Page 1


Τους χώρισε η προδοσία Η Αμέλια Γκρέιστοουν ήταν πολύ ερωτευμένη με τον κόμη Σεντ Τζαστ όταν εκείνος διέκοψε απότομα τη σχέση τους κι έφυγε από την Κορνουάλη δέκα χρόνια πριν. Γι’ αυτό ταράζεται πολύ όταν ο Σάιμον επιστρέφει ξανά έχοντας χηρέψει πρόσφατα. Τώρα οφείλει να βάλει στην άκρη την αγάπη που είχαν μοιραστεί και την προδοσία του και να του φέρεται σαν να είναι απλώς δυο καλοί γείτονες. Ο Σάιμον έχει αλλάξει -είναι βλοσυρός και αγέλαστος- αλλά μπορεί ακόμα να της κόβει την ανάσα με μια του μόνο ματιά. Όταν της προσφέρει τη θέση της οικονόμου στο αρχοντικό του, η Αμέλια ξέρει ότι πρέπει να αρνηθεί. Αλλά για χάρη των παιδιών του, κλείνει τ' αυτιά της στη φωνή της λογικής... Θα τους ενώσει το πάθος Ο Σάιμον Γκρένβιλ έχει ένα σκοτεινό μυστικό: είναι κατάσκοπος των Βρετανών αλλά έχει αναγκαστεί να προσποιείται ότι δουλεύει για την επαναστατική κυβέρνηση της Γαλλίας, ρισκάροντας καθημερινά τη ζωή του. Όταν αντικρίζει ξανά τη γυναίκα που αγαπούσε κάποτε, συνειδητοποιεί ότι τα αισθήματά του για την Αμέλια δεν έχουν αλλάξει καθόλου -και μάλιστα είναι πιο δυνατά από ποτέ. Ξέρει ότι πρέπει να μείνει μακριά της. Αλλά κάποιες φορές το πάθος είναι πολύ δυνατό για να το αρνηθείς...


ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ Brenda Joyce Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη

ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ A. Β. Ε. Ε. Φειδίου 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438 - 210 3629 723 www.arlekin.gr


Τίτλος πρωτοτύπου: Persuasion Copyright © 2012 by Brenda Joyce Dreams Unlimited, Inc. ©2013 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ABEE για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.a.r.l. ISBN 978-960-620-544-6 Μετάφραση: Χριστίνα Σπυριδάκη Επιμέλεια: Σωτηρούλα Παπαδοπούλου Διόρθωση: Σωτηρία Αποστολάκη ΜΕΓΑΛΑ ΚΛΑΣΙΚΑ - ΤΕΥΧΟΣ 26 Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.


Πρόλογος

Φυλακή του Λουξεμβούργου, Παρίσι, Γαλλία Μάρτιος του 1794 Τελικά έρχονταν για εκείνον. Η καρδιά του σφίχτηκε από το φόβο. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Αργά, γεμάτος ένταση, γύρισε να κοιτάξει προς το σκοτεινό διάδρομο. Άκουσε σιγανά, σταθερά βήματα να πλησιάζουν. Ήξερε ότι έπρεπε να επιστρατεύσει την εξυπνάδα του. Προχώρησε στο μπροστινό μέρος του κελιού και γράπωσε τα παγωμένα σιδερένια κάγκελα. Τα βήματα ακούγονταν πιο δυνατά τώρα. Τα σωθικά του σφίχτηκαν. Ο φόβος έφτασε στο απροχώρητο. Θα τον έβρισκε ζωντανό η επόμενη μέρα; Το κελί έζεχνε. Όποιοι ήταν κρατούμενοι εκεί μέσα πριν από εκείνον είχαν ουρήσει, είχαν αφοδεύσει και είχαν ξεράσει. Υπήρχε ξεραμένο αίμα στο πάτωμα και στο ξυλοκρέβατο στο οποίο είχε αρνηθεί να ξαπλώσει. Οι προηγούμενοι ένοικοι του κελιού είχαν ξυλοκοπηθεί, είχαν βασανιστεί. Ήταν φυσικό ήταν εχθροί της Πατρίδας. Ακόμα και ο αέρας που έμπαινε στο κελί από το μοναδικό καγκελόφραχτο παράθυρο ήταν δύσοσμος. Η Πλας ντε λα Ρεβολουσιόν βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα κάτω από τους τοίχους της φυλακής. Εκατοντάδες -όχι, χιλιάδες- είχαν σταλεί στην γκιλοτίνα εκεί. Το αίμα των ενόχων -και των αθώων- μόλυνε τον αέρα. Τώρα μπορούσε να ακούσει και τις φωνές τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας ναυτία από το φόβο. Ενενήντα έξι μέρες είχαν περάσει από τότε που του είχαν στήσει ενέδρα έξω από τα γραφεία της Κομμούνας όπου δού5


λευε. Του είχαν στήσει ενέδρα, τον είχαν αλυσοδέσει και του είχαν σκεπάσει με μια κουκούλα το κεφάλι. «Προδότη», είχε πει με μίσος μια γνώριμη φωνή καθώς τον πετούσαν στην καρότσα ενός κάρου. Μια ώρα αργότερα, του είχαν βγάλει την κουκούλα από το κεφάλι και είχε βρεθεί να στέκεται μέσα σ’ αυτό το κελί. Ο φρουρός τού είχε πει ότι τον κατηγορούσαν για εγκλήματα κατά της Δημοκρατίας. Και όλοι ήξεραν τι σήμαινε αυτό... Δεν είχε δει ποτέ τον άντρα που του είχε μιλήσει, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρος ότι ήταν ο Ζαν Λαφλέρ, ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς αξιωματούχους της κυβέρνησης της πόλης. Εικόνες χόρευαν στο μυαλό του. Οι δύο γιοι του ήταν μικροί, όμορφοι και αθώοι. Ήταν προσεκτικός, αλλά όχι αρκετά, όταν είχε φύγει από τη Γαλλία για να πάει να τους δει. Οι γιοι του βρίσκονταν στο Λονδίνο. Ήταν τα γενέθλια του Γουίλιαμ. Τον είχε επιθυμήσει -και τον Τζον- τρομερά. Δεν είχε μείνει πολύ στο Λονδίνο, δεν είχε τολμήσει να παρατείνει την παραμονή του, από φόβο μήπως τον ανακαλύψουν. Κανείς εκτός από την οικογένεια δεν ήξερε ότι βρισκόταν εκεί. Αλλά με την προοπτική της αναχώρησής του η επανασύνδεσή τους ήταν γλυκόπικρη. Και από τη στιγμή που είχε επιστρέφει στις γαλλικές ακτές, είχε νιώσει ότι τον παρακολουθούσαν. Δεν είχε πιάσει κανένα να τον ακολουθεί, αλλά ήταν σίγουρος πως τον καταδίωκαν. Όπως οι περισσότεροι Γάλλοι, άντρες και γυναίκες, είχε αρχίσει να ζει με ένα μόνιμο φόβο. Κάθε σκιά τον έκανε να αναπηδά. Τις νύχτες ξυπνούσε νομίζοντας ότι είχε ακούσει εκείνο το χτύπημα που τόσο έτρεμε στην πόρτα του. Όταν χτυπούσαν την πόρτα σου μεσάνυχτα, σήμαινε πως είχαν έρθει να σε συλλάβουν... Όπως έρχονταν γι’ αυτόν τώρα. Τα βήματα είχαν γίνει πιο δυνατά. Πήρε μια ανάσα, πολεμώντας τον πανικό του. Αν αντιλαμβάνονταν το φόβο του, θα τέλειωναν όλα. Ο φόβος του θα ισοδυναμούσε με ομολογία -γι’ αυτούς. Γιατί έτσι ήταν τα πράγματα πλέον στο Παρίσι, ακόμα και στην επαρχία. Έσφιξε τα κάγκελα του κελιού. Ο χρόνος του είχε τελειώσει. Είτε θα κατέληγε, με ή χωρίς δίκη, στην γκιλοτίνα για τα εγκλήματα του είτε θα έβγαινε από τη φυλακή, ελεύθερος... Το να βρει θάρρος ήταν η πιο δύσκολη πράξη της ζωής του. Διέκρινε το φως ενός πυρσού. Πλησίαζε, φωτίζοντας τους υγρούς, πέτρινους τοίχους της φυλακής. Και τελικά διέκρινε 6


τις φιγούρες των άντρων. Ήταν σιωπηλοί. Η καρδιά του βροντοχτυπούσε. Κατά τ’ άλλα, δεν κινήθηκε. Πρώτος φάνηκε ο φρουρός των φυλακών, χαμογελώντας μοχθηρά με προσμονή, σαν να γνώριζε ήδη την τύχη του. Αναγνώρισε τον Ιακωβίνο πίσω του. Ήταν ο φανατικός ριζοσπάστης, ο βάναυσα βίαιος εμπεριστής Ζαν Λαφλέρ, όπως το είχε υποπτευθεί. Ψηλός, λεπτός και χλομός, ο Λαφλέρ πλησίασε στα κάγκελα του κελιού. «Καλημέρα, Ζουρντάν. Πώς τα πας σήμερα;» Χαμογέλασε, απολαμβάνοντας τη στιγμή. «Πολύ καλά», απάντησε εκείνος ήρεμα. Όταν δεν ικέτευσε για έλεος ούτε δήλωσε την αθωότητά του, το χαμόγελο του Λαφλέρ εξαφανίστηκε και το βλέμμα του έγινε κοφτερό. «Αυτό μόνο έχεις να πεις; Είσαι προδότης, Ζουρντάν. Ομολόγησε τα εγκλήματά σου και θα φροντίσουμε η δίκη σου να είναι σύντομη. Θα φροντίσουμε επίσης να είσαι ο πρώτος που θα του πάρουν το κεφάλι». Χαμογέλασε πάλι. Αν έφταναν ποτέ ως εκεί, ήλπιζε να ήταν ο πρώτος που θα ανέβαινε στην γκιλοτίνα. Κανείς δεν ήθελε να στέκεται στην ουρά επί ώρες αλυσοδεμένος, παρακολουθώντας τις φρικιαστικές εκτελέσεις και περιμένοντας τη δική του μοίρα. «Τότε εσείς θα χάσετε». Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο ήρεμος ακουγόταν. Ο Λαφλέρ τον κοίταξε. «Γιατί δε δηλώνεις την αθωότητά σου;» «Θα με βοηθήσει σε τίποτα αυτό;» «Όχι». «Δεν περίμενα κάτι τέτοιο». «Είσαι ο τρίτος γιος του υποκόμη Ζουρντάν και η μεταμέλειά σου ήταν ένα ψέμα. Δεν αγαπάς την Πατρίδα. Είσαι κατάσκοπος! Όλοι οι συγγενείς σου είναι νεκροί και σύντομα θα τους συναντήσεις στις πύλες του καθαρτηρίου». «Υπάρχει ένας καινούριος αρχηγός των κατασκόπων στο Λονδίνο». Ο Λαφλέρ άνοιξε έκπληκτος τα μάτια του. «Τι είδους τέχνασμα είναι αυτό;» «Πρέπει να γνωρίζεις ότι η οικογένειά μου χρηματοδοτούσε τους εμπόρους της Λυόν επί χρόνια και ότι έχουμε εκτεταμένες επαφές με τους Βρετανούς». Ο ριζοσπάστης Ιακωβίνος τον περιεργάστηκε. «Εξαφανί7


στηκες από το Παρίσι για ένα μήνα. Στο Λονδίνο πήγες;» «Ναι, εκεί πήγα». «Ώστε ομολογείς;» «Ομολογώ ότι είχα επαγγελματικές υποθέσεις που έπρεπε να ρυθμίσω στο Λονδίνο, Λαφλέρ. Κοίτα γύρω σου. Όλοι στο Παρίσι λιμοκτονούν. Το ασινιά είναι άχρηστο. Εγώ όμως έχω πάντα ψωμί στο τραπέζι μου». «Το λαθρεμπόριο είναι έγκλημα», είπε ο Λαφλέρ, αλλά τα μάτια του άστραψαν. Τελικά, άφησε το στόμα του να χαλαρώσει και ύψωσε τους ώμους του. Η μαύρη αγορά στο Παρίσι ήταν απέραντη και απρόσιτη. Κανείς δε θα τη σταματούσε ποτέ. «Τι μπορείς να μου φέρεις;» ρώτησε σιγανά ο Λαφλέρ, καρφώνοντάς τον με το σκοτεινό βλέμμα του. «Δε με άκουσες;» «Μιλάμε για ψωμί και χρυσάφι ή για τον καινούριο αρχηγό των κατασκόπων;» «Δεν είναι μόνο επαγγελματικές οι σχέσεις μου σ' εκείνη τη χώρα», του απάντησε πολύ ήρεμα. «Ο κόμης του Σεντ Τζαστ είναι ξάδερφός μου και, αν είχες ερευνήσει όπως θα έπρεπε την οικογένειά μου, θα το ήξερες». Κατάλαβε ότι το μυαλό του Λαφλέρ κάλπαζε. «Ο Σεντ Τζαστ χαίρει μεγάλης εκτίμησης στους υψηλούς κύκλους του Λονδίνου. Νομίζω ότι θα ενθουσιαστεί όταν μάθει ότι ένας από τους συγγενείς του επιβίωσε από τον αφανισμό της πόλης. Πιστεύω πως θα με υποδεχόταν με ανοιχτές αγκάλες στο σπιτικό του». Ο Λαφλέρ συνέχισε να τον κοιτάζει. «Είναι κόλπο», είπε στο τέλος. «Δε θα γυρίσεις ποτέ πίσω!» Του χαμογέλασε αργά. «Υποθέτω πως αυτό είναι πιθανό», απάντησε. «Υποθέτω πως μπορεί να μη γυρίσω ποτέ πίσω. Ή μπορεί να είμαι ο Λυσσασμένος που ισχυρίζομαι ότι είμαι, το ίδιο πιστός στην ιδέα της Ελευθερίας μ’ εσένα, και θα μπορούσα να επιστρέψω με πληροφορίες που πολύ λίγοι από τους κατασκόπους του Καρνό θα ήταν δυνατό να αποκτήσουν πληροφορίες πολύτιμες, που θα μας βοηθήσουν να κερδίσουμε τον πόλεμο». Το βλέμμα του Λαφλέρ δεν έπαιξε ούτε στιγμή. Εκείνος πάλι δεν έκανε τον κόπο να του τονίσει ότι τα οφέλη που θα αποκόμιζαν αν έκανε αυτό που έλεγε -να κυκλοφο8


ρήσει ανάμεσα στα υψηλά κλιμάκια των Τόρι του Λονδίνου και να επιστρέφει στη Δημοκρατία με εμπιστευτικές πληροφορίεςήταν πολύ περισσότερα από το ρίσκο να εξαφανιστεί και να μην επιστρέφει ποτέ στη Γαλλία. «Δεν μπορώ να πάρω μια τέτοια απόφαση μόνος μου», είπε στο τέλος ο Λαφλέρ. «Θα σε παρουσιάσω στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, Ζουρντάν, κι αν τους πείσεις για την αξία σου, θα γλιτώσεις το κεφάλι σου». Εκείνος δεν κουνήθηκε. Ο Λαφλέρ έφυγε. Και ο Σάιμον Γκρένβιλ σωριάστηκε πάνω στο ξυλοκρέβατο στο πάτωμα.

9


Κεφάλαιο 1

Γκρέιστοουν Μάνορ, Κορνουάλη 4 Απριλίου 1794 Η γυναίκα του Γκρένβιλ ήταν νεκρή. Η Αμέλια Γκρέιστοουν κοιτούσε τον αδερφό της χωρίς καν να τον βλέπει, κρατώντας μια στοίβα πιάτα στα χέρια της. «Ακουσες τι είπα;» ρώτησε ο Λούκας και τα γκρίζα μάτια του ήταν γεμάτα ανησυχία. «Η λαίδη Γκρένβιλ πέθανε χτες τη νύχτα, φέρνοντας στον κόσμο ένα κοριτσάκι». Η γυναίκα του ήταν νεκρή. Η Αμέλια είχε παραλύσει. Έφταναν κάθε μέρα νέα για τον πόλεμο και τη βία στη Γαλλία -όλα φοβερά, όλα τρομακτικά, αλλά αυτό δεν το περίμενε. Πώς ήταν δυνατό να είναι νεκρή η λαίδη Γκρένβιλ; Ήταν τόσο κομψή, τόσο όμορφη -και πολύ νέα για να πεθάνει! Της ήταν αδύνατο να σκεφτεί. Η λαίδη Γκρένβιλ δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι της στο Σεντ Τζαστ Χολ μετά το γάμο τους, ούτε και ο σύζυγός της. Και ξαφνικά, μετά από δέκα χρόνια, είχε εμφανιστεί το Γενάρη στο προγονικό σπίτι του κόμη με τους υπηρέτες της και τους δύο γιους της -και εμφανώς έγκυος. Ο Σεντ Τζαστ δεν ήταν μαζί της. Η Κορνουάλη ήταν γενικά ένα μέρος ξεχασμένο από τον Θεό, και ακόμα περισσότερο το Γενάρη. Μέσα στο καταχείμωνο, με τις θύελλες και τις άγριες καταιγίδες να μαίνονται στην ακτή, η περιοχή ήταν παγωμένη και αφιλόξενη. Ποια θα ερχόταν στο πιο απομακρυσμένο σημείο της χώρας μες στο χειμώνα να γεννήσει ένα παιδί; Η άφιξή της ήταν φοβερά παράξενη. Η Αμέλια, όπως και όλοι οι άλλοι στην κομητεία, είχε εκπλαγεί με το που έμαθε ότι η κόμισσα είχε έρθει να κατοικήσει στην περιοχή και, όταν είχε λάβει μια πρόσκληση για τσάι, δεν 10


είχε καν σκεφτεί να αρνηθεί. Ήταν πολύ περίεργη να γνωρίσει την Ελίζαμπεθ Γκρένβιλ, και όχι μόνο επειδή ήταν γειτόνισσες. Καιρό τώρα αναρωτιόταν πώς να ήταν η κόμισσα του Σεντ Τζαστ. Και ήταν όπως ακριβώς την περίμενε η Αμέλια -ξανθιά και όμορφη, ευγενική, κομψή και πολύ αριστοκρατική. Ήταν τέλεια για το μελαχρινό και μελαγχολικό κόμη. Η Ελίζαμπεθ Γκρένβιλ ήταν όλα όσα δεν ήταν η Αμέλια Γκρέιστοουν. Και επειδή η Αμέλια είχε θάψει μέσα της το παρελθόν εδώ και πάρα πολλά χρόνια -μια δεκαετία, για την ακρίβεια-, δεν είχε κάνει ούτε μια φορά τη σύγκριση. Αλλά τώρα, έτσι όπως στεκόταν εκεί, εμβρόντητη από το σοκ, αναρωτήθηκε ξαφνικά μήπως είχε δεχτεί αυτή την πρόσκληση για να επιθεωρήσει και να μιλήσει με τη γυναίκα που είχε αποφασίσει να παντρευτεί ο Γκρένβιλ -τη γυναίκα που είχε διαλέξει αντί για εκείνη. Η Αμέλια έτρεμε, κρατώντας σφιχτά τα πιάτα στο στήθος της. Αν δεν πρόσεχε, το παρελθόν θα έβγαινε στην επιφάνεια! Αρνιόταν να πιστέψει ότι στην πραγματικότητα είχε θελήσει να γνωρίσει τη λαίδη Γκρένβιλ για να βολιδοσκοπήσει τι είδους άνθρωπος ήταν. Την τρόμαζε αυτό το ενδεχόμενο. Είχε συμπαθήσει την Ελίζαμπεθ Γκρένβιλ. Και η δική της σχέση με τον Γκρένβιλ είχε λήξει πριν μία δεκαετία. Την είχε βγάλει από το μυαλό της τότε και δεν είχε καμιά διάθεση να ξαναγυρίσει στο παρελθόν τώρα. Αλλά ξαφνικά ένιωσε σαν να ήταν πάλι δεκάξι χρονών, νέα και όμορφη, αφελής και εύπιστη, και πολύ, μα πάρα πολύ, ευάλωτη. Ήταν σαν να βρισκόταν πάλι μέσα στα δυνατά μπράτσα του Σάιμον Γκρένβιλ, περιμένοντας να της εξομολογηθεί τον έρωτά του και να της κάνει πρόταση γάμου. Η αίσθηση τη συγκλόνισε, αλλά ήταν πολύ αργά. Ένα φράγμα είχε ανοίξει στο μυαλό της και ξεχύθηκαν ορμητικά οι εικόνες: εκείνη και ο Σάιμον καθισμένοι στο γρασίδι σε μια κουβέρτα του πικνίκ, στο λαβύρινθο πίσω από την έπαυλη, στην άμαξά του. Τη φιλούσε παθιασμένα και εκείνη ανταπέδιδε τα φιλιά του, παραδομένοι και οι δύο σ’ ένα πολύ επικίνδυνο και απερίσκεπτο πάθος... Η Αμέλια πήρε μια βαθιά ανάσα, αναστατωμένη από την ξαφνική επίθεση των αναμνήσεων εκείνου του μακρινού καλοκαιριού. Δεν ήταν ειλικρινής μαζί της. Δεν την είχε φλερτά11


ρει ποτέ. Τώρα είχε αρκετή λογική για να το καταλάβει. Τότε όμως περίμενε ότι θα της έκανε πρόταση γάμου, και η προδοσία του την είχε συντρίψει. Γιατί ο τρομερός θάνατος της λαίδης Γκρένβιλ την είχε κάνει να θυμηθεί μια περίοδο της ζωής της που ήταν πολύ νέα και πολύ αφελής; Χρόνια τώρα δεν είχε σκεφτεί ούτε μια φορά εκείνο το καλοκαίρι, ούτε καν όταν είχε βρεθεί στο σαλόνι της λαίδης Γκρένβιλ, πίνοντας τσάι και κουβεντιάζοντας για τον πόλεμο. Αλλά ο Γκρένβιλ ήταν χήρος τώρα... Ο Λούκας πήρε τη στοίβα με τα πιάτα από τα χέρια της, επαναφέροντάς τη στην πραγματικότητα. Εκείνη απλώς τον κοίταξε, σοκαρισμένη από την τελευταία σκέψη της και φοβισμένη από αυτό που θα μπορούσε να σημαίνει. «Αμέλια;» ρώτησε εκείνος ανήσυχος. Δεν έπρεπε να σκέφτεται το παρελθόν. Δεν ήξερε γιατί είχαν ξυπνήσει μέσα της όλες αυτές οι ανόητες αναμνήσεις, αλλά ήταν πια μια γυναίκα είκοσι έξι χρονών. Έπρεπε να ξεχάσει εκείνο το φλερτ. Δεν είχε θελήσει ποτέ να ανακαλέσει εκείνη την εμπειρία ή να ξαναζήσει κάποια παρόμοια. Γι’ αυτό και είχε σβήσει εκείνη τη σχέση από το μυαλό της χρόνια πριν, όταν εκείνος είχε φύγει από την Κορνουάλη χωρίς λέξη, αμέσως μετά το τραγικό δυστύχημα που είχε σκοτώσει τον αδερφό του. Έπρεπε να ξεχαστούν όλα. Και είχαν ξεχαστεί! Η Αμέλια είχε βιώσει φυσικά τον ψυχικό πόνο και τη θλίψη, αλλά είχε συνεχίσει τη ζωή της. Είχε στρέψει όλη την προσοχή της στη μαμά, που έπασχε από άνοια, στους αδερφούς της, στην αδερφή της και στο κτήμα. Είχε καταφέρει να ξεχάσει κι αυτόν και τη σχέση για μια ολόκληρη δεκαετία. Ήταν μια πολυάσχολη γυναίκα, που αντιμετώπιζε δύσκολες καταστάσεις και βαριές ευθύνες. Αλλά και εκείνος είχε προχωρήσει. Είχε παντρευτεί και είχε αποκτήσει παιδιά. Και η Αμέλια δε μετάνιωνε. Η οικογένειά της τη χρειαζόταν. Ήταν καθήκον της να αναλάβει τη φροντίδα όλων τους από τότε που ήταν ακόμα παιδί και τους είχε εγκαταλείψει ο μπαμπάς της. Αλλά μετά είχε έρθει η επανάσταση, είχε αρχίσει ο πόλεμος και όλα είχαν αλλάξει. «Παραλίγο να ρίξεις κάτω τα πιάτα!» αναφώνησε ο Λούκας. «Είσαι άρρωστη; Έχεις γίνει κάτασπρη σαν πανί!» 12


Η Αμέλια ρίγησε. Σίγουρα ένιωθε άρρωστη. Αλλά δε θα επέτρεπε στο παρελθόν, που είχε πεθάνει και το είχε θάψει από καιρό, να την επηρεάσει τώρα. «Είναι μια φοβερή τραγωδία». Ο Λούκας την περιεργάστηκε επίμονα. Είχε μόλις μπει μέσα, επιστρέφοντας από το Λονδίνο -τουλάχιστον αυτό ισχυριζόταν. Ήταν ψηλός και εντυπωσιακός, με τα χρυσαφένια μαλλιά του πιασμένα αλογοουρά, το σμαραγδένιο βελούδινο παλτό του, το καφέ παντελόνι και τις μακριές κάλτσες. «Έλα τώρα, Αμέλια, γιατί ταράχτηκες τόσο;» Εκείνη κατάφερε να του χαμογελάσει σφιγμένα. Γιατί ταράχτηκε; Το θέμα δεν ήταν ο Γκρένβιλ. Μια όμορφη, νέα μητέρα είχε πεθάνει, αφήνοντας πίσω της τρία μικρά παιδιά. «Πέθανε φέρνοντας στον κόσμο το τρίτο παιδί της, Λούκας. Και υπάρχουν δύο μικρά αγόρια. Τη γνώρισα τον Φεβρουάριο. Ήταν πράγματι τόσο όμορφη, ευγενική και κομψή όσο έλεγαν όλοι». Είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή που είχε μπει στο σαλόνι γιατί την είχε διαλέξει ο Γκρένβιλ. Εκείνος ήταν μελαχρινός και δυναμικός, εκείνη ήταν ξανθιά και ανοιχτόκαρδη. Οι δυο τους αποτελούσαν το τέλειο ζευγάρι της αριστοκρατίας. «Εντυπωσιάστηκα πολύ από την καλοσύνη και τη φιλοξενία της. Αλλά και την εξυπνάδα της. Κάναμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Είναι κρίμα που πέθανε». «Ναι, είναι κρίμα. Λυπάμαι πολύ για τα παιδιά και τον Σεντ Τζαστ». Η Αμέλια ένιωσε να ανακτά κάπως την αυτοκυριαρχία της. Και μολονότι η σκοτεινή φιγούρα του Γκρένβιλ έδειχνε να τη στοιχειώνει, είχε ξαναβρεί τη λογική της. Η λαίδη Γκρένβιλ είχε πεθάνει, αφήνοντας πίσω της τρία μικρά παιδιά. Οι γείτονές της χρειάζονταν τώρα τα συλλυπητήριά της, μπορεί και τη βοήθειά της. «Τα δύστυχα αγόρια, το καημένο το μωρό! Τα λυπάμαι αφάνταστα!» «Θα περάσουν μια δύσκολη περίοδο», συμφώνησε ο Λούκας. Της έριξε ένα παράξενο βλέμμα. «Ποτέ δε συνηθίζει κανείς το θάνατο νέων ανθρώπων». Η Αμέλια ήξερε ότι οι σκέψεις του πετούσαν στον πόλεμο· ήξερε τα πάντα για τις πολεμικές του δραστηριότητες. Αλλά συνέχισε να σκέφτεται τα δύστυχα παιδιά -πράγμα πολύ πιο ασφαλές από το να σκέφτεται τον Γκρένβιλ. Πήρε τα πιάτα από τον Λούκας και άρχισε να στρώνει βλοσυρή το τραπέζι. Λυπό13


ταν πάρα πολύ για τα παιδιά. Θα πρέπει να πενθούσε και ο Γκρένβιλ, αλλά δεν ήθελε να προβληματίζεται ούτε για εκείνον ούτε για τα συναισθήματά του, και ας ήταν γείτονάς της. Ακούμπησε το τελευταίο πιάτο στο παμπάλαιο τραπέζι της τραπεζαρίας και κάρφωσε το βλέμμα της στο καλογυαλισμένο αλλά χαραγμένο ξύλο του. Είχε περάσει πολύς καιρός. Κάποτε ήταν ερωτευμένη, αλλά σίγουρα δεν αγαπούσε πια τον Γκρένβιλ. Σίγουρα μπορούσε να κάνει αυτό που έπρεπε. Είχε να δει τον Σάιμον Γκρένβιλ δέκα χρόνια. Πιθανότατα δε θα τον αναγνώριζε καν τώρα. Μπορεί να ήταν υπέρβαρος. Μπορεί τα μαλλιά του να είχαν γκριζάρει. Δε θα ήταν πια ο εκτυφλωτικός νεαρός γόης που έκανε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή με ένα και μόνο βλέμμα του. Και μάλλον ούτε εκείνος θα την αναγνώριζε. Ήταν ακόμα αδύνατη -πολύ αδύνατη, για την ακρίβεια- και μικροκαμωμένη, αλλά η ομορφιά της είχε ξεθωριάσει με τα χρόνια, όπως συνέβαινε συνήθως. Παρ’ όλο που κάποιοι ηλικιωμένοι κύριοι εξακολουθούσαν να την κοιτάζουν, σίγουρα δε διέθετε την αλλοτινή ομορφιά της. Η Αμέλια ένιωσε μια μικρή ανακούφιση. Εκείνη η τρομερή έλξη που την είχε τρελάνει κάποτε δε θα υπήρχε πια. Και δε θα ένιωθε δέος μπροστά του, όπως ένιωθε κάποτε. Στο κάτω κάτω, ήταν πιο μεγάλη και πιο σοφή τώρα. Μπορεί να ήταν μια πτωχευμένη αριστοκράτισσα, αλλά όσα της έλειπαν σε πόρους τα αναπλήρωνε ο χαρακτήρας της. Η ζωή την είχε κάνει δυνατή και αποφασιστική. Έτσι, όταν θα έβλεπε τον Γκρένβιλ, θα του εξέφραζε τα συλλυπητήριά της, όπως θα έκανε με κάθε γείτονά της που θα βίωνε μια τέτοια τραγωδία. Η Αμέλια ένιωσε κάπως καλύτερα. Αισθάνθηκε μια μικρή ανακούφιση. Εκείνη η ανόητη ανάμνηση ήταν ακριβώς αυτό ανόητη. «Η οικογένεια θα τα έχει σίγουρα χαμένα», παρατήρησε ήρεμα ο Λούκας. «Ήταν πάρα πολύ νέα για να πεθάνει. Ο Σεντ Τζαστ πρέπει να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ». Η Αμέλια σήκωσε προσεκτικά το κεφάλι της. Ο Λούκας είχε δίκιο. Ο Γκρένβιλ θα πρέπει να αγαπούσε πολύ την όμορφη γυναίκα του. Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό της. «Με ξάφνιασες, Λούκας, όπως πάντα! Δε σε περίμενα, και μόλις μπήκες μέσα μου ανακοίνωσες αυτά τα συνταρακτικά νέα». 14


Εκείνος τύλιξε το μπράτσο του γύρω της. «Με συγχωρείς. Άκουσα για τη λαίδη Γκρένβιλ όταν σταμάτησα στην Πενζάνς να αλλάξω άμαξα». «Ανησυχώ πολύ για τα παιδιά. Πρέπει να βοηθήσουμε την οικογένεια με όποιο τρόπο μπορούμε», είπε η Αμέλια, εννοώντας την κάθε λέξη. Ποτέ δε γύριζε την πλάτη της σε κάποιον που είχε ανάγκη. Ο Λούκας χαμογέλασε αχνά. «Τώρα αυτή είναι η αδερφή που ξέρω και αγαπώ. Και βέβαια ανησυχείς. Είμαι σίγουρος ότι ο Γκρένβιλ, μόλις είναι σε θέση να σκεφτεί καθαρά, θα προβεί στις απαραίτητες διευθετήσεις για όλους». Η Αμέλια κάρφωσε σκεφτική το βλέμμα της στο κενό. Αναμφίβολα ο Γκρένβιλ θα βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Παραμέρισε συνειδητά από το μυαλό της τη μελαχρινή, όμορφη εικόνα, υπενθυμίζοντας στον εαυτό της πως τώρα πια μάλλον θα ήταν χοντρός με γκρίζα μαλλιά. «Ναι, φυσικά και θα το κάνει». Επιθεώρησε το χαρούμενα στρωμένο τραπέζι. Δεν της ήταν εύκολο να το καταφέρει αυτό, έτσι σφιγμένα που ήταν τα οικονομικά τους. Οι κήποι δεν είχαν ανθίσει ακόμα, έτσι στο κέντρο είχε βάλει ένα ψηλό ασημένιο κηροπήγιο που τους είχε απομείνει από άλλες, καλύτερες εποχές. Ένα παμπάλαιο χαμηλό μακρόστενο τραπέζι ήταν το μοναδικό άλλο έπιπλο στο δωμάτιο, όπου ήταν τοποθετημένες οι καλύτερες πορσελάνες τους. Το χολ ήταν εξίσου λιτά επιπλωμένο. «Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε λίγα λεπτά. Μπορείς να ανέβεις πάνω να φέρεις τη μαμά;» «Ασφαλώς. Και δεν υπήρχε λόγος να κάνεις τόσο κόπο». «Είμαι πανευτυχής όταν είσαι σπίτι. Φυσικά και θα δειπνήσουμε σαν να ήμαστε μια συνηθισμένη οικογένεια». Το χαμόγελό του ήταν ειρωνικό. «Ελάχιστες συνηθισμένες οικογένειες έχουν απομείνει στις μέρες μας, Αμέλια». Το αχνό χαμόγελό της έσβησε. Ο Λούκας μόλις είχε μπει στο σπίτι, μετά από ένα μήνα ή ίσως και παραπάνω που είχε να τον δει. Υπήρχαν σκιές κάτω από τα μάτια του και μια μικρή ουλή στο μάγουλό του, που δεν την είχε παλιά. Η Αμέλια φοβόταν να ρωτήσει πώς την είχε αποκτήσει, και ακόμα περισσότερο φοβόταν να ρωτήσει πού. Εξακολουθούσε να είναι ένας επικίνδυνα γοητευτικός άντρας, αλλά η Γαλλική Επανάσταση και ο πόλεμος είχαν αλλάξει εντελώς τη ζωή τους. Πριν πέσει η γαλλική μοναρχία, ζούσαν όλοι μια απλή ζωή. Ο Λούκας ασχολούνταν με τη διαχείριση του κτήματος, με βα15


σικό του μέλημα την αύξηση της παραγωγής του ορυχείου και του λατομείου τους. Ο Τζακ, ένα χρόνο μικρότερος της, ήταν ένας ακόμα λαθρέμπορος της Κορνουάλης, που παινευόταν για την ικανότητά του να ξεγλιστράει από τους φοροεισπράκτορες. Και η μικρότερη αδερφή τους, η Τζούλιαν, περνούσε και το τελευταίο ελεύθερο λεπτό της στη βιβλιοθήκη, διαβάζοντας ό,τι έβρισκε και καλλιεργώντας τη φανατική συμπάθειά της για τους Ιακωβίνους. Το Γκρέιστοουν Μάνορ ήταν ένα πολυάσχολο, ευτυχισμένο σπιτικό. Αν και το εισόδημά τους εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από το λατομείο εξόρυξης σιδήρου και το ορυχείο λευκοσιδήρου, τα έβγαζαν πέρα αρκετά καλά. Η Αμέλια είχε να φροντίζει μια ολόκληρη οικογένεια συμπεριλαμβανομένης της μητέρας της. Το μόνο που δεν είχε αλλάξει με τον πόλεμο ήταν η απόλυτη άνοια της μαμάς. Ο Τζον Γκρέιστοουν, ο πατέρας της, είχε εγκαταλείψει την οικογένεια όταν η Αμέλια ήταν μόλις επτά χρονών, και η μαμά της είχε αρχίσει να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα λίγο αργότερα. Η Αμέλια είχε καλύψει ενστικτωδώς το κενό, βοηθώντας στο νοικοκυριό, φτιάχνοντας τις λίστες για ψώνια, προγραμματίζοντας το μενού και επιβλέποντας ακόμα και τους λιγοστούς υπηρέτες που είχαν απομείνει. Και κυρίως φρόντιζε την Τζούλιαν, που ήταν τότε νήπιο. Ο θείος τους, ο Σεμπάστιαν Γουόρλοκ, είχε στείλει έναν επιστάτη να αναλάβει το κτήμα, αλλά ο Λούκας είχε πάρει την ευθύνη στα χέρια του προτού κλείσει καν τα δεκαπέντε. Το σπιτικό τους ήταν πάντα ασυνήθιστο, αλλά έσφυζε από ενεργητικότητα και οικογενειακή θαλπωρή. Ήταν γεμάτο γέλιο και αγάπη, παρά την οικονομική τους στενότητα. Το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο πια. Η Τζούλιαν είχε ερωτευτεί τον κόμη του Μπέντφορντ όταν τ’ αδέρφια της τον είχαν φέρει σχεδόν ετοιμοθάνατο στο σπίτι τους. Βέβαια, τότε εκείνη δεν ήξερε ποιος ήταν, τον είχε πάρει για αξιωματικό του γαλλικού στρατού. Ο δρόμος τους ήταν στρωμένος με αγκάθια εκείνος ήταν κατάσκοπος του Πιτ και εκείνη οπαδός των Ιακωβίνων. Όσο κατάπληκτη κι αν ένιωθε ακόμα η Αμέλια, η αδερφή της και ο κόμης είχαν παντρευτεί μυστικά πρόσφατα και η Τζούλιαν είχε γεννήσει την κόρη τους στο Λονδίνο, όπου έμεναν. Η Αμέλια κούνησε το κεφάλι της με απορία. Η επαναστάτρια αδερφή της ήταν τώρα κόμισσα του Μπέντφορντ και τρελά ερωτευμένη με τον Τόρι σύζυγό της. 16


Η ζωή των αδερφών της είχε επίσης αλλάξει εξαιτίας του πολέμου. Ο Λούκας βρισκόταν σπάνια πια στο Γκρέιστοουν Μάνορ. Δεδομένου ότι είχε μόνο δύο χρόνια διαφορά μ’ εκείνον και ότι οι δυο τους είχαν αναλάβει τους ρόλους των γονιών τους, ήταν πολύ δεμένοι μεταξύ τους. Η Αμέλια ήταν η μυστικοσύμβουλός του, αν και δεν τις αποκάλυπτε όλες τις λεπτομέρειες των υποθέσεών του. Ο Λούκας δεν είχε μπορέσει να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια όσο μαινόταν η επανάσταση στη Γαλλία. Πριν κάμποσο καιρό είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Υπουργείο Πολέμου. Ακόμα και πριν αρχίσει να σαρώνει η Τρομοκρατία τη Γαλλία, πλήθη εμιγκρέδων εγκατέλειπαν τη χώρα για να γλιτώσουν από τους επαναστάτες -για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Ο Λούκας είχε περάσει τα τελευταία δύο χρόνια φυγαδεύοντας εμιγκρέδες από τις γαλλικές ακτές. Ήταν πολύ επικίνδυνη δραστηριότητα. Αν τον έπιαναν οι γαλλικές αρχές, θα τον συλλάμβαναν αμέσως και θα τον έστελναν στην γκιλοτίνα. Η Αμέλια ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτόν, αλλά φοβόταν για τη ζωή του. Ανησυχούσε συνέχεια για τον Λούκας. Ήταν η άγκυρα της οικογένειας -ο πατριάρχης της. Αλλά ανησυχούσε για τον Τζακ ακόμα περισσότερο. Ο Τζακ δεν είχε την αίσθηση του κινδύνου. Ενεργούσε σαν να πίστευε ότι ήταν αθάνατος. Πριν τον πόλεμο, ήταν ένας απλός λαθρέμπορος της Κορνουάλης ένας από τους δεκάδες που έβγαζαν με αυτό τον τρόπο το ψωμί τους, ακολουθώντας το παράδειγμα των προγόνων τους. Τώρα ο Τζακ έβγαζε μια ολόκληρη περιουσία με το λαθρεμπόριο όπλων και τροφίμων ανάμεσα στις δύο εμπόλεμες χώρες. Δεν υπήρχε πιο επικίνδυνο παιχνίδι από αυτό. Χρόνια τώρα είχε καταφέρει να ξεγελάει το Βασιλικό Ναυτικό και να τους ξεφεύγει. Πριν τον πόλεμο, αν τον συλλάμβαναν, θα τον έβαζαν κάποια χρόνια φυλακή. Τώρα, όμως, αν τον συλλάμβαναν οι βρετανικές αρχές να σπάει τον αποκλεισμό της Γαλλίας, θα τον κατηγορούσαν για εσχάτη προδοσία και θα τον οδηγούσαν στην αγχόνη. Ο Τζακ βοηθούσε επίσης πότε πότε τον Λούκας να περνάει κρυφά εμιγκρέδες από το στενό της Μάγχης. Η Αμέλια ένιωθε ευγνώμων που τουλάχιστον η Τζούλιαν ήταν τακτοποιημένη και απασχολημένη με τον άντρα της και την κόρη της. Έπιασε τον Λούκας να την κοιτάζει επίμο17


να. «Ανησυχώ για σένα και τον Τζακ. Τουλάχιστον δεν έχω να ανησυχώ και για την Τζούλιαν πια». Εκείνος της χαμογέλασε. «Σ’ αυτό συμφωνώ. Έχει όση φροντίδα της χρειάζεται και βρίσκεται μακριά από κάθε κίνδυνο». «Μακάρι να τέλειωνε ο πόλεμος! Μακάρι να ακούγαμε και κανένα καλό νέο!» Η Αμέλια κούνησε το κεφάλι της, σκεπτόμενη πώς είχε πεθάνει η λαίδη Γκρένβιλ, αφήνοντας πίσω της μια νεογέννητη κόρη και δύο μικρά αγόρια. «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς πόλεμο». «Είμαστε τυχεροί που δε ζούμε στη Γαλλία». Ο Λούκας δε χαμογελούσε τώρα. «Σε παρακαλώ, δεν αντέχω ν’ ακούσω και άλλη φρικιαστική ιστορία. Οι φήμες που φτάνουν στ’ αυτιά μου είναι αρκετά άσχημες». «Δε θα σε φόρτωνα με μία ακόμα. Δε χρειάζεται να μάθεις με λεπτομέρειες όσα υποφέρουν οι αθώοι στη Γαλλία. Αν είμαστε τυχεροί, ο στρατός μας θα νικήσει τους Γάλλους την άνοιξη. Είμαστε έτοιμοι να εισβάλουμε στη Φλάνδρα, Αμέλια. Οι θέσεις μας από την Υπρ μέχρι τον ποταμό Μεζ είναι ισχυρές, και νομίζω ότι ο Κόμπεργκ, ο Αυστριακός, είναι καλός στρατηγός». Έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Αν κερδίσουμε τον πόλεμο, η Δημοκρατία θα πέσει. Και αυτό θα σημαίνει ελευθερία για όλους μας». «Προσεύχομαι να νικήσουμε», του απάντησε, οι σκέψεις της όμως έτρεχαν ακόμα στην κόμισσα του Σεντ Τζαστ και στα παιδιά που είχε αφήσει πίσω της. Ο Δούκας την έπιασε από τον αγκώνα. Όταν της μίλησε, η φωνή του ήταν χαμηλή, σαν να μην ήθελε να τον ακούσουν, αν και δεν ήταν στο σπίτι κανείς άλλος εκτός από τον Γκάρετ, τον υπηρέτη, για να τους κρυφακούσει. «Γύρισα σπίτι επειδή ανησυχώ. Ακουσες τι συνέβη στο αρχοντικό του Πένγουιθ;» Η Αμέλια τον κοίταξε έντονα. «Και βέβαια το άκουσα. Όλοι το άκουσαν. Τρεις Γάλλοι ναύτες -λιποτάκτες- εμφανίστηκαν στην πόρτα του και ζήτησαν φαγητό. Ο άρχοντας τους τάισε και στη συνέχεια εκείνοι απείλησαν με τα πιστόλια τους την οικογένεια και λήστεψαν το σπίτι». «Ευτυχώς τους συνέλαβαν την επόμενη μέρα και δεν πληγώθηκε κανένας». Η έκφραση του Λούκας ήταν βλοσυρή. Η Αμέλια ήξερε πολύ καλά τι σκεφτόταν. Εκείνη και η μητέρα τους ζούσαν απομονωμένες, έχοντας μαζί τους μόνο έναν 18


υπηρέτη. Ο Γκάρετ ήταν παλιά λοχίας στο βρετανικό πεζικό και ήξερε να χειρίζεται τα όπλα. Παρ’ όλα αυτά, το Γκρέιστοουν Μάνορ βρισκόταν σε ένα από τα πιο απομακρυσμένα νοτιοδυτικά σημεία της Κορνουάλης. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που η περιοχή αποτελούσε καταφύγιο για τους λαθρέμπορους επί αιώνες. Η απόσταση από τον όρμο Σένεν, που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το σπίτι, μέχρι τη Βρέστη στη Γαλλία ήταν πολύ μικρή. Αυτοί οι λιποτάκτες θα μπορούσαν να είχαν εμφανιστεί στη δική της πόρτα, σκέφτηκε η Αμέλια. Είχε αρχίσει να την πιάνει πονοκέφαλος. Η ανησυχία την είχε κουράσει και έτριψε τους κροτάφους της. Ευτυχώς, το ντουλάπι ήταν γεμάτο όπλα, και σαν γυναίκα της Κορνουάλης ήξερε πολύ καλά να οπλίζει και να πυροβολεί με μουσκέτο, καραμπίνα και πιστόλι. «Νομίζω πως εσύ και η μαμά θα ήταν καλύτερα να περάσετε την άνοιξη στο Λονδίνο», είπε ξερά ο Λούκας. «Το διαμέρισμα του Γουόρλοκ στην Κάβεντις Σκουέαρ έχει άφθονο χώρο και θα μπορείτε να επισκέπτεστε συχνά την Τζούλιαν». Της χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο δεν άγγιξε τα μάτια του. Η Αμέλια είχε περάσει ένα μήνα στο Λονδίνο με την αδερφή της μετά τη γέννηση της ανιψιός της. Οι δυο τους ήταν πολύ δεμένες και η παραμονή της εκεί ήταν ένα όμορφο, σχεδόν ειρηνικό διάλειμμα. Έτσι, είχε αρχίσει να σκέφτεται να φύγει προσωρινά από το σπίτι της. Μπορεί ο Λούκας να είχε δίκιο. «Δεν είναι άσχημη ιδέα, αλλά τι θα γίνει το σπίτι εδώ; Θα το κλείσουμε έτσι απλά; Και τι θα γίνει με τον Ρίτσαρντς; Το ξέρεις ότι πληρώνει σ’ εμένα τα νοίκια, τώρα που εσύ λείπεις συνέχεια». «Μπορώ να κανονίσω να μας εισπράττει κάποιος τα νοίκια. Δε θα είμαι καλός οικογενειάρχης αν δε μεταφέρω εσένα και τη μαμά σε πιο ασφαλή περιοχή». Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι ο αδερφός της είχε δίκιο. «Θα μας πάρει λίγο χρόνο για να κάνουμε τις απαραίτητες προετοιμασίες», του είπε. «Προσπάθησε να κλείσεις το σπίτι το συντομότερο δυνατό», την αντέκρουσε εκείνος. «Πρέπει να επιστρέφω στο Λονδίνο, και θα το κάνω αμέσως μετά την κηδεία. Όταν θα είστε έτοιμες να έρθετε, θα έρθω ο ίδιος να σας πάρω ή θα στείλω τον Τζακ ή τον οδηγό». 19


Η Αμέλια έγνεψε καταφατικά, αλλά εκείνη τη στιγμή το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η επικείμενη κηδεία. «Λούκας, ξέρεις πότε θα γίνει η κηδεία;» «Άκουσα ότι θα κάνουν μια νεκρώσιμη ακολουθία την Κυριακή στο παρεκκλήσι του Σεντ Τζαστ, αλλά θα ταφεί στο οικογενειακό μαυσωλείο στο Λονδίνο». Η Αμέλια κυριεύτηκε από ένταση. Ήταν ήδη Παρασκευή! Και να τος πάλι ο Γκρένβιλ, με τα σκούρα μαλλιά και τα σκούρα μάτια, να εισβάλλει στις σκέψεις της. Έγλειψε τα χείλη της. «Θα πρέπει να παραστώ. Το ίδιο κι εσύ». «Ναι. Μπορούμε να πάμε μαζί». Τον κοίταξε με την καρδιά της σφιγμένη. Της ήταν αδύνατο να χαλιναγωγήσει τις σκέψεις της. Την Κυριακή θα έβλεπε τον Σάιμον για πρώτη φορά ύστερα από δέκα χρόνια. *** Η Αμέλια καθόταν με τον Λούκας και τη μαμά στην άμαξά τους σφίγγοντας δυνατά τα γαντοφορεμένα χέρια της. Δεν μπορούσε να πιστέψει την ένταση που ένιωθε μέσα της. Δυσκολευόταν ακόμα και να αναπνεύσει. Ήταν Κυριακή μεσημέρι. Σε μισή ώρα θα άρχιζε η νεκρώσιμη ακολουθία για την Ελίζαμπεθ Γκρένβιλ. Το Σεντ Τζαστ Χολ φάνηκε μπροστά τους. Ήταν ένα τεράστιο αρχοντικό, εντελώς εκτός τόπου στην Κορνουάλη. Χτισμένο από ανοιχτόχρωμη πέτρα, το κεντρικό τμήμα του αποτελούνταν από τρία πατώματα με τέσσερις πελώριους αλαβάστρινους κίονες στην είσοδο. Μια χαμηλότερη διώροφη πτέρυγα με γερτή στέγη από σχιστόλιθο εκτεινόταν προς το μέρος της στεριάς. Στην πέρα άκρη βρισκόταν το παρεκκλήσι, με τη δική του αυλή, τους κίονες στην πρόσοψη και τους πυργίσκους. Ψηλά, μαύρα φυλλοβόλα δέντρα περιέβαλλαν το σπίτι. Οι κήποι ήταν εξίσου γυμνοί από το μακρύ χειμώνα, αλλά τον Μάιο θα άρχιζαν να ανθίζουν. Το καλοκαίρι, η έκταση θα θύμιζε πολύχρωμο καμβά, τα δέντρα θα είχαν πλούσιο καταπράσινο φύλλωμα και θα ήταν αδύνατο να περάσεις μέσα από το λαβύρινθο των θάμνων στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η Αμέλια τα γνώριζε όλα αυτά από πρώτο χέρι. Δεν έπρεπε να θυμάται τώρα τη φορά που είχε χαθεί μέσα σ’ εκείνον το λαβύρινθο. Δεν έπρεπε να θυμάται ότι ήταν ξέ20


πνοη και ζαλισμένη, μέχρι που είχε εμφανιστεί ο Σάιμον από τη γωνία και την είχε κλείσει στην αγκαλιά του. Έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της, κλονισμένη, καθώς η άμαξά τους ανέβαινε τη χαλικόστρωτη αλέα, ακολουθώντας περίπου είκοσι άλλες άμαξες. Ολόκληρη η κομητεία θα παρευρισκόταν στην κηδεία της λαίδης Γκρένβιλ. Οι αγρότες θα στέκονταν δίπλα δίπλα με τους άρχοντες. Και σε λίγα λεπτά εκείνη θα έβλεπε ξανά τον Γκρένβιλ. «Χορός γίνεται;» ρώτησε ενθουσιασμένη η μαμά. «Αχ, αγάπη μου, πάμε σε χορό;» Ο Λούκας της χτύπησε απαλά το χέρι. «Μαμά, εγώ είμαι, ο Λούκας, και όχι, πάμε στην κηδεία της λαίδης Γκρένβιλ». Η μαμά ήταν λεπτή, γκριζομάλλα, ακόμα πιο μικροκαμωμένη από την Αμέλια. Κοίταξε ανέκφραστα τον Λούκας. Η κατάστασή της δεν έθλιβε πλέον την Αμέλια. Τώρα πια, σπάνια είχε πνευματική διαύγεια. Όπως συνέβαινε συχνά, η μαμά νόμιζε πως ήταν μια νεαρή ντεμπιτάντ και πως ο Λούκας ήταν είτε ο πατέρας τους είτε κάποιος προηγούμενος θαυμαστής της. Η Αμέλια κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τις τελευταίες δύο μέρες είχε βάλει τα δυνατά της να συγκεντρωθεί στις δουλειές που είχε να ολοκληρώσει. Είχε μια τεράστια λίστα με πράγματα που έπρεπε να τακτοποιήσει αν ήθελε να κλείσει το σπίτι και να μετακομίσει με τη μαμά στην πόλη. Είχε γράψει ήδη στην Τζούλιαν, ενημερώνοντάς τη για τα τελευταία γεγονότα. Στη συνέχεια είχε αρχίσει να μαζεύει ασπρόρουχα, να αποθηκεύει κονσερβαρισμένα τρόφιμα, να κρύβει τα χειμωνιάτικα και να ετοιμάζει όσα θα χρειάζονταν για να περάσουν μια σεζόν στην πόλη. Η δουλειά ήταν μεγάλη ανακούφιση. Πότε πότε σκεφτόταν με ανησυχία τα παιδιά της λαίδης Γκρένβιλ, αλλά είχε καταφέρει να μη σκεφτεί ούτε μια φορά τον Σεντ Τζαστ -το μελαχρινό, γοητευτικό πρόσωπό του, όμως, παραμόνευε πάντα κάπου στο βάθος του μυαλού της. Τώρα πάντως δεν μπορούσε να αρνηθεί την αγωνία της. Έτρεμε από υπερένταση και δυσκολευόταν ακόμα και να ανασάνει. Αλλά ήταν παράλογο. Και τι έγινε αν έρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο ύστερα από τόσα χρόνια; Εκείνος δε Οα την αναγνώριζε, αλλά και να την αναγνώριζε, ούτε που θα θυμόταν το ανόητο φλερτ τους -ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Κι όμως, εικόνες από εκείνη την παλιά σχέση τους συνέχιζαν να προσπαθούν να τρυπώσουν στις σκέψεις της καθώς η 21


άμαξα προχωρούσε. Η παρόρμηση να παραδοθεί σε αυτές τις αναμνήσεις είχε αρχίσει από τη στιγμή που είχε ξυπνήσει τα χαράματα. Η Αμέλια ήξερε ότι έπρεπε να μαζέψει το μυαλό της. Αλλά είχε αρχίσει να θυμάται πόσο συντετριμμένη ένιωσε όταν έμαθε ότι εκείνος είχε φύγει από την Κορνουάλη, χωρίς ένα αντίο, χωρίς ούτε καν ένα σημείωμα. Να θυμάται τις βδομάδες του πόνου και της θλίψης, τις νύχτες που την έπαιρνε ο ύπνος κλαίγοντας. Έπρεπε να φερθεί με αξιοπρέπεια και περηφάνια τώρα. Έπρεπε να θυμάται ότι ήταν γείτονες και τίποτα περισσότερο. Τύλιξε τα μπράτσα γύρω της. «Είσαι καλά;» Η βαριά φωνή του Λούκας διέκοψε τις σκέψεις της. Η Αμέλια δεν έκανε καμιά προσπάθεια να του χαμογελάσει. «Χαίρομαι που ήρθαμε. Ελπίζω να μου δοθεί η ευκαιρία να δω για λίγο τα παιδιά πριν αρχίσει η τελετή. Αυτά είναι η μεγαλύτερή μου έννοια». «Τα παιδιά δεν πηγαίνουν σε χορούς», είπε κοφτά η μαμά. Η Αμέλια της χαμογέλασε. «Ασφαλώς και δεν πηγαίνουν». Στράφηκε πάλι στον Λούκας. «Φαίνεσαι πολύ σφιγμένη», της είπε εκείνος. «Ήμουν πολύ απορροφημένη στις ετοιμασίες για την αναχώρησή μας στην πόλη», του απάντησε ψέματα. «Νιώθω σαν να κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα». Χαμογέλασε στη μαμά. «Δε θα είναι όμορφα να ξαναπάμε στην πόλη;» Τα μάτια της μαμάς άνοιξαν διάπλατα. «Θα πάμε στην πόλη;» Έδειξε ενθουσιασμένη. Η Αμέλια πήρε το χέρι της και το έσφιξε. «Ναι, θα πάμε, μόλις ετοιμαστούμε». Το βλέμμα του Λούκας έκρυβε σκεπτικισμό. «Ξέρεις, αν σκέφτεσαι το παρελθόν, κανείς δε θα σε κατηγορούσε». Η Αμέλια ένιωσε να πνίγεται και άφησε το χέρι της μαμάς. «Ορίστε;» «Πάει πολύς καιρός, αλλά δεν έχω ξεχάσει πώς σε ξεγέλασε». Τα μάτια του στένεψαν. «Σου ράγισε την καρδιά, Αμέλια». «Ήμουν δεκάξι χρονών!» αντέδρασε εκείνη. Προφανώς ο Λούκας δεν είχε ξεχάσει το παραμικρό. «Πάνε δέκα χρόνια από τότε!» «Ναι, πράγματι. Και δεν ξαναγύρισε ούτε μια φορά όλα αυ22


τά τα χρόνια, οπότε υποθέτω πως τώρα μπορεί να νιώθεις κάποια νευρικότητα. Δε νιώθεις;» Η Αμέλια κοκκίνισε. Ο Λούκας την ήξερε πολύ καλά και, μολονότι δεν του κρατούσε μυστικά, δεν ήταν ανάγκη να ξέρει πόσο ανόητα αγωνιούσε τώρα. «Λούκας, έχω ξεχάσει το παρελθόν εδώ και πολύ καιρό». «Ωραία, χαίρομαι που το ακούω!» είπε εκείνος σοβαρά. Ύστερα πρόσθεσε: «Δεν ανέφερα ποτέ τίποτα, αλλά τον έβλεπα πότε πότε στην πόλη. Ήταν εγκάρδιος. Και μου φάνηκε πως δεν είχε νόημα να του κρατώ κακία ύστερα από τόσα χρόνια». «Έχεις δίκιο», ψιθύρισε η Αμέλια. «Δεν έχει νόημα να κρατήσεις οποιαδήποτε κακία. Οι ζωές μας πήραν διαφορετικούς δρόμους». Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ο Λούκας συναναστρεφόταν τον Γκρένβιλ, αλλά τώρα πια ήταν συχνά στο Λονδίνο, οπότε ήταν φυσικό να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους. Παραλίγο να τον ρωτήσει πώς ήταν ο Σάιμον, αν είχε αλλάξει, αλλά ήξερε πως δε θα ήταν φρόνιμο, έτσι χαμογέλασε αχνά. Εκείνος συνέχισε να την περιεργάζεται για λίγο με το επίμονο βλέμμα του. «Ξέρεις, νομίζω ότι κάτι τον έχει καθυστερήσει. Απ' ό,τι καταλαβαίνω, δεν έχει φτάσει ακόμα στο Σεντ Τζαστ Χολ». Η Αμέλια τον κοίταξε δύσπιστη. «Αυτό είναι αδύνατο. Όπου και να βρισκόταν όταν πέθανε η λαίδη Γκρένβιλ, έχουν περάσει τρεις μέρες. Θα έπρεπε να έχει έρθει πια!» Ο Λούκας τράβηξε το βλέμμα του από πάνω της καθώς η άμαξά τους σταματούσε τελικά, όχι μακριά από την αυλή της εκκλησίας. «Οι δρόμοι είναι δύσκολοι αυτή την εποχή του χρόνου, αλλά συμφωνώ, θα έπρεπε να είχε φτάσει μέχρι τώρα». H A μέλια τον κοίταξε ανέκφραστα. «Δε θα κάνουν την κηδεία χωρίς τον Σεντ Τζαστ, έτσι δεν είναι;» «Έχουν έρθει όλοι οι κάτοικοι της κομητείας». Η Αμέλια κοίταξε από το παράθυρό της. Η περιοχή ήταν γεμάτη από κάθε είδους άμαξες. Θα πρέπει να είχε κανονίσει ο Γκρένβιλ τα της κηδείας. Μόνο εκείνος μπορούσε να την αναβάλει. Αν δεν ήταν παρών, όμως, πώς θα μπορούσε να το κάνει; «Θεέ μου», ψέλλισε ταραγμένη, «είναι πιθανό να χάσει την κηδεία της γυναίκας του!» «Ας ελπίσουμε ότι θα φτάσει από στιγμή σε στιγμή». Ο Λούκας κατέβηκε και γύρισε να βοηθήσει τη μαμά. Ύστερα άπλωσε το χέρι του στην Αμέλια. Εκείνη, σοκαρισμένη ακόμα, 23


κατέβηκε προσεκτικά. Ίσως να μη συναντιόνταν τελικά. Ήταν ανακούφιση αυτό που ένιωσε; Αν δεν ήξερε καλά τον εαυτό της, θα σκεφτόταν ότι ήταν απογοήτευση. Ένα πλήθος ντυμένο με πένθιμα ρούχα προχωρούσε με τα πόδια προς την αυλή της εκκλησίας. Η Αμέλια σταμάτησε και έριξε μια ερευνητική ματιά γύρω. Ήταν μια γκρίζα, μουντή, θυελλώδης μέρα και ρίγησε, παρά το χοντρό παλτό της. Είχαν περάσει δέκα χρόνια από την τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί, αλλά τίποτα δεν είχε αλλάξει. Το αρχοντικό παρέμενε το ίδιο εντυπωσιακό και επιβλητικό όπως πάντα. Καθώς έβγαιναν από την αλέα για να ακολουθήσουν το υπόλοιπο πλήθος, τα χαμηλά τακούνια της βούλιαξαν στο έδαφος. Το γρασίδι ήταν μουσκεμένο και λασπωμένο. Ο Λούκας την οδήγησε στο πέτρινο μονοπάτι που έβγαζε στην αυλή της εκκλησίας. Να βρίσκεται ήδη μέσα η οικογένεια; αναρωτήθηκε η Αμέλια. Γύρισε προς την επιβλητική είσοδο του αρχοντικού και παραπάτησε. Ένας λεπτός άντρας και μια στρουμπουλή, γκριζομάλλα γυναίκα κατέβαιναν τα μπροστινά σκαλοπάτια μαζί με δύο μικρά αγόρια. Αυτοί είναι οι γιοι του Γκρένβιλ, σκέφτηκε αμέσως, περίεργα ταραγμένη. Δεν κουνήθηκε. Ήταν και οι δύο μελαχρινοί, ντυμένοι με σκούρα σακάκια, σκούρα παντελόνια και ανοιχτόχρωμες κάλτσες. Το ένα αγόρι ήταν γύρω στα οκτώ, το άλλο τέσσερα ή πέντε. Το μικρότερο κρατούσε σφιχτά το χέρι του αδερφού του. Τώρα διέκρινε ότι η γκουβερνάντα κρατούσε το βρέφος, τυλιγμένο σε μια χοντρή λευκή κουβέρτα. Δεν είχε συναντήσει τα αγόρια τη μέρα που είχε πιει τσάι με τη μητέρα τους. Καθώς πλησίαζαν, συνειδητοποίησε ότι και τα δύο έμοιαζαν στον πατέρα τους -όταν μεγάλωναν, θα γίνονταν πολύ γοητευτικοί άντρες. Η καρδιά της σκίρτησε. Το μικρότερο αγόρι έκλαιγε, ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός του προσπαθούσε σκληρά να φανεί στωικός. Και τα δυο παιδιά ήταν προφανώς συγκλονισμένα από τη θλίψη. Η Αμέλια ένιωσε την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. «Πάρε τη μαμά μέσα. Επιστρέφω αμέσως», είπε και, χωρίς να περιμένει την απάντηση του Λούκας, προχώρησε αποφασιστικά προς το μέρος τους. 24


Πλησίασε βιαστικά τους δύο ενήλικες και τα παιδιά, χαρίζοντας στον κύριο ένα ευγενικό χαμόγελο. «Είμαι η δεσποινίς Αμέλια Γκρέιστοουν, γειτόνισσα της λαίδης Γκρένβιλ. Τι τραγική μέρα». Ο κύριος είχε δάκρυα στα μάτια του. Αν και ήταν καλοντυμένος, ήταν φανερό πως ήταν ξένος και πως ανήκε στο υπηρετικό προσωπικό. «Είμαι ο σινιόρ Αντόνιο Μπαρέλι, δεσποινίς Γκρέιστοουν, ο δάσκαλος των παιδιών. Και από δω η κυρία Μέρντοκ, η γκουβερνάντα. Να σας συστήσω τον λόρδο Γουίλιαμ και τον νεαρό κύριο Τζον». Η Αμέλια αντάλλαξε γρήγορες χειραψίες με το δάσκαλο και την κυρία Μέρντοκ, που ήταν επίσης έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Αλλά δεν τους αδικούσε, το περίμενε ότι όλοι θα αγαπούσαν τη λαίδη Γκρένβιλ. Ύστερα χαμογέλασε στον Γουίλιαμ, το μεγαλύτερο αγόρι, συνειδητοποιώντας ότι ο Γκρένβιλ είχε δώσει στον κληρονόμο του το όνομα του πεθαμένου μεγάλου αδερφού του. «Λυπάμαι πάρα πολύ για το χαμό της μητέρας σας, Γουίλιαμ. Τη γνώρισα πρόσφατα και τη συμπάθησα πολύ. Ήταν εξαιρετική κυρία». Ο Γουίλιαμ έγνεψε σοβαρά, με στόμα σφιγμένο. «Σας είδαμε όταν ήρθατε, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Μερικές φορές παρακολουθούμε τους επισκέπτες που έρχονται από το πάνω παράθυρο». «Θα πρέπει να είναι διασκεδαστικό», είπε η Αμέλια χαμογελώντας. «Ναι, είναι. Αυτός είναι ο μικρός μου αδερφός, ο Τζον», είπε ο Γουίλιαμ, αλλά δεν της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Εκείνη χαμογέλασε στον Τζον και κοντοκάθισε. «Πόσων χρονών είσαι, Τζον;» Το παιδί την κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν μουσκεμένο στα δάκρυα, αλλά τα μάτια του ορθάνοιχτα από περιέργεια. «Τεσσάρων», είπε τελικά. «Τεσσάρων!» αναφώνησε η Αμέλια. «Εγώ σε πέρασα τουλάχιστον για οκτώ». «Εγώ είμαι οκτώ», είπε ο Γουίλιαμ σοβαρά και μισόκλεισε σκεφτικός τα μάτια του. «Πόσων χρονών με κάνατε;» «Δέκα ή έντεκα». Η Αμέλια χαμογέλασε. «Βλέπω ότι φροντίζεις πολύ καλά τον αδερφό σου, όπως θα έπρεπε. Η μητέρα σου θα ήταν πολύ περήφανη για σένα». Εκείνος κούνησε σοβαρά το κεφάλι του και κοίταξε την κυ25


ρία Μέρντοκ. «Έχουμε και μια αδερφή τώρα. Δεν έχει ακόμα όνομα». Η Αμέλια του χαμογέλασε. «Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο». Ακούμπησε το χέρι της στην κορυφή του κεφαλιού του. Τα μαλλιά του ήταν απαλά και μεταξένια σαν του πατέρα του. Τράβηξε το χέρι της. «Βρίσκομαι εδώ για να βοηθήσω με όποιον τρόπο μπορώ. Το σπίτι μου απέχει λιγότερο από μια ώρα με την άμαξα». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας», είπε ο Γουίλιαμ σε τόνο ενήλικα. Η Αμέλια του χαμογέλασε πάλι, χτύπησε τρυφερά τον Τζον στον ώμο και στράφηκε στην γκουβερνάντα. Η μεγαλύτερη γυναίκα, που ήταν παχύσαρκη και γκριζομάλλα, είχε αρχίσει να κλαίει. Δάκρυα κυλούσαν στα στρουμπουλά μάγουλά της. Η Αμέλια ευχήθηκε να κατάφερνε η γκουβερνάντα να διατηρήσει την ψυχραιμία της -τα παιδιά την είχαν ανάγκη τώρα. «Και πώς τα πάει το μωρό;» Η κυρία Μέρντοκ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είναι ανήσυχο από τότε που... από τότε που... Δεν έχω καταφέρει να την ταΐσω κανονικά, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Τα έχω χαμένα!» είπε κλαίγοντας, φανερά πανικόβλητη. Η Αμέλια πλησίασε πιο κοντά για να δει το μωρό που κοιμόταν. Η κυρία Μέρντοκ παραμέρισε μια γωνιά της κουβέρτας και η Αμέλια είδε ένα κατάξανθο κοριτσάκι, που έμοιαζε εκπληκτικά στη μητέρα του. «Είναι πανέμορφη». «Δεν είναι ολόιδια η λαίδη Γκρένβιλ; Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή της. Αχ, Θεέ μου! Προσλήφθηκα πρόσφατα, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Είμαι εντελώς καινούρια εδώ! Τα έχουμε όλοι χαμένα, και δεν έχουμε οικονόμο». Η Αμέλια την κοίταξε έκπληκτη. «Τι πράγμα;» «Η κυρία Ντιλέινι ήταν πάρα πολλά χρόνια με τη λαίδη Γκρένβιλ, αλλά αρρώστησε και πέθανε λίγο μετά την πρόσληψή μου γύρω στα Χριστούγεννα. Από τότε είχε αναλάβει η λαίδη Γκρένβιλ τη διαχείριση του νοικοκυριού, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Είχε σκοπό να προσλάβει καινούρια οικονόμο, αλλά δεν είχε βρει καμιά που να την ικανοποιεί. Και τώρα δε διευθύνει κανείς το σπίτι». Η Αμέλια συνειδητοποίησε πως θα πρέπει να βασίλευε πραγματικό χάος στο σπίτι. «Είμαι σίγουρη ότι ο λόρδος θα προσλάβει αμέσως καινούρια οικονόμο», είπε. 26


«Μα δεν είναι καν εδώ!» αναφώνησε η κυρία Μέρντοκ, και καινούρια δάκρυά άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. «Δεν είναι ποτέ στο σπίτι», είπε ο σινιόρ Μπαρέλι, με ένα τρέμουλο και κάποια αποδοκιμασία στη φωνή του. «Τον είδαμε για τελευταία φορά τον Νοέμβριο -για λίγο. Θα έρθει; Γιατί δε βρίσκεται εδώ τώρα; Πού θα μπορούσε να είναι;» Η Αμέλια ένιωσε να την κυριεύει τρόμος. Επανέλαβε αυτό που της είχε πει νωρίτερα ο Λούκας. «Θα έρθει από στιγμή σε στιγμή. Οι δρόμοι είναι δύσκολοι αυτή την εποχή. Από το Λονδίνο έρχεται;» «Δεν ξέρουμε πού είναι. Συνήθως ισχυρίζεται ότι βρίσκεται στο βορρά, σε κάποιο από τα μεγάλα κτήματα που έχει εκεί». Τι εννοούσε ο δάσκαλος με εκείνο το «ισχυρίζεται»; αναρωτήθηκε η Αμέλια. «Ο πατέρας ήρθε στο σπίτι για τα γενέθλιά μου», είπε σοβαρά ο Γουίλιαμ με περηφάνια. «Παρ’ όλο που είναι απασχολημένος στο κτήμα». Η Αμέλια ήταν σίγουρη ότι ο μικρός παπαγάλιζε τα λόγια του πατέρα του. Δεν μπορούσε να χωνέψει μια τόσο περίεργη κατάσταση. Δεν υπήρχε οικονόμος. Ο Σεντ Τζαστ δεν ήταν ποτέ στο σπίτι, κανείς δεν ήξερε πού ακριβώς βρισκόταν τώρα. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ο Τζον άρχισε πάλι να κλαίει. Ο Γουίλιαμ του έπιασε το χέρι. «Θα έρθει», του είπε αποφασιστικά και επίμονα, αλλά πετάρισε γρήγορα τις βλεφαρίδες του για να διώξει τα δάκρυά του. Η Αμέλια τον κοίταξε και συνειδητοποίησε ότι θα γινόταν ακριβώς όπως ο πατέρας του -σίγουρα είχε τον έλεγχο εκείνη τη στιγμή. Πριν προλάβει να τον καθησυχάσει, διαβεβαιώνοντάς τον ότι ο Σεντ Τζαστ θα έφτανε από στιγμή σε στιγμή και θα έβαζε αμέσως σε τάξη το σπιτικό τους, άκουσε μια άμαξα να πλησιάζει. Και δεν είχε καμιά αμφιβολία σε ποιον ανήκε, πριν καν ακούσει το επιφώνημα του Γουίλιαμ. Γύρισε αργά το κεφάλι της. Η τεράστια μαύρη άμαξα ανηφόριζε με ταχύτητα την αλέα. Την έσερναν έξι υπέροχα μαύρα άλογα. Ο αμαξάς φορούσε τη σκούρα μπλε και χρυσαφιά στολή των Σεντ Τζαστ, το ίδιο και οι δύο ιπποκόμοι που στέκονταν στον πίσω προφυλακτήρα. Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι κρατούσε την ανάσα της. Τελικά, ο Σεντ Τζαστ είχε επιστρέφει. Τα έξι άλογα πήραν τη στροφή της αλέας σχεδόν σε πλήρη 27


καλπασμό. Ο αμαξάς τα συγκρότησε με μια κραυγή μόλις προσπέρασαν το παρεκκλήσι. Καθώς η άμαξα σταματούσε, όχι μακριά από το σημείο όπου στέκονταν εκείνοι, χαλίκια τινάχτηκαν ολόγυρα. Η καρδιά της Αμέλια βροντοχτυπούσε. Ένιωθε τα μάγουλά της να έχουν πάρει φωτιά. Ο Σάιμον Γκρένβιλ είχε γυρίσει σπίτι του. Οι δύο ιπποκόμοι πήδησαν στο έδαφος και έτρεξαν να ανοίξουν την πόρτα του. Ο κόμης του Σεντ Τζαστ κατέβηκε από την άμαξα. Και το μυαλό της άδειασε από κάθε σκέψη. Ήταν ντυμένος άψογα με κεντημένο σκούρο καφέ σακάκι, μαύρο παντελόνι, λευκές κάλτσες και μαύρα παπούτσια. Κοίταξε προς το μέρος τους. Ήταν ψηλός -γύρω στο ένα κι ογδόντα πέντε-, με φαρδιές πλάτες και λεπτούς γοφούς. Η Αμέλια κοίταξε τα ψηλά ζυγωματικά του, το δυνατό σαγόνι και το σμιλεμένο στόμα του. Η καρδιά της βροντοχτύπησε. Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Ήταν τόσο γοητευτικός όσο τον θυμόταν. Δεν μπορούσε να ξέρει αν είχαν γκριζάρει τα μαλλιά του -φορούσε σκούρα περούκα, κάπως πιο κοκκινωπή από το φυσικό χρώμα των μαλλιών του, κάτω από ένα δίκοχο καπέλο. Η Αμέλια ένιωσε να παραλύει. Έμεινε να τον κοιτάζει, ανίκανη να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του, ενώ ο Γκρένβιλ είχε μάτια μόνο για τους γιους του. Για την ακρίβεια, ήταν σαν να μην την είχε δει. Εκείνη όμως το περίμενε ότι δε θα την αναγνώριζε. Έτσι, μπορούσε να τον περιεργάζεται απροκάλυπτα. Στα τριάντα του ήταν ακόμα πιο γοητευτικός, σκέφτηκε με κάποια απόγνωση. Η εμφάνισή του ήταν ακόμα πιο επιβλητική. Και οι αναμνήσεις απείλησαν να ξεχυθούν ελεύθερες. Πάλεψε να τις καταπνίξει. Τα βήματα του Γκρένβιλ ήταν μεγάλα και βαριά. Με βλέμμα σταθερό, πλησίασε τα αγόρια και τα έκλεισε στην αγκαλιά του. Ο Τζον έκλαψε. Ο Γουίλιαμ γραπώθηκε από πάνω του. Η Αμέλια άρχισε να τρέμει, ξέροντας ότι ήταν παρείσακτη. Εκείνος δεν την είχε κοιτάξει -δεν είχε αποδεχτεί την παρουσία της-, δεν την είχε αναγνωρίσει. Θα έπρεπε να νιώθει ανακουφισμένη -αυτό ακριβώς το σενάριο είχε φανταστεί-, αλλά ένιωθε αποθαρρυμένη. 28


Ο Γκρένβιλ δεν κουνήθηκε για αρκετή ώρα, καθώς κρατούσε τους γιους του στην αγκαλιά του. Είχε το κεφάλι σκυμμένο από πάνω τους, έτσι εκείνη δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του. Ήθελε να φύγει, γιατί αυτή ήταν μια έντονη οικογενειακή στιγμή επανασύνδεσης, αλλά φοβόταν μήπως τραβούσε την προσοχή του. Τον άκουσε να ανασαίνει με δυσκολία. Ο Γκρένβιλ σηκώθηκε, άφησε τους γιους του από την αγκαλιά του και τους έπιασε από το χέρι, δίνοντάς της την περίεργη εντύπωση ότι φοβόταν να τους αφήσει από κοντά του. Τελικά ο κόμης χαιρέτησε με ένα νεύμα την γκουβερνάντα και τον δάσκαλο. «Λόρδε μου», μουρμούρισαν εκείνοι, σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι. Η Αμέλια ήθελε να εξαφανιστεί. Θα στρεφόταν από στιγμή σε στιγμή προς το μέρος της -εκτός αν σκόπευε να την αγνοήσει. Η καρδιά της συνέχιζε να βροντοχτυπά και ευχήθηκε να μην μπορούσε να την ακούσει εκείνος, να μην την πρόσεχε καν. Αλλά ο Γκρένβιλ γύρισε και την κοίταξε στα ίσια. Η Αμέλια πάγωσε όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Τα σκούρα μάτια του σαν να έγιναν μεγαλύτερα. Ο χρόνος σαν να σταμάτησε. Όλοι οι θόρυβοι έσβησαν. Έμειναν μόνο οι εκκωφαντικοί χτύποι της καρδιάς της, η έκπληξή του και το έντονο βλέμμα που αντάλλασσαν. Εκείνη τη στιγμή, η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι την είχε αναγνωρίσει τελικά. Εκείνος δε μίλησε. Αλλά δε χρειαζόταν να το κάνει. Με κάποιο τρόπο, η Αμέλια ένιωσε να τον διαπερνούν αβάσταχτος πόνος και αγωνία. Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι τη χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε. Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. Ο Γκρένβιλ έστρεψε απότομα το βλέμμα στους γιους του. «Κάνει πολύ κρύο για να στεκόμαστε έξω». Τους αγκάλιασε από τους ώμους και προχώρησαν. Μπήκαν στην αυλή και εξαφανίστηκαν. Η Αμέλια πήρε μια βαθιά ανάσα, ζαλισμένη. Την είχε αναγνωρίσει. Και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ρίξει ούτε μια ματιά στη νεογέννητη κόρη του. 29


Κεφάλαιο 2

Ο Σάιμον κοιτούσε με βλέμμα κενό κατευθείαν μπροστά του. Καθόταν στην πρώτη σειρά της εκκλησίας μαζί με τους γιους του, αλλά βρισκόταν σε μια κατάσταση κατάπληξης. Είχε επιστρέψει πράγματι στην Κορνουάλη; Παρακολουθούσε στ’ αλήθεια την κηδεία της γυναίκας του; Συνειδητοποίησε ότι είχε σφίξει τις γροθιές του. Κοιτούσε τον εφημέριο που συνέχιζε να εγκωμιάζει τις αρετές της Ελίζαμπεθ, αλλά στην ουσία ούτε τον έβλεπε ούτε τον άκουγε. Τρεις μέρες πριν βρισκόταν στο Παρίσι παριστάνοντας τον Ανρί Ζουρντάν, έναν Ιακωβίνο. Τρεις μέρες πριν στεκόταν ανάμεσα στο διψασμένο για αίμα πλήθος στην Πλας ντε λα Ρεβολουσιόν και παρακολουθούσε δεκάδες εκτελέσεις. Η τελευταία ήταν του φίλου του τού Νταντόν, που είχε γίνει η φωνή της μετριοπάθειας ανάμεσα στους αλλόφρονες. Η παρακολούθηση του αποκεφαλισμού του Νταντόν ήταν μια απόδειξη της αφοσίωσής του. Ήταν μαζί του και ο Λαφλέρ. Έτσι, είχε χειροκροτήσει κάθε εκτέλεση, καταφέρνοντας με κάποιο τρόπο να μην κάνει εμετό. Δεν ήταν στο Παρίσι τώρα. Δεν ήταν στη Γαλλία. Ήταν στην Κορνουάλη, ένα μέρος στο οποίο δε σκόπευε να γυρίσει ποτέ, και ένιωθε ζαλισμένος και αποπροσανατολισμένος. Την τελευταία φορά που βρισκόταν στην Κορνουάλη είχε πεθάνει ο αδερφός του. Την τελευταία φορά που είχε μπει σ' αυτό το παρεκκλήσι ήταν για την κηδεία του Γουίλ! Και ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ένιωθε τόσο άρρωστος. Ωστόσο η δυσοσμία του αίματος βρισκόταν παντού, σαν να τον είχε ακολουθήσει από το Παρίσι. Βρισκόταν ακόμα και μέσα στο παρεκκλήσι. Αλλά, έτσι και αλλιώς, εκείνος αισθανόταν τη μυρωδιά του αίματος παντού -στα δωμάτιά του, στα ρούχα του, στους υπηρέτες του. Την αισθανόταν ακό30


μα κι όταν κοιμόταν. Από την άλλη, κι ο θάνατος βρισκόταν παντού. Στο κάτω κάτω, αυτή τη στιγμή παρακολουθούσε την κηδεία της γυναίκας του! Και παραλίγο να γελάσει πικρά. Ο θάνατος τον ακολουθούσε εδώ και πάρα πολύ καιρό, οπότε δεν έπρεπε να νιώθει ούτε ζαλισμένος ούτε έκπληκτος ούτε μπερδεμένος. Ο αδερφός του είχε πεθάνει σε τούτον το βαλτότοπο. Η Ελίζαμπεθ είχε πεθάνει σε τούτο το σπίτι. Ο ίδιος είχε περάσει τον τελευταίο χρόνο στο Παρίσι, όπου βασίλευε η Τρομοκρατία. Τι ειρωνικά ήταν όλα. Τι ταιριαστά. Ο Σάιμον γύρισε και κοίταξε το πλήθος, που ρουφούσε κάθε λέξη του εφημέριου -λες και ο θάνατος της Ελίζαμπεθ είχε πραγματικά σημασία γι’ αυτούς, λες και δεν ήταν κι εκείνη ένα ακόμα αθώο θύμα ανάμεσα στα χιλιάδες. Ήταν όλοι άγνωστοι, συνειδητοποίησε βλοσυρά, δεν ήταν φίλοι και γείτονες. Δεν είχε τίποτα κοινό με κανέναν απ’ αυτούς, εκτός από την ιθαγένεια. Τώρα ήταν παρείσακτος, ένας ξένος ανάμεσά τους... Στράφηκε πάλι προς τον άμβωνα. Θα έπρεπε να κάνει μια προσπάθεια να ακούσει, να συγκεντρωθεί. Η Ελίζαμπεθ ήταν νεκρή, και ήταν η γυναίκα του. Η αίσθηση κατάπληξης έγινε πιο έντονη. Με τα μάτια της φαντασίας του μπορούσε να δει μέσα στο φέρετρο. Αλλά εκεί μέσα δε βρισκόταν η Ελίζαμπεθ, βρισκόταν ο αδερφός του. Η έντασή του μεγάλωσε. Είχε φύγει από την κομητεία λίγες μέρες μετά τον τραγικό θάνατο του Γουίλ. Κι αν η Ελίζαμπεθ δεν είχε πεθάνει στο Σεντ Τζαστ Χολ, δε θα είχε ξαναγυρίσει. Θεέ μου, πόσο μισούσε την Κορνουάλη! Ευχήθηκε -όχι για πρώτη φορά- να μην είχε πεθάνει ο Γουίλ. Μόνο που τώρα πια δεν τα έβαζε με τη μοίρα. Είχε πάρει το μάθημά του. Είχε μάθει από πρώτο χέρι ότι οι καλοί και οι αθώοι πέθαιναν πάντα πρώτοι, γι’ αυτό και η μοίρα είχε πάρει τη γυναίκα του. Έκλεισε τα μάτια του και παραδόθηκε. Η φαντασία του κάλπασε ελεύθερη. Δάκρυα έτσουξαν φευγαλέα τα κλειστά βλέφαρά του. Γιατί να μην είχε πεθάνει εκείνος; Ο Γουίλ θα έπρεπε να είχε γίνει κόμης. Η Ελίζαμπεθ θα έπρεπε να είχε γίνει δική του γυναίκα. 31


Ο Σάιμον άνοιξε προσεκτικά τα μάτια του, συγκλονισμένος από αυτές τις σκέψεις. Δεν ήξερε αν πενθούσε ακόμα το μεγαλύτερο αδερφό του, που είχε βρει τραγικό θάνατο πριν χρόνια σε ένα ατύχημα με άλογο, ή αν πενθούσε γι’ αυτούς που εκτελούνταν από την Τρομοκρατία ή αν πενθούσε-ακόμα και για τη γυναίκα του, την οποία δεν είχε γνωρίσει πραγματικά. Ήξερε όμως πως έπρεπε να βάλει φρένο στο μυαλό του. Ήταν η Ελίζαμπεθ, η γυναίκα του, που βρισκόταν μέσα σ’ εκείνο το φέρετρο. Η νεκρώσιμη ακολουθία γινόταν για την Ελίζαμπεθ. Την Ελίζαμπεθ έπρεπε να σκέφτεται -για χάρη των γιων του-, μέχρι να επιστρέφει στο Λονδίνο για να ξεκινήσει τα βρόμικα παιχνίδια πολέμου. Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη νεκρή γυναίκα του. Τα φαντάσματα που τον στοίχειωναν επί βδομάδες, μήνες και χρόνια άρχισαν να παίρνουν μορφή μπροστά του, να αποκτούν τα πρόσωπα κάθε άντρα, γυναίκας και παιδιού που είχε δει αλυσοδεμένους ή στην γκιλοτίνα. Αυτά τα πρόσωπα τον κατηγορούσαν για υποκρισία και δειλία, για αδίστακτο συναίσθημα επιβίωσης, για την αποτυχία του ως ανθρώπου, συζύγου, αδελφού. Έκλεισε τα μάτια του, λες και μ’ αυτή την κίνηση θα έδιωχνε μακριά τα φαντάσματα, αλλά εκείνα δεν έφυγαν. Αναρωτήθηκε αν είχε αρχίσει τελικά να χάνει τα λογικά του. Κάρφωσε το βλέμμα του απέναντι και κοίταξε έξω από τα χρωματιστά τζάμια των παραθύρων. Τα βαλτοτόπια απλώνονταν ατέλειωτα. Δεν είχε αντικρίσει χειρότερο θέαμα. Ήξερε ότι έπρεπε να σταματήσει αυτές τις σκέψεις. Έπρεπε να σκεφτεί τους γιους του τώρα, να τους φροντίσει. Ο εφημέριος συνέχιζε να μιλάει, αλλά ο Σάιμον δεν άκουγε λέξη απ’ όσα έλεγε. Η εικόνα τον χτύπησε αναπάντεχα και πάγωσε. Ήταν με τους δυο ιπποκόμους όταν είχαν βρει τον αδερφό του να κείτεται στο σκληρό, βραχώδες έδαφος. Ήταν πεσμένος ανάσκελα, με τα μάτια ανοιχτά και το φεγγαρόφωτο να λούζει τα όμορφα χαρακτηριστικά του. Το μόνο που μπορούσε να δει τώρα ο Σάιμον ήταν ο νεκρός αδερφός του. Ήταν λες και μόλις είχε βρει τον Γουίλ στα βαλτοτόπια. Ήταν λες και το παρελθόν είχε γίνει ξαφνικά παρόν. Ο Σάιμον συνειδητοποίησε πως ένα δάκρυ κυλούσε στο πρόσωπό του. Ένιωθε τόσο μεγάλο πόνο, τόσο μεγάλη θλίψη. 32


Θα πενθούσε ξανά απ’ την αρχή για τον αδερφό του; Δεν είχε θελήσει ποτέ να κάνει αυτό το ταξίδι της επιστροφής στο χρόνο! Ή μήπως πενθούσε τελικά την Ελίζαμπεθ; Ή ακόμα και τον Νταντόν; Δεν είχε επιτρέψει ποτέ στον εαυτό του να θρηνήσει κανέναν. Δεν το κατάλαβε, και δεν τον ένοιαζε, αλλά τώρα έκλαιγε. Ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν ελεύθερα στο πρόσωπό του. Συνειδητοποίησε ότι μέσα από τα δάκρυά του κοιτούσε το ανοιχτό φέρετρο. Έβλεπε την Ελίζαμπεθ, πανέμορφη ακόμα και στο θάνατο, αλλά έβλεπε επίσης τον Γουίλ. Ο αδερφός του ήταν το ίδιο ξανθός, τέλειος και όμορφος στο θάνατο. Η Ελίζαμπεθ ήταν ένας άγγελος, ο Γουίλ ήταν ένας ήρωας. Τώρα πια τον πλημμύριζαν αμέτρητες αναμνήσεις, όλες ζωντανές και οδυνηρές. Σε μερικές ήταν με τον αδερφό του, τον οποίον εκτιμούσε, θαύμαζε και αγαπούσε. Σε άλλες ήταν με τη γυναίκα του, την οποία είχε ανεχτεί αλλά δεν την είχε αγαπήσει. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχε ξανάρθει σε τούτο τον αναθεματισμένο τόπο, σκέφτηκε με ξαφνική οδύνη. Ο Γουίλ θα έπρεπε να ήταν ζωντανός σήμερα. Ήταν ευγενής, γοητευτικός και αξιοσέβαστος. Θα γινόταν ο τέλειος κόμης. Θα θαύμαζε και θα αγαπούσε την Ελίζαμπεθ. Ο Γουίλ δε θα είχε πουληθεί στους ριζοσπάστες. Ο Σάιμον θυμήθηκε ξαφνικά πόσο προφητικός είχε υπάρξει ο πατέρας του. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που τον είχε κατηγορήσει για παντελή έλλειψη ηθικής. Ο Γουίλ ήταν ο τέλειος γιος, ο Σάιμον όχι. Ο Σάιμον ήταν ο αδιάντροπος. Ήταν αστόχαστος, αγενής και ανεύθυνος, χωρίς καμιά αίσθηση τιμής και καθήκοντος. Και ήταν επίσης ο επονείδιστος. Επειδή ακόμα και εκείνη τη στιγμή είχε δυο γράμματα στην τσέπη του, απόδειξη της απόλυτης προδοσίας του. Το ένα ήταν από το μυστικό αρχηγό των κατασκόπων του Πιτ, τον Γουόρλοκ, το άλλο από τον Γάλλο αφέντη του, τον Λαφλέρ. Ακόμα και ο Γουίλ θα ντρεπόταν γι’ αυτόν. «Μπαμπά;» Ο Σάιμον χρειάστηκε ένα λεπτό για να συνειδητοποιήσει ότι του είχε μιλήσει ο γιος του. Κατάφερε να του χαμογελάσει θλιμμένα. Ένιωθε τα μάγουλά του υγρά. Δεν ήθελε να τον δουν 33


τα παιδιά κλαμένο. Ήξερε πως ο Τζον και ο Γουίλιαμ περίμεναν από αυτόν να τους καθησυχάσει. «Όλα θα πάνε καλά». «Με πονάς», ψιθύρισε ο Τζον. Ο Σάιμον συνειδητοποίησε ότι του κρατούσε πολύ σφιχτά το χέρι. Χαλάρωσε τη θανάσιμη λαβή του. Άκουσε τον αιδεσιμότατο Κόλινς να λέει: «Μία από τις πιο ευγενικές, τις πιο συμπονετικές κυρίες. Πάντα πρόσφερε στους άλλους, χωρίς να ζητάει τίποτε για τον εαυτό της». Ο Σάιμον αναρωτήθηκε αν ήταν αλήθεια, αν η σύζυγός του ήταν μια καλή και γενναιόδωρη γυναίκα. Αν η Ελίζαμπεθ είχε όλες αυτές τις αρετές, εκείνος δεν τις είχε προσέξει ποτέ. Και τώρα ήταν πολύ αργά. Η ναυτία του εντάθηκε, ίσως επειδή τώρα είχαν προστεθεί και οι τύψεις στα μπερδεμένα συναισθήματά του. Μπομ. Κάποιος είχε ρίξει κάτω τη Βίβλο του. Ο Σάιμον πάγωσε. Δεν έβλεπε τώρα τον εφημέριο. Αντί γι’ αυτόν, έβλεπε τον Νταντόν να στέκεται στα αιματοβαμμένα σκαλιά της γκιλοτίνας, απευθύνοντας τα τελευταία λόγια του στο πλήθος που κραύγαζε: «Στην γκιλοτίνα! Στην γκιλοτίνα!» Ο Σάιμον είδε την τεράστια λεπίδα να κατεβαίνει. Κι όμως, ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατο. Δεν υπήρχε καμιά λεπίδα στο παρεκκλήσι. Γέλασε δυνατά. Δεν ήταν ένα γέλιο ευθυμίας, κι ακόμα και ο ίδιος άκουσε σε αυτό την υστερία και το φόβο. Αλλά ο Γουίλιαμ του έσφιξε το χέρι, επαναφέροντάς τον στην πραγματικότητα. Χαμήλωσε το βλέμμα του. Ο Γουίλιαμ τον κοιτούσε τρομαγμένος και ανήσυχος. Ο Τζον έδειχνε έτοιμος να βάλει πάλι τα κλάματα. «Και θα λείψει αφάνταστα στον αγαπημένο της σύζυγο, στους αφοσιωμένους γιους της, στους βαρυπενθούντες συγγενείς και φίλους...» έλεγε ο αιδεσιμότατος Κόλινς. Ο Σάιμον πίεσε τον εαυτό του να μείνει ακίνητος, προσπαθώντας να ελέγξει τη ναυτία, τη θλίψη. Στα παιδιά θα έλειπε η μητέρα τους, έστω κι αν δε θα έλειπε στον ίδιο. Οι γιοι του τη χρειάζονταν, η κομητεία τη χρειαζόταν. Τα φαντάσματα των αθώων άρχισαν να στριφογυρίζουν στο μυαλό του, να γίνονται ένα με το πλήθος γύρω του, και τώρα, ανάμεσά τους, είδε τη γυναίκα του και τον αδερφό του. Δεν μπορούσε να το αντέξει. 34


Σηκώθηκε. «Θα γυρίσω αμέσως», είπε. Καθώς διέσχιζε το διάδρομο, προσευχόμενος να μην κάνει εμετό πριν βγει έξω, το μωρό της άρχισε να κλαίει γοερά. Ο Σάιμον δεν μπορούσε να το πιστέψει. Καθώς προχωρούσε βιαστικά προς την πόρτα, τους είδε στην τελευταία σειρά. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο μωρό στην αγκαλιά της γκουβερνάντας. Ύστερα είδε την Αμέλια Γκρέιστοουν και οι ματιές τους έσμιξαν. Μετά από λίγο βρισκόταν έξω, πίσω από την εκκλησία, γονατιστός, και έκανε εμετό. *** Η νεκρώσιμη ακολουθία είχε επιτέλους τελειώσει. Και πάνω στην ώρα, σκέφτηκε η Αμέλια, γιατί το νεογέννητο είχε αρχίσει να κλαίει δυνατά και η κυρία Μέρντοκ φαινόταν ανίκανη να το κάνει να ησυχάσει. Κάμποσοι από τους παρισταμένους είχαν γυρίσει τα κεφάλια τους να δουν το μωρό που έκλαιγε. Είχε όντως αγριοκοιτάξει ο Γκρένβιλ την ίδια την κόρη του; Η έντασή της έφτασε σε καινούρια ύψη. Είχε σταθεί αδύνατο να τραβήξει το βλέμμα της από τους φαρδιούς ώμους του κατά τη διάρκεια της τελετής. Την είχε αναγνωρίσει. Η Αμέλια ποτέ δεν είχε ταραχτεί τόσο πολύ. Αλλά ο κόσμος είχε αρχίσει να σηκώνεται. «Θα ήταν καλύτερα να βγούμε έξω πριν από τους υπόλοιπους», πρότεινε η Αμέλια. «Το μωρό σίγουρα πεινάει». Αλλά κοιτούσε προς το μπροστινό μέρος της εκκλησίας. Οι γιοι του Γκρένβιλ κάθονταν στην πρώτη σειρά μόνοι τους. Ο Γκρένβιλ είχε βγει πριν μερικά λεπτά, προτού τελειώσει η τελετή. Πώς μπόρεσε να αφήσει έτσι τα παιδιά του; Ήταν τόσο πολύ αναστατωμένος; Όταν είχε διασχίσει βιαστικά το διάδρομο, είχε κοιτάξει ίσια προς το μέρος της. Ήταν φοβερά χλομός, σαν να ήταν έτοιμος να κάνει εμετό. Δε θα έπρεπε να τη νοιάζει, αλλά την ένοιαζε. «Της λείπει η μητέρα της», είπε η κυρία Μέρντοκ, και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. «Γι’ αυτό είναι τόσο κλαψιάρα». Η Αμέλια δίστασε. Η γκουβερνάντα είχε καταφέρει να συγκρατηθεί κατά τη διάρκεια της τελετής, δεν μπορούσε να την κατηγορήσει που έκλαιγε τώρα. Μια κηδεία, ακόμα και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες, είναι καταθλιπτική, και ο θά35


νατος της Ελίζαμπεθ σε τόσο νεαρή ηλικία ήταν ό,τι χειρότερο. Αλλά το βρέφος δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη μαμά του. «Πού είναι ο σινιόρ Μπαρέλι; Δεν ξέρω αν ο Σεντ Τζαστ θα επιστρέφει. Νομίζω πως πρέπει να πάρω τα αγόρια». «Τον είδα να φεύγει πριν από το λόρδο», απάντησε η κυρία Μέρντοκ κουνώντας το μωρό. «Λάτρευε τη λαίδη Γκρένβιλ. Νομίζω ότι ο σινιόρ Μπαρέλι ήταν πολύ συντετριμμένος για να μείνει. Ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα!» Η Αμέλια αποφάσισε πως το ίδιο ίσχυε και για τον Γκρένβιλ, αφού ούτε εκείνος είχε μείνει μέχρι το τέλος της τελετής. «Περιμένετε μια στιγμή», είπε και προχώρησε βιαστικά ανάμεσα στον κόσμο που είχε σηκωθεί πια από τις θέσεις του. Τους γνώριζε όλους και τους χαιρετούσε με ένα νεύμα καθώς προσπερνούσε. «Γουίλιαμ; Τζον; Θα γυρίσουμε στο σπίτι τώρα. Θα βοηθήσω την κυρία Μέρντοκ να τακτοποιήσει την αδερφή σας. Ύστερα, τι θα λέγατε να μου δείξετε τα δωμάτιά σας;» Χαμογέλασε. Και τα δυο παιδιά την κοίταξαν θλιμμένα. «Πού είναι ο μπαμπάς;» ρώτησε δακρυσμένος ο Τζον. Αλλά της άπλωσε το χέρι του. Η Αμέλια το πήρε και ένιωσε την καρδιά της να φουσκώνει. «Θρηνεί τη μητέρα σας», του απάντησε μαλακά. Πόσο υπέροχη ήταν η αίσθηση του χεριού του αγοριού μέσα στο δικό της. «Πιστεύω ότι βγήκε έξω επειδή χρειαζόταν να μείνει για λίγο μόνος». Ο Τζον κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ο Γουίλιαμ της έριξε ένα περίεργο βλέμμα σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά προτίμησε να μην το κάνει. Η Αμέλια πήρε και το δικό του χέρι και οδήγησε και τα δύο παιδιά προς την γκουβερνάντα. «Ο σινιόρ Μπαρέλι έχει ήδη φύγει. Είμαι σίγουρη ότι σας περιμένει στο σπίτι». «Δε θα κάνουμε μάθημα σήμερα», είπε κοφτά ο Γουίλιαμ. «Θα ήθελα να δω τον πατέρα», πρόσθεσε. Η Αμέλια έκανε νόημα στην κυρία Μέρντοκ. Το βρέφος έκλαιγε, μολονότι η γκουβερνάντα το κουνούσε για να ησυχάσει. Ο κόσμος μπροστά παραμέρισε, κατανοώντας την ανάγκη τους να φύγουν γρήγορα. Η Αμέλια χαμογέλασε σε όλους καθώς προσπερνούσαν. «Σας ευχαριστώ, κυρία Χάροντ», είπε. «Σας ευχαριστώ, άρχοντα Πένγουιθ, που ήρθατε σήμερα. Γεια σου, Μίλι. Γεια σου, Τζορτζ. Απ’ ό,τι ξέρω, θα σερβιριστούν α36


ναψυκτικά στο μεγάλο σαλόνι». Έτσι της είχε πει η κυρία Μέρντοκ, ιλλά τώρα αναρωτήθηκε αν ο Γκρένβιλ θα έκανε τον κόπο να χαιρετήσει τους καλεσμένους του. Οι γείτονες της χαμογέλασαν. «Τι όμορφο μωρό!» φώναξε η Μίλι, που εργαζόταν στο γαλακτοκομείο. Καθώς έβγαιναν από την εκκλησία, η Αμέλια έριξε μια ματιά γύρω και συνειδητοποίησε ότι έψαχνε για τον Γκρένβιλ. Τώρα πια θα έπρεπε να είχε γυρίσει στο σπίτι, αλλά δε φαινόταν πουθενά. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Το μωρό άρχισε πάλι να κλαίει, πολύ δυνατά αυτή τη φορά. Η Αμέλια πήρε το μωρό που έσκουζε από την γκουβερνάντα. Μπορώ; Ίσως καταφέρω να βοηθήσω». Το έσφιξε στο στήθος ης. Έκανε πολύ κρύο για να είναι έξω το νεογέννητο. «Το ελπίζω. Δε φαίνεται να με συμπαθεί. Ξέρει ότι δεν είμαι φυσική της μητέρα», εξήγησε η κυρία Μέρντοκ. Η Αμέλια διατήρησε μια απαθή έκφραση, αλλά αναστέναξε ενδόμυχα. Ευχήθηκε να σταματούσε η γκουβερνάντα αυτές τις ανησυχητικές δηλώσεις, τουλάχιστον μπροστά στα παιδιά. Ύστερα κοίταξε το όμορφο μωρό και χαμογέλασε. Η καρδιά της ζεστάθηκε. Ω, η μπέμπα ήταν ένα αγγελούδι. «Σώπα, γλυκιά μου. Θα μπούμε μέσα τώρα. Κανένα μωράκι δε θα έπρεπε να πηγαίνει σε κηδεία». Συνειδητοποίησε ότι ήταν θυμωμένη. Το μωρό θα έπρεπε να είχε μείνει στη ζεστασιά και στην ασφάλεια του δωματίου του. Σίγουρα διαισθανόταν την καταθλιπτική ατμόσφαιρα στο παρεκκλήσι. Αλλά κανείς δεν είχε πει τίποτα στην κυρία Μέρντοκ. Στο κάτω κάτω, δεν υπήρχε οικονόμος και ο Γκρένβιλ είχε επιστρέφει λίγα λεπτά πριν αρχίσει η τελετή. Πώς μπορούσε να είναι τόσο αδιάφορος; Το μωρό έβγαλε έναν ήχο λόξιγκα και την κοίταξε. Μετά χαμογέλασε. «Χαμογελάει!» αναφώνησε ενθουσιασμένη η Αμέλια. «Αχ, τι όμορφη που είναι!» «Έχετε δικά σας παιδιά;» ρώτησε η κυρία Μέρντοκ. Η Αμέλια ένιωσε ένα μέρος της χαράς της να εξαφανίζεται. Ήταν πολύ μεγάλη για να παντρευτεί και δε θα αποκτούσε ποτέ δικά της παιδιά. Η επίγνωση της προκαλούσε κάποια θλίψη. αλλά δε σκόπευε να παραδοθεί στην αυτολύπηση. «Όχι, δεν έχω». Σήκωσε το κεφάλι της και είδε τον Λούκας και τη μητέρα της να πλησιάζουν. 37


Το στόμα του Λούκας γλύκανε. «Αναρωτιόμουν πόσο θα σου έπαιρνε για να πάρεις το μωρό στην αγκαλιά σου», της είπε με αγάπη. «Αχ, τι όμορφο μωρό», είπε η μαμά. «Είναι το πρώτο σας;» Η Αμέλια αναστέναξε. Η μαμά δεν την είχε αναγνωρίσει, αλλά αυτό δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Σύστησε τη μητέρα και τον αδερφό της στην γκουβερνάντα κι ύστερα στράφηκε στον Λούκας. «Θα μπορούσες να γυρίσεις τη μαμά σπίτι και να στείλεις πίσω την άμαξα; Εγώ θα μείνω για λίγο. Θέλω να τακτοποιήσω το μωρό και τα αγόρια». Τα μάτια του στένεψαν. «Το ξέρω ότι το κάνεις από καλοσύνη. αλλά είναι συνετό;» H A μέλια δεν είχε ιδέα τι μπορεί να εννοούσε ο αδερφός της με αυτό. Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο και την απομάκρυνε λίγο από τα αγόρια. «Ο Γκρένβιλ φαίνεται τρελαμένος». Ο τόνος του ήταν προειδοποιητικός. «Τι στην ευχή σημαινε αυτό; Και βέβαια τον έχει συντρίψει η θλίψη. Αλλά δε σκοπεύω να φροντίσω τον Σεντ Τζαστ». Η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος. «Ήταν τόσο αναστατωμένος, που άφησε μόνους τους γιους τους. Άσε με να τακτοποιήσω τα παιδιά, Λούκας. Οφείλω να βοηθήσω». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του, αλλά χαμογέλασε. «Τότε να περιμένεις τον Γκάρετ σε δύο ώρες». Το χαμόγελό του έσβησε. «Ελπίζω να μην το μετανιώσεις, Αμέλια». Η καρδιά της σκίρτησε. «Γιατί να το μετανιώσω που θα βοηθήσω αυτά τα μικρά αγόρια; Ή αυτό το πανέμορφο κοριτσάκι;» Ο Λούκας τη φίλησε στο μάγουλο και γύρισαν κοντά στους υπόλοιπους. Η μαμά φλυαρούσε για κάποιο ντεμπούτο και η Αμέλια μόρφασε όταν ο Λούκας την απομάκρυνε μαλακά. Η κυρία Μέρντοκ την κοίταξε σαστισμένη καθώς κατευθύνονταν προς το σπίτι. «Η μαμά πάσχει από άνοια», της είπε σιγανά. «Πολύ σπάνια πια έχει διαύγεια και επίγνωση του περιβάλλοντος». «Λυπάμαι πολύ», είπε η κυρία Μέρντοκ. Η πελώρια, επιβλητική είσοδος από ροδόξυλο ορθωνόταν μπροστά τους. Η Αμέλια ένιωσε να τσιτώνεται. Πήγαιναν δέκα χρόνια από τότε που είχε να πατήσει το πόδι της μέσα στο σπίτι. 38


Και ξαφνικά θυμήθηκε τον εαυτό της να τρέχει γελώντας στη βιβλιοθήκη, με τον Σάιμον να την κυνηγάει. Είχαν καταλήξει στον καναπέ, αγκαλιασμένοι με πάθος. Κοντοστάθηκε όταν μπήκε στο ψηλοτάβανο χολ της εισόδου, ένα κυκλικό δωμάτιο με μαρμάρινο δάπεδο, χρυσοποίκιλτα έπιπλα και κρυστάλλινους πολυελαίους. Ήθελε πραγματικά να μπει μέσα; «Θα έρθετε στ’ αλήθεια επάνω;» ρώτησε ο Γουίλιαμ, επαναφέροντάς τη στο παρόν. Η καρδιά της χτυπούσε περίεργα. Είχε την αίσθηση ότι ήταν επικίνδυνο να βρίσκεται στο σπίτι του Γκρένβιλ. Αλλά χαμογέλασε, κουνώντας μαλακά το μωρό. Τα παιδιά τη χρειάζονταν, δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. «Θέλεις να έρθω επάνω;» «Θα χαρώ να σας δείξω τη σουίτα με τα δωμάτιά μας», απάντησε σοβαρός ο Γουίλιαμ, σαν να ήταν μεγάλος. «Έχω ένα στρατιωτάκι», ανακοίνωσε ο Τζον περήφανα. «Είναι Πρώσος πεζικός». Η Αμέλια χαμογέλασε όταν ο Γουίλιαμ έπιασε τον Τζον από το χέρι και είπε: «Είναι Πρώσος πεζικάριος. Μπορείς να δείξεις στη δεσποινίδα Γκρέιστοουν όλα τα στρατιωτάκια σου, αν το θέλει κι εκείνη». Κοίταξε την Αμέλια κι εκείνη διέκρινε τη λαχτάρα στα μάτια του. «Δε βλέπω την ώρα», απάντησε χαμογελώντας. Και για πρώτη φορά από τη στιγμή που τον γνώρισε, ο Γουίλιαμ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. *** Το μωρό είχε αποκοιμηθεί επιτέλους, αφού είχε αδειάσει πεινασμένα το μπιμπερό του ενώ βρισκόταν ακόμα στην αγκαλιά της Αμέλια. Εκείνη δεν ήθελε να το αφήσει, αλλά ούτε μπορούσε να συνεχίσει να κανακεύει το μωρό της Ελίζαμπεθ. Με ένα θλιμμένο χαμόγελο, σηκώθηκε και ακούμπησε το κοιμισμένο βρέφος στην κούνια του, μια όμορφη κατασκευή με λευκά στρωσίδια. Καθώς σκέπαζε το μικρό κορμάκι μ’ ένα λευκό πάτσγουορκ πάπλωμα, είπε σιγανά: «Χρειάζεται ένα όνομα». «Είστε πολύ καλή με τα παιδιά!» αναφώνησε η κυρία Μέρντοκ. «Δεν την έχω ξαναδεί να αδειάζει το μπιμπερό της τόσο λαίμαργα, και τα αγόρια σάς λατρεύουν, αν και μόλις σας γνώρισαν!» 39


Η Αμέλια χαμογέλασε. Τα αγόρια έπαιζαν με τα στρατιωτάκια τους στα δωμάτιά τους. Ο Τζον της είχε δείξει και το τελευταίο στρατιωτάκι που είχε. «Είχε πεινάσει». «Όχι, σας αγαπάει ήδη!» Η γκουβερνάντα σοβάρεψε. «Γνώρισε μεγάλη αναταραχή τούτο το σπιτικό. Μακάρι να μη φεύγατε». Η Αμέλια ξαφνιάστηκε. «Έχω να φροντίσω τη δική μου οικογένεια», είπε, αλλά αναρωτήθηκε μήπως η κυρία Μέρντοκ είχε δίκιο. Μήπως η θλίψη και η αναταραχή στο σπίτι είχαν επηρεάσει το βρέφος; Και πώς να μην το επηρεάσουν; Αλλά τουλάχιστον αυτό το παιδικό δωμάτιο στις αποχρώσεις του λευκού και του μπλε ήταν ένα ήσυχο καταφύγιο για το μωρό. Προφανώς η Ελίζαμπεθ έλπιζε να αποκτήσει ένα ακόμα αγόρι. Η κυρία Μέρντοκ κάθισε σε μια μπλε ριγέ πολυθρόνα. «Με εκπλήσσει που δεν έχετε δικά σας παιδιά, δεσποινίς Γκρέιστοουν». Η Αμέλια ένιωσε το κορμί της να σφίγγεται. Ήταν φυσικό να νιώθει αναστατωμένη μετά τη φροντίδα αυτού του όμορφου μωρού. «Δεν είμαι παντρεμένη, κυρία Μέρντοκ, και, όπως είδατε, έχω να φροντίσω τη μητέρα μου». «Θα μπορούσατε σίγουρα να φροντίζετε και εκείνη και ένα σύζυγο», είπε η κυρία Μέρντοκ. Έδειχνε υπερβολικά περίεργη και προκαλούσε αμηχανία στην Αμέλια. «Είστε πολύ όμορφη, ελπίζω να μη σας πειράζει που το λέω. Πώς γίνεται να είστε ανύπαντρη;» Στο μυαλό της Αμέλια ήρθε αμέσως η εικόνα του Γκρένβιλ. Μελαχρινός και γοητευτικός, με απίστευτα διαπεραστικό βλέμμα. Γιατί την είχε κοιτάξει με αυτό τον τρόπο; Και τι μπορούσε να απαντήσει στην κυρία Μέρντοκ; Ότι είχε ερωτευτεί σαν ανόητη τον Σεντ Τζαστ πριν μια δεκαετία και είχε καταλήξει με την καρδιά της σπασμένη σε χίλια κομμάτια; Μετά απ’ αυτό είχε δεχτεί μερικές προτάσεις, αλλά δεν την ενδιέφερε κανένας. Έτσι απάντησε πολύ προσεκτικά. «Υπήρξε κάποιος πριν πολλά χρόνια. Δεν είχε σοβαρές προθέσεις, όμως, και εγώ ήμουν πολύ νέα για να το καταλάβω». «Ο παλιάνθρωπος!» αναφώνησε η κυρία Μέρντοκ. «Ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση για την ώρα. Στο κάτώ κάτω, ό,τι έγινε, έγινε». Χαμογέλασε αποφασιστικά. «Χαίρομαι που τα αγόρια παίζουν. Χαίρομαι που έφαγαν-και χαίρομαι 40


που το μωρό ήπιε όλο το γάλα του και ησύχασε. Φαντάζομαι πως τώρα θα κοιμηθεί για κάμποση ώρα». «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη βοήθειά σας», είπε η κυρία Μέρντοκ και σηκώθηκε. Έδειχνε όμως ανήσυχη. «Φεύγετε;» «Πρέπει να φύγω». Η γκουβερνάντα μόρφασε. «Τι θα κάνω αν έρθει εδώ;» Πέρασαν μερικές στιγμές ώσπου να καταλάβει η Αμέλια σε ποιον αναφερόταν. «Εννοείτε αν έρθει ο Γκρένβιλ να δει το παιδί του;» Η γκουβερνάντα έσφιξε τα χέρια της. «Μπορεί να μην έρθει. Δε δείχνει να συμπαθεί αυτό το παιδί». «Θα το αγαπήσει, όπως αγαπά τους γιους του!» την αντέκρουσε η Αμέλια, φανερά συγχυσμένη με αυτή την εντελώς αβάσιμη κατηγορία. «Με τρομάζει!» Η Αμέλια ξαφνιάστηκε. «Κυρία Μέρντοκ, είναι ο εργοδότης σας και ο κόμης του Σεν Τζαστ. Υποθέτω πως μπορεί να σας προκαλεί κάποιο δέος...» «Φόβο μας προκαλεί. Σε όλους», τη διέκοψε η γκουβερνάντα. «Ακόμα και στη λαίδη!» Η Αμέλια σφίχτηκε δυσαρεστημένη. «Κυρία Μέρντοκ, δε θέλω να συνεχίσω αυτή τη συζήτηση. Είμαι σίγουρη ότι η λαίδη Γκρένβιλ έτρεφε μεγάλο σεβασμό για το λόρδο, και το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο!» «Η λαίδη άλλαζε όποτε εκείνος ερχόταν στο σπίτι. Ήταν μια ευτυχισμένη γυναίκα -εκτός από τις φορές που ήταν αυτός εδώ. Ανησυχούσε όποτε ήταν να γυρίσει. Μου είχε πει πόσο ανησυχούσε -μου είχε πει πως πάντα έδειχνε δυσάρεστη μένος μαζί της!» Η Αμέλια κάθισε απότομα κάτω. Ήταν δυνατό να συνέβαινε κάτι τέτοιο; Ήταν πράγματι ο γάμος τους τόσο προβληματικός; «Δεν ανέχομαι τα κουτσομπολιά», είπε στο τέλος, συνειδητοποιώντας ότι ήθελε να υπερασπιστεί τον Γκρένβιλ. Πώς ήταν δυνατό να ένιωθε δυσαρεστημένος με τέτοια γυναίκα; «Δεν κουτσομπολεύω. Τους άκουσα να φωνάζουν ο ένας στον άλλο τον Νοέμβριο, όταν εκείνος γύρισε για τα γενέθλια του λόρδου Γουίλιαμ. Τσακώθηκαν και το προηγούμενο καλοκαίρι, όταν εμφανίστηκε ξαφνικά στην πόλη χωρίς να ειδοποιήσει. Και η λαίδη έφυγε λίγες μέρες μετά την άφιξή του, τόσο αναστατωμένη ήταν. Δεν ήθελε να είναι στο σπίτι μαζί του, δε41


σποινίς Γκρέιστοουν, να είστε σίγουρη γι’ αυτό. Δε νομίζω ότι νοιαζόταν ιδιαίτερα για εκείνη, η λαίδη πάντως τον φοβόταν. Αυτό το είδα με τα ίδια μου τα μάτια!» To μυαλό της Αμέλια στριφογύριζε σε πλήρη σύγχυση. Είχε φύγει η Ελίζαμπεθ Γκρένβιλ από την πόλη επειδή είχε πάει εκεί ο σύζυγός της; Ήθελε να τον αποφύγει; Τον φοβόταν; Αλλά γιατί; Δεν είχε ισχυριστεί η κυρία Μέρντοκ προηγουμένως ότι ο Γκρένβιλ βρισκόταν σπάνια στο σπίτι του; Η Αμέλια δεν είχε θελήσει να το πιστέψει. Μήπως υπήρχε άλλη γυναίκα; αναρωτήθηκε. Για ποιον άλλο λόγο θα έμενε μακριά από το σπίτι του; Λες και η κυρία Μέρντοκ έκανε τις ίδιες σκέψεις, χαμήλωσε τη φωνή της. «Η λαίδη Γκρένβιλ δεν ήξερε ποτέ πού βρισκόταν εκείνος. Ω, μου το είχε πει πολλές φορές η ίδια, όταν ήθελε να του γράψει για να του ζητήσει τη συμβουλή και την καθοδήγησή του! Κατά τα φαινόμενα, όταν έλεγε ότι πήγαινε στην επαρχία, δεν το έκανε. Ισχυριζόταν ότι βρισκόταν στο κτήμα κάποιου, αλλά ποτέ δεν ήταν εκεί. Είναι πολύ παράξενο, δε συμφωνείτε;» Όλα αυτά επιβεβαίωναν την υποψία της ότι υπήρχε άλλη γυναίκα, σκέφτηκε βλοσυρή η Αμέλια. Αλλά δε θα έπρεπε να εκπλήσσεται. Μήπως και σ’ εκείνη δεν είχε φερθεί ανέντιμα; «Αλλά ίσως ήταν καλύτερα έτσι, αφού τη φόβιζε τόσο πολύ με τις κακοκεφιές του και τα ασυνάρτητα λόγια του», είπε η κυρία Μέρντοκ. «Συχνά αναρωτιόμαστε μήπως είναι λιγάκι τρελός». Η-Αμέλια σηκώθηκε, θυμωμένη τώρα. Μίλησε όμως ήρεμα. «Ο Γκρένβιλ δεν είναι τρελός. Ειλικρινά, δεν νομίζω ότι θα σας βοηθήσει έστω και να υπαινιχθείτε κάτι τέτοιο!» «Ω, δεν ήθελα να σας κάνω να θυμώσετε. Αλλά φοβάμαι να μείνω μόνη μαζί του σε τούτο το σπίτι!» «Τότε θα πρέπει να βάλετε φρένο σε τέτοιες σκέψεις», την αντέκρουσε ήρεμα αλλά θυμωμένα η Αμέλια. «Ο Γκρένβιλ δεν πρόκειται να σας δολοφονήσει στον ύπνο σας. Φαντάζομαι πως από στιγμή σε στιγμή θα έρθει να δει το παιδί του». Προσπάθησε να μαλακώσει τον τόνο της. «Κυρία Μέρντοκ, ο άνθρωπος που είδα εγώ στην εκκλησία πενθούσε. Ήταν αναστατωμένος. Ίσως αγαπούσε τη λαίδη Γκρένβιλ με το δικό του τρόπο και εσείς απλώς παρεξηγήσατε τη φύση της σχέσης τους. 42


Στο κάτω κάτω, θα ήταν πολύ απασχολημένος με τις δουλειές του. Ίσως τώρα που εκείνη πέθανε θα πρέπει να του παραχωρήσετε το προνόμιο της αμφιβολίας». Η Αμέλια πίστευε ακράδαντα ότι όλα αυτά ήταν μια μεγάλη παρεξήγηση. Πώς ήταν δυνατό να μην αγαπούσε τη γυναίκα του ο Γκρένβιλ; «Υπνοβατεί», επέμεινε η κυρία Μέρντοκ. «Η λαίδη Γκρένβιλ το απεχθανόταν αυτό». Η Αμέλια την κοίταξε άφωνη. «Η λαίδη αποφάσισε να μετακομίσει ολόκληρο το σπιτικό της στην Κορνουάλη, κι ας μην είχε πατήσει ποτέ το πόδι της σ’ αυτό το σπίτι. Δεν το βρίσκετε περίεργο; Λέτε να ήρθε εδώ για να ξεφύγει από εκείνον; Εμείς όλοι αυτό πιστεύουμε!» «Ειλικρινά αμφιβάλλω αν η λαίδη ήθελε να ξεφύγει από τον ίδιο της τον άντρα», της απάντησε βλοσυρά η Αμέλια. Τα κουτσομπολιά την εκνεύριζαν. «Για ποιον άλλο λόγο θα ερχόταν στην Κορνουάλη στην κατάστασή της μες στο χειμώνα;» Η κυρία Μέρντοκ κούνησε το κεφάλι της. «Ο γάμος τους ήταν πολύ προβληματικός, δεσποινίς Γκρέιστοουν». Η Αμέλια κοίταξε το κοιμισμένο νεογέννητο. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. «Δε νομίζω ότι θα πρέπει να μεταφέρετε τις ανησυχίες σας και στους άλλους, κυρία Μέρντοκ. Ιδιαίτερα τώρα που η οικογένεια πενθεί. Τέτοιου είδους υποψίες και αμφιβολίες δεν έχουν πια καμιά σημασία». «Έχετε δίκιο», απάντησε η γκουβερνάντα. «Αναρωτιέμαι τι θα κάνει ο κόμης τώρα. Οι γιοι του -η κόρη του- χρειάζονται τον πατέρα τους. Φαντάζομαι ότι θα μας πάρει μαζί του όπου πάει». Δε φαινόταν καθόλου χαρούμενη. «Θα έπρεπε να ελπίζατε να γίνει κάτι τέτοιο, γιατί θα ήταν το καλύτερο για τα παιδιά», είπε αποφασιστικά η Αμέλια, αλλά πλησίασε ξανά στην κούνια και κοίταξε το κοιμισμένο μωρό. Ο Γκρένβιλ δεν είχε κοιτάξει ούτε μια φορά την πανέμορφη κόρη του. Την κυρίεψε ένα συναίσθημα τρόμου. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Ίσως η κυρία Μέρντοκ δεν υπερέβαλλε, όπως ήλπιζε εκείνη. «Ευχαριστώ πολύ για την καλοσύνη σας», είπε η μεγαλύτερη γυναίκα. «Μήπως θα μπορούσατε να μας επισκέπτεστε;» Η Αμέλια γύρισε αργά και την κοίταξε. Η γκουβερνάντα ήταν σε κακή κατάσταση. Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα. Της λείπει η κυρά της, σκέφτηκε η Αμέλια, και φοβάται τον 43


Γκρένβιλ. Και πώς θα τα έβγαζε πέρα εκείνος; Ακόμα κι αν ο γάμος του ήταν προβληματικός, αυτή τη στιγμή πενθούσε. Είχε δει την οδύνη στα μάτια του. «Μένω στο Γκρέιστοουν Μάνορ, μισή ώρα από-στάση με το άλογο. Αν χρειαστείτε βοήθεια, δεν έχετε παρά να μου στείλετε ένα σημείωμα με τον ιπποκόμο». Η κυρία Μέρντοκ την ευχαρίστησε θερμά. Ήταν ώρα να φύγει. Η Αμέλια πήρε το παλτό της και πήγε στα δωμάτια των παιδιών να τα αποχαιρετήσει και να τους υποσχεθεί ότι θα ξαναρχόταν σύντομα. Για την ώρα, τουλάχιστον, έδειχναν να έχουν ξεχάσει τον πόνο τους, σκέφτηκε καθώς τα παρακολουθούσε να παίζουν με τα στρατιωτάκια τους. Ένιωθε όμως πολύ ταραγμένη καθώς διέσχιζε το διάδρομο. Κατά βάθος ευχόταν να μην είχε κάνει ποτέ αυτή τη συζήτηση με την κυρία Μέρντοκ. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες, η έντασή της έφτασε στα ύψη. Δεν ήξερε πού βρισκόταν ο Γκρένβιλ. Ήλπιζε να ήταν με τους καλεσμένους του και να κατάφερνε να ξεγλιστρήσει από το σπίτι του απαρατήρητη. Αυτή η μέρα ήταν πολύ δύσκολη. Δεν είχε διάθεση να ανταλλάξει χαιρετισμούς τώρα. Προσπέρασε γρήγορα και το δεύτερο επίπεδο, όπου υπέθετε ότι βρίσκονταν τα διαμερίσματά του. Η έντασή της είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ήταν ανόητο, αλλά σχεδόν ένιωθε την παρουσία του κάπου κοντά. Είχε αρχίσει να κατεβαίνει την τελευταία σκάλα, όταν συνειδητοποίησε ότι κάποιος ανέβαινε. Ήταν ένας άντρας με σκυμμένο κεφάλι, αλλά τον αναγνώρισε προτού υψώσει εκείνος το βλέμμα του και τη δει. Έχασε το βήμα της. Η καρδιά βροντοχτύπησε στο στήθος της Ο Γκρένβιλ σταμάτησε τρία τέσσερα σκαλοπάτια πιο κάτω από εκείνη και κοίταξε προς τα πάνω. Το βλέμμα του αιχμαλώτισε αμέσως το δικό της. Και άρχισε ο τρόμος. Πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Η Αμέλια ήξερε ότι η ανησυχία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Αναρωτήθηκε αν εκείνος μπορούσε να ακούσει το δυνατό χτυποκάρδι της. Αλλά η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. Δεν μπορούσε να ξέρει αν είχε ξαφνιαστεί που την είδε. Αλλά ούτε η θλίψη του ήταν φανερή. Το πρόσωπό του ήταν μια ανέκφραστη μάσκα. Και ήταν μόνοι στη σκάλα. Η Αμέλια ένιωσε παγιδευμένη. Και τότε, περιέργως, τα μάτια του άστραψαν. 44


Ο πανικός της εντάθηκε. «Καλησπέρα, λόρδε μου. Λυπάμαι πολύ για το θάνατο της συζύγου σας». Προσπάθησε να του χαμογελάσει ευγενικά, αλλά απέτυχε. «Τι φοβερή τραγωδία! Η λαίδη Γκρένβιλ ήταν μια καλή και ευγενική γυναίκα. Ήταν πάρα πολύ νέα για να πεθάνει έτσι, αφήνοντας πίσω της τόσο όμορφα παιδιά!» Την είχε πιάσει νευρική φλυαρία; Μάλλον. «Ελπίζω να βοηθήσω με όποιον τρόπο μπορώ!» πρόσθεσε απελπισμένα. Το σκοτεινό βλέμμα του δεν τραβήχτηκε στιγμή από το πρόσωπό της. «Γεια σου, Αμέλια». Εκείνη πάγωσε. Δεν περίμενε μια τόσο ανεπίσημη -και οικεία- προσφώνηση. Ήταν εντελώς ανάρμοστο εκ μέρους του να την αποκαλέσει Αμέλια. Τη φώναζε όμως με το όνομά της ένα ολόκληρο καλοκαίρι... «Δεν περίμενα να σε δω εδώ». Ο τόνος του παρέμεινε ουδέτερος και ήρεμος. Της ήταν αδύνατο να ανασάνει κανονικά. «Δε θα παρέλειπα ποτέ να παρευρεθώ στην κηδεία της λαίδης Γκρένβιλ». «Ασφαλώς όχι». Το βλέμμα του κατέβηκε στο στόμα της. Η Αμέλια συνειδητοποίησε τι έκανε ο Γκρένβιλ και ταράχτηκε. Ύστερα εκείνος κοίταξε τα χέρια της. Η Αμέλια δεν είχε φορέσει ακόμα τα γάντια της. Ενστικτωδώς, έσφιξε το παλτό στο στήθος της, κρύβοντας τα χέρια της. Είχε προσέξει εκείνος ότι δε φορούσε δαχτυλίδι; Σίγουρα δεν έψαχνε να δει αν φορούσε βέρα. Αλλά για ποιον άλλο λόγο θα κοίταζε τα χέρια της; «Καλύτερα να πηγαίνω. Θα με περιμένει ο Λούκας». Και χωρίς να λάβει υπόψη της το γεγονός ότι εκείνος ήταν εύσωμος και δε θα της ήταν εύκολο να τον προσπεράσει, συνέχισε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Έπρεπε να φύγει μακριά του. Αλλά ο Γκρένβιλ έπιασε το κιγκλίδωμα, κλείνοντάς της το δρόμο. Η Αμέλια συγκρούστηκε με το εμπόδιο του δυνατού μπράτσου του. Ανίκανη ακόμα και να ανασάνει, κοίταξε από το βελούδινο μανίκι του που ακουμπούσε στη μέση της μέχρι το χέρι του που κρατούσε το κιγκλίδωμα. Της έφραζε το δρόμο. Ύστερα σήκωσε αργά το κεφάλι της και τον κοίταξε στα μάτια. «Τι έκανες στους πάνω ορόφους του σπιτιού μου;» τη ρώτησε ήρεμα, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το πρόσωπό της. 45


Η Αμέλια ήθελε να πάρει το χέρι του, γιατί τώρα ήταν πραγματικά παγιδευμένη. Κοίταξε τα σκούρα μάτια του. «Έβαλα την κόρη σου για ύπνο. Είναι πολύ όμορφη», του απάντησε σφιγμένα, ενώ ευχόταν να μπορούσε να στρέψει αλλού το βλέμμα της. Το στόμα του φάνηκε να μαλακώνει τελικά. Χαμήλωσε τα βλέφαρά του. Τα πυκνά, μαύρα ματόκλαδα σκίασαν τα ψηλά ζυγωματικά του. Η Αμέλια τον ένιωσε να ζυγιάζει τις σκέψεις του. Δεν κουνήθηκε όμως, ούτε άφησε το κάγκελο. «Σε πιάνει ακόμα φλυαρία όταν είσαι νευρική», της είπε τελικά. Η καρδιά της συνέχισε να βροντοχτυπά. Τι είδους σχόλιο ήταν αυτό; «Μου φράζεις το δρόμο», κατάφερε να του πει τελικά. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, χρησιμοποιώντας πάντα το μπράτσο του για να την εμποδίσει να κατέβει τις σκάλες. «Συγνώμη», της είπε, και αργά, σχεδόν απρόθυμα, άφησε το κάγκελο. Αλλά δεν παραμέρισε. Το κορμί του έπιανε το μεγαλύτερο μέρος της σκάλας. Η Αμέλια δεν κουνήθηκε. Ήθελε να φύγει, πραγματικά ήθελε, αλλά ένιωθε να έχει παραλύσει εντελώς. «Ελπίζω να μην ενοχλώ. Η κυρία Μέρντοκ έδειξε να χρειάζεται τη βοήθειά μου». «Σου προκαλώ νευρικότητα». Η Αμέλια έτρεμε. Τι μπορούσε να του απαντήσει τη στιγμή που είχε δίκιο; «Ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα -για όλους!» «Ναι, ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα για όλους μας». Το βλέμμα του τρεμόπαιξε, αλλά δεν το τράβηξε στιγμή από πάνω της. «Βλέπω ότι παραμένεις το ίδιο καλή και συμπονετική όπως πάντα». Αλλο ένα περίεργο σχόλιο, σκέφτηκε νευρικά η Αμέλια. Λες και τη θυμόταν πολύ καλά. «Η κυρία Μέρντοκ ήταν πολύ δεμένη με τη λαίδη Γκρένβιλ. Είναι αναστατωμένη. Το ίδιο και τα αγόρια. Παίζουν στα δωμάτιά τους τώρα». «Τότε σου είμαι ευγνώμων». Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Η κυρία Μέρντοκ;» «Η γκουβερνάντα», του είπε, συνειδητοποιώντας ότι εκείνος δεν είχε ιδέα για ποια του μιλούσε. «Α, ναι, επιλογή της Ελίζαμπεθ...» Ο τόνος του ήταν ειρωνικός και η Αμέλια δεν μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν ή τι ένιωθε εκείνη τη στιγμή, γιατί είχε στρέψει αλλού το βλέμμα του. Τα λόγια του σαν να έμειναν 46


μετέωρα. Μήπως ήθελε να μιλήσει για τη γυναίκα του; Μπορεί να το είχε ανάγκη. Εκείνη ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά πώς μπορούσε να το κάνει; Στην εκκλησία ήταν πολύ ταραγμένος. «Με φοβάται», της είπε ξαφνικά. Η Αμέλια άφησε την ανάσα της να βγει, συνειδητοποιώντας ότι αναφερόταν στην γκουβερνάντα. «Ναι, νομίζω πως σε φοβάται». Την κοίταξε πάλι κατάματα. «Αυτό θα αλλάξει», κατάφερε να πει η Αμέλια, «είμαι σίγουρη». «Ναι, φυσικά και είσαι». Τον διασκέδαζε η αισιοδοξία της; «Τώρα που θα μένεις μόνιμα σπίτι, θα σε συνηθίσει», βιάστηκε να του πει. Κι όταν τον είδε να γουρλώνει τα μάτια του, κοκκίνισε. «Γνώρισα τη λαίδη Γκρένβιλ. Και το εννοούσα όταν είπα ότι λυπάμαι πολύ. Ήταν ευγενική και πολύ όμορφη!» Το βλέμμα του έγινε αιχμηρό. Το στόμα του σκλήρυνε. «Ναι, υποθέτω ότι ήταν πολύ όμορφη». Η Αμέλια κατάλαβε ότι τα λόγια είχαν βγει απρόθυμα από τα χείλη του, σαν να μην ήθελε να επαινέσει ή να σχολιάσει τη νεκρή σύζυγό του. Μήπως η κυρία Μέρντοκ είχε δίκιο; Μα δεν μπορεί να μην πενθούσε την Ελίζαμπεθ! «Με κάλεσε για τσάι. Ήταν ένα όμορφο απόγευμα». «Είμαι σίγουρος ότι ήταν». Ξαφνικά η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι τον ήξερε αρκετά καλά ώστε να καταλάβει ότι δεν το εννοούσε. Νιώθοντας ανίσχυρη και εντελώς μπερδεμένη, του ανταπέδωσε το βλέμμα. Ο γάμος τους ήταν δυστυχισμένος, σκέφτηκε. «Λυπάμαι πραγματικά», ψέλλισε, σαν χαμένη. «Αν μπορώ να κάνω κάτι για να σε βοηθήσω τώρα, σε μια τόσο δύσκολη στιγμή, δεν έχεις παρά να μου το ζητήσεις». Ένιωσε την καρδιά της να σπαρταράει. Το επίμονο βλέμμα του είχε αρχίσει να την αναστατώνει. «Δεν έχεις αλλάξει καθόλου». Δεν μπορούσε να τον καταλάβει. Η γυναίκα του ήταν νεκρή. Για την Ελίζαμπεθ θα έπρεπε να κουβεντιάζουν. «Έσωσες το μωρό και πιθανότατα την γκουβερνάντα. Τώρα είσαι πρόθυμη να παρηγορήσεις εμένα για τη θλίψη μου». Τσ μάτια του άστραψαν περίεργα. «Παρά το παρελθόν». 47


Η καρδιά της βροντοχτύπησε. Δεν έπρεπε να μιλήσουν ποτέ για το παρελθόν! Πώς τολμούσε έστω και να το αναφέρει; «Είμαστε γείτονες», του φώναξε γεμάτη απόγνωση. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη τώρα, σίγουρα θα το είχε προσέξει εκείνος. «Πρέπει να πηγαίνω!» συνέχισε. «Ο Γκάρετ, ο αμαξάς μου, με περιμένει. Πρέπει να ετοιμάσου το δείπνο!» Ξέροντας ότι ακουγόταν τόσο πανικόβλητη όσο ένιωθε, ετοιμάστηκε να προχωρήσει, αλλά εκείνος έπιασε το κάγκελο και της έκλεισε πάλι το δρόμο. «Δεν προσπαθώ να σε φοβίσω, Αμέλια». Η πίεση του μπράτσου του στα πλευρά της την έκανε να χάνει την ψυχραιμία της. «Τι κάνεις; Δεν μπορείς να με φωνάζεις Αμέλια!» «Είμαι περίεργος...Έχει περάσει πολύς καιρός, κι όμως είσαι εδώ. Θα μπορούσες να μην είχες έρθει στην κηδεία της συζύγου μου». Η Αμέλια δεν ήξερε τι να κάνει. Ήθελε να το βάλει στα πόδια! Προφανώς ήταν αποφασισμένος να της θυμίσει το παρελθόν -ήταν πολύ ανέντιμο εκ μέρους του. «Και βέβαια θα ερχόμουν στην κηδεία της λαίδης Γκρένβιλ. Ειλικρινά, πρέπει να φύγω τώρα. Γκρένβιλ». Εκείνος άφησε το κάγκελο, κοιτάζοντάς την έντονα. Η Αμέλια δίστασε, νιώθοντας σαν ποντίκι στη φωλιά του λιονταριού, αλλά στο τέλος το ξεφούρνισε. «Και εσύ θα έπρεπε να πας να δεις τους γιους σου -θέλουν να σε δουν- και την κόρη σου». Εκείνος παρέμεινε ανέκφραστος. «Θα ανακατευτείς τώρα και στις ιδιωτικές μου υποθέσεις;» Αυτό έκανε; «Όχι βέβαια». Το βλέμμα του ήταν περίεργα διαπεραστικό. «Όχι πως θα με πείραζε αν το έκανες». Ο τόνος του ήταν ειρωνικός, μήπως όμως ήταν και υπαινικτικός; Η Αμέλια κοκάλωσε και ετοιμάστηκε να του πει ότι φερόταν απλώς σαν καλή γειτόνισσα. «Δε φοράς βέρα», πρόσθεσε εκείνος τόσο σιγανά, που με δυσκολία τον άκουσε. Τελικά είχε δίκιο. Είχε κοιτάξει προηγουμένως τα χέρια της για να δει αν ήταν παντρεμένη ή όχι. Αλλά γιατί θα έκανε κάτι τέτοιο; Εκείνος γέλασε τραχιά, άκεφα. Έβαλε το χέρι του στη μέσα 48


τσέπη του βελούδινου σακακιού του και έβγαλε ένα ασημένιο φλασκί, ενώ περιεργαζόταν τα χαρακτηριστικά της αργά, ένα ένα. Η Αμέλια σφίχτηκε. Το βλέμμα του ήταν σίγουρα υπαινικτικό. «Εσύ ήσουν ευγενική κι εγώ αγενής. Σου έφραξα το δρόμο. Σου έκανα απρεπείς ερωτήσεις. Δε σου πρόσφερα ούτε ένα ποτό». Ήπιε μια γουλιά από το φλασκί. «Η λαίδη και το κτήνος». Χαμογέλασε αργά. «Θα ήθελες ένα ποτό, Αμέλια; Θα ήθελες να πιεις ένα ποτό... μαζί μου;» Ο πανικός της επέστρεψε δριμύτερος. Μα τι έκανε; Ήταν σίγουρη πως δεν ήταν μεθυσμένος. «Δεν μπορώ να πιω μαζί σου», του απάντησε ξέπνοη. Το στόμα του στράβωσε. Σήκωσε πάλι το φλασκί και αυτή τη φορά ήπιε μια μεγαλύτερη γουλιά. «Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν περίμενα ότι θα μου έκανες παρέα». Η Αμέλια πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν τα τσούζω το απόγευμα». Και ξαφνικά εκείνος χαμογέλασε με κάποιο χιούμορ. «Ώστε τα τσούζεις;» Η καρδιά της χτύπησε σαν τρελή. Ένα λακκάκι είχε εμφανιστεί στο δεξί του μάγουλο, και εκείνη είχε ξεχάσει πόσο αβάσταχτα όμορφος και σαγηνευτικός γινόταν όταν χαμογελούσε. «Πίνω ένα μπράντι προτού πέσω για ύπνο», του απάντησε κοφτά, επιθετικά. Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. Και εκείνη φοβήθηκε το δρόμο που μπορεί να είχαν πάρει οι σκέψεις του. «Με βοηθάει να κοιμηθώ», βιάστηκε να προσθέσει. Εκείνες οι πυκνές βλεφαρίδες χαμήλωσαν ξανά καθώς έβαζε το φλασκί στην τσέπη του. «Παραμένεις λογική και ντόμπρα. Έξυπνη και τολμηρή. Δεν έχεις αλλάξει». Μιλούσε στοχαστικά, κοιτάζοντας το σκαλοπάτι που πατούσε. «Εγώ, αντίθετα, έχω γίνει ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος». Μα καλά, δεν έβλεπε ότι αυτά τα δέκα χρόνια την είχαν αλλάξει; Ότι την είχαν κάνει μια πιο σοφή, πιο δυνατή και πιο ώριμη γυναίκα; Τελικά εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε ανέκφραστα. «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες σήμερα. Είμαι σίγουρος ότι η Ελίζαμπεθ το εκτιμά -ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή της». Έγνεψε κοφτά και μετά, πριν προλάβει εκείνη να κουνηθεί, την προσπέρασε και ανέβηκε τις σκάλες. 49


Η Αμέλια ακούμπησε πάνω στον τοίχο και άρχισε να τρέμει. Τι είχε συμβεί μόλις τώρα; Συνειδητοποίησε ότι είχε τεντώσει τα αυτιά της για να ακούσει τα βήματά του από πάνω μέχρι που έσβησαν. Ύστερα ακούμπησε το χέρι της στην κουπαστή για να στηριχτεί και κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα, φεύγοντας μακριά από τον Σάιμον Γκρένβιλ.

50


Κεφάλαιο 3

Η Αμέλια κάρφωσε το βλέμμα στο σκοτεινό ταβάνι. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, ακίνητη. Οι κρόταφοί της σφυροκοπούσαν. Είχε μια φοβερή ημικρανία και το κορμί της ήταν σφιγμένο από την υπερένταση. Τι θα έκανε; Είχε επαναλάβει ξανά και ξανά με τη φαντασία της τη συνάντησή της με τον Γκρένβιλ. Η σκοτεινή, γοητευτική φιγούρα του είχε χαραχτεί στο μυαλό της. Δεν την είχε ξεχάσει. Και της είχε δείξει ξεκάθαρα ότι δεν είχε ξεχάσει ούτε τη σχέση τους. Την κυρίευσε απόγνωση. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Είχε αφήσει δύο παράθυρα λίγο ανοιχτά γιατί της άρεσε η αψιά μυρωδιά του ωκεανού και τα παντζούρια τους χτυπούσαν ελαφρά στον τοίχο. Τα νερά της παλίρροιας ανέβαιναν τη νύχτα και πάντα φυσούσε ένα ψυχρό αεράκι. Αλλά ο μελωδικός θόρυβος δεν την ηρεμούσε. Είχε ταραχτεί πολύ με τη συνάντηση. Πράγμα που ήταν εντελώς παράλογο. Και το χειρότερο, εξακολουθούσε να είναι ταραγμένη. Να τολμούσε να αντιμετωπίσει την πιθανότητα ότι τον θεωρούσε ακόμα αινιγματικά γοητευτικό και επικίνδυνα αισθησιακό; Πώς μπόρεσε να φανταστεί έστω και για μια στιγμή ότι θα είχε γίνει χοντρός, γκριζομάλλης και αγνώριστος; Γέλασε σιγανά, αλλά άκεφα. Άνοιξε τα μάτια της και έσφιξε τις γροθιές της. Δεν ήξερε τι να κάνει! Ήξερε όμως ότι εκείνος έπρεπε να πενθεί. Η λαίδη Γκρένβιλ ήταν μια υπέροχη γυναίκα και δεν ήταν δυνατό να τον είχε αφήσει αδιάφορο ο θάνατός της. Άλλωστε, είχε δει την οδύνη του στην πρώτη τους συνάντηση, όταν εκείνος είχε φτάσει στο Σεντ Τζαστ Χολ. Όπως 51


και όταν είχε βγει βιαστικά από το παρεκκλήσι, πριν τελειώσει καν η τελετή της κηδείας. Και τι θα απογίνονταν τα καημένα, ορφανά από μητέρα, παιδιά του; Όταν είχε φύγει από το αρχοντικό, το μωρό κοιμόταν και τα αγόρια έπαιζαν. Ήξερε ότι είχαν ακόμα να αντιμετωπίσουν φοβερές στιγμές θλίψης. Αλλά ήταν παιδιά. Το κοριτσάκι δεν είχε γνωρίσει καν τη μητέρα του και τα αγόρια τελικά θα προσαρμόζονταν, όπως κάνουν πάντα τα παιδιά. Αλλά οι λίγες επόμενες μέρες και βδομάδες θα ήταν δύσκολες γι’ αυτά -για όλους. Φυσικά και ήθελε να βοηθήσει, αν μπορούσε. Ήθελε όμως να βοηθήσει τον Γκρένβιλ; Τα συναισθήματα που κρυφόκαιγαν στο βλέμμα του ήταν ακόμα στο μυαλό της. Να βρισκόταν τώρα μόνος στα διαμερίσματά του, πενθώντας ανενόχλητος την Ελίζαμπεθ; Ένιωθε την ανάρμοστη παρόρμηση να τον πλησιάσει και να του εκφράσει τη συμπόνια της, ακόμα και να τον παρηγορήσει. Ω, τι της συνέβαινε; Ο Γκρένβιλ την είχε προδώσει! Δεν έπρεπε να επιτρέπει στον εαυτό της να νιώθει την παραμικρή έλξη γι' αυτόν. Δεν του άξιζε η ανησυχία ούτε η συμπόνια της! Αλλά ήταν εκ φύσεως συμπονετική. Και δεν της άρεσε να κρατάει κακίες. Είχε θάψει το παρελθόν εδώ και χρόνια. Είχε προχωρήσει. Αλλά η σχέση τους δεν της φαινόταν πια παλιά ιστορία. Της φαινόταν σαν να είχαν γνωριστεί μόλις χτες. Νομίζω ότι προσπαθούσατε να αγοράσετε αυτό. Η Αμέλια μούδιασε ολόκληρη καθώς έφερνε ξανά στο νου της με ακρίβεια το αισθησιακό μουρμουρητό της φωνής του. Είχαν συναντηθεί στην αγορά του χωριού. Η γειτόνισσά της ήταν απασχολημένη με το νεογέννητο μωρό της και η Αμέλια είχε πάρει την τρίχρονη κορούλα της μια βόλτα, ώστε να μπορέσει η καταπονημένη μητέρα να κάνει τα ψώνια της. Το κοριτσάκι ήταν απαρηγόρητο γιατί είχε χάσει την κούκλα του. Καθώς περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα στους πάγκους, είχε εντοπίσει έναν έμπορο που πουλούσε κορδέλες και κουμπιά. Μετά από πολλά επιφωνήματα θαυμασμού για μια κόκκινη κορδέλα, είχε αρχίσει τα παζάρια με τον έμπορο προσπαθώντας να πετύχει καλύτερη τιμή. Ειλικρινά δεν της περίσσευαν χρήματα 52


για να αγοράσει την κορδέλα για το κοριτσάκι. «Αυτή είναι τώρα δική σας». Ο άντρας που στεκόταν πίσω της είχε μιλήσει με σιγανή, αισθησιακή, αρρενωπή φωνή. Η Αμέλια είχε γυρίσει αργά, νιώθοντας την καρδιά της να καλπάζει. Κι όταν αντίκρισε εκείνα τα σχεδόν κατάμαυρα μάτια, τα πάντα γύρω της -οι πάγκοι, οι πωλητές, οι χωρικοί- φάνηκαν να εξαφανίζονται και απέμεινε να κοιτάζει τον μελαχρινό, απίστευτα γοητευτικό άντρα, που θα πρέπει να ήταν περίπου πέντε χρόνια μεγαλύτερός της. Εκείνος είχε χαμογελάσει αργά, αποκαλύπτοντας το λακκάκι στο ένα του μάγουλο, και είχε απλώσει την κορδέλα προς το μέρος της. «Επιμένω». Και είχε υποκλιθεί. Εκείνη τη στιγμή, η Αμέλια είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν αριστοκράτης, και μάλιστα πλούσιος. Ήταν ντυμένος απλά, σαν γαιοκτήμονας, με σπορ σακάκι, κιλότα και μπότες ιππασίας, αλλά εκείνη ένιωσε αμέσως το κύρος του. «Δεν το θεωρώ πρέπον, κύριε, να δεχτώ ένα δώρο από άγνωστο». Η Αμέλια σκόπευε να φερθεί με ευπρέπεια, αλλά ακόμα κι εκείνη κατάλαβε πόσο ταραγμένη είχε ακουστεί. Τα μάτια του είχαν λάμψει εύθυμα. «Έχετε δίκιο. Γι’ αυτό, θα πρέπει να το διορθώσουμε αυτό αμέσως. Θα ήθελα να συστηθούμε». Η καρδιά της είχε χτυπήσει σαν τρελή. «Δεν μπορούμε να συστηθούμε μόνοι μας», είχε καταφέρει να ψελλίσει κοκκινίζοντας. «Γιατί όχι; Είμαι ο Γκρένβιλ, ο Σάιμον Γκρένβιλ. Και θα ήθελα να γνωριστώ μαζί σας». Αρκετά σαστισμένη, ίσως και ήδη ερωτοχτυπημένη. η Αμέλια είχε πάρει την κορδέλα. Και ο Σάιμον Γκρένβιλ, ο μικρότερος γιος του κόμη του Σεντ Τζαστ, την είχε επισκεφτεί στο σπίτι της την επόμενη μέρα. Η Αμέλια είχε νιώσει σαν την πριγκίπισσα του παραμυθιού. Ο Γκρένβιλ είχε φτάσει στο Γκρέιστοουν Μάνορ με μια όμορφη άμαξα που την τραβούσαν δυο υπέροχα άλογα και την είχε πάρει για πικνίκ στους λόφους. Από την πρώτη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι της στην άμαξά του, η έλξη ανάμεσά τους ήταν αστραπιαία. Την είχε φιλήσει εκείνο το πρώτο απόγευμα και εκείνη του είχε ανταποδώσει το φιλί. Ο Λούκας του είχε απαγορεύσει αμέσως να την επισκέπτεται. Η Αμέλια τον είχε ικετεύσει να αλλάξει γνώμη, αλλά ο α53


δερφός της είχε αρνηθεί, επιμένοντας ότι ήθελε να την προστατεύσει, επειδή ο Γκρένβιλ ήταν ακόλαστος και άσωτος. Αλλά ο Σάιμον δεν του είχε δώσει σημασία, του είχε γελάσει κατάμουτρα. Είχε ακολουθήσει ένα κρυφό ραντεβού. Είχαν συναντηθεί στο χωριό και εκείνος την είχε πάρει για μια βόλτα στους εντυπωσιακούς ροδώνες του Σεντ Τζαστ Χολ, όπου και πάλι είχαν αγκαλιαστεί με πάθος... Ο Λούκας είχε φύγει για να επιβλέψει το ορυχείο ή το λατομείο τους, δε θυμόταν ποιο ακριβώς, πιστεύοντας ότι εκείνη θα τον υπάκουγε. Αλλά εκείνη δεν το έκανε. Ο Σάιμον ερχόταν και την έπαιρνε κάθε μέρα για βόλτα με την άμαξα, για περιπάτους, για τσάι, ακόμα και για ψώνια. Πριν περάσει μια βδομάδα, τον είχε ερωτευτεί τρελά. Η Αμέλια δεν μπορούσε να αντέξει αυτές τις αναμνήσεις. Το κορμί της είχε πάρει φωτιά, λες και λαχταρούσε να βρεθεί πάλι μαζί του. Ανακάθισε και πέταξε από πάνω της τα σκεπάσματα, αδιαφορώντας για τον ψυχρό αέρα. Κατέβασε τα γυμνά πόδια της στο πάτωμα. Είχε φερθεί εντελώς ηλίθια. Σαν πρόβατο που είχε πέσει στο στόμα του λύκου. Ω, τώρα το ήξερε. Εκείνος δεν είχε ποτέ σοβαρό σκοπό απέναντι της, διαφορετικά δε θα είχε φύγει όπως έφυγε. Ευτυχώς που δεν είχε υποκύψει ποτέ στον πειρασμό, ευτυχώς που δεν του είχε επιτρέψει να την αποπλανήσει εντελώς. «Θέλω απελπισμένα να είμαι μαζί σου», της είχε ψιθυρίσει, ανασαίνοντας βαριά. Ήταν αγκαλιασμένοι στο κιόσκι πίσω από το σπίτι. Της είχε προσφέρει ανείπωτη ηδονή. Ήταν ξαναμμένη και χαρούμενη και ήθελε απελπισμένα να ολοκληρώσουν τη σχέση τους. «Και εγώ το θέλω», του είχε απαντήσει, και το εννοούσε. «Αλλά δεν μπορώ, Σάιμον, το ξέρεις ότι δεν μπορώ...» Ήθελε να είναι ανέγγιχτη τη νύχτα του γάμου τους. Ήθελε να του χαρίσει την παρθενιά της τότε. Το βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει, αλλά δεν είχε κάνει κανένα σχόλιο, και εκείνη είχε αναρωτηθεί πότε -πότε, όχι αν- θα της έκανε πρόταση γάμου. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι οι προθέσεις του ήταν έντιμες. Ήξερε ότι την αγαπούσε όσο τον αγαπούσε κι εκείνη. Ο Σάιμον είχε συνεχίσει να τη φλερτάρει επί έξι βδομάδες. Ύστερα, μια μέρα, ο ιπποκόμος είχε φτάσει τρέχοντας στο σπίτι της και τους είχε ανακοινώσει ότι ο Γουίλιαμ Γκρένβιλ ή54


ταν νεκρός. Τον είχαν βρει στους λόφους με σπασμένο το σβέρκο, πέφτοντας προφανώς από το άλογό του. Η οικογένεια είχε βυθιστεί σε βαρύ πένθος. Η Αμέλια είχε μείνει εμβρόντητη. Είχε συναντήσει πολλές φορές τον Γουίλ και ήταν όλα όσα θα περίμενε κανείς από τον κληρονόμο του κόμη -ευγενής, σωστός, όμορφος γοητευτικός. Και ο Σάιμον τον λάτρευε, το ήξερε πολύ καλά αυτό. Μιλούσε συχνά γι’ αυτόν με μεγάλη περηφάνια. Είχε τρέξει αμέσως στο Σεντ Τζαστ Χολ για να εκφράσει προσωπικά τα συλλυπητήριά της στον Σάιμον, αλλά η οικογένεια δε δεχόταν επισκέψεις. Έτσι, είχε γράψει ένα βιαστικό σημείωμα και το είχε δώσει σε έναν υπηρέτη. Ο Σάιμον δεν της είχε απαντήσει. Λίγες μέρες αργότερα, τα νέα ήταν ακόμα πιο συνταρακτικά. Η οικογένεια είχε φύγει από την Κορνουάλη και ο Σάιμον είχε φύγει μαζί τους. Δεν της είχε γράψει. Και δεν είχε επιστρέφει. Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι στεκόταν ξυπόλυτη μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, φορώντας μόνο τη νυχτικιά της. Χωρίς να το έχει καταλάβει, ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό της. Ρίγησε. Ο Σάιμον δεν την είχε αγαπήσει ποτέ πραγματικά. Η συμπεριφορά του εκείνο το καλοκαίρι ήταν πέρα για πέρα αξιοκατάκριτη. Σκούπισε το δάκρυ. Για κάποιον περίεργο λόγο, ένιωθε πληγωμένη. Ήταν δυνατό να νιώθει ακόμα πληγωμένη μετά από τόσα χρόνια; Και εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκε τον πατέρα της. Ήταν κι εκείνος ακόλαστος και άσωτος, τώρα το ήξερε, αλλά δεν το ήξερε όταν ήταν παιδί. Η Αμέλια λάτρευε τον όμορφο, εκθαμβωτικό πατέρα της, και τη λάτρευε κι εκείνος. Της το έλεγε κάθε τόσο. Την έπαιρνε μαζί του όταν έκανε το γύρο στις φάρμες που νοίκιαζε στους χωρικούς και την επαινούσε για κάθε μικρό κατόρθωμά της. Και ύστερα, μια μέρα, είχε φύγει. Είχε εγκαταλείψει τη γυναίκα του και τα παιδιά του για να απολαύσει τα καζίνα και τις πόρνες στο Αμστερνταμ και στο Παρίσι. Η Αμέλια ήταν επτά χρονών όταν τους είχε εγκαταλείψει ο μπαμπάς. Ήταν σίγουρη ότι θα γυρνούσε. Της είχε πάρει χρόνια για να συνειδητοποιήσει ότι ο πατέρας της δε θα γυρνούσε ποτέ. Αλλά στην περίπτωση του Σάιμον είχε καταλάβει σχεδόν 55


αμέσως ότι δε θα ξαναρχόταν. Είχε φύγει χωρίς ούτε μια λέξη. Δεν την είχε αγαπήσει πραγματικά. Η προδοσία του μπαμπά την είχε σαστίσει. Η προδοσία του Σάιμον την είχε συντρίψει. Ένα χρόνο αργότερα, όταν εκείνος είχε παντρευτεί την κληρονόμο των Λάμπερτ, δεν είχε εκπλαγεί... Η Αμέλια κοίταξε έξω τη θάλασσα. Από το σημείο που στεκόταν μπορούσε να δει τα μαύρα νερά του Ατλαντικού να λαμπυρίζουν. Μόνο μια πολύ αφελής, πολύ νέα και πολύ αθώα κοπέλα θα είχε πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι ο γιος του Σεντ Τζαστ, κληρονόμος του ή όχι, θα ενδιαφερόταν ποτέ πραγματικά γι’ αυτή. Μπορεί να κατηγορούσε εκείνον που την είχε κυνηγήσει και παραλίγο να την αποπλανήσει, αλλά δεν μπορούσε να κατηγορήσει παρά μόνο τον εαυτό της για την ηλιθιότητά της που τον είχε ερωτευτεί και μετά είχε γίνει η καρδιά της κομμάτια. Ε, λοιπόν, υπήρχαν και καλά νέα. Δεν ήταν πια μια εύπιστη κοπελίτσα. Είχε περισσότερο μυαλό. Ο Γκρένβιλ δεν ήταν για εκείνη. Μπορεί να τη γοήτευε, να ξεσήκωνε τις αισθήσεις της, αλλά δεν ήταν γραφτό της. Τώρα πενθούσε, είχε χάσει τη γυναίκα του. Ήταν ο γείτονάς της, τίποτα περισσότερο. Αν μπορούσε να βοηθήσει τα παιδιά του, θα το έκανε μετά χαράς. Ευχόταν να μπορούσε να βοηθήσει ακόμα και εκείνον, γιατί τον είχε συγχωρέσει για το παρελθόν. Αλλά δε θα υπήρχε τίποτα προσωπικό μεταξύ τους. Είχε πάρει το μάθημά της εδώ και πάρα πολύ καιρό. Η Αμέλια δεν ένιωσε καλύτερα. Είχε συσσωρευτεί πολύ μεγάλη ένταση μέσα της -και πολλά αναπάντητα ερωτήματα. *** Έρχονταν για εκείνον. Άκουγε τα σιγανά, σταθερά βήματα και ήταν τρομοκρατημένος. Γράπωσε τα κάγκελα του κελιού του, σίγουρος πως αυτή τη φορά δε θα γλίτωνε. Τον είχαν πιάσει. Ήταν στη λίστα των καταδικασμένων. Θα κατέληγε στην γκιλοτίνα... Φρικιαστικές εικόνες άστραψαν στο μυαλό του, των αθώων που γονάτιζαν μπροστά στην γκιλοτίνα -κάποιοι σε κατάσταση υστερίας, άλλοι σιωπηλοί και στωικοί- και μετά του φίλου του, που πριν μερικές μέρες είχε απευθυνθεί στο πλήθος καθώς ανέβαινε εκείνα τα αιματοβαμμένα σκαλοπάτια: «Μην 56


ξεχάσετε να δείξετε το κεφάλι μου στον κόσμο!» Το διψασμένο για αίμα πλήθος είχε ζητωκραυγάσει, εκείνος όμως ήθελε να κλάψει, μόνο που δεν είχε τολμήσει, γιατί ήταν μαζί του ο Λαφλέρ, που τον παρακολουθούσε άγρυπνα, ψάχνοντας το παραμικρό σημάδι αδυναμίας... Έβαλε τις φωνές, επειδή ήταν εκεί και ο Γουίλ, ανέβαινε τα αιματοβαμμένα σκαλοπάτια. Ούρλιαζε. Η πελώρια σιδερένια λεπίδα κατέβηκε. Το αίμα ξεχύθηκε, θολώνοντας την όρασή του, καθώς το μωρό έκλαιγε γοερά. Ο Σάιμον Γκρένβιλ ανακάθισε λαχανιασμένος, λουσμένος στον ιδρώτα. Ήταν στον καναπέ του καθιστικού στα ιδιωτικά δια-μερίσματά του, όχι ανάμεσα στο μαινόμενο πλήθος στην Πλας ντε λα Ρεβολουσιόν στο Παρίσι -ένα μέρος στο οποίο ο Γουίλ δεν είχε βρεθεί ποτέ! Ο Σάιμον βόγκηξε, οι κρόταφοί του σφυροκοπούσαν, καθώς το μωρό ούρλιαζε ακόμα πιο δυνατά. Τα μάγουλά του ήταν μουσκεμένα από δάκρυα και τα σκούπισε με το μανίκι του. Ύστερα έτρεξε στο δοχείο νυκτός και έκανε εμετό, κυρίως το ουίσκι που έπινε συνεχώς από την προηγούμενη μέρα μετά την κηδεία. Πότε θα σταματούσαν οι εφιάλτες; Είχε μείνει φυλακισμένος τρεις μήνες και έξι μέρες. Είχε αποφυλακιστεί πάνω στην ώρα για να παραστεί στη δίκη του Νταντόν, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει από το Παρίσι για το Λονδίνο. Τον τελευταίο χρόνο, ο Ζορζ Νταντόν είχε γίνει πιο μετριοπαθής και μια φωνή της λογικής, αλλά αυτό είχε εξοργίσει τον Ροβεσπιέρο και, τελικά, είχε εξασφαλίσει το θάνατό του. Ο Σάιμον δεν ήθελε να θυμάται τον εαυτό του να στέκεται ανίσχυρος μέσα στο πλήθος, προσποιούμενος ότι χειροκροτούσε την εκτέλεση, ενώ αισθανόταν τέτοια ναυτία, που με δυσκολία είχε κρατηθεί να μην κάνει εμετό. Μετά την εκτέλεση, ο Ιακωβίνος τον είχε κεράσει ένα ποτήρι κρασί σ’ ένα κοντινό πανδοχείο, δηλώνοντάς του ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος που ο «Ανρί Ζουρντάν» έφευγε για το Λονδίνο. Η χρονική συγκυρία δε θα μπορούσε να ήταν καλύτερη, είχε πει. Η γραμμή των συμμάχων εκτεινόταν από τα δυτικά προς τα ανατολικά από την Υπρ μέχρι τη Βαλανσιέν και τον ποταμό Μεζ, τη Ναμύρ και το Τριέ. Οι Γάλλοι περίμεναν σύντομα μια εισβολή από το Βέλγιο. Ο Λαφλέρ του είχε βάλει μια λίστα στο χέρι. «Αυτοί είναι οι σύνδεσμοί σου στο Λονδίνο». 57


Ο Σάιμον είχε επιστρέφει στο διαμέρισμά του για τελευταία φορά, όπου είχε βρει έναν από τους αγγελιοφόρους του Γουόρλοκ. Για μια στιγμή είχε σκεφτεί πως τον είχαν ξεσκεπάσει, αλλά ο αγγελιοφόρος τού είχε πει ότι η γυναίκα του ήταν νεκρή... Ο Σάιμον σηκώθηκε παραπαίοντας -ήταν ακόμα πολύ θολωμένος. Και αυτό τον βόλευε μια χαρά. Πήγε σ’ έναν όμορφο μπουφέ και σέρβιρε άλλο ένα ουίσκι. Το μωρό συνέχισε να κλαίει και ο Σάιμον πέταξε μια βρισιά. Αρκετά προβλήματα είχε και χωρίς αυτό το αναθεματισμένο παιδί. Το μισούσε το μπάσταρδο, αλλά όχι όσο μισούσε τον εαυτό του. Είχε γλιτώσει, ωστόσο, από την γκιλοτίνα. Πόσοι Γάλλοι πολιτικοί κρατούμενοι θα μπορούσαν να το ισχυριστούν αυτό; Σκέφτηκε τους συγγενείς του στη Λυόν. Δεν είχε συναντήσει ποτέ κανέναν και τώρα ήταν όλοι νεκροί, θύματα της εκδίκησης της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας, που είχε διατάξει την καταστροφή της εξεγερμένης πόλης. Ο ξάδερφός του, ο πραγματικός Ανρί Ζουρντάν, ήταν ανάμεσα στους νεκρούς. Ο Σάιμον είχε απόλυτη επίγνωση ότι βάδιζε σε τεντωμένο σκοινί. Ένα παραπάτημα και θα έπεφτε είτε στα νύχια των Γάλλων αφεντών του είτε στα νύχια του Γουόρλοκ. Ο κόμης του Σεντ Τζαστ ήταν πολύ γνωστός. Όταν θα συναντιόταν με τους Ιακωβίνους συνδέσμους του, θα έπρεπε να είναι πάρα πολύ προσεκτικός ώστε να μην τον αναγνωρίσει κανείς. Θα έπρεπε να υιοθετήσει κάποια μεταμφίεση -γενειάδα, το φυσικό χρώμα των μαλλιών του, φτωχικά ρούχα. Ίσως χρησιμοποιούσε και κιμωλία ή ασβέστη για να προσθέσει μια ψεύτικη ουλή στο πρόσωπό του. Ένιωσε πάλι το κάψιμο στο στομάχι του. Αν ο Λαφλέρ μάθαινε ποτέ ότι ήταν ο Σάιμον Γκρένβιλ, όχι ο Ανρί Ζουρντάν, τότε η ζωή του θα κινδύνευε άμεσα -το ίδιο και των γιων του. Δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για τις ακρότητες στις οποίες θα μπορούσαν να φτάσουν οι ριζοσπάστες. Είχε δει παιδιά να καταλήγουν στην γκιλοτίνα επειδή οι πατεράδες τους δεν ήταν πιστοί στην Πατρίδα. Το προηγούμενο φθινόπωρο, κάποιος είχε επιχειρήσει να δολοφονήσει τον Μπέντφορντ έξω από το ίδιο του το σπίτι. Τον Γενάρη είχε γίνει απόπειρα κατά του υπουργού Πολέμου την ώρα που έμπαινε στην άμαξά του έξω από το Κοινοβούλιο. Στη Βρετανία κρύβονταν τώρα πολλοί εμι58


γκρέδες που φοβούνταν για τη ζωή τους. Γιατί να πιστέψει πως οι γιοι του ήταν ασφαλείς; Όλοι ήξεραν ότι το Λονδίνο ήταν γεμάτο πράκτορες και κατασκόπους, και σύντομα θα είχε άλλον ένα. Το εύρος της Τρομοκρατίας ήταν απέραντο. Το εκδικητικό φίδι είχε εισχωρήσει πλέον στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Σάιμον κατέβασε το μισό ουίσκι του. Δεν ήξερε για πόσο θα μπορούσε να παίζει αυτό το διπλό παιχνίδι χωρίς να χάσει στο τέλος το κεφάλι του. Ο Λαφλέρ ήθελε πληροφορίες για τις προετοιμασίες των Συμμάχων για τον πόλεμο το συντομότερο δυνατόν -πριν την επικείμενη εισβολή στη Φλάνδρα. Και αυτό σήμαινε ότι ο Σάιμον θα έπρεπε να επιστρέψει στο Λονδίνο αμέσως, γιατί αποκλείεται να μάθαινε σημαντικά κρατικά μυστικά στην Κορνουάλη. Ωστόσο, ήταν πατριώτης. Θα έπρεπε να προσέχει πάρα πολύ να μην προδώσει κάποια πραγματικά σημαντική πληροφορία για τις προσπάθειες των Συμμάχων. Και ταυτόχρονα, ο Γουόρλοκ ήθελε από εκείνον να ανακαλύψει όσο γινόταν περισσότερα γαλλικά μυστικά. Μπορεί ακόμα και να ήθελε να επιστρέψει ο Σάιμον στο Παρίσι. Πραγματικά, το σκοινί ήταν πολύ τεντωμένο. Στο τέλος όμως θα έκανε αυτό που έπρεπε γιατί ήταν αποφασισμένος να προστατέψει τους γιους του. Θα πρόδιδε την πατρίδα του γι’ αυτούς, θα πέθαινε για χάρη τους, αν χρειαζόταν. Το μωρό έκλαψε πάλι. Και ο Σάιμον απλώς έσπασε. Πέταξε το ποτήρι του στον τοίχο, όπου έγινε κομμάτια. Ανάθεμα την Ελίζαμπεθ που τον άφησε με το μπάσταρδό της! Μετά κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. Και άρχισε να κλαίει. Έκλαψε για τους γιους του, που αγαπούσαν τη μητέρα τους και τη χρειάζονταν ακόμα. Έκλαψε για τον Νταντόν και για όλους τους συγγενείς του που είχαν πέσει θύματα της γκιλοτίνας. Έκλαψε γι’ αυτούς που δε γνώριζε επαναστάτες και βασιλικούς, ευγενείς και κληρικούς, γέρους, γυναίκες και παιδιά... πλούσιους και φτωχούς, γιατί τούτες τις μέρες έφτανε ακόμα και η υποψία ενοχής ή απλής σχέσης για να χάσουν και οι φτωχοί τα κεφάλια τους, κι ας ήταν εντελώς αθώοι όπως οι γιοι του... Υπέθεσε ότι έκλαψε ακόμα και γι’ αυτό το αναθεματισμένο μπάσταρδο, επειδή δεν είχε τίποτα και κανέναν στον κόσμο -όπως ακριβώς και εκείνος. 59


Και μετά, μέσα στα δάκρυά του, γέλασε. Το μπάσταρδο είχε την Αμέλια Γκρέιστοουν. Να πάρει η οργή, γιατί είχε έρθει η Αμέλια στην κηδεία; Γιατί είχε εισβάλει στο σπίτι του; Γιατί δεν είχε αλλάξει καθόλου; Ανάθεμά την! Όλα είχαν αλλάξει. Εκείνος είχε αλλάξει. Δεν αναγνώριζε πια ούτε ο ίδιος τον εαυτό του! Συνέχισε να αναθεματίζει την Αμέλια, γιατί εκείνος ζούσε μέσα στο σκοτάδι και στο φόβο, ξέροντας πως δεν μπορούσε να ξεφύγει και πως το φως που του πρόσφερε εκείνη ήταν μια ψευδαίσθηση. *** «Αμέλια, καλή μου, γιατί πακετάρεις τα ρούχα μου;» Είχαν περάσει δύο μέρες από την κηδεία και η Αμέλια δε θυμόταν να ήταν τόσο απασχολημένη άλλη φορά. Παρ’ όλα αυτά, ενώ ετοιμαζόταν να κλείσει το σπίτι, οι σκέψεις της όλο και ξεστράτιζαν από τις δουλειές που είχε να κάνει. Ειλικρινά, από τη μέρα της κηδείας, δεν είχε πάψει να ανησυχεί για τα παιδιά του Γκρένβιλ. Θα έπρεπε να κάνει μια επίσκεψη για να βεβαιωθεί ότι ήταν όλα καλά. Χαμογέλασε στη μαμά που είχε διαύγεια εκείνη τη στιγμή. Στέκονταν στη μέση της μικρής, γυμνής κρεβατοκάμαράς της με το ένα παράθυρο που έβλεπε στη λασπωμένη μπροστινή πελούζα. «Θα πάμε να περάσουμε την άνοιξη στην πόλη», της απάντησε πρόσχαρα. Αλλά δεν ήταν πραγματικά χαρούμενη. Δεν ανυπομονούσε πια τόσο να φύγει από την Κορνουάλη. Δε θα μπορούσε να προσφέρει παρηγοριά σε αυτά τα παιδιά αν βρισκόταν μίλια μακριά. Στο διάδρομο έξω από το δωμάτιο της μαμάς ακούστηκαν τα βαριά βήματα του Γκάρετ. Η Αμέλια γύρισε και κοίταξε τον εύσωμο υπηρέτη που σταμάτησε στο κατώφλι. «Έχετε μια επίσκεψη, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Την κυρία Μέρντοκ, από το Σεντ Τζαστ Χολ». Η καρδιά της Αμέλια σκίρτησε. «Μαμά, περίμενε εδώ! Συμβαίνει κάτι;» φώναξε, προσπερνώντας τον Σκοτσέζο και διασχίζοντας βιαστικά το διάδρομο. «Φαίνεται μάλλον ανήσυχη», της φώναξε εκείνος χωρίς να την ακολουθήσει, γιατί ήξερε πολύ καλά το καθήκον του σπάνια άφηναν μόνη της τη μαμά. Η γκριζομάλλα γκουβερνάντα πηγαινοερχόταν στο μεγάλο 60


σαλόνι μπροστά στις δυο πολυθρόνες με το βυσσινί βελούδο που ήταν τοποθετημένες απέναντι από το μεγάλο πέτρινο τζάκι. Μια τεράστια ταπισερί κρεμόταν στο διπλανό τοίχο πάνω από ένα μακρόστενο ξύλινο πάγκο με σκαλιστά πόδια. Το πάτωμα ήταν πέτρινο και καλυμμένο με παλιά χαλιά. Ωστόσο, ένα καινούριο, πολύ όμορφο, γυαλιστερό πιάνο ήταν τοποθετημένο σε μια γωνιά του δωματίου, πλαισιωμένο από έξι επίσης καινούριες καρέκλες με χρυσοποίκιλτα πόδια και χρυσαφιά καθίσματα. Το πιάνο και οι καρέκλες ήταν το δώρο που είχε κάνει πρόσφατα στην Τζούλιαν η γηραιά κόμισσα του Μπέντφορντ. Η κυρία Μέρντοκ δεν είχε κανέναν άλλο μαζί της. Η Αμέλια συνειδητοποίησε πως κρυφά μέσα της ήλπιζε ότι η γκουβερνάντα είχε φέρει το μωρό. Ήθελε πάρα πολύ να το δει και να το κρατήσει ξανά στην αγκαλιά της. Ήταν χαζό, όμως, να νιώσει απογοήτευση. Το μόνο που δε χρειαζόταν το μωρό ήταν ένα ταξίδι στην παγωμένη Κορνουάλη. «Καλημέρα, κυρία Μέρντοκ. Πολύ ευχάριστη έκπληξη», τη χαιρέτησε, ενώ καιγόταν να τη ρωτήσει μήπως συνέβαινε κάτι. Η κυρία Μέρντοκ έτρεξε προς το μέρος της δακρυσμένη. «Αχ, δεσποινίς Γκρέιστοουν, τα έχω χαμένα. Αυτό ισχύει για όλους μας!» αναφώνησε και έπιασε τα χέρια της Αμέλια. «Τι συνέβη;» ρώτησε η Αμέλια έντρομη. «Στο Σεντ Τζαστ Χολ βασιλεύει το χάος», δήλωσε η γκουβερνάντα με το προγούλι της να τρέμει. «Δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα!» Η Αμέλια την αγκάλιασε από τους ώμους και συνειδητοποίησε ότι η γκουβερνάντα έτρεμε, τόσο ταραγμένη ήταν. «Ελάτε, καθίστε και πείτε μου τι συμβαίνει», της είπε μαλακά. ‘ «Το μωρό κλαίει μέρα νύχτα. Δεν πίνει σχεδόν καθόλου γάλα! Τα αγόρια αποφάσισαν να κάνουν του κεφαλιού τους έχουν αγριέψει! Δεν πηγαίνουν στην τάξη, αρνούνται να υπακούσουν τον σινιόρ Μπαρέλι και τριγυρίζουν όλη μέρα στο κτήμα σαν αλητάκια. Χτες ο λόρδος Γουίλιαμ το έσκασε -μόνος του- και έλειψε ώρες! Και δεν μπορούσαμε να βρούμε τον Τζον όπως αποδείχτηκε, είχε κρυφτεί στη σοφίτα!» Άρχισε να κλαίει. «Αν δε με χρειάζονταν τόσο, θα σηκωνόμουν και θα έφευγα από αυτό το απαίσιο μέρος». Δεν είχε πει λέξη για τον Γκρένβιλ. «Τα αγόρια πενθούν. Είναι καλά παιδιά, το είδα αυτό, σύντομα θα πάψουν να φέρονται 61


άσχημα». Η Αμέλια εννοούσε την κάθε της λέξη. «Τους λείπει η μητέρα τους, σε όλους μας λείπει!» Η κυρία Μέρντοκ έπνιξε ένα λυγμό. Η Αμέλια της έσφιξε τον ώμο. «Και ο λόρδος;» Η κυρία Μέρντοκ σταμάτησε να κλαίει. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα προτού πει: «Ο κόμης έχει κλειδωθεί στα δωμάτιά του». Η Αμέλια σφίχτηκε. «Τι εννοείτε;» «Έχει να βγει από τα διαμερίσματά του από την κηδεία, δεσποινίς Γκρέιστοουν». *** Μία ώρα αργότερα, η Αμέλια έμπαινε στο Σεντ Τζαστ Χολ πίσω από την κυρία Μέρντοκ, τινάζοντας τη βροχή από το παλτό της. Βασίλευε τέτοια ησυχία στο χολ με το μαρμάρινο πάτωμα, που και καρφίτσα να έπεφτε θα την άκουγες. Έξω η βροχή χτυπούσε τα παράθυρα και τη στέγη. Ευτυχώς, γιατί ο θόρυβος αυτός έπνιγε το δικό της χτυποκάρδι. «Πού είναι τα παιδιά;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Όταν έφυγα, είχαν βγει και τα δύο έξω. Βέβαια, τώρα βρέχει». Αν τα αγόρια ήταν ακόμα έξω, θα αρρώσταιναν άσχημα. Ένας υπηρέτης με λιβρέα έκανε την εμφάνισή του και η Αμέλια του έδωσε το βρεγμένο παλτό της. «Πώς ονομάζεστε, κύριε;» τον ρώτησε αυστηρά. «Λόιντ», της απάντησε εκείνος και έκανε μια υπόκλιση. «Τα παιδιά είναι στο σπίτι;» «Μάλιστα, κυρία, επέστρεψαν πριν από μία ώρα, όταν άρχισε να βρέχει». «Πού είχαν πάει;» «Μάλλον στους στάβλους. Ήταν γεμάτα σανό και μύριζαν και τα δύο». Τουλάχιστον ήταν ασφαλή μέσα στο σπίτι. Η Αμέλια κοίταξε την κυρία Μέρντοκ, η οποία περίμενε εμφανώς καθοδήγηση από εκείνη. Ξερόβηξε. Η καρδιά της χτύπησε ακόμα πιο δυνατά. «Και ο λόρδος;» Στο πρόσωπο του υπηρέτη απλώθηκε μια έκφραση απόγνωσης. «Παραμένει κλεισμένος στα διαμερίσματα του, κυρία». Η Αμέλια ξεφύσηξε εκνευρισμένη και είπε: «Ειδοποίησέ τον ότι ήρθε να τον επισκεφτεί η δεσποινίς Γκρέιστοουν». Ο Λόιντ δίστασε, σαν να σκεφτόταν να φέρει αντίρρηση. Η 62


Αμέλια κούνησε το κεφάλι της για να τον ενθαρρύνει κι εκείνος έφυγε. «Θα πω να φέρουν τσάι», είπε ξαφνικά η κυρία Μέρντοκ και έφυγε. Η Αμέλια συνειδητοποίησε πως όλοι φοβούνταν τον Γκρένβιλ. Ώστε η κυρία Μέρντοκ δεν υπερέβαλλε. Άρχισε να βηματίζει πέρα δώθε. Πώς ήταν δυνατό να είχε κλειδωθεί στα διαμερίσματά του; Στη διαδρομή η κυρία Μέρντοκ της είχε αποκαλύψει ένα εκπληκτικό και ανησυχητικό γεγονός: ο Γκρένβιλ είχε να δει τα παιδιά του από τη μέρα της κηδείας. Αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Ήταν εγωιστικό! Ο υπηρέτης γύρισε κάμποσα λεπτά αργότερα. «Δε νομίζω ότι ο κόμης δέχεται επισκέψεις, δεσποινίς Γκρέιστοουν», της είπε κοκκινίζοντας. «Τι σου είπε;» «Δεν απάντησε όταν χτύπησα την πόρτα». Η Αμέλια δίστασε. Αν ο Γκρένβιλ δε σκόπευε να κατέβει να της μιλήσει, τότε θα αναγκαζόταν να ανέβει εκείνη. Η σκέψη την τρόμαζε, αλλά πάλεψε να βρει το κουράγιο και κοίταξε τον Λόιντ. «Οδήγησέ με στα διαμερίσματά του». Ο υπηρέτης έγινε κάτασπρος, αλλά έγνεψε καταφατικά και την οδήγησε στο διάδρομο και από εκεί στη σκάλα. Σταμάτησαν μπροστά σε μια βαριά πόρτα από τικ. Ο Λόιντ είχε χλομιάσει ακόμα περισσότερο το Ίρα και η Αμέλια ευχήθηκε να μην τον απέλυε ο Γκρένβιλ για το θράσος του. «Ίσως θα ήταν καλύτερα να φύγεις», ψιθύρισε. Και εκείνος έφυγε τρέχοντας. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε, αλλά δεν είχε περιθώριο επιλογής. Σήκωσε το χέρι της και χτύπησε την πόρτα. Καμιά απάντηση. Ξαναχτύπησε. Σιωπή. Αυτή τη φορά έσφιξε τη γροθιά της και κοπάνησε δυνατά την πόρτα. «Γκρένβιλ! Άνοιξε!» Και πάλι καμιά απάντηση, αν και της φάνηκε ότι άκουσε κάποιο βήμα. «Γκρένβιλ!» Χτύπησε τη γροθιά της πολλές φορές στην πόρτα. «Είμαι η Αμέλια Γκρέιστοουν. Θέλω...» Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Η Αμέλια δεν αποτέλειωσε την πρότασή της. Ο Σάιμον στεκόταν μπροστά της, ντυμένος μόνο με ένα ξεκούμπωτο πουκάμισο που άφηνε ακάλυπτο το μισό μυώδες στέρνο του και το παντελόνι του. Δε φορούσε κάλτσες ούτε παπούτσια. Τα γέ63


νια του είχαν μεγαλώσει και ήταν αχτένιστος. Τα σκούρα, σχεδόν μαύρα μαλλιά του έφταναν στους ώμους του. Την κοίταξε με δυσαρέσκεια. Η Αμέλια δεν ήξερε τι περίμενε, πάντως σίγουρα δεν περίμενε να την υποδεχτεί τόσο ατημέλητος. Στη μύτη της έφτασε η μυρωδιά του ουίσκι. «Γκρένβιλ... Σ’ ευχαριστώ που ήρθες στην πόρτα», τραύλισε. Το στόμα του στράβωσε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Αμέλια. Ήρθες να σώσεις την ψυχή μου;» Γέλασε σιγανά. «Οφείλω να σε προειδοποιήσω, κανείς δεν μπορεί να με σώσει, ούτε καν εσύ». Η Αμέλια δεν κουνήθηκε. Μια γνώριμη λάμψη σιγόκαιγε στα σκούρα μάτια του. Και το χειρότερο, η δική της καρδιά χτυπούσε σαν τρελή, και για μια στιγμή έμεινε άφωνη. Τι μπορεί να σκεφτόταν ο Σάιμον; Εκείνος της χαμογέλασε σαγηνευτικά. «Είσαι βρεγμένη. Πέρασε μέσα... αν τολμάς». Η Αμέλια είχε ξανακούσει αυτό τον τόνο. Σκόπευε να τη φλερτάρει; Ή, ακόμα χειρότερα, να την αποπλανήσει; Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ. «Σίγουρα δε με φοβάσαι, έτσι δεν είναι;» Η Αμέλια πάλεψε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Είχε έρθει να τον δει επειδή το σπιτικό του βρισκόταν σε κατάσταση χάους και κανείς δεν το κουμαντάριζε. Τα παιδιά του τον χρειάζονταν. Κάποιος έπρεπε να τα φροντίσει! Ένα μέρος της αυτοκυριαρχίας της επανήλθε. Ποτέ άλλοτε δεν έδειχνε τόσο επικίνδυνος και τόσο έκλυτος -πρέπει να έπινε ασταμάτητα. Έμειναν να κοιτάζονται στο κατώφλι του καθιστικού του. Τελικά η Αμέλια έριξε μια ματιά μέσα. Ο χώρος βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Τα μαξιλάρια του καναπέ ήταν στο πάτωμα. Ποτήρια, άλλα άδεια και άλλα μισογεμάτα, ήταν παρατημένα στα διάφορα τραπεζάκια. Μια λάμπα ήταν στο πάτωμα, σπασμένη. Το ίδιο και ένας καθρέφτης. Πολλές καράφες για ποτά στον μπουφέ ήταν άδειες. Υπήρχαν επίσης άδεια μπουκάλια κρασιού, καθώς και ένας σκούρος κόκκινος λεκές στο γαλάζιο τοίχο δίπλα στο τζάκι. Και τελικά είδε σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα. Είχε μεθύσει -και τον είχε πιάσει λύσσα. Είχε σπάσει τη λάμπα, τον καθρέφτη και ένας Θεός ήξερε τι άλλο. «Τι σκεφτόσουν και κατάντησες έτσι;» φώναξε, κυριευμένη από ειλικρινή 64


ανησυχία. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, αλλά εκείνη τον είχε ήδη παραμερίσει. Μετά γύρισε και έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Δεν ήθελε να δει κάποιος από το προσωπικό την κατάσταση των δωματίων του ή, ακόμα χειρότερα, τη δική του κατάσταση. «Ασε με να μαντέψω», γουργούρισε εκείνος ξανά. «Λαχταράς να μείνεις μόνη μαζί μου». Η Αμέλια ρίγησε, ευχόμενη να σταματήσει ο Γκρένβιλ το φλερτάρισμα. «Κάθε άλλο!» του πέταξε. «Ελπίζω να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου». Προχώρησε, μάζεψε τα σκορπισμένα μαξιλάρια και έφτιαξε τον καναπέ. Ωστόσο, παρ' όλο που ο θυμός της φούντωνε όλο και περισσότερο, η καρδιά της σφυροκοπούσε. Δεν της άρεσε να είναι μόνη μαζί του. Ήταν υπερβολικά αρρενωπός... υπερβολικά σαγηνευτικός. «Τι κάνεις;» Η Αμέλια γονάτισε και άρχισε να μαζεύει τα γυαλιά, χρησιμοποιώντας τη φούστα της σαν ποδιά. «Τακτοποιώ, Γκρένβιλ», του απάντησε χωρίς να τον κοιτάξει. Ίσως εκείνος αποφάσιζε να κουμπώσει το πουκάμισό του. «Υπάρχουν υπηρέτριες που καθαρίζουν αυτό το σπίτι». Εκείνη αρνήθηκε να γυρίσει προς το μέρος του, αλλά η εικόνα του, έτσι όπως ήταν μισόγυμνος. παρέμενε ζωντανή στο μυαλό της. «Δε θέλω να δει κανείς τα δωμάτιά σου σ’ αυτή την κατάσταση». Σηκώθηκε, πήγε στο καλάθι των αχρήστων και άδειασε μέσα την ποδιά της. Ύστερα γονάτισε και άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη. Την επόμενη στιγμή ένιωσε τα χέρια του να σφίγγουν τους ώμους της καθώς γονάτισε πίσω της και το σώμα της βρέθηκε κολλημένο στο δικό του. «Δεν είσαι υπηρέτρια, Αμέλια, είσαι καλεσμένη μου», της ψιθύρισε. Της ήταν αδύνατο να κουνηθεί. Το μυαλό της άδειασε εντελώς. Το κορμί του ήταν πελώριο και αρρενωπό, σκληρό και δυνατό. Αισθάνθηκε μικροσκοπική έτσι όπως την έσφιγγε πάνω του. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να ανασάνει. «Αμέλια», είπε εκείνος απαλά και ένιωσε τα χείλη του πάνω στο μάγουλό της. «Αφησέ με», φώναξε εκείνη, πασχίζοντας να ελευθερωθεί και να σηκωθεί όρθια. «Νόμιζα ότι σου άρεσε όταν σε κρατούσα στην αγκαλιά 65


μου», της ψιθύρισε στο αυτί. Δεν την ελευθέρωσε, δεν την άφησε να σηκωθεί. Ήταν απίστευτο, αλλά ο πόθος της φούντωσε. Τον ένιωσε σε κάθε μόριο, σε κάθε ίνα του κορμιού της. «Είσαι μεθυσμένος», τον κατηγόρησε. «Ναι, είμαι. Και είχα ξεχάσει πόσο μικροκαμωμένη και όμορφη είσαι και πόσο τέλεια ταιριάζεις στην αγκαλιά μου». Ο πανικός την όπλισε με ασυνήθιστη δύναμη -ή εκείνος είχε τελειώσει το παιχνίδι του μαζί της. Η Αμέλια ελευθερώθηκε. Πετάχτηκε όρθια και την ίδια στιγμή εκείνος ορθώθηκε πανύψηλος από πάνω της. Τον κοίταξε επιθετικά. «Τι στην ευχή έχεις στο μυαλό σου;» φώναξε. «Ότι είσαι πολύ όμορφη και ότι είμαστε μόνοι». Το διασκέδαζε. «Κοκκινίζεις». «Έχω γεράσει πια!» Τι ακριβώς είχε κάνει ο Σάιμον; Την είχε αγκαλιάσει; Είχε νιώσει στ’ αλήθεια το στόμα του στο μάγουλό της; Την είχε φιλήσει; Η Αμέλια τραβήχτηκε πίσω. Ήταν λάθος της να μπει στα διαμερίσματα του, τώρα το συνειδητοποιούσε. «Μη με ξαναγγίξεις!» τον προειδοποίησε. Τα σκούρα μάτια του άστραψαν. «Μπήκες εδώ με δική σου ευθύνη». «Τι σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι το ξέρεις, όπως το ξέρω κι εγώ, ότι δεν μπορείς να μου έχεις εμπιστοσύνη». Η Αμέλια δεν ήξερε τι να πει. Μόλις είχε κάνει μια πολύ άμεση αναφορά στο παλιό φλερτ του μαζί της -και στην προδοσία του. Έμεινε όρθια εκεί, με την πλάτη ακουμπισμένη στον μπουφέ, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα της. Εκείνος έσφιξε τις γροθιές του και τις έφερε στη μέση του. Την κοιτούσε αγέλαστος, ασυγκίνητος. Η Αμέλια ένιωσε να την κυριεύει απόγνωση, επειδή τώρα είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει το σκληρό στέρνο του. τις γωνιές στα πλευρά του, και να προσέξει ότι δεν είχε πάνω του ούτε ένα γραμμάριο περιττού λίπους. Ήταν πιο λεπτός απ’ ό,τι ήταν στα είκοσι ένα του. Ήταν σίγουρα πάρα πολύ αδύνατος. «Με τρως με τα μάτια σου», παρατήρησε ξερά εκείνος. Η Αμέλια τράβηξε το βλέμμα της από πάνω του και είδε κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη όχι μακριά από τα γυμνά 66


του πόδια. «Δεν είσαι ντυμένος αξιοπρεπώς». «Μη μου πεις ότι σ’ ενοχλούν τα γυμνά πόδια μου... Αμέλια;» Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και οι ματιές τους συναντήθηκαν. Το χαμόγελό του ήταν στραβό, το σκοτεινό βλέμμα του γεμάτο υπονοούμενα. «Έχεις δει πολύ περισσότερα από τις γυμνές γάμπες μου», της είπε. «Ήταν ανάρμοστο να το αναφέρεις αυτό!» του φώναξε εμβρόντητη, θυμήθηκε όμως να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του σε στιγμές πάθους και να σέρνει τα χέρια της πάνω σ' εκείνους τους σκληρούς μυς. «Ποτέ δεν ισχυρίστηκα ότι είμαι κύριος», την αντέκρουσε, αλλά έπιασε τις άκρες του πουκαμίσου του και το έκλεισε. Χωρίς, να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από το δικό της, το κούμπωσε. «Καλύτερα;» Δεν ήταν καθόλου καλύτερα. Η Αμέλια ήξερε ότι έπρεπε να εμποδίσει τις αναμνήσεις της να ξεχυθούν ελεύθερες. «Υπάρχουν σπασμένα γυαλιά παντού. Είσαι ξυπόλυτος», του είπε απότομα. Σαν να ξεμέθυσε ξαφνικά, της είπε: «Ένα θραύσμα γυαλιού δεν μπορεί να με πληγώσει». Η Αμέλια είδε πολλά κοψίματα στα πόδια του. Σήκωσε απότομα το βλέμμα της. «Το πόδι σου αιμορραγεί ήδη, Γκρένβιλ». Αυτό ήταν πιο ασφαλές έδαφος. Εκείνος γέλασε χλευαστικά. «Ανησυχείς για μερικές μικρές γρατζουνιές;» Η Αμέλια ανησυχούσε, αλλά όχι γι' αυτές τις γρατζουνιές! «Δε θέλεις να μολυνθούν», του είπε. «Άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα». Ο τόνος του ήταν σκληρός, απότομος, θυμωμένος. «Από ξιφολόγχες, από σφαίρες, από κανόνια, από την γκιλοτίνα. Κι εσύ ανησυχείς για μερικά γυαλάκια». Γέλασε, αλλά το γέλιο του ήταν τρομακτικό. Τον κοίταξε, τυλίγοντας τα μπράτσα γύρω της. Αναφερόταν στον πόλεμο και στην επανάσταση, αλλά γιατί; Πολλοί Βρετανοί είχαν επηρεαστεί κατά κάποιο τρόπο από τον πόλεμο και ο μέσος πολίτης διάβαζε γι' αυτόν σχεδόν σε καθημερινή βάση στις εφημερίδες. Μπορούσες να ακούσεις πολεμικές ιστορίες σε κάθε πανδοχείο, σε κάθε ταβέρνα, οι φήμες κυκλοφορούσαν αχαλίνωτες -ο κίνδυνος της εισβολής, η εξάπλωση της Τρομοκρατίας, η πιθανή πτώση της Δημοκρατίας. Αλλά ο Γκρένβιλ 67


είχε μιλήσει σαν να είχε προσωπική ανάμειξη. «Είχες πάει στον πόλεμο;» άκουσε τον εαυτό της να ρωτάει. «Είχες πάει στη Γαλλία;» Εκείνος έστρεψε απότομα αλλού το κεφάλι του. Χωρίς να την κοιτάξει, πήγε στο τραπεζάκι μπροστά στον χρυσαφένιο καναπέ και πήρε ένα ποτήρι με ουίσκι. Το κοίταξε σαν να μην την είχε ακούσει. «Δε μου αρέσει να πίνω μόνος», της είπε στο τέλος. «Και απ' ό,τι θυμάμαι, σου αρέσει να απολαμβάνεις ένα ποτήρι μπράντι πριν πέσεις για ύπνο. Αν έσπασα την καράφα με το μπράντι, υπάρχουν πολλά μπουκάλια κάτω». Την κάρφωσε προκλητικά με το σκοτεινό βλέμμα του. Η φοβερή ένταση επέστρεψε. «Είναι μεσημέρι, Γκρένβιλ». Ευχήθηκε να μη φλέρταρε μαζί της. Εκείνος ήπιε μια γουλιά και την κοίταξε πάνω από το ποτήρι του. «Σάιμον. Κάνε μου παρέα έτσι κι αλλιώς. Είναι απαίσια συνήθεια να πίνεις μόνος. Πραγματικά αχρεία». Η Αμέλια δεν είχε κανένα σκοπό να πιει μαζί του, ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή, έτσι. «Πίνεις συχνά μόνος;» «Πάντα». Σήκωσε το ποτήρι του στην υγειά της. Τι του είχε συμβεί; Γιατί δεν παρηγορούσε τα παιδιά του; Γιατί απέφευγε τη γυναίκα του -αν, βέβαια, η κυρία Μέρντοκ είχε δίκιο. «Α, βλέπω ότι με λυπάσαι». Τα μάτια του άστραψαν και η Αμέλια αντιλήφθηκε ότι αισθανόταν ευχαριστημένος. «Πενθείς. Και βέβαια σε λυπάμαι». . Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις». Κατέβασε μονορούφι το υπόλοιπο ποτό του και προχώρησε προς τον μπουφέ, πατώντας επικίνδυνα κοντά στα σπασμένα γυαλιά. «Γκρένβιλ, πρόσεχε!» του φώναξε. «Δε με νοιάζουν τα αναθεματισμένα τα γυαλιά!» Η Αμέλια κοκάλωσε, όχι μόνο επειδή της είχε βάλει ξαφνικά τις φωνές, αλλά και επειδή υπήρχε μεγάλη οργή στον τόνο του. Ήταν σαν να είχε σκίσει ξαφνικά μια αστραπή τον ουρανό. Τον κοίταξε εμβρόντητη καθώς ακουμπούσε και τα δυο μπράτσα του στον μπουφέ. Ένιωσε την τρομακτική παρόρμηση να τρέξει κοντά του, να τον αρπάξει από τον ώμο και να τον ρωτήσει τι του συνέβαινε. Έγλειψε τα χείλη της και ρώτησε: «Είσαι καλά;» «Όχι». Σέρβιρε ένα ακόμα ουίσκι με κινήσεις σφιγμένες από 68


το θυμό. Ύστερα γύρισε αργά και την κοίταξε. «Γιατί βρίσκεσαι εδώ;» Η Αμέλια δίστασε. «Έχεις να βγεις μέρες από τα διαμερίσματά σου. Δεν έχεις δει τα παιδιά σου». «Όχι, δεν τα έχω δει». Γέλασε σαρκαστικά. «Και βρίσκεσαι εδώ για να με σώσεις από τον εαυτό μου;» «Ναι». «Α, τώρα γίναμε ειλικρινείς». Το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Πότε έγινες τόσο κακός, τόσο κυνικός, τόσο δυστυχισμένος;» τον ρώτησε. Εκείνος την αγριοκοίταξε και η Αμέλια είδε στο βλέμμα του το θυμό να φουντώνει. Ήπιε μονορούφι το ποτό του και βρόντησε το ποτήρι του κάτω. «Σου πέρασε καθόλου από το μυαλό ότι το να βρίσκεσαι εδώ -μόνη μαζί μου- είναι επικίνδυνο;» Η Αμέλια άρχισε να τρέμει. «Ναι, μου πέρασε». «Δε θέλω να με σώσει κανείς. Καλύτερα να φύγεις». «Δε νομίζω ότι θα έπρεπε να σε αφήσω σ’ αυτή την κατάσταση». Εκείνος σταύρωσε τα χέρια στο πλατύ στέρνο του και άρχισε να χαμογελά. «Έκανα λάθος. Έχεις αλλάξει. Το παιδί που γνώριζα κάποτε ήταν τρομερά εύπλαστο. Ένα ζυμάρι στα χέρια μου. Τώρα βρίσκομαι μπροστά σε μια ξεροκέφαλη και ενοχλητική γυναίκα». Τα λόγια του τη διαπέρασαν σαν μαχαιριά. «Είσαι πληγωμένος και ξεσπάς πάνω μου». Το γέλιο του ήταν ψυχρό. «Πίστευε ό,τι θέλεις». Η Αμέλια τον παρακολούθησε να σερβίρει κι άλλο ποτό, νιώθοντας την παρόρμηση να του το πάρει. «Το ξέρω ότι πενθείς. Πενθούν και οι γιοι σου. Αλλά η θλίψη δε σου δίνει το δικαίωμα να φέρεσαι σαν κακομαθημένο παιδί». Την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. «Τολμάς να με κατσαδιάζεις;» «Κάποιος πρέπει να σε ταρακουνήσει!» του φώναξε απελπισμένη. Εκείνος άφησε απότομα το ποτήρι του, χωρίς να αγγίξει το ποτό του. «Ποτέ δε με φοβήθηκες στ’ αλήθεια. Ακόμα και στα δεκάξι σου, αφελής και αθώα σαν νεογέννητο μωρό, είχες ένα θάρρος που διαπίστωσα ότι λείπει από πολλές γυναίκες, αλλά και άντρες». Η Αμέλια τσιτώθηκε. «Δε σκοπεύω να κουβεντιάσω το πα69


ρελθόν». «Πάντως, ένιωθες κάποιο δέος μπροστά μου. Εξακολουθείς να το νιώθεις;» Ο τόνος του ήταν κοροϊδευτικός, αλλά το βλέμμα του σκληρό και έντονο. «Γκρένβιλ, αυτή τη στιγμή δε θα μπορούσες να προκαλέσεις δέος σε κανέναν». «Μα την αλήθεια, αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Σε κοιτάζω και διακρίνω κάποια στοιχεία εκείνου του γλυκού, εύπιστου κοριτσιού, και την επόμενη στιγμή βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια γλωσσού μέγαιρα». Η Αμέλια κοκκίνισε. «Πρόσβαλέ με, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλύτερα! Αλλά δε θέλω να κουβεντιάσω το παρελθόν». «Γιατί όχι; Υπάρχει, ορθώνεται ανάμεσά μας, σαν ελέφαντας σε τούτο το δωμάτιο». «Ό,τι έγινε έχει τελειώσει και το έχω ξεχάσει». «Ψεύτρα. Εσύ είσαι αυτή που ήρθε εδώ απρόσκλητη, στα δωμάτιά μου, θέλοντας να με σώσει... Ένας άντρας που δε θα σε ήξερε καλά θα έβγαζε ένα μόνο συμπέρασμα». Μ' αυτά τα λόγια του η Αμέλια άρχισε να κυριεύεται από τρόμο και ήξερε ότι είχε γίνει κατακόκκινη. «Θέλεις να συνεχίσουμε από εκεί που σταματήσαμε;» συνέχισε εκείνος. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή και παραλίγο να ορμήσει πάνω του και να τον χαστουκίσει. «Με ξέρεις πολύ καλά για να λες κάτι τέτοιο! Πώς μπορείς να είσαι τόσο αγενής, όταν ξέρεις πως ο μόνος λόγος που βρίσκομαι εδώ είναι για να βοηθήσω;» «Ναι, σε ξέρω καλά... Ανακατεύεσαι από καλοσύνη. Τις προάλλες το βρήκα σχεδόν ευχάριστο. Σήμερα, όμως, δεν ξέρω αν με πειράζει ή όχι». «Κάποιος πρέπει να ανακατευτεί, Γκρένβιλ. Δεν είσαι εργένης. ελεύθερος να κάνεις ό,τι σου αρέσει. Έχεις μια οικογένεια να σκεφτείς. Έχεις υποχρεώσεις απέναντι της». «Α, ναι, υποχρεώσεις -ένα θέμα ασυνήθιστα προσφιλές σου. Ποιος θα μπορούσε να μου κάνει καλύτερο κήρυγμα από σένα; Εξακολουθείς να έχεις την αποκλειστική φροντίδα της μητέρας σου; Απ' ό,τι θυμάμαι, η Τζούλιαν ήταν πολύ απασχολημένη με τα βιβλία και τις διαλέξεις της για να σε βοηθήσει». «Είναι μητέρα μου. Και βέβαια τη φροντίζω. Και η Τζούλιαν είναι πια παντρεμένη με τον κόμη του Μπέντφορντ». 70


Εκείνος την κοίταξε ξαφνιασμένος. «Η μικρή Τζούλιαν παντρεύτηκε τον Ντόμινικ Πάτζετ;» «Ναι. Και έχουν ένα παιδί». Ο Σάιμον χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι του. «Ε, η φροντίδα της μητέρας σου είναι σίγουρα ένας ευγενής σκοπός, αλλά ο χρόνος περνάει γρήγορα, Αμέλια, και εσύ παραμένεις ανύπαντρη». Η Αμέλια σταύρωσε τα μπράτσα της, παίρνοντας αμυντική στάση. «Είμαι πολύ ικανοποιημένη». Δεν ήξερε πώς είχαν φτάσει να συζητούν ένα τόσο προσωπικό θέμα. «Τα παιδιά σου σε χρειάζονται. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Αυτός είναι ο μόνος λόγος που ήρθα». Το χαμόγελό του έδειχνε δυσπιστία. «Νομίζω πως ήρθες εδώ για πολλούς λόγους». Ήπιε μια γουλιά από το ποτό του. «Πιστεύω ότι είσαι μια συμπονετική γυναίκα, και αυτή τη στιγμή νιώθεις μεγάλη συμπόνια για μένα». Δεν ήταν τόσο μεθυσμένος όσο νόμιζε εκείνη. «Πενθείς. Έχεις χάσει τη γυναίκα σου. Και βέβαια νιώθω συμπόνια για σένα. Έχεις να δεις τα παιδιά σου από την κηδεία. Είναι καιρός να ξεμεθύσεις, Γκρένβιλ». Εκείνος χαμήλωσε σκεφτικός τα βλέφαρά του. «Πες να μας ανεβάσουν φαγητό. Αν φας μαζί μου, θα σταματήσω να πίνω». Της χαμογέλασε. «Μου αρέσει η συντροφιά σου, Αμέλια». Η Αμέλια δεν πίστευε στ’ αυτιά της. «Πρώτα με φλερτάρεις, ύστερα εξοργίζεσαι και τώρα με δωροδοκείς για να φάω μαζί σου;» «Γιατί όχι;» Εκείνη προχώρησε προς το μέρος του τρέμοντας. Ο Γκρένβιλ ύψωσε τα φρύδια του. Του άρπαξε απότομα το ποτήρι, πιτσιλίζοντας και τους δυο τους με ουίσκι. Αυτό φάνηκε να τον διασκεδάζει, πράγμα που τη θύμωσε ακόμα περισσότερο. «Δε δωροδοκούμαι», του φώναξε κοκκινίζοντας. «Αν θέλεις να φέρεσαι σαν κοινός μεθύστακας, κάν’ το. Το ξέρω ότι πενθείς για την Ελίζαμπεθ, αλλά η θλίψη δε σου δίνει το δικαίωμα της αυτοκατοστροφής, όταν βρίσκονται και τα παιδιά σου στο σπίτι». «Δεν πενθώ για την Ελίζαμπεθ», της δήλωσε ξερά εκείνος. Σίγουρα είχε παρακούσει. «Ορίστε;» To πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει πάλι από το θυμό. «Ούτε που την ήξερα καλά καλά. Ήταν μια ξένη. Λυπάμαι που πέθα71


νε, γιατί οι γιοι μου τη λάτρευαν. Και σίγουρα δεν της άξιζε να πεθάνει στα είκοσι εφτά της. Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος την προσποίηση. Δεν πενθώ για εκείνη». Ώστε ήταν αλήθεια όσα είχε πει η γκουβερνάντα; Ο γάμος τους ήταν πράγματι προβληματικός; «Δείχνεις πολύ έκπληκτη», της είπε κοιτάζοντάς την έντονα. Εκείνη δεν ήξερε τι να του απαντήσει. «Μπορεί να μην είσαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό σου», του είπε στο τέλος. «Ήταν ευγενική, κομψή, όμορφη...» Το τραχύ γέλιο του τη διέκοψε. «Είμαι απόλυτα ειλικρινής, Αμέλια». Εκείνη δίστασε βλέποντας την ολοφάνερη οδύνη του. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί, τι να πιστέψει. «Αυτή η περίοδος είναι φοβερή», είπε στο τέλος. «Πώς μπορώ να βοηθήσω;» Εκείνος χαμογέλασε, με μια φωτιά να σιγοκαίει στα μάτια του. Ξαφνικά παραμέρισε μερικά τσουλούφια από το πρόσωπό της και τα ακροδάχτυλά του χάιδεψαν φευγαλέα το μάγουλο και το σαγόνι της. Ο πόθος που φούντωσε μέσα της την έκανε να παγώσει. «Σε χρειάζομαι, Αμέλια», της είπε σε πολύ σαγηνευτικό τόνο. «Πάντα σε χρειαζόμουν». Για μια στιγμή η Αμέλια ήταν ανίκανη να κουνηθεί. Την κατέκλυσε η παρόρμηση να χωθεί στην αγκαλιά του. Ο Σάιμον τη χρειαζόταν. Αυτό το πίστευε. «Και κατά κάποιο τρόπο», συνέχισε εκείνος, απλώνοντας αργά το χέρι του προς το μέρος της, «νομίζω ότι με χρειάζεσαι κι εσύ». Το χέρι του τυλίχτηκε γύρω από τον καρπό της. Την επόμενη στιγμή, αν εκείνη δεν αντιδρούσε, θα την τραβούσε στην αγκαλιά του! Ήταν αποφασισμένος να το κάνει -και την παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή. Η Αμέλια πρόβαλε αντίσταση, αλλά δεν απομακρύνθηκε. Δεν μπορούσε να αρνηθεί την άγρια έλξη που ένιωθε ακόμα γι' αυτόν. Αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Δε θα του επέτρεπε ποτέ ξανά υπερβολικές οικειότητες μαζί της! Κι όμως, ο πανικός που είχε νιώσει νωρίτερα δεν ήταν πια τόσο έντονος. «Γι’ αυτό δε βρίσκεσαι εδώ; Για να με παρηγορήσεις;»Έγειρε περισσότερο προς το μέρος της, κρατώντας πάντα τον καρπό της. Η Αμέλια ένιωσε να παρασύρεται από έναν ανεμοστρόβιλο 72


συναισθημάτων -σύγχυση, φόβο, πανικό, αλλά και έναν άγριο, ανεπιθύμητο πόθο. «Σε παρακαλώ, άφησέ με», ψιθύρισε, και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα που δεν ήξερε τι σήμαιναν. Εκείνος την κοίταξε και την άφησε. «Βρίσκομαι εδώ για να βοηθήσω, αν μπορώ», κατάφερε να του πει, «αλλά όχι με τον τρόπο που υπονοείς εσύ». «Ναι, δεν το νομίζω», της είπε εκείνος κουνώντας το κεφάλι του. Μετά την προσπέρασε και σωριάστηκε στον καναπέ. Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι έτρεμε από την ένταση και τον πόθο. Έκλεισε τα μάτια της, πασχίζοντας να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. Μετά πήρε μια βαθιά ανάσα και τα άνοιξε. Ο Σάιμον δεν είχε κουνηθεί. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με το ένα μπράτσο πάνω από το κεφάλι του, και είχε βυθιστεί σε έναν βαρύ, μεθυσμένο λήθαργο. Η Αμέλια απέμεινε να τον κοιτάζει, συγκλονισμένη μέχρι τα κατάβαθα του είναι της. Πέρασε ένα ατέλειωτο λεπτό. Ύστερα βρήκε ένα ριχτάρι και τον σκέπασε.

73


Κεφάλαιο 4

Η Αμέλια κοντοστάθηκε, διστάζοντας να ανέβει τα σκαλοπάτια της εισόδου του Σεντ Τζαστ Χολ. Ήταν το επόμενο απόγευμα και ο ήλιος προσπαθούσε να ξεπροβάλει μέσα από τα πυκνά σύννεφα. Μικρά μπουμπούκια είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στα ψηλά μαύρα δέντρα που περιέβαλλαν το σπίτι. Ακόμα και η πελούζα σαν να είχε αρχίσει να πρασινίζει. Ερχόταν η άνοιξη, αλλά η Αμέλια δεν ήταν χαρούμενη. Δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί καθόλου το προηγούμενο βράδυ. Στο μυαλό της τριγύριζε ασταμάτητα η φρικτή συνάντηση με τον Γκρένβιλ. Η εικόνα του τη στοίχειωνε, άλλοτε σαρκαστική, άλλοτε βασανισμένη και αβάσταχτα σαγηνευτική. Πενθούσε και ήταν θυμωμένος, κι όμως η έλξη μαινόταν ανάμεσά τους. Η Αμέλια δεν ήξερε τι να κάνει. Όταν τον είχε αφήσει κοιμισμένο στα διαμερίσματά του, είχε πάει να δει τα παιδιά. Τα αγόρια είχαν ενθουσιαστεί βλέποντάς την, αλλά εκείνη είχε προσέξει αμέσως πόσο εκτός ελέγχου ήταν. Ο Τζον είχε σπάσει ένα πορσελάνινο άλογο και δεν έδειχνε την παραμικρή μεταμέλεια. Ο Γουίλιαμ είχε μουντζουρώσει με μαύρο μελάνι ένα από τα σχολικά του βιβλία. Της είχαν χαμογελάσει χαρούμενα μόλις την είδαν, εκείνη όμως ήξερε ότι υπέφεραν από την απώλεια της μητέρας τους και ότι η κακή συμπεριφορά τους ήταν μια κραυγή για βοήθεια. Είχε πάει επίσης να δει το μωρό. Η κυρία Μέρντοκ είχε βγει πράγμα που ήταν μια ανακούφιση, και η υπηρέτρια την είχε αφήσει να πάρει στην αγκαλιά της τη μικρή και να την ταΐσει. Στη συνέχεια, είχε σκεφτεί να ανέβει να ρίξει άλλη μια ματιά στον Γκρένβιλ, αλλά τελικά είχε αποφασίσει ότι θα ήταν 74


πολύ πιο φρόνιμο να φύγει από το σπίτι του. Ωστόσο, δεν είχε πάψει να ανησυχεί για εκείνον και τα παιδιά του. «Θα πάω να ποτίσω τη φοράδα, δεσποινίς», της είπε ο ιπποκόμος, διακόπτοντας τις σκέψεις της. Η Αμέλια μισογύρισε. Ένας σταβλίτης είχε πιάσει από τα χαλινάρια τη φοράδα που έσερνε το μόνιππο με το οποίο είχε έρθει. Τον ευχαρίστησε και μάζεψε το κουράγιο της καθόλου εύκολο πράγμα- για να ανέβει τα σκαλοπάτια του σπιτιού. Τον φοβόταν; Πάντως τώρα ήταν πολύ πιο νευρική απ’ ό,τι την προηγούμενη μέρα. Ή μήπως την τρόμαζε περισσότερο η δική της αντίδραση απέναντι του; Όπως και να είχε το πράγμα, προσευχήθηκε να ήταν καλύτερα σήμερα ο Γκρένβιλ.Ήλπιζε με όλη της την ψυχή να ήταν της φαντασίας της η έλξη που είχε ξυπνήσει ανάμεσά τους χτες. Αν όχι, θα έπρεπε να πολεμήσει τα ίδια της τα συναισθήματα. Μια πιο συνετή γυναίκα θα είχε μείνει μακριά, σκέφτηκε χτυπώντας νευρικά την εξώπορτα. Αλλά έδειχνε τόσο καταρρακωμένος χτες. Πολύ απλά, της ήταν αδύνατο να αγνοήσει τον πόνο του. Ο πορτιέρης με τη λιβρέα της άνοιξε για να μπει μέσα και την επόμενη στιγμή μπήκε στο χολ της εισόδου ο Λόιντ. Η Αμέλια του χάρισε ένα ψεύτικο φωτεινό χαμόγελο καθώς έβγαζε το παλτό της. «Καλησπέρα. Ελπίζω να μπορέσω να δω το λόρδο». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και εκείνη συνέχισε στον ίδιο πρόσχαρο τόνο. «Έχει σηκωθεί και κυκλοφορεί σήμερα;» «Μόλις κατέβηκε», της απάντησε. «Αλλά ήταν ανένδοτος, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Δε θα δεχτεί επισκέπτες σήμερα». Η Αμέλια ένιωσε αμέσως τεράστια ανακούφιση. Ο Γκρένβιλ είχε βγει από τα διαμερίσματά του! Δόξα τω Θεώ! Τώρα δεν υπήρχε λόγος να τον αναζητήσει. Καλύτερα να γύριζε σπίτι της -σίγουρα αυτό θα ήταν πιο ασφαλές απ' το να τον δει! «Τότε καλύτερα να πηγαίνω. Πρώτα, όμως, θα ήθελα να μάθω πώς είναι τα παιδιά». Τα μάτια του Λόιντ τρεμόπαιξαν ανήσυχα. «Ο λόρδος Γουίλιαμ δείχνει πολύ αναστατωμένος σήμερα, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Το πρωί κλειδώθηκε στο δωμάτιό του και ο σινιόρ Μπαρέλι χρειάστηκε πολλές ώρες για να τον πείσει να βγει έξω». Η ανακούφισή της εξαφανίστηκε. Θα περίμενε τέτοια συ75


μπεριφορά από τον Τζον, όχι από το μεγαλύτερο αδερφό του. «Και πού ήταν ο κόμης εκείνη την ώρα;» «Δεν είχε κατέβει ακόμα, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Δε νομίζω ότι τον ενημέρωσε κανείς για το συμβάν». Η έντασή της αυξήθηκε. «Είδε όμως τα παιδιά όταν κατέβηκε, έτσι δεν είναι;» Ο Λόιντ έγνεψε αρνητικά. «Δε νομίζω ότι έχει δει τα παιδιά μετά την κηδεία, δεσποινίς Γκρέιστοουν». Η Αμέλια τον κοίταξε κατάπληκτη. «Πώς είναι εκείνος;» ρώτησε μετά. Ο Λόιντ χαμήλωσε τη φωνή του. «Δε νομίζω ότι νιώθει πολύ καλά σήμερα». Και η Αμέλια κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να φύγει ακόμα. «Πού βρίσκεται;» Ο Λόιντ θορυβήθηκε. «Τρώει, δεσποινίς Γκρέιστοουν, αλλά ήταν πολύ κατηγορηματικός...» «Θα αντιμετωπίσω μόνη μου το λόρδο», είπε εκείνη και προχώρησε βιαστικά και γεμάτη αποφασιστικότητα στο διάδρομο. Εντάξει, μπορεί να υπέφερε από τις συνέπειες της μέθης του, αλλά, όσο άσχημα και να αισθανόταν, ήταν καιρός να ορθοποδήσει και να φερθεί σαν πατέρας στα παιδιά του. Αν θυμόταν καλά, η τραπεζαρία ήταν ένα τεράστιο δωμάτιο με σκούρα ξυλεπένδυση στους τοίχους και δοκάρια στο ταβάνι, πολλές ελαιογραφίες στους τοίχους και ένα μακρύ δρύινο τραπέζι με είκοσι τέσσερις καρέκλες από βυσσινί βελούδο. Δυο εβένινες πόρτες στέκονταν σαν φρουροί στην είσοδο. Ήταν και οι δύο κλειστές. Ένας υπηρέτης με λιβρέα στεκόταν μπροστά στην πόρτα, ακίνητος σαν άγαλμα. Η Αμέλια ούτε δίστασε ούτε χτύπησε. Έσπρωξε τις πόρτες και μπήκε μέσα. Ο Γκρένβιλ καθόταν στην κεφαλή του μακριού τραπεζιού στην άλλη άκρη του δωματίου, απέναντι από τις πόρτες. Το τραπέζι ήταν όμορφα στρωμένο, με λινά και κρύσταλλα για ένα άτομο. Ψηλά λευκά κεριά στόλιζαν το κέντρο του. Ο κόμης έτρωγε, δείχνοντας βυθισμένος σε σκέψεις, όταν η Αμέλια όρμησε μέσα. Σήκωσε το κεφάλι του, κι εκείνη σταμάτησε. Την κάρφωσε με το βλέμμα του από την απέναντι μεριά του μεγάλου δωματίου και άφησε κάτω το μαχαιροπίρουνό του. Η Αμέλια κοντοστάθηκε, ύστερα γύρισε και έκλεισε την πόρτα. Η συζήτηση που θα ακολουθούσε μάλλον θα έπρεπε να 76


μείνει μεταξύ τους. Ευχήθηκε να μην ήταν τεράστιο λάθος που τον στρίμωχνε έτσι. Καθώς στρεφόταν προς το μέρος του, ένιωσε κάποιο τρόμο. Μήπως είχε πέσει ξανά μόνη της στο στόμα του λύκου; Πάντως κάπως έτσι ένιωθε. Προχώρησε βλοσυρά, πασχίζοντας να ερμηνεύσει την έκφρασή του. Ο Γκρένβιλ συνέχισε να την κοιτάζει έντονα καθώς πλησίαζε. Τους χώριζε πια πολύ μικρή απόσταση όταν άφησε τη χρυσαφιά υφασμάτινη πετσέτα του στο τραπέζι και σηκώθηκε. «Βλέπω ότι δεν μπόρεσες να μείνεις μακριά». Δε χαμογέλασε. Η Αμέλια σταμάτησε όταν τους χώριζαν πια δυο καρέκλες και κρατήθηκε από την πλάτη της μίας. Ο Γκρένβιλ δεν έδειχνε καλά. Είχε ξυριστεί, αλλά υπήρχαν μαύροι κύκλοι κάτω από τα κατακόκκινα μάτια του. Και ήταν χλομός, παρά τη σταρένια επιδερμίδα του. Ήταν ντυμένος άψογα, με σκούρο μπλε σακάκι, σκούρο μπεζ παντελόνι, πουκάμισο με δαντελένιο φραμπαλά στο λαιμό και τις μανσέτες, και λευκές κάλτσες. Τα μαλλιά του όμως ήταν πιασμένα απρόσεκτα σε αλογοουρά. Έδειχνε σαν να είχε περάσει όλη τη νύχτα του μεθοκοπώντας, πράγμα που κατά πάσα πιθανότητα ήταν αλήθεια. «Εξακολουθώ να ανησυχώ για τα παιδιά». «Αλλά η ανησυχία σου δεν επεκτείνεται και σ’ εμένα;» Η Αμέλια αποφάσισε να αγνοήσει την πρόκληση. «Νιώθεις καλύτερα σήμερα;» «Νιώθω ακριβώς όπως δείχνω -χάλια». Η Αμέλια έκρυψε ένα χαμόγελο. «Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια», του είπε σφιγμένα. «Χμμ, νομίζω ότι χαίρεσαι να με βλέπεις να υποφέρω». «Δεν μπορεί να σκεφτόσουν ότι θα γλίτωνες από τις συνέπειες τέτοιου μεθυσιού». Ύψωσε τα φρύδια της. «Αλλά όχι, δε χαίρομαι που νιώθεις χάλια». «Δε νομίζω», άρχισε να λέει αργά εκείνος, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το πρόσωπό της, «ότι σκεφτόμουν καθόλου». Έπεσε σιωπή. Όχι, δε σκεφτόταν, αισθανόταν -θυμό και θλίψη. Και ήταν επίσης φοβερά υπαινικτικός. Η Αμέλια έστρεψε αλλού το κεφάλι της, βάζοντας τέλος στη ματιά που αντάλλασσαν. Εκείνος της έδειξε την καρέκλα που έσφιγγε με το χέρι της. Η Αμέλια έπιασε την κίνησή του με την άκρη του ματιού της 77


και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, στρέφοντας πάλι το βλέμμα της προς το μέρος του. «Δε θα μείνω πολύ». «Α, ναι, σε περιμένει η μητέρα σου». Η Αμέλια σφίχτηκε. Υπήρχε κοροϊδία στη φωνή του; Πάντως ήταν φανερό ότι θυμόταν την προηγούμενη συνάντησή τους. «Γιατί βρίσκεσαι εδώ... Αμέλια;» τη ρώτησε απότομα. Η καρδιά της σκίρτησε. Δεν ακουγόταν ευχαριστημένος. «Σου είπα, ήθελα να βεβαιωθώ ότι είναι καλά τα παιδιά. Και, ναι, ανησυχώ ως ένα σημείο και για σένα». «Με συγκινείς». Τον κοίταξε επίμονα, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν την κορόιδευε. Η έκφρασή του ήταν σκληρή. «Μόλις τώρα σε σκεφτόμουν», της είπε, καρφώνοντας το βλέμμα του στην άκρη του τραπεζιού. Ύστερα σήκωσε πάλι το κεφάλι του και το βλέμμα του ήταν σκοτεινό. «Σκεφτόμουν τη χτεσινοβραδινή μας συνάντηση». Η ένταση ήταν μεγάλη, και ήταν φυσικό. Η Αμέλια περίμενε, μη ξέροντας πού ήθελε να καταλήξει. Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Θυμάμαι λίγα πράγματα, αλλά νομίζω ότι σου οφείλω μια συγνώμη». Η Αμέλια ανάπνευσε. Ευτυχώς, εκείνος δε θυμόταν πάρα πολλά! «Πράγματι». «Ήμουν πολύ αγενής;» Εκείνη δίστασε, επειδή δεν ήταν απλώς αγενής. Ήταν θρασύς, είχε αναφερθεί επανειλημμένα στην παλιά σχέση τους και ήταν αβάσταχτα σαγηνευτικός. «Δεν έχει σημασία, η συγνώμη σου είναι δεκτή». Ο τόνος της ήταν κοφτός. Εκείνος όμως δεν είχε τελειώσει. «Επιχείρησα να σε αποπλανήσω». Η Αμέλια τσιτώθηκε. Μπορούσε να το αρνηθεί αυτό; «Τυχαίνει να θυμάμαι ότι σε κρατούσα στην αγκαλιά μου. Σε αποπλάνησα;» τη ρώτησε σχεδόν αδιάφορα. Η Αμέλια ξεφύσηξε. Δηλαδή δε θυμόταν μέχρι πού είχαν φτάσει; «Όχι, δε με αποπλάνησες». Ο Γκρένβιλ έστρεψε αλλού το βλέμμα του, έτσι εκείνη δεν μπορούσε να μαντέψει τι σκεφτόταν. Ύστερα το βλέμμα του έγινε επικίνδυνα ευθύ πριν της πει: «Αλλά φιληθήκαμε». Η Αμέλια έμεινε σχεδόν άφωνη. Δεν ήταν σίγουρη αν το στόμα του είχε χαϊδέψει όντως το μάγουλό της, αλλά εκείνος 78


δεν εννοούσε αυτό. «Όχι, Σάιμον, δε φιληθήκαμε», ψιθύρισε. Εκείνος την κοίταξε έκπληκτος. Η έκπληξή του την ξάφνιασε. Και ήταν τόσο μεγάλη η ένταση ανάμεσά τους, που δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Ή μήπως όλη η ένταση ήταν μέσα της; «Θα ήθελα να δω τα παιδιά», του είπε, προσπαθώντας να αλλάξει γρήγορα θέμα. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε, σαν να μην την είχε ακούσει. Εκείνη δάγκωσε το χείλι της. «Ναι, είμαι σίγουρη». Ήξερε πως έπρεπε να βάλει τέλος σ? αυτή τη συζήτηση αμέσως. «Ήσουν τύφλα στο μεθύσι. Δεν πιστεύω πως είχες συναίσθηση της συμπεριφοράς σου. Είπες επίσης μερικά περίεργα πράγματα που δεν τα κατάλαβα». «Όπως;» Έκανε το γύρο της καρέκλας του και προχώρησε προς το μέρος της. Ω. όχι, η Αμέλια δεν ήθελε να βρεθεί παγιδευμένη στο μικρό χώρο ανάμεσα στο τραπέζι και τον τοίχο! Ευχήθηκε να μην άπλωνε εκείνος το χέρι του να την αγγίξει! Βέβαια, θα μπορούσε να κάνει μεταβολή, να φύγει τρέχοντας κατά μήκος του τραπεζιού και να βγει από το δωμάτιο -αυτό ακριβώς ήθελε να κάνει. Κι όμως, δεν κουνήθηκε. «Όπως;» επανέλαβε εκείνος, σε τόνο απαιτητικό τώρα και σε απόσταση που θα μπορούσε να την αγγίξει. Η Αμέλια δε σκόπευε να του πει ότι ήθελε να κουβεντιάσουν το παρελθόν, ότι είχε θίξει κάμποσες φορές αυτό το θέμα. «Κάτι σαν να είχες πάει στη Γαλλία ή να είχες ενεργό συμμετοχή στον πόλεμο». Εκείνος ρουθούνισε σαρκαστικά. «Αλήθεια; Έχω χρόνια να πάω στο εξωτερικό. Τι άλλο είπα;» «Κουβεντιάσαμε για τη λαίδη Γκρένβιλ». Το βλέμμα του έγινε ξαφνικά κοφτερό. «Α, ναι. Θυμάμαι αμυδρά να σου λέω ότι δε συμπαθούσα και πολύ τη γυναίκα μου». Η Αμέλια έσφιξε τα χέρια της και του είπε στενοχωρημένη: «Ισχυρίστηκες ότι δεν πενθούσες εκείνη, αλλά δε σε πίστεψα». Εκείνος γέλασε κοροϊδευτικά. «Φυσικά, εσύ θα σκεφτόσουν το καλύτερο για μένα». «Τι σημαίνει αυτό;» «Πάντα πίστευες σ’ εμένα. Η πίστη σου ήταν ακλόνητη». Μα καλά, ήθελε πάλι να κουβεντιάσουν το παρελθόν; Η Αμέλια τον κοίταξε εμβρόντητη. «Πιστεύω», του είπε προσεκτι79


κά, «ότι αγαπάς τα παιδιά σου και ότι αγαπούσες και τη γυναίκα σου, αν και ίσως όχι με το συμβατικό τρόπο». «Όπως σου είπα, η πίστη σου παραμένει ακλόνητη. Απ’ ό,τι φαίνεται, ήμουν απόλυτα ειλικρινής μαζί σου χτες το βράδυ. Δεν πενθώ τη λαίδη Γκρένβιλ. Δε θα ήθελα να πάθει κάτι κακό, αλλά δεν μπορώ να πενθήσω μια γυναίκα που σχεδόν δε γνώριζα». «Μα πώς είναι δυνατόν αυτό;» αναφώνησε η Αμέλια. «Έχετε παιδιά μαζί και ήταν τόσο όμορφη, τόσο ευγενική!» «Ήταν καθήκον της να γεννήσει τους γιους μου», της απάντησε βλοσυρός εκείνος. «Όπως ήταν δικό μου καθήκον να την παντρευτώ και να φροντίσω να αποκτήσω διάδοχο». Η Αμέλια γούρλωσε τα μάτια της. Δεν είχαν παντρευτεί από έρωτα. Ο Γκρένβιλ είχε μιλήσει σαν να μην είχε καν περιθώριο επιλογής. Τελικά ήταν αλήθεια όλα τα φρικτά κουτσομπολιά; Δεν τόλμησε να ρωτήσει. «Λυπάμαι πολύ. Αξίζατε και οι δύο περισσότερα», είπε μαλακά. Ο Γκρένβιλ φάνηκε να μην πιστεύει στ’ αυτιά του. «Λυπάσαι που δεν αγαπούσα τη γυναίκα μου; Που δε με αγαπούσε εκείνη; Που δεν έχει γίνει κομμάτια η καρδιά μου; Θα μου ευχόσουν κάθε καλό;» «Ναι... όχι!» Ύστερα, ξέροντας ότι είχε γίνει κατακόκκινη, φώναξε: «Δε θα ευχόμουν κακό σε κανέναν». Σταμάτησε. Είχαν αρχίσει να πλησιάζουν σε πολύ επικίνδυνο έδαφος. Σήμερα θα ήταν ακόμα χειρότερο να κουβεντιάσουν για το παρελθόν τους. Βιάστηκε να αλλάξει θέμα, ελπίζοντας να του αποσπάσει την προσοχή. «Αν δεν πενθείς για τη λαίδη Γκρένβιλ, τότε υπάρχει άλλος λόγος για τη στενοχώρια σου. Είχα ξεχάσει ότι την τελευταία φορά που βρισκόσουν εδώ είχε πεθάνει ο αδερφός σου». Το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Πάει μια δεκαετία από τότε». Η Αμέλια παραλίγο να του πει ότι, από τη στιγμή που θυμόταν τόσο καλά το δικό τους παρελθόν, θα θυμόταν και αυτή την τραγωδία. «Λυπάμαι που αναγκάστηκες να επιστρέφεις κάτω από τόσο οδυνηρές συνθήκες». «Νομίζω ότι σε πιστεύω», της απάντησε. «Μόνο εσύ θα εξακολουθούσες να ενδιαφέρεσαι, να ανησυχείς, να νιώθεις ακόμα και συμπόνια για μένα». Κούνησε το κεφάλι του. «Το ερώτημα είναι, πώς γίνεται να εξακολουθείς να πιστεύεις σ’ εμένα;» 80


Η Αμέλια δεν ήθελε να συνεχίσει αυτή τη συζήτηση, αλλά προφανώς εκείνος δεν ήταν διατεθειμένος να τη σταματήσει. «Δεν είμαι κυνική», κατάφερε να του απαντήσει. Και ήταν αλήθεια ότι εξακολουθούσε να πιστεύει σ? αυτόν; Ο Γκρένβιλ ήταν ένας έντιμος άνθρωπος, ένας άνθρωπος του καθήκοντος, ένας άνθρωπος ευυπόληπτος με ισχυρό χαρακτήρα, παρά τον άσχημο τρόπο που είχε φερθεί σ’ εκείνη. Ναι, το πίστευε αυτό, ο Θεός να τη βοηθούσε. «Η ζωή με έχει διδάξει, Αμέλια, ότι οι κυνικοί έχουν συνήθως δίκιο». «Τότε σε λυπάμαι», τον αντέκρουσε. «Και εγώ φοβάμαι για σένα, γιατί κάποια μέρα θα πάρεις κι εσύ το μάθημά σου». «Όχι. Εγώ θα παραμείνω αισιόδοξη και θα συνεχίσω να έχω πίστη στους φίλους και στους γείτονές μου», του απάντησε, και το εννοούσε. Εκείνος την κοίταξε επίμονα. «Αναρωτιέμαι τι θα πρέπει να κάνω αυτή τη φορά για να κλονίσω την πίστη σου». Τι σήμαινε αυτό; «Δε θα υπάρξει άλλη φορά!» φώναξε. «Α, τώρα φτάσαμε στην ουσία του πράγματος». «Βρίσκομαι εδώ επειδή ανησυχώ για τα παιδιά». «Ψεύτρα!» Το χαμόγελό του ήταν επικίνδυνο τώρα. «Νομίζεις ότι δεν έχω προσέξει ότι κάθε φορά που αναφέρω το παρελθόν, κάθε φορά που κάνω και την παραμικρή νύξη, γίνεσαι λιώμα;» Η Αμέλια τύλιξε τα μπράτσα της γύρω της. «Αυτό γίνεται επειδή χτες βράδυ ήσουν αδυσώπητος! Ακόμα και σήμερα φέρεσαι σαν να θέλεις να μου θυμίσεις το παρελθόν, ενώ εγώ το έχω ξεχάσει εντελώς!» Ορίστε, είχε βγάλει τα γάντια της πυγμαχίας. «Το ξέρεις ότι μόλις τώρα ύψωσες κόκκινο πανί μπροστά σε ταύρο;» της είπε αργά με μάτια που άστραφταν. Τι σήμαινε αυτό; «Έπινες και σήμερα;» «Όχι, δεν έπινα. Αλλά μη μου λες ψέματα κατάμουτρα! Μη μου λες ότι ξέχασες το παρελθόν, όταν το μόνο που θυμάμαι είναι ότι χτες το βράδυ σε πήρα στην αγκαλιά μου και έτρεμες». Είχε υψώσει τη φωνή του. Τα μάτια του πετούσαν φλόγες. Και η Αμέλια βρέθηκε να λέει ψέματα από ένστικτο. «Με είχες τρομάξει, κάθε τόσο σε έπιαναν κρίσεις θυμού, δε σε είχα δει ποτέ σε τέτοια κατάσταση!» 81


«Ακόμα και τώρα τρέμεις, και ξέρουμε και οι δύο γιατί». Η Αμέλια έβγαλε μια φωνή. Αλλά εκείνος είχε δίκιο -ο πόθος κυλούσε καυτός στις φλέβες της. Και ξαφνικά εκείνος έγινε απορριπτικός. «Θα έπρεπε να μείνεις μακριά από τούτο το σπίτι. Θα έπρεπε να μείνεις μακριά από μένα. Θα έπρεπε να απαλλαγείς από την αναθεματισμένη την πίστη σου. Επειδή εξακολουθείς να είσαι αθώα, και δε μιλάω για τη σωματική σου κατάσταση ως γυναίκας. Είσαι αθώα στην ψυχή, και μην το αρνείσαι. Δεν έχεις ιδέα τι συμβαίνει στον κόσμο έξω από την αγαπημένη σου Κορνουάλη! Δεν έχεις ιδέα ότι ο μόνος σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος. Ότι ο θάνατος βρίσκεται παντού και ότι η ευγένεια είναι για τους χαζούς!» Τα μάτια του γυάλιζαν. Η Αμέλια ζάρωσε. «Μα τι σου συνέβη;» Της ερχόταν να κλάψει. «Πρέπει να μείνεις μακριά μου», συνέχισε έξαλλος εκείνος. «Αν δεν το κάνεις, να είσαι έτοιμη να υποστείς τις συνέπειες». Εκείνη έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Εννοούσε ότι θα επιχειρούσε να την αποπλανήσει εδώ και τώρα; «Μην εκπλήσσεσαι τόσο! Είμαι ένα κάθαρμα, θυμάσαι -ένας ακόλαστος». Εκείνη δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Αλλά ήταν έτοιμη να τον υπερασπιστεί, έτσι έκλεισε το στόμα της για να μην το κάνει. Εκείνος γέλασε. «Θεέ μου, θα με υπερασπιζόσουν ακόμα και τώρα!» Η Αμέλια οπισθοχώρησε και χτύπησε πάνω στον τοίχο της τραπεζαρίας. Τελικά βρήκε τη φωνή της. «Θα σε υπερασπιστώ, Γκρένβιλ, αν σε κατηγορήσουν άδικα για κάτι που δεν έκανες. Αυτή τη στιγμή, όμως, δε θα προσπαθήσω να δικαιολογήσω καν την απαράδεκτη συμπεριφορά σου!» Του είχε βάλει τις φωνές; Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη. «Είναι ολοφάνερο ότι πενθείς -μην το αρνείσαι. Ανεξάρτητα αν πενθείς τη γυναίκα σου, τον αδερφό σου ή κάποιον άλλο, η οδύνη σου είναι ολοφάνερη. Η θλίψη σου, όμως, δε σου δίνει το δικαίωμα να μη με σέβεσαι!» Εκείνος έσφιξε τα χείλη του, σαν να πάσχιζε να εμποδίσει τον εαυτό του να μιλήσει. Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι έτρεμε. «Ανησυχώ πραγμα82


τικά για τα παιδιά σου, και ναι, ανησυχώ και για σένα. Αν θέλεις να πιστεύεις ότι εξακολουθώ να τρέφω κάποια συναισθήματα για σένα, δικαίωμά σου. Δε θα προσπαθήσω να σου αλλάξω γνώμη. Πάντως οφείλω να σου πω κάτι, και δε θα σου αρέσει. Η εγωιστική συμπεριφορά σου πρέπει να σταματήσει». Ο Γκρένβιλ είχε μείνει κόκαλο. Την άκουγε, ωστόσο, με μάτια μισόκλειστα. «Πήγαινε να δεις τους γιους σου. Πήγαινε να δεις τη νεογέννητη κόρη σου! Σε χρειάζονται, Γκρένβιλ. Και μετά κάνε κάτι για να ξαναστήσεις στα πόδια του αυτό το σπιτικό!» Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι είχε βάλει τις φωνές στον κόμη του Σεντ Τζαστ, αλλά δε θυμόταν να είχε θυμώσει ποτέ τόσο πολύ. «Τελείωσες;» τη ρώτησε εκείνος τελικά. «Ναι, είπα ό,τι είχα να πω», του απάντησε, υψώνοντας προκλητικά το πιγούνι της. «Και θα πάω να ρίξω μια ματιά στα παιδιά προτού φύγω -εκτός αν έχεις αντίρρηση». Τον κοίταξε στα ίσια, διερωτώμενη αν θα της απαγόρευε να έχει οποιαδήποτε σχέση με τα παιδιά του. Αν το έκανε, δε θα τον κατηγορούσε. Δε θα εκπλησσόταν αν τη διέταζε να φύγει αμέσως από το σπίτι του. Η έκφρασή του ήταν εντελώς ανεξιχνίαστη όταν της είπε ήρεμα: «Πιστεύω ότι θα χαρούν να σε δουν». Την πλημμύρισε ανακούφιση. Έκανε μεταβολή και διέσχισε την τραπεζαρία, αρχίζοντας να συνειδητοποιεί τι είχε κάνει. Μόλις είχε κατσαδιάσει τον Γκρένβιλ. Του είχε βάλει τις φωνές. Είχε ξεφωνίσει όσο άντεχαν τα πνευμόνια της. Για την ακρίβεια, είχε φερθεί σαν μέγαιρα, όπως ακριβώς την είχε κατηγορήσει. Από το χολ, γύρισε και τον κοίταξε. Ο κόμης του Σεντ Τζαστ στεκόταν εντελώς ακίνητος. Την κοιτούσε, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν την απεχθανόταν ή όχι. *** Η Αμέλια συνειδητοποίησε όταν ήταν ιδρωμένη και αναψοκοκκινισμένη όταν έφτασε στην πόρτα της αίθουσας διδασκαλίας. Και το χειρότερο, η καρδιά της δεν έλεγε να σταματήσει να σφυροκοπάει. Δε θα έπρεπε να τη νοιάζει αν ο Γκρένβιλ την απεχθανόταν τώρα. Κάποιος έπρεπε να τον προσγειώσει και να τον εμποδίσει να συνεχίσει την εγωιστική και αυτοκαταστροφική συμπε83


ριφορά του. Ο σινιόρ Μπαρέλι σηκώθηκε αμέσως από το ένα από τα τρία γραφεία όπου καθόταν και διάβαζε και ήρθε στην πόρτα. Ο Τζον ήταν καθισμένος στο πάτωμα και έπαιζε ντόμινο και ο Γουίλιαμ στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και κοίταζε έξω, κρατώντας ένα καλάμι του ψαρέματος. Ωραίο μάθημα, σκέφτηκε η Αμέλια. «Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω», αναφώνησε ο Ιταλός. Η απόγνωσή του ήταν ολοφάνερη καθώς πρόσθετε χαμηλώνοντας τη φωνή του: «Δε λένε να διαβάσουν τα μαθήματα που τους έβαλα». Ο Τζον πήδησε όρθιος και έπεσε στην αγκαλιά της. Η Αμέλια τον αγκάλιασε καθώς ο Γουίλιαμ πλησίαζε βλοσυρός. «Γεια», του είπε όσο πιο χαρούμενα μπορούσε. «Δεν είμαστε πολύ τυχεροί; Σταμάτησε η βροχή και αύριο θα ξημερώσει μια πανέμορφη μέρα». «Ωραία, θα πάω για ιππασία», δήλωσε ο Γουίλιαμ, πολύ αποφασιστικά για ένα αγόρι της ηλικίας του. «Θα πάω κι εγώ ιππασία», είπε ο Τζον και της χαμογέλασε πλατιά. «Μπορείτε να έρθετε κι εσείς μαζί μας; Σας παρακαλώ;» Η Αμέλια κοίταξε το δάσκαλο. «Θα μου άρεσε να κάνω ιππασία μαζί σας, μόνο που δεν έχω άλογο ιππασίας. Ωστόσο», συνέχισε προτού προλάβουν να της φέρουν αντίρρηση, «αν καθίσετε και οι δύο και κάνετε τα μαθήματά σας, θα ζητήσω από τον πατέρα σας την άδεια να σας πάω για πικνίκ το Σαββατοκύριακο -αφού τελειώσετε πρώτα όλα σας τα μαθήματα». Η βλοσυρή έκφραση του Γουίλιαμ εξαφανίστηκε. «Το πικνίκ είναι για το καλοκαίρι», είπε. «Εγώ θέλω να πάω πικνίκ!» φώναξε ο Τζον χοροπηδώντας. «Αυτό θα είναι ένα ξεχωριστό πικνίκ», είπε η Αμέλια στον Γουίλιαμ. «Κι αν το επιτρέψει ο καιρός, θα πάρουμε μαζί και την αδερφή σας». Ο Τζον άρχισε να χορεύει γύρω γύρω στο δωμάτιο και η Αμέλια κατάλαβε ότι ήταν εντελώς εκτός ελέγχου. «Αυτό θα μου άρεσε», είπε σοβαρός ο Γουίλιαμ. «Αλλά ο πατέρας είναι κλειδωμένος στα διαμερίσματά του». Η Αμέλια τον έπιασε από το χέρι. «Όχι, είναι κάτω και τρώει». Έμεινε άφωνη όταν είδε την έντονη έκφραση ελπίδας που απλώθηκε στο πρόσωπο του μικρού αγοριού. Το καλύτερο 84


φάρμακο γι’ αυτά τα παιδιά ήταν ο πατέρας τους, ήταν σίγουρη. Και αναρωτήθηκε αν τολμούσε να τα πάει κάτω εδώ και τώρα και να ενώσει πάλι αυτή την οικογένεια. «Δόξα τω Θεώ που βγήκε από τα διαμερίσματά του», είπε ο σινιόρ Μπαρέλι. «Τους λείπει πάρα πολύ, δεσποινίς Γκρέιστοουν». Τολμούσε; «Θέλω τον μπαμπά», φώναξε ο Τζον σουφρώνοντας τα χείλη του. Τα ματάκια του ήταν υγρά από τα δάκρυά. Αν το έκανε και αυτό, σίγουρα εκείνος θα την πετούσε από το σπίτι του μια για πάντα. Είχε σημασία όμως; Άπλωσε το άλλο χέρι της. «Έλα, Τζον. Θα πάμε να δούμε τον πατέρα σας». Ο Τζον γούρλωσε τα ματάκια του, έτρεξε προς το μέρος της και της έδωσε το χέρι του. Η Αμέλια προσευχήθηκε να μην έκανε λάθος. Γύρισε στον Μπαρέλι. «Νομίζω πως τους χρειάζεται να περάσουν λίγη ώρα με τον πατέρα τους προτού συνεχίσουν τα μαθήματά τους». «Νομίζω ότι έχετε δίκιο», της απάντησε ανακουφισμένος εκείνος. Η Αμέλια χαμογέλασε στα δύο αγόρια που κρατούσε από το χέρι και βγήκαν στο διάδρομο. Καθώς τον διέσχιζαν, άνοιξε η πόρτα του δωματίου του μωρού και βγήκε η κυρία Μέρντοκ. «Καλά άκουσα τη φωνή σας, δεσποινίς Γκρέιστοουν», είπε χαμογελώντας. «Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που ήρθατε!» Η Αμέλια σταμάτησε να τη χαιρετήσει. «Πηγαίνω τα αγόρια κάτω. Είναι καιρός να κουβεντιάσουν με τον πατέρα τους. Πώς είναι η μικρή;» «Μόλις ξύπνησε». Η Αμέλια κοίταξε πίσω από την κυρία Μέρντοκ. Από το σημείο όπου στεκόταν μπορούσε να διακρίνει ένα μέρος της κούνιας. Το μωρό, ξαπλωμένο ανάσκελα, κουνούσε τα χεράκια και τα ποδαράκια του στον αέρα και κοιτούσε το παιχνίδι που κρεμόταν από πάνω της. Πρέπει να δει και τη νεογέννητη κόρη του, σκέφτηκε νευρικά. Τολμούσε να πάρει και το μωρό κάτω; · «Γιατί δεν την παίρνετε να έρθετε μαζί μας; Ο λόρδος δεν την έχει δει ακόμα, έτσι δεν είναι;» Η κυρία Μέρντοκ φάνηκε να συνειδητοποιεί ξαφνικά αυτό που πήγαιναν να κάνουν. Χλόμιασε. «Μόνο μια φορά, τη μέρα που ήρθε από το Λονδίνο». 85


Μόνο που τότε δεν είχε γυρίσει καν να κοιτάξει το μωρό, σκέφτηκε η Αμέλια. «Θα την ερωτευτεί αμέσως», είπε, εκφράζοντας φωναχτά τις σκέψεις της. Η κυρία Μέρντοκ χαμογέλασε και πήρε το μωρό. Μετά κατέβηκαν όλοι μαζί κάτω. Η Αμέλια τους οδήγησε προς την τραπεζαρία, με την καρδιά της να βροντοχτυπάει. Μόλις θα τακτοποιούνταν όλοι, θα έφευγε, δεν ήθελε να μιλήσει ξανά με τον Γκρένβιλ. Ο υπηρέτης στεκόταν ακίνητος έξω από την τραπεζαρία. Οι πόρτες είχαν μείνει ανοιχτές. «Μπαμπά!» τσίριξε ο Τζον. Άφησε το χέρι της και όρμησε τρέχοντας στην τραπεζαρία. Ο Γουίλιαμ τον μιμήθηκε. Ο Γκρένβιλ καθόταν στην πέρα άκρη του τραπεζιού και διάβαζε μια εφημερίδα. Σηκώθηκε κατάπληκτος. Ύστερα, όταν ο Τζον όρμησε προς το μέρος του, η Αμέλια είδε ένα χαμόγελο να απλώνεται στα χείλη του. Κι όταν τον σήκωσε και τον στριφογύρισε με μια έκφραση απέραντης χαράς, η Αμέλια κόντεψε να λιποθυμήσει από την ανακούφιση. Ήταν φανερό ότι αγαπούσε πολύ τους γιους του. Ο Γκρένβιλ άφησε κάτω τον Τζον και αγκάλιασε σφιχτά τον Γουίλιαμ. Όταν τον άφησε και όρθωσε το κορμί του, χαμογελούσε ακόμα. «Έσπασα το άλογό μου», του είπε ο Τζον. «Η δεσποινίς Γκρέιστοουν θέλει να μας πάει πικνίκ», είπε με λαχτάρα ο Γουίλιαμ. «Μπορούμε να πάμε, πατέρα;» «Μπορούμε; Μπορούμε;» φώναξε και ο Τζον χοροπηδώντας. Με το χέρι του στον ώμο του Γουίλιαμ, ο Γκρένβιλ γύρισε και την κοίταξε. Ύστερα το βλέμμα του ταξίδεψε πίσω της. στην κυρία Μέρντοκ και το μωρό. Αμέσως μια παγερή έκφραση απλώθηκε στο πρόσωπό του. Η Αμέλια αναστατώθηκε. Ο Γκρένβιλ δεν ήθελε να δει την κόρη του. Δεν την είχε κοιτάξει στην κηδεία. Εκείνος στράφηκε ξανά προς τους γιους του. «Θα κουβεντιάσου με την 7πθανότητα ενός πικνίκ αφού μου πείτε πρώτα τα πάντα για τα μαθήματα σας». Και ενώ τα δυο αγόρια άρχισαν να μιλάνε ταυτόχρονα, εξηγώντας γιατί δεν είχαν κάνει τα μαθήματά τους, εκείνος ύψωσε το βλέμμα του στην Αμέλια. «Θα δω το μωρό μια άλλη φορά», είπε βλοσυρά και στάθη86


κε ανάμεσα σ’ εκείνες και τους γιους του, γυρίζοντάς τους την πλάτη. Δε θα μπορούσε να τους το δηλώσει πιο ξεκάθαρα. Τις έδιωχνε. Η Αμέλια έπιασε την κυρία Μέρντοκ από το μπράτσο κατάπληκτη. Καθώς έβγαιναν στο διάδρομο, η γκουβερνάντα την κοίταξε με πελώρια μάτια. Είχε αρνηθεί να κοιτάξει το ίδιο του το παιδί, σκέφτηκε η Αμέλια, διχασμένη ανάμεσα στο θυμό και τη θλίψη. Πώς μπορούσε να είναι τόσο άσπλαχνος, τόσο ψυχρός; «Αχ, δεσποινίς Γκρέιστοουν», ψιθύρισε η κυρία Μέρντοκ. «Ξέρω ότι σιχαίνεστε τα κουτσομπολιά, αλλά φοβάμαι ότι αυτή τη φορά τα κουτσομπολιά είναι αλήθεια». Η Αμέλια την κοίταξε κι ύστερα γύρισε και έκλεισε βιαστικά τις πόρτες της τραπεζαρίας. Μια φοβερή σκέψη είχε περάσει από το μυαλό της. «Κατηγορεί αυτό το δύστυχο μωρό για το θάνατο της γυναίκας του», κατάφερε να πει. «Δε νομίζω πως είναι αυτό το θέμα», της απάντησε η κυρία Μέρντοκ με φωνή που έτρεμε. «Αν έχετε κάποια άλλη εξήγηση, θα ήθελα να την ακούσω!» «Το παιδί δεν είναι δικό του».

87


Κεφάλαιο 5

Κάποιος χτυπούσε την πόρτα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος ήταν νυχτιάτικα. Το χτύπημα έγινε πιο δυνατό, πιο επίμονο. Και ξαφνικά κατάλαβε ποιος ήταν στην πόρτα και ανακάθισε. Τον έπνιξε ο τρόμος. «Σεντ Τζαστ! Άνοιξε! Ξέρουμε ποιος είσαι και τι έχεις κάνει!» φώναζε ένας άντρας. Είχαν ανακαλύψει την ταυτότητά του, ήξεραν ότι έπαιζε διπλό παιχνίδι, ήθελαν να τον συλλάβουν, να τον φυλακίσουν και να τον στείλουν πίσω στη Γαλλία! Οι αναμνήσεις -γυναικών που ικέτευαν για τη ζωή των παιδιών τους, αντρών που έκλαιγαν, του Νταντόν να στέκεται θαρραλέα μπροστά στην γκιλοτίνα απευθυνόμενος στο πλήθος-στριφογύριζαν σαν τρελές στο μυαλό του. Μπαμ. Αααχ! Μπαμ. Αααχ! Θα έκανε εμετό. Δεν μπορούσε να αντέξει αυτό τον ήχο, τις ιαχές που τον ακολουθούσαν... Κοίταξε κάτω και είδε το κορμί του καλυμμένο με αίματα. Τον κυρίεψε πανικός. Και τότε συνειδητοποίησε ότι έσφιγγε τα παγωμένα σιδερένια κάγκελα του κελιού του. Ήταν ξανά στη Γαλλία, σ’ εκείνη τη φυλακή, σ’ εκείνο το μέρος από το οποίο δεν υπήρχε διαφυγή! Μόνο που το χτύπημα ήταν πιο δυνατό τώρα. Ο Σάιμον πετάχτηκε ξέπνοος πάνω. Τον τύφλωσε το λαμπερό φως του ήλιου και ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Καθόταν σε έναν υπέροχο λευκό και χρυσάφι καναπέ, σε μια χρυσαφιά βιβλιοθήκη, και έσφιγγε το μπράτσο του καναπέ, όχι τα σιδερένια κάγκελα. Ήταν μουσκεμένος στον ιδρώτα, όχι στο αίμα. Έ88


νας υπηρέτης με λιβρέα στεκόταν στην πόρτα της βιβλιοθήκης κρατώντας το δίσκο με το πρωινό του. Βρισκόταν στο σπίτι του, στο Σεντ Τζαστ Χολ, όχι σε μια φυλακή στη Γαλλία. Σωριάστηκε πίσω στον καναπέ, πασχίζοντας να πάρει ανάσα. Δε θα σταματούσαν ποτέ αυτοί οι εφιάλτες; Γίνονταν όλο και χειρότεροι. Δεν περνούσε ούτε μια νύχτα που να μην ονειρευτεί ότι τον συλλάμβαναν, τον φυλάκιζαν και τον έστελναν στην γκιλοτίνα. Είχε αρχίσει να αποφεύγει να πέσει στο κρεβάτι, είχε αρχίσει να κοιμάται όσο γινόταν λιγότερες ώρες, ευχόμενος απελπισμένα να αποφύγει αυτούς τους φοβερούς, ολοζώντανους εφιάλτες. Τώρα, όμως, δε βρισκόταν στο Παρίσι. Ο Γουόρλοκ είχε σκοπό να τον στείλει πίσω, και ίσως αναγκαζόταν να ξαναπάει, αλλά μέχρι τότε ήταν ασφαλής -όσο ασφαλής μπορούσε να είναι κάποιος στη δική του θέση. Έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να διώξει τα τελευταία απομεινάρια του τρόμου και του φόβου. Και καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του, σκόρπια κομμάτια της ζωής του τον πολιόρκησαν. Είδε τον αδερφό του τον Γουίλ να του χαμογελάει καθώς στέκονταν στην παραλία, έτοιμοι να βου-τήξουν στα νερά του ωκεανού. Θυμήθηκε τη στωϊκή έκφραση της Ελίζαμπεθ καθώς της περνούσε στο δάχτυλο τη βέρα. Θυμήθηκε να κρατάει τον Γουίλιαμ νεογέννητο στην αγκαλιά του και την καρδιά του να πλημμυρίζει από αγάπη... Και ύστερα είδε την Αμέλια Γκρέιστοουν να τον κοιτάζει με απόλυτη φρίκη επειδή δεν είχε επιτρέψει στην γκουβερνάντα να φέρει στην τραπεζαρία το μπάσταρδο της Ελίζαμπεθ. Δεν περίμενε ότι θα ξανάβλεπε ποτέ την Αμέλια. Αλλά είχε έρθει στην κηδεία και την είχε αναγνωρίσει αμέσως. Η καρδιά του σκίρτησε, καθώς θυμήθηκε την Αμέλια να τον κοιτάζει τη στιγμή που ήταν έτοιμος να τη φιλήσει τις προάλλες μέσα στο μεθύσι του, με τα μάτια της γεμάτα πόθο και φόβο συνάμα. Η Αμέλια φοβόταν την έλξη που ένιωθαν ακόμα ο ένας για τον άλλο. Το κεφάλι του πονούσε τρομερά τώρα. Σκέπασε με το μπράτσο το μέτωπό του. Πώς μπορούσε να την κατηγορήσει; Παραδόξως, η έλξη που αισθανόταν για εκείνη φαινόταν πιο ισχυρή από παλιά. Κι αυτό τον φόβιζε κι εκείνον. 89


λύ».

«Τζόνσον, άφησε το δίσκο στο γραφείο, σ’ ευχαριστώ πο-

Δεν κοίταξε τον υπηρέτη που έσπευσε να εκτελέσει την εντολή. Ήξερε ότι οι σκέψεις του είχαν γίνει επικίνδυνες. Αλλά δεν μπορούσε να τις σταματήσει. Αντίθετα, θυμήθηκε την Αμέλια να στέκεται στο κατώφλι της τραπεζαρίας κρατώντας τους γιους του από το χέρι. Δε θα ξεχνούσε ποτέ την εικόνα της με τους δυο γιους του. Να πάρει η οργή, όσο και αν δεν το ήθελε, αυτή η εικόνα ήταν μια ευχαρίστηση στην κολασμένη ζωή του. Η Αμέλια είχε έρθει στην κηδεία της Ελίζαμπεθ, είχε βοηθήσει τα παιδιά του σε μια στιγμή πόνου, είχε προσπαθήσει να παρηγορήσει ακόμα και εκείνον. Αλλά έτσι ήταν η Αμέλια Γκρέιστοουν πάντα -η πιο συμπονετική γυναίκα που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Και όταν ήταν να χώσει τη μύτη της κάπου, κανείς δεν μπορούσε να την ξεπεράσει. Αλλά ανακατευόταν επειδή ανησυχούσε. Πώς μπορούσε να της πει να μην ανακατεύεται, ειδικά σε ό,τι αφορούσε τους γιους του; Η παρέμβασή της, ωστόσο, μπορούσε να γίνει επικίνδυνη -πολύ επικίνδυνη-, και εκείνη δεν είχε ιδέα. Ο Σεμπάστιαν Γουόρλοκ ήταν θείος της. Ήταν επίσης κατάσκοπος και αφεντικό του στη Βρετανία. Ο Σάιμον ήταν κάπου δυο χρόνια τώρα ανακατεμένος στα παιχνίδια πολέμου του Γουόρλοκ, έτσι τον γνώριζε καλά. Ο αρχηγός των κατασκόπων δε θα επέτρεπε ποτέ να πλησιάσει η ανιψιά του την αλήθεια, ήταν σίγουρος. Ωστόσο η Αμέλια ήταν πανέξυπνη. Και υπήρχαν και οι δύο αδερφοί της. Ο Σάιμον δεν ήξερε καλά κανέναν από τους δύο, ήξερε όμως ότι ο Λούκας ήταν ενεργά ανακατεμένος στον πόλεμο και ότι περιστασιακό ο Τζακ βοηθούσε τους εμιγκρέδες να το σκάσουν από τη Γαλλία. Αμφέβαλλε, πάντως, αν κάποιος από τους αδερφούς της θα την έθετε ποτέ σε κίνδυνο, αποκαλύπτοντάς της τις δραστηριότητές τους. Και αυτή η σκέψη τον ανακούφιζε. Δεν ήταν σίγουρος αν του άρεσε μια τέτοια αντίδραση εκ μέρους του, όπως δεν ήξερε και πώς να αντιμετωπίσει τον τρελό πόθο του για εκείνη. Έγειρε πάλι πίσω στα μαξιλάρια του καναπέ, αδιαφορώντας για το φαγητό του -δεν είχε όρεξη. Ένιωθε διχασμένος. 90


Ήξερε ότι δεν έπρεπε να τη σκέφτεται, κι όμως του ήταν αδύνατο να μην το κάνει. Λες και η Αμέλια είχε επιστρέφει ορμητικά στη ζωή του. Πάντα έβλεπε το καλό σε όλους -ακόμα και σ’ εκείνον-, όταν κανένας άλλος δεν το έκανε. Ακόμα και μετά από αυτό που της είχε κάνει, ακόμα και μετά από τον τρόπο που την είχε εγκαταλείψει, εκείνη εξακολουθούσε να πιστεύει σ’ αυτόν. Και ήθελε να τον παρηγορήσει. Ο Σάιμον κοίταξε έξω τα γκρίζα, άγονα βαλτοτόπια. Ευχήθηκε η ζωή να είχε επιφυλάξει διαφορετική τύχη και στους δύο, αλλά δεν το είχε κάνει. Από τη στιγμή που είχε δει τον Γουίλ ξαπλωμένο στο φέρετρο, ήξερε ότι η σχέση τους είχε τελειώσει. Η πτώση του Γουίλ από το άλογο, το σπάσιμο του σβέρκου του, ήταν το τέλος και της δικής τους σχέσης. Επειδή εκείνη την αποτρόπαια στιγμή ο Σάιμον είχε γίνει ο κληρονόμος του κόμη. Και είχε φύγει από την Κορνουάλη χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, χωρίς να της πει λέξη. Αλλά ακόμα και τότε δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι τα καθήκοντά του ήταν μικρό τίμημα μπροστά σε όσα συνέβαιναν στον κόσμο. Δεν ήξερε ότι κάποια μέρα θα κατέληγε ένα μικρό πιόνι στη σκακιέρα του πολέμου και της επανάστασης, ότι η ζωή του θα κρεμόταν από μια κλωστή, το ίδιο και η ζωή των γιων του. Και εκείνη τη στιγμή, καθώς αναλογιζόταν τον κίνδυνο στον οποίο είχε βάλει τα παιδιά του, κατάλαβε ότι έπρεπε να ξεχάσει την Αμέλια Γκρέιστοουν. Ναι, ήθελε να της κάνει έρωτα, κάτι που δεν είχε καταφέρει πριν δέκα χρόνια. Ναι, ο πόθος του τώρα ήταν πολύ ισχυρότερος από τότε. Αλλά δε θα έπαιζε μαζί της, και όχι επειδή την είχε πληγώσει μια φορά και δεν ήταν τόσο εγωιστής ώστε να το ξανακάνει. Η ζωή του τώρα παραήταν επικίνδυνη. Η Αμέλια δε θα έπρεπε να μπλέξει ποτέ στα σοβαρά μαζί του. Σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του. Ήταν καιρός να ξεχάσει την Αμέλια. Αν ερχόταν ξανά, θα φρόντιζε να μην τη δεχτεί. Θα μπορούσε, βέβαια, να της επιτρέπει να βλέπει τα παιδιά. Οι γιοι του τη λάτρευαν ήδη. Η σορός της Ελίζαμπεθ ταξίδευε ήδη για το Λονδίνο, για να αναπαυτεί στο εκεί οικογενειακό μαυσωλείο. Ο θάνατός της ήταν μια μικρή ανάπαυλα από τον πόλεμο και το δικό του ρόλο σ’ αυτόν. Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο Ζουρντάν θα έπρεπε να 91


κάνει σύντομα την εμφάνισή του στην πόλη. Τη νύχτα που είχε φύγει από το Παρίσι, ο Λαφλέρ ήταν σαφής. Αν ο Σάιμον δεν αποδείκνυε την πίστη του στους Λυσσασμένους και στην υπόλοιπη Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, θα τον έβρισκαν και θα τον σκότωναν σαν λυσσασμένο σκυλί. Ο Σάιμον έπρεπε να επιστρέφει στο Λονδίνο και να αρχίσει αμέσως να ψάχνει για απόρρητες πληροφορίες. Ήθελε πληροφορίες που θα κατεύναζαν τους Γάλλους αφέντες του, αλλά δε θα έθεταν σε κίνδυνο τις προσπάθειες των Συμμάχων. Έπρεπε επίσης να μιλήσει με τον Γουόρλοκ. Όταν είχε φύγει από το Παρίσι, είχε πάει κατευθείαν στη Χάβρη, όπου είχε βρει ένα λαθρέμπορο που τον είχε περάσει στο Ντόβερ. Από εκεί είχε νοικιάσει άμαξα για να κάνει την υπόλοιπη διαδρομή μέχρι το Σεντ Τζαστ. Δεν είχε την ευκαιρία να συναντηθεί σε κάποια ταβέρνα στο δρόμο με τον Γουόρλοκ και να τον ενημερώσει. Δεν ήξερε τι γνώριζε ο Γουόρλοκ για τους τελευταίους μήνες του στο Παρίσι ή πόσα θα έπρεπε να του αποκαλύψει. Αλλά δε θα υποτιμούσε τον Σεμπάστιαν. Πιθανότατα ο άλλος άντρας ήξερε ότι ο Σάιμον ήταν φυλακισμένος ενενήντα έξι μέρες. Και θα ήθελε να μάθει πώς είχε καταφέρει να βγει από τη φυλακή. Αν ισχυριζόταν ότι είχε αποδράσει, ο Γουόρλοκ θα ζητούσε να μάθει τον τρόπο. Αν του έλεγε ότι τον είχαν ελευθερώσει, ο Γουόρλοκ θα γινόταν αμέσως καχύποπτος. Θα έπρεπε να φερθεί πολύ προσεκτικά με τον άνθρωπο που τον είχε μπάσει σε αυτό τον κόσμο της δολοπλοκίας. Και ο Σεμπάστιαν θα περίμενε να επιστρέψει εκείνος στη θέση του στην Κομμούνα, προκειμένου να στείλει περισσότερες απόρρητες πληροφορίες στους Βρετανούς -ακριβώς όπως ο Λαφλέρ ήθελε πληροφορίες αμέσως, πριν εισβάλουν οι Σύμμαχοι στη Φλάνδρα. Πήρε ένα ποτήρι κρασί, νιώθοντας ξαφνικά θυμωμένος όχι, εξαγριωμένος. Δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση. Εκείνη τη στιγμή ήθελε να σπάσει όλα τα έπιπλα στο δωμάτιο. Αν η Αμέλια γυρνούσε και τολμούσε να ανακατευτεί ξανά στη ζωή του, θα πλήρωνε τις συνέπειες! Δε θα ήταν ασφαλής μαζί του. Θα αποδείκνυε τόσο σ’ εκείνη όσο και στον εαυτό του ότι ήταν ένας εγωιστής παλιάνθρωπος και θα την αποπλανούσε με το που θα διάβαινε την πόρτα του... Δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο απελπισμένος. Για μια στιγμή 92


σκέφτηκε ότι στην αγκαλιά της ο κόσμος και ο πόλεμος θα έπαυαν να υπάρχουν. Στην αγκαλιά της θα έβρισκε την ευχαρίστηση, το φως, το γέλιο και την αγάπη... Πέταξε ξαφνικά το ποτήρι στον τοίχο και το έκανε θρύψαλα. Κάθισε κάτω τρέμοντας και κάρφωσε το βλέμμα του στα σκεπασμένα πιάτα του φαγητού του. Η διάθεσή του είχε χειροτερέψει. Πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες, αλλά η εικόνα της Αμέλια παρέμεινε, καθώς και των γιων του. Ακούμπησε το μέτωπό του στα χέρια του. Έπρεπε να γυρίσει στο Λονδίνο. Και έπρεπε να πάρει μια πολύ δύσκολη απόφαση. Θα ήταν πιο ασφαλές να αφήσει τα αγόρια στην Κορνουάλη; Ή έπρεπε να τα πάρει μαζί του στην πόλη; Αμέσως κατάλαβε ότι έπρεπε να τα έχει κοντά του. Αν τα άφηνε στην Κορνουάλη, θα ζούσε σε μια συνεχή κατάσταση πανικού, ανησυχώντας κάθε λεπτό για την ασφάλειά τους. Αν ξεσκεπαζόταν το διπλό παιχνίδι του, οι γιοι του θα βρίσκονταν σε τρομερό κίνδυνο. Έσπρωξε μακριά το δίσκο και έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Ήταν έτοιμος να γυρίσει στο Λονδίνο. Οι δραστηριότητές του εκεί θα ήταν επικίνδυνες. Θα έμπαινε και θα έβγαινε από το σπίτι ακατάστατες ώρες -ιδιαίτερα τη νύχτα. Προφανώς έπρεπε να προσλάβει μια οικονόμο, αλλά θα έπρεπε να είναι μια γυναίκα με μεγάλη εξυπνάδα, δυνατό χαρακτήρα και κοινή λογική. Κάποια την οποία θα μπορούσε να εμπιστεύεται. Ο σινιόρ Μπαρέλι δεν είχε τσαγανό. Η γκουβερνάντα, που δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε το όνομά της, ήταν επιλογή της Ελίζαμπεθ. Τις λίγες φορές που την είχε πάρει το μάτι του, ήταν δακρυσμένη. Ήταν ολοφάνερο πως ήταν υστερική. Η Ελίζαμπεθ διοικούσε το σπιτικό του και επέβλεπε την ανατροφή των γιων του, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Η παλιά οικονόμος που είχε πεθάνει πριν μερικούς μήνες κρεμόταν από τη λαίδη Γκρένβιλ. Η Ελίζαμπεθ ήταν κάτι παραπάνω από μια όμορφη κόμισσα· ήταν και οικονόμος και μητέρα. Και αμέσως ο Σάιμον θυμήθηκε ξανά την Αμέλια να στέκεται στο κατώφλι της τραπεζαρίας κρατώντας τους γιους του από το χέρι. Την Αμέλια που ήταν μόνη στο Γκρέιστοουν Μάνορ φροντί93


ζοντας τη διανοητικά διαταραγμένη μητέρα της και ισχυριζόταν ότι ήταν ευχαριστημένη. *** Η Αμέλια τελείωσε το ξεσκόνισμα του πιάνου που είχε αγοράσει η γηραιό κόμισσα του Μπέντφορντ για την αδερφή της. Όρθωσε το κορμί της και κοίταξε το όργανο που άστραφτε. Επειδή το μεγάλο χολ ήταν πολύ λιτά επιπλωμένο -δυο βυσσινί πολυθρόνες ήταν τοποθετημένες μπροστά από το πελώριο πέτρινο τζάκι και υπήρχε ένας πάγκος κατά μήκος του ενός πέτρινου τοίχου-, είχαν τοποθετήσει έξι καρέκλες από ζωηρό, κόκκινο δαμασκηνό ύφασμα γύρω από το πιάνο. Πριν κλεφτεί με τον Μπέντφορντ, η Τζούλιαν έπαιζε πιάνο με τις ώρες και οι γείτονες έρχονταν συχνά να την ακούσουν. Ο κόμης Nr Αρσάν, ένας εμιγκρές. συνήθιζε να φέρνει το βιολί του και να τη συνοδεύει. Η Αμέλια θυμόταν το χολ γεμάτο μουσική, κουβέντες, ζεστασιά και γέλια. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε πολύ μόνη. Μήνες τώρα, το σπίτι ήταν πολύ σιωπηλό. Δεν ήθελε να θυμηθεί τον Γκρένβιλ ή τις στιγμές που είχε περάσει στην αγκαλιά του. Ξεσκόνισε για μια ακόμα φορά την επιφάνεια του πιάνου. Η μαμά κοιμόταν πάνω και ο Γκάρετ είχε βγει βόλτα στο κτήμα με τα σκυλιά. Ο Λούκας είχε φύγει για το Λονδίνο εδώ και μέρες και εκείνη δεν ήξερε πού βρισκόταν ο Τζακ. Ήλπιζε ότι βρισκόταν στα ανοιχτά της θάλασσας, μακριά από τις περιπολίες του Βασιλικού Ναυτικού. Δυστυχώς, η μαμά δεν ήταν καλή παρέα. Ούτε ο σκυθρωπός Σκοτσέζος. Από μια άποψη, το σπίτι θα μπορούσε να ήταν εντελώς άδειο. Ευχήθηκε να βρισκόταν εκεί η Ναντίν Ντ’Αρσάν. Είχαν γίνει καλές φίλες με την μεγάλη κόρη του κόμη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αλλά η Ναντίν είχε επιστρέφει στην πόλη με την οικογένειά της. Της Γαλλίδας δεν της άρεσε η εξοχή. Η Αμέλια υποπτευόταν πως η Ναντίν είχε επίσης ενεργό συμμετοχή στον .πόλεμο. Ήταν φανατική κατά των Ιακωβίνων και ενημερωμένη πάντα για τις τελευταίες εξελίξεις της επανάστασης. Η εικόνα του Γκρένβιλ δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της. Το ίδιο και η εικόνα της όμορφης νεογέννητης κόρης του. Θα ήταν πολύ εύκολο να αφεθεί σ’ αυτές τις σκέψεις. Για την 94


ακρίβεια, δεν μπορούσε να σκεφτεί και τίποτε άλλο πέρα από αυτούς τους δύο! Άρχισε να ξεσκονίζει πολύ βλοσυρή το περβάζι του κοντινού παραθύρου, κι ας το είχε ήδη ξεσκονίσει. Δεν ήξερε πώς να συμφιλιώσει πατέρα και κόρη, αλλά ήταν αποφασισμένη να το κάνει. Ο Γκρένβιλ είχε προφανώς πολλά ελαττώματα, αλλά ήταν καλός πατέρας -τρυφερός πατέρας. Κάθε φορά που τον έβλεπε με τους γιους του, εντυπωσιαζόταν. Για πόσο καιρό ακόμα θα αδιαφορούσε για την κόρη του; Είχε περάσει μια νύχτα ξάγρυπνη προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να λογικέψει τον Γκρένβιλ. Όσο για τα παράλογα κουτσομπολιά της κυρίας Μέρντοκ, δε θα τους έδινε καμιά σημασία. Ήταν άθλια και δεν τα είχε πιστέψει ούτε για μια στιγμή! Φυσικά και ήταν δικό του το μωρό! Η Αμέλια είχε καθαρίσει σχολαστικά ολόκληρο το σπίτι. Αμφέβαλλε αν είχε μείνει ίχνος σκόνης πουθενά. Η κουζίνα ήταν τόσο καθαρή που έδειχνε αχρησιμοποίητη. Οι βαλίτσες της μαμάς ήταν έτοιμες. Δε θα της έπαιρνε πάνω από μια ώρα να μαζέψει και τα δικά της πράγματα για το ταξίδι. Ήταν μια πολύ απλή γυναίκα με λίγα υπάρχοντα. «Αμέλια». Πάγωσε όταν άκουσε τη φωνή του Γκρένβιλ. Κατάπληκτη, σίγουρη ότι είχε παραισθήσεις, γύρισε. Δεν τον είχε φανταστεί. Ο κόμης του Σεντ Τζαστ στεκόταν στο κατώφλι της μεγάλης σάλας, ντυμένος με βελούδινο σακάκι στο χρώμα του χαλκού, μπεζ παντελόνι και ανοιχτόχρωμες κάλτσες. Είχε πιάσει τα φυσικά μαλλιά του σε αλογοουρά κάτω από ένα δίκοχο καπέλο. Εκείνος ύψωσε τα φρύδια του καθώς την κοίταζε. Η Αμέλια φορούσε ένα από τα πιο παλιά καθημερινά φουστάνια της και ποδιά και κρατούσε ένα φτερό ξεσκονίσματος. Κοκκίνισε. «Μπήκες έτσι απλά μέσα;» «Χτύπησα τρεις φορές. Φώναξα. Κανείς δε με άκουσε». Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Γιατί καθαρίζεις το σπίτι;» «Επειδή δεν έχω υπηρέτριες να το κάνουν για μένα», του απάντησε τσαντισμένα. Η καρδιά της όμως χτυπούσε σαν τρελή. Γιατί στην ευχή είχε έρθει ο Γκρένβιλ να της κάνει επίσκεψη; «Αυτό είναι απαράδεκτο», της είπε ξερά, κοιτάζοντας τή μεγάλη σάλα πίσω της. «Απ’ ό,τι βλέπω, δεν έχει αλλάξει τίποτα 95


εδώ, με εξαίρεση ότι απέλυσες το προσωπικό σου». Πριν μια δεκαετία υπήρχε μια υπηρέτρια που καθάριζε το σπίτι. Η Αμέλια τσιτώθηκε. «Προτιμώ να μη συζητήσω αν έχω βοήθεια για το σπίτι ή όχι». Εκείνος την κοίταξε βλοσυρά. «Μπορώ να περάσω; Δε θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση». «Αυτό ακριβώς κάνεις», του απάντησε σφιγμένα. Ο Σάιμον χαμογέλασε αργά. «Μήπως φταίει η παρουσία μου και όχι το θέμα της συζήτησης που σε ταράζει;» Η Αμέλια δάγκωσε το χείλι της. Ο Γκρένβιλ είχε δίκιο. Την ενοχλούσε που την είχε πιάσει έτσι αφρόντιστη, σαν μια απλή υπηρέτρια, και η δυνατή παρουσία του έκανε την καρδιά της να χτυπάει άγρια. «Αν ήξερα ότι θα μου έκανες επίσκεψη, θα είχα ετοιμάσει τσάι», του είπε σφιγμένα. Ο Γκρένβιλ χαμογέλασε και το χαμόγελο φώτισε τα μάτια του. «Θα μου άρεσε να πιω τσάι μαζί σου». Η Αμέλια ένιωσε απελπισία, γιατί δεν είχε τίποτε άλλο να του προσφέρει. «Αλλά», πρόσθεσε, «θα έπρεπε να ανάψεις φωτιά και να βράσεις νερό, να μουλιάσεις το τσάι και να φτιάξεις το δίσκο, πράγμα που θα μου στερούσε την παρουσία σου για κάμποση ώρα, έτσι θα αρνηθώ την προσφορά σου». Η ανακούφισή της ήταν άμεση. Ο Γκρένβιλ είχε καταλάβει, σκέφτηκε. Είχε αρνηθεί από ευγένεια. Το βλέμμα του την περιεργάστηκε, το χαμόγελό του έγινε πιο αχνό. Και πριν δέκα χρόνια ήταν ευγενικός. Της έκανε αμέτρητα δώρα όταν την επισκεπτόταν ή πήγαιναν για ψώνια. Όταν εκείνη ανησυχούσε για τη μαμά, την άκουγε. Όταν του έκανε παράπονα για την Τζούλιαν, που αμελούσε τα καθήκοντά της, τη συμβούλευε. Όταν θύμωνε με τον Λούκας για τη στάση του απέναντι τους, ήταν ήρεμος και λογικός. Κυρίως, όμως, του ήταν ευγνώμων επειδή πάντα έκανε ότι δεν πρόσεχε την τεράστια κοινωνική και οικονομική διαφορά που υπήρχε ανάμεσά τους. «Ήμουν αγενής. Δε με πειράζει να φτιάξω τσάι», του είπε αργά. Μα τι γύρευε εκεί ο Γκρένβιλ; «Ήπια τσάι πριν φύγω από το σπίτι. Αν όμως θέλεις να πιεις εσύ, θα καθίσω μαζί σου». Η Αμέλια κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, νιώθοντας καινούρια ανακούφιση. «Παρακαλώ. Πέρασε μέσα». Της χαμογέλασε φευγαλέα και μπήκε στο μεγάλο χολ. «Εί96


ναι εδώ ο Λούκας;» τη ρώτησε. «Ο Λούκας έφυγε για την πόλη αμέσως μετά την κηδεία». Εκείνος φάνηκε να το δέχεται αυτό. Ακούμπησε το χέρι του στο πιάνο. «Αυτό είναι καινούριο». «Το αγόρασε η γηραιά κόμισσα του Μπέντφορντ για την ούλιαν». «Πολύ ευγενικό εκ μέρους της». Θα συνέχιζαν για πολύ αυτές τις γενικόλογες αβρότητες; «Ήρθες για μια απλή κοινωνική επίσκεψη;» τον ρώτησε προσεκτικά. «Όχι, δεν ήρθα γι’ αυτό». Την κοίταξε και έδειχνε λυπημένος. «Θέλω να σου ζητήσω ξανά συγνώμη». Εκείνη ξαφνιάστηκε. «Για τη χτεσινή συμπεριφορά σου;» «Ναι. Φέρθηκα εντελώς άξεστα, για μια ακόμη φορά. Μπορώ όμως να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά μου, λέγοντας ότι ένιωθα απαίσια». Η Αμέλια χαμογέλασε. «Ξέρεις ότι σου χρωστάω κι εγώ μια συγνώμη, έτσι δεν είναι;» Της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Δε θα τη δεχτώ». «Γιατί όχι;» «Επειδή έπρεπε να προσγειωθώ. Είχες δίκιο. Η συμπεριφορά μου ήταν εντελώς εγωιστική και εγωκεντρική». Η Αμέλια δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. «Έχεις μείνει με ανοιχτό το στόμα», της είπε μαλακά. Ο τόνος του ήταν τόσο ευχάριστος, που η καρδιά της βροντοχτύπησε. Ο πόθος που υπόβοσκε μέσα της φούντωσε. Τον αγαπώ ακόμα, σκέφτηκε, και κυριεύτηκε από τρόμο. Σοκαρισμένη από αυτή την ύπουλη σκέψη, έστρεψε αλλού το κεφάλι της. Δεν ήταν ερωτευμένη με τον Γκρένβιλ. Δεν ήταν δυνατό. «Αμέλια; Σε στενοχώρησα;» Ο τόνος του συνέχισε να είναι ήπιος και ευχάριστος. Εκείνη γύρισε και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Όχι βέβαια. Πώς τα πάνε τα παιδιά;» Είδε την έκφρασή του να σκοτεινιάζει, αλλά της απάντησε ήρεμα: «Τα αγόρια δείχνουν να τα πηγαίνουν λίγο καλύτερα. Όταν επιστρέφουμε στο Λονδίνο, θα αγοράσω ένα πόνι Κονεμάρα για τον Τζον. Μου αρέσει πολύ αυτή η ράτσα. Ο Γουίλιαμ θέλει να πάρει μέρος για πρώτη φορά σε πρωτάθλημα ξιφασκίας. Παίρνει μαθήματα κάμποσο καιρό τώρα. Θα του αγοράσω επίσης και ένα δικό του γιοτ». 97


Πότε θα επέστρεφε στο Λονδίνο; Και γιατί εκείνη ένιωσε εντελούς απελπισμένη; «Είμαι σίγουρη ότι θα ενθουσιαστούν με αυτά τα δώρα». Δίστασε. «Δεν τα εγκρίνεις». «Κακομαθαίνοντάς τα, δε θα φέρεις πίσω τη μητέρα τους». «Όχι, δε θα τη φέρω». Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Η Αμέλια δεν τον κατηγορούσε που ήθελε να γεμίσει τους γιους του με δώρα. Τι θα γινόταν με την κόρη του, όμως; «Της έδωσες κάποιο όνομα;» «Όχι». Ο τόνος του ήταν σκληρός. Της γύρισε την πλάτη του και άρχισε να βηματίζει. Σταμάτησε μπροστά στις δύο βυσσινί πολυθρόνες. «Νόμιζα πως το ορυχείο πήγαινε καλά, ο σίδηρος είναι πολύ προσοδοφόρο μετάλλευμα». Αλλαζε θέμα. Η κόρη του όμως χρειαζόταν ένα όνομα -και έναν πατέρα! «Το ξέρεις ότι ο Λούκας διευθύνει πολύ πετυχημένα την περιουσία μας. Πιστεύω ότι το λατομείο και το ορυχείο πηγαίνουν πολύ καλά. Αλλά οι καιροί είναι δύσκολοι. Θα ήταν απερίσκεπτο να ξοδέψουμε τα εισοδήματά μας, ιδιαίτερα τώρα που οι τιμές έχουν αυξηθεί τόσο λόγω του πολέμου». Εκείνος την κοίταξε. «Το σπίτι χρειάζεται συντήρηση, Αμέλια, είτε έχουμε πόλεμο είτε όχι». Είχε δίκιο, αλλά δεν ήταν αυτό το θέμα που ήθελε να κουβεντιάσει εκείνη μαζί του. «Σάιμον, εξακολουθώ να ανησυχώ για τα παιδιά σου». Ο Γκρένβιλ την πλησίασε και της πήρε το φτερό από το χέρι. Τα χέρια τους αγγίχτηκαν φευγαλέα και εκείνη ρίγησε. Εκείνος δεν έδειξε να το πρόσεξε καν και η Αμέλια τον παρακολούθησε γεμάτη απόγνωση να αφήνει το φτερό στη γωνιά δίπλα στο παράθυρο. «Δε θα το συνηθίσω ποτέ να σε βλέπω να καθαρίζεις το σπίτι». «Κάποιος πρέπει να το κάνει». Το βλέμμα του περιεργάστηκε πολύ αργά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Θα ήθελα να σου κάνω μια προσφορά, Αμέλια», της είπε αδιάφορα, «μια πρόταση καλύτερα, αλλά δε θέλω να προσβληθείς». Εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη -δεν περίμενε μια τέτοια δήλωση. Η έκφραση του προσώπου του ήταν πολύ αινιγματική και δεν μπορούσε να μαντέψει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του. Τι θα μπορούσε να της προτείνει; 98


Και ξαφνικά της κατέβηκε η τρελή ιδέα ότι θα της ζητούσε να γίνει ερωμένη του. Δεκάδες καυτές εικόνες πλημμύρισαν το μυαλό της. Θα τολμούσε να δεχτεί μια τέτοια πρόταση; «Χρειάζομαι οικονόμο», της είπε αργά. «Ορίστε;» έκανε εκείνη, καταφέρνοντας να αρθρώσει μετά βίας τη λέξη. «Χρειάζομαι απελπισμένα μια οικονόμο. Βρίσκομαι συνεχώς στα βόρεια, όπου έχω μερικά πολύ μεγάλα και προσοδοφόρα κτήματα, και σκοπεύω να εγκαταστήσω τους γιους μου στο Λονδίνο. Είναι καλύτερα γι’ αυτούς να βρίσκονται στην πόλη. Δε χρειάζεται όμως να ταξιδεύουν τόσο συχνά όσο εγώ. Το σπιτικό μου το διηύθυνε η Ελίζαμπεθ. Έπαιρνε ενεργά μέρος στις καθημερινές δραστηριότητες και των δύο αγοριών. Χρειάζομαι κάποια που θα διευθύνει το σπιτικό μου όπως εκείνη και θα έχει την καθημερινή φροντίδα των παιδιών». Η Αμέλια ένιωσε να της έρχεται ζάλη. Ο Γκρένβιλ ήθελε να την προσλάβει για οικονόμο του. Και εκείνη είχε συμπεράνει ότι την ήθελε για το κρεβάτι του! «Χρειάζομαι κάποια που να μπορώ να εμπιστευτώ, Αμέλια». Εκείνη κατάφερε να αντιμετωπίσει το σταθερό βλέμμα του. Ένιωθε σαν να την είχε μαχαιρώσει στην καρδιά. Μα το Θεό, ένιωθε σχεδόν προσβεβλημένη. Κι όμως, δε θα έπρεπε να την προσβάλλει η πρόταση να δουλέψει σαν μια καλοπληρωμένη οικονόμος της υψηλής κοινωνίας. Ήταν μια πτωχευμένη αριστοκράτισσα. Η θέση που της πρόσφερε δεν ήταν σπουδαία, αλλά δεν την υποβίβαζε. Και σίγουρα χρειαζόταν τα χρήματα. Αλλά είχε προσβληθεί. Φοβερά! «Θα αρνηθείς την πρότασή μου;» τη ρώτησε εκείνος πολύ προσεκτικά. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Δεν μπορώ να δεχτώ μια τέτοια προσφορά». «Το εννοούσα όταν είπα ότι δε θέλω να σε προσβάλω». Η Αμέλια σταύρωσε τα μπράτσα της. «Έχω το δικό μου σπίτι. τη δική μου οικογένεια να φροντίσω!» «Άκουσα ότι ο Λούκας αποφάσισε να εγκατασταθείτε με τη μητέρα σου στην πόλη και ότι κλείνεις αυτό το σπίτι. Φυσικά, υπάρχει δωμάτιο για τη μητέρα σου στο σπίτι μου στο Μέι99


φερ». Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί εκείνη ήταν τον Σάιμον να την παίρνει στην αγκαλιά του. «Δε νομίζω ότι μπορώ να δεχτώ», του απάντησε. «Αμέλια, χρειάζομαι τη βοήθειά σου», της είπε γρήγορα. «Οι γιοι μου χρειάζονται μια γυναίκα σαν εσένα στη ζωή τους. Ακόμα και εκείνο το παιδί δεν έχει κανέναν. Κι αν αυτό σε καθησυχάζει, ταξιδεύω συχνά στα διάφορα κτήματά μου, έτσι δε θα μένουμε στο ίδιο σπίτι -τουλάχιστον όχι τακτικά». Το βλέμμα του ήταν έντονο. «Τι σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι ακόμα κι εγώ έχω κάποιες αμφιβολίες για την αξιοπιστία μου. Ξέρουμε και οι δύο πώς σου φέρθηκα. Αυτός είναι ο λόγος που διστάζεις; Σε έχω σε μεγάλη εκτίμηση πάντα σε είχα». Η Αμέλια ήθελε να κλάψει. «Έφυγες χωρίς ούτε μια λέξη». Τον κοίταξε, σοκαρισμένη που είχε επιστρέφει εκείνος ο παλιός πόνος. «Δε θα λείψει τίποτα σ’ εσένα και τη μητέρα σου. Θα ζεις στην πόλη και θα έχεις την ευκαιρία να επισκέπτεσαι τον αδερφό σου και την αδερφή σου. Δεν περιμένω να συμπεριφέρεσαι σαν μια συνηθισμένη οικονόμος. Θα καταστρώσουμε ένα πρόγραμμα που θα εξυπηρετεί κάθε σου ανάγκη», της δήλωσε αποφασιστικά. «Δεν πρόκειται να δεχτώ να μου αρνηθείς». Η Αμέλια το ήξερε ότι δε θα την άφηνε να αρνηθεί. Συνειδητοποίησε επίσης τι ακριβώς σήμαινε η προσφορά του -μια προσοδοφόρα θέση στο Λονδίνο, όπου δε θα είχε να ανησυχεί για τον πόλεμο, για στρατιώτες του εχθρού, για κατασκόπους και δολοφόνους. Δε θα είχε να φοβάται μια γαλλική εισβολή. Ούτε να ανησυχεί αν θα είχε την επόμενη μέρα φαγητό στο τραπέζι της. Η μόνη της ανησυχία θα ήταν η φροντίδα των παιδιών του. Υπήρχαν όμως και πολλά άλλα για τα οποία θα έπρεπε να ανησυχεί. Πώς θα κατάφερνε να ξεπεράσει τα μπερδεμένα συναισθήματά της για το κοινό παρελθόν τους; Και τι θα έκανε με την έλξη που συνέχιζε να σιγοκαίει ανάμεσά τους; Η μαμά της όμως θα ήταν ασφαλής. Και τα αγόρια τη χρειάζονταν. Η κόρη του τη χρειαζόταν! «Βλέπω πως άρχισες τελικά να ενδιαφέρεσαι». Στα μάτια του άστραψε μια σκληρή λάμψη. 100


«Ναι, ενδιαφέρομαι. Τα παιδιά σου -και τα τρία- τράβηξαν το ενδιαφέρον μου από την πρώτη στιγμή που τα συνάντησα». Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Αυτό το έχω καταλάβει». «Είναι κόρη σου, Γκρένβιλ. Γιατί δεν της έδωσες όνομα; Την είδες, έτσι δεν είναι; Πώς γίνεται να μην την έχεις ερωτευτεί παράφορα;» Εκείνος την κοίταξε αμίλητος, σταυρώνοντας τα μπράτσα στο στήθος του. «Δεν την αγαπώ και δεν με νοιάζει τι όνομα θα έχει», της απάντησε στο τέλος. «Δεν την αγαπάς!» Ο Σάιμον ξεφύσηξε. «Αργά ή γρήγορα θα μάθεις την αλήθεια. Δεν είναι δική μου κόρη». Η Αμέλια έβγαλε μια κραυγή. Ώστε τα κουτσομπολιά ήταν αλήθεια. Και εκείνη που προσευχόταν να μην είναι! «Σίγουρα αυτό δεν είναι αλήθεια. Σίγουρα δεν μπορεί να πιστεύεις τέτοιο πράγμα!» «Το μπάσταρδο δεν είναι δικό μου». Η Αμέλια ζάρωσε από φρίκη. «Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος», άρχισε να λέει. Εκείνος της έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα. «Ω, είμαι σίγουρος! Δεν μπορεί να είναι δική μου κόρη, Αμέλια. Είναι αδύνατο». Και η Αμέλια άρχισε να καταλαβαίνει. Με μια έκφρασή αποστροφής, της είπε: «Δε βρέθηκα στο κρεβάτι της Ελίζαμπεθ μετά τη σύλληψη του Τζον». Η Αμέλια δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που της έλεγε. Δεν είχε σεξουαλικές σχέσεις με τη γυναίκα του επί τόσα χρόνια; Το σκοτεινό, πυρωμένο βλέμμα του κρατούσε αιχμάλωτο το δικό της. «Λοιπόν;» τη ρώτησε. «Θα το κάνω», ψιθύρισε εκείνη. Και το χαμόγελό του ήταν σκληρό και ικανοποιημένο.

101


Κεφάλαιο 6

«Αχ, σταματάμε επιτέλους για βράδυ;» φώναξε γεμάτη ελπίδα η κυρία Μέρντοκ. Η Αμέλια κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά της και το τάιζε με το μπιμπερό. Καθόταν δίπλα στη μητέρα της, απέναντι από την γκουβερνάντα και τον Γκάρετ, στη μικρότερη από τις τρεις άμαξες που ταξίδευαν για την πόλη. Ο Γκρένβιλ με τους γιους του βρίσκονταν στην μπροστινή. Ο σινιόρ Μπαρέλι, ο Λόιντ και ο μάγειρας ταξίδευαν στην τρίτη άμαξα. Οι αποσκευές τους ακολουθούσαν φορτωμένες σε δύο κάρα. Είχαν ξεκινήσει το ταξίδι λίγο μετά την ανατολή του ήλιου και τώρα κόντευε να σκοτεινιάσει. Ο Γκρένβιλ είχε χρειαστεί τρεις μέρες για να προετοιμάσει το ταξίδι της οικογένειας και του προσωπικού του στο Λονδίνο. Στο διάστημα αυτό η Αμέλια είχε φροντίσει να κρατηθεί όσο γινόταν πιο μακριά από το Σεντ Τζαστ Χολ. Από τη στιγμή που είχε δεχτεί τη θέση της οικονόμου του, την είχαν πνίξει η σύγχυση και η αβεβαιότητα. Μόνο μια ηλίθια θα θεωρούσε ότι ήταν καλή ιδέα να δεχτεί αυτή τη θέση. Το παρελθόν παρέμενε ένα αμφιλεγόμενο θέμα που αιωρούνταν απειλητικά ανάμεσά τους. Ακόμα κι αν ο Γκρένβιλ υιοθετούσε τυπική συμπεριφορά και δεν αναφερόταν ποτέ ξανά στην παλιά σχέση τους, θα μπορούσε εκείνη να κάνει το ίδιο; Η μαμά, όμως, ήταν ενθουσιασμένη που συμμετείχε σ' αυτή την περιπέτεια. Τις τελευταίες μέρες είχε αρκετή διαύγεια και η Αμέλια της είχε εξηγήσει την κατάσταση. Η μαμά είχε προτιμήσει να πιστέψει ότι θα ήταν καλεσμένες του κόμη του Σεντ Τζαστ για την επόμενη σεζόν. «Θα πρέπει να σε φλερτάρει, Αμέλια, για να μας κάνει τέτοια πρόσκληση!» είχε αναφωνήσει. Η Αμέλια είχε προτιμήσει να μην απαντήσει. 102


Τώρα έσφιγγε το μωρό στην αγκαλιά της, προσπαθώντας να δει έξω από το παράθυρο. Μπροστά υπήρχε ένα όμορφο λευκό πανδοχείο. Καπνός έβγαινε και από τις δύο κόκκινες καμινάδες του. Είχαν φτάσει στα περίχωρα του Μπόντμιν, και οι βελανιδιές ήταν πελώριες και καταπράσινες, ενώ ο κισσός σκαρφάλωνε στους τοίχους του πανδοχείου. Τριαντάφυλλα πρόβαλλαν πάνω από τον ξύλινο φράχτη του κήπου. Στο διπλανό χωράφι που χωριζόταν από ξερολιθιές έβοσκαν πρόβατα. Ο ήλιος που έγερνε στη δύση έβαφε μαβί τον ουρανό. Η εικόνα ήταν ειδυλλιακή, αλλά δε μάγεψε την Αμέλια. Σε λίγο θα βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Γκρένβιλ. Και δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι η προοπτική την επηρέαζε αφάνταστα. Της φαινόταν αμήχανο και αφύσικο να είναι οικονόμος του. Μετά την επίσκεψή του στο Γκρέιστοουν Μάνορ, δεν τον είχε ξαναδεί παρά για πολύ λίγο εκείνο το πρωί. Τις προηγούμενες τρεις μέρες της είχε στείλει διάφορες λίστες και ένα σημείωμα στο οποίο την ενημέρωνε για την ημερομηνία της αναχώρησής τους. Δεν είχαν πει λέξη για τον καινούριο ρόλο της ως οικονόμου, ενώ εκείνη περίμενε πως θα έκαναν πολλές συζητήσεις σχετικά. Η Αμέλια υπέθετε πως θα κάθονταν στο γραφείο του όταν έφταναν στο Λονδίνο και θα ρύθμιζαν τις λεπτομέρειες. Ο Γκρένβιλ είχε στείλει την άμαξά τους το χάραμα να την πάρει μαζί με τη μαμά και τον Γκάρετ. Είχαν συναντηθεί με τον Σεντ Τζαστ και την υπόλοιπη συνοδεία του στον κεντρικό δρόμο έξω από την Πενζάνς. Εκεί, ο κόμης είχε κατέβει από την άμαξά του, αλλά ο χαιρετισμός του ήταν ευγενικός και αδιάφορος. Ύστερα είχε εξαφανιστεί πάλι στην άμαξά του και είχαν ξεκινήσει για το Λονδίνο. Η Αμέλια είχε κλονιστεί από αυτή τη συνάντηση. Περίμενε κάτι περισσότερο; Αναστέναξε. Η τυπικότητα ήταν η καλύτερη λύση και για τους δυο τους, ακόμα κι αν αυτό την ενοχλούσε. Αλλά τώρα ήταν οικονόμος του. Χαμογέλασε στην κυρία Μέρντοκ. «Ήταν μια ατέλειωτη και πολύ κουραστική μέρα. Φαντάζομαι πως όλοι είναι έτοιμοι για ένα ζεστό γεύμα και ένα κρεβάτι». Την πονούσε ο γοφός της, αλλά απέφυγε να τον τρίψει. Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν τώρα. Θα έμπαινε στο πανδοχείο με τους γιους του και θα εξαφανίζονταν στα δωμάτιά τους. Μάλλον αυτό ήταν το καλύτερο 103


για όλους. «Η πλάτη μου δεν αντέχει το διαρκές σκαμπανέβασμα», παραπονέθηκε η κυρία Μέρντοκ και μετακινήθηκε στη θέση της. «Δε βλέπω την ώρα να πέσω για ύπνο. Πάντως είμαστε τυχερές που η Λουσίλ είναι τόσο καλή ταξιδιώτισσα». Η Αμέλια χαμογέλασε στο μωρό. Είχαν τολμήσει να του δώσουν ένα όνομα. Δεν μπορούσαν να συνεχίζουν να τη φωνάζουν το παιδί ή το μωρό -και το Λουσίλ άρεσε στη λαίδη Γκρένβιλ. «Είναι υπέροχη παρέα», είπε και χάιδεψε το χνουδωτό κεφαλάκι. «Με αυτόν το ρυθμό θα είμαστε στο Λονδίνο αργά αύριο το βράδυ, εκτός αν χάσουμε καμιά ρόδα ή μας συμβεί κάποιο άλλο απρόοπτο», πρόσθεσε. Το να φτάσεις από την άκρη του κόσμου στο Λονδίνο σε δυο μέρες ήταν πρακτικά αδιανόητο, ιδιαίτερα για ένα τόσο μεγάλο κομβόι. Μάλλον ο Γκρένβιλ βιαζόταν να φτάσει στην πόλη, αν και εκείνη δεν μπορούσε να φανταστεί γιατί. Είδε την πόρτα της μεγάλης μαύρης άμαξάς του να ανοίγει. Η καρδιά της βροντοχτύπησε. Εκείνος βγήκε, με το φαρδύ παλτό του να ανεμίζει γύρω από τους λεπτούς γοφούς και τα μακριά πόδια του. Το γοητευτικό πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Ένιωσε μια σουβλιά να τη διαπερνά και το κορμί της σφίχτηκε. Ήταν εκπληκτικά γοητευτικός άντρας. Μα καλά, αναρωτήθηκε θλιμμένα, πάντα αυτό θα γινόταν; Θα τον κοιτούσε και θα ένιωθε αυτή τη λαχτάρα μέσα της; Αλλά τι ακριβώς λαχταρούσε; Φοβήθηκε να απαντήσει στην ερώτησή της. Ήξερε ότι ήταν προτιμότερο να την ξεχάσει. Μα την τραβούσε τόσο πολύ. Ακόμα και καθώς ακολουθούσαν την τεράστια άμαξά του μέσα στη μικρότερη δική τους, είχε συναίσθηση ότι βρισκόταν μόλις μερικά μήκη αλόγων μπροστά τους. Ένα μέρος του εαυτού της περίμενε ανυπόμονα την επόμενη συνάντησή τους, όσο κι αν προσπαθούσε να μη σκέφτεται ότι θα γινόταν σύντομα. Αν μετρούσε τα λεπτά -τα δευτερόλεπτα- για κάθε καινούρια τους συνομιλία, πώς θα τα έβγαζε πέρα ως οικονόμος του; Και να σκεφτεί κανείς ότι της είχε περάσει από το μυαλό, έστω και για μια στιγμή, ότι εκείνος την ήθελε για ερωμένη του! Ήταν για γέλια! Ίσως, αν παρέμενε όσο πιο τυπική μπορούσε, αν έβαζε τα δυνατά της να ξεχάσει το παρελθόν τους -και τη συμπεριφο104


ρά του στα διαμερίσματά του μετά την κηδεία-, κατάφερνε να υιοθετήσει με επιτυχία το ρόλο της οικονόμου. Ίσως η λαχτάρα της ξεθύμαινε και έσβηνε. Έπρεπε να επικεντρωθεί στους λόγους που είχε δεχτεί αυτή τη θέση. Οι γιοι του τη χρειάζονταν και εκείνη αγαπούσε ήδη τα δύο αγόρια. Αλλά και αυτό το δύστυχο μωρό -το μπάσταρδο της λαίδης Γκρένβιλ- τη χρειαζόταν! Και αυτό το αγαπούσε. Ποιος δε θα αγαπούσε ένα τόσο αξιολάτρευτο κοριτσάκι; Ο Γκρένβιλ δεν είχε κοιμηθεί με τη γυναίκα του εδώ και χρόνια. Η Αμέλια έκλεισε για μια στιγμή σφιχτά τα μάτια της. Τι ακριβώς σήμαινε αυτό; Μακάρι να μην της το είχε πει. Κοίταξε το μωρό, που είχε αδειάσει το μπιμπερό και χασμουριόταν πλατιά. Χαμογέλασε αμυδρά. Σήμαινε ότι ο γάμος του ήταν τόσο προβληματικός και δυστυχισμένος όσο της τον είχε περιγράφει η γκουβερνάντα. Η καρδιά της σκίρτησε. Όσο είχε κρατήσει το τρελό φλερτ τους, ο Σάιμον δεν μπορούσε να κρατήσει τα χέρια του μακριά της. Ο Σάιμον Γκρένβιλ ήταν ένας πολύ αρρενωπός και γεμάτος πάθος άντρας, γι’ αυτό ήταν απόλυτα σίγουρη. Μετά την κηδεία, είχε προσπαθήσει να την αποπλανήσει. Σε τι συμπέρασμα οδηγούσαν όλα αυτά; αναρωτήθηκε. Είχε αποφύγει το κρεβάτι της γυναίκας του, αλλά είχε προσπαθήσει να φιλήσει εκείνη. Αυτό δε σήμαινε ότι φλεγόταν για εκείνη όλα αυτά τα χρόνια, είπε στον εαυτό της όσο πιο πειστικά μπορούσε. Ήταν επικίνδυνο ακόμα και να σκέφτεται αυτή την πιθανότητα! Άλλωστε, ούτε εκείνη ήθελε να την ποθεί. Θα ήταν πολύ αμήχανο. Αν την ποθούσε, δε θα της είχε ζητήσει να γίνει οικονόμος του. Θα την είχε αποπλανήσει ή θα της είχε ζητήσει να γίνει ερωμένη του. «Μπορείς να δώσεις το μωρό στην γκουβερνάντα για να βοηθήσεις τον σινιόρ Μπαρέλι να τακτοποιήσει τα αγόρια;» Η Αμέλια κυριεύτηκε από ένταση όταν άκουσε την ευγενική αλλά αυταρχική φωνή του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν μέσα από το παράθυρο της άμαξας. Ο Γκρένβιλ της άνοιξε την πόρτα αγέλαστος και εκείνη άκουσε αμυδρά έναν ιπποκόμο να βγάζει μια κραυγή έκπληξης μ’ αυτή την ενέργειά του. Δαγκώνοντας το χείλι της και νιώθοντας την καρδιά της να καλπάζει, έδωσε το μωρό στην κυρία Μέρντοκ. Η συμπεριφο105


ρά του ήταν πολύ τυπική και απόμακρη. Θα έπρεπε να προσέξει πολύ τα βήματά της σε τούτη την καινούρια δύσκολη αρχή. Ήταν η οικονόμος του, όχι η γυναίκα με την οποία φλέρταρε, και σίγουρα όχι η ερωμένη του. Αλλά ο Γκρένβιλ έπιασε το χέρι της, χωρίς να του το απλώσει εκείνη. Η Αμέλια κατέβηκε, νιώθοντας έντονα το άγγιγμά του. Εκείνος την άφησε και της έγνεψε προς την μπροστινή πόρτα του πανδοχείου, όπου ο Γουίλιαμ και ο Τζον έτρεχαν γύρω γύρω σαν να έπαιζαν κυνηγητό, φωνάζοντας χαρούμενοι. Δυο μικρά σκυλιά έκαναν την εμφάνισή τους και άρχισαν να κυνηγούν τα αγόρια γαβγίζοντας. Ένας εύσωμος άντρας βγήκε στο κατώφλι χαμογελώντας ευχάριστα. Η Αμέλια υπέθεσε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου. Καθώς κοίταζε τα παιδιά, ένιωσε να την πλημμυρίζει ανακούφιση διαπιστώνοντας πόσο χαρούμενα ήταν. Και ο Γκρένβιλ έδειχνε ευχαριστημένος, γιατί κοίταξε τους γιους του και χαμογέλασε. Η καρδιά της αγαλλίασε. Ύστερα γύρισε προς το μέρος της και το χαμόγελό του έσβησε. «Ελπίζω να μην είσαι πτώμα. Ζητώ συγνώμη για την υπερβολικά κουραστική μέρα». Η Αμέλια ευχήθηκε ξαφνικά να έβγαζε το προσωπείο του εργοδότη. «Είμαι νέα και σε εξαιρετική φόρμα». Του χαμογέλασε. «Δεν έχω πρόβλημα να ταξιδεύω επί δώδεκα ώρες, αλλά η κυρία Μέρντοκ παραπονέθηκε ότι την πονούσε η πλάτη της». «Κάναμε μια στάση για να αλλάξουμε άλογα», της απάντησε εκείνος και γύρισε να κοιτάξει πάλι τους γιους του. «Ναι, πράγματι. Αλλά ανησυχώ λιγάκι για εκείνη, Γκρένβιλ». Ήξερε πως ακουγόταν δηκτική, αλλά σίγουρα θα πρέπει να ανησυχούσε κι εκείνος λίγο για τη μεσήλικη γκουβερνάντα. Ο Γκρένβιλ γύρισε απότομα προς το μέρος της. «Δε μ’ ενδιαφέρει η γκουβερνάντα. Ρωτάω πώς είσαι εσύ». Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Δε θέλω να σε ταλαιπωρήσω, Αμέλια». Η Αμέλια δεν περίμενε από εκείνον να τηρήσει τα προσχήματα αποκαλώντας τη δεσποινίδα Γκρέιστοουν, θα ήταν γελοίο, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν της φερόταν σαν εργοδότης. Και αυτό την ανακούφισε, ενώ δε θα έπρεπε. «Είμαι μια χαρά». Του χαμογέλασε θλιμμένα. «Παραδέχομαι όμως ότι είμαι κουρασμένη. Και πεινάω». Είχαν πάρει καλάθια με φαγητό μαζί τους, αλ106


λά τώρα πια πέθαινε από την πείνα. «Και η αυριανή μέρα θα είναι το ίδιο κουραστική», την πληροφόρησε σφιγμένα ο Γκρένβιλ. «Θα τα καταφέρεις;» «Και βέβαια θα τα καταφέρω». «Και η μητέρα σου;» Ο Γκρένβιλ κοίταξε πίσω της. Ο Γκάρετ είχε βοηθήσει τη μαμά να κατέβει και τώρα προχωρούσαν προς το μέρος τους. Η Αμέλια κοίταξε τον Γκρένβιλ. «Η μαμά είναι ενθουσιασμένη που γυρίζει στην πόλη. Στο μισό ταξίδι κοιμόταν». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Τότε νιώθω ανακουφισμένος». Την άγγιξε στον αγκώνα και εκείνη τινάχτηκε. Ο Γκρένβιλ άφησε το χέρι του να πέσει και της έδειξε προς το πανδοχείο. Με την καρδιά της να βροντοχτυπάει, προχώρησε πρώτη. «Πώς τα πήγαν τα αγόρια σήμερα;» τον ρώτησε. «Ήταν καλοί ταξιδιώτες». Δίστασε και εκείνη αντιμετώπισε αποφασιστικά το βλέμμα του. «Ήταν μεγάλη απόλαυση να ταξιδεύω μαζί τους». Μόλις τελείωσε τη φράση του, η έκφρασή του σκοτείνιασε. Η Αμέλια είχε την αίσθηση ότι είχε μετανιώσει που της είχε αποκαλύψει τα συναισθήματά του. Ήθελε να τον ρωτήσει γιατί έμενε τόσο σπάνια με την οικογένειά του. Ήθελε να τον ρωτήσει αν απεχθανόταν τόσο πολύ τη γυναίκα του ώστε είχε αποφασίσει να μείνει μακριά από τα παιδιά του εξαιτίας της. «Φαντάζομαι ότι και εκείνα χάρηκαν που πέρασαν τόσο χρόνο μαζί σου», είπε ήρεμα, ξέροντας πολύ καλά πως μια οικονόμος δε θα έκανε ποτέ ένα σχόλιο σαν αυτό. Στην αρχή νόμισε ότι δε θα της απαντούσε. Ύστερα όμως της είπε, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια του: «Με διασκέδασαν με ιστορίες για τα κατορθώματά τους τον τελευταίο χρόνο». Η Αμέλια σταμάτησε και ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του. Εκείνος την κοίταξε έντονα. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να περιοριστεί στον καινούριο ρόλο της. «Ο θάνατος της λαίδης Γκρένβιλ ήταν μια τραγωδία. Αλλά έτσι σου δίνεται η ευκαιρία να γίνεις κανονικός πατέρας για τους γιους σου. Ίσως βγει και κάτι καλό από το θάνατό της. Ίσως γίνει πιο στενή και πιο δυνατή η σχέση σας». Το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Χρειάζονται τη μητέρα τους, Αμέλια». 107


«Και βέβαια τη χρειάζονται». Δίστασε. «Το ξέρω ότι εγώ είμαι μόνο η οικονόμος, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ για να τα βοηθήσω να ξεπεράσουν το χαμό της». «Το ξέρω», της απάντησε μετά από ένα μικρό δισταγμό. «Γι’ αυτό σου ζήτησα να αναλάβεις τη θέση». Σταμάτησε. «Μήπως είμαι πολύ σκληρός για όλους, επιστρέφοντας σε τόσο γρήγορο ρυθμό στο Λονδίνο;» Η Αμέλια ξαφνιάστηκε με το διστακτικό, αβέβαιο τόνο του. «Αν δεν υπάρχει κάποια επείγουσα ανάγκη, θα είναι πιο ευχάριστο για όλους να διανύσουμε τη μισή απόσταση αύριο και να κάνουμε το ταξίδι σε τρεις μέρες». Η ανάσα του ακούστηκε μάλλον τραχιά. Υπήρχε επείγουσα ανάγκη, σκέφτηκε η Αμέλια έκπληκτη. «Σάιμον -Γκρένβιλ-, αν πρέπει να γυρίσεις επειγόντως στην πόλη, ίσως θα έπρεπε να προπορευτείς μόνος σου». «Όχι». Η άρνησή του ήταν κοφτή. «Αύριο θα ταξιδέψεις μαζί μας. Άφησε το μωρό με την κυρία Μέρντοκ και τη μητέρα σου με τον Σκοτσέζο. Εκείνοι μπορούν να κάνουν το υπόλοιπο ταξίδι σε δυο μέρες, αλλά εμείς θα φτάσουμε στο Λονδίνο τα μεσάνυχτα». Η Αμέλια δεν τον καταλάβαινε. Αλλά είχε διακρίνει μια ανήσυχη λάμψη στο βλέμμα του και μια σκιά φόβου στα μάτια του. Τι συνέβαινε; Γιατί δεν μπορούσε να συνεχίσει μόνος, αν βιαζόταν τόσο; «Τα αγόρια θα μπορούσαν να ταξιδέψουν με εμένα και την παρέα μου», άρχισε να λέει προσεκτικά. «Όχι!» Η λέξη ακούστηκε σαν έκρηξη. «Οι γιοι μου θα παραμείνουν μαζί μου και θα μας ακολουθήσεις κι εσύ αύριο. Είναι καλύτερα έτσι». Προχώρησε προς το πανδοχείο χωρίς εκείνη. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά, αλλά η Αμέλια δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό που τον φόβιζε, αν ήταν φόβος αυτό που είχε διακρίνει στα μάτια του. Ξαφνικά εκείνος σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος της. Της χαμογέλασε βλοσυρά. «Με συγχωρείς για το ξέσπασμα». «Δεν πειράζει». «Όχι, πειράζει. Κάνω σκληρή προσπάθεια να είμαι ευγενικός και προνοητικός. Προσπαθώ να συμπεριφέρομαι σαν εργοδότης. Όμως κάποτε ήμαστε φίλοι, και δε νομίζω ότι η τωρινή θέση σου μπορεί να το αλλάξει αυτό. Και, εξίσου σημαντικό, εκτιμώ την ορθή κρίση σου και τις συμβουλές σου». 108


Η καρδιά της πλημμύρισε από χαρά. Δεν την πείραζε η αναφορά του στο παρελθόν τους, όταν το έκανε με τέτοιο σεβασμό. Ωστόσο, παρέμεινε στο θέμα που συζητούσαν. «Τότε, αν μπορείς, ίσως θα έπρεπε να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει, ώστε να μπορέσω να σε συμβουλεύσω». Το βλέμμα του έγινε ανέκφραστο. «Τίποτε δε συμβαίνει. Οι γιοι μου έχασαν τη μητέρα τους. Πρέπει να μείνουν κοντά μου. Και έχω επείγοντα επαγγελματικά θέματα να ρυθμίσω στην πόλη». Ύψωσε ανέμελα τους ώμους του. Η Αμέλια δεν ήξερε αν έπρεπε να τον πιστέψει, αλλά γιατί θα έλεγε ψέματα για τα παιδιά του; Εξάλλου, η απάντηση που της είχε δώσει ήταν λογική. Δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει την εξήγηση. Όμως δεν της άρεσε η έκφραση που είχε διακρίνει στα μάτια του. Ούτε είχε κάνει λάθος για την ένταση που τον πλημμύριζε. «Μπαμπά!» Ο Τζον πλησίασε τρέχοντας. «Πεινάω!» H A μέλια του χαμογέλασε και του ανακάτεψε τα μαλλιά. Ύστερα ύψωσε το βλέμμα της στον Γκρένβιλ. Την είχε ενθουσιάσει η προοπτική να αποκαταστήσουν την παλιά φιλία τους, έστω κι αν τώρα θα ήταν οικονόμος του. «Κι εγώ πεινάω», είπε ο Γκρένβιλ χαμογελώντας στο γιο του. «Θα μπορούσες να ζητήσεις ευγενικά από τον κύριο Χέιζ να ανεβάσει τους δίσκους με το φαγητό στα δωμάτιά μας;» Ο Τζον κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και έφυγε τρέχοντας. «Φαντάζομαι ότι θα αποκοιμηθούν μόλις ξαπλώσουν, κι ας δείχνουν γεμάτοι ζωντάνια τώρα». Το χαμόγελο του Γκρένβιλ εξαφανίστηκε. Ανησυχούσε, συνειδητοποίησε η Αμέλια. Και φοβόταν ότι η ανησυχία του είχε να κάνει με πολύ περισσότερα από τη δοκιμασία που περνούσαν οι γιοι του εξαιτίας του θανάτου της μητέρας τους. «Ναι, έτσι πιστεύω». Είχαν φτάσει στην πόρτα του πανδοχείου. Ο πανδοχέας κατέβηκε τις σκάλες με ένα πλατύ χαμόγελο. «Καλησπέρα, λόρδε μου. Σας περίμενα. Τα δωμάτιά σας είναι έτοιμα». Κοίταξε την Αμέλια και εκείνη κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν υπηρέτρια, συγγενής ή φιλοξενούμενη του κόμη. «Σας ευχαριστώ, κύριε Χέιζ. Το εκτιμώ ιδιαίτερα. Να σας συστήσω τη δεσποινίδα Γκρέιστοουν. Σας ζήτησαν οι γιοι μου 109


να ανεβάσετε τους δίσκους με το φαγητό;» «Μάλιστα, λόρδε μου, και θα τους έχετε σε μισή ώρα. Να σας δείξω τα δωμάτιά σας;» «Νομίζω ότι είναι πολύ καλή ιδέα». Ο Γκρένβιλ την κοίταξε. «Σε πειράζει να μοιραστείς το ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα σου;» «Το προτιμώ». «Ωραία. Θα σε δω λοιπόν μόλις ξημερώσει». Δίστασε και το βλέμμα του ήταν έντονο όταν την κοίταξε. «Αμέλια, μην αμφιβάλλεις, το εκτιμώ αφάνταστα που βρίσκεσαι εδώ με την οικογένειά μου». Και η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι τη χρειαζόταν και ο Γκρένβιλ. *** Λονδίνο, 19 Απριλίου 1794 Η Αμέλια δεν είχε βρεθεί ποτέ στο σπίτι του Γκρένβιλ στο Λονδίνο. Έκανε αργά το γύρο της υπέροχης, πολυτελώς επιπλωμένης κρεβατοκάμαρας που της είχαν δώσει. Οι τοίχοι από τη μέση και κάτω ήταν καλυμμένοι με ξυλεπένδυση βαμμένη σε άσπρο χρώμα, ενώ από τη μέση και πάνω ήταν βαμμένοι σε ένα απαλό πράσινο χρώμα. Το λευκό ταβάνι ήταν διακοσμημένο με μωβ και πράσινες γύψινες ακτίνες. Το κρεβάτι με τον ουρανό είχε πράσινες λουλουδάτες κουρτίνες και το κάλυμμά του είχε σχέδια με λαχούρια. Τα περισσότερα έπιπλα ήταν χρυσοποίκιλτα και το πάτωμα ήταν στρωμένο με όμορφα χαλιά Ομπισόν. Τα τζάκι ήταν σοβατισμένο λευκό, με ένα μεγάλο επίχρυσο ρολόι στο περβάζι. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Είχαν φτάσει στην πόλη πριν μία ώρα. Τους είχαν υποδεχτεί μερικοί υπηρέτες και ο Γκρένβιλ της είχε πει ότι θα έβαζε ο ίδιος τους γιους του για ύπνο. Ύστερα είχε διατάξει μια υπηρέτρια να την οδηγήσει πάνω, και εκείνη την είχε φέρει σ’ αυτή την κρεβατοκάμαρα. Η υπηρέτρια είχε κάνει λάθος. Δεν ήταν φιλοξενούμενη του Γκρένβιλ, ήταν η οικονόμος του. Την επόμενη μέρα θα της έδιναν το δωμάτιο που άρμοζε σε μια υπηρέτρια. Κάποτε ήμαστε φίλοι, και δε νομίζω ότι η τωρινή θέση σου μπορεί να το αλλάξει αυτό. Ντυμένη ακόμα με τα ρούχα του ταξιδιού, ένα αχνογάλανο σακάκι και ασορτί φούστα, η Αμέλια κάθισε σε μια λευκή ντι110


βανοκασέλα. Ο υπαινιγμός του ήταν σαφής -ότι κατά κάποιο τρόπο εξακολουθούσαν να είναι φίλοι. Υπήρχε όμως μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους τώρα, σκέφτηκε. Από τη μια εκείνη ήταν υπάλληλός του και από την άλλη είχαν ένα κοινό παρελθόν και μια αμοιβαία συμπάθεια. Είχαν πολλές προκλήσεις μπροστά τους. Πάντως η μέρα που μόλις είχε τελειώσει ήταν σίγουρα η πιο κουραστική της ζωής της. Αν ήταν μια απλή οικονόμος, δε θα ένιωθε έτσι! Λαχταρούσε ένα μπράντι, αλλά δεν υπήρχε καμιά κρυστάλλινη καράφα πάνω στα τραπεζάκια. Η άμαξα ήταν πολύ μικρή και για τους δυο τους. Είχε καθίσει απέναντι στον Γκρένβιλ, με τον Γουίλιαμ δίπλα της. Εκ των υστέρων, το ότι βρισκόταν απέναντι του ίσως ήταν χειρότερο από το να καθόταν δίπλα του. Είχε περάσει δεκαοκτώ σχεδόν ώρες προσπαθώντας να αποφύγει το βλέμμα του, αποφασισμένη να μην επηρεαστεί από την παρουσία του, να μη νιώσει την παραμικρή έλξη γι’ αυτόν. Παρ’ όλα αυτά, το βλέμμα της είχε στραφεί επανειλημμένα προς το μέρος του, κι ας προσποιούνταν στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού ότι διάβαζε. Τα αγόρια κουβέντιαζαν σχεδόν συνέχεια με τον πατέρα τους, εκτός από την ώρα που τα είχε πάρει ο ύπνος. Είχαν μιλήσει για τις σπουδές τους -ο Γουίλιαμ ήταν πολύ καλός στις ξένες γλώσσες και μάθαινε ήδη γαλλικά και γερμανικά-, για τα χόμπι τους -ο Τζον ήταν κατά τα φαινόμενα εξαιρετικός ιππέας, παρά τη μικρή ηλικία του-, για το τι θα έκαναν όταν θα έφταναν στο Λονδίνο -και τα δυο αγόρια ήθελαν να πάνε στο τσίρκο και σε κάποια καινούρια θεάματα. Είχαν κάνει τρεις πολύ σύντομες στάσεις για να αλλάξουν άλογα και να ικανοποιήσουν τις φυσικές τους ανάγκες. Η Αμέλια είχε εντυπωσιαστεί από αυτές τις συζητήσεις. Τα αγόρια λάτρευαν τον πατέρα τους και ο Σάιμον λάτρευε τους γιους του. Πώς ήταν δυνατό να μη μένει όλα αυτά τα χρόνια κοντά τους; Μήπως η κυρία Μέρντοκ υπερέβαλλε; Κάθε τόσο του έριχνε κλεφτές ματιές πάνω από το βιβλίο της, και της ήταν αδύνατο να μη θαυμάσει πόσο γοητευτικός και αριστοκρατικός ήταν. Εκείνος την είχε τσακώσει αρκετές φορές να τον κοιτάζει, κι όταν τα βλέμματά τους συναντιόνταν, έσπευδε να στρέψει αλλού το δικό του, το ίδιο κι εκείνη. Αλλά η ένταση ανάμεσά τους παρέμενε. Η Αμέλια κοίταξε το όμορφο δωμάτιο. Δεν της είχε μείνει 111


καμιά αμφιβολία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ότι ήταν αποφασισμένος να της φερθεί όπως θα φερόταν σε μια οικονόμο, ακριβώς όπως ήταν και εκείνη αποφασισμένη να περιοριστεί σε αυτόν το ρόλο. Ήταν δύσκολο και αμήχανο. Δεν ήταν σίγουρη γιατί εκείνος είχε υιοθετήσει αυτή την ανεπίσημη φιλική συμπεριφορά το προηγούμενο βράδυ. Εκείνη πίστευε ότι ήταν προτιμότερο να προσπαθήσουν να παραμείνουν όσο γινόταν περισσότερο στους ρόλους του εργοδότη και της υπαλλήλου. Ήξερε όμως επίσης πως, όποτε τη χρειαζόταν εκείνος, θα επέστρεφε ευχαρίστως στο ρόλο της φίλης του. Αυτή η μέρα ήταν η πιο δύσκολη της ζωής της, αποφάσισε αναστενάζοντας. Χαιρόταν αφάνταστα που είχε τελειώσει. Παρέμενε όμως ένα αναμφισβήτητο γεγονός: δεν ήταν άτρωτη στη γοητεία του εργοδότη της. Η παρουσία του τη συγκλόνιζε. Σηκώθηκε αργά. Όπως και να είχε το πράγμα, αυτό θα το ανέλυε κάποια άλλη φορά. Είχαν μόλις φτάσει στην πόλη και την είχε προσλάβει για να διευθύνει το σπιτικό του και να βοηθήσει στην ανατροφή των παιδιών του. Είχε πάρα πολλά να κάνει! Ήταν κουρασμένη -εξαντλημένη-, αλλά ήξερε ότι δε θα την έπαιρνε ο ύπνος. Το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο -δύο υπηρέτριες, ένας υπηρέτης, ο Γκρένβιλ και οι γιοι του ήταν οι μόνοι κάτοικοί του. Μέχρι αύριο το βράδυ, όμως, αυτό θα άλλαζε. Έπρεπε να αεριστούν τα δωμάτια, να προγραμματιστούν τα μενού, να σερβιριστούν τα γεύματα. Ο μάγειρας δε θα έφτανε έγκαιρα για να ετοιμάσει έστω το βραδινό φαγητό, άρα θα έπρεπε να ετοιμάσει η ίδια το πρωινό, το μεσημεριανό και το δείπνο. Δεν την πείραζε. Ήθελε να έχει να ασχολείται με κάτι! Με δεδομένο ότι είχε να οργανώσει ένα ολόκληρο σπιτικό και πολύ λίγη βοήθεια για να το κάνει, θα είχε χρόνο να ασχοληθεί και με τα αγόρια; Την έζωσαν οι ανησυχίες. Δε θα ήταν άσχημη ιδέα να τα βγάλει μια βόλτα, αν μπορούσε. Ή μήπως να ανέθετε στον Γκρένβιλ να το κάνει όσο εκείνη θα ήταν απασχολημένη με τις απαραίτητες δουλειές προκειμένου να βάλει το σπίτι σε μια σειρά; Αρχισε να πηγαινοέρχεται. Της έλειπε ήδη τρομερά η Λουσίλ. Ανησυχούσε για εκείνη. Ήλπιζε πως η κυρία Μέρντοκ θα είχε καταφέρει να την κρατήσει ήρεμη και ευχαριστημένη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Φοβόταν μήπως η μικρή ήταν ανήσυχη και την αποζητούσε. Πάντως, το γεγονός ότι το μωρό δε 112


θα ήταν στο σπίτι την επόμενη μέρα θα της επέτρεπε να ασχοληθεί απερίσπαστη με τα υπόλοιπα καθήκοντά της. Χρειαζόταν χαρτί και κοντυλοφόρο. Είχε να γράψει πολλές λίστες. Και όσο θα έψαχνε για γραφική ύλη, θα έβρισκε να πιει και ένα ποτό. Λαχταρούσε να ρίξει μια ματιά και στα αγόρια, αλλά, εφόσον κοιμούνταν στην οικογενειακή πτέρυγα του σπιτιού -όπου κοιμόταν και ο Γκρένβιλ-, δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα. Αποφάσισε ότι έπρεπε να αποφεύγει εκείνο το τμήμα του σπιτιού, προς το παρόν τουλάχιστον, και ιδιαίτερα μια τόσο προχωρημένη ώρα. Η εικόνα του ήρθε ξανά στο μυαλό της, αλλά όχι όπως ήταν σήμερα στο ταξίδι. Αντίθετα, τον είδε όπως ήταν τις ημέρες μετά την κηδεία, κλειδωμένο στα διαμερίσματά του. Μισόγυμνο, με τα μαλλιά του ξέμπλεκα και το χαμόγελό του πολύ, μα πάρα πολύ, υπαινικτικό... Η καρδιά της σκίρτησε και έδιωξε βιαστικά την ανάμνηση. Αυτή η συνάντηση έπρεπε να ξεχαστεί! Η Αμέλια διέσχισε αποφασιστικά το δωμάτιο. Καθώς το έκανε, είδε το είδωλό της στον καθρέφτη. Το ταξιδιωτικό ταγέρ της ήταν συντηρητικό, το είχε φορέσει πάμπολλες φορές. Ήταν απίθανο να τραβήξει τα βλέμματα με αυτό το γαλάζιο ρούχο. Είχε βγάλει ήδη τον απλό μπερέ με την κορδέλα που φορούσε στο ταξίδι. Τα μελιά μαλλιά της κρέμονταν ξεχτένιστα σε μια μακριά πλεξούδα στον έναν ώμο της. Κοιτάχτηκε για μια στιγμή στον καθρέφτη. Τα μάγουλά της ήταν ρόδινα, τα γκρίζα μάτια της λαμπερά. Ήταν σαν να είχε γυρίσει μόλις από μια γρήγορη βόλτα στα βαλτοτόπια. Αλλά δεν ήταν αναψοκοκκινισμένη από το περπάτημα. Η έλξη που ασκούσε ο εργοδότης της πάνω της είχε αυτό το αποτέλεσμα. Τώρα δεν έδειχνε καθόλου συνηθισμένη. Δεν έμοιαζε με γεροντοκόρη... Έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της. Δεν είχε σημασία πώς έδειχνε. Δε βρισκόταν στο σπίτι του Γκρένβιλ για να κόβει βόλτες μπροστά του. Εκτός αυτού, ήταν πολύ αργά. Δε θα συναντούσε κανέναν, ιδιαίτερα τον Γκρένβιλ-τουλάχιστον το ήλπιζε. Πήρε ένα κερί από το κηροπήγιο και βγήκε από το καταφύγιο του προσωρινού δωματίου της. Δεν ήξερε τα κατατόπια του σπιτιού. Φτάνοντας, είχαν μπει σε ένα επιβλητικό, ψηλοτάβανο χολ με μαρμάρινα πατώμα113


τα, και από εκεί την είχαν οδηγήσει στη νότια πτέρυγα της οικίας. Ο Γκρένβιλ και οι γιοι του είχαν φύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όλες οι πόρτες που είχε προσπεράσει μέχρι να φτάσει στον ξενώνα στο δεύτερο όροφο ήταν κλειστές. Τώρα διέσχισε ένα σχεδόν σκοτεινό διάδρομο, με μόνο φωτισμό τα αναμμένα κεριά σε μια απλίκα. Η σκάλα επίσης ήταν σκοτεινή. Το κερί που κρατούσε μετά βίας τη βοηθούσε να δει. Κατέβηκε τη σκάλα πολύ προσεκτικά. Ο κάτω διάδρομος ήταν πιο καλά φωτισμένος και τον ακολούθησε, σκοπεύοντας να φτάσει στο χολ της εισόδου. Από εκεί σίγουρα θα έβρισκε ένα σαλόνι με κάποιο γραφειάκι και ένα μικρό μπαρ. Ή ίσως τη βιβλιοθήκη. Και τότε είδε μια όμορφη δίφυλλη ορθάνοιχτη πόρτα ακριβώς μπροστά της. Από τη λάμψη κατάλαβε πως το τζάκι ήταν αναμμένο. Κοντοστάθηκε. Μόνο ένα άτομο θα μπορούσε να βρίσκεται μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο τέτοια ώρα. Ο Γκρένβιλ εμφανίστηκε ξαφνικά στο κατώφλι του δωματίου, κρατώντας ένα ποτήρι με κρασί. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και η Αμέλια ένιωσε την καρδιά της να αναπηδά. «Άκουσα βήματα». Σήκωσε το ποτήρι του σαν να έπινε στην υγειά της, χαμηλώνοντας τις πυκνές βλεφαρίδες του. Έτσι η Αμέλια δεν μπόρεσε να μαντέψει τις σκέψεις του ή αν είχε δυσαρεστηθεί βλέποντάς τη να περιφέρεται στο σπίτι του τέτοια ώρα. Είχε βγάλει το σακάκι και το γιλέκο του. Φορούσε βατιστένιο πουκάμισο με δαντέλα στα πέτα και στις μανσέτες, καφέ παντελόνι, κάλτσες και παπούτσια. Τα μαλλιά του ήταν ακόμα πιασμένα πίσω χαλαρά, με άφθονες τούφες να πέφτουν στους ώμους του. Σήκωσε αργά το κεφάλι του και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Θέλω να φτιάξω μια λίστα. Έχω πολλά να κάνω αύριο», του είπε με φωνή απίστευτα βραχνή. Εκείνος παραμέρισε. «Μόνο εσύ θα ήθελες να κάνεις λίστες στη μία τα ξημερώματα». H A μέλια δίστασε. Ήταν πολύ αργά. Φίλοι ή όχι, δε θα έπρεπε να μπει σ’ εκείνο το δωμάτιο -δε θα έπρεπε να μείνουν μόνοι οι δυο τους. «Επίκριση είναι αυτό;» «Κάθε άλλο. Μπορεί να είναι και φιλοφρόνηση». 114


Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν πάλι. Εκείνος αποτράβηξε πρώτος το δικό του. «Θα ήθελες ένα ποτό; Είναι η ώρα του ύπνου, Αμέλια». Ο τόνος του δεν ήταν ακριβώς υπαινικτικός. Αλλά ούτε και απόλυτα τυπικός. «Είμαι η οικονόμος σου», άκουσε τον εαυτό της να λέει. «Μήπως θα έπρεπε να παραβλέψουμε εντελώς τη φιλία μας, τώρα που βρισκόμαστε στο Λονδίνο;» Εκείνος ύψωσε τους ώμους του και την κοίταξε. «Αυτό θέλεις να κάνουμε στ’ αλήθεια;» Εκείνη φοβήθηκε να του απαντήσει. Ξαφνικά το βλέμμα του έγινε πολύ έντονο. «Δε νομίζω ότι μπορούμε να παραβλέψουμε τη φιλία μας, ακόμα κι αν το θέλαμε. Και περάσαμε μια πολύ κουραστική μέρα». Μετά έκανε μεταβολή και μπήκε στο δωμάτιο, που ήταν η βιβλιοθήκη. Οι δυο τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ράφια γεμάτα βιβλία. Ο τρίτος τοίχος, βαμμένος βυσσινί, είχε ένα μεγάλο τζάκι από μαύρο μάρμαρο. Ο τέταρτος είχε παράθυρα και μπαλκονόπορτες που έβγαζαν στους κήπους -τουλάχιστον αυτό υπέθεσε εκείνη. Τον είδε να ακουμπά το ποτήρι του σε ένα ωραίο τραπεζάκι, πάνω στο οποίο βρισκόταν ένας ασημένιος δίσκος με κάμποσα μπουκάλια κρασί. Ο Γκρένβιλ γέμισε ένα δεύτερο ποτήρι. Είχε δίκιο, σκέφτηκε η Αμέλια. Μπορούσαν να προσποιηθούν ό,τι ήθελαν, αλλά η αλήθεια θα βρισκόταν πάντα ανάμεσά τους. Το παρελθόν θα βρισκόταν πάντα εκεί. Αναρωτήθηκε αν το ταξίδι που είχαν κάνει μαζί είχε αναστατώσει και εκείνον. «Υποθέτω ότι θα κάνουμε αρκετά στραβοπατήματα μέχρι να βρούμε το δρόμο μας ως εργοδότης και οικονόμος». Ο Γκρένβιλ γύρισε και της χαμογέλασε. «Ναι, έτσι νομίζω. Αλλά δε με πειράζει να ορίσουμε τους κανόνες στην πορεία. Εξάλλου, θα ήθελα να πιω ένα ποτό μαζί σου». Ήταν πολύ ήρεμος, ενώ εκείνη ήταν γεμάτη ένταση. Και το χειρότερο, το χαμόγελό του είχε κάνει την καρδιά της να χορεύει. Ηξερε ότι θα έπρεπε να πάρει τη γραφική ύλη που χρειαζόταν και να επιστρέφει στο δωμάτιό της. Τον ένιωθε να την ελκύει περισσότερο από κάθε άλλη φορά. «Κι εγώ θα το ήθελα». «Σου αρέσει το κόκκινο κρασί; Είναι ένα εξαιρετικό γαλλικό κλαρέ. Αν όμως προτιμάς λευκό, έχω ένα καταπληκτικό λευκό Βουργουνδίας». Η Αμέλια μπήκε αργά στο δωμάτιο, μολονότι η λογική της της έλεγε να μην το κάνει. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. 115


«Σ’ ευχαριστώ». Πήρε το ποτήρι από το χέρι του και ήπιε μια γουλιά που την είχε πολλή ανάγκη. Ύστερα, συνειδητοποιώντας ότι στεκόταν πολύ κοντά του, έκανε το γύρο του δωματίου, προσποιούμενη ότι το χάζευε. «Περίμενα ότι θα κοιμόσουν τέτοια ώρα». Προσπάθησε να δώσει αδιάφορο τόνο στη φωνή της, αλλά το κρασί που έπιναν τέτοια ώρα δεν ήταν καθόλου αδιάφορο, και ρίχνοντας μια ματιά προς το μέρος του διαπίστωσε ότι την κοίταζε. «Σπάνια κοιμάμαι τέτοια ώρα». Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Τώρα υπήρχε αρκετή απόσταση ανάμεσά τους. «Γιατί όχι;» Ο Γκρένβιλ πήρε το ποτήρι του, ακουμπώντας το λεπτό γοφό του στο τραπέζι. «Όπως κι εσύ, έχω πρόβλημα να κοιμηθώ. Όλο και κάποια σκέψη βασανίζει το μυαλό μου». Συνειδητοποιώντας ότι παρατηρούσε πώς εφάρμοζε το παντελόνι στους γοφούς και τους μηρούς του, η Αμέλια έστρεψε απότομα αλλού το βλέμμα της. «Να υποθέσω ότι τα αγόρια κοιμούνται;» «Ο Τζον κοιμόταν πριν ακουμπήσει το κεφάλι του στο μαξιλάρι». Ο Γκρένβιλ χαμογέλασε. «Ο Γουίλιαμ αποκοιμήθηκε ένα λεπτό αργότερα. Είναι εξαντλημένοι». Φάνηκε να προσέχει την απόσταση που είχε βάλει εκείνη ανάμεσά τους τουλάχιστον το μήκος του καναπέ. «Εχω πολλά να κάνω αύριο», είπε η Αμέλια. «Πρέπει να εξοικειωθώ με το σπίτι και να το οργανώσω. Αλλά και τα αγόρια χρειάζονται καθοδήγηση. Θα ήθελες να τα βγάλεις εσύ μια βόλτα το απόγευμα;» Το βλέμμα του πλανήθηκε αργά στα χαρακτηριστικά της. «Δε χρειάζεται να χτίσεις τη Ρώμη σε μια μέρα». Όταν κάρφωσε το βλέμμα του στο στόμα της -σαν να έκανε ανάρμοστες σκέψεις-, το μυαλό της θόλωσε. «Τόσο εσύ όσο και οι γιοι σου πρέπει τουλάχιστον να φάτε». «Θα τα καταφέρουμε». «Τυχαίνει να είμαι εξαιρετική μαγείρισσα». Κοιτάζοντάς την κατάπληκτος, ακούμπησε τόσο απότομα το ποτήρι του, που το κόκκινο κρασί πιτσίλησε ολόγυρα. «Αυτό αποκλείεται!» Γιατί να είχε αντίρρηση να μαγειρέψει εκείνη γι’ αυτόν και τα παιδιά του; «Γκρένβιλ, πρέπει να φας. Μόλις ξημερώσει, θα στείλω μια υπηρέτρια να φέρει φρέσκα αβγά και ψωμί. 116


Φτιάχνω φανταστικά αβγά και λουκάνικα...» «Αποκλείεται!» επανέλαβε εκείνος, φανερά εμβρόντητος. Η Αμέλια έσφιξε το ποτήρι στο στήθος της. Το βλέμμα του καρφώθηκε στα χέρια -στα στήθη της- και ανέβηκε προς τα πάνω. «Αμέλια, δεν είσαι μια συνηθισμένη υπηρέτρια. Και δε θα σου συμπεριφερθώ σαν να ήσουν. Μπορείς να επιβλέπεις την προετοιμασία του πρωινού, του μεσημεριανού και του βραδινού, αλλά θα φροντίσεις να μαγειρέψει κάποια από τις υπηρέτριες τα γεύματά μας. Και αν δεν μπορεί να τα καταφέρει καμία, τότε θα φάμε στο ξενοδοχείο Σεντ Τζέιμς». Ακουγόταν ανυποχώρητος Έπρεπε να νιώθει κολακευμένη; «Ειλικρινά, δε με πειράζει, αλλά βλέπω ότι έχεις πάρει την απόφασή σου», του απάντησε. «Ακριβώς». Την κοίταξε. «Και από τη στιγμή που είσαι τόσο φιλοξενούμενή μου όσο και υπάλληλός μου, θα κάνεις αυτό που θέλω εγώ». Της ήρθε να του επισημάνει ότι δεν μπορούσε να είναι ταυτόχρονα φιλοξενούμενη και οικονόμος του, όπως δεν μπορούσε να είναι ταυτόχρονα φίλη και υπηρέτριά του. Ο Γκρένβιλ όμως ήταν σαφής -θα έθετε εκείνος τους όρους της σχέσης τους. «Πολύ καλά. Έτσι κι αλλιώς, αύριο θα είναι μια πολύ γεμάτη μέρα. Εκτιμώ το γεγονός ότι δεν περιμένεις να χτίσω τη Ρώμη σε μια μέρα, αλλά σκοπεύω να προσπαθήσω». Εκείνος δε χαμογέλασε. Η Αμέλια έγλειψε τα χείλη της. «Είσαι καλά; Συμβαίνει κάτι; Προσπάθησα να κάνω ένα αστείο». Εκείνος πήρε το ποτό του και άρχισε να βηματίζει αργά. «Δεν μπορώ να πάρω τα αγόρια περίπατο αύριο. Έχω κι εγώ πάρα πολλά να κάνω», της απάντησε. «Τότε θα βρω χρόνο να τα βγάλω εγώ. Σάιμον...» Δίστασε. «Σε απασχολεί κάτι;» Εκείνος την κοίταξε. Τα μάτια του ήταν πελώρια. «Με αποκαλείς Σάιμον τώρα;» Η Αμέλια άρχισε να τρέμει. «Γκρένβιλ, τότε. Διαισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά μπορεί να είναι της φαντασίας μου. Αν συμβαίνει κάτι, θα ήθελα να βοηθήσω». «Και βέβαια θα ήθελες». Το βλέμμα του ήταν σκληρό. «Ελπίζω να μην έκανα λάθος, Αμέλια, που σου ζήτησα να έρθεις μαζί μας στο Λονδίνο». 117


Το είχε μετανιώσει, σκέφτηκε εκείνη εμβρόντητη. «Το ξέρω πως η κατάσταση είναι αμήχανη, αλλά τα παιδιά με χρειάζονται. Χαίρομαι που μπορώ να βοηθήσω. Χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ. Ακόμα κι αν δεν μου είχες ζητήσει να γίνω οικονόμος σου, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να βοηθήσω εσένα και τα παιδιά». Εκείνος έμεινε αμίλητος για κάμποση ώρα. «Η αποφασιστικότητά σου, η συμπόνια σου, η αφοσίωσή σου με εκπλήσσουν». «Με τον καιρό θα συνηθίσουμε και οι δύο την καινούρια μας σχέση», του απάντησε, αν και δεν το είχε πιστέψει ακόμα ούτε η ίδια. Εκείνος ύψωσε τα φρύδια του με σκεπτικισμό. Ύστερα ήπιε μονορούφι το κρασί του. «Αξίζεις περισσότερα από το να βρεθείς μπλεγμένη στη ζωή μου». Η Αμέλια τα έχασε με τα λόγια του. «Είμαι εδώ με τη θέλησή μου. Διαφορετικά, θα είχα απορρίψει την προσφορά σου». «Ελπίζω να μη μετανιώσεις για την απόφασή σου». «Με μπερδεύεις», άκουσε τον εαυτό της να λέει. «Το ξέρω ότι πενθείς, Σάιμον, αλλά είναι φορές που αναρωτιέμαι αν είναι μόνο η κρίση του θανάτου της λαίδης Γκρένβιλ που σε επηρεάζει». Όταν εκείνος δεν της απάντησε, τσιτώθηκε. «Χτες το βράδυ κατάλαβα ότι σε ανησυχούσε κάτι. Νόμιζα πως ήταν τα αγόρια. Αλλά βιαζόσουν τρομερά να επιστρέφεις στην πόλη. Και η έκφρασή σου είναι πολύ αποκαλυπτική. Τι σε απασχολεί;» «Λυπάμαι αν σε τρόμαξα». Το χαμόγελό του ήταν σφιγμένο. «Τίποτα δε συμβαίνει. Απλώς έχω πολλά στο μυαλό μου, αυτό είναι όλο». Άφησε το ποτήρι του και πλησίασε στο γραφείο. Εκείνη τον κοιτούσε, ευχόμενη να ήταν ειλικρινής μαζί της. «Το ξέχασα. Δεν κατέβηκες για να απολαύσεις την καταθλιπτική συντροφιά μου, αλλά για να πάρεις γραφική ύλη». Καθώς άνοιγε το συρτάρι του γραφείου του, κάτι βρόντησε ξαφνικά δυο φορές. Ύστερα τρίτη. Η Αμέλια υπέθεσε πως ήταν κάποιο παντζούρι που είχε χτυπήσει στον τοίχο. Ο Γκρένβιλ όμως έβγαλε ένα πιστόλι από το συρτάρι και έκανε το γύρο του γραφείου. «Τι κάνεις;» φώναξε σοκαρισμένη η Αμέλια. Εκείνος την κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν. Η έκφρασή του ήταν άγρια. «Μείνε εδώ!» Η Αμέλια έβγαλε μια κραυγή και τον ακολούθησε στο κα118


τώφλι του δωματίου. «Σάιμον!» «Κάποιος είναι στην πόρτα», της είπε με πρόσωπο σκληρό, ανέκφραστο. «Είπα, μείνε εδώ!» «Σάιμον... ήταν ένα παντζούρι!» φώναξε εκείνη. «Μην το κουνήσεις από αυτό το δωμάτιο!» Ρίχνοντάς της μια τρομακτική ματιά, βγήκε τρέχοντας στο διάδρομο. Η Αμέλια είχε μείνει εμβρόντητη. Ήταν σίγουρη πως ο θόρυβος προερχόταν από ένα παντζούρι που είχε ανοίξει, όχι από κάποιον που χτυπούσε την πόρτα. Αλλά, ακόμα κι αν χτυπούσε κάποιος την πόρτα μες στη νύχτα, πιθανότατα ήταν κάποιος γείτονας που είχε ανάγκη. Ακολούθησε τον Σάιμον στο διάδρομο και έτρεξε προς την είσοδο. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή. Ο Σάιμον στεκόταν εκεί και κοιτούσε τη σκοτεινή, συννεφιασμένη νύχτα με το πιστόλι στο χέρι. Ξαφνικά έκλεισε την εξώπορτα και την κλείδωσε. Έκανε μεταβολή. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Είχες δίκιο». Η Αμέλια είδε τον ιδρώτα να κυλά από το μέτωπό του στους κροτάφους του. Και είδε ότι έτρεμε. Γιατί είχε θεωρήσει απαραίτητο να τρέξει στην εξώπορτα με γεμάτο πιστόλι; Τον πλησίασε. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε ήρεμα. Δεν την άκουσε. Το βλέμμα του ήταν φευγάτο, στοιχειωμένο και, το χειρότερο, φοβισμένο. «Σάιμον!» Τον έπιασε από το μπράτσο. Εκείνος τραβήχτηκε και την κοίταξε. Το φευγάτο βλέμμα είχε χαθεί. «Σου είπα να μείνεις στη βιβλιοθήκη». Ήταν έξαλλος τώρα. Εκείνη τον περιεργάστηκε αποσβολωμένη. «Ποιον περίμενες να δεις τέτοια ώρα;» Το πρόσωπό του σφίχτηκε. «Κανέναν». Και η Αμέλια κατάλαβε ότι της έλεγε ψέματα.

119


Κεφάλαιο 7

Η Αμέλια έκλεισε τον κάδο κάτω από το μεγάλο τραπέζι στο κέντρο της κουζίνας. «Θέλουμε και κρεμμύδια», είπε στην υπηρέτρια, μια αδύνατη κοπελίτσα με κόκκινα μαλλιά και φακίδες. Η Τζέιν έγνεψε καταφατικά, αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση να βάλει το παλτό της και να φύγει. Η Αμέλια μόλις της είχε δώσει μια μεγάλη λίστα με τα τρόφιμα που χρειαζόταν για να ετοιμάσουν ένα αξιοπρεπές πρόγευμα για τον Γκρένβιλ και τους γιους του. Όχι ότι θα το μαγείρευε η ίδια. Δεν έβλεπε το λόγο να τον αψηφήσει, ιδιαίτερα για έναν τόσο χαζό λόγο. Η θεία της Τζέιν θα ερχόταν σε λίγο. Ήταν εξαιρετική μαγείρισσα -τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν η υπηρέτρια- και ήταν πρόθυμη να βοηθήσει κάτω από τις παρούσες συνθήκες. «Και σε παρακαλώ, βιάσου. Κοντεύει επτά», πρόσθεσε η Αμέλια. μάλλον ανυπόμονα. Όταν η Τζέιν άρχισε να βάζει αργά το μάλλινο παλτό της, της φώναξε: «Άντε, κουνήσου!» Η Τζέιν ξαφνιάστηκε και έφυγε βιαστικά από την κουζίνα. Η Αμέλια αναστέναξε. Η υπηρέτρια ήταν πολύ ντροπαλή και μάλλον χαζούλα. Ήλπιζε το υπόλοιπο προσωπικό να ήταν πιο σβέλτο. Βλέποντας ένα λεκέ στο τραπέζι, πήρε ένα πανί και τον σκούπισε. Αν και το τραπέζι το χρησιμοποιούσαν για την προετοιμασία των γευμάτων και τον καθαρισμό των σκευών, η δρύινη επιφάνειά του ήταν καλά κερωμένη και άστραφτε. Κάθε επιφάνεια της κουζίνας -από τη στόφα και τους φούρνους μέχρι τους νεροχύτες- ήταν πεντακάθαρη. Η κουζίνα ήταν τεράστια και εξοπλισμένη με όλες τις ανέσεις. Μια γυναίκα μπορούσε πάντα να καταλάβει το είδος ενός σπιτικού από την κουζίνα του. Η Αμέλια ένιωθε ευχαριστημέ120


νη και εντυπωσιασμένη. Είχε μάθει ότι το Λάμπερτ Χολ ήταν μέρος της προίκας της λαίδης Γκρένβιλ. Δε χρειαζόταν να ρωτήσει για να καταλάβει ότι ο Γκρένβιλ δεν έδινε δεκάρα για τον εκμοντερνισμό της κουζίνας του. Αυτό το δωμάτιο, όλος ο εξοπλισμός του, ήταν δουλειά της γυναίκας του. Είχε επίσης μια πόρτα που έβγαζε κατευθείαν στο δρόμο, πράγμα πολύ βολικό για την παραλαβή των τροφίμων και άλλων προμηθειών. Η Τζέιν είχε αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη και η Αμέλια πήγε να την κλείσει, ρίχνοντας μια ματιά στον έρημο λονδρέζικο δρόμο. Μια άμαξα κατηφόριζε τον δεντροφυτεμένο δρόμο. Απέναντι αντίκρισε ωραία σπίτια με σκιερές αλέες. Ηταν πράγματι πολύ αριστοκρατική γειτονιά. Το Λάμπερτ Χολ καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του τετραγώνου. Οι κήποι σχημάτιζαν μια εσωτερική αυλή και το σπίτι ήταν χτισμένο γύρω της σε σχήμα πετάλου. Ήταν πολύ νωρίς, αλλά η Αμέλια είχε σηκωθεί από τις πέντε και είχε εξερευνήσει το σπίτι όσο μπορούσε πιο σχολαστικά. Ένιωθε πολύ πιεσμένη με τόσα πράγματα που είχε να κάνει. Είχε ανακαλύψει ότι τα διαμερίσματα του προσωπικού βρίσκονταν στον τρίτο όροφο, στην ίδια πτέρυγα που είχε κοιμηθεί και εκείνη το προηγούμενο βράδυ. Τα δωμάτια του σινιόρ Μπαρέλι, της κυρίας Μέρντοκ και των υπόλοιπων υπηρετών τα είχε αερίσει και φρεσκάρει η δεύτερη υπηρέτρια. Είχε ανακαλύψει επίσης τρία σαλόνια κάτω, στο κέντρο του σπιτιού. Η δυτική πτέρυγα στέγαζε ένα δωμάτιο μουσικής και μια αίθουσα χορού, η ανατολική την τραπεζαρία και τη βιβλιοθήκη. Όλα τα δωμάτια ήταν υπέροχα επιπλωμένα. Ακόμα και βασιλείς θα ένιωθαν άνετα εκεί μέσα. Τα μόνα δωμάτια που δεν είχε εξερευνήσει ήταν τα δωμάτια του Γκρένβιλ και των γιων του. Τα διαμερίσματα της οικογένειας έπιαναν όλον το δεύτερο όροφο της δυτικής πτέρυγας. Και είχε αρνηθεί να πατήσει το πόδι της εκεί. Όπως αρνιόταν να σκεφτεί και τη συζήτησή τους την προηγούμενη νύχτα, το ποτό που είχαν μοιραστεί ή την περίεργη αντίδραση του Γκρένβιλ όταν χτύπησε το παντζούρι. Δεν είχε ώρα να ανησυχεί για το γεμάτο όπλο που είχε εκείνος στο γραφείο του, περιμένοντας προφανώς κάποιον εισβολέα που ίσως αναγκαζόταν να πυροβολήσει. Ο Γκρένβιλ και τα αγόρια ήταν ακόμα στα κρεβάτια τους, 121


αλλά υπέθετε πως θα σηκώνονταν σύντομα. Ήταν ήδη έτοιμος ένας ασημένιος δίσκος με μπισκότα και μαρμελάδες, και το νερό έβραζε στη στόφα. Έτσι η οικογένεια θα μπορούσε να φάει κάτι όταν ξυπνούσε. Η Αμέλια είχε στρώσει το τραπέζι της τραπεζαρίας, αλλά τώρα βγήκε από την κουζίνα για να ρίξει μια τελευταία ματιά. Η τραπεζαρία ήταν ένα μακρύ δωμάτιο με γαλάζιους τοίχους και σκούρες χρυσαφιές κουρτίνες από δαμασκηνό ύφασμα. Ένας κρυστάλλινος πολυέλαιος κρεμόταν από το ταβάνι. Στο τραπέζι μπορούσαν να καθίσουν είκοσι τέσσερις καλεσμένοι. Οι κομψές καρέκλες στο χρώμα του κόκαλου είχαν περίτεχνο διακοσμητικό σπείρωμα στην πλάτη και χρυσό και μπλε κάθισμα. Είχε στρώσει το τραπέζι με λινό τραπεζομάντιλο με χρυσαφιά ρίγα, ποτήρια Γουότερφορντ και επίχρυσα σερβίτσια. Λευκά τριαντάφυλλα και κρίνα από το θερμοκήπιο που υπήρχε πίσω από τους κήπους στόλιζαν το κέντρο του τραπεζιού. Ο Γκρένβιλ θα έμενε ευχαριστημένος, σκέφτηκε με ένα χαμόγελο. Ξαφνικά το μάτι της πήρε μια κίνηση έξω. Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο. Ένας άντρας διέσχιζε τους κήπους. Θα πρέπει να είχε μπει μόλις από το δρόμο και πλησίαζε στο σπίτι! Για μια στιγμή έμεινε να κοιτάζει, με το μυαλό της να στροβιλίζεται. Δεν ήταν κλειδωμένες οι πύλες; Ή μήπως τις άφηναν ανοιχτές για να μπορεί να μπαίνει ο οποιοσδήποτε; Μήπως ο άντρας ήταν εισβολέας; Δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήθελε κάποιος στους κήπους. Πρόσεξε ότι ήταν λεπτός και ψηλός, με άσπρα μαλλιά. Φορούσε σκούρο μπλε σακάκι, κιλότα ιππασίας και λευκές κάλτσες. Και σίγουρα πλησίαζε βιαστικά στο σπίτι! «Χάρολντ!» φώναξε και βγήκε βιαστικά από την τραπεζαρία. Έτρεξε στη βιβλιοθήκη και πήγε κατευθείαν στο γραφείο του Γκρένβιλ. Το πιστόλι ήταν στο συρτάρι, όπως το προηγούμενο βράδυ. «Δεσποινίς Γκρέιστοουν;» Η Αμέλια γύρισε όταν άκουσε τη φωνή του δεκαοκτάχρονου Χάρολντ που έκανε διάφορα θελήματα στο σπίτι και βοηθούσε στην κουζίνα. «Έχεις δει τον Σεντ Τζαστ; Είναι κάποιος 122


απ’ έξω -νομίζω πως ένας άγνωστος προσπαθεί να τρυπώσει στο σπίτι!» Ο Χάρολντ χλόμιασε. «Ο λόρδος είναι ακόμα πάνω, στο κρεβάτι του. Να πάω να τον ξυπνήσω;» «Να πάρει», φώναξε η Αμέλια. Μέχρι να γύριζε ο Χάρολντ με τον Γκρένβιλ, ο άγνωστος θα είχε μπει στο σπίτι. «Έχουμε κάποιο γείτονα που θα μπορούσε να μας κάνει επίσκεψη τόσο νωρίς, και μάλιστα από τους κήπους;» «Δεν ξέρω κανέναν τέτοιο γείτονα, δεσποινίς Γκρέιστοουν», της απάντησε ο Χάρολντ γουρλώνοντας τα μάτια του. «Ποιος θα έκανε επίσκεψη στις εφτά το πρωί; Εκτός αυτού, ποιος γνωρίζει ότι ο λόρδος έχει επιστρέφει στην πόλη;» Ο άντρας ήταν εισβολέας! «Έλα μαζί μου. Και πάρε ένα μαχαίρι. Όχι, πάρε αυτό το σκαλιστήρι της φωτιάς, για την περίπτωση που χρειαστεί να το χρησιμοποιήσεις». Βέβαια, θα μπορούσε να υπάρχει μια πολύ απλή εξήγηση, αλλά δε θα παραχωρούσε στον άγνωστο το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, όχι σε καιρό πολέμου. Η Αμέλια βγήκε βιαστικά από τη βιβλιοθήκη χωρίς να περιμένει τον Χάρολντ, αλλά τον άκουσε να την ακολουθεί. Ευχήθηκε να είχε προλάβει να εξοικειωθεί πραγματικά με το σπίτι. Δεν ήξερε ακόμα ποια δωμάτια είχαν πόρτες που έβγαζαν κατευθείαν στους κήπους. Πάντως, εκείνο το πρωί είχε ανοίξει τις πόρτες όλων των δωματίων. Προσπέρασαν βιαστικά το μεγαλύτερο σαλόνι, ένα δωμάτιο στις αποχρώσεις του χρυσού και του κόκκινου, και άφησαν πίσω τους το κέντρο του σπιτιού. Συνέχισαν, και προσπέρασαν το δωμάτιο μουσικής. Ξαφνικά η Αμέλια άλλαξε γνώμη, έκανε μεταβολή και έπεσε πάνω στον Χάρολντ. Τον έπιασε και τον τράβηξε μαζί της στο μικρό ευάερο δωμάτιο. Στο κέντρο του υπήρχε ένα πιάνο και μια άρπα, με αρκετές χρυσαφιές καρέκλες γύρω τους. Πίσω από τα όργανα υπήρχε μια δίφυλλη μπαλκονόπορτα που οδηγούσε σε μια μικρή βεράντα και στους κήπους. Λαχανιασμένη, σταμάτησε μπροστά στην μπαλκονόπορτα. Οι κήποι σε λίγο θα ήταν εντυπωσιακοί -όλα τα φυτά ήταν μπουμπουκιασμένα. Αλλά δεν είδε πουθενά τον κύριο με τη λευκή περούκα και το μπλε σακάκι. «Είναι ήδη μέσα». «Θα έπρεπε να φωνάξω τον λόρδο», είπε σφιγμένα ο Χάρολντ. Η Αμέλια αναρωτήθηκε πού ήταν η οπλοθήκη. «Ακολούθη123


σέ με», είπε στον νεαρό. Και καθώς έβγαινε από το δωμάτιο μουσικής και έστριβε δεξιά, είδε τον Γκρένβιλ να έρχεται προς το μέρος τους. Εκείνος την κοίταξε κατάπληκτος. «Τι κάνεις; Γιατί κρατάς το όπλο μου;» «Υπάρχει ένας εισβολέας στο σπίτι!» του φώναξε εκείνη, τρέμοντας από την ανακούφιση. Εκείνος την πλησίασε και της πήρε το όπλο. «Τρέμεις!» Τύλιξε το μπράτσο του γύρω της. «Αμέλια, τι είναι αυτά που λες;» «Έριχνα μια ματιά στην τραπεζαρία για να βεβαιωθώ ότι ήταν όλα εντάξει, όταν είδα έναν άντρα στους κήπους. Κατευθυνόταν προς αυτή τη μεριά του σπιτιού! Αλλά τώρα είναι άφαντος, πρέπει να βρίσκεται μέσα», φώναξε. Κοίταξε τον Γκρένβιλ. Εκείνος γιατί περιφερόταν στο ισόγειο της δυτικής πτέρυγας; Ο Γκρένβιλ έδωσε το όπλο στον Χάρολντ. «Πρόσεξέ το. είναι οπλισμένο», είπε. Ύστερα πήρε και τα δυο χέρια της στα δικά του και χαμογέλασε. «Νομίζω πως φαντάζεσαι πράγματα. Μόλις έκανα μια γρήγορη έρευνα του σπιτιού, Αμέλια. Έψαξα και το τελευταίο δωμάτιο αυτής της πτέρυγας. Δεν είδα κανέναν. Είσαι σίγουρη ότι είδες κάποιον έξω;» Εκείνη τον κοίταξε, νιώθοντας μια ξαφνική σύγχυση. «Ναι, είδα έναν ψηλό άντρα με άσπρα μαλλιά. Ήταν στην πέρα άκρη του κήπου, κοντά στο δρόμο, και κατευθυνόταν προς το σπίτι». Ο Γκρένβιλ δεν έδειξε να θορυβείται. «Χάρολντ, βάλε, σε παρακαλώ, το πιστόλι στο μεσαίο συρτάρι του γραφείου μου στη βιβλιοθήκη. Και βάλε κι αυτό το σκαλιστήρι στη θέση του». Τύλιξε το μπράτσο του στους ώμους της. «Τι σκόπευες να κάνεις, αν έβρισκες τον εισβολέα; Ξέρεις να χρησιμοποιείς το πιστόλι;» «Και βέβαια ξέρω. Είμαι άριστη σκοπεύτρια», του φώναξε η Αμέλια. «Πρέπει να ψάξουμε το σπίτι, Σάιμον. Είδα κάποιον έξω». Εκείνος την περιεργάστηκε για μια στιγμή και ύστερα έγνεψε καταφατικά. Την έπιασε από το μπράτσο και προχώρησαν μέχρι το κατώφλι της αίθουσας χορού. Οι πόρτες ήταν κλειστές. Ο Γκρένβιλ τις άνοιξε. Η Αμέλια κοίταξε την πελώρια αίθουσα με τα αστραφτερά πατώματα, τους κόκκινους τοίχους και τους χρυσοποίκιλ124


τους κίονες. Πάνω από το κεφάλι της κρέμονταν τέσσερις υπέροχοι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι. Ένας ολόκληρος τοίχος με μπαλκονόπορτες έβγαζε σε μια πλακόστρωτη βεράντα με θέα τους κήπους. «Φανταστικό δωμάτιο», είπε. Δεν είχε πάει ποτέ σε χορό, αλλά μπορούσε πολύ εύκολα να φανταστεί αυτό το δωμάτιο γεμάτο καλεσμένους με μεταξωτά και μπροκάρ, διαμάντια και ρουμπίνια. «Έχει να γίνει χορός εδώ μέσα από τη μέρα του αρραβώνα μου με την Ελίζαμπεθ». Ο τόνος του ήταν περίεργος. Η Αμέλια τον κοίταξε αφηρημένη. Είχαν κάνει δηλαδή χορό αρραβώνων; Ο Γκρένβιλ μόρφασε. «Έχω μια δεκαετία να σκεφτώ εκείνη τη βραδιά». Ο τόνος του αποκάλυπτε ότι οι αναμνήσεις δεν ήταν ευχάριστες. Στέκονταν δίπλα δίπλα, τόσο κοντά, που η φούστα της άγγιζε το γοφό και το μηρό του. Η Αμέλια δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα, έμεινε να τον κοιτάζει. Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι του και της ανταπέδωσε το βλέμμα. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από το προηγούμενο βράδυ. Ούτε ο φόβος ενός εισβολέα ούτε η ατέλειωτη λίστα υποχρεώσεων μπορούσε να μειώσει την επίδραση που είχε επάνω της. «Δεν υπάρχει εισβολέας», είπε εκείνη μαλακά. «Όχι. Δεν υπάρχει εισβολέας». «Κι όμως, είδα κάποιον στους κήπους, Σάιμον». «Μπορεί. Αλλά τώρα έφυγε. Σηκώνομαι πολύ νωρίς. Θα έχω το νου μου αύριο και θα δώσω εντολή στο προσωπικό, μόλις έρθουν, να κάνουν το ίδιο». Το κορμί του, σκληρό και ζεστό, την έκανε να νιώθει ακόμα πιο μικροσκοπική. Η Αμέλια ήξερε όπ θα έπρεπε να βάλει κάποια απόσταση ανάμεσά τους, αλλά δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη να αναγκάσει τον εαυτό της να το κάνει. «Γιατί δε δείχνεις θορυβημένος;» «Επειδή δεν μπορώ να φανταστώ για ποιο λόγο θα επιχειρούσε ένας κλέφτης να μπει στο σπίτι την ώρα που ξυπνούν όλοι». Ούτε εκείνος τραβήχτηκε μακριά της. Είχε δίκιο. Ο κλέφτης θα εισέβαλλε τη νύχτα, που θα κοιμούνταν όλοι. «Αν έχω δίκιο και ήταν ένας άντρας στους κήπους σου, τότε δεν ήταν κλέφτης». Ο Γκρένβιλ ύψωσε τα φρύδια του. 125


«Βρισκόμαστε σε καιρό πολέμου, Γκρένβιλ. Μπορώ να σου πω πολλές ιστορίες», του είπε, και το μυαλό της πήγε στον άντρα της Τζούλιαν, που είχε χρηματίσει κατάσκοπος του Πιτ. «Υπονοείς ότι θα μπορούσες να μου διηγηθείς πολεμικές ιστορίες;» Χαμογέλασε σαν να το διασκέδαζε. «Η Τζούλιαν είχε γίνει ριζοσπάστρια -ήταν θερμή υποστηρίκτρια των Ιακωβίνων μέχρι που ερωτεύτηκε τον Μπέντφορντ». αποφάσισε πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να μπει σε λεπτομέρειες. «Θα πρέπει να άκουσες για τους Γάλλους λιποτάκτες που εμφανίστηκαν στην περιοχή του Σεντ Τζαστ στο σπίτι του άρχοντα Πένγουιθ». «Το άκουσα. Υπονοείς πως κάποιος κατάσκοπος ή Γάλλος ήταν στους κήπους μου;» «Το μόνο που λέω είναι ότι θα πρέπει να κρατάς τις πύλες κλεισμένες και ότι τα πάντα είναι πιθανά», του απάντησε σοβαρά. «Θα το έχω υπόψη μου», μουρμούρισε εκείνος και της έριξε ένα πολύ περίεργο και σκεφτικό βλέμμα. «Κοιμήθηκες καθόλου απόψε;» Η Αμέλια κούνησε αργά το κεφάλι της «Λαγοκοιμήθηκα λίγο. Στο κεφάλι μου τριγύριζαν συνέχεια αυτά που είχα να κάνω. Έχω σηκωθεί από τις πέντε. Αλλά έτσι κι αλλιώς συνήθως σηκώνομαι στις έξι», πρόσθεσε, νιώθοντας ξαφνικά ηλίθια. Αν και ήταν πολύ λογική γυναίκα, φλυαρούσε. Ήλπιζε να μη σκεφτόταν ο Γκρένβιλ ότι ήταν ένα υστερικό κουτορνίθι. «Βλέπω ότι σκοπεύεις να προσπαθήσεις να χτίσεις τη Ρώμη σε μια μέρα», της είπε σιγανά, με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Το εννοούσα όταν είπα ότι θα προσπαθήσω». «Ο Χάρολντ με άκουσε να σε αποκαλώ Αμέλια». Τον κοίταξε εμβρόντητη. Εκείνος άγγιξε εντελώς απρόσμενα το μάγουλό της. «Λυπάμαι που φοβήθηκες». Άφησε το χέρι του να πέσει. «Πάω να ξυπνήσω τα παιδιά, αν δεν έχουν σηκωθεί ήδη». Και προτού προλάβει να του απαντήσει, ο Γκρένβιλ έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε, αφήνοντάς τη να στέκεται έξω από την εκπληκτική αίθουσα χορού, νιώθοντας πάλι εκείνη την επίμονη λαχτάρα. *** Το Χάιντ Παρκ ήταν εντυπωσιακό την άνοιξη. Οι νάρκισσοι 126


είχαν ανθίσει, το παρτέρια ήταν καταπράσινα και οι φτελιές και οι βελανιδιές είχαν πυκνά καινούρια φυλλώματα. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος. Δεν είχε το παραμικρό σύννεφο. Ο ήλιος ήταν λαμπερός και δυνατός. Ήταν μια τέλεια μέρα. Ή μήπως όχι; Ο Σάιμον ίππευε την καθαρόαιμη φοράδα που είχε αγοράσει πρόσφατα. Ήταν εξαιρετική στο κυνήγι και ατρόμητη όταν επρόκειτο να πηδήσει ψηλούς φράχτες και φαρδιούς πέτρινους τοίχους. Είχε ακούσει ότι δεν τη σταματούσε τίποτα. Ανυπομονούσε να βγουν για το πρώτο τους κυνήγι. Τώρα, όμως, κρατούσε χαλαρά τα ηνία και την άφηνε να προχωράει αργά στο μονοπάτι ιππασίας. Το πάρκο είχε πολύ κόσμο εκείνη τη μέρα. Έκαναν και άλλοι κύριοι ιππασία με τα άλογά τους, και υπήρχαν τουλάχιστον έξι ανοιχτές άμαξες με τις οποίες είχαν βγει για την απογευματινή βόλτα τους οι κυρίες της αριστοκρατίας. Υπήρχαν επίσης πολλοί πεζοί, οι κυρίες με τα ομπρελίνα τους. Τα σπάνιελ του βασιλιά Καρόλου έτρεχαν ελεύθερα. Ένας κύριος είχε βγάλει περίπατο ένα μαστίφ. Τον Γκρένβιλ τον γνώριζαν οι πάντες και τον χαιρετούσαν θερμά. Εκείνος απαντούσε με ένα νεύμα ή ένα κοφτό «Γεια». Δεν ήθελε να είναι απότομος, αλλά δεν είχε τα κέφια του. Ο σύνδεσμος του Ζουρντάν δεν είχε εμφανιστεί. Είχε φύγει από το σπίτι πριν τις πέντε το πρωί, μεταμφιεσμένος, για να συναντήσει τον Ιακωβίνο. Αλλά κανείς δεν τον περίμενε στο μαγαζί του τσαγκάρη στην Ντάρμπι Λέιν. Αυτό μπορούσε να σημαίνει δύο πράγματα. Ο σύνδεσμός του ή είχε φυλακιστεί ή είχε σκοτωθεί. Και οποιοδήποτε από τα δύο σενάρια κι αν ίσχυε, ήταν απειλητικό για εκείνον. Αν οι πράκτορες του Πιτ είχαν μυριστεί τους ανθρώπους του Λαφλέρ, δε θα αργούσαν να ξεσκεπάσουν το διπλό παιχνίδι του. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Η Αμέλια τον είχε πιάσει σχεδόν επ' αυτοφώρω να επιστρέφει στο σπίτι. Η καρδιά του σφίχτηκε. Δεν μπορούσε να ξανακάνει το ίδιο λάθος. Την επόμενη φορά που θα έφευγε από το σπίτι ως ο Γάλλος ξάδερφός του, θα φρόντιζε να αλλάξει ρούχα προτού φτάσει σε σημείο που ήταν ορατό από το σπίτι. Στην προκειμένη περίπτωση, είχε βγάλει το μπλε σακάκι και την περούκα μόλις μπήκε στην αίθουσα χορού. Τα είχε αφήσει πίσω από ένα 127


καναπεδάκι. Όταν η Αμέλια είχε επιστρέφει στα οικιακά της καθήκοντα, τα είχε πάρει και τα είχε κάψει. Δεν του άρεσε καθόλου να την εξαπατά. Αλλά η Αμέλια δεν έπρεπε να μάθει ποτέ την αλήθεια. Δεν μπορούσε να της πει ότι τον είχαν στείλει στη Γαλλία να κατασκοπεύει για λογαριασμό του Πιτ και των ανθρώπων του και ότι είχε καταφέρει να εισχωρήσει βαθιά στην επαναστατική κυβέρνηση του Παρισιού. Ούτε μπορούσε να της πει ότι είχε διαπράξει ένα φοβερό λάθος. Δεν μπορούσε να της πει ότι έπαιζε διπλό παιχνίδι χωρίς να γνωρίζει την κατάληξή του. Δε θα της έλεγε ποτέ ότι θα πουλούσε και την ίδια του την πατρίδα -αν αναγκαζόταν- για να προστατέψει τους γιους του. Εκείνη δε θα το καταλάβαινε ποτέ αν μάθαινε ότι πρόσφερε τα ταλέντα και τις υπηρεσίες του στους Ιακωβίνους. Θα τον θεωρούσε δειλό, και με το δίκιο της. Θεέ μου, στο τέλος θα τον περιφρονούσε! Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Η Αμέλια συνέχιζε να τον θαυμάζει. Ήταν αρκετά έμπειρος για να το καταλαβαίνει. Αλλά, αν μάθαινε ποτέ την αλήθεια, θα έχανε τελικά την πίστη της σ’ εκείνον. Παραδόξως, είχε μεγάλη ανάγκη την πίστη της! Αν η Αμέλια μάθαινε ποτέ την αλήθεια, θα βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο. Ήλπιζε απελπισμένα να μην την είχε βάλει ήδη σε κίνδυνο φέρνοντάς τη μαζί του στο Λονδίνο. Αλλά ήταν απλώς η οικονόμος του. Κανείς δε θα υποπτευόταν ότι είχαν κοινό παρελθόν, ότι παραλίγο να γίνουν εραστές κάποτε ή ότι ήταν φίλοι. Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει ότι τη χρειαζόταν σαν φίλη και ότι την ήθελε στο κρεβάτι του. Κανείς δε θα έπρεπε να μάθει ποτέ ότι η γυναίκα αυτή κατείχε μια πολύ σημαντική θέση στη ζωή του. Μόνο που εκείνο το πρωί την είχε αποκαλέσει Αμέλια μπροστά στο νεαρό υπηρέτη. Ήταν μια φοβερή παραδρομή της γλώσσας του. Οι υπηρέτες κουτσομπόλευαν. Θα έπρεπε να είναι πολύ πιο προσεκτικός. Ύστερα θυμήθηκε το απλό πρωινό που τους είχε σερβίρει, το τραπέζι που είχε στρώσει σαν να επρόκειτο για επίσημο δείπνο. Είχε μπει σε μεγάλο κόπο και είχε χαρεί πολύ όταν τον είδε να κάθεται στο τραπέζι με τους γιους του. Στις έντεκα, η Αμέλια είχε επιμείνει να τους σερβίρει ένα πλήρες γεύμα με αβγά, λουκάνικα, ζαμπόν και ένα σωρό συνο128


δευτικά πιάτα. Πώς τα είχε καταφέρει; Ο Σάιμον ακόμα δεν ήξερε. Αλλά, όταν την είχε κοιτάξει προσπαθώντας να μαντέψει αν είχε αψηφήσει την εντολή του και είχε περάσει τη μέρα της στην κουζίνα μαγειρεύοντας σαν υπηρέτρια, εκείνη το είχε αρνηθεί με ένα γλυκό χαμόγελο. Και τότε είχε κάνει άλλο ένα παραστράτημα. Της είχε ζητήσει αυθόρμητα να καθίσει μαζί τους, χωρίς να σκεφτεί τι σήμαινε η πρόσκληση -οι αριστοκράτες δεν προσκαλούσαν τις οικονόμους τους να φάνε μαζί τους. Εκείνη είχε αρνηθεί αμέσως. Θα ήταν φυσικό να καθίσει μαζί τους στο τραπέζι. Αντίθετα, ο ρόλος της ως οικονόμου δεν ήταν καθόλου φυσικός. Τώρα θα έπρεπε να είναι τόσο προσεκτικός μέσα στο ίδιο του το σπίτι όσο ήταν και έξω από αυτό. Θα έπρεπε να αρχίσει να αντιμετωπίζει την Αμέλια ως κομμάτι του επικίνδυνου παιχνιδιού που έπαιζε, προκειμένου να την προστατεύσει από κάθε κίνδυνο. Είχε δυσκολευτεί πολύ να κρατήσει την προσοχή του συγκεντρωμένη στους γιους του και στο πιάτο του. Αντίθετα, παρακολουθούσε εκείνη να μπαινοβγαίνει. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι, παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπιζε, σχεδόν χαμογελούσε, και αμέσως ένιωσε ένα μέρος από τα βάρη να φεύγουν από τους ώμους του. Οι γιοι του τη χρειάζονταν. Είχε κάνει τη σωστή επιλογή. «Βλέπω ότι έχεις καλή διάθεση σήμερα». Ο Σάιμον ξαφνιάστηκε από τον ελαφρά εύθυμο τόνο στη φωνή του Σεμπάστιαν Γουόρλοκ. Ήταν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις του, που δεν τον είχε δει να πλησιάζει καβάλα στο μαύρο επιβήτορά του. «Γεια σου, Γουόρλοκ. Απατάσαι. Ποτέ δεν έχω καλή διάθεση -ή δεν το έχεις ακούσει;» Ο Γουόρλοκ σούφρωσε τα χείλη του. Ήταν ένα ψηλός, επιφυλακτικός άντρας, που αδιαφορούσε εντελώς για τη μόδα. Ήταν όπως πάντα ντυμένος σοβαρά, με μαύρο βελούδινο σακάκι, σκούρα κιλότα ιππασίας και μπότες. Τα σκούρα μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω και φορούσε ένα δίκοχο καπέλο. Είχε μια σκοτεινή γοητεία, πράγμα που έκανε τις περαστικές κυρίες να γυρίζουν για να του ρίξουν μια δεύτερη ματιά. «Νομίζω ότι σε είδα να χαμογελάς. Όχι ότι σε κατηγορώ. Ο καθαρός αέρας θα πρέπει να είναι αναζωογονητικός -μετά το Παρίσι». Ήταν μπηχτή αυτή; αναρωτήθηκε ο Σάιμον. Αναφερόταν στη φυλάκισή του; Εκείνος πάντως δε σκόπευε να του την α129


ναφέρει, επειδή ήταν προτιμότερο να μην το ξέρει ο προϊστάμενός του. Θα ήταν πιο δύσκολο για τον Γουόρλοκ να ανακαλύψει την έκταση του διπλού παιχνιδιού του. Από την άλλη, ο Γουόρλοκ έδειχνε να γνωρίζει τα πάντα. «Απολαμβάνω την καινούρια μου φοράδα και μια τέλεια ανοιξιάτικη μέρα». «Έλα να δέσουμε τα ζώα», του είπε, και δεν ήταν μια απλή πρόταση. Σταμάτησε και ξεπέζεψε. Ο Σάιμον τον μιμήθηκε. Απομάκρυναν τα άλογά τους από το μονοπάτι, τα οδήγησαν σε μια συστάδα με βελανιδιές και τα έδεσαν σ’ ένα κλαδί. «Μου έλειψε η πόλη», είπε ο Σάιμον, κάνοντας ψιλοκουβεντούλα. «Το φαντάζομαι. Λυπάμαι πολύ για το θάνατο της συζύγου σου, Γκρένβιλ». Εκείνος ύψωσε τους ώμους του. «Ήταν πολύ νέα για να πεθάνει». «Όλοι είναι πολύ νέοι για να πεθάνουν». «Πράγματι». Ο Σάιμον ήξερε πως και οι δύο σκέφτονταν τα αθώα θύματα του πολέμου και της επανάστασης. Το στομάχι του σφίχτηκε. «Δε νομίζω ότι ένα καθεστώς τρόμου μπορεί να σταθεί επ’ αόριστον». Ο Γουόρλοκ είχε αρχίσει να περπατάει προς μια λιμνούλα. Ο Σάιμον τον ακολούθησε. «Οι τύραννοι πάντα πέφτουν». «Υπάρχουν διχόνοιες και στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας και στην Κομμούνα», είπε ο Σάιμον, αναφερόμενος στην κυβερνητική επιτροπή του Ροβεσπιέρου και στην κυβέρνηση του Παρισιού. «Αλλά κανείς δεν είναι υπεράνω υποψίας. Όλοι φοβούνται ότι θα ακούσουν ένα χτύπημα στην πόρτα τους μέσα στη νύχτα». Πόσο ήρεμος ακουγόταν! «Όπως το φοβόσουν κι εσύ;» Ο Σάιμον σφίχτηκε. «Θα ήμουν ηλίθιος αν δε φοβόμουν μήπως με ανακαλύψουν». Ο Γουόρλοκ σταμάτησε, το ίδιο κι εκείνος. «Τι έχεις για μένα, Γκρένβιλ;» τον ρώτησε ήρεμα ο άλλος άντρας, και οι τρίχες στον αυχένα του σηκώθηκαν. To ξέρει, σκέφτηκε ο Σάιμον, νιώθοντας το στομάχι του να βουλιάζει. Το ξέρει ότι ήμουν στη φυλακή και είναι πανέξυπνος. Αν δε γνωρίζει ακόμα πώς κατάφερα να βγω από κει μέσα και να φύγω από τη Γαλλία, θα το μάθει σύντομα. Δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Υπήρχε μια πιθανότη130


τα να μη γνώριζε ο Γουόρλοκ τη φυλάκισή του, αλλά το ένστικτό του του έλεγε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Επομένως, έπρεπε να αρχίσει να αποκαλύπτει κομμάτια της αλήθειας... «Δεν περίμενα πως θα ξαναγύριζα στην πατρίδα», είπε προσεκτικά. «Και εγώ δεν περίμενα να σε ξαναδώ». Ο Γουόρλοκ τον κοίταξε. «Ώστε το ήξερες ότι ήμουν φυλακισμένος;» Ο Σάιμον προσπαθούσε να ξεχάσει εκείνο το σκοτεινό, υγρό κελί, πράγμα καθόλου εύκολο, αφού το έβλεπε κάθε βράδυ στους εφιάλτες του. «Είναι δουλειά μου να γνωρίζω τέτοια πράγματα. Είσαι ένας από τους άντρες μου. Στις είκοσι τέσσερις Δεκεμβρίου με πληροφόρησαν ότι σε είχαν φυλακίσει τέσσερις μέρες νωρίτερα. Έφριξα». Ήταν φυσικό. «Από τη στιγμή που επέστρεψα στη Γαλλία, στα τέλη Νοεμβρίου, ήμουν σίγουρος πως με παρακολουθούσαν», είπε ο Σάιμον σφιγμένα. «Και παρ’ όλα αυτά σε φυλάκισαν». «Ναι. Με συνέλαβαν τη στιγμή που δεν το περίμενα καθόλου». «Πώς γλίτωσες από την γκιλοτίνα;» τον ρώτησε ο Γουόρλοκ σαν να συζητούσαν για μια ιπποδρομία. «Χρησιμοποίησα τη σχέση ανάμεσα στον Ζουρντάν και στον Σεντ Τζαστ προς όφελος μου. Διαβεβαίωσα τους Λυσσασμένους ότι ως Ζουρντάν θα ήμουν ευπρόσδεκτος στο σπίτι του ξαδέρφου μου στο Λονδίνο. Τους είπα ότι ο Σεντ Τζαστ θα με δεχόταν στο σπίτι του με ανοιχτές αγκάλες. Και τότε, ως “Ζουρντάν’', θα μπορούσα να κυκλοφορώ στους κύκλους των Τόρι χωρίς να με υποψιαστεί κανείς. Τους υποσχέθηκα ότι θα τους εξασφάλιζα ανεκτίμητες πληροφορίες». Ο Σάιμον συνειδητοποίησε ότι είχε ιδρώσει. Μόλις είχε αποκαλύψει στον Γουόρλοκ σχεδόν τα πάντα -εκτός από το ότι δεν ήξερε ακόμα σε ποια πλευρά θα κατέληγε. Ο Γουόρλοκ ήταν ήρεμος. «Αυτό ήταν πολύ έξυπνο εκ μέρους σου, Σάιμον, φοβερά έξυπνο». «Όταν παίζεται το κεφάλι σου, επιστρατεύεις όλη την εξυπνάδα σου». «Και θα τους προσφέρεις ανεκτίμητες πληροφορίες;» ρώτησε ο Γουόρλοκ. 131


«Και βέβαια!» Ο τόνος του ήταν αιχμηρός. «Διαφορετικά θα με κυνηγήσουν και θα με σκοτώσουν, Γουόρλοκ. Και το χειρότερο, μπορεί να ανακαλύψουν ποιος είμαι και να με εκδικηθούν κάνοντας κακό στους γιους μου». Ο Γουόρλοκ δεν επηρεάστηκε από το ξέσπασμά του. «Αλλά, φυσικά, θα τους δίνεις μόνο πληροφορίες που εγκρίνω εγώ». «Φυσικά», του είπε ψέματα ο Σάιμον. «Μπορεί να είμαι πολλά, αλλά παραμένω πατριώτης». «Ναι, είσαι πατριώτης», είπε ο Γουόρλοκ, σαν να το σκεφτόταν. «Έχεις εδραιώσει την παρουσία του Ζουρντάν εδώ στο Λονδίνο;» «Έχει κλείσει ένα δωμάτιο στο Λόντον Αρμς, και είμαι σίγουρος ότι ο πανδοχέας τον έχει δει να μπαινοβγαίνει αρκετές φορές». Ήταν απαραίτητο να βρει έναν τόπο διαμονής για την άλλη του ταυτότητα, μια και δεν μπορούσε να ισχυριστεί όπ ο Ζουρντάν έμενε με τον Σεντ Τζαστ. «Ωραία». Ο Γουόρλοκ χαμογέλασε. «Και με ποιο τρόπο θα συναντήσεις τα φιλαράκια του Ζουρντάν;» Ο Σάιμον δεν είχε καμιά διάθεση να μοιραστεί αυτές τις πληροφορίες με τον Γουόρλοκ, έτσι είπε ψέματα. «Δε μου έχουν δώσει ακόμα αυτές τις οδηγίες. Ξέρουν ότι μένω στο Αρμς, και είναι έξυπνοι και προσεκτικοί». «Κράτα με ενήμερο, τότε. Ξέρεις ότι σε χρειάζομαι πίσω στο Παρίσι το συντομότερο δυνατό». Ο Σάιμον ένιωσε ναυτία. «Το φανταζόμουν». «Πρέπει να εκμεταλλευτούμε τη διχόνοια στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας», είπε ο Γουόρλοκ αποφασιστικά. «Θα πρέπει να το ξέρεις ότι έγιναν προσπάθειες να οργανωθεί αντίσταση κατά του Ροβεσπιέρου». «Έχεις άλλους πράκτορες εκεί». «Έχω, αλλά δεν έχω κανένα μέσα στην Επιτροπή. Δεν παρουσιάστηκες μπροστά τους ως Ζουρντάν;» Ο Σάιμον πάγωσε. Ο Γουόρλοκ ήξερε ότι ο Λαφλέρ τον είχε παρουσιάσει στον Ροβεσπιέρο και την επιτροπή του. Τι άλλο ήξερε; «Πόσο δύσκολο θα σου είναι να μιλήσεις προσωπικά με τον Ροβεσπιέρο; Γκρένβιλ, μου είσαι ανεκτίμητος». Ο Σάιμον έγλειψε τα χείλη του. «Ασφαλώς και θα κάνω το καθήκον μου, Γουόρλοκ. Αλλά μόλις πέθανε η Ελίζαμπεθ. Οι γιοι μου με χρειάζονται τώρα». 132


«Δεν είπα ότι πρέπει να γυρίσεις εκεί αύριο. Εξάλλου, πριν φύγεις, πρέπει να αποδείξεις την αφοσίωση του Ζουρντάν στους Λυσσασμένους». Ο Σάιμον ίδρωσε ακόμα περισσότερο. Ώστε θα υπήρχε μια ανάπαυλα -αν μπορούσε να αποκαλέσει κανείς ανάπαυλα αυτό το διπλό παιχνίδι. «Θα περιμένουν πληροφορίες σύντομα πριν την εισβολή των Συμμάχων στη Φλάνδρα». «Και εσύ θα τους δώσεις μερικά μεζεδάκια για να μείνουν ευχαριστημένοι». Τα μάτια του Γουόρλοκ γυάλιζαν. Το διασκεδάζει, σκέφτηκε ο Σάιμον, νιώθοντας ξαφνικά έξαλλος. Και δεν του έμεινε καμιά αμφιβολία ότι ο Γουόρλοκ θα τον χρησιμοποιούσε ανελέητα για να παίξει τα κατασκοπευτικά του παιχνίδια. Ήξερε επίσης ότι, αν δεν ήταν πολύ προσεκτικός, ο Γουόρλοκ θα ανακάλυπτε αργά η γρήγορα την έκταση της αφοσίωσής του. «Έχω παιδιά», είπε τραχιά. «Πρέπει να τους αποδείξω την αφοσίωσή μου, Γουόρλοκ, για τους δικούς μου λόγους. Πρέπει να τους δώσω κάτι γνήσιο, χωρίς να θέσω σε κίνδυνο τις πολεμικές μας προσπάθειες». «Το ξέρω. Και θα τους δο'ισουμε κάτι που θα αξίζει, αλλά θα πρέπει να πάρουμε κι εμείς κάτι απ’ αυτούς». Το χαμόγελο του Γουόρλοκ ήταν σκληρό. «Βρίσκεσαι σε πολύ πλεονεκτική θέση τώρα, Γκρένβιλ. Ακριβώς στη μέση. Είσαι το αυτί όλων. Είναι σχεδόν τέλειο. Και να ήθελα, δε θα μπορούσα να είχα σκαρφιστεί τόσο έξυπνο σενάριο». Ο Σάιμον ήξερε ότι εννοούσε και την τελευταία του λέξη. Ηταν ενθουσιασμένος που ο Σάιμον βρισκόταν σε τόσο δεινή θέση. «Θα παίξω μετά χαράς τα παιχνίδια σου, αρκεί να παραμένουν οι γιοι μου ασφαλείς». «Αυτό το ξέρω», του απάντησε ο Γουόρλοκ. «Ασε με να μελετήσω τις εναλλακτικές επιλογές μας. Πάντως θα έχεις μια ζουμερή πληροφορία να δώσεις στους φίλους μας τους Γάλλους πριν από την εισβολή μας στη Φλάνδρα. Και όταν επιστρέφεις στη Γαλλία, ο Ζουρντάν θα είναι ήρωας της επανάστασης». Ο Σάιμον δεν κινήθηκε. Η φοβερή ένταση τον είχε ακινητοποιήσει. Ο Γουόρλοκ τον χτύπησε φιλικά στον ώμο και ξεκίνησε να γυρίσει στο άλογό του. Ο Σάιμον τον παρακολούθησε με το βλέμμα. Ο Γουόρλοκ ήταν πανέξυπνος, μόνο που τα συμφέροντα τους δε συνέπιπταν. Ο Σάιμον θα έβαζε πρώτη τη ζωή των 133


γιων του. Ο Γουόρλοκ θα έβαζε πάντα πρώτη τη Μεγάλη Βρετανία. Ο Σάιμον θα αναγκαζόταν τελικά να τη φέρει στον προϊστάμενό του -για χάρη των παιδιών του. Ο Γουόρλοκ είχε ανέβει στο άλογό του. Τον χαιρέτησε και έφυγε καλπάζοντας. Νιώθοντας αυτά τα παιχνίδια να τον βαραίνουν, ο Σάιμον πήγε στο άλογό του και έλυσε τα γκέμια. Αν περνούσε του Γουόρλοκ, ο Σάιμον θα επέστρεφε στη Γαλλία μέσα στους επόμενους έξι μήνες. Θα του άρεσε να συμβάλει στην πτώση της Δημοκρατίας, αλλά δε θα έβγαινε ζωντανός. Θα τον ανακάλυπταν. Ήταν σίγουρος γι’ αυτό, όπως ήταν σίγουρος ότι σε λίγο θα έδυε ο ήλιος και θα έβγαινε το φεγγάρι. Αν όμως οι γιοι του ήταν ασφαλείς, τι σημασία είχε; Πώς θα μπορούσε να σιγουρευτεί ότι θα ήταν ασφαλείς; Γιατί η ασφάλειά τους ήταν το μόνο που μετρούσε. Αν δε γυρνούσε εκείνος, οι γιοι του θα είχαν την Αμέλια να τους φροντίζει. Υπήρχε τελικά μια μικρή παρηγοριά σ' αυτό τον απαίσιο κόσμο.

134


Κεφάλαιο 8

«Δεσποινίς Γκρέιστοουν; Έφτασε η μητέρα σας. Είναι στο μπροστινό χολ με την κυρία Μέρντοκ. Βλέπω ότι έχετε αρχίσει να ετοιμάζετε το δείπνο». Η Αμέλια ήταν στην κουζίνα με την Τζέιν, τη Μάγκι -τη θεία της Τζέιν- και τον Χάρολντ. Είχε σηκώσει τα μανίκια της και φορούσε την ίδια ποδιά που φορούσε όλη μέρα. Εκείνη τη στιγμή έριχνε μια ματιά στο φούρνο, όπου ψήνονταν τέσσερα κοτόπουλα. Αλλά, μόλις άκουσε τον Λόιντ, η καρδιά της χτύπησε δυνατά και γύρισε. Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη της. Είχε έρθει η Λουσίλ! Της είχε λείψει πάρα πολύ. Και, φυσικά, πάντα χαιρόταν όταν έβλεπε τη μαμά. Έβγαλε την ποδιά της. «Το δείπνο θα σερβιριστεί σε μια ώρα. Λόιντ. Ελπίζω το ταξίδι σας να ήταν άνετο». Εκείνος μπήκε στην κουζίνα. «Ήταν πολύ άνετο», απάντησε και χαιρέτησε τη θεία της Τζέιν. Η Αμέλια σκόπευε να επιβλέψει μόνο την προετοιμασία του φαγητού για τον Γκρένβιλ και τους γιους του, η αλήθεια όμως ήταν ότι της άρεσε πάντα το μαγείρεμα, ακριβώς όπως της άρεσε πάντα να φροντίζει την οικογένειά της -ακριβώς όπως της άρεσε να φροντίζει την οικογένεια του Γκρένβιλ. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να επέμβει, αλλά είπε στην Μάγκι: «Αν ανακατέψεις αλάτι, πιπέρι και θυμάρι με τα ψίχουλα του ψωμιού, η φασολάδα θα γίνει νοστιμότατη». Η θεία της Τζέιν την κοίταξε και είπε: «Καταπληκτική ιδέα, δεσποινίς Γκρέιστοουν». Ευχαριστημένη που η Μάγκι δεν της έφερε αντίρρηση, πρόσθεσε: «Και ίσως θα έπρεπε να βγάλουμε τα κοτόπουλα από το φούρνο για να κρυώσουν λιγάκι». Δεν ήθελε να παρα135


ψηθούν. Είχε εξηγήσει ήδη στη Μάγκι πώς να φτιάξει μια σάλτσα με κονιάκ και βατόμουρα για τα κοτόπουλα και να τη σερβίρει χωριστά. Η Μάγκι της χαμογέλασε και είπε στον Χάρολντ να βγάλει τα κοτόπουλα. «Επιστρέφω αμέσως», είπε η Αμέλια, με την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Περίμενε αυτή τη στιγμή όλη τη μέρα. Της είχε λείψει πάρα πολύ η Λουσίλ -λες και ήταν κόρη της. Η μητέρα της στεκόταν με τον Γκάρετ στο χολ της εισόδου και κοιτούσε εντυπωσιασμένη το πολυτελές περιβάλλον. Η κυρία Μέρντοκ ήταν μαζί τους, με τη Λουσίλ στην αγκαλιά της. Ο Γουίλιαμ και ο Τζον είχαν κατέβει για να τους υποδεχτούν. Ο Τζον περιέγραφε ενθουσιασμένος στον σινιόρ Μπαρέλι τη σημερινή έξοδό τους στο Πικαντίλι Σέρκους, ενώ ο Γουίλιαμ κοιτούσε προσεκτικά την αδερφή του. «Σ’ εμένα χαμογελάει;» ρώτησε. Η καρδιά της Αμέλια πλημμύρισε από χαρά. Ο Γκρένβιλ είχε εξαφανιστεί εκείνο το απόγευμα, και εκείνη είχε αποφασίσει ότι ήταν πιο σημαντικό να βγάλει μια βόλτα τα παιδιά από το να συνεχίσει την οργάνωση του σπιτιού. Είχαν χαζέψει στις βιτρίνες, είχαν αγοράσει γλυκά από ένα ζαχαροπλαστείο και είχαν ξεκουραστεί για λίγο σ’ ένα παγκάκι στο πάρκο, χαζεύοντας τους κομψούς περαστικούς. Είχε απολαύσει την κάθε στιγμή που είχε περάσει με τ’ αγόρια. Έπρεπε να προσέξει, σκέφτηκε, διαφορετικά θα δενόταν υπερβολικά με τα δύο αγόρια και το κοριτσάκι. Στο κάτω κάτω, δεν ήταν η οικογένειά της, ήταν απλώς οικονόμος και φίλη. Ήξερε ότι θα έφτανε η μέρα της Κρίσης. Εκείνη και ο Γκρένβιλ θα έπρεπε να καθίσουν και να συζητήσουν τα πάντα. Δεν είχαν μιλήσει για τις σπουδές των αγοριών ή τις άλλες δραστηριότητές τους. Δεν είχαν συζητήσει για τη Λουσίλ και το μέλλον της. «Μαμά!» φώναξε η Αμέλια και, διασχίζοντας βιαστικά το δωμάτιο, την αγκάλιασε. «Επιτέλους, ήρθες! Πώς ήταν το ταξίδι σου;» «Ω, ήταν πολύ ευχάριστο, Αμέλια, αλλά, Θεέ μου, θα μείνουμε πραγματικά εδώ;» αναφώνησε η μαμά της, κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια τον πολυέλαιο από πάνω. Είχε το μέγεθος μεγάλου πιάνου. «Ναι, θα μείνουμε πραγματικά εδώ». Χαμογέλασε και κοίταξε τον Γκάρετ. «Το δωμάτιο της μαμάς είναι στον πρώτο ό136


ροφο εκείνης της πτέρυγας. Είναι εκείνο με τις κίτρινες και λευκές διακοσμήσεις». Δεν είχε κουβεντιάσει με τον Γκρένβιλ για τα δωμάτια που θα έμεναν, έτσι είχε διαλέξει για τη μαμά της ένα μικρότερο ξενώνα στο τέλος του διαδρόμου της ανατολικής πτέρυγας. Επικοινωνούσε με μια άλλη μικρή κρεβατοκάμαρα, που σκόπευε να χρησιμοποιήσει η ίδια. Αν και δεν ήταν τόσο πολυτελής όσο αυτή που της είχαν δώσει αρχικά, και οι δύο αυτές κρεβατοκάμαρες ήταν πολύ πιο άνετες από αυτές που είχαν στο δικό τους σπίτι. «Ανυπομονώ να δω το δωμάτιό μου!» αναφώνησε ενθουσιασμένη η μαμά. Έχει απόλυτη διαύγεια σήμερα, σκέφτηκε η Αμέλια, και γύρισε στην κυρία Μέρντοκ. «Τι κάνετε; Πώς είναι το μωρό;» Η κυρία Μέρντοκ της έδωσε τη μικρή. «Ήταν καταπληκτική στο ταξίδι, δεσποινίς Γκρέιστοουν. Μερικές στιγμές ήταν λίγο ανήσυχη, αλλά την περισσότερη ώρα κοιμόταν». Η Αμέλια έσφιξε τη Λουσίλ στο στήθος της. Η μικρή ήταν ξύπνια και την κοιτούσε γεμάτη περιέργεια με τα πελώρια γαλανά μάτια της. «Αχ, την επιθύμησα!» Την κούνησε στα χέρια της και χαμογέλασε. «Ανησυχούσα. Χαίρομαι που δεν υπήρξε κανένα απρόοπτο στο ταξίδι σας». «Είναι ένας μικρός άγγελος», είπε η μαμά. Τους πλησίασε ο Λόιντ. «Θέλω να σας ευχαριστήσω που φροντίσατε για το δείπνο, δεσποινίς Γκρέιστοουν». «Χαρά μου. Αν δεν έχετε αντίρρηση, θα ήθελα να επιβλέπω τα γεύματα της οικογένειας σε καθημερινή βάση». Ήξεραν και οι δύο πως στα καθήκοντα της οικονόμου δεν περιλαμβανόταν απαραίτητα και αυτό. Τα καθήκοντά της περιορίζονταν αυστηρά στην εύρυθμη λειτουργία του σπιτιού. «Και όλα τα δωμάτια του σπιτιού έχουν αεριστεί και καθαριστεί. Νομίζω ότι θα μείνετε ευχαριστημένος». Εκείνος φάνηκε ανακουφισμένος. «Είμαι ευχαριστημένος και δεν έχω καμιά αντίρρηση να φροντίζετε εσείς καθημερινά τα γεύματά μας. Το ίδιο έκανε και η λαίδη Γκρένβιλ. Πάω να δω τι κάνει ο λόρδος. Του αρέσει να πίνει ένα ποτήρι κρασί στη βιβλιοθήκη πριν από το φαγητό». Εκεί ήταν ο Γκρένβιλ; Η Αμέλια είχε να τον δει από το πρωί. Το δείπνο θα σερβιριζόταν σε λίγο και θα ήταν πολύ νόστιμο. Εκείνη θα έτρωγε μαζί με τη μαμά στα δωμάτιά τους. Θα 137


φρόντιζε η κουζίνα να λάμπει, πριν δώσει την άδεια στο προσωπικό να αποσυρθεί για ύπνο. Αλλά τώρα ήθελε να περάσει λίγη ώρα με τη Λουσίλ. Να την ταΐσει εκείνη. Έτσι και καθόταν, πιθανότατα θα συνειδητοποιούσε ότι ήταν πτώμα, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωθε γεμάτη ζωντάνια. Κοίταξε το μωρό. Το είχε ήδη ερωτευτεί. Αλλά πώς να μην αγαπάει ένα τόσο δα ορφανό παιδάκι; Η Λουσίλ δεν είχε μητέρα, και η Αμέλια δεν ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας της. Τυπικά, βέβαια, ήταν ο Γκρένβιλ. Ήταν πολλά τα σπίτια της αριστοκρατίας που είχαν ένα ή και δύο νόθα παιδιά στους κόλπους τους. Δεν ήταν ασυνήθιστο ο κύριος ή η κυρία του σπιτιού να κάνει μια παράνομη σχέση και να αναλάβει στη συνέχεια την κηδεμονία του νόθου παιδιού. Συνήθως ο άλλος σύζυγος υποκρινόταν ότι το παιδί ήταν δικό του, κι ας ήξερε όλος ο κόσμος την αλήθεια. Σκόπευε ο Γκρένβιλ να αναθρέψει τη Λουσίλ σαν να ήταν δική του κόρη; Ή σκόπευε να έρθει σε επαφή με τον πατέρα της -αν ήξερε, βέβαια, ποιος ήταν; Είχε κάνει έστω και μια σκέψη για τη Λουσίλ και το μέλλον της; Πιθανότατα δεν ήξερε καν ότι της είχαν δώσει όνομα. Αναρωτήθηκε αν τολμούσε να πάρει τη Λουσίλ μαζί της στη βιβλιοθήκη και να του τη συστήσει. Φοβόταν ότι θα θύμωνε αν προσπαθούσε να τον συμφιλιώσει με την κόρη της Ελίζαμπεθ. Αν όμως η Λουσίλ παρέμενε στο σπίτι, εκείνος θα έπρεπε να τη γνωρίσει και να την αποδεχτεί, έστω ως παιδί της γυναίκας του. Σίγουρα είχε κάποιο καθήκον απέναντι της. Δε θα την πετούσε από το σπίτι του, σωστά; Η Αμέλια αρνιόταν να πιστέψει ότι ο Σάιμον θα έκανε κάτι τόσο φρικτό. Φίλησε το μέτωπο της Λουσίλ και την έδωσε ξανά στην κυρία Μέρντοκ. «Πάω να μιλήσω με το λόρδο. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να κουβεντιάσουμε και δεν είχα ούτε μια ελεύθερη στιγμή όλη τη μέρα». Η κυρία Μέρντοκ χαμογέλασε. «Το σπίτι δίνει την αίσθηση πως ήταν ανοιχτό εδώ και μήνες. Λες και ζει τώρα εδώ μια ευτυχισμένη και γεμάτη αγάπη οικογένεια. Τι περίεργο!» Η Αμέλια ξαφνιάστηκε. «Αυτό το σπιτικό δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένο όταν φύγαμε, δεσποινίς Γκρέιστοουν», πρόσθεσε η κυρία Μέρντοκ. «Ήταν σκοτεινό και καταθλιπτικό. Όλοι ήταν ανήσυχοι και λυπημένοι. Εκείνη έκλαιγε συχνά. Το ίδιο και ο Τζον». Η Αμέλια φαντάστηκε ότι η λαίδη Γκρένβιλ θα ήταν άνω 138


κάτω εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν έγκυος στο παιδί ενός άλλου άντρα και ξέροντας ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Γκρένβιλ. Αυτή η ένταση θα επηρέαζε σίγουρα ολόκληρο το σπιτικό. «Αυτή είναι μια καινούρια αρχή», δήλωσε αποφασιστικά. «Ο θάνατος της λαίδης Γκρένβιλ είναι μια τραγωδία. Είμαστε όλοι λυπημένοι που έφυγε. Αλλά πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας με χαρά. Αυτή είναι μια καινούρια, φωτεινή μέρα». Η κυρία Μέρντοκ χαμογέλασε. «Ναι, αρχίζω να το πιστεύω αυτό. Θα ανεβείτε να την ταΐσετε στις εφτά;» Η καρδιά της Αμέλια σκίρτησε. «Δε θα το έχανα για κανένα λόγο!» «Το φαντάστηκα». Η κυρία Μέρντοκ την κοίταξε με νόημα. «Καλή τύχη, αγαπητή μου», πρόσθεσε, σαν να ήξερε ότι η Αμέλια σκόπευε να αντιμετωπίσει το λιοντάρι στη φωλιά του. Η Αμέλια στράφηκε στα αγόρια. «Μπορείτε να πάτε επάνω με τον σινιόρ Μπαρέλι; Πρέπει να πλυθείτε πριν το δείπνο. Το φαγητό θα σερβιριστεί στις εφτά». Ο Ιταλός δάσκαλος τη βεβαίωσε ότι θα φρόντιζε να πλύνουν τα χέρια τους και να φορέσουν τα σακάκια τους. Η Αμέλια του χαμογέλασε και τον παρακολούθησε να οδηγεί τα αγόρια πάνω. Στράφηκε στον Γκάρετ και τη μαμά της. «Θα ανέβω σε λίγο, μαμά. Γιατί δεν ξεκουράζεσαι πριν το φαγητό; Θα δειπνήσουμε μαζί στο δωμάτιό σου. Δε θα είναι ωραία;» «Αχ, δεν ξέρεις πόσο ευτυχισμένη είμαι, Αμέλια. Νιώθω σαν να μην υπήρξαν ποτέ οι τελευταίες δεκαετίες!» Αγκάλιασε την κόρη της σφιχτά. Η Αμέλια σοβάρεψε. Πάντα πίστευε ότι η μητέρα της είχε χάσει την επαφή με το περιβάλλον επειδή τους είχε εγκαταλείψει ο πατέρας της. Πάντα αναρωτιόταν αν η μαμά, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τον πόνο του παρόντος, είχε αποσυρθεί στο παρελθόν. «Χαίρομαι», της απάντησε, χτυπώντας την απαλά στην πλάτη. Παρακολούθησε τον Γκάρετ να φεύγει με τη μητέρα της και μετά το χαμόγελό της έσβησε. Ένιωθε νευρική, αλλά ήταν παράλογο. Ο Γκρένβιλ ήταν ώριμος άνθρωπος. Σίγουρα τα συναισθήματά του για τη Λουσίλ θα είχαν μαλακώσει πια. Στο κάτω κάτω, το παιδί ήταν ένα αθώο θύμα. Οι πόρτες από τικ της βιβλιοθήκης ήταν ορθάνοιχτες, όπως 139


το προηγούμενο βράδυ. Και ξαφνικά θυμήθηκε το ποτό που είχαν πιει οι δυο τους. Είτε ήταν φίλοι είτε όχι, δεν είχε το δικαίωμα να είναι μαζί του, μόνη και τόσο αργά τη νύχτα. Το ίδιο ξαφνικά θυμήθηκε το εντελώς ανάρμοστο άγγιγμά του στο μάγουλό της το πρωί, όταν δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν τον εισβολέα. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Εμένα ψάχνεις;» Η Αμέλια είχε σταματήσει στο κατώφλι της βιβλιοθήκης. Σήκωσε το κεφάλι της. Ο Γκρένβιλ καθόταν στο γραφείο του και διάβαζε κάτι χαρτιά. Την κοίταζε με βλέμμα επίμονο και έντονο. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Ω, δεν ήταν άτρωτη στη γοητεία του, και μάλλον δε θα ήταν ποτέ. Ο Σάιμον φορούσε ένα όμορφο σμαραγδί σακάκι με χρυσά κεντήματα. Τα μαλλιά του ήταν τραβηγμένα προσεκτικά πίσω. Το πουκάμισό του είχε δαντέλα στο λαιμό και στις μανσέτες. Δαχτυλίδια στόλιζαν τα δάχτυλά του -ένα με σμαράγδι στο ένα χέρι και ένα με όνυχα στο άλλο. Ήταν όμορφος και αρρενωπός, ακτινοβολούσε δύναμη και κύρος. Η Αμέλια ένιωσε ξαφνικά εντελώς ατημέλητη. Φορούσε το ίδιο παλιό φόρεμα από το πρωί, που ήταν ό,τι έπρεπε για να περάσει τη μέρα της ανοίγοντας ένα σπίτι που ήταν κλειστό επί μήνες. Είχε μια απόχρωση περισσότερο γκρι παρά μπλε και ήταν φτιαγμένο από χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Οι αγκώνες του ήταν φθαρμένοι και είχε ένα σκίσιμο στο στρίφωμα. Ευχήθηκε να μην είχαν λυθεί τα μαλλιά της. Το πρωί τα είχε κάνει πλεξούδες και τα είχε μαζέψει σε κότσο. Πρέπει να δείχνω σαν πραγματική οικονόμος, σκέφτηκε. «Αμέλια;» Ο Γκρένβιλ χαμογέλασε αχνά και σηκώθηκε. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, ήσουν πολύ απασχολημένη σήμερα». Εκείνη μπήκε στο δωμάτιο, προσέχοντας πως έδειχνε πολύ κουρασμένος. «Ελπίζω να μείνεις ικανοποιημένος. Αερίσαμε όλα τα δωμάτια. Και καθαρίσαμε τα περισσότερα. Και η θεία της Τζέιν έφτιαξε ένα υπέροχο γεύμα. Για την ακρίβεια, έχω εντυπωσιαστεί τόσο μαζί της, που ελπίζω να μπορέσουμε να της βρούμε μια θέση στην κουζίνα». «Αν θέλεις να την προσλάβεις, τότε έχει προσληφθεί ήδη». Τι σήμαινε αυτό; αναρωτήθηκε η Αμέλια τρέμοντας. «Θα ήθελες συστάσεις;» 140


«Όχι. Αν νομίζεις ότι θα είναι χρήσιμη προσθήκη στο προσωπικό, τότε εντάξει. Έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σου». «Με κολακεύεις». «Δεν είναι κολακεία. Το σπίτι δείχνει να λειτουργεί τέλεια, Αμέλια, και βρίσκεσαι εδώ μόνο μια μέρα». Η Αμέλια ενθουσιάστηκε από τον έπαινό του -και από τη ζεστή έκφραση στα μάτια του. «Το σπίτι δεν ήταν κανένα ερείπιο ούτε είχε μείνει κλειστό για χρόνια. Μερικά δωμάτια είχαν πιάσει λίγη υγρασία και το κελάρι ήταν σχεδόν άδειο, αυτό ήταν όλο. Α! Αναρωτιόμουν αν θα είχες αντίρρηση να αλλάξουμε την επίπλωση στο δωμάτιο των αγοριών. Τα έπιπλα είναι κατάλληλα για τον Τζον, αλλά όχι για τον Γουίλιαμ. Νομίζω ότι θα χαιρόταν αν ανακαινιζόταν εντελώς το δωμάτιο». Ο Γκρένβιλ χαμογέλασε. «Δεν έχω καμιά αντίρρηση. Ξέρεις, είδα τους γιους μου όταν γύρισα, και δεν έλεγαν να σταματήσουν να μιλάνε για σένα». «Τους έβγαλα βόλτα σήμερα». «Το ξέρω. Σε λατρεύουν, Αμέλια». Εκείνη δίστασε. «Και εγώ ήδη τους αγαπώ πάρα πολύ». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Μετά εκείνος έστρεψε αλλού το δικό του και είπε: «Άρχισαν να μου μιλάνε για τους λαθρέμπορους του όρμου Σένεν». Η Αμέλια γέλασε. «Τους είπα μερικές απίθανες ιστορίες με τα κατορθώματα των προγόνων μου». «Ο Τζον μου δήλωσε ότι θέλει να γίνει λαθρέμπορος», της είπε χαμογελώντας. «Αχ, όχι», αναφώνησε η Αμέλια, αλλά χαμογελούσε κι εκείνη. «Είμαι σίγουρος ότι θα συνειδητοποιήσει τη χαζομάρα του όταν μεγαλώσει». «Ο Τζακ δε συνειδητοποίησε ποτέ τη χαζομάρα του». «Αλήθεια, τι κάνει ο Τζακ;» Η Αμέλια δίστασε. «Δεν έχει αλλάξει, Σάιμον». Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα στο γραφείο του. Ύστερα σήκωσε πάλι το κεφάλι του. «Δηλαδή συνεχίζει το λαθρεμπόριο σε καιρό πολέμου; Αν είναι έτσι, πρέπει να ξεγλιστράει από το ναυτικό δύο χωρών, όχι μίας». Η Αμέλια έσφιξε τα χέρια της. Ήθελε πολύ να μοιραστεί τους φόβους της μαζί του. «Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα», του απάντησε σιγανά. «Ο Τζακ παραβιάζει τον αποκλεισμό 141


της Γαλλίας». Ο Γκρένβιλ έβγαλε έναν τραχύ ήχο. «Αν τον πιάσουν, θα τον κρεμάσουν! Είναι ριψοκίνδυνος όπως πάντα. Και πώς του ήρθε να βοηθά τους Γάλλους δημοκρατικούς;» «Το μόνο που τον νοιάζει είναι το κέρδος», του απάντησε αμυντικά εκείνη. «Έχει βοηθήσει επίσης πολλές οικογένειες εμιγκρέδων να φτάσουν στις βρετανικές ακτές». «Χαίρομαι που το ακούω». Απομακρύνθηκε από το γραφείο του. «Θα ήθελες ένα ποτήρι κρασί ή σέρι πριν το δείπνο; Εγώ είμαι έτοιμος για ένα ποτό». Ξαφνικά η Αμέλια μαζεύτηκε. «Γκρένβιλ, δεν μπορώ να το ρίξω στο ποτό τέτοια ώρα». Ο Σάιμον σέρβιρε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Της έριξε μια εύθυμη ματιά. «Και βέβαια όχι. Η μέρα σου δεν τέλειωσε ακόμα. Δεν έφτασε η ώρα για ύπνο». Εκείνη κοκκίνισε. «Μετανιώνω που σου είπα ότι πίνω ένα μπράντι πριν πέσω για ύπνο». «Εγώ όχι». Γελούσε; Η Αμέλια το ήλπιζε. «Όταν χαμογελάς έτσι, τα μάτια σου φωτίζονται και είναι σαν να έχεις διώξει από πάνω σου όλα τα βάρη του κόσμου!» «Έχεις μεγάλη φαντασία», της είπε και συνοφρυώθηκε. «Δεν κουβαλάω τα βάρη του κόσμου, Αμέλια. Μόνο τα βάρη μιας μικρής κομητείας και της οικογένειάς μου». Γιατί τον είχε ταράξει το σχόλιό της; Μερικές φορές η συμπεριφορά του ήταν πολύ περίεργη. Ο Γκρένβιλ πήγε και κάθισε στον καναπέ, κάνοντάς της νόημα να καθίσει κι εκείνη. «Έχεις μιλήσει με τον Λούκας; Το ξέρει ότι δέχτηκες αυτή τη θέση;» Η Αμέλια κάθισε σε μια διπλανή πολυθρόνα. «Δε μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω μαζί του. Ήθελε να μετακομίσω στην πόλη, φαντάζομαι όμως ότι θα εκπλαγεί όταν μάθει ότι είμαι οικονόμος σου». «Θα εκπλαγεί ή θα θυμώσει;» Θυμόταν ότι ο Δούκας του είχε απαγορεύσει να την επισκέπτεται; Πήγαιναν χρόνια από τότε. «Ο Λούκας μου ανέφερε ότι συναντιόσαστε πότε πότε στην πόλη. Δε φαινόταν θυμωμένος όταν μιλούσε για σένα». Δεν είχε καμιά πρόθεση να αφήσει να βγει στην επιφάνεια το παρελθόν. Ο Γκρένβιλ ήπιε μια γουλιά από το ποτό του. «Διατηρώ αρ142


κετά φιλικές σχέσεις με τον θείο σου, Αμέλια. Ο Λούκας μένει συχνά στου Γουόρλοκ όταν βρίσκεται στην πόλη, έτσι έχουν διασταυρωθεί οι δρόμοι μας». Η Αμέλια δεν ήξερε ότι ο Γκρένβιλ γνώριζε τον θείο της. Ο Σεμπάστιαν Γουόρλοκ δεν είχε στενές σχέσεις με την Αμέλια και τα αδέρφια της, αν και είχαν συναντηθεί μερικές φορές. «Ο κόσμος είναι μικρός, τότε». «Πολύ μικρός». «Νομίζω ότι ο Λούκας θα εκπλαγεί όταν μάθει την απόφασή μου να γίνω οικονόμος σου, αλλά στο τέλος θα καταλάβει γιατί το έκανα». Την κοίταξε. «Θα δούμε. Είσαι σίγουρη ότι δε θέλεις μια γουλιά κρασί ή σέρι;» Η Αμέλια ένιωσε λες και ο διάβολος την έβαζε σε μεγάλο πειρασμό. «Όχι, ευχαριστώ. Σε ένα λεπτό πρέπει να ανέβω πάνω και υπάρχουν πράγματα που θα ήθελα να κουβεντιάσω μαζί σου». Τα νεύρα της τεντώθηκαν. Κάτι της έλεγε πως δε θα μπορούσαν να συζητήσουν για το μέλλον της Λουσίλ ήρεμα. «Έφτασαν και οι υπόλοιποι, για την περίπτωση που δεν άκουσες τη φασαρία κάτω». «Την άκουσα». «Πρέπει να κουβεντιάσουμε για τη Λουσίλ, Γκρένβιλ». Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Τη Λουσίλ;» Σηκώθηκε απότομα. Η Αμέλια τον μιμήθηκε, παίρνοντας αμυντική στάση. «Δέκα μέρες τώρα χρειαζόταν ένα όνομα. Ήσουν απόλυτα ξεκάθαρος δε σ’ ένοιαζε τι όνομα θα έπαιρνε. Στη λαίδη Γκρένβιλ άρεσε το όνομα Λουσίλ. Έτσι της δώσαμε αυτό το όνομα». «Και τι θα κάνεις αν ο Σάουθλαντ το αλλάξει;» Το βλέμμα του ήταν σκληρό. «Ποιος είναι ο Σάουθλαντ; Αυτός είναι ο πατέρας της;» «Ναι, αυτός είναι. Ο Τόμας Σάουθλαντ είναι ο φυσικός πατέρας της. Του έγραψα την περασμένη βδομάδα και τον ενημέρωσα για τη γέννησή της». Η Αμέλια θορυβήθηκε. Ένιωσε φόβο και απόγνωση. «Τι εννοείς ότι του έγραψες; Εγώ τον ξέρω;» «Αν εννοείς αν είναι ευγενής, η απάντηση είναι ναι. Η Ελίζαμπεθ διάλεγε προσεκτικά τους εραστές της». Η έκφρασή του ήταν εντελώς σκοτεινή τώρα. «Δε νομίζω να πήγε ποτέ με σταβλίτη». 143


«Είναι πολύ φρικτό αυτό που είπες!» «Α. μπορεί να κάνω λάθος. Απ’ ό,τι ξέρω, κοιμήθηκε με τον κηπουρό μου». Κατέβασε μονορούφι το ποτό του και άφησε το ποτήρι του σ’ ένα τραπεζάκι. Η γυναίκα του τον είχε πληγώσει. Σωστά; Αλλιώς γιατί θα μιλούσε τόσο άσχημα για μια νεκρή; «Λυπάμαι που η Λουσίλ δεν είναι κόρη σου». «Εγώ καθόλου. Πάντως η γέννησή της ήταν μεγάλη αναποδιά». «Σάιμον, σταμάτα! Δεν μπορεί να το εννοείς...» «Το εννοώ. Εκείνη δε μου είπε ποτέ ότι ήταν έγκυος, Αμέλια. Μου το είπε ο Γουόρλοκ όταν η κατάστασή της άρχισε να φαίνεται. Του είχα ζητήσει να έχει το νου του στους γιους μου όσο εγώ βρισκόμουν στο βορρά. Δεν ήξερα καν ότι είχε καταφύγει στην Κορνουάλη για να γεννήσει το παιδί. Δεν ξέρω τι σχεδίαζε. Ίσως ήθελε να γεννήσει κρυφά το παιδί και στη συνέχεια να το κλείσει σε κάποιο ορφανοτροφείο μοναστηριού». Η Αμέλια είχε μείνει εμβρόντητη. «Καμιά μητέρα δε θα έκανε τέτοιο πράγμα!» «Α, ώστε εξακολουθείς να έχεις πίστη σε μια νεκρή -στη νεκρή γυναίκα μου». Την κορόιδευε. «Μιλάς πολύ άσχημα για εκείνη». «Ναι, πράγματι». Δεν της επιτρεπόταν να ρωτήσει, αλλά το ξεφούρνισε. «Γιατί δεν την συμπαθούσες;» «Ήταν καθήκον μου να την παντρευτώ και να αποκτήσω απογόνους, όχι να τη συμπαθήσω». «Μα θα μπορούσες να είχες διαλέξει να παντρευτείς κάποια άλλη». Ο Γκρένβιλ ύψωσε το φρύδι του. «Επέλεξα να εκπληρώσω την επιθυμία του πατέρα μου, Αμέλια. Ίσως θα έπρεπε να είχα εναντιωθεί, αλλά δεν το έκανα, επειδή στην ουσία δε μ’ ενδιέφερε. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εκείνος θα κανόνιζε το γάμο μου για όλους τους σωστούς λόγους». Το χαμόγελό του ήταν χλευαστικό. «Αλλά η αντιπάθεια που νιώσαμε η Ελίζαμπεθ κι εγώ ήταν αμοιβαία από την πρώτη μέρα του αρραβώνα μας». «Αυτό δεν είναι λογικό!» «Δεν είμαι ο αδερφός μου». Η Αμέλια χρειάστηκε μια στιγμή για να καταλάβει τι εννοούσε. «Η Ελίζαμπεθ ήθελε να παντρευτεί τον Γουίλιαμ;» Ξαφνι144


κά σκέφτηκε πόσο διαφορετικά ήταν τα δύο αδέρφια. «Είχαν συναντηθεί πολλές φορές. Και είχαν κουβεντιάσει το ενδεχόμενο να παντρευτούν». Σέρβιρε ένα ακόμα ποτήρι κρασί. «Ηταν ένα πολύ γοητευτικό ζευγάρι. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ ευτυχισμένοι». Της μιλούσε ήρεμα, εκείνη όμως πονούσε γι’ αυτόν. Η γυναίκα του ήθελε να παντρευτεί τον αδερφό του. Πώς ήταν δυνατό να μην τον είχε πληγώσει αυτό; Ήθελε να τον αγγίξει. Ήθελε να τον παρηγορήσει. Αντί γι’ αυτό, έδεσε τα χέρια της. «Λυπάμαι ειλικρινά που υποφέρατε εσύ και η λαίδη Γκρένβιλ. Και μολονότι δεν έχει σημασία, πίστευα ότι ταιριάζατε πολύ οι δυο σας». «Τι άλλο θα πίστευες εσύ;» Η Αμέλια ήξερε ότι δεν μπορούσε να το καθυστερήσει άλλο. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σάιμον, η Λουσίλ είναι ένα αθώο παιδί. Δεν έχει κάνει κανένα κακό. Έχασε τη μητέρα της και χρειάζεται έναν πατέρα». «Τότε δεν έχεις παρά να ελπίζεις ότι ο Σάουθλαντ θα έρθει να την πάρει». Η ψυχρή αντίδρασή του την άφησε άναυδη. «Αυτό του ζήτησες να κάνει». «Φυσικά!» της απάντησε απότομα. «Δεν έχω καμιά όρεξη να μεγαλώσω αυτό το μπάσταρδο!» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυά. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τα σκουπίσει. Ήταν κατηγορηματικός ενάντια στη Λουσίλ. Έπρεπε να βρει την ψυχραιμία της, να σκεφτεί! «Εκείνος ήξερε ότι η Ελίζαμπεθ ήταν έγκυος στο παιδί του;» «Δεν έχω ιδέα», της απάντησε, πολύ ήρεμα τώρα. «Στο κάτω κάτω, δε μου εμπιστευόταν τα μυστικά της». Πονούσε πάρα πολύ, σκέφτηκε η Αμέλια, αλλά δε θα το παραδεχόταν ποτέ. «Σταμάτα να με κοιτάζεις με οίκτο», την προειδοποίησε εκείνος. «Δε νιώθω οίκτο για σένα». «Εμένα μου λες». Η Αμέλια υποχώρησε. Τον πλησίασε και πήρε το ένα χέρι του στα δύο πολύ μικρότερα δικά της. «Είσαι πληγωμένος. Πονάς. Είναι κατανοητό. Αλλά είσαι καλός άνθρωπος! Και όταν περάσει ο καιρός, όταν οι πληγές σου δε θα είναι τόσο νωπές, το ξέρω ότι θα νιώσεις διαφορετικά για τη Λουσίλ». 145


«Το θεωρείς φρόνιμο να μου προσφέρεις την παρηγοριά σου τώρα;» τη ρώτησε και τα μάτια του άστραψαν ξαφνικά. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Μήπως σκεφτόταν να μετατρέψει αυτή τη συζήτηση σε αποπλάνηση; Κράτησε για μια ακόμα στιγμή το χέρι του. «Χρειάζεσαι παρηγοριά, Σάιμον». «Το θεωρείς επίσης φρόνιμο να συνεχίζεις να με αποκαλείς Σάιμον; Η ερωτική μας περιπέτεια έληξε χρόνια πριν». Η Αμέλια σφίχτηκε και κοίταξε την ανοιχτή πόρτα, αλλά δε στεκόταν κανείς εκεί. «Ναι, το σπίτι είναι γεμάτο υπηρέτες -και οι υπηρέτες κουτσομπολεύουν». Ελευθέρωσε απότομα το χέρι του από το δικό της. «Βαδίζεις σε επικίνδυνο έδαφος, Αμέλια». «Ακόμα και εσύ παραδέχτηκες ότι είμαστε φίλοι. Και οι φίλοι παρηγορούν ο ένας τον άλλο, Γκρένβιλ, όταν υπάρχει ανάγκη». «Α, ώστε ένα μέρος της λογικής σου επέστρεψε -έγινα πάλι Γκρένβιλ». «Τι σε έκανε τόσο δύστροπο και τρομακτικό; Δεν μπορεί να είναι μόνο ο γάμος σου με μια γυναίκα που δεν αγαπούσες!» «Ώστε τώρα έγινα δύστροπος και τρομακτικός;» «Έχεις αλλάξει εντελώς!» «Ε, λοιπόν, συμφωνούμε επιτέλους σε κάτι». Απομακρύνθηκε από κοντά της και σωριάστηκε σχεδόν στον καναπέ. Την κοίταξε. «Σου ζήτησα να έρθεις εδώ επειδή σε χρειάζονται οι γιοι μου. Ξέρουμε και οι δύο ότι δέχτηκες αυτή τη θέση επειδή τα αγόρια έχασαν τη μητέρα τους. Εγώ δε σε χρειάζομαι, Αμέλια. Δε χρειάζομαι την παρηγοριά σου. Αλλά, αν συνεχίσεις να μου την προσφέρεις, μπορεί να το μετανιώσεις πάρα πολύ». «Με απειλείς;» αναφώνησε εκείνη κατάπληκτη. «Το ξέρουμε και οι δύο ότι η έλξη ανάμεσά μας υπάρχει ακόμα». Μιλούσε τόσο αδιάφορα και αυτάρεσκα γι’ αυτό το θέμα! Ο Σάιμον είχε δίκιο ότι η έλξη υπήρχε ακόμα και ότι οι γιοι του τη χρειάζονταν. Αλλά έκανε λάθος στο αν τη χρειαζόταν εκείνος. Ήταν πληγωμένος, παρ’ όλο που εκείνη δεν ήξερε το λόγο. Ό,τι κι αν είχε προκαλέσει τις πληγές του, ήταν πολύ πιο σοβαρό από έναν αποτυχημένο γάμο. Θυμήθηκε την υπερβολική αντίδρασή του όταν άκουσε το παντζούρι να χτυπάει την προηγούμενη νύχτα. Εκείνος την κοιτούσε μισοξαπλωμένος στον καναπέ. 146


«Γιατί έχεις ένα γεμάτο πιστόλι στο συρτάρι σου;» τον ρώτησε. «Γιατί φοβήθηκες όταν νόμισες πως υπήρχε κάποιος στην πόρτα σου χτες το βράδυ;» Ο Σάιμον χαμογέλασε σαρκαστικά. «Το Λονδίνο είναι γεμάτο καθάρματα, απατεώνες και κλέφτες». «Ω, κάνε μου τη χάρη! Οι κλέφτες δε χτυπάνε την πόρτα!» «Όπως πρόσεξες -και όπως σου τόνισα κι εγώ-, έχω αλλάξει». «Έτρεξες στην πόρτα μ’ ένα γεμάτο πιστόλι στο χέρι!» του φώναξε η Αμέλια, αρνούμενη να κάνει πίσω. «Ανησυχώ πολύ για σένα, Σάιμον. Έχεις πει μερικά πολύ περίεργα πράγματα, έχεις φερθεί πολύ παράξενα. Αν μπορώ να βοηθήσω, θέλω να το κάνω». Το βλέμμα του παρέμεινε καρφωμένο πάνω της. «Λυπάμαι, δεν ήθελα να σε τρομάξω χτες το βράδυ. Η ζωή τούς αλλάζει όλους, Αμέλια, και εμένα σίγουρα με έχει αλλάξει. Υποθέτω πως η συμπεριφορά μου είναι μερικές φορές παράξενη. Με βοηθάς ήδη». Επιχείρησε να χαμογελάσει, αλλά απέτυχε. «Οι γιοι μου σε χρειάζονται πραγματικά. Πρέπει να επικεντρώσεις τη συμπόνια σου σ’ εκείνους, όχι σ’ εμένα». Εκείνη τη στιγμή, η απόφασή της να τον βοηθήσει σε ό,τι κι αν περνούσε ήταν ασυγκράτητη και ολοκληρωτική. Αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη που είχε δεχτεί αυτή τη θέση στο σπίτι του. Θα έπρεπε όμως να φερθεί πολύ πιο διπλωματικά, αν ήθελε να του προσφέρει τη βοήθειά της. «Τι ύπουλα σχέδια περνάνε από το μυαλό σου;» τη ρώτησε σιγανά. Η Αμέλια πλησίασε στον καναπέ και κάθισε προσεκτικά στη μία άκρη. Εκείνος καθόταν στη μέση. «Θα ήθελα να κουβεντιάσω το πρόγραμμα των αγοριών μαζί σου». Το βλέμμα του περιεργάστηκε τα χαρακτηριστικά της. «Μπορούμε να το κάνουμε το πρωί αυτό». «Ωραία. Αλλά ίσως θα έπρεπε να τελειώσουμε την κουβέντα μας για τη Λουσίλ και το μέλλον της». Το βλέμμα του κατέβηκε στα χείλη της και ξαναγύρισε στα μάτια της. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κουβεντιάζαμε το μέλλον της Λουσίλ». «Πιστεύεις ότι ο Σάουθλαντ θα έρθει;» τον ρώτησε, πασχίζοντας να πνίξει την απελπισία της. Το σωστό θα ήταν να βρεθεί το μωρό με το φυσικό πατέρα του. 147


«Δεν ξέρω. Ίσως όχι. Είναι διαβόητος εργένης». Η καρδιά της βούλιαξε. «Τότε δε θα έρθει. Ένας εργένης δεν μπορεί να αναθρέψει το νόθο παιδί του!» «Μπορεί να το αναλάβουν οι γονείς του. Αμέλια... είσαι απελπισμένη ή ευχαριστημένη;» Εκείνη έδεσε τα χέρια στην ποδιά της και κάθισε με ίσια την πλάτη. «Θέλω το καλύτερο για τη μικρή». «Ναι, μάλλον. Αλλά έχεις αρχίσει να την αγαπάς πάρα πολύ». «Ποιος θα μπορούσε να μην την αγαπήσει;» Εκείνος ακούμπησε και τα δυο πόδια του στο πάτωμα και κάθισε πιο ευπρεπώς. «Είσαι είκοσι έξι χρονών. Κι όμως, δεν παντρεύτηκες ποτέ και δεν έχεις δικά σου παιδιά». «Κουβεντιάζαμε για τη Λουσίλ». «Ναι, για εκείνη κουβεντιάζαμε. Και δεν είναι δικό σου παιδί, Αμέλια, ούτε δικό μου. Είναι όμως ολοφάνερο ότι έχεις θυσιάσει τη ζωή σου για να φροντίζεις την άρρωστη μητέρα σου». «Είναι μια θυσία που την κάνω ευχαρίστως», του απάντησε εκείνη, και το εννοούσε. «Κοίτα όμως πόσο ευτυχισμένη είσαι εδώ, στο σπίτι μου, φροντίζοντας τους γιους μου και τη Λουσίλ». Η Αμέλια πετάχτηκε όρθια. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». Ο Γκρένβιλ αναστέναξε. «Δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να πω κάτι. Εκτός, ίσως, ότι θα έπρεπε να σκεφτείς το γάμο. Χρειάζεσαι μια δική σου οικογένεια». «Και τότε ποιος θα φροντίζει εσένα και τα παιδιά σου;» Εκείνος την κοίταξε έντρομος. «Δεν ξέρω», είπε αργά. Η Αμέλια συνειδητοποίησε πώς είχε ακουστεί η παρατήρησή της και τι υπονοούσε. Κοκκίνισε. «Δεν έχω επίδοξους μνηστήρες, Γκρένβιλ». Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. Η Αμέλια έσφιξε τα χέρια της. «Τι θα γίνει αν δεν έρθει ο Σάουθλαντ;» ρώτησε τελικά. Ο Σάιμον αναστέναξε. «Δε στερούμαι εντελώς ηθικών αρχών ούτε είμαι τόσο ανεύθυνος όσο ισχυρίζονται συχνά μερικοί. Θα μεγαλώσω εγώ το μπάσταρδο της Ελίζαμπεθ, αν αναγκαστώ να το κάνω». Η ανακούφισή της ήταν απερίγραπτη. «Το ήξερα πως θα έκανες το σωστό. Σ’ ευχαριστώ, Γκρένβιλ». 148


«Έχεις δεθεί μαζί της». Την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Ναι, έχω δεθεί μαζί της», παραδέχτηκε εκείνη και σκέφτηκε πόσο πολλά σήμαινε ολόκληρη η οικογένειά του γι’ αυτήν. Έμειναν για μια στιγμή να κοιτάζονται κι ύστερα του ζήτησε συγνώμη και έφυγε βιαστικά. *** Η κουζίνα λαμποκοπούσε. Η Αμέλια χαμογέλασε στην Τζέιν, τη Μάγκι και τον Χάρολντ και τους καληνύχτισε. Θα τους ξανάβλεπε στις έξι το επόμενο πρωί. «Ευχαριστώ για τη βοήθειά σας σήμερα», της είπε ζεστά η Μάγκι προτού φύγει. Όταν έφυγαν όλοι, η Αμέλια κλείδωσε την πόρτα της κουζίνας και έβαλε το σύρτη. Ένιωθε πολύ ευχαριστημένη. Ήταν μια κουραστική αλλά ωραία μέρα. Η Λουσίλ είχε φάει και κοιμόταν. Η Αμέλια είχε δειπνήσει με τη μαμά της και στη συνέχεια την είχε παροτρύνει να πέσει νωρίς για ύπνο, μια και έδειχνε πολύ κουρασμένη από το ταξίδι. Πριν ξανακατέβει κάτω, είχε βεβαιωθεί ότι η μητέρα της είχε πέσει στο κρεβάτι. Είχε ρίξει επίσης μια τελευταία ματιά στη Λουσίλ. Σκέφτηκε το φυσικό πατέρα του μωρού, που μπορεί να μην ερχόταν να το πάρει, και στενοχωρήθηκε. Η μέρα της είχε τελειώσει. Το μόνο που την έθλιβε ήταν ότι δεν μπορούσε να ανέβει να καληνυχτίσει τα αγόρια. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν έπρεπε να μπει ποτέ στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της οικογένειας του Γκρένβιλ. Έσβησε τα τελευταία κεριά και βγήκε από την κουζίνα. Μήπως ήταν χαζή; Τι φοβόταν δηλαδή, ότι αν πήγαινε στη δυτική πτέρυγα εκείνος θα την αποπλανούσε; Είχε αρκετό μυαλό ώστε να μην μπλέξει με τον εργοδότη της, είτε είχε υπάρξει κάτι μεταξύ τους στο παρελθόν είτε όχι. Κι όμως, είχε θελήσει να του προσφέρει κάποια παρηγοριά νωρίτερα. Εκείνος ωστόσο είχε δώσει στις προσπάθειές της σεξουαλικές προεκτάσεις. Θα έπρεπε να προσέχει στο μέλλον τον τρόπο που τον πλησίαζε. Όταν η συμπεριφορά του γινόταν υπαινικτική, τα έχανε. Δεν έπρεπε να δεθεί με τον Γκρένβιλ. Μια φιλία ήταν αποδεκτή, εφόσον η συμπάθειά της δεν ξεπερνούσε τα όρια. Έπρεπε να εστιάσει το ενδιαφέρον της στα παιδιά, όπως της είχε πει εκείνος. Παραμέρισε την ανησυχία της και κοντοστάθηκε στο χολ. 149


Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Κρατούσε ένα κερί και μπορούσε να διακρίνει αμυδρά το διάδρομο προς την ανατολική πτέρυγα. Οι πόρτες της βιβλιοθήκης ήταν ανοιχτές και η φωτιά που έκαιγε στο τζάκι φώτιζε το χώρο. Η καρδιά της σκίρτησε. Λαχταρούσε πολύ ένα ποτό, αλλά απόψε θα έπρεπε να το ξεχάσει, αφού ο Γκρένβιλ ήταν ακόμα ξύπνιος και κυκλοφορούσε. Η προηγούμενη συνάντησή τους ήταν ακόμα νωπή στο μυαλό της και θα ήταν επικίνδυνο ακόμα και να σκεφτεί να αναζητήσει τη συντροφιά του. Θα φρόντιζε να υπάρχει στο μέλλον ένα μπουκάλι και ένα ποτήρι στο δωμάτιό της. Αλλά και πάλι θα έπρεπε να περάσει μπροστά από τη βιβλιοθήκη για να ανέβει πάνω. Αν την έβλεπε, θα τον χαιρετούσε με ένα νεύμα και θα επιτάχυνε το βήμα της. Η Αμέλια βγήκε στο διάδρομο. Έριξε μια ματιά στη βιβλιοθήκη, περιμένοντας να τον δει να στέκεται εκεί, αλλά ο Γκρένβιλ δε φαινόταν πουθενά στο δωμάτιο. Ξαφνικά άκουσε μια τραχιά, λαρυγγική κραυγή. Κοντοστάθηκε. Ο ήχος ήταν βραχνός -είτε σεξουαλικός είτε γεμάτος πόνο. «Ο Θεός να με βοηθήσει», φώναξε ο Σάιμον. Η Αμέλια έμεινε εμβρόντητη από την ξεκάθαρη αγωνία στη φωνή του. Προχώρησε βιαστικά μπροστά. Μόλις πέρασε το κατώφλι της βιβλιοθήκης, τον είδε ξαπλωμένο μπρούμυτα στον καναπέ. Το ένα του χέρι ανέμιζε προς τα πάνω και κοιμόταν. Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι ονειρευόταν. Το κορμί του σπαρτάρισε άγρια και φώναξε. «Θεέ μου, Νταντόν, όχι!» Τα λόγια του πνίγηκαν από ένα λυγμό. Έβλεπε έναν τρομερό εφιάλτη. Η Αμέλια έτρεξε κοντά του χωρίς να σκεφτεί. Άφησε το κερί, γονάτισε δίπλα του και τον άρπαξε από το μπράτσο. «Σάιμον, ξύπνα. Ονειρεύεσαι!» «Έρχονται να με πάρουν». Άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε αλαφιασμένος. Δάκρυα έλαμπαν στις πυκνές βλεφαρίδες του. «Είμαι ο επόμενος. Με ανακάλυψαν». Μιλούσε με τέτοια σαφήνεια, που η Αμέλια πάγωσε. Τι ήταν αυτά που έλεγε; «Θα κάνω εμετό. Υπάρχει πάρα πολύ αίμα! Δεν το αντέχω, όχι πια!» Καθώς την κοίταζε αλλόφρονας, η Αμέλια συνειδητο150


ποίησε ότι δεν την έβλεπε. «Σάιμον!» τον ταρακούνησε. «Ξύπνα. Ονειρεύεσαι». Τον ταρακούνησε πιο δυνατά. Και τότε τα μάτια του γούρλωσαν. «Αμέλια;» Εκείνη χαλάρωσε ανακουφισμένη, κρατώντας ακόμα σφιχτά το χέρι του. «Ησύχασε», του είπε γλυκά, σαν να μιλούσε σε παιδί. «Έβλεπες έναν εφιάλτη». Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Ονειρεύομαι ακόμα;» ρώτησε βραχνά. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και ξαφνικά η Αμέλια βρέθηκε κολλημένη πάνω στο στέρνο του, έτσι όπως ήταν γονατισμένη δίπλα του. Τα πρόσωπά τους ήταν πολύ κοντά. «Δεν έχω καμιά αντίρρηση να με παρηγορήσεις τώρα. Αμέλια», της ψιθύρισε. «Καμιά απολύτως». Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο στόμα της. Άπλωσε το άλλο χέρι του και την αγκάλιασε. «Θα έπρεπε να το ξέρεις ότι δεν είναι φρόνιμο να ξυπνάς έναν άντρα που κοιμάται», της είπε απαλά. Εκείνη ήξερε ότι έπρεπε να τραβηχτεί, αλλά δεν κουνήθηκε. Ήταν στην αγκαλιά του Σάιμον. «Έβλεπες έναν τρομερό εφιάλτη». «Ναι, έβλεπα, και αναρωτιέμαι αν ονειρεύομαι ακόμα». Χαμογέλασε, μετακινήθηκε ελαφρά και το στόμα του βρέθηκε ακόμα πιο κοντά στο πρόσωπό της. Τα στήθη της πιέζονταν πάνω στο στέρνο του. «Με παρηγορείς στα όνειρά μου, γλυκιά Αμέλια; Αν είναι έτσι, δε θέλω να ξυπνήσω». Η Αμέλια ήξερε ότι έπρεπε να αντιδράσει. Ο Σάιμον ήταν μισοκοιμισμένος, αλλά αυτό τον έκανε ακόμα πιο επικίνδυνο. Ήθελε να μιλήσει, ειλικρινά το ήθελε, αλλά εκείνος έγειρε πιο κοντά και χάιδεψε το στόμα της με το δικό του. Η έκρηξη των αισθήσεών της την ακινητοποίησε. Εκείνος έβγαλε έναν τραχύ ήχο και χάιδεψε τα χείλη της με τα δικά του άλλη μια φορά, κι άλλη μία. Η Αμέλια ένιωσε την ένταση μέσα της να κορυφώνεται. Τον λαχταρούσε απεγνωσμένα! Το δυνατό χέρι του την έπιασε από τον αυχένα και το στόμα του έγινε απαιτητικό, άνοιξε το δικό της. Η Αμέλια παραδόθηκε. Του ανταπέδωσε το φιλί με λαχτάρα, με πάθος. Οι γλώσσες τους έσμιξαν... Ξαφνικά εκείνος τραβήχτηκε μακριά της. Τα μάτια του την κοιτούσαν τώρα με απόλυτη διαύγεια. «Αυτό δεν είναι όνειρο». Η Αμέλια ήξερε ότι τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα. Ο151


λόκληρο το κορμί της είχε πάρει φωτιά. Λαχταρούσε τα φιλιά του, τα χάδια του. «Όχι, δεν είναι όνειρο», ψέλλισε ξέπνοη. Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει λίγο ακόμα. «Να πάρει», είπε στο τέλος. Την έσπρωξε μακριά του, κατέβασε τα πόδια του από τον καναπέ και ανακάθισε. Η Αμέλια έγειρε πίσω στις πατούσες της τρέμοντας. Ο Σάιμον την είχε φιλήσει και τον είχε φιλήσει κι εκείνη. «Κάθεσαι στο πάτωμα», της είπε τραχιά. Ναι, αυτό ακριβώς έκανε, συνειδητοποίησε η Αμέλια, και εκείνος καθόταν στον καναπέ και την κοιτούσε. Είδε το εξόγκω μα στο παντελόνι του και κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Πετάχτηκε όρθια. Τα γόνατά της δεν την κρατούσαν. Ο Σάιμον ξάπλωσε πάλι στον καναπέ και σκέπασε τα μάτια του με το μπράτσο του. Η Αμέλια κάλυψε το κατακόκκινο πρόσωπό της με τα χέρια της. Και τώρα τι γινόταν; Τον άκουσε να σηκώνεται, να την προσπερνά, και τσιτώθηκε. Γύρισε και τον είδε να σερβίρει δύο μπράντι. Της έδωσε το ένα. «Ευχαριστώ», ψιθύρισε, ξέροντας ότι έπρεπε να φύγει, αλλά χρειαζόταν απελπισμένα αυτό το ποτό. «Αλλη φορά να το σκεφτείς καλύτερα πριν με ξαφνιάσεις ενώ κοιμάμαι». Η φωνή του ήταν ήρεμη, το βλέμμα του παρατηρητικό. Η Αμέλια έτρεμε. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά μπράντι. Ήταν υπέροχο και ήπιε άλλη μία. «Αυτό δεν πρόκειται να σβήσει τη φωτιά», της είπε. Η Αμέλια ήπιε και τρίτη γουλιά. «Δεν μπορούσα να σε αφήσω να σφαδάζεις στον καναπέ». «Την επόμενη φορά να το σκεφτείς καλύτερα», επανέλαβε εκείνος. «Δεν είμαι σίγουρος ότι θα φερθώ με τέτοια λεπτότητα». Η Αμέλια έσφιξε δυνατά το ποτήρι. Την επόμενη φορά -αν υπήρχε επόμενη φορά- ο Σάιμον δε θα σταματούσε, θα της έκανε έρωτα. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να σκέφτεται καν την πιθανότητα να ξαναβρεθεί στην αγκαλιά του! «Τι στην ευχή ονειρευόσουν;» Το βλέμμα του έγινε κενό. «Δε θυμάμαι». «Φώναζες ένα όνομα. Νταντόν, νομίζω». Εκείνος ύψωσε τους ώμους του, αλλά φάνηκε επιφυλακτικός τώρα. «Δεν ξέρω κανέναν με αυτό το όνομα». 152


«Ακουγόσουν βασανισμένος. Είπες ότι υπήρχε πολύ αίμα!» φώναξε η Αμέλια. Εκείνος πήρε το ποτό του και απομακρύνθηκε από κοντά της. Τον ακολούθησε αποφασιστικά. «Τι μπορεί να ονειρευόσουν;» «Δεν ξέρω». «Δεν ήσουν εκεί όταν πέθανε η Ελίζαμπεθ, διαφορετικά θα πίστευα ότι εννοούσες το δικό της αίμα τη στιγμή που πέθαινε πάνω στη γέννα». «Ξέχνα το», της είπε απότομα. «Πώς μπορώ να αγνοήσω την αγωνία σου;» τον ρώτησε σχεδόν έξαλλη. «Φώναζες ότι σε ανακάλυψαν. Τι σημαίνει αυτό;» Εκείνος την κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο από το θυμό. «Δεν ξέρω! Ήταν ένα αναθεματισμένο όνειρο! Αλλά ίσως έχεις δίκιο. Μπορεί να ονειρευόμουν την Ελίζαμπεθ!» «Είπες ότι έρχονταν για σένα!» πρόσθεσε η Αμέλια, χωρίς να τον πιστέψει ούτε για μια στιγμή. «Θεέ μου, είσαι σαν αναθεματισμένο σκυλί που έχει αρπάξει κόκαλο!» φώναξε ο Γκρένβιλ. «Ποιος σε στοιχειώνει; Ποιος έρχεται για σένα; Γι' αυτό έχεις το πιστόλι στο συρτάρι σου; Σε κυνηγάει κάποιος, Σάιμον;» «Ανάθεμα», ξέσπασε εκείνος. «Ανάθεμα!» Και πέταξε το ποτήρι του στον τοίχο. Η Αμέλια ζάρωσε τρομαγμένη. Το ποτήρι έσπασε και το μπράντι λέκιασε το όμορφο πράσινο ύφασμα. «Ξέχνα το, που να πάρει, Αμέλια». Εκείνη άφησε προσεκτικά το ποτό της ταραγμένη. Θυμήθηκε το χάος των διαμερισμάτων του στο Σεντ Τζαστ Χολ. «Είμαστε φίλοι. Μόνος σου το είπες». «Τότε έκανα ένα τεράστιο λάθος. Αυτή τη στιγμή είσαι η οικονόμος μου, και σου λέω να φύγεις». Η Αμέλια τον αγνόησε. «Κάτι σε απασχολεί. Ήσουν ανήσυχος εκείνη την πρώτη μέρα του ταξιδιού -το είδα στα μάτια σου. Το ένιωσα. Για κάποιο λόγο, βιαζόσουν να επιστρέφεις στην πόλη. Έλειπες όλο το απόγευμα, χωρίς να πεις σε κανέναν πού θα πήγαινες ή τι ώρα θα επέστρεφες. Τι συμβαίνει, Σάιμον; Σε κυνηγάει κάποιος; Διατρέχεις κάποιον κίνδυνο;» Ο Γκρένβιλ πνίγηκε. «Δε διατρέχω κανέναν κίνδυνο! Η φα153


ντασία σου οργιάζει! Και όλα αυτά εξαιτίας ενός ονείρου!» «Θα ήμουν πρόθυμη να παραβλέψω το περιστατικό, αν ήταν το μόνο», του απάντησε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του. «Δεν είμαι παιδί για να δίνω αναφορά στους γονείς μου», την αντέκρουσε εκείνος σφιγμένα. «Και τι θα γίνει αν συμβεί κάτι επείγον και θα πρέπει να σε βρούμε; Λογικέψου». Πέρασε μια μεγάλη, ατέλειωτη στιγμή. Ο Γκρένβιλ πήγε στον μπουφέ και γέμισε ένα άλλο ποτήρι με μπράντι. Δεν την κοιτούσε όταν μίλησε. «Έχεις δίκιο. Θα έπρεπε να σου είχα πει πού θα μπορούσες να με βρεις αν προέκυπτε κάποιο πρόβλημα με τα αγόρια». Πήγε στο τζάκι και κάρφωσε το βλέμμα του στη φωτιά. Εκείνη τον ακολούθησε. Είχε προσέξει το τρέμουλο στο κορμί του. Προσποιούνταν τον ήρεμο. «Τι ονειρευόσουν; Τι ήταν αυτό που σε τάραξε τόσο;» «Θεέ μου, είσαι επίμονη. Δε θυμάμαι, Αμέλια». Της έριξε ένα σύντομο βλέμμα, σκληρό και προειδοποιητικό. Η Αμέλια έκανε ένα βήμα μπροστά και βρέθηκαν να στέκονται δίπλα δίπλα. Από τόσο κοντά η φωτιά στο τζάκι ήταν υπερβολικά ζεστή. «Το μόνο που θέλω είναι να βοηθήσω. Και ίσως θα μπορούσα, αν ήξερα τι είναι αυτό που σε απασχολεί τόσο πολύ ώστε να σου προκαλεί εφιάλτες. Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι η αγωνία σου μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά;» «Ό,τι έκανα, ό,τι κάνω, είναι για το δικό τους καλό!» της απάντησε τραχιά. Βρισκόταν σε φοβερά δύσκολη θέση, συνειδητοποίησε η Αμέλια. Κάτι είχε συμβεί ή συνέβαινε που τον καταρράκωνε. «Είναι φορές που μιλάς σαν να βρισκόσουν στο εξωτερικό, σαν να έχεις προσωπική εμπειρία από τον πόλεμο». Την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. «Πώς στην ευχή σου ήρθε αυτό;» Η Αμέλια δίστασε. «Ο Λούκας έχει εμπλακεί μυστικά στον πόλεμο, Σάιμον. Και ο Μπέντφορντ ήταν κάποτε κατάσκοπος για τη χώρα μας». Ο Σάιμον χλόμιασε. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μου λες κάτι τέτοιο. Δε νομίζω ότι ξέρεις για τι πράγμα μιλάς». «Δεν είμαι καμιά γεροντοκόρη που κάθεται ανίδεη στο σπι154


τάκι της. Όταν πρωτογνώρισα τον Μπέντφορντ, ήταν βαριά τραυματισμένος και νομίζαμε ότι ήταν αξιωματικός του γαλλικού στρατού. Ήταν στη Γαλλία και κατασκόπευε για τον Πιτ». «Ώστε γι’ αυτό διαθέτεις τέτοια φαντασία», είπε εκείνος. «Γάλλοι λιποτάκτες λεηλάτησαν το σπίτι του γείτονά μου. Η καλύτερη φίλη μου είναι πολιτική φυγάδας. Ο πόλεμος είναι μια τρομερή πραγματικότητα στη ζωή μου. Και δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι αν έχει επηρεάσει κατά κάποιο τρόπο κι εσένα». «Είμαι πολύ απασχολημένος με τη διαχείριση της κομητείας -μου για να ασχοληθώ με τον πόλεμο». «Τότε είσαι τυχερός», του απάντησε. «Έχεις συχνά τέτοιους εφιάλτες;» Την κοίταξε εμβρόντητος. «Όπως είπα, είσαι σαν σκυλί που έχει αρπάξει κόκαλο. Δεν παραιτείσαι ποτέ;» «Όχι σ’ αυτή την περίπτωση, όχι τη στιγμή που υποφέρεις, όχι όταν υπάρχουν ανυπεράσπιστα παιδιά σ’ αυτό το σπίτι». Ο τόνος της ήταν τελεσίδικος. «Δε θυμάμαι το αναθεματισμένο το όνειρο και δε θέλω να το θυμηθώ», της πέταξε. «Αλλά αφού θέλεις να μάθεις, βλέπω συχνά εφιάλτες. Για την ακρίβεια, συνεχώς! Και την επόμενη φορά που θα με πετύχεις πάνω σε εφιάλτη, προτείνω να με αφήσεις ήσυχο. Δε σε αφορά». «Με αφορά», του απάντησε. «Επειδή ανησυχώ για σένα και νοιάζομαι για τα παιδιά». «Τότε κάν’ το με δική σου ευθύνη. Γιατί την επόμενη φορά που θα ανακατευτείς, θα πάρω αυτό που θέλω». «Με απειλείς;» τον ρώτησε σοκαρισμένη. «Όχι. Δε σε απειλώ, Αμέλια. Σου δίνω μια υπόσχεση. Την επόμενη φορά θα ικανοποιήσω τις επιθυμίες μου -και τις δικές σου». Τα μάτια του άστραψαν καθώς έκανε αυτή τη σκληρή δήλωση. Ύστερα έκανε μεταβολή και έφυγε. Η Αμέλια πήγε βιαστικά στην πλησιέστερη καρέκλα και κάθισε, προτού λυγίσουν τα γόνατά της. Προσπάθησε να πνίξει την παρόρμησή της να κλάψει. Τι συνέβαινε; Βρισκόταν ο Σάιμον σε κίνδυνο; Το μόνο που ήξερε ήταν ότι εκείνος υπέφερε, και αυτό την πονούσε. Να πάρει η οργή, θα τον βοηθούσε, αν μπορούσε. Αλλά πρώτα έπρεπε να ανακαλύψει τι συνέβαινε. 155


Κεφάλαιο 9

Η Αμέλια χαμογέλασε ενθουσιασμένη καθώς κατέβαινε από την άμαξα του Σεντ Τζαστ. Το Μπέντφορντ Χάουζ ήταν ένα επιβλητικό κτίριο λίγα τετράγωνα μακριά από το Λάμπερτ Χολ. Σκόπευε να πάει μέχρι εκεί με τα πόδια, αλλά ο Γκρένβιλ την είχε τσακώσει την ώρα που έφευγε και είχε επιμείνει να πάρει την άμαξά του ή ένα από τα μικρότερα μόνιππα. Πριν προλάβει εκείνη να φέρει αντίρρηση, είχε δώσει εντολή να φέρουν την άμαξά του. Στη συνέχεια είχε εξαφανιστεί στη βιβλιοθήκη, κλείνοντας και τις δύο πόρτες πίσω του. Είχαν περάσει δύο μέρες, και αυτή ήταν η πρώτη της ευκαιρία να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να επισκεφτεί την αδερφή της. Μέχρι τώρα ήταν πολύ απασχολημένη για να κάνει επίσκεψη στην Τζούλιαν. Δεν της είχε στείλει καν ένα σημείωμα για να της αναγγείλει τον ερχομό της στην πόλη. Μέσα σ’ αυτές τις δύο μέρες είχε φροντίσει να καθαριστεί το σπίτι από τα υπόγεια μέχρι τις σοφίτες, να γεμίσουν τα κελάρια, να κουρδιστούν το πιάνο και η άρπα και να πλυθούν οι στολές των υπηρετών. Είχε περάσει ένα ολόκληρο απόγευμα με τον σινιόρ Μπαρέλι αναθεωρώντας το πρόγραμμα των μαθημάτων και των άλλων δραστηριοτήτων των αγοριών. Είχε περάσει επίσης τρεις ώρες σχεδιάζοντας τη διακόσμηση της καινούριας κρεβατοκάμαρας των αγοριών. Ο Τζον και ο Γουίλιαμ είχαν μετακομίσει σε έναν ξενώνα και το υπνοδωμάτιό τους είχε βαφτεί σε σκούρο μπλε χρώμα με λευκές γύψινες κορνίζες. Είχε διαλέξει μάλλινες μπλε κουβέρτες για τα κρεβάτια, μπλε και λευκό μεταξωτό ύφασμα για τις δύο πολυθρόνες και ένα γαλάζιο δαμασκηνό ύφασμα για τον καναπέ. Όλες οι ταπετσαρίες των επίπλων είχαν αλλαχτεί εκείνη τη βδομάδα. Είχε αφιερώσει επίσης μερικές ώρες να ψωνίσει και για τη 156


Λουσίλ, η οποία διέθετε τώρα μια πανέμορφη δική της γκαρνταρόμπα, με τα περισσότερα ρουχαλάκια της στις αποχρώσεις του ροζ και του κίτρινου. Τον Γκρένβιλ δεν τον είχε δει παρά μόνο φευγαλέα. Ήταν σίγουρη πως την απέφευγε εξαιτίας του φιλιού που είχαν ανταλλάξει. Μάλλον ένιωθε, όπως κι εκείνη, τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε η έλξη που υπήρχε ανάμεσά τους. Μάλλον ήξερε, όπως κι εκείνη, ότι έπρεπε να κρατηθούν σε απόσταση. Η οποιαδήποτε οικειότητα ήταν πολύ επικίνδυνη. Και τις φορές που τον είχε δει, ήταν ευγενικός και απόμακρος. Την ευχαριστούσε μετά από κάθε γεύμα. Τις περισσότερες ώρες έμενε κλεισμένος στη βιβλιοθήκη ή έλειπε για να παρευρεθεί σε διάφορες συναντήσεις. Το προηγούμενο βράδυ είχε πάει σ’ ένα δείπνο στο σπίτι του λόρδου Ντελ. Η Αμέλια ήταν ξύπνια όταν είχε γυρίσει περασμένα μεσάνυχτα. Δεν ήθελε να αμφισβητήσει τις κινήσεις του, αλλά τα δείπνα μεσοβδόμαδα τέλειωναν πολύ πριν τις δύο τα ξημερώματα. Και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε ερωμένη. Όλοι οι άντρες της τάξης του είχαν. Παραδόξως, ένιωσε πληγωμένη, και όχι μόνο για τις ερωτικές του δραστηριότητες -αν όντως συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ήξερε ότι θα έπρεπε να νιώθει ανακουφισμένη που είχαν υιοθετήσει τους ρόλους του εργοδότη και της οικονόμου. Παρ’ όλα αυτά, δεν της ήταν εύκολο. Κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιόνταν, ένιωθε αμέσως την ένταση, την έλξη, και ήξερε πως την ένιωθε κι εκείνος. Μόλις έσμιγαν οι ματιές τους, ο Γκρένβιλ κοίταζε αλλού. Είχε προσέξει επίσης πόσο κουρασμένος έδειχνε. Εξακολουθούσε να μην κοιμάται καλά; Είχε εφιάλτες; Μήπως είχε προβλήματα ή βρισκόταν σε κίνδυνο; Ήταν πολύ ασαφής στις απαντήσεις του! Η ανησυχία της δεν είχε όρια. Μήπως ήταν άλλος ο λόγος που είχε μείνει τόσο αργά έξω και όχι για να κοιμηθεί με την ερωμένη του; Πάντως είχε αρκετό μυαλό ώστε να μην τον ρωτήσει πώς ήταν. Τις λίγες φορές που είχε επιχειρήσει να το κάνει, εκείνος είχε απομακρυνθεί στα γρήγορα, λες και ήξερε ποιες ήταν οι προθέσεις της. Τώρα πια είχε μια κρυστάλλινη καράφα στο δωμάτιό της, ώστε να μπορεί να πίνει το μπράντι της πριν πέσει για ύπνο χωρίς να χρειάζεται να τον συναντήσει. Κι όμως, κατά βάθος 157


δεν ήθελε να τον αποφεύγει. Κατά βάθος της έλειπε συντροφιά του! Έτσι κι αλλιώς, ήξερε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να τον αποφεύγει αιώνια. Ήταν απόγευμα και είχε αποφασίσει πως ήταν καιρός να ασχοληθεί με τον εαυτό της. Τα αγόρια βρίσκονταν στην τάξη τους με τον σινιόρ Μπαρέλι -η πρώτη μέρα που ξανάρχιζαν τα μαθήματά τους, μεγάλη ανακούφιση! Τα ψώνια της ημέρας είχαν γίνει, το γεύμα είχε τελειώσει, ο Γκρένβιλ είχε βγει έξω και το δείπνο ετοιμαζόταν. Τα καθήκοντά της είχαν τελειώσει για την ώρα. Είχε επιθυμήσει και χρειαζόταν την αδερφή της. Ωστόσο, ένιωσε ένα τσίμπημα ενοχής καθώς πλησίαζε βιαστικά στην είσοδο της επιβλητικής κατοικίας. Η μαμά κοιμόταν συνήθως αρκετές ώρες μετά το μεσημεριανό φαγητό και η Αμέλια την είχε ενθαρρύνει να το κάνει και σήμερα. Ηξερε ότι η μαμά θα ήθελε να δει την Τζούλιαν -όχι ότι θα την αναγνώριζε απαραίτητα-, αλλά χρειαζόταν απεγνωσμένα να μιλήσει ιδιαιτέρως με την αδερφή της. Προτού προλάβει να φτάσει στο κατώφλι, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε η Τζούλιαν. «Είδα την άμαξα να μπαίνει στην αλέα», φώναξε η αδερφή της χαμογελώντας. «Ο Σεντ Τζαστ δε μας επισκέπτεται ποτέ. Κατάλαβα πως θα ήσουν εσύ!» της είπε και την τράβηξε στην αγκαλιά της. Η Αμέλια της ανταπέδωσε το αγκάλιασμα, δυνατά. Ύστερα την κοίταξε για κάμποση ώρα. Κάποτε η Τζούλιαν ήταν μια επαρχιακή αριστοκράτισσα με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Περνούσε τις μέρες της κάνοντας διάφορες αγγαρείες, ντυμένη με άχαρα βαμβακερά φουστάνια, και στη συνέχεια διάβαζε στη βιβλιοθήκη ή υπερασπιζόταν τους Ιακωβίνους στη Γαλλία. Τώρα ήταν μια κόμισσα ντυμένη στα μεταξωτά και στολισμένη με κοσμήματα. «Τρόμαξα να σε γνωρίσω», είπε η Αμέλια καθώς έμπαινε μαζί της στο σπίτι. «Δεν ξέρω αν θα συνηθίσω ποτέ να σε βλέπω τόσο κομψή!» Η Τζούλιαν ήταν ψηλή, λυγερή, με κοκκινόξανθα μαλλιά. Ήταν πανέμορφη με το σκούρο πράσινο μπροκάρ φόρεμα με το χρυσάφι ριγέ μεσοφόρι. Φορούσε ένα σμαραγδένιο μενταγιόν με χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της και σμαραγδένια σκουλαρίκια σε σχήμα σταγόνας στα αυτιά της. Τα μαλλιά της, κατσαρωμένα και τραβηγμένα πίσω, τα συγκροτούσε μια χρυσή κορδέλα ενώ έπεφταν στην πλάτη της. 158


Η Αμέλια θα πρέπει να της έφτανε μέχρι το σαγόνι. «Έχεις βάλει κοκκινάδι;» τη ρώτησε πειρακτικά, σηκώνοντας το κεφάλι της. «Μια υποψία στα χείλη μου. Είμαι μια τελείως πρόστυχη γυναίκα», χαχάνισε η Τζούλιαν, χαμογελώντας πονηρά. Η Αμέλια ήξερε ότι η αδερφή της δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο ευτυχισμένη. «Λάμπεις. Δε σ’ έχω ξαναδεί τόσο έκθαμβωτική. Τι κάνει η ανιψιά μου;» «Η Τζάκλιν σέρνεται παντού!» Η Τζούλιαν γέλασε και την έπιασε αγκαζέ. «Τις περισσότερες ώρες μου τις περνάω τρέχοντας από πίσω της, καθώς χώνεται κάτω από καρέκλες και καναπέδες». Η Αμέλια χαμογέλασε και κοίταξε γύρω της το ψηλοτάβανο χολ της εισόδου. Δεν ήταν ξένη στο Μπέντφορντ Χάουζ. Είχε μείνει αρκετές βδομάδες εκεί πριν και μετά τον τοκετό της αδερφής της. «Μπορώ να τη δω πριν φύγω;» «Και βέβαια μπορείς. Παίρνει τον υπνάκο της τώρα, αλλά, αν χρειαστεί, θα κάνω το αδιανόητο και θα την ξυπνήσω». Το χαμόγελο της Τζούλιαν ξεθώριασε καθώς την οδηγούσε σε ένα πολυτελές σαλόνι με χρυσαφένιους τοίχους, χρυσοποίκιλτα έπιπλα και πολλούς καναπέδες και πολυθρόνες. Της άφησε το μπράτσο και την κοίταξε. «Γιατί φοράς αυτό το απαίσιο φόρεμα;» Η Αμέλια δίστασε. Η Τζούλιαν είχε επιμείνει να της δώσει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για την οικογένεια, αλλά εκείνη το είχε καταθέσει όλο σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Η Τζούλιαν της έριξε ένα σκυθρωπό βλέμμα και χαμογέλασε στον μπάτλερ που έκανε εκείνη τη στιγμή την εμφάνισή του. «Τζέραρντ, θα μπορούσες, σε παρακαλώ, να μας φέρεις τσάι και εκείνα τα αμαρτωλά παστάκια με σοκολάτα που φάγαμε και χτες βράδυ;» Ο μπάτλερ έκανε μια υπόκλιση και έφυγε. Η Τζούλιαν στάθηκε απέναντι από την Αμέλια. «Ξέχνα το φόρεμα. Το ήξερα ότι δε θα ξόδευες δεκάρα από τα λεφτά που σου έδωσα. Θα πρέπει να φροντίσω να σου παραδώσουν μερικά καθωσπρέπει φορέματα στην πόρτα σου». «Δε χρειάζομαι καινούρια φορέματα, Τζούλιαν», της απάντησε εκείνη, αν και αυτό δεν ήταν αλήθεια. Η Τζούλιαν συνοφρυώθηκε. «Το έκανες, έτσι; Έμπλεξες πάλι με τον Σεντ Τζαστ;» 159


«Είμαι οικονόμος του», επέμεινε η Αμέλια. «Ειλικρινά, κόντεψα να λιποθυμήσω όταν πήρα το γράμμα σου», είπε η Τζούλιαν. «Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που διάβαζα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι σου πρόσφερε τη θέση μιας κοινής υπηρέτριας και εσύ δέχτηκες!» «Μήπως διάβασες επίσης όσα σου έγραψα για τα καημένα τα παιδιά του και την κατάσταση του σπιτικού του; Μόλις είχε πεθάνει η γυναίκα του, Τζούλιαν!» «Σου ράγισε την καρδιά». Η Αμέλια πάγωσε. «Ναι, θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Ξέχνα ότι είσαι κι εσύ αριστοκράτισσα, ότι ο γαμπρός σου είναι ένας Μπέντφορντ και ότι δεν είσαι πια αδέκαρη. Σου ράγισε την καρδιά. Έπαιξε μαζί σου ένα ολόκληρο καλοκαίρι, περίμενες να σου κάνει πρόταση γάμου και αυτός σηκώθηκε κι έφυγε. Εσύ μπορεί να το ξέχασες. αλλά εγώ όχι!» Η Τζούλιαν είχε κοκκινίσει από θυμό. «Τον έχώ συγχωρέσει, Τζούλιαν», είπε η Αμέλια. «Και σου ζητώ να κάνεις κι εσύ το ίδιο». «Με τίποτα», φώναξε η Τζούλιαν τρέμοντας. «Πώς στην ευχή μπόρεσες να τον συγχωρέσεις; Πώς μπορείς να επιβλέπεις το σπιτικό του; Πώς μπορείς να φροντίζεις τα παιδιά του;» Η Αμέλια ήξερε ότι η οργή της Τζούλιαν πήγαζε από την αγάπη της για εκείνη. Αναστέναξε. Χρειαζόταν απελπισμένα τη συμβουλή της αδερφής της, αλλά, αν η Τζούλιαν ήταν τόσο θυμωμένη, η συμβουλή της δε θα είχε ιδιαίτερη αξία. «Υποφέρουν», της απάντησε ήρεμα. «Σε αποπλάνησε;» ρώτησε η Τζούλιαν. «Αυτό συμβαίνει;» Η Αμέλια έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. Πριν προλάβει να το αρνηθεί, εμφανίστηκε ο Τζέραρντ. Τον ακολουθούσε μια υπηρέτρια με ένα τρόλεϊ γεμάτο εξωτικά γλυκά, μια ασημένια τσαγιέρα, πορσελάνινα φλιτζάνια και πιατάκια. Η Τζούλιαν κατάφερε να ευχαριστήσει τους υπηρέτες. Όταν εκείνοι έφυγαν, η Αμέλια είπε: «Αυτό είναι άδικο». «Όχι, το ότι σε παράτησε ήταν άδικο!» Τα γκρίζα μάτια της άστραψαν. «Το ότι σε κυνήγησε ήταν άδικο! Τα φιλιά που μοιράστηκες μαζί του ήταν άδικα!» Η Αμέλια κάθισε. Η Τζούλιαν αρπαζόταν εύκολα. Θα την άφηνε να τα πει για να ξεσπάσει. Στο τέλος η αδερφή της θα λογικευόταν, αλλά μετάνιωνε που της είχε ομολογήσει, χρόνια πριν, ότι ο Γκρένβιλ την είχε φιλήσει. 160


«Δε μου λες, είναι ακόμα μυστηριώδης και γοητευτικός; Είναι ακόμα επικίνδυνος και τολμηρός;» ρώτησε η Τζούλιαν σε τόνο παράξενα επικριτικό. «Ναι, είναι ακόμα γοητευτικός άντρας», είπε η Αμέλια, πολύ πιο ήρεμα απ’ όσο ένιωθε. «Αλλά έχει αλλάξει φοβερά, Τζούλιαν. Ανησυχώ πολύ γι’ αυτόν». «Ανησυχείς γι’ αυτόν;» φώναξε εμβρόντητη η αδερφή της. Κάθισε δίπλα στην Αμέλια, ξεχνώντας εντελώς το τσάι. «Δεν απάντησες ποτέ στην ερώτησή μου. Αχ, Αμέλια, σε πλήγωσε πάρα πολύ. Δε θέλω να πληγωθείς ποτέ ξανά έτσι. Και δεν είναι αρκετά καλός για σένα!» Η Αμέλια πήρε το χέρι της Τζούλιαν στο δικό της, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της. «Πρώτα απ’ όλα, δε με αποπλάνησε», της είπε, ευχόμενη να μην είχε κοκκινίσει. «Είμαι οικονόμος του. Ό,τι και να σου πω, δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο με χρειάζονται οι γιοι του -πόσο με χρειάζεται η Λουσίλ. Αλλά... είμαι επίσης και φίλη του». Η Τζούλιαν έμεινε άναυδη. «Μόνο εσύ θα είχες τη μεγαλοψυχία να γίνεις φίλη του τώρα!» «Χρειάζεται απελπισμένα μια φίλη». Η Τζούλιαν κούνησε το κεφάλι της. «Η Λουσίλ είναι το μωρό;» Η Αμέλια έγνεψε καταφατικά. «Η Λουσίλ δεν είναι κόρη του, Τζούλιαν. Είναι νόθο παιδί της λαίδης Γκρένβιλ, και εκείνος είναι πολύ θυμωμένος!» «Ω, Θεέ μου», φώναξε η Τζούλιαν, ξεχνώντας το θυμό της απέναντι στον Γκρένβιλ. «Είναι τόσο όμορφη, τόσο αθώα! Την έχω ερωτευτεί ήδη. Είναι ένας από τους λόγους που δέχτηκα τη θέση. Η καημενούλα δεν έχει ούτε πατέρα ούτε μητέρα, και ανησυχώ πολύ γι’ αυτή». Η Τζούλιαν την αγκάλιασε. «Είναι φυσικό να ανησυχείς. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ένιωθα αν η Τζάκλιν αναγκαζόταν να μεγαλώσει στο σπίτι ενός αγνώστου. Ω, ένα πράγμα που έμαθα πολύ καλά είναι η αντρική περηφάνια. Ο Σεντ Τζαστ πρέπει να πενθεί, φυσικά, για το θάνατο της λαίδης Γκρένβιλ, αλλά θα πρέπει να είναι έξαλλος που ξέμεινε με το μπάσταρδό της!» Η Αμέλια αναρωτήθηκε αν έπρεπε να κρύψει την αλήθεια από την αδερφή της, αλλά δεν το έκανε. «Ο γάμος τους δεν ή161


ταν ευτυχισμένος. Δεν αγαπούσαν ο ένας τον άλλο». Μεσολάβησε μια παύση. «Και πώς το ξέρεις εσύ; Δε σου άρεσαν ποτέ τα κουτσομπολιά». «Μου το είπε ο ίδιος». Η Τζούλιαν χλόμιασε και σηκώθηκε. «Σου το είπε ο ίδιος; Και τον πιστεύεις; Το ήξερα. Δεν τον ξεπέρασες ποτέ. Αυτός είναι ο λόγος που δεν παντρεύτηκες. Αμέλια, δεν μπορεί να είστε φίλοι ύστερα απ’ όσα σου έκανε!» «Δεν τον ξέρεις καθόλου, Τζούλιαν. Δεν μπορείς να υπαινίσσεσαι ότι λέει ψέματα για το γάμο του ή ότι η φιλία μας είναι ψεύτικη». Η Αμέλια σηκώθηκε βλοσυρή. «Μπορεί να με φρόντιζες πάντα εσύ, Αμέλια, αλλά τώρα είναι η σειρά μου να σε φροντίσω. Πιστεύω ότι ξέρω τους άντρες λίγο καλύτερα από σένα. Σε κοροϊδεύει τώρα, όπως σε κορόιδεψε και πριν δέκα χρόνια». Η Αμέλια σκέφτηκε πόσο σαγηνευτικός μπορούσε να γίνει ο Γκρένβιλ μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Αν του έδινε θάρρος, δε θα δίσταζε να το εκμεταλλευτεί. Μήπως η Τζούλιαν είχε δίκιο; Μήπως την κορόιδευε; Πάντως εκείνη τον είχε πιστέψει όταν της είχε δηλώσει ότι, παρά τα όσα είχαν συμβεί, παρέμεναν φίλοι. «Βλέπω την αβεβαιότητά σου», είπε η Τζούλιαν. «Το ξέρεις ότι έχει απαίσια φήμη;» Η Αμέλια σφίχτηκε. «Αν σκοπεύεις να μου πεις ότι είναι γυναικάς, δε θέλω να το ακούσω». «Όχι, αλλά όλοι ξέρουν ότι είναι μονόχνοτος. Όλοι αποφεύγουν να τον καλέσουν σε δείπνο, επειδή κατά πάσα πιθανότητα θα είναι με κατεβασμένα μούτρα». Η Αμέλια πόνεσε για λογαριασμό του. «Τότε οι αλλαγές που παρατήρησα πάνω του πρέπει να έχουν ξεκινήσει εδώ και αρκετό καιρό. Δεν ήταν μονόχνοτος όταν ήταν νέος». Χαμογέλασε θλιμμένα. «Έχει γίνει κατσούφης και αγχώδης. Παρατήρησα τις αλλαγές πάνω του από την πρώτη στιγμή που τον είδα στην κηδεία, πριν καν μιλήσω μαζί του». Όταν η Τζούλιαν παρέμεινε σιωπηλή, εκείνη συνέχισε. «Κάτι τον βασανίζει, αλλά δε μου λέει τι είναι». «Μπορεί να υποφέρει απλώς από μελαγχολία», της είπε η αδερφή της. «Σε αναγνώρισε, Αμέλια; Θυμάται τη σχέση σας;» Η Αμέλια δε δίστασε. «Όταν έμαθα για το θάνατο της λαίδης Γκρένβιλ και ξέροντας ότι θα τον ξανάβλεπα στην κηδεία, 162


ένιωθα σίγουρη ότι δε θα με αναγνώριζε καν. Αλλά με θυμήθηκε, Τζούλιαν». Εκείνη την κοίταξε έντονα. «Ύστερα από τόσα χρόνια;» «Υπάρχει ένας σύνδεσμος, Τζούλιαν, που ξεπερνάει την κοινή λογική, που ξεπερνάει το κοινό παρελθόν μας». Η Αμέλια ακούστηκε πολύ ήρεμη. «Και αυτός είναι ο λόγος που είμαστε φίλοι τώρα». «Πώς γίνεται να είστε φίλοι ενώ κάποτε ήσουν ερωτευμένη μαζί του; Δεν μπορείς να αγνοήσεις το παρελθόν σας». «Είμαι φίλη του!» Η Αμέλια άρπαξε το μπράτσο της αδερφής της, νιώθοντας την καρδιά της" να βροντοχτυπάει. «Και σαν φίλη, θα σταθώ στο πλάι του όσο πονά και υποφέρει. Και στο πλάι των παιδιών του. Η αλήθεια είναι πως δέχτηκα τη θέση για χάρη των παιδιών, όχι του Γκρένβιλ. Με έχουν απελπισμένα ανάγκη, Τζούλιαν». Η Τζούλιαν την περιεργάστηκε για μια στιγμή. «Αν αυτά τα παιδιά σε χρειάζονται, θα τα βάζεις πάντα πρώτα. Υποθέτω ότι αυτό με ανακουφίζει κάπως. Αλλά πες μου, Αμέλια, εκείνος επιχείρησε να σε αποπλανήσει;» Η Αμέλια ήξερε ότι έπρεπε να το κρύψει. Δίστασε, αλλά, όταν η αδελφή της την κοίταξε διαπεραστικά, μουρμούρισε: «Υπάρχει ακόμα μια τρομερή έλξη ανάμεσά μας. Την πολεμάμε και οι δύο». Η Τζούλιαν σήκωσε τα χέρια ψηλά και άρχισε να πηγαινοέρχεται. «Το ήξερα! Φοβάμαι πάρα πολύ για σένα». Γύρισε προς το μέρος της. «Ασε με να μαντέψω. Πενθεί και πονάει και εσύ θέλεις να τον παρηγορήσεις». Η Αμέλια άρχισε να τρέμει. Η Τζούλιαν είχε βασικά δίκιο. «Σε παρακαλώ, μη φοβάσαι για μένα. Με χρειάζεται, αλλά δεν πρόκειται να του δώσω θάρρος». Και τότε θυμήθηκε το φιλί που είχαν ανταλλάξει πρόσφατα. «Δεν είμαι πια μια αφελής ανόητη, Τζούλιαν». «Νομίζω πως εκείνος σου φέρεται σαν να είσαι ανόητη!» την αντέκρουσε η αδερφή της. «Εσύ δεν έχεις καμιά πείρα, ενώ αυτός είναι περπατημένος. Δεν μπορεί να σε ελκύει αν δεν είσαι ερωτευμένη μαζί του, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά, πίστεψέ με, γι’ αυτόν είναι απλώς σεξουαλική επιθυμία». Η Αμέλια ζάρωσε. «Έτσι ήταν και για τον Μπέντφορντ;» «Όχι βέβαια. Εμείς ερωτευτήκαμε!» Η Αμέλια είχε αρχίσει να θυμώνει με την αδερφή της. «Κα163


ταλαβαίνω ότι εξακολουθείς να είσαι οργισμένη με τον Γκρένβιλ. Και μπορεί να του αξίζει. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι πρέπει να του παραχωρήσουμε το προνόμιο της αμφιβολίας. Ανήκω στο σπιτικό του τώρα, και οι προειδοποιήσεις και οι καχυποψίες σου δεν πρόκειται να το αλλάξουν αυτό». Η Τζούλιαν βόγκηξε. «Πας γυρεύοντας». «Ναι. Αλλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου». Η Αμέλια μαλάκωσε τελικά. Πήρε το χέρι της αδερφής της. «Είναι αλήθεια, Τζούλιαν. Σε χρειάζομαι σαν αδερφή, σαν φίλη και σαν μυστικοσύμβουλό μου. Ο Σεντ Τζαστ και τα παιδιά εξαρτώνται από εμένα, και εγώ πρέπει να στηριχτώ πάνω σου». Η Τζούλιαν την αγκάλιασε. «Μπορείς να βασίζεσαι πάντα σ’ εμένα, αυτό το ξέρεις. Και μπορείς να στηρίζεσαι και στον Ντομ». Η Αμέλια της ανταπόδωσε το αγκάλιασμα και τραβήχτηκε. «Τα αγόρια έχουν μόλις αρχίσει να συνέρχονται από το θάνατο της μητέρας τους. Έχουν μεγάλη ανάγκη τώρα. Κατά κάποιο τρόπο, είμαι υποκατάστατο της Ελίζαμπεθ». «Είναι συνετό αυτό;» «Δεν ξέρω. Αλλά τα νοιάζομαι πολύ και εκείνα έχουν ανάγκη κάποιον για να του δείχνουν τα μαθήματά τους, να τα πηγαίνει βόλτα, να τα σκεπάζει πριν κοιμηθούν». Ένιωσε ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια της και το σκούπισε. «Αλλά περισσότερο ανησυχώ για τη Λουσίλ. Ο πατέρας της μπορεί να μην έρθει να την πάρει. Ο Γκρένβιλ δε θέλει ούτε να τη βλέπει, αλλά είπε πως, αν υποχρεωθεί, θα τη μεγαλώσει εκείνος. Είμαι αποφασισμένη να τους συμφιλιώσω, αν δεν εμφανιστεί ο πατέρας της». «Γιατί υπάρχει αμφιβολία αν θα έρθει ο πατέρας του μωρού;» «Είναι εργένης, Τζούλιαν. Είναι μάλλον απίθανο να θέλει να μεγαλώσει το παιδί του. Γνωρίζεις τον Τόμας Σάουθλαντ;» «Νομίζω ότι έχω ακούσει το όνομά του. Θα ρωτήσω τον Ντόμινικ γι' αυτόν». «Σ’ ευχαριστώ». Η Αμέλια της έσφιξε το χέρι. «Βλέπω ότι έχεις πάρει την απόφασή σου», είπε πιο ήρεμα η Τζούλιαν. «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν είναι συνετό να μπλεχτείς τόσο πολύ με την οικογένεια του Σεντ Τζαστ, να ανησυχείς τόσο γι’ αυτούς. Θα προσευχηθώ να κρατήσεις τις αποστάσεις σου από εκείνον, να παραμείνεις απλώς οικονόμος 164


και φίλη του». Η Αμέλια χαμογέλασε ελαφρά. Η Τζούλιαν πλησίασε στο τρόλεϊ με το τσάι και έβαλε γλυκά σε δύο πιάτα. Έδωσε το ένα στην Αμέλια και εκείνη το άκουμπησε σε ένα μικρό τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ. Ύστερα σέρβιρε το τσάι. Έδωσε ένα φλιτζάνι στην αδερφή της και εκείνη την ευχαρίστησε. Η Τζούλιαν κάθισε δίπλα της. «Έχεις ξεχάσει πραγματικά το παρελθόν; Έχεις συνέλθει πραγματικά από αυτό;» Η Αμέλια ήπιε μια γουλιά τσάι και άφησε το φλιτζάνι της. «Πίστευα ότι το είχα ξεχάσει εντελώς, αλλά η αλήθεια είναι ότι μόλις τον είδα θυμήθηκα τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Θύμισα, όμως, στον εαυτό μου ότι το παρελθόν είναι απλώς παρελθόν». «Κουβεντιάσατε γι’ αυτό;» Η Αμέλια πάγωσε. «Όχι ακριβώς. Εκείνος το έθιξε μερικές φορές. Εγώ προτιμώ να αποφεύγω το θέμα. Γνωρίζουμε ότι μοιραζόμαστε μια ιστορία, αλλά είμαστε και οι δύο αποφασισμένοι να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος». Μήπως όμως κορόιδευε τον εαυτό της; Ο Σάιμον θα την αποπλανούσε ευχαρίστως αν μπορούσε, ήταν σχεδόν σίγουρη γι’ αυτό. «Είσαι πολύ γενναία». «Όχι, είμαι φοβισμένη. Το εννοούσα όταν είπα ότι ο Σάιμον έχει αλλάξει και ότι είναι βαθιά προβληματισμένος. Ο άλλος λόγος που ήρθα να σε επισκεφτώ, πέρα από το ότι ήθελα πολύ να σε δω, ήταν επειδή χρειάζομαι απελπισμένα τη συμβουλή σου». Η Τζούλιαν την κοίταξε έντονα. «Ανησυχείς, και όχι για το ενδεχόμενο να σε αποπλανήσει». «Ανησυχώ πάρα πολύ. Η συμπεριφορά του είναι πολύ περίεργη». «Από ποια άποψη;» «Βιαζόταν τρομερά να επιστρέφει στο Λονδίνο -το έκανε μέσα σε δύο μόλις μέρες- και έδειχνε να φοβάται να αφήσει τους γιους του πίσω. Τα παιδιά θα μπορούσαν να είχαν ταξιδέψει σε πιο αργό ρυθμό μαζί με τη μαμά, τον Γκάρετ και το υπόλοιπο προσωπικό. Εκείνος όμως επέμεινε να ταξιδέψουν τα δυο μικρά αγόρια μαζί του». «Μπορεί να ήταν μια αντίδραση στον απροσδόκητο θάνατο της λαίδης Γκρένβιλ». 165


«Όχι. Μετά την κηδεία, κλειδώθηκε στα διαμερίσματά του. Μου ζητήθηκε να μεσολαβήσω. Ήταν τύφλα στο μεθύσι και έλεγε πολύ περίεργα πράγματα». «Και πάλι, μόλις είχε πεθάνει η γυναίκα του. Είτε ήταν ευτυχισμένος ο γάμος τους είτε όχι, την πενθούσε». «Μου είπε στα ίσια ότι δεν την πενθούσε, αν και λυπόταν που είχε πεθάνει». «Αυτή είναι περίεργη δήλωση». Η Τζούλιαν φάνηκε ξαφνιασμένη. «Άρχισε να λέει ασυναρτησίες και ήταν θυμωμένος. Μιλούσε για άντρες που πέθαιναν κάθε μέρα. Ακουγόταν σαν να μιλούσε για τον πόλεμο». Η Τζούλιαν χλόμιασε. «Γι’ αυτόν μιλούσε;» «Δεν ξέρω. Πάντως έχει ένα γεμάτο πιστόλι στο συρτάρι του γραφείου του». Όταν είδε την Τζούλιαν να την κοιτάζει ξαφνιασμένη, πρόσθεσε: «Τη νύχτα που επιστρέψαμε στην πόλη, ξεσκάλωσε ένα παντζούρι και άρχισε να χτυπάει στο πλάι του σπιτιού. Δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, αλλά ο Σάιμον άρπαξε το πιστόλι και έτρεξε στην εξώπορτα σαν να περίμενε ότι θα έβρισκε εκεί επιδρομείς!» «Αυτό είναι πολύ παράξενο», παρατήρησε η Τζούλιαν, ακόμα πιο έκπληκτη. «Η συμπεριφορά του είναι αλλόκοτη. Τις προάλλες τον έπιασα να έχει έναν εφιάλτη. Έλεγε ότι υπήρχε αίμα παντού και ότι δεν το άντεχε. Είπε επίσης, και σου μεταφέρω κατά λέξη τα λόγια του: “Έρχονται για μένα”. Όταν τον ρώτησα τι ονειρευόταν, άρχισε τις αοριστίες, σαν να μη θυμόταν. Αλλά δεν τον πίστεψα. Το ξέρω ότι το θυμόταν εκείνο το όνειρο». «Η Ελίζαμπεθ πέθανε στη γέννα, μπορεί να ονειρευόταν εκείνη», είπε η Τζούλιαν, αλλά από τον τόνο της φαινόταν ότι δεν το πολυπίστευε. «Για μια στιγμή το σκέφτηκα κι εγώ αυτό, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν ονειρευόταν εκείνη». «Τι μπορεί να σήμαινε εκείνο το “Έρχονται για μένα”;» ρώτησε η Τζούλιαν. «Τον κυνηγούν; Μα είναι ο κόμης του Σεντ Τζαστ!» Η Αμέλια κάθισε δίπλα της. «Δεν έχω ιδέα. Αλλά μπορώ να σου πω ότι ήταν πολύ ταραγμένος όταν ξύπνησε. Ήταν ένας φοβερός εφιάλτης! Και στο τέλος μου ομολόγησε ότι έχει συχνά εφιάλτες». 166


«Και ο Ντόμινικ είχε εφιάλτες όταν πρωτογνωριστήκαμε». Η Αμέλια ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται από τρόμο. «Τζούλιαν, λες να ήταν στη Γαλλία, να είχε μπλεχτεί με κάποιον τρόπο στον πόλεμο;» «Γιατί να σκεφτώ κάτι τέτοιο;» τη ρώτησε εκείνη. Η Αμέλια ξεροκατάπιε και είπε: «Έχει φιλικές σχέσεις με τον Γουόρλοκ». Η Τζούλιαν ετοιμαζόταν να πιει μια γουλιά τσάι. Άφησε αμέσως το φλιτζάνι της και το πιατάκι κροτάλισε. «Δε θα πρέπει να βγάλουμε βιαστικά συμπεράσματα». «Σπάνια μιλούσες για τον Σεμπάστιαν, Τζούλιαν, μετά την επιστροφή σου στο σπίτι, όταν σε παράτησε ο Μπέντφορντ και γύρισε στη Γαλλία. Δύο πράγματα όμως ήταν ξεκάθαρα. Πρώτον ότι δε συμπαθούσες καθόλου τον Γουόρλοκ, και δεύτερον ότι ήταν αρχηγός των κατασκόπων και προϊστάμενος του Μπέντφορντ». «Ήταν. Ο Ντομ χόρευε στο ρυθμό που του έπαιζε ο Γουόρλοκ. Και πιστεύω ότι ο Γουόρλοκ συμμετέχει ακόμα στο παιχνίδι της κατασκοπείας και του πολέμου, αν και σπάνια διασταυρώνονται πια οι δρόμοι μας, τώρα που ο Ντόμινικ είναι ένας απλός πολίτης». Η Τζούλιαν καθόταν πολύ άκαμπτη. «Ανησυχώ πάρα πολύ!» αναφώνησε η Αμέλια. «Ο Σάιμον δεν είναι ποτέ στο σπίτι με την οικογένειά του, Τζούλιαν. Αυτό είναι ένα σίγουρο και ψυχρό γεγονός». «Και έχεις αρχίσει να υποψιάζεσαι ότι βρίσκεται στη Γαλλία όταν δεν είναι στο σπίτι του;» «Ελπίζω να μην είναι έτσι τα πράγματα! Μπορεί να βρίσκεται σε κάποιο κτήμα του στο βορρά. Έχει πολλά μεγάλα κτήματα εκεί». «Στη Γαλλία βασιλεύει η Τρομοκρατία. Το ξέρω ότι δεν είσαι τόσο πολιτικοποιημένη όσο εγώ, αλλά θα πρέπει να ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι να βρίσκεται κανείς στη Γαλλία, εκτός αν ανήκει στους Λυσσασμένους, όπως ο Εμπέρ και ο Ταλιέν. Ολόκληρα χωριά σφαγιάστηκαν, Αμέλια, όταν μια δυο οικογένειες τόλμησαν να εναντιωθούν στο επαναστατικό καθεστώς. Είσαι ένοχος λόγω γνωριμίας! Ο σκοπός που υποστήριζα κάποτε έχει χαθεί. Τον σφετερίστηκε μια ομάδα παράλογων ριζοσπαστών τυράννων, με πρώτο τον Ροβεσπιέρο. Κανείς δεν επιτρέπεται να διαφωνεί. Κοίτα τι έπαθε ο Ζορζ Νταντόν». Η Αμέλια έμεινε με ανοιχτό το στόμα. «Ο Γκρένβιλ φώναξε 167


ένα όνομα στον εφιάλτη του -ακούστηκε σαν Νταντόν». Η Τζούλιαν χλόμιασε. «Ο Νταντόν αποκεφαλίστηκε πριν μερικές βδομάδες. Ήταν Ιακωβίνος, Αμέλια. αλλά εναντιώθηκε στον Ροβεσπιέρο και πλήρωσε το ύψιστο τίμημα». «Θα πρέπει να παράκουσα», είπε η Αμέλια, ενώ η καρδιά της σφυροκοπούσε. «Δεν είναι δυνατό να ονειρευόταν ο Σάιμον έναν Ιακωβίνο που είχαν στείλει πρόσφατα στην γκιλοτίνα!» Είχε φωνάξει όμως ότι υπήρχε πολύ αίμα και δεν μπορούσε να το αντέξει... Η Αμέλια πετάχτηκε όρθια και άρχισε να βηματίζει. «Δεν μπορώ να φανταστώ τον Σεντ Τζαστ πράκτορα, όπως ήταν ο Ντομ», είπε χαμηλόφωνα η Τζούλιαν και σηκώθηκε. «Είναι μονόχνοτος, Αμέλια». «Ελπίζω να έχεις δίκιο, ότι είναι μονόχνοτος και πάσχει από μελαγχολία. Ο Σάιμον δε μιλάει ποτέ για πολιτική. Δείχνει να μην τον ενδιαφέρει καθόλου ο πόλεμος. Σίγουρα κάνω πολλή φασαρία για το τίποτα», είπε η Αμέλια. Πραγματικά δεν μπορούσε να φανταστεί τον Γκρένβιλ στη Γαλλία, αλλά και να ήταν, τι έκανε εκεί; Κατασκόπευε, όπως έκανε στο παρελθόν ο Μπέντφορντ; Ή διοικούσε στρατεύματα, όπως έκαναν άλλοι Αγγλοι ευγενείς; Δεν έβγαινε νόημα! «Εκτός αυτού, αγαπάει πολύ τους γιους του. Δεν νομίζω πως θα έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο, τη στιγμή που τον χρειάζονται τόσο πολύ τα παιδιά του». Η Τζούλιαν τύλιξε το μπράτσο της γύρω της. «Το γεγονός ότι είδε ένα κακό όνειρο δεν πρέπει να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ήταν σχετικό με τον πόλεμο. Μπορεί να ονειρευόταν οτιδήποτε, Αμέλια. Δεν είσαι σίγουρη ότι τον άκουσες να φωνάζει το όνομα του Ζορζ Νταντόν. Αλλά, ακόμα και αν άκουσες σωστά, μπορεί να ήταν φίλοι πριν από τον πόλεμο. Ο Ντομ γνώριζε πάρα πολλούς Γάλλους, αυτό ισχύει για τους περισσότερους Αγγλους. Αλλά θα ρωτήσω στα ίσια τον Ντόμινικ να μου πει τι γνωρίζει για τον Σεντ Τζαστ». «Νομίζω ότι είναι πολύ καλή ιδέα. Σίγουρα ο Ντόμινικ θα το ήξερε αν ο Σάιμον ήταν ανακατεμένος στα παιχνίδια του Γουόρλοκ». Η Αμέλια προσευχήθηκε να τις επιβεβαίωνε ο Μπέντφορντ ότι ο Σάιμον ήταν απλώς ένας μονόχνοτος Βρετανός. Η Τζούλιαν την κοίταξε έντονα. «Τον λες συνέχεια Σάιμον». Η Αμέλια κοκκίνισε. «Παραδρομή της γλώσσας μου». «Αλήθεια;» Η Τζούλιαν σταύρωσε τα μπράτσα της. «Ελπίζω να μην τον αποκαλείς Σάιμον όταν τον ρωτάς τι θα ήθελε να 168


του μαγειρέψετε την επόμενη μέρα...» «Όχι, δεν το κάνω». Η Αμέλια όμως ήξερε ότι το κοκκίνισμά της είχε γίνει πιο έντονο. «Ανησυχώ για σένα», είπε η Τζούλιαν. «Θέλω να είσαι ειλικρινής μαζί μου. Τον αγαπάς ακόμα;» Η Αμέλια ένιωσε έτοιμη να εκραγεί από την ένταση. «Πώς μπορείς να με ρωτάς κάτι τέτοιο;» «Μπορώ, και το κάνω». «Τον συμπαθώ και ανησυχώ για εκείνον. Αυτό είναι όλο». Η Τζούλιαν κούνησε το κεφάλι της. «Εξακολουθείς να τον αγαπάς. Δεν έπαψες ποτέ να τον αγαπάς. Δεν μπορεί να βγει τίποτε καλό από αυτή την υπόθεση, Αμέλια. Σε χρησιμοποίησε μια φορά, δεν το καταλαβαίνεις; Κάποια στιγμή θα το ξανακάνει». «Όχι αν είμαι προσεκτική», διαμαρτυρήθηκε εκείνη. Συνειδητοποίησε όμως ότι δεν πίστευε ούτε η ίδια τα λόγια της. Η Τζούλιαν της έριξε ένα βλέμμα συμπόνιας. *** Η Αμέλια έριξε μια ματιά στην τραπεζαρία. Ο Γκρένβιλ καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού, με τον Τζον στη μια πλευρά του και τον Γουίλιαμ στην άλλη. Τελείωναν το κυρίως πιάτο ψητό ελάφι με κροκέτες και πράσινα φασολάκια. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με χρυσάφι τραπεζομάντιλο, επίχρυσα μαχαιροπίρουνα και πιάτα, λευκά κεριά σε μπρούτζινα κηροπήγια και μια σύνθεση με κίτρινα τριαντάφυλλα στο κέντρο. Τα αγόρια ήταν πολύ όμορφα με τα σκούρα μπλε σακάκια τους. Ο Γκρένβιλ ήταν υπέροχος με το βραδινό σακάκι του στο χρώμα του χαλκού καθώς χαμογελούσε με κάτι που έλεγε ο Τζον. Η καρδιά της σκίρτησε μπροστά σ’ αυτή την οικογενειακή εικόνα. Το χαμόγελο άλλαζε ολόκληρο το πρόσωπό του. Ο Τζον γελούσε. Ακόμα και ο Γουίλιαμ, που προσπαθούσε να φέρεται πάντα σαν μεγάλος, χαμογελούσε. Συζητούσαν για ένα καινούριο γιοτ και μια βόλτα στο ποτάμι. Η Αμέλια μπήκε μέσα και έκανε νόημα στον υπηρέτη με τη λιβρέα που στεκόταν δίπλα στον μπουφέ. Εκείνος άρχισε να μαζεύει αμέσως τα πιάτα από το τραπέζι και να σκουπίζει τα ψίχουλα που είχαν πέσει. Όταν η Αμέλια βεβαιώθηκε ότι δεν 169


είχε μείνει ούτε ένα σκουπιδάκι στο τραπέζι, σήκωσε το κεφάλι της και συνάντησε το βλέμμα του Γκρένβιλ. Το χαμόγελό του ξεθώριασε. Το βλέμμα του έγινε πιο έντονο. Η ματιά του έκρυβε ένα ιδιαίτερο νόημα. Εκείνη κατάφερε να τον χαιρετήσει ευγενικά με ένα νεύμα και ακολούθησε τον υπηρέτη έξω από το δωμάτιο. Η καρδιά της όμως συνέχισε να βροντοχτυπά καθώς ακολουθούσε τον Πίτερ στην κουζίνα. «Είναι ώρα να σερβιριστεί το επιδόρπιο», ανακοίνωσε. Τι να σήμαινε εκείνο το επίμονο, έντονο βλέμμα; Μήπως κινδύνευε άμεσα να την αποπλανήσει; Μήπως τον είχε ερωτευτεί ήδη; Όταν η όμορφη ασημένια πιατέλα με τις φρεσκοψημένες τάρτες και τα παστάκια βγήκε από την κουζίνα, πήρε μια βαθιά ανάσα. Η απογευματινή συζήτησή της με την Τζούλιαν είχε μείνει χαραγμένη στο μυαλό της. Ο Γκρένβιλ δεν ήταν μπλεγμένος στην επανάσταση και στον πόλεμο, ήταν σίγουρη. Μόλις που έριχνε μια ματιά στις εφημερίδες, όταν είχαν κραυγαλέους τίτλους για τα γεγονότα στη Γαλλία και τις ανακοινώσεις του Πιτ και του Γουίνταμ, του υπουργού Πολέμου. Και δεν είχε δει ποτέ περιοδικό στο σπίτι που να αναλύει τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μεγάλη Βρετανία και την κοινωνία. Ο Σάιμον δεν είχε αναφερθεί ούτε μια φορά στον πόλεμο. Κάποιος άλλος μπορεί να το έβρισκε παράξενο -όλοι μιλούσαν για τον πόλεμο-, αλλά όχι εκείνη. Στο κάτω κάτω, η λαίδη Γκρένβιλ είχε πεθάνει πρόσφατα και εκείνος είχε άλλες έγνοιες. Εντάξει, είχε εφιάλτες και ήταν προβληματισμένος, αλλά αυτό οφειλόταν στο ότι ήταν μονόχνοτος και συνήθως δύσθυμος. Αυτό ήταν όλο. Η Τζούλιαν είχε δίκιο. Είχε μπλεχτεί υπερβολικά με την οικογένειά του. Ανησυχούσε τρομερά για όλους -για εκείνον. Ο Γκρένβιλ όμως δεν την κορόιδευε. Δε χρησιμοποιούσε την πρόσφατη τραγωδία για να την τυλίξει ακόμα περισσότερο στα δίχτυα του. Αυτός ήταν ένας απαίσιος υπαινιγμός! Ο βραστήρας σφύριζε. Η Αμέλια γέμισε μια ασημένια τσαγιέρα με το βραστό νερό, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες της Μάγκι. Ένας υπηρέτης πήρε από τα χέρια της το δίσκο με την τσαγιέρα, τα φλιτζάνια και τα πιατάκια και εκείνη τον ακολούθησε στην τραπεζαρία. 170


Μπαίνοντας, είδε τα δυο αγόρια να καταβροχθίζουν τα γλυκά τους. Του Γκρένβιλ ήταν ανέγγιχτα. Ήξερε ότι δεν του πολυάρεσαν τα γλυκά, αλλά τη στιγμή που σερβιριζόταν το τσάι ρώτησε: «Δε σας άρεσε το γλυκό, λόρδε μου; Μήπως θέλετε να σας φέρουμε κάτι άλλο;» Εκείνος έγειρε πίσω στην καρέκλα του και περιεργάστηκε αργά το πρόσωπό της. «Είμαι μια χαρά». Της χαμογέλασε. «Σας ευχαριστώ για ένα ακόμα υπέροχο γεύμα». Εκείνη του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Δε σε χρειάζομαι άλλο», είπε ο Γκρένβιλ στον υπηρέτη. Εκείνος υποκλίθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Γκρένβιλ κοίταξε στη συνέχεια τους γιους του. «Αν θέλετε, μπορείτε να φύγετε κι εσείς». Η Αμέλια τσιτώθηκε, γιατί, αν έφευγαν τα παιδιά, θα έμεναν μόνοι. Ο Γουίλιαμ και ο Τζον πετάχτηκαν όρθιοι σχεδόν ταυτόχρονα. Ο Τζον έτρεξε προς το μέρος της, ενώ ο Γουίλιαμ είπε: «Ευχαριστούμε, πατέρα». Η Αμέλια ακούμπησε το χέρι της στο κεφάλι του Τζον καθώς ο Γκρένβιλ έλεγε: «Παρακαλώ». Ο Τζον της χαμογέλασε. «Μας είπες ότι θα μας πεις μια ιστορία. Μπορείς να μας την πεις πριν κοιμηθούμε;» Εκείνη δίστασε. Για να τους πει μια ιστορία πριν κοιμηθούν θα έπρεπε να ανέβει στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της οικογένειας. Μέχρι τώρα είχε ανέβει στη δυτική πτέρυγα μόνο μέρα, μια και έπρεπε να επιβλέπει την τακτοποίηση και αυτού του τμήματος του σπιτιού, αλλά είχε φροντίσει να το κάνει όταν έλειπε ο Γκρένβιλ. «Θέλεις να διηγηθείς ή να διαβάσεις στα παιδιά μια ιστορία;» τη ρώτησε ο Γκρένβιλ. Το βλέμμα του έδειχνε έναν απόλυτα ικανοποιημένο άντρα. «Δε θα μ’ ευχαριστούσε τίποτε περισσότερο», του απάντησε, αλλά η καρδιά της σφυροκοπούσε. Ήθελε στ’ αλήθεια να ανέβει επάνω τέτοια ώρα; Αλλά, πάλι, εκείνος δε θα αποσυρόταν στη βιβλιοθήκη, όπως έκανε συνήθως; «Η Αμέλια θα έρθει επάνω σε λίγο. Στο μεταξύ εσείς γιατί δεν ετοιμάζεστε για ύπνο;» πρότεινε ο Γκρένβιλ. Τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας χαμογελαστά. Η Αμέλια δίστασε. Ήταν σίγουρη ότι ο Γκρένβιλ ήθελε να μείνει μόνος μαζί της, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν θα ήταν συνετό. «Θέλεις να μου μιλήσεις;» τον ρώτησε, νιώθοντας την καρδιά της να χτυ171


πάει πιο γρήγορα. Αλλά ο τόνος της ήταν ήρεμος. «Δεν ανεβαίνεις ποτέ πάνω», παρατήρησε ήπια εκείνος. Την κατηγορούσε. Τόλμησε να αντιμετωπίσει το σκούρο βλέμμα του. «Τα δωμάτια αυτά είναι ιδιωτικά. Δεν είναι σωστό». «Εμένα δε με πειράζει». Η Αμέλια ήξερε ότι είχε πιει σχεδόν όλο το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί. «Προσπαθούσαμε να διατηρήσουμε μια κάποια τυπικότητα». «Έτσι θα το έλεγες εσύ;» Έδειχνε να το διασκεδάζει. «Με αποφεύγεις από τη βραδιά που με έπιασες να κοιμάμαι στον καναπέ της βιβλιοθήκης μου, ενώ εγώ προσπαθούσα να αποφασίσω αν μπορώ πράγματι να βάλω το καλό των παιδιών μου πρώτο». Τι σήμαινε αυτό; Ο υπαινιγμός για το φιλί που είχαν ανταλλάξει ήταν σαφής. «Προσπαθώ να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου ως οικονόμος. Και εσύ με απέφευγες, άρα είναι φανερό ότι βάζεις τα παιδιά σου πρώτα!» «Υποθέτω ότι κράτησα μια προσεκτική απόσταση. Αλλά δεν ξέχασα εκείνη τη συνάντησή μας». Παραμέρισε το φλιτζάνι του. «Θα με ευχαριστούσε αν διάβαζες στα αγόρια τα βράδια, Αμέλια. Χρειάζονται την προσοχή σου και οι δικές τους ανάγκες πρέπει να έρχονται πριν από τις δικές μου». Η Αμέλια πάσχισε να μείνει ψύχραιμη. «Σ’ ευχαριστώ. Θα μου άρεσε να το κάνω». «Φοβάσαι ότι μπορεί να εισβάλω ενώ θα είσαι μαζί τους;» Πριν προλάβει εκείνη να κρύψει τους φόβους της και να το αρνηθεί, πρόσθεσε: «Θέλω να είσαι ειλικρινής». «Ναι», ψέλλισε η Αμέλια. Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα του στο τραπέζι. «Μπορεί να θέλω να ακούσω κι εγώ την ιστορία. Μπορεί να είναι τόσο απλό». Η Αμέλια τον κοίταξε επίμονα. Εκείνος είχε στερηθεί τη συντροφιά των παιδιών του για πάρα πολύ καιρό και τώρα ένιωθε απελπισμένα την ανάγκη να είναι με την οικογένειά του. Ίσως ήθελε απλώς να απολαύσει μια ακόμα οικογενειακή στιγμή. Ίσως ένιωθε μοναξιά. Σηκώθηκε ξαφνικά. «Πώς πήγε η επίσκεψη στην αδερφή σου;» 172


Η Αμέλια πήρε μια βαθιά ανάσα, ταραγμένη από τις σκέψεις της αλλά αποφασισμένη να τον συμπεριλάβει στη βραδινή αφήγηση ιστοριών. «Ήταν υπέροχο που την είδα». Εκείνος έκανε το γύρο του τραπεζιού. «Και εγκρίνει τη θέση που έχεις στο σπίτι μου;» Η Αμέλια δε θα του έλεγε πως η αδερφή της του κρατούσε ακόμα μεγάλη κακία. «Κατανοεί το λόγο που τη δέχτηκα». «Θυμάμαι ότι ήσαστε πολύ δεμένες. Αυτό σημαίνει ότι έχει ξεχάσει το παρελθόν; Ή ότι το έχει συγχωρέσει;» Η Αμέλια δεν ήθελε να του πει ψέματα. Όταν δίστασε, εκείνος αναφώνησε: «Ω! Ώστε κουβεντιάσατε το παρελθόν. Κουβεντιάσατε για μένα». «Μου πήρε λίγο χρόνο για να της εξηγήσω τη δυσάρεστη θέση που βρίσκονται και τα τρία παιδιά. Φυσικά, ανησυχεί πολύ γι’ αυτά», του απάντησε κοφτά η Αμέλια. «Ώστε δέχτηκε τη λογική εξήγησή σου για το λόγο που δέχτηκες αυτή τη θέση;» «Και βέβαια τη δέχτηκε». «Αλήθεια; Γιατί εγώ δεν πιστεύω ότι η κόμισσα του Μπέντφορντ με έχει συγχωρέσει για τα παραστρατήματά μου. Αν το έκανε, τότε με εντυπωσιάζει η δύναμη της πειθούς σου». Της χαμογέλασε. «Και εσύ της παραπονέθηκες για μένα; Για τη συμπεριφορά μου;» Η Αμέλια τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Δε θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο». «Δηλαδή δεν της είπες ότι κάποιες φορές φέρομαι περίεργα, όπως το έθεσες; Ή ότι με βρήκες να έχω εφιάλτες;» Δεν αναφερόταν στην κατ’ επανάληψη τολμηρή ερωτική συμπεριφορά του, όπως νόμιζε εκείνη. Τη ρωτούσε αν είχε συζητήσει τους εφιάλτες του με την Τζούλιαν. Και το είχε κάνει! «Της είπα ότι ανησυχώ για σένα, ότι δείχνεις προβληματισμένος και ότι είμαι αποφασισμένη να σε βοηθήσω». «Και βέβαια της το είπες». Την κοίταξε. «Της μίλησες και για τη θεωρία σου; Ότι διατρέχω κάποιου είδους κίνδυνο;» τη ρώτησε γελώντας. Η Αμέλια δε χαμογέλασε. «Ναι, της είπα ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που είσαι προβληματισμένος και ότι θα ήθελα να ήξερα ποιος είναι». «Είμαι προβληματισμένος επειδή τα παιδιά μου έχασαν τη μητέρα τους», της απάντησε απότομα. 173


Η Αμέλια δε μίλησε. Ευχήθηκε να ήταν ειλικρινής μαζί της, αλλά δεν τον πίστεψε. «Και ποια ήταν η ετυμηγορία; Πιστεύει η αδερφή σου ότι κάνεις καλά που βοηθάς εμένα και τα παιδιά μου; Πιστεύει κι εκείνη ότι είμαι προβληματισμένος;» Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και έμειναν να κοιτάζονται. Τη ρωτούσε αν τον αντιμετώπιζε και η Τζούλιαν με καχυποψία; Ήταν τόσο οξυδερκής; «Η Τζούλιαν πιστεύει ότι υποφέρεις για το χαμό της γυναίκας σου», του απάντησε αργά. Εκείνος χαμογέλασε άκεφα. «Αυτό θα ήταν το συνηθισμένο συμπέρασμα, σωστά; Περνάμε μια δύσκολη περίοδο». «Ναι, αυτό θα ήταν το συμπέρασμα που θα έβγαζαν οι περισσότεροι». Της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η αδερφή σου είναι ευχαριστημένη που βρίσκεσαι εδώ, ανεξάρτητα από τις συνθήκες». «Έχει αποδεχτεί την απόφασή μου». Ο Γκρένβιλ ύψωσε τα φρύδια του. «Είμαι σίγουρος πως εσείς οι δυο κάνατε ένα γενναίο καβγά. Ας είμαστε ειλικρινείς, Αμέλια. Αν ήξερε την αλήθεια, θα σε έπαιρνε με το ζόρι από αυτό το σπίτι». Η Αμέλια ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Αν σε ήξερε όπως σε ξέρω εγώ...»Έκοψε στη μέση τη φράση της. Την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα. «Αν με ήξερε όπως με ξέρεις εσύ θα με συμπαθούσε;» Φάνηκε να το διασκεδάζει. «Αμέλια, είσαι πραγματικά μοναδική». «Η Τζούλιαν δεν ήταν δίκαιη», του απάντησε βιαστικά. «Θα της περάσει». «Α, ώστε τα πράγματα είναι όπως τα υποπτευόμουν. Δεν εγκρίνει την παρουσία σου εδώ και δε με εμπιστεύεται σε ό,τι σε αφορά. Δεν μπορώ να την κατηγορήσω. Εδώ δεν εμπιστεύομαι καλά-καλά εγώ τον εαυτό μου». Η Αμέλια απέμεινε να τον κοιτάζει, με την καρδιά της να βροντοχτυπάει. Αν δεν ήταν προσεκτική, αυτή η συνάντηση θα κατέληγε σε ερωτική -ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Αλλά δε φοβόταν, έτσι κι αλλιώς, ότι κάθε συνάντησή τους θα γινόταν ερωτική; «Εγώ σε εμπιστεύομαι», ψέλλισε στο τέλος, και βαθιά μέσα της τον εμπιστευόταν απόλυτα, έστω κι αν ήξερε ότι θα την αποπλανούσε αν του δινόταν η ευκαιρία. «Αλλά φοβάσαι να ανέβεις πάνω». 174


«Ναι», του απάντησε ξέπνοη. «Φοβάμαι να ανέβω στα οικογενειακά σου διαμερίσματα». Της έριξε ένα σκοτεινό, καυτό βλέμμα. Αλλά δε μίλησε. Η σιωπή έγινε βαριά, η ένταση δονούσε την ατμόσφαιρα. Η Αμέλια έγλειψε τα χείλη της και είπε: «Νομίζω ότι η συμπεριφορά και των δυο μας είναι αξιέπαινη, αν σκεφτείς τις δύσκολες συνθήκες που έχουμε βρεθεί». Για μια στιγμή νόμισε ότι δε θα της απαντούσε, αλλά της απάντησε. «Αυτό που μου αρέσει περισσότερο σ’ εσένα, Αμέλια», της είπε αργά, «είναι ότι δείχνεις απόλυτα σεμνή και αξιοπρεπής». Η Αμέλια κοκκίνισε, γιατί ήξεραν πολύ καλά και οι δύο ότι δεν ήταν ούτε σεμνή ούτε αξιοπρεπής. «Φοβάσαι να ανέβεις πάνω να φροντίσεις τα παιδιά μου», συνέχισε μαλακά εκείνος. «Φοβάσαι να με πλησιάσεις στη βιβλιοθήκη. Φοβάσαι μήπως αυτή τη στιγμή σε πλησιάσω». «Ωραία, ναι, φοβάμαι!» του φώναξε. «Εμπιστεύομαι τον εαυτό μου λιγότερο απ’ ό,τι εμπιστεύομαι εσένα». Με το που πρόφερε αυτά τα λόγια, συνειδητοποίησε ότι του είχε προσφέρει ένα άνοιγμα. Και εκείνος το εκμεταλλεύτηκε. Τα μάτια του, σκοτεινά ήδη, άστραψαν. Έκανε ένα βήμα μπροστά και την τράβηξε κοντά του. «Χαίρομαι που το ακούω αυτό». «Αλήθεια;» ψέλλισε και, νιώθοντας την καρδιά της έτοιμη να σπάσει, έσφιξε με τα χέρια της τα μυώδη μπράτσα του. «Χαίρομαι πάρα πολύ που το ακούω, Αμέλια. Είναι απερίγραπτο». Με τον πόθο να καίει στα μάτια του, τη φίλησε. Η Αμέλια έκλεισε τα μάτια της και δεν έκανε καμιά κίνηση. Αντίθετα, απόλαυσε την άγρια επίθεση των χειλιών του και τα κύματα της ηδονής που την πλημμύρισαν καθώς εκείνος τη φιλούσε ξανά και ξανά. Και στο τέλος τον φίλησε κι εκείνη. Ο Σάιμον άνοιξε το στόμα του και η γλώσσα της χώθηκε βαθιά μέσα, μπλέχτηκε με τη δική του. Ξαφνικά εκείνος τραβήχτηκε και έσυρε τα χέρια του στα μαλλιά της. «Υποτίθεται ότι είσαι οικονόμος μου», της είπε τραχιά. «Αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω πώς νιώθω όταν σε έχω στην αγκαλιά μου». «Το ξέρω» ψιθύρισε εκείνη, σαστισμένη από τον καυτό πόθο της. Ήταν έτοιμη να κάνει το αδιανόητο. Ήταν έτοιμη να ανέβει επάνω και να πέσει μαζί του στο κρεβάτι, και στο διάβολο 175


οι συνέπειες. «Αν γίνουμε εραστές, δε θα υπάρχει επιστροφή», της δήλωσε ξερά εκείνος. Η Αμέλια άρχισε να τρέμει. Στην αγκαλιά του ένιωθε υπέροχα, αλλά θα μπορούσε να είναι οικονόμος και ερωμένη του ταυτόχρονα; Και τι θα γινόταν με τα συναισθήματά της; Ήταν ερωτευμένη, δεν ήταν; Τι θα γινόταν η ηθική της, οι αξίες της; Το μέλλον της; Εκείνος έσυρε τους κόμπους των δαχτύλων του στο μάγουλό της. «Αμέλια; Αυτή δεν είναι καλή ιδέα». «Νομίζω ότι τα αγόρια θα είναι πια έτοιμα για την ιστορία», του είπε ξέπνοα. Ήθελε όμως να κλάψει. Ο Σάιμον την άφησε και η Αμέλια τραβήχτηκε από την αγκαλιά του, αλλά συνέχισαν να κοιτάζονται. Εκείνη δίστασε. «Θα έπρεπε να μας κάνεις παρέα, Σάιμον». Εκείνος χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό του ήταν χλευαστικό. Χαμήλωσε το βλέμμα του, αλλά όχι προτού προλάβει να δει εκείνη τις σκιές που σκοτείνιασαν τα μάτια του. «Δε νομίζω». Μετά έκανε μεταβολή, μπήκε στη βιβλιοθήκη και έκλεισε και τις δύο πόρτες πίσω του.

176


Κεφάλαιο 10

Ο Σάιμον είχε χρόνια να πάει στο Μπέντφορντ Χάουζ. Αν και ο Ντόμινικ Πάτζετ, ο κόμης του Μπέντφορντ, δε συμμετείχε πια στον πόλεμο, στο παρελθόν είχε σοβαρή ανάμειξη στην εξέγερση των βασιλικών στη Γαλλία. Από τη στιγμή που ο Γουόρλοκ είχε στρατολογήσει τον Σάιμον στο δίκτυό του, τον είχε προειδοποιήσει να προσποιείται πως δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με άντρες όπως ο Πάτζετ, ο Πένροουζ και ο Γκρέιστοουν. Όλοι οι πράκτορες της ελίτ γνώριζαν πολύ καλά ο ένας τον άλλο. Υποτίθεται ότι αποτελούσαν τον κύκλο των χαρισματικών ή ίσως των καταραμένων. Όπως και να είχε το πράγμα, ο Σάιμον γνώριζε την ταυτότητα τουλάχιστον είκοσι πρακτόρων, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν εισχωρήσει στη Γαλλία και συγκέντρωναν πληροφορίες για το βρετανικό Υπουργείο Πολέμου, καθώς και για το Υπουργείο Εξωτερικών τώρα πια. Είχε στρατολογηθεί από τον Σεμπάστιαν Γουόρλοκ σχεδόν δύο χρόνια πριν. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν πανικοβληθεί από την αναρχία που επικρατούσε στη Γαλλία, φοβούμενες πως η επανάσταση θα εξαπλωνόταν και στις δικές τους χώρες. Το ίδιο ίσχυε και στη Βρετανία. Στο Λονδίνο, στους υψηλούς κύκλους των Τόρι, ο Πιτ και η παρέα του συσκέπτονταν μέσα στη νύχτα, προσπαθώντας να μαντέψουν το μέγεθος της ζημιάς στη Γαλλία και το ενδεχόμενο να επεκταθεί στη Βρετανία και στους συμμάχους της. Όλοι όσοι είχαν κάτι να χάσουν φοβούνταν την αναρχία στη Γαλλία. Δεν ήταν μυστικό ότι ο Σάιμον μιλούσε άπταιστα γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά και γερμανικά, καθώς και κάτι σπασμένα ρωσικά. Δεν ήταν μυστικό ότι ανήκε στους Τόρι και υποστήριζε τον Πιτ, αν και δεν είχε αναπτύξει ιδιαίτερη πολιτική δραστηριότητα μέχρι τότε. Επίσης δεν ήταν μυστικό για τους περισσο177


τέρους ότι ο γάμος του δεν ήταν ευτυχισμένος και ότι περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στα κτήματά του στο βορρά, αποφεύγοντας τη γυναίκα του. Μια νύχτα με ομίχλη, ο φίλος του ο Μπερκ τον είχε προσκαλέσει στο Γουάιτ’ς στο Λονδίνο. Και εκεί του είχαν συστήσει τον Γουόρλοκ. Την επόμενη μέρα, ο Γουόρλοκ είχε εμφανιστεί στο Λάμπερτ Χολ και είχε επιμείνει να γευματίσουν μαζί έξω. Και μέσα στη σκοτεινή άμαξα του Σεμπάστιαν, με τα στόρια κατεβασμένα, ο Σάιμον είχε στρατολογηθεί για να σώσει τη χώρα του από την αναρχία και την επανάσταση. «Δεν είσαι ποτέ στην πόλη. Έχεις το τέλειο άλλοθι», του είχε πει ο Γουόρλοκ. Ο Σάιμον δεν είχε διστάσει. Έτσι κι αλλιώς ήταν σαν να ζούσε στην εξορία, έστω κι αν το είχε επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό του. Είχε επιλέξει να αποφεύγει την Ελίζαμπεθ, έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι δε θα είχε καμιά σχέση με τους γιους του, επειδή δεν άντεχε την ιδέα να ζήσει μια ολόκληρη ζωή μαζί της. Η πρόταση του Γουόρλοκ ήταν ένα μέσο διαφυγής. Είχε ανταποκριθεί πρόθυμα στην πρόκληση να αναγεννηθεί ως Γάλλος και Ιακωβίνος. Γνώριζε καλά τον Πάτζετ και τον συμπαθούσε ιδιαίτερα. Καθώς η άμαξά του πλησίαζε στο σπίτι του Ντόμινικ Πάτζετ, αναρωτήθηκε αν θα τολμούσε να αναθερμάνει την παλιά φιλία. Δεν το θεωρούσε φρόνιμο, όχι τη στιγμή που έπαιζε διπλό παιχνίδι, αλλά μια επίσκεψη δε θα προκαλούσε υποψίες. Εκτός αυτού, ο Πάτζετ μπορεί να ήταν πηγή πληροφοριών. Αν και ο σύνδεσμός του δεν είχε εμφανιστεί εκείνο το πρωί τις προάλλες, ο «Ζουρντάν» είχε πάρει ένα σημείωμα νωρίτερα εκείνη τη μέρα για ένα ραντεβού. Ο καινούριος του σύνδεσμος θα ήταν κάποιος Μαρσέλ. Ο Ιακωβίνος είχε προτείνει μια συνάντηση τα μεσάνυχτα της επόμενης μέρας σε μια ταβέρνα στο Ιστ Εντ. Αυτή η σκέψη έκανε την καρδιά του να χτυπήσει δυνατά. Έπρεπε να πάει, φυσικά, και έπρεπε να έχει μαζί του πληροφορίες που δεν είχε ακόμα. Ο Ζουρντάν βρισκόταν στην Αγγλία σχεδόν τρεις βδομάδες τώρα. Δεν είχε καμιά σημασία ότι στην πραγματικότητα ήταν ο Σάιμον Γκρένβιλ, ότι είχε πεθάνει η γυναίκα του, ότι μέχρι πριν μια βδομάδα βρισκόταν στην Κορνουάλη και δεν έκανε τίποτε άλλο από το να φροντίζει τα παιδιά του. Είχε τριάντα έξι ώρες στη διάθεσή του για να βρει κάποια 178


πληροφορία για τον Λαφλέρ και τους Γάλλους αφέντες του, και ήδη τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Όταν είχε βγει εκείνο το πρωί, είχε φορέσει μια λευκή περούκα και φθαρμένα ρούχα για να μην τον αναγνωρίσουν. Στη Γαλλία. ως Ζουρντάν, άλλαζε συχνά περούκες σε διάφορα χρώματα, χρησιμοποιώντας το λευκό μόνο σε επίσημες εμφανίσεις. Σίγουρα ο Λαφλέρ θα είχε δώσει στον Μαρσέλ μια περιγραφή του Ζουρντάν -ψηλός, λεπτός, με ιδιαίτερη προτίμηση στις χρωματιστές περούκες. Καλά όλα αυτά, αλλά εκείνος ίσως έπρεπε να προχωρήσει ένα βήμα παραπάνω στη μεταμφίεση. Ήταν εκ των πραγμάτων επικίνδυνο να εμφανιστεί στο Λονδίνο ως Ζουρντάν. Ήταν πολλοί αυτοί που θα μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Σκέφτηκε προσεκτικά τις επιλογές του. Η Αμέλια τον είχε πιάσει να επιστρέφει στο σπίτι, αλλά δεν τον είχε αναγνωρίσει από μακριά. Τον είχε κυριεύσει τρομερή ένταση. Την είχε φέρει στο σπίτι του επειδή την είχαν ανάγκη τα παιδιά του. Κι αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, την είχε ανάγκη και εκείνος. Η καρδιά του σκίρτησε. Είχε ανάγκη να τη βλέπει κάθε μέρα και να ξέρει ότι φρόντιζε τα παιδιά του, ότι η καρδιά της ήταν γεμάτη αγάπη γι’ αυτά. Όταν την έβλεπε με τους γιους του, ένιωθε μια περίεργη ζεστασιά μέσα του. Βέβαια, τη χρειαζόταν και για άλλους λόγους. Ανυπομονούσε να μείνει για λίγο μόνος μαζί της μετά το δείπνο για να κουβεντιάσουν. Και δε θα έκανε καν τον κόπο να αρνηθεί ότι το κορμί του καιγόταν για εκείνη. Όταν την είχε στην αγκαλιά του, ένιωθε να διχάζεται ανάμεσα στην τρελή ανάγκη να βρεθεί μαζί της και σε μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας, λες και ήταν το λιμάνι στο οποίο λαχταρούσε να αράξει μέσα σε τούτο τον τρικυμισμένο κόσμο. Αλλά δεν είχε υπολογίσει τα προβλήματα που θα πυροδοτούσε η παρουσία της στο σπίτι του. Η Αμέλια ξυπνούσε πολύ νωρίς το πρωί και πήγαινε αργά για ύπνο. Τον είχε πιάσει σκαστό τα χαράματα, μια ώρα που οι περισσότερες κυρίες της αριστοκρατίας κοιμούνταν. Τώρα θα έπρεπε να ξεγλιστρήσει μεταμφιεσμένος πριν τα μεσάνυχτα, για να συναντήσει τον Μαρσέλ, και πολύ αμφέβαλλε αν εκείνη θα είχε πέσει για ύπνο μέχρι τότε. Θα έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να μην τον δει. 179


Μήπως μπορούσε να βρει έναν τρόπο να την απασχολήσει με τα παιδιά ακόμα και μια τόσο προχωρημένη ώρα; Να την έκανε να πιστέψει ότι ένα από τα παιδιά ήταν άρρωστο; Ή μήπως μπορούσε να σκαρφιστεί κάποιον άλλο περισπασμό; Το σίγουρο ήταν ότι δεν μπορούσε να βασιστεί στο ότι εκείνη θα κοιμόταν βαθιά στο κρεβάτι της, ενώ αυτός θα προσπαθούσε να βγει κρυφά από το σπίτι. Ήταν ήδη καχύποπτη απέναντι του. Είχε κάθε λόγο να αναρωτιέται για την περίεργη συμπεριφορά και τους φοβερούς εφιάλτες του. Δυστυχώς, γνώριζε ήδη πάρα πολλά για τις δραστηριότητες του Λούκας. Γνώριζε ακόμα και ότι ο Πάτζετ ήταν κάποτε κατάσκοπος. Η άμαξα σταμάτησε και ο Σάιμον αναστέναξε. Η Αμέλια δε θα έπρεπε να μάθει ποτέ την αλήθεια. Ο ιπποκόμος του άνοιξε την πόρτα. Το Μπέντφορντ Χάουζ ήταν τετράγωνο, τριώροφο, με τρεις πύργους. Ο κεντρικός σχημάτιζε το χολ της εισόδου. Τριανταφυλλιές και κισσοί σκαρφάλωναν στους πέτρινους τοίχους που περιέβαλλαν το οικόπεδο. Στο κέντρο της κυκλικής αλέας υπήρχε ένα συντριβάνι. Ο Σάιμον χαμογέλασε αχνά και κατέβηκε από την άμαξα. Τίποτα δε φαινόταν να έχει αλλάξει από την τελευταία του επίσκεψη, πριν από πολλά χρόνια. Μετά από λίγο τον οδήγησαν μέσα από τους διαδρόμους του επιβλητικού σπιτιού στη βιβλιοθήκη του Πάτζετ, προσπερνώντας δωμάτια με χρυσοποίκιλτα έπιπλα και μπροκάρ κουρτίνες. Έργα τέχνης στόλιζαν τους τοίχους. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με ένα κόκκινο χαλί. Ο Ντόμινικ τον περίμενε και σηκώθηκε από το γραφείο του μόλις τον είδε να μπαίνει στο μεγάλο ξυλεπένδυτο δωμάτιο με τις τεράστιες βιβλιοθήκες. «Ξαφνιάστηκα, αλλά ευχάριστα, όταν πήρα το σημείωμά σου, Σάιμον». Ο Πάτζετ χαμογέλασε και του άπλωσε το χέρι. Ο Σάιμον το έσφιξε και εντυπωσιάστηκε από την καλή όψη του Πάτζετ. Όπως κι ο ίδιος, προτιμούσε να εμφανίζεται χωρίς περούκα, και τα σκούρα μαλλιά του ήταν πιασμένα πίσω. Φορούσε βελούδινο σακάκι στο μπλε του ζαφειριού, ανοιχτόχρωμο παντελόνι και λευκές κάλτσες. Οι μανσέτες του ήταν από δαντέλα και φορούσε χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια του. Ο Σάιμον τον είχε δει για πολύ λίγο το περασμένο καλοκαίρι, και 180


το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο. Ο πόλεμος είχε αυτή την επίδραση στους κατασκόπους. Τώρα έδειχνε ξεκούραστος και απόλυτα ικανοποιημένος. Οι σκιές που υπήρχαν στα μάτια του σκιές αμφιβολίας, έντασης και φόβου, τις οποίες ο Σάιμον είχε αναγνωρίσει-είχαν εξαφανιστεί. Το χαμόγελο άγγιζε τα μάτια του. «Ποτέ δεν είμαστε ταυτόχρονα στην πόλη, και σκέφτηκα ότι ήταν ευκαιρία να έρθω να σε συγχαρώ για το γάμο σου και τη γέννηση της κόρης σου», είπε ο Σάιμον. Το χαμόγελο του Ντόμινικ Πάτζετ ξεθώριασε. «Και εγώ σε συλλυπούμαι για το θάνατο της συζύγου σου, Σάιμον». Εκείνος ύψωσε τους ώμους του. «Είναι μια τραγωδία. Δεν άξιζε στην Ελίζαμπεθ να πεθάνει». «Δε σε χρειάζομαι άλλο, Τζέραρντ», είπε ο Ντόμινικ. Όταν ο μπάτλερ υποκλίθηκε και έφυγε κλείνοντας τις πόρτες πίσω του, γύρισε και σέρβιρε δύο κονιάκ. Ο Σάιμον δέχτηκε το ποτό. «Σ’ ευχαριστώ». «Στις μέρες που ζούμε η ζωή είναι φοβερά αβέβαιη. Πώς πάνε τα παιδιά σου;» Ο Σάιμον ήπιε μια γουλιά από το εξαιρετικό γαλλικό κονιάκ. Παρέκαμψε την αναφορά στον πόλεμο, γιατί δεν ήταν ακόμα έτοιμος να συζητήσει αυτό το θέμα. «Τα αγόρια δείχνουν να προσαρμόζονται καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα». Δίστασε. Δεν ήθελε να κουβεντιάσει για την κόρη της Ελίζαμπεθ. «Και πρέπει να ευχαριστήσω την αδερφή της γυναίκας σου γι’ αυτό». «Η Τζούλιαν μου έχει πάρει τ’ αυτιά», είπε ήρεμα ο Ντόμινικ. «Και τα δικά μου καίνε από ντροπή», είπε ο Σάιμον, διερωτώμενος αν είχε κοκκινίσει. Ο Ντόμινικ τον κοίταξε. «Δεν καθόμαστε;» Ο Σάιμον κάθισε στον καναπέ, το ίδιο και ο οικοδεσπότης του. «Είναι αλήθεια ότι είχες κυνηγήσει την Αμέλια με άνομες προθέσεις πριν δέκα χρόνια;» «Ήμαστε και οι δύο πολύ νέοι και γεμάτοι πάθος. Αλλά δε νομίζω ότι οι προθέσεις μου ήταν ποτέ άνομες, έστω κι αν η λαίδη Πάτζετ πιστεύει το αντίθετο. Ο θαυμασμός που έτρεφα για την Αμέλια τότε ήταν απερίγραπτος, και αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Και τώρα, φυσικά, της είμαι βαθιά υποχρεώμένος». 181


«Το ξέρεις, φαντάζομαι, ότι όταν θα φτάσει ο κόμπος στο χτένι θα πρέπει να υπακούσω τη γυναίκα μου, έτσι;» Ο Σάιμον χαμογέλασε. Ο Πάτζετ δεν ήταν από τους ανθρώπους που υπάκουαν οποιονδήποτε, κι όμως έδειχνε πρόθυμος να αφήσει τη γυναίκα του να κάνει κουμάντο. «Ώστε η κόμισσα έχει τον τελευταίο λόγο;» «Φυσικά». Ο Πάτζετ χαμογέλασε. «Όταν είναι ευχαριστημένη εκείνη, είμαι κι εγώ». Έδειχνε τρελά ερωτευμένος, και ήταν χαριτωμένο, σκέφτηκε ο Σάιμον. «Δηλαδή, αν αποτύχω να συμπεριφερθώ σαν σωστός εργοδότης, θα πληρώσω για τα παραστρατήματά μου -και εσύ θα πάρεις το μέρος της λαίδης Πάτζετ στην είσπραξη του τιμήματος;» «Εγώ θα παίρνω πάντα το δικό της μέρος. Και η Αμέλια είναι κουνιάδα μου. Δεν μπορώ να πω ότι τη γνωρίζω καλά και, για να είμαι ειλικρινής, υπήρξε μια εποχή που εκείνη δε με συμπαθούσε ιδιαίτερα. Βέβαια, εγώ είχα πολύ άνομες προθέσεις απέναντι στην Τζούλιαν όταν την πρωτογνώρισα. Αλλά αυτά ανήκουν στην ιστορία». Αναστέναξε, μα χαμογέλασε. Ο Σάιμον ένιωσε την περιέργειά του να κεντρίζεται, αλλά είπε: «Οι δικές μου προθέσεις δεν ήταν ποτέ άνομες. Ο σέβασμός μου για την Αμέλια είναι ακόμα μεγαλύτερος και από το θαυμασμό μου γι’ αυτή». Το χαμόγελο του Ντόμινικ εξαφανίστηκε. «Ακούγεσαι τσιμπημένος». Και τώρα ο Σάιμον ήταν σίγουρος ότι είχε κοκκινίσει. «Τα παιδιά μου τη χρειάζονται. Τη λατρεύουν. Και εκείνη τα συμπαθεί πολύ. Δε θα μπορούσα να τα καταφέρω χωρίς εκείνη. Και εννοώ σε ό,τι αφορά αποκλειστικά τα παιδιά». «Φαντάζομαι ότι ούτε εσύ θα μπορούσες να τα καταφέρεις χωρίς εκείνη», είπε ο Ντόμινικ αργά. «Χμμ, αυτό το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον». «Και ποιο είναι ενδιαφέρον; Το ότι εξαρτώμαι από την οικονόμο μου; Αυτό πρέπει να είναι πολύ συνηθισμένο για τους εργένηδες και τους χήρους». «Όχι, το ότι εξαρτάσαι από τη γυναίκα που είχες κυνηγήσει κάποτε, τη γυναίκα που θαυμάζεις και σέβεσαι αφάνταστα. Η Αμέλια είναι μάλλον γοητευτική, με αυτά τα μακριά σκουρόξανθα μαλλιά και τα εκπληκτικά γκρίζα μάτια, αν βέβαια καταφέρεις να παραβλέψεις τα μουντά φουστάνια που συνηθίζει 182


να φοράει». Ο Σάιμον αρνήθηκε να τσιμπήσει το δόλωμα, έτσι δεν είπε τίποτα. «Αχά!» Ο Ντόμινικ γέλασε. «Τη βρίσκεις ακόμα γοητευτική!» «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι μια ελκυστική γυναίκα», απάντησε σφιγμένα ο Σάιμον. «Αλλά ειλικρινά δεν τη βλέπω με τέτοιο μάτι». «Πολύ καλά, θα προσποιηθώ ότι σε πιστεύω». Ο Ντόμινικ σοβάρεψε και πρόσθεσε: «Το εννοούσα αυτό που σου είπα πριν. Είμαστε φίλοι και θα καλύπτω πάντα τα νώτα σου, όχι όμως ενάντια στην οικογένειά μου. Λατρεύω τη γυναίκα μου και η Αμέλια είναι μέλος της οικογένειάς μου. Φρόντισε να το θυμάσαι αυτό. Φρόντισε να της φέρεσαι με το σεβασμό που της αξίζει». Ο Σάιμον ήπιε άλλη μια γουλιά από το κονιάκ του. «Αυτός είναι ο σκοπός μου, Πάτζετ. Θα έχω την ευκαιρία να ανανεώσω τη γνωριμία μου με τη λαίδη Πάτζετ προτού φύγω;» Ήταν αλήθεια πως ήθελε να τη χαιρετήσει και να ξεπεράσει. αν γινόταν, την παλιά εχθρότητα, κυρίως όμως ήθελε να μάθει αν βρισκόταν στο σπίτι. «Η Τζούλιαν πήγε να επισκεφτεί την Αμέλια μαζί με τη Ναντίν Ντ’Αρσάν, μια παλιά και πολύ αγαπητή οικογενειακή φίλη». Ο Ντόμινικ άπλωσε τα μακριά πόδια του. «Δείχνεις μάλλον ευδιάθετος, Γκρένβιλ. Πώς είσαι στ’ αλήθεια;» Η ένταση ήταν ακαριαία. Για να την κρύψει, ο Σάιμον ήπιε μια γουλιά από το ποτό του σταυρώνοντας τα πόδια του. Ήταν πάντα συνετό να μένεις όσο γινόταν πιο κοντά στην αλήθεια. «Η επιστροφή στο σπίτι είναι σχεδόν σαν να βρέθηκα σ’ ένα διαφορετικό κόσμο. Όλα είναι ίδια... Τίποτα δεν είναι ίδιο». Ο Πάτζετ έμεινε σκεφτικός. «Βρίσκεσαι σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Θυμάμαι καλά το συναίσθημα. Νιώθεις παγιδευμένος. Ό,τι και να κάνεις, είσαι καταδικασμένος». Ο Σάιμον τινάχτηκε. Δεν ήθελε να κουβεντιάσει το δίλημμα στο οποίο βρισκόταν, αλλά ο Πάτζετ είχε απόλυτο δίκιο. «Είμαι ενθουσιασμένος που βρίσκομαι με τους γιους μου τώρα». «Για πόσο καιρό;» Ο Σάιμον άφησε το ποτό του κάτω. «Φαντάζομαι πως έχω ένα μήνα, ίσως δύο». Ο Ντόμινικ έγινε βλοσυρός. «Όταν ήμουν παγιδευμένος 183


στον κόσμο του Γουόρλοκ, δεν είχα παιδιά και δεν είχα την Τζούλιαν. Τότε ήμουν αρραβωνιασμένος με τη Ναντίν. αλλά τη θεωρούσα νεκρή. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς τα καταφέρνεις εσύ, Σάιμον. Πώς στην ευχή επιστρέφεις στη Γαλλία, ειδικά στο Παρίσι, όπου βασιλεύει η Τρομοκρατία; Πώς αφήνεις την οικογένειά σου πίσω;» Ο Σάιμον δεν άντεξε. «Είχα συγγενείς στη Λυόν. Το ήξερες αυτό; Ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν Γάλλος. Εκτέλεσαν σχεδόν όλους τους κατοίκους της πόλης επειδή αντιστάθηκαν στην Επανάσταση -ανάμεσα σ’ αυτούς και τους συγγενείς μου. Γνωρίζω τα πάντα για τα αντίποινα που μπορεί να εφαρμόσει η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας». Ένιωσε ναυτία. Ήταν σίγουρα παγιδευμένος. Ήταν ένα γεγονός -ένα συναίσθημα- με το οποίο ζούσε κάθε μέρα της ζωής του. «Ο θάνατος βρίσκεται παντού, και κανείς δεν πενθεί περισσότερο από εμένα, γιατί όσο είμαι Αγγλος είμαι και Γάλλος», είπε ο Ντόμινικ. «Αλλά χώρα είναι ακόμα χειρότερα από πέρυσι το καλοκαίρι, πριν αναλάβει την εξουσία ο Ροβεσπιέρος, πολύ χειρότερα. Μάρτυς μου ο Θεός, δε θα έπρεπε να σου πω εγώ τι να κάνεις. Αλλά άσε με να σου πω αυτό, Σάιμον. Ποτέ δεν ήμουν πιο ευτυχισμένος. Είμαι βαθιά ερωτευμένος τόσο με τη γυναίκα μου όσο και με την κόρη μου. Παλιά είχα τρομερούς εφιάλτες. Μοιάζει με θαύμα να ξυπνάω το πρωί με το χαμόγελο στα χείλη και να ανυπομονώ να ζήσω τη μέρα!» «Χαίρομαι για σένα», είπε ο Σάιμον, και ξαφνικά λαχτάρησε έστω και ένα μικρό δείγμα από αυτό που είχε ο Πάτζετ. Αλλά ήταν παγιδευμένος ανάμεσα στον Λαφλέρ και τον Γουόρλοκ, πράγμα που δεν ήξερε ο Ντόμινικ -πράγμα που δεν έπρεπε να μάθει ποτέ. «Ένας από τους λόγους που ικέτευσα την Αμέλια να δεχτεί τη θέση της οικονόμου μου ήταν επειδή ήξερα ότι θα φρόντιζε τα παιδιά μου, όταν εγώ θα έλειπα, όπως τα φρόντιζε η μητέρα τους». Ο Ντόμινικ κούνησε το κεφάλι του. «Δηλαδή δε σκέφτεσαι να βγεις από αυτό το αναθεματισμένο παιχνίδι». «Ο Γουόρλοκ δε θα με άφηνε ποτέ να το κάνω, και το ξέρεις», απάντησε ήπια ο Σάιμον. «Έχει κι αυτός καρδιά. Μπορεί να είναι θαμμένη κάτω από ένα πολύ χοντρό πετσί, αλλά υπάρχει, πίστεψέ με», είπε ο Ντόμινικ. 184


Ο Σάιμον ύψωσε τους ώμους του. Θα πίστευε στη συμπόνια του Γουόρλοκ μόνο όταν θα την έβλεπε ο ίδιος. Αλλά και να ήταν αλήθεια, δε θα μπορούσε να βγει από το παιχνίδι χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια των γιων του -εκτός αν ήταν νεκρός. «Είναι ανάγκη να κερδίσουμε αυτό τον πόλεμο. Αν νικηθούν οι Γάλλοι, η Δημοκρατία θα πέσει και η επανάσταση θα πάρει τέλος». «Ακουσες τα τελευταία νέα; Οι Γάλλοι έσπασαν τις γραμμές μας και πήραν το Μενέν και το Κουρτρέ. Τώρα θα εισβάλουμε σίγουρα στη Φλάνδρα». Παρά την έκπληξή του, ο Σάιμον φρόντισε να παραμείνει ανέκφραστος. Δεν είχε ακούσει τα νέα. Ο Λαφλέρ χρειαζόταν πληροφορίες πριν την εισβολή. «Φαντάζομαι ότι η επιχείρηση έχει ξεκινήσει ήδη. Έχεις ακούσει τίποτε λεπτομέρειες για την επικείμενη εισβολή;» «Έχω ακούσει κάποιες φήμες. Υπάρχει μια διαφωνία ανάμεσα στους Συμμάχους για την αρχηγία. Άκουσα επίσης ότι ο Κόμπεργκ έχει συγκεντρώσει κάπου εξήντα χιλιάδες άντρες. Αμφιβάλλω αν οι Γάλλοι μπορούν να συγκεντρώσουν τόσο στρατό», είπε ο Ντόμινικ. «Μην είσαι τόσο σίγουρος. Τα πράγματα έχουν αλλάξει από τον περασμένο Αύγουστο που η επιστράτευση έγινε νόμος», του απάντησε ωμά ο Σάιμον. «Πριν φύγω από το Παρίσι, άκουσα ότι μέχρι το φθινόπωρο τα στρατεύματά τους θα αριθμούν ένα εκατομμύριο άντρες». Ο Ντόμινικ χλόμιασε. «Ας ευχηθούμε ότι δε θα φτάσουν ούτε κατά διάνοια αυτό τον αριθμό, αλλά έχω διαπιστώσει ο ίδιος πόσο λυσσασμένος έχει γίνει ο απλός πολίτης. Ο στρατός προσφέρει τώρα κινητικότητα που κανείς δεν μπορούσε να ονειρευτεί πριν. Ο απλός στρατιώτης γίνεται λοχίας σε χρόνο μηδέν. Ο τσαγκάρης γίνεται στρατηγός. Φοβάμαι». Ο Ντόμινικ του χτύπησε βλοσυρός τον ώμο. «Σκέψου την πιθανότητα να φύγεις τώρα, όσο μπορείς. Τα παιδιά σου σε χρειάζονται, Σάιμον». Ο Σάιμον παραλίγο να γελάσει. Οι γιοι του ήταν όλη του η ζωή. Αλλά δεν μπορούσε να το πει αυτό στο φίλο του. «Θα φύγω όταν μπορέσω, αλλά δεν έφτασε ακόμα η ώρα». Κοίταξε τον Πάτζετ στα μάτια. «Χρειάζομαι κάτι, Ντόμινικ, κάτι που θα μπορούσε να μου σώσει τη ζωή αν με ανακαλύψουν με185


τά την επιστροφή μου στη Γαλλία». Κατάλαβε ότι είχε ιδρώσει. Αμφέβαλλε αν ο Πάτζετ είχε κάποια σημαντική πληροφορία ή, και να την είχε, αν θα του την έδινε, αλλά άξιζε η προσπάθεια. «Μπορεί να έχω κάτι για σένα», απάντησε σκεφτικός ο Ντόμινικ. Ο Σάιμον τον κοίταξε, νιώθοντας την ελπίδα να τον πλημμυρίζει. «Υπάρχει ένας διπλός πράκτορας στο Υπουργείο Πολέμου». Ο Σάιμον κόντεψε να πνιγεί. «Ο Γουόρλοκ το ξέρει. Ο πράκτορας συνεργάζεται στενά με τον Γουίνταμ. Για την ακρίβεια, ο Γουόρλοκ ξέρει ποιος είναι, και το ξέρει κάμποσο καιρό τώρα. Τον κρατάνε επίτηδες στη θέση του και τον χρησιμοποιούν προσεκτικά εναντίον των Γάλλων». Ο Σάιμον ένιωσε να ζαλίζεται. Υπήρχε ένας Γάλλος κατάσκοπος στο Υπουργείο Πολέμου. Μόλις είχε πάρει μια πληροφορία που θα μπορούσε να σώσει τόσο τη δική του ζωή όσο και των γιων του. Αν έλεγε στον Λαφλέρ ότι είχαν ανακαλύψει τον άνθρωπό του, τότε οι Γάλλοι θα τον εμπιστεύονταν απόλυτα. Αλλά το έξυπνο παιχνίδι του Γουόρλοκ θα έπαιρνε τέλος. Κατάφερε να βρει τη φωνή του. «Δεν είμαι σίγουρος αν θα έπρεπε να ρωτήσω, αλλά ποιος είναι;» «Τυχαίνει να ξέρω, γιατί βοήθησα να τον ξεσκεπάσουν. Πιστεύω, ωστόσο, ότι όσο λιγότεροι γνωρίζουμε την ταυτότητα του πράκτορα, τόσο το καλύτερο». «Έχεις δίκιο», είπε ο Σάιμον, σοκαρισμένος πάντα. Αλλά τώρα είχε την πληροφορία που χρειαζόταν -αν αναγκαζόταν ποτέ να φτάσει τόσο μακριά ώστε να προδώσει την πατρίδα του. «Ο Γουόρλοκ παίζει επικίνδυνο παιχνίδι». «Ναι, πράγματι,-αλλά κανείς δεν τον ξεπερνά στην πονηριά και στην απάτη». «Κανείς», συμφώνησε ο Σάιμον. Όμως ένιωσε ότι έλεγε ψέματα, γιατί αυτός ήταν που βρισκόταν χωμένος μέχρι το λαιμό στην εξαπάτηση και στο ψέμα. *** «Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είπε απαλά η Αμέλια, με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της. Είχε μόλις διηγηθεί στα παιδιά μια αφάνταστα συγκινητική ιστορία με ευτυ186


χισμένο τέλος για ένα μυστηριώδη ιππότη και την πριγκίπισσά του. Η ιστορία ήταν γεμάτη Τσιγγάνους, κλέφτες, μάγους, ακόμα και ιπτάμενους δράκους. Ο Γουίλιαμ ήταν καθισμένος στο κρεβάτι και είχε αγκαλιάσει τα γόνατα στο στήθος του. Ο Τζον είχε αποκοιμηθεί βαθιά στο διπλανό κρεβάτι με ένα χαμόγελο στο όμορφο πρόσωπό του. Ήταν περασμένες εννιά και ήταν πολύ αργά για ένα τετράχρονο παιδί. «Εσείς την επινοήσατε αυτή την ιστορία, δεσποινίς Γκρέιστοουν;» ρώτησε σοβαρός ο Γουίλιαμ. Η Αμέλια πλησίασε και εκείνος χώθηκε κάτω από την μπλε κουβέρτα. «Και βέβαια», του απάντησε. Ο Γουίλιαμ χασμουρήθηκε τη στιγμή που η Αμέλια γύριζε να τραβήξει πιο ψηλά την κουβέρτα του Τζον. «Ο πρίγκιπας Γκόντφρι μου θυμίζει τον πατέρα». Η Αμέλια όρθωσε το κορμί της. Η καρδιά της σκίρτησε. Ο Σάιμον δεν είχε έρθει να τους κάνει παρέα. Όλη μέρα ήταν μια άσκηση θέλησης προκειμένου να μη σκέφτεται το προηγούμενο βράδυ. Το φιλί που είχαν ανταλλάξει τη στοίχειωνε όσο εκπλήρωνε τα καθήκοντά της. Όπως και η πρόσφατη ανακάλυψή της ότι ένιωθε μόνος. Ήταν σίγουρη πως είχε δίκιο. Ο Σάιμον ένιωθε μόνος, του έλειπε η οικογένειά του. Ευχήθηκε να είχε έρθει να ακούσει την ιστορία που είχε βγάλει μόλις από το μυαλό της. Αλλά δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να του ζητήσει να τους κάνει συντροφιά επάνω. Για την ακρίβεια, δεν είχαν συζητήσει καθόλου μετά το δείπνο, δεν είχε υπάρξει η παραμικρή οικειότητα ή κάποια νύξη ότι τη σκεφτόταν σαν κάτι περισσότερο από οικονόμο του. Την είχε απλώς ευχαριστήσει αφηρημένα για το γεύμα καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα του. Ύστερα την είχε ρωτήσει αν σκόπευε να ανέβει πάνω να διαβάσει παραμύθι στα παιδιά. Κι όταν εκείνη του απάντησε θετικά, είχε κουνήσει απλώς το κεφάλι του και είχε φύγει από την τραπεζαρία, βάζοντας απότομα τέλος στη σύντομη συζήτηση. Η Αμέλια ήταν σίγουρη πως θα είχε απολαύσει κι αυτός την τελευταία ώρα, παρά τα όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ, αλλά καταλάβαινε επίσης πως μάλλον ήταν καλύτερα έτσι. Τώρα χαμογέλασε στον Γουίλιαμ. «Υποθέτω πως υπάρχουν κάποιες ομοιότητες ανάμεσα στον πατέρα σου και τον πρίγκι187


πα. Στο κάτω κάτω, είναι και οι δύο πολύ γοητευτικοί άντρες». Ο Γουίλιαμ ξαφνιάστηκε. «Θεωρείτε τον πατέρα γοητευτικό;» «Ναι. Τώρα κλείσε τα μάτια σου και όνειρα γλυκά», είπε αποφασιστικά η Αμέλια. Ο Γουίλιαμ όμως την ξάφνιασε λέγοντας: «Η μαμά μου δεν τον έβρισκε γοητευτικό». Η Αμέλια είχε σβήσει μόλις ένα κερί. Τσιτώθηκε. «Είμαι σίγουρη ότι τον θαύμαζε, Γουίλιαμ», κατάφερε να πει. «Δεν ξέρω. Δεν τον συμπαθούσε και πολύ, ούτε εκείνος τη συμπαθούσε». Την κοιτούσε επίμονα. Η Αμέλια ένιωσε την καρδιά της να ραγίζει. Γύρισε δίπλα του και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Μερικές φορές οι σύζυγοι δεν τα πηγαίνουν και τόσο καλά όσο θα έπρεπε. Αλλά υπάρχουν και φορές που τα πηγαίνουν υπέροχα. Εξαρτάται από τα άτομα και τους λόγους που τα οδήγησαν στο γάμο». «Οι δικοί σας γονείς συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο;» τη ρωτησε ο Γουίλιαμ. Η Αμέλια σάστισε. «Η αλήθεια είναι ότι αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, αλλά ο πατέρας μου είχε μανία με τα τυχερά παιχνίδια, Γουίλιαμ. Μας παράτησε στην Αγγλία, επειδή προτιμούσε τα καζίνο σε πόλεις όπως το Παρίσι και το Αμστερνταμ. Και αυτό πλήγωσε φοβερά τη μητέρα μου». Ο Γουίλιαμ κούνησε βλοσυρός το κεφάλι του. «Ο πατέρας μάς αφήνει συνέχεια, αλλά όχι για να παίζει τυχερά παιχνίδια. Έχει μεγάλα κτήματα στο βορρά. Μου είπε ότι μια μέρα θα με πάρει κι εμένα μαζί του». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Είμαι σίγουρη ότι δε βλέπει την ώρα να σε πάρει μαζί του». Τον φίλησε αυθόρμητα στο μάγουλο. «Αλλά νομίζω ότι πρέπει να μεγαλώσεις λίγο ακόμα. Στο μεταξύ, θα πρέπει να είσαι άριστος στα μαθήματά σου και να τον κάνεις περήφανο». Καθώς σηκωνόταν, πρόσθεσε: «Όχι ότι δεν είναι ήδη πολύ περήφανος για σένα!» Ο Γουίλιαμ της χαμογέλασε. «Το ξέρω». Η Αμέλια του ανταπέδωσε το χαμόγελο και έκανε το γύρο του δωματίου για να σβήσει όλα τα κεριά. Τα μηνίγγια της σφοροκοπούσαν. Ο Σάιμον θα έπρεπε να ήταν εκεί για το παραμύθι των γιων του. Το επόμενο βράδυ θα φρόντιζε να είναι μαζί τους. Σταμάτησε και κοίταξε τα κοιμισμένα αγόρια μέσα στο 188


σκοτάδι. Ένιωσε την καρδιά της να γεμίζει αγάπη γι' αυτά. Σίγουρα ο Σάιμον δε θα διακινδύνευε τη ζωή του σπρωγμένος από κάποια αίσθηση πατριωτικού καθήκοντος, τη στιγμή που είχε να διαχειριστεί μια τεράστια περιουσία και να εκπαιδεύσει τον Γουίλιαμ ως διάδοχό του. Βγήκε από το υπνοδωμάτιο, αφήνοντας την πόρτα μισάνοιχτη. Διέσχισε το διάδρομο και μπήκε στην παιδική κρεβατοκάμαρα που κοιμόταν η Λουσίλ. Ήθελε να περάσει λίγα λεπτά με το μωρό και στη συνέχεια θα πήγαινε να καληνυχτίσει τη μητέρα της. Η κυρία Μέρντοκ δεν ήταν εκεί, είχε κατέβει στην κουζίνα να φτιάξει ένα τσάι με μέλι, όπως το συνήθιζε κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο. Η Αμέλια κάθισε στην καρέκλα που βρισκόταν δίπλα στην κούνια. Η Λουσίλ κοιμόταν μπρούμυτα με το δάχτυλο στο στόμα. Ήταν πανέμορφη ακόμα και κοιμισμένη, με τα ξανθά μαλλιά, τα στρουμπουλά μαγουλάκια της και τη γουστόζικη ροζ νυχτικού-λα της. Η Αμέλια σηκώθηκε και χάιδεψε την πλατούλα της με τα ακροδάχτυλά της. Το μωρό δεν κουνήθηκε. Πώς ήταν δυνατό να μην έρθει ο Σάουθλαντ να την πάρει; Πώς ήταν δυνατό να μην την ερωτευτεί ο Σάιμον με την πρώτη ματιά; Αραγε ο Σάουθλαντ θα την έπαιρνε μαζί του; Η καρδιά της βούλιαξε από τον τρόμο. Απ’ ό,τι ήξερε, ο Σάουθλαντ δεν είχε απαντήσει ακόμα στο γράμμα του Σάιμον. Πήγαιναν τρεις βδομάδες. Μπορεί να ταξίδευε. Διαφορετικά, η σιωπή του σήμαινε ότι σκόπευε να αδιαφορήσει για την κόρη που είχε σπείρει. Αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να προτείνει στον Σάιμον να στείλει έναν υπηρέτη στο διαμέρισμα του Σάουθλαντ στο Λονδίνο για να μάθουν αν βρισκόταν στην πόλη ή όχι. Η Αμέλια έτρεμε σ’ αυτή τη σκέψη, αλλά η θέση της Λουσίλ ήταν με τον φυσικό της πατέρα, όχι με τον Σάιμον Γκρένβιλ, και σίγουρα όχι μ’ εκείνη. «Μακάρι να ήσουν δική μου κόρη», ψιθύρισε, χαϊδεύοντας πάλι το κοιμισμένο μωρό. Ήξερε ότι θα ράγιζε η καρδιά της όταν ερχόταν ο Σάουθλαντ -αν ερχόταν. Και ήξερε ότι έπρεπε να αρχίσει να σκέφτεται το ενδεχόμενο να έρθει. Ο Σάιμον εξακολουθούσε να αγνοεί το μωρό. Αν όμως έπαιρνε μια φορά τη Λουσίλ στην αγκαλιά του. σίγουρα θα άρχιζε να μαλακώνει η καρδιά του. 189


Και γιατί όχι την επόμενη μέρα; Η κυρία Μέρντοκ επέστρεψε. Φορούσε τη νυχτικιά της και τα μαλλιά της πετάγονταν από το σκουφάκι της νύχτας σαν βελόνες. Η Αμέλια και η γκουβερνάντα αντάλλαξαν ψιθυριστά μια καληνύχτα. «Τα αγόρια κοιμήθηκαν;» ρώτησε η γκουβερνάντα. «Κοιμήθηκαν βαθιά και τα δύο. Θα τα πούμε αύριο». Η Αμέλια χαμογέλασε και βγήκε από την παιδική κρεβατοκάμαρα. Το βλέμμα της ταξίδεψε στο βάθος του διαδρόμου. Η πόρτα της σουίτας του Σάιμον βρισκόταν στο τέλος, όχι μακριά από τις σκάλες, και ήταν κλειστή. Θα πρέπει να ήταν γύρω στις δέκα και τέταρτο. Σίγουρα εκείνος θα ήταν ακόμα στη βιβλιοθήκη. Όπως και να είχε το πράγμα, εκείνη θα διέσχιζε στα γρήγορα το διάδρομο και θα κατέβαινε κάτω, όπου θα ανέβαινε την ανατολική σκάλα για το δωμάτιό της. Δε θα αναρωτιόταν -δε θα νοιαζόταν καν- πού ήταν εκείνος. Προχώρησε στο διάδρομο. Αλλά δεν τάχυνε το βήμα της καθώς πλησίασε στην πόρτα του -μόνο η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Αντίθετα, σαν να είχαν δική τους θέληση, τα βήματά της έγιναν πιο αργά. Και άκουσε μια κίνηση μέσα στο δωμάτιό του, έναν κρότο. Η καρδιά της αναπήδησε άγρια. Ο Γκρένβιλ ήταν στα διαμερίσματά του. Δίστασε και μετά συνειδητοποίησε ότι είχε στήσει αυτί έξω από την πόρτα του! Τη στιγμή που έκανε να συνεχίσει το δρόμο της, εκείνος έβγαλε μια άγρια κραυγή. Ο ήχος ήταν τραχύς, σαν να πονούσε. Η Αμέλια άρπαξε το πόμολο. «Γκρένβιλ;» «Ανάθεμά σε», φώναξε εκείνος. Η Αμέλια πάγωσε, νομίζοντας ότι έβριζε εκείνη. Με έναν ήχο που έμοιαζε με πνιχτό λυγμό, ο Γκρένβιλ φώναξε πάλι: «Λαφλέρ!» Ονειρευόταν. Η Αμέλια όρμησε μέσα. «Πρετέ-μουά!» ξεφώνισε εκείνος. Μιλούσε γαλλικά! Η Αμέλια διέσχισε βιαστικά τη σουίτα. Δεν υπήρχαν φοίτα στο σαλόνι. Ευθεία μπροστά ήταν η ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαράς του. Το πελώριο κρεβάτι βρισκόταν στο κέντρο. 190


Ήταν εβένινο, με χρυσοκόκκινες κουρτίνες, και δέσποζε σε όλο το δωμάτιο. Στο ένα κομοδίνο υπήρχαν αναμμένα κεριά και διέκρινε αμέσως τον Σάιμον. Κοιμόταν ξαπλωμένος ανάσκελα, με το ένα μπράτσο ριγμένο στο πρόσωπό του. Είχε βγάλει το σακάκι του, αλλά κατά τ’ άλλα ήταν ντυμένος. Ήταν φανερό πως είχε ξαπλώσει να ξεκουραστεί για λίγο. Κάτι μουρμούρισε πάλι και πετάχτηκε. Η Αμέλια πλησίασε βιαστικά, ακούμπησε το κερί της, τον έπιασε από τον ώμο και τον ταρακούνησε. «Σάιμον». Και προτού προλάβει να προφέρει καλά-καλά το όνομά του, εκείνος την είχε αρπάξει, την είχε πετάξει στο κρεβάτι και είχε κολλήσει την κάννη ενός πιστολιού στον κρόταφό της, ακινητοποιώντας τη με το σώμα του. Την έπνιξε ο φόβος καθώς τα βλέμματά τους συναντιόνταν. «Σάιμον, εγώ είμαι!» Τα σκούρα μάτια του ήταν γουρλωμένα και αγριεμένα. Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα αδυσώπητης οργής. «Μπάσταρδε!» «Μην πυροβολήσεις», του φώναξε, έντρομη τώρα. «Μην πυροβολήσεις! Εγώ είμαι... Η Αμέλια!» Και επιτέλους είδε στο βλέμμα του ότι είχε καταλάβει. «Τι στο διάβολο κάνεις;» τη ρώτησε και ρίγησε σύγκορμος, τραβώντας το πιστόλι από τον κρόταφό της. Η Αμέλια άρχισε να ανασαίνει, γρήγορα και κοφτά, με τον κρύο ιδρώτα να μουσκεύει το σώμα της. Ο Σάιμον ήταν από πάνω της, στηριγμένος στα γόνατα και στα χέρια του. «Σε άκουσα να φωνάζεις», του απάντησε ξέπνοη. Ο Γκρένβιλ κάθισε στο κρεβάτι δίπλα της και άφησε το πιστόλι στο ανοιχτό συρτάρι του κομοδίνου. Είχε αντιδράσει τόσο γρήγορα, που η Αμέλια δεν τον είχε δει καν να το ανοίγει και να παίρνει το πιστόλι. Ανακάθισε κι εκείνη, αλλά αμέσως σωριάστηκε πίσω στα μαξιλάρια του κρεβατιού του, τρέμοντας ασυγκράτητα. Ο Σάιμον την κοίταξε, σαν να ήταν διχασμένος ανάμεσα στο σοκ και την αποστροφή. Έμειναν να κοιτάζονται. Είχε τραβήξει όπλο και την είχε απειλήσει. Κοιμόταν με ένα πιστόλι δίπλα στο κρεβάτι του. Η Αμέλια δεν μπορούσε να σταματήσει το τρέμουλό της. Δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από το δικό του. Δε 191


θα ξεχνούσε ποτέ την έκφραση που είχε αντικρίσει λίγο πριν την οργή, τη μανία, τη στυγερή αποφασιστικότητα. Αν ήταν ξένη, αυτή τη στιγμή θα ήταν νεκρή. Ω, Θεέ μου! Αλλά έτρεμε κι εκείνος. Είδε ότι ήταν λουσμένος στον ιδρώτα. Το βατιστένιο πουκάμισο είχε κολλήσει στο στέρνο του. Ανάσαινε λαχανιασμένα, σαν να είχε πάρει μόλις μέρος σε αγώνα δρόμου. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε τραχιά. Εκείνη άγγιξε τον κρόταφό της, όπου της είχε κολλήσει το πιστόλι. Για ποιον την είχε περάσει; «Είναι γεμάτο;» Εκείνος την κοίταξε χωρίς να της απαντήσει -πράγμα που μίλησε από μόνο του. Η Αμέλια ένιωσε αναγούλα. Ο Γκρένβιλ κοιμόταν με ένα γεμάτο όπλο δίπλα στο κρεβάτι του. Φοβόταν ότι μπορεί να εισέβαλλε κάποιος στο σπίτι του στη μέση της νύχτας. Τον βασάνιζαν φρικτοί εφιάλτες. Αν δεν ήταν μπλεγμένος σε μυστικές πολεμικές δραστηριότητες, τότε ήταν μπλεγμένος σε κάτι εξίσου τρομακτικό. «Σε πόνεσα;» Εκείνη ζάρωσε και αντιμετώπισε το διαπεραστικό βλέμμα του. «Όχι πολύ». Ο Γκρένβιλ έβρισε. Ύστερα το βλέμμα του ταξίδεψε από τα μάτια στο στόμα της, και από εκεί στο μπούστο μέχρι τη μέση της. Το σήκωσε αμέσως. «Το κεφάλι σου... σε πονάει;» Η Αμέλια τσιτώθηκε απίστευτα -με διαφορετικό τρόπο. Ήταν στο κρεβάτι του Σάιμον. «Λιγάκι». Εκείνος σηκώθηκε. «Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ!» αναφώνησε. «Τι στην ευχή νόμιζες ότι έκανες; Αυτά είναι τα ιδιωτικά μου διαμερίσματα!» «Είχες πάλι εφιάλτη. Ακουγόσουν να υποφέρεις!» του φώναξε εκείνη ριγώντας. Τύλιξε τα μπράτσα γύρω της. Πώς μπορούσε να σηκωθεί από τη μέση του τεράστιου κρεβατιού χωρίς να φανεί δειλή -χωρίς να δείξει ότι φοβόταν μήπως την αποπλανήσει; Και στη συνέχεια πώς θα τον προσπερνούσε; Εκείνος κοκκίνισε. «Ξέρουμε και οι δύο τι συνέβη την τελευταία φορά που είχα εφιάλτη και τόλμησες να επέμβεις». Η Αμέλια δεν κουνήθηκε από τη θέση της στο κέντρο του πελώριου κρεβατιού. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία στον τρόπο που κολλούσε το πουκάμισο πάνω στο μυώδες 192


στέρνο και στους ώμους του, στον τρόπο που τόνιζε το κολλητό παντελόνι τα δυνατά, γυμνασμένα πόδια του. Με εξαίρεση τα κεριά που έκαιγαν στο κομοδίνο, το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Εκείνη έγειρε μπροστά και ετοιμάστηκε να κατεβάσει τα πόδια της στο πλάι του κρεβατιού. Εκείνος ακούμπησε το χέρι του στο στρώμα δίπλα στο γοφό της και την εμπόδισε να κινηθεί. «Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ». Η Αμέλια βούλιαξε αργά πίσω στα μαξιλάρια. Πέρασε λίγη ώρα προτού μιλήσει. «Φώναζες στον ύπνο σου». Γερμένος πάντα προς το μέρος της, την κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν. «Αλήθεια;» Ύστερα χαμήλωσε τα βλέφαρά του και εκείνη χρειάστηκε ένα δευτερόλεπτο για να προσέξει το κοκκίνισμα στα ψηλά ζυγωματικά του. Τα βλέφαρά του σηκώθηκαν πάλι και υπήρχε μια καινούρια λάμψη στα μάτια του. «Αρεσε στα αγόρια το παραμύθι;» Εκείνη αγνόησε την ερώτησή του. «Ποιος είναι ο Λαφλέρ; Μιλούσες γαλλικά. Τι έβλεπες στον ύπνο σου;» Η έκφρασή του δεν άλλαξε, αν και το στόμα του σχημάτισε μια ελαφριά γκριμάτσα. «Λα φλερ σημαίνει το λουλούδι. Αμφιβάλλω αν με άκουσες να μιλάω για λουλούδια, Αμέλια». «Εγώ νομίζω ότι ήταν το όνομα κάποιου, όπως και το Νταντόν». Η έκφρασή του σκλήρυνε, αλλά η γκριμάτσα στα χείλη ίου παρέμεινε αναλλοίωτη. Της μίλησε πολύ απαλά, γέρνοντας ακόμα της κοντά. «Ανάθεμά σε, Αμέλια, σε προσέλαβα για να φροντίζεις τα παιδιά μου, όχι για να χώνεις τη μύτη σου στις υποθέσεις μου». Το βλέμμα του ταξίδεψε πάλι στο μπούστο της. Εκείνη φορούσε ένα μουντό γκρίζο φόρεμα με στρογγυλή λαιμόκοψη και τρουακάρ μανίκια, αλλά ένιωθε σαν να φορούσε μια φοβερά αποκαλυπτική βραδινή τουαλέτα με βαθύ ντεκολτέ ή, ακόμα χειρότερα, σαν να ήταν ολόγυμνη. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Ήξερε ότι έπρεπε να σηκωθεί από αυτό το κρεβάτι και να φύγει στα γρήγορα, αλλά δεν τολμούσε να κινηθεί. Το μπράτσο και το κορμί του της έφραζαν το δρόμο. «Έβλεπες στον ύπνο σου τον πόλεμο;» Για μια στιγμή εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει με βλέμμα που θύμιζε αρπακτικό. «Γιατί θα έβλεπα στον ύπνο μου τον πόλεμο, τη στιγμή που δε δίνω δεκάρα για ό,τι συμβαίνει εκεί;» «Δεν είμαι σίγουρη ότι σε πιστεύω», ψιθύρισε η Αμέλια, με 193


τα μπράτσα πάντα τυλιγμένα γύρω της. Κάπου στο βάθος άκου-σε τη Λουσίλ να κλαίει. «Το μωρό κλαίει. Δε θα πας να βοηθήσεις την γκουβερνάντα;» «Όχι. Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι τελικά μπορεί να σ' ενδιαφέρει ο πόλεμος. Σάιμον, μπορείς να με εμπιστευτείς». Εκείνος σηκώθηκε και σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος του. Με την κίνηση φούσκωσαν οι δικέφαλοί του. Ένα περίεργο αχνό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, αλλά δεν ήταν εύθυμο. Η έκφρασή του ήταν αδίστακτη. «Νομίζω ότι πρέπει να πας να φροντίσεις το παιδί. Δεν έχω διάθεση για ανάκριση». Η Αμέλια σφίχτηκε. «Δε θα σου έκανα ποτέ ανάκριση! Αλλά η Τζούλιαν μου είπε ότι ο Ζορζ Νταντόν εκτελέστηκε πρόσφατα στο Παρίσι». Έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Τον είχε πιάσει απροετοίμαστο, γιατί πέρασε ένα δευτερόλεπτο μέχρι να ξαναπάρει την αδιάφορη έκφρασή του. Και αυτό της είπε ότι γνώριζε τα πάντα για την εκτέλεση του Νταντόν, αλλά ότι δεν περίμενε πως θα το ήξερε εκείνη ή πως θα το ανέφερε. «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς». Έλεγε ψέματα. «Νομίζω πως ξέρεις πολύ καλά για τι πράγμα μιλάω. Σε άκουσα να φωνάζεις για τον Νταντόν, όπως σε άκουσα να φωνάζεις και για έναν άλλο Γάλλο, κάποιον Λαφλέρ!» Η Αμέλια πήρε μια βαθιά ανάσα πασχίζοντας να ηρεμήσει. Γιατί ο θυμός ήταν ολοφάνερος στα μάτια του. «Θέλω να βοηθησω». Το βλέμμα του έγινε σκοτεινό από την οργή. Έγειρε πάλι από πάνω της και την παγίδευσε, ακουμπώντας τα χέρια του δεξιά και αριστερά από τους γοφούς της. «Ξέρεις πώς μπορείς να βοηθήσεις. Νομίζω πως ήμουν απόλυτα σαφής την τελευταία φορά. Μπήκες εδώ -στα ιδιαίτερα διαμερίσματά μου- με δική σου ευθύνη». Η Αμέλια ήταν παγιδευμένη ανάμεσα σ’ εκείνον και τα μαξιλάρια που στηρίζονταν στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά στο δικό της, που ένιωθε τη ζεστή ανάσα του στην επιδερμίδα της. «Αλλάζεις θέμα». Ο Σάιμον της χαμογέλασε αργά και ένα μέρος από την οργή στα μάτια του έσβησε. «Αλήθεια; Επειδή το μόνο θέμα που έ194


χω υπόψη μου εγώ είναι ότι βρίσκεται μια ωραία γυναίκα στο δωμάτιό μου». Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Αμέλια, είσαι στο κρεβάτι μου». Ο τόνος του είχε γίνει απαλός, σαγηνευτικός. «Το ξέρω», του απάντησε αδύναμα. «Δεν ξέρω πώς να σε παρακάμψω». Εκείνος ακούμπησε το γόνατό του στο κρεβάτι, σαν να ήθελε να την πιέσει κάτω και να καλύψει το σώμα της με το δικό του. «Και εγώ δεν ξέρω αν θα σε άφηνα να το σκάσεις, ακόμα κι αν το ήθελες», της ψιθύρισε. «Και νομίζω ότι δεν το θέλεις. Θα μπορούσες να το είχες κάνει οποιαδήποτε στιγμή». Η Αμέλια δάγκωσε το χείλι της με δύναμη, γιατί ο Γκρένβιλ είχε δίκιο. Αλλά, ακόμα και τη στιγμή που έσμιγαν τα βλέμματά τους, ακόμα και τη στιγμή που κατάλαβε ότι θα τη φιλούσε, την έπνιξαν τα ίδια ερωτηματικά που τη βασάνιζαν το προηγούμενο βράδυ. Θα μπορούσε να του χαρίσει το κορμί της ενώ ήθελε να του χαρίσει την αγάπη της; Και οι ηθικές αξίες της; Τα παιδιά; Το μέλλον της; Ελευθέρωσε το μπράτσο της που είχε παγιδευτεί ανάμεσά τους και τον έπιασε από το πιγούνι. «Θα με αφήσεις ποτέ να σε βοηθήσω; Θα μου πεις ποτέ την αλήθεια;» Εκείνος έκλεισε τα μάτια του και αναστέναξε. Ένα ρίγος τον διαπέρασε καθώς γύριζε το κεφάλι του για να φιλήσει την παλάμη της. Ρίγησε κι εκείνη, νιώθοντας τα κύματα της ηδονής να την πλημμυρίζουν. «Δε θυμάμαι... Δε με νοιάζει. Το μόνο που με νοιάζει είναι ότι βρίσκεσαι εδώ μαζί μου». Φίλησε πάλι την παλάμη της, προτού την ακουμπήσει στην κλείδα του, κάτω από το υγρό πουκάμισό του. Η επιδερμίδα του ήταν νωπή και ζεστή, αλλά όχι τόσο ζεστή όσο το βλέμμα του που την τσουρούφλιζε. Γλίστρησε το χέρι της χαμηλότερα στους μυς του στήθους του και η ρώγα του σκλήρυνε αυτόματα κάτω από τα δάχτυλά της. Και θυμήθηκε να τον αγγίζει παντού, σε έναν ξεδιάντροπο παροξυσμό πάθους, πριν από δέκα χρόνια. Ο Σάιμον ακούμπησε και το άλλο γόνατό του στο κρεβάτι και ανέβηκε από πάνω της. Έσκυψε, έκλεισε τα μάτια του και χάιδεψε το πιγούνι της ανάλαφρα με τα χείλη του. Η Αμέλια αναστέναξε. «Κοιμάσαι πάντα με ένα γεμάτο πιστόλι δίπλα στο κρεβάτι σου;» Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. «Είναι μια παλιά συνήθεια, Αμέλια. Κάποιες συνήθειες δύσκολα κόβονται». 195


Εκείνη άγγιξε πάλι το πρόσωπό του. «Κάποιες παλιές συνήθειες δεν κόβονται ποτέ». Τα μάτια της άστραψαν και το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Η Αμέλια έβγαλε μια κραυγή καθώς τα χείλη του τη διεκδικούσαν και το κορμί του κάλυπτε το δικό της. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και του ανταπέδωσε το φιλί με πάθος. Αλλά ακόμα και καθώς φιλιούνταν συνέχιζε να σκέφτεται ότι αυτή θα ήταν μια ερωτική σχέση, όχι γάμος. Τι θα απογίνονταν τα παιδιά του όταν τελείωνε; Τι θα απογινόταν εκείνη; Ο Σάιμον σήκωσε το κεφάλι του βάζοντας τέλος στο φιλί του και πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Τι συμβαίνει;» Η Αμέλια άνοιξε το στόμα της, αλλά συγκρατήθηκε προτού του ξεφουρνίσει: Σ’ αγαπώ. Αντί γι’ αυτό, κατάφερε να πει: «Σε θέλω πάρα πολύ, Σάιμον. Νοιάζομαι πάρα πολύ για σένα». Εκείνος τη σάρωσε με το βλέμμα του με μια έκφραση οδύνης. «Αλλά δεν είναι γραφτό να συμβεί. Δεν είναι σωστό. Τα παιδιά έρχονται πρώτα. Και εσύ αξίζεις πολύ περισσότερα από λίγες ώρες στο κρεβάτι μου». Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και ένιωσε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Θεέ μου, και της άξιζαν και ήθελε περισσότερα... Γιατί εκείνος δεν της πρόσφερε περισσότερα; Ξαφνικά, της έδωσε ένα ακόμα παθιασμένο φιλί. Ύστερα πετάχτηκε όρθιος από το κρεβάτι. «Η Λουσίλ κλαίει ακόμα. Σε παρακαλώ, φρόντισέ την, Αμέλια». Της είχε γυρίσει την πλάτη. Για μια στιγμή εκείνη δεν κουνήθηκε. Γιατί είχε την εντύπωση ότι η στάση του σηματοδοτούσε ένα φοβερό τέλος; Δεν ήθελε τίποτε να τελειώσει, ήθελε μια καινούρια αρχή! «Αμέλια!» επανέλαβε εκείνος απότομα. Και τότε βρήκε με κάποιο τρόπο τη δύναμη να σηκωθεί από το κρεβάτι και να βγει από το δωμάτιο. Ο Σάιμον είχε δίκιο η Λουσίλ ούρλιαζε. Θα πρέπει να έχει κολικό, σκέφτηκε. Και η ανησυχία της για το μωρό καταχώνιασε την ανάγκη της για τον Γκρένβιλ στα βάθη του μυαλού και της καρδιάς της, εκεί όπου ανήκε. Έτρεξε στην πόρτα της κυρίας Μέρντοκ και χτύπησε. Εκείνη της είπε αμέσως να περάσει. «Αχ, την έχει πιάσει ένας από τους χειρότερους κολικούς που είχε ποτέ», τσίριξε η γκουβερνάντα. 196


«Θα της περάσει», της απάντησε η Αμέλια, ξέροντας ότι η κυρία Μέρντοκ κοιτούσε τα ξεχτένιστα μαλλιά και τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της. Πήρε το μωρό από την αγκαλιά της και άρχισε να το κανακεύει και να του τραγουδάει, βαδίζοντας πάνω κάτω στο δωμάτιο. Κοίταξε την γκουβερνάντα και αναρωτήθηκε μήπως είχε αποκαλυφθεί το μυστικό που μοιράζονταν εκείνη και ο Γκρένβιλ. Πήρε λίγη ώρα, αλλά τελικά η Λουσίλ ησύχασε και κοιμήθηκε. Η Αμέλια την έσφιξε στην αγκαλιά της με το μυαλό της στον Σάιμον. Τι θα έκανε; Εκείνος βρισκόταν σε κίνδυνο -και εκείνη ήταν επικίνδυνα ερωτευμένη. Σήκωσε το κεφάλι της. Ο Σάιμον στεκόταν στο κατώφλι του παιδικού δωματίου φορώντας ένα απλό καφτάνι. Και κοιτούσε εκείνη και το μωρό. Η Λουσίλ είχε αποκοιμηθεί. Δεν είχε σημασία. Η Αμέλια τον πλησίασε. «Θέλεις να την πάρεις αγκαλιά;» τον ρώτησε, προσευχόμενη να δεχτεί. Εκείνος όμως έγνεψε αρνητικά. Το βλέμμα του ήταν θολό και σκοτεινό, ανεξιχνίαστο. Έκανε μια υπόκλιση με το κεφάλι του και έφυγε. Η Αμέλια τον παρακολούθησε να φεύγει, με το μωρό στην αγκαλιά.

197


Κεφάλαιο 11

Ο Λόιντ μόλις την είχε ειδοποιήσει ότι είχε έναν επισκέπτη. Ήταν ο Λούκας. Η Αμέλια δίστασε, και όχι επειδή ήξερε ότι θα διαφωνούσαν για τη θέση της στο σπίτι του Σάιμον. Ήταν η οικονόμος. Πού στην ευχή θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν; «Δεσποινίς Γκρέιστοουν, ο λόρδος έχει βγει και θα λείψει όλο το απόγευμα». Η Αμέλια χαμογέλασε στον μπάτλερ του Σάιμον. «Προτείνεις να δεχτώ τον αδερφό μου σε ένα από τα δωμάτια του λόρδου;» «Μέχρι πρόσφατα ήσαστε η οικοδέσποινα στο Γκρέιστοουν Μάνορ. Αν δεν είχε πεθάνει η λαίδη Γκρένβιλ. δε θα είχατε δεχτεί τη θέση που έχετε τώρα. Αν θέλετε να δεχτείτε τον κύριο Γκρέιστοουν, θα πρότεινα να χρησιμοποιήσετε το ροζ δωμάτιο. Το χρησιμοποιούμε σπάνια και δε νομίζω ότι ο λόρδος θα είχε αντίρρηση», της είπε και την κοίταξε με νόημα. Η καρδιά της βροντοχτύπησε. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι η κυρία Μέρντοκ υποπτευόταν ότι ήταν στην αγκαλιά του Σάιμον το προηγούμενο βράδυ. Η γκουβερνάντα είχε αρχίσει να διαδίδει ήδη τη φήμη; Τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει εκείνο το βλέμμα; Νιώθοντας τα μάγουλά της να κοκκινίζουν, σκέφτηκε για μια στιγμή να δεχτεί τον Λούκας στην κουζίνα, όπου βρισκόταν εκείνη τη στιγμή και κουβέντιαζε το θέμα με τον Λόιντ. Αυτό όμως θα φούντωνε ακόμα περισσότερο τον αδερφό της. Και θα είχε κάθε δίκιο να εναντιωθεί στην απόφασή της να δουλέψει εκεί, γιατί το προηγούμενο βράδυ παραλίγο να υποκύψει στον πειρασμό. «Πολύ καλά».Έβγαλε την ποδιά της. «Αλλά δεν αρμόζει στη 198


θέση μου να δέχομαι κοινωνικές επισκέψεις, Λόιντ. Δε θα χρειαστεί να μας σερβίρεις αναψυκτικά. Είμαι σίγουρη ότι η επίσκεψή του θα είναι σύντομη». Όταν είδε ότι ήταν έτοιμος να φέρει αντίρρηση, τον χτύπησε καθησυχαστικά στον ώμο. «Ο αδερφός μου είναι πολυάσχολος άνθρωπος και εγώ είμαι μια πολυάσχολη οικονόμος». Η Αμέλια έφυγε από την κουζίνα με αποφασιστικό βήμα. Ήξερε πολύ καλά την πορεία που θα έπαιρνε η συζήτηση και ότι θα έπρεπε να προχωρήσει πολύ προσεκτικά. Δεν ήθελε να υποπτευθεί ο Δούκας ότι είχε ερωτευτεί τον Σάιμον -αν είχε πάψει ποτέ να τον αγαπά- ή ότι το πάθος τους είχε φουντώσει. Αν ο αδερφός της μάντευε την αλήθεια, θα την έπαιρνε αμέσως από το Λάμπερτ Χολ, όσες αντιρρήσεις και να έφερνε εκείνη. Χαμογελούσε πλατιά όταν μπήκε στο χολ, αν και ένιωθε το χαμόγελό της εντελώς ψεύτικο. Ο Λούκας την περίμενε ανυπόμονα, κοιτάζοντας τις διάφορες ελαιογραφίες στους τοίχους. Γύρισε το κεφάλι του μόλις εμφανίστηκε εκείνη. Αν και ντυμένος απλά, ήταν εντυπωσιακός όπως πάντα. Φορούσε ένα απλό σκούρο καφέ σακάκι με μαύρο βελούδινο γιακά και μανσέτες, και χρυσάφι γιλέκο από μέσα. Τα κατάξανθα μαλλιά του ήταν τραβηγμένα πίσω σε αλογοουρά. Ήταν ψηλός και όμορφος, με επιβλητική και δυναμική εμφάνιση. Παρά το δίλημμά της, η Αμέλια τον αγαπούσε. Ήταν πάντα ο αδερφός της και μπορούσε να στηρίζεται σ’ αυτόν. Εκείνος δεν της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Προχώρησε προς το μέρος της κρατώντας το δίκοχο καπέλο του στο χέρι. «Γεια σου, Αμέλια. Φαντάσου την έκπληξή μου όταν πήρα το γράμμα σου φτάνοντας χτες το βράδυ στην Κάβεντις Σκουέαρ». Τα γκρίζα μάτια του άστραψαν από θυμό. Εκείνη τον έπιασε αγκαζέ και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Χαίρομαι που γύρισες στην πόλη. Σε επιθύμησα». Αρχισε να τον οδηγεί προς τη δυτική πτέρυγα. «Μην προσπαθείς να με καλοπιάσεις! Είσαι οικονόμος του Γκρένβιλ;» Ακουγόταν κατάπληκτος. Την ήξερε πάρα πολύ καλά, σκέφτηκε νευρικά η Αμέλια, αλλά κατάφερε να διατηρήσει το χαμόγελό της. «Όταν συνειδητοποίησα πόσο πολύ με χρειάζονταν τα παιδιά του, δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθώ. Και τα αγόρια τα πάνε πολύ καλά, Λούκας». Εκείνος την κοίταξε βλοσυρός καθώς τον οδηγούσε στο μι199


κρό σαλόνι με τους ροζ τοίχους, το λευκό ταβάνι και τις επίχρυσες κορνίζες. Τον άφησε για να κλείσει την πόρτα πίσω τους. «Παραμένεις σώα και αβλαβής;» τη ρώτησε. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του με την καρδιά της να βροντοχτυπάει, αλλά μίλησε ήρεμα. «Τι σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι δεν έχω ξεχάσει πως πριν δέκα χρόνια φλέρτα-ρε μαζί σου ασύστολα. Σημαίνει ότι δεν έχω ξεχάσει πως ήσουν τρελά ερωτευμένη μαζί του». Το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό. «Καταλαβαίνω την επιθυμία σου να βοηθήσεις τα παιδιά του μετά την κηδεία, Αμέλια, αλλά αυτό ξεπερνάει κάθε όριο». Η Αμέλια πρόσεξε ότι ο αδερφός της είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του. «Αυτό έγινε πριν δέκα χρόνια. Ήμουν δεκάξι χρονών, Λούκας. Τώρα είμαι μια ώριμη και έξυπνη γυναίκα. Και το ξέρεις ότι είμαι πολύ συμπονετική. Τα παιδιά του τα πηγαίνουν πολύ πιο καλά τώρα και χαίρομαι που αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και σ’ εμένα». «Και πώς τα πάει ο Γκρένβιλ;» τη ρώτησε εκείνος δηκτικά. Η Αμέλια προσευχήθηκε να μην κοκκινίσει. «Εξακολουθεί να είναι επηρεασμένος από το χαμό της συζύγου του». Σταμάτησε, νιώθοντας ξαφνικά την ανάγκη να ζητήσει τη γνώμη του για την περίεργη συμπεριφορά του Σάιμον. Αλλά τότε εκείνος θα γινόταν ακόμα πιο καχύποπτος. Έτσι αποφάσισε να αλλάξει στα γρήγορα θέμα. «Πότε γύρισες; Αν και τα παπούτσια σου δεν είναι σκονισμένα, δείχνεις κουρασμένος». «Γύρισα στη μέση της νύχτας, Αμέλια. Για να είμαι ειλικρινής, είχα να κοιμηθώ μέρες και, αφότου διάβασα το γράμμα σου, δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι», της απάντησε σφιγμένα. Εκείνη ξέχασε να υπερασπιστεί τη θέση της. «Ήσουν εκεί που νομίζω ότι ήσουν;» Ήταν στη Γαλλία βοηθώντας δύστυχες οικογένειες να φύγουν από τη χώρα; Τα γκρίζα μάτια του μισόκλεισαν. «Ήμουν στο ορυχείο». Ήξεραν και οι δύο ότι αυτό ήταν ψέμα. «Λούκας!» Τον πλησίασε βιαστικά και πήρε τα χέρια του στα δικά της. «Είδα την Τζούλιαν και μου είπε πόσο φρικτή είναι τώρα η κατάσταση στη Γαλλία. Δεν είναι ασφαλές να πηγαίνεις εκεί. Αν σε πιάσουν, θα σε ρίξουν στη φυλακή και θα έχεις πολύ λίγες ελπίδες να γλιτώσεις!» «Αν με πιάσουν, θα με στείλουν κατευθείαν στην γκιλοτίνα», της απάντησε ωμά εκείνος. 200


Η Αμέλια έβγαλε μια κραυγή. «Σε ικετεύω. Το ξέρω ότι είσαι έντιμος και πατριώτης, αλλά, σε παρακαλώ, παράτησε τις πολεμικές σου δραστηριότητες!» Ο Λούκας την έπιασε από τους ώμους. «Μη μου ζητάς το αδύνατο, Αμέλια. Και μην αλλάζεις θέμα! Ανησυχώ για σένα. Είδα τον τρόπο που κοιταχτήκατε με τον Γκρένβιλ πριν την κηδεία». Εκείνη πάγωσε. «Ορίστε;» «Δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω σου ούτε εσύ μπορούσες να τραβήξεις το δικό σου από εκείνον!» φώναξε ο Λούκας. Η Αμέλια ήξερε ότι τώρα είχε γίνει κατακόκκινη. «Νομίζω πως κάνεις λάθος», είπε. Ο αδερφός της τής έριξε ένα δύσπιστο βλέμμα. «Πώς σε έπεισε να γίνεις υπάλληλός του; Ή μήπως πρέπει να μαντέψω; Όταν κάποιος είναι παλιόμουτρο, παραμένει πάντα παλιόμουτρο!» Η Αμέλια ελευθερώθηκε από τη λαβή του. «Αν υπονοείς ότι μου ρίχτηκε για να με πείσει να δεχτώ τη θέση που μου πρότεινε, κάνεις λάθος». Έλεγε την αλήθεια, αλλά ένιωσε σαν να έλεγε ψέματα. «Ο Γκρένβιλ δεν είναι παλιόμουτρο! Ίσως δεν ξέρεις ότι μετά την κηδεία πήγα στο Σεντ Τζαστ Χολ να βοηθήσω με τα παιδιά. Ο Γκρένβιλ ήταν σε άθλια κατάσταση, Λούκας. Είχε κλειστεί στα διαμερίσματά του, αντί να φροντίζει τους γιους του. Τα παιδιά με χρειάζονταν απελπιστικά τότε, όπως με χρειάζονται και τώρα». «Γιατί; Εξακολουθεί να είναι κλεισμένος στα διαμερίσματά του;» Η Αμέλια σφίχτηκε. Ο Λούκας σπάνια θύμωνε και δεν ειρωνευόταν ποτέ. «Αυτό δεν είναι δίκαιο». «Το να τον ερωτευτείς ξανά δε θα είναι δίκαιο, Αμέλια. Πενθεί τη γυναίκα του», την προειδοποίησε. Εκείνη προτίμησε να μην του πει ότι δεν είχαν έτσι τα πράγματα. Αποφάσισε επίσης να αγνοήσει την μπηχτή του. «Υπάρχουν κι άλλα. Το μωρό δεν είναι δικό του. Όταν μου ζήτησε να αναλάβω το σπίτι του, μου επιβεβαίωσε τις φήμες που είχα ακούσει. Πατέρας της Λουσίλ είναι ο Τόμας Σάουθλαντ. Αχ, Λούκας!» Πήγε κοντά του και έπιασε το χέρι του. «Ο Γκρένβιλ δε θέλει ούτε να τη δει, και δεν ξέρουμε αν ο Σάουθλαντ θα έρθει να την πάρει. Και το κοριτσάκι με χρειάζεται!» 201


Εκείνος αναστέναξε και τύλιξε το μπράτσο του γύρω της. «Άκουσα κι εγώ τα κουτσομπολιά, αλλά προτίμησα να τα αγνοήσω». Το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό. «Ώστε ήρθες για να παρηγορήσεις τα παιδιά -και φροντίζοντάς τα κατέληξες να δεθείς πολύ μαζί τους, έτσι δεν είναι;» «Αγαπώ τα αγόρια», είπε η Αμέλια. «Αγαπώ τη Λουσίλ. Ασφαλώς και αγαπώ τα παιδιά». «Και τον Γκρένβιλ; Αυτόν ποιος τον παρηγορεί;» Η Αμέλια κοκκίνισε πάλι. «Ομολογώ ότι ανησυχώ και γι’ αυτόν και χαίρομαι να του προσφέρω μια μικρή παρηγοριά όποτε μπορώ». «Αμέλια, είμαστε πολύ δεμένοι οι δυο μας. Δεν έχω παρά να σε κοιτάξω για να καταλάβω ότι εξακολουθείς να είσαι ξεμυαλισμένη μαζί του». Εκείνη ένιωσε να πνίγεται. Πώς μπορούσε να το αρνηθεί; «Σου φέρεται με σεβασμό;» τη ρώτησε άγρια ο αδερφός της. Και, επιτέλους, η Αμέλια μπορούσε να είναι απόλυτα ειλικρινής μαζί του. «Με απόλυτο σεβασμό, Λούκας». Την κοίταξε εντυπωσιασμένος. «Σε πιστεύω», της είπε στο τέλος. «Ωραία». Η Αμέλια κατάφερε να χαμογελάσει. Έστω και τρεμουλιαστά. «Προσέχουμε πάρα πολύ να μην αφήσουμε το παρελθόν να επηρεάσει το παρόν. Προσπαθούμε σκληρά να διατηρήσουμε τους ρόλους του εργοδότη και της οικονόμου». Τα μάτια του στένεψαν. «Αυτό σημαίνει ότι μιλήσατε για την παλιά σας σχέση;» Η Αμέλια δεν ήθελε να του πει ψέματα. «Φυσικά και μιλήσαμε. Δεν είπα ποτέ ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι κάπως αμήχανη. Αλλά τα παιδιά του έρχονται πρώτα. Έχουμε συμφωνήσει πάνω σε αυτό». Ο Λούκας αναστέναξε. «Ακούγεσαι πολύ συγκροτημένη, Αμέλια, πολύ λογική -κάτι που θα περίμενα από σένα σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Η αλήθεια είναι ότι συμπαθώ τον Γκρένβιλ. Τον σέβομαι. Αλλά αυτή τη στιγμή το ένστικτό μου με προειδοποιεί να μην του έχω εμπιστοσύνη -όχι σε ό,τι σε αφορά». Καλά, θα σταματούσε ποτέ να κοκκινίζει; Ήταν πάντα τόσο οξυδερκής ο Λούκας; Εκείνος μόρφασε. «Και το χειρότερο είναι ότι σε ξέρω πολύ 202


καλά. Μπορεί να είσαι ώριμη, ασυνήθιστα λογική τις περισσότερες φορές, αλλά ξέρω επίσης ότι παραμένεις τόσο αφελής όσο ήσουν κάποτε. Και ότι κανείς δεν είναι τόσο αφοσιωμένος όσο εσύ. Η συμπόνια σου μπορεί να παρεξηγηθεί. Μπορείς να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις ότι δεν τρέφεις βαθιά αισθήματα γι’ αυτόν; Ότι είσαι απλώς η οικονόμος του;» Η Αμέλια έσφιξε τα χέρια της. «Και βέβαια εξακολουθώ να ενδιαφέρομαι, Λούκας», του απάντησε στο τέλος. «Δεν είμαι καμιά επιπόλαιη γυναίκα που χαρίζει την καρδιά της για λίγο σε κάποιον και στη συνέχεια την παίρνει εγωιστικά πίσω». «Τότε φοβάμαι για σένα». «Δεν υπάρχει λόγος. Είμαι δυνατή και δεν είμαι ηλίθια. Δέχτηκα αυτή τη θέση για να βοηθήσω τα παιδιά του». «Αλλά βοηθάς και εκείνον». Η Αμέλια αντιμετώπισε στα ίσια το βλέμμα του και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Ναι. Αλλά, προτού αρχίσεις πάλι να μου τα ψέλνεις, έχεις ξεχάσει πόσο ηθική είμαι;» Ο Λούκας δίστασε, και η Αμέλια κατάλαβε ότι ο αδερφός της είχε θυμηθεί πόσο γρήγορα είχε ξεχάσει την ηθική της πριν δέκα χρόνια. «Το ξέρω ότι δε θα έκανες ποτέ εσκεμμένα κάτι άπρεπο ή ανήθικο. Βρίσκεσαι όμως σε μια θέση που δε θα τη ζήλευε κανένας, Αμέλια. Έτσι όπως είσαι συνέχεια δίπλα του, θα πρέπει να είναι αδύνατο να ξεχάσεις το κοινό παρελθόν σας. Και φοβάμαι ότι μπορεί μυστικά να ελπίζεις για ένα μέλλον που δεν μπορείς να έχεις». Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά ένιωσε μια σουβλιά να τη διαπερνά. «Δεν τρέφω ψευδαισθήσεις». Καθώς το έλεγε όμως αυτό, θυμήθηκε το φιλί του της προηγούμενης νύχτας και την απορία της γιατί δεν της πρόσφερε κάτι περισσότερο από μια ερωτική σχέση. «Ωραία». Ο Λούκας κάθισε. «Εξακολουθώ όμως να έχω ενδοιασμούς για την παρουσία σου εδώ». «Δεν μπορώ να αφήσω ούτε τα αγόρια ούτε το μωρό». Κάθισε σε μια χρυσοποίκιλτη πολυθρόνα. «Ούτε εκείνον;» Τα γκρίζα μάτια του την κοίταξαν επίμονα. Όταν δεν του απάντησε, τη ρώτησε: «Και τι θα γίνει αν εμφανιστεί ο Σάουθλαντ;» «Αν εμφανιστεί ο Σάουθλαντ, θα προσπαθήσω να νιώσω χαρούμενη για τη Λουσίλ, επειδή η θέση της είναι με το φυσικό πατέρα της, αλλά η καρδιά μου θα ραγίσει». 203


Ο Λούκας πήρε το χέρι της στο δικό του. «Ίσως δε θα έπρεπε να εκφέρω γνώμη, αλλά νομίζω ότι ο Σάουθλαντ δε θα έρθει». Η Αμέλια ξαφνιάστηκε ευχάριστα. «Τον ξέρεις;» «Τον συνάντησα ένα Σαββατοκύριακο σε ένα πάρτι στα βόρεια πριν ένα χρόνο περίπου. Είναι εργένης και έκλυτος. Βέβαια, έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε, οπότε μπορεί να έχει αλλάξει». Ύψωσε τους ώμους του, δείγμα πως δεν το πίστευε. Η Αμέλια ένιωσε ανακούφιση. «Αμέλια, χρειάζεσαι δικά σου παιδιά». Η δήλωσή του τράβηξε ξανά την προσοχή της πάνω του. Ο Σάιμον της είχε πει ακριβώς το ίδιο. «Μπορεί να έχεις δίκιο», ίου απάντησε πολύ προσεκτικά, «αλλά είμαι σχεδόν μεσήλικη. Και έχω τη φήμη της ορκισμένης γεροντοκόρης, Λούκας». «Αν μου δώσεις την άδεια, θα ψάξω να σου βρω ένα σοβαρό σύζυγο». Η Αμέλια πάγωσε και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ο Σάιμον. Ξαφνικά πέρασαν από το μυαλό της όλες οι αναμνήσεις που είχε από εκείνον. «Αμέλια;» Εκείνη κατάφερε με κάποιο τρόπο να διώξει τη σκοτεινή εικόνα του Σάιμον από το μυαλό της. Θα έπρεπε να ψάξει για σύζυγο; Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Θα της άρεσε να αποκτήσει δικά της παιδιά. Αλλά ο Σάιμον και τα παιδιά του τη χρειάζονταν. «Θα πρέπει να το σκεφτώ». Για να αλλάξει θέμα, αλλά κυρίως επειδή ανησυχούσε πολύ, ρώτησε: «Έχεις δει τον Τζακ τελευταία;» Είχε δει για τελευταία φορά τον Τζακ τον Φεβρουάριο, όταν εκείνος είχε εμφανιστεί ξαφνικά στο σπίτι και είχε μείνει μόνο δύο μέρες. Δεν της είχε δώσει καμιά εξήγηση. Όντας λαθρέμπορος, ήταν πάντα στη θάλασσα, είτε επειδή τον κυνηγούσαν είτε επειδή κρυβόταν. Τον είχε προτρέψει να πάει στο Λονδίνο να δει την Τζούλιαν που είχε κλεφτεί πρόσφατα, και της είχε απαντήσει ότι θα προσπαθούσε. Η Τζούλιαν όμως τον είχε δει μόνο μια φορά, στις αρχές Μαρτίου. Ο Τζακ δεν είχε δει ακόμα τη νεογέννητη ανιψιά του. Ο Λούκας έστρεψε αλλού το βλέμμα του. «Ναι, τον έχω δει. Τον είδα πριν μερικές βδομάδες». «Έχω αρχίσει και ανησυχώ γι' αυτόν». Χαμήλωσε τη φωνή 204


της. «Εξακολουθεί να παραβιάζει τον αποκλεισμό;» «Πότε πότε, όποτε τον βολεύει». Ο Λούκας δεν ακούστηκε πολύ ευχαριστημένος. «Δεν έρχεται ποτέ σπίτι. Δεν έχει δει ακόμα την Τζάκλιν. Αυτό είναι ασυνήθιστο για τον Τζακ. Όσο παράτολμος κι αν είναι, όσο κι αν αγαπάει τη θάλασσα», και αγαπούσε ακόμα περισσότερο την πρόκληση να ξεγελάει το βρετανικό ναυτικό, «είναι δεμένος με την οικογένεια, με τον τρόπο του. Λατρεύει την Τζούλιαν». «Όπως κι εσύ, ο Τζακ είναι σώος και αβλαβής. Αν είναι τυχερός, θα βγει ζωντανός από τον πόλεμο. Νομίζω ότι όσο λιγότερο ξέρεις, τόσο το καλύτερο», της απάντησε ο Λούκας. «Γιατί να μην αρκεστούμε στο γεγονός ότι είναι ακόμα ελεύθερος;» «Θα έπρεπε να τον αποτρέψεις να παραβιάζει τον αποκλεισμό». «Έχω προσπαθήσει. Ξέρεις τον αδερφό μας. Τον τρέφει ο κίνδυνος και πιστεύει ότι είναι αθάνατος». «Τον έχω επιθυμήσει. Ελπίζω να έρθει στην πόλη. Αν έρθει, φρόντισε να περάσει να με δει». Ο Λούκας δίστασε. Έγειρε πιο κοντά της. «Δεν πρόκειται να έρθει .στην πόλη, Αμέλια. Είναι πολύ επικίνδυνο». Όταν εκείνη τον κοίταξε σαστισμένη, ο αδερφός της πρόσθεσε απρόθυμα: «Τον έχουν επικηρύξει». Η Αμέλια χρειάστηκε ένα δευτερόλεπτο για να χωνέψει τα λόγια του.Έβγαλε μια κραυγή. «Έχουν εκδώσει οι αρχές ένταλμα για τη σύλληψή του;» «Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Γίνεται μια προσπάθεια να καταργηθεί ο habeas corpus, ο θεσμός που προστατεύει τους πολίτες από αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση. Αν ο Πιτ καταφέρει να περάσει έναν τέτοιο νόμο, ο Τζακ μπορεί να μην ξαναδεί ποτέ το φως της μέρας έτσι και συλληφθεί». Η Αμέλια πετάχτηκε όρθια. «Δεν πρόκειται να περάσει ποτέ τέτοιος νόμος! Αυτή είναι μια βασική αρχή της ελευθερίας, Λούκας, είναι βασικό δικαίωμα του πολίτη να ξέρει γιατί τον κατηγορούν. Η κατάργηση αυτού του θεσμού θα σημαίνει ότι θα μπορούσε σχεδόν ο καθένας να βρεθεί στη φυλακή για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να του απαγγελθούν ποτέ κατηγορίες!» «Ναι, αυτό ακριβώς θα συνέβαινε. Και τότε δε θα διαφέραμε πολύ από τη Γαλλία, έτσι;» Σηκώθηκε και ο Λούκας. «Μόνο 205


που ο Τζακ καταζητείται για προδοσία. Και γι’ αυτή την κατηγορία προβλέπεται θανατική καταδίκη». ‘ Η Αμέλια τον έπιασε από το μπράτσο. «Έχεις διασυνδέσεις. Το ίδιο και ο Γουόρλοκ. Γιατί δεν μπορείτε να αναιρέσετε την επικήρυξη;» Αν έπιαναν τον Τζακ, θα τον οδηγούσαν στην κρεμάλα! «Ο Γουόρλοκ έχει πει ότι θα βοηθήσει τον Τζακ, αλλά μόνο αν ο Τζακ βοηθήσει εκείνον». «Τι σημαίνει αυτό;» φώναξε η Αμέλια. «Σημαίνει ότι ο θείος μας μπορεί να γίνει εντελώς άκαρδος. Σημαίνει ότι θέλει τον Τζακ υπό τις διαταγές του». Η Αμέλια άρχισε να πηγαινοέρχεται. Μπορούσε να είναι ο Γουόρλοκ τόσο ποταπός; Ο Τζακ ήταν ανιψιός του! «Σε έχει κι εσένα για κάποιο λόγο στο χέρι ο Γουόρλοκ;» Ο Λούκας την πλησίασε. «Όχι, Αμέλια. Εγώ βοηθώ εκείνους τους δύστυχους να το σκάσουν από τη Γαλλία επειδή πιστεύω στην πραγματική ελευθερία, στην ελευθερία που επιτρέπει στον καθένα να εκφράζει ανοιχτά τη γνώμη του υπέρ ή εναντίον της κυβέρνησής του χωρίς να φοβάται για τη ζωή του -και για τη ζωή των δικών του». Η Αμέλια τον αγκάλιασε. «Συγνώμη που ρώτησα. Φοβάμαι πάρα πολύ για τον Τζακ, αλλά φοβάμαι και για σένα». Και καθώς έσφιγγε τον Λούκας στην αγκαλιά της, σκέφτηκε τον Σάιμον, για τον οποίο φοβόταν ακόμα περισσότερο. Σήκωσε το κεφάλι της. «'Υπάρχουν κι άλλα. Ανησυχώ επίσης για τον Γκρένβιλ, αλλά όχι επειδή έχασε τη γυναίκα του». Ο Λούκας τσιτώθηκε εμφανώς. Την απομάκρυνε και η έκφρασή του σκλήρυνε. «Τι εννοείς;» «Αρχίζω να πιστεύω πως είναι κι αυτός μπλεγμένος στον πόλεμο όσο είσαι κι εσύ!» Η έκφραση του Λούκας δεν άλλαξε, κι αυτό την ξάφνιασε. «Ο Γκρένβιλ πράκτορας;» Έδειχνε κατάπληκτος. «Πώς σου ήρθε αυτό;» «Έχει εφιάλτες, Λούκας, στους οποίους μιλάει γαλλικά και φωνάζει ότι υπάρχει παντού θάνατος και αίμα. Έχει ένα γεμάτο πιστόλι στο συρτάρι του γραφείου του και άλλο ένα δίπλα στο κρεβάτι του. Ένα βράδυ χτύπησε ένα παντζούρι. Έτρεξε στην εξώπορτα με το όπλο στο χέρι, λες και περίμενε να αντικρίσει εκεί Γάλλους στρατιώτες!» φώναξε η Αμέλια. «Χτες το βράδυ, έλεγα στα αγόρια ένα παραμύθι. Τον άκουσα να φωνάζει στο δωμάτιό του. Νόμιζα πως κάτι συνέβαινε, κι όταν μπήκα 206


μέσα, έστρεψε το όπλο καταπάνω μου!» Ο Λούκας την έπιασε σφιχτά από το μπράτσο. «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι μπήκες στο δωμάτιό του. Πάντως είναι φανερό πως δε σε πυροβόλησε!» «Εσύ τι πιστεύεις;» τον ρώτησε. «Πιστεύω ότι είναι ένα αλλόκοτο πλάσμα, αυτό μόνο. Όλοι ξέρουν ότι είναι μονόχνοτος και ότι προτιμά τις χέρσες, βόρειες περιοχές αυτής της χώρας από την πόλη. Έχω ακούσει να λένε ότι είναι λιγάκι ανισόρροπος. Μπορεί να έχασε το μυαλό του από τη θλίψη». Η Αμέλια τον κοίταξε δύσπιστη. Γιατί υπαινισσόταν ο Λούκας κάτι τέτοιο; «Ή μπορεί να τον εκβιάζουν, ή κάτι τέτοιο». Ύψωσε τους ώμους του. «Πάντως δεν έχω ακούσει ποτέ τον Γκρένβιλ να εκφράζει πολιτική άποψη. Αμφιβάλλω αν είναι περισσότερο πατριώτης από το παιδί για τα θελήματα στην άκρη του δρόμου». Η Αμέλια κούνησε αργά το κεφάλι της. «Γιατί προσπαθείς να μου τον παρουσιάσεις σαν κανένα μανιοκαταθλιπτικό; Τον άκουσα να φωνάζει κάποιον Νταντόν. Η Τζούλιαν μου μίλησε για τον Ζορζ Νταντόν και την εκτέλεσή του. Αρχίζω να πιστεύω ότι ο Σάιμον ήταν στη Γαλλία και ότι γνώριζε τον Νταντόν -ότι ήταν φίλοι!» «Αυτό είναι ένα εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα!» αναφώνησε ο Λούκας. «Αν θέλεις να παρηγορήσεις τον Γκρένβιλ, Αμέλια, έχει καλώς. Ο άνθρωπος πενθεί σίγουρα τη γυναίκα του. Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό να καταλήγεις σε τέτοια τρελά συμπεράσματα. Ξέχνα το». Ξαφνικά ο Λούκας κάρφωσε το βλέμμα του πίσω της. Η Αμέλια ένιωσε τον αυχένα της να ανατριχιάζει και γύρισε αργά. Ο Σάιμον στεκόταν στην πόρτα και τους χαμογελούσε ευγενικά. Δεν ήξερε πόση ώρα βρισκόταν εκεί. «Καλημέρα, Γκρέιστοουν. Αναρωτιόμουν πότε θα έκανες την επίσκεψή σου», είπε ήρεμα. «Γκρένβιλ». Ο Λούκας έκανε μια υπόκλιση με το κεφάλι και μετά έριξε ένα προειδοποιητικό και απόλυτα ξεκάθαρο βλέμμα στην Αμέλια, που έλεγε ότι τα συμπεράσματά της ήταν εντελώς λανθασμένα. Ότι έπρεπε να βγάλει αυτές τις ιδέες από το μυαλό της, τελεία και παύλα. Εκείνη σάστισε. Ο Σάιμον προχώρησε μέσα στο δωμάτιο. «Θα ήθελες ένα 207


ποτήρι κρασί; Νομίζω πως η ώρα είναι κατάλληλη», είπε. Γύρισε ανέκφραστα στην Αμέλια. «Δεσποινίς Γκρέιστοουν; Πείτε, παρακαλώ, στον Λόιντ να φέρει ένα μπουκάλι από το καλύτερο κλαρέ μου». Η Αμέλια κοίταξε μια τον ένα και μια τον άλλο, φοβούμενη ότι θα τσακώνονταν. Κατάλαβε όμως πως δεν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος. Ο Σάιμον δεν κοιτούσε τον Λούκας, και ούτε ο Λούκας τον κοιτούσε στα ίσια. «Ήρθα να ρωτήσω για την αδερφή μου», είπε ο Λούκας. «Ναι, περίμενα ότι θα το έκανες». Η Αμέλια έφυγε εμβρόντητη. Ο Λούκας και ο Σάιμον γνωρίζονταν -πολύ καλύτερα απ’ ό,τι είχαν αφήσει να εννοηθεί. *** Όταν η Αμέλια έφυγε, ο Σάιμον πήγε στην πόρτα και την άνοιξε για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν απ’ έξω και κρυφάκουγε, αλλά εκείνη είχε φύγει. Βλοσυρός, έκλεισε πάλι την πόρτα και γύρισε να αντιμετωπίσει τον Λούκας. Ο Γκρέιστοουν του αντιγύρισε ψυχρά το βλέμμα. Ο Σάιμον θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε κουβεντιάσει μαζί του. Είχαν πιει ένα ποτό το περασμένο καλοκαίρι, όταν είχε επιστρέφει για λίγο στη χώρα. Τότε είχαν κουβεντιάσει μόνο τα γεγονότα στη Γαλλία και τον αντίκτυπο τους στη Βρετανία. Στην πραγματικότητα, ήταν σχεδόν σίγουρος ότι δεν είχαν κάνει ούτε μια προσωπική συζήτηση τα τρία χρόνια που ήταν μυστικά σύμμαχοι στην πολεμική προσπάθεια κάτω από τις διαταγές του Γουόρλοκ. «Θα σε ξεσκεπάσει», του είπε ο Λούκας. «Την άκουσα. Σου ξεφούρνιζε ιστορίες για την περίεργη συμπεριφορά μου». Ο Σάιμον ήθελε να το παίξει αδιάφορος και ανασήκωσε τους ώμους του. Αλλά η Αμέλια ήταν η πιο αποφασιστική γυναίκα που γνώριζε, και είχε αρχίσει να φοβάται πως δε θα το έβαζε κάτω. Και η συμπεριφορά του δε βοηθούσε. Τον έπιανε τρεμούλα κάθε φορά που θυμόταν ότι της είχε χώσει to πιστόλι στον κρόταφο το προηγούμενο βράδυ. «Είναι καχύποπτη». «Ναι, είναι», συμφώνησε ο Σάιμον. Δεν τον είχε ξαφνιάσει η επίσκεψη του Γκρέιστοουν στην αδερφή του. Την περίμενε, αργα ή γρήγορα, όπως περίμενε και την αντίρρηση του Γκρέιστο208


ουν να είναι η Αμέλια οικονόμος του. «Η αδερφή σου είναι πολύ περίεργη και πάρα πολύ έξυπνη». Ο Λούκας προχώρησε προς το μέρος του. «Έχασες κάθε αίσθηση κοινής λογικής για να τη φέρεις στο σπίτι σου. Αλλά ειλικρινά, Γκρένβιλ, αυτή τη στιγμή δε με νοιάζει αν ανακαλύψει πού είσαι μπλεγμένος. Αυτό που με νοιάζει είναι ότι την έβαλες σε κίνδυνο φέρνοντάς τη στο σπίτι σου». Τα γκρίζα μάτια του άστραψαν. Εξωτερικά ο Σάιμον παρέμεινε ήρεμος. Αλλά ο Λούκας μόλις είχε εκφράσει και τους δικούς του φόβους. «Πώς αυτό;» «Πώς αυτό;» ξέσπασε ο Λούκας. «Το περασμένο καλοκαίρι, οι ριζοσπάστες εδώ στην πόλη προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την Αμέλια εναντίον της Τζούλιαν». Ο Σάιμον ξαφνιάστηκε και ο Λούκας συνέχισε άγρια. «Είχαν ζητήσει από την Τζούλιαν να γίνει κατάσκοπος για τους Ιακωβίνους. Όταν αρνήθηκε, απείλησαν τη μητέρα μας και την Αμέλια. Αυτός είναι ο λόγος που ο Γκάρετ τις συνοδεύει παντού!» «Δεν το ήξερα», είπε αργά ο Σάιμον. Αλλά ένιωσε να κοκκινίζει. Δεν το ήξερε από την αρχή ότι θα ήταν καλύτερα να κρατηθεί μακριά από την Αμέλια και ότι η στενή σχέση της μαζί του θα την έβαζε σε κίνδυνο; Ο Λούκας θα θύμωνε ακόμα περισσότερο αν ήξερε σε πόσο μεγάλο κίνδυνο την έβαζε πραγματικά ο Σάιμον. «Καλύτερα να ηρεμήσεις», είπε τελικά. «Της ζήτησα να αναλάβει αυτή τη θέση για το καλό των παιδιών μου. Οι εχθροί μου μάλλον δεν μπορούν να γνωρίζουν ότι έχουμε οποιαδήποτε άλλη σχέση εκτός από αυτήν του εργοδότη και της οικονόμου. Δεν είναι δυνατό να γνωρίζουν ότι θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν εναντίον μου, αν ήθελαν». Ο Λούκας άναψε. «Α, ναι, τώρα φτάσαμε και στο λόγο που έχω φρίξει. Ποια ακριβώς είναι η σχέση σας, εκτός από αυτή της οικονόμου και του εργοδότη;» «Είναι γειτόνισσά μου και είμαστε φίλοι». «Περίεργο, η Αμέλια δεν μου ανέφερε ούτε μια φορά ότι είστε φίλοι! Μήπως έχεις ξεχάσει το πιο βασικό στοιχείο;» τον ειρωνεύτηκε ο Λούκας. Ο Σάιμον ξαφνιάστηκε, αλλά δεν άφησε να φανεί η έκπληξή του. Άλλωστε ο Λούκας ήταν το ίδιο προστατευτικός απέναντι στην Αμέλια και πριν δέκα χρόνια, όταν του είχε απαγορεύει να την επισκέπτεται. Και ίσως είχε έρθει η ώρα να φανεί ειλικρινής μαζί του. «Γκρέιστοουν, δεν κουβεντιάσαμε ποτέ τι συ209


νέβη πριν μια δεκαετία». «Όχι, δεν το κουβεντιάσαμε. Όταν ο Γουόρλοκ μας σύστησε πριν μερικά χρόνια, δεν υπήρχε λόγος να το κάνουμε. Είχαν περάσει τόσα χρόνια, που η συζήτηση για το παρελθόν έμοιαζε άσχετη και εμπρηστική. Είχα επικεντρώσει όλη την προσοχή μου στον πόλεμο, αλλά τότε δεν ήξερα ότι θα πέθαινε η γυναίκα σου και ότι εσύ θα ξανάμπλεκες την Αμέλια στη ζωή σου». «Μιλάς λες και έχω ανήθικους σκοπούς. Δε συμβαίνει κάτι τέτοιο». «Η Αμέλια είναι αθώα, παρά την ηλικία της», του πέταξε ο Λούκας. «Παραχωρεί πάντα σε όλους το προνόμιο της αμφιβολίας -ακόμα και σ’ εσένα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχεις χάσει τη γυναίκα σου και πενθείς. Σε λυπάται, κι ας αδιαφόρησες εσύ ξεδιάντροπα για τα συναισθήματά της πριν δέκα χρόνια! Και ξέρω πως εσύ θα το εκμεταλλευτείς προς όφελος σου. Σε προειδοποιώ, έτσι και τολμήσεις να απλώσεις χέρι πάνω της, θα είμαι εγώ αυτός που θα σε καταστρέψει». Ο Σάιμον σφίχτηκε. «Είσαι πατριώτης. Δε θα με πρόδιδες ποτέ στους εχθρούς μου». «Αλήθεια; Αγγιξέ τη, και θα ανακαλύψεις ότι εγώ είμαι ο χειρότερος εχθρός σου». Και ο Σάιμον συνειδητοποίησε ότι ο Λούκας το εννοούσε. «Εφερα την Αμέλια στο σπίτι μου για να φροντίσει τα παιδιά μου, όχι για να τη βιάσω. Έχω τύψεις, Λούκας. Λυπάμαι που κυνήγησα την Αμέλια με τον τρόπο που το έκανα πριν δέκα χρόνια». Δε θα του αποκάλυπτε, ωστόσο, ότι δε θα μετάνιωνε ποτέ για το χρόνο που είχαν περάσει μαζί. «Αλλά, ακόμα και τότε, τη σεβόμουν πάρα πολύ για να την εκμεταλλευτώ. Και σίγουρα τη σέβομαι πολύ τώρα». Αλλά, καθώς μιλούσε, η καρδιά του βροντοχτυπούσε. Το προηγούμενο βράδυ, λίγο είχε λείψει να της κάνει έρωτα. Από εκείνη τη στιγμή δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό του η εικόνα της στο κρεβάτι του, η αίσθησή της κάτω από το κορμί του. «Της ράγισες την καρδιά», γρύλισε ο Λούκας. Η ένταση του Σάιμον κορυφώθηκε. «Όπως είπα, έχω τύψεις. Η Αμέλια και εγώ συζητήσαμε για το παρελθόν και αποφασίσαμε να το αφήσουμε πίσω μας. Ανησυχώ πάρα πολύ για τα παιδιά μου, Γκρέιστοουν. Δεν της ζήτησα να αναλάβει αυτή τη 210


θέση σε μια παρόρμηση της στιγμής. Το σκέφτηκα πολύ. Μετά το θάνατο της λαίδης Γκρένβιλ, χρειαζόμουν κάποια στην οποία θα μπορούσα να εμπιστευτώ τη φροντίδα των παιδιών μου τόσο όταν βρίσκομαι στη χώρα όσο και όταν λείπω. Κι αν μια μέρα δεν επιστρέψω, τουλάχιστον θα πεθάνω ξέροντας ότι βρίσκεται εδώ η Αμέλια και φροντίζει για το καλό τους». «Ωραίο λογύδριο», είπε ο Λούκας. «Από πότε ένας άντρας της τάξης σου είναι “φίλος” με την οικονόμο του; Και από πότε δυο εραστές παραβλέπουν την ιστορία που μοιράστηκαν;» Ο Λούκας θα γινόταν έξαλλος αν μάθαινε ότι δεν είχαν καταφέρει να αφήσουν πίσω τους το παρελθόν -κάθε άλλο μάλιστα. «Είναι ένας ασυνήθιστος διακανονισμός», παρατήρησε ο Σάιμον. «Δεν μπορείς τουλάχιστον να παραδεχτείς ότι η αδερφή σου είναι καταπληκτική με τα παιδιά και ότι αυτά τη χρειάζονται απελπισμένα μέσα στη θλίψη τους; Ότι έχω δίκιο να εμπιστευτώ το μέλλον τους στα χέρια της;» «Η Αμέλια χρειάζεται δικά της παιδιά», είπε ξερά ο Λούκας. «Και θα αρχίσω να ψάχνω αμέσως να της βρω σύζυγο». Ο Σάιμον σοκαρίστηκε και μετά κυριεύτηκε από απόγνωση. Ο Γκρέιστοουν σκόπευε να της βρει σύζυγο; «Ω, βλέπω ότι αυτό δε σου πολυαρέσει!» «Δεν έχεις δίκιο». Ο Σάιμον κατάφερε να χαμογελάσει. «Τυχαίνει να συμφωνώ μαζί σου, Γκρέιστοουν. Της αξίζει να αποκτήσει δική της οικογένεια». Αλλά το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν τα δικά του παιδιά. Τι θα γίνονταν ο Γουίλιαμ και ο Τζον; Τι θα γινόταν η Λουσίλ; Και πώς θα τα έβγαζε πέρα ο ίδιος χωρίς εκείνη; «Αλήθεια;» Ο Λούκας τον πλησίασε. «Θέλω το λόγο σου, Γκρένβιλ, ότι δε θα την αγγίξεις. Θέλω το λόγο σου ότι θα φροντίσεις να είναι ασφαλής». Ο Σάιμον συνειδητοποίησε ότι δίσταζε. Εκείνη τη στιγμή το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν η Αμέλια στην αγκαλιά του το προηγούμενο βράδυ. Το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν ο αβάσταχτος, τρελός πόθος του, η απελπιστική ανάγκη του για εκείνη. Στην αγκαλιά της δεν υπήρχε πόλεμος, ο θάνατος δεν έριχνε τη σκιά του πάνω του. «Δεν μπορείς να μου το ορκιστείς;» ξεφύσηξε ο Λούκας. Ο Σάιμον κοκκίνισε. «Οι προθέσεις μου είναι τίμιες», είπε, ξέροντας πως δεν έπρεπε να επιτρέψει να τους κυριεύσει ούτε άλλη μια στιγμή τρελού πάθους. Η Αμέλια άξιζε πολύ περισσό211


τερα απ' όσα θα μπορούσε να της προσφέρει ποτέ. «Ναι, θα σου δώσω το λόγο μου. Θα φερθώ στην Αμέλια με το σεβασμό που της αξίζει». Αλλά ακόμα και καθώς πρόφερε τα λόγια έτρεμε, γιατί ήξερε ότι βαθιά μέσα του το μισούσε που έδινε αυτή την υπόσχεση. Η επόμενη, ωστόσο, βγήκε από τα βάθη της καρδιάς του. «Θα φροντίσω να είναι ασφαλής, Γκρέιστοουν. Σου το ορκίζομαι. Θα δώσω και τη ζωή μου προκειμένου να είναι ασφαλής». «Ωραία». Ο Λούκας γύρισε όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε ο Λόιντ τσουλώντας ένα τρόλεϊ. Η Αμέλια στεκόταν πίσω του, χλομή, με μάτια πελώρια και ανήσυχα. Το βλέμμα της πήγε από τον ένα στον άλλο. «Δυστυχώς, δεν μπορώ να μείνω», είπε ο Λούκας. «Απόλαυσε το κλαρέ σου, Γκρένβιλ. Αμέλια, συνόδευσέ με στην έξοδο». Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα. «Βλέπω ότι δε χύθηκε αίμα. Χαίρομαι γι’ αυτό». Κοίταξε ανήσυχη τον Σάιμον. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να τσακωθώ με τον αδερφό σου», της απάντησε σφιγμένα εκείνος. «Γιατί δεν τον συνοδεύεις στην έξοδο;» πρόσθεσε πιο μαλακά. Η Αμέλια του έριξε μια τελευταία ανήσυχη ματιά και έκανε μεταβολή. Ο Σάιμον την παρακολούθησε να φεύγει με τον αδερφό της. Ύστερα γέμισε ένα ποτήρι κρασί και το κατέβασε μονορούφι. Η πρώτη του υπόσχεση έμοιαζε με ψέμα. Η δεύτερη έμοιαζε με προαίσθημα. *** Με την πόρτα της βιβλιοθήκης κλειδωμένη, ο Σάιμον κοιτάχτηκε στο βενετσιάνικο καθρέφτη πάνω από το μικρό μαρμάρινο τραπεζάκι με τα χρυσοποίκιλτα πόδια. Κόντευαν μεσάνυχτα. Κούμπωσε τα τελευταία κουμπιά του μαύρου βελούδινου σακακιού που είχε μόλις φορέσει, κοιτάζοντας το χλομό είδωλό του. Είχε ασπρίσει την επιδερμίδα του με κρέμα αμιάντου, ένα υλικό που χρησιμοποιούσαν πολλές κυρίες της αριστοκρατίας, και είχε βάψει ελαφρά τα χείλη του. Φορούσε επίσης μια ξανθοκόκκινη περούκα. Έμοιαζε πολύ αλλόκοτος, μάλλον θηλυπρεπής, και καθόλου με τον κόμη του Σεντ Τζαστ. Ήταν σίγουρος πως η μεταμφίεσή του θα περνούσε με άριστα, τουλάχιστον στην πρώτη ματιά. Όσο για τον τρόπο που θα έβγαινε από το σπίτι του χωρίς 212


να τον πάρει κανείς είδηση, είχε φροντίσει ώστε η Αμέλια να είναι επάνω με τους γιους του. Της είχε πει νωρίτερα πως του φάνηκε ότι ο Τζον είχε πυρετό. Η Αμέλια τον είχε αντικρούσει λέγοντας ότι ήταν της φαντασίας του, αλλά εκείνος είχε επιμείνει ότι θα ένιωθε πολύ πιο ήσυχος αν έμενε ως αργά εκείνο το βράδυ με τα αγόρια ώστε να σιγουρευτεί πως δεν τριγύριζε κάποιο μικρόβιο τον Τζον. Όταν εκείνη τον είχε κοιτάξει δύσπιστα, την είχε δια-βεβαιώσει ότι ο ίδιος θα διάβαζε μέχρι αργά στη βιβλιοθήκη και δε θα μπλεκόταν στα πόδια της. Κούμπωσε και το τελευταίο κουμπί και χαμογέλασε βλοσυρά στο εκκεντρικό είδωλό του. Ήταν σίγουρος ότι η Αμέλια θα έμενε στο πλευρό του Τζον αρκετές ώρες ακόμα, δίνοντάς του το περιθώριο να φύγει μεταμφιεσμένος και απαρατήρητος από το σπίτι. Όταν επέστρεφε, θα άφηνε τα ρούχα της μεταμφίεσης στους στάβλους. Το σχέδιό του δεν ήταν τέλειο, αλλά θα έκανε τη δουλειά του. Ικανοποιημένος, έριξε μια ματιά στο ρολόι στο περβάζι του τζακιού. Θα καθυστερούσε. Το ραντεβού με τον Μαρσέλ ήταν για τα μεσάνυχτα και αποκλείεται να έφτανε εκεί μέσα σε δέκα λεπτά. Αλλά αυτό ήταν το ζητούμενο. Δεν ήθελε να φτάσει πρώτος στην ταβέρνα. Έσβησε τα τρία κεριά και βγήκε από τη βιβλιοθήκη στο σκοτεινό διάδρομο. Δεν κρατούσε κανένα κερί στο χέρι του και είχε φροντίσει να σβήσει όλα τα φώτα όταν είχε μπει σ’ εκείνο το δωμάτιο νωρίτερα. Είχε ζητήσει να του σελώσουν ένα άλογο που τον περίμενε στους στάβλους και είχε βάλει τον σταβλίτη να του ορκιστεί ότι δε θα έλεγε λέξη σε κανέναν. Ο Σάιμον διέσχισε το διάδρομο. Η είσοδος ήταν επίσης σκοτεινή, αλλά δεν είχε σκοπό να βγει από την μπροστινή πόρτα. Θα έβγαινε από την μπαλκονόπορτα της αίθουσας χορού, όπως είχε κάνει και πριν μερικές μέρες την αυγή. Μπορούσε να φτάσει στους στάβλους και μέσα από τους κήπους. Έπρεπε όμως να διασχίσει το χολ της εισόδου και βιάστηκε να το κάνει αθόρυβα. Είχε μόλις μπει στη δυτική πτέρυγα, όταν ένιωσε τις τρίχες στον αυχένα του να σηκώνονται. Και ένιωσε την παρουσία κάποιου άλλου. Γύρισε ελαφρά, ψάχνοντας με το βλέμμα μέσα στο σκοτάδι της εισόδου, και πάγωσε. Η Αμέλια στεκόταν στην απέναντι 213


άκρη. Κρατούσε ένα δίσκο, μέσα στον οποίον υπήρχε ένα κερί. Μπορούσε να τη διακρίνει τέλεια, μια και αυτός ήταν στις σκιές και εκείνη στο φως, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τον δει -όχι ακόμα. «Ποιος είναι;» την άκουσε να ρωτά ξέπνοα. Η Αμέλια άφησε απότομα το δίσκο κάτω και σήκωσε το κερί. Τι γύρευε κάτω; Εκείνος γύρισε να φύγει, αλλά προτού το κάνει τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή. Ο Σάιμον έσκυψε το κεφάλι του και έφυγε τρέχοντας στο διάδρομο. Δεν την άκουσε να τον ακολουθεί. Βγήκε έξω, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Η Αμέλια δεν τον είχε δει απλώς, ήταν σίγουρος ότι τον είχε αναγνωρίσει! Καθώς διέσχιζε τους κήπους, έριξε μια ματιά πίσω του. Η αίθουσα χορού ήταν σκοτεινή. Όταν δε διέκρινε ούτε τη φλόγα ενός κεριού, ένιωσε μια μικρή ανακούφιση. Η Αμέλια δεν τον είχε ακολουθήσει. Ίσως -απλώς ίσως- τον είχε πάρει για εισβολέα. Έβρισε καθώς έφτανε στους στάβλους. Θα έπρεπε να βρει μια πιστευτή εξήγηση για το λόγο που είχε φύγει μεσάνυχτα μεταμφιεσμένος. για την περίπτωση που εκείνη τον είχε αναγνωρίσει. Ο σταβλίτης βιάστηκε να του φέρει το άλογό του, προσποιούμενος ότι δεν είχε προσέξει την αλλόκοτη και θηλυπρεπή εμφάνισή του. Ο Σάιμον τον ευχαρίστησε και καβάλησε το ζώο. Υστερα έφυγε καλπάζοντας. Την ώρα που έμπαινε στην μπροστινή αλέα, είδε ένα κερί να καίει στο παράθυρο δίπλα στην πόρτα της εισόδου. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η Αμέλια στεκόταν εκεί και τον παρακολουθούσε. Έβρισε πάλι. Αυτή η γυναίκα ήταν αναθεματισμένα περίεργη! Σπιρούνισε το ζώο του και εξαφανίστηκε. Αλλά ήταν και αναθεματισμένα, γενναία! Το Λονδίνο ήταν σχεδόν ολοσκότεινο όταν άφησε πίσω του το Λάμπερτ Χολ. Τα μεγάλα σπίτια κατά μήκος της πλατείας ήταν χωμένα στις σκιές. Καθώς διέσχιζε γρήγορα το Μέιφερ, αφήνοντας πίσω του τα αρχοντικά και τα μεγάλα σπίτια, προσπάθησε να σκεφτεί κάποιες ιστορίες που θα μπορούσε να της πει. Ήταν σίγουρος ότι ο σταβλίτης θα είχε αναρωτηθεί μήπως πήγαινε στην πόλη να κυνηγήσει αγόρια, αλλά η Αμέλια δε θα το πίστευε ποτέ αυτό. Θα μπορούσε ίσως να της πει ότι είχε βγει για να συναντήσει την ερωμένη του, αλλά και πάλι θα 214


χρειαζόταν μια εξήγηση για την περίεργη μεταμφίεσή του. Η Αμέλια θα πληγωνόταν, ήταν σίγουρος, αν την έπειθε ότι είχε ερωμένη. Ο Σάιμον έβρισε ξανά. Μετά από μισή ώρα, έφτασε στο πανδοχείο όπου θα συναντούσε τον σύνδεσμό του. Το φεγγάρι είχε ξεπροβάλει μέσα από τα σύννεφα και ταξίδευε στον ουρανό μαζί με κάποια σκόρπια αστέρια. Ένας σταβλίτης είχε βγει από το στάβλο του πανδοχείου και ο Σάιμον του έδωσε τα γκέμια του αλόγου του μαζί με ένα σελίνι. Το αγόρι έμεινε με ανοιχτό το στόμα από το γενναιόδωρο ποσό. «Κράτησε το άλογό μου μπροστά», του είπε ο Σάιμον. «Μπορεί να γυρίσω σε ένα δυο λεπτά, μπορεί και σε μια ώρα». «Μάλιστα, λόρδε μου», βιάστηκε να απαντήσει το αγόρι. «Πού είναι η πίσω είσοδος;» Το αγόρι τον οδήγησε στο πλάι του κεντρικού κτιρίου. «Εκεί, λόρδε μου, αλλά βγάζει στην κουζίνα». «Καλό παιδί». Ο Σάιμον του έδωσε άλλο ένα σελίνι και προχώρησε γρήγορα προς την πίσω είσοδο. Δεν είχε σκοπό να μπει από την μπροστινή πόρτα, δίνοντας στον Μαρσέλ την ευκαιρία να τον δει πρώτος. Ξέχασε την Αμέλια. Ξέχασε τους γιους του. Τώρα υπήρχε μόνο το επικίνδυνο παιχνίδι της συνάντησης με τον εχθρό, που, αν δεν κατάφερνε να τον ξεγελάσει, θα μπορούσε να τον οδηγήσει στο θάνατο. Όταν μπήκε στην κουζίνα, άκουσε κατσαρολικά και πιάτα να κροταλίζουν, καθώς αποτέλειωναν το καθάρισμα για το βράδυ. Κανείς δεν του έριξε παραπάνω από μια περίεργη ματιά καθώς τη διέσχιζε. Ο διάδρομος απ’ έξω ήταν μικρός, στενός και κακο-φωτισμένος. Προχώρησε, ακούγοντας τη φασαρία που έκαναν οι μεθυσμένοι πελάτες στην ταβέρνα. Σταμάτησε στο μισοσκότεινο διάδρομο κοντά στην πόρτα της ταβέρνας και περιεργάστηκε τον κόσμο. Υπήρχαν γύρω στους είκοσι άντρες, πέντε έξι σερβιτόρες και μερικές πόρνες. Δεν έκανε τον κόπο να ρίξει ούτε μια ματιά στις γυναίκες και από τους άντρες ξεχώρισε τέσσερις. Αυτοί οι τέσσερις έμοιαζαν αριστοκράτες. Κοίταξε έναν χοντρό γκριζομάλλη, που έπινε ρούμι ή ουίσκι ερωτοτροπώντας με μια στρουμπουλή, μισόγυμνη σερβιτόρα. Ήταν ολοφάνερα μεθυσμένος. Ο Σάιμον τον απέρριψε στα γρήγορα. Ένας άλλος κύριος, με γαλάζιο σακάκι και λευκή περούκα, 215


έδειχνε επίσης μεθυσμένος. Ο Σάιμον κοίταξε τον τρίτο κύριο, που έπαιζε αφοσιωμένος χαρτιά με τον τέταρτο. Τους περιεργάστηκε για κάμποση ώρα, αλλά και οι δύο έδειχναν απορροφημένοι στο παιχνίδι τους και κανείς τους δε σήκωσε ούτε μια φορά το κεφάλι του. Το βλέμμα του ξαναγύρισε στο χοντρό κύριο με τη σερβιτόρα. Δεν ήθελε πολύ για να πέσει ξερός από το μεθύσι. Και ξαφνικά ένιωσε να τον παρακολουθούν. Γύρισε αμέσως το βλέμμα του στον άντρα με το γαλάζιο σακάκι και τη λευκή περούκα. Ο άντρας έπινε την μπίρα του, αλλά ο Σάιμον ήταν σίγουρος ότι τον είχε πιάσει να κοιτάζει προς το μέρος του. Τραβήχτηκε πίσω στο μισοσκόταδο, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τον άντρα που του γύρισε την πλάτη για να κοιτάξει αυτούς που έπαιζαν χαρτιά. Καθώς το έκανε αυτό, ο Σάιμον πρόσεξε τη χλομή επιδερμίδα και τη γαμψή μύτη του. Ξαφνικά πάγωσε από το σοκ. Ο Έντμουντ Ντιουκ ήταν αυτός; Ο Ντιουκ ήταν υπάλληλος του Γουίνταμ. Ο Σάιμον πήρε μια βαθιά ανάσα, σίγουρος πως είχε απέναντι του τον Ντιουκ, μεταμφιεσμένο όπως ήταν κι εκείνος. Ο Γουίνταμ ήταν ο υπουργός Πολέμου. Και υπήρχε ένας διπλός πράκτορας στο Υπουργείο Πολέμου. Ο Πάτζετ του είχε πει ότι ο διπλός πράκτορας ήταν στενός συνεργάτης του Γουίνταμ. Μήπως ήταν ο Ντιουκ ο διπλός πράκτορας; Μήπως ήταν ο Ντιουκ ο Μαρσέλ;» Ή μήπως ο Ντιουκ ήταν ένας από τους ανθρώπους του Γουόρλοκ; Μήπως ο Γουόρλοκ είχε στείλει τον Ντιουκ να τον κατασκοπεύσει; Ο Σάιμον δεν ήξερε. Έκανε μεταβολή, διέσχισε τρέχοντας το διάδρομο και την κουζίνα και βγήκε έξω. «Αγόρι! Το άλογό μου!» φώναξε. Και ένα δευτερόλεπτο αργότερα έφευγε καλπάζοντας, λουσμένος στον ιδρώτα.

216


Κεφάλαιο 12

Αμέλια ήταν ακίνητη σαν άγαλμα. Δεν ήταν σίγουρη τι ώρα ακριβώς είχε μπει κλεφτά στα διαμερίσματά του, πάντως ήταν λίγο αφότου είχε φύγει εκείνος από το σπίτι. Μεταμφιεσμένος. Από εκείνη την ώρα, είχε την εντύπωση ότι μόνο ανέπνεε. Και το μυαλό της κάλπαζε ασταμάτητα. Ρίγησε και έσφιξε το μάλλινο σάλι στο κορμί της. Γιατί είχε φύγει ο Σάιμον από το σπίτι τόσο περίεργα μεταμφιεσμένος; Μα το Θεό, μετά βίας τον είχε αναγνωρίσει! Η πολυθρόνα που καθόταν έβλεπε την είσοδο των διαμερισμάτων του, την πόρτα από την οποία θα έμπαινε κάποια στιγμή εκείνος. Η φωτιά έκαιγε στο τζάκι στα αριστερά της, αλλά κατά τ’ άλλα το καθιστικό -και η κρεβατοκάμαρά του- ήταν σκοτεινά. Υπήρχε όμως ένα επίχρυσο ρολόι με λευκό καντράν στο περβάζι πάνω από το τζάκι. Λίγο να γύριζε το κεφάλι της, έβλεπε την ώρα. Ήταν μία και μισή μετά τα μεσάνυχτα. Μια ώρα τώρα, αναλογιζόταν τη συμπεριφορά του. Σκεφτόταν ότι ο Σάιμον δεν ήταν ποτέ στο σπίτι με την οικογένειά του και ότι, ενώ ισχυριζόταν πως βρισκόταν στα κτήματά του στο βορρά, κανείς δεν ήξερε πραγματικά πού ήταν -ούτε καν η λαίδη Γκρένβιλ. Η Αμέλια πολύ φοβόταν ότι ήταν μπλεγμένος στα πολεμικά παιχνίδια. Δεν της είχε πει η Τζούλιαν ότι υπήρχαν Γάλλοι κατάσκοποι στην πόλη; Μήπως ο Σάιμον προσπαθούσε να εισχωρήσει σ’ αυτούς τους κύκλους; Ήταν πολύ γνωστός, αλλά απόψε δε θα μπορούσε να τον Αναγνωρίσει κανείς! Προσευχήθηκε να υπήρχε κάποια άλλη εξήγηση που είχε φύγει όπως είχε φύγει από το σπίτι. Θύμισε στον εαυτό της ότι 217


έδειχνε να αδιαφορεί εντελώς για τον πόλεμο. Αν ανήκε στο κύκλωμα τον κατασκόπων του Γουόρλοκ, τότε ήταν φοβερός ηθοποιός -και αυτό θα εξηγούσε πολλά. Τους εφιάλτες, τις αναφορές του στο θάνατο, την κραυγή του για τον Ζορζ Νταντόν... Ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. Αχ, γιατί, Σάιμον, γιατί; Ήθελε να κλάψει. Ο Σάιμον είχε αλλάξει πάρα πολύ, ήταν δύσθυμος και αγχωμένος, και φοβόταν κάτι ή κάποιον. Αν κατασκόπευε για την πατρίδα του, και θα ήταν χαζή να μην πιστέψει την πιο πιθανή εξήγηση, τότε βρισκόταν σίγουρα σε κίνδυνο. Έρχονται για μένα. Δε θα ξεχνούσε ποτέ εκείνη την τραχιά, τρομοκρατημένη δήλωση που είχε κάνει εκείνος μέσα στον εφιάλτη του. Η Αμέλια έκανε τελικά μια κίνηση. Σκούπισε με το μανίκι τα δάκρυά της. Βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα. Σκέφτηκε ότι υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να ήταν άλλος ο λόγος που είχε μεταμφιεστεί ο Σάιμον -για να πάει σε έναν οίκο ανοχής ή σε μια χαρτοπαικτική λέσχη. Μια και ήταν ο κόμης του Σεντ Τζαστ, μπορεί να ήθελε να επισκεφτεί κακόφημα μέρη, αλλά να μην ήθελε να τον αναγνωρίσουν. Δεν πίστευε όμως ότι ο Σάιμον θα πήγαινε ποτέ με πόρνη ή ότι ήταν άνθρωπος του τζόγου. Και είχε ελέγξει το συρτάρι του γραφείου του. Το πιστόλι είχε εξαφανιστεί. Το είχε πάρει μαζί του. Θα έπαιρνε πιστόλι μαζί του σε χαρτοπαικτική λέσχη; Μάλλον απίθανο! Και τώρα πια ήξερε ότι ο Τζον δεν είχε κρυολογήσει. Δεν της είχε φανεί άρρωστος, κι ας επέμενε ο Σάιμον για το αντίθετο. Ήταν φανερό ότι ήθελε να την ξεγελάσει. Η ανησυχία του για το γιο του ήταν ένα τέχνασμα για να την κρατήσει επάνω, να μην την έχει μέσα στα πόδια του, για να μπορέσει να το σκάσει μέσα στη νύχτα. Έτρεμε από θυμό. Αλλά κυρίως από φόβο. Πώς μπορούσε να βάζει σε τέτοιο κίνδυνο τα παιδιά του; Τον προηγούμενο χρόνο, οι ριζοσπάστες είχαν απειλήσει να βλάψουν τη μαμά και εκείνη, αν η Τζούλιαν δεν έκανε αυτό που της έλεγαν. Οι άντρες δεν καταλάβαιναν τι θα πει εντιμότητα σε καιρό πολέμου. Αν ο Σάιμον είχε μπλεχτεί στον πόλεμο και στην επανάσταση, η ζωή των παιδιών του κινδύνευε. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι γύρευε τέτοια ώρα έξω μεταμφιεσμένος. Αλλά σκόπευε να το μάθει. Είχε κάθε δικαίωμα να α218


παιτήσει μια εξήγηση όταν εκείνος θα επέστρεφε. Τα παιδιά ήταν και δική της ευθύνη. Αν περνούσε τη νύχτα του απλώς χαρτοπαίζοντας, θα έπρεπε να είναι ειλικρινής μαζί της. Και ήξερε ότι δεν ήταν με άλλη γυναίκα, ούτε καν με πόρνη. Δε θα της το έκανε αυτό... Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι οι αστράγαλοί της είχαν μουδιάσει. Τους έχωσε κάτω από το σώμα της. Σε λίγο θα κατέβαινε στη βιβλιοθήκη για να βεβαιωθεί ότι ο Σάιμον δεν είχε επιστρέφει και κρυβόταν στο συνηθισμένο καταφύγιό του. Πάντως για ύπνο δε σκόπευε να πάει. Είχε περάσει πάνω από μία ώρα που εκείνος είχε φύγει, και ήταν σίγουρη ότι θα αργούσε να γυρίσει. Και τότε, προς μεγάλη της έκπληξη, άκουσε τις σανίδες στο διάδρομο να τρίζουν. Σφίχτηκε και κάρφωσε το βλέμμα της στην κλειστή πόρτα, προσπαθώντας να δει. Ήταν δυνατό να είχε γυρίσει κιόλας ο Σάιμον; Ξαφνικά ευχήθηκε να είχε πάρει το πιστόλι που είχε εκείνος στο κομοδίνο του. Με την καρδιά της να σφυροκοπάει, έμεινε εντελώς ακίνητη όταν άκουσε κάποιον να σταματάει έξω από την πόρτα του καθιστικού. Άκουσε το πόμολο να γυρίζει. Η πόρτα έτριξε. Μετά άνοιξε και ένας άντρας μπήκε στο δωμάτιο. Τον αναγνώρισε αμέσως. Ο Σάιμον δεν ήταν μεταμφιεσμένος. Τα μαλλιά του έπεφταν λυτά στους ώμους του. Δε φορούσε πια το μαύρο σακάκι ούτε την κοκκινόξανθη περούκα και η επιδερμίδα του δεν ήταν λευκή. Έκλεισε τον πόρτα πίσω του και έκανε να διασχίσει το καθιστικό χωρίς να την έχει δει. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε άγρια. Δεν ένιωσε καμιά ανακούφιση, πρώτη φορά στη ζωή της αισθανόταν τέτοια ένταση. «Σάιμον». Εκείνος σταμάτησε απότομα και γύρισε προς το μέρος της. Τα μάτια του φάνταζαν πελώρια μέσα στο σκοτάδι. «Δεν έλειψες και πολύ», του είπε. Δεν πίστευε ότι θα την κρατούσαν τα πόδια της, έτσι δεν επιχείρησε να σηκωθεί. Της ήταν δύσκολο ακόμα και να ανασάνει. Την έπνιγε ο τρόμος. Μεσολάβησε μια φρικτή σιωπή. «Να συμπεράνω ότι έμεινες ξύπνια για να με περιμένεις;» Ακουγόταν πολύ ήρεμος. Χρησιμοποιώντας τα μπράτσα της πολυθρόνας, η Αμέλια κατάφερε να σηκωθεί. Οι αστράγαλοί της μυρμήγκιαζαν. Η καρδιά της χτυπούσε ακόμα πιο δυνατά 219


τώρα. «Δεν περίμενα να γυρίσεις τόσο αργά -ή μήπως θα έπρεπε να πω τόσο νωρίς». Εκείνος χαμογέλασε αργά και το βλέμμα του περιπλανήθηκε υπαινικτικά στο κορμί της. «Αμέλια, το βρίσκεις συνετό να με αντιμετωπίζεις στα διαμερίσματά μου;» «Δε με φοβίζεις. Ή, μάλλον, είμαι ήδη φοβισμένη, αλλά σε ξέρω καλά. Θέλεις απλώς να με κάνεις να τα χάσω κοιτάζοντάς με όπως αυτή τη στιγμή». «Νομίζω ότι θα έπρεπε να αναθεωρήσεις την επιθυμία σου να κάνουμε αυτή τη συζήτηση τώρα», την αντέκρουσε μαλακά εκείνος. «Πού ήσουν, Σάιμον; Τι έγινε η περούκα σου;» «Συμπεριφέρεσαι σαν σύζυγος, όχι σαν οικονόμος. Και δεν νομίζω ότι έχω την παραμικρή πρόθεση να σου δώσω αναφορά». Ο τόνος του ήταν κοφτός. «Ανησυχώ για τα παιδιά σου». «Τα παιδιά μου δεν έχουν καμιά σχέση με αυτή την υπόθεση». «Το αντίθετο, αν διατρέχουν κάποιο κίνδυνο, πρέπει να το ξέρω!»Ύψωσε τη φωνή της. Ο τόνος της έγινε αιχμηρός. Εκείνος χαμογέλασε ξανά. «Βγήκα για ένα ποτό και κατέληξες στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά μου κινδυνεύουν; Έλα τώρα, Αμέλια, χρησιμοποιείς τα παιδιά σαν δικαιολογία για να με κατασκοπεύεις». Ήθελε να τον χαστουκίσει. «Μην τολμήσεις να μου τα γυρίσεις!» του φώναξε. «Σε είδα να βγαίνεις και με είδες κι εσύ. Είδα την αλλόκοτη μεταμφίεσή σου. Πού είναι η κόκκινη περούκα, Σάιμον; Πού είναι το μαύρο σακάκι;» «Πολύ καλά», της απάντησε τραχιά. «Βγήκα απόψε. Πήγα σε μια χαρτοπαικτική λέσχη για ένα ποτό. Μεταμφιέστηκα, Αμέλια, γιατί δεν ήθελα ένα σωρό γνωστοί μου για τους οποίους δε δίνω δεκάρα να μου εκφράζουν τα υποκριτικά συλλυπητήριά τους για το θάνατο της λαίδης Γκρένβιλ!» «Θέλω να σε πιστέψω», φώναξε η Αμέλια, «αλλά πήρες το πιστόλι μαζί σου. Κοίταξα στο γραφείο σου!» Ένιωσε δάκρυα στα μάτια της. Τον κατηγορούσε. «Κυκλοφορούν ένα σωρό ληστές στους δρόμους του Λονδίνου τέτοια ώρα», της απάντησε απότομα εκείνος. «Δε θέλω να τσακωθώ μαζί σου. Πήγα για ένα ποτό. Βγήκα μεταμφιεσμένος, αλλά για το λόγο που σου είπα -για κανέναν άλλο. Ό,τι και 220


να έβαλες με το μυαλό σου, καλύτερα να το βγάλεις». Η Αμέλια προχώρησε τελικά προς το μέρος του. Σήκωσε το χέρι της και έτριψε με τον αντίχειρά της έναν άσπρο λεκέ από το μάγουλό του που είχε παραλείψει εκείνος να βγάλει. «Χρησιμοποίησες αμίαντο; Πολύ έξυπνο!» Ο Σάιμον την άρπαξε από τον καρπό. «Το έχεις προσέξει ότι είμαστε μόνοι στα διαμερίσματά μου και ότι είναι σκοτεινά και πολύ αργά;» Ο σφυγμός της άρχισε να χτυπάει ξέφρενα. «Τι σκαρώνεις, Σάιμον; Πού ήσουν; Γιατί έφυγες μεταμφιεσμένος από το σπίτι; Γιατί θέλησες να με παραπλανήσεις με την επιμονή σου ότι ο Τζον ήταν άρρωστος; Μήπως είσαι κάποιου είδους κατάσκοπος;» Την πλημμύρισε πανικός. Το βλέμμα του καρφώθηκε στο δικό της αγριεμένο. «Δε σκοπεύω να δίνω αναφορά για την κάθε μου κίνηση, Αμέλια, σ' εσένα ή σε οποιονδήποτε άλλο, ούτε τώρα ούτε ποτέ. Προτείνω να δεχτείς όσα σου είπα μέχρι τώρα, προτού θυμώσω στ’ αλήθεια». Την άφησε. «Πότε έπιασες φιλίες με τον Γουόρλοκ; Πριν δέκα χρόνια ούτε που τον ανέφερες! Θυμάμαι που μου είπες ότι είχες ζητήσει στον Γουόρλοκ να έχει το νου του στους γιους σου όσο έλειπες στο βορρά. Ήσουν όμως στ’ αλήθεια στο βορρά, Σάιμον;» Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. «Πρέπει να φύγεις από την κρεβατοκάμαρά μου, να πας στο κρεβάτι σου και να ξεχάσεις αυτή τη νύχτα». Ο τόνος του ήταν αιχμηρός. Δεν τράβηξε όμως στιγμή το βλέμμα του από το πρόσωπό της. «Έβαψες τα χείλια σου, έδειχνες γελοίος! Εσύ δε θα έβγαινες ποτέ έξω έτσι, παρά μόνο αν ήσουν αναγκασμένος να το κάνεις», του φώναξε απελπισμένη. Ο Σάιμον τράβηξε απότομα το βλέμμα του από το δικό της. «Είναι αργά. Είμαι κουρασμένος. Είσαι κουρασμένη. Δε θα έπρεπε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση τώρα και σίγουρα όχι εδώ». Της έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα, την προσπέρασε και μπήκε στην κρεβατοκάμαρά του. «Καληνύχτα». Δεν είχε γυρίσει να την κοιτάξει τη στιγμή που την έδιωχνε. Νιώθοντας ακόμα μεγαλύτερη απελπισία, η Αμέλια τον ακολούθησε μέχρι το κατώφλι της κρεβατοκάμαρας. Ύστερα πάγωσε, γιατί εκείνος είχε βγάλει το βαμβακερό πουκάμισό του. Ο κορμός του ήταν λεπτός και δυνατός, με σμιλεμένους μυς. 221


Η καρδιά της βροντοχτύπησε. Το στόμα της στέγνωσε. Τον αγαπούσε πάρα πολύ -αυτός ήταν και ο λόγος που ένιωθε τόσο τρομοκρατημένη. Και τον ήθελε. «Θέλω να βοηθήσω», ψιθύρισε. Εκείνος της έριξε ένα γρήγορο βλέμμα. «Αν συνεχίσεις να στέκεσαι εκεί, ξέρουμε και οι δύο πού θα καταλήξεις». Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι είχε καρφώσει το βλέμμα της στα μυώδη μπράτσα του και στο δυνατό στέρνο του. Και βιάστηκε να το στρέψει στο πρόσωπό του. «Μου χρωστάς μια εξήγηση. Όχι επειδή είμαστε φίλοι. Όχι επειδή είσαι εργοδότης μου και εγώ οικονόμος σου. Αλλά επειδή αγαπώ τους γιους σου και τη Λουσίλ και είναι καθήκον μου να φροντίσω να είναι όλοι ασφαλείς. Πώς θα μπορέσω να το κάνω αυτό, Σάιμον, αν εσύ κινδυνεύεις;» «Δεν κινδυνεύω». Κάθισε στο βελούδινο πάγκο στα πόδια του κρεβατιού και έβγαλε πρώτα τη μία μπότα και ύστερα την άλλη. Η Αμέλια ήξερε ότι έπρεπε να φύγει. Ο Σάιμον γδυνόταν, και κάτι της έλεγε ότι θα συνέχιζε μέχρι το τέλος για να την κάνει να το βάλει στα πόδια. Αλλά δε θα πήγαινε πουθενά μέχρι να της ομολογήσει την αλήθεια -και η αλήθεια δεν ήταν ότι είχε βγει για ποτό, ήταν σίγουρη. Εκείνος έβγαλε τη μία κάλτσα, ύστερα την άλλη, σηκώθηκε και την κοίταξε. Ύψωσε τα φρύδια του. «Σκοπεύω να γδυθώ». Τώρα της ήταν αδύνατο ακόμα και να καταπιεί. Το στέρνο του ήταν γυμνό, το ίδιο και τα πόδια και οι αστράγαλοί του. Πώς μπορούσε να μη θυμηθεί τη συνάντησή τους στα διαμερίσματά του στο Σεντ Τζαστ Χολ μετά την κηδεία; «Δε θα το τραβούσες τόσο». Το βλέμμα του περιεργάστηκε το μπούστο της. «Είσαι απίθανη, Αμέλια. Και αυτός είναι ο λόγος που σε έφερα στο σπίτι μου. Είσαι πιθανότατα η πιο αποφασιστική γυναίκα που γνωρίζω». Η Αμέλια αποφάσισε να μην αφήσει να την επηρεάσουν οι μύες που συσπώνταν στα μπράτσα και στο στέρνο του. «Τότε ξέρεις ότι δεν πρόκειται να τα παρατήσω, Σάιμον. Έχω κάθε δικαίωμα να μάθω τι έκανες έξω νυχτιάτικα. Φτάνει πια. Απόψε πρέπει να μιλήσεις καθαρά. Η συμπεριφορά σου παραήταν περίεργη, και το ξέρεις. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και στερέωσε ένα τσουλούφι 222


απ’ τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της. «Όπως είπα, απίθανη». Η Αμέλια αρνήθηκε να κάνει πίσω, κι ας βροντοχτυπούσε η καρδιά της. «Μην προσπαθείς να με ξελογιάσεις. Πρέπει να σκεφτείς τα παιδιά σου. Αν είσαι μπλεγμένος σε επικίνδυνες δραστηριότητες, ως συγγενείς σου κινδυνεύουν κι αυτά». «Δε θα έβαζα ποτέ συνειδητά τα παιδιά μου σε κίνδυνο, Αμέλια». Ο τόνος του ήταν πιο σκληρός τώρα. «Τότε τι κάνεις; Τι σκέφτεσαι;» «Σκέφτομαι», της απάντησε αργά εκείνος, «ότι είμαι σχεδόν γυμνός, είναι πολύ αργά και δε θα ήθελα τίποτα περισσότερο από το να βάλω ένα τέλος σε αυτή τη συζήτηση παίρνοντάς σε στο κρεβάτι μου». Η Αμέλια έτρεμε. «Σάιμον!» «Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι είναι καλύτερα να μην ξέρεις κάθε λεπτομέρεια της ζωής μου;» Απλωσε το χέρι του και το έσυρε στο σαγόνι της και μετά στο λαιμό της. Ο πόθος της λαμπάδιασε. «Μη. Αυτή η συζήτηση είναι πολύ σημαντική. Βρέθηκες σε κίνδυνο απόψε;» Ήταν ιδέα της ή εκείνος δίστασε; «'Οχι στο είδος του κι υνου που νομίζεις. Ο μόνος κίνδυνος είναι η παρουσία σου μαζί μου». Της χαμογέλασε και το βλέμμα του έγινε σκοτεινό. «Τι σημαίνει αυτό; Το ξέρω ότι προσπαθείς να κρύψεις τις δράστηριότητές σου, Σάιμον! Σε κυνηγούν; Πώς μπορώ να φροντίσω τα παιδιά σου, αν δεν ξέρω σε τι είσαι μπλεγμένος;» Εκείνος έσυρε τον αντίχειρά του στο λαιμό της και ύστερα χαμηλότερα, στο ντεκολτέ της. «Αδυνατώ να παρακολουθήσω τη λογική σου, Αμέλια. Πώς γίνεται η έξοδός μου για ένα ποτό να επηρεάζει την ασφάλεια των παιδιών μου;» Το άγγιγμά του ήταν απίστευτα διεγερτικό. Αλλά η Αμέλια δεν τραβήχτηκε. «Δεν έχεις σκοπό να μου πεις τι έκανες πραγματικά απόψε, έτσι; Εγώ βάζω πρώτα τα παιδιά, Σάιμον, αλλά εσύ βάζεις πρώτο τον εαυτό σου». Τα μάτια του άστραψαν. «Έχεις δίκιο. Αυτή τη στιγμή δε σκέφτομαι τα παιδιά, αυτή τη στιγμή δε βάζω τις ανάγκες τους πρώτες». Η καρδιά της βροντοχτύπησε όταν εκείνος την άρπαξε από τους ώμους και έγειρε προς το μέρος της. Ήθελε να του πει να μην τη φιλήσει -η συζήτηση αυτή ήταν πολύ σημαντική.Έπρεπε να μάθει την αλήθεια! Αλλά περίμενε αυτή τη στιγμή. Περίμενε το φιλί του. 223


Η λαβή του έγινε πιο δυνατή, της χαμογέλασε κι ύστερα το στόμα του αιχμαλώτισε το δικό της. Η Αμέλια έκλεισε τα μάτια της και ξέχασε τα πάντα. Και καθώς τα χείλη του τρυγούσαν αποφασιστικά, αχόρταγα τα δικά της, κάποιος βόγκηξε. Και η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι ήταν εκείνη. Ενστικτωδώς, έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Οι ώμοι του ήταν γυμνοί και ζεστοί κάτω από τα χέρια της. Τώρα της ήταν αδύνατο να σκεφτεί. Ο Σάιμον τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και την έσφιξε στο γυμνό κορμί του. Και ενώ το φιλί του βάθαινε, εκείνη έσυρε τα χέρια της στο στέρνο του. Ο Σάιμον αναστέναξε και ο ήχος τη συγκλόνισε. Τελικά του ανταπέδωσε το φιλί, άγρια, παθιασμένα, σέρνοντας τα δάχτυλά της στην πλάτη του. Με ένα βογκητό, εκείνος την άφησε, ανασαίνοντας βαριά και κοφτά. «Ορκίστηκα στον Λούκας ότι θα σε σεβαστώ!» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, ανίκανη να αρθρώσει λέξη. Το μυαλό της γύριζε, το κορμί της καιγόταν. Πόσο θα μπορούσαν να συνεχίσουν έτσι; «Αμέλια, πρέπει να φύγεις». Ο τόνος του δε σήκωνε αντίρρηση. Το μυαλό της άρχισε να λειτουργεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ριγώντας από τον πόθο, αλλά δεν κουνήθηκε. «Πού πήγες απόψε, Σάιμον;» κατάφερε στο τέλος να ρωτήσει. «Σε παρακαλώ». Το στήθος του συνέχιζε να ανεβοκατεβαίνει άτακτα καθώς απομακρυνόταν ένα ακόμα βήμα. «Δεν κάνεις ποτέ πίσω; Δεν παραιτείσαι; Δε θέλεις να μάθεις, Αμέλια». Εκείνη σφίχτηκε, και όχι μόνο επειδή διέκρινε τον προειδοποιητικό τόνο στη φωνή του. Ήταν έτοιμος να παραδεχτεί ότι δεν είχε βγει για ποτό; «Χτες το βράδυ μού έβαλες ένα πιστόλι στον κρόταφο, Σάιμον! Απόψε βγήκες έξω οπλισμένος και μεταμφιεσμένος. Τι θέλεις να σκεφτώ;» Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω της. Εκείνος την κοίταξε για κάμποση ώρα, με το φαρδύ στέρνο του να ανεβοκατεβαίνει. «Βιάστηκες να καταλήξεις σε λάθος συμπεράσματα», της είπε στο τέλος. «Ναι, υποφέρω από κατάθλιψη. Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί να μην ξεπέρασα ποτέ το θάνατο του αδερφού μου;» Η Αμέλια τον κοίταξε επίμονα, γιατί δεν ήξερε τι θα της έλεγε στη συνέχεια. Δεν τον πίστευε απόλυτα. 224


«Ξέρεις ήδη ότι απεχθανόμουν τη γυναίκα μου. Και όλοι ξέρουν ότι είμαι μονόχνοτος. Γιατί λοιπόν έβγαλες το τρελό συμπέρασμα ότι είμαι κι εγώ πατριώτης, όπως ήταν ο Μπέντφορντ; Δε δίνω δεκάρα για την πατρίδα μας, Αμέλια. Δε δίνω δεκάρα για τον πόλεμο». Τα μάτια του είχαν αγριέψει και άστραφταν. «Ο Γουόρλοκ είναι γνωστός μου, όχι αφέντης μου!» «Τότε πού ήσουν;» του φώναξε. «Και μη μου πεις ότι βγήκες με εκείνη την αλλόκοτη μεταμφίεση για ποτό!» «Ήμουν με μια γυναίκα». Η Αμέλια ξαφνιάστηκε. Χρειάστηκε ένα λεπτό για να χωνέψει αυτό που της είπε. «Αυτό είναι παράλογο. Εσύ δε θα πήγαινες ποτέ σε πόρνη, και αυτή η εξήγηση δε δικαιολογεί τη μεταμφίεσή σου». Παρά τον ισχυρισμό της, όμως, της ήταν πολύ εύκολο να φανταστεί έναν κύριο να μεταμφιέζεται για να επισκεφτεί έναν οίκο ανοχής. Ο Γκρένβιλ ύψωσε τα φρύδια του και την κοίταξε έντονα. Η Αμέλια ένιωσε αμηχανία. «Σάιμον;» Της γύρισε την πλάτη του, πήγε στην ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι και έβγαλε από μέσα ένα καφτάνι. Ήταν μπλε ριγέ, με χρυσά κεντήματα. «Είπα εγώ ότι ήμουν με πόρνη;» Λέει ψέματα, σκέφτηκε η Αμέλια, περίεργα θυμωμένη. Δεν μπορεί να είχε γυρίσει από την ερωμένη του! Τον είδε όμως με τη φαντασία της στην αγκαλιά μιας άλλης γυναίκας και βιάστηκε να διώξει αυτή την εικόνα από το μυαλό της. «Δε σε πιστεύω». «Δε σκόπευα να σου το εξομολογηθώ. Λυπάμαι αν πληγώθηκες». Η Αμέλια δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει. Δεν ήταν δυνατό να της έλεγε την αλήθεια, σωστά; Ο Σάιμον την ήθελε. Είχαν μια ρομαντική σχέση οι δυο τους. Ένιωθαν μια συγκλονιστική αμοιβαία έλξη. «Αν πήγες να βρεις την ερωμένη σου, γιατί έκανες τόσο κόπο να μεταμφιεστείς;» Εκείνος δίστασε. «Η Ελίζαμπεθ δεν έχει κρυώσει ακόμα στον τάφο της, Αμέλια. Πώς νομίζεις ότι θα φαινόταν στους υψηλούς κύκλους της αριστοκρατίας αν με έβλεπαν να τρέχω στην ερωμένη μου;» Ώστε είχε ερωμένη. Ήταν ποτέ δυνατό; Αλλά δεν ήταν προτιμότερο από το να είναι κατάσκοπος; «Δεν είχα πρόθεση να σε πληγώσω», της είπε σταθερά. «Με θέλεις», άκουσε τον εαυτό της να ψελλίζει. 225


«Ναι, σε θέλω. Αλλά είναι απαγορευμένο, δεν είναι; Συμφωνήσαμε ότι μια ερωτική σχέση ανάμεσά μας αποκλείεται. Συμφωνήσαμε ότι τα παιδιά έρχονται πρώτα. Συμφωνήσαμε ότι θα είμαστε απλώς εργοδότης και οικονόμος. Τι θέλεις λοιπόν να κάνω;» Ο πόνος της ήταν αβάσταχτος. Ο Σάιμον είχε πάει με άλλη γυναίκα; Ήταν δυνατό; Ο Σάιμον είχε ερωμένη. «Λυπάμαι, Αμέλια. Λυπάμαι πολύ. Γιατί με κατασκόπευες;» της φώναξε. «Γιατί δε με άφησες ήσυχο;» Εκείνη έσφιξε τα μπράτσα γύρω της, νιώθοντας τα μάτια της να δακρύζουν. Την είχε πιάσει ναυτία. «Θέλω να είναι ασφαλή τα παιδιά». «Τα παιδιά μου σε χρειάζονται. Εγώ σε χρειάζομαι. Σε χρειάζομαι εδώ, σε τούτο το σπίτι, να το διευθύνεις, όπως μόνο εσύ μπορείς να κάνεις!» Το βλέμμα του ήταν έντονο, διερευνητικό. Η Αμέλια κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα πήγαινες με άλλη γυναίκα». Το πρόσωπό του σκλήρυνε. «Ούτε εγώ μπορώ να πιστέψω ότι... Σε παρακαλώ, πήγαινε τώρα». Η φωνή του ακούστηκε βραχνή, σαν να είχε δακρύσει κι εκείνος. Η Αμέλια τον προσπέρασε βιαστικά, βλέποντάς τον ξαφνικά με τα μάτια της φαντασίας της στην αγκαλιά μιας άλλης γυναίκας. Ήταν συντετριμμένη. Ξαφνικά εκείνος την πρόλαβε και τη σταμάτησε, πιάνοντάς την από το μπράτσο. «Αμέλια! Λυπάμαι. Δεν είχα ποτέ την πρόθεση να σε πληγώσω. Αξίζεις πολύ περισσότερα απ’ ό,τι μπορώ να σου προσφέρω εγώ!» Τι σήμαινε πάλι αυτό; Η Αμέλια τραβήχτηκε, τρέμοντας. Θα έπρεπε να το περιμένει αυτό, έτσι δεν είναι; Της είχε ραγίσει την καρδιά πριν δέκα χρόνια, κι αν άφηνε τον εαυτό της να πιστέψει αυτό που της έλεγε τώρα, η καρδιά της θα ράγιζε πάλι. «Νοιάζομαι για σένα», της είπε τραχιά. «Πάρα πολύ. Θέλω να το ξέρεις αυτό». «Αν νοιαζόσουν για μένα, δε θα κάναμε αυτή τη συζήτηση». Ο Σάιμον δε μίλησε. Εκείνη έχασε το βήμα της καθώς έκανε μεταβολή για να φύγει. Κρατήθηκε από την πόρτα. Πώς ήταν δυνατό να συνέβαινε αυτό; «Με μισείς τώρα;» μουρμούρισε εκείνος. 226


Ανίκανη να μιλήσει, η Αμέλια έφυγε. *** Με δάκρυα στα μάτια, η Αμέλια χαμογέλασε στη Λουσίλ, που ήταν ξαπλωμένη σε μια κούνια στην κουζίνα. Το προσωπικό είχε αρχίσει να πλένει τα πιάτα του πρωινού. Κατσαρολικά κουδούνιζαν, το νερό έτρεχε, ο νεαρός Φρεντ σφύριζε. Ήταν ένα δραστήριο, χαρούμενο πρωινό. Με τα παχουλά χεράκια της σφιγμένα σε γροθιές, η Λουσίλ ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Νομίζει ότι είσαστε η μητέρα της», είπε η Τζέιν καθώς την προσπερνούσε με μια στοίβα άπλυτα πιάτα. Η Αμέλια ένιωσε την καρδιά της να χτυπά με αγωνία. Πήγε στο παράθυρο της κουζίνας και το άνοιξε. Τα κελαηδήματα των πουλιών έσμιξαν με το σαματά της κουζίνας. Μια γλυκιά αύρα πλημμύρισε τον χώρο. «Είχε νέα ο λόρδος από τον πατέρα της;» ρώτησε η κυρία Μέρντοκ, υψώνοντας τη φωνή της για να ακουστεί. Η γκουβερνάντα καθόταν στο κεντρικό τραπέζι και έπλεκε καλτσάκια για τη μικρή. Η Τζέιν καθάριζε την ξύλινη επιφάνεια με νερό και σαπούνι. «Όχι, δεν είχε», απάντησε η Αμέλια. Ανάσαινε με δυσκολία. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου την προηγούμενη νύχτα. Στριφογύριζε χωρίς να μπορεί να πιστέψει όσα είχαν συμβεί, πασχίζοντας να πνίξει τα δάκρυά της, απελπισμένη και απογοητευμένη. Ο Σάιμον είχε ερωμένη. Κάπου βαθιά μέσα της δεν το πίστευε ακόμα και τώρα! Αλλά της το είχε εξομολογηθεί, είχε επιμείνει, και εκείνη τον είχε τσακώσει να το σκάει μεταμφιεσμένος από το σπίτι. Και η εξήγησή του ήταν λογική! Ήξερε ότι θα έπρεπε να νιώθει ανακούφιση που δεν ήταν κατάσκοπος, αλλά ένιωθε άρρωστη. Της είχε ραγίσει την καρδιά για δεύτερη φορά. Μα πόσο ηλίθια μπορούσε να είναι; «Θα πρέπει να ταξιδεύει», παρατήρησε η κυρία Μέρντοκ. «Διαφορετικά, θα είχε απαντήσει τουλάχιστον στο γράμμα». «Είναι τόσο όμορφη. Μόλις τη δει, σίγουρα θα αποφασίσει να τη διεκδικήσει», είπε η Τζέιν. «Ναι, κι εγώ νομίζω ότι θα πρέπει να λείπει από την πόλη», συμφώνησε η Αμέλια. Ήξερε ότι ο τόνος της ήταν άψυχος και βιάστηκε να πάει στη στόφα. «Φρεντ, δε νομίζω ότι έχω ξαναδεί τόσο καθαρό φούρνο». To αγόρι με τις φακίδες της χαμογέλασε. «Μπορώ να τον 227


καθαρίσω κι άλλο, δεσποινίς Γκρέιστοουν, ή μπορώ να καθαρίσω το τζάκι». «Η στόφα είναι μια χαρά και έχουμε τους καπνοδοχοκαθαριστές για τα τζάκια». Η Αμέλια χάιδεψε το κοκκινόμαλλο κεφάλι του. «Συμβαίνει κάτι, δεσποινίς Γκρέιστοουν;» ρώτησε η κυρία Μέρντοκ. Η Αμέλια συνέχισε να χαμογελάει καθώς γύριζε να κοιτάξει την γκουβερνάντα, που είχε σταματήσει το πλέξιμο και την παρατηρούσε. Πήγε στη Λουσίλ για παρηγοριά. «Είμαι μια χαρά», απάντησε και ασχολήθηκε με τη μικρή. «Δείχνετε πεσμένη σήμερα», παρατήρησε η κυρία Μέρντοκ. Η Αμέλια χαμογέλασε πάλι στη Λουσίλ. «Δε νομίζω ότι ξέρω καν τι σημαίνει αυτή η λέξη», απάντησε, ενώ η Λουσίλ είχε αρπάξει το δάχτυλό της και το έσφιγγε. Ξαφνικά απλώθηκε μια περίεργη σιωπή στην κουζίνα, δεν άκουγες παρά τα πουλιά απ’ έξω. Όλες οι συζητήσεις σταμάτησαν. Η Αμέλια κυριεύτηκε από ένταση. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε τον Σάιμον στο κατώφλι. Σοκαρίστηκε. Απ’ όσο ήξερε, δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του στην κουζίνα. Να όμως που το έκανε τώρα. Στεκόταν στο κατώφλι και την κοιτούσε. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, κούνησε ευγενικά το κεφάλι του. Όλοι οι άλλοι στο δωμάτιο έκαναν πως δεν τον είχαν δει. Η Αμέλια ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Στράφηκε πάλι στη Λουσίλ, της έφτιαξε το γιακά και τα μανίκια. Μα τι έκανε ο Σάιμον; Την έπιασε πραγματικός πανικός. Η Λουσίλ κούνησε τα χεράκια της χαμογελώντας. Η Αμέλια προσπάθησε να ηρεμήσει, περιμένοντας να δει αν εκείνος θα έφευγε. Όταν όρθωσε το κορμί της, κατάλαβε ότι ο Σάιμον στεκόταν δίπλα της. Και η οργή της φούντωσε. Έδωσε προσεκτικά την πιπίλα στη Λουσίλ. «Με αγνοείτε;» τη ρώτησε εκείνος. Το προηγούμενο βράδυ ήταν με την ερωμένη του. Αν μπορούσε να τον πιστέψει κανείς! Πέρασε ένα λεπτό για να βρει τα λόγια της. Τελικά τον κοίταξε. «Όχι βέβαια, λόρδε μου. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Μήπως θέλετε να φάτε κάτι ακόμα; Ή μήπως τα αβγά σας ήταν παραψημένα και το μπέικον καμένο;» 228


«Δεν πατήσατε ούτε μια φορά το πόδι σας στην τραπεζαρία σήμερα». «Ήμουν απασχολημένη», απάντησε η Αμέλια, συνειδητοποιώντας ότι ο τόνος της ήταν απότομος. «Η Λουσίλ ήταν κάπως ανήσυχη», πρόσθεσε. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Η Αμέλια συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο Σάιμον την έψαχνε, και κάνοντάς το αυτό είχε έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τη Λουσίλ. Σήκωσε αυθόρμητα το μωρό στην αγκαλιά της και τον κοίταξε. «Αλλά είναι μια χαρά τώρα, όπως βλέπετε». Εκείνος την κοίταξε. Ύστερα κοίταξε για πρώτη φορά τη Λουσίλ. «Μοιάζει στη λαίδη Γκρένβιλ». «Ναι, όλοι έτσι νομίζουμε. Θα γίνει όμορφο κοριτσάκι». Κούνησε απαλά τη μικρή στην αγκαλιά της. Το βλέμμα του Σάιμον έγινε πιο έντονο. «Θα ήθελα να μιλήσω μαζί σας. Θα μπορούσατε να έρθετε στη βιβλιοθήκη;» Η Αμέλια θυμήθηκε το επεισόδιο της προηγούμενης νύχτας. «Έχω πολλή δουλειά σήμερα το πρωί. Δεν μπορεί να περιμένει η συζήτηση;» «Όχι, δεσποινίς Γκρέιστοουν, δεν μπορεί να περιμένει». «Πολύ καλά». Χωρίς να τον κοιτάξει, και με τη Λουσίλ στην αγκαλιά της, ξεκίνησε για την πόρτα. Εκείνος την ακολούθησε. «Τι κάνετε;» «Πηγαίνω στη βιβλιοθήκη, λόρδε μου». «Μπορείτε, σας παρακαλώ, να δώσετε σε κάποιον το παιδί;» «Προτιμώ όχι», απάντησε εκείνη και έσφιξε τόσο δυνατά τη Λουσίλ, που η μικρή έβγαλε μια τσιρίδα. Ο Σάιμον αναπήδησε. Η Αμέλια αναστέναξε, νιώθοντας έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Η κυρία Μέρντοκ πετάχτηκε όρθια, ανήσυχη και ξαφνιασμένη, και η Αμέλια της έδωσε το μωρό. «Θα επιστρέψω αμέσως» είπε, χωρίς να ξέρει αν μιλούσε στο μωρό ή στην γκουβερνάντα. Ύστερα κοίταξε τον Σάιμον, που την περίμενε φανερά δυσάρεστη μένος. Εκείνος της έκανε νόημα με το κεφάλι του και η Αμέλια βγήκε πρώτη από την κουζίνα και προχώρησε προς τη βιβλιοθήκη. Την ακολούθησε σιωπηλός. Κι όταν μπήκαν στο δωμάτιο, έκλεισε και τις δύο πόρτες πίσω τους. «Είναι απαραίτητο όλο αυτό;» τον ρώτησε. 229


«Βλέπω ότι με τιμωρείς για τη λανθασμένη κρίση μου». Το βλέμμα του ήταν ερευνητικό. «Τα παιδιά τιμωρούνται». «Με επιπλήττεις τότε». «Αν προτιμάς να συναναστρέφεσαι την ερωμένη σου, δε με αφορά». «Επηρεάζει όμως τη φιλία μας». «Τι θέλεις, Γκρένβιλ;» Η Αμέλια έτρεμε. «Θέλεις τη συγχώρεσή μου; Την κατανόησή μου;» Και παραλίγο να προσθέσει: Σου αρέσει εκείνη περισσότερο από μένα; Ο Σάιμον την κοίταξε βλοσυρός. «Δεν ξέρω τι θέλω... Αλλά δεν το αντέχω που σε πλήγωσα, Αμέλια. Σίγουρα το ξέρεις αυτό». Ξαφνικά τον κοίταξε κατάματα. Η Τζούλιαν είχε ανησυχήσει ότι ο Σάιμον έπαιζε ξανά μαζί της. «Σου είχα πάντα εμπιστοσύνη», του είπε με ειλικρίνεια, «αλλά αρχίζω να πιστεύω ότι δεν την αξίζεις». Εκείνος μόρφασε. «Δεν την αξίζω». Η Αμέλια έμεινε εμβρόντητη. Ο Σάιμον έστρεψε αλλού το βλέμμα του. «Λυπάμαι πολύ που έμαθες αυτό που έμαθες, Αμέλια. Σε παρακαλώ, ασχολήσου με τα παιδιά μου και άφησε εμένα στις υποθέσεις μου». Της ζητούσε να τον παρατήσει ήσυχο. «Νομίζω ότι πήρα το μάθημά μου», του απάντησε, αλλά δεν μπόρεσε να μη θυμηθεί και τα άλλα περίεργα στη συμπεριφορά του. Γιατί περίμενε ότι θα αντίκριζε κακοποιούς στην εξώπορτά του στη μέση της νύχτας; Γιατί κοιμόταν με ένα γεμάτο πιστόλι στο κομοδίνο του; Γνώριζε τον Ζορζ Νταντόν; Γιατί έβλεπε στον ύπνο του αίματα και θανάτους; Και τότε συνειδητοποίησε ότι έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που της είχε ζητήσει να κάνει. Και έδιωξε αυτές τις ερωτήσεις από το μυαλό της. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι παραδίδεις τόσο εύκολα τα όπλα», παρατήρησε ο Σάιμον. Εκείνη ύψωσε τους ώμους της. «Η μόνη ανησυχία μου είναι για τα παιδιά. Αν εκείνα δεν κινδυνεύουν, τότε είμαι ευχαριστημένη». Αλλά ήθελε να κλάψει. Το ύφος του ήταν βλοσυρό. «Πάνω σε αυτό το θέμα, σήμερα το πρωί, κοιτάζοντας την αλληλογραφία μου, βρήκα ένα γράμμα του Σάουθλαντ». 230


Η Αμέλια πάγωσε. «Τι σκοπεύει να κάνει;» «Γράφει ότι θα με επισκεφτεί αυτή τη βδομάδα, αλλά δεν αναφέρει αν θα πάρει τη Λουσίλ ή όχι». Η Αμέλια ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Ήταν εξαντλημένη και γεμάτη αγωνία, και φοβήθηκε ότι θα σωριαζόταν κάτω. Ο Σάιμον τύλιξε το μπράτσο του γύρω της. «Χλόμιασες. Θα λιποθυμήσεις;» Για μια στιγμή εκείνη στηρίχτηκε πάνω του. Ήταν δυνατός και ισχυρός, και στην αγκαλιά του ένιωθε πολύτιμη και ασφαλής. Αλλά αυτό ήταν ψέμα. Τραβήχτηκε. «Όχι. Με θέλεις κάτι άλλο;» Κατάφερε να ακουστεί κοφτή. «Έχασα τη φίλη μου;» Η Αμέλια προτίμησε να μην του απαντήσει. Πήγε στην πόρτα. «Αμέλια», είπε ο Σάιμον, αναγκάζοντάς τη να σταματήσει. «Υπάρχει κάτι ακόμα. Θα πρέπει να ξεχάσεις ότι με είδες να φεύγω από το σπίτι χτες το βράδυ, και μάλιστα μεταμφιεσμένος». Η Αμέλια μισογύρισε και τον κοίταξε. «Και δε θα μοιραστείς αυτό που σου εμπιστεύτηκα με κανέναν», πρόσθεσε εκείνος. Ήταν φυσικό να μη θέλει ο Σάιμον να προστεθούν και καινούρια κουτσομπολιά στα παλιά. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Τυχαίνει να είμαι διακριτική», του απάντησε. Και επειδή εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει επίμονα, κάνοντας την καρδιά της να τρέμει, βιάστηκε να φύγει.

231


Κεφάλαιο 13

Η Αμέλια είχε μόλις πάρει τα πιο ευχάριστα νέα. Η αδερφή της και η φίλη τους, η λαίδη Ντ’Αρσάν, είχαν έρθει να την επισκεφτούν! Ήταν πολύ κακόκεφη εκείνο το πρωί. Εκτός από το θέμα της ερωμένης του Σάιμον, φοβόταν πως μπορεί να εμφανιζόταν ο Σάουθλαντ από στιγμή σε στιγμή και να τους έπαιρνε τη Λουσίλ. Έβγαλε την ποδιά της και ευχαρίστησε τον Λόιντ για τα νέα. «Θα μπορούσες, σε παρακαλώ, να μας ετοιμάσεις μερικά αναψυκτικά;» τον ρώτησε ξέπνοη. Δεν την ένοιαζε πια που ήταν απλώς η οικονόμος. Ήθελε να δεχτεί όπως έπρεπε την αδερφή της. Στο κάτω κάτω, η Τζούλιαν ήταν μια κόμισσα, δεν μπορούσε να τη δεχτεί στην κουζίνα. Ποτέ δεν είχε χρειαστεί την αδερφή της και την αγαπημένη φίλη της όσο τώρα. Ήταν νωρίς το απόγευμα. Ο Σάιμον είχε φύγει πριν το γεύμα, λέγοντας ότι θα έτρωγε έξω με κάποιους συνεργάτες του. Η Αμέλια είχε αρνηθεί ακόμα και να τον κοιτάξει, και τελικά εκείνος είχε κάνει μεταβολή και είχε φύγει. Τα αγόρια είχαν γευματίσει στην τάξη τους, και τώρα έκαναν και τα δύο ιππασία με τον εκπαιδευτή τους. Η Τζούλιαν δε θα μπορούσε να είχε διαλέξει καλύτερη ώρα. Η Αμέλια προχώρησε βιαστικά προς το μεγάλο, επίσημο κόκκινο και χρυσάφι σαλόνι όπου είχε περάσει ο Λόιντ τις κυρίες. Καθώς έμπαινε, προσπέρασε ένα καφετί μπαούλο στο μπροστινό χολ και αναρωτήθηκε μήπως ο Σάιμον σκόπευε να φύγει. Η καρδιά της σφίχτηκε και σταμάτησε στο κατώφλι του πολυτελούς δωματίου. Καμιά από τις γυναίκες δεν είχε καθίσει. Γύρισαν και οι δύο προς το μέρος της και της χαμογέλασαν σαν μία. Η Αμέλια ξέχασε πόσο πληγωμένη και αγχωμένη ήταν. «Δεν 232


ξέρετε πόσο χαίρομαι που σας βλέπω», φώναξε. Η Τζούλιαν γούρλωσε τα μάτια της. «Είσαι καλά;» Η Αμέλια δεν απάντησε καθώς αγκάλιασε πρώτα την αδερφή της. Η προδοσία του Σάιμον την πονούσε πολύ! Στράφηκε στη Ναντίν, πασχίζοντας να πνίξει τα δάκρυά που είχαν ανέβει ξαφνικά στα μάτια της. Και τη στιγμή που η φίλη της την αγκάλιαζε, είδε την αντανάκλασή τους στον καθρέφτη που κρεμόταν στον κόκκινο τοίχο. Η Ναντίν ήταν μια μικροκαμωμένη αλλά πανέμορφη καστανομάλλα, ντυμένη με ένα εντυπωσιακό μπλε φόρεμα και μικρά κοσμήματα από ζαφείρια. Η Τζούλιαν φορούσε κόκκινο φόρεμα και ρουμπίνια. Καμιά από τις δύο δε φορούσε περούκα, αλλά η Ναντίν είχε κατσαρώσει τα μακριά μαλλιά της και τα είχε τραβήξει ψηλά στο ένα πλάι με μπλε κορδέλες, ενώ η Τζούλιαν φορούσε ένα περίτεχνο χρυσοκόκκινο καπελάκι με λευκή δαντέλα. Και οι δύο ήταν χαμογελαστές και ευδιάθετες. Η Αμέλια, από την άλλη μεριά, φορούσε ένα γκρίζο βαμβακερό φόρεμα που έπεφτε πάνω της σαν τσουβάλι. Ήταν χλομή και άτονη. Δεν φορούσε κοσμήματα και είχε χτενίσει τα μαλλιά της σε μια πλεξούδα που δεν την κολάκευε καθόλου. Δεν ήταν να απορεί κανείς που ο Σάιμον προτιμούσε κάποια άλλη, σκέφτηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα όταν άκουσα ότι ήσουν στην πόλη», της είπε η Ναντίν χαμογελώντας. «Αλλά ξαφνιάστηκα όταν έμαθα ότι δέχτηκες μια θέση στο σπίτι του Σεντ Τζαστ!» Την κοίταξε επίμονα, προσπαθώντας ολοφάνερα να καταλάβει τι συνέβαινε. Η Αμέλια κοίταξε την Τζούλιαν και εκείνη της έριξε μια αθώα ματιά, σημάδι πως δεν είχε ανοίξει ακόμα το στόμα της. Ξαναβρήκε την ψυχραιμία της, πήρε το χέρι της Ναντίν και το έσφιξε στο δικό της. «Γνώριζα τον Γκρένβιλ από χρόνια. Ήταν γείτονάς μας από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μια περίοδο μάλιστα, χρόνια πριν, φλερτάραμε οι δυο μας. Όταν πήγα στην κηδεία της γυναίκας του, διαπίστωσα ότι τα παιδιά του χρειάζονταν απελπισμένα στήριξη. Δεν μπορούσα να τους γυρίσω την πλάτη». Η Τζούλιαν ξεφύσηξε. «Και πώς τα πάνε τα παιδιά τώρα;» ρώτησε η Ναντίν. Το φωτεινό βλέμμα της ήταν γεμάτο ενδιαφέρον, αλλά δε θα ρωτούσε ποτέ για το υποτιθέμενο φλερτ, και η Αμέλια το ήξερε. 233


«Τα πάνε πολύ καλά. Μάλιστα, αν τα αγόρια γυρίσουν έγκαιρα από το μάθημα ιππασίας, θα χαιρόμουν να τα γνωρίσετε. Και πρέπει να δείτε τη Λουσίλ». Προς μεγάλη της φρίκη, ένιωσε το χαμόγελό της να τρέμει. Ο πόνος κόχλαζε στην καρδιά της. Ο Σάιμον την είχε προδώσει -ξανά. Και εκείνη είχε κάνει την ανοησία να τον εμπιστευτεί για δεύτερη φορά. Η Τζούλιαν τη χτύπησε απαλά στον ώμο. «Είναι καλά η Λουσίλ; Συνέβη κάτι;» Η Αμέλια ξεροκατάπιε. «Ο Σάουθλαντ ήρθε επιτέλους σε επαφή μαζί μας. Θα μας επισκεφτεί αυτή την εβδομάδα. Δεν είπε αν θα την πάρει ή όχι». Η Τζούλιαν την κοίταξε ανήσυχη. «Το ξέρω ότι έχεις ερωτευτεί τη μικρή, αλλά θα ήταν καλύτερα γι’ αυτή να την πάρει ο πατέρας της». «Το ξέρω», κατάφερε να πει η Αμέλια, νιώθοντας καινούρια αγωνία. Το σπίτι δε θα ήταν το ίδιο χωρίς τη Λουσίλ. «Θα ήθελα πολύ να δω το μωρό», είπε η Ναντίν. «Αν και αμφιβάλλω αν θα αποκτήσω ποτέ δικά μου παιδιά, τα λατρεύω». Η Αμέλια κοίταξε τη φίλη της. Είχαν δεθεί πολύ οι δυο τους κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Η Ναντίν ήταν μόνιμη επισκέπτρια στο Γκρέιστοουν Μάνορ. Παλιά ήταν αρραβωνιασμένη με τον Μπέντφορντ -οι δυο τους ήταν φίλοι από παιδιά. Τώρα εκείνη και η Τζούλιαν είχαν γίνει οι καλύτερες φίλες και ο Μπέντφορντ ήταν σαν αδερφός της. Η Ναντίν είχε επιστρέφει στη Βρετανία την περασμένη άνοιξη -πριν δυο χρόνια την είχαν πιάσει σε μια εξέγερση στο Παρίσι και όλοι την είχαν για νεκρή. Δε μιλούσε πολύ για τα χρόνια που είχε περάσει στη Γαλλία τον καιρό της επανάστασης. Ήταν όμως πολύ πολιτικοποιημένη και πιστή στους εμιγκρέδες που το έσκαγαν από τη χώρα της. Η Αμέλια ήταν σίγουρη πως είχε βοηθήσει όλους τους συντρόφους της να το σκάσουν από τη Γαλλία προτού το σκάσει και η ίδια. Η Ναντίν δήλωνε ανοιχτά ότι ο πόλεμος είχε αλλάξει ριζικά τη ζωή της. Είχε χάσει το σπίτι της, τη μητέρα της, τους φίλους της. Είχε χάσει επίσης το ενδιαφέρον της για το γάμο. Δεν είχε χρόνο για επίδοξους μνηστήρες. «Όταν ερωτευτείς πραγματικά, θα αλλάξεις γνώμη», της δήλωσε η Τζούλιαν. Η Ναντίν αρκέστηκε να χαμογελάσει, σαν να έλεγε πως δεν 234


πίστευε ότι θα ερωτευόταν ποτέ. «Μπορεί. Αλλά μέχρι τότε θα το απολαύσω να το παίζω θεία στην κόρη σου, και ίσως στη Λουσίλ και στους γιους του Γκρένβιλ». Κοίταξε την Αμέλια. «Αν και είμαστε κι εμείς γείτονες με τον Σεντ Τζαστ, δεν τον έχουμε συναντήσει ποτέ. Είναι εδώ;» Η οικογένεια Ντ’Αρσάν είχε επιστρέφει στην κομητεία του Σεντ Τζαστ στην Κορνουάλη. Η Αμέλια ένιωσε άλλο ένα σφίξιμο στο στήθος της. «Έχει φύγει, μπορεί να λείψει όλη μέρα. Δεν έχω ιδέα». Η Τζούλιαν την έπιασε από το χέρι. «Τι έκανε;» Η Αμέλια ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. «Είμαι ανόητη!» Η Ναντίν κοίταξε από τη μία στην άλλη κι ύστερα έδωσε στην Αμέλια ένα μαντίλι. Εκείνη σκούπισε τα μάτια της. «Ναντίν, το φλερτ μας δεν ήταν επιπόλαιο. Στα δεκάξι μου, ο Σάιμον με πολιόρκησε και εγώ τον ερωτεύτηκα τρελά. Μια μέρα έφυγε από την Κορνουάλη και δεν ξαναγύρισε ποτέ». «Λυπάμαι πολύ», είπε η Ναντίν συμπονετικά. «Τον είχα ξεπεράσει πραγματικά. Τον είχα ξεχάσει εντελώς. Όλα αυτά έγιναν πριν δέκα χρόνια. Αλλά, όταν ξανασυναντηθήκαμε στην κηδεία της γυναίκας του, ήταν λες και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα παιδιά του δεν ήταν τα μόνα που με χρειάζονταν. Με χρειαζόταν κι εκείνος... και εγώ δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Έπρεπε να ανακατευτώ, να τον παρηγορήσω. Έτσι δέχτηκα αυτή τη θέση, όσο αμήχανη και να ήταν η κατάσταση». Σκούπισε πάλι τα μάτια της. Η Τζούλιαν την αγκάλιασε. «Έπαιξε μαζί σου;» Ο θυμός ήταν φανερός στη φωνή της. «Ναι, έπαιξε», της απάντησε η Αμέλια και, ξεφεύγοντας από το αγκάλιασμά της, πήγε και κάθισε. Οι δυο γυναίκες κάθισαν μαζί της. Η Τζούλιαν την αγκάλιασε από τους ώμους και η Ναντίν της έπιασε το χέρι. «Τι έγινε;» ρώτησε άγρια η αδερφή της. «Τον έπιασα να φεύγει χτες τα μεσάνυχτα από το σπίτι». Η καρδιά της πόνεσε πάλι. «Ανησύχησα, γιατί ήταν αλλόκοτα μεταμφιεσμένος. Φοβήθηκα ότι ακολουθούσε τα βήματα του Μπέντφορντ. Αλλά, όταν του ζήτησα εξηγήσεις μια ώρα μετά, μου ομολόγησε ότι ήταν με την ερωμένη του. Αχ, Τζούλιαν, τι θα κάνω;» 235


Η Τζούλιαν είχε κατεβάσει το μπράτσο της. «Βγήκε έξω μεταμφιεσμένος;» «Γιατί να μεταμφιεστεί για να συναντήσει την ερωμένη του;» ρώτησε η Ναντίν. Η Αμέλια κοίταξε πρώτα τη μία και ύστερα την άλλη. Την κοιτούσαν και οι δύο ανήσυχες και κατάπληκτες. «Και έλειψε μόνο μία ώρα;» ρώτησε η Τζούλιαν. «Περίπου μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά», απάντησε η Αμέλια, αρχίζοντας να καταλαβαίνει τι σκέφτονταν η αδερφή της και η φίλη της. «Πήρε μαζί του και όπλο», πρόσθεσε σφιγμένα, «και ήταν σχεδόν αγνώριστος -είχε βάψει άσπρο ολόκληρο το πρόσωπό του». Η Τζούλιαν σηκώθηκε. «Ισχυρίστηκε ότι ήταν με την ερωμένη του ή με μια γυναίκα ελευθερίων ηθών;» Η Αμέλια σηκώθηκε και εκείνη. «Είπε ότι έχει ερωμένη, Τζούλιαν. Ήταν κατηγορηματικός. Δεν έχει πάει ποτέ του με πόρνη». Η Τζούλιαν κούνησε το κεφάλι της. «Μπορεί να τον πίστευα αν σου είχε πει ότι είχε πάει με πόρνη. Κανένας άντρας δε θέλει να περάσει πολλή ώρα με μια τέτοια γυναίκα. Αλλά με την ερωμένη του; Μου λες δηλαδή ότι μεταμφιέστηκε, πήρε το όπλο και βγήκε μέσα στη νύχτα για να περάσει μερικά λεπτά με την ερωμένη του;» «Μπορεί να είναι απαίσιος εραστής», μπήκε στην κουβέντα η Ναντίν με χιούμορ. «Δεν είναι απαίσιος εραστής», είπε η Αμέλια χωρίς να σκεφτεί. Κάρφωσαν και οι δύο το βλέμμα τους πάνω της. Και εκείνη ένιωσε να κοκκινίζει. «Δεν έφυγε για να συναντήσει την ερωμένη του», δήλωσε η Τζούλιαν. «Όχι για μισή ώρα, όχι μεταμφιεσμένος και όχι με όπλο». «Ίσως θα έπρεπε να μου πείτε τι συμβαίνει στ’ αλήθεια», πρόσθεσε αποφασιστικά η Ναντίν. *** Όταν έφυγαν η Τζούλιαν και η Ναντίν, η Αμέλια επέστρεψε στο σαλόνι και έκλεισε και τις δύο πόρτες πίσω της. Μόνη, πήγε στον καναπέ και κάθισε βαριά. Και από τη στιγμή που κάθισε, της ήταν αδύνατο να κου236


νηθεί. Ήταν συναισθηματικά ράκος. Πώς μπόρεσε να πιστέψει, έστω και για μια στιγμή, ότι ο Σάιμον είχε πάει με άλλη γυναίκα; Ξάπλωσε όπως ήταν με τα παπούτσια και τα δάκρυά της κύλησαν επιτέλους ελεύθερα. Φυσικά και δεν είχε πάει ο Σάιμον σε κάποια ερωμένη το προηγούμενο βράδυ. Η Τζούλιαν και η Ναντίν είχαν δίκιο. Ακόμα κι αν φοβόταν τα κουτσομπολιά, δε θα είχε μπει στον κόπο να κάνει μια τόσο περίτεχνη μεταμφίεση και δε θα είχε επιστρέφει τόσο σύντομα. Θυμήθηκε ότι την είχε πάρει στην αγκαλιά του. Αν ήταν με άλλη γυναίκα, θα είχε μυρίσει κάποια κολόνια, κάποιο άρωμα! Τελικά ο Σάιμον βρισκόταν σε κίνδυνο. Είχε πει όλες τις υποψίες της στις δύο γυναίκες, τους είχε περιγράφει με λεπτομέρειες την περίεργη συμπεριφορά του. Η αντίδραση της Ναντίν την είχε φοβίσει. Όσο μιλούσε η Αμέλια, εκείνη γινόταν όλο και πιο χλομή. «Ήξερε τον Νταντόν», είχε δηλώσει σφιγμένα. «Είμαι σχεδόν σίγουρη. Ο Νταντόν εκτελέστηκε πρόσφατα, γι’ αυτό τον έβλεπε στον ύπνο του». Η Αμέλια είχε φοβηθεί. Φοβόταν και τώρα. Ο Σάιμον πρέπει να κινδύνευε τρομερά για να της πει ένα τόσο εξωφρενικό ψέμα -για να προτιμήσει να την πληγώσει αντί να της πει την αλήθεια. Και η Αμέλια ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Εφόσον εκείνος δεν ήθελε να της μιλήσει ειλικρινά, θα ανακάλυπτε μόνη της την αλήθεια, ακόμα και αν αυτό σήμαινε να τον κατασκοπεύσει. Αν δεν ήταν τόσο εξαντλημένη, θα άρχιζε αμέσως, ψάχνοντας εξονυχιστικά το γραφείο του και τη βιβλιοθήκη. Η Ρώμη όμως δεν είχε χτιστεί σε μια μέρα. Η Αμέλια είχε την επίβλεψη όλου του σπιτιού. Θα της δίνονταν άφθονες ευκαιρίες να ψάξει το γραφείο του, τη βιβλιοθήκη και τα ιδιωτικά του διαμερίσματα. Έκλεισε τα μάτια της. Από τη μια ένιωθε ανακουφισμένη και από την άλλη απίστευτα τρομοκρατημένη... Αλλά τώρα είχε δύο μυστικοσύμβουλους. Η Ναντίν της είχε πει ότι παρέμενε σε επαφή με πολλούς «φίλους» της στη Γαλλία. Θα έκανε μερικές μυστικές έρευνες χωρίς να χρησιμοποιήσει ονόματα, για να μη βάλει τον Σάιμον σε μεγαλύτερο κίνδυνο από αυτόν που βρισκόταν ήδη. Ο Μπέντφορντ είχε ισχυρι237


στεί ότι δεν ήξερε τίποτε για τον Σάιμον, αλλά η Τζούλιαν σκόπευε να τον πιέσει περισσότερο. Και ακριβώς τη στιγμή που είχε αρχίσει να την παίρνει ο ύπνος, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του σαλονιού. Με κάποιον τρόπο κατάφερε να νικήσει το λήθαργο της εξάντλησης και ανακάθισε αναστενάζοντας, «Ναι;» Ο Λόιντ άνοιξε την πόρτα. «Με συγχωρείτε που σας διακόπτω, δεσποινίς Γκρέιστοουν, αλλά έχετε άλλον έναν επισκέπτη. Έχει έρθει ο κύριος Τόμας Τρέιτον και θέλει να σας δει». Ο φόβος της φούντωσε. «Δεσποινίς Γκρέιστοουν;» Ο Τομ Τρέιτον ήταν κάποτε οικογενειακός φίλος τους και επίδοξος μνηστήρας της Τζούλιαν. Τους είχε επισκεφτεί εκατοντάδες φορές στο Γκρέιστοουν Μάνορ όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά ήταν ριζοσπάστης ακόμα και πριν την επανάσταση. Και τελευταία δεν ήταν απλώς υποστηρικτής των Ιακωβίνων, δούλευε ενεργά γι’ αυτούς υπέρ της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η Αμέλια τα ήξερε αυτά επειδή κάποτε η Τζούλιαν είχε συνεργαστεί μαζί του για να βοηθήσουν τους Γάλλους εναντίον της πατρίδας τους. Ο Τομ είχε εμπλακεί τόσο ενεργά στον πόλεμο, που το προηγούμενο καλοκαίρι τον είχαν συλλάβει οι βρετανικές αρχές. Για χάρη της παλιάς φιλίας τους, η Τζούλιαν είχε παρακαλέσει τον Μπέντφορντ να βοηθήσει στην αποφυλάκισή του. Φοβόταν ότι θα τον οδηγούσαν στην κρεμάλα ως προδότη. Η Αμέλια ήθελε να τον διώξει. Ήταν κουρασμένη και φοβισμένη, δεν ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να χειριστεί αυτή την εξέλιξη. Η Τζούλιαν δε διατηρούσε πια φιλικές σχέσεις μαζί του. Αν και είχε συμβάλει στην αποφυλάκισή του, της είχε δηλώσει ότι ο Τομ είχε γίνει τόσο επικίνδυνος πολιτικά που τον θεωρούσε εχθρό. Αλλά, βέβαια, αυτά είχαν γίνει μήνες πριν. Γιατί είχε έρθει ο Τομ; Είχε αλλάξει παράταξη; Η επίσκεψή του αυτή ήταν απλώς κοινωνική; Η Αμέλια ήξερε ότι έπρεπε να τον δεχτεί και να ανακαλύψει αν ήταν ακόμη ένας παλιός φίλος -ή ένας καινούριος εχθρός. «Πες του να περάσει, παρακαλώ», είπε. Ο Τομ μπήκε στο δωμάτιο και η Αμέλια προχώρησε χαμογελαστή προς το μέρος του. «Σ’ ευχαριστώ, Λόιντ. Και κλείσε την πόρτα, σε παρακαλώ». Έσφιξε το χέρι του επισκέπτη. «Αυτή είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη!» Αλλά η καρδιά της βρο238


ντοχτυπούσε καθώς κοιτάζονταν. Ο Τομ ήταν στην ηλικία της Τζούλιαν, τέσσερα χρόνια μικρότερος από την Αμέλια. Είχε μέτριο ύψος, ξανθά μαλλιά και διέθετε μια αγορίστικη γοητεία. Φορούσε λευκή περούκα, μπεζ βελούδινο σακάκι και καφέ παντελόνι. «Γεια σου, Αμέλια. Άκουσα ότι ανέλαβες τη θέση της οικονόμου του Γκρένβιλ». Εκείνη ξαφνιάστηκε, επειδή ο Τομ έδειχνε να το διασκεδάζει. Ή μήπως ήταν της φαντασίας της; «Γεια σου, Τομ. Χαίρομαι που σε βλέπω μετά από τόσο καιρό. Όταν είδα τα παιδιά του Σεντ Τζαστ στην κηδεία, τα πόνεσε η καρδιά μου. Λίγο αργότερα ο Γκρένβιλ μου έκανε την πρόταση». «Μπορώ να σε φανταστώ ως οικονόμο. Μην το θεωρήσεις προσβλητικό, αλλά διαχειριζόσουν πάντα το Γκρέιστοουν Μάνορ με τέλειο τρόπο», της απάντησε ανάλαφρα. «Και, βέβαια, γνώριζες τον Γκρένβιλ από χρόνια». Η Αμέλια θορυβήθηκε. Ήταν δυνατό να γνώριζε εκείνος την παλιά τους σχέση; «Ήταν γείτονάς μου από τότε που ήμουν κοριτσάκι. Εσύ τι κάνεις, Τομ; Δικηγορείς στο Λονδίνο τώρα;» Ο Τομ ήταν δικηγόρος. «Δεν υπάρχουν πολλές υποθέσεις με κατηγορούμενους λαθρέμπορους εδώ στην πόλη», της απάντησε γελώντας. «Έτσι συνεχίζω να δικηγορώ στην πατρίδα. Μου αρέσει όμως πάρα πολύ το Λονδίνο. Υπάρχουν τόσο πολλά να δεις και να κάνεις. Και εσύ; Σου αρέσει που βρίσκεσαι στην πόλη; Πάντα πίστευα ότι προτιμούσες τη ζωή στην επαρχία». Η Αμέλια αναρωτήθηκε πόσο ακόμα θα τραβούσε η κουβέντα περί ανέμων και υδάτων. «Μου αρέσει η επαρχία -έχω επιθυμήσει τον τόπο μου-, αλλά μου αρέσει και η πόλη. Όχι ότι είχα χρόνο να βγω, εκτός από μια επίσκεψη στην Τζούλιαν, μια και είμαι πολύ απασχολημένη σε αυτό το σπίτι». Με το που το είπε αυτό, το μετάνιωσε. Ο Τομ χαμογέλασε. «Και πώς είναι η κόμισσα;» Η Αμέλια σφίχτηκε. «Είναι μια χαρά. Ελπίζω να μην της κρατάς κακία, Τομ. Η Τζούλιαν είναι πολύ ευτυχισμένη στο γάμο της». «Ναι, αγαπά το λόρδο και έχουν ένα παιδί». Ύψωσε τους ώμους του. «Κάποτε τη συμπαθούσα πολύ. Χαίρομαι γι’ αυτή». Η Αμέλια ευχήθηκε να έλεγε την αλήθεια. «Πώς είναι η μητέρα σου; Έχεις δει τους αδερφούς σου; Είναι καλά;» 239


«Της μαμάς της αρέσει πολύ η πόλη. Ο Γκάρετ τη βγάζει κάθε μέρα βόλτα στις καλύτερες γειτονιές ή στο πάρκο». Η Αμέλια δίστασε. «Και οι δύο αδερφοί μου είναι καλά», πρόσθεσε, αποφασίζοντας να μην μπει σε λεπτομέρειες. «Και ο Γκρένβιλ; Υποθέτω ότι πενθεί το χαμό της γυναίκας του. Είσαι πολύ γενναία, Αμέλια, που δέχτηκες να διαχειριστείς μια τέτοια κατάσταση». «Είναι μια δύσκολη περίοδος», του απάντησε, καταλαβαίνοντας ότι έμπαιναν σε επικίνδυνο έδαφος. «Ο κόμης θα πρέπει να εκτιμά πολύ τις προσπάθειες που κάνεις για εκείνον και την οικογένειά του», παρατήρησε ο Τομ. «Φτιάχνεις για τα παιδιά εκείνες τις τηγανίτες καλαμποκιού που έφτιαχνες παλιά;» «Υπάρχει μάγειρας και δεν του έχω δώσει ακόμα τη συνταγή». Η Αμέλια είχε αρχίσει να νιώθει άβολα. «Θα πρέπει να του τη δώσεις. Οι γιοι του θα σε λατρέψουν γι’ αυτό». Η Αμέλια δεν άντεξε να συνεχίσει αυτή την ψιλοκουβεντούλα ούτε για ένα λεπτό. «Γιατί ήρθες; Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για σένα;» «Κατά κάποιο τρόπο, είμαστε γείτονες. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι τα πας καλά. Λένε ότι ο Γκρένβιλ είναι δύσκολος άνθρωπος, έτσι δεν είναι;» «Δεν το έχω ακούσει», του απάντησε σφιγμένα. «Έλα τώρα, Αμέλια, όλοι ξέρουν ότι ήταν αποξενωμένος από τη γυναίκα του. Έχω ακούσει ακόμα και ότι περπατάει στον ύπνο του. Τον έχεις πιάσει να περιφέρεται περίεργες ώρες -να φέρεται παράξενα;» Ο Τομ γέλασε, σαν να διασκέδαζε με τα κουτσομπολιά. Η καρδιά της Αμέλια σφίχτηκε από ανησυχία. Ήταν σίγουρη πως αυτή τη φορά οι ερωτήσεις του ήταν σοβαρές. «Όχι βέβαια». Ξαφνικά θύμωσε. «Εξακολουθείς να είσαι ριζοσπάστης, Τομ;» Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, αλλά το χαμόγελο δεν έσβησε από τα χείλη του. «Εγώ έχω σταθερές ηθικές αρχές, Αμέλια. Δεν αλλάζω ιδέες σαν την Τζούλιαν». Η επίθεση δε θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη. «Η Τζούλιαν έχει πολύ σταθερές ηθικές αρχές. Πιστεύει στην ελευθερία όλων των ανθρώπων, όχι μόνο των φτωχών και των κατατρεγμένων». 240


«Από πότε πολιτικοποιήθηκες;» Η Αμέλια αγνόησε την ερώτηση. «Να υποθέσω ότι υποστηρίζεις τη Γαλλία, παρ’ όλο που βρίσκεται σε πόλεμο με τη χώρα μας;» «Να υποθέσω ότι έγινες κι εσύ βασιλική όπως η αδερφή σου;» Τώρα ο Τομ δε χαμογελούσε. «Μπορώ να φανταστώ τις συζητήσεις που κάνετε με τον Γκρένβιλ... Αν υπάρχουν συζητήσεις...» Η Αμέλια έμεινε με ανοιχτό το στόμα. «Τι σημαίνει αυτό;» «Ήμουν εκεί πριν δέκα χρόνια, Αμέλια, για την περίπτωση που το έχεις ξεχάσει. Η Τζούλιαν κι εγώ ήμαστε φίλοι τότε που σε φλέρταρε ο Γκρένβιλ». Η Αμέλια κλονίστηκε. Το είχε ξεχάσει! «Δεν ξέρω γιατί θίγεις αυτό το θέμα. Δεν είναι καθόλου ευγενικό». «Α, ώστε όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά». «Τι σημαίνει αυτό;» φώναξε η Αμέλια. «Έχεις συναντήσεις ποτέ τον Ανρί Ζουρντάν;» τη ρώτησε αγέλαστος. Η Αμέλια δεν είχε ιδέα σε ποιον αναφερόταν. Αλλά διαισθάνθηκε ότι θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική στην απάντηση που θα του έδινε. «Είχα την ευγένεια να παραβλέψω τη διάλυση της σχέσης σου με την αδερφή μου. Αλλά μπήκες σ’ αυτό το σπίτι με πολύ προκλητικό τρόπο. Δεν έχω καμιά διάθεση να συνεχίσω αυτή τη συζήτηση. Καλή σου μέρα, Τομ». «Δεν μπορεί να μην έχει επισκεφτεί ο Ζουρντάν τον Σεντ Τζαστ;» «Καλή σου μέρα». Η Αμέλια πήγε στην πόρτα και την άνοιξε. Έτρεμε, αλλά το έκρυψε. «Λόιντ! Συνόδεψε τον κύριο Τρέιτον στην έξοδο, σε παρακαλώ». Γύρισε στον Τομ. «Σε παρακαλώ, μη με αναγκάσεις να σε πετάξω με τη βία από αυτό το σπίτι». Το χαμόγελο του Τομ ήταν χλευαστικό. «Και γιατί θα το έκανες αυτό;» Χαιρέτησε και την προσπέρασε. «Νομίζω ότι μπορώ να αποχωρήσω μόνος μου». Η Αμέλια τον ακολούθησε με το βλέμμα της ενώ ο Λόιντ τον συνόδευε στην έξοδο. Μόνο όταν έκλεισε η πόρτα πίσω από τον Τρέιτον έσφιξε τα χέρια της και σωριάστηκε στην πλησιέστερη πολυθρόνα. Τι νόημα είχε αυτή η επίσκεψη; Ποιος ήταν ο Ανρί Ζουρντάν; 241


Έπρεπε όμως να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Ο Τομ ήταν εχθρός, και για κάποιο λόγο κυνηγούσε τον Σάιμον. *** Ήταν πολύ αργά και ο Σάιμον δεν είχε γυρίσει ακόμα. Η Αμέλια πηγαινοερχόταν στη βιβλιοθήκη του. Το απόγευμα είχε στείλει ένα σημείωμα ότι δε θα ερχόταν στο σπίτι για το δείπνο και ότι μπορεί να μη γύριζε έγκαιρα για να καληνυχτίσει τους γιους του. Δεν είχε δώσει καμιά εξήγηση, και τα αγόρια είχαν πέσει στα κρεβάτια τους εδώ και ώρες. Η Αμέλια είχε πάρει την απόφαση να τον κατασκοπεύσει, αν δεν υπήρχε άλλος τρόπος να ανακαλύψει την αλήθεια για τις δράστηριότητές του. Αλλά απεχθανόταν την ιδέα να αρχίσει να ψάχνει τα προσωπικά του αντικείμενα. Ήταν παραβίαση των ηθικών αρχών της και παραβίαση της προσωπικής του ζωής. Παρ’ όλα αυτά, την τελευταία ώρα είχε ψάξει όλα τα συρτάρια του γραφείου του. Δεν είχε βρει τίποτε ανησυχητικό -εκτός από το ότι έλειπε το πιστόλι. Ο Σάιμον είχε φύγει από το σπίτι πριν το μεσημέρι. Γιατί είχε θεωρήσει απαραίτητο να βγει μέρα μεσημέρι οπλισμένος; Μόλις γύριζε, η Αμέλια ήταν αποφασισμένη να τον αντιμετωπίσει μέχρι να φτάσει στην αλήθεια. Αλλά ο φόβος και η ανησυχία την είχαν εξαντλήσει. Κάθισε ξαφνικά στο γραφείο του και ακούμπησε το κεφάλι της στη δερμάτινη επιφάνειά του. «Ώστε με περιμένεις πάλι ξύπνια;» Η Αμέλια τινάχτηκε και πετάχτηκε όρθια. Ο Σάιμον στεκόταν στην πόρτα με το μπλε σακάκι του και της χαμογελούσε αχνά. «Ναι, σε περιμένω», του απάντησε τρέμοντας. Το βλέμμα του περιεργάστηκε αργά τη σιλουέτα της. Το μπαούλο που είχε δει στην είσοδο ήταν για εκείνη. Ήταν γεμάτο με ρούχα που της είχε αγοράσει η Τζούλιαν. Η Αμέλια είχε αποφασίσει να υποκύψει στην επιθυμία της αδερφής της και να ρίξει μια ματιά σε αυτά που της είχε αγοράσει, μια και είχε βαρεθεί να δείχνει σαν πλύστρα ή υπηρέτρια. Τελικά είχε φορέσει ένα ροζ μπροκάρ φόρεμα με λαιμόκοψη σε σχήμα καρδιάς και τρουακάρ μανίκια. Ο Σάιμον σήκωσε το κεφάλι του. «Αυτή είναι πολύ ευχάριστη έκπληξη, Αμέλια... Μου αρέσει το φόρεμα». Υπήρχε σίγουρα θαυμασμός στο βλέμμα του. Αλλά εκείνη 242


δεν είχε φορέσει ένα από τα φορέματα που της είχε στείλει η Τζούλιαν για χάρη του. Ή μήπως αυτό ακριβώς είχε κάνει; «Η Τζούλιαν μου χάρισε μια μικρή γκαρνταρόμπα». Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. «Βαρέθηκα να δείχνω σαν πλύστρα». Το χαμόγελό του έγινε πιο πλατύ, ο τόνος του πιο μαλακός. «Δε θα μπορούσες ποτέ να δείξεις σαν πλύστρα. Είσαι πανέμορφη», της είπε. Η Αμέλια είχε γραπωθεί από την άκρη του γραφείου του. «Ευχαριστώ», του απάντησε απλά. «Προσπαθείς να μου αποσπάσεις την προσοχή;» «Χρειάζεται να το κάνω;» Μπήκε τελικά στο δωμάτιο, αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα πίσω του. «Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί βρίσκεσαι εδώ, πόσω μάλλον γιατί κάθεσαι στο γραφείο μου, αλλά κάτι μου λέει ότι δε με έχεις συγχωρέσει ακόμα για την έκλυτη χτεσινοβραδινή συμπεριφορά μου». Η Αμέλια έγλειψε τα χείλη της. «Δεν υπήρξε έκλυτη συμπεριφορά», τον αντέκρουσε και τον είδε να ξαφνιάζεται. «Ξέρουμε και οι δύο ότι δε βγήκες χτες βράδυ για να βρεθείς με την ερωμένη σου». «Δε σκοπεύω να τσακωθώ μαζί σου. Αλλά, αν θέλεις να συνεχίσεις να πιστεύεις σ’ εμένα, κάνεις λάθος». Όμως σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά από το γραφείο και έδειχνε επιφυλακτικός. «Θα πρέπει να βρίσκεσαι σε τρομερό κίνδυνο, για να πεις ένα τέτοιο ψέμα». «Συνέβη κάτι σήμερα που δεν ξέρω;» τη ρώτησε ήρεμα. «Χτες το βράδυ πίστεψες την ομολογία μου -και, παρεμπιπτόντως, ήταν αληθινή». Η Αμέλια αποφάσισε να μην του αναλύσει με ποια λογική είχε καταλήξει στο συμπέρασμά της. «Με απείλησαν σήμερα. Εδώ, μέσα σ’ αυτό το σπίτι». Ο Σάιμον γούρλωσε τα μάτια του. «Τι πράγμα;» «Με απείλησε ένας ριζοσπάστης, Σάιμον, και ήταν φανερό πως ενδιαφερόταν για σένα». Ο Σάιμον έκλεισε το στόμα του, αλλά χλόμιασε. Και πλησίασε με γρήγορα βήματα. Η Αμέλια δεν κουνήθηκε. Εκείνος έκανε το γύρο του γραφείου και την έπιασε από τον καρπό. «Τι συνέβη;» «Θυμάσαι τον Τομ Τρέιτον;» «Το όνομα μου είναι κάπως γνωστό...» 243


«Ο πατέρας του είναι κτηματίας στην επαρχία. Εκείνος είναι δικηγόρος με γραφείο στην Πενζάνς. Παλιά ήταν φίλος της Τζούλιαν αλλά και της οικογένειάς μας. Ξέρω από πρώτο χέρι μου το είπε η Τζούλιαν- ότι βρίσκεται εδώ στο Λονδίνο για να σαμποτάρει την πολεμική προσπάθεια. Πέρυσι το καλοκαίρι τον συνέλαβαν και η Τζούλιαν φοβήθηκε ότι θα τον κατηγορούσαν για προδοσία. Έπεισε τον Μπέντφορντ να μεσολαβήσει και τον ελευθέρωσαν. Με επισκέφτηκε το απόγευμα. Αλλά αυτό που ήθελε ήταν να κουβεντιάσει για σένα». «Τι ήθελε να μάθει;» «Με ρώτησε αν γνώριζα κάποιον Ανρί Ζουρντάν», του απάντησε. Ο Σάιμον χλόμιασε. «Έχω αρχίσει να φοβάμαι», φώναξε η Αμέλια. «Σάιμον, ποιος είναι ο Ζουρντάν; Τι κάνεις πραγματικά εδώ στην πόλη; Τι έκανες χτες το βράδυ;» Εκείνος πήρε μια απότομη ανάσα. «Τι του είπες, Αμέλια; Τι του απάντησες;» «Δεν του απάντησα καν. Τον πέταξα έξω από το σπίτι». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και αντίκρισε το φόβο στα μάτια του. «Αν σε ξαναρωτήσουν ποτέ, ο Ζουρντάν είναι ξάδερφός μου. Μένει πότε πότε εδώ, αλλά αυτή τη στιγμή δεν είναι στην πόλη!» Της γύρισε την πλάτη του και άρχισε να πηγαινοέρχεται. Εκείνη έτρεξε πίσω του και τον άρπαξε από το μπράτσο. Ο Σάιμον γύρισε προς το μέρος της. «Αν πρέπει να πω ψέματα για χάρη σου, θα το κάνω ευχαρίστως, αλλά δεν έχω το δικαίωμα να ξέρω τι συμβαίνει;» «Αν μπορούσα, θα σου έλεγα τα πάντα», της φώναξε εκείνος τραχιά. Την έπιασε από τους ώμους. «Δεν έπρεπε να σε φέρω στο Λονδίνο!» «Θέλω να είμαι εδώ! Αγαπώ τον Γουίλιαμ και τον Τζον, αγαπώ τη Λουσίλ. Με χρειάζονται!» Ένιωσε τα δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της και παραλίγο να του το ξεφουρνίσει: Σ* αγαπώ και με χρειάζεσαι κι εσύ! «Βρισκόμαστε σε κίνδυνο, Σάιμον;» Η λαβή του έγινε πιο δυνατή. «Είμαι αποφασισμένος να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να είσαι ασφαλής. Για να είναι οι γιοι μου ασφαλείς. Κάνω ό,τι μπορώ...» Άφησε ατέλειωτη τη φράση του. 244


Η Αμέλια δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν φανερό ότι τον έπνιγε η αγωνία. «Ξέρω να κρατάω μυστικά». Ακούμπησε το χέρι της στο μάγουλό του, που ήταν κάπως τραχύ. Το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Δε χρειάζεται να φορτωθείς και τα δικά μου μυστικά, Αμέλια, και πρέπει να με πιστέψεις». Η Αμέλια δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν της έλεγε τι ήταν αυτό που τον απασχολούσε. «Είσαι ανακατεμένος στον πόλεμο; Με τον τρόπο που είναι ανακατεμένος ο Λούκας ή όπως ήταν ο Μπέντφορντ;» Ο Σάιμον έγνεψε αρνητικά. «Από δω κι εμπρός θα σε συνοδεύει παντού ο Γκάρετ, ακόμα και στους κήπους μου!» «Ποιος είναι ο Ζουρντάν;» δοκίμασε πάλι η Αμέλια. «Είναι ο ξάδερφός μου από τη Γαλλία», της δήλωσε κοφτά, αλλά είχε κομπιάσει προτού της απαντήσει. Η Αμέλια ξαφνιάστηκε. «Έχεις Γάλλους συγγενείς;» Ο Γκρένβιλ έγλειψε τα χείλια του. «Οι περισσότεροι έχουν πεθάνει». Τον κοίταξε απελπισμένη. «Θα τον δεχτούμε στο σπίτι;» «Αμέλια, μη με πιέζεις! Να πάρει! Δεν μπορώ να απαντήσω σε καμιά ερώτηση. Αλλά να ξέρεις αυτό. Θα φροντίσω να είσαι ασφαλής», της είπε βραχνά. Δάκρυα έλαμπαν στα μάτια του. «Θα φροντίσω να είναι ασφαλή τα παιδιά», πρόσθεσε. «Ακόμα και η Λουσίλ, για όσο καιρό είναι μαζί μας». Η καρδιά της φούσκωσε από αγάπη. «Το ξέρω». Τον έπιασε πάλι από το σαγόνι. Και εκείνος πήρε το χέρι της, το γύρισε και το φίλησε με απίστευτο πάθος. Ύστερα το φίλησε ξανά και ξανά. «Τι θα έκανα χωρίς εσένα; Τι θα έκανα χωρίς την πίστη σου; Πώς μπορείς να με εμπιστεύεσαι;» Σταμάτησε και την κοίταξε στα μάτια. «Σου είπα ψέματα, Αμέλια. Δεν πήγα με άλλη γυναίκα χτες το βράδυ. Πώς θα μπορούσε να υπάρχει κάποια άλλη, τη στιγμή που θέλω εσένα, που θαυμάζω εσένα;» Την έπνιξε η ανακούφιση -και άναψε ο πόθος της. «Το ξέρω. Σάιμον... πάντα θα σ’ εμπιστεύομαι. Είναι τόσο φυσικό για μένα όσο η ανάσα μου». Εκείνος έβγαλε μια κραυγή και την έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του. Η Αμέλια σήκωσε το πρόσωπό της για να δεχτεί το φιλί του. Ήταν άγριο και πεινασμένο, ήταν απελπισμένο. Του το ανταπέδωσε με την ίδια λαχτάρα. 245


Ο Σάιμον τραβήχτηκε πρώτος, ύστερα από μια ατέλειωτη, παθιασμένη στιγμή. «Δε θα μπορέσω να συγκρατηθώ», της είπε τραχιά, «όχι τώρα, όχι απόψε». «Και δεν πρόκειται να σε αφήσω να το κάνεις», του φώναξε εκείνη. «Είμαι πολύ φοβισμένη -και νοιάζομαι πάρα πολύ για σένα». Εκείνος έμεινε ακίνητος, ανασαίνοντας βαριά. Για μια στιγμή. η Αμέλια φοβήθηκε πως αυτό που είχε πει ήταν λάθος. Ύστερα όμως ο Σάιμον τη σήκωσε στα χέρια του, τη φίλησε και τη στριφογύρισε στον αέρα καθώς κατευθυνόταν προς τον καναπέ. Χωρίς να σταματήσει να τη φιλάει, έκλεισε την πόρτα της βιβλιοθήκης. Η Αμέλια γραπώθηκε από πάνω του καθώς την ξάπλωνε στον καναπέ. Εκείνος γονάτισε δίπλα της. «Αξίζεις περισσότερα απ’ όσα μπορώ να σου δώσω». «Θέλω αυτά που μπορείς να μου δώσεις». Η Αμέλια πήρε το χέρι του και το έσυρε στο γυμνό ντεκολτέ της. Τα μάτια του άστραψαν. «Αμέλια, σε έχω πληγώσει ήδη, κι αν το μετανιώσεις...» «Δε θα το μετανιώσω», του είπε και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του, αποκαλύπτοντας το σκληρό στέρνο και τη μυώδη κοιλιά του. Το φόρεμά της ήταν ήδη ξεκούμπωτο. Ο Σάιμον πάγωσε. Οι ματιές τους έσμιξαν. Η Αμέλια ακούμπησε την παλάμη της στα πλευρά του και παραδόθηκε. Έκλεισε τα μάτια της, που είχαν δακρύσει από την ένταση του πόθου, και ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της καθώς έσερνε το χέρι της στο στομάχι του και μετά στη λεκάνη του. Το δέρμα του ήταν σαν βελούδο, αλλά καυτό από τον πόθο. Ο Σάιμον τρύγησε άγρια τα χείλη της καθώς το χέρι της κατέβαινε ακόμα πιο χαμηλά. Και όταν άγγιξε τον σκληρό, καυτό ανδρισμό του, ο πόθος της έγινε αβάσταχτος. Μια κραυγή που έμοιαζε με λυγμό βγήκε από το στόμα της. Ο Σάιμον άρπαξε το κορσάζ του φουστανιού της και το κατέβασε χαμηλά, σαρώνοντας με τα χείλη του το λαιμό, τα στήθη της. Η Αμέλια του έβγαλε ανυπόμονα το σακάκι και ύστερα τον βοήθησε να βγάλει το παντελόνι. Η φούστα της ήταν ήδη ανεβασμένη στη μέση της. Ο Σάιμον της χαμογέλασε και τα μαύρα μάτια του πετούσαν φλόγες. Η Αμέλια ήθελε να του πει να βιαστεί. Ήθελε να του πει ότι τον αγαπούσε. Αντί γι’ αυτό, 246


τον κοίταξε στα μάτια, στα πρόθυρα της λιποθυμίας, έφερε το χέρι της ανάμεσά τους και τον οδήγησε προς το μέρος της. Εκείνος βόγκηξε και μπήκε με μια δυνατή ώθηση μέσα της... Η Αμέλια τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του και έκλαψε.

247


Κεφάλαιο 14

Η Αμέλια νόμισε ότι ένιωσε τον Σάιμον να χαϊδεύει τον κρόταφό της με τα χείλη του. Δεν ήταν δυνατό, σίγουρα ονειρευόταν. Άρχισε να ξυπνάει κάπως μπερδεμένη. Και ξαφνικά συνειδητοποίησε πως ήταν στην αγκαλιά του -πως ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Το στρώμα κουνήθηκε καθώς εκείνος σηκωνόταν. Η Αμέλια ξύπνησε εντελώς στη στιγμή. Το προηγούμενο βράδυ είχαν κάνει έρωτα, ξανά και ξανά. Την κυρίεψε μια εκστατική χαρά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρά της και ήταν σκοτεινά ακόμα έξω. Ο Σάιμον μάζευε τα ρούχα του και ντυνόταν. Θυμήθηκε ότι είχαν κάνει έρωτα στον καναπέ της βιβλιοθήκης, αφήνοντας επιτέλους το πάθος τους να ξεσπάσει. Ήταν ένα θαύμα που της είχε κόψει την ανάσα. Τίποτε στη ζωή της δεν της είχε φανεί τόσο σωστό. Στη συνέχεια είχαν ανέβει κλεφτά στην κρεβατοκάμαρά της. Και είχαν κάνει έρωτα ξανά και ξανά. Κάθε φορά φλογερά, ξέφρενα, συναρπαστικά. Έσφιξε τις κουβέρτες, συνεπαρμένη από το βάθος της αγάπης της. Δεν είχε αγαπήσει ποτέ μέχρι τώρα κάποιον με αυτό τον τρόπο, σκέφτηκε ανίσχυρη. Ήξερε ότι δεν είχε πάψει ποτέ να αγαπά τον Σάιμον -ούτε θα έπαυε ποτέ. Κι όμως, μέσα στη βαθιά χαρά υπήρχε και απόγνωση. Ο Σάιμον είχε μπλεξίματα. Τελικά οι υποψίες της ήταν βάσιμες, αν και εκείνος δεν είχε παραδεχτεί τίποτε! Αυτό που ήξερε η Αμέλια με απόλυτη βεβαιότητα ήταν ότι φοβόταν και ότι θεωρούσε απαραίτητο να φροντίσει για την ασφάλεια των παιδιών και τη δική της. Αλλά από ποιον ή από τι κινδύνευαν; «Σάιμον;» ψιθύρισε ακούγοντας τα ρούχα του να θροΐζουν. Εκείνος κάθισε στο πλάι του κρεβατιού με μισοκουμπωμέ248


νο πουκάμισο και χάιδεψε το πρόσωπό της. «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω. Καλημέρα». Της χαμογέλασε. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Το χαμόγελό του ήταν τόσο τρυφερό, τόσο στοργικό -και δεν είχε ξεχάσει τις έντονες, φλογερές ματιές του το προηγούμενο βράδυ. «Δεν πειράζει. Πας να το σκάσεις στα κλεφτά;» τον ρώτησε κάπως αβέβαιη, αν και προσπάθησε να ακουστεί αδιάφορη. Δεν μπορεί να ήθελε να φύγει και να την αφήσει, όχι μετά το έντονο πάθος του το προηγούμενο βράδυ! Εκείνος την κοίταξε έντονα. «Ναι, σκοπεύω να φύγω στα κλεφτά από το δωμάτιό σου, αλλά όχι επειδή θέλω να σε αφήσω. Προσπαθώ να σε προστατέψω. Δε θέλω να μάθει κανείς ότι περάσαμε μαζί τη νύχτα. Δε θέλω να αμαυρωθεί η υπόληψή σου». Η Αμέλια δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε επιτρέψει να τρυπώσει στο μυαλό της η αμφιβολία. Η αβεβαιότητά της όμως παρέμεινε. «Νόμιζα πως ήθελες να το σκάσεις από μένα». «Γιατί θα ήθελα να το σκάσω από σένα;» Ακούστηκε πραγματικά σαστισμένος. «Επειδή ντρέπεσαι, επειδή νιώθεις ένοχος, επειδή το μετάνιωσες...» του απάντησε. Εκείνος έμεινε μια στιγμή να την κοιτάζει. Ύστερα τη ρώτησε τρυφερά: «Εσύ ντρέπεσαι; Εσύ το μετάνιωσες;» «Το ξέρω ότι είχαμε αποφασίσει να μην αφήσουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά δεν μπορώ να μετανιώσω για τη νύχτα που μόλις μοιραστήκαμε. Ήταν η ωραιότερη νύχτα της ζωής μου». Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Το εννοείς πραγματικά αυτό;» «Το εννοώ!» φώναξε η Αμέλια. Ο Σάιμον έσκυψε πιο κοντά της, έχωσε το χέρι του στα μαλλιά της και κάλυψε τον αυχένα της. «Αυτό που συνέβη απόψε σημαίνει για μένα πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσες να φανταστείς». Ο τόνος του ήταν τραχύς από τη συγκίνηση. «Εύχομαι απλώς...» Σταμάτησε. Το στήθος της φούσκωσε από αγάπη. Άγγιξε το πρόσωπό του. «Τι εύχεσαι; Έχεις τύψεις;» Δεν της είχε απαντήσει και εκείνη δεν το είχε αφήσει να περάσει απαρατήρητο. «Ναι, έχω». Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Σου αξίζουν πολύ περισσότερα από αυτό. Το ξέρουμε και οι δύο ότι δεν είσαι γεννημένη για ερωμένη. Σου αξίζει ένα δικό σου σπίτι και 249


μια δική σου οικογένεια, όχι μια παράνομη σχέση. Σε προσέλαβα για οικονόμο μου, αλλά τώρα βρίσκεσαι στο κρεβάτι μου!» Πριν προλάβει εκείνη να διαμαρτυρηθεί, ο Σάιμον συνέχισε: «Σου αξίζει όλο το μεγαλείο που έχει να προσφέρει η ζωή. Αντί γι’ αυτό, σε έμπλεξα στις πιο σκοτεινές πτυχές της ζωής μου, Αμέλια. Ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι δε θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο, κι όμως έκανα ακριβώς αυτό». Η Αμέλια δεν τον καταλάβαινε απόλυτα. Και την κυρίεψε απελπισία. «Ώστε λυπάσαι γι’ αυτό που συνέβη;» «Δε λυπάμαι που κάναμε έρωτα», της απάντησε. Δίστασε. «Αλλά νιώθω τύψεις που σε κατέστρεψα, Αμέλια, γιατί αυτό έκανα». Της είχε πάρει την παρθενιά και δε φαινόταν διατεθειμένος να της κάνει πρόταση γάμου. Η Αμέλια δεν ήξερε τι να σκεφτεί, τι να πει, τι να νιώσει. «Είμαι είκοσι έξι χρονών. Και έχω να σκεφτώ το γάμο χρόνια», του είπε, κι ας μην ήταν απόλυτα αλήθεια. «Δε με νοιάζει που είμαστε εραστές και όχι σύζυγοι. Δεν το κρύβω ότι νοιάζομαι για σένα, Σάιμον, και θέλω να συμμετέχω στη ζωή σου. και στα εύκολα και στα δύσκολα». Εκείνος την κοίταξε κάμποση ώρα. «Εξακολουθεί να με ξαφνιάζει η αφοσίωσή σου, Αμέλια, γιατί δεν έχω κάνει τίποτε για να την αξίζω. Γιατί; Γιατί θέλεις τόσο πολύ να με βοηθήσεις;» Δεν μπορούσε να του ομολογήσει ότι τον αγαπούσε. «Έχουμε ένα δεσμό», του είπε απαλά. «Ναι, έχουμε. Τον είχαμε πριν δέκα χρόνια και προφανώς ο χρόνος δεν τον κατέστρεψε», συμφώνησε ο Σάιμον, αλλά δε χαμογελούσε. Και η Αμέλια ένιωσε το ίδιο αβέβαιη όπως και στα δεκάξι της. «Δεν ξέρω αν το πέρασμα του χρόνου θα τον επηρεάσει ποτέ». «Είμαι ένας εγωιστής μπάσταρδος, σωστά; Νιώθω σαν να σε χρησιμοποιώ. Και σίγουρα δε θα έπρεπε να το κάνω». Την τράβηξε ξαφνικά στην αγκαλιά του και την έσφιξε δυνατά. Η Αμέλια συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν ένα ξέσπασμα αγάπης και του ανταπέδωσε το αγκάλιασμα. Αλλά δεν καταλάβαινε γιατί δεν της πρότεινε γάμο. Σίγουρα νοιαζόταν γι’ αυτή. Της είχε πει ότι τη χρειαζόταν. Τα παιδιά του χρειάζονταν μια μητέρα. Και ήταν χήρος -τι ήταν λοιπόν αυτό που τον συγκροτούσε; 250


Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι φοβόταν πως απλώς δεν ήθελε να την παντρευτεί. Και το χειρότερο, ήταν πλέον ολοφάνερο ότι εκείνη ήθελε κάτι παραπάνω από μια ερωτική σχέση μαζί του. Όπως είχε επισημάνει και ο ίδιος, δεν ήταν γεννημένη για ερωμένη. «Καλύτερα να πηγαίνω», είπε εκείνος ξαφνικά. «Κοντεύει πέντε η ώρα και σε λίγο το προσωπικό θα αρχίσει να ξυπνάει». «Είμαι η μόνη που σηκώνεται πριν τις έξι», του είπε, νιώθοντας σαστισμένη και λίγο πληγωμένη. Η αγάπη της όμως παρέμεινε ακλόνητη. Ήξερε πως από τη μεριά της δε θα ξεθώριαζε ποτέ. Ο Σάιμον τη φίλησε στο μάγουλο και σηκώθηκε. «Μπορούμε να μιλήσουμε αργότερα. Αμέλια... αν αποφασίσεις ότι το μετάνιωσες, θα πρέπει να φανείς γενναία και να μου το ομολογήσεις». Εκείνη χαμογέλασε, έσφιξε τις κουβέρτες στο στήθος της και τον παρακολούθησε να φεύγει. Ύστερα έγειρε πίσω στα μαξιλάρια. Ήταν τρελά ερωτευμένη, αλλά εξακολουθούσε να νιώθει μπερδεμένη. Ξαφνικά φοβήθηκε ότι μπορεί να μην ήταν πολύ επιδέξια στο ρόλο της ερωμένης. Ότι μπορεί ο Σάιμον να την πλήγωνε πάλι. Αλλά δεν ήθελε να τον χάσει. Δεν ήταν καλύτερο αυτό από το τίποτα; Εκτός αυτού, εκείνος βρισκόταν σε κίνδυνο -και πιθανότατα και τα παιδιά του. Δε θα απαρνιόταν τη φιλία τους και δεν ήθελε να βάλει τέλος στην ερωτική τους σχέση. Για την ακρίβεια, ο Σάιμον της έλειπε ήδη! Πέταξε τα σκεπάσματα, μια και ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την ξαναπάρει ο ύπνος. Θα ξεκινούσε τη μέρα της νωρίς. *** Μισή ώρα αργότερα, καθώς κατέβαινε κάτω, η Αμέλια αναρωτήθηκε αν θα κατόρθωνε να βγάλει από το μυαλό της τη νύχτα που είχε περάσει με τον Σάιμον. Ξέροντας πως δε θα είχε σηκωθεί κανείς άλλος ακόμα -εκτός από εκείνον-, κοίταξε προς τη βιβλιοθήκη μόλις μπήκε στο κεντρικό χολ. Η πόρτα ήταν ακόμα ανοιχτή και χαμογέλασε όταν θυμήθηκε τον τρόπο που είχαν ξεγλιστρήσει από αυτό το δωμάτιο την προηγούμενη νύχτα, έχοντας ντυθεί όπως όπως και προσποιούμενοι ότι δεν έ251


τρεχε τίποτα. Είχαν βγει αργά και στη συνέχεια είχαν κάνει μια τρελή κούρσα για τις σκάλες. Σκασμένοι στα γέλια, είχαν ανέβει τρέχοντας στο υπνοδωμάτιό της. Η βιβλιοθήκη ήταν άδεια -κατά τα φαινόμενα ο Σάιμον ήταν ακόμα πάνω- και σε μια παρόρμηση της στιγμής μπήκε μέσα για να τακτοποιήσει τον καναπέ όπου είχαν κάνει έρωτα για πρώτη φορά. Καθώς έφτιαχνε τα μαξιλάρια, με τη χαρά να έχει παραμερίσει τις προηγούμενες αμφιβολίες της, έπιασε μια κίνηση έξω. Κοίταξε από το παράθυρο. Ο ήλιος είχε ανατείλει και το πρωινό ήταν λαμπερό στο πρώτο φως της μέρας. Τα τριαντάφυλλα είχαν ανθίσει. Και τότε συνειδητοποίησε ότι στεκόταν ένας άντρας έξω από το παράθυρο! Η Αμέλια πάγωσε από το φόβο. Ύστερα έτρεξε στο γραφείο του Σάιμον, άνοιξε το συρτάρι που φυλούσε εκείνος το πιστόλι και το πήρε. Γύρισε, και τη στιγμή που έκανε να το σηκώσει, ο άντρας κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι. Πνίγηκε από το σοκ. Αμέλια, είδε τα χείλη του να σχηματίζουν τη λέξη. Ήταν ο Τζακ, ο αδερφός που είχε να δει μήνες! Ο Τζακ που είχε επικηρυχθεί. Η Αμέλια του έδειξε προς τη δυτική πτέρυγα του σπιτιού και βγήκε τρέχοντας από τη βιβλιοθήκη. Ανοιξε τις πόρτες του πολυτελούς χρυσοκόκκινου σαλονιού και τις ξανάκλεισε πίσω της. Συνειδητοποίησε πως κρατούσε ακόμα το πιστόλι του Σάιμον καθώς διέσχιζε τρέχοντας το σαλόνι για να ανοίξει την μπαλκονόπορτα. Ο Τζακ μπήκε βιαστικά και της χαμογέλασε. 'Προτού προλάβει να του τα ψάλει, εκείνος την έκλεισε στην αγκαλιά του. Πήρε το πιστόλι από τα χέρια της και τη στριφογύρισε στον αέρα μέχρι που της κόπηκε η ανάσα. «Το πιστόλι είναι γεμάτο», του είπε εκείνη, φοβούμενη ότι θα εκπυρσοκροτούσε. Εκείνος γέλασε περιφρονητικά, την άφησε και ακούμπησε το πιστόλι σε ένα τραπεζάκι. «Από πότε οπλοφορείς;» Η Αμέλια κοίταξε τον αδερφό της. Έδειχνε αυτό ακριβώς που ήταν -λαθρέμπορος ή πειρατής. Το πρόσωπό του ήταν μαυρισμένο από τον αέρα και τη θάλασσα, φορούσε ένα απλό καφέ σακάκι πάνω από ένα βαμβακερό πουκάμισο ανοιχτό στο λαιμό. Τα ξανθά μαλλιά του έπεφταν ξέμπλεκα και φορούσε ψηλές μπότες με το παντελόνι του, όχι κάλτσες και παπούτσια. 252


Φορούσε επίσης μια ζώνη με πορτοφόλι και θηκάρι, μέσα στο οποίο μπορούσε να διακρίνει ένα πιστόλι. «Εσύ από πότε οπλοφορείς;» του φώναξε. «Δε χαίρεσαι που με βλέπεις;» Της χαμογέλασε. Και προτού προλάβει να του απαντήσει, ύψωσε το καστανό φρύδι του. «Χμμ, δε μοιάζεις με οικονόμο, αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, ούτε με τη λογική μεγαλύτερη αδερφή μου». Η Αμέλια ένιωσε να κοκκινίζει. Φορούσε ένα όμορφο ανοιχτό ροζ μεταξωτό φουστάνι με τριαντάφυλλα, το οποίο σίγουρα δεν ταίριαζε σε οικονόμο. Και είχε στερεώσει με τσιμπιδάκια τα μισά μαλλιά της ψηλά στο κεφάλι της. Τα υπόλοιπα τα είχε βουρτσίσει και έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της. Και το χειρότερο, ήξερε ότι έδειχνε ιδιαίτερα λαμπερή. Και, φυσικά, υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν ο Σάιμον. Ο Τζακ ήταν αδιόρθωτος γυναικάς και φοβήθηκε ότι θα μάντευε τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. «Είμαι ενθουσιασμένη που σε βλέπω, και το ξέρεις», του απάντησε. «Ο Λούκας μου είπε για την επικήρυξη, Τζακ». Εκείνος δεν έδειξε να ανησυχεί. «Μην αρχίσεις τώρα το κήρυγμα. Πώς και είσαι ντυμένη με τα καλά σου στις πέντε το πρωί;» «Τα ρούχα μου τα έστειλε η Τζούλιαν. Για να είμαι ειλικρινής, έχω ξεθεωθεί με τη φροντίδα των δύστυχων παιδιών του Γκρένβιλ. Και βαρέθηκα να κοιτάζομαι στον καθρέφτη και να μοιάζω με γυναίκα ψαρά». «Πώς είναι τα παιδιά του Γκρένβιλ, Αμέλια; Και μια και τον αναφέραμε, πώς είναι ο Γκρένβιλ;» Εκείνη σφίχτηκε. «Τα κουβέντιασα ήδη αυτά με τον Λούκας, ο οποίος αποδέχτηκε την απόφασή μου να δεχτώ τη θέση της οικονόμου του Γκρένβιλ. Τα παιδιά του έχασαν τη μητέρα τους, Τζακ. Και το μωρό, η Λουσίλ, δεν είναι καν δικό του παιδί, άρα αυτή τη στιγμή δεν έχει κανέναν». «Έχει εσένα». «Ναι, έχει εμένα». Ο Τζακ αναστέναξε. «Έφτασα στην πόλη χτες το βράδυ. Ο Λούκας μου είπε τα πάντα -συμπεριλαμβανομένου του ότι έχεις μπλεχτεί για τα καλά στο σπιτικό του Γκρένβιλ. Αμέλια, δεν έχω ξεχάσει ότι ο άνθρωπος αυτός σου ράγισε την καρδιά, παρ’ όλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Θυμάμαι που σε άκουγα να κλαις στο δωμάτιό σου. Θυμάμαι που ήθελα 253


να τον βρω και να τον σκοτώσω! Σοκαρίστηκα όταν μου είπε ο Λούκας πως ήσουν οικονόμος του. Αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι ποτέ άλλοτε δεν έδειχνες τόσο καλά -τόσο όμορφη». Εκείνη ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται. «Είναι το φόρεμα!» Ο Τζακ την κοίταξε ερευνητικά. Η Αμέλια σταύρωσε τα μπράτσα της επιθετικά. Είχε καταφέρει να ρίξει στάχτη στα μάτια του Λούκας, αλλά τον Τζακ θα ήταν πιο δύσκολο να τον ξεγελάσει. «Πήγες να δεις την Τζάκλιν;» τον ρώτησε, αναφερόμενη στην κόρη της Τζούλιαν. «Αλλάζεις θέμα. Αλήθεια, πού είναι ο Γκρένβιλ; Αν και δε θα έπρεπε να με βρει εδώ, θα ήθελα να κάνω μια κουβεντούλα μαζί του». Η Αμέλια θορυβήθηκε. Ο Τζακ ήταν ευέξαπτος. Το εννοούσε όταν είπε ότι πριν μια δεκαετία ήθελε να σκοτώσει τον Σάιμον. Δε θα αντιμετώπιζε ήρεμα και λογικά το θέμα, όπως είχε κάνει ο Λούκας, ήταν σίγουρη γι’ αυτό. «Μάλλον θα κοιμάται. Δε νομίζω ότι θα ήταν φρόνιμο να τον ξυπνήσω». Εκείνος την κοίταξε κατάπληκτος. «Θεέ μου, σκέφτηκες στ’ αλήθεια να κάνεις κάτι τέτοιο; Και βέβαια δεν μπορείς να μπουκάρεις στο δωμάτιό του -ή μήπως μπορείς; Αλήθεια, τι γίνεται εδώ πέρα;» Ο Τζακ ήταν καχύποπτος για τη σχέση της με τον Σάιμον, συνειδητοποίησε πανικόβλητη. «Κάνεις λάθος. Δε μου πέρασε καθόλου από το μυαλό να ανέβω πάνω να τον ξυπνήσω. Θα ήταν εντελώς ανάρμοστο». «Αυτό το φόρεμα είναι ανάρμοστο. Όπως και η θέση σου ως οικονόμος του». «Το είπα στον Λούκας και θα το πω και σ’ εσένα. Δεν μπορώ να εγκαταλείψω τα παιδιά του τώρα. Με συνήθισαν να διευθύνω αυτό το σπίτι. Φροντίζω τα γεύματά τους, ελέγχω ότι έχουν διαβάσει τα μαθήματά τους, τους λέω παραμύθια πριν κοιμηθούν!» «Αλήθεια;» Ο Τζακ γέλασε σαρκαστικά. «Θα μείνω εδώ μέχρι να κατέβει ο Γκρένβιλ. Συνεχίζω να θέλω να κάνω μια κουβεντούλα μαζί του». «Τζακ, δεν έχεις το περιθώριο να τον αφήσεις να σε δει». Η Αμέλια είχε τρομοκρατηθεί. Ο Τζακ ήθελε να αντιμετωπίσει τον Σάιμον για να αποφασίσει αν η σχέση τους ήταν καθω254


σπρέπει ή όχι. «Ο Γκρένβιλ δε με φοβίζει, Αμέλια», την αντέκρουσε με μεγάλη αλαζονεία. «Από τη μέρα που κηρύχτηκε ο αποκλεισμός, έχω καταφέρει να ξεγλιστράω από δύο στόλους. Νομίζω ότι μπορώ να ξεφύγω και από τον Γκρένβιλ και τα φιλαράκια του, αν σκεφτεί ποτέ να με καταδώσει!» «Είσαι τυχερός, Τζακ, αλλά φοβάμαι ότι δεν το ξέρεις». Εκείνος την κοίταξε. «Μη φοβάσαι για μένα». Η Αμέλια τον πλησίασε και ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Και βέβαια φοβάμαι για σένα». Χαμήλωσε τη φωνή της. «Πόσες φορές έχεις αράξει στις γαλλικές ακτές για να ξεφορτώσεις εμπορεύματα που περιλαμβάνονται στον αποκλεισμό, με το βρετανικό ναυτικό στον ορίζοντα; Πόσες φορές, Τζακ;» Εκείνος την κοίταξε με μια αστεία έκφραση στο πρόσωπό του. «Δε θέλω να ανησυχείς για μένα. Έχω την περίεργη αίσθηση ότι αυτή τη στιγμή σε απασχολούν πάρα πολλά». «Θεέ μου, είχα δίκιο! Ρίχνεις πράγματι άγκυρα για να ξεφορτώσεις, ενώ το βρετανικό ναυτικό βρίσκεται σε απόσταση βολής!» «Πόσο διασκεδαστικό θα ήταν, αν δε βρίσκονταν στο κατόπι μου;» Η Αμέλια ένιωσε την επιθυμία να του δώσει ένα γερό χαστούκι. «Δε μιλάμε για κανένα επιπόλαιο παιχνίδι. Αν σε πιάσουν, θα σε κατηγορήσουν για προδοσία, Τζακ. Πεθαίνω από την αγωνία μήπως σε πιάσει το ναυτικό μας, όπως αγωνιώ και για τον Λούκας και την πιθανότητα να τον πιάσουν οι γαλλικές αρχές σε γαλλικό έδαφος!» Ο Τζακ την τράβηξε ξαφνικά στην αγκαλιά του. «Κι εγώ σ’ αγαπώ». Την άφησε. «Για να είμαι ειλικρινής, ανησυχώ κι εγώ για τον Λούκας. Θα έπρεπε να σταματήσει να βοηθάει τους εμιγκρέ-δες, Αμέλια. Στη Γαλλία βασιλεύει πραγματικά η Τρομοκρατία. Δεν υπάρχει καμιά έννοια ελέους ή δικαιοσύνης πια. Οποιοσδήποτε έχει την παραμικρή σχέση με έναν υποτιθέμενο προδότη στέλνεται στην γκιλοτίνα. Αυτό σημαίνει ότι χάνουν παράλογα τη ζωή τους παιδιά και γυναίκες κάθε μέρα. Αν πιάσουν τον Λούκας σε γαλλικό έδαφος, δεν πρόκειται να τον δικάσουν. Ή θα τον παραδώσουν στον όχλο ή θα τον στείλουν στην γκιλοτίνα». Η Αμέλια ένιωσε ναυτία. «Δεν ήμουν σίγουρη ότι βοηθούσε 255


ακόμα τους εμιγκρέδες στη Γαλλία». «Το κάνει», της απάντησε ωμά ο Τζακ. «Έχω ακούσει φήμες ότι και η φίλη σου η Ναντίν Ντ’Αρσάν βοηθάει την κοινότητα των εμιγκρέδων εκεί. Ελπίζω να μην είναι έτσι. Αν θέλει να βοηθήσει τους συμπατριώτες της, μπορεί να το κάνει εδώ, όταν θα έχουν φτάσει ασφαλείς στις ακτές μας. Το ίδιο θα έπρεπε να κάνει και ο Λούκας». Η Αμέλια τα έχασε. «Η Ναντίν είναι πολύ πολιτικοποιημένη, αλλά δε μου έχει δώσει ποτέ την εντύπωση ότι βοηθάει τους εμιγκρέδες να το σκάσουν από τη Γαλλία. Μάλλον κάνεις λάθος». «Το ελπίζω». Η Αμέλια τον κοίταξε για μια στιγμή. «Ίσως μπορείς να με βοηθήσεις, Τζακ. Ανησυχώ για τον Γκρένβιλ». «Ώστε έχω δίκιο. Εδώ συμβαίνει κάτι παραπάνω απ’ ό,τι πιάνει το μάτι. Δεν μπορεί να είσαι απλώς οικονόμος του, αν ανησυχείς τόσο γι’ αυτόν!» «Είμαστε φίλοι!» φώναξε εκείνη. «Βρίσκεται σε κίνδυνο και μπορεί να βρίσκονται σε κίνδυνο και τα παιδιά -αυτό το παραδέχτηκε. Αλλά δεν παραδέχεται τίποτε άλλο. Νομίζω ότι μπορεί να είναι κατάσκοπος!» Ο Τζακ την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε κοντά του. «Ο Λούκας μου είπε ότι τον υποπτευόσουν». Το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό. «Τι εννοείς λέγοντας ότι παραδέχτηκε πως βρίσκεται σε κίνδυνο;» «Είπε ότι θα φροντίσει να είναι ασφαλή τα παιδιά. Αλλά, όταν τον ρώτησα στα ίσια αν είναι κατάσκοπος ή κάτι παρόμοιο, το έριξε στις αοριστολογίες και άλλαξε θέμα». Κάτι τρεμόπαιξε στα μάτια του Τζακ. «Θα πρέπει να κρατηθείς μακριά, Αμέλια. Δε θέλω να μπλεχτείς στον πόλεμο, ούτε από απόσταση». «Είμαι ήδη μπλεγμένη χάρη σ’ εσένα και τον Δούκας, και τώρα χάρη στον Σάιμον», του απάντησε σφιγμένα. «Σάιμον, ε; Καλά το κατάλαβα. Λάμπεις επειδή είσαι ξανά ερωτευμένη μαζί του», την κατηγόρησε. Η Αμέλια τραβήχτηκε. «Ναι, τον αγαπώ, Τζακ. Όπως αγαπώ και τα παιδιά του. Είναι μπλεγμένος. Μπορείς να με βοηθήσεις να ανακαλύψω γιατί;» Το πρόσωπό του ήταν σκληρό και σφιγμένο. «Αν δεν ήξερα πόσο σεμνή και καθωσπρέπει είσαι -πόσο λογική-, θα σε ρω256


τούσα αν έχεις ερωτική σχέση μαζί του!» Εκείνη κοκκίνισε. «Τι αγενής παρατήρηση!» Ο Τζακ συνέχισε, σαν να μην την είχε ακούσει. «Αλλά σε ξέρω, Αμέλια, και δε θα δεχόσουν ποτέ να γίνεις ερωμένη κανενός. Και δοξάζω το Θεό γι’ αυτό! Γιατί σου επέτρεψε ο Λούκας να μείνεις εδώ; Γιατί δεν πάτε με τη μαμά να μείνετε στης Τζούλιαν; Αν ο Σάιμον κινδυνεύει, τότε κινδυνεύετε κι εσείς». «Δεν πρόκειται να εγκαταλείψω εκείνον και τα παιδιά του», φώναξε η Αμέλια. «Ώστε πιστεύεις κι εσύ ότι βρίσκεται σε κίνδυνο;» «Δεν ξέρω», της απάντησε προσεκτικά ο αδερφός της. Την κοίταξε βλοσυρός και η Αμέλια κατάλαβε ότι το μυαλό του κάλπαζε. Ευχήθηκε να ήξερε τι σκεφτόταν. «Άφησε κανένα υπονοούμενο ότι θα φύγει από την πόλη;» τη ρώτησε ο Τζακ τελικά. Η Αμέλια έγνεψε αρνητικά. «Όχι, δεν έχει πει λέξη ότι σκοπεύει να φύγει από την πόλη. Γιατί; Αν φύγει, σημαίνει ότι θα πάει στη Γαλλία -όπως ο Λούκας;» «Όχι. Θα μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε». «Μένει σπάνια' στην πόλη -έτσι έχω ακούσει!» Η Αμέλια ανησυχούσε μήπως ο Σάιμον σκόπευε να φύγει σύντομα, αλλά δεν είχε αναφέρει τίποτα. «Σου είπε ο Λούκας όλους τους λόγους για τους οποίους είμαι τόσο ανήσυχη;» «Κάτι μου είπε για περίεργη συμπεριφορά, εφιάλτες, σκόρπιες κουβέντες», της απάντησε ο Τζακ. Η Αμέλια τσιτώθηκε. Ο Λούκας και ο Τζακ είχαν κάνει μεγάλη συζήτηση για τον Σάιμον, ήταν σίγουρη. Ο αδερφός της έκανε μια γκριμάτσα. «Να πάρει. Δε σχέδιαζα να μείνω στην πόλη άλλη μια μέρα. Αλλά θα δω τι μπορώ να μάθω. Μου άναψες την περιέργεια. Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί ο Γκρένβιλ νιώθει ότι κινδυνεύει εδώ, στην πόλη -είτε οι δραστηριότητές του έχουν σχέση με τον πόλεμο είτε όχι». «Σ’ ευχαριστώ, Τζακ», του είπε και τον αγκάλιασε σφιχτά. *** Ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθεί στη δουλειά του, σκέφτηκε βλοσυρά ο Σάιμον. Δεν ήταν ούτε δέκα το πρωί. Καθόταν στο γραφείο του στη βιβλιοθήκη, τακτοποιώντας φαινομενικά τους λογαριασμούς των κτημάτων του. Η αλήθεια όμως ήταν ότι προσπαθούσε να 257


αποφασίσει πώς θα αντιμετώπιζε τον Μαρσέλ. Ο Ζουρντάν είχε λάβει καινούρια πρόσκληση -το σημείο ανταλλαγής μηνυμάτων ήταν ένα μικρό μαγαζί στο Παλ Μαλ. Ή θα έπρεπε να επινοήσει μια ασφαλή μεταμφίεση ή θα έπρεπε να στείλει κάποιον άλλο στη θέση του να συναντήσει τον σύνδεσμο του Ζουρντάν. Και οι δύο επιλογές ήταν πολύ παρακινδυνευμένες. Εκείνη τη στιγμή έκλινε προς την τελευταία, να στείλει δηλαδή στον Μαρσέλ απόρρητες πληροφορίες με έναν έμπιστο αγγελιαφόρο. Αλλά, καθώς προσπαθούσε να καταλήξει στον καλύτερο τρόπο για να προχωρήσει -και ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος του-, πιεζόταν αφάνταστα για να εστιάσει την προσοχή τους στις μυστικές δράστηριότητές του. Τον στοίχειωνε η Αμέλια. Η ενοχή του δεν ήταν μικρή. Η Αμέλια ήταν μια καλή, καθωσπρέπει, ηθική αριστοκράτισσα, και εκείνος είχε εκμεταλλευτεί την αγάπη της γι’ αυτόν και την έλξη που υπήρχε ανάμεσά τους. Και αυτό ήταν απαράδεκτο. Αλλά δεν μπορούσε να μετανιώσει για τη νύχτα που είχαν μοιραστεί. Εκείνη του είχε πει ότι ήταν η ωραιότερη νύχτα της ζωής της. Σίγουρα ήταν η ωραιότερη νύχτα και της δικής του ζωής. Είχαν μοιραστεί τόση χαρά, τόση ευχαρίστηση. Η Αμέλια δεν είχε ζεστάνει απλώς το κρεβάτι του, είχε ζεστάνει την καρδιά του. Τη ζέσταινε ακόμα και τώρα. Ήταν όλα όσα δεν ήταν εκείνος. Καλή και ευγενική, ειλικρινής και ζεστή, συμπονετική και ανιδιοτελής. Και ήξερε ότι δε θα μπορούσε να την απαρνηθεί ούτε ως φίλη ούτε ως ερωμένη. Και αυτό ακριβώς υπογράμμιζε τις διαφορές τους. Εκείνος ήταν εντελώς εγωιστής. Βέβαια, αργά ή γρήγορα θα τον έστελναν πάλι στη Γαλλία, και αυτό θα ήταν το τέλος της σχέσης τους. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι δικαιολογία θα της έδινε τότε. Αλλά δε θα τη φόβιζε ποτέ με την αλήθεια. Θυμήθηκε τον τρόπο που τον κοίταζε κάθε τόσο. Μήπως η Αμέλια ήταν ερωτευμένη μαζί του; Το πίστευε -το ήλπιζε! Έσπρωξε στο πλάι τα λογιστικά βιβλία που υποτίθεται ότι μελετούσε. Η Αμέλια ήταν έξυπνη και επίμονη. Υποπτευόταν ότι ήταν κατάσκοπος. Πώς θα κατάφερνε να την πείσει για το αντίθετο; Δεν ήθελε να τη φορτώσει με την αλήθεια. Δεν ήθελε να ζει με το φόβο για εκείνον. Εκείνος έπρεπε να ζει με το φόβο -για όλους τους. Ακούστηκε ένα χτύπημα στην ανοιχτή πόρτα του. Ήταν ο 258


Λόιντ, μαζί με τον Σεμπάστιαν Γουόρλοκ. Ο Σάιμον ένιωσε απόλυτη δυσαρέσκεια. Σηκώθηκε σφιγμένα, ενώ ο Λόιντ έλεγε: «Λόρδε μου, ο κύριος Γουόρλοκ επέμενε. Ζητώ συγνώμη για τη διακοπή, αλλά είπε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον δεχτείτε, ακόμα και αυτή την ώρα». Καινούρια ένταση κυρίεψε τον Σάιμον. Χαμογέλασε ψυχρά. «Ευχαριστώ, Λόιντ. Σε παρακαλώ, κλείσε την πόρτα. Και μη μας ενοχλήσει κανείς». Ο Γουόρλοκ μπήκε μέσα καθώς ο Λόιντ αποχωρούσε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. «Γεια σου, Γκρένβιλ. Διακόπτω;» «Απεχθάνομαι τις εκπλήξεις», του είπε ο Σάιμον. «Αλλά, φυσικά, εσύ είσαι πάντα ευπρόσδεκτος». Και ήξεραν και οι δύο ότι αυτό ήταν ψέμα. Ο Γουόρλοκ φάνηκε να το διασκεδάζει. Ντυμένος με βελούδινο μαύρο σακάκι και σκούρο μπεζ παντελόνι, κάθισε σε μια καρέκλα μπροστά στο γραφείο. «Δε μου έστειλες καμιά αναφορά. Πώς πήγε η συνάντησή σου με το σύνδεσμο του Ζουρντάν;» Σχεδόν έξαλλος τώρα, ο Σάιμον κάθισε στην καρέκλα του. Το μισούσε να τον ελέγχουν σαν να ήταν μαριονέτα! «Δεν εμφανίστηκε», είπε ψέματα. «Αλήθεια;» Ο Γουόρλοκ ύψωσε τα φρύδια του. «Χμμ, αυτό γίνεται για δεύτερη συνεχή φορά. Αρχίζω να γίνομαι καχύποπτος». Ο Σάιμον ένιωσε την καρδιά του να αναπηδά, αλλά φρόντισε να μη συσπαστεί ούτε ένας μυς του προσώπου του. Σίγουρα δε θα αποκάλυπτε στον προϊστάμενό του ότι ο Μαρσέλ ήταν ο Έντμουντ Ντιουκ -και ο διπλός πράκτορας. Ή μήπως ο Γουόρλοκ είχε στείλει τον Ντιουκ να τον κατασκοπεύσει στη συνάντησή του με τον Μαρσέλ; Πόσο πιθανό ήταν αυτό; Μα το Θεό, όλα ήταν πιθανά σ’ αυτή την περίοδο πολέμου και επανάστασης! «Είσαι σίγουρος ότι δε συνέλαβες εσύ το σύνδεσμό μου;» ρώτησε ο Σάιμον κυνικά. «Γιατί αυτή είναι η πιο πιθανή εξήγηση». Ο Γουόρλοκ σταύρωσε τα πόδια του. «Θα πρέπει να κουβεντιάσω με τους φίλους μου στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ελπίζω να μην μπερδευόμαστε ο ένας στα πόδια του άλλου. Η κακή επικοινωνία είναι ενοχλητική». Πριν τελειώσει τα λόγια του, ακούστηκε άλλο ένα χτύπημα στην πόρτα. 259


Ο Σάιμον τσιτώθηκε. Είχε πει στον Λόιντ να μην τους ενοχλήσει κανείς, και ήξερε ποιος ήταν τώρα. Καθώς τη σκεφτόταν, η Αμέλια άνοιξε την πόρτα και έχωσε χαμογελαστή το κεφάλι της μέσα. «Σάιμον, αναρωτιόμουν», άρχισε να λέει, αλλά είδε τον Γουόρλοκ και σταμάτησε. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά από τα τόσο πολλά μπερδεμένα συναισθήματά του, ώστε για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν ο παράφορος πόθος του. Ήθελε να την πάρει στην αγκαλιά του και να της κάνει παθιασμένο έρωτα. Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει, έτσι έμεινε να την κοιτάζει, θαμπωμένος από την ομορφιά της. Ταυτόχρονα όμως είχε απόλυτη επίγνωση της παρουσίας του Γουόρλοκ, ο οποίος είχε σηκωθεί και κοιτούσε με ενδιαφέρον πρώτα εκείνον και μετά την Αμέλια. Ο Σάιμον φοβήθηκε ότι έδειχνε εντελώς ερωτοχτυπημένος. Το χαμόγελό της τρεμούλιασε καθώς γύριζε στο θείο της. «Ω, Θεέ μου. Δεν ήξερα ότι είχες επισκέπτη». Χαμογέλασε πάλι. «Λυπάμαι για τη διακοπή... Σεμπάστιαν, τι ευχάριστη έκπληξη!» Είχε κοκκινίσει. Ο Γουόρλοκ την πλησίασε, πήρε το χέρι της και το φίλησε. «Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω, Αμέλια. Είχα την ελπίδα ότι θα έβρισκα την ευκαιρία να κουβεντιάσω λίγο μαζί σου μόλις τελειώναμε την κουβέντα μας με τον Γκρένβιλ. Τι κάνεις;» Ο Σάιμον δεν ήθελε να κουβεντιάσουν καθόλου ο Γουόρλοκ με την Αμέλια. Εκείνη όμως απάντησε: «Είμαι αρκετά καλά, ευχαριστώ. Κι εσύ δείχνεις μια χαρά». Ο Σάιμον έκανε το γύρο του γραφείου του και τους πλησίασε. «Καλημέρα, Αμέλια. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τα παιδιά;» Εκείνη κοκκίνισε πάλι και απέφυγε το βλέμμα του. «Ηθελα να σε ρωτήσω κάτι, αλλά μπορεί να περιμένει». Χαμογέλασε στον Γουόρλοκ. «Ανυπομονώ να κάνουμε την κουβέντα μας». Χαμήλωσε το βλέμμα της και έφυγε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Σαν να ήταν ένοχη, σκέφτηκε ο Σάιμον. «Δεν έχω δει πιο καλά την Αμέλια», παρατήρησε ο Γουόρλοκ. «Κι όμως, είναι η οικονόμος σου». Η εμφάνισή της δε θύμιζε καθόλου οικονόμο, σκέφτηκε ο Σάιμον. Η εμφάνισή της θύμιζε την κυρία του σπιτιού. «Λατρεύει τα παιδιά μου -και τη Λουσίλ», δήλωσε κοφτά. Ο τόνος του ήταν προειδοποιητικός. 260


«Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Όπως είμαι σίγουρος ότι χρειάζεσαι απελπισμένα την κατάλληλη οικονόμο, με δεδομένο τις προσωπικές σου ασχολίες. Μπορούμε να επιστρέφουμε σε πιο πιεστικά θέματα; Έχεις κανονίσει άλλο ραντεβού;» «Το προσπαθώ», του απάντησε ο Σάιμον. «Αλλά ο χρόνος τελειώνει. Οι Γάλλοι κατέλαβαν το Μενέν και το Κουρτρέ πριν μια βδομάδα, κι αυτό σημαίνει ότι η εισβολή των Συμμάχων στη Φλάνδρα θα ξεκινήσει σύντομα. Ελπίζω να συναντηθώ με το σύνδεσμο του Ζουρντάν μέχρι αύριο το αργότερο. Τι μπορώ να του δώσω;» «Ο Κόμπεργκ θα επιχειρήσει να ανακαταλάβει και τις δύο πόλεις χρησιμοποιώντας σαράντα χιλιάδες άντρες». Ο Σάιμον δεν επέτρεψε στην έκφρασή του να αλλάξει. Μήπως του έλεγε ψέματα ο Γουόρλοκ; Ο Μπέντφορντ πίστευε ότι ο Κόμπεργκ είχε συγκεντρώσει εξήντα χιλιάδες άντρες -αν και η πεποίθησή του βασιζόταν σε φήμες». «Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ήρεμα. «Πρέπει να δώσω στον Μαρσέλ το σωστό νούμερο, διαφορετικά θα μου πάρουν το κεφάλι». «Είμαι απόλυτα σίγουρος. Δε θα έθετα σε κίνδυνο έναν πράκτορα της αξίας σου, Γκρένβιλ. Δεν μπορεί να μην το ξέρεις αυτό». Ο Σάιμον δεν ήξερε τίποτα τέτοιο. «Είσαι το πιο πολύτιμο ατού μου», πρόσθεσε ο Γουόρλοκ. «Βρίσκεσαι στην τέλεια θέση. Οι Γάλλοι σε θεωρούν πράκτορά τους, ενώ είσαι δικός μου». Χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο δεν άγγιξε τα μάτια του. «Δεν είμαι σίγουρος πότε θα σε ξαναστείλω στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο χρήσιμος μου είσαι εδώ, στην πόλη, τροφοδοτώντας με τις πληροφορίες που επιλέγω εγώ τον Μαρσέλ και τους άλλους Ιακωβίνους που βρίσκονται εδώ, και κατά συνέπεια την Επιτροπή και τον Ροβεσπιέρο». «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που το ακούω», κατάφερε να πει ο Σάιμον, αλλά η καρδιά του βροντοχτυπούσε. Υπήρχε πιθανότητα να μην αναγκαζόταν να ξαναπάει στη Γαλλία; Προσευχήθηκε να εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. «Θα μου είσαι άχρηστος αν σε ξεσκεπάσουν, και πολύ περισσότερο αν σε συλλάβουν και σε ρίξουν ξανά σε καμιά γαλλική φυλακή». 261


Καθώς ο Σάιμον σκεφτόταν πόσο άκαρδος ήταν ο Γουόρλοκ, ακούστηκε ένας γδούπος έξω από την πόρτα της βιβλιοθήκης -σαν να στεκόταν κάποιος εκεί και είχε ρίξει κάτι κάτω. Ο Σάιμον πάγωσε. Η Αμέλια. Ο Γουόρλοκ πήγε στην πόρτα και την άνοιξε -και η Αμέλια παραλίγο να πέσει μέσα στο δωμάτιο. Ο Γουόρλοκ παραμέρισε δείχνοντας δυσάρεστη μένος και εκείνη παραπάτησε. Ο Σάιμον έτρεξε και την έπιασε προτού σωριαστεί στο πάτωμα. Στην αγκαλιά του, σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν πελώρια, το πρόσωπό της σταχτί. Τους είχε ακούσει, σκέφτηκε συντετριμμένος. «Μπα, μπα... Φαίνεται πως η κατασκοπεία είναι στο αίμα της οικογένειας», είπε ο Γουόρλοκ.

262


Κεφάλαιο 15

Η Αμέλια κρατήθηκε από τον Σάιμον, εντελώς σοκαρισμένη. Εκείνος την έπιασε σφιχτά από τα μπράτσα και την κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο από την ένταση. Τα μάτια του σκοτεινιασμένα από την ανησυχία. Ο Σάιμον ήταν κατάσκοπος -όπως το είχε υποπτευθεί εκείνη. Αλλά δεν ήταν ένας απλός κατάσκοπος, ήταν διπλός πράκτορας. Και δεν ήταν μόνο αυτό... «Ντρέπομαι για λογαριασμό σου, Αμέλια», άκουσε τον Γουόρλοκ να λέει. «Να κατασκοπεύεις την ίδια σου την οικογένεια, να δαγκώνεις το χέρι που σε τρέφει». Την κορόιδευε. «Σάιμον», είπε εκείνη. Αλλά, προτού προλάβει να τον ικετεύσει να αρνηθεί τα πάντα -προτού προλάβει να τον ρωτήσει αν ήταν στη φυλακή-, διάβασε την προειδοποίηση στο βλέμμα του, διέκρινε το ανεπαίσθητο κούνημα του κεφαλιού του. Η καρδιά της συνέχιζε να βροντοχτυπά εκκωφαντικά. Ο Σάιμον είχε πάει φυλακή. Ξαφνικά ένιωσε έτοιμη να λιποθυμήσει και άρρωστη. Ο Γουόρλοκ έκλεισε την πόρτα. Η Αμέλια τον άκουσε να την πλησιάζει και ένιωσε μια καινούρια ένταση. Ο Σάιμον την άφησε και εκείνη, με κάποιο τρόπο, κατάφερε να γυρίσει προς τον θείο της γεμάτη τρόμο. «Γιατί μας κατασκόπευες;» τη ρώτησε ψυχρά ο Γουόρλοκ. Πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει, ο Σάιμον μπήκε ανάμεσά τους. «Δεν μπορείς να της μιλάς με τέτοιο τρόπο. Θα το χειριστώ εγώ». «Φοβάμαι πως αυτό είναι αδύνατο», είπε ο Γουόρλοκ. «Όχι επειδή είναι ανιψιά μου. Το θέμα αυτό σχετίζεται με την εθνική μας ασφάλεια, είναι κρατικό». Η Αμέλια ρίγησε. «Δεν είχα σκοπό να κατασκοπεύσω». 263


Ο Σάιμον γύρισε όταν άκουσε τον Γουόρλοκ να ξεφυσά περιφρονητικά. «Και βέβαια αυτός ήταν ο σκοπός σου», είπε ο θείος της. «Στάθηκες επίτηδες απ’ έξω με το αυτί σου κολλημένο στην πόρτα. Τυχαίνει να ξέρω ότι δεν είσαι ριζοσπάστρια όπως ήταν η αδερφή σου. Γιατί λοιπόν κατασκοπεύεις τον Γκρένβιλ;» «Δεν είσαι υποχρεωμένη να του απαντήσεις», είπε ο Σάιμον. Η Αμέλια ήταν τρομοκρατημένη. Ο θείος της δεν της είχε φανεί ως τότε τόσο ψυχρός, τόσο ισχυρός -τόσο αδυσώπητος. Αλλά τη φόβιζε και ο Σάιμον. Ήταν πράκτορας, και όχι ένας απλός πράκτορας του Πιτ. Έπαιζε ένα τρομερό παιχνίδι, επειδή πίστευαν και οι Γάλλοι ότι ήταν δικός τους. Δεν ήταν παράξενο που ζούσε μέσα στο συνεχή φόβο, γιατί η Αμέλια ήξερε πολύ καλά ποια θα ήταν η τύχη του έτσι και τον έπιαναν. Άρχισε να τρέμει. Ο Σάιμον είχε φυλακιστεί στη Γαλλία. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε αλλάξει; Γι’ αυτό είχε εφιάλτες; Σ’ αυτό οφειλόταν το στοιχειωμένο βλέμμα στα μάτια του; Ο Γουόρλοκ την περίμενε να απαντήσει. «Υπάρχουν τρία μικρά παιδιά στο σπίτι», του είπε διαλέγοντας με προσοχή τα λόγια της. «Εδώ και κάμποσο καιρό αντιλήφθηκα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά -ότι ο Σάιμον ή είχε μπλεξίματα ή βρισκόταν σε κίνδυνο. Πρέπει να προστατέψω τα παιδιά. Η δική σου σχέση με τον Σάιμον μου προκάλεσε πολλά ερωτήματα. Έτσι λοιπόν, ναι, αποφάσισα να κρυφακούσω». «Καθόλου συνετή απόφαση», είπε ο Γουόρλοκ. «Να υποθέσω ότι και η άλλη ανιψιά μου δε μιλάει με τα καλύτερα λόγια για μένα;» Η Αμέλια πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έκανες τη ζωή του Μπέντφορντ κόλαση, Σεμπάστιαν. Έκανες ακόμα και τη ζωή της Τζούλιαν κόλαση -ναι, μου το είπε ότι ήθελες να τη βάλεις να κατασκοπεύει τον Ντόμινικ! Πώς μπόρεσες να ζητήσεις από την ίδια σου την ανιψιά κάτι τέτοιο;» «Θέλω να κερδίσω τον πόλεμο. Θέλω να αποτρέψω το ενδεχόμενο να επεκταθεί η επανάσταση και στις δικές μας ακτές. Και για να το πετύχω αυτό, θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα ζητήσω από τους ίδιους μου του συγγενείς να συμμετέχουν σε ένα δυο βρόμικα εγχειρήματα». Τα σκούρα μάτια του Γουόρλοκ άστραφταν. «Αποκάλεσέ με λοιπόν κάθαρμα, αν θέλεις, αλλά κάποιος πρέπει να κερδίσει 264


αυτό τον αναθεματισμένο πόλεμο, κάποιος πρέπει να φροντίσει να παραμείνει αυτή η χώρα ασφαλής». Η Αμέλια κοίταξε ανίσχυρη τον Σάιμον. Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, δίνοντάς της για μια στιγμή την εντύπωση ότι θα την αγκάλιαζε. Αλλά σαν να θυμήθηκε ότι δεν έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο, άφησε το μπράτσο του να πέσει στο πλάι. «Θα κρατήσει το μυστικό για τον εαυτό της, είμαι σίγουρος», είπε ο Σάιμον. «Αλήθεια; Για πόσο καιρό;» Ο τόνος του Γουόρλοκ ήταν καυστικός. «Πόσα άκουσες, Αμέλια;» Εκείνη δίστασε. «Το φαντάστηκα», είπε κοφτά ο Γουόρλοκ. Η Αμέλια ρίγησε. «Δε θα πρόδιδα ποτέ τον Σάιμον! Δε θα έλεγα ποτέ σε κανέναν αυτά που έμαθα». «Ούτε καν στην αδερφή σου; Ή στον Δούκας;» Η αμφιβολία του Γουόρλοκ ήταν ολοφάνερη. Η Αμέλια κοκκίνισε. Θα μπορούσε ο Λούκας να βοηθήσει τον Σάιμον; «Με συμβουλεύεις να μη μιλήσω γι’ αυτό σε κανέναν; Ούτε καν στην Τζούλιαν και στους αδερφούς μου;» «Όσο λιγότεροι το ξέρουν, τόσο το καλύτερο», της απάντησε ο Γουόρλοκ. «Δε σε συμβουλεύω τίποτα. Σε διατάζω να κρατήσεις όσα άκουσες για τον εαυτό σου. Και θέλω το λόγο σου». Η Αμέλια δίστασε. Πώς μπορούσε να του δώσει το λόγο της; Ήξερε ότι ο Λούκας θα βοηθούσε τον Σάιμον, αν του το ζητούσε εκείνη. «Ξέρω πόσο αφοσιωμένη είσαι, Αμέλια», πρόσθεσε εκείνος ήπια. «Σε θυμάμαι κοριτσάκι, τότε που σας άφησε ο πατέρας σου πριν από είκοσι χρόνια περίπου. Στα επτά σου έγινες η μητέρα της οικογένειας. Ξέρω ότι θα κάνεις τα πάντα γι’ αυτούς που αγαπάς. Για την ακρίβεια, πιστεύω ότι το θεωρείς καθήκον σου να το κάνεις -έγινε καθήκον σου από τότε που ήσουν μια σταλιά παιδί». Ο Γουόρλοκ έλεγε την αλήθεια, αλλά η Αμέλια αμφέβαλλε αν είχε ανταλλάξει πάνω από δέκα λέξεις μαζί του τα τελευταία πέντε έξι χρόνια. Δεν την ήξερε καθόλου τώρα. «Τότε νιώθω κολακευμένη». «Δεν προσπαθώ να σε κολακέψω. Προσπαθώ να σου εξηγήσω ότι είμαστε όλοι στο ίδιο στρατόπεδο σ’ αυτό τον πόλεμο. Εσύ, ο Σάιμον και εγώ έχουμε τα ίδια συμφέροντα, τους ί265


διους στόχους. Και μολονότι οι αδερφοί σου, ακόμα και η Τζούλιαν, είναι με το μέρος μας, όσο λιγότεροι γνωρίζουν την αλήθεια για τον Σάιμον, τόσο το καλύτερο». «Καταλαβαίνω», απάντησε η Αμέλια. «Δε μου έδωσες το λόγο σου», επισήμανε ο Γουόρλοκ ανάλαφρα. Εκείνη ένιωσε να κοκκινίζει. Πώς μπορούσε να του υποσχεθεί ότι δε θα πήγαινε στον Λούκας; Είχε εμπιστοσύνη στον αδερφό της. Εκείνος ήταν με το μέρος της. Στο θείο της δεν είχε εμπιστοσύνη. Ο Σάιμον την κοίταξε. «Έχει δίκιο». «Δε θα μου δώσει το λόγο της», του είπε ο Γουόρλοκ, σαν να μην ήταν μπροστά εκείνη. «Το ξέρεις όπως το ξέρω κι εγώ ότι, αν συνειδητοποιήσουν ποτέ οι εχθροί μας πόσο κοντά σου βρίσκεται, θα χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο για να την κάνουν να σπάσει». Η Αμέλια ήταν τρομοκρατημένη. Δεν είχε ξαναδεί αυτή την πλευρά του Σάιμον -ούτε του Γουόρλοκ. «Τι εννοείς όταν λες ότι θα με κάνουν να σπάσω;» φώναξε. «Όχι», είπε γρήγορα ο Σάιμον. «Η Αμέλια είναι οικονόμος μου. Κανείς δε θα σκεφτεί ποτέ κάτι διαφορετικό και κανείς δε θα φανταστεί ποτέ ότι γνωρίζει κάτι σημαντικό». Η Αμέλια κοίταξε πρώτα εκείνον -ήταν βλοσυρός και στενοχωρημένος- και στη συνέχεια τον θείο της. Και η δική του έκφραση ήταν σχεδόν πανομοιότυπη. Και ξαφνικά συνειδητοποίησε πως μπορεί να βρισκόταν κι εκείνη σε κίνδυνο. «Στείλ' την πίσω στο Γκρέιστοουν Μάνορ», είπε ο Γουόρλοκ. «Και αυτή δεν είναι μια απλή υπόδειξη. Θέλω να έχει φύγει μέχρι αύριο το πρωί». Με έκφραση σκληρή, γύρισε απότομα και βγήκε από το δωμάτιο, χωρίς καν να τους αποχαιρετήσει. Η Αμέλια σωριάστηκε στην κοντινότερη καρέκλα. Ο Σάιμον πήγε στην πόρτα και την έκλεισε με πάταγο. Την κοίταξε. «Να πάρει η οργή, Αμέλια, το παρατράβηξες!» «Δε γυρίζω στο Γκρέιστοουν Μάνορ. Δεν ελέγχει αυτός τη ζωή μας!» «Ελέγχει τη δική μου!» της φώναξε ο Σάιμον. Η Αμέλια ζάρωσε. Ο Σάιμον γονάτισε δίπλα της. «Και έχει δίκιο. Δεν πρέπει να πεις σε κανέναν για μένα. Τώρα βρίσκεσαι κι εσύ σε κίνδυνο εξαιτίας μου». 266


Εκείνη πήρε το χέρι του στο δικό της. «Τότε θα αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο μαζί». «Όχι. Το ήξερα ότι ήταν λάθος να σου ζητήσω να γίνεις οικονόμος μου, όπως ακριβώς ήξερα και ότι δεν έπρεπε να σε φέρω εδώ -ή να σε ρίξω στο κρεβάτι μου! Πότε θα το καταλάβεις ότι είμαι ένας ανυπόφορος και εγωιστής μπάσταρδος;» Εκείνη πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της. «Είσαι ένας ήρωας και σ’ αγαπώ». Ο Σάιμον πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τρέφεις αυταπάτες!» Η Αμέλια έγνεψε αρνητικά και του έδωσε ένα γρήγορο φιλί. Εκείνος τραβήχτηκε. «Το ξέρει ότι είμαστε εραστές, Αμέλια. Δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Αν μπορεί να το δει αυτός, μπορούν να το δουν και οι εχθροί μου, και θα σε κυνηγήσουν για να πληγώσουν εμένα...»Έκοψε στη μέση τη φράση του. Ζούσε μέσα στην αγωνία. Η Αμέλια γλίστρησε στο πάτωμα και τον τράβηξε στην αγκαλιά της. «Θα το αντιμετωπίσουμε μαζί», του είπε. Ο Σάιμον πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να είστε εσύ και τα παιδιά ασφαλείς». «Το ξέρω», του ψιθύρισε, και το εννοούσε. Και εκείνος τη φίλησε -σαν να ήταν ετοιμοθάνατος. *** Η καρδιά του συνέχιζε να βροντοχτυπά. Κρατώντας την Αμέλια σφιχτά, ντυμένος ακόμα, εκτός από το ξεκούμπωτο παντελόνι του και το σακάκι του που ήταν πεταμένο στο πάτωμα, ο Σάιμον γύρισε στο πλευρό, αλλά χωρίς να την αφήσει από την αγκαλιά του. Δεν είχε χρειαστεί ποτέ του κανέναν όπως χρειαζόταν την Αμέλια, σκέφτηκε. Ευχόταν να μπορούσε να την παντρευτεί, να αποκαταστήσει την τιμή της, να την πάρει μακριά μαζί με τα παιδιά του. Η Αμέλια πάσχιζε να πάρει ανάσα. Κούρνιασε πάνω του, με το μάγουλό της στο στήθος του, και ο Σάιμον κατέβασε τη φούστα και το μεσοφόρι της. Την αγαπούσε τόσο πολύ και πριν δέκα χρόνια; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ήξερε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της τότε, αλλά τώρα τα συναισθήματά του ήταν πολύ πιο βαθιά. Ήταν στην κρεβατοκάμαρά της με κλειδωμένη την πόρτα. 267


«Είσαι καλά;», τη ρώτησε με τρεμάμενη φωνή όταν κατάφερε επιτέλους να μιλήσει. Βιαζόταν σαν τρελός να της κάνει έρωτα. «Αμέλια, το ευχαριστήθηκες;» Εκείνη του χαμογέλασε. Το μέτωπό της ήταν ιδρωμένο. «Ήμουν τόσο σιωπηλή;» Ο Σάιμον της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Είχε σκεπάσει το στόμα της με το χέρι του τη στιγμή του οργασμού -ήταν μέρα μεσημέρι. «Έδειξες αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση», της ψιθύρισε. «Ήταν υπέροχα, Σάιμον», ψιθύρισε εκείνη και ακούμπησε πάλι το μάγουλό της στο στήθος του. Εκείνος χάιδεψε τα μαλλιά της. Καθώς η ευφορία του άρχιζε να υποχωρεί, θυμήθηκε όσα είχαν διαδραματιστεί στη βιβλιοθήκη και τη διαταγή του Γουόρλοκ να στείλει μακριά την Αμέλια. Η καρδιά του βούλιαξε. Αραγε η Αμέλια γνώριζε τα πάντα; Τι θα σκεφτόταν γι’ αυτόν όταν θα συνειδητοποιούσε το μέγεθος αυτού που έκανε; Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. «Δεν πρέπει να μείνουμε άλλο εδώ, Σάιμον, αν και ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν νοιάζεται αν μας πιάσουν έτσι». «Εγώ νοιάζομαι!» της απάντησε με πάθος. «Κανείς δεν πρέπει να μάθει ότι είμαστε εραστές, Αμέλια. Κανείς». Ο κίνδυνος που διέτρεχε εκείνη ήταν μεγάλος και το λάθος ήταν αποκλειστικά δικό του. «Θα μου έλεγες ποτέ την αλήθεια;» τον ρώτησε με βλέμμα ερευνητικό. «Πόσα άκουσες;» Ξαφνικά ο Σάιμον ευχήθηκε να είχε ακούσει μόνο ότι ήταν κατάσκοπος του Γουόρλοκ προσευχήθηκε να μη γνώριζε τίποτε άλλο, για καθαρά εγωιστικούς λόγους. «Άκουσα τα πάντα, Σάιμον. Κατασκοπεύεις για εμάς, αλλά οι Γάλλοι νομίζουν ότι κατασκοπεύεις για εκείνους!» του απάντησε και την ένιωσε να τρέμει στην αγκαλιά του. Ο Σάιμον κάρφωσε το βλέμμα του στο ταβάνι. Πότε θα συνειδητοποιούσε η Αμέλια τι σήμαινε πραγματικά αυτό το διπλό παιχνίδι του; Γιατί, όταν θα συνειδητοποιούσε μέχρι πού ήταν ικανός να φτάσει, θα έχανε τελικά την πίστη της σ’ εκείνον. Γλίστρησε από την αγκαλιά του και ανακάθισε. Ανακάθισε κι εκείνος νιώθοντας απαίσια και άρχισε να κουμπώνει το πα268


ντελόνι του. «Ήσουν στη Γαλλία», του είπε. Ήταν μια συγκαλυμμένη κατηγορία. «Ναι». Δεν την κοίταξε. «Πόσο καιρό;» Γι' αυτό δεν ήταν ποτέ στο σπίτι με τα παιδιά του και την Ελίζαμπεθ; Γι' αυτό δεν ήξερε ποτέ κανείς πού πραγματικά βρισκόταν και πώς να έρθει σε επαφή μαζί του; «Τα τελευταία δύο χρόνια ζούσα τον περισσότερο καιρό στο Παρίσι και δούλευα στην κυβέρνηση της πόλης. Εκεί με ξέρουν ως Ανρί Ζουρντάν -ο οποίος, μια και το κουβεντιάζουμε, ήταν ξάδερφός μου και τον εκτέλεσαν μαζί με τους περισσότερους κατοίκους της Λυόν και τους υπόλοιπους Γάλλους συγγενείς μου». Τελικά την κοίταξε. «Λυπάμαι». Το πρόσωπό της ήταν σταχτί. Έπιασε το χέρι του. «Πώς μπόρεσες να μπλέξεις σε τέτοιες ίντριγκες, Σάιμον, τη στιγμή που έχεις παιδιά που σε χρειάζονται; Ανήκεις δηλαδή στους πατριώτες;» Εκείνος τράβηξε το χέρι του. Η Αμέλια είχε φτάσει τελικά να τον κρίνει. «Είχα πολλούς λόγους που δέχτηκα την πρόταση του Γουόρλοκ, όταν εκείνος με πλησίασε πριν τρία χρόνια, και ο πατριωτισμός ήταν μόνο ο ένας από αυτούς». Την κοίταξε. «Οι περισσότεροι λόγοι μου ήταν καθαρά εγωιστικοί». «Αυτό δεν το πιστεύω». «Οι λόγοι μου ήταν εγωιστικοί», επανέλαβε εκείνος. «Αγαπάς τα παιδιά σου», τον αντέκρουσε σταθερά. «Δεν μπορώ να σε φανταστώ να παραιτείσαι από την πατρότητα με τον τρόπο που το έκανες». «Δεν ήμουν ποτέ καλός πατέρας». Πόσο ήρεμος ακουγόταν. «Έμενα μακριά για να αποφεύγω την Ελίζαμπεθ επειδή με ευχαριστούσε, χωρίς να νοιάζομαι αν οι γιοι μου με χρειάζονταν. Εκλογίκευα τη συμπεριφορά μου με τη δικαιολογία ότι ήταν καταπληκτική μητέρα, οπότε η παρουσία μου δεν ήταν απαραίτητη». Ύψωσε τους ώμους του, αλλά η καρδιά του χτυπούσε πονεμένα. «Ο Γουόρλοκ μου πρόσφερε μια ευκαιρία που μου έδινε τη δικαιολογία να παραμείνω σε μόνιμη εξορία, μακριά από την οικογένειά μου. Γιατί να μην τη δεχτώ;» Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της και έπιασε πάλι το χέρι του. «Εύχομαι να είχες έναν καλό γάμο, Σάιμον. Έχω αρχίσω να πιστεύω πως, αν ήταν έτσι τα πράγματα, δε θα είχες πάει ποτέ στη Γαλλία και τώρα δε θα βρισκόμαστε εδώ να ανησυχούμε μήπως οι Γάλλοι πράκτορες ανακαλύψουν τι σκαρώνεις 269


ή ακόμα χειρότερα». «Το εννοείς στ’ αλήθεια!» αναφώνησε εκείνος. Η ανιδιοτέλεια της δε θα έπαυε ποτέ να τον εκπλήσσει. «Και βέβαια το εννοώ. Σάιμον, πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος που διατρέχεις; Αυτοί που φοβάσαι είναι οι Γάλλοι;» Ήξερε ότι δεν έπρεπε να της απαντήσει με ειλικρίνεια. Δεν ήθελε να τη φοβίσει ακόμα περισσότερο. «Αυτή τη στιγμή δε διατρέχω κανέναν κίνδυνο, Αμέλια, εμπιστεύονται απόλυτα τον Ζουρντάν». Το βλέμμα της ήταν διαπεραστικό. «Σε έβαλαν στη φυλακή». Η καρδιά του βούλιαξε. «Άκουσα τον Γουόρλοκ να λέει ότι θα του ήσουν άχρηστος αν σ’ έπιαναν και σ’ έριχναν ξανά στη φυλακή». Ο Σάιμον πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν πολύ έξυπνη για να την παραπλανήσει. «Μη μου φέρεσαι συγκαταβατικά. Είμαστε μαζί σ’ αυτή την υπόθεση και δεν είμαι χαζή. Αρνούμαι να με κρατάς στο σκοτάδι». «Όχι, δεν είσαι χαζή, Αμέλια. Ναι, με φυλάκισαν». Ήταν τόσο σιωπηλή, τόσο ήρεμη. «Τι συνέβη;» «Δεν έχει σημασία». «Έχει για μένα. Γι’ αυτό πες μου, σε παρακαλώ, γιατί σε φυλάκισαν στη Γαλλία. Κατάλαβαν ότι ήσουν Εγγλέζος;» Ο Σάιμον έγλειψε τα χείλια του, με το μυαλό του να καλπάζει. Θα παρέλειπε κάποια κομμάτια της αλήθειας, αλλά δε θα έλεγε ποτέ ψέματα στην Αμέλια, ακόμα και αν εκείνη του είχε μόλις προσφέρει το τέλειο ψέμα. Βρήκε τη φωνή του και ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του. «Όχι, δεν ανακάλυψαν ότι ήμουν Εγγλέζος. Εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είμαι ο ξάδερφός μου, ο Ζουρντάν. Έκανα ένα τρομερό λάθος, Αμέλια. Τον περασμένο Νοέμβριο επέστρεψα στο Λονδίνο για να δω τους γιους μου -επειδή ήταν τα γενέθλια του Γουίλιαμ. Έμεινα στην πόλη μόνο δύο μέρες. Αλλά από την πρώτη στιγμή που αποβιβάστηκα στη Βρέστη αντιλήφθηκα ότι με παρακολουθούσαν. Τρεις βδομάδες αργότερα με συνέλαβαν, με κατηγόρησαν για προδοσία και με έριξαν σε μια φυλακή στο Παρίσι». Ξαφνικά η φωνή του έσπασε. Θυμήθηκε με κάθε λεπτομέρεια εκείνο το κελί και δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Χιλιάδες κόσμος πλημμύριζε την πλατεία. 270


Εκείνος, γραπωμένος από τα κάγκελα του κελιού του, κοιτούσε έξω, γεμάτος απέχθεια και φόβο. Πίσω του άκουσε βήματα. Τσιτώθηκε. Έρχονταν να τον πάρουν; Το πλήθος κραύγαζε... πάλι. Η γκιλοτίνα είχε μόλις αποκεφαλίσει ένα ακόμα θύμα. Και η μπόχα του αίματος πλανιόταν παντού. «Έπρεπε ή να τους ξεγελάσω ή να πάω στην γκιλοτίνα», κατάφερε με κάποιο τρόπο να πει. «Έπρεπε να τους πείσω ότι ήμουν πραγματικά ο Ζουρντάν και ότι θα πήγαινα στο Λονδίνο να επισκεφτώ τον ξάδερφό μου, τον Σεντ Τζαστ, και να αποσπάσω τις πληροφορίες που τους ήταν απαραίτητες για να κερδίσουν τον πόλεμο». Η Αμέλια τον τράβηξε στην αγκαλιά της και ακούμπησε το κεφάλι του στον κόρφο της. Φίλησε την κορυφή του κεφαλιού του σαν να ήταν παιδί. «Τώρα είναι όλα καλά. Βρίσκεσαι εδώ μ’ εμένα και τα παιδιά. Δε θα ξαναγυρίσεις ποτέ πια εκεί και δε χρειάζεται να μιλήσεις γι’ αυτό. Έκανες αυτό που έπρεπε να κάνεις για να ζήσεις, Σάιμον. Το καταλαβαίνω». Το καταλάβαινε πράγματι; Εκείνος δεν ήθελε τίποτε περισσότερο από αυτό, αλλά δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή ότι ήταν η αλήθεια. Ήξερε ότι έπρεπε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. Ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Ανακάθισε και αντέστρεψε τις θέσεις τους, τυλίγοντας τα μπράτσα του γύρω της. «Δε θέλω να ανησυχείς. Δε θέλω να ανακατευτείς. Πρέπει να ξεχάσεις όλα όσα έμαθες σήμερα, Αμέλια». «Τώρα ανησυχώ περισσότερο από πριν», του είπε τραχιά. «Και σκοπεύω να σε βοηθήσω, Σάιμον, όχι να κρύψω το κεφάλι μου στην άμμο σαν καμιά στρουθοκάμηλος». «Ο Γουόρλοκ με βοηθάει. Κανείς δεν τον ξεπερνάει σ’ αυτά». «Δεν τον εμπιστεύεσαι απόλυτα -ούτε κι εγώ». Ο Σάιμον αρνήθηκε να της πει ψέματα. «Ο Γουόρλοκ έχει δίκιο σε ένα πράγμα. Εσύ και τα παιδιά πρέπει να επιστρέψετε στην Κορνουάλη, προτού ανακαλύψει και κάποιος άλλος τη σχέση μας και σκεφτεί να σε χρησιμοποιήσει εναντίον μου». Η Αμέλια γούρλωσε τα μάτια της. «Δεν πάω πουθενά. Δε θα σε αφήσω μόνο σου εδώ. Θα δώσουμε αυτή τη μάχη μαζί». Η καρδιά του φούσκωσε από αγάπη. «Δίνω αυτή τη μάχη 271


μόνος». «Όχι, δε θα σε αφήσω. Πότε θα επιχειρήσεις να ξανασυναντηθείς με τον Γάλλο πράκτορα;» «Δεν πρόκειται να μοιραστώ τέτοιες λεπτομέρειες μαζί σου!» της φώναξε εκείνος εμβρόντητος. «Αλλά θα υπάρξει συνάντηση, σωστά; Σε άκουσα να το κουβεντιάζεις με τον Γουόρλοκ, Σάιμον. Υποτίθεται ότι θα τους έδινες αναφορά για τα στρατεύματα μας, έτσι δεν είναι; Αυτό δεν είπε ο Γουόρλοκ;» Ο Σάιμον ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό του. «Αμέλια, πρέπει να ξεχάσεις όσα άκουσες!» «Πώς μπορώ; Σκοπεύεις να συναντηθείς με ένα Γάλλο κατάσκοπο εδώ στην πόλη, κι αν εκείνος καταλάβει ότι δεν είσαι αυτός που λες ότι είσαι, μπορεί να σε σκοτώσει!» Εκείνος την τράβηξε κοντά του. «Ο σύνδεσμός μου δεν έχει κανένα λόγο να είναι καχύποπτος. Ανησυχείς χωρίς λόγο. Παίζω το παιχνίδι των κατασκόπων πάνω από δύο χρόνια τώρα, Αμέλια, και είμαι ικανός να παραπλανώ τους άλλους». «Φοβάμαι πολύ», του ψιθύρισε. «Και θέλω να βοηθήσω, με όποιο τρόπο μπορώ». «Έχεις βοηθήσει ήδη. Τουλάχιστον ξέρω ότι τα παιδιά βρίσκονται σε καλά χέρια». Κατάφερε να της χαμογελάσει και να μη συμπληρώσει άσχετα με το τι μπορεί να συμβεί σ’ εμένα. «Αμέλια; Δεν ξέρεις τι σημαίνει για μένα η αφοσίωσή σου». Εκείνη του χαμογέλασε, αλλά τη στιγμή που το έκανε ακούστηκε το κλάμα της Λουσίλ από το διάδρομο. «Θα έχεις πάντα την αφοσίωσή μου -και την αγάπη μου». Γλίστρησε από το κρεβάτι, έστρωσε τη φούστα της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη πάνω από την τουαλέτα. Ο Σάιμον την παρακολούθησε να φτιάχνει τα μαλλιά της τρέμοντας από αγάπη και ευγνωμοσύνη. Ήταν η πιο γενναία και αποφασιστική γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ του, και ομολόγησε στον εαυτό του πόσο βαθιά την αγαπούσε. Δεν ήξερε πώς θα επιζούσε αν της συνέβαινε ποτέ κάτι. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο ώστε εκείνη και τα παιδιά του να είναι ασφαλή. Η Λουσίλ συνέχισε να κλαίει. Η Αμέλια του χαμογέλασε και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο. Ο Σάιμον σηκώθηκε αργά και πήρε το τσαλακωμένο σακάκι του από το πάτωμα. Αργά ή γρήγορα θα υποχρεωνόταν να συναντήσει τον Μαρσέλ. Για την ώρα, θα έστελνε την πληροφορία 272


που του είχε δώσει ο Γουόρλοκ με αγγελιοφόρο. Τον έπνιξε ο τρόμος. Προσευχήθηκε να είχε μαζέψει ο Κόμπεργκ μόνο σαράντα χιλιάδες στρατό για την εισβολή των Συμμάχων στη Φλάνδρα, αλλά κάτι του έλεγε ότι αυτός ο αριθμός ήταν τρομακτικά μικρός. Ο Γουόρλοκ ήταν έξυπνος και τον χρειαζόταν. Σίγουρα ήταν πολύ νωρίς για να τον ρίξει στους λύκους. Ο Σάιμον τίναξε το σακάκι του και το φόρεσε, συνειδητοποιώντας ότι το μωρό είχε σταματήσει να κλαίει. Πήγε στον καθρέφτη και ξανάδεσε αλογοουρά τα μαλλιά του. Εξακολουθούσε να είναι χλομός, με εξαίρεση τις δύο κόκκινες κηλίδες στα μάγουλά του και την έντονη γυαλάδα στα μάτια του. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα. Στερέωσε πιο καλά το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του. Η πραγματικότητα είχε επιστρέφει -εκδικητικά. Ο Γουόρλοκ είχε δίκιο όταν είπε ότι η Αμέλια γνώριζε πια πάρα πολλά. Δε γινόταν να παραμείνει στο σπίτι του ενώ ήταν και εκείνος εκεί, ενώ ήταν εραστές. Ιδιαίτερα όταν του ήταν δύσκολο να κρατήσει τα χέρια του μακριά της, ακόμα και στη μέση της μέρας. Θα την έστελνε κάπου μακριά, θα την εγκατέλειπε προκειμένου να της εξασφαλίσει ασφάλεια και μια καλύτερη ζωή. Με την καρδιά του να πονάει, έστρωσε το κρεβάτι, πήγε στην πόρτα και έριξε μια κλεφτή ματιά έξω. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Βγήκε στα γρήγορα από την κρεβατοκάμαρά της και διέσχισε βιαστικά το διάδρομο. Όταν όμως πλησίασε το παιδικό δωμάτιο, κοντοστάθηκε. Κοίταξε μέσα και είδε την Αμέλια να στέκεται στο κέντρο του δωματίου και να κουνάει το μωρό στα χέρια της. Η καρδιά του χτύπησε άγρια. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε αντικρίσει άλλη φορά τόσο όμορφο θέαμα. Η Αμέλια χρειαζόταν ένα δικό της παιδί -και ευχήθηκε να ήταν αυτός ο πατέρας του. Και τότε η Αμέλια τον είδε και του χαμογέλασε ζεστά. Ο Σάιμον ήξερε ότι δεν έπρεπε να μπει μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο. Η Λουσίλ δεν ήταν παιδί του και η Αμέλια δεν ήταν γυναίκα του. Η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν μια φοβερή αυταπάτη. Αλλά τα πόδια του δεν υπάκουσαν το μυαλό του. Διάβηκε το κατώφλι. «Μπορώ να περάσω;» «Φυσικά», του απάντησε εκείνη. Και ο Σάιμον την πλησίασε, κοιτάζοντάς τη στα μάτια. Ύστερα σταμάτησε και κοίταξε τη Λουσίλ. Το μωρό τού χάρισε 273


ένα αστραφτερό χαμόγελο. Ο Σάιμον τύλιξε το μπράτσο του γύρω από την Αμέλια και συνειδητοποίησε ότι χαμογελούσε κι αυτός. *** Την επόμενη μέρα ο Σάιμον βγήκε αμέσως μετά το γεύμα. Και μόλις έφυγε, η Αμέλια έβγαλε την ποδιά της, βγήκε τρέχοντας από την κουζίνα, πήρε ένα ελαφρό σάλι και απομακρύνθηκε στα γρήγορα από το σπίτι. Δεν είχε πει σε κανέναν πού πήγαινε ούτε πότε θα γύριζε. Ο Γουόρλοκ θα γινόταν έξαλλος αν μάθαινε ότι σκόπευε να ζητήσει τη βοήθεια του αδερφού της. Ήταν πολύ παρακινδυνευμένο να πάει στο σπίτι του Γουόρλοκ στην Κάβεντις Σκουέαρ, όπου έμενε ο Λούκας. Αλλά ο Σεμπάστιαν δεν έμενε αυτό τον καιρό εκεί και εκείνη έπρεπε να μιλήσει με τον Λούκας αμέσως. Δεν πίστευε ότι ο Γουόρλοκ είχε βάλει να την παρακολουθούν, ωστόσο διέσχισε το Μέιφερ και έφτασε στο σπίτι του στην Κάβεντις Σκουέαρ με τα πόδια, αντί να χρησιμοποιήσει το μόνιππο του Σάιμον. Χτύπησε το ρόπτρο, λαχανιασμένη από το γρήγορο περπάτημα. Ιδρώτας έτρεχε στους κροτάφους και ανάμεσα στα στήθη της. Ήταν μια πανέμορφη ανοιξιάτικη μέρα, ηλιόλουστη και ζεστή. Η καρδιά της όμως ήταν γεμάτη τρόμο και απόγνωση, ενώ θα έπρεπε να ήταν γεμάτη χαρά και αγάπη. Δεν ήξερε καν αν ο Λούκας βρισκόταν στην πόλη, σκέφτηκε απελπισμένη, χτυπώντας πάλι το ρόπτρο. Επιτέλους της άνοιξε την πόρτα μια υπηρέτρια και της είπε ότι ο κύριος Γκρέιστοουν είχε μια επίσκεψη και βρισκόταν στο σαλόνι. «Μας είπε να μην τον ενοχλήσουμε, κυρία», πρόσθεσε ανήσυχη. Η Αμέλια την προσπέρασε. «Ο κύριος Γκρέιστοουν είναι αδερφός μου. Δε χρειάζεται να με αναγγείλεις». Η υπηρέτρια έφυγε, όχι και πολύ χαρούμενη. Η Αμέλια πλησίασε βιαστικά τις δυο κλειστές πόρτες, πίσω από τις οποίες άκου-σε φωνές. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι ο Λούκας δεν ήταν με τον Γουόρλοκ, αν και η υπηρέτρια δεν είχε κάνει καμιά νύξη για τον κύριο του σπιτιού. Ακούμπησε το αυτί της στην πόρτα και ξαφνιάστηκε. Η επισκέπτρια του Λούκας ήταν η Ναντίν Ντ’Αρσάν! Η Αμέλια άνοιξε την πόρτα. Ο Λούκας και η Ναντίν ήταν καθισμένοι στον καναπέ, απορροφημένοι σε μια σοβαρή συζή274


τηση. Η Ναντίν έλεγε: «Θα πρέπει να φτάσουν στις δεκαπέντε, αν το επιτρέψει ο καιρός. Η πρόγνωση λέει ότι θα υπάρχει νηνεμία στη θάλασσα. Μπορούμε...» Σταμάτησε μόλις είδε την Αμέλια. Ο Λούκας γύρισε και σηκώθηκε, χαμογελώντας αχνά. Και η Αμέλια ένιωσε σίγουρη ότι ο αδερφός της και η φίλη της συνωμοτούσαν, παρ’ όλο που δε γνώριζε για τι ακριβώς συζητούσαν. «Ενοχλώ;» Θυμήθηκε την επιμονή του Τζακ ότι η Ναντίν εξακολουθούσε να βοηθάει όσους ήθελαν να το σκάσουν από τη Γαλλία. «Εσύ δε θα μπορούσες να μας ενοχλήσεις ποτέ», της απάντησε ο Λούκας. Αλλά η γκρίζα ματιά του ήταν κοφτερή και διαπεραστική καθώς την περιεργαζόταν -το ήξερε ότι ήταν ταραγμένη. Η Ναντίν πήρε το τσαντάκι της. «Έτσι κι αλλιώς, εγώ έχω αργήσει. Γεια σου, Αμέλια». Τη φίλησε και στα δύο μάγουλα. «Απ’ ό,τι βλέπω, ευχαριστιέσαι την γκαρνταρόμπα που σου έστειλε η Τζούλιαν, έτσι;» Ο τόνος της ήταν πειρακτικός. Η Αμέλια φορούσε ένα όμορφο καναρίνι φόρεμα. «Αν σας διακόπτω...» άρχισε να λέει η Αμέλια κοιτάζοντάς τους. «Δε μας διακόπτεις. Ήμουν έτοιμη να φύγω». Η Ναντίν χαμογέλασε στον Λούκας. «Ευχαριστώ για τη συμβουλή σου». Στράφηκε στην Αμέλια. «Ο αδερφός σου μου έκανε μερικές υποδείξεις σχετικά με μια επένδυση που σκεφτόμαστε να κάνουμε σ’ ένα ορυχείο κοντά στο καινούριο σπίτι μας στο Σεντ Τζαστ». Η Αμέλια απλώς χαμογέλασε. Δεν είχε πιστέψει τη Ναντίν. Όταν εκείνη έφυγε, έκλεισε την πόρτα και κοίταξε τον Λούκας. «Είναι κι αυτή κατάσκοπος;» «Τι πράγμα;» Ο Λούκας γέλασε. «Τότε βοηθάει γαλλικές οικογένειες να καταφύγουν εδώ;» Το χαμόγελό του έσβησε. «Είναι μια γυναίκα, Αμέλια, μια αριστοκράτισσα που προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της με περιορισμένα μέσα. Της έδινα συμβουλές για οικονομικά θέματα». Η Αμέλια ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια. Αν κάποιος χρειαζόταν συμβουλές για τα οικονομικά του, αυτός θα ήταν ο πατέρας της Ναντίν. «Ναι, καλά. Ο Τζακ είναι ακόμα εδώ;» Το βλέμμα του έγινε διαπεραστικό. «Είναι στην πόλη, αλλά δεν πρόκειται να σου πω τίποτε παραπάνω». 275


Η Αμέλια σταύρωσε τα χέρια της. «Δεν είναι ασφαλής εδώ». «Όχι, δεν είναι». Ο Λούκας την πλησίασε και την έπιασε αγκαζέ. «Είσαι ταραγμένη -και όχι εξαιτίας της Ναντίν ή του Τζακ». «Είχα δίκιο. Ο Σάιμον είναι κατάσκοπος, Λούκας, και βρίσκεται σε κίνδυνο». Ο Λούκας χλόμιασε. Αλλά η έκφρασή του ήταν ολοκάθαρα δυσαρεστημένη, όχι έκπληκτη. «Λούκας, σε ικετεύω να βοηθήσεις». «Να πάρει η οργή, Αμέλια, γιατί δεν μπορείς να μην ανακατεύεσαι;» «Γιατί δεν ξαφνιάστηκες που ο Σάιμον είναι κατάσκοπος; Θεέ μου, το ήξερες ήδη!» Εκείνος αναστέναξε. «Και βέβαια το ήξερα. Ο κύκλος του Γουόρλοκ είναι μικρός, Αμέλια. Γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας». Η Αμέλια έτρεμε. «Ξέρεις επίσης ότι ο Σάιμον παριστάνει το Γάλλο και ότι οι Γάλλοι νομίζουν ότι είναι πιστός σ’ εκείνους;» Αυτή τη φορά, ο αδερφός της γούρλωσε έκπληκτος τα μάτια του. «Βλέπω ότι αυτό δεν το ήξερες! Ήξερες ότι ήταν στη φυλακή στη Γαλλία; Και ότι αν οι Γάλλοι τον υποπτευθούν ποτέ για προδοσία μπορεί να καταλήξει ξανά εκεί;» Ένιωσε ξαφνικά εξοργισμένη. «Πρόκειται να συναντήσει ένα Γάλλο εδώ στην πόλη και να του δώσει πολύτιμες πληροφορίες για τα στρατεύματά μας! Τρέμω για εκείνον!» Ο Λούκας την τράβηξε κοντά του. «Ξέρεις πάρα πολλά. Λυπάμαι, Αμέλια, λυπάμαι πάρα πολύ που το πράγμα έφτασε ως εδώ». Εκείνη του ξέφυγε. «Ξέχνα εμένα! Πώς μπορεί να ξεφύγει ο Σάιμον από τον πόλεμο; Να πάρει η οργή, Λούκας, έχει να σκεφτεί τα παιδιά του!» «Ο Γουόρλοκ δε θα τον αφήσει να ξεφύγει. Υποθέτω ότι θα τον ξαναστείλει σύντομα στη Γαλλία, όπου θα συνεχίσει να ανακαλύπτει τις απόρρητες πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να κερδίσουμε αυτό τον πόλεμο». «Μα γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τον έστειλαν και οι Γάλλοι εδώ! Και ο Γουόρλοκ ήταν ξεκάθαρος -είναι ευχαριστημένος που μπορεί να τροφοδοτεί με όποιες πληροφορίες θέλει αυτός τους Γάλλους μέσω του Σάιμον! Δεν καταλαβαίνεις ότι ο Σάιμον βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση; Διατρέχει απί276


στευτο κίνδυνο!» Η αναπνοή του Λούκας ήταν βαριά. «Να πάρει. Έχεις δεθεί τώρα μαζί του!» «Δεν έχω δεθεί απλώς μαζί του. Είμαστε εραστές, Λούκας και δεν πρόκειται να του γυρίσω την πλάτη». Η Αμέλια τον αγριοκοίταξε. Ο Λούκας κοκκίνισε, φανερά εμβρόντητος. Εκείνη τον κοίταξε επιθετικά. Μπορεί να ήταν θυμωμένη, αλλά η απόγνωσή της ήταν ακόμα μεγαλύτερη. «Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου, Λούκας. Ο Σάιμον δε θέλει να συνεχίσει αυτό το παιχνίδι, είμαι σίγουρη! Πώς μπορούμε να τον προστατεύσουμε από τους εχθρούς του; Πώς μπορεί να βγει από αυτά τα πολεμικά παιχνίδια; Ο Μπέντφορντ βγήκε!» Το βλέμμα του Λούκας σκλήρυνε. «Έγινες ερωμένη του. Δηλαδή δεν είσαι αρκετά καλή για να γίνεις γυναίκα του;» «Αυτό δεν είναι δίκαιο!» φώναξε η Αμέλια. Αλλά δεν είχε αναρωτηθεί κι εκείνη ακριβώς το ίδιο; «Μη μου μιλάς εμένα για δικαιοσύνη. Είσαι μια υπέροχη γυναίκα, θα γινόσουν καταπληκτική σύζυγος. Δεν είσαι καμιά πόρνη. Και εκείνος τυχαίνει να είναι χήρος. Πρέπει να σε παντρευτεί, Αμέλια». Ήταν έξαλλος. «Δεν μπορώ να τον παντρευτώ, Λούκας. Όχι κάτω από αυτές τις συνθήκες». Τώρα έλεγε ψέματα στον αδερφό της, γιατί θα παντρευόταν τον Σάιμον και το επόμενο λεπτό. «Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να βρούμε έναν τρόπο να τον αποδεσμεύσουμε από αυτές τις ίντριγκες. Την επόμενη φορά που θα πάει να συναντήσει αυτό τον Μαρσέλ, μπορεί να μην ξαναγυρείσεί σπίτι!»Ένιωσε να πνίγεται καθώς αποκάλυπτε το χειρότερο φόβο της -ότι ο Σάιμον μπορεί να σκοτωνόταν την επόμενη φορά που θα συναντούσε το Γάλλο σύνδεσμό του. «Είναι δύσκολο να πιάσουν τον Γκρένβιλ απροετοίμαστο, Αμέλια. Είναι το ίδιο έξυπνος και επικίνδυνος με τους εχθρούς του, πίστεψέ με». Εκείνη κάθισε κλονισμένη. «Προσεύχομαι να έχεις δίκιο. Θα τον βοηθήσεις -θα μας βοηθήσεις;» Ο Λούκας πήγε και κάθισε δίπλα της. «Και βέβαια θα σας βοηθήσω. Αλλά είμαι πολύ δυσάρεστη μένος με τη σχέση σας». «Τον αγαπώ». Ανασήκωσε τους ώμους της ανίσχυρη. «Και δεν είμαι κανένα παιδί». Εκείνος έπιασε το χέρι της και το έσφιξε δυνατά. «Αν ήσουν 277


ευτυχισμένη, μπορεί να ένιωθα διαφορετικά». «Όταν είμαι με τον Σάιμον, όταν είμαστε στο σπίτι σαν να μην υπάρχει ο πόλεμος, πλέω σε πελάγη ευτυχίας. Είμαι ευτυχισμένη, αλλά τρέμω γι' αυτόν, φοβάμαι για τη ζωή του. Ποτέ δεν έπαψα να τον αγαπώ, Λούκας». Εκείνος αναστέναξε. «Νομίζω πως αυτό το ήξερα από την αρχή». Της έσφιξε το χέρι και υποχώρησε. «Αλλά φαντάζομαι ότι ξέρεις πως θα απαιτήσω να σου φέρεται με απόλυτο σεβασμό». «Έτσι μου φέρεται», του απάντησε σταθερά. «Δεν ήξερα ότι είχε φυλακιστεί. Αυτό με ανησυχεί, γιατί σημαίνει πως ήταν ήδη ύποπτος όταν βρισκόταν ακόμα στη Γαλλία. Σημαίνει ότι οι υποψίες θα παραμένουν. Φαντάζομαι ότι οι Γάλλοι φίλοι του θα τον παρακολουθούν άγρυπνα». «Αυτό δε με κάνει να νιώθω καλύτερα». «Θα πρέπει να το σκεφτώ. Δεν μπορεί να αφήσει έτσι απλά τους Γάλλους αφέντες του. Αν έμαθα κάτι κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου, αυτό είναι ότι οι Γάλλοι δημοκρατικοί είναι σαν λυσσασμένα σκυλιά. Ή είσαι μαζί τους ή είσαι εναντίον τους. Το πεπρωμένο των εχθρών της Δημοκρατίας είναι μόνο ένα, και αυτό είναι η γκιλοτίνα. Θα πρέπει να εξαφανιστεί, Αμέλια, προκειμένου να γλιτώσει την εκδίκησή τους, αν ποτέ μάθουν ότι είναι ένας από εμάς». Η Αμέλια ρίγησε. «Έχει παιδιά». «Ολόκληρες οικογένειες το έσκασαν από τη Γαλλία και κρύβονται εδώ στη Βρετανία», της απάντησε. «Νομίζεις ότι μπορεί να το κάνει αυτό ο κόμης του Σεντ Τζαστ; Να πάρει έτσι απλά τα παιδιά του και να εξαφανιστεί;» «Πιστεύω ότι θα είναι πολύ πιο δύσκολο για κάποιον με την κοινωνική θέση του Σεντ Τζαστ». Η Αμέλια βόγκηξε. «Τότε τι θα κάνουμε;» «Ίσως να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Φαίνεται να ξεχνάς πως, αν ο Γκρένβιλ αποφασίσει να βγει από το παιχνίδι, θα γίνει και ο Γουόρλοκ εχθρός του. Ο Γουόρλοκ δε θα παραιτηθεί ποτέ από έναν πολύτιμο πράκτορα όπως ο Γκρένβιλ -όχι οικειοθελώς, όχι μέχρι να μην του είναι πια χρήσιμος». Η Αμέλια ένιωσε να δακρύζει. «Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμα θα μπορεί να πείθει ο Σάιμον τους Γάλλους συνδέσμους του για την αφοσίωσή του», ψιθύρισε. «Φοβάμαι ότι περπατάει σε πολύ ολισθηρό έδαφος». 278


Ο Λούκας απλώς την κοίταξε. «Τι είναι;» «Το εννοούσα όταν είπα ότι ο Γκρένβιλ είναι έξυπνος και επικίνδυνος». Η Αμέλια πάγωσε. «Και τι σημαίνει αυτό;» «Αυτός ο πόλεμος έχει κάνει άντρες σαν εμένα -και τον Γκρένβιλ- χαμαιλέοντες. Έχουμε καταντήσει σαν λεοπαρδάλεις που αλλάζουν τα στίγματά τους. Έχουμε μάθει να κάνουμε οτιδήποτε χρειαστεί για να επιζήσουμε». «Με τρομάζεις». «Δε μου είπες πώς κατέληξε ο Γκρένβιλ να γίνει πράκτορας των Γάλλων». Η καρδιά της βροντοχτύπησε. «Έκανε αυτό που έπρεπε για να επιζήσει», του απάντησε αργά. «Είχε μια επιλογή: να γίνει ένας από αυτούς ή να πάει στην γκιλοτίνα». Ο Λούκας έβγαλε ένα βραχνό ήχο. «Αμέλια, θα πρόδιδε ποτέ ο Γκρένβιλ την πατρίδα του;» Εκείνη πετάχτηκε όρθια. «Και βέβαια όχι!» Ο Λούκας την περιεργάστηκε. «Ούτε καν για να σώσει τη ζωή του -ή τη δική σου ή των παιδιών του;» Και ξαφνικά η Αμέλια τα έχασε και δεν μπόρεσε να του απαντήσει. Επειδή ο Σάιμον θα έκανε τα πάντα για να προστατεύσει εκείνη και τα παιδιά. Της το είχε πει -και τον πίστευε. «Το φαντάστηκα», της είπε ο Λούκας.

279


Κεφάλαιο 16

Ο Λούκας είχε επιμείνει να γυρίσει η Αμέλια με την άμαξα του σπίτι. Είχε δικό του αμαξά, και εκείνη καθόταν στο πίσω κάθισμα της ανοιχτής άμαξας, μαζεμένη στη γωνία. Οι σκέψεις κλωθογύριζαν σαν τρελές στο μυαλό της. Ένιωθε εξαντλημένη από τη συναισθηματική λαίλαπα που την είχε παρασύρει από τη στιγμή που είχε κρυφακούσει την κουβέντα του Σάιμον με τον Γουόρλοκ την προηγούμενη μέρα. Κόντευε η ώρα του δείπνου. Αλλά δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι να τελειώσουν το φαγητό και να πέσουν τα παιδιά για ύπνο. Το μόνο που ήθελε ήταν να κουλουριαστεί στην αγκαλιά του Σάιμον, να κλείσει τα μάτια της και να τον αφήσει να την κρατήσει σφιχτά. Ο αμαξάς έβγαλε μια κραυγή. Η Αμέλια άνοιξε απότομα τα μάτια της καθώς η άμαξά τους λοξοδρομούσε προς το πεζοδρόμιο. Μια άλλη, μεγάλη μαύρη άμαξα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση τους είχε πλησιάσει επικίνδυνα. Αρπάχτηκε από το κάθισμά της καθώς η μία ρόδα χτυπούσε στο πεζοδρόμιο. Σοκαρισμένη, γύρισε να κοιτάξει τη μαύρη άμαξα, περιμένοντας πως θα συνέχιζε την τρελή κούρσα της. Αντί γι’ αυτό, τα δύο άλογά της έστριψαν απότομα καταπάνω τους, κάνοντας το άλογο της άμαξας του Λούκας να χλιμιντρίσει και να οπισθοχωρήσει φοβισμένο για να μην πέσει πάνω τους. Η μαύρη άμαξα σταμάτησε μπροστά από το μόνιππό της, κόβοντάς τους το δρόμο. Η Αμέλια δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ήταν τρελός ο άλλος αμαξάς; Μεθυσμένος; Είχαν αποφύγει παρά τρίχα μια τρομερή σύγκρουση! «Το άλογό μας είναι καλά;» φώναξε. «Μια χαρά», απάντησε κοντανασαίνοντας ο αμαξάς, «αλλά είμαστε τυχεροί, κυρία, που δεν πέσαμε πάνω σ’ αυτή την άμα280


ξα».

Η Αμέλια ήταν όρθια τώρα και κρατιόταν από μια χειρολαβή. Τα δυο μαύρα άλογα της μπροστινής άμαξας ήταν νευρικά, αλλά κατά τ’ άλλα έδειχναν καλά. Πριν προλάβει να ρωτήσει αν ήταν κάποιος εκεί μέσα και αν είχε τραυματιστεί, η πόρτα άνοιξε και κατέβηκε γρήγορα ένας μαυροντυμένος άντρας που προχώρησε προς το μέρος της. «Κύριε;» άρχισε να λέει η Αμέλια σαστισμένη. Το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό. Ξαφνικά άνοιξε την πόρτα της και την έπιασε από το μπράτσο. Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της όταν την τράβηξε έξω από την άμαξα. Και καθώς την έσπρωχνε προς τη δική του, μαύρη άμαξα, εκείνη συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. Την είχαν απαγάγει. Έβαλε τις φωνές, προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τον άγνωστο, ενώ ο αμαξάς της φώναζε: «Άφησέ τη!» Αλλά ήταν πολύ αργά. Ο άγνωστος την έσπρωχνε στο σκοτεινό εσωτερικό της άλλης άμαξας. Καθώς έπεφτε μπρούμυτα στο κάθισμα, ο άγνωστος έκλεισε την πόρτα και η άμαξα ξεκίνησε αμέσως. Την είχαν απαγάγει. Ο φόβος την ακινητοποίησε, αλλά μόνο για μια στιγμή. Ύστερα συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν μόνη. Έκανε να ανακαθίσει και αμέσως ένα δυνατό χέρι τυλίχτηκε στη μέση της για να τη βοηθήσει. Την έπνιξε καινούριος φόβος. Ελευθερώθηκε απότομα και κάθισε στητή στη θέση. Και το βλέμμα της συναντήθηκε με του Γουόρλοκ. «Είσαι τυχερή», της είπε ήπια, «που είμαι εγώ αυτός που θέλει να πει δυο λογάκια μαζί σου και όχι ο εχθρός». «Πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο;» τον ρώτησε εμβρόντητη, αλλά συνειδητοποίησε ότι ο θείος της είχε δίκιο. Τώρα κινδύνευε και αυτή, επειδή ήταν ερωμένη του Σάιμον και γνώριζε πάρα πολλά. Οι Γάλλοι πράκτορες θα μπορούσαν να την απαγάγουν όπως είχε κάνει ο θείος της. «Σου ζήτησα να μου δώσεις το λόγο σου, Αμέλια, και αρνήθηκες να το κάνεις». Ύψωσε ανέκφραστος τους ώμους του. «Δε χρειάζεται να είναι κανείς ιδιοφυία για να καταλάβει ότι με την πρώτη ευκαιρία που θα έβρισκες θα έτρεχες στον Λούκας. Αλλά τουλάχιστον εκείνον τον εμπιστεύομαι». Η Αμέλια πάσχιζε να βρει την ανάσα της τρέμοντας ανεξέ281


λεγκτα. «Με τρόμαξες!» Αλλά τι σήμαιναν τα λόγια του; Υπονοούσε ότι δεν εμπιστευόταν εκείνη -ή τον Σάιμον; «Ωραία, γιατί θα πρέπει να τρομάξεις. Για την ακρίβεια, θα έπρεπε να είχες πάρει ήδη το δρόμο για την Κορνουάλη». Η Αμέλια είχε αρχίσει να βρίσκει κάπως την ψυχραιμία της -και ήταν έξαλλη. «Δεν πρόκειται να αφήσω τον Σάιμον». Ο Γουόρλοκ ύψωσε τα φρύδια του. «Τότε θα μείνεις εδώ με δική σου ευθύνη -και τώρα καταλαβαίνεις πόσο παρακινδυνευμένο είναι αυτό». «Κατάλαβα πολύ καλά τι εννοείς, Σεμπάστιαν. Στο μέλλον θα είμαι πιο προσεκτική και θα βγαίνω πάντα με τη συνοδεία του Γκάρετ. Αλλά, αν σκηνοθέτησες μια ψεύτικη απαγωγή για να με εντυπωσιάσεις, έχασες το χρόνο σου!» «Συνετή απόφαση να έχεις σωματοφύλακα, αλλά δε σκηνοθέτησα μια απαγωγή απλώς για να σε τρομάξω. Σου ζήτησα να κρατήσεις όλα όσα έμαθες για τον εαυτό σου. Δεν υπάκουσες, και υπάρχει πάντα ένα τίμημα για την ανυπακοή, Αμέλια». Εκείνη τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Θα έπρεπε να φοβάται τον ίδιο το θείο της; Πριν είκοσι χρόνια είχε συμπαρασταθεί στην οικογένειά της, αλλά είχαν περάσει δύο δεκαετίες από τότε, και τώρα η χώρα βρισκόταν σε πόλεμο -και ο πόλεμος αλλάζει όλους τους ανθρώπους. Το ήξερε αυτό από πρώτο χέρι. «Δεν έκανα κανένα κακό», του είπε στο τέλος προσεκτικά και χαμηλόφωνα. «Όπως είπες κι εσύ, ο Λούκας είναι αξιόπιστος. Ο Σάιμον έχει πρόβλημα και ίσως ο Λούκας μπορεί να βοηθήσει». «Μπορώ να βοηθήσω εγώ, Αμέλια. Σ’ εμένα θα έπρεπε να είχες στραφεί». Της μιλούσε ήρεμα. Η Αμέλια δεν είχε σκοπό να του πει ότι δεν τον εμπιστευόταν και ότι, ίσως, τον φοβόταν λίγο. «Ναι, μπορείς να βοηθήσεις. Θέλω να απαλλάξεις τον Σάιμον από τα καθήκοντά του, Γουόρλοκ. Αρκετά μπλέχτηκε στις ίντριγκές σου. Έχει μια οικογένεια να σκεφτεί, ειδικά τώρα που πέθανε η γυναίκα του. Έχει γίνει κομμάτια με όλες αυτές τις πλεκτάνες. Πρέπει να σταθεί σαν πατέρας στα παιδιά του, όχι να είναι ένας από τους κατασκόπους σου». «Ακόμα κι αν αποφασίσω εγώ να τον απαλλάξω από τα καθήκοντά του, όπως το έθεσες, οι Γάλλοι αφέντες του δε θα δείξουν τόση κατανόηση. Περιμένουν από τον Γκρένβιλ να τους 282


εφοδιάσει με σημαντικές απόρρητες πληροφορίες, Αμέλια. Η εξάπλωση της Τρομοκρατίας είναι τεράστια. Έχει φτάσει στις ακτές μας. Ο Γκρένβιλ πρέπει να χορέψει στο ρυθμό που του παίζουν, διαφορετικά θα πληρώσει μεγάλο τίμημα για την προδοσία του». Η Αμέλια ρίγησε. «Θα μπορούσαμε να κρυφτούμε. Να εξαφανιστούμε». «Δεν μπορεί να εγκαταλείψει την κομητεία του, Αμέλια». «Τότε ποια είναι η απάντηση;» φώναξε εκείνη. «Ή μήπως η πραγματική απάντηση είναι ότι δε θέλεις εσύ να τον αποδεσμεύσεις;» «Ο Γκρένβιλ εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά πολύτιμος για μένα, τώρα περισσότερο από ποτέ, για την ακρίβεια. Έλα τώρα, Αμέλια, είσαι πανέξυπνη. Σίγουρα καταλαβαίνεις ότι ο Γκρένβιλ βρίσκεται στην τέλεια θέση για να προξενήσει μεγάλη ζημιά στους Γάλλους. Παραμένεις πατριώτισσα, έτσι δεν είναι;» «Δε θα θυσιάσω τον Σάιμον για τον αναθεματισμένο πόλεμο!» σφύριξε εκείνη μέσα από τα δόντια της. «Και ελπίζω να μη χρειαστεί να το κάνεις. Ο Γκρένβιλ παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι εδώ και πολλά χρόνια. Αν καταφέρει να το συνεχίσει με επιτυχία -και υπάρχουν άντρες σαν αυτόν που το έχουν καταφέρει για πάρα πολλά χρόνια-, θα επιζήσει. Θέλεις πραγματικά να τον βοηθήσεις; Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα είναι πολύ πιο ήσυχος αν πάρεις τα παιδιά του και επιστρέφεις στην Κορνουάλη». Μήπως η παρουσία της αποτελούσε περισπασμό, και μάλιστα επικίνδυνο; Αλλά ήξερε ότι ο Σάιμον τη χρειαζόταν κοντά του! Την έτρωγε η ανησυχία. Δεν ήταν ορατό στον ορίζοντα το τέλος αυτών των παιχνιδιών πολέμου. Δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή τους να συνεχίζεται έτσι για χρόνια και χρόνια, να υποκλίνονται πότε στον έναν αφέντη και πότε στον άλλο, να ανησυχεί κάθε φορά που θα έφευγε ο Σάιμον μέσα στη νύχτα αν θα γύριζε. «Ο Σάιμον με χρειάζεται. Δεν μπορώ να τον αφήσω τώρα. Γι' αυτό μη μου το ξαναζητήσεις». «Το περίμενα πως θα ήταν αυτή η απάντησή σου». Ο Σεμπάστιαν φάνηκε να το διασκεδάζει κάπως. Εκείνη κούνησε βλοσυρή το κεφάλι της. «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να τον βοηθήσω, δε θα του είμαι ούτε περισπασμός ούτε φόρτωμα. Αλλά πρέπει να με διαβεβαιώσεις για κάτι. Να με διαβεβαιώσεις ότι δε θα τον ξαναστείλεις στη Γαλλία, ούτε 283


τώρα ούτε ποτέ». «Μπορείς να είσαι ήσυχη ότι αυτή τη στιγμή τον προτιμώ εδώ που βρίσκεται. Αλλά δεν μπορώ να σου δώσω καμιά υπόσχεση, Αμέλια. Κανείς από τους άντρες μου δεν έχει μιλήσει με τον Ροβεσπιέρο, εκείνος όμως το έχει κάνει». Η Αμέλια έσφιξε τρομοκρατημένη τις γροθιές της. Είχε εισχωρήσει ο Σάιμον τόσο βαθιά στη γαλλική δημοκρατική κυβέρνηση; «Δε θα τον αφήσω να γυρίσει πίσω. Είναι πολύ επικίνδυνο. Τον έχουν φυλακίσει ήδη μία φορά! Δεν πρόκειται να βγει ζωντανός από μια δεύτερη φυλάκιση». «Δυστυχώς, θα κάνει αυτό που θα του πω εγώ». Ο Σεμπάστιαν ήταν ήρεμος. «Αλλά σίγουρα θα λάβω υπόψη μου όσα μου λες». Η Αμέλια κούνησε το κεφάλι της, νιώθοντας ανίσχυρη. «Είσαι άκαρδος, Σεμπάστιαν». «Αν είχα καρδιά, θα ήμουν μάλλον νεκρός, καθώς και οι περισσότεροι άντρες μου». Ύψωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Είμαι ανιψιά σου! Τον αγαπώ!» του φώναξε. «Ναι, αυτό είναι φανερό -υπερβολικά φανερό. Δεν μπορείς να αφήσεις τους εχθρούς να καταλάβουν ότι είστε εραστές, Αμέλια. Επειδή, αν αποκαλυφθεί ποτέ η απάτη του, δε θα κινδυνεύσει μόνο ο Γκρένβιλ, αλλά και εσύ και τα παιδιά». Εκείνη γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε δακρυσμένη έξω από το παράθυρο τα κτίρια που προσπερνούσαν. Μισούσε τον Γουόρλοκ. Μισούσε τον πόλεμο. «Δεν είμαι εγώ ο εχθρός. Δε θέλω τίποτε άλλο από ένα ευτυχισμένο τέλος για όλους μας». Της είχε μιλήσει ήρεμα, και η Αμέλια τον κοίταξε, διερωτώμενη μήπως δεν είχε ακούσει καλά. «Έχω διαπιστώσει, ωστόσο, πως ελάχιστες φορές υπάρχει ευτυχισμένο τέλος, εκτός από τα παραμύθια και τα ρομάντσα. Ανυπομονώ να έρθει η μέρα που δε θα έχω πια ανάγκη τον Γκρένβιλ, που θα έχει τελειώσει αυτός ο αναθεματισμένος πόλεμος και εκείνος θα μπορέσει να γυρίσει στη ζωή του κόμη και του πατέρα. Αλλά είμαι ρεαλιστής, Αμέλια, όχι ονειροπόλος, και η προσοχή μου είναι εστιασμένη στο παρόν και το άμεσο μέλλον. Πρέπει να γίνεις κι εσύ ρεαλίστρια. Πρέπει να ελέγξεις τις ρομαντικές προσδοκίες σου. Οι καιροί που ζούμε δεν είναι ρομαντικοί». Η Αμέλια τύλιξε τα μπράτσα γύρω της και κοίταξε πάλι έξω 284


από το παράθυρο. Κατάλαβε ότι ο Σεμπάστιαν προσπαθούσε να της πει ότι οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος της, και ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Της έλεγε ότι δε θα πήγαινε να ζήσει κάποια μέρα ευτυχισμένη στην επαρχία με τον Σάιμον και τα παιδιά. «Σε έφερα εδώ για ένα λόγο». Η Αμέλια τινάχτηκε και τον κοίταξε με τρόμο. «Σε αυτή την εποχή του πολέμου και της επανάστασης, δεν υπάρχει λόγος να μη συνεισφέρεις κι εσύ». Εκείνη τσιτώθηκε. Ήξερε ότι δε θα της άρεσε η πρότασή του. Το βλέμμα του ήταν κοφτερό, το χαμόγελό του αδιάφορο. «Ζεις με τον Γκρένβιλ τώρα. Και τον ξέρεις καλά -ίσως καλύτερα από τον καθένα». Δεν της άρεσε καθόλου αυτή η καινούρια προσέγγιση. «Τον ξέρω πολύ καλά». «Και εκείνος δείχνει μαγεμένος μαζί σου». Η Αμέλια σφίχτηκε. «Είμαστε φίλοι». «Ωραία. Φίλοι και εραστές, είναι τέλειο». Η έντασή της μεγάλωσε. «Δεν ακούγεσαι σαρκαστικός». «Δεν είμαι σαρκαστικός. Αν τελικά παραμείνεις στην πόλη, τότε μπορείς να φανείς χρήσιμη. Και μπορείς να φανείς πολύ χρήσιμη, Αμέλια, ακούγοντας αυτά που λέει ο Γκρένβιλ και τον τρόπο που τα λέει, παρακολουθώντας τον με προσοχή και αναφέροντας τα πάντα σ’ εμένα». Έμεινε εμβρόντητη. «Δεν πρόκειται να κατασκοπεύω τον Σάιμον!» «Γιατί όχι; Αν κάνει αυτό που ισχυρίζεται, δεν υπάρχει τίποτε άτοπο που θα μπορούσες να αποκαλύψεις». Η Αμέλια πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τι σημαίνει αυτό;» «Νομίζω ότι καταλαβαίνεις πολύ καλά τι σου λέω», της απάντησε ο Γουόρλοκ και πρόσθεσε: «Ο Γκρένβιλ έπεισε τους Γάλλους αφέντες του ότι είναι δικός τους -και αυτό δεν είναι εύκολο πράγμα. Είναι φυσικό λοιπόν να αναρωτιέμαι αν είναι δικός τους ή δικός μας». Η αδιαφορία του είχε εξαφανιστεί. Τα μάτια του πετούσαν φλόγες. Η Αμέλια έβγαλε μια κραυγή. Δεν είχε αμφισβητήσει και ο Δούκας την αφοσίωση του Σάιμον; «Ο Σάιμον δε θα μας προδώσει ποτέ. Δε θα προδώσει ποτέ την πατρίδα μας». «Ο πόλεμος είναι ένα τέρας που καταβροχθίζει τους αν285


θρώπους», της είπε τραχιά ο Γουόρλοκ. «Το ξέρω από πρώτο χέρι. Κάποιες φορές καταβροχθίζει το σώμα τους, κάποιες άλλες την ψυχή τους. Επομένως το ερώτημα είναι: ποιος έχει την ψυχή του Γκρένβιλ;» «Δεν πρόκειται να τον κατασκοπεύσω ποτέ». Η Αμέλια έτρεμε. «Ούτε καν για να τον σώσεις από τους Γάλλους;» Τα βλέμματά τους έσμιξαν. «Ούτε καν για να τον σώσεις από τον εαυτό του; Ούτε καν απλώς... για να τον σώσεις;» Η Αμέλια έμεινε να τον κοιτάζει μέσα από τα δάκρυά της, ανίκανη να στρέψει αλλού το βλέμμα της. *** Το κορμί του Σάιμον συγκλονίστηκε από σπασμούς καθώς το σάρωνε το στόμα της. «Αμέλια», μουρμούρισε ξέπνοος και την έπιασε από τα μπράτσα. Εκείνη τον άφησε να τη σύρει πάνω του. Την αγκάλιασε και με μια γρήγορη ώθηση μπήκε βαθιά μέσα της. Καθισμένη καβαλικευτά από πάνω του, τον έσφιξε δυνατά καθώς τα σώματά τους έλιωναν από έρωτα και απελπισία. Η Αμέλια ήξερε ότι κάθε φορά που έκαναν έρωτα μπορεί να ήταν η τελευταία τους. Δεν είχε υπάρξει ποτέ της τόσο τολμηρή, τόσο επιθετική, τόσο ξέφρενη, όπως αυτή τη στιγμή. Ο Σάιμον έβγαλε μια άγρια κραυγή. Ο δικός της οργασμός ακολούθησε ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Η Αμέλια έπλεε σ’ εκείνη την κατάσταση ευφορίας που της ήταν πια γνώριμη, κλεισμένη ακόμα στην αγκαλιά του, με το κορμί της πάνω στο δικό του. «Δεν ήσουν υποχρεωμένη να το κάνεις αυτό», της ψιθύρισε εκείνος βραχνά. Τον έσφιξε περισσότερο πάνω της, το μάγουλό της κούρνιασε στο στέρνο του και η ηδονή άρχισε να υποχωρεί γοργά. Δεν τη διαδέχτηκε η αίσθηση του κορεσμού. Αντίθετα, ξεκίνησε η ένταση. Κάθε στιγμή της μέρας γύρισε ορμητικά και ολοζώντανα στο μυαλό της. Ο Λούκας είχε αμφισβητήσει την πίστη του Σάιμον στην πατρίδα του. Και ο Γουόρλοκ της είχε ζητήσει να τον κατασκοπεύει... «Είσαι καλά;» τη ρώτησε ψιθυριστά εκείνος. Τη φίλησε στον κρόταφο και την ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα του, κρατώντας την πάντα στην αγκαλιά του. Τι θα έκαναν; Τι θα έκανε εκείνη; Πώς θα κατάφερναν να 286


κρατήσουν τα παιδιά ασφαλή; Τον φίλησε στο στέρνο και σήκωσε το κεφάλι της να τον κοιτάξει, νιώθοντας την ανάγκη να κλάψει. «Όταν είμαι μαζί σου, νιώθω πάντα υπέροχα, Σάιμον». «Τότε γιατί δείχνεις τόσο θλιμμένη;» Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο, ερευνητικό. Η Αμέλια έπιασε τις κουβέρτες και τις τράβηξε προς τα πάνω, νιώθοντας ξαφνικά κρύο. «Θα σου περνούσε ποτέ από το μυαλό να το σκάσεις μ’ εμένα και τα παιδιά;» «Αν πίστευα, έστω και για μια στιγμή, ότι θα μπορούσαμε να το σκάσουμε και να κρυφτούμε χωρίς να μας ανακαλύψουν, ναι. θα το σκεφτόμουν». «Γιατί θα ήταν τόσο δύσκολο να κρυφτούμε;» τον ρώτησε, κοιτάζοντας τον με απόγνωση. «Εγώ είμαι ένας πλούσιος αριστοκράτης. Εσύ είσαι μια λαίδη. Η παρουσία μας θα γινόταν αισθητή αμέσως, οπουδήποτε και να πηγαίναμε». Ανακάθισε και εκείνη τον μιμήθηκε. «Εσύ αυτό θέλεις να κάνεις;» «Αν είναι ο μόνος τρόπος να είμαστε ασφαλείς -και μαζί-, τότε, ναι, αυτό θέλω να κάνω». Ο Σάιμον άρχισε να κουνάει με αμφιβολία το κεφάλι του. «Και τ* αδέρφια σου; Θα μπορούσες στ’ αλήθεια να φύγεις χωρίς να τους πεις πού πας; Και η Τζούλιαν; Η μητέρα σου; Εκείνη δε θα μπορούσε να έρθει μαζί μας -η παρουσία της θα ήταν πολύ εύκολο να μας προδώσει». Η Αμέλια έπεσε πίσω στα μαξιλάρια. Δεν τα είχε σκεφτεί όλα αυτά. «Ώστε αυτό είναι λοιπόν; Θα μείνουμε εδώ, έτσι, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος -ή μέχρι να σε στείλει ο θείος μου ξανά στη Γαλλία;» Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Αμέλια, δεν έχω μετανιώσει ποτέ για κάτι όσο μετανιώνω που σ’ έμπλεξα στην άθλια ζωή μου». «Είσαι η χαρά της ζωής μου», του φώναξε εκείνη. «Όχι, είμαι ο λόγος που περπατάς με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια σου». Σηκώθηκε απότομα. «Πώς μπόρεσα να πιστέψω, έστω και για μια στιγμή, ότι δε θα μάθαινες την αλήθεια για μένα;» «Χαίρομαι που έμαθα την αλήθεια, γιατί έτσι αντιμετωπίζουμε αυτή τη δύσκολη κατάσταση μαζί». Προσπάθησε να μην καρφώσει το βλέμμα της στο κορμί του. Η φωτιά στο τζάκι ή287


ταν χαμηλή, αλλά αρκετά αναμμένα κεριά φώτιζαν το δωμάτιο. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τον Σάιμον να κυκλοφορεί τόσο άσεμνα. Πάντα φρόντιζε να της γυρίζει την πλάτη και να παίρνει τα ρούχα του. Τον παρακολούθησε να πηγαίνει στην καρέκλα όπου ήταν το καφτάνι του και η καρδιά της χτύπησε δυνατά με καινούριο πόθο. Το κορμί του ήταν λεπτό και μυώδες, θύμιζε αρχαίο Έλληνα αθλητή. Τράβηξε τα γόνατά της μπροστά στο στήθος της και τα αγκάλιασε. Εκείνος έριξε μια ματιά προς το μέρος της, την τσάκωσε να τον κοιτάζει, της γύρισε την πλάτη του και φόρεσε το μεταξωτό ρούχα. Η Αμέλια δεν είχε το περιθώριο να αφήσει την προσοχή της να διασπαστεί. «Θα βγεις έξω απόψε;» Εκείνος δε γύρισε να την κοιτάξει. «Όχι». «Το ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα βγεις να συναντήσεις τον Μαρσέλ», του είπε επιφυλακτικά. Εκείνος τη διέκοψε απότομα. «Δεν πρόκειται να το κουβεντιάσω αυτό μαζί σου». Ο Σάιμον δεν είχε βγει το χτεσινό βράδυ, ούτε το προχτεσινό. Μήπως είχε συναντήσει τον Μαρσέλ κατά τη διάρκεια της μέρας; Αν ήταν έτσι, θα ήταν μεγάλη ανακούφιση. Να τολμούσε να τον ρωτήσει; Και ξαφνικά της πέρασε από το μυαλό πως, αν τον κατασκόπευε όπως της είχε ζητήσει ο Γουόρλοκ, θα γνώριζε τις απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις. Θα ήξερε επίσης ότι ο κίνδυνος που διέτρεχαν δεν είχε αλλάξει. Ότι δεν είχε προστεθεί κάποια καινούρια απειλή. Από την άλλη, αν ο Σάιμον δεν είχε συναντήσει ακόμα τον Μαρσέλ, θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε σ’ εκείνο το ραντεβού. «Θα μου το έλεγες αν αντιμετωπίζαμε κάποιον καινούριο κίνδυνο;» τον ρώτησε στο τέλος. Εκείνος γύρισε αργά και την κοίταξε με έκφραση ανεξιχνίαστη. «Δεν είμαστε σε μεγαλύτερο κίνδυνο, απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον», της απάντησε στο τέλος. «Δεν το αντέχω αυτό, Αμέλια. Δεν αντέχω τη σκέψη ότι μπορεί να βρίσκεσαι και εσύ σε κίνδυνο τώρα!» «Το ξέρω. Σάιμον, το λάθος δεν είναι δικό σου!» «Είναι απόλυτα δικό μου. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις ότι είμαι πολύ προσεκτικός. Αμέλια, ώστε να καλύπτω τα ίχνη μου», της δήλωσε τραχιά. «Δεν έχω καμιά πρόθεση να οδηγήσω κά288


ποιον σε τούτο το σπίτι. Είμαι πολύ προσεκτικός εδώ και κάμποσο καιρό, ώστε να βρίσκομαι ένα βήμα μπροστά απ’ όλα τα αφεντικά μου». Ο Σάιμον σκόπευε να ξεγελάσει τόσο τον Γουόρλοκ όσο και τους Ιακωβίνους, σκέφτηκε με μεγαλύτερο τρόμο η Αμέλια. «Ειλικρινά δε με νοιάζει για τον εαυτό μου. Τα παιδιά σκέφτομαι». «Το ξέρω. Εγώ όμως νοιάζομαι και για σένα και για τα παιδιά, και αυτός είναι ο λόγος που παίζω αυτό το παιχνίδι τόσο αργά και τόσο προσεκτικά». Έπαιζε «αργά». Η λέξη ακούστηκε παράξενη.Ήταν κάτι που ο Γουόρλοκ θα το έβρισκε σίγουρα πολύ ενδιαφέρον. «Αν σε ανακάλυπταν κάποια στιγμή, Σάιμον, τα παιδιά θα κινδύνευαν ακόμα και αν βρίσκονταν στην Κορνουάλη». Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα και δεν της απάντησε, πράγμα που ήταν απάντηση από μόνο του. «Έχεις εμπιστοσύνη στον θείο μου;» του ξεφούρνισε. Το βλέμμα του ήταν κοφτερό σαν ξυράφι. «Αυτή είναι ερώτηση παγίδα, νομίζω». «Αλήθεια;» Ο Σάιμον παρέμεινε στην άλλη άκρη του δωματίου. «Κάποιες φορές τον εμπιστεύομαι ανεπιφύλακτα. Κάποιες άλλες όχι, δεν τον εμπιστεύομαι καθόλου». Η Αμέλια ήξερε πολύ καλά τι έκανε και ένιωσε απαίσια ένοχη και ύπουλη ταυτόχρονα. «Μα είναι πατριώτης, Σάιμον. Είμαστε όλοι στην ίδια πλευρά». Εκείνος την κοίταξε έντονα. Η Αμέλια σηκώθηκε από το κρεβάτι, τραβώντας και ένα σεντόνι που το τύλιξε γύρω της. Τον πλησίασε, νιώθοντας το βλέμμα του πάνω της. «Είμαστε όλοι στην ίδια πλευρά, έτσι δεν είναι;» ψέλλισε. «Με ανακρίνεις;» Η καρδιά της βροντοχτύπησε. «Όχι. Γιατί δεν τον εμπιστεύεσαι; Επειδή, για κάποιο λόγο, ούτε εγώ τον εμπιστεύομαι απόλυτα». Ο Σάιμον κάρφωσε το βλέμμα του στην καμπύλη του στήθους της, ύστερα σήκωσε τα μάτια του. «Έχει μια υπέρμετρη φιλοδοξία -να νικήσει τον πόλεμο». «Μα κι εσύ έχεις αυτή τη φιλοδοξία». Ο Σάιμον έπιασε το χέρι της που έσφιγγε το σεντόνι στο 289


στήθος της. «Η μεγαλύτερη δική μου φιλοδοξία είναι να είναι οι γιοι μου ασφαλείς». Τράβηξε απότομα το χέρι της. Το σεντόνι γλίστρησε και εκείνος το παρακολούθησε να πέφτει. Ύστερα το βλέμμα του αιχμαλώτισε το δικό της. «Άρχισες τώρα να με κατασκοπεύεις; Ο Γουόρλοκ σε έβαλε να το κάνεις;» Η φωνή του ήταν ψυχρή. Η Αμέλια κατάφερε να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι της. Αλλά μόλις είχε μάθει την απάντηση τόσο στην ερώτηση του Λούκας όσο και στην ερώτηση του Γουόρλοκ. Η μεγαλύτερη φιλοδοξία του Σάιμον δεν ήταν να κερδίσει τον πόλεμο, αλλά να είναι ασφαλή τα παιδιά του. Αυτό σήμαινε ότι θα έκανε τα πάντα για να τα προστατεύσει -και εκείνη χαιρόταν γι’ αυτό! «Απάντησέ μου, Αμέλια», της είπε τραχιά, σφίγγοντας τη λαβή του στον καρπό της. «Δε θα σε κατασκόπευα ποτέ», ψέλλισε εκείνη. Και ήταν ψέμα, γιατί μόλις το είχε κάνει -και το ήξεραν και οι δύο. Τα μάτια του γυάλιζαν. Η Αμέλια σκέφτηκε ότι θα την παρατούσε και θα έφευγε, εκείνος όμως την τράβηξε κοντά του, την κόλλησε στο κορμί του και τη φίλησε άγρια. *** Ο καιρός δε θα μπορούσε να είναι πιο τέλειος, σκέφτηκε ο Σάιμον. Η βροχή ήταν καταρρακτώδης, η νύχτα συννεφιασμένη και σκοτεινή, με σχεδόν μηδενική ορατότητα. Διέσχιζε βιαστικά μια αλέα πίσω από το μαγαζί του τσαγκάρη στην Ντάρμπι Λέιν, δραστικά μεταμφιεσμένος. Φορούσε κόκκινη περούκα και το δέρμα του ήταν καλυμμένο με κρέμα αμιάντου. Και επειδή ο καιρός ήταν τόσο άσχημος, φορούσε ένα μανδύα με κουκούλα. Παρ’ όλα αυτά, ήταν πολύ ανήσυχος. Πήγαινε να συναντήσει τον Μαρσέλ, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να τον αναγνωρίσει. Και τη στιγμή που έφευγε από το σπίτι, είχε την περίεργη αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν. Στη συνέχεια, ήταν πολύ προσεκτικός καθώς διέσχιζε την πόλη και ήταν σίγουρος ότι δεν τον είχε ακολουθήσει κανείς. Στο τέλος της αλέας είδε δύο άντρες, που φορούσαν επίσης μανδύες με κουκούλα και στέκονταν κάτω από το υπόστεγο ενός κτιρίου για να προστατευτούν από τη βροχή. 290


Η καρδιά του βροντοχτύπησε. Δεν υπήρχε τρόπος να συνεχίσει να αποφεύγει τη συνάντηση με τον Μαρσέλ. Ο Σάιμον του είχε στείλει δυο φορές απόρρητες πληροφορίες με αγγελιοφόρο την προηγούμενη βδομάδα, αλλά ο Μαρσέλ είχε ζητήσει να τον συναντήσει προσωπικά. Έτσι είχε συμφωνήσει τελικά σ’ αυτή τη συνάντηση, αλλά είχε επιμείνει να γίνει αφού νύχτωνε, σε εξωτερικό χώρο, σε μια αφώτιστη αλέα. Δεν ήξερε ότι θα έβρεχε. Ο Θεός ήταν σίγουρα με το μέρος του απόψε. Αλλά αυτό δε μείωνε το φόβο του. Καθώς οδηγούσε το μουσκεμένο άλογό του στην αλέα, διάφορες εικόνες άστραψαν στο μυαλό του -η Αμέλια να σπαρταράει από την έκσταση κάτω από το κορμί του, η Αμέλια να διαβάζει παραμύθι στους γιους του, η Αμέλια να χαμογελάει στην είσοδο καθώς τα αγόρια έτρεχαν να τη χαιρετήσουν, η Αμέλια να κρατάει τη Λουσίλ και να την ταΐζει με το μπιμπερό. Η καρδιά του πόνεσε. Οι γιοι του τη λάτρευαν, το ίδιο και η Λουσίλ. Εκείνος τη λάτρευε. Αλλά ο πόλεμος είχε σπιλώσει την αγάπη τους. Εκείνη χόρευε τώρα στο ρυθμό του Γουόρλοκ. Προσπάθησε να μη νιώσει προδομένος. Κανείς δε γνώριζε καλύτερα από αυτόν πόσο ισχυρός και δολοπλόκος ήταν ο Γουόρλοκ. «Επιτέλους». Αυτός που μίλησε ήταν Άγγλος και στάθηκε στην νοητή γραμμή ανάμεσα στο υπόστεγο και τη βροχή που έπεφτε. «Σε περιμέναμε, Ζουρντάν». Ο Σάιμον παραμέρισε τα προσωπικά του συναισθήματα. Η κουκούλα του Άγγλου είχε πέσει, αποκαλύπτοντας ένα αμυδρά γνώριμο πρόσωπο. Κατσαρά, σκούρα ξανθά μαλλιά, λευκό δέρμα, γαλανά μάτια. Ο Σάιμον σφίχτηκε. Ήταν σίγουρος πως είχε ξανασυναντήσει αυτό τον άντρα κάποτε. Σταμάτησε μπροστά στο υπόστεγο, παραμένοντας στη βροχή. Η κουκούλα κάλυπτε το μέτωπο και τα πλαϊνά του προσώπου του, ενώ ο σηκωμένος γιακάς κάλυπτε το πιγούνι και το σαγόνι του. «Ήταν βάσανο να διασχίσεις την πόλη», είπε, μιλώντας με γαλλική προφορά. «Μας απέφευγες», είπε ο ξανθός και τα μάτια του άστραψαν. «Όχι πως σε κατηγορώ». Η επίθεση ήταν ολοφάνερη, αλλά ο Σάιμον αρκέστηκε να χαμογελάσει. «Δε χορεύω στο ρυθμό κανενός, παρά μόνο στο δικό μου, και όταν συναντιόμαστε, όπως τώρα, γίνεται με 291


τους δικούς μου όρους. Σας ζητώ συγνώμη, ωστόσο, που σας άφησα να περιμένετε στη βροχή. Με ποιον έχω την τιμή να συνομιλώ;» «Τρέιτον», του απάντησε ο άλλος. «Τομ Τρέιτον». Ο Σάιμον ένιωσε την καρδιά του να σταματάει για μια στιγμή και στη συνέχεια να χτυπάει πιο γρήγορα. Ο Τομ Τρέιτον του χαμογελούσε ψυχρά -επιθετικά. «Πώς είναι ο αγαπημένος σου ξάδερφος, Ζουρντάν; Ο ξάδερφος που θα σε υποδεχόταν με ανοιχτές αγκάλες στο σπίτι του;» Ο Σάιμον ξαναβρήκε την ψυχραιμία του. «Ο Σεντ Τζαστ έχασε πρόσφατα τη γυναίκα του. Δεν το θεώρησα σωστό να επιβάλω την παρουσία μου σ’ ένα σπίτι που πενθεί, αλλά τον επισκέ-φτηκα για να του εκφράσω τα συλλυπητήριά μου. Ήταν πολύ ευγενικός». Άραγε παρακολουθούσε ο Τρέιτον το Λάμπερτ Χολ; Ο Τρέιτον τον κοίταξε καχύποπτα, υψώνοντας το ένα φρύδι του. «Δεν μπορεί, θα βρήκατε κάποιο σημείο επαφής, σωστά; Στο κάτω κάτω, είστε ξαδέρφια, και μπορεί εκείνος να έχασε τη γυναίκα του, αλλά έχασες κι εσύ τους γονείς σου, τους αδερφούς και τις αδερφές σου και τα ξαδέρφια σου στη Γαλλία». Ο Σάιμον δεν ήταν σίγουρος πού το πήγαινε ο Τρέιτον, αλλά ενστικτωδώς δεν του άρεσε αυτή η κουβέντα. «Δε θέλησα να τον βαρύνω με τις δικές μου απώλειες», είπε, αναφερόμενος στη σφαγή ολόκληρης της οικογένειας Ζουρντάν στη Λυόν. «Και βέβαια όχι. Χμμ, μόλις τώρα συνειδητοποίησα ότι ο κόμης είναι ο μόνος εν ζωή συγγενής σου». Ο Σάιμον τσιτώθηκε, διερωτώμενος πού ήθελε να καταλήξει ο Τρέιτον. Αλλά εκείνη τη στιγμή ο άντρας που στεκόταν πίσω από τον Τομ έκανε ένα βήμα μπροστά. Ήταν ψηλός και λεπτός, με πολύ λευκό δέρμα και απίστευτα αχνογάλανα μάτια. Ο Έντμουντ Ντιουκ τον κάρφωσε με το βλέμμα του. Η ένταση του Σάιμον μεγάλωσε. Είχε υποθέσει από την αρχή ότι ο Μαρσέλ που θα συναντούσε ήταν ο Ντιουκ. Με μεγάλη προσοχή, έγειρε το κεφάλι του, διακόπτοντας την οπτική επαφή. «Καλησπέρα, Μαρσέλ». «Συναντιόμαστε επιτέλους», είπε ο Γάλλος κατάσκοπος σε τέλεια αγγλικά. Ο Ντιουκ τον κοιτούσε τώρα καταπρόσωπο, αλ-λά δεν έδειξε να τον αναγνωρίζει. Ο Σάιμον σήκωσε το κεφάλι του. 292


Τα μάτια του Ντιουκ άστραψαν οργισμένα. «Πριν δυο μέρες», είπε, «ο Κόμπεργκ κατέλαβε το Τουρκουάν». Αυτό είχε γίνει στις 17 Μαΐου, σκέφτηκε αμήχανα ο Σάιμον. Εκείνος το είχε μάθει την προηγούμενη μέρα.· «Τον ανάγκασαν να οπισθοχωρήσει στο Τουρνέ», είπε. «Ο Κόμπεργκ είχε εξήντα χιλιάδες στρατό!» αναφώνησε ο άλλος. Ο Σάιμον τον κοίταξε με απόγνωση, Καταλήγοντας σε ένα και μοναδικό λογικό συμπέρασμα: ο Γουόρλοκ τον είχε κοροϊδέψει. Ο Γουόρλοκ είχε επιμείνει ότι οι σύμμαχοι θα είχαν μόνο σαράντα χιλιάδες στρατό. Ανάθεμά τον! Παρέμεινε όμως ήρεμος και ψύχραιμος. «Τότε οι πηγές μου έκαναν λάθος», είπε ξερά. «Ναι, οι πηγές σου έκαναν λάθος και εσύ δεν έχεις αποδείξει ακόμα ούτε την αξία σου ούτε την αφοσίωσή σου σ’ εμάς», του είπε ψυχρά ο Ντιουκ. «Ποιος σου έδωσε την πληροφορία, Ζουρντάν;» «Ο ξάδερφός μου, φυσικά». «Α, ώστε δε σου έχει εμπιστοσύνη ούτε εκείνος». «Κανείς δεν μπορεί να χτίσει τη Ρώμη σε μια μέρα», είπε ο Σάιμον και το μυαλό του πήγε στην Αμέλια. «Μπορεί να είμαι ξάδερφος του Σεντ Τζαστ, αλλά δε γίνεται να γίνω κολλητός του μέσα σε μια νύχτα. Και δεν ξέρουμε αν μου έδωσε επίτηδες λάθος πληροφορίες. Μπορεί να πίστευε ότι τα στοιχεία που είχε ήταν σωστά». Ο Ντιουκ τον περιεργάστηκε. Ο Σάιμον ζάρωσε, αλλά δεν τράβηξε το βλέμμα του. «Αν σε υποπτεύονται, αν σε χρησιμοποιούν για να μας παραπλανούν, τότε δεν έχεις καμιά αξία για μένα, για τον Λαφλέρ, για τη Γαλλία». «Κανείς δε με υποπτεύεται. Μόλις έφτασα στην πόλη. Πρέπει να οργανώσω το δίκτυο που μου είναι απαραίτητο προκειμένου να σας δώσω τις πληροφορίες που θα σας βοηθήσουν να κερδίσετε τον πόλεμο». «Ο Σεντ Τζαστ είναι φίλος με τον Σεμπάστιαν Γουόρλοκ και τον Ντόμινικ Πάτζετ. Κυκλοφορεί στους κύκλους των Τόρι. Φρόντισε να εισχωρήσεις και εσύ σ’ αυτούς, Ζουρντάν, και δώσε μας αυτό που θέλουμε -προτού ο στρατηγός Πισεγκρί επιτεθεί στους Συμμάχους». Ο Σάιμον παρέμεινε ανέκφραστος. «Θα κάνω ό,τι μπορώ». Ο Ντιουκ έβγαλε έναν γρύλισμά. «Δε θέλεις να αναφέρω 293


στον Λαφλέρ ότι είσαι εντελώς άχρηστος». Ενδόμυχα, ο Σάιμον ζάρωσε. «Χρειάζομαι χρόνο». «Δεν έχεις χρόνο. Ο Πισεγκρί θα επιτεθεί στο Τουρνέ τις επόμενες μέρες», του είπε ο Ντιουκ και πρόσθεσε ξαφνικά με μάτια που έκαιγαν: «Άκουσα ότι παραμένει ένα κελί άδειο στη φυλακή του Λουξεμβούργου στο Παρίσι. Είναι το νούμερο 403». Ο Σάιμον πάγωσε. Το 403 ήταν το κελί του. Και ξαφνικά η αλέα γέμισε αίμα. Ξαφνικά άκουσε το πλήθος να ουρλιάζει: «Στην γκιλοτίνα!» Μπαμ! Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και συνειδητοποίησε ότι ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα κι ας στεκόταν κάτω από την κρύα βροχή και ότι ο Ντιουκ είχε απομακρυνθεί. Τον είδε να ανεβαίνει στο άλογό του, να περνάει δίπλα τους και να βγαίνει από την αλέα, χωρίς να κάνει τον κόπο να ρίξει δεύτερη ματιά προς το μέρος του. Αργά, με τρόμο, ο Σάιμον στράφηκε στον Τρέιτον. Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ξεκάθαρη απειλή, σκέφτηκε. Ο Τομ του χαμογέλασε. «Δε θέλεις να μας γίνεις άχρηστος, Ζουρντάν, πίστεψέ με». Πήγε κι αυτός στο άλογό του, έλυσε τα χαλινάρια, το τράβηξε στη βροχή. Το καβάλησε και σταμάτησε δίπλα στον Σάιμον. «Δώσε τα χαιρετίσματά μου στον Σεντ Τζαστ και στα αξιαγάπητα παιδιά του». «Άφησε τον ξάδερφό μου και τα παιδιά του έξω από αυτή την υπόθεση», άκουσε τον εαυτό του να λέει τραχιά. «Χμμ, όπως ακριβώς το φαντάστηκα. Είναι οι μοναδικοί συγγενείς σου τώρα πια και τους έχεις αδυναμία». Ο Τομ τον χαιρέτησε και έφυγε καλπάζοντας. Ο Σάιμον τον παρακολούθησε να βγαίνει από την αλέα με αυξανόμενο τρόμο.

294


Κεφάλαιο 17

Η Αμέλια χαμογέλασε στη Λουσίλ, που ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στην κούνια της και της χαμογελούσε χαρούμενα. Της άπλωσε το χέρι της και η μικρή τής γράπωσε το δάχτυλο γελώντας. Αγάπη πλημμύρισε το στήθος της. Αλλά δεν έδιωξε την αγωνία που φώλιαζε εκεί μέσα. Συνέχισε να χαμογελάει στη Λουσίλ με βουρκωμένα μάτια. Ο Σάιμον είχε βγει το προηγούμενο βράδυ, αμέσως μετά το δείπνο. Έβρεχε καταρρακτωδώς και κανένας άνθρωπος με τα σωστά του δε θα έβγαινε έξω με τέτοιο καιρό. Εκείνος όμως δεν είχε άλλη επιλογή, και η Αμέλια το ήξερε. Τον είχε πετύχει στις σκάλες και το πρόσωπό του ήταν κάτασπρο από την κρέμα αμιάντου. Τα χείλη του ήταν βαμμένα κόκκινα. Είχε φορέσει ήδη το μανδύα του, αλλά η κουκούλα ήταν μισοσηκωμένη και είχε διακρίνει την κόκκινη περούκα από κάτω. Τον είχε παρακαλέσει να μη φύγει. Αλλά εκείνος είχε αρνηθεί να συζητήσει την παράκλησή της. Αντίθετα, της είχε πει να μην τον περιμένει ξύπνια και είχε συνεχίσει να κατεβαίνει τις σκάλες. Εκείνη είχε μείνει εκεί, κοκαλωμένη από το φόβο. Η εξώπορτα δεν είχε ακουστεί να κλείνει, ένδειξη ότι ο Σάιμον είχε φύγει από κάποια μπαλκονόπορτα. Η Αμέλια είχε σωριαστεί σ’ ένα σκαλοπάτι, είχε τυλίξει τα μπράτσα γύρω της και είχε κλάψει. Και ο Σάιμον δεν είχε έρθει στο κρεβάτι της την προηγούμενη νύχτα. Από τότε που είχε ξεκινήσει η σχέση τους, της έκανε έρωτα κάθε βράδυ και έμενε μαζί της μέχρι το χάραμα. Κατά τα φαινόμενα, ήταν πολύ θυμωμένος μαζί της, γιατί και κατά τη διάρκεια του προγεύματος είχε χωμένο το κεφάλι του στην εφημε295


ρίδα και δεν της είχε ρίξει ούτε μια ματιά. «Τουλάχιστον είναι ασφαλής», ψιθύρισε στη Λουσίλ. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να προσπαθήσει να του εξηγήσει ότι δεν τον κατασκόπευε. Δεν είχε μεταφέρει ούτε μία λέξη απ’ όσα της είχε πει στον Γουόρλοκ. Αλλά δεν ήταν σίγουρη αν θα άλλαζε τίποτα, τη στιγμή που τον είχε στριμώξει με τις ερωτήσεις της για να ανακαλύψει προς τα πού έκλινε η αφοσίωσή του. «Δεσποινίς Γκρέιστοουν!» φώναξε η κυρία Μέρντοκ. Η Αμέλια γύρισε και είδε την γκουβερνάντα