήταν ακόμα υπερβολικά αδύνατη. «Αρχαία;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Αιώνια, σαν εκείνα τα υπέροχα ελληνικά αγάλματα. Τόσο ζωντανά, τόσο παλιά κι ωστόσο τόσο νέα, δείχνουν να κατέχουν τη σοφία των αιώνων». «Κουίν, αυτό είναι υπέροχο». Η Κλίο έριξε πίσω το κεφάλι και τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος άφησε το σαπούνι, εγκατέλειψε τη λογική και τον αυτοέλεγχό του, την αγκάλιασε και φίλησε τα απαλά χείλη που τόσο πρόθυμα του πρόσφερε. Ω, ναι, σε θέλω, σκεφτόταν ο Κουίν ενώ τα χείλη της Κλίο άνοιγαν κάτω απ’ τα δικά του και εξερευνούσε το στόμα της με τη γλώσσα του. Το αίμα κόχλαζε στις φλέβες του από πόθο, όμως μαζί μ’ αυτόν υπήρχε και τρυφερότητα, φροντίδα, το υπέροχο συναίσθημα ότι, επιτέλους, βρισκόταν εκεί όπου ανήκε. Η Κλίο κύρτωσε το σώμα καθώς τη χάιδευε κι εκείνος συνειδητοποίησε ότι η παλάμη του κάλυπτε το αριστερό της στήθος. Ήταν μικρό και τέλειο και η ρώγα της που είχε σκληρύνει πίεζε την παλάμη του. Η επιδερμίδα της ήταν τόσο απαλή και λεία. «Κλίο». «Ω, ναι», ψιθύρισε εκείνη και πέρασε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του, έτσι που ήταν εύκολο πια για τον Κουίν να τη σηκώσει, να τη βγάλει απ’ το νερό και να την κρατήσει στα μπράτσα του. «Θα σε βρέξω», διαμαρτυρήθηκε η Κλίο, όμως δεν προσπάθησε να ελευθερωθεί. Ο Κουίν ίσιωσε το κορμί του, πήρε μια πετσέτα από τη στοίβα και την άπλωσε στο κρεβάτι, προτού ξαπλώσει την Κλίο σ’ αυτό. Έφερε κι άλλες πετσέτες κι άρχισε να τη στεγνώνει. Πρώτα το πρόσωπο, τα μπράτσα και τα πόδια της κι ύστερα τα στήθη και τη μέση της. Την ανασήκωσε, ώστε να μπορέσει να της στεγνώσει και την πλάτη. Όταν την ξάπλωσε και πάλι, η Κλίο άνοιξε τα πόδια ελαφρά, μισόκλεισε τα μάτια και βάλθηκε να τον


κοιτάζει, χαλαρή και αισθησιακή. «Θυμίζεις και πάλι τη θεά-γάτα, την Μπαστέτ», ψιθύρισε ο Κουίν βραχνά, ενώ της σκούπιζε το σκούρο, σγουρό τρίχωμα του εφηβαίου. «Και πάλι;» «Υπήρξαν στιγμές που σε σκεφτόμουν έτσι». Κάτι άλλαξε στην έκφρασή της, ένα συναίσθημα τόσο φευγαλέο ώστε ο Κουίν δεν πρόλαβε να το διακρίνει. «Εννοείς ότι... ότι με έχεις ξανασκεφτεί με πόθο;» ρώτησε η Κλίο. Πήρε και πάλι εκείνη την έκφραση αβεβαιότητας και πόνου για το παρελθόν. «Νομίζεις ότι δεν σε ποθούσα, απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή; Τι έχεις να πεις για ό,τι έγινε στο Κάιρο, στο πλοίο για την Αγγλία; Για εκείνο το πρώτο φιλί, στην ΚουμΌμπο;» «Στο Κάιρο και στο πλοίο σταμάτησες, δεν με ήθελες, απλώς ήσουν ευγενικός». Η Κλίο ανακάθισε, ακούμπησε στο μαξιλάρι και τράβηξε την πετσέτα γύρω της. «Ευγενικός!» Ο Κουίν πέταξε τις υπόλοιπες, βρεγμένες πετσέτες σε μια γωνία. «Ήμουν σε απόγνωση και προσπαθούσα να συμπεριφερθώ έντιμα. Πιστεύεις ειλικρινά ότι δεν σε ήθελα;» «Όχι εμένα», είπε η Κλίο και χαμήλωσε το βλέμμα. «Αντιλαμβανόμουν ότι ήθελες σεξ, οι άντρες πάντα θέλουν, όμως θεωρούσα ότι ήταν εύκολο για σένα να σταματήσεις, επειδή ήμουν εγώ». «Να πάρει, Κλίο». Ο Κουίν δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να θάψει το πρόσωπο στις παλάμες του. «Εγώ υπέφερα σαν τζέντλεμαν, έμενα ξύπνιος τα βράδια κι εσένα σε πρόσβαλλε η αυτοσυγκράτησή μου;» «Βρισκόσουν σε απόγνωση;» Η Κλίο ανακάθισε απότομα, αγκάλιασε τα γόνατά της και του χαμογέλασε. Τα μάτια της έλαμπαν από ικανοποίηση. «Και βασανιζόμουν. Κλίο, σε θέλω. Πάντα σε ήθελα, ακόμα κι όταν με βασάνιζες με βρεγμένα σεντόνια, αιχμηρά όργανα και παγερές ματιές». «Τότε έλα τώρα μαζί μου στο κρεβάτι». Θα μπορούσε να πνιγώ σ’ αυτά τα μάτια, σκέφτηκε ο Κουίν. Σηκώθηκε και άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. *** Επιτέλους. Το γυμνό κορμί του Κουίν της ήταν απρόσμενα ανοίκειο, παρά το γεγονός ότι το είχε φροντίσει όταν ο Κουίν ήταν αναίσθητος. Όμως τώρα που είχε τις αισθήσεις του τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά, σκέφτηκε η Κλίο κι επέτρεψε στον εαυτό της την απόλαυση να παρακολουθεί ανοιχτά τους μυς του Κουίν να φουσκώνουν καθώς έβγαζε το πουκάμισο περνώντας το πάνω απ’ το κεφάλι του. Τον παρακολούθησε να


σκύβει για να βγάλει τα παπούτσια του κι ύστερα να βγάζει το παντελόνι του. Δεν έλεγε ψέματα ότι με ήθελε, σκέφτηκε κι ένιωσε τον πόθο της να φουντώνει. «Βιάσου», του ψιθύρισε. «Σταμάτα», είπε ο Κουίν ενώ ξάπλωνε δίπλα της. «Δεν βοηθάς καθόλου τον αυτοέλεγχό μου». «Δεν θέλω τον αυτοέλεγχό σου». Η Κλίο γλίστρησε χαμηλότερα στο κρεβάτι, άνοιξε τα μπράτσα της για να τον αγκαλιάσει και, ακόλαστα, τα πόδια της. Το βάρος του Κουίν πάνω της ήταν υπέροχο. Η θέρμη του κορμιού του, η αίσθηση της επιδερμίδας του, η πίεση του ανδρισμού του στην κοιλιά της φούντωναν τον πόθο της σε σημεία απόγνωσης. Βρισκόταν στα πρόθυρα του οργασμού, σαν να έκαναν έρωτα επί ώρα. Κύρτωσε το κορμί της, προσκαλώντας τον. Ήθελε να την κάνει δική του, ήθελε να τον περιβάλει με την αγάπη και το πάθος της. Ο Κουίν άλλαξε θέση κι εκείνη τον ένιωσε να πιέζει την ένωση των μηρών της, χωρίς ωστόσο να βυθίζεται μέσα της. Από τα χείλη του ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της. «Είσαι τόσο όμορφη, Κλίο», ψιθύρισε και της έδωσε ένα φλογερό, απαιτητικό φιλί ενώ άρχιζε να κινείται πάνω της, φουντώνοντας τον πόθο της σε σημείο απόγνωσης. Ήθελε τον Κουίν, ήθελε να την κάνει δική του και, ταυτόχρονα, ήθελε το απαιτητικό, το κτητικό φιλί του, ήθελε να φωνάξει το όνομά του, να δαγκώσει τα μυώδη μπράτσα του. Και τότε ο Κουίν άλλαξε ελαφρά θέση και κάθε σκέψη έσβησε απ’ το μυαλό της, ο κόσμος χάθηκε γύρω της και βρέθηκε να φωνάζει το όνομά του ενώ τον φιλούσε. Όταν συνήλθε, συνειδητοποίησε ότι ο Κουίν δεν είχε κουνηθεί καθόλου, με εξαίρεση το ότι είχε σηκώσει το κεφάλι του. Κοίταξε τα μάτια του που είχαν σκοτεινιάσει από πόθο, σήκωσε το χέρι της, χάιδεψε το μάγουλό του κι αναρωτήθηκε αν ζούσε ένα όνειρο. «Μην κλαις», είπε ο Κουίν σιγανά. «Δεν κλαίω». Η Κλίο σκέφτηκε ότι, τελικά, μπορούσε να μιλήσει. «Τότε θα πρέπει να φταίει η βροχή». Ο Κουίν φίλησε τις γωνίες των ματιών της και ύστερα τα χείλη της, προτού βυθιστεί μέσα της. Είχε περάσει πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που είχε ξαπλώσει με τον Τιερί και ο Κουίν ήταν μεγαλόσωμος, όμως το κορμί του ταίριαζε απόλυτα με το δικό της. Οι παλάμες της ανέβηκαν στους ώμους του και η γλώσσα της ενώθηκε με τη δική του.


Από τα χείλη του Κουίν ακούστηκε ένα βαθύ μουγκρητό και άρχισε να κινείται μέσα της. Η Κλίο προσπάθησε να διατηρήσει κάθε έλεγχο και απέτυχε. Ο Κουίν τάχυνε το ρυθμό του κι έφτασε στην κορύφωση μαζί της, ενώ την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Σ’ αγαπώ, ψιθύρισε η Κλίο ενώ κρατούσε το κεφάλι του στο στήθος της κι ένιωθε το κορμί της που έτρεμε να ηρεμεί στο καταφύγιο της αγκαλιάς του.


Κεφάλαιο 23 Η Κλίο ξύπνησε με το πρώτο φως της αυγής κι έμεινε να κοιτάζει τον Κουίν που κοιμόταν δίπλα της. Είχαν ξυπνήσει και είχαν κάνει έρωτα δύο φορές στη διάρκεια της νύχτας, τη μία τρυφερά και την άλλη με εκρηκτικό πάθος, που την είχε συγκλονίσει μέχρι τα βάθη της ψυχής της. Τώρα τα γένια είχαν αρχίσει να φυτρώνουν στο πιγούνι του, τα χείλη του είχαν ανοίξει ελαφρά και τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα με έναν τρόπο που θα ήταν αξιαγάπητος αν δεν ήταν τόσο ερωτικός. Ω, αγάπη μου, πώς Θα τα καταφέρω χωρίς εσένα; Τα μάτια του Κουίν άνοιξαν, σαν να είχε ακούσει τις σκέψεις της. Έμεινε ξαπλωμένος, σιωπηλός, να την κοιτάζει. Οι αχτίδες του ήλιου πέρασαν από μια χαραμάδα στις κουρτίνες και έλουσαν το πρόσωπό της. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια κι ύστερα είδε τον Κουίν να την κοιτάζει σαν να μην την είχε ξαναδεί, σαν να ήταν κάτι παράξενο, υπέροχο κι ωστόσο... τρομακτικό. Όμως αυτό ήταν εξωφρενικό, δεν είχε δει ποτέ τον Κουίν φοβισμένο. «Κουίν;» Του χάιδεψε το πρόσωπο κι εκείνος την τράβηξε στην αγκαλιά του, βρέθηκε πάνω της και, χωρίς δισταγμό, βυθίστηκε μέσα της. Ύστερα απόμεινε να την κοιτάζει στα μάτια. «Ω, Κλίο», ψιθύρισε. «Τι ανόητος που ήμουν». Τη φίλησε προτού η Κλίο προλάβει να μιλήσει και συνέχισε να τη φιλάει, ενώ της έκανε έρωτα αργά και τρυφερά. Αντίο, σκέφτηκε εκείνη. Μου λέει αντίο. Κι ύστερα τα χάδια και τα φιλιά του, ο έρωτάς του δεν την άφηναν πλέον να σκεφτεί. «Θέλεις κι άλλες φρυγανιές;» Ο Κουίν την παρακολουθούσε σαν να το διασκέδαζε και με τρυφερότητα που έκανε την καρδιά της Κλίο να σκιρτήσει. Νιώθει ακόμα πιο ένοχος τώρα που έχουμε κάνει έρωτα. «Με έχεις ταΐσει τόσο που το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ξαπλώσω και να κοιμάμαι όλη μέρα», διαμαρτυρήθηκε η Κλίο, παριστάνοντας την ανέμελη, ενώ κοιτούσε την καταστροφή που θεωρούσε ο Γκόντλι ρομαντικό πρωινό. «Υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν, φοβάμαι λοιπόν ότι αυτό αποκλείεται. Καλύτερα να πάρουμε την άμαξα σήμερα το πρωί», είπε ο Κουίν και σηκώθηκε απ’ το τραπέζι. Ξαφνικά στο πρόσωπό του απλώθηκε εκείνη η έκφραση που η Κλίο σκεφτόταν σαν διπλωματική μάσκα.


«Ναι, φυσικά». Υπέθεσε ότι θα πήγαιναν σε τράπεζες και δικηγόρους. «Θα ετοιμαστώ και θα βρω ένα πέπλο». Ο Κουίν ήταν σιωπηλός στην άμαξα με τα κλειστά παράθυρα. Η έκφρασή του ήταν απόμακρη και αυστηρή, σαν να προετοιμαζόταν για κάποιο δυσάρεστο καθήκον. Η Κλίο έδιωξε απ’ το μυαλό της τις δυσάρεστες σκέψεις. Η άμαξα σταμάτησε, ο σταβλίτης άνοιξε την πόρτα, κατέβασε τα σκαλοπάτια και ο Κουίν βγήκε κι ύστερα πρόσφερε το χέρι του στην Κλίο. Η Κλίο βγήκε απ’ την άμαξα, κοίταξε γύρω της κι ύστερα πάγωσε. Το σπίτι μπροστά της με τα περίτεχνα κάγκελα και τη φαρδιά εξώπορτα της ήταν πολύ οικείο. Κοίταξε ανήσυχη αριστερά και δεξιά της. Ναι, δεν έκανε λάθος. Αυτή ήταν η Γκρόβενορ Σκουέαρ κι αυτό το σπίτι του παππού της. «Όχι!» Τράβηξε το χέρι της και ο Κουίν το άφησε. «Όχι. Σε εμπιστεύτηκα, σε πίστεψα». Ω, είμαι τόσο ανόητη, έχασα εντελώς το μυαλό μου εξαιτίας της αγάπης. Ετοιμάστηκε να τραβηχτεί. Ήξερε ότι ο Κουίν θα μπορούσε εύκολα να την προλάβει, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να πάει πουθενά χωρίς αντίσταση. «Κλίο, σκέψου. Χτες με εμπιστεύθηκες, όπως και χτες το βράδυ. Έχε μου και τώρα εμπιστοσύνη». Ο Κουίν δεν έκανε καμία προσπάθεια να την πιάσει. «Άκουσε τα συναισθήματά σου, όχι τους φόβους σου». Η Κλίο απομακρύνθηκε λίγο περισσότερο. Η μητέρα της έλεγε αν κάτι δείχνει πολύ καλό για να είναι αληθινό, μάλλον δεν είναι. Θα έπρεπε ν’ ακούσει τη φωνή της λογικής -φυσικά και ο Κουίν δεν θα θυσίαζε τη λαμπρή καριέρα του για χάρη της, δεν θα εγκατέλειπε μια όμορφη αριστοκράτισσα νύφη για εκείνη. «Τα συναισθήματά μου; Τι ξέρεις εσύ από συναισθήματα εκτός απ’ το να τα χειραγωγείς; Μου έδωσες το λόγο σου -πώς κατάφερες να διαστρέψεις αυτό που είπες αυτή τη φορά;» «Χτες το βράδυ εννοούσα αυτό που είπα, ότι θα σου έβρισκα ένα σπίτι και θα σου πρόσφερα τα μέσα να ξεκινήσεις μια καινούργια ζωή». «Και τώρα;» «Άλλαξα γνώμη. Έλα, δεν μπορούμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση εδώ». Ο Κουίν την έπιασε αγκαζέ και την οδήγησε προς τον κήπο. Άνοιξε την πύλη και την οδήγησε στο εσωτερικό του. «Άλλαξες γνώμη;» Η Κλίο δυσκολευόταν να μιλήσει, τόση ήταν η πικρία και ο πόνος της. «Μετά απ’ όσα έγιναν χτες το βράδυ; Σήμερα το πρωί;» «Σήμερα το πρωί συνειδητοποίησα γιατί ήμουν τόσο μπερδεμένος και δυστυχισμένος για όλα αυτά», είπε ο Κουίν.


«Εσύ ήσουν μπερδεμένος και δυστυχισμένος; Τουλάχιστον σ’ αυτό μοιάζουμε». «Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις που δεν σου είπα την αλήθεια στην Αίγυπτο ή στη διάρκεια του ταξιδιού. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι δεν θέλησα ποτέ τίποτα άλλο απ’ το καλό σου και να ελπίσω ότι θα με πιστέψεις. Έκανα ό,τι νόμιζα σωστό και όλα τα σωστά έκαναν ένα φρικτό λάθος, Κλίο. Όμως ξέρω ένα πράγμα. Το να σε αφήσω να φύγεις μόνη, να κρύβεσαι την υπόλοιπη ζωή σου, να ζεις ένα ψέμα, θα ήταν το χειρότερο λάθος απ’ όλα». «Κι έτσι με έφερες πίσω στο κλουβί μου». «Σε έφερα πίσω με την ελπίδα ότι θα μπορέσεις να με εμπιστευτείς για μία τελευταία φορά. Με την ελπίδα ότι αυτό που νόμιζα ότι είδα στα μάτια σου, που ένιωσα όταν κάναμε έρωτα, δεν ήταν μια ψευδαίσθηση». Ο Κουίν έκανε ένα βήμα και κράτησε τις παλάμες της ανάμεσα στις δικές του. «Έλα μαζί μου τώρα. Συγχώρεσε με. Σου ορκίζομαι ότι αν δεν θέλεις τη λύση που θα προτείνω, θα σε πάρω από εκεί, ό,τι κι αν χρειαστεί να κάνω». «Όχι». Η Κλίο άρχισε να προχωράει προς την πύλη και ο Κουίν δεν έκανε τίποτα να τη σταματήσει. Της ήταν αδύνατον να πάρει το βλέμμα της από πάνω του, ενώ εκείνος στεκόταν ακίνητος και την παρακολουθούσε να φεύγει. «Πες στον Τζορτζ πού θα μπορέσω να σε βρω. Θα φροντίσει εκείνος τις λεπτομέρειες με όποιο δικηγόρο επιλέξεις. Εγώ δεν θα μπορέσω να σε βρω», είπε ο Κουίν. Η φωνή του ήταν σταθερή, το βλέμμα του ζοφερό. Το βλέμμα του την έκανε να σταματήσει. Τον αγαπώ και μέχρι τώρα δεν του έδωσα τίποτα που δεν μου ήταν εύκολο να του δώσω, τίποτα που δεν ήθελα, βαθιά μέσα στην καρδιά μου, να έχει. Μπορώ να του δώσω αυτό που μου ζητάει, την εμπιστοσύνη μου. Κι αν κάνω λάθος... Ας πάει στο καλό η λογική, σκέφτηκε η Κλίο. Τον αγαπάω και θα υποστώ τις συνέπειες. Η Κλίο γύρισε πίσω και έπιασε αγκαζέ τον Κουίν. «Θα έρθω μαζί σου». Στα χείλη του Κουίν άνθισε τότε εκείνο το αχνό χαμόγελο κι ένα λακκάκι φάνηκε στο μάγουλό του. «Ας ξεμπερδεύουμε». Ο μπάτλερ τους άνοιξε την πόρτα. «Καλώς ήλθατε, μις Γούντγουορντ. Ο εξοχότατος είναι στη βιβλιοθήκη, θα σας αναγγείλω». Ακουγόταν ανακουφισμένος που την έβλεπε, μάλλον ο παππούς της θα είχε κάνει τη ζωή κόλαση για όλους. «Η Μις Γούντγουορντ κι ο λόρδος Κουίντους Ντέβερολ, εξοχότατε». Έγιναν όλα τόσο γρήγορα, σκέφτηκε η Κλίο, δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. Πίεσε τον εαυτό της ν’ αφήσει το


χέρι του Κουίν. Αν επρόκειτο να την παραδώσει σαν αδέσποτο σκυλί, θα αντιστεκόταν. «Τη βρήκες!» Ο δούκας έκανε το γύρο του γραφείου και έσφιξε το χέρι του Κουίν. «Το ήξερα ότι μπορούσα να βασιστώ σ’ εσένα, Ντέβερολ». Κοίταξε συνοφρυωμένος την Κλίο. «Πού ήσουν, καταραμένο κορίτσι; Κατέστρεψες ολοκληρωτικά το όνομά σου. Θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να ξεκαθαρίσουμε αυτό το μπέρδεμα». «Εξοχότατε, θα σας παρακαλούσα να μη μιλάτε στη μις Γούντγουορντ σ’ αυτό τον τόνο», είπε ο Κουίν. «Η μις Γούντγουορντ έμενε σε ένα αξιοπρεπές πανδοχείο μαζί με την καμαριέρα της. Και ύστερα ήταν μαζί μου». «Εξαιρετικά». Ο δούκας κάθισε πάλι κι ύστερα συνειδητοποίησε κάτι που είχε πει ο Κουίν. «Μαζί σου;» «Ναι, εξοχότατε. Μαζί μου. Το όνομα της Κλίο έχει πράγματι αμαυρωθεί και είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις σας να το σώσετε». Η παγερή αταραξία του δούκα φάνηκε να τον εγκαταλείπει. Η έκφρασή του σκοτείνιασε και χτύπησε τη γροθιά του στο γραφείο. «Καταραμένο κάθαρμα!» «Εξοχότατε, δεν θα βρίζετε μπροστά στη μις Γούντγουορντ», είπε ο Κουίν ήρεμα. Στράφηκε σ’ εκείνη κι έπεσε στο ένα γόνατο. «Κλίο, παντρέψου με», είπε απλά. Η Κλίο ένιωσε τον κόσμο γύρω της να χάνεται για μια στιγμή. Συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να μιλήσει. «Γιατί; Επειδή με ατίμασες;» «Επειδή σ’ αγαπώ. Οφείλω να παραδεχτώ ότι ήμουν εξαιρετικά ανόητος. Το συνειδητοποίησα μόλις σήμερα το πρωί στο κρεβάτι». Η Κλίο είδε πάνω απ’ το κεφάλι του το πρόσωπο του δούκα να κοκκινίζει. «Τι πράγμα;» «Παππού, πρέπει να μιλήσω στον Κουίν μόνη». Ήταν δυνατόν να ήταν αλήθεια αυτό; Ήταν δυνατόν να το εννοούσε ο Κουίν; «Κι εγώ πρέπει να φέρω ένα τουφέκι για να τον τακτοποιήσω!» Ο Κουίν σηκώθηκε. «Εξοχότατε, με συγχωρείτε. Κλίο;» «Από δω». Η Κλίο τον οδήγησε στην τραπεζαρία και κλείδωσε την πόρτα πίσω τους. «Κουίν, αν το κάνεις επειδή ένιωσες καθυστερημένα ενοχές που κοιμήθηκες μαζί μου...» «Όχι, δεν νιώθω καθυστερημένα ενοχές για τίποτα, απλώς είναι το πρώτο αληθινό πράγμα για το οποίο μπορώ να είμαι σίγουρος μετά από πολύ καιρό. Σ’ αγαπώ, Κλίο. Υπάρχουν πολλά για τα οποία θα πρέπει να με συγχωρήσεις, το ξέρω αυτό. Αυτό που βρίσκω εγώ πιο δύσκολο απ’ όλα να συγχωρήσω είναι ότι μου πήρε τόσον καιρό για να συνειδητοποιήσω πως


ό,τι νιώθω για σένα δεν ήταν απλά πόθος ή συμπάθεια». «Αδύνατον». Η Κλίο συνειδητοποίησε ότι στριφογυρνούσε νευρικά τις παλάμες της και πίεσε τον εαυτό της να σταματήσει να το κάνει. «Τι ακριβώς είναι το αδύνατο σ’ αυτό;» ρώτησε ο Κουίν. «Έχω τίτλο, ένα μικρό κτήμα, ένα καλό εισόδημα και τα πάντα πάνω μου λειτουργούν άψογα, όπως διαπίστωσες και η ίδια. Δεν έχω ερωμένες, δεν μασάω ταμπάκο, δεν χαρτοπαίζω, δεν καπνίζω και δεν μου πέφτουν τα μαλλιά. Και όλα τα δόντια μου είναι δικά μου». Ο Κουίν θα πρέπει να έλπιζε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, αντίθετα όμως, τα λόγια του έκαναν την Κλίο σχεδόν να βουρκώσει. «Θα καταστρεφόσουν, Κουίν. Άκουσες τι είπε ο παππούς μου. Θα ερχόταν στο Υπουργείο Εξωτερικών και θα σε απέλυε. Θα έκανες εχθρό σου έναν εξαιρετικά ισχυρό άνθρωπο, θα ενοχλούνταν η κυβέρνηση και δεν θα έπαιρνες ποτέ προαγωγή. Και βέβαια, δεν θα γινόσουν ποτέ πρεσβευτής». «Και η λαίδη Κάρολαϊν», συνέχισε η Κλίο, θέλοντας απεγνωσμένα να αναφέρει τα πάντα ώστε να σταματήσει αυτήν την ιπποτική ανοησία και να σώσει τον Κουίν από τον εαυτό του. «Είναι η ιδανική σύζυγος για σένα. Τι θα γίνει μ’ αυτήν;» «Δεν έχω πει τίποτα ούτε σ’ εκείνη ούτε στον πατέρα της που θα τους έκανε να περιμένουν μια πρόταση γάμου. Δεν είμαι κατά κανέναν τρόπο δεσμευμένος». Της χαμογέλασε. «Κλίο, εσένα αγαπάω, όχι εκείνη». «Όμως εγώ έχω να μάθω τόσα πολλά για την καλή κοινωνία. Δεν έχω κανένα επίτευγμα να παρουσιάσω, καμία εμπειρία». «Ξέρεις ξένες γλώσσες και έχεις γερά νεύρα», αντέτεινε ο Κουίν. «Δεν βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση όταν είσαι σε ξένα μέρη και έχεις εξαιρετική υγεία. Μαθαίνεις γρήγορα. Κλίο, αγάπη μου, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να χαθεί η διπλωματική μου καριέρα. Αν συμβεί αυτό, έχω ένα κτήμα και επενδύσεις για να ζήσουμε. Δεν θα πεινάσουμε, Κλίο». «Δεν είναι αυτό που με ανησυχεί», είπε αόριστα εκείνη. «Γνωρίζω περισσότερες συνταγές για ρύζι και κοτόπουλο απ’ όσες μπορείς να φανταστείς. Μπορώ να κρατήσω το σπίτι με ψίχουλα». Η Κλίο συνειδητοποίησε τι έλεγε. «Πώς μπορώ να ρισκάρω να χαθεί το μόνο πράγμα που θέλεις πραγματικά στη ζωή σου, να καταστρέψεις την ευκαιρία να ξεφύγεις απ’ τον πατέρα σου, πράγμα που για σένα είναι τόσο σημαντικό;» «Ανακαλύπτω ότι όλα αυτά δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία πια», είπε ο Κουίν. «Τώρα ξέρω ποιος είμαι, ξέρω τι μπορώ να πετύχω. Χρειάζομαι μόνο εσένα, για να με ολοκληρώσεις. »Νόμιζα ότι με καθόριζε η τιμή μου, ότι θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να


γίνω καλύτερος άνθρωπος απ’ ό,τι με θεωρούσε ο πατέρας μου, πιο έντιμος απ’ ό,τι ήταν ο πραγματικός μου πατέρας. Τώρα ξέρω ότι το μόνο που έχει σημασία είναι να ακούω την καρδιά και τη συνείδησή μου. Σ’ αγαπώ, Κλίο. Μπορείς να με συγχωρήσεις;» Ήταν αλήθεια, η Κλίο το ήξερε βαθιά μέσα στην ψυχή της, στην καρδιά της. Ο Κουίν την αγαπούσε και ίσως να την αγαπούσε από καιρό. Ο Κουίν πάντα ήθελε να κάνει το σωστό και τώρα πονούσε κι εκείνη δεν το άντεχε αυτό. «Πώς θα μπορούσα να μην το κάνω;» τον ρώτησε και άνοιξε την αγκαλιά της. «Σ’ αγαπώ και σε αγαπούσα πολύ καιρό, Κουίν». Ο Κουίν αφέθηκε στην αγκαλιά της και την κράτησε σφιχτά. «Χτες το βράδυ έλπιζα. Φοβόμουν ότι ξεγελούσα τον εαυτό μου. Θα με παντρευτείς, Κλίο;» «Ναι». Ήταν υπόσχεση, ήταν όρκος και δεν υπήρχε τίποτα άλλο να πει καθώς το φιλί του Κουίν της έκοβε την ανάσα. *** «Αρκετά μ’ αυτές τις συναισθηματικές ανοησίες», έλεγε ο δούκας κοφτά μία ώρα αργότερα. «Θα φροντίσω να καταστραφείς, Ντέβερολ». «Όχι, δεν θα το κάνετε. Εκτός κι αν θέλετε να κάνετε τη ζωή της εγγονής σας ακόμα πιο δύσκολη». Ο Κουίν πήρε με κόπο το βλέμμα από τα μάτια της Κλίο. «Μπορείτε να καταστρέψετε την καριέρα μου, όμως δεν θα πεθάνουμε από την πείνα και η καλή κοινωνία λατρεύει τα ρομαντικά σκάνδαλα -η δική σας αξιοπρέπεια θα υποφέρει αν προσπαθήσετε να μας καταστρέψετε». «Εσύ, ο νόθος των Ντέβερολ, τολμάς να ρίχνεις τα μάτια σου στην εγγονή του Σεντ Όσιθ; Αν είναι ποτέ δυνατόν!» Ο δούκας κάθισε βαριά στην πολυθρόνα του. Ο Κουίν χαμογέλασε. «Είμαι και με το παραπάνω κατάλληλος για την κόρη ενός εκκεντρικού βαρονέτου και μιας λαίδης που κλέφτηκε και η οικογένειά της την αποκήρυξε». «Γιατί, που να πάρει;» ρώτησε ο δούκας. «Επειδή την αγαπώ», είπε ο Κουίν απλά. «Κι εγώ τον αγαπώ». Η Κλίο του κράτησε σφιχτά το χέρι. «Σταματήστε!» Ο Σεντ Όσιθ αναρίγησε. «Δεν το αντέχω. Εσείς οι δύο είστε μια συναισθηματική απογοήτευση, σαν κανένα ζευγάρι ανόητων χωρικών. Κλίο, δεν γνωρίζεις την καταγωγή αυτού του ανθρώπου». «Ναι, μου την είπε. Ούτε η δική μου καταγωγή είναι για να περηφανεύομαι. Εξάλλου, προτιμώ να παντρευτώ κάποιον που η αξία του βασίζεται


στην εξυπνάδα, στη σκληρή δουλειά και στην τιμή του, παρά κάποιον απ’ τους φίλους σου», είπε η Κλίο και έπιασε τον Κουίν αγκαζέ. Ο δούκας έμεινε για λίγο σιωπηλός προτού τραβήξει το κορδόνι του κουδουνιού. «Θα έπρεπε να είχα φωνάξει τους σταβλίτες μου και να είχα ζητήσει ένα μαστίγιο», είπε. Ο Κουίν πίεσε τον εαυτό του να χαλαρώσει τις γροθιές του. «Είστε ευπρόσδεκτος να δοκιμάσετε, αν και δεν μου αρέσει η ιδέα να χτυπήσω ανθρώπους που, απλώς, υπακούουν σε εντολές». «Χα!» Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Κράντον. «Εξοχότατε;» «Ένα μπουκάλι σαμπάνια. Το καλύτερο. Και τρία ποτήρια». Ο δούκας περίμενε να κλείσει η πόρτα πίσω από τον μπάτλερ. «Ελπίζω ότι ξέρω πότε πρέπει να σταματήσω να δίνω μια χαμένη μάχη. Σου εύχομαι καλή τύχη με την εγγονή μου, Ντέβερολ. Θα σου ψήσει το ψάρι στα χείλη». «Δεν θα επηρεάσεις το Υπουργείο Εξωτερικών ενάντια στον Κουίν;» ρώτησε η Κλίο. «Κλίο, σταμάτα», είπε ο Κουίν. «Δεν θα παρακαλέσω τον παππού σου να δείξει επιείκεια. Δεν θέλω τη βοήθειά του». «Εγώ θέλω τα χρήματά μου», αντέτεινε η Κλίο. «Τα χρήματα που μου έδωσε ο πατέρας μου». «Θα έχεις την προίκα της μητέρας σου», είπε κοφτά ο δούκας. «Και μην πάρουν αέρα τα μυαλά σου, Ντέβερολ». «Ούτε που θα μου περνούσε απ’ το μυαλό, εξοχότατε. Αυτά τα χρήματα ανήκουν στην Κλίο» «Θα παντρευτείτε στον Άγιο Γεώργιο σε τρεις μήνες». «Σε ένα μήνα και η Κλίο θα αποφασίσει το πού». Ο Κουίν είδε την Κλίο να δαγκώνει τα χείλη για να κρύψει το χαμόγελό της. «Στον Άγιο Γεώργιο. Θα είναι καλύτερο για την καριέρα του Κουίν να κάνουμε έναν ανοιχτό γάμο στο Λονδίνο. Και θα παντρευτούμε σε δυο βδομάδες». «Αυτό θα φανεί πολύ βιαστικό και θα δώσει τροφή σε σχόλια». «Όχι αν πείτε ότι ζήτησα το χέρι της Κλίο τη μέρα που σας την έφερα πίσω», είπε ο Κουίν. «Κι εσείς φυσικά θέλατε να κάνει πρώτα το ντεμπούτο της η ανιψιά σας, πριν ανακοινώσετε τους αρραβώνες. Απλώς να χαμογελάτε όταν θα το λέτε, εξοχότατε. Ποιος θα τολμούσε να το αμφισβητήσει;» «Κανείς, αν θέλουν το καλό τους. Λοιπόν, Κλίο. Το δωμάτιό σου είναι όπως το άφησες. Θέλω να μιλήσω στον Κουίν για τις λεπτομέρειες».


ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

«Πρέπει να μείνω εδώ;» «Φυσικά, Κλίο». Ο Κουίν έσκυψε και τη φίλησε. «Έχε του εμπιστοσύνη, γλυκιά μου», της ψιθύρισε στο αυτί. «Έμαθες να εμπιστεύεσαι εμένα. Θα είναι πιο εύκολο να εμπιστευθείς τον παππού σου». *** «Ορίστε, λαίδη Ντέβερολ, αυτό είναι το καινούργιο σας σπίτι». Ο Κουίν βοήθησε την Κλίο να κατεβεί από την άμαξα και έδειξε ένα σπίτι που βρισκόταν στη δασωμένη πλευρά του λόφου. «Καταφέρνει να είναι επιβλητικό και ζεστό ταυτόχρονα». Ήταν τέλειο. Ένα σπίτι. Με τον Κουίν. «Δεν έχω κάνει πολλά στο σπίτι, έλειπα τον περισσότερο καιρό, όμως μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις για να το κάνεις δικό σου». Ο Κουίν την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Δικό μας», είπε η Κλίο και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. «Θα μένω πολύ καιρό μόνη μου εδώ; Θα μπορώ να ταξιδεύω μαζί σου;» «Όχι όταν θα σώζω όμορφες γυναίκες από ξένες χώρες και θα τις φιλάω με πάθος με την ελπίδα να συμφωνήσουν να γίνουν κατάσκοποι», είπε ο Κουίν. «Σε άλλη περίπτωση ναι, φυσικά». «Ποτέ δε με φίλησες με πάθος», παραπονέθηκε η Κλίο. «Τότε δεν προσπαθούσα αρκετά σκληρά», είπε ο Κουίν και έκανε νόημα να φύγει η άμαξα. «Φυσικά, όταν θα έρθουν τα παιδιά, ίσως ν’ αποφασίσουμε να μην πηγαίνουμε πουθενά». «Άρα, λοιπόν, επιστρέφουμε στα φιλιά», είπε η Κλίο. Είχε ένα προαίσθημα ότι θα έπρεπε να ετοιμάσει σύντομα το παιδικό δωμάτιο, όμως ήταν πολύ νωρίς για να είναι σίγουρη. Ωστόσο, έτρεφε ελπίδες. «Το ελπίζω», είπε ο Κουίν. Την πήρε στην αγκαλιά του και βάλθηκε να τη φιλάει, μέχρι που ο κόσμος χάθηκε γύρω τους. «Έδιωξα για δυο μέρες το προσωπικό»», είπε ο Κουίν όταν ανέβηκαν τα σκαλοπάτια κι έφτασαν στην εξώπορτα. «Το φαγητό θα γίνεται μόνο του, το νερό θα ζεσταίνεται μόνο του, τα κρεβάτια θα στρώνονται μόνα τους, σαν να τα κάνουν όλα φαντάσματα». Τη σήκωσε στα μπράτσα του. «Ακόμα και οι πόρτες θα ανοίγουν μόνες τους», είπε και, ως διά μαγείας, η πόρτα άνοιξε. Στην Κλίο φάνηκε ότι άκουσε βιαστικά βήματα και πνιχτά γέλια, όμως δεν φαινόταν κανείς όταν μπήκαν σε ένα μεγάλο χολ στο οποίο κυριαρχούσε μια στριφογυριστή σκάλα. «Πεινάς;» ρώτησε ο Κουίν. «Μόνο για σένα».


«Σ’ αυτήν την περίπτωση, αφού σε απογοήτευσαν τα φιλιά μου...» «Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο!» «...σκοπεύω να σε γεμίσω φιλιά, όπως μου ζήτησες». Ο Κουίν διέσχισε το χολ και ανέβηκε τη σκάλα χωρίς την παραμικρή δυσκολία. Η Κλίο αποφάσισε ότι ήταν η πιο ρομαντική αίσθηση. Ο Κουίν άνοιξε με τον ώμο του μια πόρτα. «Η κρεβατοκάμαρά σου, λαίδη μου. Και, το πιο σημαντικό, το κρεβάτι σου». Κατόπιν η Κλίο ούτε που θυμόταν το πώς την έγδυσε και άρχισε να τη φιλάει. Τα δικά του ρούχα φάνηκαν να εξαφανίστηκαν επίσης, αν και αργότερα βρήκε το πουκάμισό του σκισμένο. Το μυαλό της είχε θολώσει με τον πιο υπέροχο τρόπο όταν ο Κουίν σταμάτησε να τη φιλάει στα χείλη και βάλθηκε να τη φιλάει στο λαιμό, στον ώμο και ύστερα στα στήθη. Ζούσε την απόλυτη ευτυχία. Ο Κουίν θα μπορούσε να συνεχίσει να τη φιλάει και να τη δαγκώνει απαλά και θα τη συγκλόνιζε ο ένας οργασμός μετά τον άλλον, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Όμως ο Κουίν άφησε τα στήθη της ακριβώς τη στιγμή που εκείνη κύρτωνε το κορμί της ώστε να τον διευκολύνει να τα φιλήσει. Ο Κουίν βάλθηκε να φιλάει τα πλευρά της, πέρασε τη γλώσσα του απ’ τον αφαλό της, βρήκε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο στο γοφό της κι ύστερα συνέχισε στο αριστερό πόδι της. «Τι κάνεις;» ρώτησε εκείνη και κατάφερε να στηριχτεί στους αγκώνες της, ενώ ο Κουίν φιλούσε τα δάχτυλα των ποδιών της. «Σε φιλάω», απάντησε ο Κουίν και μετακινήθηκε στο δεξί πέλμα της. «Κατά τα φαινόμενα, πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο, αφού έχεις ακόμα τις αισθήσεις σου». Η πίσω πλευρά του δεξιού της γονάτου γαργαλιόταν τόσο έντονα όσο και η πίσω πλευρά του αριστερού. Ο αριστερός γοφός της ήταν εξίσου ευαίσθητος. Κι ύστερα ο Κουίν πήρε θέση ανάμεσα στα πόδια της κι άρχισε να της δίνει τα πιο ερωτικά φιλιά. Από τα χείλη της ακούγονταν λυγμοί ηδονής, όμως ο Κουίν ήταν αμείλικτος. Έμοιαζε να ξέρει ακριβώς πότε επρόκειτο να την οδηγήσει στην κορύφωση. Ο κόσμος χάθηκε όταν ο Κουίν άρχισε να της κάνει έρωτα μέχρι που έφτασαν μαζί σε έναν εκρηκτικό οργασμό. *** «Κλίο;» Ο Κουίν τεντώθηκε αργά, ηδονικά, και κοίταξε τη σύζυγό του. «Μμ;» «Σ’ αγαπώ». Του ήταν πολύ εύκολο να πει αυτές τις δύο λέξεις όταν ήταν οι μόνες που χρειαζόταν για να βγάλει νόημα από τον κόσμο.


«Το ελπίζω, μετά απ’ αυτό», είπε εκείνη και τον φίλησε στο στέρνο. «Σου έχω πει τελευταία ότι σ’ αγαπώ κι εγώ;» «Σαν κάτι να θυμάμαι». «Είσαι ευτυχισμένος;» «Ω, ναι. Περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα να περιγράψω». «Αλήθεια;» Η Κλίο σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και γεμάτα αγάπη. «Αλήθεια. Έχε μου εμπιστοσύνη σ’ αυτό, Κλίο». «Εμπιστοσύνη σ’ εσένα, αγάπη μου; Πάντα».


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ Τα στρατιωτικοπολιτικά γεγονότα στην Αίγυπτο που περιγράφονται σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι τόσο ακριβή όσο κατάφερα να τα αποδώσω και ο Ναπολέων όντως υποσχέθηκε στους ταλαιπωρημένους άντρες του του Στρατού της Ανατολής μια καραβιά διασκεδαστές προκειμένου να τους ανεβάσει το ηθικό! Οι αξιωματικοί που κατέχουν βαθμό στρατηγού και πάνω είναι υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα, όλοι οι υπόλοιποι είναι δημιουργήματα της φαντασίας μου. Προτίμησα να αναφέρω τα τοπωνύμια έτσι όπως τα γνώριζαν οι Ευρωπαίοι της εποχής, χρησιμοποιώντας ως οδηγό ένα χάρτη του δέκατου ένατου αιώνα. Παραθέτω εδώ τα σύγχρονα αντίστοιχό τους, με τη σειρά εμφάνισής τους στην ιστορία μου. Κουμ Όμπο — Κομ Όμπο Σεκ Αμέρ — Νταράου Κεν — Κένα Κοσέιρ — Κοσίρ ή Κουσέιρ Μπενισουέφ — Μπενί Σουέφ Ντασούρ — Νταχσούρ Τόρα — σήμερα τμήμα του νότιου Καΐρου Ελκάτα — Ελ Χατάτμπα


ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ  
ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ  
Advertisement