Page 1

ΑΚΑ∆ΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΣΟΦΩΝ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

Κείµενον, µετάφρασις και ερµηνεία υπό ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ∆ΑΥΪ∆

ΑΘΗΝΑΙ ΕΚ∆ΟΤΑΙ: ΙΩΑΝΝΗΣ ∆. ΚΟΛΛΑΡΟΣ & ΣΙΑ Α. Ε. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ „ 1936

Εισαγωγή, µετάφραση, σχόλια Ε. ∆αυΐδ [ τίτλος, πρόλογος, εισαγωγή, κείµενο: α , β , γ , δ , ε ]

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το Συµπόσιον των Επτά Σοφών του Πλουτάρχου ανήκει εις το λογοτεχνικόν εκείνο είδος, το οποίον εδηµιούργησεν ο Πλάτων. Το περίφηµον Συµπόσιόν του εύρε πράγµατι πολλούς µιµητάς κατά την αρχαιότητα, υπό τον αυτόν δε τίτλον αναφέρονται πλείστα και πολλών άλλων συγγράµµατα. Εννοείται ότι δεν πρόκειται περί κοινών συµποσίων, αλλά περί εκείνων εις τα οποία συνήρχοντο ανθρώποι διανοούµενοι, σοφοί και επιστήµονες, όχι διά να γεµίσουν ως αγγείον τον στόµαχόν των, όπως λέγει ο Πλούταρχος, αλλά διά να είπουν και να ακούσουν πράγµατα σπουδαία και αστεία προς πνευµατικήν απόλαυσιν και µόρφωσιν αυτών. Εις τα συµπόσια λοιπόν ταύτα εγίνοντο συζητήσεις περί πολλών και ποικίλων ζητηµάτων, κοινωνικών, ηθικών, επιστηµονικών, γραµµατικών, ιατρικών κλπ., εκ τούτου δε ανεπτύχθη η συµποσιακή φιλολογία, συµβολή πολύτιµος προς απόκτησιν γνώσεων και προς κατανόησιν του αρχαίου ελληνικού βίου. Εκ της αφθόνου όµως και πλουσίας αυτής πνευµατικής παραγωγής µόνον εξ ακέραια έργα διεσώθησαν εις ηµάς, ήτοι το Συµπόσιον του Πλάτωνος, του Ξενοφώντος, του Πλουτάρχου, του Λουκιανού, του Αθηναίου και του Μεθοδίου το χριστιανικόν [1]. Κατά την εποχήν του Πλουτάρχου, ενώ εις την Ρώµην ήρχισε µετά ζήλου να καλλιεργήται το λογοτεχνικόν τούτο είδος, εις την κυρίως 'Ελλάδα είχεν εκφυλισθή και παρακµάσει. Ο Πλούταρχος διά του έργου τούτου ηθέλησεν, ως φαίνεται, αφ' ενός µεν να εµψυχώση και ζωογονήση αυτό εκ νέου, αφ' ετέρου δε να διδάξη διά στόµατος των Επτά Σοφών κοινωνικάς


και βιοτικάς τινας θεωρίας. Ένεκα του γοήτρου, το οποίον εξήσκησαν πανταχού και πάντοτε οι Επτά Σοφοί, και ένεκα των ποικίλων θεµάτων, τα οποία αναπτύσσονται εις το έργον, ενόµισα ότι δεν ήτο ανάξιον του κόπου να το καταστήσω γνωστόν εις ευρύτερον κύκλον αναγνωστών. Το πόνηµα τούτο του Πλουτάρχου είναι µικρόν και σύντοµον, θίγει όµως τόσον πολλά και ποικίλα ζητήµατα, ώστε η κατανόησις αυτού παρουσιάζει πολλάς δυσκολίας. Τας δυσκολίας ταύτας επροσπάθησα να άρω διά της εισαγωγής και των κριτικών και ερµηνευτικών παρατηρήσεων. Κατά πόσον επέτυχον του σκοπού, θα κρίνουν οι αναγνώσται. ∆ιά την επίπονον αυτήν εργασίαν πολυτίµους υποδείξεις, σχετικάς και προς την εξωτερικήν µορφήν και προς το περιεχόµενον του έργου, και ιδίας ανεκδότους διορθώσεις εις το κείµενον µοι παρέσχε πολύ ευγενώς και προθύµως ο υφηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών και επιµελητής των υπό της Ακαδηµίας εκδόσεων της Ελληνικής Βιβλιοθήκης κ. Συκουτρής— διό καθήκον έχω να εκφράσω και δηµοσία προς αυτόν τας θερµάς ευχαριστίας µου. Πολλάς επίσης χάριτας οφείλω εις τον ∆ιευθυντήν της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης κ. Φορµόζην, ο οποίος µε προθυµίαν µεγάλην µ' εβοήθησεν εις την προµήθειαν βιβλίων, των οποίων είχον ανάγκην και τα οποία δεν ευρίσκοντο εις την νεοσύστατον Βιβλιοθήκην. Εµµανουήλ ∆αυίδ

[1]. Περί των συµποσίων των αρχαίων ίδε την εισαγωγήν εις το Συµπόσιον του Πλάτωνος υπό Ι. Συκουτρή (σελ. 29* και εξ.). ΕΙΣΑΓΩΓΗ I 1. Ηθικά του Πλουτάρχου και Συµπόσιον, 2. Τόπος του συµποσίου, 3. Πηγαί, 4. Εξωτερική µορφή του έργου, 5. Γνησιότης, 6. Λογοτεχνική αξία, 7. Κεντρική ιδέα, 8. ∆ιάγραµµα του Συµποσίου, 9. Τα πρόσωπα του Συµποσίου, 10. Χαρακτηρισµός των προσώπων II 1. Οι Επτά Σοφοί, 2. Γνωµικά των Επτά Σοφών, 3. Επίδρασις των Επτά Σοφών III 1. Χειρόγραφα, 2. Εκδόσεις

I 1. ΗΘΙΚΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Το Συµπόσιον των Επτά Σοφών ανήκει εις τα λεγόµενα Ηθικά του Πλουτάρχου, υπό το όνοµα δε αυτό περιλαµβάνονται όλα τα έργα αυτού εκτός των Βίων. Ο γενικός τίτλος των συγγραµµάτων τούτων οφείλεται εις τον πολυµαθή εκ Κωνσταντινουπόλεως µοναχόν Μάξιµον Πλανούδην, ο οποίος κατά το έτος 1295 ήρχισε την περισυλλογήν αυτών, ως γίνεται φανερόν εκ της επιστολής του προς τον Αλέξιον Φιλανθρωπηνόν: ἐµοὶ δ' ἔδοξε τὰ τοῦ Πλουτάρχου γράψαι— πάνυ γὰρ, ὡς οἶσθα, τὸν ἄνδρα φιλῶ. Τα µικρά ταύτα έργα του Πλουτάρχου είχον


φθαρή και διασκορπισθή υπό αναγνωστών και βιβλιοπωλών, εις τοιαύτην δε κατάστασιν έφθασαν εις τους Βυζαντινούς. Αλλ' υπήρχον, ως φαίνεται, και µικραί αυτών συλλογαί. Μία τοιαύτη συλλογή εξ 21 έργων αποτελουµένη ήτο ήδη γνωστή προ του Πλανούδη— ταύτην έλαβεν ούτος ως βάσιν και συνεπλήρωσεν αυτήν διά προσθήκης και άλλων µικρών έργων του Πλουτάρχου. Επειδή δε το περιεχόµενον αυτής είχε κατά το πλείστον ηθικόν χαρακτήρα, ο Πλανούδης έδωσε το όνοµα Ηθικά εις ολόκληρον την συλλογήν του, αν και τα πλείστα των έργων τούτων πραγµατεύονται όχι περί ηθικής, αλλά περί πολλών άλλων και ποικίλων θεµάτων. Προς τούτοις κατήρτισε και κατάλογον των έργων τούτων, ο οποίος υπό το όνοµα του περιλαµβάνεται εις τον Παρισινόν κώδικα 1672 (Ε). Εις τον κατάλογον τούτον υπ' άριθ. 31 αναγράφεται και το Συµπόσιον των Επτά Σοφών. 2. ΤΟΠΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ To Συµπόσιον των Επτά Σοφών υποτίθεται ότι έγινεν είς την Κόρινθον, ή µάλλον εις το επίνειον αυτής το Λέχαιον, κατά πρόσκλησιν του τυράννου Περιάνδρου, ενός εξ αυτών. Η δωριστί συντεταγµένη πρόσκλησις, την οποίαν αναφέρει ∆ιογένης ο Λαέρτιος 1,99 και εις την οποίαν βεβαίως ουδεµία ιστορική αξία πρέπει να αποδοθη, έχει ως έξης: Περίανδρος τοῖς Σοφοῖς. Πολλὰ χάρις τῷ Πυθοῖ Ἀπόλλωνι τοῦ εἰς ἓν ἐλθόντας εὑρεῖν. ἀξοῦντί τε καὶ ἐς Κόρινθον ταὶ ἐµαὶ ἐπιστολαί. ἐγὼν δὲ ὑµᾶς ἀποδέχοµαι, ὡς ἴστε αὐτοί, ὅτι δαµοτικώτατα. πεύθοµαι ὡς πέρυτι ἐγένετο ὑµῶν ἁλία παρὰ τὸν Λυδὸν ἐς Σάρδεις. ἤδη ὦν µὴ ὀκνεῖτε καὶ παρ' ἐµὲ φοιτῆν τὸν Κορίνθου τύραννον. ὑµᾶς γὰρ καὶ ἄσµενοι ὄψονται Κορίνθιοι φοιτεῦντας ἐς οἶκον τὸν Περιάνδρου. 3. ΠΗΓΑΙ Κατά την γνώµην πολλών περιγραφή συµποσίου των Επτά Σοφών θα υπήρχεν εις αρχαιοτέραν εποχήν, και µάλιστα τοιούτον έργον θα είχεν υπ' όψει του ο Πλάτων διά να γράψη το Συµπόσιόν του και να γίνη πατήρ του λογοτεχνικού τούτου είδους. Ο ∆ιογένης ο Λαέρτιος 1,40 αναφέρει, ότι ο Αρχέτιµος είχε περιγράψει συνάντησιν των Επτά Σοφών εις την Κόρινθον. Το έργον λοιπόν τούτο του Αρχετίµου1 εχρησίµευσεν εις τον Πλούταρχον, κατά τον Bohren, ως πρότυπον διά το Συµπόσιόν του. Τουναντίον ο Hirzel (Der Dialog II 139) νοµίζει, ότι ο Αρχέτιµος έγραψε µετά τον Πλούταρχον, ενώ άλλοι υποθέτουν ότι ούτος ήντλησε πληροφορίας και από τα Συµποσιακά του ∆ιδύµου2, όπου, ως λέγουν, θα εγίνετο λόγος και περί των 7 Σοφών. Πιθανόν δε και λαϊκά αναγνώσµατα να υπήρχον κατά τον 4. αιώνα περί αυτών ως και περί των µύθων του Αισώπου. Αλλ' οθενδήποτε και αν έλαβε το θέµα του ο Πλούταρχος, φαίνεται ότι αυτός πρώτος ετροποποίησε και µετεσκεύασεν αυτό κατ' ίδιον τρόπον. Εκτός των Επτά Σοφών, παρουσιάζει εις το Συµπόσιον και άλλα πρόσωπα: τον µυθοποιόν Αίσωπον, τον ποιητήν Χερσίαν, τον Ανάχαρσιν, τον Νειλόξενον, τον Αλεξίδηµον, τον Άρδαλον, τον Μνησίφιλον, τον ιατρόν Κλεόδωρον, τον µάντιν ∆ιοκλή, τον Γόργον αδελφόν του Περιάνδρου και δύο γυναίκας, την Μέλισσαν, σύζυγον του Περιάνδρου, και την Εύµητιν ή Κλεοβουλίνην, θυγατέρα του Κλεοβούλου. 4. ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ Το έργον του Πλουτάρχου έχει εξωτερικώς οµοιότητα µε το Συµπόσιόν του Πλάτωνος— τούτο φαίνεται πρώτον εκ της εισαγωγής. Εις τον Πλάτωνα ο Απολλόδωρος αναλαµβάνει να περιγράψη τα του συµποσίου εις φίλον του— εις τον Πλούταρχον ο ∆ιοκλής υπόσχεται εις τον φίλον του Νίκαρχον να κάµη το αυτό. Όπως δε εις το Συµπόσιόν του Πλάτωνος η περιγραφή γίνεται όχι αφηγηµατικώς, αλλά διαλογικώς, καθ' όµοιον τρόπον συµβαίνει τούτο και εις το Συµπόσιον του Πλουτάρχου. Η διήγησις επίσης αρχίζει από την µετάβασιν εις τον τόπον του συµποσίου, όπως και εις του Πλάτωνος το Συµπόσιόν. Αλλ' εκτός τούτου διαφαίνονται και άλλαι αναλογίαι: εις τον Σωκράτη π. χ., το κύριον πρόσωπον, αντιστοιχούν οι 7 Σοφοί, εις τον κωµικόν Αριστοφάνην ο κωµικός Αίσωπος— αν εις το Συµπόσιόν του Πλάτωνος υπάρχει ποιητής, ο Αγαθών, και ιατρός, ο Ερυξίµαχος, και εις το Συµπόσιόν του Πλουτάρχου έχοµεν


ποιητήν, τον Χερσίαν, και ιατρόν, τον Κλεόδωρον. Ακόµη και εiς το πρόσωπον της σοφής και αινιγµατώδους ∆ιοτίµας ηµπορεί κανείς να αντιτάξη την σοφήν και αινιγµατοποιόν Εύµητιν ή Κλεοβουλίνην. Ο Πλούταρχος λοιπόν εµιµήθη προφανώς τον Πλάτωνα κατά την εξωτερικήν µορφήν, αλλ' υπολείπεται πολύ κατά την ουσίαν3. Το Συµπόσιόν του δεν έχει βεβαίως την αξίαν του προτύπου, δεν αίρεται εις υψηλάς φιλοσοφικάς θεωρίας, αλλ' είναι πολύτιµος συµβολή εις την πνευµατικήν κίνησιν που εδηµιουργήθη περί των Επτά Σοφών διά των παραδόσεων και των θρύλων και παρέχει πολλά και ωφέλιµα διδάγµατα διά τον βίον. 5. ΓΝΗΣΙΟΤΗΣ Από τας αρχάς ήδη του 18. αιώνος εγεννήθη αµφιβολία µεταξύ των φιλολόγων, αν το Συµπόσιόν των 7 Σοφών είναι πραγµατικώς έργον του Πλουτάρχου. Και τινές µεν εκηρύχθησαν κατά της γνησιότητος αυτού, άλλοι δε τουναντίον υπέρ αυτής. Εις την πρώτην κατηγορίαν ανήκει ο Meiners4, ο οποίος εκφράζεται ανεπιφυλάκτως κατά της γνησιότητας διά πολλών επιχειρηµάτων, τα οποία είναι µεν ευφυή αλλ' όχι και πειστικά— την γνώµην δε αυτού ησπάσθησαν ο Volkmann5 και κάποτε ο W. Christ6. Εις την δευτέραν ο Wyttenbach7, ο οποίος υποστηρίζει την γνησιότητα διά παραβολής του Συµποσίου προς άλλα έργα του Πλουτάρχου— την γνώµην ταύτην ασπάζονται και ο G.Hermann8, ο Muhl9 και ο Georg Hauck10, ο οποίος δι' ισχυρών και αδρών επιχειρηµάτων αποδεικνύει, την γνησιότητα του έργου, ώστε σήµερον ουδείς αµφιβάλλει πλέον περί αυτής. Αλλ' αν η γνησιότης αυτού απεδείχθη, δεν είναι εύκολον να εξακριβωθή και η χρονολογική αυτού σειρά. Ο Hirzel υποθέτει ότι ανήκει εις τα νεανικά έργα του Πλουτάρχου, ότε ούτος κατά πάσαν πιθανότητα ησχολήθη και µε την ρητορικήν παραβάλλων δε το Συµπόσιόν µε τον Γρύλλον (985d), αποφαίνεται ότι και τα δύο είναι ρητορικά σοφιστικά έργα, εις τα οποία ο Πλούταρχος έδωσε µορφήν διαλογικήν. 6. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΞΙΑ Οµοίως διαφωνία µεταξύ των φιλολόγων υπάρχει και περί της λογοτεχνικής αξίας του έργου. Ο Γερµανός φιλόλογος της Αναγεννήσεως Xylander θεωρεί τούτο ανάγνωσµα χαριέστατον και ωφελιµώτατον: librum iucundissimutn et utilissimae lectionis— την αυτήν γνώµην έχει και ο Wyttenbach: ut ita libellum conficeret lectu cum fructuosum turn iucundum11. Άλλοι όµως ευρίσκουν ότι στερείται φιλοσοφικού βάθους και ότι είναι µάλλον άθροισµα γνωµών διαφόρων υπό µορφήν διαλογικήν παρ' όσον έν όλον άρτιον και συµπαγές. Και αυτός ο πολύς Wilamowitz12 αναγνωρίζει µεν εις αυτό την σφραγίδα του Πλουτάρχου, του αρνείται όµως λογοτεχνικήν αξίαν. Ο συγγραφεύς, λέγει, δεν έχει την ποιητικήν εκείνην έµπνευσιν να ζωντανεύση τους χαρακτήρας και να δραµατοποίηση το θέµα του, αλλ' επραγµατεύθη αυτό ως απλήν αφήγησιν— εκτός δε τούτου παριστάνει τα πρόσωπα να γελούν διαρκώς και έτσι το έργον φαίνεται εις τον αναγνώστην κάπως ανόητον, διότι risu inepto ineptior res null'est (γέλωτας ακαταλλήλου ουδέν άκαταλληλότερον). ∆ι' αυτών ο διαπρεπής φιλόλογος αδικεί, νοµίζω, τον Πλούταρχον13. Είναι αληθές ότι τα πρόσωπα του Συµποσίου γελούν και µειδιούν ενίοτε, αλλ' οσάκις γίνεται τούτο, υπάρχει πάντοτε αφορµή ή αιτία, εποµένως ο γέλως των δεν είναι ineptus— εκτός τούτου αν ληφθή υπ' όψιν ότι πρόκειται περί συµποσίου, εις το οποίον µάλιστα παρευρίσκεται και ο µυθοποιός Αίσωπος, που σαν άλλος γελωτοποιός σκώπτει και σκώπτεται, ήτο πολύ φυσικόν να επικρατή εις αυτό κάποιος φαιδρός τόνος, κάποια γελαστή ατµόσφαιρα. Ο Πλούταρχος λοιπόν θέλει να δώση ζωηρόν και ευτράπελον χαρακτήρα εις το έργον του, αλλ' επειδή δεν έχει τα προσόντα του Λουκιανού, φαίνεται ολίγον αδέξιος. Άλλοι µετριοπαθέστεροι κριτικοί παραδέχονται όχι µόνον την γνησιότητα του έργου, αλλά και ότι τούτο δεν στερείται λογοτεχνικής αξίας— διότι και µεθοδικήν διάταξιν της ύλης έχει και λογικήν ενότητα των µερών και σκοπόν ωρισµένον. Ποιός δε είναι ο σκοπός ούτος; 7. ΚΕΝΤΡΙΚΗ Ι∆ΕΑ Είναι γνωστόν ότι και oι 7 σχεδόν Σοφοί ησχολούντο εις την πολιτικήν14. Ο Σόλων ήτο νοµοθέτης, ο Περίανδρος τύραννος της Κορίνθου, ο Πιττακός αισυµνήτης (δηλαδή δικτάτωρ)


της Μυτιλήνης, ο Κλεόβουλος τύραννος της Λίνδου, ο Βίας αµερόληπτος και δίκαιος δικαστής της Πριήνης, ο Χίλων εισηγητής του θεσµού της εφορείας και πρώτος έφορος της Σπάρτης. Ήτο λοιπόν πολύ φυσικόν να λάβουν ως θέµα συζητήσεως κατά την συνάντησίν των εις το συµπόσιον την πολιτικήν— και πραγµατικώς τούτο συµβαίνει. Μετά την εισαγωγήν ή σκηνοθεσίαν και προπαρασκευήν (κεφ. 1-5) αρχίζει το κύριον θέµα (κεφ. 6-16), εις το όποιον έδωσεν αφορµήν η επιστολή του βασιλέως της Αιγύπτου. Εξετάζεται λοιπόν το ζήτηµα, ποίον είναι το άριστον µοναρχικόν και το άριστον δηµοκρατικόν πολίτευµα, που ηµπορούν να καταστήσουν ευτυχείς τους πολίτας. Αλλ' ο άνθρωπος είναι πρώτον άτοµον και έπειτα πολίτης— συνεπώς µετά την κυβέρνησιν των βασιλείων και των πόλεων εξετάζεται και η κυβέρνησις του οίκου— τούτο δε πάλιν σχετίζεται µε άλλα ζητήµατα, την οικονοµίαν, τον πλούτον, την δίαιταν, την τροφήν, περί των οποίων επίσης γίνεται µακρά συζήτησις. Η κεντρική λοιπόν ιδέα του Συµποσίου των 7 Σοφών είναι η κοινωνική ζωή υπό την γενικωτέραν και την µερικωτέραν της έννοιαν. ∆ιά τούτο πολύ ορθώς ο Otto Apelt15 συµπεριέλαβε το έργον τούτο του Πλουτάρχου εις την µετάφρασιν των πολιτικών του συγγραµµάτων. Η διακοπή της συζητήσεως, την οποίαν προκαλεί το επεισόδιον περί της διασώσεως του Αρίονος, και αι σχετικαί προς την διάσωσιν ταύτην ανακοινώσεις και ερµηνείαι δεν διασπούν την ενότητα του θέµατος— τουναντίον συµπληρώνουν και καθορίζουν αυτό. Ο άνθρωπος, είτε ως πολίτης είτε ως άτοµον, δεν ηµπορεί µόνος του να εξασφαλίση την ευτυχίαν του— έχει ανάγκην και της θείας προνοίας, η οποία διά της επεµβάσεως της συντελεί εις το να ανταµείβεται η αρετή και να θριαµβεύη ή δικαιοσύνη. Ο Πλούταρχος λοιπόν, σύµφωνα µε τας ηθικοκοινωνικάς αρχάς του, ζητεί να διδάξη διά στόµατος των 7 Σοφών πού έγκειται η αληθής ευδαιµονία του ανθρώπου ως πολίτου και ως ατόµου. Κατά την συζήτησιν δε του θέµατος τούτου παρεµβάλλονται διάφορα επεισόδια και παρεκβάσεις, προβλήµατα των βασιλέων της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας, µύθοι του Αισώπου,αινίγµατα της Κλεοβουλίνης, στίχοι του Οµήρου καί του Ησιόδου, ανέλπιστοι διασώσεις διαφόρων προσώπων κ.λ.π. Όλα δε αυτά συνδέονται και συµπλέκονται µε την κεντρικήν ιδέαν τόσον λογικώς και τόσον αριστοτεχνικώς, ώστε απαρτίζουν έν όλον συµπαγές και καθιστούν το έργον ανάγνωσµα τερπνόν ωφέλιµον και διδακτικόν. 8. ∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ Το έργον τούτο του Πλουτάρχου δύναται να διαιρεθή εις τρία κυρίως µέρη: § 1-5 την εισαγωγήν ή σκηνογραφίαν, § 6-16 το κύριον θέµα, § 17-21 τον επίλογον. Εις το πρώτον µέρος ο µάντις ∆ιοκλής αναλαµβάνει να περιγράψη τα του συµποσίου, όπου και ο ίδιος παρευρέθη, εις τον φίλον του Νίκαρχον. ∆ιηγείται λοιπόν ότι τούτο έγινεν εις το Λέχαιον, όχι µακράν της Κορίνθου, ότι µετέβη εκεί πεζή µε τον Θαλήν που εφιλοξένει και τον Αιγύπτιον Νειλόξενον, και ότι εις τον δρόµον, εκτός άλλων συνοµιλιών, ο Νειλόξενος είπεν εις αυτούς ότι φέρει επιστολήν προς τον Βίαντα εκ µέρους του Αµάσιδος, βασιλέως της Αιγύπτου. Του συµποσίου προηγείται δείπνον, το οποίον ο ∆ιοκλης περιγράφει ως λιτότατον. Κατ' αυτό ο Αίσωπος διηγείται µύθον, ο Θαλής και ο Βίας ανταλλάσσουν µερικούς αστεϊσµούς— τελειώνει συντόµως διά να αρχίση το συµπόσιον. Εις το δεύτερον µέρος αναπτύσσεται διαλογικώς το κύριον θέµα. Αφορµήν εις τούτο έδωσεν η επιστολή του βασιλέως της Αιγύπτου, την οποίαν ο Νειλόξενος ενεχείρισεν εις τον Βίαντα, εκείνος δε του είπε να την ανοίξη και να την αναγνώση ενώπιον όλων. ∆ιά της επιστολής αυτής ο Άµασις ζητεί την συµβουλήν του Βίαντος διά την απάντησιν που έπρεπε να δώση εις τον βασιλέα της Αιθιοπίας, ο οποίος του επρότεινεν ως πρόβληµα να πίη όλην την θάλασσαν. Ο Βίας, χωρίς να σκεφθή πολύ, έδωσε την κατάλληλον απάντησιν— είπε δηλαδή να ζητήση από τον Αιθίοπα να σταµατήση τους ποταµούς, ενώ αυτός θα πίνη την θάλασσαν. Η συµβουλή αυτή του Βίαντος ήρεσεν εις όλους. Ο Χίλων µόνον παρετήρησεν, ότι ο Άµασις, αντί να ασχολήται µε τα παιδαριώδη αυτά ζητήµατα, έπρεπε να σκέπτεται, πώς να καταστήση την βασιλείαν του γλυκείαν και ωφέλιµον εις τους υπηκόους του, τοιαύτην δε συµβουλήν έπρεπε να ζητήση από τον Βίαντα. Η παρατήρησις αυτή ήρεσεν εις τον Περίανδρον, προτείνει


δε εις τους σοφούς να εκφέρη χωριστά καθένας ποίαν γνώµην έχει περί τυραννίδος και αγαθού τυράννου, τας γνώµας δε αυτάς να διαβιβάσουν ως δώρον εις τον Άµασιν. Τούτο γίνεται δεκτόν, και αφού ήρχισεν ο Σόλων, εξέφρασαν και οι λοιποί την γνώµην των επί του ζητήµατος τούτου. Μετά τινα διακοπήν, ο Αθηναίος Μνησίφιλος ζητεί να ακουσθή η γνώµη των 7 Σοφών και περί της δηµοκρατίας— ∆ιότι, είπεν, όσα περί τυράννου ελέχθησαν δεν ενδιαφέρουν τους δηµοκρατικούς πολίτας. Η αίτησις του γίνεται επίσης αποδεκτή. Πρώτος πάλιν ο Σόλων λέγει ποίαν γνώµην έχει περί της αρίστης δηµοκρατίας, το παράδειγµα του δε εµιµήθησαν και οι άλλοι. Οι ακροαταί γίνονται τώρα απαιτητικώτεροι— ο ∆ιοκλης ζητεί την γνώµην των σοφών και διά την κυβέρνησιν του οίκου— Τας πόλεις, είπε, και τα βασίλεια ολίγοι τα κυβερνούν, ενώ οίκον έχουν όλοι. Ευθύς όµως τον διακόπτει ο Αίσωπος και λέγει ότι από όλους πρέπει να εξαιρεθή ο Ανάχαρσις, διότι οι Σκύθαι δεν έχουν οικίας, αλλά περιφέρονται µέσα εις άµαξας— αλλ' ο Ανάχαρσις τον αποστοµώνει αµέσως και του αποδεικνύει ότι δεν έχει σαφή αντίληψιν της εννοίας του οίκου. Μετά την διακοπήν αυτήν η συζήτησις εξακολουθεί, και οι 7 Σοφοί πάλιν κατά σειράν εκφράζουν την γνώµην των περί του πως πρέπει να κυβερνάται ο οίκος. Αλλά µε το ζήτηµα του οίκου συνδέονται και άλλα, δηλαδή το της περιουσίας, το της οικονοµίας, το της διαίτης, το της τροφής, τα οποία εξετάζονται επίσης, και η συζήτησις γενικεύεται. Ο Κλεόβουλος οµιλεί περί του ορθού µέτρου της περιουσίας, ο Περίανδρος περί οικονοµίας και ο Σόλων περί της διαίτης του Επιµενίδου— διότι φρονεί ότι το µέγιστον αγαθόν εις τον άνθρωπον είναι να χρειάζεται όσον το δυνατόν ελαχίστην τροφήν, ή ακόµη καλύτερα να µη χρειάζεται διόλου. Η τελευταία αύτη φράσις του Σόλωνος προκαλεί διαµαρτυρίαν του ιατρού Κλεοδώρου, ο οποίος διά λόγου µακρού αναλαµβάνει την υπεράσπισιν της τροφής. Εις την τροφήν οφείλονται, είπεν, αι κοινωνικαί σχέσεις των ανθρώπων, η γεωργία, αι τέχναι, ο πολιτισµός εν γένει— η κατάργησις της τροφής θα είναι κατάλυσις του οίκου, ανατροπή του ανθρωπίνου βίου. Αλλ' ο λόγος του δεν πείθει τον Σόλωνα— αυτός επιµένει εις την γνώµην του, και διά λόγου επίσης µακρού προσπαθεί να ανατρέψη τα επιχειρήµατα του Κλεοδώρου και να αποδείξη ότι η τροφή είναι µυρίων κακών πρόξενος εις τους ανθρώπους— διά τούτο και ο Όµηρος αποδίδει την αθανασίαν των θεών εις το ότι δεν λαµβάνουν τροφήν. Θα ήτο ευτύχηµα διά τον άνθρωπον, είπεν εις το τέλος, αν ήτο δυνατόν να απαλλαγή από την φροντίδα του να τρέφη το σώµα, και να αφοσιωθή µόνον εις την θεραπείαν της ψυχής και την έρευναν της αληθείας. Μετά τον λόγον του Σόλωνος αρχίζει το τρίτον µέρος, ήτοι ο επίλογος (17—21). Το µέρος τούτο περιλαµβάνει την αφήγησιν της διασώσεως του Αρίονος υπό δελφίνων, άλλα τινά οµοίας φύσεως θαυµαστά περιστατικά και τέλος ως επισφράγισιν τα τρία γνωµικά Γνῶθι σαυτὸν, Μηδὲν ἄγαν και Ἐγγύα πάρα δ' ἄτα, των οποίων την σηµασίαν ευρίσκει ο Αίσωπος εις τρεις στίχους του Οµήρου, τους οποίους αναφέρει. Τέλος ο Σόλων µε τον οµηρικόν επίσης στίχον νὺξ δ' ἤδη τελέθει— ἀγαθὸν καὶ νυκτὶ πιθέσθαι κηρύττει την λήξιν του συµποσίου. 9. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ Εις το Συµπόσιον έλαβον µέρος κατά τον Πλούταρχον τα εξής πρόσωπα : Θαλής (643 - 548). Εγεννήθη εις την Μίλητον και κατήγετο εξ επιφανούς γένους. Κατά την νεότητα του εταξίδευσε πολλάκις ως έµπορος εις την Αίγυπτον, όπου απέκτησε πολλάς γνώσεις, ιδίως µαθηµατικάς, τας οποίας εφήρµοσε και πρακτικώς, όταν ως µηχανικός παρηκολούθησε την εκστρατείαν του Κροίσου κατά των Μήδων. Είχεν όµως και πολλάς άλλας γνώσεις της φυσικής και λέγεται ότι πρώτος αυτός προείπεν έκλειψιν ηλίου— ως αρχήν του παντός εθεώρει το ύδωρ. ∆ιά τας γνώσεις του ταύτας θεωρείται αρχηγός της λεγοµένης Ιωνικής ή Φυσικής Σχολής και πατήρ της φιλοσοφίας. Σώζονται αρκετά αποφθέγµατα του. Ο Θαλής συνήθιζε να λέγη ότι ενόµιζεν ευτυχή τον εαυτόν του διά τρία τινά : διότι εγεννήθη άνθρωπος και όχι ζώον, ανήρ και όχι γυνή, Έλλην και όχι βάρβαρος— τούτο όµως υπό άλλων


αποδίδεται εις τον Πλάτωνα. Απέθανεν εις την Μίλητον, επί του τάφου του δε εχαράχθη επίγραµµα, του οποίου η αρχή ήτο: ἦ ὁλίγον τόδε σῆµα, τὸ δὲ κλέος οὐρανόµηκες. Χίλων. Ήτο Λακεδαιµόνιος, υιός του ∆ηµάρατου, κατετάσσετο εις τους Επτά Σοφούς και έζησε κατά τον 6. αιώνα π. Χ. Συνέστησε το αξίωµα της εφορείας εις την Σπάρτην και διετέλεσεν αυτός πρώτος έφορος. Εις τούτον αποδίδονται τα γνωµικά Γνῶθι σαυτὸν και Μηδὲν ἄγαν, τα οποία ήσαν γραµµένα εις τον ναόν των ∆ελφών. Λέγεται ότι απέθανεν από την χαράν του, όταν αγκάλιασε και εφίλησε τον υιόν του ως Ολυµπιονίκην. Πιττακός. Κατατάσσεται και ούτος εις τους Επτά Σοφούς. Εγεννήθη εις την Μυτιλήνην το 648 π. Χ. Ηλευθέρωσε την πατρίδα του από την τυραννίαν του Μελάγχρου και εξελέγη υπό των συµπολιτών του αισυµνήτης (ανώτατος άρχων). ∆ιεκρίθη διά την µετριοπάθειαν, την σοφήν νοµοθεσίαν και την συνετήν διοίκησιν του. Επίσης διέπρεψε και ως στρατηγός κατά τον πόλεµον των Αθηναίων και Μυτιληναίων διά την κατοχήν του Σιγείου, ότε ενίκησε και εφόνευσε τον Αθηναίον στρατηγόν Φρύνωνα. Περί το 580 κατέλιπεν εκουσίως την αρχήν και έζησε τα τελευταία του έτη ασχολούµενος ησύχως εις τα γράµµατα— συγγράµµατα δεν έγραψε. Βίας. Είς των Επτά Σοφών. Εγεννήθη εις την Πριήνην το 625 π. Χ. και απέθανε το 540. Ήτo αφιλοκερδής και φιλοδίκαιος δικαστής και ανελάµβανε να συνηγορήση δωρεάν υπέρ του δικαίου και να υπερασπίση τους αδικουµένους εις τα δικαστήρια. Όταν η πατρίς του εκυριεύθη υπό των Περσών και οι συµπολίται του έφευγαν φέροντες µαζί των ό,τι πολύτιµον είχον, ο Βίας, αν και πλουσιώτατος, εξήλθε χωρίς να παραλάβη τίποτε— όταν δε τον ηρώτησαν, απέκρίθη: "Ό,τι έχω το φέρω µαζί µου". Η φράσις αύτη, και µάλιστα λατινιστί omnia mea mecum porto, έγινε παροιµιώδης. Το "Οἱ πλεῖστοι κακοὶ" και άλλα γνωµικά του µαρτυρούν την σοφίαν του, η οποία ήτο όχι θεωρητική αλλά πρακτική. Κλεόβουλος. Και αυτός εκ των Επτά Σοφών. Ήτο υιός του Ευαγόρου, τύραννος της Λίνδου, πόλεως της Ρόδου, και έζησε κατά τον 6. αιώνα π.Χ. Εις τούτον αποδίδεται το γνωµικόν 'Παν µέτρον άριστον' και πολλά άλλα, ως και έµµετρα αινίγµατα. Ο ∆ιογένης Λαέρτιος αναφέρει και µίαν επιστολήν του προς τον Σόλωνα. Σόλων (639-559). Αθηναίος, υιός του Εξηκεστίδου, νοµοθέτης και ποιητής, κατατάσσεται εις τους Επτά Σοφούς. Ανήκεν εις την αριστοκρατικήν οικογένειαν των Κοδριδών και εξεπαιδεύθη καλώς. Ως έµπορος εταξίδευσεν εις την Αίγυπτον και την Μ. Ασίαν, όπου του εδόθη η ευκαιρία να σπουδάση την νοµοθεσίαν, τον πολιτισµόν και τον οικονοµικόν βίον ξένων χωρών. Τας γνώσεις ταύτας εχρησιµοποίησεν, όταν ήλθεν η κατάλληλος στιγµή, διά την κοινωνικήν και οικονοµικήν ανόρθωσιν της πατρίδος του και ανεδείχθη ο σπουδαιότερος Αθηναίος της εποχής του. Την εκτίµησιν και εµπιστοσύνην των συµπολιτών του απέκτησε κατ' αρχάς ως ποιητής. Εις µίαν ελεγείαν του Σαλαµίς οφείλεται η κατάκτησις της νήσου Σαλαµίνος κατεχοµένης τότε υπό των Μεγαρέων. Κατά το 594 εξελέγη άρχων µε απεριόριστον εντολήν να θεραπεύση τας κοινωνικάς πληγάς και έθεσε νόµους, διά των οποίων ανεκούφισε τους πολίτας από τα χρέη (σεισάχθεια), µετέβαλε το νοµισµατικόν και µετρικόν σύστηµα και διήρεσε τους κατοίκους εις 4 τάξεις. Αν και διά της νοµοθεσίας του έσωσε την πόλιν, που εκινδύνευσεν από τον εµφύλιον πόλεµον των τάξεων, πανταχόθεν ηκούοντο παράπονα εναντίον του. Ηναγκάσθη λοιπόν να αφήση την αρχήν και να αποδηµήση επί 10 έτη εις την Αίγυπτον, Φοινίκην και Κύπρον— επανήλθεν όµως έπειτα και απέθανεν εις βαθύ γήρας το 559 π. Χ. Ο Σόλων διεκρίθη όχι µόνον ως νοµοθέτης, αλλά και ως ποιητής. Έγραψεν εκτός Ιάµβων και πολιτικών Ελεγείων, µε τας οποίας προέτρεπε τους Αθηναίους εις πατριωτικάς πράξεις, και Υποθήκας και Ερωτικά κατά την νεανικήν του ηλικίαν. Περίανδρος (668—584 π. Χ.) Εις τον κατάλογον των Επτά Σοφών κατατάσσει και τούτον ∆ηµήτριος ο Φαληρεύς αντί του Μύσωνος. Ήτο τύραννος της Κορίνθου και διεδέχθη εις την αρχήν ταύτην τον πατέρα του Κύψελον κατά το 628. Κατ' αρχάς ήτο ήπιος, αλλά βαθµηδόν


παρεξετράπη εις πολλάς ωµότητας και έγινεν αίτιος του θανάτου της συζύγου του Μελίσσης. ∆ιά τούτο και περιήλθεν εις πόλεµον προς τον πενθερόν του Προκλέα, τύραννον της Επιδαύρου. Όσα περί αυτού διηγούνται οι συγγραφείς, είναι αµφίβολα. Το βέβαιον είναι ότι, µεθ' όλας τας ωµότητας που του αποδίδουν, υπεστήριξε τα έργα της ειρήνης, ενεψύχωσε την ναυτιλίαν, το εµπόριον και τας τέχνας, και επροστάτευσε τους ποιητάς και τους καλλιτέχνας. ∆ιά τούτο απενεµήθη και εις αυτόν ο τίτλος του σοφού. Εις την έριν των Αθηναίων και Μυτιληναίων περί Σιγείου λέγεται ότι προσεκλήθη ως διαιτητής διά την σοφίαν του. Επ' αυτού η Κόρινθος ήκµασεν υπό πάσαν έποψιν. Ανάχαρσις. Ο Έφορος κατατάσσει αντί του Μύσωνος τον Ανάχαρσιν µεταξύ των Επτά Σοφών. Ούτος ήτο Σκύθης και κατήγετο εκ βασιλικού γένους και µητρός Ελληνίδος. Κατήλθεν εις την Ελλάδα διά να σπουδάση την ελληνικήν παιδείαν και εσχετίσθη µε τον Σόλωνα και τον Περίανδρον. Όταν επέστρεψεν εις την Σκυθίαν, ηθέλησε να εισαγάγη τας θρησκευτικάς τελετάς των Ελλήνων διά τούτο τον εφόνευσεν ο αδελφός του Σαύλιος, ως αναφέρει ο Ηρόδοτος 4,76. Ήτο ονοµαστός δια την σοφίαν και την σύνεσίν του και έκρινε τα ελληνικά πράγµατα µε ευφυΐαν και χωρίς προκατάληψιν, όπως τον παριστάνει ο Λουκιανός εις τα έργα του Ανάχαρσις και Σκύθης. Αίσωπος. Ό γνωστός µυθοποιός ήτο Φρύξ, δούλος του Σαµίου φιλοσόφου Ιάδµονος, και έζησε περί τα µέσα του 6. αιώνος. ∆ύσµορφος και κυρτός κατά το σώµα, διεκρίνετο διά την ευφυΐαν, τας αστειότητας και το δηκτικόν σκώµµα του. Εκ της παρατηρήσεως και µελέτης του βίου είχε σχηµατίσει ηθικάς τινας, κοινωνικάς και πολιτικάς γνώµας, τας οποίας έκαµε καταληπτάς εις τους πολλούς µε αλληγορικάς διηγήσεις περί ζώων και έτσι ετελειοποίησε την διδακτικήν µυθοποιίαν. ∆ιότι µύθοι υπήρχαν και προ αυτού— ως αηδών και ιέραξ του Ησιόδου, αετός και αλώπηξ του Αρχιλόχου, ίππος και ελαφος του Στησιχόρου. Οι µύθοι του Αισώπου ήσαν εις λόγον πεζόν και διεδίδοντο προφορικώς. Πρώτος συνέλεξεν αυτούς ∆ηµήτριος ο Φαληρεύς (περί το 300 π.Χ.), και κατόπιν άλλοι πολλοί— αλλ' ουδεµία συλλογή εσώθη εκτός της ποιητικής αυτών επεξεργασίας υπό του Βαβρίου ελληνιστί και του Φαίδρου λατινιστί Εις τους κατόπιν χρόνους ανάγονται αι σωζόµεναι εις πεζόν λόγον διάφοροι συλλογαί. Πληρεστάτη και νεωτάτη κριτική έκδοσις περιλαµβάνουσα 358 µύθους οφείλεται εις τον Chambry (Παρίσιοι 1929). Ο Αίσωπος λέγεται ότι εφονεύθη υπό των ∆ελφών ή διά την κακήν του γλώσσαν ή διότι αφήρεσεν εκ του ναού αργυράν φιάλην του θεού ή διότι εσφετερίσθη δώρα, τα οποία έφερε παρά του βασιλέως Κροίσου, εις την αυλήν του οποίου διέµενεν. Χερσίας. Ήτο επικός ποιητής εξ Ορχοµενού της Βοιωτίας, σύγχρονος του Περιάνδρου. Περί τούτου ο Παυσανίας (IX 38,9) λέγει τα εξής: "τοῦδε τοῦ Χερσίου τῶν ἐπῶν οὐδεµία ἦν ἔτι

κατ' ἐµὲ µνήµη καὶ πάλιν τούτου δὲ τοῦ Χερσίου καὶ ἐπίγραµµα οἱ Ὀρχοµένιοι τὸ ἐπὶ τῷ Ἡσιόδου τάφῳ µνηµονεύουσι". Ο Χερσίας προσεκλήθη, λέγει ο Πλούταρχος, υπό του Περιάνδρου εις το συµπόσιον, διότι επήλθε συµφιλίωσις µεταξύ αυτών κατά µεσολάβησιν του Χίλωνος— αλλά ποία ήτο η αιτία της ψυχρότητός των, δεν αναφέρει. Μνησίφιλος. Ήτο Αθηναίος, φίλος και θαυµαστής του Σόλωνος— αναφέρεται υπό του Ηροδότου 8,57 και υπό του Πλουτάρχου εις τον Βίον Θεµιστοκλέους § 2 ως πολιτικός αυτού παιδαγωγός. Μέλισσα. Σύζυγος του Περιάνδρου και θυγάτηρ του Προκλέους— ωνοµάζετο και Λυσίδη, αναφέρεται δε υπό του Ηροδότου 3,50 και 5, 92. Εύµητις ή Κλεοβουλίνη. Θυγάτηρ του Κλεοβούλου, περίφηµος ποιήτρια αινιγµάτων. Εκτός των αναφεροµένων εις το Συµπόσιον δύο, µας παρεδόθη εν ακόµη από την Αρχαιότητα. Η Εύµητις και η Μέλισσα παρεκάθισσν εις το δείπνον µόνον, δεν έλαβον όµως διόλου µέρος εις τας συζητήσεις. Τα λοιπά πρόσωπα, ήτοι ο µάντις ∆ιοκλής, ο ιερεύς και αυλωδός Άρδαλος, ο ιατρός Κλεόδωρος, ο κοµιστής της επιστολής του Αµάσιδος Νειλόξενος, ο νόθος υιός του Θρασυβούλου Αλεξίδηµος, αναφέρονται πρώτην φοράν υπό του Πλουτάρχου και εισήχθησαν


υπ' αυτού, διά να δοθή µεγαλυτέρα ποικιλία και φυσικότης εις το έργον του. Μόνον ο αδελφός του Περιάνδρου Γόργος είναι και άλλοθεν γνωστός ως ο οικιστής της Αµβρακίας (παρά την σηµερινήν Άρταν). 10. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Οι Επτά Σοφοί εµφανίζονται εις το Συµπόσιον του Πλουτάρχου µε τον χαρακτήρα εκείνον, που είναι ήδη γνωστός εις ηµάς και από άλλας πηγάς. Τα γνωµικά, το κύριον χαρακτηριστικόν αυτών, δεν λείπουν, η πολιτική αυτών σύνεσις και πείρα διακρίνονται εις τους λόγους των, η δε λακωνική βραχυλογία, µε την οποίαν τους χαρακτηρίζει ο Πλάτων, διαφαίνεται εις τας συντόµους γνώµας, τας οποίας εκφέρουν περί τυραννίδος, δηµοκρατίας, διοικήσεως οίκου κλπ. Εξαίρεσιν αποτελεί ο Σόλων, ο οποίος, εκτός των ανωτέρω κοινών χαρακτηριστικών, δεικνύει διά του µακροσκελούς λόγου του περί τελείας αποχής από της τροφής ότι δεν αγνοεί ούτε την σοφιστικήν τέχνην ούτε φιλοσοφικάς τινας θεωρίας των Στωικών και Πυθαγορείων. Εις τον αναχρονισµών κυρίως τούτον γίνεται καταφανής η επέµβασις του Πλουτάρχου. Το αυτό παρατηρείται προκειµένου και περί του χαρακτήρας των άλλων προσώπων. Ο Αίσωπος είναι ο γνωστός µας µυθοποιός µε τα αστεία και το δηκτικόν ύφος του. Εις τας συζητήσεις δεν λαµβάνει µέρος, οσάκις δε αναµειγνύεται και αυτός, ή διακόπτει και σκώπτει τους άλλους ή διηγείται κανένα από τους γνωστούς µύθους του. Ο Ανάχαρσις είναι ό γνωστός Σκύθης σοφός, που ήλθεν εις την Ελλάδα διά να διδαχθή, αλλ' είναι αυτός ικανός να διδάξη άλλους. Εξετάζει µε οξυδέρκειαν τα ελληνικά έθιµα και εκφέρει απεριφράστως την γνώµην του. ∆εικνύει ευφυΐαν και ετοιµότητα λόγου εις τας συζητήσεις, όχι όµως και την λεπτήν εκείνην ειρωνείαν, µε την οποίαν τον χαρακτηρίζει ο Λουκιανός. Ο Αθηναίος Μνησίφιλος, γνωστός εκ του Ηροδότου και του Πλουτάρχου ως συνετός πολιτικός και ζηλωτής του Σόλωνος, αποδεικνύεται ως τοιούτος και εις το Συµπόσιον διά της ερµηνείας του ποιήµατος του Σόλωνος. Των λοιπών προσώπων ο χαρακτηρισµός είναι περισσότερον αδροµερής και η ανάµειξις ολιγώτερον εµφανής.

II 1. ΟΙ ΕΠΤΑ ΣΟΦΟΙ Πριν αρχίση επιστηµονικώς η φιλοσοφική έρευνα εις την αρχαίαν Ελλάδα, ανεφάνησαν εις διαφόρους πόλεις αυτής άνθρωποι προικισµένοι µε έξοχον πνεύµα και πολλάς κοινωνικάς και πρακτικάς γνώσεις. Τους ανθρώπους τούτους ωνόµασαν σοφούς, αν και, ως λέγει ο µαθητής του Αριστοτέλους ∆ικαίαρχος16, ούτε σοφοί ούτε φιλόσοφοι ήσαν, αλλά φρόνιµοι και νοµοθέται. Εκ τούτων ανεδείχθησαν κυρίως επτά. Η φήµη των εξηπλώθη όχι µόνον εις όλην την Ελλάδα, αλλά και πέραν των ορίων αυτής, ταχέως δε επλάσθησαν περί αυτών διάφοροι παραδόσεις και θρύλοι17. Εκ των αρχαίων συγγραφέων πρώτος ο Πλάτων (Πρωταγ. 343a) αναφέρει τα ονόµατα των Επτά τούτων Σοφών, είναι δε οι επόµενοι: Θαλής ο Μιλήσιος, Πιττακός ο Μυτιληναίος, Βίας ο Πριηνεύς, Σόλων ο Αθηναίος, Κλεόβουλος ο Λίνδιος, Χίλων ο Λακεδαιµόνιος και Μύσων ο Χηνεύς18— την θέσιν όµως του τελευταίου κατέλαβε βραδύτερον ο τύραννος της Κορίνθου Περίανδρος. Τον αυτόν αριθµόν αναφέρουν και οι µετά τον Πλάτωνα συγγραφείς. Ο Αριστοτέλης και άλλοι τους ονοµάζουν "Οι επτά σοφοί", ο Στράβων, ο Παυσανίας και άλλοι απλώς "Οι σοφοί", ο ∆ιογένης Λαέρτιος "Οι επτά", οι δε Ρωµαίοι Septem Sapientes.


Είναι αληθές ότι υπό τινων συγγραφέων αναφέρονται περισσότεροι των επτά σοφοί, όπου όµως δεν γίνεται ακριβώς λόγος περί του αριθµού αυτών, εξάγεται αναµφιβόλως εκ των λεγοµένων ότι και εκεί ο όµιλος αποτελείται από 7, οι δε λοιποί προβάλλονται απλώς προς εκλογήν. Ο κατάλογος λοιπόν του Πλάτωνος επεκράτησε, και αν ονόµατα τίνα αντικαθίστανται δι' αλλων, ο αριθµός 7 µένει σταθερός19. Πότε ήκµασαν οι σοφοί ούτοι, είναι αδύνατον ακριβώς να καθορισθή— υποτίθεται περί το 600 π. Χ. Κατά τον Ηρόδοτον 1,27 και τον Έφορον (∆ιόδ. 9,2) έζησαν επί Κροίσου. Το Ρωµαϊκόν Χρονικόν ορίζει ως εποχήν των την χρονικήν περίοδον µεταξύ της αρχής της βασιλείας του Κροίσου και της τυραννίδος του Πεισιστράτου. ∆ηµήτριος ο Φαληρεύς αναφέρει ότι ήκµασαν επί άρχοντος ∆αµασίου (Ολυµπ. 49, τ.έ. 582 π. Χ.). Επίσης οι Χριστιανοί χρονογράφοι αναφέρουν ως εποχήν των την 50. Ολυµπιάδα. Κατά τον Κικέρωνα οι Επτά Σοφοί ήσαν σύγχρονοι, κατά την παράδοσιν δε όχι µόνον σύγχρονοι ήσαν, αλλά και συνήρχοντο ενίοτε εις διάφορα µέρη διά να ανταλλάξουν τας γνώµας των20. Τοιαύται συναντήσεις αναφέρονται τέσσαρες: µία εις ∆ελφούς, άλλη εις τας Σάρδεις κατά πρόσκλησιν του Κροίσου, τρίτη εις την Κόρινθον κατά πρόσκλησιν του Περιάνδρου και τετάρτη εις το Πανιώνιον της Μ. Ασίας πλησίον της Μιλήτου. Επίσης ως συγχρόνους παριστάνει αυτούς και ο θρύλος του αγώνος περί σοφίας. Ο θρύλος ούτος, τον οποίον αναφέρουν ο ∆ιόδωρος, ο ∆ιογένης Λαέρτιος, ο Πλούταρχος και άλλοι, έχει ως εξής: Νεανίσκοι Ίωνες εκ Μιλήτου ηγόρασαν από αλιείς εκ της νήσου Κω την περιεχοµένην εις τα δίκτυα αυτών άγραν— εκεί όµως εύρον και ένα χρυσούν τρίποδα. Ηγέρθη τότε έρις µεταξύ πωλητών και αγοραστών διότι οι µεν πρώτοι ισχυρίζοντο ότι επώλησαν µόνον τους ιχθύς, οι δε δεύτεροι ότι ηγόρασαν όλον το περιεχόµενον των δικτύων. Ένεκα της διαφοράς ταύτης περιήλθον εις πόλεµον οι Κώοι και οι Μιλήσιοι. Επί τέλους τα αντιµαχόµενα µέρη εζήτησαν την συµβουλήν του µαντείου των ∆ελφών, τούτο δε απήντησεν ότι έπρεπε να παύσουν τον πόλεµον και να δώσουν τον τρίποδα εις τον σοφώτατον των Ελλήνων. Ο χρησµός, τον οποίον αναφέρει ο ∆ιόδωρος 9,3,2, ήτο : Ἔκγονε Μιλήτου, τρίποδος πέρι τίς σοφίᾳ πρῶτος πάντων, τούτου οὔποτε µὴ λήξῃ πόλεµος Μερόπων πρὶν τρίποδα χρύσειον, ὅν Ἥφαιστος ἐκ µέσσου πέµψητε, καὶ εἰς δόµον ὅς σοφίᾳ τὰ τ' ἐόντα τὰ τ' ἐσσόµενα προδέδορκεν.

Φοῖβον τρίποδ' καὶ κάµε ἀνδρὸς

ἐρωτᾷς; αὐδῶ. Ἰώνων, τεύχων, ἵκηται,

Κατά τον χρησµόν λοιπόν τούτον ο χρυσούς τρίπους εδόθη εις τον Σόλωνα. Ούτος όµως δεν τον εδέχθη και τον έστειλεν εις τον Βίαντα. Αλλά και αυτός ενόµισεν ότι δεν ήτο άξιος της τιµής αυτής και τον έδωσεν εις άλλον σοφόν. Κανείς όµως από τους Επτά δεν ηθέλησε να παραδεχθή ότι ήτο σοφώτερος των άλλων, και ο τρίπους επεστράφη εις τον Σόλωνα. Τότε ούτος τον αφιέρωσεν εις τον Απόλλωνα. Άλλως αναφέρεται ο θρύλος υπό του Λεάνδρου και του Καλλιµάχου κατά τον ∆ιογένην Λαέρτιον 1,28: Κατ' αυτούς δηλαδή, το έπαθλον ήτο όχι χρυσούς τρίπους αλλά ποτήριον, το οποίον κάποιος Αρκάς, ο Βαθυκλής, κατέλιπεν ως κληρονοµίαν εις τον σοφώτατον των Ελλήνων και τούτο περιήλθε διαδοχικώς εις χείρας και των Επτά Σοφών, καθώς και ο τρίπους, και τέλος εδόθη εις τον ∆ιδυµαίον Απόλλωνα21. Εις έκαστον των Επτά Σοφών αποδίδονται και συγγράµµατα. Ο Αναξιµένης, πιθανότατα ο ρήτωρ του 4. αιώνος, λέγει περί αυτών, ότι όλοι κατεγίνοντο εις την ποίησιν, "πάντας ἐπιθέσθαι ποιητικῇ". Ο ∆ιογένης αναφέρει ότι ο Χίλων έγραψεν ελεγεία εις στίχους 200, ο Πιττακός ελεγεία εις στίχους 600 και ένα πεζόν έργον απευθυνόµενον προς τους συµπολίτας του "Περί νόµων", ο Βίας "Περί Ιωνίας" εις στίχους 2000, ο Κλεόβουλος άσµατα και γρίφους εις στίχους 3000, ο Περίανδρος "Υποθήκας" εις στίχους 2000, ο Θαλής στίχους 200. Τας πληροφορίας αυτάς, καθώς ο ίδιος οµολογεί 1,34, έλαβεν ο ∆ιογένης από τον Αργείον Λόβωνα, ο οποίος έγραψε περί ποιητών. Αλλ' οι ολοστρόγγυλοι αριθµοί 200, 600, 2000, 3000,


κλπ. δεν παρέχουν υποψίας περί της ακριβείας των; Και διατί οι αρχαίοι συγγραφείς δεν αναφέρουν τίποτε περί αυτών; Ευλόγως λοιπόν ο Hiller22 υποθέτει, ότι όλη αυτή η φιλολογία είναι νοθεύσεις και πλαστογραφίαι του Λόβωνος. Την γνώµην όµως περί της συγγραφικής ικανότητος των Επτά Σοφών ασπάζεται και ο Beloch23, ο οποίος λέγει ότι, όπως ο Σόλων, έτσι και οι λοιποί ησχολήθησαν και µε την λογοτεχνίαν, διότι άλλως δεν εξηγείται η πανελλήνιος φήµη των. Αλλά και το επιχείρηµα τούτο δεν είναι ισχυρόν διότι οι Επτά Σοφοί εφηµίσθησαν όχι διά τα συγγράµµατα και την ποίησιν, αλλά διά την πρακτικήν αυτών σοφίαν και τα γνωµικά. ∆ιά τούτο και αναφέρονται κυρίως ως "άνδρες πολιτικοί" (ίδε βίον Σόλωνος 3). 2. ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΣΟΦΩΝ Οι Επτά Σοφοί είχον πραγµατικώς µεγάλην πείραν και βαθείαν γνώσιν του βίου, τας γνώσεις δε αυτών µετέδιδον όχι µε συγγράµµατα, αλλά µε λόγια ολίγα, βαθυστόχαστα και αξιοµνηµόνευτα, τα γνωµικά. Ο Πλάτων εις τον Πρωταγόραν του (343a5) ιδού πώς τους χαρακτηρίζει: "οὗτοι πάντες ζηλωταὶ καὶ ἐρασταὶ καὶ µαθηταὶ ἦσαν τῆς Λακεδαιµονίων παιδείας͵ καὶ καταµάθοι ἄν τις αὐτῶν τὴν σοφίαν τοιαύτην οὖσαν͵ ῥήµατα βραχέα ἀξιοµνηµόνευτα ἑκάστῳ εἰρηµένα· οὗτοι καὶ κοινῇ συνελθόντες ἀπαρχὴν τῆς σοφίας ἀνέθεσαν τῷ Ἀπόλλωνι εἰς τὸν νεὼν τὸν ἐν ∆ελφοῖς͵ γράψαντες ταῦτα ἃ δὴ πάντες ὑµνοῦσιν͵ Γνῶθι σαυτόν καὶ Μηδὲν ἄγαν. τοῦ δὴ ἕνεκα ταῦτα λέγω; ὅτι οὗτος ὁ τρόπος ἦν τῶν παλαιῶν τῆς φιλοσοφίας͵ βραχυλογία τις Λακωνική24". Τα γνωµικά ταύτα (ή άλλως αποφθέγµατα, υποθήκαι, γνώµαι, παραγγέλµατα) παρεδόθησαν εις ηµάς εκ διαφόρων πηγών. Ο Στοβαίος (Ανθολ. 3,79) αναφέρει µίαν συλλογήν υπό ∆ηµητρίου του Φαληρέως Των επτά σοφών αποφθέγµατα και άλλην του Σωσιάδου Των επτά σοφών υποθήκαι. Πλείστα γνωµικά ευρίσκονται επίσης εγκατεσπαρµένα εις τον ∆ιογένην Λαέρτιον. Ο Boissonade εδηµοσίευσεν εκ του Παρισινού κωδικός 1630 συλλογήν υπό τον τίτλον Γνώµαι των επτά σοφών25. Οµοίως εκ του Παρισινού κώδικος 2720 εδηµοσίευσε συλλογήν ο Wolfflin Των επτά σοφών αποφθέγµατα. Εξ άλλων κωδίκων εδηµοσίευσαν Των επτά σοφών παραγγέλµατα ο Schulze26 και o Meineke (Stob. IV 296). Των επτά σοφών γνώµας είχε δηµοσιεύσει το 1490 έκ τινος αρχαίου κώδικος και ο Aldus Manuthis εν Βενετία. Τινά εκ των γνωµικών τούτων είχον ήδη ενωρίς εισέλθει εις την ελληνικήν φιλολογίαν. Το γνωµικόν π.χ. του Πιττακού, Χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔµµεναι ήτο ήδη γνωστόν εις τον Σιµωνίδην. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι και προ του ∆ηµητρίου του Φαληρέως είχε γίνει κάποια συλλογή των γνωµικών, αλλά περί τούτου δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις27. Ο Max Wundt28 αποφαίνεται ότι εις τα γνωµικά ταύτα, τα οποία είναι σκέψεις λαϊκής φιλοσοφίας συντόµως διατυπούµεναι, συνειργάσθησαν διάφοροι πολιτισµοί και διάφοροι εποχαί, διά να επιτευχθή το ακριβές. Προς τούτοις παρατηρεί ότι το περιεχόµενον των γνωµικών και η βραχυλογία αυτών δεν ανταποκρίνονται εις τον εύστροφον και οµιλητικόν χαρακτήρα των Ιώνων. Υποθέτει λοιπόν ότι ταύτα είναι προϊόν λαού γεωργικού και ολιγολόγου καί επλάσθησαν κατά τους χρόνους του αρχαιοτάτου γεωργικού πολιτισµού της ευρωπαϊκής Ελλάδος. Είναι αληθές ότι τα γνωµικά ταύτα έχουν κάποιαν οµοιότητα µε τας γνώµας και συµβουλάς του Ησιόδου, αλλά πλείστα εξ αυτών αποδίδονται ασφαλώς εις Ίωνας σοφούς— εποµένως η υπόθεσις του Wundt, ότι οι συντάξαντες τα γνωµικά ανήκουν εις λαόν γεωργικόν, δεν ηµπορεί να στηριχθή. Άλλωστε είναι φυσικόν και εκ της βιοτικής ακόµη σοφίας ενός λαού οµιλητικού να περιεσώθησαν εκείνα µόνον τ' αποφθέγµατα, όσα δια της λακωνικότητός των ενετυπώνοντο εις την µνήµην. Μάλλον πιθανή είναι η γνώµη, κατά την οποίαν τα γνωµικά ή παραγγέλµατα ταύτα διετυπώθησαν εις εποχήν, κατά την οποίαν εις πολλάς παραλίους και εµπορικάς πόλεις της Ελλάδος επήλθεν ένεκα της ευηµερίας και του πλούτου έκλυσις ηθών, αι δε ηθικαί αρχαί έχασαν την ισχύν των. Τότε άνθρωποι έµπειροι και συνετοί ηθέλησαν να σταµατήσουν το κακόν, παρέχοντες διά των γνωµικών συµβουλάς προς ορθήν διευθέτησιν του βίου και επάνοδον εις την αρχαίαν απλότητα. Οι Επτά λοιπόν Σοφοί ήσαν αντιπρόσωποι και πρόµαχοι


της αρχαίας χρυσής εποχής και ως τοιούτους τους παριστάνει και ο Πλάτων εις τον Πρωταγόραν ως προδρόµους δηλαδή των σοφιστών και διδασκάλους του λαού. 3. ΕΠΙ∆ΡΑΣΙΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΣΟΦΩΝ ∆ιά την πολιτικήν δράσιν και σύνεσιν των ανδρών τούτων αφ' ενός και διά τα βαθυστόχαστα γνωµικά των αφ' ετέρου απεδόθη εις αυτούς υπό του λαού ο τιµητικός τίτλος του σοφού. Με την αίγλην δε του ονόµατος τούτου εξήσκησαν εις πάσαν χώραν και κατά πάσαν εποχήν µεγάλην επίδρασιν. Κατ' αυτήν ήδη την Αρχαιότητα βασιλείς, ως ο Κροίσος και ο Άµασις, επεζήτουν την φιλίαν και γνωριµίαν των, και τύραννοι, ως ο Περίανδρος και ο Πεισίστρατος, επεδίωξαν να περιληφθούν εις τον όµιλόν των. Όχι δε µόνον άτοµα, αλλά και πόλεις και έθνη ολόκληρα εφιλοδόξουν να κατατάξουν τους µεγάλους και εξόχους πολίτας των εις την χορείαν των Επτά Σοφών, διότι ενόµιζον τούτο τιµήν εξαιρετικήν. Εκ τούτου εξηγείται η πληθώρα των υποψηφίων διά τον τίτλον τούτον, µεταξύ των οποίων αναφέρονται και αυτά τα ονόµατα του Μωϋσέως και του Ζωροάστρου. Αλλά και σχολαί φιλοσοφικαί εζήτουν να εύρουν σχέσιν και επαφήν µε τους Επτά Σοφούς και τα παραγγέλµατα των. Οι Σοφισταί εθεώρουν αυτούς ως προγόνους και συγγενείς των, οι Σκεπτικοί παρέλαβον γνωµικά τίνα αυτών ως σύµφωνα µε την διδασκαλίαν των, οι Πυθαγόρειοι κατέταξαν µεταξύ των 7 καί τον Ορφέα και τον Επιµενίδην, οι Κυνικοί εδέχοντο ως οµόφρονα και πρώτον αρχηγόν της σχολής των τον Ανάχαρσιν, και αι ρητορικαί σχολαί δεν τους ηγνόησαν, ως µαρτυρεί ∆ίων ο Χρυσόστοµος (37 σ. 102 κέ.R.) και άλλοι. Οι Ρωµαίοι τους αναφέρουν συχνά, και αυτοί δε οι Χριστιανοί, αν και διάκεινται εχθρικώς προς αυτούς, διότι τους θεωρούν αντιπροσώπους του ειδωλολατρικού πνεύµατος, παραδέχονται πρόσωπά τινα ανήκοντα εις τον όµιλόν των ως κήρυκας χριστιανικών αληθειών. Επί µακρούς λοιπόν αιώνας οι Επτά Σοφοί, "επτάς η σοφωτάτη", ως τους αποκαλεί ο Τζέτζης, ως επτάφωτος αστερισµός εφώτισε και εξακολουθεί ακόµη να φωτίζη τον πνευµατικόν της Ελλάδος ορίζοντα29.

III 1. ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ Οι κώδικες, εις τους οποίους εκτός άλλων περιλαµβάνεται και το Συµπόσιον των Επτά Σοφών, είναι πολλοί, εκ των οποίων οι περισσότεροι του 14. ή του 15. αιώνος, και δύνανται να διαιρεθούν εις τρεις οµάδας. Η πρώτη, προερχοµένη εκ τινος αρχετύπου α, περιλαµβάνει εκτός των κωδίκων του Πλανούδη και άλλους τινάς. Οι κυριώτεροι αντιπρόσωποι αυτής είναι : A=Paris. gr. 1671, εκ µεµβράνης. Εγράφη κατά το 1296. Το Συµπόσιον περιλαµβάνεται εις τα φύλλα 76—80. E=Paris. gr. 1672, εκ µεµβράνης. Εγράφη κατά τας αρχάς του 14. αιώνος, περιέχει τους Βίους και τα Ηθικά και είναι το πληρέστερον χειρόγραφον των έργων του Πλουτάρχου. Το Συµπόσιον περιέχεται εις τα φύλλα 560—569. Η δευτέρα οµάς, ανεξάρτητος της παραδόσεως του Πλανούδη, προέρχεται εξ άλλου αρχετύπου β και περιλαµβάνει κώδικας, των οποίων οι σπουδαιότεροι είναι: P=Palatinus gr. 153, εκ µεµβράνης, του 12. αιώνος. Περιήλθεν εις την Βιβλιοθήκην του Βατικανού το 1622. Κατά το 1797 εκοµίσθη εις Παρισίους, το δε 1815 απεδόθη εις το Πανεπιστήµιον της Heidelberg. To Συµπόσιον περιέχεται είς τα φύλλα 155—175.


J=Ambrosianus 881, εκ µεµβράνης, του 13. αιώνος. Ο κώδιξ ούτος εκοµίσθη το 1606 εκ της νήσου Χίου εις το Μιλάνον. Το Συµπόσιον περιλαµβάνεται εις τα φύλλα 225—239. Η τρίτη οµάς αποτελείται εκ κωδίκων προερχοµένων εκ τρίτου αρχετύπου γ, των οποίων οι καλύτεροι είναι: B=Parisinus gr. 1675, εκ χάρτου, του 15. αιώνος. Το χειρόγραφον τούτο είναι το µόνον το οποίον µετά του κωδικός Ε περιλαµβάνει, εκτός της συλλογής του Πλανούδη, και άλλα έργα. Το Συµπόσιον περιέχεται εις τα φύλλα 223—234. Q=Athous 268, εκ χάρτου, του 14. αιώνος. Περιλαµβάνει εκ των Ηθικών οκτώ έργα. Το Συµπόσιον περιέχεται εις τα φύλλα 247—280. Τα χειρόγραφα της τρίτης ταύτης οµάδος άλλοτε συµφωνούν µε το κείµενον της παραδόσεως α και άλλοτε, περισσότερον µάλιστα, µε το της β. Εκ των τριών λοιπών οµάδων πιστότερα είναι η προερχοµένη εκ του αρχετύπου β, της οποίας πάλιν οι καλύτεροι αντιπρόσωποι είναι οι κώδικες Ρ και J. ∆υστυχώς εκ της αντιβολής των διαφόρων τούτων χειρογράφων τα νοσούντα χωρία του Συµποσίου των Επτά Σοφών δεν εθεραπεύθησαν30. ∆ιότι η νόσος (φθορά και χάσµατα του κειµένου) φαίνεται ότι οφείλεται εις αυτά τα αρχέτυπα α, β, γ, ή µάλλον εις την αρχικήν αυτών πηγήν. Είναι δε η πηγή αύτη κατά τον Larsen31 αρχαίος κώδιξ εκ παπύρου, εφθαρµένος και δυσανάγνωστος, του πέµπτου ή έκτου αιώνος µ. Χ. Περισσοτέρας λεπτοµέρειας περί των χειρογράφων δύναται να εύρη ο βουλόµενος εις την εισαγωγήν της εκδόσεως των Ηθικών υπό Paton-Wegehaupt και εις το Musee Beige τόµ. 8 (1904) 274—88 και 17 (1913) 65-8. 2. ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ Η πρώτη έκδοσις των Ηθικών του 1509 οφείλεται εις τον Άλδον Μανούτιον και περιελάµβανεν 25 έργα, όχι όµως και το Συµπόσιον. Αύτη ανεδηµοσιεύθη το 1542 και διεδόθη το πρώτον εις την Γερµανίαν. Κατά τα 1559 ο Amyot εδηµοσίευσε γαλλικήν και το 1560—70 ο Xylander λατινικήν µετάφρασιν. Ο αυτός το 1574 έκαµεν έκδοσιν ελληνικήν, εις την οποίαν εισήγαγε πολλάς διορθώσεις. Κατά τας σελίδας της εκδόσεως ταύτης εξακολουθούν να γίνωνται και σήµερον αι παραποµπαί. Μεγαλυτέραν αξίαν έχει η έκδοσις του Ερρ. Στεφάνου (1572), η οποία συνεπλήρωσε την έκδοσιν του Άλδου και µετά της λατινικής µεταφράσεως του Ξυλάνδρου εξεδόθη εκ νέου το 1620 και το 1624. Κατά τον 17. αιώνα ο Meziriac επέφερε πλείστας διορθώσεις εις την έκδοσιν του Στεφάνου, κατά δε των 18. ο Reiske, χωρίς να εξέταση νέους κώδικας, αλλ' έµπειρος της ελληνικής γλώσσης, πλείστα εφθαρµένα χωρία διώρθωσεν— αι διορθώσεις αύται περιελήφθησαν εις την µετά τον θάνατον του γενοµένην έκδοσιν 1774—82. Αλλά κυρίως η πρώτη αξία του ονόµατος κριτική έκδοσις των Ηθικών είναι η του Wyttenbach (1796-1834). Ούτος πλείστους και αρίστους κώδικας εγνώρισε και αντέβαλε— εποµένως έθεσε τας βάσεις προς αποκατάστασιν του αρχαίου κειµένου. Μετά τούτον ο Duebner κατήρτισε την έκδοσιν παρά Didot (1846-1855). Κατόπιν ο Hercher, αφού αντέβαλεν εκ νέου πλείστους κώδικας, εξέδωκε το 1872 τον πρώτον τόµον των Ηθικών. Την έκδοσιν ταύτην, µη συνεχισθείσαν, ηκολούθησεν η του Γρ. Βερναρδάκη (1888-1896), και ταύτην τέλος η των Paton-Wegehaupt (1925), και αι δύο παρά Teubner.

Μεταφράσεις των Ηθικών, κατ' ακολουθίαν και του Συµποσίου, υπάρχουν εις την λατινικήν, γαλλικήν, γερµανικήν και άλλας γλώσσας. Η τελευταία γερµανική µετάφρασις είναι η του Otto Apelt (1925). Ιδιαιτέρα έκδοσις του έργου ή µετάφρασις εις την νέαν Ελληνικήν, καθ' όσον εγώ τουλάχιστον γνωρίζω, δεν υπάρχει.


∆ιά την µετάφρασίν µου και τον καταρτισµόν του κριτικού υποµνήµατος είχον υπ' όψει και τας εκδόσεις των Wyttenbach, Hercher, Βερναρδάκη, αλλά κυρίως εστηρίχθην εις την τελευταίαν κριτικήν έκδοσιν των Ηθικών του Πλουτάρχου υπό Paton και Wegehaupt. Εις τούτους επίσης οφείλεται και η αντιβολή των κωδίκων, των οποίων ως αρίστους χαρακτηρίζουν τον Ρ και τον Q. Και δεν ετόλµησα µεν να εισαγάγω εις το αρχαίον κείµενον µερικάς διορθώσεις των ως πολύ τολµηράς, προτιµήσας τας γνώµας άλλων συντηρητικωτέρων, εις το κριτικόν όµως υπόµνηµα δεν ενόµισα άσκοπον να παραθέσω όλας τας διορθώσεις και εικασίας όχι µόνον αυτών αλλά και άλλων φιλολόγων, ηµετέρων και ξένων32. ∆ιά την αποκατάστασιν του αρχαίου κειµένου είχον πάντοτε ως βάσιν την γραφήν των αρίστων κωδίκων, αλλ' όµως δεν παρέβλεπον ενίοτε και την γραφήν κώδικος δευτερευούσης αξίας, οσάκις αύτη κατά την γνώµην µου εφαίνετο ορθότερα. Είς τινα χωρία νοσούντα και µη θεραπευθέντα ακόµη ασφαλώς επροτίµησα να αφήσω την γραφήν των χειρογράφων ως έχει παρά να αντικαταστήσω αυτήν µε υποθέσεις και εικασίας. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1. Κατήγετο εκ Συρακουσών, αλλ' άγνωστον πότε ήκµασεν, αν και ο ίδιος λέγει ότι παρευρέθη εις την συνάντησιν των 7 Σοφών. Παραδόξως όµως λέγει, ότι η συνάντησις αυτή έγινεν εις την οικίαν όχι του Περιάνδρου, αλλά του πατρός αυτού Κυψέλου. 2. Είναι ο περίφηµος γραµµατικός της Αλεξανδρείας, ο οποίος διά το πλήθος των συγγραφών του επωνοµάσθη Χαλκέντερος. Ήκµασε κατά το δεύτερον ήµισυ του 1. αιώνος π. Χ. και έγραψεν εκτός πολλών αλλων Συµποσιακά: ή Σύµµικτα, τα οποία δεν σώζονται. 3. Ακόµη περισσοτέρας εξωτερικάς σχέσεις και αναλογίας των δύο Συµποσίων παρέχει ο Hirzel, Der Dialog II 143— 4. Geschichte der Wissenschaften in Griechenland und Rom. Lengo 1781. 5. Leben, Schriften und Philosophie des Plutarch. Berlin 1869. 6. Christ-Schmid, Geschichte der griechischen Literatur II 16 σ. 494. 7. Animadversiones in Plutarchi Opera Moralia I. Leipzig 1820. 8. Quaestiones criticae de Plutarchi Moralibus. Disssert. Halle 1872. 9. Plutarchische Studien. Programm Augsburg 1885. 10. Plutarch von Chaeronea der Verfasser des Gastmahls der Sieben Weisen. Programm Burghausen 1893. 11. Animadversiones σ. 9ο8. 12. Hermes XXV (1890), 196 κέ. 13. ∆εν έχει ίσως άδικον ο Georg Hauck, όταν λέγη περί του Wilamowitz, ότι αι παρατηρήσεις του είναι ευφυείς, αλλ' ενίοτε εξεζητηµένοι και απίθανοι (seine Bemerkungen sind geistreich, aber manchmal zu gesucht und unwahrscheinlich). 14. Ίδε βίον Σόλωνος 3: "φιλοσοφίας δὲ τοῦ ἠθικοῦ µάλιστα τὸ πολιτικόν, ὥσπερ οἱ πλεῖστοι τῶν σοφῶν, ἠγάπησε". 15. Plutarchs Moralische Schriften τόµ. III. Leipzig 1925.


16. ∆ικαίαρχος οὔτε σοφοὺς οὔτε φιλοσόφους φησὶν αὐτοὺς γεγονέναι, συνετοὺς δέ τινας καὶ νοµοθετικούς (∆ιογ. Λαέρτ. Ι, 41). 17. Ο Wilamowitz παροµοιάζει τους σοφούς τούτους πολύ επιτυχώς µε τους ήρωας των µυθικών χρόνων. Όπως, λέγει, εκείνοι διέπρεψαν διά της ανδρείας των, έτσι και αυτοί διεκρίθησαν διά την σοφίαν των, και όπως κατά τον ένατον αιώνα επλάσθη περί εκείνων προφορική και έπειτα γραπτή παράδοσις διά της επικής ποιήσεως, έτσι και περί των Επτά Σοφών επλάσθη κατά τον πέµπτον αιώνα προφορική και έπειτα γραπτή παράδοσις διά των λογογράφων. 18. Περί τούτου ο ∆ιόδωρος 9,7 λέγει: "Μύσων τις ἦν Μαλιεύς, ὅς ὤκει ἐν κώµῃ Χηνὰς καλουµένη τὸν ἅπαντα χρόνον ἐν ἀγρῷ διατρίβων καὶ ὑπὸ τῶν πολλῶν ἀγνοούµενος". Και ο Ιππώναξ (fr. 61 Diehl) "καὶ Μύσων, ὅν ὠπόλλων ἀνεῖπεν ἀνδρῶν σωφρονέστατον πάντων". Η πατρίς του ήτο άγνωστος— τινές αναφέρουν ότι έκειτο εις την Κρήτην, άλλοι εις την Λακεδαίµονα. 19. Τον αριθµών τούτον εξηγεί ο Hirzel (Dialog II 135) ως εξής: Ο αριθµός 7 εθεωρείτο ιερός και είχε συµβολικήν σηµασίαν εις την λατρείαν του Απόλλωνος, η παράδοσις δε φέρει συχνά τους 7 Σοφούς εις επαφήν και σχέσιν µε τον Απόλλωνα και το µαντείον του. Ο θεάς ούτος ώρισε βραβείον διά τον σοφώτατον των Ελλήνων, εις τους ∆ελφούς συνήλθαν οι 7 Σοφοί και ανέγραψαν εις τον ναόν τα γνωµικά Γνώθι σαυτόν καί Μηδέν άγαν. Αλλ' ο Απόλλων ταυτίζεται µε τον Ήλιον— καθώς λοιπόν εκείνος είχε κατά τον Πίνδαρον (Ολ. 7, 71: ἔνθα Ῥόδῳ ποτὲ µειχθεὶς τέκεν ἑπτὰ σοφώτατα νοήµατ' ἐπὶ προτέρων ἀνδρῶν παραδεξαµένους παῖδας) επτά υιούς, έτσι και ο Απόλλων είχεν ως τέκνα του θετά τους Επτά Σοφούς. 20. Πρβλ. και Αθήναιον 463c: "ἐποιοῦντο δὲ καὶ οἱ ἑπτὰ λεγόµενοι σοφοὶ συµποτικὰς ὁµιλίας". 21. Καί άλλους θρύλους περί τρίποδος καί κυπέλλου ίδε παρά Diels, Vorsokratiker Ι σελ. 3. 22. Rh. Mus. XXXIII (1878), σελ. 518. 23. Griechische Geschichte I 360. 24. Περί της βραχυλογίας ταύτης και ο Πλούταρχος λέγει ότι περιέχει πυκνόν και σφυρήλατον νουν εν ολίγω όγκω (Περί του µη χραν έµµετρα νυν την Πυθίαν 408e). 25. Anecdota Graeca I 135 κε. 26. Philologus XXIV 215. 27. Ήδη κατά τον 3. αιώνα π. Χ. υπήρχον γνωµικά (χωρίς όµως το όνοµα των σοφών) χαραγµένα εις λιθίνας πλάκας διά σχολικήν πιθανώς χρήσιν— αυτή ηµπορεί να θεωρηθή ως η αρχαιοτέρα συλλογή (βλ. Diels, Vorsokratifcer I 214). 28. Griechische Ethik 1 76. 29. Των Επτά Σοφών υπάρχουν, ως υποτίθεται, και εικονικαί τίνες παραστάσεις. ∆ύο δηλαδή µωσαϊκά εις την Ιταλίαν και ένας δακτυλιόλιθος παριστάνουν 7 άνδρας οµού, τους οποίους τινές εκλαµβάνουν ως τους Επτά Σοφούς. Ο Furtwangler λέγει ότι κατά την ελληνιστικήν εποχήν ήτο συνήθης τοιαύτη σύνθεοις, η οποία παρίστανε τους Επτά Σοφούς ηνωµένους ως πρότυπον όλων των σοφών και όλων των φιλοσόφων. 30. Ενίοτε υγιείς γραφάς ευρίσκοµεν εις το Ανθολόγιον Ιωάννου του Στοβαίου, όστις περιέλαβε µερικάς περικοπάς.


31. Studia critica in Plutarchi Moralia σ. 17. 32. Τας διορθώσεις των ηµετέρων ανέφερα όλας, ακόµη και εκείνας που ήσαν υπερβολικά τολµηραί. Μεταξύ αυτών και ανεκδότους τινάς διορθώσεις, τας οποίας ο Αδαµάντιος Κοραής είχε σηµειώσει εις το περιθώριον του αντιτύπου της εκδόσεως Hutten, του φυλασσοµένου εις την εν Χίω Βιβλιοθήκην Κοραή— ταύτας οφείλω εις τον κ. Συκουτρήν, του οποίου και ιδίας επίσης ανέκδοτους εικασίας παραθέτω. ∆ιορθώσεις εις το κείµενον του Συµποσίου εδηµοσίευσαν εκ των ηµετέρων εις τους τόµους του περιοδικού Αθηνά ο Σπ. Βάσης τόµ. 1 (1889) και 2 (1890), ο Γ. Παπαβασιλείου 10 (1898) και ο Βασ. Μιχαήλ 26 (1914). Μου τας υπέδειξεν ο κ. Συκουτρής.

Α

(Ο µάντις ∆ιοκλής διηγείται εις τον Νίκαρχον) Πρόλογος 146b Ἦ που προϊὼν ὁ χρόνος, ὦ Νίκαρχε, πολὺ 1. Ο χρόνος, Νίκαρχε, όσον προχωρεί, θα σκότος ἐπάξει τοῖς πράγµασι καὶ πᾶσαν επισκοτίση βεβαίως πολύ τα πράγµατα, ἀσάφειαν, αφού δια τόσον πρόσφατα και νωπά εἰ νῦν ἐπὶ προσφάτοις οὕτω καὶ νεαροῖς λόγοι επλάσθησαν και γίνονται πιστευταί ψευδιαδόσεις ψευδείς. ∆ιότι εις το συµπόσιον δεῖς συντεθέντες ἔχουσι πίστιν. οὔτε γὰρ µόνων, 146c ὡς ὑµεῖς ἀκηκόατε, τῶν ἑπτὰ γέγονε τὸ ούτε µόνον οι επτά σοφοί έλαβον µέρος, συµπόσιον, καθώς έχετε σεις ακούσει, αλλά ἀλλὰ πλειόνων ἢ δὶς τοσούτων (ἐν οἷς καὶ περισσότεροι από άλλους τόσους (µεταξύ αὐτὸς τούτων ευρισκόµην και εγώ, επειδή αφ' ἤµην, συνήθης µὲν ὢν Περιάνδρῳ διὰ τὴν ενός µεν ήµην σχετικός του Περιάνδρου, τέχνην, ως εκ του επαγγέλµατος µου1, αφ' ετέρου ξένος δὲ Θάλεω· παρ' ἐµοὶ γὰρ κατέλυσεν ὁ δε φίλος του Θαλή, διότι ο σοφός αυτός ἀνὴρ κατέλυσεν εις το σπίτι µου κατά σύστασιν Περιάνδρου κελεύσαντος), οὔτε τοὺς λόγους του Περιάνδρου), ούτε ορθώς ὀρθῶς συνεκράτησεν εις την µνήµην του τας ἀπεµνηµόνευσεν ὅστις ἦν ὑµῖν ὁ διηγούµενος· συζητήσεις οστισδήποτε ήτο αυτός που ἦν τα διηγείτο— φαίνεται δε να µην ήτο δ' ὡς ἔοικεν οὐδεὶς τῶν παραγεγονότων. ἀλλ' µεταξύ των παρευρεθέντων. Αλλ' επειδή ἐπεὶ σχολή τε πάρεστι πολλὴ καὶ τὸ γῆρας οὐκ και καιρόν έχοµεν διαθέσιµον πολύν και ἀξιόπιστον ἐγγυήσασθαι τὴν ἀναβολὴν τοῦ το γήρας µου δεν είναι αξιόπιστος λόγου, εγγυητής, ώστε να αναβάλωµεν την προθυµουµένοις ὑµῖν ἀπ' ἀρχῆς ἅπαντα διήγησιν, θα σας τα διηγηθώ όλα, αφού διηγήσοµαι. το ζητείτε, από την αρχήν. Καθ' οδόν 146d Παρεσκευάκει µὲν γὰρ οὐκ ἐν τῇ πόλει τὴν 2. Ο Περίανδρος είχεν ετοιµάσει την ὑποδοχὴν ὁ Περίανδρος, ἀλλ' ἐν τῷ περὶ τὸ υποδοχήν όχι µέσα εις την πόλιν, αλλά εις Λέχαιον ἑστιατορίῳ παρὰ τὸ τῆς Ἀφροδίτης το εστιατόριον2, εκεί κατά το Λέχαιον—3 ἱερόν, και πλησίον του ιερού της Αφροδίτης, ἧς ἦν καὶ ἡ θυσία. µετὰ γὰρ τὸν ἔρωτα τῆς προς τιµήν της οποίας µάλιστα εγίνετο µητρὸς θυσία. Πραγµατικώς µετά τον έρωτα της αὐτοῦ προεµένης τὸν βίον ἑκουσίως οὐ µητρός του και την αυτοκτονίαν της4 είχε τεθυκὼς παύσει να θυσιάζη εις την Αφροδίτην5. τῇ Ἀφροδίτῃ, τότε πρῶτον ἔκ τινων ἐνυπνίων Τότε όµως πρώτην φοράν ύστερ' από τῆς µερικά όνειρα της Μελίσσης6 απεφάσισε Μελίσσης ὥρµησε τιµᾶν καὶ θεραπεύειν τὴν να τιµά και να λατρεύη την θεάν. θεόν.


Τῶν δὲ κεκληµένων ἑκάστῳ συνωρὶς ἱκανῶς Εις τον καθένα από τους καλεσµένους κεκοσµηµένη προσήχθη· καὶ γὰρ ὥρα θέρους προσεφέρθη διά την µεταφοράν άµαξα ἦν, αρκετά περιποιηµένη— διότι και η εποχή καὶ τὴν ὁδὸν ἅπασαν ὑπὸ πλήθους ἁµαξῶν καὶ ήτο θερινή και ο δρόµος έως εις την ἀνθρώπων ἄχρι θαλάττης κονιορτὸς καὶ θάλασσαν γεµάτος από κονιορτόν και θόρυβος θόρυβον ένεκα του πλήθους των αµαξών κατεῖχεν. ὁ µέντοι Θαλῆς τὸ ζεῦγος ἐπὶ ταῖς και των ανθρώπων. Ο Θαλής όµως, όταν θύραις ἰδὼν καὶ µειδιάσας ἀφῆκεν. είδε την άµαξαν εις τα πρόθυρα, µ' ένα µειδίαµα την άφησε να φύγη7. 146e ἐβαδίζοµεν Αφήσαµεν λοιπόν τον δρόµον και οὖν ἐκτραπόµενοι διὰ τῶν χωρίων, καθ' εβαδίζαµεν χάριν ησυχίας διά µέσου των ἡσυχίαν, αγρών, και µαζί µας ως τρίτος ο καὶ µεθ' ἡµῶν τρίτος ὁ Ναυκρατίτης Νειλόξενος από την Ναύκρατιν8, Νειλόξενος, άνθρωπος καθώς πρέπει, που είχε ἀνὴρ ἐπιεικὴς καὶ τοῖς περὶ Σόλωνα καὶ Θαλῆν συνδεθή µε τον Σόλωνα και τον Θαλήν γεγονὼς ἐν Αἰγύπτῳ συνήθης. ἐτύγχανε δὲ εις την Αίγυπτον. Έτυχε δε να είναι πρὸς απεσταλµένος και πάλιν προς τον Βίαντα, Βίαντα πάλιν ἀπεσταλµένος· ὧν δὲ χάριν οὐδ' τους λόγους όµως ούτε ο ίδιος δεν αὐτὸς ᾔδει, πλὴν ὑπενόει πρόβληµα δεύτερον εγνώριζεν. Υπέθετε µόνον ότι φέρει εις αὐτῷ αυτόν ένα άλλο πρόβληµα σφραγισµένον κοµίζειν ἐν βιβλίῳ κατασεσηµασµένον· εἴρητο εντός κυλίνδρου— διότι είχε διαταγήν, αν γάρ, ο Βίας δεν τα καταφέρη µε την εἰ Βίας ἀπαγορεύσειεν, ἐπιδεῖξαι τοῖς έπιστολήν, να την δείξη εις τους σοφωτάτοις σοφωτάτους µεταξύ των Ελλήνων9. Ἑλλήνων τὸ βιβλίον. "Ἕρµαιον" ὁ Νειλόξενος ἔφη "µοι γέγονεν “Εύρηµα λοιπόν ανέλπιστον υπήρξε δι' εµέ” 146F ἐνταῦθα λαβεῖν ἅπαντας ὑµᾶς, καὶ κοµίζω τὸ είπεν ο Νειλόξενος “να σας συναντήσω βιβλίον ὡς ὁρᾷς ἐπὶ τὸ δεῖπνον." ἅµα δ' ἡµῖν όλους εδώ, και µεταφέρω, καθώς ἐπεδείκνυε. βλέπεις, την επιστολήν εις το δείπνον”. Καὶ ὁ Θαλῆς γελάσας "εἴ τι κακόν," εἶπεν, Και ταυτοχρόνως µας την έδειξεν. Ο "αὖθις εἰς Πριήνην· διαλύσει γὰρ ὁ Βίας, ὡς Θαλής τότε εγέλασε και είπεν: “Ό,τι διέλυσεν αὐτὸς τὸ πρῶτον." κακόν είναι, πάλιν εις την Πριήνην10. "Τί δ' ἦν," ἔφην ἐγώ, "τὸ πρῶτον;" Πάντως ο Βίας θα το λύση, καθώς έλυσεν "Ἱερεῖον," εἶπεν, "ἔπεµψεν αὐτῷ, κελεύσας ο ίδιος και το πρώτον”. “Και ποίον ήτο το τὸ πρώτον;” ηρώτησα. “Του έστειλεν” είπεν πονηρότατον ἐξελόντα καὶ χρηστότατον “ένα σφάγιον και παρήγγειλε να αφαιρέση ἀποπέµψαι το καλύτερον και χειρότερον µαζί κρέας11 κρέας. ὁ δ' ἡµέτερος εὖ καὶ καλῶς τὴν και να του το στείλη— ο δε φίλος µας γλῶτταν πολύ σωστά αφήρεσε την γλώσσαν και ἐξελὼν ἔπεµψεν· ὅθεν εὐδοκιµῶν δῆλός ἐστι την έστειλε. ∆ιά τούτο προφανώς έχει καὶ επιτυχίαν και θαυµάζεται”. θαυµαζόµενος." 147a "Οὐ διὰ ταῦτ'" ἔφη "µόνον" ὁ Νειλόξενος, “Όχι δι' αυτό µόνον” είπεν ο Νειλόξενος "ἀλλ' οὐ φεύγει τὸ φίλος εἶναι καὶ λέγεσθαι “αλλά και διότι δεν αποφεύγει καθώς σεις βασιλέων καθάπερ ὑµεῖς, ἐπεὶ σοῦ γε καὶ να είναι και να λέγεται φίλος των τἄλλα βασιλέων12. Όσον αφορά µάλιστα σε, και θαυµάζει, καὶ τῆς πυραµίδος τὴν µέτρησιν δι' άλλα σε θαυµάζει και διά την ὑπερκαταµέτρησιν της πυραµίδος εξαιρετικά φυῶς ἠγάπησεν, ὅτι πάσης ἄνευ πραγµατείας ευχαριστήθη. ∆ιότι, χωρίς µεγάλας καὶ ετοιµασίας και χωρίς να χρειασθής κανένα µηδενὸς ὀργάνου δεηθεὶς ἀλλὰ τὴν βακτηρίαν όργανον, έθεσες µόνον την ράβδον σου στήσας ἐπὶ τῷ πέρατι τῆς σκιᾶς ἣν ἡ πυραµὶς εις το άκρον της σκιάς της πυραµίδος, ἐποίει, γενοµένων τῇ ἐπαφῇ τῆς ἀκτῖνος δυεῖν και, αφού εσχηµατίσθησαν µε την τριγώνων, ἔδειξας ὃν ἡ σκιὰ πρὸς τὴν σκιὰν επαφήν της ακτίνος του ηλίου δύο λόγον τρίγωνα, απέδειξες ότι ό,τι λόγον είχεν η εἶχε τὴν πυραµίδα πρὸς τὴν βακτηρίαν σκιά προς την σκιάν, τον ίδιον είχε και η


πυραµίς προς την ράβδον13. (σ. 8) Αλλά, ἔχουσαν. ἀλλ', ὅπερ ἔφην, διεβλήθης µισοβασιλεὺς καθώς είπα, εδυσφηµήθης ότι µισείς τους εἶναι, βασιλείς 147b καί τινες ὑβριστικαί σου περὶ τυράννων και του µετεδόθησαν µερικαί ἀποφάσεις προσβλητικαί κρίσεις σου διά τους ἀνεφέροντο πρὸς αὐτόν, ὡς ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τυράννους. Π. χ. όταν ο Ίων ΜολπΜολπαγόρας14 σε ηρώτησε ποίον είναι το αγόρου τοῦ Ἴωνος τί παραδοξότατον εἴης περιεργότερον πράγµα που έχεις ίδει, ἑωρακώς, απεκρίθης “Τύραννος γέρων15”. Και πάλιν, ἀποκρίναιο ‘τύραννον γέροντα,’ καὶ πάλιν ἔν όταν εις ένα συµπόσιον εγίνετο λόγος τινι περί των ζώων, είπες ότι από τα άγρια πότῳ, περὶ τῶν θηρίων λόγου γενοµένου, µεν ζώα το χειρότερον είναι ο τύραννος, φαίης από τα ήµερα δε ο κόλαξ16. Αυτά βέβαια κάκιστον εἶναι τῶν µὲν ἀγρίων θηρίων τὸν δεν τα ακούουν µε ευχαρίστησιν οι τύρανβασιλείς, αν και προσποιούνται ότι νον, τῶν δ' ἡµέρων τὸν κόλακα· ταῦτα γάρ, εἰ διαφέρουν πολύ από τους τυράννους17”. καὶ πάνυ προσποιοῦνται διαφέρειν οἱ βασιλεῖς τῶν τυράννων, οὐκ εὐµενῶς ἀκούουσιν." "Ἀλλὰ τοῦτο µέν," εἶπεν ὁ Θαλῆς, "Πιττακοῦ “Αλλά τούτο µεν” είπεν ο Θαλής “είναι ἐστιν, εἰρηµένον ἐν παιδιᾷ ποτε πρὸς του Πιττακού— το είπε κάποτε Μυρσίλον· αστειευόµενος προς των Μυρσίλον18. 147c ἐγὼ δὲ θαυµάσαιµ' ἄν," ἔφη, "οὐ τύραννον Εγώ είπα µόνον ότι θα µ' εξέπληττεν, αν ἀλλὰ έβλεπα όχι τύραννον, αλλά πλοίαρχον κυβερνήτην γέροντα θεασάµενος. πρὸς δὲ τὴν γέροντα. Όσον αφορά όµως την µετάθεσιν τὸ τοῦ νεανίσκου πέπονθα τοῦ τροποποίησιν, έχω πάθει ό,τι και ο νέος, βαλόντος που έρριψε πέτραν διά να κτυπήση τον µὲν ἐπὶ τὴν κύνα πατάξαντος δὲ τὴν µητρυιὰν σκύλον, και εκτύπησε την µητρυιάν του καὶ και είπε “Καλά έγινε κι' έτσι19”. ∆ιά τούτο εἰπόντος ‘οὐδ' οὕτω κακῶς.’ διὸ καὶ Σόλωνα και τον Σόλωνα ενόµισα πολύ έξυπνον σοφώτατον ἡγησάµην οὐ δεξάµενον που δεν εδέχθη να γίνη τύραννος20, και ο τυραννεῖν. Πιττακός, αν δεν εγίνετο µονάρχης, δεν καὶ Πιττακὸς οὗτος εἰ µοναρχίᾳ µὴ προσῆλθεν, θα έλεγε το “Χαλεπόν εσθλόν έµµεναι” οὐκ ἂν εἶπεν ὡς ‘χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔµµεναι.’ (=δύσκολον είναι να είναι κανείς Περίανδρος δ' ἔοικεν ὥσπερ ἐν νοσήµατι καλός)21. Ο Περίανδρος δε, αν και είναι πατρῴῳ κυριευµένος από την τυραννίδα σαν από τῇ τυραννίδι κατειληµµένος οὐ φαύλως ἐξανα- κληρονοµικήν ασθένειαν22, φαίνεται ότι φέρειν, χρώµενος ὁµιλίαις ὑγιειναῖς ἄχρι γε ευρίσκεται (σ. 10) εις αρκετά καλήν νῦν ανάρρωσιν, επειδή χρησιµοποιεί σχέσεις καὶ συνουσίας ἀνδρῶν νοῦν ἐχόντων υγιεινάς, έως τώρα τουλάχιστον, και ἐπαγόµενος, καταφεύγει εις συναναστροφάς φρονίµων ανθρώπων, 147d ἃς δὲ Θρασύβουλος αὐτῷ κολούσεις τῶν δεν δέχεται δε τας συµβουλάς περί ἄκρων αποκεφαλισµού των προεχόντων, που οὑµὸς πολίτης ὑφηγεῖται µὴ προσιέµενος. του δίδει ο συµπολίτης µου γεωρΘρασύβουλος23. ∆ιότι τύραννος που θέλει γοῦ γὰρ αἴρας καὶ ὀνώνιδας ἀντὶ πυρῶν καὶ να κυβερνά καλύτερα ανδράποδα παρά κριθῶν άνδρας ελευθέρους, δεν διαφέρει από συγκοµίζειν ἐθέλοντος οὐδὲν διαφέρει γεωργόν που προτιµά να συγκοµίζη ήρας τύραννος και ονωνίδας24 παρά σιτάρι και κριθάρι. ἀνδραπόδων µᾶλλον ἄρχειν ἢ ἀνδρῶν Ένα πράγµατι καλόν αντί των πολλών βουλόµενος· κακών έχουν αι απολυταρχίαι: δηλαδή ἓν γὰρ ἀντὶ πολλῶν κακῶν ἀγαθὸν αἱ την τιµήν και την δόξαν, αν οι τύραννοι δυναστεῖαι κατέχουν την αρχήν ως ανώτεροι από τὴν τιµὴν ἔχουσι καὶ τὴν δόξαν, ἄνπερ τους καλούς, και αν φαίνωνται ἀγαθῶν ὡς µεγαλύτεροι από τους µεγάλους. Όταν κρείττονες ἄρχωσι καὶ µεγάλων µείζονες εἶναι όµως αγαπούν την ασφάλειαν χωρίς την


δοκῶσι· τὴν δ' ἀσφάλειαν ἀγαπῶντας ἄνευ τιµήν, τότε έπρεπε να κυβερνούν πολλά τοῦ πρόβατα και ίππους και βους, όχι καλοῦ προβάτων ἔδει πολλῶν καὶ ἵππων καὶ ανθρώπους. βοῶν ἄρχειν, µὴ ἀνθρώπων. ἀλλὰ γὰρ εἰς οὐδὲν προσ147e ήκοντας ἐµβέβληκεν ἡµᾶς," ἔφη, "ὁ ξένος Αλλ' ο φίλος µας απ' εδώ µας παρέσυρεν οὑτοσὶ εις συζητήσεις όλως διόλου λόγους, ἀµελήσας λέγειν τε καὶ ζητεῖν ἃ ακαταλλήλους διά την περίστασιν και ἁρµόττει παρελείψαµεν να λέγωµεν και να ἐπὶ δεῖπνον βαδίζουσιν. ἦ γὰρ οὐκ οἴει, ζητούµεν κάτι που ν' αρµόζη εις καθάπερ ανθρώπους που πηγαίνουν εις δείπνον. Ή ἑστιάσοντος ἔστι τις παρασκευή, καὶ µήπως δεν παραδέχεσαι ότι, καθώς δειπνήσοντος υπάρχει προετοιµασία εκείνου που θα εἶναι; Συβαρῖται µὲν γὰρ ὡς ἔοικε πρὸ προσφέρη το δείπνον, έτσι υπάρχει ἐνιαυτοῦ προετοιµασία και εκείνου που µέλλει να τὰς κλήσεις ποιοῦνται τῶν γυναικῶν, ὅπως ἐκ- δειπνήση25; Οι Συβαρίται κάµνουν τας γένοιτο κατὰ σχολὴν παρασκευασαµέναις προσκλήσεις των γυναικών ένα έτος πριν, ἐσθῆτι καὶ διά να είναι δυνατόν, καθώς φαίνεται, να χρυσῷ φοιτᾶν ἐπὶ τὸ δεῖπνον· ἐγὼ δὲ πλείονος προσέρχωνται εις το δείπνον, αφού οἶµαι χρόνου δεῖσθαι τὴν ἀληθινὴν τοῦ ετοιµάσουν µε την ησυχίαν των τα δειπνήσονφορέµατα και κοσµήµατα των26. Εγώ τος ὀρθῶς παρασκευήν, ὅσῳ χαλεπώτερόν όµως νοµίζω ότι η αληθινή προετοιµασία ἐστιν (σ. 12) εκείνου που µέλλει ορθώς να ἤθει τὸν πρέποντα κόσµον ἢ σώµατι τὸν δειπνήση απαιτεί περισσότερον χρόνον περιττὸν διότι είναι δυσκολώτερον να εξεύρη κανείς διά την ψυχήν τον στολισµόν που αρµόζει παρά διά το σώµα τον περιττόν και άχρηστον. 147f ἐξευρεῖν καὶ ἄχρηστον. οὐ γὰρ ὡς ἀγγεῖον ἥκει Πράγµατι ο φρόνιµος άνθρωπος δεν κοµίζων ἑαυτὸν ἐµπλῆσαι πρὸς τὸ δεῖπνον ὁ έρχεται εις το δείπνον µεταφέρων τον νοῦν εαυτόν του ως αγγείον διά να το γεµίση— ἔχων, ἀλλὰ καὶ σπουδάσαι τι καὶ παῖξαι καὶ αλλά διά να είπη κάτι σοβαρόν ή αστείον ἀκοῦσαι καὶ εἰπεῖν ὡς ὁ καιρὸς παρακαλεῖ τοὺς και να ακούση ή να είπη εκείνα που η συνόντας, εἰ µέλλουσι µετ' ἀλλήλων ἡδέως περίστασις απαιτεί από τους ἔσεσθαι. συνδαιτυµόνας, εφ' όσον πρόκειται να καὶ γὰρ καὶ ὄψον πονηρὸν ἔστι παρώσασθαι, περάσουν ευχάριστα µεταξύ των. ∆ιότι κἂν και φαγητόν άνοστον ηµπορείς να το οἶνος ᾖ φαῦλος, ἐπὶ τὰς νύµφας καταφυγεῖν· παραµερίσης, και αν το κρασί δεν είναι σύνδειπνος δὲ κεφαλαλγὴς καὶ βαρὺς καὶ καλόν, να καταφύγης εις το νερό27. ἀνάγωγος Οµοτράπεζος όµως, που προξενεί παντὸς µὲν οἴνου καὶ ὄψου πάσης δὲ κεφαλόπονον και είναι οχληρός και χωρίς µουσουργοῦ τρόπους, καταστρέφει και βλάπτει την χάριν ἀπόλλυσι καὶ λυµαίνεται, καὶ οὐδ' χάριν κάθε φαγητού και κάθε κρασιού και ἀπεµέσαι κάθε αυλητρίδος. 148a τὴν τοιαύτην ἀηδίαν ἕτοιµόν ἐστιν, ἀλλ' ἐνίοις Και ούτε µε εµετικόν δεν είναι δυνατόν εἰς ἅπαντα τὸν βίον ἐµµένει τὸ πρὸς ἀλλήλους να αποβάλης µίαν τοιαύτην αηδίαν αλλά δυσάρεστον, ὥσπερ ἑωλοκρασία τις ὕβρεως ἢ παραµένει εις µερικούς καθ' όλην την ὀργῆς ἐν οἴνῳ γενοµένης. ὅθεν ἄριστα Χίλων, ζωήν των η µεταξύ των δυσαρέσκεισ, καλούµενος ἐχθές, οὐ πρότερον ὡµολόγησεν σαν κάποια δυσάρεστος οσµή28, όταν ἢ συµβή κατά την οινοποσίαν προσβολή και πυθέσθαι τῶν κεκληµένων ἕκαστον. ἔφη γὰρ θυµός. Ώστε πολύ καλά ο Χίλων χθες εις ὅτι την πρόσκλησιν, δεν απήντησεν ότι σύµπλουν ἀγνώµονα δεῖ φέρειν καὶ σύσκηνον δέχεται, πριν να µάθη τα ονόµατα ενός οἷς εκάστου από τους καλεσµένους. ∆ιότι πλεῖν ἀνάγκη καὶ στρατεύεσθαι· τὸ δὲ συνταξιδιώτην, είπε, παράλογον και συµπόταις σύντροφον εις την σκηνήν πρέπει να


ἑαυτὸν ὡς ἔτυχε καταµιγνύειν οὐ νοῦν υποφέρουν, όσοι είναι υποχρεωµένοι να ἔχοντος ταξιδεύουν ή να υπηρετούν ως ἀνδρός ἐστιν. ὁ δ' Αἰγύπτιος σκελετός, ὃν στρατιώται— δεν αρµόζει όµως εις ἐπιεικῶς φρόνιµον άνθρωπον να ανακατεύεται µε εἰσφέροντες εἰς τὰ συµπόσια προτίθενται καὶ τους τυχόντας συµπότας29. Ο σκελετός30 παραδε,τον οποίον οι Αιγύπτιοι πολύ σωστά εισάγουν εις τα συµπόσια και 148b καλοῦσι µεµνῆσθαι τάχα δὴ τοιούτους τοποθετούν ενώπιον των συµποτών ἐσοµένους, προτρέποντες µε καίπερ ἄχαρις καὶ ἄωρος ἐπίκωµος ἥκων, ὅµως αυτόν να ενθυµούνται ότι γρήγορα θα ἔχει τινὰ καιρόν, καὶ εἰ µὴ πρὸς τὸ πίνειν καὶ γίνουν έτσι, ἡδυπαθεῖν ἀλλὰ πρὸς φιλίαν καὶ ἀγάπησιν αν και έρχεται εκ των υστέρων ως ἀλλήλων δυσάρεστος και προτρέπεται, καὶ παρακαλεῖ τὸν βίον µὴ τῷ άκαιρος συµπότης, παρέχει όµως κάποιαν χρόνῳ ωφέλειαν— βραχὺν ὄντα πράγµασι κακοῖς µακρὸν ποιεῖν." (σ. 14) παρακινεί όχι εις την πόσιν και την απόλαυσιν, αλλ' εις φιλίαν και αµοιβαίαν συγκατάβασιν µεταξύ των και συµβουλεύει, την ζωήν, την σύντοµον εις την διάρκειαν της, να µη την µακρύνουν µε περιπετείας δυσαρέστους”. Άφιξις Ἐν τοιούτοις λόγοις γενόµενοι κατὰ τὴν 3. Τοιαύτα λέγοντες εις τον δρόµον ὁδὸν εφθάσαµεν εις το σπίτι του Περιάνδρου. ἀφικόµεθα πρὸς τὴν οἰκίαν, καὶ λούσασθαι µὲν Ο Θαλής δεν ηθέλησε να λουσθή31, διότι ὁ είχαµεν αλειφθή— επήγεν όµως και έβλεπε Θαλῆς οὐκ ἠθέλησεν, ἀληλιµµένοι γὰρ ἦµεν· τα γήπεδα και τας παλαίστρας και το ἐπιὼν δάσος αρκετά περιποιηµένον κοντά εις δὲ τούς τε δρόµους ἐθεᾶτο καὶ τὰς την θάλασσαν, χωρίς να φαίνεται ότι του παλαίστρας καὶ κάµνει εντύπωσιν τίποτε απ' αυτά, τὸ ἄλσος τὸ παρὰ τὴν θάλατταν ἱκανῶς διακεκοσµηµένον, ὑπ' οὐδενὸς ἐκπληττόµενος τῶν τοιού148c των, ἀλλ' ὅπως µὴ καταφρονεῖν δοκοίη µηδ' αλλά διά να µη φανή ότι περιφρονεί και ὑπερορᾶν τοῦ Περιάνδρου τῆς φιλοτιµίας. τῶν δεν λαµβάνει υπ' όψιν την φιλοδοξίαν του δ' Περιάνδρου. Τον καθένα δε από τους ἄλλων τὸν ἀλειψάµενον ἢ λουσάµενον οἱ άλλους καλεσµένους, αφού ελούζετο και θεράποντες ηλείφετο, ωδήγουν οι υπηρέται εις τον εἰσῆγον εἰς τὸν ἀνδρῶνα διὰ τῆς στοᾶς. ανδρώνα διά µέσου της στοάς32. Ὁ δ' Ἀνάχαρσις ἐν τῇ στοᾷ καθῆστο, καὶ Μέσα εις την στοάν εκάθητο ο παιδίσκη προειστήκει τὴν κόµην ταῖς χερσὶ Ανάχαρσις, και εµπρός του εστέκετο µία διακρίκόρη και διόρθωνε την κόµην του µε τα νουσα. ταύτην ὁ Θαλῆς ἐλευθεριώτατά πως χέρια της. Ο Θαλής εφίλησε την κόρην αὐτῷ αυτήν, που έτρεξε προς αυτόν µε πολύ προσδραµοῦσαν ἐφίλησε καὶ γελάσας µεγάλην οικειότητα, και είπεν: “Έτσι, "οὕτως," κάµε τον ωραίον τον ξένον, διά να µη ἔφη, "ποίει καλὸν τὸν ξένον, ὅπως µας παρουσιάζεται µε εµφάνισιν αγρίαν ἡµερώτατος και εµπνέουσαν φόβον, ενώ είναι πάρα ὢν µὴ φοβερὸς ᾖ τὴν ὄψιν ἡµῖν µηδ' ἄγριος." πολύ ήµερος”. Ἐµοῦ δ' ἐροµένου περὶ τῆς παιδὸς ἥτις εἴη, Όταν δε εγώ ηρώτησα, ποία ήτο η κόρη, 148d "τὴν σοφήν," ἔφη, "καὶ περιβόητον ἀγνοεῖς “∆εν γνωρίζεις” είπε “την σοφήν και Εὔµητιν; οὕτω γὰρ ταύτην ὁ πατὴρ αὐτός, οἱ περίφηµον Εύµητιν; ∆ιότι έτσι την


δὲ ονοµάζει ο πατέρας της— ο κόσµος όµως πολλοὶ πατρόθεν ὀνοµάζουσι Κλεοβουλίνην." Κλεοβουλίνην από το όνοµα του πατρός της”. Καὶ ὁ Νειλόξενος εἶπεν "ἦ που τὴν περὶ τὰ Και ο Νειλόξενος είπεν: “Επαινείς βέβαια, αἰνίγµατα δεινότητα καὶ σοφίαν," ἔφη, "τῆς καθώς φαίνεται, την ικανότητα και κόρης σοφίαν της κόρης αυτής εις τα αινίγµατα. ἐπαινεῖς· καὶ γὰρ εἰς Αἴγυπτον ἔνια τῶν ∆ιότι και ως την Αίγυπτον έφθασαν και προβαλλοείναι γνωστά µερικά από εκείνα που µένων ὑπ' αὐτῆς διῖκται." προτείνει”. "Οὐκ ἔγωγ'," εἶπεν ὁ Θαλῆς· "τούτοις γὰρ “Όχι” απήντησεν ο (σ. 16) Θαλής— “αυτά ὥσπερ ἀστραγάλοις, ὅταν τύχῃ, παίζουσα τα µεταχειρίζεται εις τα αστεία σαν χρῆται αστραγάλους33, όταν παρουσιασθή καὶ διαβάλλεται πρὸς τοὺς ἐντυχόντας. ἀλλὰ περίστασις, και παίζει το παιγνίδι µε καὶ όσους τύχη να συνάντηση. Αλλά και φρόνηµα θαυµαστὸν καὶ νοῦς ἔνεστι πολιτικὸς φρόνηµα έχει θαυµάσιον και νουν καὶ πολιτικόν και χαρακτήρα φιλάνθρωπον φιλάνθρωπον ἦθος, καὶ τὸν πατέρα τοῖς και τον πατέρα της πολίταις 148e πραότερον ἄρχοντα παρέχει καὶ καθιστά µαλακώτερον και δηµοτικώτερον." δηµοφιλέστερον άρχοντα εις τους πολίτας34”. "Εἶεν," ὁ Νειλόξενος ἔφη, "καὶ φαίνεται “Ας είναι” είπεν ο Νειλόξενος “της βλέποντι πρὸς τὴν λιτότητα καὶ ἀφέλειαν φαίνεται µάλιστα, όταν προσέξης την αὐτῆς· απλότητα και την αφέλειάν της. Αλλά Ἀνάχαρσιν δὲ πόθεν οὕτω τηµελεῖ διατί µε τόσην φιλοστοργίαν περιποιείται φιλοστόργως;" τον Ανάχαρσιν;” "Ὅτι," ἔφη, "σώφρων ἀνήρ ἐστι καὶ πολυ- “∆ιότι” είπεν ο Θαλής “είναι άνθρωπος µαθής, καὶ τὴν δίαιταν αὐτῇ καὶ τὸν συγκρατηµένος και πολυµαθής και την καθαρµόν, ᾧ έχει διδάξει χωρίς φθόνον και µε χρῶνται Σκύθαι περὶ τοὺς κάµνοντας, προθυµίαν τον τρόπον της ζωής και τον ἀφθόνως καθαρµόν, που µεταχειρίζονται οι Σκυθαι καὶ προθύµως παραδέδωκε. καὶ νῦν οἶµαι περι- διά τους ασθενείς35. Να και τώρα, νοµίζω, έπειν αὐτὴν τὸν ἄνδρα καὶ φιλοφρονεῖσθαι, λαµβάνει την φιλικήν αυτήν φροντίδα δι' µανθάαυτόν, ενώ κάτι µανθάνει συνοµιλούσα νουσάν τι καὶ προσδιαλεγοµένην." µαζί του”. Επεισόδιον Ἤδη δὲ πλησίον οὖσιν ἡµῖν τοῦ ἀνδρῶνος Όταν πλέον ήµεθα κοντά εις τον ἀπήνανδρώνα, µας συνήντησεν ο Αλεξίδηµος τησεν Ἀλεξίδηµος ὁ Μιλήσιος (ἦν δὲ Θρασυ- από την Μίλητον. Ήτο δε νόθος υιός του βούλου τοῦ τυράννου νόθος) καὶ ἐξῄει τυράννου Θρασυβούλου. Εξήρχετο από τεταραγεκεί ταραγµένος 148f µένος καὶ σὺν ὀργῇ τινι πρὸς αὑτὸν οὐδὲν και έλεγε µόνος του θυµωµένος κάτι ἡµῖν γε ακαθόριστον δι' ηµάς. Καθώς δε είδε τον σαφὲς διαλεγόµενος. ὡς δὲ τὸν Θαλῆν εἶδε, Θαλήν, συνήλθεν ολίγον, εσταµάτησε και µικρὸν ἀνενεγκὼν καὶ καταστάς "οἵαν ὕβριν," είπε: “Τί προσβολή είναι αυτή που µας εἶπεν, "εἰς ἡµᾶς Περίανδρος ὕβρικεν, έκαµεν ο Περίανδρος; Ενώ ήθελα να ἐκπλεῦσαι αναχωρήσω, δεν µε άφησεν, αλλά µε µὲν οὐκ ἐάσας ὡρµηµένον ἀλλὰ προσµεῖναι παρεκάλεσε να παραµείνω εις τό δειπνον. δεηθεὶς Όταν δε ήλθα, µου έδωσε θέσιν τὸ δεῖπνον, ἐλθόντι δὲ νέµων κλισίαν ἄτιµον, ταπεινωτικήν και επροτίµησεν αντί του Αἰολεῖς δὲ καὶ νησιώτας (καὶ τίνας γὰρ οὐχί;) Θρασυβούλου Αιολείς και νησιώτας36, και Θρασυβούλου προτιµῶν· Θρασύβουλον γὰρ δεν ξέρω ποίον άλλον. ∆ιότι είναι ἐν ἐµοὶ φανερόν ότι ήθελε να προσβάλη και να τὸν πέµψαντα προπηλακίσαι βουλόµενος καὶ ταπείνωση εις το πρόσωπον µου τον καταΘρασύβουλον, ο οποίος µε έστειλε, σαν βαλεῖν ὡς δὴ περιορῶν δῆλός ἐστιν." να τον περιφρονή”.


149a

"Εἶτ'," ἔφη, "σὺ δέδιας µὴ καθάπερ Αἰγύπτιοι (σ. 18) “Και καλά” είπεν ο Θαλής τοὺς ἀστέρας ὑψώµατα καὶ ταπεινώµατα λαµ- “φοβείσαι µήπως, καθώς συµβαίνει εις τα βάνοντας ἐν τοῖς τόποις οὓς διεξίασι γίγνεσθαι άστρα37, όπως λέγουν οι Αιγύπτιοι, τα βελτίονας ἢ χείρονας ἑαυτῶν λέγουσιν, οὕτως οποία, ανάλογα µε τας θέσεις τας οποίας ἡ λαµβάνουν υψηλά ή χαµηλά εις τους περὶ σὲ διὰ τὸν τόπον ἀµαύρωσις ἢ ταπείνωσις τόπους που περιέρχονται, έχουν γένηται; καὶ τοῦ Λάκωνος ἔσῃ φαυλότερος, ὃς µεγαλυτέραν ή µικροτέραν δύναµιν, έτσι ἐν χορῷ τινι κατασταθεὶς εἰς τὴν ἐσχάτην και συ φοβείσαι µήπως χάσης εξ αυτής χώραν της θέσεως την λάµψιν σου ή ὑπὸ τοῦ ἄρχοντος ‘εὖ γ',’ εἶπεν, ‘ἐξεῦρες, ὡς ταπεινωθής; Και θα είσαι κατώτερος από καὶ τον Λάκωνα38 εκείνον, ο οποίος, όταν ο αὕτα ἔντιµος γένηται.’ οὐ καταλαβόντας," αρχών του έδωσεν εις ένα χορόν την ἔφη, τελευταίον θέσιν, “Καλά το εσκέφθης” "τόπον µετὰ τίνας κατακείµεθα δεῖ ζητεῖν, είπε “διά να τιµηθή και η θέσις αυτή”; ∆εν µᾶλλον πρέπει” είπεν “όταν καταλάβωµεν θέσιν δ' ὅπως εὐάρµοστοι τοῖς συγκατακειµένοις εις το δείπνον, να εξετάζωµεν κατόπιν ὦµεν, τίνων καθήµεθα, αλλά µάλλον να ἀρχὴν καὶ λαβὴν φιλίας εὐθὺς ἐν αὐτοῖς ευρισκόµεθα εις αρµονίαν µε τους ζητοῦντες, γείτονας µας, ζητούντες µέσα µας ευθύς εξ αρχής, 149b µᾶλλον δ' ἔχοντες τὸ µὴ δυσκολαίνειν ἀλλ' ή καλύτερα έχοντες, αρχήν και αφορµήν ἐπαινεῖν φιλίας το να µη δυστροπούµεν, αλλά να ὅτι τοιούτοις συγκατεκλίθηµεν· ὡς ὅ γε τόπῳ ευχαριστούµεν, διότι ελάβοµεν θέσιν κλισίας δυσχεραίνων δυσχεραίνει τῷ συγκλίτῃ µεταξύ τοιούτων ανθρώπων. ∆ιότι, µᾶλλον ἢ τῷ κεκληκότι, καὶ πρὸς ἀµφοτέρους εκείνος που δυσαρεστείται διά την θέσιν ἀπεχθάνεται." του, δυσαρεστείται περισσότερον µε τον γείτονα του παρά µε εκείνον που τον έχει προσκαλέσει, και γίνεται και εις τους δύο µισητός”. "Λόγος," ἔφη, "ταῦτ' ἄλλως ἐστίν" ὁ Ἀλεξί- “Λόγια, µόνον λόγια, είναι αυτά” είπεν ο δηµος, "ἔργῳ δὲ καὶ τοὺς σοφοὺς ὑµᾶς ὁρῶ Αλεξίδηµος— “εις την πραγµατικότητα τὸ όµως βλέπω ότι και σεις οι σοφοί τιµᾶσθαι διώκοντας," καὶ ἅµα παραµειψάµενος επιζητείτε τας τιµάς”—και συγχρόνως µας ἡµᾶς ἀπῆλθε. άφησε και έφυγε39. Καὶ ὁ Θαλῆς πρὸς ἡµᾶς τὴν ἀτοπίαν τοῦ Τότε ο Θαλής εστράφη προς ηµάς που ἀνθρώαπορούσαµεν µε την ιδιοτροπίαν του που θαυµάζοντας, "ἔµπληκτος," ἔφη, "καὶ ανθρώπου και είπεν: “Είναι εκ φύσεως ἀλλόπαράφορος και παράξενος. ∆ιότι και κατά κοτος φύσει, ἐπεὶ καὶ µειράκιον ὢν ἔτι, µύρου την παιδικήν ακόµη ηλικίαν του, όταν σπουδαίου Θρασυβούλῳ κοµισθέντος, εἰς έφεραν εις τον Θρασύβουλον πολύτιµον ψυκτῆρα µύρον, το έχυσε µέσα εις ένα µεγάλον ψυκτήρα, 149c κατεράσας µέγαν καὶ προσεγχέας ἄκρατον ἐξ- και αφού (σ. 20) επρόσθεσε και άδολο έπιεν, ἔχθραν ἀντὶ φιλίας Θρασυβούλῳ κρασί, το έπιε, και έτσι εδηµιούργησεν εις διαπεπραγτην ψυχήν του Θρασυβούλου έχθραν µένος." αντί φιλίας”. Οιωνός Ἐκ τούτου περιελθὼν ὑπηρέτης "κελεύει σε Μετά ταύτα παρουσιάσθη ένας υπηρέτης Περίανδρος," ἔφη, "καὶ Θαλῆν παραλαβόντα και είπεν: “Ο Περίανδρος παρακαλεί σε τοῦτον ἐπισκέψασθαι τὸ κεκοµισµένον ἀρτίως και τον Θαλήν, αφού λάβετε µαζί σας και αὐτῷ πότερον ἄλλως γέγονεν ἤ τι σηµεῖόν τούτον (τον Νειλόξενον), να εξετάσετε ἐστι κάτι που του έφεραν προ ολίγου, αν καὶ τέρας· αὐτὸς µὲν γὰρ ἔοικε τεταράχθαι δηλαδή δεν έχη σηµασίαν ή µήπως είναι σφόδρα, κάποιο κακόν σηµείον. ∆ιότι φαίνεται ότι µίασµα καὶ κηλῖδα τῆς θυσίας ἡγούµενος." ἅµα αυτός έχει ταραχθή πάρα πολύ, επειδή το δ' ἀπῆγεν ἡµᾶς εἴς τι οἴκηµα τῶν περὶ τὸν νοµίζει µόλυσµα και κηλίδα της θυσίας”.


κῆπον. Συγχρόνως µας ωδήγησεν εις ένα οίκηµα ἐνταῦθα νεανίσκος ὡς ἐφαίνετο νοµευτικός, από τα ευρισκόµενα γύρω εις τον κήπον. οὔπω Εκεί ένας νέος, βοσκός καθώς εφαίνετο, γενειῶν ἄλλως τε τὸ εἶδος οὐκ ἀγεννής, χωρίς γένειον ακόµη και κατά τ' άλλά όχι ἀναπτύξας άσχηµος εις την εµφάνισιν, εξεδίπλωσε τινὰ διφθέραν ἔδειξεν ἡµῖν βρέφος ὡς ἔφη µίαν προβιάν και µας έδειξε µέσα ένα γεγονὸς βρέφος, που, καθώς είπεν, είχε γεννηθή ἐξ ἵππου, τὰ µὲν ἄνω µέχρι τοῦ τραχήλου καὶ από φοράδα, και είχε το επάνω µέρος τῶν έως τον λαιµόν και τα χέρια µορφήν 149d χειρῶν ἀνθρωπόµορφον, τὰ λοιπὰ δ' ἔχον ανθρώπου, το δε υπόλοιπον µορφήν ἵππου, ίππου, και εκλαυθµύριζε σαν τα τῇ δὲ φωνῇ καθάπερ τὰ νεογνὰ παιδάρια νεογέννητα παιδιά. Τότε ο Νειλόξενος κλαυθείπεν “Φύλαξε Θεέ!40” και έστρεψεν µυριζόµενον. ὁ µὲν οὖν Νειλόξενος, οπίσω το πρόσωπον. Ο Θαλής όµως "Ἀλεξίκακε" εκοίταξε πολλήν ώραν τον νέον, έπειτα εἰπών, ἀπεστράφη τὴν ὄψιν, ὁ δὲ Θαλῆς εµειδίασε (συνήθιζε δε πάντοτε να µου προσλέγη αστεία διά το επάγγελµα µου) και έβλεπε τῷ νεανίσκῳ πολὺν χρόνον, εἶτα είπε: “Μήπως, ∆ιοκλή, σκέπτεσαι να µειδιάσας κάµης τον καθαρµόν41 της γέννας και να (εἰώθει δ' ἀεὶ παίζειν πρὸς ἐµὲ περὶ τῆς τέχνης) ενοχλήσης τους θεούς που αποτρέπουν "ἦ που τὸν καθαρµόν, ὦ ∆ιόκλεις," ἔφη, τα κακά, σαν να έγινε κάτι µεγάλον και "κινεῖν φοβερόν;” διανοῇ καὶ παρέχειν πράγµατα τοῖς ἀποτροπαίοις, ὥς τινος δεινοῦ καὶ µεγάλου συµβάντος;" "Τί δ'," εἶπον, "οὐ µέλλω; στάσεως γάρ, ὦ “∆ιατί όχι;” είπα “το σηµείον αυτό, Θαλή, Θαλῆ, καὶ διαφορᾶς τὸ σηµεῖόν ἐστι, καὶ δέδια φανερώνει διχόνοιαν και φιλονικίαν, και µὴ µέχρι γάµου καὶ γενεᾶς ἐξίκηται, πρὶν ἢ τὸ φοβούµαι µήπως φθάση έως το πρῶτον ἐξιλάσασθαι µήνιµα, τῆς θεοῦ ανδρόγυνον και τους απογόνους (του δεύτερον ὡς Περιάνδρου). ∆ιότι η θεά, πριν να εξιλεω— ὁρᾷς προφαινούσης." θή διά τον πρώτον θυµόν της42, µας παρουσιάζει, καθώς βλέπεις, δεύτερον”. 149e Πρὸς τοῦτο µηδὲν ἀποκρινάµενος ὁ Θαλῆς Εις αυτό ο Θαλής δεν απήντησεν, αλλ' ἀλλὰ εγέλασε και έφυγεν. Όταν δε ο γελῶν ἀπηλλάττετο. καὶ τοῦ Περιάνδρου πρὸς Περίανδρος µας συνήντησε κοντά εις την τὰς θύρας ἀπαντήσαντος ἡµῖν καὶ θύραν και ηρώτησε δι' όσα είδαµεν, ο διαπυθοµένου Θαλής µε άφησεν, έπιασεν (σ. 22) περὶ ὧν εἴδοµεν, ἀφεὶς ὁ Θαλῆς µε καὶ εκείνον από το χέρι43 και είπεν: “Όσα ο λαβόµενος ∆ιοκλής παραγγέλλει, θα τα κάµης µε τῆς ἐκείνου χειρὸς ἔφη, "ἃ µὲν ∆ιοκλῆς ησυχίαν. Εγώ όµως σε συµβουλεύω να κελεύει µη µεταχειρίζεσαι τόσον νέους δράσεις καθ' ἡσυχίαν· ἐγὼ δέ σοι παραινῶ ιπποκόµους, ειδεµή, να τους δίδης νέοις γυναίκας”. οὕτω µὴ χρῆσθαι νοµεῦσιν ἵππων, ἢ διδόναι γυναῖκας αὐτοῖς." Ἔδοξε µὲν οὖν µοι τῶν λόγων ἀκούσας ὁ Όταν ήκουσεν αυτά ο Περίανδρος, µου Περίανεφάνη ότι υπερβολικά ευχαριστήθη— διότι δρος ἡσθῆναι σφόδρα· καὶ γὰρ ἐξεγέλασε καὶ και µε την καρδίαν του εγέλασε και τον τὸν Θαλήν αγκάλιασε και κατεφίλησε. Εκείνος Θαλῆν περιβαλὼν κατησπάσατο. κἀκεῖνος δε είπε: “Νοµίζω, ∆ιοκλή, ότι το σηµείον "οἶµαι και επηλήθευσε µάλιστα— δ'," εἶπεν, "ὦ ∆ιόκλεις, καὶ πέρας ἔσχε τὸ 149f σηµεῖον· ὁρᾷς γὰρ ἡλίκον κακὸν γέγονεν ἡµῖν, βλέπεις πόσον µεγάλον κακόν µας έγινε, Ἀλεξιδήµου συνδειπνεῖν µὴ θελήσαντος." που δεν ηθέλησεν ο Αλεξίδηµος να δειπνήση µαζί µας”.


* ** Σηµειώσεις 1. Ο διηγούµενος ∆ιοκλής ήτο µάντις. Κάθε ηγεµών είχεν εις την αυλήν του ένα επίσηµον µάντιν ως σύµβουλον εις τα θρησκευτικά ζητήµατα. Κατωτέρω 149d παρουσιάζεται ευκαιρία να καταφύγη εις τα φώτα του ο Περίανδρος. 2. Η λέξις εστιατόριον δεν έχει εδώ την σηµερινήν σηµασίαν. Ήτο οίκηµα ή δωµάτιον κοντά εις των βωµόν, εις το οποίον έτρωγαν οι τελέσαντες την θυσίαν. Παραδόξως όµως, ενώ ο Πλούταρχος λέγει ότι η δεξίωσις είχε παρασκευασθή εκεί, κατωτέρω φαίνεται ότι αύτη έγινεν εις το σπίτι ή την έπαυλιν που είχεν ο Περίανδρος εις το Λέχαιον. 3. Τοποθεσία και λιµήν εις τον Κορινθιακόν κόλπον 4 χιλιόµ. προς ∆. της σηµερινής Κορίνθου και 3 προς Β. της αρχαίας, µε την οποίαν συνεδέετο δια πλατείας αµαξιτής οδού, της οποίας ίχνη σώζονται σήµερον. Εις το Λέχαιον υπήρχε ναός του Ποσειδώνος και ναός της Αφροδίτης µε την λατρείαν των ιεροδούλων. Ως λιµήν και ένεκα της θέσεως του είχεν αρκετόν κινητόν πληθυσµόν. Σήµερον άχρηστος, διότι κατεχώσθη υπό της άµµου. 4. Η µήτηρ του Περιάνδρου ελέγετο Κράτεια και είχεν αθεµίτους σχέσεις µε τον υιόν της, χωρίς όµως αυτός να το γνωρίζη, διότι την εδέχετο την νύκτα εις την κλίνην του µε την ιδέαν ότι δέχεται κάποιαν νέαν, η οποία δήθεν τον ηγάπα, αλλ' ήθελε να µένη άγνωστος. Όταν το πράγµα απεκαλύφθη, η Κράτεια ηυτοκτόνησεν, ο δε Περίανδρος λέγεται ότι έκτοτε έγινε τραχύς και σκληρός προς τους υπηκόους του. 5. ∆ιότι αυτή ενέβαλεν εις την µητέρα του τον ανόσιον έρωτα. 6. Μέλισσαν ωνόµαζεν ο Περίανδρος την γυναίκα του, της οποίας τπ όνοµα ήτο Λυσίδη. 7. Ευρήκε περιττήν και αναξίαν σοφών τοιαύτην πολυτέλειαν. 8. Ναύκρατις, αρχαία πόλις της Αιγύπτου όχι µακράν της θαλάσσης επί της δεξιάς όχθης του Κανωβικού βραχίονος του Νείλου παρά το χωρίον Νεβέϊρα— εκτίσθη υπό των Μιλησίων. Είχεν αυτοδιοίκησιν, αλλ' όχι και αυτονοµίαν, διότι οι Αιγύπτιοι δεν επέτρεπον τούτο εις την χώραν των. Υπήρξε σπουδαίον κέντρον επαφής των Ελλήνων µε την Αίγυπτον και ο µοναδικός σχεδόν λιµήν αυτής µέχρι της ιδρύσεως της Αλεξανδρείας, από την οποίαν απέχει 77 χιλιόµ. σιδηροδροµικώς. Η κτίσις της Ναυκράτιδος είναι µεταγενέστερα της εποχής του Θαλή— διότι κατά τον Στράβωνα (σελ. 801) τούτο έγινεν επί της βασιλείας του Ινάρου περί την 90. Ολυµπιάδα. Είναι λοιπόν αναχρονισµός, αλλά τοιούτοι αναχρονισµοί δεν είναι σπάνιοι εις διάλογους. 9. Απ' αυτά συµπεραίνει ο Νειλόξενος ότι ο κύλινδρος περιείχε προβλήµατα. 10. Πριήνη πόλις αρχαία, πατρίς του Βίαντος— ευρίσκετο προς Β. της Μιλήτου, δύο ώρας προς το εσωτερικόν από του στενού µεταξύ Σάµου καί Μ. Ασίας. Ο Θαλής παρωδεί εδώ την αρχαίαν παροιµίαν εἴ τι κακὸν εἰς Πύρραν. Ήτο δε η Πύρρα αρχαία πόλις της Λέσβου εις τον κόλπον της Καλλονής, όπου σώζονται τα ερείπια της. Φαίνεται ότι υπέστη πολλάς συµφοράς και τέλος κατεποντίσθη υπό σεισµού— εκ τούτου και η παροιµία, την οποίαν έλεγαν, όταν επεσωρεύοντο εις εν και το αυτό πρόσωπον όλα τα κακά. 11. Το ανέκδοτον τούτο αναφέρεται και εις τον βίον του Αισώπου, εις τον οποίον και αποδίδεται. Επίσης αποδίδεται εις τον Ανάχαρσιν.


12. Το θέµα, αν ένας διανοούµενος έχει υποχρέωσιν και δεν είναι ασυµβίβαστον προς την αξιοπρέπειάν του να έρχεται εις επαφήν µε τους ηγεµόνας ή πολιτικούς ηγέτας, εξήτασεν ο Πλούταρχος εις ειδικήν πραγµατείαν Περὶ τοῦ ὅτι µάλιστα τοῖς ἡγεµόσι δεῖ τὸν φιλόσοφον διαλέγεσθαι. 13. Το γεωµετρικόν θεώρηµα, επί του οποίου στηρίζεται η απόδειξις του Θαλή, είναι: ∆ύο τρίγωνα όµοια έχουν τας γωνίας και τας πλευράς αυτών αναλόγους (βλ. σχήµα)— ΑΒΓ∆=πυραµίς, ΕΖ=ράβδος, ΟΖ=σκιά της πυραµίδος, ΖΚ=σκιά της ράβδου. Εάν ενώσωµεν την κορυφήν της πυραµίδος Α µε το άκρον της σκιάς Ζ και το άκρον της ράβδου ΕΖ µε το άκρον της σκιάς της Κ, θα σχηµατισθούν δύο τρίγωνα ΑΟΖ και ΕΖΚ τα οποία είναι όµοια, ως έχοντα τας πλευράς παραλλήλους και µίαν γωνίαν ορθήν. Ως όµοια λοιπόν θα έχουν τας πλευράς αναλόγους— εποµένως η πλευρά ΖΚ είναι ανάλογος προς την πλευρόν ΟΖ και η πλευρά ΕΖ ανάλογος προς την ΑΟ. Αν µετρήσωµεν την ΖΚ- (δηλ. την σκιάν της ράβδου) και εύρωµεν 3 µέτρα, και την ΟΖ (δηλ. την σκιάν της πυραµίδος) και εύρωµεν 30 µέτρα, τότε ο λόγος µεταξύ αυτών θα είναι 10 µέτρα. Ο αυτός τότε λόγος θα υπάρχη µεταξύ της πλευράς ΕΖ (δηλ. της ράβδου) και ΑΟ (δηλ. του ύψους της πυραµίδος)— εάν λοιπόν η ράβδος έχη δύο µέτρα, το ύψος της πυραµίδος θα είναι 20. 14. Το όνοµα τούτο είχε κατά τον Ηρόδοτον (5,30) ο πατήρ του τυράννου της Μιλήτου Αρισταγόρου. Πιθανόν να παρέλαβεν από εκεί το πράγµα ο Πλούταρχος, διότι πρόκειται γενικώς περί τυράννων. 15. Το αυτό αναφέρεται και αλλαχού (ίδε Περὶ τοῦ Σωκράτους δαιµονίου 578c). 16. Η απάντησις αυτή αποδίδεται και εις τον Βίαντα (ίδε Πῶς ἂν τις διακρίνειε τὸν κόλακα τοῦ φίλου 61c). 17. ∆ιότι οι τύραννοι κατέχουν την αρχήν όχι νοµίµως— είναι δικτάτορες, ως θα ελέγαµεν σήµερον. 18. Ο Μυρσίλος ήτο τύραννος της Μυτιλήνης προ του Πιττακού. Εις τούτον αναφέρεται και το απόσπασµα του Αλκαίου: νῦν χρὴ µεθύσθην πώνην, ἐπειδὴ κάτθανε Μύρσιλος.

καί

τινα

πρὸς

βίαν

βουλήεις

ἀνήρ—

19. Ίδε και Περί ευθυµίας 467c. 20. Ίδε Σόλωνος βίον καί το απόσπασµα: Ούκ ἔφυ Σόλων βαθύφρων ἐσθλὰ γὰρ θεοῦ διδόντος αὐτὸς οὐκ ἐδέξατο κλπ.

οὐδὲ

21. Περί του γνωµικού τούτου γίνεται συζήτησις και εις τον Πρωταγόραν του Πλάτωνος, αποδίδεται δε εις τον Σιµωνίδην τον ποιητήν. 22. ∆ιότι και ο πατήρ του Περιάνδρου Κύψελος ήτο τύραννος. 23. Ο Περίανδρος εζήτησεν από τον Θρασύβουλον, τύραννον της Μιλήτου, συµβουλήν περί του πως θα ήτο ασφαλής εις τον θρόνον του. Εκείνος δε, αντί να απαντήση γραπτώς, ωδήγησε τον απεσταλµένον του Περιάνδρου εις ένα αγρόν και ήρχισε να κόπτη, χωρίς να είπη τι, τα υψηλότερα στάχυα, διά να δείξη ότι ο τύραννος προς ασφάλειαν του πρέπει να φονεύη τους ισχυρότερους πολίτας (βλ. ∆ιογ. Λαέρτιον 1,97, όπου και πλαστή επιστολή του Θρασυβούλου, και Ηρόδοτον 5,92).


24. Ονωνίδες είναι φυτά άγρια και παράσιτα µε ακάνθας, κοινώς ανωνίδες, παλαµωνίδες ή γαλινιά (εις την Κύπρον). Ίδε Γενναδίου Φυτολογικόν Λεξικον εν λ. 25. Ο Πλούταρχος περί προπαρασκευής των προσερχόµενων εις δείπνον οµιλεί εκτενέστερον και εις τα Συµποσιακὰ Προβλήµατα 708 d. 26. Το αυτό περί Συβαριτών αναφέρει και ο Αθήναιος (521c). Η Σύβαρις ήτο αποικία Αχαιών και Τροιζηνίων εις την Κάτω Ιταλίαν, παροιµιώδης διά την τρυφήν και µαλθακότητα των κατοίκων της. Κατεστράφη από τους Κροτωνιάτας— εις την θέσιν της ιδρύθη το 444 υπό των Αθηναίων νέα αποικία, οι Θούριοι. 27. Οι αρχαίοι µετεχειρίζοντο τας λέξεις Νύµφη, Βάκχος ή ∆ιόνυσος, Μούσα αντί των λέξεων νερό, κρασί, τραγούδι. 28. Έτσι µετέφρασα την αρχαίαν λέξιν ἐωλοκρασία. Ήτο συνήθεια των αρχαίων να περιλούουν οι µεθυσµένοι συµπόται τους νυστάζοντας ή κοιµωµένους κατά το συµπόσιον συντρόφους των µε κρασί και µε τα απορρίµµατα της τραπέζης. 29. Εδώ ο Πλούταρχος επαναλαµβάνει χωρίον των Συµποσιακών Προβληµάτων 708d. 30. Οµοίως ο Λουκιανός εις το έργον του Περί πένθους 21 λέγει: "ὁ Αἰγύπτιος ξηράνας τὸν νεκρὸν ξύνδεπνον καὶ ξυµπότην ἐποιήσατο". Ανάλογος είναι και η παράστασις σκελετών ή νεκροκεφαλών επί αρχαίων τιοτηρίων. 31. Ως γνωστόν, οι αρχαίοι είχον την συνήθειαν να λούωνται και να αλείφωνται προ του δείπνου. 32. Ανδρών, το δωµάτιον διά τους άνδρας, ήτο η αίθουσα της υποδοχής, όπου ετοιµάζετο και το δείπνον, και ευρίσκετο απέναντι της εισόδου— στοά ήτο στέγασµα µε κίονας προ των δωµατίων, τα οποία έβλεπον προς την αυλήν, ήτοι το περιστύλιον αυτής. ∆ιά να εισέλθη λοιπόν κανείς εις τον ανδρώνα, έπρεπε να πέραση από την στοάν. 33. Το παιγνίδι µε τους αστραγάλους ήτο πολύ συνηθισµένον και αγαπητόν εις τους αρχαίους Έλληνας. Και σήµερον µε αστραγάλους παίζεται κάτι παρόµοιον που λέγεται κότσι. 34. Ο πατήρ της Κλεόβουλος ήτο τύραννος της Λίνδου εις την Ρόδον. 35. ∆ιά νοσήµατα επιδηµικά κατέφευγον εις θρησκευτικάς τελετάς— όπως ο Επιµενίδης είχε προσκληθή εις Αθήνας δι' ανάλογον αιτίαν. 36. Υπονοεί τον Πιττακόν. Οι Ίωνες, και µάλιστα οι ισχυροί καί πλουσιώτατοι Μιλήσιοι, περιεφρόνουν ως ταπεινούς και πτωχούς τους Αιολείς καί τους νησιώτας. 37. Περί τούτου και Σέξτος ο Εµπειρικός (Μαθηµ. 5,35) λέγει: "ὑψώµατα δὲ καλοῦσιν (οἱ Αἰγύπτιοι) ἀστέρων καὶ ταπεινώµατα ὡσαύτως τὰ ἐν οἷς χαίρουσιν (δηλ. οἱ ἀστέρες) ἢ ὁλίγην δύναµιν ἔχουσι— χαίρουσι µὲν γὰρ ἐν τοῖς ὑψώµασι, ὁλίγην δὲ δύναµιν ἔχουσιν ἐν τοῖς ταπεινώµασι". 38. Ο Λάκων αυτός ονοµάζεται ∆αµωνίδας και αναφέρεται εις τα Λακωνικά αποφθέγµατα (219e). Οµοίαν απάντησιν έδωσε και ο Αγησίλαος, όταν ακόµη ήτο παιδί 208d. 39. Παρόµοιον γεγονός διηγείται ο Πλούταρχος και αλλαχού (Συµποσιακά Προβλήµατα 615d). Εις δείπνον που έδιδεν ο αδελφός του Πλουτάρχου Τίµων κάποιος ξένος δεν έµεινε, διότι δεν εύρε θέσιν κατάλληλον.


40. Εις το σηµερινόν "Φύλαξε Θεέ" ή "Παναγία µου" αντιστοιχεί το αρχαίον "Ἀλεξίκακε", αναφερόµενον εις τον ∆ία ή τον Ηρακλέα ή τον Απόλλωνα. 41. Καθαρµόν εδώ εννοεί θρησκευτικήν τελετουργίαν προς αποτροπήν κακού. Αγιασµόν, θα ελέγαµεν ηµείς. 42. Η θεά ήτο θυµωµένη, διότι ο Περίανδρος µετά την αυτοκτονίαν της µητρός του, εθυσίαζε πλέον εις αυτήν. 43. Ένδειξις ιδιαιτέρας φιλικής παρατηρήσεως. ∆ιότι οι αρχαίοι δεν αντήλλασσαν χειραψίας παρά εις εντελώς ασυνήθεις περιστάσεις. * Β Έναρξις του δείπνου 149f3 Ἐπεὶ δ' εἰσήλθοµεν, ἤδη µεῖζον ὁ Θαλῆς 4. Όταν δε εισήλθοµεν πλέον, ο Θαλής φθεγξάµενος "ποῦ δ'" εἶπεν "ὁ ἀνὴρ είπε µεγαλοφώνως: “Πού ετοποθετήθη ο κατακλινάκύριος αυτός και δυσηρεστήθη;” Όταν δε µενος ἐδυσχέρανεν;" ἀποδειχθείσης δὲ τῆς του έδειξαν την θέσιν, ήλθεν εκεί και χώρας ετοποθέτησε τον εαυτόν του και ηµάς. περιελθὼν ἐκεῖ κατέκλινεν ἑαυτὸν καὶ ἡµᾶς “Εγώ” είπε “και χρήµατα θα έδιδα, διά να "ἀλλὰ έχω οµοτράπεζον τον Άρδαλον”. Ήτο δε κἂν ἐπριάµην" εἰπών "Ἀρδάλῳ κοινωνεῖν µιᾶς ο Άρδαλος από την Τροιζήνα, αυλωδός τραπέζης." ἦν δὲ Τροιζήνιος ὁ Ἄρδαλος, αὐλῳδὸς 150a καὶ ἱερεὺς τῶν Ἀρδαλείων Μουσῶν, ἃς ὁ και ιερεύς των Αρδαλίδων Μουσών, προς παλαιὸς τιµήν των οποίων ίδρυσεν ιερόν ο Ἄρδαλος ἱδρύσατο ὁ Τροιζήνιος. αρχαίος Άρδαλος ο Τροιζήνιος44. Ὁ δ' Αἴσωπος (ἐτύγχανε γὰρ ὑπὸ Κροίσου Ο Αίσωπος τότε, ο οποίος είχε σταλή προ νεωστὶ πρός τε Περίανδρον ἅµα καὶ πρὸς τὸν ολίγου κατά σύµπτωσιν από τον Κροίσον θεὸν προς τον Περίανδρον και συγχρόνως εἰς ∆ελφοὺς ἀπεσταλµένος, καὶ παρῆν ἐπὶ προς τον θεόν εις τους ∆ελφούς45 και ήτο δίφρου παρών, καθήµενος εις ένα χαµηλόν τινὸς χαµαιζήλου παρὰ τὸν Σόλωνα κάθισµα κοντά είς τον Σόλωνα που καθήµενος εκάθητο υψηλότερα46, διηγήθη: “Μιά ἄνω κατακείµενον) "ἡµίονος δ'," ἔφη, "Λυδὸς φορά ένας ηµίονος Λυδός47 είδε την ἐν ποταµῷ τῆς ὄψεως ἑαυτοῦ κατιδὼν εἰκόνα εικόνα της µορφής του εις τον ποταµόν, καὶ και τόσον εθαύµασε διά το µεγάλον και θαυµάσας τὸ κάλλος καὶ τὸ µέγεθος τοῦ (σ. 24) ωραίον του σώµα, ώστε, αφού σώµατος ανετίναξε την χαίτην του, ώρµησε να ὥρµησε θεῖν ὥσπερ ἵππος ἀναχαιτίσας. εἶτα τρέχη σαν άλογο— έπειτα όµως εσκέφθη µέντοι συµφρονήσας ὡς ὄνου υἱὸς εἴη, ότι ήτο υιός όνου, έπαυσεν αµέσως το κατέπαυσε τρέξιµον 150b ταχὺ τὸν δρόµον καὶ ἀφῆκε τὸ φρύαγµα καὶ και άφησε το φρύαγµα και την ορµήν. τὸν θυµόν." Ὁ δὲ Χίλων λακωνίσας τῇ φωνῇ, "καὶ τύνη," Ο Χίλων τότε µε την λακωνικήν του ἔφη, "βραδὺς καὶ τρέχεις τὸν ἡµίονον." διάλεκτον είπε: “Και συ είσαι αργός και τρέχεις σαν ηµίονος48”. Ἐκ τούτου παρῆλθε µὲν ἡ Μέλισσα καὶ κατ- Μετά ταύτα εισήλθεν η Μέλισσα και εκλίθη παρὰ τὸν Περίανδρον, ἡ δ' Εὔµητις έλαβε θέσιν κοντά εις τον Περίανδρον, η ἐκάθισε δε Εύµητις εκάθισεν εις το δείπνον49. Και παρὰ τὸ δεῖπνον. καὶ ὁ Θαλῆς ἐµὲ ο Θαλής απέτεινε τον λόγον εις εµέ, που


προσαγορεύσας είχα θέσιν υψηλότερα του Βίαντος, και ἐπάνω τοῦ Βίαντος κατακείµενον "τί οὐκ είπε: “∆ιατί, ∆ιοκλή, δεν είπες εις τον ἔφρασας," Βίαντα, ότι ο ξένος από την Ναύκρατιν εἶπεν, "ὦ ∆ιόκλεις, Βίαντι τὸν Ναυκρατίτην ήλθε πάλιν προς αυτόν µε προβλήµατα ξένον βασιλικά, ώστε να ακούση την είδησιν ἥκοντα µετὰ προβληµάτων βασιλικῶν αὖθις τώρα που είναι νηφάλιος και ηµπορεί να ἐπ' συγκεντρωθή εις τον εαυτόν του;” αὐτόν, ὅπως νήφων καὶ προσέχων ἑαυτῷ τὸν λόγον δέχηται;" Καὶ ὁ Βίας "ἀλλ' οὗτος µέν," ἔφη, "πάλαι Ο δε Βίας του απήντησεν: “Αλλ' αυτός 150c δεδίττεται ταῦτα παρακελευόµενος, ἐγὼ δὲ µεν προ πολλού ήδη µου το υπενθυµίζει τὸν και ζητεί να µε τροµοκράτηση— εγώ όµως ∆ιόνυσον οἶδα τά τ' ἄλλα δεινὸν ὄντα καὶ γνωρίζω ότι ο ∆ιόνυσος και εις τα άλλα Λύσιον είναι ικανός, και Λύσιος50 επονοµάζεται ἀπὸ σοφίας προσαγορευόµενον, ὥστ' οὐ διά την σοφίαν του, ώστε δεν φοβούµαι δέδια τοῦ µήπως, αν πληµµυρίσω από του θεού θεοῦ µεστὸς γενόµενος µὴ ἀθαρσέστερον την επήρειαν, χάσω το θάρρος µου εις ἀγωνίτον αγώνα”. σωµαι." Τοιαῦτα µὲν ἐκεῖνοι πρὸς ἀλλήλους ἅµα δει- Τοιαύτα αστεία έλεγαν εκείνοι µεταξύ πνοῦντες ἔπαιζον· ἐµοὶ δὲ τὸ δεῖπνον των κατά την διάρκειαν του δείπνου των. εὐτελέστερον Εγώ δε, βλέπων ότι το δείπνον ήτο ὁρῶντι τοῦ συνήθους ἐννοεῖν ἐπῄει πρὸς απλούστερον από το συνηθισµένον, ἐµαυτὸν εσκεπτόµην ότι η δεξίωσις και η ὡς σοφῶν κἀγαθῶν ἀνδρῶν ὑποδοχὴ καὶ πρόσκλησις των σοψων και εναρέτων κλῆσις ανθρώπων δεν δηµιουργεί κανενός οὐδεµίαν προστίθησι δαπάνην ἀλλὰ συστέλλει είδους πρόσθετον δαπάνην, αλλά µάλλον µᾶλτας περιορίζει— διότι αφαιρεί τας περιττάς λον, ἀφαιροῦσα περιεργίας ὄψων καὶ µύρα φροντίδας ξενικὰ καὶ πέµµατα καὶ πολυτελῶν οἴνων διαχύσεις, οἷς 150d καθ' ἡµέραν χρώµενος ἐπιεικῶς ὁ Περίανδρος (σ. 26) προς προµήθειαν φαγητών και τα ἐν ξενικά µύρα και τα γλυκίσµατα καιΐ τα τυραννίδι καὶ πλούτῳ καὶ πράγµασι, τότε πρὸς κεράσµατα µε κρασιά ακριβά, εις τα τοὺς ἄνδρας ἐκαλλωπίζετο λιτότητι καὶ οποία ενώ καθηµερινώς ήτο σωφροσύνῃ συνηθισµένος ο Περίανδρος, επειδή δαπάνης. οὐ γὰρ µόνον τῶν ἄλλων ἀλλὰ καὶ έζησε µέσα εις τυραννίδα και πλούτον και τῆς πολλάς υποθέσεις, τότε απέναντι των γυναικὸς ἀφελὼν καὶ ἀποκρύψας τὸν συνήθη σοφών αυτών ανθρώπων έκαµνεν κόσµον ἐπεδείκνυε σὺν εὐτελείᾳ καὶ επίδειξιν λιτής και σεµνής δαπάνης. Και µετριότητι πραγµατικώς, όχι µόνον όσον αφορά τα κεκοσµηµένην. άλλα, αλλά και από την γυναίκα του αφήρεσε και απέκρυψε τα κοσµήµατα που συνήθως εφορούσε και την παρουσίασε στολισµένην µε µετριότητα και απλότητα. Ἐπεὶ δ' ἐπήρθησαν αἱ τράπεζαι καὶ 5. Όταν πλέον εσήκωσαν τας τραπέζας, στεφάνων η Μέλισσα εµοίρασε στεφάνους, ηµείς παρὰ τῆς Μελίσσης διαδοθέντων ἡµεῖς µὲν εκάµαµεν σπονδάς51, η δε αυλητρίς ἐσπείσασυνώδευσεν ολίγον τας σπονδάς µε την µεν ἡ δ' αὐλητρὶς ἐπιφθεγξαµένη µικρὰ ταῖς τέχνην της και έφυγε. Τότε ο Άρδαλος σποναπέτεινε τον λόγον προς τον Ανάχαρσιν δαῖς ἐκ µέσου µετέστη, προσαγορεύσας τὸν και τον ηρώτησεν, αν οι Σκύθαι έχουν Ἀνάχαρσιν ὁ Ἄρδαλος ἠρώτησεν εἰ παρὰ αυλητρίδας— Σκύθαις


αὐλητρίδες εἰσίν. 150e Ὁ δ' ἐκ τοῦ προστυχόντος "οὐδ' ἄµπελοι" εκείνος δε αµέσως απήντησεν: “Ούτε εἶπε. αµπέλια52”. Τοῦ δ' Ἀρδάλου πάλιν εἰπόντος "ἀλλὰ θεοί Όταν δε πάλιν ο Άρδαλος είπεν “Αλλ' γε όµως θεούς έχουν πάντως οι Σκύθαι53”, Σκύθαις εἰσί," "πάνυ µὲν οὖν," ἔφη, "γλώσσης “Βεβαιότατα” απεκρίθη “έχουν θεούς, ἀνθρωπίνης συνιέντες, οὐχ ὥσπερ δ' οἱ που εννοούν την γλώσσαν των Ἕλληνες ανθρώπων, όχι όπως συµβαίνει µε τους οἰόµενοι Σκυθῶν διαλέγεσθαι βέλτιον ὅµως Έλληνας, που, ενώ νοµίζουν ότι έχουν το τοὺς χάρισµα του λόγου καλύτερα από τους θεοὺς ὀστέων καὶ ξύλων ἥδιον ἀκροᾶσθαι Σκύθας, πιστεύουν ότι οι θεοί ακούουν νοµίζουµε περισσοτέραν ευχαρίστησιν κόκκαλα σιν." και ξύλα”. Ὁ δ' Αἴσωπος, "εἴ γ'," εἶπεν, "εἰδείης, ὦ Ο Αίσωπος τότε είπεν, “Και πού να ξένε, τοὺς νῦν αὐλοποιοὺς ὡς προέµενοι τὰ ήξερες, ξένε54, ότι οι σηµερινοί νεβρεῖα, κατασκευασταί των αυλών, αφού χρώµενοι τοῖς ὀνείοις, βέλτιον ἠχεῖν λέγουσιν. άφησαν τα κόκκαλα των ελάφων διὸ καὶ Κλεοβουλίνη πρὸς τὸν Φρύγιον αὐλὸν µεταχειρίζονται τα κόκκαλα των όνων και ᾐνίξατο. ισχυρίζονται (σ. 28) ότι αυτά δίδουν καλύτερον ήχον. ∆ιά τούτο και η Κλεοβουλίνη έκαµεν αίνιγµα διά τον Φρυγικόν αυλόν 150f κνήµῃ νεκρὸς ὄνος µε κερασφόρῳ οὖας Όνος νεκρός εκτύπησε τ' αυτί µου µε την ἔκρουσεν, κνήµη55, ὥστε θαυµάζειν τὸν ὄνον εἰ παχύτατος καὶ που είχε και στην άκρα της γλωσσίτσα ἀµουκεράτινη. σότατος ὢν τἄλλα λεπτότατον καὶ µουσικώτατον Ώστε είναι ν' άπορη κανείς µε τον όνον, ὀστέον παρέχεται." που, ενώ κατά τα άλλα είναι πολύ χονδρόκοπος και εξαιρετικά άµουσος, δίδει κόκκαλον λεπτόν και πολύ µουσικόν”. Καὶ ὁ Νειλόξενος "ἀµέλει ταῦτ'," ἔφη, "καὶ Τότε και ο Νειλόξενος είπε: “Τα ίδια ἡµῖν τοῖς Ναυκρατίταις ἐγκαλοῦσι Βουσιρῖται· ακριβώς κατηγορούν καί ηµάς τους χρώµεθα γὰρ ἤδη τοῖς ὀνείοις εἰς τὸν αὐλόν. Ναυκρατίτας οι Βουσιρίται56, επειδή ἐκείνοις δὲ καὶ σάλπιγγος ἀκούειν ἀθέµιτον, αρχίσαµεν να µεταχειριζώµεθα διά τον ὡς αυλόν κόκκαλα όνου— ενώ εις εκείνους ὄνῳ φθεγγοµένης ὅµοιον. ὄνον δ' ὑπ' είναι αµαρτία και σάλπιγγα να ακούουν, Αἰγυπτίων διότι ο ήχος της οµοιάζει µε την φωνήν ἴστε δήπου διὰ Τυφῶνα προπηλακιζόµενον." όνου57. Γνωρίζετε δε, υποθέτω, ότι ο όνος περιφρονείται από τους Αιγυπτίους ένεκα του Τυψώνος58”. Αµάσιδος επιστολή Γενοµένης δὲ σιωπῆς ὁ Περίανδρος ὁρῶν 6. Αφού δε έγινε σιωπή, ο Περίανδρος, βουλόµενον µὲν ὀκνοῦντα δ' ἄρξασθαι τοῦ επειδή παρετήρησεν ότι ο Νειλόξενος λόγου ήθελεν, αλλά εδίσταζε 151a τὸν Νειλόξενον, "ἐγώ τοι," εἶπεν, "ὦ ἄνδρες να λάβη τον λόγον, είπεν: “Εγώ, κύριοι, ἐπαινῶ καὶ πόλεις καὶ ἄρχοντας, ὅσοι ξένοις επιδοκιµάζω και τα κράτη και τους πρῶτον εἶτα πολίταις χρηµατίζουσι· καὶ νῦν άρχοντας εκείνους, όσοι εξυπηρετούν δοκεῖ µοι τοὺς µὲν ἡµετέρους λόγους οἷον ἐπι- πρώτα τους ξένους, και έπειτα τους χωρίους καὶ συνήθεις βραχὺν χρόνον ἐπισχεῖν, συµπολίτας των. Και τώρα µου φαίνεται πρόσοδον δ' ὥσπερ ἐν ἐκκλησίᾳ δοῦναι τοῖς ορθόν τα ιδικά µας µεν ζητήµατα, σαν Αἰγυπτίοις ἐκείνοις καὶ βασιλικοῖς, οὓς ὁ εντόπια και γνωστά, να περιµένουν βέλτιστος ολίγον, να αφήσωµεν δε να ἥκει κοµίζων Νειλόξενος Βίαντι, Βίας δὲ παρουσιασθούν, όπως εις την εκκλησίαν βούλεται του δήµου, τα ζητήµατα, που ο φίλτατος


κοινῇ σκέψασθαι µεθ' ἡµῶν."

Νειλόξενος ήλθε και έφερεν από την Αίγυπτον εκ µέρους του βασιλέως προς τον Βίαντα, ο δε Βίας θέλει να εξέταση µαζί σας”. Καὶ ὁ Βίας, "ποῦ γὰρ ἢ µετὰ τίνων," ἔφη, Και ο Βίας απήντησε: “Και πού αλλού και "προθυµότερον ἄν τις ἀποκινδυνεύσειεν, εἰ µαζί µε (σ. 30) ποίους άλλους θα ετόλµα δεῖ, κανείς µε µεγαλυτέραν προθυµίαν να πρὸς τοιαύτας ἀποκρίσεις, ἄλλως τε τοῦ αναλάβη την ευθύνην διά τοιαύτας βασιλέως απαντήσεις, αν πρέπη να γίνη τούτο, αφού µάλιστα 151b κελεύσαντος ἄρξασθαι µὲν ἀπ' ἐµοῦ, ο βασιλεύς παρήγγειλε να αρχίση από εµέ περιελθεῖν δ' η συζήτησις, αλλά να κάµη τον γύρον εἰς ἅπαντας ὑµᾶς τὸν λόγον;" όλων σας;” Οὕτω δὴ παρεδίδου µὲν αὐτῷ τὸ Έτσι λοιπόν ο Νειλόξενος παρέδωσε την γραµµατεῖον ὁ επιστολήν εις αυτόν, εκείνος δε του είπε Νειλόξενος, ὁ δ' αὐταὸν ἐκέλευσε λύσαντα να την ανοίξη και να αναγνώση όλα παντάενώπιον όλων. Η έννοια δε των πασιν ἐς µέσον ἀναγνῶναι. διάνοιαν δὲ γραφοµένων ήτο τοιαύτη: τοιαύτην εἶχε τὰ γεγραµµένα. "Βασιλεὺς Αἰγυπτίων Ἄµασις λέγει Βίαντι “Ο βασιλεύς των Αιγυπτίων Άµασις σοφωτάτῳ Ἑλλήνων. χαιρετίζει τον Βίαντα, τον σοφώτατον µεταξύ των Ελλήνων. "Βασιλεὺς Αἰθιόπων ἔχει πρὸς ἐµὲ σοφίας Ο βασιλεύς των Αιθιόπων συναγωνίζεται ἅµιλλαν. ἡττώµενος δὲ τοῖς ἄλλοις ἐπὶ πᾶσι µαζί µου περί ευφυΐας. Επειδή δε ενικήθη συντέθεικεν ἄτοπον ἐπίταγµα καὶ δεινόν, εις όλα τα άλλα, έχει συντάξει ένα ἐκπιεῖν πρόβληµα παράξενον και δύσκολον: µε µε κελεύων τὴν θάλατταν. ἔστι δὲ λύσαντι διατάσσει να πίω ολόκληρον την µὲν θάλασσαν59. Η συµφωνία µας είναι, αν το ἔχειν κώµας τε πολλὰς καὶ πόλεις τῶν ἐκείνου, λύσω, να καταλάβω πολλά χωρία και πόλεις ιδικάς του— 151c µὴ λύσαντι δ' ἄστεων τῶν περὶ Ἐλεφαντίνην αν δεν το λύσω, να του παραχωρήσω ἀποστῆναι. σκεψάµενος οὖν εὐθὺς ἀπόπεµπε την περιοχήν γύρω από την Νειλόξενον. ἃ δὲ δεῖ φίλοις σοῖς ἢ πολίταις Ελεφαντίνην60. Σκέψου λοιπόν και στείλε γενέσθαι παρ' ἡµῶν οὐ τἀµὰ κωλύσει." οπίσω ευθύς τον Νειλόξενον. Όσα πάλιν χρειάζεται να γίνουν από εµέ εις φίλους ή συµπολίτας σου, εκ µέρους µου δεν θα υπάρξη καµµία δυσκολία”. Τούτων ἀναγνωσθέντων οὐ πολὺν χρόνον Μετά την ανάγνωσιν αυτών ο Βίας δεν ἐπιεπερίµενε πολύ, αλλ' αφού εσκέφθη σχὼν ὁ Βίας, ἀλλὰ µικρὰ µὲν αὐτὸς πρὸς ολίγον µόνος του και έπειτα συνωµίλησεν αὑτῷ ολίγον µε τον Κλεόβουλον που εκάθητο γενόµενος µικρὰ δὲ τῷ Κλεοβούλῳ προσοµι- κοντά του, είπε: “Τί λέγεις, Ναυκρατίτη, λήσας ἐγγὺς κατακειµένῳ "τί λέγεις," εἶπεν, θα θελήση ο Άµασις, που είναι βασιλεύς "ὦ Ναυκρατῖτα; βασιλεύων ἀνθρώπων τόσον πολλών ανθρώπων και έχει τοσούτων εξαίρετον χώραν, να πιή τόσην θάλασσαν Ἄµασις, κεκτηµένος δὲ χώραν ἀρίστην δι' ασήµαντα και ελεεινά χωρία;” τοσαύτην ἐθελήσει ἐπὶ κώµαις ἀδόξοις καὶ λυπραῖς ἐκπιεῖν θάλατταν;" Καὶ ὁ Νειλόξενος γελάσας "ὡς θελήσαντος," Και ο Νειλόξενος εγέλασε και είπε: εἶπεν, "ὦ Βία, σκόπει τὸ δυνατόν." “Παραδέξου, Βία, ότι θα θελήση, και σκέψου τί ηµπορεί να γίνη”. 151d "Φραζέτω τοίνυν," ἔφη, "τῷ Αἰθίοπι τοὺς “Ας απαντήση λοιπόν” είπεν “εις τον ἐµβάλλοντας εἰς τὰ πελάγη ποταµοὺς Αιθίοπα να σταµατήση τους (σ. 32)


ἐπισχεῖν, ποταµούς που χύνονται εις το πέλαγος, ἕως αὐτὸς ἐκπίνει τὴν νῦν οὖσαν θάλατταν· εν όσω αυτός πίνει την θάλασσαν που περὶ υπάρχει τώρα— διότι η διαταγή εδόθη δι' ταύτης γὰρ τὸ ἐπίταγµα γέγονεν, οὐ τῆς αυτήν και όχι δι' εκείνην που θα ὕστερον σχηµατισθή ύστερα”. ἐσοµένης." Ὡς δὲ ταῦτ' εἶπεν ὁ Βίας, ὁ µὲν Νειλόξενος Μόλις είπεν αυτά ο Βίας, ο Νειλόξενος ὑφ' ἡδονῆς ὥρµησε περιβαλεῖν τὸν Βίαντα καὶ ώρµησεν από την χαράν του να τον φιλῆσαι· τῶν δ' ἄλλων ἐπαινεσάντων καὶ ἀπο- αγκαλιάση και να τον φιλήση. Ενώ δε οι δεξαµένων γελάσας ὁ Χίλων, "ὦ Ναυκρατῖτα," άλλοι µε επαίνους επεδοκίµαζαν την ἔφη, "ξένε, πρὶν ἀπολέσθαι τὴν θάλατταν ἐκ- απάντησιν του Βίαντος, ο Χίλων εγέλασε ποθεῖσαν ἀπάγγελλε πλεύσας Ἀµάσιδι µὴ και είπε. “Πριν να καταποθή και ζητεῖν εξαφανισθή η θάλασσα61, φίλε ὅπως ἅλµην ἀναλώσει τοσαύτην, ἀλλὰ µᾶλλον Ναυκρατίτη, να πλεύσης και να είπης εις ὅπως πότιµον καὶ γλυκεῖαν τοῖς ὑπηκόοις τὴν τον Άµασιν, ότι πρέπει να µη ερωτά µε τί τρόπον θα εξοδεύση τόσην πολλήν άλµην, αλλά µάλλον πως θα καταστήση την βασιλείαν του πόσιµον και γλυκείαν62 151e βασιλείαν παρέξει· περὶ ταῦτα γὰρ δεινότατος είς τους υπηκόους του. ∆ιά το ζήτηµα δε Βίας καὶ διδάσκαλος τούτων ἄριστος, ἃ µαθὼν αυτό είναι ικανώτατος να δώση Ἄµασις οὐδὲν ἔτι τοῦ χρυσοῦ δεήσεται ποδα- συµβουλήν ο Βίας και να τον διδάξη νιπτῆρος ἐπὶ τοὺς Αἰγυπτίους, ἀλλὰ άριστα εκείνα, που, αν τα µάθη ο θεραπεύσουσι Άµασις63, δεν θα χρειάζεται πλέον διά πάντες αὐτὸν καὶ ἀγαπήσουσι χρηστὸν ὄντα, τους Αιγυπτίους τον χρυσούν κἂν µυριάκις ἢ νῦν ἀναφανῇ δυσγενέστερος." ποδονιπτήρα64, αλλ' όλοι, αφού θα είναι καλός, θα τον τιµούν και θα τον αγαπούν, και αν ακόµη αποδειχθή ότι η καταγωγή του είναι χιλιάκις ταπεινοτέρα απ' ότι είναι τώρα”. "Καὶ µήν," ἔφη ὁ Περίανδρος, "ἄξιόν γε “Αλήθεια” επρόσθεσεν ο Περίανδρος τοιαύτας ἀπαρχὰς τῷ βασιλεῖ συνεισενεγκεῖν “αξίζει να συνεισφέρωµεν όλοι ανδρακάς, ἅπαντας ‘ἀνδρακάς,’ ὥσπερ ἔφησεν Ὅµηρος· καθώς λέγει ο Όµηρος, παρόµοια δώρα ἐκείνῳ τε γὰρ ἂν γένοιτο πλείονος ἀξία τῆς εις τον βασιλέα. ∆ιότι η προσθήκη αυτή ἐµπορίας ἡ παρενθήκη, καὶ ἡµῖν ἀντὶ πάντων εις το εµπόρευµα65 και (σ. 34) δι' εκείνον ὠφέλιµος." θα έχη µεγαλυτέραν αξίαν και εις ηµάς θα είναι περισσότερον απ' όλα ωφέλιµος”. Μοναρχία Εἰπόντος οὖν τοῦ Χίλωνος ὡς Σόλων κατ- 7. Ό Χίλων τότε παρατήρησεν, ότι σωστόν ήτο 151f άρχεσθαι τοῦ λόγου δίκαιός ἐστιν, οὐ µόνον τον λόγον να αρχίση ο Σόλων, όχι µόνον ὅτι διότι κατά την ηλικίαν ήτο ανώτερος πάντων προήκει καθ' ἡλικίαν καὶ τυγχάνει όλων και ευρίσκετο κατά σύµπτωσιν εις κατατην πρώτην θέσιν, αλλά και διότι κατείχε κείµενος πρῶτος, ἀλλ' ὅτι τὴν µεγίστην καὶ το µέγιστον και τελειότατον αξίωµα ως τελειοτάτην ἀρχὴν ἄρχει νόµους Ἀθηναίοις νοµοθέτης των Αθηνών. Τότε ο θέµενος, ὁ οὖν Νειλόξενος ἡσυχῇ πρὸς ἐµέ Νειλόξενος είπε σιγά προς εµέ: “Πολλά "πολλά πράγµατα, ∆ιοκλή, που πιστεύονται δεν γ'," εἶπεν, "ὦ ∆ιόκλεις, πιστεύεται ψευδῶς, είναι αληθή, και ευχαριστούνται πολλοί καὶ χαίρουσιν οἱ πολλοὶ λόγους ἀνεπιτηδείους και οι ίδιοι να πλάττουν διά τους σοφούς περὶ σοφῶν ἀνδρῶν αὐτοί τε πλάττοντες καὶ διαδόσεις αναρµόστους και από άλλους δεχόµενοι παρ' ἑτέρων ἑτοίµως, οἷα καὶ πρὸς να δέχωνται προθύµως. Όπως είναι ἡµᾶς εἰς Αἴγυπτον ἀπηγγέλη περὶ Χίλωνος, ὡς εκείνα που µας ανέφεραν εις την ἄρα διαλύσαιτο τὴν πρὸς Σόλωνα φιλίαν καὶ Αίγυπτον διά τον Χίλωνα, ότι τάχα διέκοψε τας φιλικάς σχέσεις του µε 152a ξενίαν, ὅτι τοὺς νόµους ὁ Σόλων ἔφη τον Σόλωνα, διότι ο Σόλων είπεν ότι οι


µετακινητοὺς νόµοι είναι µετακινητοί66”. εἶναι." Καὶ ἐγώ "γελοῖος," ἔφην, "ὁ λόγος· οὕτω “Τούτο” είπον εγώ “είναι γελοίον— διότι γὰρ δεῖ πρῶτον ἀποποιεῖσθαι τὸν Λυκοῦργον τότε πρέπει να αποδοκιµάσωµεν τον αὐτοῖς νόµοις ὅλην µετακινήσαντα τὴν Λυκούργον, που µετεκίνησεν ολόκληρον Λακεδαιτο πολίτευµα των Λακεδαιµονίων µε µονίων πολιτείαν." όλους µαζί τους νόµους”. Μικρὸν οὖν ἐπισχὼν ὁ Σόλων "ἐµοὶ µέν," Αφού λοιπόν ο Σόλων εσκέφθη ολίγον, ἔφη, "δοκεῖ µάλιστ' ἂν ἔνδοξος γενέσθαι καὶ είπεν: “Εγώ νοµίζω ότι και βασιλεύς και βασιλεὺς καὶ τύραννος, εἰ δηµοκρατίαν ἐκ τύραννος θα εγίνετο ιδιαιτέρως ένδοξος, µοναν αντί της µοναρχίας εγκαθίδρυεν εις αρχίας κατασκευάσειε τοῖς πολίταις." τους πολίτας δηµοκρατίαν”. ∆εύτερος δ' ὁ Βίας εἶπεν, "εἰ πρῶτος χρῷτο ∆εύτερος ο Βίας είπεν: “Εάν είχεν ως τοῖς νόµοις τῆς πατρίδος." τρόπους διαγωγής τους νόµους της πατρίδος του67”. Ἐπὶ τούτῳ δ' ὁ Θαλῆς ἔφησεν, εὐδαιµονίαν Μετά τούτον ο Θαλής επρόσθεσεν ότι ἄρχοντος νοµίζειν, εἰ τελευτήσειε γηράσας ευδαιµονίαν άρχοντος νοµίζει, αν γηράση κατὰ και αποθάνη από φυσικόν θάνατον. φύσιν. Τέταρτος Ἀνάχαρσις, "εἰ µόνον εἴη Τέταρτος ο Ανάχαρσις “Εάν δεν είναι φρόνιµος." µόνος αυτός φρόνιµος”. Πέµπτος δ' ὁ Κλεόβουλος, "εἰ µηδενὶ Πέµπτος ο Κλεόβουλος “Αν δεν έχη πιστεύοι εµπιστοσύνην εις κανένα από εκείνους τῶν συνόντων." που συναναστρέφεται”. 152b Ἕκτος δ' ὁ Πιττακός, "εἰ τοὺς ὑπηκόους ὁ Έκτος ο Πιττακός “Αν ο (σ. 36) άρχων ἄρχων παρασκευάσειε φοβεῖσθαι µὴ αὐτὸν κάµη τους υπηκόους του να φοβούνται ἀλλ' όχι αυτόν, αλλά δι' αυτόν68”. ὑπὲρ αὐτοῦ." Μετὰ τοῦτον ὁ Χίλων ἔφη τὸν ἄρχοντα Μετά τούτον ο Χίλων είπεν, ότι ο αρχών χρῆναι δεν πρέπει να σκέπτεται εις τίποτε ως µηδὲν φρονεῖν θνητόν, ἀλλὰ πάντ' ἀθάνατα. θνητός, αλλά εις όλα ως αθάνατος69. Ῥηθέντων δὲ τούτων ἠξιοῦµεν ἡµεῖς καὶ Μετά τας ανακοινώσεις αυτάς ηµείς αὐτὸν εἰπεῖν τι τὸν Περίανδρον. ὁ δ' οὐ µάλα εζητήσαµεν να είπη κάτι και αυτός ο φαιδρὸς ἀλλὰ συστήσας τὸ πρόσωπον "ἐγὼ Περίανδρος. Εκείνος όµως όχι και πολύ τοίνυν," ἔφη, "προσαποφαίνοµαι τὰς φαιδρός, αλλά µε συνωφρυωµένον εἰρηµένας πρόσωπον70 είπεν: “Εγώ λοιπόν γνώµας ἁπάσας σχεδὸν ἀφιστάναι τοῦ ἄρχειν προσθέτω ότι όλαι σχεδόν αι γνώµαι, που τὸν νοῦν ἔχοντα." έχουν προταθή, αποτρέπουν από την εξουσίαν τον φρόνιµον άνθρωπον”. Καὶ ὁ Αἴσωπος οἷον ἐλεγκτικῶς "ἔδει Και ο Αίσωπος, σαν φίλος της αντιλογίας τοίνυν," που ήτο, επρόσθεσεν: “Έπρεπε λοιπόν ἔφη, "τοῦτο καθ' ἑαυτοὺς περαίνειν καὶ µή, µόνοι µας να κανονίσωµεν το ζήτηµα 152c συµβούλους φάσκοντας εἶναι καὶ φίλους, τούτο, και όχι να κατηγορούµεν τους κατηγόρους άρχοντας, ενώ λέγοµεν ότι είµεθα φίλοι γίγνεσθαι τῶν ἀρχόντων." και σύµβουλοι των”. Ἁψάµενος οὖν αὐτοῦ τῆς κεφαλῆς ὁ Σόλων Τότε ο Σόλων ήγγισε το κεφάλι του καὶ διαµειδιάσας εἶπεν, "οὐκ ἂν δοκεῖ σοι Αισώπου και µε µειδίαµα είπεν εις αυτόν: µετριώ“∆εν σου φαίνεται ότι κάµνει τερον ἄρχοντα ποιεῖν καὶ τύραννον µετριοπαθέστερον τον άρχοντα και ἐπιεικέστερον ηθικώτερον τον τύραννον εκείνος που ὁ πείθων ὡς ἄµεινον εἴη τὸ µὴ ἄρχειν ἢ τὸ τον καταπείθει, ότι είναι καλύτερον να ἄρχειν;" µην έχη κανείς την αρχήν παρά να την έχη;” "Τίς δ' ἂν," ἔφη, "σοὶ τοῦτο πεισθείη “Μα ποιός” απεκρίθη εκείνος “θα µᾶλλον πιστεύση εις σε περισσότερον παρά εις ἢ τῷ θεῷ φράσαντι κατὰ τὸν πρὸς σὲ τον θεόν, ο οποίος εις τον χρησµόν που


χρησµόν, εὔδαιµον ἀκοῦον;"

σου έδωσεν είπεν πτολίεθρον

ἑνὸς

κήρυκος

αν ένα ακούη κήρυκα, καλότυχη η πόλις; 71

Καὶ ὁ Σόλων "ἀλλὰ µήν," ἔφη, "καὶ νῦν ἑνὸς Και ο Σόλων είπεν: “Αλλά και τώρα οι Αθηναίοι, µε 152d Ἀθηναῖοι κήρυκος ἀκροῶνται καὶ ἄρχοντος την δηµοκρατίαν που έχουν, ένα κήρυκα τοῦ και άρχοντα ακούουν, τον νόµον. Συ δε νόµου, δηµοκρατίαν ἔχοντες. σὺ δὲ δεινὸς εἶ είσαι ικανός να εννοής την γλώσσαν κοράκων ἐπαΐειν καὶ κολοιῶν, τῆς δ' ἴσου κοράκων και κολοιών72, αλλά την φωνήν φωνῆς (σ. 38) του θεού δεν ακούεις µε οὐκ ἀκριβῶς ἐξακούεις, ἀλλὰ πόλιν µὲν οἴει ακρίβειαν73— και φαντάζεσαι ότι εκείνη η κατὰ πόλις είναι πολύ ευτυχής, που κατά την τὸν θεὸν ἄριστα πράττειν τὴν ἑνὸς παραγγελίαν του θεού υπακούει εις ένα ἀκούουσαν, και µόνον, εις το συµπόσιον όµως συµποσίου δ' ἀρετὴν νοµίζεις τὸ πάντας δια- νοµίζεις ότι σωστόν είναι να οµιλούν όλοι λέγεσθαι καὶ περὶ πάντων." και δι' όλα”. "Σὺ γάρ," ἔφη ὁ Αἴσωπος, "οὔπω γέγραφας “Βέβαια”, απήντησεν ο Αίσωπος— “διότι ὅ τι ὅµοιον ἦν, οἰκέτας µὴ µεθύειν, ὡς συ δεν έθεσες ακόµη νόµον που ν' ἔγραψας απαγορεύη να µεθούν οι δούλοι, σαν Ἀθήνησιν οἰκέτας µὴ ἐρᾶν µηδὲ ξηραλοιφεῖν." εκείνον που έθεσες εις τας Αθήνας, οι δούλοι να µην ερωτεύωνται µήτε να ξηραλείφωνται74”. Γελάσαντος οὖν τοῦ Σόλωνος Κλεόδωρος ὁ Ο Σόλων τότε εγέλασεν, ο δε ιατρός ἰατρός "ἀλλ' ὅµοιον," ἔφη, "τὸ ξηραλοιφεῖν τῷ Κλεόδωρος είπεν: “Αλλ' όµοιον µε το να λαλεῖν ἐν οἴνῳ βρεχόµενον· ἥδιστον γάρ ξηραλείφεται κανείς είναι και το να ἐστι." φλυαρά βρεγµένος εις το κρασί— διότι είναι πολύ ευχάριστον75”. 152e Καὶ ὁ Χίλων ὑπολαβὼν ἔφη "διὰ τοῦτό τοι Και ο Χίλων επρόσθεσεν: “Ένας λόγος µᾶλλον ἀφεκτέον αὐτοῦ." περισσότερον να το αποφεύγη κανείς76”. Πάλιν δ' ὁ Αἴσωπος, "καὶ µήν," ἔφη, "Θαλῆς Αλλ' ο Αίσωπος είπε πάλιν: “Και όµως ο ἔδοξεν εἰπεῖν ὅτι τάχιστα γηράσαι." Θαλής µου εφάνη να είπεν ότι πολύ γρήγορα θα γηράση77”. * ** Σηµειώσεις 44. Ο Πλούταρχος εις το Περί µουσικής 1133a αναφέρει ως πρώτον ευρετήν της αυλωδίας τον Τροιζήνιον Άρδαλον, περί του οποίου ο Παυσανίας (II 31,4ε.>) παραδίδει ότι ήτο υιός του Ηφαίστου. Εις το ιερόν των Αρδαλίδων Μουσών, το οποίον επεσκέφθη, παρά την Τροιζήνα (σήµερον ∆αµαλάν, απέναντι του Πόρου) διετηρείτο και σύγγραµµα αναγόµενον εις τον πάππον του Θησέως Πιτθέα, υπήρχε δε και βωµός των Αρδαλίδων, επί του οποίου εθυσίαζον εις τας Μούσας και τον Ύπνον. 45. Ο Αίσωπος επεσκέφθη και τελευταίαν φοράν τους ∆ελφούς, ότε και εφονεύθη υπό των κατοίκων. Φυσικά ο συνδυασµός της παρουσίας του µε αποστολήν εκ µέρους του Κροίσου, του οποίου γνωσταί είναι αι σχέσεις προς το δελφικόν µαντείον, είναι αναχρονισµός. 46. Παροµοία σκηνή υπάρχει και εις τον Φαίδωνα του Πλάτωνος 89b. Ο Φαίδων κάθεται εις κάθισµα κάτωθεν του Σωκράτους, ο οποίος του χαϊδεύει τα µαλλιά εις µίαν στιγµήν της συζητήσεως, όπως κατωτέρω (152c) ο Σόλων του Αισώπου. Η ιδιαιτέρα θέσις εδόθη εις τον Αίσωπον, ίσως διότι ήτο δούλος.


47. ∆ιατί Λυδός; Μήπως είν' υπαινιγµός εις την µη τελείως ελληνικήν καταγωγήν του Αλεξιδήµου; 48. Ο Χίλων παροµοιάζει τον Αίσωπον µε τον ηµίονον του µύθου, διότι, ενώ ττρίν ήτο δούλος, τώρα κοµπάζει εκεί ως επίσηµος απεσταλµένος του βασιλέως Κροίσου. Το χωρίον πάντως είναι εφθαρµένον και η ερµηνεία του πολύ αµφίβολος. 49. Το χωρίον εφθαρµένον. Προφανώς ο Πλούταρχος θέλει να είπη ότι η Εύµητις εκάθισε κοντά εις τον πατέρα της και δεν κατεκλίθη, όπως οι λοιποί, διότι ήτο κόρη. 50. Περί του επιθέτου τούτου του ∆ιονύσου ίδε και Συµποσιακά 613c. Λύει (λυτρώνει) ο ∆ιόνυσος από κάθε δεινόν και από κάθε δεσµόν. Εις την προκειµένην περίπτωσιν λύει της γλώσσης τα δεσµά και της σκέψεως. 51. ∆ιά να αρχίση ο πότος. Η αυλητρίς εχρησίµευε διά να συνοδεύση µ' ένα θρησκευτικόν αύληµα τας σπονδάς, και διά τούτο εθεωρείτο απαραίτητος. Εις τα κοινά (όχι των σοφών) τα συµπόσια παρέµενε και κατόπιν, δια να τέρπη τους συµπότας µε την µουσικήν και τα τραγούδια της. Περί όλων αυτών των λεπτοµερειών του συµποσίου των αρχαίων πρβλ. όσα λέγονται υπό Ι. Συκουτρή εις την έκδοσιν του Συµποσίου του Πλάτωνος σ. 23* κεξ. 52. Τί σχέσιν έχουν τα αµπέλια µε τας αυλητρίδας; Τούτο οµοιάζει κάπως µε το γνωστόν "ράβδος εν γωνία". Εδώ όµως ο συνειρµός ευρίσκεται ευκολώτερον, Ο Ανάχαρσις θέλει να είπη: αφού δεν υπάρχουν αµπέλια και κρασί, δεν έχουν και συµπόσια— άρα ούτε αυλητρίδας. Η απάντησις αυτή του Αναχάρσιδος ήτο παροιµιώδης (∆ιογ. Λ. 1,104)— ο Αριστοτέλης (Αναλ. ύστερα 78b30) την αναφέρει ως παράδειγµα λογικού άλµατος. 53. Ο Άρδαλος, ο αυλωδός, θέλει να παγιδεύση τον Ανάχαρσιν και τον ερωτά πάλιν αν οι Σκύθαι έχουν θεούς, και αν ναι, τότε πως γίνονται αι τελεταί και ιερουργίαι χωρίς µουσικήν; Αλλ' εκείνος δεν συλλαµβάνεται, έχει έτοιµον την απάντησιν— οι θεοί, λέγει, των Σκυθών ακούουν τον φωνήν των ανθρώπων και όχι κόκκαλα και ξύλα, δηλαδή αυλούς και κιθάρας, καθώς πιστεύουν οι Έλληνες περί των ιδικών των θεών. 54. Ο Αίσωπος πλειοδοτών εις την επίκρισιν του Αναχάρσιδος αποδεικνύει το γελοίον µε το ότι όχι µόνον κόκκαλα, αλλά κόκκαλα µάλιστα γαϊδάρων χρησιµοποιούν. 55. "Κνήµη κερασφόρος" λέγεται εις το αίνιγµα ο αυλός, διότι ήτο κατασκευασµένος από κνήµην όνου και είχεν εις το άκρον µικράν γλώσσαν από κέρατον. Τα χειρόγραφα παρουσιάζουν εις το χωρίον τούτο φθοράν, ουδεµία δε διόρθωσις µέχρι τούδε είναι ασφαλής— εις την µετάφρασιν ηκολούθησα ως ορθοτέραν την διόρθωσιν και ερµηνείαν του Γ. Βερναρδάκη. 56. "Βούσιρις" αρχαία πόλις εις το ∆έλτα του Νείλου, πρωτεύουσα του Βουσιρίτου νοµού— οι κάτοικοι Βουσιρίται. Σήµερον λέγεται Abousir. 57. Εις άλλο έργον του ο Πλούταρχος (Περί Ίσιδος καί Οσίριδος 362f) λέγει— "Βουσιρῖται δὲ καὶ Λυκοπολῖται σάλπιγξιν οὐ χρῶνται τὸ παράπαν ὡς ὄνῳ φθεγγοµέναις ἐµφερές". 58. Τον Τυφώνα εθεώρουν οι Αιγύπτιοι ως δαίµονα κακόν, αιτίαν καί αφορµήν όλων τον συµφορών, τον παρίστανον δε υπό µορφήν όνου ή ιπποποτάµου. 59. Το πρόβληµα τούτο και η λύσις αυτού αναφέρονται κατ' άλλον τρόπον και εκτενέστερα εις τον βίον του Αίσωπου και το Μυθολογικόν του Συντίπα. 60. Νήσος και πόλις αρχαία εις τον Νείλον απέναντι του σηµερινού Ασσουάν— ο Ηρόδοτος την ονοµάζει πόλιν Ελεφαντίνην, άλλοι δε Ελεφάντων πόλιν.


61. Οπότε θα είν' αδύνατον να ταξιδεύση κανείς ως εκεί. 62. Συχνή µεταφορά εις τους αρχαίους ήδη από του Πλάτωνος (Φαίδρ. 243d). Ο Άµασις έχει υποχρέωσιν να καταστήση την ζωήν των υπηκόων του τόσον ευχάριστον, όσον το γλυκύ και πόσιµον νερόν εν σχέσει µε την άλµην. 63. Ο Άµασις κατήγετο από γένος πολύ ταπεινόν— ήτο χυδαίος, µέθυσος και κλέπτης ακόµη κατά τον Ηρόδοτον (2, Φ 174). Όταν όµως έγινε βασιλεύς, έδειξεν ευφυΐαν και σύνεσιν και εφηµίζετο διά την σοφίαν του. 64. Ο Ηρόδοτος (2,172) περί της χρυσής αυτής λεκάνης διηγείται τα εξής: Ο Άµασις είχε χρυσούν ποδονιπτήρα, εις τον οποίον έπλυναν τους πόδας των και αυτός και οι συνδαιτυµόνες του. Τούτον έκοψεν εις τεµάχια και µε το υλικόν του κατεσκεύασεν ένα χρυσούν άγαλµα θεού και το έστησεν εις περίβλεπτον µέρος της πόλεως— όλοι τότε οι Αιγύπτιοι µε σεβασµόν το επροσκύνουν. Τούτο όταν έµαθεν ο Άµασις, εκάλεσε τους Αιγυπτίους και είπε: Το άγαλµα που λατρεύετε ήτο πρωτύτερα λεκάνη, όπου πολλοί έπλυναν τα πόδια των και έρριπταν κάθε είδους ακαθαρσίαν. Το όµοιον συµβαίνει και δι' εµέ— αν και έχω ταπεινήν καταγωγήν, τώρα όµως είµαι βασιλεύς, εις τον οποίον οφείλετε αγάπην και τιµήν. 65. Εµπόρευµα είναι η απάντησις του Βίαντος, χάριν της οποίας έγινε το ταξίδι του Νειλοξένου, προσθήκη δε (δηλ. το πάρεργον) αι σύµβουλοι περί του καλυτέρου τρόπου της εξασκήσεως της µοναρχίας, τας οποίας θα προσφέρουν ως δώρον—και αυταί είναι σπουδαιότεροι. 66. Η παράδοσις εδηµιουργήθη, διότι η Σπάρτη εθεωρείτο ως Ακρόπολις της αδιαλλάκτου συντηρητικότητος, ενώ αι Αθήναι ευρίσκοντο υπό διαρκείς πειραµατισµούς. Η αντίθεσις αυτή παρεστάθη συµβολικώς ως αντίθεσις των δύο σοφών Σόλωνος και Χίλωνος. 67. Αν δηλαδή ο τύραννος, ο οποίος δύναται να ενεργή αυθαιρέτως, κατορθώση να µεταβάλη τους νόµους της χώρας του εις φυσικάς του ιδιότητας, ώστε να µη θ έ λ η να ενεργή διαφορετικά. 68. Παρόµοιόν τι λέγει ο Πλούταρχος και εις τον βίον του Αράτου 5: "ὅταν ἐθισθῶσιν οἱ πολλοί τε καὶ δυνατοὶ µὴ τὸν ἡγούµενον ἀλλ' ὑπὲρ τοῦ ἡγουµένου δεδιέναι, πολλοῖς µὲν ὅµµασιν ὁρᾷ, διὰ πολλῶν δὲ ὥτων ἀκούει καὶ αἰσθάνεται τὰ γινόµενα". 69. Και ο Αριστοτέλης εις τα Ηθικά Νικοµάχεια 1177b31 λέγει: "οὐ χρὴ δὲ κατὰ τοὺς παραινοῦντας ἀνθρώπινα φρονεῖν ἄνθρωπον ὄντα οὐδὲ θνητὰ τὸν θνητόν, ἀλλ' ἐφ' ὅσον ἐνδέχεται ἀθανατίζειν καὶ πάντα ποιεῖν πρὸς τὸ ζῆν κατὰ τὸ κράτιστον τῶν ἐν αὑτῷ". Πρβλ. και Πλάτ. Τίµαιον 90c: "φρονεῖν µὲν ἀθάνατα καὶ θεῖα, ἄνπερ ἀληθείας ἐφάπτηται, πᾶσα ἀνάγκη που". 70. Ο Περίανδρος ο τύραννος αντιλαµβάνεται ότι είναι τόσον δυσκατόρθωτα εις έναν άρχοντα τα λεχθέντα, ώστε συνάγει το συµπέρασµα, ότι ο φρόνιµος άνθρωπος πρέπει να αποφεύγη τοιαύτα αξιώµατα— διά τούτο είναι µελαγχολικός. 71. Περί του χρησµού τούτου δεν γίνεται λόγος εις τον Βίον του Σόλωνος. 72. Είναι υπαινιγµός εις τους µύθους του Αισώπου, όπου οµιλούν τα ζώα. Ο Αίσωπος έχει το χάρισµα να εννοή την γλώσσαν των ζώων, την σκοτεινήν εις τους κοινούς ανθρώπους, αλλά τα υποδηλούµενα των σκοτεινών χρησµών δεν τα εννοεί. 73. Ο Σόλων προσφέρει εδώ αλληγορικήν ερµηνείαν του χρησµού, τον οποίον δεν εννοεί ο δούλος και εποµένως άµοιρος πολιτικής αρετής Αίσωπος. Του υποδεικνύει εµµέσως ότι περί


τοιούτων ζητηµάτων δεν έχει καµµίαν αρµοδιότητα να οµιλή, έστω και εις το συµπόσιον. Ο Αίσωπος απαντά, ότι, εφ' όσον είναι δούλος, έχει δικαίωµα να µεθά και να µετέχη εις ένα συµπόσιον, κατά συνέπειαν να λαµβάνη µέρος και εις τας συζητήσεις. 74. Περί του νόµου τούτου βλέπε και βίον Σόλωνος 1. Το ρήµα "ξηραλοιφώ" µετεχειρίζοντο oι γυµναζόµενοι προ πάντων διά την πάλην— σηµαίνει δε αλείφω µε έλαιον το σώµα, διά να γίνουν τα µέλη ευλύγιστα. Έρως και γυµναστική εθεωρούντο απασχολήσεις αρµώζουσαι µόνον εις ελευθέρους. 75. Ο Κλεόδωρος παίζει µε τας αντιθέτους εννοίας "ξηραλοιφῶ" και "βρέχοµαι". 76. Πρβλ. το απόφθεγµα του Χίλωνος (∆ιογ. 1,69) "Γλώττης κρατεῖν καὶ µάλιστα ἐν συµποσίῳ". 77. Η φράσις αυτή του Αισώπου αναφέρεται εις όσα είπεν ανωτέρω 152a ο Θαλής διά την ευδαιµονίαν του άρχοντος. Εις τί συνίσταται το αστείον, δεν είναι σαφές, διότι το χωρίον είναι εφθαρµένον. Ο Πλούταρχος παρατηρεί αλλού, ότι "πρωιαίτατα γηρῶσιν οἱ φίλοινοι" (652f). *

Προβλήµατα Γελάσας οὖν ὁ Περίανδρος, "ἔχοµεν," εἶπεν, 8. Ο Περίανδρος τότε εγέλασε και είπε: "Αἴσωπε, τὴν δίκην προσηκόντως ἅτε, πρὶν ἢ “∆ικαία78, υπήρξεν η τιµωρία µας, φίλε τοὺς Αίσωπε, διότι παρεσύρθηµεν εις άλλας Ἀµάσιδος οὓς προειλόµεθα πάντας εἰσαγαγεῖν συζητήσεις, πριν να ακούσωµεν όλα λόγους, εἰς ἑτέρους ἐµπεσόντες. ὅρα δή, εκείνα τα ζητήµατα του Αµάσιδος, όπως Νειλόξενε, απεφασίσαµεν. Κοίταξε λοιπόν, τὰ λοιπὰ τῆς ἐπιστολῆς, καὶ χρῶ παροῦσιν ἐν Νειλόξενε, τί άλλο περιέχει η επιστολή ταὐτῷ τοῖς ἀνδράσιν." και προσπάθησε να επωφεληθής από την σύγχρονον παρουσίαν εδώ όλων”. "Ἀλλὰ µήν," ὁ Νειλόξενος ἔφη, "τὴν µὲν “Αλλά βέβαια” είπεν ο Νειλόξενος “την τοῦ Αἰθίοπος ἐπίταξιν οὐδὲν ἄν τις ἄλλο πλὴν µεν επιστολήν του Αιθίοπος ηµπορεί ‘ἀχνυµένην σκυτάλην’ προσείποι κατ' Ἀρχίκανείς να την ονοµάση (σ. 40) αχνυµένην σκυτάλην79, καθώς λέγει ο Αρχίλοχος80. Ο φίλος σου 152f λοχον, ὁ δὲ σὸς ξένος Ἄµασις ἡµερώτερος ἐν όµως Άµασις εδείχθη ηµερώτερος και τοῖς πνευµατικώτερος εις παρόµοια τοιούτοις προβλήµασι καὶ µουσικώτερος προβλήµατα— διότι εζήτησεν από αυτόν γέγονεν· να του είπη, τί πράγµα είναι το ἐκέλευσε γὰρ αὐτὸν εἰπεῖν τὸ πρεσβύτατον αρχαιότατον και το ωραιότατον και το καὶ τὸ µέγιστον και το σοφώτατον και το κάλλιστον καὶ τὸ µέγιστον καὶ τὸ σοφώτατον γενικώτατον, και ωσαύτως µα τον ∆ία το καὶ τὸ κοινότατον, καὶ ναὶ µὰ ∆ία πρὸς ωφελιµώτατον και το βλαβερώτατον και τούτοις το ισχυρότατον και το ευκολώτατον”. τὸ ὠφελιµώτατον, καὶ τὸ βλαβερώτατον καὶ τὸ ἰσχυρότατον καὶ τὸ ῥᾷστον εἰπεῖν." λοιπόν” ηρώτησεν ο "Ἆρ' οὖν ἀπεκρίνατο καὶ διέλυσε τούτων “Απεκρίθη ἕκαστον;" Περίανδρος “και έλυσεν όλα αυτά τα προβλήµατα;” "Οὕτως," ὁ Νειλόξενος ἔφη· "κρίνετε δ' “Να έτσι” απήντησεν ο Νειλόξενος— ὑµεῖς ἀκούσαντες. περὶ πολλοῦ γὰρ ὁ “ακούσετε και κρίνετε σεις— διότι ο βασιλεὺς βασιλεύς αποδίδει µεγάλην

152e5


153a ποιεῖται µήτε συκοφαντῶν ἁλῶναι τὰς σηµασίαν αφ' ενός µεν να µη φανή ότι ἀποκρίσεις, διαστρέφει τας αποκρίσεις, αφ' ετέρου εἴ τέ τι σφάλλεται κατὰ ταύτας ὁ δε, αν διέπραξεν ο αποκριθείς εις αυτάς ἀποκρινάµενος, κάποιον σφάλµα, να µη διαφύγη τούτο τοῦτο µὴ διαφυγεῖν ἀνεξέλεγκτον. ανεξέλεγκτον. Θα σας τα αναγνώσω ἀναγνώσοµαι λοιπόν όπως ακριβώς απήντησε: δ' ὑµῖν ὥσπερ ἀπεκρίνατο· ‘Τί πρεσβύτατον;’ ‘χρόνος.’ τί είναι το αρχαιότατον; ο χρόνος— ‘Τί µέγιστον;’ ‘κόσµος.’ τί το µέγιστον; ο κόσµος— ‘Τί σοφώτατον;’ ‘ἀλήθεια.’ τί το σοφώτατον; η αλήθεια— ‘Τί κάλλιστον;’ ‘φῶς.’ τί το ωραιότατον; το φως— ‘Τί κοινότατον;’ ‘θάνατος.’ τί το γενικώτατον; ο θάνατος— ‘Τί ὠφελιµώτατον;’ ‘θεός.’ τί το ωφελιµώτατον; ο θεός— ‘Τί βλαβερώτατον;’ ‘δαίµων.’ τί το βλαβερώτατον; ο δαίµων— ‘Τί ῥωµαλεώτατον;’ ‘τύχη.’ τί το δυνατώτατον; η τύχη— ‘Τί ῥᾷστον;’ ‘ἡδύ.’" τί το ευκολώτατον; το ευχάριστον”. Τούτων πάλιν ἀναγνωσθέντων, ὦ Νίκαρχε, 9. Μετά την ανάγνωσιν τούτων, φίλε γενοµένης σιωπῆς Θαλῆς ἠρώτησε τὸν Νίκαρχε, έγινε πάλιν σιωπή. Τότε ο Νειλόξενον Θαλής ηρώτησε τον Νειλόξενον, αν ο εἰ προσήκατο τὰς λύσεις ὁ Ἄµασις. ἐκείνου δ' Άµασις παρεδέχθη τας λύσεις. Όταν δε εἰπόντος ὅτι τὰς µὲν ἀπεδέξατο ταῖς δ' εκείνος είπεν ότι άλλας παρεδέχθη και ἐδυσκόλαινε, άλλας απέκρουε. 153b "καὶ µὴν οὐδέν," εἶπεν ὁ Θαλῆς, "ἀνεπίληπτόν “Και όµως” είπεν ο Θαλής “τίποτε απ' ἐστιν, ἀλλ' ἔχει πάντα διαµαρτίας µεγάλας καὶ αυτά δεν είναι άψογον όλα περιέχουν ἀγνοίας. οἷον εὐθὺς ὁ χρόνος πῶς ἂν εἴη µεγάλα σφάλµατα και άγνοιαν πρεσβύπραγµάτων. Και πρώτα πρώτα ο χρόνος— τατον, εἰ τὸ µὲν αὐτοῦ γεγονὸς τὸ δ' ἐνεστώς πώς ηµπορεί να είναι το αρχαιότατον, ἐστι τὸ δὲ µέλλον; ὁ γὰρ µεθ' ἡµᾶς ἐσόµενος αφού έν µέρος αυτού είναι παρελθόν, χρόνος καὶ πραγµάτων τῶν νῦν καὶ άλλο δε παρόν, και άλλο µέλλον; ∆ιότι ο ἀνθρώπων χρόνος που θα έλθη κατόπιν µας (σ. 42) νεώτερος ἂν φανείη. τὸ δὲ τὴν ἀλήθειαν πρέπει να θεωρηθή νεώτερος και των ἡγεῖσθαι πραγµάτων και των ανθρώπων του σοφίαν οὐδὲν ἐµοὶ δοκεῖ διαφέρειν τοῦ τὸ παρόντος. Το να θεωρή δε την αλήθειαν φῶς σοφίαν δεν διαφέρει, νοµίζω, διόλου από ὀφθαλµὸν ἀποφαίνειν. εἰ δὲ τὸ φῶς καλόν, το να παραδέχεται το φως ως οφθαλµόν. ὥσπερ ἐστὶν, ἐνόµιζε, πῶς τὸν ἥλιον αὐτὸν Έπειτα, αφού εθεώρει το φως ως κάτι παρεῖδε; τῶν δ' ἄλλων ἡ µὲν περὶ θεῶν καὶ ωραίον, όπως και είναι, πώς τότε δαιµόνων ἀπόκρισις θράσος ἔχει καὶ κίνδυνον, παρέβλεψε τον ίδιον τον ήλιον; Από τα άλλα δε η µεν απόκρισις διά θεούς και δαίµονας είναι τολµηρά και επικίνδυνος, παράλογος δε, 153c ἀλογίαν δὲ καὶ πολλὴν ἡ περὶ τῆς τύχης· οὐ και πολύ µάλιστα, η απόκρισίς του διά γὰρ την τύχην— διότι αύτη δεν θα ἂν µετέπιπτε ῥᾳδίως οὕτως, ἰσχυρότατον µετεβάλλετο τόσον εύκολα, αν ήτο το οὖσα ισχυρότατον και δυνατώτατον εις τον τῶν ὄντων καὶ ῥωµαλεώτατον. οὐ µὴν οὐδ' ὁ κόσµον. Εξ άλλου ουδέ ο θάνατος είναι θάνατος κοινότατόν ἐστιν· οὐ γάρ ἐστι πρὸς το καθολικώτερον— διότι δεν ισχύει διά τοὺς τους ζωντανούς. Αλλά διά να µη ζῶντας. ἀλλ' ἵνα µὴ δοκῶµεν εὐθύνειν τὰς φαίνωµεθα ότι κατακρίνοµεν τας γνώµας τῶν των άλλων, ας αντιτάξωµεν τας ιδικάς ἑτέρων ἀποφάσεις, ἰδίας ταῖς ἐκείνου παρα- µας προς τας γνώµας εκείνου. Εγώ δε βάλωµεν· ἐµαυτὸν δὲ παρέχω πρῶτον, εἰ πρώτος προσφέροµαι, αν θέλη ο βούλεται Νειλόξενος να µε ερωτά διά το καθένα”. Νειλόξενος, ἐρωτᾶν καθ' ἕκαστον. ὡς οὖν Καθώς λοιπόν έγιναν τότε αι ερωτήσεις ἐγέκαι απαντήσεις θα τας διηγηθώ και εγώ νοντο τότε, κἀγὼ νῦν διηγήσοµαι τὰς τώρα: ἐρωτήσεις


καὶ τὰς ἀποκρίσεις· ‘Τί πρεσβύτατον;’ ‘θεός,’" ἔφη Θαλῆς· “Τί είναι το αρχαιότατον;” “Ο θεός” είπεν "‘ἀγένο Θαλής— “διότι είναι κάτι αγέννητον”. νητον γάρ ἐστι.’ ‘Τί µέγιστον;’ ‘τόπος· τἄλλα µὲν γὰρ ὁ “Τί το µέγιστον;” 153d κόσµος, τὸν δὲ κόσµον οὗτος περιέχει.’ “Ο χώρος— διότι τα µεν άλλα περιέχει ο κόσµος, αυτός δε τον κόσµον”. ‘Τί κάλλιστον;’ ‘κόσµος· πᾶν γὰρ τὸ κατὰ “Τί είναι το ωραιότατον;” “Ο κόσµος— τάξιν τούτου µέρος ἐστί.’ διότι κάθε πράγµα µε τάξιν είναι µέρος αυτού”. ‘Τί σοφώτατον;’ ‘χρόνος· τὰ µὲν γὰρ εὕρη- “Τί το σοφώτατον;” “Ο χρόνος— διότι κεν οὗτος ἤδη, τὰ δ' εὑρήσει.’ αυτός άλλα µεν έχει ήδη εύρει, άλλα δε θα εύρη”. ‘Τί κοινότατον;’ ‘ἐλπίς· καὶ γὰρ οἷς ἄλλο “Τί είναι το καθολικώτατον;” “Η ελπίς— µηδέν, αὕτη πάρεστι.’ διότι, και εις όσους τίποτε άλλο δεν υπάρχει, υπάρχει αυτή”. ‘Τί ὠφελιµώτατον;’ ‘ἀρετή· καὶ γὰρ τἄλλα “Τί το ωφελιµώτατον;” “Η αρετή— διότι τῷ χρῆσθαι καλῶς ὠφέλιµα ποιεῖ.’ και τα άλλα καθιστά ωφέλιµα µε την καλήν χρήσιν”. ‘Τί βλαβερώτατον;’ ‘κακία· καὶ γὰρ τὰ “Τί το βλαβερώτατον;” “Η κακία— διότι πλεῖστα βλάπτει παραγενοµένη.’ βλάπτει και τα χρηστά µε την παρουσίαν της”. ‘Τί ἰσχυρότατον;’ ‘ἀνάγκη· µόνον γὰρ ἀ- “Τί το ισχυρότατον;” “Η ανάγκη— διότι νίκητον.’ είναι το µόνον ανίκητον”. ‘Τί ῥᾷστον;’ ‘τὸ κατὰ φύσιν, ἐπεὶ πρὸς “Τί το ευκολώτατον;” (σ. 44) “To ἡδονάς γε πολλάκις ἀπαγορεύουσιν.’" φυσικόν διότι προς τας ηδονάς τουλάχιστον πολλοί πολλάκις αποκάµνουν”. 153e Ἀποδεξαµένων δὲ πάντων τὸν Θαλῆν, ὁ 10. Όλοι τότε επεδοκίµασαν τον Θαλήν, Κλεόδωρος εἶπε, "τοιαῦτ' ἐρωτᾶν καὶ και ο Κλεόδωρος είπε: “Να τι είναι ἀποκρίνεσθαι πρέπον, Νειλόξενε, να ερωτούν και να βασιλεῦσιν, ὦ Νειλόξενε, προσῆκόν ἐστιν· ὁ αποκρίνωνται οι βασιλείς. ∆ιά τον δὲ προ- βάρβαρον δε πού εφιλοδώρησε τον πίνων τὴν θάλατταν Ἀµάσιδι βάρβαρος ἐδεῖτο Άµασιν µε την θάλασσαν, εχρειάζετο η τῆς βραχυλογία που µετεχειρίσθη ο Πιττακός Πιττακοῦ βραχυλογίας, ᾗ πρὸς Ἀλυάττην προς τον Αλυάττην, όταν εκείνος έγραψε ἐχρήκαι επρόσταξε κάτι εξευτελιστικόν εις σατο προστάττοντά τι καὶ γράφοντα Λεσβίοις τους Λεσβίους81. Ο Πιττακός δηλαδή δεν ὑπερήφανον, ἀποκρινάµενος οὐδὲν ἀλλ' ἢ έδωσεν εις αυτόν καµµίαν απάντησιν— µόνον του παρήγγειλε µόνον να τρώγη κελεύσας κρόµµυα καὶ θερµὸν ἄρτον ἐσθίειν." κροµµύδια και ζεστό ψωµί82”. Ὑπολαβὼν οὖν ὁ Περίανδρος "ἀλλὰ µήν," Ο Περίανδρος τότε έλαβε τον λόγον και ἔφη, είπε: “Εντούτοις και εις τους αρχαίους "καὶ τοῖς παλαιοῖς Ἕλλησιν ἔθος ἦν, ὦ Έλληνας ακόµη ήτο συνήθεια, Κλεόδωρε, Κλεόδωρε, να 153f τοιαύτας ἀλλήλοις ἀπορίας προβάλλειν. προτείνουν µεταξύ των τοιαύτα ἀκούοµεν προβλήµατα. ∆ιότι ακούοµεν ότι και κατά γὰρ ὅτι καὶ πρὸς τὰς Ἀµφιδάµαντος ταφὰς εἰς την ταφήν του Αµφιδάµαντος εις την Χαλκίδα τῶν τότε σοφῶν οἱ δοκιµώτατοι Χαλκίδα83 συνηθροίσθησαν οι ποιηταὶ επισηµότατοι από τους τότε σοφούς. συνῆλθον· ἦν δ' ὁ Ἀµφιδάµας ἀνὴρ Ήτο δε ο Αµφιδάµας άνθρωπος πολεµικός, καὶ πολεµικός και αφού έβλαψε πολύ τους πολλὰ πράγµατα παρασχὼν Ἐρετριεῦσιν ἐν Ερετριείς, εφονεύθη εις τας µάχας περί ταῖς του Ληλάντου84. Επειδή δε τα έτοιµα ήδη περὶ Ληλάντου µάχαις ἔπεσεν. ἐπεὶ δὲ τὰ παρ- από τους ποιητάς έργα καθίστων εσκευασµένα τοῖς ποιηταῖς ἔπη χαλεπὴν καὶ δύσκολον και δυσάρεστον την κρίσιν,


δύσδιότι ήσαν ισοδύναµα, και η φήµη των κολον ἐποίει τὴν κρίσιν διὰ τὸ ἐφάµιλλον, ἥ ανταγωνιστών, του Οµήρου και του τε δόξα Ησιόδου85, επροξένει εις τους κριτάς τῶν ἀγωνιστῶν, Ὁµήρου καὶ Ἡσιόδου, πολλὴν 154a ἀπορίαν µετ' αἰδοῦς τοῖς κρίνουσι παρεῖχεν, (σ. 46) πολλήν αµηχανίαν και συστολήν, ἐτράκατέφυγαν εις τοιαύτας ερωτήσεις. Έτσι ποντο πρὸς τοιαύτας ἐρωτήσεις, καὶ προέβαλ' επρότεινεν εκείνος µεν, καθώς λέγουν, ὁ (ο Λέσχης)86, µέν, ὥς φησι Λέσχης, Μοῦσά µοι ἔννεπε κεῖνα, τὰ µήτ' ἐγένοντο να ψάλω, Μούσα, δίδαξε πάροιθε µήτ' ἔσται µετόπισθεν, όσα προτού δεν έγιναν, µηδέ θα γίνουν ἀπεκρίνατο δ' Ἡσίοδος ἐκ τοῦ παρατυχόντος πίσω— ἀλλ' ὅταν ἀµφὶ ∆ιὸς τύµβῳ καναχήποδες ἵπποι απεκρίθη δε εκ του προχείρου ο ἅρµατα συντρίψωσιν ἐπειγόµενοι περὶ Ησίοδος: νίκης. καὶ διὰ τοῦτο λέγεται µάλιστα θαυµασθεὶς τοῦ άλογα βροντοπόδαρα σαν σπάσουν τ' τρίποδος τυχεῖν."

άρµατα τους γύρω στον τάφο του ∆ιός τρέχοντας για τη νίκη—87

και διά τούτο προ πάντων λέγουν ότι επέτυχε τον θαυµασµόν των παρισταµένων και εκέρδισε τον τρίποδα88”. "Τί δὲ ταῦθ'," ὁ Κλεόδωρος εἶπε, "διαφέρει “Αλλά κατά τί διαφέρουν αυτά” είπεν ο 154b τῶν Εὐµήτιδος αἰνιγµάτων; ἃ ταύτην µὲν Κλεόδωρος “από τα αινίγµατα της ἴσως Ευµήτιδος; Εκείνη βέβαια δεν είναι οὐκ ἀπρεπές ἐστι παίζουσαν καὶ διαπλέκουσαν απρεπές να πλέκη αυτά αστειευοµένη, ὥσπερ ἕτεραι ζωνία καὶ κεκρυφάλους καθώς άλλαι πλέκουν ζώνας και προβάλλειν κεφαλόδεσµα, και να τα προβάλλη εις ταῖς γυναιξίν, ἄνδρας δὲ νοῦν ἔχοντας ἔν τινι τας γυναίκας— άνδρες όµως φρόνιµοι να σπουδῇ τίθεσθαι γελοῖον." αποδίδουν κάποιαν σηµασίαν εις αυτά είναι γελοίον”. Ἡ µὲν οὖν Εὔµητις ἡδέως ἂν εἰποῦσά τι Η Εύµητις θα ήθελε πολύ, καθώς πρὸς εφαίνετο, κάτι να απάντηση εις αυτόν αὐτόν, ὡς ἐφαίνετο, κατέσχεν ἑαυτὴν ὑπ' αλλ' εκρατήθη από εντροπήν και το αἰδοῦς, πρόσωπον της έγινε κατακόκκινον. Ο καὶ ἀνεπλήσθη τὸ πρόσωπον ἐρυθήµατος· ὁ Αίσωπος όµως, σαν να ήθελε να την δ' υπερασπίση, είπε: “∆εν είναι µήπως Αἴσωπος οἷον ἀµυνόµενος ὑπὲρ αὐτῆς "οὐ περισσότερον γελοίον το να µη ηµπορή γελοιόκανείς να τα λύση, όπως π.χ. εκείνο που τερον οὖν," εἶπε, "τὸ µὴ δύνασθαι ταῦτα µας επρότεινε ολίγον προ του δείπνου, διαλύειν, οἷόν ἐστιν ὃ µικρὸν ἔµπροσθεν ἡµῖν τοῦ κάποιος χαλκό89 µε τη φωτιά κόλλησε σ' δείπνου έναν άλλο;90 προέβαλεν, ἄνδρ' εἶδον πυρὶ χαλκὸν ἐπ' ἀνέρι τί σηµαίνει τούτο; ηµπορείς να είπης;” κολλήσαντα; τί τοῦτ' ἐστὶν ἔχοις ἂν εἰπεῖν;" 154c "Ἀλλ' οὐδὲ µαθεῖν δέοµαι," ἔφη ὁ “Ούτε να το µάθω χρειάζοµαι” είπεν ο Κλεόδωρος. Κλεόδωρος. "Καὶ µὴν οὐδείς," ἔφη, "σοῦ τοῦτο µᾶλλον “Και όµως” (σ. 48) είπεν ο Αίσωπος οἶδεν οὐδὲ ποιεῖ βέλτιον· εἰ δ' ἀρνῇ, “κανείς δεν το γνωρίζει περισσότερον


µάρτυρας ἔχω από σε, ούτε το εκτελεί καλύτερα— αν το σικύας." αρνήσαι, έχω µάρτυρας Σικυωνίας91”. Ὁ µὲν οὖν Κλεόδωρος ἐγέλασε· καὶ γὰρ Ο Κλεόδωρος τότε εγέλασε— διότι αυτός ἐχρῆτο προ πάντων από τους ιατρούς της µάλιστα ταῖς σικύαις τῶν καθ' αὑτὸν ἰατρῶν, εποχής του µετεχειρίζετο βεντούζες καὶ (σικύας), και εξ αιτίας αυτού κυρίως το δόξαν οὐχ ἥκιστα τὸ βοήθηµα τοῦτο δι' θεραπευτικόν τούτο µέσον απέκτησε ἐκεῖνον µεγάλην υπόληψιν. ἔσχηκε. ∆ηµοκρατία Μνησίφιλος δ' ὁ Ἀθηναῖος, ἑταῖρος ὢν καὶ 11. Ο Μνησίφιλος δε ο Αθηναίος, φίλος ζηλωτὴς Σόλωνος, "ἐγώ τοι," εἶπεν, "ὦ Περί- και θαυµαστής του Σόλωνος, είπεν: “Εγώ ανδρε, τὸν λόγον ἀξιῶ καθάπερ τὸν οἶνον µὴ πάντως, Περίανδρε, νοµίζω πως είναι πλουσωστόν ο λόγος να µοιράζεται, καθώς και το κρασί: 154d τίνδην µηδ' ἀριστίνδην ἀλλ' ἐξ ἴσου πᾶσιν όχι ανάλογα προς τον πλούτον και την ὥσπερ καταγωγήν, αλλ' εξ ίσου εις όλους, ἐν δηµοκρατίᾳ νέµεσθαι καὶ κοινὸν εἶναι· τῶν καθώς αρµόζει εις δηµοκρατικόν δ' καθεστώς, και να είναι κοινός εις όλους. ἄρτι περὶ ἀρχῆς καὶ βασιλείας εἰρηµένων Εις όσα όµως έχουν λεχθή προ ολίγου οὐδὲν περί εξουσίας και βασιλείας ηµείς οι ἡµῖν τοῖς δηµοτικοῖς µέτεστιν. ὅθεν οἰόµεθα άνθρωποι του λαού δεν έχοµεν κανέν δεῖν µέρος. Νοµίζοµεν λοιπόν, ότι πρέπει πάλιν ἕκαστον ὑµῶν περὶ πολιτείας ἰσονόµου πάλιν καθένας από σας να συνεισφέρη γνώγνώµην τινά και περί δηµοκρατίας— ας µην τινὰ συµβαλέσθαι, ἀρξαµένους αὖθις ἀπὸ κάµη την αρχήν πάλιν ο Σόλων”. Σόλωνος." Ἐδόκει δὴ ταῦτα ποιεῖν. καὶ πρῶτος ὁ Απεφασίσθη λοιπόν να γίνη έτσι, και Σόλων πρώτος ο Σόλων είπεν: “Αλλά και συ, "ἀλλ' ἀκήκοας µέν," εἶπεν, "ὦ Μνησίφιλε, Μνησίφιλε, µαζί µε όλους τους άλλους µετὰ Αθηναίους έχεις ήδη ακούσει ποίαν πάντων Ἀθηναίων ἣν ἔχω γνώµην περὶ γνώµην έχω περί πολιτεύµατος. Εάν πολιτείας· πάλιν θέλης και τώρα να ακούσης, µου εἰ δὲ βούλει καὶ νῦν ἀκούειν, δοκεῖ µοι πόλις φαίνεται ότι εκείνη η πόλις είναι παρά ἄριστα πράττειν καὶ µάλιστα σῴζειν πολύ ευτυχής και διαφυλάττει προ δηµοκρατίαν, πάντων την δηµοκρατίαν, 154e ἐν ᾗ τὸν ἀδικήσαντα τοῦ ἀδικηθέντος οὐδὲν όπου, και όσοι δεν αδικούνται, ἧττον καταγγέλλουν και τιµωρούν τους οἱ µὴ ἀδικηθέντες προβάλλονται καὶ αδικήσαντας όχι ολιγώτερον παρά οι κολάζουσι." αδικηθέντες92”. ∆εύτερος δ' ὁ Βίας ἔφησε κρατίστην εἶναι ∆εύτερος ο Βίας είπεν ότι αρίστη δηµοκρατίαν ἐν ᾗ πάντες ὡς τύραννον δηµοκρατία είναι εκείνη, όπου όλοι φοβοῦνται φοβούνται τον νόµον όπως τον τὸν νόµον. τύραννον. Ἐπὶ τούτῳ Θαλῆς τὴν µήτε πλουσίους ἄγαν Μετά τούτον ο Θαλής: εκείνη πού δεν µήτε πένητας ἔχουσαν πολίτας. έχει ούτε υπερβολικά πλουσίους ούτε υπερβολικά πτωχούς πολίτας. Μετὰ δὲ τοῦτον ὁ Ἀνάχαρσις ἐν ᾗ τῶν Μετά τούτον ο Ανάχαρσις: εκείνη όπου, ἄλλων ενώ όλα τ' άλλα κρίνονται µε ισότητα, η ἴσων νοµιζοµένων ἀρετῇ τὸ βέλτιον ὁρίζεται, υπεροχή ορίζεται επί τη (σ. 50) βάσει της καὶ αρετής και η κατωτερότης επί τη βάσει κακίᾳ τὸ χεῖρον. της κακίας. Πέµπτος δ' ὁ Κλεόβουλος ἔφη µάλιστα Πέµπτος ο Κλεόβουλος είπεν, ότι την σωφροµεγαλύτερον σωφροσύνην παρουσιάζει νεῖν δῆµον ὅπου τὸν ψόγον µᾶλλον οἱ εκείνο το δηµοκρατικόν καθεστώς, οπού πολιτευόοι πολιτικοί φοβούνται περισσότερον τον


µενοι δεδοίκασιν ἢ τὸν νόµον. ψόγον παρά τον νόµον. Ἕκτος δ' ὁ Πιττακός, ὅπου τοῖς πονηροῖς Έκτος ο Πιττακός, όπου δεν επιτρέπεται οὐκ εις τους κακούς να άρχουν και εις τους ἔξεστιν ἄρχειν καὶ τοῖς ἀγαθοῖς οὐκ ἔξεστι µὴ καλούς να µη άρχουν. ἄρχειν. 154f Μεταστραφεὶς δ' ὁ Χίλων ἀπεφήνατο τὴν Μετά τούτους ο Χίλων είπεν, ότι αρίστη µάλιστα νόµων ἥκιστα δὲ ῥητόρων δηµοκρατία είναι εκείνη, που εισακούει ἀκούουσαν πάρα πολύ τους νόµους, πολύ δε ολίγον τους ρήτορας. πολιτείαν ἀρίστην εἶναι. Τελευταῖος δὲ πάλιν ὁ Περίανδρος Τελευταίος πάλιν ο Περίανδρος κρίνων ἐπικρίνων τα λεχθέντα παρετήρησεν, ότι του ἔφη δοκεῖν αὐτῷ πάντας ἐπαινεῖν φαίνεται πως όλοι επαινούν την δηµοκρατίαν τὴν δηµοκρατίαν εκείνην, που οµοιάζει πάρα ὁµοιοτάτην ἀριστοκρατίᾳ. πολύ µε αριστοκρατίαν. Κυβέρνησις οίκου Τέλος δὲ καὶ τούτου τοῦ λόγου λαβόντος 12. Όταν ετελείωσε και αυτή η ἠξίουν ἐγὼ καὶ περὶ οἴκου ᾗ χρηστέον εἰπεῖν συζήτησις, εζήτησα εγώ να µας είπουν τοὺς ἄνδρας ἡµῖν· "βασιλείας µὲν γὰρ καὶ επίσης οι σοφοί άνδρες πώς πρέπει να πόλεις κυβερνάται ο οίκος. “∆ιότι βασίλεια και ὀλίγοι κυβερνῶσιν, ἑστίας δὲ πᾶσιν ἡµῖν καὶ πόλεις” είπον “ολίγοι κυβερνούν, ενώ οἴκου εστίας και σπιτικά όλοι έχοµεν”. µέτεστι." Γελάσας οὖν ὁ Αἴσωπος, "οὔκ, εἴγε τῶν Ο Αίσωπος τότε εγέλασε και είπεν: πάν155a των," ἔφη, "καὶ Ἀνάχαρσιν ἀριθµεῖς· τούτῳ “Α όχι, εφ' όσον τουλάχιστον εις τους γὰρ όλους λογαριάζεις και τον Ανάχαρσιν. οἶκος οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ καὶ σεµνύνεται τῷ ∆ιότι αυτός σπίτι δεν έχει, ἄοικος υπερηφανεύεται µάλιστα που είναι εἶναι, χρῆσθαι δ' ἁµάξῃ, καθάπερ τὸν ἥλιον ἐν άοικος και µεταχειρίζεται άµαξαν93— ἅρµατι λέγουσι περιπολεῖν, ἄλλοτ' ἄλλην ἐπι- καθώς λέγουν και διά τον ήλιον, ότι νεµόµενον τοῦ οὐρανοῦ χώραν." περιφέρεται µέσα εις ένα άρµα και έχει διαµονήν του άλλοτε άλλο µέρος του ουρανού”. Καὶ ὁ Ἀνάχαρσις, "διὰ τοῦτό τοι," εἶπεν, "ἢ Και ο Ανάχαρσις απήντησε: “∆ιά τούτο µόνος ἢ µάλιστα τῶν θεῶν ἐλεύθερός ἐστι καὶ ακριβώς, είτε µόνος αυτός µεταξύ των αὐτόνοµος, καὶ κρατεῖ πάντων, κρατεῖται δ' θεών, είτε περισσότερον απ' όλους, είναι ὑπ' ελεύθερος και ανεξάρτητος, και οὐδενός, ἀλλὰ βασιλεύει καὶ ἡνιοχεῖ. πλὴν σέ εξουσιάζει όλα, δεν εξουσιάζεται δε από γε κανένα, αλλά βασιλεύει και διευθύνει το τὸ ἅρµα λέληθεν αὐτοῦ, ὡς ὑπερφυὲς κάλλει άρµα του. Συ όµως δεν εννοείς πόσον το καὶ άρµα του είναι υπερβολικά ωραίον 155b µεγέθει θαυµάσιόν ἐστιν· οὐ γὰρ ἂν παίζων και θαυµάσιον κατά το µέγεθος— ει δ' ἐπὶ άλλως, δεν θα το παρέβαλλες µε τα ιδικά γέλωτι παρέβαλες ἐκεῖνο τοῖς ἡµετέροις. οἶκον µας, αστειευόµενος, διά να κάµης τους δέ άλλους να γελάσουν. Μου φαίνεται µοι δοκεῖς, ὦ Αἴσωπε, ταυτὶ τὰ πήλινα καὶ µάλιστα, Αίσωπε, ότι οίκον94 θεωρείς (σ. ξύλινα 52) αυτά τα στεγάσµατα από ξύλα και καὶ κεραµεᾶ στεγάσµατα νοµίζειν, ὥσπερ εἰ πηλόν και κεραµίδια, καθώς θα ενόµιζες κοκοχλίαν όχι το ζώον αλλά το κέλυφος χλίαν ἡγοῖο τὸ κέλυφος, ἀλλὰ µὴ τὸ ζῷον. του. Εξηγείται λοιπόν διατί ο Σόλων σου εἰκότως επροξένησε γέλωτα, όταν είδε το παλάτι οὖν σοι γέλωτα παρέσχεν ὁ Σόλων, ὅτι τοῦ του Κροίσου στολισµένον µε πολυτέλειαν Κροίσου τὴν οἰκίαν κεκοσµηµένην πολυτελῶς και δεν είπεν αµέσως ότι ο κάτοχος του θεαζη εκεί µέσα ευτυχής και µακάριος, και σάµενος οὐκ εὐθὺς ἀπεφήνατο τὸν τούτο διότι ήθελε να ίδη τα αγαθά που κεκτηµένον ήσαν εντός του και όχι πλησίον του95.


εὐδαιµόνως οἰκεῖν καὶ µακαρίως, ἅτε δὴ τῶν Ενώ συ φαίνεται ότι δεν ενθυµείσαι ούτε ἐν την αλώπεκα του µύθου σου: εκείνη, αὐτῷ µᾶλλον ἀγαθῶν ἢ τῶν παρ' αὐτῷ όταν κατήλθεν εις διαγωνισµόν ποικιλίας βουλόµε την πάρδαλιν, εζήτησεν από τον µενος γενέσθαι θεατής· σὺ δ' ἔοικας οὐδὲ τῆς δικαστήν να σεαυτοῦ µνηµονεύειν ἀλώπεκος. ἐκείνη µὲν γὰρ εἰς ἀγῶνα ποικιλίας καταστᾶσα πρὸς τὴν πάρδαλιν ἠξίου τὰ ἐντὸς αὐτῆς καταµαθεῖν τὸν δικαστήν, 155c ποικιλωτέρα γὰρ ἐκεῖθεν φανεῖσθαι· σὺ δὲ τὰ γνωρίση καλά τα µέσα της, διότι εξ τεκτόνων καὶ λιθοξόων ἔργα περινοστεῖς, αυτών θα αποδειχθή περισσότερον οἶκον ποικίλη96. Ενώ συ γυρίζεις και κοιτάζεις ἡγούµενος, οὐ τὰ ἐντὸς ἑκάστου καὶ οἰκεῖα, τα έργα που κάµνουν κτίσται και παῖδας λιθοξόοι, και νοµίζεις ότι οίκος είναι καὶ γάµον καὶ φίλους καὶ θεράποντας, οἷς κἂν αυτά, και όχι όσα έχει µέσα του και ιδικά ἐν του ο καθένας, δηλαδή τα τέκνα και την µυρµηκιᾷ τις ἢ νεοττιᾷ νοῦν ἔχουσι καὶ συζυγικήν του ζωήν και τους φίλους του σωφροκαι τους υπηρέτας του, µαζί µε τους νοῦσι κοινωνῇ τῶν ὑπαρχόντων, χρηστὸν οποίους, όταν έχουν νουν και φρόνησιν, οἶκον και αν ακόµη µέσα εις µυρµήκων ή οἰκεῖ καὶ µακάριον. ἐγὼ µὲν οὖν," ἔφη, "ταῦτα πτηνών φωλεάν ζη και καρπούται τα καὶ πρὸς Αἴσωπον ἀποκρίνοµαι καὶ ∆ιοκλεῖ υπάρχοντα του, έχει καλόν και ευτυχή συµοίκον. Λοιπόν” είπεν “αυτά και ως βάλλοµαι· τῶν δ' ἄλλων ἕκαστος απόκρισιν εις τον Αίσωπον προσφέρω και ἀποφαίνεσθαι ως συµβολήν µου διά τον ∆ιοκλή— οι δίκαιός ἐστι τὴν ἑαυτοῦ γνώµην." άλλοι δε δίκαιον είναι να είπη ο καθένας την γνώµην του”. Τοῦτον οὖν ἄριστον ὁ Σόλων εἶπεν αὑτῷ Έτσι λοιπόν ο Σόλων είπεν, ότι άριστος δοκεῖν οίκος φαίνεται εις αυτόν εκείνος, όπου η οἶκον, ὅπου τὰ χρήµατα µήτε κτωµένοις περιουσία, µήτε ἀδικία 155d µήτε φυλάττουσιν ἀπιστία µήτε δαπανῶσι όταν την αποκτούν παρακολουθεί αδικία, µετάµήτε όταν την φυλάττουν δυσπιστία, µήτε όταν την εξοδεύουν µετάνοια. νοια πρόσεστιν. Ὁ δὲ Βίας ἐν ᾧ τοιοῦτός ἐστιν ὁ δεσπότης Ο δε Βίας, εκείνος όπου ο οίκοδεσπότης δι' (σ. 54) είναι µέσα εξ ιδίας πρωτοβουλίας αὑτὸν οἷος ἔξω διὰ τὸν νόµον. τοιούτος, οποιος είναι έξω εξ αιτίας του νόµου. Ὁ δὲ Θαλῆς ἐν ᾧ πλείστην ἄγειν τῷ Ο δε Θαλής, εκείνος όπου είναι δυνατόν δεσπότῃ εις τον οικοδεσπότην να έχη πολύν σχολὴν ἔξεστιν. καιρόν διαθέσιµον. Ὁ δὲ Κλεόβουλος εἰ πλείονας ἔχοι τῶν Ο δε Κλεόβουλος, αν ο οικοδεσπότης έχη φοβουπερισσοτέρους που τον αγαπούν παρά µένων αὐτὸν τοὺς φιλοῦντας ὁ δεσπότης. που τον φοβούνται. Ὁ δὲ Πιττακὸς εἶπεν ὡς ἄριστος οἶκός ἐστιν Ο δε Πιττακός είπεν, ότι άριστος οίκος ὁ είναι εκείνος που δεν χρειάζεται τίποτε τῶν περιττῶν µηδενὸς δεόµενος καὶ τῶν περιττόν και δεν στερείται τίποτε ἀναγαναγκαίον97. καίων µηδενὸς ἐνδεόµενος. Ὁ δὲ Χίλων ἔφη δεῖν µάλιστα βασιλευοµένῃ Ο δε Χίλων είπεν, ότι πρέπει ο οίκος να πόλει προσεοικέναι τὸν οἶκον. εἶτα οµοιάζη κυρίως µε πόλιν βασιλευοµένην— προσεπεῖπεν έπειτα επρόσθεσεν ότι και ο Λυκούργος ὅτι καὶ Λυκοῦργος πρὸς τὸν κελεύοντα δηµο- είπεν εις εκείνον που 155e κρατίαν ἐν τῇ πόλει καταστῆσαι, "πρῶτος," του συνιστά να εισαγάγη δηµοκρατίαν


ἔφη, "ποίησον ἐν τῇ οἰκίᾳ σου δηµοκρατίαν."

εις την πόλιν: “Συ πρώτος κάµε δηµοκρατίαν εις το σπίτι σου98”.

* ** Σηµειώσεις 78. Ο Αίσωπος από την λογοµαχίαν εξέρχεται νικηµένος— εις την ήτταν του συµµετέχει ο Περίανδρος και από ευγένειαν και διότι υπερασπίζων εκείνον ο Αίσωπος έφερε τας αντιρρήσεις του εναντίον των λεχθέντων. 79. Η λέξις "σκυτάλη" σηµαίνει κυρίως ράβδον, εις µίαν δε κυλινδρικήν ράβδον ετύλισσον εις την Σπάρτην τας µυστικάς ή εµπιστευτικάς επιστολάς— διά τούτο έχει και την σηµασίαν επιστολής, αγγελίας. Η φράσις "ἀχνυµένη σκυτάλη" λέγεται παροιµιωδώς επί των αγγελλόντων λυπηράς αγγελίας. 80. Λυρικός ποιητής, ιαµβογράφος, εκ Πάρου (περί το 688 π. Χ.). [Αρχίλοχος: Ποιήµατα και Θρύψαλα]. 81. Ο Αλυάττης (περίπου 600-560) ήτο βασιλεύς των Λυδών, πατήρ του Κροίσου, ο πρώτος επιβουλεύσας την ανεξαρτησίαν της Ιωνίας. 82. Την βραχυλογίαν αυτήν ο ∆ιογ. Λαέρτιος (1 83) αποδίδει εις τον Βίαντα. Η φράσις "κελεύω τινὰ κρόµµυα ἐσθίειν" έχει την σηµασίαν του "κλαίειν κελεύω τινά", ίσως διότι τα κροµµύδια προξενούν δάκρυα. Αλλά τί σηµαίνει και η προσθήκη "καὶ θερµὸν ἄρτον"; Λέγεται πάντως προς εκείνους που θέλει κανείς να περιφρόνηση. 83. Βασιλεύς της Χαλκίδος εις την Εύβοιαν. 84. Ποταµός της Ευβοίας, από τον οποίον η πεδιάς εις την δυτικήν παραλίαν της νήσου µεταξύ Χαλκίδος και Ερετρίας ωνοµάσθη Ληλάντιον πεδίον ή απλώς Λήλαντον. Είναι η σήµερον ευφορωτάτη περιοχή του χωρίου Βασιλικά. Ο πόλεµος αυτός κατά των Ερετριέων (6. αιών) ήτο περίφηµος εις την Αρχαιότητα. 85. Υπάρχει διήγησις µυθική, η οποία επιγράφεται Αγών Οµήρου και Ησιόδου και εγράφη άγνωστον υπό τίνος, κατά την εποχήν του Αδριανού. Αντίθετον γνώµην έχουν ο Rohde (Rhein. Mus. XXXVI 566), ο οποίος ανάγει το έργον εις πολύ αρχαιοτέραν εποχήν, και ο Meier (Hermes XXXVII 1892), ο όποιος εις την Ειρήνην του Αριστοφάνους στίχ. 1282 ανακαλύπτει αποµίµησιν των πρώτων στίχων αυτού. Κατά το έργον τούτο νικητής εις των αγώνα αναδεικνύεται ο Όµηρος— αλλ' ο βασιλεύς της Ευβοίας Πανείδης, υιός ή αδελφός του Αµφιδάµαντος, λέγεται ότι έδωσε το βραβείον εις τον Ησίοδον, διότι ήτο δίκαιον, είπε, να το λάβη εκείνος µάλλον που προτρέπει εις την γεωργίαν και εις έργα ειρηνικά, παρά εκείνος πού διηγείται πολέµους και σφαγάς. 86. Ο Λέσχης ήτο υιός του Αισχυλίνου εκ Λέσβου— ανήκεν εις τους κυκλικούς λεγοµένους ποιητάς και έγραψε την Μικράν Ιλιάδα και άλλα. 87. Εις το έργον Αγών Οµήρου και Ησιόδου συµβαίνει το αντίθετον— δηλαδή τους πρώτους στίχους απαγγέλλει ο Ησίοδος και τους δεύτερους ο Όµηρος, και κατ' αυτόν τον τρόπον εξακολουθεί η στιχοµυθία. 88. Ο Ησίοδος αφιέρωσε τον τρίποδα εις τας Μούσας. Επλάσθη µάλιστα και σχετικόν επίγραµµα.


Ἡσίοδος Μούσαις ὕµνῳ νικήσας ἐν Χαλκίδι δῖον Ὅµηρον.

Ἑλικωνίσι

τόνδ'

ἀνέθηκε,

89. Χαλκόν εννοεί τα χάλκινα ποτήρια, που εχρησίµευαν διά τας σικύας (βεντούζες). 90. Ολόκληρον το αίνιγµα της Κλεοβουλίνης ευρίσκεται εις τον Αθήναιον 452b και είναι: Ἄνδρ' εἶδον πυρὶ οὔτω συγκόλλως ὥστε σύναιµα ποιεῖν.

χαλκὸν

ἐπ'

ἀνέρι

κολλήσαντα

91. Ο Αίσωπος λογοπαικτεί: µε τους Σικυωνίους ή τας Σικυωνίας µάρτυρας (από την Σικυώνα της Πελοποννήσου) υπαινίσσεται τας σικύας (βεντούζες). 92. Τα αυτά αναφέρονται περί αρίστης πολιτείας και εις τον Βίον του Σόλωνος 28. Και ο ∆ιογ. Λαέρτιος (1,59) αναφέρει, ότι ο Σόλων ερωτηθείς "πῶς ἥκιστα ἀδικοῖεν οἱ ἄνθρωποι", απήντησεν: "Εἰ ὁµοίως ἄχθοιντο τοῖς ἀδικουµένοις οἱ µὴ ἀδικούµενοι". 93. Ως γνωστόν, οι Σκύθαι δεν είχον µονίµους κατοικίας, αλλά περιεφέροντο εντός αµαξών, ως νοµάδες. 94. "Οἰκία" είναι το σπίτι, "οἶκος" δε το σπιτικό, δηλαδή η οικογένεια µαζί µε τους δούλους, την περιουσίαν και πολλά άλλα. Πρβλ. Ξενοφ. Οικονοµ. 1, 5: "Οἶκος δὲ ὑµῖν τί δοκεῖ; ἆρα ὅπερ οἰκία ἢ καὶ ὅσα τις ἔξω τῆς οἰκίας κέκτηται, πάντα τοῦ οἴκου ταῦτα ἐστίν; Ἐµοὶ γοῦν, ἔφη ὁ Κριτόβουλος, δοκεῖ". 95. Εις τον βίον του Σόλωνος § 28 αναφέρεται, ότι ο Αίσωπος εθύµωσε διά την γνωστήν απάντησιν που έδωσεν ο Σόλων εις τον Κροίσον και του είπεν: "Ὦ Σόλων, τοῖς βασιλεῦσι δεῖ ὡς ἥκιστα ἢ ὡς ἥδιστα ὁµιλεῖν". Και ο Σόλων "Μὰ ∆ί', εἶπεν, ἀλλ' ὡς ἥκιστα ἢ ὡς ἄριστα". 96. Ο µύθος του Αισώπου, τον οποίον ο Πλούταρχος αναφέρει και εδώ και αλλαχού (500c), έχει ως εξής: "Ἀλώπηξ καὶ πάρδαλις περὶ κάλλους ἤριζον. τῆς δὲ παρδάλεως παρ' ἕκαστα τὴν τοῦ σώµατος ποικιλίαν προβαλλοµένης, ἡ ἀλώπηξ ὑποτυχοῦσα ἔφη— Καὶ πόσον ἐγώ σου καλλίων ὑπάρχω, ἥτις οὐ τὸ σῶµα, τὴν δὲ ψυχὴν πεποίκιλµαι"; ∆ιά να εννοήσωµεν την απάντησιν, πρέπει να έχωµεν υπ' όψει, ότι "ποικῖλος" είναι και ο παρδαλός, αλλά και ο πανούργος (ποικίλος τὴν ψυχήν). 97. Πρβλ. 1068a: "τουτὶ γὰρ λέγει Χρύσιππος, ὡς οὐ δέονται µὲν, ἐνδέονται δὲ οἱ φαῦλοι". 98. Ίδε βίον Λυκούργου 19: "οἶόν ἐστι τὸ περὶ τῶν πολιτειῶν πρὸς τὸν ἀξιοῦντα ποιεῖν δηµοκρατίαν ἐν τῇ πόλει— Σὺ γὰρ, ἔφη, πρῶτος ἐν τῇ οἰκίᾳ σου ποίησον δηµοκρατίας". * ∆

155e3

Οίνου χρήσις Ἐπεὶ δὲ καὶ οὗτος ἔσχεν ὁ λόγος τέλος, ἡ 13. Αφού ετελείωσε και αυτή η µὲν Εὔµητις ἐξῆλθε µετὰ τῆς Μελίσσης, τοῦ συζήτησις, η Εύµητις απεσύρθη µαζί µε δὲ την Μέλισσαν. Ο Περίανδρος κατόπιν Περιάνδρου τῷ Χίλωνι προπιόντος εὐµεγέθη έπιε πρώτος από ένα µέγαλο ποτήρι και κύλικα, τῷ δὲ Βίαντι τοῦ Χίλωνος, Ἄρδαλος υστέρα το επρόσφερεν εις τον Χίλωνα, ο ἐπΧίλων δε πάλιν το επρόσφερεν εις τον αναστὰς καὶ προσαγορεύσας τὸν Αἴσωπον, Βίαντα. Ο Άρδαλος τότε ανεσηκώθη εις "σὺ δ' το ανάκλιντρον και αποτεινόµενος εις οὐκ ἄν," ἔφη, "διαπέµψαιο δεῦρο τὸ τον Αίσωπον είπε: “∆εν θα ηµπορούσες


155f

ποτήριον συ να µας στείλης προς τα εδώ το πρὸς ἡµᾶς, ὁρῶν τούτους ὥσπερ τὴν ποτήρι σου, αφού βλέπεις ότι αυτοί Βαθυκλέους κυκλοφορούν µεταξύ των το ιδικόν των, κύλικα διαπεµποµένους ἀλλήλοις, ἑτέρῳ δὲ σαν το ποτήρι του Βαθυκλέους99, και δεν µὴ το µεταδίδουν εις άλλον;” µεταδιδόντας;" Καὶ ὁ Αἴσωπος, "ἀλλ' οὐδὲ τοῦτ'," ἔφη, "τὸ Και ο Αίσωπος απήντησε: “Μα το ποτήρι ποτήριον δηµοτικόν ἐστι· Σόλωνι γὰρ ἔκπαλαι τούτο δεν ηµπορεί να είναι κοινόν παράκειται µόνῳ." κτήµα— προ πολλού ευρίσκεται εδώ κοντά µόνον διά τον Σόλωνα”. Τὸν οὖν Μνησίφιλον προσαγορεύσας ὁ Ο Πιττακός τότε εστράφη προς τον Πιττακὸς Μνησίφιλον και τον ηρώτησε διατί δεν ἠρώτησε τί οὐ πίνει Σόλων ἀλλὰ πίνει ο Σόλων, αλλά διαψεύδει τα καταµαρτυρεῖ τῶν ποιήµατα του, όπου έχει γράψει: ποιηµάτων ἐν οἷς γέγραφεν, ἔργα δὲ Κυπρογενοῦς νῦν µοι φίλα καὶ Τώρα τον έρωτ' αγαπώ, τραγούδι και ∆ιονύσου κρασί— καὶ Μουσέων, ἃ τίθησ' ἀνδράσιν γιατί αυτά δίνουν ζωή εύθυµη στους εὐφροσύνας. ανθρώπους.

Ὑποφθάσας δ' Ἀνάχαρσις "σὲ γάρ, ὦ (σ. 56) Επρόλαβεν όµως ο Ανάχαρσις και Πιττακέ, είπε: “∆ιότι φοβείται, Πιττακέ, σε και τον καὶ τὸν σὸν ἐκεῖνον τὸν χαλεπὸν φοβεῖται σκληρόν σου εκείνον νόµον, που νόµον, έγραψες: Αν κανείς κάµη οτιδήποτε ἐν ᾧ γέγραφας Ἐάν τις ὁτιοῦν µεθύων σφάλµα µεθυσµένος, να υφίσταται ἁµάρτῃ, διπλασίαν τιµωρίαν παρά αµέθυστος100”. διπλασίαν ἢ τῷ νήφοντι τὴν ζηµίαν εἶναι." Καὶ ὁ Πιττακός, "σὺ δέ γ'," εἶπεν, "οὕτως Και ο Πιττακός απήντησε: “Συ πάλιν ἐξύβρισας εἰς τὸν νόµον, ὥστε πέρυσι παρ' τόσον πολύ παρεβίασες τον νόµον µου, Ἀλκαίου ἀδελφῷ µεθυσθεὶς ἆθλον αἰτεῖν καὶ ώστε πέρυσι, όταν εµέθυσες εις την στέφανον." οικίαν του Λάβυος του ∆ελφού101, εζήτεις βραβείον και στέφανον”. 156a "Τί δ' οὐκ ἔµελλον," ἔφη ὁ Ἀνάχαρσις, "τῷ “Και διατί δεν έπρεπεν” είπεν ο πλεῖστον πιόντι προκειµένων ἄθλων πρῶτος Ανάχαρσις “να απαιτήσω τα βραβείον µετης νίκης, αφού εµέθυσα πρώτος και θυσθεὶς ἀπαιτεῖν τὸ νικητήριον; ἢ διδάξατέ µ' είχαν ορισθή βραβεία δι' εκείνον που θα ὑµεῖς, τί τέλος ἐστὶ τοῦ πολὺν πιεῖν ἄκρατον έπινε το περισσότερον; Ειδεµή, ἢ εξηγήσετέ µου σεις, ποιος είναι ο σκοπός τὸ µεθυσθῆναι." του να πίνη κανείς πολύ κρασί παρά το να µεθύση102;” Τοῦ δὲ Πιττακοῦ γελάσαντος ὁ Αἴσωπος Ο Πιττακός τότε εγέλασεν, ο δε Αίσωπος λόγον διηγήθη τον εξής µύθον: “Ένας λύκος εἶπε τοιοῦτον· "λύκος ἰδὼν ποιµένας µιά φορά είδε βοσκούς εις µίαν σκηνήν ἐσθίοντας ἐν να τρώγουν ένα πρόβατον επλησίασε σκηνῇ πρόβατον ἐγγὺς προσελθών, ‘ἡλίκος τότε και είπε: “Πόσος θόρυβος θα ἂν ἦν,’ εγίνετο από σας, αν εγώ το έκανα ἔφη, ‘θόρυβος ὑµῖν, εἰ ἐγὼ τοῦτ' ἐποίουν.’" αυτό!103” Καὶ ὁ Χίλων "ὀρθῶς," ἔφη, "Αἴσωπος Και ο Χίλων “Ορθώς”, είπεν “έλαβεν ἠµύνατο, µικρὸν ἔµπροσθεν ἐπιστοµισθεὶς ικανοποίησιν ο Αίσωπος, ο οποίος προ ὑφ' ολίγου απεστοµώθη από ηµάς, ενώ τώρα ἡµῶν, εἶτα νῦν ὁρῶν ἑτέρους τὸν βλέπει, ότι άλλοι έχουν αρπάσει τον Μνησιφίλου λόγον από το στόµα του Μνησιφίλου. λόγον ὑφηρπακότας· Μνησίφιλος γὰρ ᾐτήθη ∆ιότι από τον Μνησίφιλον εζητήθη η τὴν απόκρισις υπέρ του Σόλωνος”. ὑπὲρ Σόλωνος ἀπόκρισιν." 156b "Καὶ λέγω," ὁ Μνησίφιλος εἶπεν, "εἰδὼς ὅτι “Λοιπόν απαντώ προθύµως” είπεν ο Σόλωνι δοκεῖ πάσης τέχνης καὶ δυνάµεως Μνησίφιλος. “Γνωρίζω δηλαδή, ότι ο


ἀνθρωΣόλων πιστεύει πως έργον κάθε τέχνης κάθε ικανότητος θείας και πίνης τε καὶ θείας ἔργον εἶναι τὸ γιγνόµενον και µᾶλλον ἢ δι' οὗ γίγνεται, καὶ τὸ τέλος ἢ τὰ ανθρωπίνης είναι εκείνο που γίνεται πρὸς µάλλον, παρά το µέσον µε το οποίον τὸ τέλος. ὑφάντης τε γὰρ ἂν οἶµαι χλαµύδα γίνεται, και ο σκοπός, όχι τα µέσα προς ποιήσαιτο µᾶλλον ἔργον αὑτοῦ καὶ ἱµάτιον ἢ (σ. 58) τον σκοπόν. Π.χ. ένας κανόνων διάθεσιν καὶ ἀνάρτησιν ἀγνύθων, υφαντουργός, νοµίζω, θα εθεώρει ως χαλκεύς έργον του την χλαµύδα και το ιµάτιον, τε κόλλησιν σιδήρου καὶ στόµωσιν πελέκεως και όχι την τακτοποίησιν των κανόνων104 µᾶλλον ἤ τι τῶν ἕνεκα τούτου γιγνοµένων και το κρέµασµα των αγνύθων105— και ο ἀναγσιδηρουργός την συγκόλλησιν του καίων, οἷον ἀνθράκων ἐκζωπύρησιν ἢ σιδήρου και το ακόνισµα του πελέκεως, λατύπης και όχι όσα απαραιτήτως εκτελούνται παρασκευήν. ἔτι δὲ µᾶλλον ἀρχιτέκτων χάριν αυτών, δηλαδή να ανάψη µέµψαιτ' άνθρακας και να προετοιµάση ἂν ἡµᾶς ἔργον αὐτοῦ µὴ ναὸν µηδ' οἰκίαν λατύπην”106. Ακόµη δε περισσότερον ἀποήθελε µας κατηγορήσει ένας αρχιτέκτων, αν έχωµεν την γνώµην ότι έργον του είναι όχι το πλοίον ή η οικία, 156c φαίνοντας, ἀλλὰ τρυπῆσαι ξύλα καὶ φυρᾶσαι αλλά το τρύπηµα των ξύλων και το πηλόν· αἱ δὲ Μοῦσαι καὶ παντάπασιν, εἰ ζύµωµα της λάσπης. Αλλά καθ' νοµίζοιµεν όλοκληρίαν αι Μούσαι, αν ενοµίζαµεν ότι αὐτῶν ἔργον εἶναι κιθάραν καὶ αὐλούς, ἀλλὰ έργον των είναι η κιθάρα και οι αυλοί, µὴ και όχι το να µορφώνουν τα ήθη και να τὸ παιδεύειν τὰ ἤθη καὶ παρηγορεῖν τὰ πάθη καταπραΰνουν τα πάθη εκείνων που τῶν χρωµένων µέλεσι καὶ ἁρµονίαις. οὐκοῦν καταφεύγουν εις µελωδίας και οὐδὲ αρµονίας107. Εποµένως ούτε της τῆς Ἀφροδίτης ἔργον ἐστὶ συνουσία καὶ Αφροδίτης το έργον είναι η συνουσία και µεῖξις, η µείξις, ούτε του ∆ιονύσου η µέθη και ο οὐδὲ τοῦ ∆ιονύσου µέθη καὶ οἶνος, ἀλλ' ἣν οίνος, αλλά η συµπάθεια και ο πόθος και ἐµη συµβίωσις και η αµοιβαία σύνδεσις, ποιοῦσι διὰ τούτων φιλοφροσύνην καὶ πόθον που µας εµβάλλουν δι' αυτών. Αυτά είναι καὶ που ο Σόλων ονοµάζει θεία έργα και ὁµιλίαν ἡµῖν καὶ συνήθειαν πρὸς ἀλλήλους· αυτά λέγει ότι απολαύει και επιδιώκει, ταῦτα τώρα κυρίως που εγήρασε. Είναι δε η γὰρ ἔργα θεῖα καλεῖ Σόλων, καὶ ταῦτά φησιν µεν Αφροδίτη δηµιουργός της ἀγαπᾶν καὶ διώκειν µάλιστα πρεσβύτης γενόµενος. ἔστι δὲ τῆς µὲν πρὸς γυναῖκας ἀνδρῶν ὁµοφροσύνης 156d καὶ φιλίας δηµιουργὸς ἡ Ἀφροδίτη, τοῖς οµοφροσύνης και της αγάπης των σώµασιν ανδρών προς τας γυναίκας µε το να ὑφ' ἡδονῆς ἅµα συµµιγνύουσα καὶ αναµειγνύη και να συγχωνεύη µε την συντήκουσα βοήθειαν της ηδονής µαζί µε τα σώµατα τὰς ψυχάς· τοῖς δὲ πολλοῖς καὶ µὴ πάνυ και τας ψυχάς των108. ∆ιά τον πολύν συνήθεσι πάλιν κόσµον και όσους δεν είναι πολύ µηδ' ἄγαν γνωρίµοις ὁ ∆ιόνυσος ὥσπερ ἐν σχετικοί και πολύ γνώριµοι, ο ∆ιόνυσος πυρὶ προσφέρει αρχήν τίνα συνενώσεως και τῷ οἴνῳ µαλάττων τὰ ἤθη καὶ ἀνυγραίνων φιλίας µεταξύ των µε το να µαλάσση και ἀρυγραίνη µε τον οίνον, ωσάν µέσα εις το χήν τινα συγκράσεως πρὸς ἀλλήλους καὶ πυρ, τους χαρακτήρας των109. Όταν φιλίας όµως συναθροισθούν ανθρώποι τοιούτοι, ἐνδίδωσιν. ὅταν δὲ τοιοῦτοι συνέλθωσιν (σ. 60) όπως σεις που έχει προσκαλέσει ἄνδρες, ο Περίανδρος, τότε δεν χρειάζεται, οἵους ὁ Περίανδρος ὑµᾶς παρακέκληκεν, νοµίζω, το ποτήρι και η οινοχόη— αι οὐδὲν Μούσαι θέτουν εις το µέσον τον λόγον, ἔργον ἐστὶν οἶµαι κύλικος οὐδ' οἰνοχόης, ἀλλ' ωσάν κρατήρα αµέθυστον110, µέσα εις


αἱ τον οποίον ευρίσκονται πολλά ευχάριστα Μοῦσαι καθάπερ κρατῆρα νηφάλιον ἐν µέσῳ και αστεία και σοβαρά, και διεγείρουν µε προθέµεναι τὸν λόγον, ᾧ πλεῖστον ἡδονῆς αυτόν και ποτίζουν και απλώνουν την ἅµα συµπάθειαν111, ενώ αφήνουν συνήθως καὶ παιδιᾶς καὶ σπουδῆς ἔνεστιν, ἐγείρουσι την οινοχόην να τούτῳ καὶ κατάρδουσι καὶ διαχέουσι τὴν φιλοφροσύνην, 156e ἐῶσαι τὰ πολλὰ τὴν ‘οἰνοχόην’ ἀτρέµα ησυχάζη επάνω από τον κρατήρα, κεῖσθαι πράγµα το οποίον απηγόρευσεν ο ‘κρητῆρος ὕπερθεν,’ ὅπερ ἀπηγόρευσεν Ησίοδος112 εις εκείνους που ηµπορούν να Ἡσίοδος πίνουν και όχι να συζητούν. Επειδή αι ἐν τοῖς πίνειν µᾶλλον ἢ διαλέγεσθαι προπόσεις αυταί τουλάχιστον, ως ακούω δυναµένοις. να λέγουν, έλειπαν εις τους αρχαίους, ἐπεὶ τάς γε προπόσεις αὐτάς," ἔφη, διότι καθένας έπινε δαιτρόν, καθώς είπεν "πυνθάνοµαι ο Όµηρος113, και µετρητόν, έπειτα έδιδεν λείπειν τοῖς παλαιοῖς, ἓν ‘δαιτρόν,’ ὡς Ὅµηρος εις τον πλησίον του ωσάν από ιδικήν του ἔφη, καὶ µετρητὸν ἑκάστου πίνοντος, εἶθ' µερίδα”. ὥσπερ Αἴας µερίδος µεταδιδόντος τῷ πλησίον." Εἰπόντος δὲ ταῦτα τοῦ Μνησιφίλου Χερσίας Όταν είπεν αυτά ο Μνησίφιλος, ο ὁ ποιητής Χερσίας 156f ποιητής (ἀφεῖτο γὰρ ἤδη τῆς αἰτίας καὶ (διότι είχεν απαλλαγή πλέον από την διήλλακτο κατηγορίαν και είχε προ ολίγου τῷ Περιάνδρῳ νεωστί, Χίλωνος δεηθέντος) συµφιλιωθή µε τον Περίανδρον κατά "ἆρ' παράκλησιν του Χίλωνος) ηρώτησεν: οὖν," ἔφη, "καὶ τοῖς θεοῖς ὁ Ζεύς, ὥσπερ τοῖς “Άραγε και ο Ζευς έχυνεν εις τους θεούς, ἀριστεῦσιν ὁ Ἀγαµέµνων, µετρητὸν ἐνέχει τὸ καθώς ο Αγαµέµνων εις τους ηγεµόνας, ποτόν, ὅτε προέπινον ἀλλήλοις ἑστιώµενοι µετρηµένον το ποτόν, όταν έκαµναν (σ. παρ' 62) προπόσεις µεταξύ των και εδείπνουν αὐτῷ;" εις το µέγαρόν του;” Καὶ ὁ Κλεόδωρος, "σὺ δ', ὦ Χερσία," εἶπεν, Και ο Κλεόδωρος απεκρίθη: “Εφ' όσον, "εἰ τὴν ἀµβροσίαν τῷ ∆ιὶ πελειάδες τινὲς κοµί- Χερσία, φέρουν εις τον ∆ία την ζουσιν, ὡς ὑµεῖς λέγετε, τὰς Πλαγκτὰς ὑπερ- αµβροσίαν µερικά περιστέρια, καθώς πετόµεναι χαλεπῶς καὶ µόλις, οὐ νοµίζεις καὶ λέγετε σεις οι ποιηταί, που µόλις και µε τὸ δυσκολίαν πετούν επάνω από τας νέκταρ αὐτῷ δυσπόριστον εἶναι καὶ σπάνιον, Πλαγκτάς πέτρας114, δεν νοµίζεις ότι και το νέκταρ του ήτο δυσκολοπόριστον και σπάνιον, 157a ὥστε φείδεσθαι καὶ παρέχειν ἑκάστῳ ώστε να το έχη εις την αποθήκην του τεταµιευκαι µε οικονοµίαν να το δίδη εις τον µένον;" καθένα;” Μέτρον περιουσίας "Ἴσως," εἶπεν ὁ Χερσίας· "ἀλλ' ἐπεὶ 14. “Ίσως” είπεν ο Χερσίας. “Αλλ' επειδή πάλιν οἰκονοµίας λόγος γέγονε, τίς ἂν ὑµῶν πάλιν γίνεται λόγος περί της φράσειεν ἡµῖν τὸ ἀπολειπόµενον; ἀπολείπεται διευθύνσεως του οίκου, τις από σας θα δ' οἶµαι κτήσεώς τι λαβεῖν µέτρον αὐτάρκους µας είπη εκείνο που υπολείπεται; καὶ ἱκανῆς ἐσοµένης." Υπολείπεται δε, νοµίζω, το να καθόρίσωµεν κάποιο όριον ιδιωτικής περιουσίας, που θα είναι αρκετόν δια την ζωήν µας και δεν θα χρειάζεται συµπλήρωµα”. Καὶ ὁ Κλεόβουλος, "ἀλλὰ τοῖς µὲν σοφοῖς," Και ο Κλεόβουλος115 είπε: “∆ιά µεν τους ἔφη, "µέτρον ὁ νόµος δέδωκε, πρὸς δὲ τοὺς φρονίµους έχει ορίσει όριον ο νόµος— ως φαύλους ἐρῶ λόγον τῆς ἐµῆς θυγατρὸς ὃν προς τους κακούς όµως θα αναφέρω τον πρὸς µύθον που είπεν η κόρη µου εις τον


τὸν ἀδελφὸν εἶπεν. ἔφη γὰρ τὴν Σελήνην αδελφόν της. ∆ιηγήθη δηλαδή, ότι η δεῖσθαι Σελήνη παρεκάλει την µητέρα της να της τῆς ἑαυτῆς µητρὸς ὅπως αὐτῇ χιτώνιον υφάνη ένα υποκάµισον ανάλογον. ὑφήνῃ 157b σύµµετρον· τὴν δ' εἰπεῖν ‘καὶ πῶς σύµµετρον Εκείνη τότε απήντησε: “Πώς να σου το ὑφήνω; νῦν µὲν γὰρ ὁρῶ σε πανσέληνον, υφάνω ανάλογον, αφού τώρα µεν σε αὖθις βλέπω πανσέληνον, άλλοτε πάλιν δὲ µηνοειδῆ, τοτὲ δ' ἀµφίκυρτον.’ οὕτω δή, δρεπανοειδή και άλλοτε καµπυλωτήν και ὦ από τα δυο µέρη;” Έτσι λοιπόν, φίλε φίλε Χερσία, καὶ πρὸς ἄνθρωπον ἀνόητον καὶ Χερσία, και δι' έναν άνθρωπον ανόητον φαῦλον οὐδέν ἐστι µέτρον οὐσίας· ἄλλοτε και ταπεινόν δεν υπάρχει κανένα µέτρον γὰρ περιουσίας. ∆ιότι κάθε φοράν είναι ἄλλος ἐστὶ ταῖς χρείαις διὰ τὰς ἐπιθυµίας καὶ διαφορετικός εις τας ανάγκας του κατά τὰς τας επιθυµίας του και κατά τας τύχας, ὥσπερ ὁ Αἰσώπου κύων, ὃν οὑτοσί περιστάσεις, καθώς ο σκύλλος του φησιν Αισώπου, που αναφέρει αυτός εδώ: τον ἐν τῷ χειµῶνι συστρεφόµενον καὶ χειµώνα, όπως ήτο συµµαζευµένος και συσπειρώµενον κουλουριασµένος από το κρύο, διὰ τὸ ῥιγοῦν οἰκίαν ποιεῖν διανοεῖσθαι, εσκέπτετο να κτίση σπίτι— το θέρος θέρους πάλιν, επειδή εκοιµάτο εξαπλωµένος, δ' αὖ πάλιν ἐκτεταµένον καθεύδοντα εύρισκε µεγάλον τον (σ. 64) εαυτόν του φαίνεσθαι και δι' αυτό ενόµιζεν ότι ούτε ανάγκη µέγαν ἑαυτῷ καὶ µήτ' ἀναγκαῖον ἡγεῖσθαι ούτε εύκολον πράγµα ήτο να κτίση γύρω µήτε του τόσον µεγάλο σπίτι. Μήπως δεν µικρὸν ἔργον οἰκίαν περιβαλέσθαι τοσαύτην. βλέπεις” είπε “Χερσία, ἦ γὰρ οὐχ ὁρᾷς," εἶπεν, "ὦ Χερσία, καὶ τοὺς 157c µιαροὺς νῦν µὲν εἰς µικρὰ κοµιδῇ ότι και οι µωροί, άλλοτε µεν συστέλλοντας περιορίζονται εις πάρα πολύ µικρά, σαν ἑαυτοὺς ὡς στρογγύλως καὶ Λακωνικῶς να θέλουν να ζήσουν συµµαζευµένα και βιωσοΛακωνικά— άλλοτε πάλιν, αν δεν έχουν µένους, νῦν δέ, εἰ µὴ τὰ πάντων ἔχουσιν όσα έχουν όλοι οι ιδιώται µαζί και οι ἰδιωτῶν βασιλείς, νοµίζουν πως θα αποθάνουν ἅµα καὶ βασιλέων, ὑπ' ἐνδείας ἀπολεῖσθαι από τας στερήσεις;” νοµίζοντας;" Ὡς οὖν ὁ Χερσίας ἀπεσιώπησεν, ὑπολαβὼν Επειδή δε ο Χερσίας εσιώπησεν, έλαβε ὁ τον λόγον ο Κλεόδωρος και είπεν: “Αλλά Κλεόδωρος, "ἀλλὰ καὶ τοὺς σοφούς," εἶπεν, και σεις οι σοφοί βλέποµεν ότι έχετε "ὑµᾶς ὁρῶµεν ἀνίσοις µέτροις τὰς κτήσεις µοιρασµένας τας περιουσίας όχι µε ίσα νενεµηµένας πρὸς ἀλλήλους ἔχοντας." µεταξύ σας µέτρα”. Καὶ ὁ Κλεόβουλος, "ὁ γάρ τοι νόµος," εἶπεν, Και ο Κλεόβουλος απήντησε: “∆ιότι, "ὦ βέλτιστε ἀνδρῶν, ὡς ὑφάντης ἑκάστῳ τὸ φίλτατε, ο νόµος σαν υφαντουργός δίδει πρέπον ἡµῶν καὶ τὸ µέτριον καὶ τὸ ἁρµόττον εις τον καθένα µας ό,τι του πρέπει και ό,τι είναι κανονικόν και ό,τι του αρµόζει. Και 157d ἀποδίδωσι. καὶ σὺ καθάπερ τῷ νόµῳ τῷ λόγῳ συ επίσης, όταν κανονίζης µε το λογικόν, τρέφων καὶ διαιτῶν καὶ φαρµακεύων τοὺς ωσάν µε κάποιον νόµον, και κάµπαραγγέλλης την τροφήν και την δίαιταν νοντας οὐκ ἴσον ἑκάστῳ, τὸ δὲ προσῆκον και τα φάρµακα είς τους ασθενείς σου, ἀποδεν κατανέµεις το ίσον εις όλους, αλλ' νέµεις ἅπασιν." ό,τι αρµόζει εις τον καθένα116”. Ὑπολαβὼν δ' ὁ Ἄρδαλος, "ἆρ' οὖν," ἔφη, Τότε έλαβε τον λόγον ο Άρδαλος και "καὶ τὸν ἑταῖρον ὑµῶν Σόλωνος δὲ ξένον Ἐπι- είπεν: “Άραγε λοιπόν νόµος είναι και µενίδην νόµος τις ἀπέχεσθαι τῶν ἄλλων αυτός που επιβάλλει εις τον φίλον σας σιτίων και φιλοξενούµενον του Σόλωνος τον


κελεύει, τῆς δ' ἀλίµου δυνάµεως ἣν αὐτὸς Επιµενίδην να απέχη από τας αλλάς συντίθησι τροφάς, αφού δε βάλη εις το στόµα του µικρὸν εἰς τὸ στόµα λαµβάνοντα διηµερεύειν ολίγον από το κατευναστικόν της πείνας ἀνάριστον καὶ ἄδειπνον;" εκείνο µέσον, που το κατασκευάζει ο ίδιος117, να µένη όλην την ηµέραν χωρίς γεύµα και δείπνον;” Ἐπιστήσαντος δὲ τοῦ λόγου τὸ συµπόσιον Η ερώτησις αυτή επέσυρε την προσοχήν ὁ όλων των συµποτών. Και ο µεν (σ. 66) µὲν Θαλῆς ἐπισκώπτων εὖ φρονεῖν ἔφη τὸν Θαλής αστειευόµενος παρετήρησεν ότι Ἐπιµενίδην ὅτι µὴ βούλεται πράγµατα ἔχειν πολύ σωστά σκέπτεται ο Επιµενίδης118, ἀλῶν τὰ σιτία καὶ πέττων ἑαυτῷ, καθάπερ που δεν θέλει να ενοχλήται µε το να αλέθη ο ίδιος και να ψήνη τα φαγητά 157e Πιττακός. "ἐγὼ γάρ," εἶπε, "τῆς ξένης ἤκουον του καθώς ο Πιττακός. “Εγώ” ᾀδούσης πρὸς τὴν µύλην, ἐν Ἐρέσῳ επρόσθεσεν “ήκουσα την γυναίκα, που γενόµενος, µε εφιλοξένησεν, όταν ήµην εις την Ερεσόν119, να τραγουδή ενώ εγύριζε τον µύλον: ἄλει, µύλα, ἄλει· Άλεθε, µύλε, άλεθε— καὶ γὰρ Πιττακὸς ἄλει γιατί άλεθε και ο Πιττακός, µεγάλας Μυτιλάνας βασιλεύων." της Μυτιλήνης βασιλιάς, Ὁ δὲ Σόλων ἔφη θαυµάζειν τὸν Ἄρδαλον εἰ της ξακουσµένης χώρας120”. τὸν νόµον οὐκ ἀνέγνωκε τῆς διαίτης τοῦ ἀνδρὸς Ο δε Σόλων εξέφρασε την απορίαν του, ἐν τοῖς ἔπεσι τοῖς Ἡσιόδου γεγραµµένον· ότι ο Άρδαλος δεν ανέγνωσε τον νόµον ἐκεῖνος της διαίτης αυτού, ενώ είναι γραµµένος γάρ ἐστιν ὁ πρῶτος Ἐπιµενίδῃ σπέρµατα τῆς εις τα ποιήµατα του Ησιόδου. ∆ιότι τροφῆς ταύτης παρασχὼν καὶ ζητεῖν ὁ εκείνος είναι που έδωσε πρώτος εις τον διδάξας Επιµενίδην την αφορµήν εις τον τρόπον αυτόν της ζωής, αφού τον εδίδαξε να ζητή 157f ὅσον ἐν µαλάχῃ τε καὶ ἀσφοδέλῳ µέγ' µολόχα και ασφόδελος πόσο µας ὄνειαρ. ωφελούνε121. "Οἴει γάρ," ὁ Περίανδρος εἶπε, "ταὸν “Και νοµίζεις” παρετήρησε τότε ο Ἡσίοδον Περίανδρος “ότι ο Ησίοδος κάτι ἐννοῆσαί τι τοιοῦτον; οὐκ ἐπαινέτην ὄντα παρόµοιον εννοεί, και όχι ότι µας φειδοῦς συνιστά τα λιτότατα φαγητά ως ἀεί, καὶ πρὸς τὰ λιτότατα τῶν ὄψων ὡς νοστιµώτατα, επειδή (σ. 68) επαινεί ἥδιστα πάντοτε την οικονοµίαν; Πράγµατι καλή παρακαλεῖν ἡµᾶς; ἀγαθὴ µὲν γὰρ ἡ µαλάχη είναι ως τροφή η µολόχα και γλυκός ο βρωθῆναι, γλυκὺς δ' ὁ ἀνθέρικος· τὰ δ' ἄλιµα βλαστός του ασφοδέλου— ενώ αυτά που ταῦτα καὶ ἄδιψα φάρµακα µᾶλλον ἢ σιτία παύουν την πείναν και την δίψαν, πυνθάνοφάρµακα µάλλον παρά τροφαί, µαι καὶ µέλι καὶ τυρόν τινα βαρβαρικὸν χρειάζονται, καθώς ακούω, και µέλι και δέχεσθαι τυρί από ξένας χώρας122, και σπόρους καὶ σπέρµατα πάµπολλα τῶν οὐκ πάρα πολλούς δυσευρέτους. Πώς λοιπόν εὐπορίστων. δεν θα ήτο χωρίς σηµασίαν το πῶς οὖν ἐῶµεν Ἡσιόδῳ τὸ λεγόµενον υπό του Ησιόδου πηδάλιον µὲν ὑπὲρ καπνοῦ κείµενον το τιµόνι που είναι πάνω από τον ἔργα βοῶν δ' ἀπόλοιτο καὶ ἡµιόνων καπνό123 ταλαεργῶν, εἰ τοσαύτης δεήσει παρασκευῆς; θαυµάζω δέ και το

θα χάνοντο των µουλαριών και των βοδιών οι κόποι124,


εφ' όσον θα χρειάζεται τόση προετοιµασία; 158a σου τὸν ξένον, ὦ Σόλων, εἰ ∆ηλίοις ἔναγχος Απορώ µάλιστα, Σόλων, µε τον φίλον ποιησάµενος τὸν µέγαν καθαρµὸν οὐχ σου, πώς, ενώ έκαµε τώρα τελευταία ἱστόρησε τον µεγάλον καθαρµόν εις την ∆ήλον125, παρ' αὐτοῖς εἰς τὸ ἱερὸν κοµιζόµενα τῆς δεν παρετήρησε, µέσα εις άλλα απλά και πρώτης άγρια χόρτα που µεταφέρονται εκεί εις ὑποµνήµατα τροφῆς καὶ δείγµατα µετ' ἄλλων τον 158 ναόν ως ενθύµια και δείγµατα εὐτελῶν καὶ αὐτοφυῶν µαλάχην καὶ της πρωτογόνου τροφής126, την µολόχαν ἀνθέρικον, και τον ασφόδελον, των οποίων την ὧν εἰκός ἐστι καὶ τὸν Ἡσίοδον προξενεῖν ἡµῖν λιτότητα και απλότητα είναι φυσικόν να τὴν λιτότητα καὶ τὴν ἀφέλειαν." µας συνιστά και ο Ησίοδος”. "Οὐ ταῦτ'," ἔφη, "µόνον," ὁ Ἀνάχαρσις, “Όχι µόνον αυτό”, είπεν ο Ανάχαρσις "ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑγίειαν ἐν τοῖς µάλιστα τῶν “αλλά µεταξύ όλων των χορταρικών τα λαχάνων ἑκάτερον ἐπαινεῖται." δύο αυτά επαινούνται εξαιρετικά ως ωφέλιµα εις την (σ. 70) υγείαν”. Καὶ ὁ Κλεόδωρος "ὀρθῶς," ἔφη, "λέγεις. “Σωστά λέγεις” είπε και ο Κλεόδωρος. ἰατρικὸς γὰρ Ἡσίοδος, ὡς δῆλός ἐστιν οὐκ “Άλλωστε ο Ησίοδος είχε και ιατρικάς γνώσεις— διότι 158b ἀµελῶς οὐδ' ἀπείρως περὶ διαίτης καὶ προφανώς οµιλεί όχι επιπολαίως και κράσεως χωρίς πείραν περί του τρόπου της ζωής, οἴνου καὶ ἀρετῆς ὕδατος καὶ λουτροῦ καὶ περί της αναµείξεως του οίνου, περί των γυναικῶν αγαθών ιδιοτήτων του ύδατος, περί του διαλεγόµενος καὶ συνουσίας καιροῦ καὶ λουτρού των γυναικών, περί της βρεφῶν καταλληλοτέρας προς συνουσίαν καθίσεως. ἀλλ' Ἡσιόδου µὲν ἐµοὶ δοκεῖ δι- περιστάσεως, περί του τρόπου που καιότερον Αἴσωπος αὑτὸν ἀποφαίνειν πρέπει να καθίζουν τα βρέφη127. Αλλά µαθητὴν ἢ του Ησιόδου µαθητής είναι, µου Ἐπιµενίδης· τούτῳ γὰρ ἀρχὴν τῆς καλῆς φαίνεται, µε περισσότερα δικαιώµατα ο ταύτης Αίσωπος παρά ο Επιµενίδης. ∆ιότι την καὶ ποικίλης καὶ πολυγλώσσου σοφίας ὁ πρὸς αφορµήν εις την γνωστήν ωραίαν και τὴν ἀηδόνα λόγος τοῦ ἱέρακος παρέσχηκεν. ποικίλην και πολύγλωσσον128 σοφίαν του ἐγὼ έδωσεν εις αυτόν η συνοµιλία της δ' ἂν ἡδέως ἀκούσαιµι Σόλωνος· εἰκὸς γὰρ αηδόνος και του ιέρακος129. Αλλ' εγώ αὐτὸν ευχαρίστως θα ήκουα από τον Σόλωνα πεπύσθαι, πολὺν χρόνον Ἀθήνησιν Ἐπιµενίδῃ (αυτός φυσικά, επειδή πολύν καιρόν συγγενόµενον, ὅ τι δὴ παθὼν ἢ σοφιζόµενος συνανεστράφη τον Επιµενίδην εις τας ἐπὶ Αθήνας, θα το έχει πληροφορηθή), επί τοιαύτην ἦλθε δίαιταν." τη βάσει ποίων γεγονότων της ζωής του ή ποίων σκέψεων κατέληξεν εις τοιούτον τρόπον ζωής”. Τροφής έπαινος Καὶ ὁ Σόλων ἔφη "τί δὲ τοῦτ' ἐκεῖνον 15. Ο Σόλων τότε είπε: “∆εν ήτο ανάγκη 158c ἐρωτᾶν ἔδει; δῆλον γὰρ ἦν ὅτι τοῦ µεγίστου να ερωτήσω εκείνον δι' αυτό το ζήτηµα. τῶν Είναι φανερόν ότι, µετά το µέγιστον και ἀγαθῶν καὶ κρατίστου δεύτερόν ἐστι τὸ ανώτερον αγαθόν, δεύτερον έρχεται το δεῖσθαι να χρειάζεται κανείς πάρα πολύ ολίγην τροφῆς βραχυτάτης. ἢ τὸ µέγιστον οὐ δοκεῖ τροφήν130. Ή µήπως δεν σου φαίνεται τὸ ότι το µέγιστον είναι να µη χρειάζεται µηδ' ὅλως τροφῆς δεῖσθαι;" διόλου τροφήν;” "Οὐδαµῶς," ὁ Κλεόδωρος, "ἔµοιγ'," εἶπεν, “Εγώ τουλάχιστον δεν συµφωνώ διόλου” "εἰ δεῖ τὸ φαινόµενον εἰπεῖν, καὶ µάλιστα είπεν ο Κλεόδωρος “αν πρόκειται να είπω παραό,τι πιστεύω — και µάλιστα αφού (σ. 72) κειµένης τραπέζης, ἣν ἀναιροῦσιν αἰροµένης απλώνεται ενώπιον µας τράπεζα, η τροοποία, αν καταργηθή η τροφή, φῆς φιλίων θεῶν βωµὸν οὖσαν καὶ ξενίων. εκµηδενίζεται, ενώ είναι βωµός των


ὡς δὲ θεών που προστατεύουν την φιλίαν και Θαλῆς λέγει τῆς γῆς ἀναιρεθείσης σύγχυσιν την φιλοξενίαν. Όπως δε λέγει ο Θαλής, τὸν ότι θα προκύψη ένα χάος εις όλον τον ὅλον ἕξειν κόσµον, οὕτως οἴκου διάλυσις κόσµον, αν η γη καταστραφή131,έτσι η ἐστι· κατάργησις της τροφής είναι διάλυσις συναναιρεῖται γὰρ αὐτῇ πῦρ ἑστιοῦχον ἑστία του οίκου. ∆ιότι µαζί µε αυτήν κρατῆρες ὑποδοχαὶ ξενισµοί, εξαφανίζεται το πυρ της εστίας, η εστία, φιλανθρωπότατα καὶ οι κρατήρες, αι υποδοχαί, αι φιλοξενίαι, πρῶτα κοινωνήµατα πρὸς ἀλλήλους, µᾶλλον τα οποία είναι αι πρώται εκδηλώσεις δὲ αγάπης και κοινωνικότητος µεταξύ των ανθρώπων ή µάλλον εξαφανίζεται ολόκληρος 158d σύµπας ὁ βίος, εἴ γε διαγωγή τίς ἐστιν η ζωή, αφού αυτή είναι µία απασχόλησις ἀνθρώπου περιέχουσα την διεξαγωγήν υπό του πράξεων ἔχουσα διέξοδον, ὧν ἡ τῆς τροφῆς ανθρώπου πράξεων, των οποίων τας χρεία περισσοτέρας προκαλεί η ανάγκη και η καὶ παρασκευὴ τὰς πλείστας παρακαλεῖ. προετοιµασία της τροφής132. Φοβερόν δεινὸν είναι επίσης, φίλε µου, και ό,τι συµβαίνει µὲν οὖν, ὦ ἑταῖρε, καὶ τὸ γεωργίας αὐτῆς· δι- µε την γεωργίαν: αν αυτή σβήση, θα µας ολλυµένη γὰρ αὖθις ἀπολείπει γῆν ἡµῖν αφήση και πάλιν την γην άσχηµον και ἄµορφον ακάθαρτον, γεµάτην από άκαρπον καὶ ἀκάθαρτον, ὕλης ἀκάρπου καὶ ῥευµάτων βλάστησιν και από ποτάµια που θα πληµτρέχουν χωρίς τάξιν, ένεκα της µελῶς φεροµένων ὑπ' ἀργίας ἀνάπλεων. ελλείψεως καλλιέργειας. Καταστρέφει δε συναπόλσυγχρόνως και όλας τας τέχνας και τας λυσι δὲ καὶ τέχνας πάσας καὶ ἐργασίας, ὧν εργασίας, µεταξύ των οποίων είναι η ἔξαρχός πρώτη και εις τας οποίας όλας δίδει την ἐστι καὶ παρέχει βάσιν πάσαις καὶ ὕλην, καὶ τὸ βάσιν και το υλικόν 158e µηδέν εἰσι, ταύτης ἐκποδὼν γενοµένης. κατα- ώστε εκµηδενίζονται, αν αυτή λειψή από λύονται δὲ καὶ τιµαὶ θεῶν, Ἡλίῳ µὲν µικράν, το µέσον. Καταργείται δε και η λατρεία ἔτι δ' ἐλάττω Σελήνῃ χάριν αὐγῆς µόνον καὶ των θεών, αν οι άνθρωποι αποδίδουν ἀλέας µικράν ευγνωµοσύνην εις τον Ήλιον, ἀνθρώπων ἐχόντων. ὀµβρίῳ δὲ ∆ιὶ καὶ ακόµη δε µικροτέραν εις την Σελήνην, προηροσίᾳ διά τον φωτισµόν µόνον και την ∆ήµητρι καὶ φυταλµίῳ Ποσειδῶνι ποῦ βωµός θέρµανσιν. Εις τον ∆ία δε τον ἐστι, ποῦ δὲ θυσία; πῶς δὲ χαριδότης ὁ Όµβριον133 και εις την ∆ήµητρα την ∆ιόνυσος, Προηροσίαν134 και εις τον Ποσειδώνα εἰ δεησόµεθα µηδενὸς ὧν δίδωσι; τί δὲ τον Φυτάλµιον135 πού θα στηθή βωµός; θύσοµεν (σ. 74) πού θυσία; Πώς δε θα είναι ἢ σπείσοµεν; τίνος δ' ἀπαρξόµεθα; πάντα γὰρ Χαριδότης ο ∆ιόνυσος136 αφού δεν θα ταῦτα τῶν µεγίστων ἀνατροπὴν καὶ σύγχυσιν χρειαζώµεθα τίποτε από όσα δίδει; ἔχει Έπειτα τί θα θυσιάσωµεν ή τί θα πραγµάτων. ἡδονῆς δὲ πάσης µὲν προσφέρωµεν ως σπονδήν; Από τί θα περιέχεσθαι προσφέρωµεν απαρχάς137; Όλα αυτά καὶ πάντως ἀλόγιστόν ἐστι, πᾶσαν δὲ φεύγειν οδηγούν εις ανατροπήν και διατάραξιν καὶ των σπουδαιοτέρων πραγµάτων. Το να πάντως ἀναίσθητον. τὴν µὲν οὖν ψυχὴν επιδιώκη κανείς κάθε ηδονήν και µε κάθε ἑτέραις τρόπον είναι ένδειξις ανοησίας— 158f τισὶν ἡδοναῖς χρῆσθαι κρείττοσιν ὑπαρχέτω, να αποφεύγη όµως πάλιν κάθε ηδονήν τῷ και µε κάθε τρόπον είναι δείγµα δὲ σώµατι λαβεῖν ἡδονὴν τῆς ἀπὸ τοῦ αναισθησίας. Λοιπόν εις µεν την ψυχήν τρέφεσθαι ας επιτροπή να έχη µερικάς άλλας δικαιοτέραν οὐκ ἔστιν εὑρεῖν, ὅπερ οὐδένα ηδονάς ανωτέρας— το σώµα όµως δεν λέληθεν είναι δυνατόν να λάβη άλλην ηδονήν ἀνθρώπων· ταύτην γὰρ ἐν µέσῳ θέµενοι δικαιοτέραν από την ηδονήν εκ της κοινωτροφής— αυτό όλοι οι άνθρωποι το νοῦσιν ἀλλήλοις δείπνων καὶ τραπέζης, ἀφρο- γνωρίζουν. ∆ιότι το φως του ηλίου


δισίων δὲ νύκτα καὶ πολὺ προβάλλονται θέτουν εις το µέσον138 και έτσι σκότος, λαµβάνουν µέρος όλοι µαζί εις τα δείπνα ἡγούµενοι ταύτης τὸ κοινωνεῖν ἀναίσχυντον και τα τραπέζια— ενώ διά τα έργα της εἶναι Αφροδίτης περικαλύπτονται µε νύκτα και καὶ θηριῶδες, ὡς τὸ µὴ κοινωνεῖν ἐκείνης." µε πολύ σκότος139, επειδή νοµίζουν ότι το να λαµβάνουν από κοινού µέρος εις αυτήν την ηδονήν είναι πράγµα αναίσχυντον και κτηνώδες, όπως είναι πάλιν το να µη λαµβάνουν µέρος εις εκείνην”. Ὑπολαβὼν οὖν ἐγὼ τοῦ Κλεοδώρου Όταν προς στιγµήν έπαυσεν ο διαλιπόντος, Κλεόδωρος, έλαβον τον λόγον εγώ και "ἐκεῖνο δ' οὐ λέγεις," εἶπον, "ὅτι καὶ τὸν είπον: “∆εν λέγεις και το άλλο: ότι µαζί ὕπνον µε την τροφήν χάνοµεν και τον ύπνον— ἅµα τῇ τροφῇ συνεκβάλλοµεν· ὕπνου δὲ µὴ αν δε ύπνος δεν υπάρχη, ὄντος 159a οὐδ' ὄνειρός ἐστιν, ἀλλ' οἴχεται τὸ δεν υπάρχει και όνειρον, και τότε πρεσβύτατον χάνεται και το πρώτον εις αρχαιότητα ἡµῖν µαντεῖον. ἔσται δὲ µονοειδὴς ὁ βίος καὶ µαντικόν µας µέσον140. Θα είναι δε τότε τρόπον τινὰ µάτην τὸ σῶµα περικείσεται τῇ η ζωή µονότονος και το σώµα θα ψυχῇ· περιβάλλη ανωφελώς τρόπον τινά την τὰ πλεῖστα γὰρ αὐτοῦ καὶ κυριώτατα τῶν ψυχήν. ∆ιότι τα περισσότερα και µερῶν σπουδαιότερα µέρη αυτού είναι όργανα ἐπὶ τὴν τροφὴν ὄργανα παρεσκεύασται, προετοιµασµένα διά την τροφήν, η γλῶττα γλώσσα και οι οδόντες και ο στόµαχος καὶ ὀδόντες καὶ στόµαχος καὶ ἧπαρ. ἀργὸν και το ήπαρ. Πράγµατι κανένα δεν είναι γὰρ αργόν ούτε κατασκευασµένον δι' άλλην οὐδέν ἐστιν οὐδὲ πρὸς ἄλλην συντεταγµένον ανάγκην. Ώστε, όστις δεν χρειάζεται (σ. χρείαν· 76) τροφήν, δεν χρειάζεται και το σώµα. ὥσθ' ὁ µὴ δεόµενος τροφῆς οὐδὲ σώµατος Τούτο δε θα εσήµαινε κανείς µας να µη δεῖται. χρειάζεται ο ίδιος τον εαυτόν του— διότι τοῦτο δ' ἦν αὖ τὸ αὑτοῦ µὴ δεῖσθαι· σὺν ο καθένας µας υπάρχει µαζί µε το σώµα. σώµατι Αυτάς λοιπόν ηµείς είπον εγώ “τας γὰρ ἡµῶν ἕκαστος. ἡµεῖς µὲν οὖν," ἔφην συνεισφοράς προσφέροµεν υπέρ της ἐγώ, κοιλίας— αν δε ο Σόλων ή άλλος κανείς "ταύτας τῇ γαστρὶ συµβολὰς εἰσφέροµεν· εἰ έχη κάτι να αντιτάξη, θα τον δὲ ακούσωµεν”. Σόλων ἤ τις ἄλλος τι κατηγορεῖ, ἀκουσόµεθα." * ** Σηµειώσεις 99. Ο Βαθυκλής από την Αρκαδίαν λέγεται ότι εκληροδότησεν εις τον σοφώτατον από τους Έλληνας ένα χρυσούν ποτήριον (ίδε περί τούτου Εισαγωγήν). 100. Πρβλ. ∆ιογένη Λαέρτιον Ι 76: "Νόµους δὲ ἔθηκε τῷ µεθύοντι ἐὰν ἁµάρτῃ διπλῆν εἶναι τὴν ζηµίαν, ἵνα µὴ µεθύωσι, πολλοῦ κατὰ τὴν νῆσον οἴνου γινοµένου". 101. Το πρόσωπον τούτο αναφέρεται µόνον υπό του σχολιαστού του Πλάτωνος, όστις του αποδίδει την πατρότητα του "Γνῶθι σαυτόν". Ητο ευνούχος νεωκόρος του εν ∆ελφοίς ιερού. 102. Πρβλ. Αθήναιον 437f: "Ἀνάχαρσις δὲ ὁ Σκύθης, παρὰ Περιάνδρῳ τεθέντος ἄθλου περὶ τοῦ πίνειν, ᾔτησε τὸ νικητήριον πρῶτος µεθυσθεὶς τῶν συµπαρόντων, ὡς ὅντος τέλους


τούτου καὶ τῆς ἐν τῷ πότῳ νίκης, ὥσπερ καὶ τῆς ἐν τῷ τρέχειν." Και Αιλιανόν (Ποικ. Ιστορ. 11 41): "Καὶ Ἀνάχαρσις δὲ πάµπολυ, φασίν, ἔπιε παρὰ Περιάνδρῳ— Σκυθῶν γὰρ ἴδιον τὸ πίνειν ἄκρατον." 103. ∆ιά του µύθου αυτού θέλει εδώ να δείξη ο Αίσωπος, ότι ήρχισαν αυτοί τώρα τας παρεκβάσεις, ενώ πρωτύτερα (152d) τον επέπληξαν δι' αυτό. Την εξήγησιν δίδει ο Χίλων. 104. "Κανὼν" εις την αρχαίαν υφαντικήν ελέγετο το πηνίον, το µασούρι. 105. "Ἄγνυθες" και "λεῖα" ελέγοντο οι λίθοι που εκράτουν όρθια τα στηµόνια κρεµάµενοι από αυτά. 106. "Λατύπη" ελέγοντο τα πελεκήµατα λίθων τα χρησιµεύοντα δι' ακόνισµα σιδηρών εργαλείων. 107. Πρβλ. Περί δεισιδαιµονίας 167b: "Μουσικήν φησιν ὁ Πλάτων" (Τίµ. 47d), "ἐµµελείας καὶ εὐρυθµίας δηµιουργόν, ἀνθρώποις ὑπὸ θεῶν οὐ τρυφῆς ἕνεκα καὶ κνήσεως ὤτων δοθῆναι κλπ." 108. Η αυτή εικών αναπτύσσεται και εις το Συµπόσιον του Πλάτωνος 192d υπό του Αριστοφάνους, εκείθεν δε παρελήφθη υπό του Πλουτάρχου εις τον Ερωτικόν 752d. 109. Πρβλ. και Συµποσ. Προβλ. 712b: "Καὶ τὰ σκληρότατα τῶν ἠθῶν ὥσπερ ἐν πυρὶ τῷ οἴνῳ µαλάττουσι καὶ κάµπτουσιν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστατον" και 620d "ὁ δὲ οἶνος ἄξει τὸ ἦθος εἰς τὸ µέτριον µαλακώτερον ποιῶν καὶ ἀνυγραίνων". 110. Όπως από τον κρατήρα αντλούν και πίνουν όλοι και διασκεδάζουν, έτσι και από την κοινήν συζήτησιν. Ανάλογος µεταφορά είναι και το "ἐστίασις λόγων". 111. Όπως ο αγρός ποτιζόµενος µε νερά παράγει καλά προϊόντα, έτσι και ο νους ποτιζόµενος µε το κρασί γεννά σκέψεις— πρβλ. Ξενοφ. Συµπόσιον 2,24 και Αριστοφ. Ιππής 95: ἀλλ' ἐξένεγκέ µοι τὸν νοῦν ἴν' ἄρδω καὶ λέγω τι δεξιόν.

ταχέως

οἴνου

χόα,

112. Οι στίχοι του Ησιόδου είναι: Μηδέ ποτ' οἰνοχόην πινόντων— ὀλοὴ γὰρ ἐπ' αὐτῷ µοῖρα τέτυκται.

τιθέµεν

κρατῆρος

ὕπερθεν

113. Τούτο αναφέρεται εις τους εποµένους στίχους του Οµήρου (∆ 261): Εἴπερ γάρ τ' ἄλλοι γε καρηκοµόωντες Ἀχαιοὶ δαιτρὸν πίνωσι, σὸν δὲ πλεῖον δέπας αἰεὶ ἕστηχ' ὥς περ ἐµοί, πιέειν ὅτε θυµὸς ἀνώγοι. Ταύτα λέγει ο Αγαµέµνων εις τον αρχηγόν των Κρητών Ιδοµενέα, εκ των οποίων φαίνεται ότι, ενώ οι ηγεµόνες είχον πάντοτε γεµάτα από κρασί τα ποτήρια των και έπινον όσον ήθελον, εις τους λοιπούς το ποτόν τούτο εδίδετο ωρισµένον και µετρηµένον ("δαιτρόν"). 114. Πλαγκταί πέτραι, ή κατ' άλλους Συµπληγάδες και Κυανέαι και Συνδροµάδες, ήσαν δύο βράχοι εις την είσοδον του Ευξείνου Πόντου, όπου τα πλοία φερόµενα υπό της τρικυµίας προσέκρουον και εβυθίζοντο. Πρβλ. Οµήρου Οδύσσ. µ 62:


Πλαγκτὰς δή τοι τάς δε τῇ µὲν τ' οὐδὲ ποτητὰ τρήρωνες, ταί τ' ἀµβροσίαν ∆ιὶ πατρὶ φέρουσι και την ποιήτριαν Μοιρώ παρ' Αθηναίω 491b: τὸν µὲν ἄρα τρήρωνες ὑπὸ ἀµβροσίην φέρουσαι ἀπ' Ὠκεανοῖο ῥοάων.

θεοὶ µάκαρες παρέρχεται οὐδὲ

ζαθέῳ

καλέουσιν— πέλειαι

τράφον

ἄντρῳ

115. Ο Κλεόβουλος ήτο αρµοδιώτερος να λάβη πρώτος τον λόγον επί του θέµατος τούτου, διότι εις αυτόν αποδίδεται το γνωµικόν "Πᾶν µέτρον ἄριστον". 116. Είναι η γεωµετρική, όχι η αριθµητική ισότης. 117. Κατ' άλλους η άλιµος αυτή ουσία δεν ήτο εφεύρεσις του Επιµενίδου. Ο ∆ιογένης Λαέρτιος λέγει (1,114), ότι ούτος την έλαβεν από τας Νύµφας, ο δε Πορφύριος (Βίος Πυθαγόρου 34) την αποδίδει εις τον φιλόσοφον Πυθαγόραν, αναφέρει µάλιστα και την συνταγήν αυτής: "Ὁ Πυθαγόρας ἀλίµοις ἐχρῆτο καὶ ἀδίψοις τροφαῖς, τὴν µὲν ἄλιµον συντιθεὶς ἐκ µήκωνος σπέρµατος καὶ σησάµου καὶ φλοιοῦ σκίλλης πλυθείσης ἀκριβῶς, ἔστ' ἂν τοῦ περὶ αὐτὴν ὀποῦ καθαρθείη, καὶ ἀσφοδέλων ἀνθερίκων καὶ µαλάχης φύλλων καὶ ἀλφίτων καὶ κριθῶν καὶ ἐρεβίνθων, ἅπερ κατ' ἴσον πάντα σταθµὸν κοπέντα µέλιτι ἀνέδευεν Ὑµηττίῳ— τὴν δ' ἄδιψον ἐκ σικυῶν σπέρµατος καὶ ἀσταφίδος λιπαρᾶς ἐξελὼν αὐτῆς τὰ γίγαρτα, καὶ ἀνθοῦς κορίου καὶ µαλάχης ὁµοίως σπέρµατος καὶ ἀδράχνης καὶ τυροῦ κνήστεως καὶ ἀλεύρου πάλης καὶ γάλακτος λίπους, ἅπερ πάντα ἀνεµίγνυ µέλιτι νησιωτικῷ". 118. Ο Επιµενίδης εκ Φαιστού της Κρήτης ήτο περίφηµος εις την Αρχαιότητα ως σοφός, θεολόγος, µάντις, ιατρός και θαυµατοποιός. Μετά το Κυλώνειον άγος εκλήθη εις τας Αθήνας διά να καθαρίση την πόλιν από το µίασµα και τότε συνεδέθη µε τον Σόλωνα (Ίδε Βίον Σολ. 8). 119. Πόλις αρχαία της Λέσβου εις την Ν∆ αυτής παραλίαν, πατρίς της Σαπφούς και του Θεοφράστου. Η σηµερινή κωµόπολις Ερεσός, µε 5000 κατοίκους, απέχει της αρχαίας ηµίσειαν ώραν προς Β., αλλ' οι κάτοικοι ήρχισαν να κατέρχωνται πάλιν προς την θάλασσαν και επί των ερειπίων της αρχαίας ιδρύεται τώρα νέος συνοικισµός. 120. Το δηµοτικόν τούτο άσµα, επιχωριάζον, ως φαίνεται, εις την Ερεσόν, περισυνέλεξεν ο Κύπριος µαθητής του Αριστοτέλους Κλέαρχος— είναι ωδή επιµύλιος µε την οποίαν ανεκουφίζοντο αλέθουσαι αι γυναίκες των Ερεσίων. Ο παρατατικός "ἄλει" (ήλεθε) µαρτυρεί ότι το άσµα συνετάχθη µετά τον θάνατον του Πιττακού. Αλλά διατί ο αισυµνήτης Πιττακός να αλέθη; Οι αρχαίοι πιστεύουν ότι το έκαµνε χάριν ασκήσεως γυµναστικής. Ίσως όµως εξηγείται και άλλως το πράγµα. Ο Πιττακός, µε το θρακικόν όνοµα και την ταπεινήν καταγωγήν του, διήγειρε το µίσος των αριστοκρατικών Μυτιληναίων, όταν έγινεν αισυµνήτης. Ούτοι λοιπόν προς εξευτελισµόν του διέδιδον πιθανώς, εκτός άλλων, καί ότι µικρός εγύριζε τον µύλον εκ τούτου λοιπόν εδηµιουργήθη ίσως το άσµα. Ότι δε τοιούτοι δυσφηµήσεις και συκοφαντίαι εγίνοντο κατ' αυτού, αποδεικνύει και το σκόλιον του Αλκαίου (87 Diehl): τὸν Πίττακον πόλιος τᾶς ἐστάσαντο τύραννον µέγ' ἐπαίνεντες ἀόλλεες.

ἀχόλῳ

καὶ

κακοπάτριδα βορυδαίµονος

121. Ο Πλάτων (Νόµ. 677d) λέγει ότι ο Επιµενίδης ελάµβανε "µικρόν τι ἐδεσµάτιον ἐξ ἀσφοδέλου καὶ µαλάχης, ὅπερ αὐτὸν ἄλιµον καὶ ἄδιψον ἐποίει". Και ο Θεόφραστος (Περὶ φυτῶν VII 12,1) λέγει: "ἐδώδιµος καὶ ἡ τοῦ ἀσφοδέλου ῥίζα καὶ ἡ τῆς σκίλλης, πλὴν οὐ πάσης, ἀλλὰ τῆς Ἐπιµενιδειου καλουµένης". Και σήµερον η µαλάχη θεωρείται φαγώσιµος, όχι όµως και ο ασφόδελος. 122. Ο Κοραής εις το Περί αέρων του Ιπποκράτους (τόµ. II, σ. 273) λέγει ότι εννοείται εδώ ο σκυθικός τυρός, τον οποίον ο Ιπποκράτης ονοµάζει ἱππάκην: "καὶ ἱππάκην τρώγουσι— τοῦτο δέ ἐστι τυρὸς ἵππων". Μέλι δε εννοεί ρίζαν γλυκείαν, η οποία φύεται περί την λίµνην Μαιώτιδα


(την Αζοφικήν θάλασσαν) και περί της οποίας ο Θεόφραστος (Περί φυτών IX 13) λέγει: "δύναται δὲ καὶ τὴν δίψαν παύειν, ἐάν τις ἐν τῷ στόµατι ἔχῃ— διὸ ταύτῃ τε καὶ τῇ ἱππάκῃ διάγειν φασὶ τοὺς Σκύθας ἡµέρας καὶ ἕνδεκα καὶ δώδεκα". 123. Όταν οι ναυτικοί δεν ειργάζοντο, έσυραν τα πλοία εις την ξηράν και εκρέµων τα πηδάλια εις καπνισµένους τόπους (ὑπὲρ καπνοῦ), διά να ξηραίνωνται και να µη σαπίζουν από την υγρασίαν. 124. Οι κόποι των βοών και ηµιόνων είναι οι καλλιεργηµένοι αγροί. Η έννοια των στίχων του Ησιόδου είναι ότι ο βίος των ανθρώπων θα ήτο εύκολος και δεν θα είχον ανάγκην να εργάζωνται κατά ξηράν και θάλασσαν, αν oι θεοί δεν έκρυπτον τα αγαθά που έχουν δώσει εις αυτούς. Παρόµοιον τι έλεγε και ο φιλόσοφος ∆ιογένης: "τὸν τῶν ἀνθρώπων βίον ῥᾴδιον ὑπὸ τῶν θεῶν δεδόσθαι, ἀποκεκρύφθαι δὲ αὐτὸν ζητούντων µελίπηκτα καὶ µύρα καὶ τὰ παραπλήσια". 125. To γεγονός που αναφέρεται εδώ δεν είναι γνωστόν εξ άλλης πηγής. Μερικοί εξηγούν ότι ο Επιµενίδης εις τον καθαρµόν των Αθηνών συµπεριέλαβε και την ανήκουσαν εις αυτούς νήσον ∆ήλον. Πιθανώτερον φαίνεται (όπως παρατηρεί ο κ. Συκουτρής), ότι ο Πλούταρχος εξ αµελείας ή και σκοπίµως (διά να καταστήση πιθανήν την παρουσίαν του Επιµενίδου εις την ∆ήλον) απέδωσεν εις τον περιβόητον εκ Κρήτης θεολόγον και την πολύ µεταγενεστέραν κάθαρσιν της ∆ήλου, την οποίαν αναφέρει και ο Θουκυδίδης και άλλοι συγγραφείς— ήτο πασίγνωστος άλλωστε. 126. Εις την ∆ήλον υπήρχε βωµός Απόλλωνος του γενέτορος, περί του οποίου ο ∆ιογ. Λαέρτιος 8,13 λέγει: "ὅς ἐστιν ὄπισθεν τοῦ κερατίνου, διὰ τὸ πυροὺς καὶ κριθὰς καὶ τὰ πόπανα µόνα τίθεσθαι ἐπ' αὐτοῦ ἄνευ πυρός, ἱερεῖον δὲ µηδέν". 127. Ο Ησίοδος (Έργα 750) συµβουλεύει να µη τοποθετούν βρέφη 12 ήµερων επάνω εις ακίνητα (δηλαδή βωµούς, τάφους κ.λ.), διότι τούτο τα καθιστά εις το µέλλον άνδρας ανικάνους. 128. ∆ιότι τόσα είδη ζώων διαλέγονται εκεί, το καθένα µε την γλώσσαν του. 129. Κατά των µύθον τούτον του Ησιόδου (Έργα 203), ιέραξ ήρπασεν αηδόνα και ητοιµάζετο να την καταβρόχθιση— ότε δε εκείνη των παρεκάλεσε να µη την φάγη, διότι δεν είναι ικανή να τον χορτάση, απήντησεν ότι προς τον ισχυρόν δεν πρέπει ν' αναφέρεται ο αδύνατος, διότι και νικάται καί λύπην και αίσχος δοκιµάζει: ἄφρων δ' ὅς κ' ἐθέλει πρὸς κρείσσονας ἀντιφερίζειν— νίκης τε στέρεται πρός τ' αἴσχεσιν ἄλγεα πάσχει. Το αυτό θέµα επραγµατεύθη και ο Αίσωπος εις τον µύθον του Αηδών και ιέραξ, αλλά µε διάφορον επιµύθιον. Κατά τον Αίσωπον εις την παράκλησιν της αηδόνος ο ιέραξ απήντησεν: "Ἀλλ' ἐγὼ ἀπόπληκτος ἂv εἴην, εἰ τὴν ἐν χερσὶν ἑτοίµην βορὰν ἀφεὶς τὰ µηδέπω φαινόµενα διώκοιµι". Περί της πολλαχού τονιζοµένης προτεραιότητος του Ησιόδου εις την µυθοποιίαν πρβλ. και την Εισαγωγήν σ. 18*. 130. Θεµελιώδης αρχή του Σωκράτους και των κυνικών. Πρβλ. Ξενοφ. Αποµν. Ι 6, 10: "Ἐγὼ δὲ νοµίζω τὸ µὲν µηδενὸς δεῖσθαι θεῖον εἶναι, τὸ δὲ ὡς ἐλαχίστων ἐγγυτάτω τοῦ θείου— καὶ τὸ µὲν θεῖον κράτιστον, τὸ δὲ ἐγγυτάτω τοῦ θείου ἐγγυτάτω τοῦ κρατίστου". 131. ∆ιότι η γη, κατά το σύστηµα του Θαλή, αποτελεί το κέντρον του σύµπαντος. 132. Πρβλ. Στοβ. II σ. 165,10: "Οἱ µὲν γὰρ ἀπὸ τῆς Στοᾶς βίον λέγεσθαι ὑπολαµβάνουσι καθ' ἕν τι σηµαινόµενον λογικῆς ζωῆς διέξοδον αὐτῷ ἀποδιδόντες, ἐξ ἐνεργειῶν καὶ σχέσεων καὶ ποιήσεων καὶ παθηµάτων συνεστῶσαν, ὁ δὲ Πλάτων τὰς τῶν ἀλόγων ζωὰς λέγει βίους".


133. Όµβριος ελέγετο ο Ζευς ως προκαλών τας βροχάς. Βωµός του Οµβρίου ∆ιός υπήρχεν επί της κορυφής του Υµηττού και του Πάρνηθας, ναός δε αυτού παλαιότατος εις τας Αθήνας, ιδρυθείς κατά την παράδοσιν υπό του ∆ευκαλίωνος (Παυσαν. 1,32,2). 134. Προηρόσια ήτο η θυσία, την οποίαν κατά τινα χρησµόν ετέλουν οι Αθηναίοι υπέρ όλης της Ελλάδος, καθ' ην εποχήν ήρχιζον να καλλιεργούν την γην. Επειδή δε η θυσία αυτή ανήκεν εις την ∆ήµητρα, έλαβε και η θεά το επίθετον Προηροσία. 135. Το επίθετον Φυτάλµιος του Ποσειδώνος απαντά και αλλαχού. Πρβλ. Συµποσ. Προβλ. 675f: "Καὶ Ποσειδῶνι γε Φυταλµίῳ, ∆ιονύσῳ δὲ ∆ενδρίτῃ, πάντες, ὡς ἔπος εἰπεῖν, Ἕλληνες θύουσιν"— και 730d: "ἀεὶ οἱ τοῦ Ποσειδῶνος ἱερεῖς, οὓς ἱεροµνήµονας καλοῦµεν, ἰχθῦς οὐκ ἐσθίουσιν— ὁ γὰρ θεὸς λέγεται Φυτάλµιος". 136. Το επίθετον Χαριδότης απεδίδετο υπό των Σαµίων και εις τον Ερµήν. 137. Απαρχαί ήσαν τα πρωτόλεια των προϊόντων, τα οποία επρόσφεραν εις τους θεούς. 138. Είναι η µόνη ηδονή, διά την οποίαν δεν εντρέπονται να την εκτελούν όλοι φανερά. Του χωρίου δεν είναι απολύτως βεβαία η παράδοσις. 139. Την έννοιαν αυτήν αναπτύσσει ο Πλούταρχος και εις τα Συµποσιακά προβλήµατα 674e. 140. Τούτο ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τον ∆ιοκλέα ως µάντιν. *

Ε Τροφής ψόγος "Πάνυ µὲν οὖν," ἔφη ὁ Σόλων, "µὴ καὶ 16. “Και βέβαια θα το κάµω”, είπεν ο τῶν Αἰγυπτίων ἀκριτώτεροι φανῶµεν, οἳ τὸν Σόλων, “ώστε να µη φανώµεν νεκρὸν ἀνατέµνοντες ἔδειξαν τῷ ἡλίῳ, εἶτ' αὖ περισσότερον απερίσκεπτοι από τους τὰ Αιγυπτίους, οι οποίοι, ανατέµνουν τον µὲν εἰς τὸν ποταµὸν κατέβαλον, τοῦ δ' ἄλλου νεκρόν και τον παρουσιάζουν εις τον σώµατος ὡς ἤδη καθαροῦ γεγονότος ήλιον, έπειτα δε τα µεν εντόσθια ρίπτουν ἐπιµέλονται. εις τον ποταµόν, διά το υπόλοιπον δε τῷ γὰρ ὄντι τοῦτ' ἐστὶ τὸ µίασµα τῆς σαρκὸς σώµα φροντίζουν µε την ιδέαν ότι έγινε ἡµῶν καὶ ὁ τάρταρος ὡς ἐν Ἅιδου, δεινῶν πλέον καθαρόν141. ∆ιότι πραγµατικώς τινων αυτό είναι το µίασµα της σαρκός µας και ῥευµάτων καὶ πνεύµατος ὁµοῦ καὶ πυρὸς συµ- ο Τάρταρος, γεµάτος, καθώς ο Τάρταρος πεφυρµένου καὶ νεκρῶν περίπλεως. ζῶν γὰρ του Άδου, από κάτι τροµερά ποτάµια και οὐδεὶς ἀπ' οὐδενὸς τρέφεται ζῶντος, ἀλλὰ αέρα και πυρ ανακατωµένα µαζί και από θανανεκρούς142. ∆ιότι κανείς ζωντανός τοῦντες τὰ ἔµψυχα, καὶ τὰ φυόµενα, τῷ οργανισµός δεν τρέφεται από τίποτε τρέφεσθαι ζωντανόν, αλλά σκοτώνοντες τα έµψυχα καὶ αὔξεσθαι µετέχοντα τοῦ ζῆν, ἀπολλύντες και καταστρέφοντες τα φυτά, που έχουν ἀδικαι αυτά ζωήν αφού τρέφονται και αυξάνουν, αµαρτάνοµεν— διότι κάθε που µεταβάλλεται 159c κοῦµεν. ἀπόλλυται γὰρ ἐξ οὗ πέφυκε τὸ µετα- τι, εις κάτι βάλλον εἰς ἄλλο, καὶ πᾶσαν φθείρεται φθοράν, διαφορετικόν απ' ότι είναι εκ φύσεως, ὅπως ἂν θατέρου τροφὴ γένοιτο. τὸ δ' ἀπέχε- χάνεται και υφίσταται παντός είδους σθαι σαρκῶν ἐδωδῆς, ὥσπερ Ὀρφέα τὸν φθοράν, διά να γίνη τροφή άλλου. Η δε παλαιὸν αποχή από την κρεωφαγίαν, καθώς 159b


ἱστοροῦσι, σόφισµα µᾶλλον ἢ φυγὴ τῶν περὶ αναφέρουν διά τον παλαιόν Ορφέα143, τὴν είναι µάλλον σόφισµα παρά αποφυγή από τροφὴν ἀδικηµάτων ἐστί. φυγὴ δὲ µία καὶ τα αµαρτήµατα εκ της τροφής144. ∆ιότι καθαρµία αποφυγή υπάρχει και ένας καθαρµός µὸς εἰς δικαιοσύνην τέλειος αὐτάρκη καὶ ικανοποιεί τελείως την δικαιοσύνην: ἀπροσδεᾶ δηλαδή το να περιορισθή κανείς εις τον γενέσθαι. ᾧ δ' ἄνευ κακώσεως ἑτέρου τὴν εαυτόν του (σ. 78) και να µη χρειάζεται αὑτοῦ τίποτε. Εις όποιον όµως ο θεός αδύνατον την σωτηρίαν ἀµήχανον ὁ θεὸς πεποίηκε, τούτῳ κατέστησεν τὴν αυτοσυντηρησίαν χωρίς την βλάβην φύσιν ἀρχὴν ἀδικίας προστέθεικεν. ἆρ' οὖν άλλου, εις τούτον έθεσε την φύσιν του οὐκ ως αφορµήν αµαρτίας. ∆εν είναι λοιπόν ἄξιον, ὦ φίλε, συνεκτεµεῖν ἀδικίᾳ κοιλίαν καὶ σωστόν, φίλε µου, να κόψωµεν και να στόπετάξωµεν µαζί µε την αδικίαν την µαχον καὶ ἧπαρ, ἃ καλοῦ µὲν οὐδενὸς κοιλίαν και τον στόµαχον και το ήπαρ, τα αἴσθησιν οποία δεν µας παρέχουν ούτε αίσθησιν ούτε πόθον 159d ἡµῖν οὐδ' ὄρεξιν ἐνδίδωσι, σκεύεσι δὲ κανενός ανωτέρου πράγµατος, αλλά µαγειρικοῖς, οµοιάζουν µε σκεύη µαγειρικά, όπως τα οἷα κοπίδες καὶ λέβητες, τὰ δὲ µυλωθρικοῖς καὶ µαχαίρια και αι χύτραι, άλλα δε µε όργανα καµίνοις καὶ φυραµούχοις καὶ µακτηρίοις που χρησιµοποιούνται εις τους µύλους ἔοικεν; και τα πηγάδια και µε καµίνια και µε ἀτεχνῶς δὲ τῶν πολλῶν ἴδοι τις ἂν ὥσπερ ἐν ζυµωτήρια; Είναι µάλιστα δυνατόν να µυπαρατηρήση κανείς, ότι η ψυχή των λῶνι τῷ σώµατι τὴν ψυχὴν ἐγκεκαλυµµένην πολλών ανθρώπων, κλεισµένη ἀεὶ κυριολεκτικώς εις το σώµα καθώς εις ένα περὶ τὴν τῆς τροφῆς χρείαν κυκλοῦσαν, µύλον, περιστρέφεται διαρκώς γύρω από ὥσπερ την ανάγκην της τροφής145. Νά έτσι ἀµέλει καὶ ἡµεῖς ἄρτι µὲν οὔθ' ἑωρῶµεν ακριβώς και ηµείς προ ολίγου ούτε ἀλλήλους εβλέπαµεν ούτε ακούαµεν ο ένας τον οὔτ' ἠκούοµεν, ἀλλ' ἕκαστος ἐγκεκυφὼς άλλον, αλλά σκυµµένος ο καθένας ἐδούλευε υπηρετεί ως δούλος την ανάγκην της τῇ περὶ τὴν τροφὴν χρείᾳ. νυνὶ δ' ἐπαρθεισῶν τροφής— ενώ τώρα που εσηκώθησαν αι τῶν τράπεζαι, έχοµεν ελευθερωθή, καθώς τραπεζῶν ἐλεύθεροι γεγονότες ὡς ὁρᾷς, βλέπεις, και στεφανωµένοι καταγινόµεθα ἐστεφανωεις συζητήσεις και έχοµεν επικοινωνίαν µένοι περὶ λόγους διατρίβοµεν καὶ ἀλλήλοις µεταξύ µας σύν159E εσµεν καὶ σχολὴν ἄγοµεν, εἰς τὸ µὴ δεῖσθαι και καιρόν εις την διάθεσίν µας, επειδή τροφῆς ακριβώς εφθάσαµεν εις το σηµείον να µη ἐληλυθότες. ἆρ' οὖν, ἄνπερ ἡ νῦν οὖσα περὶ χρειαζώµεθα τροφήν146. Αν λοιπόν η ἡµᾶς τωρινή κατάστασις µας διατηρηθή χωρίς ἕξις ἄπαυστος διαµένῃ παρὰ πάντα τὸν βίον, διακοπήν καθ' όλην την ζωήν, δεν θα οὐκ έχωµεν τότε πάντοτε καιρόν να ἀεὶ σχολὴν ἕξοµεν ἀλλήλοις συνεῖναι, µὴ συναναστρεφώµεθα αλλήλους, χωρίς να δεδιότες φοβούµεθα την πτωχείαν και χωρίς να πενίαν µηδ' εἰδότες πλοῦτον; ὁ γὰρ τῶν γνωρίζωµεν τί είναι πλούτος; ∆ιότι η περιττῶν επιθυµία των περιττών σπεύδει ν' ζῆλος εὐθὺς ἀκολουθεῖ καὶ συνοικίζεται τῇ ακολουθήση καί εγκαθιδρύεται µαζί µε χρείᾳ την ανάγκην των απαραιτήτων. τῶν ἀναγκαίων. "Ἀλλ' οἴεται δεῖν τροφὴν εἶναι Κλεόδωρος, Ο Κλεόδωρος όµως νοµίζει ότι πρέπει να ὅπως υπάρχη τροφή, διά να υπάρχουν τραπέζια τράπεζαι καὶ κρατῆρες ὦσι καὶ ∆ήµητρι καὶ και κρατήρες και διά να θυσιάζωµεν εις Κόρῃ θυσίαι. ἕτερος δέ τις ἀξιούτω µάχας εἶναι την ∆ήµητρα και την Κόρην. Ένας άλλος καὶ πόλεµον, ἵνα καὶ τείχη καὶ νεωσοίκους καὶ ας (σ. 80) ισχυρισθή, ότι πρέπει να υπάρχουν µάχαι και πόλεµοι, διά να


έχωµεν φρούρια και ναυστάθµους 159f ὁπλοθήκας ἔχωµεν καὶ θύωµεν ἑκατοµφόνια, και οπλοθήκας και να προσφέρωµεν καθθυσίας µεγαλοπρεπείς διά τον φόνον άπερ φασὶ νόµον εἶναι Μεσσηνίοις. ἄλλον δὲ πολλών εχθρών, όπως λέγουν ότι υπάρχει πρὸς νόµος εις τους Μεσσηνίους147. Ένας τὴν ὑγίειαν οἶµαι χαλεπαίνειν· δεινὸν γὰρ εἰ άλλος, φαντάζοµαι, θα έχει παράπονα µε µηδετην υγείαν: Είναι πράγµατι φοβερόν, ότι, νὸς νοσοῦντος οὐ στρωµνῆς ἔτι µαλακῆς αν δεν υπάρχη κανείς άρρωστος, δεν έχει ὄφελος οὐ πλέον αξίαν το µαλακόν στρώµα ούτε η κλίνης, οὐκ Ἀσκληπιῷ θύσοµεν οὐκ κλίνη, δεν θα θυσιάζωµεν εις τον ἀποτροπαίοις, Ασκληπιόν, ούτε εις τους θεούς που ἰατρικὴ δὲ µετ' ὀργάνων καὶ φαρµάκων αποτρέπουν τα κακά, η δε ιατρική µε τα ἀποκείτόσα της εργαλεία και τα φάρµακα θα σεται τοσούτων ἀκλεὴς καὶ ἀπόθεστος. ἢ τί τεθή κατά µέρος ανυπόληπτος και ταῦτ' αζήτητος. Ή µήπως έχουν καµµίαν ἐκείνων διαφέρει; καὶ γὰρ ἡ τροφὴ λιµοῦ διαφοράν αυτά από εκείνα; ∆ιότι και η φάρµακον τροφή προσφέρεται ως φάρµακον κατά προσάγεται, καὶ θεραπεύειν ἑαυτοὺς λέγονται της πείνας, και όλοι όσοι τρέφονται λέγουν ότι θεραπεύουν 160a πάντες οἱ τρεφόµενοι δίαιταν, οὐχ ὡς ἡδύ τι τον εαυτόν των και του ρυθµίζουν την καὶ κεχαρισµένον ἀλλ' ὡς ἀναγκαῖον τοῦτο τῇ δίαιταν, και ότι το κάµνουν όχι ως κάτι φύσει πράττοντες. ἐπεὶ λύπας γε πλείονας τερπνόν και ευχάριστον αλλ' ως κάτι ἔστιν φυσικώς απαραίτητον. Άλλωστε, εάν ἀπὸ τῆς τροφῆς τῶν ἡδονῶν γιγνοµένας κατ- κανείς λογαριάση, θα εύρη ότι η τροφή αριθµῆσαι, µᾶλλον δ' ἡ µὲν ἡδονὴ καὶ τόπον προξενεί περισσοτέρας λύπας παρά ἔχει ηδονάς— ή µάλλον η µεν ηδονή κατέχει εις βραχὺν ἐν τῷ σώµατι καὶ χρόνον οὐ πολύν· ἡ το σώµα και τόπον ολίγον και χρόνον όχι δὲ πολύν148, ενώ η ασχολία και ο κόπος διά περὶ τὴν διοίκησιν αὐτῆς ἀσχολία καὶ την παρασκευήν αυτής είναι περιττόν να δυσχέρεια είπω µε πόσας ασχηµίας και θλίψεις µας Εις αυτά, νοµίζω, τί δεῖ λέγειν ὅσων αἰσχρῶν καὶ ὀδυνηρῶν παραγεµίζει149. ἡµᾶς απέβλεψεν ο Όµηρος, όταν µεταχειρίζεται ἐµπίπλησιν; οἶµαι γὰρ εἰς τοσαῦτα βλέψαντα ως απόδειξιν της αθανασίας των θεών το τὸν ότι δεν έχουν ανάγκην τροφής150: Ὅµηρον ἀποδείξει κεχρῆσθαι περὶ θεῶν τοῦ µὴ δεν τρώγουν φαγητό ποτέ, λαµπρό κρασί ἀποθνῄσκειν τῷ µὴ τρέφεσθαι δεν πίνουν— αίµα γι' αυτό δεν έχουνε κι οὐ γὰρ σῖτον ἔδουσ', οὐ πίνουσ' αἴθοπα αθάνατους τους λένε. οἶνον· τοὔνεκ' ἀναίµονές εἰσι καὶ ἀθάνατοι καλέονται, 160b ὡς µὴ µόνον τοῦ ζῆν ἀλλὰ καὶ τοῦ ∆ιότι η τροφή είναι εφόδιον όχι µόνον ἀποθνῄσκειν της ζωής, αλλά (σ. 82) και του θανάτου. τὴν τροφὴν ἐφόδιον οὖσαν. ἐκ ταύτης γὰρ αἱ Επειδή από αυτήν προέρχονται αι νόσοι, ασθένειαι, που αναπτύσσονται µαζί µε τα συντρεφόµεναι τοῖς σώµασιν οὐκ ἔλαττον σώµατα, διά τα οποία η πλήρωσις δεν ἐνδείας είναι µικρότερον κακόν παρ' όσον η κακὸν ἔχουσι τὴν πλήρωσιν· πολλάκις δὲ καὶ στέρησις. Πολλάκις µάλιστα είναι µεῖζόν ἐστιν ἔργον τοῦ πορίσαι τροφὴν καὶ µεγαλυτέρα δυσκολία να αφοµοιώσης και συνκατανείµης πάλιν την τροφήν εις το αγαγεῖν τὸ καταναλῶσαι καὶ διαφορῆσαι πάλιν σώµα, όταν εισαχθή, παρά να την εἰς προµηθευθής και να την συναθροίσης. τὸ σῶµα παραγενοµένην. ἀλλ' ὥσπερ ἂν δι- Αλλά καθώς αι ∆αναΐδες θα ευρίσκοντο αποροῖεν αἱ ∆αναΐδες τίνα βίον βιώσονται καὶ εις αµηχανίαν πώς θα ζήσουν και τί θα τί κάµουν, όταν απαλλαχθούν από την πράξουσιν ἀπαλλαγεῖσαι τῆς περὶ τὸν πίθον δουλείαν του να γεµίζουν τον πίθον151, λατρείας καὶ πληρώσεως, οὕτω διαποροῦµεν έτσι απορούµεν ηµείς


ἡµεῖς, 160c εἰ γένοιτο παύσασθαι φοροῦντας εἰς τὴν τί θα κάµωµεν, αν ήθελε συµβή να σάρκα παύσωµεν να µεταφέρωµεν εις την τὴν ἄτρυτον ἐκ γῆς ἅµα καὶ θαλάττης ακόρεστον σάρκα µας τόσα και τόσα από τοσαῦτα, τί την ξηράν και την θάλασσαν. Και τούτο πράξοµεν ἀπειρίᾳ τῶν καλῶν τὸν ἐπὶ τοῖς διότι, αγνοούντες κάθε τι ανώτερον, ἀναγευχαριστούµεθα εις µίαν ζωήν καίοις στέργοντες βίον. ὥσπερ οὖν οἱ δουλεύ- αφωσιωµένην εις τας ανάγκας µας µόνον. σαντες, ὅταν ἐλευθερωθῶσιν, ἃ πάλαι τοῖς Εντεύθεν, όπως οι δούλοι, όταν δεσπόελευθερωθούν, κάµνουν διά τον εαυτόν ταις ἔπραττον ὑπηρετοῦντες, ταῦτα των και εξ ιδίας πρωτοβουλίας όσα πράττουσιν έκαµναν πριν προς εξυπηρέτησιν των αὑτοῖς καὶ δι' αὑτούς, οὕτως ἡ ψυχὴ νῦν µὲν κυρίων των, έτσι και η ψυχή, τώρα µεν τρέφει τὸ σῶµα πολλοῖς πόνοις καὶ ἀσχολίαις, τρέφει το σώµα µε πολλούς κόπους και εἰ φροντίδας, αν όµως ήθελεν απαλλαχθή δ' ἀπαλλαγείη τῆς λατρείας, αὑτὴν δήπουθεν από την υποδούλωσιν και γίνη ελευθέρα, ἐλευθέραν γενοµένην θρέψει καὶ βιώσεται, εἰς θα τρέφη, φαντάζοµαι, τον εαυτόν της αὑτὴν ὁρῶσα καὶ τὴν ἀλήθειαν, οὐδενὸς περι- και θα ζη αποβλέπουσα εις τον εαυτόν σπῶντος οὐδ' ἀπάγοντος." της και την αλήθειαν, χωρίς τίποτε να αποσπά την προσοχήν της και να την παρασύρη”. Αρίονος τύχαι Τὰ µὲν οὖν ῥηθέντα περὶ τροφῆς, ὦ 17. Αυτά λοιπόν ήσαν, Νίκαρχε, όσα Νίκαρχε, ελέχθησαν περί της τροφής. Πριν δε ταῦτ' ἦν. ακόµη να τελειώση τον λόγον του ο Ἔτι δὲ τοῦ Σόλωνος λέγοντος εἰσῆλθε Σόλων, εισήλθεν ο Γόργος, ο αδελφός Γόργος ὁ Περιάνδρου ἀδελφός· ἐτύγχανε γὰρ του Περιάνδρου. Είχε σταλή εις το εἰς Ταίναρον 160d Ταίναρον ἀπεσταλµένος ἔκ τινων χρησµῶν, εξ αιτίας µερικών χρησµών,και ωδήγησεν τῷ εκεί θυσίαν και θεωρίαν εις τον Ποσειδῶνι θυσίαν καὶ θεωρίαν ἀπάγων. Ποσειδώνα152. Ηµείς τον εχαιρετίσαµεν ἀσπασακαι ο Περίανδρος τον έσυρε κοντά του, µένων δ' αὐτὸν ἡµῶν καὶ τοῦ Περιάνδρου τον εφίλησε και τον έβαλε να καθίση εις προσαγατο κρεβάτι του παρά το πλευρόν του. Ο γοµένου καὶ φιλήσαντος καθίσας παρ' αὐτὸν (σ. 84) Γόργος τότε του είπε κάτι ἐπὶ ιδιαιτέρως, και αυτός τον ήκουε µε τῆς κλίνης ἀπήγγειλεν ἅττα δὴ πρὸς µόνον προσοχήν και παρείχε την εντύπωσιν, ἐκεῖνον, σαν να του επροξενούσεν η είδησις ὁ δ' ἠκροᾶτο, πολλὰ πάσχοντι πρὸς τὸν λόγον συγκίνησιν µεγάλην. ∆ιότι άλλοτε µεν ὅµοιος ὤν. τὰ µὲν γὰρ ἀχθόµενος τὰ δ' εφαίνετο να λυπήται, άλλοτε να θυµώνη, ἀγανακπολλάκις να δυσπιστή, έπειτα να τῶν ἐφαίνετο, πολλάκις δ' ἀπιστῶν, εἶτα εκπλήττεται. Τέλος εγέλασε και µας είπε: θαυµάζων· “Η επιθυµία µου είναι να σας ανακοινώσω τέλος δὲ γελάσας πρὸς ἡµᾶς "βούλοµαι µέν," αµέσως την είδησιν που ήλθε και µου ἔφη, "πρὸς τὸ παρὸν φράσαι τὸ έφερεν— προσηγγελµένον· 160e ὀκνῶ δ' ἀκούσας Θαλέω ποτ' εἰπόντος ὅτι δεῖ αλλά διστάζω, επειδή ήκουσα κάποτε τον τὰ µὲν εἰκότα λέγειν, τὰ δ' ἀµήχανα σιωπᾶν." Θαλήν να λέγη ότι πρέπει τα µεν πιθανά να τα λέγωµεν, να παρασιωπώµεν όµως τα ανεξήγητα”. Ὑπολαβὼν οὖν ὁ Βίας "ἀλλὰ καὶ τοῦτ'," ἔφη, Ο Βίας τότε επενέβη: “Αλλ' ο Θαλής είπε "Θαλέω τὸ σοφόν ἐστιν, ὅτι δεῖ τοῖς µὲν και τούτο επίσης το σοφόν απόφθεγµα: ἐχθροῖς ότι δηλαδή πρέπει τους εχθρούς µεν να καὶ περὶ τῶν πιστῶν ἀπιστεῖν, τοῖς δὲ φίλοις µη πιστεύη κανείς και εις τα πιστευτά καὶ ακόµη, εις δε τους φίλους να έχη τὰ ἄπιστα πιστεύειν, ἐχθροὺς µέν, ἔγωγ' εµπιστοσύνην και διά τα απίστευτα153.


ἡγοῦµαι, Εχθρούς εχαρακτήριζε, φαντάζοµαι, τους τοὺς πονηροὺς καὶ ἀνοήτους, φίλους δὲ τοὺς κακούς και ανόητους, φίλους δε τους χρηστοὺς καὶ φρονίµους αὐτοῦ καλοῦντος. τιµίους και φρονίµους ανθρώπους”. οὐκοῦν," “Λοιπόν” είπεν ο Περίανδρος “πρέπει, ἔφη, "λεκτέον εἰς ἅπαντας, ὦ Γόργε, µᾶλλον Γόργε, να τα διηγηθής εις επήκοον όλων, δ' ή µάλλον να τραγουδήσης τους νέους ἀκτέον ἐπὶ τοὺς νέους τούτους διθυράµβους αυτούς διθυράµβους154, απαγγέλλων εκ ὑπερνέου µε τόνον δυνατώτερον την είδησιν που ήλθες και µας έφερες”. φθεγγόµενον ὃν ἥκεις λόγον ἡµῖν κοµίζων." Ἔφη τοίνυν Γόργος ὅτι, τῆς θυσίας ἐφ' 18. ∆ιηγήθη λοιπόν ο Γόργος το εξής: ἡµέρας τρεῖς συντελεσθείσης ὑπ' αὐτοῦ καὶ τῇ “Αφού ετελείωσεν η θυσία εις τρεις ηµέρας, 160f τελευταίᾳ παννυχίδος οὔσης καὶ χορείας τινὸς την τελευταίαν εγίνετο παννυχίς και καὶ χορός και διασκέδασις κοντά εις την παιδιᾶς παρὰ τὸν αἰγιαλόν, ἡ µὲν σελήνη παραλίαν. Η σελήνη έλαµπεν επάνω από κατέλαµτην θάλασσαν και, ενώ δεν υπήρχε πνοή πεν εἰς τὴν θάλατταν, οὐκ ὄντος δὲ πνεύµατος αέρος αλλ' ήτο ησυχία και γαλήνη, ἀλλὰ εφαίνετο κάποια φρικίασις της θαλάσσης νηνεµίας καὶ γαλήνης, πόρρωθεν ἀφεωρᾶτο να καταβαίνη από µακράν προς το φρίκη ακρωτήριον και συµπαρέσυρε µε το κατιοῦσα παρὰ τὴν ἄκραν, ἀφρόν τινα καὶ πλατάγισµα του κύµατος αφρόν µε ψόφον θόρυβον πολύν, ώστε όλοι εξεπλάγηµεν ἄγουσα τῷ ῥοθίῳ περὶ αὐτὴν πολύν, ὥστε και ετρέξαµεν προς το µέρος, όπου θα πάντας προσήγγιζεν εις την ξηράν. Πριν δε να ἐπὶ τὸν τόπον οἷ προσώκελλε καταδραµεῖν εννοήσωµεν καλά τί ήτο το πράγµα που θαυεφέρετο µε ταχύτητα, εθεάθησαν (σ. 86) µάσαντας. πρὶν δ' εἰκάσαι τὸ προσφερόµενον δελφίνια, άλλα µεν µαζευµένα να το ὑπὸ περικυκλώνουν, αλλά δε να προηγούνται τάχους, δελφῖνες ὤφθησαν, οἱ µὲν ἀθρόοι σαν οδηγοί προς το οµαλώτατον µέρος πέριξ της παραλίας και άλλα να ακολουθούν απ' κυκλοῦντες, οἱ δ' ὑφηγούµενοι τοῦ αἰγιαλοῦ οπίσω σαν ακολουθία. πρὸς τὸ λειότατον, ἄλλοι δ' ἐξόπισθεν, οἷον περιέποντες. 161a ἐν µέσῳ δ' ἀνεῖχεν ὑπὲρ τῆς θαλάττης ὄγκος Εις το µέσον δε εξείχεν από την ἀεπιφάνειαν της θαλάσσης ένας όγκος σαφὴς καὶ ἄσηµος ὀχουµένου σώµατος, µέχρι ασαφής και απροσδιόριστος σώµατος οὗ εποχουµένου, έως ότου, αφού συναγαγόντες εἰς ταὐτὸ καὶ συνεποκείλαντες συνεκεντρώθησαν εις το ίδιον σηµείον, ἐξβοηθούντα όλα µαζί, έφεραν έξω και έθηκαν ἐπὶ γῆν ἄνθρωπον ἔµπνουν καὶ απέθεσαν εις την ξηράν έναν άνθρωπον κινούµενον, ζωντανόν και κινούµενον— αυτά δε αὐτοὶ δὲ πάλιν πρὸς τὴν ἄκραν ἀναφερόµενοι εγύρισαν πάλιν οπίσω προς το µᾶλακρωτήριον και µε ισχυρότερα από πριν λον ἢ πρότερον ἐξήλλοντο, παίζοντες ὑφ' πηδήµατα απεµακρύνθησαν, παίζοντα και ἡδονῆς σκιρτώντα από ευχαρίστησιν, καθώς τινος ὡς ἔοικε καὶ σκιρτῶντες. "ἡµῶν δ'," ὁ εφαίνετο. Πολλοί από ηµάς” Γόργος ἔφη, "πολλοὶ µὲν διαταραχθέντες εξηκολούθησεν ο Γόργος, “ετρόµαξαν και ἔφυγον έφυγαν µακράν της θαλάσσης, ολίγοι ἀπὸ τῆς θαλάττης, ὀλίγοι δὲ µετ' ἐµοῦ όµως µαζί µου ετόλµησαν να πλησιάσουν θαρρήσαντες και τότε ανεγνώρισαν τον κιθαρωδόν προσελθεῖν ἐγνώρισαν Ἀρίονα τὸν κιθαρῳδόν, Αρίονα, ο όποιος και 161b αὐτὸν τοὔνοµα φθεγγόµενον ἑαυτοῦ, καὶ τῇ ο ίδιος επρόφερε το όνοµά του και από στολῇ την ενδυµασίαν έγινε φανερός— διότι καταφανῆ γενόµενον· τὸν γὰρ ἐναγώνιον παρουσιάσθη φορών την πολυτελή ἐτύγχανεν στολήν, που µετεχειρίζετο εις τους ἀµπεχόµενος κόσµον, ᾧ κιθαρῳδῶν αγώνας, όταν έπαιζε την κιθάραν155.


ἐχρήσατο. "Κοµίσαντες οὖν ἐπὶ σκηνὴν αὐτόν, ὡς Τον µετεφέραµεν λοιπόν εις µίαν σκηνήν, οὐδὲν εἶχε και επειδή δεν είχε πάθει τίποτε κακόν, κακὸν ἀλλ' ἢ διὰ τάχος καὶ ῥοῖζον ἐφαίνετο αλλ' ήτο µόνον εξηντληµένος και τῆς κουρασµένος από την ταχύτητα και την φορᾶς ἐκλελυµένος καὶ κεκµηκώς, ἠκούσαµεν βοήν της φοράς, ηκούσαµεν αµέσως µίαν λόγον ἄπιστον ἅπασι πλὴν ἡµῶν τῶν διήγησιν απίστευτον δι' όλον τον κόσµον θεασαµένων εκτός από ηµάς που είδαµεν το τέλος τὸ τέλος. της. ἔλεγε γὰρ Ἀρίων ὡς πάλαι µὲν ἐγνωκὼς Έλεγε δηλαδή ο Αρίων ότι είχεν ἐκ τῆς Ἰταλίας ἀπαίρειν, Περιάνδρου δὲ αποφασίσει προ πολλού να αναχώρηση γράψαντος από την Ιταλίαν, όταν δε του έγραψεν ο αὐτῷ προθυµότερος γενόµενος ὁλκάδος Περίανδρος, ενισχύθη εις την απόφασίν Κορινθίας του αυτήν περισσότερον και όταν παραφανείσης εὐθὺς ἐπιβὰς ἀναχθείη, µετρίῳ παρουσιάσθη ένα εµπορικόν πλοίον από δὲ την Κόρινθον, εµβήκε µέσα και πνεύµατι χρωµένων ἡµέρας τρεῖς αἴσθοιτο απέπλευσεν αµέσως. Τρεις ηµέρας τοὺς εταξίδευσαν µε ελαφρόν άνεµον, και τότε αντελήφθη 161c ναύτας ἐπιβουλεύοντας ἀνελεῖν αὐτόν, εἶτα ότι οι ναύται εσκόπευαν να τον καὶ σκοτώσουν, επληροφορήθη δε και παρὰ τοῦ κυβερνήτου πύθοιτο κρύφα κατόπιν από κρυφόν µήνυµα του µηνύσαντος πλοιάρχου, ότι είχαν αποφασίσει να το ὡς τῇ νυκτὶ τοῦτο δρᾶν αὐτοῖς εἴη κάµουν εκείνην την νύκτα. Εκεί λοιπόν δεδογµένον. που δεν είχε από πουθενά βοήθειαν και ἔρηµος οὖν ὢν βοηθείας καὶ ἀπορῶν ὁρµῇ τινι ευρίσκετο εις αµηχανίαν, (σ. 88) του χρήσαιτο δαιµονίῳ τὸ µὲν σῶµα κοσµῆσαι καὶ ήλθε µία θεία έµπνευσις να στολίση το λαβεῖν ἐντάφιον αὑτῷ τὸν ἐναγώνιον ἔτι ζῶν σώµα του και να περιβληθή ζωντανός κόσµον, ἐπᾷσαι δὲ τῷ βίῳ τελευτῶν καὶ µὴ ακόµη ως σάβανόν του την πολυτελή γενέσθαι κατὰ τοῦτο τῶν κύκνων στολήν, που εφορούσεν εις τους ἀγεννέστερος. µουσικούς αγώνας, να αποχαιρετίση δε ἐσκευασµένος οὖν καὶ προειπὼν ὅτι προθυµία µε τραγούδι την ζωήν του και να µη τις φανή εις τούτο κατώτερος των κύκνων αὐτὸν ἔχοι τῶν νόµων διελθεῖν τὸν Πυθικὸν κατά την γενναιοψυχίαν156. Αφού λοιπόν ὑπὲρ είχεν ενδυθή και προανήγγειλεν ότι σωτηρίας αὑτοῦ καὶ τῆς νεὼς καὶ τῶν επιθυµεί να ψάλη τον Πυθικόν νόµον157 ἐµπλεόντων, διά την σωτηρίαν κατά τον πλουν και την ιδικήν 161d καταστὰς παρὰ τὸν τοῖχον ἐν πρύµνῃ καί τινα του και του πλοίου και των επιβαινόντων, θεῶν πελαγίων ἀνάκλησιν εστάθη εις το προτείχισµα της πρύµνης προανακρουσάµενος ᾄδοι και, αφού προανέκρουσε µε την κιθάραν τὸν νόµον. καὶ ὅσον οὔπω µεσοῦντος αὐτοῦ µίαν επίκλησιν των θεών της θαλάσσης, καταέψαλε την ωδήν. Επλησίαζεν εις το µέσον δύοιτο µὲν ὁ ἥλιος εἰς τὴν θάλατταν, περίπου του άσµατος, όταν o ήλιος έδυεν ἀναφαίνοιτο εις την θάλασσαν και ήρχισε να δ' ἡ Πελοπόννησος. οὐκέτ' οὖν τῶν ναυτῶν εµφανίζεται από µακράν h τὴν Πελοπόννησος. Οι ναύται τότε δεν νύκτα περιµενόντων ἀλλὰ χωρούντων ἐπὶ τὸν επερίµεναν πλέον την νύκτα, αλλά φόνον, ἰδὼν ξίφη γεγυµνωµένα καὶ προέβαινoν εiς τον φόνον. Όταν πλέον παρακαλυπτόεκείνος είδε γυµνά τα ξίφη καi τον µενον ἤδη τὸν κυβερνήτην, ἀναδραµὼν πλοίαρχον να σκεπάζη το πρόσωπον του, ῥίψειεν ανεπήδησε και ερρίφθη εις την θάλασσαν ἑαυτὸν ὡς δυνατὸν ἦν µάλιστα πόρρω τῆς όσον το δυνατόν µακρύτερ' από το ὁλκάδος. πλοίον. Πριν δε να βυθισθή ολόκληρον το πρὶν δ' ὅλον καταδῦναι τὸ σῶµα δελφίνων σώµα του, έσπευσαν δελφίνια αποκάτω ὑποδρακαι τον ανεσήκωσαν. Εις την αρχήν τον µόντων ἀναφέροιτο, µεστὸς ὢν ἀπορίας καὶ κατέλαβεν απορία και αγωνία και ταραχή.


ἀγνοίας Επειδή όµως επωχείτο µε άνεσιν και καὶ ταραχῆς τὸ πρῶτον· ἐπεὶ δὲ ῥᾳστώνη τῆς έβλεπε να συναθροίζωνται ὀχήσεως ἦν, καὶ πολλοὺς ἑώρα ἀθροιζοµένους 161e περὶ αὐτὸν εὐµενῶς καὶ διαδεχοµένους ὡς τα δελφίνια γύρω του µε συµπάθειαν και ἀναγµε την σειράν του να διαδέχεται το ένα καῖον ἐν µέρει λειτούργηµα καὶ προσῆκον µετά το άλλο το έργον, ως υπηρεσίαν πᾶσιν, υποχρεωτικήν και κοινήν δι' όλα,συνάµα ἡ δ' ὁλκὰς ἀπολειφθεῖσα πόρρω τοῦ τάχους δε το πλοίον, που έµεινεν οπίσω πολύ αἴµακράν, του παρείχεν αντίληψιν της σθησιν παρεῖχε, µήτε τοσοῦτον ἔφη δέους ταχύτητας, τότε τον κατέλαβεν, είπεν, όχι πρὸς τόσον φόβος απέναντι του θανάτου ούτε θάνατον αὐτῷ µήτ' ἐπιθυµίας τοῦ ζῆν ὅσον πόθος της ζωής, όσον κάποια φιλοδοξία φιλοδιά την (σ. 90) σωτηρίαν του, ώστε να τιµίας ἐγγενέσθαι πρὸς τὴν σωτηρίαν, ὡς αναδειχθή άνθρωπος αγαπητός εις τους θεοφιλὴς θεούς και να αποκτήση δόξαν ἀνὴρ φανείη καὶ λάβοι περὶ θεῶν δόξαν βεβαιωµένην απ' αυτούς. Συγχρόνως βέβαιον. δε,επειδή έβλεπε τον ουρανόν γεµάτον ἅµα δὲ καθορῶν τὸν οὐρανὸν ἀστέρων από άστρα και την σελήνην να ανατέλλη περίπλεων φεγγοβόλος και καθαρά158, καὶ τὴν σελήνην ἀνίσχουσαν εὐφεγγῆ καὶ καθαράν, 161f ἑστώσης δὲ πάντῃ τῆς θαλάττης ἀκύµονος και την θάλασσαν να απλώνεται ὥσπερ ακύµαντος παντού, σαν δρόµος που τρίβον ἀνασχιζόµενον τῷ δρόµῳ, διανοεῖσθαι σχίζεται και ανοίγει εις το τρέξιµον, πρὸς εσυλλογιζετο µόνος του ότι δεν είναι ένας αὑτὸν ὡς οὐκ ἔστιν εἷς ὁ τῆς ∆ίκης ὀφθαλµός, ο οφθαλµός της ∆ίκης159, αλλά µε όλα ἀλλὰ αυτά τ' αστέρια επιβλέπει ο Θεός όσα πᾶσι τούτοις ἐπισκοπεῖ κύκλῳ ὁ θεὸς τὰ γύρω συµβαίνουν και εις την ξηράν και πραττόεις την θάλασσαν. Με τας σκέψεις αυτάς, µενα περὶ γῆν τε καὶ θάλατταν. τούτοις δὲ δὴ είπε, το σώµα του, που εκουράζετο και τοῖς λογισµοῖς ἔφη τὸ κάµνον αὐτῷ καὶ εβάρυνεν, ανεκουφίζετο. Τέλος, όταν τα βαρυνόδελφίνια παρέκαµψαν ωραία και µε µενον ἤδη τοῦ σώµατος ἀναφέρεσθαι, καὶ προσοχήν το ακρωτήριον, που ευρήκαν τέλος εµπρός των απότοµον και υψηλόν, και ἐπεὶ τῆς ἄκρας ἀπαντώσης ἀποτόµου καὶ κολυµβώντα σύρριζα µε την ξηράν τον ὑψηλῆς ωδηγούσαν µε τρόπον ασφαλή όπως το εὖ πως φυλαξάµενοι καὶ κάµψαντες ἐν χρῷ σκάφος εις τον λιµένα, παρενήχοντο τῆς γῆς ὥσπερ εἰς λιµένα σκάφος ἀσφαλῶς 162a κατάγοντες, παντάπασιν αἰσθέσθαι θεοῦ αντελήφθη τότε πλήρως, ότι η µεταφορά κυβερνήσει του έγινε µε την οδηγίαν κάποιου θεού. γεγονέναι τὴν κοµιδήν. "Ταῦθ'," ὁ Γόργος ἔφη, "τοῦ Ἀρίονος εἰπόν- Μετά την αφήγησιν αυτήν του Αρίονος” τος, ἠρόµην αὐτὸν ὅποι τὴν ναῦν οἴεται εξηκολούθησεν ο Γόργός “τον ηρώτησα, κατασχήπού νοµίζει ότι θα προσεγγίση το πλοίον. σειν. ὁ δὲ πάντως µὲν εἰς Κόρινθον, πολὺ Εκείνος δε είπεν: “Εις την Κόρινθον µέντοι εξάπαντος. Αλλά θα καθυστερήση πολύ— καθυστερεῖν· αὐτὸν γὰρ ἑσπέρας ἐκπεσόντα διότι αυτός, όταν έπεσε το βράδυ εις την πενταθάλασσαν, έχει την εντύπωσιν ότι κοσίων οὐ µεῖον οἴεσθαι σταδίων δρόµον µετεκοµίσθη εις απόστασιν όχι κοµισθῆολιγωτέραν από πεντακόσια στάδια160, και ναι, καὶ γαλήνην εὐθὺς κατασχεῖν." οὐ µὴν αµέσως έγινε γαλήνη161. Αλλ' όµως ἀλλ' αυτός” είπεν ο Γόργος “έµαθε το όνοµα ἑαυτὸν ὁ Γόργος ἔφη πυθόµενον τοῦ τε του εφοπλιστού και του πλοιάρχου και το ναυκλήρου σήµα του πλοίου162, και έστειλε πλοία και τοὔνοµα καὶ τοῦ κυβερνήτου καὶ τῆς νεὼς τὸ στρατιώτας


παράσηµον ἐκπέµψαι πλοῖα καὶ στρατιώτας ἐπὶ τὰς κα162b τάρσεις παραφυλάξοντας· τὸν δ' Ἀρίονα µετ' εις τα αγκυροβόλια, διά να αὐτοῦ παραφυλάξουν. Τον δε Αρίονα φέρει µαζί κοµίζειν ἀποκεκρυµµένον, ὅπως µὴ του κρυµµένον, διά να µη µάθουν (σ. 92) προαισθόµενοι από πριν οι ναύται την διάσωσίν του και Φαίνεται λοιπόν το τὴν σωτηρίαν διαφύγοιεν· ὄντως οὖν ἐοικέναι διαφύγουν. θείᾳ περιστατικόν να έγινεν αληθινά κατά τύχῃ τὸ πρᾶγµα· παρεῖναι γὰρ αὐτοὺς ἅµα θείαν σύµπτωσιν διότι, µόλις ήλθαν εδώ, δεῦρο έµαθαν ότι οι στρατιώται έχουν κατάσχει καὶ πυνθάνεσθαι τῆς νεὼς κεκρατηµένης ὑπὸ το πλοίον και ότι έχουν συλληφθή οι τῶν έµποροι και οι ναύται”. στρατιωτῶν συνειλῆφθαι τοὺς ἐµπόρους καὶ ναύτας. Ησιόδου θάνατος Ὁ µὲν οὖν Περίανδρος ἐκέλευσεν εὐθὺς ἐξ- 19. Ο Περίανδρος τότε διέταξε τον αναστάντα τὸν Γόργον εἰς φυλακὴν ἀποθέσθαι Γόργον να σηκωθή αµέσως και να θέση τοὺς τους ναύτας υπό φρούρησιν, ώστε κανείς ἄνδρας οὗ µηδεὶς αὐτοῖς πρόσεισι µηδὲ να µη τους πλησιάση, µήτε να τους είπη φράσει τὸν ότι ο Αρίων έχει σωθή. Ἀρίονα σεσωσµένον. Ὁ δ' Αἴσωπος "ἀλλ' ὑµεῖς," ἔφη, "τοὺς ἐµοὺς Ο δε Αίσωπος είπε: “Σεις γελάτε µε τους χλευάζετε κολοιοὺς καὶ κόρακας εἰ κολοιούς και τους κόρακας µου που διαλέγονται· συνοµιλούν163— αλλά τα δελφίνια πώς δελφῖνες δὲ τοιαῦτα νεανιεύονται;" ηµπορούν να κάµουν τοιαύτα ανδραγαθήµατα;” Κἀγὼ πρὸς αὐτόν, "ἄλλο τι λέγωµεν," ἔφην, Και εγώ του απήντησα: “Ας οµιλήσωµεν 162c "ὦ Αἴσωπε· τούτῳ δὲ τῷ λόγῳ πιστευοµένῳ διά κάτι άλλο, Αίσωπε. Είναι τώρα καὶ περισσότερα από χίλια χρόνια που έγινε, γραφοµένῳ παρ' ἡµῖν πλέον ἢ χίλι' ἔτη καθώς πιστεύεται και γράφεται, ανάλογος διαγέγονεν ιστορία εις τον τόπον µας, από την καὶ ἀπὸ τῶν Ἰνοῦς καὶ Ἀθάµαντος χρόνων." εποχήν δηλαδή της Ινούς και του Αθάµαντος164”. Ὁ δὲ Σόλων ὑπολαβών "ἀλλὰ ταῦτα µέν, ὦ Ο Σόλων τότε παρενέβη και είπεν: “Αυτά ∆ιόκλεις, ἐγγὺς θεῶν ἔστω καὶ ὑπὲρ ἡµᾶς· πάντως, ∆ιοκλή, ας θεωρηθούν ότι είναι ἀνθρώπινον δὲ καὶ πρὸς ἡµᾶς τὸ τοῦ Ἡσιόδου πολύ κοντά µε τους θεούς και ανώτερα πάθος· ἀκήκοας γὰρ ἴσως τὸν λόγον." από ηµάς. Ανθρώπινον όµως και προσιτόν "Οὐκ ἔγωγ'," εἶπον. εις ηµάς είναι το συµβάν του Ησιόδου— "Ἀλλὰ µὴν ἄξιον πυθέσθαι. Μιλησίου γάρ, έχεις ακούσει ίσως την ιστορίαν”. ὡς ἔοικεν, ἀνδρός, ᾧ ξενίας ἐκοινώνει ὁ “Εγώ,όχι” είπα.“Και όµως αξίζει να την Ἡσίοδος πληροφορηθής. Κάποτε ένας από την Μίλητον, καθώς φαίνεται, µε τον οποίον µαζί ο Ησίοδος εφιλοξενείτο 162d καὶ διαίτης ἐν Λοκροῖς, τῇ τοῦ ξένου θυγατρὶ και διέµενεν εις την χώραν των Λοκρών, κρύφα συγγενοµένου καὶ φωραθέντος συνευρέθη κρυφά µε την θυγατέρα του ὑποψίαν ανθρώπου που τους εφιλοξένει και ἔσχεν ὡς γνοὺς ἀπ' ἀρχῆς καὶ συνεπικρύψας απεκαλύφθη. Υπώπτευσαν τότε τον τὸ Ησίοδον, ότι εγνώριζεν από την αρχήν το ἀδίκηµα, µηδενὸς ὢν αἴτιος, ὀργῆς δὲ καιρῷ έγκληµα και εκ συνεννοήσεως το έκρυψε. καὶ Έτσι, χωρίς να πταίη διόλου, περιεπλάκη διαβολῆς περιπεσὼν ἀδίκως. ἀπέκτειναν γὰρ αδίκως εις στιγµήν οργής και διαβολής. αὐτὸν (σ. 94) Οι αδελφοί δηλαδή της κόρης165 οἱ τῆς παιδίσκης ἀδελφοὶ περὶ τὸ Λοκρικὸν του έστησαν ενέδραν πλησίον εις το Νέµειον Λοκρικόν Νέµειον166 και τον εσκότωσαν ἐνεδρεύσαντες, καὶ µετ' αὐτοῦ τὸν µαζί δε και τον ακόλουθον του, που


ἀκόλουθον, ᾧ ωνοµάζετο Τρωίλος. Τα σώµατα των Τρωίλος ἦν ὄνοµα. τῶν δὲ σωµάτων εἰς τὴν κατόπιν εσύρθησαν προς την θάλασσαν. θάλατταν ὠσθέντων τὸ µὲν τοῦ Τρωίλου, εἰς Και του µεν Τρωίλου, ενώ εφέρετο έξω τὸν προς τον ποταµόν ∆άφνον167, εκρατήθη ∆άφνον ποταµὸν ἔξω φορούµενον, ἐπεσχέθη από ένα σκόπελον, που εξείχεν ολίγον περιαπό την θάλασσαν και έως την σήµερον ο κλύστῳ χοιράδι µικρὸν ὑπὲρ τὴν θάλατταν ἀν- σκόπελος αυτός ονοµάζεται εχούσῃ· καὶ µέχρι νῦν Τρωίλος ἡ χοιρὰς καλεῖται· 162e τοῦ δ' Ἡσιόδου τὸν νεκρὸν εὐθὺς ἀπὸ γῆς Τρωίλος. Το δε λείψανον του Ησιόδου ὑποανεσήκωσεν αµέσως από την παραλίαν λαβοῦσα δελφίνων ἀγέλη πρὸς τὸ Ῥίον κατὰ ένα κοπάδι δελφίνια, και το έφερε προς τὴν το Ρίον κατά το µέρος της Μολυ— Μολύκρειαν ἐκόµιζε. ἐτύγχανε δὲ Λοκροῖς ἡ κρείας168. Συνέπεσε δε τότε να τελήται τῶν υπό των Λοκρών η συνηθισµένη θυσία Ῥίων καθεστῶσα θυσία καὶ πανήγυρις, ἣν και πανήγυρις των Ρίων, την οποίαν ἄγουσιν τελούν και τώρα ακόµη µε λαµπρότητα ἔτι νῦν ἐπιφανῶς περὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον. ὡς εις την τοποθεσίαν εκείνην. Όταν λοιπόν δ' εθεάθη το σώµα να φέρεται προς τα εκεί, ὤφθη προσφερόµενον τὸ σῶµα, θαυµάσαντες εξεπλάγησαν φυσικά και έτρεξαν προς ὡς την παραλίαν. Όταν δε ανεγνώρισαν τον εἰκὸς ἐπὶ τὴν ἀκτὴν κατέδραµον, καὶ νεκρόν, αδιάλυτον ακόµη, ενόµισαν ότι, γνωρίσαντες ένεκα της φήµης του Ησιόδου, έπρεπε να ἔτι πρόσφατον τὸν νεκρὸν ἅπαντα δεύτερα τα αφήσουν όλα τ' άλλα και να ζητήσουν τοῦ να εξιχνιάσουν τον φόνον. Και το ζητεῖν τὸν φόνον ἐποιοῦντο διὰ τὴν δόξαν τοῦ κατώρθωσαν γρήγορα— εύρον Ἡσιόδου. καὶ τοῦτο µὲν ταχέως ἔπραξαν, πραγµατικώς τους φονείς169 και τους εὑρόντες έρριψαν ζωντανούς εις την θάλασσαν, τοὺς φονεῖς· αὐτούς τε γὰρ κατεπόντισαν την δε οικίαν των κατεδάφισαν. Ετάφη δε ζῶντας ο Ησίοδος κοντά εις το Νέµειον— αλλά οι καὶ τὴν οἰκίαν κατέσκαψαν. ἐτάφη δ' ὁ περισσότεροι επισκέπται δεν γνωρίζουν Ἡσίοδος τον τάφον του— τον έχουν µυστικόν, πρὸς τῷ Νεµείῳ· τὸν δὲ τάφον οἱ πολλοὶ τῶν ξένων οὐκ ἴσασιν, ἀλλ' ἀποκέκρυπται ζητούµενος ὑπ' 162f Ὀρχοµενίων, ὥς φασι, βουλοµένων κατὰ (σ. 96) επειδή ζητείται από τους χρησµὸν Ορχοµενίους170, καθώς λέγουν, οι οποίοι ἀνελέσθαι τὰ λείψανα καὶ θάψαι παρ' αὑτοῖς. σύµφωνα µε ένα χρησµόν θέλουν να σηκώσουν τα λείψανα και να τα θάψουν εις την χώραν των171. εἴπερ οὖν οὕτως ἔχουσιν οἰκείως καὶ Εάν λοιπόν τα δελφίνια φέρονται µε φιλανθρώπως τόσην οικειότητα και συµπάθειαν προς πρὸς τοὺς ἀποθανόντας, ἔτι µᾶλλον εἰκός ἐστι τους νεκρούς, είναι πιθανόν ότι βοηθούν τοῖς ζῶσι βοηθεῖν, καὶ µάλιστα κηληθέντας ακόµη περισσότερον τους ζωντανούς, και αὐλοῖς µάλιστα αν γοητευθούν από αυλούς ή ἤ τισι µέλεσι. τουτὶ γὰρ ἤδη πάντες ἴσµεν, ὅτι από ορισµένος µελωδίας. ∆ιότι, ως είναι µουσικῇ τὰ ζῷα ταῦτα χαίρει καὶ διώκει, καὶ γνωστόν εις όλους, τα ζώα αυτά παρανήχεται τοῖς ἐλαυνοµένοις πρὸς ᾠδὴν καὶ ευχαριστούνται εις την µουσικήν και την αὐλὸν ἐν εὐδίᾳ πορείαις τερπόµενα. χαίρει δὲ παρακολουθούν και κολυµβούν εν καιρώ γαλήνης κοντά εις τα πλοία, όπου κωπηλατούν µε συνοδείαν άσµατος και αυλού, και διασκεδάζουν µε τας χορωδίας. Ευχαριστούνται 163a καὶ νήξεσι παίδων καὶ κολύµβοις ἁµιλλᾶται. διὸ ακόµη και µε το κολύµβηµα των παιδιών καὶ νόµος ἀδείας ἄγραφός ἐστιν αὐτοῖς· θηρᾷ και συναγωνίζονται µαζί των. ∆ιά τούτο γὰρ και υπάρχει άγραφος νόµος προστατεύων οὐδεὶς οὔδε λυµαίνεται, πλὴν ὅταν ἐν δικτύοις την ασφάλειαν των. Κανείς δεν τα κυνηγά


γενόµενοι κακουργῶσι περὶ τὴν ἄγραν, ούτε τα βλάπτει— µόνον όταν πέσουν εις πληγαῖς τα δίκτυα και βλάψουν το ψάρευµα, τότε κολάζονται καθάπερ παῖδες ἁµαρτάνοντες. τιµωρούνται µε ραβδισµούς όπως τα µέµνηάτακτα παιδία. Ενθυµούµαι δε που µαι δὲ καὶ παρὰ Λεσβίων ἀνδρῶν ἀκούσας ήκουσα και από Λεσβίους, ότι δελφίνια σωτηέσωσαν κάποτε από την θάλασσαν ρίαν τινὰ κόρης ὑπὸ δελφῖνος ἐκ θαλάττης κάποιαν κόρην αλλ' εγώ µεν δεν γνωρίζω γενέσθαι· επακριβώς τας άλλας λεπτοµερείας, ο ἀλλ' ἐγὼ µὲν οὐκ ἀκριβῶ τἄλλα, ὁ δὲ Πιττακὸς Πιττακός όµως αναγνωρίζει περί τίνος ἐπεὶ γιγνώσκει, δίκαιός ἐστι περὶ τούτων πρόκειται και πρέπει να µας το διηγηθη”. διελθεῖν." Περί Ενάλου θρύλος Ἔφη τοίνυν ὁ Πιττακὸς ἔνδοξον εἶναι καὶ 20. Είπε λοιπόν ο Πιττακός, ότι η ιστορία µνηµονευόµενον ὑπὸ πολλῶν τὸν λόγον. αυτή είναι περίφηµος και αναφέρεται από χρησµοῦ πολλούς. Εδόθη κάποτε χρησµός εις τους γὰρ γενοµένου τοῖς οἰκίζουσι Λέσβον, ὅταν πρώτους οικιστάς της Λέσβου, όταν ἕρµατι 163b πλέοντες προστύχωσιν ὃ καλεῖται Μεσόγειον, συναντήσουν κατά τον πλουν των ένα τότ' ἐνταῦθα Ποσειδῶνι µὲν ταῦρον Ἀµφιτρίτῃ σκόπελον πού ονοµάζεται Μεσόγαιον172, δὲ καὶ Νηρηίσι ζῶσαν καθεῖναι παρθένον· τότε να ρίψουν (σ. 98) εκεί εις την ὄντων θάλασσαν ένα ταύρον διά τον οὖν ἀρχηγετῶν ἑπτὰ καὶ βασιλέων, ὀγδόου δὲ Ποσειδώνα, διά την Αµφιτρίτην δε και τας τοῦ Ἐχελάου πυθοχρήστου τῆς ἀποικίας Νηρηίδας173 µίαν παρθένον ζωντανήν. ἡγεµόνος, Επτά ήσαν οι αρχηγοί και βασιλείς, οὗτος µὲν ἠίθεος ἦν ἔτι, τῶν δ' ἑπτὰ όγδοος δε ο Εχέλαος, τον οποίον κληρουµένων, δελφικός χρησµός είχεν ορίσει οδηγόν ὅσοις ἄγαµοι παῖδες ἦσαν, καταλαµβάνει της αποικίας174. Και αυτός µεν ήτον θυγατέρα ακόµη άγαµος, οι δε επτά που είχαν Σµινθέως ὁ κλῆρος. ἣν ἐσθῆτι καὶ χρυσῷ κο- θυγατέρας παρθένους έρριψαν µεταξύ σµήσαντες ὡς ἐγένοντο κατὰ τὸν τόπον, των κλήρον, και αυτός έπεσεν εις την ἔµελλον θυγατέρα του Σµινθέως. Την εστόλισαν εὐξάµενοι καθήσειν. ἔτυχε δέ τις ἐρῶν αὐτῆς λοιπόν µε χρυσά κοσµήµατα και ωραία τῶν συµπλεόντων, οὐκ ἀγεννὴς ὡς ἔοικε φορέµατα, και, όταν έφθασαν εις τον νεανίας, ορισθέντα τόπον έµελλαν να προσευχηθούν και να την ρίψουν εις την θάλασσαν. Έτυχεν όµως κάποιος από τους συνταξιδιώτας, γενναίος καθώς φαίνεται νέος, να 163c οὗ καὶ τοὔνοµα διαµνηµονεύουσιν Ἔναλον. την αγαπά— παραδίδουν και το όνοµα οὗτος του, Έναλος175. Αυτός κατελήφθη από ἀµήχανόν τινα τοῦ βοηθεῖν τῇ παρθένῳ ακατανίκητον πόθον να βοηθήση την προθυµίαν παρθένον εις το δυστύχηµά της τότε— ἐν τῷ τότε πάθει λαβὼν παρὰ τὸν καιρὸν ώρµησε λοιπόν κατά την κρίσιµον ὥρµησε στιγµήν, την έλαβεν εις τας αγκάλας του καὶ περιπλακεὶς ὁµοῦ συγκαθῆκεν ἑαυτὸν εἰς και ερρίφθη µαζί της εις την θάλασσαν. τὴν Αµέσως λοιπόν διεδόθη φήµη όχι θάλατταν. εὐθὺς µὲν οὖν φήµη τις οὐκ εξηκριβωµένη, αλλά την οποίαν πολλοί ἔχουσα απίστευσαν εις τον στόλον, ότι δηλαδή τὸ βέβαιον, ἄλλως δὲ πείθουσα πολλοὺς ἐν τῷ εσώθησαν και µετεκοµίσθησαν εις την στρατοπέδῳ διηνέχθη περὶ σωτηρίας αὐτῶν ξηράν. Ύστερα από καιρόν, λέγουν, καὶ ενεφανίσθη ο Έναλος εις την Λέσβον και κοµιδῆς. ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ τὸν Ἔναλόν φασιν διηγείτο ότι µέσα εις την θάλασσαν τους ἐν Λέσβῳ φανῆναι καὶ λέγειν ὡς ὑπὸ δελφίνων ανεσήκωσαν δελφίνια και τους φορητοὶ διὰ θαλάττης ἐκπέσοιεν ἀβλαβεῖς εἰς απεβίβασαν εις την ξηράν χωρίς να τὴν ἤπειρον, ἔτι δ' ἄλλα θειότερα τούτων πάθουν τίποτε. Και άλλα ακόµη διηγείτο ἐκπλήτπερισσότερον θαυµατουργά, τα οποία τοντα καὶ κηλοῦντα τοὺς πολλοὺς διηγεῖσθαι, εξέπληττον και εµάγευαν τα πλήθη.


163d πάντων δὲ πίστιν ἔργῳ παρασχεῖν. κύµατος ∆ι' όλα δε ταύτα επρόσφερεν έµπρακτον γὰρ απόδειξιν διότι, όταν εσηκώθη ένα κύµα ἠλιβάτου περὶ τὴν νῆσον αἰροµένου καὶ τῶν πολύ υψηλόν γύρω εις την νήσον και όλοι ἀνθρώπων δεδιότων, ἀπαντῆσαι µόνον τῇ οι άνθρωποι είχον φοβηθή να θαλάττῃ, πλησιάσουν, τον Έναλον που µόνος καὶ ἕπεσθαι πολύποδας αὐτῷ πρὸς τὸ ἱερὸν επλησίασεν εις την θάλασσαν τοῦ ηκολούθησαν οκταπόδια ως (σ. 100) τον Ποσειδῶνος· ὧν τοῦ µεγίστου λίθον ναόν του Ποσειδώνος. Το µεγαλύτερον κοµίζοντος από αυτά µετέφερε µίαν πέτραν, την λαβεῖν τὸν Ἔναλον καὶ ἀναθεῖναι, καὶ τοῦτον οποίαν ο Έναλος έλαβε και αφιέρωσεν εις Ἔναλον καλοῦµεν. "Καθόλου δ'," εἶπεν, "εἴ τον θεόν— την πέτραν αυτήν ονοµάζοµεν τις εἰδείη διαφορὰν ἀδυνάτου καὶ ἀσυνήθους Έναλον176. Εν γένει δε” είπεν “όστις καὶ παραλόγου καὶ παραδόξου, µάλιστ' ἄν, ὦ γνωρίζει τί διαφέρει το αδύνατον από το Χίλων, καὶ µήτε πιστεύων ὡς ἔτυχε µήτ' ασυνήθιστον, και το παράλογον από το ἀπιστῶν, παράδοξον, και όστις µήτε πιστεύει τὸ ‘µηδὲν ἄγαν’ ὡς σὺ προσέταξας τυφλά µήτε απιστεί, αυτός, νοµίζω, διαφυλάττοι." Χίλων, τηρεί πολύ το Μηδέν άγαν, καθώς συ επρόσταξες177”. Θεού πρόνοια Μετὰ δὲ τοῦτον ὁ Ἀνάχαρσις εἶπεν ὅτι τοῦ 21. Μετά τούτον ο Ανάχαρσις είπεν, ότι, Θαλέω καλῶς ὑπολαµβάνοντος ἐν πᾶσιν εἶναι αφού αυτό που παραδέχεται ο Θαλής είναι ορθόν, ότι δηλαδή 163e τοῖς κυριωτάτοις µέρεσι τοῦ κόσµου καὶ εις όλα τα κυριώτερα και µέγιστα µέρη µεγίστοις του κόσµου υπάρχει ψυχή178, δεν πρέπει ψυχήν, οὐκ ἄξιόν ἐστι θαυµάζειν εἰ τὰ να απορή κανείς ότι τα ωραιότερα κάλλιστα περιστατικά γίνονται µε την θέλησιν του περαίνεται θεοῦ γνώµῃ. "ψυχῆς γὰρ ὄργανον θεού. ∆ιότι όργανον της ψυχής είναι το τὸ σῶµα, θεοῦ δ' ἡ ψυχή· καὶ καθάπερ σῶµα σώµα, η δε ψυχή είναι όργανον του πολλὰς µὲν ἐξ αὑτοῦ κινήσεις ἔχει, τὰς δὲ θεού179. Και καθώς το σώµα έχει µεν πλείστας πολλάς κινήσεις προερχοµένας από τον καὶ καλλίστας ὑπὸ ψυχῆς, οὕτως αὖ πάλιν ἡ εαυτόν του, τας περισσοτέρας όµως και ψυχὴ τὰ µὲν ὑφ' ἑαυτῆς κινουµένη πράττει, ωραιοτέρας από την ψυχήν180, έτσι εξ τὰ δὲ άλλου και η ψυχή: άλλα µεν εκτελεί µε τῷ θεῷ παρέχει χρωµένῳ κατευθύνειν καὶ αυθορµήτους κινήσεις, δι' άλλα όµως τρέπειν παραδίδεται εις τον θεόν να την ἑαυτὴν ᾗ βούλοιτο, πάντων ὀργάνων µεταχειρισθή και την διευθύνη και την εὐτρεπέστατον στρέφη καθώς αυτός θέλει, αφού είναι το οὖσα. δεινὸν γάρ," εἶπεν, "εἰ πῦρ µὲν ὄργανόν περισσότερον εύστροφον από όλα τα ἐστι θεοῦ καὶ πνεῦµα καὶ ὕδωρ καὶ νέφη καὶ όργανα. Άλλωστε άτοπον θα ήτο, είπεν, το µεν πυρ να είναι όργανον του θεού και ο αήρ και το ύδωρ και τα νέφη και αι 163f ὄµβροι, δι' ὧν πολλὰ µὲν σῴζει τε καὶ τρέφει, (σ. 102) βροχαί181, µε τα οποία πολλά µεν πολλὰ δ' ἀπόλλυσι καὶ ἀναιρεῖ, ζῴοις δὲ χρῆται συντηρεί και τρέφει ούτος, πολλά δε πρὸς οὐδὲν ἁπλῶς οὐδέπω τῶν ὑπ' αὐτοῦ αφανίζει και καταστρέφει, τα ζώα όµως γιγνοποτέ να µη τα χρησιµοποιή εις τίποτε µένων. ἀλλὰ µᾶλλον εἰκὸς ἐξηρτηµένα τῆς τοῦ απολύτως από όσα γίνονται απ' αυτόν. θεοῦ δυνάµεως ὑπουργεῖν, καὶ συµπαθεῖν ταῖς Ενώ φυσικώτερον είναι, ότι τα ζώα, τοῦ θεοῦ κινήσεσιν ἢ Σκύθαις τόξα λύραι δ' εξηρτηµένα από την δύναµιν του θεού, Ἕλλησι καὶ αὐλοὶ συµπαθοῦσιν." τον υπηρετούν και ότι εναρµονίζονται µε τας κινήσεις του µάλλον, παρ' όσον συναρµονίζονται τα τόξα µε τας κινήσεις των Σκυθών182 και αι λύραι και ο αυλός µε τας κινήσεις των Ελλήνων183. Κυψέλου σωτηρία Ἐπὶ δὲ τούτοις ὁ ποιητὴς Χερσίας ἄλλων τε Μετά ταύτα ο ποιητής Χερσίας ανέφερε σωθέντων ἀνελπίστως ἐµέµνητο καὶ Κυψέλου µεταξύ άλλων, οι οποίοι ανέλπιστα


τοῦ Περιάνδρου πατρός, ὃν οἱ πεµφθέντες διεσώθησαν, και τον Κύψελον184, τον ἀνελεῖν πατέρα του Περιάνδρου, ο οποίος, όταν νεογνὸν ὄντα προσµειδιάσαντ' αὐτοῖς ήτο βρέφος, εµειδίασε προς εκείνους που ἀπετράποντο· εστάλησαν να τον σκοτώσουν, και διά καὶ πάλιν µετανοήσαντες ἐζήτουν καὶ οὐχ τούτο αυτοί ήλλαξαν γνώµην. Όταν δε εὗρον πάλιν µετενόησαν και τον εζήτουν, δεν τον εύρον, διότι η µητέρα του τον έκρυψε µέσα εις κυψέλην. 164a εἰς κυψέλην ὑπὸ τῆς µητρὸς ἀποτεθέντα. διὸ ∆ιά τούτο ο Κύψελος έκτισε το γνωστόν καὶ τὸν οἶκον ἐν ∆ελφοῖς κατεσκεύασεν ὁ οικοδόµηµα εις τους ∆ελφούς185, από Κύψελος, ευγνωµοσύνην προς τον θεόν, που ὥσπερ θεοῦ τότε τὸν κλαυθµυρισµὸν εσταµάτησε τότε τον κλαυθµυρισµόν ἐπισχόντος, του, ώστε να διαφύγη εκείνους που τον ὅπως διαλάθοι τοὺς ζητοῦντας. ανεζήτουν. Καὶ ὁ Πιττακὸς προσαγορεύσας τὸν Τότε ο Πιττακός εστράφη προς τον Περίανδρον Περίανδρον και είπε: “Καλά έκαµεν ο "εὖ γ'," ἔφη, "Περίανδρε, Χερσίας ἐποίησε Χερσίας, Περίανδρε, που ανέφερε το µνησθεὶς τοῦ οἴκου· πολλάκις γὰρ ἐβουλόµην οικοδόµηµα. ∆ιότι πολλάκις ήθελα να σε ἐρέσθαι σε τῶν βατράχων τὴν αἰτίαν ἐκείνων, ερωτήσω τον λόγον της υπάρξεως των τί βατράχων εκείνων— τί γυρεύουν εκεί βούλονται περὶ τὸν πυθµένα τοῦ φοίνικος ἐν- τορνευµένοι τόσον πολλοί γύρω εις την τετορευµένοι τοσοῦτοι, καὶ τίνα πρὸς τὸν ρίζαν του φοίνικος και ποίαν σχέσιν έχουν θεὸν ἢ µε τον θεόν και µε εκείνον που τους τὸν ἀναθέντα λόγον ἔχουσι." αφιέρωσεν;” Τα δελφικά γνωµικά Τοῦ δὲ Περιάνδρου τὸν Χερσίαν ἐρωτᾶν (σ. 104) Όταν δε ο Περίανδρος του κελεύαπεκρίθη να ερωτήση τον Χερσίαν, διότι σαντος, εἰδέναι γὰρ ἐκεῖνον καὶ παρεῖναι τῷ αυτός το γνωρίζει και ήτο 164b Κυψέλῳ καθιεροῦντι τὸν οἶκον, ὁ Χερσίας µαζί µε τον Κύψελον, όταν καθιέρωνε το µειδιάσας οικοδόµηµα, ο Χερσίας έµει δίασε και "ἀλλ' οὐκ ἄν," ἔφη, "φράσαιµι πρότερον ἢ είπεν: “Εγώ δεν θα το είπω, πριν να µάθω πυθέαπ' αυτούς τί σηµαίνει το Μηδέν άγαν και σθαι παρὰ τούτων ὅ τι βούλεται τὸ ‘µηδὲν το Γνώθι σαυτόν και προ παντός εκείνο ἄγαν’ που έκαµεν ώστε πολλοί µεν να µένουν αὐτοῖς καὶ τὸ ‘γνῶθι σαυτόν,’ καὶ τοῦτο δὴ τὸ άγαµοι186, πολλοί δε δύσπιστοι187, µερικοί πολλοὺς µὲν ἀγάµους πολλοὺς δ' ἀπίστους δε άφωνοι188, δηλαδή το Εγγύα πάρα δ' ἐνίους άτα189”. δὲ καὶ ἀφώνους πεποιηκὸς ‘ἐγγύα πάρα δ' ἄτα.’" "Τί δ'," εἶπεν ὁ Πιττακός, "ἡµῶν δέῃ ταῦτα Ο Πιττακός τότε του είπε: “Τί χρειάζεσαι φραζόντων; πάλαι γὰρ Αἰσώπου λόγον εἰς ἕκα- να σου το εξηγήσωµεν ηµείς; Προ στον ὡς ἔοικε τούτων συντεθεικότος πολλού επαινείς τον Αίσωπον, που έχει ἐπαινεῖς." κάµει, φαίνεται, µύθους διά το καθένα απ' αυτά”. Καὶ ὁ Αἴσωπος, "ὅταν γε παίζῃ πρὸς ἐµὲ Και ο Αίσωπος παρετήρησε: “Ναι, αλλά Χερσίας," εἶπε· "σπουδάζων δὲ τούτων µόνον όταν αστειεύεται προς εµέ ο Ὅµηρον Χερσίας. Όταν οµιλή σοβαρά, εὑρετὴν ἀποδείκνυσι καί φησι τὸν µὲν Ἕκτορα παραδέχεται ως εφευρέτην αυτών τον Όµηρον190, και ισχυρίζεται ότι ο µεν Έκτωρ 164c γιγνώσκειν ἑαυτόν· τοῖς γὰρ ἄλλοις είχε γνώσιν του Γνώθι σαυτόν, διότι, ενώ ἐπιτιθέµενος µε τους Αἴαντος ἀλέεινε µάχην Τελαµωνιάδαο· άλλους επολεµούσε, τὸν δ' Ὀδυσσέα τοῦ ‘µηδὲν ἄγαν’ ἐπαινέτην τῷ τον Αίαντα απόφευγε, το γιό του ∆ιοµήδει παρακελεύεσθαι


Τυδείδη, µήτ' ἄρ' µε µάλ' αἴνεε µήτε τι Τελαµώνος191 νείκει. τὴν δ' ἐγγύην οἱ µὲν ἄλλοι λοιδορεῖν αὐτὸν ὡς ο δε Οδυσσεύς ότι επαινεί το Μηδέν πρᾶγµα δείλαιον καὶ µάταιον οἴονται λέγοντα άγαν, όταν λέγη εις τον ∆ιοµήδη δειλαί τοι δειλῶν γε καὶ ἐγγύαι ἐγγυάασθαι,

Τυδείδη, να µη µ' επαινής πολύ, µήτε και να µε ψέγεις192, την εγγύησιν δε άλλοι µεν νοµίζουν ότι την κατηγορεί σαν άχρηστον και κακόν πράγµα, όταν λέγη

αν για κακούς εγγυηθής, κακό και συ θα πάθης—193 Χερσίας δ' οὑτοσί φησι τὴν Ἄτην ὑπὸ τοῦ ∆ιὸς (σ. 106) ο Χερσίας όµως απ' εδώ λέγει, ῥιφῆναι τῇ ἐγγύῃ παραγιγνοµένην ἣν ότι ο Ζευς έρριψεν από τον ουρανόν ἐγγυησάκάτω εις την γην την Άτην194, διότι 164d µενος ὁ Ζεὺς ἐσφάλη περὶ τῆς τοῦ Ἡρακλέους αυτή παρευρίσκετο, όταν έδωσεν γενέσεως." εγγύησιν διά την γέννησιν του Ηρακλέους και ηπατήθη195”. Ὑπολαβὼν δ' ὁ Σόλων "οὐκοῦν," ἔφη, "καὶ Και ο Σόλων τότε επρόσθεσε: “Πρέπει τῷ σοφωτάτῳ πιστευτέον Ὁµήρῳ όµως να πιστεύωµεν τον σοφώτατον νὺξ δ' ἤδη τελέθει· ἀγαθὸν καὶ νυκτὶ Όµηρον και όταν λέγη πιθέσθαι. σπείσαντες οὖν Μούσαις καὶ Ποσειδῶνι καὶ ενύχτωσε κι είναι καλό να πείθεσαι στη Ἀµφιτρίτῃ διαλύωµεν εἰ δοκεῖ τὸ συµπόσιον." νύχτα196, Ας κάµωµεν λοιπόν σπονδήν εις τας Μούσας και τον Ποσειδώνα και την Αµφιτρίτην197, και κατόπιν ας διαλύσωµεν, αν σας φαίνεται καλόν, το συµπόσιον”. Τοῦτ' ἔσχεν, ὦ Νίκαρχε, πέρας ἡ τότε Αυτό το τέλος, Νίκαρχε, είχεν η συνουσία. συγκέντρωσις που έγινε τότε. * ** Σηµειώσεις 141. Περί της ταριχεύσεως των νεκρών υπό των Αιγυπτίων ίδε και Πορφύριον (Περί αποχής εµψύχων IV 10). Πρβλ. και Πλούτ. Περί σαρκοφαγίας 996e: Αἰγύπτιοι τῶν νεκρῶν τὴν κοιλίαν ἐξελόντες καὶ πρὸς τὸν ἥλιον ἀνασχίζοντες ἐκβάλλουσιν ὡς αἰτίαν ἁπάντων ὧν ὁ ἄνθρωπος ἥµαρτεν. 142. ∆ιατί νεκρούς, εξηγεί κατωτέρω— θανατώνονται όλα όσα χρησιµεύουν προς τροφήν µας. 143. Ακριβέστερον οι Ορφικοί απέφευγον την τροφήν εκ των εµψύχων (Πρβλ. Πλάτ. Νόµ. 782b). 144. Ο Πλούταρχος έχει γράψει Περί σαρκοφαγίας εις δύο βιβλία. Όσοι χορτοφάγοι επικαλούνται υπέρ της απόψεως των ότι δεν θέλουν να τρώγουν ζωντανά πράγµατα, σοφίζονται— διότι και τα φυτά είναι ζωνταναί υπάρξεις.


145. Η ψυχή, κλεισµένη µέσα εις το σώµα και ασχολουµένη διαρκώς εις την εύρεσιν τροφής προς συντήρησίν της, παροµοιάζεται µε τον δούλον ή τον όνον, ο οποίος µέσα εις τον µύλον µόνην ασχολίαν έχει να γυρίζη µε σκεπασµένα µάτια την µυλόπετραν— όπως συµβαίνει σήµερον εις τα µαγγανοπήγαδα. 146. Ο Πλούταρχος εις τα Υγιεινά παραγγέλµατα 133b, αναφερόµενος εις σκηνήν του Μενάνδρου, καθ' ην νέοι, προς αποφυγήν του πειρασµού αυλητρίδων που παρευρίσκονται εις το δείπνον, επιδίδονται εις το φαγητόν, προσθέτει: "Οἱ δὲ φιλόλογοι πολλὰς καὶ καλὰς καὶ ἡδείας ἀπόψεις καὶ ἀποστροφὰς ἔχουσιν, ἤνπερ ἄλλως µὴ δύνωνται τὸ κυνικὸν καὶ θηριῶδες τῶν ὀρέξεων κατέχειν παρακειµένης τραπέζης". 147. Εκατοµφόνια είναι θυσία εις τους θεούς διά τον φόνον 100 εχθρών. Πρώτος έκαµε τοιαύτην θυσίαν ο Μεσσηνίας Αριστοµένης φονεύσας 100 Λακεδαιµονίους, µεταξύ των οποίων και τον βασιλέα της Σπάρτης Θεόποµπον. Τρεις µάλιστα τοιαύτας θυσίας ετέλεσεν, ως εκαυχώντο οι συµπολΐται του. Πρβλ. Βίον Ρωµύλου 25: "ὅπου γε καὶ Μεσσήνιοι κόµπῳ χρήσασθαι δοκοῦσιν, περὶ Ἀριστοµένους λέγοντες ὡς τρὶς ἑκατοµφόνια θύσειεν ἀπὸ Λακεδαιµονίων" (Πρβλ. και Παυσανίαν 4,19,2). ∆ι' αυτό παρέµεινεν η συνήθεια και εις αυτούς. 148. Πρβλ. Ὅτι οὐδ' ἡδέως ζῆν ἐστι κατ' Ἐπίκουρον 1087d: "Ὁ χρόνος τούτων (τῶν ἡδονῶν) οὐ πολὺς, ἀλλ' ὥσπερ οἱ διᾴττοντες ἔξαψιν ἅµα καὶ σβέσιν ἐν τῇ σαρκὶ λαµβάνουσι". Και Πλάτ. Γοργ. 493e. 149. Αυτά εναντίον του σώµατος λέγονται και εις τον Φαίδωνα 66b κέξ. 150. Ταύτα επαναλαµβάνει και ο Πορφύριος (Περί αποχής εµψύχων IV 20 σ. 265 Nauck). 151. Aι 50 θυγατέρες του ∆αναού, που εσκότωσαν τους συζύγους των και κατεδικάσθησαν εις τον Άδην να γεµίζουν ένα πίθον τρυπηµένον, εξ ου η παροιµία Πίθος ∆αναΐδων. 152. Εις τους αγώνας και τας εορτάς αι πόλεις έστελλον προς συµµετοχήν ιδιαιτέρους αντιπροσώπους— η αποστολή αυτή ελέγετο θεωρία. Εδώ θεωρία είναι η εορταστική ποµπή. 153. Πρβλ. το του συγγραφέως προς ∆ηµόνικον 22: "Προσήκειν ἡγοῦ τοῖς πονηροῖς ἀπιστεῖν, ὥσπερ τοῖς χρηστοῖς πιστεύειν". 154. Ο διθύραµβος ήτο είδος ποιήµατος, το οποίον εψάλλετο προς τιµήν του θεού ∆ιονύσου, ενίοτε δε και του Απόλλωνος, γύρω εις τον βωµόν, συνωδεύετο δε και µε χορόν. Το περιεχόµενον του ήτο λυρικόν και θρησκευτικόν. Βραδύτερον ανεπτύχθη εις ιδιαίτερον είδος ποιήσεως. Πρβλ. διά λεπτοµερείας Αριστοτέλους Ποιητικήν εκδ. Ι. Συκουτρή σ. 13,4. 155. Οι κιθαρωδοί έφεραν ιδιαιτέραν χρυσοποίκιλτον ενδυµασίαν µε ποδήρη χιτώνα και στέφανον, διότι εθεωρούντο ότι ετέλουν θείον λειτούργηµα — ακριβώς όπως τα άµφια των ιερέων σήµερον. 156. Οι κύκνοι, κατά την γνωστήν παράδοσιν, ψάλλουν ωραιότατα; προ του θανάτου των, εξ ου το κύκνειον άσµα. Ο Πλούταρχος περιγράφων την απάθειαν του Αρίονος προ του θανάτου µιµείται τον Πλάτωνα εις την περιγραφήν του θανάτου του Σωκράτους (Φαίδων 84e), ο οποίος ακριβώς µεταχειρίζεται την ιδίαν σύγκρισιν µε τους κύκνους. 157. Νόµος εις την αρχαίαν µουσικήν ήτο µελωδικός και ρυθµικός τρόπος ή ωδή, την οποίαν συνώδευε κιθάρα— ελέγετο δε τότε κιθαρωδικός νόµος. Πυθικός νόµος ήτο ωδή µε συνοδείαν κιθάρας, η οποία εψάλλετο εις τους Πυθικούς αγώνας και είχεν ως θέµα την πάλην του Απόλλωνος µε τον δράκοντα Πύθωνα και την νίκην του θεού, διά την οποίαν έλαβε το όνοµα Πύθιος. Περί των νόµων ίδε Αριστοτέλους Ποιητικήν έκδ. Ι. Συκουτρή σ. 14, 1.


158. Ο Πλούταρχος διηγείται εδώ µε ζωηρά χρώµατα και ποιητικάς εξάρσεις την διάσωσιν του Αρίονος, σαν να ήθελε να συναγωνισθή τον Ηρόδοτον (1,24), εις τον οποίον οφείλεται η πρώτη και αρχαιοτέρα περιγραφή του αυτού µυθικού γεγονότος. 159. Κατά τον γνωστόν στίχον: "Ἔστι ∆ίκης ὀφθαλµός, ὃς τὰ πάνθ' ὁρᾷ". 160. Το στάδιον ως µέτρον µήκους είχεν 600 πόδας (185 µέτρα). 161. Έτσι δεν ηµπορούσε να κινηθή γρήγορα το πλοίον χωρίς άνεµον. 162. Παράσηµον ελέγετο η ξυλόγλυπτος µορφή, που εστόλιζε την πρώραν των πλοίων και έδιδε πολλάκις τ' όνοµά της εις αυτά — όπως συνέβαινε και µε τα πλοία των Ελλήνων κατά την Επανάστασιν. 163. Αναφέρεται εις τον υπαινιγµόν του Σόλωνος ανωτέρω σ. 37,5. 164. Πρόκειται περί του Μελικέρτου, του υιού της Ινούς και του Αθάµαντος, ο οποίος ήτο υιός του Αιόλου, βασιλεύς του Ορχοµενού και σύζυγος πρώτον της Νεφέλης και έπειτα της Ινούς, θυγατρός του Κάδµου και της Αρµονίας. Κατά την µυθικήν παράδοσιν, η Ινώ εδιώχθη από τον σύζυγόν της, ως επιβουλεύσασα τα εκ της Νεφέλης τέκνα του Φρίξον και Έλλην, και ερρίφθη εις την θάλασσαν µαζί µε το τέκνον της Μελικέρτην. Τούτο όµως εσώθη από δελφίνια και µετεκοµίσθη εις τον Ισθµόν της Κορίνθου, όπου ετιµάτο ύστερον µε θυσίας και αγώνας ως ήρως Παλαίµων (Παυσ. 1,44,7). Η διήγησις συνδέεται µε την Κόρινθον— διά τούτο την αναφέρει ο ∆ιοκλής. 165. Ούτοι ωνοµάζοντο Γανύκτωρ και Αµφιφάνης και ήσαν υιοί του Φηγέως— η αδελφή των Κτιµένη ή Κλυµένη εφέρετο ως µήτηρ του ποιητού Στησιχόρου εκ του Ησιόδου, ο οποίος κατ' άλλην παράδοσιν είχε διαφθείρει αυτός την κόρην. Κατ' άλλους Γανύκτωρ ήτο ο πατήρ, οι δε υιοί Κτίµενος και Άντιφος. 166. Το Λοκρικόν Νέµειον ήτο πλησίον της Λοκρικής πόλεως Οινόης. Πρβλ. Θουκυδ. 3,96: "αὐλισάµενος δὲ τῷ στρατῷ ἐν τῷ ∆ιὸς τοῦ Νεµείου ἱερῷ, ἐν ᾧ Ἡσίοδος ὁ ποιητὴς λέγεται ὑπὸ τῶν ταύτῃ ἀποθανεῖν χρησθὲν αὐτῷ ἐν Νεµέᾳ τοῦτο παθεῖν". Κατά τον Πρόκλον (Σχόλια εις Ησίοδον) εδόθη εις τον Ησίοδον ο εξής χρησµός: Ἀλλὰ ∆ιὸς πεφύλαξο Νεµείου κάλλιµον ἄλσος, κεῖθε δέ τοι θανάτοιο τέλος πεπρωµένον ἐστί. ὁ δὲ τὴν ἐν Πελοποννήσῳ Νεµέαν φυγών, ἐν Oἰνόῃ τῆς Λοκρίδος . . . ἀναιρεῖται. . . ἐκαλεῖτο δὲ ἡ Οἰνόη ∆ιὸς Νεµείου ἱερόν. 167. Ποταµός της Λοκρίδος προς Α. της Ναυπάκτου. Σήµερον λέγεται Μόρνος. 168. Πόλις εις το νοτιώτατον της Αιτωλίας κατά την είσοδον του Κορινθιακού κόλπου, απέχουσα δίωρον προς τα Ν∆. της Ναυπάκτου— εξ αυτής ωνοµάσθη και το ακρωτήριον Μολυκρικόν Ρίον, το κατόπιν Αντίρριον. Εκεί το 1925 ο Ορλάνδος εύρεν ερείπια ναού του Ποσειδώνος (Αρχαιολ. ∆ελτίον 9, Παράρτ. σ. 55—64). 169. Oι φονείς, κατά την παράδοσιν, ανεκαλύφθησαν διά των σκύλλων του Ησιόδου, οι οποίοι, όταν τους είδαν, ήρχισαν να υλακτούν και έδωσαν αφορµήν εις την αναγνώρισίν των. 170. Πόλις της Βοιωτίας παρά την Λεβάδειαν— σήµερον λέγεται Σκριπού. 171. Ο Παυσανίας (9,38,3) αναφέρει, ότι οι Ορχοµένιοι, µε την βοήθειαν χρησµού, εύρον τον τάφον και µετέφεραν τα οστά, κατέθεσαν δε αυτά εις τον θησαυρόν του Μινύου. Αλλά την εποχήν των 7 Σοφών δεν είχε γίνει η µετακοµιδή.


172. Πλησίον της Λέσβου, αλλ' άγνωστος η ακριβής θέσις του. 173. Η Αµφιτρίτη ήτο θεά της θαλάσσης και σύζυγος του Ποσειδώνος, αι δε Νηρηίδες θυγατέρες του Νηρέως νύµφαι της θαλάσσης. Ο Ποσειδών ελατρεύετο συχνά υπό την µορφήν ταύρου— εντεύθεν και το θύµα που προσφέρεται εις αυτόν είναι ταύρος. 174. Ως γνωστόν, διά κάθε αποικίαν οι Έλληνες εζήτουν συµβουλήν από το µαντείον των ∆ελφών. 175. Τα περί Ενάλου και της διασώσεως του υπό δελφίνων διηγείται ο Πλούταρχος και αλλαχού (Πότερα τῶν ζῴων φρονιµώτερα 984e). Επίσης ο Αθήναιος 466c, αλλά κατ' άλλον τρόπον. Και ο µεν Πλούταρχος λέγει ότι έχει την πληροφορίαν από τον Λέσβιον Μυρσίλον, ο δε Αθήναιος από τον Αθηναίον Αντικλείδην. 176. Εις τον Αθήναιον άλλως αναφέρεται ο µύθος: Όταν η παρθένος κατά τον χρησµόν ερρίφθη εις την θάλασσαν, έπεσε και ο Έναλος διά να την σώση κολυµβών— εκαλύφθησαν όµως και οι δύο από το κύµα. Μετά καιρόν, από ένα µεγάλο κύµα, που υψώθη γύρω εις την Λέσβον, εξήλθε κολυµβών ο Έναλος µε ένα ωραιότατον χρυσούν ποτήριον εις το χέρι— και τότε διηγείτο, ότι η παρθένος µένει µαζί µε τας Νηρηίδας, αυτός δε, όταν ήτο εκεί, έβοσκε τους ίππους του Ποσειδώνος. 177. Κάθε τι το ασυνήθιστον και απροσδόκητον δεν είναι και αδύνατον— διά τούτο ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι υπερβολικός ούτε εις την πίστιν ούτε εις την δυσπιστίαν του. 178. Ο Θαλής εξ αφορµής του µαγνήτου παρεδέχετο ότι πανταχού υπάρχει ψυχή (βλ. και Diels, Vorsokr. I A 22). 179. Οµοίως ο Πλούταρχος αλλαχού (Περὶ τοῦ µὴ χρᾶν ἔµµετρα νῦν τὴν Πυθίαν 404b) λέγει: "σῶµα µὲν ὀργάνοις χρῆται πολλοῖς, αὐτῷ δὲ σώµατι ψυχὴ καὶ µέρεσι τοῖς σώµατος— ψυχὴ δ' ὄργανον θεοῦ γέγονε". 180. Αι πράξεις των ανθρώπων άλλοτε µεν υπαγορεύονται από καθαρώς σωµατικάς ανάγκας, και τότε η ψυχή µένει αµέτοχος, άλλοτε δε από τας ορµάς της ψυχής, και τότε είναι πνευµατικώτεραι και ηθικώτεραι. 181. ∆ιά τους αρχαίους όλα τα µετεωρολογικά φαινόµενα, κεραυνοί (πύρ), άνεµοι, θύελλαι (πνεύµα), τρικυµίαι, βροχαί κλπ. ήσαν εκδηλώσεις θείας ευµενείας ή δυσµενείας. 182. Ο Πλούταρχος αναφέρει αλλαχού (Βίος ∆ηµητρ. 19,9 και Ὑγιεινὰ Παραγγέλµατα 133a), ότι οι Σκύθαι συνήθιζαν, όταν έπιναν, να παίζουν µε τον δάκτυλον την χορδήν των τόξων των, "οἷον ἐκλυόµενον ὑπὸ τῆς ἡδονῆς ἀνακαλούµενοι τὸν θυµόν". 183. Η εικών του τόξου και της λύρας δεν έχει εκλεγή τυχαίως— η ψυχή παρεβλήθη ήδη υπό των Πυθαγορείων και του Πλάτωνος (Φαίδ. 85e κεξ.) προς αρµονίαν τόξου και λύρας. 184. Εις την Κόρινθον εκυβέρνων ολιγαρχικώς οι Βακχιάδαι. Ένας από αυτούς είχε θυγατέρα χωλήν, την Λάβδαν, την οποίαν κανείς από τους Βακχιάδας δεν ήθελε να λάβη σύζυγον— διά τούτο εδόθη αύτή εις τον Ηετίωνα, άνθρωπον ταπεινής καταγωγής. Εδόθη όµως και χρησµός, ότι το εξ αυτής γεννηθέν θα γίνη τύραννος της Κορίνθου. ∆ιά τούτο, όταν αυτή εγέννησεν άρρεν, οι Βακχιάδαι επήγαν να το σκοτώσουν— το βρέφος όµως εµειδίασεν εις αυτούς και το ελυπήθησαν. Ότε κατόπιν µετανοήσαντες επέστρεψαν διά να εκτελέσουν τον σκοπόν των, δεν το εύρον, διότι η Λάβδα το είχε κρύψει µέσα εις κυψέλην. Εκ τούτου έλαβε το όνοµα Κύψελος ο µετά ταύτα τύραννος της Κορίνθου και πατήρ του Περιάνδρου (Ηρόδοτ. 5, 92).


185. Αναφέρεται εις τον θησαυρόν των Κορινθίων, τον οποίον έκτισεν ο Κύψελος. Εκεί ευρίσκετο ως αφιέρωµα χάλκινος φοίνιξ, εις την ρίζαν του οποίου ήσαν τορνευµένοι βάτραχοι. Την σηµασίαν αυτών εξηγεί δια µακρών, όχι όµως και µετά βεβαιότητος ο Πλούταρχος Περὶ τοῦ µὴ χρᾶν ἔµµετρα νῦν τὴν Πυθίαν 399e. 186. Όσοι εξήγησαν το εγγύα = γάµος. "Ἐγγύα πάρα δ' ἄτα": γάµος και δίπλα του η συµφορά. 187. Όσοι εξέλαβον το εγγύα ως εγγύησιν υπέρ φίλου. 188. Όσοι το εξήγησαν ως διαβεβαίωσιν εν γένει— διότι πάσαν διαβεβαίωσιν θεωρούν πηγήν ζηµίας και συµφοράς. 189. Αι περισσότεραι πηγαί αναφέρουν µόνον τα δύο πρώτα ως δελφικά γνωµικά. 190. Ως ποιητής ο Χερσίας αγαπά να ανάγη την αρχήν της επινοήσεως των τριών γνωµικών εις τον αρχηγέτην της τάξεώς του, τον Όµηρον. 191. Ο Έκτωρ φαίνεται ότι εφαρµόζει το Γνῶθι σαυτόν, διότι, ενώ µάχεται επιτυχώς εναντίον όλων των άλλων, αποφεύγει να συνάντηση τον Αίαντα, επειδή γνωρίζει ότι δεν είναι εύκολον να τον καταβάλη. 192. Ο Οδυσσεύς λέγων εις τον Τυδείδην, ο οποίος τον εξέλεξε συνοδόν του εις την νυκτερινήν κατασκόπευσιν και τον εγκωµιάζει ζωηρώς, ότι δεν πρέπει µήτε να τον επαινή υπερβολικά µήτε να τον ψέγη, συνιστά το Μηδέν άγαν. 193. Πρόκειται ττερί της σκανδαλώδους εκείνης σκηνής (Οδύσσ. θ 266-366), καθ' ην ο Ήφαιστος συλλαµβάνει διά δικτύου την σύζυγόν του Αφροδίτην συγκοιµωµένην µαζί µε τον θεόν του πολέµου Άρην. Ο µοιχός θεός οφείλει να πληρώση πρόστιµον εις τον ατυχή Ήφαιστον, ο δε Ποσειδών προτείνει να γίνη εγγυητής του— τότε ο Ήφαιστος του δίδει την ανωτέρω απάντησιν, εις την οποίαν υπάρχει η έννοια του "Ἐγγύα πάρα δ' ἄτα". 194. Η λέξις "ἄτη" εκ του "ἀάω" (βλάπτω) σηµαίνει βλάβην, ζηµίαν. Ακριβεστάτη ερµηνεία αυτής υπό Ι. Συκουτρή (Συµπόσιον Πλάτωνος σελ. 104 υποσ. 3). Ο Όµηρος (Ιλ. Τ 91-133) προσωποποιεί την Άτην ως θυγατέρα του ∆ιός, η οποία έβλαψε και αυτόν τον πατέρα της, διό εξεδιώχθη από τον ουρανόν. 195. Τα τρία ταύτα γνωµικά ερµηνεύει και ο ∆ιόδωρος (9,9,2-4) ως εξής: "Τὸ γὰρ Γνῶθι σαυτὸν παραγγέλλει παιδευθῆναι καὶ φρόνιµον γενέσθαι— οὕτω γὰρ ἂν τις ἑαυτὸν γνοίη ... τὸ δὲ Μηδὲν ἄγαν µετριάζειν ἐν πᾶσι καὶ µηδὲ περὶ ἑνὸς τῶν ἀνθρωπίνων τελέως διορίζεσθαι.... τὸ δὲ Ἐγγύα πάρα δ' ἄτα τινὲς ὑπέλαβον γάµον ἀπαγορεύειν— τὴν γὰρ τοῦ γάµου σύνθεσιν παρὰ τοῖς πλείστοις τῶν Ἑλλήνων ἐγγύην ὀνοµάζεσθαι, καὶ βεβαιωτὴς ὁ κοινὸς βίος, ἐν ᾧ πλείσται καὶ µέγισται γίνονται συµφοραὶ διὰ τὰς γυναίκας, ἔνιοι δὲ .... τὴν ἄτην ἀποφαίνονται ἐγγύαις ταῖς ἐπὶ τῶν συµβολαίων καὶ ταῖς ὑπὲρ τῶν ἄλλων διοµολογήσεσι περὶ χρηµάτων". Ανάλογον το σηµερινόν "Εγγυητής και πληρωτής". Τα γνωµικά ταύτα, τα οποία απεδίδοντο πότε εις τον ένα πότε εις τον άλλον εκ των 7 Σοφών, ήσαν περιώνυµα εις την Αρχαιότητα. Πρβλ. Πλούταρχον Περὶ τοῦ ΕΙ τοῦ ἐν ∆ελφοῖς 385d: "ὅρα δὲ καὶ ταυτὶ τὰ προγράµµατα, τὸ Γνῶθι σαυτὸν καὶ τὸ Μηδὲν ἄγαν, ὅσας ζητήσεις κεκίνηκε φιλοσόφους καὶ ὅσον λόγων πλῆθος ἀφ' ἑκάστου καθάπερ ἀπὸ σπέρµατος ἀναπέφυκεν". 196. Όπως ο κήρυξ Ιδαίος µε τον στίχον τούτον (Ιλ. Η 282) παύει την µονοµαχίαν του Έκτορος και του Αίαντος, έτσι και ο Σόλων διακόπτει τας συζητήσεις των 7 Σοφών. 197. Αι σπονδαί γίνονται προς τιµήν των Μουσών, διότι το συµπόσιον ήτο των 7 Σοφών προς τιµήν του Ποσειδώνος, διότι εις αυτόν, ως θεόν της θαλάσσης, απεδόθη η διάσωσις του


Αρίονος ή και διότι ήτο πολιούχος της Κορίνθου και είχε ναόν εις το Λέχαιον. Αλλά διατί και προς τιµήν της Αµφιτρίτης; Ο Wilamowitz εικάζει µετά τινος πιθανότητος, ότι θα έπρεπε να γραφή "Αφροδίτης", διότι η θεά αυτή και ναόν είχεν εις το Λέχαιον και θυσία έγινεν εις αυτήν υπό του Περιάνδρου κατά την ηµέραν του συµποσίου 146c. *

Profile for Traveler Of Light

Πλούταρχος-Των-Επτά-Σοφών-Συμπόσιον.pdf  

Πλούταρχος-Των-Επτά-Σοφών-Συμπόσιον.pdf  

Advertisement