Issuu on Google+

Αλεξάνδρα Θυμιανού

Στο νησί

Προεικάσματα


Α. Θυμιανού | Στο νησί | Προεικάσματα

«Μ

ετά την έκλειψιν του επιφανέντος φωτός η ψυχή του ανθρώπου νοσταλγεί και διψαλέως ζητοί αυτό πάλιν δι’ όλων των τρόπων, εξ’ ων και της επιστημονικής νοεράς προσευχής. Η καταφυγή εις την ασκητικήν αυτήν τέχνην, ως έδειξε αιωνόβιος πείρα, είναι πάντη νόμιμος, αλλά δεν πρέπει να υπερτιμάται η σπουδαιότης αυτής, καθώς και αντιστρόφως, δεν πρέπει να απορρίπτεται, όπως απορρίπτουν αυτήν ένιοι ασύνετοι. Η μέθοδος αύτη είναι προαιρετική δια την σωτηρίαν και απλώς βοηθεί εις εκείνας τας περιπτώσεις κατά τας οποίας ελαττούται η ευκόλως ενούσα τον νόον μετά της καρδίας ενέργεια της Χάριτος. Τότε η ένωσις αύτη του νοός μετά της καρδίας ζητείται δια της προσπαθείας του ιδίου του ανθρώπου» «She had moved through the darkness… There was a very straight path» 1. ΟΙ ΗΧΟΙ αρχίζουν να γίνονται απόηχοι ώς να ξημερώσει και να γίνουνε πάλι ένας ήχος: αυτός της ανάσας της οικουμένης. Ώρες βαριές για τη συνείδηση, ώρες κινδύνου. Φόβος, προσμονή, ελπίδα, απελπισία, τα μάτια πεινάνε, η Ύπαρξη διψάει, η ανάγκη γίνεται βίαιη, προστακτική. . . Είναι οι ώρες που πιάνεις πάτο, που τα κοκόρια λαλούν, που οι καλόγεροι ξυπνούν για να προσευχηθούν για τους ανθρώπους. Η ώρα που μπορεί κανείς ν’ αγιάσει, που η βούληση ξεψυχά για 


Α. Θυμιανού | Στο νησί

να ξαναγεννηθεί -αν ξαναγεννηθεί- λαμπρότερη, πιο κοντινή στο άγνωστο μυστήριο του να έχεις γεννηθεί άνθρωπος. Οι ώρες που μένουν, ίδιες τόσα χρόνια, τόσα χρόνια, τόσα πολλά χρόνια… Οι ώρες που δε σηκώνουν ψέματα κι αστεία. Οι «μικρές ώρες». Που τα βήματα βρίσκουν μόνα τους το δρόμο τους και που οι κολασμένοι γιορτάζουν την κόλασή τους. Η ώρα που δεν έχεις από κανέναν να πιαστείς – ευτυχώς. Η ώρα, τέλος, των αποκαλύψεων και της μεγάλης συγγνώμης. It is by obeying the high suggestions of a higher light within you…that you find totally new paths… 2. ΤΙ ΕΙΝΑΙ η ψυχική ανάταση; Είναι να γλιτώνεις από τη μιζέρια σου. Αλλά το κυνήγι της ψυχικής ανάτασης μπορεί να γίνει μιζέρια από μόνο του. Η ψυχική ανάταση έρχεται μόνη της, είναι μία άλλη ξαφνική και απρόσμενη θέα. Είναι δώρο που νομίζουμε ότι δεν το αξίζουμε. Είναι ένα Δόξα Σοι ο Θεός ή σταυρός που κάνεις μόνος σου αυθόρμητα όταν έχεις ξεφύγει από την επιτήρηση του εαυτού σου. Όταν, δηλαδή, βιώνεις ένα θάμπος, ένα θαυμασμό, μια εκτίμηση κι ένα σεβασμό για το αγαθό της ζωής αυτό καθαυτό. Όταν έχεις βγει από την πρίζα, όταν σταματάς να υπάρχεις δυνάμει των στιγμιαίων ερεθισμάτων που δέχεσαι και αρχίζεις να λειτουργείς αφ εαυτού. Με μια κρυφή ελπίδα ότι δεν είσαι έρμαιο. Με τόσο μεγάλη λαχτάρα που δεν προλαβαίνεις να κάνεις τις λέξεις σου όμορφες, αλλά να μπορείς να διαβάζεις πίσω από το βίωμά σου την πιο όμορφη ποίηση. Είναι ένα μεγάλο ΑΝΤΕ ΣΤΟ 


Προεικάσματα

ΔΙΑΟΛΟ που σε οδηγεί σε ένα ΔΟΞΑ ΣΟΙ Ο ΘΕΟΣ, απρόβλεπτα κι απρόσμενα. Σαν ένα γεγονός που έχει την ίδια ένταση, την ίδια ουσία αλλά του έχουν αλλάξει τίτλο. Σαν μια αλήθεια που δε φαίνεται, αλλά εσύ ξέρεις ότι υπάρχει... 3. TA ΝΕΡΑ του Αιγαίου καθαρίζουν τις σκέψεις μου αφήνοντας μόνο ό,τι είναι φαιά ουσία να λειτουργήσει. Νυχτιά με το φεγγάρι στο δρόμο του μυαλού μου. Τ’ αστέρια έχουν χαμηλώσει και σιγοτραγουδούν: Ποιος το ξέρει Τι μας έγραψε η μοίρα Ποιος το ξέρει Κι αν… Κι αν … Ποιος το ξέρει… Η θάλασσα είναι πια χορτασμένη από κύματα και γλυκοσαλιαρίζει με την αμμουδιά. Έχει βρει το γνωστό μονότονο ρυθμό της, που σιγοντάρεται από ένα ελαφρύ κουδουνισμό των κοπαδιών- δεν ήξερα ότι ξυπνάνε τόσο νωρίς… Τα ροχαλητά γίνονται πιο ρυθμισμένα και οι ξενύχτηδες αρχίζουν να επιστρέφουν. Η μέρα επιβάλλει τη λογική της εκτοπίζοντας αργά-αργά το βαρύ όγκο του συναισθήματος της νύχτας… Ο ήλιος αρχίζει να ετοιμάζει το άρμα του και μέχρι να τον υποδεχτούν οι ουρανοί, η ροδοδάκτυλος αυγούλα θα κάνει ένα σεργιάνι στην πλάση για να δει αν όλα είναι έτοιμα για την υποδοχή του Μεγάλου Αρχηγού. Ώρα για το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Διαβάζω στο περιοδικό: «only the best will survive to competitive us». 


Α. Θυμιανού | Στο νησί

Τα καΐκια κι οι μηχανότρατες -η καρδιά της θάλασσαςμπαίνουν στα λιμάνια. Στα ραδιόφωνα αρχίζει να παίζει ο παλμός του πρωινού ξυπνήματος. Τα τρακτέρ και τα αγροτικά περιπολούν τα χωράφια. Είναι η χαραμάδα απ’ όπου μπορεί κανείς να διακρίνει το βλέμμα του Πανεπόπτη: μια ξαφνική πλημμύρα χαράς, μία από τις μικρές καθημερινές εκπλήξεις στις οποίες μας συνηθίζει ο Παντοδύναμος. 4. ΑΝΘΡΩΠΟΙ και σαύρες λιαζόμαστε ομού κάτω από το φλογερό ήλιο –κάτι που θυμίζει τα περί κοινής πατρίδος. Οι σαύρες βέβαια έχουν το πλεονέκτημα να τριγυρνάνε με άνεση ανάμεσα στα χορτάρια τους, ενώ εμείς οι άνθρωποι βάζουμε και ξαναβάζουμε αντηλιακό και τρώμε και ξανατρώμε παγωτά. Οι άνθρωποι κουβαλάνε μαζί τους όλη την αγωνία του πολιτισμένου, εκφραζόμενη ως μια διάχυτη αμηχανία με ομπρέλες. Ο ήλιος –έτσι μου φαίνεται– σαν μια τεράστια γλώσσα που κρέμεται κοροϊδευτικά πάνω από τα κεφάλια μας. Όταν η θαλαμηγός προσορμίστηκε στο λιμάνι της Αγίας Άννας, όλη η πικρή αλήθεια των πραγμάτων ήρθε να ταράξει τα γαλήνια νερά της φτωχοπροδρομικής απλότητας μιας καθημερινότητας που παρ’ όλ’ αυτά διατηρεί το ύφος της και μια αόριστη φινέτσα, δώρο του παρελθόντος. Τι χρείαν έχομεν μαρτύρων, όταν όλα, –γενικώς όλα– μπορούμε να τα συνοψίσουμε σε μια φτυσιά; Φόρεσα αμπέλι, όπου οι ψαλμοί σιγάουσιν και επιστρέφουσιν. Μερικοί έχουν την πολυτέλεια να επιλέγουν ψυχολογία και να το λένε «τρόπο» ή «τεχνοτροπία». 


Προεικάσματα

Ιδού ολίγες: Άλφα, κλασικισμός - νεοκλασικισμός. Δηλοί μετάνοια και συνοδεύεται από σπαραξικάρδια δάκρυα. Οσάκις διαβάζω ένα τέτοιο πράμα, νοιώθω ένα απα πά! Αφού, άλλωστε, η κλασική τέχνη εκφράζει το πεπρωμένο, το περατωμένο και την τελειότητα μέσα στο μέτρο. Βήτα: Α!... Αν είσαι πολύ έξυπνος, είσαι πάντα μέσα στο ρομαντισμό. Είναι τόσο επιεικές κίνημα! Άσε που δεν είναι κόμμα, είναι κίνημα, συλλήβδην τα καλύτερα –και πιο πιασάδικα ποιήματα, η εμπορευματοποίηση του συναισθήματος. Τι βαρετό να μην αποδέχεσαι την τελειότητα της πλάσης όμως, και να προσπαθείς ο ίδιος να γίνεις τέλειος! 5. ΜΠΑΙΝΟΒΓΑΙΝΩ στη μαύρη τρύπα που άνοιξα. Που μου άνοιξε το καλοκαίρι, μια ακόμη πληγή. 6. ΜΥΡΩΔΙΕΣ από πανσέδες αγκαλιάζουν το κύμα κι έπειτα λιάζονται στην αστραφτερή αχλή του Γαλαξία. Η φίλη από το Παρίσι (κι αφού έχω εξαντλήσει όλες τις άλλες επικοινωνίες) μου στέλνει ένα κοχύλι από την κορυφή του πύργου του Άιφελ και μου λέει: «Είναι δικό σου, κράτα το» (μιλάει απλά γιατί ξέρει καλά ελληνικά). Κι εγώ, που τίποτα δεν κρατάω για μένα, ξέροντας ότι αυτό δε μπορεί ούτε να το δει ούτε να το ακούσει κανείς άλλος, το μεταφράζω. 7. ΑΚΟΥΓΑ πολλές φωνές μέσα μου. Έψαχνα να βρω αυτήν που θα μου επέτρεπε να κοιτάω τους ανθρώπους στα μάτια –ίσια στα μάτια– τη φωνή εκείνη που δε θα διέλυε τη ματιά μου πανικόβλητη. Για μεγαλύτερη 


Α. Θυμιανού | Στο νησί

ασφάλεια, περπατούσα μονοπάτια που κι άλλοι άνθρωποι πριν από μένα είχανε περπατήσει –μερικούς τους διέκρινα μπροστά μου να μου γνέφουν ή έβλεπα μελαγχολικό τον ίσκιο τους να συνεχίζει να διαβαίνει. Ήξερα πως η ευτυχία μου συνίστατο σ’ εκείνο που κοιτούσα και δεν έβλεπα καθώς είθισται να λένε. Ήξερα πως είχαν πολλά ακόμη να γίνουν κι έπρεπε πολλά πράγματα να κάνω, όμως δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ στον εαυτό μου την εγκατάλειψη σ’ εκείνο το παράξενο σεντόνι που αποτελούνταν από αστέρια, θάλασσες και αλκοόλ. Κάπου πίσω μου ο εαυτός μου με παρακολουθούσε διαρκώς σιωπηλός περιμένοντας την ώρα που θα έβρισκα ξανά τα λογικά μου για να δράσω –υπήρχε μεγάλη έλλειψη καθαρής σκέψης εκείνο τον καιρό στον κόσμο– και περιμένοντας πότε θα έβγαινα από τη μυθιστορηματική ύλη στην οποία είχα εντάξει τον εαυτό μου και πότε θα χάλαγα εκείνο το τεράστιο ερειπωμένο κτίριο του οποίου τα σκαλιά ανεβοκατέβαινα τυλιγμένη στη σκόνη και αποκλείοντας κάθε συνάντηση με ζωντανό πρόσωπο. Θα έπρεπε άραγε να περιμένει ακόμη πολύ; Αυτό ήταν το μεγάλο ερώτημα που σαν σπαθί κρεμόταν πάνω από τη ζωή μου όλο αυτό το διάστημα του νεκρού χρόνου που έζησα πριν έρθω στο νησί. Ωστόσο, συχνά, δεν μπορούσα να πω πού βρισκόμουν. Βρισκόμουν όμως, αυτό είναι το σίγουρο πάντα έξω από το σώμα μου, σε μια νοητή πραγματικότητα, σαν αυτή των υπαρξιστών φιλοσόφων. Έπρεπε να χαίρομαι γι’ αυτό; Γύρευα περισσότερο τη διαβεβαίωση πως μπορούσα να αρκεστώ σ’ αυτά που είχα (και που καμιά φορά νόμιζα ότι είναι όλα όσα υπήρχαν) παρά την ανακούφιση από 


Προεικάσματα

τα δεινά και τη λύτρωση από τα πάθη – και, παρ’ όλο που δεν είχα ιδέα πώς να το μεταχειριστώ αυτό, ήμουν ακόμη ζωντανή. Μου αρέσει να κάνω δύσκολες παραδοχές, από αυτές που τις ξεχνάς αμέσως, όπως μου αρέσει να βλέπω μόνον εγώ ότι ένα αστέρι έχει πολλά χρώματα. Όταν «βέβαια», το κοιτάζεις επίμονα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως νιώθω να με πλημμυρίζει μια αίσθηση απέραντου πλούτου, χλιδής και ευεξίας όταν αντιλαμβάνομαι το νόημα των ουρανών. Μπορεί λοιπόν ένας άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος; Μπορεί, αλλά αυτό απαγορεύεται αυστηρά. Αυτό που μένει να απαγορευτεί είναι να κάνει τους άλλους ανθρώπους ευτυχισμένους. 8. ΕΚΕΙ ΠΟΥ τα νοήματα αρχίζουν να ξεθωριάζουν, αχνοφαίνονται οι ανελέτες. Τις φορούν οι γυναίκες του νησιού στα αυτιά τους, αλλά εσύ νομίζεις ότι τις φορούν στην καρδιά τους και τις βλέπεις να κινούνται καθώς αυτή πάλλεται. Η χρυσαφένια το��ς λάμψη βγαίνει από τα μάτια τους και χύνει ένα γλυκό φως σε όλη τους την ύπαρξη. Ανάβεις το κερί σου σ’ αυτό το φως και προσεύχεσαι να’ ναι οι άνθρωποι, Θεέ μου, τόσο καλοί και πονετικοί και να ξέρουν να μιλούν παρηγορητικά και να χαρίζουν στοργή. Και να μη ζητούν παρά να δίνουν. Σου αναλύουν οι ανελέτες όλη την οικονομικοκοινωνικοπολιτική κατάσταση με λόγια απλά σαν του παιδιού κι αγνά σα να ’ναι ασπρισμένα με ασβέστη. Μοσχοβολούν τα λόγια τους σαν τον άρτο που μοιράζουν στο πανηγύρι του Αγίου Προκοπίου. Απλώνουν ένα προστατευτικό κέλυφος γύρω από την ψυχή σου να μην τη φτάνει η απονιά κι η αδικία 


Α. Θυμιανού | Στο νησί

των επίγειων, η φθορά και το μαράζι και τα άλλα τα σκουλήκια της ψυχής. Προβάλλουν μέσα από αιώνες παράδοσης, λες και είναι η Ιστορία που μου στέλνει τα σημάδια της. Να τη διαβάσω μέσα από αυτά και να ξέρω κι άλλες φορές, να τα ανιχνεύω. Συντάχτηκα αμέσως με τις ανελέτες, ένας συνασπισμός που έπλεξε λόγια καθάρια και γλυκές καλημέρες γύρω μου, στεφάνια χρυσολάμψης που υπερασπίζονταν ένα χώρο ζωής από την υπόλοιπη ψεύτρα και πηγή ηλιθιότητας. 9. Η EΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ, και γι’ αυτό πρέπει να στύβεις την ψυχή σου μέχρι αυτή να βγάλει το μαύρο της λάδι. Οπότε αυτό αποτελεί παραλλαγή –μέσα στο μαύρο λάδι δε φαίνεσαι, δε σε βλέπει κανείς, δε βλέπεις κανέναν- είναι ο μόνος τρόπος για να κατανικήσει κανείς την κόλαση που αποτελεί γι’ αυτόν ο άλλος άνθρωπος (αργότερα έμαθα ότι ο πιο σωστός τελικά τρόπος ήταν να κάνεις στον άλλον αυτά που θα ’θελες να σου κάνει κι αυτός, αλλά την πλήρωσα με το αίμα της καρδιάς μου τούτη τη συναίσθηση). Ο μεγαλύτερος καημός του ανθρώπου (και πηγή δύναμης κατάλαβα αργότερα) είναι ότι δεν μπορεί να βρει κάποιον να τον καταλαβαίνει. Αν το δικό μας «είναι» αποτελεί μια πολύ δύσκολη υπόθεση και τελικά πολύ μονότονη, το στοίχημα ίσως είναι το αντικειμενικό «είναι». Η μεταξύ τους απόσταση εξακολουθεί πάντα να είναι μια πολύ ιδιάζουσα διαδικασία, το πέρασμα της οποίας αποτελεί το διάνυσμα που ονομάζεται ζωή – αν φυσικά μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη ζωή ως μαθηματική διαδικασία, παρ’ όλο που, φαινομενικά, δεν έχει λόγο να το κάνει. Η ειλικρίνεια της Τέχνης 10


Προεικάσματα

είναι μια άλλη υπόθεση από την ειλικρίνεια της ζωής – κι εγώ ζω στην κόψη του ασυμβίβαστου μεταξύ αυτών των δύο. Και είναι η ζωή μου μια ατέλειωτη προσπάθεια να ξαναβρεθούν οι κόμποι που δένουν το νήμα μεταξύ αυτής της απόστασης. Let us go then, you and i… 10. ΑΤΕΛΕΙΩΤΕΣ άδειες ώρες που ζωντανεύουν και νεκρώνονται. Το μυστήριο της Ανάστασης του Χρόνου – πώς γίνεται δεν το χωράει ο νους μου. Πονηρά χαμόγελα, εχθρικά βλέμματα, μυαλά τρελαμένα, χυμένα παντού, ζωγραφισμένα, τυπωμένα, αρχιτεκτονημένα, γεννάνε παιδιά καταδικασμένα να ζήσουνε σε έναν κόσμο-τσίχλα (μου είναι αδιάφορο ποιος τη μασάει). Πολλά ατέλειωτα αναγκαστικά λόγια που πέφτουν πάνω στα αληθινά. Πολλοί επάλληλοι κύκλοι που σχηματίζονται ίξεις- αφίξεις, μια στερεομετρική πραγματικότητα μέσα και έξω από αυτό που χρησιμοποιούμε ως όργανο για να προγραμματίζουμε την εξέλιξή μας. Κανένα στόμα δεν μπορεί να περιγράψει σε κανέναν με λόγια το πόσο διαβλητή είναι αυτή η εκλογική διαδικασία που ονομάζουμε ζωή. Ένα ακόμη από τα πράγματα που δε θα μάθω ποτέ είναι πόσο συμφωνούνε– αν συμφωνούνε–, πότε συμφωνούνε και για ποιους λόγους συμφωνούνε μαζί μου οι άλλοι. Το μυαλό μου, παρά τις κονσέρβες που καταναλώνει για να διατηρείται ζωντανό –και στην ουσία απλώς υπάρχον– δε με βοηθάει πάρα πολύ να εξηγήσω τα πράγματα που χρειάζεται να εξηγήσω. 11


Α. Θυμιανού | Στο νησί

Ιn the room the women come and go Talking of Michelangelo. Χρειάζεται πάντοτε ένα καλό κριτήριο για το καθετί. Πότε θα πιάσεις το στυλό, πότε θα πιάσεις το τιμόνι. Κι όσον αφορά το στυλό το πιάνεις όταν είσαι βέβαιος ότι αυτό που έχεις να γράψεις δεν ενδιαφέρει κανέναν. 11. ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ αρχίζει σιγά σιγά να λιώνει και το σκοτάδι σκεπάζει πράγματα, μορφές και κινήσεις. Μια αυξημένη διάθεση μυστικής ζωής καταλαμβάνει τους ανθρώπους μετά την οργισμένη και οργιαστική φεγγοβολή. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι κολυμπώντας στα μαύρα πια νερά του συναισθήματος πρέπει να προσέχουμε να μη χτυπήσουμε κατά λάθος πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Σχεδόν μπορεί κανείς να ακούσει την αγωνιώδη έκλυση ενέργειας που αφιερώνεται σ’ αυτόν το σκοπό. «ΑΓΡΥΠΝΕIΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ» For I have known them all already, known them allHave known the evenings, mornings, afternoons, I have measured out my life with coffee spoons; 12. ΠΗΡΕ αυτή τη φορά μέρες να ξημερώσει. Όταν τελικά αυτό έγινε, ο ουρανός είχε ένα χρώμα ροζ. Ο Άγιος Νικόλαος, σκαρφαλωμένος στο βραχάκι της εισόδου του λιμανιού, το υποδέχτηκε αδιάφορα, αντιτάσσοντας το ισχυρό και αναλλοίωτο λευκό του. Το Αιγαίο άπλωσε την ιδέα του και παραπονέθηκε σιγανά 12


Προεικάσματα

για τους ανθρώπους. Τα σώματα είχαν σηκώσει ένα μέρος από το βάρος της ψυχής, και εγώ, παρά το στιγμιαίο γεγονός της Ανατολής, απορροφήθηκα από τη μεγάλη δυστυχία μου, τη σχεδόν εξαγνιστική και αποκοιμήθηκα κάτω από τη δροσιά που στάλαζε επάνω μου. Άρχισα πάλι να αναζητάω επαφή με τον έξω κόσμο –αν υπήρχε τέτοιο πράγμα. Το δέντρο που στάλαζε πάνω μου τη δροσιά μού υπέδειξε ευγενικά ότι δεν ήξερα το όνομά του –κι έπειτα, αν ήθελα πραγματικά κάτι, έπρεπε να κουραστώ. Αρνήθηκα ευγενικά την επικοινωνία μαζί του – το είχα κάνει στο παρελθόν, αλλά ήταν ένα υπερβολικά ευγενικό και αληθινά κόσμιο δέντρο για να μπορεί να με συμβουλέψει κάτι για το σκληρό κόσμο που είχα να αντιμετωπίσω. Και που φοβόμουν ν αντιμετωπίσω και που δεν ήξερα πώς να αντιμετωπίσω χωρίς να πληγώνομαι διαρκώς – πληγώνοντας ή πληγωνόμενη. Έπειτα ο τύπος των σκέψεων που έπρεπε να κάνεις για να έχεις επικοινωνία μαζί του ήταν μάλλον πολύ μεταφυσικός για τις προτιμήσεις μου. Επιπλέον, είχε μια παράξενη προσκόλληση με το παρελθόν – του άρεσε να αναφέρεται σε ένα Άχρονο Εξιδανικευτικό Παρελθόν, που ύψωνε τη ματιά σου για τον κόσμο σε ένα πολύ ορισμένο, παρ’ ότι εύκολο να συμμετέχεις σ’ αυτό, επίπεδο. Που αποτελούνταν από την ύλη των αναμνήσεων αμιγώς. Αυτό το δέντρο τα κατάφερνε να μη γίνεται ποτέ αντιπαθητικό, όμως δε με ενδιέφερε πια. Η αλήθεια του δεν ήταν ολόκληρη. Κι ακόμη, αντίθετα με το γειτονικό του δέντρο, ήταν ένα δέντρο που δε θα φωτογράφιζες ποτέ. «Από τώρα φθινόπωρο! Αλλά γιατί να νοσταλγούμε 13


Α. Θυμιανού | Στο νησί | Προεικάσματα

έναν αιώνιο ήλιο, αν είμαστε στρατευμένοι στην αποκάλυψη της θεϊκής φωτεινότητας, μακριά από εκείνους που πεθαίνουν στην ώρα τους;» (Ρεμπώ). Η δυστυχία μου είχε γίνει ανελέητη. Με τράβαγε με όλα τα σχοινιά της προς ένα Κέντρο Ύπαρξης που θεωρούσα μη-βιώσιμο, αλλά δεν είχα καμία αμφιβολία ότι αποτελούσε επιλογή μου, προϊόν μιας βαθύτερης καραδοκούσας ελπίδας, που επιβίωνε ακριβώς χάρη στη ματαιότητά της… ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Η επιστροφή Όταν επέστρεψα, το μεγάλο κορμί της πόλης βόγκαγε ολόκληρο από μουσικές που έρχονταν από τα διάφορά της ψυχαγωγικά καταστήματα. Το μέγεθος είναι πάντα μια κατηγορία του είναι, όπως θα έλεγε ο Καντ, που είναι δύσκολο να αντισταθείς. Και μπροστά στο οποίο παραδέχεσαι τις πιο σκληρές αλήθειες σου – είτε είναι δικές σου, είτε είναι απλώς συμπεράσματα της πολλαπλασιαστικής σχέσης εαυτού-κόσμου. Αλλά υπάρχουν πάντα κι άλλες αριθμητικές πράξεις να γίνουν – κι άλλες κατευθύνσεις να διερευνηθούν. Μένει πολύς δρόμος μέχρι να γίνεις αυτό που είσαι, όπως λέγαμε και στις μαθητικές εκθέσεις. Αν είμαι ο,τιδήποτε δηλαδή, γιατί γι’ αυτό πολύ αμφιβάλλω. Δεν είμαι, άρα υπάρχω, άραγε;

 14


Μερικές φορές λέω πως η ποίηση δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τον ιδρώτα που χύνει ο γεωργός ραβδίζοντας τις ελιές του, ο σιδεράς όταν φορτώνει το φορτηγό του ή ο πυροσβέστης όταν χύνει νερό στη φωτιά. Mερικές φορές λέω πως η ποίηση είναι για τους τυχερούς αργόσχολους –αφού το καθετί είναι αφορμή για ποίημα– ή για ανθρώπους που ζουν στην κοσμάρα τους – κι ωστόσο βαθιά μέσα μου ζω με ριζωμένη την πίστη πως η ποίηση είναι όπλο για έναν καλύτερο κόσμο, και ίσα-ίσα όταν νοιάζεται ακριβώς για τα θέματά της και όχι να κάνει θέμα της τον αγρότη και τον εργάτη και τον κοινωνικό λειτουργό, μα να σταθεί δίπλα τους για να τους δώσει, όχι να τους πάρει, γιατί όλοι αυτοί ζουν από το αίμα και τον ιδρώτα της ψυχής τους και ίσως μια μέρα ενωθούν ενάντια σε όποιον ή ό,τι τους το πίνει με το καλαμάκι του –χαλαρό καφέ στη λιακάδα που δεν του ανήκει. Γιατί δεν έκανε τίποτα γι’ αυτήν και μόνο την καταχράται – ίσως γι’ αυτή τη μέρα ζει η ποίηση; Α. Θυμιανού alekthym@yahoo.gr

επιμέλεια/ φωτό : haz-art.com

Αντί βιογραφικού


Αλεξάνδρα Θυμιανού | Στο νησί | Προεικάσματα


Στο νησί