Page 1


Ο πιο μεγάλος θησαυρός ήταν μπροστά τους... Για να βρει ένα κειμήλιο χαμένο εδώ και αιώνες, η Βίκι Σεντ Σιρ πρέπει να προσλάβει τον καλύτερο κυνηγό θησαυρών: τον Τζακ Ντράμοντ. που δυστυχώς τυχαίνει να είναι ένας παλιός της έρωτας... Δουλεύοντας τόσο κοντά του, η Βίκι κινδυνεύει να ξεχάσει αυτό που ψάχνει... και να πέσει ξανά στο κρεβάτι του μόνου άντρα που της έκανε ποτέ την καρδιά κομμάτια. Έξι χρόνια πριν, ο Τζακ Ντράμοντ έφυγε τρέχοντας μακριά από την αγάπη. Όμως δεν μπορεί να αρνηθεί τον πόθο που νιώθει ακόμη για τη Βίκι. Οι νύχτες τους μαζί είναι καυτές και παθιασμένες. Αλλά όταν βρει το κειμήλιό της, εκείνη θα φύγει και η φλόγα θα σβήσει ξανά... Εκτός αν στο μεταξύ ο Τζακ ανακαλύψει το θησαυρό της αληθινής αγάπης... Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΝΤΡΑΜΟΝΤ Ένας χαμένος οικογενειακός θησαυρός γίνεται το κλειδί της αγάπης για τρεις αμετανόητους εργένηδες! Έρωτας στον Ωκεανό


JENNIFER LEWIS Μετάφραση: Δήμητρα Λέτσα ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 21Ο 3609 438,210 3629 723 www.arlekin.gr Τίτλος πρωτοτύπου: The Deeper the Passion... © 2012 Jennifer Lewis © 2013 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN BOOKS S.A. All rights reserved. To λογότυπο ΑΡΛΕΚΙΝ και το σχέδιο του Ρόμβου είναι εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας της Harlequin Enterprises Limited ή των θυγατρικών εταιρειών της και χρησιμοποιούνται από άλλους κατόπιν αδείας. Η εικόνα εξωφύλλου χρησιμοποιείται κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Books S.A. All rights reserved. Μετάφραση: Δήμητρα Λέτσα Επιμέλεια: Μαρία Βαϊμάκη Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη Το βιβλίο αυτό είναι έργο φαντασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορημσπκό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISSN 1105-8242 BIANCA - ΤΕΥΧΟΣ 1269 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


1

«ΣΕΝΤ ΣΙΡ. ΤΟ επίθετό μου είναι Σεντ Σιρ, αλλά ξέρω ότι συχνά το διαβάζουν Σινσίρ1». Η Βίκι Σεντ Σιρ έγειρε πάνω στον πάγκο της ρεσεψιόν. Είχε συνηθίσει να προφέρουν οι άλλοι λάθος το όνομά της. «Και δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα». Η βαθιά, πλούσια φωνή που ήρθε στο αυτί της την έκανε να τιναχτεί και να κοιτάξει γύρω της. Ένα ζευγάρι γνώριμα λαμπερά μάτια ήταν καρφωμένα στην υπάλληλο του ξενοδοχείου. «Δεν πρέπει να πιστέψεις όλα όσα σου πει». Η νεαρή ρεσεψιονίστ ύψωσε το βλέμμα της, και το πρόσωπό της φωτίστηκε με τον ανόητο τρόπο του κοριτσόπουλου που τραβάει ξαφνικά την προσοχή ενός όμορφου, δυναμικού αρσενικού. «Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω, κύριε;» «Θα σ’ ενημερώσω». Ο Τζακ κοίταξε τη Βίκι κι εκείνη ένιωσε το αίμα της να παίρνει φωτιά. «Γεια σου, Τζακ». Η Βίκι συνειδητοποίησε, πολύ αργά, ότι είχε σταυρώσει τα χέρια της αμυντικά μπροστά στο στήθος της. «Τι περίεργο να σε συναντήσω εδώ». «Βίκι, τι έκπληξη!» Η φωνή του έκρυβε ελάχιστη έκπληξη, όπως και η δική της. Το βλέμμα του έμοιαζε να διαπερνά την προσεκτικά φροντισμένη εμφάνισή της και να διεισδύει κατευθείαν στο πιο βαθύ κομμάτι της ψυχής της. Εάν είχε ακόμη ψυχή. «Έμαθα ότι με ψάχνεις». Η Βίκι ξεροκατάπιε. Πώς το είχε μάθει ο Τζακ; Ήλπιζε ότι θα είχε 1

Ειλικρινής (Σ.τ.Μ.)

5


τουλάχιστον το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Αλλά, πάλι, εκείνος βρισκόταν πάντα δύο βήματα μπροστά. Γιατί αυτή η φορά να αποτελούσε εξαίρεση; «Έχω να σου κάνω μια πρόταση», του είπε. Ο Τζακ έγειρε πάνω στον πάγκο της ρεσεψιόν σαν τεμπέλικο πούμα. «Τι ρομαντικό». «Όχι τέτοιου είδους πρόταση». Η φωνή της είχε έναν απότομο, δασκαλίστικο τόνο, για τον οποίο αμέσως μετάνιωσε. «Μια... επαγγελματική πρόταση». «Τότε, ίσιος πρέπει να πάμε κάπου πιο ήσυχα». Τα σκούρα μάτια του πρόσθεσαν ένα κρυφό υπονοούμενο στα λόγια του. Στράφηκε προς την υπάλληλο. «Δε θα χρειαστεί το δωμάτιο». Ένα κύμα πόθου, ανάμεικτο με φόβο, προσμονή, ακόμη και μετάνοια γι’αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει, πλημμύρισε το κορμί της. Σήκωσε την τσάντα της ψηλότερα στον ώμο της. Ήταν δυνατή τώρα. Μπορούσε να τον χειριστεί. Έπρεπε. «Γιατί δε θα χρειαστώ το δωμάτιο;» Έκανε την ερώτηση καθαρά για να τηρήσει τα προσχήματα, αφού και οι δύο ήξεραν την απάντηση. «Θα μείνεις μαζί μου. Σαν τον παλιό καλό καιρό». Το αισθησιακό στόμα του Τζακ πλάτυνε, θυμίζοντας το ασυναίσθητο χαμόγελο του αλιγάτορα, και το χέρι του άρπαξε το σακίδιό της από το πάτωμα. Καθώς εκείνος κατευθυνόταν προς την πόρτα, το βλέμμα της Βίκι καρφώθηκε στους μυώδεις γλουτούς του, που διαγράφονταν μέσα από το στενό τζιν, και στο φθαρμένο μπλουζάκι που αγκάλιαζε τους δυνατούς μυς της πλάτης του. «Να ακυρώσω την κράτηση;» Η ρεσεψιονίστ δεν έλεγε να τραβήξει τα μάτια της από τον Τζακ, ακόμη κι όταν εκείνος εξαφανίστηκε πίσω από την περιστρεφόμενη πόρτα. «Θα υπάρξει μια χρέωση πενήντα δολαρίων, επειδή είναι ήδη...» «Εντάξει». Η Βίκι ακούμπησε την πιστωτική κάρτα της πάνω στον πάγκο. Τι ήταν 6


άλλα πενήντα δολάρια σ’ αυτά που χρωστούσε ήδη; Άσε που θα γλίτωνε μια περιουσία που δε θα έμενε σ’ αυτό το πανάκριβο ξενοδοχείο. Τα δύο χρόνια που προσπαθούσε να τηρήσει τα προσχήματα την είχαν αφήσει σχεδόν απένταρη. Αστός ήταν εξάλλου ο λόγος που την είχε φέρει εδώ. Ο μοναδικός λόγος. Αν δεν ήταν τόσο απελπισμένη, δε θα τολμούσε ποτέ να πατήσει το πόδι της στο κρησφύγετο του Τζακ Ντράμοντ. *** Ο Τζακ βρισκόταν ήδη στο τιμόνι της παλιάς Μάστανγκ του όταν η Βίκι βγήκε από το ξενοδοχείο. Ο καυτός ήλιος της Νότιας Φλόρι-ντα πύρωνε την άσφαλτο και έστελνε διαμαντένιες αντανακλάσεις στο ασημοπράσινο αμάξωμα. Η μηχανή ήταν ήδη αναμμένη και η πόρτα του συνοδηγού την περίμενε ανοιχτή. Πώς ήξερε ο Τζακ ότι εκείνη δεν είχε αυτοκίνητο; Τον παλιό καλό καιρό θα είχε νοικιάσει ένα και θα επέμενε να τον ακολουθήσει μ’ αυτό, για να έχει ελευθερία κινήσεων. Αλλά τώρα πια δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Μπήκε μέσα και βολεύτηκε στο μαλακό δερμάτινο κάθισμα. «Πώς ήξερες πού να με βρεις;» «Οι κατάσκοποί μου είναι παντού». Χωρίς να την κοιτάξει, ξεπάρκαρε και άφησε πίσω του το ακριβό ξενοδοχείο. «Δεν έχεις κατασκόπους». Η Βίκι εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να κοιτάξει πιο προσεκτικά το πρόσωπό του. Η επιδερμίδα του ήταν όπως πάντα μπρούντζινη και τα σκούρα μαλλιά του είχαν ανοιχτόχρωμες ανταύγειες από τον ήλιο. «Ήσουν πάντα ένας μοναχικός καβαλάρης». «Πήγες να δεις τους Ντράμοντ της Νέας Υόρκης». Εξακολουθούσε να μην την κοιτάει, αλλά εκείνη είδε τα χέρια του να σφίγγονται περισσότερο στο τιμόνι. «Σκέφτηκα ότι είχα σειρά εγώ». Η Βίκι πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πέρασα μερικές ξεκούραστες εβδομάδες με τον Σινκλέρ και τη μητέρα του. Είναι ωραίο να ξαναβρίσκεσαι με παλιούς φίλους». 7


Ένα φευγαλέο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη του Τζακ. «Πάντοτε είχες απώτερους σκοπούς. Το ωραίο είναι να ανακαλύψω ποιοι είναι αυτοί». Η Βίκι πάγωσε. «Τα κίνητρά μου είναι πολύ απλά. Βοηθάω την Κάθριν Ντράμοντ να εντοπίσει τα κομμάτια ενός οικογενειακού κειμηλίου τριακοσίων ετών». «Και το κάνεις επειδή έχεις πάθος με τις ιστορίες του παρελθόντος;» Αυτή τη φορά γύρισε να την κοιτάξει. Το χαμόγελό του πλάτυνε, έφτασε μέχρι τα έντονα ζυγωματικά του. «Άκουσα ότι έγινες έμπορος αντικών». «Το κύπελλο κρύβει μια ενδιαφέρουσα ιστορία». «Α, ναι». Η φωνή του βάθυνε, παίρνοντας τόνο τηλεοπτικού εκφωνητή. «Τρία αδέρφια, που η μοίρα τα έριξε στις αφρισμένες θάλασσες μακριά από την όμορφη Σκοτία, είπαν αντίο μόλις έφτασαν στη Νέα Γη. Αλλά ορκίστηκαν να ενώσουν ξανά μια μέρα τα κομμάτια του οικογενειακού θησαυρού. Μόνο τότε θα μπορούσε η παντοδύναμη φατρία των Ντράμοντ να ανακτήσει την αγαθή τύχη των σπουδαίων προγόνων τους». Το αρρενωπό του γέλιο πλημμύρισε τον αέρα. «Έλα τώρα, Βίκι. Δεν είναι του στυλ σου». «Υπάρχει αμοιβή». Καλύτερα να ήταν ειλικρινής. Εξάλλου, ήταν πιο πιθανό να δελεαστεί ο Τζακ από τα χρήματα παρά από τα συναισθήματα. «Ναι, δέκα χιλιάδες δολάρια». Άφησε πίσω του τον κεντρικό δρόμο κι έστριψε σ’ ένα χωματόδρομο χωρίς σήμανση, περιστοιχισμένο από φοίνικες και ψηλά πεύκα. «Έχω σκουπίδια στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου μου που αξίζουν περισσότερα». «Είναι είκοσι χιλιάδες για κάθε κομμάτι. Έπεισα την Κάθριν να αυξήσει το ποσό για να προσελκύσει τους κατάλληλους κυνηγούς». «Σαν εμένα...» «Και σαν εμένα». Χάρηκε όταν τον είδε να γυρίζει απότομα προς το μέρος της. Το σκούρο βλέμμα του αντάμωσε το δικό της, και ένα κύμα συγκίνησης την πλημμύρισε. Παλιά συναισθήματα, θαμμένα από 8


καιρό, άρχισαν να αναδύονται στην επιφάνεια κι η Βίκι ένιωσε ένα ρίγος πανικού. «Όχι ότι έχω ανάγκη από χρήματα, φυσικά. Αλλά, εάν πρόκειται να αρχίσω να ψάχνω για ένα αρχαίο κύπελλο, τουλάχιστον να έχω και κάποιο όφελος». «Και χρειάζεσαι την πείρα μου για να το βρεις». «Είσαι ο πιο επιτυχημένος κυνηγός θησαυρών σ’ ολόκληρη την Αμερική. Διάβασα ένα άρθρο για το καινούριο σκάφος σου και τον ακριβό εξοπλισμό που διαθέτει. Είσαι διάσημος». «Μερικοί θα έλεγαν διαβόητος». «Άλλωστε, το πιθανότερο είναι ότι το κύπελλο βρίσκεται κάπου στο σπίτι σου». Η Βίκι είχε βρει το πρώτο κομμάτι στη σοφίτα της έπαυλης του ξαδέρφου του, του Σινκλέρ Ντράμοντ, στο Λονγκ Άιλαντ. «Εάν υπάρχει καν». Το χέρι του Τζακ γλίστρησε πάνω στο τιμόνι καθώς έστριβε σε άλλον ένα δρόμο χωρίς σήμανση. Τα πεύκα και οι φοίνικες σταμάτησαν απότομα, όπως και ο δρόμος που οδηγούσε σχεδόν κάθετα σε μια παραλία. Ο Τζακ έστριψε αριστερά και πάρκαρε το αυτοκίνητο μπροστά σε μια πλατιά ξύλινη προβλήτα. Ένα μεγάλο ταχύπλοο, άσπρο με αστραφτερές μεταλλικές κουπαστές, λικνιζόταν στο άλλο άκρο της προβλήτας. Εκείνος βγήκε από το αυτοκίνητο και κουβάλησε το σακίδιό της ως το σκάφος με χάρη αιλουροειδούς. Το έριξε μέσα και στάθηκε να την κοιτάξει που διέσχιζε την προβλήτα. Η Βίκι ευχήθηκε το περπάτημά της να είχε λίγη από τη χάρη που θαύμασε στο δικό του. Ο Τζακ τη βοήθησε ν’ ανέβει στο σκάφος κι εκείνη διέσχισε το κατάστρωμα μέχρι το σημείο όπου βρισκόταν μια ξύλινη καρέκλα σκηνοθέτη. Κάθισε και κρατήθηκε απ’ τα μπράτσα –ο Τζακ δεν ήταν ποτέ ήρεμος οδηγός. Η μηχανή του σκάφους πήρε μπρος και η προπέλα άρχισε να γυρίζει, πετώντας αφρούς τριγύρω. Η Βίκι μάζεψε τα πόδια της πάνω στην καρέκλα, καθώς το σκάφος άρχισε να αναπηδά στο νερό. Μετά από λίγα λεπτά, το νησί του Τζακ φάνηκε στον ορίζοντα. Πλαισιωμένο από φοίνικες, χωρίς ορατά κτίσματα, έμοιαζε με μέρος όπου θα μπορούσε κανείς να αποκλειστεί 9


και να πεθάνει. Κι εκείνη επρόκειτο να παγιδευτεί εκεί μαζί με τον Τζακ Ντράμοντ. Εκτός κι αν ήταν διατεθειμένη να γυρίσει πίσω κολυμπώντας. Η προβλήτα του νησιού ήταν χτισμένη από κοραλλιογενή πέτρα, σμιλευμένη περίτεχνα από κάποιον από τους πλούσιους προγόνους του Τζακ, ενώ φιλοξενούσε και δύο πέτρινα φυλάκια που κάποτε, πιθανότατα, φιλοξενούσαν ένοπλους φύλακες. Μπορεί να το έκαναν ακόμη, αν ήταν αληθινές οι ιστορίες για τον πλούτο του Τζακ. «Έχασες την επιδεξιότητά σου;» Ο Τζακ την άρπαξε απ’ το μπράτσο, όταν η Βίκι παραπάτησε προσπαθώντας να βγει από το σκάφος. «Δεν έχω περάσει πολύ χρόνο στη θάλασσα τώρα τελευταία». «Κρίμα». Το βλέμμα του πλανήθηκε στο πρόσωπό της και, προς μεγάλη της φρίκη, η Βίκι ένιωσε την επιδερμίδα της να φλογίζεται. Πώς ήταν δυνατό να έχει ο Τζακ αυτή την επίδραση πάνω της; Αυτή ήταν πλέον μια γυναίκα που καταβρόχθιζε τους άντρες για πρωινό κι εκείνος ήταν απλώς ένας θαλασσόλυκος από το παρελθόν της. Να με βρίσκει ακόμη όμορφη; Η ξαφνική σκέψη την πόνεσε με μια σουβλιά αβεβαιότητας. Τι σε νοιάζει; Δεν ήρθες εδώ για να τον κάνεις να σ' ερωτευτεί. Χρειάζεσαι τη βοήθειά του για να βρεις το κύπελλο και μετά μπορείς να απαλλαγείς απ'αυτόν για πάντα. Το παλιό κτίσμα έμοιαζε περισσότερο με φρούριο παρά με σπίτι. Πέτρινοι τοίχοι υψώνονταν πίσω από την πυκνή βλάστηση που χώριζε τη λευκή παραλία από το εσωτερικό του νησιού. Μόνο δύο μικρά παράθυρα διέκοπταν την πέτρινη επιφάνεια της πρόσοψης, αν και η σιδερένια πόρτα ήταν ορθάνοιχτη στον πρωινό ήλιο. «Υπάρχει κανείς άλλος εδώ;» Η ανοιχτή πόρτα έφερε ανησυχητικές σκέψεις στο μυαλό της. Μια άλλη γυναίκα; Δεν είχε τολμήσει να υποθέσει ότι ο Τζακ δεν είχε δεσμό. Ποτέ δεν έμενε μόνος για πολύ, οι γυναίκες τον περιτριγύριζαν όπως οι καρχαρίες τη φρέσκια σάρκα. 10


«Θα είμαστε μόνοι μας». Ο Τζακ την προσπέρασε, με τον ήλιο να χρυσίζει τα μαλλιά του πριν μπει στη σκιά της θολωτής πόρτας που οδηγούσε στο κρησφύγετό του. Ωραία. Η Βίκι δε χρειαζόταν ανταγωνισμούς σ’ αυτή τη φάση. Θα ήταν εξευτελιστικό να τον φλερτάρει μπροστά σε τρίτους. Να προσπαθεί να ανταγωνιστεί άλλες γυναίκες. Μπορεί να της άρεσε αυτό κάποτε, αλλά δεν είχε πια την αυτοπεποίθηση που πρόσδιδε η άγνοια της νιότης. Οι περίτεχνες χρωματιστές μαρμάρινες πλάκες στο πάτωμα του προθαλάμου έρχονταν σε αντίθεση με το αυστηρό εξωτερικό του κτιρίου. Οι πρόγονοι του Τζακ μπορεί να ήταν πειρατές, αλλά τους άρεσαν τα όμορφα πράγματα -τα ακριβά πράγματα. Κάτι που εξηγούσε ίσως και το λόγο που είχαν γίνει πειρατές. Εκείνος φαινόταν εξίσου αλαζονικός, όπως πάντα. Ακόμη και η πλάτη του απέπνεε αυτοπεποίθηση, οι φαρδιοί του ώμοι, ο δυνατός λαιμός, τα μαλλιά του -λίγο πιο μακριά απ’ ό,τι έπρεπε για να ακουμπούν στη λαιμόκοψη της μπλούζας του. Δεν ενδιαφερόταν για τις προσταγές της μόδας, ούτε έμπαινε στον κόπο να τις ακολουθήσει. Δεν το χρειαζόταν. Γεννημένος μέσα σε μια ημιπαράνομη δυναστεία κυνηγών θησαυρών, είχε επιδείξει απίστευτη εμπορική ικανότητα και είχε βγάλει περισσότερα χρήματα, νομίμως, τα τελευταία πέντε χρόνια απ’ ό,τι όλοι οι πρόγονοί του μαζί. Γέμισε ένα ποτήρι με νερό από το βρυσάκι ενός θηριώδους μεταλλικού ψυγείου και της το πρόσφερε. «Πολύ νωρίς για σαμπάνια, αλλά γιορτάζω την άφιξή σου έτσι κι αλλιώς». Η λάμψη στα μάτια του αφόπλισε τη Βίκι, καθώς άπλωνε το χέρι της για να πάρει το ποτήρι. «Η χαρά είναι αμοιβαία». Ύψωσε το ποτήρι της. Είχε έρθει η ώρα να βάλει μπροστά τη γοητεία της. «Μου έλειψες, Τζακ». «Τα πράγματα γίνονται όλο και καλύτερα. Αν και δεν έχω καταλάβει ακόμα τι ακριβώς θέλεις». Η Βίκι ξαφνιάστηκε από την κυνική απάντησή του. Τον είδε να ακουμπάει πίσω στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος του. Μικροσκοπικές χρυσές τρίχες κάλυπταν 11


τους δυνατούς, μαυρισμένους μυς του. Τα έβαλε με τον εαυτό της που το πρόσεξε. «Δεν αρκεί να επισκέπτεσαι έναν παλιό φίλο, προσπαθώντας να βοηθήσεις έναν άλλο;» «Όχι. Και η μισή από μια αμοιβή είκοσι χιλιάδων δολαρίων δεν είναι αρκετή για να δελεάσει τη Βίκι Σεντ Σιρ που ξέρω εγώ. Εκτός και εάν η οικονομική σου κατάσταση έχει αλλάξει». Τα μάτια του στένεψαν ελαφρώς κι εκείνη ένιωσε τη διεισδυτική τους δύναμη. Ξεροκατάπιε και σφίχτηκε, προσπαθώντας να μην προδώσει το άγχος της. Ο Τύπος δεν είχε μυριστεί ακόμη την ξαφνική οικονομική καταστροφή του πατέρα της. Ο θόρυβος που είχε προκληθεί από το θάνατό του, ύστερα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, είχε λειτουργήσει σαν προπέτασμα καπνού. Η μητέρα της είχε δραπετεύσει στην Κορσική με έναν πλούσιο φίλο του πατέρα της και το μοναδικό άτομο που είχε μείνει πίσω να μαζέψει τα συντρίμμια ήταν η Βίκι. «Πάντα υπάρχει κάτι όμορφο να αγοράσει κανείς με δέκα χιλιάδες δολάρια». Έπαιξε με το ασημένιο βραχιόλι της, το οποίο άξιζε γύρω στα δώδεκα δολάρια. «Είναι κατάρα να έχεις μεγαλώσει με ακριβά γούστα». «Εκτός κι αν έχεις γεννηθεί μ’ ένα χρυσό κουτάλι στο στόμα. Δε χρειάστηκε ποτέ να δουλέψεις για να βγάλεις χρήματα». «Δεν παραπονιέμαι». Αν ο Τζακ καταλάβαινε ότι είχε ανάγκη αυτά τα χρήματα, ήταν λιγότερο πιθανό να τη βοηθήσει. Θα ήταν ανίκανος να καταπνίξει την επιθυμία να παίξει μαζί της, όπως η γάτα με το ποντίκι. «Αλλά αυτή η δουλειά με κάνει να νιώθω σαν κανονικός άνθρωπος». Ο Τζακ έριξε πίσω το κεφάλι του και το βραχνό, αρρενωπό του γέλιο πλημμύρισε την κουζίνα. «Κανονικός άνθρωπος; Θα έλεγα ότι μάλλον είσαι το πιο αντισυμβατικό άτομο που έχω γνωρίσει. Γι’ αυτό μου αρέσεις τόσο πολύ». «Έχει περάσει πολύς καιρός, Τζακ. Μπορεί τώρα να είμαι πιο συντηρητική απ’ ό,τι ήμουν». 12


«Αμφιβάλλω». Ένα μικρό χαμόγελο χαράχτηκε στις άκρες των χειλιών του. «Εσύ γιατί εξακολουθείς να θέλεις να βγάζεις χρήματα;» Η επίθεση μπορεί να ήταν η καλύτερη άμυνά της. «Θα μπορούσες να ζήσεις άνετα με τα κέρδη των προγόνων σου, αλλά οργώνεις κάθε μέρα τους ωκεανούς για χρυσά δουβλόνια, λες κι η ζωή σου εξαρτάται απ’ αυτό». «Βαριέμαι εύκολα». Το στομάχι της σφίχτηκε στη θύμηση του πόσο εύκολα ο Τζακ είχε βαρεθεί κι εκείνη. Οκτώ μαγικοί μήνες... Κι ύστερα, εκείνος εξαφανίστηκε, αναζητώντας κάποιο χαμένο θησαυρό και μια καινούρια δεσποσύνη για το κρεβάτι του. «Αυτό είναι αλήθεια. Και τι κάνεις όλα αυτά τα χρήματα που βγάζεις;» «Μερικά τα ξοδεύω σε καινούρια παιχνιδάκια και τα υπόλοιπα τα κρατάω στο σπίτι μέσα σε σακιά». Τα μάτια του άστραψαν με χιούμορ, καρφωμένα πάντα στα δικά της, κι η Βίκι κόντεψε να κοιτάξει γύρω της για τσουβάλια με ισπανικό ασήμι. «Έχω ακριβά γούστα στα σκάφη, ξέρεις. Ειδικά το τελευταίο μού κόστισε μια περιουσία». «Θα ήθελα να το δω». «Να τη δεις». Τα μάτια του άστραψαν πειρακτικά και πάλι. Η Βίκι σφίχτηκε καθώς η εικόνα μιας καλογυμνασμένης ξανθιάς τρύπωσε στο μυαλό της. «Α, το σκάφος σου έχει γυναικείο όνομα». «Όλα έχουν γυναικεία ονόματα». «Και γιατί αυτό;» Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Μάλλον επειδή οι γυναίκες μάς τρελαίνουν». Το βλέμμα του πλανήθηκε στο πρόσωπό της κι εκείνη ένιωσε να κοκκινίζει. «Αλλά τις αγαπάμε, έτσι κι αλλιώς». Η λέξη «αγάπη» την έκανε να τιναχτεί ελαφρώς. Κάτι μέσα της αναπήδησε κι η Βίκι αισθάνθηκε ακόμη πιο ανασφαλής απ’ ό,τι ένιωθε ήδη. Πώς μπορούσε ο Τζακ Ντράμοντ να την αναστατώνει όσο κανένας άλλος άντρας; «Λοιπόν... Σχετικά με το κύπελλο. Είναι οικογενειακό σας κειμήλιο και πιθανότατα είναι χωμένο σε κάποια σκονισμένη γωνιά εδώ μέσα». 13


Έδειξε με το χέρι τους τοίχους γύρω της. «Καμιά ιδέα πού μπορεί να βρίσκεται;» Ο Τζακ έγειρε το κεφάλι του ελαφρά, σαν να σκεφτόταν. «Καμία απολύτως». «Μπορούμε να ψάξουμε στα οικογενειακά αρχεία;» «Οι πειρατές δε φημίζονται για τα αρχεία τους. Είναι δύσκολο να αποδείξεις ότι δεν έχεις κάτι που έχεις καταγράψει». «Οι άνθρωποι που πλουτίζουν τόσο όσο οι πρόγονοί σου δεν είναι απρόσεκτοι με τα περιουσιακά στοιχεία τους». Η Βίκι έφερε το δάχτυλό της στα χείλη της σκεφτική. «Πάω στοίχημα ότι κάπου θα υπάρχουν μερικοί δερματόδετοι τόμοι». «Ακόμη και να υπήρχαν, γιατί να έχουν καταγράψει ένα ασήμαντο κύπελλο; Το πιο πιθανό είναι να το είχαν πετάξει». «Να πετάξουν ένα οικογενειακό κειμήλιο; Δεν το νομίζω», αντέτεινε η Βίκι, αν και ένιωσε να παγώνει από ένα ξαφνικό κύμα απογοήτευσης. Ο κόσμος πετούσε καθημερινά πράγματα, μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν της μόδας. «Οι Ντράμοντ είναι πολύ υπερήφανοι για τη σκοτσέζικη καταγωγή τους για να κάνουν κάτι τέτοιο. Κοίτα»». Έδειξε το παλιό πέτρινο τζάκι της κουζίνας. Στο ράφι, πάνω από τη μεγάλη εστία όπου κάποτε έβραζαν τα καζάνια, υπήρχε ένα ξύλινο σεντούκι με την μπογιά του ξεθωριασμένη από τα χρόνια. Ο Τζακ χαμογέλασε. «Κρατούσαν πράγματι αρχεία»». Το σκούρο βλέμμα του μελέτησε το πρόσωπό της. «Και τα έχω ξεκοκαλίσει όλα. Δεν υπάρχει λέξη για κάποιο παλιό κύπελλο»». «Δεν είναι ολόκληρο το κύπελλο. Βρήκαμε το πόδι στη Νέα Υόρκη. Άρα εσύ έχεις είτε τη βάση είτε την κούπα, οπότε μπορεί να το είχαν περιγράφει διαφορετικά αν δεν ήταν σίγουροι για το τι ήταν. Γιατί δεν κοιτάμε τα αρχεία από την εποχή του πρώτου ιδιοκτήτη και να δούμε αν θα προκύψει κάτι;»» «Α, δεν υπάρχει τίποτα απ’ αυτόν. Δεν έχτισε εκείνος το σπίτι. Κι απ’ ό,τι ξέρουμε, δεν είχε καν πατήσει το πόδι του σ’ αυτό το νησί. Πνίγηκε σ’ ένα ναυάγιο μαζί με όλα του τα υπάρχοντα». 14


Η Βίκι συνοφρυώθηκε. «Τότε, ποιος ήρθε στο νησί; Πώς συνεχίστηκε η οικογένεια;» «Ο γιος του κολύμπησε μέχρι την ακτή και κατέλαβε το νησί. Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών τότε, αλλά έδιωχνε όποιον πλησίαζε με μερικά μουσκέτα που είχε καταφέρει να διασώσει. Σιγά σιγά, κατάφερε να ληστέψει αρκετούς ώστε να ξαναφτιάξει την οικογενειακή περιουσία. Είμαι σίγουρος ότι ήταν ένα γλυκό αγόρι». «Δεν αμφιβάλλω». Η Βίκι ανασήκωσε το φρύδι της, ενώ η καρδιά της βούλιαζε. «Επομένως, αν ο πατέρας του είχε το κύπελλο, αυτό θα χάθηκε στο ναυάγιο». «Μαζί με όλα τα λάφυρά του και την τελευταία του γυναίκα». Η Βίκι πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο Τζακ έπαιζε μαζί της. Ήξερε ότι το αντικείμενο που εκείνη αναζητούσε ήταν χαμένο για πάντα, πριν καν μπει στο αυτοκίνητό του. Αλλά, πάλι, ήταν ένας κυνηγός υποβρύχιων θησαυρών. «Το ναυάγιο έγινε μακριά από δω;» «Καθόλου. Το αγόρι βγήκε σ’ αυτό το νησί γαντζωμένο σ’ ένα ξύλο. Δεν μπορεί να ήταν παραπάνω από μερικά μίλια». «Ας το βρούμε, τότε». Για άλλη μια φορά, το πλούσιο βαθύ γέλιο του γέμισε την κουζίνα. «Σίγουρα! Θα ρίξουμε πετονιά και θα το τραβήξουμε πάνω. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν γι’ αυτό το ναυάγιο χρόνια ολόκληρα». Η αμοιβή των δέκα χιλιάδων δολαρίων άρχισε να ξεθωριάζει στο μυαλό της. «Και γιατί δεν το βρήκαν;» Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Ποιος ξέρει;» «Έλα τώρα! Είμαι σίγουρη ότι προσπάθησες να το βρεις». «Στην αρχή προσπάθησα, πράγματι. Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα νερά είναι γεμάτα ναυάγια και πάντοτε έπεφτα πάνω σε κάτι άλλο που αποσπούσε την προσοχή μου. Ο συνδυασμός του ισπανικού στόλου, που απέπλεε συχνά από την Αβάνα, με τους ετήσιους τυφώνες καθιστά την περιοχή πολύ πλούσια για έναν κυνηγό θησαυρών». 15


«Ναι, αλλά τώρα έχεις καλύτερο εξοπλισμό απ’ ό,τι είχες τότε». Καινούριος ενθουσιασμός άρχισε να κατακλύζει τη Βίκι. «Πάω στοίχημα ότι το πλοίο ήταν γεμάτο θησαυρούς όταν βυθίστηκε». «Σίγουρα». Τα μάτια του Τζακ, που άστραφταν από χιούμορ, καρφώθηκαν στα δικά της. «Δεν περίμενα ποτέ ότι θα σε ακούσω να με παρακαλάς να πάμε για κυνήγι θησαυρού». «Δε σε παρακαλώ!» «Όχι ακόμη. Αλλά, αν δεν πω ναι, θα το κάνεις». Η αλαζονεία του την έκανε να θέλει να τον χαστουκίσει. «Απλώς, σου το ζητάω». «Όχι». Ο Τ ζακ έκανε μεταβολή και διέσχισε την κουζίνα, για να εξαφανιστεί πίσω από μια πόρτα στο βάθος του δωματίου. Η Βίκι έμεινε ακίνητη για λίγο, με το στόμα της να χάσκει μισάνοιχτο σαν του ψαριού. Ύστερα έτρεξε πίσω του και τον είδε να περπατάει σ’ ένα μακρύ διάδρομο. «Τι εννοείς όχι;» Εκείνος γύρισε προς το μέρος της. «Εννοώ ότι δε θα έρθω μαζί σου για να ψάξουμε κάποιο κομμάτι από ένα παλιό κύπελλο. Αν και είμαι περίεργος να μάθω γιατί το θέλεις τόσο πολύ». «Αν ο θρύλος λέει την αλήθεια και οι Ντράμοντ δεν ξαναβρούν την ευτυχία αν δεν ενωθούν τα κομμάτια του κυπέλλου;» Η Βίκι ανασήκωσε το φρύδι της, προσπαθώντας να φανεί αδιάφορη. Αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Ο Τζακ ανασήκωσε κι εκείνος το δικό του φρύδι. «Απ’ ό,τι μπορώ να ξέρω, κανείς από εμάς δεν είναι δυστυχισμένος». «Και κανείς σας δεν έχει έναν ευτυχισμένο γάμο». Αν και ο ξάδερφός του, ο Σινκλέρ, θα τον είχε σύντομα, κυρίως χάρη στη δική της ανάμειξη. «Μπορεί γι’ αστό να είμαστε ευτυχισμένοι». Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του και συνέχισε να περπατάει. «'Ηταν οι γονείς σου ευτυχισμένοι;» Η Βίκι επιτάχυνε το βήμα της για 16


να τον προλάβει. «Το ξέρεις ότι δεν ήταν. Η μητέρα μου άφησε τον πατέρα μου στην ψάθα μετά το διαζύγιο. Μέχρι που του πήρε και το νησί». Η μητέρα του ήταν ένα διάσημο μοντέλο απάτη Νικαράγουα, που τώρα βρισκόταν ήδη στον τέταρτο ή πέμπτο γάμο της. «Βλέπεις; Ούτε οι γονείς του Σινκλέρ ήταν ευτυχισμένοι. Η μητέρα του είναι αυτή που θέλει οπωσδήποτε να βρει όλα τα κομμάτια του κυπέλλου και να τα ενώσει. Δε θέλει να υποφέρει ο γιος της όπως εκείνη». «Τι κάνει ο Σινκλέρ; Εξακολουθεί να αυγατίζει την περιουσία του;» «Ο Σινκλέρ είναι πολύ εντάξει άνθρωπος, αν θες να ξέρεις. Μάλιστα, είναι ερωτευμένος». «Οπότε καταρρίπτεται η θεωρία σου για την οικογενειακή κα- τάρα». «Όχι. Στριφογύριζαν ο ένας τον άλλο επί χρόνια. Εκείνη ήταν οικονόμος του και τα βρήκαν τελικά μόλις άρχισαν να ψάχνουν για το κύπελλο». Δεν ανέφερε ότι έβαλε κι εκείνη το χέρι της για να τους φέρει πιο κοντά. Ο Τζακ έφτασε μπροστά σε μια σκαλιστή πόρτα και ακούμπησε το χέρι του στο πόμολο. «Τι γλυκό! Και αν εγώ δε θέλω να ερωτευτώ;» «Μπορεί να είσαι ήδη ερωτευμένος». «Μ’ εσένα;» Τα μαύρα μάτια του άστραψαν. «Με τον εαυτό σου». Πώς ήταν δυνατό να είναι τόσο όμορφος; Θα έλεγε κανείς ότι με τόσο ήλιο και θαλασσινό αέρα θα είχε ξεραθεί σαν σταφίδα. Εκείνος όμως έμοιαζε με αστραφτερό μπρούντζινο αρχαίο ελληνικό άγαλμα, σαν δισκοβόλος έτοιμος για τους Ολυμπιακούς ή σαν πολεμιστής έτοιμος να κατακτήσει τα τείχη της πόλης. Το σώμα του ήταν λίγο πιο δεμένο από την τελευταία φορά που η Βίκι τον είχε δει, με πιο δυνατούς μυς. Ευτυχώς που δεν ήταν τόσο ευάλωτη όσο παλιά, διαφορετικά θα κινδύνευε να τον ερωτευτεί και πάλι. «Εντάξει, αυτό ήταν άδικο», πρόσθεσε γρήγορα εκείνη. «Είσαι απίστευτα μετριόφρων, αν σκεφτεί κανείς τι έχεις καταφέρει. Και δε νομίζω ότι είχες ποτέ έλλειψη από γυναίκες τρελά ερωτευμένες 17


μαζί σου». «Παρ’ όλα αυτά, έχεις δίκιο», σχολίασε ο Τζακ σκεφτικός. «Στο ότι αγαπάς τον εαυτό σου;» «Όχι. Στο ότι ποτέ δεν έχω ερωτευτεί αληθινά». Τα μάτια του σκοτείνιασαν και για μια στιγμή έμοιαζε σαν να ήθελε να πει και κάτι άλλο, αλλά δεν το έκανε. Η Βίκι ήθελε να του πετάξει κάποια εξυπνάδα, ότι πονούσε χρόνια για κείνη ή κάτι τέτοιο, αλλά έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ευσεβείς πόθοι... «Δε νομίζεις ότι είναι καιρός;» τον ρώτησε μετά. Παραμένοντας πάντα μπροστά από την κλειστή πόρτα, ο Τζακ έτριψε το αριστερό του μπράτσο. «Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να αποκτήσω παιδιά». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Ο Τζακ Ντράμοντ ήθελε οικογένεια; Δεν το πίστευε. Μάλλον την κορόιδευε. «Μπορεί να ξεβράσει μερικά στην παραλία ο επόμενος τυφώνας». «Νομίζεις ότι κοροϊδεύω, αλλά δεν είναι έτσι. Μ’ αρέσουν τα παιδιά. Έχουν πλάκα. Δίνουν μια διαφορετική προοπτική στα πράγματα και τους αρέσουν τα παιχνίδια όσο αρέσουν και σ’ εμένα». Η Βίκι γέλασε. «Πάντα ήσουν γεμάτος εκπλήξεις, Τζακ. Γιατί τότε δεν έχεις ήδη μερικά πιτσιρίκια να γεμίζουν το κάστρο των Ντράμοντ;» «Δεν έχω συναντήσει ακόμη τη μαμά τους». Τα μάτια του παρέμειναν καρφωμένα στα δικά της, ενώ έγερνε ελαφρά το κεφάλι του. «Τουλάχιστον, έτσι νομίζω». Η φωνή του έκρυβε ένα αμυδρό υπονοούμενο. Έπαιζε μαζί της; «Βλέπεις; Πρέπει να βρεις το κύπελλο ώστε να συναντήσεις την κατάλληλη και να αρχίσεις να φτιάχνεις την ομάδα σου. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτούς τους τεράστιους χάρτες που λατρεύεις τόσο και να δούμε μήπως μπορέσουμε να εντοπίσουμε το ναυάγιο». Η Βίκι κινήθηκε προς το μέρος του. Μπορούσε να διαισθανθεί ότι είχε αρχίσει να κεντρίζει το ενδιαφέρον του, παρά τις διαμαρτυρίες του. «Βλέπω ότι ξέρεις πως ο δρόμος για την καρδιά ενός άντρα περνάει 18


από τους ναυτικούς χάρτες του». Τελικά, γύρισε το χερούλι της πόρτας και την άνοιξε. «Πρώτα, όμως, ας πάμε στο κρεβάτι».

19


2

Ο ΤΖΑΚ ΜΠΗΚΕ στην κρεβατοκάμαρα, ξέροντας ότι η Βίκι θα ακολουθούσε. Η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της ανυπότακτο και απρόβλεπτο, αλλά εκείνος την ήξερε καλύτερα. Για κάποιο λόγο ήθελε εκείνο το παλιό κύπελλο, και ήταν αποφασισμένη να επιτύχει το σκοπό της. Δεν μπόρεσε να μη διασκεδάσει με την έκφρασή της. Όπως το περίμενε, τον ακολούθησε με ψύχραιμο βήμα, παρατηρώντας γύρω της το χώρο. «Ωραίο δωμάτιο. Το κρεβάτι είναι γαλλικό;» «Μπορεί». Το τεράστιο δρύινο τερατούργημα ήταν εκεί από τότε που χτίστηκε το σπίτι «Πάω στοίχημα ότι έχει αρκετές ιστορίες να διηγηθεί». Η Βίκι περπάτησε μέχρι το κεφαλάρι με το περίτεχνο σκάλισμα. «Ευτυχώς που είναι διακριτικό». Ο Τζακ βούλιαξε στο κρεβάτι και χαλάρωσε, με τα χέρια δεμένα πίσω απ’ το κεφάλι του. «Έλα εδώ», την κάλεσε. «Δε μ’ έφερες στο νησί για να με αποπλανήσεις, έτσι δεν είναι;» «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία». «Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο αισιόδοξος». «Αν δεν είσαι, δε γίνεσαι κυνηγός θησαυρών. Πρέπει να έχεις πάντα το νου σου στο βραβείο». Τα σκούρα μαλλιά της Βίκι ήταν πιασμένα σ’ έναν επιμελώς ατημέλητο κότσο, με μερικές μπούκλες να πέφτουν στα αξιολάτρευτα αυτιά της, που ο Τζακ θυμόταν πολύ καλά. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί χαμηλότερα. Η Βίκι φορούσε μια μαύρη μπλούζα που φαινόταν φτιαγμένη από κομμάτια σχισμένου μακό που κάποιος είχε 20


ξαναγαζώσει. Γνωρίζοντάς τη, ήταν πιθανότατα δημιουργία κάποιου Γάλλου σχεδιαστή και κόστιζε δυο χιλιάδες δολάρια. Έκρυβε τη λεπτή σιλουέτα της, αλλά εκείνος ήξερε ότι κάτω από το μαύρο ύφασμα κρυβόταν ένα θανατηφόρο κορμί με στητά στήθη και σφιχτό στομάχι που πάνω του θα μπορούσε να κάνει να αναπηδήσουν χρυσά δουβλόνια. Μια φαρδιά δερμάτινη ζώνη κύκλωνε τους γοφούς της, πάνω από ένα στενό τζιν που έκρυβε τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια της. Ο πόθος πλημμύρισε το κορμί του, σαν να έτρεχε δυνατό ρούμι στα σωθικά του. «Και το βραβείο είναι εξίσου δελεαστικό όπως πάντα». «Δεν έγινες πιο διακριτικός τώρα που γέρασες». «Ούτε πιο σοφός. Εσύ;» «Νομίζω ότι γίνομαι όλο και πιο χαζή». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. Τα χείλη της Βίκι ήταν πάντα σκούρα, σαν να φορούσε κραγιόν, αλλά εκείνος που τα είχε φιλήσει ήξερε ότι ήταν το φυσικό τους χρώμα. «Αλλιώς, γιατί να βρίσκομαι εδώ;» «Επειδή δεν μπορείς να με ξεπεράσεις». Την κοίταξε προσεκτικά, προσπαθώντας να διαβάσει την αντίδρασή της. Φυσικά, αυτό ήταν ευσεβής πόθος από τη μεριά του. Πιθανότατα τον είχε ξεχάσει δέκα λεπτά αφότου είχε φύγει. Ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε τότε ο Τζακ. Τα πράγματα μεταξύ τους είχαν γίνει υπερβολικά παθιασμένα έντονα κι εκείνος έπρεπε να σηκώσει άγκυρα. «Σ’ έχω ξεπεράσει για τα καλά. Όπως και το κάπνισμα». Η Βίκι ανασήκωσε το πιγούνι της. «Οπότε μη σου μπαίνουν ιδέες ότι ήρθα για σένα. Ήρθα επειδή σε χρειάζομαι». «Άντεξε, καρδιά μου!» Ο Τζακ ακούμπησε το χέρι του πάνω στην καρδιά του και δεν ξαφνιάστηκε όταν την ένιωσε να χτυπά πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνήθως. Η Βίκι είχε αυτή την επίδραση σε κάθε άντρα. «Έλα, ξάπλωσε δίπλα μου». «Με τίποτα». «Είναι σημαντικό». «Τίποτα δεν είναι τόσο σημαντικό». 21


Η Βίκι σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος της αμυντικά και έριξε το βάρος της στο ένα της πόδι. Η λεκάνη της πρόβαλλε μπροστά προκλητικά και μια εικόνα πάθους άστραψε ξαφνικά στο μυαλό του Τζακ. Οι γοφοί της κολλημένοι στους δικούς του, να οδηγούν και τους δυο στην ευδαιμονία και την τρέλα. «Ούτε το να βρεις το πολύτιμο κύπελλό σου;» «Δεν καταλαβαίνω πώς θα πετύχω το σκοπό μου με το να ξαπλώσω μαζί σου στο κρεβάτι». Ο Τζακ ύψωσε το φρύδι του. «Πάντοτε πίστευα ότι είχες ανοιχτό μυαλό. Το θέμα είναι ότι πρέπει να ξαπλώσεις στο κρεβάτι μου για να δεις πώς έχουν τα πράγματα». Η Βίκι έσφιξε τα χείλη της και μετέθεσε το βάρος της στο άλλο της πόδι. Τα βιολετιά της μάτια τον κοίταζαν με έντονη καχυποψία. «Μπορώ να τα δω κι από δω που στέκομαι». «Δεν μπορείς». Ο Τζακ κοίταξε το ταβάνι. Ο χρόνος είχε σκουρύνει και ξεθωριάσει τη ζωγραφιά, ο γύψος είχε ραγίσει σε μερικές μεριές, αλλά η τοιχογραφία εξακολουθούσε να δείχνει την πράσινη ακτή του νησιού στην άκρη της γαλάζιας θάλασσας. «Έλα εδώ». Χτύπησε με το χέρι του το στρώμα δίπλα του. «Μόνο έτσι θα μπορέσεις να ρίξεις μια ματιά στον παλιό οικογενειακό χάρτη». «Τι πράγμα;» Η Βίκι κοίταξε προς το ταβάνι, αλλά ο Τζακ ήξερε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει το παραμικρό από εκεί που στεκόταν. Οι τέσσερις ψηλές κολόνες του κρεβατιού έκρυβαν την οροφή και εκείνη έπρεπε να ξαπλώσει ανάσκελα στο στρώμα για να δει τη ζωγραφιά. «Ο Λάζαρο Ντράμοντ, ο επιζών του ναυαγίου, ζωγράφισε αυτό τον πίνακα στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι του, έτσι ώστε να μην μπορεί να τον δει κανείς εκτός από κείνον». «Και τις ερωμένες του». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του Τζακ. «Ακριβώς». Η Βίκι πλησίασε το κρεβάτι και ανέβηκε με χάρη. Βολεύτηκε ανάσκελα δίπλα στον Τζακ και ακούμπησε το κεφάλι της στο μαξιλάρι. Εκείνος την κοίταξε προσεκτικά για να δει αν ένιωθε άβολα ή είχε 22


συγκινηθεί που βρισκόταν εκεί μαζί του. Τίποτα από τα δύο. Η Βίκι ήταν τελείως απορροφημένη από την τοιχογραφία της οροφής. Την κοίταξε χωρίς να μιλάει, σχεδόν χωρίς να αναπνέει, για ένα ολόκληρο λεπτό. «Είμαι σίγουρη ότι αυτός είναι ο πρώτος αληθινός χάρτης θησαυρού που έχω δει ποτέ», είπε μετά. «Ποτέ δε μοιάζουν όπως τους δείχνουν στις ταινίες». Ο Τζακ απολάμβανε την ενθουσιώδη έκφραση του προσώπου της. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχε φιλήσει αυτό το αυθάδικο στόμα; Έξι χρόνια, τουλάχιστον. Η επιθυμία να το επαναλάβει έκανε το αίμα να τρέξει πιο γρήγορα στις φλέβες του. «Προσπαθώ να βρω το σημάδι του θησαυρού, αλλά δεν το βλέπω». «Η γοργόνα που κάθεται στο βράχο. Αυτή είναι το σημάδι». «Χμμ». Η Βίκι κοίταζε τον πίνακα σκεφτική. Δεν είχε πάρει το βλέμμα της από πάνω του από τη στιγμή που είχε ξαπλώσει. «Οπότε το ναυάγιο βρίσκεται νοτιοανατολικά του νησιού. Υπάρχει κάποιου είδους κλίμακα, ώστε να καταλάβουμε την απόσταση;» «Εάν το μέγεθος του νησιού είναι σχεδιασμένο με ακρίβεια, πρέπει να είναι περίπου δύο μιλιά και κάτι από τη βορειότερη ακτή. Τουλάχιστον, αυτό υποθέταμε ανέκαθεν εμείς οι Ντράμοντ». «Και κανένας σας δεν το βρήκε ποτέ». «Όχι ακόμη». Ο Τζακ της έριξε μια πονηρή ματιά κι εκείνη γύρισε επιτέλους να τον κοιτάξει. Τα μάτια της έλαμπαν σαν διαμάντια. «Γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ». «Πιστεύω πραγματικά ότι μου φέρνεις τύχη». «Τύχη; Και τι λες για το κοφτερό μυαλό μου;» Η Βίκι έστρεψε την προσοχή της ξανά στον πίνακα κι ο Τζακ ένιωσε σαν κάποιος να του είχε κρύψει τον ήλιο και να τον είχε αφήσει στη σκιά. Ήθελε εκείνο το φωτεινό, ελπιδοφόρο βλέμμα πάνω του ξανά. «Τι θα κάνεις για μένα, αν το βρω;» Φρόνησε να υπάρχει υπονοούμενο στη φωνή του. 23


«Τι να κάνω για σένα; θα πάρεις το θησαυρό του προγόνου σου. Δεν είναι αρκετό αυτό;» «Δεν είναι αρκετό». Ο Τζακ την κοίταξε, θέλοντας να χαρεί και πάλι την ακτινοβολία της. Η Βίκι γύρισε προς το μέρος του, ακουμπώντας το μάγουλό της στο μαξιλάρι. «Τι ακριβώς έχεις στο μυαλό σου;» Οι σκούρες βλεφαρίδες της έκαναν το βλέμμα της σαγηνευτικό. Ο Τζακ μπορούσε εύκολα να φανταστεί τον εαυτό του να σκύβει προς το μέρος της και να καλύπτει τα χείλη της με τα δικά του. Ένιωσε τα σωθικά του να καίνε από πόθο και την αναπνοή του να επιταχύνεται. «Μ ’ αρέσει που σ’ έχω και πάλι στο κρεβάτι μου». Είδε το στόμα της να συσπάται ελαφρά, σε μια κίνηση αφόρητα αισθησιακή. «Αν μείνεις μαζί μου εδώ, στο κρεβάτι μου, όσο ψάχνουμε, θα οργώσω τα βάθη του ωκεανού για χάρη σου». Τα μάτια της Βίκι άνοιξαν διάπλατα. «Πολλά ζητάς». «Κι εσύ το ίδιο. Έχω ήδη σχέδια που θα με κρατήσουν απασχολημένο μέχρι το 2050. Μου ζητάς να τα παρατήσω όλα και να πάω να ψαρέψω ένα ναυάγιο που το ψάχνουν οι πάντες τα τελευταία 25Ο χρόνια. Δε θα είναι εύκολο να το βρούμε, αυτό είναι σίγουρο». «Δε σου αρέσουν όμως τα εύκολα, έτσι δεν είναι, Τζακ;» Εκείνος γέλασε. «Όχι, Βίκι, δε μου αρέσουν». «Τότε δε γίνεται να υπακούσω τόσο εύκολα στις προσταγές σου, σωστά;» Η Βίκι πετάχτηκε από το κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο, πριν καν εκείνος προλάβει να συγκεντρώσει τις σκέψεις του, που είχαν σκορπιστεί στη θέα των σφιχτών γλουτών της μέσα στο στενό τζιν. Τον ήξερε υπερβολικά καλά. *** 24


«Λοιπόν, πού είναι το σκάφος;» Η Βίκι κατευθύνθηκε προς το μεγάλο καθιστικό, που ήταν επιπλωμένο με σκουρόχρωμες αντίκες. Δοκίμασε το χερούλι της μπαλκονόπορτας που οδηγούσε σε μια τεράστια βεράντα. «Στην προβλήτα». «Όχι αυτό που ήρθαμε. Το σούπερ σκάφος σου για το κυνήγι θησαυρών». «Α! Αυτό είναι κρυμμένο». «Επειδή είναι πιο πολύτιμο από τους θησαυρούς που βρίσκει;» «Κάτι τέτοιο». Ο Τζακ την ακολούθησε στη βεράντα και τεντώθηκε στον απογευματινό ήλιο. Ήταν ανόητη, αλλά είχε ήδη μπει στον πειρασμό να δεχτεί την πρότασή του. Ήταν σχεδόν ακαταμάχητος, έτσι όπως είχε ξαπλώσει πριν λίγο, χαλαρός, δυνατός και ελκυστικός σαν αμαρτία, με το μυώδες κορμί του να βουλιάζει στο μαλακό στρώμα και το γεμάτο περιέργεια βλέμμα στα μάτια του. Αλλά, όπως είχε παρατηρήσει και η ίδια, δεν του άρεσαν τα εύκολα πράγματα. Βαριόταν γρήγορα. Όποιος ήθελε να κρατήσει το ενδιαφέρον του Τζακ έπρεπε να τον αφήνει με αναπάντητα ερωτήματα. Κι η Βίκι είχε ήδη αποτύχει σ’ αυτό μια φορά, οπότε αντιμετώπιζε διπλή πίεση. «Με εμπιστεύεσαι, έτσι δεν είναι;» Ή ερώτησή της συνοδεύτηκε από ένα γλυκό χαμόγελο. Το δικό του χαμόγελο θύμιζε αιλουροειδές. «Τουλάχιστον τόσο, όσο μακριά μπορώ να σε πετάξω». Έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς το μέρος της και το κορμί της σφίχτηκε. «Για να δούμε πόσο ακριβώς είναι αυτό». Άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος της κι εκείνη άφησε μια κραυγή και το έβαλε στα πόδια, κατεβαίνοντας τα πλατιά πέτρινα σκαλιά που οδηγούσαν στην αυλή με το γκαζόν. Γύρισε το κεφάλι της αριστερά-δεξιά, ψάχνοντας για ένα άνοιγμα στο φράχτη, αλλά ήταν 25


πολύ αργά. Τα χέρια του Τζακ την άρπαξαν από πίσω και την τράβηξαν πάνω στο κορμί του. Η Βίκι έμεινε ξέπνοη, όχι από τη δύναμή του, αλλά από την επίδραση που είχε στην ίδια η αίσθηση της αγκαλιάς του. Σφίχτηκε, πιστεύοντας ότι εκείνος θα τη σήκωνε και θα τη στριφογύριζε στον αέρα, αλλά το μόνο που έγινε ήταν να τη σφίξει ακόμη περισσότερο πάνω του και να την κάνει να νιώσει την καυτή του ανάσα στον αυχένα της. Ο πόθος την πλημμύρισε, καυτός και υγρός, και την έκανε να παραλύσει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Θα μπορούσε να γυρίσει προς το μέρος του και να τον φιλήσει στο στόμα. Αλλά αυτό θα έβαζε τέλος στο κυνήγι, και ήταν το κυνήγι που τον ενθουσίαζε. «Δε θα εκμεταλλευόσουν μια απροστάτευτη δεσποσύνη, έτσι δεν είναι;» «Όχι βέβαια. Εσένα, όμως, σίγουρα». Η Βίκι μπορούσε να νιώσει το χαμόγελό του να ακτινοβολεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Τα χέρια του ωστόσο δεν απομακρύνονταν από τη μέση της. Έπιασε τον εαυτό της να εύχεται το αντίθετο. «Οπότε δεν πρόκειται να με πετάξεις μακριά, έτσι;» «Προφανώς, δεν μπορώ». «Πολύ αδύναμος;» «Κάτι τέτοιο. Αλλά αυτό δε λέει τίποτα για το πόσο μπορώ να σ’ εμπιστευτώ». Έγειρε πιο κοντά της και η καυτή του ανάσα χάιδεψε την επιδερμίδα της. «Αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι σε εμπιστεύομαι, πράγματι. Ούτε με πρόδωσες, ούτε με παραπλάνησες ποτέ». Ακουγόταν σκεφτικός. «Τουλάχιστον, απ’ όσο ξέρω». «Και ούτε σκοπεύω ν’ αρχίσω τώρα». Ήθελε να κινηθεί. Το να βρίσκεται τόσο κοντά στον Τζακ, με τα χέρια του γύρω της και την πλάτη της ν’ ακουμπά στο δυνατό του στέρνο, άρχιζε να επηρεάζει το μυαλό της. Ακόμη χειρότερα, το κορμί της αντιδρούσε ήδη. Οι θηλές της είχαν σκληρύνει κάτω από την μπλούζα της, η κοιλιά της έτρεμε και τα γόνατά της δεν ήταν πολύ σταθερά. Εάν εκείνος δεν το είχε προσέξει ήδη, μπορεί να το πρόσεχε σύντομα κι η 26


Βίκι θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να του αποκαλύψει ότι εξακολουθούσε να την επηρεάζει. «Λοιπόν, πού βρίσκεται το πολύτιμο πλοίο σου; Σε κάποια μυστική σπηλιά;» «Όχι, είναι στη μεγάλη προβλήτα». Τα χέρια του απομακρύνθηκαν αργά από τη μέση της. Ανακούφιση ανάκατη με μια απρόσμενη λύπη την πλημμύρισε. «Ακολούθησε με». Ο Τζακ απομακρύνθηκε από κοντά της κι άρχισε να περπατάει πάνω στο γκαζόν. Χωρίς τα ζεστά του χέρια, το δέρμα της άρχισε να κρυώνει. Έπρεπε όμως να συνεχίσει την παράσταση. Δε θα κατάφερνε τίποτα αν εκείνος τη βαριόταν πριν καν ξεκινήσουν. Αυτή τη φορά είχε εκείνη τον έλεγχο και σκόπευε να τον διατηρήσει. Το ερευνητικό σκάφος του Τζακ ήταν σκούρο μπλε, κάπως ξεθωριασμένο από τον ήλιο. Δε φαινόταν ιδιαίτερα πολύτιμο ή ακριβό, αλλά προφανώς ούτε και οι θησαυροί που ανέσυρε από το βυθό ήταν με την πρώτη ματιά. Ο Τζακ ανέβηκε στο σκάφος, με τους μυς του να διαγράφονται μέσα απ’ το ξεθωριασμένο τζιν. «Έχεις κάνει καθόλου καταδύσεις τώρα τελευταία;» «Όχι». «Θυμάσαι, όμως, πώς γίνεται». «Περίπου». Ο Τζακ της είχε μάθει να κάνει καταδύσεις πριν από χρόνια. Το να αναπνέει κάτω απ’ το νερό τής φαινόταν εξαιρετικά αφύσικο και ήταν μάλλον κακή μαθήτρια. Ο μόνος λόγος που η Βίκι είχε αντιπαλέψει τους φόβους της ήταν η θέλησή της να τον διαψεύσει όταν της έλεγε ότι δε θα τα κατάφερνε ποτέ. Δεν την ενθουσίαζε, λοιπόν, η ιδέα να το επαναλάβει. «Χρειάζεται να βουτήξουμε; Δεν έχεις ραντάρ για να εντοπίσεις το ναυάγιο και νανορομπότ που θα οργώσουν το βυθό του ωκεανού;» Ο Τζακ έβαλε τα γέλια. «Έτσι θα έχανα όλη την περιπέτεια». Άπλωσε το χέρι του και, με μερική επιφύλαξη, η Βίκι το πήρε και τον άφησε να τη βοηθήσει ν’ ανέβει στο λικνιζόμενο κατάστρωμα. «Μερικές φορές χρησιμοποιούμε τα ραντάρ για να εντοπίζουμε τα ναυάγια, αλλά δε 27


συμβαίνει πάντα. Αστοί οι φυσητήρες χρησιμοποιούνται για να ανοίγουν τρύπες στο βυθό του ωκεανού και να αποκαλύπτουν πράγματα που είναι κρυμμένα κάτω από την άμμο. Μετά, το θέμα είναι να έχεις τα μάπα σου ανοιχτά και μεγάλη υπομονή». «Δε μου φαίνεσαι και πολύ υπομονετικός τύπος». Η Βίκι μόρφασε από τον έντονο ήλιο. Το σκάφος ήταν περιποιημένο, τα σκοινιά τυλιγμένα στην εντέλεια και κάθε γωνιά του καταστρώματος εκτυφλωτικά καθαρή. «Είμαι ο πιο υπομονετικός άνθρωπος του κόσμου». Το αργό, τεμπέλικο χαμόγελό του την προκάλεσε να διαφωνήσει. «Μπορώ να περιμένω μια ολόκληρη ζωή για κάτι, αν αξίζει την αναμονή». «Ενδιαφέρον». Η Βίκι έριξε μια ματιά στο πηδάλιο του πλοίου. Δεν μπορεί να ήταν πολύ πιο δύσκολο απ’ το να οδηγεί αυτοκίνητο, αν χρειαζόταν. «Υποθέτω γι’ αυτό και δεν παντρεύτηκες ποτέ». «Ποιος είπε ότι δεν έχω παντρευτεί;» Η απάντησή του την έκανε να τιναχτεί, κάτι για το οποίο μετάνιωσε πικρά μόλις είδε το χαμόγελό του να γίνεται πιο πλατύ. «Είπα ότι δεν έχω ερωτευτεί ποτέ. Αλλά με συγκινεί το ενδιαφέρον σου». «Λοιπόν, έχεις παντρευτεί;» Η Βίκι προσπάθησε να ακουστεί αδιάφορη και κατευθύνθηκε προς την απέναντι πλευρά του καταστρώματος. Η σκέψη του Τζακ δεμένου για πάντα με μια άλλη γυναίκα έκανε το στομάχι της να σφιχτεί. Κάτι που ήταν γελοίο. Τι λόγο είχε να ενδιαφέρεται εκείνη; «Όχι ακόμη». Ανακούφιση την πλημμύρισε. Μάλλον επειδή δεν ήθελε άλλες επιπλοκές αυτή τη στιγμή, όπως, για παράδειγμα, μια σύζυγο να εμφανίζεται από το πουθενά και να ισχυρίζεται ότι ο μισός θησαυρός ήταν δικός της, βάσει της συμφωνίας του διαζυγίου. «Αλλά θα μπορούσα». «Αν έβρισκες κάποια αρκετά τρελή ώστε να σε παντρευτεί». «Μ’ αρέσει η τρέλα στις γυναίκες». Το τεμπέλικο βλέμμα του 28


πλανήθηκε πάνω της, κάνοντας την επιδερμίδα της να ριγήσει και ανάβοντας μέσα της μια σπίθα αγανάκτησης. «Γιατί δεν εκπλήσσομαι;» «Ξέρεις ότι γι’ αυτό μου άρεσες εσύ τόσο πολύ». Δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω της και το σκούρο βλέμμα του έμοιαζε να τη διαπερνά. Γιατί ο Τζακ εξακολουθούσε να την ελκύει τόσο πολύ; Θα έλεγε κανείς ότι αυτά τα πράγματα ξεθώριαζαν με τον καιρό. Έτσι νόμιζε εκείνη τουλάχιστον! Αλλά τώρα που βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά του, όλος αστός ο ξεχασμένος πόθος ερχόταν στην επιφάνεια σαν θαμμένος θησαυρός -ή σκουπίδια κρυμμένα κάτω από την άμμο. «Δε νομίζω ότι σου άρεσα τόσο πολύ». Περπάτησε μέχρι την πρύμνη του σκάφους, προσέχοντας να μη γλιστρήσει πάνω στη λεία επιφάνεια. Το κατάστρωμα λικνιζόταν στον αιώνιο ρυθμό του ωκεανού και χρειαζόταν να καταβάλλει προσπάθεια για να διατηρήσει την ισορροπία της. «Αλλά μπορεί και να κάνω και λάθος». Γύρισε να τον κοιτάξει, νιώθοντας πιο ασφαλής τώρα που υπήρχε μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσά τους. «Μπορεί». Το μέτωπό του είχε συνοφρυωθεί ελαφρά και τα μάτια του έμειναν καρφωμένα πάνω της για τόσο πολλή ώρα που η Βίκι χρειάστηκε να πιαστεί από την κουπαστή για να διατηρήσει την ισορροπία της. Άραγε εκείνος σκεφτόταν το θυελλώδες ρομάντσο τους, όλες εκείνες τις μαγικές νύχτες στα Κηζ το καλοκαίρι μετά το κολέγιο; Εκείνη δεν τα σκεφτόταν και τόσο πολύ πια. Τα είχε ξεπεράσει. Όμως, δεν είχε ξεπεράσει τελείως τον τρόπο με τον οποίο την είχε παρατήσει ο Τζακ στο τέλος της θυελλώδους σχέσης τους. Και αν η σπίθα ανάμεσά τους άναβε ξανά, η Βίκι ανυπομονούσε να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Το λίκνισμα του πλοίου έκανε το στομάχι της να ανακατεύεται. Αν το αντιλαμβανόταν εκείνος, θα την κορόιδευε. «Λοιπόν, τι λες να ξεκινήσουμε την έρευνα αύριο;» Έτσι θα προλάβαινε να πάρει κάτι για τη ναυτία πριν ξεκινήσουν. 29


«Δεν ξέρω». Ο Τζακ κοίταξε τον ορίζοντα, με το βλέμμα του να οργώνει το απέραντο γαλάζιο άγνωστο και τον ήλιο να καίει τα έντονα χαρακτηριστικά του. Έπαιζε μαζί της. Γύρισε να την κοιτάξει και το στομάχι της σφίχτηκε. «Σκέφτηκες την πρότασή μου;» «Υποθέτω ότι είναι λογικό να περάσουμε λίγη ώρα κάτω από το χάρτη. Να τον μελετήσουμε». Οπουδήποτε αλλού θα ήταν καλύτερα απ’ αυτό εδώ το ασταθές κατάστρωμα. Η Βίκι αρπάχτηκε από την κουπαστή, προσπαθώντας να δείχνει ατάραχη. Ήταν εκπληκτικό πόσο πολύ επηρέαζε την ισορροπία της ακόμη και αυτό το ελάχιστο κούνημα. Και τις δυσάρεστες συνέπειες που είχε για το στομάχι της. «Θα είναι σαν τον παλιό καιρό». Η φωνή του ήταν γεμάτη υπονοούμενα. Χωρίς να περιμένει άλλο, η Βίκι πήγε στην άλλη άκρη του σκάφους -με κάποια δυσκολία την οποία προσπάθησε να κρύψει- και πήδηξε στη σκληρή και απολύτως ακίνητη προβλήτα. «Όχι ακριβώς». Αυτή τη φορά θα είχε εκείνη τον έλεγχο του τι ακριβώς συνέβαινε και πότε θα τελείωνε. «Φεύγεις κιόλας; Σκόπευα να σου δείξω το ραντάρ». «Θα το δω εν λειτουργία αύριο». Άρχισε να περπατάει προς το σπίτι, ελπίζοντας να φτάσει γρήγορα και να σωριαστεί κάπου. Δεν ήθελε να τη δει ο Τζακ σε στιγμή αδυναμίας. Σαν κυνηγός που ήταν, θα έπαιζε μαζί της κι εκείνη δεν ήταν αρκετά δυνατή αυτή τη στιγμή. Μόλις εισέπραττε όμως την αμοιβή, θα ένιωθε δυνατή. Δέκα χιλιάδες δολάρια μπορεί να μην ήταν πολλά για τους παλιούς της φίλους, αλλά αρκούσαν για να βάλει τα θεμέλια για την καινούρια της ζωή. Μια ζωή που θα βασιζόταν μόνο στον εαυτό της και δε θα εξαρτιόταν από κανέναν άλλο. Άκουσε τα βήματα του Τζακ πάνω στην προβλήτα. Ερχόταν ξοπίσω της. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης χαράχτηκε στα χείλη της και φρόντισε να λικνίσει λίγο περισσότερο τους γοφούς της. Ήξερε -ήλπιζε- ότι το βλέμμα του την ακολουθούσε σαν ακτίνα λέιζερ. 30


Ο Τζακ θα νόμιζε ότι είχε πετύχει μια νίκη, όταν εκείνη δέχτηκε να κοιμηθεί μαζί του. Δεν ήξερε όμως ότι αυτό ήταν το σχέδιό της από την αρχή. Θα το απολάμβανε μάλιστα. Είχε να κάνει σχέση πάνω από ένα χρόνο. Ήταν πολύ απασχολημένη με το να προσπαθεί να ρυθμίσει τα χρέη και να κρύψει την οικονομική της καταστροφή και δεν ήθελε να βρεθεί στην ευάλωτη θέση να τ’ αποκαλύψει όλα αυτά σε κάποιον. Ούτε στον Τζακ χρειαζόταν να μιλήσει. Τα προσωπικά του τείχη ήταν τόσο ισχυρά όσο και ο πέτρινος τοίχος που περικύκλωνε το σπίτι των προγόνων του. Μπορεί να έκαναν έρωτα όλη νύχτα και παρ’ όλ’ αυτά να κρατούσαν την καρδιά τους διπλοκλειδωμένη. Η δίκιά της είχε αλυσίδες που δεν επρόκειτο να σπάσουν σύντομα, ιδιαίτερα για τον Τζακ Ντράμοντ. Τα βήματά του ακούγονταν τώρα πιο κοντά της κι η Βίκι κατάπνιξε την επιθυμία της να περπατήσει πιο γρήγορα. Αντίθετα, επιβράδυνε το βήμα της για να την προλάβει εκείνος. «Υπάρχει περίπτωση να φάμε τίποτα σε τούτο το έρημο νησί σου;» «Έπιασα έναν μεγάλο ξιφία χτες. Μπορούμε να τον ψήσουμε». «Νόμιζα ότι δεν μπορούμε να τρώμε ξιφία τώρα που οι ωκεανοί είναι μολυσμένοι. Μια φίλη μου είναι έγκυος και ο γιατρός τής είπε ότι οι τοξίνες μπορεί να βλάψουν το παιδί». «Μπορεί στα δικά μου παιδιά ν’ αρέσει να έχουν τρία μάτια». Το χαμόγελό του άστραψε κάτασπρο πάνω στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο. «Ανησυχείς για τους απογόνους σου;» «Δε θα κάνω ποτέ παιδιά», απάντησε η Βίκι ανάλαφρα. «Οπότε μπορώ να φάω όσο ξιφία θέλω». To χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Δεν μπορείς να κάνεις παιδιά;» Η Βίκι ξαφνιάστηκε από την ξαφνική αλλαγή στη στάση του. Τι τον ένοιαζε αν εκείνη μπορούσε να κάνει παιδιά ή όχι; «Δεν είπα ότι δεν μπορώ. Είπα ότι δε θα κάνω. Δε νομίζω πως είμαι κατάλληλη για μητέρα -να αλλάζω πάνες και να στεγνώνω δάκρυα». Ο Τζακ γέλασε. «Έκανε η μητέρα σου τίποτα απ’ όλα αυτά;» «Όχι, είχε προσλάβει νταντά». Η Βίκι άρχισε να περπατάει πιο 31


γρήγορα. Η συζήτηση γινόταν υπερβολικά προσωπική. «Μπορείς να κάνεις κι εσύ το ίδιο». Ένιωσε το διαπεραστικό του βλέμμα στο πλάι του προσώπου της. «Όχι, ευχαριστώ. Κάνω τα πάντα για να μη γίνω σαν τους γονείς μου». «Κι εγώ το ίδιο. Αντίθετα από τον πατέρα μου, σκοπεύω να ζήσω πάνω απ’ τα πενήντα». Κάτι στη φωνή του την έκανε να γυρίσει να τον κοιτάξει. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει. «Έμαθα ότι πέθανε. Λυπάμαι. Είχε ένα δυστύχημα με κάποιο μονοκινητήριο αεροπλάνο, έτσι δεν είναι;» «Δεν ήταν δυστύχημα». Ο Τζακ περπατούσε σταθερά, κοιτώντας ευθεία μπροστά. Το σπίτι δέσποζε ανάμεσα στα δέντρα. «Προσπαθούσε να σκοτωθεί επί χρόνια». Η κατάρα των Ντράμοντ. Η Βίκι θυμήθηκε την Κάθριν Ντράμοντ να την παρακαλάει να βρει τα χαμένα κομμάτια του κυπέλλου και να άρει την κατάρα που πλάκωνε για αιώνες την οικογένεια. Στην αρχή η Βίκι την κορόιδευε, αλλά ήταν σίγουρο ότι οι Ντράμοντ δε φαίνονταν να έχουν και μεγάλη τύχη στη ζωή τους. Μπορεί να έβγαζαν λεφτά με ουρά, αλλά σε ό,τι αφορούσε το γάμο ή την οικογενειακή ευτυχία, ακόμη και την απλή απόλαυση της ζωής, τους παραμόνευε η καταστροφή. «Και η αμήχανη σιωπή επικρατεί», είπε ο Τζακ απαλά, προσπαθώντας να αστειευτεί. «Θα φάμε ξιφία, λοιπόν. Και άσε τους απογόνους μου να μάθουν να αντιμετωπίζουν τη ζωή με τη σκληρή μοίρα που τους έλαχε». «Είμαι σίγουρη ότι θα είναι πεντανόστιμο». Η Βίκι είχε μετανιώσει για το σχόλιό της σχετικά με το ψάρι. «Τρώω συνέχεια ξιφία και μ’ αρέσει πολύ». «Θυμάμαι ότι ήταν το αγαπημένο σου». Ο Τζακ άνοιξε μια πλαϊνή πόρτα του σπιτιού, πιέζοντας το τεράστιο, καλογυαλισμένο μπρούντζινο πόμολο. Κάτι στον τόνο της φωνής του έκανε την ανάσα της Βίκι να πιαστεί. Τι άλλο θυμόταν άραγε; Πως του τηλεφωνούσε στη μέση της νύχτας για να ακούσει τη φωνή του; Τον τρόπο που αναστέναζε όταν τη φιλούσε στο λαιμό; 32


Τη στιγμή που είχε κάνει το μοιραίο λάθος να του πει ότι τον αγαπούσε; Γι’ αυτό το τελευταίο δε χωρούσε αμφιβολία. Σίγουρα το θυμόταν. Εκτός κι αν είχε σβήσει με κάποιον τρόπο απ’ το μυαλό του εκείνη την παραδρομή της γλώσσας της που τον είχε διώξει από κοντά της. Τον ακολούθησε στο δροσερό εσωτερικό του σπιτιού. Τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα αν μπορούσε να βρει το κύπελλο χωρίς τη βοήθειά του. Αλλά, με τη δική της τύχη, φυσικά και θα ήταν θαμμένο στα βάθη του ωκεανού. Ακόμη κι αν έβρισκαν το πλοίο, θα ήταν θαύμα να έχει διασωθεί το κομμάτι απ’ το κύπελλο. Και να είναι σε κατάσταση που να μπορεί η Βίκι να το αναγνωρίσει. Έψαχνε πραγματικά ψύλλους στ’ άχυρα και ούτε ήταν σε θέση να αφιερώσει πολύ χρόνο σ’ αυτό. Θα έπρεπε να βάλει ένα χρονικό όριο και να εγκαταλείψει την προσπάθεια, αν δεν έβρισκαν τίποτα μέσα σε δυο βδομάδες. «Είσαι πιο σιωπηλή από παλιά». Το σχόλιό του την αιφνιδίασε και την έβγαλε απ’ τις σκέψεις της. «Όσο πιο πολύ δουλεύει το μυαλό μου, τόσο λιγότερο δουλεύει η γλώσσα μου». Του χαμογέλασε και έγειρε στον πάγκο της κουζίνας. «Τι αινιγματικό». Ο Τζακ πήρε ένα μπουκάλι κρασί από ένα τεράστιο ράφι που υπήρχε στον τοίχο. «Πινό γκρίτζιο;» «Φυσικά». Η Βίκι τον παρακολούθησε να αφαιρεί το περιτύλιγμα του φελλού. Τα δάχτυλά του ήταν επιδέξια και προσεκτικά από την ενασχόλησή του με τα πολύτιμα ευρήματα. Τον κοίταξε να βυθίζει το τιρμπουσόν στο φελλό με αποφασιστικότητα -την ίδια αποφασιστικότητα που επιδείκνυε ο Τζακ στις περισσότερες πτυχές της ζωής του. Το στριφογύρισε με δύναμη κι οι μύες στα μπράτσα του συσπάστηκαν, αποκαλύπτοντας τη δύναμή τους και κάνοντας κάτι πρωτόγονο να σκιρτήσει μέσα της. Ήταν πρωτόγονο, επειδή δεν είχε σχέση με τη σύγχρονη κοινή λογική. Οι άντρες δε χρειάζονταν να είναι δυνατοί για να επιτύχουν στο σημερινό κόσμο. Ένα δυνατό μυαλό στα μαθηματικά και μια ελαστική 33


ηθική ήταν πολύ πιο αποτελεσματικά. Όμως, εκείνη θαύμασε το φούσκωμα των δικεφάλων του κάτω από τα μανίκια του τι-σερτ του, καθώς τραβούσε το φελλό από το μπουκάλι με μια απότομη και επιδέξια κίνηση. Ο φελλός έτριξε και βγήκε, αφήνοντας την καρδιά της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Η Βίκι προσπάθησε να απασχολήσει το μυαλό της, στρέφοντας την προσοχή της στα ζωγραφιστά πλακάκια που στόλιζαν τον τοίχο πίσω απ’ την κουζίνα. Δεν είχε νόημα να αφήσει τις αισθήσεις της να την παρασύρουν. Μπορεί να χρειαζόταν να υπαναχωρήσει κάποια στιγμή και δεν ήθελε να σταθεί εμπόδιο σ’ αυτό ο ίδιος της ο πόθος. Ο Τζακ έβαλε στο χέρι της ένα ποτήρι γεμάτο από το ανοιχτόχρωμο χρυσαφένιο κρασί. «Στο θησαυρό». «Στο θησαυρό». Η Βίκι χαμογέλασε και έφερε το ποτήρι στα χείλη της. Το κρασί ήταν υπέροχο, ευκολόπιστο και πλούσιο συνάμα, φρέσκο και δροσιστικό μετά από τον καυτό ήλιο. «Κοσμήματα, νομίσματα και ράβδοι χρυσού για σένα, ένα κομμάτι από παλιό κύπελλο για μένα». «Αυτό δεν ακούγεται δίκαιο». Τα σκούρα μάτια άστραψαν πίσω από μια τούφα που έπεφτε στο μέτωπο του Τζακ. «Ίσως πρέπει να σου βρούμε ένα χρυσό περιδέραιο ή μια χούφτα δαχτυλίδια». Η Βίκι άπλωσε το άσπρο, λεπτό χέρι της. «Όπως μπορείς να δεις, δεν είμαι ο τύπος που φοράει δαχτυλίδια». «Μπορεί να αλλάξεις γνώμη, αν βρεθεί το κατάλληλο». «Μην το περιμένεις». Κοίταξε τον γυμνό της παράμεσο. Δε σκόπευε να ζήσει τη ζωή της με κανενός τους κανόνες. «Αλλά θα χαρώ να το πουλήσω, αν πρόκειται να βγάλω χρήματα». Του χάρισε ένα λαμπερό χαμόγελο. «Πόσο μάλλον που σκοπεύω να το κάνω επάγγελμα, οπότε θα είναι μια καλή αρχή». «Έμαθα ότι δουλεύεις για κάποιον οίκο δημοπρασιών». «Ως μαθητευόμενη. Τώρα που ξέρω πόσο επικερδής είναι αυτή η δουλειά, σκοπεύω να δουλέψω για τον εαυτό μου». Ήπιε άλλη μια γουλιά απ’ το κρασί της. «Το κρασί είναι πολύ καλό. Έχει τη γεύση του ακριβού». 34


«Απ’ ό,τι φαίνεται, μπορείς πράγματι να ξεχωρίζεις τα πράγματα που έχουν αξία». Ένα χαμόγελο άστραψε στα μάτια του. «Είσαι παράξενος, Τζακ. Φαίνεσαι πάντα τόσο άνετος και φέρεσαι σαν να μη σ’ ενδιαφέρουν τα λεφτά, αλλά απολαμβάνεις τα καλύτερα πράγματα στη ζωή». «Μία από τις πολλές μου αδυναμίες». «Μμμ, αυτό με κάνει ν’ αναρωτιέμαι ποιες είναι οι υπόλοιπες». Σίγουρα πάντως όχι μια ευαίσθητη καρδιά. Γι’ αυτό και δεν είχε ερωτευτεί ποτέ. «Το πάθος μου για μια άπιστη ερωμένη». Την κοίταξε πάνω απ’ το ποτήρι του. «Τη θάλασσα». Η Βίκι ήξερε ότι εκείνος δεν εννοούσε κάποια γυναίκα. Ο Τζακ κατένευσε. «Αν και υπήρξε καλή μαζί μου». «Σου προσφέρει όλα τα πλούτη που πήρε από εκατοντάδες άντρες και γυναίκες που πνίγηκαν σ’ αυτές τις ακτές ανά τους αιώνες». «Σου είπα ότι είναι άπιστη». «Έχει προφανώς τις προτιμήσεις της». Ένα αργό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Πάμε να κάτσουμε κάπου που να μπορούμε να τη βλέπουμε». Ο Τζακ κατευθύνθηκε προς τη βεράντα που έβλεπε στη θάλασσα. Γαλάζιος και ήρεμος, ο ωκεανός απλωνόταν μπροστά τους σαν βελούδινο σκέπασμα. Στ’ αυτιά της Βίκι έφτανε ο ήχος των κυμάτων που έσκαγαν στην ακρογιαλιά, αλλά δεν μπορούσε να τα δει γιατί τα έκρυβαν οι αμμόλοφοι. Ο Τζακ της έγνεψε να καθίσει στις μαξιλάρες του χτιστού καναπέ. Μόλις κάθισε, βολεύτηκε κι εκείνος δίπλα της, απλώνοντας το χέρι του στην πλάτη του καναπέ πίσω της. Ο λαιμός και οι ώμοι της Βίκι ρίγησαν στην αίσθηση του χεριού του τόσο κοντά της. Φυσικά και το έκανε επίτηδες εκείνος. Ήθελε να την πειράξει και να τη δελεάσει. Είχε κάθε πρόθεση να την αποπλανήσει. Η Βίκι μπορεί και να τον άφηνε, αλλά όχι μέχρι να αρχίσουν, τουλάχιστον, να ψάχνουν για το κύπελλο. Διαφορετικά μπορεί ο Τζακ να αποφάσιζε ότι είχε ήδη πάρει αυτό που ήθελε και να την έστελνε 35


εκεί απ’ όπου ήρθε. Η Βίκι στριφογύρισε το ποτήρι στα χέρια της. «Επειδή υπάρχει ανταμοιβή, υπάρχουν πιθανότατα και άλλοι άνθρωποι που ψάχνουν. Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα», επεσήμανε. «Θ’ αρχίσουμε αύριο με το πρώτο φως». «Τι ώρα, δηλαδή;» «Κατά τις έξι, όταν αρχίζεις να διακρίνεις την ακτή από τη θάλασσα». Η Βίκι συγκρότησε ένα βογκητό απόγνωσης. Ο Τζακ μάλλον δε θα έπινε ούτε καφέ το πρωί. Εκείνη συνήθως ξεκινούσε τη μέρα της διαβάζοντας τις εφημερίδες και απολαμβάνοντας ένα πλούσιο πρωινό, πριν αντιμετωπίσει το σκληρό κόσμο. Η προοπτική να σηκωθεί από το κρεβάτι της και να βγει στη θάλασσα χωρίς αυτή την παρηγοριά την τρόμαζε. Και έπρεπε να αγοράσει κάτι για τη ναυτία. Αν ήξερε ότι το κύπελλο βρισκόταν στο βυθό, θα ερχόταν καλύτερα προετοιμασμένη. «Πού είναι το κοντινότερο φαρμακείο;» « Πονοκέφαλος;» Η Βίκι δίστασε. «Όχι. Μπορεί να χρειαστώ κάτι για τη ναυτία αύριο». Απέφυγε το βλέμμα του. «Είναι καλύτερα να είσαι προετοιμασμένος». «Μην ανησυχείς. Είμαι καλά εξοπλισμένος». Τα μάτια του άστραφταν. Μήπως σκόπευε να της δώσει κανένα ψευτοφάρμακο, ώστε να τη δει να κρέμεται από την κουπαστή εκλιπαρώντας τον για έλεος; «Μπορεί να μείνουμε στη θάλασσα για μέρες. Ίσως και βδομάδες». «Δεν είμαι σίγουρη ότι θα επιζήσω ολόκληρες βδομάδες παγιδευμένη μαζί σου σ’ ένα σκάφος, Τζακ». «Εγώ πιστεύω ότι αντέχεις σχεδόν τα πάντα». Το χέρι του κινήθηκε πίσω της κι η Βίκι προσπάθησε να αγνοήσει το ρίγος της ανταπόκρισης που πλημμύρισε το κορμί της. «Φαίνεσαι εύθραυστη, αλλά είσαι φτιαγμένη από γερό υλικό». «Το ελπίζω». Έπρεπε να είναι, αν ήθελε να επιβιώσει από αυτή τη δοκιμασία. Το να βρίσκεται τόσο κοντά του είχε καταστροφική επίδραση στην πνευματική της υγεία. Πράγμα τελείως παράλογο. Ήταν 36


άλλος ένας πλούσιος, όμορφος, αλαζονικός άντρας κι εκείνη ήξερε πώς να αντιμετωπίζει τέτοιους τύπους. «Φαντάζομαι ότι ο χρόνος θα δείξει». «Φαίνεσαι διαφορετική». Τα μάτια του στένεψαν, καθώς μελετούσε το πρόσωπό της. Ο σφυγμός της επιταχύνθηκε. «Έχεις έξι χρόνια να με δεις». Μήπως φαινόταν μεγαλύτερη; Ο πατέρας της είχε γεράσει απίστευτα απότομα όταν πήρε την κάτω βόλτα. Τα μάτια και τα ζυγωματικά του είχαν βαθουλώσει και η επιδερμίδα του είχε πάρει μια γκρίζα απόχρωση. «Εσύ πάντως δεν έχεις αλλάξει καθόλου». Όχι ακριβώς. Ο χρόνος και ο ήλιος τον είχαν κάνει να φαίνεται ακόμα πιο ξεχωριστός. Όμως τα μάτια του είχαν την ίδια λάμψη και τα χείλη του καμπύλωναν με έναν τρόπο που δεν μπορούσες να καταλάβεις αν σε κορόιδευε ή όχι. Το φανταζόταν ή ο αριστερός του γοφός είχε μετακινηθεί πιο κοντά στο δεξί της πόδι; Η Βίκι μπορούσε σχεδόν να νιώσει τη θέρμη του μέσα απ’ το παντελόνι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς έχει αλλάξει». Το βλέμμα του ερεύνησε το πρόσωπό της κι εκείνη το απέφυγε κοιτάζοντας τον ορίζοντα. «Κάτι σημαντικό, ωστόσο». Η Βίκι μαζεύτηκε κάπως κάτω από το ερευνητικό του βλέμμα. Ήταν διαφορετική από το ορμητικό, γεμάτο αυτοπεποίθηση κορίτσι που χόρευε και έκανε έρωτα μαζί του στην παραλία εκείνο το καλοκαίρι. Τότε νόμιζε ότι της ανήκε ολόκληρος ο κόσμος. Τα χρόνια που ακολούθησαν την είχαν μάθει ότι ο κόσμος δεν ενδιαφερόταν και πολύ για το τι ήθελε εκείνη και ότι τα θεμέλια της ζωής της -τα προνόμια και ο πλούτος για τα οποία ήταν περήφανη η οικογένειά της- είχαν χτιστεί πάνω στην κινούμενη άμμο της ψευδαίσθησης. Αλλά δε σκόπευε να του τα πει αυτά. Ίσως να μπορούσαν να γελάσουν αργότερα, όταν εκείνη θα είχε φτιάξει ένα όνομα και δε θα χρειαζόταν να βασίζεται σε κανέναν άλλον. Αυτή τη στιγμή, όμως, κρεμόταν από μια κλωστή· έτσι, σκόπευε να τα κρατήσει όλα μυστικά. Πράγμα που μπορεί να ήταν ενδιαφέρον, επειδή είχε ήδη δεσμευτεί να μοιραστεί το κρεβάτι του. Ήλπιζε τουλάχιστον να μην παραμιλάει στον 37


ύπνο της.

38


3

Ο ΤΖΑΚ ΕΨΗΣΕ τον ξιφία και τον σερβίρισε με ψητά λαχανικά στη βεράντα, όπου το βραδινό αεράκι κρατούσε μακριά τα κουνούπια. Έβλεπαν τα φώτα από τα περαστικά ψαροκάικα και τα σποραδικά κρουαζιερόπλοια στο βάθος, αλλά όλα ήταν ακίνητα και σιωπηλά στο νησί. «Είναι τόσο ήρεμα εδώ». Η Βίκι κοίταξε πέρα απ’ τους αμμόλοφους. «Δε σε τρελαίνει αυτό;» «Μπορεί γι’ αυτό να ήμουν ανέκαθεν τρελός». Ο Τζακ έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Αναμμένα κεριά μέσα στα παλιά φανάρια πάνω στο τραπέζι έριχναν τρεμάμενες σκιές στα αδρά χαρακτηριστικά του. «Το χρειάζομαι, όμως. Με βοηθά να ξαναγεμίζω τις μπαταρίες μου». «Χμμ. Εγώ θα μπορούσα να δεθώ στη μηχανή του αυτοκινήτου μου με τα καλώδια της μπαταρίας». Η Βίκι ήπιε μια γουλιά απ’ το κρασί της, αλλά, μόλις συνειδητοποίησε ότι είχε ήδη πιει τρία ποτήρια, έσπρωξε μακριά το ποτήρι της. Κινδύνευε να ζαλιστεί. Καλύτερα να πρόσεχε. «Σ’ αρέσει ακόμη να ζεις στην πόλη;» Ο Τζακ σήκωσε τα χέρια του και τα δίπλωσε πίσω απ’ τον αυχένα του, χαρίζοντάς της μια απίστευτη θέα των δικεφάλων του. Η Βίκι ξεροκατάπιε και μισόκλεισε τα μάτια της για να περιορίσει τη θέα. «Ναι. Νομίζω ότι λατρεύω να είμαι άλλο ένα ανώνυμο πρόσωπο μέσα στο πλήθος. Δεν μπορώ να με φανταστώ να ζω σε μια μικρή πόλη όπου όλοι με ξέρουν». «Ακούγεται σαν να αποφεύγεις κάτι. Ή κάποιον». «Μπορεί απλώς να προτιμώ να μη με βρίσκουν». Του χαμογέλασε και κατέβαλε συνειδητή προσπάθεια να μην ξαναπιάσει το ποτήρι της. Ας πήγαιναν στο κρεβάτι, έτσι ώστε να μη χρειαζόταν πια να παριστάνει τη γενναία. Αλλά, πάλι, μπορεί έτσι να έκανε τα πράγματα χειρότερα. «Με σκεφτόσουν ποτέ όλα αυτά τα χρόνια;» Η φωνή του ήταν χαμηλή, 39


βραχνή. «Και βέβαια όχι. Με παράτησες, θυμάσαι;» Η αδρεναλίνη της άρχισε να ανεβαίνει. Θα έφταναν σ’ αυτό αργά ή γρήγορα. Καλύτερα, λοιπόν, να ξεμπέρδευαν. «Πάντοτε ένιωθα άσχημα για τον τρόπο που έφυγα. Μπορείς να το αποδώσεις στη νεανική μου ανωριμότητα». Του έριξε μια κλεφτή ματιά. Ήταν δύσκολο να διαβάσει την έκφρασή του στο τρεμάμενο φως των κεριών, αλλά φαντάστηκε ότι είδε μια λάμψη αθωότητας στα μάτια του. «Μη φαντάζεσαι ότι πέρασα τα χρόνια που μεσολάβησαν θρηνώντας για σένα. Είχα μερικές πολύ πιο δραματικές σχέσεις έκτοτε». «Αλήθεια; Σου ράγισε κάποιος την καρδιά;» «Όχι φυσικά. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα εκτός από αλυσίδες και γρανάζια. Γι’ αυτό και μπορώ να ξαναβάζω μπρος την μπαταρία μου τόσο εύκολα». Μια ξαφνική ριπή νυχτερινού αέρα έκανε τα μπράτσα της ν’ ανατριχιάσουν και η Βίκι τα έτριψε με τα χέρια της να τα ζεστάνει. «Μπορεί να είναι λίγο σκουριασμένη, αλλά τίποτα δεν έχει σπάσει». Ο Τζακ γέλασε. «Έχω λίγο γράσο για τα σκουριασμένα γρανάζια της καρδιάς σου». «Είμαι σίγουρη». Τον κοίταξε και χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να μη χαμογελάσει. Ήταν σχεδόν αδύνατο να παραμείνει θυμωμένη με τον Τζακ Ντράμοντ όταν τον είχε μπροστά της. Αυτό θα συνέβαινε αργότερα, όταν θα συνειδητοποιούσε πώς εκείνος έπαιζε μαζί της. «Αλλά μπορείς να το αφήσεις στο ράφι του γκαράζ σου. Μ ’ αρέσει να σκέφτομαι τη σκουριά μου ως προστατευτικό φράγμα». «Ζηλεύω». Οι ενοχλητικά δυνατοί δικέφαλοί του συσπάστηκαν καθώς τέντωσε την πλάτη του. «Αρχίζω να πιστεύω ότι μπορεί να έκανα ένα τεράστιο λάθος τότε». «Ένα απ’ τα πολλά, υποθέτω». Χρειάστηκε και πάλι να καταπνίξει την επιθυμία της να αρπάξει το 40


κρασί της. Κρίμα που δεν κάπνιζε. Ήταν δύσκολο να μην κουνάει νευρικά τα χέρια της, αλλά κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για να φαίνεται άνετη και ήρεμη. «Το ξέρεις». Το οικείο τεμπέλικο χαμόγελο φάνηκε στο στόμα του. «Αλλά ήταν διασκεδαστικά. Όλα». «Σκέψου μόνο πόση πλάκα θα χάναμε αν ερωτευόμαστε τρελά ο ένας τον άλλο και κάναμε καμιά ανοησία να παντρευτούμε». Η Βίκι τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το κορμί της. Είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα. «Αυτό μπορεί να ήταν το τέλος της επανάστασης την εποχή εκείνη». Ο Τζακ γέλασε. «Ναι, οι γονείς σου μπορεί να πέθαιναν από το σοκ στην προοπτική να παντρευτεί η μικρή τους πριγκίπισσα έναν αλήτη της παραλίας». «Μέχρι να συνειδητοποιήσουν πόσο πλούσιος είσαι. Τότε θα σκηνοθετούσαν μια απότομη ανάνηψη και θα σε υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Θα ήταν πολύ βαρετό». «Έτσι, λοιπόν, μας γλίτωσα απ’ όλα αυτά βάζοντάς το στα πόδια σαν δειλός, στην πρώτη ένδειξη ύπαρξης αισθημάτων». Η Βίκι πάγωσε. Μόλις το είχε παραδεχτεί. Θυμόταν. Σ' αγαπώ. Το είχε πει δυνατά για μία και μοναδική φορά στη ζωή της. Καλύτερα να έκοβε το λαιμό της παρά να πρόφερε ξανά αυτή τη φράση. «Αισθήματα; Δεν είμαι καν σίγουρη ότι ήμουν ποτέ ικανή για κάτι τέτοιο». «Ούτε εγώ. Άβολα πράγματα. Και σε μπερδεύουν. Καλύτερα να τ’ αφήσουμε γι’ αυτούς που δεν έχουν να κάνουν τίποτε άλλο στη ζωή τους και να πάμε στο κρεβάτι». Τα μάτια του άστραψαν, ξυπνώντας μια ανησυχητική ανταπόκριση κάπου χαμηλά στην κοιλιά της. «Επειδή πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς το πρωί, φυσικά». Το σταθερό, σκοτεινό του βλέμμα υπονοούσε πολύ περισσότερα από τον ύπνο. Ξαφνικά, το σχέδιό της να απολαύσει τις σαρκικές ηδονές του έρωτα της φάνηκε η πιο ανόητη ιδέα που είχε ποτέ. Μπορεί επειδή ήταν κουρασμένη και όλη αυτή η συζήτηση για τις παλιές πληγές 41


την έκανε να νιώθει ευάλωτη. «Κοιμάσαι στο ίδιο δωμάτιο, κάτω απ’ το χάρτη;» «Φυσικά. Αυτό ήταν πάντα το δωμάτιο του καπετάνιου». Ο Τζακ πήρε το μπουκάλι του κρασιού και τα ποτήρια απ’ το τραπέζι. Η Βίκι δίστασε για μια στιγμή πριν μαζέψει τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα. Είχε συνηθίσει να την υπηρετούν σε κάθε της βήμα στο σπίτι του Σινκλέρ Ντράμοντ -η γυναίκα που είχε γίνει πρόσφατα η αρραβωνιαστικιά του. «Αυτός ο χάρτης θα πρέπει να είναι εντυπωμένος στο μυαλό σου τώρα πια». «Κάτι που δε με βοήθησε ωστόσο να βρω το θησαυρό». «Μήπως τον διαβάζεις λάθος;» Επέστρεψαν στην κλιματιζόμενη ηρεμία του σπιτιού. «Μπορεί αυτό που χρειάζεται να είναι μια άλλη οπτική». Δεν ήθελε να φανταστεί πόσα γυναικεία μάτια είχαν κοιτάξει αυτόν το χάρτη ανά τους αιώνες. «Με χαρά ν’ ακούσω την άποψή σου. Νομίζω ότι τον έχω διαβάσει με κάθε δυνατό τρόπο». «Αλλά ποτέ δε βρήκες το ναυάγιο». «Το πλοίο μπορεί να έχει διαλυθεί και παρασυρθεί από τα ρεύματα τώρα πια». Και το κύπελλο να έχει χαθεί για πάντα. «Είναι κάπου εκεί έξω. Μου το λέει η διαίσθησή μου», είπε η Βίκι κοιτάζοντας τον Τζακ καθώς περπατούσαν πλάι πλάι προς το υπνοδωμάτιο. «Έχω εμπιστοσύνη στο ένστικτό σου». «Θα έπρεπε. Εγώ ζευγάρωσα τον ξάδερφό σου τον Σινκλέρ με την καινούρια του γυναίκα. Τη στιγμή που είδα πώς κοίταζαν ο ένας τον άλλο, ήξερα ότι ήταν γραφτό να είναι μαζί». «Είχαν σχέση;» «Όχι, εκείνη του σέρβιρε τον καφέ του και σιδέρωνε τις πετσέτες του, 42


αλλά φρόντισα ώστε η Σταχτοπούτα να πάει στο χορό με το γοητευτικό πρίγκιπα. Από κει και ύστερα, όλα πήραν το δρόμο τους». Πάνω κάτω, δηλαδή. Δε χρειαζόταν να αναφερθεί στη φοβερή πρώην σύζυγο του Σινκλέρ και το γεγονός ότι ανακάλυψε ξαφνικά πως ήταν έγκυος. «Εκείνος πάντως σίγουρα πιστεύει στο ένστικτό μου». «Τότε θα το εμπιστευτώ κι εγώ και θα θέσω τον εξοπλισμό και την τεχνογνωσία μου στη διάθεσή σου». Ο Τζακ άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, που φωτιζόταν από δύο απλίκες που έριχναν τη ρομαντική τους λάμψη πάνω στον τοίχο. Το κρεβάτι φάνηκε ξαφνικά πολύ πιο μικρό στη Βίκι. «Θα είναι στενό και για τους δυο μας», είπε δείχνοντάς το με μια κίνηση του κεφαλιού της. «Τόσο το καλύτερο». Το σαρδόνιο χαμόγελο άστραψε για μια στιγμή στα χείλη του. Ύστερα επέστρεψε η ευγενική έκφραση στο πρόσωπό του. «Θα σε αφήσω να ετοιμαστείς κι εγώ θα πάω να κλειδώσω». «Να κλειδώσεις; Είμαστε σε νησί. Ποιον προσπαθείς να κρατήσεις έξω;» «Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσεις ποιον προσπαθώ να κλειδώσω μέσα». Εξαφανίστηκε πριν η Βίκι προλάβει να σκεφτεί μια πληρωμένη απάντηση. Ή οποιαδήποτε απάντηση. Το σακίδιό της στεκόταν σε μια γωνιά κι εκείνη βιάστηκε να φορέσει τις πιτζάμες της πριν γυρίσει ο Τζακ και την προλάβει να ξεντύνεται. Κράτησε το σουτιέν και το εσώρουχο ως επιπλέον προστασία κάτω από την άσπρη βαμβακερή πιτζάμα. Όχι ότι πίστευε πως εκείνος θα δοκίμαζε κάτι άπρεπο ενώ η ίδια κοιμόταν. Δεν ήταν τέτοιος τύπος. Δεν υπήρχε τίποτα ύπουλο πάνω στον Τζακ Ντράμοντ. Αν σκόπευε να την πολιορκήσει, θα το έκανε ενόσω θα ήταν απολύτως ξύπνια. Για τις δικές της άμυνες ανησυχούσε. Δεν ήθελε ν’ αρχίσει να γλιστρά προς τη δική του μεριά, ελπίζοντας να ακουμπήσει τυχαία εκείνους τους δυνατούς δικεφάλους ή έναν από τους μυώδεις μηρούς του. Καλύτερα να κρατιόταν τυλιγμένη στην πιτζάμα της. Έπλυνε το πρόσωπό της στο μεγάλο μαρμάρινο νιπτήρα. Ο καθρέφτης ήταν παλιός, με μαύρα στίγματα. Όταν η Βίκι είδε την εικόνα της, ξαφνιάστηκε με το πόσο χλομή και κουρασμένη φαινόταν. 43


Απομακρύνθηκε απότομα και επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα -για να βρει τον Τζακ να γδύνεται αδιάφορα, αποκαλύπτοντας το ηλιοκαμένο κορμί του. Η Βίκι κατέβαλε, αρχικά, συνειδητή προσπάθεια να μην τον κοιτάξει. Αλλά, αφού εκείνος ήταν στραμμένος προς την αντίθετη μεριά, σκέφτηκε πως μπορούσε να εξετάσει με ακαδημαϊκό ενδιαφέρον το κορμί του και το πόσο διέφερε από αυτό που είχε διατηρήσει στη φαντασία της. Ήταν καλύτερο. Ο Τζακ δεν ήταν πια ένας αδύνατος ηλιοκαμένος νεαρός, αλλά ένας άντρας στην ακμή του. Με ώμους τόσο δυνατούς που μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρο τον κόσμο. Όταν έβγαλε το τζιν του, η Βίκι ανάσανε απότομα, ξαφνιασμένη από το πόσο άσπρη ήταν η επιδερμίδα του. Προφανώς, αυτό ήταν το μοναδικό σημείο του κορμιού του που δεν το έβλεπε συχνά ο ήλιος. Θα πρέπει να την άκουσε που μπήκε, γιατί γύρισε το κεφάλι του. «Ελπίζω να μην είναι αγένεια που γδύνομαι μπροστά σου. Άλλωστε, δεν υπάρχει κάτι που δεν έχεις ξαναδεί». «Δικό σου είναι το δωμάτιο. Κάνε ό,τι θέλεις». Η Βίκι πήρε το κινητό από την τσάντα της για να απασχοληθεί με τα μηνύματά της κι ύστερα ανέβηκε στο κρεβάτι -με κάποια δυσκολία, γιατί ήταν πολύ ψηλό. Γλίστρησε κάτω απ’ τα σκεπάσματα και χάρηκε που συνάντησε μεταξωτά σεντόνια. Για άλλη μια φορά, μόνο το καλύτερο για τον Τζακ Ντράμοντ. Άνοιξε το κινητό της και κοίταξε τα μηνύματά της. Τίποτα το ενδιαφέρον. Το βλέμμα της ταξίδεψε στη ζωγραφιά πάνω απ’ το κεφάλι της. Η πράσινη ακτογραμμή, μερικοί φοίνικες, η γαλάζια θάλασσα, η άτεχνα ζωγραφισμένη γοργόνα που καθόταν πάνω στο βράχο της. Κανείς δε θα μπορούσε να θεωρήσει καλλιτεχνικό έργο τον πίνακα. Ούτε είχε συντηρηθεί ποτέ. Ακόμη και το αμυδρό φως από την οθόνη του κινητού αποκάλυπτε αρκετά σημεία απ’ όπου είχε ξεκολλήσει ο σοβάς. Η τοιχογραφία είχε μαυρίσει από το χρόνο, τον καπνό απ’ τα κεριά, τις πίπες και ένας Θεός ήξερε τι άλλο έκαιγαν εδώ μέσα οι πρόγονοι του Τζακ. Θα ήταν ενδιαφέρον να δει τι μπορεί να 44


αποκάλυπτε ένα καλό καθάρισμα. «Πώς μέτρησες τις αποστάσεις στο χάρτη για να ξέρεις πού να ψάξεις;» Απέφυγε συστηματικά να κοιτάξει τον Τζακ, που ερχόταν τώρα προς το μέρος της -γυμνός απ’ ό,τι μπορούσε να διακρίνει- για να μπει κάτω απ’ τα σκεπάσματα. «Αρχίσαμε μερικές γιάρδες από την ακτή και συνεχίσαμε να πηγαίνουμε βόρεια με την ίδια γωνία. Δεν ήταν και πολύ επιστημονικό. Με κάθε ειλικρίνεια, αφιέρωσα περίπου δύο χρόνια και δε νομίζω ότι ήμουν ο πρώτος». «Κάποιος από τους προγόνους σου μπορεί να είχε βρει το ναυάγιο και να το λεηλάτησε». Η επιδερμίδα της ανατρίχιασε από την αίσθηση του γυμνού κορμιού του στον ίδιο σκοτεινό, μικρό χώρο με το δικό της. «Να το βρήκε, μπορεί. Να το λεηλάτησε, αποκλείεται. Το υφαλοπρανές είναι πολύ μεγάλο και το ναυάγιο είναι μετά απ’ αυτό. Τα νερά είναι πολύ βαθιά εκεί για να μπορέσει κάποιος να τα εξερευνήσει χωρίς ειδικό εξοπλισμό. Θα ήταν αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο πριν τον εικοστό αιώνα και, αν είχε συμβεί τόσο πρόσφατα, θα το ήξερα». Γύρισε προς το μέρος της, τόσο κοντά της που η Βίκι μπορούσε σχεδόν να νιώσει την καυτή ανάσα του στην επιδερμίδα της. Τα νεύρα της είχαν τεθεί σε συναγερμό από την ανάγκη να... Να πεταχτεί από το κρεβάτι και να τρέξει να σωθεί. Κατάφερε, με μεγάλη προσπάθεια, να διατηρήσει το βλέμμα της προσηλωμένο στο χαμηλό ταβάνι. Αυτό που είδε την έκανε να μισοκλείσει τα μάτια της και να προσπαθήσει να συγκεντρωθεί ακόμη περισσότερο. Στο λιγοστό φως που έριχνε η οθόνη του κινητού της, τα μαυρισμένα κομμάτια του σοβά έκαναν την αδρεναλίνη να κυλήσει πιο γρήγορα στο αίμα της. «Έχεις ένα φακό;» «Φυσικά». Ο Τζακ γύρισε στο πλάι και άπλωσε το χέρι του. «Έχω πάντοτε φακό στο κομοδίνο. Συχνά κόβεται το ρεύμα, ειδικά όταν έχει καταιγίδα». Στράφηκε να της δώσει το φακό και η Βίκι απόλαυσε το θέαμα του ηλιοκαμένου στέρνου του. «Ευχαριστώ». Γλίστρησε απ’ τα 45


σκεπάσματα προσεκτικά, για να μην αποκαλύψει περισσότερο το γυμνό κορμί του, και στάθηκε όρθια πάνω στο στρώμα. Κράτησε το φακό ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι της και άρχισε να περιφέρει τη δέσμη του στο ταβάνι. «Ενδιαφέρον». Ο σφυγμός της επιταχύνθηκε και τέντωσε το χέρι της ψηλότερα, προσπαθώντας συγχρόνως να διατηρήσει την ισορροπιστής στην ασταθή επιφάνεια του στρώματος. Το οποίο έγερνε ήδη από το βάρος του Τζακ. «Τι βλέπεις;» «Ο γύψος έχει μερικές ρωγμές και διακρίνω ένα διαφορετικό χρώμα από κάτω. Νομίζω ότι υπάρχει ένας δεύτερος πίνακας κάτω απ’ αυτόν που βλέπουμε». «Πλάκα κάνεις». Η Βίκι προσπάθησε να διατηρήσει την ισορροπία της, καθώς ο Τζακ ανακάθισε απότομα. «Θα έπρεπε ήδη να ξέρεις ότι δεν είμαι ο τύπος που κάνει πλάκες». Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε μία από τις ρωγμές στην επιφάνεια του πίνακα. Έξυσε ένα σημείο ελαφρά με το νύχι της -αν την έβλεπε κανένας συντηρητής έργων τέχνης θα του σηκωνόταν η τρίχα- και μικρά κομματάκια γύψου ξεκόλλησαν. Ωστόσο, το στρώμα του σοβά από κάτω παρέμεινε άθικτο. Και ήταν σίγουρα χρωματισμένο. «Αναρωτιέμαι μήπως κάποιος από τους πονηρούς προγόνους σου κάλυψε τον αληθινό χάρτη με έναν παραπλανητικό για να κρατήσει μακριά τους άλλους πειρατές». «Αν το έκανε, πέτυχε. Πώς θα δούμε τι υπάρχει από κάτω;» «Φαίνεται σαν κάποιος να πέρασε ένα δεύτερο στρώμα γύψου τον αρχικό πίνακα. Αν είναι έτσι, θα μπορέσουμε να το ξύσουμε. Κοίτα...» Έδειξε τη ρωγμή στο σοβά. «Υπάρχει ένα μπλε κομμάτι κάτω από το πράσινο χρώμα. Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι υπάρχει και δεύτερος πίνακας». Ο Τζακ σηκώθηκε όρθιος, βυθίζοντας ολόκληρο το στρώμα προς τη μεριά του. Η Βίκι προσπάθησε να διατηρήσει την ισορροπία της, αλλά χρειάστηκε να απλώσει το χέρι της και να πιαστεί από το κορμί του. 46


Μόλις ξαναβρήκε την ισορροπία της, τράβηξε απότομα το χέρι της σαν να είχε καεί. «Φυσικά, αν τον ξύσουμε θα καταστρέψουμε τη ζωγραφιά. Η οποία είναι μέρος της ιστορίας της οικογένειάς σου». «Εμείς οι Ντράμοντ έχουμε πολύ μεγάλη ιστορία». «Υπάρχει τρόπος να αποκολλήσουμε την τοιχογραφία χρησιμοποιώντας κόλλα και ύφασμα, και να τη μεταφέρουμε σε άλλη επιφάνεια. Αλλά πρέπει να βρούμε τα υλικά και δεν το έχω ξανακάνει ποτέ, οπότε θα χρειαστεί έρευνα και πειραματισμός...» «Πάω να φέρω μια ξύστρα». Ο Τζακ πήδησε απ’ το κρεβάτι, κάνοντάς τη να χάσει και πάλι την ισορροπία της. Η Βίκι χρειάστηκε να κρατηθεί όρθια απλώνοντας αυτή τη φορά το χέρι της στο ταβάνι. Όταν τα δάχτυλά της άγγιξαν την επιφάνεια, θα μπορούσε να ορκιστεί ότι την άκουσε να ραγίζει ελαφρά, έτοιμη να ξεκολλήσει και να αποκαλύψει τα μυστικά της. Ο Τζακ είχε βγει απ’ το δωμάτιο, οπότε εκείνη εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή για να ανασάνει ανακουφισμένη. Αντί για μια αμήχανη νύχτα κάτω απ’ τα σκεπάσματα, κατά τα φαινόμενα θα περνούσαν μια ενδιαφέρουσα νύχτα ανακαλύψεων. Είτε αυτό, είτε ετοιμαζόταν να καταστρέψει ένα οικογενειακό κειμήλιο. Πήρε τη φωτογραφική μηχανή από την τσάντα της και έβγαλε καμιά πενηνταριά φωτογραφίες, σε περίπτωση που αποδεικνυόταν τεράστιο λάθος η καταστροφή της ζωγραφιάς. Ο Τζακ επέστρεψε ένα λεπτό αργότερα με ένα κουτί εργαλεία και ένα χακί σορτσάκι -δόξα τω Θεώ- να καλύπτει τα επίμαχα σημεία. Έψαξε στο κουτί και βρήκε ένα κατσαβίδι κι ένα μικρό σφυρί. «Θέλουμε κάτι αμβλύ, αλλά που να μην τρυπήσει τον πίνακα. Ίσως αν χτυπήσουμε το σοβά να πέσει από μόνος του, όπως έχει ήδη αρχίσει να κάνει». Η Βίκι ξεκίνησε πρώτη, χτυπώντας ελαφρά δίπλα από μια ήδη υπάρχουσα ρωγμή. Η οποία άνοιξε σε σχήμα ιστού αράχνης, μόλις λίγα χιλιοστά. Όλο αυτό μπορεί να αποδεικνυόταν ένα τεράστιο λάθος. Μπορεί απλώς κάποιος να είχε βάψει μπλε το ταβάνι, πριν αρχίσει να 47


ζωγραφίζει το χάρτη. Συνέχισε, ωστόσο, και ύστερα από δυο λεπτά ένα μικροσκοπικό κομμάτι γύψου στο μέγεθος νυχιού έπεσε πάνω στα σεντόνια. Από κάτω υπήρχε το ίδιο βαθύ μπλε χρώμα που είχε διακρίνει προηγουμένως. «Καλύτερα να σκεπάσεις με κάτι το κρεβάτι, γιατί θα σκονιστούν τα σεντόνια σου», παρατήρησε η Βίκι χαμογελώντας. «Μη σε νοιάζει αυτό». Ο Τζακ πήρε το μικρό σφυρί κι άρχισε να χτυπά. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι κοιμόμουν τόσα χρόνια κάτω απ’ αυτό το πράγμα και δε σκέφτηκα ποτέ να κοιτάξω κάτω από το σοβά». «Τότε είναι θαύμα που γύρισα στη ζωή σου, συμφωνείς;» «Είναι πράγματι». *** Το χέρι του Τζακ πονούσε, καθώς το κρατούσε τεντωμένο τόση ώρα και χτυπούσε το σοβά. Δεν μπορούσαν να ρισκάρουν να το κάνουν πιο επιθετικά, από φόβο μήπως καταστρέψουν τον κρυμμένο πίνακα, οπότε η δουλειά προχωρούσε αργά. Λίγο μετά τις τρεις το πρωί, είχαν αποκαλύψει αρκετό κομμάτι για να επιβεβαιώσουν ότι υπήρχε πράγματι ένας άλλος χάρτης κάτω από τον πρώτο, με πολύ πιο έντονα χρώματα. Αυτός ο χάρτης έδειχνε μόνο τις ακτές του νησιού, ένα λεπτομερές περίγραμμα με ακρωτήρια, κολπίσκους και βραχώδεις περιοχές. Το υπόλοιπο, μέχρι στιγμής, δεν ήταν παρά βαθιά γαλάζια θάλασσα. Ούτε ίχνος από σημάδι που να δείχνει το σημείο του ναυαγίου ούτε κάποιας βολικής γοργόνας. «Τι πιστεύεις γι’ αυτές τις άσπρες γραμμές;» ρώτησε ο Τζακ. Η γαλάζια επιφάνεια του ωκεανού ήταν χαραγμένη με αχνά άσπρα σημάδια, που έδιναν την εντύπωση κυμάτων. «Μπορεί να έχει σχέση με το σημείο που είναι κρυμμένος ο θησαυρός. 48


Μπορεί και όχι». Η Βίκι χτυπούσε ακούραστα το γύψο που έπεφτε σαν βροχή πάνω στο κρεβάτι του και μερικές φορές πάνω στα μαλλιά του. «Θα ξέρουμε περισσότερα μόλις δούμε ολόκληρο τον πίνακα». «Τι λες για ένα διάλειμμα;» Τα πόδια του Τζακ πονούσαν από την ορθοστασία. Μπροστά του το κατάστρωμα του καραβιού έμοιαζε πέτρινο. Αλλά το θέαμα του λεπτού κορμιού της Βίκι, μόλις λίγα εκατοστά μακριά του, του έδινε δύναμη να συνεχίσει. «Με τίποτα. Πρέπει να ξεκινήσουμε τις έρευνες αύριο. Υπάρχει αμοιβή για το κύπελλο, το ξέχασες;» «Και πώς είναι δυνατόν να ξέρει κάποιος πού είναι το κύπελλο, όταν δεν ξέρουν καν ότι βρίσκεται στη θάλασσα;» «Θα το καταλάβουν», επέμεινε η Βίκι, συνεχίζοντας τη δουλειά της. «Πίστεψέ με, δε θα είναι δύσκολο. Κάτι μου λέει ότι έχουν γραφτεί αρκετά βιβλία για τους προγόνους σου και το θησαυρό τους». Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Μπορεί. Αλλά και πάλι, η αμοιβή δεν είναι αρκετή για να προσελκύσει τους μεγάλους κυνηγούς». «Ο θησαυρός όμως είναι. Και μόλις κάποιοι αρχίσουν να ψάχνουν, θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Πώς θα ένιωθες αν ένας ερασιτέχνης ανιχνευτής μετάλλων τον βρει;» «Μάλλον θα βάλω τα κλάματα». Της έριξε μια κλεφτή ματιά, που ανταμείφθηκε όταν η Βίκι γύρισε προς το μέρος του. «Τουλάχιστον, θα είσαι εδώ για να σκουπίσεις τα δάκρυά μου», πρόσθεσε ο Τζακ. «Μην είσαι σίγουρος. Θα είμαι εκεί έξω και θα γιορτάζω παρέα με το νικητή». Τα δόντια της άστραψαν από ένα ξαφνικό χαμόγελο που έκανε την ανάσα να πιαστεί στο στήθος του. Πώς ήταν δυνατόν να είναι ακόμη πιο όμορφη; Τα χρόνια που πέρασαν είχαν μετατρέψει την κοριτσίστικη φρεσκάδα σε μια εξαιρετική ωραιότητα -ψηλά ζυγωματικά και πεισματικό πιγούνι. Τα μάτια της είχαν κάτι που ο Τζακ δε θυμόταν να υπήρχε, κάτι άγριο και προκλητικό που πρόσδιδε βάθος στην περήφανη ομορφιά της. «Θα με παρατούσες, λοιπόν, για να πας με το νικητή;» «Δε θα έκανες το ίδιο;» 49


«Πολύ πιθανό». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Τα χέρια του, κουρασμένα από το τέντωμα, είχαν πέσει στα πλευρά του. «Δεν είναι εύκολο να μιλάω με κάποια που με ξέρει τόσο καλά». «Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια, ε; Φαντάζομαι ότι δεν άλλαξες πολύ». «Νομίζω ότι δεν έχω αλλάξει καθόλου». Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να μη γίνει προβλέψιμος και ανιαρός σαν τους παλιούς του φίλους με τις μεγάλες επαύλεις και τα θηριώδη τζιπ. «Και αν δεν έχεις αλλάξεις ούτε εσύ, τότε παραμένουμε μια φοβερή ομάδα». «ΓΤ αυτό και δεν πρόκειται να παρατήσουμε την προσπάθεια». Τα χέρια της ήταν τεντωμένα και σφυροκοπούσαν το σοβά. Τα μάτια του Τζακ έκαιγαν από τη σκόνη, αλλά δε σκόπευε να τα παρατήσει πρώτος. Η Βίκι δε θα τον σεβόταν και, για κάποιο λόγο που δεν ήθελε να αναλύσει, ο σεβασμός της ήταν σημαντικός για κείνον. Καταπίνοντας ένα βογκητό, συνέχισε να ξεφλουδίζει την οικογενειακή ιστορία, τη στιγμή που θα προτιμούσε να βγάζει τη σκονισμένη πιτζάμα της Βίκι και να γεύεται το απαλό κορμί που κρυβόταν από κάτω. Θα υπήρχε χρόνος γι’ αστό αργότερα. «Νομίζω ότι είναι κάποιου είδους κώδικας». Η Βίκι είπε τα λόγια τόσο σιγανά που ο Τζακ σχεδόν δεν την άκουσε. Εκείνη είχε σταματήσει να ξεφλουδίζει το γύψο και κοιτούσε προσεκτικά τη ζωγραφιά. «Τα άσπρα σημάδια. Μου μοιάζουν με λατινικούς αριθμούς». Ο Τζακ κοίταξε το μοτίβο που χόρευε μπροστά στα κουρασμένα μάτια του. «Γιαιί κάποιος να κρύψει αριθμούς σ’ ένα χάρτη;» «Δεν ξέρω». Η Βίκι ακούμπησε το μακρύ, λεπτό δάχτυλό της στη ζωγραφιά και σκούπισε τη σκόνη που είχε μείνει πάνω της. Η κίνηση έκανε την πιτζάμα της να κολλήσει πάνω στα στητά στήθη της κι ο Τζακ υποχρεώθηκε ξαφνικά ν ’ αρπαχτεί από την κολόνα του κρεβατιού για να διατηρήσει την ισορροπία του. 50


«Μην πέσεις και χτυπήσεις τώρα!» Τα ελαφρώς ανασηκωμένα φρύδια της τον έκαναν να χαμογελάσει. Ύστερα προσπάθησε να επικεντρωθεί ξανά στη ζωγραφιά. Μπορούσε να διακρίνει οριζόντιες και κάθετες γραμμές που όταν τις κοιτούσε με περισσότερη φαντασία έμοιαζαν πράγματι με αριθμούς. «Καταλαβαίνω τι εννοείς», είπε ο Τζακ. Ακούμπησε την παλάμη του στο ταβάνι, εν μέρει για να σταθεροποιηθεί και εν μέρει για να εστιάσουν τα κουρασμένα του μάτια σ’ αυτό που προσπαθούσε να διαβάσει. Διέκρινε ένα VIII. «Αυτό μοιάζει με οκτώ». «Κοίτα! Αυτό είναι ένα X, αλλά είναι χωρισμένο σε δύο V για να μην είναι τόσο εμφανές». «Λες το X να μαρκάρει το σημείο του ναυαγίου;» «Δε νομίζω, θα ήταν πολύ εύκολο. Και κοίτα, υπάρχουν πολλά». «Τέλεια. Πάντα μου άρεσε να ψάχνω για βελόνες στ’ άχυρα». «Κι εγώ το ίδιο». Το βλέμμα της ήταν κολλημένο στη ζωγραφιά. «Υπάρχει ένα μοτίβο στους αριθμούς. Πότε εφευρέθηκαν οι συντεταγμένες;» Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Εμείς οι Ντράμοντ είμαστε πιο καλοί στο να κλέβουμε την ιστορία παρά να τη μαθαίνουμε». «Δε με ξεγελάς». Το φωτεινό της βλέμμα τον προκάλεσε. Όλο της το πρόσωπο έλαμπε από τον ίδιο ενθουσιασμό που ο Τζακ ένιωθε να πλημμυρίζει και τον ίδιο. «Είσαι επαγγελματίας κυνηγός θησαυρών. Είμαι σίγουρη ότι ξέρεις περισσότερα για την ιστορία των ναυαγίων παρά για ό,τι συμβαίνει σήμερα στον κόσμο». «Υπάρχει ακόμη κόσμος;» Ήταν πολύ διασκεδαστικό να τη βασανίζει και να βλέπει την ανυπομονησία και την απογοήτευση να αστράφτουν στα μάτια της. «Προσπαθώ να αποφύγω τις επαφές μαζί του». «Φαντάζομαι ότι δεν είναι και πολύ δύσκολο αυτό, όταν έχεις δικό σου νησί». Του έριξε μια ματιά. «Σοβαρά τώρα, μπορεί αστές να είναι συντεταγμένες;» Ο Τζακ κοίταξε προσεκτικά τις αχνές γραμμές των αριθμών. Έμοιαζαν πράγματι με λατινικούς αριθμούς, που απ’ όσο ήξερε δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ποτέ για την καταγραφή των συντεταγμένων. «Χρησιμοποιούσαν συντεταγμένες στο δέκατο όγδοο αιώνα, αυτό 51


είναι σίγουρο. Έβρισκαν τη θέση τους χρησιμοποιώντας έναν εξάντα, με τον οποίο μετρούσαν τη γωνία του ήλιου στον ορίζοντα, κι έτσι μπορούσαν να κατατοπιστούν σε σχέση με τον Ισημερινό. Κι ένα χρονόμετρο, το οποίο μετρούσε ώρα Γκρίνουιτς, κι έτσι μπορούσαν να εντοπίσουν σε ποια χρονική ζώνη βρίσκονταν, υπολογίζοντας πόσο απείχε το δικό τους μεσημέρι από τις δώδεκα ώρα Γκρίνουιτς». Άφησε έναν αναστεναγμό. «Το γεωγραφικό πλάτος του νησιού είναι περίπου είκοσι έξι μοίρες -είμαστε είκοσι οκτώ μοίρες βόρεια από τον Ισημερινό- και το γεωγραφικό μήκος περίπου ογδόντα μοίρες δυτικά του Λονδίνου». Έριξε μια ματιά στα ζωγραφισμένα σημάδια που χόρευαν μπροστά στα κουρασμένα μάτια του. Ύστερα ο αριθμός είκοσι -XX- ξεπήδησε μπροστά του. Κι ύστερα το οκτώ, VIII. Και το IX -εννιά- κι ύστερα το XIV -δεκατέσσερα. «Μπορεί να ανακάλυψες κάτι, Βίκι». «Ναι! Τώρα το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα καταγράψουμε και αναζητήσουμε το θησαυρό». Η λάμψη στα μάτια της έκανε το στομάχι του να σφιχτεί περίεργα. Τον έκανε μάλιστα να κρατήσει το στόμα του κλειστό και να μην της πει ότι δεν ήταν και τόσο απλό να βρουν το θησαυρό. Για κάποιο λόγο δεν ήθελε να απογοητεύσει τη Βίκι. Ήθελε να την κάνει ευτυχισμένη. Και αυτό ήταν πολύ ενοχλητικό.

52


4

Η ΒΙΚΙ ΚΑΘΟΤΑΝ στην πρύμνη του σκάφους, εξετάζοντας το μπλοκ με τις σημειώσεις της. Πάνω τους, χιλιάδες άσπρα σύννεφα ταξίδευαν στον απέραντο ουρανό, αλλά ούτε ένα δεν πρόσφερε λίγη σκιά. Η έλλειψη ύπνου και ένας στρατός από ακατανόητα νούμερα που στριφογύριζαν στο κεφάλι της την είχαν τρελάνει. Και είχε να αντιμετωπίσει τον Τζακ. Της φερόταν τόσο καλά, τόσο εξυπηρετικά! Την αποσυντόνιζε και την προβλημάτιζε. Αυτός δεν ήταν ο Τζακ που ήξερε και που αγαπούσε να μισεί. Η Βίκι άρχιζε να πιστεύει ότι μπορεί εκείνος να σχεδίαζε κάτι πιο περίπλοκο από το να την ξελογιάσει και να την παρατήσει ξανά. «Ακόμη δεν καταλαβαίνω τι κάνουμε εδώ», της φώναξε από το πηδάλιο που τους πήγαινε... κάπου. «Αφού δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνουν οι αριθμοί». «Ελπίζω ότι εδώ θα αποκτήσουμε καλύτερη οπτική του χάρτη». Η ιδέα ήταν δική της, παρά τη ναυτία. Είχε δίπλα της ένα θερμός με τσάι για το στομάχι της και μέχρι στιγμής όλα ήταν καλά. «Η λύση είναι μπροστά στα μάτια μας. Έχουμε όλα τα κομμάτια, απλώς πρέπει να τα συναρμολογήσουμε». Εύκολο να το λες, αλλά δύσκολο να το κάνεις, ειδικά με τον Τζακ λίγα μέτρα μακριά να της αποσπά την προσοχή. Μάλλον έπρεπε να κάνει έρωτα μαζί του για να ξεμπερδεύει. Αυτός μπορεί να ήταν ο μόνος τρόπος για να καταλαγιάσει την ερωτική ένταση που παλλόταν ανάμεσά τους σαν τα τύμπανα της ζούγκλας. Εκείνος της έριχνε συνεχώς λοξές ματιές, κάτω από την μπούκλα των μαλλιών που έπεφτε μονίμως μπροστά στα μάτια του. Η Βίκι είπε στον εαυτό της ότι τον ήξερε από παλιά και ο άνθρωπος δεν έκρυβε καμία 53


έκπληξη... Αλλά οι αναμνήσεις με τον Τζακ στο κρεβάτι δυστυχώς είχαν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Ήταν ακόμη εξίσου τρυφερός και παθιασμένος εραστής όπως τον θυμόταν; Ή μήπως ο χρόνος τον είχε σκληράνει και τον είχε κάνει πιο ανυπόμονο ή πιο επιφυλακτικό; Η Βίκι ρίγησε παρά τη ζέστη κι έστρεψε πάλι την προσοχή της στα χαρτιά που κρατούσε. Εκτυπώσεις της τοιχογραφίας με την κυματιστή ακτογραμμή και τους διάσπαρτους λατινικούς αριθμούς. Είχαν μεταφράσει τους λατινικούς σε αραβικούς αριθμούς και ο Τζακ είχε επισημάνει ότι δεν αντιπροσώπευαν κάποιες συντεταγμένες. Τουλάχιστον, όχι με κάποιο γνωστό σύστημα. Μάλλον θα έπρεπε να είχαν πέσει για ύπνο σ’ εκείνο το σημείο. Αλλά το κρεβάτι ήταν καλυμμένο με σοβάδες και σκόνη κι η Βίκι δεν ήθελε να αρχίσει μια συζήτηση για το πού αλλού θα μπορούσαν να κοιμηθούν. Είχε δεχτεί τον όρο να μοιραστεί το κρεβάτι του και, με την τύχη που είχε, θα κατέληγαν σε κανένα μονό κρεβάτι με το στέρνο του για μαξιλάρι. «Κουρασμένη;» Μάλλον ο Τζακ την είχε δει να χασμουριέται. «Καθόλου». Του χαμογέλασε πλατιά. Άσ’ τον να νομίζει ότι είμαι ένας δαίμονας που δε χρειάζεται ύπνο. «Τίποτα καλύτερο από λίγη λιακάδα και το θαλασσινό αέρα για να ξαναγεμίσω τις μπαταρίες μου». «Δε θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο». Η βραχνή φωνή του έκρυβε μια υποψία γέλιου. Η Βίκι αντιστάθηκε στην επιθυμία να γυρίσει προς το μέρος του, γιατί δεν ήθελε να αντικρίσει το θέαμα του ηλιοκαμένου του κορμιού. «Πού είναι λοιπόν το ναυάγιο;» «Κάπου εκεί έξω». Ο ωκεανός ήταν τεράστιος. Μπορεί το ναυάγιο να είχε διαλυθεί ή να το είχαν απομακρύνει οι τυφώνες και οι καταιγίδες. Ή να το είχε βρει κάποιος από τους προγόνους του Τζακ. «Κι αν είναι κάποιος κώδικας;» Η φωνή του την έβγαλε από την τελευταία δυσάρεστη σκέψη. «Φυσικά και είναι κώδικας, τι άλλο να είναι;» 54


Η αδρεναλίνη πλημμύρισε το αίμα της. Γιατί δεν το είχε σκεφτεί εκείνη; Ήταν τόσο κολλημένη στην ιδέα των συντεταγμένων που δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι οι αριθμοί μπορεί να είχαν κάποια άλλη σημασία. Κοίταξε τις σελίδες με ανανεωμένο ενδιαφέρον, ενώ προσπαθούσε να κρύψει τον ξαφνικό της ενθουσιασμό από τον Τζακ. Εάν οι αριθμοί ήταν γράμματα, θα υπήρχαν κάποια που εμφανίζονταν πιο συχνά. Το Α, για παράδειγμα. Η Βίκι κοίταξε τις σελίδες και αναστέναξε. Οι λατινικοί αριθμοί ήταν ήδη περίπλοκοι από μόνοι τους. «Τον έσπασες ή όχι ακόμη;» Η πειρακτική φωνή του Τζακ έκανε το κεφάλι της να γυρίσει προς τη μεριά του. «Σχεδόν». Τέλεια. Άλλη μια επίδειξη των δυνατών του μπράτσων, καθώς πατούσε κάποια κουμπιά στο πιλοτήριο. «Ίσως πρέπει να ρίξουμε ένα δίχτυ και να δούμε αν μπορούμε να πιάσουμε το ναυάγιο». Ο Τζακ έβαλε τα γέλια. «Μήπως πεινάς;» Το στομάχι της γουργούρισε, αλλά δεν ήταν ούτε οκτώ η ώρα. Πήρε το τσάι της και ήπιε μια γενναία γουλιά, εξετάζοντας ξανά τις σελίδες με τους αριθμούς. Φυσικά δεν ήταν καν σίγουρη ότι ήταν οι σωστοί αριθμοί. Είχαν προσπαθήσει να βρουν κενά ανάμεσα στις ατέλειωτες σειρές από X και I και V και μπορεί να είχαν κάνει λάθη. Υπήρχαν πολλά IX ωστόσο. Και ΓΠ. Η Βίκι κοίταξε τη σελίδα. Εάν αυτά αντιστοιχούσαν σε α ή ο ή ε... Η λικνιστική κίνηση του σκάφους δεν τη βοηθούσε να συγκεντρωθεί. «Μάλλον πρέπει να γυρίσουμε», πρότεινε. Χρειαζόταν στέρεα γη κάτω απ’ τα πόδια της για να σκεφτεί καθαρά. «Νόμιζα ότι θα χρησιμοποιούσες τη γυναικεία σου διαίσθηση για να εντοπίσεις το ναυάγιο». «Έχει εξαντληθεί. Και θέλω ένα σάντουιτς. Ας πάμε στην πόλη». «Η επιθυμία σου είναι διαταγή». Η μηχανή βρυχήθηκε καθώς το σκάφος έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς την ακτή με εντυπωσιακή ταχύτητα. Η Βίκι άρπαξε τα χαρτιά της για να τα προστατεύσει και κοίταξε για λίγο τα στιβαρά μπράτσα του Τζακ. «Μ’ αρέσει αυτό στα σκάφη». 55


«Ποιο πράγμα;» Εκείνος μισόκλεισε τα μάτια του κόντρα στον ήλιο, μ’ ένα μικρό χαμόγελο χαραγμένο στο στόμα του. «Που μπορείς απλά να πεις πάμε στην πόλη ή στις Μπαχάμες ή στη Μαδαγασκάρη, και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να φουλάρεις τις μηχανές. Ούτε δρόμοι, ούτε κανόνες, ούτε φανάρια». «Αρχίζεις να καταλαβαίνεις τη γοητεία της θάλασσας». Την κοίταξε τόσο έντονα που η Βίκι φοβήθηκε ότι το βλέμμα του θα άνοιγε τρύπα στα σωθικά της. «Ούτε όριο ταχύτητας». Το σκάφος ανέπτυξε ταχύτητα και ξαφνικά έμοιαζε σαν να πετούσαν πάνω στην επιφάνεια του νερού, αναπηδώντας δυνατά. Η Βίκι αρπάχτηκε από τη μεταλλική κουπαστή και κρατήθηκε γερά, ενώ ένιωσε τα μαλλιά της να λύνονται και να ανεμίζουν πίσω της. Ήθελε να ουρλιάξει, εν μέρει από τρόμο, εν μέρει από ευχαρίστηση, καθώς το μυαλό της άδειαζε από τις σκέψεις και η αδρεναλίνη πλημμύριζε το κορμί της. Μέχρι να φτάσουν στην ακτή, είχε ιδρώσει μόνο και μόνο μένοντας ακίνητη -ή προσπαθώντας να παραμείνει. Ούτε μπορούσε να σβήσει το χαζό χαμόγελο από το πρόσωπό της. «Είσαι τρελός». «Πάντα ήμουν και πάντα θα είμαι». Πήραν πρωινό σ’ ένα υπαίθριο καφέ με υπέροχη θέα στον ωκεανό. Η Βίκι ήταν χωμένη στα χαρτιά της, κρατώντας σημειώσεις και δοκιμάζοντας διάφορες δυνατότητες. «Μπορώ να ακούσω το μυαλό σου να δουλεύει από δω που κάθομαι». Ο Τζακ καθόταν χαλαρά στην καρέκλα του πίνοντας παγωμένο τσάι. «Δε σ’ αφήνει να κοιμηθείς το τικ τακ;» Δεν ανασήκωσε το βλέμμα της. Κάτι στο μοτίβο των V την έκανε να πιστεύει ότι κόντευε να βρει κάτι. «Είναι περισσότερο σαν μονότονος ήχος, κάτι σαν λέιζερ». Εκείνη τον κοίταξε κατάματα. «Πρόσεχε μη σε χτυπήσω». «Μπορεί να μ’ αρέσει». Τα μάτια του άστραψαν παιχνιδιάρικα. Τη φλέρταρε -και το χειρότερο ήταν ότι της άρεσε. Πού είχε πάει όλο το μίσος και η πικρία που ήλπιζε 56


ότι θα αισθανόταν; Μην τον ερωτευτείς ξανά. Θα σε βαρεθεί και θα σε παρατήσει. Το μυαλό της ήξερε την αλήθεια, αλλά το κορμί της παλλόταν από ευχάριστη ένταση. Το σαρκώδες, αλαζονικό στόμα του ήταν τόσο ενοχλητικά αξιολάτρευτο. Κι αυτή η σπίθα αυτοπεποίθησης στα μάτια του υποσχόταν ηδονές που είχε να νιώσει από... Από την τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί με τον Τζακ. Ο ήλιος και η έλλειψη ύπνου την έκαναν ευάλωτη. «Χρειάζομαι ύπνο και εννοώ ύπνο! Διαφορετικά, δε θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω τον κώδικα». «Η Παλόμα θα έχει καθαρίσει το κρεβάτι». Το χαμόγελό του έστειλε προειδοποιητικά ρίγη σε όλο της το σώμα. «Έχεις οικονόμο;» Ήταν δύσκολο να φαντάζεται τον ανέμελο Τζακ με προσωπικό. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Μερικές φορές είμαι στη θάλασσα για μια ολόκληρη βδομάδα, μπορεί και περισσότερο. Οι σαύρες θα καταλάμβαναν το σπίτι εάν κάποιος δεν πήγαινε να αναχαιτίσει τη δύναμη της φύσης». «Φαντάζομαι αυτά είναι τα προβλήματα που έχει κανείς όταν ζει σε κάποιον ιστορικό πύργο». «Που χτίστηκε από πειρατές χωρίς καμιά εμπειρία στις κατασκευές». Τεντώθηκε, χαρίζοντάς της άλλη μία ενοχλητική επίδειξη των δυνατών μυών του. «Είναι ν’ απορεί κανείς που δεν έχει πέσει ακόμη». «Υποθέτω ότι, αν μπορεί κανείς να βρει τρόπο να κρατήσει ένα ξύλινο πλεούμενο στο νερό επί τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες το χρόνο, το να βάλει μερικές πέτρες για να χτίσει ένα σπίτι δε θα είναι και τόσο δύσκολο. Αναρωτιέμαι αν έθαψαν και κάποιο θησαυρό στα θεμέλια, όταν το έχτιζαν». Ο Τζακ ανασήκωσε το φρύδι του. «Μήπως ν’ αρχίσουμε να βγάζουμε τα παράθυρα;» «Ας βρούμε το ναυάγιο πρώτα». Η Βίκι πέρασε την τσάντα στον ώμο της. «Αφού κοιμηθούμε λίγο, φυσικά». 57


*** Προς έκπληξή της, ο Τζακ την άφησε πράγματι να κοιμηθεί μόνη, στη δροσερή άνεση των φρεσκοσιδερωμένων σεντονιών. Η σιωπηλή και αθέατη οικονόμος του είχε καθαρίσει κάθε ίχνος σοβά και είχε αφήσει το δωμάτιο πεντακάθαρο και μυρωδάτο. Όταν η Βίκι ξύπνησε, κάποια στιγμή αργά το απόγευμα, ο αρχικός πίνακας άστραφτε πάνω απ’ το κεφάλι της σαν καλοκαιρινός ουρανός, με τα χρώματά του έντονα, άθικτα από το φως και το χρόνο. Γιατί τον είχαν καλύψει; Πρέπει να ήθελαν να κρύψουν τις πληροφορίες που υπήρχαν στο χάρτη. Μπορεί να τον είχαν φτιάξει από μνήμης και να ήθελαν να τον κρύψουν από πλεονέκτες συγγενείς ή υπηρέτες μέχρι να βρουν το χρόνο και τα μέσα για να ανακαλύψουν το ναυάγιο. Μπορούσε άνετα να φανταστεί ότι οι Ντράμοντ δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλο. Και, μιλώντας για τους Ντράμοντ, πού ήταν ο Τζακ; Τέντωσε τ’ αυτιά της μήπως ακούσει κάτι. Απ’ όσο ήξερε, δεν την είχε πλησιάσει όσο κοιμόταν. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και περπάτησε στα δροσερά πλακάκια μέχρι το διάδρομο. «Τζακ;» Τίποτα. Θα έπρεπε πραγματικά να απολαύσει τη μοναξιά της όσο διαρκούσε. Γιατί προσπαθούσε να τον βρει, για να γυρίσει και να τη βασανίσει; Η Βίκι γύρισε στο κρεβάτι μαζί με το κινητό της. Δεκαπέντε αναπάντητες, όλες από τον ίδιο αριθμό. Γιατί αυτός ο ηλίθιος δεν καταλάβαινε; Δεν είχε βγει ποτέ μαζί του πραγματικό ραντεβού. Ο Λίο Πάρκερ την είχε στριμώξει στα εγκαίνια μιας έκθεσης και την είχε καταφέρει να πάνε για δείπνο στο Νόμπου. Το δείπνο ήταν υπέροχο, αλλά η παρέα του όχι. Όταν την είχε πλευρίσει σε μια δημοπρασία, προσκαλώντας τη ξανά να φάνε μαζί, η Βίκι ένιωθε πολύ πεινασμένη για να αρνηθεί. Δεν ήταν δύσκολο να κουβεντιάζει μαζί του. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να κουνά καταφατικά το κεφάλι 58


της ενώ ο Λίο μιλούσε για τον εαυτό του. Το δύσκολο ήταν να του ξεφύγει στο τέλος της βραδιάς. Μήπως ο Λίο νόμιζε ότι απλώς το έπαιζε δύσκολη; Πραγματικά, δεν έπρεπε να είχε δεχτεί την πρόσκλησή του για τους αγώνες τένις. Δεν της άρεσε καν το τένις. Αλλά, με τόση έλλειψη χρημάτων και την προσπάθεια να διατηρήσει τα προσχήματα, είχε σκεφτεί ότι τουλάχιστον θα είχε κάτι να λέει στα εγκαίνια εκθέσεων που πήγαινε κάθε βράδυ για να τρώει τα δωρεάν καναπεδάκια και να συγχρωτίζεται με τους πλούσιους φιλότεχνους που ήλπιζε ότι θα αποτελέσουν τη μελλοντική της πελατεία. Αλλά ο Λίο είχε μεταμορφωθεί σε χταπόδι πίσω από το γήπεδο. Χείλη σαν ωμό ψάρι και σιδερένια μπράτσα. Η Βίκι είχε καταφέρει να τον απομακρύνει με μια κρίση ξαφνικού βήχα και απειλές για επικείμενο άσχημο κρύωμα, αλλά από τότε της τηλεφωνούσε τουλάχιστον μία φορά τη μέρα. Μένοντας στο σπίτι του Σινκλέρ, στο Λονγκ Άιλαντ, τον είχε κρατήσει σε απόσταση και υπέθετε ότι τώρα που ήταν στη Φλόριντα εκείνος θα έχανε τα ίχνη της για τα καλά. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα είχαν πιάσει το νόημα. Το ότι ο Λίο δεν υποχωρούσε ήταν ανησυχητικό. Απρόθυμα, άκουσε το μήνυμά του. «Ίζι, μωρό, καιρό έχω να σε δω. Τι θα έλεγες να πάμε στην καινούρια παράσταση του Σάουθ Πασίφικ και μετά να φάμε κάπου;» Γκρρ! Αν ήταν τουλάχιστον όμορφος ή γοητευτικός ή έστω ένα από τα δύο... Και δεν της άρεσαν καν τα μιούζικαλ. Τον παραπλάνησες. Μπορούσε ν’ ακούσει τις επικριτικές φωνές των φίλων της στο μυαλό της, παρά το γεγονός ότι δεν τους είχε μιλήσει καθόλου για τον Λίο. Μπορεί επειδή ντρεπόταν που είχε πέσει τόσο χαμηλά για ένα δωρεάν δείπνο. Και τώρα ήταν εκεί και παραπλανούσε τον Τζακ Ντράμοντ, προκειμένου να κερδίσει μια αμοιβή που κάποτε θα ήταν χαρτζιλίκι για κείνη. Η Βίκι άφησε έναν αναστεναγμό και έσβησε τα υπόλοιπα μηνύματα. Τίποτα σημαντικό. Η ζωή συνεχιζόταν στη Νέα Υόρκη όπως συνήθως. Οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί έχαναν και τα λίγα που είχαν. Ανυπομονούσε να ξαναβρεθεί στην πρώτη ομάδα. Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που την είχε φέρει στο νησί του Τζακ. 59


Μα πού ήταν ο Τζακ; Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα για να τον αναζητήσει. Το ηλιοβασίλεμα έβαφε πορφυρά τα παράθυρα της κουζίνας και χρύσωνε τους μαρμάρινους πάγκους και τις μοντέρνες συσκευές. Τα φώτα είχαν ανάψει στους διαδρόμους -διακριτικές απλίκες στους πέτρινους τοίχους- ως διά μαγείας. «Έι, Τζακ, πού στην ευχή είσαι;» Καμία απάντηση. Η Βίκι μπήκε στο σαλόνι, όπου οι μπαλκονόπορτες προς τη βεράντα ήταν ανοιχτές, χωρίς τις σήτες. Κι ύστερα, ο Τζακ παραπονιόταν για τις σαύρες. Στη βεράντα, την υποδέχτηκε ο αλμυρός αέρας της θάλασσας και η αύρα που της ανακάτεψε τα μαλλιά. Αλλά δεν υπήρχε ούτε ίχνος από τον οικοδεσπότη της. Ξυπόλυτη, η Βίκι διέσχισε την αυλή με το γκαζόν και κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην προβλήτα κάτω απ’ το σπίτι. Το σκάφος έλειπε. Ο Τζακ την είχε εγκαταλείψει μόνη στο νησί, στη μέση του πουθενά. Ξαφνικά, το απόκοσμο, χρυσό ηλιοβασίλεμα που απλωνόταν πάνω απ’ τον απέραντο ωκεανό την τρόμαξε. Η Βίκι κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της. Μα τι περίμενε; Το φάντασμα κάποιου πειρατή με ξύλινο πόδι; Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να ηρεμήσει. Ο Τζακ θα βρισκόταν στην αγκαλιά κάποιας καλλίγραμμης μπαργούμαν, όπως όλοι οι θαλασσοδαρμένοι πρόγονοί του. Τι την ένοιαζε εκείνη; Εκείνη ήθελε μόνο την τεχνογνωσία του, οπότε όσο πιο γρήγορα έφευγε από κει τόσο το καλύτερο. Γύρισε στο κρεβάτι και άρχισε να μελετάει ξανά το χάρτη, με το στομάχι της να γουργουρίζει. Υπήρχαν πολλοί αριθμοί, αλλά κανείς ιδιαίτερα μεγάλος. Μάλιστα, δεν υπήρχε αριθμός μεγαλύτερος του είκοσι πέντε. Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό της. Αν κάθε αριθμός αντιστοιχούσε στη θέση του γράμματος στο αλφάβητο; Αν το Ένα ήταν το Άλφα, το Τρία ήταν το Γ άμα και ούτω καθεξής... 60


Πυρετωδώς, άρπαξε μια καθαρή κόλλα χαρτί κι άρχισε να ανεβοκατεβαίνει το αλφάβητο, μετατρέποντας τους αριθμούς σε γράμματα. Αργά και βασανιστικά, ένα μήνυμα από το παρελθόν σχηματίστηκε στο χαρτί μπροστά της. Ξεκίνα την αυγή και κωπηλάτησε βόρεια από τη Σπηλιά των Νεκρών προς την ινδοσυκιά. Πήγαινε ανατολικά-νοτιοανατολικά και κωπηλάτησε τρεις εικοσάδες. Γύρνα την πρύμνη προς τον ορίζοντα και κωπηλάτησε πέντε εικοσάδες προς τον ήλιο, από εκεί που οι βορινές ξέρες του νησιού συναντάνε το Ράστερ 'ς Ντοκ. Κράτα τη ρότα κοντά στις ξέρες και κωπηλάτησε εφτά εικοσάδες ανατολικά-νοτιοανατολικά. Κράτα όρθιο το κουπί στην ώρα του μεσημεριού και θα σου δείξει αυτό που ψάχνεις σαράντα οργιές κάτω. *** Όταν τελείωσε, η Βίκι κοίταξε το χαρτί και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό-Ένιωσε να πετάει -για ένα δευτερόλεπτο. Ύστερα συνειδητοποίησε πόσο αόριστες ήταν στην ουσία οι οδηγίες. Εξαρτώνταν από τη θέση του ήλιου και τη γωνία του σκάφους προς την ακτή, που μπορεί να μην είχαν καν τα ίδια αποτελέσματα μετά από τριακόσια χρόνια γεωλογικών αλλαγών. Από την άλλη όμως... Πώς μπορούσε ο Τζακ να την εγκαταλείψει έτσι; Κατέβηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε στην κουζίνα, όπου κατάφερε να φτιάξει ένα σάντουιτς με γαλοπούλα, για να μη γυρίσει εκείνος και τη βρει πεθαμένη απ’ την πείνα. *** Κόντευε πια να ξημερώσει, όταν η Βίκι άκουσε τη μηχανή του σκάφους από μακριά. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να προσποιηθεί ότι 61


κοιμόταν και δεν είχε προσέξει πως ο Τζακ έλειπε, αλλά μετά σκέφτηκε ότι δεν άξιζε τον κόπο να παίζει θέατρο. Αντίθετα, βγήκε στην προβλήτα και τον περίμενε εκεί, με τα χέρια στη μέση, σαν παραμελημένη σύζυγος. Ο Τζακ την κοίταξε από το κατάστρωμα. «Είναι ωραίο να σε περιμένει μια όμορφη γυναίκα στην ακτή». «Χαίρομαι που γύρισες. Φοβήθηκα μη σε χτυπήσει κανένα λεωφορείο και ξεμείνω εδώ για πάντα». «Νομίζω ότι δεν έχει περάσει λεωφορείο μετά το ’60». «Χαίρομαι. Και έσπασα τον κώδικα. Τώρα το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάμε να ξεθάψουμε το παραδάκι». Ακόμη πάνω στο σκάφος, με ένα κιβώτιο στα χέρια του, ο Τζακ έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα. «Πού είναι;» «Στη θάλασσα, φυσικά. Έξω από μια σπηλιά και λίγη κωπηλασία εδώ κι εκεί. Θα το βρούμε». Η Βίκι έκανε μεταβολή και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι, ελπίζοντας ότι οι γοφοί της ήταν πιο ελκυστικοί από της όποιας μπαργούμαν. «Έκανα μια επίσκεψη...» Ο Τζακ πήρε μερικά πράγματα από το κουτί που είχε φέρει και τα έβαλε στο ψυγείο. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ». «'Οχι τέτοια επίσκεψη». Φαινόταν να διασκεδάζει. «Ζήλεψες;» Ντροπιασμένη που η φωνή ή το πρόσωπό της την είχαν προ- δώσει, η Βίκι ανασήκωσε απλά τους ώμους της. «Είναι δικό σου θέμα». «Επισκέφτηκα ένα φίλο που είναι παλιός ψαράς. Ψαρεύει δελφίνια και σφυρίδες σ’ αυτές τις ακτές εδώ και πενήντα χρόνια». «Δελφίνια; Αυτό είναι απαράδεκτο». Ο Τζακ γέλασε. «Στα μέρη μας λέμε δελφίνι αυτό που εσείς οι βόρειοι λέτε μάχι-μάχι. Είναι ένα ψάρι που κολυμπά μαζί με τα δελφίνια». Η Βίκι σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος της, αμφισβητώντας 62


την ιστορία με τον ψαρά. «Και μείνατε ξύπνιοι όλη νύχτα τραγουδώντας πειρατικά τραγούδια;» «Ήθελα να τον ρωτήσω αν έχει δει ποτέ ίχνη από το ναυάγιο ή ίχνη από ξύλα που μπορεί να προέρχονται απ’ αυτό. Είπε ότι δεν έχει δει ποτέ». « Τι ενθαρρυντικό!» «Μπορεί και να είναι. Αν είναι θαμμένο κάτω από την άμμο ή σφηνωμένο στα κοράλλια, μπορεί να είναι σχεδόν άθικτο. Και μαζί το κύπελλό σου». «Μόνο που τότε δε θα το βρούμε ποτέ». Ο Τζακ σέρβιρε πορτοκαλάδα σ’ ένα μεγάλο ποτήρι και την ήπιε μονορούφι, με το μήλο του Αδάμ του να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά στο λαιμό του. Η Βίκι τράβηξε το βλέμμα της από τα δυνατά χέρια που κρατούσαν το ποτήρι. «Υπάρχουν τα κανόνια μου». «Κανόνια; Θα ρίξεις κανονιές στον ύφαλο;» «Όχι. Μιλάω για κανόνια υψηλής τεχνολογίας, που ρίχνουν αέρα και ανοίγουν τρύπες στην άμμο του βυθού, αποκαλύπτοντας όλους τους θησαυρούς που κρύβονται από κάτω». «Αγορίστικα παιχνίδια! Και πόσες ώρες σού πήρε για να μάθεις ότι ο φίλος σου δεν είχε δει τίποτα;» Η Βίκι μετάνιωσε αμέσως μόλις ξεστόμισε αυτή την αξιολύπητη ερώτηση. Ο Τζακ χαμογέλασε. «Μ’ αρέσει που ζηλεύεις. Βλέπω σπίθες ν’ αστράφτουν στα μάτια σου. Με ανάβεις». «Σε μισώ». Εκείνος ανασήκωσε ελαφρά το ένα του φρύδι. «Τα πράγματα γίνονται όλο και καλύτερα. Θα πρέπει να λείψω περισσότερο την επόμενη φορά». «Θα κολυμπήσω μέχρι τη στεριά». «Είμαι σίγουρος ότι θα το έκανες. Και θα χρειαζόταν να πάρεις αυτά μαζί σου». Έβγαλε ένα μεγάλο πάκο χαρτιά απ’ το κουτί που είχε φέρει. «Απ’ ό,τι φαίνεται, η αλληλογραφία σου σε ακολούθησε ως εδώ». 63


Η Βίκι ένιωσε το πρόσωπό της να γίνεται κατακόκκινο. «Κάπου έπρεπε να τη στείλουν. Χρησιμοποίησα τη διεύθυνσή σου, επειδή δεν ήμουν σίγουρη πού θα έμενα». «Ή επειδή ήξερες ότι θα μείνεις μαζί μου». «Ανοησίες. Η αλήθεια είναι ότι ήρθα εδώ για να σε βρω και σκάφτηκα ότι δε θα σε πείραζε...» Τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Η Βίκι δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι δεν είχε μόνιμη κατοικία πια. Η αλληλογραφία και οι συνδρομές της την ακολουθούσαν όπως ένα κοπάδι αδέσποτα ζώα τα τσιγγάνικα καραβάνια. Ο Τζακ έριξε μια ματιά στις εφημερίδες της. «Γουόλ Στρητ Τζέρναλ. Νιου Γιορκ Ποστ και Γουίμεν ’ς Γουέαρ Ντέιλι...» «Προσπαθώ να παραμένω ενήμερη». Σε ό,τι αφορούσε τη ζωή των πλούσιων και διάσημων της Νέας Υόρκης, για την ακρίβεια. «Οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν το ίντερνετ». «Είμαι παραδοσιακή σε μερικά πράγματα. Μ’ αρέσει να νιώθω το τυπωμένο χαρτί στα δάχτυλά μου όταν πίνω τον πρωινό καφέ μου». Ο Τζακ γέλασε. «Είσαι παραδοσιακό κορίτσι, Βίκι. Είναι ένα από τα πολλά πράγματα που μ’ αρέσουν σ’ εσένα». Η Βίκι προσπάθησε να παραμείνει ατάραχη καθώς έπαιρνε τις εφημερίδες απ’ τα χέρια του. Είχε διατηρήσει τη συνδρομή της στις αγαπημένες της εφημερίδες στην αρχή, ελπίζοντας ότι σύντομα θα έπιανε ένα σπίτι. Μετά έμαθε τον τρόπο να την ακολουθούν στα ταξίδια της. 'Ηταν μια ασφαλιστική δικλείδα σταθερότητας σ’ έναν κόσμο που άλλαζε συνεχώς και δεν της άρεσε να ξεκινά τη μέρα της χωρίς αυτές. Ανυπομονούσε ήδη να τις ανοίξει στη σελίδα με τα κοσμικά νέα και να δει αν έγραφαν για τον Σινκλέρ Ντράμοντ και την καινούρια του αρραβωνιαστικιά, την Άννι. Αν είχε κάνει ποτέ ένα καλό στη ζωή της, ήταν το ότι είχε υποχρεώσει αυτούς τους δυο να δουν τι σήμαιναν ο ένας για τον άλλο. «Θέλεις να μάθεις τι λέει ο χάρτης ή όχι;» Ο Τζακ δε φαινόταν να 64


ενδιαφέρεται και πολύ. «Φυσικά. Ομελέτα με μανιτάρια;» «Γιατί όχι;» Έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί από την τσέπη του παντελονιού της. «Άκου τι έγραψε ο γερο-πρόγονός σου». Η Βίκι κοίταξε τον Τζακ και ενοχλήθηκε ακόμη περισσότερο βλέποντάς τον να βγάζει ένα τηγάνι και να ψάχνει στο ψυγείο για τα υλικά, αντί να έχει στρέψει την προσοχή του σ’ αυτά που του έλεγε. Καθώς διάβαζε, όμως, τον είδε να γυρίζει και να την παρακολουθεί συνοφρυωμένος με αυξανόμενη προσήλωση. «Τι στην ευχή εννοεί με τη λέξη “ξέρες”;» «Προφανώς κάτι που έχει αποκοπεί. Οπότε μήπως ένα μικρό κομμάτι γης κοντά στο νησί;» «Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο». «Μπορεί τώρα πια να είναι κάτω απ’ το νερό». Γιατί διαφωνούσε μαζί της για κάτι τόσο ασήμαντο; «Και, το πιο σημαντικό, πού είναι η Σπηλιά των Νεκρών;» «Προς τα εκεί». Ο Τζακ έδειξε με το κεφάλι του προς τη μεριά του ψυγείου. «Βρήκα άλλον ένα σκελετό στα βράχια τις προάλλες. Σύμφωνα με την παράδοση, τα πτώματα των νεκρών του ναυαγίου ξεβράστηκαν στη σπηλιά από το ρεύμα. Τώρα υποθέτω ότι εκεί έθαβαν τους εχθρούς τους». Η Βίκι ανατρίχιασε. «Υπέροχοι άνθρωποι οι πρόγονοί σου». Ο Τζακ έριξε τ’ αυγά στο καυτό λάδι και τα παρακολούθησε που μετατρέπονταν σε μια στερεή, χρυσαφένια μάζα. «Ανήκουμε σε μια περήφανη και μοναχική ράτσα, που δεν της αρέσουν οι εισβολείς». Της έκλεισε το μάτι. «Καλύτερα να προσέχω, δηλαδή». Η Βίκι τράβηξε με δυσκολία το βλέμμα της από πάνω του. Το κλείσιμο του ματιού τής είχε προκαλέσει ένα ρίγος αισθησιασμού, κάτι που ήταν τελείως γελοίο. Προσπάθησε να απασχοληθεί βγάζοντας πιάτα από το ντουλάπι και ψάχνοντας για μαχαιροπίρουνα. «Και το Ράστερ’ς Ντοκ;» 65


«Ό,τι και να ήταν, έχει χαθεί από καιρό. Υπήρχε ένα παλιό υποστατικό στην ακτή, με ένα μικρό βράχο μπροστά του σαν προβλήτα. Ας υποθέσουμε ότι είναι αυτό». «Έχεις βάρκα με κουπιά;» «Μερικές ντουζίνες». Της χαμογέλασε. Η Βίκι κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. «Καλύτερα να βιαστούμε, αν θέλουμε να προλάβουμε το ξημέρωμα». «Μην ανησυχείς. Έχουμε άλλα σαράντα πέντε λεπτά. Είμαστε πολύ πιο κοντά στον Ισημερινό εδώ απ’ ό,τι έχεις συνηθίσει. Το φως του ήλιου δε σε ξυπνά τις μικρές ώρες, ούτε καν το καλοκαίρι». Η Βίκι πήρε το πιάτο της, που τώρα περιείχε τη μισή ομελέτα. Χαιρόταν που είχε καταφέρει να αποφύγει για άλλη μια νύχτα τον Τζακ. Μπορεί να ήταν πολύ επικίνδυνο, τελικά, να υποκύψει στη γοητεία του. «Ας βιαστούμε», είπε κι άρχισε να τρώει.

66


5

TO ΦΩΣ TOY ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΛΑΜΠΤΗΡΑ μέσα στη σκονισμένη αποθήκη έπαιξε στη φαρδιά πλάτη του Τζακ, καθώς τραβούσαν τη βάρκα πάνω από ένα παλιό πανέρι γεμάτο με κουλουριασμένα σχοινιά. Δίχτυα, σημαδούρες και καλάμια ψαρέματος κάθε μεγέθους και είδους κρέμονταν από τους τοίχους και κάλυπταν το σκονισμένο πάτωμα. Η Βίκι προσπάθησε να μη σπάσει κανένα νύχι καθώς τον βοηθούσε. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε; Το 1964;» Η βάρκα ήταν απροσδιορίστου χρώματος, κάτι μεταξύ μπεζ και ροζ. «Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν μπάζει νερά;» «Είναι αξιόπιστη. Τη χρησιμοποιώ συχνά». «Άλλα λέει η σκόνη που έχει επάνω. Και πότε χρειάζεται να πας κάπου κωπηλατώντας;» «Όταν δε θέλω να με ακούσουν να πλησιάζω». Ο Τζακ γύρισε προς το μέρος της και της χάρισε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο που έκανε το στομάχι της να αναπηδήσει. Η Βίκι πιάστηκε από τη μια άκρη της βάρκας κι έριξε μια ματιά μέσα. «Τέλεια. Δηλαδή, είναι το μέσο μεταφοράς όταν θέλεις να αιφνιδιάσεις αθώες παρθένες. Ελπίζω να μην υπάρχουν πολλά προφυλακτικά στον πάτο». Εκείνος γέλασε. «Όχι. Δε βλέπω τίποτα. Αλλά ίσως πρέπει να φέρουμε μερικά». Δε γύρισε για να δει τη δήθεν σοκαρισμένη έκφρασή της. «Κάνε όνειρα, Τζακ Ντράμοντ». «Αυτό κάνω πράγματι». Σήκωσε τη δική του άκρη της βάρκας, σίγουρα για να τη βασανίσει με την απόδειξη της δύναμής του. «Ο 67


καθένας δικαιούται να κάνε: όνειρα. Ένα από τα λίγα προνόμια και δικαιώματα που κανείς δεν μπορεί να μας αφαιρέσει». «Έχεις δίκιο. Απορώ που δεν υπάρχει φόρος για την οργιώδη αρσενική φαντασία». Τώρα, η Βίκι είχε σε πλήρη θέα το μυώδες στέρνο του καθώς ο Τζακ οπισθοχωρούσε για να βγουν από την αποθήκη στην παραλία. Προσπάθησε να κοιτάξει πέρα από κείνον, στον ουρανό που γινόταν πιο φωτεινός με κάθε λεπτό που περνούσε. Αν και ο ήλιος δεν είχε φανεί ακόμη στον ορίζοντα. «Πόσο θα μας πάρει να πάμε μέχρι τη Σπηλιά των Νεκρών;» «Περίπου τρία λεπτά. Η θάλασσα είναι ήρεμη σήμερα». Έριξαν τη βάρκα στο νερό και σκαρφάλωσαν μέσα προσεκτικό, καθώς το πλεούμενο ταλαντευόταν στην επιφάνεια. Τα πόδια της Βίκι ήταν γυμνά και ο πάτος της βάρκας σκονισμένος και σκληρός. Ο Τζακ κωπηλατούσε κι εκείνη καθόταν στην πρύμνη, προσπαθώντας να θυμηθεί αυτά που είχε γράψει, μια και το φως δεν ήταν αρκετό για να διαβάσει. «Εδώ είναι η Σπηλιά των Νεκρών», είπε εκείνος, καθώς παρέπλεαν ένα μικρό ακρωτήρι, ακριβώς τη στιγμή που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φάνηκαν στον ορίζοντα. «Κωπηλάτησε βόρεια από τη Σπηλιά των Νεκρών προς την ινδοσυκιά. Πού είναι η ινδοσυκιά;» Ο Τζακ έδειξε με το κεφάλι του προς την κατεύθυνση απ’ όπου είχαν έρθει. Η Βίκι γύρισε και είδε ένα τεράστιο, υπεραιωνόβιο δέντρο μέσα στην αχλή του πρωινού, κοντά στην παραλία. «Πάμε», είπε. Εκείνος έστρεψε τη βάρκα με ελάχιστη προσπάθεια, με το γυμνό του στήθος να γυαλίζει στις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Γιατί δεν είχε φορέσει μια μπλούζα; Της αποσπούσε την προσοχή κι η Βίκι έπρεπε να έχει την προσοχή της απερίσπαστη για να ακολουθήσει λεπτομερώς τις οδηγίες. «Πόσο χρονών είναι αυτό το δέντρο;» «Δεν ξέρω. Αλλά υπάρχει εκεί αιώνες, φαντάζομαι». 68


Οι μύες των μπράτσων του συσπώνταν και χαλάρωναν καθώς ο Τζακ τραβούσε κουπί. Η Βίκι έστρεψε και πάλι την προσοχή της στα τεράστια κλαδιά του δέντρου, αλλά το βλέμμα της επέστρεφε διαρκώς στο υπέροχο κορμί του Τζακ. Προφανώς είχε μείνει πολύ καιρό χωρίς σεξ. «Όταν φτάσουμε στο δέντρο, πρέπει να πας ανατολικά-νοτιοανατολικά». «Το δέντρο βρίσκεται στη στεριά». Έριξε μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο του στην ινδοσυκιά. «Πήγαινε όσο πιο κοντά μπορείς και μετά γύρνα». Τα μεγάλα του χέρια κρατούσαν τα κουπιά με δύναμη. Γιατί εκείνη πρόσεχε τα χέρια του μια στιγμή σαν κι αυτή; Είχαν μόνο λίγα λεπτά για να εντοπίσουν το σημείο, πριν ο ήλιος μετακινηθεί σε λάθος θέση. «Πώς ξέρεις προς τα πού είναι ανατολικά- νοτιοανατολικά;» Ο Τζακ γέλασε. «Είναι στο αίμα μου». «Φαίνεται ότι έχεις πυξίδα κάπου μέσα στο στέρνο σου». Η Βίκι το κοίταξε για μια στιγμή -επίπεδο, σκληρό, στολισμένο με σταγόνες ιδρώτα- κι ύστερα κοίταξε τον ορίζοντα. Μπορούσε να διακρίνει ένα πλοίο στο βάθος κι ένα άλλο ακόμη μακρύτερα, προς το νότο. Αναρωτήθηκε αν μπορούσε κανείς να μαντέψει ότι οι περίεργες αλλαγές κατεύθυνσης οφείλονταν σε τριακοσίων ετών οδηγίες. Καθώς πλησίαζαν τη βραχώδη ακτή κοντά στο δέντρο, ο Τζακ έστρεψε τη βάρκα κατά ενενήντα μοίρες και άρχισε να κωπηλατεί πιο γρήγορα. «Ένα, δύο, τρία... Εξήντα!» Μετρούσε κι η Βίκι, χαρούμενη που είχε κάτι να κάνει ενώ η βάρκα διέσχιζε το αστραφτερό νερό. «Εξήντα. Τώρα γύρνα προς τον ορίζοντα». Με ελάχιστη προσπάθεια, απ’ ό,τι τουλάχιστον φαινόταν, ο Τζακ έστρεψε και πάλι τη βάρκα κι άρχισε να κωπηλατεί προς το σημείο όπου ο ουρανός ενωνόταν με τη θάλασσα. Η Βίκι μετρούσε και πάλι δυνατά, με τους αριθμούς να ενώνονται με το ρυθμό των χεριών του. Έριξε μια ματιά προς την ακτή. Εκεί που οι βορινές ξέρες του νησιού 69


συναντάνε το Ράστερ'ς Ντοκ. Η άκρη του νησιού ήταν σκεπασμένη με δέντρα που έφταναν μέχρι το νερό. Η ακτογραμμή φαινόταν πανομοιότυπη παντού. Θα τελείωνε εδώ η αναζήτησή τους; «Ογδόντα, ογδόντα ένα, ογδόντα δύο...» Η Βίκι συνέχισε να μετρά, κοιτώντας το νησί, ψάχνοντας για ένα οποιοδήποτε σημάδι. Δεν υπήρχαν ούτε ξέρες, ούτε προβλήτα. «Ενενήντα εννέα... Εκατό. Σταμάτα!» Ο Τζακ σταμάτησε να κωπηλατεί. «Υποτίθεται ότι βρισκόμαστε εκεί που οι ξέρες συναντούν το Ράστερ’ς Ντοκ, αλλά είμαστε στη μέση του πουθενά». Εκείνος κοίταξε εξεταστικά την ακτογραμμή. «Υπάρχουν κάτι βράχια μέσα στη θάλασσα εκεί πέρα... Δεν μπορείς να τα δεις καλά τώρα, αλλά όταν έχει παλίρροια βγαίνουν στην επιφάνεια και μοιάζουν με απομεινάρια προβλήτας. Πάω στοίχημα ότι αυτό είναι το Ράστερ’ς Ντοκ». Η Βίκι δάγκωσε το χείλος της και κοίταξε γύρω. «Υποτίθεται ότι πρέπει να πηγαίνουμε παράλληλα με τις ξέρες, καθώς κωπηλατείς ανατολικά-νοτιοανατολικά». «Κι αν οι ξέρες έχουν ενσωματωθεί πια στο νησί; Μπορεί να συσσωρεύτηκε άμμος από τις καταιγίδες». Ο Τζακ κοίταξε προσεκτικά τις συστάδες των δέντρων. «Αλλά δεν έχω ψάξει την περιοχή εδώ, οπότε δεν ξέρω». «Ας προσποιηθούμε ότι είναι εδώ οι ξέρες κι ας προσπαθήσουμε». Η άκρη του νησιού δεν ευθυγραμμιζόταν ακριβώς με το σημείο που άρχιζαν οι βράχοι. «Πρέπει να στρίψουμε προς τα κει». Η Βίκι έδειξε με το κεφάλι της προς τα δεξιά. «Ό,τι πείτε, κυρία μου. Στις διαταγές σας». Ο Τζακ έπιασε τα κουπιά. «Το βλέπω! Κοίτα αυτά τα δέντρα. Είναι ψηλά, ή τουλάχιστον σε ψηλότερο σημείο από τα άλλα. Και είναι στην ευθεία με το σημείο που ξέρω ότι βρίσκονται τα βράχια. Τι κάνουμε τώρα;» «Μην προσποιείσαι ότι δε θυμάσαι! Κράτα τη ρότα κοντά στις ξέρες και κωπηλάτησε εφτά εικοσάδες αν ατολικά-νοτιοανατολικά». 70


Δε χρειαζόταν να του πει να κάνει γρήγορα. Ο Τζακ είχε ήδη γυρίσει τη βάρκα και κωπηλατούσε δυνατά. Ο χρόνος ήταν πολύτιμος. Ένα λεπτό καθυστέρηση και ο ήλιος μπορεί να ήταν σε λάθος θέση όταν θα σήκωνε το κουπί για να υποδειχθεί το σημείο του ναυαγίου. «Εκατόντριάντα εννιά... εκατόν σαράντα! Σήκωσε όρθιο το κουπί». Ο Τζακ σήκωσε το βρεγμένο κουπί στο αέρα και με τα δυο του χέρια και μετά το έστησε όρθιο στον πάτο της βάρκας. Η ψηλόλιγνη σκιά του κουπιού έπεσε κατευθείαν πάνω στη Βίκι, αναγκάζοντάς τη να μετακινηθεί στο πλάι. Μόλις βγήκε από μπροστά, η σκιά του κουπιού επεκτάθηκε πέρα από τη βάρκα, δείχνοντας προς τη στεριά. «Να υποθέσουμε ότι είναι εκεί» Η Βίκι έριξε μια ματιά στα σκοτεινά νερά. Βαθύς και αδιαπέραστος, ο ωκεανός δεν αποκάλυπτε τα μυστικά του. «Εκτός κι αν μας κάνει πλάκα και ο θησαυρός είναι θαμμένος στη στεριά». Ο Τζακ κοίταξε την απομακρυσμένη πια δεντρόφυτη ακτή. «Αν και ποτέ δεν έχω ψάξει εδώ. Ο άλλος χάρτης έλεγε ότι ήταν περίπου μισό μίλι νότια». Το πρόσωπό του είχε μια έκφραση έντονης αυτοσυγκέντρωσης, ανάμεικτης με συγκρατημένο ενθουσιασμό. «Υπάρχει μια λογική στον τρόπο που χρησιμοποιεί τα σημεία της ακτής για να μας κατευθύνει. Μοιάζει με τον τρόπο που θα σκεφτόταν ένας ναυτικός». Η Βίκι κοίταξε γύρω της. Δεν υπήρχε τίποτα εκτός από βαθιά θάλασσα. «Και πώς σημαδεύουμε τη θέση μας για να την ξαναβρούμε; Δεν μπορούμε απλά να μπήξουμε ένα ξύλο». Ο Τζακ έβγαλε ένα μαύρο κουτί από την τσέπη του. «Με το GPS. Θα καταχωρίσω τις συντεταγμένες». Τα δάχτυλά του πάτησαν τα κουμπιά. «Θα μπορούσαμε να ρίξουμε και σημαδούρα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να μαρκάρουμε το μέρος για να μπορούνε να το δούνε όλοι». «Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι, καπετάν Τζακ». Το βιαστικό χαμόγελό του έκανε το αίμα της να τρέξει πιο γρήγορα. Μπορεί να ήταν και ο ενθουσιασμός στην ιδέα ότι στέκονταν πάνω από το ναυάγιο. «Πιστεύεις ότι θα υπάρχουν σκελετοί εκεί κάτω;» 71


«Σίγουρα». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ, με μια υποψία απειλής. «Πώς είναι οι καταδυτικές σου ικανότητες;» «Σκουριασμένες». Δεν της άρεσε να αναπνέει κάτω απ’ το νερό υπό κανονικές συνθήκες, πόσο μάλλον και όταν υπήρχαν σκελετοί πειρατών τριγύρω. «Μήπως είναι καλύτερα να τα ξεχάσουμε όλα και να πάμε για ηλιοθεραπεία;» πρότεινε ο Τζακ. «Με τίποτα!» Η Βίκι τον έσπρωξε ελαφρά, ταρακουνώντας τη βάρκα. Έβαλαν κι οι δυο τα γέλια. «Αλλά φοβάμαι να φύγω, μήπως και δεν ξαναβρούμε το σημείο». «Μην ανησυχείς. Το έχω καταχωρίσει στο ναυτικό μυαλό μου, καθώς επίσης και στο GPS. Μπορώ να το βρω, ακόμη και τη νύχτα. Πάμε πίσω να πάρουμε τον εξοπλισμό». Ο Τζακ κωπηλατούσε για να γυρίσουν, περιγράφοντας τη στιγμή που είχε βρει το τελευταίο ναυάγιο που είχε ανασύρει. Πώς είχαν δει την άκρη μιας άγκυρας να προεξέχει από την άμμο κι ύστερα τη σκουριασμένη άκρη ενός κανονιού. Μόνο όταν πάτησαν το πόδι τους στη στεριά, η Βίκι συνειδητοποίησε ότι δεν είχε σκεφτεί καν την περίπτωση ναυτίας.

*** Γύρισαν στο σημείο με το δυνατό μηχανοκίνητο σκάφος του Τζακ, κουβαλώντας και τον εξοπλισμό για τις καταδύσεις. Όταν έφτασαν, εκείνος έσβησε τη μηχανή. «Ας ρίξουμε μια ματιά». «Θα βουτήξουμε αμέσως;» Η Βίκι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στα σκοτεινά, αδιαπέραστα βάθη του ωκεανού. «Όχι. Θ’ αφήσουμε το ραντάρ να το κάνει για μας». Έριξε στο νερό ένα σκοινί στην άκρη του οποίου υπήρχε ένα μηχάνημα. «Τώρα θα το μετακινήσουμε πάρα πολύ αργά και θα παρακολουθήσουμε μήπως δούμε κάτι ενδιαφέρον». 72


Κάθισαν στη γέφυρα, κοιτώντας τη θολή μαυρόασπρη οθόνη καθώς το σκάφος κινιόταν αργά. Η Βίκι δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα παραπάνω από μια θολούρα. «Κάτι υπάρχει εκεί», είπε ξαφνικά ο Τζακ. «Εύκολο ήταν». «Μη βιάζεσαι. Μπορεί να είναι κάποιο παλιό αμάξι». Μετακίνησε λίγο το σκάφος. «Πάμε να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά». Η Βίκι κοίταξε επίμονα την τρεμάμενη γκρίζα εικόνα, ευχόμενη να είναι τα απομεινάρια ενός μεγάλου ξύλινου καραβιού. Ο Τζακ άρχισε να πατάει κουμπιά και με αβίαστη ηρεμία να μετακινείτο σκάφος, ενώ σκάναρε την περιοχή. «Δεν μπορώ να δω και πολλά, αλλά αν κρίνω από την μορφολογία του βυθού αξίζει να τον εξερευνήσουμε». «Τι σημαίνει αυτό στ’ αγγλικά;» «Είναι ανισόπεδος, που σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχει κάτι κάτω από την άμμο». «Ας πάρουμε, λοιπόν, τα φτυάρια κι ας πιάσουμε δουλειά». «Συμφωνώ, αλλά μη βουτήξεις ακόμη». Ο Τζακ απομακρύνθηκε από τη γέφυρα και πήγε στο πίσω μέρος του σκάφους, απ’ όπου έριξε στο νερό δύο μεγάλους κυλίνδρους. «Αυτά θα φυσήξουν την άμμο και, αν είμαστε τυχεροί, θα τη μετακινήσουν για να μπορέσουμε να δούμε καλύτερα τι υπάρχει από κάτω». Η μηχανή βρυχήθηκε και το νερό γύρω από το σκάφος θόλωσε από την αναμοχλευμένη άμμο, καθώς οι κύλινδροι έφταναν στο βυθό. «Πώς στην ευχή θα δούμε οτιδήποτε μέσα σ’ αυτό το σύννεφο;» «Θα πρέπει να περιμένουμε να κατακαθίσει η άμμος». «Μα, τότε, δε θα σκεπάσει ξανά τα πάντα;» «Μπορεί». Ο Τζακ έσβησε τη μηχανή κι ύστερα ξάπλωσε στο κατάστρωμα, βασανίζοντάς τη με το θέαμα του μυώδους στέρνου του. Γιατί να μη βρίσκονταν κάπου που να κάνει κρύο και να είναι αναγκασμένος να φοράει αδιάβροχο; Η Βίκι τράβηξε με κόπο το βλέμμα της από το κορμί του και κοίταξε 73


μακριά. Ένα κομψό λευκό σκάφος στεκόταν ακίνητο στο βάθος του ορίζοντα. «Αλιευτικό είναι αυτό;» τον ρώτησε. «Πιθανόν». Δεν είχε κοιτάξει καν. «Μπορεί να είναι, όμως, το κότερο του Ιάγκο Κνολ». «Του επιχειρηματία; Τι κάνει εδώ πέρα;» Η Βίκι κάρφωσε το βλέμμα της στο σκάφος, προσπαθώντας να διακρίνει τον ψηλό, αλαζονικό άντρα που είχε δει πολλές φορές στη Νέα Υόρκη. «Ό,τι όλοι οι άλλοι. Διασκεδάζει στη λιακάδα». «Εγώ δεν είμαι εδώ γι’ αυτό». Σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της, που ήταν καλυμμένο με ένα μακό και αντιηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας. «Όχι ακόμη». Ο Τζακ της χάρισε ένα από τα σαγηνευτικά του χαμόγελα. «Αλλά δε βιαζόμαστε». «Είμαι πολύ Νεοϋορκέζα για να απολαύσω την τεμπελιά». Τα επιδέξια δάχτυλα του Τζακ έλεγξαν τις συνδέσεις στον καταδυτικό εξοπλισμό. «Ποιος μίλησε για τεμπελιά; Σερφ, ιστιοπλοΐα, κανό, ψάρεμα... Δε θα προλαβαίνεις να καθίσεις». «Ακούγεται εξοντωτικό. Προτιμώ τους δρόμους της πόλης». Η Βίκι πήρε το βλέμμα της απ’ τα χέρια του και στράφηκε στο δικό της εξοπλισμό. Ο Τζακ τον είχε ήδη ελέγξει κι εκείνη εμπιστευόταν την κρίση του περισσότερο απ’ τη δική της. «Όλος αυτός ο ήλιος κι ο θαλασσινός αέρας με ζαλίζουν». Κι εσύ δε βοηθάς καθόλου. Το νερό γύρω από το σκάφος είχε αρχίσει να καθαρίζει. «Πόση ώρα πρέπει να περιμένουμε;» «Μπορούμε να βουτήξουμε όποτε είσαι έτοιμη. Μερικές φορές αξίζει να βρίσκεσαι στο βυθό καθώς καταλαγιάζει η άμμος και αποκαλύπτεται αυτό που ψάχνεις». «Η βάση ενός κυπέλλου που εξέχει από την άμμο όπως το Εξκάλιμπερ». «Πιστεύεις ότι θα είναι η βάση;» 74


«Δεν είναι το πόδι, αφού το έχει ο Σινκλέρ. Οπότε είναι είτε η κούπα είτε η βάση. Υποθέτω ότι είναι η βάση». «Γιατί όχι η εντυπωσιακή κούπα; Η απαισιοδοξία δεν ήταν ποτέ το στυλ σου». Φόρεσε τις μπουκάλες στην πλάτη του. «Μου το λέει η πείρα μου». «Προφανώς είχες τις λάθος εμπειρίες». Έριξε μια ματιά στο νερό. «Η άμμος έχει αρχίσει να κατακάθεται». «Βουτάω». Καλύτερα να έπεφτε γρήγορα, πριν χάσει το θάρρος της. «Όρμα». Η ζεστή, πνιχτή ησυχία του υποβρύχιου κόσμου τύλιξε τη Βίκι καθώς βυθιζόταν στο νερό. Τα βατραχοπέδιλά της τη βοήθησαν να φτάσει πιο βαθιά και θύμισε στον εαυτό της ότι μπορούσε να αναπνέει. Ακούσε, ή μάλλον ένιωσε τον Τζακ να γλιστράει πίσω της. Ο ήλιος φώτιζε το νερό κι εκείνη κοίταξε γύρω της προσπαθώντας να εξοικειωθεί με το ανοίκειο υποβρύχιο περιβάλλον. Έπρεπε όμως να φτάσει στα σκοτεινά βάθη όπου ο ήλιος μετά βίας διαπερνούσε το νερό. Κρατούσε ένα φακό στο ένα χέρι και ένα σιδερένιο λοστό στο άλλο. Ο Τζακ είχε πει ότι ήταν το καλύτερο εργαλείο για να αναμοχλεύει την άμμο. Εκείνη υπέθετε ότι θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει και σαν φονικό όπλο, αν χρειαζόταν. Ο Τζακ κρατούσε έναν ανιχνευτή μετάλλων και κάτι που έμοιαζε με μέγγενη. Ήταν ήδη αρκετά μέτρα πιο βαθιά απ’ τη Βίκι, που επιτάχυνε το ρυθμό της για να τον προλάβει. Δεν είχε καμία διάθεση να χαθεί μόνη της σ’ αυτό τον αφιλόξενο κόσμο. Οι δυνατοί μηροί του τον οδηγούσαν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια στο βυθό, αλλά εκείνη σχεδόν είχε λαχανιάσει μέσα στον αναπνευστήρα μέχρι να φτάσουν. Ο Τζακ έψαξε την άμμο με τον ανιχνευτή κι εκείνη κοιτούσε γύρω της για ένα μέρος κατάλληλο να χρησιμοποιήσει το λοστό της. Οι τουρμπίνες είχαν σχηματίσει ένα ακανόνιστο βαθούλωμα στην άμμο και, καθώς τα μάτια της είχαν αρχίσει να συνηθίζουν στο αχνό φως, είδε κάτι στ’ αριστερά της που άξιζε προσοχής. 75


Θα είναι η βάση απ’ το κύπελλο, είπε στον εαυτό της αστειευόμενη. Εδώ κάτω, στα απέραντα, σκοτεινά βάθη, η ιδέα να βρει το κύπελλο φάνταζε τουλάχιστον γελοία. Εκείνη πίστευε ότι το μόνο που θα χρειαζόταν ήταν λίγο ψαχούλεμα στη σοφίτα του Τζακ και θα ξεμπέρδευε. Αυτή η κατάσταση ήταν πραγματικά απρόσμενη. Πλησίασε το αντικείμενο και προσπάθησε να καθαρίσει την άμμο τριγύρω με το λοστό της. Το αντικείμενο δεν κινήθηκε. Μετά από αποφασιστικό σκάλισμα λίγων λεπτών, η Βίκι διαπίστωσε ότι ήταν τεράστιο, με το μεγαλύτερο μέρος του θαμμένο κάτω απ’ την άμμο. Το μυστηριώδες κομμάτι ήταν καλυμμένο με βρύα ή άλλα θαλάσσια είδη, αλλά υπήρχε σίγουρα κάτι συμπαγές από κάτω. Ίσως μια Σεβρολέ του 1967. Έκανε σινιάλο με το φακό της στον Τζακ κι εκείνος ήρθε προς το μέρος της. Πέρασε τον ανιχνευτή μετάλλων από πάνω του αρκετές φορές κι ύστερα γύρισε και της έκανε το σήμα της νίκης με τα δάχτυλά του. Άρχισαν να σκάβουν μαζί. Αλλά το αντικείμενο ήταν θαμμένο σε πολύ μεγάλο βάθος κι ο Τζακ της έκανε νόημα να βγουν. Μόλις η Βίκι ανέβηκε στην επιφάνεια, ένιωσε σαν να ήρθε ξανά στη ζωή. Έβγαλε τη μάσκα και τον αναπνευστήρα της, κι όταν κι εκείνος έκανε το ίδιο δίπλα της, είδε ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. «Να πάρει! Κορίτσι μου, είσαι σαν μαγικό φυλαχτό!» «Νομίζεις ότι το βρήκαμε;» «Είναι ένα κανόνι». «Πώς το ξέρεις;» «Φτάνει να έχεις δει ένα. Και φαίνεται να είναι της σωστής εποχής. Νομίζω ότι τελικά κατάφερες να βρεις το θησαυρό του Μακάσαρ Ντράμοντ». Ίσως να ήταν ο ενθουσιασμός στα μάτια του ή η στολή του δύτη, αλλά ξαφνικά έμοιαζε ακριβώς με τον Τζακ Ντράμοντ που της είχε κλέψει την καρδιά για να την κάνει κομμάτια. Η Βίκι προσπάθησε να καταπνίξει το κουβάρι των συναισθημάτων που αναδύθηκαν μέσα της και να παραμείνει στην επιφάνεια χτυπώντας τα 76


βατραχοπέδιλά της. «Κρίμα που έχεις τόσο κοινό όνομα, αντίθετα με τους προγόνους σου». Ο Τζακ μόρφασε. «Είναι. Θα φροντίσω να δώσω στο γιο μου ένα πραγματικά μοναδικό όνομα». «Πώς είσαι σίγουρος ότι θα κάνεις αγόρι;» «Οι Ντράμοντ κάνουν πάντα αγόρια. Ει’ αυτό και δεν έχει χαθεί το όνομα. Αν κάναμε κορίτσια, δε θα υπήρχαν Ντράμοντ». Ο Τζακ φαινόταν να επιπλέει χωρίς κόπο, παρά τις βαριές μπουκάλες. Η Βίκι ευχήθηκε να μπορούσε να κάνει μεταβολή και να απομακρυνθεί, αλλά δε γινόταν. «Φαντάζομαι ότι υπάρχει πολλή τεστοστερόνη στο αίμα των Ντράμοντ». «Κάτι υπερβολικό υπάρχει, αυτό είναι σίγουρο». Ο ήλιος έλαμπε πάνω στο μπρούντζινο πρόσωπό του. «Αλλά ίσως να αλλάξουν όλα τώρα που θα βρεις το κύπελλο. Ας ανεβούμε πάνω για να συνεχίσουμε το σκάψιμο ηλεκτρονικά». Γύρισε στο ραντάρ και χρησιμοποίησε κάτι που ονομαζόταν μαγνητόμετρο για να εντοπίσει τα σημεία που έπρεπε να σκάψει. Υπήρχαν αρκετά αντικείμενα που εμφανίζονταν στο μηχάνημα και εκλιπαρούσαν για την προσοχή τους. Βούτηξαν και πάλι για να επιστρέφουν με δύο σπασμένα μπουκάλια και ένα σχεδόν άθικτο πιάτο -όλα καλυμμένα με φύκια, αλλά απολύτως αναγνωρίσιμα. «Θεέ μου, βρήκαμε το ναυάγιο, έτσι δεν είναι;» Η Βίκι πάλεψε να πάρει ανάσα μόλις ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει, ρίχνοντας τις χρυσές ακτίνες του πάνω στο νερό. «Εσύ το βρήκες, μωρό μου. Δε θα τα είχα καταφέρει χωρίς εσένα. Αυτός ο χάρτης θα έμενε κρυμμένος για άλλα διακόσια χρόνια, αν δεν είχες τη φαεινή ιδέα να ξύσεις το ταβάνι πάνω απ’ το κρεβάτι μου». Σκαρφάλωσαν μαζί στο κατάστρωμα. Ο Τζακ ήταν πολύ ενθουσιασμένος για να γυρίσει σπίτι. Επέμενε να φάνε στο σκάφος, για να ξαναβουτήξει μόλις έβγαινε το φεγγάρι. Η Βίκι διαμαρτυρήθηκε, μέχρι που της έδειξε τις προμήθειες που έκρυβε το ψυγείο του. Δείπνησαν με γαρίδες με σάλτσα από μάνγκο και ρύζι καρύδας και 77


ήπιαν το αγαπημένο κοκτέιλ του Τζακ, από χυμό ροδιού, πορτοκαλιού και λεμονιού. Η Βίκι είπε ότι, αφού δεν είχε καμία πρόθεση να βουτήξει στο βυθό στα σκοτεινά, μπορούσε να πιει μια παγωμένη μπίρα, αλλά εκείνος της εξήγησε ότι, επειδή οι καταδύσεις και το αλκοόλ δε συνδυάζονταν, δεν είχε ποτά στο σκάφος. Οπότε εκείνη δεν μπορούσε να κατηγορήσει το αλκοόλ για ό,τι συνέβη στη συνέχεια.

78


6

«ΝΑ ΠΑΡΕΙ Η ΕΥΧΗ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙ ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΜΟΥ ΕΙΧΕΣ ΛΕΊΨΕΙ». Ο Τζακ έγειρε πάνω σ’ ένα σωσίβιο στο κατάστρωμα. Το φεγγάρι τούς έλουζε με το ασημένιο φως του και ο ζεστός νυχτερινός αέρας χάιδευε τη Βίκι -πράγμα που δε βοηθούσε και πολύ ύστερα από μια τόσο φορτισμένη μέρα. «Σου έλειψε να σε διατάζει μια τρελή;» «Φυσικά. Σε ποιον δε θα έλειπε;» Τα χείλη του άνοιξαν σ’ ένα χαμόγελο, αποκαλύπτοντας τα κατάλευκα δόντια του. «Και όταν είναι τόσο όμορφη όσο εσύ, είναι αδύνατον να αρνηθείς τις προσταγές της». «Κι αν σε διέταζα να μας πας στο Μόντε Κάρλο;» «Θα το έκανα με χαρά». Το νυσταγμένο βλέμμα του την προκάλεσε. «Αν και μπορεί να ξεμέναμε από καύσιμα καθ' οδόν». «Δικαιολογίες. Τι κάνεις για να διασκεδάσεις, Τζακ Ντράμοντ;» «Αυτό που κάνω τώρα. Ξεκουράζομαι στο αγαπημένο μου σκάφος με τη γυναίκα των ονείρων μου». Γέλασε, αλλά τα λόγια του έξυσαν κάποια βαθιά κρυμμένη πληγή μέσα της. Ύστερα η Βίκι θύμισε στον εαυτό της ότι απλώς ο Τζακ την πείραζε. «Με το θησαυρό κρυμμένο στην άμμο κάτω από τα πόδια μας». «Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο απ’ αστό». «Ώστε είσαι άνθρωπος που ικανοποιείται εύκολα». «Ή έχω καταφέρει να ζω όπως μου ταιριάζει». Η Βίκι ζήλευε την ισορροπία του, η οποία τον έκανε ακόμη πιο ελκυστικό. «Κι εγώ σκοπεύω να ζήσω όπως μου ταιριάζει, όταν γυρίσω στη Νέα Υόρκη». 79


Μπορούσε ήδη να φανταστεί το διαμέρισμά της, ίσως με θέα το ποτάμι ή το Σέντραλ Παρκ, μόλις θα έκλεινε τις πρώτες της συμφωνίες. Πάμπλουτοι πελάτες που θα επισκέπτονταν το υπέροχα διακοσμημένο γραφείο της για να συζητήσουν για σπάνια κομμάτια που διεκδικούσαν για τις συλλογές τους. Έναν Ματίς ή έναν μικρό Ροντέν για τον κήπο. Ο Τζακ την έβγαλε από την ονειροπόλησή της, καθώς ήρθε και κάθισε δίπλα της στον καναπέ. Η Βίκι ρίγησε μόλις τον ένιωσε τόσο κοντά της. «Γιατί δεν το έχεις κάνει ήδη;» «Πρέπει να βρω το κύπελλο πρώτα». «Το ξέρω ότι προσπαθείς να με πείσεις ότι έχεις αφοσιωθεί στο να σώσεις τους Ντράμοντ από την κακή τους μοίρα, αλλά δε νομίζω ότι είσαι τόσο φιλεύσπλαχνη. Μου είπες ότι θέλεις την αμοιβή, αλλά αυτή δεν είναι και τόσο μεγάλη. Εκτός κι αν πραγματικά έχεις ανάγκη αυτά τα λεφτά για κάποιο λόγο». Μισόκλεισε τα μάτια του κι έγειρε προς το μέρος της. Το στομάχι της Βίκι σφίχτηκε, εν μέρει επειδή ο Τζακ είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι ήταν άφραγκη, αλλά κυρίως από την παρουσία του τόσο κοντά της. «Ξέρω ότι έχασες τον πατέρα σου», πρόσθεσε εκείνος. «Λυπάμαι πραγματικά». «Σ’ ευχαριστώ». Η Βίκι ένιωσε να την πιάνει απελπισία. Η συζήτηση είχε γίνει υπερβολικά προσωπική. «Αλλά αυτό πρέπει να σημαίνει -και συγνώμη αν γίνομαι ωμός-ότι πνίγεσαι στο χρήμα. Ή μήπως συνέβη κάτι στο οικογενειακό κομπόδεμα;» Το στόμα της είχε μείνει μισάνοιχτο. Κανείς δεν ήξερε για την οικονομική της καταστροφή. Κανείς. Όλα τα λεφτά του πατέρα της ήταν κρυμμένα σε κάποια υπεράκτια επένδυση, που ήταν αδύνατο να εντοπίσει ή να διεκδικήσει κάποιος. Είχε περάσει τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες προσπαθώντας να διατηρήσει φιλίες και επαφές χωρίς να αφήσει κανέναν να υποψιαστεί ότι είχε μείνει απένταρη. «Είσαι πολύ σιωπηλή, Βίκι Σεντ Σιρ. Έχω αρχίσει να υποψιάζομαι ότι 80


έχεις μείνει απένταρη». Τα μάτια του Τζακ άστραφταν από ένα ειλικρινές ενδιαφέρον που της έκαψε τα σωθικά σαν οξύ. Τι να του έλεγε τώρα; Δεν μπορούσε να πει ψέματα στον Τζακ, θα το καταλάβαινε αμέσως. Οπότε έσκυψε προς το μέρος του -απείχε μόλις μερικά εκατοστά- και σκέπασε το στόμα του με το δικό της. Τα χείλη τους ενώθηκαν ακαριαία και ένα κύμα πυρετώδους σύγχυσης, πόθου και ξεχασμένου πάθους την τύλιξε. Τα χέρια της ανέβηκαν στους ώμους του κι εκείνος την τράβηξε πιο κοντά του. Ένας αναστεναγμός βγήκε από το στόμα της και αντάμωσε το δικό του, πριν προλάβει ο Τζακ να τον σταματήσει. Ούτε το φιλί μπορούσε να σταματήσει. Είχε πάρει δική του ζωή, θρεμμένο από τη δύναμη του πόθου τους, και φούντωνε και τα δυο κορμιά. Οι θηλές της Βίκι σκλήρυναν κάτω από το μαγιό. Κόλλησε πάνω του, εισπνέοντας τη μυρωδιά του από θάλασσα, άνεμο και ανδρισμό, που τον έκανε πραγματικά ακαταμάχητο. Το φιλί τους βάθυνε κι εκείνη βρέθηκε να κάθεται στα γόνατά του, με τα χείλη του να τρυγούν αχόρταγα τα δικά της. Τα χέρια του την έσφιγγαν πάνω του και την έκαναν να τρέμει από πόθο. Οι ορθωμένες θηλές της πιέστηκαν στο σκληρό στέρνο του, κάνοντας το αίμα να κυλήσει καυτό στις φλέβες της. Η αγκαλιά του ήταν παράδεισος, μεγάλη, θερμή και τόσο, μα τόσο οικεία. Τα χρόνια που είχαν περάσει από τότε που φιλήθηκαν για τελευταία φορά φάνηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Σαν να μην του είχε πει ποτέ σ' αγαπώ, καταστρέφοντας τα πάντα. Αυτή η σκέψη έκανε τη γλώσσα της να παγώσει μέσα στο στόμα του και μια σπίθα διαύγειας να ανάψει στο μυαλό της. Απομάκρυνε τα χείλη της από τα δικά του, κάτι που έμοιαζε απελπιστικά οδυνηρό. «Να πάρει», μουρμούρισε ο Τζακ. «Μου έλειψες ακόμη περισσότερο απ’ όσο νόμιζα». Κι εμένα το ίδιο. Η Βίκι κατάφερε να μην το πει. Όλες αυτές οι ανείπωτες λέξεις 81


συσσωρεύονταν μέσα της σαν φράγμα έτοιμο να σπάσει. Ο σκληρός ερεθισμός του παλλόταν πάνω στο γοφό της κι εκείνη τον κοίταξε και γέλασε. «Φαντάζομαι ότι χαίρεσαι που με βλέπεις». «Χαίρομαι που σ’ αγκαλιάζω, επίσης». Τα μπράτσα του ήταν ακόμη γύρω της και την αγκάλιαζαν απαλά, τρυφερά. Η καρδιά της έχασε ένα χτύπο. Έκλεισε τα μάτια της για να αποφύγει το βλέμμα του. «Υποθέτω ότι τα έχω χαμένα από την έλλειψη ύπνου», είπε και προσποιήθηκε ότι τεντωνόταν. Τα χείλη του Τζακ ακούμπησαν τα δικά της και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Το σκούρο, διεισδυτικό βλέμμα του ήταν καρφωμένο πάνω της. «Πίστεψέ με, ο ύπνος είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή». Το πονηρό, προειδοποιητικό του χαμόγελο φώτιζε το όμορφο πρόσωπό του. Ο πόθος φούντωσε βαθιά μέσα της, έντονος και δυνατός, σαν υπόκωφος βόμβος. Τι θα πείραζε αν κοιμόταν για μια φορά ακόμη με τον Τζακ; Βρίσκονταν στη μέση του πουθενά. Ήταν ήδη σχεδόν γυμνοί. Και, ας ήταν ειλικρινής, το είχαν ξανακάνει και ήταν πραγματικά υπέροχο. Η Βίκι δεν μπορούσε να ξεγελάσει τον εαυτό της, ούτε για μια στιγμή, ότι αν έκανε σεξ με τον Τζακ αυτό θα τη βοηθούσε να τον ξεπεράσει. Μάλλον θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Από την άλλη, ήταν μεγάλη γυναίκα πια, με ευθύνες, υποχρεώσεις και πραγματική ζωή, και όχι ένα ανόητο κοριτσόπουλο που δεν είχε τίποτα να κάνει. Στη χειρότερη περίπτωση, θα το μετάνιωνε και θα έμενε με ραγισμένη την καρδιά της για μερικούς μήνες. Αλλά αυτή τη στιγμή φαινόταν να αξίζει τον κόπο. Η γλώσσα της πέρασε πάνω από τα χείλη του σαν να ήταν χωνάκι παγωτό. Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. Χάιδεψε κι εκείνος τα χείλη της με τη γλώσσα του και η αισθησιακή κίνησή του βρήκε ανταπόκριση στο κέντρο της θηλυκότητάς της. Ο Τζακ άφησε ένα σιγανό βογκητό, σαν τεμπέλικο πούμα, που την έκανε να χαμογελάσει και να τον θέλει ακόμη περισσότερο. 82


«Νιώθω σαν να υποκύπτω σ’ έναν παλιό εθισμό». «Και δεν υπάρχει θεραπεία», συμπλήρωσε ο Τζακ. Η Βίκι δε χρειάστηκε να πει ότι συμφωνεί. Το κορμί της τα έλεγε όλα. Τα δάχτυλά της εξερεύνησαν τους μυς του στέρνου του, ενώ εκείνος κατέβαζε τις τιράντες του μαγιό της. Ο ζεστός νυχτερινός αέρας χάιδεψε τα στήθη της, πριν κάνει το ίδιο το στόμα του. Η Βίκι αναστέναξε και έγειρε προς τα πίσω, καθώς ο Τζακ φιλούσε τη θηλή της. Το σαγόνι του έγδερνε απαλά την ευαίσθητη επιδερμίδα, εντείνοντας την ηδονή που την πλημμύριζε. Κι όταν ανασήκωσε το κεφάλι του για να τη φιλήσει και πάλι στο στόμα, εκείνη πέρασε τα δάχτυλά της στα πυκνά μαλλιά του και τον τράβηξε πιο κοντά της για να του χαρίσει τα φιλιά της με όλο το πάθος που έπνιγε έξι ολόκληρα χρόνια. Η χημεία μεταξύ τους ήταν εκρηκτική όπως παλιά. Μια ματιά στον Τζακ, και ο αυτοέλεγχός της εξαφανιζόταν. Ένα άγγιγμά του, και ήταν χαμένη. Η αίσθηση της αγκαλιάς του έλυνε το σφίξιμο που διατηρούσε μέσα της σαν ασπίδα κι η Βίκι ένιωσε ότι εγκατέλειπε την πραγματικότητα και γλιστρούσε στο μυστικό κόσμο που είχαν μοιραστεί οι δυο τους. Ο ωκεανός λίκνιζε απαλά και ρυθμικά το σκάφος και ο νυχτερινός αέρας τούς αγκάλιαζε υγρός και αισθησιακός, καθώς ο Τζακ έλυνε τα κορδονάκια του μπικίνι της και την άφηνε ολόγυμνη πάνω στον καναπέ. Η Βίκι άνοιξε τα μάτια της για να τον απαλλάξει από το μαγιό του και να θαυμάσει το κορμί του. Ο ερεθισμός του ήταν ολοφάνερος, θρασύς και περήφανος όπως τα πάντα επάνω του. Οι ματιές τους συναντήθηκαν και έβαλαν τα γέλια, γυμνοί και απίστευτα ερεθισμένοι και οι δύο, με μοναδικό μάρτυρα το τεράστιο φεγγάρι από πάνω τους. Ήταν κι οι δυο όρθιοι τώρα και ο Τζακ κινήθηκε αργά προς το μέρος της, ρουφώντας με το βλέμμα του την εικόνα του κορμιού της σαν να ήταν η τελευταία σταγόνα πόσιμου νερού. Ακούμπησε τα χέρια του κτητικά στους γοφούς της και το βαθύ φιλί του της έκοψε την ανάσα. Η Βίκι τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του και κόλλησε στο 83


σώμα του, πόντο πόντο, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Τα σωθικά της έτρεμαν. Αδημονούσε να τον νιώσει μέσα της. Ο σκληρός ανδρισμός του παλλόταν πάνω στην κοιλιά της, βασανίζοντάς τη με υποσχέσεις για την ηδονή που την περίμενε. Και όταν νόμισε ότι δε θα άντεχε άλλο, ο Τζακ την ξάπλωσε στον καναπέ και ήρθε από πάνω της. Χάιδεψε τα μαλλιά της και μουρμούρισε το όνομά της, τη στιγμή που έμπαινε μέσα της. Η Βίκι ανασήκωσε τους γοφούς της, για να τον οδηγήσει πιο βαθιά. «Ω, Τζακ...» Το όνομά του βγήκε απ’ τα χείλη της καθώς τον καλωσόριζε και πάλι στο κορμί και την καρδιά της. Δεν είχε γνωρίσει άλλον άντρα που να τη συγκινεί τόσο. Όλοι οι δεσμοί της δεν ήταν παρά ωχρές απομιμήσεις μετά από εκείνον. Μετά τον Τζακ Ντράμοντ, κάθε άντρας έμοιαζε με ξεθωριασμένη σκιά. Ο Τζακ είχε πάντα την ικανότητα να φτάνει στο βάθος της ύπαρξής της και να την ζωντανεύει. Άφησε ένα παθιασμένο βογκητό, καθώς εκείνος άγγιζε ένα σημείο βαθιά μέσα της που είχε μείνει ανέγγιχτο από την τελευταία φορά που τον είχε δει. Η Βίκι ρίγησε κι ένιωσε να χάνεται σε μια δίνη πάθους που είχε σχεδόν ξεχάσει ότι υπάρχει. Σ’αγαπώ, Τζακ. Οι στοιχειωμένες λέξεις την καταδίωκαν, γεμάτες αναμνήσεις από εκείνη την παθιασμένη περίοδο της ζωής της. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να τον αγαπήσει τώρα. Είχαν περάσει πολλά και ήταν πια δυο διαφορετικοί άνθρωποι. Κι όμως οι λέξεις στριφογύριζαν στο μυαλό της, καθώς οι δυο τους ταλαντεύονταν ρυθμικά σ’ έναν υπνωτικό ρυθμό. *** «Βίκι, Βίκι, Βίκι». Ο Τζακ επανέλαβε το όνομά της με την τελευταία 84


ρανίδα ενέργειας που διέθετε. «Αρχίζω να θυμάμαι γιατί το έβαλα στα πόδια». «Α, ναι;» Η Βίκι στηρίχτηκε στους αγκώνες της. Υγρές, σκούρες τούφες από τα μαλλιά της έπεφταν στο πρόσωπό της, που είχε ήδη αρχίσει να αποκτά ένα χρυσαφένιο χρώμα από τον ήλιο. «Βαρέθηκες κιόλας;» πρόσθεσε, με μια προκλητική λάμψη στα καταπληκτικά βιολετιά μάτια της. «Όχι, δε βαρέθηκα». Του ήταν δύσκολο να σκεφτεί στην κατάσταση που ήταν. Ειδικά με το ψηλόλιγνο σώμα της Βίκι απλωμένο στον καναπέ μπροστά του, με μόνο ρούχο το φεγγαρόφωτο. «Τρομοκρατήθηκα, ίσως». Η Βίκι δεν ήταν σαν τις άλλες γυναίκες. Μόλις έριχνε αυτό το διαπεραστικό βλέμμα πάνω σου ή μόλις γλιστρούσε αυτά τα λεπτά δάχτυλα ανάμεσα στα μαλλιά σου, είχες τελειώσει. Έτσι ένιωθε, τουλάχιστον, ο Τζακ. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είδε το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει. Ήταν λες και το σώμα του ανήκε σε κάποιον άλλο κι εκείνος αιωρούνταν ένα μέτρο ψηλότερα σε μια ομίχλη αισθησιασμού και ερωτικής ευδαιμονίας. Και όλα αυτά χωρίς να αγγίζει καν τη Βίκι τώρα. «Έχεις μαγικές δυνάμεις». Συνάντησε το λαμπερό της βλέμμα. « Μακάρι να ήταν έτσι». «Είναι. Διαφορετικά, πώς κατάφερες να βρεις το ναυάγιο που οι πρόγονοί μου, αλλά και ένα σωρό άλλοι άνθρωποι αναζητούσαν εδώ κι αιώνες; Και σε λιγότερο από μία μέρα». «Απλώς χρειαζόταν μια φρέσκια ματιά». «Η δική σου είναι σίγουρα φρέσκια, αλλά αυτό δεν εξηγεί τις διεισδυτικές σου δυνάμεις». Η Βίκι ύγρανε τα χείλη της, στέλνοντας ένα κύμα πόθου στις λαγάνες του που σχεδόν τον τύφλωσε. «Όταν βλέπεις κάτι κάθε μέρα, δεν το βλέπεις πραγματικά. Κοιμόσουν 85


κάτω από την τοιχογραφία τόσο πολύ καιρό που δεν ήταν παρά μια απλή οροφή για σένα. Εγώ την κοίταξα για λίγο και στάθηκα τυχερή με τον τρόπο που το φως έπεσε πάνω της. Έτσι, μπόρεσα να δω ότι η επιφάνεια ήταν κάπως ανώμαλη. Οι τοιχογραφίες μπορεί να διατηρηθούν περισσότερο κι από χίλια χρόνια, αλλά μόνο εάν ζωγραφιστούν πάνω σε φρέσκο υγρό γύψο. Η δική σου ήταν ξεθωριασμένη και ξεφτισμένη, οπότε σκέφτηκα ότι άξιζε μια δεύτερη ματιά». «Αμφιβάλλω αν οι πειρατές ενδιαφέρονταν για την ποιότητα της δουλειάς. Μπορεί απλώς να είχε γίνει με πρόχειρο τρόπο. Πώς ήξερες ότι υπήρχε και δεύτερος πίνακας από κάτω;» «Θα εκπλαγείς από το πόσο συχνά υπάρχει και δεύτερος πίνακας κάτω απ’ αυτούς που φτάνουν στα χέρια των δημοπρατών και των γκαλερί. Όπως και οι πειρατές, οι καλλιτέχνες ήταν συχνά άφραγκοι βιοπαλαιστές που αναγκάζονταν να δουλέψουν με ό,τι είχαν». Του χαμογέλασε μ’ εκείνο το αισθησιακό χαμόγελο που έκανε το αίμα του να τρέχει πιο γρήγορα στις φλέβες του. «Βέβαια, εμπιστεύτηκα και τη διαίσθησή μου. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να το είχε σκεφτεί, αν κοιτούσε προσεκτικά την τοιχογραφία, αλλά οι πρόγονοί σου ήταν αρκετά έξυπνοι ώστε να την κρύψουν εκεί όπου θα την έβλεπαν μόνο οι πιο στενοί συγγενείς». «Εάν οι πρόγονοί μου περνούσαν τις νύχτες τους με πιο έξυπνες γυναίκες, θα είχαν βρει το πλοίο και το θησαυρό εδώ και πολύ καιρό». «Δε θέλω να σκέφτομαι με ποιες πλάγιαζαν οι πρόγονοί σου». Τα μάτια της άστραψαν πειρακτικά. «Έφυγε κανείς ποτέ για πάντα από το νησί;» «Ο πατέρας μου. Αλλά εξαιτίας των δικαστικών μέτρων, όχι από επιλογή. Είχε ήδη χάσει ό,τι είχε και δεν είχε στον τζόγο, οπότε το νησί ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να διεκδικήσει η μητέρα μου όταν χώρισαν». «Πού ζει τώρα η μητέρα σου;» «Στο Μαϊάμι». Της χαμογέλασε. «Στο Σάουθ Μπιτς, μαζί με τον 86


καινούριο της σύζυγο. Προτιμούν την κοσμική ζωή από ένα κρησφύγετο πειρατών». «Τυχερή. Επέζησε και μπορεί να λέει την ιστορία». «Πράγμα που γεννά το ερώτημα αν θα μπορέσεις να κάνεις το ίδιο». Κάτι άστραψε στα μάτια της. Παρά το σκοτάδι, ο Τζακ το είδε αρκετά καθαρά. Το φεγγάρι ήταν σχεδόν ολόγιομο και ο ουρανός χωρίς το παραμικρό σύννεφο. Η θάλασσα γύρω τους αντανακλούσε τις φωτεινές αχτίδες της σελήνης, λούζοντας και τους δυο με ένα ασημένιο φως που τους έκανε να μοιάζουν με ασπρόμαυρη φωτογραφία. «Μόνο ο καιρός θα δείξει», είπε η Βίκι. Η ερώτησή του την είχε τρομάξει. Ο Τζακ την είδε να σηκώνεται και να ψάχνει για το μαγιό της. Το φόρεσε κι ύστερα τύλιξε μια πετσέτα γύρω της. «Μπορούμε να γυρίσουμε τώρα;» Ο Τζακ έπνιξε τον αναστεναγμό που γεννήθηκε στο στήθος του. Θα ήθελε να μείνει τουλάχιστον μία βδομάδα εδώ μαζί της, χωρίς άλλους ανθρώπους τριγύρω, και τον κόσμο τόσο μικροσκοπικό όσο το φωτάκι που αναβόσβηνε στο κινητό του. «Εάν επιμένετε, κυρία μου». «Επιμένω». Η Βίκι χαμογέλασε. «Τα κορίτσια χρειάζονται να πουδράρουν τη μύτη τους πότε πότε, ξέρεις». Ο Τζακ γέλασε στη σκέψη της Βίκι να πουδράρει τη μύτη της. Αν και μπορεί και να το έκανε -ποιος ξέρει; Σηκώθηκε απρόθυμα, φόρεσε το μαγιό του και κατευθύνθηκε προς τη γέφυρα, παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι ίο κύπελλο -εάν υπήρχε- μπορεί να ήταν πολύ βαθιά στην άμμο ή κρυμμένο στον κοραλλιογενή βράχο. Τότε, θα τους έπαιρνε πάρα πολύ καιρό να το βρουν. *** Κοιμήθηκαν μέχρι αργά στο μεγάλο κρεβάτι των πειρατών προγόνων του Τζακ. Η Βίκι ξύπνησε πρώτη και ανακάθισε απότομα στην 87


ανάμνηση της προηγούμενης μέρας και νύχτας. Εντάξει, είχαν κοιμηθεί μαζί. Τίποτα το σπουδαίο. Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά. Ήταν όμως τέλεια. Κατέβηκε προσεκτικά από το κρεβάτι για να μην τον ξυπνήσει. Με μια γρήγορη ματιά πάνω απ’ τον ώμο της διαπίστωσε ότι ήταν τόσο επικίνδυνα όμορφος όσο θυμόταν. Και, ακόμη χειρότερα, είχε ανοίξει τα μάτια του και την κοιτούσε. «Ανησυχείς μήπως το σκάσω με το θησαυρό;» «Όχι». Ένα αλαζονικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. «Δεν μπορείς να κολυμπήσεις τόσο μακριά». «Ξανακοιμήσου. Θέλω να μείνω μόνη μου». Το είπε χωρίς να τον κοιτάζει και ήλπιζε ότι είχε ακουστεί αυστηρή. Ήθελε λίγο χρόνο για να επεξεργαστεί αυτά που συνέβαιναν. Δεν υπήρχε χειρότερο πράγμα από το να παρασύρεται κανείς από τη ροή γεγονότων που τον είχαν πιάσει απροετοίμαστο και δεν ήξερε πώς να φερθεί. Είχε κάνει ντους πριν πέσει για ύπνο, οπότε πήρε εσώρουχα, ένα φόρεμα, το κινητό της, και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Στο διάδρομο, ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τι νύχτα κι αυτή! Κανείς δεν της έκανε έρωτα όπως ο Τζακ. Τι ήταν τόσο διαφορετικό; Την αγκάλιαζε με τόσο πάθος και αποφασιστικότητα που της ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι δεν την αγαπούσε. Ή μήπως έτσι έκανε με όλες; Απομακρύνθηκε από τον τοίχο και πήγε στην κουζίνα, όπου ήπιε ένα ποτήρι χυμό. Ο Τζακ Ντράμοντ. Πάλι. Είχε πιστέψει πραγματικά ότι θα απέφευγε να κάνει έρωτα μαζί του; Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που είχε ένα σωρό προφυλακτικά στο σκάφος του. Όχι ότι τα χρειαζόταν, γιατί η Βίκι έπαιρνε τις δικές της προφυλάξεις και δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. 88


Όμως, τι θα έκανε με την καρδιά της; Δύο φίλοι είχαν αφήσει μηνύματα στο κινητό της και ρωτούσαν πού ήταν. Δεν είχε πει σε κανένα για την περιπέτειά της στη Φλόριντα. Δεν ήθελε κανένας να ξέρει τίποτα στην περίπτωση που δείλιαζε. Ή αποτύγχανε. Δεκαεπτά αναπάντητες, όλες από το ίδιο νούμερο. Ο Λίο Πάρκερ. Είχε τηλεφωνήσει δεκαεπτά φορές και δεν είχε αφήσει μήνυμα; Νόμιζε ότι δε θα καταλάβαινε η Βίκι πως την κυνηγούσε σαν μανιακός σε ταινία τρόμου; Μόνο που εκείνος δεν ήταν τρομακτικός, αλλά θλιβερός και αξιολύπητος. Στα αυτιά της έφτασε ο ήχος βημάτων που έρχονταν προς το μέρος της. Ένα πούμα σε παγανιά. Καταράστηκε το κορμί της για την άμεση ανταπόκρισή του στην παρουσία του Τζακ Ντράμοντ. Πώς είχε αποκτήσει τόση δύναμη πάνω της, ξανά; Είναι απλώς πόθος. Είναι όμορφος και αρρενωπός και έχεις στερηθεί το σεξ για πάρα πολύ καιρό. Ναι, αυτό ήταν. «Δεν μπορείς να μείνεις μακριά μου;» τον προκάλεσε η Βίκι μόλις ο Τζακ μπήκε στην κουζίνα. Χρειάστηκε απίστευτη προσπάθεια για να κρατήσει τα μάτια της μακριά από το γυμνό, χρυσαφένιο στέρνο του, πράγμα γελοίο αν σκεφτεί κανείς ότι είχε κάθε ευκαιρία να το βαρεθεί χτες στο σκάφος. Μπορεί να ήταν τα μάτια του ειδικού που αναγνώριζαν ένα ωραίο αντικείμενο. «Λεν μπορώ». Η άνεσή του ήταν αξιολάτρευτη και εξοργιστική συνάμα. Ο Τζακ Ντράμοντ δεν ένιωθε ποτέ την ανάγκη να κρυφτεί. «Και σκέφτηκα ότι καλά θα έκανα να σου φτιάξω πρωινό. Δε φαίνεται να ξέρεις να μαγειρεύεις». «Σιχαίνομαι το μαγείρεμα». «Το θυμάμαι. Γι’ αυτό θα σου φτιάξω βάφλες, με παπάγια από την αυλή μου». Το στομάχι της ανταποκρίθηκε με ένα δυνατό γουργουρητό. 89


«Προφανώς, το στομάχι μου συμφωνεί». Το χαμόγελό του έκανε την καρδιά της να σφιχτεί. Ήταν ανάγκη να της φέρεται τόσο καλά; Αλαζόνας, ναι, ανυπόφορος, εντάξει, αλλά κάτω από την ηλιοκαμένη επιφάνεια ο Τζακ Ντράμοντ ήταν πολύ εντάξει τύπος. Εκτός κι αν ήθελες να στηριχτείς πάνω του. Η Βίκι θύμισε στον εαυτό της ότι πάνω απ’ όλα έβαζε την ανεξαρτησία του -την ελευθερία του- και όποιος το ξεχνούσε αυτό έστω και για μια στιγμή, θα το μάθαινε με το δύσκολο τρόπο, αργά ή γρήγορα. Αλλά εκείνη δε θα έκανε ξανά το ίδιο λάθος. *** Πέρασαν τη μέρα στο σκάφος και στο βυθό, σκαλίζοντας την άμμο. Έχοντας καταλήξει ότι υπήρχε σίγουρα ένα πλοίο εκεί κάτω και ότι χρειαζόταν μεγάλη επιχείρηση για να το ξεθάψουν, είχαν αποφασίσει να καλέσουν ενισχύσεις. Ο Τζακ τηλεφώνησε σε μερικούς συνεργάτες και έμεινε σκεφτικός μετά το τελευταίο τηλεφώνημα. «Ο Ντερκ λέει ότι του τηλεφώνησε ο Λου Άαρονς και του ζήτησε να βουτήξει για το ίδιο ναυάγιο». Ένα ασυνήθιστο συνοφρύωμα εμφανίστηκε στο μέτωπό του. «Αδύνατον. Κανείς δεν ξέρει ότι είναι εδώ». «Δεν ήξεραν μέχρι τώρα, αλλά είναι εύκολο να μάθεις τις κινήσεις των άλλων. Μπορεί να μην προσέξαμε κάποιο ελικόπτερο ή ένα παραπάνω σκάφος, την ώρα που ήμαστε στο νερό. Όλοι γνωρίζουν το σκάφος μου, οπότε, αν μένει σ’ ένα σημείο για πολλή ώρα, αρχίζουν να βγάζουν συμπεράσματα». Η Βίκι δάγκωσε το χείλος της. Ήταν δυνατόν να βρει κάποιος το κύπελλο κάτω απ’ τη μύτη τους; Η ίδια είχε σκεφτεί να ζητήσει μερίδιο, αν έβρισκαν χρυσά νομίσματα ή κοσμήματα, και τώρα κινδύνευε να χάσει και την αμοιβή που χρειαζόταν τόσο απεγνωσμένα. «Δεν μπορούμε να κατοχυρώσουμε κάπως το μέρος;» 90


«Φυσικά, αλλά παίρνει καιρό. Κανείς δε θα έρθει να βυθίσει το σκάφος μας, αλλά μπορούν να αρχίσουν να ψάχνουν στην ίδια περιοχή. Στα ναυάγια, τα απομεινάρια σκορπίζονται και μπορεί το κύπελλό σου να βρίσκεται μισό μίλι μακριά. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε την ομάδα μου. Ξέρουν να ανακατεύουν το βυθό και να ψάχνουν γρήγορα. Θα βγούμε στη στεριά να πάρουμε μερικές προμήθειες κι ύστερα μπορούμε να μείνουμε στο νερό μέρα και νύχτα μέχρι να βρούμε αυτά που θέλουμε». Η Βίκι αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που ήθελε ο Τζακ. Δεν ήταν το κύπελλο, αυτό ήταν σίγουρο. Ίσως είχε ενθουσιαστεί που θα έβρισκε τα λάφυρα του προγόνου του. Έπρεπε να παραδεχτεί ότι κι εκείνη είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα. Η προοπτική να αποκαλύψει μερικά σμαράγδια του δέκατου όγδοου αιώνα σχεδόν την έκανε να ξεχνά τις αισθήσεις που είχε ξυπνήσει στο κορμί της η περασμένη νύχτα. Κατευθύνθηκαν προς την τοπική μαρίνα για ανεφοδιασμό και ο Τζακ πήγε στο κατάστημα με ναυτικά είδη για να αγοράσει μερικά ανταλλακτικά που χρειαζόταν. Η Βίκι πήγε στο μπακάλικο και αγόρασε βασικά τρόφιμα και πόσιμο νερό. Μόλις τα είχε φορτώσει στο σκάφος και έβγαινε για να πάει να πάρει έναν καπουτσίνο, όταν άκουσε βήματα στην ξύλινη προβλήτα πίσω της. «Τι έκπληξη». Μια αντρική φωνή με έντονο και απολύτως αναγνωρίσιμο σαρκαστικό τόνο. Ο Λίο Πάρκερ. Η Βίκι γύρισε απότομα, θορυβημένη και ξαφνιασμένη. «Τι κάνεις εδώ;» «Διακοπές. Με τον παλιόφιλο τον Ιάγκο. Τον ξέρεις; Έχει την Βισκάγια Επενδυτική». Η Βίκι ανασήκωσε τους ώμους της. Είχε ακούσει πολλά για τον Κνολ -όλα άσχημα. Πώς θα απέφευγε τώρα τον Λίο; Αυτή τη φορά, αν την καλούσε για δείπνο, θα του έλεγε ένα ξεκάθαρο όχι. «Δεν πήρες τα μηνύματά μου;» Το στενό του μέτωπο συνοφρυώθηκε κάτω από τα καλοχτενισμένα ξανθά μαλλιά που έμοιαζαν με βούρτσα. Η Βίκι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Έχασα το κινητό μου. Αναγκάστηκα να αγοράσω καινούριο». Ήλπιζε ότι δε θα μεγάλωνε η 91


μύτη της σαν του Πινάκιο. Κι αν το πάθαινε, της άξιζε που δεν τον είχε ξεκόψει απ’ την πρώτη στιγμή. «Α, έτσι εξηγείται». Χαμογέλασε μ’ εκείνο το ενοχλητικό άδειο χαμόγελο, που υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι δε θα ξανάβλεπε ποτέ. «Ο Ιάγκο γύρισε στη Νέα Υόρκη για μερικές μέρες, οπότε έχω το σπίτι και το σκάφος του στη διάθεσή μου. Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να βρεθούμε». Η Βίκι κοίταξε γύρω της. Πουθενά ο Τζακ. Το ένστικτό της της έστελνε ένα εκατομμύριο προειδοποιητικά μηνύματα. Αυτός ο τύπος ζούσε στο δικό του κόσμο. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ. Είμαι εδώ μ’ ένα φίλο και είμαστε πολύ απασχολημένοι». Φυσικά δεν μπορούσε να του πει την αλήθεια. Αυτός ο ανόητος θα το ξέρναγε παντού και θα τραβούσε την προσοχή κάθε κυνηγού θησαυρών στις ΕΠΤΑ. «Είμαι σίγουρος ότι μπορείς να βρεις λίγο χρόνο για μένα, Βίκι». Ο τρόπος που είπε το όνομά της έστειλε ένα παγωμένο ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. Τα ξεπλυμένα γαλάζια μάτια του καρφώθηκαν πάνω της με ένα ατσαλένιο βλέμμα που δε θυμόταν να έχει ξαναδεί. «Ξέρω πολύ περισσότερα για σένα απ’ όσα νομίζεις». Η Βίκι πάγωσε. Τι μπορούσε να ξέρει για κείνη αυτός ο αχρείος; Δεν του είχε αποκαλύψει απολύτως τίποτα για τον εαυτό της όσες φορές είχαν συναντηθεί. «Πραγματικά πρέπει να πηγαίνω». Έδειξε το σκάφος απ’ όπου είχε μόλις βγει. Δεν ήθελε καν να του πει όχι πήγαινε να πάρει έναν καφέ, μήπως ο Λίο το εκλάβει ως πρόσκληση. Μα πού ήταν επιτέλους ο Τζακ; Το μαγαζί βρισκόταν στην άλλη άκρη της μαρίνας, μια τεράστια αποθήκη, κι εκείνος ήταν προφανώς ακόμη εκεί μέσα. «Ξέρω για τη χρεοκοπία του πατέρα σου». Η Βίκι ξεροκατάπιε. Ο πατέρας της δεν είχε κηρύξει ποτέ πτώχευση. Η περιπλοκότητα των επενδύσεών του -κι ίσως η έλλειψη νομιμότητας μερικών απ’ αυτές- καθιστούσε αδύνατο κάτι τέτοιο. Ο πατέρας της είχε απλώς φαλιρίσει. Αλλά, αν το έλεγε αυτό στον Λίο, θα επιβεβαίωνε εκείνο που προφανώς ήξερε ήδη: ότι η οικογένειά της κι η ίδια ήταν απένταρες. 92


«Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς». Ο Λίο γέλασε, ένας άσχημος, ανατριχιαστικός ήχος. «Ας μην παίζουμε παιχνίδια, Βίκι. Χρειάζεσαι λεφτά. Εγώ έχω λεφτά. Απολαμβάνουμε την παρέα ο ένας του άλλου και έχουμε πολλά κοινά». Της άπλωσε το αγύμναστο, ασπρουλιάρικο χέρι του. «Ας πάμε κάπου όμορφα να φάμε, να μιλήσουμε και να κάνουμε μερικά σχέδια». Η Βίκι ανατρίχιασε κι ένα κύμα πανικού την πλημμύρισε. «Δε γίνεται να βγω για φαγητό μαζί σου, ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Είμαι αρραβωνιασμένη και πρόκειται να παντρευτώ κάποιον άλλον». Το είπε δυνατά και αποφασιστικά. Και αμέσως μόλις τελείωσε τη φράση της, είδε τον Τζακ να βγαίνει από ένα κόκκινο σκάφος, λίγα μέτρα μακριά της.

93


7

Η ΒΙΚΙ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ πού να κοιτάξει. Ήθελε ν’ ανοίξει η γη και να την καταπιεί. Πόσα είχε ακούσει ο Τζακ από τη συζήτηση με τον Λίο; Καλύτερα να πέθαινε παρά να μάθαινε ο Τζακ ότι ήταν αδέκαρη. Θα τη λυπόταν, και αυτό ήταν χειρότερο κι απ’ το θάνατο. Όμως, προφανώς είχε ακούσει την τελευταία φράση της, επειδή πλησίασε προς το μέρος τους και πέρασε κτητικά το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της. «Όλα εντάξει, άγγελέ μου;» Η περίεργη, τρυφερή προσφώνηση την ξάφνιασε. «Α, ναι. Ετοιμαζόμουν να γυρίσω στο σκάφος». Θα έπρεπε να τους συστήσει, αλλά, επειδή προφανέστατα ο Λίο δεν έστεκε στα καλά του, μπορεί να το εκλάμβανε ως ευκαιρία για να αυτοπροσκληθεί για φαγητό. Η αγένεια έμοιαζε καλύτερη επιλογή. «Τζακ Ντράμοντ». Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του προς τη μεριά του άλλου άντρα. Προφανώς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην περιέργειά του. «Είσαι φίλος της αρραβωνιαστικιάς μου;» Έσφιξε τη μέση της λίγο περισσότερο στην τελευταία φράση. Η Βίκι ένιωσε το αίμα να βάφει τα μάγουλά της -και αυτό δε συνέβαινε συχνά. «Είμαστε φίλοι. Δεν είχα ιδέα ότι είναι αρραβωνιασμένη». Ο Λίο έμοιαζε αναστατωμένος και προφανώς αναρωτιόταν γιατί δεν του το είχε πει η Βίκι νωρίτερα. Το βλέμμα του Τζακ καρφώθηκε στο προφίλ της. «Ήταν πολύ ξαφνικό. Δεν έχουμε αγοράσει καν βέρες ακόμη. Αγαπιόμαστε χρόνια, φυσικά». Ο Τζακ δεν έκρυβε τον πειρακτικό τόνο απ’ τη φωνή του. «Η Βίκι ήρθε εδώ για να ζήσουμε μαζί στο σκάφος μου». 94


Εάν δεν την ενδιέφερε να μην αποκαλυφθεί, θα τον χαστούκιζε και θα του έλεγε ότι προτιμούσε να ζήσει σε μια σκηνή στην έρημο παρά σε σκάφος μαζί του. Αντί γι’ αστό όμως είπε: «Πάντα μου άρεσε η θάλασσα». Κατάφερε να χαμογελάσει. Μπορούσε να νιώσει τον Τζακ να προσπαθεί να πνίξει τα γέλια του, καθώς ήταν κολλημένος στο πλευρό της. «Λοιπόν, καλή μου, καλύτερα να γυρίσουμε στο σκάφος για να ετοιμάσεις τίποτα να φάμε». Την έσφιξε πάλι κι εκείνη κατέπνιξε την επιθυμία να τον ρίξει στο νερό. «Χάρηκα που σας γνώρισα, κύριε...;» Ο Λίο προφανώς συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καταφέρει να συστηθεί. «Πάρκερ. Λίο Πάρκερ». Η φωνή του ακουγόταν κάπως τρεμουλιαστή. Τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου όπως τα είχε σχεδιάσει, ευτυχώς για κείνη. Και ο Τζακ επέμενε να μάθει το όνομά του. Ήταν δυνατόν να ζηλεύει; Αυτή η σκέψη τής έφτιαξε κάπως τη διάθεση. Ο Λίο Πάρκερ απομακρύνθηκε και η Βίκι άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης καθώς ο Τζακ τη συνόδευε πίσω στο σκάφος. Μόλις ανέβηκαν, εκείνη γύρισε για να σιγουρευτεί ότι ο Λίο δεν ήταν ακόμη εκεί. Τον είδε να σκαρφαλώνει σ’ ένα τεράστιο τζιπ στο πάρκινγκ της μαρίνας. «Ε, δεν κατάφερα τελικά να πάρω τον καφέ μου». «Αυτός ο τύπος δεν είχε ιδέα ότι είμαστε αρραβωνιασμένοι», της είπε ο Τζακ με τα μάτια του ν’ αστράφτουν κεφάτα. «Το περίεργο είναι ότι ούτε εγώ το ήξερα». «Αυτός ο τύπος είναι τσιμπούρι. Προσπαθούσα να τον ξεφορτωθώ». Μήπως είχε ακούσει και την κουβέντα για τη χρεοκοπία του πατέρα της; Δεν είχε πάντως σκοπό να τον ρωτήσει. «Ελπίζω να μη με ακολούθησε μέχρι εδώ». «Πώς θα μπορούσε να ξέρει πού να σε βρει;» Η Βίκι ανασήκωσε τους ώμους της. «Παίρνω εδώ την αλληλογραφία μου. Και η Κάθριν Ντράμοντ προφανώς κατάλαβε ότι θα ερχόμουν, αφού σου το είπε. Κι εσύ με βρήκες πολύ εύκολα». Έριξε μια ματιά πάνω απ’ τον ώμο της. Το τζιπ παρέμενε στο πάρκινγκ. Μπορεί ο Λίο 95


Πάρκερ να ήταν ακόμη μέσα και να τους παρακολουθούσε. Ρίγησε. «Μπορεί να μου έβαλε κοριό την τελευταία φορά που έκανα την ανοησία και δέχτηκα να βγω μαζί του για φαγητό». Ο Τζακ δε φαινόταν να ζηλεύει καθόλου. Μπορεί να σκεφτόταν ότι ήταν πολύ μόνη και απελπισμένη για να βγαίνει με τύπους σαν τον Λίο Πάρκερ. Είχε δίκιο φυσικά, αλλά η Βίκι δεν ήθελε εκείνος να το ξέρει αυτό. «Υποθέτω ότι, αν δεν πάρει το μήνυμα, θα πρέπει να υπερασπιστώ την αρετή σου», είπε ο Τζακ κι έβαλε μπροστά τη μηχανή, ενώ φαινόταν να βρίσκει την ιδέα διασκεδαστική. «Σ’ ευχαριστώ για τη συμπαράσταση. Μένει με τον Ιάγκο Κνολ, οπότε δε θα πάει πουθενά προς το παρόν». «Γιατί βγήκες μαζί του;» «Δεν ήξερα ότι θα μου γινόταν τσιμπούρι». «Υποθέτω ότι αυτό είναι δύσκολο να το προβλέψεις». Απομακρύνθηκαν από τη μαρίνα. Η καθησυχαστική παρουσία του Τζακ την έκανε να νιώθει ασφάλεια, καθώς έριχνε μια τελευταία ματιά στη μαρίνα. Το τζιπ ήταν ακόμη εκεί. «Αλλά δε φαίνεται να είναι ο τύπος σου», συνέχισε ο Τζακ. «Και ποιος ακριβώς είναι ο τύπος μου;» Η Βίκι σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της. Η εξοργιστική αλαζονεία του Τζακ αποτελούσε έναν καλό αντιπερισπασμό. «Εγώ, φυσικά». Τον έβλεπε απ’ το πλάι, αλλά μπόρεσε να διακρίνει το χαμόγελο στο πρόσωπό του. «Είσαι πολύ σίγουρος για τον εαυτό σου». «Υποθέτω ότι είναι ένα από τα πράγματα που σου αρέσουν σ’ εμένα». Δε γύρισε για να δει την έκφρασή της. Δε χρειαζόταν. Ήξερε χωρίς αμφιβολία ότι θα ήταν έξαλλη. «Μην το παίρνεις πάνω σου. Εμένα μ’ ενδιαφέρει μόνο το κορμί σου». «Και οι παγκοσμίως διάσημες ανιχνευτικές ικανότητές μου». «Α, ναι, κι αυτό. Θα γυρίσουμε απόψε στην περιοχή του ναυαγίου;» 96


«Όχι. Νωρίς αύριο το πρωί, θα συναντήσουμε εδώ το πλήρωμα και θα πάμε όλοι μαζί. Θα γνωρίσεις τα παιδιά». «Τέλεια. Και θα με συστήσεις ως αρραβωνιαστικιά σου;» Το πηγαίο γέλιο του της έδωσε την απάντηση που ήθελε. *** Στο κρεβάτι, εκείνο το βράδυ, η Βίκι έπαιξε με την προοπτική να απορρίψει τον Τζακ πριν την απορρίψει εκείνος. Προφανώς, η ιδέα του αρραβώνα τους ήταν τόσο γελοία -και ήταν πράγματι- κι άρα η σχέση τους είχε μια ημερομηνία λήξης που πλησίαζε γρήγορα. Κάποιος θα παρατούσε κάποιον κι αυτή τη φορά η Βίκι ήταν αποφασισμένη να μη βρεθεί στη μειονεκτική θέση. Αλλά, όταν το δυνατό του χέρι τυλίχτηκε στη μέση της, ένα πνιχτό κύμα πόθου ξεδιπλώθηκε μέσα της και η αποφασιστικότητα της εξανεμίστηκε. Γιατί να αρνηθεί στον εαυτό της την απλή και υγιή ευχαρίστηση του να κάνει καυτό σεξ με τον καλύτερο εραστή που είχε γνωρίσει ποτέ; Επειδή απολάμβανε το σεξ μαζί του, δε σήμαινε ότι τον ερωτευόταν κιόλας. Μπορούσε να απολαύσει τις ηδονές της σάρκας κι ύστερα να φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω. Σωστά; Εκείνη η νύχτα έκρυβε μερικές επικίνδυνες στιγμές, όπως, για παράδειγμα, μετά τον τρίτο οργασμό της, όταν το μυαλό της άρχισε να παίζει παιχνίδια και να φαντάζεται ότι ζούσε για πάντα ευτυχισμένη με τον Τζακ. Κι ύστερα, πάλι, όταν αποκοιμήθηκε στην ασφαλή, τεράστια αγκαλιά του. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, η Βίκι δεν ένιωθε ότι έπρεπε να παλέψει τους πάντες και τα πάντα, ούτε να ανησυχεί για το τι θα φέρει το αύριο. Ο Τζακ ήταν εκεί και θα φρόντιζε για όλα. Το εξειδικευμένο πλήρωμά του θα βουτούσε με τον υπερσύγχρονο εξοπλισμό του, ενώ εκείνη θα απολάμβανε το ποτό της στο κατάστρωμα χαζεύοντας τους γλάρους πάνω απ’ το κεφάλι της. Θα έμενε στο σκάφος, πιθανότατα χωρίς σήμα στο κινητό της και χωρίς 97


ραντεβού ή σχέδια ή πλούσιους να κολακεύει. Πράγμα που φαινόταν ιδανικό.

*** Το πλήρωμα του Τζακ αποτελούνταν από τέσσερις άντρες ηλικίας από είκοσι μέχρι εξήντα χρονών. Όλοι φαίνονταν ενθουσιασμένοι και χαρούμενοι που ήταν εκεί. Ο Τζακ απέδωσε στη Βίκι τα εύσημα για την ανεύρεση του ναυαγίου και της συμπεριφερόταν σαν ισότιμο μέλος του πληρώματος, πράγμα που θα έπρεπε να την ανακουφίζει και να τη χαροποιεί. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βρει το κύπελλο και να πάρει την αμοιβή. Σωστά; Κατευθύνθηκαν προς το ναυάγιο με δύο σκάφη και, όταν έφτασαν εκεί, έδεσαν το μικρότερο και μαζεύτηκαν στο σκάφος του Τζακ, να ετοιμαστούν για την κατάδυση. Ήταν όλοι στο κατάστρωμα και έλεγχαν τον εξοπλισμό, όταν εκείνος την πλησίασε από πίσω, τύλιξε τα χέρια του γύρω απ’ τη μέση της και τη φίλησε στο μάγουλο. Η Βίκι άφησε μια μικρή κραυγή διαμαρτυρίας. Οποιοσδήποτε από τους άλλους άντρες θα μπορούσε απλά να σηκώσει το κεφάλι του και να τους δει. Ντροπή την πλημμύρισε, ανάμεικτη με αγανάκτηση. Έκανε επίδειξη ο Τζακ; Τους αποδείκνυε ότι μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε, κουνώντας το μικρό του δαχτυλάκι; Αλλά κανείς δεν τους έδωσε σημασία. Μπορεί ο Τζακ να συνήθιζε να φέρνει γυναίκες για γούρι στα κυνήγια θησαυρού, σαν τις γοργόνες στην πλώρη των καραβιών. Η Βίκι αισθάνθηκε την επιθυμία να τον χαστουκίσει, επειδή δε φρόντιζε να τηρεί τα προσχήματα και να δείχνει στους συνεργάτες του ότι δεν ήταν άλλη μια αξιολύπητη γυναικούλα που της έτρεχαν τα σάλια για τον Τζακ Ντράμοντ. Αντί γι’ αυτό, κατέληξε να λιώνει στο άγγιγμα των χειλιών του στο μάγουλό της και στο ζεστό αγκάλιασμά του. Και όταν του αντιγύρισε το φιλί του, έκλεισε τα μάτια της και ξέχασε τους άλλους γύρω της, τη θάλασσα, τον ήλιο, το βυθισμένο ναυάγιο, το χαμένο κύπελλο και τον 98


Λίο Πάρκερ. Τίποτα δεν υπήρχε εκτός από κείνη και τον Τζακ, κλειδωμένους σε μια αγκαλιά, να φιλούν ο ένας τον άλλο σαν να ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκαναν στη ζωή τους. Ο Τζακ αποτραβήχτηκε πρώτος, αφήνοντας τη Βίκι ξαφνιασμένη και ξέπνοη στο έντονο φως του ήλιου. Εκείνη πισωπάτησε υπερβολικά γρήγορα, παραπάτησε πάνω στη μπουκάλα με το οξυγόνο και χρειάστηκε να πιαστεί από το μπράτσο του για να μην πέσει. «Θα βουτήξεις;» Η απότομη ερώτησή του αγνοούσε όσα είχαν μόλις γίνει. «Φυσικά». Η Βίκι δεν ήθελε να είναι η μασκότ που καθόταν στο κατάστρωμα περιμένοντας τους άντρες να γυρίσουν. Προσπάθησε να μην κοιτάζει τον Τζακ όση ώρα έλεγχε τον εξοπλισμό της πριν τον φορέσει. Εκείνος είχε πάει στην άλλη άκρη του σκάφους και συζητούσε κάποιες λεπτομέρειες για τη χαρτογράφηση του ναυαγίου με έναν από τους συνεργάτες του. Καλύτερα να μείνει απασχολημένη κάτω απ’ το νερό παρά να κάθεται εδώ πάνω και να ονειροπολεί για έναν άντρα που είχε αποδεδειγμένα την ικανότητα να της ραγίζει την καρδιά. Η κατάδυση διήρκεσε όλη μέρα, με ένα μικρό διάλειμμα για ένα πρόχειρο γεύμα. Όλοι ήταν εμφανέστατα ενθουσιασμένοι με το ναυάγιο. Ο Μελ ήταν ο μεγαλύτερος, με πολλά χρόνια εμπειρίας στο επαγγελματικό ψάρεμα πριν ανακατευτεί με το κυνήγι θησαυρών. Με γκρίζα μαλλιά αλλά με γυμνασμένο σώμα που θα ζήλευαν και νεαροί, έβρισκε μια αστεία πλευρά στα πάντα. Ο πρόσχαρος Γκρεγκ τους ζάλιζε με ιστορίες από ένα πρόσφατο ταξίδι -για υποβρύχιο ψάρεμα στις Μπαχάμες, με ένα διάσημο μουσικό παραγωγό και τη γυναίκα του, που ήταν διάσημο μοντέλο και θεωρούσε το ψάρεμα φόνο. Ο Δούκα ήταν ένας όμορφος Ιταλός με έντονη προφορά που φλέρταρε συνέχεια και που θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν αντιπερισπασμός, αν η Βίκι δεν ήταν ήδη στα όριά της. Τέλος, ο Ίθαν ήταν ένας ενθουσιώδης φοιτητής που θεωρούσε τα μηχανήματα σαν το πιο φοβερό πράγμα στον κόσμο. Και όλοι συμπεριφέρονταν στον Τζακ με τόσο σεβασμό που θα ήταν εντυπωσιακό, αν δεν ήταν τόσο ενοχλητικό. «Η Βίκι είναι το γούρι μου». Ο Τζακ της χαμογέλασε πάνω από το 99


πιάτο του. «Νομίζω ότι το ναυάγιο την περίμενε να έρθει για να αποκαλυφθεί». «Και τα πλοία έχουν αισθήματα». Ο Μελ της χαμογέλασε. «Ρώτα όποιον ναυτικό θες και θα σου το επιβεβαιώσει. Και τώρα αποκαλύπτεται για να μας υποδεχτεί». Είχαν καθαρίσει ακόμη περισσότερη άμμο και είχαν βρει το ναυάγιο σε εκπληκτικά καλή κατάσταση. «Σχεδόν σαν την ωραία κοιμωμένη που περίμενε τριακόσια χρόνια μέχρι να έρθουμε εμείς να την ξυπνήσουμε». «Η Βίκι ενδιαφέρεται κυρίως για ένα κομμάτι από ένα οικογενειακό κειμήλιο, που χάθηκε με το ναυάγιο. Τουλάχιστον, έτσι ελπίζουμε. Μπορεί να είναι και σε κανένα ράφι μπαρ στη Τζαμάικα». Ο Τζακ της έκλεισε το μάτι. «Αλλά, ακόμη κι αν δεν το βρούμε αυτό, θα ανταμειφθούμε για τη δουλειά». Έδειξε προς τους πλαστικούς κουβάδες που ήταν ήδη γεμάτοι αντικείμενα που είχαν ανασύρει από το καράβι. Προς το παρόν έμοιαζαν περισσότερο με απροσδιόριστες πέτρες, κολλημένες με κοράλλια και ένας Θεός ήξερε τι άλλο. Όμως η Βίκι τους είχε ακούσει να αναφωνούν με ενθουσιασμό μπροστά σε νομίσματα, αγκράφες και όπλα, οπότε πιθανότατα να υπήρχαν και σμαραγδένια δαχτυλίδια, μαργαριταρένιες χτένες και πολλοί άλλοι θησαυροί μέσα στο ναυάγιο. «Είμαστε τυχεροί που ήρθαμε τόσο γρήγορα. Κοίτα ποιος άλλος έχει έρθει». Ο Γκρεγκ έδειξε με το κεφάλι του προς το βορρά, όπου διακρινόταν ένα τεράστιο άσπρο σκάφος. Ο Μελ γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. «Ο Λου Άαρονς. Πάντα ένα βήμα πίσω. Ορκίζομαι ότι αυτός ο τύπος απλά παρακολουθεί πού πηγαίνει το σκάφος του Τζακ κι αρχίζει να ψάχνει εκεί γύρω». «Άσ’ τον να πάρει τα αποφάγια μας». Ο Τζακ χαμογέλασε και ήπιε λίγο παγωμένο τσάι. «Δεν υπάρχει λόγος να είμαστε άπληστοι όταν έχουμε τέτοια λεία στα χέρια μας. Αρκεί μόνο να μην πάρει το κύπελλο της Βίκι». Έριξε μια ματιά προς το μέρος της κι εκείνη ένιωσε να λιώνει. Είχε αρχίσει ήδη να σκέφτεται την αποψινή νύχτα και όλα αυτά που θα βίωνε στην ησυχία της κρεβατοκάμαράς τους. Αλλά προσπάθησε να 100


φανεί ήρεμη και συγκεντρωμένη. «Και μην ξεχνάτε ότι πιθανότατα δε μοιάζει με κύπελλο», εξήγησε στους άντρες. «Μπορεί να είναι μόνο η βάση του. Οπότε οτιδήποτε μεταλλικό βρείτε σας παρακαλώ να μου το δείξετε, ακόμη κι αν μοιάζει τελείως άχρηστο». Συμφώνησαν όλοι και ο Μελ άρχισε να λέει μια ιστορία για ένα στραβωμένο μεταλλικό παλιόπραγμα που είχε βρει και τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν κομμάτι από ενδυμασία της εποχής των Ίνκας, φτιαγμένο από μισό κιλό καθαρό χρυσάφι. Βουτούσαν όλο το απόγευμα και είχαν γεμίσει δέκα μεγάλες πλαστικές κούτες με ευρήματα, πριν αποφασίσουν να σταματήσουν λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα. Ο Ίθαν θα κοιμόταν στο σκάφος το βράδυ, ενώ οι υπόλοιποι θα επέστρεφαν στην ακτή. Ο Τζακ και η Βίκι άφησαν τους άλλους τρεις στη μαρίνα και γύρισαν στο νησί, κουβαλώντας μαζί και τα λάφυρα. Παρ’ ότι το σώμα της ήταν κουρασμένο μετά από την πολύωρη κατάδυση, ήταν ανυπόμονη να εξετάσει τα αντικείμενα που είχαν ανασύρει από το ναυάγιο. Ακόμη και η προοπτική άλλης μιας νύχτας στο κρεβάτι του Τζακ ωχριούσε μπροστά στο μυστηριώδη θησαυρό που περιείχαν οι πλαστικές λεκάνες. «Πρέπει να τα διατηρήσουμε στο νερό. Δεν πρέπει να εκτεθούν στο οξυγόνο του αέρα πριν δούμε τι ακριβώς είναι». «Μάλιστα, καπετάνιε». «Αρχίζω να πιστεύω ότι είσαι μισή γοργόνα. Δεν έχεις κανένα πρόβλημα να βουτάς για ώρες μ’ εμάς που είμαστε επαγγελματίες. Και τι απέγινε η ναυτία που σ’ έπιανε;» Η Βίκι ανασήκωσε τους ώμους της. «Πρέπει να παραδεχτώ ότι διασκεδάζω. Είναι πολύ διαφορετικά από τους θορυβώδεις δρόμους του Μανχάταν». Έπιασε κάτι που έμοιαζε με μπάλα από τσιμέντο, με μεταλλικά εξογκώματα. «Πώς καταλαβαίνεις τι μπορεί να είναι;» «Συνήθως χρησιμοποιούμε σμίλη ή ακτίνες X, ανάλογα με το πόσο ευαίσθητο και πιθανώς πολύτιμο είναι το αντικείμενο. Σ’ αυτή την περίπτωση ψηφίζω ακτίνες X». 101


Το μηχάνημα με τις ακτίνες X ήταν φορητό και ο Τζακ το έστησε σαν κάμερα για να εστιάσει στο εκάστοτε αντικείμενο που θα τοποθετούσαν πάνω σε μια γυάλινη επιφάνεια, στο σαλόνι του. Η Βίκι σχεδόν έτρεμε από ενθουσιασμό, καθώς ακουμπούσε το πρώτο αντικείμενο πάνω στο τραπέζι. «Ποιο είναι το πιο περίεργο πράγμα που έχεις βρει;» τον ρώτησε. Ο Τζακ κράτησε το μηχάνημα των ακτινών X, ενώ εκείνη απομακρύνθηκε από το αντικείμενο για να μην εμποδίζει τη λήψη. «Μια χρυσή οδοντοστοιχία μέσα σ’ ένα κρανίο». «Ωχ! Δεν έπρεπε να ρωτήσω. Φαντάζομαι ότι ήταν της μόδας τότε». «Μάλλον τα χρυσά άντεχαν περισσότερο από τα πιο συνηθισμένα ξύλινα δόντια». Άφησε το μηχάνημα και κοίταξε το μόνιτορ. «Χμμ». «Τι;» Η Βίκι τον πλησίασε για να δει. Μερικά μακριά κυματιστά σχήματα προεξείχαν από το φόντο. Διέκρινε και μερικές καμπύλες μάζες επίσης. «Ίσως να είναι μαχαίρια. Κι αυτό μοιάζει με κούπα. Πιθανόν να βρήκαμε την κουζίνα του καραβιού». «Μπορεί να είναι καλό μέρος για τη φύλαξη ενός παλιού κειμηλίου», παρατήρησε η Βίκι. «Μακάρι να ήταν έτσι εύκολο». Ο Τζακ γέλασε. «Σίγουρα υπάρχουν μερικά ενδιαφέροντα πράγματα εδώ, οπότε είναι η ώρα για τη σμίλη. Αλλά αυτό θα το κάνουμε αργότερα». Έφαγαν ψητό ψάρι που είχε ετοιμάσει η οικονόμος του Τζακ και μετά εξέτασαν με τις ακτίνες X ακόμη μερικά ευρήματα. Ένα περιείχε μικρά στρογγυλά σχήματα που ο Τζακ αναγνώρισε ως νομίσματα, αλλά δε φαινόταν ανυπόμονος να τα απεγκλωβίσει από το περίβλημά τους. Ίσως να μην τον ενθουσίαζαν καν πια τα παλιά νομίσματα. Ίσως να θεωρούσε ότι είχε αρκετά. Υπήρχαν και άλλα πολλά σχήματα που έμοιαζαν με κομμάτι από κύπελλο, γεγονός που ήταν είτε ενθαρρυντικό, είτε ακριβώς το αντίθετο, ανάλογα με το πώς το έβλεπε κανείς. Και καθώς πλησίαζαν μεσάνυχτα, η Βίκι έπιασε τον εαυτό της να 102


ανυπομονεί για την επόμενη δραστηριότητα που είχε το πρόγραμμα: άλλη μια νύχτα με τον Τζακ.

*** «Νομίζω ότι πρέπει να πάμε για ύπνο». Η φωνή της Βίκι έκανε τον Τζακ να υψώσει το βλέμμα του απ’ το μόνιτορ. «Είναι αργά;» Έχανε την αίσθηση του χρόνου όταν εξέταζε ένα νέο ναυάγιο. Η αδρεναλίνη της ανακάλυψης μπορούσε να τον κρατήσει ξύπνιο για μέρες. «Για τους περισσότερους ανθρώπους, ναι». Δε φαινόταν κουρασμένη. Φαινόταν απλά πανέμορφη. «Θα πάω να ξαπλώσω». «Εντάξει». Ο Τζακ ρύθμισε τη φωτεινότητα στο μόνιτορ. Κάτι εκεί ήταν ασυνήθιστο. Λεπτεπίλεπτο και με πολλές πλευρές -κάποιο κόσμημα ίσως. Πολύ νωρίς για να πει, αλλά... Μπορεί να προσπαθούσε να το καθαρίσει με τη σμίλη αυτό. «Δε θα έρθεις;» Η Βίκι στάθηκε στην πόρτα. Φορούσε ένα λεπτό μπλουζάκι και ένα προκλητικό μαύρο εσώρουχο. «Σε λίγο». Το μυστηριώδες αντικείμενο είχε αιχμαλωτίσει την προσοχή του. Ο χρυσός ξεχώριζε στο μόνιτορ. Τουλάχιστον, εκείνος μπορούσε να τον διακρίνει. Ήταν πιο λείος, πιο ελαφρύς από το ασήμι. Μπορούσε να τον εντοπίσει σχεδόν ενστικτωδώς. «Μπορεί να νιώσω μοναξιά». Η σιγανή φωνή της τον έκανε να πάρει το βλέμμα του από την οθόνη. Η Βίκι τον καλούσε στο κρεβάτι. Αυτό ήταν καινούριο. Μέχρι στιγμής, εκείνος τη φλέρταρε και την πολιορκούσε -κάτι που άξιζε και με το παραπάνω-, αλλά είχε έρθει η σειρά του να αποπλανηθεί. «Σ’ αυτή την περίπτωση, καλύτερα να έρθω μαζί σου». Ο Τζακ έκλεισε το μηχάνημα και την ακολούθησε στο διάδρομο. Οι λεπτοί γοφοί της λικνίζονταν με τρόπο που έκανε το αίμα του να φουντώνει. Ακόμη και ο αρχαίος χρυσός ωχριούσε μπροστά στο θέαμα 103


του καλλίγραμμου κορμιού μιας γυναίκας που κατευθυνόταν προς την κρεβατοκάμαρά του. Και τι γυναίκα! Είχε ελέγξει ο ίδιος τον εξοπλισμό της για να σιγουρευτεί ότι ήταν εντάξει, αλλά αποδείχτηκε περιττό. Η Βίκι μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό της. Είχε ταιριάξει τέλεια με τα παιδιά και βουτούσε σαν επαγγελματίας, χωρίς παράπονα και με ενθουσιασμό που ανταγωνιζόταν το δικό του. Εκτός από όμορφη, ήταν έξυπνη, εύστροφη και με χιούμορ. Ο Τζακ απολάμβανε ακόμη και τις φαρμακερές ματιές της και την κοφτερή της γλώσσα. Μάλιστα τα απολάμβανε περισσότερο από τις ξελιγωμένες ματιές και τα ψεύτικα νιαουρίσματα των περισσότερων γυναικών που τον πλεύριζαν στα μπαρ και τον ικέτευαν να τους πει ιστορίες από τις εξερευνήσεις του. Βίκι, Βίκι, Βίκι. Την ακολούθησε στην κρεβατοκάμαρα και σταμάτησε για να απολαύσει τη θέα, καθώς εκείνη έβγαζε την μπλούζα της. Το μαύρο εσώρουχο ήταν μικροσκοπικό, με ένα σχέδιο που αποκάλυπτε περισσότερα απ’ όσα έκρυβε. Εάν είχε σχεδιαστεί με στόχο να κόβει τη μιλιά των αντρών, τον είχε πετύχει. Η Βίκι σκαρφάλωσε στο ψηλό κρεβάτι -μια κίνηση που έστειλε το αίμα κατευθείαν στις λαγάνες του- και ξάπλωσε με μάτια μισόκλειστα και έκφραση γεμάτη αισθησιασμό. Ο Τζακ έβγαλε βιαστικά το τζιν και το μπλουζάκι του και διέσχισε το δωμάτιο με κορμί που παλλόταν από ανυπομονησία. Φίλησε τα χείλη της απαλά κι ύστερα πιο άγρια, μέχρι που την άκουσε να βογκά. Χάιδεψε το κορμί της με το στόμα του, εναποθέτοντας φιλιά στο στήθος και το στομάχι της, κι ύστερα γεύτηκε με τη γλώσσα του το κέντρο της θηλυκότητάς της ώσπου το ένιωσε να πάλλεται με προσμονή. Ο ερεθισμός του ήταν σχεδόν αβάσταχτος. Τα επίπεδα της διέγερσής του θα μπορούσαν κάλλιστα να μετρηθούν σε βαθμούς Φαρενάιτ. Κι όταν, επιτέλους, επέτρεψε στον εαυτό του να μπει μέσα της, η Βίκι τον 104


υποδέχτηκε με ανυπομονησία, φιλώντας τον με πάθος και με μάτια κλειστά. Ο Τζακ κινήθηκε μέσα της και την άκουσε να λέει τ’ όνομά του ξανά και ξανά, σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν πράγματι μαζί του. Ο Τζακ όμως δεν χρειαζόταν να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν με τη Βίκι, την πιο όμορφη, γοητευτική και ενδιαφέρουσα γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ. Ένα κομμάτι του ντρεπόταν που είχε φοβηθεί τη δύναμη και το πάθος της πριν από έξι χρόνια. Η Βίκι ήταν μια δύναμη της φύσης, ένας τυφώνας που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Ή τουλάχιστον, έτσι ήταν τότε. Τώρα ήταν πιο σιωπηλή, πιο ψύχραιμη, πιο διακριτική. Αλλά όχι λιγότερο δυνατή. Έμοιαζε με παλίρροια κρυμμένη κάτω από την επιφάνεια, σιωπηλή και αόρατη μέχρι να φουσκώσει το κύμα στον ορίζοντα. Οι σκέψεις αυτές στριφογύριζαν στο μυαλό του, καθώς τα κορμιά τους στριφογύριζαν στο κρεβάτι. Τη φοβόταν τότε -αν και προτιμούσε να πεθάνει παρά να το παραδεχτεί. Ήταν τόσο σίγουρη για τον εαυτό της και για τη δύναμη που ασκούσε στους άντρες. Η αυτοπεποίθησή της -η αλαζονεία της- ήταν βασικό κομμάτι της γοητείας της. Κανείς δεν τολμούσε να διαφωνήσει μαζί της, γιατί ήξερε ότι θα χάσει. Το παιχνίδι με τη Βίκι ήταν σαν παιχνίδι με μια μικρή τίγρη ή με τη φωτιά -ποτέ δεν ήξερες πότε θα στραφεί εναντίον σου και θα σε κατασπαράξει. Γί’ αυτό κι εκείνος είχε φερθεί σαν δειλός και είχε τρέξει να σωθεί βάζοντάς το στα πόδια. Είχε προσπαθήσει να ξεχαστεί στην αγκαλιά άλλων γυναικών. Είχε προσπαθήσει να ξεχαστεί με τη δουλειά και τα ταξίδια. Για πολύ καιρό πίστευε ότι την είχε ξεπεράσει. Κι ύστερα έμαθε ότι είχε έρθει στη Φλόριντα και ήθελε τόσο να τη δει που εντόπισε σε ποιο ξενοδοχείο θα έμενε. Κι η Βίκι είχε εισβάλει στη ζωή του σαν δυνατός σιρόκος για να την αναποδογυρίσει και να του θυμίσει γιατί τη φοβόταν τόσο πολύ. Γιατί είχε γυρίσει, όμως; Η δικαιολογία για το κύπελλο και την είσπραξη της αμοιβής είχε νόημα μόνο αν η Βίκι είχε ξεμείνει από λεφτά. Το οποίο ήταν δύσκολο να το φανταστεί. Η γλώσσα της χάιδεψε το αυτί του κι εκείνος βόγκηξε από ηδονή και 105


μπήκε πιο βαθιά μέσα της, στριφογυρίζοντας έτσι ώστε να βρεθεί εκείνη από πάνω. Αν ήταν η ανάγκη για χρήμα που είχε οδηγήσει τη Βίκι πίσω στη ζωή του, σίγουρα δεν ήταν αυτός ο λόγος που είχε γυρίσει στο κρεβάτι του. Τον ήθελε εξίσου καυτά και παθιασμένα όσο κι ο ίδιος και δεν ντρεπόταν να το δείξει. Ο Τζακ γύρισε για να βρεθεί και πάλι από πάνω και φίλησε με πάθος το πρόσωπό της, ανάμεσα στα νωπά μαλλιά της, απολαμβάνοντας τη θηλυκή μυρωδιά της. Αυτή η γυναίκα τον τρέλαινε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Επιτάχυνε το ρυθμό του μέχρι που ένιωσε τον οργασμό της να ξεσπά σαν καταιγίδα. Κι αφέθηκε να παρασυρθεί κι εκείνος από τα κύματα της δικής του ηδονής που είχε συσσωρευτεί μέσα του. Έπεσαν αγκαλιά στα μαξιλάρια, λαχανιασμένοι και ιδρωμένοι. Ένιωθε τόσο όμορφα με τη Βίκι στην αγκαλιά του! Άνοιξε τα μάτια του για να δει τη ζωγραφιά που η Βίκι είχε ανακαλύψει. Κοιμόταν από κάτω χρόνια ολόκληρα, χωρίς να έχει ιδέα ότι βρισκόταν εκεί, όπως ακριβώς ζούσε σαν υπνοβάτης χωρίς εκείνη. Μήπως υπήρχε και άλλος λόγος για την επιστροφή της Βίκι εκτός από την ανεύρεση του κειμηλίου; Μήπως η επιστροφή της ήταν ένα σημάδι ότι είχε έρθει η ώρα να... Η λέξη τακτοποιηθεί διαπέρασε το μυαλό του και τον έκανε να αναδευτεί ανήσυχα πάνω στο στρώμα. Κι ύστερα του ήρθε να βάλει τα γέλια. Η ζωή με τη Βίκι Σεντ Σιρ θα ήταν κάθε άλλο παρά τακτοποιημένη. Ήταν ανήσυχη και βαριόταν εξίσου εύκολα μ’ εκείνον, κυνηγώντας πάντα νέες περιπέτειες. Η ζωή με τη Βίκι Σεντ Σιρ... Τι ζωή θα ήθελε να ζήσει; Η ερώτηση αντήχησε στην καρδιά του και ο Τζακ έπιασε τον εαυτό του να την αφήνει εκεί. Ένιωθε κι η Βίκι το ίδιο; Ήταν δύσκολο να μαντέψει τα συναισθήματά της, καθώς ήταν μυστικοπαθής και κλειστή από τη φύση της. Τα μάτια της ήταν κλειστά και οι μακριές, σκούρες βλεφαρίδες της σκίαζαν την απαλή επιδερμίδα της. Ύστερα τα άνοιξε και τον κοίταξε με ένα έντονο βιολετί βλέμμα. 106


Μήπως είχε καταλάβει τι σκεφτόταν; Οι σκέψεις της ήταν ένα μυστήριο για τον Τζακ, όπως πάντα. Εκείνος, συνήθως, δεν είχε τη διάθεση να ψάξει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, εκτός κι αν υπήρχε εκεί κάποιος θησαυρός. Αλλά η Βίκι τον έβαζε σε πειρασμό και ήθελε να βουτήξει στα μυστικά της βάθη και να απολαύσει τους δικούς της κρυμμένους θησαυρούς. Ύστερα τα μάτια της έκλεισαν και πάλι. Ήταν κουρασμένη μετά από μια τόσο έντονη μέρα. Το ένστικτο να την προστατεύσει πλημμύρισε το στήθος του. Έπρεπε να φροντίσει ότι θα κοιμόταν όσο έπρεπε και ότι δεν θα εξαντλούσε τον εαυτό της. Ήταν χλομή και αδύναμη όταν την είχε πρωτοδεί, αλλά ο ήλιος, ο θαλασσινός αέρας και το καλό φαγητό -και το αναζωογονητικό σεξ, φυσικά-είχαν κάνει ήδη το θαύμα τους. Όμως ο Τζακ έπρεπε να προσέχει να μην το παρακάνει. Η Βίκι αναδεύτηκε ελαφρά και άφησε να της ξεφύγει ένας αναστεναγμός. Φαινόταν ήρεμη και χαλαρή. Ένα χαμόγελο φώτιζε τα τέλεια χαρακτηριστικά της και ο Τζακ μπορούσε να διακρίνει τις κόρες της να κινούνται κάτω απ’ τα κλειστά βλέφαρά της. Μάλλον έβλεπε όνειρο. Μήπως ονειρευόταν εκείνον; Το ήλπιζε, γιατί φαινόταν να βλέπει κάποιο ωραίο όνειρο. Ένα γελάκι ανέβηκε στο λαιμό της και έγειρε προς το μέρος του -πάντα κοιμισμένη-, μέχρι που η μύτη της ακούμπησε σχεδόν τη δική του. Άνοιξε το όμορφο, ροδαλό της στόμα κι ένας δεύτερος αναστεναγμός χάιδεψε το πρόσωπό του. Ύστερα, η Βίκι μουρμούρισε κάτι χαμηλόφωνα, σαν να ήταν ένα μυστικό που δεν έπρεπε να ακούσει κανείς. Αλλά ο Τζακ άκουσε καθαρά τη μικρή φράση. Κι ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες του.

107


8

Η ΒΙΚΙ ΞΥΠΝΗΣΕ ΑΠΟΤΟΜΑ, αποπροσανατολισμένη από το έντονο φως του ήλιου. Με μια γρήγορη ματιά διαπίστωσε ότι ο Τζακ είχε φύγει. Τι ώρα ήταν; Κατέβηκε απ’ το κρεβάτι και κοίταξε το τηλέφωνό της. Εννέα και είκοσι; Δεν ήταν δυνατόν! Υποτίθεται ότι θα έφευγαν με το πρώτο φως της αυγής. Φόρεσε βιαστικά μια μακό μπλούζα, άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και έριξε μια ματιά στον ηλιόλουστο διάδρομο. «Τζακ...» «Καλημέρα, σενιορίτα». Μια κοντή μελαχρινή γυναίκα πετάχτηκε από το διπλανό δωμάτιο, κάνοντάς τη να αναπηδήσει. Η οικονόμος του Τζακ. «Πρέπει να είστε η Βίκι». «Κι εσύ πρέπει να είσαι η Παλόμα. Ο Τζακ μιλάει συνέχεια για σένα». Καθώς ο ξάδερφος του Τζακ, ο Σινκλέρ, είχε ερωτευτεί τρελά τη δική του οικονόμο, η Βίκι έπρεπε να παραδεχτεί ότι ένιωσε ανακούφιση που η οικονόμος του Τζακ φαινόταν σαν μητέρα του. Αυτό σήμαινε ότι ζήλευε; Ευχήθηκε να φορούσε κάτι περισσότερο από ένα μακό. Ήταν οδυνηρά εμφανές τι έκαναν χτες το βράδυ εκείνη κι ο Τζακ. Προφανώς, η Παλόμα θα είχε αντικρίσει κι άλλες παρόμοιες εμφανίσεις, και εκείνη δεν άντεχε να είναι μία από τις πολλές. Ήθελε να ρωτήσει εάν ο Τζακ είχε φύγει με το σκάφος, αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι δεν ήξερε πού ήταν. «Ο Τζακ μου είπε να σε αφήσω να κοιμηθείς όσο θέλεις. Είπε ότι δούλεψες πολύ και σκληρά χτες». Η Παλόμα πήρε έναν αυταρχικό τόνο που όλως παραδόξως ήταν καθησυχαστικός. «Μου είπε, επίσης, να σου ετοιμάσω ένα πλούσιο πρωινό κι ύστερα να σε αφήσω να κάνεις ό,τι θες με τις πέτρες και τα υπόλοιπα που είναι στο σαλόνι». Κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά. «Γιατί δεν το κάνει αστό στο 108


εργαστήριο, δεν καταλαβαίνω. Το θαλασσινό νερό είναι θάνατος για το ξύλινο πάτωμα». «Ναι, το φαντάζομαι». Ώστε ο Τζακ την είχε αφήσει μόνη της με το θησαυρό. Μπορούσε να περάσει όλη της τη μέρα σκαλίζοντας τα ευρήματα. Κανονικά θα το θεωρούσε αυτό συναρπαστικό, αλλά για κάποιο λόγο αισθανόταν πληγωμένη που εκείνος την είχε αφήσει σπίτι. Μπορεί να ήταν ένα διακριτικό μήνυμα ότι η ομάδα λειτουργούσε πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά χωρίς εκείνη. Ή μπορεί να ήταν η αρχή άλλης μίας φυγής. «Υπάρχει χυμός γκρέιπφρουτ;» «Φυσικά». Η Παλόμα χαμογέλασε. «Και έφτιαξα φρέσκα μπισκότα. Τι θα έλεγες και για μία ομελέτα;» «Ακούγεται υπέροχο». Το στομάχι της γουργούρισε επιδοκιμαστικά. Τι κι αν ο Τζακ δεν ήταν εκεί; Θα της έκανε καλό ένα διάλειμμα από το ηλιοκαμένο και μυώδες κορμί του. Άσε που ένας απογευματινός υπνάκος θα ήταν μια ευπρόσδεκτη πολυτέλεια. Μετά το πρωινό, η Βίκι βγήκε έξω και προσπάθησε να διακρίνει το σκάφος, αλλά δε φαινόταν τίποτα. Η μέρα ήταν ζεστή με έναν αισθησιακό, υγρό καιρό, τέλειο για χαλάρωση στην αιώρα. Αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να είναι το πρώτο άτομο που θα έβλεπε τα αντικείμενα που είχαν χαθεί στο ναυάγιο εδώ πριν από εκατοντάδες χρόνια. Άνοιξε τον υπολογιστή που είχαν χρησιμοποιήσει το περασμένο βράδυ και εκτύπωσε όλα τα αρχεία από τις ακτινοσκοπήσεις που είχαν κάνει το περασμένο βράδυ. Αν και το χαμένο κύπελλο φαινόταν μάλλον ασήμαντο σε σύγκριση με τον ισπανικό χρυσό και τα κλεμμένα κοσμήματα, σκέφτηκε ότι μπορούσε τουλάχιστον να εξετάσει τις εικόνες, μήπως βρει τίποτα ενδιαφέρον. Στην τρίτη εικόνα κάτι τράβηξε την προσοχή της. Μια λεπτεπίλεπτη μεταλλική γραμμή χωμένη βαθιά σε ένα σβόλο άμμου και κοραλλιών. 109


Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά όταν κατάφερε να διακρίνει κάτι που έμοιαζε με περίγραμμα ενός μεγάλου και περίτεχνου περιδέραιου, με την αλυσίδα ακόμη πάνω του. Εντόπισε το εύρημα που είχε την ίδια αρίθμηση με την εικόνα και το δίσκο με τις σμίλες που της είχε δείξει ο Τζακ. Διάλεξε μια σχετικά μικρή και άρχισε να δουλεύει. Το υλικό ήταν απροσδόκητα σκληρό και, όταν έσπαγε, είχε την τάση να θρυμματίζεται σε μικρότερους σβόλους. Μετά από λίγη ώρα, όμως, η Βίκι κατάφερε να βρει ένα ρυθμό και να τελειοποιήσει την τεχνική της. Κόντευε μεσημέρι, όταν το κρυμμένο αντικείμενο άρχισε να αναδύεται από τον πέτρινο τάφο του. Η Βίκι είδε πρώτα το κούμπωμα της αλυσίδας και αμέσως πήρε μια μικρότερη σμίλη προκειμένου να καθαρίσει την πετρωμένη άμμο σχεδόν κόκκο κόκκο. Χρυσός. Η αλυσίδα ήταν αναμφισβήτητα χρυσή. Ανέπαφη από την πολυετή ταλαιπωρία, έλαμπε στο φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο, σαν να περίμενε όλα αυτά τα χρόνια για να αποκαλυφθεί. Ήταν αρκετά χοντρή, με κρίκους κάπως παραμορφωμένους αλλά όλους ανέπαφους. Το μενταγιόν που κρεμόταν από την αλυσίδα ήταν επίσης χρυσό, τετραγωνισμένο κι έμοιαζε σαν να του έλειπε κάτι -δεν υπήρχαν πετράδια. Ίσως να τα είχαν ξεκολλήσει οι πρόγονοι του Τζακ και τα είχαν χάσει στα ζάρια. Η Βίκι χαμογέλασε. Θα έπρεπε να είναι θυμωμένη που ο Τζακ την είχε παρατήσει σπίτι, αλλά διασκέδαζε πάρα πολύ. Όταν έφυγε η Παλόμα, η Βίκι απόλαυσε τον απογευματινό υπνάκο που ονειρευόταν. Λικνιζόταν απαλά στην αιώρα που ήταν δεμένη ανάμεσα σε δύο φοίνικες. Τα όνειρά της την οδήγησαν σε αισθησιακά μονοπάτια που έμοιαζαν πολύ με όσα είχαν συμβεί το περασμένο βράδυ στο κρεβάτι. Προφανώς το μυαλό και το κορμί της δε χόρταιναν τον Τζακ και τον αναζητούσαν όταν έλειπε. Εκείνος γύρισε λίγο μετά το σούρουπο. Η Βίκι είχε βρει στην κουζίνα 110


το φαγητό που η Παλόμα είχε αφήσει να γίνεται σε χαμηλή φωτιά. Είχε στρώσει το τραπέζι, είχε βάλει δυο ποτήρια κρασί και είχε ανάψει τα κεριά που υπήρχαν πάνω στο γείσο του τζακιού. Αφιέρωσε λίγο χρόνο στο πρόσωπο και τα μαλλιά της, έτσι ώστε να τον εκπλήξει ευχάριστα όταν θα την έβλεπε. Ο Τζακ μπήκε στο σπίτι και χαμογέλασε μόλις την είδε. «Μας έλειψες». Τα λόγια του τη συγκίνησαν, όπως και η δυνατή αγκαλιά του. Το μακό του ήταν νωπό από το θαλασσινό αεράκι και η επιδερμίδα του μύριζε τόσο υπέροχα που η Βίκι χρειάστηκε προσπάθεια για να μην τον γευτεί. «Κι εμένα μου έλειψες. Λιγάκι. Αλλά ήμουν απασχολημένη». «Είμαι σίγουρος. Βρήκες τίποτα καλό;» «Φυσικά. Βρήκα ένα μενταγιόν, τέσσερις σφαίρες από μουσκέτα, δύο δαχτυλίδια και μία κούπα. Και όλα αυτά στην ίδια σύμπηξη». «Εντυπωσιακό». Της χαμογέλασε και την τράβηξε πιο κοντά του. Τα χέρια του κάλυψαν τρυφερά τους γλουτούς της και τα χείλη του εναπόθεσαν άλλο ένα φιλί στα δικά της. Η Βίκι χαμογέλασε πονηρά. «Βάζω στοίχημα ότι δε βρήκατε τίποτα σπουδαίο σήμερα που δεν ήμουν εκεί για να σας φέρω γούρι». «Θα πρέπει να ήσουν μαζί μας πνευματικά, γιατί χτυπήσαμε διάνα. Μάλλον την καμπίνα όπου κλείστηκαν οι γυναίκες για να προφυλαχτούν από την καταιγίδα». «Υπήρχαν γυναίκες σ’ ένα πειρατικό πλοίο;» Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν ήσουν ένας άγριος, γεμάτος τεστοστερόνη πειρατής, δε θα ήθελες μερικές κυρίες παρέα στο ταξίδι σου;» «Μία, ίσως». Η Βίκι ύψωσε το φρύδι της. «Εσύ θα ήθελες περισσότερες;» «Όχι βέβαια. Είμαι μονογαμικός». Μονογαμικός, ναι, αλλά για πολύ λίγο διάστημα. Η Βίκι προσπάθησε να μην αφήσει τα συναισθήματά της να φανούν στο πρόσωπό της. «Χαίρομαι που το μαθαίνω. Έχω ετοιμάσει τραπέζι, 111


αλλά το φαγητό δεν το ετοίμασα εγώ. Μου φαίνεται ότι η Παλόμα θα ήταν η κατάλληλη γυναίκα για να πάρεις μαζί σου στο πειρατικό πλοίο». «Είναι το μυστικό μου όπλο». «Πώς έρχεται εδώ;» «Έχω φίλο έναν παλιό θαλασσόλυκο που τη φέρνει από τη μαρίνα κάθε πρωί στις εννιά και την παίρνει στη μία». «Χαίρομαι που το μαθαίνω. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι έχει κάποια μαγική σκούπα. Έχει φτιάξει ψητό κατσαρόλας». Έδειξε προς την τραπεζαρία όσο πιο αδιάφορα μπορούσε. «Ετοιμαζόμουν να το σερβίρω στα πιάτα και να τα βάλω στο τραπέζι». Ο Τζακ κοντοστάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας, όταν είδε τα αναμμένα κεριά και τα ποτήρια με το κρασί. «Είναι ωραίο να σε υποδέχονται με τόση κομψότητα». Μπορεί να σου λείψω όταν φύγω. Η σκέψη κόλλησε στο μυαλό της. Ήταν ανόητο, γιατί ακριβώς το ίδιο θα μπορούσε να είχε κάνει και η Παλόμα. Αν ο Τζακ ήθελε οικονόμο, εκείνη ήταν το τελευταίο άτομο που θα έκανε γι’ αυτή τη δουλειά. Αναρωτήθηκε αν του είχε λείψει την πρώτη φορά. Σου λείπει κάποιος που έχεις εγκαταλείψει; Μ άλλον όχι. Μάλλον θα σκέφτεσαι συνεχώς τους λόγους για τους οποίους ανυπομονούσες να φύγεις μακριά του. Σέρβιρε το φαγητό και κάθισε. Εκείνος σήκωσε το ποτήρι του. «Στην υγεία της γυναίκας που θα έκανε τους προγόνους μου να ζηλέψουν». «Μας βλέπουν, έτσι δεν είναι;» Η Βίκι έριξε μια ματιά στο μεγάλο, ψηλοτάβανο δωμάτιο. Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν με έβλεπαν, θα μου έλεγαν πού να βρω το ναυάγιο, έτσι δεν είναι;» «Μπορεί να διασκέδαζαν περισσότερο βλέποντάς σε να ψάχνεις να το βρεις. Βρήκατε και σκελετούς;» «Όχι. Μόνο πράγματα που φορούσαν». Ήπιε μια γουλιά απ’ το κρασί του. «Μερικές φορές, τα πτώματα εξαφανίζονται χωρίς ίχνη, κάτι που 112


προτιμώ πολύ περισσότερο». Η Βίκι ανατρίχιασε. «Καημένοι άνθρωποι... Αναρωτιέμαι αν το καράβι βυθίστηκε γρήγορα». «Μάλλον, αφού επιβίωσε μόνο ένας. Ναυάγησαν αρκετά κοντά στην ακτή, οπότε θα έπρεπε να είχαν γλιτώσει πολλοί. Εκτός αν ο Λάζαρο Ντράμοντ τους σκότωσε όλους. Δε νομίζω ότι θα μάθουμε ποτέ τι ακριβώς συνέβη. Όπως παρατήρησες, οι πειρατές δεν είναι και οι καλύτεροι αρχειοφύλακες». «Θέλουν να κρατήσουν τα μυστικά τους». Η ίδια το καταλάβαινε αυτό. «Οπότε υπολογίζεις ότι υπήρχε θησαυρός σ’ εκείνη την καμπίνα;» Ο Τζακ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Έτσι φαίνεται. Ήταν συνηθισμένο να κλειδώνουν όλα τα πολύτιμα πράγματα σ’ ένα χώρο, έτσι ώστε, αν το πλοίο είχε πρόβλημα, να είναι ασφαλή. Και μπορούσαν να τα πάρουν γρήγορα, σε περίπτωση που το καράβι άρχιζε να βυθίζεται». «Και σίγουρα τα κρατούσαν πάντα κλειδωμένα. Δε φαντάζομαι να εμπιστεύονταν το πλήρωμά τους». «Σ’ αυτό κάνεις λάθος. Αν ένας πειρατής δεν εμπιστευόταν κάποιον από το πλήρωμά του, τον σκότωνε αμέσως. Δεν μπορείς να κάνεις επιδρομές αν δεν είσαι σίγουρος ότι κάθε άντρας -και κάθε γυναίκα- θα υπερασπιστεί τη ζωή σου σαν να ήταν η δική του». «Δηλαδή, μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια». «Τις περισσότερες φορές. Οι υπόλοιποι κατέληγαν στη Σπηλιά των Νεκρών». Μετά το δείπνο, η Βίκι του έδειξε τα ευρήματά της και χάρηκε που ο Τζακ εντυπωσιάστηκε από την τεχνική της στο καθάρισμα του περιδέραιου. Στη συνέχεια, εκείνος έφερε σπίτι τις λεκάνες με τα καινούρια ευρήματα, τα οποία σκάναρε και πέρασε στον υπολογιστή. «Κι αν υπάρχουν κομμάτια από πολλά κύπελλα;» Η Βίκι κοίταξε την ασπρόμαυρη εικόνα στην οθόνη. «Μπορεί και αυτό να είναι πρόβλημα». «Τότε θα τα πάρεις όλα στο σπίτι του γερο-Σινκλέρ για να δεις πιο 113


ταιριάζει σ’ αυτό που έχει εκεί. Πώς ήταν χωρισμένο το κύπελλο;» «Αν κρίνω από το πόδι που βρήκαμε, νομίζω ότι τα κομμάτια θηλυκώνουν το ένα με το άλλο. Πάντως, σίγουρα δεν ήταν βιδωμένα ή κάτι τέτοιο. Το πόδι έχει λείες άκρες. Αρχικά, μας φάνηκε φτιαγμένο από κασσίτερο, αλλά ήταν μπρούντζινο. Είχε σκαλισμένο πάνω του ένα μοτίβο, οπότε υποθέτω ότι μπορεί να βρούμε παρόμοια διακόσμηση στα υπόλοιπα κομμάτια και να συμπληρώσουμε το σχέδιο». «Σαν ένα παζλ». «Ακριβώς». «Και όταν το ολοκληρώσεις, θα ζήσω εγώ καλά και οι υπόλοιποι Ντράμοντ καλύτερα». «Ή θα έχεις περισσότερες πιθανότητες να ευτυχήσεις απ’ ό,τι έχεις τώρα». Η Βίκι δυσκολευόταν να φανταστεί τον Τζακ τακτοποιημένο με μια γυναίκα για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Θα βαριόταν θανάσιμα από τον πρώτο κιόλας χρόνο. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά δε θα του έδινε την ευκαιρία να την παρατήσει. Θα έφευγε εκείνη πρώτη. Μέχρι τότε, όμως, τι πείραζε να απολαύσει λίγο ακόμη καυτό σεξ; Ο Τζακ έσβησε την οθόνη. «Πρέπει να κοιμηθούμε». «Συμφωνώ». Το κορμί της ρίγησε στην προοπτική της επαφής με το δικό του. Ήταν γοητευτικός με το σκούρο παντελόνι και το ξεβαμμένο μακό, αλλά θα ήταν απολύτως ακαταμάχητος όταν θα τον απάλλασσε από αυτά. «Κοιμήσου εσύ στο κρεβάτι μου. Εγώ θα κοιμηθώ δίπλα». «Τι εννοείς δίπλα;» Η έκπληξή της ήταν τόσο μεγάλη που η Βίκι δεν πρόλαβε να συγκροτήσει τη γλώσσα της. Είχε καμιά καυτή γειτόνισσα την οποία συνήθιζε να επισκέπτεται όταν του έκανε κέφι; «Εννοώ στη διπλανή κρεβατοκάμαρα». Της γύρισε την πλάτη του, βγαίνοντας από την τραπεζαρία. «Έτσι, δε θα παρασυρθούμε από... 114


Ξέρεις από τι». Και βέβαια ξέρω. Όλη μέρα ανυπομονούσα να παρασυρθούμε. «Λεν είμαι τόσο κουρασμένη». «Θα είσαι, αν δεν κοιμηθείς αρκετά. Δε θέλεις να έρθεις μαζί μας με το σκάφος αύριο;» «Θέλω, αλλά έχω συνηθίσει στην έντονη νυχτερινή ζωή». Αν ο Τζακ γύριζε να την κοιτάξει, η Βίκι θα είχε μια ευκαιρία να τον δελεάσει. Αλλά εκείνος συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο. Επιτάχυνε το βήμα της για να τον προλάβει -και ξαφνικά συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. Ο Τζακ είχε αρχίσει ήδη να απομακρύνεται από κείνη. Η οποία τον κυνηγούσε σαν χαμένο κουτάβι. «Τώρα που το σκέφτομαι, μια ήρεμη νύχτα είναι πραγματικά καλή ιδέα», μουρμούρισε στην πλάτη του. Ας κοιμόταν μόνος του αφού το ήθελε. Η Βίκι ύψωσε το πιγούνι της. Δεν τον είχε ανάγκη. Ήθελε μόνο τη βοήθειά του για να βρει το κύπελλο. Και, ειλικρινά, είχαν ήδη περάσει πολύ χρόνο στο κρεβάτι. Το κορμί της διαφωνούσε, ειδικά τα μέρη που πάλλονταν ήδη από ανυπομονησία και προσμονή στην προοπτική της ένωσής τους με τον Τζακ. «Τα λέμε το πρωί», συνέχισε και πρόσθεσε διατακτικά: «Θα με ξυπνήσεις αύριο;» Ακουγόταν αξιολύπητη, σαν σκυλάκι που έπαιρνε το λουρί του στο στόμα του και παρακαλούσε τον αφέντη του. Απ’ την άλλη, όμως, δεν ήθελε να την αφήσει ο Τζακ στο σπίτι. Αυτό ήταν πρόβλημα. Πώς ήταν δυνατόν η συναισθηματική της ισορροπία να εξαρτάται ξαφνικά από τις διαθέσεις του Τζακ Ντράμοντ; «Εντάξει, θα σε ξυπνήσω. Αλλά θα είναι νωρίς». Ήλπιζε ότι εκείνος θα της έδινε ένα φιλί για καληνύχτα. Αλλά ο Τζακ εξαφανίστηκε πίσω από τη σκαλιστή ξύλινη πόρτα του δωματίου δίπλα στην κρεβατοκάμαρά του κι η Βίκι έμεινε μόνη της στο διάδρομο. 115


Άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Τι είχε συμβεί; Χτες το βράδυ καιγόταν για κείνη. Είχαν κάνει το πιο έντονο και απολαυστικό σεξ που είχε βιώσει ποτέ στη ζωή της. Όμως, το επόμενο πρωί, είχε φύγει χωρίς εκείνη. Και τώρα... Κάτι είχε συμβεί. Αλλά τι; *** Ο Τζακ ξύπνησε τη Βίκι φωνάζοντας ένα βραχνό «Ώρα για πρωινό», έξω από την πόρτα της. Δεν ήθελε να μπει στο δωμάτιο και να δει το προκλητικό κορμί της στο κρεβάτι του. Καλύτερα να πήγαινε στο σκάφος του, όπου είχε δουλειά και δε θα σκεφτόταν τα θέλγητρά της. Απόψε θα ασχολούνταν πιο επισταμένα με την εξέταση των ευρημάτων και ίσως να εντόπιζαν το κύπελλο. Με αυτό στη βαλίτσα της, θα μπορούσε να φύγει το επόμενο πρωί. Επειδή τώρα πια αυτό ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί. Από το διάδρομο, άκουσε το νερό να τρέχει στο λουτρό της και φαντάστηκε τα ατέλειωτα, καλλίγραμμα πόδια που επιδείκνυαν μεγάλη ευλυγισία σε στιγμές πάθους. Αλλά ο κόσμος ήταν γεμάτος από όμορφες γυναίκες. Η Βίκι ήταν απλώς άλλη μία απ’ αυτές. Και εκείνος δε σκόπευε να την πληγώσει περισσότερο απ’ όσο είχε ήδη κάνει στο παρελθόν. Τα λόγια της αντηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του, ξυπνώντας τις παλιές ενοχές του. Πάντα σ’ αγαπούσα, Τζακ. Πάντα. Το στομάχι του σφίχτηκε. Πώς ήταν δυνατόν να επαναλαμβάνεται έτσι το παρελθόν; Ακόμη χειρότερα, ο ίδιος είχε αρχίσει να παίζει με την ιδέα ότι μπορεί η Βίκι να ήταν η τέλεια γυναίκα για κείνον. Μάρτυράς του ο Θεός, δεν 116


μπορούσε να φανταστεί ότι θα βαριόταν ποτέ μαζί της. Έμοιαζε να ταιριάζει απόλυτα με τη ζωή εδώ και προσέθετε μερικές πολύ αξιόλογες αναλυτικές ικανότητες. Υπήρχε κι εκείνο το περίεργο συναίσθημα κενού που ένιωθε ο Τζακ στο στήθος του, στη σκέψη ότι η Βίκι θα έφευγε. Κι ύστερα την άκουσε να παραμιλάει στον ύπνο της, και αυτό που είπε τον έκανε να κλειστεί απότομα στον εαυτό του. Δεν ήταν έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη για την ευτυχία ενός άλλου ανθρώπου. Πάντα σ’ αγαπούσα... Τι στο καλό εννοούσε; Ότι τον σκεφτόταν όλα αυτά τα έξι χρόνια που είχαν περάσει; Τι εφιάλτης ήταν αυτός; Κι εκείνος τη σκεφτόταν πότε πότε, σίγουρα, αλλά τον περισσότερο καιρό ήταν απασχολημένος με τα υπόλοιπα όμορφα ψάρια της θάλασσας. Και υπήρχαν πολύ περισσότερα με τα οποία δεν είχε κολυμπήσει ακόμη. Να πάρει η ευχή. Η μητέρα του θα γελούσε μαζί του. Της φαινόταν αστείο που ήταν τόσο δημοφιλής με τις γυναίκες. Κι επειδή συνήθως η κακή του φήμη τον ακολουθούσε όπως ένα κοπάδι γλάρων ακολουθείτο ψαροκάικα, ήξεραν πού πήγαιναν να μπλέξουν όταν έπεφταν στο κρεβάτι του. Με το δικό του τρόπο ζωής, δε χρειαζόταν να απολογηθεί επειδή δεν μπορούσε να έρθει για φαγητό το μεσημέρι της Κυριακής. Όλα ήταν εύκολα, απλά. «Καλημέρα». Η Βίκι μπήκε στην κουζίνα, με τα μακριά, μεταξένια μαλλιά της ελεύθερα στην πλάτη της. Φορούσε ένα μπλε μπικίνι κάτω από ένα άσπρο διαφανές μπλουζάκι που έγραφε με μαύρα γράμματα: Τόλμα. Το στομάχι του σφίχτηκε. Τον ήθελε. Και την ήθελε κι εκείνος. Κι αυτό ήταν το χειρότερο. Πώς απορρίπτεις κάτι τόσο θεσπέσιο; Αλλά η Βίκι δεν ήταν πια ένα παιδί που ήθελε να γνωρίσει τη ζωή. Ήταν μια ώριμη και έμπειρη γυναίκα που είχε γυρίσει στο σπίτι και στο κρεβάτι του. Κρατούσε τα προσχήματα, σύμφωνοι. Αλλά, αν είχε πει, παραμιλώντας στον ύπνο της, την αλήθεια, αυτό σήμαινε ότι δεν είχε 117


πάψει ποτέ να νοιάζεται για κείνον. Ο οποίος μόλις είχε ρίξει λάδι στη φωτιά. «Πορτοκαλάδα;» Ο Τζακ προσπάθησε ν’ ακουστεί φυσιολογικός, σαν να μην είχε όλη την ιστορία της σχέσης τους στο κεφάλι του. «Προτιμώ χυμό ροδιού». Η Βίκι έγειρε ελαφρά το κεφάλι της, πάντα προκλητικά και με αυτοπεποίθηση. «Φυσικά». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Ναι, θα του έλειπε. «Καφέ;» «Ευχαριστώ». Ο Τζακ έφτιαξε φρυγανιές και για τους δυο τους και έκοψε μερικές φέτες παπάγια. Η Βίκι τον βομβάρδιζε με ερωτήσεις για το πώς σχηματίζονται οι συμπήξεις γύρω από τα ευρήματα κι εκείνος της εξήγησε πόσο χρήσιμο ήταν αυτό για τους κυνηγούς θησαυρών, επειδή τα κρατούσαν στο σημείο του ναυαγίου επί αιώνες. Να πάρει η ευχή, ήταν πανέμορφη. Και δεν ξεχώριζαν μόνο τα βιολετιά της μάτια ή η βελούδινη επιδερμίδα της ή τα κατάμαυρα μαλλιά της. Αλλά όλη της η συμπεριφορά -θανάσιμα χαλαρή και απίστευτα παθιασμένη συγχρόνως. Ο Τζακ δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν αυτή. Τι θα γινόταν αν δε γνώριζε ούτε στο μέλλον; *** Η Βίκι χαιρόταν που βρισκόταν στο σκάφος και ήταν απασχολημένη με τον εξοπλισμό και την κουβέντα με το πλήρωμα. Τη βοηθούσε να μη σκέφτεται την απότομη μεταστροφή της στάσης του Τζακ. Οι συνεργάτες του της έριχναν κλεφτές ματιές και κρέμονταν από τα χείλη της -κάτι στο οποίο ήταν συνηθισμένη. Ο Τζακ, από την άλλη, φαινόταν πολύ απασχολημένος με τους χάρτες που είχε τυπώσει και κρατώντας σημειώσεις στον υπολογιστή του. 118


Η Βίκι προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι δεν την πείραζε η συμπεριφορά του. Φυσικά, ήταν ντροπιαστικό το γεγονός ότι την είχε φιλήσει μπροστά σε όλους την πρώτη μέρα στο σκάφος. Τώρα δεν μπορούσε να προσποιηθεί ότι τον κρατούσε σε απόσταση. Μπορεί όλοι να αναρωτιόνταν γιατί ήταν τόσο απόμακρος και σκεφτικός. Φόρεσε τον καταδυτικό της εξοπλισμό και ετοιμάστηκε να βουτήξει στον ήσυχο κόσμο του ωκεανού, όπου δεν υπήρχε χώρος για κουβέντες ή πλάγιες ματιές ή υποθέσεις. Το μυώδες κορμί του Τζακ ήταν ένα συνεχές μαρτύριο, μαυρισμένο και δυνατό και ακριβώς μπροστά στα μάτια της συνεχώς. Το ότι δεν είχε πια δικαίωμα να το αγγίζει το έκανε ακόμη πιο δελεαστικό. «Βίκι, μην ξεχάσεις να ελέγξεις τις μπουκάλες σου. Ήθελα να το κάνω εγώ, αλλά δεν πρόλαβα». Ο Τζακ την κάρφωσε με το καυτό βλέμμα του. «Ευχαριστώ που μου το θύμησες», του είπε και μετά παρατήρησε ότι η μία μπουκάλα ήταν σχεδόν άδεια. Αυτό ήταν που δεν τον χρειαζόταν; «Πρέπει να θυμάσαι τόσο πολλά όταν κάνεις κατάδυση», παραπονέθηκε. «Χρειάζεται εξάσκηση. Για αρχάρια, είσαι σε πολύ καλό δρόμο», τη βεβαίωσε εκείνος. Όμως η Βίκι ενοχλήθηκε που τη χαρακτήρισε «αρχάρια», κάτι το οποίο ήταν γελοίο. Πώς μπορούσε κανείς να τη θεωρήσει θαλασσόλυκο; Έλεγξε προσεκτικά τον υπόλοιπο εξοπλισμό της και κοίταξε γύρω της μήπως υπήρχε κάτι άλλο που έπρεπε να κάνει. Δεν ήθελε οι συνεργάτες του Τζακ να τη θεωρούν βάρος. Ακόμη κι αν ήταν. «Βίκι, συνειδητοποιείς τι έκανες;» Η Βίκι ανασήκωσε έντρομη το κεφάλι της, όταν της μίλησε ο Ίθαν, ο πιο νέος από την ομάδα. «Βρήκες το καλύτερα διατηρημένο ναυάγιο του δέκατου όγδοου αιώνα 119


στην ιστορία της περιοχής», πρόσθεσε εκείνος και κούνησε το κεφάλι του. Τα ξανοιγμένα από τον ήλιο μαλλιά του ανέμισαν στον αέρα. «Δεν ξέρω πώς, αλλά έχει μαθευτεί και τα όρνεα μάς έχουν περικυκλώσει. Κοίτα». Της έδειξε ένα ελικόπτερο που πετούσε από πάνω τους. Η Βίκι δεν το είχε προσέξει, επειδή ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στη Νέα Υόρκη, αλλά παρατήρησε τώρα ότι έκανε αργούς κύκλους στο σημείο όπου βρίσκονταν αυτοί. «Και μετά θ’ ακολουθήσουν οι δημοσιογράφοι της τηλεόρασης», συνέχισε ο Ίθαν. Λατρεύουν το κυνήγι του θησαυρού. Ανεβάζει τη θεαματικότητα». «Αυτό είναι καλό ή κακό;» «Καλό, αν σ’ ενδιαφέρει να ανεβούν οι τιμές των ευρημάτων. Κακό, όταν ακόμη προσπαθείς να τα ανασύρεις. Στη χειρότερη περίπτωση κάποιος μπορεί να σε σταματήσει, επικαλούμενος κάποιους παλιούς τίτλους ιδιοκτησίας». «Πώς είναι δυνατόν αυτό, όταν οι τελευταίοι ιδιοκτήτες έχουν πεθάνει εδώ και αιώνες;» «Μερικές φορές, το κράτος προέλευσης του θησαυρού διεκδικεί τα ευρήματα. Η Ισπανία και η Πορτογαλία έχουν και οι δύο διεκδικήσει βυθισμένα πλοία που ανήκαν στο στόλο τους, έστω και αν αυτά έχουν χαθεί πάνω από πέντε αιώνες». «Και το πετυχαίνουν;» «Ναι». «Αυτό είναι τρελό». Η Βίκι κοίταξε τον Τζακ, πιο πέρα. «Αλλά αυτό το πλοίο ανήκε στον πρόγονο του Τζακ, οπότε το πράγμα είναι ξεκάθαρο». «Μόνο που ο πρόγονος του Τζακ ήταν πειρατής. Αν κάποιος μπορεί να αποδείξει ότι έχει κληρονομικό δικαίωμα στα κλεμμένα...» Ο Ίθαν ανασήκωσε τους ώμους του. «Ποτέ δεν ξέρεις τι θα κάνουν οι άνθρωποι όταν πρόκειται για χρυσάφι». Η Βίκι ένιωσε αγανάκτηση να την πλημμυρίζει, κοιτάζοντας το ελικόπτερο που εξακολουθούσε να πετά από πάνω τους. 120


Ήταν άσπρο και μπλε, προφανώς ιδιωτικό, χωρίς διακριτικά στοιχεία. Κάποιος τους κατασκόπευε. Με την τύχη που είχε, θα ήταν ο Λίο Πάρκερ. Αναρωτήθηκε αν ο Λίο είχε διαδώσει τη φήμη για τον «αρραβώνα» της με τον Τζακ και αν θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει τις φήμες για την ερωτική της ζωή, όταν θα επέστρεφε στη Νέα Υόρκη. Το στομάχι της σφίχτηκε στην προοπτική αυτή. «Ας βουτήξουμε!» Με το συνηθισμένο του ενθουσιασμό, ο Τζακ έπεσε στο νερό. Η Βίκι φόρεσε τη μάσκα της και τον ακολούθησε. Το ζεστό νερό την κατάπιε, εμφανίζοντας το θόρυβο από το ελικόπτερο και τις έντονες ακτίνες του ήλιου. Χτύπησε δυνατά τα βατραχοπέδιλά της για να φτάσει στα δροσερά, σκιερά βάθη. Τουλάχιστον, εδώ κάτω δεν μπορούσε να καταλάβει κανείς ότι είχε ήδη αρχίσει να νιώθει τα συμπτώματα μιας ραγισμένης καρδιάς.

121


9

«Η ΒΙΚΙ ΠΡΕΠΕΙ να βγει στην τηλεόραση». Η ομάδα καθόταν γύρω από το μεγάλο δρύινο τραπέζι στο σπίτι του Τζακ. Γυρίζοντας στο νησί το προηγούμενο βράδυ, είχαν βρει έναν ατελείωτο όγκο μηνυμάτων από διάφορα τοπικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης. Όλα ήθελαν την αποκλειστικότητα για την ανακάλυψη του ναυαγίου. Η Βίκι και ο Τζακ είχαν περάσει άλλη μία νύχτα σε χωριστά κρεβάτια. Η απόρριψή του -η οποία είχε έρθει πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι εκείνη περίμενε- την πονούσε τόσο πολύ που αισθανόταν να έχουν μουδιάσει τα σωθικά της. Όμως έπρεπε να παριστάνει τη γενναία και να συμπεριφέρεται σαν να ήταν όλα μια χαρά. «Όχι βέβαια. Δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για την ιστορία του καραβιού ή τις μεθόδους που χρησιμοποιείτε. Θα ήταν πολύ καλύτερα αν μιλούσε κάποιος άλλος». «Θα μιλήσω εγώ, φυσικά». Ο Τζακ κοιτούσε συνοφρυωμένος τους χάρτες που είχε τυπώσει από τον υπολογιστή τους. Η Βίκι δεν ήξερε καν να τους διαβάσει. Ένα σωρό αριθμοί που έμοιαζαν ακόμη πιο δυσνόητοι από τους λατινικούς. «Και συμφωνώ ότι η Βίκι πρέπει να εμφανιστεί στην τηλεόραση. Έλυσε το γρίφο που βασάνιζε τους Ντράμοντ για αιώνες». Κάτι της έλεγε ότι το να εμφανιστεί στην τηλεόραση δεν ήταν καλή ιδέα. Τι θα γινόταν αν κανένας δαιμόνιος ρεπόρτερ άρχιζε να σκαλίζει το παρελθόν της και ανακάλυπτε τα οικονομικά προβλήματα του πατέρα της; Ήταν θαύμα που δεν το είχαν ήδη κάνει. «Αν τους πεις για το χάρτη του θησαυρού, θα θέλουν να έρθουν στο σπίτι σου και να τραβήξουν φωτογραφίες. Καλύτερα να πεις απλώς ότι τον βρήκες κάπου τυχαία». 122


«Με τίποτα», διαμαρτυρήθηκε ο 'Ιθαν. «Ο χάρτης του θησαυρού είναι το καλύτερο μέρος της ιστορίας. Μπορώ να φανταστώ ήδη την ταινία, με τον Ράσελ Κρόου στο ρόλο του Τζακ και την Ντεμί Μουρ να παίζει τη Βίκι. Είναι φοβερή ιστορία!» «Την Ντεμί Μουρ;» διαμαρτυρήθηκε η Βίκι. «Με περνάει πάνω από είκοσι χρόνια!» «Και παραμένει απίστευτα σέξι». Ο Τζακ χαμογέλασε. «Μπορεί να προσπαθήσω να παίξω τον εαυτό μου μαζί της». «Με την άδειά μου». Η Βίκι ανασήκωσε το πιγούνι της. «Και αν δε σε πειράζει να αρχίσουν να τρυπώνουν δημοσιογράφοι στο νησί σου, τότε γιατί δεν τους προσκαλείς εσύ;» Ο Τζακ συνοφρυώθηκε. «Αυτό αντίκειται στο αρχέγονο ένστικτο των Ντράμοντ για απομόνωση. Από την άλλη, αντίθετα από τους προγόνους μου, δεν έχω τίποτα να κρύψω». «Το νησί σου μπορεί να γίνει τουριστικός προορισμός», υπερθεμάτισε η Βίκι. «Θα φέρνουν καραβιές με τουρίστες για να δουν το διάσημο κρησφύγετο των Ντράμοντ». «Κι εγώ θα πουλάω μπλουζάκια και ψεύτικα κρανία». Ο Τζακ έγειρε πίσω στην καρέκλα του και πέρασε το χέρι του ανάμεσα στα μαλλιά του, χαρίζοντάς της άλλη μια εξοργιστική θέα των υπέροχων μυών του. Τα σωθικά της συσπάστηκαν από τον ανεκπλήρωτο πόθο. Ήταν απίστευτα σκληρό εκ μέρους του να την παρασύρει και να τη βασανίσει με το πιο καυτό σεξ της ζωής της και ύστερα να την παρατήσει. Θα έπρεπε να κατηγορηθεί για παράβαση του νόμου περί απαγόρευσης των βασανιστηρίων. «Και κούπες με το ηλιοκαμένο σου πρόσωπο». «Μ’ αρέσει αυτό». Το χαμόγελό του Τζακ έγινε πιο πλατύ. «Άρα το ερώτημα είναι ποιον καλούμε πρώτο». Η Βίκι ήθελε να βογκήξει και να κρύψει το πρόσωπό της στα χέρια της. Αντί γι’ αυτό, παρέμεινε ανέκφραστη. «Ξεκίνα με το τοπικό κανάλι και άφησε τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους μετά», του πρότεινε. Με λίγη τύχη, θα είχε φύγει πριν η δημοσιότητα πάρει μεγάλες 123


διαστάσεις. Εάν δεν έβρισκε το κύπελλο μέχρι το τέλος της εβδομάδας, θα έφευγε χωρίς αυτό. Είχαν ανασύρει ήδη τόσο πολλά πράγματα, που, αν δεν ήταν σε κάποιες από τις πλαστικές κουτές που γέμιζαν το σπίτι και το εργαστήριο, τότε πιθανότατα δεν ήταν πουθενά. Και με όλα όσα συνέβαιναν, δεν την ένοιαζε πια και τόσο πολύ η αμοιβή. Θα υπήρχαν πιο εύκολοι τρόποι να κερδίσει δέκα χιλιάδες δολάρια. Κρίμα που είχε αποφασίσει ότι ήταν πολύ περήφανη για να ζητήσει από τον Τζακ εύρετρα ή μερίδιο από το θησαυρό. «Εντάξει, θα καλέσουμε το τοπικό κανάλι. Έκανα υποβρύχιο ψάρεμα κάποτε με το διευθυντή ειδήσεων. Μου είχε φανεί πολύ εντάξει τύπος». «Τέλεια». Η Βίκι σηκώθηκε από την καρέκλα της. Φυσικά και θα προτιμούσε ο Τζακ κάποιον παλιόφιλο. Η ίδια ανυπομονούσε να γυρίσει στο δικό της κόσμο, όπου τουλάχιστον είχε μερικές διασυνδέσεις. «Αν μου επιτρέπετε, λέω να πάω να σκαλίσω λίγο τους θησαυρούς». *** Ο Τζακ αισθανόταν απαίσια. Η Βίκι ήταν πληγωμένη. Και πώς να μην ήταν; Μόλις αποφάσισε να εγκαταλείψει τις αντιστάσεις της και να πέσει στην αγκαλιά του, εκείνος την απέρριψε. Αφού είχε περάσει αξέχαστες στιγμές μαζί της. Ήταν ανάγκη να πει, έστω άθελά της, ότι τον αγαπούσε; Το στήθος του σφίχτηκε σ’ αυτή τη σκέψη. Ευτυχώς που δεν είχε χρόνο για να σκεφτεί όλα αυτά, αφού το συνεργείο της τηλεόρασης ήταν ήδη εδώ και περνούσε καλώδια στο καθιστικό του. Η Βίκι είχε κλειστεί στο εργαστήριο. Αν και επέμενε ότι δεν έπρεπε να εμφανιστεί στην τηλεόραση, εκείνος πρόσεξε το εντυπωσιακό ντύσιμό της και το προσεκτικά μακιγιαρισμένο πρόσωπό της. Υποψιαζόταν ότι εκείνη θα πληγωνόταν αν δεν την έσπρωχνε 124


μπροστά στις κάμερες. Πράγμα που ο Τζακ σκόπευε να κάνει. Να πάρει η ευχή, ήταν πανέμορφη. Η άσπρη μπλούζα της ήταν αρκετά διαφανής για να κάνει τους άντρες να ιδρώνουν. Σκούρο τζιν αγκάλιαζε τα μακριά της πόδια, τα οποία τόνιζαν ακόμη περισσότερο τα ψηλοτάκουνα παπούτσια που φορούσε. Τα πιο πρωτόγονα σημεία του μυαλού του -ή μπορεί το μυαλό του να μην είχε απολύτως καμία σχέση- τον καλούσαν να τυλίξει τα χέρια του γύρω της και να θάψει το πρόσωπό του στα ευωδιαστά μαύρα μαλλιά της. «Ίζι, Τζακ, μπορούμε να τραβήξουμε μερικές σκηνές στο σκάφος σου;» Η πόρτα άνοιξε και μια ανυπόμονη δημοσιογράφος εμφανίστηκε. «Εεε... φυσικά». Ο Τζακ προσπάθησε να στρέψει την προσοχή του στο χάος που επικρατούσε στο προσωπικό του ερημητήριο. Άλλες δύο νεαρές γυναίκες μπήκαν στο δωμάτιο και πλησίασαν τα κουτιά με τα ευρήματα. «Αυτά είναι από το πλοίο;» Μια κοπέλα με μακριά κόκκινα μαλλιά άνοιξε το πλαστικό καπάκι μιας κούτας. «Ναι». Η Βίκι έτρεξε δίπλα της και έκλεισε το καπάκι. «Και δεν πρέπει να εκτίθενται στον αέρα, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος της οξείδωσης». Έριξε στην κοπέλα μια αυστηρή ματιά. Ο Τζακ ήθελε να βάλει τα γέλια. Η Βίκι στο ρόλο της αυστηρής δασκάλας! Στοίχημα ότι θα γινόταν μια αυστηρή μητέρα που θα φρόντιζε να έχουν τα παιδιά της άψογους τρόπους και ύστερα θα τα άφηνε ξύπνια μέχρι αργά, βλέποντας θρίλερ. «Τζακ, γιατί δεν εξηγείς στις κυρίες το φαινόμενο της οξείδωσης;» Το βλέμμα του στράφηκε προς το μέρος της και συνειδητοποίησε έντρομος ότι σκεφτόταν τις μητρικές ικανότητες της Βίκι. Προφανώς, έχανε τα λογικά του. Η Βίκι του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε να κάνει παιδιά κι ο ίδιος δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να μην την πιστέψει. Όχι ότι είχε καμία σημασία. Εκείνος και η Βίκι ήταν πολύ ασταθείς χαρακτήρες για να καταφέρουν να μείνουν μαζί για λίγο 125


καιρό, πόσο μάλλον να κάνουν παιδιά. Τουλάχιστον, αυτό έλεγε το μυαλό του. Αλλά η καρδιά του έλεγε άλλα. «Τι θέλετε να μάθετε;» Η ματιά του πήγε από τη μια κοπέλα στην άλλη. Έμοιαζαν με φοιτήτριες που πιθανότατα έκαναν την πρακτική τους. Μπορεί η Βίκι να τις έσπρωχνε στα πόδια του σαν δόλωμα, για να δει αν εκείνος θα τσιμπούσε. «Πώς το νερό εμποδίζει την οξείδωση;» «Σχηματίζει μια ασπίδα γύρω από τα αντικείμενα, όσο παραμένουν μέσα σ’ αυτό». «Όμως το νερό περιέχει οξυγόνο», αντέτεινε η πρόσχαρη ξανθιά με την αλογοουρά. «Το ξέρω, αλλά αυτό δε φαίνεται να παίζει ρόλο». Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν είμαι χημικός, αλλά ένας απλός κυνηγός θησαυρών. Κάνω ό,τι χρειάζεται, χωρίς να ανησυχώ πολύ για το γιατί και το πώς». Τους χαμογέλασε. Κούνησαν το κεφάλι τους και η μία άνοιξε ένα άλλο καπάκι. «Μπορούμε δηλαδή να τα κοιτάξουμε, αρκεί να μην τα βγάλουμε από το νερό;» Η Βίκι έριξε μια αυστηρή ματιά στον Τζακ. «Μόνο εάν συμφωνεί η Βίκι», είπε εκείνος. «Νομίζω ότι είναι καλύτερο να διαλέξουμε μερικά αντικείμενα για να τα βιντεοσκοπήσετε». Η Βίκι είχε πάρει επαγγελματικό ύφος, το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με την εμφάνιση ροκ σταρ που είχε σήμερα. «Αυτό το δοχείο έχει εμφανή κατάλοιπα μιας μπάλας από κανόνι, θαμμένης στα κοράλλια, και μερικά κομμάτια από μπουκάλια. Θέλετε να με βοηθήσετε να τα μεταφέρουμε στο άλλο δωμάτιο;» Ο Τζακ την είδε να φεύγει με τα δύο κορίτσια. Ήταν θάνατος που δεν είχε κοιμηθεί μαζί της το προηγούμενο βράδυ. Και το βράδυ πριν απ’ αυτό. Ήταν κρίμα να χάνει τέτοια μοναδική ευκαιρία. Ήξερε ότι δε θα είχε ποτέ ξανά τη δυνατότητα να μοιραστεί το κρεβάτι του με τη Βίκι Σεντ Σιρ. Εκτός αν σκόπευε να υποκύψει σε μια μόνιμη δέσμευση. 126


Για άλλη μια φορά, η τρελή σκέψη μιας σοβαρής σχέσης με τη Βίκι εισέβαλε στο μυαλό του. Αλλά ήταν κάτι απραγματοποίητο. Ναι, υπήρχε φοβερή χημεία μεταξύ τους και το σεξ ήταν απίστευτο, αλλά πέρα απ’ αυτό δεν είχαν σχεδόν τίποτα κοινό. Εκείνη αγαπούσε την κοινωνική ζωή της Νέας Υόρκης, τα πάρτι, την επαγγελματική επιτυχία. Αυτός το μόνο που ήθελε ήταν να είναι με το σκάφος του στη μέση του ωκεανού, όπου κανείς δεν μπορούσε να τον βρει. Αλλά το να είναι στον ωκεανό με τη Βίκι... Αυτό ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Και είχαν βρει το θησαυρό επιπροσθέτως! Έπρεπε να τσιμπήσει τον εαυτό του για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρεύεται. Η πόρτα άνοιξε πάλι. «Είμαστε έτοιμοι». «Έρχομαι». Ο Τζακ πήγε στο καθιστικό. Όπως το περίμενε, η Βίκι είχε ήδη πάρει θέση πρωταγωνίστριας και είχε βάλει μπροστά τη γοητεία της. Συμφωνούσε, γελώντας, να τους πει την ιστορία με το χάρτη του θησαυρού και να τους τον δείξει. Ο Τζακ έπιασε τον εαυτό του να την παρακολουθεί με ευχαρίστηση. Η Βίκι ήταν σαν σταρ του κλασικού σινεμά -σαν την Λορίν Μπακόλ ίσως, ή την Όντρεϊ Χέμπορν. Μπορούσες να την κοιτάς για μέρες και να μην τη βαριέσαι ποτέ. Τουλάχιστον έτσι ένιωθε εκείνος. Πώς θα ένιωθε όμως όταν θα την έχανε για πάντα; *** Μόλις το συνεργείο μετέφερε τα φώτα και τις κάμερες στο υπνοδωμάτιο του Τζακ, η Βίκι μετάνιωσε που βιάστηκε να τους υποσχεθεί ότι θα τους έδειχνε το χάρτη. «Λοιπόν, πώς έγινε και είδες το χάρτη;» Η χαμογελαστή δημοσιογράφος έδειξε το ταβάνι πάνω απ’ το κρεβάτι. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν τόσο κολλημένα από τη λακ, που δεν 127


κουνιόταν ούτε τρίχα, όταν γύριζε το κεφάλι της. Η Βίκι ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Ο Τζακ μου είπε ότι ένας πρόγονός του, ο Λάζαρο Ντράμοντ, είχε ζωγραφίσει το χάρτη σ’ αυτό το σημείο ώστε να τον βλέπουν μόνο όσοι ήταν στενά συνδεδεμένοι μαζί του». «Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι εσύ και ο Τζακ είστε στενά συνδεδεμενοι;» Αστειευόταν -κατά κάποιον τρόπο-, αλλά η Βίκι ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει. «Ο Τζακ κι εγώ είμαστε παλιοί φίλοι. Πολύ παλιοί φίλοι, αλλά τίποτα παραπάνω». Το ψέμα βγήκε αβίαστα απ’ τα χείλη της. Ήταν παράνομο να λες ψέματα στις ειδήσεις; Ευχήθηκε μόνο να μην το έβλεπε αυτό ο Λίο Πάρκερ. Επειδή αναιρούσε το προηγούμενο ψέμα, ότι ήταν αρραβωνιασμένοι. Η Βίκι ένιωσε τον Τζακ να την κοιτάζει από την άλλη άκρη του δωματίου και αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν εκείνος. Μάλλον θα ήταν ανακουφισμένος με τη δήλωσή της, αφού είχε προφανέστατα μετανιώσει για ό,τι είχε γίνει μεταξύ τους. Διαφορετικά, δε θα κοιμόταν στο διπλανό υπνοδωμάτιο. «Τζακ, έρχεσαι κοντά μας;» Η δημοσιογράφος κοίταξε προς το μέρος του. «Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να ακούγαμε την ιστορία κι απ’ τους δυο σας». Η Βίκι πάγωσε. Αποσυντονιζόταν όταν ήταν τόσο κοντά του, επειδή φορτιζόταν η ατμόσφαιρα. Εκείνος διέσχισε το δωμάτιο, με έκφραση ασυνήθιστα αμήχανη. Η δημοσιογράφος, μια κομψή γυναίκα γύρω στα τριάντα, του χαμογέλασε. «Τέλεια! Εντάξει, νομίζω ότι είμαστε έτοιμοι για γύρισμα». Κανείς δεν είπε το γνωστό πάμε, όπως στις ταινίες, αλλά ξαφνικά όλα άρχισαν. «Τζακ και Βίκι, ανακαλύψατε μαζί την αυθεντική τοιχογραφία;» «Όλος ο έπαινος πάει στη Βίκι». Η φωνή του Τζακ ακουγόταν πιο 128


βραχνή και πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως. «Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, όταν πρόσεξε ότι κάποια κομμάτια της τοιχογραφίας είχαν διαφορετικό χρώμα». Η Βίκι ξεροκατάπιε. Ήταν ανάγκη να πει ο Τζακ ότι ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του; Πάλι καλά που δεν είπε ότι φορούσε μόνο τα εσώρουχά της. Αποφάσισε να τον διακόψει. «Στην πραγματικότητα, κοιτούσα τα μηνύματα στο κινητό μου και το φως από την οθόνη έπεσε στην τοιχογραφία με τέτοιο τρόπο που τόνισε την ανώμαλη επιφάνεια». Η δημοσιογράφος κοίταξε το ταβάνι. Ένας κάμεραμαν τραβούσε την τοιχογραφία και ένας βοηθός έριχνε πάνω του το φορητό προβολέα. «Πρέπει να έχεις πολύ καλή όραση. Τώρα, τα φώτα εδώ μέσα είναι πολύ δυνατά, αλλά κανονικά θα πρέπει να είναι μάλλον σκοτεινά». «Μόλις πρόσεξα την ατέλεια, ζήτησα από τον Τζακ να φέρει ένα φακό». «Α, ώστε ήσαστε μαζί εκείνη την ώρα;» Η δημοσιογράφος έστρεψε το πονηρό της βλέμμα στον Τζακ, με ένα χαμόγελο στα βαμμένα χείλη της. «Ε...» Ο Τζακ δίστασε και στράφηκε στη Βίκι. «Φυσικά. Δεν είχα πρόθεση να σκαλίσω το σπίτι του για στοιχεία αν δεν ήταν κι εκείνος μπροστά». Είδε το στήθος του να ξεφουσκώνει με ανακούφιση κι ένιωσε μια λύπη να την πλημμυρίζει. Εκείνος δεν ήθελε να νομίζει ο κόσμος ότι ήταν ζευγάρι. Μπορεί να έκανε ήδη σχέδια για να βγει για φαγητό με την ξανθιά δημοσιογράφο. «Βίκι, ήρθες στο νησί με μοναδικό σκοπό να δεις το χάρτη;» Η δημοσιογράφος μετακινήθηκε ελαφρά προς το μέρος της και το αδιάκριτο βλέμμα της έκανε τη Βίκι να ανοιγοκλείσει τα μάτια της. «Θα έλεγα ναι, κατά κάποιον τρόπο. Είχα επισκεφτεί συγγενείς του Τζακ, οι οποίοι με έκαναν να ενδιαφερθώ για την ιστορία της οικογένειάς του». Τα μάτια της δημοσιογράφου άστραψαν. «Έχω ακούσει πολύ 129


ενδιαφέροντα πράγματα για την οικογένεια Ντράμοντ. Γνωρίζω ότι υπάρχει μια σοβαρή αμοιβή για την ανεύρεση ενός οικογενειακού κειμηλίου. Αυτό έψαχνες;» Δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει. «Ναι...» Η Βίκι μόρφασε ανεπαίσθητα. Τώρα θα τραβούσαν στην περιοχή ακόμη περισσότερους κυνηγούς θησαυρών. Αν και δεν είχε πια σημασία. Εκείνη έπρεπε να φύγει αμέσως. «Πρόκειται για ένα κύπελλο, το οποίο τρεις από τους προγόνους του Τζακ, τρία αδέρφια, έφεραν στο Νέο Κόσμο μαζί τους από τη Σκοτία. Εάν τα τρία κομμάτια από τα οποία αποτελείται το κύπελλο ενωθούν και πάλι, θα φέρουν τύχη στην οικογένεια». «Τι ρομαντική ιστορία!» Η δημοσιογράφος χαμογέλασε στον Τζακ. «Πιστεύεις ότι υπάρχει αυτό το κύπελλο;» «Δεν το αποκλείω. Το αν θα μπορέσουμε να το βρούμε όμως είναι άλλη ιστορία». Φαινόταν ήρεμος πάλι. «Αλλά σίγουρα περάσαμε καλά, ψάχνοντας. Και η ευτυχής ανακάλυψη της Βίκι μας οδήγησε στο καράβι το οποίο ανήκε στον Μακάσαρ Ντράμοντ. Καταφέραμε να ανασύρουμε πολλά ενδιαφέροντα πράγματα από το ναυάγιο, κι ακόμη δεν αρχίσαμε καλά καλά. Θα έλεγα ότι έχουμε χρόνια δουλειάς μπροστά μας». «Ώστε το χαμένο κύπελλο σας έφερε ήδη τύχη;» Η Βίκι είδε το βλέμμα της δημοσιογράφου να καρφώνεται στιγμιαία στα μυώδη μπράτσα του Τζακ. Φυσικά και της άρεσε. Σε ποια γυναίκα δε θα άρεσε; «Μπορεί κανείς να το δει κι έτσι». Ο Τζακ χαμογέλασε στη Βίκι. «Και πρέπει να ευχαριστήσω γι’ αυτό την παλιά και καλή μου φίλη». Η Βίκι έπνιξε μια διαμαρτυρία. Δεν της άρεσε που τη χαρακτήριζε ο Τζακ «παλιά» και «καλή». Ακουγόταν σαν γριά με άσπρα μαλλιά και βελόνες πλεξίματος. «Ήταν συναρπαστικό και για μένα. Το επάγγελμά μου είναι έμπορος αντικών και ενδιαφέρομαι για ιστορικά αντικείμενα». Η Βίκι κατάφερε να χαμογελάσει πλατιά. Τουλάχιστον, ας αποκόμιζε λίγη δημοσιότητα από όλο αυτό το φιάσκο. 130


«Αλήθεια;» Η δημοσιογράφος έστρεψε το αστραφτερό χαμόγελό της στη Βίκι. «Βρήκατε κάτι που θα μπορούσατε να περιγράφετε ως θησαυρό;» «Ναι. Ξεχωρίσαμε μερικά κομμάτια για να τα δείτε». Η δημοσιογράφος έκανε μια παράξενη κίνηση με το χέρι της και το γύρισμα σταμάτησε. Η Βίκι αναστέναξε με ανακούφιση τώρα που οι κάμερες δεν τραβούσαν πια και το συνεργείο είχε αρχίσει να μεταφέρει τον εξοπλισμό στο καθιστικό. Ούτε εκείνη ούτε ο Τζακ μετακινήθηκαν, οπότε μετά από δύο περίπου λεπτά έμειναν μόνοι στο δωμάτιο, όρθιοι δίπλα στο κρεβάτι. «Αυτό ήταν μάλλον λάθος», είπε ο Τζακ χαμηλόφωνα και με μια δόση χιούμορ. «Αλλά αναπόφευκτο». Η Βίκι είχε υπερβολική εμπειρία από αναπόφευκτα λάθη. Το να πέσει στο κρεβάτι του Τζακ μπορεί να ήταν το μεγαλύτερο απ’ αυτά. «Δεν πρόκειται να ησυχάσουμε τώρα». «Έτσι είναι η ζωή στο σύγχρονο κόσμο». Προσπάθησε να φαίνεται πιο ήρεμη απ’ ό,τι αισθανόταν. «Αυτή είναι η πρώτη φορά που επιτράπηκε στο σύγχρονο κόσμο να μπει στο κρησφύγετο των Ντράμοντ. Συνήθως έρχομαι εδώ για να ξεφύγω απ’ όλα αυτά». «Τότε, φαντάζομαι πως τώρα έμαθες πώς νιώθουν οι υπόλοιποι άνθρωποι». Η Βίκι ανασήκωσε τους ώμους της και προσπάθησε να χαμογελάσει αδιάφορα. Απέτυχε. «Υπάρχει πάντα η ανοιχτή θάλασσα». Τα μάτια του Τζακ άστραψαν κεφάτα. «Είμαι σίγουρη ότι το ίδιο έλεγαν και οι πειρατές». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. Ήταν δύσκολο να παραμείνει ψυχρή με τον Τζακ για πολύ. Μπορεί αυτό να ήταν μέρος του προβλήματος της. Ήθελε να τον ρωτήσει στα ίσια γιατί την απέρριψε ξανά. Αλλά τότε εκείνος θα σκεφτόταν ότι ήταν σημαντικός για κείνη κι η Βίκι δεν το ήθελε αυτό, έστω κι αν ήταν αλήθεια. 131


Καλύτερα να το έπαιζε αδιάφορη. «Υποθέτω ότι είναι πολύ νωρίς για ένα μπουκάλι ρούμι». «Όχι, αν τολμάς να το πιείς μπροστά στην κάμερα». «Δεν είμαι τόσο τολμηρή όσο παλιά. Πριν από πέντε χρόνια δε θα το σκεφτόμουν δεύτερη φορά. Μπορεί να γίνομαι σοφότερη, γερνώντας». «Πρόσεξέ το αυτό. Μπορεί να γίνεις βαρετή». «Μπορεί να είμαι ήδη». Καιγόταν να τον ρωτήσει γιατί την απομάκρυνε από κοντά του τόσο απότομα. Το σεξ μεταξύ τους ήταν φανταστικό και ο Τζακ δεν ήταν ο τύπος που θα προσποιούνταν στο κρεβάτι. «Δε θα γίνεις ποτέ βαρετή, Βίκι Σεντ Σιρ». Τότε γιατί δεν κοιμάσαι μαζί μου; Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. «Είμαστε έτοιμοι ν’ αρχίσουμε και πάλι το γύρισμα. Θα θέλαμε να έρθετε και οι δύο να μας μιλήσετε για τα ευρήματά σας». «Φυσικά». Η Βίκι ίσιωσε την πλάτη της. «Φαντάζομαι ότι το ρούμι θα πρέπει να περιμένει. Ο Θεός ξέρει πόσο χειρότερα πράγματα έχω κάνει απ’ αυτό όντας νηφάλια». Ο Τζακ γέλασε, αλλά το γέλιο του δεν εξαφάνισε εντελώς την παράξενη έκφραση στα μάτια του. Αν δεν τον ήξερε, η Βίκι θα έλεγε πως την κοιτούσε με... τρυφερότητα. Αλλά αυτό ήταν αδύνατον. Οι πειρατές δεν ήταν τρυφεροί και ο Τζακ Ντράμοντ ήταν κάθε άλλο παρά συναισθηματικός. *** Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά όταν επιτέλους έφυγε το τηλεοπτικό συνεργείο. Ο Τζακ φαινόταν κάπως νευρικός, κάτι που η Βίκι δε θα το πίστευε αν δεν το έβλεπε με τα μάτια της. Οι ώμοι του πρόδιδαν την 132


έντασή του και το πρόσωπό του ήταν συνοφρυωμένο. Το συνεργείο είχε αφήσει σε κατάσταση χάους τα κουτιά που η Βίκι είχε οργανώσει και ταξινομήσει προσεκτικά. Αλλά δεν είχε τώρα το κουράγιο να τα ξαναβάλει στη θέση τους. «Πότε θα προβληθεί η εκπομπή;» Αντί για το ρούμι που είχε προτείνει η Βίκι νωρίτερα, έπιναν ένα ποτήρι σαμπλί, όρθιοι στη βεράντα, κοιτάζοντας το φεγγαρόφωτο ουρανό. Η γαλήνη είχε αποκατασταθεί, αρκεί εκείνη να κοιτούσε έξω απ’ τα παράθυρα και όχι μέσα της. «Απόψε, φαντάζομαι. Δεν ξέρω καν τι ώρα δείχνουν ειδήσεις εδώ». «Επειδή δε θέλεις να αφήσεις τον έξω κόσμο να διεισδύσει στο κρησφύγετό σου;» «Ακριβώς. Δε βλέπω συχνά τηλεόραση. Και πάω στοίχημα, ούτε εσύ». Στάθηκε πίσω της, αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να την αγγίζει. «Είμαι σίγουρος ότι κανείς απ’ τους δυο μας δεν είναι από τους τύπους που μπορεί να καθίσει ακίνητος για πολλή ώρα». Το κορμί της ρίγησε, καθώς η Βίκι τον ένιωθε τόσο κοντά και συγχρόνως τόσο μακριά της. Γιατί δεν την άγγιζε, που να πάρει η ευχή; Το κρασί δε βοηθούσε. Αντίθετα, την έκανε να ποθεί ένα αργό, μακρόσυρτο, αισθησιακό φιλί. Τύλιξε τα χέρια γύρω απ’ το κορμί της, αφού δεν το έκανε εκείνος. «Κρυώνεις;» «Όχι. Φαντάζομαι όμως ότι πρέπει να ανοίξουμε την τηλεόραση για να δούμε πώς το παρουσιάζουν». Τουλάχιστον, αν το έπαιζαν σήμερα, δε θα είχαν χρόνο να ψάξουν το παρελθόν της. Κι εκείνη δεν έπρεπε να στέκεται ακίνητη με τον Τζακ τόσο κοντά της. Η πίεσή της ανέβαινε κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. «Ναι». Δεν κινήθηκε όμως. Και το κορμί του έφραζε το δρόμο προς το καθιστικό. «Βίκι». Η φωνή του είχε έναν πρωτόγνωρο διατακτικό τόνο. «Ναι, είμαι η Βίκι». Αμέσως, έβρισε τον εαυτό της για την απότομη απάντηση. Πώς 133


μπορούσε κάποιος να της φερθεί ρομαντικά, όταν εκείνη ήταν τόσο ωμή; «Σίγουρα», της απάντησε ο Τζακ σιγανά. Κατόπιν έκανε μεταβολή και μπήκε στο καθιστικό, αφήνοντάς τη να στέκεται μόνη στο μισοσκόταδο. Ό,τι κι αν ετοιμαζόταν να της πει, θα έμενε για πάντα ανείπωτο. Τέλεια. Και έφταιγε αποκλειστικά εκείνη. Στάθηκε στην μπαλκονόπορτα, με το μυαλό της να αναρωτιέται τι ήθελε να της πει ο Τζακ. Δεν ήταν να απορεί που ο Λίο Πάρκερ ήταν ο μόνος άντρας που την πολιορκούσε αυτή την περίοδο. Μόνο ένας τρελός ή ένας ανόητος θα ασχολιόταν με κάποια τόσο αντιδραστική γυναίκα. Μπορεί ο Λίο να ανήκε στο μοναδικό είδος άντρα που θα ενδιαφερόταν για κείνη, επειδή έδιωχνε όλους τους άλλους με την αλαζονεία της. «Βίκι, είσαι καλά; Αναπνέεις κάπως περίεργα». Ένιωθε το στήθος της να σφίγγεται. «Είμαι καλά. Απλώς πέρασα μια κουραστική μέρα». «Μπορείς να πας για ύπνο, αν θέλεις. Θα σου πω εγώ αύριο τι έδειξαν στις ειδήσεις». Ναι, θα μπορούσε να πάει να κοιμηθεί. Μόνη. Στο κρεβάτι του Τζακ Ντράμοντ. Η ιδέα έκανε τους ώμους της να κυρτώσουν. Είχε κάνει με το μυαλό της πολλά σενάρια, όταν αποφάσισε να έρθει εδώ για να βρει το κύπελλο. Στα περισσότερα, ο Τζακ προσπαθούσε να την παρασύρει στο κρεβάτι του. Σε μερικά, εκείνη αντιστεκόταν. Αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί την πιθανότητα να την κρατάει εκείνος ευγενικά σε απόσταση. «Όχι, ευχαριστώ. Θα μείνω λίγο ακόμη», του είπε. Θα έμενε όλη τη νύχτα αν χρειαζόταν. Αν το κύπελλο ήταν στα κουτιά που είχαν φέρει σπίτι, θα το έβρισκε. Αλλά, ακόμα κι αν δεν το έβρισκε, θα έφευγε. Έτσι κι αλλιώς. Έπρεπε να φύγει, διαφορετικά θα τρελαινόταν. Παρίστανε τη γενναία πολύ καιρό. Η προοπτική ενός λαμπρού μέλλοντος και η δική της 134


αυτοπεποίθηση την είχαν κρατήσει στην επιφάνεια μέχρι στιγμής. Αλλά τώρα αισθανόταν το κουράγιο της να την εγκαταλείπει. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα πίσω της και ακολούθησε τον Τζακ στον τεράστιο καναπέ που ήταν μπροστά στην επίπεδη τηλεόραση. Κάποια μέρα, ο Τζακ θα έβλεπε εδώ ποδόσφαιρο με το γιο του. Και η σύζυγος -που δεν είχε βρεθεί ακόμη- θα τους έφερνε γαρίδες κοκτέιλ. Επειδή ο Τζακ δεν ήταν ο τύπος που θα έτρωγε τσιπς. Κι η γυναίκα του θα χαμογελούσε τρυφερά, κοιτώντας τους μαζί. Κι η Βίκι θα βρισκόταν κάπου μακριά, ψάχνοντας για ανήκες τις οποίες θα μπορούσε να πουλήσει πανάκριβα. Κάτι που ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε. Ο Τζακ βούλιαξε στον καναπέ, αλλά εκείνη παρέμεινε όρθια με την πλάτη στον τοίχο, έτοιμη να δραπετεύσει. Εκείνος άνοιξε την τηλεόραση και άρχισε να αλλάζει κανάλια, μέχρι που βρήκε αυτό που είχαν δώσει τη συνέντευξη. Έδειχνε ειδήσεις. «Μπορεί να το χάσαμε». Δεν την ένοιαζε και πολύ, ούτως ή άλλως. Ήθελε απλά το κύπελλο για τους δικούς της σκοπούς. «Δε θα είναι το πρώτο θέμα. Μάλλον θα δείξουν πέντε λεπτά στο τέλος». Τύλιξε και πάλι τα χέρια της γύρω απ’ το κορμί της, ύστερα συνειδητοποίησε τι έκανε και τα πίεσε στα πλευρά της. Για να έχει κάτι ν’ ασχολείται, έβαλε κι άλλο κρασί και στους δυο τους κι ύστερα κράτησε το ποτήρι της χωρίς να πίνει, θέλοντας να αποφύγει τη μεθυστική επίδρασή του. Ένιωθε ήδη ένα συναισθηματικό ράκος, περισσότερο από ποτέ, και το κρασί θα την έκανε να αισθανθεί χειρότερα. «Να το!» Ο Τζακ ανακάθισε όταν το σκάφος του εμφανίστηκε στην οθόνη και μια ενθουσιώδης φωνή άρχισε να περιγράφει την καινούρια ανακάλυψη. «Ο συντοπίτης μας Τζακ Ντράμοντ έκανε άλλη μια συναρπαστική ανακάλυψη. Το ναυάγιο ενός πειρατικού καραβιού ηλικίας τριακοσίων ετών. Το ενδιαφέρον είναι ότι το πλοίο ανήκε στον πρόγονό του, 135


τον Μακάσαρ Ντράμοντ». Ο Τζακ χαμογελούσε, απολαμβάνοντας το ρεπορτάζ καθώς η δημοσιογράφος περιέγραφε τι είχε συμβεί. Η Βίκι είδε τον εαυτό της, όταν έδειξαν τις σκηνές από το σπίτι. Έδειχνε πολύ σοβαρή και πολύ λιγότερη λαμπερή απ’ ό,τι πίστευε η ίδια. Δίπλα στον Τζακ, που έλαμπε σαν κινηματογραφικός αστέρας, εκείνη φαινόταν κοντή και ασήμαντη, τραυλίζοντας κοινοτοπίες για την ιστορία και την προέλευση και τις αρχειοθετικές πρακτικές. Ήταν θαύμα που δεν την είχαν κόψει τελείως. Αλλά το έκαναν αμέσως μετά, δείχνοντας τον Τζακ μόνο πάνω στο σκάφος του, με τον αέρα να ανεμίζει τα μαλλιά του και το κορμί του να γυαλίζει στον ήλιο. Ο απόλυτος ήρωας των θαλασσών. «Ήταν ανώδυνο τελικά». Ο Τζακ άστραφτε όταν το πρόγραμμα διακόπηκε για διαφημίσεις. «Νομίζω ότι παρουσιαστήκαμε ως επαγγελματίες. Δεν είναι κι άσχημα για ένα μάτσο διαβόητους πειρατές». «Παρ’ όλα αυτά, οι υπόλοιποι κυνηγοί θησαυρών δεν πρόκειται να σταματήσουν να έρχονται». «Δεν τους κατηγορώ. Ποιος δε θα ήθελε μερίδιο απ’ αυτό το εύρημα; Τώρα που ανακατέψαμε την άμμο, νομίσματα, πίπες και σφαίρες από μουσκέτα θα ξεβράζονται στην ακτή για χρόνια». Της χαμογέλασε. Προφανώς δεν τον ένοιαζε καθόλου που θα μοιραζόταν τη λεία του με άλλους. Ήταν πολύ πιο γενναιόδωρος και φιλικός από κείνη. Γι’ αυτό δεν την ήθελε. «Πάω να ψάξω λίγο ακόμη σε μερικά κουτιά», είπε η Βίκι. «Ακόμη ψάχνεις γι’ αυτό το αναθεματισμένο κύπελλο;» Ένας πειρακτικός τόνος διακρινόταν στη φωνή του. «Μην έρθεις όμως να μου παραπονεθείς όταν βρεις την παντοτινή ευτυχία, χάρη στο κύπελλο». «Δε θα περιμένω και με δεμένα χέρια. Πάω για ύπνο. Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς αύριο το πρωί για να διώξουμε τα όρνια που θα έχουν αρχίσει να μας περικυκλώνουν». 136


«Τέλεια. Τα λέμε αύριο». Η Βίκι ήταν ήδη στο διάδρομο. Δεν είχε σκοπό να περιμένει άλλη μια ευγενική δικαιολογία που έπρεπε να κοιμηθούν σε χωριστά δωμάτια. Άνοιξε τον υπολογιστή και κοίταξε μεθοδικά τα αρχεία των ακτινογραφημένων αντικειμένων, ψάχνοντας για σχήματα που μπορεί να έμοιαζαν είτε με τη βάση, είτε με την κούπα του κυπέλλου. Μια άσπρη σκιά στην εικόνα Γ-53 τράβηξε την προσοχή της. Από άλλη οπτική γωνία, μπορεί να ήταν ένα στρογγυλό σχήμα. Πράγμα που μπορεί να σήμαινε ότι ήταν είτε η βάση είτε η κούπα του κυπέλλου. Άξιζε να το ερευνήσει. Η Βίκι άρχισε να μετακινεί τις πλαστικές κούτες με τα ευρήματα για να απελευθερώσει το νούμερο 53. Μετά, έβγαλε από την κούτα την υγρή μάζα, τεράστια και βαριά, και την ακούμπησε πάνω σε βρεγμένες πετσέτες στο πάτωμα. Αρχίζοντας με μια μικρή σμίλη και χρησιμοποιώντας όλο και μικρότερες, αφαίρεσε τα στρώματα της άμμου, των κοραλλιών και άλλων θαλάσσιων οργανισμών που είχαν κλείσει στην αγκαλιά τους το μυστηριώδες αντικείμενο. Καθώς πλησίαζε στο αντικείμενο που είχε δει στις ακτινογραφίες, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Είχε ένα προαίσθημα, και το ένστικτό της ήταν αλάνθαστο. Συχνά την πείραζαν ότι μπορούσε να ξεχωρίσει ένα αληθινό έργο τέχνης από ένα αντίγραφο, απλώς από τον τρόπο που ανασηκώνονταν οι τρίχες στον αυχένα της. Αν η ιστορία της Κάθριν Ντράμοντ ήταν αληθινή, η Βίκι βρισκόταν μόνο μερικά εκατοστά μακριά από ένα κειμήλιο που δεν είχε δει κανείς άλλος εδώ και τριακόσια χρόνια. Ήταν μεταλλικό, αυτό ήταν σίγουρο. Η Βίκι προσπάθησε πολύ να μη γδάρει την επιφάνεια καθώς απομάκρυνε τα στρώματα κολλημένης άμμου. Το τελευταίο στρώμα ξεκόλλησε εύκολα, αποκαλύπτοντας το χείλος μιας κούπας. Η Βίκι δάγκωσε τα χείλη της, προσπαθώντας να συγκροτήσει τον ενθουσιασμό της. Το εσωτερικό της κούπας ήταν γεμάτο άμμο, αλλά αποφάσισε να καθαρίσει πρώτα το εξωτερικό για να πάρει μια ιδέα για την ηλικία του, πριν καθαρίσει το περιεχόμενο. Η προσεκτική δουλειά της αποκάλυψε ένα περίτεχνο σχέδιο, που ήταν σχεδόν άθικτο. Και 137


ακριβώς ίδιο με το μοτίβο που υπήρχε στο πόδι του κυπέλλου, αυτό που είχαν βρει στην έπαυλη του Σινκλέρ Ντράμοντ στο Λονγκ Άιλαντ. Το βρήκα. Ο ενθουσιασμός της ήταν ανάμεικτος με μια ακούσια θλίψη. Τώρα μπορούσε να φύγει. Και, πιθανότατα, δε θα έβλεπε ποτέ ξανά τον Τζακ Ντράμοντ. Τι ανακούφιση! Τότε, γιατί το ένστικτό της έστελνε προειδοποιητικά σήματα;

138


10

Η ΚΟΥΠΑ ΗΤΑΝ ΒΑΡΙΑ και μεγάλη σαν γροθιά. Η Βίκι την τύλιξε σε μια πετσέτα, εν μέρει για να προστατεύσει την επιφάνεια, αλλά κυρίως για να την κρύψει. Δεν ήταν σίγουρη γιατί. Τακτοποίησε τα υπόλοιπα περιεχόμενα του κουτιού 53 και σφουγγάρισε το πάτωμα. Ύστερα, σφίγγοντας την πετσέτα στην αγκαλιά της, πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Σκόπευε να φύγει χωρίς να πει τίποτα στον Τζακ. Θα προσποιούνταν ότι ήταν κουρασμένη αύριο το πρωί και, ενώ εκείνος θα βρισκόταν στο πλοίο του, εκείνη θα καλούσε ένα θαλάσσιο ταξί και θα επέστρεφε στον πολιτισμό. Ο Τζακ δε θα ανακάλυπτε τη φυγή της, παρά μόνο όταν θα γύριζε σπίτι του, το βράδυ. Μέχρι τότε, η Βίκι θα είχε φτάσει στη Νέα Υόρκη για να πάρει την αμοιβή της από την Κάθριν Ντράμοντ. Και θα του έστελνε το μερίδιό του όταν θα βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση από εκείνον. Διέσχισε αθόρυβα το διάδρομο, παρακαλώντας να μην ξυπνήσει ο Τζακ στην εφεδρική κρεβατοκάμαρα. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί. Ήταν οδυνηρό και εξευτελιστικό να τη συγκινεί ακόμα, μετά από μια δεύτερη απόρριψη. Άνοιξε σιγανά την πόρτα της κύριας κρεβατοκάμαρας και άναψε το κεντρικό φως. Αλλά πόνεσαν τα κουρασμένα μάτια της, οπότε το έκλεισε αμέσως. Στο μισοσκόταδο, πήρε το σακίδιό της από την ντουλάπα, έβγαλε την κούπα από την πετσέτα και την τύλιξε με μια πιτζάμα, πριν τη χώσει στον πάτο του σακιδίου. Έπρεπε να προσέξει αύριο πώς θα τη μετέφερε. Έβγαλε τα ρούχα της -δεν υπήρχε λόγος να φοράει προστατευτική πανοπλία- και κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι. Στην ευχή και το μακιγιάζ, θα ξεβαφόταν αύριο. Σκαρφάλωσε στο ψηλό κρεβάτι και τράβηξε τα σκεπάσματα, έτοιμη να βουλιάξει στο μαλακό στρώμα. 139


Και τότε διαπίστωσε ότι το κρεβάτι ήταν ήδη κατειλημμένο.

*** Ο Τζακ χαμογέλασε στα σκοτεινά, όταν η Βίκι σκαρφάλωσε στο κρεβάτι. Το αναβόσβημα της λάμπας τον είχε ξυπνήσει από βαθύ ύπνο κι αναρωτήθηκε αν η ξαφνική του παρουσία στο κρεβάτι θα έκανε τη Βίκι να το βάλει στα πόδια. Εκείνη κοντοστάθηκε, αυτό ήταν σίγουρο, αλλά μετά ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη. Το κορμί του πήρε φωτιά από την αίσθηση του δικού της τόσο κοντά του, παρά το γεγονός ότι δεν τον ακουμπούσε πουθενά. Τα δάχτυλά του μυρμήγκιαζαν από την επιθυμία να χαϊδέψουν τα μαλλιά της, τα στήθη της, τα πόδια της.... Αλλά ο Τζακ δίσταζε. Φαινόταν τόσο σκεφτική σήμερα, σχεδόν ευάλωτη, και δεν την είχε ξαναδεί έτσι. Μήπως γι’ αυτό είχε γυρίσει στο κρεβάτι, ενώ την απέφευγε επί δύο μέρες, μη θέλοντας να της δώσει ψεύτικες ελπίδες; Ψεύτικες ελπίδες; Από πότε είχε γίνει τόσο αλαζόνας; Η μοναδική απόδειξη ότι εκείνη ήθελε σχέση μαζί του ήταν εκείνο το παραμιλητό στον ύπνο της. Μπορεί κάλλιστα να μιλούσε για κάποιον άλλο, για τον οποίο ο ίδιος δεν είχε ιδέα. Αυτή η σκέψη έκανε τα νεύρα του να τεντωθούν. Και πίστευε πραγματικά ότι η αγκαλιά του ήταν το καλύτερο φάρμακο για την κακοκεφιά της Βίκι; Οι λόγοι για τους οποίους είχε επιστρέφει στο κρεβάτι φάνταζαν τώρα γελοίοι και ιδιοτελείς. Όλα ήταν πολύ μπερδεμένα. Δεν έπρεπε ν’ απορεί που δεν μπορούσε να διατηρήσει σχέση πάνω λίγους μήνες. Η θάλασσα μπορεί να ήταν σκληρή και απρόβλεπτη, αλλά δεν είχε κρυφά κίνητρα και αδιαφανείς επιθυμίες που σε αποπροσανατόλιζαν εκεί που δεν το περίμενες. Διατακτικό, άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Προσγειώθηκε 140


στην απαλή καμπύλη του γοφού της κι η Βίκι δεν το απομάκρυνε. Ο Τζακ ένιωσε την ανάσα της να επιταχύνεται και η δική του ακολούθησε το ρυθμό, καθώς το κορμί του πλησίαζε το δικό της. Έκρυψε το πρόσωπό του στα μαλλιά της κι ανάσανε το άρωμά τους. Ω, Βίκι. Η Βίκι δεν είχε κινηθεί καθόλου. Θα είχε κάθε δικαίωμα να το παίξει δύσκολη, μετά το σκωτσέζικο ντους που της είχε κάνει τις τελευταίες μέρες. Τα δάχτυλά του άγγιξαν την καμπύλη του στήθους της και ένιωσαν το δυνατό χτύπο της καρδιάς της. Η Βίκι έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του, μια πολύ μικρή κίνηση που του έδωσε όμως τη δυνατότητα να εναποθέσει τα χείλη του στο μάγουλό της. Από εκεί, βρήκαν το δρόμο για το στόμα της, καθώς η Βίκι γύριζε και τύλιγε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Ο Τζακ ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται, καθώς εκείνη τον αγκάλιαζε σφιχτά και ανταποκρινόταν στο φιλί του. Σ’αγαπώ, Τζακ. Πάντα σ ’αγαπούσα. Τα λόγια της ήχησαν στο μυαλό του. Δύο φράσεις ειπωμένες με διαφορά έξι ετών. Δύο φράσεις που τον είχαν τρομοκρατήσει. Αλλά αυτή τη στιγμή είχαν αντίθετη επίδραση στον πόθο του. Κι εγώ σ ’αγαπά), Βίκι. Δεν το είπε δυνατά. Αντίθετα, άφησε τη σκέψη να πλανηθεί στο μυαλό του, να τη δοκιμάσει. Την ένιωσε να απλώνεται και να τον πλημμυρίζει με μια παράξενη ελαφρότητα. Το κορμί του αισθανόταν όμορφα, κολλημένο στο κορμί της Βίκι. Ήταν μια ηδονή με την οποία ήταν εξοικειωμένος και άνετος. Αλλά με τη Βίκι υπήρχε πάντα κάτι παραπάνω. Ένα συναισθηματικό στοιχείο που τον αποσυντόνιζε και τον έκανε να αναρωτιέται μήπως βουτούσε σε πολύ βαθιά νερά. Το φιλί τους έγινε πιο βαθύ και τα χέρια τους πιο τολμηρά. Όταν δεν 141


άντεχε άλλο την προσμονή, ο Τζακ μπήκε μέσα της. Η Βίκι άφησε ένα μικρό αναστεναγμό ηδονής και έκανε το κορμί της τόξο για να τον πάρει πιο βαθιά. Κινήθηκε μέσα της αργά, πλέοντας στη θάλασσα των συναισθημάτων που τον πλημμύριζαν. Τις τελευταίες δύο μέρες είχε παλέψει τη συνεχή, επίμονη ανάγκη του να κάνει ακριβώς αυτό... Να χαθεί μέσα της. Είχε πολλές δουλειές, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να πάρει το μυαλό του από εκείνη. Εκείνες οι μοναχικές νύχτες στο διπλανό υπνοδωμάτιο τον είχαν μισοτρελάνει. Η Βίκι Σεντ Σιρ μόλις λίγα μέτρα μακριά, να τον θέλει στο κρεβάτι της, κι εκείνος να δειλιάζει να πάει. Ο Τζακ γέλασε ξερά, αναλογιζόμενος πόσο γελοία ήταν η συμπεριφορά του. «Γιατί γελάς;» Η Βίκι ανέπνεε όλο και πιο γρήγορα, καθώς η ένταση αυξανόταν ανάμεσά τους σαν κύμα που φουσκώνει πριν σκάσει στην ακτή. «Δεν μπορώ να πιστέψω πόσο ηλίθιος είμαι», της είπε λαχανιασμένα. «Να κοιμάμαι μόνος μου τη στιγμή που θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτό». «Συμφωνώ». Ψιθύρισε τη λέξη στο αυτί του, στέλνοντας ρίγη στη σπονδυλική του στήλη. «Αλλά η εξυπνάδα δεν ήταν ποτέ το δυνατό σου σημείο. Είσαι περισσότερο άνθρωπος της δράσης». «Πράγματι». Τον είχε σκοτώσει η προσπάθεια των τελευταίων ημερών να μείνει μακριά της. «Ελπίζω να μη βρεις ποτέ το κύπελλο...» Ο Τζακ μουρμούρισε τα λόγια ανάμεσα στα παθιασμένα φιλιά τους. Η αναζήτηση για το κύπελλο είχε ξαναφέρει τη Βίκι στη ζωή του. Αν το έβρισκε, μπορεί να έφευγε, κι αυτό τώρα του φαινόταν αδιανόητο. Η αναπνοή της άλλαξε ελαφρά, σχεδόν σαν να συγκροτούσε την ανάσα της, και ο ερωτικός ρυθμός τους επιβραδύνθηκε. Δεν του απάντησε. Μπορεί να μην μπορούσε να μιλήσει. Αυτό συμβαίνει κατά τη διάρκεια του σεξ, ειδικά όταν είναι τόσο απολαυστικό. Ο Τζακ πήρε ανάμεσα στα δόντια του το λοβό του αυτιού της, κάτι που 142


πάντοτε την τρέλαινε. Η Βίκι βόγκηξε κι ύστερα κινήθηκε κάτω απ’ το κορμί του, τραβώντας τον πιο κοντά της. Και βρήκαν ξανά τον έντονο εκείνο ρυθμό που οι λέξεις, αλλά και οι σκέψεις, χάνουν το νόημά τους. Μετά, ήρθε εκείνη από πάνω του, επιταχύνοντας το ρυθμό, μέχρι που και οι δύο έφτασαν σε μια ανεπανάληπτη κορύφωση που τους άφησε χωρίς ανάσα. Βίκι, Βίκι, Βίκι. Θα άντεχε να ζήσει χωρίς τη Βίκι; Αυτή τη φορά, η απάντηση ήταν όχι. *** Η Βίκι άκουσε τον Τζακ να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι, αλλά κράτησε τα μάτια της ερμητικά κλειστά. Ήταν ακόμη σκοτάδι, όμως της είχε πει ότι σκόπευε να πάει στο ναυάγιο πριν την αυγή, για να προλάβει τυχόν επίδοξους κυνηγούς θησαυρών που θα είχαν δει το ρεπορτάζ στην τηλεόραση. Κράτησε την ανάσα της όταν τον άκουσε να κοντοστέκεται. Αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να φύγει χωρίς να την ξυπνήσει; «Βίκι, θα έρθεις στο σκάφος σήμερα;» Αυτό απαντούσε στην ερώτησή της. Εκείνη προσποιήθηκε ότι ξυπνούσε από βαθύ ύπνο. «Μμμ... Αισθάνομαι πολύ κουρασμένη». «Κοιμήσου τότε, πεντάμορφη». Η Βίκι κράτησε με το ζόρι κλειστά τα μάτια της, όταν τα χείλη του Τζακ ακούμπησαν απαλά στα δικά της. Και ξεφύσηξε με ανακούφιση μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του. Έμεινε ακίνητη στο κρεβάτι, ενώ σκέψεις για τη χτεσινή νύχτα πλημμύριζαν το μυαλό της. Ο Τζακ είχε έρθει να κοιμηθεί μαζί της, επειδή μπορούσε απλά να το 143


κάνει; Επειδή η ίδια δεν είχε τον παραμικρό αυτοέλεγχο απέναντι του; Είχε κάθε λόγο να τον αποκρούσει, αλλά προφανώς δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Ευτυχώς, είχε βρει το κύπελλο. Τώρα μπορούσε να τα μαζέψει και να φύγει από το νησί του, με όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει. Ενθουσιασμός την πλημμύρισε στη σκέψη του κυπέλλου. Ανυπομονούσε να το πάει στην Κάθριν Ντράμοντ, και όχι μόνο για να εισπράξει την αμοιβή. Η Κάθριν είχε εναποθέσει πολλές ελπίδες στη ανεύρεσή του, και αυτό την είχε βοηθήσει να συνέλθει από μια σοβαρότατη ασθένεια. Θα ενθουσιαζόταν όταν θα μάθαινε ότι ο οικογενειακός θρύλος μπορεί να επαληθευόταν. Η Βίκι έμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι μέχρι που άκουσε το μακρινό θόρυβο από το σκάφος του Τζακ, που πήγαινε να πάρει τους συνεργάτες του από τη μαρίνα. Ύστερα πετάχτηκε όρθια. Έπρεπε να φύγει πριν τις εννιά που ερχόταν η οικονόμος, για να μην αναγκαστεί να απαντήσει στις ερωτήσεις της. Είχε ήδη επικοινωνήσει με την εταιρεία θαλάσσιων ταξί -απίστευτα ακριβή, αλλά δεν είχε επιλογή. Ένας υπάλληλος, που ακούστηκε έκπληκτος, της είπε ότι μπορούσε να είναι εκεί σε μισή ώρα από τη στιγμή της κλήσης. Έκανε ένα γρήγορο ντους και χτένισε τα μαλλιά της σ’ έναν κότσο χαμηλά στον αυχένα, προσπαθώντας να τους δώσει κάποιο στυλ. Ύστερα φόρεσε ένα μαύρο σύνολο που της φάνηκε κατάλληλο για το δυσάρεστο έργο της απόδρασης από το νησί του Τζακ. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αποχαιρετήσει. Μπορεί να της πρότεινε να μείνει λίγο ακόμη κι εκείνη να συμφωνούσε... Μπορεί να της έλεγε αντίο, χαρούμενος που θα έμενε μόνος του ξανά στον επίγειο παράδεισό του. Υπήρχαν πολλές πιθανές εκδοχές, αλλά όλες κακές. Τουλάχιστον, έτσι διατηρούσε το πλεονέκτημα της έκπληξης. Έριξε τα καλλυντικά της στην τσάντα της και την έκλεισε. Τι θα έλεγε ο Τζακ όταν θα γύριζε το βράδυ και θα ανακάλυπτε ότι εκείνη είχε φύγει; Η Βίκι προσπάθησε να νιώσει θριαμβευτικά που επιτέλους θα ήταν εκείνη που τον εγκατέλειπε, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Τζακ την είχε 144


ήδη χρησιμοποιήσει σαν παιχνιδάκι, οπότε δεν της έδινε αρκετή ικανοποίηση το γεγονός ότι αποφάσισε να φύγει. Εκείνος είχε ήδη αποδείξει ότι μπορούσε να κάνει μαζί της ό,τι ήθελε. Και θα της έλειπε σίγουρα. Μπορεί αστό να ήταν το χειρότερο. Της είχε λείψει πολύ η ζωντάνια του τα τελευταία έξι χρόνια. Αυτές τις μέρες στο νησί η Βίκι είχε θυμηθεί πόσο πολύ απολάμβανε τη συντροφιά του, το ζήλο και την πρωτοτυπία που έβαζε σε ό,τι κι αν έκανε. Δεν υπήρχαν πολλοί άντρες σαν τον Τζακ Ντράμοντ. Κανείς, για την ακρίβεια. Κάτι που μπορεί να ήταν καλό. Πέρασε το σακβουαγιάζ στον ώμο της και φόρεσε τα σανδάλια της. Ύστερα πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε ένα σάντουιτς. Αλλά δεν πεινούσε καθόλου, κι έτσι το έβαλε σε μία από τις εξωτερικές τσέπες της τσάντας της. Δεν μπόρεσε να μη ρίξει μια τελευταία ματιά στις πλαστικές κουτές που ήταν γεμάτες από τους θησαυρούς που είχαν ανασύρει από το βυθό του ωκεανού. Βλέποντάς τους, η Βίκι ένιωσε θλίψη. Τι ωραία που θα ήταν να έμενε και να ξετύλιγε το καθένα από τα ευρήματα από το αμμουδερό περιτύλιγμά του. Να κοίταζε το παρελθόν να αναδύεται μπροστά της... Ο Τζακ ήταν τυχερός -και έξυπνος- που είχε φτιάξει μια ζωή ακριβώς όπως την ήθελε. Τον θαύμαζε και τον ζήλευε, και αυτό έκανε την αποχώρησή της ακόμη πιο δύσκολη. Θα έπρεπε να τον μισεί για τον τρόπο που είχε παίξει μαζί της. Αλλά ήταν τόσο αξιαγάπητος που θα της έλειπε... σ’ όλη της τη ζωή. Η Βίκι κάθισε και έγραψε ένα σημείωμα στον υπολογιστή του. Τουλάχιστον, έτσι δε θα το διάβαζε η οικονόμος του. Όταν Θα το διαβάζεις αυτό, Θα έχω ήδη γυρίσει στη Νέα Υόρκη. Βρήκα το τμήμα του κυπέλλου που έψαχνα και Θα φροντίσω να πάρεις τη μισή αμοιβή. Υπάρχει μια παλιά κινέζικη παροιμία που λέει «είθε να ζεις σε ενδιαφέροντες καιρούς». Νομίζω, όμως, πως οι Κινέζοι το έλεγαν όταν ήθελαν να καταραστούν κάποιον, οπότε δε θα σου ευχηθώ να είναι ενδιαφέρουσα η υπόλοιπη ζωή σου. Επειδή Θέλω μόνο το καλύτερο για σένα. Φιλιά, Βίκι. 145


Ύστερα αποφάσισε ότι φλυαρούσε πολύ και είχε γράψει λάθος πράγματα και ήθελε να τα σβήσει, αλλά, αν καθυστερούσε κι άλλο, μπορεί το ταξί να μην έβρισκε την προβλήτα και τότε θα ξέμενε εκεί και θα ήταν αναγκασμένη να δώσει εξηγήσεις στον Τζακ πρόσωπο με πρόσωπο. Βασανίστηκε για μια στιγμή, μη ξέροντας τι τίτλο να δώσει στο αρχείο. Αντίο; Ακουγόταν πολύ δραματικό. Εις το επανιδείν, Υπονοούσε ότι σκόπευε να τον ξαναδεί. Τα λέμε; Ήταν πλαστά άνετο. Η Βίκι πληκτρολόγησε δύο λέξεις. Γεια, Τζακ. Και έκλεισε τον υπολογιστή. Ο ουρανός φωτιζόταν από το πρώτο φως της αυγής, όταν η Βίκι στάθηκε στην προβλήτα. Σήκωσε την πολύχρωμη σημαία που είχε δει τον Τζακ να χρησιμοποιεί για να τραβήξει την προσοχή του τηλεοπτικού συνεργείου. Πέντε λεπτά νωρίτερα απ’ την καθορισμένη ώρα, άκουσε το βόμβο μηχανής και ένα ταλαιπωρημένο σκάφος εμφανίστηκε. Αντί να αισθανθεί ανακούφιση, όταν ο καπετάνιος τη βοήθησε να επιβιβαστεί, ένιωσε ένα κενό στο στομάχι. Όταν άρχισε το σκάφος να απομακρύνεται, κοίταξε πίσω της την πυκνή βλάστηση που έκρυβε τη διαβόητη φατρία των Ντράμοντ από τα αδιάκριτα βλέμματα του έξω κόσμου. Ήταν ένα μαγικό μέρος! Αν και ο Τζακ μάλλον δε θα έβρισκε ποτέ την τέλεια γυναίκα που θα του χάριζε παιδιά που θα έτρεχαν χαρούμενα στον κήπο. Οι άντρες σαν κι αυτόν άφηναν πίσω τους μια σειρά από ραγισμένες καρδιές. Και νόθα παιδιά διάσπαρτα σε όλη την υφήλιο. Μπορεί να το είχε ήδη κάνει κι εκείνος. Η Βίκι είχε σχεδόν συνέλθει από το προηγούμενο τραύμα που της είχε προξενήσει. Αυτή τη φορά μπορεί να μην ήταν τόσο τυχερή, αλλά δεν την πείραζε να έχει μια ραγισμένη καρδιά. Δε θα της χρειαζόταν ιδιαίτερα, έτσι κι αλλιώς.

146


*** Πίσω στη Νέα Υόρκη, η Βίκι σωριάστηκε στον καναπέ της φίλης της, της Ζάρα, στην Πρινς Στρητ. Θα μπορούσε να μείνει με τη Ζάρα για καμιά βδομάδα, προσποιούμενη ότι ψάχνει για καινούριο σπίτι. Αλλά, επειδή το τεράστιο λοφτ της Ζάρα δε διέθετε εσωτερικούς τοίχους και ξεχωριστά δωμάτια, η έλλειψη ιδιωτικότητας την ενοχλούσε. Ούτε σκόπευε να εκμεταλλευτεί τη φιλοξενία του Σινκλέρ Ντράμοντ και της μνηστής του. Η Βίκι συμπαθούσε την προσγειωμένη και πρακτική Άννι και είχε αμέσως δει πόσο ταίριαζε με τον Σινκλέρ. Αλλά, για κάποιο λόγο, η Άννι φαινόταν να μην τη συμπαθεί καθόλου. Η Βίκι αναστέναξε. Αντιμετώπιζε και την αμήχανη πραγματικότητα της είσπραξης μιας μεγάλης αμοιβής από μια οικογενειακή φίλη. Θα έπρεπε να προσποιηθεί ότι θα τη δωρίσει σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα, χωρίς να προσδιορίσει ότι εννοούσε τον εαυτό της. Μπορεί γι’ αυτό να μην είχε τηλεφωνήσει ακόμη στην Κάθριν για να της πει ότι ανακάλυψε το χαμένο κομμάτι του οικογενειακού κειμηλίου. Πριν προλάβει ν’ αλλάξει γνώμη, άρπαξε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό της Κάθριν. «Βίκι! Κι αναρωτιόμουν πότε θα πάρεις! Αν κρίνω από τις ειδήσεις, δε δυσκολεύτηκες να βρεις τον Τζακ». «Τους Ντράμοντ είναι εύκολο να τους βρεις. Μένουν στο ίδιο σπίτι τα τελευταία τριακόσια χρόνια». Η Κάθριν έβαλε τα γέλια. «Αυτό είναι αλήθεια! Βρήκες λοιπόν το κύπελλο στο ναυάγιο;» «Είναι μεγάλη ιστορία». Κανόνισαν να πάει στο Λονγκ Άιλαντ την επόμενη μέρα. Ντρεπόταν να παραδεχτεί ότι το βασικό της κίνητρο ήταν η είσπραξη της επιταγής των είκοσι χιλιάδων δολαρίων. Και μπορεί να μη βιαζόταν να δώσει στον Τζακ το μερίδιό του. Με τόσα εκατομμύρια που είχε εκείνος, δε 147


θα τον πείραζε να περιμένει λίγους μήνες. *** Η Βίκι πήρε το τρένο για το Λονγκ Άιλαντ, αποφεύγοντας τη δαπάνη για την ενοικίαση αυτοκινήτου, και δεν ξαφνιάστηκε όταν είδε την Άννι να την περιμένει στο σταθμό. Η Βίκι τη χαιρέτησε με ένα φιλικό νεύμα. «Βλέπω ότι παραμένεις το πιο χρήσιμο άτομο στο Ντογκ Χάρμπορ». Για άλλη μια φορά, η Άννι πάγωσε. Άπλωσε το χέρι της για να πάρει το σακίδιο της Βίκι και να το βάλει στο πορτ μπαγκάζ, αλλά η Βίκι το κράτησε σφιχτά. «Μπορώ κα μόνη μου. Δεν είσαι πιο δυνατή από μένα και δεν είσαι πια η οικονόμος», παρατήρησε. «Είχες καλό ταξίδι;» τη ρώτησε τυπικά η Άννι. «Όχι χειρότερο απ’ ό,τι συνήθως. Άννι, μπορώ να σε παρακαλέσω να είσαι απόλυτα ειλικρινής μαζί μου;» Η Βίκι βολεύτηκε στο κάθισμα του συνοδηγού. «Εντάξει». Η Άννι δε φαινόταν πολύ ευχαριστημένη καθώς ξεπάρκαρε το αυτοκίνητο. «Καταλαβαίνω ότι δε με συμπαθείς κι αναρωτιέμαι γιατί», είπε στα ίσια η Βίκι. Κοίταξε την Άννι, την οποία έβλεπε για πρώτη φορά με λυτά τα όμορφα πυρρόξανθα μαλλιά της. Η Άννι της έριξε μια αγχωμένη ματιά. «Καταρχάς, δεν ξέρω ποτέ τι πρόκειται να πεις. Και όταν μου λες κάτι, συνήθως με αιφνιδιάζεις. Ειλικρινά, με τρομάζεις λίγο». Η Άννι είχε μιλήσει χωρίς να πάρει ανάσα. Ύστερα συνειδητοποίησε ότι εμπόδιζε την κυκλοφορία και οδήγησε το αυτοκίνητο στη δεξιά λωρίδα. Η Βίκι πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Σου ζητώ ειλικρινά συγνώμη», είπε 148


μετά. Ένιωθε αποκαρδιωμένη. Συνήθως δεν ανησυχούσε για τα αισθήματα των άλλων. Ίσως επειδή κι η ίδια δεν ήταν το πιο ευαίσθητο άτομο του κόσμου. Συχνά δεν πρόσεχε καν ότι κάποιος την αντιπαθούσε, μέχρι που της το υποδείκνυαν. Ακόμη και τότε, όμως, δεν ενοχλούνταν ιδιαίτερα. Αλλά, για κάποιο λόγο, ήθελε να την συμπαθεί η Άννι και την πείραζε που δε συνέβαινε αυτό. «Ξέρεις και κάτι άλλο;» είπε η Άννι με ένα ελαφρύ συνοφρύωμα. «Αισθανόμουν περίεργα που ως οικονόμος έπρεπε να υπηρετώ τους πάντες. Ήμουν αναγκασμένη να είμαι ευγενική είτε το ήθελα είτε όχι. Και αυτό μου προκαλούσε άγχος». «Τώρα μπορείς να είσαι όσο αγενής θέλεις», αποκρίθηκε η Βίκι ανασηκώνοντας το φρύδι της. Η Άννι γέλασε. «Δε νομίζω ότι είμαι ικανή για κάτι τέτοιο. Είμαι πολύ καταπιεσμένη μάλλον. Νομίζω όμως ότι εσύ κι εγώ είμαστε δύο άκρα αντίθετα». «Γι’ αυτό ακριβώς, εγώ θα ήμουν καταστροφή για τον υπέροχο Σινκλέρ, ενώ εσύ είσαι τέλεια. Το κατάλαβα απ’ την πρώτη στιγμή που σας είδα μαζί». «Πώς;» Η Άννι αισθανόταν πραγματικά περίεργη. «Εγώ δεν πίστευα ότι ταιριάζουμε. Αμφιβάλλω αν θα καταλήγαμε ποτέ μαζί, αν δε μας ανάγκαζες». Η Βίκι της έριξε μια πλάγια ματιά. «Δε με ξεγελάς. Κάτι είχε ήδη συμβεί μεταξύ σας». Η Άννι δάγκωσε το χείλος της. «Ναι... Κάτι τελείως άγριο και απρόσμενο και ανάρμοστο και, προπάντων, παράξενο». «Και τώρα είναι κάτι υπέροχο και τέλειο και χαρμόσυνο για όλους τους ενδιαφερομένους». «Αυτό πρέπει να σου το αναγνωρίσω. Νομίζω ότι μπορεί και να σε συμπαθώ τελικά». Η Άννι της χαμογέλασε. «Δεν είμαι καν σίγουρη ότι συμπαθώ η ίδια τον εαυτό μου». Η Βίκι 149


κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. «Ίσως να με αντιπαθώ αρκετά και για τις δυο μας». *** Τα μάτια της Κάθριν Ντράμοντ γέμισαν δάκρυα στη θέα της κούπας. Αδύναμη ακόμη από μια σπάνια τροπική ασθένεια, καθόταν σε μια καλογυαλισμένη καρέκλα στην τραπεζαρία της έπαυλης του γιου της στο ΛονγκΆιλαντ. Ο Σινκλέρ στεκόταν κοντά της, με το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της Άννι, και όλη η προσοχή ήταν στραμμένη στο αντικείμενο που είχε βγάλει η Βίκι από το σακίδιό της. Ταλαιπωρημένη και καλυμμένη ακόμα από άμμο, η κούπα δε φαινόταν καθόλου εντυπωσιακή. Ξαφνικά η Βίκι αναρωτήθηκε αν ήταν η σωστή κούπα. Μπορεί τα κομμάτια να μην ταίριαζαν και ο κόπος της να είχε πάει χαμένος. «Βίκι, καλή μου, δεν μπορώ να το πιστέψω ότι μπήκες σε τόσο κόπο για να το βρεις αυτό». «Ο Τζακ έκανε τα περισσότερα». «Πώς κατάφερες να τον πείσεις να αναζητήσει το ναυάγιο; Εγώ δεν πέτυχα ούτε να απαντήσει στα τηλεφωνήματά μου». «Απλώς ξύπνησα το πειρατικό του ένστικτο. Δεν ήταν και πολύ δύσκολο. Να δούμε αν ταιριάζει;» Η Κάθριν άγγιξε το καθόλου εντυπωσιακό κομμάτι που βρισκόταν στο τραπέζι μπροστά της και κοίταξε τη Βίκι. «Ξέρω ότι πρέπει να βρούμε και το τρίτο κομμάτι, αλλά έχω την αίσθηση ότι αποκαθιστούμε την ιστορία αυτή τη στιγμή». Η Βίκι κράτησε την ανάσα της. Πόσο πολύ θα απογοητευόταν η Κάθριν, αν όλο αυτό δεν ήταν παρά ένα τεράστιο λάθος! Η γυναίκα ήλπιζε να βάλει τέλος στους καταστροφικούς γόμους και τις προσωπικές δυστυχίες της οικογένειας, βρίσκοντας το χαμένο οικογενειακό κειμήλιο. Μάλλον ζητούσε πολλά από ένα παλιό κύπελλο. 150


Η Βίκι της έδωσε το εύρημα και η Κάθριν εφάρμοσε το πόδι που κρατούσε ήδη σε μια οπή που βρισκόταν στην κάτω επιφάνεια της κούπας. Ακούστηκε ένας μεταλλικός θόρυβος καθώς τα απομεινάρια της άμμου και τα άλλα κατάλοιπα τρίφτηκαν πάνω στο μέταλλο. Ευχήθηκε να το είχε καθαρίσει καλύτερα, αλλά ανυπομονούσε να πάρει την αμοιβή. «Ταιριάζει!» Η Κάθριν κοίταξε τη Βίκι με μάτια που γυάλιζαν απ’ τα δάκρυα. «Κοίτα, Σινκλέρ». Το σήκωσε ψηλά σαν ιερέας στη λειτουργία. «Ο θρύλος είναι αληθινός». Ο Σινκλέρ ύψωσε το ένα φρύδι του. «Θαυμάσια...» Η Βίκι ήθελε να βάλει τα γέλια. Ο Σινκλέρ δεν ήταν ούτε κατά διάνοια ο τύπος που θα ενθουσιαζόταν για μια σκουριασμένη αντί- κα. Ούτε και η μέλλουσα γυναίκα του. Ήταν απασχολημένοι με τα σχέδια της Άννι να ανοίξει ένα μαγαζί με είδη διακόσμησης σπιτιού και κήπου. Κανείς απ’ τους δυο τους δεν ανησυχούσε για την επίδραση του θρύλου στη ζωή τους. Η Κάθριν στριφογύρισε την κούπα στο χέρι της. «Αναρωτιέμαι μήπως είναι ώρα να κάνουμε μια σπονδή χρησιμοποιώντας αυτή την κούπα», πρότεινε. «Καλύτερα να περιμένεις μέχρι να βρεις και το τρίτο κομμάτι», αντέτεινε η Βίκι. «Κατάφερες, μήπως, να έρθεις σε επαφή με τον σκωτσέζικο κλάδο της οικογένειας;» Η Κάθριν κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δυστυχώς, όχι. Είμαι πολύ απογοητευμένη. Και θα θύμωνα με τον Τζέιμς Ντράμοντ για την αγένειά του να με αγνοεί, αλλά προφανώς ζει τον περισσότερο καιρό στη Σιγκαπούρη. Δεν είμαι καν σίγουρη ότι του περνούν τα μηνύματα που στέλνω στο κτήμα του, στη Σκοτία. Μήπως θα ήθελες να πας να τον βρεις, Βίκι;» Η Βίκι πάγωσε. «Όχι. Φοβάμαι ότι πραγματικά πρέπει να επιστρέφω στη ζωή μου στη Νέα Υόρκη». Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν ήταν άλλος ένας ψηλός, μελαχρινός και γοητευτικός Ντράμοντ. Ήταν όλοι τους μπελάς. «Σκέφτηκες την περίπτωση να πας να τον επισκεφτείς εσύ;» 151


«Οι γιατροί δε με αφήνουν να ταξιδέψω. Το ανοσοποιητικό μου σύστημα δέχτηκε τέτοιο πλήγμα που φοβούνται ότι και ένα απλό κρυολόγημα μπορεί να με βάλει σε κίνδυνο, οπότε απαγορεύονται τα αεροπορικά ταξίδια». Η Κάθριν αναστέναξε αποκαρδιωμένη. «Φαντάζομαι ότι θα πρέπει να συνεχίσω να τηλεφωνώ και να στέλνω e-mail στον Τζέιμς Ντράμοντ. Αργά ή γρήγορα θα τον βρω». Η Κάθριν στριφογύρισε ξανά στα χέρια της την κούπα. «Αλλά νιώθω ήδη ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου. Είμαι σίγουρη ότι θα βρούμε και το τρίτο κομμάτι. Κοίτα πόσο ευτυχισμένος είναι ο Σινκλέρ». Κοίταξε με αγάπη τον ψηλό, εντυπωσιακό γιο της, ο οποίος έλαμπε πράγματι από ευτυχία. Η Βίκι ένιωσε ότι ακόμη κι η δική της σκληρή καρδιά είχε συγκι- νηθεί. «Είμαι σίγουρη ότι θα το βρεις και ανυπομονώ να δω το κύπελλο ολοκληρωμένο. Αλλά, για την ώρα, πρέπει να φύγω. Ήθελα να σου φέρω το κομμάτι που βρήκα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, αλλά έχω παραμελήσει πολλά πράγματα που πρέπει να κάνω». Ξεροκατάπιε, ελπίζοντας ότι δε θα χρειαζόταν να υπενθυμίσει στην Κάθριν το θέμα της αμοιβής. Είχε καταφέρει να κρατήσει μυστικές τις οικονομικές δυσκολίες της, αλλά η κατάσταση είχε γίνει απελπιστική. Οι πιστωτικές της κάρτες είχαν χτυπήσει κόκκινο και έπρεπε να πληρώσει κάποια ποσά για μπορέσει να συνεχίσει να κινείται. «Μου φαίνεται κρίμα να πάει η αμοιβή που με έπεισες να προσφέρω σε ανθρώπους που έχουν ήδη χρήματα». Η Κάθριν χαμογέλασε. «Υποθέτω ότι μπορείς πάντα να τα δώσεις στους φτωχούς». Η Βίκι κατάφερε ένα ψεύτικο γέλιο. «Φυσικά. Έχω μερικούς υπόψη μου». Όπως την ίδια. «Και είμαι σίγουρη ότι το ίδιο θα κάνει και ο Τζακ». «Σας είδα στις ειδήσεις. Πρόσεξα ότι είσαστε πολύ όμορφο ζευγάρι». «Ώστε το ρεπορτάζ έφτασε μέχρι εδώ;» Η Βίκι ξεροκατάπιε. Η σύντομη σχέση της με τον Τζακ υποτίθεται ότι ήταν μυστική και προσωπική. Μπορούσαν και άλλοι να μαντέψουν ότι υπήρχε κάτι μεταξύ τους; «Νόμιζα πως ήταν τοπικού ενδιαφέροντος». «Το ναυάγιο αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ευρήματα του αιώνα. 152


Είναι ωραίο να βλέπεις τους Ντράμοντ να κερδίζουν και μια φορά λίγη καλή δημοσιότητα. Συνήθως γράφουν για εμάς στις εφημερίδες μόνο όταν κάποιος πέσει με το αεροπλάνο του σε κανένα κτίριο ή εξαφανίζεται στη θάλασσα. Ο Τζακ είναι πολύ εντυπωσιακός, δε συμφωνείς;» «Υποθέτω πως είναι». Η αδρεναλίνη έκανε το αίμα της να κυλήσει πιο γρήγορα. Μήπως να ικέτευε την Κάθριν να γράψει την επιταγή; «Λίγο αλαζόνας, αλλά γιατί να μην είναι;» «Γιατί όχι, πράγματι». Η Κάθριν χαμογέλασε τρυφερά. «Μπορεί να βρει την αγάπη τώρα που τα κομμάτια του κυπέλλου θα ενωθούν ξανά». Η Βίκι κοίταξε το ρολόι της. «Χριστέ μου, κοντεύει μεσημέρι. Μια επιταγή θα ήταν ό,τι πρέπει», αστειεύτηκε. *** Η επινοικίαση μιας γκαρσονιέρας στη Σάτον Πλέις ήταν πραγματικά λαχείο. Η Βίκι διάλεξε την περιοχή καθαρά για λόγους επίδειξης. Παρά το γεγονός ότι το κτίριο ήταν ακριβώς πάνω στον Ιστ Ρίβερ, το μικρό διαμέρισμά της του πρώτου ορόφου έβλεπε στον πίσω δρόμο. Όμως, μπορούσε να περπατήσει λίγα μέτρα μέχρι την όχθη του ποταμού και να πιει καφέ κοιτάζοντας το Ρούσβελτ Άιλαντ. Αλλά το να στείλει μια επιταγή δέκα χιλιάδων δολαρίων στον Τζακ Ντράμοντ δεν ήταν λαχείο. Η Βίκι ήλπιζε ότι θα την ταχυδρομούσε και θα έβαζε τέλος στο τελευταίο -ατυχές- μεταξύ τους επεισόδιο. Κι ύστερα κατέληξε να ελέγχει το λογαριασμό της κάθε μέρα -πράγμα όχι ευχάριστο- για να δει αν ο Τζακ την είχε εξαργυρώσει. Δεν την είχε εξαργυρώσει ακόμα. Μήπως είχε χαθεί η επιταγή; Μήπως ήταν πολύ απασχολημένος για να πάει στην τράπεζα; Μήπως είχε καταλάβει ότι εκείνη χρειαζόταν χρήματα και αποφάσισε να την αντιμετωπίσει φιλανθρωπικά; 153


Όλες αυτές οι πιθανότητες χόρευαν στο μυαλό της, καθώς προσπαθούσε να στήσει την καινούρια της δουλειά. Βρήκε τους δύο πρώτους πελάτες μέσω ενός αρχιτέκτονα εσωτερικών χώρων τον οποίο γνώρισε σ’ ένα πάρτι. Ο ένας ήταν Βραζιλιάνος εργοστασιάρχης παπουτσιών που είχε αγοράσει ένα διαμέρισμα στην Παρκ Άβενιου κι ήθελε να γεμίσει τους άδειους τοίχους του πριν από τον αρραβώνα της κόρης του, σε έξι εβδομάδες. Ο δεύτερος ήταν ένας διαφημιστής που, έχοντας μόλις κληρονομήσει μερικά εκατομμύρια δολάρια, αγόρασε ένα λοφτ στην Τράίμπέκα και ήθελε να το γεμίσει με έργα σύγχρονης τέχνης. Πόσο καλύτερα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα; Η Βίκι ξαναβρήκε τις επαφές της, πήγαινε σε δημοπρασίες με έναν απίστευτο προϋπολογισμό στη διάθεσή της και αγόραζε από σχέδια του Ρενουάρ μέχρι γλυπτά του Ριρκρίτ Τιραβανίγια. Με την προμήθεια που χρέωνε, θα κατάφερνε να αποκτήσει κάποια οικονομική σταθερότητα μέχρι το τέλος του χρόνου. Η ζωή ήταν ωραία. Εκτός από εκείνο το ενοχλητικό κενό που δε γέμιζε με τίποτα. Το σεξ δεν είχε αποτέλεσμα -ούτε καν με τον υπέροχο Ντέιβιντ από τον οίκο Σόθμπι’ς. Η οδυνηρή αλήθεια, ότι επιθυμούσε μια ουσιαστική σχέση, της δημιουργούσε κατάθλιψη, όταν επέτρεπε στον εαυτό της να το σκέφτεται. Επομένως, δεν το σκεφτόταν. Είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από την επιστροφή της στη Νέα Υόρκη. Μήπως έπρεπε να τηλεφωνήσει στον Τζακ και να ρωτήσει αν είχε χαθεί η επιταγή; Αλλά, κάθε φορά που σήκωνε το τηλέφωνο, η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που δεν ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να του μιλήσει. Και το έβαζε ξανά στη θέση του; Μερικές φορές, αναπηδούσε όταν χτυπούσε το κινητό της, σίγουρη ότι θα ήταν ο Τζακ, που τηλεφωνούσε για να τη μαλώσει που είχε φύγει χωρίς καν να του δείξει το οικογενειακό του κειμήλιο. Αλλά, προφανώς, αυτό δεν τον ένοιαζε καθόλου. Ύστερα, ένα βράδυ, ο χτύπος του τηλεφώνου την ξάφνιασε. Ήταν εκείνος. Η Βίκι ήταν σίγουρη. 154


«Παρακαλώ...» Μάλωσε τον εαυτό της για την ανυπομονησία που πρόδιδε η φωνή της. «Βίκι». Η φωνή ήταν αντρική, αλλά δεν ανήκε στον Τζακ. «Ο Λίο είμαι». Η καρδιά της βούλιαξε. «Γεια». Καμία ενθάρρυνση. Πολύ θα ήθελε να του κλείσει το τηλέφωνο, αλλά ο Λίο ήταν πολύ καλά δικτυωμένος για να του συμπεριφερθεί με αγένεια. «Πότε είναι ο γάμος;» «Ποιος...;» Η Βίκι χτύπησε το κεφάλι της με τη γροθιά της, μόλις θυμήθηκε τον υποτιθέμενο αρραβώνα της. «Δεν είσαι πια με τον Τζακ Ντράμοντ, έτσι δεν είναι;» Η φωνή του μόλις που έκρυβε μια κακία που η Βίκι δεν είχε προσέξει ως τώρα. Προφανώς είχε καταλάβει ότι του είχε πει ψέματα. Ειδικά αν είχε δει το ρεπορτάζ στην τηλεόραση. «Όχι. Χωρίσαμε». Μάλλον δεν είχαμε ποτέ τίποτα. «Χτυπάει η δεύτερη γραμμή. Να σε πάρω εγώ σε λίγο;» «Δε θα με πάρεις. Ποτέ δε μου τηλεφωνείς». Ίσως αυτό θα έπρεπε να σου λέει κάτι. «Γιατί με πήρες;» Καλύτερα να ξεμπέρδευε μια και καλή. Κάποια στιγμή θα τον συναντούσε αναπόφευκτα, γιατί κινούνταν στους ίδιους κύκλους. Οπότε καλύτερα να έκανε μια κουβέντα τώρα παρά να είχε κάποια δυσάρεστη δημόσια σκηνή. «Λυπάμαι που δεν τα βρήκατε με τον Τζακ Ντράμοντ, αλλά τώρα που είσαι και πάλι ελεύθερη, μπορούμε να πάμε να δούμε την Τραβιάτα και να φάμε κάπου όμορφα». Η Βίκι τρομοκρατήθηκε. «Είμαι ακόμη ερωτευμένη με τον Τζακ». Μόλις το ξεστόμισε, κατάλαβε ότι ήταν αλήθεια. «Είναι ηλίθιος». «Είναι υπέροχος». Πραγματικά έκανε αυτή την κουβέντα; «Τότε, γιατί τον χώρισες;» «Δεν τον χώρισα εγώ. Εκείνος με άφησε». Αυτό ήταν ψέματα. Ευτυχώς, ο Τζακ δεν είχε την ευκαιρία να την 155


παρατήσει, επειδή η Βίκι τον πρόλαβε. Φυσικά, υπήρχε η δυσάρεστη παρενέργεια να σκέφτεται εκείνη συνεχώς τι θα γινόταν αν δεν... «Άκου, Βίκι. Ήμουν πολύ υπομονετικός μαζί σου, αλλά εξαντλείς και τα τελευταία αποθέματα. Θέλω να βγούμε για φαγητό και θα έρθεις». «Όχι». Όλη η αυτή η κουβέντα για τον Τζακ την έκανε τολμηρή. «Μην ξεχνάς ότι γνωρίζω την οικονομική κατάσταση της οικογένειας σου. Τι θα έλεγες αν έδινα κάποιες πληροφορίες στις εφημερίδες;» «Με την άδειά μου», φώναξε η Βίκι και του έκλεισε το τηλέφωνο. Ύστερα άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. Κάνε ό, τι χειρότερο μπορείς, Λίο Πάρκερ. Δεν μπορούσε πια να ζει με απειλές και ψέματα. Ήταν καλή στη δουλειά της. Τι κι αν ο γυάλινος πύργος της ήταν ένα προπέτασμα; Η Βίκι ήθελε να την εκτιμούν οι άνθρωποι γι’ αυτό που πραγματικά ήταν. *** Η ιστορία ξέσπασε την επόμενη εβδομάδα. Μια κουτσομπολίστικη στήλη εδώ, ένα μπλογκ εκεί, ένα άρθρο για προνόμια και πλεονεξία και... Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Οι δύο πελάτες της εξαφανίστηκαν, αφήνοντάς τη με τις επιταγές για τα τρία έργα τέχνης που είχε ήδη αγοράσει ως μόνη σωτηρία από τη σύντομη καριέρα της. Η Βίκι κρύφτηκε στο διαμέρισμα της Σάτον Πλέις για να γλείψει τις πληγές της και να περιμένει να περάσει η καταιγίδα του κουτσομπολιού. «Κανείς δε θα το θυμάται σ’ ένα μήνα». Η Άννι τηλεφώνησε για να της συμπαρασταθεί, όταν είδε ένα άρθρο στη Χάφινγκτον Ποστ. «Ο κόσμος εξιτάρεται για λίγο μ’ αυτά τα θέματα και μετά πηγαίνει στο επόμενο δράμα». «Εγώ απορώ και που απλώς ενδιαφέρονται. Αλλά υποθέτω ότι το υποψιαζόμουν πως θα ήταν έτσι, και γι’ αυτό έκρυβα την οικονομική μου κατάσταση. Η φτώχεια τρομοκρατεί τους πλούσιους». Η Άννι γέλασε. «Δεν είσαι και τόσο φτωχή». 156


«Έτσι πιστεύεις;» Η ειλικρίνεια ήταν μεγάλη ανακούφιση. «Απλώς, είμαι καλή στο να τηρώ τα προσχήματα. Σχεδόν ένα χρόνο τώρα ζω με το τίποτα. Γιατί, νομίζεις, σας έγινα φόρτωμα τόσον καιρό;» «Νόμιζα ότι μας συμπαθούσες. Αλλά θα έπρεπε να το είχα καταλάβει. Τι θα κάνεις τώρα;» «Θα επιζήσω. Ό,τι δε σε σκοτώνει -και τα λοιπά και τα λοιπά. Ίσως πάω στη Σκοτία, ελπίζοντας στην υπόλοιπη αμοιβή». «Το λες σοβαρά;» «Όχι». Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκανε να αναπηδήσει. «Πρέπει να κλείσω. Κάποιος ήρθε». Αυτό ήταν παράξενο. Συνήθως, ο θυρωρός ειδοποιούσε από το εσωτερικό τηλέφωνο όταν ερχόταν κάποιος. Η Βίκι χαιρέτησε την Άννι και κατέβασε το ακουστικό. Το στομάχι της σφίχτηκε προειδοποιητικά. Μήπως ο Λίο Πάρκερ είχε έρθει για να της δώσει το τελειωτικό χτύπημα; Ήταν αρκετά τρελός και εκδικητικός για να κάνει κάτι τέτοιο. Η Βίκι πήγε στην πόρτα. «Ποιος είναι;» «Ο Τζακ».

157


11

Η ΒΙΚΙ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ και έμεινε αμίλητη για περίπου τριάντα δευτερόλεπτα. Το να δει τον Τζακ Ντράμοντ στην πόρτα της ήταν μια πιθανότητα που δεν της είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό. «Πώς με βρήκες;» «Είμαι κυνηγός θησαυρών». Ένα πονηρό χαμόγελο είχε ήδη φανεί στα χείλη του. Τα σκούρα μάτια του έλαμπαν, σαν να διασκέδαζε. «Αν κάτι αξίζει, θα το βρω». Η Βίκι εκνευρίστηκε με τον τρόπο που το κορμί της ανταποκρινόταν ήδη στην παρουσία του. «Γιατί ήρθες;» «Πρώτον, για να σου πω ότι δε θέλω μερίδιο από την αμοιβή». Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του χωρίς να ρωτήσει. «Μα εσύ...» Η Βίκι δεν ήξερε για τι πράγμα να διαμαρτυρηθεί πρώτα -που αρνιόταν την αμοιβή ή που εισέβαλλε στο διαμέρισμά της. Το να βρίσκεται τόσο κοντά του ήταν επικίνδυνο. «Μην το πεις». Ο Τζακ σήκωσε το χέρι του να τη σταματήσει. «Ξέρω ότι έχεις πρόβλημα χρημάτων. Εγώ δεν έχω». Τη λυπόταν. Αυτό την πονούσε περισσότερο κι από την απόρριψη. «Είμαι μια χαρά». Η δήλωση ακούστηκε ανόητη, τώρα που όλοι ήξεραν την οικονομική της κατάσταση. «Και πρέπει να φύγεις». Ούτε ένας μυς δεν κινήθηκε κάτω από το λευκό μπλουζάκι του Τζακ ή το ξεβαμμένο τζιν που αγκάλιαζε τα μυώδη πόδια του. Και το χειρότερο ήταν ότι η Βίκι ήθελε να χωθεί στην αγκαλιά του και να κρυφτεί σ’ αυτό το μυώδες στέρνο. Χρειάστηκε υπεράνθρωπη προσπάθεια για να μείνει στη θέση της. «Τζακ, δεν ξέρω τι σχεδιάζεις, αλλά δεν υπάρχει λόγος να βρίσκεσαι 158


εδώ και...» «Δεν υπάρχει λόγος; Το έσκασες παίρνοντας ένα οικογενειακό κειμήλιο. Δεν πρόλαβα ούτε να το δω». Η εύθυμη λάμψη στα μάτια του αναιρούσε τον υποτιθέμενο θυμό του. «Ποτέ δε νοιάστηκες γι’ αυτό το κύπελλο. Άλλωστε, δεν το έχω πια. Το έδωσα στην Κάθριν». Ο Τζακ αναστέναξε. «Το ξέρω. Μόλις είχα μια συγκινητική επανένωση με αυτό τον κλάδο της οικογένειας. Ο Σινκλέρ και η Άννι είναι πράγματι πολύ συμπαθητικό ζευγάρι και έμαθα ότι εσύ έπαιξες καταλυτικό ρόλο στη σχέση τους». «Τουλάχιστον έκανα και κάτι καλό φέτος». Μπορούσε άραγε να τον διώξει με τη βία; Φοβόταν τι μπορεί να συνέβαινε αν πίεζε τις παλάμες της πάνω στο στήθος του. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο είχε ήδη ανέβει αρκετούς βαθμούς. «Μου λείπεις, Βίκι». Ο Τζακ έγινε ξαφνικά σοβαρός. «Ήμουν ευτυχισμένος μέχρι που ήρθες εσύ». «Και κατέστρεψα τα πάντα. Η ιστορία της ζωής μου». Η Βίκι άνοιξε τα χέρια της στο πλάι. «Έχω το ταλέντο να κάνω τους ανθρώπους να αισθάνονται άβολα». Η συγκίνηση φούντωσε μέσα της. Η πικρία και η αγάπη που δεν είχε καταφέρει ποτέ να εκφράσει την κατέκλυσαν. Όταν πήγαινε να βρει τον Τζακ στη Φλόριντα, νόμιζε ότι θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Είχε κάνει λάθος. Αυτή τη φορά, η πληγή ήταν πολύ μεγάλη για να κλείσει. «Πραγματικά πρέπει να φύγεις», επέμεινε η Βίκι. «Δεν πάω πουθενά». Στεκόταν στη μικρή είσοδο του μικρού διαμερίσματος σαν κολοσσός. «Γιατί το έβαλες στα πόδια;» «Αυτό είναι το σπίτι μου. Νομίζω ότι μπορώ να αποφασίζω εγώ ποιος μπαίνει και ποιος όχι». Η Βίκι σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος της, όπου η καρδιά της σφυροκοπούσε. «Και δεν το έβαλα στα πόδια. Απλώς, έφυγα». 159


«Χωρίς να μου το πεις». «Δεν ήθελα να γίνει σκηνή». «Φοβήθηκες ότι εγώ θα έκανα σκηνή;» Τα μάτια του άστραψαν πειρακτικά, προκαλώντας της οργή και πόνο ταυτόχρονα. «Μπορεί να φοβήθηκα ότι δεν θα έκανες». Η Βίκι ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν έπρεπε να κοιμηθώ μαζί σου. Ήταν τεράστιο λάθος». «Δεν ήταν». Ο Τζακ μίλησε χαμηλόφωνα, αλλά οι λέξεις γέμισαν το διαμέρισμα. «Έτσι νόμιζα κι εγώ στην αρχή. Ότι είχα βουτήξει στα βαθιά. Γί’ αυτό απομακρύνθηκα και πήγα να κοιμηθώ στο διπλανό δωμάτιο. Αυτό ήταν το μόνο λάθος που έγινε. Φέρθηκα ανόητα και σου ζητώ συγνώμη. Δεν ήθελα να κοιμηθώ πουθενά αλλού εκτός από δίπλα σου». Η Βίκι έτρεμε. Ο Τζακ Ντράμοντ ζητούσε συγνώμη; Κάτι περίεργο συνέβαινε. «Τότε, γιατί το έκανες; Γιατί κοιμήθηκες χωριστά, εννοώ». Η περιέργεια νίκησε το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. «Είπες κάτι στον ύπνο σου... Κάτι που με τρόμαξε». «Είπα κάτι για μαχαίρια και εκδίκηση;» Η Βίκι ανασήκωσε το πιγούνι της. Πιθανότητες που ντρεπόταν και να σκεφτεί ήρθαν στο μυαλό της. Ο Τζακ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Είπες ότι μ’ αγαπάς». Το πρόσωπό της βάφτηκε κατακόκκινο. «Θα παράκουσες». Ναι, το είχε πει πριν από έξι χρόνια. Αλλά καλύτερα να έκοβε τη γλώσσα της παρά να έκανε το ίδιο λάθος δεύτερη φορά. Ο Τζακ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Το άκουσα ξεκάθαρα. Κοιμόσουν, βέβαια. Και είμαι σίγουρος ότι δεν ήθελες να το ακούσω». Συνοφρυώθηκε. «Είπες ότι πάντα μ’ αγαπούσες. Και με κατατρόμαξες». «Είμαι σίγουρη. Είναι εφιαλτικό!» Η Βίκι κατέπνιξε την επιθυμία της να ανοίξει το παράθυρο και να πηδήξει έξω. Ο Τζακ είχε έρθει για να παίξει μαζί της; Ένα κύμα πόνου και εξευτελισμού την κατέκλυσε. «Και ήρθες εδώ ελπίζοντας ότι θα γελάσουμε μαζί;» 160


«Όχι». Ο Τζακ έκανε ένα βήμα πίσω, ενώ μια πρωτόγνωρη απογοήτευση ήταν χαραγμένη στα αδρά χαρακτηριστικά του. «Ήρθα εδώ επειδή συνειδητοποίησα ότι... ότι εγώ...» Το συνοφρύωμά του έγινε πιο έντονο. «Ότι σ’ αγαπώ κι εγώ». Η Βίκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Οι λέξεις βγήκαν απ’ τα χείλη του αργά, αποφασιστικά, σαν να τις εννοούσε. Αντήχησαν στην καρδιά της, αλλά ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει αστό που άκουσε. «Παίζεις μαζί μου, επειδή δε σου είπα ευγενικά αντίο;» Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι, σίγουρη ότι θα τον έβλεπε να βάζει τα γέλια από λεπτό σε λεπτό. «Δεν είμαι καλός σ’ αυτό. Δεν έχω εξασκηθεί. Είμαι απόγονος πειρατών και η γενετική μου κληρονομιά μού υπαγορεύει να σε ρίξω στον ώμο μου και να σε πάω στο πλοίο μου. Είμαι δυστυχισμένος χωρίς εσένα. Και δε μου αρέσει». Η Βίκι αισθάνθηκε ξαφνικά την επιθυμία να βάλει τα γέλια. Ίσως απλά και μόνο για να εκτονώσει την ένταση που επικρατούσε στο δωμάτιο. Και δεν ήξερε τι να πει. Το μυαλό της βομβαρδιζόταν από σκέψεις. Ο Τζακ την αγαπούσε. Είχε έρθει στη Νέα Υόρκη για να τη βρει. Ήθελε να την πάρει μαζί του. Μπορεί στ’ αλήθεια να συνέβαιναν όλα αυτά; «Θέλω να γυρίσεις στο νησί μου. Το μέρος είναι έρημο χωρίς εσένα. Ακόμη και το σκάφος μου μοιάζει σαν να του λείπει κάτι». «Δεν ανήκω εκεί». Η Βίκι προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι αυτό ήταν αλήθεια. Της έλειπε εκείνο το καταραμένο νησί, κάθε λεπτό αφότου έφυγε. Και το τεράστιο σπίτι με το απίστευτο πειρατικό σκηνικό. Και το παλιό κρεβάτι, όπου οι πρόγονοι του Τζακ κοιμόνταν κάτω από το χάρτη του θησαυρού. «Είμαι γέννημα θρέμμα παιδί της Νέας Υόρκης. Και το ξέρεις». Θα την πίστευε ο Τζακ; Εκείνη, πάντως, δεν πίστευε αυτά που του έλεγε. Αλλά, φυσικά, ούτε εκείνος εννοούσε αυτό που της είπε. Μπορεί να είχε θυμώσει επειδή τον είχε παρατήσει και να νόμιζε ότι την αγαπούσε και τη χρειαζόταν. Αν του έλεγε «ναι» και γύριζε στο νησί 161


μαζί του, θα τη βαριόταν μόλις θα ξέφτιζε ο θρίαμβος της νίκης. Ο Τζακ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Δεν πιστεύω ότι είσαι παιδί της Νέας Υόρκης. Νομίζω ότι σου αρέσει η περιπέτεια και οι εξερευνήσεις. Μπήκες στο νερό σαν ψάρι και ξέρω ότι ξετρελάθηκες με το ναυάγιο και την αποκάλυψη όλων αυτών των θησαυρών». Η Βίκι ανασήκωσε τους ώμους της. «Φυσικά». Ήταν δύσκολο να παριστάνει την αδιάφορη, όταν η καρδιά της σφυροκοπούσε και η φωνή της πνιγόταν από τη συγκίνηση. «Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα πετάξω όλη μου τη ζωή στον κάλαθο των αχρήστων για να σε ακολουθήσω. Μόλις ξεκίνησα τη δική μου επιχείρηση». Άσχετα αν απέτυχε ήδη. «Θέλω να σταθώ στα πόδια μου και να αποφασίσω τι πραγματικά θέλω». Έστω κι αν το μόνο που ήθελε ήταν ο Τζακ. Είχε ήδη μάθει -δύο φορέςπόσο καταστροφικό ήταν αυτό για κείνη. Οι μύες του σφίχτηκαν. Μάλλον δεν είχε συνηθίσει να μην περνάει το δικό του. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και πήρε τα χέρια της στα δικά του. Η Βίκι πάλεψε να παραμείνει ακίνητη και να διατηρήσει ουδέτερη την έκφρασή της. «Σ’ αγαπώ, που να πάρει η ευχή! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Θέλω να γίνεις γυναίκα μου». Ήθελε να την παντρευτεί; Η Βίκι δεν μπορούσε να φανταστεί τον Τζακ παντρεμένο. «Τρελάθηκες;» «Προφανώς. Και δεν υπάρχει παρά μόνο ένας τρόπος για να ξαναβρώ τα λογικά μου». Χωρίς να αφήσει τα χέρια της, γονάτισε στο ένα του πόδι. «Βίκι Σεντ Σιρ, θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;» Η Βίκι τον κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. «Μ άλλον ονειρεύομαι ή έχω παραισθήσεις. Μπορεί να έχω πυρετό...» «Τότε έχω κι εγώ. Δε θα δεχτώ αρνητική απάντηση, Βίκι. Το ξέρεις ότι είμαστε τέλειοι ο ένας για τον άλλο». «Ναι, κανείς άλλος δε θα μας άντεχε». Το παράλογο της ιδέας ακουγόταν περίεργα λογικό. Ένα αργό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. 162


«Σ’ αγαπώ, Βίκι. Νομίζω ότι σ’ αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα. Απλώς, ήμουν πολύ δειλός για να το παραδεχτώ. Είμαι πιο δυνατός τώρα, πιο γενναίος. Και ήρθα να σε διεκδικήσω». Έσφιξε τα χέρια της και σηκώθηκε όρθιος. Η Βίκι τον κοίταξε κι ένιωσε ξαφνικά πολύ αδύναμη. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπει στην αγκαλιά του και να ξεκουραστεί. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. «Σ’ αγαπώ, Τζακ. Πραγματικά. Πάντα σ’ αγαπούσα, αν και τον περισσότερο καιρό μισούσα τον εαυτό μου γι’ αυτό. Και σίγουρα δεν ήθελα να το μάθεις». Η Βίκι ξέσπασε σε γέλια. «Αυτό ακούγεται τόσο τρελό, που βγάζει νόημα». Ένιωθε τα χέρια της να καίνε μέσα στα δικά του. Ποθούσε να τα ελευθερώσει και να τον αγκαλιάσει. Σαν να διάβασε τη σκέψη της, ο Τζακ της τα άφησε και τύλιξε τα μπράτσα του γύρω από τη μέση της. Η Βίκι αρπάχτηκε από τους ώμους του. «Ω, Τζακ, είμαστε χαμένοι, έτσι δεν είναι;» Το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Χαίρομαι που το έμαθα. Μου έβαλε μυαλό. Το ξέρεις ότι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο, έτσι δεν είναι;» Η Βίκι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και ξεροκατάπιε. «Αλλά είμαστε και οι δύο πολύ ανεξάρτητοι, Τζακ. Γί’ αυτό και δε λειτούργησε η σχέση μας στο παρελθόν». Κυρίως επειδή εκείνη αγωνιούσε ότι θα την παρατούσε ο Τζακ, αλλά ακουγόταν λιγότερο αξιολύπητο αν περιελάμβανε και τον εαυτό της. «Μπορούμε να είμαστε και ανεξάρτητοι και μαζί. Γιατί όχι; Αν θέλεις να περνάς κάποιο χρόνο στη Νέα Υόρκη, μπορούμε να πηγαινοερχόμαστε. Και τα Σαββατοκύριακα να πηγαίνουμε με το σκάφος στη Μαδαγασκάρη ή στη Βραζιλία». «Ναι. Θα πρέπει να δεθούμε ο ένας με τον άλλο σαν επιζώντες ναυαγίου και να προσευχηθούμε για το καλύτερο». Η Βίκι έκρυψε το πρόσωπό της στο λαιμό του, κυρίως για να αποφύγει το έντονο βλέμμα του. «Η αλήθεια είναι ότι λατρεύω το νησί σου. Είναι καλή βάση για περιπέτειες». Στο μυαλό της στριφογύριζαν ήδη διάφορες νέες προοπτικές. «Και θα είναι υπέροχο μέρος για παιδιά». Τί σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική. Το είχε πράγματι πει 163


αυτό; «Δεν πρόκειται να σε πιέσω για παιδιά. Όποιες αποφάσεις πάρουμε, θα τις πάρουμε μαζί». «Θα πρέπει μάλλον να διδαχτούν τα μαθήματά τους στο σπίτι». Ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Διαφορετικά θα είμαστε δέσμιοι του προγράμματος κάποιου άλλου». Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, με μάτια που έλαμπαν από συγκίνηση. «Ό,τι και να κάνουμε, θα είναι μια περιπέτεια». Τα χείλη τους συναντήθηκαν και ένα τεράστιο κύμα ανακούφισης την πλημμύρισε. Μαζί με ένα ξαφνικό κύμα πόθου. Το βραχνό βογκητό του Τζακ υπονοούσε ότι ένιωθε κι αυτός το ίδιο. Όταν κάποια στιγμή αποτραβήχτηκαν για να πάρουν ανάσα, τα χέρια του παρέμειναν τυλιγμένα γύρω απ’ τη μέση της. «Ήρθα στο κρεβάτι, το τελευταίο βράδυ, επειδή είχα συνειδητοποιήσει επιτέλους ότι ήμουν ανόητος που περνούσα τη νύχτα μακριά απ’ τη γυναίκα που αγαπώ». Η καρδιά της Βίκι σφίχτηκε. «Θα πρέπει να θύμωσες πολύ όταν βρήκες το σημείωμά μου την επόμενη μέρα». «Δεν μπορώ να σου περιγράφω πώς ένιωσα. Η πρώτη μου παρόρμηση ήταν να τρέξω πίσω σου και να σε σύρω στο σπίτι. Ο εγωισμός μου με εμπόδισε να το κάνω τότε, αλλά τελικά έχασε το παιχνίδι κι έτσι βρίσκομαι εδώ». Η μετανιωμένη έκφραση του προσώπου του την έκανε να χαμογελάσει. «Μου άξιζε που με παράτησες. Σου υπόσχομαι ότι θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου προσπαθώντας να εξιλεωθώ». «Καλό μού ακούγεται αυτό».

164


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Έξι μήνες αργότερα

«ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ πόσο μειώνονται τα ασφάλιστρα όταν τους λες ότι το ασφαλισμένο αντικείμενο φυλάσσεται σε ιδιωτικό νησί». Η Βίκι πλησίασε για να δει καλύτερα τον πίνακα του Βερμέερ που είχε βρει στην Μπριζ. Ο ιδιοκτήτης της γκαλερί τον απέδιδε σε κάποιον λιγότερο γνωστό Ολλανδό καλλιτέχνη, αλλά εκείνη ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να πείσει τον κόσμο της τέχνης πως είχε βρει ένα χαμένο πίνακα του μεγάλου ζωγράφου. Ο Τζακ ήταν ξαπλωμένος-,στον άνετο δερμάτινο καναπέ κρατώντας ένα μπαρουτοκαπνισμένο μουσκέτο. «Είναι κι αυτό μια ιδέα». «Δεν έχεις ασφάλεια;» «Δε χρειάζεται, όταν όλα είναι δικά μου». Της χάρισε ένα αστραφτερό, πειρατικό χαμόγελο. «Η φήμη μου είναι η ασφάλειά μου. Όλοι ξέρουν ότι συλλέγω μουσκέτα». «Και κανόνια». «Και βλήματα. Και μπαρούτι». Ο Τζακ γέλασε. «Αλλά αυτά που φέρνεις εσύ στο σπίτι είναι πιο όμορφα». «Δεν είναι;» Ο πίνακας παρίστανε μια όμορφη γυναίκα που δε φορούσε ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι, όπως το κορίτσι στον πασίγνωστο πίνακα του Βερμέερ, αλλά ένα χρυσό μενταγιόν. Η Βίκι αναρωτήθηκε τι να έκρυβε εκεί. Μια τούφα από τα μαλλιά του αγαπημένου της; Ένα ερωτικό γράμμα; «Ανυπομονώ να της βρω καινούριο σπίτι. Κάποιο πολύ πλούσιο, κατά 165


προτίμηση», του είπε. «Λατρεύω τα φιλανθρωπικά σου κίνητρα. Ειδικά επειδή σε έφεραν πάλι στη ζωή μου», σχολίασε ο Τζακ. «Δώρισα τις είκοσι χιλιάδες δολάρια της Κάθριν σ’ ένα ίδρυμα. Ένιωσα ότι αυτό ήταν το σωστό, τώρα που στάθηκα πάλι στα πόδια μου». Έδειξε τα κόκκινα Φεραγκάμο παπούτσια που φορούσε. «Και τι πόδια! Ποιο ίδρυμα είναι αυτό;» «Ένα ίδρυμα που χρηματοδοτεί φτωχούς καλλιτέχνες. Πρέπει να βοηθάμε την Τέχνη». Η Βίκι χαμογέλασε. Ήταν τόσο ωραίο να έχει και πάλι χρήματα να δίνει για καλούς σκοπούς. Ή για να περνάει η ίδια καλά. Ο θησαυρός του ναυαγίου είχε ανασυρθεί και θα τους απέδιδε εκατομμύρια δολάρια. «Τι σχέδια έχεις τώρα;» τη ρώτησε ο Τζακ. «Εξαρτάται από το τι ψάχνουμε: ένα παλιό ναυάγιο ή έναν χαμένο πίνακα;» «Ήμαστε τόσο τυχεροί και με τα δύο μέχρι στιγμής, που είναι δύσκολο να διαλέξω. Είχαν νέα του Ντράμοντ από τη Σκοτία, αυτού που υποτίθεται ότι έχει τη βάση του κυπέλλου;» «Όχι, απ’ όσο ξέρω. Είναι ένας οικονομικός μεγιστάνας που περνάει όλον το χρόνο του στη Σιγκαπούρη». «Θα νόμιζε κανείς ότι ο ξάδερφος Σινκλέρ είναι ικανός να συνεννοηθεί με έναν πλούσιο επιχειρηματία». «Δεν πιστεύω ότι ο Σινκλέρ ενδιαφέρεται. Οι άνθρωποι του χρηματιστηρίου δεν εκτιμούν τους χαμένους θησαυρούς όπως εσύ κι εγώ». «Είράγματι. Και, απ’ όσο ξέρω, ο Τζέιμς Ντράμοντ είναι ακόμη εργένης. Η ανακάλυψη του τρίτου κομματιού ίσως να το αλλάξει αυτό». Η Βίκι γέλασε. «Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που δε δίνει σημεία ζωής». 166


Ο Τζακ ακούμπησε κάτω το μουσκέτο και διέσχισε το δωμάτιο. Πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της με τον υπέροχα κτητικό τρόπο που πάντα έκοβε την ανάσα της. «Ο άνθρωπος δεν ξέρει τι χάνει», μουρμούρισε στο αυτί της. «Δε νομίζω ότι το ξέρει κανείς, μέχρι να τον τυφλώσει ο έρωτας εκεί που δεν το περιμένει. Ούτε εγώ περίμενα ότι θα ερωτευόμουν ξανά από την αρχή τον ίδιο άντρα που είχε ραγίσει την ευαίσθητη νεανική μου καρδιά». «Είμαι τυχερός που είσαι αρκετά επιπόλαιη ώστε να κάνεις δύο φορές το ίδιο λάθος». Ο Τζακ τη φίλησε στο στόμα, στέλνοντας ρίγη ευχαρίστησης στη σπονδυλική της στήλη. «Λατρεύω τις γυναίκες που δε φοβούνται την περιπέτεια». «Πώς μου το κάνεις αυτό;» Η Βίκι ένιωσε τον πόθο να φουντώνει σ’ όλο της το κορμί, όταν ο Τζακ πήρε ανάμεσα στα δόντια του το λοβό του αυτιού της. «Έχω μελετήσει επιμελώς τις ερωτογενείς ζώνες του κορμιού σου». Ακούμπησε με τον αντίχειρά του τη θηλή της πάνω από τη λεπτή μπλούζα και την ένιωσε να σκληραίνει. «Κι έχω σχεδιάσει ένα νοερό χάρτη, σαν εκείνον του θησαυρού». «Υπάρχει και το σημείο που δείχνει πού θα βρεις το θησαυρό;» «Α, τον έχω βρει ήδη». Δάγκωσε απαλά το λοβό της, στέλνοντας ένα καυτό ρίγος στις λαγάνες της. «Αλλά μπορούμε να τον μελετήσουμε ξανά». Έτρεξαν μαζί στον επάνω όροφο και σκαρφάλωσαν στο σκαλιστό κρεβάτι όπου είχαν περάσει αμέτρητες νύχτες, κάνοντας έρωτα κάτω από τον κρυμμένο χάρτη του θησαυρού.

-Τέλος167


Θα καταφέρουν τελικά αυτοί οι περήφανοι Σκοτσέζοι να ενώσουν το κύπελλο και να ξαναβρούν την καλοτυχία τους; Διαβάστε την ιστορία του Τζέιμς Ντράμοντ τον Ιανουάριο, στο τελευταίο βιβλίο της σειράς Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΝΤΡΑΜΟΝΤ της Jennifer Lewis (#Β1281)

168

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ #2  
ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ #2  
Advertisement