Page 1


Ένα αληθινό παραμύθι... Για την Άννι Σάλιβαν το να αναζητά ένα χαμένο κειμήλιο είναι ό, τι πιο ρομαντικό της έχει συμβεί ποτέ. Δε χορταίνει ν’ ακούει ιστορίες σχετικά με τους Σκοτσέζους προγόνους του αφεντικού της, του Σινκλέρ Ντράμοντ. Όταν όμως αρχίζουν μαζί να ψάχνουν μέσα στην έπαυλή του, συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να ελέγξει την επιθυμία που νιώθει για κείνον! Κι έτσι, κάποια στιγμή καταλήγουν στο κρεβάτι... Επιεικώς απαράδεκτο. Για χωρισμένο που έχει πάρει όρκο να παραμείνει μόνος του, ο Σινκλέρ δεν τα πάει καθόλου καλά μέχρι τώρα. Κατόρθωσε να μπλέξει -και μάλιστα με την οικονόμο του! Κι όταν την παίρνει μαζί του στο χορό που δίνεται σε μια γειτονική έπαυλη στο Λονγκ Άιλαντ, η κατάσταση αρχίζει να θυμίζει επικίνδυνα το παραμύθι της Σταχτοπούτας... Ένας χαμένος οικογενειακός θησαυρός γίνεται το κλειδί της αγάπης για τρεις αμετανόητους εργένηδες!


Μια Σταχτοπούτα στο Λονγκ Άιλαντ JENNIFER LEWIS Μετάφραση: Δήμητρα Λέτσα ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. LΕ. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438,210 3629 Τίτλος πρωτοτύπου: The Cinderella Act © 2012 by Jennifer Lewis. All rights reserved. © 2013 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V / S.a.r.l. ISSN 1105-8242 Μετάφραση: Δήμητρα Λέτσα Επιμέλεια: Μ. Αντωνοπούλου Διόρθωση: Σωτηρία Απόστολόκη Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. BIANCA - ΤΕΥΧΟΣ 1257 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


JENNIFER LEWIS

5

1 «ΕΙΣΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΣ ότι είναι ασφαλές;» Η Άννι προσπαθούσε να μην κοιτάζει την υπέροχη πλάτη του Σινκλέρ Ντράμοντ, καθώς ανέβαινε την ασταθή ξύλινη σκάλα της σοφίτας. «Όχι». Της χάρισε ένα χαμόγελο που έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν. «Ειδικά με την κατάρα να αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια μας». «Τότε μάλλον θα το διακινδυνεύσω». Ως υπάλληλός του, η Άννι Σάλιβαν δεν μπορούσε άλλωστε να του αρνηθεί. Πάτησε στο πρώτο σκαλί της σκάλας που οδηγούσε στο πατάρι του παλιού στάβλου, ο οποίος εφαπτόταν με την έπαυλη, έτσι ώστε οι πρόγονοι του Ντράμοντ να μην ήταν αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουν τους παγωμένους ανέμους του Πορθμού του Λονγκ Άιλαντ όταν πήγαιναν να φροντίσουν τα ζώα τους. Τώρα όμως παντού ένα γύρο υπήρχαν αμέτρητοι ιστοί αράχνης και σκουριασμένα πέταλα αλόγων. Τα σκαλιά έτριξαν επικίνδυνα. «Έχεις ξανανέβει εδώ;» Εκείνη πάντως όχι -περίεργο αν το σκεφτόταν κανείς. Ο Σινκλέρ έφτασε στην κορυφή της σκάλας και άνοιξε την πόρτα του παταριού. «Φυσικά. Όταν ήμουν μικρός. Κρυβόμουν εδώ όταν τσακώνονταν οι γονείς μου». Η Άννι συνοφρυώθηκε. Δεν μπορούσε να φανταστεί την ήρεμη, αξιοπρεπή μητέρα του να υψώνει τη φωνή της, αλλά δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του. Είχε πεθάνει σε κάποιο δυστύχημα πριν από μερικά χρόνια. «Αμφιβάλλω αν έχει ανέβει κανείς άλλος από τότε». Εξαφανίστηκε μέσα στη μαύρη τρύπα κι εκείνη σκαρφάλωσε στη σκάλα πίσω του, με την ανυπομονησία της να αυξάνεται. Ένα φως άναψε, φωτίζοντας το άνοιγμα.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

6

«Χαίρομαι που δουλεύει ακόμη και δε χρειάζεται να ψάξουμε για κεριά». Η βροχή χτυπούσε στη σκεπή από πάνω τους. Η φωνή του ακουγόταν σαν να ερχόταν από μακριά κι εκείνη βιάστηκε να τον προλάβει. Το κεφάλι της έφτασε στο άνοιγμα και είδε μια σειρά από γυμνούς λαμπτήρες να κρέμονται στα δοκάρια της σοφίτας, η οποία δεν είχε ούτε ένα παράθυρο. Κουτιά και κούτες ήταν στοιβαγμένα κατά μήκος των τοίχων, ανάμεσα σε παλιές καρέκλες, τραπέζια και άλλα έπιπλα. Η μια πλευρά της σοφίτας ήταν σχεδόν κρυμμένη από τεράστια δερμάτινα μπαούλα με ραμμένες ετικέτες. Παρά το μέγεθος του δωματίου, δεν υπήρχε σχεδόν άδειο σημείο στο πάτωμα. «Ώστε λοιπόν αυτή είναι η σαβούρα εκατό χρόνων. Από πού αρχίζουμε;» Τα δάχτυλά της την έτρωγαν από την ανυπομονησία να ψαχουλέψει τα πράγματα των Ντράμοντ, πράγμα που ήταν περίεργο, αφού αυτό έκανε όλη μέρα στη δουλειά της. Φυσικά το ξεσκόνισμα και το γυάλισμα δεν ήταν τόσο συναρπαστικό όσο το ψαχούλεμα σε ένα μπαούλο γεμάτο σκόνες και μυστήριο. Ο Σινκλέρ σήκωσε το καπάκι ενός μπαούλου, το οποίο ήταν γεμάτο διπλωμένα κιλτ. «Ανάθεμα κι αν ξέρω. Υποθέτω ότι απλά αρχίζουμε να ψάχνουμε ελπίζοντας για το καλύτερο». Ανασήκωσε τα μανίκια του κι εκείνη πρόσεξε τους μυώδεις βραχίονές του. «Το κύπελλο είναι φτιαγμένο από μέταλλο προφανώς. Πιθανότατα ασήμι, αλλά μπορεί και κασσίτερο. Δεν έχει κάποια οικονομική αξία». Το πουκάμισό του τεντώθηκε στη δυνατή του πλάτη καθώς έσκυβε πιο βαθιά μέσα στο μπαούλο. Η καρδιά της Άννι άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. Ήταν ανάγκη το αφεντικό της να είναι τόσο όμορφο; Δεν ήταν δίκαιο. Δούλευε για κείνον εδώ και έξι χρόνια κι εκείνος γινόταν όλο και πιο όμορφος μεγαλώνοντας. Ήταν τριάντα δύο και τα πυκνά μαύρα μαλλιά του δεν είχαν ούτε μία άσπρη τρίχα, παρά τα δύο ακριβά του διαζύγια. «Και υποτίθεται ότι είναι καταραμένο;» Η Άννι προσπάθησε να συγκροτήσει το τρέμουλο που τη διαπέρασε και κοίταξε γύρω


JENNIFER LEWIS

7

της. Οι Ιρλανδοί πρόγονοί της θα έκαναν το σταυρό τους στο άκουσμα αυτής της λέξης. «Η οικογένεια είναι καταραμένη, όχι το κύπελλο». Ο Σινκλέρ σήκωσε το κεφάλι του και της έριξε μια ματιά. «Τριακόσια χρόνια δυστυχίας, η οποία υποτίθεται θα εξαφανιστεί αν ξαναβρεθούν και τα τρία κομμάτια αυτού του παλιού κυπέλλου». Ξεφύσηξε. «Εγώ νομίζω ότι όλα αυτά είναι βλακείες, αλλά η μητέρα μου έχει πραγματικά ενθουσιαστεί με την υπόθεση. Είναι σίγουρη ότι θα αλλάξει τις ζωές μας». «Χαίρομαι που πάει καλύτερα. Βρήκαν τελικά από τι αρρώστησε;» «Από κάποια σπάνια τροπική ασθένεια προφανώς, παρόμοια με τη χολέρα. Είναι τυχερή που ζει, αλλά είναι ακόμη πάρα πολύ αδύναμη. Της είπα ότι πρέπει να έρθει να μείνει εδώ για ένα διάστημα, να ξεκουραστεί». «Φυσικά. Θα χαρώ πολύ να τη φροντίσω». «Ελπίζω όταν θα έρθει να ψάξει κι αυτή. Οπότε δε θα χρειάζεται να κάνεις εσύ όλη τη δουλειά». Η καρδιά της Άννι βούλιαξε. Δεν μπορούσε δηλαδή να ελπίζει σε ένα καλοκαίρι στη σοφίτα, να παρακολουθεί τα μυώδη χέρια του Σινκλέρ να ψαχουλεύουν τα μυστηριώδη κουτιά. Δούλευε εδώ έξι χρόνια τώρα, αλλά παρέμεναν σχεδόν ξένοι. Της άρεσε να είναι μόνη μαζί του, όταν δεν υπήρχαν καλεσμένοι και ήταν πιο χαλαρός. Η αναζήτηση του κυπέλλου έμοιαζε μοναδική ευκαιρία να τον γνωρίσει καλύτερα. Δυστυχώς όμως, απ’ ό,τι φαινόταν, θα ίδρωνε εδώ μέσα μόνη της. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία της σοφίτας ήταν συναρπαστική. Πλησίασε ένα ψάθινο καλάθι και σήκωσε το καπάκι. Μέσα υπήρχε ένα τεράστιο χειροποίητο σκοινί και, καθώς το σήκωσε, φαντάστηκε τα χέρια που το έφτιαχναν σε μια εποχή που δεν υπήρχαν μηχανές γι’ αυτή τη δουλειά. Τα πάντα γύρω τους είχαν μια ιστορία να διηγηθούν. «Γιατί πιστεύει ότι η οικογένειά σας είναι καταραμένη; Είστε όλοι πολύ επιτυχημένοι». Η δική της οικογένεια θα έκανε τα πάντα για να αποκτήσει


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

8

έστω και ένα μέρος απ’ αυτά που είχαν οι Ντράμοντ. «Οι Ντράμοντ τα κατάφεραν καλά. Αλλά ένας παλιός οικογενειακός μύθος έπεισε τη μητέρα μου ότι είμαστε όλοι καταραμένοι και γι’ αυτό αρρώστησε». Τον είδε να σηκώνει ένα σωρό από ρούχα και ανοιγόκλεισε τα μάτια της βλέποντας τους δυνατούς μυς των μηρών του, που διαγράφονταν μέσα από το στενό παντελόνι καθώς έσκυψε για να φτάσει στο βάθος του μπαούλου. Αναπήδησε μόλις εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. «Και επίσης, γι’ αυτό και κανένας μας δεν μπορεί να μείνει παντρεμένος». Τα γκριζογάλανα μάτια του έλαμπαν από ένα μείγμα χιούμορ και αυτοσαρκασμού. «Έχει βαλθεί λοιπόν να ανακαλύψει τα τρία κομμάτια του κυπέλλου και να τα συναρμολογήσει. Είναι σίγουρη ότι αυτό θα αλλάξει την τύχη των Ντράμοντ». Ξανάχωσε τα ρούχα στο μπαούλο και έκλεισε το καπάκι. «Φυσικά εγώ δεν πιστεύω τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά θα έκανα τα πάντα για να τη βοηθήσω να αναρρώσει». «Πολύ γλυκό εκ μέρους σου». «Δε θα το έλεγα». Πέρασε το χέρι του ανάμεσα στα μαλλιά του και κοίταξε τα απομεινάρια που είχαν αφήσει πίσω τους οι ζωές των άλλων. «Αν απασχολείται μ’ αυτό, θα σταματήσει να μου γκρινιάζει να ξαναπαντρευτώ». Η Άννι τον είχε παρακολουθήσει με πόνο να φλερτάρει και να βγαίνει με την υποκρίτρια και ιδιοτελή δεύτερη γυναίκα του. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα άντεχε να το ξαναπεράσει. «Υποθέτω ότι θέλει εγγόνια». «Ναι, αν και αναρωτιέμαι γιατί. Είναι πραγματικά απαραίτητο να περάσουμε την κατάρα και στην επόμενη γενιά;» Το πονηρό του χαμόγελο την έκανε να χαμογελάσει κι εκείνη. Φυσικά και η μητέρα του ήθελε να έχει εγγόνια, για να τα κακομαθαίνει και να τα καμαρώνει. Αν και πιθανότατα δε θα αποκτούσε, εάν ο Σινκλέρ συνέχιζε να προσέχει τον ίδιο τύπο γυναίκας. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ την πρώτη του γυναίκα, αλλά η Νταϊάνα Λέικλαντ δεν ήταν ο τύπος που θα χαλούσε τη σιλουέτα της για μια εγκυμοσύνη. Είχε παντρευτεί τον Σινκλέρ για τα πλούτη και


JENNIFER LEWIS

9

το κύρος που τον έκαναν ένα από τους πιο περιζήτητους εργένηδες της Νέας Υόρκης και μετά τον βαρέθηκε, όταν είδε ότι εκείνος δεν ήταν διατεθειμένος να γυρίζει σε όλο τον κόσμο και να πηγαίνει κάθε βράδυ και σε άλλο πάρτι. Αν μπορούσε μόνο να καταλάβει ότι χαράμιζε τον εαυτό του μ’ αυτές τις κακομαθημένες πριγκίπισσες! Εκείνη δεν μπορούσε να του το πει αυτό, όμως. Μέρος της δουλειάς της ήταν να είναι φιλική. Αλλά έπρεπε επίσης και να ξέρει τα όρια μεταξύ επαγγελματικού και προσωπικού και να μην τα ξεπερνά ποτέ. Απομακρύνθηκε από το καλάθι με το σχοινί -το οποίο έφτανε και περίσσευε για να κρεμαστεί- και σήκωσε ένα μικρό ξύλινο κουτί από ένα ψηλό ράφι. Άνοιξε το καπάκι και βρήκε κάτι που έμοιαζε με καρφίτσες για τα μαλλιά. Ακριβές, φτιαγμένες από ταρταρούγα. Αναρωτήθηκε ποια δεσποσύνη Ντράμοντ τις είχε βάλει στα μαλλιά της. «Είναι σαν να ψάχνουμε βελόνα στ’ άχυρα. Σε ποιον ανήκε το κύπελλο;» «Οι Ντράμοντ προέρχονται από τα Χάιλαντς της Σκοτίας. Ο Γκέιλορντ Ντράμοντ ήταν πότης και χαρτοπαίκτης κι έχασε σχεδόν όλη την οικογενειακή περιουσία σ’ ένα στοίχημα το 1712. Οι τρεις γιοι του, αδέκαροι και άστεγοι, έφυγαν για την Αμερική για να βρουν την τύχη τους. Όταν το πλοίο έφτασε στο Νέο Κόσμο, τα αδέρφια πήραν διαφορετικούς δρόμους και απ’ ό,τι φαίνεται χώρισαν κάποιο μεταλλικό κύπελλο που είχαν και ο καθένας πήρε από ένα κομμάτι. Σκόπευαν να το ξαναενώσουν όταν θα έκαναν τις περιουσίες τους. Ένας απ’ αυτούς εγκαταστάθηκε στο Λονγκ Άιλαντ και έφτιαξε τη φάρμα που βρισκόμαστε σήμερα». «Υποθέτω ότι αυτό εξηγεί γιατί έχετε τόσο μεγάλη έκταση κατά μήκος της ακτής». Η αρχική φάρμα είχε επεκταθεί με τα χρόνια και είχε γίνει ένα υπέροχο υποστατικό με μεγάλες βεράντες. Τα παλιά πατατοχώραφα είχαν μετατραπεί σε καταπράσινο γκαζόν και τεράστιες εκτάσεις από μηλιές, αχλαδιές και ροδακινιές. Το Ντογκ Χάρμπορ, που κάποτε ήταν ένα ήσυχο χωριό, περιβαλλόταν τώρα από τον αστικό κλοιό της Νέας Υόρκης.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

10

Ο Σινκλέρ γέλασε. «Ναι. Το παλιό υποστατικό εξελίχθηκε σε καταπληκτική επένδυση». «Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι... πώς χωρίζει κανείς ένα κύπελλο;» Της φαινόταν αρκετά δύσκολο να βρει κανείς ένα κύπελλο μέσα σε αυτόν το χαμό, πόσο μάλλον ένα κομμάτι από κύπελλο. «Η μητέρα μου λέει ότι ήταν φτιαγμένο ειδικά για να χωρίζεται και ύστερα να ξανασυναρμολογείται. Υποπτεύεται ότι ήταν κάποια παλιά τεχνική να κατασκευάζεται έτσι, ώστε να μπορούν να το κρύψουν είτε από τους Βίκινγκς, που έκαναν επιθέσεις, είτε από τους Προτεστάντες, ανάλογα με το πόσο παλιό είναι στην πραγματικότητα. Η ιστορία αυτού του κυπέλλου έχει περάσει από γενιά σε γενιά, αν και κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν τα κομμάτια. Η μητέρα μου λέει ότι εντόπισε τους απογόνους των τριών αδερφών και ήρθε σε επαφή μαζί τους για να τους ενημερώσει για την αναζήτηση». «Το βρίσκω συναρπαστικό. Και μία ωραία αφορμή για να ξαναενωθεί η οικογένεια». Ο Σινκλέρ ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν έχω ακούσει καλά πράγματα για τους Ντράμοντ. Είμαστε όλοι περίεργοι τύποι, κλεισμένοι στον εαυτό μας». Ανασήκωσε το σκούρο φρύδι του. «Δεν είσαι περίεργος». Η Άννι μετάνιωσε αμέσως γι’ αυτό το άσκοπο σχόλιο. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν ήταν να καταλάβει ότι ήταν τσιμπημένη μαζί του. «Τουλάχιστον όχι συνέχεια». Τώρα είχε κοκκινίσει. Πήγε βιαστικά σε μια σκοτεινή μεριά της σοφίτας και άνοιξε ένα συρτάρι. «Πού ζουν οι υπόλοιποι;» τον ρώτησε. «Ο ένας αδερφός κατέληξε κουρσάρος που έκανε επιδρομές στην Ανατολική Ακτή και την Καραϊβική». «Πειρατής, δηλαδή;» Ο Σινκλέρ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Έτσι λέει ο θρύλος. Οι απόγονοί του ζουν ακόμη εκεί -ένας απ’ αυτούς τουλάχιστον- σε ένα νησί ανοιχτά της ακτής της Φλόριντα. Και εφόσον ο Τζακ Ντράμοντ είναι επαγγελματίας κυνηγός


JENNIFER LEWIS

11

θησαυρών, δε νομίζω να μας βοηθήσει να βρούμε το κύπελλο». «Μπορεί να ενδιαφέρεται για την οικογενειακή ιστορία». «Αμφιβάλλω. Ο τρίτος αδερφός πλούτισε στον Καναδά και ύστερα γύρισε στη Σκοτία και πήρε πίσω το οικογενειακό κτήμα. Οι απόγονοί του ζουν εκεί τώρα. Η μητέρα μου δεν έχει καταφέρει ακόμη να κάνει τον Τζέιμς Ντράμοντ να απαντήσει στα e-mail της. Δεν το βάζει όμως κάτω, οπότε υποθέτω ότι στο τέλος θα τον καταφέρει, μόλις ανακτήσει τις δυνάμεις της». Σήκωσε ένα κουτί από την κορυφή μιας παλιάς ντουλάπας. «Δεν υπάρχουν και πάρα πολλοί Ντράμοντ. Δε φαίνεται να έκαναν και πολλά, και πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν νωρίς. Σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως η κατάρα είναι αληθινή». Ήταν ο Σινκλέρ καταραμένος; Αν μη τι άλλο, περνούσε μια ονειρεμένη ζωή, μοιράζοντας το χρόνο του μεταξύ του ρετιρέ του στο Μανχάταν και των υπόλοιπων υπέροχων σπιτιών που διέθετε. Εκείνη τον έβλεπε μόνο μερικά Σαββατοκύριακα το χρόνο και ίσως κάνα δυο βδομάδες το καλοκαίρι. Αρκετός χρόνος για να τον χαζεύει ονειροπολώντας, αλλά όχι αρκετός ώστε να μάθει τα μυστικά του. Είχε μυστικά, πάθη και επιθυμίες; Προσπάθησε ν’ αποδιώξει τη σκέψη από το μυαλό της. Η προσωπική του ζωή δεν ήταν δική της δουλειά. «Μερικά απ’ αυτά τα πράγματα κανονικά δε θα έπρεπε να σαπίζουν εδώ μέσα». Η Άννι σήκωσε μια πορσελάνινη πιατέλα από ένα κουτί. «Πάω στοίχημα ότι θα μπορούσες να το πας αυτό σε κάποια τηλεοπτική δημοπρασία». Ο Σινκλέρ έβαλε τα γέλια. «Για να μου πουν ότι κάποιος το αγόρασε από πολυκατάστημα το 1950;» Στάθηκε μπροστά σ’ ένα τεράστιο ξύλινο μπαούλο, μεγαλύτερο και εμφανώς παλιότερο από τα υπόλοιπα που υπήρχαν στοιβαγμένα σε διάφορες μεριές. Το εσωτερικό του φαινόταν γεμάτο από διπλωμένα ρούχα. «Ουάου, κοίτα αυτή τη δαντέλα!» Η Άννι πήγε δίπλα του, προσπαθώντας να αγνοήσει την αρρενωπή μυρωδιά του. Έσκυψε στο μπαούλο και χάιδεψε το χιονάτο ύφασμα.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

12

«Φαίνεται αφόρετο». Σήκωσε το ρούχο, το οποίο ξεδιπλώθηκε με ένα απαλό θρόισμα, για να αποδειχτεί ότι ήταν ένα λεπτεπίλεπτο νυχτικό ή μεσοφόρι. «Σε ποιον ανήκε;» «Δεν έχω ιδέα. Ομολογώ ότι έχω ψάξει μόνο στα κουτιά που είχαν όπλα και άλλα αγορίστικα πράγματα». Και πάλι εκείνο το παιδιάστικο χαμόγελο έκανε την καρδιά της να χτυπήσει πιο γρήγορα. «Δεν έχω αγγίξει ποτέ κοριτσίστικα πράγματα». «Κοίτα αυτό εδώ». Άφησε κάτω το μεσοφόρι και έσκυψε βαθύτερα στο μπαούλο για να εξετάσει ένα πλούσιο πράσινο μεταξωτό ύφασμα δουλεμένο με κόκκινα και χρυσά τελειώματα. Το κέντημα ήταν πραγματικό κομψοτέχνημα και το ύφασμα έλαμπε σαν να είχε φτιαχτεί μόλις χτες. «Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο στη ζωή μου». Ο Σινκλέρ έβγαλε το ύφασμα από το μπαούλο και το κράτησε ψηλά. Ήταν μια εντυπωσιακή τουαλέτα με ανοιχτό ντεκολτέ και μικροσκοπική μέση. «Είναι καταπληκτικό. Κι εκείνο το μπλε από κάτω φαίνεται απίθανο». Έσκυψε και ξεδίπλωσε ένα εκτυφλωτικό μπλε μεταξωτό ύφασμα κεντημένο με πέρλες. «Θα έπρεπε να βρίσκονται σε μουσείο». Ήταν έγκλημα να τα αφήνουν κρυμμένα μέσα στη σκονισμένη σοφίτα. «Ας τα πάμε στο σπίτι να τα κρεμάσουμε κάπου». «Αν το θες». Ο Σινκλέρ έδειχνε απρόθυμος. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βρει το κύπελλο. «Εντάξει, ας το κάνουμε», είπε. Μήπως το πρόσωπό της είχε προδώσει την απογοήτευσή της; Η ξαφνική αλλαγή του τη συγκίνησε. «Τέλεια. Θα κουβαλήσω όσο πιο πολλά μπορώ». Ο Σινκλέρ κατέβηκε τα στενά σκαλιά χωρίς να διστάσει στιγμή, παρά το γεγονός ότι τα χέρια του ήταν γεμάτα με ρούχα. Η Άννι τρίκλισε πίσω του, καθώς τα βαριά υφάσματα την έκαναν να φοβάται μήπως χάσει την ισορροπία της. «Μπορούμε να τα βάλουμε στις μεγάλες ντουλάπες στο κίτρινο δωμάτιο. Είναι


JENNIFER LEWIS

13

άδειες από τότε που η μητέρα σου χάρισε όλα εκείνα τα γούνινα παλτά». Ακολούθησε τον Σινκλέρ πίσω στο σπίτι και ακούμπησαν τα φορέματα πάνω σε μια ξύλινη πολυθρόνα. «Δεν το πιστεύω πόσο όμορφο είναι αυτό το γκρίζο μεταξωτό φόρεμα. Πώς στην ευχή έπλεξαν το γκρίζο και το μπλε μαζί;» «Προφανώς θα τους πήρε χρόνια. Τα πράγματα γίνονταν αλλιώς τότε. Κάθε κομμάτι ήταν ένα χειροποίητο έργο τέχνης». «Υποθέτω ότι οι απλοί άνθρωποι δεν άγγιζαν ποτέ κάτι παρόμοιο». Χάιδεψε το απαλό ύφασμα με τις ντελικάτες λεπτομέρειες. «Εκτός κι αν βοηθούσαν την κυρία τους να το φορέσει, φυσικά». Αυτό θα έκανε εκείνη, αν ζούσε τότε. Άφησε τα δάχτυλά της να αγγίξουν τις πλούσιες πιέτες του φουστανιού και αναστέναξε. «Τι υπέροχο φόρεμα. Δεν έχω ξαναδεί τίποτα παρόμοιο». «Γιατί δεν το δοκιμάζεις;» Η βαθιά φωνή του Σινκλέρ την ξάφνιασε. Σχεδόν είχε ξεχάσει την παρουσία του. «Εγώ; Δε θα μπορούσα. Αυτά είναι μουσειακά κομμάτια και η μέση μου δεν είναι τόσο στενή». «Διαφωνώ. Για τη μέση σου εννοώ». Τα μάτια του σταμάτησαν στη μέση της για μια στιγμή, κάνοντας το στομάχι της να σφιχτεί. Είχε ξανακοιτάξει τη μέση της το αφεντικό της; Δεν το πίστευε. Η καρδιά της σφυροκοπούσε από ενθουσιασμό στην προοπτική να δοκιμάσει ένα από τα φουστάνια. Φυσικά, θα μπορούσε να το κάνει κάποια στιγμή που θα ήταν μόνη της στο σπίτι. Αλλά τότε κάνείς δεν θα πρόσεχε ότι τα φουστάνια είχαν φορεθεί και θα φαινόταν ακόμα πιο ανόητη. Κι αν αυτή ήταν η μοναδική της ευκαιρία; «Λοιπόν...» Ακούμπησε απαλά το μπλε βραδινό φόρεμα. «Δε νομίζω ότι θα μου κάνει, αλλά...» «Ωραία, λοιπόν, συμφωνήσαμε. Θα γυρίσω διακριτικά την πλάτη μου μέχρι να μου ζητήσεις να σε βοηθήσω με τα κουμπιά», είπε και πήγε σ’ ένα από τα μεγάλα τοξωτά


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

14

παράθυρα στην άλλη άκρη του δωματίου. Η καρδιά της Άννι άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Είχε την περίεργη αίσθηση ότι κάποιο όριο ανάμεσά τους είχε ξεπεραστεί. Ο Σινκλέρ ήθελε να τη δει να δοκιμάζει ένα από τα φορέματα. Τι σήμαινε αυτό; Τίποτα, ανόητη. Σκέφτεται ότι θα το διασκεδάσεις και σε πειράζει. Μην παρασύρεσαι. Πράγματι. Αυτό ήταν ανόητο. Μπορεί να έσκιζε τίποτα. «Είμαι σίγουρη ότι θα έπρεπε να φορεθούν με περίπλοκους κορσέδες κι εγώ δεν...» «Θέλεις να γυρίσουμε πίσω και να συνεχίσουμε το ψάξιμο για το κύπελλο;» Το φρύδι του ανασηκώθηκε ερωτηματικά. Η Αννι δίστασε, με τα δάχτυλά της ακόμα να κρατούν το πλούσιο ύφασμα. Ένα μικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. «Ίσως μόνο ένα φόρεμα». Ο Σινκλέρ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, με τα μάτια του να χαμογελούν, και της γύρισε την πλάτη. Τι γλυκό εκ μέρους του να την αφήσει να δοκιμάσει ένα οικογενειακό κειμήλιο! Αλλά ποιο; Χωρίς δισταγμό, διάλεξε το έντονο μπλε με το πλούσιο ύφασμα. Το κράτησε πάνω της για μια στιγμή -το μήκος ήταν σχεδόν εντάξει- και, παρ’ ότι ήταν στενό στη μέση, δεν ήταν τόσο μικρό όσο είχε φανταστεί αρχικά. Ίσως τελικά και να της έκανε. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να γυρίσει και να κοιτάξει τον Σινκλέρ, καθώς άρχισε να ξεκουμπώνει το βαμβακερό πουκάμισό της. Τον ήξερε πολύ καλά για να φανταστεί έστω και ένα δευτερόλεπτο ότι θα γυρνούσε να κρυφοκοιτάξει. Οι γυναίκες έτρεχαν από πίσω του όπου και να πήγαινε κι εκείνος ούτε που το πρόσεχε. Έβγαλε το παντελόνι της και πέρασε το φουστάνι στη μέση της. Ήταν τσαλακωμένο, αφού είχε μείνει διπλωμένο τόσο καιρό, και μύριζε ελαφρώς λεβάντα, αλλά κατά τα άλλα ήταν σαν να είχε ραφτεί μόλις χτες. Οι μικροσκοπικές πέρλες γαργάλισαν τα μπράτσα της καθώς τα περνούσε στα κοντά, φουσκωτά μανίκια. Το χαμηλό ντεκολτέ αποκάλυπτε το μισό της σουτιέν,


JENNIFER LEWIS

15

οπότε το ξεκούμπωσε και το έβγαλε από το ένα μανίκι. Είχε κουμπώσει περίπου τα μισό από τα μικροσκοπικά υφασμάτινα κουμπιά, όταν ο Σινκλέρ τη ρώτησε αν χρειαζόταν βοήθεια. «Έχει μόνο μερικές εκατοντάδες κουμπιά». Χαμογέλασε, νιώθοντας σχεδόν σαν πριγκίπισσα μέσα στην πολυτελή τουαλέτα. Το ύφασμα έφτανε μέχρι το πάτωμα, οπότε κανονικά θα έπρεπε να φοράει τακούνια. «Ουάου!» Ο Σινκλέρ γύρισε κι έμεινε να την κοιτάζει ακίνητος. «Άννι, είσαι εκπληκτική». Τα μάτια του άνοιξαν, καθώς την επιθεωρούσε αργά, από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Σαν να είσαι άλλος άνθρωπος». Διέσχισε το δωμάτιο και της κούμπωσε τα υπόλοιπα κουμπιά. «Όπως είχα υποψιαστεί, σου κάνει». «Περίεργο δεν είναι;» Κατέπνιξε την επιθυμία να γελάσει σαν κοριτσόπουλο που έπαιζε με τα ρούχα της μαμάς. Και δε βοηθούσε και πολύ την κατάσταση που τα δάχτυλα του Σινκλέρ ήταν τόσο κοντά στο δέρμα της που την έκαναν να ανατριχιάζει. «Αλλά γιατί να νομίζουμε ότι οι άνθρωποι είχαν διαφορετικά σώματα πριν από διακόσια χρόνια; Δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί από εμάς». «Όχι, δεν ήταν». Η φωνή του ήταν πιο βραχνή απ’ ό,τι συνήθως. Αφού τελείωσε με τα κουμπιά, γύρισε και στάθηκε μπροστά της. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο λαιμό και τα μάγουλά της, κι εκείνη ασυναίσθητα μάζεψε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της που είχε ξεφύγει από τον κότσο της. Εκείνος συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Είσαι όμορφη με τα μαλλιά πιασμένα». «Πάντα τα έχω πιασμένα». Ασυναίσθητα άγγιξε με τα δάχτυλά της τον κότσο της. «Αλήθεια; Δεν ξέρω γιατί δεν το πρόσεξα νωρίτερα». Το βλέμμα του έκανε το δέρμα της να καίει. «Είναι το φουστάνι». «Μπορεί. Χάνεσαι κάτω από τα ρούχα σου και κρύβεις το γεγονός ότι έχεις πολύ ωραία σιλουέτα».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

16

Το στήθος της φούσκωσε μέσα στο στενό κορσάζ. Το κόψιμο του φουστανιού σήκωνε το στήθος προς τα πάνω. «Περίεργο, δε νομίζω ότι είχα ντεκολτέ ποτέ στη ζωή μου». Προσπάθησε να γελάσει, να κρύψει την έκπληξή της για το ίδιο της το τολμηρό σχόλιο, αλλά ο ήχος ξεψύχησε κάτω από το έντονο βλέμμα του Σινκλέρ. «Σου πηγαίνει», της είπε βραχνά. «Πρέπει να ντύνεσαι καλά πιο συχνά». «Δεν έχω την ευκαιρία». Κοίταξε προς την άλλη άκρη του δωματίου, όπου μπορούσε να δει κάπως τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη της γκαρνταρόμπας. Έδειχνε επιβλητική μέσα στο μακρύ φόρεμα, και το έντονο μπλε τόνιζε τις κοκκινόξανθες ανταύγειες των μαλλιών της. Η ψηλή φιγούρα του Σινκλέρ της έκρυβε τη θέα, οι φαρδιοί του ώμοι έκρυβαν το ντεκολτέ που θαύμαζαν τα μάτια του. Απ’ αυτή τη γωνία έμοιαζαν σχεδόν σαν ζευγάρι, αφού στον καθρέφτη φαίνονταν σχεδόν κολλημένοι. Λες και υπήρχε ποτέ περίπτωση να γίνει κάτι τέτοιο. Προσπάθησε να γελάσει δήθεν ανέμελα, αλλά το γέλιο της εξανεμίστηκε σ’ έναν αέρα που ξαφνικά έμοιαζε καυτός και αποπνικτικός. Το συνοφρύωμα του Σινκλέρ έγινε πιο βαθύ, κι εκείνη ανατρίχιασε κάτω από το έντονο βλέμμα του. Έχασε τα λόγια της καθώς τα μάτια τους συναντήθηκαν για ένα δευτερόλεπτο, δύο δευτερόλεπτα, τρία... Τα χείλη του συνάντησαν τα δικά της με αναπάντεχη ορμή, ενώ τα χέρια του την τραβούσαν προς το μέρος του. Ένιωσε να λιώνει καθώς το στόμα της υποδέχτηκε το δικό του και ανταποκρίθηκε στο φιλί του με όλη την κρυφή λαχτάρα των έξι περασμένων χρόνων. Το φιλί του ήταν μεθυστικό σαν δυνατό αλκοόλ. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και κόλλησε πάνω του καθώς οι γλώσσες τους μπλέκονταν. Οι θηλές της ορθώθηκαν μέσα από το πολυτελές ύφασμα. Το άρωμά του ήταν διακριτικό, αρρενωπό και μεθυστικό. Δεν


JENNIFER LEWIS

17

είχε ξαναβρεθεί ποτέ τόσο κοντά του. Το δέρμα του φαινόταν απαλό, αλλά τώρα μπορούσε να νιώσει την αψάδα στο μάγουλό του καθώς τριβόταν πάνω της. Τα δάχτυλά του χώθηκαν στα μαλλιά της, έλυσαν τον κότσο της και ένα βραχνό βογκητό βγήκε από τα χείλη του. Ένα κουβάρι πόθου ξετυλίχτηκε μέσα της. Ένιωθε τον παλλόμενο πόθο του. Μπορούσε να τον νιώσει στους τρεμάμενους μυς του και στο δέρμα του που έκαιγε. Η ανάσα του ήταν καυτή στο δικό της μάγουλο, πυροδοτώντας ακόμη περισσότερο το πάθος που έκαιγε χαμηλά στην κοιλιά της. Τι στην ευχή έκαναν; Η σκέψη τής φάνηκε πολύ μακρινή, σαν να την έκανε κάποιος άλλος. Τα δάχτυλά της χώθηκαν στα πυκνά μαύρα μαλλιά του. Ήταν σαν μετάξι. Ένιωσε τα χέρια του να πηγαίνουν χαμηλότερα, να αρπάζουν τους γλουτούς της, κι εκείνη λύγισε το κορμί της προς το μέρος του καθώς την έσφιγγε πάνω του. Η ανάσα του έγινε κοφτή και βαριά, δίνοντας στα φιλιά τους μια αίσθηση πυρετώδους απελπισίας. Φιλάω τον Σινκλέρ. Η σκέψη άστραψε στο μυαλό της σαν να είχε ανάψει κάποιος διακόπτης. Αλλά, αντί να σημάνει προειδοποιητικό συναγερμό, έστειλε ρίγη αισθησιασμού σ’ όλο το κορμί της. Πόσες νύχτες είχε μείνει άγρυπνη να ονειρεύεται αυτή τη στιγμή; Τα φιλιά του ήταν πιο άγρια και πιο παθιασμένα απ’ ό,τι είχε φανταστεί και άναβαν έναν πόθο πιο έντονο απ’ ό,τι είχε τολμήσει να ονειρευτεί. Τα χέρια του χώθηκαν στο λεπτεπίλεπτο ύφασμα του φορέματος, προσπαθώντας να νιώσουν το σώμα της. Την τράβηξε πιο κοντά του και ένιωσε τον ερεθισμό του να πάλλεται πάνω της. Της κόπηκε η ανάσα από την απίστευτη αίσθηση, την τολμηρή εκδήλωση του πόθου του... για κείνη. Το όνομά του βγήκε από τα χείλη της σαν ψίθυρος. Του τράβηξε το πουκάμισο από το παντελόνι και τα χέρια της άγγιξαν το απαλό δέρμα της πλάτης του. Οι μύες του, δυνατοί


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

18

και γυμνασμένοι, κινήθηκαν κάτω από τα χέρια της. Τον είχε δει χωρίς πουκάμισο αρκετές φορές, αλλά δεν είχε ποτέ φανταστεί την αίσθηση αυτής της δύναμης κάτω απ’ τις παλάμες της. Τα δάχτυλά του άρχισαν να ξεκουμπώνουν τα κουμπιά που μόλις είχαν κουμπώσει. Το δέρμα της ανατρίχιασε στο άγγιγμά του. Σκοπεύεις στ’ αλήθεια να τον αφήσεις να σε γδύσει; Όλο της το σώμα φώναζε ναι. Ο Σινκλέρ θα πρέπει να έκρυβε τα συναισθήματά του, όπως τα έκρυβε κι εκείνη. Πράγμα που ήταν περίεργο. Άφησε να της ξεφύγει ένα γέλιο μόλις το χέρι του χώθηκε μέσα από την πλάτη του φορέματος. Καθώς δε φορούσε σουτιέν, τα δάχτυλά του πλανιόνταν τολμηρά και αισθησιακά πάνω στο γυμνό δέρμα της πλάτης της. Κι ακόμη περισσότερο, μόλις παραμέρισε το φουστάνι αποκαλύπτοντας το στήθος της κάτω από το επιδοκιμαστικό του βλέμμα. Μια τούφα από τα μαλλιά του έπεσε μπροστά στο μέτωπό του καθώς της κατέβαζε με προσοχή το ρούχο. Ήταν κρίμα να το βγάλει μετά από λίγα μόλις λεπτά, αλλά εκείνος είχε ήδη προφανώς κάνει τα μάγια του. Έβγαλε τα πόδια της από το φόρεμα, ξεκουμπώνοντας συγχρόνως το πουκάμισο του Σινκλέρ. Το παραμέρισε και αναστέναξε μόλις είδε το γυμνό του στήθος και το απαλό σκούρο τρίχωμα που χανόταν κάτω από τη ζώνη του. Οι θηλές της είχαν γίνει δυο σκληρές κορυφές, που τρίβονταν πάνω στο στέρνο του καθώς πάλευε να του ξεκουμπώσει τη ζώνη. Ο Σινκλέρ την αποσυντόνιζε πιπιλώντας το αυτί της. Ένιωσε τα δάχτυλά του να χώνονται κάτω από το λάστιχο του εσωρούχου της -μακάρι να φορούσε κάτι πιο αισθησιακό! Κοκκίνισε στη σκέψη ότι εκείνος θα την έβλεπε με το παλιομοδίτικο άσπρο βαμβακερό εσώρουχό της. Αλλά εκείνος δε φαινόταν να το προσέχει. Η ανάσα του ήταν


JENNIFER LEWIS

19

καυτή στο λαιμό της. Ο ορθωμένος ανδρισμός του δυσκόλευε τις προσπάθειες της. Όταν τελικά κατάφερε να του κατεβάσει το φερμουάρ, τον είδε να πιέζει το εσώρουχο. Και η δική της αναπνοή ήταν βαριά και ακανόνιστη. Ένιωσε τα σωθικά της να καίνε και πονούσε από τον πόθο να κολλήσει το γυμνό της σώμα πάνω στο δικό του. Με προσπάθεια, κατέβασαν μαζί το παντελόνι του από τους μηρούς του κι εκείνος το κλότσησε μακριά. Κοίταξαν ο ένας τον άλλο, με τα κορμιά τους να απέχουν μερικά εκατοστά. Το σώμα του ήταν τέλεια γυμνασμένο, το στομάχι του σκληρό και επίπεδο. Η Άννι ξεροκατάπιε. Θα έκαναν έρωτα εδώ και τώρα; Όλα τα σημάδια έδειχναν προς αυτή την κατεύθυνση. Τα μάτια του Σινκλέρ ήταν κλειστά, τα χέρια του ταξίδευαν σε όλο της το σώμα. Το δέρμα της ανατρίχιαζε και έκαιγε ταυτόχρονα κάτω από το άγγιγμά του. Χάιδεψε τη γραμμή των έντονων ζυγωματικών του και τον φίλησε απαλά στα χείλη. Πώς ήταν δυνατόν μια τόσο συνηθισμένη μέρα να πάρει μια τόσο υπέροχη και απρόσμενη τροπή; Μπορεί να είχε κάποια σχέση μ’ αυτό το μυστηριώδες κύπελλο. Ή μήπως ήταν η κατάρα; Η αμφιβολία πάγωσε το δέρμα της σαν ξαφνική ριπή αέρα. Αυτός ο άντρας ήταν το αφεντικό της. Από την άλλη, πάλι, το τρένο είχε ήδη φύγει από το σταθμό. Βρίσκονταν ήδη γυμνοί, στον τέταρτο ξενώνα, με τα τσαλακωμένα ρούχα τους στο πάτωμα. Ήταν πλέον πολύ αργά για να γυρίσουν και να προσποιηθούν ότι δεν είχε συμβεί τίποτα. Κι εκείνη δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να ζήσει αυτή τη στιγμή. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να του πει ότι είχε ήδη αντισυλληπτική προστασία από το διάφραγμα που φορούσε για να ανακουφιστεί από την επώδυνη περίοδό της. Δεν ήθελε να χαλάσει την υπέροχη στιγμή, οπότε, αντί να μιλήσει, τον φίλησε στα χείλη. «Άννι», βόγκηξε εκείνος. «Ω, Άννι». Παραλίγο να εκραγεί ακούγοντας το όνομά της από τα χείλη του. Την ήθελε όσο τον


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

20

ήθελε κι εκείνη. Το σώμα της ανυπομονούσε να ενωθεί με το δικό του και σύντομα βρέθηκαν στο κρεβάτι. Εκείνος μπήκε μέσα της με απίστευτη τρυφερότητα, ενώ τη φιλούσε παθιασμένα, βογκώντας από την απίστευτη ηδονή. Η Άννι δεν ήταν παρθένα. Δεν είχε και πολλές εμπειρίες, αλλά ήξερε περί τίνος επρόκειτο. Δεν είχε όμως ποτέ νιώσει τίποτα παρόμοιο, καθώς οι έντονες αισθήσεις συντάρασσαν ολόκληρο το σώμα της. Τα ακροδάχτυλά του Σινκλέρ χάιδευαν το δέρμα της, ενώ το στόμα του τη διεκδικούσε, γλείφοντας και δαγκώνοντάς την. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι ο Σινκλέρ είχε μια τόσο παθιασμένη πλευρά. Φαινόταν πάντα τόσο συγκρατημένος και συντηρητικός. Εκείνος κινήθηκε με ορμή και επιδεξιότητα, οδηγώντας τη σε νέα ύψη ηδονής, κρατώντας την εκεί μέχρι που ήταν έτοιμη να τυλιχτεί στις φλόγες, και τότε άλλαζε θέση για μια τελείως νέα προσέγγιση προς την απόλυτη σεξουαλική απόλαυση. Βλέποντάς τον -και νιώθοντάς τον- ξέπνοο από ηδονή και πόθο για εκείνη, σχεδόν την τρέλαινε από ευχαρίστηση. «Ω, Άννι». Ψιθύρισε και πάλι το όνομά της, φίλησε τα χείλη της και μπήκε τόσο βαθιά μέσα της που νόμιζε ότι είχαν γίνει ένα. «Ω, Σιν». Είχε φανταστεί ότι τον φώναζε έτσι, ήταν το χαϊδευτικό της για εκείνον, σαν να ήταν κάποιος δούκας από τα αγαπημένα της ιστορικά μυθιστορήματα. Ακούγοντάς το, της φάνηκε τόσο φυσικό που σχεδόν γέλασε από ευχαρίστηση. Ήταν τόσο υπέροχο που δεν μπορεί να ήταν τελείως λάθος. Ο Σινκλέρ της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί και το σώμα της άρχισε να συσπάται από ηδονή, που την έκανε να τρέμει και να αρπαχτεί από πάνω του. Θεέ μου! Δεν είχε ξανανιώσει τίποτα παρόμοιο. Θα πρέπει να ήταν αυτός ο περίφημος οργασμός που έγραφαν τα περιοδικά. Ο Σινκλέρ άφησε ένα βαθύ, τρεμάμενο βογκητό και σωριάστηκε ξέπνοος πάνω της. Ύστερα, χωρίς να σταματήσει, γύρισε ανάσκελα και την τράβηξε μαζί του, κρατώντας τη


JENNIFER LEWIS

21

σφιχτά με τα χέρια του τυλιγμένα γύρω της και τα μάτια του κλειστά. «Να πάρει», είπε τελικά. «Να πάρει».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

22

2

Ο ΣΙΝΚΛΕΡ ΤΎΛΙΞΕ σφιχτά τα χέρια του γύρω από την υπέροχη σύντροφό του. Τα πυρρόξανθα μαλλιά της έπεφταν πάνω στο πρόσωπό του. Τα όμορφα γαλάζια μάτια της τον κοιτούσαν ντροπαλά μέσα από τις μακριές βλεφαρίδες της. Την ξαναφίλησε, νιώθοντας τα χείλη της απαλά και υγρά. Η αίσθηση ανακούφισης που ένιωθε ήταν πρωτόγνωρη. Προφανώς το δεύτερο διαζύγιο τον είχε αποσυντονίσει. Δεν μπορούσε καν να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε νιώσει ήρεμος και χαλαρός. Έσκυψε μπροστά και χάιδεψε το απαλό της δέρμα, που ήταν καλυμμένο με φακίδες. «Είσαι ένα θαύμα», της ψιθύρισε στο αυτί. Τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα και στα χείλη της σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. Το γλυκό βάρος του σώματός της πίεζε το δικό του πάνω στο απαλό στρώμα, παγιδεύοντάς τον στον απόηχο μιας τόσο γλυκιάς ηδονής. Άφησε έναν μακρύ, βαθύ αναστεναγμό. Μερικές φορές η ζωή ήταν τόσο περίπλοκη που είχε την ανάγκη να επιστρέφει στα βασικά. Άφησε τα δάχτυλά του να παίξουν με τις μεταξένιες πυρρόξανθες μπούκλες που έπεφταν απαλές πάνω στο πρόσωπό της. «Αυτό ήταν αναπάντεχο». Η φωνή της ακουγόταν σαν μουσική. «Ναι». Το μυαλό του ήταν πολύ θολωμένο για να κουβεντιάσει. «Και υπέροχο». «Ηταν. Ελπίζω όμως ότι δεν κάηκε το ψητό μου. Έχασα τελείως την αίσθηση του χρόνου». Ψητό; Ο Σινκλέρ τράβηξε τον καρπό του κάτω από την απαλή πλάτη της και τον σήκωσε ψηλά. «Κοντεύει πέντε».


JENNIFER LEWIS

23

Οι μύες του άρχισαν να σφίγγονται. Πέντε το απόγευμα. Ένα ψητό μαγειρευόταν κάπου. Η πραγματικότητα της καθημερινότητας σύρθηκε, απροσκάλεστη, στο μυαλό του. Αυτή η υπέροχη νύμφη που κρατούσε στην αγκαλιά του δεν ήταν κάποια προ- αναγεννησιακή φανταστική παρθένα που βγήκε από την ομίχλη για να τον διασκεδάσει. Ήταν η οικονόμος του, η Άννι Σάλιβαν. «Τι συμβαίνει;» Η απαλή φωνή της ήταν γεμάτη ανησυχία. Το στομάχι του σφίχτηκε καθώς έπαιρνε τα χέρια του από πάνω της. Την είχε πράγματι φιλήσει στο στόμα και την είχε σύρει στο κρεβάτι; Το μυαλό του είχε θολώσει. Θα πρέπει να είχε κυριευτεί από τον πόθο. Οι φίλοι του τον είχαν προειδοποιήσει ότι η μακροχρόνια αποχή από το σεξ κάνει περίεργα πράγματα στο μυαλό ενός άντρα. Και τώρα βρισκόταν γυμνός, ιδρωμένος και ξέπνοος στο κρεβάτι, με μια γυναίκα που γυάλιζε τα ασημικά του. Το κεφάλι του βούλιαξε στο μαξιλάρι. Ήταν το είδος της συμπεριφοράς που οι πρόγονοί του πιθανότατα συνήθιζαν να έχουν προς το προσωπικό τους. Άλλη μία καταραμένη απόδειξη ότι δεν ήταν καλύτερος από όλους αυτούς τους απατεώνες, ψεύτες Ντράμοντ που είχαν ζήσει πριν από εκείνον. Η Άννι πρόσεξε την αλλαγή στη διάθεσή του. Σφίχτηκε κι εκείνη και τραβήχτηκε στο πλάι, με το άσπρο κάλυμμα του κρεβατιού τυλιγμένο γύρω της. Ο Σινκλέρ τράβηξε το σεντόνι πάνω στην εκτεθειμένη σάρκα του. Φυσικά, το λάθος ήταν δικό του. «Λυπάμαι πάρα πολύ». Τα μάγουλα της Άννι έγιναν κατακόκκινα. Έβαλε τα μαλλιά της πίσω από τα αυτιά της. Ο Σινκλέρ ένιωθε κατακόκκινος από ντροπή που είχε ρίξει μία τόσο καλή γυναίκα στο κρεβάτι χωρίς να διστάσει προφανώς ούτε στιγμή. «Ειλικρινά, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε». Ανασηκώθηκε και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Μήπως είχε αρχίσει να τρελαίνεται από την ίδια τροπική ασθένεια που είχε ρίξει τη μητέρα του σε παραλήρημα επί βδομάδες;


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

24

Αντισύλληψη. Η δυσοίωνη σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό του. «Δεν πιστεύω να παίρνεις... αντισυλληπτικά;» Η καθόλου ρομαντική φράση αιωρήθηκε στον αέρα σαν δηλητηριώδες σύννεφο. «Όχι αντισυλληπτικά, αλλά κάτι παρόμοιο. Δε θα μείνω έγκυος». Η μεταξένια της φωνή έτρεμε ελαφρά. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, εξακολουθώντας να κρατά το κάλυμμα τυλιγμένο γύρω από το γυμνό της σώμα. Και τι σώμα! Δεν είχε ιδέα ότι η Άννι έκρυβε τόσο πλούσιες και θελκτικές καμπύλες κάτω από τα βαμβακερά πουκάμισα και τα φαρδιά παντελόνια. Ο πόθος τον πλημμύρισε και πάλι, καυτός και απρόσμενος, και τράβηξε το σεντόνι πιο ψηλά στο στήθος του. Η Άννι φορούσε ήδη το τσαλακωμένο της πουκάμισο και το παντελόνι, κουμπώνοντάς τα με πυρετώδεις κινήσεις. Απέστρεψε το βλέμμα του, βλαστημώντας το δαίμονα του πόθου, που τον είχε οδηγήσει σε τέτοιο παραστράτημα. Καλύτερα να άρχιζε να αθλείται πιο συστηματικά και να κάνει κρύα ντους, ώστε να σιγουρευτεί ότι κάτι τέτοιο δε θα ξανασυμβεί. Ήταν ήδη απαράδεκτο που είχε φερθεί έτσι μέσα στο ίδιο του το σπίτι, αλλά τι θα γινόταν μετά, θα κοιμόταν με τη γραμματέα του ή με τη ρεσεψιονίστ του γραφείου; Μια σιγανή βλαστήμια ξέφυγε από τα χείλη του και η Άννι μόρφασε. Αναπήδησε, συνειδητοποιώντας ότι τώρα την είχε προσβάλει κι από πάνω. «Βλαστημούσα τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε». «Ούτε κι εγώ», μουρμούρισε εκείνη ισιώνοντας το πουκάμισό της. Σήκωσε το φόρεμα από το πάτωμα αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Θα κρεμάσω αυτό στην ντουλάπα». Η φωνή της ήταν επίπεδη, χωρίς συναίσθημα. Το ηδονικό της σώμα ήταν και πάλι κρυμμένο κάτω από τα άχαρα ρούχα. Ο Σινκλέρ πήρε μια βαθιά ανάσα. Έπρεπε να φύγει από δω και να γυρίσει στο Μανχάταν. Αμέσως. Η Άννι βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Εκείνος σηκώθηκε


JENNIFER LEWIS

25

από το κρεβάτι και φόρεσε τα ρούχα του, νιώθοντας ακόμη μπερδεμένος. Καθώς έσκυψε να πάρει τα παπούτσια του, είδε το κοκαλάκι της πεσμένο στο πάτωμα. Θα πρέπει να είχε πέσει από τα μαλλιά της, όταν... Κούνησε το κεφάλι του. Πώς είχε συμβεί αυτό; Πάντα περηφανευόταν για τον αυτοέλεγχό του. Έριξε μια ματιά στα φορέματα που είχαν αφήσει πάνω στην αστραφτερή ξύλινη πολυθρόνα, με τα πλούσια υφάσματα άψυχα και τόσο διαφορετικά απ’ όταν τύλιγαν τις γλυκιές καμπύλες του σώματός της. Πετάχτηκε από το κρεβάτι βρίζοντας ξανά. Καλά θα έκανε να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά και να σιγουρευτεί ότι ούτε το μυαλό ούτε το σώμα του είχαν το χρόνο και την ενέργεια για τέτοιες ανοησίες. Φόρεσε τα ρούχα του και βγήκε από το δωμάτιο. Ο διάδρομος ήταν σιωπηλός και το ξύλινο πάτωμα έλαμπε στον απογευματινό ήλιο. Η Άννι είχε εξαφανιστεί διακριτικά, κάτι στο οποίο είχε αποδεδειγμένα ταλέντο. Ήξερε επίσης ότι θα ξαναεμφανιζόταν διακριτικά τη στιγμή ακριβώς που θα τη χρειαζόταν. Είχε σχεδόν μαγικές ιδιότητες ως οικονόμος. Και τώρα ευχόταν να μη γνώριζε τις άλλες ιδιότητες που διέθετε. Καλύτερα να μην είχε νιώσει τη βελούδινη υφή του δέρματός της στο δέρμα του. Θα ήταν πολύ πιο ήρεμος αν δεν ήξερε ότι η ανάσα της μύριζε γιασεμί ή ότι τα μάτια της έπαιρναν το χρώμα της αφρισμένης θάλασσας όταν ερεθιζόταν. Σπάνια έφερνε πράγματα μαζί του όταν ερχόταν εδώ για το Σαββατοκύριακο. Είχε μια ντουλάπα γεμάτη σπορ ρούχα την οποία χρησιμοποιούσε. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν το πορτοφόλι και τα κλειδιά του, τα οποία βρήκε στη συνηθισμένη τους θέση στο συρτάρι του γραφείου. Τα έβαλε στην τσέπη του με ανακούφιση και κατευθύνθηκε προς την πλαϊνή πόρτα, όπου το αμάξι του τον περίμενε για να τον οδηγήσει -με υπερβολική ταχύτητα- στην κανονική ζωή του.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

26

*** Ο ήχος των ελαστικών στο πλακόστρωτο επιβεβαίωσε αυτό που η Άννι ευχόταν και φοβόταν συγχρόνως. Ο Σινκλέρ είχε φύγει. Έγειρε για μια στιγμή στο κρεβάτι της, αφήνοντας το περίεργο συνονθύλευμα από συναισθήματα να την πλημμυρίσει. Το σώμα της εξακολουθούσε να πάλλεται από τις πρωτόγνωρες αισθήσεις που είχε ξυπνήσει ο Σινκλέρ μέσα της πριν από μόλις μερικά λεπτά. Ένιωθε ακόμη το παθιασμένο άγγιγμα των δαχτύλων του στη σάρκα της, καθώς την οδηγούσε σε πρωτόγνωρα ύψη ηδονής. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Γιατί; Γιατί τώρα; Όλα πήγαιναν τόσο καλά. Είχε κάνει τον προϋπολογισμό της και είχε ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό όπου αποταμίευε χρήματα με εντυπωσιακή ταχύτητα, με σκοπό να αγοράσει ένα σπίτι που θα ήταν δικό της για πάντα. Το δικό της μικροσκοπικό κάστρο όπου θα μπορούσε να χτίσει το δικό της κόσμο. Είχε ήδη αρχίσει να κάνει σχέδια για να φτιάχνει τις δικές της κεντητές μανσέτες και μαντίλια και να τα πουλάει στο ίντερνετ, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα μπορούσε να είναι κυρία του εαυτού της. Μπορεί ακόμη και να άνοιγε το δικό της μαγαζί. Και όλα αυτά ήταν δυνατά επειδή βρισκόταν εδώ μόνη της τον περισσότερο χρόνο, ενώ οι λαμπεροί Ντράμοντ φώτιζαν το Μανχάταν ή επισκέπτονταν τα σπίτια τους σε πιο ζεστά ή πιο μοδάτα μέρη. Αυτή η δουλειά ήταν ιδανική για κάποιον που απλά ήθελε γαλήνη και ηρεμία, με αντάλλαγμα λίγο καθάρισμα και ξεσκόνισμα. Και τώρα τα είχε καταστρέφει όλα. Έριξε μια ματιά από το παράθυρο στο διάδρομο, για να δει μήπως είχε φανταστεί ότι το αυτοκίνητο είχε φύγει. Όχι, το πλακόστρωτο ήταν γκρίζο και άδειο, με τις παλιές οξιές να το προστατεύουν δεξιά κι αριστερά. Ο Σινκλέρ είχε φύγει τρέχοντας για την άλλη του ζωή και, χωρίς αμφιβολία, για τις γυναίκες που τον περίμεναν εκεί. Η Άννι πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε στο διάδρομο. Το δικό


JENNIFER LEWIS

27

της υπνοδωμάτιο ήταν στο ισόγειο, κοντά στην κουζίνα, μακριά από τις σουίτες της οικογένειας. Το σπίτι ήταν άδειο και σιωπηλό, όπως συνήθως, αλλά κατά κάποιο τρόπο η ήρεμη ατμόσφαιρα είχε δηλητηριαστεί από μια φρενίτιδα τύψεων. Περπάτησε στο διάδρομο, όπου όλα ήταν όλως περιέργως συνηθισμένα, και πήγε στον τέταρτο ξενώνα -αυτόν που σπάνια χρησιμοποιούσαν-, όπου είχαν... Έσπρωξε την πόρτα αργά, σαν να φοβόταν αυτό που θα αντίκριζε εκεί μέσα. Η καρδιά της βούλιαξε μόλις είδε το αναστατωμένο κρεβάτι, το ένα μαξιλάρι πεταμένο απρόσεκτα στο πλάι και το σεντόνι πεσμένο στα πόδια του κρεβατιού. Το βλέμμα της έπεσε στο σωρό από τα πλούσια βικτωριανά φορέματα που ήταν σωριασμένα στην καρέκλα. Η ντουλάπα ήταν ανοιχτή, εκεί όπου είχε κρεμάσει το φουστάνι που εκείνος την είχε βοηθήσει να κουμπώσει και ύστερα το είχε βγάλει από πάνω της. Φαινόταν τόσο αθώο έτσι όπως κρεμόταν από την κρεμάστρα. Δεν μπορούσε φυσικά να κατηγορεί ένα φουστάνι γι’ αυτό που είχε κάνει. Δύο διακοσμητικά κεντημένα μαξιλάρια, πεταμένα πάνω στη φρενίτιδα του πάθους τους, βρίσκονταν στο πάτωμα. Από πού είχε έρθει όλο αυτό το πάθος; Έκανε όνειρα για τον Σινκλέρ σχεδόν από τότε που τον είχε γνωρίσει. Και ποια δε θα έκανε; Καταρχάς ήταν ψηλός, μελαχρινός, όμορφος και απίστευτα πλούσιος, αλλά ήταν επίσης και ένας τέλειος τζέντλεμαν, τόσο ήρεμα γοητευτικός και παλιομοδίτης. Ένας ευγενικός ιππότης στο γύρισμα του εικοστού πρώτου αιώνα. Εξίσου ευγενικός και προστατευτικός απέναντι της, όσο ήταν και με τους πλούσιους καλεσμένους του. Ήταν αδύνατον να μην τον ονειρεύεται. Σήκωσε τα μαξιλάρια, τα ίσιωσε και ύστερα τα έβαλε στο συρτάρι. Δεν μπορούσε να τα ξαναβάλει στο κρεβάτι. Θα έπρεπε να ξεστρώσει τα σεντόνια και να τα πλύνει. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να μυρίσει τη μαξιλαροθήκη πριν τη βγάλει. Αμυδρά ίχνη από το ζεστό, αρρενωπό άρωμα του Σινκλέρ έμεναν ακόμη πάνω στο λευκό


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

28

ύφασμα. Έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε να ξαναζήσει για λίγο εκείνες τις υπέροχες στιγμές που την είχε κρατήσει στα χέρια του. Ηλίθια! Τώρα εκείνος θα νόμιζε ότι ήταν μια εύκολη γυναίκα. Που ήταν προφανώς. Της πήρε λιγότερο από πέντε λεπτά για να πέσει στο κρεβάτι του. Κούνησε το κεφάλι της και έβγαλε τη μαξιλαροθήκη. Θα μπορούσε άραγε να τον ξαναντικρίσει ποτέ; *** Η Άννι ανακουφίστηκε αφάνταστα όταν ο Σινκλέρ δεν εμφανίστηκε το επόμενο Σαββατοκύριακο. Ακολούθησε τις οδηγίες του και συνέχισε να ψάχνει τα πράγματα στη σοφίτα. Μετά από μερικές μέρες είχε βρει τόσα απίστευτα πράγματα, που αποφάσισε να φτιάξει ένα ευρετήριο. Δεν είχε εντοπίσει κανένα ίχνος από το κύπελλο μέχρι στιγμής, αλλά είχε ανακαλύψει ένα σωρό άλλα πράγματα που θα έκαναν πολλούς ειδικούς να μείνουν με το στόμα ανοιχτό και που θα ήταν κρίμα να εξακολουθούν να σαπίζουν για άλλα τριακόσια χρόνια, μόνο και μόνο επειδή κανείς δεν ήξερε ότι βρίσκονταν εκεί μέσα. Στο ευρετήριο κατέγραφε όλα όσα έβρισκε, αλλά ήταν σαν να μην είχε αγγίξει καν όλον αυτό τον τεράστιο όγκο αντικειμένων που υπήρχε στη σοφίτα. Δεν ήθελε να νομίζει ο Σινκλέρ ότι είχε αρχίσει να χασομερά, τώρα που είχε κοιμηθεί με το αφεντικό. Οι αναμνήσεις την έκαναν να μορφάσει. Δεν της είχε τηλεφωνήσει, αλλά, πάλι, γιατί να το κάνει; Είχε ήδη απολογηθεί γι' αυτό που προφανώς θεωρούσε ένα τεράστιο λάθος. Τι άλλο να της έλεγε; Η καρδιά της μπορούσε να σκεφτεί μερικά πράγματα, αλλά της είπε να σωπάσει. Ήταν αδύνατον ο Σινκλέρ Ντράμοντ να νιώσει πραγματικά συναισθήματα για εκείνη. Εκτός από τα χρήματα και την περιουσία που είχε κληρονομήσει, είχε ξεκινήσει τη δική του επενδυτική εταιρεία και είχε βγάλει


JENNIFER LEWIS

29

εκατομμύρια. Έγραφαν για εκείνον διάσημα οικονομικά περιοδικά. Όσα άρθρα και να διάβαζε, η Άννι δε θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει πώς ακριβώς λειτουργούσαν αυτές οι εταιρείες. Ο Σινκλέρ είχε πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Πρίστον κι εκείνη ένα απολυτήριο λυκείου. Εκείνος είχε παντρευτεί δύο φορές και εκείνη δεν είχε κάνει ποτέ σοβαρή σχέση. Πραγματικά δεν είχαν τίποτα κοινό, πέρα από το ότι μερικές φορές κοιμόνταν στο ίδιο σπίτι. Άλλη μία εβδομάδα πέρασε χωρίς να δώσει σημείο ζωής. Μετά παρέμενε και πάλι το Σαββατοκύριακο. Τα βράδια της Παρασκευής ήταν πάντοτε ανήσυχη. Συνήθως την προειδοποιούσαν, αλλά όχι πάντα. Διατηρούσε το σπίτι σε ετοιμότητα, το ψυγείο γεμάτο με τις βασικές προμήθειες, καθαρά σεντόνια στα κρεβάτια και φρεσκοπλυμμένες πετσέτες στο μπάνιο. Στο παρελθόν περίμενε ανυπόμονα δίπλα στο παράθυρο, ελπίζοντας ότι θα εμφανιζόταν ο Σινκλέρ, κατά προτίμηση χωρίς κάποια τέλεια γυμνασμένη επιχειρηματία στο πλευρό του. Σήμερα έτρωγε τα νύχια της. Κι αν ερχόταν με γυναίκα; Θα μπορούσε να τον υποδεχτεί με το συνηθισμένο χαμόγελο, να πάρει τις τσάντες τους, σαν να μην είχε νιώσει την καυτή ανάσα του στο λαιμό της και τα χέρια του στο γυμνό της δέρμα; Όταν άκουσε αυτοκίνητο να πλησιάζει, ο σφυγμός της άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Αναγνώρισε αμέσως τον ήχο της μηχανής του Σινκλέρ. Πνίγοντας την παρόρμηση να πάει να κρυφτεί στην αποθήκη, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Σε παρακαλώ, ας μην έχει φέρει γυναίκα μαζί του! Τουλάχιστον να γλιτώσει απ’ αυτό, μέχρι να έχει περισσότερο χρόνο ώσπου να ξεχάσει την αίσθηση των χειλιών του πάνω στα δικά της. Μόρφασε μόλις είδε μία κομψά χτενισμένη ξανθιά να βγαίνει από το κάθισμα του συνοδηγού. Σ' ευχαριστώ, Σινκλέρ. Μπορεί να ήθελε να της δώσει να καταλάβει ότι δεν υπήρχε κανένα μέλλον μεταξύ τους. Όχι ότι εκείνη η βιαστική και απολογητική αναχώρησή του πριν από δεκαπέντε μέρες άφηνε καμία


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

30

αμφιβολία γι’ αυτό. Μήπως έπρεπε να βγει να τους υποδεχτεί στην πόρτα; Ήθελε να φύγει από την πίσω πόρτα και να πάρει το πρώτο τρένο μακριά από δω. Είσαι επαγγελματίας. Μπορείς να το κάνεις αυτό. Άγγιξε με το χέρι της τα μαλλιά της για να ελέγξει ότι ήταν στη θέση τους και ίσιωσε το καθαρό ροζ-άσπρο βαμβακερό πουκάμισο που φορούσε. Αν εκείνος μπορούσε να προσποιηθεί ότι δεν είχε συμβεί τίποτα, το ίδιο μπορούσε κι εκείνη. Αργά ή γρήγορα θα μιλούσαν γι’ αυτό, και μπορεί και να γελούσαν. Ή μπορεί και να μην το ανέφεραν ποτέ. Μπορεί να ήταν ένα από αυτά τα τρελά, άγρια πράγματα που απλά συνέβαιναν. Μόνο που συνήθως συνέβαιναν σε άλλους και όχι σ’ εκείνη. Άνοιξε την μπροστινή πόρτα. «Καλησπέρα». Προετοιμάζοντας τον εαυτό της να αντιμετωπίσει την τελευταία του κατάκτηση, κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε. «Γεια σου, Άννι». Η βαθιά φωνή του έξυσε μια πληγή κάπου βαθιά μέσα της. «Θυμάσαι τη μητέρα μου, φυσικά». Το βλέμμα της Άννι στράφηκε στην κομψή ξανθιά. «Κυρία Ντράμονι, πόσο χαίρομαι που σας βλέπω!» Αδύνατη σαν σανίδα και ηλιοκαμένη όλες τις εποχές του χρόνου, η μητέρα του Σινκλέρ φαινόταν πολύ πιο νέα από τα πενήντα τόσα χρόνια της. Περνούσε τον περισσότερο καιρό ταξιδεύοντας σε εξωτικές καλλιτεχνικές περιηγήσεις, και η Άννι είχε να τη δει περίπου ένα χρόνο. Τώρα, στη νευρωτική κατάσταση που βρισκόταν, την είχε μετατρέψει σε φανταστική αντίζηλο. «Άννι, καλή μου, ελπίζω να μη σου γίνομαι βάρος». Τα μεγάλα γκρίζα μάτια της φαίνονταν λίγο θολά και το μαύρισμά της δεν ήταν τόσο έντονο όσο συνήθως. «Αλλά ο γιατρός λέει ότι γλίτωσα απ’ του Χάρου τα δόντια και χρειάζομαι λίγο θαλασσινό αέρα». «Τέλεια». Η Άννι έτρεξε στο πορτ μπαγκάζ, όπου ο Σινκλέρ ξεφόρτωνε ήδη τις τσάντες τους. Και τότε η πόρτα του πίσω


JENNIFER LEWIS

31

καθίσματος άνοιξε. Η Άννι σχεδόν αναπήδησε. Μία ψηλή, μελαχρινή γυναίκα με σκούρα μαλλιά βγήκε από μέσα μιλώντας στο κινητό. Η καρδιά της Άννι βούλιαξε. Πάνω που νόμιζε ότι είχε αποφύγει αυτή τη σφαίρα, να τη η καινούρια φιλενάδα του. Έκανε να πάρει μία από τις ακριβές τσάντες, αλλά ο Σινκλέρ μουρμούρισε «Τις παίρνω εγώ» και, αρπάζοντάς τες και τις δύο, πήγε προς την πόρτα. Εκείνη έκλεισε απαλά το πορτ μπαγκάζ, βλέποντας με πόνο ότι απέφευγε να συναντήσει το βλέμμα της. «Κυρία Ντράμοντ, γιατί δεν έρχεστε μέσα να πάρετε ένα τσάι; Αν επιτρέπεται να πιείτε τσάι, δηλαδή». Έριξε μια ματιά στην ψηλόλιγνη γυναίκα που προσπαθούσε να κλείσει την πόρτα του αυτοκινήτου ενώ κρατούσε τρεις μεγάλες τσάντες και το κινητό. Ήταν προφανώς δουλειά της να πάει και να πάρει τις τσάντες με ένα χαμόγελο, αλλά δεν είχε καμιά διάθεση. «Άννι, καλή μου, αυτή είναι η Βίκι». Η κυρία Ντράμοντ έδειξε τη γυναίκα, η οποία χαμογέλασε τυπικά. Τέλεια. Η Βίκι έμοιαζε ακριβώς ο τύπος της γυναίκας που ο Σινκλέρ δε χρειαζόταν. Υπεροπτική, ψυχρή και απαιτητική. Κρίμα, γιατί προφανώς αυτός ήταν ο τύπος που του άρεσε. Μπορεί και να του άξιζε. «Γεια σου, Βίκι. Άσε να τα πάρω εγώ αυτά». Προφανώς τελικά μπορούσε να το κάνει, σκέφτηκε, καθώς πήρε τη μεγάλη ασημένια τσάντα με το ακριβό λογότυπο. Η Βίκι, συνεχίζοντας να μιλά στο κινητό, της την έδωσε χωρίς να της ρίξει ούτε ματιά. Η αδερφή της της έλεγε πάντα ότι δεν έπρεπε να υπηρετεί αυτούς τους ανθρώπους σαν να ήταν κάποια καμαριέρα του δέκατου ένατου αιώνα. Με έναν κρυφό αναστεναγμό και, φυσικά, ένα ευγενικό χαμόγελο, τις οδήγησε στο σπίτι, το οποίο ήταν καθαρό και έτοιμο όπως συνήθως. Ο Σινκλέρ είχε εξαφανιστεί, πιθανότατα


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

32

στο δωμάτιό του. Με βαριά καρδιά, ανέβηκε τις σκάλες με την τσάντα της Βίκι στα χέρια. Η Βίκι την ακολουθούσε, γελώντας δυνατά στο τηλέφωνο. Μια ματιά στη συνηθισμένη σουίτα της κυρίας Ντράμοντ της επιβεβαίωσε ότι ο Σινκλέρ είχε αφήσει ήδη την τσάντα της μητέρας του πάνω στο κρεβάτι. Το δωμάτιό του ήταν το επόμενο και εκείνη δίστασε για μια στιγμή, διερωτώμενη αν θα έπρεπε να βάλει εκεί και την τσάντα της Βίκι. «Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι πρόκειται να κοιμηθώ με τον Σινκλέρ!» Η φωνή της Βίκι αντήχησε στον διάδρομο. Η Άννι έκανε μεταβολή. Η Βίκι ήρθε προς το μέρος της γελώντας. «Θεέ μου, όχι. Δε νομίζω να κοιμήθηκα μαζί του ούτε όταν ήμαστε έφηβοι, αλλά έχει περάσει τόσος καιρός που δε θυμάμαι». «Η Βίκι μπορεί να μείνει στην μπλε σουίτα», είπε η κυρία Ντράμοντ. «Τέλεια, ταιριάζει και με τη διάθεσή μου». Η Βίκι σταμάτησε και ακούμπησε τη μία τσάντα στο γοφό της για λίγο, δίνοντας στην Άννι την ευκαιρία να παρατηρήσει το εφαρμοστό γκρίζο παντελόνι, τη λευκή μπλούζα και το περίεργο ασημένιο σύμβολο που κρεμόταν μπροστά στο στητό της στήθος. Η Άννι ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη. «Φυσικά». Ώστε η Βίκι δεν ήταν η καινούρια φιλενάδα του Σινκλέρ. Προφανώς ήταν κάποια από το παρελθόν του. «Η Βίκι είναι παλιά και αγαπητή φίλη της οικογένειας. Απορώ που δεν την έχεις ξαναδεί, Άννι». «Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που είχα την ευχαρίστηση μιας επίσκεψης στην έπαυλη Ντράμοντ», είπε η Βίκι σφίγγοντας την τσάντα από δέρμα φιδιού πιο σφιχτά κάτω απ’ το χέρι της. «Περίεργο πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια. Χαίρομαι που θα είμαι μαζί σας». Η Άννι διέκρινε κάτι που θα μπορούσε να είναι μια απειροελάχιστη νότα σαρκασμού στη φωνή της και η πλάτη της αμέσως σφίχτηκε. Μήπως η Βίκι είχε έρθει για να


JENNIFER LEWIS

33

εκμεταλλευτεί τη φιλοξενία τους και μετά να τους κοροϊδέψει; Σίγουρα δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες φίλες του Σινκλέρ, με τα προσεκτικά χτενισμένα ξανθά μαλλιά και τα κασμιρένια ταγέρ. «Κι εμείς χαιρόμαστε που είσαι εδώ, αγάπη μου». Η κυρία Σινκλέρ την πλησίασε, της έπιασε το πρόσωπο και με τα δύο χέρια και της έδωσε ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο. Τα μάτια της Βίκι έκλεισαν για μια στιγμή και το μέτωπό της ζάρωσε από μια έκφραση πόνου. Η Άννι απέμεινε να κοιτάζει άφωνη. Δεν είχε ξαναδεί τόσο εκδηλωτική την κυρία Ντράμοντ. «Θα είναι σαν τον παλιό καιρό». «Θεέ μου, ελπίζω πως όχι». Η Βίκι κουνήθηκε απ’ τη θέση της. «Σιχαίνομαι τα ταξίδια στο χρόνο. Αλλά είναι καλό να είμαι με παλιούς φίλους». Κοίταξε προς το βάθος του διαδρόμου. «Πού είναι το μπλε δωμάτιο; Πεθαίνω για ένα ντους». Η Άννι βγήκε από το λήθαργο της. «Συγνώμη, είναι από δω. Θα φέρω καθαρές πετσέτες. Θέλεις σαμπουάν και κοντίσιονερ;» τη ρώτησε ευγενικά. «Έχω όλα όσα χρειάζομαι εκτός από τρεχούμενο νερό». Το βλέμμα της Βίκι πλανήθηκε πάνω στην Άννι λίγο περισσότερο από το κανονικό. Το στομάχι της Αννι σφίχτηκε. Είχε ένα περίεργο - και όχι καλό- προαίσθημα για τη Βίκι. Ποια ήταν και γιατί ήταν εδώ; *** Για το δείπνο, η Άννι ετοίμασε ένα από τα αγαπημένα πιάτα της Κάθριν Ντράμοντ. Ψητό σολομό με σάλτσα από μπλακμπέρις, συνοδευόμενο με μικροσκοπικές πατάτες και φρέσκα φασολάκια από την τοπική λαϊκή. «Τι υπέροχο! Προφανώς ο Σινκλέρ θυμήθηκε να σου πει ότι θα ερχόμαστε. Δεν είμαι ποτέ σίγουρη ότι θα το κάνει». Η Κάθριν έριξε μια ματιά στο γιο της. Η Άννι χαμογέλασε και απέφυγε να κοιτάξει τον Σινκλέρ καθώς


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

34

τους σέρβιρε. Η εμπειρία την είχε διδάξει να είναι έτοιμη για τα πάντα. Και πραγματικά χαιρόταν να κάνει τη δουλειά της καλά. Το δωμάτιο έλαμπε με τα καινούρια χειροποίητα κεριά από έναν τοπικό τεχνίτη και τα παράθυρα άστραφταν, αφήνοντας να μπει στο χώρο το ζεστό φως του απογευματινού ήλιου. Αν κάτι στο σπίτι δεν ήταν φιλόξενο ή ευχάριστο, δεν ήταν από δικό της λάθος. Έγειρε προς τον Σινκλέρ για να γεμίσει το ποτήρι του με άσπρο κρασί. Τα μαύρα μαλλιά του άγγιζαν το κολάρο του πουκαμίσου του -μάλλον ήθελαν κούρεμα. Η ανάσα της πιάστηκε στο λαιμό της καθώς θυμήθηκε τη μεταξένια τους αίσθηση στα δάχτυλά της. Μια περίεργη αίσθηση την έκανε να σηκώσει το βλέμμα της, και τότε είδε το βιολετί βλέμμα της Βίκι καρφωμένο πάνω της γεμάτο περιέργεια. Απέστρεψε γρήγορα το δικό της και γέμισε το ποτήρι της Κάθριν, και τέλος της Βίκι. Την είχε δει άραγε να κοιτάζει τον Σινκλέρ; «Δε φαίνεται και πολύ δίκαιο για την Άννι να γυρίζει να γεμίζει τα ποτήρια μας, τη στιγμή που έφτιαξε αυτό το υπέροχο γεύμα». Η μελιστάλαχτη φωνή της Βίκι αντήχησε στον αέρα. Η Άννι μόρφασε. «Έχει δίκιο, φυσικά», πετάχτηκε και η Κάθριν. «Άννι, καλή μου. Φέρε ένα πιάτο και κάθισε μαζί μας. Είμαστε οικογενειακά απόψε, ούτως ή άλλως». Άπλωσε το χέρι της πάνω από το τραπέζι και άγγιξε τη Βίκι. Τα φρύδια της κοπέλας ανασηκώθηκαν ελαφρά, αλλά κράτησε το χέρι της Κάθριν και χαμογέλασε. «Είσαι τόσο γλυκιά». Η Άννι δίστασε. Απολάμβανε το σερβίρισμα του γεύματος, αλλά το να καθίσει να φάει μαζί τους οδηγούσε σε μια σειρά από δυσάρεστες καταστάσεις. Πώς θα ήξερε πότε να σηκωθεί και να φέρει το επόμενο πιάτο; Θα έπρεπε να πιει ένα ποτήρι κρασί ή μόνο νερό, για να μην κάψει τα σοκολατένια σουφλέ; «Έχω ήδη φάει, ευχαριστώ». Το ψέμα τής έκαψε τη γλώσσα.


JENNIFER LEWIS

35

«Κάθισε ούτως ή άλλως». Η Κάθριν έδειξε την άδεια καρέκλα δίπλα στον Σινκλέρ. «Πεθαίνω να μάθω πώς πάνε οι έρευνες στη σοφίτα». Η Άννι τράβηξε την καρέκλα, που έτριξε δυνατά, και κάθισε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον Σινκλέρ, ο οποίος δε σήκωσε το βλέμμα του από το σολομό. Της είχε ρίξει έστω μια ματιά όλο το βράδυ; Καλύτερα που δεν το έκανε. Δε θα άντεχε να την κοιτάζει με αηδία και απορία για την ανοησία που είχε κάνει. «Τελείωσα μερικά από τα κουτιά και τα μπαούλα. Έφτιαξα ένα ευρετήριο. Να πάω να το φέρω;» Βιαζόταν να σηκωθεί. Τουλάχιστον οι σημειώσεις της θα της έδιναν κάτι να κάνει με τα χέρια της. «Δε χρειάζεται να πας τώρα. Φαντάζομαι ότι δε βρήκες το κύπελλο ακόμη». Η Άννι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Κοιτάζω κάθε κομμάτι που βρίσκω, για να δω αν θα μπορούσε να είναι από το κύπελλο, αλλά μέχρι στιγμής τίποτα δεν ταιριάζει. Υποθέτω ότι δεν υπάρχει κάποια περιγραφή, σωστά;» Η Κάθριν ήπιε μια γουλιά κρασί. «Μόνο ότι είναι ασημένιο. Δεν έχει πάνω πετράδια. Στην πραγματικότητα, υποψιαζόμαστε ότι δεν είναι καν ασημένιο, αλλά από κασσίτερο ή κάποιο άλλο μέταλλο. Περίεργο δεν είναι, κάτι τόσο πολύτιμο γι’ αυτούς να μην έχει πραγματική αξία;» Η Βίκι έγειρε πίσω στην καρέκλα της. «Δείχνει την προνοητικότητα της ανθρώπινης φύσης. Εάν είχε πραγματική αξία, κάποιος μπορεί να το είχε λιώσει ή να έβγαζε τα πετράδια για να φτιάξει σκουλαρίκια. Φτιάχτηκε όταν τα τρία αδέρφια έφυγαν από τη Σκοτία;» «Δεν ξέρουμε». Η Κάθριν έφαγε μια πιρουνιά από τα φασόλια της. Έτρωγε πολύ αργά και προσεκτικά. Πιθανότατα εξαιτίας της αρρώστιας της, αλλά δε βοηθούσε καθόλου τα τεντωμένα νεύρα της Άννι. «Το κύπελλο μπορεί να είναι τριακοσίων ετών, ίσως και παραπάνω, αν ανήκε στην οικογένεια πολύ καιρό πριν τα αδέρφια φύγουν για την Αμερική. Κανείς δεν ξέρει από πού


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

36

προήλθε ο θρύλος γι’ αυτό. Όταν παντρεύτηκα τον Στίβεν, τον πατέρα του Σινκλέρ...» κοίταξε την Άννι«... η μητέρα του ζούσε ακόμη και τρελαινόταν να λέει ιστορίες για την οικογενειακή ιστορία. Συχνά αναρωτιόταν μήπως ήταν καιρός να προσπαθήσουμε σοβαρά να βρούμε το κύπελλο». Ανασήκωσε το φρύδι της. «Ο γάμος της δεν ήταν και πολύ ευτυχισμένος και όλοι της οι γιοι -ανάμεσά τους και ο δικός μου ο άντρας- ήταν πολύ άγριοι». Κοίταξε σκεφτική για μια στιγμή τον Σινκλέρ, ο οποίος φαινόταν απορροφημένος στο κόψιμο μιας πατάτας. «Από τότε αναρωτιέμαι μήπως το κύπελλο μπορεί με κάποιο τρόπο να αλλάξει τη μοίρα και να κάνει λίγο πιο εύκολη τη ζωή των μελών της οικογένειας». Έσκυψε συνωμοτικά προς τη Βίκι. «Ο θρύλος λέει ότι θα βελτιώσει τη μοίρα και την περιουσία των αντρών της οικογένειας, και νομίζω πως εμείς οι γυναίκες ξέρουμε ότι αυτό κάνει πιο εύκολη και τη δική μας τη ζωή». Η Άννι ξαφνικά έκανε μια επώδυνη διαπίστωση. Η Κάθριν Ντράμοντ είχε φέρει εδώ τη Βίκι ελπίζοντας ότι θα γινόταν πραγματικά μέλος της οικογένειας -ως η επόμενη γυναίκα του Σινκλέρ. Ένιωσε μια σουβλιά στο άδειο στομάχι της. «Υπήρχαν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα πάνω στη σοφίτα», είπε βιαστικά, προσπαθώντας να βγει από τη δύσκολη θέση. «Μέχρι στιγμής έχω βρει από ένα παλιό κυνηγετικό κέρας μέχρι μια τεράστια μαργαριταρένια καρφίτσα. Γι’ αυτό αποφάσισα να κάνω ένα ευρετήριο. Θα ήταν κρίμα τόσο υπέροχα αντικείμενα να παραμείνουν θαμμένα». «Μερικές φορές όμως έτσι παραμένουν και ασφαλή», είπε η Κάθριν. «Ειδικά την εποχή του ηλεκτρονικού εμπορίου. Αν και φαντάζομαι ότι η Βίκι θα διαφωνεί». Η Βίκι γέλασε. «Πιστεύω ότι πρέπει να ταιριάζουμε τα αντικείμενα με τον ιδανικό ιδιοκτήτη τους». «Η Βίκι είναι έμπορος αντικών», εξήγησε η Κάθριν.


JENNIFER LEWIS

37

«Αν και μερικοί άνθρωποι το περιγράφουν διαφορετικά». Η Βίκι ανασήκωσε το καλογραμμένο φρύδι της. «Στο κάτω κάτω, η αξία είναι στα μάτια αυτού που το έχει». «Νόμιζα ότι αυτό το λένε για την ομορφιά», είπε ο Σινκλέρ, μιλώντας για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ. Σιωπή έπεσε στο τραπέζι. «Δεν είναι στην ουσία το ίδιο πράγμα;» Η Βίκι σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά, με το βλέμμα της καρφωμένο σ’ εκείνον. Η Άννι ξεροκατάπιε. Η Βίκι απέπνεε αυτοπεποίθηση, τόσο ψυχολογική όσο και σεξουαλική. Φυσικά και ο Σινκλέρ θα ενδιαφερόταν για εκείνη. Αυτή από την άλλη μεριά... «Να πάρω τα πιάτα». Σηκώθηκε και πήρε δύο από τις πιατέλες. «Η αξία και η ομορφιά συχνά δεν έχουν καμία σχέση». Άκουσε τη φωνή του Σινκλέρ πίσω της καθώς έβγαινε για να πάει στην κουζίνα. «Μερικές από τις πιο επικερδείς επενδύσεις μου ήταν πράγματα που κανείς δε θέλει να βλέπει: ουράνιο, βωξίτης, φυσικό αέριο». «Ώστε εσύ εκτιμάς πράγματα που είναι βαρετά και συνηθισμένα». Η Άννι μόρφασε, λες και το σχόλιο της Βίκι αφορούσε το ενδιαφέρον του για εκείνη. Όχι ότι είχε ενδιαφέρον για εκείνη. Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, δεν την είχε καν κοιτάξει μετά από έναν τυπικό χαιρετισμό. «Κυρίως εκτιμώ πράγματα που είναι χρήσιμα». «Τι θα κάνουμε με το γιο σου;» Η Άννι έριξε τις υπόλοιπες πατάτες σ’ ένα πλαστικό μπολ για να τις φάει αργότερα. «Ε, λοιπόν, ένας Θεός ξέρει πόσο προσπάθησα να τον κάνω να χαλαρώσει με τα χρόνια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα». Η φωνή της μητέρας του έφτασε από την τραπεζαρία. «Νομίζω ότι αυτό το θρυλικό κύπελλο είναι η μοναδική μας ευκαιρία». Τα γέλια των γυναικών την πλήγωσαν. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν ήταν μέλος αυτής της τόσο δεμένης ομάδας.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

38

Και καλά θα έκανε να πάει να πάρει τις υπόλοιπες πιατέλες. Μπήκε αθόρυβα στην τραπεζαρία. Η συζήτηση είχε στραφεί σε κάποιο πάρτι που θα γινόταν. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ένιωσε σαν τη Σταχτοπούτα, που ήταν γραφτό της να βοηθά όλους τους άλλους να ετοιμαστούν για το χορό, ξέροντας ότι εκείνη δε θα πήγαινε ποτέ. Πήρε το ανέγγιχτο καλάθι με τα ψωμάκια και δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί να μη ρίξει μια κλεφτή ματιά στον Σινκλέρ. 'Οταν σήκωσε τα μάτια της, συνάντησε τα δικά του. Το ψυχρό, σκούρο βλέμμα του έστειλε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. Ύστερα το απέστρεψε. «Θα πάω για ιστιοπλοΐα αύριο». Μίλησε κοιτώντας τη μητέρα του. «Θα λείπω όλη μέρα». «Τότε εγώ και η Βίκι θα έχουμε περισσότερο χρόνο για να ψάξουμε στη σοφίτα». Τα χέρια της Άννι έτρεμαν, κάνοντας τις δύο πιατέλες που κουβαλούσε να κουδουνίσουν. Την εξόριζαν από την έρευνα για το κύπελλο; Συνειδητοποίησε με μια σουβλιά απογοήτευσης ότι είχε αρχίσει να νιώθει κτητικά απέναντι στη σοφίτα και στους κρυμμένους θησαυρούς της. Πράγμα ανόητο. Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν δικό της, ούτε θα γινόταν ποτέ. Όπως εκείνο το μπλε φόρεμα που κρεμόταν στην ντουλάπα μερικά μέτρα μακρύτερα από κει που στεκόταν, στον άδειο ξενώνα. Για μερικές σύντομες στιγμές είχε νιώσει σαν να ήταν δικό της, σαν να είχε φτιαχτεί για εκείνη. Μπορεί να ήταν και καλύτερα να μείνει μακριά από όλα αυτά τα παλιά πράγματα με τις μυστηριώδεις δυνάμεις. Μετέφερε τα πιάτα στην κουζίνα, τα καθάρισε και τα έβαλε στο πλυντήριο. Είχε τεντωμένα τα αυτιά της μήπως και ακούσει τη φωνή του Σινκλέρ, αλλά το μόνο που μπορούσε να ακούσει ήταν η φλυαρία των δύο γυναικών. Δε νοιάζεται για σένα. Ήταν ένα στιγμιαίο λάθος. Μία πράξη τρέλας. «Άννι...» Η φωνή του ακριβώς πίσω της την έκανε να


JENNIFER LEWIS

39

αναπηδήσει. Γύρισε και τον είδε να στέκεται πίσω της, ψηλός και επιβλητικός. «Πρέπει να μιλήσουμε». Ξεροκατάπιε. «Ναι». «Αύριο». Τα μάτια του στένεψαν. Το άγχος είχε χαράξει μια ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια του. «Όταν μπορέσουμε να μείνουμε μόνοι». Κούνησε το κεφάλι της, με την καρδιά της να σφυροκοπά. Ο Σινκλέρ έκανε μεταβολή και βγήκε από την κουζίνα. Ήταν τόσο δύσθυμος απόψε, σχεδόν δε συμμετείχε στη συζήτηση. Τη σκεφτόταν άραγε καθόλου; Δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου μαζί της από τότε που έκαναν έρωτα, αν και είχαν περάσει δύο ολόκληρες εβδομάδες. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι όλα ήταν δημιούργημα της φαντασίας της. Αλλά τώρα ήθελε να μείνει μόνος μαζί της. Ήθελε να της μιλήσει. Το αίμα της κύλησε πιο γρήγορα. Στη χειρότερη περίπτωση, θα ήθελε να την απολύσει. Στην καλύτερη; Δάγκωσε τα χείλη της. «Άννι, καλή μου, μπορείς να μας φέρεις κι άλλο σαμπλί;» Η Άννι σκούπισε τα χέρια της και πήγε στο κελάρι.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

40

3

Ο ΣΙΝΚΛΕΡ ΣΥΝΗΘΩΣ προτιμούσε φρυγανιές και καφέ για πρωινό, αλλά η Άννι δεν ήξερε ποτέ τι μπορεί να ήθελαν οι άλλοι καλεσμένοι, οπότε περίμενε στην κουζίνα έτοιμη να φτιάξει ομελέτα ή δημητριακά. Αναρωτήθηκε αν ο Σινκλέρ θα κατέβαινε πρώτος για να μιλήσουν, πριν ξυπνήσουν οι υπόλοιποι. Προς μεγάλη της απογοήτευση, πρώτη κατέβηκε η Βίκι. Είχε τα απαλά μαύρα μαλλιά της πιασμένα πίσω, ενώ το γυμνασμένο της σώμα αναδεικνυόταν με το στενό κάπρι και το αμάνικο μπλουζάκι της. «'Μέρα, Άννι», είπε με ένα χασμουρητό. «Τώρα είναι που με ρωτάς αν θέλω πρωινό;» «Με πρόλαβες. Τι να σου φτιάξω;» τη ρώτησε με ένα χαμόγελο. «Έχεις καθόλου γκρέιπ φρουτ;» «Έχω φτιάξει φρουτοσαλάτα με ακτινίδιο, σταφύλια και ανανά, αλλά δυστυχώς χωρίς γκρέιπ φρουτ. Θέλεις να σου φέρω;» Μπορεί να έκανε κάποια απ’ αυτές τις εξαντλητικές δίαιτες που έπρεπε να τρώει είκοσι επτά γκρέιπφρουτ την ημέρα και τίποτε άλλο. «Θεέ μου, όχι! Η φρουτοσαλάτα σου ακούγεται καταπληκτική. Θα σκότωνα και για λίγα αυγά με μπέικον, εάν είναι δυνατόν. Ο Σινκλέρ δε φάνηκε;» Η Άννι ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη. «Όχι μέχρι στιγμής». «Προφανώς το έσκασε νωρίς για να μας αποφύγει». Η Βίκι της χαμογέλασε συνωμοτικά. «Δεν είναι και πολύ κοινωνικός, έτσι;» Η Άννι έριξε μια ματιά προς τις σκάλες. Να είχε άραγε ήδη


JENNIFER LEWIS

41

φύγει ο Σινκλέρ; Κάποιες φορές έφευγε το ξημέρωμα. Δεν ήταν σίγουρη πού πήγαινε, αλλά ήταν φορές που γύριζε βρεγμένος, οπότε μάλλον στην παραλία. Δεν το έκανε αυτό όμως όταν είχε καλεσμένους. Δεν απάντησε στην ερώτηση της Βίκι. Εκείνης της φαινόταν ότι ήταν πολύ καλός με τους ανθρώπους. Δε θα είχε μια επιτυχημένη εταιρεία αν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. «Θέλεις το μπέικον καλοψημένο;» «Θα ήταν τέλειο, σ’ ευχαριστώ». Η Βίκι πήγε στην τραπεζαρία και πήρε τους Νιου Γιορκ Τάιμς. Άνθρωποι σαν τη Βίκι έδιναν εντολές αυθόρμητα. Έτσι είχε μεγαλώσει. Κι εκείνης δουλειά της ήταν να φροντίσει ώστε αυτές οι διαταγές να εκτελεστούν χωρίς δισταγμό, ακόμη και αν έπρεπε να βγει και να παλέψει με το γουρούνι για να πάρει το μπέικον. Ευτυχώς ήταν πάντα προετοιμασμένη και είχε πάρει φρέσκο τοπικό μπέικον. Τρεις φέτες ψήνονταν στο τηγάνι και τα αυγά ετοιμάζονταν, όταν άνοιξε η πόρτα της κουζίνας. Η Άννι αναπήδησε, περιμένοντας να αντικρίσει την επιβλητική σιλουέτα και το αυστηρό βλέμμα του Σινκλέρ. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο καλοσχηματισμένο στόμα της Βίκι. «Θεέ μου, νευρική που είσαι. Περίμενες κάποιον άλλο;» «Όχι». Η Άννι απάντησε υπερβολικά γρήγορα. Έριξε το μπέικον και τα αυγά σ’ ένα πιάτο, ελπίζοντας ότι η ζέστη από την κουζίνα θα δικαιολογούσε το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο. Η Βίκι στάθηκε στην πόρτα και την κοίταξε εξεταστικά. «Ο Σινκλέρ είναι αουτσάιντερ». Η Άννι ήθελε με όλη της την καρδιά να διαφωνήσει, ή τουλάχιστον να ρωτήσει γιατί έλεγε κάτι τέτοιο, αλλά το ένστικτό της της έλεγε ότι έτσι θα έπαιζε το παιχνίδι της Βίκι. «Θα φας στην τραπεζαρία;» «Θα τα πάρω εγώ». Άπλωσε τα χέρια της και πήρε το πιάτο, το


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

42

μαχαίρι και το πιρούνι από τα χέρια της Άννι. «Και σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ που μου το έφτιαξες. Φαίνεται πεντανόστιμο», είπε και της χάρισε άλλο ένα από τα χαριτωμένα χαμόγελά της. Η Άννι άφησε μια βαθιά ανάσα όταν η Βίκι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Τι εννοούσε με αυτό το σχόλιο; Υποπτευόταν ότι κάτι έτρεχε με τον Σινκλέρ και αυτή; Ιδρώτας κύλησε στο μέτωπό της και παραμέρισε μερικές τούφες απ’ τα μαλλιά της. Μήπως είχε προδοθεί; Η Κάθριν κατέβηκε κάτω περίπου στις δέκα και έφαγε μερικές μπουκιές από το συνηθισμένο της μούσλι. «Ο γιος μου μας εγκατέλειψε ήδη;» «Δεν ξέρω. Δεν τον έχω δει καθόλου απ’ το πρωί». Η Άννι γέμισε το ποτήρι της με χυμό. Πώς είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει ο Σινκλέρ; Συνήθως εκείνη ξυπνούσε πριν χαράξει. Θα έπρεπε να είχε αποφασίσει να την αποφύγει. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι για την προγραμματισμένη τους συζήτηση. «Δε βλέπω την ώρα να πάω στη σοφίτα, αν και πρέπει να προσέχω. Ο γιατρός λέει ότι δεν επιτρέπεται να είμαι όρθια για περισσότερο από μισή ώρα τη φορά. Δεν ξέρω πώς είναι δυνατόν να κάνεις το οτιδήποτε αν πρέπει να κάθεσαι κάτω κάθε μισή ώρα, αλλά είναι κορυφή στον τομέα του και υποσχέθηκα στον Σινκλέρ να ακολουθήσω τις οδηγίες του κατά γράμμα». «Πώς αισθάνεστε;» «Αδύναμη». Γέλασε λιγάκι. «Εξαντλούμαι πολύ εύκολα. Υποτίθεται ότι πρέπει να τρώω όλα αυτά τα σούπερ φαγητά για να τονώσω την ενέργειά μου, αλλά δεν έχω καθόλου όρεξη. Μπορεί να δοκιμάσω το βελονισμό. Μια φίλη μου ορκίζεται πως είναι πανάκεια». Η Άννι πήρε το θάρρος να συνεχίσει την κουβέντα. «Η αδερφή μου το δοκίμασε για να κόψει το κάπνισμα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όμως κατηγορώ την αδερφή μου, όχι το βελονιστή. Νομίζω ότι ήταν περισσότερο αποφασισμένη να


JENNIFER LEWIS

43

αποδείξει ότι ο γιατρός έκανε λάθος παρά να κόψει το κάπνισμα». Το ζεστό χαμόγελο της Κάθριν φώτισε το δωμάτιο. «Είμαι αποφασισμένη να γίνω καλά. Έχω πολλά να ζήσω ακόμη. Δεν έχω δει το πρώτο μου εγγόνι». Ο χυμός ταρακουνήθηκε στην κανάτα καθώς το χέρι της Άννι άρχισε να τρέμει. Ο Σινκλέρ ήταν το μοναδικό παιδί της Κάθριν Ντράμοντ, οπότε ήταν φυσικό να περιμένει με ανυπομονησία τον επόμενο γάμο του. Μια προοπτική που έκανε τους μυς της Άννι να σφίγγονται από απελπισία. «Αυτό είναι κάτι να περιμένει κανείς». «Κι εσύ, Άννι; Υπάρχει κάποιος στη ζωή σου;» Το ξανθό φρύδι της ανασηκώθηκε ερωτηματικά. Η Άννι πάγωσε. Μήπως είχε υποψιαστεί κι εκείνη ότι κάτι συνέβαινε με τον Σινκλέρ; «Ζεις εδώ τόσο απομονωμένα, που φοβάμαι ότι σε αποκόβουμε από τον πολιτισμό. Ίσως πρέπει να δοκιμάσεις να γνωρίσεις κάποιον απ’ το ίντερνετ». Η καρδιά της Άννι βούλιαξε όταν συνειδητοποίησε ότι ούτε της περνούσε καν απ’ το μυαλό ότι μπορεί εκείνη κι ο Σινκλέρ να είχαν σχέση. «Είμαι μια χαρά. Κάποια μέρα ο πρίγκιπάς μου θα έρθει να με βρει». Χαμογέλασε κι ευχήθηκε ν’ ακούστηκε πειστική. «Στις μέρες μας δεν αρκεί να περιμένεις να εμφανιστεί ο πρίγκιπας. Καλύτερα είναι να βγεις και να τον βρεις εσύ, πριν καπαρωθούν όλοι οι καλοί». Ο Σινκλέρ έχει καπαρωθεί ήδη δύο φορές, αλλά είναι ακόμη διαθέσιμος. Δεν το είπε δυνατά αυτό. Και ήταν πράγματι καλή περίπτωση ένας άντρας που είχε χωρίσει ήδη δυο φορές; Έπνιξε έναν αναστεναγμό. «Δεν έχω χρόνο για ραντεβού. Σκοπεύω ν’ αρχίσω μαθήματα στο τοπικό κολέγιο». «Αλήθεια;» Τα μάτια της Κάθριν άνοιξαν από την έκπληξη. Η Άννι μετάνιωσε που το είπε. Το σχέδιο δεν ήταν καν ολοκληρωμένο στο μυαλό της, και τώρα η εργοδότριά της θα


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

44

νόμιζε πιθανότατα ότι θα άρχιζε να παραμελεί τα καθήκοντά της. Γιατί το είχε πει; Φοβόταν τόσο πολύ ότι θα την περνούσαν για μια αξιολύπητη γεροντοκόρη που θα γυάλιζε ασημικά για το υπόλοιπο της ζωής της; «Τίποτα πολύ απαιτητικό. Σκεφτόμουν να παρακολουθήσω μαθήματα για επιχειρήσεις». Ανασήκωσε τους ώμους της απολογητικά. Καλύτερα να μην έλεγε στην Κάθριν το όνειρό της να ανοίξει κάποια μέρα το δικό της κατάστημα. «Πιστεύω ότι αυτό είναι υπέροχο, Άννι. Εάν μπορώ να κάνω κάτι για να σε βοηθήσω, κάποια συστατική επιστολή ή κάτι τέτοιο... Είμαι σίγουρη ότι ο Σινκλέρ θα ενθουσιαστεί». Εκείνη πολύ αμφέβαλλε για το αν ο Σινκλέρ θα ενδιαφερόταν για το θέμα. Αν και μπορεί να χαιρόταν αν μάθαινε ότι σκόπευε να διευρύνει τις επαγγελματικές προοπτικές της. Δεν θα την ήθελε να τριγυρνά στο σπίτι του για πολύ μετά από εκείνο το... ατύχημα. Γιατί έτσι έμοιαζε. Σαν ξαφνικό τροχαίο. Ή ένα τρακάρισμα. Όπως και να ’χε, την είχε κάνει να αισθάνεται αποπροσανατολισμένη, όπως μετά από ένα ξαφνικό χτύπημα. «Ευχαριστώ. Μήπως θα θέλατε να σας φέρω κι άλλες φρυγανιές;» «Όχι. Θα ήθελα να πάω στη σοφίτα, αν είσαι έτοιμη». *** Πέρασαν όλη την ημέρα ψάχνοντας κουτιά και κιβώτια με παλιά πράγματα. Το δωμάτιο γινόταν όλο και πιο ζεστό καθώς η μέρα προχωρούσε. Η Βίκι ήταν απρόσμενα σιωπηλή, εξετάζοντας προσεκτικά τα αντικείμενα, σαν να κρατούσε νοερά σημειώσεις. Βρήκαν αρκετά κομμάτια από εγχάρακτα ελεφαντόδοντα του δέκατου ένατου αιώνα και ένα προσεκτικά αμπαλαρισμένο κουτί με δύο παλιά κινέζικα βάζα, αλλά τα περισσότερα κομμάτια δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη αξία. Μέχρι το απόγευμα, ήταν πια έτοιμες να παρατήσουν την έρευνά τους.


JENNIFER LEWIS

45

«Νομίζω ότι είναι ώρα για ένα παγωμένο τσάι», είπε η Κάθριν και σηκώθηκε από τη σπαστή καρέκλα που η Άννι της είχε φέρει. «Πηγαίνετε εσείς, θα κατέβω κι εγώ σ' ένα λεπτό». Το πρόσωπο της Βίκι ήταν βαθιά χωμένο σ’ ένα μπαούλο. «Βρήκες τίποτα ενδιαφέρον εκεί;» Η Κάθριν έκανε αέρα με το χέρι της. «Δεν είμαι σίγουρη. Θα σας πω αν βρω κάτι καλό». «Πάμε, Άννι». Η Άννι έριξε μια ματιά στη Βίκι. Το ένστικτό της της έλεγε να μην την αφήσει μόνη της με τους οικογενειακούς θησαυρούς. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να με βοηθήσεις λίγο με τις σκάλες; » Δεν είχε άλλη επιλογή από το να βοηθήσει την Κάθριν, οπότε η Άννι γύρισε στο σπίτι και πέρασε την επόμενη ώρα φτιάχνοντας γλυκά με κρέμα και μαρμελάδα, ενώ είχε τ' αυτί της τεντωμένο μήπως ακούσει το αυτοκίνητο του Σινκλέρ. Η Κάθριν ξεκουραζόταν σε μια πολυθρόνα στον ίσκιο και η Βίκι έστελνε συνεχώς μηνύματα στο κινητό της, όταν άκουσε τον γνωστό ήχο της μηχανής. Μπήκε βιαστικά στην κουζίνα για να μην τον δει να φιλά θερμά τη Βίκι στο μάγουλο. Εάν ήθελε να τη δει, ήξερε πού θα τη βρει. Έβρισε τον εαυτό της για την παρόρμησή της να ελέγξει την εικόνα της μπροστά σε μια καλογυαλισμένη κατσαρόλα και να φτιάξει τα μαλλιά της. Βαριά βήματα ακούστηκαν στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο δωμάτιό του. Η Άννι άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης ανάμεικτο με απογοήτευση. Προφανώς δεν καιγόταν από την επιθυμία να τη δει. Μπορούσε εύκολα να πάει επάνω με το πρόσχημα ότι ήθελε να βάλει καθαρές πετσέτες ή να πάρει τα άπλυτα. Ένα συνηθισμένο Σαββατοκύριακο μάλιστα, θα έκανε ακριβώς αυτό. Μόνο που τίποτα δε θα ήταν ξανά όπως πριν. Πιο ελαφριά βήματα στη σκάλα σήμαιναν πως και η Βίκι ανέβαινε τώρα επάνω. Μπορεί να πήγαινε να αγκαλιάσει τον Σινκλέρ και να τον ικετεύσει να της πει για τις ιστιοπλοϊκές του


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

46

περιπέτειες. Η Άννι μάλωσε τον εαυτό της που έδινε τόση σημασία. Ο Σινκλέρ δεν ήταν ποτέ δικός της, ούτε για μια στιγμή. Εάν δεν ήθελε να νιώθει έτσι, δε θα έπρεπε να τον είχε αφήσει να τη φιλήσει. Ας μπορούσε να γυρίσει πίσω το ρολόι σ’ εκείνη τη στιγμή τρέλας που τα χείλη του ετοιμάζονταν να αγγίξουν τα δικά της! *** «Είναι ένας από τους πιο εμπνευσμένους ζωγράφους πορτραίτων που έχουμε σήμερα, αλλά αν είσαι σίγουρος...» Η φωνή της Βίκι ακουγόταν από τον επάνω διάδρομο, λίγο αργότερα το ίδιο απόγευμα. «Κάθριν, ο Σινκλέρ δε θέλει να έρθει μαζί μας. Θα είμαστε μόνες μας». «Του λέω συνεχώς ότι θα πρέπει να δίνει περισσότερη σημασία στην τέχνη, αν όχι μόνο για την ομορφιά, τουλάχιστον για τις επενδυτικές δυνατότητες, αλλά δε με ακούει. Τι ώρα είναι τα εγκαίνια;» Η Άννι τις άκουσε να μιλάνε για τη βόλτα τους στο χωριό μέχρι τα εγκαίνια της έκθεσης και υπολόγισε νοερά πόσο χρόνο θα είχε μόνη της με τον Σινκλέρ. Σίγουρα αρκετό για να μιλήσουν. Πιθανότατα αρκετό και για να μπουν και πάλι σε περιπέτειες, αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το κάνει αυτό ξανά. Ετοίμασε το δείπνο, όση ώρα οι γυναίκες ετοιμάζονταν. Η Κάθριν ήταν άψογη όπως πάντα, με το μεταξωτό ταγέρ της και το εντυπωσιακό μπλε κολιέ της. Η Βίκι έμοιαζε με θεά που μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της, ένα αποτέλεσμα που σίγουρα είχε χρειαστεί αρκετή προσπάθεια. Το σχεδόν διαφανές φόρεμά της κολλούσε πάνω στο λεπτοκαμωμένο κορμί της, αποκαλύπτοντας τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια της. Η Άννι αντιστάθηκε στον πειρασμό να ρίξει μια ματιά στα δικά της ρούχα. Δεν ανταγωνιζόταν αυτές τις γυναίκες. Δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτές, και κανείς δεν είχε την απαίτηση να είναι.


JENNIFER LEWIS

47

Αλλά, πάλι, γιατί η συνηθισμένη της «στολή» φαινόταν πιο άχαρη από ποτέ; Κρύφτηκε στην κουζίνα μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Εάν ο Σινκλέρ ήθελε να της μιλήσει, θα έπρεπε να ψάξει να τη βρει. Και το έκανε. «Δε σε άκουσα», τραύλισε, όταν τον είδε να στέκεται, πανύψηλος και σοβαρός, στο άνοιγμα της πόρτας. Η παλιά αποικιακή κουζίνα είχε ανακαινιστεί με τελευταίας τεχνολογίας συσκευές, αλλά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός ότι το χαμηλό ταβάνι και οι παλιομοδίτικες αναλογίες έκαναν τον Σινκλέρ να μοιάζει με γίγαντα, έτσι όπως στεκόταν δίπλα σε ένα παλιό χειροποίητο ράφι για τα μπαχαρικά. Τα μαλλιά του ήταν νωπά, χτενισμένα προς τα πίσω, και ένα μακρύ τσουλούφι έπεφτε στο μέτωπό του. Φορούσε ανοιχτό γκρι πόλο μπλουζάκι και φθαρμένο τζιν, και πρόσεξε ξαφνιασμένη ότι ήταν ξυπόλητος. Πώς κατάφερνε να δείχνει τόσο κομψός και απίστευτα όμορφος με τόσο πρόχειρα ρούχα; «Άκου, Άννι...» Λες και είχε άλλη επιλογή. «Σχετικά με αυτό που συνέβη τις προάλλες». Συνοφρυώθηκε. «Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω...» «Ούτε κι εγώ», τον διέκοψε. «Ήταν τελείως απρόσμενο». Φάνηκε ανακουφισμένος. Για κάποιο λόγο αυτό την πλήγωσε. Τουλάχιστον όμως δεν προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι δεν είχε συμβεί τίποτα. «Νομίζω ότι θα πρέπει και οι δυο μας να ξεχάσουμε αυτό που συνέβη». Η κοροϊδευτική ηχώ των δικών της σκέψεων την έκοψε σαν μαχαίρι. «Φυσικά». Οι λέξεις βγήκαν βιαστικά από τα χείλη της, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να διατηρήσει την περηφάνια της. Ο Σινκλέρ θα μπορούσε να είχε φύγει εκείνη τη στιγμή, αφού είχαν συμφωνήσει, αλλά δεν το έκανε. Στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας, κρύβοντάς της τη θέα προς το σαλόνι και -τώρα που


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

48

το σκεφτόταν-κλείνοντας τη μοναδική οδό διαφυγής. «Είσαι καλό κορίτσι, Άννι». Ω, όχι, τώρα θα άκουγε το κλισέ λογύδριο. Όπως «μη στενοχωριέσαι πολύ που δε με ενδιαφέρεις καθόλου, κάποιος κακομοίρης θα βρεθεί να ενδιαφερθεί»». Μακάρι να μπορούσε να φύγει από το δωμάτιο και να γλιτώσει απ’ αυτό τον εξευτελισμό! «Κι εσύ είσαι καλός»». Μόρφασε. Ακούστηκε σαν κάτι που θα έλεγε ένα νήπιο. Δεν ήταν ν’ απορεί, λοιπόν, που δεν ενδιαφερόταν για εκείνη, αφού ακουγόταν σαν κάποια με τη νοημοσύνη φυτού. «Δε νομίζω»». Έτριψε το στήθος του με το χέρι του κι εκείνη θυμήθηκε τους γυμνασμένους, σφιχτούς μυς που έκρυβε το γκρίζο μπλουζάκι. Είχε ακουμπήσει το μάγουλό της στο στέρνο του και είχε αναστενάξει από ευχαρίστηση. Τώρα τα μάτια του έδειχναν πονεμένα. Μάλλον θα σκεφτόταν τις πρώην του. Η τελευταία είχε πει ένα σωρό κακίες για εκείνον στον Τύπο, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν παντρεμένοι αρκετό καιρό ώστε να δικαιούται διατροφή. «Το ξέρω ότι δεν ήθελες να... το κάνεις αυτό»». Δεν μπορούσε ούτε καν να το πει. Τι είχαν κάνει αλήθεια; Δεν είχαν «κάνει έρωτα»», ούτε είχαν «κοιμηθεί μαζί»». Είχαν κάνει σεξ. Καθαρά και ξάστερα, αλλά εκείνη δεν μπορούσε ούτε να προφέρει τις λέξεις. «Το ξέρω ότι δεν το είχες σχεδιάσει κι ότι το μετάνιωσες»». Ξεροκατάπιε. Αυτό που για εκείνη ήταν μάλλον η πιο ευτυχισμένη ώρα της ζωής της ήταν μία επονείδιστη στιγμή στη δική του. «Ακριβώς»». Τα λόγια του βούλιαξαν μέσα της σαν πέτρα. Γιατί δεν μπορούσε να αποδιώξει αυτή την αξιολύπητη ελπίδα ότι όλα αυτά τα φιλιά και το πάθος σήμαιναν κάτι για εκείνον; Της φαινόταν περίεργο που τα ξέπνοα βογκητά του δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ενστικτώδης σωματική αντίδραση. «Ούτε εγώ ξέρω τι μ’ έπιασε»». Πέρα από το γεγονός ότι σε


JENNIFER LEWIS

49

λατρεύω από μακριά εδώ και πολύ καιρό. «Αλλά θα φροντίσω να μην ξαναδοκιμάσω ποτέ κάποιο απ’ αυτά τα φορέματα»». Κατάφερε να του χαρίσει ένα τρεμάμενο χαμόγελο. Η άκρη του στόματός του ανασηκώθηκε, αποκαλύπτοντας ένα αφοπλιστικό λακκάκι. «Έκοβες την ανάσα μ’ αυτό το φουστάνι, Αννι»». Ο ήχος του ονόματος της στο στόμα του μαζί με το κομπλιμέντο έκαναν την καρδιά της να χτυπήσει πιο γρήγορα. «Α, νομίζω ότι ήταν το φουστάνι που έκοβε την ανάσα. Ήταν όλα τους πολύ όμορφα. Δεν τα ξανακοίταξα από τότε που τα κρέμασα στην ντουλάπα, αλλά δε νομίζω ότι έχουν φορεθεί ποτέ». «Εκτός από αυτό, τώρα». «Και αυτό όχι για πολύ». Άφησε μια βαθιά ανάσα. Το μυαλό της σταματούσε να λειτουργεί όταν ήταν τόσο κοντά στον Σινκλέρ. Μπορούσε να μυρίσει τη μυρωδιά του σαπουνιού που χρησιμοποιούσε. Έβλεπε καθαρά τις γραμμές στις άκρες των ματιών του, οι οποίες πρόδιδαν πόσο συχνά χαμογελούσε, παρά τις περί του αντιθέτου φήμες. «Μπορεί να υπάρχει κάποιος λόγος που τα φορέματα κατέληξαν σ' ένα μπαούλο στη σοφίτα και δε φορέθηκαν ποτέ». «Κι άλλη κατάρα;» Το φρύδι του ανασηκώθηκε ερωτηματικά. Ένα γέλιο άστραψε στα μάτια του. Θα μπορούσε να του πει ότι δεν πίστευε τις προλήψεις που τόσο ενθουσίαζαν τη μητέρα του. «Μάγια, ίσως». Έπαιξε το παιχνίδι του. «Που μετατρέπουν μια λογική γυναίκα σε ακόλαστη». «Τότε ήταν πάρα πολύ αποτελεσματικά». Τα μάτια του σκούρυναν και το βλέμμα του καρφώθηκε στο δικό της, μέχρι που η ανάσα της άρχισε να βγαίνει κοφτή. «Όχι ότι είσαι ακόλαστη, φυσικά, αλλά...» «Νομίζω ότι ξέρουμε και οι δύο τι εννοούσες». Παραμέρισε μια τούφα από το μέτωπό της. Είχε αρχίσει να ιδρώνει. Πού να ήξερε ότι το παραμικρό του άγγιγμα αρκούσε για να τη μετατρέψει σε ακόλαστη!


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

50

Το φαντάστηκε, ή εκείνος είχε μόλις ρίξει μια ματιά στο σώμα της; Τα στήθη της σφίχτηκαν κάτω από το κίτρινο πουκάμισο και τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν μέσα απ’ το παντελόνι. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω τους πριν επιστρέψει στο πρόσωπό της. Αλλά δεν είχε καμία απόδειξη, και τώρα αυτό φάνταζε σαν αποκύημα της φαντασίας της. Ή μπορεί απλά να αναρωτιόταν τι στην ευχή τον έπιασε και μπλέχτηκε σ’ αυτή την κατάσταση με κάποια σαν κι αυτή. Δεν ήταν ο τύπος που θα ρίσκαρε να φάει αγωγή από κάποια υπάλληλο για λίγη διασκέδαση. Όλο αυτό το περιστατικό ήταν πραγματικά περίεργο. Και τελείως αδύνατον να το ξεχάσει. Τέλεια. Τώρα θα ήταν αναγκασμένη να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της συγκρίνοντας κάθε άλλον άντρα με τον Σινκλέρ Ντράμοντ. Εκείνος διέσχισε την κουζίνα και πήρε ένα ποτήρι από το ντουλάπι. Θα έπρεπε να τον είχε ρωτήσει αν ήθελε κάτι, αλλά ήταν αργά πια. Οι δικέφαλοί του τεντώθηκαν καθώς άπλωσε το χέρι του για να κλείσει το ντουλάπι. Είδε τους μυς του να τεντώνονται και να συσπώνται κάτω από το απαλό ύφασμα, που σηκώθηκε ελαφρά από τη ζώνη του τζιν. Αρκετά για να της θυμίσει πώς είχε περάσει τα χέρια της στη μέση του και... Έκανε μεταβολή και πλησίασε το πλυντήριο. Αυτές οι σκέψεις δε βοηθούσαν. «Μήπως θα ήθελες λίγο παγωμένο τσάι;» «Όχι, σ’ ευχαριστώ, Άννι. Θα βάλω μόνο λίγο νερό». Πίεσε το ποτήρι στο βρυσάκι του ψυγείου. Έπρεπε να βρει άλλη δουλειά. Όλα αυτά ήταν πολύ περίεργα. Πώς ήταν δυνατόν να δουλεύει για έναν άντρα τη στιγμή που θυμόταν τόσο καλά την αίσθηση του κορμιού του πάνω στο δικό της; Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να βρει τόσο καλοπληρωμένη δουλειά, που θα μπορούσε να μένει -τελείως δωρεάν- σε ένα όμορφο σπίτι κοντά στην παραλία και να είναι αφεντικό του εαυτού της το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Δεν είχε πτυχίο


JENNIFER LEWIS

51

πανεπιστημίου. Δεν είχε καν τελειώσει κανονικά το σχολείο. Αυτή η δουλειά τής επέτρεπε να αποταμιεύει χρήματα και ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το όνειρό της να φοιτήσει στο κολέγιο της περιοχής. Εάν έφευγε, θα έπρεπε να χρησιμοποιεί τις αποταμιεύσεις της για να συμπληρώνει τα έσοδα από τη δουλειά σε κανένα φαστφούντ. Η Άννι είδε το μήλο του Αδάμ στο λαιμό του να ανεβοκατεβαίνει καθώς έπινε νερό. Τι περίεργο να είναι στο ίδιο δωμάτιο και να μη μιλάνε. Αλλά, πάλι, αυτό δε θα της είχε φανεί περίεργο πριν από δυο βδομάδες. Ο Σινκλέρ δεν ήταν ο τύπος που έπιανε ψιλοκουβέντα, αλλά ούτε κι εκείνη. Ήταν και οι δύο άνθρωποι που απολάμβαναν τους ήχους ενός ανοιξιάτικου απογεύματος ή άφηναν τις σκέψεις τους ελεύθερες. Ή τουλάχιστον αυτό υπέθετε εκείνη. Μπορεί και να ήταν της φαντασίας της. Πάντως ήταν διαφορετική από την υπόλοιπη οικογένειά της, η οποία γέμιζε κάθε στιγμή με κουβέντα, μουσική ή τον ήχο της τηλεόρασης. Μπορεί άλλοι άνθρωποι να παρέμεναν σιωπηλοί για άλλους λόγους. «Η μητέρα μου θέλει να μείνει εδώ όλο το καλοκαίρι». Μια μικρή γραμμή χαράχτηκε ανάμεσα στα φρύδια του όταν το είπε αυτό. «Και νομίζω ότι είναι το καλύτερο για εκείνη. Ο καθαρός αέρας θα της κάνει καλό και μπορεί να υπολογίζει σ’ εσένα ότι θα φροντίσεις τα υπόλοιπα». «Αυτό είναι υπέροχο». Η καρδιά της βούλιαζε. Όσο κι αν συμπαθούσε την Κάθριν Ντράμοντ, το μόνο που ήθελε αυτή τη στιγμή ήταν να μείνει μόνη της και να γλείψει τις πληγές της. Η σκέψη να πρέπει να είναι σε εγρήγορση όλη την ώρα ήταν αβάσταχτη. Και ίσως αυτός ήταν ένας τρόπος να της πει ο Σινκλέρ: Μην παραιτηθείς πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Η άρρωστη μητέρα μου σε χρειάζεται. «Η Βίκι θα είναι εδώ για να της κάνει παρέα, οπότε δε χρειάζεται να νιώθεις υποχρεωμένη να τη διασκεδάζεις». Η Άννι μόρφασε και χτύπησε κατά λάθος πάνω σ’ ένα κουτί


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

52

ζάχαρη. Ήταν δυνατόν να γίνουν χειρότερα τα πράγματα; Ο Σινκλέρ θα πρέπει φυσικά να καταλάβαινε ότι δε θα χαιρόταν με τα νέα. Πέρασε το χέρι του ανάμεσα στα μαλλιά του. «Η μαμά με έπεισε να δουλέψω από δω, τουλάχιστον για τις επόμενες δεκαπέντε μέρες. Πιστεύει ότι εργάζομαι πολύ σκληρά». Το σκούρο βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της για ένα δευτερόλεπτο. «Τέλεια». Η λέξη ακούστηκε άδεια και ψεύτικη. «Κι εσύ κι εγώ είμαστε λογικοί άνθρωποι». Τα σκούρα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. Προσπαθούσε να την πείσει άραγε; «Είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτό που συνέβη». «Φυσικά». Δεν ήθελε να καταλάβει πόσο πολλά σήμαινε γι’ αυτή εκείνο το απόγευμα. Δεν έπρεπε να το μάθει ποτέ. Της ήταν δύσκολο να τον κοιτάζει. Ακόμη και η ανήσυχη έκφρασή του τόνιζε τη γοητεία του, με το βλέμμα του σκοτεινιασμένο και επιφυλακτικό. Δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε κάποια γυναίκα, πόσο μάλλον εκείνη. «Θα είμαι ο ορισμός της διακριτικότητας». Η ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια του βάθυνε ακόμη περισσότερο. «Το ήξερα ότι μπορώ να βασιστώ πάνω σου, Άννι». Ο ήχος του ονόματός της έστειλε μια σουβλιά στην καρδιά της. Ακούγοντάς το από τα χείλη του, πονούσε για τις στιγμές που της το ψιθύριζε με πάθος. Φαινόταν τόσο... προσωπικό. Εκείνη δεν μπορούσε ποτέ να πει Σινκλέρ τόσο τολμηρά και τόσο συχνά. Αλλά αυτό ήταν και το πρόβλημα, σωστά; Προέρχονταν από τελείως διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον. Στον εικοστό πρώτο αιώνα αυτό δε θα έπρεπε να έχει σημασία, αλλά είχε. Μπορεί να είχε καταφέρει περισσότερα, εάν είχε μπορέσει να σπουδάσει και να αρχίσει μια πετυχημένη καριέρα σαν τη δική του. Μπορεί να είχε γίνει στέλεχος σε μεγάλη εταιρεία και να τον συναντούσε σε συνεδριάσεις συμβουλίων στη Νέα Υόρκη. Αλλά δεν είχαν εξελιχθεί έτσι τα πράγματα. Η μοίρα της ήταν


JENNIFER LEWIS

53

να τον συναντά στην κουζίνα του, ενώ η ίδια έπλενε τα πιάτα. Ευχήθηκε να την άφηνε μόνη της. Όλο αυτό ήταν πολύ περίεργο. Όμως εξακολουθούσε να... την κοιτάζει. Αλλά ήταν η κουζίνα του κι εκείνη ήταν υπάλληλός του. Μπορούσε να καθίσει εκεί και να την κοιτάζει όλη μέρα, αν ήθελε. Και τώρα η Άννι δεν μπορούσε καν να αρχίσει να ψάχνει τις αγγελίες. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη μητέρα του σε μια τέτοια στιγμή. «Θα πάω μια βόλτα». Συνέχιζε να δεσπόζει στην κουζίνα, με την αρρενωπή παρουσία του να γεμίζει το δωμάτιο. «Εντάξει». Λες και είχε σημασία η γνώμη της. Εκείνος δίστασε και πάλι, συνοφρυώθηκε, και τρύπησε την ψυχή της ακόμη μία φορά μ’ αυτό το έντονο καστανό του βλέμμα, πριν κάνει μεταβολή και φύγει. Η Άννι στηρίχτηκε στον πάγκο καθώς ο ήχος των βημάτων του αντήχησε στο χολ. Πώς θα τα έβγαζε πέρα αυτό το καλοκαίρι; Και το χειρότερο ήταν ότι είχε συνεχώς την αίσθηση πως κάτι ήθελε να της πει. Υπήρχε κάτι περίεργο και ανήσυχο στον τρόπο που την κοιτούσε. Κάτι σαν τρέλα που συνέχισε να μαίνεται μέσα του με τον ίδιο τρόπο που βασάνιζε κι εκείνη. Αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία τη στιγμή που ήταν αποφασισμένος να ξεχάσει εκείνο το μαγικό απόγευμα. Κι εκείνη θα φρόντιζε να τα βγάλει πέρα μέρα με τη μέρα. Αρχίζοντας από απόψε.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

54

4

Ο ΣΙΝΚΛΕΡ ΕΜΕΙΝΕ στο δωμάτιό του όσο περισσότερο μπορούσε, διαβάζοντας τη μελέτη ενός στελέχους της εταιρείας του για ένα χρυσωρυχείο στην Ουρουγουάη. Προτιμούσε να δουλεύει παρά να «χαλαρώνει» εδώ με τη μητέρα του, που οργάνωνε πράγματα για εκείνον κάθε λεπτό της ημέρας. Οι σημερινές εκδηλώσεις περιλάμβαναν ένα πάρτι κροκέ που είχε κανονίσει, και περίμενε από εκείνον να εμφανιστεί και μάλιστα να παίξει κιόλας. Εάν δεν είχε φτάσει τόσο κοντά στο θάνατο... Πήρε μια βαθιά ανάσα, ύστερα έκλεισε το λάπτοπ του και κατέβασε τα πόδια από το κρεβάτι. «Σινκλέρ, μέσα είσαι;» Η φωνή της μητέρας του αντήχησε από το διάδρομο. Κρυφάκουγε απέξω, περιμένοντάς τον να δώσει σημεία ζωής; Κούνησε το κεφάλι του και πέρασε τα χέρια του μέσ’ από τα μαλλιά του. Είχε πιθανότατα καλέσει καμιά δεκαριά όμορφες γυναίκες, ντυμένες με σινιέ στολές κροκέ, να αγωνιστούν η μία ενάντια στην άλλη για να κερδίσουν την καρδιά του. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι δεν είχε καρδιά να δώσει; «Έρχομαι σε ένα λεπτό». «Μπράβο, καλέ μου, γιατί έχουν έρθει όλοι». Μια ματιά έξω απ’ το παράθυρο επιβεβαίωσε ότι το «όλοι» ήταν τουλάχιστον δεκαπέντε από τα ψηλότερα τακούνια του Ντογκ Χάρμπορ. Τριγύριζαν με ένα ποτό στο χέρι και τις γόβες στιλέτο να μπήγονται στο φρέσκο γκαζόν. Χασμουρήθηκε. Οι κοινωνικές εκδηλώσεις της μητέρας του έκαναν ακόμη και τις χειρότερες διαπραγματεύσεις να μοιάζουν με περίπατο.


JENNIFER LEWIS

55

Και θα ήταν εκεί και η Άννι. Όχι για να παίξει κροκέ ή να πεταρίσει τις βλεφαρίδες της, αλλά για να σερβίρει παγωμένο τσάι και καναπεδάκια σολομού. Την έψαξε ανάμεσα στον κόσμο, αλλά δεν την είδε. Το κύμα απογοήτευσης που ένιωσε τον ξάφνιασε και αποτραβήχτηκε απο το παράθυρο. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, ισιώνοντας το πουκάμισό του και φτιάχνοντας με τα χέρια του τα μαλλιά του. Μπορεί όλοι αυτοί οι άνθρωποι να έβγαζαν για λίγο την Άννι από το μυαλό του. Ή αυτό ή το είχε χάσει τελείως. Πόθος. Αυτό ήταν. Η κατάρα της ανθρωπότητας, ή τουλάχιστον του ανδρικού γένους. Η αποχή δεν είχε αποτέλεσμα στους άντρες, οι οποίοι κατέληγαν να κάνουν κάτι πιο τρελό και πιο ανόητο απ’ ό,τι αν είχαν κάποια κανονική σχέση. Τι κρίμα που δεν ήταν ικανός για μια κανονική σχέση! Οι δύο αποτυχημένοι γάμοι του δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ως προς αυτό. Κατέβηκε τα σκαλιά και βγήκε στον κήπο. Φωνές γέμισαν την ατμόσφαιρα. «Σινκλέρ, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Πέρασε τόσος καιρός». Αρωματισμένα φιλιά κάλυψαν τα μάγουλά του και υποχρεώθηκε να πιάσει ψιλοκουβέντα για το πώς πήγαινε η δουλειά. Ευτυχώς, καμία από τις πρώην συζύγους του δεν ήταν εκεί. Ήταν όμως αρκετές από τις φίλες τους. Σίγουρα η μητέρα του τις θεωρούσε υποψήφιες νύφες. Χωρίς αμφιβολία, ήταν αποφασισμένη. «Θα ήθελες ένα ποτήρι άσπρο κρασί;» Η απαλή φωνή της Άννι τον έκανε να γυρίσει απότομα. «Παγωμένο τσάι καλύτερα, σ’ ευχαριστώ». Οι λέξεις ακούστηκαν τόσο αταίριαστες, τόσο γελοίες, μετά απ’ αυτό που είχε συμβεί μεταξύ τους. Ένα κύμα τύψεων τον πλημμύρισε καθώς την είδε να απομακρύνεται για να του φέρει το τσάι του. Είχε κάνει τα πράγματα τόσο περίεργα με μια υπέροχη γυναίκα που άξιζε να της φέρονται με σεβασμό και όχι να τη γδύνει ένας άντρας που δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

56

«Παίζεις πρώτος, Σινκλέρ». Η μητέρα του, που φαινόταν πιο ευτυχισμένη και πιο υγιής από ποτέ, έβαλε ένα ραβδί του κροκέ στο χέρι του. Λάτρευε τα πάρτι και ποτέ δεν ήταν τόσο χαρούμενη όσο όταν είχε καλεσμένους. Φυσικά δεν ήταν πραγματική Ντράμοντ. Ήταν νύφη στην οικογένεια, διαφορετικά θα της άρεσε κι εκείνης η μοναξιά, όπως στον Σινκλέρ και τον πατέρα του. Κανείς από τους υπόλοιπους Ντράμοντ που είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει για την υπόθεση με το κύπελλο δεν είχε μπει στον κόπο να απαντήσει. Το ίδιο θα είχε κάνει κι εκείνος εάν δεν ήταν μητέρα του. Η Άννι επέστρεψε με το τσάι του. «Ω, παίζεις τώρα. Καλύτερα να σου το φυλάξω». Οι βλεφαρίδες της είχαν ένα βαθύ χρυσαφένιο χρώμα που γινόταν ακόμη πιο βαθύ στη βάση κοντά στα γαλάζια της μάτια. Το χέρι της έμεινε για λίγο στον αέρα, περιμένοντας να δει αν θα έπαιρνε το τσάι του. Οι λαγάνες του σφίχτηκαν και άναψαν όταν σκέφτηκε τις πλούσιες καμπύλες που κρύβονταν κάτω από τα φαρδιά ρούχα. «Θα το πάρω τώρα». Άρπαξε το ποτήρι μάλλον άγαρμπα, φοβούμενος μήπως προδώσει τον πόθο που ξαφνικά φούντωσε μέσα του. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να τον περιμένει κάπου εκεί γύρω, με το τσάι στο χέρι, ενώ εκείνος προσπαθούσε να χτυπήσει μια ξύλινη μπάλα στο γκαζόν. «Χρόνια έχουμε να σε δούμε, Σινκλέρ. Εάν το μέρος δεν ανήκε στην οικογένειά σου, θα φοβόμουν ότι σκοπεύεις να το πουλήσεις». Μία αδύνατη καστανή που τη θυμόταν από την ιστιοπλοϊκή λέσχη κρατούσε το ποτήρι της κοντά στ’ αυτί της, με ένα χαμόγελο χαραγμένο στα βαμμένα χείλη της. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Οι πρόγονοί μου θα έβγαιναν από τον τάφο τους για να με καταραστούν». «Θα παίξουμε σε ομάδες». Η μητέρα του πλησίασε προς το μέρος του. «Σινκλέρ, γιατί δεν παίζεις με τη Λαλί;» Έδειξε προς τη μεριά της καστανομάλλας, η οποία μουρμούρισε ότι πολύ θα χαιρόταν. Η καρδιά του Σινκλέρ βούλιαξε. Γιατί δεν μπορούσαν να τον


JENNIFER LEWIS

57

αφήσουν ήσυχο; Τώρα η Λαλί θα ένιωθε προσβεβλημένη εάν δεν τη φλέρταρε, κι ακόμη περισσότερο εάν δεν της ζητούσε να βγουν. Ή, αν της ζητούσε να βγουν από καθήκον, μπορεί να νεύριαζε που δεν ήθελε να κοιμηθεί μαζί της. Ίσως να έπρεπε να κοιμηθεί μαζί της για να ξεμπερδεύει. Ανατρίχιασε και μόνο που το σκέφτηκε. «Φυσικά. Γιατί δεν αρχίζεις εσύ;» Της έδωσε το ραβδί κι εκείνη του έδωσε να κρατήσει το ποτό της. Έμοιαζε με το περίφημο παγωμένο τσάι Λονγκ Άιλαντ της Άννι, μία δόση απ’ όλα τα λευκά ποτά συν μια σταλιά Κόκα Κόλα για χρώμα. Είχε παραπλανητικά γλυκιά γεύση και ήταν απολύτως θανατηφόρο. Σκέφτηκε να το κατεβάσει μονορούφι. «Α, όχι, μας λείπει ένας παίκτης». Η μητέρα του τριγύριζε με το δάχτυλο στον αέρα και μετρούσε τους καλεσμένους. «Ο Φίλιπ ακύρωσε την τελευταία στιγμή γιατί είχε πονόδοντο». Τυχερέ Φίλιπ! Χωρίς αμφιβολία είχε βρει κάτι καλύτερο να κάνει απ’ το να τον κυνηγούν ανύπαντρες γυναίκες με τα βιολογικά ρολό-για τους να χτυπούν. «Πώς πάει η εταιρεία σου;» Η Λαλί προσπάθησε να δείξει ενδιαφέρον. Της έδωσε την καθιερωμένη απάντηση που είχε για τέτοιες περιπτώσεις κι άφησε το μυαλό του να αναρωτιέται τι έκανε τη μητέρα του να τη θεωρεί καλή υποψήφια για τρίτη σύζυγο. Ήταν όμορφη, γύρω στα είκοσι πέντε και αδύνατη σαν στέκα. Όλα τα πράγματα που η μητέρα του θεωρούσε σημαντικά. Προσωπικά προτιμούσε τις γυναίκες με περισσότερες καμπύλες, αλλά προφανώς αυτό δεν ήταν πια στη μόδα. Τα δόντια της έμοιαζαν με τσίχλες, ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έδινε το κάτασπρο χαμόγελο και τα υπερβολικά βαμμένα χείλη. «Ουάου, φοβερό! Θα πρέπει να είναι καταπληκτικό να είσαι τόσο καλός με τους αριθμούς». Η μητέρα του στράφηκε προς το μέρος του. «Καλέ μου, έχεις δει την Άννι; Τη χρειαζόμαστε για να φτιάξουμε την τελευταία ομάδα».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

58

Ο Σινκλέρ πάγωσε. «Δεν μπορεί να πήγε μακριά». Κατά πάσα πιθανότητα κρυβόταν στην αποθήκη της κουζίνας, προσπαθώντας να αποφύγει όλο αυτό το τσίρκο. Στο κάτω κάτω, από πότε άνθρωποι άνω των δέκα ετών έπαιζαν κροκέ; «Μάλλον θα έχει δουλειά». «Ανοησίες. Το φαγητό το έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου το κέτερινγκ και τα ποτά μπορούμε να τα πάρουμε και μόνοι μας. Θα πάω να τη βρω». Ο Σινκλέρ ξεροκατάπιε και έστρεψε την προσοχή του στη Λαλί, η οποία είχε έρθει τόσο κοντά του που κινδύνευε να πάθει από το άρωμά της. Μετά βίας συγκρότησε ένα μορφασμό. «Εσύ τι κάνεις;» Αυτή συνήθως ήταν καλή ερώτηση για να κάνει τον άλλο να μιλάει για κάμποση ώρα. Έριξε ελαφρά πίσω το κεφάλι της. «Είναι μια μάλλον επαναστατική ιδέα». Κοίταξε γύρω της, σαν να φοβόταν ότι κάποιος μπορεί να την άκουγε και να την έκλεβε, αλλά με ένα μεγάλο χαμόγελο που έλεγε ότι κατά βάθος ευχόταν να το έκαναν. «Κάνω μπότοξ πάρτι. Ξέρεις, που πηγαίνουν οι άνθρωποι για να σβήσουν τις ρυτίδες τους». «Εννοείς ότι οι άνθρωποι έρχονται και κάνουν ενέσεις νευροτοξίνης στο πρόσωπό τους;» Εκείνη γέλασε. «Είναι απολύτως αβλαβές σε μικρές δόσεις, διαφορετικά θα είχα πεθάνει, σωστά;» Ο Σινκλέρ ανοιγόκλεισε τα μάτια του ξαφνιασμένος. «Κάνεις μπότοξ; Μα δεν είσαι πάνω από είκοσι πέντε χρονών!» Του έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. «Είκοσι εννιά, αλλά μην το πεις πουθενά. Είμαι η ζωντανή απόδειξη ότι το προϊόν δουλεύει». Δεν μπόρεσε να αντισταθεί να μην κοιτάξει το μέτωπό της, το οποίο ήταν ίσιο σαν το μεταλλικό καπάκι του λάπτοπ του. «Εξακολουθείς να νομίζεις ότι είναι τρελό;» «Απολύτως». Ένιωσε μια ακαταμάχητη επιθυμία να φύγει όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη Λαλί, αλλά η ευγένεια απαιτούσε να επιζήσει τουλάχιστον τον πρώτο γύρο του κροκέ.


JENNIFER LEWIS

59

«Πρέπει να επενδύσεις. Σκοπεύω να βάλω την εταιρεία στο χρηματιστήριο του χρόνου. Φυσικά, βασικός σκοπός μου είναι να με εξαγοράσει μία...» Συνέχισε να φλυαρεί, αλλά η προσοχή του στράφηκε στην Άννι. Η μητέρα του είχε τυλίξει το μπράτσο της γύρω της και την τραβούσε στο γκαζόν. Η Άννι φαινόταν ξαφνιασμένη και, πρόσεξε με πανικό, δακρυσμένη. Ήταν καλά; Η μύτη της ήταν κόκκινη σαν να έκλαιγε. «Δε χρειάζεται να ξέρεις τους κανόνες. Απλά ακολούθησε. Η ομάδα σου θα παίξει τελευταία, οπότε θα έχεις άφθονο χρόνο να καταλάβεις το παιχνίδι. Άλλωστε ο Ντουάιτ θα χαρεί να σου εξηγήσει ό,τι δεν καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι, Ντουάιτ;» Ο ψηλός, ξανθός άντρας με τον οποίο ο Σινκλέρ είχε πάει για ιστιοπλοΐα πριν από πολύ καιρό συμφώνησε πρόθυμα. Ο Σινκλέρ ένιωσε το στομάχι του να κλοτσά. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε. Η Άννι τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Φυσικά, μια χαρά», βιάστηκε να απαντήσει και η φωνή της ακούστηκε πολύ λεπτή. «Είναι η αλλεργία μου. Είναι φοβερή αυτή την εποχή». 0 Σινκλέρ συνοφρυώθηκε. Δε θυμόταν να είχε καμιά αλλεργία, αλλά προφανώς ήταν ένα από τα πολλά πράγματα που δεν ήξερε για εκείνη. «Σινκλέρ, παίζουμε πρώτοι». Η αίσθηση των απαλών δάχτυλων στην πλάτη του τον έκανε να μορφάσει. Η Λαλί τον έσπρωξε για να αρχίσει. «Πρέπει να παρακολουθείς πού πηγαίνει η μπάλα». Το δυνατό της χτύπημα έστειλε την μπάλα πάνω από το πρώτο στεφάνι και ξεσήκωσε κύμα επευφημιών από το πλήθος. Η Λαλί γύρισε προς το μέρος του λάμποντας. Της έδωσε πίσω το ποτό της, εν μέρει για να αντισταθεί στον πειρασμό να το πιει μονορούφι ώστε να καταλαγιάσει τον πόνο του που βρισκόταν εκεί. Αποτόλμησε μια ματιά προς το μέρος της Άννι. Τα μάτια της είχαν στεγνώσει και τώρα μιλούσε με τον Ντουάιτ για κάτι προφανώς πολύ διασκεδαστικό, αν έκρινε από τον τρόπο που γελούσε συνεχώς. Οι μύες του σφίχτηκαν. Τι μπορεί να της


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

60

έλεγε ο Ντουάιτ που ήταν τόσο αστείο; Δεν τον θυμόταν να έχει χιούμορ . Προσπάθησε να ακούσει τι έλεγαν, αλλά δεν έπιανε ούτε λέξη, γιατί η διπλανή δεσποσύνη μιλούσε ακατάπαυστα για την καινούρια της βίλα στη Σάντα Λουτσία. Η μύτη της Άννι είχε λαμπερές φακίδες και ένα χαριτωμένο τρόπο να ζαρώνει καθώς μιλούσε. Δεν άπλωνε δεξιά κι αριστερά τα χέρια της, ούτε ύψωνε το πιγούνι για να τονίσει τα λεγόμενό της με τον τρόπο που το έκανε τώρα η φιλόδοξη Λαλί. Κατάφερε να κουνάει το κεφάλι του προσποιούμενος ενδιαφέρον για το μονόλογό της περί ιστιοπλοΐας στην Καραϊβική, αλλά όλη την ώρα έριχνε κλεφτές ματιές στην Άννι. Χαιρόταν τώρα που τα συνηθισμένα της ρούχα έκρυβαν τις καμπύλες της, τα στητά, γεμάτα στήθη της και τη λεπτή μέση. Ένιωθε ακόμη την καλοσχηματισμένη καμπύλη των γλουτών της στο χέρι του. «Τι έκανα το ποτό μου;» ρώτησε διακόπτοντας τη Λαλί. «Δεν ξέρω. Πού είναι εκείνο το κορίτσι που τα σέρβιρε;» Κοίταξε γύρω της. «Α, να, εκεί είναι. Ο Σινκλέρ χρειάζεται ένα ποτό!» της είπε. Ο Σινκλέρ πάγωσε καθώς η Άννι κοίταξε προς το μέρος του. Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν ελαφρά. «Φυσικά. Κρασί ή κάτι πιο δυνατό;» Κατέπνιξε την επιθυμία να βάλει τα γέλια. Μπορούσε να τον διαβάσει σαν ανοιχτό βιβλίο. «Όχι, όχι, είμαι καλά». «Μα μόλις είπες...» Η Λαλί του έκρυψε σχεδόν την Άννι. «Είπα είμαι μια χαρά. Εάν χρειαστώ κάτι, θα το πάρω μόνος μου». Η απότομη απάντησή του ξάφνιασε και τις δυο γυναίκες. Προσπάθησε να το απαλύνει. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι σκέφτεστε τα ποτά στη διάρκεια αυτού του συγκλονιστικού αγώνα. Η προσοχή σας θα έπρεπε να είναι στραμμένη στα μπαλάκια μας». Ο Ντουάιτ ξεφύσηξε. «Εύκολο για σένα να το λες, Σιν. Μερικοί από μας τα κρατάμε ακόμη». Έκλεισε το μάτι στην Άννι κι ο Σινκλέρ ένιωσε πάλι ένα καυτό κύμα ενός πρωτόγνωρου


JENNIFER LEWIS

61

συναισθήματος. «Μην είσαι τόσο χυδαίος, Ντουάιτ». Η Βίκι εμφανίστηκε δίπλα του. «Θα σοκάρεις τον Σινκλέρ. Είναι άντρας με παραδοσιακές αξίες και ευαισθησίες». Εκείνη είχε δίκιο, φυσικά. Αν και ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η μητέρα του είχε καλέσει τη Βίκι να μείνει μαζί τους για τόσο πολύ καιρό. Δεν την έβλεπε σχεδόν καθόλου εδώ και πολλά χρόνια και η μητέρα του δεν ήταν δυνατόν να πιστεύει ότι θα ήταν η επόμενη γυναίκα του. Αλλά, πάλι, η μητέρα του είχε πολλές περίεργες ιδέες. «Ο γιος μου είναι ένας τζέντλεμαν του παλιού καιρού». Η μητέρα του ήρθε κι αυτή δίπλα του. Μήπως επρόκειτο για κάποια σκηνοθετημένη παράσταση όπου όλοι ήξεραν το ρόλο τους εκτός από εκείνον; «Νομίζω ότι όλοι έχουμε πολλά να μάθουμε απ’ αυτόν». Ο Σινκλέρ έριξε μια ματιά στην Άννι. Το βλέμμα της ήταν χαμηλωμένο στο ραβδί του κροκέ, σαν να ευχόταν να ήταν οπουδήποτε αλλού εκτός από δω. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Η μόνη ασφαλής αντίδραση ήταν να φροντίσει να τελειώσει το αναθεματισμένο παιχνίδι όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. «Η σειρά μου, αν δεν κάνω λάθος». Έχοντας ήδη σχεδιάσει την πορεία που θα ακολουθούσε, πέρασε την μπάλα του μέσα από το στεφάνι, παρασύροντας άλλες δύο, ύστερα την πέρασε με δύναμη μέσα από τα επόμενα δύο. Με χαρά θα συνέχιζε να τις χτυπά μέχρι να φτάσει στο τέρμα, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν αντιαθλητικό, οπότε προσποιήθηκε ότι αστόχησε με την επόμενη. «Χαίρομαι που είμαι στην ομάδα σου, Σινκλέρ». Το πρόσωπο της Λαλί έλαμπε. «Είσαι αδίστακτος». Εάν ήταν αδίστακτος, θα έλεγε στη μητέρα του να τον αφήσει ήσυχο και να σταματήσει να μπλέκεται στην κοινωνική του ζωή. Δε θα τον άφηνε σε ησυχία μέχρι να ξαναπαντρευτεί, τώρα που είχε στο μυαλό της το μέλλον της δυναστείας Ντράμοντ. Από την άλλη, πάλι, του άρεσε η ιδέα να κάνει παιδιά. Θα ήταν


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

62

πολύ πιο διασκεδαστικό να παίζει κροκέ μαζί τους αντί με όλο αυτόν το συρφετό. Ο γάμος όμως δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Οι γυναίκες άλλαζαν με το που έβαζες το δαχτυλίδι στο χέρι τους. «Γεια σου, Σινκλέρ, με θυμάσαι;» Μιά λεπτή κοκκινομάλλα με πράσινο φουστάνι τον πλησίασε, κρατώντας το ραβδί του κροκέ στο ένα χέρι και ένα ποτό στο άλλο. «Φυσικά, Μίντι». «Έμαθα ότι η Νταϊάνα πήγε στην Ελλάδα για το καλοκαίρι». Γιατί ο κόσμος νόμιζε ότι τον ενδιέφερε να μάθει τι έκανε η πρώην γυναίκα του; «Φαντάζομαι ότι αυτό θα είναι καλό για την ελληνική οικονομία». Η Μίντι γέλασε. «Είσαι τόσο καλός, Σινκλέρ. Και καθόλου πικρόχολος! Μ’ αρέσει αυτό σ’ έναν άντρα». «Χαίρομαι που βλέπω ότι όλοι περνάνε τόσο καλά». Η μητέρα του εμφανίστηκε όλο χαμόγελα, κρατώντας ένα δίσκο με γλυκά. «Τι ωραίος τρόπος για να περάσει κανείς ένα καλοκαιρινό απόγευμα». «Αφήστε με να τα προσφέρω εγώ αυτά». Η Άννι προσπάθησε να πάρει το δίσκο από τη μητέρα του. «Ούτε που να το σκεφτείς». Η μητέρα του την παραμέρισε. «Είσαι κι εσύ καλεσμένη μας τώρα και έχεις πολύ πιο σημαντικό ρόλο να παίξεις». Η Άννι τον κοίταξε νευρικά. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και ένα κύμα ενέργειας άστραψε ανάμεσά τους. Εκείνος βιαστικά απέστρεψε το βλέμμα του. Γιατί η Άννι; Γιατί είχε μοιραστεί καυτό, παθιασμένο και πρωτόγνωρο σεξ στην αγκαλιά μιας γυναίκας με την οποία μέχρι πριν από λίγο είχε μια τελείως ξεκάθαρη σχέση; *** Συναισθηματικά εξαντλημένη από την προσπάθεια να μην


JENNIFER LEWIS

63

κοιτάζει τον Σινκλέρ, ενώ προσπαθούσε να συζητά ευγενικά και να συμμετέχει σ’ ένα παιχνίδι που δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ, η Άννι έπλυνε και στέγνωσε τις πιατέλες τη στιγμή που το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να συρθεί στο κρεβάτι της και να κλάψει. Νωρίτερα, είχε βάλει τα κλάματα όταν έφτιαχνε τις πιατέλες με τα φαγητά, βλέποντας όλες αυτές τις όμορφες γυναίκες να καταφτάνουν, έτοιμες να τον εντυπωσιάσουν και να τον σαγηνεύσουν. Την είχε πιάσει στα πράσα η Κάθριν. Και τώρα θα έπρεπε να προσποιείται ότι παίρνει αντιισταμινικά και να φτερνίζεται πάνω από τα λουλούδια όλο το καλοκαίρι. «Τι τρέχει μ’ εσένα και τον Σινκλέρ;» Παραλίγο να πάθει καρδιακή προσβολή όταν συνειδητοποίησε ότι η Βίκι στεκόταν πίσω της. Μήπως παραμιλούσε; Μήπως είχε πει κάτι για τον Σινκλέρ; «Τίποτα». «Θεέ μου, δε χρειάζεται να μου πάρεις το κεφάλι». Η Βίκι πήρε ένα κομμάτι τυρί από μια πιατέλα που δεν είχε προλάβει να καθαρίσει ακόμη. «Το βλέπω ότι χτύπησα σε ευαίσθητο σημείο». «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς», είπε εκείνη δήθεν ξαφνιασμένη. «Μμμ.. Το κοκκίνισμά σου έρχεται σε αντίθεση με τα λόγια σου. Μη μου πεις ότι δεν τον βρίσκεις ελκυστικό, γιατί δε θα σε πιστέψω. Εγώ νομίζω ότι είναι κούκλος». Έφαγε το τυρί κι έπειτα πήρε κι άλλο. «Όμορφος και πλούσιος. Τι άλλο μπορεί να θέλει μια γυναίκα;» «Μου κάνεις ερώτηση, ή απλά σκέφτεσαι φωναχτά;» Το να αφήσει τη Βίκι να νομίζει ότι μπορεί να την κάνει ό,τι θέλει δεν ήταν και πολύ καλή ιδέα. Η Βίκι γέλασε, ρίχνοντας πίσω τα πλούσια μαύρα μαλλιά της. «Σκέφτομαι φωναχτά, υποθέτω. Δε νομίζεις ότι θα ήμουν όμορφη δίπλα του σε μια γαμήλια φωτογραφία;» Ανασήκωσε το ένα καλό-σχηματισμένο της φρύδι. Η Αννι δεν μπορούσε να καταλάβει εάν αστειευόταν ή όχι.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

64

Η εικόνα των όμορφων, λεπτεπίλεπτων χαρακτηριστικών της δίπλα στον Σινκλέρ ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά της. «Θα ήσαστε πολύ όμορφο ζευγάρι», είπε με ειλικρίνεια. «Κρίμα που αυτό δεν αρκεί, έτσι δεν είναι;» Η Βίκι την πλησίασε και πήρε ένα κομμάτι σέλινο από μία άλλη πιατέλα. Η Άννι ευχήθηκε να μπορούσε να την πετάξει έξω απ’ την κουζίνα. «Η ζωή θα ήταν πολύ πιο απλή εάν το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ταιριάζεις με κάποιον εμφανισιακά». «Υποθέτω ότι ο Σινκλέρ θα συμφωνούσε». Ήξερε ότι είχε πληγωθεί πολύ από την αποτυχία του δεύτερου γάμου του. Όχι μόνο από μερικές κουβέντες που είχε πάρει το αυτί της, αλλά και από την τεράστια αλλαγή στη συμπεριφορά του αφότου τον άφησε η γυναίκα του. «Τι συνέβη μεταξύ τους;» «Πραγματικά δεν ξέρω». «Έλα τώρα, ζεις στο ίδιο σπίτι». «Στην Νταίάνα δεν άρεσε το Ντογκ Χάρμπορ. Το έβρισκε πολύ βαρετό. Δεν ήρθαν σχεδόν καθόλου από τότε που παντρεύτηκαν». Αν και εκείνος ερχόταν συχνά όταν χώρισαν, προφανώς για να γλείψει ανενόχλητος τις πληγές του. «Δεν ξέρω τι έκαναν όταν ήταν αλλού». «Είναι σαν να παρακολουθείς μόνο ένα επεισόδιο της σαπουνόπερας». Η Βίκι έγειρε στον πάγκο και σταύρωσε τα χέρια της. Φορούσε ένα άσπρο φόρεμα που αναδείκνυε τα ηλιοκαμένα λεπτά της πόδια. «Πάω στοίχημα ότι μερικές φορές εύχεσαι να μπορούσες να βιντεοσκοπήσεις τα υπόλοιπα επεισόδια». «Έχω πολλά άλλα πράγματα που με απασχολούν». Η Άννι έτριψε με μανία ένα λεκέ. «Δεν είναι δική μου δουλειά τι έκαναν εκείνοι». «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη». Η Βίκι την κοίταξε σιωπηλή για μια στιγμή. «Εγώ θα έλεγα ότι, αφού είναι δουλειά σου να είναι ευχαριστημένος ο Σινκλέρ, σε αφορά και το τι κάνει». Η Άννι πέταξε το σφουγγάρι. «Η δουλειά μου είναι να κρατώ το


JENNIFER LEWIS

65

σπίτι καθαρό και να φροντίζω να υπάρχει γάλα στο ψυγείο όταν έρχεται». Η φωνή της υψώθηκε, από την απελπισία και την ταπείνωση που ένιωθε επειδή ήταν αναγκασμένη να υπομένει την ανάκριση της Βίκι. Εάν βρίσκονταν σε ουδέτερο έδαφος θα της έλεγε να πάει να πνιγεί, ή απλά θα έφευγε εκείνη. Όμως εδώ η Βίκι ήταν καλεσμένη του εργοδότη της, οπότε δεν μπορούσε. «Έλα, έλα, μην εξάπτεσαι». Τα μάτια της Βίκι είχαν γίνει ακόμη πιο λαμπερά. «Υποπτεύομαι ότι κρύβεις πολύ περισσότερα πίσω απ’ αυτό το ευχάριστο χαμόγελο». Μελέτησε για μια στιγμή το πρόσωπο της Άννι, η οποία ένιωσε την πίεσή της ν’ ανεβαίνει. «Έχω δει πώς σε κοιτάζει ο Σινκλέρ». «Γιατί να μη με κοιτάζει; Εδώ δουλεύω». Αυτό ήταν σχεδόν ανυπόφορο. Έλεγε ψέματα, ενώ συγχρόνως ένα μέρος του μυαλού της σκεφτόταν τα σχόλια της Βίκι. Πράγματι την κοιτούσε διαφορετικά ο Σινκλέρ; Και πώς το ήξερε η Βίκι; Είχε να τον δει χρόνια. Μάλλον προσπαθούσε να την παγιδεύσει. «Δεν μπορώ να πλύνω τα πιάτα όταν με απασχολείς». «Άσ’ τα τότε. Δε θα πάνε πουθενά». «Δε γίνεται. Πρέπει να ετοιμάσω το δείπνο σε λίγο και με εμποδίζουν». Η Βίκι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. «Φαντάζομαι πως δεν είναι εύκολο να είσαι κλεισμένη στην κουζίνα όταν όλοι οι άλλοι χαλαρώνουν στην αυλή πίνοντας σαμπάνια. Εγώ νομίζω πως θα τρελαινόμουν». «Δουλειά μου είναι. Όλοι έχουμε μια δουλειά». «Αλήθεια;» «Ο Σινκλέρ δουλεύει πολύ σκληρά». Τα φρύδια της Βίκι ανασηκώθηκαν και πάλι. «Είσαι πιστή. Και είμαι σίγουρη ότι έχεις δίκιο. Μάλιστα μερικές φορές αναρωτιέμαι αν θα έκανε ποτέ τίποτε άλλο, εάν δεν τον ανάγκαζαν οι γύρω του». «Είναι κακό να απολαμβάνεις τη δουλειά σου;» «Νομίζω ότι είναι το ιδανικό». Η Βίκι συνοφρυώθηκε.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

66

«Εσύ δουλεύεις για έναν οίκο δημοπρασιών;» Η Άννι δεν μπόρεσε να μη ρωτήσει. Αναρωτιόταν αν η Βίκι είχε μια κανονική δουλειά. «Βρίσκομαι σ’ ένα μεταίχμιο αυτή τη στιγμή», της απάντησε εκείνη. «Υποθέτω λοιπόν ότι έχεις άλλα εισοδήματα». Σκούπισε μια πιατέλα και την έβαλε στο ράφι. «Κάτι τέτοιο». Η Βίκι της έστειλε ένα ψεύτικο χαμόγελο. «Πρέπει να φύγω. Χάρηκα που μιλήσαμε». Η Άννι ένιωσε να χαλαρώνει μόλις η Βίκι κατευθύνθηκε προς την πόρτα με το χαρακτηριστικό ανάλαφρο περπάτημά της. «Όμως εξακολουθώ να πιστεύω ότι κάτι τρέχει μ’ εσένα και τον Σινκλέρ», της πέταξε πριν βγει. *** Το επόμενο πρωί η Κάθριν ζήτησε από την Άννι να τη βοηθήσει με ίο ψάξιμο στη σοφίτα. Ευτυχώς, ο Σινκλέρ είχε πάει να παίξει γκολφ με έναν πιθανό συνέταιρο, αλλά δυστυχώς η Βίκι ήταν εκεί, με τα βιολετιά της μάτια να εξετάζουν κάθε αντίδραση. «Αυτό το σετ κυνηγετικών μαχαιριών μπορεί να αξίζει κάτι». Η Βίκι σήκωσε μία από τις γυαλιστερές λεπίδες στο φως κι έγραψε κάτι στο σημειωματάριό της. «Μπορώ να του βρω ένα σπίτι αν θες». Η Άννι συνοφρυώθηκε. Είχε προσέξει ότι η Βίκι έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για κάποια κομμάτια. Είχε γεμίσει με σημειώσεις αρκετές σελίδες. «Είναι μάλλον πολύ καλή ιδέα. Ούτως ή άλλως τι να τα κάνουμε;» «Πάνε χαμένα εδώ πάνω». «Είναι κομμάτι της οικογενειακής ιστορίας των Ντράμοντ». Η Άννι μπήκε στον πειρασμό να συμπληρώσει ότι ο Σινκλέρ μπορεί να τα ήθελε. Αλλά φυσικά δεν ήταν δική της δουλειά να πει κάτι τέτοιο.


JENNIFER LEWIS

67

«Πράγματι». Η Κάθριν κοίταξε σκεφτική μια περίεργη κατασκευή από δέρμα και χειροποίητο σκοινί. «Αν και μπορεί οι Ντράμοντ να πρέπει να ξεφορτωθούν μερικά από τα άχρηστα πράγματα και να κάνουν χώρο για νέα υπέροχα. Αυτό λέει η φίλη μου η Κλερ. Είναι μανιακή με το φενγκ σούι». «Συμφωνώ απολύτως». Η Βίκι έγραψε άλλη μία σημείωση. «Μερικές φορές ένα αντικείμενο είναι παρατημένο σε ένα μέρος για εκατό χρόνια, μόνο και μόνο να μαζεύει σκόνη, όταν στα χέρια κάποιου άλλου θα μπορούσε να είναι πιο χρήσιμο». Η Άννι προσπάθησε να φανταστεί μερικά απ’ αυτά τα αντικείμενα να αποκτούν καινούρια ζωή. Θα χρειαζόταν ποτέ κανείς πλαστικά κολάρα πουκαμίσου; Αλλά, πάλι, οι μελλοντικές γενιές μπορεί να απολάμβαναν κάποια μέρα τα τρελά πράγματα που φορούσαν οι πρόγονοί τους. «Νομίζω ότι τα παιδιά του Σινκλέρ μπορεί να διασκεδάζουν κάποια μέρα ψάχνοντας αυτά τα πράγματα». Η Κάθριν σήκωσε το κεφάλι της σαν να την είχαν πυροβολήσει. Σταμάτησε για μια στιγμή κι ύστερα κούνησε το κεφάλι της. «Έχεις φυσικά απόλυτο δίκιο, Άννι. Θα τα βάλουμε όλα πίσω, εκεί που τα βρήκαμε». Η Άννι δεν κρατήθηκε να μη ρίξει ένα βλέμμα στη Βίκι, που την κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, και ύστερα χαμογέλασε βεβιασμένα. Απόλαυσε μια σύντομη στιγμή περηφάνιας που είχε υπερασπιστεί την κληρονομιά του Σινκλέρ. «Μάθατε τίποτα από την υπόλοιπη οικογένεια;» Ήξερε ότι η Κάθριν είχε στείλει γράμμα και στα δύο σόγια. «Ούτε λέξη. Τους τηλεφώνησα μία εβδομάδα αφότου έστειλα τα γράμματα. Άφησα μήνυμα σε κάποιον ηλικιωμένο Σκοτσέζο στο οικογενειακό κτήμα στα Χάιλαντς, αλλά κανείς τους δε με πήρε. Όσο γι’ αυτούς που μένουν στη Φλόριντα, άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή, οπότε δεν ξέρω καν αν το έχουν λάβει. Είναι απογοητευτικό πάντως. Δεν έχει νόημα να βρούμε το ένα κομμάτι από το κύπελλο, αν δεν τους πείσουμε να βρουν τα


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

68

υπόλοιπα». «Όμως, ξέρουν για το κύπελλο;» Η Άννι κοίταξε μερικά παράταιρα πιάτα. «Το ξέρουν τώρα, αν πήραν τα γράμματά μου. Γνωρίζω ότι δεν υπάρχουν καλές σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, αλλά είναι καιρός πια να το ξεπεράσουμε αυτό. Ο πατέρας του Σινκλέρ έχει πεθάνει, το ίδιο και οι περισσότεροι Ντράμοντ της γενιάς του. Και αυτό είναι μια απόδειξη ότι αυτή η οικογένεια πρέπει να αλλάξει την τύχη της. Αυτοί που είναι επικεφαλής τώρα είναι στην ηλικία του Σινκλέρ, ή περίπου, και δεν έχουν κανένα λόγο να εχθρεύονται ο ένας τον άλλον. Οι νέοι άνθρωποι στις μέρες μας δεν κουβαλούν οικογενειακές βεντέτες αιώνων». «Αλήθεια;» ρώτησε αινιγματικά η Βίκι. «Ο Σινκλέρ τουλάχιστον όχι». Η Κάθριν τίναξε ένα μπροκάρ σακάκι. «Φυσικά, από την άλλη, δε δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για την οικογένεια ή την ιστορία της». Αναστέναξε κι άφησε το σακάκι να πέσει στην ποδιά της. «Συμπεριλαμβανομένης της πιεστικής ανάγκης να ξεκινήσει την επόμενη γενιά». Η Άννι μόρφασε. Εάν δεν έπαιρνε μέτρα αντισύλληψης, εκείνη μπορεί να είχε ήδη μέσα της την επόμενη γενιά των Ντράμοντ. Γιατί σίγουρα δεν είχαν σταματήσει για να συζητήσουν για αντισύλληψη πάνω στη βιασύνη τους να βγάλουν ο ένας τα ρούχα του άλλου. «Έχει πολύ χρόνο ακόμη». Η Βίκι σήκωσε το βλέμμα της από τις σημειώσεις που έγραφε για ένα σετ κουτάλια. «Είναι νέος». «Το ξέρω, αλλά εγώ δεν είμαι. Θέλω να απολαύσω τα εγγόνια μου όσο είμαι υγιής και δυνατή, για να διασκεδάζω μαζί τους», είπε η Κάθριν. Η Άννι ήθελε να βάλει τα γέλια. Η Κάθριν Ντράμοντ δε φαινόταν ούτε σαράντα πέντε. Αν και αυτό πιθανότατα οφειλόταν στην επιδεξιότητα των πλαστικών χειρουργών. Θα πρέπει να κόντευε τα εξήντα. Αλλά γριά δεν την έλεγες με


JENNIFER LEWIS

69

τίποτα, όπως και να ’χε. «Ο Σινκλέρ θα βρει την κατάλληλη γυναίκα κάποια στιγμή». Η Βίκι έριξε μια ματιά σε ένα μικρό ξύλινο μπαούλο. «Θα τη βρει; Εγώ δεν είμαι τόσο σίγουρη. Βρήκε τις δύο πρώτες μόνος του και νομίζω ότι είναι καιρός να αναλάβω εγώ δράση. Χρειάζεται μια γυναίκα που δεν είναι τόσο απορροφημένη από την προσωπική της φιλοδοξία. Ο Σινκλέρ δε θέλει να κάνει πάρτι ή να ταξιδεύει σε άλλο μέρος κάθε Σαββατοκύριακο. Χρειάζεται κάποια ήρεμη και απλή σύντροφο». Η Άννι συμφώνησε απόλυτα. Μπορεί να ήταν πράγματι τέλεια για τον Σινκλέρ και να το καταλάβαιναν όλοι κάποια στιγμή εάν περίμενε υπομονετικά. Η Βίκι γέλασε. «Δεν είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν πολλές γυναίκες που θα τους άρεσε αυτός ο χαρακτηρισμός. Ξέρω σίγουρα ότι εμένα δε θα μου άρεσε». «Δεν εννοώ απλοϊκές, απλά κάποια χωρίς περίπλοκα ή υστερόβουλα κίνητρα. Ο Σινκλέρ είναι απλός άνθρωπος, πανέξυπνος...» «Και κούκλος...» «Αλλά απλός». Η Κάθριν και η Βίκι το είπαν συγχρόνως κι ύστερα έβαλαν τα γέλια. Η Άννι είχε την εντύπωση ότι στον Σινκλέρ δε θα άρεσε καθόλου να τον κουτσομπολεύουν έτσι. Δεν τις ενδιέφερε αν θα αγαπούσε τη γυναίκα του; «Οπότε να υποθέσω πως αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσπαθήσω να τον πιάσω στα δίχτυα μου». Η Βίκι σήκωσε ψηλά ένα σκονισμένο γυάλινο βάζο και το εξέτασε προσεκτικά. Ή τουλάχιστον προσποιήθηκε ότι το εξέταζε. Η Κάθριν ανασήκωσε τους ώμους της. «Νομίζω πως είσαι η πνοή δροσερού αέρα που χρειάζεται. Τουλάχιστον ήσουν πάντα ειλικρινής και όλοι ξέρουν πού βρίσκονται μαζί σου». «Κάποιοι θα έλεγαν ότι αυτό είναι το λιγότερο ελκυστικό χαρακτηριστικό μου». «Μόνο εάν δε θέλουν να ακούσουν την αλήθεια», αντέτεινε η


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

70

Κάθριν χαμογελώντας. Το μυαλό της Άννι είχε πάρει φωτιά. 'Ελεγε αλήθεια η Βίκι για τον τρόπο που την κοιτούσε ο Σινκλέρ; Μπορεί πράγματι να ένιωθε έλξη για εκείνη. Ή μπορεί και να είχε βαθύτερα αισθήματα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα και χώθηκε ακόμη πιο βαθιά στη σοφίτα, για να κρυφτεί στις σκιές. Εάν αυτές qi γυναίκες υποψιάζονταν τι συνέβαινε στο μυαλό της -και ποιος ξέρει τι άλλες ικανότητες διέθετε η Βίκι εκτός απ’ αυτές που παινευόταν- θα σκανδαλίζονταν. Τώρα μιλούσαν για την ερωτική ζωή του Σινκλέρ μπροστά της, σαν να ήταν αόρατη. Προφανώς δεν περνούσε καν από το μυαλό της Κάθριν ότι ο γιος της μπορεί να είχε κάποια σχέση -όσο σύντομη κι αν ήτανμε τη γυναίκα που τους σέρβιρε το φαγητό. Άφησε έναν αναστεναγμό. «Δε φάνηκε να του άρεσε και πολύ η Λαλί, ε;» ρώτησε η Κάθριν. «Καθόλου. Και αυτό νομίζω αποδεικνύει το καλό του γούστο», απάντησε η Βίκι. «Είναι από πολύ καλή οικογένειά», είπε η Κάθριν με ζέση. «Είναι σημαντικό αυτό;» τη ρώτησε η Βίκι. «Έτσι νομίζω. Εσύ τι λες;» «Ούτε κατά διάνοια. Εγώ πάντοτε ονειρευόμουν κρυφά να παντρευτώ έναν από τους ποταπούς Ντράμοντ, παρά την αμφίβολη φήμη της οικογένειας». «Ω, Βίκι, εσύ και ο Σινκλέρ θα ήσαστε καταπληκτικό ζευγάρι», είπε η Κάθριν. «Αυτό μου είπε και η Άννι». Η Βίκι της έριξε μια ματιά, εκεί που κρυβόταν στις σκιές. «Συμφώνησε απολύτως». Η Κάθριν χειροκρότησε και γέλασε. «Ε, λοιπόν, τότε, τα πράγματα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση». Η Βίκι ξανακοίταξε την Άννι, σαν να αναζητούσε το βλέμμα της, αλλά η Άννι εξακολουθούσε να κρατάει τα μάτια της χαμηλωμένα στη συρταριέρα που έψαχνε. Προσπαθούσε η Βίκι


JENNIFER LEWIS

71

να τη βασανίσει σκόπιμα; Μπορεί να απολάμβανε το γεγονός ότι μπορούσε να έχει τον Σινκλέρ αν τον ήθελε, ενώ εκείνη δεν μπορούσε. Ποιος είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη; Τα λόγια της γιαγιάς της αντήχησαν στ’ αυτιά της. Εάν ήθελε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, έπρεπε να ξεχάσει εκείνο το ερωτικό απόγευμα. Λες και ήταν εύκολο.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

72

5

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΣΦΥΡΟΚΟΠΟΥΣΕ καθώς πλησίαζε τον Σινκλέρ. Δεν τον είχε δει σχεδόν καθόλου όλη τη βδομάδα, αφού ήταν συνεχώς είτε για ιστιοπλοΐα είτε για ψάρεμα ή τέννις. Μπορεί να υποψιαζόταν ότι εκείνος προσπαθούσε να αποφύγει κάποιον, αν δεν ήξερε ήδη ότι πράγματι αυτό έκανε. Αλλά δεν μπορούσε να κρατήσει πια το στόμα της κλειστό. Είμαι τρελή για σένα. Όχι, δεν μπορούσε να πει κάτι τέτοιο, αν και παραλίγο να βάλει τα γέλια στη σκέψη αυτή. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα του καθιστικού. «Σινκλέρ;» Καθόταν μόνος του και διάβαζε μπροστά στο τεράστιο σκαλιστό τζάκι. Δεν ήταν αναμμένο φυσικά, αφού έκανε ζέστη, και το σπίτι, καθότι παλιό, δεν είχε κλιματισμό. Σήκωσε το βλέμμα του από την εφημερίδα. «Γεια σου, Άννι». Τα σωθικά της έλιωσαν. Γιατί τη χαιρετούσε πάντα με το όνομά της; Δεν ήξερε ότι εκείνη πέθαινε κάθε φορά που το άκουγε όσο συνηθισμένο κι αν ήταν- από το στόμα του, μ’ αυτή τη βαθιά, ζεστή φωνή; Θα ήταν πολύ καλύτερα αν απλά της έλεγε ένα κοφτό «Τι;» «Εεε...» Πέρασε μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω από τ’ αυτί της. Κι ύστερα κοίταξε πίσω της. Δεν ήθελε να ακούσει κανείς αυτό που είχε να του πει. «Αφορά τη Βίκι. Σε πειράζει να κλείσω την πόρτα;» Εκείνος συνοφρυώθηκε και η περιέργεια φάνηκε στα μάτια του. «Αυτό ακούγεται μυστηριώδες». Έριξε μια ματιά προς την


JENNIFER LEWIS

73

πόρτα, κάτι που η Άννι εξέλαβε ως πρόσκληση, και την έκλεισε βιαστικά. «Ηταν στη σοφίτα μαζί μ’ εμένα και τη μητέρα σου και ψάχναμε τα πράγματα». Δίστασε, μη ξέροντας πώς να συνεχίσει. «Το ξέρω. Βασικά γι’ αυτό είναι εδώ». Έγειρε ελαφρά προς το μέρος της, κι εκείνη ένιωσε σχεδόν σαν να την έπαιρνε αγκαλιά. Πράγμα γελοίο, αφού ήταν μερικά μέτρα μακριά του. «Πιθανότατα δεν είναι δική μου δουλειά να πω κάτι, αλλά δεν μπορούσα και να σωπάσω, γιατί ξέρω ότι και το σπίτι και όσα έχει μέσα είναι σημαντικά για σένα». Την κοίταξε ανέκφραστα. Μπορεί να νόμιζε ότι ήταν τρελή. Μπορεί να ήταν καλύτερα να μην έλεγε τίποτα. Από πολλές πλευρές, δεν ήταν δική της δουλειά. Από την άλλη, όμως, εκείνη ήταν η οικονόμος, γεγονός που σήμαινε ότι ήταν υπεύθυνη να μη χαθεί τίποτα από το σπίτι. «Η Βίκι κρατάει λεπτομερείς σημειώσεις για πολλά από τα κομμάτια της σοφίτας και μετά την έχω δει να τα ψάχνει στο κομπιούτερ». «Είναι έμπορος αντικών». «Το ξέρω. Την έχω δει επίσης να κοιτάζει δημοπρασίες στο ebay. Νομίζω ότι μπορεί να σχεδιάζει να πουλήσει κάποια απ’ τα κομμάτια». «Μπορεί να της το ζήτησε η μητέρα μου. Υπάρχει πολλή σαβούρα εκεί πάνω». «Την άκουσα να λέει κάτι τέτοιο, αλλά η μητέρα σου είπε ότι θα πρέπει να τα βάλουμε όλα πίσω εκεί που τα βρήκαμε, για να τα φυλάξουμε για τα παιδιά σου». Δεν ήθελε να αναφέρει τη δική της συμβολή στην απόφαση της Κάθριν. «Κλασικό». Κούνησε το κεφάλι του. «Γιατί πρέπει σώνει και καλά να κάνω παιδιά; Θα ήταν τόσο μεγάλη τραγωδία αν αυτή η γενιά των Ντράμοντ πέθαινε μαζί μ’ εμένα; Ας τα πουλήσουν όλα στο ebay. Αυτό λέω εγώ». Ένα πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Όμως εκτιμώ το γεγονός ότι ανησυχείς για τη μοίρα της σαβούρας μας. Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

74

Την κορόιδευε; Σίγουρα δε φαινόταν να τον νοιάζει αν η Βίκι τα έπαιρνε όλα μαζί της φεύγοντας. Μπορεί πραγματικά να μην ήθελε παιδιά και τα πράγματα του σπιτιού να κατέληγαν κάποια μέρα στις δημοπρασίες. «Πρέπει να κάνεις παιδιά». Ξαφνιάστηκε από τα ίδια της τα λόγια. Ο Σινκλέρ ανακάθισε στην καρέκλα του ξαφνιασμένος. «Βλέπω ότι έχεις πολύ ισχυρή άποψη για το θέμα. Μπορώ να ρωτήσω γιατί;» Τα μάτια του πρόδιδαν ότι διασκέδαζε. Η Αννι ευχήθηκε να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. Επειδή θα γινόσουν ένας υπέροχος πατέρας. Αυστηρός, αλλά ευγενικός. Επειδή τα παιδιά Θα φέρουν στην επιφάνεια το παιδί που κρύβεις μέσα σου. «Δεν ξέρω. Θα ήταν κρίμα, αυτό είναι όλο. Και η μητέρα σου θα απογοητευτεί πολύ». «Θα επιζήσει. Δε ζω για να ευχαριστώ τους άλλους». «Δε θέλεις παιδιά;» Γιατί συνέχιζε να μπλέκει όλο και βαθύτερα σ' αυτή την κουβέντα; Η περιέργεια όμως που την έκαιγε την έκανε να ρωτήσει. «Ήθελα κάποτε». Συνοφρυώθηκε και κοίταξε προς το παράθυρο. «Αλλά δε σκοπεύω να γίνω ανύπαντρος πατέρας και προφανώς δεν υπάρχει γυναίκα πάνω στη γη που να μπορεί να με ανεχτεί». «Αυτό δεν είναι αλήθεια». Η καρδιά της σφίχτηκε. Ένιωθε πράγματι τόσο ανεπιθύμητος; «Απλά δεν έχεις γνωρίσει ακόμη το κατάλληλο άτομο». Το φως έπαιζε με τα σκούρα μαλλιά του και τα έντονα ζυγωματικά του. Μακάρι να μπορούσε να του πει ότι είχε γνωρίσει το σωστό άτομο και ότι αυτό στεκόταν μπροστά του. Αλλά της είχε πει να ξεχάσει το μαγικό απόγευμά τους. Δεν ενδιαφερόταν για εκείνη. Είχε χάσει τον αυτοέλεγχό του για λίγο, και τώρα που ήταν πάλι στα λογικά του δεν ήθελε τίποτα από αυτή. Δηλαδή, τίποτε άλλο εκτός από φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια και σπιτικό φαγητό. Μια περίεργη έκφραση φάνηκε στο πρόσωπό του. «Μπορεί να έχεις και δίκιο». Αποτράβηξε το βλέμμα του απότομα. «Δεν


JENNIFER LEWIS

75

ξέρω». Η ατμόσφαιρα έγινε πιο βαριά από την ένταση. Δικό της λάθος. Είχε έρθει εδώ και είχε αρχίσει αυτή την υπερβολικά προσωπική συζήτηση, αφού είχε κατηγορήσει για απάτη μία από τις πιο παλιές φίλες του. Θα ήταν τυχερή αν δεν την απέλυε. «Καλύτερα να πάω να ετοιμάσω το δείπνο». «Ναι, καλύτερα». Εκείνη η λάμψη γέλιου άστραψε και πάλι στα μάτια του. «Πριν κάνεις κι άλλες βιαστικές δηλώσεις». Κάτι αιωρούνταν μεταξύ τους. Ανείπωτες λέξεις. Αισθήματα που δε θα έπρεπε να νιώθουν. Τουλάχιστον εκείνη τα ένιωθε. Μπορεί εκείνος να ευχόταν απλά να τον αφήσει ήσυχο. Έκανε μεταβολή και βγήκε βιαστικά απ’ το δωμάτιο προτού κάνει τα πράγματα χειρότερα. *** Στη διάρκεια του δείπνου, η συζήτηση περιστράφηκε στο χορό που οργάνωνε ένας μαικήνας της μουσικής για να γιορτάσει την εικοστή επέτειο του γάμου του. «Συναντήσαμε τη γυναίκα του, την Τζες, σήμερα». Η Κάθριν σχεδόν έλαμπε από ενθουσιασμό. «Έψαχνε για ανθοσυνθέσεις για τα τραπέζια. Απ’ ό,τι φαίνεται έχει καλέσει τους πάντες απ’ αυτή τη μεριά του Λονγκ Άιλαντ και, όταν της είπα ότι η Βίκι μένει μαζί μας, επέμενε να πάει μ’ εσένα, Σινκλέρ. Ω, θα είναι εκπληκτικά. Εύχομαι να ήμουν αρκετά δυνατή για να πάω. Θυμάμαι το πάρτι που έκαναν για να γιορτάσουν την αποφοίτηση του γιου τους. Ένα ολόκληρο ρωσικό μπαλέτο είχε δώσει παράσταση και υπήρχαν εκατό μαύροι κύκνοι που κολυμπούσαν στη λίμνη πίσω από την αίθουσα μουσικής. Βίκι, θα χρειαστείς κάτι καταπληκτικό να φορέσεις». Η Άννι εξαφανίστηκε στην κουζίνα, μεταφέροντας τα πιάτα του κυρίως πιάτου, που ήταν σουβλάκια ξιφία με σπανάκι σοταρισμένο σε σησαμέλαιο. Αισθανόταν σαν τη Σταχτοπούτα αυτή τη στιγμή. Όλοι θα πήγαιναν στο χορό, και δεν τους


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

76

πέρασε καν από το μυαλό ότι εκείνη μπορεί να στενοχωριόταν που δεν ήταν καλεσμένη. Επέστρεψε με φρέσκια ροδακινόπιτα και ένα μπολ με παχιά κρέμα. «Θα πρέπει να πάμε στην πόλη. Χρειάζεται να κάνουμε οπωσδήποτε μια βόλτα στη Μάντισον Άβενιου». Η Κάθριν φαινόταν έτοιμη να πηδήξει όρθια και να πάρει ένα ταξί αυτή τη στιγμή. «Δεν είμαι σίγουρη». Η Βίκι έμοιαζε περίεργα διατακτική. «Κάτι θα έχω που θα μπορούσα να φορέσω». «Μα, γλυκιά μου, αυτή είναι η τέλεια ευκαιρία για μια ακριβή τουαλέτα. Είδα ένα καταπληκτικό φόρεμα Φέντι όταν πήγαινα στο γιατρό μου. Θα σου πήγαινε καταπληκτικά». «Α, δεν ξέρω. Σινκλέρ, εσύ σκοπεύεις να αγοράσεις καινούριο γυαλιστερό βραδινό σακάκι;» «Χριστέ μου, όχι!» Η Κάθριν μίλησε για λογαριασμό του. «Θα φορούσε αντίκες από την ντουλάπα του πατέρα του αν τον άφηνα. Θα φροντίσω εγώ να είναι εμφανίσιμος». Του έριξε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο, το οποίο εκείνος αγνόησε. «Μου έδωσες μία ιδέα». Η Βίκι σταμάτησε, με την κρέμα στα χέρια. «Αλλά μπορεί να είναι τρελό». «Τι;» Η Κάθριν έγειρε προς το μέρος της. «Αυτά τα φουστάνια που βρήκατε στη σοφίτα πριν έρθουμε. Μπορεί να φορέσω ένα απ’ αυτά». Η Άννι πάγωσε στην πόρτα όπου στεκόταν με ένα δίσκο με μπράντι. Η καρδιά της ράγισε στη σκέψη της Βίκι να τριγυρίζει στο σπίτι φορώντας το μπλε φουστάνι που είχε ξεμυαλίσει τον Σινκλέρ. «Καταπληκτική ιδέα! Αν δε σου κάνουν, μπορούμε να μεταποιήσουμε ένα. Αλλά είσαι τόσο αδύνατη που μπορεί να φορέσεις οτιδήποτε και να σου πάει. Κρέμονται στον ξενώνα στο ισόγειο, για λόγους που δεν μπορώ να καταλάβω. Υπάρχει ένα μπλε που είναι καταπληκτικό. Μοιάζει με τάίλανδέζικο


JENNIFER LEWIS

77

μεταξωτό και έχει υπέροχο κορσάζ». Η Άννι κοίταξε τον Σινκλέρ, ο οποίος σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά κρασί. Ξαναγύρισε στην κουζίνα. Αυτό πρέπει να ήταν κάποιο μάθημα ταπεινοφροσύνης. Τώρα θα ήταν αναγκασμένη να δει τη Βίκι να φορά το φόρεμα σε πάρτι, όπως ήταν φτιαγμένο. Το ότι το είχε δοκιμάσει, έστω και για λίγα λεπτά, ήταν ένα ανόητο λάθος που εξακολουθούσε να έχει ταπεινωτικές επιπλοκές. «Πάμε να τα δούμε τώρα, πριν το επιδόρπιο». Η Κάθριν σηκώθηκε απ’ την καρέκλα. «Θα έχει πλάκα. Άννι, έλα μαζί μας. Μπορείς να μας βοηθήσεις να τα μεταφέρουμε κάπου αλλού». Ήθελε να πει κάποια δικαιολογία ότι ήθελε να χτυπήσει το παγωτό, αλλά το μυαλό της δε δούλευε. «Εντάξει». Τις ακολούθησε σιωπηλά καθώς περπατούσαν στο διάδρομο προς τον ξενώνα με τη μεγάλη δρύινη ντουλάπα. «Έχει μια υπέροχη απόχρωση της λεβάντας». Η Κάθριν τράβηξε μια κρεμάστρα από την ντουλάπα. Ένα ανοιχτόχρωμο φόρεμα στο χρώμα της λεβάντας κρεμόταν στην κρεμάστρα. Οι ζάρες είχαν πέσει και το φουστάνι έμοιαζε έτοιμο να φορεθεί Λεπτεπίλεπτες μαύρες πέρλες στόλιζαν το ντεκολτέ και τα μανίκια, χαρίζοντας ένα ρομαντικό τόνο. «Αναρωτιέμαι για ποια να είχαν φτιαχτεί. Η ποιότητα είναι εξαιρετική». Ο Σινκλέρ στεκόταν στην πόρτα, φράζοντας σχεδόν το άνοιγμα. Το σκούρο μπλε πόλο μπλουζάκι του τεντωνόταν στο πλατύ στέρνο του, καθώς έγερνε πάνω στην κάσα. Κοιτούσε έντονα τη μητέρα του. «Πιθανότατα για κάποια που πέθανε πριν προλάβει να τα φορέσει. Ο κόσμος ήταν διαφορετικός τότε. Οι άνθρωποι πέθαιναν ξαφνικά από ένα σωρό πράγματα για τα οποία σήμερα δε θα πηγαίναμε καν στο γιατρό». Η Άννι συγκινήθηκε από το τόσο φανερό ενδιαφέρον του για τη μητέρα του. Είχε παρατήσει σχεδόν τη δουλειά του και


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

78

αφιερώθηκε στο να την κάνει ευτυχισμένη και να τη διασκεδάσει από τότε που αρρώστησε. Εάν δε θαύμαζε ήδη τον Σινκλέρ, θα το έκανε τώρα. «Έχεις δίκιο. Κι όμως, μπορεί να είναι ενδιαφέρον να μάθουμε. Αναρωτιέμαι εάν ήταν κάποια Ντράμοντ ή κάποια που ήρθε νύφη στην οικογένεια». Έβγαλε ένα γκριζοπράσινο φουστάνι με ένα βαθύ κόκκινο τελείωμα. «Ήταν προφανώς κάποια πολύ κομψή», είπε η μητέρα του. «Η αλήθεια είναι ότι εγώ το έψαξα λιγάκι». Η Βίκι έκανε ένα βήμα μπροστά. «Το μπαούλο με τα φορέματα είχε πάνω το όνομα του κατασκευαστή, από το Λάιμ του Κονέτικατ». Η Άννι έριξε μια ματιά στον Σινκλέρ, ενώ όλοι άκουγαν τη Βίκι. Τα μάτια του ήταν ελαφρά σκοτεινιασμένα, κουρασμένα... ή δυστυχισμένα. Πόσο θα ήθελε να τον κάνει να χαλαρώσει για λίγο. Δε φαινόταν να χαλαρώνει ποτέ όταν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι στο σπίτι. Ήταν τελείως διαφορετικός τα σπάνια Σαββατοκύριακα που ερχόταν εδώ μόνος του. Όταν ήταν μόνο οι δυο τους. Αν και φυσικά εκείνος δεν το έβλεπε έτσι. Πιθανότατα ένιωθε ότι ήταν μόνος του, αφού εκείνη εκπληρούσε παρόμοια αποστολή με τον ανώνυμο ταχυδρόμο ή τον κηπουρό που κλάδευε τους θάμνους και κούρευε το γκαζόν. «Το έσκασε με τον ιπποκόμο! Αστειεύεσαι». Η κραυγή της Κάθριν έφερε την Άννι πίσω στο παρόν. «Εγώ νόμιζα ότι μόνο στα βιβλία συνέβαιναν αυτά. Πάω στοίχημα ότι το μετάνιωσε». «Λοιπόν». Η Βίκι έφτιαξε τα μαλλιά της. «Ο άντρας που επρόκειτο να παντρευτεί, ο Τέμπερανς Ντράμοντ, προσπάθησε να συλλάβει τον ιπποκόμο για κλοπή». «Της αρραβωνιαστικιάς του;» Ο Σινκλέρ ανασήκωσε ερωτηματικά το φρύδι του. «Του αλόγου και της άμαξας του. Ο ιπποκόμος ανήκε στο προσωπικό της από το Κονέτικατ, αλλά το έσκασε με τη μελλόνυμφη με την άμαξα του Ντράμοντ».


JENNIFER LEWIS

79

«Τη βρήκαν;» Η Κάθριν φαινόταν συνεπαρμένη. «Όχι. Τουλάχιστον εγώ δεν μπόρεσα να βρω τέτοια μαρτυρία. Εξαφανίστηκαν το 1863 και κανείς δεν τους ξαναείδε ποτέ. Ή τουλάχιστον όχι εδώ». Στράφηκε στον Σινκλέρ με το ένα φρύδι ανασηκωμένο. «Τι νομίζεις ότι τους συνέβη; Πήγαν δυτικά, μπήκαν σε κάποιο καραβάνι και πλούτισαν με τον πυρετό του χρυσού στην Καλιφόρνια;» «Ποιος ξέρει; Μπορεί και να πήγαν». Ο Σινκλέρ φαινόταν σκεφτικός. «Αν και δεν το νομίζω». «Τι λες εσύ, Άννι; Πιστεύεις ότι απόλαυσαν δεκαετίες ευτυχισμένου γάμου;» Η Αννι ανασήκωσε τους ώμους της. Η προσοχή της Βίκι την έκανε πάντοτε να νιώθει αμήχανα. Ήταν πολύ απρόβλεπτη. «Νομίζεις ότι άνθρωποι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα μπορούν να ζήσουν μαζί ευτυχισμένοι;» Η Άννι μαζεύτηκε. Κι ακόμη χειρότερα, το βλέμμα της στράφηκε άθελά της στον Σινκλέρ και συνάντησε το δικό του. Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Πάσχισε να βρει μια απάντηση, ελπίζοντας ότι κανείς δε θα πρόσεχε πόσο αναστατωμένη ήταν. «Δε βλέπω γιατί όχι. Εάν ταιριάζουν σε βασικά πράγματα». «Εγώ δεν είμαι σίγουρη». Η μητέρα του Σινκλέρ χάιδεψε το μαύρο τελείωμα του βιολετί φορέματος. «Νομίζω ότι κάποιος έχει περισσότερα κοινά με έναν άνθρωπο του δικού του κύκλου. Ο πατέρας του Σινκλέρ έλειπε πολύ καιρό και εγώ δεν ένιωσα ποτέ την παραμικρή επιθυμία να βγω με τον κηπουρό». Γέλασε σαν να της φαινόταν γελοία ακόμη και η ιδέα. Που ήταν. Η κηπουρός ήταν μία ψηλή και μυώδης γυναίκα είκοσι πέντε ετών. «Αν και θαυμάζω τους κοιλιακούς της όταν φοράει κοντά μπλουζάκια». Γέλασαν όλοι. Η Άννι χάρηκε που η δύσκολη στιγμή είχε περάσει. «Είναι υπέροχα φορέματα. Είναι κρίμα που δεν τα πήρε μαζί της». «Το ξέρω. Στ’ αλήθεια περίεργο. Ήταν μέρος της προίκας της.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

80

Ήταν όλα αμπαλαρισμένα στη σοφίτα, έτοιμα για το μήνα του μέλι- τος. Θα παντρεύονταν σε τρεις μέρες. Βρήκα την ιστορία στο ίντερνετ από το ημερολόγιο μιας γριάς κουτσομπόλας που ζούσε δίπλα τους». Η Βίκι στράφηκε στον Σινκλέρ. «Πρέπει να το διαβάσεις. Έχει πολλά να πει για τους προγόνους σου. Ο Τέμπερανς παντρεύτηκε πέντε φορές και οι γυναίκες του συνεχώς εξαφανίζονταν». Η Κάθριν ανατρίχιασε ελαφρά. «Η κατάρα. Ή ό,τι είναι τέλος πάντων. Οι Ντράμοντ δεν μπορούν ποτέ να βρουν ευτυχία. Αλλά εμείς θα το αλλάξουμε αυτό, έτσι ώστε ο Σινκλέρ να βρει την ευτυχία». Του χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο. Ο Σινκλέρ μόρφασε, βάζοντας τώρα τους αγκώνες του πάνω από το κεφάλι του στις δύο πλευρές της πόρτας. Η κίνηση αυτή αναδείκνυε τους δυνατούς μυς των μπράτσων του. Η Άννι προσπάθησε να αποστρέψει το βλέμμα της. «Θα φροντίσω να βρει την ευτυχία στο χορό, τουλάχιστον». Η Βίκι χάιδεψε ένα άλλο φουστάνι, από ροζ ταφτά και κορσάζ κεντημένο με πέρλες. «Δε θα δοκιμάσω κανένα απ’ αυτά τώρα όμως. Κάποια άλλη φορά. Είμαι σίγουρη ότι τουλάχιστον ένα απ’ αυτά θα μου κάνει χωρίς να χρειαστούν αλλαγές». «Πάμε να πιούμε καφέ», είπε ο Σινκλέρ δύσθυμα. Η Άννι χάρηκε που δε χρειάστηκε να βλέπει άλλο τη Βίκι να χαϊδεύει τα φορέματα. Δεν μπορούσε να τα θεωρεί δικά της, επειδή δεν ήταν, αλλά ένιωθε κτητικότητα μετά απ’ αυτό που είχε γίνει. «Θα πας σ’ αυτό το πάρτι, Άννι». Ο ψίθυρος της Βίκι γλίστρησε στο αυτί της καθώς η ψηλότερη γυναίκα την προσπέρασε στο διάδρομο. «Τι;» Η Άννι πάγωσε. Αλλά η Βίκι είχε ήδη εξαφανιστεί στο καθιστικό με την Κάθριν και μιλούσαν για κάτι άλλο.


JENNIFER LEWIS

81

6

«ΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ». Η Άννι κοίταξε την Κάθριν και τη Βίκι πάνω από το σωρό με το φρέσκο αρακά που καθάριζε για το δείπνο της Κάθριν. Ήταν πέντε το απόγευμα και η Βίκι θα έπρεπε να είχε ντυθεί για το χορό. «Άσε με να μαντέψω, δεν έχεις τίποτα να φορέσεις». Η Βίκι σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της. «Όχι μόνο αυτό. Δεν είμαι καλεσμένη και δεν...» Δίστασε, γιατί δεν ήθελε να το πει δυνατά. «Δεν ανήκεις εκεί;» ρώτησε η Κάθριν. «Ανοησίες. Ένα πάρτι είναι και θα υπάρχουν πάνω από πεντακόσια άτομα. Ο Σινκλέρ δεν μπορεί να πάει μόνος του, γιατί όλοι θα είναι σε ζευγάρια και έχουν ετοιμάσει πολλές ρομαντικές δραστηριότητες». Τα μάτια της Άννι άνοιξαν διάπλατα. Ρομαντικές δραστηριότητες; Προσπαθούσε πράγματι η μητέρα του Σινκλέρ να τους φέρει κοντά; «Φυσικά εσύ κι ο Σινκλέρ δε θα κάνετε τίποτα ρομαντικό». Γέλασε με αυτή την εξωφρενική ιδέα. Αυτό τουλάχιστον απαντούσε στη μία ερώτηση. «Αλλά είμαι σίγουρη ότι θα περάσετε καλά. Το ξέρω ότι θα αρνηθεί να πάει αν δεν του ζητήσω να συνοδεύσει κάποια και, εξάλλου, γιατί να μην πάει και η Σταχτοπούτα στο χορό για μια φορά;» Γέλασε και πάλι, προφανώς χαρούμενη με την ιδέα που της είχε έρθει στο μυαλό. Στράφηκε στη Βίκι. «Χρειάζεσαι κι άλλη ασπιρίνη, καλή μου;» «Πιθανότατα. Μάλλον πρέπει να πάρω όλο το μπουκάλι». Η Βίκι παραπονιόταν ότι είχε πονοκέφαλο από το μεσημέρι.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

82

«Αλλά πάλι, όταν με πιάνουν αυτές οι ημικρανίες, τίποτα δε βοηθάει. Είμαι εκτός λειτουργίας για την υπόλοιπη μέρα». «Καημενούλα μου! Γιατί δεν πας να ξαπλώσεις;» «Α, όχι», βιάστηκε να πει η Βίκι κι ύστερα κράτησε το κεφάλι της. «Θα σταματήσω τουλάχιστον να σκέφτομαι τον πόνο, αν βοηθήσω την Άννι να γίνει όμορφη». Έριξε ένα χαμόγελο στην Άννι, που δημιούργησε μέσα της ένα τελείως διαφορετικό είδος πόνου. Γιατί η Βίκι προσπαθούσε τόσο σκληρά να την εξευτελίσει; «Πραγματικά δε νομίζω ότι είναι και τόσο καλή ιδέα». Η Άννι ευχήθηκε να μπορούσε να είναι πιο κοφτή. Σίγουρα το να πάει σε ένα μεγάλο πάρτι δεν μπορεί να συγκαταλεγόταν στα καθήκοντα της οικονόμου. «Είμαι σίγουρη ότι ο Σινκλέρ θα προτιμούσε να πάει μόνος του». Ήξερε ότι αυτό ήταν αλήθεια. Ήθελε να υποκριθεί ότι δεν την είχε φιλήσει ποτέ. Ότι ποτέ δεν έκαναν τρελό, αναπάντεχο έρωτα και ότι εκείνος δεν βογκούσε παθιασμένα στο αυτί της. Πικρή απογοήτευση την κατέκλυσε και πάλι. «Ανοησίες. Και θα το απολαύσεις, Άννι», επέμεινε η Κάθριν. «Θα είναι το πάρτι του καλοκαιριού. Θα ξοδέψουν τουλάχιστον δύο εκατομμύρια γι’ αυτό. Σκέψου το σαν εμπειρία, ή μάλλον σαν περιπέτεια. Τώρα πρέπει να σου βρούμε ένα φόρεμα. Νομίζω ότι έχω ένα Ζανγκ Τόι που μου είναι λίγο μεγάλο...» «Δε θα το χρειαστούμε αυτό». Η Βίκι τύλιξε κτητικά το χέρι της γύρω από την Άννι, που τραβήχτηκε μακριά της. «Μπορεί να φορέσει ένα από τα φορέματα της προίκας». Η Κάθριν κοίταξε με αμφιβολία τη μέση της Άννι, η οποία ασυναίσθητα ρούφηξε την κοιλιά της. «Δεν είμαι σίγουρη ότι θα της κάνουν». «Υποθέτω ότι η Άννι είναι πολύ πιο αδύνατη απ’ ό,τι μας αφήνουν να καταλάβουμε τα ρούχα που φορά. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά». Η Βίκι βγήκε αποφασιστικά στο διάδρομο, με την Κάθριν ξοπίσω της, αναγκάζοντας την Άννι να τις


JENNIFER LEWIS

83

ακολουθήσει. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί την έκφραση στο πρόσωπο του Σινκλέρ όταν θα την πήγαιναν μπροστά του ντυμένη με ένα από αυτά τα φορέματα που δημιούργησαν τόσα προβλήματα. Θα αηδίαζε. Μπορεί και να νόμιζε ότι ήταν δική της ιδέα. Κάποιο πονηρό σχέδιο για να τον ξεμυαλίσει. Μπορεί να αρνιόταν να πάει. «Νομίζω ότι το ασημόγκριζο θα πηγαίνει με το δέρμα της». Το ασημόγκριζο πήγαινε με το παντζάρι; Η Άννι απέφυγε να κοιτάξει τον τεράστιο καθρέφτη μπροστά στην γκαρνταρόμπα. Η Βίκι κράτησε ψηλά το μακρύ φουστάνι με το χαμηλό ντεκολτέ και την τεράστια φούστα. «Φυσικά, τότε το φορούσαν με κρινολίνο κι ένα σωρό μισοφόρια, αλλά εσύ θα τα γλιτώσεις αυτά. Ειδικά αφού δεν έχουμε. Θα περιμένουμε έξω μέχρι να το φορέσεις». Η Αννι ήτανε ευγνώμων για αυτή τη διακριτικότητα. Έβγαλε το πουκάμισο και το παντελόνι της τρέμοντας. Εάν αυτό δεν της έκανε, θα την έβαζαν να δοκιμάσει άλλο και ύστερα άλλο. Στη χειρότερη περίπτωση, θα κατέληγε στο μπλε φόρεμα που είχε βάλει ήδη, και οι δύο γυναίκες θα αναρωτιόνταν γιατί ήταν τόσο τσαλακωμένο. Το φόρεμα ήταν αρκετά βαρύ, με μπανέλες στη μέση και ατέλειωτα μέτρα από ακριβό μετάξι. Τα κοντά, φουσκωτά μανίκια αγκάλιαζαν τα χέρια της αρκετά σφιχτά, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να κουμπώσει μόνη της τα κουμπιά της πλάτης. «Εεε...» «Χρειάζεσαι βοήθεια;» Η Βίκι ήταν έξω απ’ την πόρτα. Την άνοιξε χωρίς πρόσκληση. «Αυτό μάλιστα!» Η Άννι είχε κοκκινίσει κάτω από τα εξεταστικά τους βλέμματα. «Πρέπει να φαίνομαι πολύ γελοία». «Ανοησίες. Είσαι υπέροχη». Η Κάθριν συνοφρυώθηκε. «Τι θα κάνουμε με τα μαλλιά της;» Τα μάτια της εξέτασαν την Άννι σαν να ήταν κούκλα. «Πρέπει να τα πιάσει ψηλά». Η Βίκι την κοίταξε. «Έχω


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

84

τσιμπιδάκια και λακ στο δωμάτιό μου. Και σκουλαρίκια». Της κούμπωσαν το φόρεμα, το οποίο της ταίριαζε σχεδόν τέλεια. Το κορσάζ αγκάλιαζε το ντεκολτέ της με έναν προκλητικό αλλά κολακευτικό τρόπο, ειδικά όταν η Κάθριν την έπεισε να βγάλει το σουτιέν της. Η Βίκι της χτένισε τα μαλλιά, αφήνοντας μικρές μπούκλες να πέφτουν στους κροτάφους της, και η Κάθριν της δάνεισε ένα ζευγάρι μπαλαρίνες. «Δεν είμαι ντυμένη υπερβολικά καλά;» Η μεταξωτή φούστα έπεφτε μέχρι το πάτωμα. «Μία κυρία δεν είναι ποτέ υπερβολικά ντυμένη». Η Κάθριν την κοίταξε επιδοκιμαστικά. «Ειδικά όταν είναι τόσο όμορφη. Θεέ μου, δε θα μάντευα ποτέ ότι έχεις τόσο όμορφη σιλουέτα. Θα πρέπει να την επιδεικνύεις περισσότερο». Τέλεια. Τώρα θα της έπαιρναν και στολή καμαριέρας για να κάνει τη δουλειά της. «Καλύτερα να σιγουρευτούμε ότι και ο Σινκλέρ είναι εμφανίσιμος». Η Βίκι κοίταξε προς την πόρτα. «Α, μην ανησυχείς για εκείνον. Είναι πάντα εμφανίσιμος. Πράγμα άδικο. Και ούτε ξέρω πώς μένει τόσο μαυρισμένος, αφού όλη την ώρα το πρόσωπό του είναι χωμένο στο λάπτοπ», είπε η Κάθριν. «Υποπτεύομαι ότι ο Σινκλέρ έχει κρυφή ζωή». Η Βίκι έκλεισε το μάτι στην Άννι, η οποία προσποιήθηκε ότι δεν το είδε. «Κάνει ηλιοθεραπεία;» «Τρέχει στην παραλία με τον άνεμο στα μαλλιά του». Η Βίκι γέλασε. «Έχω την εντύπωση ότι οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν μόνο ένα μικρό κομμάτι από τον πραγματικό Σινκλέρ». «Χμμ...» Η Κάθριν έμοιαζε δύσπιστη. «Αρκεί τουλάχιστον τα άλλα κομμάτια να φροντίσουν να μου χαρίσουν εγγόνια πριν γεράσω. Δεν ξέρει ότι θα πάει με την Άννι τελικά, έτσι δεν είναι;» «Δεν του είπα λέξη. Νομίζω ότι πρέπει να το κρατήσουμε


JENNIFER LEWIS

85

μυστικό μέχρι την τελευταία στιγμή, και τότε να του κάνουμε την έκπληξη». Η Άννι μόρφασε, αλλά είχε εδώ και ώρα παραιτηθεί από την προσπάθεια να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φανεί γενναία. *** Τρεις ώρες αργότερα, ο ήχος των βημάτων του Σινκλέρ στα σκαλιά έκανε το στομάχι της να σφιχτεί κόμπος. Ήταν κλεισμένος στο δωμάτιό του από το μεσημέρι και δούλευε. Δεν είχε μάθει για τον υποτιθέμενο πονοκέφαλο της Βίκι. Ούτε ότι επρόκειτο να δει την οικονόμο του ντυμένη σαν πριγκίπισσα. «Έλα, στάσου εδώ. Ανυπομονώ να δω την έκφρασή του». Η Βίκι την έστησε στη γωνία μεταξύ του καθιστικού και της εισόδου. Η Άννι ευχήθηκε να μπορούσε να τον προειδοποιήσει με κάποιο τρόπο. Τι έκφραση θα έβλεπαν όλοι στο πρόσωπό του; Τρόμο, μάλλον. Και μετά αηδία. «Σινκλέρ, αγάπη μου, έλα στο καθιστικό για ένα ποτό πριν φύγεις». Η μητέρα του έκλεισε το μάτι στην Άννι. «Είναι έτοιμη η Βίκι;» Ο ανήσυχος τόνος του αντήχησε στο σπίτι συγχρόνως με τα βήματά του στο ξύλινο πάτωμα. «Όχι ακριβώς». Η Βίκι σταύρωσε τα χέρια της και φάνηκε μουτρωμένη. Έφερε το δάχτυλο στα χείλη της κάνοντας νόημα στην Αννι να παραμείνει σιωπηλή. Η Άννι ευχήθηκε να μπορούσε να κρυφτεί πίσω απ’ τον καναπέ. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά ολοένα και πιο γρήγορα καθώς πλησίαζαν τα βήματα του Σινκλέρ. Μέχρι να φτάσει στην πόρτα, η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, που φοβήθηκε ότι θα έσπαζε. «Έλα, Σινκλέρ». Η φωνή της μητέρας του ακούστηκε από το διάδρομο. «Γιατί φέρεστε όλοι τόσο περίεργα;» Η βαθιά φωνή του έστειλε ένα ρίγος προσμονής ανάμεικτο με φόβο στο σώμα της. Έστριψε απ’ τη γωνία και σήκωσε στο βλέμμα του... σ’ εκείνη.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

86

Παγωμένη και ανίκανη να σκεφτεί οτιδήποτε, πόσο μάλλον να μιλήσει, παρακολούθησε την αντίδρασή του. Κατάπληξη, σίγουρα. Δυσπιστία. Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο καθώς εξέταζε τα μαλλιά της, τα σκουλαρίκια της, το διακριτικό μακιγιάζ που της είχε κάνει επιμελώς η Βίκι. Ύστερα το βλέμμα του κατέβηκε στο μπούστο και στη συνέχεια στη στενή μέση του φορέματος. Τα στήθη της φούσκωσαν μέσα στο στενό ντεκολτέ, αντιδρώντας στον πόθο που άστραψε στα μάτια του. Ή μήπως ήταν πανικός; «Άννι, είσαι πανέμορφη». Το κομπλιμέντο του ακούστηκε ήρεμο, σαν να περίμενε να τη βρει εκεί ντυμένη για το πάρτι. «Η Βίκι δε νιώθει καλά», βιάστηκε να εξηγήσει. «Και δεν πίστευαν ότι θα πήγαινες αν ήσουν μόνος σου, οπότε επέμεναν ότι εγώ...» Ήθελε να του εξηγήσει ότι δεν ήταν δική της ιδέα. «Η Βίκι χάνει, εγώ κερδίζω». Η έκφρασή του ήταν αδιαπέραστη. Θύμισε στον εαυτό της ότι ήταν απλά μια ευγενική απάντηση, κάτι που μπορεί να έλεγε σε μια φίλη της μητέρας του. Χωρίς αμφιβολία, δεν ήθελε να καταλάβουν οι άλλοι τον τρόμο του ή να υποψιαστούν ότι είχε κάποιο λόγο να αισθάνεται άβολα να πάει μαζί της. Πέρα από τον προφανή λόγο, ότι εκείνη έπρεπε να γυαλίζει τα έπιπλα και όχι να χορεύει με το αφεντικό. «Ήταν κρίμα να χαθεί η πρόσκληση». Η Κάθριν αφαίρεσε έναν ανύπαρκτο κόκκο σκόνης από το άψογο σμόκιν του. «Και γιατί να μη διασκεδάσει λίγο και η Άννι για μια φορά; Θα φροντίσεις να περάσει καλά, έτσι δεν είναι;» «Φυσικά». Δεν έλεγε να πάρει τα μάτια του από την Άννι. «Θα είναι ευχαρίστησή μου». Υπήρχε ένας περίεργος τόνος στη φωνή του. Λυπάμαι. Προσπάθησε να του το πει με τα μάτια της. Ο Σινκλέρ θα πρέπει να μισούσε την προοπτική να περάσει το βράδυ μαζί της. Μπορεί να νόμιζε ότι εκείνη θα προσπαθούσε να ξανανάψει τη σπίθα του πόθου που τους είχε κάψει και τους δύο τόσο πολύ.


JENNIFER LEWIS

87

«Γιατί δεν πίνουμε ένα τζιν με τόνικ;» Η Βίκι κινήθηκε προς το μπαρ με τα ποτά. «Όχι, ευχαριστώ». Ο Σινκλέρ και η Άννι μίλησαν συγχρόνως. Ακολούθησε μια στιγμή αμήχανης σιωπής και μετά ένα νευρικό γέλιο. «Μάλλον πρέπει να πηγαίνουμε», είπε εκείνος. Πιθανότατα ήθελε να φύγει από κει μέσα και να τελειώνει μ’ αυτό το θέατρο το συντομότερο δυνατό. Η Άννι μάζεψε την εντυπωσιακή φούστα της. Φοβόταν μην την πατήσει και πέσει φαρδιά πλατιά κάτω. Κατευθύνθηκε προς την πλαϊνή πόρτα, της κουζίνας, αλλά η Κάθριν άνοιξε την κεντρική είσοδο που σπάνια χρησιμοποιούσαν. «Απόψε θα φύγετε από δω. Είσαι υπερβολικά όμορφη για να φύγεις σαν τον κλέφτη από την πίσω πόρτα». Τώρα δηλαδή θα έπρεπε να καταφέρει να κατέβει και τα πέτρινα σκαλοπάτια και μία εξίσου επικίνδυνη επικλινή ράμπα. Σχεδόν είχε λουστεί στον ιδρώτα μέχρι να φτάσουν στο αυτοκίνητο. Η μαύρη BMW του Σινκλέρ έλαμπε στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που περνούσαν από τον ψηλό φράχτη. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί, όταν πρόσεξε ότι υπήρχε μια ασημί Μπέντλεϊ παρκαρισμένη λίγο πιο κει. «Θα μας πάει οδηγός στο πάρτι». Μίλησε ήρεμα. «Η μητέρα είναι πολύ προσεκτική με την οδήγηση και την κατανάλωση αλκοόλ». Ένας οδηγός με στολή εμφανίστηκε και τους άνοιξε τις πίσω πόρτες του αυτοκινήτου. Η Άννι στενοχωρήθηκε όταν διαπίστωσε ότι δε θα ήταν μόνοι τους, ώστε να μπορέσει να του πει ότι δεν είχε καμία σχέση με όλη αυτή τη μασκαράτα. Κατάφερε να μπει στο αυτοκίνητο, τραβώντας τη μακριά φούστα της και τακτοποιώντας τη γύρω από τα πόδια της. Ο Σινκλέρ μπήκε από την άλλη μεριά και κάθισε δίπλα της. Το πίσω κάθισμα ήταν τόσο φαρδύ που υπήρχε χώρος και για τρίτο άτομο ανάμεσά τους, αλλά ο χώρος γρήγορα γέμισε ένταση. Ο οδηγός κάθισε στη θέση του και έβαλε μπροστά τη μηχανή, πριν αρχίσει να μιλά με τη βαριά προφορά του Μπρούκλιν. «Θα σας περιμένω απόψε, οπότε μπορείτε να φύγετε ό,τι ώρα


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

88

θέλετε. Απ’ ό,τι άκουσα στο γκαράζ, θα είναι μεγάλο πάρτι. Όλοι ήθελαν λιμουζίνα. Θα μπορούσαμε να είχαμε νοικιάσει το αυτοκίνητο τρεις φορές». Η Άννι φαντάστηκε τους ανθρώπους να τρέχουν να νοικιάσουν τεράστιες λιμουζίνες πριν εξαντληθούν. Ποιος το ’ξερε ότι υπήρχαν τέτοια προβλήματα; Ο Σινκλέρ της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα. Μάλλον αναρωτιόταν γιατί ήταν εκείνη εκεί και όχι η Βίκι. «Η Βίκι παραπονιόταν από το μεσημέρι ότι είχε ημικρανία». Ένιωθε την ανάγκη να του το εξηγήσει με τρόπο, χωρίς να αποκαλύψει πολλά στον ομιλητικό οδηγό τους. «Φαινόταν να θέλει πραγματικά να έρθω εγώ». «Δεν έχει πάθει ποτέ τίποτα τόσα χρόνια που την ξέρω». Την κοίταξε κατάματα. Η αναπνοή της πιάστηκε από τη θέρμη των σκούρων ματιών του. «Υποθέτω ότι είχε κάποιον απώτερο σκοπό». «Το σκέφτηκα κι εγώ αυτό». Χάιδεψε το κέντημα στη μέση της. «Όλο αυτό ήταν δική της ιδέα». «Δε με εκπλήσσει καθόλου». Η Άννι δίστασε. Ήταν δύσκολο να είναι διακριτική και ειλικρινής συγχρόνως. Αλλά καιγόταν να μάθει μήπως ο Σινκλέρ είχε αστειευτεί με τη Βίκι για την... ατυχή περιπέτειά τους. «Εγώ δεν της έχω πει τίποτα, ξέρεις». Εκείνος συνοφρυώθηκε για μια στιγμή. «Φυσικά και δεν της είπες». Περίμενε ότι θα της έλεγε κάτι περισσότερο, αλλά έμεινε σιωπηλός. «Έχει τη δική της ατζέντα. Ίσως να προσπαθεί να αποφύγει κάποιον που είναι εκεί». Η Άννι κούνησε το κεφάλι της. «Ίσως». Δεν μπορούσε να καταλάβει καθόλου τη Βίκι, αλλά, αν την πείραζε επειδή της άρεσε ο Σινκλέρ, δε θα ξαφνιαζόταν καθόλου εάν είχε κάνει το ίδιο και με τον Σινκλέρ. Προφανώς όμως εκείνος δεν είχε σκοπό να της αποκαλύψει τίποτα. Ήταν απίστευτα όμορφος με το σμόκιν του. Το καλοσιδερωμένο κάτασπρο πουκάμισο τόνιζε τις αδρές,


JENNIFER LEWIS

89

ηλιοκαμένες γραμμές του προσώπου του. Ήθελε να μπορούσε να τον κοιτάζει συνέχεια, αλλά έπρεπε να αρκεστεί σε πλάγιες ματιές. Αποτόλμησε άλλο ένα βλέμμα, απολαμβάνοντας το θέαμα των φαρδιών ώμων του πάνω στο πολυτελές δερμάτινο κάθισμα του αυτοκινήτου. «Η μητέρα σου φαίνεται καλύτερα μέρα με τη μέρα». «Ναι, δόξα τω Θεώ. Πραγματικά φαίνεται να συνέρχεται. Οι γιατροί όμως είπαν ότι χρειάζονται μήνες μέχρι να αναρρώσει τελείως. Το συκώτι και τα νεφρά της παρουσίασαν προβλήματα και το ανοσοποιητικό της ήταν πολύ πεσμένο. Είναι πολύ τυχερή που ζει ακόμη. Αυτή η υπόθεση με το κύπελλο την κρατά στο σπίτι, πράγμα που είναι καλό. Συνήθως θέλει να ταξιδεύει συνεχώς, κάτι που οι γιατροί έχουν απαγορεύσει μέχρι να ανακτήσει τις δυνάμεις της. Είμαι σίγουρος ότι αυτός είναι ο μόνος λόγος που δεν είναι ήδη στη Σκοτία για να εισβάλει στον πύργο του Ντράμοντ που ζει εκεί». Η Άννι γέλασε. «Δεν μπορώ να το πιστέψω πόσα υπάρχουν σ’ αυτή τη σοφίτα. Χρειάζεται μια ζωή ολόκληρη για να τα ψάξεις». Έριξε μια ματιά στον οδηγό. Μπορεί να μην ήταν ασφαλές να αποκαλύπτει τέτοια πράγματα μπροστά σ’ έναν άγνωστο. «Αυτό είναι καλό. Θα κρατήσει τη μητέρα μου ασφαλή στο Ντογκ Χάρμπορ για περισσότερο καιρό». Το χαμόγελό του έστειλε ένα κύμα ζεστασιάς στην καρδιά της. Ακούμπησε την παλάμη του στο μαλακό κάθισμα και η Άννι τη φαντάστηκε για μια στιγμή ν’ ακουμπά στο μηρό της, έτσι όπως ήταν κρυμμένος κάτω από τη μεταξωτή φούστα. «Είναι φοβερά παράξενο το πόσο τέλεια σου πηγαίνει αυτό το φόρεμα. Σχεδόν σαν να φτιάχτηκε για σένα». «Περίεργο, ε; Η αρχική ιδιοκτήτρια θα πρέπει να φορούσε ένα εκατομμύριο διαφορετικά εσώρουχα για να πετύχει αυτό το σχήμα. Εγώ απλά έχω λεπτή μέση». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δε μου φαίνεται σωστό να φοράω κάτι που είναι στην


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

90

πραγματικότητα αντί-κα. Μπορεί να καταστρέψω το ύφασμα. Αλλά η Βίκι επέμεινε ότι τα ρούχα είναι για να τα φοράς, όχι για να τα φυλάς σε κουτιά. Και είναι έμπορος αντικών, οπότε υποθέτω ότι ξέρει τι λέει». Τουλάχιστον δεν προσπαθούσε να τα κλέψει και να τα πουλήσει στο ebay. «Συμφωνώ. Και μπορεί να ήταν πράγματι φτιαγμένο για σένα, εάν οι αόρατες δυνάμεις του σύμπαντος που η μητέρα μου αγαπά τόσο πολύ υπάρχουν πράγματι». Το σκούρο βλέμμα του ξύπνησε ένα περίεργο ρίγος συγκίνησης μέσα της. Αυτές οι μυστηριώδεις δυνάμεις είχαν ρίξει τον ένα στην αγκαλιά του άλλου; Μπορεί να ήταν γραφτό να είναι μαζί και η Βίκι να ήταν μία έξυπνα μεταμφιεσμένη νονά που συνωμοτούσε υπέρ της για να μπορέσει να πάει στο χορό με τον πρίγκιπά της. Πράγμα που σήμαινε ότι η Μπέντλεϊ θα μετατρεπόταν σε κολοκύθα τα μεσάνυχτα. «Γιατί γελάς;» «Δεν ξέρω. Προσπαθώ να διαλύσω την ένταση». Έριξε ένα βλέμμα στον οδηγό και αναρωτήθηκε αν θα μεταμορφωνόταν σε ποντίκι με την κίνηση κάποιου μαγικού χεριού. Δεν ήθελε να ξέρει ότι δε θα έπρεπε να είναι εκεί. Για εκείνον, ήταν κάποια πλούσια κληρονόμος που είχε βγει ραντεβού με τον πλούσιο εργένη Σινκλέρ Ντράμοντ. Πώς θα τη σύστηνε στον κόσμο; Αυτή είναι η Αννι Σάλιβαν, η οικονόμος μου; Μάλλον δε θα ακουγόταν καλά. Αυτή είναι η Αννι, μια παλιά μου φίλη; Να σας συστήσω την Αννι, τον έρωτα της ζωής μου; Συγκρότησε με κόπο ένα καινούριο κύμα γέλιου. Το ότι ήταν τόσο κοντά του της προκαλούσε ταραχή. Η φούστα της ήταν απλωμένη μέχρι το μπατζάκι του παντελονιού του, χαϊδεύοντας το γοφό του. Τα δάχτυλά της πονούσαν από την επιθυμία να κάνουν το ίδιο. Φαινόταν τόσο ήρεμος και χαλαρός. Μήπως ήταν χαρούμενος που ήταν μαζί της; Μπορεί να το είχε σχεδιάσει εκείνος κρυφά όλο αυτό, με τη Βίκι συνένοχο, ώστε να την πάρει στο χορό μαζί του χωρίς να ταράξει τη μητέρα του;


JENNIFER LEWIS

91

Μια ματιά στο ήρεμο προφίλ του, καθώς κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο, έβγαλε αυτή την ιδέα απ’ το μυαλό της. Μάλλον θα προτιμούσε να είναι οπουδήποτε αλλού παρά εκεί μαζί της. Δεν είχε απαντήσει στο σχόλιό της για την ένταση μεταξύ τους, ίσως γιατί προτιμούσε την ένταση από την ήρεμη συντροφικότητα. Έπρεπε να παραμείνει συγκεντρωμένη στο να περάσει το βράδυ με το λιγότερο δυνατό εξευτελισμό και πόνο, και αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να κρύψει τελείως τα συναισθήματά της. Έφτασαν στην παραλιακή έπαυλη σε λιγότερο από δέκα λεπτά, και η Μπέντλεϊ σταμάτησε στο ημικυκλικό δρομάκι μπροστά στην είσοδο, όπου μία σειρά από άλλα αυτοκίνητα άφηναν τους επιβάτες τους. Περίτεχνος φωτισμός φώτιζε το χώρο και έκανε τις κομψές τουαλέτες και τα αστραφτερά χαμόγελα των καλεσμένων να λάμπουν γύρω τους. Ο οδηγός βοήθησε την Άννι να βγει από το αυτοκίνητο κι εκείνη τον ευχαρίστησε. Ο Σινκλέρ έκανε το γύρο του αυτοκινήτου και την έπιασε αγκαζέ. Αισθάνθηκε πανικό έχοντας τον τόσο κοντά της. Τι θα γινόταν αν δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να τυλίξει τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του και να τον φιλήσει; Η εμπειρία τής είχε αποδείξει ότι η παρουσία του την έκανε να χάνει τελείως το μυαλό της. «Μην είσαι νευρική. Είναι όλοι άνθρωποι κάτω από αυτά τα τρελά ρούχα». Ο βραχνός ψίθυρος του Σινκλέρ στο αυτί της την ξάφνιασε κι ύστερα την έκανε να γελάσει. Τι γλυκό εκ μέρους του να την κάνει να χαλαρώσει! «Ξέρεις, είναι πιθανόν να έχω το πιο τρελό ρούχο εδώ πέρα». Το τεράστιο, ανοιχτόχρωμο φόρεμά της ξεχώριζε ανάμεσα στα πολλά στενά σκούρα φορέματα. Ο Σινκλέρ σταμάτησε και την κοίταξε για μια στιγμή σαν να αναρωτιόταν αν αυτό ήταν αλήθεια. Έρχονταν συνεχώς καινούρια αυτοκίνητα και γύρω τους κυκλοφορούσαν πάρα πολλοί καλεσμένοι. «Είσαι η πιο εντυπωσιακή γυναίκα εδώ πέρα και είσαι απίστευτα όμορφη μ’ αυτό το φουστάνι».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

92

Ο ψίθυρος από τις συζητήσεις και το βουητό από τις μηχανές ξεθώριασαν καθώς τα λόγια του κυρίευσαν το μυαλό της. Το είχε πει στ’ αλήθεια αυτό ή το είχε φανταστεί; Τα σκούρα μάτια του έμειναν καρφωμένα στα δικά της ένα δευτερόλεπτο περισσότερο, κλέβοντας και την τελευταία της ανάσα. Για μια στιγμή νόμισε ότι θα λιποθυμούσε. «Σινκλέρ, αγάπη μου!» Η πραγματικότητα την ξύπνησε βίαια καθώς μία πολύ ψηλή ξανθιά γυναίκα τύλιξε τα χέρια της γύρω του. Χτύπησαν την Άννι, κάνοντάς τη σχεδόν να χάσει την ισορροπία της. «Και ο άντρας μου ανησυχούσε ότι δε θα ερχόσουν. Το ήξερα ότι θα μας τιμούσες με την υπέροχη παρουσία σου». Τον φίλησε και στα δύο μάγουλα. Η Άννι είχε μείνει να κοιτάζει σιωπηλή. «Και ποια είναι αυτή η δεσποσύνη που είναι στο μπράτσο σου απόψε;» Η ξανθιά κοίταξε την Άννι με τα τεράστια μπλε μάτια της. «Έχω τη χαρά να συνοδεύω την υπέροχη Άννι Σάλιβαν». «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, δεσποινίς Σάλιβαν». Η οικοδέσποινα κούνησε θερμά το χέρι της. «Μου φαίνεσαι γνωστή. Έχουμε ξανασυναντηθεί;» Η Άννι δίστασε. Μπορεί να είχε σερβίρει αυτή τη γυναίκα ή να της είχε πάρει το παλτό για να το κρεμάσει. Αλλά δεν ήταν σίγουρη. Αυτές οι πολύ πλούσιες ξανθές γυναίκες όλες φαίνονταν ίδιες μετά από λίγο. «Μπορεί». «Πηγαίνετε στο κιόσκι να πάρετε ένα ποτό. Οι τρελές εκδηλώσεις του Χένρι θα αρχίσουν σε λίγο, αλλά πρέπει να σας μεθύσουμε λίγο πρώτα». «Να ζήσετε, Τζέσικα». Ο Σινκλέρ χαμογέλασε. Ύστερα έπιασε και πάλι την Άννι από το μπράτσο και την οδήγησε στο μονοπάτι που φωτιζόταν από αναμμένα φαναράκια, προς το πίσω μέρος του σπιτιού. Ήχοι μουσικής ακούγονταν στον αέρα, ανακατεμένοι με χαρούμενα γέλια. «Είναι παλιά φίλη της μητέρας μου», μουρμούρισε ο Σινκλέρ όταν είχαν απομακρυνθεί αρκετά.


JENNIFER LEWIS

93

«Σ’ ευχαριστώ που δε με σύστησες ως οικονόμο σου. Αν και δεν ξέρω γιατί θα ήταν ντροπή, αφού αυτή είναι η δουλειά μου στο κάτω κάτω». «Δεν είσαι εδώ ως οικονόμος μου, αλλά ως συνοδός μου». Της έριξε ένα αινιγματικό βλέμμα. Δεν ήταν σίγουρη αν θα έπρεπε να το πάρει αυτό σοβαρά. Ήταν ένα ραντεβού με την Άννι που κυλίστηκε μαζί του στο κρεβάτι του ξενώνα, ή με την Άννι που είχε εντολή να προσποιείται ότι τίποτα δεν είχε συμβεί; Το χέρι του γύρω απ’ το δικό της έμοιαζε κτητικό, σαν να αναλάμβανε τον έλεγχο της κατάστασης, πράγμα για το οποίο εκείνη δεν είχε καμία αντίρηση. Ποτέ δεν είχε νιώσει ότι ο Σινκλέρ προσπαθούσε να την εκμεταλλευτεί. Τι κρίμα! Ένας σερβιτόρος τούς πλησίασε με ένα δίσκο γεμάτο με ποτήρια σαμπάνιας. Ο Σινκλέρ πήρε ένα και της το έδωσε. Το ποτήρι ήταν κρύο πάνω στην παλάμη της, σε πλήρη αντίθεση με το καυτό της δέρμα. Ο κόσμος γύρω τους είχε πλημμυρίσει την τεράστια βεράντα. Φανάρια κρεμασμένα από τα δέντρα φώτιζαν αρκετά ώστε να βλέπουν ο ένας τον άλλον, αλλά ο κήπος στο βάθος ήταν απολύτως σκοτεινός. Το άγνωστο. Μία ορχήστρα, κρυμμένη κάπου, άρχισε να παίζει ένα χορευτικό ρυθμό τζαζ. Ήπιε μια γουλιά σαμπάνια και οι φυσαλίδες γαργάλησαν τη γλώσσα της. Ο Σινκλέρ ήπιε μια μεγαλύτερη γουλιά απ’ το δικό του ποτό. Ο χαμηλός φωτισμός έπαιζε με τα αδρά χαρακτηριστικά του. Τα μάτια του έλαμπαν σκοτεινά και αδιαπέραστα, όταν την κοίταξε. «Δεν έχω ξαναδεί πιο λαμπερή γυναίκα, Άννι». Μίλησε ήρεμα, χωρίς ίχνος αστειότητας ή υπερβολής. Η Άννι ένιωσε ξαφνικά το φόρεμα να τη στενεύει, καθώς το στήθος της φούσκωσε. «Κι εγώ δε νομίζω ότι έχω δει πιο όμορφο άντρα», του ανταπέδωσε το κομπλιμέντο. Αλλά ο Σινκλέρ μάλλον δεν πρόσεξε τι του είπε. «Γιατί κρύβεις


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

94

την ομορφιά σου;» τη ρώτησε. «Δεν κρύβω τίποτα. Με βλέπεις κάθε μέρα, ή τουλάχιστον το κάνεις όταν είσαι σπίτι. Δε φοράω μάσκα. Αυτός είναι ο αληθινός εαυτός μου. Σήμερα είμαι απλά αυτή που η Βίκι στόλισε για το πάρτι». Ήπιε μια γουλιά απ’ τη σαμπάνια του. «Έχεις δίκιο, φυσικά. Και μάλιστα, νομίζω ότι είσαι ακόμη πιο όμορφη όταν δεν είσαι ντυμένη σαν πριγκίπισσα». Μόλις συνειδητοποίησε τα λόγια του, η ανάσα της πιάστηκε στο λαιμό της. «Είναι αναζωογονητικό να βλέπεις κάποια που δε φοβάται να είναι ο εαυτός της και να μην προσπαθεί να τονίσει κάτι που είναι ήδη υπέροχο». Η Άννι ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη. «Είμαι σίγουρη ότι οι τύποι στο Ελ-Ελ Μπιν θα χαρούν να το ακούσουν αυτό». Κατάφερε να χαμογελάσει. «Πάω στοίχημα ότι δε θα ήθελαν να σταματήσω να αγοράζω τα συνηθισμένα τζιν μου και βαμβακερά πουκάμισα». «Τότε είμαι μαζί τους. Μου αρέσει η αυθεντική Άννι». «Η μητέρα σου δεν πίστευε ότι θα μου κάνουν τα φορέματα. Νομίζω ότι τα ρούχα που φορώ συνήθως με κάνουν να φαίνομαι άχαρη». «Διαφωνώ κάθετα, αλλά από την άλλη πλευρά η αλήθεια είναι ότι αφήνουν κάποια πράγματα στη φαντασία». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Και μερικές εκπλήξεις για να ανακαλύψει κανείς». Τη φλέρταρε; Γιατί σίγουρα έμοιαζε με φλερτ, απ’ ό,τι μπορούσε να καταλάβει. «Νομίζω ότι έχεις ανακαλύψει τις περισσότερες εκπλήξεις που κρύβω». Ορίστε, το είπε. Καιγόταν να το πει όλο το απόγευμα. Δεν υπήρχε τρόπος να περάσει όλο το βράδυ προσποιούμενη ότι δεν είχε συμβεί ποτέ. «Πολύ αμφιβάλλω». Το βλέμμα του καρφώθηκε στο δικό της για λίγο, κάνοντας την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά. «Μάλιστα είμαι σίγουρος ότι μόλις έξυσα την επιφάνεια».


JENNIFER LEWIS

95

Η σιωπή βάρυνε από το υπονοούμενο ότι θα ήθελε να επιστρέφει για ένα ακόμη ταξίδι εξερεύνησης. Η Άννι κράτησε την ανάσα της, κάτι που δεν ήταν εύκολο με το στενό κορσάζ. Εκείνη ήταν σίγουρα πρόθυμη για ένα ταξίδι στις σκοτεινές και μυστηριώδεις πλευρές του Σινκλέρ, αλλά μόνο εάν δεν ήταν άλλο ένα ατύχημα. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα άντεχε να προσποιηθεί ξανά ότι τίποτα δεν είχε συμβεί. Από την άλλη, όμως, εάν ήταν αμοιβαία επιθυμητό και κοινά συμφωνημένο... Ήπιε τη σαμπάνια της και οι φυσαλίδες γαργάλησαν και πάλι την άκρη της γλώσσας της. «Τι είδους δραστηριότητες έχουν ετοιμάσει γι’ απόψε;» «Ανησυχείς;» Τα μάτια του άστραψαν παιχνιδιάρικα. «Λιγάκι. Ειδικά αφού μας θέλουν μισομεθυσμένους πριν ξεκινήσουμε. Αυτό ακούγεται μάλλον επικίνδυνο». «Υπόσχομαι να σε προστατεύσω». Σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε, κοιτάζοντας την έντονα. Μια αίσθηση κινδύνου πλανήθηκε στον αέρα. «Είναι πιθανόν να είσαι αυτός από τον οποίο πρέπει να προστατευτώ. Στο κάτω κάτω, δε χρειαστήκαμε και πολλή ενθάρρυνση εκείνη τη φορά». Το βλέμμα του σκοτείνιασε ελαφρά. «Αυτό είναι αλήθεια. Απόψε θα είμαι τζέντλεμαν κι ας με σκοτώσει». «Κρίμα». Το είπε με τόλμη, γιατί δεν ήθελε να νομίσει ότι δεν ενδιαφέρεται. Ή μπορεί να ήταν η σαμπάνια που την έκανε πιο τολμηρή. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα μάτια του, σχηματίζοντας τις ρυτίδες γέλιου που η Άννι έβρισκε τόσο αξιολάτρευτες. «Εάν δε θέλεις να φερθώ σαν τζέντλεμαν, είμαι σίγουρος ότι κι αυτό μπορούμε να το κανονίσουμε». «Ωραία. Γιατί νομίζω ότι προτιμώ ένα πιο τολμηρό παιχνίδι». Τώρα τον φλέρταρε. «Αλήθεια; Σ’ αυτή την περίπτωση άσε με να σου ξαναγεμίσω το ποτήρι, ώστε να μπορώ να σε εκμεταλλευτώ πιο εύκολα».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

96

Έκανε νόημα σ’ έναν σερβιτόρο, ο οποίος τους πλησίασε πρόθυμα. Πώς ήταν δυνατόν να έχει αδειάσει ήδη το μισό ποτήρι; «Σινκλέρ, πώς μου ξέφυγες; Σε περίμενα όλο το βράδυ». Μια ψηλή μελαχρινή εμφανίστηκε δίπλα τους από το πουθενά. «Η μητέρα σου μου είπε ότι θα είσαι εδώ το καλοκαίρι. Ελπίζω ότι θα βρεις χρόνο να πάμε κάπου με το καινούριο μου γιοτ». «Ντάρα, από δω η Άννι, Άννι, η Ντάρα». Η Άννι άπλωσε το χέρι της, ώστε μία τουλάχιστον από τις δύο να μη χαρακτηριστεί αγενής. Η Ντάρα ούτε που την είχε κοιτάξει. Τώρα απρόθυμα της έσφιξε χαλαρά την παλάμη. Τουλάχιστον η Άννι δεν την αναγνώρισε από κάποια συγκέντρωση στο σπίτι. «Θα είμαι πολύ απασχολημένος αυτό το καλοκαίρι. Η Άννι με έχει δεμένο χειροπόδαρα». Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, αλλά υπήρχε ένα αμυδρό υπονοούμενο στη φωνή του. Το στόμα της Ντάρα άνοιξε διάπλατα. «Αλήθεια;» Κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά την Άννι. «Καλά, αν αλλάξεις γνώμη...» Έκανε μεταβολή κι έφυγε, φανερά εκνευρισμένη. «Αυτό είχε πλάκα». Ο Σινκλέρ ήπιε μια γουλιά σαμπάνια και την κοίταξε εξεταστικά με μισόκλειστα μάτια. «Είσαι άτακτος». «Και μ’ αρέσει. Έλα να χορέψουμε». Δεν ήταν ερώτηση. Τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της και την παρέσυρε προς την ξύλινη πίστα που είχε στηθεί κάτω από μια κομψή τέντα στο γκαζόν. Κινήθηκαν ανάμεσα στο πλήθος των ανθρώπων που γελούσαν, μιλούσαν και έδωσαν τα ποτήρια τους στο σερβιτόρο για να ανέβουν στην πίστα, ακριβώς τη στιγμή που τελείωνε το τραγούδι. Η ορχήστρα ήταν μια τεράστια τζαζ μπάντα με μία καταπληκτική τραγουδίστρια. «Ω, Θεέ μου, αυτή είναι η Νάταλι Κόουλ;» «Πολύ πιθανόν». Γελώντας, η Άννι τον άφησε να την τραβήξει στην αγκαλιά του καθώς η τραγουδίστρια άρχισε ένα καινούριο κομμάτι που μιλούσε για ραγισμένες καρδιές. Ο Σινκλέρ τύλιξε το ένα του


JENNIFER LEWIS

97

χέρι γύρω της και με το άλλο κράτησε το δικό της. Τα πόδια της ακολούθησαν με ευκολία το ρυθμό του, σαν να ήξερε ήδη τα βήματα. Ο γλυκός ήχος του σαξόφωνου κύλησε μέσα της και την παρέσυρε στην πίστα, σαν να το έκανε αυτό κάθε μέρα. Ένιωθε το χαμόγελο που φώτιζε το πρόσωπό της, καθώς ο Σινκλέρ τη στριφογύριζε ανάμεσα στο πλήθος και το μακρύ φόρεμά της στροβιλιζόταν γύρω απ’ τα πόδια της. Τα μάτια του παρέμειναν καρφωμένα στα δικά της όλη την ώρα, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή της και προκαλώντας τη να αποστρέψει το βλέμμα της. Η αναπνοή της γινόταν ολοένα και πιο γρήγορη όσο ο ρυθμός του τραγουδιού επιταχυνόταν και άρχισαν να κινούνται με πιο τολμηρά βήματα. Τα μυώδη χέρια του Σινκλέρ την καθοδηγούσαν, την έκαναν να νιώθει ευκίνητη και αθλητική, σχεδόν ρευστή, να κινείται σε αρμονία με τη μουσική. Η τραγουδίστρια απηύθυνε μια παθιασμένη έκκληση στον εραστή της, παρακαλώντας τον να γυρίσει πίσω και να την κάνει να αισθανθεί ολόκληρη και πάλι. Η Άννι ένιωσε να κολυμπά στο κύμα της συγκίνησης που η φωνή της προκαλούσε στους χορευτές. Η καρδιά της έμοιαζε να χτυπά συγχρόνως με την τρομπέτα καθώς το τραγούδι έφτανε στο κρεσέντο και ο Σινκλέρ την κράτησε πιο σφιχτά στο στήθος του. Τα πρόσωπά τους ήρθαν πιο κοντά, τα βλέμματά τους έσμιξαν σε μια βουβή πρόκληση. Ήταν πιο ψηλός από εκείνη, αλλά εάν έσκυβε λίγο θα μπορούσε να τη φιλήσει κατευθείαν στα χείλη. Το στόμα της άρχισε να τρέμει από ανυπομονησία. Σίγουρα δε θα τη βασάνιζε έτσι αν δε σκόπευε να τη φιλήσει. Όλο της το σώμα είχε ζωντανέψει από τον πόθο της για εκείνον, οι θηλές της πίεζαν το σφιχτό ντεκολτέ του φορέματος της. Το τραγούδι τελείωσε με ένα ξαφνικό φινάλε κι εκείνη ακόμα περίμενε με αγωνία τα χείλη του ν αγγίξουν τα δικά της.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

98

7 ΑΛΛΑ δεν το έκανε. Τραβήχτηκε μακριά της, πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του και έριξε μια ματιά γύρω του. Η Άννι έμεινε να στέκεται εκεί κατάπληκτη. Η κίνηση είχε σταματήσει τόσο απότομα που αισθάνθηκε ξαφνικά σαν ψάρι έξω απ’ το νερό, ν’ αναρωτιέται τι είχε συμβεί. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της ξαφνιασμένη, έκανε ένα βήμα πίσω και προσπάθησε να ανακτήσει την ψυχραιμία της. Έπεσε πάνω σε κάποιον και αναγκάστηκε να γυρίσει για να ζητήσει συγνώμη. Όταν έστρεψε το κεφάλι της, ο Σινκλέρ κοιτούσε μακριά με ένα πρόσωπο σαν από γρανίτη. «Τι συμβαίνει;» Έπρεπε να πει κάτι, αν μη τι άλλο για να καθησυχάσει τον εαυτό της ότι δεν είχε χάσει τη μιλιά της. «Τίποτα», της απάντησε. Συνοφρυώθηκε. «Πάμε να πάρουμε λίγο αέρα». Ήταν δύσκολο να φανταστεί ότι δεν έπαιρναν ήδη αέρα, αφού ήταν έξω. Καθώς περπατούσαν πάνω στο γκαζόν, με καινούρια ποτήρια σαμπάνια στα χέρια, η Άννι συνειδητοποίησε ότι η «λίμνη» ήταν στην πραγματικότητα ο Πορθμός του Λονγκ Άιλαντ, που απλωνόταν μπροστά τους σαν αστραφτερό σεντόνι, με την πανσέληνο να αστράφτει πάνω στην επιφάνεια του νερού σαν τεράστιο χριστουγεννιάτικο στολίδι. «Λες να νοίκιασαν το φεγγάρι μαζί με την ορχήστρα;» τον ρώτησε. «Πολύ πιθανό». Κοίταξε πέρα απ’ το νερό. «Όσα και να πλήρωσαν, άξιζε τα λεφτά». Ήπιε λίγη σαμπάνια, μένοντας σιωπηλός για λίγο. Δεν έμοιαζε καθόλου χαλαρός. Η προσμονή για το φιλί που δεν ήρθε ποτέ είχε κάνει τους μυς της να σφιχτούν και το αίμα της να τρέχει πιο γρήγορα στις φλέβες της. Ένιωθε στην κόψη του ξυραφιού,


JENNIFER LEWIS

99

ξαναμμένη από προσμονή που δεν είχε εκτονωθεί, αλλά κι εκείνος έμοιαζε να νιώθει το ίδιο. Μήπως έπρεπε να του πει ότι δεν είχε μετανιώσει για εκείνο το ξέφρενο απόγευμα στο κρεβάτι; Γιατί αυτή τη στιγμή δεν το μετάνιωνε. Είχε ξυπνήσει μέσα της μια άγνωστη αισθησιακή πλευρά. «Ποιο είναι το όνειρό σου για τη ζωή, Άννι;» Γύρισε ξαφνικά προς το μέρος της, κοιτάζοντάς την κατάματα με όλη την ένταση του σκούρου βλέμματός του. Ήταν κάποιου είδους τεστ; Εάν έδινε λάθος απάντηση, θα έχανε πόντους στην εκτίμησή του; «Να αποκτήσω το δικό μου σπίτι». Απάντησε με την καθαρή αλήθεια. Ήταν μικρό όνειρο και πολύ παραδοσιακό, αλλά είχε καθοδηγήσει τις αποφάσεις της από τότε που είχε φύγει από το σπίτι της στα είκοσι ένα της χρόνια. «Γιατί δεν αγοράζεις ένα;» τη ρώτησε. Γέλασε. «Γιατί κοστίζουν αρκετά λεφτά». «Έχεις έναν καλό μισθό». «Ναι, ζώντας στο δικό σου σπίτι και φροντίζοντάς το. Εάν μετακομίσω, θα μείνω χωρίς δουλειά». «Δηλαδή η δουλειά που έχεις στο σπίτι μου σε εμποδίζει να πραγματοποιήσεις το όνειρό σου;» «Κάθε άλλο. Μαζεύω χρήματα έτσι ώστε να μπορέσω να το αγοράσω όταν θα είμαι έτοιμη. Και έχω πολύ δρόμο μπροστά μου ακόμη, σε περίπτωση που ανησυχείς μήπως μείνουν ασφουγγάριστα τα πατώματά σου». Το είπε σαν αστείο, αλλά βγήκε σχεδόν σαν επίκριση. «Απλά είναι κάτι που ονειρευόμουν πάντα. Μεγάλωσα σε ένα μεγάλο σπίτι γεμάτο με κόσμο. Το σπίτι της γιαγιάς μου». Το δικό της Κονέτικατ ήταν πολύ διαφορετικό από το Κονέτικατ που είχε ζήσει εκείνος με την πρώτη του γυναίκα, τη Μίντι. Δεν υπήρχαν καταπράσινα γκαζόν ή επαύλεις εκατομμυρίων εκεί που ζούσε. Ήταν μία από τις πιο θλιβερές περιοχές της παλιάς βιομηχανικής πόλης. «Οι γονείς μου και η αδερφή μου μένουν ακόμη εκεί. Είναι κάτι σαν


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

100

παγίδα. Η αδερφή μου έφυγε όταν παντρεύτηκε και έκανε παιδί, αλλά τώρα έχει χωρίσει και μένει και πάλι εκεί. Ο πατέρας μου ζει με σύνταξη αναπηρίας εδώ και μία δεκαετία και βλέπει μόνο τηλεόραση. Θα μπορούσε να μιλήσει, αν ήθελε, αλλά προτιμά να κάθεται. Η μητέρα μου, από την άλλη, δουλεύει νύχτα μέρα μόνο και μόνο για να μην είναι στο σπίτι». Ανασήκωσε το φρύδι της. «Το ίδιο θα έκανα μάλλον κι εγώ, αν ήμουν ακόμη εκεί. Θέλω να έχω το δικό μου χώρο για να κάνω ό,τι μου αρέσει». «Και αυτός είναι ο μοναδικός σου στόχος;» Προφανώς αυτό δεν ήταν αρκετό για τον Σινκλέρ Ντράμοντ. Δεν ήταν καθόλου περίεργο, αν σκεφτεί κανείς τι είχε ήδη πετύχει στη ζωή του. «Σκέφτομαι και την καριέρα μου. Σκοπεύω να αρχίσω απογευματινά μαθήματα για διοίκηση επιχειρήσεων. Θα ήθελα να ανοίξω τη δική μου δουλειά κάποια στιγμή. Μπορεί ένα μαγαζί. Το να είμαι οικονόμος δεν έχει μεγάλο μέλλον τη σήμερον ημέρα». Του χαμογέλασε. «Υποθέτω ότι δεν είναι εύκολο να βρεις κάποιον με περισσότερα σπίτια απ’ όσα χρειάζεται». Έμοιαζε σαν να σκόπευε να χαμογελάσει, αλλά δεν το έκανε. Φαινόταν μάλλον πονεμένος. Ίσως να ήλπιζε ότι θα αποδεικνυόταν αντάξιό του, με μεγάλες φιλοδοξίες. Θα πρέπει να είχε απογοητευτεί πολύ από τις απλοϊκές της απαντήσεις. «Ποιο είναι το δικό σου όνειρο;» Δε θα είχε τολμήσει ποτέ να το ρωτήσει αυτό εάν δεν ήταν απόψε εδώ, κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ο Σινκλέρ δίστασε για μια στιγμή. Έπειτα συνοφρυώθηκε. «Δεν ξέρω πια. Παλιά ήθελα οικογενειακή ζωή και παιδιά. Αλλά τώρα ξέρω ότι δεν είμαι για τέτοια». «Πώς το ξέρεις αυτό; Δεν προσπάθησες ποτέ». Η αγανάκτησή της την έκανε να ακούγεται απότομη. «Για να κάνεις οικογένεια πρέπει να είσαι παντρεμένος. Και οι δύο προσπάθειές μου προς αυτή την κατεύθυνση απέδειξαν ότι δεν κάνω για σύζυγος».


JENNIFER LEWIS

101

«Μπορεί εκείνες να μην έκαναν για σύζυγοι». Ανασήκωσε το πιγούνι της. «Όχι για μένα, προφανώς». Κοίταξε προς τη θάλασσα. «Δε θα ξανακάνω το ίδιο λάθος». «Μου φαίνεται πραγματικά κρίμα. Είσαι πολύ νέος για να αποκλείσεις αυτό το ενδεχόμενο. Εξάλλου, οικονομικά μπορείς άνετα ν’ αντέξεις μερικά διαζύγια ακόμη». Το αστείο της σκόπευε να ελαφρύνει λίγο την ατμόσφαιρα, αλλά το στοιχειωμένο βλέμμα του της είπε ότι απλά την έκανε χειρότερα. «Όχι ότι θα πάρεις ποτέ κι άλλο, φυσικά». «Σου εγγυώμαι ότι δε θα πάρω, γιατί δεν έχω πρόθεση να ξαναπαντρευτώ ποτέ». Άδειαζε το ποτήρι του και κοίταξε το σκούρο νερό. «Εσύ πρέπει να παντρευτείς». «Τι; Γιατί;» Αυτή η περίεργη δήλωση τη σόκαρε. Η ιδέα ότι σκεφτόταν τέτοια πράγματα για εκείνη την έκανε να νιώθει άβολα. «Είσαι στοργική και πονετική. Θα γίνεις καλή μητέρα. Με κάποιον που θα έχει την τύχη να σε έχει σύντροφο». Την κοίταξε κι ύστερα απέστρεψε το βλέμμα του ξανά, σαν να τράβηξε κάτι την προσοχή ίου στο βελούδινο ουρανό. «Με κάνεις να ακούγομαι βαρετή. Όχι το είδος της γυναίκας που πηγαίνει σε εντυπωσιακούς χορούς φορώντας βίντατζ τουαλέτες». Τον πείραζε. Είχε δίκιο φυσικά. «Κάθε άλλο. Είσαι το είδος της γυναίκας που φωτίζει τη νύχια σε μια περίσταση σαν κι αυτή». Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω της, ξεσηκώνοντας μέσα της ένα κύμα πόθου. Τα μάτια του καρφώθηκαν στα χείλη της, που μισάνοιξαν ασυναίσθητα, διψώντας ακόμη για το φιλί που ποτέ δεν πήραν. Πραγματικά έπρεπε να πάψει να σκέφτεται πόσο ήθελε να τον φιλήσει. Αν και το σώμα της πίστευε ότι ήταν καλή ιδέα, το μυαλό της ήξερε καλύτερα. Το μόνο που θα κατάφερνε ήταν να κάνει τη ζωή της πιο περίπλοκη. Στο κάτω κάτω, της είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν ήθελε σχέση μαζί της -όπως και με οποιαδήποτε άλλη. Επομένως πού θα οδηγούσε;


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

102

Και πάλι, όμως, ήταν ανάγκη να έχει τόσο αισθησιακό στόμα; Τα χείλη του ήταν σαρκώδη, με μια αισθησιακή καμπύλη που ερχόταν σε αντίθεση με το δυναμικό πιγούνι, τα έντονα ζυγωματικά του και την ίσια μύτη του. Ειλικρινά, τα χείλη του ήταν φτιαγμένα για φιλιά. Και τώρα που τον είχε φιλήσει μία φορά, ήξερε ακριβώς πόσο απαλά και συγχρόνως πόσο φλογερά ήταν όταν πίεζε τα χείλη της πάνω τους. «Και γιατί δε θέλεις να ξαναπαντρευτείς;» Αυτού του είδους οι ερωτήσεις θα έπρεπε να σβήσουν κάθε ίχνος ρομαντισμού. Ανασήκωσε το φρύδι του. «Δεν είναι προφανές;» «Επειδή οι γάμοι σου απέτυχαν; Μπορώ να φανταστώ ότι είναι αποθαρρυντικό, αλλά αυτό δε σταμάτησε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ». Του χαμογέλασε. «Πάω στοίχημα ότι, αν βρεις το κατάλληλο άτομο, θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά». Θα μπορούσα να είμαι εγώ το κατάλληλο άτομο. Το μυαλό της γέννησε αυτή τη σκέψη, κόντρα σε κάθε λογική. Κι εκείνη την παραμέρισε. Προσπαθούσε να διαλύσει τις ρομαντικές αυταπάτες της για τον Σινκλέρ, όχι να της ενθαρρύνει. «Μπορεί να πρέπει να σκεφτείς τι ακριβώς πήγε στραβά. Το έκανες ποτέ αυτό;» Πέθαινε από περιέργεια να μάθει, αυτό τουλάχιστον ήταν σίγουρο. «Είναι εύκολο. Θέλαμε διαφορετικά πράγματα. Η πρώτη μου γυναίκα, η Μάφι...» Δίστασε. Φυσικά την έλεγαν Μάφι. Θα φορούσε ροζ ταγέρ με μικρές φάλαινες ραμμένες στο στρίφωμα. «Ήμαστε μαζί σε όλο το κολέγιο και κάναμε τα πάντα μαζί. Παντρευτήκαμε το καλοκαίρι μετά την αποφοίτηση και οι οικογένειές μας τρελάθηκαν απ’ τη χαρά τους. Αγοράσαμε ένα υπέροχο σπίτι στο Κονέτικατ και νόμιζα ότι θα ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα. Αλλά τότε αποφάσισε ότι ήθελε ένα διδακτορικό στις σύγχρονες γλώσσες στο Γέιλ, ύστερα ήθελε να γίνει καθηγήτρια, ύστερα να πάρει μια θέση στο


JENNIFER LEWIS

103

πανεπιστήμιο στο Περού, και τότε πια καταλάβαμε ότι ήμαστε δύο διαφορετικοί άνθρωποι σε τελείως διαφορετικές τροχιές και χωρίσαμε. Διδάσκει τώρα σε ένα πανεπιστήμιο στην Αργεντινή. Ήταν σαν να μετατράπηκε σε ένα τελείως διαφορετικό άτομο μετά το γάμο μας». «Δε σκέφτηκες ποτέ να πας μαζί της;» «Όχι. Έχω τη ζωή μου εδώ, τις επιχειρήσεις μου. Δε θέλω να ζω ταξιδεύοντας συνεχώς». Κοίταξε προς τον πορθμό. «Αποφάσισα τότε ότι δε θα ξαναέμπλεκα σοβαρά με κάποια που μόλις άρχιζε τη ζωή της και δεν ήξερε ακόμη τι ήθελε. Ένα από τα πράγματα που μου άρεσε στην Νταϊάνα ήταν ότι είχε τη δική της εταιρεία δημοσίων σχέσεων και είχε δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη ζωή. Ήμουν σίγουρος ότι δε θα τα παρατούσε όλα για να πάει σε κάποια μονή στο Θιβέτ». Χαμογέλασε αχνά. «Και τότε ήταν που άρχισαν τα προβλήματα». «Πήγε σε μοναστήρι;» Τα μάτια της Άννι άνοιξαν διάπλατα. «Όχι. Η ζωή της ήταν τόσο γεμάτη που δεν είχε χώρο για μένα και για τη δική μου ζωή. Δεν ήθελα να γυρίζω σε όλη τη χώρα κάθε Σαββατοκύριακο πηγαίνοντας σε γόμους και πάρτι, κάνοντας επισκέψεις σε φίλους και πελάτες. Και εάν δεν τα έκανα αυτά, δεν έβλεπα καθόλου τη γυναίκα μου. Αλλά ήμουν τόσο αποφασισμένος να κάνω το γάμο μου να πετύχει, που την άφηνα να κάνει ό,τι ήθελε». Συνοφρυώθηκε. «Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι αυτή ήταν η συνταγή για έναν πετυχημένο γάμο. Δεν είχα, βλέπεις, και κανένα καλό παράδειγμα να ακολουθήσω. Οι γονείς μου είχαν σχεδόν τελείως διαφορετικές ζωές όταν ήμουν παιδί. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους έχουμε τόσο πολλά σπίτια». Αναστέναξε. «Αλλά η Νταϊάνα βρήκε κάποιον άλλον». «Ω!» Η Άννι το ήξερε ήδη αυτό. Η απιστία της ήταν ο λόγος του διαζυγίου. «Λυπάμαι». «Όπως βλέπεις, δεν ήμουν διατεθειμένος να ζήσω τη ζωή που ήθελαν εκείνες κι εκείνες δεν ήθελαν να ζήσουν όπως ήθελα εγώ. Μήπως να πάρω απλά ένα σκύλο;» Ανασήκωσε το φρύδι


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

104

του και στα μάτια του άστραψε ένα γέλιο. «Α, δεν ξέρω. Αυτό είναι μεγάλη δέσμευση. Και όλο αυτό το περπάτημα. Και εάν εσύ θέλεις να πας στην παραλία κι αυτός θέλει να πάει στο πάρκο;» Η Άννι γέλασε. Υπήρχε κάτι το περίεργα οικείο στον τρόπο με τον οποίο ο Σινκλέρ της εξομολογήθηκε τις αποτυχημένες σχέσεις του. Ένιωθε πιο κοντά του από ποτέ. «Έχεις δίκιο. Και ταξιδεύω και πολύ». «Θα πρέπει να αναλάβει η οικονόμος σου να τον βγάζει βόλτα». Έγειρε το κεφάλι της. «Οι οικονόμοι μπορούν να αναλάβουν τέτοιου είδους ευθύνες». «Μου φαίνεται ότι χρειάζομαι μια οικονόμο περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζομαι σύζυγο». «Ευτυχώς τότε που έχεις ήδη μία». Ήπιε μια γουλιά σαμπάνια. «Και προφανώς είναι μια οικονόμος με προσόντα». Ανασήκωσε το φρύδι της. Η σοκαρισμένη έκφραση του Σινκλέρ την έκανε να μετανιώσει για το αστείο της. Ύστερα όμως το πρόσωπό του μαλάκωσε και το βλέμμα που της έριξε έκανε το στομάχι της ν' αναπηδήσει. «Κάτι που αποδεικνύει, υποθέτω, ότι δεν αρκεί να έχω μόνο οικονόμο». Η φωνή του ήταν βραχνή, βαριά από όλα αυτά τα συναισθήματα που κρατούσε κρυμμένα κάτω από τη λουστραρισμένη επιφάνεια. «Είσαι μοναδικός άνθρωπος». Προσπάθησε να ακουστεί σαν ηρωίδα μυθιστορήματος εποχής. Αν και δεν ήξερε ακριβώς πώς γινόταν αυτό, οπότε μάλλον δεν το κατάφερε. «Χρειάζεσαι μία πολύ ξεχωριστή οικονόμο». Προφανώς την είχε πειράξει η σαμπάνια. Ή το φόρεμα είχε απελευθερώσει πάλι το κομμάτι του εαυτού της που έκανε πράγματα τα οποία η συνηθισμένη Αννι δε θα έκανε καν. «Τι κάνετε εσείς εδώ;» Μια φωνή ακούστηκε πίσω τους στο γκαζόν. «Ελάτε πίσω στον πολιτισμό για μερικά στρείδια». «Στρείδια». Ο Σινκλέρ γέλασε. «Ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε».


JENNIFER LEWIS

105

«Δεν υποτίθεται ότι είναι αφροδισιακά;» «Ακριβώς. Νομίζεις στ’ αλήθεια ότι εμείς οι δύο χρειαζόμαστε αφροδισιακό;» Το βλέμμα του στάθηκε πάνω στο πρόσωπό της αρκετά ώστε να πυρπολήσει το δέρμα της. Όχι. Δε χρειαζόμαστε. Ο πόθος ήταν ανάμεσά τους σαν ηλεκτρικό ρεύμα και ο Σινκλέρ μόλις είχε παραδεχτεί ότι το ένιωθε κι εκείνος. «Δεν έχω φάει ποτέ στρείδια». «Ποτέ; Τότε πάμε να διορθώσουμε αυτή τη φοβερή παράλειψη». Της πρόσφερε το μπράτσο του κι εκείνη το πήρε. Μια χειρονομία που ήταν επίσημη, αλλά και απίστευτα προσωπική συγχρόνως. Όταν πέρασε το μπράτσο της κάτω απ’ το δικό του, μπορούσε να ορκιστεί ότι ένιωσε τη θέρμη του σώματός του. Μπορεί όμως και να το είχε φανταστεί. Ήταν σε τέτοια υπερδιέγερση που δεν εμπιστευόταν πια τις αισθήσεις της. Ήξερε ότι αυτό το μυώδες κορμί ήταν ικανό για τόσο πάθος και εγκατάλειψη που κανείς εδώ δε θα μπορούσε να διανοηθεί. Ζευγάρια περπατούσαν στο γκαζόν και τη βεράντα, αγκαζέ όπως κι εκείνοι, και γελούσαν. Όλοι έμοιαζαν ζευγαρωμένοι, αλλά αυτό ήταν και το θέμα του πάρτι. Σερβιτόροι με ασπρόμαυρες στολές κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους, κουβαλώντας πιατέλες γεμάτες με όστρακα. Τραπέζια για δύο είχαν στηθεί στο γκαζόν σαν μανιτάρια μετά τη βροχή, εξοπλισμένα το καθένα με δύο λεπτεπίλεπτα πιάτα και πιρούνια για στρείδια. Ένα δοχείο με καινούρια σαμπάνια υπήρχε δίπλα στο τραπέζι και οι καρέκλες ήταν διακοσμημένες με κορδέλες που έγραφαν πού έπρεπε να καθίσει το κάθε ζευγάρι. Ο Σινκλέρ της τράβηξε την καρέκλα κι εκείνη μάζεψε τη φούστα της γύρω απ’ τα πόδια της. Τρία μπολ με σος, το καθένα με ένα μικροσκοπικό κουτάλι, υπήρχαν στη μέση του τραπεζιού, δίπλα σε ένα πιάτο με λεμόνια. Ο Σινκλέρ γέμισε τα ποτήρια τους με σαμπάνια. Τα ανοιγμένα στρείδια έλαμπαν προκλητικά στο φεγγαρόφωτο. Ο Σινκλέρ


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

106

διάλεξε ένα και έβαλε πάνω μία από τις σος. «Άνοιξε το στόμα σου». Η Άννι υπάκουσε, με το στομάχι της να σφίγγεται ελαφρά, είτε λόγω του άγνωστου φαγητού είτε επειδή ο Σινκλέρ θα την τάιζε, ή και τα δύο. Έγειρε το στρείδι προς το στόμα της κι εκείνη ρούφηξε απαλά. Η δροσερή, θαλασσινή γεύση του στρειδιού ανακατεύτηκε με την ευχάριστα πικάντικη γεύση της σος πάνω στη γλώσσα της. «Κατάπιε». Κατάπιε, ανοιγοκλείνοντας ξαφνιασμένη τα μάτια της από την περίεργη αίσθηση του απαλού στρειδιού που γλιστρούσε στο λαιμό της. «Αυτό ήταν διαφορετικό». Ο Σινκλέρ της χαμογέλασε. «Τώρα τάισέ με εσύ». «Τα καθήκοντά μου ως οικονόμου συνεχώς αυξάνονται». Τον κοίταξε παιχνιδιάρικα. Δεν ήταν σίγουρη γιατί εξακολουθούσε να θυμίζει σ’ εκείνον -και στον εαυτό της- ότι ήταν ο εργοδότης της, όταν θα ήταν καλύτερα να το ξεχνούσαν και οι δύο. Έκανε τον ρομαντισμό που μοιράζονταν πιο... αληθινό. «Δεν είσαι εδώ ως οικονόμος μου». Ο Σινκλέρ προφανώς δε συμφωνούσε με τα λόγια της. «Αλλά τάισέ με ούτως ή άλλως». Η φωνή του έκρυβε κάποιο υπονοούμενο που την έκανε να ανατριχιάσει. Άπλωσε το χέρι της και πήρε ένα στρείδι. Κοίταξε τις σος. Η μία έμοιαζε κόκκινη, σαν από ντομάτα. Η άλλη ήταν πιο αραιή και λίγο πιο σκούρα, μάλλον πιο καυτερή. Η τρίτη είχε βότανα -σκόρδο; Αποφάσισε να προτιμήσει την κλασική επιλογή και έριξε λίγο λεμόνι μόνο. Το έτεινε προς το μέρος του και τα χείλη του Σινκλέρ προσπαθούσαν να συγκρατήσουν ένα χαμόγελο καθώς τα μισάνοιξε για να μπορέσει να φάει στο στρείδι. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, αλλά κατάφερε να το κρατήσει σταθερό καθώς εκείνος ρουφούσε το στρείδι με χάρη και το κατάπιε. «Υπέροχο». Το ικανοποιημένο βλέμμα του πρόδιδε ότι δεν εννοούσε μόνο το ορεκτικό. Κάποιο περίεργο μέρος χαμηλά κάτω απ’ την κοιλιά της τρεμούλιασε. Ήταν μήπως από την αφροδισιακή


JENNIFER LEWIS

107

επίδραση των στρειδιών; «Σειρά σου». Η σαμπάνια τους έμεινε ανέγγιχτη καθώς συνέχιζαν να ταΐζουν ο ένας τον άλλον. Ύστερα έπιασε τα δάχτυλά της που του πρόσφεραν το στρείδι και τα φίλησε, στέλνοντας σπίθες πόθου σε όλο της το μπράτσο. «Λάμπεις απόψε». Μίλησε απαλά, σοβαρά. «Σαν τα όστρακα των στρειδιών». Είπε το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό. Το κομπλιμέντο του την ξάφνιασε και την έκανε να ντραπεί ταυτόχρονα. Εκείνες οι αξιολάτρευτες ρυτίδες γέλιου εμφανίστηκαν γύρω απ’ τα μάτια του. «Στις περισσότερες γυναίκες που ξέρω, η μετριοφροσύνη ακούγεται σαν να ψαρεύουν κομπλιμέντα. Σ’ εσένα είναι πολύ πιο ενοχλητικό, γιατί υποπτεύομαι ότι το εννοείς στ’ αλήθεια». Φίλησε τα ακροδάχτυλά της ξανά πριν αφήσει το χέρι της. «Κανένας που μεγάλωνε στο ίδιο σπίτι με την οικογένειά μου δεν μπορούσε να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του για πολύ», του είπε. Έγειρε προς το μέρος της. «Δεν ξέρω τίποτα για την οικογένειά σου, εκτός από το ότι θέλεις να αγοράσεις το δικό σου σπίτι για να μη χρειαστεί να μείνεις μαζί τους». Η Άννι γέλασε. «Δεν είναι τόσο κακοί. Απλά φωνακλάδες, αυταρχικοί και περίεργοι. Είναι καλοί κατά βάθος, εκτός από τη γιαγιά όταν έχει τα νεύρα της. Είναι ο δικτάτορας της οικογένειας και ό,τι λέει αυτή γίνεται». «Εν μέρει επειδή το σπίτι που μένουν είναι δικό της». «Ακριβώς». Χαμογέλασε. «Έχεις προσωπική εμπειρία πάνω σ’ αυτό». «Δεν έχω τα νεύρα μου», διαμαρτυρήθηκε. Τα μάτια του άστραφταν. «Όχι συχνά, τουλάχιστον», τον πείραξε. «Αλλά, εάν είχες, θα έπρεπε να το ανεχτώ, έτσι δεν είναι;» «Κατηγορηματικά όχι. Δεν ενθαρρύνω τους άλλους να φέρονται σαν πρόβατα. Δε θα είχα και τόσο σπουδαία


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

108

επιχείρηση αν όλοι μου έλεγαν συνεχώς “ναι”». «Υποθέτω ότι έχεις δίκιο». Για πολύ καιρό προσπαθούσε να μην τον ενοχλεί καθόλου. Ίσως γι’ αυτό να μην την είχε προσέξει νωρίτερα. Κρίνοντας από τις προηγούμενες γυναίκες του, του άρεσαν οι δυναμικές γυναίκες -ακόμη και αν δεν μπορούσε να μείνει παντρεμένος μαζί τους. «Θα προσπαθήσω να είμαι πιο συγκαταβατική. Αλλά, πάλι, δεν είμαι σίγουρη ότι χρειάζεται, αφού κάνω τα πράγματα όπως θεωρώ εγώ καλύτερα και όλοι φαίνεστε ευχαριστημένοι ούτως ή άλλως». Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Μου ακούγεται ιδανικό. Προφανώς ο δικός σου τρόπος είναι τέλειος». Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και την κοίταξε. «Για μένα τουλάχιστον», πρόσθεσε. Το στήθος της Άννι σφίχτηκε. Ακουγόταν σαν κάποιου είδους δήλωση. Ή ήταν απλώς λόγια; Δεν είχε αρκετή εμπειρία για να καταλάβει τη διαφορά. Και τα μάτια του Σινκλέρ την αναστάτωναν. Σήκωσε και τα δύο ποτήρια και της έδωσε το ένα. «Στην τελειότητα. Να βασιλεύει για πολύ στο κάστρο των Ντράμοντ». Του χαμογέλασε και τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό του. Η σαμπάνια ερχόταν σε ευχάριστη αντίθεση με την απαλή αλμύρα των στρειδιών. «Κάστρο Ντράμοντ. Μ’ αρέσει αυτό. Το σπίτι δεν έχει όνομα, έτσι δεν είναι;» «Το λέγαμε πάντα Ντογκ Χάρμπορ, από την πόλη. Θα έπρεπε όμως. Οτιδήποτε υπάρχει επί τριακόσια χρόνια θα έπρεπε να έχει όνομα». «Ειδικά όταν είναι από ξύλο. Τα δοκάρια στη σοφίτα είναι υπέροχα. Αυτό το σπίτι χτίστηκε για να αντέξει τις δοκιμασίες του χρόνου. Πιστεύεις πράγματι ότι κάποιο κομμάτι εκείνου του παλιού κυπέλλου μπορεί να βρίσκεται κάπου εκεί;» Ο Σινκλέρ ανασήκωσε τους ώμους του. «Μπορεί. Δεν έχει καμία αξία ή χρήση που θα ενθάρρυνε κάποιον να το πουλήσει στο παρελθόν, επομένως, αν δεν το πέταξε κάποιος κάποια


JENNIFER LEWIS

109

στιγμή, είναι πιθανόν να βρίσκεται κάπου εκεί πάνω». Την τάισε άλλο ένα στρείδι κι εκείνη ρίγησε ελαφρά από τη δροσερή, ζουμερή σάρκα που γλίστρησε στο λαιμό της. Το τρυφερό βλέμμα στα μάτια του έκανε τη χειρονομία να μοιάζει σχεδόν προστατευτική. Μην παρασύρεσαι! Είναι μία νύχτα μόνο. Ήταν δύσκολο όμως. Πήρε άλλο ένα στρείδι και τον τάισε. Εκείνος την κοίταξε κατάματα καθώς το τραβούσε στο στόμα του και το σώμα της ανταποκρίθηκε στην πρόκληση. Η ένταση συσσωρευόταν ανάμεσά τους, τους τραβούσε πιο κοντά. Ένας σερβιτόρος πλησίασε στο τραπέζι τους με ένα άδειο μπουκάλι κρασί και ένα πλατύ χαμόγελο. Η Άννι και ο Σινκλέρ τον κοίταξαν με περιέργεια. Τότε έβγαλε δύο φύλλα χαρτιού και δύο χρυσά μολύβια. «Πρέπει να γράψετε ένα μήνυμα ο ένας στον άλλο. Κατά προτίμηση, κάτι που δεν τολμάτε να πείτε δυνατά. Μπορεί να διαβάσετε ο ένας το μήνυμα του άλλου πριν το βάλετε στο μπουκάλι -μπορεί και όχι. Όλα τα μπουκάλια θα ριχτούν στον ωκεανό για να ταξιδέψουν στον κόσμο, μεταφέροντας τα μηνύματά σας». Η Άννι ανοιγόκλεισε τα μάτια της σκεφτική. Τι δε θα τολμούσε ποτέ να του πει; Είμαι τρελή για σένα. Αλλά μάλλον αυτό το ήξερε ήδη. Ο Σινκλέρ παρατηρούσε συνοφρυωμένος το δικό του χαρτί. Την κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα στα μάτια του. «Ας γράψουμε κάτι χωρίς να το δείξουμε ο ένας στον άλλο». «Εντάξει». Το στομάχι της σφίχτηκε από το άγχος. Τι θα γινόταν αν τελευταία στιγμή έπρεπε να το διαβάσουν εξαιτίας κάποιου παιχνιδιού; Πήρε το μολύβι της και το μάσησε σκεφτική. «Τουλάχιστον δε μας ζητούν να γράψουμε δίστιχα με ομοιοκαταληξία». «Πράγματι, αν και μπορεί να είχε πλάκα». Σταμάτησε για μια στιγμή, ύστερα άρχισε να γράφει, κοιτώντας έντονα το χαρτί


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

110

του. Δεν μπορούσε να διαβάσει τις λέξεις, εν μέρει επειδή το μοναδικό φως στο τραπέζι προερχόταν από ένα κερί, αλλά και επειδή ο γραφικός του χαρακτήρας ήταν χειρότερος κι από γιατρού. Κοίταξε γύρω της και όλοι οι υπόλοιποι καλεσμένοι είτε έγραφαν είτε έβαζαν ήδη το χαρτάκι τους στο μπουκάλι. «Κι αν καταλήξει στον Ειρηνικό ωκεανό;» «Κι αν καταλήξει στα χέρια κάποιου μοναχικού ναυαγού σε ένα απομακρυσμένο νησί και του δώσει το κουράγιο να ζήσει για άλλον ένα μήνα;» «Προφανώς έχεις πιο ρομαντική φαντασία από μένα». Του έριξε μια ματιά. Είχε τυλίξει το χαρτί του σε έναν λεπτό κύλινδρο και το κρατούσε μεταξύ του δείκτη και του αντίχειρα. «Και τώρα είμαι πραγματικά περίεργη για το τι έγραψες». Της χαμογέλασε μυστηριωδώς. «Μπορεί μια μέρα να σου πω». Το βλέμμα του στάθηκε στο πρόσωπό της για μια στιγμή, κάνοντάς τη να κοκκινίσει. Σινκλέρ, πιστεύω ότι είσαι ένας πολύ όμορφος και στοργικός άντρας που του αξίζει να ζήσει ευτυχισμένος για πάντα (κατά προτίμηση μαζί μου). Έγραψε το τελευταίο κομμάτι με τόσο μικρά γράμματα που ήταν αδύνατον να τα διαβάσει κάποιος. Υ.Γ. Σ’ αγαπώ. Τύλιξε το χαρτί και το έχωσε στο μπουκάλι, πριν το αρπάξει κανείς απ’ τα χέρια της και την αναγκάσει να το διαβάσει δυνατά. Τα χέρια της έτρεμαν από την προσπάθεια να γράψει ακριβώς αυτό που ήθελε να του πει και όχι κάτι που θα ήταν πιο λογικό. Γιατί όχι εξάλλου; Απόψε ζούσε ένα όνειρο, έστω κι ήταν μόνο για μία νύχτα. Τον αγαπούσε πραγματικά; Δεν είχε ιδέα. Έλλειψη εμπειρίας και πάλι. Το σίγουρο ήταν ότι δεν είχε θαυμάσει άλλον άντρα όσο τον Σινκλέρ. Και ένα απλό του βλέμμα πάνω της έκανε τις παλάμες της να ιδρώνουν. Εάν αυτό δεν ήταν αγάπη, ήταν κάτι παραπλήσιο. Ο Σινκλέρ έβαλε το μήνυμά του στο μπουκάλι και το έκλεισε με


JENNIFER LEWIS

111

το φελλό που τους είχαν δώσει οι οικοδεσπότες τους. Ο σερβιτόρος εμφανίστηκε και πάλι και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν. Η Άννι σηκώθηκε από την καρέκλα, μάζεψε τη φούστα της και ακολούθησε μαζί με τον Σινκλέρ τα υπόλοιπα ζευγάρια που περπατούσαν τώρα στο γκαζόν προς τον πορθμό. Το φεγγάρι έριχνε μια αιθέρια ασημένια λάμψη πάνω από το τοπίο. Το γκαζόν ήταν σαν παχύ χαλί κάτω απ’ τα πόδια τους και η στενή ακτή έλαμπε σαν να ήταν σπαρμένη με διαμάντια. Προστατευμένα από τον Ατλαντικό στο Λονγκ Άιλαντ, τα ήσυχα νερά παρέμεναν ακίνητα. Πίσω τους το σπίτι έμοιαζε με παραμυθένιο παλάτι, με όλα τα παράθυρα φωτισμένα και τα φανάρια να στολίζουν τις βεράντες. Καθώς πλησίασαν, η Άννι μπόρεσε να δει ότι υπήρχαν κανό, σχεδόν σαν βενετσιάνικες γόνδολες, γύρω από την ξύλινη προβλήτα, που λικνίζονταν ελαφρά στα ήρεμα νερά. Βοηθοί ντυμένοι με μαύρες στολές βοηθούσαν κάθε ζευγάρι να μπει στο προσωπικό του κανό και έδιναν τα κουπιά στον άντρα, δείχνοντας την κατεύθυνση προς ένα μικρό καταπράσινο νησάκι στ’ ανοιχτά. «Μας βάζουν να κωπηλατήσουμε στο σκοτάδι;» Κάθε κανό είχε ένα φανάρι, που κρεμόταν από ένα στύλο. «Θα είναι μια περιπέτεια». Η χαμηλή φωνή του Σινκλέρ προκάλεσε μια ταραχή μέσα της. Την πήρε απ’ το χέρι, με το δέρμα του ζεστό και σκληρό πάνω στο δικό της. Ο ρυθμός της επιταχύνθηκε καθώς προχωρούσαν προς την προβλήτα, ανάμεσα στα γέλια και τις κοροϊδευτικές κραυγές των υπόλοιπων καλεσμένων. Ο Σινκλέρ και το προσωπικό τη βοήθησαν να μπει στη βάρκα και να καθίσει σε ένα απρόσμενα αναπαυτικό κάθισμα, ενώ εκείνος πήρε τη θέση του στα κουπιά. «Σταματήστε στο Πίκοκ Άιλαντ για ποτό». Ένας κομψά ντυμένος άντρας τούς έδειξε τη συστάδα από δέντρα που ήταν φωτισμένα με φανάρια και που μόλις διακρίνονταν μέσα στη νύχτα. Ο Σινκλέρ απομακρύνθηκε από την προβλήτα κωπηλατώντας


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

112

με άνετες και δυνατές κινήσεις, προσπερνώντας σύντομα τη βάρκα που είχε ξεκινήσει πρώτη, κατευθυνόμενος προς το ήσυχο σκοτάδι του νερού. Ακόμη ένα μπουκάλι σαμπάνιας τους περίμενε σε ένα μεταλλικό δοχείο στην πρύμνη της βάρκας. Η Άννι ήταν αποφασισμένη να μην το αγγίξει. Η πολλή σαμπάνια μπορεί να την ωθούσε να κάνει κάτι νια το οποίο θα μετάνιωνε. «Το νησί είναι προς τα κει», του είπε όταν τον είδε να το προσπερνά, κωπηλατώντας σταθερά κοντά στις ακτές του. «Το ξέρω. Πηγαίνω κάπου αλλού».


JENNIFER LEWIS

113

8

Ο ΣΙΝΚΛΕΡ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕ τον ήχο των κουπιών στο νερό. Του άρεσε να κινεί τους μυς του. Η ένταση που υπήρχε μεταξύ τους όλο το βράδυ είχε αρχίσει από ευχάριστη να γίνεται επώδυνη. Η Άννι κοιτούσε από την άλλη μεριά της βάρκας, προς τη μακριά γραμμή της ακτής. Το ψυχρό φεγγαρόφωτο φώτιζε τα χαρακτηριστικά της. Λάτρευε το πρόσωπό της. Είχε μια φρεσκάδα που αιχμαλώτιζε το βλέμμα. Λαμπερά μάτια, στόμα πάντα έτοιμο να χαμογελάσει και μύτη με αχνές φακίδες. Ακόμη και με αυτή την εντυπωσιακή τουαλέτα και το βραδινό μακιγιάζ, έμοιαζε αθώα και ανεπιτήδευτη. Αυτό ήταν που τον τραβούσε σ’ εκείνη; Ίσως ήταν τόσο ταλαιπωρημένος και κουρασμένος με όλους αυτούς τους ισχυρούς ανθρώπους, που η ήρεμη ομορφιά της και η γλυκύτητά της του φάνταζαν ακαταμάχητες. Κι ύστερα ήταν το σώμα της. Η τεράστια φούστα δεν έκρυβε τις αναμνήσεις του από τα υπέροχα καλλίγραμμα πόδια της... τυλιγμένα γύρω από τη μέση του. Το στενό μπούστο τόνιζε τα μικρά, γεμάτα στήθη της με έναν τρόπο που έκανε το αίμα να τρέχει πιο γρήγορα στις φλέβες του. Τα χρυσά μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε κότσο, με μερικές τούφες να παίζουν πάνω στα μάγουλά της και να κρύβουν κάποιες φορές τα υπέροχα μπλε μάτια της. Ήταν πραγματικά καλή ιδέα να την πάει σε μια ιδιωτική προβλήτα, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των άλλων; Μάλλον όχι.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

114

Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να κωπηλατεί, πιο σίγουρος από ποτέ για τον προορισμό του. «Είναι τόσο ήσυχα εδώ. Μ ’ αρέσει πολύ». Η φωνή της έφτασε σ’ εκείνον πριν γυρίσει να τον κοιτάξει με μάτια που έλαμπαν και τα γεμάτα χείλη της να γυαλίζουν. «Είναι ωραίο να είσαι μακριά από τα φώτα της ακτής. Έτσι μπορούμε να δούμε τ’ αστέρια». Σήκωσε το βλέμμα της και το φεγγάρι φώτισε το πρόσωπό της. Ο Σινκλέρ σήκωσε κι εκείνος το βλέμμα του, και σχεδόν ξαφνιάστηκε από τα αμέτρητα αστέρια που γέμιζαν τον ουρανό. «Έχω να κοιτάξω τ’ αστέρια πολλά χρόνια». Εκείνη γέλασε και ο ήχος τού ζέστανε την καρδιά. «Και όμως είναι πάντα εκεί, φωτίζοντας τον ουρανό, περιμένοντάς σε να τα θυμηθείς». «Φαντάζομαι ότι έχω ξεχάσει πολλά πράγματα. Λένε ότι όσο μεγαλώνεις γίνεσαι και πιο σοφός, αλλά δεν είμαι σίγουρος». «Δεν έχουμε φτάσει ακόμη στην ηλικία που γίνεσαι σοφότερος. Πρέπει να περάσεις από άλλα στάδια πρώτα, όπως αυτά που κάνεις υπερβολικά μεγαλεπήβολα όνειρα και ύστερα οι ελπίδες σου διαψεύδονται και αρχίζεις να φοβάσαι». «Εσύ τι φοβάσαι;» Φαινόταν τόσο ευχαριστημένη στον καθαρό σπιτικό της κόσμο, που ήταν δύσκολο να τη φανταστεί να φοβάται κάτι. Ανασήκωσε τους ώμους της κι ύστερα τύλιξε τα χέρια της γύρω της για ένα λεπτό. «Μήπως η ζωή μου δεν εξελιχθεί με τον τρόπο που ελπίζω. Νομίζω ότι είμαστε και οι δύο σε μια φάση της ζωής που αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι είναι τώρα ή ποτέ». «Ακούγεσαι σαν τη μητέρα μου. Νομίζει ότι, αν δεν κάνω παιδιά “εντός του τρέχοντος έτους”, οι Ντράμοντ θα εξαφανιστούν από προσώπου γης και θα γεράσουμε μαζί». «Νομίζω ότι αυτό φοβάται. Μάλλον δεν ωριμάζει κανείς ποτέ αρκετά ώστε να μη φοβάσαι ορισμένα πράγματα. Εσύ τι φοβάσαι;»


JENNIFER LEWIS

115

Τον κοίταξε κατάματα, με το βλέμμα της να απαιτεί μια ειλικρινή απάντηση. «Την αποτυχία», της απάντησε με ειλικρίνεια. «Παρά τις επιτυχίες μου στη δουλειά, δεν έχω πετύχει σ’ αυτά που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία». Τον κοίταξε με μάτια γεμάτα κατανόηση. «Δεν έχεις κάνει οικογένεια και φοβάσαι ότι δε θα κάνεις ποτέ». «Τώρα πια είμαι σίγουρος ότι δε θα κάνω ποτέ». Ήταν εύκολο να κουβεντιάζει μαζί της. Δεν ένιωθε την ανάγκη να φορά το προσωπείο που κανείς δεν μπορούσε να διαπεράσει. «Προσπάθησα ήδη δύο φορές και ξέρω πότε να παραδέχομαι την αποτυχία. Εάν οι προοπτικές μου για γάμο ήταν εισηγμένη εταιρεία, θα ξεφορτωνόμουν τις μετοχές». Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, παρά τη δυσοίωνη εξομολόγηση. «Εσύ δε θα το έκανες;» «Όχι». Δίστασε για μια στιγμή κι ύστερα χαμογέλασε. «Αλλά θα προσπαθούσα να αλλάξω την επιχειρησιακή στρατηγική μου για να αυξήσω τις πιθανότητες επιτυχίας. Ίσως μία νέα προσέγγιση στη διοίκηση, με πιο προσεκτική επιλογή στελεχών», είπε. Εκείνος γέλασε. «Εννοείς ότι χρειάζομαι καλύτερο γούστο στις γυναίκες». Η Άννι ανασήκωσε τους ώμους της. Το φεγγαρόφωτο έκανε το λευκό της δέρμα να λάμπει. «Αξίζει τουλάχιστον μια προσπάθεια». Ήταν η Άννι η κατάλληλη γυναίκα για κείνον; Η ερώτηση πλανήθηκε στον ήρεμο νυχτερινό αέρα. Ήταν σίγουρος ότι κι εκείνη αναρωτιόταν το ίδιο. Κανένας λογικός άνθρωπος δε θα πρότεινε σε έναν άντρα με τη δική του κληρονομιά και θέση να αναζητήσει την αγάπη σε μία «αμόρφωτη οικονόμο», αλλά η Άννι ήταν πολύ περισσότερα απ’ αυτή την απαξιωτική έκφραση. Αυτό που της έλειπε προφανώς από την επίσημη εκπαίδευση, το αναπλήρωνε διαβάζοντας συνεχώς και παρατηρώντας τα πάντα.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

116

Οι προηγούμενοι γάμοι του είχαν αποδείξει ότι η επιλογή μιας μορφωμένης και φιλόδοξης συζύγου δεν ήταν απαραίτητα και συνταγή επιτυχίας. «Πού πηγαίνουμε;» Η ερώτηση τον ξάφνιασε. «Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι απολαμβάνω απεριόριστα τη συντροφιά σου. Και νομίζω ότι είσαι η πιο γλυκιά και η πιο όμορφη γυναίκα που έχω γνωρίσει». Τον κοίταξε κατάπληκτη για μια στιγμή κι ύστερα γέλασε απαλά. «Εκτιμώ την ειλικρινή σου απάντηση, αλλά εγώ εννοούσα πού πηγαίνουμε με τη βάρκα. Τα φώτα από το πάρτι έχουν εξαφανιστεί τελείως». «Μην ανησυχείς. Ξέρω τον Πορθμό του Λονγκ Άιλαντ σαν την παλάμη του χεριού μου. Μη σου πω και καλύτερα. Γιατί ποιος ξέρει την παλάμη του;» Της χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο μυστήριο. «Δεν έχεις απαντήσει στην ερώτησή μου». Προσπάθησε να φανεί αυστηρή, αλλά ένα χαμόγελο πλανιόταν στα χείλη της. «Μερικοί άνθρωποι θα ανησυχούσαν πολύ στην ιδέα να κωπηλατούν στο σκοτάδι χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν». «Εσύ ανησυχείς;» «Λιγάκι». Ήθελε να απλώσει το χέρι του και να την καθησυχάσει, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει τα κουπιά. «Πηγαίνουμε στην ιδιωτική προβλήτα ενός φίλου μου. Έχω μάλιστα και ένα σκάφος εκεί. Είναι αμέσως μετά την επόμενη στροφή». Της έδειξε με το χέρι του. Δε φαινόταν τίποτα τώρα εκτός από τα σκοτεινά νερά και τα αστέρια πάνω απ’ τα κεφάλια τους, αλλά εκείνος ήξερε την ακτογραμμή σαν το πρόσωπο ενός παλιού φίλου. Φάνηκε επιτέλους η ξύλινη προβλήτα, κι εκείνος έστρεψε τη βάρκα στην οικεία προστατευμένη μαρίνα, όπου φαρδιά σκαλοπάτια οδηγούσαν στο γκαζόν της βικτωριανής έπαυλης του φίλου του. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι, αλλά το


JENNIFER LEWIS

117

φεγγαρόφωτο φώτιζε τις πέτρινες βεράντες και τα καθίσματα. Έδεσε τη βάρκα και βοήθησε την Άννι να βγει με μία μεγάλη δρασκελιά, κρατώντας τη φούστα της μαζεμένη στο ένα χέρι. Κοίταξε γύρω της. «Νιώθω σαν να προσγειωθήκαμε στο Ταζ Μαχάλ». «Νομίζω ότι αυτός ήταν και ο σκοπός του αρχιτέκτονα. Ο προ— προπάππος του φίλου μου έκανε εισαγωγές τσαγιού από την Ινδία και ήθελε να φτιάξει τα περίπτερα του Άσαμ εδώ στο Λονγκ Άιλαντ». Την οδήγησε από ένα πλακόστρωτο μονοπάτι στους πετρόχτιστους καναπέδες που κάλυπταν τη μια πλευρά της σκεπαστής βεράντας. «Εδώ είναι πιο άνετα απ’ τη βάρκα». Τη βοήθησε να καθίσει στα παχιά μαξιλάρια που κάλυπταν τους πάγκους. Από πάνω τους το φεγγαρόφωτο έπαιζε ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων γύρω τους. «Έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι με έφερες εδώ για να με εκμεταλλευτείς». Ανασήκωσε ερωτηματικά το φρύδι της. «Σε έφερα εδώ για να μείνουμε μόνοι μας. Γιατί αυτό είναι αδύνατον ακόμη και στο ίδιο μου το σπίτι αυτή τη στιγμή». «Το βρίσκω πολύ γλυκό εκ μέρους σου που φροντίζεις τη μητέρα σου. Λένε ότι μπορείς να καταλάβεις τα πάντα για έναν άντρα από τον τρόπο που φέρεται στη μητέρα του». «Τότε ίσως να μην είμαι τόσο κάθαρμα όσο θα σε έκανε να πιστεύεις η φήμη της οικογένειας». Σώπασε και τον κοίταξε για μια στιγμή. «Το ξέρω ήδη ότι είσαι ευγενικός και στοργικός». Ο Σινκλέρ γέλασε. «Ίσως όχι όσο νομίζεις. Μπορεί όμως να έχεις λόγο να ανησυχείς για την αρετή σου. Κάθε άντρας θα δυσκολευόταν να αντισταθεί στον πειρασμό όταν είναι μόνος μαζί σου». Έτσι προστατευμένοι κάτω απ’ τη βεράντα, άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω της, στο απαλό της δέρμα, τα γλυκά της μάτια, τα σαρκώδη, φιλήδονα χείλη της. Ακόμη κι ο λαιμός της ήταν όμορφος, και πάλεψε με την επιθυμία να φιλήσει την


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

118

επιδερμίδα της εκεί και τα στητά στήθη της, που κρύβονταν τόσο προκλητικά μέσα στο ασημένιο μετάξι. «Ως γυναίκα πρέπει να παραδεχτώ ότι παλεύω σκληρά για να ελέγξω τα πρωτόγονα ένστικτά μου και να κρατήσω τα χέρια μου μακριά σου». Ένα πονηρό χαμόγελο άστραψε στα μάτια της. «Είσαι πολύ ωραίος με το σμόκιν». Εκείνος άφησε να του ξεφύγει ένα γέλιο. «Δεν μπορώ να σε ενθαρρύνω να καταπιέσεις τα ένστικτά σου. Είμαι σίγουρος ότι είναι πολύ πιο υγιές να ενδώσεις σε αυτά». «Ώστε νομίζεις ότι πρέπει να ενδώσω στον πειρασμό να σου λύσω το παπιγιόν;» «Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι και τόσο καλή ιδέα». Ένα αργό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του. «Αλλά μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να το μάθουμε». Οι μύες του σφίχτηκαν καθώς εκείνη έσκυψε και τράβηξε τη μία άκρη του μεταξωτού παπιγιόν που φορούσε. Ο Σινκλέρ μπορούσε να νιώσει τη διακριτική μυρωδιά της επιδερμίδας της. Του άρεσε που δε φορούσε ποτέ άρωμα. Και γιατί άλλωστε; Το φυσικό της άρωμα ήταν πολύ πιο μεθυστικό κι από το καλύτερο τεχνητό. Τα ακροδάχτυλά της άγγιξαν ανάλαφρα το δέρμα του καθώς του ξεκούμπωσε το κολάρο του πουκαμίσου και έστειλαν ένα ρίγος πόθου σε όλο του το κορμί. Αυτό δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα. Είχε μετανιώσει που είχε κοιμηθεί μαζί της την πρώτη φορά. Ένιωθε φανταστικά όση ώρα κυλιόνταν μαζί στο κρεβάτι, αλλά το είχε μετανιώσει αμέσως μετά. Γιατί; Αυτή τη στιγμή όμως δεν μπορούσε να σκεφτεί ούτε ένα λόγο που θα έπρεπε να μείνει μακριά από την Άννι Σάλιβαν. Ήταν και οι δύο ώριμοι, ενήλικες και υπεύθυνοι για τη μοίρα τους. Δεν την ανάγκαζε να κάνει κάτι παρά τη θέλησή της. Και φαινόταν να το απολαμβάνει κι εκείνη εξίσου, αν έκρινε από τη ζαλισμένη έκφρασή της. Κι αν μπορούσε να μετρήσει τον πόθο της από τον τρόπο που το


JENNIFER LEWIS

119

στόμα της κινούνταν αργά αλλά αποφασιστικά προς το δικό του... Τα χείλη τους συναντήθηκαν σαν δύο καταιγίδες που συναντιούνται πάνω απ’ τον ωκεανό. Βροχή και αστραπές και βροντές ξέσπασαν μέσα του μόλις την άγγιξε. Τα χέρια του απλώθηκαν και την άρπαξε με δύναμη, τραβώντας τη στην αγκαλιά του, όπως ποθούσε μέρες να κάνει. Η καυτή της ανάσα στο δέρμα του έβαλε φωτιά στις αισθήσεις του. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν τα μαλλιά του, το λαιμό του, το πουκάμισό του, κινούμενα με την ίδια πυρετώδη αγωνία που έκαιγε και το δικό του κορμί. Πριν προλάβει να σταματήσει τον εαυτό του, ξεκούμπωσε μερικά από τα κουμπιά στην πλάτη του φορέματος και γλίστρησε μέσα τα δάχτυλά του. Αντί για κορσέ, συνάντησαν γυμνό, απαλό δέρμα. «Είσαι γυμνή κάτω απ’ το φουστάνι;» «Πιθανόν». Μπορούσε να διακρίνει το χαμόγελο στη φωνή της. «Θα πρέπει να εξερευνήσεις για να το μάθεις». Η πρόκλησή της τον έβαλε σε πειρασμό και λειτούργησε σαν δροσερό αεράκι στις φλόγες του πόθου που τον τύλιγαν. Με μερικά κουμπιά ανοιχτά, το ντεκολτέ του φορέματος είχε υποχωρήσει, αποκαλύπτοντας το στήθος της. Η Αννι δεν ντρεπόταν να τον γδύσει. Παραμέρισε το σακάκι του και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του με τέτοια αποφασιστικότητα που τον έκανε να θέλει να γελάσει. «Πρέπει να έχεις ζεσταθεί μετά από τόση κωπηλασία», μουρμούρισε σαν δικαιολογία. Ο τρόπος που έγλειψε τα χείλη της, σαν να περίμενε κάποια λιχουδιά, πρόδιδε όμως κάποιον πιο υπέροχο απώτερο σκοπό. Ο ανδρισμός του ήταν ήδη σκληρός σαν τις πέτρες στην προβλήτα. Η ζέστη που έκαιγε το δέρμα του είχε να κάνει με την προσμονή και όχι με την άσκηση. Τώρα που είχε ήδη σπάσει το καβούκι της Άννι -ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε- ήξερε τι αισθησιακή και παθιασμένη γυναίκα κρυβόταν κάτω απ’ αυτό το ήρεμο παρουσιαστικό.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

120

Του τράβηξε με μία κίνηση το πουκάμισο από το παντελόνι και του το άνοιξε, εκθέτοντας το στέρνο και τα μπράτσα του στον υγρό νυχτερινό αέρα. «Δεν είναι καλύτερα έτσι;» «Είναι». Τη φίλησε απαλά. «Ειδικά επειδή μπορώ να κάνω αυτό». Την τράβηξε πιο κοντά του, μέχρι που το στήθος της πίεσε τους μυς του στέρνου του, με τις σκληρές θηλές της να γδέρνουν το δέρμα του και να στέλνουν τον πόθο του σε νέα ύψη. Το φιλί τους βάθυνε καθώς σφίγγονταν ο ένας πάνω στον άλλο, με μουσική υπόκρουση τον ψίθυρο των δέντρων και το απαλό πάφλασμα του νερού στην προβλήτα. Για πρώτη φορά εδώ και μήνες -όχι, για δεύτερη φορά- ο Σινκλέρ ένιωσε μια αίσθηση γαλήνης και ευχαρίστησης να τον πλημμυρίζει. Αυτή τη στιγμή, όλα ήταν τέλεια. Το φιλί τους είχε γεύση μελιού και φρούτων και σαμπάνιας κι έβαζε σε πειρασμό τους γευστικούς του κάλυκες, όπως και κάθε άλλο σημείο του κορμιού του. Γιατί ένιωθε έτσι μόνο με την Άννι; Δεν μπορούσε να θυμηθεί να απολάμβανε τόσο πολύ την παρουσία άλλης γυναίκας. Ήταν καθαρή σεξουαλική έλξη; Δεν το πίστευε. Υπήρχε κάτι πιο βαθύ στην ευχαρίστηση που ένιωθε όταν ήταν μαζί της, αλλά δεν μπορούσε να το κατονομάσει. Διέκοψε το φιλί τους κι άφησε το νυχτερινό αέρα να δροσίσει τα χείλη του πριν τα ακουμπήσει στο στήθος της. Το δέρμα της έλαμπε στο φεγγαρόφωτο, που την έκανε να μοιάζει σαν αρχαίο άγαλμα. Έγλειψε τις θηλές της και απόλαυσε το μουρμουρητό ευχαρίστησης που ξέφυγε απ’ τα χείλη της. Τα δάχτυλά της πλανήθηκαν στους μυς της πλάτης και των χεριών του, ανάβοντας φωτιές σε όλο του το σώμα, αυξάνοντας την πίεση που συσσωρευόταν μέσα του σαν νερό πίσω από φράγμα. Όταν τα χέρια της Άννι γλίστρησαν στη μέση του παντελονιού του, εκείνος μόρφασε από το συνεχώς αυξανόμενο πόθο. «Θέλω να σου κάνω έρωτα». Ακούστηκε πολύ παρωχημένο έτσι όπως το είπε, αλλά δεν μπορούσε να βρει καλύτερο τρόπο


JENNIFER LEWIS

121

να εκφράσει τον πόθο ή τις προθέσεις του. «Κι εγώ θέλω να μου κάνεις έρωτα», ψιθύρισε στο αυτί του με ανάσα αλμυρή και καυτή. «Ξανά». Τα μάτια του έκλεισαν στην ανάμνηση της πρώτης φοράς, η οποία έσμιξε με τις αισθήσεις του παρόντος. Ξεκούμπωσε τα τελευταία κουμπιά του φορέματος και το τράβηξε προς τα κάτω. Η Άννι το έβγαλε και απέμεινε μόνο με ένα λεπτό εσώρουχο στο χρώμα του δέρματος. Στεκόταν μπροστά του χωρίς ντροπή, σαν μία υπέροχη, διαχρονική μελέτη για τη γυναικεία ομορφιά. Το φεγγάρι την έντυνε με φως και σκιά, τονίζοντας τη γεμάτη καμπύλη του στήθους της και το υπέροχο σχήμα των γλουτών της. Μπορούσε να στέκεται εκεί και να την κοιτάζει για ώρες. Εκείνη όμως, ανυπόμονη και με μία λάμψη στο βλέμμα, του έλυσε τη ζώνη και σύντομα ήταν κι εκείνος γυμνός, λουσμένος στο φεγγαρόφωτο. «Είσαι σίγουρος ότι είμαστε μόνοι μας εδώ;» Κοίταξε γύρω της ξαφνικά, στα σκοτεινά δέντρα στην άκρη του γκαζόν. «Νομίζω ότι υπάρχει πλήθος θαυμαστών στα δέντρα». Άφησε τα δάχτυλά του να πλανηθούν στη μέση της. «Αστειεύεσαι». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Θα κρατήσουν όμως το μυστικό μας. Έχουν άλλα πράγματα να κάνουν, όπως να φτιάξουν τις φωλιές τους και να κρύψουν το φαγητό τους στους κορμούς». Είδε τον πανικό της να μετατρέπεται σε χαμόγελο. Ύστερα η έκφρασή της έγινε πιο σοβαρή. «Θα είναι κι αυτό άλλο ένα μυστικό;» Διέκρινε στο βλέμμα της μια σκιά θλίψης. Ενοχή τον πλημμύρισε για τον τρόπο που την είχε παραμερίσει μετά την έκπληξη της πρώτης φοράς. Είχε σοκαριστεί από την ίδια του τη συμπεριφορά. Δεν είχε χωρίσει καλά καλά και είχε παρασύρει μία άλλη γυναίκα στο κρεβάτι του. Τα συναισθήματά του είχαν βγει από βαθιά κατάψυξη και δεν ήξερε τι ένιωθε. Η πρώτη και μόνη του παρόρμηση ήταν


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

122

να το βάλει στα πόδια και να μη σταματήσει να τρέχει. Αλλά όλο αυτό το τρέξιμο τον είχε φέρει πάλι στη γλυκιά αγκαλιά της Άννι. «Μόνο αν το θέλεις εσύ». Τον κοίταξε με ολοκάθαρα μάτια. «Δε μ’ αρέσουν τα μυστικά», είπε απαλά. «Ούτε εμένα. Συνήθως με κάνουν να ανησυχώ για την επιτροπή χρηματαγοράς και τις κατηγορίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού». Παρατήρησε το χαμόγελο να επιστρέφει τα χείλη της. «Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση μου φαίνεται περιττό. Είμαστε και οι δύο ενήλικες». «Όσο γι’ αυτό δε χωρά αμφιβολία». Επιθεώρησε το σώμα του με μια πονηρή λάμψη στα μάτια της. «Είσαι σίγουρα άντρας». Ο ερεθισμός του έγινε πιο έντονος. Τα χέρια του στάθηκαν στη μέση της και την τράβηξαν απαλά προς το μέρος του για να τη φιλήσει. «Κι εσύ είσαι σίγουρα γυναίκα». Αναστέναξε καθώς χάιδευε τη γλυκιά καμπύλη της πλάτης της. Ο ανδρισμός του πιέστηκε πάνω στο απαλό δέρμα της κοιλιάς της, παλλόμενος από την προσμονή να βρει ένα πιο κατάλληλο καταφύγιο. Η Άννι ξάπλωσε πάνω στα μαξιλάρια και το σώμα της έμοιαζε με αμαρτωλή πρόσκληση. Εκείνη τη στιγμή θα πρέπει να ήταν ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Ύστερα μια μαύρη σκέψη του πέρασε απ’ το μυαλό. «Αυτή δεν είναι και η πιο κατάλληλη στιγμή για να το αναφέρω, αλλά δεν έχω μαζί μου προφυλακτικό». «Καλύτερα τώρα παρά μετά». Του χαμογέλασε και μετακινήθηκε σε μία ακόμη πιο προκλητική στάση. «Αλλά μην ανησυχείς. Το έχω φροντίσει εγώ». Δόξα τω Θεώ. Δεν ήταν σίγουρος ότι μια βουτιά στο νερό θα κατάφερνε να διαλύσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τώρα. «Αυτό δε με εκπλήσσει, αφού είσαι πάντα προετοιμασμένη για όλα». Ξάπλωσε δίπλα της στα μαξιλάρια του άνετου καναπέ, εισπνέοντας το διακριτικό άρωμά της. Τα χέρια της τυλίχτηκαν στη μέση του, αγκαλιάζοντας τον σφιχτά καθώς εν απέθετε


JENNIFER LEWIS

123

φιλιά σε όλο του το πρόσωπο. Αναστέναξε από την υπέροχη αίσθηση του σώματός της στα χέρια του και τον αυξανόμενο πόνο μέσα του που επιζητούσε ανακούφιση. Η Άννι διέφερε τελείως από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα στη ζωή του και πραγματικά δεν είχε ιδέα γιατί. Αν το σκεφτόταν προσεκτικά, φυσικά κάποια στιγμή θα καταλάβαινε το λόγο, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ήθελε να σκέφτεται. Ήταν αρκετό να νιώθει - με το κορμί και την καρδιά του. Μπήκε μέσα της αργά, φιλώντας το γλυκό στόμα της. Κινήθηκαν συγχρόνως σε έναν υπνωτιστικό ρυθμό και οι απαλοί αναστεναγμοί της ήταν σαν μουσική που γέμιζε την καρδιά του με χαρά. Λάτρευε την αίσθηση των χεριών της στο σώμα του, ακόμη και τα νύχια της που μπήγονταν στο δέρμα του καθώς ο πυρετός του πάθους τους την κατέκλυζε. Με επιδέξιες, σβέλτες κινήσεις η Άννι μετακινήθηκε στον καναπέ και ανέβηκε πάνω του. Λικνιζόμενη σ' αυτή τη στάση, τον οδήγησε σε νέα ύψη ηδονής. Ακριβώς τη στιγμή που νόμιζε ότι δε θα άντεχε ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω, εκείνη αποτραβήχτηκε, με ένα πονηρό χαμόγελο στο πρόσωπό της, και μετακινήθηκε ώστε να βρεθεί και πάλι εκείνος από πάνω. Κατάφερε να γυρίσει χωρίς να βγει από το ασφαλές μέρος βαθιά μέσα της. Κάθε σημείο του κορμιού του, κάθε μυς και κάθε νεύρο πάλλονταν από ανάγκη. Απ’ τη μια ήθελε να φτάσει στην κορύφωση και να δώσει ένα τέλος σ’ αυτή τη γλυκιά αγωνία κι απ’ την άλλη ήθελε να συνεχίσει για πάντα. Να μείνουν και οι δύο αιωρούμενοι σ’ αυτή την υπέροχη αισθησιακή ηδονή. Θα το μετάνιωναν μήπως το πρωί, όταν η επίδραση της σαμπάνιας θα είχε ξεθυμάνει και το φεγγαρόφωτο θα είχε αντικατασταθεί από τις σκληρές ακτίνες του ήλιου; «Δε θα το μετανιώσω». Οι ξέπνοες λέξεις της τον ξάφνιασαν. Είχε μιλήσει σαν να διάβαζε τις σκέψεις του. «Ούτε εγώ». «Ό,τι κι αν συμβεί μετά, θα έχουμε πάντα αυτές τις στιγμές».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

124

Με τα πόδια τυλιγμένα γύρω απ’ τη μέση του και τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό, του, η Άννι τον κράτησε σφιχτά. Η θέρμη του πόθου της σε συνδυασμό με το δικό του σχεδόν προκαλούσε σπίθες στον αέρα. «Και δε θα το ξεχάσω». Απειλή ή υπόσχεση, τα λόγια της τον έκαναν να διανύσει και την τελευταία απόσταση, όπου όλες οι έννοιες και οι ανησυχίες εξανεμίστηκαν και δεν υπήρχε παρά μόνο το τώρα. Μοιράστηκαν έναν οργασμό τόσο έντονο που παραλίγο να πέσουν από τον καναπέ και χρειάστηκε να κρατήσει αντίσταση με τα χέρια του για να μείνουν πάνω στα μαξιλάρια. Βαριανασαίνοντας, πάλεψαν να επανέλθουν στην πραγματικότητα, με το στήθος του ενός πάνω στον άλλο. «Γιατί είναι τόσο ωραίο;» Η ερώτηση της Αννι, μετά από μια μακριά σιωπή, τον έκανε να γελάσει. «Γιατί, αν δεν ήταν, δε θα υπήρχαν άνθρωποι πάνω στη Γη. Εάν το σεξ ήταν σαν το βούρτσισμα των δοντιών, οι άνθρωποι δε θα έμπαιναν στον κόπο να το κάνουν». «Δηλαδή εσύ δεν πλένεις τα δόντια σου;» Τα μάτια της άστραψαν από πάθος, αλλά και από γέλιο. «Είμαι το είδος του ανθρώπου που κάνει πράγματα επειδή πρέπει». «Μ’ αρέσει αυτό σ’ εσένα». «Το καταλαβαίνω. Γιατί κι εσύ είσαι έτσι. Πάω στοίχημα ότι ποτέ δεν πέφτεις για ύπνο χωρίς να πλύνεις τα δόντια σου». «Είμαι τόσο ευανάγνωστη;» Μούτρωσε, ή μάλλον προσπάθησε, παρά το χαμόγελο που κρεμόταν απ’ τα χείλη της. «Ναι, είσαι ανοιχτό βιβλίο». Το χαμόγελό της ξεθώριασε κάπως και ένα σκεφτικό βλέμμα σκοτείνιασε τα μάτια της. «Είμαι πράγματι; Ήξερες από την αρχή ότι μου... άρεσες;» Δεν το ήξερε αυτό. Δεν του είχε περάσει απ’ το μυαλό ότι μπορεί να ένιωθε έτσι. Για εκείνον ήταν απλά μία πολύ καλή υπάλληλος. Αλλά πώς να το πει αυτό χωρίς να ακουστεί αγενής; «Κάτι με είχε τυφλώσει και δεν είχα προσέξει τη γοητεία σου μέχρι που ανεβήκαμε στη σοφίτα. Δεν ξέρω γιατί, αφού πάντα


JENNIFER LEWIS

125

ήσουν η ίδια εξωτική καλλονή -πονηρά μεταμφιεσμένη από το Ελ-Ελ Μπιν- που στοίχειωνε το σπίτι μου επί χρόνια». Η Άννι συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Τι περίεργο που η επίσκεψη στη σοφίτα άλλαξε τα πάντα». «Η μητέρα μου θα έλεγε ότι είναι η μοίρα. Κάτι μυστικιστικό συμβαίνει». Μίλησε με ένα σκόπιμα επιβλητικό τόνο. Η Άννι κοίταξε γύρω της, κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά της. «Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τολμούσα να κάνω... κάτι τέτοιο πριν». «Να κάνεις καυτό άγριο σεξ στη βεράντα κάποιου αγνώστου;» την πείραξε. «Κάτι τέτοιο. Και μάλιστα με το αφεντικό μου. Δεν μπορώ καν να πιστέψω ότι είμαστε γυμνοί στο φως του φεγγαριού». «Το ξέρω. Κάνει λίγο κρύο». Την κράτησε πιο σφιχτά, σαν να την τύλιγε με κουβέρτα. «Αλήθεια; Δεν το νιώθω. Αλλά, πάλι, καίγομαι παντού χάρη σ’ εσένα». Πράγματι, φαινόταν να λάμπει. Τα μάτια, το δέρμα της, όλο της το είναι απέπνεε χαρά, υγεία και ευτυχία. Κι εκείνος είχε τη δύναμη να αυξήσει ή να καταστρέψει αυτή την ευτυχία. Ένα βάρος πλάκωσε την καρδιά του. Δεν ήξερε πώς να κάνει συνεχώς μια γυναίκα ευτυχισμένη. Μπορούσε να τα καταφέρει στο γάμο και στο ταξίδι του μέλιτος, αλλά μετά, με κάποιο τρόπο, όλα διαλύονταν. Αλλά ίσως με την Άννι τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Πετάχτηκε πάνω. Σκεφτόταν πράγματι να ξεκινήσει μια καινούρια σχέση τόσο σύντομα μετά την αποτυχία του δεύτερου γάμου του; Και αν δεν το σκεφτόταν, τι στην ευχή έκανε εδώ πέρα μ’ αυτή την όμορφη και γλυκιά γυναίκα γυμνή στην αγκαλιά του; «Τι συμβαίνει;» Η ανησυχία στη φωνή της τον τάραξε. «Δεν είμαι φτιαγμένος για να ζω μόνο στο παρόν». Χάιδεψε το μάγουλό του. Η σοβαρή έκφρασή της δεν περιγελούσε τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες του. Φαινόταν να


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

126

τις αποδέχεται σιωπηρά. «Εγώ συνήθως ζω για το μέλλον. Κάνω τις κινήσεις του παρόντος, πλένω το μαρούλι και στρώνω τα κρεβάτια, αλλά το μυαλό μου είναι στη χώρα του “κάποια μέρα”». Ο Σινκλέρ συνοφρυώθηκε. Ήταν καλός στο να ζει στην κόψη του ξυραφιού και να πηγαίνει με τη ροή της δουλειάς, αλλά η προσωπική του ζωή ήταν τελείως άλλη ιστορία. «Υποθέτω ότι εγώ κολλάω στην περιοχή “τι θα γινόταν αν...”». «Τότε δεν υπάρχει προφανώς καμία ελπίδα για μας, έτσι δεν είναι;» Η Άννι μίλησε ανάλαφρα, αλλά υπήρχε θλίψη κρυμμένη στη φωνή της. «Είτε αυτό είτε σώζουμε ο ένας τον άλλο και ζούμε μόνο στο παρόν από δω και στο εξής». Μία καινούρια φλόγα ελπίδας -ή ήταν απλά επιθυμίας- άναψε μέσα του και πήρε το στόμα της σε ένα παθιασμένο φιλί. Τον φίλησε κι εκείνη, αρπάζοντάς τον λες και μόνο η δύναμη και η αποφασιστικότητα αρκούσε για να μείνουν εκεί, τουλάχιστον για μερικές στιγμές ακόμη. Όταν τα χείλη τους τελικά χώρισαν, ένιωθε ξέπνοος και ζαλισμένος. «Δεν το θέλω αυτό, αλλά πρέπει να γυρίσουμε στο πάρτι πριν τελειώσει ή πριν ο οδηγός μας αρχίσει να ανησυχεί ότι κάτι πάθαμε». Η απαλή φωνή της Άννι τον έφερε πίσω στο παρόν. «Έχεις δίκιο». Τεντώθηκε, χαλαρώνοντας πάνω στο ζεστό σώμα της. «Αν και με σκοτώνει να φορέσω και πάλι τα ρούχα, όταν νιώθω τόσο άνετα χωρίς αυτά». «Εμένα μου αρέσει να φορώ το φουστάνι μου. Δεν ξέρω ποτέ τι θα συμβεί όταν φορώ ένα από τα φορέματα του μπαούλου». «Ή μπορεί να ξέρεις τι θα συμβεί τώρα. Γιατί σίγουρα η ιστορία επαναλαμβάνεται». Χάιδεψε τη γραμμή του προσώπου της με τον αντίχειρά του. Τα χείλη της τρεμούλιασαν καθώς πλησίασε. «Μ’ εμένα να σου το βγάζω». Φόρεσαν τα ρούχα τους και γύρισαν στη βάρκα. Η διαδρομή της επιστροφής τού φάνηκε πολύ πιο γρήγορη, ίσως επειδή τώρα πήγαιναν με τη φορά του ρεύματος. Ή ίσως επειδή δεν


JENNIFER LEWIS

127

ήθελε να τελειώσει αυτό το βράδυ. Είχε τη δυσάρεστη αίσθηση ότι τα πάντα θα ήταν διαφορετικά όταν θα γύριζαν στον υπόλοιπο κόσμο. Τί Άννι καθόταν στην πλώρη της βάρκας και κοιτούσε τα σκοτεινά νερά, που τώρα ήταν λίγο ταραγμένα, από τα υπόγεια ρεύματα και τις αόρατες δυνάμεις που ρυτίδωναν τη μέχρι πριν από λίγο λεία επιφάνεια. «Τι είναι αυτό;» Κοίταξε ξαφνικά ένα έντονο φως στον ουρανό, που εκτοξεύτηκε σαν κομήτης πίσω από τις σκιές των δέντρων κατά μήκος της ακτής. «Είναι κινέζικο φανάρι. Είναι πολύ δημοφιλή στα πάρτι. Ανάβεις το φιτίλι μέσα και το χάρτινο φανάρι αρχίζει να φουσκώνει και μετά σηκώνεται στον ουρανό μέχρι που καίγεται». Καθώς έφταναν στην τελευταία στροφή του ποταμού, ο ουρανός ήταν γεμάτος από φανάρια που σηκώνονταν όλο και ψηλότερα μέχρι που χάθηκαν στον ουρανό. «Είναι όμορφα». Η Άννι κοιτούσε σαν μαγεμένη. «Αλλά φαίνονται τόσο επικίνδυνα. Μπορεί να ακουμπήσουν κάπου και να βάλουν φωτιά». Το νερό γύρω τους δεν έκανε τίποτα για να σβήσει τη φωτιά που έκαιγε στην καρδιά του. Αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ο πόθος του για την Άννι θα εξελισσόταν σε πραγματική σχέση και θα έβρισκαν τρόπο να ζήσουν μαζί έτσι ώστε να μην καταστρέφουν ο ένας την προσωπικότητα του άλλου και να μετατραπούν σε διαφορετικούς ανθρώπους. Μπορεί μάλιστα να παντρεύονταν και να έκαναν οικογένεια. Ο Σινκλέρ πήρε μια βαθιά, απότομη ανάσα. Άφηνε τον εαυτό του να παρασυρθεί. Καλύτερα να συνέχιζε απλά να κωπηλατεί και να προχωρά και ν’ αφήσει τα πράγματα να έρθουν από μόνα τους. «Είμαι εντάξει;» Η Άννι γύρισε προς το μέρος του καθώς πλησίαζαν στην ακτή, ισιώνοντας με τα δάχτυλά της τα μαλλιά και τον κότσο της.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

128

«Είσαι εκθαμβωτική». Ήταν ακόμη πιο όμορφη τώρα που είχε φύγει το μακιγιάζ. Πιο φυσική και σέξι. «Ελπίζω ότι κανείς δε θα καταλάβει ότι σε εκμεταλλευόμουν όλη αυτή την ώρα». Του χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο. «Αυτό θα είναι το μυστικό μας. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να μάθει κανείς ότι υπήρξαμε τόσο αγενείς καλεσμένοι». Άφησε ένα επιφώνημα. «Δεν πήγαμε καν στο νησί!» «Δεν πειράζει. Θα τους πούμε ότι χαθήκαμε». Κατά κάποιον τρόπο, έτσι ένιωθε. Είχε ξεφύγει από τη συνηθισμένη πορεία της ζωής του, είχε χαθεί μέσα στην Άννι και είχε βρεθεί σε μια θαυμαστή χώρα γεμάτη νέες πιθανότητες. «Ανυπομονώ να χαθώ και πάλι», του είπε. «Κι εγώ το ίδιο». Αλλά συνοφρυώθηκε. Δεν μπορούσε να αποδιώξει το δυσάρεστο συναίσθημα ότι αυτό το τέλειο βράδυ μπορεί να ήταν η τελευταία του ευκαιρία να δοκιμάσει μια γεύση από τον Παράδεισο. Δεν ξέρω πώς να ζω. Τα λόγια της δεύτερης γυναίκας του αντηχούσαν στο μυαλό του. Ανησυχείς μονίμως για τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα σου. Δεν ξέρεις να διασκεδάζεις. Εκείνη θα τρομοκρατούνταν να αφήσει τη «διασκέδαση» του πάρτι για τον μυστικό κόσμο της προβλήτας. Ξαφνικά ήθελε να γελάσει μόλις συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει σ’ αυτό το πάρτι από υποχρέωση. Περίπου σαν το ηλίθιο κροκέ που είχε παίξει για να ευχαριστήσει τη μητέρα του και να βοηθήσει στην ανάρρωσή της. Κι εκείνη του είχε εμπιστευτεί την Άννι και τη δανεική τουαλέτα της, ξέροντας ότι η αίσθηση του καθήκοντος που είχε δε θα του επέτρεπε να αρνηθεί να την πάρει στο πάρτι. Μερικές φορές η αίσθηση του καθήκοντος μπορεί να είναι υπέροχο πράγμα. *** Όταν γύρισαν σπίτι, η Άννι γλίστρησε αμέσως στο δωμάτιό της σαν μία από τις δώδεκα πριγκίπισσες του παραμυθιού. Εάν


JENNIFER LEWIS

129

αυτή η υπόθεση με τον Σινκλέρ εξελισσόταν σε πραγματική σχέση, τότε όλοι θα το μάθαιναν αργά ή γρήγορα, αλλά τέσσερις η ώρα το πρωί δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να δηλώσουν το πάθος τους. Συνοφρυώθηκε. Γιατί οι πριγκίπισσες του παραμυθιού έπρεπε να είναι τόσο μυστικοπαθείς και να το σκάνε για να συναντήσουν τους πρίγκιπές τους κάθε βράδυ; Γιατί δεν μπορούσαν απλά να τους παντρευτούν και να ζήσουν αυτές καλά κι εμείς καλύτερα; Δε θυμόταν να είχε δει ποτέ μία καλή εξήγηση γι’ αυτό στην ιστορία. Μπορεί να μην ήταν καν πριγκίπισσες, αλλά οικονόμοι που σηκώνονταν και έτριβαν τα πατώματα πριν την αυγή και οι οποίες θα έμπλεκαν σε προβλήματα αν κάποιος μάθαινε ότι προσποιούνταν πως κοιμούνταν, ενώ έλιωναν τα παπούτσια τους. Ο Σινκλέρ είχε κάνει το βράδυ τόσο τέλειο. Από τη στιγμή που τον είχαν αιφνιδιάσει με το γεγονός ότι θα ήταν εκείνη η συνοδός του για το βράδυ, ήταν ρομαντικός, γοητευτικός και αξιολάτρευτος. Της είχε φερθεί σαν να ήταν πριγκίπισσα και την έκανε να τον ερωτευτεί ακόμη περισσότερο. Όταν έβγαιναν από τους συνηθισμένους τους ρόλους, ήταν τόσο εύκολο να του μιλάει και πολύ πιο ενδιαφέρων από όλους τους άντρες με τους οποίους είχε βγει εκείνη. Φαινόταν να ξέρει τουλάχιστον λίγα πράγματα για τη ζωή, πράγμα που της επέτρεπε να διευρύνει και τους δικούς της ορίζοντες. Η Άννι έβαζε τα δυνατά της να γεμίσει τα κενά στην εκπαίδευσή της καταβροχθίζοντας βιβλία και περιοδικά για κάθε θέμα, και της άρεσε που είχε ανακαλύψει ότι κι εκείνος είχε αποκτήσει πολλές από τις γνώσεις του με τον ίδιο τρόπο. Μήπως δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί τελικά; Χαμογέλασε μόλις διάβασε το σημείωμα που βρήκε στο μαξιλάρι της: Μην τολμήσεις να σηκωθείς πριν το μεσημέρι! Η Κάθριν Ντράμοντ το είχε υπογράψει ως Κέιτ δίνοντας έναν πιο προσωπικό τόνο. Άφησε το χαρτί με το μονόγραμμα πάνω στο


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

130

κομοδίνο με έναν αναστεναγμό και γλίστρησε κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Ο Σινκλέρ είχε αποκαλύψει κάτι τελείως άγριο μέσα της και την είχε γεμίσει με ελπίδα για ένα μέλλον που ποτέ δεν είχε τολμήσει να ονειρευτεί. Θα το έλεγαν σε όλους αύριο το πρωί; Θα της αποκάλυπτε την αιώνια αγάπη του μπροστά στη μητέρα του και τη Βίκι πάνω από τις ομελέτες της; Δεν μπορούσε να καταπολεμήσει ένα περίεργο, ενοχλητικό συναίσθημα ότι κάτι τελείως διαφορετικό θα συνέβαινε.


JENNIFER LEWIS

131

9

Η ΑΝΝΙ, ΑΘΕΛΑ ΤΕΕ, υπάκουσε στην εντολή στο σημείωμα της Κάθριν. Αν και είχε βάλει ξυπνητήρι για τις επτά, δε θυμόταν καθόλου πώς το είχε κλείσει, όταν τελικά σηκώθηκε σχεδόν στις έντεκα και μισή. Πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι. Είχε πραγματικά κάνει και πάλι έρωτα με τον Σινκλέρ χτες το βράδυ; Τελευταία δυσκολευόταν να ξεχωρίσει τα όνειρα από την πραγματικότητα. Ή τους εφιάλτες. Ποια τρελή κοιμόταν με το αφεντικό της χωρίς άλλο λόγο πέρα από το ότι ήταν κούκλος και δεν μπορούσε να του αντισταθεί; Η σαμπάνια έφταιγε εν μέρει, αλλά τι συνέβαινε με τον αυτοέλεγχό της όταν ήταν μόνη μαζί του; Βόγκηξε. Μπορούσε να θυμηθεί λέξη προς λέξη τις ρομαντικές συζητήσεις που έκαναν μετά, αλλά τώρα τα συναισθήματά τους έμοιαζαν επιτηδευμένα. Σαν κι αυτά που ακούγονται απολύτως λογικά στο φεγγαρόφωτο, αλλά ανόητα στο ψυχρό φως της μέρας. Δε θα το μετανιώσω αυτό. Το είχε πει τότε και το πίστευε απόλυτα. Αλλά τώρα, καθώς κατέβαζε τα πόδια της στο ξύλινο πάτωμα, διερωτώμενη πώς θα αντιδρούσε όταν την έβλεπε, δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Έκανε ντους και ντύθηκε, ενώ αναρωτιόταν τι είχαν φάει οι άλλοι για πρωινό. Τουλάχιστον τώρα θα έμενε απασχολημένη με το μεσημεριανό και μπορούσε να παραμείνει κρυμμένη στην κουζίνα για λίγο. Με την καρδιά της να σφυροκοπά, βγήκε από το δωμάτιό της και περπάτησε βιαστικά στο διάδρομο. «Πίσω στα παντελόνια πάλι». Η φωνή της Βίκι την έκανε να αναπηδήσει. Γύρισε και την είδε να την ακολουθεί κρατώντας


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

132

μια εφημερίδα. «Τι θα έλεγαν οι συντάκτες του Γουίμεν ’ς Γουέαρ Ντέίλι,» «Πολύ αμφιβάλλω αν θα έκαναν κάποια σκέψη για το θέμα»». Η Άννι προσπάθησε ν’ ακουστεί αδιάφορη κι ευγενική, αλλά δεν τα κατάφερε. Το Γουίμεν 'ς Γουέαρ ΝτέιΜ ήταν μία από τις πολλές εφημερίδες που γέμιζαν το γραμματοκιβώτιο από τότε που είχε έρθει η Βίκι. «Α, μα εδώ είναι που κάνεις λάθος». Η Βίκι την προσπέρασε, μπήκε στην κουζίνα και άπλωσε την εφημερίδα πάνω στον πάγκο. Η Αννι πάγωσε βλέποντας ένα δισέλιδο με τρεις τεράστιες φωτογραφίες της από το χορό χτες το βράδυ. «Ορίστε;» Έσκυψε να τις κοιτάξει. Τα γράμματα πετούσαν κάτω απ’ τα μάτια της. Μυστηριώδης γυναίκα με μυστηριώδες φουστάνι. «Γιατί να το γράψουν αυτό;» «Γιατί έκανες τους πάντες να παραμιλούν χτες το βράδυ». Η Βίκι σταύρωσε τα χέρια της με ένα θριαμβευτικό βλέμμα στα μάτια της. «Και προφανώς εσύ και ο Σινκλέρ δεν ήσαστε στο δείπνο». Δείπνο; Δεν πρόσεξε ότι δεν έφαγαν. Πήγαν κατευθείαν από τα στρείδια στο... Καταλάβαινε τώρα πώς είχαν αρχίσει οι φήμες για τα αφροδισιακά. «Πρόκειται για εφημερίδα μόδας, οπότε είναι περισσότερο περίεργοι για το ποιος σχεδίασε το φόρεμα παρά για το ποια το φορούσε». «Όποιος το σχεδίασε έχει πεθάνει εδώ και καιρό». Η Άννι πλησίασε περισσότερο, εντυπωσιασμένη από τις φωτογραφίες. Η μία την έδειχνε να χορεύει με τον Σινκλέρ, με τα χέρια του γύρω της και τη φούστα της σε ένα γύρισμα που αναδείκνυε πόσο πλούσια ήταν, ακόμη και χωρίς κρινολίνο. Μία άλλη τους έδειχνε να περπατούν στη βεράντα. Κι ύστερα υπήρχε άλλη μία που έδειχνε τον Σινκλέρ με το χέρι του περασμένο γύρω από τη μέση της. «Δεν το ξέρουν αυτό. Νομίζουν ότι είναι από τον επόμενο


JENNIFER LEWIS

133

Μπαλενσιάγκα». Γέλασε δυνατά. «Έχω να διασκεδάσω τόσο εδώ και μήνες!» «Πού είναι ο Σινκλέρ;» ρώτησε ήρεμα η Άννι. Να είχε δει τις φωτογραφίες που πρόδιδαν τόσο τολμηρά τη ρομαντική τους σχέση σε όλο τον κόσμο; «Μιλάει στο τηλέφωνο όλο το πρωί. Δουλειά, υποθέτω. Είναι τόσο κολλημένος. Αλλά φαίνεται ότι τον ξεκόλλησες χθες το βράδυ. Λάμπει σ’ αυτή τη φωτογραφία». Η ανάσα της Άννι πιάστηκε στο λαιμό της μόλις είδε την έκφραση στο πρόσωπό του. Η φωτογραφία τούς έδειχνε όταν χόρευαν, με το φόρεμά της ν’ ανεμίζει πίσω της και τα χέρια της στους ώμους του. Υπήρχε μια έκφραση... έκστασης στο όμορφο πρόσωπό του. «Περάσαμε πραγματικά πολύ ωραία». Το είπε τόσο ήρεμα που ακούστηκε περίεργα, σχεδόν σαν απολογία. «Το βλέπω». Η Βίκι πήρε ένα ποτήρι από το ντουλάπι και το γέμισε με νερό από το ψυγείο. «Ακριβώς όπως το είχα σχεδιάσει». «Έκανες ψέματα ότι είχες πονοκέφαλο, έτσι δεν είναι;» Εκείνη γέλασε. «Γι' αυτούς είμαι μία οσιομάρτυρας και μην τολμήσεις να το διαψεύσεις. Έπρεπε να πας σ’ αυτόν το χορό, νεαρή μου. Κι εγώ διασκέδασα κουνώντας το μαγικό μου ραβδάκι και κοίτα τι καλά που εξελίχθηκε». Αστράψτε από καλή διάθεση, και η Άννι σχεδόν τη συμπάθησε. «Και δε θα τελειώσει εδώ. Πάω στοίχημα ότι θα είσαι και στα κοσμικά της Νιου Γιορκ Ποστ. Θα σε κουβεντιάζει όλη η Νέα Υόρκη». Η Άννι ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη. Πώς θα αντιδρούσε σ’ αυτό ο Σινκλέρ; Ως παραδοσιακός αριστοκράτης που ήταν, φαινόταν να ξέρει πώς να αποφεύγει τη δημοσιότητα, παρά τη λαμπρή του καριέρα και τους πολλούς διάσημους φίλους. Τον είχε ψάξει στο ίντερνετ περισσότερο από μία φορά, όταν έκανε καιρό να έρθει στο σπίτι και ένιωθε την ανάγκη να δει το πρόσωπό του. Λίγες φωτογραφίες από πάρτι και ένα επαγγελματικό πορτραίτο ήταν τα μόνα που είχε βρει. Δε


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

134

φανταζόταν τώρα να χαιρόταν με όλες αυτές τις φωτογραφίες στις εφημερίδες. Ειδικά αν ανακάλυπταν ότι η γυναίκα στην αγκαλιά του ήταν η οικονόμος του. «Ο Σινκλέρ θα νευριάσει». «Ποιος νοιάζεται; Πρέπει να ζήσει και λίγο. Και νομίζω ότι εσείς οι δύο είστε αξιολάτρευτο ζευγάρι». Χτύπησε με το δάχτυλό της τη φωτογραφία που χόρευαν. «Πες μου ότι αυτό δεν είναι ρομαντικό». Η καρδιά της Άννι σφίχτηκε στην εικόνα του Σινκλέρ να την κοιτάζει έντονα στα μάτια καθώς στριφογύριζαν στην πίστα σαν να ήταν μόνοι τους πάνω στη Γη και η μουσική να έπαιζε μόνο για κείνους. Χτες το βράδυ είχαν βρει το δικό τους κόσμο και είχαν ζήσει σ’ αυτόν χωρίς να σκεφτούν τις συνέπειες. «Ελπίζω να μην ντραπεί». Αφηρημένη δάγκωσε για λίγο τα νύχια της και, μόλις το συνειδητοποίησε, τράβηξε το χέρι της. «Νομίζω ότι κι οι δύο παρασυρθήκαμε από την ατμόσφαιρα της βραδιάς». «Ωραία. Ο Σινκλέρ πρέπει να παρασύρεται πιο συχνά. Θα φροντίσω να λείψουμε μέχρι αργά απόψε η μητέρα του κι εγώ». Έριξε στην Άννι μια ματιά όλο νόημα και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας τη σελίδα ανοιχτή πάνω στον πάγκο. Η Άννι έκλεισε βιαστικά την εφημερίδα και την έκρυψε στην αποθήκη. Δεν ήθελε κανείς -και ειδικά ο Σινκλέρ- να μπει και να νομίσει ότι καμάρωνε. Βαριά βήματα στις σκάλες έκαναν τα χέρια της να τρέμουν καθώς έκοβε κομμάτια το κοτόπουλο για να φτιάξει σαλάτα. Η Κάθριν και η Βίκι κινούνταν σαν γαζέλες, οπότε μόνο ένα άτομο μπορούσε να είναι. Με την καρδιά της να σφυροκοπά, στέγνωσε βιαστικά τα χέρια της και τακτοποίησε τα μαλλιά της. Η χτεσινή νύχτα ήταν τόσο μαγική, τόσο συναρπαστική. Ήταν ένα όνειρο που είχε γίνει πραγματικότητα με όλη τη σημασία της λέξης και ακόμη και οι φωτογραφίες στην εφημερίδα το είχαν αιχμαλωτίσει αυτό. Θα άναβαν πάλι σπίθες ανάμεσά τους όταν θα έμπαινε στο δωμάτιο; Ένιωσε τη θερμοκρασία της ν’


JENNIFER LEWIS

135

ανεβαίνει και άρχισε να βγάζει το πουλόβερ της όταν εκείνος μπήκε. Πώς θα τον χαιρετούσε; Με ένα χαρούμενο «γεια»; Ή με ένα φιλί...; Η έκφρασή του την πάγωσε. Οι γωνίες του προσώπου του έδειχναν πιο σκληρές από ποτέ και το βλέμμα του σκοτεινό. Γέμισε το άνοιγμα της πόρτας, με τους φαρδιούς του ώμους και το μυώδες στέρνο του. Ξεροκατάπιε. Οι ρομαντικές φαντασιώσεις της πέταξαν στη στιγμή. «Πέρασα πραγματικά πολύ καλά χτες το βράδυ». Ήθελε να πει πώς ένιωθε, που να πάρει, και όχι να αφήσει το μυστήριο και την αγωνία να κυριαρχήσουν. Δε θα τον άφηνε να χώσει την ονειρεμένη βραδιά κάτω απ’ το χαλί. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον θα μιλούσαν γι’ αυτό. «Αλλά υποθέτω ότι εσύ δε νιώθεις το ίδιο». Πέρασε το χέρι του μέσ’ απ’ τα μαλλιά του. Έμοιαζε σαν να το είχε κάνει ήδη αρκετές φορές αυτό. «Άννι...» Μπήκε στην κουζίνα και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Αυτό μπορεί να ήταν μια κίνηση διακριτικότητας, αλλά η πέτρινη έκφρασή του και η ένταση του κορμιού του την έκαναν να αισθάνεται άβολα. Δίστασε, σαν να έψαχνε τα λόγια. «Μη μου πεις να ξεχάσω ό,τι συνέβη χτες το βράδυ. Δεν πρόκειται να το κάνω». Άκουσε την απελπισία στη φωνή της. «Δεν μπορώ». Έσφιξε το πουλόβερ στα χέρια της, χώνοντας βαθιά τα νύχια της στο ύφασμα. «Η χτεσινή νύχτα ήταν...» Συνοφρυώθηκε. «Ήταν υπέροχη». Συνάντησε το βλέμμα της και ο πόνος στα σκούρα μάτια του την κάρφωσε στη θέση της. «Τότε γιατί φαίνεσαι τόσο δυστυχισμένος;» Ένα κομμάτι του εαυτού της ήθελε να τρέξει και να τον αγκαλιάσει. Το άλλο όμως, το πιο έμπειρο και λογικό κομμάτι, ήθελε να τυλίξει τα χέρια γύρω από τον κορμό της και να προστατεύσει την καρδιά της απ’ αυτό που ερχόταν. «Κάτι συνέβη». «Η μητέρα σου;» Την πλημμύρισε πανικός. Δεν είχε δει ακόμη


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

136

την Κάθριν, και είχε απλά υποθέσει ότι είχε ήδη ξυπνήσει και βγει απ’ το σπίτι. «Τι συμβαίνει;» «Δεν είναι η μητέρα μου». Το συνοφρύωμά του έγινε πιο βαθύ. «Είναι η πρώην γυναίκα μου, η Νταϊάνα». Ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη. Είχε μήνες να της μιλήσει απ’ ό,τι ήξερε. Το διαζύγιό τους ήταν πολύκροτο, με δικηγόρους και θυμωμένα λόγια, παρά το σύντομο χρονικό διάστημα του γάμου τους. «Είναι άρρωστη;» «Όχι». Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά. «Είναι έγκυος». «Ω!» Η λέξη βγήκε από τα χείλη της Άννι καθώς η καρδιά της βούλιαξε στο στήθος της. «Και είναι δικό σου». Διαφορετικά γιατί θα έκανε τόση φασαρία; «Ναι. Γεννά από μέρα σε μέρα. Είπε ότι δεν ήθελε να μου το πει, επειδή ο γάμος μας τελείωσε, αλλά τώρα που πλησιάζει η γέννα ένιωσε την ανάγκη να πει την αλήθεια». Ή την ανάγκη να ζητήσει διατροφή. Η Άννι κράτησε τη σκέψη αυτή για τον εαυτό της. Αλλά δεν κατάφερε να κρατήσει και την επόμενη. «Μα δεν είχε σχέση με κάποιον άλλον;» Τα κουτσομπολιά έλεγαν ότι η γυναίκα του τον είχε απαιτήσει. «Δεν μπορεί να είναι του άλλου το μωρό;» Προετοιμάστηκε για την αντίδραση του Σινκλέρ. Δεν ήταν και ό,τι πιο ευγενικό θα μπορούσε να πει. «Μόλις της μίλησα στο τηλέφωνο. Ορκίζεται ότι η ιστορία ήταν μόνο μία δικαιολογία για το διαζύγιο και ότι το παιδί είναι δικό μου». «Θέλει να τα ξαναβρείτε;» Δεν μπορούσε να κρύψει τη δυσπιστία από τη φωνή της. Η πονεμένη έκφραση του Σινκλέρ της έδωσε την απάντηση. «Όχι, δε θέλει. Αλλά περιμένει να γεννήσει από μέρα σε μέρα. Αν είναι δικό μου το παιδί, πρέπει να είμαι εκεί για τη γέννα». Μία απειροελάχιστη σπίθα ελπίδας άναψε στο στήθος της με τη λέξη αν. Προφανώς δεν ήταν απολύτως σίγουρος ότι το παιδί είναι δικό του.


JENNIFER LEWIS

137

«Και γιατί δε σου το είπε νωρίτερα, εάν είναι τόσο προχωρημένη η εγκυμοσύνη;» Ο Σινκλέρ συνοφρυώθηκε. «Είπε ότι δεν ήθελε να το ξέρω». Ο πόνος στα μάτια του της έκοψε την ανάσα. «Ότι ήθελε να το μεγαλώσει μόνη της». Απογοήτευση πλημμύρισε την Άννι. «Τότε γιατί δεν την αφήνεις να το κάνει;» «Δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν το παιδί μου μεγάλωνε σε μία διαλυμένη οικογένεια, χωρίς εγώ να έχω κάνει ό,τι περνάει από το χέρι μου για να την ενώσω». «Δε χρειάζεται να την ξαναπαντρευτείς. Πολλοί άνθρωποι ζουν σε χωριστά σπίτια και έχουν πλήρη συμμετοχή στην ανατροφή των παιδιών». Σκόπευε πράγματι να την παρατήσει μετά από όλα όσα της είχε πει το προηγούμενο βράδυ; «Το ξέρω. Αλλά έτσι είμαι εγώ, υποθέτω». Το βλέμμα τού συνάντησε το δικό της. «Πρέπει να προσπαθήσω». «Καταλαβαίνω». Φυσικά και ήθελε να κάνει το σωστό και να είναι ένας παραδοσιακός πατέρας. Δεν ήταν ο τύπος που θα ήταν ικανοποιημένος πηγαίνοντας τα παιδιά του για πίτσα και σινεμά δύο φορές το μήνα. «Ελπίζω όλα να πάνε καλά». Αυτό το τελευταίο ήταν ψέμα. Αλλά μπορεί με τον καιρό να έβρισκε τη μεγαλοψυχία να του το ευχηθεί πραγματικά. Αυτή τη στιγμή το μόνο που ήθελε ήταν να κουβαριαστεί κάπου και να κλάψει. Ο Σινκλέρ πέρασε το χέρι του μέσ’ απ’ τα μαλλιά του. «Μόλις της μίλησα στο τηλέφωνο. Μένει στη Σάντα Μπάρμπαρα τώρα. Θα πάω αεροπορικώς σήμερα το απόγευμα». «Ω!» Πάνε και οι ελπίδες για ένα ρομαντικό βράδυ απόψε, με τη Βίκι να απομακρύνει την Κάθριν. Η Άννι έβρισε τον εαυτό της για την εγωιστική σκέψη. Η ζωή του Σινκλέρ θα ανατρεπόταν με αυτό, ό,τι κι αν συνέβαινε μετά. Και η δική της η ζωή; Κανείς δε νοιαζόταν και πολύ γι’ αυτό. «Λυπάμαι τόσο πολύ που συνέβη αυτό, ειδικά τώρα». Ο Σινκλέρ έμοιαζε πραγματικά ταραγμένος. «Σε καμία περίπτωση


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

138

δε θα... σε εκμεταλλευόμουν ξανά χτες το βράδυ, αν το ήξερα». Τα λόγια του την έκοψαν σαν μαχαίρι. «Δε με εκμεταλλεύτηκες». Προσπάθησε να διατηρήσει ήρεμη τη φωνή της. «Συμμετείχα με τη θέλησή μου». Εγώ, η ανόητη. Αλλά, πάλι, δεν ήταν δικό του το λάθος γι’ αυτό που συνέβη. Ή μήπως ήταν; Δεν ήταν αναγκασμένος να τρέξει στο πλευρό της πρώην γυναίκας του και να προσπαθήσει να αναζωπυρώσει τη σχέση τους. Θα μπορούσε απλά να της εξηγήσει την κατάσταση και να της δώσει ένα μεγάλο, ρομαντικό φιλί. Αλλά η ζωή δεν ήταν έτσι. Τουλάχιστον όχι η δική της. Έφερε την εφημερίδα από την αποθήκη της κουζίνας. «Το είδες αυτό;» τον ρώτησε κι άνοιξε την εφημερίδα στο δισέλιδο με τις φωτογραφίες τους. Ο Σινκλέρ της την άρπαξε απ’ τα χέρια. «Να πάρει». Η Άννι ζάρωσε. «Δεν κατάλαβα ότι μας έβγαζαν φωτογραφία». Ήταν πολύ απορροφημένη από το προσωρινό τους ειδύλλιο. «Ούτε εγώ». Γύρισε να δει το πρωτοσέλιδο. «Τι εφημερίδα είναι αυτή;» «Μόδας. Η Βίκι μου την έδωσε. Την παίρνει κάθε μέρα». «Δεν εκπλήσσομαι». Την έβαλε στο τραπέζι, διπλωμένη έτσι ώστε t να μη φαίνονται οι φωτογραφίες τους. «Ας ελπίσουμε ότι η ιστορία δε θα διαρρεύσει και στις άλλες εφημερίδες». «Ναι». Δεν μπορούσε ούτε καν να μιλήσει. Ήθελε πραγματικά να εξαφανίσει το υπέροχο βράδυ που πέρασαν μαζί. Όλο της το είναι πονούσε και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ευχηθεί να την αφήσει μόνη της, πριν ξεσπάσει σε κλάματα. «Θα πάω να μαζέψω τα πράγματά μου. Δε χρειάζεται να μου φτιάξεις μεσημεριανό. Θα φύγω για το αεροδρόμιο σε δέκα λεπτά». Είχαν επιστρέφει κιόλας στην επαγγελματική τους σχέση. Κούνησε το κεφάλι της, κρατώντας ερμητικά κλειστό το στόμα της. Μέσα της όμως αργοπέθαινε. «Λυπάμαι, Άννι». Η φωνή του ήταν βραχνή και κάπως άχρωμη. Δεν ήταν σίγουρη αν προσπαθούσε να κρύψει τα συναισθήματά


JENNIFER LEWIS

139

του ή πραγματικά δεν ένιωθε τίποτα. Είχε αρχίσει να υποπτεύεται ότι ήταν το δεύτερο. «Κι εγώ το ίδιο». Μάζεψε την εφημερίδα και την έβαλε στην αποθήκη. Όταν γύρισε, εκείνος είχε φύγει. Έγειρε πάνω στον πάγκο, προσπαθώντας να ανασάνει. Ήθελε να ουρλιάζει, να κλάψει για να διώξει τον πόνο και την απογοήτευση. Αλλά δεν το έκανε. Είχε τολμήσει να ζήσει το όνειρό της για μια υπέροχη βραδιά. Θα έπρεπε να είναι περήφανη για τον εαυτό της που είχε τολμήσει να ζήσει τη ζωή στο έπακρο. Το να περιμένει περισσότερα θα ήταν απληστία. Ετοίμασε τη σαλάτα όσο πιο αργά μπορούσε, ώστε να είναι βέβαιη ότι ο Σινκλέρ είχε φύγει, πριν αποτολμήσει να βγει απ’ την κουζίνα για να στρώσει το τραπέζι ή να φωνάξει τους άλλους για φαγητό. «Ω, να πάρει!» Η φωνή της Βίκι την έκανε να αναπηδήσει τόσο απότομα, που έχυσε το αλάτι που έριχνε στα σκορδόψωμα. «Ο Σινκλέρ τα θαλάσσωσε και πάλι». Η Άννι ανασήκωσε τους ώμους της. Δε γύρισε. Δεν ήθελε να δει η Βίκι πόσο πληγωμένη ήταν. Και δεν μπορούσε να καταλάβει καθόλου γιατί η Βίκι εξακολουθούσε να θέλει τους δυο τους μαζί. Εκείνη τη στιγμή αισθανόταν σαν ποντίκι που είχε παίξει για πάρα πολλή ώρα με τη γάτα. Δεν είχε διάθεση να προσφέρει κι άλλη διασκέδαση. «Ατυχία. Ο Σινκλέρ μοιάζει σαν να είδε φάντασμα». «Έφυγε;» Η Άννι κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Δεν μπορούσε να δει το αυτοκίνητο από κει που καθόταν. «Έφυγε σαν να τον κυνηγούσαν όλοι οι δαίμονες της Κόλασης», είπε η Βίκι. Η Άννι γύρισε προς το μέρος της. «Γιατί θέλει να τα ξαναβρούν, ενώ η πρώην του δε θέλει;» Η ερώτηση έκαιγε το μυαλό της. Δεν ήξερε τι είδους σχέση είχαν. Αφού η Νταϊάνα είχε περάσει ολόκληρη την εγκυμοσύνη της χωρίς να του το πει, δεν μπορεί να είχαν στενή σχέση.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

140

«Ο Σινκλέρ είναι αθεράπευτα ρομαντικός. Πιθανότατα πιστεύει ότι ένα μωρό μπορεί να διορθώσει τα πάντα. Η Νταϊάνα όμως δεν είναι. Είναι τόσο συναισθηματική όσο και ένα ραπανάκι». Πήρε ένα ραπανάκι απ’ αυτά που ήταν πάνω στον πάγκο και το δάγκωσε. Η καρδιά της Άννι διαλυόταν. Της φαινόταν τόσο κρίμα. Εκείνη κι ο Σινκλέρ θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι μαζί, αλλά τώρα γύριζε στη γυναίκα που του είχε προκαλέσει μόνο πόνο. «Γιατί την ερωτεύτηκε ο Σινκλέρ;» Ένιωσε καλά που έβγαλε την ερώτηση από μέσα της. Η Βίκι ανασήκωσε τους ώμους της. «Είναι όμορφη. Ξέρει πώς να χειρίζεται και να ελέγχει τους άντρες. Πιθανότατα του είπε αυτά που ήθελε ν’ ακούσει». Ανασήκωσε το φρύδι της. «Τουλάχιστον μέχρι που την παντρεύτηκε». «Γιατί δεν του είπε νωρίτερα ότι είναι έγκυος;» «Υποθέτω ότι δεν τη βόλευε. Μπορεί να είχε κάποιον ακόμη πιο πλούσιο και πιο όμορφο κρυμμένο κάπου». Κούνησε το κεφάλι της. «Αν και μου φαίνεται δύσκολο. Ο Σινκλέρ είναι πραγματικό κελεπούρι». «Τότε γιατί δεν τον θες για τον εαυτό σου;» Η Άννι δεν μπορούσε να πιστέψει πώς είχε τολμήσει να ξεστομίσει μια τέτοια ερώτηση. Ίσως γιατί δεν είχε πια τίποτα να χάσει. «Είναι ολοφάνερο ότι δεν τον θες». Η Βίκι γέλασε. «Ο Σινκλέρ είναι υπερβολικά καλός για μένα. Θα χαραμιζόταν εντελώς». Τα βιολετιά της μάτια πήραν μια ονειρική έκφραση. «Ο Σινκλέρ είναι πραγματικά ένας στο εκατομμύριο και δεν το λέω για τα λεφτά ή την ομορφιά του. Είναι πραγματικά καλός άνθρωπος, με αρχές και αποφασισμένος να κάνει μόνο το σωστό». «Τότε γιατί συνεχώς τα θαλασσώνει;» Η Βίκι την κοίταξε για μια στιγμή κι ύστερα έβαλε τα γέλια. «Αποκαλύπτεις μία τελείως διαφορετική πλευρά του εαυτού σου σήμερα, Άννι. Αλλά ό,τι ξέρεις, ξέρω. Γιατί οι άντρες είναι


JENNIFER LEWIS

141

ανόητοι; Αυτή είναι η αιώνια ερώτηση των γυναικών». Η Άννι θύμωσε με τη Βίκι, που αποκάλεσε τον Σινκλέρ ανόητο. Ήταν πολύ έξυπνος. Από την άλλη, όμως, οι επιλογές του στις γυναίκες ήταν πολύ κακές. Εκτός από εκείνη. Ή μήπως ήταν άλλο ένα παράδειγμα του πώς έπεφτε στην αγκαλιά κάποιας που ήταν εντελώς ακατάλληλη γι’ αυτόν; Ένιωθε την καρδιά της πονεμένη και το μυαλό της δούλευε πολύ έντονα για να καταλάβει πράγματα που δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Ο καημένος ο Σινκλέρ, που ήταν καταδικασμένος να κάνει ξανά το ίδιο λάθος. Και η καημένη η Άννι, που έμεινε μόνη της να γλείφει τις πληγές της. Η Βίκι έπαιζε με το κούμπωμα από το βαρύ ασημένιο βραχιόλι της. «Τέλος πάντων. Τώρα έφυγε. Όλα τα ωραία πράγματα τελειώνουν κάποτε, αν και αυτό δεν είναι το τέλος που είχα στο νου μου. Λυπάμαι που σε ενθάρρυνα». Το βλέμμα που της έριξε ήταν πραγματικά απολογητικό. «Ελπίζω να μη σου δημιούργησα πρόβλημα». «Όχι μεγαλύτερο απ’ αυτό που είχα ήδη». Η Άννι αναστέναξε. Δεν μπορούσε να μείνει πια εδώ. Της ήταν αδύνατο να συνεχίσει να δουλεύει, αφού είχε κάνει για δεύτερη φορά έρωτα με τον Σινκλέρ και την είχε παρατήσει πάλι με τον ίδιο τρόπο. Δεν είχε σημασία πόσο σημαντικός ήταν ο λόγος, εκείνη έπρεπε να σώσει τον εαυτό της απ’ αυτή την κατάσταση. Αυτό σήμαινε ότι θα παρατούσε σύξυλη την Κάθριν Ντράμοντ, αλλά θα μπορούσε να προσλάβει κάποιον άλλο να της αγοράζει φρέσκα λαχανικά και να της ψήνει κέικ για το υπόλοιπο καλοκαίρι. «Θα ετοιμάσω τραπέζι». «Θα φέρω τα πιάτα». Το γεύμα δεν ήταν ευχάριστο. Η Άννι δεν κάθισε φυσικά στο τραπέζι, τριγύριζε εκεί γύρω. Η Κάθριν, που ήταν συνήθως ομιλητική και όλο σχέδια, τώρα ήταν περίεργα σιωπηλή. Και πιο χλομή απ’ ό,τι συνήθως. Προφανώς τα νέα για το εγγόνι δεν ήταν τόσο ευχάριστα όσο θα έπρεπε. «Καημένε Σινκλέρ», είπε τελικά αφού έπαιζε με την


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

142

κοτοσαλάτα της για αρκετή ώρα. «Αυτή η γυναίκα δε θα τον κάνει ποτέ ευτυχισμένο». «Όχι». Η Βίκι ήταν η μόνη που είχε όρεξη. Έβαλε κι άλλη σαλάτα στο πιάτο της. «Οπότε πρέπει να βιαστούμε να βρούμε αυτό το αναθεματισμένο κύπελλο, για να φέρουμε τη μοίρα πάλι στη σωστή τροχιά». Η Κάθριν γέλασε. «Αρχίζω να πιστεύω ότι ήταν απλά ένας μύθος και ότι δεν υπάρχει κανένα κύπελλο. Έχουμε ψάξει κάθε κουτί, καλάθι και περίεργη βαλίτσα στη σοφίτα. Βρήκαμε σίγουρα κάποια ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά τίποτα που να μοιάζει με το ένα τρίτο ενός σκοτσέζικου κυπέλλου ηλικίας τριακοσίων ετών». Η Βίκι δεν είχε τη συνηθισμένη της σπιρτάδα. «Μπορεί τα τρία αδέρφια να το ξαναένωσαν και αυτό να είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να γίνει». «Δεν το έκαναν όμως». Η Κάθριν κοίταξε συνοφρυωμένη το ποτήρι με το νερό της. «Ο Άαρον Ντράμοντ, ο γιος του προγόνου μας, κρατούσε ημερολόγιο, όπου έγραφε αρκετές φορές για την απογοήτευση του πατέρα του που δεν ξανασυναντήθηκε ποτέ με τ’ αδέρφια του. Θρηνούσε γι’ αυτό πριν πεθάνει». «Κρίμα. Και γιατί δεν ξανασυναντήθηκαν;» «Σύμφωνα με το ημερολόγιο, ένας από τους αδερφούς συνελήφθη για κλοπή, δραπέτευσε από τη φυλακή και έγινε πειρατής, κλέβοντας πλοία από τη Βιρτζίνια μέχρι τη Φλόριντα. Μετά εξαφανίστηκε. Ο τρίτος αδερφός έκανε περιουσία πιάνοντας κάστορες, γύρισε στη Σκοτία και ξαναπήρε πίσω την πατρική περιουσία. Ζουν ακόμη εκεί. Υποθέτω ότι εκείνα τα χρόνια δεν έκανες ένα υπερατλαντικό ταξίδι μόνο και μόνο για να επισκεφτείς συγγενείς. Οπότε δεν ξαναείδαν ο ένας τον άλλο. Ο πρόγονός μας έχτισε το πρώτο τμήμα αυτού του σπιτιού, το οποίο ανήκει από τότε στην οικογένειά μας. Έτσι, εάν υπάρχει κάπου το κομμάτι του κυπέλλου, σίγουρα βρίσκεται εδώ».


JENNIFER LEWIS

143

«Και μπορεί να μείνει εδώ για άλλα τριακόσια χρόνια». Η Βίκι αναστέναξε και έκοψε ένα κομμάτι από το ψωμί της. «Όσο για την επανένωση των κομματιών, δε φαντάζομαι ότι ο πειρατής πρόγονος φρόντισε και πολύ το δικό του κομμάτι, ούτως ή άλλως». «Σύμφωνα με ιστορίες της εποχής, είχε κρύψει χρυσό και άλλους θησαυρούς σε όλη την Ανατολική Ακτή. Όχι εδώ, όμως. Δεν πλησίασε ποτέ τη Νέα Υόρκη. Μπορεί να μην ήθελε να αντικρίσει τον αδερφό του επειδή είχε γίνει παράνομος». Κοίταξε για λίγο το ποτήρι της. «Θα ήταν ενδιαφέρον αν πείθαμε τους άλλους συγγενείς τουλάχιστον να ψάξουν για τα υπόλοιπα κομμάτια. Μήπως αν πρόσφερες κάποια αμοιβή για να τους γλυκάνεις;» «Αμοιβή; Απ’ όσο ξέρω, οι υπόλοιποι Ντράμοντ είναι εξίσου πλούσιοι με τον Σινκλέρ. Δε θα έσκαβαν τον κήπο για μερικά δολάρια». «Ακριβώς». Η Βίκι έσκυψε προς το μέρος της. «Δεν ενδιαφέρονται γιατί πιστεύουν ότι έχουν ήδη όσα χρειάζονται. Μπορεί να είναι πιο έξυπνο να ανακατέψουμε και άλλους ανθρώπους. Κάποιος με πραγματικό οικονομικό κίνητρο θα ψάξει για το κύπελλο για να κερδίσει χρήματα, και τότε οι Ντράμοντ θα επωφεληθούν από τη σκληρή δουλειά του». «Τελείως ξένους;» Η Κάθριν φαινόταν πανικοβλημένη. «Είναι μία ιδέα. Διαφορετικά φοβάμαι ότι δε θα βρούμε ποτέ τα κομμάτια». Από τη γωνία που στεκόταν, η Άννι πρόσεξε το υπολογιστικό ύφος να επιστρέφει στα μάτια της Βίκι. Γύρισε πίσω στην κουζίνα. Δεν την ενδιέφεραν καθόλου αυτή τη στιγμή οι συνωμοσίες της. Εκείνη ήθελε απλά να τελειώσει το γεύμα και να τις ενημερώσει ότι θα παραιτηθεί. Αυτή τη στιγμή ένιωθε μουδιασμένη. Ετοιμαζόταν να παραιτηθεί από τη δουλειά της μετά από έξι χρόνια, δεν είχε πουθενά αλλού να πάει παρά μόνο στο πατρικό της, όπου την αγαπούσαν μεν αλλά είχε


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

144

προσπαθήσει πολύ σκληρά να ξεφύγει, και χωρίς καμία προοπτική για δουλειά. «Δε σκοπεύεις να παραιτηθείς, ελπίζω». Η φωνή της Βίκι αντήχησε πίσω της στην κουζίνα. Πώς τριγυρνούσε παντού αυτή η γυναίκα σαν σκιά; «Και τι σε νοιάζει;» Η φωνή της Άννι παλλόταν από το συναίσθημα. «Τι σημασία έχει; Είμαι σίγουρη ότι ούτως ή άλλως θεωρείς πως σπαταλάω τη ζωή μου ξεσκονίζοντας τα έπιπλα εδώ». «Αυτό είναι πράγματι αλήθεια». Η Βίκι συνοφρυώθηκε. «Απλά φαντάζομαι ότι δε θέλω να είναι εξαιτίας μου». «Πίστεψέ με, δεν είναι. Το σκεφτόμουν ήδη να προχωρήσω παρακάτω και αυτή ήταν η τελική κλοτσιά στα πισινά που χρειαζόμουν, οπότε μπορείς να απολαύσεις το καλοκαίρι σου χωρίς τύψεις. Αν και θα το εκτιμούσα αν πρόσεχες την Κάθριν. Υποσχέθηκα στον Σινκλέρ να τη φροντίσω, αλλά...» Το στήθος της σφίχτηκε στην ιδέα ότι θα τον απογοήτευε. Από την άλλη μεριά, ήταν καιρός να σκεφτεί και για μια φορά τον εαυτό της. Είχε γίνει χαλί να την πατήσουν για πολύ καιρό και αυτοί οι άνθρωποι ήταν ενήλικες πού μπορούσαν να φροντίσουν και μόνοι τους τον εαυτό τους, ή τουλάχιστον να πληρώσουν κάποιον άλλον αδρά να το κάνει. «Φυσικά». Η Βίκι φαινόταν σοβαρή. «Θα φροντίσω να περάσει το πιο χαλαρό και υγιές Σαββατοκύριακο της ζωής της». Ξεφύσηξε. «Τι μπέρδεμα! Ελπίζω ο Σινκλέρ να μην κάνει κάτι τελείως ανόητο, όπως να ξαναπαντρευτεί την Νταϊάνα». «Ό,τι και να κάνει, δεν είναι δική μου δουλειά. Τώρα, αν μου επιτρέπεις, πρέπει να μιλήσω στην Κάθριν».


JENNIFER LEWIS

145

10

Ο ΣΙΝΚΛΕΡ ΒΓΕΙΚΕ με το αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει από το αεροδρόμιο της Σάντα Μπάρμπαρα με την καρδιά του να σφυροκοπά. Δεν ανυπομονούσε να δει το πρόσωπο της πρώην γυναίκας του. Σταδιακά, είχε μάθει ότι το τέλειο περίγραμμα και το απαλό δέρμα δεν ήταν αποτέλεσμα της ήρεμης ψυχοσύνθεσης της, ούτε τα είχε κληρονομήσει από τους γονείς της, αλλά οφείλονταν στην επιδεξιότητα ενός στρατού χειρουργών και άλλων, με ειδικότητα από το λίφτινγκ μέχρι το τεχνητό μαύρισμα. Φοβούμενη μέχρι θανάτου τις ρυτίδες, κοιμόταν με ένα στρώμα κρέμας γύρω από τα μάτια και το λαιμό της. Ακόμη και τα πλούσια μαύρα μαλλιά της δεν ήταν φυσικά. Έκανε εμφύτευση με τρέσες από μαλλιά άλλων κάθε τρεις βδομάδες. Μια πικρή γεύση ανέβηκε στο στόμα του στη σκέψη ότι θα έπρεπε να φιλήσει ξανά εκείνα τα χείλη που ήταν γεμάτα σιλικόνη. Η καρδιά του σφίχτηκε από τον πόνο στην ανάμνηση της φυσικής ομορφιάς της Άννι. Το άσπρο δέρμα της με τις αχνές φακίδες που έλαμπαν πάνω στη μύτη και τα μάγουλά της. Τα μαλλιά της, τα οποία στην αρχή έμοιαζαν ανοιχτά καστανά, αλλά όταν έπεφτε πάνω τους το φως έμοιαζαν σαν ένας χείμαρρος από πυρρόξανθο μετάξι. Τα φυσικά χαρακτηριστικά της, τόσο όμορφα στην ελαφρά ανομοιομορφία τους, και τις σπίθες που έλαμπαν στα μάτια της όταν χαμογελούσε. Το λεπτό της φυσικό σώμα με τις απαλές, γεμάτες καμπύλες και την αβίαστη τρυφερότητα. Τύψεις τον πλημμύρισαν για τον τρόπο που της είχε φερθεί.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

146

Παρασυρμένος από την ανάγκη που έκαιγε τα σωθικά του επί δύο εβδομάδες, της είχε βγάλει το όμορφο φόρεμα και την είχε κάνει δική του στο φεγγαρόφωτο. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο έντονο πάθος για μία γυναίκα και εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί. Κάτι πάνω της έφτανε βαθιά μέσα του και τον άγγιζε. Οπότε, όταν σήμερα το πρωί έπρεπε να της πει ότι δεν μπορούσαν να είναι μαζί, ήταν σκέτο μαρτύριο. Σκληρό για εκείνη, βασανιστήριο γι’ αυτόν. Άφησε να του ξεφύγει μια βλαστήμια. Η απογοήτευση τον είχε κατακλύσει ολόκληρο. Είχε φτάσει τόσο κοντά σε κάτι που έμοιαζε με ευτυχία, μόνο και μόνο για το χάσει πάλι. Μπορεί να ήταν καταραμένος. Η μητέρα του να είχε δίκιο και να ήταν όλη η οικογένεια καταραμένη να ζει μια δυστυχισμένη ζωή, μέσα σε γάμους χωρίς κατανόηση κι αγάπη, σαν αυτόν που είχαν οι γονείς του. Το παγωμένο χέρι του φόβου τον γράπωσε ακόμη πιο δυνατά καθώς πάρκαρε έξω από το σπίτι της Νταϊάνα. Του φαινόταν ότι είχαν περάσει μόνο λίγοι μήνες από τότε που το είχαν διαλέξει. Δηλαδή εκείνη το διάλεξε, εκείνου δεν του άρεσε και πολύ η έντονη μεσογειακή διακόσμηση της πρόσοψης, αλλά εκείνο τον καιρό προσπαθούσε ακόμη να κάνει ευτυχισμένη την καινούρια του σύζυγο. Με χαρά τής το παραχώρησε μετά το διαζύγιο και απαλλάχτηκε συγχρόνως κι απ’ αυτή κι απ’ αυτό. Με σφιγμένους μυς, χτύπησε το κουδούνι. Καμία απάντηση. Χτύπησε και πάλι. Τρία αυτοκίνητα υπήρχαν παρκαρισμένα στο πάρκινγκ, οπότε κάποιος ήταν .σπίτι. Κάποια στιγμή άκουσε επιτέλους βήματα στο διάδρομο και κάποιος άνοιξε την πόρτα. «Σινκλέρ!» Ο πανικόβλητος τόνος της και η απέχθεια στο βλέμμα της πρώην γυναίκας του ήταν η υποδοχή που περίμενε. «Έπρεπε να έρθω να σε δω». «Γιατί; Σου είπα να μην έρθεις». Δεν έκανε καμία κίνηση να


JENNIFER LEWIS

147

του πει να περάσει μέσα. Γέμιζε όλη σχεδόν την πόρτα, με την τεράστια κοιλιά της κρυμμένη μέσα σε μία αυθεντική τόγκα από μπεζ μεταξωτό. Το πρόσωπό της ήταν πρησμένο και φουσκωμένο, και σε συνδυασμό με το βαρύ μακιγιάζ έμοιαζε με ηρωίδα ταινίας τρόμου. Σταμάτα αυτές τις κακές σκέψεις. Είναι η μητέρα του παιδιού σου. «Γιατί; Επειδή πρόκειται να αποκτήσουμε παιδί». «Όχι, δεν πρόκειται». Κοίταξε πίσω της. Ο Σινκλέρ νόμισε πως είδε κάποιον να κινείται στην τεράστια κουζίνα στο βάθος του διαδρόμου. «Εγώ θα αποκτήσω παιδί. Είμαστε χωρισμένοι, σε περίπτωση που το ξέχασες. Αλλά, αφού ήρθες, καλύτερα να περάσεις μέσα». Η φωνή της είχε έναν ψυχρό τόνο που δεν είχε ξανακούσει. Μπορεί τώρα που το διαζύγιο ήταν οριστικό να μην ένιωθε την ανάγκη να τον ξεγελάσει για να της δώσει περισσότερα απ’ αυτά που αγαπούσε πάνω απ’ όλα: χρήματα. «Εάν είμαι ο πατέρας...» Ναι, είχε τις αμφιβολίες του. Αλλά αυτές δεν αρκούσαν για να τον κρατήσουν μακριά από το αθώο μωρό. «Τότε σκοπεύω να παίξω πλήρη και ενεργό ρόλο στη ζωή του παιδιού μας, και θα πρέπει τουλάχιστον να έχουμε μια λειτουργική σχέση». Και η παραμικρή ιδέα να τα ξαναβρεί μαζί της είχε εξαφανιστεί στη θέα του θυμωμένου, άγριου βλέμματός της. «Τι συμβαίνει, μωρό;» Μια βραχνή αντρική φωνή ακούστηκε από βάθος του σπιτιού. Ξεροκατάπιε και κοίταξε και πάλι πάνω απ’ τον ώμο της. «Ποιος είναι αυτός;» Τα νεύρα του Σινκλέρ τεντώθηκαν. Ζούσε ήδη με κάποιον άλλον; Η σκέψη ενός άλλου άντρα να μεγαλώνει το παιδί του έκανε το στήθος του να σφιχτεί. «Είναι ο Λάρι. Λάρι, έλα να γνωρίσεις τον Σινκλέρ». Τότε, ένας τεράστιος άντρας, ηλικίας περίπου είκοσι δύο ετών, με ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά εμφανίστηκε πίσω της. Ο Λάρι ένευσε με το κεφάλι και πήρε θέση σαν σωματοφύλακας πίσω από την Νταϊάνα.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

148

«Μπορώ να περάσω;» Τώρα χρειαζόταν να ζητήσει και άδεια για να μπει στο σπίτι που κάποτε είχε αγοράσει για να ζήσουν οι δυο τους. «Υποθέτω ότι πρέπει». Η Νταϊάνα έκανε μεταβολή, με το καφτάνι να ανεμίζει, και κατευθύνθηκε προς το υπερβολικά διακοσμημένο σαλόνι. «Αν και δε χρειάζεται να μείνεις για πολύ. Σου είπα ότι ο γάμος μας τελείωσε». «Όχι εάν πρόκειται να αποκτήσουμε παιδί. Γιατί δεν είπες ότι είσαι έγκυος πριν βγει το διαζύγιο;» Στριφογύρισε ένα τεράστιο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της. «Γιατί δεν ήθελα να νομίζεις ότι ένα κομμάτι μου σου ανήκει». Ανασήκωσε περήφανα το πιγούνι της. «Ότι έχεις δικαιώματα στο μέλλον μου». «Και γιατί τώρα;» Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έβγαζε νόημα. Έδειξε την τεράστια κοιλιά της. «Το εισόδημά μου εξαρτάται από την ικανότητά μου να πηγαίνω σε πάρτι και να συναναστρέφομαι με ανθρώπους. Ομολογώ ότι δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλη επίδραση θα είχε σ’ αυτό η εγκυμοσύνη. Προφανώς δεν μπορώ να κυκλοφορήσω και πολύ αυτή την περίοδο». Ο Σινκλέρ ήθελε να βάλει τα γέλια -ή τουλάχιστον να συμφωνήσει. Αλλά ένιωθε μόνο λύπη. «Οπότε το θέμα είναι τα λεφτά. Δε με θες στη ζωή του παιδιού, απλά θέλεις να σου δίνω χρήματα όσο καιρό θα το φροντίζεις». «Κάπως έτσι». Το σκληρό της βλέμμα έκανε το στήθος του να σφιχτεί. «Έχεις κάνει τεστ DNA;» «Ναι, αφού σου το είπα και στο τηλέφωνο». Αυτός ήταν ο λόγος που είχε έρθει μέχρι εδώ. Αλλά τώρα που την είχε μπροστά του, κάτι στην όλη υπόθεση βρομούσε πάρα πολύ άσχημα. «Δείξε μου τα αποτελέσματα». «Δεν ξέρω πού είναι». Σταύρωσε τα χέρια της στην τεράστια κοιλιά της.


JENNIFER LEWIS

149

«Περιμένεις δηλαδή να σε πιστέψω έτσι απλά πως γράφουν ότι το μωρό είναι δικό μου;» «Το ξέρω ότι δε θέλεις μια περίπλοκη δίκη. Και, πραγματικά, μία μικρή διατροφή για το παιδί είναι ψίχουλα για σένα. Απλά πλήρωσέ την και άφησέ με ήσυχη. Θα σε αφήνω να βλέπεις το παιδί όποτε θες». Κάτι στα μάτια της τον έκανε να την πιέσει περισσότερο. «Θέλω να δω τα αποτελέσματα του τεστ». Η Νταϊάνα δεν ήταν ψεύτρα. Θα έλεγε μάλιστα ότι ήταν τόσο ειλικρινής που καταντούσε ελάττωμα. Θα πρέπει να υπήρχε κάποιος λόγος που δεν του έδειχνε τα αποτελέσματα. «Δε χρειάζεται. Είμαι εννέα μηνών έγκυος. Πριν από εννέα μήνες ήμαστε ακόμη παντρεμένοι», του πέταξε θυμωμένα. «Το μωρό είναι δικό σου. Κάνε τις πράξεις». «Αυτό, εάν υποθέσουμε ότι δε με απατούσες όσο ήμαστε παντρεμένοι, κάτι που έχεις ήδη παραδεχτεί ότι έκανες». «Το είπα μόνο επειδή στη Νέα Υόρκη δεν υπάρχει το συναινετικό διαζύγιο, οπότε κάποιος έπρεπε να φταίει». Αυτό είχε ισχυριστεί τότε. Αλλά δεν την είχε πιστέψει. «Συνέλαβα ενώ ήμαστε παντρεμένοι κι εσύ είσαι ο πατέρας». «Δε σε πιστεύω. Θα πρέπει να κάνεις και δεύτερο τεστ». «Δεν πρόκειται να θέσω σε κίνδυνο το μωρό βάζοντας μια βελόνα στην κοιλιά μου σε τόσο προχωρημένο στάδιο». Τα μάτια της γούρλωσαν καθώς τον κοιτούσε. «Τότε θα περιμένω μέχρι να γεννηθεί. Ένα από τα πλεονεκτήματα του να έχει κανείς τη δική του εταιρεία είναι ότι κάνεις ό,τι θέλεις, και απ’ ό,τι βλέπω δε θα χρειαστεί να περιμένω για πολύ». Εάν αυτό το μωρό ήταν δικό του θα κατάπινε την περιφρόνηση και το θυμό του και θα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Εάν δεν ήταν...; *** «Άννι!» Η τεράστια, απαλή αγκαλιά της γιαγιάς της έκλεισε


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

150

γύρω της, κάνοντάς τη να θέλει να μείνει εκεί για να ξεκουραστεί. «Γιατί χάθηκες τόσο καιρό;» «Μα είχα έρθει τα Χριστούγεννα. Ήμουν πολύ απασχολημένη με... διάφορα». Είχε παρατήσει τη δουλειά της στο Ντογκ Χάρμπορ την προηγούμενη μέρα και είχε φύγει νωρίς σήμερα το πρωί, με τα περισσότερα πράγματά της σε κούτες, οι οποίες φάνταζαν πολύ περίεργες μέσα στο τρένο. «Πόσο θα μείνεις;» Η γιαγιά της την απομάκρυνε λίγο για να την παρατηρήσει. «Είσαι χλομή σαν ξεπλυμένο καλαμάρι. Μη μου πεις πως είσαι άρρωστη;» Η Άννι κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και προσπάθησε να χαμογελάσει. «Είμαι καλά». Είχε μόνο ραγισμένη καρδιά. «Θα ήθελα να μείνω μέχρι να βρω άλλη δουλειά. Εάν με θέλετε, δηλαδή». Το στόμα της γιαγιάς Πατ άνοιξε διάπλατα για μια στιγμή. «Παραιτήθηκες απ’ τη δουλειά σου;» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Καιρός ήταν. Ήμουν εκεί έξι χρόνια, είχα κολλήσει». Η γιαγιά της μόρφασε. «Δεν είναι όμως και η καλύτερη εποχή για να βρεις δουλειά, καλή μου. Η αδερφή σου ψάχνει και δε βρίσκει τίποτα». «Το ξέρω. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της δήθεν ανέμελα. «Κάτι άλλο συμβαίνει». Τα γαλάζια μάτια της γιαγιάς της στένεψαν. «Το καταλαβαίνω». «Υπήρχε... κάποιος». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της, που προσπάθησε να τα συγκροτήσει. «Αλλά τελείωσε τώρα». Ευτυχώς που η ιστορία δεν προχώρησε ποτέ κανονικά. «Ω!» Η γιαγιά Πατ δίπλωσε τα χέρια της στην ποδιά της. «Καημένο μου μωρό. Πες στη γιαγιά Πατ πού μένει και θα πάω εγώ να του βάλω μυαλό». Η Άννι δεν μπόρεσε να συγκροτήσει ένα γέλιο. «Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο».


JENNIFER LEWIS

151

«Ε, τότε έλα να τακτοποιήσεις τα πράγματά σου. Έχουμε μαζέψει ένα κάρο σαβούρα στο δωμάτιό σου, αλλά θα καθαρίσουμε στο λεπτό». Δεν είχαν όμως πού να βάλουν τη σαβούρα, οπότε εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε σε ένα κρεβάτι περικυκλωμένο από καφάσια γεμάτα από «θησαυρούς» από διάφορα παζάρια που η μητέρα και η γιαγιά της είχαν μαζέψει με τα χρόνια. Μπορεί, αν τα έψαχνε, να έβρισκε το ένα τρίτο από ένα σκοτσέζικο κύπελλο. Το κρεβάτι της ήταν σκληρό και μονό. Το ότι είχε γυρίσει σπίτι ήταν η πιο θλιβερή παραδοχή της αποτυχίας της. Ο Σινκλέρ θα βρισκόταν ήδη στο κρεβάτι με τη φοβερή Νταϊάνα, περιμένοντας με ανυπομονησία τον ερχομό του πρωτότοκού του. Κοίταξε το ταβάνι, όπου ιστοί αράχνης στόλιζαν το παλιομοδίτικο φωτιστικό, και προσπάθησε να μην αναπολεί την ήρεμη κρεβατοκάμαρά της στο Ντογκ Χάρμπορ, με τα δέντρα να σφυρίζουν απέξω και τα κελαηδίσματα των πουλιών νωρίς το πρωί. Αλλά όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν και το μέλλον της ήταν στα χέρια της τώρα. Αύριο θα πήγαινε να γραφτεί στο κοινοτικό κολέγιο. Είχε αρκετά χρήματα, που τα είχε μαζέψει για να χτίσει το σπίτι των ονείρων της, οπότε θα ζούσε απ’ αυτά για όσο χρειαζόταν, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι το όνειρό της θα καθυστερούσε για ένα διάστημα. Πραγματικά δεν ήθελε να ξέρει τι συνέβαινε με τον Σινκλέρ και την πρώην του. Είχε τρέξει πίσω της χωρίς να διστάσει στιγμή, γεγονός το οποίο δυστυχώς έδειχνε πόσο ρηχά και ασήμαντα ήταν τα αισθήματά του για την Άννι. Στο κάτω κάτω, είχε παραδεχτεί ότι δεν την είχε καν προσέξει μέχρι που είχε φορέσει το βικτωριανό φόρεμα. Αυτό που ένιωθε προφανώς δεν ήταν παρά πόθος, που ξεχνιόταν εύκολα μόλις περνούσε το πάθος της στιγμής. Τα ελατήρια του στρώματος έτριξαν καθώς σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. Το φως του ήλιου έμπαινε άτονα μέσα απ’ τις άσχημες νάιλον εμπριμέ κουρτίνες. Είχε συνηθίσει τη διακριτική πολυτέλεια των πλουσίων και τώρα ήταν προφανώς


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

152

καταδικασμένη να έχει ακριβά γούστα για την υπόλοιπη ζωή της. Δε σκόπευε να μείνει άπραγη περιμένοντας τη ζωή να έρθει σ’ εκείνη. Έπλυνε το πρόσωπό της στο νιπτήρα και σκουπίστηκε με την πετσέτα. Θα την έφτιαχνε μόνη της. Μπορεί να μην τάραζε τον κόσμο όπως οι γυναίκες που άρεσαν στον Σινκλέρ, αλλά θα πραγματοποιούσε τα όνειρά της σιγά σιγά. «Θα μας φτιάξεις μερικά απ’ αυτά τα ονειρεμένα τηγανητά αυγά που φτιάχνεις τόσο καλά;» Η φωνή του πατέρα της αντήχησε από τον κάτω όροφο. Γέλασε. Δεν υπήρχε ρεπό εδώ. Αντίθετα από το σπίτι του Σινκλέρ, όπου ήταν μόνη της τον περισσότερο καιρό, εδώ είχε σταθερή «πελατεία». Τουλάχιστον θα της έδιναν κάτι χρήσιμο να κάνει, αντί να κάθεται να κλαίει στο παλιό της δωμάτιο. «Έρχομαι!» Ντύθηκε βιαστικά και κατέβηκε κάτω, αλλά όταν μπήκε στην κουζίνα δε βρήκε κανένα. Θα εμφανίζονταν αμέσως μόλις η μυρωδιά από το φαγητό γέμιζε τον αέρα. Έσπασε αυγά σε ένα μπολ, ζέστανε το τηγάνι κι έριξε μερικά κομμάτια μπέικον για να ξεροψηθούν. Στον Σινκλέρ δεν άρεσε το μπέικον, και το είχε σταματήσει κι εκείνη από τότε που έμενε σπίτι του. Άλλος ένας λόγος για να ξαναρχίσει να το τρώει. Ήρθες εδώ για να αφήσεις πίσω σου τον Σινκλέρ και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Έριξε το ψημένο μπέικον σ’ ένα πιάτο και τα αυγά στο τηγάνι. Ο Σινκλέρ δε θα έτρωγε ποτέ αυγά τηγανισμένα σε λίπος από μπέικον. Γιατί τον σκεφτόταν ακόμη; Η απογοήτευση την έκανε να βογκήξει δυνατά και προσπάθησε να στρέψει το μυαλό της σε κάτι άλλο. Έπρεπε να σκεφτεί το μέλλον της. Τι δουλειά θα της άρεσε να κάνει, αντί να πιάσει την πρώτη που θα έβρισκε. Ίσως να έπρεπε να δουλέψει σε κάποιο μαγαζί, για να δει αν πράγματι ήθελε να ανοίξει κάποια μέρα δικό της. Γύρισε τα αυγά. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε τι ήθελε. Ο Σινκλέρ θα την είχε ήδη ξεχάσει. Ανεμομαζέματα,


JENNIFER LEWIS

153

διαβολοσκορπίσματα. Κι εκείνη ήταν τόσο εύκολη σε ό,τι τον αφορούσε. Κάθε ανόητο περιοδικό που είχε διαβάσει ποτέ έλεγε ότι αυτό ήταν πολύ κακή ιδέα. Οι άντρες δεν ενδιαφέρονταν για ό,τι τους δινόταν εύκολα. Προτιμούσαν να κυνηγούν το άπιαστο. Αλλά εκείνη δεν είχε καθόλου αυτοέλεγχο σε ό,τι αφορούσε αυτό τον άντρα. «Γιατί δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι τον Σινκλέρ;» Τα λόγια της αντήχησαν στους τοίχους της κουζίνας. «Γιατί είσαι ερωτευμένη μαζί του;» Η φωνή της αδερφής της, της Σίνα, την έκανε να πεταχτεί. Δεν είχε πει σε κανέναν, και ειδικά στην αδερφή της, για τις ερωτικές ατυχίες της. «Δεν είμαι». «Κι όμως είσαι». Η αδερφή της στεκόταν στην πόρτα με μια αυτάρεσκη έκφραση στο πρόσωπό της. «Είσαι πολύ μυστικοπαθής, αλλά εγώ έχω μάθει να διαβάζω την έκφρασή σου». «Γιατί νιώθω σαν να είμαι και πάλι δεκατριών χρονών;» Η μεγάλη της αδερφή έκανε πάντα την ανώτερη. «Δεν έχω ιδέα. Αυτό που μου τη δίνει είναι ότι ακόμη φαίνεσαι δεκατριών. Χρειάζεσαι περισσότερο στρες στη ζωή σου». «Πίστεψέ με, έχω και με το παραπάνω». Έριξε τα αυγά σ' ένα πιάτο. «Γιατί δεν τρως το πρωινό σου και να με αφήσεις ήσυχη;» Πλησίασε στην πόρτα και φώναξε; «Είναι έτοιμα». «Μπα... Θα φάω το πρωινό μου και θα συνεχίζω να σε βασανίζω». Πήρε ένα πιάτο και έβαλε λίγο μπέικον. «Λοιπόν, είναι ωραίος;» Η Άννι σταύρωσε τα χέρια της. «Δεν έχω ιδέα για π πράγμα μιλάς». «Ναι, έχεις. Μιλούσες για κείνον όταν μπήκα». Το αυτάρεσκο χαμόγελο της αδερφής της έγινε ακόμη πιο έντονο. «Γι’ αυτό, μην προσπαθείς να με πείσεις ότι δεν υπάρχει κανείς. Το αφεντικό σου δε λέγεται Σινκλέρ;» «Λεγόταν».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

154

«Και μετά άλλαξε το όνομά του σε Σπάικ;» Η αδερφή της ανασήκωσε το φρύδι της με έναν πολύ εκνευριστικό τρόπο. «Όχι. Ακόμη Σινκλέρ τον λένε. Απλά δεν είναι πια το αφεντικό μου». Το στομάχι της βούλιαξε μόλις το είπε. Ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει ότι στη ζωή της είχαν έρθει τα πάνω κάτω μέσα σε τόσο λίγο διάστημα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμη την απώλεια της δουλειάς της, παρά το γεγονός ότι εκείνη ήταν που παραιτήθηκε. «Δηλαδή, εσύ είσαι ερωτευμένη μαζί του, αλλά εκείνος δεν είναι». Η Σίνα πήρε ένα κομμάτι τραγανό μπέικον με το χέρι της και το δάγκωσε. «Κάτι τέτοιο», μουρμούρισε. «Όμως δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό». «Μιλούσες πριν μπω, οπότε νομίζω ότι έχεις ανάγκη να το βγάλεις από μέσα σου. Είναι ερωτευμένος με κάποια άλλη;» «Όχι. Δεν πιστεύω ότι έχει ερωτευτεί ποτέ καμία κι ούτε νομίζω ότι θα ερωτευτεί ποτέ». Το είπε με απόλυτη πεποίθηση, σίγουρη γι’ αυτό. «Έχει παντρευτεί δυο φορές και δε νομίζω ότι είχε αγαπήσει καμία από τις γυναίκες του. Νομίζω ότι απλά ψάχνει για το κατάλληλο πακέτο. Όλη του τη ζωή προσπαθεί απλά να είναι οργανωμένος, αποτελεσματικός και τέλειος. Δε νομίζω ότι είναι ικανός για συναισθήματα». Τα δικά της συναισθήματα της έσφιγγαν την καρδιά. «Να πάρει, κι εγώ δεν ήμουν σίγουρη ότι εσύ είχες αισθήματα, αλλά τώρα αρχίζω να βλέπω ότι είχα άδικο». Η Σίνα μασούλησε άλλο ένα κομμάτι μπέικον. «Πάντοτε ζήλευα την ανεξαρτησία σου». «Μου άρεσε η ανεξαρτησία μου». Η φωνή της έσπασε. «Και ελπίζω να αρχίσω και πάλι να την απολαμβάνω, μόλις τον βγάλω απ’ το μυαλό μου». «Πώς είναι;» Η αδερφή της έγειρε πάνω στην εξώπορτα της κουζίνας μασουλώντας το μπέικον σαν να ήταν ποπκόρν στο σινεμά. «Τι σημασία έχει;» Κάθισε στο τραπέζι και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της να φάει.


JENNIFER LEWIS

155

«Μήπως κατά τύχη είναι ψηλός, μελαχρινός και όμορφος;» «Ναι. Φυσικά». Κατάφερε να καταπιεί μια μπουκιά αυγό. «Είναι κούκλος». «Φαρδιοί ώμοι, σφιχτοί γλουτοί;» «Άσε με ήσυχη». «Τα ρούχα του είναι σαν να έχουν βγει από διαφήμιση;» «Ναι». Συνοφρυώθηκε. «Πώς τα ξέρεις όλα αυτά;» «Να, περιγράφω τον τύπο που στέκεται στην εξώπορτα και μιλά στη γιαγιά Πατ». Μπήκε μέσα κι έβαλε ένα αυγό στο πιάτο της. «Μμμ... ωραίο και λιπαρό, όπως ακριβώς μ’ αρέσει». Η Άννι πάγωσε. «Τι;» «Το λίπος απ’ το μπέικον. Πραγματικά κάνει τα αυγά πολύ νόστιμα». «Όχι. Είπες για κάποιον που μιλά στη γιαγιά». Με δυσκολία κατάφερε να αρθρώσει τις λέξεις. Συνειδητοποίησε ότι κρατούσε το πιρούνι και το μαχαίρι σαν να ήταν όπλα. «Αυτός ο τύπος ήρθε με ένα μεγάλο γυαλιστερό αυτοκίνητο. Ρώτησε αν μένει εδώ η Άννι Σάλιβαν». Η αδερφή της προσποιήθηκε ότι ήταν απορροφημένη από το αυγό της. Η Άννι πετάχτηκε όρθια, ρίχνοντας σχεδόν την καρέκλα στο πάτωμα. «Ψάχνει για μένα;» «Ναι». Η Σίνα μασούσε αργά, ενώ η πίεση της Άννι ανέβαινε συνεχώς. «Είχε τη διεύθυνση, αλλά, ξέρεις τώρα, το σπίτι μας δε γράφει αριθμό». Η Άννι βγήκε τρέχοντας απ’ την κουζίνα. Με την ψυχή στο στόμα, άνοιξε την εξώπορτα και εμφανίστηκε στην αυλή. Η γιαγιά Πατ και ο Σινκλέρ γύρισαν συγχρόνως να την κοιτάξουν. Το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. Άρχισε να προχωρά προς το μέρος της. Με άσπρο πουκάμισο, ξεκούμπωτο στο λαιμό, και σκούρο παντελόνι, ήταν φοβερά αριστοκρατικός, σε αντίθεση με το φτωχό δρόμο με τα ξεθωριασμένα σπίτια και τα μισοσκουριασμένα φορτηγάκια. «Δόξα τω Θεώ, σε βρήκα». Η βαθιά φωνή του τη συγκλόνισε και τα λόγια του τάραξαν την ψυχή της. Ακουγόταν σαν εραστής που είχε ψάξει μέχρι την


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

156

άκρη της γης για να βρει την καλή του. Μόνο που εκείνη ήξερε ότι δεν ήταν έτσι. «Δεν μπορούσα να μείνω. Όχι μετά τη δεύτερη φορά». «Αυτός ο νεαρός ταξίδεψε χωρίς στάση από την Καλιφόρνια για να σε δει». Η γιαγιά Πατ του χαμογέλασε. «Δεν ήταν καν σίγουρος ότι θα ήσουν εδώ». Ο Σινκλέρ ανέβηκε τα σκαλιά της βεράντας με αθλητικό βήμα. Σταμάτησε ακριβώς μπροστά της κι εκείνη ένιωσε την ένταση που εξέπεμπε το σώμα του. Ένιωθε παράξενα ήρεμη. Είχε φύγει μακριά από εκείνον και τη σχέση τους -αν μπορούσε να το πει κανείς σχέση- και είχε αποφασίσει να προχωρήσει στη ζωή της. Η απροσδόκητη εμφάνισή του στην πόρτα του πατρικού της της φαινόταν σχεδόν εξωπραγματική. Τα φρύδια του χαμήλωσαν. «Έκανα ένα φοβερό λάθος». «Μόνο ένα;» Το σχόλιό της ειπώθηκε με τόση ψυχραιμία που ακούστηκε σαν να το είχε κάνει κάποιος άλλος. Μπορεί να ήταν θυμωμένη. Έξι χρόνια αδιαφορίας, μετά δυο εβδομάδες απίστευτης ηδονής και του πιο σκληρού μαρτυρίου που μπορούσε να φανταστεί. Όποια και να ’ταν στη θέση της, θα της είχαν σπάσει τα νεύρα. «Μου έλειψες». Κι εσύ μου έλειψες. Δεν του το είπε. Δεν είχε την πολυτέλεια να της λείπει. Ήταν πολύ απασχολημένη με την προσπάθεια να μαζέψει τα κομμάτια της και να σκεφτεί τι ήθελε να κάνει στη ζωή της. Ήξερε ότι, αν σταματούσε να σκεφτεί τη ζωή που είχε αφήσει πίσω της, θα κατέρρεε, οπότε κρατούσε το μυαλό και τα χέρια της απασχολημένα κάθε λεπτό. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι έφυγες». «Νόμιζες ότι θα ανεχόμουν μια τέτοια συμπεριφορά; Είμαι αρκετά σκληρή, αλλά το να γυρίσεις πίσω στην πρώην γυναίκα σου ήταν πολύ ακόμη και για μένα. Όχι ότι είχαμε σχέση ή τίποτα τέτοιο. Δεν είχα την ευκαιρία να δημιουργήσω αυτή την αυταπάτη». Δεν είχε ποτέ απολαύσει την πολυτέλεια να σκέφτεται ότι εκείνη και ο Σινκλέρ είχαν μέλλον ούτε για είκοσι


JENNIFER LEWIS

157

τέσσερις ώρες. Το σκληρό φως της ημέρας κατάφερνε πάντα να διαλύει το όνειρό της. Ο Σινκλέρ συνοφρυώθηκε ακόμη περισσότερο. «Δεν έπρεπε να είχε πάει. Έπρεπε να είχα μείνει μαζί σου». «Αλλά δεν έμεινες». Δεν ήθελε να ακούσει την απολογία του. Δε σήμαινε τίποτα τώρα. Ό,τι κι αν είχαν μοιραστεί -για τόσο λίγο- είχε πια τελειώσει για πάντα. «Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο». Μάλλον η πρώην του του είχε πει ότι δεν ήθελε να τα ξαναβρούν, διαφορετικά θα ήταν ακόμη μαζί της, προσπαθώντας να κάνει «το σωστό». «Η Νταϊάνα ήθελε μόνο χρήματα. Το μωρό δεν είναι δικό μου. Είχε κάνει τεστ DNA, οπότε δεν είπε ψέματα γι’ αυτό, αλλά είπε ψέματα ότι ήμουν εγώ ο πατέρας. Το τεστ απέδειξε ότι δεν ήμουν. Έφυγα για το αεροδρόμιο αμέσως μόλις το έμαθα και έβαλα τη μητέρα μου και τη Βίκι να βρουν το παλιό βιογραφικό σου που είχε πάνω τη διεύθυνση του σπιτιού σου. Μου είχες πει ότι η οικογένειά σου έμενε ακόμη εδώ και ήλπιζα ότι θα είσαι κι εσύ». Κούνησε το κεφάλι της. Φυσικά. Κι όμως, μια σουβλιά πόνου τη διαπέρασε. Όχι τόσο για τη δική της απογοήτευση, αλλά για το ότι ο Σινκλέρ για μία ακόμη φορά είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα δεσμό και τον είχαν απορρίψει. Και συγχρόνως ήθελε να βρίσει τον εαυτό της που την ένοιαζε. Τι γινόταν με τα δικά της αισθήματα; Κανείς δε νοιαζόταν γι’ αυτά. «Έχω αισθήματα για σένα, Άννι». Η ξαφνική του ανταπόκριση στις σκέψεις της άγγιξε ένα πολύ ευαίσθητο σημείο μέσα της. «Εγώ είχα πάντα αισθήματα για σένα, Σινκλέρ. Και δε μου έφεραν παρά μόνο πόνο». Τα χαρακτηριστικά του συσπάστηκαν. «Το ξέρω ότι φταίω εγώ. Ήμουν τυφλός για πολύ καιρό». Ήθελε να συμφωνήσει μαζί του. Αλλά τι θα κατάφερνε μ’ αυτό; Η πονεμένη έκφραση των ματιών του της σπάραζε την καρδιά.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

158

Ακόμη και τώρα, μετά απ’ όλα όσα είχαν γίνει, ήθελε να χωθεί στην αγκαλιά του και να του πει πόσο χαιρόταν που τον έβλεπε. Είχε έρθει μέχρι το Κονέτικατ για να τη βρει. Και προφανώς για να της αποκαλύψει τα πραγματικά του αισθήματα. Αλλά γιατί; Θα της ζητούσε να γυρίσει πίσω και να ξαναπέσει στο κρεβάτι μαζί του; Ή μήπως τη χρειαζόταν για να φροντίσει το σπίτι και τη μητέρα του; Δεν είχε σκοπό να κάνει τίποτε απ’ τα δύο. «Τι θες από μένα, Σινκλέρ;» Η Άννι δάγκωσε το χείλι της και προετοιμάστηκε να του πει «όχι» σε ό,τι κι αν της ζητούσε. Εκείνος έβαλε το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του. Τα μάτια της Άννι άνοιξαν διάπλατα μόλις είδε το τεράστιο αστραφτερό δαχτυλίδι. Ένιωσε τα πόδια της να την προδίδουν. Σίγουρα δεν...; Θα της έκανε πρόταση γάμου. Οι σκέψεις άρχισαν να στριφογυρίζουν στο μυαλό της σαν ανεμοστρόβιλος. Χρόνια μοναχικών ονείρων και ανόητων φαντασιώσεων κατέληγαν σ’ αυτή την τρελή στιγμή στην μπροστινή βεράντα. Ο άντρας των ονείρων της κρατούσε ένα αστραφτερό διαμάντι σε μέγεθος σταφυλιού και ετοιμαζόταν να της ζητήσει να τον παντρευτεί. Και εκείνη θα του έλεγε όχι. Με μια έκφραση έντονης αυτοσυγκέντρωσης, ο Σινκλέρ κράτησε το δαχτυλίδι ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα. Τον άκουσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα καθώς σήκωσε το βλέμμα του για να την κοιτάξει κατάματα. «Άννι, θα με παντρευτείς;»


JENNIFER LEWIS

159

11

Το ΔΑΧΤΤΆΙΔΙ ΗΤΑΝ βαρύ ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ο ήλιος, ψηλά στον ουρανό, αντανακλούσε πάνω στην επιφάνειά του. Τα λόγια του έμειναν στον αέρα και τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν ατέλειωτα, καθώς περίμενε την απάντησή της. Δεν είδε το χαμόγελο που ήλπιζε. Ούτε τον αναστεναγμό ή το ντροπαλό γέλιο. Αντίθετα, η όμορφη Άννι του έμοιαζε θλιμμένη. «Μάλλον πρέπει να μείνετε για λίγο μόνοι σας». Η φωνή της γιαγιάς της έσπασε τη σιωπή που είχε απλωθεί όσο περίμεναν την απάντηση της Άννι. Το πιγούνι της χαμήλωσε ελαφρά και ύστερα η χαρούμενη έκφρασή της σκοτείνιασε και κοίταξε την εγγονή της. «Μήπως συμβαίνει κάτι που πρέπει να ξέρω;» Έριξε μια ματιά όλο νόημα στην κοιλιά της Άννι. «Όχι!» Η άμεση απάντησή της έκανε τα νεύρα του να τεντωθούν. Η απότομη άρνησή της ήταν σαν απάντηση στην πρότασή του, έστω κι αν είχε απαντήσει μόνο στη γιαγιά της. «Πάμε μέσα», του είπε χωρίς να τον κοιτάξει. Εξακολουθώντας να κρατά το δαχτυλίδι, την ακολούθησε μέσα στο σπίτι. Μια άλλη γυναίκα, περίπου στην ηλικία της Άννι, βρισκόταν εκεί, αλλά η Άννι δεν τη σύστησε. Συνέχισε να προχωρά στο διάδρομο μέχρι που έφτασαν σε ένα μεγάλο ψηλοτάβανο καθιστικό. Του έκανε νόημα να καθίσει κι εκείνος κάθισε σε έναν ταλαιπωρημένο, παραφουσκωμένο καναπέ. Εκείνη κάθισε σε μια πολυθρόνα, περίπου τρία μέτρα μακριά. Έτσι, τώρα η απόσταση μεταξύ τους φαινόταν τεράστια. Το δαχτυλίδι συνέχιζε να αντανακλά το φως. Ένα σύμβολο


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

160

ελπίδων που διαψεύστηκαν και πληγωμένων συναισθημάτων. «Θα πρέπει να νομίζεις ότι η πρόταση μου είναι πρόωρη, επειδή δεν... είχαμε πραγματική σχέση». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια». Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο, σαν να μην ένιωθε τίποτα από τα συναισθήματα που τον έκαναν να βολοδέρνει σαν ναυαγός στον ωκεανό. «Δε με γνωρίζεις πραγματικά». «Κι όμως σε ξέρω». Η ελπίδα γεννήθηκε μέσα του μαζί με την ευκαιρία να εξηγήσει. «Σε ξέρω εδώ και έξι χρόνια. Σε νιώθω πιο κοντά μου μετά από εκείνη τη νύχτα που περάσαμε μαζί από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο στη ζωή μου. Σίγουρα θα πρέπει να νιώθεις κι εσύ αυτό που μας συνδέει». Είδε το συναίσθημα να φωτίζει τα γαλάζια της μάτια. «Ναι, τον ένιωσα». Συνοφρυώθηκε. «Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι γραφτό μας να είμαστε μαζί. Δεν έχουμε τίποτα κοινό. Εάν δεν ήμουν υπάλληλός σου, δε θα είχαμε καν γνωριστεί». «Έχουμε πολλά κοινά». Μίλησε ήρεμα. «Ήταν δικό μου λάθος που δεν το πρόσεξα τόσα χρόνια, αλλά βλέπω τώρα ότι αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο». «Φαντάζομαι γι’ αυτό και έκανα τόσο καλή δουλειά φροντίζοντας το σπίτι σου όπως ακριβώς σου άρεσε». Ήθελε να συμφωνήσει μαζί της, αλλά ο τρόπος που το είπε έμοιαζε περισσότερο με κατηγορία παρά με συμφωνία. «Δε θέλω να φροντίζεις πια το σπίτι μου. Θέλω να φροντίζεις τη ζωή μου». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Σαν αναβαθμισμένη προσωπική βοηθός;» «Όχι». Ένιωσε απελπισία. Γιατί προκαλούνταν τέτοια καταστροφή σε ό,τι είχε να κάνει με τον αισθηματικό τομέα; Ένας ταύρος σε υαλοπωλείο ήταν καλύτερος σε σύγκριση μ’ εκείνον. «Θέλω να είσαι η σύντροφος της ζωής μου, η μόνιμη σύντροφός μου... η αδελφή ψυχή μου». Η Άννι καθόταν εκεί αμίλητη, λυπημένη και ακίνητη. Τα μάτια της πρόδιδαν κάποια συναισθήματα, αλλά το πρόσωπό της δεν


JENNIFER LEWIS

161

αποκάλυπτε τίποτα. «Δεν μπορείς να γίνεις η αδελφή ψυχή κάποιου. Εάν ήμαστε αδελφές ψυχές θα το είχαμε καταλάβει εδώ και καιρό». Έκλεισε τη γροθιά του γύρω απ’ το δαχτυλίδι και το έσφιξε μέχρι που πόνεσε η παλάμη του. Έβρισε τον εαυτό του που είχε φερθεί τόσο ανόητα. Πώς είχε καταφέρει να ζει επί έξι χρόνια με την τέλεια γυναίκα μέσα στο σπίτι του -ή τουλάχιστον σε ένα από τα σπίτια του- και να μη συνειδητοποιήσει ότι ήταν αυτή που έψαχνε; Αντίθετα, έβγαινε -και παντρευόταν- με λάθος γυναίκες. «Ξέχνα τις ανοησίες για αδελφές ψυχές». Έγειρε μπροστά με αγωνία. «Σε θέλω, Άννι. Κάτι βαθιά μέσα μου, δεν ξέρω πώς να το πω...» Χτύπησε το στήθος του με τη σφιγμένη γροθιά του, μπήγοντας το δαχτυλίδι πιο βαθιά στην πληγωμένη του σάρκα, «κάτι μέσα μου μου λέει ότι σε χρειάζομαι. Δε θέλω να γυρίσω σπίτι χωρίς εσένα». Τα λόγια του πρόδιδαν όλα τα συναισθήματα που πάλλονταν μέσα του και προσευχήθηκε να νιώσει κι εκείνη την αλήθεια και την ένταση των λεγομένων του. Ένα ξαφνικό δάκρυ φάνηκε στα μάτια της, στάθηκε στα βλέφαρά της για μια στιγμή κι ύστερα κύλησε στο μάγουλό της. Το στήθος του πονούσε. Μήπως την είχε πληγώσει ακόμη περισσότερο μ’ όλες αυτές τις δηλώσεις; Εκείνη εξακολουθούσε να μη λέει τίποτα. «Τι συμβαίνει, Άννι; Είπα τίποτα κακό;» Άκουσε τη φωνή του να ραγίζει. «Προερχόμαστε από τελείως διαφορετικούς κόσμους. Όπως μπορείς να δεις». Έκανε μια άψυχη χειρονομία, υπονοώντας το δωμάτιο. Η φωνή της ακουγόταν επίπεδη. Μόνο τα μάτια της πρόδιδαν τη συγκίνηση κάτω από την επιφάνεια. «Η προέλευσή μας δεν έχει καμία σημασία. Όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να φτιάξω μια επιτυχημένη σχέση με γυναίκες που προέρχονταν από περιβάλλον παρόμοιο με το δικό μου και κοίτα τι κατάφερα. Δεν έχει σημασία από πού προέρχεσαι.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

162

Είναι τι καταφέρνεις στη ζωή σου, πώς θες να ζεις και με ποιον θες να τη μοιραστείς. Αυτά μετράνε». Τα μάτια της ήταν στεγνά, καθώς εκείνο το μοναδικό δάκρυ είχε κυλήσει πάνω στο μάγουλό της. Τον κοίταξε για μια στιγμή ακίνητη κι ύστερα απέστρεψε το βλέμμα της. «Δε θα πετύχει». «Γιατί όχι;» Πετάχτηκε όρθιος. Γιατί δεν μπορούσε να τη λογικεύσει; Η Άννι τον κοίταξε αμίλητη για μια στιγμή. «Γιατί δε μ’ αγαπάς», του είπε. Τα λόγια της ήταν σαν μαχαίρι στην καρδιά του. Της είχε πραγματικά πει όλα αυτά τα πράγματα, της είχε ζητήσει να τον παντρευτεί, χωρίς να της πει ούτε μία φορά ότι την αγαπούσε; «Μα φυσικά και σ’ αγαπώ». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σ’ αγαπώ μ' όλη μου την καρδιά». Διέσχισε το δωμάτιο και γονάτισε μπροστά της. Ανίκανος να αντισταθεί, άρπαξε τα χέρια της απ’ την ποδιά της και τα κράτησε στα δικά του. Το μεγάλο δαχτυλίδι έπεσε στο πάτωμα. «Δεν ήξερα τι σήμαινε αγάπη μέχρι που σε πήρα στην αγκαλιά μου. Νιώθω σαν να μην είχα καταλάβει το νόημα της ζωής μέχρι τώρα. Νόμιζα ότι έβλεπα τα χρώματα της ζωής και ένιωθα τις μυρωδιές της και άκουγα τη μουσική, αλλά έκανα λάθος. Έβλεπα τη ζωή όπως στην τηλεόραση και ξαφνικά είμαι ζωντανός και μπορώ να νιώσω και να δω και να γευτώ όλα αυτά τα πράγματα που παρακολουθούσα από μακριά τόσο καιρό». Άκουσε τη φωνή του να δυναμώνει. Τα χέρια της έτρεμαν μέσα στα δικά του και τα κράτησε πιο σφιχτά. «Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ έτσι, δεν ήξερα καν ότι μπορούσα. Μου πήρε όλον αυτό τον καιρό να συνειδητοποιήσω τι μου συμβαίνει. Όταν έφτασα στην Καλιφόρνια ένιωθα σαν να μου είχε τρυπήσει κάποιος την καρδιά με μαχαίρι. Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν να γυρίσω πίσω σ’ εσένα». Το στήθος του φούσκωσε από συγκίνηση. «Επειδή σ’ αγαπώ, Άννι. Στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της και κύλησαν στα μάγουλά της. «Σε πιστεύω. Πραγματικά σε πιστεύω». Η φωνή της


JENNIFER LEWIS

163

έτρεμε. «Ω, Σινκλέρ! Αν μπορούσα να πιστέψω ότι μπορούμε να ευτυχήσουμε». «Μη σε νοιάζει αυτό». Κράτησε τα χέρια της πιο σφιχτά καθώς η ελπίδα είχε αρχίσει να ζεσταίνει την καρδιά του. «Ακόμα και αν δυστυχήσουμε. Αρκεί που θα είμαστε μαζί. Δεν αντέχω να είμαι χωρίς εσένα, Άννι». Γέλασε και το φως επέστρεψε στα μάτια της, μια καθάρια λάμψη που έκανε το διαμάντι που τώρα βρισκόταν κάπου στο πάτωμα να μοιάζει με κομμάτι από παλιό γυαλί. «Ξέρεις, τώρα αρχίζεις να μιλάς λογικά. Το να είμαστε δυστυχισμένοι μαζί μού φαίνεται πιο εφικτό». «Καλύτερα από το να είμαστε δυστυχισμένοι χωριστά». Ένιωσε το γέλιο να γεμίζει το στήθος του. «Και ποιος ξέρει, μπορεί να μάθουμε να χαμογελάμε πού και πού». «Δεν πρόκειται να σε χωρίσω, ξέρεις». Το πρόσωπό της είχε πάρει αυτή την περίεργη, ήρεμη έκφραση και πάλι. Είχε έναν αέρα απόλυτης αυτοπεποίθησης που γέμιζε την καρδιά του χαρά. «Δε θα σε άφηνα να το κάνεις». Χαλάρωσε τη δυνατή λαβή του και έφερε τα χέρια της στα χείλη του. Η μυρωδιά του δέρματός της τον έκανε να τρέμει. «Να πάρει, Άννι, μου έλειψες τόσο πολύ που πονάω». «Κι εσύ μου έλειψες». Το βλέμμα της έλαμπε από συγκίνηση. «Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Ήταν ακόμη ένα μυστικό. Όπως το ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί σου επί έξι χρόνια». «Μισώ τον εαυτό μου που έχασε τόσο καιρό. Υπόσχομαι να επανορθώσω, εάν μου δώσεις την ευκαιρία». Δάγκωσε το κάτω χείλι της, που φαινόταν κατακόκκινο πάνω στο λευκό της δέρμα. «Αισθάνομαι τολμηρή σήμερα». «Περίμενε. Θα ξεκινήσω απ’ την αρχή. Μην κουνηθείς». Κρατώντας τα χέρια της με το ένα δικό του, ψαχούλεψε στο πάτωμα με το άλλο. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το δαχτυλίδι και το μάζεψε. «Δεν απάντησες στην ερώτησή μου». Δίστασε για μια στιγμή, προσπαθώντας να βρει τη δύναμη να την ξαναρωτήσει.


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

164

«Άννι Σάλιβαν, σ’ αγαπώ μ’ έναν τρόπο που δεν πίστευα ότι είναι ποτέ δυνατόν και θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στο πλάι σου. Θα με παντρευτείς;» «Ναι». Το είπε βιαστικά και ήρεμα, με μάτια που έλαμπαν. Του ήρθε να ζητωκραυγάσει, αλλά, αντί γι’ αυτό, πέρασε το δαχτυλίδι στο δάχτυλό της. Της ταίριαζε τέλεια. «Τι καταπληκτικό δαχτυλίδι!» Έμεινε να το κοιτάζει. «Αυτά μοιάζουν με ρουμπίνια». Το μεγάλο τετράγωνο διαμάντι ήταν δεμένο με μικρότερες, σκούρες ροζ πέτρες. «Έτσι νομίζω. Είναι δαχτυλίδι της οικογένειας Ντράμοντ, οπότε μπορεί να είναι καταραμένο, αλλά εμείς δεν προσπαθούμε να είμαστε ευτυχισμένοι μαζί». Τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. «Ναι, αυτό είναι μια ανακούφιση. Πραγματικά παίρνει το άγχος από πάνω μου. Πόσο φρικτά πέθανε το τελευταίο άτομο που το φορούσε;» τον ρώτησε. «Χμμ...» Προσποιήθηκε ότι το σκεφτόταν. «Η αλήθεια είναι ότι ζει ακόμη. Η μητέρα μου λέει ότι είναι υπερβολικά όμορφο για να μένει κρυμμένο στο χρηματοκιβώτιο, οπότε πρότεινε να σου το δώσω». «Ξέρει η μητέρα σου ότι σκόπευες να μου κάνεις πρόταση γάμου;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Με έβαλε να της υποσχεθώ ότι δε θα τα θαλασσώσω». Έσφιξε τα χέρια της τρυφερά, προσέχοντας να μην την πονέσει πιέζοντας το δαχτυλίδι. «Είπε ότι δε θα μου ξαναμιλήσει εάν γυρίσω πίσω χωρίς εσένα». Η Άννι τον κοίταξε προσπαθώντας να μην κλάψει. Η επιθυμία να τη φιλήσει φούντωνε μέσα του. «Είπες “ναι”, έτσι δεν είναι;» Ο Σινκλέρ μίλησε σιγανά, φοβούμενος μήπως διαλύσει τα μάγια που έμοιαζαν να τους δένουν. «Ναι, ναι είπα». Το στόμα της είπε, επιτέλους, τα λόγια που ήθελε εκείνος ν’ ακούσει. Τα χείλη του συνάντησαν τα δικά της και αγκάλιασαν σφιχτά ο ένας τον άλλον. Η αίσθηση του σώματός της στην αγκαλιά του τον έκανε να αναστενάξει, αλλά


JENNIFER LEWIS

165

ο αναστεναγμός πνίγηκε στο φιλί τους. Ήταν τόσο σωστό να κρατά την Άννι στην αγκαλιά του. Μπορούσε να μείνει εκεί και να τη φιλά για πάντα. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ο Σινκλέρ κατάφερε να αποτραβηχτεί από την Άννι για να κοιτάξει πίσω του. «Εμπρός;» Η πόρτα άνοιξε αργά για να αποκαλύψει τα πρόσωπα της γιαγιάς της και της γυναίκας που ήταν περίπου στην ηλικία της Άννι. «Κρυφακούγατε από την κλειδαρότρυπα;» Η Άννι πετάχτηκε όρθια. Η γιαγιά της προχώρησε προς το μέρος της. «Ήθελα να βεβαιωθώ ότι δε θα σε εκμεταλλευτεί». Έσπρωξε τα γυαλιά της πάνω στη μύτη της. «Και ποια είναι η δική σου δικαιολογία;» ρώτησε η Άννι τη νεότερη γυναίκα. «Περιέργεια». Ένα πειρακτικό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της. «Και είχαμε δίκιο να είμαστε περίεργες. Ήταν πολύ ενδιαφέρον». Η Άννι έβαλε τα χέρια της στους γοφούς της. «Οπότε δε χρειάζεται να κάνω καμία ανακοίνωση». Κοίταξαν μια τον Σινκλέρ και μια εκείνη. «Θα θέλαμε μία», είπε η γιαγιά της με προσμονή. «Η Άννι κι εγώ θα θέλαμε να σας πούμε ότι αποφασίσαμε να παντρευτούμε». «Μπορώ να γίνω παράνυμφος;» Η Άννι τύλιξε το ένα χέρι της γύρω απ' τη μέση του. «Σινκλέρ, αυτή είναι η αδερφή μου η Σίνα. Σίνα, δεν είπαμε ότι θα κάνουμε ανοιχτό γάμο. Απλά ότι παντρευόμαστε. Εγώ προσωπικά προτιμώ όσο το δυνατόν πιο κλειστό γάμο». «Τι ακούω για γάμους;» Ένας κοντός, παχύς άντρας εμφανίστηκε πίσω απ’ τις γυναίκες. Η γιαγιά της Άννι στράφηκε να τον κοιτάξει. «Ω, Θεέ μου, η αναστάτωση ανάγκασε τον πατέρα σου ν’ αφήσει την τηλεόραση. Να που γίνονται και θαύματα. Η κόρη σου παντρεύεται». Έδειξε τον Σινκλέρ. «Μ’ αυτό τον εξαίρετο


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

166

νεαρό». Έγειρε προς το μέρος του. «Είναι δική του η BMW που είναι παρκαρισμένη έξω». Ο πατέρας της ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένος τα μάτια του κι έξυσε το μέτωπό του. «Θεέ μου! Σηκώθηκα για να φάω ένα πιάτο αυγά, αλλά τώρα έχασα τελείως την υπόθεση του έργου. Υποθέτω ότι πρέπει να σας συγχαρώ». Έκανε ένα βήμα μπροστά κι έσφιξε το χέρι του Σινκλέρ. «Σας υπόσχομαι ότι θα τη φροντίσω». «Δε νομίζω ότι χρειάζομαι φροντίδα. Συνήθως εγώ είμαι αυτή που φροντίζει όλους τους υπόλοιπους», διαμαρτυρήθηκε η Άννι. «Τότε είναι καιρός να σταματήσεις». Ο Σινκλέρ πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της. «Και πιστεύω ότι θα πρέπει να ξεκινήσεις με ωραίες, πολυήμερες διακοπές». *** Στην επιστροφή προς το Ντογκ Χάρμπορ, μιλούσαν για τα άλλα σπίτια του Σινκλέρ, αυτά που η Άννι δεν είχε δει ποτέ: το σαλέ στο Κο-λοράντο, την παλιά παραλιακή έπαυλη στη Βόρεια Καρολίνα, και το κυνηγετικό περίπτερο στο Μίσιγκαν. Αποφάσισαν να παντρευτούν στον κήπο στο Ντογκ Χάρμπορ. κατά προτίμηση μέσα στο μήνα, με καλεσμένους μόνο όσους θεωρούσαν πραγματικούς φίλους. Όταν έφτασαν στο σπίτι, της φαινόταν διαφορετικό. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Η πρόσοψη ήταν ίδια όπως πάντα, τα παράθυρα έλαμπαν στον απογευματινό ήλιο και το γρασίδι άστραφτε καταπράσινο. «Καλώς ήρθες σπίτι σου», της ψιθύρισε στο αυτί ο Σινκλέρ. «Κοίτα. Είμαστε μόνοι μας. Είπα στη μητέρα μου και τη Βίκι να εξαφανιστούν για μερικές μέρες. Χρειαζόμαστε χρόνο». «Καταλαβαίνω τι εννοείς. Δεν έχουμε καν προλάβει να βγούμε ραντεβού». «Θα αναπληρώσω το χαμένο χρόνο». Το παθιασμένο βλέμμα


JENNIFER LEWIS

167

του την έκανε να ανατριχιάσει. Πόθος και προσμονή την πλημμύρισαν στην προοπτική να μείνει μόνη με τον Σινκλέρ, τον αρραβωνιαστικό της. Ακόμη δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Μην κουνηθείς. Θέλω να σε περάσω αγκαλιά απ’ το κατώφλι». Ο Σινκλέρ πάρκαρε το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά στην είσοδο. Βγήκε έξω και της άνοιξε την πόρτα πριν η Άννι προλάβει να διαμαρτυρηθεί. Κρατώντας το κλειδί στα δόντια του, πέρασε τα χέρια του κάτω απ’ τα πόδια της και την έβγαλε απ’ το αυτοκίνητο. Μια κραυγή τής ξέφυγε καθώς άρχισε να τρέχει προς το σπίτι. «Δε σε πειράζει να βιαστούμε, ε; Είμαι λίγο ανυπόμονος». «Καθόλου». Τύλιξε τα χέρια της σφιχτά γύρω απ’ το λαιμό του καθώς εκείνος πάλευε ν’ ανοίξει την πόρτα. «Πού είναι η οικονόμος όταν τη χρειάζεσαι; » του ψιθύρισε στο αυτί. «Δεν είναι διαθέσιμη». Κλότσησε την πόρτα, πέταξε τα κλειδιά στο τραπεζάκι της εισόδου και τη μετέφερε μέχρι το μεγάλο χολ. «Επ' αόριστον». Η καυτή του ανάσα χάιδεψε το δέρμα της, στέλνοντας ρίγη αισθησιασμού. «Έι, τι είναι αυτό; » Το βλέμμα της έπιασε κάτι που βρισκόταν στη μέση του μεγάλου τραπεζιού της τραπεζαρίας, καθώς το προσπέρασαν πηγαίνοντας προς τη σκάλα. «Τι; » «Για γύρνα στην τραπεζαρία. Νομίζω όχι υπάρχει ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι». «Το καλό που τους θέλω να είναι σύντομο», γρύλισε παιχνιδιάρικα. «Έχω άλλες προτεραιότητες». Έκανε μεταβολή, φιλώντας τη στο λαιμό. «Τι στην ευχή είναι αυτό;» Ένα σκαλιστό ξύλινο κουτί βρισκόταν στη μέση του τραπεζιού. Δίπλα του, ένα κομμάτι χαρτί με δυο λέξεις: Το βρήκαμε. «Το κύπελλο; Καλύτερα να με αφήσεις κάτω». «Κι αν δε θέλω να σε αφήσω;» Φίλησε το αυτί της και το σώμα


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

168

της πήρε φωτιά. «Έχω πιο σημαντικά πράγματα να κάνω απ’ το να ασχολούμαι με ένα παλιοκύπελλο». Την έβαλε να καθίσει πάνω στο τραπέζι και τη φίλησε με πάθος. Όλη η έξαψη που είχε συσσωρευτεί από την πολύωρη διαδρομή εκδηλώθηκε στο πιο μακρύ και παθιασμένο φιλί που της είχαν δώσει ποτέ. Τα δυνατά δάχτυλα του Σινκλέρ ξεκούμπωσαν τα κουμπιά του πουκαμίσου της, ενώ εκείνη του έβγαζε το δικό του, αποκαλύπτοντας το μυώδες στέρνο του. Τα δάχτυλά της πάλεψαν με την αγκράφα της ζώνης του, ενώ ο Σινκλέρ εναπέθετε καυτά φιλιά στο λαιμό και το πρόσωπό της, πριν στραφεί στις ορθωμένες θηλές της. Το δέρμα της ανατρίχιασε από το άγγιγμά του, όταν της κατέβασε το παντελόνι και την άφησε να μόνο με το εσώρουχό της πάνω στο καλογυαλισμένο τραπέζι. Γέλασε. «Μήπως δεν πρέπει να το κάνουμε αυτό εδώ;» «Φυσικά και πρέπει». Ο Σινκλέρ έβγαλε το παντελόνι του. Το μέγεθος του πόθου του ήταν ολοφάνερο και το μόνο που κατάφερε ήταν να αυξήσει και το δικό της. Με τα χείλη του τρυφερά πάνω στα δικά της, μπήκε μέσα της αργά αλλά με σιγουριά, κάνοντάς τη να βογκήξει από ηδονή. Το τραπέζι αποδείχτηκε εξαιρετικά σταθερό καθώς ο Σινκλέρ οδηγούσε και τους δυο τους προς το τέλος του αισθησιακού τους ταξιδιού. Μόλις ένιωσε ότι η κορύφωση πλησίαζε, τη σήκωσε και τη μετέφερε στο καθιστικό, όπου την ακούμπησε πάνω σε ένα ανάκλιντρο. «Νομίζω ότι θα σκανδαλίσουμε τα έπιπλα». Αναστέναξε στην αίσθηση του μαλακού μαξιλαριού κάτω απ’ το σώμα της και του κορμιού του Σινκλέρ από πάνω της. «Χρειάζονται λίγη δράση». Έγλειψε τα χείλη της κάνοντας τη να βογκήξει. «Εγώ πάντως σίγουρα τη χρειάζομαι». Μπήκε πιο βαθιά της κι εκείνη έλιωσε. Για πρώτη φορά δε χρειαζόταν να ανησυχεί για το τι θα γινόταν μετά, ή αν έκανε κάποιο λάθος. Αρπάχτηκε από πάνω του και τον αγκάλιασε όσο πιο σφιχτά μπορούσε, καθώς έφταναν και οι δύο σε μια


JENNIFER LEWIS

169

κορύφωση τόσο δυνατή, που τους άφησε ξέπνοους. «Ονειρεύομαι;» είπε όταν μπόρεσε τελικά να μιλήσει. «Τότε βλέπουμε το ίδιο όνειρο. Ας μην ξυπνήσουμε». Οι βλεφαρίδες του χάιδεψαν το μάγουλό της καθώς ήταν ξαπλωμένος πάνω της. «Δεν κοιτάξαμε μέσα στο κουτί». «Ποιο κουτί;» Το στήθος του ανεβοκατέβαινε με δύναμη και ιδρώτας στόλιζε το μέτωπό του. «Α, ναι. Το κουτί. Είμαι σίγουρος πως, ό,τι και να ’ναι, μπορεί να περιμένει». «Γιατί εμείς προφανώς δεν μπορούσαμε». Δάγκωσε το χείλι της προσπαθώντας να πνίξει ένα χαμόγελο. «Μίλα για τον εαυτό σου. Εγώ θα μπορούσα άνετα να πάω για ένα παγωμένο μπάνιο». «Ψεύτη!» Χάιδεψε τη ραχοκοκαλιά του και τον ένιωσε να ριγεί. «Αλλά χαίρομαι που χάνεις τον αυτοέλεγχό σου μαζί μου. Διαφορετικά θα έπρεπε να περιμένω άλλα έξι χρόνια». «Αυτό θα ήταν τραγωδία». Τη φίλησε στο μάγουλο. «Έλα, πάμε να δούμε ποιο είναι το μεγάλο μυστήριο». Σηκώθηκε από το ανάκλιντρο και την τράβηξε να σηκωθεί κι εκείνη. Γύρισαν στην τραπεζαρία και ο Σινκλέρ έκανε ένα βήμα πίσω. «Εσύ πρώτη. Είσαι το νεότερο μέλος της οικογένειας Ντράμοντ». «Όχι ακόμη». «Δεν έχει σημασία. Η κατάρα αρχίζει αμέσως μόλις δεχτείς να παντρευτείς έναν Ντράμοντ». Ένα λακκάκι εμφανίστηκε στο μάγουλό του. «Εντάξει. Αφού είμαι καταδικασμένη ούτως ή άλλως». Σήκωσε το καπάκι, το οποίο έτριξε δυνατά. Μέσα ήταν ένα σκοροφαγωμένο ύφασμα, τυλιγμένο γύρω από κάτι. Το τράβηξε έξω -ήταν βαρύ- και το κράτησε στα χέρια της. Το ακούμπησε στο τραπέζι και τράβηξε το ύφασμα, σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης. Μόλις το ύφασμα τραβήχτηκε, αποκαλύφτηκε ένα μαυρισμένο κομμάτι μέταλλο που έμοιαζε με σωλήνα. «Ορίστε; Δεν είναι αυτό που περίμενα. Νόμιζα ότι


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

170

θα ήταν το ένα τρίτο του περίφημου κυπέλλου». «Μπορεί να είναι». Ο Σινκλέρ το πήρε στα χέρια του. Η επιφάνεια ήταν διακοσμημένη με μοτίβα και σε κάθε άκρη υπήρχε μία οπλή. «Αυτό μπορεί να είναι το πόδι». «Και να λείπουν η βάση και το κύπελλο; Δεν το σκέφτηκα ποτέ αυτό». Της το έδωσε κι εκείνη το στριφογύρισε στο χέρι της. «Αυτές οι άκρες μοιάζουν πράγματι σαν κάτι που μπορεί να κουμπώνει σε κάτι άλλο. Αναρωτιέμαι πού να το βρήκαν». «Εγώ αναρωτιέμαι πότε το βρήκαν. Και αν συμπίπτει με τη στιγμή που ήρθα επιτέλους στα συγκαλά μου και αποφάσισα να κυνηγήσω τη μόνη γυναίκα που θέλω στο πλευρό μου». Την κοίταξε και το σκούρο βλέμμα του ήταν σοβαρό. Η καρδιά της Άννι φτερούγισε από τη συγκίνηση που διέκρινε στο πρόσωπό του. «Σ’ αγαπώ, Σινκλέρ», είπε. «Κι εγώ σ’ αγαπώ κι ευχαριστώ το Θεό που το κατάλαβα πριν να είναι πολύ αργά. Καλώς όρισες σπίτι, Άννι». Άφησε άλλο ένα καυτό φιλί στα χείλη της. «Και καλώς όρισες στην παλιά δυναστεία των Ντράμοντ».


JENNIFER LEWIS

171

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«ΚΑΘΡΙΝ, ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ». Η Άννι τράβηξε άλλο ένα χαρτομάντιλο απ’ το κουτί. «Δεν είναι ούτε Χριστούγεννα ακόμη». «Δε χρειάζεται να περιμένω τις γιορτές για να δώσω κάποια πράγματα στον εγγονό μου». Το έλατο που είχαν κόψει με τον Σινκλέρ και είχαν φέρει μαζί στο σπίτι ήταν ήδη γεμάτο με τυλιγμένα κουτιά και τσάντες. «Μπορεί να βοηθούσε αν περίμενες μέχρι να γεννηθεί ο εγγονός σου». Η βραχνή φωνή του Σινκλέρ ακούστηκε από πίσω της καθώς τύλιγε τα χέρια του γύρω απ’ τη μέση της, που μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. «Είμαι ανυπόμονη από φυσικού, αγάπη μου, το ξέρεις αυτό. Και η Άννι με καταλαβαίνει, έτσι δεν είναι;» Η Άννι έβγαλε άλλη μία χαριτωμένη μικροσκοπική φορεσιά γαλλική φυσικά- από το κουτί. Ακολούθησαν ασορτί καπέλο και παπούτσια. «Φυσικά και καταλαβαίνω. Είναι αδύνατον να μην ανυπομονείς για την άφιξη ενός καινούριου μέλους της οικογένειας». «Είμαι τόσο ενθουσιασμένη. Δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Είμαι σίγουρη ότι θα ηρεμήσω μόλις ο γιατρός μού επιτρέψει να ταξιδέψω ξανά. Είπε να περιμένω ένα χρόνο μετά την αρρώστια μου. Μένουν άλλοι τέσσερις μήνες! Με τρελαίνει που δεν μπορώ να πάω στη Σκοτία για να αναγκάσω και τους άλλους να ψάξουν για το υπόλοιπο κύπελλο». «Γιατί δεν πας στη Φλόριντα να βρεις τους Ντράμοντ που είναι εκεί;» Ο Σινκλέρ φίλησε απαλά στο μάγουλο την Άννι, η οποία δίπλωνε προσεκτικά τα ρουχαλάκια. «Είναι εσωτερική πτήση».


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

172

«Η Βίκι επέμενε να πάει εκείνη». Η Κάθριν ανασήκωσε τους ώμους της. «Φαινόταν πραγματικά ενθουσιασμένη. Νομίζω ότι ξέρει κόσμο εκεί». «Ή θέλει να κερδίσει την αμοιβή που σε έπεισε να προσφέρεις για την ανεύρεσή του». Ο Σινκλέρ γέμισε τα ποτήρια τους με έγκνογκ. «Σινκλέρ! Η Βίκι δε χρειάζεται λεφτά. Η οικογένειά της έκανε περιουσία με... κάτι. Όλο ξεχνάω τι». «Δεν έχει σημασία. Ελπίζω να το βρει. Νομίζω ότι αξίζουν και άλλοι Ντράμοντ την ευτυχία που βρήκαμε εμείς». «Βλέπεις, το ήξερα ότι μπορείς να έχεις έναν ευτυχισμένο γάμο. Απλά έπρεπε να διαλέξεις τη σωστή γυναίκα». Η Κάθριν χαμογέλασε στην Άννι. «Αυτό του είπα κι εγώ». Η Άννι κοίταξε με αγάπη τον Σινκλέρ. «Και δεν έχω ξαναδεί το σπίτι τόσο όμορφα στολισμένο για τα Χριστούγεννα». «Επειδή συνήθως πηγαίνουμε στο σπίτι στο Κολοράντο». Η Άννι κοίταξε γύρω της. Πάντα ονειρευόταν να στολίσει το σπίτι για τα Χριστούγεννα. Όπως και ο υπέροχος γάμος που έκαναν στο γκαζόν κάτω από τα δέντρα, ήταν άλλο ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Μερικές φορές νόμιζε ότι η καρδιά της θα έσπαγε από ευτυχία. Αλλά μπορεί και να έφταιγαν οι ορμόνες της εγκυμοσύνης. «Του χρόνου θα είναι ακόμη ομορφότερα στολισμένο, αφού θα έχουμε και το μωρό να τα μοιραστούμε». Η Κάθριν σηκώθηκε όρθια και αγκάλιασε την Άννι με δάκρυα στα μάτια. «Με έχετε κάνει ήδη τόσο ευτυχισμένη». Στράφηκε στον Σινκλέρ. «Και θα έπρεπε να σε μαλώσω που μας έκανες να περιμένουμε τόσα χρόνια για να έρθεις στα λογικά σου». Ο Σινκλέρ ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτήρι του. «Αργώ λίγο, αλλά τα καταφέρνω στο τέλος. Δεν μπορώ να πιστέψω πως δεν είχα σκεφτεί νωρίτερα να μείνω μόνιμα εδώ». «Το σπίτι είναι τελείως διαφορετικό τώρα που είναι πραγματικό


JENNIFER LEWIS

173

σπιτικό». Η Άννι χαμογέλασε κοιτάζοντας το ζεστό και γιορτινό δωμάτιο. «Πριν ένιωθα σαν να ετοιμαζόμουν για μια θεατρική παράσταση». «Και τώρα ζεις μόνιμα σ’ αυτή», την πείραξε ο Σινκλέρ. «Ανοησίες», διαμαρτυρήθηκε η Κάθριν. «Η Άννι κράτησε το σπίτι λιτό και καλόγουστο». «Μ ’ αρέσει να έχω όλα τα όμορφα παλιά πράγματα που μάζεψε η οικογένεια στη διάρκεια των χρόνων. Αυτό είναι πολύ ξεχωριστό μέρος. Υποθέτω γι' αυτό οι Ντράμοντ δεν το πούλησαν ποτέ». «Ανυπομονώ να περάσω εδώ την υπόλοιπη ζωή μου». Ο Σινκλέρ την αγκάλιασε, στέλνοντας ένα κύμα ζεστασιάς στο κορμί της. «Μαζί σου». Η Αννι αναστέναξε. «Κι εγώ το ίδιο». «Ο Σινκλέρ μου είπε ότι σκοπεύεις ν’ ανοίξεις μαγαζί». «Ναι». Η Αννι του χαμογέλασε και πεταλούδες άρχισαν να χορεύουν στο στομάχι της στη σκέψη του μεγάλου σχεδίου της. «Θα πουλώ τοπικά χειροτεχνήματα και φαγητά. Σκοπεύω να φτιάχνω μερικά απ’ αυτά μόνη μου. Θα πάρει όμως τουλάχιστον ένα χρόνο ακόμη. Κάνω μαθήματα διοίκησης επιχειρήσεων και οργανώνω το επιχειρηματικό σχέδιο». Χάιδεψε την κοιλιά της. «Θα είμαι πολύ απασχολημένη για ένα διάστημα». «Το ήξερα ότι το κύπελλο θα άλλαζε την τύχη μας». Η Κάθριν έλαμπε από ικανοποίηση. Φαινόταν να έχει συνέλθει τελείως από την αρρώστια. «Πού είναι το κομμάτι μας; Ακόμη απορώ πώς καταλάβαμε τι ήταν. Κοπανούσε στον πάτο εκείνου του κουτιού με τις πίπες από το 18ο αιώνα. Δε θα είναι καλό να βρούμε τα υπόλοιπα κομμάτια και να χάσουμε το δικό μας πάλι». Η Άννι γέλασε. «Είναι στο γείσο του τζακιού, δίπλα σ’ εκείνο το γυάλινο μπουκάλι». «Γιατί έχετε ένα άδειο μπουκάλι κρασιού πάνω στο τζάκι;» Η Άννι ανασήκωσε τους ώμους της. «Ξεβράστηκε μια μέρα


ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ

174

στην ακτή και αποφασίσαμε να το κρατήσουμε». Περπατούσαν μια μέρα στην ακτή, θαυμάζοντας τη θέα και μιλώντας για το μέλλον, όταν είδαν ένα μπουκάλι να χτυπά στα βράχια. Ο Σινκλέρ ήθελε να το μαζέψει και -ω, τι έκπληξη! - υπήρχαν δυο μικροσκοπικά κομμάτια χαρτί διπλωμένα μέσα. Το χαρτί είχε τελείως ξεπλυθεί από το νερό και, παρ’ ότι ήταν σίγουροι ότι το μπουκάλι προερχόταν από το πάρτι, δεν μπορούσαν να ξέρουν αν ήταν το δικό τους. Έτσι έλυσαν το πρόβλημα με το να εκφράσουν προφορικά τις σκέψεις τους. Ο Σινκλέρ της είχε πει: «Άννι, δεν ήξερα τι έψαχνα μέχρι που σε κράτησα στην αγκαλιά μου». Κι εκείνη του ευχήθηκε να ζήσει για πάντα ευτυχισμένος, κατά προτίμηση μαζί της. Μετά είχαν βάλει τα μυστηριώδη χαρτάκια πίσω στο μπουκάλι και το τοποθέτησαν δίπλα στο κομμάτι από το κύπελλο που είχε -ίσως- βάλει τέλος σε αιώνες κακοτυχίας και τους είχε επιτέλους ενώσει.

ΤΕΛΟΣ

Θα καταφέρουν τελικά οι φίλοι μας να ενώσουν το κύπελλο; Διαβάστε τον Οκτώβριο τη συνέχεια της σειράς Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΝΤΡΑΜΟΝΤ: «Έρωτας στον Ωκεανό» της Jennifer Lewis

ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ #1  
ΜΙΑ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΟ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΤ #1  
Advertisement