Page 1


Σημείωμα της συγγραφέως Το να σου ζητάνε να γράψεις για ένα μέρος που γνωρίζεις καλά και το αγαπάς είναι σπάνιο προνόμιο, έτσι δε χρειάστηκε να το σκεφτώ δεύτερη φορά όταν μου προτάθηκε να γράψω ένα μυθιστόρημα με ήρωες τους αληθινούς ενοίκους του Γουίμπολ Χολ, μιας μεγαλόπρεπης έπαυλης στο Κέμπριτζσιρ της Αγγλίας, που σήμερα βρίσκεται υπό την αιγίδα της Εθνικής Εταιρείας Προστασίας Φυσικής και Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς. Όλα όσα διάβασα για την οικογένεια Γιορκ, οι οποίοι έζησαν στο Γουίμπολ Χολ στις αρχές του 19ου αιώνα, με έπεισαν ότι πρέπει να ήταν υπέροχοι άνθρωποι και ήξερα πως ο ήρωας και η ηρωίδα μου θα απολάμβαναν επίσης τη συντροφιά τους. Ελπίζω να απολαύσετε κι εσείς την εξερεύνηση του Γουίμπολ Χολ και του πανέμορφου πάρκου του παράλληλα με την Ίζομπελ και τον Τζάιλς που ερωτεύονται ο ένας τον άλλο. Είναι ένας έρωτας που μοιάζει καταδικασμένος, όμως τότε -όπως και σήμερα- το Γουίμπολ Χολ διαθέτει μία συγκεκριμένη μαγεία, και τα πράγματα ίσως να μην είναι τόσο άσχημα όσο δείχνουν!


Louise Allen

ΦΗΜΕΣ

Μετάφραση: Βασιλειάνα Ζηκίδη

ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438,210 3629 723 www.arlekin.gr


Στο προσωπικό του Γουίμπολ Χολ, οι οποίοι υπήρξαν ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών και εξαιρετικά υπομονετικοί με τις αμέτρητες ερωτήσεις μου.


Τίτλος πρωτοτύπου: Rumors © 2013 Melanie Hilton © 2015 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN BOOKS S.A. All rights reserved. Το λογότυπο ΑΡΛΕΚΙΝ και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Βασιλειάνα Ζηκίδη Επιμέλεια: Έλενα Γιαννούλα Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISSN 1108-4324 ΚΛΑΣΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 345 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


Κεφάλαιο 1

2 Φεβρουάριου 1801 Παλιός Δρόμος του Βορρά, Κέμπριτζσιρ Η άμαξα ταρακουνήθηκε και ταλαντεύτηκε -ήταν ένας σχεδόν ευπρόσδεκτος περισπασμός από την ακατάσχετη, χαρούμενη φλυαρία που είχε πιάσει την καμαριέρα της Ίζομπελ από τότε που βγήκαν από το Λονδίνο. «Στην πραγματικότητα, δεν είναι εξορία, σωστά, κυρά μου; Η μητέρα σας είπε ότι πηγαίνετε στην επαρχία για την υγεία σας». «Ντόροθι, ξέρω ότι θέλεις να μου φτιάξεις τη διάθεση, όμως εξορία είναι ακριβώς η λέξη που μπορεί να το περιγράψει», αποκρίθηκε η λαίδη Ίζομπελ Τζέρβις, κοιτώντας με συγκαλυμμένη αγανάκτηση την παχουλή νεαρή γυναίκα. «Με το να το αποκαλούμε “ταξίδι στην επαρχία”, απλώς κουκουλώνουμε την αλήθεια με το μανδύα της ευγένειας. Στην επαρχία καταφεύγουν οι τζέντλεμαν, όταν πρέπει να το σκάσουν από το Λονδίνο για ν’ αποφύγουν τους πιστωτές τους. Εγώ εκδιώχτηκα πέφτοντας σε δυσμένεια, και αυτό λέγεται εξορία. Αν μιλούσαμε για ένα αισθηματικό μυθιστόρημα, το γεγονός ότι αυτή είναι μία άδικη τιμωρία θα περιέβαλλε την όλη κατάσταση με μια ρομαντική λάμψη. Όμως δεν πρόκειται για μυθιστόρημα». Στύλωσε το βλέμμα έξω από το παράθυρο της άμαξας, στους αγρούς που απλώνονταν κυματίζοντας ελαφρά κάτω από το ψιλόβροχο. Στην πραγματικότητα, η αδικία μεγάλωνε απλώς το θυμό και τη δυστυχία της. Είχε βρει καταφύγιο στην επαρχία άλλη μια φορά στο παρελθόν, αλλά τότε ήταν μια πράξη απολύτως δικαιολογημένη, απαραίτητη και ολοκληρωτικά δική της επιλογή. Τώρα όμως δεν ίσχυε τίποτε από τα παραπάνω. «Μόλις περάσαμε την πινακίδα για το Κέμπριτζ», παρατήρησε κεφάτα η Ντόροθι. Από τότε που ξέσπασε το σκάνδαλο, διατηρούσε την ίδια εκνευριστικά ενθουσιώδη στάση· η Ιζομπελ ήταν πεπεισμένη πως η καμαριέρα της δεν είχε ακούσει λέξη απ’ όσα της είχε πει. «Αν είναι έτσι, τότε δεν πρέπει να είμαστε πολύ μακριά από το Γουίμπολ


Χολ». Η Ίζομπελ έβγαλε τα χέρια της από τη ζεστασιά της γούνινης κουβέρτας κι έπιασε το ρολόι της άμαξας που ήταν κρεμασμένο σ’ ένα γάντζο. «Είναι σχεδόν δύο η ώρα. Φύγαμε από την Μπέρκλι Στρητ λίγο πριν από τις οκτώ το πρωί, σταματήσαμε μία ώρα περίπου για να γευματίσουμε και ν’ αλλάξουμε άλογα, οπότε έχουμε κάνει καλό χρόνο». «Και η βροχή έχει κοπάσει», επισήμανε η Ντόροθι, αποφασισμένη να βρει άλλον ένα λόγο για να χαρεί. «Πράγματι. Θα φτάσουμε όσο είναι μέρα ακόμη, και στεγνοί». Η άμαξα επιβράδυνε και στη συνέχεια έστριψε κατευθυνόμενη προς μία επιβλητική πύλη. Από τη θέση της στην αριστερή πλευρά του οχήματος, η Ίζομπελ διέκρινε τον τούβλινο όγκο ενός πανδοχείου με μια πινακίδα να κρέμεται μπροστά στην είσοδο. «Αυτό εκεί είναι το Χάρντγουικ Αρμς -τουλάχιστον βρισκόμαστε στο σωστό μέρος». Καθώς διέσχιζαν την πύλη, η Ίζομπελ κοίταζε τη θέα απ’ το παράθυρο με αυξημένο ενδιαφέρον· το μέρος αυτό θα γινόταν το σπίτι της για τους επόμενους δύο μήνες. Το διάσπαρτο από δέντρα πάρκο ανηφόριζε με μια ελαφριά κλίση στα αριστερά της. Διέκρινε φευγαλέα ένα μικρό πέτρινο κτίσμα στην κορυφή ενός χαμηλού λόφου και μετά, καθώς η άμαξα έστριψε, η έπαυλη φάνηκε μπροστά της. «Επιτέλους!» αναφώνησε κάπως άκομψα η Ντόροθι. «Είναι το μεγαλύτερο σπίτι της κομητείας», επισήμανε η Ίζομπελ. «Σκεφτόμουν ότι θα είναι ένα μικρό παλάτι, απ’ όσα μου είχε πει η μαμά, αλλά φαίνεται παραδόξως φιλόξενο, δε νομίζεις; Μοιάζει αρκετά με το σπίτι μας, το Μπάιθορν Χολ». Σίγουρα δεν ήταν μία απλή έπαυλη, ωστόσο το κόκκινο τούβλο φαινόταν ζεστό μέσα στην ψύχρα και την υγρασία του Φλεβάρη. Η άμαξα σταμάτησε μπροστά σε δύο ελικοειδείς σκάλες που οδηγούσαν στην είσοδο της έπαυλης. Υπερβολικά σύντομα. Η Ίζομπελ πολέμησε το ξαφνικό κύμα πανικού. Ο κόμης και η κόμισσα του Χάρντγουικ της είχαν προσφέρει καταφύγιο για χάρη της παλιάς φιλίας με τους γονείς της -ο Φίλιπ Γιορκ, ο τρίτος κόμης, είχε γνωριστεί με τον πατέρα της, τον κόμη του Μπάιθορν, στην Οξφόρδη-, επομένως δεν της ήταν εντελώς άγνωστοι, μονολόγησε μέσα της, έστω κι αν είχαν αρκετά χρόνια να ιδωθούν. «Θέλω η συμπεριφορά σου να είναι άψογη, Ντόροθι», προειδοποίησε την καμαριέρα της. «Ο κόμης διορίστηκε αντιβασιλέας της Ιρλανδίας, οπότε σύντομα θα είναι εκπρόσωπος του βασιλιά». «Ξένη χώρα, αυτό είναι η Ιρλανδία», είπε ρουθουνίζοντας η Ντόροθι, «οπότε μην το δένετε και κόμπο».


«Αποτελεί πλέον τμήμα του νεοσύστατου Ηνωμένου Βασιλείου», είπε αποφασιστικά η Ίζομπελ. «Διασκέδασες με τους εορτασμούς για την ένωση στις αρχές του χρόνου -μην υποκρίνεσαι ότι δεν το χάρηκες! Οφείλω να ομολογήσω ότι θα ήθελα να δω το Δουβλίνο όταν μετακομίσουν εκεί ο κόμης με την κόμισσα τον Απρίλιο, όμως τότε θα έχουν να ανησυχούν για πολύ πιο σημαντικά πράγματα από μία φιλοξενούμενη». Στην πραγματικότητα, ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους του λόρδου Χάρντγουικ και της Ελίζαμπεθ, της ευφυούς διανοούμενης κόμισσας του, να προσφέρουν άσυλο στην ατιμασμένη θυγατέρα του παλιού τους φίλου σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της ζωής τους. Μπορεί να εξυπηρετούσε τους Τζέρβις η διάδοση της φήμης ότι η Ίζομπελ βοηθούσε την κόμισσα με τις προετοιμασίες της μετακόμισης, όμως η ίδια ήταν σίγουρη ότι η παρουσία της εκεί θα αποτελούσε μάλλον περισπασμό παρά βοήθεια. Η Ίζομπελ ήθελε να καταφύγει στην όμορφη έπαυλη της φίλης της, Τζέιν Νίνταμ, στα βάθη της επαρχίας του Χέρεφορντσιρ. Το αρχοντικό ήταν απόμερο, ασφαλές και γεμάτο ζεστασιά και αγάπη. Όμως η μητέρα της ήταν ανένδοτη: εφόσον το σκάνδαλο ανάγκαζε την κόρη της να εγκαταλείψει το Λονδίνο, τότε θα έπρεπε να το κάνει πολύ επιδεικτικά, κάτω από την προστασία μιας κορυφαίας αριστοκρατικής οικογένειας. Οι πόρτες της κεντρικής εισόδου άνοιξαν και μερικοί υπηρέτες κατέβηκαν τα σκαλιά. Η Ντόροθι άρχισε να μαζεύει τις εσάρπες και τα τσαντάκια τους, που ήταν αφημένα εδώ κι εκεί μέσα στην άμαξα, ενώ η Ίζομπελ έδενε τις κορδέλες του μπονέ της κάτω από το σαγόνι της και πάσχιζε να πάρει μια ατάραχη, επιτηδευμένη στάση. Ήταν πολύ αργά πλέον για να κάνει πίσω· η πόρτα της άμαξας άνοιξε κι ένας υπηρέτης της πρόσφερε το μπράτσο του. Η Ίζομπελ ίσιωσε την πλάτη, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως τα ρίγη που διέτρεχαν τη ραχοκοκαλιά της οφείλονταν αποκλειστικά στην ψύχρα του Φλεβάρη και ανέβηκε τα σκαλιά μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. «Αγαπημένη μου Ίζομπελ! Το κρύο έκανε τα μάγουλά σου να ροδίσουν. Επίτρεψέ μου να σε φιλήσω». Το χολ της έπαυλης έμοιαζε πλημμυρισμένο με κόσμο, ωστόσο η ζεστή φωνή της λαίδης Χάρντγουικ ήταν ένα στιγμιαίο τονωτικό που της έφτιαξε τη διάθεση και της έδωσε κουράγιο. «Τι απαίσια μέρα ήταν η σημερινή, κι όμως καταφέρατε να φτάσετε τόσο γρήγορα!» Η λαίδη Χάρντγουικ την πρόλαβε προτού κάνει την καθιερωμένη υπόκλιση, έτσι η Ίζομπελ ανταπέδωσε με όλη της την καρδιά το αγκάλιασμά


της. «Σας ευχαριστώ, κυρία. Ήταν ένα ήσυχο ταξίδι, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι αισθάνομαι μεγάλη ανακούφιση που επιτέλους φτάσαμε». «Σε παρακαλώ να μη με αποκαλείς κυρία. Μπορείς να με φωνάζεις ξαδέρφη Ελίζαμπεθ, καθώς είμαστε συγγενείς, ξέρεις, αν και μακρινές, από την πλευρά της μητέρας σου. Έλα να χαιρετήσεις το σύζυγό μου. Είστε παλιοί φίλοι, θαρρώ». «Λόρδε μου...» Αυτή τη φορά πρόλαβε να υποκλιθεί στον αδύνατο άντρα με τα μεγάλα σκούρα μάτια και το ειλικρινές, έξυπνο πρόσωπο. Ο Φίλιπ Γιορκ κόντευε τα πενήντα, θυμήθηκε η Ίζομπελ, όμως η πρόσχαρη έκφρασή του τον έκανε να φαίνεται νεότερος. «Καλώς όρισες στο Γουίμπολ Χολ, αγαπητή μου Ίζομπελ». Της έπιασε τα χέρια και της χαμογέλασε. «Τι όμορφη νεαρή δεσποινίδα έχεις γίνει, μα την αλήθεια! Πράγματι έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από την τελευταία φορά που σε είδα;» «Μάλιστα, κύριε. Από την κηδεία του Λούκας... του λόρδου Νίνταμ». Μόλις το ξεστόμισε, η Ίζομπελ δαγκώθηκε. Το πρόσωπο του οικοδεσπότη της συννέφιασε από αμηχανία, καθώς της είχε θυμίσει το θάνατο του αρραβωνιαστικού της, κι εκείνη βιάστηκε να συνεχίσει: «Είναι ευχάριστο που σας συναντώ ξανά κάτω από πιο χαρούμενες συνθήκες -μπορώ να σας συγχαρώ για το διορισμό σας ως αντιβασιλέα της Ιρλανδίας;» «Σ’ ευχαριστώ, αγαπητή μου», είπε με ένα χαμόγελο εκείνος, αναγνωρίζοντας τη διακριτική αλλαγή θέματος. «Είναι μεγάλη τιμή, και μπορώ μόνο να ελπίσω πως είμαι αντάξιός της». Πίσω του ο ένας από τους δύο άντρες που στέκονταν πλάι στον μπάτλερ μετακινήθηκε ανεπαίσθητα. «Επίτρεψέ μου να σου συστήσω τους υπόλοιπους καλεσμένους μας». Ο κόμης στράφηκε και τους έκανε νόημα να προχωρήσουν μπροστά. «Από δω ο κύριος Σόαν, που κάνει εξαιρετική δουλειά με το σπίτι μας, και ο κύριος Χάρκερ, που είναι επίσης αρχιτέκτονας και βοηθάει τον κύριο Σόαν σε κάποια σχέδιά του για βελτιώσεις στον περίβολο. Κύριοι, η λαίδη Ίζομπελ Τζέρβις, κόρη του παλιού μου φίλου, κόμη του Μπάιθορν». «Μιλαίδη...» Οι δύο άντρες υποκλίθηκαν σαν ένας άνθρωπος. Η Ίζομπελ ένιωθε αρκετά σίγουρη πως είχε καταφέρει να κλείσει το στόμα της που έχασκε, μέχρι να σταθούν ξανά ευθυτενείς. Ο κύριος Σόαν ήταν περίπου πενήντα χρόνων, μελαχρινός, με μακρουλό πρόσωπο και τριγωνικό σαγόνι· θα τον χαρακτήριζες περισσότερο αρχοντικό παρά όμορφο. Αναμφίβολα, όμως, ο κύριος Χάρκερ ήταν ο πιο ωραίος άντρας που είχαν δει ποτέ τα μάτια της. Όχι πως είχε χρόνο για όμορφους άντρες αυτή την εποχή, όμως ακόμη


και μια γυναίκα που είχε δώσει όρκο να απορρίπτει εσαεί το αντρικό φύλο μπορούσε να συγκλονιστεί από την όψη αυτού του άντρα. Ήταν, πολύ απλά, η τελειότητα προσωποποιημένη -εκτός κι αν κάποιος θεωρούσε μόνο τα ξανθά μαλλιά σύμβολο αληθινού αντρικού κάλλους. Ήταν ψηλός, μυώδης, με συμμετρικές αναλογίες. Τα πυκνά χρυσοκάστανα μαλλιά του, που σγούραιναν ελαφρά, ήταν λίγο πιο μακριά από το συνηθισμένο. Τα σμιλεμένα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν κλασικής ομορφιάς και τα μάτια του πράσινα, κάτι ανάμεσα στην απόχρωση της ανταριασμένης θάλασσας και των δέντρων σ’ ένα ξέφωτο, συλλογίστηκε η Ίζομπελ παρασυρμένη από μια ποιητική έξαρση. Ήταν εξωφρενικό να έχει ένας άντρας τέτοια εμφάνιση, σκέφτηκε, ενώ οι τρεις τους αντάλλασσαν μουρμουριστά χαιρετισμούς. Ήταν υπερβολικό να είναι τόσο όμορφος, σε κάθε χαρακτηριστικό του. Δεν μπορεί, κάτι θα πρέπει να ήταν στραβό πάνω του. Ίσως δεν ήταν έξυπνος -μολονότι σε αυτή την περίπτωση ο κόμης δε θα τον προσλάμβανε ποτέ, και ο κύριος Σόαν, που είχε μια αξιοσέβαστη φήμη να διαφυλάξει και που είχε εργαστεί προηγουμένως για τον Φίλιπ Γιορκ στο Χάμελς Παρκ προτού εκείνος κληρονομήσει τον τίτλο του κόμη, δε θα συνεργαζόταν με έναν ανόητο. Ίσως ήταν αντικοινωνικός ή θηλυπρεπής, ή είχε ψιλή, τσιριχτή φωνή ή άσχημα δόντια ή ιδρωμένη παλάμη... «Λαίδη Ίζομπελ», είπε εκείνος, με μια φωνή που της έφερε στο νου μέλι, και μ’ ένα χαμόγελο που άφησε να φανούν τα τέλεια δόντια του. Της έσφιξε το χέρι σε σύντομη, στιβαρή χειραψία. Τελειότητα και πάλι. Η Ίζομπελ ξεροκατάπιε, ταραγμένη με το αναπάντεχο κύμα έλξης που την πλημμύρισε όταν τον κοίταξε. Φυσικά, ήταν μια καθαρά σωματική αντίδραση -γυναίκα ήταν, όχι φτιαγμένη από πέτρα! Ίσως ήταν βαρετός· ναι, αυτό μάλλον. Θα μιλούσε ώρες ολόκληρες στο δείπνο για την αναπαραγωγή των σπάνιελ ή για το σύστημα αποχέτευσης ή για τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που έχουν τα δηλητηριώδη μανιτάρια. Ωστόσο, το τέλειο χαμόγελο δεν είχε φτάσει μέχρι τα μάτια του και η βαθιά βελούδινη φωνή του δεν ήταν καθόλου ζεστή. Ήταν ντροπαλός ίσως; Οι δύο αρχιτέκτονες οπισθοχώρησαν καθώς η κόμισσα έδινε οδηγίες στον μπάτλερ και ο κόμης ρωτούσε λεπτομέρειες για το ταξίδι της. Η Ίζομπελ συνειδητοποίησε πως μπορούσε να βλέπει το προφίλ του κύριου Χάρκερ όσο μιλούσαν, από ένα μεγάλο καθρέφτη που κρεμόταν στον τοίχο. Πώς στην ευχή μπορεί να ένιωθε ένας άνθρωπος τόσο όμορφος; Δεν


ήταν ένα πρόβλημα που είχε αντιμετωπίσει ποτέ η ίδια καθώς, ενώ ήξερε πως ήταν αρκετά ελκυστική -συνήθως την περιέγραφαν ως κομψή και γοητευτική-, δεν ήταν και καμιά καλλονή. Κοίταζε επίμονα και εξεταστικά το προφίλ του ενώ αναρωτιόταν πού ήταν κρυμμένα τα ελαττώματα και οι αδυναμίες του. Τότε, πρόσεξε ότι τα υπέροχα πράσινα μάτια του ήταν στυλωμένα κάπου και, ακολουθώντας την κατεύθυνση του βλέμματός του, είδε τη δική της αντανάκλαση στη γυάλινη επιφάνεια ενός πίνακα. Κάρφωνε με τον πιο επαίσχυντο τρόπο το βλέμμα της στον κύριο Χάρκερ, κι εκείνος την παρακολουθούσε να το κάνει! Με αργές κινήσεις στράφηκε ανεπαίσθητα ώστε να τον αντικρίζει κατάματα. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά και η Ίζομπελ ένιωσε ένα χείμαρρο περίπλοκων συναισθημάτων να την κατακλύζει. Σωματική έλξη, φυσικά, αλλά και περιέργεια, και μια παράξενη αίσθηση αναγνώρισης επίσης. Τα μάτια του, τόσο υπνωτικά και βαθιά πράσινα, φανέρωναν μια αντίστοιχη επίγνωση, απορία και, κατά έναν αινιγματικό τρόπο, μια σκοτεινιά που έφτανε μέχρι τα βάθη της ψυχής της. Μοναξιά; Θλίψη; Η σκέψη αυτή πέρασε από το μυαλό της για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου προτού ανοιγοκλείσουν και οι δύο τα βλέφαρά τους. Η Ίζομπελ κατέπνιξε την έλξη που ένιωσε και επικεντρώθηκε στο εξευτελιστικό κοινωνικό ατόπημα του να τη συλλάβουν να καρφώνει αδιάκριτα με το βλέμμα της έναν άντρα. Έναν άντρα που έκανε ακριβώς το ίδιο σ’ εκείνη. Το καλογυαλισμένο μαρμάρινο δάπεδο δεν άνοιξε φυσικά να την καταπιεί. Με όση δύναμη θέλησης διέθετε, η Ίζομπελ προσπάθησε να διώξει το κοκκίνισμα που ένιωθε ν’ ανεβαίνει στα μάγουλά της και να χαμογελάσει αμυδρά. Ήταν και οι δύο αρκετά ώριμοι ώστε να προσπεράσουν το περιστατικό με ανεκτή ψυχραιμία. Περίμενε να δει από την πλευρά του μια αντρική αυταρέσκεια σε συνδυασμό με το φλερτ, ή ένα μετανοημένο βλέμμα για το γεγονός ότι είχαν πιαστεί να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο. Αυτό που δεν περίμενε να δει ήταν τα περίπλοκα και βασανιστικά συναισθήματα που είχε διακρίνει μια στιγμή πριν στα μάτια του να μετατρέπονται σε ολοκάθαρη ψυχρότητα. Η έκφραση στο πρόσωπο του κυρίου Χάρκερ δεν ήταν απλώς αλαζονική, αλλά ψυχρή και απορριπτική. Αναμφίβολα ήθελε να την κάνει να νιώσει σαν ανόητη κοπελίτσα που την είχαν πιάσει να κοιτάζει με δέος έναν όμορφο άντρα. Ε, λοιπόν, δεν ήταν κάτι τέτοιο! Η Ίζομπελ ύψωσε αποφασιστικά το πιγούνι της και του ανταπέδωσε το βλέμμα με παγερή περιφρόνηση. Μα τι


ανυπόφορη αλαζονεία! Βρισκόταν στο σπίτι μόλις πέντε λεπτά, είχαν ανταλλάξει με το ζόρι δυο λέξεις, και ήδη εκείνος την είχε αντιπαθήσει. Δε γνωρίζονταν καν - ποιος νόμιζε ότι ήταν και την κοίταζε έτσι; Μήπως πίστευε πως η ωραία εμφάνιση του χάριζε κάποια θεϊκή υπεροχή και πως εκείνη ήταν κατώτερή του; Σίγουρα θα είχε επάνω του ένα μονόκλ με το οποίο εξέταζε χωρίς κανέναν ενδοιασμό τις γυναίκες που τον έλκυαν. «Πάμε επάνω, στο δωμάτιό σου;» «Φυσικά, κυρία... ξαδέρφη Ελίζαμπεθ», απάντησε η Ίζομπελ με το πιο θερμό χαμόγελο που μπορούσε να επιστρατεύσει. «Κύριοι...» Έκλινε ελαφρά το κεφάλι της στον κόμη και στον κύριο Σόαν που συζητούσαν μεταξύ τους, αγνόησε τον κύριο Χάρκερ και ακολούθησε την οικοδέσποινά της διασχίζοντας το χολ της εισόδου μέχρι τη μεγάλη σκάλα. Το υπεροπτικό του ύφος, περισσότερο απ’ όλα, την έκανε να νιώθει κατάφωρα αδικημένη. Ποιο στην ευχή ήταν το λάθος της και οι άντρες τής φέρονταν έτσι; Την ίδια στιγμή σκόνταψε στο πρώτο σκαλί και μάλωσε τον εαυτό της. Δεν είχε κάνει τίποτε για ν’ αξίζει αυτή τη συμπεριφορά απλώς οι άντρες ήταν ανίκανοι να δεχτούν πως μια γυναίκα μπορεί και να μην τους θεωρούσε τέλειους από κάθε άποψη! Μια ανεπαίσθητη οσμή φρέσκιας μπογιάς και γύψου υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα και η Ίζομπελ έριξε μια ματιά γύρω της καθώς ανέβαιναν. «Ο κύριος Σόαν έχει κάνει εκπληκτική δουλειά για μας, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών σ’ αυτή τη σκάλα», σχολίασε η κόμισσα καθώς έφταναν στο κεφαλόσκαλο του πρώτου ορόφου. Δε φαινόταν να έχει προσέξει πως η επισκέπτριά της ήταν εκνευρισμένη, ή ίσως να σκεφτόταν ότι ήταν απλώς κουρασμένη από το ταξίδι. «Υπήρχε ένα παράθυρο με θέα σε μια εσωτερική αυλή, η οποία πλέον κλείστηκε με τοίχους και στεγάζει το λουτρό με πισίνα του συζύγου μου, κι έτσι ο κύριος Σόαν άνοιξε στη θέση του αυτό τον υπέροχο φεγγίτη». Έδειξε ψηλά, πάνω από την περίστυλη βεράντα, προς το ταβάνι όπου φαίνονταν τα γκρίζα σύννεφα να τρέχουν γοργά στον ουρανό. Πέρασαν μέσα από μια δίφυλλη πόρτα σ’ έναν προθάλαμο και μετά έκαναν αριστερά σ’ ένα δωμάτιο με ένα τεράστιο αψιδωτό παράθυρο που είχε πανοραμική θέα σε όλο το πάρκο. «Αυτό είναι το καθιστικό σου. Η θέα είναι υπέροχη, όταν ο ουρανός είναι καθαρός». Η λαίδη Χάρντγουικ στράφηκε και ατένισε το δωμάτιο με ένα σχεδόν θλιμμένο χαμόγελο. «Κάποτε, εδώ βρισκόταν η άκρη της Μεγάλης Πινακοθήκης, που εκτεινόταν από το μπροστινό ως το πίσω μέρος του σπιτιού, μέχρι που ο κύριος Σόαν μετέφερε το Κίτρινο Σαλόνι σε μια πρώην αυλή, και μετά βέβαια οι σκάλες έπρεπε να αναδιαμορφωθούν. Μου


φαίνεται σαν να ζούμε χρόνια ολόκληρα πλάι πλάι με τους μάστορες». Αναστέναξε και κοίταξε ολόγυρά της. «Μόλις είχαμε φτιάξει το Χάμελς Παρκ όπως το θέλαμε, και μετά ο θείος του Φίλιπ πέθανε και κληρονόμησε τον τίτλο, και έπρεπε να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή εδώ, δέκα χρόνια πριν». «Ωστόσο, το σπίτι είναι πανέμορφο». Ακούγοντας θόρυβο από το διπλανό δωμάτιο, η Ίζομπελ πλησίασε στην εσωτερική πόρτα και διαπίστωσε πως η κρεβατοκάμαρά της είχε εξίσου όμορφη θέα προς το νότο. Η Ντόροθι έκανε μια υπόκλιση, όταν οι δύο κυρίες προχώρησαν μέσα στην κάμαρα, και βιάστηκε να μπει στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας για να συνεχίσει το ξεπακετάρισμα. Η Ίζομπελ είδε πως οι παντόφλες της βρίσκονταν ήδη μπροστά στο τζάκι για να ζεσταθούν, και το νυχτικό της ήταν απλωμένο στα πόδια του κρεβατιού. «Η Κάθριν, η Aνν και ο Φίλιπ θα στενοχωρηθούν που δεν ήταν εδώ να σε υποδεχτούν». Η κόμισσα επιθεώρησε το δωμάτιο, μετακινώντας ένα βάζο πάνω στο περβάζι του τζακιού και ελέγχοντας τους τίτλους των βιβλίων που ήταν ακουμπισμένα δίπλα στο κρεβάτι. «Δεν περιμέναμε να φτάσεις τόσο γρήγορα μ’ αυτό τον καιρό, έτσι μετά το γεύμα πήγαν να επισκεφθούν την παλιά τους γκουβερνάντα στο Ρόιστον». «Ξαδέρφη Ελίζαμπεθ...» Κυριευμένη από μια ξαφνική παρόρμηση, η Ίζομπελ έκλεισε την πόρτα της γκαρνταρόμπας κι έπιασε την κόμισσα από το χέρι, έτσι ώστε να μπορεί να την κοιτάξει στο πρόσωπο. «Ξέρω ότι μας έγραψες πως πιστεύεις την εκδοχή μου για το περιστατικό -όμως ήταν μόνο λόγω της φιλίας σου με τη μαμά; Θέλω να μου μιλήσεις ειλικρινά, χωρίς να προσπαθήσεις να φανείς ευγενική. Η μαμά επέμεινε ότι ποτέ δε θα εξέθετες τις κόρες σου σε μια νεαρή γυναίκα που συμμετείχε σ’ ένα πραγματικό όργιο, όμως δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι αν σκέφτεσαι ότι δεν μπορεί να υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Πιστεύεις ότι είμαι απολύτως αθώα όσον αφορά αυτό το σκάνδαλο; Νιώθω τόσο αμήχανα όταν σκέφτομαι πως ίσως τρέφεις ενδοιασμούς για το συγχρωτισμό μου με τις κόρες σου». Σταμάτησε να μιλάει απότομα, φοβούμενη ότι φλυαρούσε. Το δίχως άλλο έφταιγε η ενοχή της για τις κρυφές αμαρτίες του παρελθόντος, όμως το συγκεκριμένο σκάνδαλο ανήκε στο παρόν και η κόμισσα, όσο ευγενική κι αν ήταν, φημιζόταν για τις αυστηρές ηθικές αρχές της. Έλεγαν πως δεν επέτρεπε καν να υπάρχει μπιραρία στο χωριό που βρισκόταν μέσα στα όρια του υποστατικού. «Ασφαλώς και πιστεύω πως δε θα έκανες ποτέ κάτι ανήθικο, Ίζομπελ». Η συνείδησή της την κέντρισε ένοχα καθώς η κόμισσα την παράσερνε να


καθίσουν στις πολυθρόνες που βρίσκονταν αντικριστά μπροστά στο τζάκι. «Όμως η μητέρα σου ήταν τόσο διακριτική, που δεν έχω ιδέα τι ακριβώς διαδραματίστηκε. Ίσως είναι καλύτερα να μάθω τις λεπτομέρειες, ώστε να είμαι προετοιμασμένη για τα κουτσομπολιά». Η Ίζομπελ στύλωσε το βλέμμα της στη φωτιά. «Όταν πέθανε ο Λούκας, ήμουν είκοσι χρόνων. Έμεινα στην επαρχία για ένα χρόνο περίπου, συντροφιά με την παλιά μου φίλη από το σχολείο, την Τζέιν, που είχε παντρευτεί τον ετεροθαλή αδελφό του Λούκας. Θα θυμάσαι ίσως ότι πνίγηκε κι εκείνος στο ίδιο ατύχημα. Η Τζέιν ήταν έγκυος, και το σπίτι τους ήταν τόσο απομονωμένο -το γεγονός ότι ήμασταν μαζί μάς βοήθησε και τις δύο. Ήθελα να παραμείνω εκεί, αλλά η μαμά είχε την ισχυρή πεποίθηση ότι έπρεπε να επανενταχθώ στην κοινωνία πέρυσι, καθώς είχα χάσει δύο Σεζόν. Το μισούσα αυτό -ήμουν μεγαλύτερη από τις άλλες κοπέλες, κανένας άντρας δε μου κινούσε ούτε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον, και μάλλον άφησα να φανούν τα συναισθήματά μου. Απέκτησα τη φήμη της ψυχρής και απόμακρης, που περιφρονούσε τους άντρες, αλλά ειλικρινά δε μ’ ένοιαζε. Βλέπεις, δεν ήθελα να παντρευτώ κανέναν τους. »Η μαμά σκέφτηκε πως έπρεπε να προσπαθήσω ξανά φέτος και για να με διευκολύνει -όπως το έθεσε η ίδια-, κανόνισε να πάω στο χορό που παρέθεταν οι Χάρινγκτον στην έπαυλή τους στην επαρχία, στο Λονγκ Ντίτον, τον Ιανουάριο. Ήξερα ότι δεν ήμουν δημοφιλής. Αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει όμως ήταν πως ό,τι μπορεί να γινόταν αποδεκτό από μια καλλονή με τεράστια περιουσία, θεωρούνταν προσβλητικό και προκλητικό από τη δεύτερη κόρη ενός κόμη, με μέτρια ομορφιά και επαρκή προίκα». «Ω αγαπητή μου», μουρμούρισε η λαίδη Χάρντγουικ. «Έτσι ακριβώς», αποκρίθηκε γεμάτη πικρία η Ίζομπελ. «Φαίνεται πως, αντί να αποθαρρυνθούν από την περιφρονητική στάση και την έλλειψη ενδιαφέροντος μου, κάποιοι από τους κυρίους τις εξέλαβαν ως προσβολή και αποφάσισαν να μου δώσουν ένα καλό μάθημα. Αργά ένα βράδυ, ενώ καθόμουν και διάβαζα στην κάμαρά μου φορώντας το νυχτικό μου, άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και τρεις άντρες όρμησαν μέσα. Έπιναν όλοι τους και είχαν φέρει μαζί τους κρασί, αποφασισμένοι -όπως μου είπαν- να με “ζεστάνουν” λιγάκι και να μου δείξουν τι έχανα. Έπρεπε να είχα ουρλιάξει, φυσικά. Κατόπιν εορτής, το γεγονός ότι δεν το έκανα έπεισε τους πάντες πως εγώ τους είχα καλέσει στο δωμάτιό μου. Εντελώς ανόητα, προσπάθησα να τους λογικέψω, να τους διώξω χωρίς φασαρίες προτού τους ανακαλύψει κανείς. Απαίτησαν όλοι ένα φιλί, ωστόσο έβλεπα ότι μπορεί να


ζητούσαν περισσότερα μετά. »Έσπρωξα το λόρδο Χάλτον κι εκείνος προσγειώθηκε ανάσκελα πάνω στο παραβάν, το οποίο έσπασε κάνοντας έναν απαίσιο κρότο. Όταν μισή ντουζίνα άνθρωποι όρμησαν στην κάμαρά μου, ο Χάλτον κατέβαζε αμέριμνος κρασί από το μπουκάλι του εκεί όπου είχε σωριαστεί, και ο κύριος Ρεν ήταν ξαπλωτός στην πολυθρόνα μου παρακινώντας με επευφημίες τον λόρδο Άντριου Γουάιτ, που με είχε ακινητοποιήσει και με φιλούσε ενώ εγώ προσπαθούσα απεγνωσμένα να ξεφύγω. »Από τους πρώτους που μπήκαν στο δωμάτιο ήταν η λαίδη Πενέλοπε Όλμπράΐτ, η μνηστή του Γουάιτ. Κανένας δε με πίστεψε όταν είπα πως δεν έκανα τίποτε για να ενθαρρύνω αυτούς τους... κυρίους, πόσω μάλλον να τους καλέσω στο δωμάτιό μου! Η λαίδη Πενέλοπε έπαθε κρίση υστερίας, διέλυσε επιτόπου τον αρραβώνα και έκτοτε έχει πέσει σε τόσο βαριά κατάθλιψη, που οι γονείς της λένε πως θα χάσει όλο το υπόλοιπο της Σεζόν. Η λαίδη Χάρινγκτον με έστειλε άρον άρον στο σπίτι με το πρώτο φως της αυγής το επόμενο πρωί». «Ω αγαπητή μου! Θα ’θελα τόσο πολύ να τραβήξω από το αυτί τη φαντασμένη Μαρία Χάρινγκτον τώρα! Δεν ψυχανεμίστηκε διόλου τη διάθεση που επικρατούσε ανάμεσα στους καλεσμένους της; Υποθέτω πως όχι, καθώς πάντα ήταν κουφιοκέφαλη». Η λαίδη Χάρντγουικ σηκώθηκε όρθια και πλησίασε εκνευρισμένη το παράθυρο. «Και τώρα τι; Οι γονείς σου πιστεύουν ότι το σκάνδαλο θα έχει ξεχαστεί μέχρι τον Απρίλιο που θα πάμε στην Ιρλανδία κι εσύ θα επιστρέψεις στο σπίτι σου;» «Το ελπίζουν. Κι εγώ δεν μπορώ να το βάζω μια ζωή στα πόδια. Υποθέτω ότι θα πρέπει να τους αντιμετωπίσω όλους κάποια μέρα». Η Ίζομπελ κόλλησε ένα λαμπερό, αποφασιστικό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Η σκέψη να κυκλοφορήσει και πάλι στην υψηλή κοινωνία την τρόμαζε. Όμως δεν μπορούσε και να ζήσει σαν ερημίτισσα στο Χέρεφορντσιρ. Μπορεί να επιθυμούσε να αποσυρθεί οριστικά από το Νυφοπάζαρο, αλλά όχι κάτω από αυτές τις ταπεινωτικές συνθήκες. «Είσαι πολύ γενναία. Θα καλούσα εγώ η ίδια σε μονομαχία αυτούς τους αχρείους, αν μπορούσα· τι κρίμα που ο αδελφός σου είναι ακόμη πολύ νέος για να τους περιλάβει». «Ω, σίγουρα δε θέλω ο Φρέντερικ να μονομαχήσει στα δεκάξι του για χάρη μου! Δεν έχω άλλωστε καμία διάθεση να παντρευτώ. Αν είχα βρει έναν άντρα αντάξιο του Λούκας, και το σκάνδαλο είχε προκαλέσει ρήξη ανάμεσά μας, τότε θα είχα λόγο να θρηνώ, αλλά όπως έχουν τώρα τα πράγματα...» Όπως έχουν τώρα τα πράγματα, δεν αντιμετωπίζω το φοβερό


δίλημμα του πόσα ακριβώς από το παρελθόν μου πρέπει να αποκαλύψω σ’ έναν υποψήφιο σύζυγο.


Κεφάλαιο 2 Η Ίζομπελ κοίταξε τη φωτιά και ξεστόμισε επιτέλους όσα μέχρι τότε κρατούσε μέσα της. Είχε προσπαθήσει να τα εξηγήσει στους γονείς της, αλλά φαινόταν ότι η μητέρα της δε θα μπορούσε να καταλάβει ποτέ πώς ένιωθε. «Υποθέτω ότι θα έπρεπε να με κατακλύζει δικαιολογημένη αγανάκτηση για όλη αυτή την αδικία. Πληγώθηκα και θύμωσα τόσο πολύ, όμως τώρα δεν αισθάνομαι καμία επιθυμία να παλέψω περισσότερο. Τι σημασία έχει η καταφρόνια του κόσμου; Έτσι κι αλλιώς δεν είχα κανένα διακαή πόθο να αποτελέσω μέρος της κοινωνίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια». Δάγκωσε τα χείλη της. «Οι άντρες πιστεύουν ότι μεγαλοπιάνομαι, ότι θεωρώ τον εαυτό μου ανώτερο ή κάποια παρόμοια ανοησία. Η αλήθεια όμως είναι ότι, ακόμη κι αν ήθελα να παντρευτώ, κανείς τους δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Λούκας. Ακόμη θυμάμαι την τρυφερότητα, την ευφυΐα, το γέλιο του. Οι άνθρωποι λένε ότι οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν, όμως εγώ μπορώ ακόμη να δω το πρόσωπό του και ν’ ακούσω τη φωνή του». «Δεν τον πενθείς όμως πλέον, απλώς θλίβεσαι για το χαμό του», σχολίασε η κόμισσα. «Έχεις αποδεχτεί το γεγονός ότι δε ζει». «Ω, ναι, το ξέρω και το έχω αποδεχτεί. Μέσα μου υπήρχε αυτό το τεράστιο χάσμα πόνου και απώλειας, που τώρα έχει μετατραπεί σε οδυνηρό κενό». Και στην αμφιβολία που την τυραννούσε αδιάκοπα: είχε κάνει το σωστό πράγμα στους μήνες μετά το θάνατο του Λούκας; Οι αποφάσεις έμοιαζαν τόσο απλές, κι όμως ήταν τόσο, μα τόσο δύσκολες. «Δε θέλω να ξαναπεράσω κάτι τέτοιο. Ή να συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο απ’ όσα ένιωθα για εκείνον». Η Ίζομπελ έπιασε το χέρι της κόμισσας. «Καταλαβαίνεις; Η μαμά όχι, λέει πως αυτά είναι ιδιοτροπίες και πως αποφεύγω την πραγματικότητα. Λέει ότι είναι καθήκον μου να παντρευτώ». «Ναι, καταλαβαίνω». Η λαίδη Χάρντγουικ της έσφιξε το χέρι. «Όμως, δε θα ξέγραφα ακόμη τους άντρες», πρόσθεσε κουνώντας το κεφάλι. «Σε πειράζει αν διηγηθώ, απόλυτα εμπιστευτικά, στην Ανν τα καθέκαστα; Είναι σχεδόν δεκαοκτώ χρόνων πια, και θα κάνει το ντεμπούτο της στο


Δουβλίνο. Ίσως φτάσει κάτι στ’ αυτιά της από τα κουτσομπολιά στα γράμματα των φιλενάδων της και θα ήθελα να ξέρει την αλήθεια. Θα λειτουργήσει ως προειδοποίηση για κείνη». «Να καλοπιάνει τους κυρίους που τη φλερτάρουν;» ρώτησε η Ίζομπελ. «Να κλειδώνει την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της τη νύχτα και να ουρλιάζει τη στιγμή που θα νιώσει οποιονδήποτε κίνδυνο», αντέτεινε χαμογελώντας η κόμισσα. «Όχι, δε με πειράζει». Η Ίζομπελ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Η λαίδη είχε δίκιο που την επέκρινε για το πικρόχολο σχόλιό της. Αν κατέληγε μια στυφή γεροντοκόρη εξαιτίας του σκανδάλου, τότε αυτοί οι αχρείοι θα την έκαναν να μεταμορφωθεί σε αυτό ακριβώς που τη χλεύαζαν πως ήταν. «Θα πω να στείλουν τσάι και ζεστό νερό για το μπάνιο. Χαλάρωσε και ξεκουράσου μέχρι το δείπνο· τότε θα νιώσεις αρκετά δυνατή για να αντιμετωπίσεις τουλάχιστον μερικά από τα βλαστάρια μου. Ο Τσαρλς και η Κάρολαϊν θα πάρουν το τσάι τους στο παιδικό δωμάτιο, οπότε θα περιμένουν μέχρι το πρωί για να σε γνωρίσουν, αλλά θα επιτρέψω στη Λίζι και στην Κάθριν να δειπνήσουν μαζί μας, και η Ανν με τον Φίλιπ θα είναι παρόντες, φυσικά». «Και οι αρχιτέκτονες;» ρώτησε με προσποιητή αδιαφορία η Ίζομπελ. «Ναι, θα παραστούν κι εκείνοι στο δείπνο. Ο κύριος Σόαν θα επιστρέψει στο Λονδίνο αύριο. Ποτέ δεν είναι εύκολο να τον πείσουμε ν’ αποχωριστεί τη σύζυγό του και την πολύτιμη συλλογή του από έργα τέχνης και αντίκες στο Λίνκολν’ς Ινν Φιλντς, όμως ο κύριος Χάρκερ θα μείνει. Ομολογώ πως θα προτιμούσα να μην είναι τόσο όμορφος, καθώς τα κορίτσια κάθε φορά που τον βλέπουν του κάνουν τα γλυκά μάτια και φλερτάρουν, αλλά, προς τιμήν του, δεν τις ενθαρρύνει ούτε στο ελάχιστο· συνετό εκ μέρους του, αν σκεφτείς ποιος είναι». Η κόμισσα άφησε ένα στεναγμό, προσθέτοντας: «Μη διστάσεις να χτυπήσεις το καμπανάκι αν χρειαστείς οτιδήποτε, αγαπητή μου. Χαίρομαι τόσο πολύ που σε έχουμε εδώ μαζί μας». Η Ίζομπελ ακούμπησε την πλάτη της στην πολυθρόνα, μπερδεμένη. Ποιος είναι ο κύριος Χάρκερ; Είναι ένας αρχιτέκτονας, αλλά το ίδιο είναι και ο κύριος Σόαν. Αρχιτέκτονες με καλή καταγωγή -ή ακόμη και οι γιοι χτιστών, όπως ο κύριος Σόαν, αν ήταν καλλιεργημένοι και επιτυχημένοι- ήταν απόλυτα αποδεκτοί κοινωνικά, ακόμη και στο τραπέζι ενός κόμη. Η προφορά του κυρίου Χάρκερ ήταν άψογη, οι τρόποι του -εξαιρώντας την εχθρική ματιά του- εξαιρετικοί, το ντύσιμό του αψεγάδιαστο. Ήταν ολοφάνερα ένας τζέντλεμαν, και πληρούσε εξίσου με τον κύριο Σόαν τα κριτήρια


προκειμένου να βρίσκεται ως καλεσμένος εδώ. Ποιος ήταν όμως; Η Ίζομπελ ανασήκωσε τους ώμους της. «Γιατί να με νοιάζει;» μονολόγησε φωναχτά μπροστά στη φωτιά που τριζοβολούσε. «Είναι ανυπόφορος, όποιος κι αν είναι». *** Το ρολόι στο χολ της εισόδου σήμανε επτά καθώς η Ίζομπελ έφτανε στη βάση της σκάλας. Πού ήταν όλοι; Δε φαινόταν πουθενά κανένας υπηρέτης και οι πόρτες μπροστά και δεξιά της ήταν κλειστές· δεν είχε καμιά ένδειξη για το πού να κατευθυνθεί. «Άμα το λες εσύ...» ακούστηκε μια αντρική φωνή να μουρμουρίζει. Τουλάχιστον δύο από τους άλλους συνδαιτυμόνες είχαν ήδη κατέβει, συνειδητοποίησε ανακουφισμένη. Ήταν πάντοτε τόσο αμήχανο να στέκεται κανείς μονάχος μέσα σ’ ένα άγνωστο σπίτι. Η Ίζομπελ ακολούθησε τη φωνή και συνειδητοποίησε ότι ερχόταν από κάποιο δωμάτιο στα αριστερά της. Οι στέκες πάνω στο τραπέζι του μπιλιάρδου στο πρώτο δωμάτιο μαρτυρούσαν ότι κάποιοι από τους κυρίους είχαν μόλις φύγει από κει. Οι φωνές ακούγονταν πιο καθαρά τώρα και έρχονταν από το διπλανό δωμάτιο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. «...ευχάριστη νεαρή κυρία. Θα είναι καλή παρέα για τη λαίδη Ανν, αναμφίβολα». Αυτός ήταν ο κύριος Σόαν. Η Ίζομπελ κοκάλωσε στη θέση της. Για εκείνη μιλούσε; «Είναι τουλάχιστον έξι χρόνια μεγαλύτερη από τη λαίδη Ανν», απάντησε ο κύριος Χάρκερ με καταστροφική σαφήνεια. «Αναρωτιέται κανείς γιατί είναι ακόμη ανύπαντρη, αν και θαρρώ πως μπορώ να διακινδυνεύσω μία εικασία. Έχει υπερβολικά τολμηρή συμπεριφορά· το δίχως άλλο προσελκύει το λάθος είδος προσοχής από το άλλο φύλο, και δεν της γίνονται έντιμες προτάσεις». Ω... Η Ίζομπελ κατέπνιξε τη βλαστήμια που ήταν έτοιμη να ξεστομίσει και κόλλησε το μάτι της στη χαραμάδα ανάμεσα στην πόρτα και στους μεντεσέδες. «Πιστεύεις ότι μπορεί να σε φέρει σε δύσκολη θέση;» ρώτησε κάπως ανήσυχος ο μεγαλύτερος άντρας. «Έχω δει μέχρι πού μπορείς να φτάσεις για ν’ αποτρέψεις τις νεαρές κυρίες από το να... εχμ, προσκολληθούν επάνω σου». «Δεν έχω καμία πρόθεση να της επιτρέψω ούτε καν να με φλερτάρει. Με κάρφωνε με τον πλέον αυθάδη τρόπο στο χολ -προφανώς η ίδια τον θεωρεί εκλεπτυσμένο. Ή αυτό ή απλώς έχει μείνει στο ράφι και θέλει να δείξει ότι είναι ανοιχτή σε προτάσεις».


Ο Χάρκερ βημάτιζε γύρω στο δωμάτιο, εξετάζοντας τους πίνακες που κρέμονταν στους τοίχους. Για μια στιγμή φάνηκε το υπέροχο προφίλ του και μετά χάθηκε ξανά, στρέφοντας την πλάτη του προς την πόρτα, έτσι που η Ίζομπελ έβλεπε μόνο τις σκούρες μπλε ουρές του φράκου του. Αλαζονικό, ματαιόδοξο -γουρούνι! Τα δάχτυλα της Ίζομπελ, που είχαν σφιχτεί σε γροθιές, χαλάρωσαν και το μόνο που λαχταρούσε ήταν να χαστουκίσει αυτό το όμορφο πρόσωπο. «Ελπίζω να κάνεις λάθος». Από τη χαραμάδα φάνηκε τώρα το μελαχρινό, στενόμακρο πρόσωπο του Σόαν, συνοφρυωμένο. «Η λαίδη Χάρντγουικ θα αναστατωνόταν πολύ αν εκτυλισσόταν ένα ανάρμοστο φλερτ μέσα στο σπίτι της. Ξέρεις ότι φημίζεται για την ηθική της». «Και θα αντανακλούσε αρνητικά και σ’ εσένα, Σόαν, καθ’ ότι είμαι ο προστατευόμενός σου. Μη φοβάσαι, δε σκοπεύω να το διακινδυνεύσω. Άλλωστε, δεν αποτελεί δα και κανέναν ακαταμάχητο πειρασμό». Οι δύο άντρες γέλασαν, καλύπτοντας με το γέλιο τους την οργισμένη κραυγή που της ξέφυγε. «Κρίμα που οι τζέντλεμεν δεν μπορούν να έχουν συνοδούς όπως οι κυρίες», παρατήρησε ο Σόαν. «Όντας ένας απλός άνθρωπος ο ίδιος, δεν αντιμετώπισα ποτέ τέτοιου είδους μπελάδες. Βρες μια σύζυγο, κατά προτίμηση πλούσια, και φτιάξε τη ζωή σου όπως εγώ -αυτή είναι η συμβουλή μου. Αν και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι απολαμβάνεις ιδιαιτέρως την ελευθερία σου και τις σαγηνευτικές χήρες, σωστά, Χάρκερ;» «Υπερβολικά πολύ, κύριε. Εκτός αυτού, το να βρω την ιδανική σύζυγο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσο είμαι διατεθειμένος να αφιερώσω την προκειμένη στιγμή». Λες και θα σε ήθελε κάποια! Τα οργισμένα λόγια σχεδόν ξέφυγαν από το στόμα της Ίζομπελ, καθώς οι φωνές γίνονταν πιο αχνές. Η όρασή της είχε θολώσει, και της πήρε μια στιγμή να καταλάβει ότι δάκρυα οργής και πόνου είχαν πλημμυρίσει τα μάτια της. Ήταν τόσο άδικο να τη στιγματίζουν ως εύκολη -ή κάτι χειρότερο- απλώς επειδή κοίταζε έναν άντρα. Και μετά, να της κολλάνε την ετικέτα της γεροντοκόρης που είχε μείνει στο ράφι. Και ήταν υπερβολικά μέτρια σε εμφάνιση ώστε να βάλει σε πειρασμό έναν ειδήμονα του ωραίου φύλου, όπως προφανώς θεωρούσε τον εαυτό του ο κύριος Χάρκερ· αυτό ήταν το αποκορύφωμα των προσβολών! Χρειάστηκαν λίγα λεπτά για να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της και στράφηκε πάλι προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει, θέλοντας να αποφύγει μια συνάντηση μαζί τους. Άραγε ήταν δειλία, ή απλώς σύνεση να κρατηθεί μακριά από τον κύριο Χάρκερ όσο η παλάμη της την έτρωγε


να τον χαστουκίσει; Όταν εμφανίστηκε πάλι στο χολ, είδε έναν υπηρέτη να στέκεται εκεί. «Μπορώ να σας βοηθήσω, μιλαίδη; Η οικογένεια βρίσκεται στο σαλόνι, από δω, παρακαλώ». Διέσχισαν μαζί το χολ μέχρι την πόρτα απέναντι της, και η Ίζομπελ βρέθηκε μέσα σ’ ένα όμορφο δωμάτιο με μεγάλο παράθυρο που προεξείχε από τον εξωτερικό τοίχο. Τώρα, στη σκοτεινιά του Φλεβάρη, οι κουρτίνες ήταν κλειστές, αλλά υπέθεσε πως πρέπει να είχε θέα στους κήπους και στο πάρκο που απλωνόταν προς το βορρά. Ο κόμης μαζί με τον κύριο Σόαν μελετούσαν προσεκτικά κάτι που έμοιαζε με αρχιτεκτονικό σχέδιο ενώ ένας ροδομάγουλος νεαρός άντρας πείραζε ένα κορίτσι δώδεκα χρόνων περίπου, που είχε σκάσει στα γέλια μάλλον ο Φίλιπ, λόρδος του Ρόι- στον και διάδοχος του κόμη, και η λαίδη Λίζι, σκέφτηκε η Ίζομπελ. Η κόμισσα καθόταν σ’ ένα φαρδύ καναπέ με τη λαίδη Ανν και τη δεκαπεντάχρονη αδελφή της, την Κάθριν, οι οποίες κεντούσαν με θεατρική σχεδόν προσήλωση στο έργο τους. Ο κύριος Σόαν προφανώς είχε μπει από κάποια ενδιάμεση πόρτα στο σαλόνι, αλλά δεν έβλεπε πουθενά τον κύριο Χάρκερ με τη φαρμακερή γλώσσα. Πού να ήταν άραγε; Η Ίζομπελ σάρωσε με το βλέμμα της το δωμάτιο, νιώθοντας πεταλούδες να χορεύουν στο στομάχι της. Αυτή η ένδειξη νευρικότητας την έκανε να θυμώσει περισσότερο με τον κύριο Τέλειο. Οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν την παρουσία της ήταν τα παιδιά. «Κυρία», υποκλίθηκε ο Φίλιπ. «Καλώς ορίσατε στο Γούιμπολ Χολ». «Είστε η ξαδέρφη Ίζομπελ;» Τα μάτια της Λίζι ήταν διάπλατα ανοιχτά από την έξαψή της που της είχαν επιτρέψει να συμμετάσχει σ’ ένα δείπνο ενηλίκων. Η Ίζομπελ αισθάνθηκε τους άκαμπτους ώμους της να χαλαρώνουν. Εκείνος δεν ήταν εδώ, και τα παιδιά ήταν αξιαγάπητα. *** Ο Τζάιλς Χάρκερ ίσιωσε το κορμί του· εξέταζε σκυφτός μια συλλογή ρωμαϊκών εγχάρακτων σφραγίδων εκτεθειμένων σε μια μικρή προθήκη. Η λαίδη Ίομπελ είχε μπει χωρίς να τον δει· συνοφρυώθηκε βλέποντας την αλύγιστη πλάτη της και τους περίτεχνους βοστρύχους των καστανών μαλλιών της όσο μιλούσε στον Φίλιπ και στη Λίζι. Ήταν ένας αναθεματισμένος μπελάς, ειδικά σε ένα σπιτικό όπου οικοδέσποινα ήταν μια λαίδη γνωστή για τα υψηλά ηθικά κριτήριά της. Η αποδοκιμασία της λαίδης Χάρντγουικ θα κατέστρεφε τις όποιες πιθανότητες είχε να του αναθέσει δουλειά οποιοσδήποτε ανήκε στον ευρύτερο κοινωνικό κύκλο της. Μπορεί να ήταν διανοούμενη και συγγραφέας θεατρικών έργων, όμως ήταν


κόρη του κόμη του Μπάλκαρις και μια κυρία αμέμπτου ηθικής. Οι κόρες των Γιορκ ήταν γοητευτικές, σεμνές, με καλή ανατροφή και τρόπους, έστω κι αν είχαν την τάση να χαχανίζουν όταν τους απηύθυνε το λόγο. Όμως τούτη η μακρινή ξαδέρφη ήταν εντελώς διαφορετική υπόθεση. Όταν την πρωτοείδε, ένα ρίγος αναγνώρισης διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη. Ήταν επικίνδυνη, αλλά μ’ έναν τρόπο που ο Τζάιλς δυσκολευόταν να προσδιορίσει. Υπήρχε κάτι σ’ αυτά τα γκρίζα μάτια -το καλύτερο χαρακτηριστικό της. Ένα μυστήριο που τον έλκυε παρά τη θέλησή του. Η ειλικρινής και αδιάντροπα εξεταστική ματιά της ήταν για εκείνον δυσάρεστη έκπληξη, ειδικά από μια ανύπαντρη γυναίκα. Ήταν συνηθισμένος στα χάχανα και στα βλεφαρίσματα των νεαρών ντεμπιτάντ, και τον έκαναν να τις αποφεύγει. Η καταγωγή του τον καθιστούσε παντελώς ακατάλληλο γαμπρό φυσικά, έστω κι αν η μόρφωση, το στυλ και το εισόδημά του του άνοιγαν τις πόρτες στους περισσότερους κύκλους της υψηλής κοινωνίας. Ωστόσο, παρέμενε ακατάλληλος υποψήφιος μνηστήρας και επικίνδυνος, και ήξερε πολύ καλά ότι αυτό ήταν γνωστό στις νεαρές κυρίες με τις οποίες ερχόταν σε επαφή. Κι όμως, αυτές ακριβώς οι προειδοποιήσεις έκαναν μερικές νεαρές να θεωρούν ακαταμάχητα ρομαντικό το γεγονός πως ο νόθος γιος της διαβόητης Πορφυρής Χήρας ήταν τόσο όμορφος και συνάμα τόσο άπιαστος. Για ορισμένες παντρεμένες κυρίες όμως ο Τζάιλς Χάρκερ δεν ήταν διόλου άπιαστος -εφόσον βέβαια τους το επέτρεπε ο ίδιος καθώς ήταν εξίσου διαβόητος για την επιλεκτικότητά του. Ο γιος της πιο σκανδαλώδους γυναίκας της υψηλής κοινωνίας είχε μάθει από νωρίς ότι η αξία ενός ατόμου αυξάνεται με την αποκλειστικότητα, και ήταν τόσο ψυχρά επιλεκτικός στις αμαρτίες του όσο η μητέρα του φλογερά γενναιόδωρη στις δικές της. Ακόμη και στα πενήντα της -όχι πως θα παραδεχόταν ποτέ την ηλικία της, παρά την αδιαμφισβήτητη απόδειξη ενός ενήλικα γιου- η καρδιά της ράγιζε με μελοδραματικό τρόπο τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, ενώ του Τζάιλς παρέμενε σχετικά άθικτη. Ήξερε, απ’ όσα έβλεπε, ότι ο έρωτας ήταν πλάνη, στην καλύτερη περίπτωση, και επικίνδυνος στη χειρότερη. Ο λόρδος Χάρντγουικ και ο Σόαν σήκωσαν τα κεφάλια τους από τα χαρτιά με τα σχέδια, ο νεαρός Φίλιπ κοκκίνισε και η κόμισσα χαμογέλασε. «Πέρασε, αγαπητή μου. Φίλιπ, φέρε εκείνη την καρέκλα δίπλα στον καναπέ για την ξαδέρφη Ίζομπελ». Ο Τζάιλς την περιεργάστηκε όσο προχωρούσε στο δωμάτιο με μια σιγουριά που επιβεβαίωσε την αρχική εκτίμησή του για την ηλικία της. «Σας


ευχαριστώ, μιλόρδε», είπε καθώς της έφερνε την καρέκλα. «Κι εσύ είσαι η λαίδη Λίζι;» «Μάλιστα, κυρία». «Νομίζω πως εσείς οι δύο πρέπει να με λέτε ξαδέρφη Ίζομπελ, καθώς η μαμά σας υποστηρίζει ότι είμαστε συγγενείς. Θα με συστήσεις στις αδελφές σου;» Ο Τζάιλς άφησε το καπάκι της προθήκης να πέσει με κρότο από ύψος λιγότερο από μισό εκατοστό. Η λαίδη Ίζομπελ γύρισε στο άκουσμα του σιγανού διαπεραστικού ήχου. Ένα φιλικό χαμόγελο ήταν χαραγμένο στα χείλη της και έμεινε εκεί παγωμένο, καθώς η ματιά της περνούσε από πάνω του χωρίς την παραμικρή ένδειξη αναγνώρισης. Τον αγνόησε επιδεικτικά και η αντίδρασή της του φάνηκε υπερβολική. Την είχε κοιτάξει μ’ εκείνο το ψυχρό βλέμμα στο χολ ενεργώντας σε καθαρή αυτοάμυνα, όπως έκανε με κάθε υπερβολικά τολμηρή κοπέλα που του εκδήλωνε το ενδιαφέρον της. Εκείνες συνήθως κοκκίνιζαν και υπαναχωρούσαν, αλλά αυτή εδώ έδειχνε να το έχει εκλάβει ως βαριά προσβολή. Του γύρισε την πλάτη και κάθισε με άνεση και επιτηδευμένη κομψότητα στην καρέκλα της. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ο Τζάιλς ένιωσε έντονο ενδιαφέρον για μία εντελώς ακατάλληλη γυναίκα, κάτι που τον έκανε να αισθανθεί άβολα. Εκείνη η διασταύρωση των βλεμμάτων τους στο χολ ήταν εκπληκτική. Σκόπευε να απωθήσει άλλη μια άπειρη παρθένα, και αντ’ αυτού είδε την αλαζονεία του να του επιστρέφεται με απροκάλυπτο ενδιαφέρον και έχθρα. Ο κόμης άρχισε να σερβίρει αναψυκτικά για τις κυρίες χωρίς να μπει στον κόπο να καλέσει κάποιον υπηρέτη. Ο Τζάιλς τον πλησίασε. «Επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω, κύριε». Πήρε τα δύο ποτήρια με λεμονάδα που προορίζονταν για τα νεότερα κορίτσια, παρατηρώντας πόσο διακριτικά ο πατέρας τους είχε χρησιμοποιήσει ποτήρια κρασιού ώστε να νιώσουν σαν μεγάλες κοπέλες. Μετά πήρε τα ποτήρια με το φρουτώδες λικέρ για την Ανν και την Ίζομπελ, αφήνοντας τον κόμη να περιποιηθεί τη σύζυγό του. «Λαίδη Ίζομπελ». Της πρόσφερε το ποτήρι κρατώντας το σταθερά στο χέρι του, έτσι ώστε να την αναγκάσει να του μιλήσει. «Ευχαριστώ». Του έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα, αλλά δε στράφηκε προς το μέρος του. «Θα είχατε την καλοσύνη να το αφήσετε εδώ δίπλα στο τραπέζι, κύριε Χάρκερ;» Αν έκρινε κανείς από τον τόνο της, θα νόμιζε ότι απευθυνόταν σ’ έναν αδέξιο υπηρέτη.


Ο Τζάιλς ακούμπησε το ποτήρι κάτω, ύστερα γύρισε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της, εσκεμμένα υπερβολικά κοντά, ώστε να δει αν εκείνη θ’ αντιδρούσε με οποιονδήποτε τρόπο. Πρώτα θα ικανοποιούσε την περιέργειά του για το άτομό της και μετά θα μπορούσε να την αγνοήσει με ασφάλεια. Όπως απαιτούσε η καλή ανατροφή, η λαίδη Ίζομπελ μετατοπίστηκε ελαφρά στην καρέκλα της μέχρι που ο Τζάιλς μπορούσε να δει το προφίλ της. Τώρα που είχε ξεκουραστεί από το ταξίδι, η όψη της είχε βελτιωθεί πολύ, συλλογίστηκε, καμουφλάροντας πίσω από ένα ανέκφραστο τυπικό χαμόγελο την εκτίμησή του ως ειδήμονα. Η μύτη της δεν ήταν πλέον κόκκινη από το κρύο· τα μαλλιά της είχαν ένα λαμπερό καστανό χρώμα και κατσάρωναν ανυπότακτα, τόσο που οι φουρκέτες κόντευαν να φύγουν από τη θέση ιούς. Φαινόταν να έχει ωραία κορμοστασιά και αναλογίες όσο μπορούσε να αντιληφθεί πάνω από την κομψή τουαλέτα της-, αν και ήταν κάπως αδύνατη για τα γούστα του. Από την άλλη, είχε ένα πιγούνι θεληματικό, καλογραμμένα σκούρα φρύδια, ενώ στο πρόσωπό της υπήρχε μια ένταση, που μαρτυρούσε ότι όπλιζε τον εαυτό της με θάρρος για κάτι δυσάρεστο. Τα χείλη της φαίνονταν έτοιμα να σφιχτούν αποδοκιμαστικά· το στόμα της ήταν ροδαλό και σαρκώδες, ούτε κατά διάνοια όμως δε θα το περιέγραφε κανείς ως τριανταφυλλένιο μπουμπούκι ή φιλήδονο. Και οπωσδήποτε πρέπει να διένυε ήδη την πέμπτη Σεζόν της. Η λαίδη Ίζομπελ πήρε το ποτήρι, ήπιε μια γουλιά και τελικά στράφηκε προς το μέρος του ενώ οι βλεφαρίδες της πετάριζαν, αποκαλύπτοντας τα έξυπνα σκούρα γκρίζα μάτια της. «Λοιπόν;» ψιθύρισε με μια γλυκύτητα που δεν τον ξεγέλασε ούτε στιγμή. «Με μελετήσατε επαρκώς ώστε να με ταξινομήσετε στη λίστα σας, κύριε Χάρκερ; Μια καλοαναθρεμμένη γεροντοκόρη με καστανή επιδερμίδα, ίσως; Ή δεν ανήκω σε καμία κατηγορία, οπότε είστε αναγκασμένος να συνομιλήσετε μαζί μου όσο θα αποφασίζετε;» «Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι έχω μια τέτοια λίστα, λαίδη Ίζομπελ;» Ο Τζάιλς δέχτηκε ένα ποτήρι μπορντό από τον κόμη, τον ευχαρίστησε και την κοίταξε ξανά. Μάντευε πως πρέπει να ήταν γύρω στα είκοσι τέσσερα, πέντε χρόνια νεότερη από κείνον. Το ράφι μπορεί να πλησίαζε, αλλά δεν είχε χαθεί κάθε ελπίδα ακόμα· ήταν πραγματικά ασυνήθιστο μια νεαρή γυναίκα να ομολογεί πως υπήρχε τέτοιος κίνδυνος. «Με μελετάτε με επιστημονική επιμέλεια, κύριε. Σχεδόν περίμενα να βγάλετε την απόχη σας και μια πινέζα, ώστε να με προσθέσετε στη συλλο-


γή σας με τα λεπιδόπτερα». Λεπιδόπτερα, επισήμανε εκείνος νοερά. Όχι πεταλούδες. Από σεμνότητα άραγε; Ή θέλει να δει αν μπορεί να με εξωθήσει σε ανούσια κομπλιμέντα; «Μάλλον εσείς διαθέτετε μία επιστημονική ματιά, κυρία μου». Τα χείλη της σφίχτηκαν, όπως το είχε υποψιαστεί ότι θα γινόταν. Δασκαλίστικη αποδοκιμασία, σκέφτηκε. Ή ίσως αμηχανία, μολονότι ο ίδιος είχε αρχίσει ν’ αμφιβάλλει για το αν ήταν ικανή να νιώσει αμήχανα. Η λαίδη Ίζομπελ έμοιαζε περισσότερο με νεαρή, όλο αυτοκυριαρχία παντρεμένη γυναίκα παρά με ανύπαντρη κοπελίτσα. Δεν έδειχνε κανένα ίχνος συναισθήματος, παρ’ όλα αυτά μπορούσε να νιώσει την ένταση που εξέπεμπε. Τον έκανε να νιώθει άβολα κατά έναν παράδοξο τρόπο, αν και θα έπρεπε να είναι ευγνώμων που η ασύνετη περιέργειά του δεν την είχε κάνει να χαλαρώσει δίπλα του. «Αναφέρεστε στη διασταύρωση των βλεμμάτων μας στο χολ; Πρέπει να δείξετε ανεκτικότητα για το ενδιαφέρον μου, κύριε· δεν βλέπει κανείς κάθε μέρα ζωντανά αρχαιοελληνικά αγάλματα! Αντιλαμβάνομαι πως δε σας αρέσει να σας αποτιμούν με τον ίδιο τρόπο που εσείς μελετάτε τους άλλους, αν και πρέπει να είστε πλέον συνηθισμένος σ’ αυτό. Είμαι βέβαιη ότι η σεμνοτυφία δε συμπεριλαμβάνεται στα ελαττώματά σας». Η ηρεμία με την οποία εξακολουθούσε να του επιτίθεται, άρχισε να τον εκνευρίζει. Ύστερα από αυτή τη στιχομυθία, κανονικά έπρεπε να έχει κοκκινίσει ολόκληρη, να παίζει ίσως αμήχανα με τη βεντάλια της, να κόψει τη συζήτησή τους με το πρόσχημα να πιει μια γουλιά απ’ το ποτό της. Αντίθετα, φαινόταν απόλυτα ήρεμη και έτοιμη να συνεχίσει τη φραστική αντιπαράθεση. Αυτό επιβεβαίωσε την πεποίθησή του ότι τον βολιδοσκοπούσε με σκοπό να φλερτάρει μαζί του -ή και κάτι περισσότερο, ίσως. «Διαθέτω καθρέφτη και θα ήμουν ανόητος να κομπάζω για κάτι που δεν οφείλεται σε προσωπική προσπάθεια ή αξία. Ασφαλώς και είμαι συνηθισμένος στα επίμονα βλέμματα», της αποκρίθηκε. «Και δε μου είναι ευπρόσδεκτα». «Τόσο μετριόφρων και τόσο κυνηγημένος! Η καρδιά μου ματώνει για σας, κύριε Χάρκερ», είπε η λαίδη Ίζομπελ χαμογελώντας του όλο γλύκα και φαινομενική συμπάθεια. Τα μάτια της όμως ήταν ψυχρά και γεμάτα αντιπάθεια. «Και αναμφίβολα θεωρείτε απαραίτητο να κλειδώνετε την πόρτα της κρεβατοκάμαράς σας τις νύχτες με εξαντλητική συνέπεια». «Ναι, και αυτό», απάντησε μέσα από σφιγμένα δόντια ο Τζάιλς, αλλά αμέσως συγκρατήθηκε. Με κάποιον τρόπο είχε παρασυρθεί σε έναν εντελώς σκανδαλιστικό διάλογο. Μία ανύπαντρη λαίδη καλής ανατροφής δε


θα τολμούσε ποτέ να προβεί σε μια τέτοια παρατήρηση. Κι εκείνος θα έπρεπε να δαγκώσει τη γλώσσα του αντί να της απαντήσει, ανεξάρτητα από την πρόκλησή της -και μάλιστα δημοσίως. «Τι μαρτύριο, κύριε Χάρκερ, να σας βασανίζουν οι φορτικές εκπρόσωποι του φύλου μου! Κανονικά θα έπρεπε να περιμένουμε μειλίχια να μας προσέξετε εσείς, σωστά; Και να νιώθουμε ευγνωμοσύνη για την όποια προσοχή σας. Αλίμονο, δεν πρέπει ν’ αγνοούμε τους άρχοντες της πλάσης, ή να τους κάνουμε να αισθάνονται άβολα· κι εκείνοι με τη σειρά τους, μπορούν να μας γλυκοκοιτάζουν όσο τους ευχαριστεί, ενόσω κάνουν τις αρχοντικές επιλογές τους». Η φωνή της λαίδης Ίζομπελ ήταν χαμηλή και ευχάριστη -κανείς άλλος στο δωμάτιο δεν θα πρόσεχε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στη συνομιλία τους. Όμως ο Τζάιλς συνειδητοποίησε τελικά τι ήταν αυτό που ένιωθε εκείνη και που τόσο τον είχε προβληματίσει: ήταν εξαγριωμένη. Μαζί του. Απλώς επειδή είχε αντιδράσει ψυχρά στο γεμάτο αυθάδεια βλέμμα της; Ή μήπως ήξερε ποιος ήταν και το θεωρούσε μεγάλη αλαζονεία εκ μέρους του να της απευθύνει έστω το λόγο; «Ναι, αυτή ακριβώς η συμπεριφορά αναμένεται από τις κυρίες», απάντησε, με το θυμό του να φουντώνει. Να τον έπαιρνε ο διάβολος, αν θα τη φλέρταρε ή έστω θα την κολάκευε προκειμένου να την κατευνάσει -ούτε καν αν η λαίδη Χάρντγουικ αντιλαμβανόταν τον καβγά τους. «Και σίγουρα από τις ανύπαντρες κυρίες -όποια κι αν είναι η ηλικία τους». Το πιγούνι της ανασηκώθηκε. «Πετύχατε διάνα, κύριε. Συγχαρητήρια. Ωστόσο, ένας ειδήμονας του ωραίου φύλου, όπως εσείς, θα πρόσεχε μόνο τις κυρίες που αποτελούν ακαταμάχητο πειρασμό και όχι εκείνες που έχουν μείνει στο ράφι και είναι ανοιχτές στις προτάσεις». Του γύρισε επιδεικτικά την πλάτη κι αμέσως γέλασε με ένα αστείο του Φίλιπ προτού ο Τζάιλς προλάβει ν’ αντιδράσει στην έμφαση που είχε δώσει σε κάποιες συγκεκριμένες φράσεις. Του πήρε ένα δευτερόλεπτο για ν’ αντιληφθεί ότι είχε παραθέσει τα δικά του λόγια από τη συζήτησή του με τον Σόαν λίγα λεπτά νωρίτερα. Να πάρει ο διάβολος! Η λαίδη Ίζομπελ προφανώς τους είχε ακούσει. Πώς έπρεπε να το χειριστεί τώρα; Ο Τζάιλς ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής, όμως κατέπνιξε την παρόρμησή του να ζητήσει συγνώμη. Αν προσπαθούσε να της εξηγήσει, θα την πλήγωνε περισσότερο. Καλύτερα να μην έλεγε τίποτα. Η λαίδη Ίζομπελ θα τον απέφευγε στο εξής και αυτό ήταν το καλύτερο και για τους δυο τους.


Κεφάλαιο 3 «Το δείπνο είναι έτοιμο, μιλαίδη». Υπήρξε μια αναστάτωση καθώς ο μπάτλερ έκανε την αναγγελία από την πόρτα και όλοι σηκώθηκαν όρθιοι. Ο Τζάιλς έκανε ένα γρήγορο υπολογισμό σχετικά με τη διάταξη των καθισμάτων, και συνειδητοποίησε πως το να αγνοήσει τη λαίδη Ίζομπελ ίσως αποδεικνυόταν πιο δύσκολο απ’ ό,τι νόμιζε. «Φοβάμαι πως υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ αντρών και γυναικών, ώστε να σχηματιστούν τα πρέποντα ζευγάρια για το δείπνο», παρατήρησε η κόμισσα. «Κύριε Σόαν, θα με συνοδέψετε;» Εκείνος υπάκουσε αμέσως, πιάνοντάς την αγκαζέ ενώ ο κόμης πρόσφερε το μπράτσο του στη λαίδη Ίζομπελ. Ο Τζάιλς συνόδεψε τη λαίδη Ανν, ο Φίλιπ τη δεκαπεντάχρονη Κάθριν ενώ η Λίζι έμεινε μόνη της στο τέλος του σχηματισμού. Όταν κάθισαν όλοι, ο Τζάιλς βρέθηκε ανάμεσα στη λαίδη Ίζομπελ και στη Λίζι, απέναντι από τα άλλα αδέλφια Γιορκ και τον κύριο Σόαν. Αν δεν ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή επάνω τους, μια τυπική συζήτηση μαζί της ήταν αναπόφευκτη. Η Λίζι, κάτω από το αετίσιο βλέμμα της μητέρας της, φερόταν άψογα σε όλη τη διάρκεια του πρώτου πιάτου, και της ήταν σχεδόν αδύνατον να συζητήσει μαζί του, καθώς προσπαθούσε να θυμάται όλα αυτά που έπρεπε και δεν έπρεπε να κάνει. Ο Τζάιλς κατέληξε πως η ευγένεια επέτασσε να μην την μπερδέψει κι άλλο με μια συζήτηση, οπότε δεν είχε άλλη επιλογή από το να στραφεί στη λαίδη Ίζομπελ προσφέροντάς της την πιατέλα με το ραγού. «Σας ευχαριστώ». Ύστερα από ένα λεπτό συνέχισε: «Συνεργάζεστε συχνά με τον κύριο Σόαν;» Ο τόνος της φανέρωνε παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος. Ήταν προφανές πως έκανε αυτή την ερώτηση για να κρατήσει τα προσχήματα που επέβαλλε η καλή ανατροφή της για μία τυπική συζήτηση. Μετά την καταστροφική ατυχία να κρυφακούσει τα σχόλιά του για εκείνη, ήταν σίγουρο πως η λαίδη Ίζομπελ περισσότερο ήθελε να του φέρει την πιατέλα στο κεφάλι, αλλά θα τηρούσε τους κανόνες της ευγένειας, όσο κι αν της κόστιζε αυτό. «Ναι». Να πάρει! Τώρα ακουγόταν εκείνος μουτρωμένος. Ή ένοχος. Ο


Τζάιλς προσπάθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. «Δούλεψα στο γραφείο του για πρώτη φορά, αμέσως μόλις ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στην αρχιτεκτονική. Ήταν μία απίστευτη εμπειρία -το γραφείο του είναι στο σπίτι του, ίσως ξέρετε, σαν να βρίσκεσαι ξαφνικά στη σπηλιά του Αλαντίν, χωρίς να ξέρεις αν θα πέσεις πάνω στον πίνακα ενός Φλαμανδού ζωγράφου ή σε μία αιγυπτιακή σαρκοφάγο, ή αν θα βρεθείς να περιπλανιέσαι σ’ έναν προθάλαμο όμοιο με κελί μοναχού του Μεσαίωνα! Τώρα πλέον έχω ανοίξει το δικό μου γραφείο, αλλά εξακολουθώ να συνεργάζομαι με τον Σόαν, αν μπορώ να του φανώ χρήσιμος. Πάντοτε έχει πολλή δουλειά κι εγώ του οφείλω πολλά». Η λαίδη Ίζομπελ έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, που αν ήταν υπεραισιόδοξος, θα μπορούσε να τον ερμηνεύσει ως ενθάρρυνση να επεκταθεί περισσότερο στο θέμα. «Με προσέλαβε χωρίς να έχω καμιά πείρα· κάλλιστα θα μπορούσα να είχα αποδειχθεί άχρηστος». «Και δεν είστε άχρηστος;» ρώτησε δύσπιστα εκείνη. «Όχι». Να πάρει! Πάλι ακουγόταν κατσούφης! «Δεν είμαι». Δεν ήταν εύκολο ν’ αποφασίσει για το μέλλον του εκείνη την τελευταία χρονιά στην Οξφόρδη. Το πιο απλό θα ήταν να βασιστεί στα χρήματα της μητέρας του ακόμη και οι διαβόητες σπατάλες της δεν είχαν εξανεμίσει την περιουσία που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της, ούτε το επίδομα χηρείας. Με κάποιον τρόπο, η χήρα μαρκησία του Φέιβερσαμ ήταν ακόμη αποδεκτή από την υψηλή κοινωνία, παρ’ ότι είχε παραβιάσει κάθε κανόνα, όπως το ότι γέννησε ένα νόθο παιδί από τον ακαταμάχητα γοητευτικό στρατιώτη γιο του αρχικηπουρού της, δέκα μήνες μετά το θάνατο του ενδοτικού και υπερήλικα συζύγου της. Ήταν τόσο σκανδαλώδης και γοητευτική συνάμα, ώστε ο Τζάιλς πίστευε πως τη θεωρούσαν ένα εξωτικό, σχεδόν μη ανθρώπινο πλάσμα, που του συγχωρούνταν κάθε καπρίτσιο. «Δουλεύω για να βγάλω το ψωμί μου, λαίδη Ίζομπελ, και είμαι καλός σ’ αυτό. Και απεχθάνομαι την οκνηρία», την αντέκρουσε κοφτά. Δε θα αντιμετώπιζε καμιά δυσκολία αν επέλεγε να διάγει έναν πολυτελή και εξίσου σκανδαλώδη βίο στο πλευρό της Πορφυρής Χήρας, όμως δεν ήταν έτοιμος ν’ ακολουθήσει τα βήματά της ως κοινωνική πεταλούδα. Η κοινωνία θα έπρεπε να τον αποδεχτεί γι’ αυτό που ήταν και για τους δικούς του όρους· αλλιώτικα, στο διάβολο όλοι τους, αν δυσκολεύονταν τόσο πια να τον κατατάξουν σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία. «Πήρατε λοιπόν την κατάλληλη μόρφωση ώστε να κάνετε επάξια τη δουλειά σας;» ρώτησε η λαίδη Ίζομπελ, πάλι με ανακριτικό τόνο, λες και


του έπαιρνε συνέντευξη για θέση γραμματέα! Η επιδερμίδα των χεριών της ήταν κατάλευκη, τα δάχτυλά της λεπτά και μακριά. Χάιδεψε με το δείκτη της τη λαβή του μαχαιριού δίπλα στο πιάτο της, και ο Τζάιλς ένιωσε ένα κύμα πόθου να επισκιάζει τον ολοένα και αυξανόμενο εκνευρισμό του μαζί της, αλλά και με τον εαυτό του που της επέτρεπε να τον προκαλεί μ’ αυτό τον τρόπο. Σταμάτα το εδώ. Η κοπέλα δεν έχει τίποτε το ξεχωριστό. Αποπνέει μονάχα πολύ περισσότερο αισθησιασμό απ’ ό,τι θα άρμοζε σε οποιαδήποτε ευυπόληπτη παρθένα. «Ναι. Στο Χάροου και μετά στην Οξφόρδη. Και εξειδίκευση στο σχέδιο». Η λαίδη Ίζομπελ του έριξε μια φευγαλέα ματιά από την κορφή μέχρι τα νύχια, αποτιμώντας πιθανότατα τα βραδινά του ενδύματα -από το σακάκι και το πουκάμισό του μέχρι την καρφίτσα του λαιμοδέτη του και το δαχτυλίδι-αντίκα με το ρουμπίνι στο χέρι του. Η δική της τουαλέτα και τα κοσμήματά της μαρτυρούσαν το εκλεπτυσμένο γούστο της και την οικονομική δυνατότητα να αγοράζει τα πιο εκλεκτά πράγματα. «Τι σας έκανε ν’ αποφασίσετε να γίνετε αρχιτέκτονας; Είναι οικογενειακή παράδοση μήπως;» Όχι, εκείνη σίγουρα δεν ήξερε ποιος ήταν, ειδάλλως ποτέ δε θα ρωτούσε κάτι τέτοιο. «Εξ όσων γνωρίζω, όχι. Ο πατέρας μου ήταν στρατιώτης», εξήγησε ο Τζάιλς. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει εξαρχής την κλίση μου -αν είχα κάποια. Στη συνέχεια παρατήρησα ότι πολλά από τα σκίτσα μου στο πανεπιστήμιο είχαν θέμα τα κτίρια, το εσωτερικό τους ή τοπία και ανακάλυψα ότι με ενδιέφερε το αρχιτεκτονικό σχέδιο και το πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι διάφοροι χώροι». Κατάλαβε πως ακουγόταν υπερβολικά ενθουσιασμένος και βιάστηκε να κλείσει το θέμα προτού προδώσει περισσότερα στοιχεία για τον εαυτό του: «Έστειλα μία επιστολή στον κύριο Σόαν, και με προσέλαβε ως βοηθό του». Χαμήλωσε τη φωνή του ρίχνοντας μια ματιά απέναντι στο τραπέζι. «Είναι πολύ γενναιόδωρος με τους νέους αρχιτέκτονες- νομίζω ότι είναι απογοητευμένος από τους γιους του που δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για το επάγγελμα». Και τώρα, φυσικά, πολλές από τις προμήθειές του προέρχονταν από ανθρώπους που είχε συναναστραφεί κοινωνικά, οι οποίοι εκτιμούσαν τη δουλειά του και τους ευχαριστούσε το γεγονός ότι «ήταν ένας από αυτούς» και ταυτόχρονα αρκετά διαφορετικός ώστε να μη νιώθουν άβολα όταν έφτανε η ώρα της πληρωμής. Ο Τζάιλς ήξερε πολύ καλά πως τακτοποιούσαν τους λογαριασμούς τους με αξιοσημείωτα μεγαλύτερη ταχύτητα, απ’ ό,τι αν τον θεωρούσαν έναν απλό έμπορο. Και σε αντάλλαγμα, ε-


κείνος φρόντιζε να μένει μακριά από τις γυναίκες και τις κόρες τους, ανεξάρτητα από την πρόκληση. «Επομένως, έχετε σχεδιάσει και το δικό σας σπίτι, κύριε Χάρκερ;» «Ακριβώς. Σκεφτόσασταν να το επισκεφθείτε, λαίδη μου;» «Τώρα γίνεστε σκόπιμα προκλητικός, κύριε Χάρκερ». Τα σκούρα φρύδια της έσμιξαν και το σφιγμένο, τυπικό χαμόγελο εξαφανίστηκε. «Δε μου πέρασε τέτοιο πράγμα απ’ το μυαλό και το ξέρετε πολύ καλά. Αυτό που κάνουμε ονομάζεται πολιτισμένη συζήτηση, στην περίπτωση που αγνοείτε τον όρο. Υποτίθεται πως εσείς θα με πληροφορήσετε για το πού βρίσκεται το σπίτι σας και θα μου περιγράφετε ένα ενδιαφέρον ή ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, αντί να κάνετε σχόλια γεμάτα υπονοούμενα!» «Είστε πάντοτε τόσο ειλικρινής, λαίδη Ίζομπελ;» Ο Τζάιλς συνειδητοποίησε πως η κακοδιαθεσία του είχε χαθεί εντελώς αναπάντεχα- όχι όμως και η ενοχή του. Απολάμβανε τα κεντρίσματά της -ήταν καινοτομία να ξιφουλκεί κατά τη διάρκεια ενός δείπνου. «Κάνω εξάσκηση», αποκρίθηκε εκείνη ακουμπώντας στη ράχη της καρέκλας της ώστε να επιτρέψει στους υπηρέτες να σερβίρουν το κυρίως πιάτο. «Η μάλλον καθυστερημένη απόφασή μου για τη νέα χρονιά είναι να λέω ό,τι εννοώ. Να το φωνάξω, αν είναι απαραίτητο», πρόσθεσε ψιθυριστά. «Πιστεύω πως θα έπρεπε να λέω στους άλλους καταπρόσωπο αυτό που σκέφτομαι κι όχι πίσω από την πλάτη τους». Άουτς. Δεν μπορούσε να την αντικρούσει σ’ αυτό. «Λυπάμαι, αν ίσως ακούσατε τα άστοχα σχόλια που έκανα στον κύριο Σόαν νωρίτερα, λαίδη Ίζομπελ. Είναι κάτι για το οποίο μετανοώ». «Είμαι σίγουρη», είπε, χαμογελώντας μ’ έναν τρόπο που έσβησε οποιαδήποτε άνεση είχε αρχίσει να νιώθει μαζί της. Αν αυτή η γυναίκα μπορούσε να τον σφάξει μ’ ένα χαμόγελο, έτρεμε στη σκέψη τού τι ήταν ικανή να πετύχει με ένα συνοφρύωμα. «Ωστόσο, νομίζω πως δε θα βγει κάτι καλό αν επεκταθείτε στους λόγους για τους οποίους τρέφετε αυτές τις... απερίσκεπτες απόψεις». Ο Τζάιλς έσφιξε το μαχαίρι του στη γροθιά του κι αντιστάθηκε στον πειρασμό να περάσει στην αντεπίθεση. Ήταν δικό του το άδικο -όχι επειδή ένιωθε έτσι, αλλά επειδή πήρε το ρίσκο να εκφράσει μεγαλόφωνα τα συναισθήματά του εκεί όπου υπήρχε κίνδυνος να τον ακούσουν. Τώρα έπρεπε να δεχτεί αδιαμαρτύρητα την επίπληξη. Προετοιμάστηκε ψυχολογικά για την επόμενη μπηχτή της. «Μου λέγατε για το σπίτι σας». Έξοχη τακτική, σκέφτηκε βλοσυρός. Θέλεις να με αποσυντονίσεις, όσο σκέφτεσαι πώς θα καταφέρεις το επόμενο χτύπημά σου.


«Το σπίτι μου βρίσκεται σ’ ένα μικρό κτήμα στο Νόρφοκ. Ο παππούς μου, από την πλευρά του πατέρα μου, ζει εκεί και έχει τη διαχείριση κατά την απουσία μου». Ήταν επίσης αρκετά κοντά στο σπίτι της χήρας μαρκησίας, δίπλα στο Γουέστλι Χολ, ώστε να επιβλέπει τη μητέρα του όποτε αποφάσιζε να το επισκεφθεί για να παραθέσει ένα από τα σκανδαλώδη πάρτι της, προκαλώντας έντονη δυσφορία και αμηχανία στον τωρινό μαρκήσιο και στη σύζυγό του, όπως και το σκανδαλισμένο ενδιαφέρον των κατοίκων της περιοχής. Όποτε η μητέρα του έβγαινε εκτός ελέγχου, ο Τζάιλς ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να την κάνει καλά. «Ο πατέρας σας...» «Πέθανε προτού γεννηθώ». Είχε χρειαστεί αρκετή πειθώ προκειμένου να πάρει τον παππού του από την αγροικία του αρχικηπουρού στο Γουέστλι Χολ, και να τον πείσει πως δε θα γινόταν ο περίγελος όλων αν εγκαθίστατο στη νέα εξοχική έπαυλη του εγγονού του. «Ο παππούς μου ζει μαζί μου. Η υγεία του δεν είναι πια τόσο καλή όσο κάποτε». Ο πεισματάρης γερο-Τζο έφερνε αντιρρήσεις μέχρι και την τελευταία στιγμή, παρά τους ρευματισμούς και τους πόνους στην πλάτη που τον βασάνιζαν, μετά τα τόσα χρόνια κοπιαστικής σωματικής εργασίας. Όμως, τώρα πια είχε μεταμορφωθεί σε επαρχιώτη ευγενή παλαιάς κοπής, παρ’ ότι ακόμη γκρίνιαζε που έπρεπε να σέρνει τα πόδια του σ’ ένα σπίτι με δέκα υπνοδωμάτια. Η σκέψη του παππού του γαλήνεψε κάπως τον Τζάιλς. «Πρέπει να σας χαροποιεί πολύ αυτό», σχολίασε εκείνη ενώ δεχόταν ένα κομμάτι τάρτας σολομού. «Μακάρι να είχα γνωρίσει κι εγώ τον παππού μου. Η μητέρα σας ζει μαζί σας;» «Ζει ανεξάρτητη. Πολύ ανεξάρτητη». Τα πράγματα ήταν σχετικά σταθερά την προκειμένη στιγμή: η μητέρα του είχε έναν εραστή, που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από τον Τζάιλς. Οι φίλοι του πίστευαν πως θα έπρεπε φυσιολογικά να ντρέπεται γι’ αυτή τη σχέση, όμως ο ίδιος απλώς ένιωθε ευγνωμοσύνη που ο Τζακ είχε το χάρισμα να κάνει ευτυχισμένη τη μητέρα του, έστω κι αν δεν υπήρχε η παραμικρή ελπίδα να τη συγκρατήσει όταν την κυρίευαν οι πιο παράφορες παρορμήσεις της, μολονότι προσπαθούσε σκληρά. «Είναι μήπως λιγάκι εκκεντρική;» «Ναι, θα μπορούσαμε να το πούμε κι έτσι», συμφώνησε ο Τζάιλς. Πόσο γρήγορα ανίχνευσε η λαίδη Ίζομπελ το υπονοούμενο που υπέβοσκε στα λόγια του... Δεν απορούσε που κατάφερνε να διαπερνά τις άμυνές του με τόση ευκολία όποτε το ήθελε. «Θεέ και Κύριε, φαίνεστε σχεδόν ανθρώπινος όταν χαμογελάτε, κύριε


Χάρκερ». Του χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο και του γύρισε την πλάτη για να συμμετάσχει στη συζήτηση περί ιρλανδικής γλώσσας που έκανε ο κόμης με την Ανν. Μικρή αγριόγατα! σκέφτηκε ο Τζάιλς, και παραλίγο να του ξεφύγει δυνατά. Είχε καταφέρει να διασφαλίσει -με πολύ πιο άκομψο τρόπο απ’ ό,τι σκόπευε- ότι δε θα χρειαζόταν ν’ απωθήσει ένα χέρι πάνω στο μηρό του κάτω απ’ το τραπέζι, ούτε θα έβρισκε κάποια ανεπιθύμητη επισκέπτρια στην κάμαρά του. Με τίμημα όμως να κάνει εχθρό του μια στενή φίλη της οικογένειας. Τώρα έπρεπε να τηρήσει τα προσχήματα που επέβαλλαν οι καλοί τρόποι ώστε να μην αντιληφθούν οι Γιορκ πως κάτι πήγαινε στραβά. Θα προτιμούσε βέβαια να μη χρειαζόταν να το κάνει· ο φόρτος της εργασίας που είχε δεχτεί ν’ αναλάβει για χάρη του Σόαν δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την πρόκληση να συγκρατηθεί και να μη στραγγαλίσει το όμορφο λαιμουδάκι της λαίδης Ίζομπελ, αν συνέχιζε να τον προκαλεί έτσι. Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του ακούγοντας τη μικρή Λίζι να κάνει διάλεξη στον Τζον Σόαν σχετικά με τους εξωραϊσμούς που θεωρούσε απαραίτητους ώστε το κάστρο που ήταν σκαρφαλωμένο στον απέναντι λόφο να δείχνει ακόμη πιο ρομαντικό απ’ όσο ήταν ήδη. Ήταν κι αυτό μια επιλογή, βέβαια -να κλειδώσει τη λαίδη Ίζομπελ στον πύργο του κάστρου, αφήνοντάς την εκεί μέχρι να τη σώσει ο πρίγκιπας του παραμυθιού. Διασκεδαστική σκέψη πράγματι, αν και είχε την έντονη υποψία πως, από καθαρή διαστροφή και μόνο, εκείνη δε θα καθόταν ποτέ να περιμένει έναν άντρα να τη σώσει. Θα έφτιαχνε μια σκάλα με τα έπιπλα, θα έβγαινε από το παράθυρο και θα τον έπαιρνε στο κατόπι κραδαίνοντας έναν πολεμικό πέλεκυ. Εκείνη γέλασε και ο Τζάιλς στράφηκε να την κοιτάξει, με το ποτήρι του κρασιού στα χείλη του. Το γέλιο αυτό θαρρείς κι ανήκε σ’ εντελώς διαφορετική γυναίκα: σ’ ένα ανέμελο, γοητευτικό, αθώο πλάσμα. Σαν να ένιωσε τη ματιά του, η λαίδη Ίζομπελ γύρισε προς το μέρος του και τον έπιασε να την κοιτάζει. Για μια ατελείωτη στιγμή τα βλέμματά τους έσμιξαν. Ο Τζάιλς είδε τα χείλη της να μισανοίγουν και τα μάτια της να σκουραίνουν, λες και κάτι σημαντικό είχε ειπωθεί σιωπηρά ανάμεσά τους. Ένα κέντρισμα πόθου τον έκανε να μετακινηθεί άβολα πάνω στην καρέκλα του, και η στιγμή διαλύθηκε. Εκείνη του γύρισε πάλι την πλάτη της, με έκφραση περισσότερο μπερδεμένη παρά ενοχλημένη, σαν να μην καταλάβαινε τι είχε μόλις συμβεί. Ο Τζάιλς ήπιε το κρασί του. Ο ίδιος ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί: δύο


ουσιαστικά άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι είχαν ανακαλύψει τη σωματική έλξη που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο, έστω κι αν η μία απ’ αυτούς ίσως δεν το συνειδητοποιούσε καν, και μολονότι και οι δυο τους θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά να το αρνηθούν. *** Κάποιοι ήταν στην κρεβατοκάμαρά της. Ακούγονταν φωνές, πολύ σιγανές για να διακρίνει τι έλεγαν· ένιωσε ένα τράβηγμα στα σκεπάσματα, όταν κάποιος σκόνταψε στα πόδια του κρεβατιού. Η Ίζομπελ άνοιξε τα μάτια και είδε το αχνό φως της αυγής να φωτίζει το μαξιλάρι της. Με την ένταση να την πλημμυρίζει σύγκορμη, γύρισε και ανακάθισε, έτοιμη να ουρλιάζει ενώ η καρδιά της φτεροκοπούσε τρομαγμένη. Ωστόσο, δεν υπήρχε ίχνος των μεθυσμένων αγροίκων που στοίχειωναν τα όνειρά της. Αντίθετα, είδε τρία ζευγάρια μάτια να την παρακολουθούν γουρλωμένα απ’ τα πόδια του κρεβατιού· το ένα ζευγάρι μάλιστα βρισκόταν τόσο χαμηλά, που ήταν σχεδόν στο ίδιο ύψος με τα σκεπάσματα. Παιδιά. Η Ίζομπελ άφησε την ανάσα της να βγει αργά και τους χαμογέλασε, συγκρατώντας την παρόρμησή της να μπουσουλήσει μέχρι την άκρη του κρεβατιού και ν’ αρπάξει στην αγκαλιά της το μικρότερο παιδί, που μετά βίας φαινόταν το προσωπάκι του, και να εισπνεύσει βαθιά το άρωμα πούδρας και νυσταγμένης μωρουδίλας. «Καλημέρα σας. Θα μπορούσε κάποιος από σας να παραμερίσει τις κουρτίνες;» «Καλημέρα, ξαδέρφη Ίζομπελ», αποκρίθηκε η Λίζι. «Το ήξερα πως δε θα υπήρχε πρόβλημα να σε ξυπνήσουμε. Η μαμά είπε ότι θα ήθελες να κοιμηθείς μέχρι αργά και να πάρεις πρωινό στο δωμάτιό σου, όμως εγώ σκέφτηκα πως θα ήθελες να φας μαζί μας στο παιδικό δωμάτιο». Η αντίθεση ανάμεσα στα όνειρα όπου μεθυσμένοι, τρομακτικοί άντρες εισέβαλλαν στην κάμαρά της -και κάπου μέσα στην αχλή του εφιάλτη της διαισθανόταν την παρουσία του Τζάιλς Χάρκερ- και στο διάπλατο, αθώο βλέμμα των παιδιών την έκανε να νιώθει πως ακόμη δεν είχε ξυπνήσει εντελώς. «Είναι υπέροχη ιδέα. Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση». Η Ίζομπελ έτριψε τα μάτια της και κοίταξε τα δύο άλλα παιδιά καθώς έκαναν το γύρο του κρεβατιού, πλησιάζοντάς τη. «Πρέπει να είστε η Κάρολαϊν και ο Τσαρλς. Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω». Ο Τσαρλς, που ήταν γύρω στα τέσσερα αν θυμόταν καλά, την κοιτούσε σοβαρός πάνω από τη μικρή γροθιά του -πιπιλούσε τον αντίχειρά του. Πλησίασε ντροπαλά για να την κοιτάξει καλύτερα· η Ίζομπελ άπλωσε το χέρι της να χαϊδέψει το ρόδινο μαγουλάκι του κι εκείνος χαχάνισε. Έσφιξε


με τις γροθιές της τα σεντόνια. Ήταν τόσο γλυκός, και ήθελε... Η Κάρολαϊν χαμογέλασε ενθουσιασμένη και τράβηξε το κουβερλί από το κρεβάτι. «Καλύτερα να το ρίξεις κι αυτό πάνω σου, γιατί κάνει ρεύμα στους διαδρόμους. Στο δωμάτιό μας όμως έχουμε τζάκι, με τη φωτιά να καίει». Τα παιδιά την περίμεναν όσο σηκωνόταν και φορούσε τη ρόμπα της. Χτένισε κι έδεσε αλογοουρά τα μαλλιά της με μια κορδέλα, προτού φορέσει τις παντόφλες της. «Έτοιμη». «Πάμε από δω ώστε να μην ενοχλήσουμε τη μαμά». Η Κάρολαϊν την οδήγησε στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας και πέρασαν μέσα από μια πόρτα που έβγαζε στη σκάλα του υπηρετικού προσωπικού. «Από δω θ’ ανέβουμε στη σοφίτα...» Ακούστηκε ένα σφύριγμα και ο απαλός ήχος που έκανε ένα ζευγάρι δερμάτινες παντόφλες πάνω στο χαλί. Στο κεφαλόσκαλο απέναντι, που πρέπει να έβγαζε στα δωμάτια στο πίσω μέρος του σπιτιού, φάνηκε να γλιστρά μια σιλουέτα. Κάποιος ερχόταν. Ένας άντρας. Παγιδευμένη στο διάδρομο, μ’ ένα επτάχρονο κορίτσι μπροστά της να φλυαρεί, ένα αγοράκι να κρέμεται απ’ τη ρόμπα της και τη Λίζι να τους ακολουθεί, η Ίζομπελ μόλις που πρόλαβε να τυλίξει το κουβερλί καλύτερα γύρω της, προτού εμφανιστεί ο κύριος Χάρκερ. Εκείνος κοκάλωσε αμέσως στη θέση του και η μακριά μπροκάρ ρόμπα του ανέμισε γύρω από τους γυμνούς αστραγάλους του. Το πρόσωπό του ήταν ακόμη αξύριστο, τα μαλλιά του ανακατωμένα ενώ μέσα από τη χαλαρά δεμένη ρόμπα διακρινόταν κατά εντελώς ανάρμοστο τρόπο το στέρνο του. Πρέπει να ήταν γυμνός από κάτω. «Καλημέρα, λαίδη Ίζομπελ, λαίδη Λίζι, λαίδη Κάρολαϊν, αφέντη Τσαρλς. Ελπίζω να μην ετοιμάζεστε για βουτιές!» Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ είχε αναφέρει κάτι για ένα εσωτερικό λουτρό με πισίνα κάπου εδώ, οπότε μάλλον εκεί πήγαινε ο κύριος Χάρκερ. Δεν είχε καν την ευγένεια να κάνει επιτόπου μεταβολή μόλις τους είδε, σκέφτηκε η Ίζομπελ, γεμάτη αγανάκτηση ανάμεικτη με συναισθήματα που προσπάθησε σκληρά ν’ αγνοήσει. Τώρα ήταν αναγκασμένη ν’ ανταλλάξει τυπικότητες μ’ ένα σχεδόν γυμνό άντρα ενώ η ίδια φορούσε το νυχτικό της. Το γεγονός ότι το κουβερλί ήταν απόλυτα σεμνό και την τύλιγε ολόκληρη ήταν εντελώς άσχετο. «Πηγαίνουμε στο παιδικό δωμάτιο για πρωινό», του εξήγησε. Αφού έριξε μια κλεφτή ματιά στο δασύτριχο στέρνο του, κράτησε προσεκτικά καρφωμένο το βλέμμα της τριάντα πόντους πάνω απ’ το κεφάλι του.


«Οδήγησέ μας, σε παρακαλώ, Κάρολαϊν». «Καλημέρα, κύριε Χάρκερ», τιτίβισαν εν χορώ τα παιδιά. Η Ίζομπελ σήκωσε στην αγκαλιά της τον μικρό Τσαρλς σαν ασπίδα, και το μικρό στράτευμα προχώρησε γραμμή στο κεφαλόσκαλο προσπερνώντας τον αρχιτέκτονα προς το καταφύγιο της πόρτας που οδηγούσε στη σκάλα της σοφίτας. Ήξερε -αλίμονο- πολύ καλά ότι το πρόσωπό της είχε φλογιστεί ολόκληρο και ότι αντιδρούσε σαν σαστισμένη γκουβερνάντα. Η ντροπή της έσβησε κάθε ίχνος της μαχητικότητας, τροφοδοτημένης από οργή, που είχε επιδείξει στο δείπνο. Ανέβηκαν τη μικρή σκάλα και η Κάρολαϊν έστριψε, οδηγώντας τους στο πλατύσκαλο που έβγαζε σ’ έναν εσωτερικό όροφο με φεγγίτη στο ταβάνι και μια μεγάλη οπή στο κέντρο, ασφαλισμένη γύρω γύρω με κάγκελα και ξύλινες σανίδες. Όσο προσπαθούσε να προσανατολιστεί, η Ίζομπελ συνειδητοποίησε πως πρέπει να βρίσκονταν πάνω από το χολ της εισόδου και οι σανίδες εμπόδιζαν τους υπηρέτες να έχουν θέα κάτω στα αφεντικά τους. «Ο μπαμπάς έβαλε τον κύριο Σόαν να του φτιάξει μια πισίνα στην παλιά αυλή πίσω από την κύρια σκάλα», είπε η Λίζι. «Εγώ νομίζω πως θα ήταν φοβερή ιδέα να μάθουμε να κολυμπάμε εκεί, όμως η μαμά λέει πως η πισίνα είναι για να χαλαρώνει ο μπαμπάς, όχι για να πλατσουρίζουμε εμείς». Τώρα έχω στο μυαλό μου την εικόνα του κυρίου Χάρκερ να επιπλέει γυμνός στο νερό... Με υποχρέωσες, Λίζι! «Φτάσαμε. Εδώ κοιμόμαστε εγώ και η Κάρολαϊν, από δω είναι το δωμάτιο του Τσαρλς κι εδώ είναι το κοινόχρηστο παιδικό δωμάτιο. Νόρα, φέραμε τη λαίδη Ίζομπελ! Σ’ το είπα ότι θα ήθελε να πάρει πρωινό μαζί μας». Η αδύνατη καμαριέρα υποκλίθηκε. «Ω, ελπίζω πως δε σας πειράζει, μιλαίδη. Τους είπα ότι θα θέλατε να ξεκουραστείτε, αλλά φύγανε προτού τα προλάβω...» «Μην ανησυχείς, θα χαρώ πολύ να πάρω πρωινό εδώ». Τα παιδιά και το προσωπικό που τα πρόσεχε καταλάμβαναν όλη τη νότια πτέρυγα, που είχε υπέροχη θέα στη δημοσιά και στο πάρκο. Δυο υπηρέτες έφεραν τους δίσκους με το φαγητό, και ο Τσαρλς άρχισε να στριφογυρνάει στην αγκαλιά της. Η Ίζομπελ αναγκάστηκε να τον αφήσει κάτω. «Τους είπα να φέρουν αρκετό φαγητό, επειδή θα είχαμε μια ξεχωριστή καλεσμένη. Αυτά είναι τα σχέδιά μου για τον καστρόπυργο -ο κύριος Σόαν λέει ότι έχω ταλέντο ηθοποιού», ανακοίνωσε η Λίζι, δείχνοντας μια σειρά από ζωγραφιές καρφιτσωμένες στον τοίχο. «Φαντάζομαι πως το πήρα απ’ τη μαμά. Γράφει θεατρικά έργα, ξέρεις, και μερικές φορές όταν κάνουμε


πάρτι στο σπίτι, τα ανεβάζουμε στη μεγάλη πινακοθήκη. Ο μπαμπάς τη λέει αληθινή διανοούμενη. Θα κάνουμε μια βόλτα αργότερα και θα σου δείξω τον πύργο». Επιτέλους, η ανάσα της Λίζι φάνηκε να σώνεται -ή ίσως ήταν η μυρωδιά του μπέικον που τράβηξε την προσοχή της. «Θα μου άρεσε πολύ αυτό, εφόσον δε με χρειάζεται η μαμά σου». Η Ίζομπελ κάθισε στο τραπέζι. «Θα ήταν υπέροχο να πάρουμε λίγο καθαρό αέρα, και φαίνεται πως θα έχουμε λιακάδα σήμερα». Υπήρχε βέβαια και το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι, έξω από το σπίτι, θα βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας από την ανησυχητική παρουσία του κυρίου Χάρκερ. Καθώς έτρωγε, αναλογίστηκε πόσο εξοργιστικός ήταν. Αλαζονικός, δογματικός, σκανδαλωδώς θρασύς και δεν έδενε σφιχτά τη ρόμπα του! Για την ακρίβεια, ήταν ίδιος με τους μεθυσμένους αγροίκους που της επιτέθηκαν, μόνο που εκείνος ήταν νηφάλιος. Πράγμα που δεν αποτελούσε δικαιολογία! Επίσης την έκανε να νιώθει μια παράξενη αναστάτωση, μ’ έναν τρόπο που είχε ξεχάσει ότι μπορούσε να νιώσει. Αναμφίβολα το γυμνό κορμί του, χαλαρωμένο στο νερό θα ήταν η επιτομή της τελειότητας, και η υφή της επιδερμίδας του... Η Ίζομπελ δάγκωσε άγρια μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα. Σε τι άλλο χρησίμευαν οι άντρες, εκτός από το να κάνουν δυστυχισμένη τη ζωή των γυναικών; Παρατήρησε τον μικρό Τσαρλς με τα παχουλά μαγουλάκια του, πασαλειμμένα ήδη με μαρμελάδα, με τα γαλανά, γεμάτα αθωότητα μάτια του. Τα μικρά αγόρια ήταν αξιαγάπητα. Ένιωσε ένα τσίμπημα πόνου στη σκέψη αυτού που της έλειπε. Προφανώς οι τρυφεροί πατεράδες και σύζυγοι, όπως ο δικός της πατέρας ή ο λόρδος Χάρντγουικ, ήταν καλοί άνθρωποι. Ο Λούκας ήταν σχεδόν τέλειος. Όμως, πώς στην ευχή μπορούσες να καταλάβεις αν ένας υποψήφιος μνηστήρας θ’ αποδεικνυόταν καλός; Οι περισσότεροι άντρες κατέληγαν άσωτοι, διαφθορείς, πότες, χαρτοπαίκτες... Ίσως να μπορούσε να γίνει καλόγρια. Σίγουρα θα υπήρχαν μοναχές στην Αγγλικανική Εκκλησία και φαινόταν ασφαλής, ειρηνική ζωή. Την ίδια στιγμή εισέβαλε στο μυαλό της η εικόνα του κυρίου Χάρκερ να ξεραίνεται στα γέλια βλέποντάς τη με το σχήμα της μοναχής. Θα φαινόταν γελοία, και η ζωή αυτή δεν της ταίριαζε. Επίσης, δε θα μπορούσε να ταξιδεύει, να επισκέπτεται τη Τζέιν και τα παιδιά. Εντάξει, θα γινόταν μια εκκεντρική γεροντοκόρη τότε· είχε αρκετά χρήματα. Μόνο που δεν ήθελε να μείνει γεροντοκόρη. Ήθελε να ερωτευτεί έναν καλό άντρα ξανά και να παντρευτεί. Η ονειροπόλησή της θρυμματίστηκε απότομα: εκείνος σίγουρα θα ήθελε παιδιά. Πού θα έβρισκε όμως κάποιον


στον οποίο θα μπορούσε να εκμυστηρευτεί το πολυτιμότερο μυστικό της; Και ακόμη κι αν έβρισκε αυτό τον υποδειγματικό άντρα, θα εξακολουθούσε άραγε να τη θέλει, όταν θα μάθαινε όλη την αλήθεια;


Κεφάλαιο 4 «Θέλεις λίγο καφέ ακόμη, ξαδέρφη Ίζομπελ;» «Ναι, σ’ ευχαριστώ, Λίζι». Το μυαλό της ήταν αλλού, χαμένο σε ατέρμονους κύκλους, και η Ίζομπελ πίεσε τον εαυτό της να επικεντρωθεί στο παρόν. «Τι ώρα θα πάμε περίπατο;» «Να σε συναντήσω στον κήπο στις δέκα;» πρότεινε η μικρή. «Πρέπει να εξηγήσω στη δεσποινίδα Χέντερσον, την γκουβερνάντα μου, ότι θα πάω εκπαιδευτική εκδρομή στη φύση μαζί σου». «Αυτό είναι; Εκπαιδευτική εκδρομή;» «Υπάρχουν οι λίμνες, κι ένα σωρό είδη άγριων πουλιών να δούμε», αντέτεινε η Λίζι με αδιάσειστη λογική. Η Ίζομπελ συμπόνεσε τη δύσμοιρη δεσποινίδα Χέντερσον. *** Μια επίσκεψη στο καθιστικό της λαίδης Χάρντγουικ καθησύχασε την Ίζομπελ πως η οικοδέσποινα δε χρειαζόταν τη βοήθειά της, και πως η Λίζι είχε την άδεια να παραλείψει το μάθημα των Γαλλικών για ένα πρωί. Τύλιξε σφιχτά την κάπα γύρω της και βγήκε έξω στον κήπο, ανάμεσα στη βορινή πρόσοψη της έπαυλης και στο πάρκο. Ήταν ακόμη δέκα παρά τέταρτο και δεν έβλεπε πουθενά τη Λίζι. Τα ζοφερά, μαραμένα από το κρύο του χειμώνα παρτέρια την άφησαν αδιάφορη, όμως οι συστάδες των θάμνων που απλώνονταν πέρα από την πτέρυγα των υπηρετών φάνταζαν άξιες εξερεύνησης. Ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές διέκρινε το περίγραμμα μιας θολωτής στέγης που της κέντρισε το ενδιαφέρον αρκετά ώστε να αποτολμήσει να τις διασχίσει. Όταν έφτασε εκεί, η Ίζομπελ είδε πως το κτίσμα ήταν μικρό, χαμηλοτάβανο και γωνιώδες, με έναν παράξενο θόλο και χωρίς παράθυρα. Η αρχιτεκτονική του της θύμιζε αόριστα στοιχεία κλασικού ρυθμού, μολονότι δεν είχε ιδέα σε τι μπορεί να χρησίμευε. Ήταν παράδοξο να έχουν χτίσει κιόσκι μέσα στους θάμνους -ίσως ήταν αποθήκη πάγου. Έκανε το γύρο της κατασκευής, με τα πέλματά της να βυθίζονται στο νοτισμένο έδαφος. Τα πεσμένα φύλλα έπνιγαν τον ήχο των βημάτων της


καθώς προχωρούσε επιφυλακτικά, προσέχοντας να μη γλιστρήσει. Κοκάλωσε απότομα όταν είδε ένα ζευγάρι μακριά πόδια να προεξέχουν από τις φυλλωσιές της δάφνης που κάλυπτε το κάτω μέρος των τοίχων. Ο κάτοχος των ποδιών -ορατών μέχρι τους μηρούς- φορούσε καφέ δερμάτινο παντελόνι και καλογυαλισμένες μπότες, οι μύτες των οποίων ήταν στραμμένες στο έδαφος και λασπωμένες· πρέπει να ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα. Όσο κοιτούσε το παράξενο θέαμα, ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο γρύλισμα μέσα από τους θάμνους -ο άγνωστος πονούσε. Μήπως ήταν κάποιος θηροφύλακας που του είχαν επιτεθεί λαθροκυνηγοί; Ή κανένας κηπουρός που λιποθύμησε; Έσκυψε και παραμέρισε τα κλαδιά, ενώ, καθώς γονάτιζε, συνειδητοποίησε πως οι θηροφύλακες και οι κηπουροί δε φορούσαν τόσο ακριβές μπότες. Την ίδια στιγμή γλίστρησε στη λάσπη και σωριάστηκε μ’ ένα γδούπο στο έδαφος. Άπλωσε το χέρι της να στηριχτεί και κατάλαβε πως είχε γραπωθεί από ένα μυώδη αντρικό μηρό. «Ω! Είστε καλά;» Τουλάχιστον ο άντρας ήταν ζεστός όταν τον άγγιξε μάλλον δεν ήταν πολλή ώρα πεσμένος. Όμως δεν υπήρχε χώρος να κουνηθεί, τώρα που ήταν κι εκείνη γονατισμένη κάτω από τους πυκνούς καταπράσινους θάμνους. Ο άντρας γύρισε ξαφνικά ανάσκελα παρασέρνοντας τη μαζί του σ’ ένα κουβάρι από κορμιά και κλωνάρια. Η Ίζομπελ βρέθηκε ξαπλωμένη στο έδαφος, μ’ ένα στιβαρό αντρικό κορμί πάνω της- ήταν ολοφάνερο πως δεν ήταν ούτε πληγωμένος ούτε λιπόθυμος, αλλά είχε πλήρως τις αισθήσεις του, καθεμία από αυτές. «Αγαπητή μου λαίδη Ίζομπελ, ήρθατε να με βοηθήσετε με τα υδραυλικά;» ρώτησε με αργόσυρτη φωνή ο Χάρκερ καθώς την κοιτούσε μέσα στο μισοσκόταδο που δημιουργούσαν τα φύλλα. Ύστερα από μια τεταμένη στιγμή, ανασηκώθηκε λίγο, ρίχνοντας το βάρος του κορμιού του στους αγκώνες του. «Υδραυλικά;» Η Ίζομπελ τον κοίταξε σαστισμένη. «Τι στην ευχή εννοείτε; Αφήστε με ελεύθερη αμέσως... Άου!» «Ξαπλώσατε πάνω στο σφυρί», της εξήγησε. «Αν μετακινήσετε λιγάκι τον ώμο σας... Ορίστε. Είστε πιο άνετα;» «Όχι! Αφήστε με να σηκωθώ τώρα, κύριε Χάρκερ!» «Το έδαφος είναι αρκετά στεγνό, κι από κάτω σας υπάρχει μια λινάτσα». Ένα αχνό χαμόγελο τρεμόπαιζε στις γωνίες των καλογραμμένων χειλιών του. «Είστε πολύ απαιτητική! Μα δεν μπορεί να περιμένατε κάτι καλύτερο, εφόσον επιδιώξατε ένα τετ-α-τετ στο ύπαιθρο, Φλεβάρη μήνα».


Η Ίζομπελ προσπάθησε ν’ ανασηκωθεί, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να πιέσει κι άλλο τα στήθη της στο στέρνο του. Το βλέμμα του βάθυνε και η αμυδρή σύσπαση στα χείλη του άνθισε σ’ ένα χαμόγελο γεμάτο επιδοκιμασία. Ξάπλωσε ξανά πίσω κι ετοιμάστηκε να ουρλιάξει, όταν θυμήθηκε ξαφνικά τη Λίζι· το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τρομάξει το παιδί. Έξαλλη με την ίδια της την αδυναμία, ακούμπησε τις παλάμες της στους ώμους του κι έσπρωξε δυνατά. Ο Χάρκερ δε σάλεψε εκατοστό. Η Ίζομπελ άρχισε να κοντανασαίνει. Ω Θεέ μου, τι ταπείνωση! Τώρα πλέον λαχάνιαζε, και το δίχως άλλο εκείνος θα νόμιζε πως ήταν από έξαψη. Ακόμη πιο εξευτελιστικό ήταν το γεγονός ότι δε θα είχε άδικο -αντιδρούσε ενστικτωδώς: τον έβρισκε συναρπαστικό. Ιδού η τιμωρία της που ονειρευόταν στον ξύπνιο της το κορμί του. Και ήταν τόσο μυώδες και λυγερό στην πραγματικότητα, όσο και... «Σήκω από πάνω μου!» Ενώ τα πράσινα μάτια του καρφώνονταν πάνω της, η Ίζομπελ συνειδητοποίησε πως ένιωθε διέγερση, σύγχυση, αγανάκτηση, όχι όμως φόβο. «Δεν είχα κανέναν απολύτως σκοπό, ούτε καμιά επιθυμία να επιδιώξω ένα τετ-α- τετ μαζί σας, κύριε Χάρκερ, είτε εντός είτε εκτός σπιτιού». «Τότε, τίνος το μηρό νομίζατε πως πασπατεύατε;» ρώτησε εκείνος με ύφος σαν να τον ενδιέφερε σφόδρα το θέμα. «Σας πασπάτευα; Πώς τολμάτε! Έχασα την ισορροπία μου και...» Η αίσθηση των σφιχτών μυώνων κάτω από το παντελόνι του είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της. «Νόμισα πως κάποιος κηπουρός λιποθύμησε ή πως επιτέθηκαν λαθροκυνηγοί σ’ ένα θηροφύλακα, ή κάτι τέτοιο». Ένιωθε το κορμί του ζεστό, ρωμαλέο, να πιέζει το δικό της ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο που έκανε μια κυρία να χάνει την αυτοκυριαρχία της... Και ο άθλιος το ήξερε. Μετακινήθηκε ανεπαίσθητα χαμογελώντας της καθώς η Ίζομπελ ξεροκατάπινε. Ω, ναι, ο Χάρκερ έβρισκε άκρως ενδιαφέρουσα την κατάσταση. Αναμφίβολα θα έπρεπε να νιώθει κολακευμένη. «Κι εγώ που νόμιζα πως η εικόνα μου με τη ρόμπα ήταν αρκετή για να δελεάσει μια νεαρή κυρία να συρθεί μέσα στους θάμνους. Φυσικά, ήμουν έτοιμος ν’ απορρίψω αυτό που υπέθεσα πως ήταν μια άκρως κολακευτική πρόταση εκ μέρους σας». «Να απορρίψετε;» Τον κοίταξε σαν χαμένη. Το θράσος που είχε, να φανταστεί έστω για μια στιγμή μόνο πως τον είχε ακολουθήσει στ’ αλήθεια μέχρι εδώ για να... ερωτοτροπήσουν! Η αγανάκτησή της μετατράπηκε σε οργή. «Γιατί;»


«Γιατί; Επειδή οι καλοαναθρεμμένες παρθένες είναι μεγαλύτερος μπελάς απ’ όσο αξίζουν». «Ω!» Η αλαζονεία του ήταν ανυπόφορη! «Πιθανότατα είναι τρέλα, όμως από τη στιγμή που είμαστε εδώ είναι κρίμα ν’ αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη». Η Ίζομπελ συνειδητοποίησε, υπερβολικά καθυστερημένα, πως οι παλάμες της ακουμπούσαν ακόμη στους ώμους του και προσπάθησε ν’ αποτραβηχτεί, όμως δεν είχε πουθενά να πάει. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε με μια επιδέξια κίνηση. Ο τελευταίος άντρας που την είχε φιλήσει ήταν τύφλα στο μεθύσι και άξεστος. Ο Χάρκερ δεν ήταν τίποτε από τα δύο. Το στόμα του, καυτό κι απαιτητικό, έστειλε ερωτικά μηνύματα κατευθείαν στα βάθη της κοιλιάς της, στο στήθος της, λες και όλες οι νευρικές απολήξεις στο κορμί της συνδέονταν μεταξύ τους με αόρατα νήματα κι εκείνος κρατούσε τις άκρες τους, παίζοντας μαζί τους. Για μια σύντομη στιγμή, πανικοβλήθηκε με την ίδια της την ανταπόκριση -ελευθέρωσε το ένα χέρι της, στριφογυρίζοντας ταυτόχρονα στην αγκαλιά του, κι ένιωσε βαθιά ικανοποίηση ακούγοντας τον ήχο που έκανε η παλάμη της καθώς προσγειωνόταν στο μάγουλό του. «Μπάσταρδε!» σφύριξε αγριεμένη τη στιγμή που εκείνος σήκωσε το κεφάλι του. Η λέξη φάνηκε να τον ταράζει. Τα πράσινα μάτια του άνοιξαν διάπλατα σκοτεινιασμένα- σηκώθηκε και τραβήχτηκε μακριά της. Το κύμα οργής που την πλημμύρισε την ώθησε να σταθεί κι εκείνη στα πόδια της, σκουντώντας τον καθώς προσπαθούσε να βρει την ισορροπία της, τσαλαπατώ- ντας τους θάμνους όσο έβγαινε ξανά έξω στο μονοπάτι. «Αυτός είναι ο τρόπος σου να μ’ εκδικηθείς επειδή σε επέπληξα για τα προσβλητικά σχόλιά σου στον κύριο Σόαν χθες το βράδυ; Αλαζόνα, αυτάρεσκε μπάσταρδε!» Ποτέ δε χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη, την απεχθανόταν, όμως τώρα την εξαπέλυσε σαν μαχαιριά εναντίον του. «Ξαδέρφη Ίζομπελ; Είσαι μέσα στους θάμνους;» Η φωνή της Λίζι ακουγόταν σαν να τους πλησίαζε. «Μείνε εδώ», του είπε άγρια καρφώνοντάς τον με το δάχτυλο στο στήθος. «Απλώς μείνε εδώ». Ο Χάρκερ ίσιωσε το κορμί του και με το ένα χέρι έτριψε το κοκκινισμένο μάγουλό του ενώ το στόμα του στράβωνε σ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο. Αυτό το στόμα, που ακόμη ένιωθε την κάψα του να της καίει τα χείλη. Η Ίζομπελ έκανε απότομα μεταβολή και σχεδόν άρχισε να τρέχει στο ελικοειδές μονοπάτι για να προλάβει τη Λίζι. Η κορδέλα του μπονέ της τεντώθηκε στο λαιμό της, και σταμάτησε εγκαίρως προτού λυθεί το καπέλο


της. Τίναξε τα φύλλα από τις φούστες της, πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε έξω στο περιποιημένο γρασίδι. «Να με. Εξερευνούσα τους κήπους». Κάπως τα κατάφερε ν’ ακουστεί φυσιολογική η φωνή της, μολονότι βγήκε ίσως υπερβολικά εγκάρδια. «Ω, τότε πρέπει να ανακάλυψες το Υδάτινο Κάστρο. Ο κύριος Σόαν το αποκαλεί Καστέλο ντ’ Ακόυα- το σχεδίασε ο ίδιος για να τροφοδοτεί το λέβητα του εσωτερικού λουτρού, όμως δε δουλεύει και πολύ καλά». Η Λίζι συνέχισε να φλυαρεί χαρούμενα καθώς την οδηγούσε μέσα από τους κήπους προς την πύλη που έβγαζε στο πάρκο. «Ο μπαμπάς είπε πως η πίεση του νερού ήταν υπερβολικά χαμηλή και ότι ο διαχειριστής μας έπρεπε να καλέσει υδραυλικό, όμως ο κύριος Χάρκερ είπε πως θα προσπαθούσε να δει αν μπορούσε να χαλαρώσει τη βαλβίδα, ή κάτι τέτοιο. Υποθέτω πως θυμήθηκε το πρόβλημα όταν πήγε να κάνει μπάνιο σήμερα το πρωί». Αυτό έκανε λοιπόν μέσα στους θάμνους -δεν παραμόνευε τις περαστικές γυναίκες ώστε να τις προσβάλει. Αν και δε χρειαζόταν καμία προετοιμασία ή προειδοποίηση, αν ήθελε να παρενοχλήσει κάποια! Βγήκαν έξω από τη σιδερόφραχτη πύλη των κήπων και η Λίζι την πήρε από το μπράτσο για να διασχίσουν το πάρκο που απλωνόταν ανάμεσα στην έπαυλη και στο λόφο όπου ήταν σκαρφαλωμένος ο καστρόπυργος. Ένα μικρό κοπάδι ελαφιών τις παρακολουθούσε επιφυλακτικά, με ορθωμένα τα κεφάλια τους. «Το πάρκο είναι ειδυλλιακό». Η Ίζομπελ κουβέντιαζε με τη Λίζι ενώ συνάμα πάσχιζε να κάνει τα τρεμάμενα πόδια της να συμβαδίσουν με τον ζωηρό ρυθμό της μικρής. Ο Χάρκερ είχε καταλήξει στο πιο σκανδαλώδες συμπέρασμα όσον αφορούσε τα κίνητρά της, ακόμη και τις επιθυμίες της. Δεν την είχε αφήσει να αρθρώσει λέξη και την είχε εκμεταλλευτεί με τον πιο επαίσχυντο τρόπο. Είχε έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση μαζί του χθες· άραγε αυτή ήταν η τιμωρία της; Να τη θεωρήσει γυναίκα ελευθέρων ηθών; Ή η συγκεκριμένη προσβολή ήταν τα αντίποινα για την άρνησή της να του φερθεί σαν να ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου; Αυτό τον καθιστούσε ίσο και όμοιο με τους αχρείους μεθύστακες που είχαν εισβάλει στην κάμαρά της, και η Ίζομπελ συνειδητοποίησε πως η σκέψη αυτή την απογοήτευε. Όσο εξοργιστικός κι αν ήταν, κατά κάποιον τρόπο περίμενε περισσότερα από κείνον. Κι όμως είχε ανταποκριθεί στα χάδια του, συλλογίστηκε, αθεράπευτα ειλικρινής με τον εαυτό της, όσο προχωρούσε αργά πίσω από την ενθουσιασμένη Λίζι πάνω σ’ ένα στενό πλινθόκτιστο γεφύρι που ένωνε τις όχθες μιας βαθιάς αρδευτικής τάφρου. Το είχε άραγε καταλάβει εκείνος; Μα φυ-


σικά -ήταν έμπειρος γυναικοκατακτητής και είχε κοιμηθεί με περισσότερες γυναίκες απ’ όσα ζευγάρια μεταξωτές κάλτσες διέθετε εκείνη! Οπότε, τώρα μπορούσε να προσθέσει και την ταπείνωση στις αισθήσεις που θα την κατέκλυζαν την επόμενη φορά που θα έβλεπε τον κύριο Χάρκερ, κι εκείνος ασφαλώς θα το εκμεταλλευόταν για να τη βασανίζει, για όσο καιρό θα τον διασκέδαζε αυτό το παιχνίδι. Φλέρταρε για λίγο με την ιδέα να τα ομολογήσει όλα στην ξαδέρφη Ελίζαμπεθ, όμως μετά κατάλαβε ότι το περιστατικό αυτό δεν την τιμούσε καθόλου, εκτός κι αν παρουσίαζε μια ωραιοποιημένη εκδοχή του ώστε να φανεί η ίδια ως ντροπαλή, αθώα παρθένα κι εκείνος ο άσωτος διακορευτής της. «Κοίτα! Δεν είναι μεγαλειώδης;» Η Λίζι έδειξε με το χέρι τον πύργο και τα ερειπωμένα τείχη που στεφάνωναν τον απέναντι λόφο. «Πάντως, νομίζω ότι ο μπαμπάς πρέπει να βάλει τον κύριο Σόαν να χτίσει ολόκληρο κάστρο. Ή ίσως μπορεί να το κάνει ο κύριος Χάρκερ. Είναι πιο νέος, άρα ίσως είναι και πιο ρομαντικός. Δε θα ήταν υπερβολή μάλιστα, από τη στιγμή που όλοι οι φύλακες και το προσωπικό θα μπορούσαν να μένουν εκεί, κι έτσι θα κάναμε οικονομία στα αγροτόσπιτα». «Δε νομίζεις πως θα το έβρισκαν άβολο να ζουν σε κάστρο;» τη ρώτησε η Ίζομπελ καθώς κατηφόριζαν το φιδωτό μονοπάτι προς τον τεχνητό καταρράκτη. Συγκρότησε την παρόρμησή της να σχολιάσει πως, κατά τη γνώμη της, ο κύριος Χάρκερ ήταν τόσο ρομαντικός όσο και μια ορδή Βίκινγκ. «Δεν το είχα σκεφτεί. Είσαι πολύ πρακτική, ξαδέρφη Ίζομπελ». Η Λίζι δε φαινόταν να εκτιμά και πολύ την πρακτικότητα. Συνοφρυώθηκε, αλλά το πρόσωπό της έλαμψε πάλι, μόλις φάνηκε μπροστά τους η κοιλάδα με τις λίμνες. Μια μακριά, στενή λωρίδα νερού φιδοσερνόταν στα δεξιά, ενώ μπροστά τους και αριστερά υπήρχε άλλη μία, μεγαλύτερη σε διάμετρο, λίμνη. «Όταν ο κύριος Ρέπτον ήρθε για να επιμεληθεί την αρχιτεκτονική των εξωτερικών χώρων, μας πρότεινε να βάλουμε ένα κατάρτι στην όχθη της λίμνης που βρίσκεται πιο χαμηλά». «Μια λέμβο, εννοείς, ή ένα μικρό ιστιοπλοϊκό σκάφος;» «Όχι, κανονικό κατάρτι ενός μεγάλου ιστιοφόρου, ώστε η κορυφή του να είναι ορατή από το σπίτι, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του ωκεανού». Η Λίζι κατηφόρισε χοροπηδώντας το λασπωμένο μονοπάτι. «Ο μπαμπάς είπε πως ήταν υπερβολή και ανοησία. Εγώ όμως νομίζω πως θα ήταν φανταστικό! Μου άρεσε ο κύριος Ρέπτον, όμως ο μπαμπάς λέει πως έχει


ακριβές ιδέες, έτσι ήρθαν στη θέση του ο κύριος Σόαν και ο κύριος Χάρκερ. Κοίτα αυτή τη γέφυρα!» Καθώς πλησίαζαν, η Ίζομπελ κατάλαβε πως υπήρχε ένα μικρό φράγμα στην κοιλάδα, με τη μικρή λίμνη να βρίσκεται περίπου πέντε μέτρα πιο ψηλά από τη μεγαλύτερη. Ένα γεφύρι υψωνόταν πάνω από τον τεχνητό καταρράκτη, όπου γινόταν η υπερχείλιση του νερού από τη μια λίμνη στη άλλη. Η Λίζι άνοιξε διάπλατα τα χέρια της δείχνοντας το γεφύρι. «Ο κύριος Ρέπτον είπε πως χρειαζόμαστε νέα γέφυρα, σε κινέζικο στυλ». Άρχισε να τρέχει προς τα κει, και μετά κρεμάστηκε πάνω από την κουπαστή κοιτάζοντας το νερό κάτω. Η Ίζομπελ εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν έπρεπε να πει στην Ελίζαμπεθ για το φιλί του κυρίου Χάρκερ, παρ’ όλο που αυτό θα δημιουργούσε άσχημη εικόνα για την ίδια. Απόδιωξε αυτές τις σκέψεις κι επικεντρώθηκε στο παιδί. «Πρόσεχε, Λίζι! Αυτό που κάνεις φαίνεται επικίνδυνο». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της και το κιγκλίδωμα της γέφυρας τσακίστηκε στα δύο μ’ ένα «κρακ!» και κατέρρευσε. Η Λίζι γαντζώθηκε από πάνω του για μια στιγμή αλλά μετά, αφήνοντας ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό, βούλιαξε μέσα στο νερό κι εξαφανίστηκε κάτω από την επιφάνειά του. «Λίζι!» Η Ίζομπελ άρχισε να τρέχει προς τη γέφυρα, πετώντας στο έδαφος το μπονέ και την κάπα της. «Βοήθεια, βοήθεια!» φώναζε συνεχώς, παρ’ ότι ήξερε ότι δεν είχαν δει ψυχή μέσα στο αχανές πάρκο, πόσω μάλλον κάποιον που να βρίσκεται αρκετά κοντά ώστε να βοηθήσει. Ήξερε άραγε η Λίζι κολύμπι; Αλλά, ακόμη κι αν ήξερε, το νερό ήταν κρύο και ίσως βαθύ. Η Ίζομπελ είδε φυσαλίδες να σχηματίζονται στην επιφάνεια αλλά κανένα σημάδι της Λίζι. Έτρεξε μέχρι την άκρη της γέφυρας και κάθισε βουτώντας τα πόδια της μέσα στο παγωμένο νερό, με τη μακριά βρεγμένη φούστα της να δυσκολεύει τις κινήσεις της. Δεν ήξερε κολύμπι, όμως αν κρατιόταν από τους στύλους της γέφυρας, ίσως μπορούσε ν’ απλώσει το χέρι της στη Λίζι και να την τραβήξει έξω. Χωρίς καμιά προειδοποίηση, τα σανίδια της γέφυρας υποχώρησαν και η Ίζομπελ έπεσε μέσα στη λίμνη. Άνοιξε το στόμα της να ουρλιάξει, αλλά κατάπιε νερό. Οι ακίδες του ξύλου μπήχτηκαν στην παλάμη της και δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο από το στύλο. Το φως της ημέρας ξεθώριασε σε μια σκοτεινή θολούρα καθώς τα νερά της λίμνης τη σκέπαζαν. ***


Ο Τζάιλς άφησε μια πνιχτή βλαστήμια και τράβηξε τα χαλινάρια του γκρίζου αλόγου του ώστε να τριποδίσει χαλαρά ανηφορίζοντας την απότομη πλαγιά. Τόσο πολύ την είχε παρεξηγήσει; Δηλαδή τον πέτυχε μέσα στους θάμνους από καθαρή τύχη και όντως έχασε την ισορροπία της, όπως ισχυριζόταν; Είχε νομίσει πως ήταν κάποιο τέχνασμα ώστε να τον κάνει να τη φιλήσει, και πως οι διαμαρτυρίες της ήταν για τους τύπους και μόνο. Τώρα όμως το πονεμένο μάγουλό του του έλεγε πως οι αντιρρήσεις της ήταν και με το παραπάνω ειλικρινείς. Το ίδιο και η οργή της χθες το βράδυ. Είχε αφήσει τον πόθο να υπερισχύσει του ενστίκτου του, κι έτσι χειρίστηκε ολότελα λάθος την υπόθεση. Μπάσταρδε. Είχε μάθει να αγνοεί αυτή τη λέξη, να την αντιμετωπίζει με θυμηδία, αλλά, για κάποιον λόγο, τον είχε τσούξει περισσότερο από το χαστούκι της. Έπρεπε να τη βρει και να της ζητήσει συγνώμη. Διάβολε. Αν το έκανε, εκείνη είτε θα τον χαστούκιζε ξανά είτε θα έδειχνε υπερβολική επιείκεια... και ίσως να τον φιλούσε και πάλι, με αυτό το απολαυστικό μείγμα αθώου αισθησιασμού και φλογερού πάθους. Όχι. Ήταν υπερβολικά επικίνδυνο. Καλύτερα να έμενε συγκεντρωμένος στη δουλειά του και να ξεχνούσε αυτή την προκλητική γυναίκα, που αδυνατούσε να την καταλάβει -όπως είχε οδυνηρά αποδειχτεί. Δεν ήταν καμία άπειρη κοπελίτσα- σύντομα θα ξεχνούσε ό,τι είχε συμβεί μεταξύ τους, ή τουλάχιστον αυτό θα υποκρινόταν. Τράβηξε πίσω τα χαλινάρια, καθώς είχε φτάσει στις χωματουργικές εργασίες που σηματοδοτούσαν το χώρο του παλιού ανεμόμυλου. Από κει είχε υπέροχη θέα στα βόρεια, πέρα από τις λίμνες ως τον καστρόπυργο. Από το μύλο, νότια και κατά μήκος των παρυφών του δάσους, μια κατάφυτη με δέντρα δημοσιά οδηγούσε στον προορισμό του, το Χιλ Χάουζ. Ο δρόμος απλωνόταν φαρδύς και ομαλός, ιδανικός για καλπασμό. Ο Τζάιλς άρπαξε σφιχτά τα χαλινάρια, αλλά κοκάλωσε στη θέση του όταν άκουσε μια αχνή κραυγή. Ένα αρπακτικό πουλί, άραγε, ή καμιά αλεπού; Σηκώθηκε όρθιος στους αναβολείς και σάρωσε με το βλέμμα του το πάρκο. Δεν έβλεπε τίποτα όμως. «Βοήθεια!» Η φωνή ερχόταν από τη μεριά των λιμνών, αχνά μεν, αλλά καθαρά και επαναλαμβανόμενα. Μια γυναικεία φωνή. Ο Τζάιλς έστριψε προς τα εκεί το λαιμό του αλόγου του και κέντρισε τα πλευρά του για να κατηφορίσει την πλαγιά καλπάζοντας. Η αρδευτική τάφρος ξεπρόβαλε μπροστά τους και το γκρίζο άτι λύγισε τα πόδια και πήδησε απέναντι, συνεχίζοντας τον καλπασμό του προς την όχθη της λίμνης.


Καθώς τραβούσε τα γκέμια λίγα μέτρα πριν από το φράγμα, δεν είδε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας -μόνο ένα μπονέ και μια κάπα πεταμένα στην όχθη. Διέκρινε όμως χνάρια, μικρά γυναικεία χνάρια, πάνω στη λάσπη, ενώ κάτω από τη γέφυρα, στο σημείο όπου είχε σπάσει το κιγκλίδωμα, είδε φυσαλίδες να αναταράζουν την επιφάνεια του νερού. Πήδησε μ’ ένα σάλτο στο έδαφος, έβγαλε βιαστικά το παλτό και τις μπότες του και πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές τη λίμνη. Το θολό νερό αναδεύτηκε και δύο σιλουέτες ξεπρόβαλαν στιγμιαία· η μεγαλύτερη σπαρταρούσε απεγνωσμένα προσπαθώντας να πιαστεί από τους στύλους της γέφυρας, ενώ η μικρότερη κειτόταν αναίσθητη στην αγκαλιά της, προτού βυθιστούν ξανά. Ήταν η λαίδη Ίζομπελ με τη Λίζι! Ο Τζάιλς με δέκα απλωτές τις έφτασε, και βούτηξε με το κεφάλι ψάχνοντας στα τυφλά μες στο λασπερό νερό· άγγιξε ένα χέρι, τόσο παγωμένο που για μια στιγμή το πέρασε για ψάρι. Τίναξε τα πόδια του και αναδύθηκε στην επιφάνεια, σέρνοντας πίσω του το βαρύ φορτίο της γυναίκας και του κοριτσιού. «Πάρ’ την», είπε λαχανιασμένα η Ίζομπελ μόλις βγήκαν στην επιφάνεια, κι έσπρωξε το κορμάκι της Λίζι στην αγκαλιά του. Όταν εκείνος πήγε να πιάσει κι εκείνη, του αντιστάθηκε. «Όχι, έχουν μπλεχτεί φύκια γύρω της. Δεν μπορούσα... Θα χρειαστείς και τα δυο σου χέρια για να την ελευθερώσεις». Προσπαθώντας να κρατήσει το κεφάλι του πάνω από την επιφάνεια του νερού, ο Τζάιλς άρχισε να τραβάει τα φύκια· ξάφνου η Λίζι βρέθηκε να επιπλέει ελεύθερη μέσα στα χέρια του. «Κρατήσου!» διέταξε την Ίζομπελ, σαν να μπορούσε να την αναγκάσει να επιπλεύσει με τη δύναμη της θέλησής του και μόνο. Τράβηξε τη Λίζι στην όχθη, τη σώριασε κακήν κακώς στο έδαφος και στράφηκε ξανά στην Ίζομπελ. Όμως εκείνη είχε εξαφανιστεί.


Κεφάλαιο 5 Μουδιασμένος, τρέμοντας από το κρύο και το φόβο του για εκείνη, ο Τζάιλς βούτηξε ξανά στη λίμνη. Η Ίζομπελ είχε πάψει να παλεύει πια, όταν έπιασε το ντελικάτο χέρι της και την τράβηξε στην επιφάνεια -αμέσως άρχισε να παίρνει κοφτές ανάσες, βήχοντας και φτύνοντας νερό. Μόλις έφτασαν στα ρηχά, κατάφερε να στηριχτεί μόνη της στα τέσσερα στον πυθμένα της λίμνης αφήνοντας το χέρι του. «Πήγαινε να δεις αν αναπνέει. Βοήθησέ τη, εγώ μπορώ να τα καταφέρω». Ο Τζάιλς βγήκε τρεκλίζοντας στην όχθη κι έσυρε τη Λίζι πιο ψηλά πάνω στο χορτάρι, τη γύρισε μπρούμυτα στα γόνατά του και της έδωσε ένα γερό χτύπημα στην πλάτη. «Έλα, ανάπνευσε!» Εκείνη έβηξε, έβγαλε το βρόμικο νερό που είχε καταπιεί κι άρχισε να κλαίει. «Λίζι, όλα θα πάνε καλά, ο κύριος Χάρκερ μας έσωσε», ακούστηκε μια βραχνιασμένη φωνή δίπλα του. «Έλα δω τώρα, μην κλαις». Με κάποιον τρόπο, η Ίζομπελ είχε καταφέρει να σκαρφαλώσει έρποντας την όχθη για να πάρει το παιδί στην αγκαλιά της, γαληνεύοντάς το με τα χάδια της. «Θα σε πάμε σπίτι ασφαλή, στη μαμά σου, μην ανησυχείς». Ο Τζάιλς βρήκε το παλτό του και το τύλιξε γύρω τους. Τα μαλλιά της Ίζομπελ κρέμονταν σαν βρεγμένη, βρόμικη κουρτίνα γύρω απ’ το πρόσωπό της, το φόρεμα περιπάτου κολλούσε σαν μουσκεμένη κουβέρτα στο σώμα της κι έτρεμε σύγκορμη από το κρύο, όμως η φωνή της ήχησε σταθερή όταν σήκωσε το κεφάλι της να τον κοιτάξει. «Σας παρακαλώ, πηγαίνετε να φέρετε βοήθεια, κύριε Χάρκερ». Έβγαλε το παλτό ώστε να κουκουλώσει καλύτερα το παιδί. Έμεινε να κοιτάζει μαρμαρωμένος για μια στιγμή τη βρεγμένη ως το κόκαλο, αποκαμωμένη Παναγία μπροστά του· ήταν η προσωποποίηση της μητρικής αγωνίας, του γυναικείου θάρρους. «Ο Φίλιξ μπορεί να μας κουβαλήσει όλους, αν προχωρά- με αργά· θα κάνουμε πιο γρήγορα έτσι». Φόρεσε βιαστικά τις μπότες του και ξεσέλωσε το άλογο για να κάνει χώρο για τους τρεις τους. «Άσε με να σε βοηθήσω ν’ ανέβεις πρώτη και μετά θα βάλω στην αγκαλιά σου τη Λίζι. Μπορείς να τα καταφέρεις;» Η Ίζομπελ τον άφησε να τη σηκώσει και να την ανεβάσει με μια ώθηση


στο άλογο. Αγνόησε τις φούστες της που ανέβηκαν ψηλά, αποκαλύπτοντας τις γυμνές γάμπες της κι άπλωσε τα χέρια της να στηρίξει τη Λίζι καθώς ο Τζάιλς την κάθιζε μπροστά της. Έπειτα ανέβηκε κι εκείνος πίσω της. Ο Φίλιξ, καλά εκπαιδευμένος και καλόβολος, ανηφόρισε με βαριές πατημασιές την πλαγιά, φορτωμένος όπως ήταν, ενώ ο Τζάιλς προσπαθούσε να συγκροτήσει την Ίζομπελ και τη Λίζι που έτρεμαν ολοένα και πιο πολύ. Μέσα από το βρεγμένο πουκάμισό του μπορούσε να αισθανθεί πόσο κρύωνε η Ίζομπελ, ωστόσο εκείνη δεν παραπονέθηκε. Την άκουγε να μουρμουρίζει ενθαρρυντικά στη Λίζι, με τα λόγια της να βγαίνουν μπερδεμένα ενώ πάσχιζε να κάνει τα δόντια της να σταματήσουν να κροταλίζουν. «Δόξα σοι ο Θεός που ξέρεις κολύμπι», είπε ο Τζάιλς όταν φάνηκε το σπίτι μπροστά τους. Οδήγησε τον Φίλιξ προς την πτέρυγα του υπηρετικού προσωπικού, όπου θα έβρισκαν πολλά ικανά χέρια να τους βοηθήσουν. «Δ... δεν ξέρω κολύμπι». «Τότε γιατί που να πάρει ο διάβολος βούτηξες στη λίμνη;» ρώτησε με τραχιά φωνή, σοκαρισμένος. «Σκ... σκέφτηκα ότι θα μπορούσα ίσως να τη φτάσω, αν κρατιόμουν από τους στύλους της γέφυρας. Δε βγ... βγήκε όμως στην επιφάνεια. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι και να φέρω βοήθεια, θα είχε πνιγεί. Όμως τα σανίδια υποχώρησαν από κάτω μου και βρέθηκα στα βαθιά -τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Καθώς βούλιαζα, βρήκα τη Λίζι». Ένας απότομος βήχας τη σταμάτησε· ο Τζάιλς προσπάθησε όσο μπορούσε να τη στηρίξει μέχρι να περάσει η βασανιστική κρίση. «Ξέμπλεξα αρκετά από τα φύκια ώστε να μας φέρω ξανά στην επιφάνεια, όμως δεν μπορούσα να μας κρατήσω εκεί». Κάθε άλλη γυναίκα που γνώριζε ο Τζάιλς, θα στεκόταν στην όχθη της λίμνης, ουρλιάζοντας ανήμπορη καθώς το παιδί πνιγόταν. «Ίζομπελ, ήταν πολύ γενναίο αυτό που έκανες». Δεν αντέδρασε όταν την αποκάλεσε με το μικρό της όνομα· μάλλον είχε ξεπεράσει το στάδιο όπου τέτοιες τυπικότητες υπέπιπταν στην αντίληψή της. «Δε φαινόταν να υπάρχει άλλη επιλογή -η Λίζι ήταν υπό την ευθύνη μου». Ο τρόπος που του αντιμίλησε του θύμισε αχνά τις δηκτικές παρατηρήσεις της το προηγούμενο βράδυ, και τα μουδιασμένα χείλη του σχημάτισαν ένα χαμόγελο ενώ ένα κέντρισμα ντροπής τού θύμισε πόσο αβασάνιστα την είχε κρίνει. Το κεφάλι της άρχισε να γέρνει αργά, σαν να ήταν έτοιμη ν’ αποκοιμηθεί, κι ο Τζάιλς τύλιξε πιο σφιχτά τα χέρια του γύρω από τη γυναίκα και το


παιδί. «Έλα, κρατήσου». Η Ίζομπελ αφέθηκε να γείρει το κεφάλι της στον ώμο του, σαν ν’ αποζητούσε τη λιγοστή ζεστασιά που μπορούσε να της προσφέρει. Ήθελε να της βγάλει τα ρούχα, να την ακουμπήσει πάνω στο γυμνό στέρνο του και να της μεταδώσει με το ζόρι όση θερμότητα είχε απομείνει στο κορμί του. «Σχεδόν φτάσαμε, γενναίο μου κορίτσι». Καθώς έμπαιναν στον αυλόγυρο, ο λουστράκος του σπιτιού έμεινε χάσκοντας μ’ ανοιχτό το στόμα, μια καμαριέρα άφησε να της πέσουν κατάχαμα τα ξύλα που κρατούσε για το τζάκι ενώ ένας ιπποκόμος έτρεξε προς το μέρος τους φωνάζοντας: «Ελάτε, γρήγορα! Ελάτε δω και φέρτε κουβέρτες! Βιαστείτε!» Ανθρώπινα χέρια υψώθηκαν να πιάσουν τη Λίζι και την Ίζομπελ, και ο Τζάιλς τους άφησε να τις πάρουν προτού περάσει το πόδι του πάνω από τη ράχη του Φίλιξ, αφιππεύοντας. Μόλις πάτησε στο έδαφος, έτρεξε να βρει την κόμισσα. *** Η Ίζομπελ συλλογίστηκε πως πρέπει να είχε λιποθυμήσει. Τη μια ήταν γερμένη πάνω στο παρήγορα φαρδύ στέρνο του κυρίου Χάρκερ, μ’ εκείνον να την αποκαλεί «γενναίο του κορίτσι», και την άλλη χέρια την έπιαναν και την κατέβαζαν από το άλογο, και ξαφνικά ήταν στο καθιστικό της κόμισσας με την ξαδέρφη Ελίζαμπεθ να προστάζει τους υπηρέτες να φέρουν καυτό νερό, πετσέτες, κι άλλα ξύλα για τη φωτιά, χωρίς να θυμάται καθόλου πώς βρέθηκε εκεί. «Συγνώμη», κατάφερε να πει μόλις ο σαματάς καταλάγιασε αρκετά ώστε ν’ ακουστεί. Η φωνή της βγήκε τραχιά κι ο λαιμός της πονούσε. «Το κιγκλίδωμα της γέφυρας έσπασε και η Λίζι έπεσε μέσα στη λίμνη. Ο κύριος Χάρκερ...» Ο κύριος Χάρκερ τις είχε σώσει. Κοίταξε την κατάχλομη Λίζι· το εύθραυστο γυμνό κορμάκι της και τα λιγνά χεράκια της την έκαναν να φαίνεται πολύ μικρότερη από την ηλικία της. Ήθελε να τη σφίξει πάνω της, να σιγουρευτεί πως το παιδί ήταν ασφαλές, όμως δεν ήταν δικό της δικαίωμα. Η Λίζι είχε τη μητέρα της να την αγκαλιάσει και να την παρηγορήσει. Η μητέρα της ήταν μαζί της, κάθε μέρα, έβλεπε τις αλλαγές στο παιδί της όσο μεγάλωνε, βίωνε κάθε συναίσθημα... «Ο κύριος Χάρκερ είπε πως βούτηξες κι εσύ για να σώσεις τη Λίζι, παρ’ ότι δεν ξέρεις κολύμπι», είπε η Ελίζαμπεθ, σηκώνοντας το κεφάλι από την μπανιέρα όπου ήταν γονατισμένη, τρίβοντας μαζί με την νταντά τα χεράκια και τα ποδαράκια της κόρης της μέσα σ’ ένα σύννεφο από καυτούς ατμούς. Η Ίζομπελ βλεφάρισε, συγκρατώντας τα δάκρυα που θόλωναν την


όρασή της, και μαζί μ’ αυτά το τσίμπημα της ζήλιας που ένιωσε για τη , μεγαλύτερη γυναίκα, τη μητέρα τούτων των αξιαγάπητων παιδιών. «Η Λίζι οφείλει τη ζωή της σ’ εσάς τους δύο». Τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της κόμισσας φανέρωναν , την τρομάρα που είχε περάσει, μολονότι κατάφερε να κρατήσει I σταθερή τη φωνή της. «Άσε με να σε βοηθήσω να μπεις στην μπανιέρα». Η λαίδη Ανν βοήθησε την Ίζομπελ να γδυθεί, βγάζοντάς της τα μουσκεμένα και λερωμένα ρούχα της. Τη σήκωσε όρθια και την έσπρωξε απαλά προς την άλλη μπανιέρα, μπροστά στο τζάκι. «Ο μπαμπάς επέμεινε να στείλει το βαλέ του να φροντίσει τον κύριο Χάρκερ. Ο Τόμπκινς πέρασε μόλις τώρα, μουρμουρίζοντας για την ‘‘οικτρή κατάσταση του παντελονιού του κυρίου”, με έμφαση στο ‘‘οικτρή”. Μπορούμε επομένως να υποθέσουμε πως τα εσώρουχα του κυρίου Χάρκερ δε θα είναι ποτέ ξανά ίδια». Όλες οι γυναίκες γέλασαν· άλλωστε, αυτός πρέπει να ήταν ο στόχος της Ανν, και η Ίζομπελ ένιωσε να χαλαρώνει κάπως όσο βυθιζόταν στο καυτό νερό. Προς μεγάλη της ανακούφιση η Λιζι άρχισε να μιλάει: το τρομακτικό συναπάντημά της με τ0 χάρο μετατρεπόταν ήδη σε μια συναρπαστική περιπέτεια. «Και ο κύριος Χάρκερ όρμησε καβάλα στο άλογό του σαν τον ιππότη του παραμυθιού και βούτηξε στη λίμνη...» Αυτό πρέπει να έκανε, και μάλιστα χωρίς κανένα δισταγμό, ειδάλλως καμιά τους δε θα βρισκόταν τώρα εδώ. Μπορεί να ήταν ένας άσωτος, και μάλιστα ένας αλαζόνας άσωτος, αλλά φέρθηκε γενναία και αποτελεσματικά. Και ευγενικά, με τον σωστό τρόπο· αντέδρασε άμεσα, προσφέροντάς της ηθική στήριξη ώστε και οι δυο τους να επικεντρωθούν στη μικρή. Η Ίζομπελ δάγκωσε τα χείλη της καθώς η Ανν τη βοηθούσε να βγει από την μπανιέρα και την τύλιγε με μια τεράστια χνουδωτη πετσέτα. Όφειλε να ευχαριστήσει τον κύριο Χάρκερ, όσο δυσκολο κι αν της ήταν. «Κάτσε δίπλα στο τζάκι και άσε με να στεγνώσω τα μαλλιά σου», πρότεινε η Ανν καθώς της φορούσε, με τη βοήθεια της καμαριέρας, μια ζεστή ρόμπα Η Λίζι είχε ήδη αποκοιμηθεί, κουκουλωμένη στο κρεβάτι της. Η κόμισσα πλησίασε την Ίζομπελ και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Σ’ ευχαριστώ, καλή μου, από τα βάθη της καρδιάς μου. Θέλεις να πας στο κρεβάτι σου τώρα;» «Όχι, νομίζω πως θέλω να περπατήσω λίγο». Στη σκέψη ότι θα αποκοιμιόταν και θα ονειρευόταν τα κατάμαυρα νερά να την πνίγουν, τα φύκια να την τυλίγουν σαν τα πλοκάμια ενός θαλασσινού τέρατος, το φόβο της για το παιδί, την πλημμύριζε πανικός. Όταν η Λίζι γλίστρησε από τα χέρια της, πίστεψε ότι την είχε χάσει. Αναρίγησε ολόκληρη. Το να χάνεις ένα


παιδί ήταν πάρα πολύ σκληρό, κι ωστόσο ήταν τόσο ευάλωτα. Όχι, σταμάτα να σκέφτεσαι έτσι! «Είσαι σίγουρη;» Η κόμισσα την κοίταξε ανήσυχη. «Είσαι κατάχλομη, Ίζομπελ. Όμως, αν επιμένεις, εντάξει. Ίσως θα μπορούσες να μου κάνεις μια χάρη: ξέρω ότι ο άντρας μου θα τον έχει ήδη ευχαριστήσει όπως αρμόζει, ωστόσο μπορείς να πεις στον Τόμπκινς να μηνύσει στον κύριο Χάρκερ ότι θα τον ευχαριστήσω και η ίδια προσωπικά αύριο; Δεν μπορώ να φύγω από το πλευρό της Λίζι τώρα». «Ναι, φυσικά. Αμέσως μόλις ντυθώ», υποσχέθηκε. Η Ανν έβαλε ένα φλιτζάνι τσάι στα χέρια της Ίζομπελ και στάθηκε πίσω της για να της χτενίσει τα μαλλιά. «Ο κύριος Χάρκερ είναι πολύ όμορφος, δε βρίσκεις;» σχολίασε η κοπέλα μόλις έμειναν μόνες. «Ω, εξωπραγματικά όμορφος, θα έλεγα». Αν το αρνιόταν, θα προκαλούσε αμέσως υποψίες. «Μολονότι δε βρίσκω ιδιαίτερα ελκυστική αυτή την απόλυτη τελειότητα· τουναντίον μάλιστα. Δε βρίσκεις την εμφάνισή του σχεδόν ψυχρή; Αναρωτιέμαι τι κρύβεται πίσω από αυτή τη μάσκα». Τι έκρυβε άραγε πίσω από το γοητευτικό πρόσωπό του; Όσο τριβέλιζε το μυαλό της με υποθέσεις, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τα κίνητρά του, τόσο οι σκέψεις της στρέφονταν σ’ εκείνον. Διέθετε θάρρος και αποφασιστικότητα, ήταν όμορφος αλλά και αγενής, ανήθικος... «Πόσο συναρπαστικό είναι που θα κάνεις το ντεμπούτο σου στο Δουβλίνο», είπε, στρέφοντας τη συζήτηση μακριά από το επικίνδυνο θέμα του άσωτου αρχιτέκτονα. «Και με τον μπαμπά σου να εκπροσωπεί την Αυτού Μεγαλειότητα, θα είστε σίγουρα καλεσμένοι στις καλύτερες δεξιώσεις». Ο περισπασμός λειτούργησε. Η Ανν άρχισε να φλυαρεί χαρούμενα για τα σχέδια και τις προσδοκίες της ενώ η Ίζομπελ ένιωσε να ανακτά τη δύναμη και το θάρρος της, καθώς η ζεστασιά της φωτιάς έκανε τα ρίγη να κοπάσουν. *** Τα δωμάτια του κυρίου Χάρκερ πρέπει να βρίσκονταν στη βορινή πτέρυγα της έπαυλης, δεδομένης της ατημέλητης εμφάνισής του καθ’ οδόν προς την πισίνα. Υπήρχαν τρεις σουίτες εκεί και η δυτική ανήκε στον κόμη. Οπότε, διά της εις άτοπον απαγωγής, η σουίτα του ήταν είτε η μεσαία είτε η ανατολική. Η Ίζομπελ κοντοστάθηκε στην πόρτα του καθιστικού της διστάζοντας, κι εκεί την πέτυχε η Ντόροθι καθώς περνούσε φουριόζα κρατώντας μια στοίβα με στεγνές πετσέτες. «Λαίδη Ίζομπελ! Πώς ντυθήκατε μόνη σας; Κανονικά έπρεπε να είστε


στο ζεστό κρεβατάκι σας! Ελάτε, θα σας βοηθήσω να ξαπλώσετε και θα σας φέρω ένα ποτήρι ζεστό γάλα». «Θα προτιμούσα να ζεσταθώ εξερευνώντας το σπίτι, κι εσύ να δεις τι μπορεί να γίνει με το φόρεμά μου. Φοβάμαι πως καταστράφηκε, αλλά ίσως μπορούμε να το περισώσουμε». Για μια στιγμή της φάνηκε πως η Ντόροθι θα έφερνε αντίρρηση, όμως εκείνη υποκλίθηκε και μπήκε στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας, με τα χείλη σφιγμένα σε μια έκφραση αποδοκιμασίας. Το στομάχι της Ίζομπελ είχε δεθεί κόμπος, και η αίσθηση αυτή επιδεινώθηκε όσο τα βήματά της ηχούσαν σιγανά, λες και ξεγλιστρούσε στα κρυφά σε κάποια μυστική αποστολή. Όφειλε όμως να ευχαριστήσει τον κύριο Χάρκερ που της έσωσε τη ζωή, κι έπρεπε να το κάνει πρόσωπο με πρόσωπο, αλλιώς θα αισθανόταν άβολα κοντά του καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής της στο Γουίμπολ Χολ. Αυτό δε σήμαινε ότι τον συγχωρούσε για το φιλί ή για τις εικασίες του για εκείνη. Καθώς ετοιμαζόταν να χτυπήσει την πόρτα της μεσαίας σουίτας σκέφτηκε πως ετούτη η επίσκεψή της ίσως ενίσχυε αυτές ας εικασίες, όμως δε θα έκανε πίσω τώρα. Χτύπησε κοφτά την πόρτα. Μια φωνή από μέσα, κάπως πνιγμένη, φώναξε, «Εμπρός!» Η Ίζομπελ ξαναχτύπησε. Η πόρτα άνοιξε απότομα και ο κύριος Χάρκερ στάθηκε στο κατώφλι, με μια πετσέτα στο χέρι και τα βρεγμένα μαλλιά του ανακατωμένα. Το πουκάμισό του ήταν ανοιχτό και δε φορούσε λαιμοδέτη. Της φάνηκε ψηλότερος τώρα, οι ώμοι του σαν να είχαν φαρδύνει κι άλλο. «Ίζομπελ;» «Μη με λες...» Πήρε μια βαθιά ανάσα, εισπνέοντας τη μυρωδιά από σανταλόξυλο και σαπούνι, και μαλάκωσε τον τόνο της φωνής της. Βρισκόταν εδώ για να συμφιλιωθεί μαζί του, υπενθύμισε στον εαυτό της, όχι για να εξαπολύσει λεκτική επίθεση εναντίον του. «Έχω ένα μήνυμα από την κόμισσα για σας και κάτι που επιθυμώ να σας πω εγώ η ίδια. Η λαίδη Χάρντγουικ θέλει πολύ να σας ευχαριστήσει προσωπικά, αλλά νιώθει πως πρέπει να μείνει δίπλα στην κόρη της σήμερα, και ελπίζει να καταλάβετε πως δε θα μιλήσει μαζί σας μέχρι αύριο. Πιστεύω ότι μπορείτε να φανταστείτε πώς αισθάνεται, και επομένως θα τη συγχωρήσετε που σας στέλνει αυτό το μήνυμα μέσω τρίτου». Εκείνος πέταξε την πετσέτα σε μια γωνιά του δωματίου χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. «Δεν είναι ανάγκη να μ’ ευχαριστήσει και ασφαλώς δεν προσδοκώ ν’ αφήσει μόνη της τη μικρή για να το κάνει. Πώς


είναι η λαίδη Λίζι;» «Πολύ καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς, ύστερα από μια τέτοια δοκιμασία. Θα είναι μια χαρά, πιστεύω». Έπρεπε να κάνει μεταβολή και να φύγει τώρα, αλλά εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Κι εγώ επίσης οφείλω να σας ευχαριστήσω, κύριε Χάρκερ. Σας χρωστάω τη ζωή μου». «Απλώς ήμουν στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή ώστε να σ’ ακούσω, αυτό είναι όλο. Ο καθένας θα είχε κάνει το ίδιο». Συνοφρυώθηκε. «Δε θα έπρεπε όμως να βρίσκεσαι εδώ». Ω, ήταν εξοργιστικό να της κάνει εκείνος κήρυγμα περί ευπρέπειας! «Παρακαλώ, μη φοβάστε ότι έχω έρθει εδώ με ανάρμοστους σκοπούς, κύριε Χάρκερ. Ούτε καν εσείς, με την υπέρμετρη ματαιοδοξία σας, δεν μπορεί να τρέφετε την αυταπάτη πως, έπειτα από τη σημερινή εμπειρία, έχω είτε την επιθυμία είτε την ενέργεια ν’ αποπειραθώ να σας αποπλανήσω». Το δηλητήριο στη φωνή της τον έκανε ν’ ανοιγοκλείσει ξαφνιασμένος τα μάτια του, και το πετάρισμα των μακριών κατάμαύρων βλεφαρίδων του δεν καταλάγιασε καθόλου τον εκνευρισμό της. «Να είστε βέβαιος ότι δεν έχω καμία πρόθεση να διαβώ το κατώφλι. Η... αρετή σας δεν κινδυνεύει». Την κοίταξε σιωπηλός για μια στιγμή. Η Ίζομπελ έσφιξε τα χείλη της ώστε να συγκρατηθεί και να μην ξεστομίσει τα άλλα πράγματα που ήθελε να σχολιάσει σχετικά με τους άντρες που έκαναν αβάσιμες εικασίες για τις κυρίες κι έπειτα τις συζητούσαν με τους φίλους τους· κι ύστερα τις αποπλανούσαν στους νοτισμένους θάμνους και τις έκαναν να νιώθουν... «Τι ανακούφιση», αποκρίθηκε τελικά εκείνος. «Ήμουν έτοιμος να φωνάξω καλώντας βοήθεια». Τον αγριοκοίταξε. «Ωστόσο, πιστεύω πως σου οφείλω μια συγνώμη». «Ω! Λυπάστε λοιπόν για τη σκανδαλώδη συμπεριφορά σας στον κήπο;» Της ήταν πολύ δύσκολο να συνεχίσει να νιώθει ευγνωμοσύνη, όταν ο άθλιος στεκόταν εδώ μπροστά της, με τη λάμψη στα μάτια του να διαψεύδει κάθε ίχνος μεταμέλειας στη φωνή του. «Λυπάμαι που έβγαλα λανθασμένα συμπεράσματα για τις προθέσεις σου. Δεν μπορώ όμως να ζητήσω συγνώμη για το φιλί, καθώς το απόλαυσα και με το παραπάνω». «Αν σκοπεύατε να με κολακέψετε έτσι, κύριε Χάρκερ, αποτύχατε. Φαντάζομαι πως απολαμβάνετε κάθε φιλί που καταφέρνετε να ξεκλέψετε». Έπρεπε να κάνει μεταβολή και να φύγει, όμως της ήταν αδύνατον -όχι προτού του ξεκαθαρίσει ότι αδιαφορούσε πλήρως για εκείνον. Ήταν παράξενο: η τελευταία φορά που είχε νιώσει τόσο πεισματάρα, παραζαλι-


σμένη από έξαψη, ήταν τότε που είχε πιει ένα δεύτερο ποτήρι σαμπάνια με άδειο στομάχι. «Δε σας βρίσκω ούτε στο ελάχιστο ελκυστικό και, ακόμη κι αν σας έβρισκα, η ανατροφή και η ηθική μου θα με απέτρεπαν από το να ενεργήσω καθ’ οιονδήποτε τρόπο που θα μπορούσε να υπονοεί μια τέτοια ανοησία», του δήλωσε, σταυρώνοντας σφιχτά τα δάχτυλά της στις πτυχές της φούστας της. «Αν οι αυταπάτες που τρέφετε για τη γοητεία σας διαλύθηκαν, τότε μπορώ μόνο να χαίρομαι για λογαριασμό των υπόλοιπων γυναικών που ενδεχομένως θα συναπαντήσετε». Πρέπει να έφταιγε το ότι εξέφραζε τόσο ελεύθερα τον εκνευρισμό της, καθώς ένιωθε σαν να είχε ανεβάσει πυρετό. Αντί να προσβληθεί με το κήρυγμά της ή ακόμη και να γελάσει μαζί της, ο Χάρκερ έκανε ένα βήμα πιο κοντά, με σοβαρή έκφραση. «Γιατί δεν είσαι στο κρεβάτι σου, Ίζομπελ;» «Επειδή δεν έχω ανάγκη να κακομαθαίνω τον εαυτό μου. Και, όσο ευγνώμων κι αν νιώθω που με σώσατε, δε σας έδωσα την άδεια να χρησιμοποιείτε το μικρό μου όνομα». «Αν επιθυμείς να μ’ ευχαριστήσεις που έγινα μούσκεμα για χάρη σου, τότε θέλω να μου επιτρέψεις να το χρησιμοποιώ. Το δικό μου όνομα είναι Τζάιλς, και μπορείς να με αποκαλείς ελεύθερα έτσι», της απάντησε καθώς σήκωνε το χέρι και χάιδευε με την ανάστροφη της παλάμης του το μάγουλό της. «Είσαι παγωμένη, Ίζομπελ. Ζητώ συγνώμη για σήμερα το πρωί και για χθες το βράδυ. Έχω γίνει... αμυντικός απέναντι στις ανύπαντρες κυρίες. Έκανα λάθος που σε ενέταξα στην κατηγορία εκείνων που φλερτάρουν ασύστολα -και ακόμη χειρότερα-, με μοναδική ένδειξη το ευθύ βλέμμα σου και την προθυμία να ορθώσεις το ανάστημά σου απέναντι μου». Το χέρι του ακουμπούσε ακόμη στο μάγουλό της, ζεστό και παράξενα παρηγορητικό, παρ’ όλο που την έκανε να σκιρτάει συναισθανόμενη πιο έντονα την παρουσία του. Έστω κι αν ένιωθε τα μέλη του κορμιού της βαριά σαν μολύβι, και δεν μπορούσε να σαλέψει ή να τινάξει μακριά το χέρι του, τουλάχιστον μπορούσε να του αντιμιλήσει. «Δεν μπορεί να είσαι τόσο ρηχός ώστε να πιστεύεις πως η εμφάνισή σου σε καθιστά με κάποιον τρόπο ανώτερο και ακαταμάχητο στις γυναίκες! Πως κάθε κυρία που εξετάζει το προφίλ του προσώπου σου ή τους φαρδιούς ώμους σου σε ποθεί!» Ω, γιατί ανέφερε τους ώμους του; Τώρα εκείνος ήξερε ότι τους είχε προσέξει. Ο Τζάιλς όμως δε σχολίασε το αποκαλυπτικό ολίσθημα της γλώσσας της. «Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί που συγχέουν την εξωτερική εμφάνιση την οποία δεν καθορίζω ο ίδιος, και δεν μπορώ να διεκδικήσω τα εύσημα


γι’ αυτήν- με το χαρακτήρα. Και, όπως φαίνεται, υπάρχουν πολλές κυρίες που θα καλοδέχονταν την... περιπέτεια στη ζωή τους». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Οι άντρες φέρονται το ίδιο ανόητα μπροστά σ’ ένα όμορφο γυναικείο πρόσωπο, χωρίς να τους νοιάζει αν κρύβει ένα λειψό μυαλό ή ακονισμένη ευφυΐα. Πρέπει να το έχεις παρατηρήσει και η ίδια. Όμως, οι όμορφες νεαρές κυρίες βρίσκονται πάντα υπό επίβλεψη», πρόσθεσε χαμογελώντας θλιμμένα. «Και κανείς δεν προστατεύει τους γοητευτικούς άντρες;» τον ρώτησε. Είχε καταφέρει να ακουμπήσει το χέρι της πάνω στο δικό του, αλλά, αντί να την υπακούσει και να τραβήξει τα δάχτυλά του από το μάγουλό της, εκείνος τα κράτησε εκεί. Η Ίζομπελ ένιωθε πραγματικά παράξενα τώρα, άκουγε ένα βουητό στ’ αυτιά της. Ανάγκασε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί. «Μου λέτε πως είστε το θύμα εδώ;» «Εμείς οι άντρες πρέπει να φροντίζουμε για τους εαυτούς μας. Είμαι ευάλωτος, οπωσδήποτε. Αν αποκτήσω τη φήμη ότι φλερτάρω με τις ανύπαντρες θυγατέρες στα αρχοντικά όπου εργάζομαι, τότε δε θα εξασφαλίζω πλέον προσοδοφόρες παραγγελίες για δουλειά». Το στόμα του συσπάστηκε σ’ ένα σαρκαστικό μορφασμό. «Μου έχει γίνει δεύτερη φύση ν’ απωθώ τις ανύπαντρες νεαρές κυρίες και ένας κάποιος κυνισμός για τα κίνητρα όσων δείχνουν ενδιαφέρον για μένα είναι -υπό τις παρούσες συνθήκεςαναπόφευκτος». «Ποιες συνθήκες;» Ο Τζάιλς είχε κλείσει με τα μακριά, δυνατά δάχτυλά του την παλάμη της μέσα στη δική του. «Δεν ξέρεις; Δεν πειράζει». Η Ίζομπελ σκέφτηκε να επιμείνει, όμως συγκρατήθηκε -μάλλον αυτό θα αποκάλυπτε πόσο οδυνηρά αφελής ήταν. Ο Τζάιλς την τράβηξε πιο κοντά του και ανασήκωσε το πιγούνι της με το χέρι του. «Είσαι εξαντλημένη και πιθανότατα δεν έχεις ξεπεράσει ακόμη το σοκ. Γιατί δεν κοιμάσαι λιγάκι;» «Δε θέλω να ονειρευτώ», του εξομολογήθηκε. «Έχω εφιάλ...» Ο άνθρωπος πρέπει να ήταν υπνωτιστής, έτσι όπως της αποσπούσε τη μια εξομολόγηση μετά την άλλη. Έπρεπε να φύγει αμέσως από κοντά του, να σταματήσει να του μιλάει για τόσο προσωπικά ζητήματα. Μακάρι μόνο να την υπάκουγε το κορμί της, γιατί ήθελε να φύγει. Πραγματικά ήθελε... «Βλέπεις συχνά εφιάλτες;» «Όταν έχω πολλά στο μυαλό μου». Η φωνή της ακουγόταν σαν να ερχόταν από κάπου πολύ μακριά. Κάρφωσε το βλέμμα της στον Τζάιλς Χάρκερ, που τώρα κουνιόταν. Ή ίσως το δωμάτιο πίσω του σάλευε. Συνειδητοποίησε πολύ αργά πως βρισκόταν στα πρόθυρα της λιποθυμίας.


«Δεν είσαι σε κατάσταση να...» Ο Χάρκερ την έπιασε καθώς τρέκλιζε και την ακούμπησε πάνω στο στέρνο του. Ήταν ανάρμοστο, έπρεπε να την αφήσει κάτω. Έπρεπε να του το πει... Όμως το κορμί του ήταν ζεστό, δυνατό κι ένιωθε ασφαλής. Το παραζαλισμένο μυαλό της έφερε αντίρρηση· ο Τζάιλς Χάρκερ δεν ήταν ασφαλής, σωστά; Στη σκάλα πίσω τους ακούστηκαν βήματα και μουρμουριστές φωνές να πλησιάζουν. Ο Τζάιλς οπισθοχώρησε μέσα στο δωμάτιο, τραβώντας την Ίζομπελ μαζί του, κι έκλεισε την πόρτα. «Να πάρει! Δε θέλω να μας δουν οι υπηρέτες μ’ εσένα κρεμασμένη απ’ το λαιμό μου κι εμένα μισόγυμνο». «Άσε με κάτω, τότε», κατάφερε να πει η Ίζομπελ όσο την κουβαλούσε στα χέρια του σ’ ένα άλλο δωμάτιο. Την απίθωσε πάνω σε κάτι -ένα κρεβάτι; «Μείνε εδώ». «Δε νομίζω ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς...» Κατέβαλλε προσπάθεια για να μιλήσει, έτσι παρέμεινε ακίνητη μέχρι να γυρίσει εκείνος και ν’ απλώσει κάτι μαλακό και ζεστό πάνω της. «Κοιμήσου, Ίζομπελ. Αν έρθει κάποιος εφιάλτης, θα τον διώξω εγώ μακριά». Θα το κάνει, της υποσχέθηκε μια φωνούλα στο μυαλό της. Της έλεγε να αφεθεί, κι εκείνη γλίστρησε μέσα σ’ ένα σκοτάδι τόσο απόλυτο όσο και ο ζόφος των νερών της λίμνης.


Κεφάλαιο 6 Ο Τζάιλς κλείδωσε την πόρτα του δωματίου της γκαρνταρόμπας που έβγαζε στο πλατύσκαλο και κοίταξε τη γυναίκα που κοιμόταν πάνω στην πολυθρόνα. Η Ίζομπελ θα πρέπει να είχε φτάσει στα όρια της εξάντλησης για να λιποθυμήσει έτσι. Συλλογίστηκε πως έπρεπε να είχε κάνει κάτι, οτιδήποτε άλλο εκτός από το να την κουβαλήσει στο δωμάτιό του, όμως ήταν λιγάκι αργά ν’ ανησυχεί γι’ αυτό τώρα, και μάλλον ήταν αρκετά ασφαλείς. Η οικογένεια Γιορκ είχε την έγνοια της Λίζι και δεν επρόκειτο να αναρωτηθούν πού είχε πάει η φιλοξενούμενή τους και ο δανεικός βαλές του πίστευε πως ο ίδιος κοιμόταν και δε θα τον ενοχλούσε. Κάθισε σε μια καρέκλα ακουμπώντας τους αγκώνες στα γόνατά του, και πέρασε τα δάχτυλα μέσ’ από τα νωπά μαλλιά του. Τίποτε δεν είχε αλλάξει, οπότε γιατί που να πάρει ο διάβολος αγνοούσε τους κανόνες που είχε επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό του και τον είχαν εξυπηρετήσει τόσο καλά σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του; Η Ίζομπελ ήταν μια ανύπαντρη νεαρή από καλή οικογένεια και μια γυναίκα την οποία είχε κρίνει άδικα, κατά τα φαινόμενα. Ο αχαλίνωτος αισθησιασμός που είχε διαισθανθεί μέσα της είτε ήταν της φαντασίας του ή ακόμη και η ίδια αγνοούσε πως τον διέθετε. Έριξε μια ματιά μέσα από την ανοιχτή πόρτα στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας, όμως η Ίζομπελ φαινόταν να κοιμάται βαθιά. Ανακάλυπτε πως του άρεσε, παρά την κοφτερή γλώσσα της και τη διόλου κολακευτική άποψη που έτρεφε για εκείνον. Θαύμαζε το θάρρος και το δυναμισμό της, απολάμβανε την αίσθηση του κορμιού της στην αγκαλιά του. Όμως, όλα τούτα δε σήμαιναν τίποτα. Ήταν στην κυριολεξία απαγορευμένη για κείνον και το ήξεραν και οι δυο τους. Γιατί λοιπόν τον αναστάτωνε τόσο πολύ; Ήθελε κάτι άλλο από εκείνη, κάτι περισσότερο από τη σωματική ικανοποίηση που απαιτούσε το κορμί του, βασανίζοντάς τον. Υπήρχε μια ποιότητα, ένας αέρας πάνω στην Ίζομπελ, κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς. Ο Τζάιλς έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε τη ράχη του στην καρέκλα όσο κυνηγούσε τούτα τα άπιαστα, συγκεχυμένα συναισθήματα.


*** «Κύριε Χάρκερ! Τζάιλς! Ξύπνα, βλέπεις εφιάλτη!» Ο Τζάιλς πάλεψε με νύχια και με δόντια να ξεφύγει από τον εφιάλτη του: ένα συνονθύλευμα από γυμνά μέλη, γλουτούς, στήθη, χέρια που απλώνονταν να τον αγγίξουν και αχόρταγα στόματα. «Πού στο διάβολο είμαι;» «Στην κάμαρά σου στο Γουίμπολ Χολ». Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του εστιάζοντας καθαρά και είδε την Ίζομπελ Τζέρβις γονατισμένη μπροστά του, με τα χέρια της ν’ ακουμπούν στα μπράτσα της καρέκλας. Το σώμα του αντέδρασε μ’ ένα κύμα πόθου που τον έκανε να χαμηλώσει τα χέρια για να καλύψει την ένδειξη της διέγερσής του από κείνη, όσο τον ρωτούσε, «Τι στην ευχή ονειρευόσουν; Ακουγόταν πολύ... παράξενο». «Δεν έχω ιδέα», της είπε ψέματα. «Πόση ώρα κοιμόμαστε;» Αρκετή ώστε να χαθεί από το πρόσωπό της η χλομάδα από το σοκ και το κρύο. Ένιωθε τη ζεστασιά του κορμιού της ανάμεσα στα πόδια του. Διάβολε. «Δε θα έπρεπε να είσαι εδώ». Και οπωσδήποτε όχι γονατισμένη ανάμεσα στα πόδια του, λες και τον προσκαλούσε αδιάντροπα να την τραβήξει κοντά του και να κάνει τα σκανδαλώδη πράγματα που γεννούσε η φαντασία του. «Το γνωρίζω πολύ καλά αυτό, κύριε Χάρκερ! Είναι τέσσερις το απόγευμα. Άκουσα το ρολόι να χτυπάει πριν από πέντε λεπτά περίπου, όταν ξύπνησα. Είστε καλά; Μαλώνατε με κάποιον στον ύπνο σας». «Είμαι μια χαρά», τη διαβεβαίωσε ο Τζάιλς. Ήδη το μυαλό του καθάριζε σιγά σιγά. Ήταν το γνωστό ανήσυχο όνειρο, όπου προσπαθούσε να διαλύσει ένα πάρτι στην έπαυλη της χήρας μαρκησίας, εκείνο το πάρτι που είχε βγει εκτός ελέγχου. Ύστερα από αυτό το φιάσκο ήταν που άρχισε να θέτει όρους στη μητέρα του -και προς μεγάλη του έκπληξη, τον είχε ακούσει κλαίγοντας και τα πράγματα είχαν βελτιωθεί, οριακά. Εκείνο το βράδυ όμως, που έπρεπε να αντιμετωπίσει μια φωτιά στη βιβλιοθήκη, μια κατσίκα στο σαλόνι -μέρος μιας μεθυσμένης απόπειρας να κάνουν μια σατανιστική τελετή- και την παραίτηση όλων των μελών του υπηρετικού προσωπικού της μητέρας του, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα για χρόνια, είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη του. «Υποτίθεται πως εγώ θα εξασφάλιζα ότι δε θα έβλεπες εφιάλτες», της απολογήθηκε. «Αντίθετα, χρειάστηκε να με σώσεις εσύ». «Δεν είδα εφιάλτες», τον καθησύχασε η Ίζομπελ. «Όμως ευτυχώς που ξύπνησα από τις φωνές σου». Τα μαλλιά της είχαν στεγνώσει εντελώς και, έτσι όπως έπεφταν λυτά στους ώμους της, σχημάτιζαν μπούκλες, προκαλώντας τον να τα χαϊδέψει όπως θα έκανε με το απαλό τρίχωμα μιας γά-


τας. Η Ίζομπελ τα τίναξε πίσω στην πλάτη της κι ένα αδιόρατο άρωμα από δενδρολίβανο χτύπησε τα ρουθούνια του, γλυκό και αψύ ταυτόχρονα, όπως η γυναίκα μπροστά του. «Πρέπει να φύγεις προτού αρχίσουν να σε ψάχνουν». Κράτησε τα χέρια του σταυρωμένα, μακριά από τον πειρασμό. Η Ίζομπελ κατένευσε και στηρίχτηκε στις φτέρνες της, με αποτέλεσμα το απλό φόρεμά της να τραβηχτεί, τονίζοντας το στήθος και τους γοφούς της. Ο Τζάιλς έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, πνίγοντας ένα βογκητό. «Θα βγω από το δωμάτιο της γκαρνταρόμπας στο εσωτερικό πλατύσκαλο κι από κει στο καθιστικό μου. Εφόσον δε με δει κανένας να βγαίνω από την κάμαρά σου, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να φτάσω στα δωμάτιά μου». «Έχεις ταλέντο σε τέτοιου είδους ίντριγκες», είπε αστειευόμενος ο Τζάιλς. Η Ίζομπελ σηκώθηκε με μια απότομη κίνηση και στράφηκε προς την πόρτα, με τις φούστες της ν’ ανεμίζουν γύρω της. Εκείνος είδε το κοκκίνισμα στα μάγουλά της και πετάχτηκε όρθιος πιάνοντάς την από το μπράτσο. «Συγνώμη, δεν το εννοούσα έτσι όπως ακούστηκε. Ήθελα απλώς να πω ότι αντιμετωπίζεις τα προβλήματα με καθαρό μυαλό». «Ναι, φυσικά». Εξακολουθούσε να έχει στραμμένο το πρόσωπό της, όμως η ένταση στο σώμα της και το χρώμα στα μάγουλά της μαρτυρούσαν πόσο ταπεινωμένη ένιωθε. «Έχω εξαιρετικά καθαρό μυαλό όσον αφορά τα προβλήματα». Η ανεμελιά .με την οποία προηγουμένως είχε γονατίσει μπροστά του είχε χαθεί -τώρα τον έβλεπε σαν άντρα, και αυτό την έκανε να νιώθει άβολα. «Ίζομπελ». Στράφηκε προς το μέρος του -τα μάτια της ήταν σκοτεινά και τα χείλη της σφιγμένα. Ο Τζάιλς δεν πίστευε πλέον πως την έκαναν να μοιάζει με αυστηρή γκουβερνάντα. Από τόσο κοντά, μπορούσε να διακρίνει ντροπή πίσω από το επικριτικό ύφος της. «Συγνώμη». Δεν μπορούσε να πει με σιγουριά πώς βρέθηκε στην αγκαλιά του. Είχε κάνει η ίδια την κίνηση ή εκείνος την είχε τραβήξει κοντά του; Ή μήπως και τα δύο; Όμως, με την Ίζομπελ εκεί, θερμή και απαλή, με τα μεγάλα, πληγωμένα γκρίζα μάτια της καρφωμένα ερωτηματικά στο πρόσωπό του, του φάνηκε το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο να τη φιλήσει. Η Ίζομπελ πρέπει να διαισθάνθηκε την πρόθεσή του, μολονότι μόλις την αγκάλιασε, δεν κουνήθηκε για μια ατελείωτη στιγμή. Μετά όμως φώναξε, «Όχι!» και πάλεψε λυσσαλέα να ξεφύγει από τα χέρια του, σαν να την είχε μεταχειριστεί βάναυσα, με κτηνώδεις σκοπούς. «Άσε με να φύγω».


Ο Τζάιλς άνοιξε τα χέρια του κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Φυσικά». Υπήρχε πραγματικός φόβος στα μάτια της για λίγα δευτερόλεπτα. Μα δεν μπορεί να νόμιζε πως θα προσπαθούσε να τη φιλήσει με τη βία; Ίσως είχε συνέλθει αρκετά ώστε να συνειδητοποιήσει πόσο ανάρμοστο ήταν να βρίσκεται στην κάμαρα ενός άντρα. Ή μήπως ήταν όλα αυτά μία προσποίηση, ένας τρόπος να τον τιμωρήσει για το φιλί του σήμερα το πρωί; Μα τότε θα πρέπει να είναι τέλεια ηθοποιός! Μπερδεμένος και ανήσυχος, ο Τζάιλς ήξερε πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να εξερευνήσει το μυστήριο που λεγόταν Ίζομπελ Τζέρβις. Για την ακρίβεια, τώρα ήταν η στιγμή να το σταματήσει όλο αυτό προτού η περιέργειά του υπερισχύσει. Άνοιξε την πόρτα κι έριξε μια ματιά έξω. «Μπορείς να φύγεις με ασφάλεια». «Ευχαριστώ», μουρμούρισε η Ίζομπελ και τον προσπέρασε χωρίς να τον κοιτάξει. Αυτό, φυσικά, ήταν η καλύτερη δυνατή έκβαση. Το μόνο που είχε να κάνει τώρα ο Τζάιλς ήταν να τηρήσει μια πολιτισμένη, τυπική απόσταση. Μπορούσε μόνο να ελπίζει πως η έκφραση στα μάτια της ήταν της φαντασίας του και πως θα μπορούσε να αγνοήσει τη βασανιστική ενστικτώδη παρόρμησή του να την προστατέψει από ό,τι κι αν ήταν αυτό που έκανε τα μάτια της να σκοτεινιάσουν. *** «Δεν κάνατε τίποτα μ’ αυτό τον άντρα, σωστά, κυρά μου;» Η Ντόροθι ακούμπησε το δίσκο με το πρωινό πάνω στα γόνατα της Ίζομπελ με πιο απότομες κινήσεις απ’ ό,τι χρειαζόταν. «Εξαφανιστήκατε, ένας Θεός ξέρει πού, χθες, όταν θα έπρεπε να ξεκουράζεστε, και ανησυχώ μήπως ήσασταν μαζί του. Είναι υπερβολικά όμορφος για ν’ αφήνουν τις γυναίκες κοντά του -κανονικά δε θα έπρεπε να τους το επιτρέπουν. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς κανέναν τους -τους άντρες, εννοώ· ξέρει πως του χρωστάτε ευγνωμοσύνη που σας έσωσε, και ξαφνικά, εκεί που όλα είναι μια χαρά, θα σας...» «Σου το είπα, πήρα έναν υπνάκο σ’ ένα από τα άλλα δωμάτια, Ντόροθι». Η Ίζομπελ στριφογύρισε επιδεικτικά πάνω στα μαξιλάρια και βόλεψε καλύτερα το δίσκο πάνω στα γόνατά της. «Θα σταματήσεις, σε παρακαλώ, να γκρινιάζεις γι’ αυτό;» «Τι θα έλεγε η αγία μητέρα σας αν το μάθαινε, ειλικρινά δεν ξέρω». «Και πώς θα μπορούσες να ξέρεις;» είπε η Ίζομπελ μέσα από τα σφιγμένα δόντια της. «Δεν υπάρχει τίποτα να μάθει».


«Είναι κακός μπελάς δαύτος. Δεν είναι τζέντλεμαν, παρά τα όμορφα ρούχα και την αριστοκρατική ομιλία του», ανακοίνωσε η Ντόροθι καθώς τακτοποιούσε με γεμάτες φούρια κινήσεις την τουαλέτα της κυράς της. «Οι υπηρέτες δε λένε πολλά μπροστά μου, καθώς δεν είμαι του σπιτιού, όμως εγώ είμαι σίγουρη ότι κάτι βρομάει μ’ αυτόν». «Ντόροθι, αν η λαίδη Χάρντγουικ εμπιστεύεται αρκετά τον κύριο Χάρκερ ώστε να τον φιλοξενεί στο ίδιο της το σπίτι, με τις κόρες της παρούσες, πραγματικά δε νομίζω ότι είναι δική σου δουλειά ν’ αμφισβητείς την κρίση της». «Μάλιστα, κυρά μου». «Επίσης, άλλη μια αποδοκιμαστική γκριμάτσα να δω από σένα, και θα γυρίσεις αμέσως πίσω στο Λονδίνο». Αφού η κυρά της την αποστόμωσε, η καμαριέρα στράφηκε να φύγει, αλλά ανοίγοντας την πόρτα έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. «Μπορώ να μπω μέσα;» Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ πρόβαλε το κεφάλι της στο άνοιγμα της πόρτας και χαμογέλασε, βλέποντας την Ίζομπελ να τρώει. «Φαίνεται πως όλοι έχουν συνέλθει αρκετά σήμερα, ωστόσο απαγόρεψα στη Λίζι να βγει απ’ το δωμάτιό της». «Πώς είναι;» Η Ίζομπελ είχε κάνει ανήσυχο ύπνο, με ολοζώντανα όνειρα απώλειας, άδειας αγκαλιάς και άδειας καρδιάς. Ένιωσε τα χέρια της να κινούνται ενστικτωδώς, σαν να ήθελαν ν’ αγκαλιάσουν ένα παιδί και, αντ’ αυτού, τακτοποίησε βιαστικά τα σκεπάσματα πάνω της. «Είναι μια χαρά, αν και βρίσκεται ακόμη σε υπερένταση. Τι θα ήθελες να κάνεις, αγαπητή μου; Να μείνεις στο κρεβάτι; Μπορώ να σου φέρω μερικά βιβλία και περιοδικά». Οι ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο με μία καθαρότητα υπόσχονταν ελάχιστη ζεστασιά αλλά συναρπαστική θέα. «Σκεφτόμουν να κάνω πάλι έναν περίπατο, ξαδέρφη Ελίζαμπεθ. Αν, φυσικά, δε χρειάζεσαι τη βοήθειά μου εδώ. Θα μπορούσαν ίσως να μου κάνουν παρέα η Ανν ή ο Φίλιπ». «Και βέβαια να βγεις και ν’ απολαύσεις αυτή τη λιακάδα, αρκεί να μην κουραστείς υπερβολικά». Η κόμισσα κοίταξε έξω από το παράθυρο και συγκατένευσε, σαν να καταλάβαινε τη λαχτάρα της Ίζομπελ να βγει από το σπίτι. «Ο Φίλιπ θα σε συνόδευε, όμως ο πατέρας του τον έστειλε να μελετήσει -φοβάμαι πως ο οικοδιδάσκαλός του τον βαθμολόγησε πολύ χαμηλά στα Λατινικά, τον καημενούλη μου. Και η Ανν έχει πρόβες με τη μοδίστρα όλο το πρωί -σε πληροφορώ ότι δεν έχει ούτε μία τουαλέτα για το ντεμπούτο της».


«Δεν πειράζει. Μπορώ να εξερευνήσω και μόνη μου το πάρκο. Είναι τόσο ηλιόλουστη μέρα, και ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει η καλοκαιρία αυτή την εποχή του χρόνου». «Θέλεις να στείλω έναν υπηρέτη να σε συνοδέψει;» «Προς Θεού, όχι, ευχαριστώ. Το πιθανότερο είναι να βαδίζω τόσο αργά θαυμάζοντας τη θέα, που θα βαρεθεί σίγουρα ο καημένος». Η κόμισσα χαμογέλασε. «Όπως θέλεις. Το πάρκο είναι αρκετά ασφαλές όχι όμως και η λίμνη! Ο κύριος Χάρκερ θα είναι όλο το πρωί μαζί με το σύζυγό μου για να συζητήσουν επαγγελματικά θέματα». Η Ελίζαμπεθ έκανε αυτή τη φανερά ανακόλουθη παρατήρηση μ’ ένα αόριστο χαμόγελο. «Τώρα όμως πρέπει να φύγω. Έχω να κάνω μια μακρά συζήτηση με την οικονόμο για την κατάσταση των κλινοσκεπασμάτων των υπηρετών. Μην εξαντλήσεις τον εαυτό σου, Ίζομπελ». *** Μία ώρα αργότερα, η Ίζομπελ κατέβαινε τα σκαλιά της μπροστινής εισόδου και κοντοστάθηκε για να φορέσει τα γάντια της και ν’ αποφασίσει προς τα πού θα πήγαινε. Στ’ αριστερά της διέκρινε την εκκλησία με τους στάβλους μπροστά της. Θα είχε χρόνο να δει τους οικογενειακούς τάφους την Κυριακή. Ένας μεσήλικας ιπποκόμος με πρόσωπο τραχύ ξεπρόβαλε από τους στάβλους κι άγγιξε με το δάχτυλο το γείσο του καπέλου του χαιρετώντας τη. «Είμαι ο Ρόμπερτς, μιλαίδη», συστήθηκε. «Μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;» «Προσπαθούσα ν’ αποφασίσω πού να πάω για τη βόλτα μου, Ρόμπερτς». Η Ίζομπελ κοίταξε εξεταστικά τη μεγάλη δημοσιά που απλωνόταν προς τα νότια. Θα ήταν ιδανική για μια βόλτα με το άλογο, αλλά δεν πρόσφερε καμιά ξεχωριστή θέα για περίπατο. Τα μέρη του πάρκου προς τα βόρεια, στη λίμνη, δεν ένιωθε έτοιμη να τ’ αντικρίσει -όχι ακόμα. Στα ανατολικά το έδαφος ήταν σχετικά ομαλό και δασωμένο, όμως προς τα δυτικά ανηφόριζε ψηλά με έναν πολλά υποσχόμενο τρόπο. «Από δω, νομίζω, θα πάω. Έχει όμορφη θέα από εκεί ψηλά;» «Εξαιρετική, μιλαίδη. Πράγματι, προσφέρει πανοραμική θέα. Θα έκανα τον κύκλο της έπαυλης αν ήμουν στη θέση σας», συνέχισε δείχνοντάς της με το χέρι. «Μη φοβηθείτε τα γελάδια, είναι ήμερα ζώα». Η Ίζομπελ ένευσε ευχαριστώντας τον και ξεκίνησε για το δρόμο με τα δέντρα που ανηφόριζε δυτικά της έπαυλης. Μόλις ένιωσε το έδαφος να παίρνει κλίση, κοντοστάθηκε και κοίταξε πίσω της το σπίτι και τους περιποιημένους κήπους.


Γιατί, αναρωτήθηκε, είχε φροντίσει να την πληροφορήσει η Ελίζαμπεθ για το πού θα βρισκόταν ο κύριος Χάρκερ σήμερα το πρωί; Ασφαλώς δεν μπορεί να υποψιαζόταν πως είχε διαδραματιστεί κάτι ανάμεσά τους, πέρα από την ιπποτική διάσωσή της. Και τι είχε συμβεί; Ο Τζ... Ο κύριος Χάρκερ φάνηκε να αποδέχεται πως δεν ήταν καμιά ελαφρόμυαλη κοπελίτσα που τον φλέρταρε και η ίδια είχε καταλάβει ότι υπέφερε από την παρενόχληση των γυναικών που ήθελαν να παντρευτούν έναν άντρα τόσο όμορφο. Όμως εκείνο το φιλί στους θάμνους, το βλέμμα του καθώς στέκονταν οι δυο τους στην πόρτα του δωματίου του, εκείνες οι στιγμές την έκαναν να αισθάνεται ότι δεν μπορούσε να τον εμπιστευτεί -ούτε και τον εαυτό της. Υπήρχε και κάτι άλλο, αναλογίστηκε καθώς έστριβε ανεβαίνοντας την πλαγιά με τις γεροφτιαγμένες μπότες της να πατάνε σταθερά στο χορταριασμένο έδαφος. Υπήρχε ένας άλλος άντρας πίσω από τη μάσκα της κοινωνικής τυπικότητας και του είρωνα άσωτου, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Ίσως είχε κάποιο μυστικό που τον έκανε να αισθάνεται άβολα, αν όχι πόνο. Η Ίζομπελ κούνησε το κεφάλι της και κοίταξε ολόγυρά της καθώς έφτανε στην κορυφή του ανηφορικού δρόμου, στις παρυφές του δάσους. Όσο λιγότερο σκεφτόταν τον Τζάιλς Χάρκερ τόσο το καλύτερο, και δεν είχε το δικαίωμα να εισβάλλει στην ιδιωτική ζωή του. Ήξερε τι σήμαινε να κρύβεις ένα μυστικό και να φοβάσαι μήπως αποκαλυφθεί. Στα δεξιά απλωνόταν ένας φαρδύς δρόμος που έβγαζε στη λίμνη, και πέρα απ’ αυτή μπορούσε να διακρίνει τον καστρόπυργο. Στα αριστερά είχε θέα όλο το πάρκο και πέρα στον ορίζοντα διέκρινε το Χέρτφορντσιρ και τη δημοσιά του Κέμπριτζ. Ένας πέτρινος τοίχος διέσχιζε το μικρό δάσος κι άρχισε να προχωρά προς τα εκεί. Γρήγορα κατάλαβε πως ήταν μέρος του κτίσμα- τος που είχε προσέξει από την άμαξα, όταν πρωτοέφτασε στο Γουίμπολ Χολ. Όσο πλησίαζε, φάνηκε πως το κτίσμα ήταν μια μικρογραφία της έπαυλης, με δύο παράθυρα δεξιά και αριστερά, και την κεντρική πρόσοψή του να προεξέχει. Η Ίζομπελ κατάλαβε πως πρέπει να είχε εκπληκτική θέα από εκεί, όμως όσο πλησίαζε είδε πως το σπίτι κατέρρεε, μολονότι δεν είχε ερειπωθεί ακόμη εντελώς. Οι πλάκες της στέγης είχαν γλιστρήσει, τα παράθυρα είχαν σπάσει και τ’ αγριόχορτα κόντευαν να πνίξουν τα σπιτάκια του υπηρετικού προσωπικού που βρίσκονταν κολλητά στο κυρίως κτίσμα. Έφτασε μπροστά στην πρόσοψη και επιθεώρησε με το βλέμμα της τη μικρή έπαυλη. Υπήρχε ένα προστώο με ξύλινα υποστυλώματα κι ένας σπασμένος φράχτης, ενώ τα παραθυρόφυλλα ήταν ξεχαρβαλωμένα. Το


έδαφος γύρω από το σπίτι ήταν καταλασπωμένο και ποδοπατημένο, και παντού υπήρχαν λακκούβες με περιττώματα και χνάρια από διχαλωτές οπλές. Μέσα στη λάσπη διακρίνονταν καθαρά τα ίχνη των οπλών ενός αλόγου που οδηγούσαν σ’ ένα σχοινί που κρεμόταν από το μεντεσέ ενός παντζουριού -μια αυτοσχέδια δέστρα. Το άλογο του Τζάιλς Χάρκερ; Γιατί να έρθει όμως σ’ ένα τέτοιο θλιβερό μικρό κτίσμα; Ίσως του κέντριζε το ενδιαφέρον, όμοια μ’ εκείνη, καθώς το σπιτάκι απέπνεε ένα ρομαντισμό, μια αίγλη. Σαν να ήταν μια όμορφη αριστοκρατική γυναίκα που είχε ξεπέσει όμως, ίσως εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας και των αδιακρισιών της, ωστόσο διατηρούσε ακόμη την αναλαμπή της γοητείας της νιότης της. Εκείνος δεν ήταν εδώ τώρα, οπότε ήταν ασφαλές να εξερευνήσει το σπίτι. Η Ίζομπελ σήκωσε τον ποδόγυρο του φορέματος της και προχώρησε προσέχοντας να πατάει όπου φύτρωνε χορτάρι πάνω στη λάσπη, μέχρι που έφτασε στα σκαλιά της εισόδου. Ίσως η πόρτα να ήταν κλειδωμένη. Όμως όχι, μόλις την άγγιξε, εκείνη άνοιξε μ’ ένα τρίξιμο οδηγώντας τη σ’ ένα χολ. Πάνω στο σκονισμένο δάπεδο φαίνονταν τα χνάρια από ένα ζευγάρι αντρικές μπότες. Του Τζάιλς. Με τη συναρπαστική αίσθηση πως έκανε κάτι απαγορευμένο και με μια ανατριχίλα δέους να τη διαπερνά, η Ίζομπελ άνοιξε την πόρτα στα δεξιά της και βρέθηκε στα βρόμικα απομεινάρια μιας μικρής κουζίνας. Η μεσαία πόρτα έβγαζε σε μια ανοιχτή στοά πάνω από την αυλή, με θέα στο δασάκι πίσω από το σπίτι, ενώ η πόρτα στ’ αριστερά τής αποκάλυψε μια σκάλα. Τα χνάρια από τις πατημασιές οδηγούσαν επάνω και τα ακολούθησε, με τα βήματά της ν’ αντηχούν στα πέτρινα σκαλιά. Η πόρτα στο κεφαλόσκαλο ήταν κλειστή, όμως, όταν γύρισε το πόμολο, άνοιξε με ένα τρίξιμο, αρκετά απόκοσμο για να ικανοποιήσει και την πιο ρομαντική ονειροπόλησή της. Διασκεδάζοντάς λιγάκι με τους φόβους της, κλεφτοκοίταξε μέσα από την πόρτα και είδε ένα μεγάλο δωμάτιο, φωτισμένο κατά τόπους από τις αχτίδες του ήλιου που κατάφερναν να διαπεράσουν τα ραγισμένα μισόκλειστα παντζούρια. Ήταν άδειο, εκτός από μια ξύλινη καρέκλα κι ένα τραπέζι με μια στοίβα χαρτιά κι ένα μελανοδοχείο επάνω του. Δεν υπήρχαν μυστηριώδη μπαούλα ούτε δολοφονημένες νύφες. Πραγματικά, αν περίμενε κανείς να δει μπροστά του ένα σκηνικό αντάξιο γοτθικού μυθιστορήματος, τον περίμενε μεγάλη απογοήτευση. Η Ίζομπελ έριξε μια περίεργη ματιά στα χαρτιά,


μετά μάλωσε τον εαυτό της που σκέφτηκε να τα σκαλίσει κι άνοιξε την πόρτα που βρισκόταν στον απέναντι τοίχο. «Ω!» Το δωμάτιο αυτό ήταν πολύ μικρό, και οι αραχνιασμένοι τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με νωπογραφίες που ακόμη δεν είχαν καταστραφεί. Ένα ανάκλιντρο βρισκόταν δίπλα στον ένα τοίχο, με τα μεταξωτά καλύμματά του κατακουρελιασμένα. «Μια ερωτική φωλιά». Ποτέ δεν είχε δει κάτι παρόμοιο, όμως αυτό πρέπει να ήταν σίγουρα τούτο το απόμερο δωματιάκι. Μπήκε μέσα κι άρχισε να εξετάζει τις τοιχογραφίες. «Θεέ και Κύριε». Ναι, ο σκοπός του δωματίου ήταν προφανής, όταν έβλεπες τις ξεθωριασμένες παραστάσεις στους τοίχους. Θα έπρεπε να φύγει αμέσως· την έκαναν να αισθάνεται μια θερμή έξαψη και σύγχυση, όμως ήταν τόσο όμορφες, τόσο ενδιαφέρουσες παρά την ανάρμοστη θεματική τους... Ο χαρακτηριστικός ήχος μιας πόρτας που έτριξε στο διπλανό δωμάτιο αιφνιδίασε την Ίζομπελ, που ήταν απορροφημένη εξετάζοντας την τοιχογραφία δύο σατύρων και μιας νύμφης που επιδίδονταν σε πραγματικά ανάρμοστες πράξεις σ’ ένα ξέφωτο. Δεν είχε ακούσει τίποτα: κανένα ποδοβολητό αλόγου να πλησιάζει το σπιτάκι, κανέναν ήχο βημάτων πάνω στα σκαλιά. Ίσως ήταν ο άνεμος... όμως δε φυσούσε καθόλου καθώς ανέβαινε το λόφο. Το αίσθημα πως δεν ήταν μόνη την έκανε ν’ ανατριχιάσει ολόκληρη.


Κεφάλαιο 7 «Ξέρω ότι είσαι εκεί μέσα, Ίζομπελ». Η ειρωνική, γεμάτη θυμηδία φωνή του Τζάιλς Χάρκερ την έκανε να στενάξει ανακουφισμένη, παρ’ ότι την ίδια στιγμή μίσησε τον εαυτό της που τρόμαξε, κι εκείνον για την αναίδειά του. «Πώς το ήξερες;» είπε επιτακτικά ενώ άνοιγε διάπλατα την πόρτα. Εκείνος στεκόταν στο κέντρο του δωματίου χωρίς καπέλο, φορώντας δερμάτινο σακάκι και παντελόνι ιππασίας, κρατώντας στο ένα χέρι το μαστίγιο και τα γάντια του, όμοιος με μοντέλο ζωγράφου για την προσωπογραφία του ιδανικού Άγγλου τζέντλεμαν. Άπλωσε το χέρι του κι έδειξε το μονοπάτι από τα χνάρια των ποδιών που οδηγούσε στην πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν εκείνη. Η Ίζομπελ ένιωσε ένα στιγμιαίο σκίρτημα ανακούφισης που είχε αντισταθεί στον πειρασμό να κοιτάξει τα χαρτιά στο τραπέζι. «Καλή σας μέρα, κύριε Χάρκερ. Ανέβηκα μέχρι εδώ για να θαυμάσω τη θέα, αλλά δεν πρόκειται να σας αναστατώσω περισσότερο». «Νόμιζα πως είχαμε αφήσει κατά μέρος τις τυπικότητες, Ίζομπελ. Και είναι χαρά μου να με αναστατώνεις». Άκουσε καλά; Είχε τονίσει ανεπαίσθητα τη λέξη αναστατώνεις-, Τον κοίταξε επιφυλακτικά. «Είναι ενδιαφέρον κτίσμα, παρά τη θλιβερή κατάστασή του. Δεν είμαι σίγουρος ακόμη αν μπορώ να το διασώσω ή όχι». Ώστε αυτή ήταν η δουλειά του, η αναστήλωση αυτού του ερειπωμένου σπιτιού. «Είναι καλαίσθητο και είναι λυπηρό να το βλέπεις σ’ αυτή την κατάσταση». «Αρχικά χτίστηκε ως παρατηρητήριο, αλλά έμεινε σχεδόν αχρησιμοποίητο για σαράντα χρόνια. Ο Σόαν έκανε κάποιες προτάσεις για την ανακαίνιση πριν από λίγο καιρό, ενώ ο Χάμφρεϊ Ρέπτον τον αντέκρουσε με τις ακόμη πιο φιλόδοξες δικές του. Ο κόμης επισήμανε πως το σπίτι κόστισε χίλιες πεντακόσιες λίρες για να οικοδομηθεί, οπότε ελπίζει πως εγώ, χωρίς καμιά πρότερη εξοικείωση με το μέρος, θα μπορέσω να του πω τι μπορεί να γίνει χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψει άλλες χίλιες πεντακόσιες λίρες». Ξαφνικά χαμογέλασε, και η Ίζομπελ κράτησε την ανάσα της. «Τι είπα κι


έχεις αυτή την ξαφνιασμένη έκφραση;» «Είναι η πρώτη φορά που σε ακούω να μιλάς σαν αρχιτέκτονας». «Νόμιζες ότι ήμουν ερασιτέχνης;» Το όμορφο πρόσωπό του πάγωσε σε μια δήθεν προσβεβλημένη έκφραση και η Ίζομπελ ένιωσε την επιφυλακτικότητά της να χάνεται γελώντας με το θεατρικό του ύφος. Δεν μπορεί, πρέπει να ήταν ασφαλές να βρίσκεται μαζί του. Άλλωστε, την είχε αφήσει να κοιμηθεί, χωρίς να την αγγίξει, όταν ήταν απόλυτα ευάλωτη χθες· και το ότι στάθηκαν στην πόρτα τόσο κοντά ο ένας στον άλλο, έτσι που νόμισε πως θα τη φιλούσε, ήταν και δικό της λάθος εξίσου. Βέβαια αυτή η στιγμή οικειότητας, η αισθησιακή εμπειρία που κρυβόταν πίσω από τη μάσκα αυτοκυριαρχίας είχε ταράξει και με το παραπάνω τον ύπνο της. «Ήξερα ότι ο κύριος Σόαν δε θα συνεργαζόταν μαζί σου, ούτε ο κόμης θα σε προσλάμβανε, αν ίσχυε κάτι τέτοιο. Παρ’ όλα αυτά, είσαι το ιδανικό πρότυπο του αργόσχολου τζέντλεμαν. Μη διαμαρτύρεσαι αν αυτό μόνο σε θεωρεί ο κόσμος». «Τα φαινόμενα απατούν, πράγματι. Θα έπρεπε να αναζητάς τη λάμψη του χαλκού κάτω από την επαργύρωση, όταν νομίζεις πως αγοράζεις ατόφιο ασήμι», παρατήρησε εκείνος με μια σκληράδα στη φωνή που διέψευδε το χαμόγελό του. Στράφηκε αμέσως προς το τραπέζι προτού η Ίζομπελ μπορέσει να σκεφτεί κάτι ν’ απαντήσει. «Απ’ ό,τι φαίνεται αποτελείς τη σπάνια εξαίρεση -μια γυναίκα χωρίς περιέργεια». «Για τα χαρτιά σου λες; Ασφαλώς και ήμουν περίεργη, όμως δεν πρέπει να ικανοποιεί κανείς την περιέργειά του, αν αυτό δεν είναι πρέπον». «Ακόμη κι αν πρόκειται απλώς για αρχιτεκτονικά σχέδια;» «Εξ όσων γνωρίζω, θα μπορούσαν να είναι στίχοι ποιημάτων που ξεχειλίζουν από συναίσθημα ή ερωτικές επιστολές από μια μνηστή, ή ακόμη και προσωπικοί λογαριασμοί». «Φοβάμαι πως δεν είμαι ποιητής, ούτε υπάρχει επιστολή από κάποια υπομονετική αρραβωνιαστικιά, ούτε καν -μη νομίζεις ότι δεν μπορώ να διαβάσω αυτή την πονηρή λάμψη στα μάτια σου, Ίζομπελ- ερωτικά ραβασάκια από γυναίκες αμφιβόλου ηθικής»! «Δεν έχω ιδέα σε τι αναφέρεσαι», αποκρίθηκε ατάραχη. «Μίλησέ μου γι’ αυτό το σπίτι. Ή μήπως δεν είναι σπίτι;» «Ένα παρατηρητήριο είναι ένα διακοσμητικό κτίσμα για ν’ αγναντεύεις τη θέα κι όχι για να μένεις. Όπως ήταν της μόδας την εποχή που χτίστηκε, αυτό το δωμάτιο προοριζόταν για αίθουσα δεξιώσεων. Είναι εξαιρετικά μεγαλοπρεπές», είπε δείχνοντας με το χέρι του το δωμάτιο, που δεν ξεπερνούσε τα δύο τετραγωνικά μέτρα σε εμβαδό. «Η πρόταση του Ρέπτον


ήταν να ρίξουν τους τοίχους του, δημιουργώντας έναν ημιυπαίθριο χώρο για πικνίκ. Πρότεινε να μετακινήσουν τις κολόνες από την μπροστινή περίστυλη στοά εδώ ώστε να πλαισιωθεί το άνοιγμα και να μετατραπεί το ισόγειο σε αγροικία». «Ω, όχι». Η Ίζομπελ κοίταξε ολόγυρά της το μεγάλο τζάκι και τους τοίχους που αρχικά είχαν βαφτεί έτσι ώστε να φαίνονται σαν από πράσινο μάρμαρο. «Το λατρεύω έτσι όπως είναι. Δεν μπορεί να επισκευαστεί;» «Συμμερίζομαι τις προτιμήσεις σου, όμως φοβάμαι ότι η αρχική κατασκευή ήταν τόσο κακότεχνη, που η όποια αναστήλωση ή αναδιαμόρφωση θα αποδειχθεί πολυδάπανη». «Κι εγώ που το φανταζόμουν ανακαινισμένο, να έχει μετατραπεί σ’ ένα λειτουργικό σπιτάκι. Μου αρέσει πολύ να βλέπω σπίτια», του εξομολογήθηκε. «Νομίζω πως είμαι από φυσικού μου σπιτόγατα». Άνετα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της στο μέλλον, ως μία αρκετά ικανοποιημένη με τη ζωή της γεροντοκόρη, σ’ ένα σπιτάκι σαν αυτό. Όμως θα ήταν μόνη της, με μια γάτα για παρέα, κι όχι με τον ήχο από παιδικά ποδαράκια να τρέχουν κοντά της... «Βρήκες το δωμάτιο με τις τοιχογραφίες». Ο Τζάιλς την προσπέρασε και μπήκε στη μικρή κάμαρα που εκείνη εξερευνούσε. Η Ίζομπελ αποτίναξε τη φευγαλέα θλίψη που την κέντρισε και τον ακολούθησε. Δε θα φερόταν σεμνότυφα, απλώς θα αγνοούσε τη θεματική των περίπλοκων, λεπτομερειακών τοιχογραφιών που κάλυπταν τους μουχλιασμένους τοίχους. «Οι νωπογραφίες είναι σε ετρουσκικό στυλ», της εξήγησε εκείνος. «Νομίζω πως αυτό το δωμάτιο προοριζόταν για ερωτικές συναντήσεις, τι λες κι εσύ;» «Ή για μπουντουάρ κυριών», αντιπρότεινε η Ίζομπελ. «Τι κοινότοπο! Ήλπιζα ότι θα μοιραζόσουν το όραμά μου. Ή μήπως εξέτασες ήδη τις σκηνές στις τοιχογραφίες κι έχεις σκανδαλιστεί;» Η Ίζομπελ ενοχλήθηκε που εκείνος τη θεωρούσε τόσο απλοϊκή ώστε να σκανδαλιστεί. «Δηλαδή οραματίζεσαι μια ακολουθία από παράνομες ερωτικές σχέσεις να λαμβάνουν χώρα εδώ;» τον ρώτησε, αποφεύγοντας να του απαντήσει. «Δεν το βρίσκεις ρομαντικό;» Ο Τζάιλς ακούμπησε τον ώμο του πάνω στο περβάζι του τζακιού και την κοίταξε με υψωμένο το καλογραμμένο φρύδι του. «Ένα ζευγάρι νεαρών άτυχων εραστών ναι, ίσως είναι ρομαντικό, όμως υποθέτω πως εννοείς εξωσυζυγικές σχέσεις». Άνετα μπορούσε να φανταστεί τον Τζάιλς Χάρκερ σε μια τέτοια παράνομη σχέση. Αδυνατούσε να πι-


στέψει ότι ήταν ανέραστος ή ότι απέρριπτε τις προσκλήσεις από τις τολμηρές χήρες ή τις παντρεμένες γυναίκες με αδιάφορους συζύγους, όσο κι αν διαμαρτυρόταν που έπρεπε να κρατάει σε απόσταση ασφαλείας τις νεαρές κοπέλες. «Όχι απαραίτητα. Τι θα έλεγες για ευτυχισμένα παντρεμένα ζευγάρια, που θα έρχονταν εδώ για να μείνουν μόνοι, μακριά από υπηρέτες και παιδιά, να δειπνήσουν υπό το φως των κεριών και να αναβιώσουν το ρομαντισμό της πρώτης τους γνωριμίας;» «Μια πολύ όμορφη σκέψη, πράγματι. Είστε ρομαντικός τελικά, κύριε Χάρκερ. Ή πιστεύετε στην οικογενειακή ευτυχία, μήπως;» Κράτησε την απόστασή της από κείνον καθώς στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, ενώ ο αέρας του Φλεβάρη που τρύπωνε από τις χαραμάδες πάγωνε τα μάγουλά της. «Τζάιλς, είπαμε. Και γιατί τελικά; Ένας αρχιτέκτονας χρειάζεται μια δόση ρομαντισμού, σωστά;» «Χθες οι απόψεις σας για τις σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών ηχούσαν περισσότερο πρακτικές παρά ρομαντικές». Η Ίζομπελ έκοψε ένα κλωνάρι κισσού που είχε γλιστρήσει ανάμεσα στο πλαίσιο του παραθύρου και στον τοίχο. «Μιλούσε απλώς το ένστικτο της επιβίωσης». Ο Τζάιλς ήρθε δίπλα της για να κοιτάξει κι εκείνος έξω απ’ το παράθυρο, στερεώνοντας το παντζούρι στον ένα μεντεσέ που είχε απομείνει. «Εσύ πώς και απέφυγες την παγίδα του γάμου, Ίζομπελ;» Έκπληκτη εκείνη, στράφηκε και τον κοίταξε επιφυλακτικά. «Θεωρείς το γάμο παγίδα τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άντρες; Η επικρατούσα άποψη είναι ότι πρέπει να αποτελεί μοναδικό στόχο και φιλοδοξία μας». «Αν το κίνητρο μιας τέτοιας ένωσης είναι το καθήκον και όχι έστω και η ελάχιστη αγάπη, τότε φαντάζομαι πως είναι παγίδα. Ή μια χρυσή φυλακή ίσως». Χρυσή φυλακή. Καταλάβαινε, ή μπορούσε να φανταστεί, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για μια γυναίκα. Η έκπληξη έκανε τη γλώσσα της να λυθεί. «Ήμουν αρραβωνιασμένη, από έρωτα, πριν από τέσσερα χρόνια. Εκείνος πέθανε». «Και τώρα θρηνείς το χαμό του;» Δεν υπήρχε ίχνος συμπόνιας στη βαθιά φωνή του, και έδειχνε να έχει στραμμένη την προσοχή του σε μια ρωγμή στον τοίχο. Παραδόξως, αυτό τη διευκόλυνε να συνεχίσει την εξομολόγησή της. «Θρήνησα τον Λούκας για δύο χρόνια. Ανακάλυψα πως, ενώ είναι δυνα-


τόν να διατηρήσεις ζωντανή τη μνήμη της αγάπης, δεν μπορείς να συνεχίσεις ν’ αγαπάς κάποιον που δε βρίσκεται πλέον στη ζωή». «Οπότε θα παντρευόσουν;» Άπλωσε το χέρι του και σκάλισε τη ρωγμή. Ένα κομμάτι γύψου ξεκόλλησε κι έπεσε, αποκαλύπτοντας την τραχιά πέτρα από κάτω. «Αν έβρισκα κάποιον αντάξιο του Λούκας, και με αγαπούσε, τότε ναι, ίσως». Για την ακρίβεια, να με αγαπούσε πάρα πολύ! «Δεν περιμένω όμως να σταθώ τόσο τυχερή δύο φορές στη ζωή μου». «Φαντάζομαι πως όλοι οι συγγενείς σου σου λένε ενθαρρυντικά ότι ασφαλώς και θα βρεις κάποιον, αρκεί να το επιδιώξεις». «Ακριβώς. Απ’ ό,τι φαίνεται, κι εσένα σε βασανίζουν οι δικοί σου συγγενείς». «Μόνο τη μητέρα και τον παππού μου έχω». Άραγε ποιος από τους δύο προκάλεσε αυτή τη θλιμμένη έκφραση; αναρωτήθηκε σιωπηρά η Ίζομπελ. Η μητέρα του πιθανότατα. Την είχε περιγράψει ως εκκεντρική. «Αν αυτό το πρότυπο άντρα δεν εμφανιστεί ποτέ, τι θα κάνεις τότε;» ρώτησε ο Τζάιλς. «Δε χρειάζεται να είναι πρότυπο. Δεν είμαι τόσο ανόητη ώστε να πιστεύω πως θα βρω έναν τέτοιο άντρα· δεν υπάρχουν. Απλώς επιμένω πως πρέπει να μου αρέσει και να μην είναι ούτε άσωτος αλλά ούτε και πουριτανός, και να μην τον πειράζει που έχω ένα... παρελθόν». «Δηλαδή οι άντρες-πρότυπα είναι μυθικά πλάσματα, σαν τους δράκους και τους μονόκερους;» Αυτή η απερίσκεπτη αναφορά στο παρελθόν της φάνηκε να διέφυγε της προσοχής του. Η Ίζομπελ γέλασε. «Ακριβώς. Έχω αποφασίσει ότι, αν δε μου κάνει κανείς ευυπόληπτος άντρας πρόταση γάμου, θα καταλήξω είτε εκκεντρική γεροντοκόρη είτε μοναχή της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Τείνω προς την πρώτη επιλογή, καθώς απολαμβάνω τις μικρές πολυτέλειές μου». Ο Τζάιλς άφησε ένα βροντερό γέλιο να του ξεφύγει. «Ε, αυτό πια! Εσύ καλόγρια;» «Αστειευόμουν». Πόσο ελκυστικός ήταν όταν γελούσε! Το όμορφο πρόσωπό του έγερνε πίσω, τονίζοντας την καμπύλη του λαιμού του και τα μάτια του που άστραφταν. Έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει. Άρχιζε να βλέπει πέρα από την ομορφιά και τα σκανδαλιστικά σχόλιά του, διακρίνοντας αναλαμπές του πραγματικού άντρα που κρυβόταν από πίσω. Να την πάλι εκείνη η καχυποψία για τα μυστικά του. Τι μπορεί να έκρυβε; Ή μήπως ήταν απλώς πιο δύσκολο να διαβάσει κανείς το αψεγάδιαστο


πρόσωπό του σε σχέση με ένα πιο συνηθισμένο; «Σκέφτηκα να μπω σε μοναστήρι τις προάλλες, όταν σκεφτόμουν πόση απογοήτευση μπορεί να σου δώσει το αντρικό φύλο». «Αυτό κάνουμε;» Ο Τζάιλς ακόμη το διασκέδαζε, όμως κατά κάποιον τρόπο δεν την κορόιδευε, αντίθετα συμμεριζόταν την παιγνιώδη διάθεσή της. «Θα πρέπει να γνωρίζεις πολύ καλά πόσο εκνευριστικοί μπορούν να γίνουν οι άντρες στα μάτια μιας γυναίκας», είπε σοβαρά η Ίζομπελ, σηκώνοντας τις φούστες της ώστε να μη συρθεί ο ποδόγυρος στο παχύ στρώμα σκόνης στο πάτωμα όσο πλησίαζε να εξετάσει μία από τις πιο καλοδιατηρημένες τοιχογραφίες. Δε γινόταν να είναι όλες τόσο προκλητικές! Κι όμως γινόταν. Ήταν δυνατόν να το κάνει κάποιος αυτό μέσα σε μια μπανιέρα χωρίς να πνιγεί; «Έχετε όλη την εξουσία στη ζωή, και τη μερίδα του λέοντος στην καλοπέραση», είπε ξεκολλώντας το βλέμμα της από την ερωτική αναπαράσταση. Ύστερα από μια στιγμή, αφού εκείνος δεν το αρνήθηκε, συνέχισε: «Γιατί η σκέψη τού να γίνω καλόγρια σου φαίνεται τόσο διασκεδαστική;» Το στόμα του Τζάιλς συσπάστηκε σ’ ένα μορφασμό, αλλά δεν της απάντησε αμέσως, κι έτσι εκείνη ξεστόμισε το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό, ταραγμένη κάπως από τη λάμψη στα μάτια του. «Εκπλήσσομαι που η κόμισσα επιτρέπει να μένει ξεκλείδωτο αυτό το δωμάτιο. Κι αν τα κορίτσια έρχονταν εδώ;» «Όλο το σπίτι παρέμενε κλειδωμένο για χρόνια. Η λαίδη Χάρντγουικ είπε στα παιδιά ότι δεν πρέπει να με ενοχλούν εδώ, και είμαι σίγουρος ότι ο λόγος της είναι νόμος». «Κι εγώ έτσι νομίζω, μολονότι είναι μια πολύ τρυφερή δικτάτορας. Λοιπόν; Θα προτείνεις να ανακαινιστεί το μέρος;» «Δεν το νομίζω». Ο Τζάιλς κούνησε το κεφάλι του. «Εξαρχής έγιναν λάθη και κακοτεχνίες στο χτίσιμό του, και μετά το παραμέλησαν για υπερβολικά μεγάλο διάστημα. Όμως υπολογίζω μια εκτίμηση του κόστους ανακαίνισης, ώστε ο κόμης να έχει στη διάθεσή του μια πιο μετριοπαθή πρόταση σε σύγκριση με τα πιο φιλόδοξα σχέδια του Ρέπτον». «Θα ήταν κρίμα όμως... Και σου αρέσει το σπίτι, σωστά;» «Δεν είναι δικά μου τα χρήματα. Η δουλειά μου είναι να προσφέρω στον κόμη μια επαγγελματική γνώμη. Δεν είμαι ερασιτέχνης, Ίζομπελ, είμαι επαγγελματίας· με καλούν, όπως το γιατρό ή το δικηγόρο, ώστε να τους ανακοινώνω τη σκληρή αλήθεια». «Είσαι σίγουρος ότι διαφέρεις απ’ αυτούς; Στο κάτω κάτω, είσαι ένας


τζέντλεμαν...» Ο Τζάιλς στράφηκε απότομα και την κοίταξε με ειρωνική έκφραση. «Θυμάσαι πώς με αποκάλεσες όταν σε φίλησα;» «...Μπάσταρδο», ψιθύρισε ντροπιασμένη. Δεν έπρεπε να το έχει πει. Ήταν μια λέξη που δε χρησιμοποιούσε ποτέ εν ψυχρώ. Μια λέξη που απεχθανόταν. «Και αυτό ακριβώς είμαι -στην κυριολεξία. Σε καμία περίπτωση τζέντλεμαν». «Μα είσαι», διαμαρτυρήθηκε η Ίζομπελ. Είχε γεννηθεί εκτός γάμου; «Μιλάς και ντύνεσαι σαν τζέντλεμαν, οι τρόποι σου, η μόρφωσή σου...» «Ανατράφηκα έτσι, σίγουρα», συμφώνησε ο Τζάιλς. Δεν έδειχνε καθόλου αμήχανος που συζητούσε για την καταγωγή του. Η Ίζομπελ ποτέ δεν είχε ακούσει να αναφέρεται κάποιος στα νόθα παιδιά με άλλο τρόπο παρά με πνιχτούς ψιθύρους και βαθιά ντροπή. Πώς μπορούσε ο Τζάιλς να το συζητάει τόσο ανοιχτά; «Όμως ο πατέρας μου ήταν ένας απλός στρατιώτης κι ο παππούς μου ένας αρχικηπουρός». «Τότε πώς στην ευχή... Ω». Τότε κατάλαβε. Η εκκεντρική μητέρα του. «Η μητέρα σου;» Η μητέρα του τον είχε κρατήσει. Πόσο κουράγιο πρέπει να είχε χρειαστεί, πόσο τον αγαπούσε... Η Ίζομπελ δάγκωσε τα χείλη της. «Η μητέρα μου είναι η χήρα μαρκησία του Φέιβερσαμ». Η Ίζομπελ κατάλαβε πως είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και το έκλεισε βιαστικά. Μία κυρία της αριστοκρατίας είχε κρατήσει ανοιχτά τον καρπό ενός έρωτα; Ήταν ανήκουστο. «Αδιαφορεί για τις κοινωνικές συμβάσεις, τα κουτσομπολιά και τη γνώμη του κόσμου. Χάραξε τη δική της πορεία και πήρε κοντά της το γιο της για να τον μεγαλώσει». Ο Τζάιλς επέστρεψε στο διπλανό δωμάτιο κι άρχισε να μαζεύει τα χαρτιά από το τραπέζι. «Μέχρι που έφυγες από το πανεπιστήμιο», δήλωσε η Ίζομπελ, νιώθοντας άξαφνα σίγουρη. Μια πλούσια χήρα είχε ίσως τα χρήματα και τη δύναμη να επιμείνει να κρατήσει το μωρό της. Δεν είχαν όλες αυτή την επιλογή, μονολόγησε ενδόμυχα. Κάποιες φορές δεν υπήρχε καμιά επιλογή. «Δεν ήθελε εκείνη να σπουδάσεις κάποιο επάγγελμα, έτσι δεν είναι;» Ανάγκασε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί στον άντρα μπροστά της και στις περιστάσεις της ζωής του. «Τότε ήταν που αποφάσισες ν’ ακολουθήσεις το δικό σου μονοπάτι». «Πολύ διορατική παρατήρηση. Αυτό που περίμενε από μένα ήταν να ζωντανεύω με την παρουσία μου τις κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως η ίδια». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Είμαι ευρέως αποδεκτός· άλλωστε γνωρίζω τους περισσότερους συνομήλικούς μου από το σχολείο και το πανεπιστή-


μιο. Δεν είμαι δεκτός στη βασιλική Αυλή φυσικά, ούτε στα σπίτια των πιο αυστηρών από τις επιφανείς κυρίες με ανύπαντρες κόρες». Η Ίζομπελ ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που ήταν τόσο επιφυλακτικός απέναντι στις γυναίκες. Αν η μητέρα του ήταν διαβόητη, τότε εκείνος, με το όμορφο παρουσιαστικό του, θα ήταν ακαταμάχητος στα ανόητα κοριτσόπουλα που ήθελαν να ζήσουν την περιπέτεια ή ένα ριψοκίνδυνο φλερτ. Ο Τζάιλς Χάρκερ ήταν το πιο δελεαστικό είδος απαγορευμένου καρπού. «Φυσικά», αποκρίθηκε με σταθερή φωνή, αποφασισμένη να μη φανεί μυγιάγγιχτη. «Δεν είσαι καθόλου κατάλληλος γαμπρός. Αντιλαμβάνομαι πως αυτό μπορεί να προξενεί... αμηχανία ορισμένες φορές. Φαντάζομαι πως θα σου είναι δύσκολο να βρεις κι εσύ μια κατάλληλη νύφη». «Και πάλι είσαι πολύ διορατική. Δεν μπορώ να παντρευτώ κάποια λαίδη της υψηλής κοινωνίας. Όμως, αν παντρευτώ την κόρη ενός αστού ή κάποιου επαρχιώτη ευγενή, τότε εκείνη δε θα γίνει αποδεκτή στους κοινωνικούς κύκλους όπου κινούμαι τώρα. Υπάρχει μια λεπτή ισορροπία που πρέπει να τηρείται στα σπίτια που δουλεύω, όπως αυτό -και περνάω πολύ χρόνο στα σπίτια της αριστοκρατίας. Όλοι μας υποκρινόμαστε πως είμαι τζέντλεμαν. Όμως, μια σύζυγος που δεν ανήκει στον ίδιο κόσμο δε θα ταιριάζει, θα καταστρέψει την ψευδαίσθηση». «Τα πράγματα θα γίνουν πιο εύκολα όσο αποκτάς κι άλλη πελατεία και, μαζί μ’ αυτή, κι άλλο πλούτο». Η Ίζομπελ δάγκωσε το χείλι της καθώς αναλογιζόταν το πρόβλημα. «Θα μπορούσες να παντρευτείς την κόρη ενός άλλου επιτυχημένου επαγγελματία, κάποια που θα έχει την κατάλληλη μόρφωση και ανατροφή ώστε να ταιριάζει, όπως κάνεις εσύ». Ο Τζάιλς χτυπούσε μια στοίβα χαρτιά πάνω στο γραφείο για να τα ισιώσει και κοκάλωσε απότομα. Η αντίδραση της Ίζομπελ στη νόθα καταγωγή του τον είχε αιφνιδιάσει· ήταν σχεδόν σαν να τον καταλάβαινε, να του συμπαραστεκόταν. «Σχεδιάζεις τόσο προσεκτικά τις ζωές όλων των φίλων σου για χάρη τους; Βρίσκεις σε όλους ένα ταίρι;» «Ασφαλώς όχι. Απλώς εσύ είσαι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση, ασυνήθιστη». Έγειρε ελαφρά το κεφάλι της στο πλάι και τον κοίταξε σκεφτική, σαν να προσπαθούσε ν’ αποφασίσει πού να τοποθετήσει ένα εξωτικό φυτό: σ’ ένα παρτέρι ή μόνο του στο ράφι ως διακοσμητικό; «Ποτέ δε θα ονειρευόμουν τον εαυτό μου στο ρόλο της προξενήτρας». «Γιατί όχι; Φαίνεται να είναι μία δημοφιλής γυναικεία ενασχόληση». Να το πάλι αυτό το ύφος, τα σφιγμένα χείλη και το κόκκινο χρώμα στα μάγουλά της -γιατί άραγε; «Ο γάμος είναι από μόνος του θέμα τύχης. Δε


χρειάζεται να παρεμβαίνουν και οι γνωστοί σου, είτε για να διασκεδάσουν είτε για να χώσουν τη μύτη τους», απάντησε με μια δηκτικότητα που φαινόταν απόλυτα γνήσια. «Είσαι κι εσύ θύμα μιας τέτοιας κατάστασης;» Ο Τζάιλς έχωσε τα χαρτιά στο δισάκι που είχε φέρει μαζί του. «Ω, ναι, φυσικά. Είμαι ανύπαντρη και κινδυνεύω να καταλήξω γεροντοκόρη. Είναι το καθήκον κάθε λογικής κυρίας απ’ όσες γνωρίζω να μου βρει σύζυγο». Υπήρχε κάτι περισσότερο από εκνευρισμός στη φωνή της για τα καλοπροαίρετα προξενιά που της έκαναν, αν και ο Τζάιλς δεν μπορούσε να εντοπίσει τι ακριβώς ήταν. Θυμός σίγουρα, αλλά κάτω από αυτόν διαισθάνθηκε μια βαθιά θλίψη που η Ίζομπελ ήταν πολύ περήφανη για να δείξει. «Λοιπόν», είπε κατευναστικά ο Τζάιλς, «φαίνεται πως και οι δυο μας είμαστε ασφαλείς εδώ. Τα κορίτσια των Γιορκ είναι καλοαναθρεμμένα και υπό αυστηρή επίβλεψη, και δεν υπάρχουν κατάλληλοι υποψήφιοι για να σου φορτώσει η κόμισσα». «Δόξα τω Θεώ», είπε με πάθος η Ίζομπελ. «Όμως σε αναστατώνω ενώ έχεις δουλειά να κάνεις. Θα συνεχίσω τον περίπατό μου τώρα που θαύμασα τη θέα από δω ψηλά». «Δε με πειράζει να με αναστατώνεις». Νόμιζε ότι δεν είχε αφήσει να φανεί το διττό νόημα της φράσης στη φωνή του -έβρισκε ότι τον αναστάτωνε με πολλούς και διάφορους τρόπους-, όμως εκείνη δαγκώθηκε σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει μια τσουχτερή παρατήρηση. Ή ίσως ένα χαμόγελο, αν και στράφηκε απότομα προτού ο Τζάιλς προλάβει να σιγουρευτεί. «Πού θα πας τώρα;» «Δεν ξέρω». Η Ίζομπελ στάθηκε στο παράθυρο αγναντεύοντας έξω. «Ο μεγάλος βορινός δρόμος που ξεκινάει από δω είναι όμορφος. Προχωράει δίπλα στο δάσος». «Και οδηγεί στη λίμνη». «Σε τρομάζει αυτό;» «Όχι. Φυσικά όχι». Η άρνηση ήταν υπερβολικά εμφατική. «Άρα δεν είχες εφιάλτες;» Ο Τζάιλς έκλεισε το δισάκι του, το έριξε πάνω απ’ τον ώμο του και πήρε το καπέλο και τα γάντια του όσο την παρακολουθούσε. «Όχι... ναι. Μάλλον. Δε θυμάμαι». «Θα έρθω μαζί σου», της είπε. «Καθόμουν για αρκετή ώρα και έχω ανάγκη από λίγο περπάτημα».


«Μα, το άλογό σου...» «Θα το κρατάω από το χαλινάρι. Έλα να δεις την πιο όμορφη θέα από τον γοτθικό πύργο». Η Ίζομπελ τον ακολούθησε κάτω στις σκάλες κι έξω στο φως του ήλιου, και του επέτρεψε να την πιάσει από το χέρι όσο προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν τη λάσπη. Μετά το τράβηξε πάλι πίσω ενώ συνέχισε να περπατάει πλάι του. Βάδισαν κατά μήκος του μεγάλου δρόμου, με τα δέντρα να ορθώνονται αριστερά και δεξιά τους, με τον Φίλιξ να τους ακολουθεί με βαρύ βήμα, και με το χλομό φως του φλεβαριάτικου ήλιου να τρυπώνει μέσα από τα κλαδιά.


Κεφάλαιο 8 Αργότερα, ο Τζάιλς δυσκολευόταν να θυμηθεί τι ακριβώς είχαν πει σ’ εκείνη τη βόλτα τους. Οι αναμνήσεις του έμοιαζε να περιλαμβάνουν αποκλειστικά τη γυναίκα που βάδιζε δίπλα του. Η Ίζομπελ έδειχνε να ενδιαφέρεται για τα πάντα: για τα ελάφια που βοσκούσαν ελεύθερα στο πάρκο, για τις λειχήνες στους κορμούς των δέντρων, για τη θέα της περίτεχνης στέγης του Γουίμπολ Χολ με τους πυργίσκους και τις καμινάδες, γιατί ονόμασε το άλογό του έτσι, και τι πρέπει να γνωρίζει ένας αρχιτέκτονας. Την έκανε να γελάσει, αυτό το θυμόταν. Εκείνη έθεσε σε δοκιμασία τις γνώσεις του στη βοτανική με τις ερωτήσεις της και συμπλήρωσε το στίχο από το απόσπασμα του Σαίξπηρ που της απήγγειλε. Όμως, κάτω από όλα αυτά, εξακολουθούσε να υπάρχει μια απόσταση, μια επιφυλακτικότητα. Η Ίζομπελ δεν ήταν ανόητη, ήξερε πως έπαιζε με τη φωτιά όσο βρισκόταν κοντά του, όμως φαινόταν πως είχε αποφασίσει να το αγνοήσει προσωρινά. Έβαλε το χέρι στο μπονέ της για να το συγκρατήσει. «Ο άνεμος είναι τσουχτερός, σε διαπερνάει ολόκληρο», σχολίασε. «Ω...» Οι λίμνες απλώνονταν στην κοιλάδα κάτω, γκρίζες και παγωμένες. «Και εκεί είναι ο καστρόπυργος». Ο Τζάιλς έδειξε με το χέρι τον πύργο στο λόφο απέναντι για να αποσπάσει το βλέμμα της από την πηγή της δυσφορίας της. «Πάμε να τον δούμε; Αν φυσικά δεν είσαι πολύ κουρασμένη...» Η Ίζομπελ ύψωσε το πιγούνι της. «Γιατί όχι; Πάμε». Πήραν το μονοπάτι μέχρι κάτω στην αρδευτική τάφρο και πέρασαν την πύλη που βρισκόταν στο τέρμα της περίφραξης. Τα χνάρια των οπλών του Φίλιξ από την προηγούμενη μέρα διακρίνονταν ξεκάθαρα στο χορτάρι. Ήταν καλό άλμα, σκέφτηκε ο Τζάιλς καθώς περνούσαν στην αντίπερα όχθη. Η Ίζομπελ έμεινε σιωπηλή καθώς κατηφόριζαν τη λοφοπλαγιά προς τη λίμνη. Μετά, όταν φάνηκε το λασπωμένο κομμάτι γης όπου είχαν σκαρφαλώσει με νύχια και με δόντια έξω απ’ το νερό στην όχθη, είπε: «Νόμιζα πως είχε πνιγεί. Πίστεψα πως δεν μπορούσα να τη σώσω. Τι θα γινόταν αν


δε μας είχες ακούσει;» Οι λέξεις ξεχύθηκαν από το στόμα της λες κι αδυνατούσε να τις ελέγξει. Την είδε να δαγκώνει το χείλι της για να ανακόψει το χείμαρρό τους. Όσο θυμόταν τι είχε συμβεί, φαινόταν πως ο φόβος της ήταν όλος για τη Λίζι κι όχι για την ίδια. Ο Τζάιλς θυμήθηκε πώς είχε λικνίσει το παιδί στην αγκαλιά της στην όχθη. Για πρώτη φορά του πέρασε από το μυαλό πως μια ανύπαντρη γυναίκα ίσως θρηνούσε και την έλλειψη παιδιών ταυτόχρονα με την απουσία ενός συζύγου. «Μη», της είπε. «Είναι μάταιο να σκέφτεσαι “τι θα γινόταν αν...” Εσύ την έσωσες. Τη βρήκες και κρατήθηκες μέχρι να φτάσω. Τώρα, τρέξε!» Της κόπηκε η ανάσα καθώς την έπιανε από το χέρι και κατηφόρισαν τρέχοντας τα τελευταία λιγοστά μέτρα μέχρι τους πρόποδες της πλαγιάς και κατά μήκος του φράγματος μέχρι την ξύλινη γέφυρα. Τα πόδια τους βροντοχτυπούσαν πάνω στα σανίδια, οι νερόκοτες σκόρπισαν κρώζοντας ανήσυχα και μερικά περιστέρια πετάχτηκαν φτεροκοπώντας πανικόβλητα μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων. Ο Τζάιλς συνέχισε να τρέχει πέρα από το σημείο όπου είχε σπάσει το κιγκλίδωμα μέχρι την απέναντι όχθη. Έπιασε την Ίζομπελ και την κράτησε σταθερά, όταν εκείνη σταμάτησε λαχανιάζοντας. «Βλέπεις; Είναι αρκετά ασφαλές». Ο Φίλιξ τους ακολούθησε με νωχελικό ρυθμό. «Ω... Θα σε...» Το μπονέ της κρεμόταν στην πλάτη της· τράβηξε τα κορδόνια και το φόρεσε ξανά. Έπαιρνε κοφτές ανάσες, διχασμένη ανάμεσα στην αγανάκτηση και στο γέλιο. «Ανόητε! Κοίτα τα μαλλιά μου!» «Τα βλέπω». Οι μπούκλες της είχαν ξεγλιστρήσει από τις φουρκέτες και χύνονταν ελεύθερες στην πλάτη της, υπέροχες μέσα στην καστανή λάμψη τους. Ήταν το πιο όμορφο χαρακτηριστικό της, ή μάλλον εξίσου υπέροχες με τα μάτια της. Η Ίζομπελ στεκόταν μπροστά του στο χλομό ηλιόφως του Φλεβάρη, με το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο από το τρέξιμο και την αγανάκτηση, τα μαλλιά της ανακατεμένα και το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει στο ρυθμό της κοφτής ανάσας της. Φίλα τη, τον παρότρυνε το κορμί του. Ρίξε την πάνω στη σέλα και κάλπασε πίσω στο Χιλ Χάουζ, και κάνε της έρωτα στο δωμάτιο που φτιάχτηκε για το πάθος. Αντί γι’ αυτό όμως την πείραξε, προσπαθώντας ν’ αρπαχτεί από την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια, τον αυτοέλεγχό του: «Είσαι ασυνήθιστη στις βόλτες στην εξοχή απ’ ό,τι βλέπω. Έλα να παραβγούμε μέχρι τον πύργο». Άρχισε να τρέχει όσο γρήγορα έπρεπε, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, ώστε να νομίσει εκείνη πως είχε μια ευκαιρία να τον προλάβει.


Δεν άκουγε τον ήχο ποδιών πίσω του. Τόσο το καλύτερο· θα έφτανε στην κορυφή πρώτος κι έτσι θα κέρδιζε χρόνο ώστε να καταπνίξει το κύμα πόθου που τον είχε κατακλύσει. Μόνο και μόνο επειδή η Ίζομπελ ήταν έξυπνη, συγκροτημένη και όρθωνε το ανάστημά της, δε σήμαινε πως μπορούσε -δεν έπρεπε να αγνοήσει το γεγονός πως ήταν παρθένα κι όχι η έμπειρη γυναίκα που συχνά έδινε την εντύπωση πως ήταν. Το ποδοβολητό ενός αλόγου τον έκανε να γυρίσει τόσο απότομα, που το τακούνι της μπότας του μπλέχτηκε στο γρασίδι· έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο έδαφος. Η Ίζομπελ του γέλασε από ψηλά για μια στιγμή, όπως ήταν κουρνιασμένη πάνω στη ράχη του Φίλιξ. Το άλογο τον προσπέρασε καλπάζοντας και ανηφόρισε με ευκολία την πλαγιά χάρη στο ελαφρύ φορτίο που κουβαλούσε. Θεέ μου, είναι δεινή αναβάτρια, σκέφτηκε ο Τζάιλς θαυμάζοντάς την καθώς έφτανε στην κορυφή του λόφου και τραβούσε τα χαλινάρια. «Χτύπησες;» Ο θρίαμβος στη φωνή της μετατράπηκε σε έγνοια όταν ο Τζάιλς έμεινε εκεί όπου ήταν, σωριασμένος πάνω στο νοτισμένο γρασίδι. «Όχι, απλώς έμεινα εμβρόντητος στη θέα μιας Αμαζόνας». Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει προς το μέρος της. «Πώς ανέβηκες εκεί πάνω;» Ίππευε στο πλάι, με το αριστερό της πόδι περασμένο στον αναβολέα και το δεξί γαντζωμένο στο μπροστάρι της σέλας. Τα χέρια της κρατούσαν ανάλαφρα τα χαλινάρια κι έδειχνε πως δε φοβόταν διόλου το μεγαλόσωμο κέλητα. Το φόρεμά της άφηνε να φαίνονται λίγο τα πόδια της πάνω από τις μπότες και ο Τζάιλς κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο ψηλά στο πρόσωπό της, που πλαισιωνόταν από τις λυτές μπούκλες της. «Υπάρχει ένας κομμένος κορμός δέντρου δίπλα στο φράχτη. Ο Φίλιξ προφανώς σκέφτηκε πως κάποιος πρέπει να τον καβαλικέψει, ακόμη κι αν το αφεντικό του έτρεχε σαν λαγός». «Προδότη», επιτίμησε ο Τζάιλς το άλογό του, και το ζώο του έδωσε μια φιλική σκουντιά με τη μουσούδα του στο στομάχι. «Θα ήθελες να εξερευνήσουμε τον πύργο, Ίζομπελ;» Εκείνη έριξε μια ματιά γεμάτη ενδιαφέρον και περιέργεια στο κτίσμα, μετά όμως κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Καλύτερα να επιστρέψουμε, αλλιώς θα αργήσουμε για το μεσημεριανό, σωστά; Μπορούμε ίσως να τον δούμε αύριο». Η ικανοποίηση πάλεψε μέσα του με τον πειρασμό. Σίγουρα ήταν ασφαλές να κάνουν παρέα; Είχε αυτοέλεγχο, και σύντομα η εξοικείωση με την Ίζομπελ θα κατέπνιγε τον πόθο που συνέχιζε να τον διαπερνά σαν μαχαιριά. Είχε περάσει υπερβολικά πολύς καιρός από τότε που είχε χωρίσει με


την τελευταία ερωμένη του, αυτό ήταν το πρόβλημα. Ο πειρασμός να κάνει την Ίζομπελ να γελάει, να τον εμπιστευτεί, ήταν υπερβολικά μεγάλος. «Δεν είμαι τόσο απασχολημένος ώστε να μην έχω χρόνο να κάνω περιπάτους μαζί σου. Ή, αν προτιμάς, θα μπορούσαμε να έρθουμε μέχρι εδώ με τα άλογα». «Ω, ναι. Αν δε βρέξει. Καλύτερα να κατέβω». Σήκωσε το πόδι της από το μπροστάρι της σέλας και απλώς αφέθηκε να γλιστρήσει, δείχνοντάς του εμπιστοσύνη πως θα την έπιανε. Προφανώς οι επικίνδυνες σκέψεις του δε φαίνονταν στο πρόσωπό του. Έπιασε τη λυγερή μέση της κι ένιωσε το μάλλινο ύφασμα του φορέματος της να γλιστράει πάνω από το μετάξι και το βαμβάκι των εσωρούχων της, τις μπανέλες του κορσέ της. Την απέθεσε με προσοχή στο έδαφος. Του πήρε ένα λεπτό να βρει ξανά τη φωνή του, ή έστω να σκεφτεί κάτι να πει. «Τι έκανες με το μπονέ σου, άτακτο κορίτσι;» τη ρώτησε στα μισά της λοφοπλαγιάς καθώς κατηφόριζαν πάλι στη λίμνη. Η Ίζομπελ του έδειξε πού ήταν κρεμασμένο το καφέ βελούδινο καπέλο της: σ’ ένα κλαδί δίπλα στο μονοπάτι. «Και τι θα πεις στη λαίδη Χάρντγουικ για την κατάσταση των μαλλιών σου, αν σε δει;» «Μα, την αλήθεια φυσικά». Τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Γιατί να μην το κάνω; Τίποτε δε συνέβη. Τρέξαμε, το μπονέ μου έφυγε απ’ το κεφάλι μου και τα μαλλιά μου λύθηκαν. Δε βρισκόμαστε δα και στο Χάιντ Παρκ. Ή μήπως νομίζεις ότι θα κατηγορήσει εσένα με κάποιον τρόπο;» «Όχι, βέβαια. Σε εμπιστεύεται, φυσικά -δε θα υποψιαζόταν καμία απρέπεια». Τώρα αυτό γιατί την έκανε να ζαρώσει τα χείλη της κοκκινίζοντας; «Ακριβώς», αποκρίθηκε άτονα η Ίζομπελ. Όταν όμως έφτασαν στην πύλη της έπαυλης και ο Τζάιλς στράφηκε να οδηγήσει τον Φίλιξ στους στάβλους, τον έπιασε από το μανίκι. «Σ’ ευχαριστώ που μ’ έκανες να ξεπεράσω το φόβο μου για τη γέφυρα». «Αυτό κάνουν οι φίλοι», της απάντησε. Αυτό ήταν, φυσικά: φιλία. Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο να είναι φίλος με μια ανύπαντρη γυναίκα, όμως σίγουρα αυτό πρέπει να ήταν η άνεση που ένιωθε με την Ίζομπελ. Του χαμογέλασε λιγάκι αβέβαια. Ο Τζάιλς νόμισε πως διέκρινε πάλι αυτές τις σκιές και τα φαντάσματα μέσα στα μάτια της, όμως εκείνη άνοιξε την πύλη κι απομακρύνθηκε βαδίζοντας ανάμεσα στους χαμηλούς θαμνόφυτους φράχτες. Φίλος. Η Ίζομπελ ένιωσε όμορφα στη σκέψη καθώς κατέβαινε τη σκάλα για να πάρει το πρωινό της την επόμενη μέρα. Ποτέ δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι θα μπορούσε να γίνει φίλη μ’ έναν άντρα, και η μητέρα


της σίγουρα θα πάθαινε κρίση υστερίας αν καταλάβαινε πως η κόρη της θεωρούσε φίλο έναν αρχιτέκτονα, προϊόν μιας εξώγαμης σχέσης. Όμως ήταν ευχάριστο να βλέπει τι κρυβόταν πίσω από τη μάσκα της αλαζονείας που φορούσε ο Τζάιλς για να προστατέψει τον εαυτό του. Ύστερα από λίγα λεπτά, όσο περπατούσαν και μιλούσαν, είχε ξεχάσει εντελώς πόσο όμορφος ήταν κι έβλεπε μόνο έναν ευφυή άντρα, τόσο καλόκαρδο που διαισθάνθηκε τους φόβους της και τη βοήθησε να τους ξεπεράσει. Έναν άντρα ικανό να γελάσει με τον ίδιο τον εαυτό του και να εμπιστευτεί μια άγνωστη με τα μυστικά του. Ευχήθηκε να μπορούσε να μοιραστεί μαζί του το δικό της μυστικό -εκείνος ειδικά απ’ όλους τους άντρες σίγουρα θα την καταλάβαινε. Ήταν επικίνδυνος, όμως, και εξοργιστικός και δεν ήταν σίγουρη πως μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Ή ίσως δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τον ίδιο τον εαυτό της. Όταν μπήκε στην τραπεζαρία, ο Τζάιλς καθόταν ήδη στο τραπέζι μαζί με τον κόμη, την κόμισσα, τα κορίτσια και τον Φίλιπ. Οι άντρες σηκώθηκαν καθώς έμπαινε μέσα κι εκείνη τους καλημέρισε όλους όσο ο υπηρέτης τραβούσε την καρέκλα για να καθίσει. «Καλημέρα». Το παρατεταμένο βλέμμα του Τζάιλς έκρυβε ένα χαμόγελο, που της έλεγε -πολύ πιο εύγλωττα από τον τυπικό χαιρετισμό του- πως χαιρόταν που την έβλεπε. Το πρωί ήταν όμορφο, μολονότι δεν είχε τη χθεσινή λιακάδα. Μπορούσαν να κάνουν ιππασία. Η Ίζομπελ δεν προσπάθησε να κοροϊδέψει τον εαυτό της πως τάχα δεν καταλάβαινε γιατί η προοπτική της ιππασίας, ενός πράγματος που έκανε σχεδόν καθημερινά στο σπίτι της, της πρόσφερε τόση ευχαρίστηση. Ίσως ένιωθε έλξη για κείνον επειδή ο Τζάιλς ανήκε στον κόσμο της, αλλά όχι απόλυτα· ήταν λίγο αποκομμένος, όπως και η ίδια εξαιτίας της ατίμωσής της. Ήθελε να τον συμπαθήσει και να τον εμπιστευτεί. Μπορούσε όμως να εμπιστευτεί την ίδια της την κρίση; «Μπορώ να βγω βόλτα με το άλογο σήμερα, ξαδέρφη Ελίζαμπεθ;» «Τώρα το πρωί; Φυσικά. Μπορείς να πάρεις τη φοράδα μου, θα χαρεί να καλπάσει λιγάκι. Είμαι τόσο απασχολημένη με την ατελείωτη αλληλογραφία που φαίνεται να παράγει αυτή η πρόσφατη αλλαγή στη ζωή μας, ώστε την έχω αμελήσει, δυστυχώς. Και δεν μπορώ να πω ότι οι κόρες μου λατρεύουν την ιππασία, έτσι δεν είναι, αγάπες μου;» Η εν χορώ ειλικρινής απάντηση «Όχι, μαμά!» έκανε την κόμισσα να γελάσει. «Θα σε συνοδέψει ένας ιπποκόμος». Το βλέμμα της Ίζομπελ διασταυρώθηκε με του Τζάιλς. «Εχμ... νομίζω ότι


ο κύριος Χάρκερ θα βγει επίσης για ιππασία σήμερα, κυρία. Σκέφτηκα πως ίσως...» Φοβήθηκε ότι η κόμισσα θα απαιτούσε και πάλι να τη συνοδέψει ένας ιπποκόμος, όμως εκείνη κατένευσε, δίνοντας την έγκρισή της. «Θα πω να φέρουν τη Φάιερφλαϊ γύρω στις δέκα, αν αυτό βολεύει και τον κύριο Χάρκερ». «Σας ευχαριστώ, κυρία, στις δέκα είναι μια χαρά. Θα σας συναντήσω στην μπροστινή σκάλα τότε, λαίδη Ίζομπελ;» «Ναι, σας ευχαριστώ», αποκρίθηκε εκείνη σεμνά και η ανταμοιβή της ήταν ένα φευγαλέο βλέμμα θυμηδίας. Ήταν λοιπόν τόσο δηκτική συνήθως ώστε η τωρινή πραότητά της να φαντάζει αφύσικη; Έπρεπε να προσέξει να μην το σκέφτεται σαν ραντεβού, διότι δεν ήταν κάτι τέτοιο. Φιλική σχέση, υπενθύμισε στον εαυτό της. Αυτό ήταν το ασφαλές, και αυτό φαινόταν να της προσφέρει ο Τζάιλς -έπρεπε να το πιστέψει. «Μαμά, σκεφτόμουν...» είπε η λαίδη Ανν. «Με την ξαδέρφη Ίζομπελ και τον κύριο Χάρκερ εδώ, ίσως έχουμε αρκετούς ηθοποιούς για ν’ ανεβάσουμε ένα θεατρικό. Θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους ανιψιούς του εφημέριου να μας βοηθήσουν, αν έχουμε έλλειψη αντρών. Σε παρακαλώ, πες ναι, έχει περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά!» «Αγάπη μου, δεν είναι σωστό να περιμένουμε από τον καημένο τον κύριο Χάρκερ να μάθει ένα ρόλο, αυξάνοντας κι άλλο τον εργασιακό φόρτο του. Εκείνος και ο μπαμπάς είναι πολύ απασχολημένοι». «Έχετε θεατρική σκηνή εδώ, ξαδέρφη Ελίζαμπεθ;» ρώτησε η Ίζομπελ με εξημμένο ενδιαφέρον. «Όχι, αλλά έχουμε δημιουργήσει μία αυτοσχέδια, κρεμώντας κουρτίνες ανάμεσα στους κίονες της Μεγάλης Πινακοθήκης». «Εκεί ανεβάσαμε την πρεμιέρα του θεατρικού της μαμάς, “Η βασιλική Αυλή του Όμπερον”», τη διέκοψε ανυπόμονα η Λίζι. «Και μετά τυπώθηκε από εκδότη και ανέβηκε στο θέατρο του Λονδίνου! Δεν είναι σπουδαίο;» «Είναι υπέροχο», συμφώνησε η Ίζομπελ. Πολλές οικογένειες ανέβαζαν για προσωπική ευχαρίστηση ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, ειδικά όταν είχαν καλεσμένους στις εξοχικές επαύλεις τους. Με την άκρη του ματιού της είδε την έκφραση του Τζάιλς και χαμογέλασε -φαινόταν σοκαρισμένος με το ενδεχόμενο ν’ ανέβει στο σανίδι. «Ίσως στην επόμενη επίσκεψή τους, Λίζι», παρενέβη η κόμισσα. «Γράφω καινούργιο θεατρικό τώρα, οπότε ίσως μπορούμε ν’ ανεβάσουμε αυτό μόλις το τελειώσω». «Η αλληλογραφία σας, μιλόρδε».


«Και μάλιστα μια στοίβα επιστολές!» Ο κόμης διέκοψε τη συζήτηση με το γιο του για να κοιτάξει τον ασημένιο δίσκο που του πρόσφερε ο μπάτλερ. «Και υποθέτω ότι εκείνες που αφορούν τις επαγγελματικές υποθέσεις μου βρίσκονται ήδη πάνω στο γραφείο μου! Πολύ καλά, λοιπόν, μοίρασε τις επιστολές, αν έχεις την καλοσύνη, Μπένσον, και ίσως τότε να μη φαίνεται τόσο τρομακτική η στοίβα που προορίζεται για μένα». «Παρακαλώ, μη διστάζετε ν’ ανοίξετε την αλληλογραφία σας», είπε η λαίδη Χάρντγουικ στους καλεσμένους της καθώς ο μπάτλερ ακουμπούσε δίπλα στο πιάτο της τα γράμματα που απευθύνονταν στην ίδια και στις κόρες της. Λίγα λεπτά αργότερα, η Ίζομπελ σήκωσε το κεφάλι της από την αφήγηση της μητέρας της για μια εξαιρετικά βαρετή δεξίωση στην οποία είχε παραστεί και είδε τον Τζάιλς να φτάνει στο τελευταίο από τα πέντ’ έξι γράμματά του. Έσπασε το βουλοκέρι και της φάνηκε, όσο τον παρακολουθούσε να διαβάζει, πως όλο το κορμί του σφίχτηκε από ένταση. Ωστόσο το πρόσωπο και η φωνή του ήταν εντελώς ανέκφραστα όταν μίλησε: «Θα με συγχωρήσετε, λαίδη Χάρντγουικ; Κυρίες μου; Υπάρχει ένα ζήτημα που απαιτεί την προσοχή μου». Η Ίζομπελ συνέχισε να διαβάζει τη δική της αλληλογραφία καθώς εκείνος έβγαινε από την τραπεζαρία. Ήλπιζε μόνο πως ό,τι κι αν ήταν αυτό το ζήτημα, δε σήμαινε πως θα έπρεπε να αναβάλει την πρωινή ιππασία τους. Είπε μέσα της πως δεν ήταν τόσο σημαντικό, πως μπορούσε να πάρει έναν ιπποκόμο μαζί της, πως ήταν γελοίο ν’ ανησυχεί τόσο πολύ. Ανακάλυψε όμως ότι δεν μπορούσε να εξαπατά τον εαυτό της: ήθελε να μείνει μόνη με τον Τζάιλς ξανά. Ο κόμης έφυγε για το γραφείο του διαχειριστή του, ο Φίλιπ για το μάθημα με τον οικοδιδάσκαλό του και η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ με τα κορίτσια για τη συνάντησή τους με τη μοδίστρα. Η Ίζομπελ βγήκε κι εκείνη πίσω τους λιγάκι αφηρημένη, ονειροπολώντας. Πού θα πήγαιναν για βόλτα σήμερα; Μέχρι τον καστρόπυργο και παραπέρα, ίσως. Ή... «Λαίδη Ίζομπελ», είπε ο Τζάιλς βγαίνοντας από το Κίτρινο Σαλόνι. «Θα έρθετε στη βιβλιοθήκη;» Δεν ήταν παράκληση · περισσότερο διαταγή ήταν, αν έκρινε από τον τόνο της φωνής και το αγέλαστο πρόσωπό του. «Μα...» Ένας υπηρέτης διέσχισε το διάδρομο και η Ίζομπελ έσφιξε τα χείλη της ενώ ήταν έτοιμη να ξεστομίσει μια δηκτική απάντηση. «Πολύ καλά», είπε ψυχρά και τον ακολούθησε μέσ’ από τα ενδιάμεσα δωμάτια στην αίθουσα που ήταν ένα από τα θαύματα του Γουίμπολ Χολ.


Όμως οι πανύψηλες βιβλιοθήκες που είχαν φτιαχτεί πριν από δεκαετίες για να στεγάσουν την περίφημη συλλογή βιβλίων του λόρδου Χάρλεϊ δεν μπόρεσαν να της αποσπάσουν την προσοχή από το δυσοίωνο προαίσθημα που έκανε το στομάχι της να σφίγγεται. Η Ίζομπελ δεν μπορούσε να φανταστεί τι μπορεί να είχε επηρεάσει τόσο πολύ τον Τζάιλς, όμως η οργή που εξέπεμπε το βλέμμα του έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα. «Προς τι αυτή η αυταρχική κλήτευση;» ρώτησε επιτακτικά, περνώντας πρώτη στην επίθεση καθώς εκείνος στρεφόταν προς το μέρος της. «Έπρεπε να είχα εμπιστευτεί το αρχικό μου ένστικτο», δήλωσε ο Τζάιλς. Ακούμπησε τον ώμο του πάνω στην ψηλή σκάλα της βιβλιοθήκης και την κοίταξε εξεταστικά. «Όμως πραγματικά είσαι πολύ καλή ηθοποιός, σωστά, μικρή μου; Ίσως θα έπρεπε να συμμετάσχεις σ’ ένα από τα θεατρικά της λαίδης τελικά». «Όχι, δεν είμαι καλή ηθοποιός», πέταξε κοφτά η Ίζομπελ. «Είσαι όμως η πόρνη που διέλυσε τον αρραβώνα της λαίδης Πενέλοπε Όλμπραΐτ. Το αρνείσαι;» τη ρώτησε με επικίνδυνα ήρεμη φωνή. Όταν εκείνη δεν απάντησε, ο Τζάιλς κοίταξε την επιστολή που κρατούσε στο δεξί του χέρι. «Η Πενέλοπε έχει πάθει νευρικό κλονισμό επειδή σε βρήκαν να ερωτοτροπείς με τον Άντριου Γουάιτ. Υποθέτω όμως πως δε σε νοιάζουν τα αισθήματά της». Η Ίζομπελ ένιωσε το αίμα να φεύγει από τα μάγουλά της. Αυτές οι αισχρές συκοφαντίες... και ο Τζάιλς τις πίστευε. «Ναι, με νοιάζει τι περνάει», απάντησε καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια να κρατήσει σταθερή τη φωνή της. «Και λυπάμαι πολύ που διάλεξε έναν τέτοιο άντρα να μνηστευτεί. Όμως να με συγχωρείς αν νοιάζομαι περισσότερο που ο λόρδος Άντριου μου επιτέθηκε και, κατέστρεψε την υπόληψή μου και που ελάχιστοι άνθρωποι, ακόμη κι εκείνοι που θεωρούσα φίλους μου, με πιστεύουν». «Ω, πολύ ωραία τα είπες! Όμως, βλέπεις, μόλις έλαβα αυτό από τον πολύ καλό μου φίλο Τζέιμς Όλμπραΐτ, τον αδελφό της Πενέλοπε -και δε λέει ποτέ ψέματα». «Δεν ήταν εκεί όμως, σωστά; Ξέρει μόνο αυτό που είδε η Πενέλοπε όταν μπήκε στο δωμάτιό μου εκείνη τη νύχτα: τέσσερις ανθρώπους να επιδίδονται σε μεθυσμένες τρέλες. Μόνο ένας τους -εγώ- ήταν απρόθυμος· οι υπόλοιποι τρεις -οι άντρες- είχαν βάλει σκοπό να δώσουν ένα καλό μάθημα σε μια ξιπασμένη γεροντοκόρη, εν είδει αντιποίνων επειδή σνομπάρισε το συγκαταβατικό κόρτε τους. »Αυτή είναι η αλήθεια, κι αν δεν είσαι ικανός να την αντιληφθείς όταν


την ακούς, τότε λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο». Η Ίζομπελ έκανε απότομα μεταβολή. Άλλο ένα λεπτό να περνούσε και θα έβαζε τα κλάματα· κι ανάθεμά την αν θα έδινε στον Τζάιλς Χάρκερ την ικανοποίηση να ξέρει πως την είχε ταπεινώσει μέχρις αυτού του σημείου. Ωραίος φίλος, μα την αλήθεια! «Ποιος θα πίστευε ποτέ μια τέτοια ιστορία;» είπε χλευαστικά εκείνος καθώς την έπιανε από το μπράτσο και τη γύριζε ώστε να τον κοιτάζει κατάματα. «Κανένας δεν το έκανε, και βρίσκονταν εκεί». «Τόσο απίθανο το βρίσκεις να ξεγελάστηκαν;» Ναι, τελικά υπήρχε κάτι που μπορούσε να κάνει, κάτι για να κλονίσει την αυτάρεσκη αντρική αλαζονεία του. «Φυσικά», άρχισε να λέει ο Τζάιλς ενώ η Ίζομπελ ορμούσε πάνω στο στήθος του αιφνιδιάζοντάς τον και κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να πέσει πάνω σε μερικά ράφια γεμάτα με δερματόδετους τόμους. «Τι στο διάβολο...» Καθώς προσπαθούσε να τη σπρώξει από πάνω του, εκείνη εκμεταλλεύτηκε τη φόρα που είχε πάρει για να στριφογυρίσει μέσα στην αγκαλιά του μέχρι που βρέθηκε με την πλάτη πάνω στα βιβλία, με το βάρος του να πιέζει το κορμί της. Τότε τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του, τράβηξε το κεφάλι του κάτω και τον φίλησε άγρια στο στόμα. Για μια στιγμή ο Τζάιλς αντιστάθηκε, έπειτα άνοιξε τα χείλη του πάνω στα δικά της και ανταπέδωσε το φιλί με μια ανελέητη δεξιοτεχνία που τη συγκλόνισε και, παρά την οργή της -ή ίσως εξαιτίας αυτής-, τη διέγειρε απίστευτα. Η Ίζομπελ είχε ανταλλάξει φιλιά γεμάτα πάθος με το μνηστήρα της, όμως αυτό ήταν πριν τέσσερα χρόνια μ’ έναν άνθρωπο που αγαπούσε. Η επίθεση του Τζάιλς, το στόμα του, η διεισδυτική εξερεύνηση της γλώσσας του, τροφοδότησαν τόσο το θυμό όσο και τον εδώ και πολύ καιρό θαμμένο πόθο της, που αναζωπυρωνόταν σε κάθε συνάντηση που είχαν οι δυο τους. Όταν σήκωσε το κεφάλι του -περισσότερο για να πάρει ανάσα, σκέφτηκε θολωμένη, παρά για κάποιον άλλο λόγο- τον χαστούκισε άγρια στο μάγουλο. «Τώρα, αν μπει κάποιος μέσα κι εγώ ουρλιάζω, τι θα σκεφτούν όλοι;» είπε λαχανιασμένη. Το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά στο δικό της, που ένιωθε την καυτή ανάσα του πάνω στο στόμα της. «Τι θα έχουν δει; Τον Τζάιλς Χάρκερ, έναν άσωτο που κινείται στις παρυφές της υψηλής κοινωνίας, να παρενοχλεί μια αθώα νεαρή κυρία που παλεύει να ξεφύγει απ’ το αγκάλιασμά του. Ποιον θα πιστέψουν; Κι αν σκίσω το μπούστο μου και το βάλω στα πόδια, καλώντας σε βοήθεια; Θα ήσουν καταδικασμένος, όπως


ήμουν κι εγώ. »Δεν είμαι υποχρεωμένη να δικαιολογηθώ σ’ εσένα. Όμως, καθόμουν στην κάμαρά μου και διάβαζα δίπλα στο τζάκι φορώντας το νυχτικό μου, όταν τρεις άντρες όρμησαν μέσα. Πίστεψα ότι μπορούσα να τους λογικέψω. Δεν ήθελα να ξεσπάσει σκάνδαλο, οπότε δεν ούρλιαζα -κι αυτό ήταν το λάθος μου. Και γι’ αυτό με καταδικάζουν φαρισαίοι υποκριτές σαν και του λόγου σου, Τζάιλς Χάρκερ. Θα με αφήσεις να φύγω τώρα, σε παρακαλώ;» Για μια ατέλειωτη στιγμή εκείνος την κοίταξε στα μάτια και τα υπέροχα, αμαρτωλά χείλη του συσπάστηκαν σ’ ένα χαμόγελο. «Ναι, σε πιστεύω, Ίζομπελ. Δεν έπρεπε να σε αμφισβητήσω ποτέ». Φίλα με ξανά, είπε μια ύπουλη φωνούλα μέσα της. Άκου το κορμί σου. Τον θέλεις. «Με αποκάλεσες πόρνη. Και μόλις με φίλησες σαν να ήμουν τέτοια». Δεν τολμούσε ν’ αφήσει την πικρία της να καταλαγιάσει. «Τώρα σε πιστεύω». Την κοίταξε, με όλη την οργή και το πάθος να έχουν σβηστεί από το πρόσωπό του. «Συγνώμη που αμφέβαλλα για σένα. Συγνώμη που σε αποκάλεσα... Όχι, δε θα επαναλάβουμε αυτή τη λέξη. Όμως, δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να μετανιώσω γι’ αυτό το φιλί». «Δυστυχώς, ούτε εγώ», ομολόγησε η Ίζομπελ κι ένιωσε τα μάγουλά της να φλέγονται. «Φιλάς πολύ... όμορφα». Κι είχε κάνει το κορμί της να ζωντανέψει ολόκληρο μ’ έναν τρόπο που είχε πολύ καιρό να βιώσει. «Αναμφίβολα έχεις τεράστια εμπειρία. Όμως, σε παρακαλώ, μη νομίζεις ότι αυτός είναι ο λόγος που... που έκανα ό,τι έκανα μόλις τώρα. Δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλον τρόπο ν’ αποδείξω το δίκιο μου». «Όμορφα;» Ο Τζάιλς φαινόταν λιγάκι προσβεβλημένος με την περιγραφή. «Ας μην το σχολιάσουμε άλλο. Δεν αντιμετωπίζω ελαφρά τη καρδία ό,τι σου συνέβη. Είχα άδικο, και έχεις συκοφαντηθεί κατάφωρα. Τι κάνει η οικογένειά σου γι’ αυτό;» Η Ίζομπελ ανασήκωσε τους ώμους κι απομακρύνθηκε από κοντά του. Πήγε στο γραφείο και περιέστρεψε τη μεγάλη υδρόγειο σφαίρα. Ήταν πιο εύκολο να σκεφτεί μακριά από την έντονη αρρενωπή παρουσία του. Ο άντρας αυτός της έπαιρνε το μυαλό. Τον άφησε να τη σαγηνεύσει, να γίνει φίλος της, και μετά ο Τζάιλς πίστεψε τα χειρότερα για εκείνη βασιζόμενος σε αστήρικτες φήμες. Και, αντί να αποτραβηχτεί από το οργισμένο φιλί της, της το είχε ανταποδώσει. Δεν μπορούσε να τον εμπιστευτεί, ούτε στο ελάχιστο. «Το διέψευσαν παντού, όπου μπορούσαν, φυσικά. Όμως ο αδελφός μου είναι μαθητής ακόμη και ο πατέρας μου υποφέρει από ποδάγρα. Κανείς


από τους δύο δε θα σηκώσει το ξίφος του για να με υπερασπιστεί! Εκτός αυτού, η οικοδέσποινα με πέταξε έξω από το σπίτι της το επόμενο πρωί, οπότε το ψέμα έγινε ευρέως πιστευτό. Δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να γίνει, εκτός από το να βρω καταφύγιο κοντά σ’ αυτούς που με πιστεύουν εδώ, στους παλιούς φίλους των γονιών μου».


Κεφάλαιο 9 Ο Τζάιλς πλησίασε στο γραφείο και στάθηκε δίπλα στην άλλη σφαίρα που υπήρχε εκεί, μια ουράνια σφαίρα με πλανήτες και αστερισμούς, και την περιέστρεψε με μια άγρια κίνηση. «Κάτι πρέπει να γίνει». Διάβολε, είχε αποδώσει σε μια αθώα γυναίκα έναν επαίσχυντο χαρακτηρισμό, την είχε κατηγορήσει βασισμένος σε ανυπόστατες φήμες. Δυσκολευόταν να ξεπεράσει την απέχθεια που ένιωθε για τον εαυτό του γι’ αυτό, αλλά και για το ότι ήθελε να τη φιλήσει ξανά. Να τη φιλήσει... κι ακόμη περισσότερα. Αυτό τον καθιστούσε ένα κτήνος σε οίστρο, όμοιο με τον Άντριου Γουάιτ, και δεν ήταν. Για όνομα του Θεού, δεν ήταν κάτι τέτοιο! «Γιατί δεν καλεί σε μονομαχία ο φίλος σου τον άντρα που πρόδωσε την αδελφή του; Ο Άντριου Γουάιτ φαίνεται πως τη γλίτωσε φτηνά», απαίτησε να μάθει η Ίζομπελ. Ήταν μια λογική ερώτηση. «Ο Τζέιμς είναι σχεδόν τυφλός. Βλέπει αρκετά καλά για να κινείται, αλλά αυτό είναι όλο. Η όρασή του ήταν ήδη κακή όταν ήμασταν στο Χάροου και από τότε έχει επιδεινωθεί». «Ο καημένος. Δεν είχα ιδέα. Ήξερα φυσικά ότι δεν κυκλοφορούσε στην κοινωνία», είπε αμέσως η Ίζομπελ συμπονετικά. Ήταν γλυκιά όταν μαλάκωνε -από οίκτο για τον Τζέιμς, από τρυφερότητα για το παιδί. Την ήθελε αυτή την τρυφερή πλευρά της, αλλά εκείνη του έδειχνε μόνο τη φλόγα, το θυμό της. «Είναι ένας διανοούμενος, ένα σπουδαίο μυαλό. Όταν ήμασταν παιδιά, κρατούσε μακριά τους νταήδες του σχολείου επειδή εκείνοι έτρεμαν το κοφτερό μυαλό και την τσουχτερή γλώσσα του. Με προστάτεψε με την ευφυΐα του όταν ήμουν ο καινούργιος μαθητής, τρομοκρατημένος και εύκολο θύμα εξαιτίας της νόθας καταγωγής μου. Καθώς ψήλωνα κι αποκτούσα αυτοπεποίθηση, τον υπερασπιζόμουν κι εγώ με τις γροθιές μου. Ευτυχώς έχει την οικονομική άνεση να πληρώνει γραμματείς και βοηθούς, έτσι ώστε οι μελέτες του να μην επηρεάζονται από την κακή όρασή του. Τώρα δουλεύει πάνω σε μια καινούρια μετάφραση της ελληνικής μυθολογίας». «Μια αληθινή φιλία», μουρμούρισε η Ίζομπελ με το κεφάλι σκυμμένο


στην υδρόγειο· ο δείκτης της χάραζε ένα μονοπάτι κατά μήκος των ηπείρων. Φανταζόταν άραγε μια απόδραση απ’ όλα αυτά; «Θα με βοηθήσεις; Θα πεις στο λόρδο Τζέιμς ότι με πιστεύεις; Αν μπορεί να πείσει τους γονείς του και την Πενέλοπε, τότε ίσως αυτό βοηθήσει κάπως». Ακουγόταν σαν να αμφέβαλλε ότι θα την υποστήριζε, ακόμη και τώρα. «Φυσικά». Φυσικά. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Είσαι δική μου. Σου έσωσα τη ζωή, άρα είσαι δική μου. Ο θυμός που έβραζε μέσα του βρήκε στόχο. Θα τα έλεγε όλα στον Τζέιμς, φυσικά, και στην Πενέλοπε, που τη γνώριζε από τα έξι της χρόνια, όμως έπρεπε να απονεμηθεί δικαιοσύνη για την Ίζομπελ. Ο Γουάιτ και οι άλλοι δύο την είχαν γλιτώσει σχεδόν αλώβητοι. Με την άκρη του ματιού του την είδε να τραβάει πίσω τους ώμους και να ισιώνει την πλάτη της, σαν να οπλιζόταν με θάρρος για να υπομείνει το βάρος της ατίμωσής της. Μόνη της, όπως πίστευε. Αλλά δεν ήταν πλέον μόνη. Η άγρια αίσθηση της κτητικότητας τον αναστάτωνε, όμως ποτέ πριν δεν είχε σώσει τη ζωή κάποιου -ίσως εκεί οφειλόταν ο τρόπος που ένιωθε τώρα για την Ίζομπελ. «Είσαι πολύ γενναία», της είπε, και το πιγούνι της υψώθηκε ανυπότακτα κάνοντας την καρδιά του να σκιρτήσει. «Αρνούμαι να κρυφτώ επειδή είμαι το θύμα μιας αδικίας, οπότε τι άλλο μπορώ να κάνω από το να την υπομείνω; Άλλωστε, αν ήμουν πράγματι θαρραλέα, τώρα θα βρισκόμουν στο Λονδίνο και θα τους αντιμετώπιζα όλους με θράσος, σωστά;» «Νομίζω πως είσαι υπερβολικά κυρία για να φερθείς με θράσος για το οτιδήποτε. Κάθε καλοαναθρεμμένη παρθένα θα απέφευγε μια τέτοια συμπεριφορά». Τώρα, τι ήταν αυτό που είπε και την έκανε να κοκκινίσει έτσι; «Θα πρέπει να είσαι μια σκανδαλώδης χήρα σαν τη μητέρα μου για να αντιμετωπίσεις κάτι τέτοιο». Η Ίζομπελ συγκατένευσε. «Δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο λοιπόν, πέρα από το να πεις στο φίλο σου την αλήθεια. Κοίτα, ο ήλιος βγήκε -νομίζω πως θα πάω τελικά για ιππασία». «Σου εύχομαι λοιπόν αυτός ο καιρός να διατηρηθεί. Εγώ μάλλον πρέπει να πάω στο Λονδίνο σήμερα το πρωί». Υπήρχε και κάτι άλλο που μπορούσε να γίνει, και φαινόταν πως η Ίζομπελ δεν είχε κανέναν να το κάνει για λογαριασμό της. Επιπλέον, συλλογίστηκε ο Τζάιλς με την άγρια κτητικότητα να καίει καυτή μέσα του, ήταν τόσο δικαίωμα όσο κι ευχαρίστησή του. Δεν ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία για εκείνον να υπερασπίζεται την τιμή μιας κυρίας, όμως ήταν ειρωνεία της μοίρας αυτή τη φορά να βρεθεί στο πλευρό μιας αθώας, αντί να προσπαθεί να μετριάσει τις συνέπειες του


τελευταίου σκανδάλου της μητέρας του. «Καταλαβαίνω ότι δεν είναι κάποιο επαγγελματικό θέμα που απαιτεί την παρουσία σου εκεί», είπε εκείνη κοιτάζοντάς τον με μισόκλειστα μάτια. «Αυτό ήταν το χαμόγελο ενός άντρα που αδημονεί γι’ αυτό που τον περιμένει». «Ω, ναι», συμφώνησε ο Τζάιλς. «Αδημονώ, παρ’ όλο που είναι μια αναπάντεχη εξέλιξη». Του ήταν εύκολο ν’ αντισταθεί στον πειρασμό να της πει τι σχεδίαζε να κάνει. Οι ενέργειές του θα δικαιολογούνταν από την προθυμία του να σταθεί στο πλευρό των φίλων του, των Όλμπραϊτ. Δεν υπήρχε λόγος να αναμειχθεί και το όνομα της Ίζομπελ στην υπόθεση. «Τι μυστικοπάθεια είν’ αυτή! Ή μήπως σου λείπει απλώς η ερωμένη σου;» «Όχι». Πίεσε τον εαυτό του να χαμογελάσει με το σαρκαστικό σχόλιό της. «Είναι μυστικό, αλλά θα σου το πω μόλις επιστρέφω». Όφειλε να το κάνει αυτό, διότι η Ίζομπελ έπρεπε να μάθει ότι είχε αποδοθεί δικαιοσύνη για την προσβολή και το διασυρμό της. Ο Τζάιλς σήκωσε την παλάμη του κι άγγιξε το χλομό και τρυφερό μάγουλό της, όμως εκείνη τραβήχτηκε μακριά, σαν να φοβόταν ακόμη κι αυτό το χάδι. Ήθελε να την προστατέψει, είχε ανάγκη να την κατακτήσει. Φαινόταν πως οι επιθυμίες του ίσως ικανοποιούνταν, οι ανάγκες του όμως ποτέ. Ούτε θα έπρεπε, συλλογίστηκε, νιώθοντας τη θλίψη να τον μαχαιρώνει. Οι πόρτες της βιβλιοθήκης άνοιξαν πίσω τους κι ο Τζάιλς άφησε το χέρι του να πέσει καθώς η Ίζομπελ υποκρινόταν ότι κοιτούσε με ανανεωμένο ενδιαφέρον την υδρόγειο σφαίρα. «Α! Εδώ είσαι, Χάρκερ». «Λόρδε μου;» «Με συγχωρείς, αγαπητή μου Ίζομπελ, αλλά προέκυψε ένα επείγον επαγγελματικό ζήτημα». «Μα, φυσικά. Ελπίζω το ταξίδι σας στο Λονδίνο να είναι ήσυχο, κύριε Χάρκερ». Η Ίζομπελ χαμογέλασε ευγενικά και του γύρισε την πλάτη. «Θα δω αν υπάρχει κάποιος ιπποκόμος διαθέσιμος να με συνοδέψει -το πρωινό είναι πολύ όμορφο για να χάσω την ευκαιρία να κάνω μια βόλτα με το άλογο». Στη σιωπή που ακολούθησε το θρόισμα που έκαναν οι φούστες της καθώς η Ίζομπελ έβγαινε από τη βιβλιοθήκη, ο κόμης διέσχισε το δωμάτιο και μισοκάθισε στην άκρη του μεγάλου γραφείου. «Στο Λονδίνο; Σε χρειάζομαι εδώ, Χάρκερ. Ο διαχειριστής μου με ενημέρωσε ότι σε δύο μέρες έρχεται ο τραπεζίτης μου, για να συζητήσουμε τη


διαχείριση των οικονομικών υποθέσεων του υποστατικού κατά τη διάρκεια της απουσίας μου στην Ιρλανδία. Πρέπει να επικυρώσω τα ποσά του προϋπολογισμού του Σόαν για τις υπόλοιπες οικοδομικές εργασίες και να πάρω μια τελική απόφαση για το Χιλ Χάουζ και τα άλλα ζητήματα που εξετάζεις για λογαριασμό μου. Πρέπει να έχω έτοιμα τα απαραίτητα κεφάλαια και να συνεννοηθώ με τους αρμόδιους ώστε να συνεχιστούν οι εργασίες, χωρίς να αναγκάζονται οι αντιπρόσωποί μου να στέλνουν διαρκώς επιστολές στο Δουβλίνο ζητώντας έγκριση για κάθε λεπτομέρεια». «Θα έχω επιστρέψει μέχρι τότε, λόρδε μου». Θα έφτανε στο Λονδίνο το ίδιο βράδυ, θα είχε στη διάθεσή του μια μέρα για να κάνει αυτό που έπρεπε, και άλλη μια μέρα περίπου για το ταξίδι του γυρισμού. «Σας διαβεβαιώνω γι’ αυτό». «Είσαι σίγουρος; Με συγχωρείς αν σε πιέζω, όμως θα ήταν εξαιρετικά άβολο αν έπρεπε να αναβληθεί η συνάντηση ενώ ο Ντέλαπουλ θα έχει κάνει όλο αυτό το ταξίδι». «Έχετε το λόγο μου, λόρδε μου». «Θαυμάσια. Σ’ αφήνω λοιπόν να ετοιμαστείς. Καλό ταξίδι, Χάρκερ». *** Ο Τζάιλς ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου της λέσχης Μπρουκ, με το ένα του χέρι περασμένο διακριτικά κάτω από τον αγκώνα του λόρδου Τζέιμς Όλμπραϊτ. Ήταν η μόνη καθοδήγηση που χρειαζόταν ο φίλος του, πέρα από μερικές ψιθυριστές οδηγίες πότε πότε, προκειμένου να προσανατολιστεί μέσα στο θολό κόσμο του· αρνιόταν να επιτρέψει στην τύφλωση να τον νικήσει. «Καλησπέρα σας, λόρδε μου... κύριε Χάρκερ». Ο πορτιέρης προχώρησε προς το μέρος τους, για να πάρει τα καπέλα και τα μπαστούνια τους. «Καλησπέρα, Χίτσιν. Ο λόρδος Γουάιτ είναι μέσα;» «Μάλιστα, μιλόρδε. Είναι στη βιβλιοθήκη με τον κύριο Ρεν και τον λόρδο Χάλτον, νομίζω». «Θαυμάσια», σχολίασε ο Τζέιμς καθώς διέσχιζαν το διάδρομο. «Μ’ ένα σμπάρο τρία τρυγόνια. Ποτέ μου δεν έχω νιώσει τόσο ανήμπορος ξανά μακάρι να μπορούσα να πιάσω ο ίδιος στα χέρια μου αυτό το γουρούνι, τον Γουάιτ». «Θα τον κρατάω εγώ για σένα», προθυμοποιήθηκε μ’ ένα κατεργάρικο χαμόγελο ο Τζάιλς ενώ άνοιγε την πόρτα της βιβλιοθήκης. Το δωμάτιο ήταν άδειο, πέρα από τους τρεις άντρες που χαλάρωναν καθιστοί στις βαθιές δερμάτινες πολυθρόνες πλάι στο τζάκι. Γύρισαν να κοιτάξουν καθώς οι δυο φίλοι έμπαιναν μέσα, και ο Τζάιλς είδε την επιφυλακτικότητα ανά-


μεικτη με την περιφρόνηση στο πρόσωπο του Γουάιτ, όταν συνειδητοποίησε ποιος ήταν ο σύντροφός του. Οδήγησε το χέρι του Τζέιμς να στηριχτεί πάνω στη ράχη μιας καρέκλας κι ύστερα προχώρησε προς το μέρος τους. Οι τρεις άντρες σηκώθηκαν για να τον αντιμετωπίσουν. «Χάρκερ. Σου επιτρέπουν την είσοδο εδώ; Νόμιζα ότι αυτή η λέσχη είναι μόνο για τζέντλεμαν». «Απ’ ό,τι βλέπω δεν είναι», τον αντέκρουσε ο Τζάιλς. «Φαίνεται πως δέχτηκαν εσάς τους τρεις, τρία αποβράσματα που δεν το ’χουν σε τίποτα να επιτεθούν σε μια κυρία και να αμαυρώσουν τη φήμη της. Ή μήπως συρθήκατε μέχρι εδώ μέσα από τους υπονόμους σαν αρουραίοι;» «Ρεν, έχεις την καλοσύνη να χτυπήσεις το κουδούνι, σε παρακαλώ;» ψέλλισε ο Γουάιτ, όμως ο Τζάιλς μπορούσε να διακρίνει την ανησυχία στα μάτια του. Την αρχή του φόβου. «Κάλεσε έναν πορτιέρη να πετάξει έξω τούτο τον μπάσταρδο». «Κι εγώ;» παρενέβη ο Τζέιμς. «Περιμένεις ν’ αποβάλλουν οι πορτιέρηδες δύο μέλη της λέσχης χωρίς κανέναν λόγο;» «Με φέρνεις σε τρομερά δύσκολη θέση, Όλμπραϊτ». Ο υποκριτικός τόνος του Γουάιτ ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το βλέμμα απέχθειας που έριξε στον Τζέιμς. «Η αδελφή σου αντέδρασε υπερβολικά σε μια κατάσταση την οποία παρερμήνευσε τελείως, έκανε σκηνή, με κατηγόρησε ένας Θεός ξέρει για τι, διέλυσε τον αρραβώνα μας... Αν μου είχε δώσει τη δυνατότητα να της εξηγήσω τότε, όλα αυτά θα τα είχαμε αφήσει πίσω μας». «Δεν μπορείς να κατηγορήσεις την Πενέλοπε για την αντίδρασή της», απάντησε ο Όλμπραϊτ με επικίνδυνη ηρεμία. «Σε βρήκαν στην κρεβατοκάμαρα μιας άλλης γυναίκας». «Ένα διασκεδαστικό παιχνίδι που βγήκε εκτός ελέγχου. Αν η Πενέλοπε το έβλεπε λίγο πιο ψύχραιμα, θα ήμασταν ακόμη αρραβωνιασμένοι». «Και τι κρίμα θα ήταν αυτό», παρατήρησε ο Τζέιμς.« Ήδη είναι αρκετά άσχημη η κατάσταση, αλλά τουλάχιστον ανακάλυψε πως ήσουν απατεώνας και γυναικάς προτού δεσμευτεί αμετάκλητα μαζί σου». «Διάβολε!» Ο Γουάιτ διέσχισε το δωμάτιο για να σταθεί ακριβώς μπροστά στον Τζέιμς. Ο Τζάιλς μετακινήθηκε ώστε να παρακολουθεί τους άλλους δύο· δεν ήθελε να γίνει καβγάς μέσα στη λέσχη, όμως αν ο Τζέιμς έχανε την ψυχραιμία του, τότε πιθανότατα εκεί θα κατέληγαν. «Κανείς δε με αποκαλεί απατεώνα! Αν δεν ήσουν τυφλός σαν νυχτερίδα, θα σε καλούσα σε μονομαχία γι’ αυτό, Όλμπραϊτ». «Κι εγώ θα αρνιόμουν την πρόκλησή σου, Γουάιτ. Η δική μου προσβολή προηγείται. Θα ζητήσεις συγνώμη τόσο από την αδελφή μου, όσο κι από


την κυρία που τόσο άσχημα προσέβαλες εκείνη τη νύχτα -ειδάλλως απαιτώ ικανοποίηση». «Δε θα κάνω τίποτα τέτοιο», κόμπασε ο Γουάιτ. «Και εσύ απαιτείς ικανοποίηση από μένα; Δε θα μπορούσες να πετύχεις ούτε πόρτα με μουσκέτο!» «Φοβούμαι πως έχεις δίκιο», αποκρίθηκε τόσο μελιστάλαχτα ο Τζέιμς, που ο Τζάιλς ένιωσε το στόμα του να συσπάται με θυμηδία. «Όμως, όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις όπου ο ένας αντίπαλος δεν μπορεί να μονομαχήσει για λόγους υγείας, ο ακόλουθός μου θα πάρει τη θέση μου». «Και ποιος είν’ αυτός;» Ο Γουάιτ στράφηκε απότομα όταν ο Τζάιλς ξερόβηξε καθαρίζοντας το λαιμό του. «Εσύ; Δε θα αναμετρηθώ με έναν μπάσταρδο για λόγους τιμής». «Όχι;» είπε σέρνοντας τη φωνή του ο Τζάιλς. «Τότε μέσα σε μια μέρα θα έχει κυκλοφορήσει σ’ όλη την πόλη πως εσύ και οι φίλοι σου είστε μια παρέα δειλών, που αρνούνται να μονομαχήσουν, ακόμη κι όταν οι πιθανότητες είναι τρία προς ένα. Ο φίλος μου μάλλον δε σας ξεκαθάρισε ότι η πρόκληση απευθύνεται σε όλους σας. Η επιλογή όπλου είναι, φυσικά, δική σας όπως και η σειρά με την οποία θα σας αντιμετωπίσω. Θα μείνουμε στο ξενοδοχείο Γκριγιόν απόψε, και περιμένω ενημέρωση για τον τόπο, το χρόνο και την επιλογή όπλων μέχρι τις εννιά το πρωί αύριο. Δεν έχω χρόνο να σπαταλήσω μαζί σας -το ζήτημα θα έχει διευθετηθεί μέχρι την αυγή μεθαύριο». Πήρε το χέρι του Τζέιμς και τον οδήγησε έξω, κλείνοντάς την πόρτα πίσω τους, όσο οι άλλοι ξεσπούσαν εξοργισμένοι. «Πήγε καλά, θαρρώ». Η εικόνα της Ίζομπελ να παλεύει μες στα χέρια αυτού του αγροίκου όσο εκείνος την πασπάτευε ήταν ακόμη οδυνηρά ζωηρή στη φαντασία του, όμως τουλάχιστον ο θυμός που έσφιγγε το στομάχι του είχε αντικατασταθεί με την όλο ικανοποίηση αδημονία της εκδίκησης που θα έπαιρνε για εκείνη. Έλπιζε ότι θα επέλεγαν ξίφη· θα το απολάμβανε να παίξει μαζί τους, να το κάνει να διαρκέσει. «Εξαιρετικά καλά. Μπορεί να μη βλέπω πολλά, όμως κατάλαβα ότι ο αρουραίος άλλαξε χίλια χρώματα. Πού θα δειπνήσουμε απόψε;» *** «Μας ακολουθούν». Ο Τζάιλς έπιασε πιο σφιχτά το μπράτσο του Τζέιμς. Στο σκοτάδι, όπου υπήρχαν περιστασιακές δέσμες φωτός ή οι τρεμάμενες φλόγες των πυρσών που κουβαλούσαν οι νεαροί υπηρέτες που ήταν επιφορτισμένοι μ’ αυτή τη δουλειά, ο φίλος του ήταν εντελώς τυφλός. «Ποιοι; Πόσοι;»


«Πέντε, νομίζω». Ο Τζάιλς έστριψε σε μια γωνία με σκοπό να βγουν στην Κινγκ Στρητ και στα λαμπερά φώτα γύρω από την είσοδο της λέσχης Άλμακ. Είχαν δειπνήσει σε μια ταβέρνα, σ’ ένα από τα πολυάριθμα διασταυρούμενα σοκάκια στην περιοχή του Σεντ Τζέιμς. Τώρα απείχαν λίγα μόλις μέτρα από τις πιο επιφανείς λέσχες, τις αριστοκρατικές επαύλεις και το βασιλικό παλάτι, όμως ήταν περικυκλωμένοι από πορνεία, καπηλειά και χαρτοπαικτικές λέσχες. Δεν ήταν κατάλληλο μέρος για να παλέψει -όχι μ’ έναν τυφλό στο πλευρό του. «Όσο για το ποιοι είναι, υποπτεύομαι οι τρεις φιλαράκοι μας και ένα ζευγάρι νταήδων που προσέλαβαν». Τάχυνε το βήμα του. «Τους τσαντίσαμε, φαίνεται. Φτάσαμε σχεδόν στην Κινγκ Στρητ, Τζέιμς. Αν συμβεί οτιδήποτε, θα μπορέσεις να διακρίνεις τα φώτα κατηφορίζοντας το δρόμο και θα βρεθείς στο κατώφλι της Άλμακ». «Και να σε αφήσω μόνο σου; Ανάθεμά με, αν το κάνω», διαμαρτυρήθηκε με θέρμη ο Τζέιμς. «Πήγαινε να φέρεις βοήθεια... Διάβολε, πολύ αργά -μας έφτασαν». Ακούστηκαν γρήγορα βήματα πίσω τους. Ο Τζάιλς στράφηκε γρήγορα, τράβηξε τη λεπτή λεπίδα από το μπαστούνι που κουβαλούσε κι έσπρωξε τον Τζέιμς πίσω του αφήνοντας το χέρι που κρατούσε το ξίφος να πέσει χαλαρό στο πλευρό του. Οι δύο μεγαλόσωμοι άντρες, πορτιέρηδες κατά τα φαινόμενα, σταμάτησαν απότομα στο λιθόστρωτο, με τα καλυμμένα από τις σκιές πρόσωπά τους ανέκφραστα και άγρια. Λίγο πιο πέρα παραμόνευαν τρεις σιλουέτες, χωρίς να τολμούν να πλησιάσουν. Ο Τζάιλς οπισθοχώρησε καθώς καμωνόταν τον πανικόβλητο, κραδαίνοντας άγαρμπα το μπαστούνι του. Οι μεγαλόσωμοι άντρες γέλασαν και χίμηξαν πάνω του. Το ξίφος διαπέρασε τον ώμο του πλησιέστερου και ξέφυγε από το χέρι του Τζάιλς, καθώς ο άντρας σωριαζόταν πάνω στο σύντροφό του. Ενώ ο δεύτερος προσπαθούσε να σηκώσει από πάνω του το πεσμένο σώμα, ο Τζάιλς τον χτύπησε στο θώρακα με το μπαστούνι του και, καθώς διπλωνόταν στα δύο, του έδωσε μια γονατιά στη βουβωνική χώρα κι ένα γερό χτύπημα πίσω από το αυτί ρίχνοντάς τον στο έδαφος. «Μείνε πίσω μου», είπε απότομα στον Τζέιμς, όταν ο φίλος του ήρθε να σταθεί στο πλευρό του. Οι τρεις άντρες που παραμόνευαν του όρμησαν τόσο γρήγορα, που μόνο όταν πλησίασαν κατάλαβε ότι φορούσαν μάσκες. Η γροθιά του βρήκε ύφασμα, όμως ακούστηκε ένα ικανοποιητικό τρίξιμο και μια στριγκλιά πόνου καθώς ο άντρας -ο Γουάιτ, υποψιαζότανέπεφτε ανάσκελα στο έδαφος. Την ίδια στιγμή, ο ένας από τους άλλους ακινητοποίησε τον Τζάιλς, αγκαλιάζοντάς τον πισώπλατα, και ο τρίτος


άρχισε να τον χτυπάει. Μέσα στην οργή του και στα χτυπήματα που δεχόταν, κατάφερε να διατηρήσει κάπως τον έλεγχο και απώθησε τον άντρα μπροστά του με κλοτσιές και, όταν εκείνος πλησίασε αρκετά, με κεφαλιές. Μέσα στη θολούρα του άκουσε τον ήχο σπασμένου γυαλιού και τη φωνή του Τζέιμς· ύστερα κατάφερε να ελευθερωθεί και να χρησιμοποιήσει τις γροθιές του. Ο Τζέιμς φώναξε ξανά, ακούστηκε ένας γδούπος και βρισιές, και μετά μια σκιά που κινήθηκε γρήγορα κι ένας πόνος στο πρόσωπό του, οξύς και διαπεραστικός. Η γροθιά του Τζάιλς βρήκε το σαγόνι του μπροστινού αντιπάλου του και τον είδε να σωριάζεται κατάχαμα. Ξαφνικά το σοκάκι γέμισε με ανθρώπους και τη λάμψη των πυρσών. Ο Τζέιμς στεκόταν πλάι του, σφίγγοντάς του το μπράτσο, κι ένας άγνωστος, που τον έβλεπε παράξενα θολό, στάθηκε δίπλα του μ’ έναν πυρσό στο χέρι. «Θεέ και Κύριε, σε σακάτεψαν για τα καλά ετούτοι, αφεντικό». «Εγώ ,τους σακάτεψα περισσότερο», απάντησε ο Τζάιλς με φωνή που φαινόταν σαν να έρχεται από πολύ μακριά. Και μετά σιωπή. *** Ο Τζάιλς την είχε πιστέψει. Η Ίζομπελ γραπώθηκε σφιχτά από αυτή την επίγνωση για την υπόλοιπη μέρα και την επομένη, αφήνοντας την πίστη του να τη ζεστάνει σαν μια γουλιά μπράντι. Την πίστευε και θα έπειθε την οικογένεια της Πενέλοπε για την αθωότητά της. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό ήταν λιγότερο σημαντικό από την αποδοχή του Τζάιλς, μολονότι δε θα έπρεπε. Δε γινόταν να κοροϊδεύει τον εαυτό της: ο Τζάιλς Χάρκερ ξυπνούσε συναισθήματα μέσα της που καμιά ανύπαντρη κυρία δε θα έπρεπε να νιώθει -ο θυμός και η αγανάκτηση συμπεριλαμβάνονταν σε αυτά. Όμως, υπήρχαν περισσότερα, κάτι ανάμεσα στη φιλία και στον πόθο, που κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης που διέθετε της έλεγε πως ήταν επικίνδυνα. Ίσως ήταν απλώς σαρκικός πόθος. Η Ίζομπελ καθόταν και ξεχώριζε μερικά κουβαριασμένα μεταξωτά νήματα για την κόμισσα, χωρίς να αντιλαμβάνεται συνειδητά τα ζωηρά χρώματα που περνούσαν μέσ’ απ’ τα χέρια της. Αυτός ο άντρας διέγειρε το κορμί της κι αυτό φυσικά ήταν αμαρτωλό. Αν ήταν η μακάρια στην άγνοιά της αθώα παρθένα που πίστευε εκείνος, τότε ίσως δε θα είχε αναγνωρίσει αυτό τον πόνο, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα, ως τέτοιο. Ή θα είχε σκανδαλιστεί με τον ίδιο τον εαυτό της και θα το είχε απωθήσει, πεπεισμένη πως απλώς την έλκυαν ένα γοητευτικό πρόσωπο και μια λυγερή κορμοστασιά.


Δεν ήταν όμως αθώα, ούτε παρθένα. Είχε κάνει έρωτα δύο φορές με το μνηστήρα της και, μολονότι ο Λούκας ήταν σχεδόν το ίδιο συνεσταλμένος και άπειρος όσο κι εκείνη, ήταν έντονο και απολαυστικό, και είχε αφήσει το κορμί της να λαχταρά περισσότερα. Μέσα στο θρήνο της, και με τις σπαραξικάρδιες αποφάσεις που έπρεπε να πάρει μετά το θάνατό του, αυτά τα συναισθήματα είχαν εξαφανιστεί. Κατά τα φαινόμενα, όμως, ο πόθος απλώς κοιμόταν μέσα της και το μόνο που χρειάστηκε ήταν ένα φιλί από τον σωστό άντρα για ν’ αφυπνιστεί. Ο Τζάιλς Χάρκερ δεν ήταν ο πρώτος άντρας που τη φίλησε μετά το θάνατο του Λούκας Νίνταμ, όμως ήταν ο μόνος που την έκανε να νιώσει έτσι. Τι σήμαινε αυτό; Κράτησε ψηλά δυο κουβάρια από πορτοκαλί μετάξι και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο αν είχαν την ίδια ακριβώς απόχρωση. Ήξερε πώς ένιωθε: χαρούμενη, γεμάτη προσμονή και θέρμη. Δεν μπορούσε να μείνει συγκεντρωμένη σε κάτι, ενώ τα χείλη της διατηρούσαν την αίσθηση των δικών του, η γλώσσα της τη γεύση του. Η Ίζομπελ μετακινήθηκε ανήσυχα στην πολυθρόνα της. Ήταν άσωτος, είχε φερθεί ηρωικά και επαίσχυντα συνάμα, και την έκανε να αρπάζει κάθε ευκαιρία για λεκτικούς διαξιφισμούς μαζί του. Η ίδια ήξερε, καλύτερα από κάθε άλλον, τους κινδύνους του να ενδίδεις στο σαρκικό πάθος έπρεπε να βρει μια δικαιολογία και να φύγει από το Γουίμπολ Χολ προτού μπει κι άλλο σε πειρασμό. Δειλή, μουρμούρισε μια ύπουλη φωνούλα μέσα στο κεφάλι της. Γιατί να μην απολαύσεις τη συντροφιά του, ακόμη και μερικά κλεφτά φιλιά; Είσαι πάρα πολύ συνετή για... «Ξαδέρφη Ίζομπελ, ονειροπολείς!» Ήταν η Ανν, και γελούσε μαζί της. Η Ίζομπελ χαμήλωσε το βλέμμα στα πόδια της και βρήκε τα πράσινα νήματα προσεκτικά συνταιριασμένα με τα γαλάζια, και τα ροζ τυλιγμένα μαζί με τα πράσινα. «Η αλήθεια είναι πως ναι. Άκου -άμαξα είναι αυτό;» Βρίσκονταν στο Νότιο Σαλόνι, και ο ήχος των τροχών και της εξώπορτας που άνοιξε ακούστηκε καθαρά στην ησυχία του σπιτιού. «Ποιος στην ευχή μπορεί να είναι;» Η Ανν έριξε μια ματιά στο ρολόι. «Είναι περασμένες τρεις. Πολύ αργά για επίσκεψη και δεν περιμένουμε κανέναν για το δείπνο». «Και ο κύριος Χάρκερ δεν αναμένεται να επιστρέψει νωρίτερα από αύριο». Η Ίζομπελ έριξε όπως όπως τα μεταξωτά νήματα μέσα στο καλάθι τους και πήγε να κρυφοκοιτάξει έξω απ’ το παράθυρο. «Μεγάλη αγένεια για μια κυρία, το ξέρω! Όμως ποιος είν’ άυτός; Δεν τον αναγνωρίζω».


«Ούτ’ εγώ». Η Ανν ήρθε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο της. «Ο υπηρέτης τον βοηθάει να κατέβει, παρ’ όλο που είναι νέος. Μάλλον είναι τυφλός βλέπεις το μπαστούνι του; Όμως είμαι σίγουρη ότι δε γνωρίζουμε κανέναν τυφλό». «Πρέπει να είναι ο λόρδος Τζέιμς Όλμπραϊτ. Ο κύριος Χάρκερ ανέφερε πως έχει έναν τυφλό φίλο με αυτό το όνομα. Όμως...» Η φωνή της έσβησε. Αν ο Τζέιμς Όλμπραϊτ είχε ενημερωθεί από τον Τζάιλς για την αθωότητά της και την επισκεπτόταν για να της το πει, τότε δεν μπορεί να είχε φτάσει τόσο γρήγορα και μάλιστα απρόσκλητος! Εκτός αν είχε συναντήσει αμέσως τον Τζάιλς στην πόλη και ξεκίνησε σήμερα το πρωί, χωρίς να καθυστερήσει για να γράψει επιστολή. «Τι στην ευχή συμβαίνει;» Η Ανν την τράβηξε από το χέρι. «Έλα, θα μάθουμε περισσότερα, αν βγούμε στο χολ -κοίτα, τέσσερις υπηρέτες βγήκαν έξω και η μαμά μαζί!» «Βοηθάνε κάποιον άρρωστο ή τραυματισμένο», είπε η Ίζομπελ. Τα πόδια της αρνούνταν να κινηθούν και το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος. Ήταν ο Τζάιλς, ήταν σίγουρη, και κάτι φρικτό είχε συμβεί.


Κεφάλαιο 10 Η Ίζομπελ γαντζώθηκε από την μπροκάρ κουρτίνα του παραθύρου όσο ο Πίτερ, ο πιο γεροδεμένος από τους υπηρέτες, απομακρυνόταν από την άμαξα υποβαστάζοντας μια ψηλή σιλουέτα. Τουλάχιστον είναι ζωντανός. Μόνο τότε μπόρεσε να ομολογήσει στον εαυτό της πόσο βαθιά έφτανε ο ξαφνικός, παράλογος φόβος της. Με αυτή τη σκέψη η παράλυσή της έληξε. Ήταν ο Τζάιλς και ήταν τραυματισμένος. Το κεφάλι του ήταν μπανταρισμένο με επιδέσμους και τα πόδια του σέρνονταν στο έδαφος καθώς οι άντρες τον κρατούσαν. Τζάιλς. Προσπέρασε την Ανν σκουντώντας την ελαφρά, αδιαφορώντας για την ξαφνιασμένη έκφραση της κοπέλας, και έτρεξε μέσα από τον προθάλαμο στο χολ. «Τζάιλς!» «Είμαι απόλυτα ικανός ν’ ανέβω τη σκάλα», έλεγε εκείνος στους υπηρέτες δεξιά κι αριστερά του. «Δε χρειάζεται να με κουβαλήσετε πάνω σε μια καρέκλα, σας διαβεβαιώνω». Η φωνή του έβγαινε, μπερδεμένη. Καθώς έτρεχε προς το μέρος του, είδε ότι το πρόσωπό του ήταν γεμάτο μώλωπες. Εκείνος δε φάνηκε να την άκουσε, ούτε να την είδε. «Τζάιλς». «Άφησέ τον». Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ την έπιασε από το μπράτσο όσο βρισκόταν ακόμη μερικά μέτρα μακριά του. «Είναι τραυματισμένος, όμως το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι γυναίκες πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο Πίτερ και ο Μάικλ θα τον μεταφέρουν επάνω, στο δωμάτιό του. Στείλαμε κάποιον να καλέσει το γιατρό, κι εγώ θα πάω να πω στην κυρία Χάρισον να ετοιμάσει αλοιφές και επιδέσμους, και να ζεστάνει νερό». «Μα...» «Δεν είναι κάτι σοβαρό, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, κυρία μου», ακούστηκε μια άγνωστη φωνή πίσω της. «Πονάει πολύ, αλλά τα τραύματα δεν είναι βαθιά. Μελανιασμένα πλευρά, μια σπασμένη μύτη, μώλωπες, εκδορές -ή τουλάχιστον έτσι λέει ο γιατρός μου. Δεν έπρεπε να ταξιδέψει σήμερα, όμως είπε πως είχε δώσει το λόγο του στον κόμη ότι θα ήταν εδώ αύριο, και είναι ένας πεισματάρης διάβολος». «Είστε ο λόρδος Τζέιμς Όλμπραϊτ;» Ο Τζάιλς είχε εξαφανιστεί με ασταθές


βήμα στη στροφή της σκάλας. Ο άντρας που στεκόταν δίπλα της, στηριζόμενος πάνω σ’ ένα μπαστούνι, φορούσε γυαλιά με χοντρούς φακούς στο ευχάριστο πρόσωπό του, που κοσμούνταν τόσο με μελανιές όσο και με μια γρατζουνιά κατά μήκος του σαγονιού του. Όταν έτεινε το χέρι του για να τη χαιρετήσει, η Ίζομπελ πρόσεξε ότι οι αρθρώσεις του ήταν κατακόκκινες, γεμάτες κοψίματα. «Εμπλακήκατε σε καβγά; Αυτό συνέβη στον Τζάιλς... στον κύριο Χάρκερ;» «Στον ίδιο καβγά», της είπε χαμογελώντας πονηρά. «Μπορεί να είμαι τυφλός σαν νυχτερίδα, όμως όταν βάζεις μπροστά μου έναν αρκετά μεγάλο στόχο, μπορώ να τον πετύχω». Καθώς εκείνη έπιανε το χέρι του, ο Τζέιμς έσφιξε με τα δάχτυλά του την παλάμη της, σαν να ήθελε να τη συγκρατήσει. «Φαντάζομαι θα είστε η λαίδη Ίζομπελ;» «Ναι». «Τότε σας οφείλω μια συγνώμη εκ μέρους της αδελφής μου». «Δε χρειάζεται. Καταλαβαίνω γιατί πέρασαν αυτές οι σκέψεις από το μυαλό της. Αλλά γιατί καβγαδίσατε εσείς κι ο Τζάιλς;» «Υπάρχει κάποιος χώρος όπου μπορούμε να καθίσουμε και να μιλήσουμε;» «Φυσικά, με συγχωρείτε. Λαίδη Ανν, μπορείτε να πείτε να ετοιμάσουν ένα δωμάτιο για το λόρδο Τζέιμς, και να μας σερβίρουν τσάι στο Νότιο Σαλόνι;» «Ναι, φυσικά. Θα το τακτοποιήσω και μετά θα πάω να βοηθήσω τη μαμά». Η Ανν απομακρύνθηκε βιαστική. «Από δω παρακαλώ, λόρδε Τζέιμς». Αβέβαιη για το πόση καθοδήγηση χρειαζόταν, η Ίζομπελ ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του και τον οδήγησε εκεί όπου κάθονταν νωρίτερα με την Ανν. «Χρειάζεστε μήπως κι εσείς ιατρική φροντίδα;» Οι μώλωπές του φαίνονταν σοβαροί καθώς εκείνος καθόταν στην πολυθρόνα με το τελευταίο αχνό φως της ημέρας να πέφτει στο πρόσωπό του. «Δεν είναι τίποτε που δε θα περάσει με λίγη άρνικα», της απάντησε χαμογελώντας. Μετά έμεινε σιωπηλός όσο οι υπηρέτες σέρβιραν το τσάι κι άναβαν τα κεριά και το τζάκι. Η Ίζομπελ του πρόσφερε το φλιτζάνι του και πίεσε τον εαυτό της να περιμένει υπομονετικά όσο εκείνος έπινε το τσάι. «Θ’ αναρωτιέστε γιατί βρίσκομαι εδώ, και τι κάναμε εγώ κι ο Τζάιλς», άρχισε να λέει ο Τζέιμς Όλμπραϊτ ύστερα από ένα λεπτό. «Ήρθε στο Λονδίνο χθες για να μου πει την αλήθεια όσον αφορά τα γεγονότα της διάλυσης του αρραβώνα της αδελφής μου. Εκείνη την περίοδο η Πενέλοπε ήταν


ανένδοτη- δεν ήθελε να προβούμε σε οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον του Γουάιτ. Πίστευε πως, καθώς ήταν μεθυσμένος και σε μεγάλα κέφια, πρέπει να τον παγίδεψε ένα -συγχωρήστε με- δολοπλόκο θηλυκό. Απλώς ήθελε να τ’ αφήσει όλα αυτά πίσω της. »Όμως, μόλις έμαθα την αλήθεια, ότι ο Γουάιτ όχι μόνο δεν ήταν πιστός στην αδελφή μου, αλλά είχε συνωμοτήσει για να παρενοχλήσει σεξουαλικά μια άλλη γυναίκα, τότε κατάλαβα πως έπρεπε να καλέσω σε μονομαχία τους τρεις άντρες που εμπλέκονταν στην υπόθεση. Η τιμή της οικογένειάς μου είχε θιχτεί δύο φορές: πρώτον με την προσβολή προς την Πενέλοπε και, δεύτερον, με το ρόλο που άθελά μας διαδραματίσαμε στην ατίμωσή σας». «Μα εσείς, συγχωρήστε με, είστε...» «Σχεδόν τυφλός. Ναι. Όμως, ως ακόλουθός μου, ο Χάρκερ μπορούσε νομίμως να επωμιστεί την πρόκληση για λογαριασμό μου. Σε κάθε περίπτωση, θα τους είχε προκαλέσει από μόνος του, αλλά κάτι τέτοιο θα γεννούσε ερωτηματικά για τη... εχμ... σχέση του μαζί σας. Με τον τρόπο αυτό, όμως, θα παίρναμε και οι δύο ικανοποίηση, ενώ το ζήτημα θα φαινόταν να αφορά αποκλειστικά την προσβολή που έγινε στην αδερφή μου». «Τη σχέση του μαζί μου;» Τι είχε πει ο Τζάιλς σ’ αυτό τον άντρα; Ποια σχέση; «Είστε φίλοι, δεν είστε;» «Ω, ναι, φυσικά». Η καρδιά της Ίζομπελ άρχισε να χτυπάει πάλι κανονικά. «Τους καλέσαμε λοιπόν σε μονομαχία και προφανώς εκείνοι αποφάσισαν ότι θα ήταν πιο εύκολο αν παθαίναμε ένα δυσάρεστο ατύχημα, αν πέφταμε θύματα ληστών στο δρόμο. Ανόητη και ανέντιμη σκέψη, κι ακόμη πιο ανόητη στην πράξη. Πίστεψαν πως δύο μεγαλόσωμοι νταήδες θα λιάνιζαν άνετα έναν τυφλό κι έναν αρχιτέκτονα με όμορφο πρόσωπο. Δυστυχώς για εκείνους, δεν πήγαν μαζί μας σχολείο. Έχω μάθει να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου με διάφορους διόλου έντιμους τρόπους και ο Τζάιλς, όταν είναι θυμωμένος, παλεύει σαν πυγμάχος». «Και τους νικήσατε; Και τους πέντε;» «Σχεδόν. Στο τέλος τα πράγματα ήταν άσχημα, ωστόσο η φασαρία τράβηξε ένα πλήθος από τα διπλανά ταβερνεία και... εχμ... ένα άλλο μέρος διασκέδασης, οι οποίοι σύντομα αντιλήφθηκαν ότι είμαστε οι αμυνόμενοι και ότι οι πιθανότητες ήταν εναντίον μας. Ο Γουάιτ, ο Ρεν και ο Χάλτον συνελήφθησαν από τη φρουρά με την κατηγορία της συμμετοχής σε επίθεση


και συμπλοκή, και οι δύο νταήδες αποδείχτηκε πως ήταν ήδη καταζητούμενοι από την αστυνομία». «Όμως ο Τζάιλς... Πόσο άσχημα πληγώθηκε;» «Τραυματίστηκε στα πλευρά, εκεί όπου τον κλότσησαν. Νομίζω ότι τον κλότσησαν και στο κεφάλι, οπότε μάλλον υπέστη και ελαφρά διάσειση. Έχει σπασμένη μύτη, μώλωπες και εκδορές παντού, αλλά αυτά θα αποθεραπευτούν». Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. Τι δεν της έλεγε ο Όλμπραϊτ; «Και τι δε θα θεραπευτεί;» ρώτησε ευθέως. «Ω, όλα θα ξαναγίνουν όπως ήταν. Απλώς το πρόσωπό του... Κρατούσαν ένα σπασμένο μπουκάλι». Τελικά ήταν δυνατόν να νιώσει μεγαλύτερο σύγκρυο, ακόμη μεγαλύτερο φόβο. «Τα μάτια του;» κατάφερε να αρθρώσει. «Η όρασή του είναι μια χαρά, σας βεβαιώνω. Όσο για τα υπόλοιπα... Δεν μπορούσα να δω αρκετά καλά για να κρίνω». «Όχι, φυσικά όχι. Σας ευχαριστώ που μου τα εξηγήσατε όλα τόσο ξεκάθαρα». «Ο Χάρκερ είπε ότι δεν είσαστε από τις νεαρές κυρίες που υποκύπτουν σε υστερίες και ότι θα θέλατε να μάθετε όλη την αλήθεια». «Πράγματι, ναι. Παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας σερβίρω λίγο τσάι ακόμη. Ή θα προτιμούσατε να αποσυρθείτε στο δωμάτιό σας τώρα;» Ο Τζάιλς περίμενε από κείνη να φανεί δυνατή και ψύχραιμη, οπότε φυσικά αυτό και θα έκανε. *** Η βραδιά φαινόταν ατέλειωτη. Ο γιατρός ήρθε κι έφυγε αφού προηγουμένως μίλησε με την κόμισσα, τον κόμη και το λόρδο Τζέιμς. Το δείπνο σερβιρίστηκε και έφαγαν συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. Η εξήγηση ότι ο κύριος Χάρκερ και ο λόρδος Τζέιμς είχαν δεχτεί επίθεση από ληστές έγινε αποδεκτή από τα νεότερα μέλη της οικογένειας και όλοι, από τη στιγμή που εξέφρασαν την ανησυχία τους για τον τραυματισμό του κυρίου Χάρκερ, φάνηκε να χαλαρώνουν. Ο κόμης ήταν ενθουσιασμένος με τον διανοούμενο επισκέπτη του και μετά το δείπνο τον παρέσυρε στη βιβλιοθήκη για να συζητήσουν για σπάνια βιβλία. Η Ίζομπελ σκέφτηκε πως θα ούρλιαζε, αν αναγκαζόταν να καθίσει άλλο ένα λεπτό ακίνητη με ένα ευγενικό χαμόγελο κολλημένο στα χείλη, προσπαθώντας να προσποιηθεί ότι δεν είχε τίποτε άλλο στο μυαλό εκτός από το να βοηθήσει την Ανν με το κουβαριασμένο πλεκτό της. Λαχταρούσε τόσο να πάει κοντά στον Τζάιλς, που τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω από


το μπράτσο της καρέκλας, σαν να ήθελε ν’ αγκιστρωθεί από κάπου. Επιτέλους, η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ σηκώθηκε κι έστειλε τις μεγαλύτερες κόρες της στα κρεβάτια τους. «Κι εσύ επίσης, αγαπητή μου Ίζομπελ. Φαίνεσαι πολύ χλομή». «Ξαδέρφη Ελίζαμπεθ...» Έπιασε τη μεγαλύτερη γυναίκα από το χέρι καθώς τα κορίτσια εξαφανίζονταν στη σκάλα φλυαρώντας. «Πώς είναι; Σε παρακαλώ, πες μου την αλήθεια». «Αναπαύεται. Πονάει αρκετά -ο γιατρός χρειάστηκε να αφιερώσει αξιοσημείωτα πολύ χρόνο στα μικροσκοπικά ράμματα που έκανε στο πρόσωπό του, κάτι που φυσικά ήταν εξαντλητικό για τον κύριο Χάρκερ. Θα μπορέσει να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι σε μια δυο μέρες». «Πρέπει να τον δω». «Ω, όχι!» Η λαίδη Χάρντγουικ αντέδρασε τόσο απότομα, που οι χειρότεροι φόβοι της Ίζομπελ αναδύθηκαν ξανά, κυριεύοντάς την. «Χρειάζεται ανάπαυση. Και, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν εντελώς ανάρμοστο». «Και αυτοί είναι οι μόνοι λόγοι;» «Μα, φυσικά». Όμως το βλέμμα της κόμισσας χαμήλωσε, μένοντας απλανές για μια στιγμή. «Μπρος, στο κρεβάτι τώρα». Καθώς έφταναν στο κεφαλόσκαλο δίστασε. «Ίζομπελ... Δεν τρέφεις, εντελώς απερίσκεπτα, τρυφερά συναισθήματα για τον κύριο Χάρκερ, σωστά; Δεν είναι... εννοώ...» «Ξέρω για την καταγωγή του. Ευελπιστώ πως είμαστε φίλοι, κυρία», απάντησε με αξιοπρέπεια η Ίζομπελ. «Και βοήθησε το λόρδο Τζέιμς να αποκαταστήσει την υπόληψή μου, οπότε νιώθω ευγνωμοσύνη και έγνοια για εκείνον». «Φυσικά». Καθησυχασμένη, η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ της χάιδεψε το χέρι. «Έπρεπε να το ξέρω πως είσαι πολύ συνετή για να κάνεις κάτι ανόητο. Καληνύχτα, αγαπητή μου». Κάτι ανόητο. Ανησυχεί πως τρέφω αισθήματα γι' αυτόν. Και τρέφω. Τον ποθώ, ανησυχώ για κείνον, θέλω να είμαι μαζί του. Πίσω της βρισκόταν η πόρτα της κάμαράς του. Μπροστά η δική της, με την Ντόροθι να περιμένει να τη βάλει στο κρεβάτι. Η Ίζομπελ προχώρησε στο διάδρομο, ακουμπώντας τη δεξιά παλάμη της πάνω στην πόρτα του δωματίου του Τζάιλς για μια στιγμή, και μετά έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της. «Τι βραδιά κι αυτή, Ντόροθι», σχολίασε καθώς έμπαινε, πνίγοντας ένα χασμουρητό. «Είμαι πραγματικά εξουθενωμένη». ***


Μισή ώρα αργότερα, η Ίζομπελ βγήκε κρυφά από την κάμαρά της, με γυμνά πόδια και με την πιο ζεστή ρόμπα τυλιγμένη σφιχτά πάνω από το νυχτικό της. Όταν βρέθηκε έξω από την πόρτα του Τζάιλς δε χτύπησε, αλλά γύρισε το πόμολο και μπήκε μέσα με αθόρυβα βήματα και παγωμένα πόδια. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από τη χαμηλωμένη φλόγα μιας λάμπας στο κομοδίνο και τη χρυσοκόκκινη λάμψη της φωτιάς που σιγόκαιγε στο τζάκι, η οποία όμως ήταν αρκετή για να διακρίνει την ψηλή σιλουέτα του Τζάιλς κάτω από τα σκεπάσματα. Το αριστερό του μπράτσο κρεμόταν έξω από την κουβέρτα, χαλαρό, και η θέα των δυνατών δαχτύλων του, ανοιγμένων και ασάλευτων, έκανε την ανάσα της να σκαλώσει στο λαιμό της. Ήταν απροσδόκητα συγκινητικό να τον βλέπει έτσι, τόσο ευάλωτο. Το κεφάλι του ήταν ακίνητο πάνω στο μαξιλάρι, με έναν επίδεσμο περασμένο γύρω από το μέτωπό του που συνέχιζε καλύπτοντας το ένα μάγουλο και τυλιγόταν γύρω από το λαιμό του. Ο γιατρός δεν είχε δώσει σημασία σε τίποτε άλλο εκτός από το να κάνει σωστά την περίδεση, σκέφτηκε καθώς τον πλησίαζε. Τα συνήθως καλοχτενισμένα χρυσοκάστανα μαλλιά του Τζάιλς πετούσαν ακανόνιστα ανάμεσα στις λωρίδες του λινού υφάσματος. Η Ίζομπελ ένιωσε την ανάγκη να τ’ αγγίξει, να αισθανθεί τη μεταξένια υφή τους, να πειστεί πως ήταν ζωντανός και σύντομα 0α γινόταν καλά, παρ’ όλο που κειτόταν έτσι ασάλευτος. Όσο το σκεφτόταν, ο Τζάιλς κουνήθηκε παίρνοντας ταυτόχρονα μια κοφτή ανάσα. Ο πόνος στα πλευρά, ή ίσως οι συσσωρευμένοι μώλωπες στους μυς του. «Μείνε ακίνητος», του ψιθύρισε και διένυσε τα τελευταία βήματα που τη χώριζαν από το κρεβάτι. Το γυμνό από επιδέσμους μάγουλό του ήταν αξύριστο, και το ένιωσε ανησυχητικά ζεστό όταν το ακούμπησε με την παλάμη της. Τον είχαν ξαπλώσει στο κέντρο του φαρδιού κρεβατιού και η Ίζομπελ χρειάστηκε να σκύψει για να τον αγγίξει. «Ίζομπελ;» Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, σκοτεινά και με τις κόρες διεσταλμένες. «Φ... Φύγε». «Σε νάρκωσε ο γιατρός;» Αυτό θα εξηγούσε τις διεσταλμένες κόρες και το τραύλισμα. «Διψάς;» «Πεισματάρα γυναίκα», κατάφερε να πει. «Ναι, υπνωτικό. Απαίσια γεύση... διψάω». Στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του υπήρχε μία κανάτα. Η Ίζομπελ γέμισε μια κούπα με το υγρό, που φαινόταν να είναι αφέψημα κριθαριού, και την έφερε πάνω στα μελανιασμένα χείλη του Τζάιλς. Εκείνος μόρφασε στο


άγγιγμα, όμως ήπιε διψασμένα. «Καλύτερα. Σ’ ευχαριστώ. Τώρα φύγε». Τα βλέφαρά του έκλεισαν αργά. «Είσαι αρκετά ζεστά;» Δεν πήρε καμιά απάντηση. Έπρεπε να φύγει τώρα και να τον αφήσει να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, ωστόσο της ήταν αδύνατον να τον αφήσει. Είχε παλέψει για την τιμή της και για το φίλο του, που δεν μπορούσε να απαιτήσει ικανοποίηση για την αδελφή του. Αν μονάχα είχε ουρλιάζει όταν αυτοί οι άντρες μπήκαν στο δωμάτιό της... Τότε τίποτε απ’ όλα αυτά δε θα είχε συμβεί. «Ανόητε», μουρμούρισε. «Πασχίζεις να με πείσεις πως είσαι ένας άσωτος, και μετά ρισκάρεις τη ζωή σου για λόγους τιμής». Ο Τζάιλς κινήθηκε ανήσυχα. Δε γινόταν να τον αφήσει έτσι. Υπήρχε μια πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, μπορούσε να καθίσει εκεί και να τον προσέχει στη διάρκεια της νύχτας. Του το χρωστούσε. Κοίταξε σκεφτική το κρεβάτι. Ήταν αρκετά φαρδύ ώστε να ξαπλώσει δίπλα του χωρίς να τον ενοχλήσει. Η Ίζομπελ βολεύτηκε πάνω στο στρώμα και τράβηξε την άκρη της κουβέρτας για να σκεπαστεί. Όταν ο Τζάιλς δε σάλεψε, πλησίασε κι άλλο και ξάπλωσε στο πλάι ώστε να μπορεί να παρακολουθεί το πρόσωπό του μέσα στο μισοσκόταδο και να απολαύσει τη ζεστασιά του κορμιού του. Ήταν εντελώς λάθος να αισθάνεται έτσι όταν εκείνος ήταν τραυματισμένος, το ήξερε αυτό. Δεν ήταν μόνο αδιάντροπο, αλλά και ανάρμοστο για μια γυναίκα ευγενικής καταγωγής. Το μόνο που θα έπρεπε να την απασχολεί ήταν πώς να φροντίσει έναν άρρωστο άντρα, χωρίς να θέλει ν’ αγγίξει κάθε εκατοστό του κορμιού του, να φιλήσει κάθε μελανιά και να τον χαϊδέψει μέχρι να ξεχάσει πόσο πονούσε. Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό. Όμως μπορούσε να ξαπλώσει εκεί, τόσο κοντά του που οι ανάσες τους έσμιγαν, και να του μεταδώσει δύναμη με την παρουσία και τις σκέψεις της. Αύριο θα ερχόταν αντιμέτωπη με τις συνέπειες της πράξης του να την υπερασπιστεί, με το χρέος που είχε απέναντι του και με τα δικά της μπερδεμένα συναισθήματα, αλλά όχι απόψε. *** «Ω Θεέ μου!» Ο Τζάιλς ξύπνησε απότομα από ένα συγκεχυμένο, εξαντλητικό όνειρο, εξαιτίας του πόνου που του έκοψε την ανάσα και του ήχου της ταραγμένης φωνής του βαλέ του. Θα πρέπει να παρουσίαζε άσχημο θέαμα για να αναστατωθεί τόσο αυτός ο καλοεκπαιδευμένος επαγγελματίας. Κράτησε σφαλισμένα τα μάτια του όσο αποτιμούσε την κατάσταση μωλωπισμένα πλευρά και σαγόνι, εξαρθρωμένος ώμος, σουβλιές πόνου


στη μια πλευρά του προσώπου του και φρικτός πονοκέφαλος. Τίποτε θανατηφόρο, δηλαδή, μόνο μώλωπες, εκδορές και τα αποτελέσματα της ενθουσιώδους κοπτοραπτικής του καλού γιατρού και των φαρμάκων που είχε πάρει, ύστερα από έναν εξαιρετικά άσχημο καβγά. Του ήταν όμως πολύ δύσκολο να κουνηθεί, ακόμη και ν’ ανοίξει τα μάτια του. Αυτό θα του προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερο πόνο και, που να πάρει, είχε κερδίσει το δικαίωμα ν’ αγνοήσει τον κόσμο για λίγα λεπτά ακόμη. «Μιλαίδη!» Αυτό τον έκανε να ξυπνήσει για τα καλά, καθώς το στρώμα δίπλα του κουνήθηκε και μια σιλουέτα κάθισε σε όρθια θέση. «Ω, πάψε, Τόμπκινς! Θέλεις να σηκώσεις όλο το σπίτι στο πόδι;» «Όχι, μιλαίδη. Είναι το τελευταίο πράγμα που θα ’θελα», είπε με απόλυτη ειλικρίνεια ο Τόμπκινς. «Όμως, δεν μπορείτε να είστε εδώ, λαίδη Ίζομπελ! Τι θα έλεγε η κόμισσα;» «Πρόσεχα τον κύριο Χάρκερ χθες το βράδυ και αποκοιμήθηκα», είπε η Ίζομπελ ήρεμα, ενώ καθόταν στη μέση των κουβαριασμένων σκεπασμάτων φορώντας το νυχτικό και τη ρόμπα της. Ο Τζάιλς έκλεισε ξανά τα μάτια του. Δεν μπορεί, έβλεπε εφιάλτη. «Θα έλεγε ότι ήταν μεγάλη απροσεξία να ξαπλώσω όταν ένιωσα υπνηλία, και δε θέλουμε να την αναστατώσουμε, σωστά;» «Μάλιστα, μιλαίδη», είπε αδύναμα ο βαλές. «Οπότε δε θα αναφέρεις καν το γεγονός, έτσι, Τόμπκινς;» «Μάλιστα, μιλαίδη». Ούτε ο βαλές ούτε η γυναίκα που βρισκόταν στο κρεβάτι μαζί του -στο δικό του κρεβάτι- του έδιναν την παραμικρή σημασία. Ο Τζάιλς έτριξε τα δόντια του και στηρίχτηκε στους αγκώνες του για να σηκωθεί, καθώς ο βαλές πήγαινε να τραβήξει τις κουρτίνες στο παράθυρο. «Τι στο διάβολο κάνεις εδώ, Ίζομπελ;» «Ήθελα να βεβαιωθώ ότι είσαι καλά». Η φωνή της έσβησε καθώς τον κοιτούσε στο φως του πρωινού ήλιου και το χρώμα χάθηκε από τα μάγουλά της, αφήνοντάς την κατάχλομη. «Από όλες τις ανοησίες, εσύ διάλεξες να παλέψεις με πέντε άντρες μ’ αυτό τον τρόπο!» Ακουγόταν έξαλλη. «Ανοησία; Δεν είχα και πολλές επιλογές. Θα μπορούσα, υποθέτω, να το βάλω στα πόδια και να παρατήσω τον Τζέιμς». Διάβολε, είχε παλέψει για χάρη της κι εκείνη τον αποκαλούσε ανόητο; «Δεν εννοούσα αυτό». Η Ίζομπελ γλίστρησε από το κρεβάτι κι εκείνος γύρισε το κεφάλι του από την άλλη πλευρά και προσπάθησε να ανασηκωθεί, όμως ανακάλυψε ταπεινωμένος πως ήταν πολύ αδύναμος για να


καθίσει και να διαπληκτιστεί μαζί της. «Κύριε, δε θα έπρεπε να προσπαθείτε να σηκωθείτε», είπε ο Τόμπκινς. «Μαξιλάρια», γρύλισε ο Τζάιλς, επιστρατεύοντας όλη τη δύναμή του και καταφέρνοντας να ανακαθίσει. «Κι έναν καθρέφτη». «Ούτε αυτό νομίζω ότι θα ήταν συνετό, κύριε». «Η γνώμη σου είναι άσχετη, Τόμπκινς. Έναν καθρέφτη, αμέσως». «Κύριε». Ο βαλές τοποθέτησε μερικά μαξιλάρια πίσω του, του έδωσε έναν καθρέφτη και περίμενε δίπλα στο κρεβάτι, με μια δυστυχισμένη έκφραση στο πρόσωπό του. «Λύσε τον επίδεσμο». «Τζάιλς...» «Κύριε...» Ο Τζάιλς σήκωσε το χέρι του και ψηλάφισε τον επίδεσμο, προσπαθώντας να βρει τον κόμπο. Ο βαλές κούνησε το κεφάλι κι έσκυψε πάνω του. «Ο γιατρός θα με κρεμάσει ανάποδα, κύριε!» Η διαδικασία ήταν αρκετά δυσάρεστη και τον έκανε να νιώσει ζαλάδα. Όταν ο επίδεσμος τελικά αφαιρέθηκε, ο Τζάιλς σήκωσε τον καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Η μύτη του είχε σπάσει, το στόμα του ήταν μελανιασμένο, αλλά στη δεξιά πλευρά του προσώπου του, όπου περίμενε να βρει ένα απλό κόψιμο στο μάγουλο, υπήρχαν δύο βαθιές παράλληλες χαρακιές που ξεκινούσαν από το φρύδι του κι έφταναν στο σαγόνι. «Το πρήξιμο και τα ράμματα το κάνουν να φαίνεται χειρότερο απ’ ό,τι είναι, κύριε, είμαι σίγουρος», βιάστηκε να μιλήσει ο Τόμπκινς. «Ο γιατρός είναι πολύ καλός, έκανε ένα σωρό μικροσκοπικά ράμματα. Είστε τυχερός που δεν πέτυχε το μάτι σας, κύριε. ‘Ένα θαύμα”, είπε ο γιατρός». Ένα θαύμα -ένα θαύμα που είχε αλλάξει μέσα σε δευτερόλεπτα το πρόσωπό του για πάντα. Ο Τζάιλς κάρφωσε το βλέμμα του στο είδωλό του: στα γνώριμα μάτια, στα καλογραμμένα φρύδια. Όσο για τα υπόλοιπα... Πάντοτε θεωρούσε την εμφάνισή του δεδομένη. Ο καθρέφτης του του έλεγε πως ήταν ωραίος. Οι γυναίκες τον αποκαλούσαν όμορφο. Δεν ήταν κάτι για το οποίο αισθανόταν περήφανος: η εμφάνισή του οφειλόταν στους γονείς και στην καλή του τύχη, και είχε αποδειχθεί μεγάλος μπελάς στο παρελθόν. Θα συνήθιζε τις αλλαγές. Είχε ξεχάσει την Ίζομπελ μέχρι που εκείνη ψέλλισε, «Όχι... Τζάιλς...» και αμέσως μετά όρμησε στην πόρτα, την άνοιξε απότομα και, ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στο διάδρομο, βγήκε τρέχοντας από την κάμαρά του. Επομένως, αυτό το νέο πρόσωπο είχε κάνει μια θαρραλέα νεαρή γυναίκα να το βάλει στα πόδια αηδιασμένη, μια γυναίκα που δεν ήταν ερωμένη,


αλλά που τον είχε αποκαλέσει φίλο της. Αυτό συνειδητοποίησε ότι τον πονούσε πιο πολύ από τα τραύματά του. «Δέσε ξανά τον επίδεσμο, Τόμπκινς», διέταξε τραχιά. «Μετά φέρε μου ζεστό νερό, καφέ και φαγητό». «Μα, κύριε, πρέπει να αναπαυτείτε. Η κόμισσα είπε στη μαγείρισσα να ετοιμάσει λίγο χυλό». «Τόμπκινς, έχω δουλειά, και δεν μπορώ να την κάνω τρώγοντας χυλό. Ο κόμης χρειάζεται τις υπηρεσίες μου σήμερα. Είτε θα μου φέρεις κανονικό φαγητό είτε θα κατέβω μόνος μου στην κουζίνα. Και, στείλε να καλέσουν το γιατρό. Δεν μπορώ να κυκλοφορώ σαν αιγυπτιακή μούμια». Ο βαλές έφυγε κουνώντας το κεφάλι. Ο Τζάιλς ξάπλωσε στα μαξιλάρια και είπε στον εαυτό του πως δεν είχε σημασία. Με τον καιρό θα θεραπευόταν, και μερικές ουλές και μια σπασμένη μύτη δεν ήταν δα και το τέλος του κόσμου. Όμως δεν μπορούσε να ξεχάσει το βλέμμα της Ίζομπελ όταν τον κοίταξε με φρίκη. Ένιωσε σαν κάτι να είχε ραγίσει μέσα του.


Κεφάλαιο 11 Μέχρι να έρθει η ώρα του πρωινού, η Ίζομπελ δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει τις ενοχές της ούτε στο ελάχιστο. Το όμορφο πρόσωπο του Τζάιλς είχε σημαδευτεί για όλη του τη ζωή κι έφταιγε εκείνη. Το είχε κάνει για χάρη της. Το σοκ του σοβαρού τραυματισμού του, η δική της ανικανότητα, την είχαν κάνει να θυμώσει -τόσο με τον εαυτό της όσο και, εντελώς παράλογα, μαζί του. Δεν έπρεπε να του φωνάξει, σκέφτηκε μετανιωμένη καθώς κοιτούσε στην άλλη άκρη του τραπεζιού τον Τζέιμς Όλμπραϊτ να τα καταφέρνει μια χαρά με το μπέικον και τ’ αβγά ύστερα από λίγες στιγμές διακριτικής ψηλάφησης του τραπεζιού γύρω του με τα ακροδάχτυλά του. Ο Τζάιλς είχε παλέψει και για εκείνον, επίσης. Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ πίεσε το λόρδο Τζέιμς να μείνει κι άλλο, εκείνος όμως ένευσε αρνητικά. «Είστε πολύ ευγενική, όμως θα φύγω μετά το γεύμα, αν αυτό σας βολεύει. Πρέπει να πάω στην οικογένειά μου και να τους πω την αλήθεια γι’ αυτή την υπόθεση». Χαμογέλασε προς την κατεύθυνση της Ίζομπελ προτού στραφεί ξανά στην οικοδέσποινά του. «Λυπάμαι που σας γίνομαι βάρος, αλλά ο ιπποκόμος μου με πληροφόρησε πως ένα από τα άλογά μας έχασε ένα πέταλο και πρέπει να καλέσουν τον πεταλωτή από το χωριό. Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες», πρόσθεσε. «Δεν είναι ταλαιπωρία να βοηθάμε έναν τραυματισμένο άντρα και κάποιον που είναι πλέον φίλος της οικογένειας, λόρδε Τζέιμς. Και ξέρω πως ο κύριος Χάρκερ επέμεινε να τον φέρετε εδώ, αν και αδυνατώ να φανταστώ τι στην ευχή σκεφτόταν. Σίγουρα δεν μπορεί να νόμιζε ότι θα ήταν σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο σύζυγό μου και στους συμβούλους του σήμερα...» Σταμάτησε απότομα και κάρφωσε το βλέμμα της στην πόρτα. «Κύριε Χάρκερ!» «Καλημέρα σας. Ζητώ συγνώμη για την εμφάνισή μου». Ο Τζάιλς προχώρησε στο δωμάτιο με ιδιαίτερα προσεκτικές κινήσεις, τόσο που η Ίζομπελ κατάλαβε πως η άλλη εναλλακτική του ήταν ν’ αρχίσει να κουτσαίνει. Συνειδητοποίησε ότι είχε πεταχτεί όρθια και κάθισε ξανά στην καρέ-


κλα της. Εκείνος δεν της έριξε ούτε ένα βλέμμα. Είχε αφαιρέσει τους επιδέσμους, ωστόσο το τραυματισμένο μάγουλό του ήταν καλυμμένο με μια επαγγελματικού τύπου επίδεση. Το πρήξιμο στη μύτη του είχε ελαττωθεί, αν και οι μώλωπές του είχαν πάρει ιδιαίτερα ζωηρό χρώμα. Κάθισε δίπλα στο φίλο του κι άγγιξε για λίγο το χέρι του. «Κύριε Χάρκερ, θα έπρεπε να πάτε αμέσως πίσω στο κρεβάτι! Τι στην ευχή σκεφτόσαστε;» «Λαίδη Χάρντγουικ, σας βεβαιώνω ότι είμαι απόλυτα ικανός να συνεργαστώ με τον κόμη και τους συμβούλους του». Δέχτηκε ένα φλιτζάνι τσάι από την Ανν και έκανε να σερβιριστεί από την πιατέλα με τα αλλαντικά. Η κόμισσα κούνησε το κεφάλι της, αλλά δε συνέχισε την αντιπαράθεση προφανώς μπορούσε να αναγνωρίσει πότε μια μάχη ήταν χαμένη εξαρχής. «Μπένσον, ενημέρωσε, σε παρακαλώ, τον κόμη ότι ο κύριος Χάρκερ θα συναντήσει εκείνον και τον κύριο Ντέλαπουλ μετά το πρωινό γεύμα». Η Ίζομπελ έφαγε σιωπηλή, σχεδόν χωρίς να έχει επίγνωση τι έβαζε στο στόμα της. Δεν ήταν τόσο ότι ο Τζάιλς την αγνοούσε, αλλά περισσότερο έδειχνε σαν να μην την είχε προσέξει καν. Όταν σηκώθηκε να φύγει, σηκώθηκε κι εκείνη μουρμουρίζοντας μια δικαιολογία στην οικοδέσποινά της και τον ακολούθησε έξω, περπατώντας με αθόρυβα βήματα πίσω του μέχρι που εκείνος έφτασε στη Μεγάλη Πινακοθήκη. «Τζάιλς! Στάσου, σε παρακαλώ». Εκείνος σταμάτησε και στράφηκε προς το μέρος της. «Λαίδη Ίζομπελ;» Η μελωδική φωνή του ακουγόταν ακόμη ελαφρά μπερδεμένη. «Μη. Μη φέρεσαι έτσι». Τον πλησίασε κι ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του για να τον συγκρατήσει. «Γιατί είσαι θυμωμένος μαζί μου; Επειδή δε σε ευχαρίστησα για όσα έκανες για μένα; Ή μήπως επειδή κοιμήθηκα στο δωμάτιό σου; Λυπάμαι αν η κατάσταση με τον Τόμπκινς ήταν άβολη. Αν χρειάστηκε να τον δωροδοκήσεις, θα...» «Τι γύρευες στο δωμάτιό μου; Πάνω στο κρεβάτι μου;» «Δεν ήμουν στο κρεβάτι σου, απλώς ξάπλωσα για λίγο». Ήξερε πως είχε κοκκινίσει κι έφταιγε η ένοχη συνείδησή της. Τον ποθούσε. Τον ήθελε ερωτικά. «Ανησυχούσα για σένα. Ήρθα στο δωμάτιό σου για να σιγουρευτώ πως ήσουν εντάξει. Διψούσες, κι έτσι σου έδωσα κάτι να πιείς. Ήσουν ναρκωμένος και σκέφτηκα ότι κάποιος έπρεπε να σε προσέχει. Το κρεβάτι ήταν φαρδύ. Σκόπευα απλώς να ξαπλώσω για λίγο, όχι να κοιμηθώ τόσο βαθιά ώστε να με ανακαλύψει κάποιος το πρωί». «Κρίμα που δε δυνάμωσες τη λάμπα, για να δεις πόσο αποκρουστική είναι η όψη μου τώρα -θα είχες φύγει αμέσως και δε θα περίμενες μέχρι ο


Τόμπκινς και το φως της ημέρας ν’ αποκαλύψουν το χειρότερο». Τα κατακόκκινα μάτια του την κάρφωσαν με παγερή περιφρόνηση καθώς έμεινε να τον κοιτάζει χάσκοντας. «Είχες όλον το χρόνο να μαζέψεις το κουράγιο σου και να με κοιτάξεις. Ωραίο δεν είναι;» «Νόμισες ότι το βρήκα απωθητικό; Τζάιλς, για όνομα του Θεού! Όχι, δεν είναι ωραίο -έχει τα χάλια του. Αλλά θα βελτιωθεί, όταν γιατρευτούν οι μώλωπες και υποχωρήσει το πρήξιμο. Η μύτη σου θα μείνει στραβή, όμως δεν μπορεί να είσαι τόσο ματαιόδοξος ώστε να σε απασχολεί αυτό;» «Και οι ουλές;» ρώτησε άγρια εκείνος. «Θα είναι πολύ άσχημες; Τα ράμματα θα τις κάνουν να δείχνουν χειρότερες στην αρχή. Ο αδελφός μου έκανε ράμματα στο χέρι του πέρυσι και έδειχναν τρομακτικά. Τώρα όμως το μόνο που φαίνεται είναι μια λεπτή άσπρη γραμμή». «Ίζομπελ, δεν είμαι κανένα δεκαεξάχρονο αγόρι που χρειάζεται να το καθησυχάζεις». Ο Τζάιλς έκανε να της γυρίσει την πλάτη, αλλά εκείνη συνέχισε να τον κρατάει από το μπράτσο. «Όχι, είσαι ένας -πόσο;- εικοσιεννιάχρονος άντρας που χρειάζεται ακριβώς αυτό! Οι ατέλειες στην εξωτερική εμφάνιση δεν έχουν σημασία, ειδικά όταν αποτελούν παράσημα μιας τέτοιας πράξης. Θα φαίνεσαι ακόμη πιο συναρπαστικός και αμαρτωλά γοητευτικός, ώστε τα προβλήματά σου με τις κυρίες που σε κυνηγάνε θα γίνουν ακόμη χειρότερα». «Τότε, γιατί με κοίταξες μ’ αυτό τον τρόπο το πρωί; Γιατί έφυγες έτσι απ’ το δωμάτιό μου;» τη ρώτησε επιτακτικά. «Επειδή ήταν δικό μου το φταίξιμο, φυσικά! Πληγώθηκες, πρέπει να πονάς φρικτά, κι όλα αυτά εξαιτίας μου. Ξέρω πως ένιωσες ότι έπρεπε να υπερασπιστείς την τιμή της αδελφής του φίλου σου, όμως αν δε σου είχα πει την ιστορία μου, δε θα είχες μάθει ποτέ τίποτα. Ήμουν θυμωμένη με τον εαυτό μου, κι έτσι φώναξα σ’ εσένα». «Απ’ όλες τις ανοησίες...» «Δε φέρομαι ανόητα», τον έκοψε εκνευρισμένη. «Θα μπορούσες να είχες σκοτωθεί, ή να χάσεις το μάτι σου». «Ίζομπελ, δεν μπορούσα να τους αφήσω να σου το κάνουν αυτό και να μην προσπαθήσω να σε υπερασπιστώ. Πώς μπορούσα να μην τους προκαλέσω;» Ο Τζάιλς στράφηκε προς το μέρος της και πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του. Η ψυχρότητα είχε χαθεί από την έκφρασή του και τώρα υπήρχε μια θέρμη κι ένα πάθος που την έκαναν να ξεχάσει το θυμό της. Όμως, έτσι έσβησε και η σφοδρότητα της οργής. «Με γνωρίζεις ελάχιστα. Είμαστε φίλοι για τόσο λίγο καιρό», ψέλλισε η


Ίζομπελ. «Φίλοι; Πραγματικά, αυτό νομίζεις πως είμαστε;» Έβλεπε το σφυγμό να πάλλεται στον κρόταφό του άγρια, όπως ακριβώς χτυπούσε και η δική της καρδιά. «Σου έσωσα τη ζωή –αυτό σε κάνει δική μου. Θέλω να γίνω πολύ περισσότερα από φίλος σου, Ίζομπελ, δεν το ’χεις καταλάβει;» «Αλήθεια; Όμως...» «Όμως είναι αδύνατον, φυσικά», συνέχισε με μια σκληρότητα κάτω από τον ήρεμο τόνο της φωνής του. «Μπορεί να είσαι δική μου, όμως δεν μπορώ ποτέ να σε έχω. Δε χρειάζεται να το πεις. Είμαι αυτός που είμαι, κι εσύ αυτή που είσαι. Συγχώρα με που μίλησα», πρόσθεσε μ’ ένα χαμόγελο που δεν έφτασε στα μάτια του. «Σ’ έκανα να αισθανθείς αμήχανα». «Όχι. Όχι, δεν το έκανες». Τι εννοούσε στ’ αλήθεια; Τι ήθελε, τι ένιωθε; Η Ίζομπελ δεν ήξερε και δεν τολμούσε να ρωτήσει. Ετούτη δεν ήταν μια επιτηδευμένη απόπειρα αποπλάνησης αλλά μια πικρή εξομολόγηση από καρδιάς -οι λέξεις φαινόταν να βγαίνουν με δυσκολία από το στόμα του, παρά τη θέλησή του. «Σε θέλω για κάτι περισσότερο από φίλο. Ήλπιζα πως δεν το άφησα να φανεί. Ήξερα πως δεν έπρεπε να νιώθω έτσι, όμως δεν μπορώ να το ελέγξω», πρόσθεσε απελπισμένη. «Δεν έπρεπε να σε φιλήσω ποτέ». «Δεν είναι τα δύο φιλιά που με κάνουν να νιώθω έτσι». Έφερε την παλάμη στο στήθος της, καλύπτοντας ενστικτωδώς την καρδιά της που πονούσε για κείνον. «Πάλεψες πολύ σκληρά ενάντια στα συναισθήματά σου;» τη ρώτησε. Τα χέρια του αγκάλιαζαν τώρα τους ώμους της. Την κρατούσε τόσο κοντά του, που ο ποδόγυρος του φορέματος της χάιδεψε φευγαλέα τις μπότες του και χρειάστηκε να γείρει πίσω το κεφάλι της για να τον κοιτάζει κατάματα. Το σφιγμένο, γεμάτο ένταση πρόσωπό του είχε χαλαρώσει σε μια επιφυλακτική έκφραση. «Όχι τόσο σκληρά όσο θα έπρεπε», παραδέχτηκε η Ίζομπελ. «Φοβόμουν ότι θα με θεωρούσες σαν τις γυναίκες που πρέπει ν’ αποφεύγεις, εκείνες που σε κυνηγάνε». «Αμφιβάλλω αν κάποια από αυτές θα στεκόταν εδώ, τόσο κοντά, έτσι όπως είμαι τώρα», είπε ο Τζάιλς με την πικρία του να επιστρέφει. «Έχω δει και καλύτερα ξυρίσματα», είπε η Ίζομπελ, καταφεύγοντας στο χιούμορ για να δει τι θα πετύχαινε. Τίποτε καλό δε θα έβγαινε από αυτό, το ήξερε. Πώς θα μπορούσε; Ο Τζάιλς ήταν, όπως είπε, αυτό που ήταν. Όμως αυτό ήταν γι’ αύριο. Σήμερα ήξερε μονάχα ότι ο άντρας αυτός την ποθούσε. «Και μακάρι το στόμα σου να μην ήταν τόσο μελανιασμένο».


«Μόνο το στόμα μου;» Ανασήκωσε το φρύδι του και μόρφασε απ’ τον πόνο. «Θα ήθελα να σε φιλήσω», ομολόγησε η Ίζομπελ έχοντας ξεπεράσει κάθε ντροπή. «Όμως δε θέλω να σε πονέσω». «Φίλησε το να περάσει», της πρότεινε, τραβώντας την ακόμη πιο κοντά και σκύβοντας το κεφάλι του ώστε να ψιθυρίσει τις λέξεις πάνω στα χείλη της. Εκείνη γλίστρησε τα χέρια της στον αυχένα του για να κρατηθεί κι αναρίγησε σύγκορμη με την απροσδόκητη, εύθραυστη απαλότητα της επιδερμίδας του κάτω από τα ακροδάχτυλά της. Με απέραντη προσοχή, τα χείλη της συνάντησαν τα δικά του -με την ελάχιστη πίεση, το πιο τρυφερό χάδι. Εκείνος αναστέναξε, κι η Ίζομπελ άνοιξε το στόμα της αφήνοντάς τον να πάρει τον έλεγχο του φιλιού. Αυτό ήταν πολλά παραπάνω από εκείνο το παθιασμένο αγκάλιασμά τους στη βιβλιοθήκη ή το ανόητο κύλισμά τους στους θάμνους. Πολύ πιο οικείο, γεμάτο εμπιστοσύνη. Ο Τζάιλς έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, ένα γρύλισμα αντρικής ικανοποίησης, και η Ίζομπελ συνάντησε κάθε ώθηση της γλώσσας του με τη δική της, μαθαίνοντας τη γεύση του, την οσμή της επιδερμίδας του, το ρυθμό του σφυγμού του. Τα χείλη τους μόλις που σάλευαν καθώς συνέχιζαν τη σιωπηλή αμοιβαία εξερεύνηση, όμως τα χέρια του Τζάιλς διέτρεχαν την πλάτη της μέχρι που τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση της και την τράβηξε πιο σφιχτά πάνω του. Το κορμί του ήταν λεπτό και γεροδεμένο, και η Ίζομπελ κόλλησε πάνω του με ανάγκη και λαχτάρα, κι αισθάνθηκε τη θέρμη και τη σκληράδα της δικής του ανάγκης για εκείνη. Ήθελε να πλησιάσει κι άλλο, να τον αγκαλιάσει ολόκληρο με το κορμί της, όμως σταμάτησε εγκαίρως όταν θυμήθηκε τα πλευρά του. "Τι συνέβη;» Ο Τζάιλς ανασήκωσε το κεφάλι του. «Τα πλευρά σου. Ο λόρδος Τζέιμς είπε ότι σε κλότσησαν εκεί». «Αν μπορείς να σκέφτεσαι τα πλευρά μου όσο σε φιλάω, αυτό δε λέει και πολλά για τις ικανότητές μου ως εραστή». Ο Τζάιλς έσκυψε κι έτριψε με το γερό μάγουλό του το δικό της, με τα χείλη του να χαϊδεύουν την καμπύλη του λαιμού και του ώμου της. «Θέλεις να μου κάνεις έρωτα;» Πόσο αδιάντροπα τον ρωτούσε κάτι τέτοιο. Πόσο υπέροχα απελευθερωτικά ένιωθε. «Θα έδινα ένα χρόνο απ’ τη ζωή μου για μια νύχτα στην αγκαλιά σου». Η φωνή του ακούστηκε πνιχτή πάνω στην επιδερμίδα της καθώς η Ίζομπελ σήκωνε το χέρι για ν’ αγγίξει τα μαλλιά του.


Η ανάσα της κόπηκε. Όλες οι φαντασιώσεις και οι πόθοι της για τον Τζάιλς της προσφέρονταν ελεύθερα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν το κουράγιο ν’ αρπάξει την ευκαιρία. Σχεδόν αμέσως μόλις το είπε, η Ίζομπελ τον ένιωσε να συνειδητοποιεί τα ίδια του τα λόγια. Ήταν σαν να βρίσκονταν μέσα σε μια μαγική φυσαλίδα, που θρυμματίστηκε σαν εύθραυστο γυαλί. Το σώμα του Τζάιλς σφίχτηκε κάτω απ’ το άγγιγμά της κι ύστερα την άφησε από την αγκαλιά του κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Συγνώμη. Δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι, δεν έπρεπε να σ’ αγγίξω». Το πρόσωπό του είχε σφιχτεί από τέτοια οδύνη, που όμοια δεν είχαν προκαλέσει ούτε τα τραύματά του. «Δεν εννοούσα... Ίζομπελ, συγχώρα με. Δε θα σε πλήγωνα για τίποτε στον κόσμο». Έκανε απότομα μεταβολή κι απομακρύνθηκε χωρίς να κοιτάξει πίσω του, διασχίζοντας την πινακοθήκη και μπαίνοντας στον μικρό προθάλαμο που οδηγούσε στη βιβλιοθήκη. Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει, τρέμοντας ακόμη ελαφρά από την ένταση του φιλιού τους, ανίκανη ν’ αρθρώσει λέξη, ανίκανη να του φωνάξει να γυρίσει πίσω. Ήθελε μόνο μία σύντομη ερωτική συνάντηση, και η αίσθηση τιμής του τον είχε σταματήσει προτού παρασυρθούν και οι δυο τους. Η Ίζομπελ βούλιαξε στην πλησιέστερη πολυθρόνα, κοιτάζοντας με απλανές βλέμμα μία τοπιογραφία στον απέναντι τοίχο, και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως μόλις την είχε γλιτώσει παρά τρίχα. *** Ο κόμης έδωσε τέλος στο επαγγελματικό συμβούλιο λίγο πριν από το μεσημέρι. Ο Τζάιλς υποπτευόταν πως είχαν σταματήσει νωρίτερα για χάρη του, αλλά δεν αισθάνθηκε ενοχές γι’ αυτό. Με έντονες ακόμη τις παρενέργειες των φαρμάκων του γιατρού, με τον πόνο σε όλο του το κορμί και το θυμό του για όσα είχαν συμβεί με την Ίζομπελ, ήταν αδύνατον να σκεφτεί καθαρά, παρ’ όλο που οι υπόλοιποι δε φάνηκε να αντιλήφθηκαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν από τα πιο απαίσια ηλίθια πράγματα που είχε κάνει! Όμως δεν είχε καταφέρει να ξεχάσει τη στιγμή που ξύπνησε και τη βρήκε δίπλα του στο μεγάλο κρεβάτι. Όλες οι λογικές αποφάσεις του, όλες οι αυταπάτες του ότι μπορούσε να της φερθεί σαν φίλος, εξαφανίστηκαν αφήνοντας πίσω μόνο την ωμή, οδυνηρή ανάγκη του για εκείνη. Θα μπορούσε να το είχε ελέγξει, μάλωσε τον εαυτό του καθώς έστριβε αριστερά βγαίνοντας από το γραφείο του διαχειριστή. Ανέβηκε βιαστικά τα σκαλιά από το υπόγειο έξω στους κήπους, κάτω από το γκρίζο φως


μιας κρύας, συννεφιασμένης μέρας. Ο Τζάιλς έχωσε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του. Θα το είχε ελέγξει, αν εκείνη δεν είχε διαλέξει τη δεδομένη στιγμή να έρθει κοντά του, με το πρόσωπό της γεμάτο πόνο για τον ψυχρό τρόπο που την είχε αγνοήσει. Το γεγονός ότι έδειχνε τόσο ευάλωτη, η ειλικρίνειά της και ο ευθύς τρόπος με τον οποίο του μίλησε, προκάλεσαν μία εξίσου ειλικρινή αντίδραση από μέρους του. Κι επειδή ήταν μεγαλύτερη από τις περισσότερες ανύπαντρες κοπέλες που γνώριζε, κι ο ίδιος της είχε ανοιχτεί τόσο πολύ, είχε αφήσει τον εαυτό του να πιστέψει πως θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ερωτική σχέση ανάμεσά τους. Και φυσικά εκείνη ήταν πολύ αθώα για να καταλάβει πού οδηγούσαν τα φιλιά τους -ακόμη κι αν δεν ήταν, πάλι θα ήταν λάθος. Με την πράξη του είχε αποκαταστήσει την ατιμασμένη υπόληψή της και τώρα μπορούσε να κυκλοφορήσει ξανά στην κοινωνία, να βρει ένα σύζυγο, να παντρευτεί. Ήταν μια λαίδη, κι αυτό σήμαινε γάμο -όχι όμως μαζί του, υπενθύμισε άγρια στον εαυτό του. Και το ήξερε και η ίδια, το είχε θυμηθεί όταν της ομολόγησε πόσο την ποθούσε. Ο Τζάιλς πίστευε πως είχε συμβιβαστεί με τη νόθα καταγωγή του και με τους περιορισμούς που αυτή του επέβαλλε αλλά, απ’ ό,τι φάνηκε, είχε κάνει λάθος. «Ανόητε», μουρμούρισε κλοτσώντας τα χαλίκια στο μονοπάτι. Φυσικά και μια γυναίκα σαν αυτή δε θα πρόσφερε τον εαυτό της σ’ έναν άντρα που δεν αγαπούσε. Τον θεωρούσε φίλο της, τίποτε περισσότερο, κι εκείνος είχε προδώσει την εμπιστοσύνη της. «Διάβολε!» Τι είχε κάνει; «Χάρκερ, θα μπορούσα να σε ακολουθήσω μέχρι το Κέμπριτζσιρ, ακούγοντας μονάχα τις πνιχτές κατάρες σου». Σήκωσε το κεφάλι του και είδε τον Τζέιμς να στέκεται μπροστά του κρατώντας το μπαστούνι του. «Τι σου συμβαίνει; Πονάς;» «Όχι τόσο όσο μου αξίζει. Τι κάνεις εδώ έξω;» Ο Τζάιλς κοίταξε το χοντρό πανωφόρι και το κασκόλ που φορούσε ο φίλος του. «Δεν είναι κατάλληλος καιρός για βόλτα». «Πήγα στους στάβλους, για να δω αν ήρθε ο πεταλωτής. Τι σου συμβαίνει; Αν, δηλαδή, θέλεις να μιλήσεις γι’ αυτό». Αυτή τη στιγμή μπορούσε να εμπιστευτεί τον Τζέιμς περισσότερο απ’ όσο τη δική του αίσθηση. «Αυστηρά μεταξύ μας, τα θαλάσσωσα με τη λαίδη Ίζομπελ. Εντελώς όμως. Είσαι αρκετά ζεστά ντυμένος για να περπατήσουμε λίγο; Δε θέλω να ρισκάρω να μας ακούσει κανείς». «Φυσικά». Ο Τζέιμς ήρθε δίπλα του κι άρχισαν να προχωράνε. «Της είπες ότι την αγαπάς;»


«Τι; Φυσικά όχι! Δεν είμαι ερωτευμένος μαζί της. Δεν ερωτεύομαι παρθένες ευγενικής καταγωγής. Για την ακρίβεια, δεν ερωτεύομαι ποτέ καμιά γυναίκα». Ο Τζέιμς ρουθούνισε. «Την ποθώ, αυτό είναι το πρόβλημα, και με βρήκε σε αδύναμη στιγμή, που σχεδόν της έκανα ανήθικη πρόταση, διάβολε!» «Άκομψο», σχολίασε ο Τζέιμς. «Και τελείως αντίθετο με το χαρακτήρα σου. Και ασφαλώς εκείνη, ούσα γυναίκα και έχοντας μεγαλύτερη διαίσθηση από τον μέσο άντρα, θεώρησε τις προθέσεις σου έντιμες». «Δεν ξέρω τι τις θεώρησε», πέταξε εκνευρισμένος ο Τζάιλς. «Ξέρει ποιος είμαι, οπότε πώς μπορεί να τις θεώρησε οτιδήποτε άλλο εκτός από ανέντιμες; Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι με θέλει; Η βαθιά αντίληψή σου περί γυναικείας ευαισθησίας;» «Η αδύναμη όρασή μου σημαίνει οξυμένη ακοή, αγαπητέ μου Χάρκερ. Ακούω ακόμη και τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις. Εσείς οι δύο, που να πάρει, είστε ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο! Τι θα κάνεις γι’ αυτό;» «Τίποτα -επειδή κάνεις λάθος. Αλλά, ακόμη κι αν είχες δίκιο, ακόμη κι αν ήμουν αρκετά ανόητος ώστε ν’ αφήσω τον εαυτό μου να ερωτευτεί, πάλι δε θα έκανα τίποτα. Δεν πρόκειται καν να ζητήσω συγνώμη για ό,τι συνέβη στη Μεγάλη Πινακοθήκη, κι ίσως αυτό τη φέρει στα συγκαλά της. Και σταμάτα να ρουθουνίζεις, είναι σαν να κουβεντιάζω με άλογο! Θα φύγω από το Γουίμπολ Χολ το συντομότερο δυνατόν». «Δηλαδή πρώτα ερωτοτροπείς μαζί της και μετά την περιφρονείς. Εξαιρετικό σχέδιο, αν σκοπεύεις να ραγίσεις την καρδιά της, μολονότι αμφιβάλλω πως η λαίδη Ίζομπελ αξίζει κάτι τέτοιο». «Τι προτείνεις λοιπόν;» ρώτησε θυμωμένα ο Τζάιλς. «Παντρέψου την».


Κεφάλαιο 12 «Να την παντρευτώ; Τρελάθηκες;» Ο Τζάιλς σταμάτησε απότομα στη θέση του. «Η Ίζομπελ είναι κόρη ενός κόμη». «Και λοιπόν; Είναι η δεύτερη κόρη, κινδυνεύει να μείνει στο ράφι και γύρω από το όνομά της αιωρείται ένα σκάνδαλο. Ίσως ο πατέρας της χαρεί να την παντρέψει με έναν ανερχόμενο αρχιτέκτονα, που έχει κοινωνικές διασυνδέσεις, ένα ωραίο υποστατικό κι ένα σεβαστό ποσό στην τράπεζα». «Είσαι όντως τρελός», δήλωσε πεπεισμένος ο Τζάιλς. «Εντάξει». Ο Όλμπραϊτ ανασήκωσε τους ώμους του. «Πήγαινε λοιπόν και ράγισε την καρδιά της, επειδή δε θέλεις να διακινδυνεύσεις μία επίπληξη από τον κόμη του Μπάιθορν». «Επίπληξη; Θα είμαι τυχερός αν δε με πάρει στο κυνήγι μ’ ένα ζευγάρι πιστόλες. Εγώ αυτό θα έκανα στη θέση του». «Δειλέ», είπε ο Τζέιμς. «Προσπαθώ να κάνω το σωστό και έντιμο», αποκρίθηκε με σφιγμένα δόντια ο Τζάιλς. «Κι αυτό περιλαμβάνει να συγκρατηθώ και να μη σου σπάσω τα δόντια. Είσαι ο μόνος που μπορεί να τη γλιτώσει αποκαλώντας με δειλό, και το ξέρεις». «Αν θέλεις να κάνεις το σωστό και έντιμο, τότε θέλεις να την παντρευτείς», επέμεινε ο Όλμπραϊτ. «Πάμε όμως τώρα μέσα, γιατί έχω παγώσει εδώ έξω και πλησιάζει και η ώρα του φαγητού». «Φυσικά και δεν το θέλω». Ο Τζάιλς έπιασε αγκαζέ το φίλο του και τον βοήθησε να στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. «Δεν είμαι ερωτευμένος. Δεν έχω ερωτευτεί ποτέ και ούτε σκοπεύω. Αυτό που σκοπεύω να κάνω», συνέχισε με περισσότερο πάθος όταν η δήλωσή του δεν προκάλεσε καμία αντίδραση, «είναι ένας συνετός γάμος με μια νεαρή γυναίκα από μια καλή οικογένεια εμπόρων και με καλή προίκα. Μελλοντικά». «Τότε θα είστε τρεις δυστυχισμένοι άνθρωποι, κι όχι δύο», τον αντέκρουσε ο Τζέιμς καθώς διέσχιζαν την πύλη του κήπου. «Δώσε μου τώρα το μπράτσο σου σαν καλός φίλος, για να με συνοδεύσεις μέχρι το δωμάτιό μου». ***


Ο λόρδος Τζέιμς ήταν ιδιαίτερα περιποιητικός μαζί της στη διάρκεια του μεσημεριανού, συλλογίστηκε η Ίζομπελ. Ίσως προσπαθούσε να επανορθώσει για την παρεξήγηση σχετικά με τον Γουάιτ. Η πεισματική περηφάνια της την έκανε να χαμογελάει και ν’ αποκρίνεται σε όλες τις παρατηρήσεις του. Ευχήθηκε να μπορούσε να του εξομολογηθεί τα πάντα, καθώς φαινόταν τόσο έξυπνος όσο και συμπονετικός, και γνώριζε πολύ καλά τον Τζάιλς. Όμως δε θα τολμούσε ποτέ κάτι τέτοιο. «Νομίζετε πως αυτή η νέα απογραφή είναι καλή ιδέα;» έλεγε τώρα ο Τζάιλς ως απάντηση στη μελέτη του λόρδου Τζέιμς σχετικά με το πόσο ακριβή θα μπορούσαν να είναι τα αποτελέσματα του πρόσφατου προγράμματος της κυβέρνησης. Δεν ακουγόταν ούτε στο ελάχιστο ταραγμένος με όσα είχαν συμβεί σήμερα το πρωί. Η Ίζομπελ προσπάθησε να χαρεί γι’ αυτό. «Εσείς τι πιστεύετε, κύριε Χάρκερ;» τον προκάλεσε, εκνευρισμένη με το ανέκφραστο ύφος του. Της φερόταν σαν να ήταν εύθραυστη, ασθενική, κάτι που ήταν ταπεινωτικό. Όταν της μιλούσε, η φωνή του έβγαινε πιο άτονη, ενώ το πρόσωπό του, κάθε φορά που διασταυρώνονταν τα βλέμματά τους, ήταν ευγενικά απαθές. Όμως τον ήξερε πολύ καλά πλέον για να πιστέψει ότι όσα είχαν διαδραματιστεί ανάμεσά τους σήμερα τον άφηναν αδιάφορο. Υπήρχαν δυνατά συναισθήματα κρυμμένα πίσω από τα πράσινα, απροσπέλαστα μάτια του. «Νομίζω πως όλα θα εξαρτηθούν από την ικανότητα του εφημέριου που θα επιφορτιστεί με το καθήκον να κάνει την απογραφή των κατοίκων της κάθε ενορίας», είπε εκείνος. «Θα ήταν καλύτερο αν γινόταν προσωπική επαφή με τον κάθε πολίτη -ή, τουλάχιστον, με τον κάθε σπιτονοικοκύρη». «Πιστεύετε ότι αυτό θα εξέθετε καλύτερα την αλήθεια; Ότι οι άνθρωποι θα αποκάλυπταν με ειλικρίνεια τα προσωπικά τους στοιχεία;» συνέχισε η Ίζομπελ. «Ίσως όχι», της απάντησε ήρεμα. «Και ίσως είναι λάθος να ζητάμε τόση ειλικρίνεια». Η Ίζομπελ δε δυσκολεύτηκε διόλου να ερμηνεύσει το κρυφό νόημα των λέξεων του. Ήταν ειλικρινής σχετικά με τις επιθυμίες του, την είχε παρασύρει στα όρια της αποπλάνησης και τώρα το μετάνιωνε. «Μερικές φορές οι άνθρωποι δε βλέπουν την αλήθεια, επειδή βρίσκονται πολύ κοντά σ’ αυτή», σχολίασε ο λόρδος Τζέιμς, κάνοντάς τη ν’ αναπηδήσει. Είχε ξεχάσει πως εκείνη και ο Τζάιλς δεν ήταν μόνοι. «Ένας παρατηρητής συχνά βλέπει καλύτερα τη γενική εικόνα, δε συμφωνείτε;» «Αυτό λένε οι κουτσομπόληδες και οι γριές γεροντοκόρες για να δικαιολογήσουν τις παρεμβάσεις τους», είπε τραχιά ο Τζάιλς.


Ξαφνιασμένη, η Ίζομπελ κοίταξε πρώτα τον έναν και μετά τον άλλο. Το στόμα του Όλμπραϊτ συσπάστηκε σ’ ένα πικρό χαμόγελο, ωστόσο δε φαινόταν να έχει προσβληθεί από το σχόλιο του Τζάιλς, που πιθανότατα αφορούσε ειδικά εκείνον. Ο Τζάιλς, από την άλλη, έμοιαζε έξω φρενών με το φίλο του. Κάτι είχε συμβεί μεταξύ τους σήμερα το πρωί, ήταν ολοφάνερο. Ο κόμης σήκωσε το κεφάλι από το πιάτο του με το κρύο βοδινό, ανίδεος για τους υπαινιγμούς που εκστομίζονταν στο τραπέζι. «Η απογραφή; Πολύ καλή ιδέα κατά την άποψή μου. Θα ήμουν ευτυχής αν έκαναν το ίδιο και στην Ιρλανδία· τότε ίσως να είχα μια καλύτερη εικόνα του τι να περιμένω όσον αφορά τις συνθήκες και τα προβλήματα. Ίσως να την προτείνω κι εκεί, όταν δούμε τα αποτελέσματά της εδώ». Η συζήτηση στράφηκε στην ιρλανδική πολιτική και στις κοινωνικές συνθήκες, και η Ίζομπελ άφησε το μαχαίρι και το πιρούνι της πάνω στο πιάτο, ακούμπησε την πλάτη στην καρέκλα της κι έμεινε να παρατηρεί τον Τζάιλς. Έκρυβε συνήθως πολύ καλά τα συναισθήματά του, αλλά τα μάτια του τον πρόδιδαν -κι εκείνη τώρα έβλεπε πως ήταν δυστυχισμένος. *** Στη γενική αναστάτωση που επικράτησε στο τέλος του γεύματος, η Ίζομπελ βρέθηκε δίπλα στον Τζέιμς Όλμπραϊτ. «Σας εύχομαι ένα ασφαλές ταξίδι πίσω στο σπίτι σας, λόρδε Τζέιμς». «Να είστε σίγουρη ότι θα ενημερώσω την Πενέλοπε και όλη την οικογένειά μου για την αθωότητά σας. Και θα φροντίσουμε ώστε τα πραγματικά γεγονότα να διαδοθούν παντού. Εκτός φυσικά αν...» χαμήλωσε τη φωνή του «...αν προτιμάτε να παραμείνει κατεστραμμένη η υπόληψή σας;» «Τι στην ευχή εννοείτε μ’ αυτό, κύριε;» «Ίσως έτσι διευρυνθεί το πεδίο επιλογών ενός συζύγου», της απάντησε μ’ ένα αχνό χαμόγελο. «Υπονοείτε αυτό που νομίζω;» Μιλούσε για γάμο; «Δεν τίθεται ζήτημα γαμήλιας ένωσης ανάμεσα σ’ εμένα και... και στον οποιονδήποτε». «Όχι; Βέβαια, ο οποιοσδήποτε θα έλεγε το ίδιο και αν... εχμ, ο οποιοσδήποτε δεν είχε βρεθεί σε αδυναμία, ποτέ δε θα είχε φτάσει στο σημείο να προδώσει τόσο απροκάλυπτα τα αισθήματά του σ’ εμένα, όπως είμαι βέβαιος ότι αντιλαμβάνεστε». «Εφόσον μιλάμε απόλυτα ειλικρινά, λόρδε Τζέιμς», είπε οργισμένη τώρα η Ίζομπελ, «τα αισθήματα που πρόδωσε σ’ εμένα δεν ήταν εκείνα που οδηγούν σε έναν αξιοσέβαστο γάμο -το αντίθετο μάλιστα!»


«Ω αγαπητή μου. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος θα μπορούσε να τα θαλασσώσει τόσο πολύ, πόσω μάλλον ο φίλος μου. Συνήθως είναι πιο επιδέξιος», σχολίασε ο λόρδος Τζέιμς. Η Ίζομπελ έριξε μια ματιά γύρω της και συνειδητοποίησε πως ευτυχώς ήταν μόνοι τους στο δωμάτιο. «Αν σφάλλω για τα συναισθήματά σας, λαίδη Ίζομπελ, τότε ζητώ να με συγχωρήσετε. Αν όμως δε σφάλλω, τότε πρέπει να παλέψετε γι’ αυτό που θέλετε. Όχι μόνο ενάντια στους γονείς σας και στην κοινωνία, αλλά και ενάντια στον Χάρκερ». «Δεν έχω καμία διάθεση να πέσω στα πόδια ενός άντρα που με θέλει για ένα πράγμα και μόνο. Άλλωστε δεν τον θέλω, οπότε δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα». «Τον ξέρετε πολύ καλύτερα. Προσπαθήστε να τον συγχωρήσετε για την αδεξιότητά του σήμερα το πρωί. Αν δεν έτρεφε αισθήματα για σας, θα ήταν πιο... αβρός». «Πώς το;...» Η Ίζομπελ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εγώ δεν τρέφω αισθήματα για εκείνον». «Τον πέτυχα πολύ ταραγμένο. Μου είπε ότι είχε σφάλει άσχημα και σας είχε στενοχωρήσει -μου ήταν εύκολο να αντιληφθώ τα υπόλοιπα. Άφησε τον εαυτό του να ονειρευτεί, να ελπίσει, και μετά ξύπνησε απότομα, συνειδητοποιώντας όλα τα προβλήματα που θα προέκυπταν για σας, κι όχι για εκείνον. Ο Τζάιλς Χάρκερ διαθέτει έναν ιπποτισμό που δεν του επιτρέπει να σας βλάψει, οπότε, αν τον θέλετε, πρέπει να πάρετε την κατάσταση στα χέρια σας». «Λόρδε Τζέιμς... υπονοείτε ότι θα πρέπει να τον αποπλανήσω;» Η Ίζομπελ αισθανόταν ζαλισμένη. Δεν μπορεί να έκανε αυτή τη συζήτηση μ’ έναν άντρα που της ήταν εντελώς άγνωστος! Τα απλανή, τυφλά μάτια του στράφηκαν προς το μέρος της. «Απλώς σας κάνω μια πρόταση, λαίδη Ίζομπελ. Όλα εξαρτώνται από το τι θέλετε εσείς, φυσικά. Ζητώ συγνώμη που σας έκανα να κοκκινίσετε, όμως ο Τζάιλς Χάρκερ είναι παλιός κι αγαπημένος φίλος, και ευχαρίστως θα σκανδαλίσω τη θυγατέρα ενός κόμη, αν αυτό θα οδηγήσει στην ευτυχία του. Καλή σας μέρα, κυρία μου». *** Ύστερα από την αναχώρηση του λόρδου Τζέιμς οι άντρες συνέχισαν το επαγγελματικό συμβούλιό τους και η λαίδη Χάρντγουικ μάζεψε την Κάθριν, την Ανν, τη Λίζι και την Ίζομπελ, και τις διέταξε να φορέσουν μπονέ, κασκόλ και ζεστές κάπες ώστε να ξεκινήσουν για το πρεσβυτέριο για να κάνουν επίσκεψη στην κυρία Μπέισταμπλ, τη σύζυγο του εφημέριου.


«Δυστυχώς, έχω αμελήσει τα καθήκοντά μου στην ενορία αυτές τις μέρες και αύριο είναι Κυριακή», σχολίασε καθώς κατέβαινε με τη μικρή της συντροφιά τη σκάλα. «Πρώτα η περιπέτεια της Λίζι και τώρα το ατύχημα του κυρίου Χάρκερ, ο έρανος ειδών ρουχισμού για τους φτωχούς έχει μείνει πίσω». «Ήταν ατύχημα, μαμά;» ρώτησε επιτακτικά η Λίζι. «Του κυρίου Χάρκερ, εννοώ. Είπες ότι ήταν ληστές αυτοί που του έσπασαν τη μύτη και τον χτύπησαν έτσι στο πρόσωπο». «Ήταν ατύχημα το ότι έπεσε πάνω σε εγκληματίες που προσπάθησαν να τον βλάψουν», αποκρίθηκε η μητέρα της. «Και ο λόρδος Τζέιμς ήταν ο καλός Σαμαρείτης που τον έσωσε;» «Νομίζω ότι μάλλον ο ίδιος έσωσε τον εαυτό του αρκετά αποτελεσματικά», είπε η Ίζομπελ, αλλά έκλεισε σφιχτά τα χείλη της όταν η Ανν της έριξε ένα παράξενο βλέμμα. «Ο κύριος Χάρκερ είναι πολύ γενναίoς, σωστά, ξαδέρφη Ίζομπελ;» συνέχισε η Κάθριν. «Πολύ. Είμαι σίγουρη». «Και ήταν πανέμορφος. Η δεσποινίς Χέντερσον είπε ότι είναι όμορφος σαν αμαρτία. Αλλά θα εξακολουθεί να είναι τόσο όμορφος κι όταν βγάλει τους επιδέσμους;» Το ύφος της λαίδης Χάρντγουικ δεν προμήνυε τίποτε καλό για την γκουβερνάντα, όμως απάντησε ρεαλιστικά. «Θα έχει ουλές και η μύτη του δε θα είναι ίσια. Αλλά δεν κάνουν αυτά γοητευτικό έναν άντρα -σημασία έχει το ήθος, ο χαρακτήρας και η εξυπνάδα του». Η κόμισσα συνέχισε το ηθικοπλαστικό κήρυγμά της καθώς διέσχιζαν τον περίβολο της εκκλησίας, περνούσαν το παραπόρτι κι έμπαιναν στον κήπο του πρεσβυτέριου. Η Ίζομπελ ακολουθούσε τελευταία, με το μυαλό της ζαλισμένο ακόμη από την απίστευτη συνομιλία που είχε με τον Όλμπραϊτ. *** Η σύζυγος του εφημέριου ήταν ευγνώμων για τη βοήθεια καθώς είχαν συγκεντρωθεί ήδη αρκετά ρούχα και, αφού τις σέρβιρε τσάι, έστρωσε τις επισκέπτριές της στη δουλειά. Η Ίζομπελ βοήθησε να ξεχωρίσουν σε μια στοίβα τα ρούχα που θα χρησιμοποιούνταν ξανά από τους φτωχούς, αφού τα έπλεναν και τα μαντάριζαν. Οι σωροί που είχαν απομείνει θα ταξινομούνταν ανάλογα με το είδος του υφάσματος, έτσι ώστε μετά το πλύσιμο η γυναικεία λέσχη ραπτικής της ενορίας να μπορέσει να φτιάξει κουβέρτες, κουρελούδες ή ακόμη και


κοστούμια για τα αγοράκια από τα φθαρμένα πανωφόρια. Ήταν αξιοσέβαστο έργο, και το είδος της φιλανθρωπίας που θα διοργάνωνε και η ίδια, αν παντρευόταν έναν πλούσιο γαιοκτήμονα όπως θα έπρεπε. Ο λόρδος Τζέιμς είχε μιλήσει για γάμο. Η σύζυγος ενός αρχιτέκτονα δε θα είχε τέτοιες ευθύνες, αν και ο Τζάιλς είχε αναφέρει πως είχε ένα μικρό υποστατικό στην εξοχή, οπότε ίσως υπήρχαν μισθωτές για τα κτήματά του. Ποια να ήταν άραγε τα καθήκοντα της συζύγου ενός αρχιτέκτονα; Όχι πάντως να οργανώνει τις φιλανθρωπίες της ενορίας ή να παραθέτει δεξιώσεις. Για την ακρίβεια, κανένα από τα καθήκοντα στα οποία η ίδια είχε εκπαιδευτεί. Ήταν σκέτη τρέλα. Δε θα παντρευόταν, αν δεν υπήρχε αγάπη -και από τις δύο πλευρές- και ο Τζάιλς Χάρκερ ήθελε ένα και μόνο πράγμα. «Ξαδέρφη Ίζομπελ, ονειροπολείς πάλι», την πείραξε η Ανν. Η Ίζομπελ είδε ότι την περίμενε να πιάσει τις άκρες ενός σεντονιού που έπρεπε να διπλώσουν. «Τι στην ευχή σκεφτόσουν; Πάντως σ’ έκανε να χαμογελάσεις». «Την ελευθερία», είπε η Ίζομπελ κι έπιασε το σεντόνι. Οι δυο κοπέλες το τράβηξαν τεντώνοντάς το ανάμεσά τους, και μετά πλησίασαν η μία την άλλη για να το διπλώσουν. «Θεέ μου, είσαι μία απ’ αυτές τις διανοούμενες;» Η Ανν έβαλε το σεντόνι στο καλάθι και τίναξε ένα πολυφορεμένο μεσοφόρι. «Εγώ, διανοούμενη; Ω, όχι. Και δε σκεφτόμουν τόσο την ελευθερία από τους άντρες, όσο από τις προσδοκίες». Η Ανν την κοίταξε με απλανές βλέμμα. «Ω, μη μου δίνεις σημασία, απλώς ονειροβατώ». «Νομίζω πως όλοι φέρονται κάπως παράξενα», είπε η Ανν πετώντας το μεσοφόρι σ’ ένα σωρό με κουρέλια. «Πρώτα ο καβγάς που ενεπλάκη ο κύριος Χάρκερ -και ο λόρδος Τζειμς. Δεν πίστεψα ούτε στιγμή ότι απλώς ήταν άτυχοι κι έπεσαν πάνω σε ληστές, εσύ; Έπειτα εσύ ονειροπολείς διαρκώς, η μαμά κάνει κηρύγματα και γίνονται παράξενες συζητήσεις που φαίνεται να είναι γύρω από ένα θέμα, αλλά που στην πραγματικότητα δεν είναι. Όπως η συζήτηση που κάνατε εσύ και ο κύριος Χάρκερ για την απογραφή και την ειλικρίνεια». «Λοιπόν, ξέρεις το λόγο για τον οποίο βρίσκομαι εδώ», είπε η Ίζομπελ. «Έχω πολλά στο μυαλό μου, κι αυτό με κάνει να φαίνομαι αφηρημένη. Και οι άντρες πάντα μπλέκουν σε καβγάδες. Ίσως να ήταν για κανένα παιχνίδι με χαρτιά ή για κάποιον άλλο λόγο. Και φαντάζομαι ότι η μητέρα σου έχει να σκεφτεί ένα σωρό πράγματα σχετικά με τη νέα θέση του πατέρα σου, οπότε αυτό την κάνει λιγάκι απότομη. Όσο για τις παράξενες συζητήσεις,


ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τι εννoείς». Η Ανν έδειχνε να μην έχει πειστεί, όμως συνέχισε να ξεχωρίζει τα πουκάμισα ενώ η κόμισσα μιλούσε με τη σύζυγο του εφημέριου. Η Ίζομπελ έπιασε ένα ψαλίδι κι άρχισε να ξηλώνει τις ραφές ενός φορέματος, ακούγοντας τη συζήτηση των δύο γυναικών χωρίς να την ακούει πραγματικά. Ερωτευόταν άραγε τον Τζάιλς; Ο λόρδος Τζέιμς, με την οξυμένη διαίσθηση που είχε αναπτύξει λόγω της τύφλωσης, το είχε νιώσει ενώ η ίδια το αρνιόταν; Μιλούσε σοβαρά όταν της είπε να πάρει την πρωτοβουλία; Τώρα που ο Τζάιλς δε βρισκόταν πλέον σε κατάσταση σοκ, αδύναμος από τον πόνο και τα φάρμακα, δε θα έκανε το πρώτο βήμα -όποια κι αν ήταν τα συναισθήματά του, είχε ορθώσει ξανά τις άμυνές του.


Κεφάλαιο 13 Ο Τζάιλς φόρεσε μια ανέκφραστη μάσκα στο πρόσωπό του όταν η Ίζομπελ, βοηθώντας την κόμισσα να σερβίρει το τσάι μετά το δείπνο, του έφερε ένα φλιτζάνι. Ήθελε να την κοιτάξει, απλώς ν’ απολαύσει αυτό που έβλεπε, χωρίς να πρέπει να προσέχει κάθε του λέξη που μπορεί να έκανε χειρότερα τα πράγματα. Προετοιμάστηκε για ψιθυριστές μομφές ή ακόμη και εχθρότητα. «Κατέληξες σε μια γνώμη για τη ρωγμή στον τοίχο του παρεκκλησίου;» τον ρώτησε εκείνη χωρίς περιστροφές. «Ακούγεται αρκετά ανησυχητικό, αλλά ίσως ο κόμης να είναι υπερβολικά λεπτολόγος». «Ποια ρωγμή;» Ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε ν’ ακούσει από τα χείλη της. Ο Τζάιλς ακούμπησε το φλιτζάνι του στο διπλανό τραπέζι και λίγο τσάι χύθηκε στο πιατάκι. «Ω, έλεγε κάτι σχετικά μ’ αυτό πριν από το δείπνο. Κατάλαβα ότι σου είχε ζητήσει να το κοιτάξεις». Η Ίζομπελ κάθισε δίπλα του μέσα σ’ ένα σύννεφο από αχνό ροζ τούλι και την αύρα ενός απαλού αρώματος. Τώρα δεν ήθελε να την κοιτάξει απλώς -ήθελε να την αγγίξει, να την αγκαλιάσει. Δε συνειδητοποιούσε τι του έκανε; Προσπαθούσε να υποκριθεί πως τίποτα δεν είχε συμβεί στη Μεγάλη Πινακοθήκη; «Όχι, δεν είμαι ενήμερος γι’ αυτό», είπε αναγκάζοντας το μυαλό του να ασχοληθεί με το δομικό πρόβλημα. «Ίσως το ανέφερε, αλλά το χτύπημα στο κεφάλι σου σ’ έκανε να το ξεχάσεις», υπαινίχθηκε εκείνη. Αυτό τον ανησύχησε. Η μνήμη του ήταν εξαιρετική, από την άλλη όμως πίστευε ότι και ο αυτοέλεγχός του ήταν εξαιρετικός, και το επεισόδιο με την Ίζομπελ του είχε αποδείξει πως έκανε λάθος. «Ή ίσως σκόπευε να σε ρωτήσει, αλλά μετά αποφάσισε ότι δεν ήταν σωστό, όσο ακόμη δεν έχεις συνέλθει», είπε πρόσχαρα, τόσο πρόθυμη να τον βοηθήσει ώστε τον έκανε να νιώσει σαν ανάπηρος που του μιλούσαν συγκαταβατικά. «Θα πάω να το κοιτάξω τώρα». Ο Τζάιλς σηκώθηκε και βγήκε στο χολ. Πήρε ένα κηροπήγιο από ένα τραπεζάκι και άνοιξε την πόρτα της αίθου-


σας με τα οικογενειακά πορτραίτα που επικοινωνούσε με το παρεκκλήσι. Κάποτε αυτή η αίθουσα ήταν η Βασιλική Κρεβατοκάμαρα, όμως το μεγαλόπρεπο κρεβάτι είχε προ πολλού αποσυναρμολογηθεί και βρισκόταν κάπου στη σοφίτα. Ο Τζάιλς άναψε με το κηροπήγιό του τα κεριά του δωματίου κι άρχισε να περιφέρεται ολόγυρα, προσπαθώντας να εντοπίσει ρωγμές στους τοίχους και να μη σκέφτεται το απαλό στόμα της Ίζομπελ, που φαινόταν να είναι το μόνο πράγμα στο οποίο μπορούσε να συγκεντρωθεί. Στη γωνία στα αριστερά του υπήρχε όντως μια οδοντωτή ρωγμή. Πιέζοντας τον τοίχο με το δάχτυλό του και βλέποντας το γυψοκονίαμα να θρυμματίζεται, αποφάσισε να την εξετάσει καλύτερα στο φως της ημέρας. «Είναι σοβαρό;» «Ίζομπελ, δε θα ’πρεπε να βρίσκεσαι εδώ». Αντί για άλλη απάντηση, εκείνη έκλεισε την πόρτα πίσω της, γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και το έκρυψε μέσα στο μπούστο του φορέματος της. «Τι στο διάβολο κάνεις;» «Πρέπει να σου μιλήσω». Ήταν κατάχλομη κάτω από το φως των κεριών ενώ η αυτοκυριαρχία που είχε επιδείξει την ώρα του τσαγιού είχε εξαφανιστεί. Ο Τζάιλς έριξε ένα πονεμένο βλέμμα στα χέρια της που έτρεμαν. Εκείνη ακολούθησε το βλέμμα του και σταύρωσε σφιχτά τις παλάμες της μεταξύ τους. «Σχετικά με σήμερα το πρωί...» «Ζητώ συγνώμη -άφησα την επιθυμία μου να με παρασύρει. Δεν είχα δικαίωμα να σε φιλήσω, να σε αγκαλιάσω έτσι. Δε θα συμβεί ξανά». «Κρίμα», του είπε με σταθερή φωνή. «Θα μου άρεσε πολύ να το έκανες ξανά. Νομίζω πως είμαι ερωτευμένη μαζί σου, Τζάιλς. Λυπάμαι πολύ αν σε φέρνω σε δύσκολη θέση, όμως φοβάμαι πως δεν μπορώ να σου πω ψέματα -ούτε καν για να περισώσω την περηφάνια μου». Την κοίταξε στα μάτια, ενώ κάθε εκατοστό του κορμιού του πονούσε από τη λαχτάρα να πάει κοντά της, να την κρατήσει στην αγκαλιά του, κάθε ένστικτο του φώναζε να της πει... Τι; Ότι την αγαπούσε; Ανάθεμα στον Τζέιμς και στους υπαινιγμούς του! Φυσικά και δεν ήταν ερωτευμένος -δεν είχε την πολυτέλεια να νιώσει ένα εξαρχής καταδικασμένο συναίσθημα. Όμως δεν ήθελε να πληγώσει την Ίζομπελ. «Κι εγώ λυπάμαι», είπε μένοντας ασάλευτος στη θέση του. «Ποτέ δεν ήθελα να σε πληγώσω». «Μπορεί και να κάνω λάθος, φυσικά. Μπορεί και όχι. Πίστεψα ότι ίσως... εσύ...» Καθώς μιλούσε, η ντελικάτη επιδερμίδα στα μάγουλά της πήρε ένα απαλό ροζ χρώμα που ταίριαζε με την τουαλέτα της. Ο Τζάιλς σκέφτηκε ότι ποτέ δεν την είχε δει πιο όμορφη ή πιο θαρραλέα. «Όχι», της είπε κρατώντας τη φωνή του σταθερή και μετανιωμένη. Δεν


ήξερε τι ένιωθε, όμως σίγουρα ήταν μονάχα πόθος και φιλία, και συμπάθεια. Αυτό που ένιωθε ήταν ισχυρότερο από οτιδήποτε είχε νιώσει ποτέ για μια γυναίκα, απλώς επειδή ποτέ δεν είχε σώσει τη ζωή κάποιας άλλης, ποτέ δεν είχε παλέψει για την τιμή της, ποτέ δεν είχε γνωρίσει κάποια σαν την Ίζομπελ. Η Ίζομπελ έβαζε την ειλικρίνεια πάνω από την ίδια της την περηφάνια, αλλά εκείνος μπορούσε να την προστατέψει από τον εαυτό της. «Όχι, δε σ’ αγαπώ, Ίζομπελ. Κι αυτό είναι ευλογία, σωστά; Εμείς οι δύο δε θα μπορούσαμε να παντρευτούμε». «Αν δεν είχες αποκαταστήσει την υπόληψή μου και αν αγαπιόμασταν, τότε ίσως να μπορούσαμε να παντρευτούμε». Να πάρει! Είχε μιλήσει σίγουρα με τον Τζέιμς, τον ανακατωσούρη ρομαντικό ανόητο! «Όχι όμως αν δε σ’ αγαπώ», της επισήμανε. Ο πόνος που ένιωθε με το να την αρνιέται, η επίγνωση ότι την πλήγωνε, ήταν σαν μαχαιριά στο στήθος του. «Και νομίζω πως ούτε εσύ μ’ αγαπάς. Νιώθεις πόθο, όπως κι εγώ, και είναι πιο εύκολο για μια γυναίκα να το δεχτεί αν μεταμφιέσει τον πόθο σε αγάπη». «Μη με πατρονάρεις! Αν σε ποθώ, δεν είμαι τόσο υποκρίτρια ώστε να προσποιούμαι πως νιώθω κάτι άλλο», τον κεραυνοβόλησε. Τα μάτια της έλαμπαν, όμως αν ήταν επειδή είχαν πλημμυρίσει από δάκρυα, δεν τα άφησε να κυλήσουν κι δεν τολμούσε να την πλησιάσει για να δει καλύτερα, από φόβο μήπως δει στο πρόσωπό του πόσο τη νοιαζόταν και το εκλάμβανε ως αγάπη. «Ωστόσο, εσύ με ποθείς». «Ω, ναι, και το ξέρεις πολύ καλά για να επιχειρήσω να το αρνηθώ. Σε θέλω τόσο πολύ, που μένω ξάγρυπνος τις νύχτες. Τόσο πολύ, που πονάω και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Όμως, Ίζομπελ, μπορεί να είμαι πολλά πράγματα, αλλά δεν αποπλανώ παρθένες». «Όχι», είπε χαμογελώντας πικρόχολα, «είμαι βέβαιη ότι δεν το κάνεις». «Θα με ξεχάσεις πολύ γρήγορα», συνέχισε εκείνος, μορφάζοντας ενδόμυχα με το πόσο τετριμμένα ήταν τα λόγια του. «Έτσι νομίζεις; Πίστεψα ότι θα μπορούσαμε να συζητήσουμε το θέμα με ειλικρίνεια, φαίνεται όμως πως σε έκρινα λάθος. Καληνύχτα, Τζάιλς». Έβγαλε το κλειδί από τον κόρφο της, ξεκλείδωσε την πόρτα κι έφυγε, αφήνοντάς τον για πρώτη φορά στη ζωή του ανήμπορο να σκεφτεί μια λέξη για να πει. *** Ο Τζάιλς δεν επέστρεψε στο σαλόνι ενώ η Ίζομπελ ήπιε άλλο ένα φλιτ-


ζάνι τσάι κι έπειτα ζήτησε συγνώμη από τους υπόλοιπους και ανέβηκε στην κάμαρά της. Της είχε πει πως δεν την αγαπούσε, όμως αυτό θα έλεγε έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν ένιωθε -στη θέση που βρισκόταν, ήταν ο έντιμος τρόπος να φερθεί. Και είχε πει πως την ποθούσε -μολονότι αυτό είχε γίνει σαφές και δε χρειαζόταν να της το πει εκείνος για να το καταλάβει. Αν έκαναν έρωτα, θα του ήταν δύσκολο να κρύψει τα αληθινά του αισθήματα, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Θα μπορούσε να προσπαθήσει να τον αποπλανήσει· αν της έκανε όμως έρωτα, τότε θα βρισκόταν παγιδευμένος ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη: το να την παντρευτεί, στα δικά του μάτια, θα ήταν ανέντιμο, αλλά και το να μην την παντρευτεί, έχοντας προηγουμένως κοιμηθεί μαζί της, θα ήταν εξίσου άσχημο. Και το να φέρει τον Τζάιλς σ’ αυτή τη θέση δε θα ήταν καθόλου σωστό εκ μέρους της, είτε την αγαπούσε εκείνος είτε όχι. Η Ίζομπελ πάλευε με τη συνείδησή της όσο η Ντόροθι βούρτσιζε τα μαλλιά της και τη βοηθούσε να φορέσει το νυχτικό της. «Δεν μπορώ να το κάνω». «Ποιο, κυρά μου;» «Τίποτα. Κάτι σκεφτόμουν». «Φαίνεστε λυπημένη, κυρά μου. Δε χαίρεστε που ο λόρδος Τζέιμς ξέρει την αλήθεια; Στο πι και φι θα μαθευτεί σε όλη την πόλη, και τότε θα μπορέσετε να επιστρέψετε και να συνεχίσετε τη Σεζόν, όπως όλες οι άλλες νεαρές κυρίες». «Δε θέλω, Ντόροθι». Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε δυνατά, όμως ακουγόταν τόσο σωστό. Είχε προσπαθήσει σκληρά να ευχαριστήσει τους γονείς της, η σκέψη όμως να μπει ξανά στο Νυφοπάζαρο με αυτή την οδύνη στην καρδιά της ήταν μαρτύριο. Πώς μπορούσε να σκεφτεί έστω το γάμο με άλλον άντρα; Νόμιζε ότι ποτέ δε θα ξεπερνούσε το θάνατο του Δούκας και, τώρα που το είχε κάνει και που είχε βρει τον Τζάιλς, αδυνατούσε να πιστέψει ότι θα συνερχόταν από αυτό. Πρέπει να ήταν έρωτας, σκέφτηκε θλιμμένη. Όμως ο έρωτας κανονικά έπρεπε να σε κάνει χαρούμενο, όχι μπερδεμένο, θυμωμένο και φοβισμένο. «Κυρά μου, πραγματικά τώρα, αυτά είναι ανοησίες!» Η Ντόροθι τριγυρνούσε στο δωμάτιο φουριόζα, τακτοποιώντας, μέχρι που η Ίζομπελ νόμιζε πως θα ουρλιάζει. «Όλες οι νεαρές κυρίες θέλουν να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά». Μια φιλντισένια φουρκέτα έσπασε στα δύο ανάμεσα στα δάχτυλα της Ίζομπελ. «Περάσατε απαίσια σ’ εκείνο το φρικτό πάρτι στην επαρχία, μετά κοντέψατε να πνιγείτε κι ύστερα ήρθε το σοκ του καημένου του κυρίου Χάρκερ που γύρισε με το πρόσωπό του κατεστραμμένο. Δεν


απορώ λοιπόν που αισθάνεστε παράξενα, κυρά μου. Θα βρείτε έναν όμορφο τζέντλεμαν, με τίτλο και μεγάλο υποστατικό, και θα ζήσετε εσείς καλά κι εμείς καλύτερα, με πολλά μωρά». «Δε θέλω πολλά μωρά. Θέλω μόνο το...» Η Ίζομπελ συγκρατήθηκε εγκαίρως. «Το πρόσωπό του δεν καταστράφηκε», είπε απότομα. «Οι μελανιές και το πρήξιμο θα υποχωρήσουν, η ουλή θα θρέψει και θα σβήσει με τον καιρό». «Ναι, αλλά ήταν τόσο όμορφος. Τέλειος, σαν Έλληνας θεός». Η καμαριέρα άφησε ένα βαθύ στεναγμό. «Τρομερό πλήγμα στην περηφάνια του, πάντως». «Είναι πολύ συγκροτημένος για ν’ αφήσει κάτι τέτοιο να τον επηρεάσει», είπε η Ίζομπελ, ελπίζοντας να ήταν αλήθεια. Τότε μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της. Μήπως ο Τζάιλς σκέφτηκε ότι εκείνη του έλεγε πως τον αγαπούσε, επειδή ένιωθε ενοχές που είχε τραυματιστεί υπερασπιζόμενος την υπόληψή της; Όχι, αυτό ήταν παράλογο, και θα τρελαινόταν αν συνέχιζε να προσπαθεί να μαντέψει τα κίνητρά του. Είχε μόνο τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι νοιαζόταν για κείνη, και καμία ιδέα για το πώς θα μπορούσε να τον κάνει να το παραδεχτεί. «Θα ξαπλώσω και θα διαβάσω λιγάκι. Σ’ ευχαριστώ, Ντόροθι, δε θα σε χρειαστώ άλλο απόψε». Η καμαριέρα βγήκε από το δωμάτιο, μιλώντας ακόμη για τις απολαύσεις της λονδρέζικης Κοσμικής Σεζόν. Η Ίζομπελ έβαλε άλλο ένα μαξιλάρι πίσω από την πλάτη της και προσπάθησε να διαβάσει. Κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι κινέζικα, τόσο τα καταλαβαίνω, συλλογίστηκε καθώς κοιτούσε με απλανές βλέμμα τη σελίδα κ αι αναρωτιόταν γιατί είχε διαλέξει εξαρχής ένα τόσο ζοφερό μυθιστόρημα. *** Ο ήχος την ξύπνησε από έναν ελαφρύ ύπνο που δεν πρέπει να είχε διαρκέσει πάνω από μια ώρα, καθώς τα κεριά έκαιγαν ακόμη. Τι ήταν αυτό; Ένα κούτσουρο που θρυμματιζόταν στο τζάκι; Όχι, να το ξανά, ένα γρατζούνισμα στο ξύλο της πόρτας. Η Ίζομπελ σηκώθηκε βιαστικά απ’ το κρεβάτι και πήγε ν’ ανοίξει, περιμένοντας να δει μπροστά της τη Λίζι, έτοιμη να της προτείνει μια μεταμεσονύχτια διασκέδαση. Ο Τζάιλς στεκόταν στο κατώφλι φορώντας την καφέ μπροκάρ ρόμπα του, ανοιχτή πάνω από το παντελόνι και το πουκάμισό του, και στα πόδια του δερμάτινες παντόφλες. Τα μάτια του σπίθιζαν καταπράσινα στο αχνό φως της φλόγας του κεριού που κρατούσε.


«Τι στην ευχή συμβαίνει; Με χρειάζεται η λαίδη Χάρντγουικ;» «Όχι. Μπορώ να περάσω;» Το ρολόι στο διάδρομο χτύπησε μία. «Γρήγορα, προτού σε δει κανείς». Η Ίζομπελ τον τράβηξε μέσα κι έκλεισε γρήγορα την πόρτα. «Τζάιλς, δε θα έπρεπε να είσαι εδώ». Πώς μπορούσε να είναι τόσο απερίσκεπτος; Πρώτα της μιλούσε για την υπόληψή της και μετά ερχόταν στην κάμαρά της μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Η Ίζομπελ άφησε το θυμό της να φουντώσει: ήταν πιο ασφαλής από κάθε άλλο συναίσθημα που ξυπνούσε μέσα της η παρουσία αυτού του άντρα. «Το ξέρω αυτό». Άφησε το κερί στο τραπεζάκι και πήγε να σταθεί μπροστά στη φωτιά. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ εξαιτίας σου». «Ένα παγωμένο μπάνιο είναι η συνηθισμένη θεραπεία γι’ αυτό που σε βασανίζει, σωστά;» του είπε δηκτικά. Εκείνος άφησε ένα κοφτό γέλιο, γεμάτο πικρία. «Ανακαλύπτω ότι οι ενοχές υπερτερούν της λαγνείας στο να προκαλέσουν αϋπνία». «Γιατί νιώθεις ένοχος και γιατί, αν μου επιτρέπεις την ειλικρίνεια, θα έπρεπε να με νοιάζει;» Η Ίζομπελ φόρεσε μια ζεστή ρόμπα και κουλουριάστηκε στην πολυθρόνα, διπλώνοντας τα παγωμένα πόδια της από κάτω της. Μπροστά της ο Τζάιλς, να στέκεται αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να τον αγγίξει, και πιο κει το κρεβάτι της, ξέστρωτο και ζεστό -αν αυτό δεν ήταν πειρασμός, δεν μπορούσε να σκεφτεί τι άλλο μπορεί να ήταν. Εκείνος έσκυψε για να ρίξει ένα κούτσουρο στο τζάκι και σκάλισε τα κάρβουνα με τη μασιά για να φουντώσει η φλόγα. Η λάμψη της φωτιάς παιχνίδιζε πάνω στο μελανιασμένο, αγέλαστο πρόσωπό του και φαινόταν λες και είχε ξεπηδήσει από κάποιον μεσαιωνικό πίνακα ζωγραφικής που απεικόνιζε την Κόλαση: ένας βασανισμένος αμαρτωλός. «Ίσως και να σε νοιάζει. Σου είπα ψέματα, Ίζομπελ. Ενδιαφέρομαι πολύ για σένα». Της φαινόταν ότι περίμενε ν’ ακούσει αυτά τα λόγια για μέρες ολόκληρες, όμως τώρα ένιωσε μέσα της μονάχα ένα κενό, πλημμυρισμένο με οδύνη και δυστυχία. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της, για να στεγνώσει τα δάκρυα που ανάβλυζαν. «Δε σε είχα για τόσο άσπλαχνο, να- με κοροϊδεύεις έτσι». Το βαρύ μεταξωτό κάλυμμα της πολυθρόνας ήταν τραχύ πάνω στο μάγουλό της καθώς έστρεψε το κεφάλι για ν’ αποφύγει το βλέμμα του. «Ίζομπελ... Όχι! Δε σε κοροϊδεύω». Η μασιά έπεσε μπροστά στο τζάκι μ’ έναν κρότο καθώς ο Τζάιλς έφτασε με μια δρασκελιά στην πολυθρόνα και γονάτισε μπροστά της. «Τότε προσπαθείς κυνικά να κάνεις έρωτα μαζί μου». Εξακολουθούσε να μην τον κοιτάζει. Αν είχε έρθει στο δωμάτιό της για να της κάνει μια εκ βαθέων ερωτική εξομολόγηση, τότε δε θα έδειχνε τόσο βλοσυρός.


«Αν σε ξεγελούσα για να μπω στην κάμαρά σου, τότε δε θα ήμουν καλύτερος από εκείνους τους τρεις άντρες». Τα χέρια του, δυνατά και παγωμένα, έκλεισαν γύρω από τις παλάμες της. Η Ίζομπελ ανατρίχιασε και χαμήλωσε το βλέμμα της στις κακοποιημένες αρθρώσεις του. «Ίζομπελ... Ίζομπέλ μου, κοίταξέ με». Μ’ έναν αναστεναγμό, εκείνη σήκωσε τα μάτια της για να συναντήσει τα δικά του. «Όποια κι αν είναι τα συναισθήματά σου, Τζάιλς, δε φαίνεται να σε κάνουν πολύ χαρούμενο». «Αυτό είν’ αλήθεια», συμφώνησε εκείνος. «Και είναι αλήθεια ότι ενδιαφέρομαι για σένα και μου αρέσεις, και σε θέλω -όλα αυτά. Και με συγκλονίζει το ότι ίσως μ’ αγαπάς». «Τότε γιατί το αρνείσαι; Γιατί με πληγώνεις, γιατί παίζεις με τα αισθήματά μου έτσι;» Εκείνος άφησε τα χέρια της, σηκώθηκε και πήγε ξανά μπροστά στο τζάκι. «Γιατί αυτό που νιώθω για σένα δεν είναι αγάπη και δεν τολμάω ν’ αφήσω κανέναν από τους δυο μας να πιστέψει πως είναι. Γιατί, ακόμη κι αν ήταν, δε βλέπω με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να βρούμε την ευτυχία, όσο κι αν προσπαθήσουμε. Δε θέλω να παίξω με τα αισθήματά σου, δε θα το έκανα ποτέ, αν περνούσε από το χέρι μου. Όμως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό. Πίστεψα ότι θα ήταν καλύτερα αν νόμιζες πως δε νοιαζόμουν για σένα -ίσως έτσι να με ξεχνούσες. Μετά συνειδητοποίησα πόσο πολύ σε πλήγωσα, και δεν μπορούσα να το αντέξω να μη σου πω ότι νοιάζομαι, ότι σε θέλω, ότι με κάποιον τρόπο που δεν καταλαβαίνω είσαι δική μου». Ο σφιχτός κόμπος της δυστυχίας μέσα της άρχισε σιγά σιγά να χαλαρώνει, καθώς η ελπίδα πάλευε με την αγωνία. Είμαι δική του, με ποθεί, του αρέσω, αλλά δεν πιστεύει ότι μ ’ αγαπά; «Κι αυτό που νιώθεις για μένα δεν είναι έρωτας;» τον ρώτησε. «Δε νομίζω ότι ξέρω πώς είναι ο έρωτας», δήλωσε κατηγορηματικά ο Τζάιλς. «Έχω πάει με περισσότερες γυναίκες απ’ όσες θα ήθελα να παραδεχτώ, Ίζομπελ. Και ποτέ δεν ένιωσα κάτι παραπάνω από πόθο κι ένα παροδικό ενδιαφέρον για εκείνες, μια ευχαρίστηση με τη συντροφιά τους». Πόσο προσεκτικά περιφρουρεί την καρδιά του, συνειδητοποίησε εκείνη από διαίσθηση. Ξέρει ότι είναι ακατάλληλος γαμπρός για τις γυναίκες που συναντάει στους κύκλους της κοινωνίας, οπότε δεν αφήνει τον εαυτό του να ονειρευτεί και να πονέσει. «Νομίζεις ότι δεν υπάρχει ελπίδα λοιπόν; Η αγάπη μου για σένα, τα... αισθήματά σου για μένα;» Ναι, σκέφτηκε όσο μιλούσε. Ναι, τον αγαπώ.


«Φυσικά και δεν υπάρχει ελπίδα. Ακόμη κι αν ήμουν ένας απόλυτα αξιοσέβαστος δευτερότοκος γιος ενός ευγενή που κερδίζει το ψωμί του ως αρχιτέκτονας, ο πατέρας σου θα με θεωρούσε κακή περίπτωση συζύγου. Όπως έχουν τα πράγματα, δε θα σου επέτρεπε ποτέ να ενωθείς με τα δεσμά του γάμου μαζί μου. Και σου αξίζει ένας άντρας που σε αγαπά. Μπορούμε να φανούμε δυνατοί, Ίζομπελ. Να αποφύγουμε ο ένας τον άλλο, να μάθουμε να ζούμε χωριστά». «Δε θα προσπαθήσεις καν να βρεις έναν τρόπο να είμαστε μαζί;» Η Ίζομπελ σηκώθηκε τρικλίζοντας από την πολυθρόνα και πήγε να σταθεί μπροστά του. Η θέρμη της φωτιάς τύλιγε τα πόδια της, όμως όλο το υπόλοιπο κορμί της ήταν παγωμένο κι έτρεμε. «Αν το συζητήσουμε, ίσως βρούμε έναν τρόπο». «Όχι. Θα ήταν λάθος να σε παντρευτώ». «Είμαι ενήλικη, μπορώ ν’ αποφασίσω ποιον θα παντρευτώ. Η αγάπη ανθίζει σιγά σιγά. Θα μπορούσα να το ρισκάρω μαζί σου». «Ο πατέρας σου θα σε αποκήρυσσε. Θα σε αποκλήρωνε». «Θέλεις την περιουσία μου, λοιπόν;» σάρκασε, θέλοντας να τον πληγώσει όσο την πλήγωνε κι εκείνος άθελά του. «Όχι, αλλά δε θέλω και να σου τη στερήσω». «Ως σύζυγός σου, δεν πρόκειται να λιμοκτονήσω. Και δεν είμαι καθόλου πολυέξοδη. Δε θα μας προσκαλούσαν σε μεγαλόπρεπες δεξιώσεις, άρα θα κάναμε οικονομία στα ρούχα...» «Μην αστειεύεσαι», είπε ο Τζάιλς κουνώντας το κεφάλι του. Ωστόσο, εκείνη μπορούσε να δει τα χείλη του να καμπυλώνουν σ’ ένα απρόθυμο χαμόγελο. Δεν είχε φυσική κλίση προς τη μιζέρια και την απαισιοδοξία. «Ένα σκάνδαλο θα επηρέαζε τη δουλειά μου, και μετά πώς θα σε συντηρούσα;» «Φαντάζεσαι το χειρότερο». Η Ίζομπελ έσφιξε το μπράτσο του με απόγνωση. «Κι αν ο γάμος σου με την κόρη ενός κόμη έκανε καλό στη δουλειά σου; Θα κρατούσα σε κάποια απόσταση τις άλλες γυναίκες, θα παρέθετα δείπνα, ξέρω τους πάντες που ενδεχομένως θα σου ανέθεταν κάποια παραγγελία. Λες ότι δε νομίζεις πως θα ερωτευτείς ποτέ σου -τότε, λοιπόν, γιατί να μην πάρεις το πλησιέστερο πράγμα σ’ αυτό;» «Σταμάτα, Ίζομπελ». Ο Τζάιλς την έπιασε από τους ώμους και την κοίταξε κατάματα. «Πείθεις τον εαυτό σου πως τρέφεις ένα συναίσθημα που δε νιώθεις. Θα επιστρέψω στο Λονδίνο. Σε μια δυο βδομάδες θα γυρίσεις κι εσύ στο σπίτι σου, θα λάβεις μέρος στη Σεζόν, θα βρεις έναν κατάλληλο σύζυγο με τίτλο ευγενείας και θα ζήσεις τη ζωή για την οποία γεννήθηκες». «Όχι, δε θα το κάνω», δήλωσε με πεποίθηση. «Περίμενα έναν άντρα για


να ερωτευτώ ξανά. Κάποιον που θα με αγαπούσε. Κάποιον στον οποίο θα μπορούσα να εξομολογηθώ το μυστικό μου και ίσως να με δεχόταν, παρ’ όλα αυτά. Σ’ αγαπώ, τώρα το ξέρω· δε θα πονούσα τόσο αν ήταν απλός πόθος. Όμως δεν μπορώ να πιστέψω ότι μετά τον Λούκας, και τώρα εσένα, θα βρω έναν τρίτο άντρα ν’ αγαπήσω κι εκείνος να νιώσει το ίδιο. Οπότε, είμαι αποφασισμένη ν’ αποσυρθώ από τη Σεζόν. Θα μείνω γεροντοκόρη και θ’ απομονωθώ στην επαρχία, όπου θα μαραζώσω ήσυχα σαν καλή κόρη και αδελφή. Κάποια μέρα αναμφίβολα θα γίνω θεία και θ’ αποζητάνε τη συντροφιά μου». «Λες ανοησίες». Η φωνή του Τζάιλς βγήκε τραχιά. «Ποιο είναι αυτό το μυστικό;» «Ότι δεν είμαι παρθένα». Υπήρχε και το άλλο μυστικό φυσικά, εκείνο που της σπάραζε την καρδιά, όμως αυτό δεν μπορούσε να του το πει, όσο κι αν τον αγαπούσε και τον εμπιστευόταν. «Βλέπεις, ο Λούκας κι εγώ γίναμε εραστές λίγες εβδομάδες προτού πεθάνει. Οι άντρες φαίνεται πως δίνουν μεγάλη σημασία σ’ αυτό, όσον αφορά τη μέλλουσα γυναίκα τους. Ήλπιζα ότι κάποιος που θα με ερωτευόταν θα καταλάβαινε, αλλά όχι ένας άντρας που θα με παντρευόταν για άλλους λόγους. Θα μπορούσα να πω ψέματα, υποθέτω, και να ελπίσω ότι δε θα το πρόσεχε. Θα μπορούσα να προσποιηθώ την ανίδεη και την αθώα -όμως αυτός δεν είναι τρόπος να ξεκινήσεις τον έγγαμο βίο σου, εξαπατώντας το σύζυγό σου». Ανασήκωσε τους ώμους της· τα χέρια του ακουμπούσαν ακόμη βαριά πάνω της. Ήταν η αλήθεια, όχι ολόκληρη όμως. Αλλά ο Τζάιλς, απ’ όλους τους άντρες, δε θα καταλάβαινε γιατί είχε κάνει ό,τι έκανε, γιατί είχε κάνει αυτή τη ριψοκίνδυνη, απεγνωσμένη επιλογή. Στεκόταν αμίλητος κι αναρωτήθηκε μήπως τον είχε σκανδαλίσει. Ήταν άραγε σαν όλους τους άλλους, τους ευυπόληπτους που θα την καταδίκαζαν για το αμάρτημά της ν’ αγαπήσει; «Σε απογοήτευσα», δήλωσε, μη αντέχοντας να περιμένει την καταδίκη που θα έβγαινε απ’ τα χείλη του, την απόρριψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. «Τότε με κρίνεις λάθος», είπε ο Τζάιλς. «Ήσουν ερωτευμένη μαζί του. Ήταν τυχερός άντρας. Νιώθω ζήλια, τ’ ομολογώ, αλλά πώς μπορώ να σε καταδικάσω; Έχεις δίκιο για ένα πράγμα όμως: θα ήταν συνειδητή πράξη εξαπάτησης το να προσποιηθείς στο σύζυγό σου την ανίδεη και την αθώα. Και μόνο που σε είχα στην αγκαλιά μου και σε φιλούσα, ένιωσα τον αισθησιασμό σου, το ότι συνειδητοποιούσες τις ανάγκες του κορμιού σου και του δικού μου». «Τζάιλς;»


«Μμμ... Ναι;» Την τράβηξε και την κράτησε ζεστή και ασφαλή πάνω στο μελανιασμένο σώμα του. Ένιωσε τη ρυθμική ανάσα του καθώς γλιστρούσε τα χέρια της μέσα από τη ρόμπα του και γύρω απ’ τη μέση του. Άξαφνα, όλα ήταν απλά. «Κάνε μου έρωτα».


Κεφάλαιο 14 Η καρδιά του Τζάιλς σφυροκόπησε άγρια και τα χέρια του σφίχτηκαν. «Ίζομπελ, σκέψου το ρίσκο. Το να κάνεις έρωτα με τον άντρα που θα παντρευόσουν είναι αλλιώς. Όμως εγώ δεν μπορώ να διακινδυνέψω να μείνεις έγκυος». «Υπάρχουν τρόποι να κάνεις έρωτα χωρίς κανένα ρίσκο», του αποκρίθηκε. Της ήταν πιο εύκολο να του μιλάει τόσο ανοιχτά με το φλογισμένο πρόσωπό της κρυμμένο πάνω στο πουκάμισό του. «Εμείς... ο Λούκας κι εγώ, έτσι κάναμε έρωτα την πρώτη φορά». «Εμπιστεύεσαι τον αυτοέλεγχό μου;» Ο ήχος της φωνής του έκανε το στέρνο του να δονηθεί υπόκωφα πάνω στ’ αυτί της κι ένιωσε την πίεση καθώς ακουμπούσε το γερό του μάγουλο πάνω στα μαλλιά της. Δεν την είχε απορρίψει ασυζητητί. Ο σφυγμός της επιταχύνθηκε, ο πόθος φώλιασε χαμηλά μέσα της. Αν την άγγιζε στο πιο κρυφό της σημείο, θα ένιωθε τις ενδείξεις της επιθυμίας της για κείνον. Και ήθελε να την αγγίξει ο Τζάιλς, χωρίς αιδώ. «Ναι». Τη δεύτερη φορά με τον Λούκας, κανένας τους δεν είχε διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. Αλλά δεν είχε σημασία, σκέφτηκαν, ενώ ξάπλωναν μετά, με τα κορμιά τους μπλεγμένα, χαμένοι μέσα σε μια ευτυχισμένη παραζάλη. Σε λίγες εβδομάδες θα παντρεύονταν. «Σου ζητάω πάρα πολλά;» «Ό,τι κι αν μου ζητήσεις, ποτέ δε θα είναι υπερβολικό, εκτός αν μου πεις να σε ξεχάσω. Αυτό θα κάνει μόνο χειρότερα τα πράγματα για μας, το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» «Το ξέρω. Όμως θα χειροτερέψουν από αύριο και μετά». Ο Τζάιλς άφησε ένα πνιχτό γέλιο. «Γυναικεία λογική!» είπε, ενώ η ανάσα του κόπηκε καθώς εκείνη τράβηξε το πουκάμισο απ’ το παντελόνι του κι έβαλε τις παλάμες της πάνω στο γυμνό δέρμα του. «Ίζομπελ, αν μας ανακαλύψουν...» «Κλείδωσε την πόρτα. Κλείδωσέ τη και κάνε μου έρωτα, Τζάιλς. Σε παρακαλώ. Κάνε με δική σου, όσο ακόμη μπορούμε».


Εκείνος πήγε στην πόρτα και η Ίζομπελ έσβησε όλα τα κεριά εκτός από δύο. «Ίζομπελ;» Ο Τζάιλς στράφηκε προς το μέρος της κρατώντας στο χέρι του το κλειδί. «Ντρέπομαι... λιγάκι», του εξομολογήθηκε κι ήξερε πως το κοκκίνισμά της προσέδιδε αληθοφάνεια στη δήλωσή της, που ήταν η μισή αλήθεια μόνο- Δεν ήθελε να ρισκάρει να καταλάβει κάτι εκείνος βλέποντας το σώμα της. «Δε χρειάζεται», της είπε χαμογελώντας ενώ άφηνε τη ρόμπα του να πέσει στο πάτωμα και τραβούσε το πουκάμισό του πάνω απ’ το κεφάλι του. «Είναι όλα εντάξει», πρόσθεσε όταν εκείνη έτρεξε κοντά του βγάζοντας μια κραυγή ανησυχίας στη θέα των πλευρών του, σημαδεμένων με μώλωπες στις αποχρώσεις του μπλε και του μαύρου. «Μελάνιασαν, δε ράγισαν. Άσε με να σε δω, Ίζομπελ». Η ρόμπα της γλίστρησε στο πάτωμα. Από κάτω το μόνο που φορούσε ήταν το νυχτικό της, από ζεστό φανελένιο ύφασμα για το κρύο του Φλεβάρη. «Ω μικρή μου καλόγρια», την πείραξε ο Τζάιλς τραβώντας το πάνω απ’ το κεφάλι της προτού προλάβει να του φέρει αντίρρηση. «Ω, όχι καλόγρια. Αφροδίτη μου». «Δεν είμαι κάτι τέτοιο», διαμαρτυρήθηκε η Ίζομπελ καλύπτοντας ενστικτωδώς με τα χέρια το κορμί της. Ένιωσε τη θέρμη να την πλημμυρίζει καθώς απολάμβανε, λιγάκι σκανδαλισμένη, την έκφραση του Τζάιλς όσο την κοιτούσε μέσα στις σκιές που τρεμόπαιζαν στο μισοσκόταδο. «Λεπτή, με στρογγυλεμένες καμπύλες και κατάλευκη επιδερμίδα». Τα χέρια του κατηφόρισαν από τους ώμους στα μπράτσα της κι από κει προχώρησαν και χάιδεψαν τους γοφούς της. Το άγγιγμά του ήταν ζεστό τώρα. «Όταν σε πρωτοείδα, σκέφτηκα ότι παραήσουν αδύνατη και η μύτη σου ήταν κατακόκκινη απ’ το κρύο. Μου φάνηκες συνηθισμένη. Πρέπει να ήμουν τυφλός». «Κι εγώ σκέφτηκα ότι ήσουν ένα παγωμένο άγαλμα, υπερβολικά τέλειος για να είσαι αληθινός». Άφησε τις παλάμες της να διατρέξουν το δασύτριχο στέρνο του. «Τόσο ψυχρός...» Η ανάσα του κόπηκε καθώς περνούσε τα δάχτυλά της πάνω από τη θηλή του. «Όχι. Όχι ψυχρός», είπε πνιχτά ο Τζάιλς. «Καίγομαι για σένα». Τη φίλησε, κρατώντας τη σφιχτά, έτσι που τα στήθη της πιέστηκαν πάνω στην επίπεδη επιφάνεια του στέρνου του. Ανάμεσα στους μηρούς της ένιωθε τη θέρμη του πάνω απ’ το μαύρο μεταξωτό παντελόνι. Το λεπτό ύφασμα δε μετρίαζε καθόλου την αίσθηση του σκληρού ανδρισμού του πάνω στην


κοιλιά της. Αυτός εδώ δεν ήταν ένας ντροπαλός, δειλός νεαρός εραστής, αλλά ένας ώριμος, έμπειρος άντρας. Η Ίζομπελ βόγκηξε μέσα στο στόμα του και κόλλησε πάνω του. Τον ήθελε, τον χρειαζόταν μέσα της ώστε να τον κατακτήσει, να την κατακτήσει κι εκείνος, να νιώσει πως ήταν δική του. Όμως δεν έπρεπε, το ήξερε. Ό,τι κι αν έκανε, δεν έπρεπε να φέρει τον Τζάιλς σε μια θέση όπου θα ένιωθε την ηθική υποχρέωση να την παντρευτεί· ποτέ, ό,τι και να συνέβαινε. Κάπως -αν έστω γινόταν να συνειδητοποιήσει ότι την αγαπούσε- θα έβρισκαν τον τρόπο, αλλά όχι έτσι. Ο Τζάιλς έκανε πιο αργό το φιλί τους, ανακτώντας τον έλεγχο μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό του σμιξίματος των χειλιών τους. Την έφερε στην άκρη του κρεβατιού, μέχρι που η Ίζομπελ ξάπλωσε πίσω κι εκείνος την ακολούθησε. Κύλησαν μαζί στο κέντρο του στρώματος και ξάπλωσε δίπλα της. «Το παντελόνι σου». Η Ίζομπελ ψηλάφισε το κούμπωμα, όμως το χέρι του κράτησε ακίνητο το δικό της, πιέζοντάς το πάνω στην ερεθισμένη στύση του. «Καλύτερα να το αφήσουμε εκεί». Η Ίζομπελ συνειδητοποίησε ότι δυσκολευόταν να ελέγξει την αναπνοή του. «Όχι». Κούνησε το κεφάλι της κι έθαψε τα δάχτυλά της μέσα στο άνοιγμα του παντελονιού του. «Ξέρω τι να κάνω. Άσε με να σ’ αγγίξω, Τζάιλς». «Είσαι... Ω Θεέ μου». Βούλιαξε ανάσκελα στο στρώμα καθώς τα αποφασιστικά χέρια της τραβούσαν κι έβγαζαν το παντελόνι του. «Ω!» Ήταν... υπέροχος. Ο θώρακάς του ήταν καταχτυπημένος, γεμάτος μελανιές, όμως κάτω από τη μέση η επιδερμίδα του ήταν ασημάδευτη και λευκή σαν το χιόνι. Οι σκούρες τρίχες, που ξεκινούσαν από το στήθος του και συνέχιζαν σε μια γραμμή μέχρι τα λαγόνια του, τόνιζαν την αρρενωπότητά του δίχως να το έχει καθόλου ανάγκη. Η Ίζομπελ κατάλαβε ότι εκείνος κρατούσε την αναπνοή του κι έκανε αυτό που κραύγαζε το ένστικτό της. Έσκυψε και τον φίλησε εκεί, αγκαλιάζοντας με τα χέρια της τους λεπτούς γοφούς του. Η σατινένια υφή του σκληρού ανδρισμού του στα χείλη της, η μυρωδιά του αντρίκειου μόσχου στα ρουθούνια της, οι τεταμένοι λυγεροί μύες του κάτω απ’ τα χέρια της, η κοφτή αναπνοή του -κάθε αίσθησή της ήταν πλημμυρισμένη από τον Τζάιλς, καθώς χάραζε με τα χείλη της ένα μονοπάτι προς τα πάνω. «Ίζομπελ». Ακουγόταν σαν να πονούσε, όμως εκείνη γνώριζε αρκετά ώστε να ξέρει πως δεν ήταν οδύνη αυτό. «Όχι ακόμα. Άσε με...»


Δεν αντιστάθηκε όταν ο Τζάιλς την τράβηξε ψηλά για να ξαπλώσει δίπλα του. Θα τον άφηνε να πάρει την πρωτοβουλία, επειδή σ’ εκείνον έπεφτε το βάρος του ελέγχου. Όμως θα τον βοηθούσε, θα φερόταν λογικά και... Ο Τζάιλς πήρε τη θηλή της ανάμεσα στα χείλη του, τη ρούφηξε απαλά και κάθε λογική σκέψη σβήστηκε απ’ το μυαλό της. Η Ίζομπελ τράβηξε το κεφάλι του πάνω στο στήθος της μ’ ένα λυγμό -ήξερε ότι εκείνος μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε μαζί της, δεν είχε καμία απολύτως θέληση να τον σταματήσει. Το στόμα του, έμπειρο και δαιμόνιο, βασάνισε κάθε σκληρή, πετρωμένη θηλή με τη σειρά, μέχρι που η Ίζομπελ σπαρταρούσε πλάι του, κοντανασαίνοντας. Ξεστόμισε το όνομά του και μερικές μπερδεμένες ικεσίες, που ούτε η ίδια δεν καταλάβαινε καλά καλά. Το κορμί της, η σάρκα που τόσο καιρό νόμιζε άτρωτη από το πάθος, πονούσε και κραύγαζε για ικανοποίηση. Τα δάχτυλά του τη χάιδευαν ολοένα και πιο χαμηλά και μπλέχτηκαν ανάμεσα στις υγρές τούφες της ήβης της, για να γλιστρήσουν απαλά μέσα στον καυτό πυρήνα της, κάνοντάς τη να τρέμει σύγκορμη από την ανάγκη. «Σ’ αγαπώ», κατάφερε να πει, προτού της κλείσει το στόμα με τα χείλη του, με τη γλώσσα του. Πάνω στο μηρό της ένιωθε το παλλόμενο μέλος του και τον έκλεισε στη χούφτα της, βρίσκοντας σιγά σιγά το ρυθμό της καθώς ο αντίχειράς του έκανε το θαύμα του, χαϊδεύοντας με έμπειρες, επιδέξιες κινήσεις τον πυρήνα της. «Σ’ αγαπώ», είπε ξέπνοα, με τα λόγια να χάνονται μες στο φιλί του καθώς το κορμί της τεντωνόταν σαν τόξο για να κολλήσει πάνω στην παλάμη του και ν’ αρχίσει να τρέμει καθώς έφτανε στη σχεδόν επώδυνη ολοκλήρωση. «Ίζομπελ», τον άκουσε να λέει όσο ήταν χαμένη μέσα στην πύρινη θύελλα των αισθήσεων, ενώ αμέσως μετά ο Τζάιλς έδωσε μια τελευταία ώθηση, ρίγησε σύγκορμος κι έμεινε ασάλευτος. Πόση ώρα παρέμειναν εκεί αγκαλιασμένοι δεν ήξερε. Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί, γιατί άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να ξεπλένει τρυφερά τα ίχνη του πάθους του από το κορμί της. Μετά τράβηξε τα σκεπάσματα πάνω τους, τη φώλιασε στο πλευρό του και η Ίζομπελ ένιωσε το μακρύ σώμα του να χαλαρώνει καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος. Παρατήρησε μισοκοιμισμένη πως είχε μείνει μονάχα ένα κερί αναμμένο. Και ο Τζάιλς δεν είχε πει τίποτα. Το κορμί της δεν την είχε προδώσει, όπως φοβόταν. Εκείνος δεν είχε καταλάβει πως είχε γεννήσει ένα παιδί -το μυστικό της ήταν ακόμη ασφαλές από τον άντρα που αγαπούσε. ***


«Τι ώρα είναι;» «Δεν μπορώ να καταλάβω μ’ εσένα κουλουριασμένη γύρω μου», αποκρίθηκε ο Τζάιλς ενώ ξέμπλεκε τα κουβαριασμένα μέλη του κορμιού της που τον αλυσόδεναν τόσο απολαυστικά στο κρεβάτι. Κατάφερε να ανασηκωθεί στηριζόμενος στον αγκώνα του και σήκωσε το επιτραπέζιο ρολόι που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Το σκοτάδι ήταν ακόμη βαθύ και χρειάστηκε να φέρει το ρολόι μπροστά στο πρόσωπό του, μισοκλείνοντας τα μάτια για να διακρίνει τους δείκτες στην αχνή λάμψη της φωτιάς. «Τέσσερις και μισή. Πρέπει να φύγω σύντομα». «Από τώρα;» Πρόσεξε γεμάτος ευθυμία ότι η φωνή της ακούστηκε παραπονιάρικη καθώς χωνόταν ξανά κάτω από τα σκεπάσματα δίπλα του. Το γέλιο του μετατράπηκε σε κοφτό λαχάνιασμα, όμως, όταν εκείνη γλίστρησε το χέρι της χαμηλά και τον χάιδεψε. «Δέκα λεπτά. Καλά, δεκαπέντε», διόρθωσε όταν το χάδι της έγινε ένα απαιτητικό σφίξιμο. «Μόνο δεκαπέντε;» Η Ίζομπελ ανασηκώθηκε για να φιλήσει το αξύριστο σαγόνι του. «Τα γένια σου με γρατζουνάνε». «Θα έμενες έκπληκτη με το τι μπορώ να κάνω μέσα σε δεκαπέντε λεπτά με τούτα τα γένια», δήλωσε και χώθηκε κάτω απ’ την κουβέρτα, αγνοώντας τις σουβλιές στα πλευρά του. «Ω, πρόσεχε τη μύτη και τα ράμματά σου», του είπε. Και μετά «Ω!» σ’ έναν τελείως διαφορετικό τόνο, καθώς εκείνος άνοιγε τα πόδια της κι άρχισε να της κάνει έρωτα με τα χείλη και τη γλώσσα και, πολύ τρυφερά, με τα δόντια του. Ο Τζάιλς συνειδητοποίησε ότι εκείνη δε σκανδαλίστηκε καθώς ο ίδιος απολάμβανε το άρωμα και τη γεύση του χαλαρωμένου, ερεθισμένου κορμιού της. Κάπως έτσι θα της έκανε έρωτα και ο μνηστήρας της. Σχεδόν περίμενε να νιώσει ένα τσίμπημα ζήλιας, όμως έκπληκτος διαπίστωσε ότι δεν ένιωσε παρά μόνο οίκτο για τον άλλο άντρα. Θα την είχε παντρευτεί, αν δεν είχε πεθάνει ο δύστυχος. Ύστερα τα πάντα σβήστηκαν από το μυαλό του εκτός από την παρούσα στιγμή και την απόλαυση που έπαιρνε ικανοποιώντας την Ίζομπελ. Εκείνη αγκάλιασε με τις παλάμες το πρόσωπό του κι άφησε ένα βογκητό, καθώς του ανοιγόταν με απόλυτη εμπιστοσύνη και ολοκληρωτική εγκατάλειψη. *** «Δέκα λεπτά», δήλωσε ο Τζάιλς με ύφος που ακόμη κι ο ίδιος αναγνώρισε ως αυτάρεσκη αρσενική ικανοποίηση, όταν έγειραν πάνω στο στρώμα ασθμαίνοντας, αγκαλιασμένοι και απόλυτα χαλαρωμένοι.


«Το γρήγορο είναι σχεδόν εξίσου καλό με το αργό», μουρμούρισε η Ίζομπελ απλώνοντας φιλιά στο μονοπάτι από την ευαίσθητη επιδερμίδα κάτω από τη μασχάλη μέχρι την κλείδα του. «Τζάιλς, το μετανιώνεις που η μητέρα σου σε κράτησε, αντί να σου βρει ένα σπίτι όπου θα μεγάλωνες με μια οικογένεια που θα νόμιζες δική σου;» «Πώς στην ευχή σου ήρθε αυτό;» Ο Τζάιλς ανακάθισε και άναψε με μια τσακμακόπετρα το κερί στο κομοδίνο. Η Ίζομπελ κύλησε ανάσκελα, με τα μαλλιά της μια μπλεγμένη, προκλητική μεταξένια μάζα πάνω στα μαξιλάρια. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε ανάμεσα στα στήθη της. «Δεν ξέρω. Το μετανιώνεις; Δεν πρέπει να σου ήταν εύκολο να είσαι γνωστός ως ο νόθος γιος της Πορφυρής Χήρας. Απ’ ό,τι μου έχεις πει, φαίνεται ότι στο σχολείο σε κορόιδευαν και ορισμένοι αριστοκράτες σε σνομπάρουν». «Κατά πάσα πιθανότητα θα με κορόιδευαν έτσι κι αλλιώς», της είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Ήμουν υπερβολικά όμορφο αγόρι πραγματικό ξανθό αγγελούδι, μέχρι που άρχισα να ψηλώνω και τα μαλλιά μου σκούρυναν. Και αν η Τζέραλντιν είχε προσπαθήσει να με δώσει, ο παππούς μου σίγουρα θα είχε λόγο σ’ αυτό, οπότε θα είχα καταλήξει μαζί του, ως ο μπάσταρδος γιος του κηπουρού, χωρίς τη μόρφωση και τις ευκαιρίες που είχα. Όχι, δε μετανιώνω. Ξέρω ποιος είμαι, από πού προέρχομαι. Είμαι ο εαυτός μου και δεν υπάρχει καμία προσποίηση, δεν υπάρχουν ψέματα». «Αποκαλείς τη μητέρα σου με το μικρό της όνομα;» «Το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι να τη φωνάζει “μαμά” ένας άντρας που κοντεύει τα τριάντα. Κάνει τους ανθρώπους να υπολογίζουν βάσει των αριθμών, και αμφιβάλλω αν θα παραδεχόταν ποτέ πως είναι έστω σαράντα, πόσω μάλλον πενήντα χρόνων». «Υποθέτω ότι η κοινωνική θέση της την προστάτεψε τότε και της το έκανε πιο εύκολο να σε κρατήσει». «Όχι». Στην αρχή αυτό είχε υποθέσει και ο ίδιος, όμως μεγαλώνοντας κατάλαβε. «Κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν, απ’ όσα άκουσα από κείνη και από τον παππού μου. Όμως με κράτησε, παρ’ ότι θα μπορούσε να προφασιστεί ότι είχε μείνει έγκυος από τον μακαρίτη σύζυγό της. Το μόνο που αναγκάστηκε να κάνει ήταν να “αποβάλει” σε προχωρημένο στάδιο της εγκυμοσύνης και μετά να αποσυρθεί από τους κοινωνικούς κύκλους ώστε να με γεννήσει και να με παραδώσει στον παππού μου. »Όμως όρθωσε το ανάστημά της μπροστά σε όλους και δεν υποκρίθηκε ποτέ ότι ήμουν κάτι άλλο εκτός από γιος του πραγματικού πατέρα μου. Το


θυμάμαι αυτό κάθε φορά που κάνει κάτι εξωφρενικό. Είναι μια πολύ δύσκολη γυναίκα». «Θα πρέπει να τον αγάπησε πολύ», τόλμησε να σχολιάσει η Ίζομπελ. Ήταν χλομή κι έδειχνε ταραγμένη. Ίσως αυτή η συζήτηση ξυπνούσε αναμνήσεις από το θάνατο του μνηστήρα της. «Ήταν παντρεμένη για τέσσερα χρόνια μ’ έναν άντρα αρκετά μεγάλο για να είναι πατέρας της· ο γάμος τους ήταν χωρίς αγάπη, παρ’ ότι ικανοποιητικός. Πρέπει να είχε ανάγκη από νιάτα, θέρμη, σωματική ρώμη». Ήταν άραγε αγάπη; Ή, όπως υποπτευόταν ο ίδιος, η Τζέραλντιν είχε απλώς την ανάγκη να νιώσει τη συγκίνηση, το πάθος, όπως έκανε με κάθε εραστή της έκτοτε; Ήταν τόσο εύκολη δικαιολογία η αγάπη. Πώς όμως μάθαινες να νιώθεις στ’ αλήθεια αυτό το συναίσθημα; «Ο πατέρας μου ήταν νέος, γοητευτικός, έτοιμος να φύγει για τον πόλεμο μέσα στην πορφυρή στολή του. Ίσως και λίγο φοβισμένος, κάτω από τους επιφανειακούς λεονταρισμούς. Πάντως, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ούτε εκείνη ήταν η ώριμη, έμπειρη γυναίκα που αποπλάνησε έναν νεαρό, ούτε αυτός ο καρδιοκατακτητής του χωριού που εκμεταλλεύτηκε μια ευάλωτη χήρα». «Πόσο γενναία ήταν». «Η οικογένειά της έκοψε κάθε δεσμό μαζί της, το ίδιο και τα πεθερικά της, και για ένα μεγάλο διάστημα και η υψηλή κοινωνία. Όμως πάλεψε και κατάφερε να τη δεχτούν ξανά, γιατί συνειδητοποίησε νομίζω ότι το μέλλον μου εξαρτιόταν απ’ αυτό». Ο Τζάιλς σηκώθηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται. «Όχι ότι υπήρξε ποτέ η συμβατική μητρική φιγούρα. Και η σκανδαλώδης συμπεριφορά της αποτελεί πιθανότατα αναζήτηση αυτής της αγάπης και της τρυφερότητας που βίωσε για τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Όχι ότι η ίδια θα μιλούσε ποτέ γι’ αυτό». Η Ίζομπελ έδειχνε ακόμη σκεφτική. «Τζάιλς, τι θα κάνουμε;» «Εγώ θα επιστρέψω στο κρεβάτι μου, κι εσύ θα κοιμηθείς ξανά. Και να ελέγξεις τα μαξιλάρια για τρίχες όταν ξυπνήσεις». «Τα μαλλιά μας έχουν περίπου την ίδια απόχρωση, οπότε η Ντόροθι δε θα καταλάβει τίποτα. Έχεις αρκετή εμπειρία σε τέτοιου είδους ζητήματα», είπε αργά. «Μόνο που υποθέτω ότι χρειάστηκε να εξαπατήσεις καχύποπτους συζύγους κι όχι προστατευτικές καμαριέρες». «Αλαζονικοί, αδιάφοροι σύζυγοι, ναι, ομολογώ πως υπήρξαν μερικοί. Δεν το συνηθίζω όμως. Ζηλεύεις;» «Φυσικά». Η Ίζομπελ ανακάθισε στο στρώμα και τίναξε πίσω τα μαλλιά της. Η θέα του γυμνού κορμιού της τον πλημμύρισε με την επιθυμία να


πετάξει τα ρούχα του και να χωθεί ξανά στο κρεβάτι της. «Φυσικά και ζηλεύω, παρ’ όλο που δεν έχω το δικαίωμα», είπε χαμογελώντας στραβά. «Έχω πολλά στο μυαλό μου και δε σκέφτομαι καθαρά. Όταν σε ρώτησα τι θα κάνουμε, δεν εννοούσα τώρα. Εννοούσα μετά. Το πρωί». «Και για το υπόλοιπο της ζωής μας;» Ο Τζάιλς φόρεσε τη ρόμπα του και προσπάθησε να συναντήσει το βλέμμα της Ίζομπελ μέσα στο σκοτάδι. «Δεν ξέρω, Ίζομπελ. Ειλικρινά δεν ξέρω τίποτα, εκτός από το ότι όλο αυτό δεν έχει μέλλον». Γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και μισάνοιξε την πόρτα. «Οι υπηρέτες αρχίζουν να ξυπνάνε σιγά σιγά, τους ακούω να κινούνται στο διάδρομο». Στράφηκε πίσω του και την κοίταξε ξανά, καθισμένη στητή πάνω στο κρεβάτι, τρέμοντας λιγάκι στην πρωινή ψύχρα, με τα χείλη της πρησμένα από τα φιλιά του και τα μάτια της σκοτεινά. Αυτό που ήθελε ήταν να τη σύρει απ’ το κρεβάτι, να την κουκουλώσει καλά με τα ρούχα της και να το σκάσει μαζί της -να την πάρει στο σπίτι του στο Νόρφοκ και στο διάβολο οι συνέπειες. Ήταν άραγε αυτό αγάπη; Αν ναι, τότε ήταν εγωιστική, γιατί τίποτε δε θα οδηγούσε με τόση βεβαιότητα στην καταστροφή της όσο αυτό. «Κοιμήσου τώρα», της είπε αντί για όλα αυτά που ένιωθε, και βγήκε έξω στο σκοτάδι. *** Αυτό που ήθελε να κάνει η Ίζομπελ ήταν να σηκωθεί, να ντυθεί, να ρίξει τα πράγματά της σ’ ένα μπαούλο και να τον ακολουθήσει -να τον ικετεύσει να την πάρει μακριά, στο σπίτι και στον παππού του, κι ας έλεγε ο κόσμος ό,τι ήθελε. Επειδή αυτό ήταν αγάπη, όσο κι αν η ίδια το αντιμαχόταν. Η αγάπη ήταν υπερβολικά πολύτιμη, υπερβολικά σπάνια για να την αρνιέται κανείς. Όμως ήταν αδύνατον να φερθεί έτσι, σαν να είχε μόνο τη δική της ευτυχία να σκεφτεί. Οι γονείς της θα σοκάρονταν και θα αναστατώνονταν τρομερά. Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ κι ο κόμης θα πικραίνονταν που ένα τέτοιο σκάνδαλο θα ξεσπούσε ενόσω εκείνη βρισκόταν κάτω από τη στέγη τους. Η καριέρα του Τζάιλς, ολόκληρο το μέλλον του, θα πλήττονταν. Νοιαζόταν για εκείνη, κι αυτό ήταν ένα θαύμα. Της είχε δείξει αγάπη, όλη τη νύχτα, τόσο με την έγνοια και την αυτοσυγκράτησή του όσο και με τη δεξιοτεχνία που της έκανε έρωτα. Ίσως κάποτε εκείνος να συνειδητοποιούσε ότι την αγαπούσε, όμως κάποιο βαθύτερο γυναικείο ένστικτο της έλεγε ότι θα δίσταζε να το ομολογήσει.


Του είχε προσφέρει τα πάντα, όσα μπορούσε, εκτός από ένα βαθιά κρυμμένο, πολύτιμο μυστικό. Την Άναμπελ. Το παιδί του Λούκας μεγάλωνε ως νόμιμη κόρη των Νίνταμ- όλος ο κόσμος πίστευε πως ήταν η δίδυμη αδελφή του Ναθάνιελ, του γιου της Τζέιν, της φίλης της, και του συζύγου της Τζέιν, του Ραλφ Νίνταμ, που ήταν ετεροθαλής αδελφός του Λούκας. Οι δυο άντρες είχαν πνιγεί μαζί, όταν η άμαξά τους αναποδογύρισε σ’ έναν φουσκωμένο από τα νερά της καταιγίδας χείμαρρο ένα χειμωνιάτικο βράδυ. Κανείς δεν το ήξερε, εκτός από την Τζέιν, το ολιγάριθμο και αφοσιωμένο υπηρετικό προσωπικό της στην απομονωμένη έπαυλή της και τον οικογενειακό τους γιατρό. Η Άναμπελ μεγάλωνε ασφαλής και χαρούμενη, με όλες τις προοπτικές της κόρης ενός τζέντλεμαν μπροστά της και η Ίζομπελ δεν τολμούσε να διακινδυνέψει αυτό το μέλλον με κανέναν τρόπο. Έβλεπε το παιδί της μία ή δύο φορές το χρόνο και τον υπόλοιπο καιρό ζούσε για τα γράμματα της Τζέιν και τα μηνύματα της Άναμπελ στη θεία Ίζομπελ. Οι γονείς της δε θα γνώριζαν ποτέ το ίδιο τους το εγγόνι ενώ η ίδια δεν είχε ακούσει τις πρώτες λεξούλες της κόρης της, ούτε την είχε δει να κάνει τα πρώτα της βήματα. Αν παντρευόταν ποτέ, η Ίζομπελ ήξερε ότι η συνείδησή της θα της ξέσκιζε την ψυχή. Πώς μπορούσε να πάρει τους γαμήλιους όρκους κρύβοντας κάτι τέτοιο από το σύζυγό της; Από την άλλη, πώς να ρισκάρει να το πει σ’ έναν άντρα όταν θα της έκανε πρόταση γάμου; Αν την απέρριπτε και στη συνέχεια αποκάλυπτε το μυστικό της, θα ήταν μια καταστροφή. Ο Τζάιλς είχε πει ότι χαιρόταν που έμεινε με τη μητέρα του, που ήξερε ποιος ήταν. Χωρίς καμία προσποίηση, χωρίς ψέματα ήταν τα λόγια του, και ήταν φανερό ότι θαύμαζε και αγαπούσε τη χήρα μαρκησία για την απόφασή της. Δε θα κατανοούσε τους λόγους που η Ίζομπελ είχε δώσει σε άλλους το παιδί της -θα σκεφτόταν ότι δεν είχε το σθένος της δικής του μητέρας να κρατήσει την Άναμπελ αψηφώντας τον κόσμο. Συνειδητοποίησε ότι ένας τεράστιος κόμπος είχε σφηνωθεί στο λαρύγγι της και τα μάγουλά της ήταν μουσκεμένα. Δεν τολμούσε ν’ αφήσει τη Ντόροθι να τη βρει έτσι. Γλίστρησε έξω απ’ το κρεβάτι, ενώ τα γόνατά της έτρεμαν ακόμη από τον έρωτα του Τζάιλς, κι έριξε δροσερό νερό στο πρόσωπό της από το λαβομάνο. Ύστερα ίσιωσε τα σεντόνια στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού κι έχωσε τις άκρες τους μέσα στον ξύλινο σκελετό. Ξάπλωσε ξανά κι άρχισε να στριφογυρνάει, ώστε να μη φαίνεται παράξενο το πόσο τσαλακωμένα ήταν. ***


Το ρολόι σήμανε έξι. Σε μιάμιση ώρα η Ντόροθι θα της έφερνε τη ζεστή σοκολάτα της και ζεστό νερό για να πλυθεί. Έπρεπε να προσπαθήσει να κοιμηθεί κανονικά, παρά το γλυκό μυρμήγκιασμα που διαπερνούσε το κορμί της και τον αναβρασμό που επικρατούσε στις σκέψεις της. Ό,τι κι αν έφερνε η επόμενη μέρα, η ίδια έπρεπε να είναι νηφάλια.


Κεφάλαιο 15 Ο Τζάιλς δε φαινόταν πουθενά στην τραπεζαρία του πρωινού ούτε ήταν σε συνάντηση με τον κόμη, όπως ανακάλυψε η Ίζομπελ ύστερα από μερικές επιτηδευμένα αδιάφορες ερωτήσεις. Η Λίζι ήταν που τελικά της έδωσε ένα στοιχείο. «Νομίζω πως είναι πολύ κρίμα», διαμαρτυρόταν στην Ανν καθώς έμπαιναν στην τραπεζαρία. «Καλημέρα, ξαδέρφη Ίζομπελ. Άκουσες τα φρικτά νέα; Ο κύριος Χάρκερ συνωμοτεί με τον μπαμπά να κατεδαφίσουν το Χιλ Χάουζ». «Μα, πραγματικά, Λίζι! Γίνεσαι γελοία μελοδραματική», την επέπληξε η Ανν ενώ καθόταν. «Ο μπαμπάς αποφάσισε ότι δεν αξίζει να το αναστηλώσει, αυτό είναι όλο. Καλύτερα να κατεδαφιστεί με ασφάλεια τώρα...» «Αλλά ο κύριος Ρέπτον είπε πως...» «Ο κύριος Ρέπτον δεν έχει πάντα δίκιο και η απόφαση είναι του μπαμπά. Όπως και να ’χει, θα φύγουμε από δω για πάρα πολύ καιρό, οπότε, ακόμη κι αν ανακαινίζαμε το σπίτι, δε θα το χρησιμοποιούσαμε». «Ε, λοιπόν, είμαι πολύ απογοητευμένη με τον κύριο Χάρκερ», ανακοίνωσε μουτρωμένη η Λίζι. «Καλά θα κάνει να μην επιχειρήσει να γκρεμίσει το κάστρο μου!» «Νομίζω ότι σκοπεύει να δει τι μπορεί να διασωθεί από την πέτρα και τα δομικά υλικά του Χιλ Χάουζ, ώστε να τα χρησιμοποιήσει για την αναστήλωση του γοτθικού καστρόπυργου», την κάλμαρε η αδελφή της. «Αυτό λογικά κάνει σήμερα. Τον άκουσα να λέει κάτι στον μπαμπά, πως δε θα πήγαιναν χαμένοι οι καλής ποιότητας λαξευτοί λίθοι». Η Λίζι υποχώρησε κάπως, κατευνασμένη. «Θα κατέβει η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ για πρωινό ή δεν την πρόλαβα;» ρώτησε η Ίζομπελ. «Σκόπευα να της ζητήσω την άδεια να βγω για ιππασία σήμερα το πρωί». Αν ο Τζάιλς δεν ήταν στο Χιλ Χάουζ, θα όργωνε με το άλογό της όλο το πάρκο για να τον βρει, αν χρειαζόταν. «Ω, η μαμά έφυγε από νωρίς για το Κέμπριτζ, για να πάει την Κάρολαϊν στον οδοντίατρο», την πληροφόρησε η Ανν. «Ξέρω ότι είναι Κυριακή, όμως


ξύπνησε μ’ έναν φρικτό πονόδοντο. Η μαμά είπε ότι θα πάμε όλοι μας στον εσπερινό αντί για την πρωινή λειτουργία. Ωστόσο, είμαι σίγουρη ότι δε θα την πειράξει να πάρεις τη φοράδα της. Μπένσον, σε παρακαλώ, στείλε μήνυμα στους στάβλους και πες τους να σελώσουν τη Φάιερφλαϊ για τη λαίδη Ίζομπελ». Ο μπάτλερ υποκλίθηκε και κάλεσε λυγίζοντας το δείκτη του έναν υπηρέτη για να μεταφέρει το μήνυμα. Η Ανν συνέχισε: «Δε νομίζω ότι θα κρατήσει πολύ αυτή η λιακάδα· η καμαριέρα μου λέει πως έρχεται καταιγίδα, και είναι εξαιρετικά καλή στο να προβλέπει τον καιρό».. *** Σύννεφα σκίαζαν τον ορίζοντα στα δυτικά, καθώς ο ιπποκόμος βοηθούσε την Ίζομπελ ν’ ανέβει στη σέλα της όμορφης καστανής φοράδας της κόμισσας. «Να έρθω μαζί σας, μιλαίδη; Είναι λιγάκι ζωηρή». «Όχι, σ’ ευχαριστώ. Μπορώ να την κουμαντάρω». Η Ίζομπελ έσφιγγε σταθερά τα χαλινάρια όσο απομακρυνόταν από την έπαυλη, όταν όμως έφτασε στο λόφο που οδηγούσε στο ερειπωμένο σπίτι-παρατηρητήριο, χαλάρωσε το σφίξιμό της κι άφησε τη φοράδα να καλπάσει. Ο γκρίζος κέλητας του Τζάιλς ήταν δεμένος έξω απ’ το σπιτάκι και χρεμέτισε σε χαιρετισμό, όταν η Ίζομπελ τράβηξε τα χαλινάρια του δικού της αλόγου, ακινητοποιώντας το. Με την άκρη του ματιού της έπιασε μια κίνηση και σήκωσε το βλέμμα της για να δει τον Τζάιλς να στέκεται στο παράθυρο πάνω από το προστώο. Με το ένα πόδι ακουμπισμένο στο περβάζι και την πλάτη να στηρίζεται στη κάσα του παραθύρου, ατένιζε τη θέα· εκείνη τη στιγμή, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε κάτω. «Ίζομπελ. Δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ». Αυτή τη φορά όμως χαμογελούσε καθώς το έλεγε, και το κορμί της σκίρτησε στη θύμηση της απόλαυσης που είχε βιώσει μαζί του. Οδήγησε τη φοράδα της δίπλα στο γκρίζο άτι του Τζάιλς και αφίππευσε -τα πόδια της πάτησαν πάνω στα σκαλιά της εισόδου, καταφέρνοντας ν’ αποφύγει τις λάσπες. «Πρέπει να μιλήσουμε», του είπε, γέρνοντας προς τα πίσω το κεφάλι της για να τον κοιτάξει όσο έδενε τα χαλινάρια στην ίδια αυτοσχέδια δέστρα μ’ εκείνον. «Έλα επάνω τότε». Ο Τζάιλς χάθηκε απ’ το παράθυρο για να τη συναντήσει στην κορυφή της σκάλας. «Το νιώθω τόσο σωστό. Τόσο ασφαλές», του είπε και προχώρησε χωρίς δισταγμό για να χωθεί στην αγκαλιά του. «Σ’ αγαπώ τόσο πολύ -τώρα πια το ξέρω». Η απάντηση του Τζάιλς βγήκε πνιγμένη, καθώς είχε το πρόσωπό του στα μαλλιά της, όμως η Ίζομπελ άκουσε τα λόγια του και η ευτυχία που


την πλημμύρισε ήταν τόσο έντονη που την έκανε ν’ αναριγήσει. «Η χθεσινή νύχτα ήταν πολύ ξεχωριστή για μένα, Ίζομπελ». Στη συνέχεια την απομάκρυνε από την αγκαλιά του και η έκφρασή του μετέτρεψε τη γλυκιά ανατριχίλα σε ανησυχία. «Ωστόσο, είμαι εδώ πάνω ώρες και σκέφτομαι... Και δεν μπόρεσα να καταλήξω σε άλλο συμπέρασμα πέρα από το ότι όλο αυτό είναι λάθος και πρέπει να χωρίσουμε». «Όχι! Όχι», επανέλαβε πιο ήρεμα εκείνη, προσπερνώντας τον για να μπει στο δωμάτιο πίσω τους. «Είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, είναι γραφτό μας να είμαστε μαζί. Αρνούμαι να τα παρατήσω». «Δεν υπάρχει τρόπος. Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε αυτό που είμαι». Οι μελανιές στο πρόσωπό του είχαν πάρει τώρα μια κιτρινωπή απόχρωση και το πρήξιμο υποχωρούσε σιγά σιγά. Έμεινε ακίνητη δαγκώνοντας το χείλι της, κοιτάζοντας το προφίλ του καθώς ο Τζάιλς κάρφωνε το βλέμμα του έξω από το παράθυρο, με το στόμα του σφιγμένο σε μια σκληρή γραμμή. «Η μύτη σου δεν είναι τόσο στραβή, τελικά», είπε ύστερα από λίγο. «Δεν είναι τόσο άσχημη όσο έδειχνε όταν ήταν πρησμένη. Τώρα δείχνει απλώς πιο ενδιαφέρουσα. Ίσως όλο αυτό -εμείς- να μην είναι επίσης τόσο άσχημο, αν του δώσουμε χρόνο και το σκεφτούμε καλύτερα». «Το μόνο πράγμα που θα έκανε αποδεκτό το γάμο μας θα ήταν η καταστροφή της υπόληψής σου και το ξέρεις το ίδιο καλά μ’ εμένα. Και δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική για σένα εκτός από ένα γάμο». «Και μ’ εμάς τι θα γίνει;» είπε με τη φωνή της να σπάει, στα όρια της απελπισίας. «Θα μάθουμε να ζούμε χώρια», είπε τραχιά ο Τζάιλς. «Όπως ακριβώς έμαθες να ζεις χωρίς τον Λούκας όταν πέθανε». «Δε θα το αποκαλούσα ζωή», ψιθύρισε η Ίζομπελ. Στην αρχή, παρά την πικρή θλίψη, μπόρεσε να το αντέξει. Εκείνη τη χρονιά την πέρασε μαζί με την Τζέιν, με τις εγκυμοσύνες τους να εξελίσσονται ταυτόχρονα, κι έπειτα ήρθε ο μήνας μετά τις γέννες, όταν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει την Άναμπελ, να είναι αληθινά η μητέρα της -ήταν μια περίοδος ευτυχίας ανάμεικτης με πένθος. Μόνο αφότου επέστρεψε στο σπίτι της, βιώνοντας την απώλεια τόσο του μνηστήρα της όσο και του παιδιού της, η Ίζομπελ βούλιαξε σε βαθιά θλίψη. «Δε νομίζω ότι συνειδητοποίησα πόσο βαριά ήταν η κατάθλιψή μου», είπε καθώς θυμόταν ξανά τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια. «Ακόμη κι όταν ένιωσα καλύτερα, δεν ήθελα να έχω κοινωνική ζωή, να ψάξω έναν άλλο άντρα ν’ αγαπήσω, επειδή δεν πίστευα ότι υπήρχε κανείς. Δεν μπορούσα να δω τι μου επιφύλασσε το μέλλον. Τώρα...»


«Τώρα πρέπει να κάνεις μια νέα αρχή». Ο Τζάιλς γύρισε την πλάτη του στο παράθυρο και την κοίταξε. «Έχεις τη δύναμη και το σθένος να το κάνεις, το ξέρεις. Και θα είσαι καλύτερα χωρίς εμένα, ακόμη κι αν αγνοήσουμε την καταγωγή μου. Ήμουν -είμαι- ένας άσωτος, Ίζομπελ. Ποτέ μου δεν κόρταρα μια ευυπόληπτη νεαρή γυναίκα». «Δηλαδή θα με ξεχάσεις εύκολα;» Της είχε κάνει έρωτα, είχε κοιμηθεί μαζί της, τη σκεφτόταν για ώρες ολόκληρες, κι όμως ακόμη δεν ήξερε αν την αγαπούσε, συλλογίστηκε εκείνη με κλονισμένη την αυτοπεποίθησή της. «Όχι». Ο Τζάιλς κούνησε το κεφάλι του. «Έχεις σημαδέψει την καρδιά μου το ίδιο ανεξίτηλα όσο κι αυτές οι ουλές το πρόσωπό μου. Ποτέ δε θα σε ξεχάσω, ποτέ δε θα πάψω να σε θέλω. Είσαι, με κάποιον ακατανόητο τρόπο, δική μου». «Όμως θα βρεις μια σύζυγο, θα παντρευτείς και θα κάνεις παιδιά». Της ήταν εύκολο να το φανταστεί. Θα έβρισκε μια έξυπνη κόρη αστού εμπόρου που θα στεκόταν με άνεση στην κοινωνία· εκείνη θα τον αγαπούσε κι αυτός θα ήταν τρυφερός μαζί της και μαζί θα δημιουργούσαν οικογένεια, και η Ίζομπελ θα τους έβλεπε κατά διαστήματα και θα χαμογελούσε, ακόμη κι αν η καρδιά της ήταν ραγισμένη... «Ναι. Κι εσύ θα βρεις ένα σύζυγο. Θα μάθουμε να είμαστε ικανοποιημένοι με τη ζωή μας, Ίζομπελ». Πώς ξέφυγε ο λυγμός απ’ τα χείλη της δεν ήξερε -πίστευε ότι μπορούσε να ελέγξει τη θλίψη της. «Ακούγεται τόσο θλιβερό», είπε και δάγκωσε τα χείλη της. «Θα γίνεις θαυμάσια μητέρα. Θα κάνεις δικά σου παιδιά». «Ω, όχι. Μην το λες αυτό. Μη». Αμέσως δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της καθώς σκέφτηκε την Άναμπελ και τα παιδιά που δε θα αποκτούσε ποτέ με τον Τζάιλς. «Γλυκιά μου». Την τράβηξε στην αγκαλιά του, στεγνώνοντας τα δάκρυα με τα φιλιά του. «Σε παρακαλώ, μην κλαις. Σε παρακαλώ. Συγνώμη που δεν μπορώ να γίνω αυτό που θες». Η Ίζομπελ έστρεψε το κεφάλι της, αναζητώντας στα τυφλά το στόμα του και γεύτηκε την αλμύρα των ίδιων της των δακρύων στα χείλη του. «Αγάπησέ με ξανά, Τζάιλς. Τώρα και κάθε νύχτα, όσο θα είμαστε κι οι δυο μας εδώ». Το σώμα του σφίχτηκε τόσο απότομα, που μια σουβλιά ενοχής τη διαπέρασε. «Συγνώμη, είναι πολύ εγωιστικό να σου ζητάω κάτι τέτοιο». Περιεργάστηκε το πρόσωπό του, ψάχνοντας την αλήθεια που είχε μάθει να διακρίνει στα μάτια του. «Δεν είναι δίκαιο να έχω την απαίτηση να μη


μου κάνεις ολοκληρωμένο έρωτα». «Θα ήθελα να είμαι μαζί σου, ακόμη κι αν μου επιτρεπόταν να φιλήσω μονάχα τ’ ακροδάχτυλά σου», αποκρίθηκε με βραχνή φωνή ο Τζάιλς. «Μου χάρισες τόση απόλαυση χθες το βράδυ, Ίζομπελ. Όμως δεν έχω κανένα δικαίωμα να σ’ αφήσω να ρισκάρεις τα πάντα ερχόμενος ξανά στην κάμαρά σου». «Αν αυτό είναι το μόνο που έχουμε, μόνο ο χρόνος που θα είμαστε και οι δύο εδώ, τότε πρέπει να τον εκμεταλλευτούμε, να δημιουργήσουμε αναμνήσεις που θα διαρκέσουν για μια ζωή. Δε θα μας ανακαλύψουν, όχι αν είμαστε τόσο προσεκτικοί όσο ήμασταν χθες βράδυ». «Αναμνήσεις;» Την έσπρωξε απαλά μακριά του, μελετώντας το πρόσωπό της, και μετά χαμογέλασε. «Ναι. Θα δημιουργήσουμε μάλιστα μία από αυτές εδώ και τώρα, χρησιμοποιώντας αυτή τη μικρή κάμαρα για τελευταία φορά, για το σκοπό για τον οποίο προοριζόταν εξαρχής». Μια κουρελού ήταν ριγμένη πάνω στην καρέκλα του γραφείου που χρησιμοποιούσε για να γράφει τις σημειώσεις του. Ο Τζάιλς την πήρε και την άπλωσε πάνω στο ξύλινο πλαίσιο και τα σχοινιά, τα μόνα που είχαν απομείνει από το ανάκλιντρο στο δωμάτιο με τις τοιχογραφίες, κι έκλεισε τα ξεχαρβαλωμένα παντζούρια του παραθύρου, ενώ η Ίζομπελ έβγαζε τη στολή ιππασίας και τις μπότες της. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος της, εκείνη στεκόταν φορώντας μόνο την καμιζόλα και τις κάλτσες της, κι έτρεμε ελαφρά. «Ανατρίχιασα λιγάκι», δικαιολογήθηκε όσο έτριβε με τα χέρια της τα παγωμένα μπράτσα της. «Θα σε ζεστάνω εγώ. Μη βγάλεις και τα υπόλοιπα, έχει πολύ κρύο». Την τύλιξε με το πανωφόρι του και τη βοήθησε να ξαπλώσει προτού γδυθεί και ο ίδιος. Η Ίζομπελ έμεινε ξαπλωμένη, κουκουλωμένη στο ζεστό παλτό που διατηρούσε τη μυρωδιά του Τζάιλς και απόλαυσε τη θέα του γυμνού κορμιού του. Υπέθεσε ότι θα τον έκανε να αισθανθεί αμηχανία, αν του έλεγε πόσο όμορφο ήταν το σώμα του και, πέραν αυτού, ήταν σίγουρη ότι θα του το είχαν πει κάμποσες άλλες γυναίκες. Αντί γι’ αυτό, ελευθέρωσε τα χέρια της από το παλτό και τα άπλωσε προς το μέρος του. «Τζάιλς, έλα εδώ να ζεσταθείς». «Είμαι ζεστός». Τη σκέπασε ξανά κι άνοιξε το κάτω μέρος του παλτού ώστε ν’ αγκαλιάσει με τις παλάμες του τα πόδια της. Τα έτριψε και τα χάιδεψε πάνω από τις κάλτσες της για να τα ζεστάνει, κι όσο τα χέρια του ανέβαιναν πιο ψηλά τη γαργαλούσε και την ερέθιζε συνάμα. Ύστερα κάλυ-


ψε ξανά τις γάμπες της με το παλτό κι άρχισε να φιλάει, να γλείφει και να δαγκώνει τρυφερά τα γόνατά της, μέχρι που η Ίζομπελ άρχισε να ταλαντεύεται ανάμεσα στο γέλιο και στην απόγνωση. «Τζάιλς!» «Η ανυπομονησία τιμωρείται». Σκέπασε τα γόνατά της κι ανασηκώθηκε λίγο, αφήνοντας καλυμμένο το σημείο ακριβώς όπου εκείνη ήθελε να την αγγίξει. Σήκωσε ψηλά την καμιζόλα της για να χαράξει ένα μονοπάτι με τη γλώσσα του πάνω στην απαλή καμπύλη της κοιλιάς της, στον αφαλό της, ανάμεσα στα στήθη της, χωρίς όμως ν’ αγγίξει ούτε μια φορά τη μαλακή σάρκα τους, τις ερεθισμένες θηλές της που διψούσαν για το άγγιγμά του. Μόνο όταν έφτασε στο πιγούνι της κι εκείνη κλαψούρισε από πόθο και ανυπομονησία, ο Τζάιλς ξάπλωσε πλάι της και χαμήλωσε τα χείλη του στα δικά της. Άρχισε να τη φιλάει αργά και βασανιστικά, ενώ τα χέρια του χάιδευαν το κορμί της, οδηγώντας τη στα όρια της ηδονής και εντείνοντας την απόλαυση, τόσο που η Ίζομπελ σκέφτηκε πως κάθε νεύρο του κορμιού της πρέπει να ήταν ορατό καθώς ανασκιρτούσε κάτω από το δέρμα της. «Ω άθλιε», μουρμούρισε μ’ ένα λυγμό, σφίγγοντας τα δάχτυλά της πάνω στους σκληρούς μυς των ώμων του, ενώ το κορμί της τεντωνόταν σαν τόξο επιδιώκοντας το χάδι του. «Τύραννε». «Άγγιξέ με», είπε ο Τζάιλς οδηγώντας την παλάμη της να κλείσει γύρω από τον ανδρισμό του. «Πάρε με μαζί σου». Και τότε έπαψε να συγκρατείται, αφήνοντας το κορμί του στο έλεος της ενώ τα χέρια του απαιτούσαν κι άλλα, συνεχώς κι άλλα από κείνη, μέχρι που η Ίζομπελ έχασε κάθε συναίσθηση του ποια ήταν, ποιος ήταν ο Τζάιλς, και παραδόθηκε στην απόλυτη λήθη της ηδονής. Όταν συνήλθε, τον είδε σωριασμένο πάνω της, παραδομένο στον ύπνο. «Τζάιλς;» «Μμμ». Τα βλέφαρά του πετάρισαν, οι σκούρες βλεφαρίδες γαργάλησαν το μάγουλό της κι έπειτα έμεινε πάλι ακίνητος. Η Ίζομπελ τύλιξε πιο σφιχτά το πανωφόρι γύρω τους, τον αγκάλιασε κι έμειναν ξαπλωμένοι, με τα μάγουλά τους ν’ αγγίζονται, όσο εκείνη σκεφτόταν. Τίποτα δε διαρκούσε για πάντα. Τον είχε δικό της τώρα και για λίγες ανεκτίμητες μέρες και νύχτες, έστω κι αν δεν της είχε πει λόγια αγάπης. Δε θα σπαταλούσε αυτές τις στιγμές περιμένοντας τον αναπόφευκτο χωρισμό -θα τις ζούσε και θα τις γευόταν στο έπακρο, και μετά θα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς εκείνον. Δε θα μαραζώσω. Θα βρω ένα σκοπό, κάποια χαρά στη ζωή. Δε θ’ αφήσω να με κα-


ταστρέψει κάτι τόσο πολύτιμο. Μακριά στον ορίζοντα ακούστηκε μια βροντή. *** Μία ώρα αργότερα πλησίασαν στο σπίτι από διαφορετικές κατευθύνσεις, ο Τζάιλς από το δυτικό μονοπάτι και η Ίζομπελ ακολουθώντας τη διαδρομή από την οποία είχε έρθει, και συναντήθηκαν -δήθεν τυχαίαέξω από την πύλη των στάβλων. «Κύριε Χάρκερ! Καλή σας μέρα». Η Ίζομπελ τον χαιρέτησε καθώς ο ιπποκόμος τη βοηθούσε να αφιππεύσει ενώ ο Τζάιλς κατέβαινε μ’ ένα σβέλτο άλμα από το γκρίζο άλογό του. Ο ήχος από ασυνήθιστη φασαρία την έκανε να στρέψει το βλέμμα της στην εσωτερική αυλή, όπου διέκρινε το πίσω μέρος μιας άμαξας. «Επισκέπτες», σχολίασε ο Τζάιλς. «Ήταν ευχάριστη η βόλτα σας, λαίδη Ίζομπελ;» «Πολύ αναζωογονητική, σας ευχαριστώ. Φοβάμαι όμως ότι σύντομα θα βρέξει». Ανασήκωσε τη μακριά φούστα ιππασίας που φορούσε και προχώρησαν μαζί μέχρι την μπροστινή είσοδο της έπαυλης. Ο Μπένσον άνοιξε τις πόρτες καθώς πλησίαζαν και η Ίζομπελ μπήκε στο χολ, βλέποντας ότι οι επισκέπτες μόλις είχαν φτάσει επίσης. Ένας γκριζομάλλης άντρας μέτριου αναστήματος, με μια επιβλητική μύτη, στράφηκε στον ήχο των βημάτων τους γέρνοντας ελαφριά πάνω στο μπαστούνι του. Η αδύνατη γυναίκα που στεκόταν πλάι του, φορώντας ένα εξαιρετικά μοντέρνο μπονέ, κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. «Ίζομπελ, αγάπη μου! Τι υπέροχα νέα! Μόλις το μάθαμε έπρεπε να έρθουμε αμέσως, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε πως θα ταξιδεύαμε κυριακάτικα». Η Ίζομπελ μαρμάρωσε στο κατώφλι. «Μαμά; Μπαμπά». Η μητέρα της την αγκάλιασε ενώ εκείνη ένιωθε το δωμάτιο να γυρίζει γύρω της. Ακούστηκε ένα δυνατό μπουμπουνητό και πίσω της ο υπηρέτης βρόντηξε την πόρτα για να κλείσει έξω τη θύελλα. Καμία διέξοδος. «Αγάπη μου! Είσαι άρρωστη; Χλόμιασες! Κάτσε κάτω». «Είμαι μια... χαρά. Φταίει το σοκ που σε είδα ξαφνικά, μαμά. Σας ευχαριστώ, κύριε Χάρκερ». Ο Τζάιλς έφερε μια καρέκλα πίσω της και η Ίζομπελ σωριάστηκε πάνω της με έναν αναξιοπρεπή γδούπο. «Λόρδε Μπάιθορν, λαίδη Μπάιθορν». Ο Τζάιλς έκανε μία υπόκλιση και απομακρύνθηκε προχωρώντας προς τη σκάλα. «Στάσου! Εσύ είσαι ο Χάρκερ;»


«Λόρδε μου». Ο Τζάιλς στράφηκε. Το πρόσωπό του είχε γίνει χλομό και οι μώλωπες έδειχναν ακόμη πιο έντονοι. «Ο λόρδος Τζέιμς Όλμπραϊτ μου είπε ότι τραυματίστηκες, όταν οι δυο σας λογαριαστήκατε μ’ αυτά τα αποβράσματα που κηλίδωσαν την τιμή της κόρης μου. Κι έμαθα από τα γράμματα της Ίζομπελ ότι έσωσες την ίδια και τη μικρή Λίζι από πνιγμό στη λίμνη». «Αυτό στη λίμνη δεν ήταν τίποτα -οποιοσδήποτε περαστικός θα είχε κάνει το ίδιο. Και ο λόρδος Τζέιμς είναι παλιός μου φίλος, λόρδε μου. Έκανα απλώς ό,τι μπορούσα για να τον βοηθήσω». Ο Τζάιλς δεν έκανε καμία κίνηση να πλησιάσει τον πατέρα της ή να του δώσει το χέρι. Η Ίζομπελ συνειδητοποίησε ότι η μητέρα της δεν του είχε απευθύνει το λόγο και έδειχνε κάπως θορυβημένη επίσης. Φυσικά οι γονείς της γνώριζαν ποιος και τι ήταν, και ο Τζάιλς περίμενε αυτή την αντίδραση, αν ποτέ τους συναντούσε. «Έχεις τις εγκάρδιες ευχαριστίες μου». Ο λόρδος Μπάιθορν έκανε μία παύση, ενώ το πρόσωπό του συνοφρυώθηκε. «Είσαι φιλοξενούμενος σ’ αυτό το σπίτι;» «Έχω αναλάβει κάποιες αρχιτεκτονικές εργασίες για λογαριασμό του κόμη. Και τώρα με συγχωρείτε. Λόρδε... Κυρίες μου...» Ο Τζάιλς υποκλίθηκε ξανά κι έφυγε. «Λοιπόν, είμαι ευτυχής που είχα την ευκαιρία να ευχαριστήσω τον άνθρωπο προσωπικά», είπε ο πατέρας της μ’ ένα μορφασμό, καθώς η ποδάγρα του τον ταλαιπωρούσε. «Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω ότι εκπλήσσομαι που τον βρίσκω εδώ ως φιλοξενούμενο». «Η λαίδη Χάρντγουικ πάντα φιλοξενεί τους αρχιτέκτονες και τους σχεδιαστές εξωτερικών χώρων στο σπίτι της», είπε αδιάφορα η Ίζομπελ. «Ο κόμης συνεργάζεται τόσο στενά μαζί τους, που νομίζω ότι το βρίσκει πιο βολικό. Συνάντησα και τον κύριο Σόαν όταν έφτασα εδώ, αλλά δεν έχω γνωρίσει ακόμη τον κύριο Ρέπτον». «Τον Σόαν; Τουλάχιστον αυτός είναι τζέντλεμαν. Κυκλοφορεί η φήμη ότι θα χριστεί ιππότης», σχολίασε ο πατέρας της. Η Ίζομπελ άνοιξε το στόμα της να τον αντικρούσει, να του πει ότι ο Τζάιλς ήταν τζέντλεμαν, και μάλιστα γενναίος και ιπποτικός, αλλά το έκλεισε αμέσως απότομα. Αν τον υπερασπιζόταν, θα προκαλούσε μόνο υποψίες. «Ο άνθρωπος μοιάζει κυριολεκτικά με ληστή, με το πρόσωπό του σ’ αυτή την κατάσταση», παρατήρησε η μητέρα της με αποστροφή. «Τραυματίστηκε υπερασπιζόμενος το λόρδο Τζέιμς και, κατ’ επέκταση, εμένα». «Λοιπόν, ίσως να μην αποτελεί τόσο μεγάλη απειλή για τις κυρίες τώρα


που καταστράφηκε η ομορφιά του. Ήταν αληθινός Άδωνις απ’ ό,τι μαθαίνω, και υπάρχουν αρκετές ανόητες με ένστικτα όμοια μ’ εκείνα των γυναικών ελευθέρων ηθών, ώστε να ενθαρρύνουν άντρες σαν κι αυτόν», συνέχισε με ένα υποτιμητικό ρουθούνισμα η λαίδη Μπάιθορν. «Ίσως αποτελεί απειλή μόνο για τις παντρεμένες κυρίες», αντέτεινε μελιστάλαχτα η Ίζομπελ, σφίγγοντας τόσο πολύ τις γροθιές της, που μια ραφή στο γάντι της ξηλώθηκε. «Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να του επιτρέψει τη συναναστροφή με τις κόρες της ή μ’ εμένα. Υπό την κατάλληλη επίβλεψη, φυσικά». «Χαίρομαι που ακούω ότι υπήρχε τουλάχιστον επίβλεψη! Η συζήτηση είναι ακαδημαϊκή -περιμένω από την καμαριέρα σου να προλάβει να πακετάρει όλα τα πράγματά σου μέχρι να τελειώσουμε το μεσημεριανό γεύμα μας». «Να πακετάρει;» «Φυσικά!» Η μητέρα της την κοίταξε τρυφερά, ακτινοβολώντας από χαρά. «Τώρα που όλοι ξέρουν την αλήθεια για όσα συνέβη σαν, δεν υπάρχει λόγος να κρύβεσαι στην επαρχία. Μπορείς να επιστρέψεις στο σπίτι και να συνεχίσεις τη Σεζόν σου, όπως το είχαμε σχεδιάσει». «Μα...» Η Ίζομπελ άκουσε τη φωνή της ξαδέρφης Ελίζαμπεθ που πλησίαζε, και ο μπάτλερ στεκόταν ακόμη πίσω της. Δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για ν’ αρχίσει να καβγαδίζει με τους γονείς της για το μέλλον της. «Μάργκαρετ! Λόρδε Μπάιθορν! Τι ευχάριστη έκπληξη!» Η κόμισσα έφτασε στο χολ ακτινοβολώντας. «Ήρθατε να πάρετε την αγαπητή μας Ίζομπελ, φυσικά. Θα μας λείψει πολύ». Τους κατηύθυνε προς το Κίτρινο Σαλόνι. «Μάργκαρετ, θα ήθελες ν’ ανέβεις με την Ίζομπελ στην κάμαρά της; Θα ειδοποιήσω την καμαριέρα της να σου φέρει ό,τι χρειάζεσαι για να φρεσκαριστείς μετά το ταξίδι. Για να φτάσατε τόσο γρήγορα, θα πρέπει να ξύπνησες πολύ νωρίς». «Θ’ ανέβω πάνω σε λίγο, Ελίζαμπεθ -είμαι τόσο χαρούμενη που ξαναβλέπω την κόρη μου! Ξεκινήσαμε αμέσως μόλις λάβαμε την επιστολή του λόρδου Τζέιμς και διανυκτερεύσαμε στο πανδοχείο Μπελ, στο Μπάντινγκφορντ. Αδημονούσα να πάρω το αγαπημένο μου κοριτσάκι στο σπίτι ξανά. Δόξα τω Θεώ που δε χάσαμε κάτι σημαντικό από τη Σεζόν». «Φαντάζομαι πως η Ίζομπελ χαίρεται περισσότερο για την αποκατάσταση της υπόληψής της παρά για την ευκαιρία να συμμετάσχει ξανά στις κοινωνικές εκδηλώσεις», σχολίασε η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ ρίχνοντας ένα βλέμμα στην Ίζομπελ. Υπήρχε κατανόηση σ’ αυτό το βλέμμα κι ένα είδος θλιμμένης συμπόνιας. Εκείνη τουλάχιστον είχε κάποια ιδέα για το πόσο


απρόθυμη ήταν η Ίζομπελ να βυθιστεί και πάλι στη δίνη της κοινωνικής ζωής που τόσο απεχθανόταν, και τη διορατικότητα ν’ αντιληφθεί ότι τα κουτσομπολιά και τα κακεντρεχή σχόλια θα την ακολουθούσαν παρ’ όλα αυτά. «Θα προτιμούσα να μείνω εδώ, μαμά», είπε η Ίζομπελ. Σταύρωσε τα χέρια στα γόνατά της και κάθισε στητή στην καρέκλα της, λες και η άψογη διαγωγή της θα απέτρεπε με κάποιον τρόπο την καταστροφή. Αν άφηνε τους ώμους της να καμπουριάσουν, αν χαλάρωνε έστω και στο ελάχιστο, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να συγκρατηθεί και να μην ξεσπάσει σε λυγμούς ή να τρέξει πίσω από τον Τζάιλς.


Κεφάλαιο 16 «Να μείνεις εδώ;» είπε η λαίδη Μπάιθορν στρέφοντας το βλέμμα στην κόρη της. Για μια στιγμή η Ίζομπελ σκέφτηκε πως υπήρχε ελπίδα, αλλά μετά η μητέρα της ένευσε αρνητικά. «Μα δεν μπορείς να καταχραστείς τη φιλοξενία της λαίδης Χάρντγουικ τώρα που δεν είναι απαραίτητο. Πραγματικά, Ίζομπελ, είναι καιρός πλέον ν’ αποτινάξεις αυτή τη στάση αδιαφορίας για την κοινωνία. Δεν έπρεπε ποτέ να σου επιτρέψουμε να μείνεις με την κυρία Νίνταμ σ’ εκείνο το απομακρυσμένο μέρος για περισσότερο από ένα χρόνο. Έχω να πω ότι γύρισες πίσω σ’ εμάς τελείως διαφορετική». «Συγνώμη, μαμά». «Το καλύτερο για σένα είναι να επιστρέψεις στο Λονδίνο, Ίζομπελ», παρενέβη η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ. «Θα μας λείψεις, όμως υπάρχει κίνδυνος ν’ αρχίσουν πάλι τα κουτσομπολιά αν δεν εμφανιστείς στην πόλη. Ενδεχομένως να φανεί σαν να έχεις κάτι να κρύψεις τελικά». Οπότε, δε θα έβρισκε βοήθεια από αυτό το μέτωπο. Πού αλλού να πάει όμως; Αν το έσκαγε για να βρει καταφύγιο στην Τζέιν και στην Άναμπελ, τότε ο πατέρας της θα την έφερνε πίσω, και δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να τον αντικρίσει ξανά, αν εκείνος γνώριζε την εγγονή του εντελώς απροετοίμαστος. Πέρα από το επίδομά της, δεν είχε άλλα χρήματα. Αν έτρεχε στην αγκαλιά του Τζάιλς, θα τον έμπλεκε σ’ ένα σκάνδαλο που ίσως κατέστρεφε την καριέρα του. Της ήταν τρομερά δύσκολο να σκεφτεί λογικά. Ένιωθε σαν να έτρεχε μέσα σ’ ένα σκοτεινό σπίτι, χτυπώντας πόρτες που αποδεικνύονταν όλες κλειδωμένες, προσπαθώντας να βρει το δρόμο της στο λαβύρινθο των διαδρόμων. Νόμιζε ότι είχε μερικές ακόμη πολύτιμες μέρες με τον Τζάιλς και τώρα της τις είχαν κλέψει. Έπρεπε να του μιλήσει. Φεύγοντας από το χολ είχε ανέβει τη σκάλα, οπότε πρέπει να είχε πάει στο δωμάτιό του για ν’ αλλάξει. «Μαμά, θέλεις ν’ ανέβουμε στα δωμάτιά μου; Έτσι θα πω και στην Ντόροθι ν’ αρχίσει το πακετάρισμα». Από κάπου μέσα της άντλησε το κουράγιο να χαμογελάσει, να σταθεί όρθια και να υποκριθεί την ψύχραιμη.


«Φυσικά». Η μητέρα της την έπιασε αγκαζέ και κατευθύνθηκαν προς τη σκάλα. «Τώρα, χρειάζεται μόνο να ξεπεράσεις αυτή τη συστολή και την αδιαφορία που δείχνεις να νιώθεις, κι όλα θα πάνε καλά. Ο αέρας της εξοχής σού έκανε καλό -τα μάγουλά σου είναι ρόδινα, τα χείλη σου φαίνονται πιο σαρκώδη και υπάρχει μια λάμψη στα μάτια σου». Όλα συνέπειες της ερωτικής συνεύρεσης με τον Τζάιλς, θα έπρεπε να συμπληρώσει η μητέρα της, αν ήξερε. Φαινόταν όμως ότι δεν της είχε περάσει καν η υποψία πως κάτι ανάρμοστο είχε συμβεί μεταξύ τους, παρ’ όλο που είχαν μπει μαζί στο σπίτι. Ίσως θεωρούσε αδύνατον η κόρη της να σκεφτεί έστω να φλερτάρει με κάποιον άντρα της δικής του κοινωνικής θέσης, πόσω μάλλον κάτι περισσότερο! «Να μαστέ. Όμορφη θέα, ε; Ντόροθι, σε παρακαλώ, μάζεψε τα πράγματά μου το συντομότερο δυνατόν -είμαι βέβαιη ότι μπορείς να ζητήσεις βοήθεια, αν τη χρειαστείς. Θα φύγουμε μετά το μεσημεριανό, οπότε φρόντισε να γευματίσεις κι εσύ. Πρώτα όμως φέρε, σε παρακαλώ, ζεστό νερό για τη λαίδη». «Μάλιστα, κυρά μου». Η καμαριέρα έκανε μια υπόκλιση στη λαίδη Μπάιθορν. «Αν μου επιτρέπετε, παίρνω το θάρρος να πω ότι χαίρομαι πολύ που η λαίδη Ίζομπελ θα γυρίσει στο σπίτι». «Σ’ ευχαριστώ, Ντόροθι. Όλοι χαιρόμαστε», αποκρίθηκε η λαίδη, και η καμαριέρα βγήκε βιαστικά απ’ το δωμάτιο. «Μαμά, με συγχωρείς λίγο; Θέλω να πάω στο παιδικό δωμάτιο και στην αίθουσα διδασκαλίας των παιδιών για να τα αποχαιρετήσω. Έχω δεθεί μαζί τους αυτές τις μέρες». «Φυσικά. Θα καθίσω εδώ, θα θαυμάσω τη θέα από το παράθυρο και θα ξεκουραστώ λιγάκι». Η Ίζομπελ έδωσε στη μητέρα της ένα φιλί στο μάγουλο και βγήκε έξω, κατευθυνόμενη προς τη σκάλα του υπηρετικού προσωπικού. Μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν την έβλεπε κανείς, έτρεξε πάνω στη σοφίτα και στην αίθουσα διδασκαλίας. «Ξαδέρφη Ίζομπελ!» Η Λίζι πετάχτηκε χαρούμενη από τη θέση της δίπλα στην Κάρολαϊν, που είχε τυλιγμένο γύρω από το πρόσωπό της ένα μαντίλι κι έδειχνε πολύ θλιμμένη. «Με συγχωρείτε, δεσποινίς Χέντερσον, που διακόπτω το μάθημά σας, αλλά πρέπει ν’ αποχαιρετήσω τα παιδιά. Η μαμά κι ο μπαμπάς ήρθαν να με πάρουν στο σπίτι, Λίζι». «Ω». Το προσωπάκι της μικρής κατσούφιασε. «Δεν μπορείς να μείνεις λίγο ακόμη;»


«Όχι, λυπάμαι. Σας υπόσχομαι ότι θα γράψω σε όλους σας. Ο Τσαρλς είναι στο δωμάτιό του; Θέλω να τον φιλήσω κι αυτόν», είπε καθώς ελευθερωνόταν από τις παιδικές αγκαλιές. «Αν είστε όλοι σας καλά παιδιά, θα κουκουλωθούμε με ζεστά πανωφόρια και θα βγούμε έξω ν’ αποχαιρετήσουμε τη λαίδη Ίζομπελ», πρότεινε η γκουβερνάντα. «Αυτό θα ήταν υπέροχο, σ’ ευχαριστώ. Τώρα που θα πάω στο Λονδίνο θα στείλω σε όλους σας από ένα δώρο. Θα σας άρεσε αυτό;» Άφησε τα παιδιά αποσβολωμένα στη σκέψη των δώρων που θα έπαιρναν, χωρίς να είναι τα γενέθλιά τους ή Χριστούγεννα, κατέβηκε βιαστικά τη σκάλα και διέσχισε το διάδρομο που έβγαζε στο υπνοδωμάτιο του Τζάιλς. Ίσα που προλάβαιναν, αρκεί εκείνος να ήταν ακόμη εκεί. Η Ίζομπελ κόλλησε το αυτί της στο ξύλο της πόρτας, όμως δεν άκουσε φωνές -άρα ο βαλές δεν ήταν μαζί του. Χωρίς να χτυπήσει, άνοιξε την πόρτα και γλίστρησε μέσα. «Ίζομπελ!» Ο Τζάιλς βγήκε από το δωμάτιο της γκαρνταρόμπας κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Το πρόσωπό σου... Γιατί έβγαλες τον επίδεσμο; Ο γιατρός δεν έχει αφαιρέσει ακόμη τα ράμματα. Ω, δείχνει τόσο επώδυνο!» «Φαίνεται εντελώς αποκρουστικό και θα πείσει, ελπίζω, τους γονείς σου ότι η κόρη τους δε θα έριχνε δεύτερο βλέμμα στον κάτοχο αυτού του προσώπου». Την έπιασε από τους ώμους. «Τι στην ευχή κάνεις εδώ; Θα γίνει χαμός αν σε βρουν μαζί μου». «Έπρεπε να σου μιλήσω», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Και δεν ήξερα πότε θα μπορούσαμε να ξεκλέψουμε μια στιγμή μόνοι μας. Ο μπαμπάς σκοπεύει να ξεκινήσουμε για το σπίτι αμέσως μετά το γεύμα. Τζάιλς, τι θα κάνουμε;» «Τίποτα -απλώς θα έρθουμε στα συγκαλά μας», είπε με τραχύ ύφος. «Ίσως μέσα στην ατυχία μας σταθήκαμε τυχεροί· όσο περισσότερο ήμασταν μαζί, τόσο θα αυξάνονταν οι πιθανότητες να μας ανακαλύψουν». «Μα τώρα δεν έχουμε καμία πιθανότητα να σχεδιάσουμε...» «Δεν υπάρχει τίποτα να σχεδιάσουμε. Δεν είσαι μια νεαρή ρομαντική κοπελίτσα, Ίζομπελ. Ήξερες ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα, όπως το ήξερα κι εγώ, αλλά αφήσαμε τους εαυτούς μας να ονειρεύονται και τώρα είναι καιρός να ξυπνήσουμε». «Έτσι απλά;» Κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του. Ο ψυχρός, αλαζονικός άντρας της πρώτης τους συνάντησης είχε επιστρέψει και ο τρυφερός εραστής της είχε εξαφανιστεί. «Δίχως πόνο, δίχως θλίψη, απλώς τυχεροί μέσα


στην ατυχία μας; Σ’ αγαπώ, Τζάιλς». «Κι εγώ άφησα τον εαυτό μου να πιστέψει ότι μπορούσα να ερωτοτροπήσω με την κόρη ενός κόμη». Έκλεισε το μάγουλό της στη χούφτα του. «Λιακάδα το Φλεβάρη. Έπρεπε να το ξέρω ότι θ’ ακολουθούσε παγωνιά! Ξύπνα, Ίζομπελ· τελείωσε». «Δηλαδή πραγματικά δε μ’ αγαπάς;» ρώτησε με πόνο. Η βροχή χτυπούσε δυνατά στο παράθυρο, ακολουθώντας τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς της. «Σου το είπα ήδη. Ούτε εσύ μ’ ερωτεύτηκες, αν θέλεις να φανείς ειλικρινής με τον εαυτό σου. Πληγώθηκες και βίωσες την απόρριψη από ανθρώπους που θεωρούσες φίλους σου. Ήθελες τρυφερότητα, όπως ήθελες και να επαναστατήσεις». «Αυτό νομίζεις; Ύστερα από τον τρόπο που κάναμε έρωτα, μπορείς ακόμη να λες ότι ήταν όλα μια αυταπάτη, μια πράξη αντίδρασης εκ μέρους μου; Τελικά αυταπάτη πρέπει να ήταν, γιατί νόμιζα ότι σε ήξερα και τώρα δεν είμαι καθόλου σίγουρη γι’ αυτό». Έστρεψε το πρόσωπό της, μη αντέχοντας άλλο το άγγιγμά του, και μετά τον κοίταξε ξανά. «Γιατί πάλεψες για χάρη μου, αν δεν ήμουν σημαντική για σένα;» «Ήταν το σωστό, τόσο για τους φίλους μου όσο και για οποιαδήποτε κυρία που θα είχε προδοθεί μ’ αυτόν τον τρόπο». «Αληθινός ιππότης εν δράσει! Όπως και η διάσωση δύο ανθρώπων από βέβαιο πνιγμό στη λίμνη. Νόμιζα πως ήμουν φίλη σου». Ακουγόταν απεγνωσμένη, αλλά, όσο κι αν αυτό πλήγωνε την περηφάνια της, δεν μπορούσε να σταματήσει. «Είπες ότι ήμουν δική σου». «Ήταν λάθος μου να σκεφτώ ότι μπορούσα να γίνω φίλος με μια ανύπαντρη κυρία και όσα είπα ήταν ανόητοι συναισθηματισμοί». «Άρα δεν υπάρχει τίποτε μεταξύ μας;» Ήταν σαν να έμπηγε βελόνες στη σάρκα της, αλλά έπρεπε ν’ ακούσει την αλήθεια από κείνον. «Αρχικά μιλούσε ο ιπποτισμός, μετά η πλάνη. Κάναμε έρωτα, όμως ήταν απλή λαγνεία». «Θαυμάζω το θάρρος και τη γενναιοδωρία σου, την ευφυΐα και την κομψότητά σου. Ήταν τιμή μου να μοιραστώ το κρεβάτι σου, και τα χείλη μου θα μείνουν για πάντα σφραγισμένα. Δε χρειάζεται να φοβάσαι ότι θ’ αφήσω ποτέ το παραμικρό υπονοούμενο για τη σχέση μας». Η Ίζομπελ κοίταξε το σημαδεμένο, μελανιασμένο πρόσωπό του και προσπάθησε να βρει το φίλο της, τον εραστή της, τον αγαπημένο της κάτω απ’ αυτή τη σκληρή μάσκα. Δεν υπήρχε όμως τίποτα, μόνο ένας αδιό-


ρατος οίκτος, μια αμυδρή υποψία χαμόγελου. «Σ’ εμπιστεύτηκα, Τζάιλς». «Ποτέ δε σου είπα ψέματα. Ποτέ δε σου είπα ότι σ’ αγαπούσα. Λυπάμαι που φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο». «Όχι τόσο όσο εγώ, Τζάιλς». Η Ίζομπελ του γύρισε απότομα την πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο. Ήθελε να διστάσει στο κατώφλι, να περιμένει για μια στιγμή καθώς σίγουρα θα της φώναζε να γυρίσει, όμως ανάγκασε τον εαυτό της να συνεχίσει να περπατάει, έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω της κι επέστρεψε στο δωμάτιό της. Εκείνος δε μίλησε. *** Η μητέρα της, με φρεσκαρισμένη την κόμμωσή της και ανανεωμένη όψη χάρη στη συνετή χρήση πούδρας ρυζιού, καθόταν με τα πόδια απλωμένα σ’ ένα σκαμνί ενώ η Ντόροθι τριγύριζε στο δωμάτιο πακετάροντας. «Ίζομπελ, αγάπη μου... Έκλαιγες;» Η μητέρα της ανασηκώθηκε στην καρέκλα κατεβάζοντας τα πόδια στο πάτωμα. «Όχι... ε... ναι, λιγάκι. Στενοχωρήθηκα που θ’ αφήσω τα παιδιά, είναι αξιαγάπητα. Υποθέτω πως μου ξέφυγαν κάποια δάκρυα, αυτό είναι όλο. Α, να και το καμπανάκι -πάμε κάτω;» Κατέβηκαν τη σκάλα πιασμένες ξανά αγκαζέ. Η Ίζομπελ διαισθάνθηκε πως η μητέρα της είχε χαλαρώσει τώρα. Η μυστήρια κόρη της είχε υποχωρήσει, η Σεζόν μπορούσε να αξιοποιηθεί με κάθε δυνατό τρόπο και στο τέλος της η Ίζομπελ θα είχε βρει τα λογικά της ξανά και θα αρραβωνιαζόταν έναν πλούσιο άντρα με καλές διασυνδέσεις, που θα της χάριζε ένα τσούρμο αξιολάτρευτα παιδιά. Όλα θα πήγαιναν καλά. Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ και τα τρία μεγαλύτερα παιδιά της ήταν ήδη στην τραπεζαρία. Ο λόρδος Χάρντγουικ και ο πατέρας της Ίζομπελ μπήκαν στην αίθουσα αμέσως μετά, ενώ πίσω τους ακολουθούσε ο Τζάιλς. Η λαίδη Μπάιθορν έριξε μια ματιά στο πρόσωπό του, άφησε μια πνιχτή κραυγή κι άρχισε να συζητάει βεβιασμένα με τη λαίδη Ανν. Η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ συνοφρυώθηκε, περισσότερο από ανησυχία που ο Τζάιλς είχε βγάλει τον επίδεσμό του παρά από απέχθεια για την ουλή του, συλλογίστηκε η Ίζομπελ. Ο πατέρας της τον κάρφωσε για λίγο με το βλέμμα του και μετά συνέχισε τη συζήτησή του με τον κόμη για θέματα μίσθωσης. Ο Τζάιλς, φαινομενικά αδιάφορος, ευχαρίστησε τη λαίδη Κάθριν για το ψωμί που του έδωσε, της πρόσφερε με τη σειρά του το πιάτο με το βούτυρο και αφοσιώθηκε στο γεύμα του. «Λίγη πηχτή μήπως, μιλαίδη;» Ο Μπένσον της πρόσφερε την πιατέλα. Η Ίζομπελ κοίταξε το βραστό χοιρινό με τον τρεμάμενο ζελέ και έχασε την ελάχιστη όρεξη που της είχε απομείνει.


«Σ’ ευχαριστώ, Μπένσον, όχι. Μόνο λίγο ψωμί και βούτυρο, αν έχεις την καλοσύνη». Ήταν παράξενο, σκέφτηκε, καθώς μασουλούσε στωικά δυο φέτες ψωμί με βούτυρο και, για να ανακόψει τις πιέσεις της μητέρας της για περισσότερο φαγητό, μια φέτα τυρί. Δεν περίμενε ότι θα ένιωθε έτσι, με ραγισμένη την καρδιά της... μουδιασμένη, λες και τίποτα δεν είχε πλέον σημασία. Ίσως ήταν το σοκ. Λένε πως όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, δε νιώθει τον πόνο παρά τον φοβερό τραυματισμό του. Παρατηρούσε κλεφτά τον Τζάιλς πάνω από το χείλος του ποτηριού της και δεν ένιωθε τίποτα -μόνο ένα τεράστιο κενό εκεί όπου λίγες ώρες πριν υπήρχε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων. Ελπίδα, αγάπη, επιθυμία, φόβος, αβεβαιότητα, ευτυχία, σύγχυση, τρυφερότητα, ανησυχία, ήταν όλα εκεί. Τώρα, τίποτα. Διαπίστωσε ότι μπορούσε να χαμογελάσει, να κουνήσει το κεφάλι της όταν η ξαδέρφη Ελίζαμπεθ επαίνεσε το θάρρος που επέδειξε στη διάσωση της Λίζι, να πει στη μητέρα της για την ενδιαφέρουσα συνταγή για μαρμελάδα δαμάσκηνο που της είχε δώσει η σύζυγος του εφημέριου. Όταν το βλέμμα της συνάντησε το βλέμμα του Τζάιλς στην άλλη άκρη του τραπεζιού, κατάφερε να διατηρήσει την έκφρασή της ευγενικά ουδέτερη, ακόμη και να του χαρίσει ένα φωτεινό, τυπικό χαμόγελο. Μόνο όταν συγκεντρώθηκαν στο μεγαλόπρεπο Κίτρινο Σαλόνι για ν’ ανταλλάξουν τους τελευταίους αποχαιρετισμούς, η Ίζομπελ συνειδητοποίησε πώς ένιωθε. Είχε επισκεφθεί κάποτε το Μουσείο Μηχανικής Μέρλιν, στην Πρίνσες Στρητ, και είχε θαυμάσει τα αυτόματα να πηγαινοέρχονται με απότομες, κοφτές κινήσεις, δημιουργώντας την εντύπωση πως ήταν ολοζώντανα, ενώ μέσα τους υπήρχαν μόνο γρανάζια και τροχοί εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκονται το μυαλό, η καρδιά και η ψυχή τους. Η Ίζομπελ έσφιξε χέρια, αντάλλαξε φιλιά και χαμογέλασε, ευχαρίστησε τους οικοδεσπότες της όπως έπρεπε και, όταν είδε μια σκιά στο κατώφλι της πόρτας και τον Τζάιλς να στέκεται εκεί ακίνητος, έκλινε ευγενικά το κεφάλι της σε χαιρετισμό. «Αντίο, κύριε Χάρκερ». Όταν όμως οι γονείς της στράφηκαν να τον δουν, εκείνος είχε εξαφανιστεί. Σαν όνειρο, συλλογίστηκε η Ίζομπελ. Ακριβώς όπως μια ονειροπόληση -ούτε καν ανάμνηση.


Κεφάλαιο 17 «Δεν έχω καμία απολύτως προσδοκία να βρω κάποιον για να παντρευτώ, μαμά», είπε η Ίζομπελ, πασχίζοντας να δώσει τη σωστή αναλογία πυγμής και λογικής στον τόνο της φωνής της. «Φοβάμαι πως είναι θλιβερή σπατάλη χρημάτων να μου αγοράσετε τα κατάλληλα ρούχα για άλλη μία Σεζόν». Για τέσσερις ημέρες δεχόταν σιωπηρά όλα τα σχέδια της μητέρας της, όμως τώρα ένιωθε ότι όφειλε να πει κάτι για να την κάνει να καταλάβει πώς ένιωθε πραγματικά. Η λαίδη Μπάιθορν, που κοιτούσε εξονυχιστικά την Ολντ Μποντ Στρητ καθώς η άμαξα περνούσε αργά μπροστά από τα καταστήματα, στράφηκε απότομα στην κόρη της. «Γιατί να μη βρεις ποτέ κάποιον;» ρώτησε επιτακτικά, με κάτι στη φωνή της που η Ίζομπελ ήξερε ότι ήταν δικαιολογημένη ενόχληση. Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε ώστε να δει τη δεύτερη κόρη της κατάλληλα αποκατεστημένη, και κάθε υπάκουη θυγατέρα θα συνεργαζόταν πλήρως και θα ήταν αναλόγως ευγνώμων στη μητέρα της. «Δεν μπορεί να λιώνεις ακόμη από καημό για τον νεαρό Νίνταμ;» «Όχι, μαμά». «Τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος στον κόσμο...» Έκοψε στη μέση τη φράση της και κοίταξε την Ίζομπελ καχύποπτα. «Δεν ερωτεύτηκες κάποιον ακατάλληλο, σωστά;» «Μαμά...» «Μη μου πεις ότι αυτός ο απαίσιος Χάρκερ κέρδισε με δόλιο τρόπο την καρδιά σου!» «Εντάξει, μαμά». «Εντάξει, τι;» «Δε θα σου πω ότι ο κύριος Χάρκερ κέρδισε την καρδιά μου με οποιονδήποτε τρόπο». «Μην αυθαδιάζεις, Ίζομπελ. Δεν αρμόζει σε μια κοπέλα της ηλικίας σου». «Ναι, μαμά. Δεν υπάρχει κανένα παράνομο ρομάντζο για ν’ ανησυχείς». Όχι πια. «Φτάσαμε στης μαντάμ Λε Κλερ. Σε παρακαλώ, μη γίνεις θέαμα στις


πρόβες με την γκρίνια σου». «Όχι, μαμά. Θα συνεργαστώ και θα συμμετάσχω σε αυτή τη Σεζόν, πλήρως. Όμως είναι η τελευταία φορά. Ύστερα από αυτό το καλοκαίρι, αν δεν έχω αρραβωνιαστεί, δε θα κάνω άλλη Σεζόν στο Λονδίνο». «Ω!» Η λαίδη Μπάιθορν σήκωσε τα χέρια ψηλά αγανακτισμένη. «Αχάριστο κορίτσι! Δηλαδή θα πρέπει να περιμένω για εγγόνια μέχρι ο Φρέντερικ να φτάσει σε ηλικία γάμου;» Οι ενοχές έσφιξαν σαν γροθιά την καρδιά της. Η μητέρα της θα γινόταν υπέροχη γιαγιά, αγαπούσε τα μικρά παιδιά. Θα λάτρευε την Άναμπελ, και η Άναμπελ θα την αγαπούσε. «Πολύ φοβάμαι πως ναι, μαμά. Ευχαριστώ, Τράβις», πρόσθεσε απευθυνόμενη στον ιπποκόμο που κατέβαζε τα σκαλάκια της άμαξας, διατηρώντας την απάθειά του καθώς άκουγε τα αδιάκριτα παράπονα της κυρίας του. Η Ίζομπελ ακολούθησε τη μητέρα της στο κατάστημα ρούχων, κάθισε κάτω κι αφιέρωσε όλη την προσοχή της στα φιγουρίνια που έφεραν μπροστά της, στα δείγματα υφασμάτων που ήταν απλωμένα πάνω στο τραπέζι και στη λίστα με τα βασικά φορέματα που είχε φτιάξει η μητέρα της. «Έχετε χάσει βάρος, μιλαίδη», ανήγγειλε η μαντάμ Λε Κλερ, με το θάρρος κάποιας που έπαιρνε τα μέτρα όλων των γυναικών της οικογένειας Τζέρβις για δέκα χρόνια σχεδόν. «Τότε άσε επιπλέον ύφασμα στις ραφές ώστε να φαρδύνουμε στο μέλλον τα φορέματα, κι εγώ θα βάλω τα δυνατά μου να φάω όσο περισσότερο μπορώ στα επίσημα δείπνα», αποκρίθηκε ανάλαφρα η Ίζομπελ. «Νομίζεις ότι τρεις βραδινές τουαλέτες είναι αρκετές, μαμά;» «Νόμιζα ότι δεν... Εννοώ, παράγγειλε κι άλλες αν θέλεις, αγάπη μου». Η μητέρα της ανοιγόκλεισε τα μάτια, ολοφάνερα ξαφνιασμένη με την απότομη αλλαγή διάθεσης της κόρης της. Ούτως ή άλλως ήταν η τελευταία της Σεζόν: είτε θα γινόταν ένα θαύμα και θα τη φλέρταρε ένας άντρας που θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά ανεκτικός, με βαθιά κατανόηση και αρκετά κατάλληλος μνηστήρας ώστε να ικανοποιηθούν οι γονείς της, είτε θα έμενε με ένα σωρό τουαλέτες, που θα μεταποιούσε για τα επερχόμενα μοναχικά χρόνια. «Αχά! Όλα εξηγούνται τώρα -η λαίδη Ίζομπελ είναι ερωτευμένη!» φώναξε η Γαλλίδα, ενθουσιασμένη με αυτή τη διαπίστωση. Η Ίζομπελ απλώς συμπλήρωσε: «Και δύο στολές ιππασίας». Ένιωθε κενή από κάθε συναίσθημα-καλό πρέπει να ήταν αυτό. Σήμαινε ότι θα ζούσε μια ρηχή ζωή και θα ενέδιδε σε όλες τις επιφανειακές απολαύσεις της για


μερικούς μήνες: όμορφα ρούχα, διασκεδάσεις, φλερτ. Θα ικανοποιούσε τη μητέρα της -για ένα διάστημα τουλάχιστον- και θα είχε κάτι να κάνει, κάτι για να γεμίσει το κενό που διαφαινόταν μπροστά της. *** «Δεν είμαι βέβαιη ότι εγκρίνω τη λαίδη Λίμινγκτον», σχολίασε η λαίδη Μπάιθορν δύο εβδομάδες αργότερα καθώς η ουρά των αμαξών προχώρησε λίγα μέτρα πιο κοντά στο κόκκινο χαλί που ήταν στρωμένο στο πεζοδρόμιο, έξω από το μεγάλο αρχοντικό της Κάβεντις Σκουέαρ. «Μου φαίνεται ότι δεν είναι διόλου επιλεκτική ως προς το ποιόν των ανθρώπων που καλεί στις χοροεσπερίδες της, από την άλλη όμως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα επικρατεί συνωστισμός και όλοι οι δημοφιλείς και διαθέσιμοι τζέντλεμαν θα είναι εκεί». Η Ίζομπελ δεν είπε τίποτα, απλώς αρκέστηκε να ισιώσει το ασημί σιφόν ύφασμα που έπεφτε πάνω από το μπλε μεταξωτό φόρεμά της. Μια αθρόα προσέλευση καλεσμένων σήμαινε πολλούς διαθέσιμους καβαλιέρους, πολλές ευκαιρίες για εφήμερο, ανούσιο φλερτ ώστε να δημιουργήσει στη μητέρα της την ψευδαίσθηση της υπάκουης κόρης. Κατά κύριο λόγο ένιωθε ασφαλής στις πολυάριθμες δεξιώσεις, κρυμμένη στο πλήθος σαν ψαράκι μέσα στην αχανή θάλασσα. Μετά το σκάνδαλο της σύλληψης του λόρδου Άντριου και την επακόλουθη εξαφάνισή του στα κτήματά του στην επαρχία, η Ίζομπελ ανακάλυψε ότι αποτελούσε επίκεντρο του ενδιαφέροντος ουσιαστικά κάθε ανθρώπου που συναντούσε. Οι άντρες που είχε περιφρονήσει στο παρελθόν έδειχναν να αδημονούν να δοκιμάσουν ξανά την τύχη τους μαζί της, ενώ οι νεαρές κυρίες άφηναν πνιχτές κραυγές και μαζεύονταν γύρω της με νευρικές, όλο έξαψη κινήσεις, θέλοντας να μάθουν τα πάντα γύρω από το πόσο φρικιό ήταν. Οι ώριμες παντρεμένες γυναίκες κουνούσαν με συγκατάβαση το κεφάλι για τις αμαρτίες των σύγχρονων νέων αντρών και για το πόσο θαρραλέα υπέμενε τη δοκιμασία της η λαίδη Ίζομπελ. *** «Δε με νοιάζει πια, γι’ αυτό έχω γίνει ξαφνικά τόσο ελκυστική στα μάτια τους», είπε σαρκαστικά στην Πάμελα Μόνσομ που σταμάτησε για να κουτσομπολέψουν, όταν συναντήθηκαν στο μπουντουάρ των κυριών. Η Πάμελα ήταν μία από τις ελάχιστες φίλες που της είχαν σταθεί στον απόηχο του σκανδάλου, με μια γεμάτη πάθος επιστολή όπου της έλεγε πως δεν πίστευε λέξη για όλα αυτά και πως οι άντρες ήταν κτήνη. «Δεν είναι μόνο αυτό», είπε η Πάμελα καθώς την περιεργαζόταν με το κεφάλι της γερμένο ελαφρά στο πλάι. «Αν και έχεις αδυνατίσει, φαίνεσαι


πιο... δεν ξέρω. Πιο ώριμη. Πεπειραμένη». «Ηλικιωμένη δηλαδή», αντέτεινε η Ίζομπελ. «Ω, κοίτα». Η Πάμελα χαμήλωσε τη φωνή της σ’ έναν ψίθυρο. «Κοίτα ποια μπήκε μέσα!» «Ποια;» Η Ίζομπελ καμώθηκε πως εξέταζε τον ποδόγυρο της τουαλέτας της ώστε να μπορέσει να γυρίσει λιγάκι και να κοιτάξει την είσοδο. «Ποια είναι αυτή;» Η γυναίκα που είχε μόλις μπει στο δωμάτιο ήταν εξαιρετικά όμορφη, μ’ έναν τρόπο όμως που η Ίζομπελ θα μπορούσε να την περιγράψει ως «καλοδιατηρημένη». Η ηλικία της ήταν ακαθόριστη από αυτή την απόσταση, αλλά έδειχνε σίγουρα πάνω από τριάντα πέντε χρόνων -ψηλή, με υπέροχες αναλογίες και μια μάζα από χρυσοκάστανα μαλλιά, πιασμένα με διαμαντένιες φουρκέτες ασορτί με το περιδέραιο που στόλιζε το αλαβάστρινο μπούστο της. Η γυναίκα ανασήκωσε τον ποδόγυρο της μαύρης τουαλέτας της και στράφηκε σαρώνοντας με το βλέμμα της το χώρο. Το χρώμα του φορέματος της μπορεί να ήταν πένθιμο, όμως η Ίζομπελ δεν είχε δει ποτέ κάτι που να ταιριάζει λιγότερο σε κηδεία. Το σατέν ύφασμα ήταν διακοσμημένο με περίτεχνα μοτίβα και λαμπύριζε σαν τον νυχτερινό ουρανό, με διαμάντια όμως αντί γι’ αστέρια. «Αυτή, αγαπητή μου, είναι η Πορφυρή Χήρα», της σφύριξε σιγανά η Πάμελα. «Δεν έχω βρεθεί ποτέ πριν τόσο κοντά της· η μαμά πάντοτε φεύγει βιαστική προς την αντίθετη κατεύθυνση όποτε τη βλέπει. Νομίζω ότι κάποια στιγμή στο παρελθόν είχε μια περιπέτεια με τον μπαμπά». Μισόκλεισε τα μάτια της κοιτώντας τη Χήρα σκεφτική. «Και εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος τι της βρήκε». Για πρώτη φορά ύστερα από μέρες η Ίζομπελ ένιωσε κάτι: αναγνώριση, δειλία κι ένα φτερούγισμα που έμοιαζε πολύ με φόβο. Τα τεράστια πράσινα μάτια την εντόπισαν και ήξερε ότι η Πάμελα είχε δίκιο: ήταν η χήρα μαρκησία του Φέιβερσαμ, η μητέρα του Τζάιλς. Τα σαρκώδη, κατακόκκινα χείλη σφίχτηκαν σε μια λεπτή γραμμή, όταν η Χήρα την εντόπισε μέσα στο δωμάτιο. «Έρχεται προς τα δω!» τσίριξε η Πάμελα. «Η μαμά θα πάθει κρίση!» Η Ίζομπελ διαπίστωσε ότι η μητέρα της Πάμελα στεκόταν στα πόδια της. Η δική της μητέρα ήταν εκείνη που θα χρειαζόταν να εισπνεύσει αμμωνία για να συνέλθει, μόλις μάθαινε γι' αυτό. «Λαίδη Φέιβερσαμ». Έκανε μια βαθιά υπόκλιση, όπως άρμοζε στην κοινωνική θέση της χήρας μαρκησίας.


«Είσαι η λαίδη Ίζομπελ Τζέρβις;» Η φωνή της μεγαλύτερης γυναίκας ήταν χαμηλή, αλλά παλλόταν από συναίσθημα. Η Ίζομπελ ένιωσε τα μάτια όλων στο μπουντουάρ να στρέφονται πάνω τους, καθώς οι κυρίες πάσχιζαν ν’ ακούσουν. «Μάλιστα». «Άρα είσαι το μικρό παλιοθήλυκο που ευθύνεται για τη ζημιά στο πρόσωπο του γιου μου». «Θα παραβλέψω την προσβολή σας, κυρία», είπε η Ίζομπελ σφίγγοντας τα χέρια της μεταξύ τους για να μην τρέμουν. «Ωστόσο, ο κύριος Χάρκερ τραυματίστηκε ενώ βοηθούσε το λόρδο Τζέιμς Όλμπραϊτ να αντιμετωπίσει τον άπιστο μνηστήρα της αδελφής του, ο οποίος μου είχε επιτεθεί». «Τον γράπωσες στα νύχια σου, τον έπεισες ότι έπρεπε να υπερασπιστεί την τιμή σου και κοίτα τι συνέβη!» Η Χήρα έσκυψε πιο κοντά και τα υπέροχα πράσινα μάτια της έμοιαζαν τόσο με του Τζάιλς, που μία αίσθηση λαχτάρας για κείνον διαπέρασε σαν μαχαιριά την καρδιά της Ίζομπελ. «Ήταν πανέμορφος και τον σημάδεψες για μια ζωή. Ανόητη μικρή παρθένα παίζεις με τη φωτιά κι εγώ δε θα επιτρέψω να εμπλακεί σ’ ένα σκάνδαλο εξαιτίας σου». Όχι, δε θέλω να νιώθω, δε θέλω να θυμάμαι... «Θα φανταζόμουν ότι ο κύριος Χάρκερ έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να εμπλακεί σ’ ένα σκάνδαλο εξαιτίας σας παρά εξαιτίας μου, κυρία», αποκρίθηκε υψώνοντας περήφανα το πιγούνι της. «Αν ένας τζέντλεμαν κάνει αυτό που τον προστάζει το αίσθημα τιμής του προς υπεράσπισή μου, τότε είμαι βαθιά ευγνώμων· όμως καθ’ ότι δε ζήτησα να με υπερασπιστεί, αδυνατώ να κατανοήσω πώς φέρω εγώ την ευθύνη». «Κυνική δολοπλόκα...» «Κοίτα ποια μιλάει», μουρμούρισε η Ίζομπελ. Τα γόνατά της δεν τη βαστούσαν, αλλά τουλάχιστον η φωνή της δεν έτρεμε. Ποτέ, σ’ όλη της τη ζωή, δεν είχε φερθεί με τόση αγένεια σε κάποιον. «Σε προειδοποιώ -κράτα τα χέρια σου μακριά από το γιο μου». Ως εκ θαύματος, η Πορφυρή Χήρα ακόμη εκστόμιζε με χαμηλή φωνή τις προσβολές της· εκτός από την Πάμελα δίπλα της, καμία άλλη δεν μπορούσε ν’ ακούσει τι έλεγαν. «Δεν έχω την πρόθεση να ρίξω ούτε ένα βλέμμα στο γιο σας, κυρία, πόσω μάλλον ν’ απλώσω έστω ένα δάχτυλο πάνω του», την αντέκρουσε η Ίζομπελ. «Φρόντισε να λες αλήθεια, ειδάλλως σε διαβεβαιώνω ότι θα το μετανιώσεις». Η λαίδη Φέιβερσαμ της γύρισε απότομα την πλάτη και βγήκε από το


δωμάτιο, αφήνοντας μια σαστισμένη σιωπή πίσω της. «Τι μελοδραματισμοί ήταν αυτοί;» είπε η Ίζομπελ με ένα ανέμελο γέλιο. «Δεν είχα γνωρίσει μέχρι τώρα τη λαίδη Φέιβερσαμ και δεν μπορώ να πω ότι επιθυμώ να διατηρήσω αυτή τη γνωριμία». Η δήλωσή της προκάλεσε ένα κύμα θυμηδίας ανάμεσα στις λιγοστές κυρίες που τις κοιτούσαν μαρμαρωμένες από την άλλη άκρη του δωματίου. «Ποιο στην ευχή ήταν το πρόβλημά της;» ρώτησε επιτακτικά η λαίδη Μάουντστεντ πλησιάζοντας. «Ο γιος της τραυματίστηκε ενώ βοηθούσε το λόρδο Τζέιμς να επανορθώσει μία δυσάρεστη κατάσταση -είμαι βέβαιη ότι ξέρετε σε τι αναφέρομαι. Και, για κάποιον λόγο, η χήρα μαρκησία κατηγορεί εμένα». Όχι όμως τόσο όσο κατηγορούσε η ίδια τον εαυτό της. Η Ίζομπελ χρονοτρίβησε κι άλλο στο μπουντουάρ, προσπαθώντας να κατασιγάσει τις εικασίες, να στρέψει το κουτσομπολιό προς τη σκανδαλώδη Χήρα και μακριά από τη δική της υπόθεση. Όταν έφυγε από το δωμάτιο, ένιωθε αρκετά σίγουρη ότι είχε πετύχει το στόχο της, όμως ήξερε πως η μητέρα της θα έμενε εμβρόντητη με όλα τούτα. «Καλύτερα να πάω να βρω τη μαμά και να την προειδοποιήσω γι’ αυτό το μικρό περιστατικό», είπε στην Πάμελα. «Αν δε σε ξαναδώ απόψε, να με επισκεφθείς οπωσδήποτε, και σύντομα». «Ασφαλώς και θα το κάνω». Η Πάμελα εξακολουθούσε να την κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα, σκεφτική. «Και περιμένω να μου πεις τα πάντα για τον σκανδαλώδη κύριο Χάρκερ. Όμως τώρα θαρρώ πως θα ήταν καλύτερα να βρω τη συντροφιά μου και να τους ακολουθήσω στην τραπεζαρία», είπε κι έφυγε βιαστική. Βαθιά ταραγμένη, η Ίζομπελ κατευθύνθηκε προς τον άλλο διάδρομο στα δεξιά της. Ήταν έρημος, κακοφωτισμένος, όμως σκέφτηκε ότι ίσως οδηγούσε στο τέλος της αίθουσας χορού όπου είχε δει τελευταία φορά τη μητέρα της. Η παρόρμηση να μην της πει απολύτως τίποτα ήταν ισχυρή, όμως το κουτσομπολιό σίγουρα θα έφτανε στ’ αυτιά της, οπότε δεν είχε άλλη επιλογή παρά να την προειδοποιήσει. Προχωρούσε βιαστική, με σκυφτό το κεφάλι, προσπαθώντας να σκεφτεί πώς θα ανακοίνωνε στη μητέρα της ότι η Πορφυρή Χήρα την προσέγγισε δημόσια και της μίλησε σε έντονο ύφος. «Ωχ!» Ο άντρας πάνω στον οποίο είχε πέσει την έπιασε με τα δυο του χέρια για να τη σταθεροποιήσει και, όταν σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε, τα χέρια του την έσφιξαν περισσότερο. «Εσύ!»


«Εγώ», συμφώνησε ο Τζάιλς. Δεν την άφησε και η Ίζομπελ έμεινε ακίνητη όσο την κρατούσε, χωρίς να ξέρει αν το έκανε γιατί ήθελε να νιώσει τα χέρια του πάνω της ή επειδή θα ήταν αναξιοπρεπές να παλέψει να του ξεφύγει. «Το πρόσωπό σου δείχνει να επουλώνεται καλά». Ήταν το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό, που τολμούσε να πει φωναχτά. Ήταν αδύνατον να του πει σ 'αγαπώ ή μ ’ εγκατέλειψες ή πάρε με μακριά μαζί σου ή σε μισώ. «Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που έβγαλες τα ράμματα;» Οι ουλές του ήταν ακόμη κόκκινες κι ερεθισμένες, όμως το πρήξιμο είχε υποχωρήσει τελείως και οι μώλωπές του το ίδιο -σύντομα θα άρχιζαν να ξεθωριάζουν. «Δύο βδομάδες». «Φαίνεσαι... Σε κάνουν να δείχνεις επικίνδυνος». «Έτσι μου έχουν πει». Κάτι στο ύφος του την έκανε να υποθέσει ότι, όποιος κι αν ήταν αυτός που του το είχε πει, ήταν γένους θηλυκού. «Φαίνεσαι να διασκεδάζεις, Ίζομπελ». «Αλήθεια; Με παρακολουθείς δηλαδή;» «Είναι δύσκολο να περάσεις απαρατήρητη με αυτό το φόρεμα, ειδικά μάλιστα όταν είσαι πανταχού παρούσα. Χορεύεις κάθε χορό, φλερτάρεις με τόσο πολλούς κυρίους. Βλέπω ότι η καρδιά σου έχει γιατρευτεί πλήρως». «Και η δική σου επίσης, ή τέλος πάντων το κομμάτι της που είχε εμπλακεί συναισθηματικά». Η Ίζομπελ απελευθέρωσε το δεξί χέρι της από τη λαβή του και τίναξε τους κόκκους της πούδρας που είχαν σκορπίσει πάνω στο πέτο του σακακιού του. «Η κυρία προτιμά το άρωμα του ρόδου νομίζω». «Αν θυμάμαι καλά, μία από αυτές, ναι». Ακουγόταν βαριεστημένος, σαν κεραμιδόγατος που δεν έμπαινε καν στον κόπο να κυνηγήσει τα θηλυκά. Με την πρόσφατα σπασμένη μύτη και τις ουλές στο ζυγωματικό του πάνω από το χιονάτο πουκάμισο και τον περίπλοκο λαιμοδέτη του, έμοιαζε με πειρατή που παριστάνει τον τζέντλεμαν. «Τι βαρετό για σένα να σου ρίχνονται όλες αυτές οι γυναίκες», σχολίασε εκείνη, με φωνή που στάλαζε ψεύτικη συμπόνια. «Παρ’ όλα αυτά, υποθέτω ότι δεν έχεις την πολυτέλεια να παραμελείς τις θαυμάστριές σου -ποιος ξέρει, μία από αυτές μπορεί να πείσει τον ανεκτικό σύζυγό της ότι το μπουντουάρ της χρειάζεται ανακαίνιση». «Η κυρία με την προτίμηση στο άρωμα ρόδου θέλει μια καινούργια βιβλιοθήκη ως δώρο στο σύζυγό της».


«Και είμαι σίγουρη ότι θα βρίσκεται στο σπίτι καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών ώστε να τις επιβλέπει». «Πιθανώς». Είχε θυμώσει με τα σαρκαστικά σχόλιά της: τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει ελαφρά και τα πράσινα μάτια του την κοιτούσαν ψυχρά, όμως η αργόσυρτη ομιλία του ήταν το ίδιο νωθρή και αδιάφορη όσο και προηγουμένως. «Τι κάνεις στην πόλη, Ίζομπελ;» «Τι άλλο; Τη Σεζόν», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Νόμιζα πως ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελες». «Αυτό ήταν προτού ένας συγκεκριμένος κύριος μου θυμίσει τις απολαύσεις της σάρκας», είπε και χαμογέλασε βλέποντάς τον να συνοφρυώνεται. Ένας δαίμονας φαινόταν να έχει πάρει τον έλεγχο της γλώσσας της. «Σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσα να... διασκεδάσω, αν ερχόμουν στο Λονδίνο». «Κι εγώ νόμιζα ότι δεν ήθελες να παντρευτείς ξανά». «Ποιος μίλησε για γάμο, Τζάιλς;» «Μικρή μάγισσα. Αν αυτό που θέλεις είναι η σαρκική απόλαυση...» Την τράβηξε από τον καρπό που ακόμη κρατούσε φυλακισμένο στο χέρι του και την κόλλησε πάνω στο στέρνο του. Το άρωμα ρόδου της άλλης γυναίκας ερέθιζε ακόμη τη μύτη της, δίνοντας μάχη με την ευωδιά εσπεριδοειδών της κολόνιας του, ενώ κάτω από αυτές τις οσμές διέκρινε το άρωμα μόσχου του θερμόαιμου αρσενικού. Και του πόθου, συνειδητοποίησε η Ίζομπελ καθώς το στόμα του χαμήλωνε στο δικό της. Τα χέρια του την παγίδευσαν και τα χείλη του την τιμώρησαν για την απείθειά της. Ήξερε το κορμί του κι εκείνος το δικό της. Το χέρι της βρέθηκε ξαφνικά να πιέζει το γλουτό του, κρατώντας τον σφιχτά πάνω της. Η πίεση του ανδρισμού του έκανε τις φλόγες του πόθου ν’ ανάψουν μέσα στον πυρήνα της καθώς εκείνος άρχισε να τραβάει το ντεκολτέ της τουαλέτας της και τα χείλη του άφησαν τα δικά της, αναζητώντας τη θηλή της. Η γλώσσα και τα δόντια του έσπειραν τον όλεθρο στις αισθήσεις της. Κόλλησαν πάνω σε μια γωνία του διαδρόμου με το χέρι του χωμένο κάτω από τις φούστες της όσο εκείνη σήκωνε το πόδι της γύρω από το γοφό του για να τον διευκολύνει. Ήταν τρέλα, παραφροσύνη, ήταν κι οι δυο τους τόσο οργισμένοι, τόσο... Ο κοφτός ήχος τακουνιών πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο έκανε την Ίζομπελ να παγώσει. Άφησε μια πνιχτή κραυγή, πάτησε ξανά γερά στα πόδια της κι έσπρωξε τον Τζάιλς τη στιγμή που εκείνος γύριζε ενστικτωδώς για να την προστατέψει με το κορμί του.


«Τζέραλντιν», είπε ο Τζάιλς. Η μητέρα του. Πίσω του η Ίζομπελ διέκρινε τη σκοτεινή λάμψη του μαύρου σατέν μαζί με τη λάμψη των διαμαντιών. Παραμέρισε τον Τζάιλς και στάθηκε στο πλευρό του, για να αντιμετωπίσει την άλλη γυναίκα με το πιγούνι της προτεταμένο. «Μικρή ηλίθια», σφύριξε η χήρα μαρκησία. «Ώστε μου είπες ψέματα. Θα μετανιώσεις γι’ αυτό -πικρά». Η Ίζομπελ έκανε απλώς μεταβολή κι έφυγε. Κανείς τους δεν έκανε την παραμικρή απόπειρα να τη σταματήσει. Ο διάδρομος έστριβε μπροστά της και αναπήδησε όταν είδε κάποιον να την πλησιάζει -ήταν μονάχα το είδωλό της σ’ έναν μεγάλο καθρέφτη. Το μπούστο της ήταν στραβό, τα μαλλιά της ανακατεμένα, το φόρεμά της τσαλακωμένο. Με χέρια που έτρεμαν ίσιωσε τις φούστες της, τακτοποίησε στη θέση τους τις μπούκλες που είχαν πέσει και έκανε αέρα στο ξαναμμένο πρόσωπό της με τα χέρια, μέχρι που το κοκκίνισμα άρχισε να υποχωρεί. Ύστερα μπήκε στην αίθουσα χορού προτού προλάβει να σκεφτεί τι είχε μόλις συμβεί. «Μαμά». Η λαίδη Μπάιθορν ήταν απορροφημένη στη συζήτησή της με τη χήρα λαίδη Ντάρβιλ, όμως στράφηκε προς την κόρη της μ’ ένα χαμόγελο, που αμέσως πάγωσε στα χείλη της βλέποντας το πρόσωπο της Ίζομπελ. «Είσαι καλά, αγάπη μου; Φαίνεσαι κάπως...» «Ταραγμένη», είπε χαμηλόφωνα η Ίζομπελ. «Το ξέρω. Μαμά, πρέπει να μιλήσουμε μόνες μας. Επειγόντως». «Η ημικρανία σου πάλι;» είπε τονίζοντας τις λέξεις η λαίδη Μπάιθορν καθώς σηκωνόταν. «Μας συγχωρείς, Τζορτζιάνα, φοβάμαι πως η ζέστη πείραξε την Ίζομπελ -καλύτερα να γυρίσουμε στο σπίτι. Έλα, αγάπη μου». Χαρίζοντας ένα αδύναμο χαμόγελο στη λαίδη Ντάρβιλ, η Ίζομπελ αφέθηκε στα χέρια της μητέρας της, που την οδήγησε στο χολ και της έκανε αέρα όσο περίμεναν να βρουν οι υπηρέτες τις κάπες τους και να καλέσουν την άμαξα. «Τι συνέβη;» απαίτησε να μάθει η μητέρα της μόλις βρέθηκαν στην απομόνωση της άμαξας. «Αναφέρθηκε κάποιος στο σκάνδαλο;» «Όχι, μαμά. Η χήρα μαρκησία του Φέιβερσαμ με πέτυχε στο μπουντουάρ των κυριών και μου είπε τα πιο φρικτά πράγματα. Με θεωρεί υπεύθυνη για τον τραυματισμό του κυρίου Χάρκερ». «Ω Θεέ μου! Αυτό το τρομακτικό πλάσμα! Έπρεπε να το περιμένω ότι η Φρεντρίκα Λίμινγκτον θα καλούσε τους εντελώς ακατάλληλους ανθρώ-


πους. Σας άκουσε κανείς;» «Μόνο η Πάμελα Μόνσομ, και είναι πολύ διακριτική. Υπήρχαν κι άλλες κυρίες στο δωμάτιο, αλλά δεν άκουσαν τι ακριβώς μου είπε, και όταν έφυγε τους εξήγησα ότι είχε ταραχτεί για τις ουλές του κυρίου Χάρκερ και έδειξαν να με συμμερίζονται. Όμως σίγουρα θα κουτσομπολέψουν». «Και τώρα το όνομά σου θα σχετιστεί με το δικό του», παρατήρησε βλοσυρή η μητέρα της. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, άλλο παρά να το αγνοήσουμε με θράσος -δόξα τω Θεώ που δεν ήταν κι εκείνος εδώ απόψε!» Η Ίζομπελ δάγκωσε το κάτω χείλι της. Δεν ένιωθε ικανή να εξομολογηθεί στη μητέρα της ότι ο Τζάιλς Χάρκερ είχε παρευρεθεί στη δεξίωση. Το κορμί της σκιρτούσε ακόμη από τα χάδια του κι από την οργή που είχε αστράψει ανάμεσά τους. «Έλα τώρα, ησύχασε». Η μητέρα της έσκυψε μέσα στο μισοσκόταδο της άμαξας για να χτυπήσει καθησυχαστικά το χέρι της. «Όλα θα πάνε καλά. Αυτή η γυναίκα έχει τόσο απαίσια φήμη, που κανένα αξιοσέβαστο άτομο δε θα πίστευε λέξη από όσα έχει να πει». Εγώ όμως την πιστεύω. Είπε ότι θα το μετανιώσω, και το εννοούσε.


Κεφάλαιο 18

«Τι στο διάβολο σχεδιάζεις;» Ο Τζάιλς ανέκοψε την πορεία της οργισμένης και ασυγκράτητης μητέρας του στυλώνοντας τα πόδια του στο διάδρομο. Ήταν απόλυτα ικανή να ορμήσει στην αίθουσα του χορού παίρνοντας στο κατόπι την Ίζομπελ και να συνεχίσει τη σκηνή εκεί. «Ανόητε», του πέταξε κοφτά, με μάτια που άστραφταν. «Δε σου αρκεί που καταστράφηκε το πρόσωπό σου για χάρη αυτής της κυρίας, τώρα έμπλεξες και μαζί της. Αυτή η γυναίκα θα είναι η καταστροφή σου! Είναι κόρη ενός κόμη -ο Μπάιθορν δε θα το ανεχτεί, και έχει τεράστια επιρροή». «Και ποτέ δεν κοιμήθηκε μαζί σου, οπότε δεν μπορείς να παίξεις αυτό τον άσο», είπε αργόσυρτα ο Τζάιλς, ενώ η ψυχραιμία του κρεμόταν από μια κλωστή. «Δεν έχω “μπλέξει” με την Ίζομπελ Τζέρβις...» «Χα!» «Απλώς συνεχίζαμε έναν καβγά». «Καβγά; Έχω ακούσει να το αποκαλούν με διάφορες ονομασίες, Τζάιλς, αλλά ποτέ με αυτήν!» «Δεν έχω σχέση με την κοπέλα». «Όχι», αποκρίθηκε βλοσυρά η Χήρα. «Τρέφεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι ερωτευμένος μαζί της». «Δεν είμαι ερωτευμένος μαζί της. Σκέφτομαι σοβαρά να τη στραγγαλίσω». «Άκουσέ με! Σου βρήκα την ιδανική σύζυγο, Τζάιλς», είπε καθώς εκείνος έκανε μεταβολή για να φύγει. «Αλήθεια;» της πέταξε χωρίς να γυρίσει. «Μια άχαρη κόρη κάποιου αστού εμπόρου;» «Όχι. Την Κάρολαϊν Χολτ, κόρη του σερ Τζόσουα Χολτ». «Και τι πάει στραβά μαζί της; Ή μάλλον με την οικογένειά της, αφού σκέφτονται σοβαρά να σχετιστούν μαζί μας;» «Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε στραβό πάνω στη δεσποινίδα Χολτ, η οποία είναι υποφερτά όμορφη, έξυπνη και είκοσι τριών χρόνων. Το στραβό με τον πατέρα της είναι μια σειρά αποτυχημένων επενδύσεων,


κτήμα υποθηκευμένο μέχρι το λαιμό και τέσσερις ανύπαντρες κόρες». Ο Τζάιλς έκανε μεταβολή και κοίταξε κατάματα τη μητέρα του. «Οπότε η Κάρολαϊν είναι το εξιλαστήριο θύμα. Θα την αγοράσεις για λογαριασμό μου, ο Χολτ θα ξοφλήσει τα χρέη του και τα άλλα κορίτσια μπορούν να κάνουν την είσοδό τους στο Νυφοπάζαρο, με την ελπίδα να προσελκύσουν αξιοσέβαστους συζύγους. Εφόσον δε θεαθούν δημοσίως με το γαμπρό τους, βέβαια». «Ακριβώς. Κι εσύ θα κερδίσεις μια σύζυγο με ευγενική καταγωγή, που θα είναι ευγνώμων για όσα κάναμε για την οικογένειά της». «Πώς την ανακάλυψες;» ρώτησε ενόσω αναρωτιόταν πώς κατάφερνε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να καταπιέσει την παρόρμηση να ορμήσει στην αίθουσα χορού και να σύρει με τη βία την Ίζομπελ έξω μαζί του. «Έχω εξαιρετικούς ερευνητές στη δούλεψή μου». Φυσικά. Η Τζέραλντιν υπερηφανευόταν συνεχώς πως ήταν ικανή να ανακαλύπτει οτιδήποτε για τον οποιονδήποτε. Έτσι έκανε τις σωστές επιλογές εραστών, απέφευγε τους εκβιαστές, έμενε μακριά από τους άντρες με συζύγους οι οποίες είχαν διασυνδέσεις που ίσως αποδεικνύονταν επικίνδυνες για κείνη, κι έβρισκε πάντα τον σωστό τρόπο για να επενδύσει τα χρήματά της. «Ελπίζω να μην έχεις δώσει καμιά υπόσχεση στους Χολτ». Το σώμα του παλλόταν από τον ανικανοποίητο πόθο. Ένιωθε σαν να είχε δεχτεί κλοτσιά στην κοιλιά και μια ακατανίκητη ανάγκη να σπάσει κάτι. «Επειδή δεν πρόκειται να παντρευτώ την κοπέλα, κάτι για το οποίο θα νιώσει μάλλον βαθύτερη ευγνωμοσύνη. Σου το έχω ξαναπεί, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορείς να μου αγοράσεις, πόσω μάλλον μια σύζυγο». Μία περιφρονητική κίνηση του χεριού της Τζέραλντιν ήταν η μοναδική ένδειξη πως τον είχε ακούσει. «Η Κάρολαϊν Χολτ δε θ’ απομακρυνθεί από το σπίτι της στις ερημιές του Σάφοκ», είπε η Χήρα με ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Θα σε περιμένει μέχρι να βρεις τα λογικά σου σχετικά με το κορίτσι των Τζέρβις». «Τα λογικά μου είναι απολύτως εντάξει, κυρία μου. Η άρνησή μου να παντρευτώ τη δεσποινίδα Χολτ δεν έχει καμία σχέση με τη λαίδη Ίζομπελ». «Ψεύτη!» του πέταξε. «Κατέστρεψε την ομορφιά σου, κι όμως την ορέγεσαι και τρέχεις από πίσω της σαν κανένας...» «Μητέρα», είπε ο Τζάιλς κάνοντάς τη να σταματήσει απότομα. Ποτέ δεν την αποκαλούσε έτσι, παρεκτός κι αν ήταν τρομερά θυμωμένος, κι εκείνη το ήξερε. «Γνωρίζω από αξιόπιστες πηγές ότι μια σπασμένη μύτη και δυο τρεις ουλές μου προσδίδουν μια ενδιαφέρουσα αύρα κινδύνου. Πραγματι-


κά, θα έπρεπε να ευχαριστήσω τη λαίδη Ίζομπελ». Η Πορφυρή Χήρα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα θυσίαζα τα πάντα για σένα, Τζάιλς. Θα έκανα οτιδήποτε για να διασφαλίσω το μέλλον σου». Ήταν οι ενοχές της -ο Τζάιλς το ήξερε καλά-, μολονότι η μητέρα του ποτέ δε θα το παραδεχόταν, ή ίσως δεν το συνειδητοποιούσε καν. Οι δικές της πράξεις τον είχαν καταστήσει νόθο, και τώρα θα πάλευε με νύχια και με δόντια για να αναγκάσει την υψηλή κοινωνία να τον αποδεχτεί. «Μπορώ να φροντίσω μόνος μου το μέλλον μου», της είπε, πιο ευγενικά τώρα. Το μισούσε όταν η φωνή της έτρεμε έτσι. «Η κοινωνία με δέχεται γι’ αυτό που είμαι κι εγώ χαράζω τη δική μου πορεία. Γύρνα στον Κάρστερς και σταμάτα να συνωμοτείς: δε θα ανεχτώ να προσβάλλεις τη λαίδη Ίζομπελ». Απ’ όσο γνώριζε τον Τζακ Κάρστερς, τον τωρινό νεαρό εραστή της, εκείνος θα όργωνε το σπίτι προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει πού είχε πάει η Τζέραλντιν, ξέροντας καλά πως μάλλον θα έπρεπε να την ξεμπλέξει από κάποιον μπελά, όταν τελικά θα την έβρισκε. Ο Τζάιλς έφυγε με σκοπό να γίνει τύφλα στο μεθύσι. Πίσω του νόμισε πως άκουσε την Τζέραλντιν να επαναλαμβάνει «οτιδήποτε», όμως δεν ήταν σίγουρος. Άλλωστε, δεν υπήρχε λόγος ν’ ανησυχεί -δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να βλάψει την Ίζομπελ. Εκείνος ήταν το μοναδικό σκοτεινό μυστικό της, και η Τζέραλντιν δε θα ρίσκαρε να τον εμπλέξει σε άλλο ένα σκάνδαλο. *** «Από ποιον είναι το γράμμα σου, Ίζομπελ;» ρώτησε η λαίδη Μπάιθορν σηκώνοντας το βλέμμα της από τη δική της αλληλογραφία. «Κοιτάς επίμονα την ίδια σελίδα εδώ και μερικά λεπτά. Είναι δυσανάγνωστος ο γραφικός χαρακτήρας μήπως;» «Όχι, είναι από την Τζέιν Νίνταμ. Απλώς... σκέφτομαι». Είμαστε όλοι άριστα στην υγεία μας, και τα παιδιά μεγαλώνουν και προκόβουν, παρ' όλο που είναι κλεισμένα μέσα στο σπίτι εξαιτίας του απαίσιου καιρού, της έγραφε η Τζέιν. Ο Ναθάνιελ θέλει ένα κουταβάκι και η Άναμπελ γατάκι, οπότε προβλέπω ότι το σπίτι θα γεμίσει γρατζουνιές σε λίγο καιρό. Το πιο παράξενο πράγμα όμως συνέβη τις προάλλες: υπήρχε ένας ξένος, που έμενε στο πανδοχείο Νίνταμ Αρμς -μάθαμε τα πάντα γι' αυτόν καθώς, όπως ξέρεις, ποτέ δεν έρχονται ξένοι στην ενορία και οι φήμες έλεγαν ότι μοιάζει με ερευνητή της Μπόου Στρητ. Πράγμα που είναι καθαρή ανοησία, βέβαια, γιατί κανένας από μας δεν έχει δει ποτέ του ερευνητή της Μπόου Στρητ! Αυτός ο άνθρωπος όμως ήρθε στο σπίτι και ρωτούσε για σένα, κι όταν τον είδα και του είπα ότι έκανε λάθος, ότι δε μένεις εδώ, απλώς το αγνόησε και


είπε πως είχε ακούσει ότι μένεις εδώ κάποιες φορές. Απαίτησα να μάθω τι δουλειά έκανε και μου απάντησε ότι τον είχε στείλει ένας μακρινός συγγενής σας, καπετάνιος, που είχε αποξενωθεί από την οικογένεια και προσπαθούσε να έρθει ξανά σε επαφή μαζί σας, αλλά δεν ήθελε να συναντηθεί απευθείας με τους γονείς σου. Όλα αυτά μου φάνηκαν καθαρές ανοησίες και αυτό ακριβώς του είπα. Εκείνος υποκλίθηκε κι έφυγε. Αυτό που με ανησυχεί όμως είναι πως, όταν η Μόλι βγήκε χθες το απόγευμα για να φέρει ξύλα, τον βρήκε να μιλάει στην αυλή με τα παιδιά, που είχαν πάει να δουν τα κουτάβια. Τον έδιωξε αμέσως κι από τότε έχω βάλει τον νεαρό Γουόλι Χόσκινς να συνοδεύει τα παιδιά παντού, καλού κακού. Όμως, αν σκόπευε να τα απαγάγει, γιατί τα συγκεκριμένα παιδιά; Δεν είμαστε πλούσιοι, πρέπει να το ’χει καταλάβει αυτό. Θεώρησα πως το καλύτερο ήταν να σε ενημερώσω, καθώς ρωτούσε για σένα με τ’ όνομά σου. Ίσως και ν' ανησυχώ υπερβολικά και να είναι απλώς αυτός που λέει. Ή ίσως να είναι λίγο τρελός. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι ταράχτηκα. «Μαμά, έχουμε κανένα συγγενή καπετάνιο; Ή κάποιο συγγενή που να έχει αποξενωθεί από την οικογένεια;» «Καπετάνιο; Ή να έχει αποξενωθεί από μας; Θεέ και Κύριε, όχι, δε νομίζω. Για την ακρίβεια, είμαι σίγουρη. Γιατί;» «Ω, η Τζέιν συνάντησε κάποιον που είπε κάτι και την μπέρδεψε. Μάλλον δε θα κατάλαβε καλά». «Αναμφίβολα αυτό έγινε. Ειλικρινά, δε νομίζω ότι της κάνει καλό να ζει τόσο απομονωμένη». Η Ίζομπελ δίπλωσε το γράμμα, αλλά μετά το ξεδίπλωσε ξανά. Ο μυστηριώδης άντρας ρωτούσε για κείνη και μετά τον είδαν να μιλάει με τα παιδιά. Η Άναμπελ. Τα λόγια της λαίδης Φέιβερσαμ ήρθαν στη σκέψη της σαν κατάρα, παρ’ όλο που είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από τότε που τα είχε ξεστομίσει. Θα μετανιώσεις γι’ αυτό -πικρά. Δεν μπορούσε να ξέρει, και η Ίζομπελ δεν την είχε ξαναδεί από εκείνο το βράδυ -ούτε τον Τζάιλς. Κι όμως, η Άναμπελ ήταν η μοναδική αχίλλειος πτέρνα της, το μοναδικό μυστικό της που ήθελε απεγνωσμένα να κρατήσει. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι όλα αυτά ήταν καθαρές φαντασιοπληξίες, ωστόσο της ήταν αδύνατον να μην τα σκέφτεται. *** Τρεις μέρες αργότερα ήρθε κι άλλο γράμμα. Ξεκινούσε έτσι: Μην παρατήσεις κάπου αφύλακτο αυτό το γράμμα, καθώς αδυνατώ να σου γράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκοιμίσω τις υποψίες της μητέρας σου αν


το διαβάσει, και ταυτόχρονα να σου εκφράσω επαρκώς την αγωνία μου. Ο ξένος τριγυρνάει ακόμη στην περιοχή και ρωτάει για μας. Πότε ήσουν εδώ, πόσο καιρό έμεινες, τι συνέβη στον Ραλφ, πόσων χρόνων είναι τα παιδιά -είμαι σίγουρη ότι κοίταξε τα μητρώα της ενορίας, καθώς ο κύριος Άρνολντ τον βρήκε δίπλα ακριβώς στο ερμάριο όπου φυλάσσονται, και δεν ήταν κλειδωμένο. Ο ξένος είναι πολύ διακριτικός, πράγμα που πρέπει να ομολογήσω ότι με ανησυχεί περισσότερο απ’ όλα, διότι δείχνει επαγγελματίας κατά κάποιον τρόπο. Μόνο αφού έκανα τη σύνδεση ανάμεσα στα διάφορα αποσπασματικά κουτσομπολιά, μπόρεσα να διακρίνω ένα μοτίβο στις ερωτήσεις του, καθώς ποτέ δεν ανακρίνει τον ίδιο άνθρωπο για πολλή ώρα. Μίλησα ήδη στους λιγοστούς υπηρέτες που ήταν μαζί μας εκείνη τη χρονιά και ξέρουν την αλήθεια, ώστε να βρίσκονται σε επιφυλακή. Δε βλέπω πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει το δόκτορα Τζέιμσον που, άλλωστε, ποτέ δε θα έλεγε τίποτα. Μπορείς να βγάλεις νόημα απ' όλα αυτά, αγαπημένη μου Ίζομπελ; Εγώ ορκίζομαι πως όχι. Προσέλαβα δύο από τους αδελφούς Φόστερ -θα θυμάσαι πόσο μεγαλόσωμοι είναι- ώστε να περιπολούν γύρω από το σπίτι και την αυλή τις νύχτες, ενώ στη διάρκεια της ημέρας ένας τους είναι πάντα μαζί με τα παιδιά -με αποτέλεσμα ο Ναθάνιελ να εμπλουτίζει με απαίσιο τρόπο το λεξιλόγιό του! Δε θα χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για οποιονδήποτε να μάθει πού είχε περάσει εκείνη τη χρονιά μετά το θάνατο του Δούκας -συνειδητά άλλωστε δεν είχαν κρύψει τίποτε τότε. Η λαίδη Μπάιθορν είχε εκδηλώσει σε όλους τους γνωστούς τη στενοχώρια της για την άρνηση της κόρης της να δεχτεί επισκέψεις φίλων ή συγγενών, και την είχε αποδώσει στον υστερικό θρήνο της που τον διαδέχτηκε η βαριά κατάθλιψη. Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια με την οποία παραπονιόταν η μητέρα της φάνηκε πως καθησύχασε κάθε υποψία ότι είχαν κάτι να κρύψουν, ενώ η απροθυμία της Ίζομπελ για κάθε κοινωνική συναναστροφή μετά την επιστροφή της είχε συμβάλει στη διάγνωση της μελαγχολίας. «Η Τζέιν δεν είναι καλά στην υγεία της», είπε στους γονείς της σφίγγοντας μέσα στη γροθιά της το γράμμα. «Πρέπει να πάω στο Χέρεφορντ». «Τώρα;» Ο πατέρας της άφησε κάτω το αντίτυπο των Τάιμς που διάβαζε μουρμουρίζοντας και την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Στη μέση της Σεζόν; Θα κάνεις όλο αυτό το ταξίδι;» «Θα χρειαστώ μονάχα είκοσι τέσσερις ώρες, αν πάρω την ταχυδρομική άμαξα, όμως αν μπορούσα να νοικιάσω δική μου άμαξα, πατέρα, θα έκανα λιγότερο χρόνο και θα ταξίδευα πιο άνετα».


«Φυσικά και δε θα πάρεις την ταχυδρομική άμαξα», είπε αποφασιστικά η μητέρα της. «Αλλά να νοικιάσεις άμαξα; Ω, αγάπη μου, ξέρεις πως αυτά τα ταξίδια μού φέρνουν πονοκέφαλο και δεν κάνουν καλό στην ποδάγρα του πατέρα σου». «Μπορώ να ταξιδέψω με την Ντόροθι, μαμά, δε χρειάζεται να αναστατωθεί κανείς σας. Αν φύγουμε πριν από το μεσημεριανό γεύμα και πάρουμε μαζί μας ένα καλάθι με κολατσιό, θα φτάσουμε κατευθείαν στην Οξφόρδη για να διανυκτερεύσουμε εκεί, κάνοντας στάσεις μόνο για ν’ αλλάξουμε άλογα -και υπάρχουν πολλά αξιοπρεπή πανδοχεία όπου μπορώ να ζητήσω μια ιδιωτική τραπεζαρία». *** Χρειάστηκε σχεδόν μία ώρα λογομαχίας για να πείσει τους γονείς της ότι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη φίλη της ενώ ήταν άρρωστη και ότι ανησυχούσε για τα παιδιά της. Ότι φυσικά και θα επέστρεφε το συντομότερο δυνατόν και δε θα έχανε το χορό μεταμφιεσμένων των Λάβεναμ, που έδειχνε ότι θα ήταν το γεγονός της Σεζόν. Και ότι φυσικά θα έπαιρνε κάθε προφύλαξη στο ταξίδι -δε θα μιλούσε σε κανέναν εκτός κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο και οπωσδήποτε όχι σε άντρες. Καθώς ετοίμαζε τις αποσκευές της, η ανησυχία που τάραζε τα σωθικά της μετατράπηκε ξαφνικά σε πραγματικό φόβο. Αν καταστρεφόταν η δική της υπόληψη, τότε θα ήταν απλώς ένα ατυχές γεγονός, μολονότι στενοχωριόταν στη σκέψη ότι η ντροπή θα συνέτριβε τους γονείς της. Όμως, αν φανερωνόταν η νόθα καταγωγή της Άναμπελ, αυτό θα κατέστρεφε και όλες τις προοπτικές της κόρης της. Και τι θα γινόταν η Τζέιν; Ίσως να είχε κάποιες κυρώσεις επειδή επέτρεψε να γίνει ψευδής καταχώριση στα μητρώα. Μήπως η σκιά της υποψίας θα έπεφτε και στη νομιμότητα του μικρού Ναθάνιελ; Η λαίδη Φέιβερσαμ πρέπει να βρισκόταν πίσω απ’ αυτό, γιατί σίγουρα ο Τζάιλς δε θα έκανε ποτέ κάτι για να τη βλάψει, όσο κι αν τον εξόργιζε. Μόνο όταν ανέβηκε στην άμαξα και αποχαιρέτησε τους γονείς της, η Ίζομπελ συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ιδέα τι θα έκανε όταν θα έφτανε στο Χέρεφορντ. Δεν μπορούσε όμως να κάθεται στο Λονδίνο ενώ το παιδί της βρισκόταν σε κίνδυνο και ν’ αφήσει την Τζέιν να αντιμετωπίσει ολομόναχη το πρόβλημα, όποιο κι αν ήταν. *** «Είχες δίκιο -η Τζέραλντιν κάτι σκαρώνει, και σχεδιάζει να πάει στο Χέρεφορντ απ’ όλα τα μέρη!» «Είσαι σίγουρος;» Στο Χέρεφορντ. Ο Τζάιλς ακούμπησε κάτω το μαχαίρι


και το πιρούνι του και κάρφωσε το βλέμμα στον Τζακ Κάρστερς πάνω από το πιάτο του. Ο εραστής της μητέρας του είχε έρθει απροειδοποίητα στο διαμέρισμά του στην Άλμπανι Κορτ κι έδειχνε αρκετά ταραγμένος. Από την αντιπαράθεσή τους στο χορό των Λίμινγκτον, ο Τζάιλς φρόντιζε ν’ αποφεύγει την Ίζομπελ. Δε θα έκανε καλό στη φήμη της να τη δουν μαζί του, και όπως φαινόταν, δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του να κρατήσει τα χέρια του μακριά της. Δύο πράγματα μπορούσε να κάνει για να την προστατέψει: να μείνει μακριά της και να διασφαλίσει ότι η μητέρα του δε θα της έκανε κακό. Πριν από την άφιξη του Τζακ, και ύστερα από μια νύχτα αδιάκοπου στριφογυρίσματος στο κρεβάτι, του ήρθε στο μυαλό η ιδέα πως ο καλύτερος τρόπος να παρακάμψει την Τζέραλντιν ήταν να ανακαλύψει το τρωτό σημείο της Ίζομπελ. Ήταν βέβαιος ότι υπήρχε κάτι παραπάνω στο παρελθόν της από την απλή απώλεια της παρθενιάς της στην αγκαλιά του μνηστήρα της. Μη μπορώντας να κοιμηθεί, τυλίχτηκε στη ρόμπα του, πήρε ένα κερί και τράβηξε τη Βίβλο των Τίτλων Ευγένειας από το ράφι. Ίσως θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσει με το οικογενειακό δέντρο της Ίζομπελ, τους Τζέρβις -δέκα λεπτά αργότερα δεν είχε βρει τίποτε ασυνήθιστο. Μετά, νιώθοντας μια παρόρμηση, κοίταξε στο όνομα Νίνταμ. Ο τωρινός υποκόμης ήταν ετεροθαλής αδελφός του Λούκας, ο οποίος είχε πνιγεί τον Ιανουάριο του 1797. Κοίταξε τις υπόλοιπες εγγραφές κάτω από το ίδιο όνομα. Ο εντιμότατος Ραλφ Νίνταμ, αποθανών. Κατάλαβε πως πρέπει να ήταν ο άλλος ετεροθαλής αδελφός του Λούκας. Και είχε πεθάνει την ίδια μέρα με τον Λούκας, συνειδητοποίησε, γυρίζοντας στην προηγούμενη σελίδα για να το ελέγξει. Ενυμφεύθη τη δεσποινίδα Τζέιν Μπάριμορ και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ναθάνιελ και την Άναμπελ. Δίδυμα που γεννήθηκαν μετά το θάνατό του, το Σεπτέμβριο του 1797. Έπαυλη Λόνγκμιρ, Γκάστον, Χέρεφορντ. Το Χέρεφορντ έκανε ένα καμπανάκι να χτυπήσει μες στο μυαλό του. Η Ίζομπελ το είχε αναφέρει με μια χροιά νοσταλγίας στη φωνή της και ύστερα, όταν ήταν έτοιμος να τη ρωτήσει γι’ αυτό καθώς η περιοχή τού ήταν άγνωστη, εκείνη είχε αλλάξει απότομα θέμα. Ο Τζάιλς στύλωσε το βλέμμα του στη συγκεκριμένη εγγραφή, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει τους οικογενειακούς δεσμούς. Ο Ραλφ ήταν ο νεότερος ετεροθαλής αδελφός του Λούκας. Υπήρχε στενή σχέση με την Ίζομπελ, αλλά τι σήμαινε αυτό και πώς θα μπορούσε να τη βλάψει; Ο Λούκας κι εγώ γίναμε εραστές, του είχε εξομολογηθεί. Και τι μ’ αυτό όμως; Ήταν


αρραβωνιασμένη μαζί του. Διέτρεξε με το δάχτυλό του τις πυκνά τυπωμένες αράδες ενόσω διάφορες ανησυχητικές σκέψεις σχηματίζονταν στην άκρη του μυαλού του. *** Ο Τζάιλς πίεσε τον εαυτό του να επικεντρωθεί στο παρόν και στον άντρα απέναντι του. Είχε εμπιστευτεί ως ένα βαθμό τον Κάρστερς, εξηγώντας του ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Τζέραλντιν αν κατάφερναν να τη σταματήσουν προτού εμπλακεί σε μία καταστροφική διαμάχη με τη λαίδη Ίζομπελ. «Είμαι σίγουρος. Όμως δεν έχω ιδέα γιατί πάει εκεί, δε μου λέει. Μου πέταξε στο κεφάλι την κανάτα του καφέ όταν της είπα ότι δε θα πάω μαζί της. Διάβολε, Χάρκερ, δε θα σέρνομαι δώθε κείθε στη μισή χώρα για να στηρίξω μία από τις βεντέτες της, και της το είπα. Της είπα πως ούτε εσένα θα σου άρεσε αυτό. Υπάρχει καθόλου φρέσκος καφές;» «Χικς! Καφέ για τον κύριο Κάρστερς». Ο Τζάιλς πήρε την κούπα του και κοίταξε βλοσυρός τα κατακάθια. Δεν έκρυβαν μέσα τους καμιά απάντηση. «Ήρθαν άλλα γράμματα;» Ο άλλος άντρας κατένευσε. «Λαμβάνει καθημερινά γράμματα που της προσφέρουν υπέρμετρη ευχαρίστηση, όπως σου είπα, και μετά ήρθε το σημερινό και φώναξε, “Χα! Το έχω στο χέρι το μικρό παλιοθήλυκο τώρα”, διέταξε την καμαριέρα να πακετάρει κι έστειλε τον υπηρέτη της να νοικιάσει μια άμαξα. »Σκέφτηκα πως έπρεπε να το μάθεις, καθώς είμαι σχεδόν σίγουρος ότι έχει κάποια σχέση με τη λαίδη Ίζομπελ. Ή τουλάχιστον, μ’ εσένα. Όταν πήρε το γράμμα, η μητέρα σου στύλωσε το βλέμμα της στο πορτραίτο σου πάνω από το τζάκι με ένα ύφος... Μπρρ!» Ανατρίχιασε θεατρικά και κοίταξε τον Τζάιλς μ’ ένα εξεταστικό βλέμμα. «Πώς πάει το πρόσωπο; Δείχνει να επουλώνεται καλά. Νόμισα πως σου είχαν πετσοκόψει το μισό, έτσι όπως αντέδρασε η Τζέραλντιν στην αρχή». Ο Τζάιλς ανασήκωσε τους ώμους του. «Επουλώνεται. Θα μείνουν μόνιμα σημάδια, και η Τζέραλντιν πάντα προσέδιδε υπερβολική σημασία στην εξωτερική εμφάνιση». Τι στο διάβολο είχε ανακαλύψει η μητέρα του για την Ίζομπελ; Συνειδητοποίησε ότι ήταν έτοιμος να φτάσει στα άκρα προκειμένου να την προστατέψει, έστω κι αν δεν ήταν πρόθυμος να δώσει ένα όνομα στα συναισθήματά του. Οι υπαινιγμοί της στη δεξίωση ότι ίσως αποκτούσε εραστή τον είχαν κάνει να ζηλέψει άγρια, παρ’ όλο που ήξερε ότι τον προκαλούσε σκόπιμα και δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Με αφοπλιστική ειλι-


κρίνεια του είχε πει ότι τον αγαπούσε, και το εννοούσε. Οι προσπάθειές του να την απορρίψει για το δικό της καλό την είχαν εξοργίσει, όμως διαισθανόταν πως δεν είχαν επηρεάσει την αγάπη της για κείνον. «Θα πάω στο Χέρεφορντσιρ για να μάθω τι συμβαίνει. Πρώτα όμως θα δω την Τζέραλντιν και θα σιγουρευτώ ότι θα σταματήσει όλες αυτές τις ανοησίες. Ανάθεμά τη!» «Σου εύχομαι καλή τύχη, φιλαράκο», είπε ο Κάρστερς χαμογελώντας θλιμμένα. *** Η Ίζομπελ κατέβηκε από την άμαξα στο πανδοχείο Μπελ στην Οξφόρδη, στις εφτά το βράδυ, εννιά ώρες αφότου είχε διαβάσει το γράμμα της Τζέιν. Είχαν κάνει καλύτερο χρόνο απ’ ό,τι προσδοκούσε, όμως ένιωθε ήδη εξαντλημένη και είχε άλλες δεκατέσσερις ή δεκαπέντε ώρες ταξίδι μπροστά της. «Φαίνεται αρκετά αξιοπρεπές μέρος», παραδέχτηκε ρουθουνίζοντας η Ντόροθι, καθώς ένας από τους αχθοφόρους έκανε μια υπόκλιση και πήρε τις αποσκευές τους. «Δύο δωμάτια και μια ιδιωτική τραπεζαρία, παρακαλώ. Όσο πιο ήσυχα, τόσο το καλύτερο», είπε η Ίζομπελ. «Μάλιστα, κυρία. Έχουμε διαθέσιμο αυτό ακριβώς που θέλετε ακολουθήστε με, παρακαλώ». «Και ζεστό νερό, τσάι κι ένα καλό δείπνο», πετάχτηκε στη μέση η Ντόροθι. «Είμαστε διάσημοι για τα δείπνα μας στο Μπελ». Ο άντρας σταμάτησε απότομα. «Προσέξτε την άμαξα που έρχεται, κυρία». Τέσσερα καταϊδρωμένα άλογα έσερναν την άμαξα που όρμησε μέσα στον περίβολο και σταμάτησε μπροστά τους. Η Ίζομπελ έκανε ένα βήμα πίσω, για ν’ αλλάξει πορεία για την είσοδο του πανδοχείου. Η πόρτα άνοιξε πολύ κοντά στο πρόσωπό της και ο αχθοφόρος μπήκε βιαστικά μπροστά. «Έι! Προσέξτε την κυρία εδώ!» Η Ντόροθι την έπιασε απ’ το χέρι ενώ μια ψηλή φιγούρα κατέβηκε από την άμαξα στο λιθόστρωτο. «Τζάιλς!» «Τι στο διάβολο κάνεις εδώ;» Κοπάνησε την πόρτα πίσω του και άρχισε να διαπληκτίζεται μαζί της σαν να είχε κάθε δικαίωμα να ξέρει τις κινήσεις της, σκέφτηκε η Ίζομπελ, τροφοδοτώντας τη φλόγα του θυμού της ώστε να κρύψει τον προδοτικό ενθουσιασμό της που τον έβλεπε ξανά.


«Να μη σε νοιάζουν οι υποθέσεις της κυράς μου, και μάζεψε τη γλώσσα σου, αχρείε!» Η Ντόροθι αρπάχτηκε μαζί του αγριεμένη. «Μια αξιοσέβαστη κυρία πρέπει να μπορεί να ταξιδεύει στην επαρχία χωρίς να την παρενοχλούν στις αυλές των πανδοχείων τύποι σαν και του λόγου σου!» Πολλά κεφάλια στράφηκαν προς το μέρος τους κι έρχονταν κι άλλες άμαξες. «Θα τραβήξουμε λιγότερο την προσοχή αν μπούμε μέσα», παρενέβη η Ίζομπελ τραβώντας από το χέρι την υπέρμαχό της. «Έλα, Ντόροθι». «Θα τους βάλω να καλέσουν τον αστυνόμο, μα το Θεό!» συνέχισε να τον κατσαδιάζει η καμαριέρα, ακολουθώντας κατά πόδας την Ίζομπελ μέσα στο πανδοχείο. «Σας είπα ότι δεν είναι τζέντλεμαν. Πολύ θα ’θελα να ξέρω τι κάνει εδώ!»


Κεφάλαιο 19

«Κι εγώ επίσης θα ήθελα να ξέρω τι κάνει ο Τζάιλς Χάρκερ στην Οξφόρδη», είπε με φωνή γεμάτη συναίσθημα η Ίζομπελ. Ένιωθε ζαλισμένη από την έκπληξη και την ταραχή, ο σφυγμός της σφυροκοπούσε και στο μυαλό της βασίλευε χάος. Ύστερα από το αρχικό σοκ, την απόλαυση της σκέψης ότι, κατά κάποιον τρόπο, είχε έρθει για εκείνη, επικράτησε ξανά η κοινή λογική. Τι γύρευε εδώ ο Τζάιλς; Ήταν υπερβολικά μεγάλη σύμπτωση να συναντηθούν σ’ ένα πανδοχείο της Οξφόρδης. Μήπως τελικά είχε κάνει λάθος και βρισκόταν εκείνος πίσω από τον μυστηριώδη ξένο που σκάλιζε τα μυστικά της Έπαυλης Λόνγκμιρ; Αν όμως ήταν έτσι, τότε μόνο μια διεστραμμένη επιθυμία να τη βλάψει, να εκθέσει τα μυστικά της θα εξηγούσε τη συμπεριφορά του, και σίγουρα εκείνη δεν είχε κάνει τίποτε για να το αξίζει αυτό. Δυσκολευόταν να πιστέψει ότι είχε πέσει τόσο έξω στην εκτίμησή της για το χαρακτήρα του. «Καλώς ορίσατε, μιλαίδη». Ο πανδοχέας εμφανίστηκε στην είσοδο και τις συνόδεψε στο εσωτερικό του πανδοχείου. «Αν αυτό που ζητάτε είναι δύο ωραία δωμάτια με δική τους τραπεζαρία στην ήσυχη πλευρά του πανδοχείου, τότε έχουμε ακριβώς αυτό που θέλετε. Αν έχετε την καλοσύνη, ακολουθήστε με, κυρία. »Θα πω να σας φέρουν αμέσως ζεστό νερό, μιλαίδη, και το δείπνο θα σερβιριστεί σε μισή ώρα. Φτάσαμε, κυρία». «Φαίνονται όλα πολύ ικανοποιητικά, ευχαριστώ». Θα μπορούσε κάλλιστα να τους έχει δείξει ένα μπουντρούμι φυλακής -τόσο λίγο την ένοιαζε ή ίσως δε θα το πρόσεχε καν. Ο άντρας υποκλίθηκε και βγήκε έξω, ενώ η Ντόροθι έπεσε μελοδραματικά πάνω στην πόρτα, πιέζοντάς τη με την πλάτη της. «Αυτός ο αχρείος γόης δε θα μπει εδώ μέσα!» «Ω, για όνομα του Θεού, Ντόροθι! Ο κύριος Χάρκερ δεν είναι τίποτα τέτοιο, μολονότι δεν έχω ιδέα γιατί βρίσκεται εδώ». Ένα χτύπημα στην πόρτα έκανε την Ντόροθι ν’ αναπηδήσει. Έβγαλε μια μικρή κραυγή και την


άνοιξε διάπλατα, αποκαλύπτοντας μια τρομαγμένη καμαριέρα με μια κανάτα. «Το ζεστό νερό σας, κυρία». «Σ’ ευχαριστώ». Η Ίζομπελ περίμενε μέχρι να φύγει η κοπέλα προτού στραφεί ξανά στην Ντόροθι. «Δε χρειάζεται να ταράζεσαι. Σε παρακαλώ, άσε τους μελοδραματισμούς! Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για όλες αυτές τις... Αχ!» Πίεσε την παλάμη της στην καρδιά της που βροντοχτυπούσε καθώς η πόρτα άνοιξε διάπλατα ύστερα από ένα σύντομο χτύπημα και ο Τζάιλς μπήκε στο δωμάτιο. «Λαίδη Ίζομπελ. Θα δειπνήσετε μαζί μου;» «Ασφαλώς όχι. Δεν έχω καμία πρόθεση να δειπνήσω μ’ έναν άντρα σ’ ένα πανδοχείο, και οπωσδήποτε όχι μ’ εσένα». Του έριξε ένα γεμάτο επώδυνη ένταση βλέμμα. Οι ουλές του είχαν ξεθωριάσει πλέον και δεν ήταν τόσο έντονες. Η έκφρασή του ήταν ευγενικά ουδέτερη, αλλά τα μάτια του ήταν επιφυλακτικά. Όπως και θα έπρεπε να είναι, συλλογίστηκε καθώς πάσχιζε να ελέγξει το ρυθμό της αναπνοής της. «Είναι ασυνήθιστο να ξεκινάει κανείς ένα μεγάλο ταξίδι με άμαξα στη μέση της κοσμικής Σεζόν, λαίδη Ίζομπελ», παρατήρησε ο Τζάιλς. «Οι θαυμαστές σας θα σας νοσταλγούν». Εκείνη δεν προσπάθησε καν να κρύψει το χλευαστικό ρουθούνισμά της. «Δε θα το έλεγα. Μια φίλη με χρειάζεται για λίγες μέρες κι έπειτα θα επιστρέψω». «Μια φίλη στην Οξφόρδη;» Έγειρε τον ώμο του στην παραστάδα της πόρτας και την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Όχι. Αν ήταν έτσι, τότε δε θα έμενα σε πανδοχείο». «Το πού πάει η κυρά μου δεν είναι δική σου δουλειά», παρενέβη η Ντόροθι. «Να πάω να φωνάξω δυο νεαρούς αχθοφόρους να τον πετάξουν έξω, μιλαίδη;» «Δε νομίζω ότι χρειάζεται, σ’ ευχαριστώ, Ντόροθι». Η Ίζομπελ αμφέβαλλε πως δύο νεαροί θα ήταν ικανοί να διώξουν τον Τζάιλς έτσι κι αλλιώς. Ήξερε ότι ήταν δυνατός και σε καλή φυσική κατάσταση, όμως τώρα έδειχνε πιο γεροδεμένος -και πιο επικίνδυνος, σκληρός, με τις ουλές του και τα σκούρα φρύδια του σμιγμένα βλοσυρά. «Ο κύριος Χάρκερ θα φύγει αμέσως, είμαι βέβαιη». «Αν μπορούσα να μιλήσω πρώτα μαζί σας -ιδιαιτέρως». Ίσιωσε το κορμί του και κράτησε την πόρτα ανοιχτή για την Ντόροθι. Η Ίζομπελ άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, ύστερα όμως το σκέφτηκε καλύτερα. Εάν πέντε λεπτά επώδυνης οικειότητας σήμαιναν ότι θα ανακάλυπτε ποιος ήταν ο σκοπός του, τότε η συζήτηση άξιζε τον κόπο.


«Ντόροθι, πήγαινε κάτω, σε παρακαλώ. Όχι», συνέχισε όταν εκείνη έκανε να διαμαρτυρηθεί. «Είτε θα φύγεις εσύ είτε θα χρειαστεί να το κάνουμε εγώ και ο κύριος Χάρκερ. Θα ήθελα να του μιλήσω εμπιστευτικά». «Μα, μιλαίδη...» Προτού προλάβει η Ντόροθι να πει άλλη λέξη, ο Τζάιλς την έβγαλε σηκωτή από το δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε. «Είναι παράξενο λοιπόν που μια κυρία δεν μπορεί να επισκεφθεί μια φίλη χωρίς να την παρενοχλήσουν ή να την ανακρίνουν», ξέσπασε η Ίζομπελ. «Ναι. Απορώ πώς το ανέχεσαι», της είπε αδιάφορα, εστιάζοντας το βλέμμα του στο πρόσωπό της. «Κανονικά περίμενα πως, βλέποντάς με, θα με καληνύχτιζες ψυχρά και θα αρνιόσουν να με δεχτείς. Είναι εξαιρετικά σκανδαλώδες που βρισκόμαστε μόνοι μας έτσι». «Το γνωρίζω πολύ καλά αυτό, κύριε Χάρκερ! Θέλω να μάθω γιατί είσαι εδώ». «Στην Οξφόρδη; Γιατί να μην είμαι;» «Στην Οξφόρδη, σ’ αυτό το πανδοχείο, τη δεδομένη χρονική στιγμή; Ήμουν αρκετά ανόητη ώστε να σε ερωτευτώ, Τζάιλς Χάρκερ, και ακόμη πιο ανόητη ώστε να σ’ εμπιστευτώ. Αυτό όμως είναι υπερβολικά μεγάλη σύμπτωση ακόμη και για μένα». «Τότε η εμπιστοσύνη σου φαίνεται πως έχει χαθεί. Ίζομπελ, ξέρεις πολύ καλά πως μπορείς να μ’ εμπιστευτείς ότι θα πάρω μόνο όσα μου προσφέρονται». «Δεν αναφέρομαι στο...» Ένιωθε το κοκκίνισμα να απλώνεται στο πρόσωπό της -αν ήταν από θυμό, ντροπή ή καθαρή αγωνία, δεν μπορούσε να καταλάβει. «Σεξ;» «Ναι, στο σεξ». Είχε κοκκινίσει ολόκληρη, το ήξερε, και ήταν τελικά περισσότερο από πόθο και θυμό για τον εαυτό της παρά από ντροπή. «Αναφέρομαι στον τρόπο που με εγκατέλειψες, που ένιψες τας χείρας σου τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι γονείς μου». Τα φρύδια του υψώθηκαν. «Ήθελες να σου φερθώ με οικειότητα μπροστά στους γονείς σου; Ήθελες να ρισκάρεις την υπόληψή σου με το να παραδεχτείς κάποια σχέση μαζί μου;» «Όχι, δεν ήθελα αυτό, και το ξέρεις! Όμως δεν είπες ούτε λέξη τρυφερότητας ή λύπης, δεν έδειξες να αντιλαμβάνεσαι τη συντριβή μου ή τη σημασία αυτού που μοιραστήκαμε. Πήρες την απόλαυσή σου -και ναι, έχω επίγνωση του αυτοελέγχου σου, ευχαριστώ- και μετά, όταν τα πράγματα


δυσκόλεψαν, πέταξες στην άκρη κι εμένα και τα αισθήματά μου». Ο Τζάιλς απομακρύνθηκε από την πόρτα, με κάθε προσποίηση αδιαφορίας να έχει εξαφανιστεί. «Ίζομπελ, έκανα μονάχα ό,τι ήταν πρακτικό. Δε θα βοηθούσε αν παρατείναμε τον αποχαιρετισμό μας, απλώς θα σε έκανε πιο δυστυχισμένη». «Πρακτικό; Τζάιλς, δεν υπήρξε τίποτε πρακτικό στα αισθήματά μου για σένα». «Υπήρξε; Αόριστος;» Την πλησίασε τόσο, που ο ποδόγυρος του φορέματος της χάιδεψε τις μύτες από τις μπότες του, αλλά η Ίζομπελ δεν οπισθοχώρησε. «Νόμιζα πως, όταν αγαπούσες, θα ήταν για πάντα». «Επομένως δεν μπορεί να σε αγάπησα, σωστά; Απλώς ήμουν άλλη μία ανόητη γυναίκα που γοητεύτηκε από το όμορφο πρόσωπό σου». «Δεν κάναμε έρωτα παρά μονάχα μετά απ’ αυτό», είπε κι έδειξε με το χέρι το σημαδεμένο μάγουλό του. «Ενοχή, τότε. Ευγνωμοσύνη. Λαγνεία. Πες το όπως θέλεις. Σίγουρα ήταν λαγνεία εκείνες οι ελάχιστες στιγμές τρέλας στο διάδρομο, στο χορό των Λίμινγκτον!» Μόνο η ανησυχία της για την Άναμπελ και την Τζέιν, μόνο το τίμημα που θα πλήρωνε αν χάριζε άστοχα την εμπιστοσύνη της, τη συγκράτησαν και δε ρίχτηκε στην αγκαλιά του. «Τι σημασία έχουν για σένα τα συναισθήματά μου; Θέλω να μάθω γιατί είσαι εδώ. Με ακολουθείς;» «Όχι», είπε ο Τζάιλς. «Δε σ’ ακολουθώ, και η συνάντησή μας εδώ είναι καθαρή σύμπτωση». Ψέματα; Αλήθεια; Πώς μπορούσε να καταλάβει; Είχε πιστέψει πως εκείνος ήταν ερωτευμένος μαζί της ενώ δεν ήταν. Προφανώς δεν μπορούσε να τον καταλάβει καθόλου. Αν δεν τον αγαπούσε, δε θα τη θύμωνε τόσο πολύ. Αν μονάχα τολμούσε να τον εμπιστευτεί! Όμως θα την απεχθανόταν μόλις καταλάβαινε ότι είχε δώσει αλλού την κόρη της, ότι δεν είχε το θάρρος να τη μεγαλώσει όπως είχε κάνει η δική του μητέρα μ’ εκείνον. Ό,τι κι αν πίστευε η ίδια για την Πορφυρή Χήρα, η άγρια αγάπη που έτρεφε για το γιο της ήταν αδιαμφισβήτητη. «Είσαι πολύ ταραγμένη για μια γυναίκα που απλώς επισκέπτεται μια φίλη για λίγες μέρες», σχολίασε εκείνος, ξυπνώντας την απότομα από τις σκέψεις της. Την έκανε να μιλήσει χωρίς να το σκεφτεί, εντελώς άστοχα: «Αν είμαι ταραγμένη, είναι επειδή δεν μπορώ να ελευθερωθώ από σένα. Φαίνεται ότι δεν μπορώ ούτε τα μυστικά μου να κρατήσω...» Σταμάτησε απότομα. «Άρα», είπε αργά ο Τζάιλς, χωρίς να τραβήξει ούτε στιγμή το βλέμμα του από το προδοτικά φλογισμένο πρόσωπό της, «έχω δίκιο. Έχεις ένα μυστι-


κό, κάτι μεγαλύτερο από τη χαμένη σου παρθενιά, κάτι που δε θα το εμπιστευόσουν ούτε καν σ’ εμένα, παρ’ ότι λες πως μ’ αγάπησες, παρ’ ότι προηγουμένως δεν είχες κανένα λόγο να μη με εμπιστευτείς. Φοβάσαι. Μήπως είναι ένα μυστικό που σε εκθέτει σε εκβιασμούς;» «Εκβιασμούς;» Η Ίζομπελ πάγωσε. «Όχι, φυσικά όχι». Αυτός ήταν ο σκοπός του αδιάκριτου ξένου; Ποιος τον είχε στείλει όμως; «Βγάλε ό,τι αυθαίρετο συμπέρασμα θέλεις, Τζάιλς Χάρκερ. Μ’ έχεις θυμώσει τόσο πολύ, που μετά βίας ξέρω τι λέω». «Όχι, δεν είσαι θυμωμένη». Πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του και τα κράτησε, ακόμη κι όταν εκείνη πήγε να τα τραβήξει. «Ή, μάλλον, ο θυμός δεν είναι το κυρίαρχο συναίσθημα εδώ. Φοβάσαι». Ανίκανη να ελευθερωθεί χωρίς να παλέψει, η Ίζομπελ απέστρεψε το πρόσωπό της. Τι θα έκανε όταν θα την άφηνε μόνη -αν το έκανε ποτέ- δεν είχε ιδέα. Δεν τολμούσε να του πει πού πήγαινε, γιατί έτσι ίσως τον οδηγούσε στην Άναμπελ. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να πάει στην Τζέιν και να προσπαθήσει κάπως να βρει τον τρόπο να προστατέψει την κόρη και τη φίλη της. «Φυσικά και φοβάμαι. Είμαι κλειδωμένη σ’ ένα δωμάτιο και με κακομεταχειρίζονται. Είμαι αιχμάλωτη σου όσο με ανακρίνεις;» απαίτησε να μάθει. Η πρόκληση ήταν το μόνο όπλο που είχε απέναντι στο φόβο και στην αδυναμία του έρωτά της για εκείνον. Κι αυτός ο έρωτας θα πρόδιδε την Άναμπελ. Ο Τζάιλς την άφησε κι εκείνη στάθηκε ακίνητη τρίβοντας τους καρπούς της, παρ’ όλο που δεν την είχε κρατήσει τόσο σφιχτά ώστε να την πονέσει. Το άγγιγμα των χεριών του, τα δάχτυλα που της είχαν χαρίσει τόση απόλαυση, ήταν σαν να έκαιγαν την επιδερμίδα της. «Έχω φτάσει πολύ μακριά για να κάνω πίσω τώρα, Ίζομπελ, είτε με θέλεις είτε με εμπιστεύεσαι ή όχι. Έχεις μπλέξει, πολύ πιο άσχημα απ’ όσο πιστεύεις». Ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε έξω, αφήνοντάς τη να κλείσει με θόρυβο πίσω του. Η Ίζομπελ βούλιαξε στην πολυθρόνα δίπλα της, νιώθοντας άξαφνα τα γόνατά της να μην την κρατάνε πια. «Κυρά μου; Τον προσπέρασα στη σκάλα και φαινόταν αγριεμένος -είστε καλά, μιλαίδη; Δεν έπρεπε να σας αφήσω μόνη μαζί του». «Είμαι μια χαρά, Ντόροθι», είπε η Ίζομπελ, με μια ψυχραιμία που σκοπό είχε να καθησυχάσει τόσο την ίδια όσο και την καμαριέρα της. «Ο κύριος Χάρκερ κι εγώ είχαμε κάποιες εκκρεμείς υποθέσεις, αυτό είναι όλο. Δεν είχα την ευκαιρία να του πω όλα όσα ήθελα όταν φύγαμε από το Γουίμπολ Χολ».


Δεν την έπεισε, όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γι’ αυτό τώρα. «Το δείπνο θα σερβιριστεί σύντομα και δεν έχουμε καν πλύνει τα χέρια μας». Τι σήμαιναν όμως τα τελευταία λόγια του; Πώς το ήξερε ότι είχε μπλέξει; *** «Ντε, αλογάκια μου, ντε!» Η άμαξα τραντάχτηκε και σταμάτησε απότομα. Η Ίζομπελ κατέβασε το παράθυρο. «Νεντ! Νεντ Φόστερ, εγώ είμαι, η λαίδη Ίζομπελ. Άνοιξε, σε παρακαλώ, την πύλη». «Ναι, κυρά μου!» φώναξε ο μεγαλόσωμος άντρας και άνοιξε διάπλατα τη βαριά πύλη που σφράγιζε την είσοδο του περίβολου της επαρχιακής έπαυλης. Τα κοτόπουλα άρχισαν να τρέχουν φτεροκοπώντας πανικόβλητα καθώς οι έφιπποι ακόλουθοι συνόδεψαν μέσα την άμαξα και η Ίζομπελ άκουσε το κροτάλισμα της πύλης που μαντάλωνε ξανά. Ένιωσε σαν να βρισκόταν μέσα σε πολιορκημένο κάστρο. Απόδιωξε από το μυαλό της αυτή τη μελοδραματική εικόνα και πήρε τα πράγματά της. Πλήρωνε ακόμη τους αμαξάδες ενώ η Ντόροθι κουβαλούσε τις αποσκευές τους στην πίσω είσοδο της έπαυλης, όταν η Τζέιν κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά, με μια μεγάλη εσάρπα τυλιγμένη γύρω από τους ώμους της για να προστατευτεί από τον τσουχτερό αγέρα. «Ίζομπελ! Δεν τολμούσα να ελπίσω πως θα ερχόσουν. Πόσο μπορείς να μείνεις;» «Όσο χρειαστεί», αποκρίθηκε σκυθρωπή εκείνη καθώς αγκάλιαζε τη φίλη της. «Χαίρομαι τόσο πολύ που είμαι εδώ επιτέλους. Ο καιρός χειροτέρεψε μετά την Οξφόρδη, και αφού κάναμε εκατό χιλιόμετρα, πετύχαμε μια κατολίσθηση στο δρόμο, οπότε χρειαστήκαμε άλλη μία μέρα για να φτάσουμε. Ω Τζέιν», της εξομολογήθηκε καθώς έμπαιναν στο χολ, αρκετά μακριά από τους υπηρέτες ώστε να μην τις ακούνε, «δεν ξέρω τι συμβαίνει εδώ ή ποιος φταίει γι’ αυτό, όμως στάθηκα τόσο ανόητη. Ερωτεύτηκα τον πλέον ακατάλληλο άντρα, και νομίζω ότι όλα αυτά συμβαίνουν εξαιτίας αυτής της ανοησίας. Λυπάμαι τόσο πολύ». «Ανόητη επειδή ερωτεύτηκες;» Η Τζέιν της χαμογέλασε. «Ποτέ δεν είναι ανοησία ο έρωτας». «Είναι, όταν ο εν λόγω άντρας είναι ο νόθος γιος της Πορφυρής Χήρας». Τα μάτια της φίλης της άνοιξαν διάπλατα. «Ω Θεέ μου, έχω ακούσει γι’ αυτή. Πώς στην ευχή όμως τον γνώρισες; Ξέρει ότι τον αγαπάς;» «Δυστυχώς, ναι. Κάναμε έρωτα, Τζέιν», πρόσθεσε καθώς η πόρτα του σαλονιού έκλεινε με ασφάλεια πίσω τους. Καλύτερα να τα ομολογούσε όλα όσο το δυνατόν πιο σύντομα. «Δε φαντάζομαι να είσαι...»


«Όχι. Όμως τελειώσαμε άσχημα. Νόμιζα πως ένιωθε το ίδιο για μένα, αλλά είναι ολοφάνερο ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο και, όπως και να ’χει, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να είμαστε μαζί. Η μητέρα του με θεωρεί απειλή για κείνον και πιστεύω ότι αυτή βρίσκεται πίσω απ’ ό,τι συμβαίνει εδώ πέρα. Πώς όμως το ανακάλυψε, δεν ξέρω». «Δεν του το είπες;» «Ότι έχω παιδί; Όχι. Ξέρει ότι ο Λούκας κι εγώ δεν περιμέναμε μέχρι τους γαμήλιους όρκους μας, αλλά αυτό μόνο». Η Ίζομπελ πήγε μπροστά στο παράθυρο και στάθηκε κοιτάζοντας έξω τους κήπους καθώς σουρούπωνε. «Ίσως ανησυχώ άδικα τελικά αφού, εκτός κι αν μας προδώσει κάποιος από τους υπηρέτες σου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποπτευθεί κανείς ότι η Άναμπελ δεν είναι αυτή που λες». «Και τους εμπιστεύομαι απόλυτα», είπε η Τζέιν κουνώντας το κεφάλι της. «Ίσως να υπήρχε ένας κίνδυνος, αν σου έμοιαζε πολύ, αλλά έτσι όπως έχουν τα πράγματα, είναι ολοφάνερο ότι είναι μια Νίνταμ. Πέρασαν επτά μήνες από την τελευταία φορά που την είδες, σωστά; Έχει μεγαλώσει». «Ναι». Της φαίνονταν σαν επτά χρόνια. «Μπορώ να τη δω τώρα; Ήθελα να μιλήσουμε χωρίς να είναι εκείνη μπροστά, όμως δεν αντέχω να περιμένω άλλο. Έχει αλλάξει πολύ;» «Νομίζω πως είναι τέλεια, όμως θα το κρίνεις και μόνη σου». Το χαμόγελο της φίλης της ήταν γεμάτο ζεστασιά και γι’ άλλη μια φορά η Ίζομπελ πλημμύρισε από ευγνωμοσύνη που η Τζέιν μεγάλωνε κι αγαπούσε σαν δική της τη μικρή, και συνάμα ήταν έτοιμη να τη μοιραστεί μαζί της με τόση ανιδιοτέλεια. «Είναι όμορφη, εύστροφη και αξιαγάπητη. Έλα να τη δεις· είναι με τον Ναθάνιελ στην κουζίνα και μπλέκονται στα πόδια της γριάς Ρόζμαρι όσο φτιάχνει κέικ». Η Ίζομπελ διέσχισε σχεδόν τρέχοντας τον λιθόστρωτο διάδρομο που οδηγούσε στην κουζίνα και μπήκε μέσα. Δύο μικρά παιδιά ήταν σκαρφαλωμένα στην άκρη του μεγάλου τραπεζιού, κουνώντας τα ποδαράκια τους, ενώ τα μάτια τους ήταν κολλημένα στο μεγάλο μπολ με τη ζύμη για το κέικ φρούτων που ανακάτευε η μαγείρισσα. «Κι άλλα δαμάσκηνα», διέταξε ο Ναθάνιελ, όμως η Ίζομπελ είχε μάτια μόνο για το κοριτσάκι. Το πήρε στην αγκαλιά της, με το κορμάκι του ζεστό και απαλό, και το στόμα του να κολλάει ελαφρά από τη ζύμη που έτρωγε στα κλεφτά. «Έκπληξη!» «Θεία Ίσμπελ!» φώναξε χαρούμενα η Άναμπελ και της έδωσε ένα φιλί. Ποτέ δεν κατάφερνε να προφέρει σωστά το όνομα της Ίζομπελ.


«Πόσο όμορφη είσαι, και πόσο κολλάς!» Η Ίζομπελ τη στριφογύρισε στον αέρα κρατώντας την ψηλά, και ο κόσμος ήταν ξανά όμορφος. Μετά σταμάτησε, όταν είδε το είδωλό τους σε έναν πολυκαιρισμένο καθρέφτη ακουμπισμένο στην άκρη ενός ντουλαπιού. Η Άναμπελ, ως γνήσιο θηλυκό, εξέτασε τη δική της εικόνα με ενδιαφέρον. Δύο κεφάλια με ανακατεμένα μαλλιά, απαλά και στιλπνά, που γλιστρούσαν από τις φουρκέτες, μόνο που της Άναμπελ ήταν ξανθά ενώ της Ίζομπελ καστανά. Δύο αποφασιστικά μικρά πιγούνια, αλλά πολύ διαφορετικές μύτες. Και δύο ζευγάρια μεγάλα γκρίζα μάτια. «Όμορφη», έβγαλε μια ενθουσιασμένη κραυγούλα η Άναμπελ. «Όμορφη», συμφώνησε η Ίζομπελ. Ω, σ’ ευχαριστώ, Λουκάς, που μου χάρισες αυτό το παιδί. Και όποιος τις έβλεπε μαζί δε θα εντόπιζε κάποια σημαντική ομοιότητα, ήταν σίγουρη. Στράφηκε και είδε την Τζέιν να τις παρακολουθεί χαμογελώντας. «Μεγάλωσε τόσο γρήγορα», είπε η Τζέιν. «Τη μια στιγμή ήταν ένα στρουμπουλό μωράκι και την άλλη, ορίστε -μια μικρή δεσποινίδα. Τώρα πια θαρρώ ότι μπορούμε να καταλάβουμε πώς θα είναι μεγαλώνοντας. Και τα δυο τους θα πάρουν το μπόι των Νίνταμ, δε νομίζεις κι εσύ;» «Ναι», συγκατένευσε η Ίζομπελ, καταπίνοντας τα δάκρυα που απειλούσαν να ξεχειλίσουν. Ήταν γελοίο να κλάψει από τη χαρά της που βρισκόταν εδώ, και θα τρόμαζε την Άναμπελ. «Δεν το πιστεύω πόσο έχει αλλάξει». Ονειρευόταν τις στιγμές που θα μοιραζόταν με την «ανιψιά» της όσο θα μεγάλωνε η Άναμπελ. Θα πήγαιναν μαζί για ψώνια, θα ήταν παρούσα στις πρώτες δεξιώσεις της, στην πρώτη χοροεσπερίδα της. Θα άκουγε την ψιθυριστή εξομολόγησή της για το πρώτο φτερούγισμα της καρδιάς της. «Δεν είναι ώρα για το μπάνιο σας;» ρώτησε χαμογελώντας διάπλατα στον μικρό Ναθάνιελ, όταν εκείνος σούφρωσε τα χειλάκια του επαναστατώντας στην ιδέα. «Ελάτε, θα σας διηγηθώ ιστορίες για το Γουίμπολ Χολ όπου έμενα, και για το Λονδίνο, και θα σας κουκουλώσω στα κρεβάτια σας». «Κέικ», είπε η Άναμπελ. «Κέικ και μπάνιο και ιστορίες και κρεβάτι!» «Μπάνιο και κρεβάτι και ιστορίες τώρα, κέικ το πρωί», αντέτεινε η Ίζομπελ, απλώνοντας το χέρι της στο αγοράκι. «Πόσα σκαλιά είναι μέχρι το κρεβάτι σου; Πάω στοίχημα πως δεν μπορείς να τα μετρήσεις ακόμα». «Μπορώ!» Ο μικρός έφυγε μπροστά τρέχοντας και η Ίζομπελ τον ακολούθησε με το μάγουλό της κολλημένο στο απαλό μαγουλάκι της Άναμπελ. Ω Λουκάς, τι υπέροχο παιδί κάναμε. Θα την προστατέψω, το υπόσχο-


μαι. Ακόμη κι αν ο κίνδυνος πήγαζε από τον άντρα που αγαπούσε τώρα. *** «Έλα να δεις τα γατάκια». Η Άναμπελ στεκόταν δίπλα στην τραπεζαρία του πρωινού και χοροπηδούσε πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο ενώ η Ίζομπελ άπλωνε μέλι πάνω στην τελευταία φρυγανιά της. «Η μαμά λέει ότι μπορώ να πάρω ένα για δικό μου». «Ένα κουτάβι», την αντέκρουσε ο Ναθάνιελ. «Και τα δύο», είπε η Τζέιν κοιτώντας τους τρυφερά, αλλά λιγάκι απαυδισμένη. «Μέχρι ν’ αποφασίσουν τι ζωάκι θέλουν, αυτά θα έχουν γίνει ολόκληρες γάτες και σκυλιά!» «Να σας βοηθήσω να διαλέξετε;» ρώτησε η Ίζομπελ. Και τα δύο κεφαλάκια ένευσαν σαν ένα -προφανώς ήταν η λύση σ’ ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Ο περίβολος ήταν περιφραγμένος, με μεγάλες πύλες στους τοίχους ανατολικά και δυτικά. Οι τοίχοι έκοβαν τον άνεμο και η θερμότητα από τα σώματα των αγελάδων και των αλόγων κρατούσε αναπάντεχα ζεστούς τους στάβλους και τα παχνιά τους, οπότε δεν ήταν δύσκολο για την Ίζομπελ να καθίσει πάνω σ’ ένα δεμάτι άχυρα έξω από το βουστάσιο ενώ τα παιδιά έφερναν τα γατάκια και τα κουτάβια για επιθεώρηση. «Νομίζω, το αγοράκι με τη λευκή άκρη στην ουρά του», είπε στον Ναθάνιελ. Το κουτάβι ήταν μεγάλο για την ηλικία του και θαρραλέο -έδειχνε πως θα τα έβγαζε πέρα με τα άτσαλα παιχνίδια στο πλάι του Ναθάνιελ. «Και το ασπρόμαυρο γατάκι με τη λευκή ουρά για την Άναμπελ -έτσι θα είναι ταιριαστά». Ενθουσιασμένα, τα παιδιά έσπευσαν να πάρουν στα χέρια τους τα καινούρια τους κατοικίδια και αμέσως η μαμά-γάτα, που είχε ξεπροβάλει για να δει τι γινόταν, γρατζούνισε με τα νύχια της το χεράκι της Άναμπελ. Η Ίζομπελ άρπαξε το κλαμένο παιδί στην αγκαλιά της και το έσφιξε πάνω της μαζί με το γατάκι, ενώ ταυτόχρονα τύλιγε ένα μαντίλι γύρω από το γρατζουνισμένο χέρι της. «Δεν είναι τίποτα, απλώς η μαμά-γάτα θύμωσε γιατί...» «Τι υπέροχη εικόνα! Μητρική αγάπη. Το σκέφτηκα ότι αυτό είναι το μυστικό, από τις ημερομηνίες». Η βαθιά, γνώριμη φωνή διαπέρασε τους ήχους της αυλής, τα αναφιλητά του παιδιού, το γάβγισμα του αλυσοδεμένου τσομπανόσκυλου.


Κεφάλαιο 20 Η Ίζομπελ πάγωσε στη θέση της και η Άναμπελ σταμάτησε το γοερό κλάμα προκειμένου να επιθεωρήσει τον νεοφερμένο. «Πηγαίνετε...» Καταβάλλοντας προσπάθεια, η Ίζομπελ μαλάκωσε τη φωνή της ώστε να μην τρομάξει τα παιδιά. «Ναθάνιελ, Άναμπελ, πηγαίνετε μέσα και ζητήστε από τη μαγείρισσα να βρει έναν κατάλληλο επίδεσμο για το χέρι της Άναμπελ, και πείτε της ότι σας επιτρέπω να φάτε από μια φέτα κέικ ο καθένας». Τα παιδιά έτρεξαν αμέσως, έχοντας ξεχάσει δάκρυα και άγνωστους άντρες, προτού η θεία τους αλλάξει γνώμη για το κέικ αμέσως μετά το πρωινό. Η Ίζομπελ σηκώθηκε κρατώντας ακόμη το γατάκι στα χέρια της. «Δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ, Τζάιλς. Πώς μπήκες μέσα;» «Ο γεροδεμένος χωριάτης έξω φρουρεί την μπροστινή πύλη, όμως δε φαίνεται να έχει την εξυπνάδα να καταλάβει πως υπάρχει ένα πλήρως ευδιάκριτο μονοπάτι που οδηγεί σ’ αυτήν εδώ την πύλη». Ο Τζάιλς δρασκέλισε το στρωμένο με άχυρα έδαφος και στάθηκε δίπλα στο ξύλινο σκαλάκι που χρησιμοποιούσαν για ν’ ανεβαίνουν στα άλογα. «Τι θέλεις;» ρώτησε επιτακτικά η Ίζομπελ. «Να διαπιστώσω αν αυτό που υποπτεύομαι, αυτό που πιστεύει πως έχει ανακαλύψει η μητέρα μου, είναι αλήθεια». «Η μητέρα σου το ανακάλυψε; Πρόκειται περί εκβιασμού δηλαδή;» Μήπως είναι ένα μυστικό που σε εκθέτει σε εκβιασμούς; την είχε ρωτήσει ο Τζάιλς. Ξέρει, σκέφτηκε και ένα είδος ζοφερής δυστυχίας κατακάθισε σαν κουρνιαχτός πάνω της, επισκιάζοντας ακόμη και το φόβο. «Θα επρόκειτο, αν δεν είχα προλάβει εγκαίρως την Τζέραλντιν και δεν την είχα αναγκάσει να μου πει τι ακριβώς είχε ανακαλύψει για σένα. Είναι τόσο προστατευτική όσο και τούτη εδώ η μητέρα-γάτα και έχει τις ίδιες ακριβώς ηθικές αναστολές». «Τι νομίζεις ότι ξέρεις;» ρώτησε η Ίζομπελ. Τα χείλη της τα ένιωθε μου-


διασμένα, η ερώτηση σχεδόν σκάλωσε στο λαιμό της, πνίγοντάς την, όμως έπρεπε να μάθει τι είχε να αντιπαλέψει. «Ότι έχεις ένα νόθο παιδί, το οποίο έδωσες στη φίλη σου για να το μεγαλώσει σαν δικό της». «Δεν ήθελα να τη δώσω!» Το γατάκι άφησε μια στριγκλιά διαμαρτυρίας και η Ίζομπελ το απίθωσε στο έδαφος δίπλα στη μητέρα του, που άρχισε αμέσως να το πλένει με τη γλώσσα της. «Ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω. Υποθέτω ότι με θεωρείς δειλή, ότι δεν είχα το σθένος να την κρατήσω, όπως έκανε η μητέρα σου μ’ εσένα». «Της χρωστάω ευγνωμοσύνη γι’ αυτό», είπε ο Τζάιλς. «Φαίνεται πως δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να ντροπιάσει την οικογένειά της ή να σε στερήσει από τον παππού σου. Μεγάλωσες με μια μητέρα με σκανδαλώδη φήμη και, προφανώς, δεν ανησυχούσε διόλου που θα μεγάλωνες αναγκασμένος να δίνεις μάχη κάθε μέρα της ζωής σου εξαιτίας αυτού που είσαι». «Μου έδωσε ζωή, και μου μετέδωσε, ελπίζω, λίγο από το σθένος της. Όμως χρειάστηκε να παλέψει για τόσο πολύ καιρό, που δεν ξέρει πώς να σταματήσει. Όταν ανακάλυψα ότι είχε ξεθάψει κάτι επιζήμιο για σένα κι ερχόταν εδώ να σε απειλήσει μ’ αυτό, τη σταμάτησα». «Πώς; Μου λες ότι μπορείς να ελέγξεις αυτή τη γυναίκα;» «Ω, ναι. Με πίστεψε όταν της είπα ότι, αν προσπαθούσε να σε βλάψει, θα την πήγαινα πίσω στην έπαυλή της, θα την αμπάρωνα εκεί και θα κρατούσα το κλειδί. Το έχω κάνει στο παρελθόν όταν ξεπέρασε τα όρια, και θα το κάνω ξανά αν χρειαστεί». «Τότε σου οφείλω ένα ευχαριστώ, γι’ αυτό τουλάχιστον», του πέταξε κοφτά. «Αν έχεις όμως την κατάσταση υπό έλεγχο, τι κάνεις εδώ;» «Ήθελα να σιγουρευτώ ότι είσαι ασφαλής εδώ, ότι οι πράκτορες της έχουν φύγει. Ήξερα ότι είχες ένα μυστικό προτού εκείνη ανακαλύψει ποιο ήταν». «Πώς;» Ήταν τόσο προσεκτική... «Απλώς συνδύασα όλα όσα μου είχες πει. Συνειδητοποίησα ότι το μυστικό ήταν εδώ, στο Χέρεφορντσιρ, κάτι σχετικό με τους Νίνταμ». Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, μετά κούνησε το κεφάλι του και γύρισε πίσω. Ακούμπησε το γοφό του πάνω στο σκαλάκι. «Πρέπει να ανέλυσα ξανά και ξανά κάθε λέξη που μου είπες, Ίζομπελ. Κάθε σιωπή, κάθε στιγμή που διέκρινα τόση θλίψη στα μάτια σου. Μέχρι που συνειδητοποίησα ότι η μητέρα μου βρισκόταν στα ίχνη σου, το μόνο που ήθελα ήταν να σε προστατέψω με το να μείνω μακριά σου».


«Γιατί, Τζάιλς; Γιατί σε νοιάζει τόσο πολύ; Είσαι...» Η Ίζομπελ έκοψε απότομα την πρότασή της στη μέση, χάνοντας σχεδόν το κουράγιό της. Όμως έπρεπε να μάθει. «Μου λες ότι τελικά μ’ αγαπάς;» ρώτησε με άχρωμη φωνή. «Όχι», αποκρίθηκε εκείνος με σφιγμένο, αγέλαστο πρόσωπο. «Τίποτα δεν έχει αλλάξει, Ίζομπελ. Νοιάζομαι για σένα, θέλω να σε κρατήσω ασφαλή. Και είμαι τόσο ακατάλληλος για σένα όσο ήμουν πάντα». Η περηφάνια της δεν της επέτρεπε να κλάψει ή να ικετεύσει. «Τότε είναι ευτύχημα», είπε. «Φυσικά, έχω καταλάβει πλέον ότι δε σ’ αγαπώ -ήταν μια ανόητη ερωτική τρέλα, όταν ένιωθα μόνη και δυστυχισμένη. Τώρα πια κάνω τη Σεζόν μου και ψάχνω για σύζυγο -θα χαρώ πολύ να μη σε ξαναδώ ποτέ μου». «Ήμουν μια ανόητη ερωτική τρέλα λοιπόν, Ίζομπελ; Σ’ αυτή την περίπτωση, είτε είσαι πολύ καλή ηθοποιός είτε αυταπατάσαι οικτρά. Με ερωτεύτηκες και πιστεύω τις διαμαρτυρίες σου τώρα όσο κι εκείνες στην Οξφόρδη ή στο χορό». «Δεν είμαι καλή ηθοποιός, απλώς κάποια που λέει την αλήθεια», είπε βιάζοντας τις λέξεις να βγουν ανάμεσα από τα μουδιασμένα χείλη της. «Είχα ανάγκη αυτό που μπορούσες να μου προσφέρεις στο Γουίμπολ Χολ. Είχα ανάγκη τη θέρμη και το πάθος και την... αγάπη». Το ένα φρύδι του υψώθηκε κυνικά στο άκουσμα της τελευταίας λέξης. Ένιωσε τα μάγουλά της να φλέγονται. «Δε νοιάζεσαι για μένα πλέον, οπότε γιατί ανησυχείς; Σου είπα στην Οξφόρδη ότι δε σε ήθελα». «Αντιθέτως, στην Οξφόρδη μου είπες ότι πρόδωσα την εμπιστοσύνη και τα αισθήματά σου». Σηκώθηκε κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, αλλά εκείνη τον σταμάτησε υψώνοντας το χέρι της. «Θα έλεγα οτιδήποτε προκειμένου να σε ξεφορτωθώ», του πέταξε, ενώ κρατιόταν απεγνωσμένα από την τελευταία ικμάδα του αυτοελέγχου της. «Δε σε θέλω, δε σε χρειάζομαι- το μόνο που χρειάζομαι είναι η σιωπή σου και να διασφαλίσεις επίσης και τη σιωπή της εκβιάστριας μητέρας σου». «Άρα το κοριτσάκι είναι κόρη σου, και η φίλη σου τη μεγαλώνει ως δίδυμη αδελφή του γιου της». Χαμήλωσε το βλέμμα του στο κουτάβι, που προσπαθούσε να μασουλήσει το τακούνι της μπότας του. Το έπιασε από το σβέρκο και το έδωσε στην Ίζομπελ. Εκείνη το πήρε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από το πρόσωπό του και έσφιξε πάνω στο στήθος της σαν ασπίδα τη μικρή, ζεστή μπάλα που στριφογυρνούσε. «Έχει τα μάτια σου. Μπορώ να τη δω;»


«Όχι! Σου είπα, δε θέλω καμία σχέση μαζί σου. Γύρνα στο Λονδίνο και παντρέψου τη σύζυγο που θα σου αγοράσει η μητέρα σου. Θα αγοράσει τους κληρονόμους σου με τον ίδιο τρόπο που αγόρασε την προφορά και τη μόρφωσή σου, και τους αβρούς κοινωνικούς τρόπους σου». «Κανείς δεν ελέγχει τη ζωή μου». Η φωνή του έκρυβε θυμό. «Όχι από τότε που ήμουν παιδί. Καταδικάζεις τη μητέρα μου επειδή ήθελε να μου προσφέρει την καλύτερη δυνατή ανατροφή; Τι αγοράζεις εσύ στο παιδί σου, Ίζομπελ; Πληρώνεις για τα ρούχα και την νταντά της; Θα πληρώσεις και για την γκουβερνάντα της; Θα ψάξεις τον ιδανικό σύζυγο για κείνη όταν μεγαλώσει αρκετά ώστε να κάνει το ντεμπούτο της, έστω κι αν θα το κάνεις πίσω απ’ τους τοίχους του δικού σου σπιτιού; Ή θα νίψεις τας χείρας σου και θα τα αφήσεις όλα αυτά στην κυρία Νίνταμ, ώστε να την παρατήσεις και να βρεις το σύζυγο που ψάχνεις;» «Οι δυο μας, εγώ και η Τζέιν, θα κάνουμε τα πάντα για τα παιδιά. Σκέφτηκα ότι αυτό ήταν το καλύτερο για την Άναμπελ. Δεν ήθελα να μεγαλώσει ως...» «Μπάσταρδη;» ρώτησε ο Τζάιλς, με τέτοιο τόνο που την έκανε να μορφάσει. «Εγώ τα βγάζω πέρα». «Δε θέλω να χρειαστεί να τα “βγάλει πέρα”. Και είναι διαφορετικό για μια γυναίκα, και το ξέρεις», τον αντέκρουσε. «Ίζομπελ, είσαι καλά;» Στράφηκε απότομα και είδε την Τζέιν να κρατάει ένα κοντόκαννο μουσκέτο στηριγμένο στον ώμο της. «Μην τολμήσεις ν’ απλώσεις χέρι πάνω της», τον απείλησε. Ο Τζάιλς έκανε ένα απερίσκεπτο βήμα προς τη γυναίκα με το όπλο. Μια γυναίκα που η Ίζομπελ ήξερε πως ήταν απόλυτα ικανή να πυροβολήσει και να πετύχει ένα ζωοκλέφτη. Και τώρα απειλούνταν τα παιδιά της, όχι τα ζώα της. «Δεν υπάρχει ανάγκη να πυροβολήσεις κανέναν». «Καμιά, αν φύγεις», συμφώνησε η Τζέιν. «Και κρατήσεις το στόμα σου κλειστό για όλα αυτά». «Δε θα πω τίποτα σε κανέναν», είπε ο Τζάιλς. Ύστερα, αγνοώντας τόσο την Τζέιν όσο και το μουσκέτο της, πήγε να σταθεί μπροστά στην Ίζομπελ. Πήρε το κουτάβι από την αγκαλιά της και το ακούμπησε κάτω προτού κλείσει τα χέρια της μέσα στα δικά του. «Ίζομπελ, νόμιζα ότι με αγαπούσες». Της μιλούσε με απόλυτη ευθύτητα, σαν να ήταν μόνοι τους, και βρισκόταν τόσο κοντά της που μπορούσε να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού του, να μυρίσει το οικείο άρωμα των καθαρών ρούχων και των εσπεριδοειδών, και κάτι άλλο που ήταν αποκλειστικά η δική του, χαρακτηριστική οσμή.


«Δεν...» Κοίταξε τα πράσινα μάτια του και η αυλή γύρω τους σαν να εξαφανίστηκε. Η Τζέιν, τα ζώα, τα πάντα ξεθώριασαν κι έμειναν μόνο οι δυο τους, πιασμένοι απ’ τα χέρια. Δεν μπορούσε να του πει ψέματα, όχι γι’ αυτό. «Ναι, σ’ αγαπώ. Προσπαθώ να μη σ’ αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να σου πω ψέματα γι’ αυτό». Και στα μάτια του της φάνηκε πως διάβασε την αμοιβαία αγάπη, και κάθε φόβος και αμφιβολία της χάθηκαν. «Σ’ αγαπώ, σ’ εμπιστεύομαι και σου ζητώ συγνώμη που κλονίστηκε η πίστη μου σ’ εσένα προσωρινά». Περίμενε για τα λόγια, αλλά δεν ήρθαν, μόνο μια σκιά συννέφιασε τα καθάρια πράσινα μάτια του, και το στόμα, που τόσο ήθελε να φιλήσει, μόρφασε. «Πραγματικά δε μ’ αγαπάς;» χρειάστηκε να τον ρωτήσει τελικά όταν εκείνος δε μίλησε. «Τόσο λάθος κάνω γι’ αυτό που νιώθω ότι αισθάνεσαι για μένα;» «Δεν μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να σ’ αγαπήσει, Ίζομπελ. Δεν υπάρχει μέλλον για μας. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, εκτός από το γεγονός ότι τώρα ξέρω πως το μυστικό σου σε καθιστά υπερβολικά ευάλωτη ώστε να ρισκάρεις και την παραμικρή υποψία σκανδάλου. Το μυστικό σου είναι ασφαλές, σου το υπόσχομαι. Δε θα υπάρξει κίνδυνος, Ίζομπελ, επειδή αυτό τελειώνει εδώ. Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας». «Το ξέρω». Το είχε αποδεχτεί αυτό τελικά, στο μακρύ ταξίδι της για την Έπαυλη Λόνγκμιρ. Δεν υπήρχε ποτέ καμιά ελπίδα για εκείνους, διότι ένα σκάνδαλο θα τον κατέστρεφε, θα ράγιζε την καρδιά των γονιών της και ίσως έθετε σε κίνδυνο το μέλλον της Άναμπελ με τρόπους που αδυνατούσε να προβλέψει. «Το ξέρω αυτό. Τέλος, καταθέτω τα όπλα». Η φωνή της ράγισε, κατάφερε όμως κάπως να την ελέγξει. «Απλώς έχω ανάγκη να μου πεις πώς νιώθεις, Τζάιλς». «Όχι». Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό καθώς έσκυβε το κεφάλι. «Όχι, δε θα σου πω ότι σ’ αγαπώ, Ίζομπελ. Μόνο ότι νοιάζομαι υπερβολικά για σένα, ώστε να κάνω τα πράγματα ακόμη χειρότερα απ’ όσο είναι ήδη». Το φιλί του ήταν απαλό, οδυνηρά τρυφερό. Τα χείλη του χρονοτρίβησαν πάνω στα δικά της, και μπορούσε να γευτεί τη θέρμη και το πάθος που κρατούσε υπό έλεγχο, να αισθανθεί το τρέμουλο που διαπέρασε το κορμί του όταν σήκωσε τα χέρια της και τα τύλιξε γύρω από το λαιμό του, ώστε να τον κρατήσει για μια στιγμή μονάχα ακόμη κοντά της. «Αντίο, Ίζομπελ». Έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε, κι εκείνη σωριάστηκε πάνω στο δεμάτι, με τα πόδια της να μην την κρατάνε άλλο πια όταν κοίταξε γύρω της, ήταν ολομόναχη. Η Τζέιν είχε φύγει. Από μακριά ακούστηκε το κροτάλισμα των τροχών μιας άμαξας, και μετά σιωπή.


Κάτι υγρό άγγιξε το χέρι της και η Ίζομπελ χαμήλωσε τα μάτια. Το κουτάβι που δάγκωνε την μπότα του Τζάιλς έγλειφε το χέρι της. Δεν ήταν το κουτάβι του Ναθάνιελ, αλλά ένα αδύνατο θηλυκό σκυλάκι, με ένα αστείο λευκό μπάλωμα πάνω στο ένα μάτι. Η Ίζομπελ το πήρε στην αγκαλιά της και το κουτάβι έγλειψε τη μύτη της. «Γεια σου», του είπε, με φωνή που ακουγόταν αχνή στα ίδια της τ’ αυτιά. Μετά σηκώθηκε και μπήκε στο σπίτι κρατώντας το σκυλί. «Μία μέρα ακόμη, και μετά θα πάμε στο Λονδίνο», του είπε ενώ εκείνο στριφογύριζε νευρικά στην αγκαλιά της. «Ίζομπελ». Η Τζέιν στεκόταν μέσα στην άδεια κουζίνα και την αγκάλιασε, αυτή και το κουτάβι μαζί. «Ω αγάπη μου». Όταν η Ίζομπελ κούνησε απλώς το κεφάλι, της είπε, «Δε θα τον πυροβολούσα, ξέρεις. Όχι τον άντρα που αγαπάς». «Σ’ ευχαριστώ», αποκρίθηκε εκείνη, μ’ ένα χαμόγελο που πόνεσε τα χείλη της. «Θα γυρίσω στο σπίτι αύριο. Μπορώ να πάρω τη σκυλίτσα μαζί μου; Δεν προσδοκώ ότι θα είναι εύκολο να της μάθω να μη λερώσει μια νοικιασμένη άμαξα, όμως θα τα βγάλω πέρα. Θα είμαστε μια χαρά». «Φυσικά», είπε η Τζέιν, όμως στο πρόσωπό της φαινόταν ότι ήξερε πως η φίλη της δεν αναφερόταν στο κουτάβι. «Έλα μέσα, κι άσε την Άναμπελ να του βρει όνομα». *** Ένα κουτάβι μέσα σε άμαξα ήταν οπωσδήποτε ο ιδανικός περισπασμός. Η Μοντ, όπως είχε ονομάσει εντελώς ανεξήγητα η Άναμπελ το ασπρόμαυρο κουβαράκι, αποδείχθηκε ότι πεινούσε σαν λύκος κι έτρωγε κι έπινε ό,τι της έβαζαν στο πιατάκι, στο δάπεδο μπροστά της -με τις αναπόφευκτες συνέπειες. Η ενορατική Τζέιν τους είχε δώσει ευτυχώς έναν μικρό σάκο με πριονίδι και μια μεγάλη πιατέλα για το κρέας, οπότε η Ντόροθι κατέβαινε σε κάθε στάση να την αδειάσει, εν μέσω ηχηρών παραπόνων και γκρίνιας. Όμως η Ίζομπελ δεν την άφηνε να κατσαδιάσει τη Μοντ, ακόμη κι όταν το κουτάβι άρχισε να μασουλάει τα παπούτσια τους και την άκρη της κουρελούς στο δάπεδο της άμαξας. «Είναι μονάχα ένα μωρό, Ντόροθι», είπε σηκώνοντας το κουτάβι και δέχτηκε ένα υγρό φιλί στη μύτη για τον κόπο της. Με ένα στεναγμό ικανοποίησης το σκυλάκι αποκοιμήθηκε πάνω στα πόδια της, εξαντλημένο από την περιπέτειά του. Πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να μείνει στην άμαξα στις υπόλοιπες στάσεις από το Γκλόστερ και μετά. Δε θα έφταναν στο Λονδίνο πριν από τις δέκα το βράδυ, και είχαν ξεκινήσει στις έξι το πρωί. Η Ντόροθι είχε σφηνώσει το κορμί της στη μια γωνία της άμαξας για να μην τραντάζεται


τόσο και αποκοιμήθηκε σιγά σιγά, όμως η Ίζομπελ κάθισε στητή, λικνίζοντας το κουτάβι στην αγκαλιά της και άφησε το μυαλό της να περιπλανηθεί άσκοπα. Ήταν υπερβολικά εξαντλημένη και πληγωμένη για να προσπαθήσει να σκεφτεί λογικά. Άλλωστε, τι είχε να σκεφτεί; Τίποτε εκτός από την Άναμπελ, συνειδητοποίησε με ένα χαμόγελο, που όμως ξεθώριασε όταν οι ενοχές την κυρίεψαν ξανά. Οι γονείς της θα τη λάτρευαν, κι όμως ποτέ δε θα μάθαιναν ότι είχαν μια εγγονή. Κατάλαβε ότι ήταν έτοιμη ν’ αποκοιμηθεί και δεν καταπολέμησε τη νύστα της. Ο ύπνος θα έφερνε όνειρα μάλλον, όμως τα όνειρα ήταν το μόνο που της είχε απομείνει πια. Εμπιστοσύνη... Σ’ εμπιστεύομαι. Αυτό είχε πει στον Τζάιλς. Δεν είδε το πρόσωπό του όμως στο όνειρό της, αλλά τους γονείς της να την παρακολουθούν γεμάτοι αγωνία. Ξύπνησε, αλλά η εικόνα παρέμεινε ζωντανή. Της έδειξαν εμπιστοσύνη όταν το έσκασε στο Χέρεφορντ και την αγαπούσαν αρκετά ώστε να την αφήσουν εκεί για ένα χρόνο, όταν τους έγραψε και τους ικέτευσε να μην της ζητήσουν να γυρίσει στο σπίτι. Την πίστεψαν όταν την έστειλαν ατιμασμένη στην επαρχία, όταν ουσιαστικά κανείς άλλος δεν το είχε κάνει. Αν μπορούσε να εμπιστευτεί κάποιον, αυτοί ήταν οι γονείς της. Ίσως τελικά κάτι καλό θα έβγαινε από αυτή τη δυστυχία. Η Ίζομπελ κουλουριάστηκε στη γωνιά της άμαξας και κοιμήθηκε ξανά. *** «Θεέ μου, έχει θάρρος, η Ίζομπελ μου», μονολόγησε ο Τζάιλς, όπως καθόταν στο γραφείο του στην κάμαρα του πανδοχείου. Η Ίζομπελ, τόσο ειλικρινής, τόσο γενναία, τόσο αληθινή στην αγάπη της. Ήξερε ότι εκείνος ποτέ δε θα της αποκάλυπτε τα αληθινά του συναισθήματα, ποτέ δε θα της έδειχνε τι έκρυβε στην καρδιά του. Το καλύτερο που μπορούσε να ελπίζει ήταν το φλερτ του και τα νωθρά, επιπόλαια φιλιά του. Έτσι, του είχε δείξει εκείνη τι σήμαινε αγάπη. Τσαλάκωσε το γράμμα που έγραφε και πέταξε το χαρτί στη φωτιά. Ένα γράμμα θα έκανε μόνο χειρότερα τα πράγματα. Είχε γράψει τις λέξεις που ήθελε να πει, τις αληθινές λέξεις. Όμως καλύτερα που έγιναν στάχτη -δε θα έκανε καλό στην Ίζομπελ η ομολογία του ότι την αγαπούσε. Τι θα έκανε όμως τώρα; Δε θα παντρευόταν τη δεσποινίδα Χολτ, αυτό ήταν σίγουρο. Κάπως θα κατάφερνε την Τζέραλντιν να το δεχτεί. Ήθελε μόνο να τον δει χαρούμενο και έβρισκε την ανεξαρτησία του εξοργιστική. Ήθελε να κανονίζει τα πάντα για τη δική της ικανοποίηση, συμπεριλαμβανομένης και της ευτυχίας του. Θα γινόταν ξανά ευτυχισμένος κάποτε, υπέθεσε. Κάποτε.


Κεφάλαιο 21 «Μαμά, μπαμπά. Μπορώ να σας μιλήσω;» «Μιλάμε ο ένας στον άλλο εδώ και μισή ώρα», επισήμανε ο λόρδος Μπάιθορν. Ωστόσο, δίπλωσε το φύλλο της Μόρνινγκ Κρόνικλ που διάβαζε, το άφησε δίπλα στο πιάτο με το πρωινό του και περίμενε. «Εννοώ, ιδιαιτέρως. Στο γραφείο σου». Η Ίζομπελ ένιωθε το στήθος της να σφίγγεται και το πρωινό της -το λίγο που είχε καταφέρει να φάει- να αναδεύεται στο στομάχι της, και συνειδητοποιούσε πλήρως ότι είχε τραβήξει την προσοχή των ανήσυχων γονιών της. «Πολύ καλά, αν καταφέρεις να κρατήσεις μακριά αυτό το καταραμένο κουτάβι. Ήδη κατέστρεψε τις παντόφλες μου, και βρίσκεται στο σπίτι μόνο μισή μέρα». «Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά». Αστειευόταν, ο Θεός να τον έχει καλά. *** «Λοιπόν, τι συμβαίνει, Ίζομπελ;» Ο πατέρας της καθόταν πίσω από το ογκώδες γραφείο του ενώ εκείνη και η μητέρα της στις δύο πολυθρόνες μπροστά του. «Μοιάζει ασυνήθιστα πολύ με εξομολόγηση». «Αυτό είναι». Εμπιστοσύνη, υπενθύμισε στον εαυτό της. Πολύ αργά να κάνεις πίσω τώρα. Απλώς εμπιστέψου τους, σε αγαπάνε. «Τις τελευταίες βδομάδες πριν από το θάνατο του Λούκας γίναμε εραστές». Άκουσε την κοφτή ανάσα που πήρε η μητέρα της. Το πρόσωπο του πατέρα της έμεινε ανέκφραστο κι έπειτα, προς μεγάλη της έκπληξη, είπε: «Σκανδαλώδες, όχι όμως και τόσο ασυνήθιστο». Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στη μητέρα της, το οποίο έκρυβε την αμυδρή υποψία ενός χαμόγελου. Η Ίζομπελ άνοιξε το στόμα της να ξεφουρνίσει μια ερώτηση, μετά όμως το έκλεισε βιαστικά. «Αφού σκοτώθηκε, ανακάλυψα πως ήμουν έγκυος». Αυτή τη φορά η ανάσα της μητέρας της βγήκε σαν κραυγή και το χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπο του πατέρα της καθώς τα μάγουλά του χλόμιασαν. «Γι’ αυτό έμεινα μαζί με την Τζέιν. Δεν έχει δίδυμα -η κόρη της είναι δική μου. Η εγγονή σας».


Τη σιωπή έσπασε μονάχα ο λυγμός της μητέρας της, που τον έπνιξε αμέσως με την παλάμη της. Η Ίζομπελ άπλωσε το χέρι της, αλλά μετά δίστασε και το τράβηξε πίσω. «Δε μας εμπιστευόσουν να σε φροντίσουμε;» ρώτησε ο πατέρας της, με μια τρυφερότητα που την προειδοποίησε ότι προσπαθούσε σκληρά να χαλιναγωγήσει τα συναισθήματά του. «Όχι», παραδέχτηκε. Μόνο η αλήθεια θα χρησίμευε τώρα. «Δε σκεφτόμουν πολύ καθαρά. Ήθελα τον Λούκας, αλλά είχε χαθεί -φοβόμουν πως θα μου έπαιρναν το παιδί μου. Δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν εκτός από την Τζέιν». Τα δάκρυα κυλούσαν τώρα πάνω στα μάγουλα της μητέρας της. Ήταν τόσο άσχημο όσο φοβόταν· τους είχε πληγώσει βαθιά. «Λυπάμαι τόσο πολύ. Το έκανα για το καλό μας». Αυτή τη φορά έπιασε το χέρι της μητέρας της. Εκείνη δεν το τράβηξε κι ύστερα από μια στιγμή τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω από τα δάχτυλα της κόρης της. «Το όνομά της είναι Άναμπελ». Ήταν το όνομα της γιαγιάς της. «Γιατί τώρα; Γιατί μας το λες τώρα; Συμβαίνει κάτι στο παιδί;» Η μητέρα της έσφιξε το χέρι της επιτακτικά, με αγωνία. «Είναι μια χαρά, είναι υπέροχη. Όχι, δεν είναι αυτό. Συνειδητοποίησα ότι δεν πρόκειται ποτέ να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια. Και είδα ότι σας στερούσα το εγγόνι σας, κι αυτό ήταν λάθος. Και σκεφτόμουν πολύ τις τελευταίες μέρες για την εμπιστοσύνη... και κατάλαβα ότι έπρεπε να σας έχω εμπιστευτεί εξαρχής». «Ποιος ξέρει για το παιδί;» ρώτησε ο πατέρας της. «Οι παλιοί υπηρέτες της οικογένειας της Τζέιν, όμως ποτέ δε θα πρόδιδαν τα μυστικά της και λατρεύουν την Άναμπελ. Ο γιατρός, που είναι οικογενειακός φίλος». Είδε την ανακούφισή τους και ήξερε ότι ήταν αναπόφευκτο να τη θρυμματίσει. «Και η χήρα μαρκησία του Φέιβερσαμ και ο γιος της, ο Τζάιλς Χάρκερ». «Τι; Αυτό το αδιάντροπο πλάσμα; Πώς στην ευχή το ανακάλυψε;» «Φοβόταν ότι θα παντρευόμουν τον Τζάιλς και ότι θα ξεσπούσε ένα τεράστιο σκάνδαλο που θα τον έβλαπτε. Χρησιμοποιεί συνεχώς ιδιωτικούς ερευνητές, κατά τα φαινόμενα, οπότε ανέθεσε σ’ έναν άντρα να ανακαλύψει τα όποια μυστικά μπορεί να είχα. Ο σκοπός της ήταν να με εκβιάσει ώστε να παρατήσω τον Τζάιλς». «Να τον παντρευτείς; Να τον παρατήσεις;» Η μητέρα της την κοίταζε εμβρόντητη. «Έχεις ερωτική σχέση μ’ αυτό τον άντρα;» «Αυτό τον άντρα τον αγαπώ», τη διόρθωσε μαλακά η Ίζομπελ. «Όμως,


όχι, δεν είμαστε εραστές, και δε θα τον παντρευτώ· η μητέρα του έχει δίκιο, το σκάνδαλο θα τον κατέστρεφε. Εκείνος δε θα παραδεχτεί ποτέ ότι μ’ αγαπάει επειδή πιστεύει πως έτσι θα καταστρεφόμουν εγώ». «Τον αγαπάς; Είναι ένας μπ...» «Το ίδιο και η εγγονή μας», είπε ο λόρδος Μπάιθορν και η μητέρα της έβγαλε μια αγανακτισμένη κραυγή. «Θα κρατήσουν κλειστό το στόμα τους ο Χάρκερ κι αυτή η γυναίκα;» «Ω, ναι. Δεν είχε κανένα άλλο κίνητρο εκτός από το να προστατέψει το γιο της. Δε θα θέλει πλέον να με βλάψει μόλις ο Τζάιλς την πείσει ότι δεν αποτελώ απειλή για την υπόληψη ή την καριέρα του». «Χα!» αναφώνησε περιφρονητικά η λαίδη Μπάιθορν, σκουπίζοντας τα μάτια της μ’ ένα κομματάκι δαντέλα. «Μαμά, μου έσωσε τη ζωή όταν κάλλιστα θα μπορούσα να είχα πνιγεί. Σημαδεύτηκε υπερασπιζόμενος την τιμή μου». «Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε ο πατέρας της. «Μπορούμε να δούμε την Άναμπελ; Ή πρέπει να την κρατήσεις μακριά μας;» «Όχι! Φυσικά και δε θα το κάνω. Όμως δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ποια είναι, το καταλαβαίνετε αυτό. Οι προοπτικές της είναι καλές τώρα: η γέννηση και η καταγωγή της είναι απόλυτα αξιοσέβαστες. Θα μεγαλώσει χωρίς κανένα στίγμα, ως μία Νίνταμ. Και ο υποτιθέμενος πατέρας της ήταν αδελφός του Λούκας, άλλωστε. »Μπορούμε όμως να την επισκεπτόμαστε. Με φωνάζει “θεία”, οπότε είναι απόλυτα φυσικό να δείξετε ενδιαφέρον για εκείνη. Η Τζέιν μπορεί να μας επισκέπτεται εδώ και να φέρνει μαζί της τα παιδιά». «Ω, ναι!» Το πρόσωπο της λαίδης Μπάιθορν έλαμψε· ανακάθισε και σκούπισε με τις παλάμες της τα υγρά μάγουλά της. «Η εγγονή μου! Θεέ μου!» «Και μ’ εσένα τι θα γίνει, Ίζομπελ;» ρώτησε ο πατέρας της. Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν μπορώ να παντρευτώ. Αδυνατώ να κρύψω κάτι τέτοιο από το σύζυγό μου και, ακόμη κι αν έβρισκα κάποιον, δεν τολμώ να ρισκάρω την υπόληψη της Άναμπελ λέγοντάς του το πριν από το γάμο μας. Θα τελειώσω τη Σεζόν, όμως -δε θέλω να προκαλέσω άλλα κουτσομπολιά». «Ω αγαπητή μου». Ο πατέρας της αναστέναξε κουνώντας το κεφάλι του, όμως όταν την κοίταξε ξανά, ένα χαμόγελο έλαμψε στα μάτια του. «Σ’ ευχαριστώ για την εγγονή μου». Καθώς η Ίζομπελ σηκωνόταν, σηκώθηκε κι εκείνος κι έκανε το γύρο του γραφείου για να την αγκαλιάσει. «Ήλπιζα ότι


μετά το θάνατο του Νίνταμ θα έβρισκες έναν καλό άντρα που θα σε αγαπούσε». «Τον βρήκα, μπαμπά. Φαίνεται όμως ότι δεν μπορώ να τον έχω. Πρέπει να γράψω στην Τζέιν». *** Η Σεζόν βρισκόταν τώρα στο αποκορύφωμά της. Η Ίζομπελ αφοσιώθηκε ολόψυχα στις διασκεδάσεις της, λες και τα κύματα της επιπολαιότητας και της ψυχαγωγίας μπορούσαν να ξεπλύνουν τον πόνο και τη νοσταλγία. Μόνο η χαρά που πήραν οι γονείς της μαθαίνοντας για την Άναμπελ αναπτέρωσε κάπως το ηθικό της, και όταν ήρθαν με το ταχυδρομείο μερικά πορτραίτα της μικρής με κάρβουνο, που είχε ζητήσει η Τζέιν από το δάσκαλο του χωριού να φιλοτεχνήσει, όλοι παρασύρθηκαν από τη φρενίτιδα των προετοιμασιών για την επίσκεψή τους στην Έπαυλη Λόνγκμιρ μόλις καλοκαίριαζε. Καθώς έπαιρναν το τσάι τους ύστερα από ένα επίσημο δείπνο μια βδομάδα μετά την επιστροφή της, η Ίζομπελ άκουσε άθελά της τη συζήτηση του πατέρα της με τον οικοδεσπότη τους, «...αναστηλώνω ολόκληρη τη δυτική πτέρυγα του αββαείου», έλεγε ο λόρδος Ροχάμπτον. «Προσέλαβα έναν πολλά υποσχόμενο νεαρό αρχιτέκτονα, τον Χάρκερ. Όμως, ξέχασα...» πρόσθεσε, χαμηλώνοντας τη φωνή του. «Είναι ο άνθρωπος που στάθηκε στο πλευρό του Όλμπραϊτ σ’ αυτή την άθλια υπόθεση με θύμα την κόρη σου. Μπράβο του, μάλιστα. Η μητέρα του είναι ο φόβος και ο τρόμος της υψηλής κοινωνίας, όμως ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό, και προς τιμήν του, την υποστηρίζει. Είναι πιστός, όπως είπα στη λαίδη Ροχάμπτον όταν πήγε να φέρει αντιρρήσεις για την πρόσληψή του. Ο άντρας αυτός έχει τα ένστικτα ενός τζέντλεμαν». «Ναι», αποκρίθηκε αργόσυρτα ο λόρδος Μπάιθορν. «Έτσι φαίνεται». Η Ίζομπελ στύλωσε το βλέμμα της στον πατέρα της, ενώ μια τόσο απίθανη ελπίδα άρχισε να παίρνει μορφή στο μυαλό της, που δεν τολμούσε να ολοκληρώσει τη σκέψη της. Κάθονταν τώρα οι τρεις τους στην άμαξα για τη σύντομη διαδρομή της επιστροφής διασχίζοντας τους δρόμους του Μέιφερ, όταν η Ίζομπελ μίλησε ξαφνικά, προτού χάσει το κουράγιό της: «Μπαμπά, αν ο Τζάιλς Χάρκερ ερχόταν και σου ζητούσε το χέρι μου, τι θα του έλεγες;» «Αγαπητή μου, δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Ξέρει ότι θα προξενούσε σκάνδαλο. Πιστεύω ότι γνωρίζω πλέον αρκετά γι’ αυτό τον άντρα, ώστε να ξέρω πως δε θα σε έβλαπτε», της απάντησε δύσθυμα ο πατέρας της. «Ωστόσο, αν το έκανε, θα ξεσπούσε σκάνδαλο αν η απάντησή σου ήταν


ναι;» επέμεινε εκείνη. «Ξέρω ότι αυτό θα συνέβαινε αν απαγόρευες την ένωσή μας και αποφασίζαμε να κλεφτούμε. Όμως αν ο κόσμος έβλεπε ότι εγκρίνεις αυτόν το γάμο, τότε δε θα άλλαζε ριζικά η κατάσταση;» «Ίζομπελ!» παρενέβη η μητέρα της. «Δεν μπορείς να παντρευτείς έναν άντρα με νόθα καταγωγή». «Γιατί όχι; Δεν πρόκειται να παντρευτώ κανέναν άλλο και, εφόσον δε βλάπτουν τους άλλους οι πράξεις μου, τότε γιατί να μην είμαι ευτυχισμένη; Δε λαχταράω να γίνομαι δεκτή στη βασιλική Αυλή ή να περνάω το χρόνο μου στη λέσχη Άλμακ. Μπαμπά, αν μας έδινες την ευλογία σου, θα ξεσπούσε τότε σκάνδαλο; Κάτι που θα έβλαπτε εσένα και τη μαμά, και θα έκανε δύσκολη τη ζωή του Φρέντερικ στο σχολείο; Ή θα κατέστρεφε την καριέρα του Τζάιλς;» Η μητέρα της βόγκηξε στο άκουσμα της λέξης «καριέρα», όμως ο πατέρας της, ύστερα από μια στιγμή σιωπής, είπε, «Με άκουσες να μιλάω στον Ροχάμπτον; Πρέπει να ομολογήσω πως έχω αλλάξει άποψη για τον Χάρκερ, ύστερα απ’ όλα όσα συνέβησαν. Όχι, δε νομίζω ότι θα προκαλούσε κάτι παραπάνω από γενική κατάπληξη για μια βδομάδα, όχι αν σας έδινα την ευλογία μου και η μητέρα σου τον δεχόταν στο σπίτι. Ήδη έχεις αρκετά εκκεντρική φήμη, αγαπητή μου». «Ω μπαμπά!» Ρίχτηκε πάνω του και τον αγκάλιασε, τσαλακώνοντας το μεταξωτό καπέλο του. «Σ’ ευχαριστώ!» «Όμως δε θα μου ζητήσει το χέρι σου, σωστά;» της είπε τρυφερά ο πατέρας της καθίζοντάς την ξανά στη θέση της. «Όσο πιο πολύ νοιάζεται για σένα, τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να σε πλησιάσει ξανά». «Όχι, δε θα το κάνει», συμφώνησε η Ίζομπελ. «Οπότε, απλώς θα τον ζητήσω εγώ σε γάμο». Η μητέρα της βούλιαξε πίσω στα μαξιλάρια της άμαξας βογκώντας. «Το ’ξέρα πως έπρεπε να φέρω το μπουκαλάκι μου με την αμμωνία μαζί!» *** Κατ’ αρχάς, έπρεπε ν’ ανακαλύψει πού βρισκόταν ο Τζάιλς, αποφάσισε η Ίζομπελ καθώς ανακαθόταν στο κρεβάτι της το επόμενο πρωί, κρατώντας την κούπα με τη ζεστή σοκολάτα στις χούφτες της. Ήταν αδύνατον να έχουν ολοκληρωθεί ήδη οι εργασίες στο Γουίμπολ Χολ, όμως υπέθετε πως, όπως ο κύριος Σόαν, ο Τζάιλς θα είχε διάφορες αναθέσεις έργων να τρέχουν ανά πάσα στιγμή. Κάποια από αυτά τα γνώριζε, όπως η ανακαίνιση για την οποία είχε κάνει λόγο ο λόρδος Ροχάμπτον, όμως ο Τζάιλς μπορεί να βρισκόταν οπουδήποτε. Υπήρχε μονάχα ένα πρόσωπο στο Λονδίνο που ίσως να ήξερε πού ήταν,


και η μητέρα της θα πάθαινε κρίση στη σκέψη πως η κόρη της θα πλησίαζε έστω αυτή τη γυναίκα. Οι γονείς της δεν έδειχναν να συνειδητοποιούν ότι, αν παντρευόταν τον Τζάιλς, τότε η Πορφυρή Χήρα θα γινόταν πεθερά της· πράγμα που μάλλον ήταν σημάδι ότι πίστευαν πως κάτι τέτοιο ήταν ουσιαστικά απίθανο. Ε, λοιπόν, αργότερα θα υπήρχε καιρός ν’ ανησυχήσει γι’ αυτό, συλλογίστηκε. Αυτή τη στιγμή όμως ήταν το τελευταίο πράγμα που την ένοιαζε. «Θα μου φέρεις, σε παρακαλώ, έναν κατάλογο διευθύνσεων του Λονδίνου, Ντόροθι;» φώναξε. «Μάλιστα, μιλαίδη. Μια στιγμή μονάχα. Αυτό το αναθεματισμένο σκυλί μασούλησε τη φούντα από το κορδόνι της κουρτίνας». Η καμαριέρα της ακουγόταν αγανακτισμένη, όμως η Ίζομπελ γνώριζε πολύ καλά ότι λάτρευε τη Μοντ, και της άφηνε στα κρυφά μπισκότα μέσα στο καλάθι της. «Ορίστε». Η Ντόροθι βγήκε φουριόζα από το δωμάτιο της γκαρνταρόμπας με το βιβλίο ανά χείρας. «Ακούσατε μήπως για κανένα ενδιαφέρον μαγαζί, κυρά μου;» «Εχμ... Όχι. Απλώς ψάχνω τη διεύθυνση ενός ατόμου που γνώρισα πρόσφατα». Η λαίδη Φέιβερσαμ δε ζούσε και τόσο μακριά -έμενε στην Μπρούτον Στρητ. Για την ακρίβεια, ήταν αρκετά κοντά ώστε να μη χρειάζεται να πάρει άμαξα. «Ετοίμασέ μου το γαλάζιο φόρεμα περιπάτου, τη σκούρα μπλε πελερίνα και το βελούδινο καπέλο μου, Ντόροθι. Έχω μερικές επισκέψεις να κάνω, αλλά θα πάρω για συνοδεία έναν από τους υπηρέτες ώστε να μπορέσεις να συνεχίσεις με τις μεταποιήσεις σ’ αυτά τα ρούχα». *** Μιάμιση ώρα μετά, ενώ ακόμη ήταν εξωφρενικά νωρίς για να κάνει επίσκεψη, η Ίζομπελ οδηγήθηκε μέσα στο κομψό χολ της λαίδης Φέιβερσαμ από τον εξίσου κομψό μπάτλερ της. «Είμαι βέβαιος πως, αν το ζήτημα αφορά τον κύριο Χάρκερ, η μαρκησία θα θελήσει να σας δεχτεί», της είπε καμουφλάροντας με αξιοθαύμαστο τρόπο κάθε ίχνος περιέργειας στην έκφρασή του. «Αν έχετε την καλοσύνη να περιμένετε εδώ, μιλαίδη, θα τη ρωτήσω». Πράγματι, το όνομα του Τζάιλς άνοιγε πόρτες εδώ. Η Ίζομπελ έγινε δεκτή από τη μαρκησία, που ήταν γερμένη πάνω σ’ ένα ανάκλιντρο μέσα στο μπουντουάρ της. Φορούσε μια ρόμπα αληθινό κομψοτέχνημα, από δαντέλα και γαλαζοπράσινο τούλι, που έκανε την Ίζομπελ να νιώσει ένα τσίμπημα φθόνου. «Τι ζητάς τώρα από το γιο μου;» απαίτησε να μάθει η Χήρα και την κοί-


ταξε μισοκλείνοντας τα ψυχρά πράσινα μάτια της. Δεν είχε νόημα ν’ αρχίσει τις υπεκφυγές. Η Ίζομπελ πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε, «Θέλω να του πω πως, αν ζητήσει το χέρι μου από τον πατέρα του, θα του το προσφέρει πρόθυμα. Δε θα υπάρξει σκάνδαλο και θα τον καλωσορίσουν στην οικογένεια». «Τι;» Η Πορφυρή Χήρα την κοίταξε εμβρόντητη. «Οι γονείς μου έχουν αποδεχτεί ότι δεν πρόκειται να παντρευτώ ποτέ κανέναν άλλο. Είναι ευγνώμονες στον Τζάιλς για όλα όσα έχει κάνει για μένα. Και», πρόσθεσε καθώς η Χήρα έκανε ν’ ανοίξει το στόμα της, «ξέρουν για την κόρη μου. »Και επίσης», συνέχισε βιαστικά προτού προλάβει να μιλήσει η λαίδη Φέιβερσαμ, «έχω μια σεβαστή προίκα, άριστες διασυνδέσεις και την κατάλληλη κοινωνική θέση ώστε να ενισχύσω την καριέρα του Τζάιλς. Το μόνο που χρειάζομαι να μάθω είναι πού βρίσκεται, και θα πάω να τον βρω και να του κάνω εγώ πρόταση γάμου». «Πρόταση; Έχεις θάρρος, σου το αναγνωρίζω. Κι αν φέρω αντίρρηση;» «Γιατί να φερθείτε με τόση εμπάθεια;» Τα ζυγωματικά της πιο ώριμης γυναίκας ρόδισαν ελαφρά κάτω από το στρώμα της πούδρας. «Αν δε με θέλει, μπορεί πάντα να αρνηθεί. Αν αυτό είναι κάποιου είδους κόλπο, τότε έχετε στα ίδια τα χέρια σας το όργανο της εκδίκησής σας». «Θέλω μόνο να είναι χαρούμενος», είπε η λαίδη Φέιβερσαμ και, προς μεγάλη της ταραχή, η Ίζομπελ είδε ένα δάκρυ να κυλάει πάνω στο μάγουλό της. «Και είναι τόσο πεισματάρικα ανεξάρτητος. Θα τον κάνεις ευτυχισμένο;» «Ω, ναι! Το υπόσχομαι». «Εξαιρετικά». Σκούπισε ανάλαφρα με την άκρη της δαντέλας της το δάκρυ, εξαφανίζοντας μαζί και τη στιγμή αδυναμίας της, ενώ τα πράσινα μάτια της προκαλούσαν την Ίζομπελ -ας τολμούσε να φέρει ξανά ποτέ στη μνήμη της ότι την είχε δει να κλαίει! «Είναι στο Γουίμπολ Χολ». «Σας ευχαριστώ». Η Ίζομπελ έκανε μεταβολή για να φύγει, όμως στράφηκε ξανά απότομα. «Από πού αγοράσατε αυτή την υπέροχη ρόμπα;» «Από της Μίραμπελ», αποκρίθηκε η Χήρα και, προς μεγάλη έκπληξη της Ίζομπελ, χαμογέλασε. «Αγόρασε τη σε μπλε, όχι πράσινο. Μπλε και ασημί». *** Ο Τζάιλς επέπλεε ανάσκελα στην εσωτερική πισίνα, με τα αυτιά του σκεπασμένα από το νερό, ενώ τολύπες ατμού υψώνονταν γύρω του. Ήταν μια μακριά, κοπιαστική και ψυχρή μέρα πάνω στο Χιλ Χάουζ, όπου επέ-


βλεπε την κατεδάφιση και τη διάσωση των καλύτερων λίθων, και είχε παγώσει ολόκληρος. Το καυτό νερό μαλάκωσε το κορμί του, όμως όσο περισσότερο χαλάρωνε σωματικά, τόσο πιο πολύ δούλευε η φαντασία του και γινόταν πιο οδυνηρός ο πόνος στην καρδιά του. Οι απαλοί κυματισμοί του νερού τον έκαναν να θυμηθεί ξανά τα χάδια των δαχτύλων της Ίζομπελ, η σιωπή άφηνε χώρο στη φωνή της ν’ αντηχήσει μέσα στο μυαλό του. Σ’ αγαπώ, Τζάιλς. Είχε κάνει το μοναδικό πράγμα που μπορούσε για εκείνη και την κόρη της, μονολόγησε για χιλιοστή φορά. Την είχε εγκαταλείψει, είχε πείσει τη μητέρα του να σωπάσει και δεν αφέθηκε να της πει τι έκρυβε στην καρδιά του. Έπρεπε, για το καλό της, να είναι σκληρός. Το χιλιοειπωμένο κλισέ σαν να τον χλεύαζε. Σκληρός τώρα, ώστε να μη χρειαστεί ίσως μακροπρόθεσμα να είναι περισσότερο σκληρός· αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να ελπίσει. Προτού η Ίζομπελ μπει στη ζωή του, ποτέ δεν είχε νιώσει μοναξιά. Τώρα η μοναξιά τον πλημμύριζε με πόνο. Εδώ, στο Γουίμπολ Χολ, μπορούσε να βρει συντροφιά κάθε ώρα της μέρας και της νύχτας, αν το επέλεγε, καθώς οι προετοιμασίες για την αναχώρηση της οικογένειας φούντωναν. Όμως ήξερε ότι θα ένιωθε την ίδια μοναξιά ακόμη κι ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους χωρίς την Ίζομπελ. Κατά τα φαινόμενα, απαιτούσε εξίσου μεγάλο θάρρος και αποφασιστικότητα να αρνηθεί την αγάπη -το συναίσθημα που ποτέ δεν πίστευε ότι θα ένιωθε- όσο και να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του σε μονομαχία. Ο πόνος πάντως σίγουρα διαρκούσε περισσότερο, τόσο οδυνηρός ώστε να τον αναγκάσει να παραδεχτεί ότι το συναίσθημα ήταν αληθινό και δε θα ξεθώριαζε ποτέ. Την αγαπούσε. Τώρα που δεν αποτελούσε πλέον κίνδυνο για εκείνη μπορούσε να το παραδεχτεί, τώρα που δε θα την έβλεπε ποτέ ξανά, εκτός ίσως από την άλλη άκρη μιας ασφυκτικά γεμάτης αίθουσας χορού. Ήθελε να της γράψει, να της πει πώς ένιωθε, να της πει γιατί όλο αυτό, η σχέση τους, ήταν αδύνατον να υπάρξει. Έγραφε τα γράμματά του κάθε νύχτα, και κάθε πρωί τα έκαιγε. Πόσος καιρός θα περνούσε προτού μπορέσει να ελευθερωθεί από την αίσθηση ότι, χωρίς εκείνη, ήταν απλώς ένα κούφιο κέλυφος που εκτελούσε μηχανικά, διεκπεραιωτικά τις πράξεις της καθημερινότητας; Ίσως όμως να μην ελευθερωνόταν ποτέ. Ίσως η καρδιά δεν μπορούσε να θεραπευτεί όπως το σώμα. Το να κάνει το σωστό, το έντιμο, του ήταν πολύ δύσκολο. Δεν ήταν τζέντλεμαν, όμως για χάρη της Ίζομπελ θα φερόταν ως τέτοιος. Άντεχε τον


σωματικό πόνο -απλώς έπρεπε να μάθει να τα βγάζει πέρα και με το μαρτύριο της ψυχής, ειδάλλως θα έχανε τα λογικά του. Ένας κυματισμός του νερού πιτσίλισε το πρόσωπό του και το κορμί του κλυδωνίστηκε έτσι όπως επέπλεε στο νερό. Κάποιος άλλος είχε μπει στην πισίνα. Ο λόρδος Χάρντγουικ ή ο νεαρός Φίλιπ μάλλον, σκέφτηκε καθώς άνοιγε τα μάτια του και τα στύλωνε στην αψιδωτή οροφή, ενώ μέσα του ευχόταν να έφευγε όποιος κι αν ήταν. Ο άλλος λουόμενος δε μίλησε. Ο Τζάιλς σήκωσε το κεφάλι του και είδε κάτι να στέκεται στην άκρη της πισίνας. Ένα μικρό ασπρόμαυρο κουτάβι καθόταν στα πισινά του πόδια παρακολουθώντας τον. Η γλώσσα του κρεμόταν έξω από το στόμα του και χτυπούσε μανιασμένα την ουρά του πάνω κάτω -προφανώς ήταν ενθουσιασμένο που τον έβλεπε. Ένα μακρύ γαλάζιο λουρί κειτόταν κουλουριασμένο πάνω στο βρεγμένο καφέ μάρμαρο, εκεί όπου το είχαν παρατήσει. Ο Τζάιλς τινάχτηκε και στάθηκε όρθιος πατώντας στον πυθμένα της πισίνας. Στράφηκε απότομα και είδε μπροστά του την Ίζομπελ, να στέκεται ολόγυμνη σαν Ναϊάδα, με τα υγρά μαλλιά της να πέφτουν στους ώμους της. «Ίζομπελ». Εκείνη του χαμογέλασε, με αυτό το ζεστό και γεμάτο εμπιστοσύνη χαμόγελό της. «Όχι! Όχι, φύγε, ανάθεμά σε! Δε σε θέλω». Της γύρισε την πλάτη και προχώρησε αποφασιστικά διασχίζοντας το νερό προς τα σκαλιά.


Κεφάλαιο 22 «Τζάιλς». Η φωνή της τον σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, δύο, μετά όμως άντλησε όλο το κουράγιό του κι άρχισε ν’ απομακρύνεται ξανά. «Τζάιλς. Σε παρακαλώ. Αν νιώθεις κάτι για μένα, απάντησέ μου σε μία μόνο ερώτηση». Κανονικά έπρεπε να συνεχίσει, να αρνηθεί τα συναισθήματά του για χάρη της, όμως ανακάλυψε πως του ήταν αδύνατον να της πει ψέματα. «Τι θέλεις να με ρωτήσεις;» Δε στράφηκε-αν έβλεπε το πρόσωπό της, τα μεγάλα μάτια της, δε θα το άντεχε. «Αν είχες όχι μόνο τη συναίνεση του πατέρα μου, αλλά και την ευλογία του, τη δημόσια αποδοχή του, θα με παντρευόσουν;» «Ναι, καλά, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δε θα γινόταν κάτι τέτοιο», είπε εκείνος με το βλέμμα ακόμη κολλημένο στα σκαλιά που ξεπρόβαλλαν από το νερό και μετά έστριβαν απότομα προς τα αποδυτήρια. Προς τη σωτηρία. Η φωνή του είχε σφηνώσει στο λαρύγγι του. «Δεν είναι όνειρο αλλά η πραγματικότητα». Δεν μπορεί. Ήταν αδύνατον. Ονειρευόταν. «Τζάιλς», επέμεινε η φωνή στ’ όνειρό του, «μακάρι να γυρνούσες να με κοιτάξεις. Προσπαθώ να σου κάνω πρόταση γάμου και είναι πολύ δύσκολο να μιλάω στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου». Αυτό τον έκανε να στραφεί τόσο απότομα, ώστε σχηματίστηκαν κυματισμοί στο νερό. Το κουτάβι πισωπάτησε γαβγίζοντας ανήσυχο καθώς τα κυματάκια ξεχείλισαν στο χείλος της πισίνας. Η γυμνή Ναϊάδα ήταν ακόμη εκεί, με τα βρεγμένα μαλλιά της να φαίνονται μαύρα σχεδόν, κολλημένα πάνω στην καμπύλη του στήθους της. Δεν ήταν όνειρο, δεν ήταν παραίσθηση. Ήταν αληθινή γυναίκα. «Ίζομπελ...» Έπνιξε την περηφάνια του και δοκίμασε να κάνει έκκληση στη λογική. «Δεν είναι δίκαιο. Ούτε για σένα, ούτε για μένα, να υποκρινόμαστε ότι μπορεί να συμβεί αυτό». «Η μοναδική φορά που σου είπα ψέματα ήταν για να προστατέψω την κόρη μου», αποκρίθηκε εκείνη καρφώνοντάς τον αδυσώπητα με το βλέμμα της. «Σου ορκίζομαι στη ζωή της ότι δε σου λέω ψέματα τώρα. Δεν έχω


παραισθήσεις. Ο πατέρας μου έχει δεχτεί ότι δεν πρόκειται να παντρευτώ κανέναν άλλο, ποτέ. Βλέπεις, είπα τα πάντα στους γονείς μου για την Άναμπελ, οπότε επιτέλους καταλαβαίνουν. Και μόλις το σκέφτηκε καλύτερα ο πατέρας μου, μόλις άρχισε ν’ ακούει για σένα από άλλους, συνειδητοποίησε ότι σε εκτιμά». Δεν έκανε καμιά κίνηση να τον πλησιάσει, μονάχα περίμενε υπομονετικά, παρατηρώντας το πρόσωπό του καθώς ο Τζάιλς ξεδιάλυνε με κόπο αυτά που του έλεγε. «Τους είπες για την Άναμπελ; Πήρες αυτό το ρίσκο για χάρη μου;» «Όχι». Κούνησε το κεφάλι της, αφοπλιστικά ειλικρινής όπως πάντα. «Όμως εξαιτίας σου τους το είπα. Με έκανες να σκεφτώ καλύτερα για την εμπιστοσύνη και την εντιμότητα, και ότι τους στερούσα την αγάπη της εγγονής τους, επειδή δεν τολμούσα να ρισκάρω τη δική τους αγάπη. Έτσι, τους το είπα. Μονάχα αργότερα συνειδητοποίησα πως, τώρα που έχασαν κάθε ελπίδα ότι θα κάνω έναν συμβατικό γάμο, ίσως συναινέσουν σ’ αυτόν, αν πιστεύουν ότι θα με κάνεις ευτυχισμένη». «Αυτό εμπεριέχει ένα καλό μάθημα για μένα, δε χρειάζεται να μου το εξηγήσεις», είπε ο Τζάιλς. Εμπιστοσύνη. Τους στερούσα την αγάπη... Δεν την είχε εμπιστευτεί ότι θα ήταν αρκετά δυνατή ώστε να τα βγάλει πέρα με την καταδικασμένη αγάπη που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο. «Νόμιζα ότι έκανα το σωστό, ότι έκανα τη σωστή θυσία». «Ώστε ήταν θυσία;» Για πρώτη φορά ο Τζάιλς διέκρινε το φόβο και την αβεβαιότητα στα μεγάλα γκρίζα μάτια της και στον τρόπο που δάγκωνε το κάτω χείλι της. Και πάλι όμως, οι λέξεις δεν έβγαιναν απ’ τα χείλη του. Πώς να το ρισκάρει να μετανιώσει η Ίζομπελ για το γάμο τους αμέσως μόλις περνούσαν τις βέρες; Θα έχανε τόσο πολλά πράγματα που θεωρούσε απόλυτα δεδομένα στη ζωή της. Όμως, αν η Ίζομπελ μπορούσε να τον εμπιστευτεί, το ίδιο έπρεπε να κάνει κι εκείνος. «Ναι, ήταν θυσία», παραδέχτηκε. Το χαμόγελό της έλαμψε. «Ω δόξα τω Θεώ!» Ήταν λιγάκι άχαροι και αδέξιοι στην προσπάθειά τους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο πλατσουρίζοντας μέσα στο νερό που τους έφτανε μέχρι το στήθος. Ο Τζάιλς κατάλαβε πως γελούσε όταν επιτέλους η Ίζομπελ βρέθηκε στην αγκαλιά του. Το ίδιο κι εκείνη, και ταυτόχρονα έκλαιγε ενώ το κουτάβι αλυχτούσε πλάι τους. «Όλο αυτό είναι τόσο παράλογο, που δεν μπορεί, πρέπει να είναι αληθινό», είπε ο Τζάιλς κρατώντας στα χέρια του το υγρό γυναικείο κορμί της. Ο σφυγμός του χτυπούσε άγρια κι ένιωθε να ζαλίζεται. «Νόμιζα ότι ονειρευόμουν. Πώς στην ευχή βρέθηκες εδώ;»


«Δεν έχει σημασία! Θα με παντρευτείς;» ρώτησε με αγωνία η Ίζομπελ με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από τη μέση του. «Είσαι σίγουρη;» Αυτή τη φορά ήξερε πως εκείνη κατάλαβε το δισταγμό του, και συνειδητοποίησε ότι δεν της είχε πει ακόμη τα λόγια που είχαν τόση σημασία γι’ αυτή. «Όχι, αν δεν είσαι κι εσύ». Όλη η ζωντάνια στράγγισε από μέσα της, αφήνοντάς τη γυμνή και ευάλωτη. «Συγνώμη αν κατάλαβα λάθος. Νόμιζα ότι σε σταματούσε μόνο ο φόβος ενός σκανδάλου, και ότι, αν δεν υφίστατο πλέον σκάνδαλο, τότε όλα θα ήταν εντάξει». Τον έσπρωξε μακριά της και προχώρησε τσαλαβουτώντας στα σκαλιά. Βγήκε έξω από την πισίνα, στάζοντας ολόκληρη, και το κουτάβι χοροπηδούσε γύρω απ’ τα πόδια της μέχρι που διαισθάνθηκε τη στενοχώρια της κυράς του και κουλουριάστηκε κλαψουρίζοντας. «Ίζομπελ!» Ο Τζάιλς έκανε τρεις μεγάλες απλωτές, ανέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε δίπλα της. «Δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει ένας γάμος μαζί μου». Την έπιασε εμποδίζοντάς τη ν’ αποδράσει προς τα στενά στριφογυριστά σκαλιά που οδηγούσαν στα αποδυτήρια. «Είσαι συνηθισμένη σ’ ένα πολυτελές αρχοντικό στην επαρχία, μια έπαυλη στο Λονδίνο, δεκάδες υπηρέτες. Παρίστασαι στη βασιλική Αυλή, σε καλούν στις πιο αριστοκρατικές εκδηλώσεις. Εγώ δεν μπορώ να σου τα προσφέρω αυτά. Δε θα είσαι πλέον δεκτή στην Αυλή, κάποιοι άνθρωποι θα σε περιφρονούν, το σπίτι μου στην επαρχία είναι το ένα δέκατο σε μέγεθος από αυτό, και αν θέλουμε να ζήσουμε στο Λονδίνο, θα πρέπει να νοικιάσουμε, στην αρχή τουλάχιστον. Δεν έχω δική μου άμαξα, δεν...» «Αυτά είναι όλα;» τον έκοψε επιτακτικά. «Τι θαρρείς πως θέλω, Τζάιλς;» Όταν εκείνος απλώς έμεινε να την κοιτάει ασάλευτος, του έδωσε ένα γερό χτύπημα στα πλευρά. «Εμένα;» είπε. Η Ίζομπελ κατένευσε. «Τα παιδιά μας;» Άλλο ένα καταφατικό γνέψιμο. «Αυτά μόνο και είναι τα πάντα για μένα. Έχω μια απόλυτα σεβαστή προίκα που μπορεί να καλύψει κάθε επιπόλαια σπατάλη που επιβάλλει η μόδα και επιθυμώ -αν την επιθυμώ. Τα υπόλοιπα μπορούν να πάνε στα παιδιά, αν είσαι πια τόσο πεισματάρης ώστε να μην τα χρησιμοποιήσεις για ν’ αγοράσεις ένα σπίτι στο Λονδίνο ή μια άμαξα, ή για να βελτιώσεις το κτήμα σου στην επαρχία». «Αλήθεια;» «Αλήθεια. Τώρα, πες μου γιατί δε με παντρεύεσαι, επειδή ο μόνος λόγος


που είμαι προετοιμασμένη να δεχτώ είναι ότι δε μ’ αγαπάς». Ένιωσε λες και έσπαγαν οι αλυσίδες που τον κρατούσαν, ή σάμπως ένα φράγμα να ξεχείλιζε μέσα του. Μόνο ένα πράγμα υπήρχε ανάμεσα σ’ εκείνον και τη γυναίκα που αγαπούσε, κι αυτό ήταν ο πεισματικός φόβος του να πιστέψει όσα του έλεγε η Ίζομπελ. Ο Τζάιλς πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σ’ αγαπώ». Συνειδητοποίησε ότι χαμογελούσε διάπλατα. «Σ’ αγαπώ. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να σου το πω». Την άρπαξε στην αγκαλιά του κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα όσο εκείνη τύλιγε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι έθαβε το πρόσωπό της στο στέρνο του. Προφανώς, η αγαπημένη του είχε στερέψει από λόγια. Ο Τζάιλς την άφησε να πατήσει ξανά στο έδαφος όταν έφτασαν στο μικρό αποδυτήριο. Η μπροκάρ ρόμπα του ήταν κρεμασμένη τακτικά σ’ έναν από τους γάντζους στον τοίχο, που πίσω του βρισκόταν ο καυστήρας και ζεσταινόταν από αυτόν. Οι παντόφλες του ήταν ακουμπισμένες στο δάπεδο εξίσου τακτικά κάτω από τη ρόμπα του. «Γλυκιά μου αγάπη», της είπε απαλά καθώς επιθεωρούσε τα γυναικεία ρούχα που ήταν σκορπισμένα παντού πάνω στο πάτωμα. «Να αναμένω ότι θα επικρατεί παρόμοιο χάος και στο σπίτι μας;» «Βιαζόμουν», αντέτεινε όλο αξιοπρέπεια η Ίζομπελ. Τύλιξε τα χέρια της στο κορμί του. «Ακόμη βιάζομαι. Μ’ αγαπάς», μουρμούρισε, σαν να μην μπορούσε να το πιστέψει ακόμα. Ο Τζάιλς την έπιασε από τους καρπούς όσο τα δάχτυλά της έκαναν να κατέβουν πιο χαμηλά. «Και θα σου το αποδείξω. Όμως, αρνούμαι να σου κάνω έρωτα εδώ, στο πάτωμα». Όχι εδώ κι όχι τώρα, όπως και να ’χει. Στο σπίτι του, στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας, υπήρχε ένα μεγάλο χνουδωτό χαλί μπροστά στο τζάκι, που είχε τροφοδοτήσει μια εξαιρετικά απολαυστική και βασανιστική φαντασίωσή του με πρωταγωνίστρια την Ίζομπελ. «Στην κάμαρά μου, τότε. Ή στη δική σου;» «Σε καμία». Την άφησε απρόθυμα, έπιασε τη ρόμπα του και φόρεσε τις παντόφλες του. Υπήρχε κάτι αξιοπρεπές στις παντόφλες. Οι άσωτοι δεν έκαναν παθιασμένο έρωτα φορώντας παντόφλες. «Γιατί όχι; Με θέλεις». Του έριξε ένα λοξό βλέμμα κάτω από τις βρεγμένες βλεφαρίδες της, που ήταν καθαρή πρόκληση. «Φυσικά και σε θέλω, μικρή μάγισσα. Σ’ αγαπώ. Όμως πρόκειται να σε παντρευτώ». Θα την παντρευτώ. Επανέλαβε τις λέξεις μέσα του, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του πως, ναι, αυτό θα συνέβαινε στ’ αλήθεια. «Οπότε θα το κάνουμε σωστά, σύμφωνα με τους τύπους. Αξιοπρεπώς». Η


Ίζομπελ άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί. «Τώρα θα φύγω και θα πάω να ντυθώ. Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ, και μετά θα βρεις τη λαίδη Χάρντγουικ. »Εγώ θα ρωτήσω τον κόμη αν μπορεί να με στερηθεί για μερικές μέρες. Θα ταξιδέψουμε πίσω στο Λονδίνο, με διαφορετικές άμαξες, κι εκεί θα ζητήσω επίσημα το χέρι σου από τον πατέρα σου. Και μετά θα κάνουμε ό,τι κάνουν οι ευυπόληπτοι άνθρωποι στη διάρκεια ενός αξιοπρεπούς διαστήματος μνηστείας προτού παντρευτούν, κατά αξιοσέβαστο τρόπο». «Τζάιλς, όλα αυτά θα πάρουν βδομάδες ολόκληρες». Η Ίζομπελ έσωσε την κάλτσα της από το κουτάβι και άρχισε να τη φοράει. Ο Τζάιλς περιεργάστηκε την ποιότητα της μπογιάς στους τοίχους με λεπτομερή αφοσίωση όσο το θρόισμα των ρούχων που φορούσε εκείνη συνεχιζόταν. «Ακριβώς. Δεν πρόκειται να κλεφτούμε, το ακριβώς αντίθετο μάλιστα». «Ντύθηκα. Μπορείς να σταματήσεις να κοιτάζεις τα επιστύλια ή ό,τι τέλος πάντων είναι αυτό που υποκρίνεσαι πως κοιτάς με τόσο ενδιαφέρον». «Την οροφή», αποκρίθηκε αφηρημένα. «Θεέ μου, πόσο όμορφη είσαι!» «Όχι, δεν είμαι. Είμαι...» «Πανέμορφη. Σ’ αγαπώ». «Φίλα με τότε, Τζάιλς. Από τη στιγμή που μου είπες ότι μ’ αγαπάς, δε μ’ έχεις φιλήσει». «Όχι εδώ». Την παρακολούθησε όσο σκούπιζε τα μαλλιά της με μια πετσέτα. «Θα σε συνοδέψω μέχρι το δωμάτιό σου και θα σε φιλήσω στην πόρτα σου, επειδή δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου να σε αγγίξω εδώ». Χαμήλωσε το βλέμμα του στο πάτωμα. «Γιατί υπάρχει εδώ ένα κουτάβι που μασουλάει την παντόφλα μου;» «Είναι το ίδιο κουτάβι από τον περίβολο της Τζέιν. Μου την έδωσες να την κρατήσω, θυμάσαι; Είναι το μοναδικό πράγμα που μου πρόσφερες ποτέ -εκτός από τη ζωή μου, την τιμή μου και μια ραγισμένη καρδιά-, κι έτσι έπρεπε να την κρατήσω». «Ω διάβολε», είπε εκείνος, διαπιστώνοντας με τρόμο ότι η όρασή του είχε θολώσει. «Έλα εδώ». Η Ίζομπελ έλιωσε μέσα στην αγκαλιά του κι ο Τζάιλς απόρησε γιατί δεν είχε συνειδητοποιήσει από την πρώτη στιγμή που την άγγιξε ότι εκεί ήταν που ανήκε. Ένιωθε το κορμί της λυγερό και δυνατό μέσα στα χέρια του, και το στόμα της απαλό, διατακτικό, σαν να ντρεπόταν και να ήταν η πρώτη της φορά. Έτσι τη φίλησε σαν να ήταν η πρώτη φορά, σαν αυτό το φιλί να ήταν το πρώτο και για τους δυο τους. Και ήταν αλήθεια, συνειδητοποίησε ο Τζάιλς,


επειδή αυτό ήταν αγάπη, και ποτέ πριν δεν είχε αγαπήσει καμιά. Δεν τη φίλησε απαιτητικά ή άγρια, μόνο την εξερεύνησε και τη γεύτηκε τρυφερά, νωχελικά με τα χείλη του, μέχρι που η Ίζομπελ στέναζε πάνω του. Και κατάλαβε πως ένιωθε τόση ευτυχία, όσο ποτέ ξανά στη ζωή του. *** «Τι σου άρεσε περισσότερο στο γαμήλιο πρόγευμα;» ρώτησε ο Τζάιλς την Ίζομπελ όσο εκείνη κουλουριαζόταν δίπλα του πάνω στο φαρδύ και μαλακό κάθισμα της πολυτελούς άμαξας, γαμήλιο δώρο της μητέρας του. «Όταν ο πατέρας μου σχεδίαζε με τον παππού σου τις νέες προσθήκες στον κήπο και όταν οι μητέρες μας έκαναν κύκλους σαν γάτες με ορθωμένη τη ράχη, μη μπορώντας ν’ αντισταθούν στον πειρασμό να περιεργαστεί η μία την τουαλέτα της άλλης. Πρέπει να ομολογήσω ότι βοηθάει που ο μπαμπάς ποτέ δεν είχε σχέση με τη μητέρα σου. Πρόσεξες ότι ο πατέρας της Πάμελα Μόνσομ διαρκώς έκανε ελιγμούς μέσα στο δωμάτιο προσπαθώντας να την αποφύγει; Η Πάμελα είναι πεπεισμένη πως κάτι είχε συμβεί μεταξύ τους». «Ω Θεέ μου», βόγκηξε ο Τζάιλς. «Δεν πειράζει. Ή μάλλον, πειράζει τη λαίδη Μόνσομ φυσικά, όμως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό πια. Συμπαθώ τη μητέρα σου· λέει αυτό που σκέφτεται και είναι πολύ καλή μαζί μου, τώρα που δε με θεωρεί απειλή για σένα». «Είχε οκτώ εβδομάδες να συνηθίσει στην ιδέα». «Κι εμείς είχαμε οκτώ εβδομάδες άσπιλης ευπρέπειας». Κούρνιασε ακόμη πιο κοντά του και δάγκωσε ανάλαφρα το λοβό του αυτιού του. «Δε θα σου κάνω έρωτα μέσα στην άμαξα», της μουρμούρισε βραχνά. «Μας περιμένει ένα μεγάλο κρεβάτι. Ύστερα απ’ αυτό, μπορείς να μου ριχτείς όποτε και όπου επιθυμείς». Εκείνη χάιδεψε την εσωτερική σπείρα του αυτιού του με τη γλώσσα της. «Πάντα εντός λογικών ορίων!» «Εντάξει». Καταβάλλοντας προσπάθεια, η Ίζομπελ σταμάτησε να τον πειράζει και ακούμπησε πίσω στο κάθισμα, παρακολουθώντας την εξοχή να γλιστράει έξω απ’ τα παράθυρα μέσα στην απογευματινή λιακάδα. «Δεν ήταν πανέμορφη η Άναμπελ; Τα παιδιά φέρθηκαν τόσο σωστά και υπάκουα. Χαίρομαι τόσο πολύ που τα έφερε μαζί της η Τζέιν». «Θα τους φιλοξενούμε όλους όποτε μπορεί η Τζέιν να μας επισκέπτεται», της υποσχέθηκε. Η Ίζομπελ τον παρακολουθούσε, είχε δει πώς φερόταν και στα δύο παιδιά, πόσο προσεκτικός ήταν να μη δείξει ξεχωριστή προτίμηση στην Άναμπελ. Θα γινόταν υπέροχος πατέρας. «Φτάσαμε».


Τέντωσε το λαιμό της ώστε να δει το κτήμα καθώς ανηφόριζαν το δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι. Όταν έφτασαν εκεί, είδε πως ήταν τέλειο: το τούβλο και η λαξευτή πέτρα φώναζαν πως το κτίριο ήταν ακόμη καινούριο, όμως ο κήπος ήδη το είχε αγκαλιάσει ολόκληρο προσδίδοντάς του μια γλύκα. «Το αγαπώ», είπε η Ίζομπελ και διαισθάνθηκε τη χαρά που πήρε ο Τζάιλς με τον ενθουσιασμό της. «Πού είναι το δωμάτιο με το μεγάλο κρεβάτι;» «Στο πίσω μέρος του σπιτιού, με θέα στη λίμνη. Δε θέλεις να φάμε πρώτα;» «Όχι, θέλω να κάνω έρωτα», του ψιθύρισε στ’ αυτί καθώς την κατέβαζε από την άμαξα. «Πού είναι όλοι;» «Είπα στους υπηρέτες ότι θα τους συναντούσες το πρωί. Βλέπεις, μάντεψα ότι ίσως θα ήθελες να επιθεωρήσεις πρώτα την κρεβατοκάμαρα. Κανονικά πρέπει να βρούμε ένα κρύο γεύμα να μας περιμένει». Η μπροστινή πόρτα άνοιξε ως διά μαγείας. Ο Τζάιλς την πήρε αγκαλιά, κουβαλώντας τη στα σκαλιά της εισόδου, όμως δεν υπήρχε κανείς στο χολ με τη μεγάλη σκάλα. Ανέβηκαν στον πρώτο όροφο όπου μια μεγάλη δίφυλλη πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκαν μέσα σ’ ένα δωμάτιο διακοσμημένο σε απαλούς τόνους του γκρι και του γαλάζιου. Ένα μεγάλο αψιδωτό παράθυρο είχε θέα στη λίμνη και υπήρχε ένα τεράστιο κρεβάτι, όπως της είχε υποσχεθεί. «Λαίδη Ίζομπελ Χάρκερ», της είπε καθώς την άφηνε να σταθεί στο πάτωμα. «Στους γαμήλιους όρκους υπάρχει η φράση “με το σώμα μου σε λατρεύω”, και παίρνω ιδιαίτερα σοβαρά τις υποσχέσεις μου». «Το ελπίζω, κύριε Χάρκερ», μουρμούρισε εκείνη καθώς άρχιζε να της βγάζει το φόρεμά της. Το μετάξι και η οργαντίνα θρόισαν καθώς σωριάζονταν στο πάτωμα και ο κορσές της ακολούθησε με μια επιδεξιότητα για την οποία θα τον πείραζε αργότερα. Τώρα όμως η στιγμή ήταν πολύ σημαντική για αστεϊσμούς. Ο Τζάιλς τη μετέφερε στο κρεβάτι και γδύθηκε κι ο ίδιος. «Ποτέ δε σ’ έχω δει χωρίς όλες εκείνες τις μελανιές», του είπε σιγανά καθώς χάιδευε το σκληρό, επίπεδο στέρνο του και τη γραμμωμένη, μυώδη κοιλιά του. «Είχα τρομερή νευρικότητα στην πισίνα για να προσέξω ότι είχαν εξαφανιστεί». Εκείνος χαμήλωσε το κορμί του πάνω της, ακουμπώντας το σημαδεμένο μάγουλό του πλάι στο απαλό δικό της. Η Ίζομπελ στράφηκε ώστε να μπορεί να τον φιλήσει, πρώτα στο μάγουλο και μετά στη μύτη του, με το νέο εξόγκωμά της. «Σ’ αγαπώ», της είπε καθώς τη χάιδευε. Κάθε φορά που της το έλεγε


αυτό, η Ίζομπελ ένιωθε πως δεν ήταν απλώς λόγια. Κάθε φορά ο Τζάιλς το έβρισκε υπέροχο και πρωτόγνωρο, κάθε φορά εκπλησσόταν που αγαπούσε και τον αγαπούσαν. «Δείξ’ το μου», του ψιθύρισε και τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του, λικνίζοντάς τον ανάμεσα στους γοφούς της, εκεί όπου τον λαχταρούσε για τόσο καιρό. «Οκτώ εβδομάδες ευπρέπειας είναι εντάξει», είπε ο Τζάιλς με βραχνή φωνή, «όμως κάνουν έναν άντρα πολύ ανυπόμονο». «Το ίδιο νιώθω κι εγώ», του αποκρίθηκε και ύψωσε τους γοφούς της πιέζοντας το κορμί της πάνω του. Τον φίλησε και χάιδεψε το στόμα του με τη γλώσσα της για να του πει πως δεν πείραζε να βιαστεί, να την κατακτήσει. Είχε περάσει πολύς καιρός από τον Λούκας, όμως παρ’ όλο τον σχεδόν ανεξέλεγκτο πόθο του, ο Τζάιλς ήταν τρυφερός. Όταν μπήκε μέσα της τον καλοδέχτηκε, καθώς γλιστρούσε βαθιά εκεί όπου ανήκε ώστε να την κάνει ολοκληρωτικά δική του. Τότε κάθε ίχνος φόβου της εξαφανίστηκε μέσα στη θέρμη και τη χαρά του σμιξίματός τους, και στην απόλαυση που ύφανε ο Τζάιλς μέσα της με τα φιλιά και τα χάδια του, οδηγώντας τη στα όριά της, να αναζητά απεγνωσμένα την ολοκλήρωση. Κραύγασαν μαζί, και μαζί βυθίστηκαν στον ύπνο. Όταν εκείνη ξύπνησε, ο Τζάιλς την παρατηρούσε και σήκωσε το χέρι του για να χαϊδέψει το πρόσωπό της εκεί όπου το έτρωγε προηγουμένως με τα μάτια του: τα φρύδια της, το μάγουλό της, τα χείλη της. «Γεννήθηκες για μένα», του είπε η Ίζομπελ. «Το ξέρω. Νομίζω ότι το ήξερα από τη στιγμή που έπιασα το χέρι σου στη λίμνη και φοβήθηκα ότι ίσως ήταν πολύ αργά. Δική μου», της είπε. «Δική μου για πάντα». Και βάλθηκε να της το αποδείξει ξανά από την αρχή.


ΦΗΜΕΣ  
ΦΗΜΕΣ  
Advertisement