Page 1


ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ


Τίτλος: Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Μυθολογίας Λεωνίδας Γεωργιάδης Σελιδοποίηση: Ἀλέξιος Δ. Μάστορης Ἐκδόσεις: ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ - «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» Ὑπεύθυνος Ἐκδόσεως: Λεωνίδας Ἀθ. Γεωργιάδης Copyright© ἐκδόσεις Λ. Γεωργιάδης 2014 ΙSΒΝ: 978-960-316-012-0 Βιβλιοπωλεῖα: Κηφισίας 236, Κηφισιά Τ.Κ. 145 62, Τηλ. 210 80 15 113

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις ὁλόκληρης ἢ μέρους τῆς παρούσης μελέτης, μὲ ὁποιοδήποτε μέσον, χωρὶς τὴν γραπτὴ ἄδεια τοῦ ἐκδότου. Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναφορὰ στὸ παρὸν βιβλίο ἢ στὸ περιεχόμενό του μόνον σὲ περίπτωσι ποὺ παρουσιάζονται ρητῶς τὰ στοιχεῖα αὐτοῦ.


ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ


ΕIΣΑΓΩΓH ΣΤHΝ MΥΘΟΛΟΓIΑ

Ἐξετάζοντας τόν ὅρο μυθολογία, ἀμέσως ἔρχεται στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐπιτακτική ἀνάγκη νά ὁρισθῆ ἡ ἀφετηρία τῆς προσεγγίσεως, ψηλαφίσεως καί ἀναζητήσεως τοῦ πλέγματος πού περιγράφει ἤ σκιαγραφεῖ τήν μυθολογία. Εἶναι λοιπόν πρώτιστο καθῆκον γιά κάθε μελετητή ἤ ἐρευνητή ἤ τέλος πάντων κάθε ἐνδιαφερόμενου γιά τό θέμα αὐτό, νά ξεκινήσει καί νά ὁρίσει τί εἶναι μῦθος, πῶς ξετυλίγεται ἤ συμπλέκεται αὐτός μέ τήν διερεύνησι ἤ ἀξιολόγησι τοῦ τρόπου γεννήσεως καί ἐξελίξεώς του σέ συγκεκριμένη μυθοπλασία καί σέ ποῖο σκοπό ἀποβλέπει ἡ γεννεσιουργός αἰτία καί ἀφορμή ἱστορήσεως τῆς μυθολογίας. Κατά τήν πλέον διαδεδομένη ἐκδοχή, πού ἐρείδεται στήν ἀρχαία ἑλληνική γραμματεία, μυθολογία ἀποτελεῖ τό σύνολο ἤ τουλάχιστον τό μέγιστο μέρος τῶν μύθων καί τῶν παραδόσεων ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ. Οἱ μῦθοι καί οἱ παραδόσεις πού ἀπαρτίζουν τήν μυθολογία ἑνός λαοῦ, εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀναφέρονται ἰδί÷α στήν θρησκεία του, ἀκόμη δέ καί στήν μελέτη καί στήν θεωρία τῆς μυθολογίας. Ἀπό τήν φύσι του ὁ μῦθος, δηλαδή ἡ παραδοσιακή ἀφήγησις ἑνός λαοῦ, στήν ὁποία ἀποδίδουν ἰδιαίτερες


6

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἀξίες ἱεροῦ χαρακτήρα, εἶναι κοσμογονικός, θεμελιακός καί κατά συνέπεια ἀναδημιουργικός. Οἱ ἀναφορές στούς μύθους, ὅπως αὐτές γίνονται σκέψις, βίωμα, προβληματισμός στόν ἄνθρωπο, εἶναι πολύ βαθειά ριζωμένες ἐκφράσεις στό ὑποσυνείδητο τῆς σύγχρονης κοινωνίας. Ἀλλά καί ἀπό τήν ἀντίθετη πλευρά ἐξεταζόμενο τό θέμα, ἄν κάποιος ἐπιθυμοῦσε νά δώσει τήν οὐσία τοῦ μύθου, θά βρισκόταν ἐνώπιον τῆς ἀδήριτης ἀνάγκης νά ἀντιμετωπίσει τήν συνυφασμένη μέ τήν μυθοπλασία πραγματικότητα. Ὁ Σαράντος Ι. Καργάκος στό μνημειῶδες ἔργο του Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν γράφει ὅτι «μῦθος εἶναι ἡ ἐπιστήμη τοῦ προεπιστημονικοῦ ἀνθρώπου. Ὁ μῦθος εἶναι ἡ μήτρα τῆς ἐπιστήμης. Καί τά δύο γεννῶνται ἀπό τήν ἀναζήτηση τῆς αἰτίας». Ἡ πολυμορφία τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας δέν μπορεῖ νά εἶναι μόνο «κοινός τόπος» καί δέν παύει νά ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐπανατοποθετήσεως τοῦ μύθου μέσα στόν χρόνο, ἀπό τόν ὁποῖο καί κρίνεται ἡ ἄνευ ἀμφιβολιῶν καί ἀμφισβητήσεων καταλυτική ἀπόδειξις τῆς μακροζωίας του. Ἡ Κερυνίτις ἔλαφος, ἡ θυσία τῆς Ἰφιγένειας, ἡ ἁρπαγή τῆς Περσεφόνης, ὁ μῖτος τῆς Ἀριάδνης, τό χτύπημα τῶν ἀσπίδων ἀπό τούς Κουρῆτες στό Ἰδαῖο ὄρος γιά νά ξεγελάσουν τόν Κρόνο, ὡς καί ἀναρίθμητα ἄλλα παραδείγματα, ἀποδεικνύουν τά ἀνωτέρω γιά τίς βαθειές ρίζες τοῦ μύθου στήν καθημερινή πραγματικότητα καί τήν ἐπιβολή του στήν σκέψι καί στήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία γενικότερα. Παρά τό ἀναντίρρητο γεγονός ὅτι ἡ ἐπιστημονική πρόοδος καί ἡ ἐξέλιξις τῆς τεχνολογίας ἀναπτύχθηκαν μέ ἐξαιρετικά ἔντονους ρυθμούς, ἡ ἁλματώδης ἀνάπτυξίς


7

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τους δέν πυροδότησε στήν ἀνθρώπινη δημιουργική σκέψι τόν προβληματισμό εὐαισθησιῶν καί κυρίως συνειδήσεων, ὅπως ἡ μυθολογική παράδοσις. Ἀξιοσημείωτο πάντως εἶναι ὅτι ἡ μυθολογική παράδοσις ἀποτέλεσε καί ἀποτελεῖ πηγή ἐμπνεύσεως μέ τό νά ἀναπτύσσει καί νά τροφοδοτεῖ τίς ἀναζητήσεις τῆς σύγχρονης καλλιτεχνικῆς, ἀλλά καί ἐπιστημονικῆς σκέψεως. Μυθολογία-Μυθομανία ἤ Μυθοπλασία Ὅπως ἐξηγήσαμε ἀνωτέρω, ἄλλο πράγμα ὁ μῦθος καί ἄλλο ὁ παράμυθος. Ὁ μῦθος εἶναι μία προφορική παράδοσις πού ἀναμιγνύει ἕνα πραγματικό γεγονός μέ ἕνα σύμβολο καί μία ἀλληγορία. Γιά παράδειγμα, τά ὁμηρικά ἔπη περιλαμβάνουν πραγματικά γεγονότα διατυπωμένα μέ ἀλληγορίες. Οἱ στωϊκοί φιλόσοφοι ἦταν ἐκεῖνοι πού ἀνέπτυξαν τήν ἀλληγορική ἑρμηνεία τῆς ὁμηρικῆς θεολογίας, θεωρώντας ὅτι πίσω ἀπό τήν ἀνθρωπομορφική ἔκφρασι τῶν θεῶν κρύβονται ἐπιστημονικές ἀλήθειες. Ὅταν ὁ μῦθος λέει ὅτι ὁ Ζεύς ἔδεσε τήν Ἥρα, τό ἐπεισόδιο σημαίνει ὅτι ὁ αἰθέρας εἶναι τό ὅριο τοῦ ἀέρα κ.ο.κ. Συνεπῶς οἱ ἑλληνικοί μῦθοι δέν εἶναι μυθοπλασίες. Μυθολογία-Μυθογραφία Σύμφωνα πάλι μέ τήν ἐκδοχή τοῦ Εὐήμερου, ἑνός μυθιστοριογράφου τοῦ 3ου αἰῶνος π.Χ., οἱ θεοί ἦταν ἀρχαῖοι βασιλεῖς πού εἶχαν θεοποιηθῆ ἀνταποκρίνονταν δηλαδή σε μία προιστορική πραγματικότητα. Οἱ μῦθοι ἀντιπροσώπευαν τήν συγκεχυμένη μνήμη ἤ μία φανταστική μεταμόρφωσι τῶν ἀνδραγαθημάτων τῶν πρωτόγονων βασιλέων. Ὁ μῦθος θεωρεῖται μία ἱερή, καί γι’ αὐτό ἀληθινή


8

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἱστορία, γιατί ἀσχολεῖται πάντα μέ πραγματικότητες. Ὁ κοσμογονικός μῦθος εἶναι ἀληθινός γιατί τόν ἀποδεικνύει ἡ ὕπαρξις τοῦ κόσμου, τό ἴδιο καί οἱ μῦθοι γιά τήν προέλευσι τοῦ θανάτου. Σέ κάθε περιοχή ἡ φυσική ἀλήθεια ἀναμιγνυόταν μέ τά ἱστορικά γεγονότα καί στό μυαλό τῶν ἀνθρώπων δημιουργοῦνταν οἱ διάφορες ἐκδοχές. Ἡ ἀνάγκη ὅμως γιά τήν συγκέντρωσι τῶν διαφόρων ἐκδοχῶν αὐτῶν τῶν ἱστοριῶν γέννησε τήν μυθογραφία. Ἡ μυθογραφία εἶναι ἕνα ἀρχαῖο γραμματειακό εἶδος μέ ἀντικείμενο ἐνασχολήσεως τούς μύθους, πού ἀναπτύχθηκε στήν ἑλληνιστική ἐποχή γιά φιλολογικούς σκοπούς. Ἡ μυθογραφία διακρίνεται σημαντικά ἀπό τήν λογοτεχνία καί τήν ποίησι μυθολογικοῦ περιεχομένου, οἱ ὁποῖες βασίζονται στούς μύθους, καθώς καί ἀπό τήν ἱστοριογραφία, ἀπό τά φιλοσοφικά καί θεολογικά ἔργα, πού εἰδικά στήν περίπτωσι τῆς ἱστορίας μεμονωμένων πόλεων περιλαμβάνουν συχνά μυθολογικές παραδόσεις καί ἀναφέρονται στούς πρώτους καιρούς. Ἡ μυθογραφία εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἀποτέλεσε βοήθημα ἐξηγήσεως τῆς ἀρχαίας ποιήσεως καί τό πρῶτο δεῖγμα εἶναι τό ἔργο Τραγωδούμενα τοῦ μαθητῆ τοῦ Ἰσοκράτους ἀπό τόν Τράγιλο, ὁ ὁποῖος συγκέντρωσε τούς μύθους πού ἐπεξεργάσθηκαν οἱ τραγικοί ποιητές. Τήν ἴδια ἐργασία ἔκανε καί ὁ Δικαίαρχος γιά τούς μύθους πού περιλαμβάνονται στά ἔργα τοῦ Σοφοκλέους καί τοῦ Εὐριπίδου μέ τόν τίτλο Ὑποθέσεις Εὐριπίδου καί Σοφοκλέους μῦθοι καί στήν συνέχεια καί ὁ Γλαῦκος γιά τούς χρησιμοποιηθέντες ἀπό τόν Αἰσχύλο μύθους. Πέραν τῆς ἀνωτέρω σημαντικῆς διαφορᾶς μεταξύ τῆς μυθολογίας καί τῆς μυθογραφίας, ἡ μεγάλη σπουδαιότης


9

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τῆς μυθογραφίας ἔγκειται στό ὅτι τά ἔργα αὐτά ἀπόκτησαν ἐγκυκλοπαιδική μορφή καί ἐπιζητοῦσαν νά ἐκθέσουν σύμπασα τήν ἑλληνική μυθολογική κληρονομία. Ἀνάλογης σπουδαιότητος μέ τήν μυθογραφία εἶναι καί τό σημαντικό ἔργο τοῦ Ἀπολλοδώρου τοῦ Ἀθηναίου Περί θεῶν, τοῦ ὁποίου σώζονται ἀποσπάσματα, καθώς καί τό μετέπειτα ἔργο τοῦ Διονυσίου τοῦ Σαμίου Κύκλος Ἱστορικός. Αὐτή ἡ παράδοσις συνεχίζεται καί ἀργότερα ἀπό τόν Θεόπομπο τόν Κνίδιο, τόν ἀποκαλούμενο καί ψευδο-Ἀπολλόδωρο. Οἱ σπουδαιότεροι μυθογράφοι τῆς ἀρχαιότητος, πού ὡς ἔργο εἶχαν τήν καταγραφή, τήν ἑρμηνεία καί τήν μελέτη τῶν μύθων, ἦταν ἐκτός ἀπό τόν προαναφερθέντα Εὐήμερο τόν Μιλήσιο ὁ Παλαίφατος, ὁ Ἀπολλόδωρος, ὁ γραμματικός Κόνων, ὁ Ἡράκλειτος, ὁ στωϊκός Λούκιος, ὁ Ἀντωνίνος Λιβεράνων, ὁ Διονύσιος ὁ Σκυτοβραχίων καί ἄλλοι. Ἀντικείμενο τῆς μυθολογίας Ὅπως ἤδη σημειώθηκε, ἡ ἑλληνική μυθολογία ἔχει ὡς θέμα ὅλες τίς παραδόσεις καί τίς διηγήσεις γύρω ἀπό τούς θεούς, τούς ἡμιθέους, τούς ἥρωες καί τά τέρατα, θαλάσσια καί μή, κατά τούς προϊστορικούς χρόνους μέχρι περίπου καί τήν ἐπάνοδο τῶν Ἡρακλειδῶν. Ἔτι περαιτέρω ἡ μυθολογία περιλαμβάνει τήν ἐπιστημονική, ψυχολογική καί συγχρόνως τήν ἱστορική ἔρευνα τῶν μύθων, δηλαδή τῶν παραδόσεων, πού ἀναφέρονται στήν ἱστορία, τόν βίο καί τίς πράξεις τῶν θεῶν, τῶν ἡμιθέων καί ἡρώων. Ἡ ἀρχαιότατη μορφή τῶν μύθων προῆλθε, πιθανόν, ἀπό τίς γεμάτες θαυμασμοῦ ἀφηγήσεις γιά τίς δυνάμεις


10

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

πού ἐκδηλώνονται ἀπό τίς ποικίλες ἐνέργειες τῆς φύσεως, πίσω ἀπό τίς ὁποῖες ἡ ἀνθρώπινη φαντασία διέβλεπε τήν ὕπαρξι καί δρᾶσι θεϊκῶν ὄντων. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἄρχισαν ἀπό πολύ νωρίς νά ἀσχολοῦνται μέ τήν μυθολογία καί οἱ παραδοσιακές ἀφηγήσεις γιά τούς θεούς καί τούς ἥρωες ἀναφέρονται στά ποιήματα τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Ἡσιόδου. Τό μεγάλο κύρος τῶν συγκεκριμένων ἐπῶν ὁδήγησε τούς ἀρχαίους Ἕλληνες νά ἀναζητοῦν μία ἐξήγησι τῶν μύθων αὐτῶν, πού φαινομενικά ἐφαίνοντο παράλογοι. Ἔτσι ὅταν τόν 4ο μέ 3ο π.Χ. αἰώνα ὁ Εὐήμερος ἀνέπτυξε τίς θεωρίες του, ὅτι οἱ θεοί δέν ἦταν τίποτα ἄλλοι, παρά σπουδαῖοι καί σημαντικοί ἄνθρωποι, πού ἔζησαν σέ μία μακρινή ἐποχή, στούς ὁποίους οἱ μεταγενέστεροι ἀπέδωσαν θεϊκό χαρακτήρα καί ὑπεράνθρωπα κατορθώματα, οἱ μῦθοι αὐτοί γιά τίς μεγάλες λαϊκές μάζες ἐθεωροῦντο ὡς πραγματικότητα μέχρι τῆς καταλύσεως τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Παρά ταῦτα δέν ἔλειπαν καί ἐκεῖνοι πού ἐπεδίωκαν τήν διασάφησι καί τήν ἑρμηνεία τῶν μύθων, ἰσχυριζόμενοι ὅτι εἶχαν ἀλληγορική σημασία, δηλαδή θρησκευτική ἤ φυσική ἔννοια. Κύριοι ἐκπρόσωποι τῆς ἐν λόγῳ ἑρμηνείας ἦταν οἱ στωϊκοί φιλόσοφοι, ἐνῶ οἱ εὐδαιμονιστές θεωροῦσαν ὅτι οἱ μῦθοι ἐκπηγάζουν ἀπό ἱστορικά γεγονότα. Ἀντίθετη γνώμη στήν ἀλληγορική ἔκφρασι ἠθικῶν καί θρησκευτικῶν ἰδεῶν εἶχε, ἐκτός τῶν ἄλλων, ὁ Μύλλερ, πού ἀναζητοῦσε τίς ἱστορικές καί τοπικές σχέσεις τῆς διαμορφώσεως τῶν μύθων στήν φιλολογική καί καλλιτεχνική παράδοσι καί φρονοῦσε ὅτι οἱ χωριστοί μῦθοι εἰσήχθησαν ἀπό τίς διάφορες ἑλληνικές φυλές.


11

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἀκόμη εἶναι ἀναγκαῖο νά σημειωθεῖ καί δέν πρέπει νά ὑποτιμηθεῖ τό γεγονός ὅτι μερικές φορές οἱ κωμικοί ὄχι μόνο δέν ἀπέφευγαν, ἀλλά καί ἐπεδίωκαν νά εἰσαγάγουν στά ἔργα τους διαφόρους μύθους, πού ἦταν παραλλαγμένοι πρός τό κωμικότερο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα διακωμωδήσεως τῶν μύθων εἶναι ὁ Λουκιανός. Σημαντική ἐπιρροή εἶχε μέχρι καί τόν 18ο μ.Χ. αἰώνα, ἀλλά καί τήν ἐποχή τῶν Ρομαντικῶν καί σήμερα ἀκόμη, ἡ ἀντίληψις ὅτι μέ τήν μορφή μύθων ἐνεφανίζοντο ἀνέκαθεν ἱστορικές ἀλήθειες, πού σκόπιμα ἤ τυχαῖα περιεβλήθησαν ἀπό σκοτεινές πτυχές. Τό 2002 ἡ διακεκριμμένη φιλόλογος Ἄννα Τζιροπούλου-Εὐσταθίου ὑποστήριξε ὅτι ὁ μῦθος τοῦ Προμηθέως, ὅπως αὐτός παρουσιάστηκε στήν τραγωδία τοῦ Αἰσχύλου Προμηθεύς Δεσμώτης, περιλαμβάνει πολιτικά μηνύματα καί συμβολισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μάλιστα τόσο διαχρονικοί, ὥστε μοιάζουν νά περιγράφουν τήν ἐξέλιξι τοῦ Ἕλληνος. «Στήν τραγωδία αὐτή ὁ Ζεύς δέν εἶναι ὁ Ζεύς. Εἶναι ὁ συμβολισμός ἑνός τυράννου ἐπηρμένου, ἀλαζόνος, ὑπερφίαλου, κομπαστοῦ, κενόδοξου, ὑπέροπλου, δεσποτικοῦ μέχρι ὕβρεως, ἑνός νέου τυράννου». (Προμηθεύς Δεσμώτης, εἰσαγωγή, σελ. 45) Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, στήν μνημειώδη ἔκδοσι Ἄρρητοι Λόγοι, ἡ Ἀλτάνη ἀπέδειξε τήν στενή σχέσι τῆς μυθολογίας, τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί τῆς ψυχολογίας. Ἔτσι τά τέρατα, ὅπως ἡ Χίμαιρα, ἡ Μέδουσα κ.ἄ., ἀντικατοπτρίζουν τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τήν προσπάθεια πού κάνει αὐτή γιά νά ἀποκαθαρθεῖ. Ἡ ἴδια ἐπιστήμων ὑποστήριξε ὅτι οἱ παράλογες καί συχνά ἀποτρόπαιες πράξεις τῶν θεῶν (φόνοι, μοιχεῖαι κι άλλα.) ὑπάρχουν γιά νά φωτι-


12

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

στοῦν διά τῆς προβολῆς τά χαρακτηριστικά τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν παθῶν, ὡς αἰτίας τῶν ἀσθενειῶν τῆς ψυχῆς καί ἡ καθοδήγησίς της ὑπό τοῦ Ἡνιόχου, εἶναι μία νέα σύλληψις, ἐπαναφέρουσα ὁμαλῶς τήν ψυχήν, σθεναράν, εἰς τήν μελλοντικήν της πορείαν» (Ἄρρητοι Λόγοι, τομ. 3, σελ. 16) Σχέσεις τῆς μυθολογίας μέ τήν θρησκεία Στό πεδίο τῆς ἔρευνας γιά τήν σχέσι τῆς μυθολογίας μέ τήν θρησκεία ὑπάρχει καί ἱστορικοθρησκευτικός κύκλος τῆς μυθολογίας, πού ἤ περιορίζεται στόν τομέα μόνο τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, ἤ καί ἐπεκτείνεται καί στήν μυθολογία ἄλλων λαῶν, δημιουργώντας ἔτσι τήν συγκριτική μυθολογία. Ἀπό τήν συγκριτική μυθολογία ἀναπτύχθηκε ἡ ἐτυμολογική σχολή, τῆς ὁποίας κύριος ἱδρυτής εἶναι ὁ Ἀδ. Κούν καί κυριότερος ἀντιπρόσωπος ὁ Μύλλερ, ἀλλ’ ὅμως δέν κατόρθωσε νά ἐπιτύχει τόν σκοπό της, πού ἦταν ἡ λεπτομερής καταγραφή καί ἡ συστηματοποίησις τῶν πληροφοριῶν περί τῆς ἀρχαιότατης θρησκείας τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν λαῶν. Σήμερα, πρωτεύουσα θέσι κατέχει ἡ ἐθνολογική σχολή, πού ἐργάζεται μέ βάσι τά πορίσματα τῆς ἐθνολογίας καί τῆς λαογραφίας, τά ὁποῖα καί συγκρίνονται μέ τίς θρησκευτικές παραδόσεις. Κατά συνέπεια, χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἑρμηνεία τῆς γεννήσεως τῶν μύθων τίς ἀντιλήψεις τῶν λαῶν, πού καί σήμερα εὑρίσκονται σέ πρωτόγονη κατάστασι, ὡς καί τῶν κατώτερων στρωμάτων ἀπό τά πιό πολιτισμένα ἔθνη. Ἀκόμη ὑπάρχουν καί εἰδικοί μυθολογικοί κύκλοι τῶν διαφόρων λαῶν, ὡς π.χ. ἡ Αἴγυπτος γιά τήν θρησκεία καί


13

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τήν μυθολογία, ἡ Γερμανία, ἡ Σκανδιναυία γιά τήν μυθολογία καί ἡ Ἑλλάδα γιά τήν θρησκεία περί τῶν ἡρώων καί τά περί θεῶν. Γενικά πάντως δέν πρέπει νά ἀναζητηθεῖ ἡ προέλευσις τῆς θρησκείας σέ μυθολογικές ἀντιλήψεις, οὔτε καί τό ἀντίστροφο. Ἁπλῶς θρησκεία καί μῦθος ἔχουν γονιμοποιήσει τό ἕνα τό ἄλλο σέ συνέχεια καί σέ διασταύρωσι. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, σέ καμία ἄλλη περιοχή τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ δέν παρέχεται στήν ἀνθρώπινη φαντασία τόση ἐλευθερία, ὅση ἀπό τήν θρησκευτική ἰδέα ὅτι ὁ ἐξωτερικός κόσμος εἶναι ἔμψυχος καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τόν ἐπηρεάσει μέ εὐεργετικά ἀποτελέσματα γιά τόν ἑαυτό του. Καί ἀκριβῶς σ’ αὐτό τό θρησκευτικό ἔδαφος ἀναπτύχθηκαν ἡ κοσμολογία καί ἡ ὑπερφυσική γνῶσις σέ διαφορετικό βέβαια βαθμό σέ κάθε πολιτισμό. Πρίν ἀπό μερικά χρόνια, ὁ Νικόλαος Μαργιωρής στό ἀξιομνημόνευτο ἔργο του Ἀποσυμβολισμός τῆς Ἑλληνικῆς Μυθολογίας ἀπέδειξε τή σχέσι μεταξύ μυθολογίας καί θρησκείας καί ὑποστήριξε ὅτι οἱ ἑλληνικοί μῦθοι ἔχουν ἑπτά ἐπίπεδα ἀποσυμβολισμοῦ, πού ξεκινοῦν ἀπό τήν ἁπλή ἀλληγορία καί φθάνουν σέ πραγματικά γεγονότα ἤ ἐπιστημονικές ἀλήθειες ἑνός παλαιότερου, χαμένου πολιτισμοῦ. Μέ ἄλλα λόγια οἱ μῦθοι ἦταν ἱερές παρακαταθῆκες μιᾶς ἀρχέγονης γνώσεως, ἀπό δασκάλους πού σάν ἄλλοι Δευκαλίωνες κατάφεραν νά τήν διαφυλάξουν μέσα σέ αὐτούς. Μελέτη τῆς μυθολογίας Ἡ ἐπιστημονική μελέτη τῆς μυθολογίας εἰσῆλθε σέ νέα φάσι μέ τήν ἐπέκτασι τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας πέρα ἀπό


14

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τήν κλασική παράδοσι. Οἱ ταξιδιῶτες καί οἱ ἐπιστήμονες ἐπεσήμαναν ὁμοιότητες μεταξύ τῶν κλασικῶν μύθων καί τῶν ἀφηγήσεων διάφορων πρωτόγονων λαῶν, π.χ. τῶν Ἰνδιάνων τῆς Ἀμερικῆς. Αὐτό μπορεῖ νά συμβαίνει γιά δύο λόγους. Εἴτε ἀπό ἀπευθείας ἐπαφή τῶν δύο κόσμων, ἄποψι ἀρχικά ἀπίστευτη ἀλλά πού κερδίζει συνεχῶς νέους ἐπιστήμονες, εἴτε λόγῳ τοῦ γεγονότος ὅτι κάτω ἀπό κάθε μῦθο κρύβεται ἕνα φυσικό φαινόμενο, ὅπως ἡλιακό, μετεωρολογικό κ.ἄ., ὅμοιο σέ κάθε περιοχή. Ἡ ὕπαρξις ὅμως ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων (π.χ. ἡ πίθος τοῦ Μπίμινι κ.ἄ.) πού συνδέουν τά μυθολογικά-λατρευτικά σύμβολα στίς δύο ἄκρες τοῦ Ἀτλαντικοῦ, ἀποδεικνύουν ὅτι τά ὑπερατλαντικά ταξίδια στήν ἀρχαιότητα ἴσως νά μήν εἶναι τελικῶς φαντασία. Σέ αὐτήν τήν ἄποψι ἔχουν καταλήξει σημαντικοί ἐπιστήμονες, ὅπως ἡ Ἀμερικανίδα Ἐνριέττα Μέρτζ, ἡ ὁποία ὑποστήριξε ὅτι ὁ Ὀδυσσεύς διέσχισε τόν Ἀτλαντικό ὠκεανό (βλέπε τό ἔργο της Οἴνωψ Πόντος), καί ὁ Βρετανός Γκάβιν Μένζις, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἰσχυρίστηκε ὅτι «οἱ Μινωίτες ἀνακάλυψαν τήν Ἀμερική 3.700 χρόνια πρίν ἀπό τόν Κολόμβο». Ἐπίσης ὁ Ἰταλός Ἐνρίκο Ματτίεβιτς στό κλασσικό ἔργο του Ταξίδι στήν μυθολογική κόλαση ὑποστήριξε ὅτι ὁ κῆπος τῶν Ἑσπερίδων εἶναι ὁ ναός Κορικάνζα τοῦ Περοῦ. Στήν ἐντελῶς ἀντίθετη πλευρά βρίσκονται οἱ ἀπόψεις ἄλλων σύγχρονων μελετητῶν, ὅτι ἡ μυθολογία δέν εἶναι οὔτε μία ὑποτυπώδης μορφή ἐπιστήμης οὔτε μία ἑκούσια ἀλληγορική ἀλλοίωσις τῆς γλώσσας, ἀλλά ἕνα «sui generis», ἕνα ἰδιότυπο προϊόν τοῦ θρησκευτικοῦ πνεύματος. Οἱ μῦθοι δέν ἀσχολοῦνται μέ ὁποιαδήποτε ἀσήμαντη ἤ ὀλιγώτερο σημαντική ὑπόθεσι, ἀλλά μόνο μέ ὑποθέσεις


15

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

πού ἔχουν κεφαλαιώδη, θεμελειακή σημασία γιά τήν ὕπαρξι τῆς κοινότητος. Ἀφηγοῦνται τίς ἀρχές τοῦ κόσμου, τοῦ λαοῦ, τῶν θεσμῶν του, ἐπικυρώνοντας ὄντως τούς θεσμούς. Γιά αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ μῦθος βρίσκεται σέ λειτουργική σχέσι πρός τίς μορφές τῆς ζωῆς τῆς κοινότητος. Διαίρεσις τῆς μυθολογίας Στήν λαογραφία οἱ παροιμιώδεις διδακτικές διηγήσεις καλοῦνται μύθοι καί σκοπός τους εἶναι ὁ χαρακτηρισμός ἀτόπων πράξεων καί λόγων πρός τήν κατεύθυνσι τῆς ἀποδόσεως ἠθικῆς ἔννοιας σ’ αὐτούς καί τήν χρησιμοποίησί τους σέ πρακτική διδασκαλία. Οἱ μῦθοι, ἀνάλογα μέ τόν χαρακτήρα τους, δηλαδή ἄν εἶναι περισσότερο σκωπτικοί καί παροιμιώδεις ἤ ἔχουν πιό φανερό τόν διδακτικό σκοπό, δύνανται νά διακριθοῦν σέ δύο κατηγορίες, δηλαδή σέ ἁπλούς παροιμιώδεις μύθους καί σέ κυρίως διδακτικούς. Οἱ πρῶτοι εἶναι διηγήσεις πού προῆλθαν ἀπό σκωπτικές καί εὐτράπελες καταστάσεις καί χρησιμοποιοῦνται ὡς παραδειγματικοί, ἐνῶ οἱ δεύτεροι, οἱ κυρίως διδακτικοί μῦθοι, διακρίνονται ἀπό τούς πρώτους γιατί σ αὐτούς εἶναι καταφανής ἡ γνωμολογία. Οἱ διδακτικοί μῦθοι προῆλθαν ἀπό τούς παροιμιώδεις, πού τροποποιήθηκαν καταλλήλως καί πλάστηκαν ὡς διδακτικοί στήν συνέχεια καί εἶναι δύσκολο νά ἀποφανθεῖ κάποιος ἐάν ἕνας μῦθος ἦταν ἐξ ἀρχῆς παροιμιώδης ἤ ἐπλάσθη ἐξ ὑπαρχῆς ὡς διδακτικός. Ἐκτός ἀπό τήν ἀνωτέρω σαφῆ καί ἁπλή διαίρεσι, ὁ ὅρος μυθολογία ἔχει διττή ἔννοια καί σημαίνει ἀφ’ ἑνός


16

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

μέν τό σύνολον τῶν μύθων ἑνός λαοῦ (ἤ ὁμάδας λαῶν ἤ γενικά τῆς ἀνθρωπότητος), ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἐπιστημονική καί ἱστορική ἔρευνα τῶν παραδόσεων στήν ἱστορία. Ὁ ἀείμνηστος μελετητής τοῦ ἀρχαίου κόσμου Γιάννης Λάμψας χωρίζει τούς μύθους στίς ἑξῆς κατηγορίες: α) μῦθοι τῶν θεῶν καί τῶν ἄλλων θείων ὄντων, β) μῦθοι τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, γ) μῦθοι γιά τίς ἐπακόλουθες ἀλλαγές τοῦ κόσμου καί τῆς ἀνθρώπινης καταστάσεως, δ) μῦθοι πού σχετίζονται μέ τά οὐράνια σώματα καί τήν ζωή τῆς φύσεως καί ε) μῦθοι πού σχετίζονται μέ τούς ἥρωες. Εὐεργετήματα ἀπό τήν μυθολογία Ἀπό τήν μυθολογία γενικά καί εἰδικότερα χωριστά ἀπό τόν κάθε μῦθο, συνάγονται ἀρκετά καί σημαντικά διδάγματα. Ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς τάξεως ἡ ἀπήχησίς τους ἔχει τεράστια ἐκπαιδευτική, φρονηματική, διαπλαστική καί εὐεργετική ἐπίδρασι στήν διαμόρφωσι καί τήν πνευματική ἀνάπτυξι τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνο ὡς μεμονωμένου ἀτόμου, ἀλλά καί ὡς μέλους τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης, τό πολίτευμα τῆς τυραννίας, ἡ συλλογική ἤ ἡ ἀτομική ἐλευθερία, ἡ ὁδός τῆς νομιμότητος ἤ τῆς παρανομίας, ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας, ἡ ἐπιβολή τῆς τιμωρίας, ἀλλά καί ἡ θεώρησις τῆς ἀχαριστίας ὡς ἰδιώνυμου ἀδικήματος, πού ἐτιμωρεῖτο ἀπό τήν ἀρχαία ἐποχή μέ αὐστηρότητα ἀπό τούς θεούς, ἐξετάζονται καί ἀντιμετωπίζονται κατά μείζονα λόγο ἀπό τήν μυθολογία, πού τίς θεωρεῖ ἔννοιες ἠθικοπλαστικοῦ χαρακτήρα. Ἡ τεράστια ἀναμορφωτική καί διαπλαστική ἱκανότητα, λόγῳ τῆς σταθερότητος τοῦ θεμελιακοῦ μηχανισμοῦ


17

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

καί τῆς μακροζωΐας τῆς παραδόσεως, προσδίδει στόν μῦθο τήν ἰδιαιτερότητα ἐκείνη πού στεροῦνται ἐνδεχομένως οἱ «σύγχρονες» ψευδο-μυθολογίες. Πρός ἀπόδειξι τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ, χωρίς πρόθεσι μειώσεως τῶν μύθων πού ἀναφέρονται σέ ἄλλες χῶρες, ἀρκεῖ καί μόνο ἡ ἀναφορά ἑνός, ἀπό τά πάμπολλα, γνωμικοῦ γύρω ἀπό τήν μυθολογία, «πρίν ἄν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς, οὐκ ἄν δικάσῃς». Ἡ ἐπίδρασις τῆς μυθολογίας, ἰδιαίτερα ὅσον ἀφορᾶ τίς εἰκαστικές τέχνες, τήν μουσική καί τήν λογοτεχνία εἶναι μεγάλη καί ἀρκούντως σημαντική, καθώς οἱ παραστάσεις καί τά ἀγάλματα, οἱ ἀναρίθμητοι πίνακες, οἱ τραγωδίες, τά λυρικά καί ἐπικά ἔργα ἀρχική ἀφετηρία καί ἀντικείμενο ἔχουν τήν μυθολογία. Τό λογοτεχνικό εἶδος, πού οἱ ἀρχαῖοι ἀποκαλοῦσαν καί «αἶνον» ἤ καί ἁπλά «λόγον», παραμύθι, παροιμία κ.λπ., ἔχει τήν προέλευσι ἀπό τήν μυθολογία, ἀρκετοί δέ μῦθοι εἶναι δημιουργήματα τοπικά, ἰδίως δέ οι ἀναφερόμενοι στά ζῶα. Ἡ κληρονομία τῶν μύθων εἶναι πολύ παλιά. Ὁ ἀκαδημαϊκός Κ. Δεσποτόπουλος στό ἔργο του Ἑλληνικά θέματα ἱστορίας καί πολιτισμοῦ ἀναδεικνύει μέ σαφήνεια καί βαρύνοντα λόγο, κατ’ ἔμμεσο τρόπο, τή μεγάλη σπουδαιότητα τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας καί τίς εὐεργετικές ἐπιδράσεις της... «ἡ ἵδρυσις τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων ἀποδίδεται στόν πρωτοήρωα τῶν Ἑλλήνων Ἡρακλῆ, σύμβολο ὑψηλό καρτερίας, ἀνδρείας καί ρώμης, προστάτη καί σωτήρα τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά ἄγρια θηρία καί ἀπό τούς ὅποιους κακούργους».


18

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Σύντομη ἀναφορά στήν ξένη μυθολογία Ὁ περιορισμένος χῶρος τοῦ ἡμερολογίου δέν ἀφήνει καί πολλά περιθώρια γιά μία ἐκτενῆ ἀναφορά στήν ξένη μυθολογία. Παρά ταῦτα ὅμως καί γιά τήν πληρότητα τοῦ θέματος θά σημειωθοῦν καί ὀλίγα γιά τήν ξένη μυθολογία, ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά ἔχει, τρόπο τινά, μία σφαιρική εἰκόνα τοῦ θέματος. – Οἱ Σκανδιναυοί ἀκόμα ἔχουν στίς παραδόσεις τους τόν θεό τῆς ἀστραπῆς, πού ζεῖ στό παγωμένο βασίλειο. – Οἱ ἰθαγενεῖς τῆς Ἀφρικῆς θεωροῦν τόν οὐρανό ὡς τόν μεγαλύτερο θεό, πού μέ τήν βροχή του συντελεῖ στήν ἀνάπτυξι τῆς γεωργίας, αὐξάνει τήν βλάστησι τῶν δένδρων καί ὡριμάζει τούς καρπούς. Ἄλλος λαός μαύρων θεωρεῖ τόν ἥλιο ἄνδρα καί τήν σελήνη γυναίκα. – Οἱ αὐτόχθονες τῆς Αὐστραλίας θεωροῦν τόν οὐρανό θεό, πού γέννησε ὅλα τά ὄντα καί μέ ἕνα φύσημα δημιούργησε τήν γῆ. – Οἱ κάτοικοι τῆς Νέας Γουϊνέας θεωροῦν τόν ἥλιο σύζυγο τοῦ οὐρανοῦ, πού γονιμοποίησε τή γῆ. – Οἱ κάτοικοι τῆς Μικρονησίας πιστεύουν ὅτι πρίν ἀπό τήν ὕπαρξι τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς ὁ Ἄνεμος τῆς νύχτας, πού λέγεται καί Πουντάν, εἶχε ἀνθρώπινη μορφή καί κατοικοῦσε στό κενό διάστημα. Μετά τόν θάνατό του τό σῶμα του χρησίμευσε γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου. – Κατά τούς κοσμογονικούς μύθους τῆς Νέας Ζηλανδίας, ὅλα τά ὄντα γεννήθηκαν ἀπό τήν ἕνωσι τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς μέσα στό σκοτάδι. Κατ’ ἄλλο μῦθο ὁ θεός τῶν θαλασσῶν βρισκόταν μέσα σέ αὐγό καί ἀπό τά θραύσματα τοῦ κελύφους του δημιουργήθηκαν τά νησιά τῆς Πολυνησίας.


19

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

– Οἱ κάτοικοι τῆς Βραζιλίας θεωροῦσαν τήν σελήνη κυρία τοῦ οὐρανοῦ καί τό παιδί της ἔκανε θαυμάσιους ἄθλους ἐπάνω στήν γῆ. Οἱ Ἐσκιμῶοι εἶχαν τήν πίστι ὅτι ὁ οὐρανός εἶναι ὁ θεός τοῦ καλοῦ, ἀλλά ἡ γῆ, πού εἶναι μητέρα του ἤ γιαγιά του, εἶναι γριά, σκληρή, φιλάργυρη καί κακή. Ὁ οὐρανός στηρίζεται ἐπί τῶν πλέον ἀπομακρυσμένων βουνῶν καί ἡ γῆ ὁμοίως ἐπάνω σέ στύλους, τά δέ ἀστέρια εἶναι οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού ἔζησαν δίκαιη ἐπί τῆς γῆς ζωή, ἐνῶ οἱ ψυχές τῶν ὑπολοίπων πηγαίνουν στά ἔγκατα τῆς γῆς. Εἶναι σαφές ἀπό τά παραπάνω ὅτι ἡ ἑλληνική μυθολογία ἔχει ἐπηρεάσει σημαντικά τίς παραδόσεις ὅλων τῶν λαῶν τοῦ κόσμου. Εἶναι τό πιό ὀργανωμένο σύστημα προφορικῶν καί γραπτῶν παραδόσεων στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος καί ὡς σύνολο καλύπτει τό 95% τῆς μυθολογίας τοῦ κόσμου. Οὐσιαστικά ὅλες οἱ ἄλλες μυθολογίες ἀποτελοῦν μικρή ἤ μεγάλη ἀντιγραφή τῆς ἑλληνικῆς.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α´

Kοσμογονία – Γιγαντομαχία – Tιτανομαχία Κοσμογονία: Τό σύνολο τῶν μύθων καί παραδόσεων πού ἑρμηνεύουν τήν προέλευσι τοῦ κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἔννοια τῆς κοσμογονίας δέν ἀντιστοιχεῖ πάντοτε σέ αὐτή τῆς δημιουργίας. Ἀπό τήν μελέτη τοῦ ἄφθονου ὑλικοῦ διαπιστώνεται στήν ἀρχή τῶν κοσμογονικῶν μύθων ἕνα ὑπέρτατο ὄν, πού ἄλλοτε εἶναι ὁ δημιουργός καί ἄλλοτε χρησιμεύει ὡς ὑλικό. Στήν ἑλληνική μυθολογία ὑπάρχουν δύο βασικές κοσμογονικές δοξασίες. Πρώτη τοῦ Ὀρφέως, ὅπου ὁ κόσμος ἐδημιουργήθη ἀπό τήν Νύκτα, ἡ ὁποία γέννησε τόν Χρόνο καί τόν Αἰθέρα, καί ἀπό τόν Αἰθέρα ὁ Χρόνος δημιούργησε τό κοσμικό ὠό, ἀπ’ ὅπου ἐκκολάφθηκε ὁ Φάνης, ὁ φωτεινός δημιουργός τῶν πάντων. Στήν ἐκδοχή τοῦ Ἡσιόδου, ἀπό τό Χάος γεννήθηκε τό Ἔρεβος, ἡ Νύξ, ὁ Ἔρως καί ἡ Γαῖα. Γιγαντομαχία: Ἡ μάχη μεταξύ θεῶν καί Γιγάντων γιά τήν κυριαρχία τοῦ Ὀλύμπου. Φέρεται ὅτι διεξήχθη στό πεδίο τῆς Φλέγρας ἤ στήν χερσόνησο τῆς Παλλήνης καί τελικά ἐπικράτησαν σ’ αὐτήν οἱ Ὀλύμπιοι θεοί μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἡρακλέους. Οἱ Γίγαντες στήν ἀρχαία μυθολογία παρίστανται ὡς ἀτίθασα ὄντα, ὡς ρωμαλέοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, κατεχόμενοι ἀπό ζηλοτυπία πρός τούς θεούς, ἐπιδιώκουν τήν ἐξόντωσί τους. Ἐπικεφαλῆς τοῦ ἀγώνα ἐναντίον τους ἦταν ὁ Ζεύς καί ἡ Ἀθηνᾶ (ἀποκαλούμενη καί Γιγαντολέτωρ καί Γιγαντολέτειρα). Σύμφωνα ὅμως μέ παλαιό χρησμό, οἱ θεοί δέν θά μποροῦσαν νά καταβάλουν τούς Γίγαντες χωρίς τήν βοήθεια ἑνός τουλάχιστον θνητοῦ.


22

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἡ Ἀθηνᾶ ὑπέδειξε ὡς βοηθό τῶν θεῶν τόν Ἡρακλῆ καί ἀργότερα ἦλθε ὁ Διόνυσος, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐξασφαλίσουν καί οἱ δύο τήν ἀθανασία. Λόγῳ τῆς καίριας συμμετοχῆς τῆς θεᾶς, οἱ Ἀθηναῖοι ἔδιναν μεγάλη σημασία στήν Γιγαντομαχία. Ὁ Φειδίας μάλιστα τήν ἀπεικόνισε στήν ἐσωτερική πλευρά τῆς ἀσπίδος τῆς Ἀθηνᾶς. Γνωστότεροι Γίγαντες ἦταν ὁ Ἐγκέλαδος καί ὁ Πάλλας, πού φονεύθηκαν ἀπό τήν Ἀθηνᾶ, καί ὁ Πολυβώτης, πού ἀναχαιτίστηκε ἀπό τόν Ποσειδώνα μέ τήν ρίψι ἑνός μέρους ἀπό τήν νῆσο Κῶ, τό ὁποῖο τότε σχημάτισε τήν Νίσυρο. Τιτανομαχία: Ἡ ἐπική μάχη μεταξύ θεῶν καί Τιτάνων γιά τήν κυριαρχία τοῦ κόσμου. Ὅταν ὁ Κρόνος ἀνέτρεψε τόν Οὐρανό, γιά νά ξεφύγη ἀπό τήν κατάρα τοῦ πατέρα του κατάπινε ὅλα τά παιδιά πού γεννοῦσε ἡ γυναίκα του. Μέ ἕνα τέχνασμα ὅμως τῆς Ρέας, ὁ Ζεύς, τό μικρότερο ἀπό τά παιδιά του, ἐπέζησε καί ὅταν μεγάλωσε, ἀκολουθώντας συμβουλή τῆς Γαίας, ἐλευθέρωσε ἀπό τόν Τάρταρο τούς Κύκλωπες, πού ἀπό εὐγνωμοσύνη τοῦ χάρισαν ὑπερφυσικές δυνάμεις. Μέ τήν βοήθεια τοῦ Ὠκεανοῦ, τοῦ Προμηθέως, υἱοῦ τοῦ Ἰαπετοῦ, καί τῶν Ἑκατόγχειρων, νίκησε τόν Κρόνο καί τούς ὑπόλοιπους Τιτάνες καί τούς φυλάκισαν στά Τάρταρα, ὑποχρέωσε δέ τόν πατέρα του νά ἐμέσει τά ἀδέλφια του. Ἔτσι ξεκινᾶ ἡ παντοδυναμία τῶν Ὀλύμπιων Θεῶν. Πιθανότατα ὁ πόλεμος αὐτός νά ἀντικατοπτρίζη μεγάλες γεωλογικές μεταβολές πού στούς ἀρχαίους χρόνους ἀναστάτωσαν τό ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος. Μερικοί ἑρμηνεύουν τούς Τιτάνες ὡς θεούς μιᾶς ἀρχαιότερης λατρείας πού ἐκτοπίστηκε ἀπό τό πάνθεον τοῦ Ὀλύμπου.


23

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΧAOΣ

(ἐκ τοῦ Χ+ ἄος = πνεῦμα)

Ἡ πρό τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου πρωτογενής κατάστασις, ἀπό τό ὁποῖο γεννήθηκε τό Ἕρεβος καί ἡ Νύκτα, πού γέννησαν κατόπιν τόν Αἰθέρα καί τήν Ἡμέρα. Μαζί μέ τόν Ἔρωτα καί τήν Γαῖα εἶναι ἕνα ἀπό τά τρία ἀρχέγονα στοιχεῖα. Συμβολίζει τόν ἄπειρο χῶρο πού περιέχει «ἐν σπέρματι» ὅλα ὅσα θά ἀποτελέσουν τό Σύμπαν. Ὁ Ἀναξαγόρας ἔλεγε ὅτι ὁ Νοῦς διακόσμησε τό Χάος. Συμβολίζει ἐπίσης, τόν ἀρχέγονο χῶρο στόν ὁποῖο κινεῖται ἡ ψυχή πρίν ἀπό τήν ἐνσάρκωσί της. Λανθασμένα, κατέληξε νά σημαίνει τό μεγάλο κενό, τήν ἄβυσσο καί μεταφορικά τήν σύγχυσι, τήν ἀταξία.

ΓAIA

(= Γῆ, παρά τό γῶ, τό χωρῶ, Ἡ τά πάντα χωροῦσα)

Θεά τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μυθολογίας, ἡ θεοποίησις τῆς γῆς. Σύμφωνα μέ τήν Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου δημιουργήθηκε εὐθύς ἀμέσως μετά τό Χάος καί ταυτόχρονα μέ τόν Οὐρανό, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἀδελφή καί σύζυγος καί ἀπέκτησε μαζί του τούς ἕξι Τιτάνες καί τίς ἕξι Τιτανίδες, τούς Γίγαντες, τούς τρεῖς Ἑκατόγχειρες καί τούς τρεῖς Κύκλωπες. Σύμφωνα μέ τήν παράδοσι, ὁ Οὐρανός καί ἡ Γῆ ἦταν κάποτε πολύ κοντά, ἐπειδή ὅμως ὁ Οὐρανός ἔκανε πολλές ἀπιστίες κι ἀπέκτησε παιδιά καί μέ ἄλλες συζύγους, ἡ Γαῖα ἀπομακρύνθηκε καί δεχόταν νά συναντιέται μαζί του ὁρισμένες μόνο ἐποχές. Ἐπειδή ὁ Οὐρανός θέλησε νά σκοτώσει τά παιδιά πού ἀπέκτησε μέ αὐτήν, ἡ Γῆ παρεκίνησε τόν γιό της Κρόνο στήν κοσμογονική ἀνταρσία ἐναντίον τοῦ πατέρα του. Ἡ Γαῖα ἐλατρεύετο σχεδόν σέ ὅλες τίς πόλεις τῆς Ἑλλάδος.


24

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

EPΩΣ

(ἐκ τοῦ εἴρειν = τό δεσμεῖν, ἤ ἀπό ὁρῶ)

Ὁ θεός τῆς ἀγάπης, υἱός τῆς Ἀφροδίτης καί τοῦ Ἄρεως. Ἦταν θεός πού ἐκπροσωποῦσε τήν ἀμοιβαία ἕλξι καί ἕνωσι τῶν δυό φύλων καί δέν ἀναφέρεται στά ὁμηρικά ποιήματα. Κατά τήν Θεογονία τοῦ Ἡσίοδου, πρῶτα ἔγινε τό Χάος, ἔπειτα ἡ Γαῖα καί συγχρόνως ἐμφανίσθηκε ὁ κάλλιστος μεταξύ τῶν ἀθανάτων θεῶν «Ἔρως λυσιμελής», ὁ ὁποῖος δαμάζει στά στήθη ὅλων τῶν θεῶν καί τῶν ἀνθρώπων τόν νοῦ καί τήν σωφροσύνη. Ὁ Ἔρως οὐδέν παράγει μόνος του, ἀλλά εἶναι ἡ ἑλκτική δύναμις, πού ἑνώνει τά πάντα καί ἔτσι παράγεται ἡ ζωή. Παρίσταται ὡς πτεροφόρος.

ΤITANEΣ

(ἐκ τοῦ τιτῶ = ἡ Σμέρα καί ὁ ἥλιος).

Ἦσαν παιδιά τοῦ ἀρχέγονου ζεύγους Οὐρανοῦ καί τῆς Γαίας. Ἦσαν ἕξι τόν ἀριθμό καί ὀνομάζοντο, Ὠκεανός, Κάος, Κρίος, Ὑπερίων, Ἰαπετός, καί Κρόνος. Οἱ Τιτάνες εἶχαν ἕξι ἀδελφές μέ τά ὀνόματα Θεία, Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη, Τηθύς καί Φοίβη, οἱ ὁποῖες ἦσαν ταυτόχρονα καί σύζυγοι τῶν Τιτάνων, οἱ ὁποῖες ἐλέγοντο καί Τιτανίδες ἤ Οὐρανίδες. Πρωταγωνίστησαν στήν ἐπική Τιτανομαχία καί τελικά καταπλακώθηκαν ἀπό τούς βράχους καί ὁδηγήθηκαν δεμένοι στόν Τάρταρο, ὅπου τούς φρουροῦσαν οἱ Ἑκατόγχειρες. Τόν Δία, βοήθησαν μερικοί ἀπό τούς Τιτάνες, ὅπως ὁ Ὠκεανός, ὁ Προμηθεύς, ὁ γιός τοῦ Ἰαπετοῦ, ἡ Θέμις καί ἡ Μνημοσύνη.


25

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚYKΛΩΠEΣ

(οἱ παρά τό κύκλος καί τό ὤψ = ὁ κυκλικός ὀφθαλμός)

Οἱ Κύκλωπες ἦσαν παιδιά τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς Γαίας καί εἶχαν ὡς χαρακτηριστικά τήν τεράστια σωματική ἰσχύ, τήν δυσμορφία καί ἕνα μοναδικό κυκλοτερῆ ὀφθαλμό ἐπί τοῦ μετώπου. Σύμφωνα μέ τόν Ἡσίοδο οἱ Κύκλωπες ἦσαν τρεῖς, ὁ Βρόντης, ὁ Στερόπης καί ὁ Ἄργης. Εἶχαν ἐλευθερωθεῖ μέ τήν βοήθεια τοῦ Διός ἀπό τόν Τάρταρο κατά τήν τιτανομαχία ἐναντίον τοῦ Κρόνου καί μετά ἀπό αὐτήν ἔγιναν βοηθοί τοῦ Ἡφαίστου. Χάρισαν δέ, ἀπό εὐγνωμοσύνη στόν Δία τήν βροντή, τήν ἀστραπή καί τόν κεραυνό. Σύμφωνα ὅμως μέ μία ἄλλη ἐκδοχή, οἱ Κύκλωπες τοῦ Ὁμήρου ἦσαν ὅμοιοι στή σωματική διάπλασι, ἀλλά ἄγριοι καί ἄνομοι καί ζοῦσαν μέσα σέ σπηλιές, ὅπως ὁ Πολύφημος.

ATΛAΣ

(ἐκ τοῦ ἀ+τλά-ω, ὁ τά πάντα ὑπομένων)

Ἦταν υἱός τοῦ Ἰαπετοῦ καί τῆς Κλυμένης καί ἀδελφός τοῦ Προμηθέως, τοῦ Ἐπιμηθέως καί τοῦ Μενοιτίου. Κατά τήν τιτανομαχία ἡττήθηκε καί ἀπό τόν Δία τιμωρήθηκε νά βαστάζει στούς ὤμους του τόν οὐρανό, ἱστάμενος ἐπί τοῦ ὁμωνύμου ὄρους τῆς Ἀφρικῆς. Στό ὄρος αὐτό τόν βρῆκε ὁ Ἡρακλῆς καί τόν ἀντικατέστησε προσωρινά σ’ αὐτή τήν τιμωρία μέχρις ὅτου τοῦ φέρει τά μῆλα τῶν Ἑσπερίδων. Στήν συνέχεια ὁ Ἄτλας ἀρνήθηκε νά ἀναλάβει καί πάλι τόν οὐρανό στούς ὤμους του, πλήν ὅμως ὁ Ἡρακλῆς μέ τέχνασμα τόν ξεγέλασε καί ἀφοῦ πῆρε τά μῆλα ἀναχώρησε. Κόρες τοῦ Ἄτλαντος καί τῆς Ἑσπερίδος ἦταν οἱ Ἀτλαντίδες, οἱ ὁποῖες καταδιώχθηκαν ἀπό τόν Ὠρίωνα καί κατέφυγαν στόν Δία, πού τίς μεταμόρφωσε σέ ἀστέρια καί ἔτσι ἔγινε ὁ ἀστερισμός τῶν Πλειάδων.


26

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΑIΘHP

(ἐκ τοῦ αἴθω = καίω)

Ἡ ἔκτασις καί ἡ περιοχή πού βρίσκεται πέρα ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα τῆς γῆς καί θεωρεῖται φωτεινή, στήν ὁποία ἐπιστεύετο ὅτι κατοικοῦσε ὁ Ζεύς. Γιά τούς Ὀρφικούς ὁ αἰθήρ εἶναι ἡ ψυχή τοῦ παντός, ἀπ’ ὅπου πηγάζει κάθε ζωή. Ἦταν γιός τοῦ Ἐρέβους καί τῆς Νυκτός. Αἰθήρ ἑρμηνευτικά σημαίνει τό λεπτότατο, τό θερμό, τό πρῶτο φῶς, πού γίνεται ἀπό μόνο του, χωρίς τήν συμμετοχή ἄλλου. Ὁ Ἀριστοφάνης τόν παρουσιάζει ὡς πατέρα τῶν νεφελῶν. Ὁ Ἀριστοτέλης ἔδωσε ἐπιστημονική ὕπαρξι στόν αἰθέρα, ἀποδίδοντας σέ αὐτόν τήν κίνησι τῶν ἄστρων. Τόν θεωροῦσε τό πέμπτο στοιχεῖο, μαζί μέ τήν γῆ, τόν ἀέρα, τό νερό καί τήν φωτιά. Ὁ Πλάτων θεωροῦσε τόν αἰθέρα μιά ἐξέλιξι τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τήν πηγή κινήσεως στό σύμπαν.

ΓIΓANTEΣ Οἱ Γίγαντες στήν ἀρχαία μυθολογία παρίστανται ὡς ἀτίθασα ὄντα, ὡς ρωμαλέοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζηλεύουν τούς θεούς καί ἐπιδιώκουν μέ κάθε τρόπο τήν ἐξόντωσί των. Στήν Ὀδύσσεια ἀναφέρονται ὡς λαός πρωτογενής, ἔχουν ἀνάστημα μεγάλο, εἶναι ἄγριοι στό ἦθος, κακοποιοί καί ἀρνητές τῶν ὁσίων. Στόν Σοφοκλῆ οἱ Γίγαντες ἀποκαλοῦνται «γηγενής στρατός», ὡς τέκνα τῆς Γῆς καί τοῦ Οὐρανοῦ. Ἦσαν φοβεροί στήν ὄψι, ἀνυπέρβλητοι στήν δύναμι καί τεράστιοι στόν ὄγκο, ἐνῶ μποροῦσαν νά ἐκσφενδονίσουν τεράστιους βράχους. Παρόλο πού ἡ καταγωγή τους ἦταν θεϊκή δέν ἦταν ἀθάνατοι παρά μόνον στόν τόπο πού εἶχαν γεννηθεῖ. Φαίνεται ὅτι εἶναι προσωποποίησις τῶν Σφαιστειωδῶν ταραχῶν καί τῶν καταστροφικῶν γενικά δυνάμεων τῆς φύσεως, πού ἐξουδετερώνονται μόνο μέ τήν θεία παρουσία.


27

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΓIΓANTOMAXIA Γενικά ἡ Γιγαντομαχία φέρεται ὅτι διεξήχθη στό πεδίο τῆς Φλέγρας ἤ στήν χερσόνησο τῆς Παλλήνης. Ἡ περίφημη γιγαντομαχία ἔγινε μεταξύ τῶν Ὀλυμπίων θεῶν καί τῶν Γιγάντων, ὅπου τελικά ἐπικράτησαν οἱ Ὀλύμπιοι θεοί μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἡρακλέως. Κύριοι διῶκτες τῶν Γιγάντων ἦσαν ὁ Ζεύς καί ἡ Ἀθηνᾶ, ἀποκαλούμενη καί Γιγαντολέτωρ καί Γιγαντολέτειρα.

ΕKATOΓXEIPEΣ Κατά τόν Ἡσίοδο εἶναι οἱ τρεῖς υἱοί τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς Γαίας ἤτοι ὁ Βριάρεως (δυνατός), ὁ Κόττος (θυμώδης) καί ὁ Γύης (γίγας). Ὁ καθένας ἀπό αὐτούς εἶχε πενήντα κεφάλια καί ἑκατό χέρια, ὅπως καί τό ὄνομά τους φανερώνει. Ὁ πατέρας τους, μόλις γεννήθηκαν, τούς ἔκλεισε στό ἐσωτερικό τῆς γῆς, ἀλλά ἀργότερα τούς ἐλευθέρωσε ὁ Ζεύς, γιά νά τόν βοηθήσουν στόν ἀγώνα τῶν θεῶν κατά τῶν Τιτάνων. Μετά τήν κατατρόπωσι τῶν Τιτάνων οἱ Ἑκατόγχειρες ἐτέθησαν ἀπό τόν Δία φύλακες τοῦ σκοτεινοῦ Τάρταρου στόν ὁποῖο ἐγκλείστηκαν οἱ Τιτάνες.

OYPANOΣ

(ἐκ τοῦ οὖρος, ὧρος = φύλαξ + ἄνω).

Ἦταν ἡ προσωποποίησις τῆς ἀρχῆς τῆς δημιουργίας τῶν θεῶν. Προῆλθε καί αὐτός ἀπό τό Ἕρεβος τοῦ ὁποίου ἐθεωρεῖτο υἱός. Ἀπό αὐτόν καί τήν Γαῖα γεννήθηκαν οἱ Οὐρανίδες, οἱ λεγόμενοι Τιτάνες, ἀκόμη δέ καί τρεῖς Κύκλωπες, οἱ Βρόντης, Στερόπης καί Ἄργης καί οἱ τρεῖς Ἑκατόγχειρες, ὁ Κόττος, ὁ Βρυάρεως καί ὁ Γύης. Ἡ βασιλεία ὅμως τοῦ Οὐρανοῦ ὑπῆρξε καταθλιπτική, γιατί δέν ἐπέτρεπε


28

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

στά τέκνα του νά βλέπουν τό φῶς τῆς Σμέρας. Ἡ Γαία ὀργισμένη ξεσήκωσε τούς Τιτάνες ἐναντίον του, καί ὁ Κρόνος, ὁ μικρότερος ἀπό αὐτούς, τοῦ ἔκοψε τά γεννητικά ὄργανα καί τά πέταξε στήν θάλασσα. Ἀπό τόν θαλάσσιο ἀφρό πού δημιουργήθηκε, γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη. Ἀπό τό αἷμα τοῦ Οὐρανοῦ πού ἔπεσε πάνω στήν γῆ γεννήθηκαν οἱ Ἐρινύες καί οἱ Γίγαντες.

ΠPOMHΘEYΣ

(ἐκ τοῦ πρό + μήτις = σοφία, σκέψις)

Ἕνας ἀπό τούς Τιτάνες καί κατά τήν ἑλληνική μυθολογία υἱός τοῦ Ἰαπετοῦ καί τῆς Κλυμένης, ἤ τῆς Θέτιδος ἤ τῆς Ἀσίας, ἀδελφός δέ τοῦ Ἄτλαντος, τοῦ Μενοιτίου καί τοῦ Ἐπιμηθέως καί πατέρας τοῦ Δευκαλίωνος ἀπό τήν Πανδώρα καί τοῦ Ἕλληνος. Κυριότερες πηγές γιά τούς περί αὐτόν μύθους εἶναι ὁ Ἡσίοδος καί ὁ Αἰσχύλος, ὁ ὁποῖος καί ἔγραψε μία τριλογία ἀπό τήν ὁποία σώζεται ἡ τραγωδία «Προμηθεύς δεσμώτης». Ἦταν αὐτός πού ἔκλεψε τήν φωτιά ἀπό τόν Ὄλυμπο καί τήν ἔφερε στούς ἀνθρώπους. Ὁ Ζεύς τόν ἐκδικήθηκε ἀργότερα καί τόν παρέδωσε στόν Ἥφαιστο γιά νά τόν καθηλώσει στούς γκρεμούς τοῦ Καύκασου, ὅπου ἕνας ἀετός ὅλη τήν Σμέρα τοῦ ἔτρωγε τό συκώτι, τό ὁποῖο ὅμως ξαναγινόταν κάθε βράδυ. Τελικά ὁ Ἡρακλῆς, μετά ἀπό χρόνια, μέ τήν συγκατάθεση τοῦ Διός, σκότωσε τόν ἀετό καί ἀπελευθέρωσε τόν Προμηθέα. Ὁ Προμηθεύς συμβολίζει τό αἰθερικό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τήν οὐσία πού προμηθεύει τό πῦρ μέσα μας.

EΠIMHΘEYΣ

(ἐκ τοῦ ἐπί + μήτις = φροντίς, σοφία)

Ἕνας ἀπό τούς τέσσερις υἱούς τοῦ Ἰαπετοῦ καί τῆς Κλυμένης, σύζυγος τῆς Πανδώρας (Ἡ πρώτη γυναίκα πού ἐπλάστηκε πού ἀπό


29

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τούς θεούς) τήν ὁποία πῆρε ὡς σύζυγο, παρά τίς ἀντίθετες συμβουλές τοῦ ἀδελφοῦ του Προμηθέως. Ἔτσι ἔγινε ἡ αἰτία καί ἡ ἀφορμή τῆς δυστυχίας τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἐπιμηθέως ἡ περίεργη Πανδώρα ἄνοιξε τήν πυξίδα (κιβώτιο) πού τῆς προσέφεραν μαζί μέ τά ἄλλα γαμήλια δῶρα, καί ἔγινε αἰτία νά διασκορπιστεῖ κάθε συμφορά στή Γῆ. Ἀπό τόν γάμο αὐτό γεννήθηκε ἡ Πύρρα, πού ἔγινε κατόπιν σύζυγος τοῦ Δευκαλίωνος καί ἀπό τήν ὁποία παρήχθη ὁλόκληρο τό νέο γένος τῶν γυναικῶν, μετά τόν ἐπισυμβάντα κατακλυσμό. Ἦταν ἐντελῶς διαφορετικός ἀπό τόν ἀδελφό του, σκεφτόταν πάντα ἔπειτα ἀπό τά γεγονότα, ἐξ οὗ καί τό προσωνύμιο ὀψίνους.

ΚATAKΛYΣMOΣ

(ἐκ τοῦ κατά + κλύζω = ὁρμῶ)

Ἡ Ἑλληνική Μυθολογία ἀναφέρει τρεῖς κύριες παραδόσεις κατακλυσμῶν. Τήν θηβαϊκή γιά τόν Κατακλυσμό τοῦ Ὠγύγου, τήν ἀρκαδική περί τοῦ Δάρδανου καθώς καί τήν περί τοῦ Δευκαλίωνος, υἱοῦ τοῦ Προμηθέως. Κατά αὐτήν τήν παράδοσι ὁ Ζεύς ἀποφάσισε νά ἐξολοθρεύσει τούς ἀπογόνους τῶν Τιτάνων γιά ἀσέβεια, καί μέ τήν ἀπόφασι αὐτή συμφώνησαν ὅλοι οἱ θεοί. Ἀπό τήν καταστροφή γλίτωσε μόνον ὁ Δευκαλίων καί ἡ σύζυγός του Πύρρα πού κατασκεύασαν, κατά συμβουλή τοῦ Προμηθέως ἕνα πλοῖο. Ὅταν τά νερά κατέκλυσαν τήν Γῆ, τό πλοῖο αὐτό, πού ἔπλεε γιά ἐννέα μερόνυχτα, στάθμευσε στόν Ἄθω. Κατά συμβουλή τοῦ Διός, ἄρχισαν νά ρίχνουν πέτρες πίσω ἀπό τήν πλάτη τους. Οἱ πέτρες πού ἔριχνε ὁ Δευκαλίων γίνονταν ἄνδρες, ἐνῶ οἱ πέτρες τῆς Πύρρας γίνονταν γυναῖκες.


30

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔEYKAΛIΩN

(ἐκ τοῦ δεύω = βρέχω + καλύπτω)

Ὁ μυθικός πατέρας τοῦ Ἕλληνος καί γενάρχης τῶν Ἑλλήνων, υἱός τοῦ Προμηθέως, ἐγγονός τοῦ Ἰαπετοῦ καί βασιλιάς τῆς Φθίας στή Θεσσαλία. Ἀπό τόν κατακλυσμό πού ἔκανε ὁ Ζεύς καί διήρκεσε ἐννιά Σμέρες, προκειμένου νά ἐξαφανίσει τό ἀνθρώπινο γένος, ἐσώθη ὁ Δευκαλίων μετά τῆς συζύγου του Πύρρας, πού ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἐπιμηθέως. Ἡ διάσωσις τοῦ Δευκαλίωνος ἔγινε μέσα σέ μία κιβωτό, τήν ὁποία προκατασκεύασε μέ τήν συμβουλή καί τήν βοήθεια τοῦ Προμηθέως καί ἡ ὁποία ἐκάθησε, ὅταν τά νερά ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν, ἐπί τοῦ ὅρους Παρνασσοῦ (κατά τήν ἐκδοχή δέ τοῦ Σέρβιου στό ὄρος Ἄθω, ἤ στήν Αἴτνα κατά τόν Ὑγίνο).

ΠYPPA

(ἐκ τοῦ πῦρ)

Θυγατέρα τοῦ Ἐπιμηθέως καί τῆς Πανδώρας, σύζυγος τοῦ Δευκαλίωνος, μητέρα τοῦ Ἕλληνος, τοῦ Ἀμφικτύονος καί τῆς Πρωτογένειας. Αὐτή καί ὁ σύζυγός της ἦταν οἱ μόνοι πού ἐπέζησαν ἀπό τόν μεγάλο κατακλυσμό ἀλλά ἐπειδή ἦταν μόνοι τους ρώτησαν τό μαντεῖο τῆς Θέμιδος τί νά κάνουν καί ὁ χρησμός ἦταν νά ρίχνουν πίσω τά κόκαλα τῆς Μητέρας, δηλ. πέτρες τῆς μάνας Γῆς. Αὐτές πού ἔριχνε ὁ Δευκαλίων μεταμορφώνονταν σέ ἄνδρες, ἐνῶ αὐτές πού ἔριχνε ἡ Πύρρα σέ γυναῖκες. Ἀπό αὐτό τό περιστατικό προῆλθε ἡ λέξη (λαός ἀπό τό λαάς = πέτρα).


31

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

EΛΛHN

(ἐκ τοῦ σέλ = φωτεινός)

Ὁ υἱός τοῦ Δευκαλίωνος, ἐξ οὗ ἡ μετονομασία τῶν Πελασγῶν καί τῶν Γραικῶν εἰς Ἕλληνας. Ἐθεωρεῖτο γόνος τοῦ Διός, καί τό ὄνομά του σημαίνει φωτεινή πέτρα (Σέλ + λάας), ἀφοῦ γεννήθηκε ὅταν κατ’ ἐντολήν τοῦ Διός, ὁ Δευκαλίων καί ἡ Πύρρα ἔσπειραν ἐκ νέου τό ἀνθώπινο γένος, χρησιμοποιώντας πέτρες τίς ὁποῖες ἔριχναν πίσω τους. Ὅσες πέτρες ἔριχνε ὁ Δευκαλίων ἐγίνοντο ἄνδρες καί ὅσες ἡ Πύρρα γυναῖκες. Ἀπό τήν Νύμφη Ὀρσηίδα ἀπέκτησε τρεῖς γιούς, τόν Δῶρο, πού βασίλεψε στήν Μακεδονία, τόν ὑοῦθο, πού βασίλεψε στήν Πελοπόννησο καί τόν Αἴολο, πού βασίλεψε στήν Θεσσαλία, καί ἔτσι ὅλοι μετονομάστηκαν σέ Ἕλληνες. Ὁ Θουκυδίδης πάντως, δέχεται τόν Ἕλληνα καί τούς γιούς του, καθώς καί τόν Δευκαλίωνα ὡς ἱστορικά πρόσωπα πού ἄκμασαν μετά τόν Τρωϊκό πόλεμο.

KPONOΣ

(ἐκ τοῦ χρόνος, δι ἐναλλαγῆς τῶν οὐρανικῶν χ, κ)

Ὁ νεότερος ἀπό τούς Τιτάνες, υἱός τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς Γαίας καί πατέρας τοῦ Διός. Σύμφωνα μέ τήν Θεογονία τοῦ Ἡσίοδου, κατά προτροπή τῆς Γαίας, ἔκοψε μέ ἕνα δρεπάνι τά γεννητικά ὄργανα τοῦ πατέρα του καί ἀνέλαβε ὁ ἴδιος τήν διακυβέρνησι τοῦ σύμπαντος. Ἐπειδή ὅμως ὁ πατέρας του εἶχε προφητεύσει ὅτι ὁ Κρόνος θά ἐκθρονιζόταν ἀπό κάποιο παιδί του, κατάπινε ὅλα τά παιδιά πού γεννοῦσε ἡ ἀδελφή καί γυναίκα του Ρέα. Ὅμως αὐτή, κάποτε, κατόρθωσε νά σώσει ἕνα καί αὐτό ἦταν ὁ Ζεύς, πού ὅταν μεγάλωσε ἅρπαξε ἀπό τόν πατέρα του τόν θρόνο, στήν περίφημη Τιτανομαχία. Κατόπιν τόν ἀνάγκασε νά ἐμέσει ὅλα τά ἀδέλφια του. Συμβολίζει τόν χρόνο πού καταπίνει ὅ,τι δημιουργεῖ, ἀλλά καί τά ἐπαναφέρει, σέ νέα μορφή.


32

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΤITANOMAXIA

(ἐκ τοῦ τιτάν -άνος = ἰσχυρός)

Κατά τήν μυθολογική παράδοσι οἱ Τιτάνες, πού προηγήθηκαν τῶν θεῶν, παρουσιάζονται σάν πρωτόγονα καί βίαια ὄντα, σέ ἀντίθεσι μέ τούς θεούς καί ἔτσι αὐτή ἡ ἀντίθεσις ἐκφράστηκε μυθολογικά στήν ἀφήγησι τῆς Τιτανομαχίας, τοῦ πόλεμου, δηλαδή, τῶν Τιτάνων ἐναντίον τῶν θεῶν. Ἡ πάλη αὐτή, κατά τόν Ἡσίοδο, κρίθηκε μέ τήν ἐπέμβασι τῶν Ἑκατογχείρων, ὄντων ὅμοιων μέ τούς Τιτάνες πού πῆραν ὅμως τό μέρος τῶν θεῶν. Οἱ νικημένοι Τιτάνες γκρεμίστηκαν ἀπό τόν Δία στά Tάρταρα.

PEA

(ἐκ τοῦ ροή, Κυβέλη ἐκ τοῦ κύβη = κεφαλή)

Πανάρχαια θεά, θυγατέρα τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς Γῆς, σύζυγος τοῦ Κρόνου, ἀπό τόν ὁποῖο ἀπέκτησε τούς Ὀλυμπίους θεούς, Δία, Ἅδη, Ποσειδώνα, Ἥρα, Ἑστία καί Δήμητρα. Γιά αὐτόν τόν λόγο ὀνομάστηκε Μητέρα τῶν Θεῶν. Ὅταν ὁ Κρόνος ἔφαγε τά παιδιά του Ἑστία, Δήμητρα, Ἥρα, Ἅδη καί Ποσειδώνα ἀμέσως μετά τήν γέννησί τους, ἡ Ρέα κατόρθωσε νά κρύψει τό τελευταῖο της παιδί, τόν Δία σέ μιά σπηλιά στό ὄρος Ἴδη, ἐνῶ οἱ Κουρῆτες κάλυπταν τά κλάματα τοῦ μωροῦ μέ τόν πολεμικό τους χορό. Ἔδωσε δέ στόν ἄνδρα της μία πέτρα τυλιγμένη σέ βρεφικά σπάργανα τήν ὁποία ἐκεῖνος καταβρόχθισε. Ἔτσι ἐσώθη ὁ Δίας, πού ἀργότερα νίκησε τόν Κρόνο καί τόν ἀνάγκασε νά ξεράσει τά παιδιά του. Λατρεύτηκε σέ ὅλο τόν Ἑλληνικό κόσμο, ἰδιαίτερα δέ στήν Ἀρκαδία καί τήν Κρήτη. Συχνά ὀνομάζεται Κυβέλη, συνήθως στήν Ρωμαϊκή περίοδο.


33

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

IAΠETOΣ

(ἐκ τοῦ ρ. ἰάπτω = στέλνω, ἤ ἐκ τοῦ ἴημι + πέμπω)

Κατά τήν μυθολογία ἦταν υἱός τῆς Γαίας καί τοῦ Οὐρανοῦ, βασιλιάς τῶν Τιτάνων καί πρόγονος τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Σύζυγο εἶχε τήν Κλυμένη, θυγατέρα τοῦ Ὠκεανοῦ, ἤ τήν Ἀσία. Ὡς υἱοί του ἀναφέρονται ὁ Ἄτλας, ὁ Ἐπιμηθέας, ὁ Μενοίτιος, ὁ Προμηθέας καί ἄλλοι ἀκόμη. Ἰδιαίτερα δέ φημίζονται καί ὀνομάζονται Ἰαπετίδες ὁ Ἄτλας καί ὁ Προμηθέας. Μαζί μέ τόν Κρόνο, ἦταν ὁ ἰσχυρότερος ἀπό τούς Τιτάνες γι’ αὐτό καί ἡ ἐχθρότητα τοῦ Διός ἐκδηλώθηκε σφοδρότερη ἐναντίον τους. Ἀναγνωρίστηκε ὅμως ὡς δημιουργός τῶν ἀνθρώπων καί μετά τήν κυριαρχία τοῦ Διός καί ὡς γενάρχης τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης καί τῆς ΒΔ Ἀσίας, παρ’ ὅλο πού μετά τήν νίκη τοῦ Διός, ἀκολούθησε τούς ὑπόλοιπους Τιτάνες στά Τάρταρα.

ΕΓKEΛAΔOΣ

(ἐν + κέλαδος = θόρυβος, βοή)

Υἱός τοῦ Ταρτάρου καί τῆς Γαίας. Ἀρχηγός τῶν Γιγάντων, πρωτοστάτησε στήν Γιγαντομαχία. Συνδέθηκε μέ τήν Ἔχιδνα ἀπό τήν ὁποία ἀπέκτησε πολλά περίφημα παιδιά-μυθικά τέρατα: τίς Γοργόνες, τήν Σφίγγα, τήν Λερναία Ὕδρα, τόν Κέρβερο, τόν Γηρυόνη κ.ἄ. Σκοτώθηκε κατά τήν Γιγαντομαχία ἀπό τήν θεά Ἀθηνᾶ, ἡ ὁποία ἀφοῦ τόν ἔτρεψε σέ φυγή, ἔριξε ἐπάνω του τό νησί Αἴτνα πού τόν καταπλάκωσε. Ὁ Ἐγκέλαδος στενάζοντας μέσα σέ αὐτόν τόν τάφο προκαλεῖ τίς ἐκρήξεις τῶν Σφαιστείων καί τούς σεισμούς. Ἡ ἔκφρασις «Ἡ ὀργή τοῦ Ἐγκέλαδου» χρησιμοποιεῖται ἀκόμα καί σήμερα γιά τούς σεισμούς. Ὁ ἄθλος αὐτός τῆς Ἀθηνᾶς ἀποτέλεσε ἕνα ἀπό τά πιό ἀγαπημένα θέματα πολλῶν καλλιτεχνῶν τῆς ἀρχαιότητος.


34

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

EPEBOΣ

(ἐκ τοῦ ἐρέφω = καλύπτω δι’ ὀροφῆς)

Τό κάτω ἀπό τή γῆ ἀπόλυτο σκοτάδι, ὅπου κατά τήν ἀρχαία μυθολογία περνοῦσαν οἱ νεκροί πρίν μεταβοῦν στόν Ἅδη. Εἶναι παιδί τοῦ Χάους καί τῆς Γαίας μέ τήν μεσολάβησι τοῦ Ἔρωτος καί ἀδελφός τῆς Νύκτας. Τό Ἔρεβος εἶναι τό εἰς τά βάθη τῆς γῆς σκοτάδι, ὅπου ἔχει τήν κατοικία της ἡ Περσεφόνη, βασίλισσα τοῦ Ἅδη, καί εἶναι τό μέρος ὅπου καταλήγουν οἱ νεκροί. Μέσα στό Ἔρεβος κατοικοῦν οἱ Ἐρινύες, ἀπό ἐκεῖ ἅρπαξε τόν Κέρβερο ὁ Ἡρακλῆς καί σέ αὐτό ὁ Ζεύς ἔριξε τούς Ἑκατόγχειρες. Ἀπό τό Ἔρεβος, κατά τίς ἀρχαῖες δοξασίες, προέρχεται ἡ νύχτα καί σ’ αὐτό μεταβαίνουν τά ὄνειρα. Ἐπίσης τό Ἔρεβος καί τό Χάος θεωροῦνται ἀπό τούς ἀρχαίους ὡς ὁ χῶρος τῶν ἀσεβῶν καί γιά κάποιο χρόνο καί τῶν εὐσεβῶν, ἕως ὅτου ἀποκαθαρθοῦν καί στήν συνέχεια νά μεταβοῦν στά Ἠλύσια Πεδία. Ἐν γένει Ἔρεβος εἶναι ὁ κοινῶς λεγόμενος ἀπό τούς νεώτερους Ἕλληνες «Κάτω Κόσμος».

ΗMEPA

(ἐκ τοῦ μαρμαίρω = λάμπω, Σμέρα ἡ μαρμαίρουσα)

Ἦταν ἡ προσωποποίησις τοῦ φωτεινοῦ τμήματος τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Ἐθεωρεῖτο ἀπό τόν Ἡσίοδο θυγατέρα τοῦ Ἐρέβους καί τῆς Νύκτας, ἀδελφή τοῦ Αἰθέρος καί ἀκόμη ἀπό τούς Ὀρφικούς θυγατέρα τοῦ Ἥλιου, μέ τόν ὁποῖο ἐλατρεύετο στήν Κῶ. Ὁ Εὐριπίδης ὀνομάζει τήν Ἡμέρα «λευκόπτερον». Παραστάσεις αὐτῆς ἀναφέρονται στήν Γιγαντομαχία τοῦ βωμοῦ τοῦ Διός στήν Πέργαμο, ὅπου βοηθοῦσε τόν Αἰθέρα.


35

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

NYΞ

(ἐκ τοῦ νύσσω ἤ νύττω = τρυπῶ, κεντῶ)

Μεγάλη θεά τήν ὁποία, ὁ Ὅμηρος ἀποκαλεῖ «δμήτειρα» καί «ἀμβροσίη» δηλ. αὐτή πού δαμάζει καί ἀναζοωγονεῖ τούς ἀνθρώπους. Κόρη τοῦ Χάους, ἀδελφή τοῦ Ἐρέβους (Ἡσίοδος) ἀλλά καί πρώτη αἰτία ὅλων (Ὀρφικά). Γέννησε, μεταξύ ἄλλων, τόν Αἰθέρα, τήν Ἡμέρα, τόν Ὕπνο, τά Ὄνειρα, τόν Μόχθο, τίς Ἑσπερίδες, τίς Μοῖρες, τήν Νέμεσι, τά ἀστέρια, ἐνῶ μέ τόν Φάνητα γέννησε τόν Οὐρανό καί τήν Γῆ. Παριστάνεται μέ φτερά, πάνω σέ ἕνα ἅρμα καί φοράει μαῦρο χιτώνα μέ χρυσά ἄστρα, τό δέ φεγγάρι εἶναι τό μάτι της. Πιστεύεται ὅτι εἶναι ἡ πεπλοφόρος γυναικεία μορφή στόν βωμό τῆς Περγάμου ἀλλά καί στό ἀνατολικό ἀέτωμα τοῦ Παρθενῶνος.

ΦANHΣ

(ἐκ τοῦ φαίνω = φέρνω στό φῶς)

Ὀρφική θεότητα πού ξεπήδησε (ἐφάνθη) ἀπό ἕνα ἀσημένιο αὐγό πού δημιουργήθηκε ἀπό τόν Χρόνο. Εἶχε χρυσά φτερά καί πολλά κεφάλια. Κυβερνοῦσε τόν κόσμο μέ τούς θεϊκούς ἀπογόνους του, τήν Γαῖα καί τόν Οὐρανό πού ἀπέκτησε ἀπό τήν κόρη του, τήν Νύχτα. Ὅταν γεννήθηκε ὁ Ζεύς, κατάπιε τόν Φάνητα καί μαζί του ὅλη τήν δημιουργία. Στήν ἐποχή τοῦ Φάνητος ἔζησαν οἱ ἄνθρωποι τῆς Χρυσῆς Ἐποχῆς.

AXAIOΣ

(ἐκ τοῦ ἄχα = ὕδωρ, ἀχερόν κῦμα)

Μυθικός γενάρχης τῶν Ἀχαιῶν. Ἐθεωρεῖτο υἱός τοῦ ὑούθου πού ἦταν υἱός τοῦ Ἕλληνος καί τῆς Κρέουσας, ἀδελφοῦ τοῦ Ἴωνος, ἤ


36

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

κατ’ ἄλλη ἐκδοχή υἱός τοῦ Διός καί τῆς Φθίας. Οἱ γιοί του Ἄρχανδρος καί Ἀρχιτέλης, πού ἔγιναν γαμπροί τοῦ Δαναοῦ, ἐπικράτησαν στήν Ἀργολίδα καί τήν Λακωνία καί ἐπέβαλαν τό ὄνομα Ἀχαιοί. Ἡ νίκη τους ἐναντίον τῶν Τρώων, τῶν Φρυγῶν καί τῶν λαῶν τῆς Προποντίδος ἦταν ἡ τελευταία περίοδος τῆς ἀκμῆς τους.

IΩN

(ἐκ τοῦ εἴμι + πορεύομαι, μετ. ἴων)

Εἶναι ὁ ἀρχηγέτης τῆς φυλῆς τῶν Ἰώνων, γιός τοῦ ὑούθου, ἀδελφοῦ του Δώρου, τοῦ Αἰόλου καί τοῦ Ἀχαιοῦ, παιδιῶν τοῦ Ἕλληνος. Μητέρα του ἦταν ἡ Κρέουσα, κόρη τοῦ Ἐρεχθέως. Ὁ Ἴων ἐξεστράτευσε ἐναντίον τῶν Ἐλευσινίων ἐνέπνευσε δέ, στούς Ἀθηναίους μεγάλο θάρρος καί τόλμη καί ἔτσι τό στράτευμα αὐτῶν ὅρμησε «μετά βοῆς» ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν καί κατανίκησε αὐτούς. Ἔκτοτε καί πρός ἀνάμνησι τῆς σπουδαίας αὐτῆς νίκης ἱδρύθηκε ἑορτή, τά λεγόμενα Βοηδρόμια, καί ἀπεκλήθη ὁ Ἀπόλλων Βοηδρόμιος. Ἔτσι ὁ Ἴων λογίσθηκε υἱός τοῦ θεοῦ αὐτοῦ καί ἀπέκτησε τήν δύναμι νά ἐπιβάλει τήν πρώτη μορφή πολιτείας στήν χώρα. Παλαιότατοι ἄποικοι ἀπό τήν ἠπειρωτική Ἑλλάδα ἔκαναν ἀποικία, κατά τήν προϊστορική περίοδο, στήν Μ. Ἀσία, πού ὀνομάσθηκε Ἰωνία. Ἐπειδή ὑπῆρχε ἡ φήμη ὅτι ὁ Ἴων προερχότανε ἰδίως, ἀπό τήν Ἀθήνα κατά τόν Ἡσίοδο, ὅλοι οἱ γνήσιοι Ἴωνες, προέρχονται ἀπό αὐτήν.

AIOΛOΣ

(= αὐτός πού κινεῖται μέ ταχύτητα, ὁ ὁρμητικός)

Υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Ἄρνης. Εἶχε ἕξι υἱούς, τούς δυνατούς ἀνέμους καί ἕξι κόρες, τούς ἤπιους ἀνέμους, ἤ αὖρες, πού παντρεύτηκαν μεταξύ τους. Ὁ Ζεύς τόν διόρισε κυβερνήτη τοῦ μυθικοῦ νη-


37

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σιοῦ Αἰολία, τό ὁποῖο ἔπλεε ἐλεύθερο στά κύματα, ὅπου ζοῦσε μέ τήν γυναίκα του Ἀμφιθέα καί τά 12 παιδιά τους, κλεισμένοι μέσα σέ πανύψηλα τείχη. Σέ μία στιγμή εὐφορίας ὅμως ὁ Αἴολος παρέδωσε στόν Ὀδυσσέα τούς ἀντίξοους ἀνέμους, κλεισμένους σέ ἕνα σάκο, κάτι πού κλόνισε τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ Διός. Αἴολος λεγόταν καί ὁ υἱός τοῦ Ἕλληνος καί τῆς νύμφης Ὀρσηίδος, ἐγγονός τοῦ Δευκαλίωνος, ἀδελφός τοῦ Δώρου καί τοῦ ὑούθου, γενάρχης τῶν Αἰολέων.

ΔANAOΣ

(ἐκ τοῦ δᾶν = ὕδωρ)

Ὁ μυθολογούμενος ἐπώνυμος ἥρωας τοῦ λαοῦ τῶν Δαναῶν, υἱός τοῦ βασιλέως τῆς Αἰγύπτιου Βήλου καί τῆς Ἀγχινόης (ἤ Ἀρχιρρόης καί τό πιθανότερο θυγατέρα τοῦ Νείλου), πού ἦταν ἀδελφός τοῦ Κηφέως, τοῦ Φινέως, τοῦ Φοίνικος καί τοῦ Ἀγήνορος, πού ἦσαν παιδιά τοῦ Βήλου ἐπίσης. Ὡς σύζυγοι αὐτοῦ ἀναφέρονται ἡ Ἐλεφαντίς, ἡ Αἰθιοπίς, ἡ Μέμφις, ἡ Πιέρεια, ἡ Ἔρση, ἡ Κρινώ, ἡ Μελία, ἀκόμη δέ οἱ Ἀμαδρυάδες Ἀτλάντεια καί Φοίβη, ὡς καί ἡ Ναϊάς Πολυξώ, ἀπό τίς ὁποῖες ἀπέκτησε πενήντα θυγατέρες, τίς περίφημες Δαναῖδες.

ΔANAΪΔEΣ Ἦσαν πενήντα θυγατέρες τοῦ Δαναοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐπειδή φοβόταν τά πενήντα παιδιά τοῦ ἀδελφοῦ του Αἰγύπτου, ἔφυγε ἀπό τήν Αἴγυπτο καί μετέβη τό πρῶτον στή Ρόδο, (ὅπου κατά κάποιο μύθο παρέμειναν ἐκεῖ τρεῖς ἀπό τίς θυγατέρες του) καί ἀργότερα μετέβη στό Ἄργος. Κατά τόν Αἰσχύλο, στό Ἄργος, ὁ βασιλιάς τῆς πόλεως καί υἱός τοῦ αὐτόχθονος Πελασγού εὐμενῶς ἐδέχθη τόν Δαναό καί


38

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τίς Δαναΐδες καί παρεῖχε σ’ αὐτούς προστασία, ἐπειδή καταδιώκονταν ἀπό τούς Αἰγυπτιάδες. Ὅταν αὐτοί ἔφθασαν στό Ἄργος, ζήτησαν ἀπό τόν Δαναό νά συμφιλιωθοῦν καί νά λάβουν σέ γάμο τίς θυγατέρες του. Αὐτός ὅμως συμβούλεψε τίς θυγατέρες του νά τούς δολοφονήσουν τήν πρώτη νύχτα τοῦ γάμου τους. Κάτι πού ἔπραξαν ὅλες, ἐκτός τῆς Ὑπερμνήστρας, ἡ ὁποία ἦταν ἐρωτευμένη μέ τόν ἄνδρα της Λυγκέα καί δέν τόν σκότωσε. Ἀργότερα ὁ Λυγκεύς πῆρε ἐκδίκησι γιά τόν φόνο τῶν ἀδελφῶν του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β´

Oἱ Ὀλύμπιοι θεοί Mετά τήν ἐπικράτησί τους, οἱ δώδεκα Θεοί ἐγκαταστάσθηκαν στήν κορυφή τοῦ ὑψηλότερου ὄρους τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ὀλύμπου, ἡ ὁποία, σύμφωνα μέ τόν Ὅμηρο, δέν ταραζόταν ποτέ ἀπό τούς ἀνέμους οὔτε ἀπό τήν βροχή, ἀλλά ἔλαμπε πάντα μέ ἀνέφελη λαμπρότητα. Ἐκεῖ ἔχει τόν θρόνο του ὁ Ζεύς, συγκαλεῖ τά συμβούλια τῶν θεῶν καί ἀπό ἐκεῖ ἔχει τήν παντεποπτεία τοῦ κόσμου, ἐνῶ παράλληλα τά δύο ἀδέλφια του, ὁ Ποσειδῶν καί ὁ Πλούτων, κυριαρχοῦν, ὁ πρῶτος στήν θάλασσα καί ὁ δεύτερος κάτω ἀπό τήν Γῆ. Δίπλα του πάντα βρισκόταν ἡ Ἥρα μέ τήν ἀγγελιοφόρο της τήν Ἴριδα, ὁ Ἑρμῆς, ὁ δικός του ἀγγελιοφόρος, καί ὁ προσωπικός του οἰνοχόος, ὁ Γανυμήδης. Οἱ ἄλλοι Ὀλύμπιοι θεοί εἶχαν τήν κατοικία τους σέ κατώτερα σημεῖα καί ἀνέβαιναν στήν κορυφή ὅταν συγκαλοῦνταν τό συμβούλιο τῶν θεῶν. Ὁ Ὄλυμπος καθιερώθηκε ὡς κατοικία τῶν θεῶν ἀπό τίς πελασγικές φυλές τῆς Θεσσαλίας καί ἀπό αὐτές προέκυψαν τά ἔπη τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Ἡσιόδου. Τό μεγάλο ἐτυμολογικό λεξικό ἐτυμολογεῖ τόν Ὄλυμπο ἀπό τό «ὁλολαμπῆς εἶναι τοῖς ἄστροις» ἤ παρά τό «ὀλλύειν τούς ὤπας διά τοῦ κρύεος». Οἱ θεότητες πού κατά τήν παράδοσι ἀποτελοῦσαν τό δωδεκάθεο εἶναι: ὁ Ζεύς, ἡ Ἥρα, ἡ Ἀθηνᾶ, ὁ Ἀπόλλων, ἡ Ἄρτεμις, ὁ Ἑρμῆς, ὁ Ἄρης, ὁ Ἥφαιστος, ὁ Ποσειδῶν, ἡ Ἀφροδίτη, ἡ Δήμητρα καί ἡ Ἑστία. Ὁ Πλούτων δέν διέμενε στόν Ὄλυμπο ἀλλά τόν ἐπισκεπτόταν συχνά, ὅπως καί ὁ Διόνυσος.


40

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ZEYΣ Ὁ ὕπατος τοῦ ἑλληνικοῦ πανθέου, ὁ μεγαλύτερος θεός τῆς Ἑλληνικῆς Μυθολογίας. Υἱός τοῦ Κρόνου καί τῆς Ρέας. Τό ὄνομα αὐτοῦ ἐτυμολογικά προέρχεται ἀπό τήν λέξι ζεύγνυμι, διότι ἔζευξε τά πάντα. Ὀνομάζεται καί Δίας, «δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο». Ἀπό πολύ παλιά ἡ λατρεία του εἶχε προσλάβει ἠθική ἔννοια καί ἐθεωρεῖτο ἐκεῖνος πού τά πάντα ἔβλεπε καί γνώριζε καί κατευθυντήριος νοῦς τῆς δικαιοσύνης, διατήρησε ὅμως καί πολλούς χαρακτῆρες τῆς πρώτης φυσικῆς ἔννοιας. Ὁ Ζεύς ἦταν θεός τοῦ οὐρανοῦ, αὐτός πού κατοικοῦσε στόν αἰθέρα, πάνω ἀπό τόν ὁρατό οὐρανό. Συμβολίζει τήν ἀρχική αἰτία τῶν πραγμάτων. Διδάσκει πώς ἡ τάξις εἶναι ἀπαραίτητη καί ἀντιπροσωπεύει τήν συνείδησι, τόν συμπαντικό νοῦ καί τά αἰώνια, τά μέλλοντα νά συμβοῦν. Εἶχε πάνω ἀπό 400 προσωνύμια, καί σύμβολά του ἦταν ὁ ἀετός καί ὁ κεραυνός.

HPA

(ἐκ τοῦ ἀήρ, κατά τόν Ἐμπεδοκλῆ)

Μία ἀπό τίς μέγιστες θεότητες τοῦ ἑλληνικοῦ πανθέου, ἀδελφή καί σύζυγος τοῦ Διός, πού ταυτίζεται ἀπό τούς Ρωμαίους μέ τή Juno, ἡ ὁποία καί αὐτή εἶναι σύζυγος τοῦ ὕπατου θεοῦ Jupiter. Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος δέν ἀποδείχτηκε μέ πειστικότητα, ἀναμφίβολα ὅμως εἶναι καθαρῶς ἑλληνική θεότητα, ἡ δέ λατρεία της δέν ἦλθε ἀπό τήν Ἀνατολή, ὅπως ἀρχικά ἐπιστεύετο. Κατά τόν ἐπικρατέστερο μῦθο ἦταν ἡ μεγαλύτερη θυγατέρα τοῦ Κρόνου καί τῆς Ρέας. Ἀντιπροσώπευε τόν ἀέρα, τήν ἀτμόσφαιρα, τό εὐκίνητο καί τό εὐμετάβλητο στοιχεῖο τῆς οὐράνιας δυνάμεως. Οἱ ἑορτές πού γίνονταν πρός τιμήν της ὀνομάζονταν Ἡραῖα. Τέτοιες ἑορτές ἐτελοῦντο πρό πάντων στό Ἄργος κάθε τέσσερα χρόνια, στό μέσο τοῦ δεύτερου ἔτους κάθε Ὀλυμπιάδος καί χρησίμευαν ὡς βάσις τῆς χρονολογικῆς


41

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἀριθμήσεως τῶν Ἀργείων. Οἱ ἑορτές συνίσταντο σέ ἀγῶνες τῶν τοξοβόλων «περί χαλκῆς ἀσπίδος» (χάλκεια κατά τόν Πίνδαρο) καί στεφάνου ἀπό μυρτιά, καθώς καί σέ πομπή, κατά τήν ὁποία, ἡ πρώτη ἱέρεια ἦταν ἐπάνω σέ ἅρμα πού τό ἔσυρε ζευγάρι λευκῶν βοδιῶν καί πήγαινε στό Ἡραῖο. Ἡραῖα ἐτελοῦντο μέ μεγαλοπρέπεια καί στήν Σάμο, στήν Ἥλιδα, κατά τό δεύτερο ἔτος τῆς Ὀλυμπιάδος μέ ἀγῶνες παρθένων, καθώς καί σέ ἄλλα μέρη. Ἡ Ἥρα συμβολίζει τήν ὑποσυνείδησι. Ὅταν ὁ νοῦς (Ζεύς) καί ἡ ὑποσυνείδησις συνεργάζονται, δημιουργεῖται ἡ ἁρμονία. Ναοί τῆς θεᾶς Ἥρας ὑπῆρχαν κατά τήν παλαιά ἐποχή σέ πολλές πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπό αὐτά τά πλέον γνωστά ἦσαν τά Ἡραῖα τῆς Ἀργολίδος καί τῆς Σάμου. Ὡς προστάτιδα ἡ Ἥρα ἐκαλεῖτο «τελεία». Συνήθως ἡ νύμφη πού ὀνομάζετο καί «γαμηλεία» ἤ «ζυγία» θυσίαζε στήν Ἥρα πρίν ἀπό τόν γάμο τήν κόμη της. Τήν προστασία της ἡ Ἥρα ἐπεκτείνει καί ἐπί τῶν καρπῶν τοῦ γάμου καί ἔρχεται ἀρωγός στίς ὠδίνες τοῦ τοκετοῦ, πού καταλαμβάνουν τίς μητέρες, πού εἶχε θυγατέρα τήν Εἰλείθυια. Εἶναι ὑπόδειγμα γυναικός καί συζύγου, εὐγενής καί διαπρέπει στήν ὀμορφιά, ὥστε νά συναγωνίζεται τήν Ἀθηνᾶ καί τήν Ἀφροδίτη στό κάλλος καί διεκδικεῖ ἀπό αὐτές τό μῆλο τοῦ Πάριδος. Δίκαια κρατεῖ στά χέρια της τίς Σειρῆνες σύμβολα τῶν θελγήτρων καί τοῦ γάμου. Εἶναι ἁγνή, πιστή, οὐδέποτε γνώρισε ἄλλο ἄνδρα, ἀλλά καί γιά τόν λόγο αὐτό λίαν ζηλότυπη καί καταδιώκει μέ μανία τίς ἄλλες ἐρωμένες τοῦ Διός ὡς καί τά παιδιά τοῦ ἀπίστου συζύγου της ἀπό αὐτές.

AΠOΛΛΩN

(πιθανόν ἐκ τοῦ ρ. πολέω: ἀ+πόλησις = καθιστῶ τί ἁρμονικόν).

Ἀπεκαλεῖτο καί Φοῖβος Ἀπόλλων καί συμβόλιζε τόν ἥλιο. Ἦταν ὁ πανελλήνιος θεός τοῦ φωτός καί τῆς μουσικῆς, ἕνας ἐκ τῶν δώδεκα Ὀλυμπίων θεῶν. Γονεῖς του ἦταν ὁ Ζεύς καί ἡ Λητώ καί ἀδελφή του ἡ Ἄρτεμις. Γεννήθηκε στήν Δῆλο καί ὡς βρέφος φόνευσε


42

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τόν δράκοντα Πύθωνα, πού κατεδίωκε τήν μητέρα του, καί ἀποκλήθηκε Πύθιος. Ἔγινε τιμωρός τῆς Νιόβης γιά τήν αὐθάδειά της. Στόν πόλεμο τῆς Τροίας βοήθησε τόν Πάρι νά σκοτώσει τόν μεγαλύτερο ἥρωα τῶν Ἀχαιῶν, τόν Ἀχιλλέα. ≠πδρυσε τό μαντεῖο τῶν Δελφῶν καί ἀπεκλήθη Λοξίας, καθ’ ὅσον οἱ χρησμοί τοῦ μαντείου ἦσαν λοξοί, δηλαδή ἀσαφεῖς. Εἶχε ἐξαιρετικούς γιούς, ὅπως ὁ Ὀρφεύς, ὁ Ἀσκληπιός, ὁ Ἀρισταῖος κ.ἀ. Ἡ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνος: Λατρευόταν σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα ὡς τιμωρός τῶν ἀδικούντων, ὡς θεός τῆς ναυτιλίας, ὡς γενάρχης πατέρας ἡρώων, ὡς προστάτης τῆς γεωργίας κλπ. καί ἀναλόγως τῆς προστασίας πού παρεῖχε, τοῦ προσέδιδαν καί ἀντίστοιχο προσωνύμιο, ἤτοι τοῦ Ἑκηβόλου, τοῦ Δελφινίου, τοῦ Πατρώου κλπ. Τό μέρος ὅπου σκοτώθηκε ὁ Πύθων ἐθεωρεῖτο τό κέντρο τῆς οἰκουμένης (γῆς ὀμφαλός), γι’ αὐτό καί ὁ Ζεύς ἔστειλε δύο αετούς ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς, μέ ἐντολή νά σταθοῦν ἀκριβῶς στό κέντρο της. Τά ἱερά πτηνά στάθμευσαν στό μαντεῖο τῶν Δελφῶν, καί τότε κοντά στήν θέσι τῆς ἱέρειας εὑρίσκονταν τά χρυσά ὁμοιώματά τους. Στούς μεγάλους ἀθλητικούς ἀγῶνες πού γίνονταν στούς Δελφούς, τά Πύθια, ἐθεωρεῖτο ὅτι προέδρευε ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόλλων καί εἶχαν ἀνάλογο κύρος μέ τούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες.

AΘHNA

(= θεοῦ νόησιν)

Ἡ θεά τῆς Σοφίας. Ἐτιμᾶτο ἀπό ὅλον τόν ἑλληνικό κόσμο ἀμέσως μετά τόν Δία καί ἰδιαίτερα στήν πόλι τῶν Ἀθηνῶν ἀπό τήν ὁποία καί ἔλαβαν τό ὄνομά τους. Ἀρκετοί μῦθοι ἔχουν πλασθεῖ γιά τήν γέννησί της. Ἀπό ὅλους αὐτούς, ἐπικρατεῖ ὁ μῦθος ὅτι γεννήθηκε πάνοπλος ἀπό τήν κεφαλή τοῦ Διός, πού τήν ἔσκισε μέ πέλεκυ (τσεκούρι) ὁ Ἥφαιστος. Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ὅτι θεωρεῖται ἡ κατ’ ἐξοχήν θεά τῆς Σοφίας καί τῆς Φρονήσεως. Περαιτέρω θεωρεῖται καί ἐμφανίζε-


43

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ται ὡς θεά τοῦ πολεμικοῦ θάρρους, ὡς θεά τῶν εἰρηνικῶν ἔργων, τῆς παρθενίας καί τῶν οἰκιακῶν τεχνῶν. Συμβολίζει τήν ὑπερσυνείδησι καί συνδέεται μέ τήν νοητική ἐξέλιξι τῶν Ἑλλήνων. Ἡ λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς· Ἐλατρεύετο ὄχι μόνον εἰς τήν Ἑλλάδα, ἀλλά καί στίς ἀποικίες πού εἶχαν ἱδρύσει οἱ Ἕλληνες. Στήν θεά οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔχουν προσδώσει πολλές προσωνυμίες. Ἔτσι πολλές πόλεις ἐλάτρευαν τήν Ἀθηνᾶ, ὡς Πολιοῦχον, Πολιάτιδα καί πολλές φορές Πρόμαχος. Στήν Σπάρτη ἐκτός ἀπό τό ὄνομα Πολιάχος ἔφερε καί τό ὄνομα Χαλκίοικος, στήν Τεγέα, ἐκτός τοῦ Πολιάτιςἔφερε καί τό ὄνομα Ἀσύοχος. Λεγόταν καί Παλλάδα, διότι εἶχε νικήσει στήν Γιγαντομαχία τόν Πάλλαντα, ἀλλά καί γλαυκῶπις διότι εἶχε γαλανά μάτια. Ἱερά σύμβολά της ἦταν ἡ κουκουβάγια πού σήμαινε σοφία, ἡ ἐλιά (εἰρήνη), ἡ ροδιά (εὐφορία), κ.ἄ. Γύρω ἀπό τόν τράχηλο φέρει τήν αἰγίδα μέ τήν κεφαλή τῆς Μέδουσας καί ὄφεων (φιδιῶν), κρατεῖ δέ στό ἀριστερό χέρι ἀσπίδα καί στό δεξιό τό δόρυ, παλλόμενο ἀπό αὐτήν συνεχῶς.

APHΣ

(ἐκ τοῦ αἵρειν καί ἀναιρεῖν)

Θεωρεῖται γιά τούς Ἕλληνες ὁ θεός τοῦ πολέμου. Ἦταν υἱός τοῦ Διός καί τῆς θεᾶς Ἥρας. Κατ’ ἄλλη ἐκδοχή ἦταν υἱός μόνο τῆς Ἥρας, ἡ ὁποία ἔμεινε ἔγκυος ἀπό τήν Ἀνθοῦσα, ἕνα λουλούδι τό ὁποῖο μύρισε καί συνέλαβε τόν Ἄρη χωρίς ἄνδρα. Στήν μάχη τόν συνόδευαν ἡ ἀδελφή του Ἔρις καί οἱ γιοί του Δεῖμος καί Φόβος. Στήν Ἰλιάδα ἡ Ἀθηνᾶ τόν νικάει, ἐνῶ τραυματίζεται ἀπό τόν Διομήδη, τόν γιό τοῦ Τυδέως. Σύμβολά του τό δόρυ καί οἱ δάδες. Κατά τούς ἀρχαίους ὁ θεός Ἄρης ἐτιμᾶτο πολύ ἀπό τούς Θρᾶκες καί τούς Σκύθες, στά ὁποῖα ἔθνη ἡ πολεμική ἄσκησις καί τέχνη εὐδοκιμοῦσε πολύ καί ἦταν συνηθέστατη. Συμβολίζει τήν αἰώνια μάχη τῆς ὕλης. Ἄλλα τέκνα του ἦταν ὁ Ἐνυάλιος, ὁ Ἔρως καί ὁ Ἀντέρως, ἡ Ἁρμονία, ἡ Ἀλκίππη κ.ἄ.


44

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

APEIOΣ ΠAΓOΣ Ἐλέγετο Πάγος ἐκ τοῦ ρήματος πήγνυμι, δηλαδή ὁ πετρώδης, ἀπόκρημνος λόφος καί Ἄρειος ὀνομάσθηκε ἔτσι ἀπό τόν θεό Ἄρη πού ἐλατρεύετο ἐκεῖ, ἔνθα ὑπῆρχε σημαντικός ναός αὐτοῦ. Λέγεται ὅτι ὁ Παυσανίας βρῆκε ἐκεῖ δυό ἀγάλματα τῆς Ἀφροδίτης, ἕνα τοῦ Ἄρεως, ἕνα της Ἀθηνᾶς καί ἕνα τῆς Ἐνυοῦς, ἐνῶ ἔξωθεν τοῦ ναοῦ εὑρίσκοντο ἀνδριάντες τοῦ Ἡρακλέους, τοῦ Θησέως, τοῦ Ἀπόλλωνος, τοῦ νομοθέτου Καλάδου καί τοῦ ποιητοῦ Πινδάρου. Κατά τήν παράδοσι, στόν Ἄρειο Πάγο ἔγινε ἡ πρώτη δίκη μεταξύ τοῦ Ἄρεως καί τοῦ Ποσειδῶνος, γιά τόν φόνο τοῦ Ἀλιρροθίου, γιοῦ τοῦ Ποσειδῶνος, ὁ ὁποῖος ἐπιχείρησε νά βιάσει τήν θυγατέρα τοῦ Ἄρη Ἀλκίππη. Ὁ Ἄρης δικάστηκε ἐκεῖ γιά αὐτόν τόν φόνο καί ἀθωώθηκε. Ὁ Ἄρειος Πάγος κεῖται πλησίον καί δυτικά τῆς Ἀκροπόλεως.

HΦAIΣTOΣ

(ἐκ τοῦ ἄπτω + ἑστία = ἄπαιστος = Ἥφαιστος)

Ὁ θεός τοῦ πυρός, ὡς στοιχεῖο πού ἁπλώνεται σέ ὅλη τήν γῆ καί τόν οὐρανό, τῆς σιδηρουργίας καί τῆς τεχνικῆς. Σύμφωνα μέ τήν Ἰλιάδα εἶναι υἱός τοῦ Διός καί τῆς Ἥρας, ἀλλά κατά τόν Ἡσίοδο τόν γέννησε ἡ Ἥρα μόνη της, ἀφοῦ φιλονίκησε μέ τόν Δία. Ὡς προσωποποίησις τῆς ἀστραπῆς ἀφορᾶ καί ὁ διωγμός του ἀπό τόν Ὄλυμπο. Κατ’ ἄλλη ὅμως ἐκδοχή, ἡ μητέρα του, τό ἔφερε βαριά πού ἦταν κουτσός (χωλός) ἀπό τήν γέννησί του καί τόν ἔριξε στήν θάλασσα, ὅπου τόν ὑποδέχτηκαν ἡ Θέτιδα καί ἡ Εὐρυνόμη καί τόν ἀνέθρεψαν στά βάθη τοῦ Ὠκεανοῦ. Τό ἐργαστήριό του βρισκόταν στήν Λῆμνο, μέσα στό ἡφαίστειο Μόσυχλον. Zοῦσε ἐκεῖ καί ἀνέβαινε στόν Ὄλυμπο, μόνον ὅταν τόν καλοῦσαν (π.χ. γέννησις Ἀθηνᾶς) σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις γιά νά ἐξυπηρετήσει μέ τήν τέχνη του ὅλους τούς


45

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

θεούς. Παρά τό ὅτι ἦταν κουτσός ὑπῆρξε σύζυγος τῆς Ἀφροδίτης, γιά τήν ὁποία φιλονικοῦσε συνεχῶς μέ τόν Ἄρη.

APTEMIΣ

(ἐκ τοῦ ἀρτεμής ἡ ἀρταμής = ἄρτιος, ἀκέραιος)

Θυγατέρα τοῦ Διός καί τῆς Λητοῦς καί δίδυμος ἀδελφή τοῦ Ἀπόλλωνος. Θεά τῆς Σελήνης, (Ἀπόλλων-Ἥλιος, Ἄρτεμις-Σελήνη), εἶχε τό βασίλειό της στά ὄρη, τά φαράγγια καί τά δάση, ὅπου διέτρεχε καί θήρευε μέ τήν φαρέτρα της στόν tμο καί τό τόξο στά χέρια της. Παρθένος σεμνή, σύμβολο τῆς ἁγνότητος, ἦταν προστάτιδα τῆς νεότητος καί ἰδιαιτέρως τῶν νέων κοριτσιῶν μέχρι τήν ἡμέρα τοῦ γάμου τους. Ἐθεωρεῖτο καί θεά τῶν τοκετῶν, οἱ δέ Ρωμαῖοι τήν ταύτισαν μέ τήν δική τους θεά τήν Διάνα. Κατά τήν παράδοσι, τό πλήρωνε ἀκριβά ἐκεῖνος πού τυχαίως τήν ἔβλεπε γυμνή, ὅπως συνέβη μέ τόν Ἀκταίονα, πού τόν μεταμόρφωσε σέ ἐλάφι. Οἱ ἱέρειες τῆς Ἀρτέμιδος ἦταν παρθένες, καί ἡ θεά τιμώρησε μέ θάνατο τήν Καλλιστώ, πού ἔμεινε ἔγκυος ἄθελά της. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Ἱππολύτου πού ὁρκίζεται αἰώνια ἁγνότητα, ἀφιερώνοντας τόν ἑαυτό του στήν θεά. Προστατεύει τά ἔγκυα καί τά νεαρά ζῶα καί περιμένει ἀπό τόν κυνηγό νά κάνει τό ἴδιο. Ἡ Ἄρτεμις συμβολίζει τό σημεῖο συνδέσεως τῶν ἀντιθέτων.

EPMHΣ

(ἐκ τοῦ εἱρμός = σύνδεσι).

Σύμφωνα μέ ἄλλους τύπους τό ὄνομά του ἀπαντάει καί ὡς Ἑρμείας, Ἑρμάος κλπ. Ἦταν Ὀλύμπιος θεός, υἱός τοῦ Διός καί τῆς νύμφης Μαίας, πού ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἀπό τίς Πλειάδες καί ἡ ὡραιότερη κόρη τοῦ Ἄτλαντος. Ὁ Ἑρμῆς γεννήθηκε στό ἄντρο τοῦ


46

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ὄρους Κυλλήνη τῆς Ἀρκαδίας. Βρέφος ἀκόμη, σηκώθηκε ἀπό τό λίκνο του καί πῆγε στήν Πιερία, ἀπό ὅπου ἔκλεψε τά βόδια πού βοσκοῦσε ὁ Ἀπόλλων καί γιά νά μήν προδοθεῖ ἀπό τά ἴχνη τῶν ζώων φόρεσε στά πόδια τους παπούτσια, τά ἔφερε στήν Πύλο καί τά ἔκρυψε σέ σπηλιά, κατόπιν δέ ἐπανῆλθε στήν Κυλλήνη. Ἦταν πατέρας τοῦ Κήρυκος, ἀπό τόν ὁποῖο καταγόταν τό ἀττικό γένος τῶν θεῶν. Κρατοῦσε πάντα τό κηρύκειον, τό ὁποῖο πῆρε ἀπό τόν Ἥφαιστο καί κάποτε χώρισε μέ αὐτό δύο φίδια πού πάλευαν, μέ ἀποτέλεσμα νά γίνει τό ραβδί σύμβολο τῆς εἰρήνης. Ἡ λατρεία του γινόταν σχεδόν σέ ὅλες τίς ἑλληνικές πόλεις. Κυριώτερες δέ ἕδρες αὐτῆς ἦσαν πολλές ἀρκαδικές πόλεις, μάλιστα δέ τό ὄρος Κυλλήνη, ἡ Ἀττική, ὡς καί τά θρακικά νησιά Λῆμνος, ≠πμβρος καί Σαμοθράκη. Κατά τόν Ἡρόδοτο ἡ λατρεία τοῦ Ἑρμοῦ ἦταν πελασγική, καί ἀπό αὐτούς οἱ Ἀθηναῖοι ἔμαθαν πρῶτοι ἀπό τούς Ἕλληνες καί ἔφτιαχναν ἀγάλματα τοῦ θεοῦ. Στούς Πελασγούς ἀναφέρεται ἀκόμη ἀπό αὐτόν καί ἡ ἵδρυσις τῶν Σαμοθρακίων μυστηρίων. Ὁ χαρακτήρας τοῦ Ἑρμοῦ ὡς ἀγροτικοῦ θεοῦ, προστάτη τῶν ποιμνίων, ἐμφαίνεται σέ πολλά μέρη καί στούς μύθους καί στούς τόπους τῆς λατρείας του. Ἀπό τήν νύμφη Πολυμήλη («τήν ἔχουσαν πολλά ποίμνια») γεννᾶ τόν Εὔδωρο, σύμφωνα μέ τήν Ἰλιάδα, ἀπό δέ τήν Ρήνη, τήν θεότητα τῶν προβάτων γεννᾶ τόν ἐπώνυμο τῆς Σαμοθράκης ἥρωα Σάμωνα ἤ Σάον. Προσέτι υἱός του μυθολογεῖται καί ὁ τῆς Κορίνθου βασιλεύς καί τοῦ Οἰδίποδος θετός πατήρ Πόλυβος, «ὁ πολλάς βοῦς ἔχων» καί κατ’ ἄλλους μύθους καί αὐτοί οἱ ποιμενικοί θεοί Πᾶν καί Πρίαπος ἦσαν παιδιά του.

AΦPOΔITH

(διά τήν τοῦ ἀφροῦ γένεσιν)

Θεά τοῦ ἔρωτος καί τοῦ κάλλους, ἡ προσωποποίησις τῆς ὀμορφιᾶς, θεά τῆς γονιμότητας. Ἐλατρεύετο κυρίως στήν Κύπρο καί τά Κύ-


47

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

θηρα καί ἔτσι ὀνομάζετο καί Κυπρία ἤ Κυθήρεια. Γεννήθηκε μέσα στόν ἀφρό τῶν κυμάτων πού δημιούργησαν τά γεννητικά ὄργανα τοῦ Οὐρανοῦ πού ἔπεσαν στήν θάλασσα ὅταν τόν ἀκρωτηρίασε ὁ Κρόνος. Οἱ Ὧρες τήν ἔντυσαν τότε μέ πολυτελῆ ἐνδύματα, τήν στόλισαν καί τήν ὁδήγησαν μέ τούς ἀκολούθους της, τόν Πόθο καί τόν ≠πμερο, στούς ἀθανάτους. Κατά τήν Ἰλιάδα ἦταν κόρη τοῦ Διός καί τῆς Διώνης. Ἡ Οὐράνια Ἀφροδίτη ἦταν θεά τοῦ νόμιμου ἔρωτος καί τοῦ συζυγικοῦ δεσμοῦ, ἐνῶ ἡ Πάνδημος προστάτιδα τῶν ἐλεύθερων ἐρώτων καί τῶν ἑταιρῶν. Ἀπό τήν σχέσι της μέ τόν Ἄρη ἀπέκτησε τόν Δεῖμο, τόν Φόβο, τόν Ἔρωτα, τόν Ἀντέρωτα καί τήν Ἁρμονία, ἐνῶ ὑπῆρξε καί σύζυγος τοῦ Ἡφαίστου.

ΠOΣEIΔΩN

(ἐκ τοῦ πόσις = + δᾶν = κύριος τῶν ὑδάτων)

Ἀρχαῖος θεός τῆς θάλασσας καί γενικότερα τῶν ποταμῶν, λιμνῶν, πηγῶν καί ἐν γένει τοῦ ὑγροῦ στοιχείου, κύριος τῶν σεισμῶν καί τῶν ἀλόγων. Υἱός τοῦ Κρόνου καί τῆς Ρέας καί ἀδελφός τοῦ Διός καί τοῦ Πλούτωνος. Κατοικεῖ, κατά τίς παραδόσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, σέ χρυσαφένιο ἀνάκτορο, στόν βυθό τῆς θάλασσας κοντά στίς Αἰγές τῆς Εὔβοιας, μέ τήν σύζυγό του Ἀμφιτρίτη, φέρεται ἐπάνω σέ ἅρμα πού τό σύρουν θυμοειδῆ ἄλογα, τά ὁποῖα ἔχουν χρυσές χαῖτες, καί περιστοιχίζεται ἀπό ἄλλες δευτερεύουσες θεότητες. Ἐθεωρεῖτο ἄγριος καί ὀργίλος, πού συντάραζε τήν θάλασσα μέ φοβερές καί σφοδρές τρικυμίες, ἀλλά καί ταυτόχρονα καί θεός τῆς «εὐπλοίας», καλούμενος καί Σωτήρας. Στό πέρασμά του τά ταραγμένα κύματα ἡσυχάζουν καί ὅλα τά ὄντα τῆς θάλασσας ἀναγνωρίζουν τήν παντοδυναμία του. Κρατοῦσε πάντοτε τήν τρίαινα καί ἄλλο σύμβολό του εἶναι τό δελφίνι.


48

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔHMHTPA

(ἐκ τοῦ Γῆ Μήτηρ-Δημήτηρ)

Θεά τῆς γεωργίας, κόρη τοῦ Κρόνου καί τῆς Ρέας καί ἀδελφή τοῦ Διός, ὁ ὁποῖος μέ αὐτή γέννησε τήν Περσεφόνη. Ἡ Δήμητρα ἦταν ἀπαρηγόρητη, ὅταν τήν Περσεφόνη τήν ἀπήγαγε ὁ Πλούτων στόν Ἅδη καί ἀναζητοῦσε παντοῦ τήν κόρη της, ἀφοῦ εἶχε πάρει τήν μορφή γριᾶς. Κατά τήν ἔλευσί της στήν Ἐλευσίνα, ἀπέστειλε τόν Τριπτόλεμο, υἱό τοῦ βασιλέως τῆς Ἐλευσίνος Κελεοῦ, σέ ὅλη τήν Γῆ, γιά νά διδάξει στούς ἀνθρώπους τήν σποράν. Δίδαξε δέ ἐκεῖ τά Ἐλευσίνια Μυστήρια. Ἡ πέτρα στήν ὁποία κάθισε ἐκεῖ ὀνομάστηκε ἀγέλαστος πέτρα, ζωντανή εἰκόνα τοῦ μητρικοῦ σπαραγμοῦ. Ἐπειδή ἡ γεωργία συμβάλλει στόν ἐκπολιτισμό, ὀνομάστηκε καί Θεσμοφόρος ἐνῶ στίς ἑορτές πού τελοῦνταν πρός τιμήν της, τά Θεσμοφόρεια, μετεῖχαν κυρίως οἱ παντρεμένες γυναῖκες τόν μήνα τῆς σπορᾶς (Πυανεψίωνα-Ὀκτώβριο), διότι ἡ Δήμητρα ἐκπροσωποῦσε τόν θεσμό τοῦ νόμιμου γάμου καί τῆς μητρότητος.

EΣTIA

(ἐκ τοῦ ρ. ἔζομαι = κάθομαι)

Ἦταν ἡ θεά τῆς ἑστίας κατά τούς ἀρχαίους, ἀδελφή τοῦ Διός καί τῆς Ἥρας, τῆς Δήμητρος, τοῦ Ἅδου καί τοῦ Ποσειδῶνος καί ἐπειδή ἦταν πρωτότοκη, κατεῖχε ὑψηλότερη θέση μεταξύ τῶν θεῶν αὐτῶν καί πάντοτε ἐτιμᾶτο ὡς πρώτη θεά σέ ὅλες τίς θυσίες καί τίς σπονδές, ὅπου καί ἡ παροιμιώδης ἔκφρασις «ἀφ’ Ἑστίας». Στίς ἀρχέγονες κατοικίες τῶν Ἑλλήνων ἡ ἑστία δέν ἦταν μόνο χρήσιμη στίς καθημερινές ἀνάγκες τῆς ζωῆς, ἀλλά καί βωμός καί κατεῖχε θέσι ἀκριβῶς στό κέντρο τῆς οἰκίας, τῆς ὁποίας ἡ ὀροφή ἦταν διάτρητη γιά νά ἐξέρχεται ὁ καπνός. Στόν ναό ὑπῆρχε ἰδιαίτερος χῶρος γιά


49

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τίς Ἑστιάδες, πού ἦταν προσιτός μόνο γιά αὐτές καί στόν χῶρο αὐτό ἐφυλάσσετο τό Παλλάδιο, ὡς καί ἄλλα ἱερά κειμήλια.

IPIΣ

(ἐκ τοῦ εἴρω = ὁμιλῶ, συνδέω)

Θεότητα τοῦ Ὀλύμπου, πού ἀνῆκε στήν ἀκολουθία τῶν μεγάλων Θεῶν. Στήν Ἰλιάδα ἀναφέρεται ἀρκετά συχνά καί ἐμφανίζεται ὡς ἀγγελιοφόρος τῶν θεῶν καί ἰδιαίτερα τοῦ Διός καί τῆς Ἥρας καί τρέχει ἀμέσως πρός ἐκτέλεσι τῶν παραγγελιῶν. Μεταβαίνει, κατά παράκλησι τοῦ Ἀχιλλέως, στήν κατοικία τοῦ Ζέφυρου καί τοῦ Βορέως καί τούς προτρέπει νά δυναμώσουν περισσότερο τήν φωτιά τοῦ Πατρόκλου. Ἦταν πάντα νέα, μέ πολύχρωμο βραχύ χιτώνα, μέ μεγάλα φτερά στούς ὤμους ἐνῶ κρατοῦσε, ὅπως καί ὁ Ἑρμῆς, κηρύκειον. Ὁ δρόμος πού χάραζε στόν οὐρανό ἦταν ἑπτάχρωμος, ὅταν πετοῦσε γιά νά φέρει ἀπό τήν Στύγα τό νερό γιά τόν ὅρκο τῶν θεῶν. Στήν Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου παρουσιάζεται ὡς ἀδελφή τῶν Ἁρπυιῶν καί κόρη τοῦ Θαύναντος καί τῆς ὠκεανίδος Ἠλέκτρας.

HBH

(= νεότητα, νεανική δύναμη)

Κόρη τῆς Ἥρας, ἡ ὁποία θύμωσε ἐπειδή ὁ Ζεύς εἶχε γεννήσει τήν Ἀθηνᾶ ἀπό τό κεφάλι του, χωρίς γυναίκα καί γέννησε τήν Ἥβη χωρίς ἄνδρα. Εἶναι ἡ προστάτις καί προσωποποίησι τῆς νεότητος, στήν ἄνθησι καί τήν ἀκμή της. Λόγῳ τῆς ἀστραφτερῆς ὀμορφιᾶς της, ἀλλά καί τῆς σεμνότητός της, ὁ Ζεύς τήν ἔκανε οἰνοχόο τῶν θεῶν. Μιά μέρα ὅμως πού ὁ πατέρας τῶν θεῶν ἔλειπε, ἔπεσε ἀπό ἀπροσεξία καί ἀποκαλύφθηκαν τά κρυφά μέρη τοῦ σώματός της. Ὅταν τό πληρο-


50

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

φορήθηκε αὐτό ὁ Δίας, ἔχρισε τόν Γανυμήδη στό ἀξίωμα τοῦ οἰνοχόου. Παρέμεινε στόν Ὄλυμπο, οἱ ἀσχολίες της ὅμως περιορίστηκαν στήν προετοιμασία τοῦ ἅρματος καί τοῦ λουτροῦ τοῦ ἀδελφοῦ της Ἀπόλλωνος. Λόγῳ τῶν θαυμάσιων ἀστραγάλων της, ὁ Ὅμηρος τήν ὀνομάζει καλλίσφυρον. Ἄλλα προσωνύμιά της: ἄμβροτος, καλλιέθειρα, χρυσιπέδιλος, χρυσοστέφανος. Ὅταν ὁ Ἡρακλῆς, ἀποθεωμένος, ἀνέβηκε στόν Ὄλυμπο, ὁ Ζεύς τόν νύμφευσε μέ τήν Ἥβη καί μαζί ἀπέκτησαν δυό γιούς, τόν Ἀλεξιάρη καί τόν Ἀνίκητον.

ΓANYMHΔHΣ

(ἐκ τοῦ γάνος = λαμπρότης + μῆδος = φροντίς)

Ἦταν υἱός τοῦ Τρώα καί τῆς Καλλιρρόης, θυγατέρας τοῦ Σκαμάνδρου. Ἀπό τόν Ὅμηρο χαρακτηρίζεται ὡς ἰσόθεος καί ὡς ὁ ὡραιότερος ὅλων τῶν θνητῶν, τόν ὁποῖο οἱ θεοί ἀνήρπασαν ἀπό τήν γῆ καί τόν ἀνέβασαν στόν οὐρανό, ἕνεκα ἀκριβῶς τοῦ κάλλους του, προκειμένου νά συναναστρέφεται τούς θεούς καί νά χρησιμεύει ὡς οἰνοχόος τοῦ Διός. Ἐπίσης ὁ Ὅμηρος στήν Ἰλιάδα ἀναφέρει ὅτι ὁ Ζεύς ἔδωσε στόν Τρῶα ὡς ἀντίτιμο γιά τήν ἁρπαγή τοῦ Γανυμήδη δυό ἵππους ἀπό τούς καλλίτερους στόν κόσμο, ὅπως ἀκριβῶς ἦσαν καί οἱ ἵπποι τοῦ ἅρματος τοῦ Αἰνεία.

ΛHTΩ

(ἐκ τοῦ λήτω = λανθάνω)

Θεά, θυγατέρα τῶν Τιτάνων Κοίου καί τῆς Φοίβης. Μητέρα τοῦ Ἀπόλλωνος καί τῆς Ἀρτέμιδος. Ὁ Ζεύς τήν ἐρωτεύτηκε καί συνέλαβε ἀπ’ αὐτόν τά δίδυμα παιδιά, ἀλλά κανένα μέρος δέν τήν δεχόταν ὅταν ἔφθασε ἡ ὥρα τῆς γέννας, ἀπό φόβο γιά τήν ὀργή τῆς Ἥρας. Ἡ Λητώ περιπλανήθηκε σέ πολλούς τόπους καί κατέληξε στήν Δῆλο,


51

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ὅπου εἶδαν τό φῶς οἱ δυό θεοί. Λέγεται ὅτι ἡ Δῆλος (πού τότε λεγόταν Ὀρτυγία) ἀναδύθηκε μαζί τους ἀπό τήν θάλασσα καί ἀπό τότε ἔγινε τό ἱερό νησί θεῶν καί ἀνθρώπων. Γιά τόν Ἀπόλλωνα καί τήν Ἀρτέμιδα δέν ὑπῆρχε τίποτα πιό ἱερό ἀπό τήν μητέρα τους. Γι’ αὐτό τιμωροῦν τόν μεγάλο δράκοντα Πύθωνα πού τήν εἶχε καταδιώξει σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀλλά καί τήν Νιόβη, πού εἶχε τολμήσει νά παραβάλει τόν ἑαυτό της μέ τήν θεά, ἐνῶ καί ὁ γίγαντας Τιτυός, πού καταδίωκε τήν Λητώ ἐρωτικά, σκοτώθηκε ἀπό τά βέλη τους, στά Τέμπη, στόν δρόμο πρός τούς Δελφούς, ὅπου ἱδρύθηκε τό ἱερό μαντεῖο πρός τιμήν τοῦ Ἀπόλλωνος.

HΛIOΣ

(ἀπό τό ἅλς, ἁλός, ἅλιος καί ἥλιος)

Θεός, υἱός τοῦ Τιτάνος Ὑπερίωνος καί τῆς Θείας ἤ τῆς Εὐρυφάεσσας. Ὁδηγεῖ κατά τήν ἡμέρα τό συρόμενο ἀπό ἵππους «τέθριππο» ἅρμα μέχρις ὅτου καταδύεται στόν Ὠκεανό. Κατά τούς μεταγενέστερους τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Ἡσιόδου ποιητές ἐπιστρέφει τήν νύχτα ἐπάνω σέ χρυσό κέλητα (ἄλογο) ἀπό τή Δύση μέσα ἀπό τά Ὑπερβόρεια τῆς γῆς πρός τήν Ἠώ (ἀνατολή), ὅπου ἔχει λαμπρό μέγαρο. Τά ἱερά κοπάδια του ἔβοσκαν στήν Σικελια καί τά φύλαγαν οἱ κόρες του, ἡ Φαέθουσα καί ἡ Λαμπετία. Ἀποτελοῦνταν ἀπό βόδια καί πρόβατα καί τό κάθε κοπάδι εἶχε ἀπό πενήντα ζῶα, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμός παρέμεινε πάντοτε ὁ ἴδιος (ὁ μῦθος ἐννοεῖ τίς πενήντα ἑβδομάδες τοῦ ἀρχαιότατου ἔτους). Ἄλλα τέκνα του ἦταν ὁ Αἰγείας, ὁ Αἴθων καί ἀπό τή ναϊάδα Αἴγλη οἱ Χάριτες. Ἀπό τήν Κλυμένη ἀπέκτησε τήν Αἴγλη καί τόν Φαέθοντα, ὁ ὁποῖος ἔπεισε τόν πατέρα του νά τοῦ παραχωρήσει γιά μία ἡμέρα τό ἅρμα του, ἀλλά δέν κατάφερε νά τό συγκρατήσει, μέ ἀποτέλεσμα ὁ Ζεύς νά τόν κεραυνοβολήσει γιά νά σώσει τούς ἀνθρώπους.


52

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΦAEΘΩN

(ἐκ τοῦ φάος = φῶς)

Υἱός τοῦ Ἥλιου καί τῆς ὠκεανίδος Κλυμένης. Ὁ Φαέθων, καίτοι ἦταν ἄπειρος, προσπάθησε νά ὁδηγήσει τό ἡλιακό ἅρμα τοῦ πατέρα του, παρά τίς προτροπές τοῦ Ἡλίου νά μήν τό ἐπιχειρήσει, ἀλλά πλησίασε πάρα πολύ τήν γῆ καί οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νά πυρακτώνονται καί νά προξενοῦνται μεγάλες πυρκαγιές. Ὁ Ζεύς τότε τόν κεραυνοβόλησε, γιά νά μήν κάψει τήν γῆ καί νά ἐξαφανίσει τήν ἀνθρωπότητα. Τό ἅρμα κατέπεσε κοντά στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Ἠριδανοῦ καί ὁ Φαέθων βρῆκε οἰκτρό θάνατο. Οἱ ἀδελφές του τόν θρηνοῦσαν ἀδιάκοπα. Φαέθων λεγόταν καί ὁ γιός τῆς Ἠοῦς καί τοῦ Κεφάλου, τόν ὁποῖο λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ κάλλους του, ἀπήγαγε ἡ Ἀφροδίτη καί τόν ἔκανε φύλακα τοῦ ναοῦ της.

EPΩΣ

(παρά τό εἴρειν = συνδέειν)

Θεότητα πού προσωποποιεῖ τήν ἀμοιβαία ἕλξι καί τήν ἕνωσι τῶν δυό φύλων, καθώς καί τήν φυσική δύναμι πού συνενώνει τά μόρια καί δημιουργεῖ τά διάφορα σώματα. Ἦταν υἱός τῆς Ἀφροδίτης ἀπό τόν Ἄρη καί ἀδελφός τοῦ Ἀντέρωνος. Τόν ὀνόμαζαν καί Πόθο ἤ ≠πμερο. Παρίστατο ὡς ὡραῖος νέος ἤ ὡς παιδί μέ τόξο καί φαρέτρα γεμάτη μέ βέλη, μέ τά ὁποῖα ἔπληττε τίς καρδιές. Ἦταν σκανδαλοποιός καί προκαλοῦσε διαφωνίες μεταξύ τῶν Ἀθανάτων, γι’ αὐτό οἱ θεοί τοῦ ψαλίδισαν τά φτερά γιά νά μήν ἀνεβαίνει στόν Ὄλυμπο. Ἐρωτεύτηκε παράφορα τήν Ψυχή, τήν ὁποία τοποθέτησε σέ ἕνα παλάτι ἀλλά τήν ἐπισκεπτόταν μόνο στό σκοτάδι. Τό ἄγαλμά του εὑρίσκετο εἰς τίς Θεσπιές καί ἦταν ἔργο τοῦ Πραξιτέλους.


53

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΨYXH

(Παρά τό ψύχω)

Πανέμορφη κόρη τήν ὁποία ζήλεψε ἡ Ἀφροδίτη καί τῆς ἔστειλε τόν γιό της τόν Ἔρωτα νά τῆς παρακινήσει τήν ἕλξι γιά κάποιον δύσμορφο. Ὅμως τήν ἐρωτεύτηκε ἐκεῖνος, καί τήν ἔκρυψε σέ ἕνα παλάτι, ὅπου τήν ἐπισκεπτόταν μόνο στό σκοτάδι, ἐνῶ τῆς εἶχε ἀπαγορεύσει νά τόν δεῖ στό φῶς. Οἱ ἀδελφές της, ἀπό ζήλεια, τήν ἔπεισαν νά ἀνάψει ἕνα φῶς ὅταν ἐκεῖνος κοιμόταν δίπλα της, καί θαμπωμένη ἀπό τήν ὀμορφιά του τόν ξύπνησε. Τότε ὁ θεός θύμωσε γιά τήν ἀνυπακοή της, τήν ἄφησε, καί ἐκείνη ἄρχισε νά τόν ἀναζητεῖ παντοῦ στήν Γῆ. Τότε ἡ Ἀφροδίτη τῆς ἀνέθεσε νά πραγματοποιήσει ὑπεράνθρωπες πράξεις, τίς ὁποῖες ἔφερε σέ πέρας, στήν τελευταία ὅμως σκοτώθηκε. Τότε ὁ Ζεύς, ἔπειτα ἀπό παρακάλια τοῦ Ἔρωτος, συμφώνησε νά παντρευτοῦν, κι ἐκεῖνος τήν ἔφερε στόν Οὐρανό. Ἕνας μῦθος πού ἐνέπενευσε ἑκατοντάδες καλλιτέχνες, σέ ὅλον τόν κόσμο.

ΑMBPOΣIA

(ἀ στερητικό + βροτός = θνητός)

Ἡ τροφή τῶν ἀθανάτων, τήν ὁποία δέν μποροῦν νά γευθοῦν οἱ θνητοί ἄν καί ἦταν ἐννιά φορές πιό γλυκιά κι ἀπό τό μέλι. Τήν χρησιμοποιοῦσαν ἐπίσης, ὡς καλλυντικό γιά νά διατηροῦν τό σῶμα τους νέο, γιά φάρμακο γιά τίς πληγές τους, ἐνῶ ἐμπόδιζε καί τήν ἀποσύνθεσι τῶν νεκρῶν. Στόν Ὅμηρο διαχωρίζεται ἀπό τό νέκταρ, τό ὁποῖο ἦταν τό ποτό τῶν θεῶν, ἄν καί τά δυό ἀποτελοῦσαν δυό διαφορετικές μορφές τῆς ἴδιας οὐσίας, μᾶλλον τοῦ μελιοῦ. Ἄμβροτα ἤ ἀμβρόσια λέγονταν τά ἀντικείμενα τῶν θεῶν πού εἶχαν ἀλειφθεῖ μέ ἀμβροσία καί παρέμεναν ἄφθαρτα. Μόνον μέ εἰδική εὔνοια κάποιος θνητός μποροῦσε νά τήν δοκιμάσει, ὅπως συνέβη μέ τόν Τά-


54

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

νταλο, ἐνῶ ἡ Ἠώς ἄλειψε μέ ἀμβροσία τόν σύζυγό της Τιθωνό γιά νά σταματήσει τήν γήρανσί του.

ΝEΦEΛH

(ἐκ τοῦ νέφος + ἐλύω = τυλίγω)

Γυναίκα τοῦ Ἰξίωνος, στόν ὁποῖο ὅταν ἐρωτεύτηκε παράφορα τήν Ἥρα, ὁ Ζεύς ἔδωσε μιά νεφέλη (σύννεφο) μέ τήν μορφή τῆς ὑπερτάτης θεᾶς γιά νά τόν ξεγελάσει. Ἀπό τήν ἕνωσι τοῦ Ἰξίωνος μέ αὐτήν τήν Νεφέλη γεννήθηκε ὁ Κένταυρος, ἀρχηγός τοῦ γένους τῶν Κενταύρων, πού κατοικοῦσε γύρω ἀπό τό Πήλιο. Νεφέλη λεγόταν καί ἡ γυναίκα τοῦ Ἀθάμαντος, τοῦ βασιλέως τῶν Μινυῶν, στόν Ὀρχομενό τῆς Βοιωτίας, μητέρα τοῦ Φρίξου καί τῆς Ἕλλης.

AMAΛΘEIA

(ἐκ τοῦ ἀ ἐπιτακτικό + μαλάσσω μέ τήν ἔννοια τοῦ ἀμέλγω =τρέφω)

Ἡ Αἴξ (γίδα) πού θήλασε τόν Δία βρέφος ἐπί τοῦ Κρητικοῦ ὄρους Ἴδη. Ὅμως κατ’ ἄλλη παράδοσι, οἱ Νύμφες Ἀδράστεια καί Ἴδη ἔθρεψαν τόν Δία μέ γάλα πού τό προσέφεραν μέ τό κέρας τῆς Ἀμάλθειας καί ἔγινε τό σύμβολο τῆς ἀφθονίας ἀγαθῶν καί κάθε ἐπιθυμητοῦ πράγματος. Ὁ Ζεύς, ἀπό εὐγνωμοσύνη, ἔκανε τήν Ἀμάλθεια ἀστερισμό καί τό δέρμα της τό χρησιμοποίησε γιά τήν αἰγίδα του, ἡ ὁποία ἦταν ἕνα ἐπιθετικό καί ἀμυντικό ὅπλο τοῦ Διός πού συμπύκνωνε τά σύννεφα καί προκαλοῦσε τίς καταιγίδες (ἀπό ἐκεῖ προέρχεται καί ἡ λέξι).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ´

Θαλάσσιες θεότητες – Tέρατα Ἡ σχέσις τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θάλασσα ἦταν ἰδιαίτερη ἀπό τά προομηρικά χρόνια μέχρι καί σήμερα. Ἡ Ἄννα ΤζιροπούλουΕὐσταθίου στήν μελέτη της Ὁ Ἐν τῇ λέξει λόγος σημειώνει πάνω ἀπό 1.000 λέξεις στήν Ἑλληνική πού ἔχουν σχέσι μέ τό ὑγρό στοιχεῖο. Ἄλλωστε «ἡ θάλασσα ἦταν θυγατέρα τῆς Ἡμέρας καί τοῦ Αἰθέρος, τήν ὁποίαν ἔλεγαν καί πέλαγος. Ταύτην λοιπόν λαβών γυναίκα ὁ Πόντος ἐγέννησε τίς Ὠκεανίδες» (Ἀθανασίου Σταγειρίτου: Ὠγυγία τ.Β). Κυρίαρχος τῶν θαλασσῶν ἦταν ὁ γαιήοχος κυανοχαίτας Ποσειδῶν (Ὀρφεύς, Ὕμνος στόν Ποσειδώνα), πατέρας θαλασσίων καί χθονίων ὀντοτήτων. Κατά τήν Ἀλτάνη (Θεοί, σύμβολα καί ἀρχέτυπα τῶν Ἑλλήνων) «ἡ θάλασσα συμβολίζει τό συναίσθημα, ἔτσι τά τέκνα τοῦ Ποσειδῶνος ἔχουν τήν ἀκατανίκητον τάσιν νά ὁδηγοῦνται ἀπό συναισθηματικά κίνητρα. Μάλιστα τά τέκνα τοῦ Ποσειδῶνος εἶναι κατά πολύ περισσότερα καί συνήθως ἀντιμάχονται τά τέκνα τοῦ Διός» κι αὐτό, ὅπως ἐξηγεῖ ἡ Ἀλτάνη, «εἶναι ἡ ἐπί τῆς οὐσίας,διηνεκής διένεξις τῆς ψυχῆς διά τήν ἐπικράτησιν λογικῆς (Ζεύς) ἤ συναισθήματος (Ποσειδῶν)». Γι’ αυτό καί τά περισσότερα εἶναι θηλυκοῦ γένους, ἀφοῦ ἡ γυναίκα ἔχει μία ἔφυτη ροπή πρός τό συναίσθημα, ὅμως καί τά ἄρρενα τέκνα τοῦ Ποσειδῶνος παρασύρονται ἔντονα ἀπό αὐτό. Δέν μπορεῖ νά περάσει ἀπαρατήρητο ὅτι τά περισσότερα τέρατα καί ὑπερφυσικά φαινόμενα τῆς μυ-


56

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

θολογίας ἔχουν θαλάσσια προέλευσι (Γοργόνες, Κύκλωπες, Μέδουσα, Συμπληγάδες κ.ἄ.). Αὐτό συμβαίνει γιατί τά πάθη τῆς ψυχῆς δημιουργοῦνται ἀπό τά ἀρνητικά συναισθήματα. Ἡ τιθάσευσις τῆς θάλασσας στόν Ἕλληνα συνδέεται μέ τήν ἐκρίζωσι τῶν ἀρνητικῶν στοιχείων τῆς ψυχῆς.


57

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΑMΦITPITH

(ἀμφί + τρέω = ἀποφεύγω, φοβοῦμαι)

Θυγατέρα τοῦ Νηρέως καί τῆς Δωρίδος, ἦταν μία ἀπό τίς Νηρηίδες καί σύζυγος τοῦ Ποσειδῶνος. Ἐπειδή ἀπέφευγε τόν γάμο κρύφτηκε στόν Ἄτλαντα καί ὁ Ποσειδῶν ἔστειλε ἐκεῖ δελφίνι, γιά νά τοῦ τήν φέρει. Γιά ἀμοιβή ὁ Ποσειδώνας ἔταξε στούς ἀστερισμούς τό δελφίνι. Ἐμφανίζεται δίπλα στόν σύζυγό της, στό δυτικό ἀέτωμα τοῦ Παρθενῶνος. Περίφημα ἀνάγλυφα ἀπό τόν γάμο τους ὑπάρχουν στό Λοῦβρο καί στό μουσεῖο τοῦ Μονάχου.

ΩKEANOΣ

(ὠκύς = γρήγορος + νάω = ταξιδεύω)

Ἀπό τούς ἀρχαίους ποιητές ὠκεανός ὀνομάσθηκε ὁ μέγιστος ποταμός «ὁ τήν γῆν κύκλῳ περινοστῶν». Σύμφωνα μέ τήν ἐκδοχή αὐτή παρίσταται στήν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα καί τοῦ Ἡρακλῆ, καί ἦταν ἕνας τεράστιος ποταμός πού περιέβαλλε τήν Γῆ ἀπό παντοῦ. Πρῶτος ὁ Ἡρόδοτος θεώρησε τόν ὠκεανό ὡς θάλασσα. Ἀπό τότε παρέμεινε ἡ λέξις, πού σημαίνει τά ἁλμυρά ὕδατα τῶν μεγαλύτερων ἐκτάσεων ἀπό νερά. Ὁ Ὠκεανός ἦταν τό ἀρχικό στοιχεῖο τοῦ κόσμου, ὁ πατέρας τῶν θεῶν καί ὅλων τῶν πραγμάτων. Ἀπό τήν ἕνωσι αὐτοῦ καί τῆς Τιθύος γεννήθηκαν τρεῖς χιλιάδες ποτάμιοι θεοί καί τρεῖς χιλιάδες Νύμφες, οἱ Ὠκεανίδες, ἀπό τούς ὁποίους προῆλθαν πολλά ἀνθρώπινα γένη.


58

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΑNTAIOΣ

(ἐκ τοῦ ἀντί + αἴα = γαῖα)

Μυθολογικός γίγαντας, υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Γῆς. Ἀπό τή μητέρα του ἄντλησε τό ψυχικό σθένος καί ἐνίσχυσε τίς δυνάμεις του, ὥστε νά προκαλεῖ καί νά καταπαλεύει κάθε ξένο. Ὁ Ἡρακλῆς, ἀφοῦ τόν κράτησε γιά μεγάλο χρονικό διάστημα μετέωρο καί μακρυά ἀπό τό ἔδαφος, τόν ἔπνιξε. Παράλληλα πρός τήν ἑλληνική παράδοσι καί ἡ αἰγυπτιακή μνημονεύει ἀντίστοιχο γίγαντα μέ τό ἴδιο ἑλληνικό ὄνομα, ὁ ὁποῖος ὡς διοικητής τῆς Αἰθιοπίας καί τῆς Λιβύης διακρίθηκε γιά τήν βιαιότητά του. Ἀργότερα θεοποιήθηκε καί ἐλατρεύετο στήν Ἀνταιόπολι, πλησίον τῆς Ἀβύδου.

ΒOYΣIPIΣ

(ἐκ τοῦ βούς + ἴρις)

Βασιλεύς τῆς Αἰγύπτου, υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Λιβύης, πού ἦταν ἐγγονή τοῦ Νείλου. Κατά τόν μύθο ἡ Αἴγυπτος μαστιζόταν κάποτε καί ἐπί ἐννέα ἔτη ἀπό ἀκαρπία, ὅταν ἦλθε ἀπό τήν Κύπρο κάποιος μάντις μέ τό ὄνομα Φράσιος, ὁ ὁποῖος εἶπε στόν Βούσιρι, ὅτι ἡ ἀκαρπία θά ἔληγε ἐάν αὐτός θυσίαζε κάθε χρόνο ἕναν ξένο στόν Δία. Ὁ Βούσιρις ἀμέσως θυσίασε ὅλους τούς ξένους πού ἦλθαν στήν Αἴγυπτο, πλήν ὅμως ὁ Ἡρακλῆς ἔθεσε τέρμα στήν βάρβαρη αὐτή σκληρότητα. Ὅταν ἦλθε στήν Αἴγυπτο γιά τά μῆλα τῶν Ἑσπερίδων ἤ τά βόδια τοῦ Γηρυόνη συνελήφθη γιά νά θανατωθεῖ, πλήν ὅμως διέρρηξε τά δεσμά καί φόνευσε τόν Βούσιρι


59

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

AMYKOΣ Υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Βιθυνίδος ἤ τῆς Μελίας νύμφης, βασιλιάς τῶν Βεβρύκων τῆς Βιθυνίας. Περίφημος πυγμάχος, προκαλοῦσε τούς ναυτιλόμενους πρός τόν Πόντο νά παλέψουν μέ αὐτόν, πρίν πλησιάσουν μέ τά πλοῖα τους τήν χώρα του γιά προμήθεια νεροῦ. Ὅλους τούς ἐξολόθρευε, ἀλλ’ ὅμως ὅταν διήρχοντο ἀπό ἐκεῖ οἱ Ἀργοναῦτες, ὁ Πολυδεύκης τόν νίκησε καί τόν ἔδεσε σέ ἕνα δένδρο. Τόν ὑποχρέωσε δέ, νά ὁρκισθεῖ πώς στό μέλλον θά ἄφηνε τούς ξένους νά πλησιάσουν τίς πηγές του. Σώθηκαν πολλές παραστάσεις αὐτοῦ ἐπί διαφόρων μνημείων, ἀλλά ἡ καλλίτερη ἀπό ὅλες ἦταν στό μουσεῖο τοῦ Κιρχερίου στήν Ρώμη.

AXEΛΩOΣ

(ἐκ τοῦ ἄχα = νερό)

Ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ποταμούς τῆς Ἑλλάδος καί κατά τόν μῦθο υἱός τοῦ Ὠκεανοῦ καί τῆς Γῆς καί πατέρας τῶν Σειρήνων, τίς ὁποῖες γέννησε ἀπό μία τῶν Μουσῶν, (Καλλιόπη, Καλλιρρόη, ἤ Τερψιχόρη) ἤ ἀπό τήν Στερόπη, θυγατέρα τοῦ Παρθάονος. Ἀπεικονίζετο μέ τήν μορφή τοῦ ταύρου καί μέ κεφαλή ἀνθρώπου. Στά νομίσματα τῶν Ἀκαρνάνων ἔφερε γένια («πωγωνοφόρος») ἤ ἦταν ἀγένειος, ἐνῶ στά νομίσματα τῶν Μεταποντίων ἐνεφανίζετο ὡς γέροντας μέ κέρατα (κερασφόρος γέρων). Τό ἀρχικό ὄνομα τοῦ Ἀχελώου ἦταν Θόας, ἕνεκα τῆς μεγάλης ταχύτητός του.

ΑIΓINA Ἡ ὡραιότερη ἀπό της εἴκοσι κόρες τοῦ ποταμοῦ Ἀσωποῦ, τήν ὁποία ἅρπαξε ὁ Δίας, μεταμορφωμένος σέ ἀετό, ἐπειδή ὅμως φο-


60

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

βόταν τήν ζήλια τῆς Ἥρας τήν ἔκρυψε σέ ἕνα ἐρημονήσι, τήν Οἰνώνη, πού ἀπό τότε ὀνομάστηκε Αἴγινα. Ἐκεῖ γέννησε τόν γιό της τόν Αἰακό. Ἡ Ἥρα ὅμως τήν βρῆκε καί ἔστειλε τόν θάνατο σέ ὅλους τούς κατοίκους τοῦ νησιοῦ. Τότε ὁ Αἰακός ζήτησε ἀπό τόν πατέρα του νά ἐπανδρώσει τήν ἔρημη χώρα μεταμορφώνοντας σέ ἀνθρώπους ὅλα τά μυρμήγκια πού ὑπῆρχαν στήν ἱερή βελανιδιά τοῦ Διός στό νησί. Ὁ Ζεύς τοῦ ἔδωσε ἕναν νέο λαό, τούς περίφημους Μυρμιδόνες πού πολέμησαν στόν Τρωϊκό πόλεμο.

ΑIAKOΣ

(ἐκ τοῦ ἀΐσσω = ὁρμῶ)

Λίαν διαπρεπές πρόσωπο τῆς προϊστορικῆς ἐποχῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἦταν κατά τόν μύθο υἱός τοῦ Διός καί τῆς Αἴγινας, κόρης τοῦ ποταμοῦ Ἀσωποῦ, τήν ὁποία ὁ Ζεύς, μεταμορφωθείς σέ ἀετό, ἅρπαξε καί μετέφερε στήν Οἰνοπία, πού μετονομάσθηκε κατόπιν ἀπό τήν ἴδια σέ Αἴγινα, ἔνθα καί γεννήθηκε ὁ Αἰακός. Ἐπειδή ὁ Αἰακός ἦταν μόνος στό νησί καί εἶδε σέ ἕνα δένδρο πλῆθος μυρμηγκιῶν, παρακάλεσε τόν Δία νά τοῦ στείλει τόσους πολλούς ἀνθρώπους, ὅσα καί τά μυρμήγκια. Ὁ Ζεύς ἔκανε δεκτή τήν παράκλησί του καί μεταμόρφωσε τά μυρμήγκια σέ ἀνθρώπους.

ΑIΓΛΗ

(ἐκ τοῦ αἴσσω + λάω = φῶς ἡλίου, δόξα)

Ὄνομα Νυμφῶν, Ναϊάδων κλπ. πού ἐκφράζει λάμψι, ἀκτινοβολία, λαμπρή φήμη, μεγαλοπρέπεια. Αἴγλη λεγόταν ἡ μητέρα ἀλλά καί ἡ πρώτη κόρη τοῦ Ἀσκληπειοῦ (ἀδελφή τῆς Πανάκειας, τῆς Ὑγείας καί τῆς Ἰασοῦς), ἐνῶ ὁ ἴδιος ὀνομαζόταν καί Αἰγλάωρ. Τά ὀνόματα τῶν τεσσάρων θυγατέρων του ἐκφράζουν τήν ἔννοια


61

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τῆς σωματικῆς καί ψυχικῆς ὑγείας. Αἴγλη ὀνομαζόταν καί ἡ κόρη τοῦ Ἡλίου καί τῆς Κλυμένης, ἡ ὁποία θρήνησε παράφορα τόν χαμό τοῦ ἀδελφοῦ της Φαέθοντος, γι’ αὐτό ὁ Ζεύς τήν μεταμόρφωσε σέ λεύκη (αἴγειρον), ἀλλά παρά τήν μεταμόρφωσι, αὐτή ἐξακολούθησε νά πονᾶ καί νά κλαίει.

ΜEΛANIΠΠH

(ἐκ τοῦ μέλας = μελαχρινή)

Θυγατέρα τοῦ Αἰόλου, υἱοῦ τοῦ Ἕλληνος, ἀπό τήν ≠πππη, κόρη τοῦ Χείρωνος. Τήν ἀποπλάνησε ὁ Ποσειδῶν ἀπό τόν ὁποῖο ἀπέκτησε δυό δίδυμους υἱούς, τόν Αἴολο καί τόν Βοιωτό. Ἐπειδή φοβόταν τόν πατέρα της τύλιξε τά βρέφη σέ δέρμα ἄγριου ζώου καί τά ἄφησε, σώθηκαν ὅμως μέ τήν βοήθεια τοῦ πατέρα τους. Ἀργότερα ἔγιναν οἱ γενάρχες τῶν Αἰολέων καί τῶν Βοιωτῶν. Στή Μελανίππη ἀναφέρεται καί ὁ Εὐριπίδης στό δράμα του «Μελανίππη ἡ δεσμώτις». Μελανίππη ὀνομαζόταν καί μία ἀπό τίς ἐπιφανεῖς Ἀμαζόνες, θυγατέρα τοῦ Ἄρεως, ἀδελφή τῆς βασίλισσας Ἱππολύτης. Συνελήφθη ἀπό τόν Ἡρακλῆ καί ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν ἀδελφή της ἀφοῦ τήν ἀντάλλαξε μέ τήν περίφημη ζώνη της.

ΝHPEYΣ

(ἐκ τοῦ νάω = ρέω, νηρόν, ναρόν, «νερό»)

Κατά τόν Ἡσίοδο ὁ πρεσβύτερος υἱός τοῦ Πόντου, πού ἦταν ἡ προσωποποίησι τῆς θάλασσας πρίν ἀπό τόν Ποσειδώνα, καί τῆς Γαίας. Ἀπό τήν Δωρίδα ἀπέκτησε πενήντα θυγατέρες, τίς Νηρηίδες, μέ τίς ὁποῖες κατοικοῦσε στά βάθη τῆς θάλασσας καί κυρίως στό Αἰγαῖο πέλαγος. Παριστάνεται ὡς γέροντας μέ πλατύ χαμόγελο, πού ἔχει τό θεϊκό δῶρο νά μεταμορφώνεται κατά βούλησι σέ διά-


62

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

φορες μορφές. Ἦταν αὐτός πού εἶχε προφητεύσει στόν Πάρι, ὅταν ἀπήγαγε τήν Ἑλένη τήν καταστροφή τῆς πατρίδος του. Ἐπίσης ἐμφανίζεται σέ παραστάσεις ὡς ὁ γέροντας πού δείχνει στόν Ἡρακλῆ τόν δρόμο πρός τίς Ἑσπερίδες.

ΝHPHIΔEΣ

(ἐκ τοῦ νάω = ρέω)

Μορφές τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, θυγατέρες τοῦ Νηρέως καί τῆς Ὠκεανίδος Δωρίδος. Kατά τόν Ἡσίοδο ἦσαν πενήντα, κατά νεωτέρους δέ ἑκατό. Τά ὀνόματά τους ἀντιστοιχοῦν στίς ἰδιότητες τοῦ στοιχείου πού ἐκπροσωποῦν. Παριστάνονται ὡς νεαρά κορίτσια πού κατοικοῦσαν σέ κάθε εἴδους νεροῦ, ἁλμυροῦ ἤ γλυκοῦ, πάντα καλοκάγαθες ἀπέναντι στούς ἀνθρώπους. Διαμένουν μαζί μέ τόν πατέρα τους στά βάθη τῆς θάλασσας καί βοηθοῦν τούς ταξιδιῶτες, ἐνῶ ὁ πατέρας τους πολλές φορές εἶναι ἄγριος καί ἐπικίνδυνος. Γνωστότερες Νηρηίδες ἦταν ἡ Ἀμφιτρίτη, ἡ γυναίκα τοῦ Ποσειδῶνος, ἡ Θέτις, γυναίκα τοῦ Πηλέως καί μητέρα τοῦ Ἀχιλλέως, ἡ Γαλάτεια, πού τήν ἐρωτεύτηκε ὁ κύκλωπας Πολύφημος κ.ἄ.

ΓΛAYKOΣ

(ἐκ τοῦ γλαυκός = λαμπρός)

Ἕλληνας ἥρωας ἤ θεός, προσωποποίησις τῶν κυμάτων, πού λατρευόταν ἀπό τούς ναυτικούς τῶν Κυκλάδων καί τῶν ἄλλων ἑλληνικῶν ἀκτῶν. Ἦταν ψαράς, υἱός τῆς Ἀλκυόνης, καί μεταβλήθηκε σέ θαλάσσιο δαίμονα, προλέγοντας στούς ἀνθρώπους, κυρίως στούς στούς ναυτικούς, τό μέλλον. Στήν ἐποχή τοῦ Παυσανία ὑπῆρχε πλησίον τῆς θάλασσας τῆς Ἀνθηδόνος τό λεγόμενο «Γλαύκου πήδημα», τόπος ἀπό τόν ὁποῖο εἶχε πηδήσει ὁ Γλαῦκος στήν θάλασσα, ἀφοῦ


63

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἔφαγε μαγικό χορτάρι, πού εἶχε τήν δύναμι νά ἀποδίδει τήν ζωή στά ψάρια. Ὕστερα ἀπό αὐτό ὁ Γλαῦκος ἔγινε σύντροφός τοῦ Νηρέως καί τῶν Νηρηίδων. Ἔλαβε δέ μέρος, καί στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία. Γλαῦκος λεγόταν καί ὁ ἀρχηγός τῶν Λυκίων πού πολέμησαν στό πλευρό τῶν Τρώων στό Ἴλιον. Ἦταν ἀπό τούς πρώτους στήν μάχη, δέν δέχθηκε ὅμως νά μονομαχήσει μέ τόν Διομήδη, διότι οἱ πρόγονοί τους εἶχαν συνδεθεῖ μέ τόν ἱερό δεσμό τῆς φιλοξενίας. Σκοτώθηκε ἀπό τόν Αἴαντα τόν Τελαμώνιο, ἐνῶ ὁ τελευταῖος πολεμοῦσε πάνω στήν σορό τοῦ Πατρόκλου.

ΤPITΩN

(Τριτώ = ἡ κεφαλή)

Θαλάσσια θεότητα, υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Ἀμφιτρίτης, πού κατοικοῦσε στά χρυσά ἀνάκτορα τῶν γονέων του στά βάθη τῆς θάλασσας. Βοήθησε τούς Ἀργοναῦτες νά βγοῦν ἀπό τήν Τριτωνίδα λίμνη, ὅταν εἶχε σφηνώσει ἡ Ἀργώ. Ἦταν ἄνθρωπος μέχρι τήν κοιλιά, καί ἀπό ἐκεῖ καί κάτω δελφίνι. Νικήθηκε ἀπό τόν Ἡρακλῆ, ὅταν αὐτός χρειαζόταν νά μάθει ποῦ βρίσκονταν τά μῆλα τῶν Ἑσπερίδων. Βοήθησε τήν ὑποχώρησι τῶν ὑδάτων στόν κόσμο, μετά τόν κατακλυσμό. Κρατοῦσε μία θαλάσσια κόγχη πού ἔβγαζε ἤχους, στούς ὁποίους δέν μποροῦσε νά ἀντισταθεῖ κανείς. Σκοτώθηκε ἀπό τόν Διόνυσο, ὅταν ὁ τελευταῖος πῆγε νά βοηθήσει τίς Ταναγραῖες γυναῖκες, οἱ ὁποῖες εἶχαν δεχθεῖ ἐπίθεσι ἀπό τόν Τρίτωνα. Τόν τιμοῦσαν περισσότερο στήν Ἀττική καί τήν Βοιωτία καί πίστευαν πώς ἦταν ἐκεῖνος πού ἀνατάραζε τήν θάλασσα. Ἐπίσης τόν ἐπικαλοῦντο γιά ἕνα καλό ψάρεμα ἤ ἕνα καλό ταξίδι.


64

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚENTAYPOI

(ἐκ τοῦ κεντῶ + αὔρα)

Μυθολογικά τέρατα, κατά τό ἄνω μισό ἄνθρωπος καί κατά τό ἄλλο μισό ἵππος (ἄλογο). Οἱ Κένταυροι, κατά τόν Ὅμηρο, ἦσαν φυλή ἄγρια τῆς Θεσσαλίας, πού κατοικοῦσε μεταξύ τοῦ Πηλίου καί τῆς Ὄσσας. Οἱ Κένταυροι ἐξολοθρεύτηκαν ἀπό τούς Λάπιθες, βοηθούμενοι ἀπό τόν Θησέα, πού ἦταν φίλος τοῦ Πειρίθου, γιατί, κατά τόν μύθο, οἱ Κένταυροι προσῆλθαν στό γάμο τοῦ Πειρίθου, ἀλλά μέθυσαν καί ἅρπαξαν τήν νύμφη Ἱπποδάμεια καί τίς γυναῖκες τῶν Λαπιθῶν καί ἔτσι ἔγινε μάχη μέ νικητές τούς Λάπιθες. Ἡ ἔννοια τοῦ κενταύρου συμβολίζει τήν εἰκόνα τοῦ πάσχοντος ἀνδρός, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ διεσπασμένος ἐντός δυό σωμάτων, ἀπό τήν μέση καί κάτω ἵππος καί ἀπό τήν μέση καί πάνω ἄνθρωπος.

ΝHΛEYΣ

(ἐκ τοῦ νή + ἔλεος, ἀνηλεής)

Υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Τυροῦς, πατέρας τοῦ Νέστορος. Μαζί μέ τόν ἀδελφό του Πελία ἐγκαταλείφθηκε ἀπό τήν μητέρα του καί ἀνατράφηκε ἀπό τούς ἱπποτροφεῖς, οἱ ὁποῖοι βρῆκαν αὐτούς. Ἀφοῦ ἦλθε σέ φιλονικία μέ τόν ἀδελφό του γιά τήν διαδοχή στόν θρόνο ἔφυγε πῆγε στήν Μεσσηνία, ὅπου ἵδρυσε τήν Πύλο. Στήν συνέχεια παντρεύτηκε τή Χλωρίδα, θυγατέρα τοῦ Ἀμφίωνος, καί ἀπέκτησε πολλά παιδιά, μεταξύ αὐτῶν καί ὁ Νέστορας. Ὅταν ὁ Ἡρακλῆς σκότωσε τόν Ἴφιτο ζήτησε κάθαρσι ἀπό τόν Νηλέα, ὁ ὁποῖος τοῦ τήν ἀρνήθηκε. Tότε ὁ Ἡρακλῆς ἐξεστράτευσε ἐναντίον τῆς Πύλου καί σκότωσε τόν Νηλέα καί ὅλους τούς γιούς του ἐκτός ἀπό τόν Νέστορα. Σύμφωνα μέ ἄλλη ἐκδοχή πῆρε μέρος στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία.


65

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΧIMAIPA Τρίμορφο τέρας τό ὁποῖο εἶχε ἀναθρέψει ὁ βασιλιάς τῆς Καρίας Ἀμισόδωρος. Γεννήθηκε ἀπό τόν Τυφῶνα καί τήν Ἔχιδνα καί εἶχε τρία κεφάλια λιονταριοῦ, αἴγας καί δράκοντος καί ἀπό τά στόματά της ἔβγαιναν στρόβιλοι φωτιᾶς. Ἀπό τόν Ὄρθο γέννησε τήν Σφίγγα καί τόν λέοντα τῆς Νεμέας. Ὁ Ὅμηρος τήν τοποθετεῖ στήν Λυκία, στήν κοιλάδα τοῦ ποταμοῦ ὑάνθου. Ἐκεῖ τήν βρῆκε ὁ Βελλεροφόντης καί τήν σκότωσε μέ τήν βοήθεια τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς πετώντας πάνω στόν Πήγασο. Λέγεται ὅτι ἦταν ἀλληγορία τοῦ ἡφαιστειώδους χαρακτήρα τῆς Λυκίας, ἐνῶ ἡ Κόρινθος τήν εἶχε ὡς οἰκόσημό της. Συμβολίζει τήν μιαρή φαντασίωσι πού ἀποστρέφει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πραγματικότητα.

ΓOPΓΩ

ΓOPΓONA

Θαλάσσιο τέρας, τοῦ ὁποίου τήν κεφαλή κατά μέν τήν Ἰλιάδα ἔφερε ὡς φόβητρο ἡ αἰγίδα τοῦ Διός, κατά δέ τήν Ὀδύσσεια κατεῖχε στόν Ἅδη ἡ Περσεφόνη. Κατά τούς ἀττικούς μύθους τήν Γοργόνα γέννησε ἡ Γῆ, ἦταν σύμμαχος τῶν Γιγάντων καί στήν γιγαντομαχία τήν φόνευσε ἡ Ἀθηνᾶ καί τήν δορά αὐτῆς τήν ἔφερε ὡς θώρακα. Ἀπό τό αἷμα τῆς Γοργοῦς σταγόνες ἔδωσε ἡ θεά στόν Ἐριχθόνιο, οἱ ὁποῖες εἶχαν διπλή δύναμι, θανάσιμη καί ἰαματική. Σύμφωνα μέ ἄλλη ἐκδοχή οἱ γοργόνες ἦταν τρεῖς: ἡ Σθενώ, ἡ Εὐρυάλη καί ἡ Μέδουσα. Ἡ τελευταία ἦταν ἡ μόνη θνητή καί τήν ἀποκεφάλισε ὁ Περσεύς.


66

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΝAΪAΔEΣ

(ἐκ τοῦ νάω = ρέω)

Νύμφες τῶν πηγῶν, τῶν ποταμῶν καί τῶν λιμνῶν, ἀναλόγως ὀνομάζονται Κρηνηίδες, Ποταμίδες, Λιμνάδες κ.ἄ. Κόρες τοῦ Διός, οἱ ὁποῖες προσκαλοῦνταν στόν Ὄλυμπο, στά θεῖα συμβούλια μέ μεγάλες τιμές. Τούς ἀπέδιδαν ἰαματικές καί μαντικές δυνάμεις, ἐνῶ ἐάν κάποιος ἤ κάποια πέθαινε σέ πολύ νεαρά ἡλικία πίστευαν ὅτι τόν ἔπαιρναν αὐτές. Χάριζαν τόν ἔρωτά τους σέ θεούς ἀλλά ἰδιαίτερα σέ ὡραίους νέους καί ἀπό αὐτές τίς ἑνώσεις γεννιόντουσαν ἥρωες, ποιητές, καλλιτέχνες καί σοφοί, γίνονταν ὅμως πολύ σκληρές ἐάν ὁ ἐραστής τους τίς ἀπατοῦσε. Γενικά ὅμως ἦταν πνεύματα ἀγαθοεργά καί ἔσπευδαν πάντα σέ βοήθεια ὅποτε τούς τό ζητοῦσαν. Ἦταν αὐτές πού ἔδωσαν στόν Περσέα τά φτερωτά πέδιλα, καί αὐτές πού μεταμόρφωσαν τήν Σύριγγα σέ καλάμι γιά νά μήν τήν ἁρπάξει ὁ Πάν.

ΠPΩTEYΣ

(ἐκ τοῦ πρῶτος)

Κατά τόν Ὅμηρο ὁ «ἅλιος γέρων», πού ἔβοσκε τίς φώκιες τοῦ Ποσειδῶνος καί ὁ ὁποῖος εἶχε τήν δύναμι νά προφητεύει, μποροῦσε δέ νά προσλαμβάνει ποικίλες μορφές. Εἶχε κατοικία τό νησί Φάρος, κατά τόν Βιργίλιο, πού βρίσκεται μεταξύ Κρήτης καί Ρόδου. Κάθε μεσημέρι ἀναδυόταν ἀπό τά κύματα καί κοιμόταν στήν ἀκτή καί γύρω του ἦσαν οἱ φώκιες. Ὅποιος προσπαθοῦσε νά μεταχειρισθεῖ βία ἐναντίον του, τήν ἀπέφευγε ἀλλάζοντας μορφή. Ὁ Μενέλαος κατά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Τροία, τόν αἰφνιδίασε τήν ὥρα πού κοιμόταν καί παρά τίς μεταμορφώσεις του τόν κράτησε γερά ὥσπου τοῦ εἶπε τόν τρόπο γιά νά γυρίσει στήν πατρίδα του.


67

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

APΠYIAI

(ἐκ τοῦ ἁρπάζω)

Μυθολογικά τέρατα, θυγατέρες τοῦ Θαύμαντος καί τῆς Ἠλέκτρας πού ὀνομάζοντο Ἀελλώ, Ὠκυπέτη καί Κελαινώ. Ἦταν ἀδελφές τῆς Ἴριδος καί ἦταν γρήγορες ὅπως ἐκείνη, γι’ αὐτό ὁ Ἅδης τίς πῆρε ὡς ἀγγελιοφόρους του. Ἐξαπατοῦν τούς ἄνδρες μέχρι παραφροσύνης, ἐνῶ ὅσοι ναυτικοί δέν γύριζαν, πίστευαν ὅτι τούς εἶχαν ἁρπάξει οἱ Ἅρπυιες. Στόν Ὅμηρο ἀναφέρεται ἡ Ποδάργη, μητέρα τῶν ἵππων τοῦ Ἀχιλλέως ὑάνθου καί Βαλίου, (μέ πατέρα τόν Ζέφυρο), ἐνῶ κατά τόν Στησίχορο οἱ ἵπποι τῶν Διοσκούρων Φλογίας καί Ἅρπαγος ἦσαν παιδιά της. Ἦταν ἡ προσωποποίησις περιστρεφόμενου ἀνέμου ἤ τυφῶνος.

KYKNOΣ

(ἐκ τοῦ κλῶ = φωνάζω, κύκλος, κύκνος)

Υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Καλύκης. Ἡ μητέρα του τόν ἐγκατέλειψε στήν παραλία τῆς Τρωάδος, ὅπου τόν βρῆκαν ψαράδες καί τόν ὀνόμασαν κύκνο διότι τό κεφάλι του ἦταν λευκό σάν τό χιόνι. Ἦταν ἄτρωτος καί εἶχε γιγαντιαῖο ἀνάστημα καί δύναμι. Ἡ δεύτερη σύζυγός του, ἡ Φιλονόμη, τόν ἐξαγρίωσε ἐναντίον τῶν παιδιῶν πού εἶχε μέ τήν πρώτη του σύζυγο, τήν Πρόκλεια τά ὁποῖα τά ἔβαλε σέ μιά κασέλα καί τά πέταξε στήν θάλασσα. Ἡ κασέλα βγῆκε στήν Τένεδο, ὅπου ὁ ἕνας γιός του, ὁ Τένης ἵδρυσε τήν ὁμώνυμη ἀποικία. Ἀργότερα, ὁ Κύκνος μετάνοιωσε γιά τήν πρᾶξι του, βρῆκε τόν γιό του, καί ξεκίνησε μαζί του γιά νά βοηθήσει τούς Τρῶες ἐναντίον τῶν Ἀχαιῶν. Σκοτώθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀχιλλέα, πού ἔπνιξε τόν ἄτρωτο Κύκνο μέ τό ἴδιο τό λουρί τῆς περικεφαλαίας του. Ὁ Ποσειδῶν τόν μεταμόρφωσε στό ὁμώνυμο πουλί.


68

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΑTΛANTIΔA

(ἀ- ἐπιτακτικό + τλάω= ὑπομένω)

Μυθική ἤπειρος τήν ὁποία πολλοί ἐπιστήμονες τοποθετοῦν δυτικά τοῦ γνωστοῦ στήν ἀρχαιότητα κόσμου, πέρα ἀπό τίς Ἡράκλειες στῆλες. Σύμφωνα μέ τόν Πλάτωνα, 9000 χρόνια πρίν ἀπό τήν ἐποζή του, οἱ Ἀθηναῖοι ἀπέκρουσαν ἐπιδρομή τῶν Ἀτλάντων πού εἶχαν ἐξορμήσει ἐναντίον τους. Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ πολέμου ἦταν νά γίνει ἕνας τεράστιος σεισμός ὁ ὁποῖος κατεβύθισε ὁλόκληρη τήν Ἀτλαντίδα, ἐνῶ μετά ἀκολούθησε ὁ κατακλυσμός. Ἡ Ἀτλαντίς ἦταν μιά εὔφορη χώρα ὅπου ζοῦσε ὁ Εὐήνωρ μέ τήν σύζυγό του Λευκίππη καί τήν κόρη τους Κλειτώ, τήν ὁποία ἐρωτεύθηκε ὁ Ποσειδῶν καί ἀπέκτησε μαζί της πέντε ζεύγη δίδυμων υἱῶν καί τόν πρωτότοκο τόν Ἄτλαντα τόν ἔκανε βασιλιά τοῦ μεγάλου νησιοῦ. Ἡ χώρα ἔγινε βαθμιαία πολύ ἰσχυρή καί πλούσια μέ ἀποτέλεσμα οἱ κάτοικοί της νά γίνονται ἄδικοι καί πλεονέκτες. Ὁ ἀείμνηστος Θέοδωρος Ἀξιώτης στό ἔργο του Ἀτλαντίδα περιγράφει τήν δομή ἀλλά καί τήν ἄψογη ὀχύρωσι τῆς πρωτεύουσας τῆς χώρας ἡ ὁποία ἦταν κυριολεκτικά ἀπόρθητη. Ἀποτελεῖτο ἀπό δέκα ὁμόκεντρα κυκλικά νησιά, γιά κάθε ἕνα ἀπό τά παιδιά τοῦ Ποσειδῶνος. Ἡ εὕρεσις τῆς Ἀτλαντίδος παραμένει ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα μυστήρια τοῦ κόσμου.

ΜΕΡΩΨ - ΜΕΡΟΠΗ

(ἐκ τοῦ μερίζω + ὄψ = ὁ ὁμιλῶν ἐνάρθρως)

Υἱός τοῦ Τριόπος, βασιλέως τῆς Κῶ, ἡ ὁποία λεγόταν καί Μερόπη ἀπό τό ὄνομά του, ἀλλά καί Κῶς ἀπό τήν ὁμώνυμη κόρη του. Εἶχε ἄλλη μία κόρη τήν Ἠπιόνη πού ἔγινε γυναίκα τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ἀλλά καί ἕναν υἱό τόν Εὔμηλο. Γυναίκα του ἦταν ἡ νύμφη Ἐχέμεια, ἡ ὁποία ὅμως ἀπαρνήθηκε τήν Ἀρτέμιδα, γι’ αὐτό το-


69

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ξεύθηκε ἀπό τήν θεά. Ὁ Μέροψ τότε, ἀπό ἔρωτα γιά αὐτήν, θέλησε νά τήν ἀκολουθήσει στόν Ἅδη καί ἡ Ἥρα τόν μεταμόρφωσε σέ ἀετό γιά νά τόν βραβεύσει γιά τήν συζυγική του πίστι. Μερόπη λεγόταν μία ἀπό τίς Πλειάδες, ἡ μόνη θνητή, ἡ ὁποία παντρέυτηκε τόν Σίσυφο καί γέννησε τόν Γλαῦκο.

ΧEIPΩN

(ἐκ τοῦ χείρ, ἦτο ἰατρός)

Ἕνας ἀπό τούς Κενταύρους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μυθολογίας, ὁ Χείρων ξεχώριζε ἀπό τούς συντρόφους του, πού παρουσιάζονταν ἄγριοι καί σκληροί, μέ τήν ἐξαιρετική σοφία του. Κατά τήν ἀρχαία παράδοσι, πολλοί ἥρωες καί μεταξύ αὐτῶν καί ὁ Ἀχιλλεύς εἶχαν ζήσει τά νεανικά τους χρόνια στήν σχολή τοῦ Χείρωνος, σέ μιά σπηλιά τοῦ Πηλίου. Ὡς δάσκαλος ἡρώων ὁ Χείρων χρειάστηκε νά ἀντιμετωπίσει πολλά ἄγρια τέρατα τῶν δασῶν, πού κατά τήν θρησκευτική δοξασία πολλῶν πρωτόγονων λαῶν μετέβαλλαν τούς νέους σέ ὥριμους ἄνδρες. Συμβολίζει τόν ἔλεγχο τοῦ νοῦ στίς γενετήσιες ὁρμές. Ὁ Χείρων ἦταν ὁ σύνδεσμος ἀθανάτων-θνητῶν εἰς τό ὕψιστον ἔργον τῆς αὐτοθεραπείας.

ΥAΔEΣ

(ἐκ τοῦ ὕειν = βρέχειν, κοῖλον σκεύος γιά ὑγρά)

Νύμφες τῆς βροχῆς καί τῆς ὑγρασίας. Θεωροῦνται κόρες τοῦ Ἥλιου, πέθαναν ἀπό θλίψι γιά τήν πτῶσι τοῦ ἀδελφοῦ τους Φαέθοντος. Ὡς κόρες τοῦ Ἄτλαντος ἔλιωσαν ἀπό τόν πόνο γιά τό θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Ὕφαντος, πού τόν κατασπάραξε ἕνα λιοντάρι. Οἱ Ὑάδες, ὡς Νύμφες, ἀνέθρεψαν τόν Διόνυσο, ὅταν ἦταν βρέφος καί γιά νά τίς τιμήσει ὁ Ζεύς τίς μεταμόρφωσε σέ ἀστερισμό.


70

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Οἱ πηγές καί οἱ ποταμοί βρίσκονταν ὑπό τήν προστασία τους. Ἀνατέλλουν τόν Μάιο, μαζί μέ τίς ἀνοιξιάτικες βροχές. Ἐτυμολογικά, προέρχονται ἀπό τό ρῆμα «ὕω» πού σημαίνει βρέχω, ἐξ οὗ καί τό ὕδωρ, ἀλλά οἱ Ρωμαῖοι παρεξήγησαν τήν ἐτυμολογία τῆς ὀνομασίας, νομίζοντας ὅτι πρόκειται γιά τό ὗς «ὗ» πού σημαίνει χοῖρος καί ὀνομάσαν τόν ἀστερισμό Suculae (χοιρίδια).

ΥΠEPBOPEIOI (οἱ πέραν τοῦ Βορέα)

Κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ ἀπώτατου Βορρᾶ. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν πώς στήν χώρα τῶν Ὑπερβορείων ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καί δύει μόνον μία φορά τόν χρόνο, διαπίστωσι πού ἀποδεικνύει ὅτι τήν εἶχαν ἐπισκεφθεῖ. Ὁ Ἀθανάσιος Σταγειρίτης τούς ὀνομάζει περιβόητο καί ἐπισημότατο ἔθνος τῆς ἀρχαιολογίας (Ὠγυγία τ.Δ΄). Ἦταν εὐγενής, εἰρηνόφιλος λαός πού ζοῦσε μέσα στην ἁρμονία, εἶχαν ἄφθονους καρπούς, δέν γνώριζαν τήν δυστυχία καί πέθαιναν μόνον ὅταν τό ἐπιθυμοῦσαν. Συνδέονταν μέ τήν λατρεία τοῦ φωτός, γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόλλων ζοῦσε μαζί τους κατά τήν διάρκεια τοῦ χειμώνα ἐνῶ ξαναγύριζε στούς Δελφούς τό καλοκαίρι. Ἔστειλαν τίς προσφορές τους πρός τήν Δῆλο μέ δυό κόρες τους, τήν Ὑπερόχη καί τήν Λαοδίκη, ἀλλά οἱ παρθένες γοητεύτηκαν ἀπό τό νησί καί παρέμειναν ἐκεῖ μέχρι τόν θάνατό τους. Πρός τιμήν αὐτῶν οἱ κόρες τῶν Δηλίων ὅταν παντρεύονταν ἔκοβαν μία πλεξούδα ἀπό τά μαλλιά τους καί τήν τοποθετοῦσαν στόν τάφο τῶν δυό κορῶν.


71

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚAΣTAΛIA

(ἐκ τοῦ κάστον = ξύλον + ἅλς)

Δελφική νύμφη, κόρη τοῦ Κηφισοῦ καί τῆς Λιλαίας. Γιά νά ξεφύγει ἀπό τήν καταδίωξι τοῦ Ἀπόλλωνος κατέφυγε σέ μία πηγή κοντά στούς Δελφούς γιά νά κρυφτεῖ. Ἡ πηγή ἔκτοτε πῆρε τό ὄνομά της καί μέ τό νερό της καθάριζαν τά μαλλιά τους οἱ ὑπηρέτες τοῦ ναοῦ, ἐνῶ ἔπλεναν μέ αὐτό ὅλα τά ἱδρύματα τοῦ ἱεροῦ χώρου. Ἡ Κασταλία πηγή ἀνακαλύφθηκε τό 1870 στόν δρόμο μεταξύ Ἀράχωβας καί Δελφῶν. Δέν πρέπει νά συγχέεται μέ τήν Κασσοτίδα πηγή (ἀπό τό ὄνομα τῆς κόρης τοῦ Παρνασσοῦ) ἡ ὁποία ἀνέβλυζε μέσα στό ἄδυτο τοῦ ἱεροῦ του Ἀπόλλωνος καί ἀπό ἐκεῖ ἔπινε ἡ Πυθία τό «λάλον ὕδωρ» καί ἔδινε τίς προφητεῖες.

ΣTYΞ

(ἐκ τοῦ στυγῶ = μισῶ)

Ποτάμιο πνεῦμα καί κόρη τοῦ Ὠκεανοῦ, ἡ ὁποία βοήθησε πολύ τόν Δία στόν πόλεμο μέ τούς Τιτάνες καί ἐκεῖνος, τηρώντας τήν ὑπόσχεσί του, τήν μεταμόρφωσε στήν ἱερότερη πηγή τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Τά νερά της προέρχονταν ἀπό τόν Χελμό καί κατέληγαν σέ ἕνα χείμαρρο πού τρέχει στόν ποταμό Κράθη ἀκόμα καί σήμερα. Ὁ Κράθης ἦταν ὁ κυριότερος ποταμός τοῦ Τάρταρου. Οἱ θεοί ἔδιναν τόν ὑπέρτατο ὅρκο τους στά ὕδατα τῆς Στυγός καί ἡ παραβίασίς του εἶχε τρομερές συνέπειες, μεταξύ ἄλλων, βαρύ ὕπνο πού ἔμοιζε μέ θάνατο ἐπί δέκα χρόνια. Τά ὕδατα αὐτά ἦταν θανατηφόρα γιά ὅποιον τά ἔπινε καί δέν μποροῦσε κανείς νά τά συλλέξει παρά μόνον σέ δοχεῖο ἀπό ὄνυχα ἀλόγου. Ἡ Θέτις ὅμως, βρῆκε τόν τρόπο νά βαφτίσει τόν Ἀχιλλέα στά ἱερά ὕδατα τῆς Στυγός γιά νά τόν καταστήσει


72

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἄτρωτο, κρατώντας τον ὅμως ἀπό τήν φτέρνα, τό μοναδικό τρωτό σημεῖο του. Ἡ Ἀφροδίτη ἐπίσης εἶχε ἀναθέσει στήν Ψυχή, μεταξύ ἄλλων ὑπεράνθρωπων ἄθλων, νά φέρει νερό ἀπό τά ὕδατα τῆς Στυγός πού τά φύλαγαν δράκοντες. Ἡ Στύξ συμβολίζει τήν πίστι σέ δυνάμεις ὑπέρτερες, φρουρούς τόσο τῆς φυσικῆς ὅσο καί τῆς ἠθικῆς τάξεως στόν κόσμο, πού ἐπαγρυπνοῦσαν γιά νά διατηρεῖται ἡ ἰσορροπία του (Δημήτριος Ν. Λύρας, Τό αἴνιγμα τῆς Στυγός).

ΤEΛXINEΣ (ἐκ τοῦ θέλγω)

Τέρατα τῆς θάλασσας, χωρίς χέρια καί πόδια ἀλλά μέ φτερά, ἦταν παιδιά τοῦ Πόντου. Καταγόνταν ἀπό τήν Κρήτη ἀλλά μετανάστευσαν καί ζοῦσαν στήν Ρόδο. Ἡ Ρέα ἐκεῖ παρέδωσε στό γένος τῶν Τελχινῶν τόν Ποσειδώνα βρέφος καί ἐκεῖνοι τόν ἀνέθρεψαν καί ὅταν μεγάλωσε τόν νύμφευσαν μέ τήν ἀδελφή τους Ἀλία, μέ τήν ὁποία ὁ Ποσειδῶν ἀπέκτησε ἕξι γιούς καί μία κόρη, τήν Ρόδη, κι ἔτσι τό νησί ὀνομάστηκε Ρόδος. Ἔφυγαν ὅμως ἀπό τό νησί διότι προέβλεψαν τόν παγκόσμιο κατακλυσμό καί περιπλανήθηκαν ἐπί ἀρκετά χρόνια. Κατά μία ἄλλη ἐκδοχή, οἱ Τελχίνες ἦταν θνητοί, σπουδαῖοι τεχνίτες καί ἐφευρέτες. Ἀνακάλυψαν τόν χαλκό καί τόν σίδηρο κατασκεύασαν πολλά ἐργαλεῖα, διδάσκοντας στούς ἀνθρώπους τίς τέχνες. Αὐτοί κατασκεύασαν τήν τρίαινα τοῦ Ποσειδῶνος ἀλλά καί σπουδαία ἀγάλματα τῆς Ἥρας, τῆς Ἀθηνᾶς καί τοῦ Ἀπόλλωνος, πρίν ἀπό τόν κατακλυσμό. Ὑπάρχουν κάποιες σύγχρονες ὑποβρύχιες φωτογραφίες πλασμάτων πού μοιάζουν ἐκπληκτικά στήν περιγραφή τῶν Τελχινῶν, ἀλλά ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη δέν τό ἔχει ἐπιβεβαιώσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ´

Διόνυσος – Ἅδης Ὁ Δημ. Λιαντίνης στήν συλλογή φιλοσοφικῶν δοκιμίων μέ τίτλο

Γκέμμα γράφει ὅτι «ὁ φόβος καί ὁ πόνος μπροστά στόν θάνατο εἶναι ἡ αἰτία πού ἔπλασε ὁ ἄνθρωπος τόν κάτω κόσμο καί τόν Ἄδη». Ὁλόκληρη ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία βασίζεται στό ποῦ θά πρέπει νά ἐπενδύσει ὁ κάθε ἄνθρωπος προκειμένου νά ἐφοδιασθεῖ καλύτερα γιά τήν ζωή μετά θάνατον. «Νέκυα σημαίνει ὅτι τό ἐνεργείᾳ, δηλαδή αὐτό πού εἶσαι τώρα πού ζεῖς, τρέφεται καί αὐξάνεται ἀπό τό δυνάμει σου, δηλαδή αὐτό πού θά γίνεις ὅταν δέν θά ζεῖς». Οἱ δυό κόσμοι, ὁ ἐπάνω καί ὁ κάτω, ἔχουν μία συνέχεια καί ὁ Πλούτων εἶναι ὁ ἀπόλυτος κυρίαρχος τῆς μετά θάνατον ζωῆς. Συμβολίζει τόν φύλακα τῶν σπόρων πού ἀνανεώνονται μέσα στά σκοτεινά σημεῖα τῆς Γῆς καί μέ τήν βοήθειά του θά βλαστήσουν κάποτε στήν ἐπιφάνειά της, γιά νά χαρίσουν τήν ζωή στά ἀνθρώπινα πλάσματα (Νικ. Μαργιωρῆς, Ἀποκωδικοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς Μυθολογίας). Ὁ θάνατος δηλαδή εἶναι μία διαδικασία πρός τήν ἀναγέννησι καί αὐτό ἀκριβῶς συμβολίζει ὁ κάτω κόσμος. Ὅπως γράφει ὁ Παῦλος Πισσάνος στήν μελέτη του Οἱ νόμοι τοῦ Σύμπαντος στήν ἐπίγεια καί τήν ἐπουράνια ζωή: «Ὁ Φιλόσοφος, σ’ ὁλόκληρη τήν ζωή του πεθαίνει καί ἀνασταίνεται μέσα στό ἐγώ του, γιά νά μπορεῖ μέσα ἀπό τήν ἐσωτερική μύηση νά ἀποκαλύπτει τά μυστικά τῶν δυό κόσμων: τοῦ Αἰσθητοῦ καί τοῦ Αἰώνιου. Ὁ Ἅδης συμβολίζει τόν μυητικό δρόμο πού ξεκινᾶ ἀπό τά σκοτάδια μέ τήν διάλυση τοῦ ἐγώ». Εἶναι σχεδόν σίγουρο ὅτι ὁ Διόνυσος ἦταν ἕνα ὑπαρκτό πρό-


74

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σωπο. Ἕνας μεγάλος στρατηγός-ἐξερευνητής πού ἔφθασε στά βάθη τῶν Ἰνδιῶν χιλιετίες πρίν ἀπό τόν Ἀλέξανδρο. Ὁ Ἀπόστολος Μ. Τζαφερόπουλος στήν εἰσαγωγή τοῦ ἔπους Διονυσιακά τοῦ Νόννου δέν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία: «τίς προετοιμασίες γιά τήν ἐκστρατεία κατά τῶν Ἰνδιῶν, ἀκολουθοῦν οἱ νικηφόρες πολεμικές περιπέτειες, τά θαύματα καί οἱ κίνδυνοι τοῦ Διονύσου καί τῆς ἀκολουθίας του». Στίς τελευταῖες ραψωδίες περιλαμβάνονται οἱ ἀτελείωτες περιπέτειες τοῦ γυρισμοῦ καί οἱ καινούργιες ἀποδείξεις τῆς θεϊκῆς του δυνάμεως. Ἡ λεπτομερής περιγραφή τοῦ Νόννου παραπέμπει σέ ἱστορικό κείμενο περισσότερο παρά σέ μυθολογική ἀφήγησι. Τά ἐκπληκτικά του κατορθώματα τοῦ ἔδωσαν μία θέση στό πάνθεον τῶν Ἑλλήνων: Μέ αὐτά ὁ Διόνυσος περνάει ἐπιτυχῶς τίς δοκιμασίες καί ἀποκτᾶ τό δικαίωμα νά παρακαθίσει μεταξύ τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, ὅπου γίνεται πανηγυρικά δεκτός. Καί μέ τήν κατάληξι αὐτή ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός στόν ὁποῖο ἀπέβλεπαν οἱ περιπέτειες τοῦ Διονύσου, μέ κορυφαία τήν νικηφόρο ἐκστρατεία κατά τῶν Ἰνδιῶν. Τί συμβολίζει ὅμως; Ὁ Νικόλαος Μαργιωρῆς ἀναφέρει: «Ὁ δυό φορές φανερωμένος ἤ δυό φορές λαμπροφωτισμένος, ὁ Διόνυσος ἦλθε δυό φορές στόν κόσμο. Ἦλθε σάν ἐνεργισμός πνευματικός, σάν ρίγος ἤ ἀνατριχίλα πνευματική, πού ξύπνησε τόν κοιμισμένο κόσμο. Πότε πρωτοῆλθε; Πᾶνε χιλιάδες χρόνια ἀπό τότε. Ἦλθε σάν Πνευματική ροή στόν ἄνθρωπο καί τόν ἀποπνευμάτωσε».


75

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔIONYΣOΣ Ὁ ἀποκαλούμενος καί Βάκχος ἦταν θεός τοῦ οἴνου (κρασιοῦ) καί τῶν ἀμπέλων καί ἐκπροσωποῦσε τήν γόνιμη παραγωγικότητα τῆς γῆς. Τό ὄνομά του σημαίνει ὅτι «σύν κέρασι γεννώμενος ἔνυξε τόν Διός μηρόν» διότι κυοφορήθηκε μέσα στόν μηρό τοῦ πατέρα του Διός, ἀφοῦ ἡ μητέρα του Σεμέλη πέθανε πρίν ἀπό τόν τοκετό. Βγῆκε δέ μόνος του ἀπό τόν μηρό τοῦ Διός τρυπώντας τον μέ τά κέρατά του. Τόν μεγάλωσαν οἱ Νύμφες τοῦ ὄρους Νύσσα, τό ὁποῖο ἦταν σκεπασμένο μέ κλήματα. Ὅταν ὁ θεός δοκίμασε τούς χυμούς των, μέθυσε καί ἄρχισε νά προσφέρει τό νέκταρ στίς Νύμφες καί στούς βοσκούς πού συναντοῦσε. Ὅλοι ἔνοιωσαν τίς λύπες τους νά ἐξαφανίζονται καί νά γεμίζουν χαρά καί ἀπό τότε τόν ἀκολουθοῦν. Ἡ λατρεία τοῦ Διονύσου στίς ἑλληνικές πόλεις ἦταν γενική, οἱ δέ ἑορτές πρός τιμή του ἐλέγοντο Διονύσια.

ΣEMEΛH

(παρά τό σέλας = τό ἀεικίνητον πῦρ + μέλω = φροντίζω)

Μητέρα τοῦ θεοῦ Διονύσου, ὡραιότατη θυγατέρα τοῦ Κάδμου καί τῆς Ἁρμονίας, τήν ὁποία ὁ Ζεύς ἐρωτεύθηκε παράφορα. Ἡ Ἥρα πού τήν ζήλευε γι’ αὐτό, πῆρε τήν μορφή τῆς τροφοῦ της καί τήν ἔπεισε νά ζητήσει ἀπό τόν Δία νά παρουσιαστεῖ μπροστά της μέ ὅλη του τήν δόξα μήν παραλείποντας τόν κεραυνό. Ὁ Ζεύς ἐμφανίστηκε ἀνάμεσα σέ ἀστραπές καί κεραυνούς οἱ ὁποῖοι ἔλοιωσαν τήν Σεμέλη, πού διαλύθηκε σάν καπνός στίς φλόγες, τό δέ κυοφορούμενο παιδί της, πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ, ὁ Ζεύς τό ἔβαλε στήν κνήμη του, ὅπου παρέμεινε μέχρι τήν γέννησί του καί ἔτσι γεννήθηκε ὁ Διόνυσος. Ἀργότερα ὁ υἱός της, πού ἔγινε θεός, πῆγε στόν Ἅδη, τήν πῆρε, καί τήν ὁδήγησε στόν Ὄλυμπο ὅπου καί κατέταξε αὐτήν


76

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

στούς ἀθάνατους μέ τό ὄνομα Θυώνη. Σπουδαία λατρεία τῆς Θυώνης γινόταν στήν Θήβα.

ΣEIΛHNOI ἤ ΣIΛHNOI (ἐκ τοῦ σείεσθαι)

Δαιμόνια πλάσματα τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, ἀρχικά δαίμονες τοῦ ρέοντος νεροῦ, πού παράγει τήν εὐφορία τῆς χώρας καί ἐμφανιζόμενοι ὡς ἀχώριστοι ἀκόλουθοι τοῦ Διόνυσου στίς περιοδεῖες του καί στούς πόλεμους κατά τῶν Γιγάντων, Ἰνδῶν κλπ. Στίς παραστάσεις κατ’ ἀρχήν παριστάνοντο μέ αὐτιά καί οὐρά ἀλόγου, μερικές δέ φορές καί μέ ὅπλα. Ἀρκετά γνωστός εἶναι ὁ Σειληνός μέ τό ὄνομα Μαρσύας. Ὁ Παυσανίας λέει πώς Σειληνοί ὀνομάζονταν οἱ ἡλικιωμένοι σάτυροι.

ΣATYPOI

(ἐκ τοῦ σάινω = κουνῶ τήν οὐρά μου)

Πνεύματα τῶν δασῶν καί τῶν βουνῶν πού ἀποτελοῦσαν τήν μόνιμη ἀκολουθία τοῦ Διονύσου δύσμορφοι, κερασφόροι (μέ κέρατα), μέ αὐτιά ζώων καί σκέλη τράγου, πού ζοῦσαν στά δάση καί στά ὄρη. Εἶχαν ροπή πρός τήν οἰνοποσία καί τίς σαρκικές ἀπολαύσεις. Ἔτσι μεταφορικά ὀνομάζονταν πάντοτε οἱ λάγνοι καί κυνικοί ἄνδρες καί ἐν γένει αὐτοί πού ἀσελγοῦν. Τούς θεωροῦσαν ἐχθρούς τῶν ἀνθρώπων γιατί ἔκαναν ἕνα σωρό ἄτιμα πειράγματα καί φάρσες. Τό «παριστάνω σάτυρον» σημαίνει μέχρι καί σήμερα, παρωδῶ, χλευάζω, ἀπό τό ὁποῖο βγῆκε τό σατυρικό δράμα.


77

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΠAN

(ἐκ τοῦ «πᾶν»)

Ἐξέχων θεός τῶν δασῶν καί τῶν ὀρέων, προστάτης τῶν ποιμένων, τοῦ ὁποίου ἡ λατρεία εἶχε κοιτίδα τήν Πελοπόννησο καί ἰδίως τήν Ἀρκαδία, ἡ ὁποία ἐλέγετο καί Πανία. Οἱ πιό πλήρεις γνώσεις γιά τόν Πάνα βρίσκονται στούς Ὁμηρικούς ὕμνους, κατά τούς ὁποίους ὁ θεός ἦταν υἱός τοῦ Ἑρμῆ καί μιᾶς θυγατέρας τοῦ Δρύοπος. Κατ’ ἄλλη παράδοσι φέρεται ὡς πατέρας αὐτοῦ ὁ Ζεύς ἤ ὁ Ἀπόλλων καί μητέρα του ἡ Καλλιστώ ἤ ἡ ἀρκαδική νύμφη Πηνελόπη. Ἐπινόησε τόν μουσικό αὐλό μέ τά ἑπτά καλάμια, καί τόν ὀνόμασε σύριγγα πρός τιμήν τῆς νύμφης μέ αὐτό τό ὄνομα, ἡ ὁποία γιά νά ἀποφύγει τόν ἔρωτα τοῦ Πανός μεταμορφώθηκε σέ καλαμιά.

ΗXΩ

(ἐκ τοῦ ἦχος = ἡ εἰς ἀέρα χεομένη φωνή)

Στήν ἑλληνική μυθολογία ἦταν νύμφη, πού κρυβόταν στά ὄρη καί στά δάση. Ὁ θεός Πάνας τήν ἐρωτεύθηκε, πλήν ὅμως αὐτή δέν ἀνταποκρίθηκε στόν ἔρωτά του καί γι’ αὐτό ἐξόργισε τούς βοσκούς, οἱ ὁποῖοι τήν κατακερμάτισαν καί σκόρπισαν τά μέλη της. Ἡ Γαῖα περισυνέλεξε τά λείψανα καί τά ἔθαψε. Ἔκτοτε ἡ Ἠχώ δέν ἔχει ὁρισμένη διαμονή, ἀλλά εἶναι παντοῦ. Κατά τόν Ὀβίδιο ἡ Ἠχώ εἶχε τήν θέλησι νά ἀποκρύπτει ἀπό τήν Ἥρα τίς ἀπιστίες τοῦ Διός καί γι’ αὐτό φλυαροῦσε πολύ. Ἡ Ἥρα ὅμως, ἀφοῦ ἀνακάλυψε τό τέχνασμα τῆς Ἠχοῦς, τήν τιμώρησε καί ἄφησε σ’ αὐτήν μόνο τόση φωνή, ὥστε νά ἐπαναλαμβάνει τούς τελευταίους ἤχους τῆς φωνῆς πού ἀκούει. Ἄλλος μῦθος λέει ὅτι ἀγάπησε τόν Νάρκισσο καί ἐπειδή περιφρονήθηκε ἀπό αὐτόν ἐξαντλήθηκε τελείως, τά δέ ὀστά της ἔγιναν βράχοι.


78

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΛOYTΩN

(ἐκ τοῦ πλοῦτος)

Ὁ θεός τοῦ Κάτω Κόσμου ὀνομάζονταν ἀρχικά καί Ἅδης, Ἀϊδωνεύς, Πλουτεύς. Ἦταν γιός τοῦ Κρόνου καί τῆς Ρέας, ἀδελφός τοῦ Διός καί τοῦ Ποσειδῶνος. Ὅταν ἔγινε ἡ διανομή τοῦ κόσμου στά τρία ἀδέλφια, πῆρε τό βασίλειο τοῦ Κάτω Κόσμου. Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Περσεφόνη, πού τήν εἶχε ἀπαγάγει ἀπό τόν Ἄνω Κόσμο. Φοροῦσε στό κεφάλι ἕνα εἶδος μαγικοῦ σκούφου πού τόν ἔκανε ἀόρατο. Εἶχε ἄγριο παρουσιαστικό, σκληρό χαρακτήρα, ἀλλά θεωροῦνταν συγχρόνως δίκαιος καί φίλος τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶχε ἀπομακρυνθεῖ συνολικά δυό φορές ἀπό τό βασίλειό του, τήν μία γιά νά ἀπαγάγει τήν Περσεφόνη καί τήν ἄλλη γιά νά πάει στόν Ὄλυμπο γιά νά τοῦ περιποιηθεῖ ὁ Παιῶν, ὁ γιατρός τῶν θεῶν, τό τραῦμα πού εἶχε ἀπό χτύπημα τοῦ Ἡρακλέους. Ὅλα τά προϊόντα τῆς γῆς, τήν ὑλική εὐτυχία, τούς καρπούς κ.λπ. τά ἔδινε αὐτός στούς ἀνθρώπους, καί ἔτσι ἄρχισε νά λατρεύεται ὡς Πλούτων. Γενικά συμβόλιζε τόν ὑλικό κόσμο, τήν περιοχή ὅπου ἐνσαρκώνεται ἡ ψυχή (Περσεφόνη).

ΠEPΣEΦONH

(ἐκ τοῦ πέρθω = διαπερνῶ + φένω = φονεύω)

Λέγεται διαφορετικά καί Περσεφόνεια ἤ Περσέφασσα. Ἦταν θυγατέρα τοῦ Διός καί τῆς Δήμητρος. Μιά μέρα πού ἦταν στήν Σικελία, τήν ἅρπαξε ὁ θεός τοῦ Ἅδη Πλούτων, ὁ ὁποῖος τήν ἐρωτεύθηκε παράφορα καί τήν ἔκανε βασίλισσα τοῦ κάτω κόσμου. Ἐπειδή ὅμως τήν ἀναζητοῦσε ἡ μητέρα της Δήμητρα καί ἐμπόδιζε τήν γῆ νά καρποφορήσει, ὁ Ζεύς ἐπέτρεψε ὅπως ἡ Περσεφόνη νά μένει τό μέν καλοκαίρι μαζί μέ τήν μητέρα της, τόν δέ χειμώνα μέ τόν Πλούτωνα. Ὁ μῦθος αὐτός, ἀποτέλεσε τήν κυριότερη βάση γιά τά Ἐλευσίνια μυστήρια, στά ὁποῖα ἡ Περσεφόνη ἐμφανιζόταν ὡς


79

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἔμβλημα τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἄλλοτε μπαίνει στό σῶμα καί ἄλλοτε ἐλευθερώνεται ἀπό αὐτό.

OPΦEYΣ

(ἐκ τοῦ ἐρέφω = στεγάζω)

Προομηρικός ποιητής καί ἥρωας τῆς ἀρχαιότητος. Τά ποιήματα πού φέρουν τό ὄνομά του, τά ὀρφικά, μαγεύουν ἀκόμα καί σήμερα. Κατά τόν μῦθο, ὁ Ὀρφεύς ἦταν υἱός τοῦ βασιλέως τῆς Θράκης Οἴαγρου, κατ’ ἄλλους τοῦ Ἀπόλλωνος καί τῆς Μούσας Καλλιόπης, καί εἶχε συμμετοχή στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία. Τέτοια ἦταν ἡ δύναμίς του στό τραγούδι, ὥστε μποροῦσε νά κουνήσει δένδρα καί βράχους καί νά ἡμερώσει ἄγρια θηρία. ≠πδρυσε στήν Θράκη τά μυστήρια τοῦ Βάκχου. Νυμφεύθηκε τήν νύμφη Εὐρυδίκη, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπό τίς Δρυάδες. Ὅταν ἡ Εὐρυδίκη δαγκώθηκε ἀπό ἕνα φίδι καί πέθανε, ὁ Ὀρφέας κατέβηκε στόν Ἅδη γιά νά τήν πάρει πίσω. Μέ τήν μουσική του ἔπεισε τήν Περσεφόνη νά τήν ἀφήσει νά φύγει, τοῦ ἔβαλε ὅμως τόν ὅρο νά μήν γυρίσει πίσω του νά τήν κοιτάξει, ὅταν ἐκείνη θά τόν ἀκολουθοῦσε. Ὁ Ὀρφεύς ὅμως ξέχασε τόν ὄρο αὐτό καί λίγο πρίν βγοῦν ἀπό τό βασίλειο τῶν νεκρῶν γύρισε καί τήν κοίταξε, ἔτσι τήν ἔχασε γιά πάντα. Πέθανε ἀπό τήν μεγάλη του λύπη στό Παγγαῖον ὄρος ἤ στόν Αἷμο.

EYPYΔIKH (εὐρεία δίκη)

Μία ἀπό τίς Δρυάδες νύμφες, ἀγαπημένη θυγατέρα τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνος καί σύζυγος τοῦ Ὀρφέως. Ἡ Εὐρυδίκη ἀπέθανε πρόωρα ἀπό δῆγμα (δάγκωμα) φιδιοῦ, καθώς προσπαθοῦσε νά ἀποφύγει τήν ἐρωτική καταδίωξι τοῦ βοσκοῦ Ἀρισταίου καί γιά τόν λόγο αὐτό ὁ


80

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἄνδρας της, πού τήν ὑπεραγαποῦσε, κατέβηκε στόν Ἅδη καί κατόρθωσε νά τήν πάρει πίσω, ἀφοῦ μέ τά ἄσματά του συγκίνησε τόν Πλούτωνα καί τήν Περσεφόνη. Ὅμως οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἅδη τήν ἔδωσαν στόν Ὀρφέα μέ τόν ὅρο νά μήν τήν δεῖ μέχρι νά ἐξέλθουν ἀπό τόν Ἅδη. Πλησιάζοντας ὅμως πρός τήν ἔξοδο, ὁ Ὀρφεύς ἔχασε τήν ὑπομονή του καί γύρισε καί τήν εἶδε καί ἔτσι ὁ Ἑρμῆς πού τούς συνόδευε τήν γύρισε πίσω στόν Ἅδη.

AΔHΣ

(ἐκ τοῦ α στερητικόν + ἰδεῖν = αὐτός πού δέν βλέπει, πού εἶναι στό σκότος)

Ὁ κάτω κόσμος, ὅπου μεταβαίνει ἡ ψυχή, πού χωρίζεται ἀπό τό σῶμα. Ὁ χῶρος τοῦ Ἅδου εἶναι τεράστιος, σκοτεινός, τρομακτικός. Τόν φύλαγε ὁ Κέρβερος, ἕνα σκυλί μέ τρία κεφάλια, ὁ ὁποῖος ἐμπόδιζε ὅσους προσπαθοῦσαν νά φύγουν. Οἱ Μοῖρες ἔγραφαν σέ ἕναν κατάλογο ὅσους ἔμελλαν νά πεθάνουν, ἡ Ἄτροπος ἔδινε τόν κατάλογο στόν Ἑρμῆ, πού ἄγγιζε μέ τό κηρύκειό του τούς μελλοθάνατους καί τούς ὁδηγοῦσε στόν Ἀχέροντα ποταμό, ὅπου ὁ Χάρων μέ ἀντίτιμο ἕναν ὀβολό τούς πήγαινε στό δικαστήριο. Οἱ ἥρωες καί οἱ ἐνάρετοι πήγαιναν στά Ἠλύσια Πεδία, ἐνῶ τό δεσμωτήριο τοῦ Ταρτάρου ἦταν ὁ προορισμός γιά τούς ἀσεβεῖς καί κακούργους. Οἱ ψυχές τῶν νεκρῶν πού ζοῦσαν ἐκεῖ ἦταν ἁπλές εἰκόνες τῶν παλιῶν τους ἑαυτῶν, χωρίς πνεῦμα ἤ συνείδηση. Ἐλάχιστοι κατάφεραν νά ἐπισκεφθοῦν τόν Ἅδη καί νά γυρίσουν ζωντανοί. Oἱ πιό γνωστοί ἦταν ὁ Ὀρφεύς, ὁ Ἡρακλῆς, ὁ Θησεύς καί ὁ Ὀδυσσεύς, ἐνῶ μόνον ὁ Τειρεσίας κατόρθωσε νά κρατήσει τήν συνείδησί του καί τήν κρίσι του ἐκεῖ.


81

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΤANTAΛOΣ

(ἐκ τοῦ τείνω + τλάω = ἀντέχω)

Βασιλιάς τῆς Φρυγίας καί τῆς Λυδίας, υἱός τοῦ Διός καί τῆς Πλουτοῦς καί πατέρας τοῦ Πέλοπος καί τῆς Νιόβης. Ἦταν φίλος καί ὁμοτράπεζος τῶν θεῶν, ἀλλά ἀπό ἀλαζονία, θέλοντας νά ἐξακριβώσει ἐάν εἶναι δυνατόν νά ἐξαπατηθοῦν οἱ θεοί, σκότωσε τόν γιό του καί παρέθεσε γεῦμα στούς θεούς μέ τίς σάρκες του. Μόνο ἡ Δήμητρα ἐξαπατήθηκε ἡ ὁποία ἔκεινη τήν περίοδο ἦταν πολύ στενοχωρημένη γιά τήν ἁρπαγή τῆς κόρης της ἀπό τόν Πλούτωνα, οἱ ἄλλοι θεοί κατάλαβαν ἀμέσως τό ἔγκλημα τοῦ Ταντάλου καί τόν τιμώρησαν ρίχνοντάς τον στόν Ἅδη, σέ ἕναν λάκκο γεμᾶτο νερό κάτω ἀπό δένδρα φορτωμένα μέ καρπούς. Μόλις ὅμως ἔσκυβε νά πιεῖ, ἐξαφανιζόταν τό νερό, μόλις ἔκανε νά κόψει τούς καρπούς, τά κλαδιά ἀναπηδοῦσαν. Ἔτσι καταδικάστηκε σέ αἰώνια πεῖνα καί δίψα. Ὁ μῦθος συμβολίζει τήν τιμωρία αὐτῶν πού προδίδουν τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ θείου.

ΚEPBEPOΣ Φοβερό τέρας καί κατά τόν Ὅμηρο, ὁ «κύων τοῦ στυγεροῦ Ἅδου», ὁ ὁποῖος φυλάσσει τίς πύλες τοῦ Ἅδου, υἱός τοῦ Τυφῶνος καί τῆς Ἔχιδνας. Ἡ ὄψις τοῦ Κέρβερου περιγράφεται ὅτι ἐμπνέει τήν φρίκη καί τόν τρόμο, ἐπειδή στήν οὐρά του ἔφερε φίδια. Ἀναφέρεται ἀπό ἄλλους μέν ὅτι εἶχε πενήντα κεφάλια, κατ’ ἄλλους δέ ἑκατό. Κυρίως ὅμως ἐλέγετο «Τρικάηνος», ἔχοντας τρεῖς κεφαλές μέ τρία ἑνωμένα σώματα. Ἔτσι τόν περιγράφουν οἱ τραγικοί ποιητές. Ὁ Κέρβερος νικήθηκε μόνον δυό φορές. Τήν πρώτη ὁ Ὀρφεύς κατόρθωσε μέ τούς ἤχους τῆς λύρας του νά τόν ἐξημερώσει τόσο ὥστε νά τόν ἀφήσει νά πάρει τήν Εὐρυδίκη ἀπό τόν Ἅδη. Τήν δεύτερη ὁ Ἡρακλῆς τόν μετέφερε στό φῶς τοῦ ἡλίου καί τόν νίκησε. Τότε τό τέρας ζαλίστηκε


82

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τόσο πολύ, πού ξέρασε χολή, ἀπό τήν ὁποία φύτρωσε τό δηλητηριῶδες φυτό ἀκόνιτο. Τελικά ὁ Kέρβερος κατόρθωσε νά τοῦ ξεφύγει κοντά στήν πηγή Κυνάγρα, μεταξύ Μυκηνῶν καί Ἡραίου.

ΚHPEΣ

(ἐκ τοῦ κήρ = ἡ θανατηφόρος μοίρα, παρά τό καίω)

Δαίμονες τοῦ θανάτου, στίς ὁποῖες πίστευαν ἀπό ἀρχαιότατους χρόνους οἱ Ἕλληνες. Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου ἦταν γνωστές οἱ Κῆρες, οἱ ὁποῖες εἶναι διαφόρων εἰδῶν καί ἀποτελοῦν σμῆνος δαιμόνων, ἀνάλογο μέ τίς Ἐρινύες καί τίς ≠Aρπυιες, περικυκλώνουν τούς θνητούς καί τούς παρασύρουν στόν Ἅδη. Στήν περιγραφόμενη ἀπό τόν Ὅμηρο ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέως ἡ Κήρ ἀναμειγνύεται μέ τήν Ἔριδα. Στήν Ἰλιάδα ὁ Ζεύς θέτει στήν πλάστιγγα δυό Κῆρες, μία τοῦ Ἀχιλλέως καί μία τοῦ Ἕκτορος. Ἀκόμη καί ὁ Αἰσχύλος σέ τραγωδία του, πού δέν σώθηκε, παρουσίαζε τόν Δία νά ζυγίζει τίς Κῆρες.

MINΩTAYPOΣ

(ἐκ τοῦ μένος + ταῦρος)

Θρυλικό τέρας τῆς Κρήτης, πού εἶχε σῶμα ἀνθρώπου καί κεφάλι ταύρου. Ἦταν καρπός τῶν ἐρωτικῶν σχέσεων τῆς Πασιφάης, γυναίκας τοῦ βασιλέως τῆς Κρήτης Μίνωος, μέ ἕναν κατάλευκο ταῦρο πού εἶχε στείλει ὁ Ποσειδῶν στήν Κρήτη γιά θυσία. Ὁ Μίνως ὅμως τόσο πολύ θαύμαζε τήν ὀμορφιά τοῦ θαλάσσιου αὐτοῦ ταύρου ὥστε τόν κράτησε ζωντανό γιά τόν ἑαυτό του. Τότε ὁ Ποσειδῶν θύμωσε τόσο ὥστε ἐμφύσησε στήν Πασιφάη ἐρωτικό πόθο γιά τό ζῶο. Μέ τήν τεχνική βοήθεια τοῦ Δαιδάλου ἡ Πασιφάη κατόρθωσε νά ἑνωθεῖ μαζί του καί νά γεννήσει τόν Μινώταυρο. Ἀμέ-


83

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σως μετά τήν γέννησί του, φυλακίσθηκε στόν Λαβύρινθο καί τρεφόταν μέ ἀνθρώπους πού ἔστελναν οἱ Ἀθηναῖοι στόν Μίνωα ὡς φόρο ὑποτελείας μετά τήν ἥττα τους ἀπό τούς Κρῆτες. Ὅμως ὁ Θησεύς, ὁ γιός τοῦ Αἰγέως, τοῦ βασιλέως τῶν Ἀθηνῶν, σκότωσε τόν Μινώταυρο στό σκοτεινό του ἄντρο, ἀφοῦ τόν ἔπληξε μέ ξίφος. Μέ τήν βοήθεια τῆς κόρης τοῦ Μίνωος Ἀριάδνης κατόρθωσε νά βγεῖ ἀπό τόν Λαβύρινθο καί νά ἀκυρώσει τήν ἥττα τοῦ πατέρα του. Ὁ ταῦρος στήν ἀρχαία Κρήτη συμβόλιζε τήν μαγνητική δύναμι ( στά δυό κέρατα ὑπῆρχαν οἱ δυό πόλοι). Ἴσως οἱ Κρῆτες νά εἶχαν κατασκευάσει μία μαγνητική ἀσπίδα, κάτι πού θά ἐξηγοῦσε τό γεγονός ὅτι δέν κατακτήθηκαν ποτέ, ἄν καί ζοῦσαν σέ εὐάλωτο γεωγραφικό σημεῖο τῆς Μεσογείου (Βλέπε Νικ. Μαργιωρῆ, Ἀποκωδικοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς Mυθολογίας)

ΕPINYΣ

καί

ΕPINNYΣ

(ἐκ τοῦ ἔρις, ἐρίζω = φιλονικῶ)

Ὀνομασία θεοτήτων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς μυθολογίας, πού ὡς ἔργο εἶχαν τήν ἐκδίκησι τῶν ἐγκλημάτων. Οἱ Ἐρινύες ἦσαν θυγατέρες τῆς Γῆς καί τοῦ Σκότους, θεές τοῦ Ἅδου, φύλακες τῶν νόμων τῆς φύσεως καί τῆς ἁρμονίας τοῦ κόσμου, πού τιμωροῦσαν αὐστηρά κάθε παράβασι τῶν νόμων. Ἦσαν αὐτές πού ἀναλάμβαναν τήν ἐκτέλεσι τῶν ποινῶν πού ἐπέβαλαν στούς ἀνθρώπους οἱ κριτές τοῦ Ἅδου καί ἡ Δίκη. Ἔτσι οἱ Ἕλληνες θεοποίησαν τήν τιμωρία κάθε κακοῦ καί ἀδικίας. Οἱ Ἐρινύες συνδέονταν ἐπίσης μέ τήν τύψι τῆς συνειδήσεως πού αἰσθάνεται μετά τήν πρᾶξι τοῦ κάθε ἐγκληματίας. Ἤδη ἀπό τόν Ὅμηρο εἶναι γνωστές καί γίνονται ὁρατές μόνον στόν ἔνοχο, τόν ὁποῖο καταδιώκουν, ἐπειδή ὀσφραίνονται τό αἷμα πού χύθηκε ἀπό τόν φονευθέντα. Τίς ἔλεγαν καί Εὐμενίδες, προσωνύμιο πού ἀποτελοῦσε εὐφημισμό, γιά νά μετριάζεται μέ τήν καλή λέξι ἡ τρομερή τους ἰδιότητα, ἐξ οὗ καί ἡ ὁμώνυμη τραγωδία τοῦ Αἰσχύλου.


84

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

BOPEAΣ (ἐκ τοῦ βοή)

Ἕνας ἀπό τούς τέσσερις ἀνέμους υἱός τοῦ Τυφῶνος καί τῆς Ἠοῦς. Μαζί μέ τούς τέσσερις ἀδελφούς του Νότο, Ζέφυρο καί Εὖρο, ἔμεινε στήν Θράκη μέσα σέ σπηλιές τῶν Ριπέων ὀρέων. Ρύθμιζε τήν ἐπικράτησι γαλήνης ἤ τρικυμίας στήν θάλασσα καί λατρευόταν στήν Θράκη καί τήν Ἀττική, ἰδίως μετά τήν καταστροφή τοῦ στόλου τοῦ ὑέρξου, κοντά στόν Ἄθω. Ὁ Ὅμηρος ὀνομάζει τόν Βορέα μέγα ἄνεμο, πού ρίπτει τά πάντα καί τούς ἀνθρώπους. Ἐρωτεύτηκε τήν νύμφη Πίτυν (Πεύκη), ἡ ὁποία ὅμως προτίμησε τόν Πάνα μέ ἀποτέλεσμα ὁ Βορέας ἀπό τήν ζήλειά του νά τήν γκρεμίσει ἀπό ἕνα μεγάλο βράχο, καί ἡ Γαῖα νά τήν μεταμορφώσει στό ὁμώνυμο δένδρο.

ΠYΘΩN

(ἐκ τοῦ πύθω = σαπίζω)

Φοβερός δράκοντας τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, υἱός τῆς Γῆς. Γεννήθηκε ἀπό τό ἐναπομεῖναν νερό, μετά τόν κατακλυσμό τοῦ Δευκαλίωνος καί ἔκανε πολλές καταστροφές γύρω ἀπό τόν Παρνασσό, ὅπου κατοικοῦσε μέσα σέ μιά σπηλιά. Εἶχε καταδιώξει τήν ἔγκυο Λητώ γι’ αὐτό φονεύθηκε ἀπό τόν Ἀπόλλωνα στούς Δελφούς, τέσσερις μέρες μετά τήν γέννησί του, ἔτσι ὁ θεός προσονομάσθηκε Πύθιος. Οἱ Πυθικοί ἀγῶνες, πού γίνονταν στούς Δελφούς κατά τούς ἱστορικούς χρόνους, λέγεται πώς εἶχαν καθιερωθεῖ ἀπό τόν Ἀπόλλωνα γιά νά γιορτάσει τόν φόνο τοῦ Πύθωνος.


85

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΠYΘIA

(ἐκ τοῦ πυνθάνομαι = ζητῶ νά μάθω)

Ἔτσι ὀνομαζόταν ἡ ἱέρεια, πού χρησμοδοτοῦσε στό μαντεῖο τοῦ Ἀπόλλωνος στούς Δελφούς. Ὁσάκις τό μαντεῖο ἐλάμβανε ἐρώτησι ἀπό τούς ζητοῦντες χρησμό, ἡ Πυθία προετοιμαζόταν πρός τοῦτο, ἔπινε νερό ἀπό τήν Κασσοτίδα πηγή, μασοῦσε φύλλα δάφνης καί κατόπιν ἀνέβαινε ἐπί τρίποδος, πού εἶχε τοποθετηθεῖ ἐπάνω σέ βάραθρο, ἀπό ὅπου ἔβγαιναν πυκνές ἀναθυμιάσεις, καί εὑρισκόμενη σέ ἔκστασι ἐξεστόμιζε αἰνιγματικούς λόγους, τούς χρησμούς. Ἡ Πυθία ἐλαμβάνετο συνήθως ἀπό τίς ἐγχώριες παρθένους καί κατά τήν ἀρχαιότατη ἐποχή ἔπρεπε νά εἶναι νεαρῆς ἡλικίας. Οἱ χρησμοί ἦταν μεῖγμα σοφίας καί ἀσάφειας, ἦταν πολλές φορές διφορούμενοι ἔτσι ὥστε νά μποροῦν νά τούς ἑρμηνεύσουν οἱ ἱερεῖς ἀνάλογα μέ τό γεγονός.

ΣIΣYΦOΣ

(ἐκ τοῦ σιός = ὅσιος καί σόφος)

Υἱός τοῦ Αἰόλου καί τῆς Ἐναρέτης, σύζυγος τῆς Πλειάδος Μερόπης, περίφημος στήν μυθολογία γιά τήν πανουργία καί τούς δόλους του. Υἱός του ὑπῆρξε ὁ Γλαῦκος, πατέρας τοῦ Βελλεροφόντου. Ὑπῆρξε κτίστης τῆς Ἐφύρας, τῆς μετέπειτα Κορίνθου, ὅπου καί βασίλευσε καί ἵδρυσε ἐκεῖ τούς Ἰσθμίους ἀγῶνες. Ὅταν ὁ Αὐτόλυκος ἔκλεψε τά κοπάδια τῶν γειτόνων του καί τά μεταμόρφωσε, ἔτσι ὥστε νά μήν τά ἀναγνωρίζει κανείς, ὁ Σίσυφος μπόρεσε νά ξεχωρίσει τά δικά του, διότι τά εἶχε σημαδέψει κάτω ἀπό τίς ὁπλές τους. Οἱ μεταγενέστεροι διηγοῦνται πλείστους δόλους αὐτοῦ, γιά τούς ὁποίους καταδικάστηκε στόν Ἅδη νά κυλάει ἀκατάπαυστα ἕνα βράχο σέ ψηλό βουνό.


86

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΣYPIΓΞ

(ἐκ τοῦ συρίττω = σφυρίζω)

Μία ἐκ τῶν Ἀμαδρυάδων τῆς Ἀρκαδίας, ἡ ὁποία ξεπερνοῦσε σέ χάρη ὅλες τίς ἄλλες. Ἀφοσιωμένη στήν Ἀρτέμιδα, ἤθελε νά διατηρήσει κι αὐτή τήν παρθενία της ὅπως ἡ θεά. Ὁ Πάν ὅμως τήν συνάντησε μία μέρα στό ὄρος Λύκειον καί τήν ἐρωτεύτηκε. Ἡ Νύμφη ὅμως ἀδιάφορη γιά τόν ἔρωτά του τράπηκε σέ φυγή καί ὅταν αὐτός τήν κυνήγησε, παρακάλεσε τίς ἀδελφές της, τίς Ναϊάδες, νά τήν μεταμορφώσουν σέ καλαμιά. Ὁ Πάν, πού εἶχε τρέξει κατόπιν της, βρέθηκε νά ἀγκαλιάζει τίς καλαμιές, πού καθώς σείστηκαν, ἔβγαλαν ἕναν γλυκό καί ἀναζωογονητικό ἦχο. Ἔτσι ὁ Πάν μετέτρεψε τό καλάμι σέ αὐλό, πού ἔγινε τό ἀγαπημένο μουσικό ὄργανο τῶν βοσκῶν.

ΣKEIPΩN

(ὁ Β/Δ ἄνεμος, δυνατός καί σκληρός)

Κατά τήν παράδοσι τήν ἀττική, ἦταν ληστής ἀπό τά Μέγαρα, πού διέμενε στά παράλια τῆς Γεράνειας (τῆς σημερινῆς Kακιᾶς Σκάλας), ὁ ὁποῖος ὑποχρέωνε τούς διαβάτες νά τοῦ πλένουν τά πόδια καί ἔτσι ἀνύποπτους τούς λήστευε καί τούς γκρέμιζε στήν θάλασσα, ὅπου τεράστια χελώνα ἔτρωγε τά πτώματά τους. Τόν Σκείρωνα φόνευσε ὁ Θησέας, κατά τόν ἴδιο τρόπο πού καί αὐτός σκότωνε τούς διερχόμενους. Κατά τήν παράδοση τῶν Μεγαραίων ὅμως, ὁ Σκείρων ἦταν ἀγαθός ἀλλά δυνατός ἄνθρωπος, προστάτης τῶν δικαίων καί διώκτης τῶν κακοποιῶν.


87

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

IΞIΩN

(ἐκ τοῦ ἰξεύω = συλλαμβάνω)

Βασιλιάς τῶν Λαπιθῶν, υἱός τοῦ Ἄρεως καί τῆς Περιμήλης. Κατά τήν παράδοσι ἦταν ὁ πρῶτος ἀνθρωποκτόνος τῆς ἀνθρωπότητος, ἀφοῦ σκότωσε τόν πεθερό του Δηιονέα διότι ἀπαιτοῦσε τά ἔδνα (γαμήλια δῶρα) τά ὁποῖα ὁ Ἰξίων τά εἶχε καθυστερήσει. Οἱ ὑπήκοοί του τόν ἔδιωξαν ἀπό τό βασίλειό του καί περιπλανώμενος ἐδῶ κι ἐκεῖ ζήτησε ἀπό τόν ἴδιο τόν Δία νά τόν ἐξαγνίσει. Ὁ Ζεύς ὄχι μόνο τόν συγχώρεσε ἀλλά καί τόν προσκάλεσε στό τραπέζι τῶν θεῶν. Ὁ Ἰξίων ἐκεῖ ἔδειξε γιά ἄλλη μιά φορά τήν ἀλαζονία του, καθώς ἄρχισε νά καταδιώκει ἐρωτικά τήν Ἥρα. Ὁ Ζεύς γιά νά σιγουρευτεῖ, ἔστειλε τήν Νεφέλη μέ τήν μορφή τῆς Βασίλισσας τοῦ Ὀλύμπου καί ὁ Ἰξίων τήν βίασε. Ἀπό τήν ἕνωσι αὐτή γεννήθηκε ὁ Κένταυρος. Ὁ Ἰξίων φυλακίστηκε στόν Τάρταρο, δεμένος σέ μία ἱπτάμενη ρόδα, πού περιστρεφόταν ἐπάνω σέ φλόγες.

KEPAMBOΣ Ἦταν ὁ μυθολογούμενος υἱός τοῦ Εὔσειρου καί τῆς νύμφης Εἰδοθέας, ἐγγονός τοῦ Ποσειδῶνος. Ὡς ποιμένας (βοσκός) κατοικοῦσε στό ὄρος Ὄθρυ καί τραγουδοῦσε, ἐνώπιον τῶν νυμφῶν, πού τόν εἶχαν στήν εὔνοιά τους τό δέ ἄσμα του συνόδευε μέ λύρα καί σύριγγα, τήν ὁποία κατασκεύασε ὁ ἴδιος. Ὁ Κέραμβος παράκουσε συμβουλή τοῦ Πανός καί ἀφοῦ χλεύασε τίς Νύμφες καταλήφθηκε ἀπό μεγάλο ψύχος καί πυκνό χιόνι, τό ὁποῖο κάλυψε καί ἐξαφάνισε τίς ἀγέλες τῶν ποιμνίων του, τόν ἴδιο δέ οἱ Νύμφες τόν μεταμόρφωσαν σέ κεράμβυκα (εἶδος κανθάρου).


88

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

KΛYMENH

(ἐκ τοῦ κλέος + μένος)

Ἦταν θυγατέρα τοῦ Ὠκεανοῦ, σύζυγος τοῦ Ἰαπετοῦ, μητέρα τοῦ Ἄτλαντος, τοῦ Προμηθέως καί Ἐπιμυθέως. Κατ ἄλλους ἐθεωρεῖτο σύζυγος τοῦ Ἥλιου καί μητέρα τοῦ Φαέθοντος καί τῆς Πασιφάης. Στόν Εὐριπίδη ἡ Κλυμένη ἐμφανίζεται ὡς σύζυγος τοῦ Μέροπος καί μητέρα τοῦ Φαέθοντα ἀπό τόν Ἥλιο. Σύμφωνα μέ ἄλλο μῦθο, ἦταν θυγατέρα τοῦ Μινύα καί τῆς Εὐρυάλης, μητέρας τοῦ Ἰφίκλου. Ὁ Στησίχορος τήν ἀποκαλεῖ Ἐτεοκλυμένη καί μητέρα τῆς Ἀλκιμήδης.

ΠEΛIAΣ

(ἐκ τοῦ πελιός = φαιόχρους)

Κατά τήν μυθολογία υἱός τοῦ Ποσειδῶνος ἤ τοῦ ποτάμιου θεοῦ Ἐνιπέως καί τῆς Τυροῦς, πού ἦταν θυγατέρα τοῦ Σαλμονέως, δίδυμος ἀδελφός τοῦ Νηλέως καί ἀπό τήν ἴδια μάνα ἀδελφός τοῦ Αἴσονος. Ἔγινε βασιλεύς τῆς Ἰωλκοῦ καί ὅλης τῆς χώρας τοῦ Πηλίου ὄρους, καταδίωξε τόν Ἰάσονα καί φονεύθηκε ἀπό τίς ἴδιες τίς θυγατέρες του, πού παραπλανήθηκαν ἀπό τήν Μήδεια.

TPOΦΩNIOΣ

(ἐκ τοῦ τροφή + ὤνιον = τό ἀγορασθέν)

Υἱός τοῦ Ἀπόλλωνος καί τῆς Ἐπικάστης καί ἀδελφός τοῦ Ἀγαμήδη, ἤ υἱός τοῦ Διός καί τῆς Ἰοκάστης, ἤ τοῦ Ἐργίνου. Κατ’ ἄλλη παράδοσι ὁ Τροφώνιος ταυτίζεται πρός τόν Ἑρμῆ τόν Καταχθόνιο καί λογίζεται υἱός τοῦ Βάκχου καί τῆς Περσεφόνης-Κορωνίδος. Ὡς τέκνα αὐτοῦ ἀναφέρονται ὁ Ἀλέξανδρος καί ἡ Ἔρκυνα. Διακρίθηκε ὡς ἀρχιτέκτονας (λιθοξόος) καί λέγεται ὅτι κατασκεύασε μαζί


89

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

μέ τόν Ἀγαμήδη τόν θάλαμο τῆς Ἀλκμήνης στόν οἶκο τοῦ Ἀμφιτρύωνος στήν Θήβα. Τό μαντεῖο τοῦ Τροφωνίου ἦταν σεβαστό, γιατί καί ὁ Ἀριστομένης εἰσῆλθε σ’ αὐτό καί μέ μαντεία ἀνεῦρε τήν ἀσπίδα του.

OINOMAOΣ

(οἶνος + μαῶ = μανθάνω)

Υἱός τοῦ Ἄρεως καί τῆς Ἀρπίνης, βασιλιάς τῆς Πίσης στήν Ἤλιδα. Νυμφεύθηκε τήν Πλειάδα Στερόπη ἀπό τήν ὁποία ἀπέκτησε μεταξύ ἄλλων καί τήν Ἱπποδάμεια. Ὁ Οἰνόμαος εἶχε διακηρύξει ὅτι θά πάντρευε τήν κόρη του μέ ἐκεῖνον πού θά τόν νικοῦσε στήν ἁρματοδρομία, ὁ μνηστήρας πού θά ἔχανε ὅμως τόν ἀγώνα θά φονευόταν. Δέν μποροῦσε ὅμως κανείς νά τόν νικήσει διότι τό ἅρμα πού εἶχε στήν κατοχή του, ὅπως καί ὁ ἡνίοχός του ὁ Μύρτιλος, ἦταν δῶρο τοῦ πατέρα του. Ὡστόσο ὁ Πέλοψ, πού εἶχε ἅρμα ἀπό τόν Ποσειδώνα, κέρδισε τήν νύφη καί ἐξολόθρευσε τόν Οἰνόμαο, ὁ ὁποῖος πρίν πεθάνει καταράστηκε τόν Πέλοπα καί ἔτσι τιμωρήθηκαν ὅλοι οἱ ἀπόγονοί του, ὁ οἶκος τῶν Ἀτρειδῶν. Τό ἅρμα τοῦ Οἰνομάου κατέπεσε στό Μυρτῶο πέλαγος, πού πῆρε τό ὄνομα αὐτό ἀπό τό ὄνομα τοῦ ἡνιόχου.

MYPTIΛOΣ

(ἐκ τοῦ Μυρσίνη = μυρτιά)

Γιός τοῦ Ἑρμῆ καί τῆς Μυρτοῦς. Ἦταν ὁ διάσημος ἡνίοχος τοῦ Οἰνομάου, ὁ ὁποῖος δέχθηκε νά διαγωνισθεῖ στήν ἁρματοδρομία μέ τούς δεκαεπτά μνηστῆρες τῆς κόρης του Ἱπποδαμείας. Ἐάν κάποιος τόν κέρδιζε, θά τήν ἔπαιρνε ὡς γυναίκα του. Ἐπειδή ὅμως ὁ Μύρτιλος ἀγαποῦσε τήν Ἱπποδάμεια, ὁ Πέλοψ τοῦ ὑποσχέθηκε


90

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

μία νύχτα ἔρωτα μέ τήν ἀγαπημένη του, ἐάν τόν ἄφηνε νά κερδίσει τόν Οἰνόμαο. Ὁ Πέλοψ, ὅμως νικητής πιά, ἀντί νά ἀνταμείψει τόν Μύρτιλο τόν πέταξε στήν θάλασσα στό περίφημο Μυρτῶον Πέλαγος. Πεθαίνοντας ὁ ἡνίοχος καταράστηκε τό γένος τοῦ Πέλοπος μέ τίς γνωστές συνέπειες. Μετά τόν θάνατό του ὁ Ἑρμῆς τόν μεταμόρφωσε σέ ἀστερισμό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε´

Γυναικεῖες θεότητες – Πρόσωπα Φιλοσοφικῶς καί θεολογικῶς στήν ἀρχαία Ἑλλάδα ἡ Γυναῖκα

ἦταν ἰσότιμη μέ τόν Ἄνδρα. Ἕξι θεοί, ἕξι θεές. Ἐνεργή συμμετοχή σέ ὅλα τά ἐπεισόδια τῶν μύθων, τῶν προφορικῶν καί γραπτῶν παραδόσεων. Τίποτα δέν γίνεται στήν μυθολογία χωρίς γυναικεία συμμετοχή. Δέν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις πού ἡ γυναικεία ἄποψις ἐπισκιάζει ἀκόμα καί αὐτή τοῦ Διός, ἐνῶ ἀκόμα καί στόν πόλεμο ἡ Ἀθηνᾶ ξεπερνᾶ σέ κατορθώματα τόν ἴδιο τόν Ἄρη. Ἡ Πυθία ἦταν τό ἱερότερο καί σεβασμιότερο πρόσωπο τοῦ Ἀρχαίου κόσμου. Ἀντίθετα μέ τήν σύγχρονη θρησκεία, στήν ἀρχαία Ἑλλάδα τά ὕψιστα ἱερατικά ἀξίωματα δίνοναν πάντα σέ γυναίκα. Στό βιβλίο τοῦ Δρος Παναγιώτη Κυριακόπουλου, Ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀρχαίας Ἑλληνίδας διαβάζουμε: «Οἱ γυναῖκες εἶχαν τό δικαίωμα σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ Ἱεροῦ Δικαίου, νά ἀναδεικνύονται σέ ὅλα τά ἱερατικά ἀξιώματα, ἀπό αὐτό τῆς ἁπλῆς γεραρᾶς, τῆς ἱερῆς ἀκόλουθης τῆς Θυίας μέχρι αὐτό τῆς ἱεροφάντιδος τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων, τῆς Ὑδρανοῦ (Βαπτίστριας-ἐξομολογήτριας) καί τῆς Ἀρχιέρειας καί γιά τά καθ’ ἡμᾶς, τῆς Ἀρχιεπισκόπου!!!» Αὐτά ἐπιβεβαιώνονται καί στήν μελέτη τῆς Sue Blundell, Γυναῖκα στήν Ἀρχαία Ἑλλάδα, πού μεταξύ ἄλλων σημειώνει: «Οἱ γυναῖκες συμμετεῖχαν πλήρως στίς τελετουργίες πού διοργανώνονταν... Ἡ θρησκεία ἦταν μία περιοχή τῆς δημόσιας ζωῆς, στήν ὁποία οἱ γυναῖκες ἔπαιζαν σημαντικό ρόλο». Ἐάν ἀναλογιστεῖ κανείς ὅτι οἱ δημόσιες τελετές καί ἑορτές στήν ἀρχαία Ἀθήνα ἦταν πάνω ἀπό 80 μέρες τόν χρόνο,


92

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ὁ μῦθος πού θέλει τήν γυναίκα νά εἶναι κλεισμένη συνεχῶς στόν γυναικωνίτη καταρρέει πάραυτα. Στό βιβλίο της ἡ Στέλλα Ματζουράνη-Σκάλτσαρη, Ἀπό τήν Γαία στήν Ὑπατία – Oἱ Ἑλληνίδες τοῦ Ἀρχαίου Κόσμου, παραθέτει τίς βιογραφίες γιά πάνω ἀπό 2.000 γυναικεῖες προσωπικότητες πού ἄφησαν τό στίγμα τους στήν Ἑλληνική μυθολογία καί ἱστορία, ἀριθμός μεγαλύτερος ἀπό ὁποιοδήποτε ἄλλο λαό στόν κόσμο, ἀκόμα καί μέ τά σημερινά δεδομένα. Προσωπικότητες τῆς τέχνης, τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας, τῆς τέχνης, τῆς φιλοσοφίας, τῆς ἰατρικῆς, τῆς μουσικῆς, τῆς ἀστρονομίας, τῶν μαθηματικῶν, της θρησκείας καί πολλές ἀκόμα, τήν ἐποχή πού σ’ ὁλόκληρο τόν τότε κόσμο οἱ γυναῖκες δέν εἶχαν καμμία ὑπόστασι. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι μία ἀπό αὐτές, ἡ Ἐρυθραία Σίβυλλα φαίνεται νά προφήτευσε τήν γέννησι καί τά σημαντικότερα γεγονότα ἀπό τήν ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ χιλιετίες πρό τῆς Ἐλεύσεώς Του (βλέπε Παναγιώτη Τουλάτου, Τά Ἀρχεῖα τῆς χαμένης Γνώσης Β΄ ἀλλά καί Χάρη Σκαρλακίδη, Οἱ Προάγγελοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ).


93

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΣEΛHNH

(ἐκ τῆς ρίζης «σέλ» = φῶς - σέλιος = ἥλιος)

Θεά, προσωποποίησις τῆς σελήνης. Ἐθεωρεῖτο θυγατέρα τοῦ Ὑπερίωνος, ἤ τοῦ Πάλλαντος, ἐκαλεῖτο δέ καί Μήνη. Τήν Σελήνη ἀγάπησε σφόδρα ὁ Ζεύς καί ἔτσι γεννήθηκε ἡ Πάνδεια, ἀλλά καί ὁ Πάν ἦταν ἔνθερμος ἐραστής της. Ἀπό κάποιους ἀρχαίους λογίζεται υἱός αὐτῆς ὁ ποιητής Μουσαῖος. Ἡ Σελήνη ἐρωτεύθηκε σφόδρα τόν Ἐνδυμίωνα γιά τόν ὁποῖο κάθε νύχτα σύχναζε ἐπί τοῦ ὄρους Λάτμου, ὅπου ὁ Ἐνδυμίων ἦταν καταδικασμένος σέ αἰώνιο ὕπνο ἀπό τόν Δία διότι ἐνῶ ἦταν προσκεκλημένος στόν Ὄλυμπο ἀπό τούς θεούς, ἀποπειράθηκε νά βιάσει τήν Ἥρα. Ἡ Σελήνη κάνοντας τόν γύρο τῆς Γῆς τόν εἶδε καί ἀπό τότε κατέβαινε κάθε βράδυ στό βουνό περιμένοντάς τον νά ξυπνήσει.

ΑMAZONEΣ Μυθικές πολεμοχαρεῖς γυναῖκες, πού ἀποτελοῦσαν ἰδιαίτερο ἔθνος. Ἡ λέξη Ἀμαζών ἀπό τό ἀ- τό στερητικό καί τό μαζός, καθώς ἔκαιαν τόν ἕνα μαστό γιά νά τοξεύουν καλύτερα. Κατοικοῦσαν πλησίον τῶν ποταμῶν Θεμώδοντος καί Φάσιδος. Ὀνόματα τῶν Ἀμαζόνων ἀναφέρονται πλεῖστα. Σπάνια ἐκαλοῦντο παρθένοι, ἀλλά γυναῖκες. Ἔρχονταν πότε-πότε σέ ἐπαφή μέ ἄνδρες, ἀλλά κρατοῦσαν μόνον τά θηλυκά τέκνα των καί τά ἀρσενικά τά ἔστελναν στούς πατέρες τους. Ἔκαναν ἐπιδρομές στήν Ἀττική, μέχρι πού ὁ Θησέας τίς νίκησε καί παντρεύτηκε μία ἀπό αὐτές, τήν Ἀντιόπη. Οἱ Ἀμαζόνες ἐμάχοντο συνήθως ἔφιπποι καί σπάνια πεζές. Σχέσεις τῶν Ἀμαζόνων μέ τήν Ἀρτέμιδα ὑπάρχουν, ἰδίως στήν Ἔφεσο. Πολέμους ἔκαναν καί μετά τήν παρακμή τοῦ κράτους των.


94

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

HΩΣ

(= ἡ αὐγή, ἡ ἡμέρα)

Κόρη τοῦ Ὑπερίωνος καί τῆς Εὐρυφαέσσης, ἀδελφή τοῦ Ἡλίου καί τῆς Σελήνης. Προσωποποίησις τοῦ φωτός καί τῆς αὐγῆς, ἡ ροδοδάκτυλος Ἠώς, πάντα πλουσιότατα ντυμένη, μέ μεγάλα φτερά στούς ὤμους καί κάλυμμα στό κεφάλι γιά νά προφυλάσσεται ἀπό τό πρωινό κρύο, πετάει πάνω σέ ἅρμα πρίν ἀπό τόν Ἥλιο καί εἶναι πάντα δροσερή, εὐδιάθετη καί ρέπει πρός τόν ἔρωτα. Ἅρπαξε τόν Τιθωνό, ἀδελφό τοῦ Πριάμου καί τόν ὁδήγησε σέ λαμπρό ἀνάκτορο στόν οὐρανό καί τόν ἔκανε σύζυγό της. Ἐπειδή ὅμως ὁ Τιθωνός ἦταν θνητός, ἡ Ἠώς παρακάλεσε τίς Μοῖρες νά τοῦ χαρίσουν τήν ἀθανασία. ὑέχασε ὅμως νά ζητήσει γιά τόν ἀγαπημένο της αἰώνια νεότητα κι ἔτσι ὁ Τιθωνός γερνοῦσε κανονικά ἀλλά δέν πέθαινε, ἔτσι τό δῶρο τῆς ἀθανασίας του ἔγινε μαρτύριο. Παρακάλεσε τότε τήν γυναίκα του νά τόν ξανακάνει θνητό. Ἀπό τόν γάμο αὐτό γεννήθηκαν ὁ Ἠμαθίων, ὁ ὁποῖος συνδέθηκε μέ τήν Θεσσαλία, καί ὁ Μέμνων, βασιλιάς τῆς Αἰθιοπίας.

(ἐκ τοῦ εἶμι = πορεύομαι, λόγω τῶν πολλῶν περιπλανήσεών της)

Κόρη τοῦ ποτάμιου θεοῦ Ἰνάχου καί ἦταν ἡ πρώτη ἱέρεια τῆς Ἀργείας Ἥρας. Σαγηνευμένος ὁ Ζεύς ἀπό τό κάλλος τῆς ὡραίας ἱέρειας θέλησε νά τήν κάνει δική του, ἡ Ἥρα ὅμως τήν μεταμόρφωσε σέ ἀγελάδα καί τήν ἔδωσε νά τήν φυλάξει ὁ πανόπτης Ἄργος, πού ἀγρυπνοῦσε ἐναλλάξ τά 500 ἀπό τά 1000 μάτια του. Ὁ Ἑρμῆς, ὅμως κατ’ ἐντολήν τοῦ Διός, ἀποκοίμισε μέ τόν αὐλό του ὅλα τά μάτια τοῦ Ἄργου, καί τόν ἀποκεφάλισε. Γιά νά μήν τήν ἀπαγάγει ὁ Ζεύς, ἡ Ἥρα κόλλησε στό πλευρό της ἕναν οἶστρο (ἀλογόμυγα), ὁ ὁποῖος τήν ἀνάγκαζε νά περιπλανιέται ἀπό πόλι σέ πόλι. Ἔτσι πέρασε ἀπό τό


95

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

πέλαγος πού πρός τιμήν της ὀνομάστηκε Ἰόνιον, ἔφθασε στόν Βόσπορο (πού πῆρε κι αὐτός τό ὄνομά του ἀπό τήν βοῦν = ἀγελάδα) καί κατέληξε στόν Νεῖλο, ὅπου τήν βρῆκε ὁ Δίας καί τήν ἐπανέφερε στήν κανονική της μορφή, καί ἀπό τήν ἕνωσί τους γεννήθηκε ὁ Ἔπαφος, μετέπειτα βασιλιάς τῆς Αἰγύπτου καί πρόγονος τοῦ Δαναοῦ, τοῦ Αἰγύπτου καί τῆς Λιβύης. Ἡ Ἰώ, μαζί μέ τόν γιό της, ἦταν αὐτοί πού ἵδρυσαν στήν Αἴγυπτο τήν λατρεία τῆς Ἴσιδος.

ΘEMIΣ

(ἐκ τοῦ τίθημι = τεθμός = θεσμός)

Τιτανίς, κόρη τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς Γαίας κατά τόν Ὅμηρο, προσωποποίησις τοῦ καλοῦ ἤθους καί τῆς τάξεως. Πολύ σεβαστή στόν Ὄλυμπο, ἐκτιμοῦνταν καί ἀναγνωριζόταν καί ἀπό τήν ἴδια τήν Ἥρα, ἄν καί ἦταν ἡ πρώτη σύζυγος τοῦ Διός μέ τόν ὁποῖο τεκνοποίησε τίς uΩρες, τήν Εὐνομία, τήν Δίκη καί τήν Εἰρήνη. Μέ ἐντολή τοῦ Διός συγκαλεῖ τούς θεούς σέ συνέλευση καί δέχεται αὐτούς νά προσέρχονται. Ἐκεῖ λύνει τίς διαφορές μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἐνῶ συναρωγός (βοηθός) στό ἔργο της εἶναι καί ὁ Ἄρης. Θεωρεῖτο ἐκπρόσωπος τῆς θείας δικαιοσύνης σέ κάθε ἀνθρώπινη περίστασι, ἄρα καί τῆς φιλοξενίας, καί προστάτιδα τῶν δυστυχισμένων καί κατατρεγμένων. Σύμβολά της τό κέρας, ὁ ζυγός, τό ξίφος, ἐνῶ σέ κάποιες παραστάσεις ἀπεικονίζεται μέ τά μάτια σκεπασμένα μέ ἕνα εἶδος κεφαλόδεσμου, γιά νά ἀποδοθεῖ ἡ ἀμεροληψία πού πρέπει νά χαρακτηρίζει τήν δικαιοσύνη. Ἀπό τήν μητέρα της εἶχε κληρονομήσει μαντικές ἱκανότητες γι’ αὐτό ἦταν ἱέρεια τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, ὅπου εἶχε διαδεχθεῖ τήν μητέρα της.


96

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΘAΛEIA

(ἐκ τοῦ θάλλω = ἀνθίζω)

Μία ἀπό τίς ἐννέα Μοῦσες, θυγατέρα τοῦ Διός καί τῆς Μνημοσύνης, ἡ προστάτιδα τῆς χαρᾶς τῶν εὔθυμων συμποσίων, ἀλλά μέσα στά ὅρια τῆς εὐπρέπειας καί ἦταν στενά συνδεδεμένη μέ τήν ἀδελφή της Τερψιχόρη. Παρευρισκόταν ἀόρατη στά συμπόσια κι ἐνέπνεε τά εὔθυμα τραγούδια, ἀποχωροῦσε ὅμως πάντα μόλις ἄρχιζε ὁ θορυβώδης κῶμος. Εἶχε ὑπό τήν προστασία της τήν βουκολική ποίησι καί ἀργότερα τήν κωμωδία. Παρίστατο μέ ἕνα στεφάνι κισσοῦ στό κεφάλι καί ἕνα ραβδί στό ἄλλο. Θάλεια λεγόταν καί μία ἀπό τίς τρεῖς Xάριτες, θυγατέρα τοῦ Διός καί τῆς Εὐρυνόμης, ἡ ὁποία προστατεύει τούς βλαστούς, τούς καρπούς, τίς σπορές καί τά φυτά, ἀλλά καί μία ἀπό τίς Νηρηίδες, θυγατέρα τοῦ Νηρέως καί τῆς Δωρίδος.

KAΛΛIOΠH

(προέρχεται ἀπό τή λέξη «τήν καλήν ὄπα» πού σημαίνει ἡ ἔχουσα ὡραῖα φωνή)

Μία ἀπό τίς ἐννέα Μοῦσες, ἐθεωρεῖτο ἀπό τόν Ἡσίοδο ἡ μεγαλύτερη σέ ἡλικία ἀπό ὅλες τίς Μοῦσες, προστάτιδα τῆς ἐπικῆς ποιήσεως, τῆς ρητορικῆς καί ὅλων τῶν καλῶν τεχνῶν. Ὅπως καί οἱ ἀδελφές της λογιζόταν ὡς θυγατέρα τοῦ Διός καί τῆς Μνημοσύνης καί μητέρα τοῦ Ὀρφέως, Λίνου, Ἰάλεμου, Ὑμέναου, Κυμαθέοντος καί τῶν Κορυβάντων. Προστάτευε τούς ποιητές καί ἰδίως τούς ἐπικούς ὡς καί τίς καλές τέχνες. Τήν ἐπικαλοῦνταν κυρίως οἱ ραψωδοί, παρακαλῶντας νά τούς δώσει ἔμπνευσι. Παρουσιάζεται ὡς γυναίκα μεγαλόπρεπη καί ἐπιβλητική, κρατοῦσε δάφνινο στεφάνι καί τά Ὁμηρικά Ἔπη γι’ αὐτό θεωροῦνταν καί μητέρα τοῦ Ὁμήρου.


97

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔAΦNH

(ἐκ τοῦ ἐπιτ. δά + φοινός = κόκκινος, αἱματόχρους)

Ἡ Δάφνη ἦταν θυγατέρα τῆς Γῆς καί τοῦ ἀρκαδικοῦ ποταμοῦ Λάδωνος ἤ τοῦ θεσσαλικοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ καί ἀποτελοῦσε προσωποποιία τοῦ ὁμώνυμου ἱεροῦ φυτοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος. Μυθολογεῖται ὅτι τήν Δάφνη ἐρωτεύτηκε ὁ Ἀπόλλων, πλήν ὅμως αὐτή ἀπέκρουσε τόν ἔρωτά του καί μή μπορώντας νά τόν ἀποφύγει, παρακάλεσε τήν μητέρα της νά τήν σώσει. Ἡ μητέρα της Γῆ τήν δέχθηκε στούς κόλπους της καί κατά μία ἐκδοχή μεταμόρφωσε τήν κόρη της σέ δάφνη, ἀπό τήν ὁποία ὁ Ἀπόλλων καί πρός παρηγοριά του ἔκοψε κλωνάρι καί ἐστέφθη, δι’ ὅ καί ἐπονομάσθηκε καί Δαφναῖος.

ΚAIΣΣA

(μᾶλλον ἐκ τοῦ κέκασμαι = λάμπω)

Πανέμορφη Δρυάς, νύμφη τοῦ δάσους, πού ζοῦσε στά ἄγρια δάση τῆς Θράκης, τήν ὁποία ἐρωτεύτηκε παράφορα ὁ Ἄρης. Ἐκείνη ὅμως δέν ἀνταπροκρινόταν κι ἐπειδή ἦταν ἰδιαίτερα πνευματώδης, ὁ θεός τοῦ πολέμου τήν προσκάλεσε νά παίξουν ἕνα ἐπιτραπέζιο παιχνίδι πολέμου καί λογικῆς, τό περίφημο σκάκι. Ἡ Κάισσα ἐνθουσιάστηκε καί δέχθηκε νά γίνει ἐρωμένη του, ἀνέλαβε δέ νά διδάξει τό νέο παιχνίδι στήν ἀνθρωπότητα. Στό περίφημο ποίημά του ὁ Βρεττανός sir William Jones ἀναφέρει: «Αὐτός δίδαξε τούς κανόνες πού ὁρίζουν τό παιχνίδι τῆς σκέψης, καί τό ὀνόμασε Κάισσα ἀπό τό ὄνομα τῆς Δρυάδος, ἀπ’ ὅπου οἱ γιοί τῆς Ἀλβιόνας πῆραν τό παιχνίδι καί τό ὀνόμασαν σκάκι». Τό 1960 οἱ Σοβιετικοί πρός τιμήν της, ἔδωσαν τό ὄνομά της σέ ἕνα τεράστιο σκακιστικό πρόγραμμα, ἐνῶ τόν τίτλο τῆς Κάισσας πῆρε ὁ πρῶτος παγκόσμιος ἠλεκτρονικός πρωταθλητής τό 1974.


98

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

EIΛEIΘYIA

(ἐκ τοῦ ἐλεύθω = σπεύδω)

Κόρη τοῦ Διός καί τῆς Ἥρας, θεότητα τοῦ τοκετοῦ, προστάτιδα καί βοηθός τῶν ἐπιτόκων. Κάθε ἑτοιμόγεννη γυναίκα στήν ἀρχαία Ἑλλάδα τήν ἐπικαλοῦνταν τήν στιγμή τῆς γέννας, μέ τήν κραυγή «έλθέ, ἐλθέ». Εἶχε τήν ἱερή σπηλιά της στήν Ἀμνισό τῆς Κρήτης. Ὅταν ἡ Λητώ κοιλοπονοῦσε γιά ἐννέα μερόνυχτα, ἔχοντας γύρω της ὅλους σχεδόν τούς ἀθανάτους πού προσπαθοῦσαν νά τήν βοηθήσουν, ἡ Ἥρα εἶχε μείνει στόν Ὄλυμπο κρατώντας κοντά της τήν Εἰλειθυία, ἀπό ζήλεια πρός τήν μέλουσα μητέρα τοῦ Ἀπόλλωνος καί τῆς Ἀρτέμιδος. Ὅμως ἡ Ἴρις, ἡ ἀγγελιοφόρος τῶν θεῶν, βρῆκε τρόπο νά τήν μεταφέρει στήν Δῆλο καί νά βοηθήσει τήν Λητώ νά γεννήσει γρήγορα. Ἦταν ἐκείνη, ἐπίσης, πού κατ’ ἐντολήν τῆς Ἥρας εἶχε καθυστερήσει τήν κύησι τῆς Ἀλκμήνης, ἔτσι ὥστε ὁ Ἡρακλῆς (πού ἦταν υἱός τοῦ Διός) νά γεννηθεῖ μία μέρα ἀργότερα ἀπό τόν Εὐρυσθέα πού ἦταν ἀπό τήν ἴδια γενιά, ὡς ἐγγονός τοῦ Περσέως. Ὁ Ζεύς εἶχε προτρέξει καί εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι τό πρῶτο παιδί πού θά γενηθεῖ ἀπό τήν γενιά αὐτή θά γινόταν βασιλιάς. Μέ αὐτόν τόν τρόπο στέφθηκε ὁ Εὐρυσθεύς βασιλιάς, ἀντί τοῦ Ἡρακλέους.

AMAΔPYAΔEΣ

(= ἅμα τήν δρυί γεννόμενη)

Νύμφες τῶν δασῶν, πού γεννιόντουσαν, ἀναπτύσσονταν, προστάτευαν καί πέθαιναν μέ τό δένδρο, μέ τό ὁποῖο ταυτίζονταν, γι’ αὐτό καί ἐκαλοῦντο ἰσόδενδροι, ἀντίθετα ἀπό τίς Δρυάδες, οἱ ὁποῖες ὅταν τό δένδρο κοβόταν, πήγαιναν σέ ἄλλο καί τιμωροῦσαν τόν ἔνοχο. Δηλαδή οἱ Δρυάδες ἦταν περιπλανώμενες νύμφες τῶν δασῶν, ἐνῶ οἱ Ἀμαδρυάδες συνδεδεμένες μέ τά δένδρα. Οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι οἱ ἄνθρωποι γεννιόντουσαν ἀπό τήν γῆ (γηγενεῖς) καί κατάγονταν


99

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἀπό κάποιο δένδρο, ὅπως οἱ Ἀρκάδες πού κατάγονταν ἀπό τόν Ἀρκάδα, τόν γιό τῆς Δρυάδος Ἐρατοῦς. Γνωστότερη Δρυάς ἦταν ἡ Εὐρυδίκη, ἡ σύζυγος τοῦ Ὀρφέως.

ΦOIBH

(ἐκ τοῦ φοῖβος = καθαρός, ἁγνός)

Κατά τήν ἑλληνική μυθολογία Τιτανίδα, μητέρα τῆς Λητοῦς. Μετά τήν Γαῖα καί τήν Θέμιδα ἦταν κυρία τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, τό ὁποῖο παρέδωσε στόν Ἀπόλλωνα. Κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους ἦταν μόνο ἐπώνυμο τῆς θεᾶς Ἀρτέμιδος. Αὐτή καί ἡ ἀδελφή της ἡ Ἰλάειρα ἦταν κόρες ἐξαιρετικῆς καλλονῆς, γι’ αὐτό τίς ἔκλεψαν οἱ Διόσκουροι, ὁ Κάστωρ καί ὁ Πολυδέυκης, καί τίς παντρεύτηκαν.

ΝYMΦAI

(ἐκ τοῦ νύμφη)

Ἦταν θεότητες πού προστάτευαν τίς πηγές, τά δάση, τά λειβάδια, τά δένδρα τά σπήλαια κλπ., κατ’ ἀντίθεσι πρός τίς Νηρηίδες οἱ ὁποῖες ἦσαν ἀποκλειστικά θαλάσσιες θυγατέρες. Κατοικοῦσαν στά δάση, στίς σπηλιές, πλάι σέ πηγές, χειμάρρους καί ποταμούς ἤ σέ μοναχικά νησιά ὅπως ἡ Καλυψώ καί ἡ Κίρκη. Διακρίνονταν σέ Ναϊάδες, ἤ Κρηναῖες, σέ Δρυάδες κλπ. Ζοῦν μιά ζωή ἐλευθερίας πότε κυνηγώντας μέ τήν Ἀρτέμιδα ἤ γλεντώντας μέ τόν Διόνυσο. Προστάτευαν τόν γάμο καί φρόντιζαν τήν ἱεροτελεστία του, ἐνῶ συχνά ἀνατρέφουν τά παιδιά τῶν θεῶν. Ἐλογίζοντο «κοράσια» ὥριμα πρός γάμο, ὡραῖα, χαρούμενα, καί ἀγαθοποιά καί ἐτιμῶντο διά τῶν βωμῶν καί προσφορᾶς θυσιῶν ἀπό γάλα, μέλι κρασί καί μερικές φορές ἀπό μικρά σφάγια.


100

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

XAPITEΣ

(ἐκ τοῦ χάρις, Θάλεια ἐκ τοῦ θάλλω = ἀνθίζω, Ἀγλαΐα ἐκ τοῦ ἀγλαός = λαμπρός, Εὐφροσύνη = εὐθυμία)

Ἀρχαῖες ἑλληνικές προσωποποιήσεις τῆς χάρης καί τῆς ὀμορφιᾶς, τίς ὁποῖες θεωροῦσαν κόρες τοῦ Διός καί τῆς Εὐρυνόμης. Κανονικά ἦταν τρεῖς, ἡ Ἀγλαΐα, πού παντρεύτηκε τόν Ἥφαιστο, ἡ Εὐφροσύνη καί ἡ Θάλεια, ἀλλά σέ πολλές παραδόσεις ἀναφέρονται μόνο δυό καί συχνά συνδέονται μέ τό νέο φεγγάρι καί τήν πανσέλληνο. Ἡ ποίησις, ἡ μουσική, ἡ ρητορική καί ὁ χορός ὀφείλονταν σέ αὐτές. Ἔχρισαν τήν Ἀφροδίτη στήν Πάφο μέ θεῖο ἔλαιο καί τήν ἔντυσαν μέ λαμπρότατα ἐνδύματα. Σύμφωνα μέ τόν Παυσανία, ὁ Σωκράτης, ὡς τεχνίτης ἀνδριάντων, πρίν ἀσχοληθεῖ μέ τήν φιλοσοφία, εἶχε φιλοτεχνήσει ἕνα σύμπλεγμα τῶν Χαρίτων, πού ἦταν στημένο στήν εἴσοδο τῆς Ἀκροπόλεως.

ΩPAI

(ὥρα = ἐκ τοῦ χώρα – λόγω τῆς δασείας = ὁ χῶρος)

Στήν ἑλληνική μυθολογία εἶναι οἱ θυγατέρες τῆς Θέμιδος καί τοῦ Διός, πού κατά τόν Ἡσίοδο ἔχουν τά ὀνόματα Εὐνομία, Δίκη καί Εἰρήνη καί κρατοῦν, κατά τόν Ὅμηρο, τίς πύλες τοῦ Οὐρανοῦ καί τοῦ Ὀλύμπου. Μεταγενέστερα ἐμφανίζονται νά εἶναι συνοδοί ἄλλων θεοτήτων, τοῦ Διός, τῆς Ἀφροδίτης καί κυρίως τοῦ Ἡλίου. Ὡς προστάτιδες τῆς ἀναπτύξεως καί τῆς εὐημερίας, ὀνομάζοντο στήν Ἀθήνα Θαλλώ, Αὐξώ καί Καρπώ καί κατά συνέπεια ἦσαν προσωποποιήσεις τῆς φύσεως κατά τήν ἄνοιξι, τό θέρος καί τό φθινόπωρο. Παραστάσεις τῶν Ὡρῶν ἦσαν συνήθεις κατά τήν ἀρχαϊκή ἐποχή τῆς τέχνης. Ἀναφέρονται ὅτι ὑπάρχουν ἐπί τοῦ θρόνου τοῦ Διός στήν Ὀλυμπία, πού εἶναι ἔργο τοῦ Φειδία.


101

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

MOYΣEΣ

(ἐκ τῆς ρίζας μω = ζητῶ νά μάθω)

Θεότητες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, προστάτιδες τῆς ποιήσεως, τῆς μουσικῆς καί γενικά κάθε πνευματικῆς δημιουργίας. Ἦταν θυγατέρες τῆς Μνημοσύνης καί τοῦ Διός. Ὁ ἀριθμός καί τά ὀνόματα τῶν Μουσῶν ἀναφέρονται γιά πρώτη φορά στή Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου: Ἦσαν ἐννέα τόν ἀριθμό, ἤτοι ἡ Κλειώ, Εὐτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ἐρατώ, Πολύμνια, Οὐρανία καί Καλλιόπη. Λέγεται ὅτι ἐμφανίστηκαν μπροστά στόν ποιητή, στόν Ἑλικώνα, καί τοῦ ἀπεκάλυψαν τά περασμένα καί τά μέλλοντα. Οἱ Μοῦσες λατρεύονταν ὡς Νύμφες τῶν πηγῶν καί οἱ ἀρχαιότεροι τόποι λατρείας αὐτῶν ἦταν στόν Ἑλικώνα καί τήν Πιερία μαζί μέ τήν λατρεία τοῦ Ὀρφέως καί τοῦ Διονύσου. Οἱ ποιητές τίς ἐπικαλοῦντο γιά ἔμπνευσι καί τήν ἐπιτυχία τῶν ἔργων τους. Τά ἱδρύματα πού ἦταν ἀφιερωμένα σέ αὐτές ὀνομάστηκαν Μουσεῖα.

MAIA

(ἐκ τοῦ μάω = ζητῶ νά μάθω, μαία = σοφή γυνή)

Κόρη τοῦ Ἄτλαντος καί τῆς Πλειόνης. Ἦταν ἡ ὡραιότερη ἀπό τίς Ἀτλαντίδες, γι’ αὐτό ὁ Ζεύς τήν ἐρωτεύτηκε καί ἔσμιξε μαζί της στό ὄρος τῆς Κυλλήνης στήν Ἀρκαδία. Ἀπό τήν ἕνωσι αὐτή γεννήθηκε ὁ Ἑρμῆς. Ἦταν ἡ οὐρείη νύμφη τῆς Κυλλήνης καί παρουσιάζεται ὡς κουροτρόφος ἡ θησαυροφύλακας. Στήν Ρώμη λατρευόταν – ὅπως καί ὁ γιός της– ὡς προστάτιδα τοῦ ἐμπορίου.


102

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

KΛEIΩ

(ἐκ τοῦ κλέους = δόξα)

Μία ἀπό τίς ἐννέα Μοῦσες, ἡ θεά τοῦ ἄσματος, πού ἀναφέρεται πρῶτα ἀπό τόν Ἡσίοδο. Θεωρεῖται ἐφευρέτιδα τῆς κιθάρας ἀλλά ἦταν καί ἡ θεά τῆς μαντείας. Ὁ Πίνδαρος καί ὁ Βακχυλίδης ἐπικαλοῦνται αὐτήν, καθώς καί τήν Καλλιόπη ὡς θεά τῆς ἱστορίας, τήν ὁποία πρώτη ἐφεῦρε. Γιά τόν λόγο αὐτό τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἡροδότου ὀνομάστηκε Κλειώ ἀπό τούς Ἀλεξανδρινούς φιλολόγους. Ἐρωτεύτηκε τόν Πίερο τόν βασιλιά τῆς Πιερίας, ἀπό τόν ὁποῖο ἀπέκτησε τόν Ὑάκινθο, ἐνῶ παιδιά της θεωροῦνταν ὁ Ὀρφεύς, ὁ Λίνος καί ὁ Ρῆσος, ὁ βασιλιάς τῶν Θρακῶν. Ἔμβλημά της ἡ κλεψύδρα πού συγκρατεῖ ἀπό τήν λήθη τίς μεγάλες στιγμές. Τῆς Κλειοῦς ὑπάρχει πολύ παλιά παράστασι σέ ἀγγεῖο, στό μουσεῖο τῆς Φλωρεντίας, ἔργο ἀττικοῦ τεχνίτη. Ὁ ποιητής Σιμωνίδης ὁ Ἀμοργῖνος θεωρεῖ αὐτήν ὡς θεά τῶν πηγῶν.

AΛKHΣTIΣ

(ἀλκή + ἵσταμαι)

Ἡ ὡραιότερη ἀπό τίς κόρες τοῦ βασιλέως τῆς Ἰωλκοῦ Πελίου καί τῆς Ἀναξιβίας. Ὁ Ἄδμητος, μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἀπόλλωνος κατόρθωσε νά τήν κερδίσει καί νά τήν νυμφευθεῖ. Ἦταν ὑπόδειγμα συζυγικῆς ἀγάπης καί ἔγινε πηγή ἐμπνεύσεως ποιητῶν καί καλλιτεχνῶν. Ὅταν ὁ Ἑρμῆς κάλεσε στόν Ἅδη τόν σύζυγό της, ἐκείνη προσφέρθηκε νά πάρει τήν θέσι του, ἡ Περσεφόνη ὅμως θεώρησε ἄδικο νά πεθάνει μία γυναίκα γιά τόν ἄνδρα της καί τήν ἄφησε νά φύγει. Σύμφωνα μέ μιά ἄλλη ἐκδοχή, ὁ Ἡρακλῆς ἐπενέβη καί τούς ἐλευθέρωσε καί τούς δυό ἀπό τόν Ἅδη.


103

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

IAMBH

(ἐκ τοῦ ἵημι = ρίπτω)

Μεγάλη σέ ἡλικία γυναίκα, σχεδόν γριά, ἦταν θεραπαινίδα τοῦ Κελεοῦ καί τῆς Μετάνειρας στήν Ἐλευσίνα. Ὁ ὕμνος στήν Δήμητρα τήν ἀναφέρει, γιατί μέ τίς ἀστειότητές της κατάφερε τήν Δήμητρα νά γελάσει, καίτοι ἦταν στενοχωρημένη ἀπό τήν ἀπώλεια τῆς κόρης της. Σύμφωνα ὅμως μέ μεταγενέστερους σχολιαστές ἀναφέρεται ὡς θυγατέρα τοῦ Πανός καί τῆς Ἠχοῦς, ἀπό αὐτή δέ λέγεται ὅτι πῆρε τό ὄνομα τό ἰαμβικό μέτρο.

NIKH

(ἐκ τοῦ νοός ἴκω = φθάνω στόν σκοπό μου)

Κόρη τοῦ Πάλλαντος καί τῆς Στυγός, πού πῆγε στόν Δία γιά νά τόν βοηθήσει στόν ἀγώνα του μέ τούς Τιτάνες καί ἔκτοτε ἔμεινε ἐκεῖ.Ἐμφανίζεται συνήθως φτερωτή (διότι ἔρχεται καί φεύγει γρήγορα), καί κρατάει στό χέρι στεφάνι φοινικιᾶς, ἄλλοτε δέ αἰωρεῖται μέ ἀνοιχτά φτερά πάνω ἀπό τόν νικητή ἑνός ἀγώνα ἀθλητικοῦ ἤ πολεμικοῦ. Στήν Ρώμη λατρευόταν τόσο πολύ, ὥστε ἔφθασε νά θεωρεῖται ἡ προστάτιδα θεά τῆς Συγκλήτου. Συνήθως τήν κρατᾶ ὁ Ὀλύμπιος Ζεύς, ἐνῶ στήν Ἀθήνα ὑπῆρχε ὁ ναός τῆς Ἀπτέρου Νίκης, ὅπου ἡ θεά ἀπεικονίζεται χωρίς φτερά γιά νά μήν μπορεῖ νά φύγει – σύμβολο τήν ἀνεξαρτησίας τῆς πόλεως. Οἱ πιό γνωστές ἀπεικονίσεις της εἶναι ἡ περίφημη Νίκη τῆς Σαμοθράκης, ἔργο ἑνός Ρόδιου γλύπτη, καί ἡ ἀριστουργηματική Νίκη τοῦ Παιωνίου, πού σώζεται ἐν μέρει στό μουσεῖο τῆς Ὀλυμπίας.


104

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΛHΔA

(πιθανόν ἐκ τοῦ λήθη, «λήθα», λήτω = λανθάνω)

Θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Αἰτωλίας Θέσπιου καί σύζυγος τοῦ Τυνδάρεω, βασιλέως τῆς Σπάρτης. Ὁ Ζεύς τήν ἐρωτεύτηκε γιά τήν θεϊκή ὀμορφιά της. Γιά νά τήν κατακτήσει ἀσφαλέστερα, μεταμορφώθηκε σέ κύκνο ὁ ὁποῖος καταδιωκόταν ἀπό ἕναν ἀετό στόν ὁποῖο εἶχε μεταμορφωθεῖ ἡ Ἀφροδίτη. Τούς εἶδε ἡ Λήδα, ἔνοιωσε συμπάθεια γιά τόν ὡραῖο κύκνο πού κινδύνευε καί ἄνοιξε τήν ἀγκαλιά της γιά νά καταφύγει ἐκεῖ καί νά σωθεῖ. Λίγο ἀργότερα ἡ Λήδα γέννησε δυό αὐγά πού ἀπό τό ἕνα βγῆκαν οἱ δίδυμοι Κάστωρ καί Πολυδεύκης καί ἀπό τό ἄλλο ἡ Ὡραία Ἑλένη. Κατά μία ἄλλη ἐκδοχή, ὁ Κάστωρ, ὁ ὁποῖος ἦταν θνητός, ἐθεωρεῖτο παιδί τοῦ Τυνδάρεω.

KAΛΛIΣTΩ

(ἐκ τοῦ ἐπιθ. καλός)

Νύμφη-συνοδός τῆς Ἀρτέμιδος, κόρη τοῦ βασιλέως τῶν Ἀρκάδων Λυκάονος καί τῆς Νωνάκριδος. Ἀφοῦ ἀγαπήθηκε ἀπό τόν Δία ἀπέκτησε ἀπό αὐτόν τόν Ἀρκάδα καί γι’ αὐτό ἡ Ἥρα ἀπό ζηλοτυπία τή μεταμόρφωσε σέ ἀρκούδα (ἄρκτο). Ὅταν ὁ Ἀρκάς μεγάλωσε καί πῆγε γιά κυνήγι στό δάσος καί ἐπρόκειτο νά πυροβολήσει κατά τῆς ἀρκούδας-μητέρας του, πού διατηροῦσε ἀκόμη ἀνθρώπινο νοῦ καί σκέψι, ὁ Ζεύς γιά νά προλάβει τό ἔγκλημα, μεταμόρφωσε καί τούς δυό στόν ἀστερισμό τῆς Μεγάλης Ἄρκτου. Οἱ Ἀρκάδες τιμοῦσαν τήν Καλλιστώ ὡς ἐθνική ἡρωίδα τους.


105

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔANAH

(ἐκ τοῦ δᾶν = ὕδωρ)

Θυγατέρα τοῦ βασιλέως τοῦ Ἄργους Ἀκρισίου, ἀπό τήν Εὐρυδίκη, κόρη τοῦ Λακεδαίμονος. Ὅταν ὁ πατέρας της πῆρε τόν χρησμό τοῦ μαντείου, πού προφήτευε τόν θάνατό του ἀπό τόν ἐγγονό του, ἔκλεισε τήν Δανάη, μαζί μέ τήν τροφό της, σέ μιά σιδερένια ὑπόγεια φυλακή, μέσα στήν ὁποία τήν ἐπισκέφτηκε ὁ Ζεύς μέ μορφή χρυσῆς βροχῆς καί ἡ Δανάη γέννησε τόν Περσέα. Μόλις τό παιδί μεγάλωσε καί ἐφανερώθη, ὁ Ἀκρίσιος τούς ἔκλεισε σέ μία Λάρνακα καί τούς ἔριξε στήν θάλασσα. Στήν Σέριφο, ἡ λάρνακα μπλέχτηκε στά δίχτυα τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ βασιλέως τοῦ νησιοῦ τοῦ Πολυδεύκτου, ὁ ὁποῖος παντρεύτηκε τελικά τήν Δανάη καί μεγάλωσε τόν Περσέα. Ἐπειδή, ὅμως ὅταν ἔγινε ἄνδρας τόν ζήλεψε, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτόν, τοῦ ἀνέθεσε νά σκοτώσει τίς Γοργόνες.

EKATH Κατά τήν ἑλληνική μυθολογία ἦταν θεά τοῦ σεληναίου φωτός. Ἤδη στή Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου ἐξυμνεῖται ὡς μεγάλη θεά, θυγατέρα τῆς Ἀστερίας (τῆς ἀστερόεσσας νύχτας) καί τοῦ Περσέως (θεοῦ τοῦ φωτός), καί παριστάνεται ὡς πάρα πολύ δραστήρια, βοηθός τῶν ἀνθρώπων καί τῶν βασιλέων γιά τήν ἀπόδοσι τοῦ δικαίου, ἐθεωρεῖτο προστάτιδα τοῦ κυνηγιοῦ καί τῆς ἁλιείας, τοῦ τοκετοῦ καί τῶν παιδιῶν, ὁμοίαζε πολύ μέ τήν Ἄρτεμι. Πρός τά ἀναφερθέντα ἔργα της συμφωνεῖ καί τό ἐπίθετο αὐτῆς «Προπυλαῖα», δηλαδή προστάτιδα τῶν πυλῶν καί τῶν ὁδῶν. Ἡ λατρεία της κυρίως ἐπικρατοῦσε στήν Μ. Ἀσία, ἀλλά καί στήν Αἴγινα καί στό Ἄργος καί δή στήν Ἀθήνα, στήν Ἀκρόπολι. Ἡ κυριώτερη ἦταν τό «Ἑκάτης δεῖπνο», δηλαδή θυσία πού προσεφέρετο στήν θεά. Ἐκεῖ προσεφέροντο ὡς δῶρα τά πλακούντια μέ μέλι, αὐγά, τυρί καί ψάρια, ἰδίως δέ, τά καλούμενα


106

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τρίγλες ἤ μαινίδες. Κατά τήν ἐποχή πού ἐπρόκειτο νά γίνει ἡ τελετή, πού ἐκαλεῖτο ὀξυθύμια ἤ περισκυλακισμός, ἐκαθαρίζοντο καί ἐσκουπίζοντο τά σπίτια, τά δέ σαρώματα ἐκαίοντο πρό τοῦ εἰδώλου τῆς θεᾶς, τό ὁποῖο εὑρίσκετο σέ κάθε σχεδόν σπίτι καί ἀπό τόν μῦθο αὐτό ἡ θεά ἀπεκαλεῖτο προθυραία ἤ κλειδοῦχος.

EYPYNOMH (εὐρύς + νόμος)

Κατά τήν μυθολογία, ἦταν θυγατέρα τοῦ Ὠκεανοῦ, ἀπό τήν ὁποία, κατά τόν Ἡσίοδο, ὁ Ζεύς γέννησε τίς Χάριτες. Kατά τήν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου, ὑποδέχθηκε μέ τήν Θέτιδα τόν Ἥφαιστο, πού γκρεμίστηκε ὑπό τῆς Ἥρας ἀπό τόν Ὄλυμπο. Σύμφωνα ὅμως μέ μεταγενέστερη θεογονική ποίησι, βασίλεψε μέ τόν σύζυγό της Ὀφίωνα, πρίν ἀπό τόν Κρόνο. Ἱερό τῆς Εὐρυνόμης ὑπῆρχε στήν Φιγαλεία τῆς Ἀρκαδίας.

MNHMOΣYNH (ἐκ τοῦ μνήμη)

Θυγατέρα τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς Γῆς, μία ἀπό τίς ἑπτά θνητές, πού ἔγιναν μητέρες ἀπό τό Δία καί θεοποιήθηκαν ἀπό αὐτόν. Ὁ Ζεύς ἔμεινε μαζί της στά ὄρη τῆς Πιερίας ἐπί ἐννέα νύκτες καί γεννήθηκαν ἀπό αὐτήν οἱ ἐννέα Μοῦσες. Ἡ Μνημοσύνη ἐτιμᾶτο πολύ καί ἰδιαιτέρως ἀπό τούς ποιητές λατρευόταν δέ στήν Ἀθήνα καί κατά τήν θυσία προσέφεραν νερό, γάλα, μέλι καί κρασί. Ἀκόμη λατρεία αὐτῆς γινόταν καί στήν Λειβαδιά, στό ἱερό του Τροφωνίου ὅπου ὑπῆρχε ἡ πηγή τῆς Μνημοσύνης καί ἔπιναν ἀπό ἐκεῖ ὅσοι ἔβγαιναν ἀπό τό μαντεῖο γιά νά μήν ξεχάσουν αὐτά πού ἄκουσαν. Μέ τήν γέννησι τῶν Μουσῶν ἐκπληρώθηκαν οἱ ἐπιθυμίες τῶν Ὀλυμπίων


107

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

θεῶν πρός τόν Δία, νά μήν λησμονηθοῦν οἱ ἀγῶνες τους γιά τήν ἑδραίωσι τῆς τάξεως στόν κόσμο.

AΛKYONH

(ἐκ τῆς Ἀλκυῶνος = θαλάσσιο πουλί)

Κόρη τοῦ Αἰόλου καί τῆς Αἰγιάλης. Παντρεύτηκε τόν Κήυκα, βασιλιά τῆς Τροιζηνίας. Ποτέ σύζυγοι δέν ἀγαπήθηκαν μεταξύ τους τόσο πολύ, ὅσο αὐτοί. Ἦταν τόσο εὐτυχισμένοι ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον, ὥστε παρέπεσαν στήν ἀσέβεια νά αὐτονομάζονται Ζεύς καί Ἥρα. Οἱ θεοί ὀργίστηκαν καί ἔφεραν μία θαλασσοταραχή στήν ὁποία ὁ Κήυξ πνίγηκε. Ἀποκαμωμένη ἀπό τόν πόνο, ἡ Ἀλκυόνη βούτηξε στήν θάλασσα γιά νά ἀγκαλιάσει τόν νεκρό σύζυγό της. Ὁ Ζεύς τούς λυπήθηκε καί μεταμόρφωσε καί τούς δυό σέ πουλιά. Καί μέ τήν νέα τους αὐτή μορφή συνέχισαν νά ἀγαπιοῦνται καί ἔτσι ἔγιναν σύμβολο τῆς συζυγικῆς ἀγάπης. Ὁ Αἴολος δέ, κατά τήν διάρκεια τῶν ἑπτά ἡμερῶν πού χρειάζεται ἡ ἀλκυόνα νά ἐπωάσει τά αὐγά της, δένει τούς ἀνέμους, ὁ Ποσειδῶν ἠρεμεῖ τήν θάλασσα, καί ὁ Ζεύς φέρνει καλοκαιρία ἀπό σεβασμό στήν ἕνωσί τους.

AYPA

(ἐκ τοῦ αὔω + ρέω = δροσερά πνοή)

Κόρη τοῦ βασιλέως τῆς Ἀρκαδίας Λελάντου καί τῆς νύμφης Περιβοίας. Ἦταν ταχύτατη στά πόδια καί ἡ Ἄρτεμις τήν πῆρε στήν συνοδεία της. Ἐρωτεύτηκε τόν Βάκχο καί γέννησε ἀπό τόν θεό δίδυμα, πού τά καταβρόχθισε σέ στιγμή μανίας. Αὐτοκτόνησε ἔπειτα πέφτοντας ἀπό τόν ποταμό Σαγγάριο, ἀλλά ὁ Ζεύς τήν λύπηθηκε καί τήν ἔκανε πηγή. Κατά μία ἄλλη ἐκδοχή τήν κυνήγησε ἡ Ἄρτεμις ἡ ὁποία ἐξοργίστηκε πού μία συντρόφισσά της δέν διατήρησε


108

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τήν παρθενία της. Τό βουνό στό ὁποῖο γέννησε ὀνομάστηκε δίδυμο ὄρος.

MHTIΣ

(= σοφία, σύνεσις)

Προσωποποίησις τῆς φρονήσεως, θυγατέρα τοῦ Ὠκεανοῦ καί τῆς Θέτιδος, μητέρα τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς. Ὑπῆρξε πρώτη σύζυγος τοῦ Δία, κατά παράκλησι τοῦ ὁποίου ἔδωσε ἐμετικό φάρμακο στόν Κρόνο, γιά νά βγάλει τά παιδιά πού εἶχε καταπιεῖ. Ὅταν δέ ἡ Γαῖα καί ὁ Οὐρανός προεῖπαν στόν Δία ὅτι ἡ Μῆτις θά ἔκανε κορίτσι τό πρῶτο της παιδί, καί κατόπιν ἀρσενικό τό ὁποῖο θά συνέχιζε τήν κατάρα καί θά τοῦ ἔπαιρνε τόν θρόνο, ὁ Ζεύς κατάπιε τήν Μήτιδα, ἡ ὁποία ἐκείνη τήν περίοδο κυοφοροῦσε τήν Ἀθηνᾶ. Μετά ἀπό λίγη ὥρα γεννήθηκε ἡ θεά, ἀπό τό κεφάλι τοῦ Διός.

APAXNH

(παρά τό ἀναρριχάσθαι)

Θυγατέρα τοῦ Ἴδμωνος ἀπό τήν Κολοφώνα, ὁ ὁποῖος ἦταν βαφέας. Ἦταν ξακουστή γιά τήν τελειότητα τῆς τεχνικῆς της στήν ὑφαντική, καί καυχήθηκε πώς ἦταν σέ αὐτήν τήν τέχνη ἀνώτερη ἀπό τήν Ἀθηνᾶ. Τότε ἡ θεά μεταμορφώθηκε σέ γριά καί τήν συμβούλεψε νά εἶναι πιό συνετή. Ἡ Ἀράχνη ὅμως συνέχισε τήν ἀλαζονική συμπεριφορά κεντώντας ἀκόμα πιό περίτεχνα ὑφαντά μέ τούς ἔρωτες τῶν θεῶν, προσπαθώντας νά τούς ταπεινώσει. Τότε ἡ Ἀθηνᾶ τήν καταράστηκε νά συνεχίσει τό ἔργο της πάντα κρεμασμένη, μεταμορφώνοντάς την στό ὁμώνυμο ἔντομο. Ὁ μῦθος συμβολίζει τόν ἀνταγωνισμό Ἀθηναίων καί Ληδῶν στήν ὑφαντική βιοτεχνία. Οἱ Λυδοί ἦταν λαός Κρητικῆς καταγωγῆς μέ ἔμβλημά τους τήν ἀράχνη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ´

Ἡρακλῆς – Θησεύς Ἡ Ἄννα Τζιροπούλου-Εὐσταθίου στήν μελέτη της πάνω στό

ἔργο τοῦ Αἰσχύλου Προμηθεύς Δεσμώτης ἀναφέρει ὅτι «ὁ Ἡρακλῆς, ὁ κατ’ ἐξοχήν ἥρως τῶν ἄθλων, συμβολίζει τούς διαχρονικούς ἄθλους τοῦ Ἑλληνισμοῦ». Ἐμφανίζεται ἀπρόσμενα κάθε φορά καί ἀκατάβλητος τοξεύει τούς παντοειδεῖς τυρράνους καί τούς ἀπεσταλμένους τους. Ἡ ἀρχαιολόγος Εἰρήνη Λ. Μπουρδάκου στό καταπληκτικό ἔργο της Ἡρακλῆς-ὁ ἐξερευνητής τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἀπέδειξε πώς ὁ Ἡρακλῆς ὄχι ἁπλά ὑπῆρξε ὡς προσωπικότητα ἀλλά ἦταν ἕνας πρωτοπόρος ταξιδευτής καί μηχανικός. «Στήν Δανία, στίς Ἄλπεις, ἀλλά καί στήν Νότιο Ἀμερική, οἱ κάτοικοι δείχνουν μέχρι σήμερα τά γράμματα πού ἐχάραξε ὁ Ἡρακλῆς στούς βράχους καί στά μεγαλιθικά μνημεῖα τῆς πατρίδος τους. Ὁ παντοδύναμος ἥρωας μέ τό ρόπαλο καί τήν λεοντή, φαίνεται πώς δέν ἔγινε θρῦλος μόνον ἐπειδή κατετρόπωσε τόν λέοντα τῆς Νεμέας ἤ τήν τρομερή Λερναία Ὕδρα. Ἦταν ταυτόχρονα δεινός μηχανικός ὑδραυλικῶν καί ὁδοποιϊκῶν ἔργων, γεφυρῶν καί μηχανισμῶν φραγμάτων. Ἦταν ὅμως καί ὁ πρῶτος ἐξερευνητής ὁλόκληρου τοῦ τότε γνωστοῦ καί ἀγνώστου κόσμου». Ὅσο γιά τούς ἄθλους του, αὐτοί εἶναι περιπέτειες πού συμβολίζουν τόν μυητικό δρόμο πρός τήν κατάκτησι τῆς συνειδήσεως. Ὁ δρόμος ξεκινᾶ μέ τήν ἐπιλογή τῆς ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς καί τήν ἀπόρριψι τῆς κακίας καί συνεχίζει μέ τήν νίκη του ἐπί τοῦ θανάτου (λιοντάρι τῆς Νεμέας). «Μετά τήν νίκη του αὐτή ἔριξε τό δέρμα τοῦ λιονταριοῦ πάνω στούς ὤμους του καί μετα-


110

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

μόρφωσε τό γεγονός –ὅτι ἀπειλοῦσε τούς θνητούς μέ θάνατο– σέ ὑπόσχεσι τῆς σωτηρίας τους» (Κερενύϊ, Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων). Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή γίνεται ὁ σωτήρας, ὁ φυσικός καί θρησκευτικός ἡγέτης τῶν Ἑλλήνων. Ὅλα τά τέρατα τῶν ἄθλων τοῦ Ἡρακλέους κατοικοῦν στόν ψυχικό μας χῶρο. Γιά παράδειγμα ἡ Λερναία Ὕδρα συμβολίζει τό ἀπύθμενο ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου πού πεθαίνει μόνο μέ τήν φωτιά κ.ο.κ. Ὁ Θησεύς, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἀποσυμβολίζεται πλήρως στό βιβλίο τῆς Ἀλτάνης Ἑλληνικός Δία-λογισμός τ.Α΄: Ὁ Θησεύς εἶναι ὁ θητεύων μαθητής, υἱός τοῦ Ποσειδῶνος (συναισθήματος), ὁπλίζεται μέ τά πέδιλα (ἔλεγχος συναισθημάτων) καί τό ξίφος (ἔλεγχος σκέψεων – συλλογισμῶν) σηκώνοντας τόν βράχο (ἔνστικτα-ἐπιθυμίες), καί ἀφοῦ σκοτώσει τούς ληστές (ἐγωισμός-ἀλαζονία-ἀκολασία), μπαίνει στόν λαβύρινθο (νοῦς) ἐφοδιασμένος μέ τόν μίτο (συγκέντρωσις σέ ἀγαθές σκέψεις) τῆς Ἀριάδνης (ἡ πολύ ἁγνή ψυχή) καί παλεύει μέ τόν Μινώταυρο (τόν Μυσταγωγό, τόν ἔσω ἑαυτό). Σκοπός ἡ αὐτοεξέλιξις, τό ζητούμενον τῆς Ἑλληνικῆς Ψυχῆς. Ὅπως ἐξηγεῖ ἡ ἴδια ἡ συγγραφεύς, «ἡ ψυχή πρῶτα θά ὑλοποιήσει τούς ἄθλους τοῦ Θησέως καί μετά τοῦ Ἡρακλέους, διότι προηγεῖται τό τέκνον τοῦ Ποσειδῶνος-συναισθήματος κατά τήν προετοιμασία τῆς ψυχῆς καί ἕπεται τό τέκνον τοῦ Διός-λογικῆς διά τήν ἐπί τῆς οὐσίας διαλογιστικήν της πτῆσιν».


111

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΗPAKΛHΣ Ὁ περιφημότερος ἥρωας τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας. Στούς Δωριεῖς μάλιστα τῶν ὁποίων τόν ἐθνάρχη Αἰγίμιο ὑποστήριξε πολύ, ἦταν ἕνας ἀπό τούς μεγάλους θεούς σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, ἐτιμᾶτο καί ἐλατρεύετο παντοῦ. Ἴσως τό παλαιότατο αὐτοῦ ὄνομα νά ἦταν «Ἀλκείδης» ἤ «Ἀλκαῖος», σύμφωνα πρός τό ὄνομα τῆς μητέρας του Ἀλκμήνης καί αὐτό τοῦ παπποῦ του Ἀλκαίου, μετονομάσθηκε δέ κατόπιν ἀπό τήν θεά Ἥρα τοῦ Ἄργους. Κατά τούς ἀρχαίους ὁ Ἡρακλῆς προήρχετο ἀπό τό «Ἥρας κλέος», δηλαδή «ὁ ἥρως ἔσχε δι’ Ἥραν κλέος», ἡ ὁποία θέλοντας νά ἐκδικηθεῖ τήν γέννησί του, ἔγινε ἡ ἀφορμή γιά τούς ἄθλους του καί τήν δόξα του. Σέ κανένα ἄλλο θεό-ἥρωα δέν ἀποδίδονται τόσα κατορθώματα, ὅσα στόν Ἡρακλῆ, οἱ δέ περί αὐτοῦ μῦθοι εἶναι ἀπειράριθμοι. Γεννήθηκε στήν Θήβα, υἱός τοῦ Διός καί τῆς Ἀλκμήνης, πού ἦταν σύζυγος τοῦ Ἀμφιτρύωνος, ὁ ὁποῖος ἦταν υἱός τοῦ Ἀλκαίου. Μυθολογεῖται ὡς πρός τήν γέννησί του ὅτι ὁ Ζεύς ἐπισκέφθηκε τήν Ἀλκμήνη γιά μία νύχτα, ἀλλά ἔμεινε τρεῖς καί ἔτσι ὁ Ἡρακλῆς ἀποκαλεῖται καί «τριέσπερος». Βρέφος ἦταν ἀκόμη ὁ Ἡρακλῆς καί πνίγει δυό φίδια, τά ὁποῖα ἔστειλε ἡ Ἥρα κατ’ αὐτοῦ. Ἡ μυθολογούμενη φιλονικία τοῦ Ἡρακλέως πρός τόν Ἀπόλλωνα γιά τόν τρίποδα στούς Δελφούς φανερώνει ὅτι ὁ Ἡρακλῆς, ἀρχικά τουλάχιστον, εἶχε τό προφητικό δῶρο καί πράγματι σέ πολλά μέρη στήν Ἑλλάδα ὑπῆρχαν μαντεῖα αὐτοῦ. Ὁ Ἡρακλῆς διδάχθηκε ἀπό τόν Λίνο τήν μουσική, τόν ὁποῖο ὅμως σέ στιγμή παραφορᾶς τόν φόνευσε καί ἐστάλη ἀπό τόν Ἀμφιτρύωνα στά βουνά τῆς Βοιωτίας, ὅπου φόνευσε τόν Κιθαιρώνιο λέοντα, πού εἶναι τό πρῶτο του κατόρθωμα. Κατά τόν Πρόδικο ὑπάρχει ἡ παράδοσις πού λέγει ὅτι ὁ Ἡρακλῆς ἀντί «τῆς ἡδίστης καί ῥᾴστης» ὁδοῦ τῆς κακίας, τήν «χαλεπήν καί μακράν» ὁδό τῆς ἀρετῆς προτίμησε. Μετά τό πρῶτο του κατόρθωμα κατέστρεψε τά ποίμνια τοῦ Θέσπιου. Ὅταν ἐπέστρεψε στήν Θήβα ἀπάλλαξε τήν πατρίδα του ἀπό τόν ἀτιμωτικό δασμό πού


112

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἐπιβλήθηκε ἀπό τόν Ἐργίνο, τόν ὁποῖο φόνευσε καί ἔλαβε ὡς ἀμοιβή ἀπό τόν Κρέοντα ὡς σύζυγο τήν κόρη του Μεγάρα, ἀλλ’ ὅμως ὅσα παιδιά ἀπέκτησε ἀπό αὐτή τά ἐξολόθρευσε ὅλα σέ στιγμή παραφροσύνης, πού προκλήθηκε ἀπό τήν Ἥρα, ἐξ οὗ καί τό «Ἡρακλῆς μαινόμενος». Κατά τόν Ἀπολλόδωρο ὁ Ἡρακλῆς, ἀφοῦ μετέβη στούς Δελφούς γιά νά ἀποκαθαρθεῖ ἀπό τόν φόνο τῶν τέκνων του, πῆρε ἐντολή νά μεταβεῖ στήν Τίρυνθα γιά νά ὑπηρετήσει γιά δώδεκα χρόνια τόν Εὐρυσθέα, ἀπό τόν ὁποῖον πῆρε τήν διαταγή νά ἐκτελέσει κατά σειρά τούς κυριότερους δώδεκα ἄθλους, ἐνῶ ἄλλες πολλές θαυμάσιες πράξεις αὐτοῦ ἀποτελοῦν ἄλλη μεγάλη σειρά, τήν σειρά τῶν «παρέργων». Ὁ πρῶτος του ἄθλος ἦταν νά ἀντιμετωπίσει τό περίφημο λιοντάρι τῆς Νεμέας. Τό καταπολέμησε μέ τά ὅπλα του καί στό τέλος τό ἔπνιξε μέ τά χέρια του, τό λιοντάρι πού λυμαινόταν τήν κοιλάδα τῆς Νεμέας καί στήν συνέχεια φόρεσε τήν δορά του (λεοντή). Ἡρακλῆς καί Λερναία Ὕδρα: Ἡ Λερναία Ὕδρα ἦταν δράκοντας μέ ἐννιά κεφαλές, πού κατοικοῦσε στά ἕλη τῆς πηγῆς Λέρνης καί τήν φόνευσε ὁ Ἡρακλῆς. Ἐπειδή κατά τήν προσπάθειά του νά σκοτώσει τό τέρας, ἀπό τήν κεφαλή πού ἔκοβε, ξεφύτρωναν ἄλλες δυό κεφαλές, τότε κάλεσε σέ βοήθεια τόν πιστό σύντροφό του Ἰόλαο, πού ἔκαιε τά κεφάλια πού ἔκοβε, προλαμβάνοντας ἔτσι τό ξεφύτρωμα ἄλλων κεφαλῶν. Κατόπιν ὁ Ἡρακλῆς βύθισε τά βέλη του στό αἷμα πού χύθηκε ἀπό τό σκοτωμένο τέρας, καί ἔτσι ἔγιναν δηλητηριώδη. Ἡρακλῆς καί Κερυνίτις ἔλαφος: Ὁ Ἡρακλῆς εἶχε διαταγή νά συλλάβει ζωντανό τό μεγάλο ἐλάφι, τήν Kερυνίτιδα ἔλαφο, «ἥν δέ ἡ ἔλαφος ἐν Οἰνόῃ, χρυσόκερως», κατά τόν Ἀπολλόδωρο πού βοσκοῦσε στό ὄρος Μαίναλο τῆς Ἀρκαδίας. Μέ μεγάλη ἐπιμονή καί ἀκούραστα γιά πολύ χρόνο καταδίωκε τό ἐλάφι καί ἀφοῦ μέ τό τόξο του τό λάβωσε στό πόδι τό συνέλαβε ζωντανό, ὅπως εἶχε διαταγή καί τό μετέφερε στίς Μυκῆνες. Μετά ἀντιμετώπισε τίς τεράστιες ὄρνιθες, ἀναθρεμμένες ἀπό τόν


113

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἄρη, πού ζοῦσαν στήν λίμνη τῆς Στυμφαλίας καί τρέφονταν μέ ἀνθρώπινες σάρκες τίς ὁποῖες ἐξολόθρευε μέ τήν βοήθεια τῆς Ἀθηνᾶς καί τοῦ Ἡφαίστου, πού κατασκεύασε γιά αὐτόν κρόταλα ἀπό χαλκό, πού ἀνάγκασαν τά πτηνά νά βγοῦν ἀπό τά καταφύγια τους. Ἡρακλῆς καί κόπρος τοῦ Αὐγείου: Κατά διαταγή τοῦ Εὐρυσθέως, ὁ Ἡρακλῆς ἔπρεπε σέ μία μόνο ἡμέρα νά καθαρίσει τήν ἀπερίγραπτη καί ἀπό βουνά κοπριά ἀπό τίς βοσκές τῶν κοπαδιῶν στόν σταῦλο τοῦ Αὐγεία, πού ἦταν βασιλιάς τῶν Ἐπειῶν στήν Ἤλιδα. Ὁ ἥρωας ἐπέτυχε τόν σκοπό του καί ἔγκαιρα ἐκτέλεσε τήν διαταγή, ἐπειδή κατόρθωσε νά ἀλλάξει τήν κατεύθυνσι τοῦ ροῦ τῶν ποταμῶν Πηνειοῦ καί Ἀλφειοῦ, ρίχνοντας ὅλη τήν παροχή τοῦ νεροῦ ἀπό τούς ποταμούς ἐπάνω στήν κοπριά. Ἡρακλῆς καί ὁ ταῦρος τῆς Κρήτης: Ὁ Ποσειδῶν δώρισε στόν βασιλιά τῆς Κρήτης Μίνωα ἕνα ταῦρο, γιά νά τόν θυσιάσει στόν θεό καί αὐτός ἀρνήθηκε τήν θυσία τοῦ ταύρου, ὁπότε ὁ Ποσειδῶν ἐξοργίστηκε καί κατέστησε μανιώδη τόν ταῦρο, ὁ ὁποῖος τρομοκρατοῦσε ὅλη τήν χώρα. Ὁ Ἡρακλῆς τόν συνέλαβε καί τόν ἐπῆγε ζωντανό στίς Μυκῆνες. Ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ταῦρος πού ἅρπαξε τήν Εὐρώπη καί ἐκεῖνος ἀπό τόν ὁποῖο ἡ Πασιφάη γέννησε τόν Μινώταυρο, καί πού τιμωρήθηκε μετά ἀπό τόν Ποσειδῶνα μέ λύσσα. Ἡρακλῆς καί ἵπποι τοῦ Διομήδους: Ὁ Ἡρακλῆς συνέλαβε τούς μανιώδεις ἵππους τοῦ Διομήδους, πού ἦταν βασιλιάς τῶν Βιστούνων στήν Θράκη. Ὁ Διομήδης ἔτρεφε τά ἄλογα μέ σάρκες ἀπό τούς ξένους ναυαγούς στίς ἀκτές τῆς χώρας. Τούς ἵππους αὐτούς ὁ Ἡρακλῆς τούς ἔφερε στίς Μυκῆνες, ἀφοῦ προηγουμένως τόν ἴδιο τόν Διομήδη τόν ἔριξε στά ἄλογα καί τόν ἔφαγαν. Ἡρακλῆς καί Ἱππολύτη (ἐκ τοῦ ἵππος + λύω): Ὁ Ἡρακλῆς ἀφοῦ ἐπῆγε μέ πολλούς ἐθελοντές καί ἀκολούθους, ὅπως ὁ Θησεύς, Πηλεύς καί ὁ Τελαμών, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Θερμώδοντα, ἅρπαξε τήν ζώνη τῆς βασίλισσας τῶν Ἀμαζόνων Ἱππολύτης, τήν φόνευσε καί διασκόρπισε τίς συγκεντρωμένες Ἀμαζόνες, τήν δέ ζώνη δώρισε στήν θυγατέρα τοῦ Εὐρυσθέως Ἀριάδνη.


114

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἡρακλῆς καί Γηρυόνης (ἐκ τοῦ γήρυς, δυνατή φωνή + ὄνια = ἀξία) Ὁ Γηρυόνης, πού ἦταν ἀνθρώπινο τέρας μέ τρεῖς κεφαλές καί κατοικοῦσε στήν δυτική ἄκρη τοῦ Ὠκεανοῦ εἶχε κοπάδι ἀπό βόδια, τά ὁποῖα φύλαγαν ὁ σκύλος Ὄρθρος καί ὁ βοσκός Εὐρυτίων. Ὁ Ἡρακλῆς σκότωσε καί τούς τρεῖς καί ἅρπαξε τό κοπάδι. Στήν πορεία του ἄφησε σημάδια, ἔστησε τίς στῆλες πού ἀπό τό ὄνομά του ὀνομάζονται Ἡράκλειοι στῆλες, στό σημερινό Γιβλαλτάρ. Ἡρακλῆς καί Πλούτων (ἐκ τοῦ πλοῦτος) Ὁ Ἡρακλῆς ἀφοῦ κατῆλθε στόν Ἅδη, διά μέσου τοῦ Ταινάρου, μέ τήν ἄδεια τοῦ Πλούτωνος καί χωρίς ὅπλα κατέλαβε τόν Κέρβερο, τόν ὁποῖο μετέφερε καί ἐπέδειξε στόν Εὐρυσθέα. Στήν Ὀδύσσεια ὁ Ἡρακλῆς διηγεῖται πώς αὐτό ἦταν τό δυσκολότερο ἀπό τά κατορθώματά του καί δέν θά πετύχαινε, χωρίς τήν βοήθεια τοῦ Ἑρμοῦ καί τῆς Ἀθηνᾶς πού τόν ἔσωσε ἀπό τά κύματα τῆς Στυγός.

ΔHIANEIPA

(ἐκ τοῦ δαίω = καίω, καταστρέφω τόν ἄνδρα)

Θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Καλυδῶνος Οἰνέως καί τῆς Ἀλθαίας, ἀδελφῆς τοῦ Μελεάγρου. Τήν Δηιάνειρα ἔλαβε ὡς γυναῖκα του ὁ Ἡρακλῆς, ἀφοῦ κατανίκησε τόν Ἀχελῶο. Κάποτε ἔφθασαν μαζί στόν ποταμό Εὔηνο, ὅπου διέμενε ὁ Κένταυρος Νέσσος πού δουλειά εἶχε νά περνάει μέ ἀμοιβή ἀπέναντι διά τοῦ πορθμοῦ τούς διαβάτες. Ὁ Ἡρακλῆς διάβηκε τόν ποταμό μόνος του καί ἐμπιστεύθηκε τήν γυναῖκα του στόν Κένταυρο. Αὐτός ὅμως ἐπιχείρησε ἄσεμνες πράξεις κατά τῆς Δηιάνειρας, αὐτή ἔβαλε τίς φωνές, τήν ἄκουσε ὁ Ἡρακλῆς καί μέ τό τόξο του σημάδεψε στήν καρδιά τόν Νέσσο καί τόν φόνευσε, ἀλλά αὐτός πεθαίνοντας συμβούλεψε τήν Δηιάνειρα νά μαζέψει αἷμα ἀπό τήν πληγή του, νά τό ἀνακατέψει μέ λάδι δημιουργώντας ἕνα ἰσχυρό ἐρωτικό φίλτρο γιά τόν ἄνδρα της σέ περίπτωσι πού παρουσιαζόταν ἀντίζηλος. Ἐκείνη τόν πίστεψε καί ἀργότερα ὅταν ἔμα-


115

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

θε τήν σχέσι τοῦ Ἡρακλέους μέ τήν Ἰόλη, πότισε μέ αὐτό τόν χιτώνα του. Ἦταν ὅμως ἕνα φοβερό δηλητήριο, τό ὁποῖο ἔμελλε νά φέρει τό τέλος τοῦ λαμπρότερου τῶν ἡρώων, καίγοντας τίς σάρκες του. Ἔκαναν πολλά παιδιά, ὅπως ὁ Ὕλλος, ὁ Γληνός, ἡ Μακαρία κ.ἄ.

ΙOΛAOΣ

(ἐκ τοῦ ἰός = βέλος + λαός)

Υἱός τοῦ Ἰφικλέως, ἀδελφοῦ του Ἡρακλέους. Ὑπῆρξε στενός φίλος καί ἡνίοχος τοῦ θείου του, βοηθώντας τον σέ πολλές ἐπιχειρήσεις. Πιό δραστική ἦταν ἡ βοήθειά του στήν ἐξολόθρευσι τῆς Λερναίας Ὕδρας ὅπου ἔκαιγε κάθε κεφάλι πού ἔκοβε ὁ Ἡρακλῆς. Ὁ Ἡρακλῆς, μετά τήν παραφροσύνη πού τόν ὁδήγησε στόν φόνο τῶν παιδιῶν του ἀπό τήν Μεγάρα, πάντρεψε τήν μητέρα τους μέ τόν Ἰόλαο. Τήν ἀφοσίωσί του στόν θεῖο του, ὁ Ἰόλαος τήν διατήρησε καί μετά τόν θάνατο τοῦ ἥρωα, ἀφοῦ ἦταν ἐκεῖνος πού σκότωσε τόν Εὐρυσθέα. Ἐπικεφαλῆς ἀποικίας τῶν Ἡρακλειδῶν, πῆγε στήν Σαρδηνία καί ἵδρυσε πόλι πρός τιμήν τοῦ Ἡρακλεόυς, ὅπου καί ἀπέθανε. Στό ἡρῶον του στήν Θήβα, ὁρκίζονταν οἱ ἐραστές καί οἱ ἐρώμενοι, ὡς μνημεῖο φιλίας καί ὑποστηρίξεως. Ὁ Ἰόλαος ὑπῆρξε καί ὁ πρῶτος Ὀλυμπιονίκης.

ΙOΛH

(ἐκ τοῦ ἰός = βέλος + λαός)

Κόρη τοῦ βασιλέως τῆς Οἰχαλίας (τῆς Μεσσηνίας) Εὐρύτου, τήν ὁποία ἐρωτεύθηκε παράφορα ὁ Ἡρακλῆς. Ὅταν ὁ Εὔρυτος διοργάνωσε ἀγῶνες τόξου, μέ βραβεῖο τήν κόρη του, ὁ ἥρωας ἔλαβε μέρος, νίκησε καί τήν ζήτησε σέ γάμο. Ὁ Εὔρυτος ὅμως φοβήθηκε μήπως ἡ κόρη του εἶχε τήν ἴδια τύχη μέ τήν Μεγάρα, πού ὁ Ἡρακλῆς εἶχε σκο-


116

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τώσει τά παιδιά τους σέ μιά στιγμή μανίας σταλμένη ἀπό τήν Ἥρα. Ἔτσι τοῦ τήν ἀρνήθηκε, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἦταν ἤδη νυμφευμένος μέ τήν Δηιάνειρα. Αὐτό θεωρήθηκε μεγάλη προσβολή ἀπό τόν νικητή, ὁ ὁποῖος κήρυξε πόλεμο ἐναντίον τῆς Οἰχαλίας καί μετά τήν νίκη του σκότωσε τόν Εὔρυτο καί τούς γιούς του. Ἡ Ἰόλη ἀπό ἀπόγνωσι, γκρεμίστηκε ἀπό τά τείχη τῆς πόλεως, ἀλλά τά ροῦχα της μπλέχτηκαν στά κλαδιά ἑνός δένδρου, ὁ Ἡρακλῆς τήν ἔσωσε καί τήν ἔκανε δική του. Τότε ἦταν πού ἡ Δηιάνειρα τοῦ ἔστειλε τόν χιτώνα τοῦ Νέσσου, τό δηλητήριο τοῦ ὁποίου ἦταν μοιραῖο γιά τόν Ἡρακλῆ. Πεθαίνοντας, ὁ ἥρωας ἔδωσε τήν Ἰόλη στόν πρωτότοκο υἱό του Ὕλλο.

ΕYPYΣΘEYΣ

(ἐκ τοῦ εὐρύς + σθένος)

Βασιλιάς τῶν Μυκηνῶν. Ἦταν υἱός τοῦ Σθενέλου, ἐγγονός τοῦ Περσέως, πού ἦταν υἱός τοῦ Διός. Ἤδη ἀπό τά ὁμηρικά ἔπη ἦταν πολύ γνωστός, καθ’ ὅσον αὐτός ἐπέβαλε στόν Ἡρακλῆ τήν ἐκτέλεσι τῶν ἄθλων. Ὁ Εὐρυσθέας γεννήθηκε πρόωρα, μόλις ἑπτά μηνῶν, μέ τήν πονηρή ἐπέμβασι τῆς Ἥρας. Ὁ πατέρας τῶν θεῶν, ἀναμένοντας μέ μεγάλη ἀγωνία τήν γέννησι τοῦ Ἡρακλέως, καυχήθηκε, ὅτι ὁ μέλλων νά γεννηθεῖ ἀπό τή γενιά του θά κυριαρχήσει ἐπί ὅλων τῶν Ἀργείων (Πελοποννησίων) καί τῶν Ἕλληνων. Ἡ Ἥρα ὅμως ἀξίωσε ἀπό τήν Εἰλειθυία, τήν θεά τῶν τοκετῶν, νά ἐπιταχύνει τήν γέννησι τοῦ Εὐρυσθέως πού ἦταν κι αὐτός ἀπόγονος τοῦ Διός, ὁπότε ὁ Ζεύς ἔχρισε τόν Εὐρυσθέα βασιλιά τῶν Μυκηνῶν.

HPAKΛEIΔAI Ἔτσι ὀνομάζοντο οἱ υἱοί καί μεταγενέστεροι ἀπόγονοι τοῦ Ἡρακλέως, κυρίως δέ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετά ἀπό πολλές περιπέτειες ἀνέ-


117

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

κτησαν, ὡς θέλει ἡ παράδοσις τῶν Δωριέων, τήν Πελοπόννησο. Ὁ Ἡρακλῆς ἀφοῦ βοήθησε τόν Αἰγίμιο, βασιλιά τῆς Δωρίδος, ἔλαβε ἀπό αὐτόν τό ἕνα τρίτο τῆς χώρας του. Μετά τόν θάνατο τοῦ Ἡρακλέως ὁ υἱός του Ὕλλος καί ἡ οἰκογένειά του καταδιώχτηκαν ἀπό τόν Εὐρυσθέα. Κατέφυγαν στόν Αἰγίμιο, βασιλιά τῶν Δωριέων, πού κατοικοῦσαν στόν Ὄλυμπο. Μετά στράφηκαν πρός τούς Ἀθηναίους καί πέτυχαν, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θησέως, νά κυριεύσουν τίς Μυκῆνες καί νά σκοτώσουν τόν Εὐρυσθέα. Μετά ἀπό πολλές περιπέτειες, ἐξαπλώθηκαν στήν Πελοπόννησο καί τήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα, ἡ κίνησις αὐτή ἔμεινε γνωστή μέ τόν ἀδόκιμο τίτλο ἡ κάθοδος τῶν Δωριέων, ἀπό τούς Δωριεῖς συμμάχους τους. Ὁ σωστός ὅρος εἶναι ἡ ἐπάνοδος τῶν Ἡρακλειδῶν. Ἡρακλεῖδες ἦσαν καί οἱ Τημενίδες πρόγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὁ ὁποῖος καυχιόταν ἰδιαιτέρως γιά τήν καταγωγή του.

THΛEΦOΣ

(τῆλε + φάσις = φῶς)

Νόθος υἱός τοῦ Ἡρακλέως ἀπό τήν Αὐγή, θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Τεγέας Ἀλεοῦ καί ἱέρεια τῆς Ἀθηνᾶς. Μόλις γεννήθηκε, ἡ μητέρα του τόν ἔκρυψε στό ἄλσος τῆς Ἀθηνᾶς καί τόν βρῆκε ὁ παππούς του, πού τόν ἔριξε στό ὄρος Παρθένι ὅπου τόν μεγάλωσε ἕνα ἐλάφι. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, μετέβη, κατά συμβουλή τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, στήν Μυσία τῆς Μ. Ἀσίας, στόν βασιλιά Τεύθραντα, ὁ ὁποῖος εἶχε πάρει ὡς γυναίκα του τήν Αὐγή, πού τήν εἶχαν πωλήσει ὡς δούλη. Ἐκεῖ βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ τόν ἐχθρό τοῦ Τεύθραντος τόν Ἴδα, τόν ὁποῖο καί ἐνίκησε. Ὅταν κάποια στιγμή, ἐπικαλέστηκε τόν πατέρα του Ἡρακλῆ, ἡ Αὐγή τόν ἀναγνώρισε καί τελικά νυμφεύθηκε τήν κόρη τοῦ Τεύθραντος. Ἀργότερα πολέμησε στόν Τρωικό πόλεμο στό πλευρό τῶν Τρώων, πληγώθηκε ἀπό τό δόρυ τοῦ Ἀχιλλέως, ὁ ὁποῖος ὅμως δέχθηκε νά τόν γιατρέψει (ὁ Ἀχιλλεύς εἶχε γνώσεις


118

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἰατρικῆς ἀπό τόν δάσκαλό του τόν Χείρωνα), λόγῳ ἑνός περίεργου χρησμοῦ πού εἶχαν λάβει οἱ Ἀχαιοί. Ἀπό εὐγνωμοσύνη, ὁ Τήλεφος σταμάτησε τόν πόλεμο καί γύρισε στήν πατρίδα του.

EPIXΘONIOΣ

(ἐκ τοῦ ἔρι + χθών, δηλ. ὁ αὐτόχθωνας)

Ὁ θρῦλος λέει ὅτι γεννήθηκε ἀπό τόν Ἥφαιστο καί τήν Ἀθηνᾶ μέ περιπετειώδη τρόπο, ὅταν τό σπέρμα τοῦ θεοῦ ἔπεσε πάνω στό πόδι τῆς θεᾶς καί ἐκείνη μέ ἀηδία τό πέταξε στήν γῆ. Ἔτσι ὁ Ἐριχθόνιος γεννήθηκε μέσα ἀπό τήν γῆ, καί τότε ἡ Ἀθηνᾶ ἀνέλαβε νά τόν ἀναθρέψει, ἀφοῦ ἐνστάλαξε στό βρέφος δυό σταγόνες τοῦ αἵματος ἀπό τήν Γοργώ, ὥστε μέ τήν μία νά ζωογονεῖ καί μέ τήν ἄλλη νά σκοτώνει. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, ὁ Κέκροψ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄτεκνος, τοῦ παρέδωσε τήν κυριαρχία τῆς Ἀττικῆς. Νυμφεύτηκε τήν Πραξιθέα καί εἶχε δυό υἱούς, τόν Πανδίονα καί τόν Ἐρεχθέα. Θεωρήθηκε ὁ ἐφευρέτης τοῦ χρήματος καί ὁ πρῶτος πού ἔφερε τόν σίδηρο στήν Ἀττική. Οἱ Ἀθηναῖοι θεωροῦσαν πώς κατάγονται ἀπό αὐτόν, ἔτσι ὁ «οἰκουρός ὄφις» τοῦ ναοῦ τῆς Ἀθηνᾶς στήν Ἀκρόπολι ταυτίζεται πολλές φορές μέ αὐτόν.

ΑIΓEYΣ

(ἐκ τοῦ ἀΐσσω = ὁρμῶ)

Ὁ ἔνατος βασιλιάς τῶν Ἀθηνῶν, γιός τοῦ Πανδίονος, γιοῦ τοῦ Κέκροπος καί τῆς Πυλίας κόρης τοῦ Πύλα, βασιλέως τῶν Μεγάρων. Παντρεύτηκε τρεῖς φορές, στήν ἀρχή μέ τήν Μηλίτη καί μετά μέ τήν Χαλκιόπη, ἀλλά δέν μπόρεσε μέ καμμία νά τεκνοποιήσει. Ἡ ἀτεκνία του τόν ἀνησυχοῦσε ἐπειδή ὁ ἀδελφός του ὁ Πάλλας εἶχε πενήντα γιούς. Ἔτσι παντρεύτηκε τήν Αἴθρα, ἡ ὁποία ἦταν μνηστευ-


119

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

μένη τότε, χωρίς ἐλπίδα, μέ τόν Βελλερεφόντη. Ἡ Αἴθρα ἔμεινε ἔγκυος μέ τό σπέρμα τοῦ Ποσειδῶνος, ὁ ὁποῖος παραχώρησε τήν πατρότητα ὅλων τῶν παιδιῶν πού θά γεννοῦσε ἡ Αἴθρα στόν Αἰγέα. Ὁ Αἰγεύς ζήτησε νά ἀνατραφεῖ ὁ γιός του στήν Τροιζήνα, μακρυά ἀπό τούς πολλούς ἐχθρούς του καί μετά γύρισε στήν Ἀθήνα ὅπου ἀναγκάστηκε νά ἐξορίσει τόν ἀδελφό του Λύκο, ἐπειδή συνομωτοῦσε ἐναντίον του. Μετά ἄρχισε ὁ πόλεμος μέ τόν βασιλιά τῆς Κρήτης Μίνωα πού ἡ ἀτυχής ἔκβασίς του ἀνάγκασε τούς Ἀθηναίους νά στέλνουν κάθε χρόνο ἑπτά νέους καί ἑπτά παρθένες θυσία στόν Μινώταυρο. Αὐτοκτόνησε, πέφτοντας στήν θάλασσα, ἀπό τήν ἀπελπισία του, διότι νόμιζε ὅτι καί ὁ γιός του σκοτώθηκε ἀπό τόν Μινώταυρο. Ὅμως ὁ Θησεύς ἁπλά εἶχε ξεχάσει νά ἀλλάξει τά μαῦρα πανιά στά πλοῖα πού ἦταν σημάδι ἀποτυχίας. Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ, ἡ θάλασσα στήν ὁποία ἔπεσε ὀνομάστηκε Αἰγαῖον Πέλαγος.

ΘHΣEYΣ

(ἐκ τοῦ τίθημι, «διά τήν θέσιν τῶν πραγμάτων»)

Ὁ σπουδαιότερος, μετά τόν Ἡρακλῆ, ἥρωας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος καί ἰδίως τῶν Ἀθηνῶν, τῶν ὁποίων ὑπῆρξε καί βασιλιάς καί δή ὁ τελευταῖος τῶν ἐννέα ἀρχαίων βασιλέων. Ἦταν υἱός τοῦ βασιλέως Αἰγέως καί τῆς Αἴθρας, θυγατέρας τοῦ βασιλέως τῆς Τροιζηνίας Πιτθέως. Ὁ Αἰγέας, πρίν ἀναχωρήσει ἀπό τήν Τροιζήνα, ἄφησε κάτω ἀπό μεγάλο λίθο (μεγάλο κοτρώνι) τό ξίφος καί τά σανδάλια του μέ τήν ἐντολή νά τά παραλάβει ὁ υἱός του, μόλις μπορέσει καί μετακινήσει τόν λίθο. Μόλις ὁ Θησέαςεγινε δέκα ἕξι ἐτῶν ὁδηγήθηκε ἀπό τήν μητέρα του, σήκωσε τόν λίθο, παρέλαβε τά ὅπλα καί ξεκίνησε διά ξηρᾶς γιά τήν Ἀθήνα. Στόν δρόμο του πρός τήν Ἀθήνα ἔκανε τά πρῶτα του κατορθώματα, μέ τά ὁποία ἀπέκτησε μεγάλη φήμη. Ἔτσι στήν Ἐπίδαυρο φόνευσε τόν υἱό τοῦ Ἡφαίστου,


120

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

πού σκότωνε τούς διαβάτες μέ ρόπαλο καί γιά τόν ἄθλο του αὐτόν πῆρε ὡς λάφυρο τό τρομερό ρόπαλο. Προσέτι φόνευσε τόν Σίνι, ὁ ὁποῖος ἔδενε τά πόδια τῶν διαβατῶν σέ ξεχωριστά δένδρα καί τούς ἐξολόθρευε. Ἀκόμη φόνευσε τόν φοβερό Σκείρωνα, τόν Κερκυόνα καί στήν Ἐλευσίνα ὑπέβαλε τόν Προκρούστη στό ἴδιο του τό μαρτύριο. Προκειμένου ὁ Θησεύς νά ἀποκτήσει τήν εὔνοια τοῦ λαοῦ, ἀποφάσισε νά μεταβεῖ στόν Μαραθώνα μέ σκοπό νά φονεύσει τόν ἄγριο ταῦρο πού λυμαινόταν τήν περιοχή καί ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος ὅλων τῶν κατοίκων. Πράγματι κατόρθωσε νά συλλάβει τοῦτον καί ζωντανό τόν μετέφερε στήν Ἀθήνα, ὅπου τόν ἀφιέρωσε στόν Δελφίνιο Ἀπόλλωνα. Μετά ἀπό τόν ἄθλο τοῦ Θησέως μέ τόν ταῦρο τοῦ Μαραθῶνος, τοῦ δόθηκε ἡ μεγάλη εὐκαιρία γιά νά ἐκτελέσει τόν σπουδαιότερο ἄθλο του, δηλαδή νά φονεύσει τό Μινώταυρο. Κατά τόν μῦθο αὐτό οἱ Ἀθηναῖοι ἦσαν ὑποχρεωμένοι νά στέλνουν στόν βασιλιά τῆς Κρήτης Μίνωα ἐτήσιο φόρο ὑποτέλειας ἀπό ἑπτά ἐφήβους καί ἑπτά νέες παρθένους καί ἕνεκα τοῦ πένθους γιά τήν ἀπώλεια αὐτή στά κατάρτια τοῦ πλοίου ἀναρτοῦσαν μαῦρα πανιά. Ὁ Θησεύς θέλοντας νά ἀπαλλάξει τήν πατρίδα του ἀπό τόν φόρο αὐτό, ἀποφάσισε νά φονεύσει τόν Μινώταυρο, στόν ὁποῖο, κατά τόν μῦθο, παραδίδονταν οἱ νέοι πού ἀποστέλλονταν πρός βορά του. Ὁ Θησεύς γιά νά ἐξέλθει ἀπό τόν Λαβύρινθο, στόν ὁποῖο ζοῦσε ὁ Μινώταυρος, χρειάστηκε τήν βοήθεια τῆς Ἀριάδνης, θυγατέρας τοῦ Μίνωα, ἡ ὁποία τοῦ ἔδωσε τόν «μίτο», ἕνα κουβάρι ἀπό σκοινί καί τόν συμβούλευσε νά δέσει τήν ἀρχή του στήν ἔξοδο καί νά ἀκολουθεῖ τήν πορεία τοῦ σκοινιοῦ γιά νά βγεῖ σῶος καί ἀσφαλής ἀπό τόν Λαβύρινθο, πού ἦταν πολυδαίδαλος. Ὁ ἥρωας ἔδεσε τήν μία ἄκρη του στήν εἴσοδο τοῦ λαβυρίνθου, καί ἀφοῦ σκότωσε τόν Μινώταυρο, πρίν αὐτός προλάβει νά κατασπαράξει κάποιον ἀπό τούς νέους ἤ τίς νέες, μπόρεσε νά βρεῖ τόν δρόμο τῆς ἐξόδου, χάρη στό νῆμα. Ὁ Θησεύς, ὑπό τό κράτος τοῦ θριάμβου, ἀλλά καί ἀπό τήν λύπη του γιά τήν ἐγκατάλειψι τῆς Ἀριάδνης μετά ἀπό ἐντολή τοῦ Διονύσου στήν Νάξο, λησμόνησε


121

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τήν ὑπόσχεσι πού εἶχε δώσει στόν πατέρα του, φεύγοντας γιά τήν Κρήτη, ὅτι ἄν σκοτώσει τό Μινώταυρο στά κατάρτια τοῦ πλοίου θά ὑψώσει ἄσπρα πανιά. Ὁ Αἰγέας, πού ἀνέμενε τήν ἐπάνοδο τοῦ υἱοῦ του, ἀνεβασμένος σέ ἕνα βράχο τῆς παραλίας, εἶδε νά ἔρχεται τό πλοῖο στό ὁποῖο δέν εἶχαν ἀλλαχθεῖ τά πανιά καί παρέμεναν μαῦρα. Μετά ἀπό αὐτό, πίστεψε ὅτι ὁ Θησέας εἶχε σκοτωθεῖ καί ἔπεσε ἀμέσως στήν θάλασσα καί πνίγηκε καί ἀπό τό ὄνομά του ὀνομάστηκε Αἰγαῖο πέλαγος. Ὁ Θησεύς διαδέχθηκε στόν θρόνο τόν πατέρα του καί διακρίθηκε στήν διοίκησι τῆς πόλεως καί ἀφοῦ συγκέντρωσε τούς κάτοικους τῆς Ἀττικῆς σέ ἕνα συνοικισμό, πού ὀνομάστηκε αἱ Ἀθῆναι, ἵδρυσε τά Παναθήναια. Ἄλλοι μῦθοι ἀναφέρουν ὅτι μαζί μέ τόν Ἡρακλῆ ἔκαναν τήν ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Ἀμαζόνων, ὅτι μέ τόν φίλο του Πείριθο ἀπήγαγε τήν Ἑλένη, γιά νά τήν φυλάξει μόνο. Μόλις οἱ Διόσκουροι ἀπελευθέρωσαν τήν Ἑλένη, ὁ Θησεύς μέ τόν Πείριθο πῆγαν στήν Ἤπειρο γιά νά ἀπαγάγουν τή θυγατέρα τοῦ βασιλιά τῶν Μολοσσῶν Φερσεφόνη. Πέθανε σέ μεγάλη ἡλικία, πέφτοντας καθώς ἔκανε ἕναν περίπατο. Οἱ Ἀθηναῖοι πάντα τόν τιμοῦσαν ὡς τόν μεγαλύτερο ἥρωα, λέγεται δέ ὅτι ὅταν πολεμοῦσαν στόν Μαραθώνα ἐναντίον τῶν Περσῶν, πολλοί εἶδαν τό φάντασμα τοῦ Θησέως νά προχωρεῖ μπροστά τους ἐναντίον τῶν βαρβάρων. Ὁ Θησέας συμβολίζει τόν ἥλιο πού ἀνατέλλει τό πρωί στόν καθαρό ἀέρα (Αἴθρα) πάνω ἀπό τά κύματα τῆς θάλασσας (Αἰγεύς).

ΑPIAΔNH

(ἡ ἄρι ἀνδάνουσα = ἡ ἀρεστή)

Κόρη τοῦ Μίνωος καί τῆς Πασιφάης, πού ἐρωτεύτηκε παράφορα τόν Θησέα ὅταν ἦλθε στήν Κρήτη μέ τούς νέους καί τίς νέες πού προορίζονταν γιά τόν Μινώταυρο. Ἐκείνη ἦταν πού τοῦ ἔδωσε τόν μῖτο, τό ἁπλό τέχνασμα μέ τό ὁποῖο ὁ Θησεύς βγῆκε ἀπό τόν Λαβύρινθο,


122

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

μετά τόν φόνο τοῦ Μινωταύρου. Ἡ Ἀριάδνη ἀκολούθησε τόν Θησέα, ὅταν ἐκεῖνος ἔφυγε ἀπό τήν Κρήτη, ἀλλά στήν Νάξο τήν ἐρωτεύτηκε ὁ Διόνυσος καί διέταξε τόν Θησέα νά τήν ἀφήσει ἐκεῖ. Ὁ Θησεύς ἀναγκαστικά ὑπάκουσε, ἡ Ἀριάδνη παντρεύτηκε τόν Διόνυσο, πέθανε ὅμως στήν Κύπρο κατά τήν διάρκεια τοῦ τοκετοῦ. Τότε ὁ Ζεύς μεταμόρφωσε σέ ἀστερισμό τόν χρυσό στέφανο πού τῆς εἶχε χαρίσει ὁ Διόνυσος, στόν γάμο τους. Ὁ Παυσανίας ἀναφέρει ὅτι μπροστά στό ἀνάκτορο τῆς Κνωσοῦ ὑπῆρχε ἀνάγλυφο μάρμαρο πού ἔδειχνε τόν χορό τῆς Ἀριάδνης.

EPEXΘEYΣ

(ἐκ τοῦ ἔρι + χθών, δηλ. λίαν + γῆ, ὁ αὐτόχθων)

Κατά τήν ἐπικρατέστερη ἐκδοχή ἦταν γιός τοῦ Ἐριχθόνιου καί ὑπῆρξε βασιλιάς τῆς Ἀττικῆς, σέ πολλές ἐκδοχές ὅμως ταυτίζεται μέ αὐτόν. Ὠφέλησε πολύ τήν Ἀθήνα, ἔφερε τήν λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς, καθιέρωσε πρῶτος τήν γιορτή τῶν Παναθηναίων, ἦταν ὁ πρῶτος πού δίδαξε τήν ζεῦξι τῶν ἁμαξιῶν καί νίκησε τόν Εὔμολπο, βασιλιά τῶν Θρακῶν. Εἶναι ὁ ἄρχοντας πού καθιέρωσε τά Ἐλευσίνια Μυστήρια, τιμήθηκε ὡς ἥρωας καί ἀνδριάντας του ὑπῆρχε κοντά στήν θόλο, στήν Ἀγορά τῶν Ἀθηνῶν.

KEKΡΩΨ

(ἐκ τοῦ καρπός + ὄψ = καρπός γῆς)

Γενάρχης ἥρωας, θεμελιωτής καί ἐπώνυμος τῶν Ἀθηναίων, ἵδρυσε τήν δεκάπολι τῶν Ἀθηνῶν, πού ὀνομαζόταν ἀρχικά Κεκροπία. Ἦταν αὐτόχθων, υἱός τῆς Γαίας. Ἐθεωρεῖτο ὡς διφυής, ἤτοι ὡς ἔχων στά κάτω ἄκρα φίδια. Καθώς φανερώνουν οἱ παραστάσεις τῶν ἀετωμάτων τῶν ἀρχαίων ναῶν τῆς ἀκροπόλεως οἱ διφυεῖς πα-


123

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ραστάσεις ἦταν λίαν συνήθεις καί ἀγαπητές ἀπό τόν λαό. Θεμελίωσε τόν ἀττικό πολιτισμό, δίδαξε τήν ταφή τῶν νεκρῶν, εἰσήγαγε τήν μονογαμία καί ἦταν κριτής στόν ἀγώνα τῆς Ἀθηνᾶς καί τοῦ Ποσειδῶνος γιά τήν κυριαρχία τῆς πόλεως. Ὁ τάφος του ἦταν στό Ἐρεχθεῖον. Ἀνακυρήχθηκε ἥρως ἀρχηγέτης καί μία φυλή τῆς Ἀττικῆς ὀνομάστηκε Κεκροπίς, ἀπό τούς ἀπογόνους του. Νυμφεύθηκε τήν Ἄγραυλο καί παιδιά τους ἦσαν ὁ Ἐρυσίχθων, πού τόν διαδέχθηκε, ἡ Ἔρση καί ἡ Πάνδροσος.

ΚOΔPOΣ

(ἐπίθ. ἐκ τοῦ κυδρός = ἔνδοξος)

Ἀρχαῖος βασιλιάς τῶν Ἀθηνῶν, γιός τοῦ Μελάνθου. Κατά τήν βασιλεία του ἔγινε μεγάλη ἀφορία (ἔλλειψις καρπῶν) στήν Πελοπόννησο καί οἱ κάτοικοί της οἱ Δωριεῖς ἐξεστράτευσαν καί κυρίευσαν ὅλη τήν περιοχή ἀπό τόν Ἰσθμό μέχρι καί τά Μέγαρα. Οἱ εἰσβολεῖς προκειμένου νά προελάσουν ἐναντίον τῶν Ἀθηνῶν, ρώτησαν τό μαντεῖο τῶν Δελφῶν, ἐάν θά κυριεύσουν τήν πόλι. Ὁ θεός ἀπάντησε ὅτι θά κυριεύσουν τήν πόλι μόνο ἐάν δέν φονεύσουν τόν βασιλιά της, ὅμως τόν χρησμό αὐτό κάποιος τόν μετέφερε στούς Ἀθηναίους. Τότε ὁ Κόδρος, ἀφοῦ ντύθηκε μέ φτωχικά ροῦχα, πῆρε μαζί του ἕνα δρεπάνι καί βγῆκε ἔξω ἀπό τήν πόλι γιά νά ἐξαπατήσει τούς ἐχθρούς. Kαί τό πέτυχε, γιατί ἐκεῖ πού μάζευε φρύγανα τόν πλησίασαν δυό ἀπό τούς ἐχθρούς του, σκότωσε τόν ἕνα καί ὁ ἄλλος τόν φόνευσε, ἀφοῦ δέν γνώριζε ὅτι ἦταν ὁ βασιλιάς. Τήν ἄλλη μέρα οἱ Ἀθηναῖοι ζήτησαν τό σῶμα τοῦ νεκροῦ βασιλέως τους, οἱ Δωριεῖς φοβούμενοι τήν ἐπαλήθευσι τοῦ χρησμοῦ ἔλυσαν τήν πολιορκία καί ἔτσι σώθηκε ἡ Ἀθήνα. Οἱ Ἀθηναῖοι γιά νά τιμήσουν τόν βασιλιά τους γιά τήν θυσία του δέν ἔχρισαν ἄλλο βασιλιά, τό ἀξίωμα δέ αὐτό ἀπό ἐκείνη τήν περίοδο, ἄρχισε νά περιερίζεται σέ τυπικά καθήκοντα, συνέχισε ὅμως νά ὑπάρχει, ἀκόμα καί στά χρόνια τῆς δημοκρατίας.


124

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΜEΔΩN

(ἐκ τοῦ μέδω = ἄρχω, κυβερνῶ)

Πρωτότοκος υἱός καί διάδοχος τοῦ Κόδρου, βασιλέως τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπειδή ἦταν κουτσός (χωλός), ὁ ἀδελφός του Νηλεύς μετά τήν θυσία τοῦ πατέρα τους, ἐξεγέρθηκε ἐναντίον του διότι δέν ἀνεχόταν νά κυβερνάει τήν πόλι ἕνας ἀνάπηρος. Οἱ Ἀθηναῖοι ζήτησαν τήν βοήθεια τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν καί ἡ Πυθία χρησμοδότησε ὅτι ὁ Μέδων ἔπρεπε νά παραμείνει στήν Ἀθήνα, ἔτσι ὁ Νηλεύς καί οἱ ὑπόλοιποι ἀδελφοί τους ἔφυγαν καί ἔγιναν ἀρχηγοί ἀποίκων. Ὁ μῦθος συμβολίζει τήν τήν πολιτειακή μεταβολή τοῦ ἀξιώματος τοῦ βασιλέως στήν Ἀθήνα, πού ἄρχισε νά φθίνει (νά χωλαίνει) καί νά περιορίζεται σέ τυπικά καθήκοντα, χωρίς νά καταργηθεῖ ποτέ. Διάσημοι Μεδοντίδες ἦταν ὁ Περικλῆς καί ὁ Πλάτων.

ΚHΦIΣOΣ

(ἐκ τοῦ κῆπις, κάπις = πνεῦμα)

Στήν ἀρχαιότητα ἦταν ὁ πλουσιότερος σέ νερό ποταμός καί εἶχε μεγάλη σημασία, γιατί ἦταν ὁ κυριότερος ποταμός τῆς χώρας. Ὡς θεός ἐθεωρεῖτο πατέρας τῆς Διογενείας, τῆς ὁποίας ἡ θυγατέρα Πραξιθέα ἔγινε σύζυγος τοῦ Ἐρεχθέως. Ἡ ροή τοῦ Κηφισοῦ ἦταν συνεχής καί δεχόταν τά νερά τοῦ Ἰλισσοῦ λίγο πρίν τίς ἐκβολές του, γι’ αὐτό στίς παραστάσεις του συνήθως ἀγκαλιάζει τόν Ἰλισσό. Σώζεται παράστασι τοῦ Κηφισοῦ, στό δυτικό ἀέτωμα τοῦ Παρθενῶνος, πού σήμερα βρίσκεται στό Βρετανικό Μουσεῖο. Ἄλλη παράστασις αὐτοῦ ἀνακάλυψε ὁ Ἰω. Σβορῶνος, πού βρίσκεται στό Ἐθνικό Μουσεῖο Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἐσφαλμένα ἀναφέρεται ὡς ἀνάθημα στόν Ἑρμῆ.


125

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

EKAΛH

(ἐκ τοῦ ἑκάς + ἄλη + περιπλάνησις)

Εἶναι τό ὄνομα τῆς φιλόξενης μυθικῆς ἡρωίδος, ἡ ὁποία, κατά τόν Πλούταρχο, ἀφ’ ἑνός μέν πολύ στοργικά φιλοξένησε τόν Θησέα μεταβαίνοντα ἀπό τήν Ἀθήνα στό Μαραθώνα γιά νά ἐξολοθρεύσει τόν μαραθώνιο ταῦρο, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἔταξε θυσία στόν Δία γιά τήν αἴσια ἐπάνοδο τοῦ ἥρωα. Ὅμως ἡ Ἑκάλη ἀπέθανε πρό τῆς ἐπανόδου τοῦ Θησέως καί αὐτός ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά τήν φιλοξενία της διέταξε νά προσφέρονται τιμές πρός αὐτήν καί θέσπισε ἑορτή πρός τιμή τοῦ Διός, πού ὀνομάσθηκε Ἑκαλήσια. Πρός τιμήν της, στό σημεῖο ὅπου φιλοξένησε ἡ Ἑκάλη τόν Θησέα, ἔχει ἱδρυθεῖ τό γνωστό προάστιο τῶν Ἀθηνῶν.

ΑIΘPA

(αἰθήρ + ρέω)

Κόρη τοῦ βασιλέως τῆς Τροιζηνίας Πιτθέως, σύζυγος τοῦ βασιλέως τῶν Ἀθηνῶν Αἰγέως, καί μητέρα τοῦ Θησέως, πού κατά μία ἐκδοχή τόν ἀπέκτησε ἀπό τόν Ποσειδώνα, ὁ ὁποῖος παραχώρησε τήν πατρότητα κάθε παιδιοῦ πού θά γεννοῦσε ἡ Αἴθρα στόν Αἰγέα. Ἦταν ἐκείνη πού ὑπέδειξε στόν γιό της τήν πέτρα πού ἔπρεπε νά σηκώσει γιά νά ἀνακαλύψει τό σπαθί καί τά σανδάλια τοῦ Αἰγέως γιά νά ξεκινήσει τά κατορθώματά του. Ὅταν ὁ Θησεύς καί ὁ θεσσαλός Πειρίθους ἀπήγαγαν τήν ὡραία Ἑλένη, ἡ Αἴθρα ἦταν ἡ φρουρός της. Ὅμως ὁ Κάστωρ καί ὁ Πολυδεύκης τήν ἀπελευθέρωσαν κι ἔφεραν καί τήν Αἴθρα στήν Λακεδαίμονα. Ὅταν ὁ Πάρις ἀπήγαγε τήν ὡραία Ἑλένη στήν Τροία, πῆρε στήν ἀκολουθία της καί τήν Αἴθρα. Στό Ἴλιον τήν ἀπελευθέρωσε, πολύ γριά πιά, ὁ ἐγγονός της, ὁ Ἀκάμας, ὁ γιός τοῦ Θησέως.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ´

Περσεύς – Ἰάσων Ὁ Περσεύς, τό θεϊκό σπέρμα τό ὁποῖο γονιμοποιεῖ τήν σκοτεινή

γῆ καί φέρνει τό φῶς, ἐκπαιδεύτηκε ἀπό τόν Κένταυρο Χείρωνα νά ἐλέγχει τήν σεξουαλική καί συναισθηματική δύναμι. Ὑποστηρίχθηκε ἀπό τήν θεά Ἀθηνᾶ τήν λογική τῆς δεκτικῆς πλευρά τοῦ ὄντος, ἡ ὁποία τοῦ μαθαίνει τήν αὐτοπαρατήρησι, τήν ἀποστασιοποιημένη κρίσι τῶν καταστάσεων, μέ τήν ὁποία ἀποκεφαλίζει τήν Μέδουσα δηλ. τά πάθη πού ἐγκλωβίζουν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. (Γιά πλήρη ἀποκωδικοποίησι τοῦ μύθου βλέπε Ἀλτάνη Κένταυροι - Ἀμαζόνες - Μέδουσα). Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὁ Παναγιώτης Α. Τουλᾶτος, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει στήν κοινή καταγωγή ἀνθρώπων καί θεῶν, στό ἔργο του Τά Ἀρχεῖα τῆς Χαμένης Γνώσης Α΄ ἀναφέρει ὅτι «ὁ Περσεύς ἐπισκέφθηκε τούς Ὑπερβόρειους, ἀπό τούς ὁποίους ἔλαβε τό φοβερό σπαθί μέ τό ὁποῖο ἀποκεφάλισε τήν Μέδουσα καί τήν κυνή τοῦ Ἅδη, δηλαδή τόν μηχανισμό ὑλοποίησης-ἀποϋλοποίησης πού τόν ἔκανε ἀόρατο». Ἡ ἐκδοχή ἐπιβαιώνεται ἀπό τόν Πίνδαρο. Ἡ Ἀργοναυτική ἐκστρατεία ἦταν μιά πρόκλησις πού δέχθηκε ὁ Ἰάσων ἀπό τόν βασιλιά τῆς Θεσσαλίας Πελία, ὁ ὁποῖος εἶχε σφετερισθεῖ τόν θρόνο πού ἀνῆκε δικαιωματικά στόν μεγάλο ἥρωα. Σύμφωνα μέ τό Μαντεῖο τῶν Δελφῶν ἡ Ἰωλκός δέν θά εὐημεροῦσε ποτέ, ἐάν δέν ἔφερναν ἀπό τήν Κολχίδα τό δέρμα τοῦ χρυσοῦ κριαριοῦ, μέ τό ὁποῖο εἶχε φύγει ὁ Φρίξος, μιά γενιά πρωτύτερα γιά νά μήν τόν θυσιάσουν. Τό δέρμα βρισκόταν κρεμασμένο πάνω σέ μιά ἱερή βελανιδιά καί τό φυλοῦσε ἕνας ἄγρυπνος δράκοντας. Ὁ Ἰάσων δέχθηκε καί μέ τήν βοήθεια τῆς


127

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἀθηνᾶς καί τῶν μεγαλύτερων ἡρώων τῆς ἀρχαιότητος ξεκίνησε μέ τήν Ἀργώ (= ἡ λαμπερή, ἡ γρήγορη, ἀργός = ταχύς στήν ἀρχαία γλῶσσα) γιά μία ἀπό τίς συγκλονιστικότερες περιπέτειες πού τόν ἔκαναν θρῦλο στόν λαό του. Τί ὅμως ἦταν στήν πραγματικότητα ἡ Ἀργοναυτική ἐκστρατεία; Ὁ ἀείμνηστος Γιάννης Λάμψας στό μνημειῶδες ἔργο του Λεξικόν τοῦ Ἀρχαίου κόσμου ἀναφέρει: «Ὁ μῦθος τῆς Ἀργοναυτικῆς Ἐκστρατείας φαίνεται πώς ἀποτελεῖ τήν ἐποποιία τῶν τολμηρῶν θαλασσοπόρων πού ἀνακάλυψαν πρῶτοι τους δρόμους πρός τόν Εὔξεινο Πόντο καί τήν Ἀδριατική». Ὁ Στράβων τήν συνδυάζει μέ τήν ἐμπορία χρυσοῦ καί δερμάτων πού γινόταν στήν Σκυθία. Τό χρυσόμαλλον δέρας ἦταν ἐξωραϊσμένη μορφή τῶν μεταλλείων χρυσοῦ πού ἀναζητοῦσαν οἱ Ἕλληνες στόν Βορρᾶ. Οἱ Ἀργοναῦτες ἦταν οἱ πρῶτοι ἐξερευνητές. Τούς διαδέχθηκαν ὁ Ὀδυσσεύς, ὁ Αἰνείας καί στήν ἱστορική ἐποχή οἱ Ἕλληνες ἄποικοι, ὁ Νέαρχος, ὁ Πυθέας καί ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος. Πιό πέρα ἀκόμη ὁ γνωστός ἐπιστήμων Ζίγκφριντ Πύρρου Πετρίδης στό πολυσήμαντο σύγγραμά του Ὀρφέως Ἀργοναυτικά ἀπέδειξε ὅτι οἱ Ἀργοναῦτες ἔκαναν τόν γύρο τῆς σημερινῆς Εὐρώπης, σέ ξηρά καί θάλασσα, ἐνῶ ἔφθασαν μέχρι τήν Νότια Ἀμερική, ὅπου αὐτός τοποθετεῖ τήν πραγματική Κολχίδα. Ὁδηγήθηκε σέ αὐτό τό συμπέρασμα ἀπό ἀστρονομικές παρατηρήσεις πού ὑπάρχουν στά Ἀργοναυτικά Ὀρφικά κείμενα, ἀλλά καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχαν πάντα μεγάλα ὀρυχεῖα χρυσοῦ, πού δέν ὑπῆρξαν ποτέ στόν Εὔξεινο Πόντο.


128

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΠEPΣEYΣ

(ἐκ τοῦ πέρθω + πόλις = πορθητής)

Μεῖζον πρόσωπο τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, ἥρωας τοῦ Ἄργους, υἱός τοῦ Διός καί τῆς Δανάης. Ἀρχικά ἦταν θεός τοῦ φωτός. Μέ ὁδηγίες τοῦ Ἑρμῆ καί τῆς Ἀθηνᾶς μετέβη στίς Γραῖες, οἱ ὁποῖες τόν ὁδήγησαν στίς Νηίδες καί ἐκεῖ τοῦ ἔδωσαν πτερωτά πέδιλα, ὁ δέ Ἑρμῆς τοῦ ἔδωσε τήν «ἅρπη», δηλαδή μάχαιρα σέ σχῆμα δρεπανιοῦ. Ἔτσι ἀφοῦ ἐξοπλίσθηκε μέ αὐτά πῆγε πρός τίς τρεῖς Γοργόνες, ἀπό τίς ὁποῖες μόνο ἡ Μέδουσα ἦταν θνητή καί τῆς ἔκοψε τό κεφάλι μέ τήν ἅρπη. Γι’ αὐτό διώχθηκε ἀπό τίς ἄλλες Γοργόνες καί ἐπειδή ἦταν ἀόρατος μέ τόν ἐξοπλισμό ἔφθασε στήν Αἰθιοπία, ὅπου ἔσωσε τήν Ἀνδρομέδα τήν κόρη τοῦ βασιλέως Κηφέως, ἀπό ἕνα θαλάσσιο τέρας, τό ὁποῖο τό ἀπολίθωσε μέ τό κεφάλι τῆς Μέδουσας. Ἔπειτα ἔδωσε τό κεφάλι τῆς γοργόνας στήν θεά Ἀθηνᾶ, ἡ ὁποία τό ἔβαλε στήν ἀσπίδα της. Κατόπιν νυμφεύθηκε τήν Ἀνδρομέδα ἀπό τήν ὁποία, ὁ Περσεύς ἀπέκτησε ἕξι υἱούς, μέ πρῶτο τόν Πέρση, τόν γενάρχη τῶν Περσῶν.

ΑNΔPOMEΔA

(ἐκ τοῦ ἀνήρ + μέδω = φροντίζω)

Ἡ Ἀνδρομέδα ὑπῆρξε θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Αἰθιοπίας Κηφέως καί τῆς Κασσιόπης. Κάποτε ἡ μητέρα της καυχήθηκε ὅτι ἦταν πιό ὡραία ἀπό τίς Νηρηίδες καί ὁ Ποσειδῶν γιά τιμωρία της ἔκανε πλημμύρα μεγάλη στήν χώρα τοῦ Κηφέως καί ταυτόχρονα ἔστειλε θαλάσσιο τέρας, τό ὁποῖο κατέστρεψε τόν τόπο. Προκειμένου νά ἀπαλλαγεῖ ὁ τόπος ἀπό τά δεινά καί τήν τιμωρία, ρωτήθηκε τό μαντεῖο τοῦ Ἄμμωνος καί ὑπέδειξε νά ἐκτεθεῖ ἡ θυγατέρα τοῦ Κηφέα Ἀνδρομέδα σέ βορά (τροφή) τοῦ θαλάσσιου κήτους καί ἔτσι τήν ἔδεσαν σέ κάποιο βράχο στήν ἀκτή. Μόλις τήν εἶδε ὁ Περ-


129

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σεύς, πού ἐπέστρεφε πετώντας, ἀπό τήν ἀποστολή του νά σκοτώσει τήν Γοργώ, τήν ἐρωτεύτηκε, ἀπολίθωσε τό τέρας μέ τό κεφάλι τῆς Μέδουσας, ἀπάλλαξε τήν χώρα ἀπό τά δεινά τῆς καταστροφῆς καί στήν συνέχεια τήν πῆρε γιά γυναίκα του.

ΜEΔOYΣA

(ἐκ τοῦ μέδομαι, μέδω = σκέπτομαι, ἐπινοῶ)

Θαλάσσιος δαίμονας μέ μορφή γυναίκας, πού ὅποιος τήν κοίταζε στά μάτια αὐτομάτως μαρμάρωνε. Ἦταν μία ἀπό τίς τρεῖς Γοργόνες καί ἡ μόνη θνητή, γι’ αὐτό κατάφερε καί τήν ἀποκεφάλισε ὁ Περσεύς, μέ τήν βοήθεια τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς, καθώς δέν τήν κοίταξε ποτέ στά μάτια ἀλλά τήν παρακολουθοῦσε μέσῳ τῆς ἀντανακλάσεώς της στήν ἀσπίδα του. Ἀπό τό αἷμα πού ἀναπήδησε ἀπό τόν λαιμό της γεννήθηκαν ὁ Χρυσάωρ καί ὁ Πήγασος, οἱ δυό γιοί πού ἀπέκτησε μέ τόν Ποσειδώνα. Τό κεφάλι πού εἶχε ἀκόμα τήν δύναμι νά ἀπολιθώνει ὅσους τό κοιτάζουν, δόθηκε στήν θεά Ἀθηνᾶ. Σέ πολλές Ἑλληνικές πόλεις ὑπῆρχε στά τείχη ἡ κεφαλή τῆς Μεδούσης, τό γοργόνειον, μέ σκοπό νά ἀποτρέπονται οἱ ἐχθρικές εἰσβολές.

ΕΠIMENIΔHΣ

(ἐπί + μένος = δύναμη)

Ποιητής, σοφός καί προφήτης ἀπό τήν Κρήτη, υἱός τοῦ Φαιστίου καί τῆς νύμφης Βλάστης. Ὅταν ἦταν παιδί ἀποκοιμήθηκε βόσκοντας πρόβατα, καί ὅταν ξύπνησε διαπίστωσε πώς ὁ πατέρας του καί ὅλοι οἱ γνωστοί του εἶχαν πεθάνει, διότι εἶχε μείνει κοιμισμένος πολλές δεκαετίες. Τοῦ ἀπέδιδαν πολλά συγγράματα, ποιήματα,χρησμούς, προφητεῖες καί νόμους, ἐνῶ ὑπῆρξε ἕνας ἐκ τῶν ἱδρυτῶν τῆς ὀρφικῆς θρησκείας. Κατά συμβουλή τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, οἱ Ἀθηναῖοι


130

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ζήτησαν τήν βοήθειά του γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό Κυλώνειον ἄγος, ἕναν λοιμό πού ἔπεσε στήν πόλι τους λόγῳ τοῦ θυμοῦ τῶν θεῶν. Ἐκεῖνος πέτυχε νά ἐξαγνίσει τήν Ἀθήνα μέ θυσίες καί ἄλλες θεουργίες, ἐνῶ λέγεται πώς ἔδωσε συμβουλές στόν Σόλωνα γιά τήν νομοθεσία του. Οἱ Νύμφες τοῦ εἶχαν δώσει μέσα σέ ἕνα βοδινό νύχι φαγητό πού δέν τελείωνε ποτέ. Κοιμήθηκε σέ μία σπηλιά γιά 57 χρόνια καί πέθανε σέ ἡλικία 199 ἐτῶν δολοφονούμενος στήν Σπάρτη ἀπό τούς Λακεδαιμονίους οἱ ὁποῖοι ἦταν σέ πόλεμο μέ τούς Κνωσίους. Τό δέρμα του βρέθηκε πολλά χρόνια μετά τόν θάνατό του, κατάστικτο ἀπό χρησμούς πού εἶχαν γραφτεῖ πάνω του.

ΦPIΞOΣ

(ἐκ τοῦ φρίκη)

Ἦταν κατά τήν μυθολογία υἱός τοῦ Βοιωτοῦ βασιλέως Ἀθάμαντα, ἔφυγε μέ τήν ἀδελφή του Ἕλλη, μέ ἕνα χρυσόμαλλο κριάρι πού ἔστειλε ἡ μητέρα του Νεφέλη, γιά νά ἀποφύγει τήν ἔχθρα τῆς μητριᾶς του, ἡ ὁποία ἀλλοίωσε τόν χρησμό τῶν Δελφῶν, λέγοντας ὅτι ὁ λοιμός θά ἔπαυε ἄν θυσιαζόταν ὁ Φρίξος στόν Δία. Τό κριάρι πῆρε τούς δυό νέους καί πέταξε στόν ἀέρα, ἀλλά κατά τό ταξίδι ἡ Ἕλλη ἔπεσε στήν θάλασσα, πού πῆρε τό ὄνομά της Ἑλλήσποντος τό σημερινό στενό τῶν Δαρδανελίων. Ὁ Φρίξος ἔφθασε στήν Αἴα τῆς Κολχίδος, ὅπου θυσίασε τό κριάρι στόν Φρύξιο Δία. Τό δέρμα του ἔγινε ἡ αἰτία τῆς Ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας.

ΕΛΛH

(ἐκ τοῦ ἐλείν = τήν ἅλωσε ὁ πόντος)

Θυγατέρα τοῦ Ἀθάμαντος καί τῆς Νεφέλης, ἐγγονή τοῦ Αἰόλου, ἀδελφή τοῦ Φρίξου. Κατά τήν παράδοσι, μόλις ὁ πατέρας της ἦταν


131

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἕτοιμος νά θυσιάσει τόν ἀδελφό της Φρίξο γιά τίς γνωστές δόλιες ἐνέργειες τῆς μητριᾶς των, ἡ μητέρα τους Νεφέλη ἅρπαξε τά παιδιά της καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἑρμῆ τά ἔσωσε. Γιά νά φύγουν τούς ἔδωσε ἕναν ἱπτάμενο χρυσόμαλλο κριό, τόν ὁποῖο καβάλησαν καί ἐπέταξαν ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό. Ὅταν ὅμως ἔφθασαν πάνω ἀπό τίς μικρασιατικές ἀκτές, μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς, ἡ Ἕλλη ζαλίστηκε καί ἔπεσε στήν θάλασσα ἡ ὁποία πῆρε τό ὄνομά της (Ἑλλήσποντος), ἐνῶ ὁ Φρίξος κατάφερε καί συνέχισε μέχρι τήν Κολχίδα.

IAΣΩN

(ἐκ τοῦ ἴασις)

Ὁ ἀρχηγός τῆς ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας υἱός τοῦ Αἴσονος, βασιλέως τῆς Ἰωλκοῦ, καί τῆς Πολυφήμης. Σύμφωνα μέ τήν πιό διαδεδομένη ἐκδοχή, ὁ πατέρας του, ὅταν ὁ ἑτεροθαλής ἀδελφός του Πελίας τοῦ ἔκλεψε τόν θρόνο, ἤθελε νά σώσει τόν Ἰάσονα καί τόν ἔστειλε κοντά στόν Κένταυρο Χείρωνα, ὁ ὁποῖος καί τόν ἀνέθρεψε. Ὅταν ὁ Ἰάσων ἔγινε εἰκοσαετής ἐπέστρεψε στήν Ἰωλκό, προκειμένου νά διεκδικήσει τήν ἐξουσία καί παρουσιάστηκε μέ μία παράξενη καί φτωχική ἐνδυμασία ἀπό δέρμα πάνθηρα στήν πλάτη, ἕνα δόρυ σέ κάθε χέρι, ἐνῶ στό ἀριστερό πόδι δέν φοροῦσε σανδάλι. Ἐπειδή κάποιος χρησμός ἔλεγε στόν Πελία ὅτι πρέπει νά φοβᾶται κάθε μονοσάνδαλο, ἔπεισε τόν Ἰάσονα νά τοῦ φέρει, πρίν τοῦ παραδώσει τήν ἐξουσία, τό χρυσόμαλλο δέρας, ἐλπίζοντας ὅτι θά σκοτωθεῖ. Ὁ Ἰάσων ὡς ἀρχηγός τῶν Ἀργοναυτῶν ἔκανε τήν ἐκστρατεία, πῆρε τό χρυσόμαλλο δέρας μέ τήν βοήθεια τῆς Μήδειας, τήν ὁποία νυμφεύθηκε καί τήν ἔφερε στήν Ἰωλκό, ὅπου ἀνέλαβε τήν ἐξουσία. Ἀπό τή Μήδεια ἀπόκτησε ἕνα υἱό. Σύμφωνα ὅμως μέ ἄλλη παραλλαγή τοῦ μύθου ἡ Μήδεια ἔπεισε τίς κόρες τοῦ Πελία νά σκοτώσουν τόν γέροντα πατέρα τους καί μέ μάγια θά τόν


132

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἐπανέφερε στήν ζωή νέο. Ὁ Ἰάσων σκοτώθηκε ὅταν ἕνα κομμάτι ἀπό τήν ἀποτραβηγμένη πιά Ἀργώ ἔπεσε ἐπάνω του μιά μέρα ἐνῶ κοιμόταν. Ὁ Ἰάσων συμβολίζει τόν πρῶτο τολμηρό θαλασσοπόρο πού παρέσυρε στίς περιπέτειές του ἥρωες πολύ μεγαλύτερούς του, ἀκόμα καί τόν Ἡρακλῆ.

ΜHΔEIA

(ἐκ τοῦ μέδω ἤ μήδω = φροντίζω, ἐπινοῶ)

Θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Κολχίδος Αἰήτη. Ὅταν ὁ Ἰάσων ἀφοῦ μετέβη στήν Κολχίδα μέ τό πλοῖο Ἀργώ, μαζί μέ τούς κυριότερους Ἕλληνες τῆς ἡρωικῆς ἐποχῆς, ὀλίγον ἐνωρίτερα τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου, κατόρθωσε μέ τήν βοήθεια τῆς Μήδειας νά ἁρπάξει τό χρυσόμαλλο δέρας. Ἔφυγε μαζί του καί παντρεύτηκαν στήν χώρα τῶν Φαιάκων, ἀφοῦ ἐξαγνίστηκαν ἀπό τήν Κίρκη. ≠Yστερα ἀπό πολλές περιπέτειες τῶν Ἀργοναυτῶν ἔφθασαν στήν Ἰωλκό, ὅπου ἡ Μήδεια ὡς μάγισσα ἔπεισε τίς θυγατέρες τοῦ Πελία, τοῦ θείου τοῦ Ἰάσονος, νά φονεύσουν καί νά διαμελίσουν τόν πατέρα τους μέ τήν ρητή διαβεβαίωσι μέ μαγικά φάρμακα θά τόν ἐπανέφερε στήν ζωή ὡς νεαρό πλέον, ἀλλά τοῦτο δέν τό ἔπραξε. Τότε ὁ Ἰάσων τήν ἔδιωξε καί μετά ἀπό πολλές περιπέτειες πῆγε στήν Ἀσία, ὅπου γέννησε τόν Μῆδο, τόν γενάρχη τῶν Μήδων.

AΘAMAΣ (ὁ θυόμενος)

Υἱός τοῦ Αἰόλου πού ἦταν βασιλιάς τῶν Μινυῶν τοῦ Ὀρχομενοῦ τῆς Βοιωτίας. Νυμφεύθηκε τήν Νεφέλη (ἐκ τοῦ νέφος + ἐλύω), ἀπό τήν ὁποία ἀπέκτησε ἕνα υἱό, τόν Φρίξο, καί μία θυγατέρα, τήν Ἕλλη. Στήν συνέχεια ἔλαβε ὡς δεύτερη γυναίκα τήν Ἰνώ (ἐκ τοῦ ἴνις=υἱός),


133

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

θυγατέρα τοῦ Κάδμου, καί ἀπέκτησε ἀπό αὐτή τούς υἱούς Λέαρχο καί Μελικέρτη. Ἡ Ἰνώ ὡς δεύτερη γυναίκα τοῦ Ἀθάμα, ζήλευε τά παιδιά τῆς Νεφέλης καί προκειμένου νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτά ἐφάρμοσε τό ἑξῆς σχέδιο. Ἔπεισε τίς γυναῖκες τῶν Θηβαίων νά κάψουν τό σιτάρι πρίν τήν σπορά του καί ἔτσι ἔπαυσε ὁ σπόρος νά ἀποδίδει καρπούς. Ὁ Ἀθάμας ἀπέστειλε τότε ἀνθρώπους στούς Δελφούς γιά νά συμβουλευθεῖ τόν θεό, πως ἡ χώρα του θά σωθεῖ ἀπό τήν ἀκαρπία, ἀλλ’ ὅμως ὅταν ἐπέστρεψαν οἱ ἀπεσταλμένοι του, ἐπείσθησαν ἀπό τήν Ἰνώ ὅτι ἡ χώρα θά σωθεῖ ἐάν θυσιασθεῖ στόν Δία ὁ Φρίξος, ὡς ἐξιλαστήριο θύμα τῆς ἀκαρπίας.

BEΛΛEPEΦONTHΣ

(ἐκ τοῦ Βέλλερος + φονεύω)

Υἱός τοῦ βασιλέως τῆς Κορίνθου Γλαύκου καί ἐγγονός τοῦ Σισύφου. Ἀρχικά ἐκαλεῖτο Ἱππόνομος καί κατόπιν ὀνομάσθηκε Βελλερεφόντης, γιατί φόνευσε τόν εὐγενῆ Κορίνθιο Βέλλερο. Γιά νά ἐξαγνισθεῖ, κατέφυγε στήν Τίρυνθα στόν βασιλιά της Προῖτο. Ἐπειδή ὅμως ἡ σύζυγος τοῦ Προίτου Ἄντεια τόν συκοφάντησε στόν Προῖτο, διότι δέν ἀνταποκρίθηκε στόν ἔνοχο ἔρωτά της, αὐτός ἔστειλε τόν ἥρωα πρός τόν πεθερό του, τόν Ἰοβάτη ἤ Ἀμφιάνακτα στήν Λυδία, γιά νά φονευθεῖ ἀπό αὐτόν. Ὁ Ἰοβάτης ὅμως προτίμησε νά ἀναθέσει σέ αὐτόν μιά σειρά ἀπό ἄθλους πού τούς θεωροῦσε ἀδύνατους. Πρῶτα, μαζί μέ τό φτερωτό του ἄλογο, τόν Πήγασο, σκότωσε τήν Χίμαιρα, μετά νίκησε τίς Ἀμαζόνες καί, τέλος, ἐξόντωσε τούς Λύκιους δολοφόνους. Τελικά νυμφεύθηκε τήν κόρη τοῦ Ἰοβάτη Ἀλκιμένη καί τόν διαδέχθηκε στόν θρόνο του, ἀργότερα δέ προκάλεσε τήν ὀργή τῶν θεῶν, ὅταν ἀποπειράθηκε νά εἰσχωρήσει στόν Ὄλυμπο μέ τόν Πήγασο.


134

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΠHΓAΣOΣ Μυθολογικός ἵππος, κατά τούς ἀρχαίους πτερωτός καί ἀθάνατος. Βγῆκε μαζί μέ τόν Χρυσάορα ἀπό τό σῶμα τῆς γοργόνας Mέδουσας, ὅταν τῆς ἔκοψε τό κεφάλι ὁ Περσεύς Τό ἐπεισόδιο συνέβη κοντά στίς πηγές τοῦ Ὠκεανοῦ, ἐξ οὗ καί τό ὄνομά του. Κατόπιν, ὁ Περσεύς τόν ἵππευσε γιά νά γλιτώσει ἀπό τήν καταδίωξι τῶν ἀδελφῶν τῆς Μέδουσας. Ἀργότερα, τόν συνέλαβε καί τιθάσευσε μέ τήν βοήθεια τῆς Ἀθηνᾶς ὁ Βελλερεφόντης, ὁ ὁποῖος ἐπιβαίνοντας στόν Πήγασο φόνευσε τήν Χίμαιρα. Τόν συναντᾶμε σέ μνημεῖα μυκηναϊκά, ἀλλά καί σέ σφραγιδόλιθους τῆς Μήλου.

ΛYKOYPΓOΣ

(ἐκ τοῦ λύκη = λυκόφως + ἔργο, δηλ. τά ἔργα πού φωτίζουν)

Μυθικός Σπαρτιάτης νομοθέτης, στόν ὁποῖο ἀποδιδόταν ἡ νομοθεσία τῆς ἀρχαίας Σπάρτης. Ὑπῆρξε βασιλιάς τῆς Λακεδαίμονος. Κατά τόν Ἀριστοτέλη, ἵδρυσε τούς ὀλυμπιακούς ἀγῶνες, ἐνῶ κατά ἄλλη ἐκδοχή γνώριζε προσωπικά τόν Ὅμηρο. Ἦταν υἱός τοῦ Πολυδέκτη καί τῆς Διώνασσας. Ταξίδεψε σέ ὅλον τόν τότε γνωστό κόσμο, Κρήτη, Αἴγυπτο, Ἰνδία κ.ἀ. Ἡ παράδοσις ἀναφέρει ὅτι οἱ νόμοι του εἶχαν δοθεῖ ἀπό τό μαντεῖο τῶν Δελφῶν, ἤ τούς εἶχε πάρει ὁ ἴδιος ἀπό τούς κρητικούς θεσμούς. Καθιέρωσε στήν Σπάρτη τήν ἐξουσία τῶν Γερόντων, οἱ ὁποῖοι μοιράστηκαν τήν ἐξουσία μαζί μέ τούς βασιλεῖς. Ἐπίσης προχώρησε σέ νέα διανομή τῆς γῆς, ἴση ποσότητα σέ κάθε Σπαρτιάτη πολίτη. Ἀκύρωσε κάθε χρυσό καί ἀσημένιο νόμισμα καί ἔκοψε μόνον σιδερένια. Ἀποτέλεσμα αὐτῶν ἦταν νά σταματήσει ἡ δωροδοκία ἀλλά καί ἡ πολυτελής ζωή. Ἦταν ἡ βάσις γιά τήν δημιουργία τῆς παντοδυναμίας τῆς Σπάρτης, γι’ αὐτό ἡ μορφή του ἔλαβε μυθικές διαστάσεις, ἐνῶ εἶναι σαφές ὅτι πρόκειται γιά ἱστορικό πρόσωπο.


135

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΛEANΔPOΣ

καί

HPΩ

(λέων + ἀνήρ, ἡρώ ἐκ τοῦ ἥρως)

Περίφημο ἐρωτικό ζευγάρι. Ἡ Ἡρώ ἦταν ἱέρεια τῆς Ἀφροδίτης στήν Σηστό, ὁ Λέανδρος ἦταν νέος ἀπό τήν Ἄβυδο. Ἄν καί τούς χώριζαν τά νερά τοῦ Ἑλλησπόντου, τό ἐρωτευμένο ζευγάρι συναντιόνταν συνεχῶς, ἀφοῦ ὁ Λέανδρος κολυμποῦσε κάθε βράδυ τόν Ἑλλησπόντο, καθοδηγούμενος ἀπό ἕνα λυχνάρι πού ἄναβε ἡ Ἡρώ ἀπό τόν πύργο της. Ἔφθανε στήν ἀγκαλιά της κατάκοπος, ἔμεναν μαζί ὅλο τό βράδυ, καί τό πρωί ἔφευγε. Μιά νύχτα ὅμως ἔπιασε μία ξαφνική καταιγίδα, τό λυχνάρι ἔσβησε καί ὁ νέος χάθηκε μέσα στά κύματα καί πνίγηκε. Ἡ Ἡρώ, μόλις εἶδε τό πρωί ἀπό τό παράθυρό της τό πτῶμα τοῦ ἀγαπημένου της, τό ὁποῖο τό εἶχαν ξεβράσει τά κύματα, αὐτοκτόνησε πέφτοντας στά βράχια δίπλα του. Ἡ ἱστορία τους ἐνέπνευσε ἀναρίθμητους καλλιτέχνες καί ποιητές, ὁ δέ λόρδος Βύρων, δέν ἀρκέστηκε νά γράψει τό περίφημο «ἡ Νύμφη τῆς Ἀβύδου» ἀλλά κατόρθωσε νά διασχίσει ὁ ἴδιος τό στενό πού περνοῦσε κάθε νύχτα ὁ Λεάνδρος.

ΡΩMYΛOΣ

(ἐκ ρώομαι = κινοῦμαι ὀρμητικῶς)

Ὁ ἱδρυτής καί πρῶτος βασιλιάς τῆς Ρώμης. Ἦταν δίδυμος ἀδελφός τοῦ Ρέμου ἤ Ρώμου καί γιός τοῦ Ἄρεως καί τῆς ἱέρειας τῆς Ἑστίας, Ρέας Συλβίας. Ἡ Ρέα Συλβία ἦταν κόρη τοῦ βασιλέως τῆς Ἄλβας Νουμίτωρου, τόν ὁποῖο ἐκθρόνισε ὁ ἀδελφός του Ἀμούλιος καί τήν κόρη του τήν ἔκανε ἱέρεια τῆς Ἑστίας γιά νά μήν ἀποκτήσει ἀπογόνους. Ὅμως αὐτή ἀπέκτησε μέ τόν Ἄρη τούς δυό δίδυμους γιούς, τούς ὁποίους ὁ Ἀμούλιος πέταξε στόν Τίβερη, τότε ὅμως ὁ ποταμός ξεχείλησε καί ἔβγαλε τό λίκνο τους στίς ὄχθες του. Τά παιδιά ἐπέζησαν μέ τό γάλα μιᾶς λύκαινας πού πήγαινε καί τά θήλαζε. Κατό-


136

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

πιν τά βρῆκε ὁ βοσκός Φαυστῆλος καί τά μεγάλωσε μέ τήν γυναίκα του σάν δικά τους, ἐπειδή ἦταν ἄτεκνοι. Ὅταν τά παιδιά μεγάλωσαν καί ἔμαθαν τήν ἀληθινή τους καταγωγή, ἀνέτρεψαν τόν Ἀμούλιο καί ἐπανέφεραν τόν παππού τους στήν ἐξουσία. Σέ ἀνάμνησι τῆς σωτηρίας τους ἀποφάσισαν νά χτίσουν μιά πόλι στίς ὄχθες τοῦ Τιβέρεως, ἡ ὁποία ἔμελλε γίνει μία ἀπό τίς σημαντικότερες πόλεις στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Σέ μία ὅμως φιλονικία μεταξύ τῶν ἀδελφῶν ὁ Ρωμύλος σκότωσε τόν Ρέμο καί ἔμεινε ὁ μόνος βασιλιάς τῆς νέας πόλεως. Ἀποθεώθηκε ὅταν μιά μέρα πού ἐπιθεωροῦσε τό στρατό του, στό Πεδίον τοῦ Ἄρεως, ὁ πατέρας του Ἄρης τόν πῆρε ζωντανό μαζί του.

AMYPOΣ Ποταμός καί πόλις τῆς Θεσσαλίας. Ἀπό τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς συνδέεται μέ μύθους γύρω ἀπό τήν Κορωνίδα, πού ἦταν μητέρα τοῦ Ἀσκληπιοῦ. Ἀπό τόν Ἡσίοδο ἀναφέρεται ἡ πόλις Ἄμυρος καί ὀνομάζεται «πολύβοτρυς». Καί ἄλλοι συγγραφεῖς ἀναφέρουν τόν Ἄμυρο, ὡς ὁ Στέφανος τοῦ Βυζαντίου στό Mεγάλο Ἐτυμολογικό, καί ὁ σχολιαστής Ἀπολλώνιος ὁ Ρόδιος. Τά ἐρείπια τῆς πόλεως ἀναγνωρίζονται μετά μεγάλης πιθανότητος στό φρούριο Καστρί. Ἀπό τά ἐρείπια ἀνευρέθη ἀρχαϊκή ἐπιγραφή μέ τήν ὁποία βεβαιοῦται ὅτι ἐκεῖ ἐλατρεύετο καί ὁ ἀρχηγός τῶν Ἀργοναυτῶν Ἰάσων.

ΣYMΠΛHΓAΔEΣ

(ἐκ τοῦ συμπλήσσω = συνθλίβω)

Ζεῦγος σκοπέλων πού τοποθετοῦνταν μετά τόν Βόσπορο, πρίν τόν Εὔξεινο Πόντο, πού ἔκανε ἀδύνατη τήν διέλευσι πλοίου χωρίς αὐτό νά συντριβεῖ ἐπάνω τους. Μπροστά στό θέαμα αὐτό, λέγεται ὅτι


137

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ὅλοι οἱ Ἀργοναῦτες σάστισαν, ἐκτός ἀπό τόν Εὔφημο, ὁ ὁποῖος ἀκολουθώντας τήν συμβουλή τοῦ Φινέως, ἔστειλε ἕνα περιστέρι τό ὁποῖο διάβηκε ἐπιτυχῶς τόν σκόπελο. Οἱ ἥρωες ἔβαλαν τά δυνατά τους καί ἡ Ἀργώ ἀκολούθησε τήν ἴδια διαδρομή, πίσω ἀπό τό περιστέρι, ἐνῶ ἡ Θέτις καί οἱ Νηρηίδες ὁδηγοῦσαν τό πλοῖο μαζί μέ τούς Ἀργοναῦτες. Τελικά κατάφεραν νά γλιτώσουν χάνοντας μόνο ἕνα μικρό κομμάτι ἀπό τήν πρύμνη.

ΕPYΣIXΘΩN Θεσσαλός ἥρωας, υἱός τοῦ Τριόπος ἤ τοῦ Μυρμιδόνος καί ἐγγονός τοῦ Ποσειδῶνος, Προσέτι ἀπεκαλεῖτο καί Αἴθων, ἐπειδή ἀπό τήν ἀπληστία του κατέκοψε πρός ἰδία χρῆσι τό ἱερό ἄλσος τῆς Δήμητρος, πού εὑρίσκετο στό Δώτιο τῆς Θεσσαλίας. Ἡ Δήμητρα τιμώρησε τόν ἱερόσυλο μέ ἀκόρεστη βουλιμία («ἄγριον λιμόν αἴθωνα»), καί φλεγόμενος ἀπό αὐτήν κατέφαγε ὅλα τά ζῶα τοῦ πατέρα του, καθώς καί κάθε ἄλλο φαγώσιμο. Tέλος δέ καί προκειμένου νά κορέσει τήν βουλιμία του ἐπώλησε, κατ’ ἐπανάληψι, τή στοργική του θυγατέρα Μήστρα.

KAΛXAΣ

(ἐκ τοῦ καλχαίνω = σκέπτομαι, ἐξετάζω)

Ἦταν υἱός τοῦ Θέστορος ἀπό τό μαντικό γένος τῶν Ἀμυθαονιδῶν στό Ἄργος. Ἐξαίρετος μάντης τῶν Ἑλλήνων στόν Τρωικό πόλεμο, στήν Αὐλίδα, ὅπου κατά τή μαντεία του παρολίγο νά θυσιασθεῖ ἡ Ἰφιγένεια. Ἀκόμη μάντεψε τήν διάρκεια τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, στό δέκατο δέ ἔτος προεῖπε ὅτι ὁ λοιμός πού ἐνέσκηψε στό στρατόπεδο τῶν Ἀχαιῶν εἶχε σταλεῖ ἀπό τόν Ἀπόλλωνα, πού εἶχε ὀργισθεῖ κατά τοῦ Ἀγαμέμνονος, γιατί ἔβρισε τόν ἱερέα του Χρύση.


138

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἀκόμα εἶπε ὅτι χωρίς τόν Ἀχιλλέα εἶναι ἀδύνατο νά κυριευθεῖ ἡ Τροία. Μετά τήν ἅλωσι τῆς Τροίας ὁ Κάλχας ἔπλευσε, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία του, στήν Κολοφώνα τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου ἦλθε σέ ἐπαφή μέ τό μαντεῖο τοῦ Ἀπόλλωνος στήν Κλάρο καί σέ ἀγώνα μαντικό νικήθηκε ἀπό τόν Μόψο καί ἀπέθανε ἐκεῖ ἀπό ἀπογοήτευσι.

EYMOΛΠOΣ

(ἐκ τοῦ εὐ + μολπῆ = μέλος, ἄσμα, δηλ. ὡραῖος ψαλμός)

Ὁ θρυλικός ἱδρυτής τῶν Ἐλευσινίων μυστηρίων, στόν ὁποῖο οἱ Εὐμολπίδες, τό περιλάλητο ἱερατικό γένος τῆς Ἐλευσίνος, ἀναφέρουν τήν καταγωγή των. Κατά τίς διάφορες παραδόσεις, ὁ Εὔμολπος ἦλθε νά ἐγκατασταθεῖ στήν Ἐλευσίνα, ὅπου ἵδρυσε τά μυστήρια τῆς Δήμητρος. Πολέμησε κατά τῶν Ἀθηναίων. Ἔπεσε ὅμως στήν μάχη καί οἱ Ἐλευσίνιοι ὑποτάχθηκαν στούς Ἀθηναίους, ὅμως διατήρησαν τήν ἰδιοκτησία τῶν μυστηρίων, στά ὁποῖα οἱ ἀνώτεροι ἱερεῖς ἐκλέγοντο ἀπό τήν οἰκογένεια τῶν Εὐμολπιδῶν.

HMIΘEA

(ἐκ τοῦ ἡμί + θεός)

Ἦταν θεότητα στήν Κάσταβο τῆς Καρικῆς χερσονήσου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου ἦταν ἀφιερωμένο σ’ αὐτήν περίφημο ἱερό, τό ὁποῖο ὡς θεραπευτήριο χρησίμευε καί ὡς μαιευτήριο. Στήν Ἡμιθέα προσέφεραν θυσία, τήν «μελίκρατον», ἀπαγορεύετο δέ ὁ οἶνος καί ἡ εἴσοδος σέ ἐκείνους πού εἶχαν φάει χοιρινό κρέας. Κατά τίς ἀρχαῖες παραδόσεις ἡ Ἡμιθέα λεγόταν προηγουμένως Μολπαδία. Ἦταν κόρη τοῦ Κύκνου καί τῆς Προκλείας, ὀνομάζετο καί Λευκοθέα ἤ Ἀμφιθέα.


139

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΗΛIAΔEΣ Ἔτσι ὀνομάστηκαν οἱ ἑπτά κόρες τοῦ Ἡλίου ἀπό τήν Κλυμένη, οἱ Μερόπη, Κλυμένη, Ἡλία, Φοίβη, Λαμπετία, Αἰθερία, Διοξίππη. Ἦταν αὐτές πού ἔζευξαν, κρυφά, τό ἅρμα τοῦ πατέρα τους καί τό ἔδωσαν στόν ἀδελφό τους Φαέθονα γιά νά τό ὁδηγήσει, ὅμως αὐτός ἄπειρος καθώς ἦταν, ἔχασε τόν ἔλεγχό του, μέ ἀποτέλεσμα νά τόν κεραυνοβολήσει ὁ Ζεύς γιά νά μήν κάψει τήν ἀνθρωπότητα. Ἀπό τόν καημό τους δέν σταμάτησαν ποτέ νά τόν θρηνοῦν, καί ὁ Ζεύς τίς μεταμόρφωσε σέ ψηλές ἰτιές, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ἠριδανοῦ, ἐνῶ τά δάκρυά τους μεταμορφώθηκαν σέ ἤλεκτρο (κεχριμπάρι).

ΙΔAΣ

(ἐκ τοῦ ἴδη = δένδρον πρός ξυλεία)

Στήν Ἰλιάδα ἐμφανίζεται ὡς ὁ ἰσχυρότερος τῶν τότε θνητῶν, μονομάχησε μέ τόν ἴδιο τόν Φοῖβο Ἀπόλλωνα πρός χάριν τῆς Μάρπησσας, μιᾶς ἱέρειας τοῦ ναοῦ τοῦ θεοῦ, ἡ ὁποία ἦταν θυγατέρα τοῦ Εὔηνου, ποτάμιου θεοῦ. Ὁ Ἀπόλλων τόν κατεδίωξε, μονομάχησε μαζί του καί ὁ Ζεύς χώρισε τούς δυό ἀντιπάλους μέ κεραυνό, διατάζοντας τήν Μάρπησσα νά ἐπιλέξει ἕναν ἀπό τούς δυό γιά σύζυγο. Ἡ Μάρπησσα διάλεξε τόν Ἴδα καί ἀπό τόν γάμο αὐτό γεννήθηκε ἡ Κλεοπάτρα, ἡ μετέπειτα σύζυγος τοῦ Μελεάγρου. Ἴδας ἦταν τό συγγραφικό ψευδώνυμο τοῦ Ἴωνος Δραγούμη.

ΙANOΣ

(ἐκ τοῦ Ἰών μετοχή τοῦ εἶμι = πορεύομαι)

Ὁ πρῶτος βασιλιάς τοῦ Λατίου (Ρώμης), διαδέχθηκε τόν Κρόνο, ὅταν ἐκεῖνος εἶχε καταφύγει ἀπό τήν Ἑλλάδα στήν Ἰταλία. Ἀπό


140

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

αὐτόν διδάχθηκε τήν γεωργία, τήν ναυπηγική καί τήν κοπή νομισμάτων. Ἦταν ὁ θεός κάθε ἀρχῆς (τοῦ ἔτους, τῶν ἐπιχειρήσεων κλπ.) καί ἀπό αὐτόν προκύπτει ὁ Ἰανουάριος, ὁ πρῶτος μήνας τοῦ ἔτους κατά τούς Ρωμαίους. Δεύτερη του ἰδιότητα ἦταν τοῦ φρουροῦ καί τοῦ προστάτη τῶν δημοσίων εἰσόδων καί ἐξόδων. Ἱερά του ὑπῆρχαν σέ κάθε διασταύρωσι τῆς Ρώμης καί κοντά σέ πύλες. Ἦταν δηλαδή πάντα διπρόσωπος, ἕνα πρόσωπο πρός τά μέσα καί ἕνα πρός τά ἔξω. Πολλοί διατυπώνουν τήν ἄποψι πώς πρόκειται γιά ἀπομίμησι τοῦ διπρόσωπου Ἑρμοῦ, ὁ ὁποῖος παριστανόταν σέ δύο ὄψεις σέ μερικές ἀπό τίς προτομές του, τίς Ἑρμές.

ΙΣIΣ

(ἐκ τοῦ ἴσον, ἡ γῆ ἴση γάρ ἐστι)

Εἶναι ἡ μεγάλη θεά τῶν Αἰγυπτίων, τοῦ Σέβ (γῆς) καί τῆς Νούτ (οὐρανοῦ), ἀδελφή καί σύζυγος τοῦ Ὄσιρι, ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε τούς ἀπογόνους τοῦ μεγάλου θεοῦ Ρᾶ. Θεωρεῖται πρωσοποποίησις τῆς Γῆς. Ἡ Ἴσις ἔδωσε μεγάλη βοήθεια στόν Ὄσιρι, πού ἔφερε στήν Αἴγυπτο τόν πολιτισμό. Σέ αὐτήν ὀφείλεται ὁ θεσμός τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογένειας καί ἡ κατάργησις τῆς ἀνθρωποφαγίας. Δίδαξε στούς ἀνθρώπους τό ἄλεσμα τοῦ σιταριοῦ μέ τήν βοήθεια δυό πετρῶν καί τήν παρασκευή τοῦ ψωμιοῦ, τήν ὑφαντουργία, τήν ἔνδυσι καί τήν μαγεία. Ὁ Πλούταρχος ἐκφράζει τήν ἄποψη πώς ἡ Ἴσις εἶναι ἑλληνικῆς προελεύσεως καί πολλά ἱερά της χτίστηκαν σέ ὅλον τόν ἑλληνικό κόσμο.


141

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

OΣIPIΣ

(ἐκ τοῦ ὅσιος = ἱερός)

Ὁ μέγιστος τῶν θεῶν τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων καί ἔφορος τοῦ κάτω κόσμου καί τῶν νεκρῶν. Ἦταν υἱός τοῦ Σέβ, θεοῦ τῆς γῆς, καί τῆς Νούτ, θεᾶς τοῦ Οὐρανοῦ. Ὁ Ὄσιρις ὑπῆρξε ὁ εἰσηγητής τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἀνθρώπων, στούς ὁποίους δίδαξε τίς τέχνες καί τήν κοινωνική ὀργάνωσι, ἐνῶ ἡ σύζυγός του καί ἀδελφή του Ἴσις δίδαξε τίς οἰκιακές γνώσεις. Ὁ Σήθ, τό πνεῦμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ κακοῦ φόνευσε δόλια τόν Ὄσιρι. Τόν θάνατό του ἐκδικήθηκε ἀργότερα ὁ υἱός του Ὧρος, ὁ ὁποῖος ξαναπῆρε τήν ἐξουσία. Συμβόλιζε τήν γενετήσια δύναμι καί ἐξασφάλιζε στούς Αἰγυπτίους τήν συνέχισι τῆς ζωῆς τους σέ τοῦτο τόν κόσμο καί στόν ἑπόμενο. Παραλλαγή τοῦ Ὄσιρι εἶναι ὁ ἑλληνικός θεός Σέραπις.

ΙNAXOΣ

(ἰν = ἐν + ἄχος = θόρυβος ὕδατος)

Βασιλεύς τοῦ Ἄργους, προσωποποίησις τοῦ ὁμώνυμου ποταμοῦ τῆς Ἀργολίδος. Ἐθεωρεῖτο ὡς ὁ παλαιότερος βασιλεύς τῆς χώρας καί ἀρχηγός καί ἡγέτης τοῦ βασιλικοῦ οἴκου τοῦ Ἄργους καί ὑποστηρίζεται ὅτι ἦταν υἱός τοῦ Ὠκεανοῦ καί τῆς Τηθύος. Μέ τήν νύμφη Μελία ἀπέκτησε τόν Πανόπτη Ἄργο, τόν Πελασγό, τήν Ἰώ καί τόν Αἰγιαλέα. Ὁδήγησε τούς Ἀργείους, μετά τόν κατακλυσμό τοῦ Δευκαλίωνος, ἀπό τά βουνά στήν πεδιάδα καί ἀφοῦ μάζεψε τά νερά πού βρίσκονταν ἐκεῖ σέ μία κοίτη τούς ἐγκατέστησε. Τά νερά ἀποτέλεσαν τόν ποταμό Ἴναχο. Ὡς πρῶτος βασιλιάς τῆς χώρας πού ἔγινε, ἔφερε σ’ αὐτήν τά πρῶτα στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ. Στήν ἀντιδικία μεταξύ Ἥρας καί Ποσειδῶνος γιά τήν προστασία τῆς πόλεως, ἐπέλεξε τήν Ἥρα, πρᾶγμα πού προκάλεσε τήν ὀργή τοῦ Ποσειδῶνος. Χρονολογικά θεωροῦσαν αὐτόν οἱ ἀρχαῖοι σύγχρονο τοῦ Ἐριχθόνιου.


142

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚAΛYΔΩNIOΣ ΚAΠPOΣ Τεράστιο σέ ὄγκο θηρίο, στάλθηκε, στήν χώρα τῆς Καλυδῶνος ἀπό τήν Ἀρτέμιδα γιά νά ἐκδικηθεῖ τήν ἔλλειψη εὐσέβειας πρός αὐτήν ἀπό τόν βασιλιά Οἰνέα. Αὐτός, ὅταν προσέφερε θυσία στούς θεούς, λησμόνησε τήν θεά καί αὐτή ἐξοργίσθηκε καί ἔστειλε τό θηρίο γιά νά λυμαίνεται τά περίχωρα τῆς πόλεως. Γιά τήν ἐξόντωσι τοῦ φοβεροῦ θηρίου, ὁ υἱός τοῦ Οἰνέως Μελέαγρος προσκάλεσε τούς μεγαλύτερους ἥρωες τῆς ἀρχαιότητος. Mεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ἡ Ἀταλάντη, ἡ ὁποία τό πλήγωσε καί ὁ Μελέαγρος τό φόνευσε. Κατόπιν χάρισε τό κεφάλι καί τήν δορά, στήν ἀγαπημένη του ἡ ὁποία τό ἄξιζε ἀφοῦ τόν χτύπησε πρώτη. Ὅμως ἡ πρᾶξις του αὐτή δυσαρέστησε ὅσους ἔλαβαν μέρος τό κυνήγι. Ὁ Ὅμηρος συνδέει τό κυνήγι μέ τόν πόλεμο τῶν δυό πόλεων, Καλυδῶνος καί Πλευρῶνος.

KEΦAΛOΣ Υἱός τοῦ Ἑρμοῦ ἀπό τήν Ἔρση, κόρη τοῦ Κέκροπος. Ἦταν ὡραιότατος νέος κυνηγός, ἐρωτεύτηκε τήν Πρόκριδα τήν ὁποία καί νυμφεύθηκε. Ζοῦσαν εὐτυχισμένοι μέχρι πού τόν πρόσεξε ἡ θεά Ἠώς πού κατέβηκε στήν Γῆ καί τόν ἅρπαξε παρά τήν θέλησί του. Μετά ὅμως ἀπό πολλές περιπέτειες τό ζευγάρι ξαναενώθηκε. Δυστυχῶς ὅμως ἡ Πρόκρις σκοτώθηκε σέ κυνήγι ἀκουσίως, ἀπό βέλος τοῦ ἴδιου τοῦ Κέφαλου, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νά περιπλανιέται γιά νά ἐξιλεωθεῖ. Μέ τήν σκύλα Λαίλαπα κυνήγησε τήν ἀλεπού τῆς Τεμησσοῦ, ἐνῶ βοήθησε τόν Ἀμφιτρύωνα ἐναντίον τῶν Τηλεβόων, κι αὐτός τοῦ παραχώρησε ἔπειτα τό νησί του, τό ὁποῖο κατόπιν ὀνομάστηκε Κεφαλληνία.


143

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚAΛΛIΠATEIPA

(ἐκ τοῦ καλλίων + πατήρ, ἡ ἔχουσα ἔνδοξο πατέρα)

Ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐνδόξου ἀθλητῆ Διαγόρα τοῦ Ροδίου, μητέρα τοῦ Πεισιδόρου καί θεία τοῦ Εὐκλέως, πού ἦσαν ὀλυμπιονίκες, καί ἔζησε τόν Ε΄ π.Χ. αἰῶνα. Παρά τόν κανονισμό τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, πού ἀπαγόρευε τήν εἴσοδο τῶν γυναικῶν στό στάδιο, ἡ Καλλιπάτειρα μεταμφιέστηκε σέ γυμναστή καί εἰσῆλθε γιά νά παραστεῖ στόν θρίαμβο τοῦ υἱοῦ της Πεισιδόρου. Προδόθηκε ὅμως ἀπό τή χαρά της, ἔτυχε τῆς συγγνώμης καί ἀπό τότε οἱ ἀθλητές καί οἱ γυμναστές εἰσήρχοντο στό στάδιο γυμνοί.

YΨIΠYΛH

(ἐκ τοῦ ὕψος + πύλη)

Μυθολογικό πρόσωπο, θυγατέρα τοῦ Θόαντος, βασιλέως τῆς Λήμνου, καί τῆς Μύρινας, θυγατέρας τοῦ Κρηθέως. Δέν μιμήθηκε τίς ἄλλες γυναῖκες ἀπό τήν Λῆμνο, πού φόνευσαν ὅλους τους ἄνδρες καί ἔσωσε τόν πατέρα της, ἀφοῦ τόν ἔκρυψε. Ὅταν πέρασαν ἀπό ἐκεῖ οἱ Ἀργοναῦτες, ἡ Ὑψιπύλη ἀπέκτησε ἀπό τόν Ἰάσονα υἱό, τόν Εὔνεω, ἀλλά οἱ Λήμνιες τήν ἐξόρισαν, γιατί ἔσωσε τόν πατέρα της. Ἡ Ὑψιπύλη κατέφυγε στήν Νεμέα, ὡς τροφός τοῦ Ἀρχεμόρου, υἱοῦ τοῦ βασιλέως Λυκούργου. Στό τέλος ὁ Λυκοῦργος ἀποπειράθηκε νά τήν φονεύσει, γιατί τό παιδί του, πού πρόσεχε ἡ Ὑψιπύλη, τό δάγκωσε φίδι καί ἀπέθανε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η´

Oἱ Θηβαῖοι Ἥρωες: Kάδμος – Oἰδίπους Ἡ πόλις τῶν Θηβῶν ἱδρύθηκε σέ δυό περιόδους, τήν πρώτη μέ

τόν Κάδμο, ὁ ὁποῖος ἀναζητώντας τήν ἀδελφή του ἔφθασε ἐκεῖ μετά ἀπό χρησμό καί ἵδρυσε μία πόλι πού τήν ὀνόμασε Καδμεία, καί ἀργότερα οἱ υἱοί τοῦ Διός καί τῆς Ἀντιόπης Ἀμφίων καί Ζῆθος πρόσθεσαν νέους οἰκισμούς καί ὀνόμασαν τήν πόλι Θῆβαι. Κατά τήν παράδοσι ἐρχόμενος στήν περιοχή, ὁ Κάδμος σκότωσε τόν Δράκοντα καί Σπαρτούς ἀνθρώπους πού φύτρωσαν ἀπό τά δόντια του, διέδωσε δέ τό ἀλφάβητο, τά λεγόμενα καδμεῖα γράμματα. Αὐτό ἔδωσε τό ἔναυσμα σέ πολλούς μελετητές νά ὑποστηρίξουν ὅτι τό ἀλφάβητο ἔχει φοινικική προέλευσι ἀπό τήν χώρα καταγωγῆς τοῦ Κάδμου. Ὅμως ὁ Κάδμος ἔχει ἑλληνικό ὄνομα, οἱ γονεῖς του ἦσαν Ἕλληνες στήν καταγωγή καί ἡ θρησκεία του ἑλληνική. Ὁ νομικός καί ἱστορικός Κωνσταντῖνος Α. Πλεύρης στό ἔργο του, Τό Ἑλληνικόν Ἀλφάβητον γράφει σχετικά: «Ὁ Κάδμος ὡς Ἕλλην ἐπίστευε καί λάτρευε τόν Ποσειδώνα καί τήν Ἀθηνᾶ. Ἐάν ἦτο Σημίτης δέν θά εἶχε ἀσφαλῶς Ἑλληνικήν θρησκείαν ἀλλά σημιτικήν. Οἱ Σημίται τῆς Φοινίκης μόλις ἦλθαν εἰς ἐπαφήν μέ τούς Ἕλληνας ἀποίκους παρέλαβον ἐξ ἐκείνων τό ἀλφάβητον τό ὁποῖο τό ἐτροποποίησαν, ὥστε νά ἀνταποκρίνεται πρός τάς ἰδιότητας τῆς γλώσσης των... Ὁ Κάδμος μετέφερε ἐκ τοῦ προτύπου ἀρχαιοτάτου ἀλφαβήτου, μιά μορφήν γραμμάτων, τά ὁποῖα ἦλθον ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς ἀποικίας τῆς Φοινίκης». Τοῦτο ἐπιβεβαιώνει καί τό λεξικό Liddell & Scott ὅπου γράφεται ὅτι «ὁ Kάδμος ἔφερε ἀπό τήν Φοινίκη τό παλαιό ἑλληνικό ἀλφάβητο τῶν δεκαέξι


145

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

γραμμάτων, ἀπ’ ὅπου ὀνομάστηκαν καί Kαδμήια ἤ Φοινικήια γράμματα». Ἄλλωστε καί ὁ Joseph Yahunda στό σπανιότατο ἔργο του Hebrew is Greek ὑποστηρίζει ὅτι: «Ἡ Ἑβραϊκή Βίβλος εἶναι ἕνα ἀνυποψίαστο καί ξεχασμένο παρακλάδι τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας» (σελίδα xxii, ἔκδοση 1982, University of Oxford, πρόλογος Saul Levin, καθηγητής πανεπιστημίου Chicago). Στήν δεύτερη περίοδο τῶν Θηβῶν, τά δυό ἀδέλφια βασίλεψαν εὐτυχισμένοι μέχρι πού ἡ γυναίκα τοῦ Ἀμφίονος, ἡ Νιόβη, καυχήθηκε γιά τήν εὐτεκνία της, προκαλώντας τήν Λητώ. Αὐτή ἦταν ἡ ἀρχή μεγάλων δεινῶν γιά τήν περιοχή, πού ἔγιναν ἀκόμη χειρότερα ὅταν ὁ Πέλοψ καταράστηκε τόν Λάιο, νά σκοτωθεῖ ἀπό τόν γιό του, προφητεία πού ἐκπλήρωσε ὁ Οἰδίπους. Ἐκεῖ ξεκινᾶ ὁ περίφημος Θηβαϊκός κύκλος, πηγή ἐμπνεύσεως γιά ὅλους τούς μεγάλους τραγικούς τῆς ἀρχαιότητος. Ἡ Ἀλτάνη στό βιβλίο της, Ἑλληνικός Δία-λογισμός τ.Α ἀναφέρει ὅτι ἡ Θήβα συμβολίζει τήν πόλι ὅπου οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται σέ παρατεταμένη νεότητα-ἀνωριμότητα (Θ-ἥβη), ἐνῶ ἡ Σφίγγα συμβολίζει τήν γοητεία πού ἀσκεῖ ἡ παραπλανητική ἐξουσία.


146

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚAΔMOΣ

(ἐκ τοῦ κέκαδμαι = λάμπω)

Ἦταν ὁ ἐπώνυμος ἥρωας, καί ἱδρυτής τῆς πόλεως τῶν Θηβαίων, οἱ ὁποῖοι κατά τόν Ὅμηρο ὀνομάζοντο Καδμεῖοι. Στήν Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου θεωρεῖται ὅτι ἐπανέφερε τήν Ἁρμονία, θυγατέρα τοῦ Ἄρεως καί τῆς Ἀφροδίτης στήν πατρίδα της, τήν ὁποία πῆρε ὡς σύζυγο καί ἀπέκτησε μαζί της πέντε παιδιά. Κατά παλαιότερη ἐπική πηγή, ὁ Κάδμος, πλανόμενος πρός ἀνεύρεσι τῆς ἀδελφῆς του Εὐρώπης, πού εἶχε ἁρπάξει ὁ Ζεύς, καί ἀφοῦ δέ μπόρεσε νά τήν βρεῖ, ἐγκαταστάθηκε μέ τήν μητέρα του στήν Θράκη. Ἐκεῖ ζήτησε χρησμό καί ἔλαβε τήν ἀπάντησι νά ἀκολουθήσει τήν δάμαλι (= νεαρή ἀγελάδα) πού θά συναντήσει στνό δρόμο του καί στό σημεῖο πού θά πέσει νά ἱδρύσει πόλι. Τό ζῶο γονάτισε σέ πηγή πλησίον τῶν Θηβῶν καί ὁ Κάδμος ἐπιχείρησε νά τήν θυσιάσει, ἀλλ’ ὅμως τοῦ ἐπιτέθηκε μεγάλος δράκοντας, πού φύλαγε τήν πηγή. Τόν δράκοντα φόνευσε ὁ Κάδμος καί τά δόντια του, κατά συμβουλή τῆς Ἀθηνᾶς, τά ἔσπειρε. Ἀπό αὐτά φύτρωσαν ὁπλισμένοι ἄνδρες καί ἔγινε φονική μάχη, κατά τήν ὁποία ἔπεσαν ὅλοι, πλήν τῶν πέντε, τοῦ Οὐδαίου, Χθονίου, Πέλορως, Ὑπερήνωρος καί Ἐχίονος. Κατόπιν ἵδρυσε τίς Θῆβες καί ἀπό τόν Δία ἔλαβε ὡς σύζυγο τήν Ἁρμονία. Οἱ γάμοι τοῦ ζεύγους ἔγιναν μέ μεγάλη μεγαλοπρέπεια καί παραβρέθηκαν ὅλοι οἱ θεοί, τά δέ ἄσματα ἔψαλλαν οἱ Μοῦσες. Μέ τήν Ἁρμονία, ἀπέκτησε πέντε παιδιά, τόν Πολύδωρο, τήν Ἰνώ, τήν Σεμέλη, τήν Ἀγαύη καί τήν Αὐτονόη. Ὁ Κάδμος ἔζησε εὐτυχής καί ἔφθασε σέ βαθύ γῆρας καί ὅταν πέθανε, ἐστάλη ἀπό τούς θεούς στά Ἠλύσια πεδία.


147

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

EYPΩΠH

(ἐκ τοῦ εὐρύς καί ὄψ- ὀπός = ὀφθαλμός, ἤ ἐκ τοῦ Δία – εὐρύοπα)

Κόρη τοῦ Φοίνικος καί τῆς Τηλεφάσσης, ἀδελφή τῆς Θράκης καί ἑτεροθαλής ἀδελφή τῆς Ἀσίας καί τῆς Λιβύης. Ὁ Ζεύς τήν εἶδε κάποτε νά διασκεδάζει μέ τίς φίλες της στήν ἀκτή καί, μεταμορφωμένος σέ ταῦρο, τήν ἅρπαξε καί τήν πέρασε ἀπό τήν Φοινίκη στήν Κρήτη ,ὅπου τήν ἔκανε μητέρα τοῦ Μίνωος τοῦ Ραδαμάνθυος καί τοῦ Σαρπηδόνος, ἐνῶ ὁ ἀδελφός της Κάδμος γύριζε ὅλον τόν κόσμο γιά νά τήν βρεῖ. Ἔπειτα τήν πάντρεψε μέ τόν βασιλιά τῆς Κρήτης τόν Ἀστέριο. Δέν ἀποκλείεται, πίσω ἀπό αὐτήν τήν ἱστορία νά κρύβεται μία κρητική εἰσβολή στήν Φοινίκη. Κατά ἄλλη ἐκδοχή ἡ Εὐρώπη μέ τόν Δία γέννησε τόν Δώδωνα, ἐπώνυμο τῆς Δωδώνης στήν ὁποία ἐλατρεύετο ὁ «Εὐρύοπας» Ζεύς. Υἱός τῆς Εὐρώπης καί τοῦ Διός ἦταν καί ὁ Αἰακός. Κατά τόν ὁμηρικό ὕμνο στόν Ἀπόλλωνα τόν Πύθιο ἡ Εὐρώπη νοεῖται μέχρι τήν Θράκη, πλήν τῆς Πελοποννήσου καί τῶν νησιῶν, ἀπό τούς μηδικούς ὅμως πολέμους φέρεται ὡς Εὐρώπη ὅλη ἡ ἤπειρος, ὅπως καί μέχρι σήμερα.

APMONIA

(ἐκ τοῦ ἁρμόττω = ἁρμόζω)

Θυγατέρα τοῦ Ἄρεως καί τῆς Ἀφροδίτης καί ἀδελφή τοῦ Φόβου καί τοῦ Δείμου. Ὁ γάμος της μέ τόν Κάδμο ἑορτάστηκε ἀπό τούς θεούς μέ βασιλική μεγαλοπρέπεια. Ἀπό τό ζεῦγος αὐτό γεννήθηκαν ἡ Ἰνώ, ἡ Σεμέλη, ἡ Ἀγαύη, ἡ Αὐτονόη καί ὁ Πολύδωρος. Ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ Ἁρμονία ὑπῆρξε ὁ τύπος τῆς ὡραίας, τῆς φιλόστοργης, τῆς εὐγενοῦς, ἔντιμης καί ἀγαθῆς συζύγου, ἡ ὁποία κατόρθωσε καθ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ συζυγικοῦ βίου νά κρατήσει ἀδιατάρακτη καί πλήρη τήν οἰκογενειακή εὐτυχία. Συνέπεια αὐτοῦ


148

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἦταν νά θεοποιηθεῖ καί νά τοποθετηθεῖ στόν ἱερό κύκλο τῆς Ἀφροδίτης. Συνδέθηκε μέ τήν τέχνη, ἰδίως μέ τήν μουσική.

OIΔIΠOYΣ

(ἐκ τοῦ οἴδημα + πούς)

Τό σημαντικότερο πρόσωπο τοῦ Θηβαϊκοῦ κύκλου. Ὁ Λάιος, βασιλιάς τῶν Θηβῶν, ἐγγονός τοῦ Πολυδώρου καί δισέγγονος τοῦ Κάδμου, νυμφεύθηκε τήν Ἰοκάστη, πού εἶχε ἀδελφό τόν Κρέοντα. Κατά τόν χρησμό, ἐάν ἀποκτοῦσαν ἀρσενικό παιδί, αὐτό θά φόνευε τόν πατέρα του καί γιά τόν λόγο αὐτό παρέδωσαν τόν Οἰδίποδα σέ δοῦλο γιά νά τόν ἐκθέσει ἐπί δένδρου στό ὄρος Κιθαιρώνα, ἀφοῦ προηγουμένως τρύπησαν καί ἔδεσαν τά πόδια του. Τό παιδί ὅμως ἐπέζησε καί ἀνατράφηκε ἀπό τόν βασιλιά τῆς Κορίνθου Πόλυβο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄτεκνος. Ὅταν μεγάλωσε, ἀνέλαβε νά ἀπαλλάξει τήν Θήβα ἀπό τήν παρουσία ἑνός τρομεροῦ τέρατος τήν Σφίγγα. Στόν δρόμο πρός τά ἐκεῖ σέ μία τυχαῖα φιλονικία σκοτώνει τόν Λάιο, χωρίς νά γνωρίζει ὅτι εἶναι ὁ πραγματικός του πατέρας. Κατόπιν συγκρούεται μέ τήν Σφίγγα, λύνει τό αἴνιγμά της, ἐμφανίζεται ὡς θριαμβευτής στήν Θήβα, ὅπου ὁ Κρέων τοῦ χαρίζει τό βασίλειό του καί τοῦ δίνει γιά γυναίκα του τήν χήρα, ἐκείνη τήν στιγμή, Ἰοκάστη, χωρίς νά ξέρει κανείς ὅτι εἶναι ἡ μητέρα του. Ἡ ἀποκάλυψι τῆς ἀλήθειας ἀποτελεῖ τήν κορυφαία στιγμή τοῦ Ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ Δράματος.

ΑΠOKΩΔIKOΠOIHΣIΣ TOY MYΘOY TOY OIΔIΠOΔOΣ Ὁ διάσημος Γάλλος ἰατρός Ἄλφρεντ Τοματίς, ἀπορρίπτοντας τήν Φροϋδική ὀπτική τοῦ μύθου, στό βιβλίο του Μαθησιακές δυσκολίες γράφει «Ὁ Οἰδίποδας συνθέτει ἕναν ὁλοκληρωμένο μῦθο πού


149

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἑρμηνεύει τήν ἐξέλιξι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό ταπεινό του ξεκίνημα μέχρι τήν ἔνταξί του στόν κόσμο. Δέν ἀφηγεῖται τήν ἱστορία ἑνός βρέφους, τό ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ἕναν κόσμο πού διέπεται ἀπό τό ἄγχος τῆς σεξουαλικότητος... Θέλει νά μᾶς πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τήν προσωπική του ἐξέλιξι καί ἀπεκδυόμενος τά περιττά φορτία –ὅπως ἕνας πύραυλος πού ἐκτοξεύεται πρός τό διάστημα– ὁδηγεῖται στήν ἀπελευθέρωσι». Πρός σ’ αὐτήν τήν ἀπελευθέρωσι, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά σκοτώσει τίς παλιές καί καλά ἑδραιωμένες πεποιθήσεις, γιά νά γυρίσει πίσω στήν ἀρχική του θέσι, ἀλλά νικητής πιά, μέ ἀφυπνισμένη συνείδησι.

ΜOIPEΣ

(ἐκ τοῦ μερίζω = πᾶν ὅτι ἔχει μερισθεῖ ἀπό τόν θεό)

Στήν ἀρχαία Ἑλλάδα ἦσαν οἱ τρεῖς θεότητες πού καθόριζαν τό πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὅρος Μοῖρες προέρχεται ἀπό τή λέξη «μοῖρα», δηλαδή τό τμῆμα ἑνός ὅλου, τό μερίδιο πού ἀνήκει στόν καθένα, διότι οἱ Μοῖρες «μοίραζαν» τά κακά ἤ τά καλά στόν ἄνθρωπο ἀπό τήν γέννησί του ἕως τόν θάνατο. Οἱ Μοῖρες ἦσαν ἡ Κλωθώ, ἡ Λάχεσις καί ἡ Ἄτροπος. Κόρες τοῦ Διός καί τῆς Θέμιδος, διέμεναν στόν Ὄλυμπο ὅπου ἔγραφαν τίς ἀποφάσεις τους γιά τήν τύχη κάθε ἀνθρώπου. Ἡ Κλωθώ ἐπισκοποῦσε τήν γέννησι κάθε ἀνθρώπου καί μέ τήν Σλακάτη ἔκλωθε τό νῆμα τῆς ζωῆς του. Ἡ Λάχεσις κρατοῦσε τήν ἄτρακτο μέ τήν ὁποία τύλιγε τό νῆμα καί διέταζε αὐτά πού θά συνέβαιναν μελλοντικά. Ἡ Ἄτροπος ἔκανε ἀμετάβλητα τά ἀποτελέσματα τῶν ἄλλων.


150

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΣΦIΓΞ

(παρά τό σφίγγω, τά ἐσφιγμένα = τά δυσνόητα)

Τέρας τῆς Βοιωτίας μέ πρόσωπο γυναίκας, σῶμα λιονταριοῦ, φτερά ὄρνιθας καί οὐρά φιδιοῦ. Ἦταν γέννημα τῆς Ἔχιδνος καί τοῦ Τυφῶνος ἤ τοῦ Ἐγκέλαδου. Καθόταν πάνω σέ ἕνα βράχο πού χωρίζει τίς πεδιάδες τῶν Θηβῶν καί τῆς Κωπαΐδος, ἀπ’ ὅπου ἀπηύθηνε τό ἑξῆς αἴνιγμα στούς περαστικούς: Τί εἶναι αὐτό πού ἔχει φωνή καί τό πρωί εἶναι τετράποδον, τό μεσημέρι δίποδον καί τό βράδυ τρίποδον. Ἐπειδή κανείς δέν μποροῦσε νά τό λύσει, τούς καταβρόχθιζε ὅλους. Τήν εἶχε θέσει δέ ἐκεῖ ὁ Ἄρης γιά νά τιμωρήσει τούς ἀπογόνους τοῦ Κάδμου, ὁ ὁποῖος εἶχε σκοτώσει τόν δράκο τῆς πηγῆς του στήν Θήβα. Ὁ Οἰδίπους ἦταν ἐκεῖνος πού τελικά ἔλυσε τό αἴνιγμα (Ἡ ἀπάντησις ἦταν ὁ ἄνθρωπος, πού στήν ἀρχή τῆς ζωῆς του περπατᾶ στά τέσσερα καί κατά τό γῆρας μέ μπαστούνι), ὁ ὁποῖος τότε ἀνακηρύχθηκε βασιλιάς καί εὐεργέτης τῶν Θηβῶν. Παραλλαγή τοῦ μύθου ἦταν οἱ Σφίγγες τῶν Αἰγυπτίων, οἱ ὁποῖες ἦταν κυρίως ἀνθρωπόμορφα λιοντάρια.

ΛAΪOΣ

(ἐκ τοῦ λαΐς = λεία)

Ἀπόγονος τοῦ Κάδμου, υἱός τοῦ Λαβδάκου ἀπό τήν Θήβα, πού σέ Σλικία ἑνός χρόνου ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα. Διαδέχθηκε τόν πατέρα του στόν θρόνο τῶν Θηβῶν καί ἐπίτροπο εἶχε τόν Λύκο, ὁ ὁποῖος καί τόν Λάβδακο εἶχε ἐπιτροπήσει. Στήν συνέχεια ὁ Λύκος μέ τήν σύζυγό του Δίρκη ἐγκλημάτισαν πρός τήν Ἀντιόπη καί τιμωρήθηκαν ἀπό τά παιδιά αὐτῆς, τόν Ζῆθο καί τόν Ἀμφίονα, ὁ δέ Λάιος ἐξορίσθηκε καί κατέφυγε στήν Ἥλιδα, πλησίον τοῦ Πέλοπος. Ἀπό ἐκεῖ ὅμως ἀφοῦ ἅρπαξε τό παιδί τοῦ Πέλοπος, τόν Χρύσιππο, ἔφυγε γιά τήν Θήβα, ὅπου ἀνέλαβε τήν βασιλεία, μετά τόν θάνατο


151

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τοῦ Ἀμφίονα. Ὁ Πέλωψ γιά αὐτή τήν πρᾶξι του καταράστηκε τόν ἀπαγωγέα νά πεθάνει ἄτεκνος ἤ νά σκοτωθεῖ ἀπό τό παιδί του. Ἀπέκτησε ὅμως ἕναν υἱό τόν Οἰδίποδα, τόν ὁποῖο μόλις γεννήθηκε ἄφησε στόν Κιθαιρῶνα γιά νά πεθάνει. Ὁ Οἰδίπους ὅμως σώθηκε καί μετά ἀπό πολλά χρόνια, χωρίς νά γνωρίζει καθόλου τόν Λάιο, τόν σκότωσε σέ μιά συμπλοκή, στήν λεγόμενη Σχιστή ὁδό.

ETEOKΛHΣ

καί

ΠOΛYNEIKHΣ

(Ἐτεοκλῆς ἐκ τοῦ ἐτεός = γνήσιος + κλέος = δόξα, Πολυνείκης ἐκ τοῦ πολύ + νεῖκος = ἔχθρα)

Οἱ δυό γιοί τοῦ Οἰδίποδος καί τῆς Ἰοκάστης, οἱ ὁποῖοι μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα τους συμφώνησαν νά βασιλεύουν ἐκ περιτροπῆς ἐπί ἕνα χρόνο ὁ καθένας. Ὅταν ὅμως ὁ Πολυνείκης γύρισε γιά νά ξαναπάρει τήν ἐξουσία, ὁ Ἐτεοκλῆς τοῦ τήν ἀρνήθηκε, κίνησις πού ὁδήγησε στήν περίφημη ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Θηβῶν, πού ἔμεινε στήν ἱστορία μέ τό ὄνομα πόλεμος τῶν ἑπτά ἐπί Θήβας. Ἡ ἐκστρατεία ὀργανώθηκε ἀπό τόν Ἄδραστο καί ἦταν ἕνας ἐμφύλιος πόλεμος Θηβαίων καί Ἀργείων. Μετά ἀπό φοβερές συγκρούσεις τά δυό ἀδέλφια ἀποφάσισαν νά μονομαχήσουν ἀλλά ἀλληλοσκοτώθηκαν, καί τότε ὁ θεῖος τους ὁ Κρέων μέ μία τολμηρή ἔξοδο νίκησε τούς Ἀργείους, σκότωσε ὅλους τούς ἀρχηγούς τους, ἐκτός ἀπό τόν Ἄδραστο, καί ἀνέβηκε στήν ἐξουσία τῶν Θηβῶν.

KPEΩN

(ὁ ἰσχυρός, ὁ Σγεμών)

Υἱός τοῦ Μενοικέως, ἀδελφός της Ἰοκάστης. Βασίλεψε στήν Θήβα σέ δυό περιόδους, μετά τόν θάνατο τοῦ Λαΐου μέχρι τόν ἐρχομό τοῦ Οἰδίποδος καί ἔπειτα πάλι γιά μικρό διάστημα, ἀπό τήν πτώ-


152

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ση τοῦ Ἐτεοκλέους μέχρι τήν ἐνηλικίωση τοῦ υἱοῦ τοῦ τελευταίου, Λαοδάμαντος. Ἦταν αὐτός πού ἔδωσε τό τελειωτικό χτύπημα στούς ἑπτά ἐπί Θήβας, ἡ ἀπόφασίς του ὅμως νά μήν θαφθεῖ ὁ Πολυνείκης ὡς προδότης, ἀντίθετα ἀπό τά ἤθη τῆς ἐποχῆς, ἀνάγκασε τήν ἀδελφή τοῦ Πολυνείκους Ἀντιγόνη νά τόν παρακούσει. Ἀμέσως διέταξε νά τήν ἐνταφιάσουν ζωντανή, κάτι πού ὁδήγησε στήν αὐτοκτονία τοῦ γιοῦ του Αἴμονος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐρωτευμένος μαζί της. Σκοτώθηκε ἀπό τόν Θησέα, ὁ ὁποῖος ἐκστράτευσε ἐναντίον τῶν Θηβῶν γιά νά παραλάβει τά πτώματα τῶν Ἀργείων, τῶν ὁποίων ἡ ταφή εἶχε ἀπαγορευτεῖ ἀπό τόν Κρέοντα.

ANTIΓONH

(ἐκ τοῦ ἀντί + γόνος)

Ἡ περίφημη κόρη τοῦ Οἰδίποδος, πού γεννήθηκε ὄχι ἀπό τήν Ἰοκάστη τήν μητέρα του, ἀλλά ἀπό τήν σύζυγό του Εὐρυγάνεια. Ἡ Ἀντιγόνη εἶχε ἀδέλφια τήν Ἰσμήνη, τόν Ἐτεοκλῆ καί τόν Πολυνείκη. Μετά τῶν πόλεμο τῶν ἑπτά ἐπί Θήβας, ἡ Ἀντιγόνη τήρησε τήν ὑποχρέωσι πού εἶχε, νά ἐνταφιάσει τόν ἀδελφό της, κάτι πού ἀπαγορευόταν ἀφοῦ ὁ Πολυνείκης εἶχε στραφεῖ ἐναντίον τῆς πατρίδος του. Ἔτσι καταδικάστηκε σέ θάνατο ἀπό τόν Κρέοντα, ὁ ὁποῖος ἀνέθεσε στόν γιό του, Αἵμονα νά ἐκτελέσει τήν ποινή. Ἐκεῖνος ὅμως νυμφεύθηκε κρυφά τήν Ἀντιγόνη, τήν ὁποία πάντα ἀγαποῦσε, καί τήν ἔστειλε νά ζήσει ἀνάμεσα στούς βοσκούς του. Οἱ τραγικοί ποιητές υἱοθέτησαν μιά πιό δραματική ἐκδοχή αὐτῆς τῆς ἱστορίας.


153

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

AΛKMAIΩN

(ἐκ τοῦ ἀλκή = δύναμη + μάω = μανθάνω)

Υἱός τοῦ Ἀμφιαράου καί τῆς Ἐριφύλης. Ἡ μητέρα του δωροδοκήθηκε ἀπό τόν Πολυνείκη, μέ τό περιδέραιο τῆς Ἁρμονίας, γιά νά πείσει τόν Ἀμφιάραο νά κατέλθει στόν πόλεμο τῶν ἑπτά ἐπί Θήβας, ὅπου καί σκοτώθηκε. Ὁ Ἀλκμαίων ἐκδικήθηκε τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, φονεύοντας τόν ἀρχηγό τῶν Θηβαίων, ἀλλά καί σκοτώνοντας τήν μητέρα του, κάτι πού ὁδήγησε τίς Ἐρινύες νά τόν τιμωρήσουν. Περιπλανώμενος ἀπό τόπο σέ τόπο ἔφθασε στήν Ἀρκαδία, ὅπου νυμφεύθηκε τήν κόρη τοῦ βασιλέως Φυγέως, Ἀρσινόη, χαρίζοντάς της τό καταραμένο περιδέραιο. Ἡ χώρα ἄρχιζε νά μαστίζεται ἀπό ξηρασία καί ὁ Ἀλκμαίων πού θεωρήθηκε ὑπαίτιος, κατέφυγε σέ κάποιο νησί στόν ποταμό Ἀχελῶο, διότι σύμφωνα μέ τόν χρησμό, δέν θά ἔβρισκε τήν Σσυχία του ἐάν δέν πήγαινε σέ μέρος πού δέν τό εἶχε δεῖ ποτέ ὁ Ἥλιος. Ἐκεῖ ὁ ποτάμιος θεός τόν ἐξάγνισε καί τοῦ ἔδωσε τήν κόρη του Καλιρρόη γιά σύζυγο. Ἀπό αὐτήν ἀπέκτησε τόν Ἀμφότερο καί τόν Ἀκαρνάνα. Τελικά φονεύθηκε ἀπό τούς ἀδελφούς της Ἀρσινόης γιά τήν ἀπιστία του καί γιά τά δεινά πού τούς ἔφερε, κάτι πού ὁδήγησε τούς γιούς του, μέ τήν σειρά τους, νά σκοτώσουν τόν Φυγέα καί νά ἀφιερώσουν τό περιδέραιο στούς Δελφούς, γιά νά σταματήσει ἡ κατάρα.

IOKAΣTH

(ἐκ τοῦ ἰός + κέκταμαι = λάμπω)

Ἦταν, κατά τήν μυθολογία, σύζυγος τοῦ Λάιου, βασιλέως τῶν Θηβῶν μέ τόν ὁποῖο γέννησε τόν Οἰδίποδα. Τοῦτον ἀργότερα ἡ Ἰοκάστη πῆρε ἀπό πλάνη ὡς σύζυγο, σέ ἀνταμοιβή του γιά τόν φόνο τῆς Σφίγγας καί ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά, τόν Ἐτεοκλῆ, τόν Πολυνείκη, τήν Ἀντιγόνη καί τήν Ἰσμήνη. Ἡ Ἰοκάστη ἀφοῦ ἀνακάλυψε


154

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τήν πλάνη της, τιμώρησε τόν ἑαυτόν της μέ ἀπαγχονισμό. Κατά μία ἄλλη ἐκδοχή, ἐπέζησε καί εἶδε τόν ἀδελφοκτόνο πόλεμο τῶν δυό υἱῶν της καί τελικά σκοτώθηκε πέφτοντας πάνω στά πτώματά τους. Στόν Ὅμηρο ὡς καί στό παλαιό ἔπος Οἰδιπόδεια ὀνομάζεται Ἐπικάστη.

APIΣTAIOΣ (= ὁ ἄριστος)

Υἱός τοῦ Ἀπόλλωνος καί τῆς Κυρήνης, ὁ ὁποῖος ἀνατράφηκε ἀπό τόν Κένταυρο Χείρωνα καί διδάχθηκε ἀπό τίς Μοῦσσες τήν ἰατρική καί τήν μαντική. Ἦταν ξακουστός διότι δίδαξε στούς ἀνθρώπους τήν μελισσοκομία, τήν καλλιέργεια τῆς ἐλιᾶς καί τούς ἔμαθε νά πήζουν τό τυρί. Τόν τιμοῦσαν σέ πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδος μέ τό προσωνύμιο Ἀρισταῖος Ἀγρεύς, ἰδιαίτερα στήν Κυρηναϊκή (οἱ κάτοικοί της θεωροῦνται ἀπόγονοί του), τήν Σικελία καί τήν Σαρδηνία, τήν ὁποία ἀπάλλαξε ἀπό κάποια μεγάλα ὄρνεα. Νυμφεύθηκε τήν κόρη τοῦ Κάδμου Αὐτονόη μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε δυό παιδιά, τόν Ἀκταίωνα καί τήν Μακρίδα. Μυστήριο καλύπτει τό τέλος του, ἀφοῦ ὁ μῦθος διηγεῖται ὅτι ἐξαφανίστηκε ἐντελῶς ξαφνικά, χωρίς νά ἀφήσει κανένα ἴχνος.

TEIPEΣIAΣ

(ἐκ τοῦ τά τείρεα = ἄστρα)

Θηβαῖος μυθολογικός ἥρωας καί μάντις. Μιά μέρα, πάνω στό ὄρος Κυλλήνη εἶδε δυό φίδια ζευγαρωμένα. Ὁ Τειρεσίας τά χώρισε ἤ σκότωσε τό θηλυκό καί γιά τόν λόγο αὐτό τιμωρήθηκε νά ζήσει ὡς γυναῖκα ἀλλά μετά ἀπό ἑπτά χρόνια ἀπέκτησε καί πάλι τό ἀνδρικό φύλο, στό ἴδιο μέρος μέ τά δυό φίδια ζευγαρωμένα καί ζωντανά.


155

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἐπειδή εἶχε βιώσει καί τά δυό φύλα ὁ Τειρεσίας ρωτήθηκε ἀπό τόν Δία καί τήν Ἥρα γιά τό ποιός ἀπολαμβάνει τήν ἐρωτική ἐπαφή περισσότερο, ὁ ἄνδρας ἤ ἡ γυναῖκα. Ἡ ἀπάντησίς του ἦταν ὅτι ἀπέδιδε μεγαλύτερο ἐρωτισμό στήν γυναίκα, πρᾶγμα πού δυσαρέστησε τήν Ἥρα, ἡ ὁποία ὑποστήριζε ὅτι ὁ ἄνδρας ἀπολαμβάνει τήν ἐρωτική ἐπαφή περισσότερο, καί τόν τύφλωσε, ἀλλά ἱκανοποίησε τόν Δία, πού τοῦ χάρισε τό δῶρο τῆς προφητείας. Προφήτευσε τήν ἐξέλιξι τοῦ Ἡρακλέως ἐνῶ ἦταν αὐτός πού προειδοποίησε τόν Οἰδίποδα γιά τίς συμφορές πού θά τόν ἔβρισκαν, ἀλλά καί αὐτός πού προεῖπε τήν ἅλωσι τῆς πόλεως τῶν Θηβῶν. Εἶχε δυό κόρες, τήν Ἱστορίδα καί τήν Μαντώ, ἡ ὁποία κληρονόμησε τό χάρισμα τοῦ πατρός της.

MEΛEAΓPOΣ

(ἐκ τοῦ μέλει = φροντίζει + ἀγρός)

Υἱός τοῦ Οἰνέως, βασιλέως τῆς Καλυδῶνος καί τῆς Ἀλθαίας. Ἀναφέρεται ὡς σπουδαῖος κυνηγός, τόν ὁποῖο σκότωσε τόν φοβερό κάπρο, πού εἶχε στείλει ἡ Ἄρτεμις γιά νά τιμωρήσει τόν Οἰνέα, πού εἶχε παραλείψει νά θυσιάσει στήν θεά. Ὁ Μελέαγρος κάλεσε σέ βοήθεια γιά τό κυνήγι τοῦ κάπρου καί πολλούς ἄλλους καί οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς σκοτώθηκαν, μέχρι ὁ Μελέαγρος νά πλήξει μέ τά βέλη του τό ζῶο, μέ τήν βοήθεια τῆς Ἀταλάντης. Γι’ αὐτήν τήν βοήθεια ὁ Μελέαγρος τῆς προσέφερε τήν δορά τοῦ θηρίου, ἐνῶ ἐν τῷ μεταξύ τήν εἶχε ἐρωτευθεῖ. Οἱ ἀδελφοί τῆς μητέρας του τό θεώρησαν προσβολή τόν προκάλεσαν σέ μάχη ἀλλά ὁ Μελέαγρος, ὁ ὁποῖος ἦταν περίφημος ἀκοντιστής, τούς σκότωσε. Αὐτή ἦταν ἡ ἀρχή μιᾶς ἐποχῆς πολλῶν δεινῶν γιά τούς Αἰτωλεῖς. Ὁ Μελέαγρος πῆρε μέρος καί στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία, ὅπου ἀντιμετώπισε τόν Αἰήτη. Ἡ ζωή του ἦταν δεμένη μέ ἕνα κομμάτι ξύλο, τό ὁποῖο ἐάν καιγόταν, θά πέθαινε καί αὐτός. Τό ξύλο τό ἔριξε στήν φωτιά ἡ Ἀλθαία, γιά νά ἐκδικηθεῖ τόν θάνατο τῶν ἀδελφῶν της.


156

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ATAΛANTH

(ἐκ τοῦ ἀ ἐπιτ. + τάλαντον)

Μυθική Σρωίδα στήν Ἀρκαδία ἤ κατ’ ἄλλους στήν Βοιωτία, πού ἦταν κόρη τοῦ Ἰάσου καί τῆς Κλυμένης. Ἦταν φιλόθηρος, ὀρειβάτις καί τοξότις, ὡραία ὅπως ἡ Ἄρτεμις, τῆς ὁποίας ἦταν δεινή λάτρις, ἔμεινε ἀνύμφευτος, καθ’ ὅσον ἀπέφευγε τόν γάμο, ὡς παρθένος δέ διέμενε καί ἐθήρευε στά ἀρκαδικά ὄρη Μαίναλο, Λύκαιο καί Παρθένι. Μέ τό τόξο της φόνευσε τούς Κένταυρους Ροῖκο καί Ὑλαῖο, οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν νά τήν βιάσουν. Εἶχε σημαντική συμμετοχή στόν ἀγώνα κατά τοῦ Καλυδωνίου κάπρου, τόν ὁποῖο πρώτη ἔπληξε μέ τό τόξο της καί ἔλαβε ὡς γέρας (βραβεῖο) τό δέρμα αὐτοῦ ἀπό τόν Μελέαγρο, πού τήν ἀγάπησε σφόδρα. Ὑπῆρξε ἰσοδύναμος πρός τούς ἄνδρες στό κυνήγι καί στό τρέξιμο.

AKTAIΩN

(= ὁ τῶν ἀκτῶν)

Γιός τοῦ Ἀρισταίου καί τῆς Αὐτονόης, θυγατέρας τοῦ Κάδμου. Ἦταν ἀκούραστος κυνηγός ἀναθρεμμένος ἀπό τόν Κένταυρο Χείρωνα στό Πήλιο, ὅπως καί ὁ πατέρας του. Μιά μέρα ἀποκοιμήθηκε κάτω ἀπό μία κρήνη, καί μόλις ξύπνησε εἶδε ὅτι ἐκεῖ ἡ θεά δAρτεμις λουζόταν γυμνή καί χωρίς νά τό ἐπιδιώξει τήν κοίταξε. Ἐκείνη τοῦ ράντισε τό πρόσωπο μέ νερό καί ἀμέσως ἄρχισε νά μεταμορφώνεται σέ ἐλάφι. Κατόπιν ἡ θεά προξένησε λύσσα στά σκυλιά του, τά ὁποία δέν τόν γνώρισαν καί τόν κατασπάραξαν. Ἔπειτα ὅμως συνῆλθαν καί ἔψαχναν νά βροῦν τόν κύριό τους καί θρηνοῦσαν, μέχρι πού ὁ Χείρων τούς ἔδειξε μία εἰκόνα του. Ὁ μῦθος συμβολίζει τό πῶς κατασπαράζεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τά πάθη του.


157

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

AΔPAΣTOΣ

(ἐκ τοῦ ἀ + δράω -ῶ)

Βασιλιάς τοῦ Ἄργους, γιός τοῦ Ταλαοῦ καί τῆς Λυσιμάχης, ἀδελφός του Ἀριστομάχου καί τῆς Ἐριφύλης. Ὅταν ἕνας συγγενής του, ὁ Ἀμφιάραος, σκότωσε τόν πατέρα του, ἐκεῖνος γιά νά γλιτώσει κατέφυγε στόν παππού του Πόλυβο καί ἔγινε βασιλιάς τῆς Σικυῶνος. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀμφιάραος νυμφεύθηκε τήν ἀδελφή του, συμφιλιώθηκαν καί ἐπέστρεψε στό Ἄργος. Διοργάνωσε τήν ἐκστρατεία τῶν ἑπτά ἐπί Θήβας, γιά νά βοηθήσει τόν Πολυνείκη νά ἀποκατασταθεῖ στήν ἐξουσία τῶν Θηβῶν. Ἡττήθηκαν ὅμως ἀπό τόν στρατό τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Πολυνείκους Ἐτεοκλῆ. Ὁ Ἄδραστος ὅμως σώθηκε χάρι στό ταχύτατο ἄλογό του, τόν Ἀρείονα.

AΓHNΩP

(ἐκ τοῦ ἄγαν + ἀνήρ)

Υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Λιβύης καί πατέρας τοῦ Κάδμου, τοῦ Φοίνικος, τοῦ Θάσου, τοῦ Φινέως, τοῦ Κίλικος καί τῆς Εὐρώπης. Ὅταν ὁ Ζεύς μέ τήν μορφή τοῦ ταύρου ἅρπαξε τήν Εὐρώπη, ὁ Ἀγήνωρ ἔστειλε πρός ἀναζήτησί της τά παιδιά του μέ τήν ἐντολή νά μήν ἐπιστρέψουν πίσω χωρίς τήν ἀδελφή των. Οἱ ἔρευνες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες καί ἔτσι τά παιδιά του ἐγκαταστάθηκαν σέ διάφορες χῶρες. Ὁ Φοῖνιξ ἵδρυσε τήν Φοινίκη, ὁ Θάσος ἐγκαταστάθηκε στό νησί πού πῆρε τό ὄνομά του, ὁ Κίλιξ τήν Κιλικία καί ὁ Κάδμος ἵδρυσε τίς Θῆβες.


158

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

AMΦIΩN (ἀμφί + ἰῶν)

Υἱός τοῦ Διός καί τῆς Ἀντιόπης, ἡ ὁποία ἐπειδή σαγηνεύτηκε ἀπό τόν Δία καί ἔμεινε ἔγκυος, καταδιώχθηκε ἀπό τόν πατέρα της Ἀσωπό. Ἔτσι ἀναγκάστηκε νά τόν γεννήσει, μαζί μέ τόν δίδυμο ἀδελφό του Ζῆθο, καί νά τούς ἀφήσει στόν Κιθαιρώνα, ὅπου κάποιοι ποιμένες τούς ἔσωσαν τήν ζωή. Κατόπιν αἰτήσεως τοῦ Διός, οἱ Μοῦσες ἀνέλαβαν τήν ἐκπαίδευσί τους, ἐνῶ ὁ Ἀμφίων διδάχθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόλλωνα τήν λύρα. Ἔπαιζε δέ τόσο ὄμορφα, πού τιθάσευε τά ἄγρια θηρία καί κινοῦσε τίς πέτρες. Θεωρεῖται ὁ ἐφευρέτης τῆς μουσικῆς καί αὐτός πού ἔμαθε στούς ἀνθρώπους νά παίζουν λύρα καί κιθάρα. Ἀργότερα, μαζί μέ τόν ἀδελφό του, ἐκδικήθηκε τόν θάνατο τῆς μητέρας του, πῆρε τήν ἐξουσία τῶν Θηβῶν (πολλά χρόνια πρίν τόν Κάδμο) καί τήν ὀχύρωσε μέ τόν ἑξῆς τρόπο: ἄρχισε νά τραγουδᾶ καί νά παίζει τήν λύρα του καί οἱ πέτρες ἄρχισαν νά ἀποσπῶνται ἀπό τά βράχια καί νά τοποθετοῦνται οἱ ἴδιες ἀπό μόνες τους. Νυμφεύθηκε τήν Νιόβη, καί πέθανε ἀπό παραφροσύνη ἐπειδή καυχήθηκε ὅτι ἡ γυναίκα του ἦταν ἴση μέ τήν Λητώ.

AΛΦEIOΣ

(ἐκ τοῦ ἀλφῆ = τιμή)

Υἱός τοῦ Ὠκεανοῦ καί τῆς Τηθύος. Ξακουστός κυνηγός, ὁ ὁποῖος ἐρωτεύθηκε τήν Ἀρεθοῦσα, Νύμφη-ἀκόλουθο τῆς Ἀρτέμιδος, ἡ ὁποία ὅπως συνηθιζόταν γιά τίς συντρόφους τῆς θεᾶς ἤθελε κι αὐτή νά διατηρήσει τήν παρθενία της. Ἡ Ἄρτεμις τήν ἔκρυψε σέ ἕνα πυκνό σύννεφο, γιά νά ξεφύγει ἀπό τόν ἔρωτά του, ἀλλά ὁ Ἀλφειός τήν κυνηγοῦσε παντοῦ. Ἔτσι τήν μεταμόρφωσε σέ πηγή καί τότε ὁ Ἀλφειός, πού ἦταν θεός ἐγκατέλειψε τήν ἀνθρώπινη μορφή του καί ἔγινε ποταμός γιά νά σμίξει τά νερά του μέ αὐτά


159

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τῆς Ἀρεθούσας. Κατόπιν ἡ Ἄρτεμις ἄνοιξε τήν Γῆ καί δημιούργησε πέρασμα γιά τήν Νύμφη, ἀλλά ὁ Ἀλφειός τήν ἀκολούθησε μέχρι τήν νῆσο Ὀρτυγία, ἀπέναντι ἀπό τίς Συρακοῦσες, ὅπου ἑνώθηκαν τά νερά τους.

ΛYKAΩN

(ἐκ τοῦ λύκη = φῶς)

Υἱός τοῦ Πελασγοῦ καί τῆς Μελιβοίας, κόρης τοῦ Ὠκεανοῦ. Ὁ Λυκάων ὑπῆρξε βασιλιάς καί σπουδαῖος παράγοντας ἐκπολιτισμοῦ στήν Ἀρκαδία, ἵδρυσε στό ὄρος Λύκαιο τήν Λυκόσουρα, πού ἐθεωρεῖτο ἡ πιό παλιά πόλις πού εἶδε ποτέ ὁ ἥλιος. Ἐπίσης θεωρήθηκε ὅτι ἵδρυσε τόν ναό τοῦ Ἑρμοῦ στήν Κυλλήνη. Ὁ Λυκάων εἶχε πενήντα γιούς. Μιά μέρα τόν ἐπισκέφθηκε ὁ Δίας μέ μορφή ζητιάνου γιά νά τόν δοκιμάσει. Τότε ὁ μεγάλος του γιός τοῦ ἔδωσε νά φάει ἀνθρώπινο κρέας, κάτι πού ἐξόργισε τόν Δία, ὁ ὁποῖος τούς κεραυνοβόλησε ὅλους, ἐκτός ἀπό τόν μικρότερο υἱό του, τόν Νύκτιμο, πού τόν ἔσωσε τήν τελευταία στιγμή ἡ Γαῖα, συγκρατώντας τό δεξί χέρι τοῦ Διός. Τόν δέ Λυκάωνα τόν μεταμόρφωσε σέ λύκο. Ὁ Νύκτιμος ἔγινε βασιλιάς καί στήν διάρκεια τῆς βασιλείας του ἔγινε ὁ κατακλυσμός τοῦ Δευκαλίωνος.

NAPKIΣΣOΣ (ἐκ τοῦ νάρκη)

Ὡραιότατος νεανίας, υἱός τοῦ ποταμοῦ Κηφισοῦ καί τῆς νύμφης Λειριώπης. Τόν Νάρκισσο ἀγάπησε μέ πάθος ἡ Ἠχώ, ἀλλά ὁ ἔρωτάς της καταφρονήθηκε καί τόσο πολύ κατάπεσε, πού ἔμεινε μόνον ἡ φωνή της. Ἡ Νέμεσις γιά νά τιμωρήσει τόν Νάρκισσο ἐπέβαλε σ’ αὐτόν νά ἐρωτευθεῖ τήν ἴδια τήν εἰκόνα του, τήν ὁποία εἶδε


160

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σέ κάποια πηγή πλησίον τῶν Θεσπιῶν καί ἀπό τόν ἀνικανοποίητο ἔρωτα πρός τόν ἑαυτό του ἤ ἐξαντλήθηκε ἤ αὐτοκτόνησε, ἐνῶ λέγεται ὅτι στό σημεῖο ὅπου χύθηκε τό αἷμα του φύτρωσε τό ὁμώνυμο λουλούδι. Ὁ μῦθος συνδέεται μέ τήν δεισιδαιμονία πού ὑπῆρχε στήν Ἑλλάδα, ὅτι ἦταν γρουσουζιά νά βλέπει κανείς γιά πολλή ὥρα τήν εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του.

ΝIOBH

(πιθανόν ἐκ τοῦ νιόπη, γραφή σέ ἀρχ. Ἀγγεῖο)

Ἦταν κόρη τοῦ Ταντάλου καί σύζυγος τοῦ Θηβαίου βασιλιᾶ Ἀμφίονος. Ἀπό τόν γάμο αὐτό ἀπέκτησε ἑπτά γιούς καί ἑπτά κόρες. Γεμάτη μητρική ὑπερηφάνια γιά τήν εὐγονία της καί τήν ὀμορφιά τῶν παιδιῶν της καυχήθηκε ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν Λητώ, ἡ ὁποία εἶχε μόνον δυό παιδιά, τόν Ἀπόλλωνα καί τήν Ἀρτέμιδα. Γιά αὐτήν τήν ὕβρι τιμωρήθηκε νά βιώσει τόν θάνατο ὅλων τῶν παιδιῶν της. Ὁ Δίας τήν λυπήθηκε γιά τήν ὀδύνη της καί τήν μεταμόρφωσε σέ βράχο πού εἶχε τήν μορφή της καί ἀπό τόν ὁποῖο ἐξακολουθοῦσαν νά ἀναβλύζουν δάκρυα. Νιόβη λεγόταν καί ἡ θυγατέρα τοῦ Φορωνέως, βασιλέως τοῦ Ἄργους καί τῆς νύμφης Λαοδίκης, ἡ ὁποία ἦταν θυγατέρα τοῦ ὑούθου. Ὑπῆρξε ἡ πρώτη θνητή, τήν ὁποία ἦλθε σέ σχέσι ἐρωτική ὁ Ζεύς καί γέννησε τόν Ἄργο καί τόν Πελασγό.

INΩ

(ἐκ τοῦ ἴνις = υἱός)

Ἦταν θυγατέρα τοῦ Κάδμου καί τῆς Ἁρμονίας. Παντρεύτηκε τόν Ἀθάμαντα, βασιλιά τῶν Μινυῶν στήν Βοιωτία καί ἀπέκτησε δυό παιδιά, τόν Λέαρχο καί τό Μελικέρτη. Ἡ Ἰνώ ἔτρεφε μεγάλο μίσος γιά


161

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τά παιδιά τῆς Νεφέλης, (τό Φρίξο καί τήν Ἕλλη), πού ἦταν ἡ πρώτη γυναίκα τοῦ Ἀθάμαντος καί ἔπεισε μέ ψευδοχρησμό, τόν ὁποῖο αὐτή προκάλεσε, τόν βασιλιά νά προσφέρει τόν Φρίξο θυσία στόν Δία, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ὁ τόπος ἀπό τήν μάστιγα τοῦ λιμοῦ. Κατά τήν στιγμή τῆς θυσίας ἡ μητέρα του ἅρπαξε τόν Φρίξο καί ἔτσι σώθηκε.

ΑPIΩN

(ἐκ τοῦ ἄρειος = πολεμικός)

Ξακουστός μουσικός ἀπό τήν Μήθυμνα τῆς Λέσβου, ὁ πρῶτος πού συνέθεσε διθύραμβο. Ἔκανε μεγάλη περιουσία στόν Τάραντα καί ἀποφάσισε νά γυρίσει στήν πατρίδα του, ἀλλά λίγο πρίν φθάσει στήν Κόρινθο, οἱ ναῦτες πῆραν τήν ἀπόφαση νά τόν σκοτώσουν καί νά τοῦ κλέψουν τά χρήματα. Ἐκεῖνος ζήτησε νά ψάλει ἕνα τελευταῖο τραγούδι, στάθηκε στήν πλώρη τοῦ πλοίου μέ τά καλύτερα ροῦχα του καί τραγούδησε τόσο ὡραῖα ὅπου μαζεύτηκαν ὅλα τά δελφίνια τοῦ πελάγους. Ἀμέσως πήδησε στήν ράχη ἑνός ἀπό αὐτά, καί κατευθύνθηκε πρός τήν Κόρινθο ὅπου ζήτησε ἄσυλο ἀπό τόν Περίανδρο. Ὅταν τό πλοῖο ἔφθασε στό λιμάνι, παρουσιάστηκε μπροστά τους μέ τά ἴδια ροῦχα πού εἶχε ὅταν ἔπεσε στήν θάλασσα καί ἐκεῖνοι ἀναγκάστηκαν νά ὁμολογήσουν. Ἀρ[ε]ίων λεγόταν καί τό γαλάζιο ἄλογο πού ἦταν πιό γρήγορο κι ἀπό τόν ἄνεμο. Γεννήθηκε τήν ὥρα πού ὁ Ποσειδῶν χτυποῦσε τήν γῆ μέ τήν τρίαινά του καί ἦταν αὐτό πού ἔσωσε, χάρι στήν ταχύτητά του, τόν Ἄδραστο στόν πόλεμο τῶν ἑπτά ἐπί Θήβας.

MIΔAΣ Μακεδόνας βασιλιάς τῆς Φρυγίας, ἀπό τό βασιλικό γένος τῶν Βριγῶν πού εἶχε μεταναστεύσει στήν Μικρά Ἀσία. Προσέφερε με-


162

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

γάλες ὑπηρεσίες στόν Διόνυσο καί ὁ θεός προσφέρθηκε μέ τήν σειρά του, νά πραγματοποιήσει μία ὁποιαδήποτε ἐπιθυμία του. Ἔτσι τοῦ ζήτησε νά γίνεται χρυσάφι ὅ,τι ἀγγίζει. Πράγματι ὁ Διόνυσος ἱκανοποίησε τήν ἐπιθυμία του καί ὁ Μίδας ἔγινε πάμπλουτος, ἀλλά κόντεψε νά πεθάνει ἀπό τήν πείνα, ἀφοῦ καί ἡ τροφή του ἀκόμα γινόταν χρυσάφι. Τότε ὁ Διόνυσος τοῦ συνέστησε νά πάει πλυθεῖ στά νερά τοῦ Πακτωλοῦ ποταμοῦ. Ἔπειτα ἀπό τό λουτρό αὐτό, ὁ Μίδας ἐπανῆλθε στήν ἀρχική του κατάστασι καί ὁ Πακτωλός ἄρχισε νά ρέει χρυσό. Λεγόταν ὅτι ὁ Μίδας εἶχε αὐτιά γαϊδάρου ἀπό μία τιμωρία τοῦ Ἀπόλλωνος, διότι σέ ἕναν διαγωνισμό μουσικῆς, ὁ Μίδας δέν ὑποστήριξε τόν θεό ἀλλά τόν Πάνα. Τό μυστικό του τό ἔκρυβε ἐπιμελῶς φορώντας πάντα ἕνα μεγάλο σκοῦφο, ἀλλά ἐπειδή δέν μποροῦσε νά τό κρύψει καί ἀπό τόν κουρέα του, τοῦ ἔδωσε πολλά λεφτά καί τόν ὅρκισε νά μήν τό ἀποκαλύψει. Ὁ κουρέας κράτησε τόν λόγο του, ἀλλά ἐπειδή ἡ σιωπή αὐτή τόν βάραινε πολύ, ἄνοιξε ἕναν λάκο στήν γῆ ἔβαλε τό κεφάλι του μέσα καί φώναξε μέ ὅλη του τήν δύναμι « ὁ βασιλιάς Μίδας ἔχει αὐτιά γαϊδάρου». Κατόπιν σκέπασε μέ χῶμα τήν τρύπα, ἀλλά πάνω της φύτρωσαν καλαμιές, πού μέ τό πρῶτο φύσημα τοῦ ἀνέμου ἐπαναλάμβαναν τίς λέξεις πού εἶχαν ἀκούσει οἱ ρίζες τους, καί ἔτσι τό μυστικό μαθεύτηκε. Ὁ Μίδας ἵδρυσε τήν πόλι τοῦ Γορδίου, ἐκεῖ ὅπου πολλά χρόνια ἀργότερα, ἕνας συμπατριώτης του, ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, ἔκοψε μέ τό ξίφος του τόν Γόρδιο δεσμό, τό σύμβολο τῆς Σγεμονίας στήν Μικρά Ἀσία.

ΑΔMHTOΣ (ὁ ἀδάμαστος)

Υἱός τοῦ Φέρητος, βασιλέως τῶν Φερῶν τῆς Θεσσαλίας καί τῆς θυγατέρας τοῦ Μινύου Κλυμένης ἤ Περικλυμένης, ἀδελφός τοῦ Λυκούργου καί πατέρας τοῦ Εὐμήλου, πού ἦταν ἀρχηγός τῶν Φερέων


163

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τῶν μετά τοῦ Ἀγαμέμνονος στρατευσάντων στήν Τροία. Ὡς βασιλιάς τῶν Φερῶν εἶχε τό ἀνάκτορό του ἐπί τοῦ Χαλκωδονίου ὄρους. Οἱ σπουδαιότεροι τῶν μύθων ἀναφέρονται στόν γάμο του μέ τήν Ἄλκηστι. Τήν εὐγνωμοσύνη του πρός τόν Ἄδμητο ἀπέδειξε προσέτι ὁ Ἀπόλλων, ἀφοῦ βοήθησε αὐτόν νά λάβει ὡς γυναίκα του τήν Ἄλκηστι, γιατί ὁ πατέρας αὐτῆς Πελίας ἤθελε νά τήν δώσει μόνο σέ ἐκεῖνον πού θά μποροῦσε νά συζεύξει μαζί λέοντα καί κάπρο στό ἅρμα του, τό ὁποῖο κατόρθωσε ὁ Ἄδμητος μέ τήν ὑπόδειξι τοῦ Ἀπόλλωνος καί τήν βοήθεια τοῦ Ἡρακλέους.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ´

Mῦθοι τῆς Kρήτης – Ἀσκληπιός Oἱ ἀρχαιολογικές ἔρευνες ἔχουν ἀποδείξει ὅτι ἡ Κρήτη ὑπῆρξε

τό κέντρο ἑνός λαμπροῦ πολιτισμοῦ πού ἐπεκτεινόταν σέ διάφορα μέρη τοῦ Αἰγαίου. Οἱ πρῶτοι κάτοικοι εἶναι φανερό ὅτι δέν ἦταν οὔτε Ἰνδοευρωπαῖοι οὔτε Σημίτες. Ἡ γλῶσσα τους, ἡ γραφή τους, οἱ συνήθειές τους, ἡ θρησκεία τους φανερώνουν ὅτι ἦταν ἕνα πρωτοελληνικό φύλο, πού γνώρισε ὑπέρμετρη εὐημερία, μέ πρώτη πόλι τήν Κνωσό, ὅπου ὁ βασιλιάς της ὁ Μίνως ἦταν ὁ κυβερνήτης ὅλου τοῦ νησιοῦ. Ἡ δύναμίς της ὀφειλόταν κατά ἕνα μέρος στήν γεωγραφική της θέσι, πού ἦταν πολύ εὐνοϊκή γιά τό ἐμπόριο, καθιστώντας γρήγορα τήν Κρήτη θαλασσοκράτειρα. Ἡ ἐντυπωσιακή κοινωνική ὀργάνωσις καί ἡ δίκαιη ἀλλά αὐστηρή νομοθεσία πού ἔθεσε ὁ Μίνως, συνομιλώντας ἀπ’ εὐθείας μέ τόν Δία, δημιούργησαν τήν πρώτη μεγάλη ὑπερδύναμι τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ τεχνολογική ἐξέλιξις ἦταν ἁλματώδης, καί ἀκόμη καί σήμερα προκαλοῦν θαυμασμό στούς ἀρχαιολόγους καί στούς μηχανικούς τά ἀνάκτορα τῆς Κνωσοῦ καί τῆς Φαιστοῦ, τά ὁποῖα διέθεταν ἐντυπωσιακές ὑποδομές, λουτῆρες μέ ζεστό καί κρύο νερό, ὑπόγειες κρύπτες, εὐκολίες πού ὁ δυτικός πολιτισμός εἶχε στήν διάθεσί του μετά τό 1700 μ.Χ. Ὅλα αὐτά εἶχαν τό ἀποτέλεσμα νά διαδοθεῖ παντοῦ ὁ μῦθος τοῦ Δαιδάλου, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ κατασκευαστής τῶν περισσοτέρων ἐφευρέσεων. Ἡ μεγάλη διαφορά ὅμως, τοῦ Κρητικοῦ πολιτισμοῦ ἀπό τούς ἄλλους τῆς ἴδιας περιόδου (Σουμερίων, Μεσσοποταμίων κλπ.) ἦταν ὅτι εἶχε ὡς κέντρο τόν ἄνθρωπο. Οἱ πολῖτες εἶχαν δικαιώματα (εἶναι ἕνα σημεῖο στό ὁποῖο


165

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

κατά τόν Ἀριστοτέλη τό πολίτευμα τῶν Κρητῶν ὑπερέχει τῶν ἄλλων – βλέπε Ἀνδρέα Παναγόπουλου Ἀριστοτέλης καί Κρήτη, σ. 21), ἐνῶ ὑπῆρχε ἴση συμμετοχή ἀνδρῶν καί γυναικῶν στήν θρησκευτική καί κοινωνική ζωή, πρᾶγμα ἀδιανόητο γιά τούς ἄλλους πολιτισμούς. Τά ἐξαιρετικῆς ποιότητος οἰκήματα, τό πρωτόγνωρο δίκτυο ἀρδεύσεως καί ἀποχετεύσεως, τά ἔργα ὑψηλῆς αἰσθητικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἀξίας, οἱ προχωρημένες καλλιέργειες, ἡ ἀνθηρή βιοτεχνία, ἡ χρήση γραφῆς, τό ὀργανωμένο ἱερατεῖο καί ἡ ταξική κοινωνία ἀποδεικνύουν ὅτι στήν Κρήτη δημιουργήθηκε ὁ πρῶτος εὐρωπαϊκός πολιτισμός τῆς ἀνθρωπότητος. Τό μεγάλο σύμβολο αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ ἦταν ὁ λάβρυς, πού κατά τόν Νικόλαο Α. Μαργιωρῆ ἀπεικόνιζε τά δυό ἡμισφαίρια τῆς Γῆς, ἦταν τό σύμβολο τῆς μητριαρχίας πού κυριαρχοῦσε στό νησί καί ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἱερός σταυρός τῆς ἀνθρωπότητος.


166

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

AΣKΛHΠIOΣ

(= αὐτός πού τά ἀσκελή ποιεῖ ἤπια, δηλαδή πού εὐφραίνει τούς καταβεβλημένους)

Ὁ θεός τῆς ἰατρικῆς καί τῆς ὑγιείας κατά τούς Ἕλληνες, υἱός τοῦ Ἀπόλλωνος καί τῆς νύμφης Κορωνίδος. Ἀνατράφηκε ἀπό τόν Κένταυρο Χείρωνα, ὁ ὁποῖος τόν μύησε στήν τέχνη τῆς ἰατρικῆς. Ἔφθασε μάλιστα σέ σημεῖο νά ξαναδίνει τήν ζωή σέ νεκρούς, ὅπως ὁ Ἱππόλυτος (κατά παράκλησι τῆς Ἀρτέμιδος). Θεράπευε δέ, τούς ἀρρώστους μέ τό αἷμα τῆς δεξιᾶς ἀρτηρίας τῆς Ἀθηνᾶς (ἡ ἀριστερή ἦταν θανατηφόρος). Κρατάει πάντα ἕνα ραβδί μέ ἕνα φίδι, σύμβολο τῆς ἀνανεώσεως, ἕνα κύπελο μέ τά ρευστά τῆς θεραπείας, καί ἔχει πάντα δίπλα του τόν πιστό του σκύλο. Ὁ Ἀσκληπιός εἶχε σύζυγο τήν Ἠπιόνη καί ἀπέκτησαν, ἐκτός ἀπό τόν Μαχάονα καί τόν Ποδαλείριο, καί τά ἑξῆς τέκνα: τίς Ἰασώ, Ἀκεσώ, Αἴγλη, Πανάκεια, Ὑγίεια, καί τούς Τελεσφόρο, Ἄκεσι, Ἰανίσκο καί Ἀλεξήνωρα. Τόν κεραυνοβόλησε ὁ Ζεύς κατ’ ἀπαίτησι τοῦ Πλούτωνος, ὁ ὁποῖος φοβήθηκε μήπως κάνει ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀθάνατους. Τότε ὁ Ἀπόλλων, ἀπό τόν θυμό του, σκότωσε μέ τό τόξο του, τούς Κύκλωπες ἐπειδή κατασκεύασαν τόν κεραυνό.

ΑΣKΛHΠIEION Ἔτσι ὀνομάζετο κατά τήν παλαιά ἐποχή τό ἱερό τοῦ θεοῦ τῆς ἰατρικῆς Ἀσκληπιοῦ, στό ὁποῖο ἐλατρεύετο καί ἐντός αὐτοῦ ἐξασκοῦσε τήν ἀπό τόν πατέρα του Ἀπόλλωνα κληρονομηθεῖσα τέχνη. Σύμφωνα μέ τό διπλό αὐτό προορισμό τά ἱερά αὐτά εἶχαν διάφορα διαμερίσματα, τά ὁποῖα μποροῦσαν νά διαφέρουν κατά διάταξι καί μέγεθος. Τά πιό μεγάλα Ἀσκληπιεῖα εἶχαν καί μέρος ὅπου ἔτρωγαν οἱ ἀσθενεῖς κατά τήν διάρκεια τῆς θεραπείας των. Βραδύτερα ἡ λατρεία τοῦ θεοῦ ἐπεκτάθηκε σέ ὅλο τόν κόσμο, ἐπειδή θεράπευε πολ-


167

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

λά νοσήματα, ψυχικά καί σωματικά. Γιά τήν θεραπεία χρησιμοποιοῦσαν τήν μάλλαξι, τό θέατρο, ἀκόμα καί τήν ὕπνωσι. Ἀπό τούς συγγραφεῖς καί τίς ἐπιγραφές γνωρίζομε πάνω ἀπό 300 Ἀσκληπιεῖα. Τό σημαντικότερο ἀπό αὐτά εἶναι τῆς Ἐπιδαύρου καί τό πιό περίφημο ὅλων εἶναι τῆς Κῶ, ἔνθα εἶχε μεγάλη ἀκμή ἡ ἰατρική σχολή.

MAXAΩN

(παρά τῷ μάχω, ἄχος - ἄχη - μάχη)

Υἱός τοῦ Ἀσκληπιοῦ καί τῆς Ἠπιόνης, προστάτης τῆς χειρουργικῆς, ἀδελφός τοῦ Ποδαλείριου προστάτη τῆς ἰατρικῆς. Νυμφεύθηκε τήν Ἀντίκλεια, ἀπό τήν ὁποία ἀπέκτησε τρεῖς γιούς, τόν Πυργασό, τόν Νικόμαχο καί τόν Σφῦρο. Τά δυό ἀδέλφια, σύμφωνα μέ τόν Ὅμηρο, ὁδήγησαν τριάντα πλοῖα στήν Τροία, ὅπου βοήθησαν τούς Ἀχαιούς, φροντίζοντας τούς τραυματίες καί γιατρεύοντας τούς ἀρρώστους μέ φάρμακα φτιαγμένα ἀπό διάφορα βότανα, ἀλλά καί μέ ἐξειδικευμένες χειρουργικές ἐπεμβάσεις. Ὁ Μαχάων φρόντισε μεταξύ ἄλλων καί τήν πληγή τοῦ Μενελάου, ἐνῶ γιάτρεψε τόν Φιλοκτήτη γιά νά μπορέσει νά ἐπαληθευθεῖ ὁ χρησμός τῆς νίκης.

YΓIEIA

(= ἐν ὑγρῷ ὤν καί ζῶν)

Κατά τήν ἑλληνική μυθολογία, θεά αὐτοτελής, πού προσωποποιοῦσε τήν εὐεξία τοῦ σώματος, τοῦ πνεύματος καί τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων, τό «ὑγιαίνειν». Τό ἀρχαιότατο κέντρο λατρείας αὐτῆς ἀναφέρεται στήν Τιτάνη, πλησίον τῆς Σικυῶνος, μαζί μέ τοῦ Ἀσκληπειοῦ. Γιά τήν Ὑγίεια ἔγινε ὁ ἀρχαιότερος ὕμνος ἀπό τόν Ἀρίφρονα τόν Σικυώνιο. Στήν Ἀθήνα ἐτιμᾶτο χωριστά, καί ἀργότερα συνδέθηκε ἡ λατρεία της μέ αὐτή τοῦ Ἀσκληπειοῦ. Κατ’ ἄλλη


168

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἐκδοχή εἶναι καί ἐπίθετο τῆς Ἀθηνᾶς, τῆς ὁποίας τό ἄγαλμα ἀπό χαλκό τό ἔκαμνε ὁ Πύρρος, πρό τοῦ 432 π.Χ.

AMΦIAPAOΣ

(ἐκ τοῦ ἀμφί + ἐρέττω = κωπηλατῶ)

Ἥρωας καί μάντις, πού θεοποιήθηκε. Ἦταν υἱός τοῦ Μελάμποδος ἤ τοῦ Οἰκλέως καί τῆς Ὑπερμήστρας, γυναῖκα δέ εἶχε τήν Ἐριφύλη. Ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς Ἀργοναῦτες καί ἕνας ἀπό τούς νικητές κατά τούς ἀγῶνες στήν ταφή τοῦ Πελία στήν Ἰωλκό. Ἀκόμη ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς θηρευτές τοῦ Καλυδωνίου κάπρου. Συμβασιλέας στό Ἄργος μέ τόν Ἄδραστο. Πῆρε μέρος στόν πόλεμο τῶν ἑπτά ἐπί Θήβας παρ’ ὅλο πού εἶχε προβλέψει τήν κατάληξί της, ὅπου ἀπέθανε καί κατέβηκε στόν Ἅδη μετά τοῦ ἅρματός του. Τιμήθηκε ὡς θεός-ἰατρός καί ἱερά του ὑπῆρχαν σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, κυριώτερο ἦταν στόν Ὠρωπό, στό σημεῖο ὅπου ἀνοίχτηκε τό χάσμα πού τόν κατάπιε. Ἦταν ξακουστός στήν ἀρχαιότητα καί φιλοξένησε μεγάλες προσωπικότητες. Οἱ συμβουλές τῆς ἴασης λεγόταν ὅτι δίνονταν ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀμφιάραο σέ ὄνειρο.

ΠEΛAΣΓOΣ

(ὁ πρός τούς πέλας ἄγων )

Ὁ γενάρχης τῶν Πελασγῶν, γιά τόν ὁποῖον οἱ Ἀρκάδες πίστευαν ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πού βγῆκε μέσα ἀπό τήν Γῆ καί ἔγινε γενάρχης τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό καί τό ἀρχικό ὄνομα τῆς Ἀρκαδίας ἦταν Πελασγία. Ὁ Πελασγός ἔζησε πρίν ἀκόμη ἐμφανιστεῖ ἡ Σελήνη, γι’ αὐτό καί οἱ Ἀρκάδες ὀνομάστηκαν Προσέληνοι ἤ Προσεληναῖοι. (Ἀποτελεῖ μυστήριο γιά τήν σύγχρονη ἐπιστήμη τό πῶς εἶναι δυνατόν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες νά γνώριζαν ὅτι ὑπῆρχε


169

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἐποχή πρίν τήν Σελήνη, καθώς αὐτή χρονολογεῖται 4 δισεκατομμύρια χρόνια πρίν ἀπό σήμερα ). Ὁ Πελασγός νυμφεύθηκε τήν νύμφη Κυλλήνη καί μαζί ἀπέκτησαν τόν Λυκάονα, τόν μυθικό βασιλιά τῶν Ἀρκάδων. Πελασγός ὀνομαζόταν καί ὁ ἱδρυτής τοῦ Ἄργους, γιός τοῦ Ἀγήνορος καί τῆς Λαρίσσης, στόν ὁποῖο ἔκανε τήν τιμή ἡ θεά Δήμητρα νά τήν ὑποδεχθεῖ στό σπίτι του. Πρός τιμήν της ὁ Πελασγός ἵδρυσε τό ἱερό τῆς Πελασγίδος Δήμητρος, κοντά στό ὁποῖο ἐτάφη καί ὁ ἴδιος. Ἡ λέξη Πελασγοί χρησιμοποιεῖται συχνά ἀντί τοῦ Ἕλληνες καί δηλώνει τήν αὐτοχθονία τοῦ λαοῦ μας.

IAΣIΩN

(ἐκ τοῦ ἰῶμαι, ἴασις)

Κατά τήν μυθική παράδοσι ἦταν υἱός τοῦ Διός καί τῆς Ἀτλαντίδος Ἠλέκτρας, θνητός, γεωργός, πού τόσο πολύ φρόντιζε τή γῆ, ὥστε ἀπό τή γεωργία ἔγινε πολύ πλούσιος. Γιά τόν λόγο αὐτόν τόν ἀγάπησε ἡ Δήμητρα καί ἀπό τό γάμο αὐτό γεννήθηκε ὁ Πλοῦτος. Ὁ Δίας ὅμως ὀργίστηκε πολύ, γιατί θνητός τόλμησε νά δεχθεῖ ὡς σύζυγο μία ἐκ τῶν σημαντικοτάτων θεοτήτων καί τόν φόνευσε μέ κεραυνό. Γενικά ἡ ἕνωσις μεγάλης θεᾶς μέ δευτερεύοντα θεό ἤ θνητό ὀνομαζόταν Ἱερός Γάμος καί κατέληγε συνήθως στόν βίαιο θάνατο τοῦ θνητοῦ συζύγου. Συμβόλιζε τόν χειμώνα καί τήν παρακμή πού ἀκολουθεῖται ἀπό τήν ἀνοιξιάτικη ἀναγέννησι τῆς φύσεως. Ἐκτός ἀπό τήν Δήμητρα καί τόν Ἰασίονα, Ἱερός Γάμος συνετελέσθη μεταξύ τῆς Ἀφροδίτης καί τοῦ Ἀδώνιδος, καί τῆς Γαίας μέ τόν Ἄττιν.


170

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

IAΣΩ

(ἐκ τοῦ ἴασις = θεραπεία)

Ἦταν ἡ θεά τῆς θεραπείας κατά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες καί ἀνῆκε στόν κύκλο τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ἡ ὁποία λογιζόταν ὡς θυγατέρα αὐτοῦ ἤ τοῦ Ἀμφιάραου, ἀδελφή δέ τῆς Ὑγείας, τῆς Πανάκειας, τῆς Ἀκεσοῦς καί τῆς Αἴγλης. Μαζί μέ αὐτές λατρευόταν στόν Ὠρωπό, στήν Ἐπίδαυρο καί στήν Ἀθήνα ἀπό τούς ἀρρώστους. Παραστάσεις της ὑπάρχουν σέ ἀνάγλυφα κυρίως στό ἀθηναϊκό Ἀσκληπιεῖο.

MINΩΣ

(ἤ Μανές, ἤ Μάνης ἐκ τοῦ μένος)

Μυθικός βασιλιάς τῆς Κρήτης, υἱός τῆς Εὐρώπης καί τοῦ Διός, ἀδελφός τοῦ Ραδαμάνθυος καί τοῦ Σαρπηδόνος. Νυμφεύθηκε τήν Πασιφάη, κόρη τοῦ Ἡλίου καί ἀπόκτησε τή Φαίδρα, τήν Ἀριάδνη, τόν Δευκαλίωνα καί τόν Γλαῦκο. Ὑπῆρξε μεγάλος νομοθέτης καί ἐκπολιτιστής τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ. Διαδέχθηκε τόν Ἀστερίωνα στόν θρόνο τῆς Κρήτης. Κάθε ἐννιά χρόνια μέσα ἀπό σπηλιά τῆς Ἴδας, τό «Ἰδαῖον Ἄντρον», ὁ Ζεύς ἔδινε ὁδηγίες στό Μίνωα. Ὑπῆρξε μεγάλος νομοθέτης, ἀπό αὐτόν ἐμπνεύστηκαν ὅλοι οἱ μεγάλοι νομοθέτες τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Εἶχε ἐπίσης πολύ ἰσχυρό στόλο, κατέστησε δέ τήν Κρήτη μεγάλη θαλασσοκρατορία. Κατέκτησε καί τήν Ἀθήνα, ὑποχρεώνοντας τούς Ἀθηναίους νά στέλνουν στήν Κρήτη ἑπτά νέους καί ἑπτά νέες βορά στόν Μινώταυρο ὡς φόρο ὑποταγῆς. Τό ὄνομα τοῦ Μίνωος ἴσως ἀποτελεῖ τίτλο ἀνάλογο μέ ἐκεῖνο τοῦ Φαραώ.


171

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΠAΣIΦAH

(ἐκ τοῦ πάσα + φάος, φῶς, φάη = ὀφθαλμοί)

Μυθολογούμενη θυγατέρα τοῦ Ἡλίου καί τῆς Περσηίδος, σύζυγος τοῦ Μίνωος, βασιλέως τῆς Κρήτης. Ὁ Μίνωας προσφέρθηκε στόν Ποσειδῶνα νά θυσιάσει τόν ὡραιότερο ἀπό τούς ταύρους του καί ἐπειδή τοῦτο δέν τό ἔπραξε, πρός τιμωρία του, ὁ Ποσειδῶν ἐνέπνευσε στήν Πασιφάη ἀκατανίκητο ἔρωτα πρός τόν ταῦρο. Μέ κάποια ἐπινόησι τοῦ Δαίδαλου συνῆλθε ἡ Πασιφάη ἐρωτικά μέ τόν ταῦρο καί ἔτσι γεννήθηκε ὁ Μινώταυρος. Εἶχε μαντικές ἱκανότητες καί μαγικές γνώσεις. Ἀπό τόν γάμο της μέ τόν Μίνωα εἶχε τέσσερις κόρες καί τέσσερις υἱούς, ἀνάμεσά τους ἡ Φαίδρα, ἡ Ἀριάδνη, ὁ Δευκαλίων, ὁ Γλαῦκος κ.ἄ. Γιά τήν Πασιφάη ἀναφέρεται καί μαντεῖο στήν Λακωνία.

PAΔAMANΘYΣ

(ἐκ τοῦ ράδαμνος = κλάδος + ἄνθος)

Κατά τούς ἑλληνικούς μύθους, υἱός τοῦ Διός ἀπό τήν Εὐρώπη καί ἀδελφός τοῦ Μίνωος, πού ἐπειδή ἦλθε σέ προστριβή μέ τόν ἀδελφό του κατέφυγε στήν Βοιωτία, ὅπου νυμφεύθηκε τήν Ἀλκμήνη, χήρα του Ἀμφιτρίωνος καί μητέρα τοῦ Ἡρακλέως. Φαίνεται ὅτι ἀπό παλιά ἐθεωρεῖτο βασιλιάς τῶν νησιῶν τῶν Μακάρων, ὅπου κατά τήν ἀρχαιότατη παράδοσι τελέσθηκαν οἱ γάμοι του μέ τήν Ἀλκμήνη. Ἀργότερα ἐμφανίζεται ὡς κριτής αὐστηρός, ἀλλά δίκαιος. Ὑπῆρξε δάσκαλος καί σύμβουλος τοῦ Ἡρακλέους καί ἦταν μεγάλος νομοθέτης. Μετά τόν θάνατό του διορίστηκε κριτής τῶν νεκρῶν στόν Ἅδη.


172

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΣAPΠHΔΩN

(πιθανόν ἐκ τοῦ σάρπος = θήκη)

Κατά τόν Ὅμηρο ἦταν υἱός τοῦ Διός καί τῆς Λαοδαμείας καί ἐγγονός τοῦ Βελλερεφόντου, ἡγεμόνας τῶν Λυκίων καί σύμμαχος τοῦ Πρίαμου. Ἦταν ἀδελφός του Μίνωος, ἀλλά ἐκδιώχθηκε ἀπό αὐτόν καί πῆγε στήν Λυκία, ἔχοντας τήν εὔνοια τοῦ Διός. Ἦταν ἕνας ἀπό τούς καλύτερους πολεμιστές ἀνάμεσα στούς συμμάχους τῶν Τρώων. Μαζί μέ τόν Γλαῦκο πρῶτος πήδησε ἐπάνω στό περίφραγμα τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου, ἀλλά φονεύθηκε ἀπό τόν Πάτροκλο. Γύρω ἀπό τόν νεκρό ἔγινε μεγάλη καί σφοδρή μάχη, μέχρις ὅτου, κατά διαταγή τοῦ Διός, ὁ Ἀπόλλων ἔσωσε τό παραμορφωμένο σῶμα του ἀπό τούς Ἀχαιούς καί ἀφοῦ τό ἄλειψε μέ ἀμβροσία, τό παρέδωσε στούς δίδυμους Θάνατο καί Ὕπνο, οἱ ὁποῖοι τό μετέφεραν στήν Λυκία.

ΣIBYΛΛAI

(ἐκ τοῦ Σιό + βόλλα = ἡ ἀγγέλουσα τήν βουλήν τοῦ Θεοῦ)

Γυναῖκες πού διέθεταν θείαν ἔμπνευσι καί μαντική δύναμι. Ἐπροφήτευαν χωρίς νά τούς ζητηθεῖ. Ἔγραφαν σέ φύλλα φοίνικος, τά ὁποῖα ἄφηναν νά τά πάρει ὁ ἀέρας. Συνήθως ἦταν ἱέρειες τοῦ Ἀπόλλωνος, ἄλλωστε ἦταν γυναῖκες ἤ κόρες τοῦ θεοῦ. Ἡ ἀρχαιότερη ἦταν ἡ Ἡροφίλη πού προφήτευσε τόν Τρωικό πόλεμο, ἐνῶ ἡ διασημότερη ἦταν ἡ Σίβυλλα ἀπό τήν Ἐρυθραία τῆς Ἰωνίας. Ὅταν ὁ Ἀπόλλων τῆς ζήτησε νά διαλέξει ἕνα δῶρο, ἐκείνη ζήτησε νά ζήσει τόσα χρόνια ὅσα οἱ κόκκοι τῆς ἄμμου πού κρατοῦσε στήν χούφτα της. ὑέχασε ὅμως κι αὐτή νά ζητήσει αἰώνια νεότητα, ἔτσι ὅταν τήν ρωτοῦσαν τά παιδιά, γριά πιά, «Σίβυλλα, τί θέλεις;» ἐκείνη ἀπαντοῦσε «θέλω νά πεθάνω». Ὑπάρχουν στοιχεῖα πού συνδέουν τίς Σίβυλλες μέ τήν προφητεία τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ


173

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Χριστοῦ. Ἡ σπηλιά τῆς Κυμαίας Σίβυλλας ἀνακαλύφθηκε τό 1932 κοντά στήν Νάπολη, στήν ἀρχαία Κύμη.

ΑNΔPOΓEΩΣ

(ἀνήρ + γέγαα = παρακ.τοῦ γίγνομαι)

Υἱός τοῦ βασιλέως τῆς Κρήτης Μίνωος καί τῆς Πασιφάης, πατέρας τοῦ Σθένελου καί τοῦ Ἀλκαίου. Ἀνεδείχθη νικητής σέ ὅλα τά ἀθλήματα τῶν Παναθηναίων ἀγώνων καί ἀποτελοῦσε τό καμάρι τοῦ πατέρα του. Μετά τήν νίκη του ὅμως, ὁ Αἰγεύς τοῦ ἀνέθεσε νά ἀπαλλάξει τήν Ἀθήνα ἀπό τόν Μαραθώνιο κάπρο, ἀλλά τό θηρίο τόν σκότωσε, ἴσως καί μέ δόλο κάποιων Μεγαρέων πού εἶχε στείλει ὁ Αἰγεύς τάχα νά τόν βοηθήσουν. Ὅταν ὁ Μίνως ἔμαθε τόν θάνατο τοῦ γιοῦ του, ἔστειλε στόλο ἐναντίον τῶν Ἀθηναίων καί ἀφοῦ κατέλαβε πρῶτα τά Μέγαρα, πολιόρκησε τήν Ἀθήνα, στήν ὁποία ἔπεσε ἀμέσως ἕνας φοβερός λοιμός. Οἱ Ἀθηναῖοι ζήτησαν τόν χρησμό τοῦ μαντείου, πού εἶπε ὅτι θά πρέπει νά κάνουν ὅ,τι ἀκριβῶς ἀπαιτήσει ὁ Μίνως. Ἐκεῖνος ζήτησε νά στέλνονται κάθε χρόνο ἑπτά νέοι καί ἑπτά παρθένες βορά στόν τρομερό Μινώταυρο, φόρος τόν ὁποῖο κατήργησε μετά ἀπό χρόνια ὁ Θησεύς μέ τά κατορθώματά του. Ὅταν ὁ Θησεύς ἔγινε βασιλιάς, οἱ Ἀθηναῖοι ὀργάνωσαν ἀγῶνες πρός τιμήν τοῦ Ἀνδρόγεω καί στό Φάληρο ἱδρύθηκε βωμός του.

AΔΩNIΣ

(ὁ λίαν [ἀ ἐπιτ.] ἀδόμενος)

Ὡραιότατος νέος, γιός τῆς πριγκήπισσας τῆς Πάφου Σμύρνας, τῆς ὁποίας ὁ πατέρας ὑπερηφανευόταν ὅτι ἦταν ὡραιότερη ἀπό τήν Ἀφροδίτη, γι’ αὐτό ἡ θεά τήν τιμώρησε μετατρέποντάς την σέ μυρ-


174

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τιά. Ὅμως ἡ κοπέλα ἦταν ἤδη ἔγκυος ὅταν συνέβη αὐτό καί μετά ἀπό ἐννεά μῆνες, τό δένδρο ἄνοιξε καί γεννήθηκε ἕνα ὡραιότατο βρέφος, πού ἡ Ἀφροδίτη τό ἔκλεισε ἀμέσως σέ ἕνα καλάθι καί τό ἔδωσε στήν Περσεφόνη, τήν θεά τοῦ Ἅδη, νά τό φυλάξει. Ὅταν ἔγινε πιά νέος, τόν ἐρωτεύτηκαν καί οἱ δυό, ἐκεῖνος ὅμως ἀγάπησε τόσο τήν Ἀφροδίτη ὥστε περνοῦσε μαζί της καί τούς τέσσερις μῆνες πού ἦταν ἐλεύθερος. Ἡ Περσεφόνη ἀπό τήν ζήλεια της ἔπεισε τόν Ἄρη ὅτι δέν εἶναι σωστό νά ζεῖ κάποιος τόσο πιό ὄμορφος ἀπό ἐκεῖνον, καί αὐτός ἀπό τήν ζήλεια του μεταμορφώθηκε σέ ἀγριόχοιρο καί πλήγωσε θανάσιμα τόν Ἄδωνι σέ κυνήγι, μπροστά στήν Ἀφροδίτη. Ἀπό τό αἷμα του φύτρωσαν ἀνεμῶνες καί παπαροῦνες καί ἡ ψυχή του κατέβηκε στόν Τάρταρο. Μετά ἀπό παρέμβασι τοῦ Διός, ὁ Ἄδωνις περνοῦσε τούς καλοκαιρινούς μῆνες μαζί μέ τήν Ἀφροδίτη, ἐνῶ τόν χειμώνα στό βασίλειο τῆς Περσεφόνης.

ΤA AΔΩNIA Οἱ ἑορτές πρός τιμή τοῦ Ἀδώνιδος στήν Ἀθήνα ἐκαλοῦντο Ἀδώνια καί μνημονεύονται στήν περιγραφή τοῦ ἀπόπλου τῶν πλοίων γιά τήν ἐκστρατεία στήν Σικελία. Στήν Ἀλεξάνδρεια ἐγένετο διήμερη ἑορτή, ὅπως περιγράφει ὁ Θεόκριτος. Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ἀντικείμενο εἶχε τούς γάμους τοῦ Ἀδώνιδος καί τῆς Ἀφροδίτης, τῶν ὁποίων τά χρωματισμένα ἀγαλματίδια στολισμένα μέ καρπούς τῆς ὥρας, «ἐκ τῶν Ἀδώνιδος κήπων» ἔθεταν σέ θέα. Στή δεύτερη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ἡ ἀοιδός στό ἄσμα της ἀναφέρει καί τά τῆς ἑπόμενης ἡμέρας. Ἡ Ἀφροδίτη, μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν ἀπουσία του στήν χώρα τοῦ Ἀχέροντος, ψάλλει καί πρέπει νά χαίρεται σήμερα πού εἶναι ἑνωμένη μέ τόν σύζυγό της, τήν ἐπαύριο δέ οἱ γυναῖκες μέ λυμένα τά μαλλιά («λυσίκομοι») καί θρήνους θά μεταφέρουν αὐτόν στήν θάλασσα.


175

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΚABEIPOI

(ἐκ τοῦ κῶβος = σπήλαιον)

Μυστικοί θεοί, πανάρχαιες θεότητες πού λατρεύονταν στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν ἐποχή τῶν Πελασγῶν, ἐξ οὗ καί τό προσωνύμιο «Μεγάλοι Θεοί». Ἦταν παιδιά τοῦ Ἡφαίστου καί τῆς Καβειροῦς καί οἱ γνωστότεροι ἦσαν ὁ Ἰασίων, ὁ Δάρδανος, ἡ Ἀξιόκερσα, ὁ Καδμίλος κ.ἄ. Οἱ Κάβειροι ἐλατρεύοντο μέ μυστήρια τῶν ὁποίων κοιτίδα ὑπῆρξε ἡ Λῆμνος, τῆς ὁποίας ὁ ἡφαιστειώδης χαρακτήρας ἔδωσε τήν ἀφορμή νά θεωροῦνται οἱ Κάβειροι ὡς τέκνα τοῦ Ἡφαίστου. Ἀργότερα λατρεύτηκαν στήν Σαμοθράκη, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καί ἱερά χώρα, τήν Ἴμβρο καί τήν Θάσο. Πίστευαν ὅτι ἡ ψυχή εἶναι θεῖος σπινθήρας.

ΚABEIPIA MYΣTHPIA Ὑπῆρχε ἡ πίστις πώς οἱ δυό Κάβειροι σκότωσαν τόν τρίτο, τόν Καδμίλο, καί τόν ἀνέστησε ὁ Ἑρμῆς γι’ αὐτό τούς θεωροῦσαν προσωποποίηση τῆς πίστεως τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. Οἱ μυούμενοι στήν λατρεία τῶν Καβείρων φοροῦσαν μία ζώνη, πού τούς προφύλασσε ἀπό κάθε κίνδυνο. Τέτοια ζώνη φοροῦσαν ὁ Ὀδυσσεύς καί ὁ Ἀγαμέμνων. Στά μυστήρια αὐτά μυήθηκαν ὁ Ὀρφεύς, ὁ Ἡρακλῆς, ὁ Φίλιππος ὁ Β΄ καί ἡ μετέπειτα γυναίκα του Ὀλυμπιάς, ὁ Περσεύς τῆς Μακεδονίας καί οἱ περισσότεροι Ἀργοναῦτες.

TAΛΩΣ

(ἐκ τοῦ τλάω = ὑπομένω)

Χάλκινος γίγαντας πού κατασκεύασε ὁ Ἥφαιστος καί τόν δώρισε στόν Μίνωα, γιά νά προστατεύει τίς ἀκτές τῆς Κρήτης ἀπό κάθε ἐπιδρομέα. Ἦταν ὁπλισμένος, ἔριχνε στούς ξένους φωτιά, ἐνῶ εἶχε


176

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σαρκαστικό γέλιο. Ἐπόπτευε καί περιόδευε στό νησί, τό ὁποῖο μποροῦσε νά τό γυρίσει σέ μιά μέρα τρεῖς φορές. Ἦταν τρωτός μόνον στόν ἀστράγαλο, ἀδυναμία πού ἐκμεταλεύτηκαν οἱ Ἀργοναῦτες καί τόν σκότωσαν μέ προτροπή τῆς Μήδειας. Τάλως λεγόταν καί ὁ ἐγγονός τοῦ Εὐπάλαμου, ὁ ὁποῖος ὅταν ἔγινε δώδεκα ἐτῶν ἡ μητέρα του τόν ἐμπιστεύθηκε στόν Δαίδαλο. Καθώς ἦταν πολύ εὐφυής, τάχιστα ὁ μαθητής ξεπέρασε τόν δάσκαλο. Ἐφευρέσεις αὐτοῦ εἶναι τό πριόνι, ὁ διαβήτης καί ὁ τροχός καί γι’ αὐτό φθονήθηκε ἀπό τόν Δαίδαλο πού τόν γκρέμισε ἀπό τήν Ἀκρόπολι.

ΦAIΔPA

(ἐκ τοῦ φαιδρός)

Ἡρωίδα τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, κόρη τοῦ Μίνωος καί τῆς Πασιφάης, σύζυγος τοῦ βασιλέως τῆς Ἀθήνας Θησέα, μητέρα τοῦ Ἀκύμαντος καί τοῦ Δημοφῶντος. Ἐρωτεύθηκε τόν Ἱππόλυτο υἱό τοῦ Θησέως ἀπό τήν Ἀντιόπη, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦταν σεμνός καί ἀφιερωμένος στήν Ἀρτέμιδα καί ἀπέκρουσε τόν ἔρωτά της. Ἡ Φαίδρα τόν κατηγόρησε ὅτι τάχα προσπάθησε νά τήν βιάσει. Ὁ Θησεύς καταράστηκε τόν υἱό του καί παρακάλεσε τόν Ποσειδώνα νά τόν ἐκδικηθεῖ καί ἔτσι ὁ νέος πνίγηκε. Στό τέλος ὅμως ἡ Ἄρτεμις ἀποκάλυψε τήν ἁγνότητα τοῦ Ἱππολύτου, ἐνῶ ἡ Φαίδρα, νοιώθοντας τύψεις γιά τήν συκοφαντία της αὐτοκτόνησε. Αὐτή εἶναι καί ἡ ὑπόθεσις τῆς τραγωδίας τοῦ Εὐρυπίδου Ἱππόλυτος.

ΔAIΔAΛOΣ

(ἐκ τοῦ ρ. Δαιδάλλω = ἐργάζομαι εὐφυῶς)

Πρόσωπο πού συμβολίζει τήν ἀρχαία τέχνη. Κατά τίς μυθικές περί αὐτοῦ παραδόσεις τόν θέλουν στήν Ἀθήνα, τήν Κρήτη καί τήν


177

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Σικελία. Σύμφωνα μέ τήν ἀθηναϊκή παράδοσι ἐγεννήθη στήν Ἀθήνα μέ πατέρα τόν Εὐπάλαμο ἤ Παλαμάονα, ἀπό τόν βασιλικό οἶκο τῶν Ἐρεχθειδῶν καί ἦταν ἐξάδελφος τοῦ Θησέως, ὑπῆρχε δέ καί δῆμος στήν Ἀθήνα μέ τό ὄνομά του κατά τήν ἱστορική ἐποχή. Διέπρεψε ὡς τεχνίτης, ἀλλά ἐπειδή ἐφθόνησε τόν ἀνιψιό του καί μαθητή του Τάλω ἤ Κάλω, τόν φόνευσε καί ἔτσι καταδικάσθηκε ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο σέ ἐξορία.

IKAPOΣ

(ἐκ τοῦ ρ. αἵρω = ὁ ἵκων = ὁ ἀφικνούμενος)

Ἥρωας τοῦ Μινωϊκοῦ κύκλου, υἱός τοῦ Δαιδάλου καί τῆς δούλης Ναυκράτης, πού μαζί μέ τόν πατέρα του καί τόν ἐξάδελφό του Τάλω συμβολίζει τήν ἀκμή τοῦ κρητικοῦ πολιτισμοῦ ἀπό πλευρᾶς τέχνης καί ἐφευρέσεων. Φιλοξενήθηκε, μαζί μέ τόν πατέρα του, ἀπό τόν Μίνωα. Ὅμως ὁ βασιλιάς τῆς Κρήτης ὑποψιάστηκε πώς ὁ Δαίδαλος βοήθησε τήν Πασιφάη στίς σχέσεις της μέ τόν ὡραῖο ταῦρο, ἀπό τόν ὁποῖο γεννήθηκε ὁ Μινώταυρος, (κατά ἄλλη ἐκδοχή ἐπρόκειτο γιά ἕναν στρατηγό Ταῦρο) καί ἔκλεισε πατέρα καί υἱό στόν λαβύρινθο, ἀπό τόν ὁποῖο καί οἱ δυό κατόρθωσαν μέ τεχνητά φτερά νά δραπετεύσουν καί νά κατευθυνθοῦν, πετώντας στόν ἀέρα, ὁ Ἴκαρος μέν ἀνατολικά, ὁ δέ πατέρας του δυτικά. Ὅμως ὁ Ἴκαρος, λησμονώντας τήν πατρική συμβουλή νά πετάει χαμηλά, ἀνυψώθηκε περισσότερο ἀπό ὅσο ἔπρεπε καί ἡ ζέστη τοῦ Ἡλίου ἔλιωσε τό κερί τῶν φτερῶν του, ἔπεσε στήν θάλασσα καί πνίγηκε, ὀνομάσθηκε δέ τό σημεῖο Ἰκάριο πέλαγος ἀπό τό ὄνομά του.


178

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ATPEYΣ Βασιλιάς τῶν Μυκηνῶν, υἱός τοῦ Πέλοπος καί τῆς Ἱπποδαμείας, ἐγγονός τοῦ Ταντάλου καί πατέρας τοῦ Ἀγαμέμνονος. Ὁ Ἀτρεύς καί ὁ ἀδελφός του Θυέστης σκότωσαν ἀπό ζήλεια τόν νεώτερο ἀδελφό τους Χρύσιπο, ὁ πατέρας τους τούς καταράστηκε καί ἔτσι κατέφυγαν στό Ἄργος ὅπου ὁ Ἀτρεύς νυμφεύθηκε τήν Ἀερόπη, κόρη τοῦ βασιλέως Εὐρυσθέως, τόν ὁποῖο διαδέχθηκε στόν θρόνο. Ὅταν ὁ Ἀτρεύς ἔπνεε τά λοίσθια ἄφησε στόν ἀδελφό του τό σκῆπτρο, σύμβολο τῆς βασιλείας πού εἶχε κατασκευάσει ὁ Ἥφαιστος, τό ὁποῖο στήν συνέχεια παρέλαβε ὁ Ἀγαμέμνων. Ὁ τελευταῖος κληρονόμησε ὅμως καί τήν κατάρα ἀπό τά ἐγκλήματα τῶν προγόνων του, μέ ἀποτέλεσμα νά φονευθεῖ ἀπό τόν Αἴγισθο, ὁ ὁποῖος ἦταν γιός τοῦ θείου του Θυέστη ἀπό αἱμομιξία μέ τήν κόρη του Πελοπία.

ΠEΛOΨ

(ἐκ τοῦ πελιός + ὄψις)

Ἱδρυτής τῆς δυναστείας τῶν Πελοπιδῶν στίς Μυκῆνες τῆς Πελοπονήσου, ἡ ὁποία πῆρε ἀπό αὐτόν τό ὄνομά της. Ἦταν υἱός τοῦ Ταντάλου καί ἀδελφός τῆς Νιόβης. Λεγόταν ὅτι εἶχε tμο ἀπό ἐλεφαντοστοῦν γιατί ὁ πατέρας του τόν σκότωσε καί σέρβιρε τό σῶμα του σέ ἕνα συμπόσιο θεῶν γιά νά δεῖ ἐάν οἱ θεοί θά καταλάβουν τήν διαφορά ἀπό τό κρέας ζώου. Ὅμως οἱ θεοί τό κατάλαβαν ἀμέσως καί δέν τόν ἔφαγαν, ἐκτός ἀπό τήν Δήμητρα πού ἀπό τήν λύπη της γιά τόν χαμό τῆς Περσεφόνης δέν τό συνειδητοποίησε. Ἔτσι οἱ θεοί τιμώρησαν τόν Τάνταλο στόν Ἅδη, ἐπανέφεραν τόν Πέλοπα στήν ζωή καί ἀντικατέστησαν τόν tμο του ἀπό ἐλεφαντοστοῦν. Τέκνα τοῦ Πέλοπος ἀναφέρονται ὁ Ἀτρέας, ὁ Θυέστης καί ἄλλοι πολλοί, τούς ὁποίους καταράστηκε ὁ Οἰνόμαος, ἐπειδή ἔχασε ἀπό


179

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τόν Πέλοπα στήν θρυλική ἁρματοδρομία στήν ὁποία ὁ Πέλοψ γνώρισε τήν γυναίκα του Ἱπποδάμεια.

ATTIΣ

(καί Ἄττης, ἐκ τοῦ ἄττω = ὁρμῶ)

Θεός τῶν Φρυγῶν καί τῶν Λυδῶν, ὁ ὁποῖος ὡς πρός τήν λατρεία καί τόν μῦθο, εἶχε τήν ἴδια ἀπήχησι καί ὑπόστασι πού εἶχε καί ὁ Ἄδωνις. Ἦταν γιός τῆς Νάνας πού γονιμοποιήθηκε ἀπό καρπό ἀμυγδαλιᾶς. Τόν ἐρωτεύτηκε ἡ Ρέα, ἀλλά αὐτός αὐτοκτόνησε ἀπό ἔρωτα γιά τήν κόρη τοῦ βασιλέως τῆς Πεσινοῦντος Ἴα. Ἡ ψυχή του μπῆκε στό δένδρο πού εὑρισκόταν κοντά του καί γύρω του φύτρωσαν μενεξέδες. Ἡ Ρέα παρακάλεσε τόν Δία νά τόν ἀναστήσει, ἐκεῖνος ὅμως τῆς ἔκανε μόνο τήν χάρι νά διατηρήσει ἄφθαρτο τό σῶμα του καί νά μεγαλώνει διαρκῶς ἡ πλούσια χαίτη του.

TPIΠTOΛEMOΣ

(ἐκ τοῦ τρίς + πτόλεμος = πόλεμος)

Θεός τῆς ἐλευσινιακῆς λατρείας. Στόν ὁμηρικό ὕμνο γιά τήν Δήμητρα, ἀναφέρεται ὁ Τριπτόλεμος ὡς ἕνας ἀπό τούς Ἐλευσίνιους θεούς, πού ὑποστήριξαν τήν Δήμητρα, ὅταν ἀναζητοῦσε τήν κόρη της Περσεφόνη, πού εἶχε ἐξαφανισθεῖ. Ὁ Τριπτόλεμος ὑποστηρίχθηκε ἀπό τήν Δήμητρα καί πρῶτος αὐτός ἔσπειρε σιτάρι στήν Ἐλευσίνα, ἀφοῦ ὄργωσε τόν ἀγρό μέ ἄροτρο, πού τό ἔσερναν βόδια. Στήν Ἀθήνα ὁ Τριπτόλεμος ἐλατρεύετο μαζί μέ τίς θεότητες τῆς Ἐλευσίνος, εἶχε δέ ἰδιαίτερο ναό τό «ἐλευσίνιον» στούς πρόποδες τῆς Ἀκροπόλεως.


180

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔIΔΩ Κόρη τοῦ βασιλέως τῆς Τύρου Βήλου καί ἀδελφή τοῦ Πυγμαλίωνος, ἱδρύτρια τῆς Καρχηδόνος. Ἐγκατέλειψε τήν πατρίδα της καί κατέφυγε ἀρχικά στήν Κύπρο καί μετά στήν Ἀφρική. Ἐκεῖ συνεννοήθηκε μέ τόν Ἰάρβα, βασιλιά τῆς Νουμιδίας, νά ἀγοράσει ἀπό αὐτόν τόση χώρα ὅση χωροῦσε στό δέρμα ἑνός βοδιού, ὅμως ἡ Διδώ ἔκοψε τό δέρμα σέ λεπτότατες λωρίδες, τίς ἕνωσε καί ἔτσι ἵδρυσε τήν Καρχηδόνα. Τότε ὁ Ἰάρβας τήν ζήτησε σέ γάμο, ἐκείνη ὅμως ἀρνήθηκε γιατί δέν ἤθελε νά παντρευτεῖ βάρβαρο. Ἐρωτεύτηκε σφόδρα τόν Αἰνεία, πού εἶχε παρασυρθεῖ ἐκεῖ ἀπό τήν τρικυμία, ὅταν ἐκεῖνος ὅμως ἔφυγε, ἐκείνη αὐτοκτόνησε ἀνεβαίνοντας στήν πυρά.

ΚAΣTΩP καί ΠOΛYΔEYKHΣ (ἐκ τοῦ κέκασμαι = λαμπερός)

Πρόσωπα τῆς ἀρχαίας μυθολογίας, δίδυμοι ἀδελφοί, τῶν ὁποίων ὁ ἀστερισμός ἀντιστοιχοῦσε μέ τό ζώδιο τῶν Διδύμων. Ὁ Κάστωρ ἦταν υἱός τοῦ Τυνδάρεω καί ἀδελφός τῆς Κλυταιμνήστρας, ἐνῶ ὁ Πολυδεύκης ἦταν υἱός τοῦ Διός καί ἀδελφός τῆς Ἑλένης. Κατ’ ἄλλη παράδοσι, πιό διαδεδομένη, θεωροῦνται παιδιά τοῦ Διός καί τῆς Λήδας. Ὁ Κάστωρ ἦταν περίφημος δαμαστής ἀλόγων καί ὁ Πολυδεύκης διέπρεπε στήν πυγμαχία καί ὁ πρῶτος του ἄθλος ἦταν ἡ ἐκστρατεία νά ἐλευθερώσουν τήν ἀδελφή τους Ἑλένη πού εἶχε ἀπαγάγει ὁ Θησέας.


181

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ATYMNIOΣ

(ἀ ἐπιτ. + τυμνία = ράβδος)

Μυθολογικός ἥρωας, υἱός τοῦ Ἀμισωδάρου. Ὑπῆρξε μαζί μέ τόν ἀδελφό του Μάφιο σύντροφος τοῦ Σαρπηδόνος κατά τόν Τρωικό πόλεμο. Ἀμφότεροι οἱ ἀδελφοί φονεύθηκαν πρό τῶν τειχῶν τῆς Τροίας ἀπό τούς υἱούς τοῦ Νέστορος Ἀντίλοχο καί Θρασυμήδη. Κατ’ ἄλλη ἐκδοχή ἦταν ὡραῖος νεανίας, υἱός τοῦ Διός καί τῆς Κασσιεπείας, ἀδελφούς δέ εἶχε τόν Κίλικα, τόν Φινέα καί τόν Δόρυλο ἀπό πατέρα τόν Φοίνικα. Ἦταν πατέρας τοῦ Βράγχου, τοῦ περίφημου ἱεροῦ τῶν Μιλησίων καί Καρῶν, τῶν Βραγχιδῶν.

AMΦIΛOXOΣ (ἀμφί + λόχος)

Υἱός τοῦ Ἀμφιαράου καί τῆς Ἐριφύλης, ὁ ὁποῖος εἶχε μαντικές ἱκανότητες, ὅπως ὁ πατέρας του. Πῆρε μέρος στήν ἐκστρατεία τοῦ Τρωικοῦ πολέμου καί προμάντεψε μετά τήν ἅλωσι τῆς Τροίας τήν καταστροφή τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου στόν Καφηρέα. Ἔμεινε μέ τό μάντι Κάλχα στήν Ἀσία καί θεμελίωσε τήν πόλι τῶν Μαλῶν στήν Κιλικία. Ἐπέστρεψε στήν Ἑλλάδα, δυσαρεστήθηκε ὅμως ἀπό τήν κατάστασι πού ἐπικρατοῦσε στό Ἄργος, ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ καί ἔκτισε στόν Ἀμβρακικό κόλπο τό Ἀμφιλοχικό Ἄργος.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι´

Ἰλιάς Ἡ σημαντικότερη (ἀλλά ὄχι ἡ μοναδική) πηγή γιά τήν ἐξιστό-

ρησι τοῦ Τρωικοῦ πολέμου εἶναι ἡ Ἰλιάς τοῦ Ὁμήρου, ὁ ὁποῖος ἔχει δημιουργήσει πολλές φιλονικίες ἀνάμεσα στούς φιλολόγους. Ποιός ἦταν; Ἀπό ποῦ καταγόταν; Πότε ἔγραψε τά ἔργα του; Ἦταν τυφλός; Ὁ δημοσιογράφος καί συγγραφέας Κώστας Δούκας στό ἔργο του Τό μεγάλο μυστικό τοῦ Ὁμήρου εἶναι σαφής: «Κανείς δέν μπορεῖ νά περιγράψει μέ τά μάτια τῶν ἄλλων μέ τόση πιστότητα, ἀμεσότητα καί ἀκρίβεια. Τά ἔπη εἶναι γραμμένα μέ τέτοιο τρόπο, πού δείχνει καθαρά ὅτι ὁ Ὅμηρος ἔζησε πολλές ἀπό τίς ἐμπειρίες πού περιγράφει». Στό ἴδιο ἔργο ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Τρωικός ἦταν ἕνας ἀδελφοκτόνος πόλεμος πού ἐκτυλίσεται ἐπί αἰολικοῦ ἐδάφους. «Ὁ Ἀχιλλεύς κατάγεται ἀπό τήν αἰολική Θεσσαλία. Ὁ Ἀγαμέμνων εἶναι πρόγονος τῶν βασιλέων τῆς αἰολικῆς Κύμης». Ὅλοι εἶναι συγγενεῖς μεταξύ τους, ἔστω καί μακρινοί. Τό περιστατικό μέ τόν Γλαῦκο καί τόν Διομήδη εἶναι χαρακτηριστικό: οἱ οἰκογένειες τῶν δυό ἡρώων ἦταν συνδεδεμένες μέ τούς δεσμούς τῆς ξενίας, ἄρα καί οἱ δυό ἦταν Ἕλληνες, ἀφοῦ μόνον μεταξύ Ἑλλήνων δημουργοῦνταν αὐτός ὁ δεσμός. Γιά ποιό λόγο ὅμως ἔγινε αὐτός ὁ ἐμφύλιος πόλεμος; Ὑπῆρξαν οἰκονομικοί λόγοι; Ἡ ἁρπαγή τῆς Ἑλένης ἔχει συμβολική σημασία; Ἔχουν γραφεῖ ἑκατοντάδες ἀναλύσεις, ἕνα εἶναι ὅμως τόν βέβαιον: τά Ὁμηρικά ἔπη θά συναρπάζουν τούς ἀναγνῶστες καί μελετητές μέχρι τήν δύσι τῆς ἀνθρωπότητος. Ἦταν ἱστορικό πρόσωπο ὅμως τελικά ὁ Ὅμηρος; Ἡ φιλόλο-


183

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

γος Ἄννα Τζιροπούλου-Εὐσταθίου στό βιβλίο της, Ὅμηρος Τηλεμάχου Ὀδυσσείδης ἀπέδειξε ὅτι ὄχι ἁπλά ὑπῆρξε, ἀλλά ἦταν ὁ γιός τοῦ Τηλεμάχου, δηλαδή ὁ ἐγγονός τοῦ Ὀδυσσέως. Σχετικά διαβάζουμε καί στό λεξικόν Σουίδα: «Ὅμηρος ὁ ποιητής, υἱός Μαιόνος ἤ Μητίου, κατά δέ ἄλλους υἱός τοῦ Τηλεμάχου καί τῆς Πολυκάστης τῆς Νέστορος».


184

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΘETIΣ

(ἐκ τοῦ τίθημι, διά τήν θέσιν τῶν ὑδάτων)

Θυγατέρα τοῦ Νηρέως ἀπό τήν Ὠκεανίδα Δωρίδα, μητέρα τοῦ Ἀχιλλέως, μία ἀπό τίς πενήντα Νηρηίδες. Κάποιοι ὅμως ἀπό τούς ἀρχαίους θεωροῦν τήν Θέτιδα θυγατέρα τοῦ Κένταυρου Χείρωνος. Μέ ἐνέργειες τῆς Ἥρας ἔγινε σύζυγος τοῦ πιό εὐσεβοῦς ἀπό τούς θνητούς Πηλέα. Οἱ γάμοι των τελέστηκαν μέ μεγαλοπρέπεια καί πανηγυρικά ἐπάνω στήν κορυφή τοῦ Πηλίου, στούς ὁποίους μετεῖχαν ὅλοι οἱ θεοί, οἱ ὁποῖοι καί ἔφεραν διάφορα δῶρα στούς νεόνυμφους. Μουσική ἔπαιξε ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόλλων, τραγουδοῦσαν οἱ Νύμφες, ἐνῶ στόν νυφικό θάλαμο τό ζεῦγος ὁδήγησαν ὁ Ποσειδῶν καί ἡ Ἀμφιτρίτη. Τήν πρός τόν υἱό της Ἀχιλλέα στοργή καί ἀγάπη ἀναφέρει ὁ Ὅμηρος. Ἡ Θέτις γνώριζε ὅτι ὁ γιός της θά πέθαινε καί μάλιστα νέος, γι’ αὐτό τόν βύθισε ὅταν γεννήθηκε στά ἱερά ὕδατα τῆς Στυγός γιά νά γίνει ἀθάνατος, παρέλειψε ὅμως νά βρέξει τήν φτέρνα του. Στήν ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Τροίας ἡ Θέτις βρισκόταν σέ κάθε δυσάρεστη στιγμή στό πλευρό τοῦ γιοῦ τῆς, ἐνῶ μερίμνησε καί γιά τόν ἐγγονό τῆς Νεοπτόλεμο, υἱό τοῦ Ἀχιλλέως.

ΑXIΛΛEYΣ

(παρά τό ἄχος + λύειν)

Ἦταν υἱός τοῦ βασιλέως τῆς Φθίας ἀπό τήν Θεσσαλία Πηλέως καί τῆς Νηρηίδας Θέτιδας καί ἐγγονός τοῦ Αἰακοῦ. Eἶναι ὁ ἰδανικότερος τύπος ἥρωα ἀπό ὅσους ἔπλασε ἡ ἑλληνική φαντασία καί ὕμνησε ἡ ἑλληνική ποίησις. Ἦταν «ὁ κάλλιστος τῶν εἰς Τροίαν στρατευσάντων» Ἀχαιῶν, ξανθός στήν κόμη, ταχύπους («πόδας ὠκύς, ποδώκης, ποδάρκης ταχύς»), ἰσχυρός καί ἀνδρεῖος, κρατερός στόν πόλεμο («δουρίκλυιος, πτολίπορθος, ἀρήιος, ρηξήνωρ»). Ἡ μητέρα του τόν ἔκανε ἄτρωτο βαπτίζοντάς τον εἰς τά ἱερά ὕδατα τῆς Στυ-


185

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

γός, κρατώντας τον ἀπό τίς πτέρνες οἱ ὁποῖες δέν βράχηκαν καί ἔμειναν τρωτές. Ἐφάρμοζε τήν ἐντολή πού τοῦ ἔδωσε φεύγοντας ὁ πατέρας του: «Αἰέν ἀριστεύειν καί ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων». Ἀντιμετώπισε τόν Ἕκτορα στήν συγκλονιστικότερη μονομαχία τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ὅπου τόν σκότωσε παίρνοντας ἐκδίκησι γιά τόν φόνο τοῦ ἐπιστήθιου φίλου του Πατρόκλου, σύροντας τό πτῶμα τοῦ Ἕκτορος τρεῖς φορές γύρω ἀπό τά τείχη τῆς Τροίας. Ἔπειτα μετανόησε γιά τήν ἀσέβεια αὐτή, ἔκλαψε μέ τόν πατέρα τοῦ Ἕκτορος καί προσπάθησε νά τόν παρηγορήσει. Ὅταν ἔγινε ἡ ἐξόρμησις γιά τήν ἅλωσι τῆς Τροίας ἕνα βέλος τοῦ Πάριδος, καθοδηγούμενο ἀπό τόν Ἀπόλλωνα, τόν βρῆκε στήν πτέρνα καί τόν θανάτωσε.

ΔOΛIXOΣ

(μακρός, ἐξ οὗ καί ἐνδελεχής)

Ἥρωας τῆς Ἐλευσίνος. Στόν Ὁμηρικό ὕμνο γιά τήν Δήμητρα, ἀναφέρεται ὡς ἕνας ἀπό τούς ἄρχοντες τῆς χώρας, κατά τόν χρόνο πού ἀφίχθηκε ἐκεῖ ἡ Δήμητρα. Κατ’ ἄλλη ἐκδοχή ὁ Δόλιχος ἦταν υἱός τοῦ Τριπτόλεμου, ἐπώνυμος τοῦ Δουλιχίου, μιᾶς ἀπό τίς Ἐχινάδες νήσους.

ΠPIAMOΣ

(ἐκ τοῦ πρίαμαι = ἀγοράζω)

Ὁ τελευταῖος βασιλιάς τῆς Τροίας, υἱός τοῦ Λαομέδοντος καί τῆς Πλακίας. Ἐκαλεῖτο ἔτσι ἐπειδή ἡ ἀδελφή του τόν ἀγόρασε («ἐπρίατο») γιατί μόνο αὐτός σώθηκε ἀπό τήν ἐξόντωσι τῶν παιδιῶν τοῦ Λαομέδοντος. Οἱ διάφοροι μῦθοι τόν παρουσιάζουν πλούσιο σέ θησαυρούς ὅσο καί σέ παιδιά, μεταξύ ἄλλων ὁ Ἕκτωρ, ὁ Πάρις, ἡ Κασσάνδρα, κυρίως μέ γυναίκα τήν Ἑκάβη ἀλλά καί μέ ἄλλες γυ-


186

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ναῖκες. Ὁ Ὅμηρος διηγεῖται ὅτι ἐξεστράτευσε μαζί μέ τούς Φρύγες ἐναντίον τῶν Ἀμαζόνων. Σκοτώθηκε σέ μεγάλη ἡλικία στήν ἅλωσι τῆς Τροίας ἀπό τόν υἱό τοῦ Ἀχιλλέως, Νεοπτόλεμο πάνω στόν οἰκογενειακό βωμό ὅπου εἶχε καταφύγει μαζί μέ τήν Ἑκάβη καί τήν κόρη του.

EKABH

(ἐκ τοῦ ἑκάς = μακράν + βαίνω)

Ἡ δεύτερη σύζυγος τοῦ βασιλέως τῆς Τροίας Πριάμου. Ἦταν θυγατέρα κατά μέν τόν Ὅμηρο τοῦ βασιλέως τῆς Φρυγίας Δήμαντος, κατά δέ τόν Εὐριπίδη τοῦ Κισσέως ἀπό τήν Θράκη, κατ’ ἄλλους δέ τέλος τοῦ θεοῦ Σαγγαρίου. Ὑπῆρξε μητέρα πολλῶν υἱῶν καί θυγατέρων καί κατά τόν Ὅμηρο ὁ ἀριθμός των ἀνέρχεται σέ δέκα ἐννιά καί πρωτότοκος αὐτῶν ἦταν ὁ Ἕκτωρ. Ἐγκυμονοῦσα στό δεύτερο παιδί της, εἶδε στόν ὕπνο της ὄνειρο, ὅτι γέννησε δαυλό πού πυρπολοῦσε τήν Τροία, τό δέ ὄνειρο σήμαινε ὅτι τό παιδί πού θά γεννηθεῖ θά κατέστρεφε τήν Τροία καί ὄντως τό γεννηθέν τέκνο ἦταν ὁ Πάρις. Μετά τήν ἅλωσι τῆς Τροίας ἔπεσε στά χέρια τῶν Ἀχαιῶν ὡς δούλη.

EKTΩP

(ὁ ἐνάρετος, ὁ ἰσχυρός)

Ὁ στρατιωτικός καί πολιτικός ἀρχηγός τῶν Τρώων, γιός τοῦ Πριάμου καί τῆς Ἑκάβης, μεγαλύτερος ἀδελφός τοῦ Πάριδος, σύζυγος τῆς Ἀνδρομάχης. Ἔσωσε τόν Σαρπηδόνα καί ἀντιμετώπισε ὅλους τούς κορυφαίους τῶν Ἀχαιῶν, ἀκόμα καί τόν Ἀχιλλέα, ἐνῶ τραυμάτισε τόν Διομήδη, τόν Ὀδυσσέα καί τόν Ἀγαμέμνονα. Ἡ δειλία τοῦ ἀδελφοῦ του τόν ἀπέλπιζε, ἀλλά φερόταν πάντα καλά στήν Ἑλένη.


187

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἦταν πρότυπο οἰκογενειάρχη, ἐνῶ παροιμιώδης ἔμεινε ἡ φράση του «εἷς οἰωνός ἄριστος, ἀμύνεσθαι περί πάτρης» μέ τήν ὁποία πρότεινε τήν συνέχισι τοῦ ἀγῶνος ὑπέρ τῆς πατρίδος. Προβλέπει τήν πτῶσι τῆς Τροίας, ἀλλά μάχεται μέχρις ἐσχάτων, καθ’ ὅσον αὐτό θεωρεῖ χρέος του, φοβᾶται μᾶλλον τήν ντροπή, παρά τόν θάνατο. Σκοτώθηκε στήν ἐπική μονομαχία μέ τόν Ἀχιλλέα ὅπου ἦταν ἡ μόνη στιγμή πού λύγισε. Ἡ Ἀφροδίτη καί ὁ Ἀπόλλων δέν ἐπέτρεψαν νά φθαρεῖ τό σῶμα του, τό ὁποῖο κάλυψε ἡ θεά μέ ἀμβροσία. Ὅταν, κατ’ ἐντολήν τοῦ Διός, ἀποδόθηκε αὐτό στόν Πρίαμο, δέν εἶχε τήν παραμικρή κάκωσι. Θρηνήθηκε ἀπό τήν οἰκογένειά του καί ἕναν ὁλόκληρο λαό.

ANΔPOMAXH

(ἐκ τοῦ ἀνήρ + μάχη)

Θυγατέρα τοῦ Ὑετίωνος, πού ἦταν βασιλιάς τῆς Θήβης στήν Κιλικία, σύζυγος τοῦ Ἕκτορος καί μητέρα τοῦ Ἀστυάνακτος ἤ Σκαμανδρίου. Τόν πατέρα τῆς Ἀνδρομάχης καί τούς ἑπτά ἀδελφούς της φόνευσε ὁ Ἀχιλλεύς, ὅταν σέ κάποια ἐπιδρομή κατέστρεψε τήν Θήβη καί ἀπήγαγε τήν μητέρα της, ἀλλά τήν ἄφησε, ἀφοῦ πῆρε λύτρα. Ἀπό τήν τραγική ἀπώλεια τῶν γονέων της καί τῶν ἀδελφῶν της ἡ Ἀνδρομάχη ἀφοσιώθηκε μέ ἀγάπη πιστή στόν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος μέ τρυφερότητα ἀνταπέδιδε αὐτά τά αἰσθήματα. Μετά τήν πτῶσι τῆς Τροίας δόθηκε στόν γιό τοῦ Ἀχιλλέως, Νεοπτόλεμο, τόν ἀκολούθησε στήν Ἤπειρο καί ἀπέκτησε μέ αὐτόν τρία παιδιά τόν Μολοσσό, τόν Πίελο καί τόν Πέργαμο. Μετά τόν θάνατο τοῦ Νεοπτόλεμου, ἡ Ἀνδρομάχη παντρεύτηκε τόν μάντι Ἕλενο, ἀδελφό τοῦ Ἕκτορος καί μέ αὐτόν ἵδρυσαν στήν Ἤπειρο τό νέο Ἴλιον.


188

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

MENEΛAOΣ

(ἐκ τοῦ μένω, μένος + λαός ἤ στρατός στόν Ὅμηρο)

Ὁμηρικός ἥρωας καί βασιλιάς τῆς Σπάρτης, υἱός τοῦ Ἀτρέως, ἀδελφός τοῦ Ἀγαμέμνονος πού παντρεύτηκε καί αὐτός μία κόρη τοῦ Τυνδάρεω, τήν ὡραία Ἑλένη. Μετά τόν θάνατο τῶν ἀδελφῶν τῆς Ἑλένης, τῶν Διοσκούρων, κληρονόμησε τό βασίλειο τῆς Σπάρτης. Κάποτε ὁ Πάρις, μέ τήν βοήθεια τῆς Ἀφροδίτης, κατάφερε νά ἀπαγάγει τήν γυναίκα τοῦ Μενελάου μαζί μέ πολλούς θησαυρούς, ὅταν ἐκεῖνος ἔλειπε. Ἡ πρᾶξις αὐτή θεωρήθηκε ὑψίστη προσβολή καί ἔγινε ἡ αἰτία τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, ὅπου ἔλαβαν μέρος οἱ πιό σπουδαῖοι Ἕλληνες βασιλεῖς καί ἥρωες. Ὁ Μενέλαος ξεκίνησε γιά τήν Τροία μέ ἑξήντα πλοῖα, ἐνῶ διακρίθηκε σέ κάθε μάχη. Ἦταν ἀπό αὐτούς πού κλείσθηκαν στόν Δούρειο Ἵππο στήν τελευταία φάσι τοῦ ἀγῶνος. Μετά τήν πτῶσι τῆς Τροίας, παρέλαβε τήν Ἑλένη καί τήν συγχώρεσε γιά τήν ἀπιστία της, ἔζησε δέ μαζί της εὐτυχισμένα ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του.

EΛENH

(ἐκ τοῦ σέλ = φῶς, ἡ φωτεινή)

Εἶναι ἡ περιώνυμη γιά τήν ὀμορφιά της σύζυγος τοῦ βασιλέως τῆς Σπάρτης Μενελάου καί ἡ αἰτία τοῦ Τρωικοῦ πολέμου. Κατά τήν μυθική παράδοσι, τήν ὁποία μεταδίδει ὁ Ὅμηρος, ἦταν θυγατέρα τῆς Λήδας, πού ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλέως τῆς Σπάρτης Τυνδάρεω καί τοῦ Διός, πού συναντήθηκε καί συνευρέθηκε ἐρωτικά μέ τήν Λήδα μέ τήν μορφή τοῦ κύκνου. Ὅταν ἡ Ἑλένη ἦταν δέκα ἑπτά χρόνων ἀπήχθη ἀπό τόν Θησέα καί τόν Πείριθο, οἱ ὁποῖοι τήν ἔφεραν στίς Ἀφίδνες. Mετά ἀπό κλῆρο περιῆλθε στόν Θησέα καί ἐκεῖνος τήν ἔδωσε στήν μητέρα του Αἴθρα γιά φύλαξι. Ἐν τέλει ἀπήχθη ἀπό τόν Πάρι, υἱό τοῦ βασιλέως τῆς Τροίας Πριάμου καί


189

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

μέ ἀφορμή τήν ἀπαγωγή της ἔγινε ὁ Τρωικός πόλεμος. Μετά τόν θάνατο τοῦ Πάριδος ἡ Ἑλένη παντρεύτηκε τόν ἀδελφό του, τόν Δηίφοβο, μετά δέ τήν ἅλωσι τῆς Τροίας ἡ Ἑλένη ἐπανῆλθε στόν Μενέλαο, καί ἔζησαν στήν Σπάρτη μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς των.

AΓAMEMNΩN

(ἐκ τοῦ ἄγαν + μέμνων = σταθερός)

Ὁ ἀρχηγός τῶν Ἑλλήνων κατά τόν Τρωικό πόλεμο, υἱός τοῦ Ἀτρέως, ἐγγονός τοῦ Πέλοπος, ἀδελφός του Μενελάου καί σύζυγος τῆς Κλυταιμνήστρας, ἀπό τήν ὁποία καί κατά τήν ὁμηρική παράδοσι ἀπέκτησε τρεῖς θυγατέρες, τήν Χρυσόθεμι, τήν Ἠλέκτρα καί τήν Ἰφιγένεια καί ἕναν υἱό, τόν Ὀρέστη. Ἦταν βασιλιάς τῶν Μυκηνῶν, ὁλόκληρου τοῦ Ἄργους καί τῶν νήσων καί γιά τοῦτο γίνεται ἀρχιστράτηγος τῶν ἡγεμόνων πού ἐξεστράτευσαν κατά τῆς Τροίας μέ 100 δικά του πλοῖα. Προσεφέρθη νά θυσιάσει τήν κόρη του Ἰφιγένεια γιά νά κατευνάσει τήν Ἀρτέμιδα πού εἶχε σταματήσει τόν στόλο. Τήν κόρη ἔσωσε τήν τελευταία στιγμή ἡ ἴδια ἡ θεά. Στήν μάχη εἶναι ὑπερήφανος, ἐνθουσιώδης, ὅμως ταλαντεύεται καί ἀποθαρρύνεται εὔκολα. Μεγάλη διαμάχη εἶχε ὁ Ἀγαμέμνων μέ τόν Ἀχιλλέα μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀποχή αὐτοῦ ἀπό τίς πολεμικές ἐπιχειρήσεις, λόγῳ τῆς Βρησηίδος, διαμάχη πού εἶχε ἀπροσδόκητες συνέπειες στήν ἐξέλιξι τῆς μάχης. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τήν Τροία, δολοφονήθηκε ἀπό τόν ἐραστή τῆς γυναίκας του Αἴγισθο, φόνο πού ἀργότερα ἐκδικήθηκε ὁ γιός του Ὀρέστης.

KΛYTAIMNHΣTPA

(ἐκ τοῦ κλυτός + μνάομαι, μνῶμαι, μνήμη)

Βασίλισσα τῶν Μυκηνῶν, θυγατέρα τοῦ Τυνδάρεω καί τῆς Λήδας, ἀδελφή τῆς περίφημης Ἑλένης, τῆς Τιμάνδρας καί τῶν Διοσκούρων


190

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Κάστορος καί Πολυδεύκους. Καί οἱ τρεῖς ἀδελφές χαρακτηρίζονται, ἰδίως ἀπό τόν Στησίχορο, ὅτι ἀπάτησαν τούς συζύγους τους, γιατί ὁ πατέρας τους δέν προσέφερε θυσία στήν Ἀφροδίτη. Ὁ Εὐριπίδης ἀναφέρει ὡς πρῶτο σύζυγό της τόν Τάνταλο, τόν ὁποῖο φόνευσε ὁ Ἀγαμέμνονας. Στήν Ἰλιάδα ὁ Ἀγαμέμνων τήν ὀνομάζει «κουριδίην ἄλοχον», δηλαδή νόμιμη σύζυγο, ἀλλά στήν Ὀδύσσεια ἐμφανίζεται ὡς ἄπιστη σύζυγος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι στήν ἀρχή εἶχε ἀντισταθεῖ στίς δολοπλοκίες τοῦ Αἰγίσθου, τελικά ὅμως ὑπέκυψε. Συμμετεῖχε, μέ τήν ἀνοχή της, στήν δολοφονία τοῦ Ἀγαμένονος ἀπό τόν ἐραστή της, σκότωσε μέ τά ἴδια τά χέρια της τήν Κασσάνδρα. Τήν ντροπή ξέπλυνε ὁ γιός τοῦ Ἀγαμέμνονος Ὀρέστης σκοτώνοντας καί τόν Αἴγισθο καί τήν μητέρα του, μέ τίς γνωστές συνέπειες.

ΠAPIΣ

(πιθανόν ἐκ τοῦ παρά + ις = δύναμις)

Ἦταν ὁ υἱός τοῦ βασιλέως τῆς Τροίας Πριάμου, καί τῆς Ἑκάβης πού ὀνομαζόταν καί Ἀλέξανδρος. Ὅταν ἡ μητέρα του τόν κυοφοροῦσε, ὀνειρεύτηκε πώς γέννησε ἕναν δαυλό πού ἔκαψε ὅλοκληρο τό Ἴλιον. Μέ τήν βοήθεια τῆς Ἀφροδίτης, τήν ὁποία εἶχε ἐπιλέξει ὡς τήν ὀμορφότερη δίνοντάς της τό μῆλο τῆς Ἔριδος, πῆγε στήν Σπάρτη καί φιλοξενήθηκε ἀπό τόν βασιλιά Μενέλαο. Ὁ Πάρις ἐπωφελήθηκε ἀπό τήν ἀπουσία τοῦ Μενελάου καί ἀπήγαγε τήν Ἑλένη, παίρνοντας μαζί του καί πολλούς θησαυρούς. Ἔτσι προκάλεσε τόν Τρωικό πόλεμο, γιά τήν ἁρπαγή τῆς ὡραίας Ἑλένης, προκειμένου ἀφ’ ἑνός μέν νά ἐκδικηθοῦν τούς Τρῶες, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ξαναπάρουν πίσω τήν Ἑλένη. Κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου, ἡττᾶται ἀπό τόν Μενέλαο, σώζεται ὅμως ξανά μέ τήν βοήθεια τῆς Ἀφροδίτης. Ἦταν αὐτός πού τραυμάτισε θανάσιμα τόν Ἀχιλλέα στήν πτέρνα, ὕστερα ἀπό ὑπόδειξι τοῦ Ἀπόλλωνος, σκοτώθηκε ὅμως ἀπό τόν τοξότη Φιλοκτήτη, ὁ ὁποῖος εἶχε κληρονομήσει τά δηλητηριώδη βέλη τοῦ Ἡρακλέους.


191

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

KAΣΣANΔPA

(ἐκ τοῦ κέκασμαι = λάμπω)

Ἦταν ἡ ὀμορφότερη καί καλλίτερη ἀπό τίς κόρες τοῦ Πριάμου, βασιλέως τῆς Τροίας, καί τῆς Ἑκάβης. Τήν Κασσάνδρα γιά τό κάλλος της τήν ζήτησε σέ γάμο ὁ Ὀρθυονεύς ἀπό τόν Κάβησο, χωρίς προῖκα, καί πρόθυμος νά θυσιαστεῖ ὑπέρ τῆς Τροίας, ἐφονεύθη ὅμως πρίν γίνει ὁ γάμος. Ἔλαβε ἀπό τόν Ἀπόλλωνα τό χάρισμα νά προφητεύει, ἀλλά ὅμως ἐπειδή δέν ἀνταποκρινόταν στά αἰσθήματα τοῦ θεοῦ, τό δῶρο αὐτό πού τῆς χάρισε, τό ἔκανε ἄδωρο, γιατί, καίτοι προφήτευε ἡ Κασσάνδρα, ἐν τούτοις δέν γινόταν πιστευτή. Ἔτσι ἀκριβῶς ἔγινε, ὅταν προεῖπε τήν καταστροφή τῆς Τροίας μέ αἴτιους τούς Πάρι καί Ἑλένη. Ἀκόμη καί ὅταν προέτρεψε τούς Τρῶες νά μή δεχθοῦν τόν Δούρειο ἵππο, δέν ἔπεισε κανέναν. Μετά τήν ἄλωσι, κατέφυγε στόν βωμό τῆς Ἀθηνᾶς καί ἀγκάλιασε τό Παλλάδιον, ὁ Αἴας ὁ Λοκρός ὅμως τήν πῆρε διά τῆς βίας καί τήν παραχώρησε στόν Ἀγαμέμνονα πού τήν ἔφερε στίς Μυκῆνες. Γιά τήν πρᾶξι του αὐτή ὁ Αἴας τιμωρήθηκε ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἀχαιούς ἀλλά καί ἀπό τήν θεά. Ἐπειδή ἡ Κασσάνδρα προφήτευε πάντα δυσάρεστα πράγματα, ἔδωσε τό ὄνομά της σέ ὅλους τούς μάντεις κακῶν.

ΛAOKOΩN

(ἐκ τοῦ λαός + κοέω = ἀκούω)

Ἱερεύς καί μάντις τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος στήν Τροία, ὁ ὁποῖος ὅμως κατ’ ἀντίθεσι μέ τούς ἱερεῖς τοῦ θεοῦ, δέν ἔμεινε ἄγαμος. Μάταια προσπάθησε νά προειδοποιήσει τούς Τρῶες γιά τόν ὕπουλο Δούρειο ἵππο, μέ τήν περίφημη φράση «φοβοῦ τούς Δαναούς καί δῶρα φέροντας». Ἀμέσως δυό τεράστια φίδια ξεπρόβαλαν ἀπό τήν θάλασσα καί τόν ἔπνιξαν μαζί μέ τούς δυό υἱούς του, διότι οἱ θεοί εἶχαν προαποφασίσει τήν μοίρα τῆς πόλεως. Τό περι-


192

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

στατικό αὐτό ἀποτυπώθηκε στό ἀριστουργηματικό μαρμάρινο σύμπλεγμα πού κοσμεῖ σήμερα τό μουσείου τοῦ Βατικανοῦ, ἔργο τῶν Ρόδιων καλλιτεχνῶν Ἀλησάνδρου, Πολυδώρου καί Ἀθηνοδώρου.

ΔOYPEIOΣ IΠΠOΣ

(ἐκ τοῦ δρῦς, -ός, ξύλινος ἵππος)

Ξύλινο, γιγάντιο ἄλογο, τό ὁποῖο οἱ πολιορκοῦντες τήν Τροία Ἀχαιοί κατά συμβουλή τοῦ Ὀδυσσέως, κατασκεύασαν καί μέσα στό ὁποῖο κρύφτηκαν οἱ ἀνδρειότεροι τῶν πολεμιστῶν. Τό ἄφησαν ἔξω ἀπό τά τείχη τῆς Τροίας καί προσποιήθηκαν ὅτι ἀναχώρησαν μέ τά πλοῖα τους. Οἱ Τρῶες, ἀφοῦ ἐξῆλθαν ἀπό τήν πόλι, ἐσκέπτοντο τί νά πράξουν γιά τόν Δούρειο ἵππο, τόν ὁποῖο θεωροῦσαν ὅτι οἱ Ἀχαιοί ἄφησαν ὡς τάμα γιά τούς θεούς, μερικοί δέ ἀπό αὐτούς εἶπαν ὅτι πρέπει νά μεταφέρουν αὐτόν μέσα στήν πόλι. Ὁ ἱερέας ὅμως τοῦ Ἀπόλλωνος Λαοκόων, φοβούμενος τήν δολιότητα τῶν πολιορκητῶν, χτύπησε μέ δόρυ τά πλευρά τοῦ ἀλόγου, ἡ δέ ἀντίχησις ἀπό τό χτύπημα ἀπέδειξε ὅτι ἦταν κοῖλο (κούφιο) καί εἶπε στούς Τρῶες νά τόν ἀφήσουν ἔξω ἀπό τήν πόλι. Ἐκείνη ἀκριβῶς τήν στιγμή δράκοντες, πού ἐστάλησαν ἀμέσως ἀπό τούς θεούς, φόνευσαν τόν Λαοκόοντα καί τά δύο παιδιά του, οἱ δέ Τρῶες, ἀφοῦ ἐπίστεψαν ὅτι ἐπρόκειτο περί θείας τιμωρίας γιά τήν δυσπιστία του, ἀποφάσισαν νά εἰσάγουν τόν Δούρειο ἵππο μέσα στήν πόλι, καί ἔτσι γκρέμισαν μέρος τοῦ τείχους. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, λοιπόν κυριεύτηκε τό Ἴλιον.

AIAΣ

(ἐκ τοῦ ἀΐσσω = ὁρμῶ)

Ὁ διαπρεπέστερος τῶν ἡρώων στήν Τροία μετά τόν Ἀχιλλέα. Ἦταν υἱός τοῦ Τελαμῶνος ἀπό τήν Σαλαμίνα. Οὗτος ὁ Τελαμών ἦταν


193

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

υἱός τοῦ Αἰακοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναχώρησε ἀπό τήν Οἰνώνη μέ πολλούς Μυρμιδόνες καί ἦλθε καί κατοίκησε στήν Αἴγινα. Ὁ Αἴας ἦταν ἐξάδελφος τοῦ Ἀχιλλέως, εἶχε θηριώδη ὄψι καί ἦταν ἐπίσης ἄτρωτος. Εἶχε ὅμως συγγένεια καί μέ τόν Πρίαμο, μιά ἀκόμα ἀπόδειξι ὅτι ὁ Τρωικός ἦταν ἕνας ἐμφύλιος πόλεμος. Ὅταν σκοτώθηκε ὁ Ἀχιλλεύς, τά ὅπλα του θά δίνονταν στόν γενναιότερο μαχητή, ὁ Ὀδυσσεύς ὅμως μέ τέχνασμα κατόρθωσε νά τά πάρει αὐτός ἀντί τοῦ Αἴαντος, κάτι πού προκάλεσε τήν φοβερή ὀργή του.

ΠOΔAΛEIPIOΣ

(ἐκ τοῦ πούς + λείριον = κρίνος)

Ὁμηρικός ἥρωας ἀπό τήν Τρίκκη τῆς Θεσσαλίας, πού μετέσχε στόν Τρωικό πόλεμο ὡς ἡγεμόνας, μαζί μέ τόν ἀδελφό του Μαχάονα μέ τριάντα πλοῖα. Ἐθεωρεῖτο υἱός τοῦ Ἀσκληπιοῦ καί τῆς Ἠπιόνης, ἦταν γνώστης τῆς ἰατρικῆς καί θεράπευσε καί τόν Φιλοκτήτη. Πολέμησε μέ πρωτόγνωρη γενναιότητα στήν πολιορκία τῆς Τροίας. Μετά τήν ἅλωσι ὁ Ποδαλείριος ἔφθασε στήν Καρία, ὅπου ναυάγησε καί τόν περισυνέλεξε ὁ βασιλιάς της, ὁ Δάμανθος. Ἔμεινε ἐκεῖ μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του καί ἔκτισε τίς πόλεις Σμύρνο καί Βύβασσο.

ΔIOMHΔHΣ

(= φροντίδα τοῦ Διός)

Φοβερός πολεμιστής, υἱός τοῦ Τυδέως καί τῆς κόρης τοῦ Ἀδράστου Δηιπύλης, ἐγγονός τοῦ Οἰνέως, βασιλέως τῶν Αἰτωλῶν. Ἀφοῦ ἐκδικήθηκε τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος σκοτώθηκε στόν πόλεμο τῶν ἑπτά ἐπί Θήβας, ἐξεστράτευσε ἐναντίον τῆς Τροίας προσφέροντας 80 πλοῖα στό πλευρό τοῦ Ἀγαμέμνονος. Ὑποσχέθηκε στήν


194

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

προστάτιδα του Ἀθηνᾶ ὅτι θά πληγώσει τήν Ἀφροδίτη στό χέρι καί τό ἔκανε. Πλήγωσε ἀκόμη καί τόν Ἄρη, τόν θεό τοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στόν Ὄλυμπο μέ κραυγές πόνου. Ἀρνήθηκε νά μονομαχήσει ὅμως μέ τόν Γλαῦκο, διότι οἱ πρόγονοί τους συνδέονταν μέ τούς ἱερούς ὅρκους τῆς φιλοξενίας. Ἦταν αὐτός πού ἔκλεψε τό Παλλάδιον (χωρίς αὐτό δέν θά μποροῦσε νά ἁλωθεῖ ἡ Τροία), ἐνῶ σκότωσε τόν βασιλιά τῆς Θράκης Ρῆσο, μοιράζοντας τά ὑπέροχα ἄλογά του μέ τόν Ὀδυσσέα. Μετά τήν ἅλωσι, γύρισε στήν πατρίδα του ὅπου ἡ Ἀφροδίτη τοῦ ἐπιφύλαξε προβλήματα μέ τήν γυναίκα του Αἰγιάλη, ἐνῶ πέθανε σέ μεγάλη ἡλικία στήν Ἀδριατική, ὅπου μαζί μέ τούς συντρόφους του μεταμορφώθηκαν σέ θαλασσοπούλια.

AIΓIAΛH

(αἰγιαλός = παραλία)

Κόρη τοῦ Ἀδράστου καί τῆς Ἀμφιθέας, σύζυγος τοῦ Διομήδους. Κατά τήν ἀπουσία τοῦ μεγάλου ἥρωος στόν Τρωικό πόλεμο, ἀνέμενε πιστή τήν ἐπιστροφή του, ὅμως ὅταν ἐκεῖνος ἐπανῆλθε, ἡ Ἀφροδίτη, ἐπειδή ὁ Διομήδης εἶχε καταφέρει νά τήν τραυματίσει, ἐνέπνευσε στήν γυναίκα του ἐρωτικό πάθος γιά διάφορους ἄνδρες, τούς ὁποίους ἔπεισε νά σκοτώσουν τόν ἄνδρα της, πρᾶγμα ἀδύνατον ἀφοῦ ὁ Διομήδης ἦταν ὁ μεγαλύτερος πολεμιστής μετά τόν Ἀχιλλέα. Ὁ Διομήδης, πού δέν ἤθελε νά τήν σκοτώσει, κατέφυγε ἀρχικά σέ ἕνα ἱερό τῆς Ἥρας καί ἐγκατέλειψε νύχτα τό Ἄργος.

NAYΠΛIOΣ

(ἐκ τοῦ ναῦς + πλέω, πλοῦς)

Υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Δαναΐδος Ἀμυμώνης, φέρεται ὡς ἱδρυτής τοῦ ἐπινείου τῆς Τίρυνθος, τοῦ σημερινοῦ Ναυπλίου. Ἐπί-


195

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σης ὁ Ναύπλιος σχημάτισε τοπική ἀμφικτυονία μέ κέντρο τό ἱερό τοῦ Ποσειδῶνος στήν Καλαυρεία. Ἔκτισε τήν Ναυπλία μέ τήν βοήθεια τοῦ Δαναοῦ ἤ μετά τῶν Δρυόπων (Ἀρκάδων). Μετεῖχε στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία καί γιά κάποιο χρόνο κυβέρνησε τήν Ἀργώ. Λέγεται ὅτι ἦταν αὐτός πού ἀνακάλυψε τόν ἀστερισμό τῆς Mικρῆς Ἄρκτου. Γιός του ἦταν ὁ Παλαμήδης, ἕνας ἀπό τούς ἥρωες τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, πού σκοτώθηκε διά λιθοβολισμοῦ στό στρατόπεδο τῶν Ἀχαιῶν. Ὁ Ναύπλιος γιά νά ἐκδικηθεῖ τόν Ἀγαμέμνονα, τόν ὁποῖο θεωροῦσε ὑπαίτιο, βοήθησε τόν Αἴγισθο στίς σχέσεις του μέ τήν Κλυταιμνήστρα, ἐνῶ ἔστησε ἐνέδρα στά πλοῖα πού ἐπέστρεφαν ἀπό τή Τροία καί τά ἔκαιγε.

ΠAΛAMHΔHΣ Ἥρωας τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου, υἱός τοῦ Ναυπλίου καί τῆς Κλυμένης. Φημιζόταν γιά τήν σοφία καί τήν ἐπινοητικότητά του καί ἦταν αὐτός πού ἐπινόησε τό ἑλληνικό ἀλφάβητο, τό ὁποῖο διαδόθηκε σέ ὅλη τήν Μεσόγειο. Θεωρεῖται ἐπίσης ἐφευρέτης τῆς ναυτιλίας, τῶν φάρων, τῶν μέτρων καί τῶν σταθμῶν, τῶν νομισμάτων, ἐπινοητής τῆς διαιρέσεως τοῦ χρόνου σέ tρες, ἡμέρες καί μῆνες, ἀλλά καί παιχνιδιῶν ὅπως οἱ πεσσοί, οἱ κύβοι κ.ἄ. Ἦταν αὐτός πού ξεσκέπασε τήν ἀπάτη τοῦ Ὀδυσσέως, ὁ ὁποῖος στήν ἀρχή ἔκανε τόν τρελό γιά νά ἀποφύγει νά ἐκστρατεύσει στήν Τροία. Γι’ αὐτό τόν λόγο, θέλοντας νά τόν ἐκδικηθεῖ, μηχανεύτηκε ἕνα σχέδιο πού παρουσίαζε τόν Παλαμήδη ὡς κατάσκοπο τῶν Τρώων, μέ ἀποτέλεσμα ὁ γιός τοῦ Ναυπλίου νά ἐκτελεσθεῖ διά λιθοβολισμοῦ. Ὁ Ναύπλιος ἀργότερα ἐκδικήθηκε τούς Ἀχαιούς γιά τόν φόνο τοῦ γιοῦ του.


196

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

OPEΣTHΣ

(ἐκ τοῦ ὄρνυμι = ξεσησώνομαι, ἐπαναστατῶ)

Υἱός τοῦ Ἀγαμέμνονος καί τῆς Κλυταιμνήστρας, μία ἀπό τίς τραγικότερες μορφές τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας. Ἦταν μόλις, δώδεκα ἐτῶν, ὅταν ἐπέστρεψε ὁ πατέρας του ἀπό τήν Τροία καί ὅταν ἀντιλήφθηκε τόν φόνο του ἀπό τή μητέρα του καί τόν ἐραστή της Αἴγισθο, ἀπομακρύνθηκε ἀπό τίς Μυκῆνες. Κατά τόν Νέστορα, ὅταν ὁ Αἴγισθος συμπλήρωσε τό ὄγδοο ἔτος τῆς βασιλείας του, ὁ Ὀρέστης αἰφνιδίως ἐπέστρεψε στίς Μυκῆνες ἀπό τήν Ἀθήνα καί φόνευσε τόν Αἴγισθο καί τήν Κλυταιμνήστρα. Ἦταν τότε ὁ Ὀρέστης εἴκοσι χρόνων. Ἡ διαγωγή του θεωρεῖται ὑποδειγματική γιά τόν ἠθικό κανόνα τῆς ἐποχῆς, ὅμως βασανίστηκε πολύ ἀπό τίς Ἐρινύες. Κληρονόμησε τό βασίλειο τοῦ πατέρα του καί τοῦ πρόσθεσε τό Ἄργος καί τήν Λακεδαίμονα. Νυμφεύφθηκε τήν Ἑρμιόνη, κόρη τῆς Ἑλένης καί τοῦ Μενελάου.

HΛEKTPA

(οἰωνεί Ἀλέκτρα, ἄνευ λέκτρων, ἡ ἄγαμος)

Ἕνα ἀπό τά δραματικότερα πρόσωπα τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας. Κόρη τοῦ Ἀγαμέμνονος καί τῆς Κλυταιμνήστρας, βασιλέων τῶν Μυκηνῶν. Συμμετεῖχε στήν ἐκδίκησι πού πῆρε ὁ ἀδελφός της Ὀρέστης, σκοτώνοντας τήν μητέρα τους καί τόν ἐραστή της Αἴγισθο, οἱ ὁποῖοι δολοφόνησαν τόν πατέρα τους ὅταν αὐτός γύρισε θριαμβευτής ἀπό τήν Τροία. Ἦταν παντρεμένη μέ ἕναν χωρικό ἀλλά παρέμεινε παρθένος. Μετά τήν ἐκδίκησι τοῦ θανάτου τοῦ πατέρα της, παντρεύτηκε μέ τόν καλύτερο φίλο τοῦ ἀδελφοῦ της, τόν Πυλάδη, ἀπό τόν ὁποῖο γέννησε τόν Μέδοντα καί τόν Στρόφιο. Στίς τραγωδίες τοῦ Αἰσχύλου, τοῦ Εὐρυπίδου καί τοῦ Σοφοκλέους παρουσιάζεται ὡς ἡρωική ψυχή. Ζεῖ βασανισμένη καί ταπεινωμένη ἄν καί δέν κυνηγήθηκε ἀπό τίς


197

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἐρινύες. Ἡ μορφή της ἀποτυπώθηκε σέ ἑκαντάδες εἰκόνες, σύμβολα, ἀγγεῖα, ἐνῶ οἱ ὁμώνυμές της τραγωδίες θεωροῦνται ἀπό τά ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς λογοτεχνίας.

AIΓIΣΘOΣ

(ἐκ τοῦ αἴξ + θάω = ὁ αἴγας θηλάσας)

Υἱός τοῦ Θυέστου, ἀδελφοῦ τοῦ Ἀγαμέμνονος ὁ ὁποῖος βασίλευσε στίς Μυκῆνες. Ὁ Ὅμηρος διηγεῖται ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἀγαμέμνων πολεμοῦσε πρό τῶν τειχῶν τῆς Τροίας, ὁ Αἴγισθος, παραμένοντας στό σπίτι, προσπαθοῦσε νά διαφθείρει τήν γυναίκα του, τήν Κλυταιμνήστρα. Ὁ Αἴγισθος ἀφοῦ ἐπέτυχε τόν σκοπό του, σέ ἐνέδρα πού ἔστησε μέ δικούς του ἀνθρώπους, φόνευσε τόν Ἀγαμέμνονα πού ἐπέστρεψε ἀπό τήν Τροία καί ἔτσι βασίλευσε ἑπτά ἔτη στίς Μυκῆνες, ὅπου κατά τόν ὄγδοο χρόνο τόν φόνευσε ὁ Ὀρέστης, ἐκδικούμενος τόν θάνατο τοῦ πατέρα του.

ΠAΛΛAΔION (ἐκ τοῦ πάλλας)

Εἴδωλο ὁπλισμένο μέ θεϊκή δύναμι, πού κατά τήν ἀντίληψι τῶν ἀρχαίων προστάτευε τήν πόλι πού τό κατεῖχε. Τά εἴδωλα αὐτά, ἀπό τά ὁποῖα ἐξαρτοῦσαν τήν ἀσφάλειά τους οἱ πόλεις, ὑπῆρχαν στήν παλαιότατη θρησκεία τῶν Ἑλλήνων, οἱ δέ θεοί πού ἀπεικονίζονταν ἦσαν ὁ Ἀπόλλων, ἡ Ἀφροδίτη καί κατ’ ἐξοχή ἡ Παλλάς Ἀθηνᾶ. Τό πιό περίφημο ἀπό αὐτά ἦταν τῆς Τροίας, τό ὁποῖο δώρισε ὁ Ζεύς στόν Δάρδανο καί τό ὁποῖο ὑφάρπαξε ὁ Διομήδης μέ τήν βοήθεια τοῦ Ὀδυσσέως, διότι πίστευαν ὅτι δέν θά μποροῦσαν νά καταλάβουν τήν Τροία ὅσο ὁ ἱερός αὐτός θησαυρός βρισκόταν στήν κατοχή της.


198

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΙΦIΓENEIA

(ἐκ τοῦ ἴφι + γένος, γόνος, ἡ ἐξ ἰσχυρῆς γενιᾶς)

Θυγατέρα τοῦ Ἀγαμέμνονος καί τῆς Κλυταιμνήστρας. Συχνά ταυτίζεται μέ τήν Ἰφιάνασσα τοῦ Ὁμήρου. Στήν Αὐλίδα, κατά τούς τραγικούς, ἦταν συγκεντρωμένος ὁ στόλος τῶν Ἑλλήνων γιά τήν ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς Τροίας. Ὅμως ἐπικρατοῦσε πλήρης νηνεμία καί δέν μποροῦσαν νά ἀποπλεύσουν, ἐπειδή ἡ Ἄρτεμις ἦταν ὀργισμένη μέ τόν Ἀγαμέμνονα πού εἶχε σκοτώσει τό ἱερό ἐλάφι της καί συγκρατοῦσε τούς ἄνεμους. Ὁ μάντις Κάλχας, τότε, συμβούλευσε τόν Ἀγαμέμνονα, ὅτι μέ τήν θυσία τῆς κόρης του Ἰφιγένειας μπορεῖ νά ἐξευμενίσει τήν θεά, νά φυσήξουν οἱ ἄνεμοι καί νά ἀποπλεύσει ὁ στόλος. Ὁ Ἀγαμέμνων στενοχωρήθηκε πολύ ἀπό τόν χρησμό τοῦ μάντεως καί βρισκόταν σέ μεγάλο δίλημμα περί τοῦ πρακτέου, ἀλλά πιεζόταν πολύ ἀπό τόν Μενέλαο καί τόν Ὀδυσσέα γιά νά φύγουν τό δυνατό συντομότερο. Ἐκτός ὅμως ἀπό τούς πραγματικούς αὐτούς λόγους, ὑπῆρχε καί ἡ φιλοδοξία του νά ἡγηθεῖ τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῆς Τροίας, γι’ αὐτό καί προκειμένου νά ἐπιτύχει τόν σκοπό του, ἔγραψε στήν Κλυταιμνήστρα νά φέρει τήν Ἰφιγένεια στήν Αὐλίδα, γιά νά τήν παντρέψει τάχα μέ τόν Ἀχιλλέα. Ἡ Κλυταιμνήστρα μόλις πῆρε τό «χαρμόσυνο» μήνυμα τοῦ ἄνδρα της γιά τόν γάμο τῆς κόρης των μέ τόν Ἀχιλλέα, ἀμέσως ἐκτέλεσε τήν ἐντολή του καί πῆγαν στήν Αὐλίδα καί ἐκεῖ ἀφοῦ ἔμαθαν τόν ἀληθῆ σκοπό τοῦ συζύγου καί πατέρα, παρακαλοῦν καί ἱκετεύουν αὐτόν νά μή θυσιάσει τήν κόρη του. Μπροστά ὅμως στήν ἐπιμονή τοῦ Ἀγαμέμνονος νά ἐκπληρώσει τόν χρησμό τοῦ Κάλχαντος καί τήν ἄρνησι τῆς μητέρας της, ἡ Ἰφιγένεια μέ γενναιότητα προσφέρει τόν ἑαυτόν της γιά θυσία πρός τιμήν τῆς πατρίδος. Τότε ἡ θεά Ἄρτεμις μέ θαυμαστό τρόπο ἔστειλε ἕνα ἐλάφι στόν βωμό ὡς θύμα, τήν δέ παρθένο κόρη τήν μεταφέρει στήν Ταυρίδα ὡς ἱέρεια τοῦ ναοῦ της. Μετά τό τέλος τοῦ Τρωικοῦ πολέμου καί μετά τόν φόνο τοῦ Ἀγαμέμνονος ἀπό τήν Κλυταιμνήστρα καί


199

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τήν δολοφονία αὐτῆς ἀπό τόν υἱό της Ὀρέστη, τό μαντεῖο τοῦ Ἀπόλλωνος χρησμοδότησε ὅτι ὁ Ὀρέστης θά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν μανία τῶν Ἐρινύων, ἐάν ἀπαγάγει ἀπό τήν Ταυρίδα τό ἄγαλμα τῆς Ἀρτέμιδος. Ἔτσι μαζί μέ τόν φίλο του Πυλάδη πῆγαν στήν Ταυρίδα γιά νά ἐκτελέσουν τόν χρησμό τοῦ μαντείου τοῦ Ἀπόλλωνος καί νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν μανία. Ἐκεῖ ὅμως, κατά τούς νόμους τῆς χώρας, κάθε ξένος θυσιαζόταν, ἀλλά ὁ Ὀρέστης ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τήν Ἰφιγένεια καί μέ τήν ἐξυπνάδα της ἀπέπλευσαν γιά τήν Ἑλλάδα, παίρνοντας μαζί τους καί τό ξόανο τῆς θεᾶς. Ἡ Ἰφιγένεια κατέφυγε τότε στόν ἀττικό δῆμο τῆς Βραυρῶνος, ὅπου καί ἀπέθανε ὡς ἱέρεια. Μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της ἦταν γενναία, μεγαλόψυχη, ἔξυπνη, πρόθυμη γιά θυσία, ἀξιοπρεπής στόν πόνο.

ΔHIΔAMEIA Θυγατέρα τοῦ Λυκομήδους, βασιλέως τῆς Σκύρου, σύζυγος τοῦ Ἀχιλλέως καί μητέρα τοῦ Νεοπτόλεμου. Ἀκόμη ὀνομάζεται καί Πύρρα. Ὁ Ἀχιλλέας ἔλαβε τήν Δηιδάμεια ὡς γυναίκα του, ἀφοῦ κυρίευσε τήν νῆσο Σκύρο. Σύμφωνα ὅμως μέ ἄλλη παράδοσι, ὁ Ἀχιλλεύς ἀπεστάλη ἀπό τήν μητέρα του, ντυμένος κορίτσι, στά ἀνάκτορα τοῦ Λυκομήδους καί ἀνατρέφετο μαζί μέ τίς θυγατέρες του. Εἶχε ὅμως ἐρωτική σχέσι μέ τήν Δηιδάμεια. Ἔτσι μετά ἀπό κάποιο χρόνο ἡ Δηιδάμεια γέννησε τόν Νεοπτόλεμο, κατόπιν δέ ἀπόκτησε καί δεύτερο υἱό, τόν ὀνομαζόμενο Ὄνειρο. Μετά τήν ἅλωσι τῆς Τροίας ὁ Νεοπτόλεμος ἔδωκε τή μητέρα του ὡς σύζυγο στόν Ἕλενο. Περαιτέρω καί κατ’ ἄλλη παράδοσι ἡ Δηιδάμεια ἦταν θυγατέρα τοῦ Βελλερεφόντου καί σύζυγος τοῦ Εὐάνδρου ἀπό τήν Λυκία, μητέρα τοῦ περίφημου ὁμηρικοῦ ἥρωα Σαρπηδόνος.


200

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΦIΛOKTHTHΣ

(ἐκ τοῦ φιλῶ + κτῆμα, κτῆσις)

Ἥρωας τῶν Ἀχαιῶν ἀπό τήν Μαγνησία, ὁ ὁποῖος ἀπεικονίζεται ὁπλισμένος μέ ἀνίκητα βέλη πού τοῦ εἶχε δωρίσει ὁ Ἡρακλῆς. Ἔλαβε μέρος στήν ἐκστρατεία τῆς Τροίας, ἀλλά κατά τήν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ οἱ σύντροφοί του τόν ἐγκατέλειψαν στήν Λῆμνο, ἐξ αἰτίας ἀνυπόφορης δυσωδίας, πού δημιουργοῦσε μία πληγή ἀπό γάγγραινα στό πόδι του ἀπό δάγκωμα φιδιοῦ στόν βωμό τῆς Ἀρτέμιδος στήν Τένεδο. Ὕστερα ἀπό δέκα χρόνια οἱ Ἕλληνες ἀναγκάστηκαν νά ζητήσουν τήν βοήθειά του, χωρίς τήν ὁποία, σύμφωνα μέ ἕνα χρησμό, δέν θά κατακτοῦσαν ποτέ τήν Τροία. Θεραπεύθηκε ἀπό τόν Μαχάωνα καί ἦταν αὐτός πού σκότωσε τόν Πάρι κατά τήν ἅλωσι τῆς Τροίας. Ἡ κατάρα ἐναντίον τῶν Ἀχαιῶν χτύπησε καί αὐτόν, στήν ἐπιστροφή περιπλανήθηκε πολλά χρόνια, μέχρι νά φθάσει στήν Σικελία, ὅπου καί ἀπέθανε, χτίζοντας ὅμως μεγάλες πόλεις ὅπως ἡ Πετηλία καί ἡ Κρίμισσα.

ΠATPOKΛOΣ

(πατήρ-πατρίς + κλέος = ἡ δόξα τῆς πατρίδος)

Υἱός τοῦ Μενοιτίου ἀπό τήν Λοκρίδα, ἐγγονός τοῦ Ἄκτορος καί τῆς Αἰγίνης, συγγενής καί ἐπιστήθιος φίλος τοῦ Ἀχιλλέως. Ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδί σκότωσε κατά λάθος τόν γιό τοῦ Ἀμφιδάμαντος κι αὐτό ἔγινε αἰτία ὁ πατέρας του νά τόν παραδώσει στόν Πηλέα γιά νά τόν προστατεύσει. Ἔτσι ἀνατράφηκε μαζί μέ τόν Ἀχιλλέα, τόν ὁποῖο ἀκολούθησε καί πολέμησε στό πλευρό του στήν Τροία. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀχιλλέας φιλονίκησε μέ τόν Ἀγαμέμνονα καί ἀποσύρθηκε ἀπό τήν μάχη, ὁ Πάτροκλος τόν ἔπεισε νά φορέσει αὐτός τήν πανοπλία του καί νά τρέξει νά βοηθήσει τούς Ἀχαιούς πού πιέζονταν ἰδιαίτερα τήν συγκεκριμένη στιγμή, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι καί μόνο ἡ


201

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἐμφάνισις τοῦ Ἀχιλλέως θά τρομοκρατοῦσε τούς Τρῶες, πρᾶγμα πού ἔγινε. Ὁ Ἕκτωρ ὅμως, πού δέν φοβόταν, τόν ἀντιμετώπισε καί τόν σκότωσε μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἀπόλλωνος. Ἡ θλίψις τοῦ Ἀχιλλέως γιά τόν χαμό τοῦ μοναδικοῦ του φίλου ἦταν ἀπερίγραπτη καί ὁρκίστηκε νά ἐκδικηθεῖ τόν θάνατό του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ´

Ὀδύσσεια Tό 2005 ἡ δημοσιογράφος Ἰουλία Πιτσούλη στό πόνημά της Μυ-

στική Ὀδύσσεια μετέφερε τήν ἐνδιαφέρουσα ἄποψι ὅτι ἡ Ὀδύσσεια εἶναι ὁ χάρτης τοῦ μυητικοῦ δρόμου κάθε ἀνθρώπου πρός τήν συνείδησι – τήν ἀληθινή πατρίδα. Οἱ σύντροφοι τοῦ \Oδυσσέως συμβολίζουν τίς προσωπικότητες πού πρέπει νά ἀπορροφήσει ἡ ψυχή γιά νά γίνει ἑνότητα. Οἱ Λωτοφάγοι συμβολίζουν τά ὑλικά ἀγαθά πού «κοιμίζουν» τήν ψυχή, ἐνῶ ὁ Κύκλωπας Πολύφημος τό «ἀσυνείδητο», μέσα στήν σπηλιά τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή χάνει τήν ταυτότητά της γιά νά ἀποκτήσει τήν ἐλευθερία της. Ὁ Αἴολος συμβολίζει τόν νοῦ, τήν ἐλεγχόμενη δύναμι, πού ὅταν ἀφεθεί ἀνεξέλεγκτη, ἀποπροσανατολίζει τήν ψυχή ἀπό τόν δρόμο της, ἐνῶ ἡ Κίρκη τήν δύναμι τοῦ σεξουαλικοῦ ἐνστίκτου, τό ὁποῖο ἐάν δέν τιθασευτεῖ καί χρησιμοποιηθεῖ δημιουργικά ὁ μυημένος δέν μπορεῖ νά προχωρήσει. Ἡ Σκύλλα καί ἡ Χάρυβδη τήν θυσία τῆς προσωπικότητος γιά τήν συνέχισι σέ ἀνώτερα ἐπίπεδα ὑπάρξεως, ἐνῶ ἤ Καλυψώ εἶναι ἡ σπειροειδής ἐξέλιξις, ἡ μεγάλη πλάνη πού ξεπερνιέται μόνο μέ τήν βοήθεια τῶν θεῶν. Στήν χώρα τῶν Φαιάκων γίνεται ἡ ἐξάγνισις καί παίρνεται ἡ τελική ἀπόφασις ἡ ὁποία δέν μπορεῖ πιά νά ἀλλάξει. Οἱ μνηστῆρες, τέλος, συμβολίζουν τά ἀρχετυπικά ἐγώ – αἰτίες πού ἐγκλωβίζουν τήν συνείδησι τῆς ψυχῆς. (Βλέπε καί Ραδάμανθυς Ἀναστασάκης, Eἰσαγωγή στήν Ὁμήρου Ὀδύσσεια, μετ. Κώστα Δούκα). Πλέον ἡ ψυχή ὁλοκλήρωσε τό μυητικό της ταξίδι στήν αὐτογνωσία καί ἑνώθηκε μέ τό φῶς, βρίσκοντας τήν ἀληθινή της πατρίδα. Ἕνα ταξίδι πού περιμένει τόν κάθε ἕναν ἀπό ἐμᾶς! Ὅπως γράφει κι ὁ ποιητής, «ἔτσι σοφός πού ἔγινες, μέ τόση πείρα, ἤδη θά τό κατάλαβες οἱ Ἰθάκες τί σημαίνουν».


203

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

OΔYΣΣEYΣ

(ἐκ τοῦ ὀδύσσομαι = μισῶ = ὁ μισηθείς ἀπό τούς θεούς λόγω κάποιων πράξεών του)

Ἕνας ἀπό τούς πρωταγωνιστές τοῦ Τρωικοῦ πολέμου καί ὁ ἥρωας τοῦ ἐπικοῦ ποιήματος τοῦ Ὁμήρου Ὀδύσσεια. Υἱός τοῦ Λαέρτη καί τῆς Ἀντίκλειας. Κάποτε ἐπισκέφτηκε τόν παππού του, τόν Αὐτόλυκο, καί σέ κυνήγι πληγώθηκε στό πόδι ἀπό κάπρο, ἡ δέ οὐλή πού ἔμεινε, χρησίμευσε ἀργότερα νά ἀναγνωρισθεῖ ἀπό τήν τροφό του. Ὅταν κατά διαταγή τοῦ πατέρα του πῆγε στήν Μεσσηνία γιά νά ζητήσει ἀπό τούς κατοίκους ἀποζημίωσι, ἐπειδή εἶχαν κλέψει τά ποίμνιά του, συνάντησε τόν Ἴφιτο πού τοῦ δώρισε τό περίφημο τόξο μέ τό ὁποῖο ἀργότερα φόνευσε τούς μνηστῆρες τῆς Πηνελόπης. Ὁ Ὅμηρος τόν ἐμφανίζει ὡς ἄνδρα ἐξαιρετικῆς σοφίας, εὐγλωττίας, ἐπινοητικότητος, θάρρους καί ἀντοχῆς. Ἦταν αὐτός πού ἐπινόησε τό τέχνασμα τοῦ Δουρείου ἵππου μέ τό ὁποῖο κατακτήθηκε ἡ Τροία, τιμωρήθηκε ὅμως ἀπό τούς θεούς σέ μακρόχρονη περιπλάνησι, λόγῳ τῶν προσβολῶν πού ἔγιναν σέ κάποιους ἀπό αὐτούς κατά τήν ἅλωσι, ἀλλά καί κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου. Σύμφωνα μέ τόν μάντη Τειρεσία, πέθανε σέ βαθιά γεράματα εὐτυχισμένος.

ΠHNEΛOΠH

(ἐκ τοῦ πηνίον = ὑφανθέν)

Θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῆς Σπάρτης Ἰκάρου καί τῆς Περιβοίας, ἀδελφή τῆς Ἰφθίμης. Ἔλαβε αὐτήν ὡς σύζυγο ὁ Ὀδυσσέας μέ πάρα πολύ μεγάλη προῖκα. Ἀπό τόν Ὅμηρο παριστάνεται ὡς πρότυπο τῆς συζυγικῆς πίστεως, τῆς μητρικῆς στοργῆς, τῆς γυναικείας σωφροσύνης καί εὐψυχίας. Χαρακτηρίζεται ὡραῖα ὡς ἡ Ἄρτεμις καί ἡ Ἀφροδίτη, ἡ ὁποία ἔχει «ἀγαθάς φρένας», ἄμεμπτη καί συνετή καί μολονότι ὁ Ὀδυσσέας εἶχε ἀφήσει ἐντολή σ αὐτήν νά ἔλθει σέ δεύ-


204

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τερο γάμο, ἄν αὐτός χαθεῖ, τοῦτο ὅμως δέν τό ἔπραξε. Ἀντίθετα, ἐξαπάτησε τούς ἐπίδοξους μνηστῆρες της λέγοντάς τους ὅτι θά παντρευόταν ὅταν τελείωνε τό ὑφαντό πού ὕφαινε γιά τόν πεθερό της, τόν Λαέρτη. Κάθε νύχτα ὅμως, ξήλωνε αὐτό πού εἶχε ὑφάνει τήν ἡμέρα στόν ἀργαλειό.

THΛEMAXOΣ

(ἐκ τοῦ τῆλε = μακρυά + μάχη)

Υἱός τοῦ Ὀδυσσέως καί τῆς Πηνελόπης. Ἦταν νήπιο ὅταν ὁ πατέρας του μετέβη στήν Τροία καί ὅταν ἔγινε εἴκοσι χρόνων βγῆκε πρός ἀναζήτησι αὐτοῦ, συνοδευόμενος ἀπό τήν Ἀθηνᾶ, ἡ ὁποία πῆρε τήν μορφή τοῦ συνετοῦ Μέντορος. Ὕστερα ἀπό πολλές περιπέτειες καί περιοδεῖες στή Σπάρτη, τήν Πύλο, τίς Φάρες καί ἀλλοῦ, γύρισε στήν Ἰθάκη καί διέφυγε τούς πολλούς, ἀπό τούς μνηστῆρες τῆς μητέρας του, κινδύνους. Κατόπιν βρῆκε τόν πατέρα του κοντά στόν χοιροβοσκό Εὐμαῖο καί τόν βοήθησε στήν ἐξολόθρευσι τῶν μνηστήρων της. Σύμφωνα μέ μία ἐκδοχή, ὁ Τηλέμαχος θεωρεῖται πατέρας τοῦ Ρώμου, τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ρώμης, ἐνῶ κατ’ ἄλλη ἐκδοχή νυμφεύθηκε τήν Ναυσικᾶ τήν κόρη τοῦ βασιλέως τῶν Φαιάκων Ἀλκινόου, καί ἀπέκτησε τόν Περσέπτολη.

ΛAEPTHΣ

(ἐκ τοῦ λάς + ἀείρω = ὁ ἐγείρων λίθους)

Βασιλιάς τῆς Ἰθάκης, μονογενής υἱός τοῦ Ἀρκεισίου, καί τῆς Xαλκομεδούσης. Γυναίκα του ἦταν ἡ Ἀντίκλεια καί μοναχογιός του, ὁ πολυμήχανος Ὀδυσσεύς.. Πῆρε μέρος σέ πολλές ἐπιχειρήσεις καί στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία. Ὁ Λαέρτης ἐμφανίζεται ἀπό τόν Ὅμηρο ὡς τό ἄριστο ὑπόδειγμα τοῦ στοργικοῦ καί ἀφοσιωμένου πατέρα


205

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

καί παπποῦ. Ὅσο διάστημα ἔλειπε ὁ Ὀδυσσεύς ἀνέθρεψε μέ στοργή τόν ἐγγονό του Τηλέμαχο, ἐνῶ μέ τήν ἐπιστροφή τοῦ Ὀδυσσέως βοήθησε τόν γιό του στήν ἐξολόθρευσι τῶν μνηστήρων καί τῶν ἀπογόνων τους, τούς ἀριστοκράτες Ἰθακήσιους, πού εἶχαν ἐπαναστατήσει μετά τήν μνηστηροφονία. Ὁ συγγραφέας Διογένης ὀνομαζότανε Λαέρτιος ἀπό τήν πατρίδα τοῦ Λαέρτη.

EYPYKΛEIA Ἦταν δούλη, ὑπηρέτρια στόν οἶκο τοῦ Λαέρτη, πού ἦταν πατέρας τοῦ Ὀδυσσέως, τοῦ ὁποίου ἔγινε καί τροφός. Ὁ Λαέρτης τήν εἶχε πάρει ὑπό τήν προστασία του, ὅταν ἦταν μικρό κορίτσι. Ὅταν ὁ Ὀδυσσεύς ἐπανῆλθε στήν Ἰθάκη ἀπό τήν Τροία, ἡ Εὐρύκλεια, ἐνῶ τοῦ ἔπλενε τά πόδια, τόν ἀναγνώρισε, ἐπειδή σέ ἕνα ἀπό αὐτά ἔφερε μία οὐλή. Ἀμέσως ἡ Εὐρύκλεια ἔτρεξε στήν σύζυγο τοῦ Ὀδυσσέως Πηνελόπη νά μεταδώσει τό χαρμόσυνο ἄγγελμα. Ἡ Εὐρύκλεια περιγράφεται ἀπό τόν Ὅμηρο ὡς πρότυπο τῆς πιστῆς δούλης.

ΠOΛYΦHMOΣ

(ἐκ τοῦ πολύ + φήμη)

Ὁ κατ’ ἐξοχήν Κύκλωπας, τόν ὁποῖο τύφλωσε ὁ Ὀδυσσέας. Ἐθεωρεῖτο ὡς υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς νύμφης Θόωσας, κατοικοῦσε σέ σπήλαιο σέ πρωτόγονη κατάστασι, ἔβοσκε πρόβατα καί αἶγες (γίδες) καί ἦταν τεραστίων διαστάσεων, ἄγριος καί ἀνθρωποφάγος. Ὁ Ὀδυσσεύς τόν τύφλωσε στό ἄντρο του καί μπόρεσε νά ἐξέλθει αὐτός καί οἱ σύντροφοί του μέ τέχνασμα. Ἐρωτεύτηκε τήν Νηρηίδα Γαλάτεια, ἡ ὁποία ὅμως ἀγαποῦσε τόν βοσκό Ἄκι, υἱό τοῦ θεοῦ Φαύνου. Ὅταν ὁ Πολύφημος τούς εἶδε μαζί, ξεκόλλησε ἕναν τεράστιο βράχο καί σκότωσε τόν Ἄκι. Ὁ πόνος τῆς Γαλάτειας ἦταν τό-


206

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σος, ὥστε ἐρχόταν κάθε μέρα καί θρηνοῦσε πάνω ἀπό τόν βράχο. Συμβολίζει τό ἀσυνείδητο, τήν ἀνεξέλεκτη συναισθηματική μας φύσι (υἱός τοῦ Ποσειδῶνος), ἡ ὁποία τρέφεται ἀπό τήν ψυχή μας (σύντροφοι τοῦ Ὀδυσσέως).

ΣEIPHNEΣ

(παρά τό εἴρω = λέγω)

Δαίμονες συγγενεῖς μέ τίς ≠Aρπυιες καί τίς Ἐρινύες, πού κατοικοῦσαν σέ νησιά στίς ἰταλικές ἀκτές καί οἱ ὁποῖες μέ τήν θελκτική τους φωνή καταμάγευαν τούς παραπλέοντες, ὥστε νά λησμονοῦν σύζυγο, τέκνα καί πατρίδα, τούς δέ ναυαγούς τούς μάγευαν καί τούς κατέτρωγαν. Ἔτσι ὁ τόπος γύρω ἀπό τήν κατοικία τους καλυπτόταν ἀπό ὀστά μέ σωρούς ἀπό σάπια ἀνθρώπινα σώματα. Ἦταν τρεῖς, ἡ Παρθενόπη, ἡ Λίγεια καί ἡ Λευκωπία. Γιά νά γλιτώσει ἀπό τήν γοητεία τους ὁ Ὀδυσσεύς, ἔκλεισε τά αὐτιά τῶν ἀνδρῶν του μέ κερί καί δέθηκε ὁ ἴδιος στό κατάρτι τοῦ πλοίου. Συμβολίζουν τήν πλανηρή γοητεία τῶν ἐπιθυμιῶν, ἐνῶ τό κατάρτι συμβολίζει τό ὑπερνοῦ, στόν ὁποῖο ἀγκιστρώνεται ἡ ψυχή γιά ξεφύγει ἀπό τήν ἐπίδρασί τους.

KIPKH

(ἡ κιρνώσα, δηλ. ἡ ἀναμιγνύουσα, τά φάρμακα)

Ὁ Ὀδυσσεύς, μετά ἀπό πολλές περιπλανήσεις καί ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό τήν χώρα τῶν Λαιστρυγόνων ἔφθασε στό νησί Αἰαία, ὅπου ἔμενε ἡ Κίρκη, ἀδελφή τοῦ Ἡλίου καί κόρη τῆς Ὠκεανίδος Πέρσης. Ἡ Κίρκη εἶχε τήν ἱκανότητα νά μεταμορφώνει τούς ἀνθρώπους σέ ζῶα. Ὅταν ὁ Ὀδυσσεύς ἔφθασε στό νησί της, καί ἔστειλε μετά ἀπό κλῆρο, τόν Εὐρύλοχο μέ ἄλλους εἴκοσι συντρόφους νά πάει στά «δώματα»


207

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τῆς Κίρκης, τά ὁποῖα ἦταν γεμάτα ἀπό λύκους καί λιοντάρια, πού προηγουμένως ὅμως ἦσαν ἄνθρωποι καί ἡ Κίρκη τούς εἶχε μεταμορφώσει σέ ζῶα. Ἡ Κίρκη πρόθυμα δέχθηκε τόν Εὐρύλοχο καί τούς συντρόφους του καί τούς πρόσφερε ἐδέσματα, στά ὁποῖα πρίν εἶχε ρίξει καί φάρματα, καί ἀφοῦ τά ἔφαγαν, ξέχασαν τήν πατρίδα τους καί στήν συνέχεια μέ τό μαγικό της ραβδί τούς χτύπησε καί τούς μεταμόρφωνε σέ ζῶα, σέ χοίρους. Μόλις τό ἔμαθε ὁ Ὀδυσσεύς καί ἀφοῦ προηγουμένως ἤπιε φάρμακο, πού τό ἔφερε ὁ Ἑρμῆς γιά νά ἀποφύγει τήν μεταμόρφωσι, παρακάλεσε τήν Κίρκη καί πῆρε πίσω τούς συντρόφους του μέ ἀνθρώπινη μορφή.

KAΛYΨΩ

(ἐκ τοῦ καλύπτω)

Νύμφη, γνωστή ἀπό τήν Ὀδύσσεια. Δέν ἀναφέρεται ὁ πατέρας της, ἀλλά ἀπό τούς μετέπειτα θεωρεῖται ὡς Ὠκεανίδα, Ἀτλαντίδα, μερικές δέ φορές καί Ἑσπερίδα. Μητέρα της ἀναφέρεται ἡ Πλειόνη. Zοῦσε μόνη της καί ὡς κατοικία εἶχε λαμπρό σπήλαιο, στό νησί Ὠγυγία, ὅπου ὕφαινε καί τραγουδοῦσε, τρεφόταν δέ μέ νέκταρ καί ἀμβροσία. Ἦταν τόσο ἰσχυρή, πού μποροῦσε νά κάνει τό θνητό ἄνθρωπο, ἀθάνατο. Αὐτό τοῦτο ὑποσχέθηκε καί στόν Ὀδυσσέα, ἄν ἔμενε συνέχεια μαζί της. Ὁ Ὀδυσσέας ἀρνήθηκε ἀλλά κατάφερε καί τόν κράτησε μαζί της μέ δόλο, μέ γλυκά λόγια καί ὡραίους τρόπους καί μερικές φορές μέ ἐξαναγκασμό, γιά ἑφτά χρόνια. Στήν ἀρχή τοῦ ὄγδοου χρόνου μέ ἐντολή τῶν θεῶν πού μετέφερε σ αὐτήν ὁ Ἑρμῆς καί παρά τή θέλησί της, ἄφησε τόν Ὀδυσσέα ἐλεύθερο γιά νά ἀποπλεύσει ἐπί σχεδίας μέ οὔριο ἄνεμο.


208

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

AΛKINOOΣ

(ἀλκή = δύναμη + νοῦς)

Υἱός τοῦ Ναυσιθόου καί τῆς κόρης τοῦ Ἀσωποῦ Κερκύρας. Μέ τούς Φαίακες ἔφυγαν ἀπό τήν νῆσο Ὑπερεία κυνηγημένοι ἀπό τούς Κύκλωπες, καί ἔφθασαν στήν νῆσο Σχερία, ὅπου ἔγινε βασιλιάς τους, νυμφεύθηκε τήν Ἀρήτη ἀπό τήν ὁποία ἀπέκτησε τήν Ναυσικᾶ καί πέντε γιούς. Τά ἀνάκτορά του, χτισμένα σέ πολύδενδρους κήπους εἶχαν χρυσές θύρες καί ἀσημένιους κίονες, ἕνα εἶδος παραδείσου, ὅπου λείπει ἡ βαρβαρότητα καί κυριαρχεῖ ὁ πολιτισμός. Ἔδωσε καταφύγιο στόν Ὀδυσσέα, καί τόν ἐπιβίβασε σέ πλοῖα μέ αὐτόματους πλοηγούς πού ἔδωσαν τέλος στίς περιπλανήσεις τοῦ ἥρωα καί τόν ὁδήγησαν στήν Ἰθάκη. Ὑποδέχθηκε καί τόν Ἰάσονα μέ τήν Μήδεια, κατά τήν ἐπιστροφή τους ἀπό τήν Κολχίδα.

NAYΣIKA

(ἐκ τοῦ ναῦς + κέκαα = λάμπουσα)

Κόρη τοῦ βασιλέως τῶν Φαιάκων Ἀλκινόου καί τῆς Ἀρήτης. Ἴσως ἡ πιό γοητευτική μορφή τῆς Ὀδυσσείας, συνδύαζε τό θάρρος καί τήν καλοσύνη μέ τήν φρόνησι καί τήν χάρη. Ὁ ναυαγός Ὀδυσσεύς τήν συνάντησε γυμνός, καθώς ἐκείνη ἔπλενε τά ροῦχα τῆς οἰκογενείας της στήν ἀκτή, μαζί μέ τίς συντρόφισσές της. Ἀντίθετα μέ τίς ἄλλες, ἡ Ναυσικᾶ δέν τόν φοβήθηκε, κατανίκησε τήν ντροπή της, ἔδωσε στόν Ὀδυσσέα ροῦχα νά φορέσει, τόν δέχθηκε μέ καλοσύνη καί τόν ὁδήγησε στόν πατέρα της, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἄκουσε τήν ἱστορία του, τοῦ ἔδωσε τό πλοῖο πού τόν ὁδήγησε στήν Ἰθάκη.


209

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

APΓOΣ

(ἀργός = ταχύς, λαμπερός)

Γιός τοῦ Διός καί τῆς Νιόβης, ἀδελφός τοῦ Πελασγοῦ, βασιλιάς τοῦ Ἄργους ὁ ὁποῖος ἔδωσε τό ὄνομά του στήν πόλι. Ἦταν αὐτός πού ἔφερε καί ἐπεξέτεινε τήν καλλιέργεια τοῦ σίτου. Τοῦ ἀποδίδονται πολλοί ἄθλοι, ἐνῶ ἔλαβε μέρος στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία. Δισέγγονός του ἦταν ὁ Πανόπτης Ἄργος, ὁ ἄνθρωπος μέ τά χίλια μάτια , ἀπό τά ὁποία κοίμιζε τά πεντακόσια ἐναλλάξ, καί ἔτσι ἔμενε πάντα ἄγρυπνος. Ἦταν αὐτός πού σκότωσε τόν ἀρκαδικό ταῦρο καί τήν Ἔχιδνα. Ἡ Ἥρα τοῦ ἀνέθεσε νά φυλάξει τήν Ἰώ, τήν ὁποία εἶχε μεταμορφώσει σέ ἀγελάδα, γιά νά μήν ἔρθει σέ ἐπαφή μαζί της ὁ Δίας, ὅμως ὁ Ἑρμῆς κατόρθωσε μέ τήν γοητεία τοῦ αὐλοῦ νά ἀποκοιμίσει καί τά χίλια μάτια του καί νά τόν ἀποκεφαλίσει. Ἄργος λεγόταν καί ὁ γιός τοῦ Φρίξου καί τῆς Χαλκιόπης, ὁ ναυπηγός καί πλοηγός τῆς Ἀργοῦς, ὁ ὁποῖος παρά τίς ἐντολές τοῦ Πελία, ἔφτιαξε τό πιό γερό καί γρήγορο πλοῖο τῆς ἀρχαιότητος. Τέλος, Ἄργος λεγόταν καί ὁ πιστός σκύλος τοῦ Ὀδυσσέως, πού τόν περίμενε εἴκοσι χρόνια, γιά νά ἀφήσει τήν τελευταία του πνοή ὅταν ὁ Ὀδυσσεύς ἔφθασε ἐπιτέλους στήν Ἰθάκη. Ἦταν ὁ πρῶτος πού τόν ἀναγνώρισε.

NEΣTΩP

(πιθανόν ἐκ τοῦ νοῦς + ἵστωρ = γνώστης)

Ὁ συνετότερος τῶν ἡρώων πού ἀναφέρεται στήν Ἰλιάδα, υἱός τοῦ Νηλέως καί τῆς Χλωρίδος, ἡγεμόνας τῆς Πύλου, Ἐπειδή ἀνατράφηκε στή Γερήνια τῆς Ἤλιδος, ἀποκαλεῖται καί Γερήνιος. Εἶχε συμμετοχή στόν πόλεμο κατά τῶν Λαπιθῶν ἐναντίον τῶν Κενταύρων, πῆρε μέρος στό κυνήγι κατά τοῦ Καλυδώνιου κάπρου καί συμμετεῖχε στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία, γέροντας δέ πῆρε μέρος καί στόν πόλεμο κατά τῆς Τροίας μέ ἐνενήντα πλοῖα, ὁδηγώντας πολλούς ἀπό


210

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τήν Πύλο καί τήν γύρω περιοχή. Ὑπῆρξε γενναῖος καί τολμηρός στίς μάχες.

ΣKYΛΛA

(ἐκ τοῦ σκύλλω = εἰσπράτω τήν λεία τῶν τεθνεόντων)

Μυθικό θαλάσσιο τέρας, τό ὁποῖο περιγράφεται πρῶτα ἀπό τόν Ὅμηρο. Εἶχε δώδεκα πόδια καί ἕξι κεφάλια, πού τό καθένα ἔφερε τρεῖς σειρές ἀπό δόντια. Κατοικοῦσε μέσα σέ σπήλαιο καί μάλιστα στήν εἴσοδο τοῦ πορθμοῦ τῆς Μεσσήνης, κατ’ ἄλλους δέ τοῦ Γιβλαλτάρ. Συλάμβανε καί κατέτρωγε τά ψάρια, τά δελφίνια, τίς φώκιες καί τούς ναῦτες ἀπό τά πλέοντα τόν πορθμό πλοῖα. Ὁ Ἡσίοδος θεωρεῖ αὐτήν ὡς θυγατέρα τοῦ θαλάσσιου θεοῦ Φόρκυος καί τῆς Ἑκάτης, ὁ Στησίχορος τῆς Λαμίας, ἄλλοι τῆς Ἔχιδνος κλπ. Κατ’ ἄλλη ἐκδοχή ἦταν κόρη ὡραιότατη, ἀλλά ἐπειδή ἀγάπησε μέ πάθος τόν Γλαῦκο, ἡ Κίρκη τήν μεταμόρφωσε σέ τέρας ἀπό ζηλοτυπία.

EYPYΛOXOΣ (εὐρύς + λόχος)

Σύντροφος καί συγγενής τοῦ Ὀδυσσέως, ὁ ὁποῖος τόν ἔστειλε, μαζί μέ ἄλλους συντόφους, στήν οἰκία τῆς Κίρκης. Αὐτός μόνο πρόλαβε νά μήν μεταμορφωθεῖ ἀπό τήν Κίρκη σέ χοῖρο καί ἔφερε τά νέα στόν Ὀδυσσέα γιά τήν τύχη τῶν ἄλλων συντρόφων του. Στό νησί ὅμως τῆς Τρινακρίας (Σικελία) ὁ Εὐρύλοχος ἔπεισε τούς συντρόφους του νά σφάξουν τά βόδια τοῦ Ἡλίου καί ἔτσι ἔγινε ὁ αἴτιος τῆς καταστροφῆς τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἄλλων, γιατί ἐπέσυρε τήν ὀργή τοῦ Διός, ὁ ὁποῖος κατακεραύνωσε τό πλοῖο τοῦ Ὀδυσσέως καί ὁ Εὐρύλοχος χάθηκε στό ναυάγιο αὐτό.


211

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

KΛYTONHOΣ

(ἐκ τοῦ κλυτός + ναῦς = ὁ ξακουστός γιά τά πλοῖα)

Ἐτυμολογικά προέρχεται ἀπό τίς λέξεις κλυτός + ναῦς, ἤτοι περίφημος ναυτικός. Ὁ Κλυτόνηος ἦταν υἱός τοῦ Ἀλκίνοου, βασιλέως τῶν Φαιάκων, πού νίκησε τούς ἀδελφούς του Λαομέδοντα καί Ἄλιο σέ ἀγώνα δρόμου, ὁ ὁποῖος ἐτελεῖτο μαζί μέ ἄλλους ἀγῶνες πρός τιμή καί τέρψι (εὐχαρίστησι) τοῦ Ὀδυσσέως.

ΑΣTYΠAΛAIA

(ἐκ τοῦ παλαιόν ἄστυ)

Κατά τόν Παυσανία, Ἀστυπάλαια ἐκαλεῖτο ἡ ἀδελφή τῆς Εὐρώπης καί κόρη τοῦ Φοίνικος. Τό ὄνομά της μαρτυρεῖ τήν πολύ πρώιμη κατοίκησι τοῦ ὁμωνύμου νησιοῦ τῶν Δωδεκανήσων, ἡ ὁποία μέ τήν Ρόδο, τήν Κάλυμνο καί τήν Ἀμοργό, ὑπῆρξαν ἀναντίρρητα μεγάλα ἑλληνικά κέντρα πολιτισμοῦ.

ΛEYKOΘOH Κόρη τοῦ Ὀρχάμου, βασιλέως τῶν Ἀχαιμενιδῶν τῆς Περσίας, καί τῆς Εὐρυνόμης. Ὁ Ἥλιος τήν ἐρωτεύτηκε καί χρονοτριβοῦσε γιά νά τήν θαυμάσει καί ἔτσι κρατοῦσε τήν ἡμέρα περισσότερο. Ἕνα βράδυ, πῆρε τήν μορφή τῆς μητέρας της καί μπῆκε στά ἰδιαίτερα διαμερίσματά της ὅπου τῆς φανερώθηκε. Ἡ πριγκίπισσα, ἔκπληκτη, γοητεύτηκε ἀπό τήν λαμπρότητά του καί ἐνέδωσε στόν παράνομο αὐτό ἔρωτα. Ἡ ἀδελφή της ὅμως ζήλεψε γιά τήν εὔνοια πού ἔδειχνε ὁ θεός στήν Λευκοθόη καί τήν μαρτύρησε στόν πατέρα τους, ὁ ὁποῖος ἔθαψε τήν Λευκοθόη ζωντανή. Ὁ Ἥλιος προσπάθησε νά τήν ἐπαναφέρει στήν ζωή ἀλλά ἦταν ἀργά, ἐπισκεπτόταν


212

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ὅμως συχνά τόν τάφο της καί τόν πότιζε μέ νέκταρ, ὥσπου βλάστησε τό φυτό πού παράγει τόν λίβανο.

ΠYΓMAΛIΩN (ἐκ τοῦ πυγμή)

Βασιλιάς τῆς Κύπρου, ὁ ὁποῖος ἐρωτεύτηκε ἕνα ὄμορφο ἄγαλμα, τό ὁποῖο εἶχε κατασκευάσει ὁ ἴδιος. Παρακάλεσε τότε τήν Ἀφροδίτη νά τοῦ δώσει μία γυναίκα πού νά μοιάζει μέ τό ἄγαλμα. Ἐκείνη ἔδωσε ζωή στό ἴδιο τό ἄγαλμα καί ὁ Πυγμαλίων νυμφεύθηκε τήν γυναίκα πού ὁ ἴδιος εἶχε δημιουργήσει. Τήν ὀνόμασε Γαλάτεια καί μέ αὐτήν ἀπέκτησε τόν Πάφο, τόν ἱδρυτή τῆς ὁμώνυμης πόλεως. Ὁ μῦθος αὐτός ἐνέπνευσε καλλιτέχνες ὅλων τῶν ἐποχῶν. Πυγμαλίων ὀνομαζόταν καί ὁ βασιλιάς τῆς Τύρου, ἀδελφός τῆς Διδοῦς, τόν ὁποῖο στραγγάλισε ἡ γυναίκα του Ἀστάρτη.

EPMAΦPOΔITOΣ Ὁ γιός τοῦ Ἑρμοῦ καί τῆς Ἀφροδίτης, μέχρι 15 ἐτῶν ἀνῆκε στό ἀρσενικό ἀποκλειστικά γένος καί ἦταν ἐξαιρετικῆς καλλονῆς νέος. Μέχρι πού, μιά μέρα, σταμάτησε νά λουστεῖ στήν Σαλμακίδα πηγή, κοντά στήν Ἁλικαρνασσό, ἐκεῖ ἡ νύμφη τῆς πηγῆς τόν ἐρωτεύτηκε καί εὐχήθηκε νά μείνουν οἱ δυό τους ἑνωμένοι γιά πάντα σέ ἕνα σῶμα. Οἱ θεοί εἰσάκουσαν τήν παράκλησί της, μέ ἀποτέλεσμα ἀπό τότε ὁ υἱός τοῦ Ἑρμοῦ νά παρουσιάζει τά χαρακτηριστικά καί τῶν δυό φύλων. Ἡ ἰδιότητα τοῦ ἑρμαφρόδιτου ἐθεωρεῖτο στίγμα στούς ἀρχαίους. Στό πλατωνικό Συμπόσιο, ὁ Ἀριστοφάνης ἀναφέρεται νά λέει πώς τό ἀνδρόγυνον «ἐν ὄνειδει ὄνομα κείμενο ἐστί» δηλ. τό ἑρμαφρόδιτο πλάσμα ἀποτελεῖ ὄνειδος. Γι’ αὐτό τόν λόγο


213

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

θεωροῦσαν συμφορά νά λουστεῖ κάποιος στήν Σαλμακίδα πηγή, ἐνῶ πολλοί ἀπέφευγαν ἀκόμα νά πιοῦν καί νερό ἀπό αὐτήν.

ΛΩTOΦAΓOI

(ἐκ τοῦ λανθάνω, λήθη = ξεχνῶ)

Λωτοφάγοι ἐκαλοῦντο ἀπό τούς ἀρχαίους φυλή εἰρηνική καί φιλόξενη, πού κατοικοῦσε στό βόρειο μέρος τῆς Ἀφρικῆς, στό νησί τῆς Μικρῆς Σύρτης. Ἔτρωγαν τούς γλυκύτατους καρπούς,ἑνός ντόπιου εἴδους λωτοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο παρασκεύαζαν καί κρασί, πού ὅποιος ταξιδιώτης τό γευόταν ἔχανε κάθε νοσταλγία γιά τήν πατρίδα του. Ὁ Ὀδυσσεύς πού ἐπισκέφθηκε τήν χώρα τους, ἀπέφυγε νά φάει ἀπό τό φροῦτο αὐτό, ἐνῶ οἱ σύντροφοί του, πού δέν μπόρεσαν νά ἀντισταθοῦν στήν λωτοφαγία, λησμόνησαν τήν πατρίδα τους. Ὁ Ὀδυσσεύς, τούς πῆρε μαζί του μέ τήν βία, δένοντάς τους στό καράβι.

ΦINEYΣ

(παρά τοῦ ἴφι + νοῦν = ὁ ἰσχυρός νοῦς)

Μυθικός βασιλιάς τῆς Σαλμυδησσοῦ τῆς Θράκης, υἱός ἤ ἐγγονός τοῦ Ἀγήνορος. Ἀπό τόν Ἀπόλλωνα ἀπόκτησε μαντική δύναμι, τήν ὁποία μετεχειρίζετο γιά νά ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους τίς βουλές τῶν θεῶν καί ἔτσι ὁ Ζεύς τόν ἐτύφλωσε. Κατ’ ἄλλη παράδοσι τιμωρήθηκε, γιατί παρασύρθηκε ἀπό τίς διαβολές τῆς δεύτερης συζύγου του Ἰδαίας καί ἐτύφλωσε τά παιδιά του Ὀρύϊθο καί Κράμβη ἀπό τήν πρώτη γυναίκα του Κλεοπάτρα. Ἄλλη τιμωρία πού ἐπιβλήθηκε στόν Φινέα ἦταν ἡ ἀποστολή τῶν Ἁρπυιῶν κατά τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ πού τοῦ τό ἔτρωγαν.


214

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

AINEIAΣ

(ἐκ τοῦ αἴνεσις = ὕμνησις)

Γιός τοῦ Δαρδανίδου Ἀγχίσου καί τῆς Ἀφροδίτης. Μορφώθηκε στό Πήλιο ἀπό τόν Κένταυρο Χείρωνα. Εἶχε συγγενικούς δεσμούς μέ τόν Πρίαμο ἀλλά ἦταν ἀπό ἐκείνους πού ἤθελαν νά ἀποτραπεῖ ὁ πόλεμος τῆς Τροίας καί δέν μετεῖχε ἀρχικά στίς μάχες. Ὅταν ὁ Ἀχιλλεύς κατέλαβε τήν περιοχή τῆς Τρωάδος, ὁ Αἰνείας ἔλαβε μέρος στόν ἀγώνα, ὡς ἀρχηγός τῶν Δαρδανιδῶν. Ὁ Ὅμηρος τόν παραδέχεται ὡς ἴσον πρός τόν Ἀχιλλέα καί τόν Ἕκτορα. Ὅταν ἔπεσε ἡ Τροία ἔσωσε πρῶτα τόν πατέρα του καί τήν οἰκογένειά του καί ὕστερα ἔφυγε. Οἱ περιπλανήσεις του φθάνουν μέχρι τήν Καρχηδόνα καί περιγράφονται ἀπό τόν Στησίχορο ἀλλά καί τόν Βιργίλιο στό μνημειῶδες ἔπος Αἰνειάς.

ΤYNΔAPEΩΣ

(ἐκ τοῦ τύπτω = κτυπῶ διά ράβδου)

Βασιλιάς τῆς Σπάρτης, πρωτότοκος υἱός τοῦ βασιλέως Οἴβαλου καί τῆς Βατείας, πατέρας τῆς ὡραίας Ἑλένης, πού ἦταν σύζυγος τοῦ Μενέλαου. Ὁ Τυνδάρεως ἐκθρονίσθηκε ἀπό τόν ἀδελφό του Ἱπποκόοντα καί κατέφυγε στήν Αἰτωλία, στόν Θέστιο, τοῦ ὁποίου τή θυγατέρα Λήδα νυμφεύθηκε καί ἀπόκτησε ἀπό αὐτήν τόν Κάστορα, τήν Κλυταιμνήστρα, τήν Φιλονόη, τήν Τιμάνδρα, τήν Ἑλένη καί τόν Πολυδεύκη. Τά τέκνα αὐτά εἶναι οἱ λεγόμενοι Τυνδαρίδες.


215

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

MYPMIΔONEΣ (οἱ ἐκ μυρμήκων)

Πολεμικός λαός τῆς Φθιώτιδος καί Κρεμαστῆς Λαρίσης, πού ἀνῆκε στό κράτος τοῦ Ἀχιλλέως. ὑεκίνησαν ἀπό τήν Αἴγινα, ὅπου βασίλευε ὁ Αἰακός, υἱός τοῦ Διός καί τῆς νύμφης Αἰγίνης. Ὅταν οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ καταστράφηκαν ἀπό μία μάστιγα, ὁ Ζεύς γιά νά βοηθήσει τόν βασιλιά πού ἦταν ἰδιαίτερα εὐσεβής, μεταμόρφωσε τούς μύρμηγκες τοῦ νησιοῦ σέ ἀνθρώπους πού μετονομάστηκαν σέ Μυρμιδόνες. Κατά ἄλλη ἐκδοχή, ἦταν τόσο ἐργατικοί καί καλλιεργοῦσαν τήν γῆ μέ τόση φροντίδα ὥστε ἔμοιαζαν μέ μύρμηγκες. Ὅταν οἱ Αἰακίδες, ἀπό τούς ὁποίους καταγόταν καί ὁ Ἀχιλλεύς, μετανάστευσαν στήν Φθία, τούς ἀκολούθησαν ἐκεῖ ἀρκετοί ἀπό αὐτούς, ἀπό τούς ὁποίους τελικά δημιουργήθηκε ὁ στρατός τοῦ μεγάλου ἥρωος. Στήν Τρωική ἐκστρατεία πῆραν μέρος μέ πενήντα πλοῖα. Μυρμιδόνες καλοῦνταν καί οἱ κάτοικοι τοῦ Παγασητικοῦ καί τοῦ Εὐβοϊκοῦ κόλπου.

MEMNΩN

(ἐκ τοῦ μίμνω = μένω)

Ὁ ξακουστός υἱός τοῦ Τιθωνοῦ καί τῆς Ἠοῦς, θεᾶς τῆς αὐγῆς. Βασιλιάς τῶν Αἰθιόπων, πολέμησε στόν Τρωικό πόλεμο στό πλευρό τοῦ Πριάμου, ὁ ὁποῖος ἦταν θεῖος του. Ἔκανε ἐκπληκτικά κατορθώματα, ἀλλά σκότωσε τόν Ἀντίλοχο, υἱό τοῦ Νέστορος, προσωπικό φίλο τοῦ Ἀχιλλέως. Τότε ὁ Ἀχιλλεύς τόν κάλεσε σέ μονομαχία καί τόν σκότωσε. Ἡ μητέρα του ἀπό τότε κλαίει κάθε πρωί γι’ αὐτόν, καί οἱ πρωινές σταγόνες δροσιᾶς λέγεται ὅτι εἶναι τά δάκρυά της. Ὁ Ζεύς συγκινήθηκε ἀπό τίς παρακλήσεις της καί τόν ἔκανε ἀθάνατο, ἐνῶ οἱ σύντροφοί του μεταμορφώθηκαν σέ πουλιά,


216

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

τίς μεμνονίδες πού ἔρχονται κάθε χρόνο γιά νά θρηνήσουν πάνω στόν τάφο του. Τό ἄγαλμα δέ, πού ὑπάρχει πάνω ἐκεῖ, λέγεται ὅτι ζωντανεύει μέ τίς πρῶτες ἀκτίνες τοῦ ἡλίου, βγάζοντας ἕναν γλυκό ἦχο πού ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἡ φωνή τοῦ Μέμνονος πού ἀπαντᾶ στόν χαιρετισμό τῆς Ἠοῦς.

AIΓIMIOΣ

(ἐκ τοῦ αἴσσω + μάω)

Υἱός τοῦ Δώρου, ἐγγονός τοῦ Ἕλληνος καί δισέγγονος τοῦ Δευκαλίωνος, ἐθνάρχης καί πρῶτος νομοθέτης τῶν Δωριέων. Σέ αὐτόν ἀποδίδεται ἡ ὀνομασία Ἑλλάς καί Ἕλληνες γιά τό σύνολο τῶν χωρῶν καί τῶν φυλῶν πού κατοικοῦν ἀπό τόν Αἷμο ἕως τήν Κρήτη. Ὁ Ἡρακλῆς τόν βοήθησε στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν Λαπιθῶν πού κατοικοῦσαν στόν Ὄλυμπο καί κατόπιν τοῦ χάρισε τό μερίδιό του, τό ὁποῖο ἦταν τό ἕνα τρίτο τῆς Δωρίδος. Ἀπό εὐγνωμοσύνη, ὁ Αἰγιμιός υἱοθέτησε τόν μεγαλύτερο γιό του τόν Ὕλλον, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε ὁ πρῶτος βασιλιάς τῶν Ἡρακλειδῶν.

AΛΩEYΣ

(ὁ ἐργαζόμενος εἰς ἁλώνι)

Βασιλιάς τῆς Ἀσωπίας, σύζυγος τῆς Ἰφιμεδείας, ἡ ὁποία ὅμως ἑνώθηκε μέ τόν Ποσειδώνα καί ἀπέκτησε ἀπό αὐτόν δυό γιούς, τόν oΩτο καί τόν Ἑφιάλτη. Ὁ Ἀλωεύς τά ἀνέθρεψε σάν δικά του παιδιά καί γι’ αὐτό ὀνομάστηκαν Ἀλωάδαι. Τά παιδιά ὅμως εἶχαν ὑπερφυσικές ἱκανότητες καί μεγάλωσαν τόσο γρήγορα πού ἔγιναν γίγαντες. Κάποια μέρα ἀποφάσισαν νά ἐκδιώξουν τόν Δία καί τούς θεούς ἀπό τόν Ὄλυμπο καί ἄρχισαν νά μετακινοῦν τά βουνά. Κατόρθωσαν μάλιστα νά πιάσουν αἰχμάλωτο τόν Ἄρη, τόν μετέφεραν στήν Καρία,


217

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

καί τόν κράτησαν 13 μῆνες φυλακισμένο, μέχρι νά τόν ἐλευθερώσει ὁ Ἑρμῆς. Ὅ,τι δέν κατάφεραν οἱ ἄλλοι θεοί ὅμως, τό ἐπέτυχε ἡ Ἄρτεμις μέ ἕνα τέχνασμα: Κάποια μέρα πού οἱ δυό ἀδελφοί κυνηγοῦσαν στήν Νάξο, τοποθέτησε ἀνάμεσά τους τήν εἰκόνα ἑνός ἐλαφιοῦ, τό ὁποῖο τό τόξευσαν καί οἱ δυό ταυτόχρονα καί ἀλληλοσκοτώθηκαν. Στόν Ἅδη οἱ Ἀλωάδαι τιμωρήθηκαν αὐστηρά γιά τήν ἀσέβεια πού ἐπέδειξαν.

ZEΦYPOΣ

(ἐκ τοῦ ζέφος = σκότος)

Κατά τήν Θεογονία, υἱός τοῦ Ἀστραίου καί τῆς Ἠοῦς, θεός - προσωποποίησι τοῦ δυτικοῦ ἀνέμου. Νυμφεύθηκε τήν Ἴριδα, τήν ἀγγελιοφόρο τῶν θεῶν, ἀπό τήν ὁποία ἀπέκτησε τόν Ἔρωτα, ἐνῶ ἀπό τήν ἅρπυια Ποδάργη ἀπέκτησε τά γρήγορα ἄλογα τοῦ Ἀχιλλέως, ὑάνθον καί Βαλίον, τά ὁποῖα ἦταν γρηγορότερα ἀπό τόν ἄνεμο, δηλαδή τόν πατέρα τους. Πίστευαν ὅτι εἶχε γεννετήσια δύναμι, ἐνῶ ἐπειδή ὁ δυτικός ἄνεμος συνοδευόταν συχνά ἀπό βροχή, ἐξηγεῖται ἡ σχέσις του μέ τήν Ἴριδα (οὐράνιο τόξο). Σύμβολό του εἶναι τό ἄλογο καί στίς παραστάσεις ἀπεικονίζεται πάντα φτερωτός. Στήν Ἀθήνα εἶχε βωμό στήν Ἱερά ὁδό, μεταξύ Ἀθηνῶν καί Ἐλευσίνος, ἐνῶ λατρευόταν σέ πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδος.

ΩΓYΓHΣ

(ἐκ τοῦ ὠγήν = ὠκεανός)

Αὐτόχθων βασιλιάς τῶν πρώτων κατοίκων τῆς Ἀττικῆς καί πατέρας τῆς ἀνθρωπότητος, υἱός τοῦ Ποσειδῶνος. Δυό ἀπό τίς κόρες του, ἡ Αὐλίδα καί ἡ Ἀλαλκομενία, ἔδωσαν τό ὄνομά τους στίς ὁμώνυμες βοιωτικές πόλεις, ἐνῶ ἦταν πατέρας ἐπίσης τοῦ


218

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἐλευσῖνος, ἀπό τόν ὁποίο ἔλαβε τό ὄνομά της ἡ ὁμώνυμος πόλις. Στά χρόνια του ἔγινε ὁ ἀρχαιότερος κατακλυσμός πού καταπόντισε τίς παρά τήν ὄχθην τῆς Κωπαΐδος πόλεις, τήν Ἀθήνα καί τήν Ἐλευσίνα. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἡ ἔκφραση ὁ ὠγύγιος δηλ. ὁ παμπάλαιος, ὁ ἀναφερόμενος στήν ἐποχή τοῦ Ὠγύγου, ἐνῶ ἡ Ὠγυγία ἦταν ἡ ἀρχαία ἱστορία. Ὠγυγία ὀνομαζόταν καί τό νησί τῆς Καλυψοῦς, τό ὁποῖο βρισκόταν σέ ἀπόσταση 18 ἡμερῶν ἀπό τό νησί τῶν Φαιάκων.

ΜΙΘΡΑΣ

(ἴσως ἐκ τοῦ μίτρα = ἡ προστατευτική ζώνη)

Μέγιστος θεός τῶν Περσῶν, τόν ὁποῖον ἐλάτρευαν ὑπό τό ὄνομα τοῦ Ἡλίου καί τοῦ Πυρός. Εἶχε δέκα χιλιάδες μάτια καί αὐτιά γιά νά ἐποπτεύει ὅλους τούς θνητούς καί νά γνωρίζει ὅλα τά μυστικά τους. Ἤθελε παράφορα νά γεννήσει ἕναν υἱόν ἀλλά καμμιά γυναίκα δέν μποροῦσε νά τόν πλησιάσει. ἔτσι γέννησε ἕναν υἱό ἀπό τήν Γῆ, τόν Δίορφον, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπό ἀλαζονεία προκάλεσε τόν Ἄρη σέ μονομαχία καί ἐφονεύθη. Ἡ λατρεία καί τά μυστήρια τοῦ Μίθρα πέρασαν πρῶτα στήν Καππαδοκία ἔπειτα στήν Ἑλλάδα καί κατόπιν στήν Ρώμη, ὅπου γνώρισαν μεγάλη ἄνθισι. Περιεῖχαν πολλά ἀστρολογικά στοιχεῖα, διά τοῦτο οἱ Πέρσες θεωροῦνταν διάσημοι μάντεις. Ὁ Μιθραϊσμός δίδασκε τήν μετά θάνατον σωτηρίαν διά τῆς ὁδοῦ τῆς ἀπολυτρώσεως, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος κατευθύνεται μέσῳ τοῦ ἐνάρετου βίου. Κυρίαρχη δύναμις ἦταν ὁ Ἄπειρος Χρόνος ὁ περικλείων, δημιουργῶν καί καταστρέφων τά πάντα. Ἀπό αὐτόν πηγάζουν ὁ Οὐρανός, ἡ Γῆ, οἱ Ἀστέρες, ὁ Ὠκεανός καί οἱ ἄλλες δυνάμεις.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ´

Συγγραφεῖς καί πηγές τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας Ὅ πως ἀναφέρει καί ὁ Γάλλος Ἀκαδημαϊκός Ζάν Ρισπέν στό κλασικό ἔργο του Ἑλληνική Μυθολογία, «τό διακριτικό γνώρισμα τῆς Ἑλληνικῆς Μυθολογίας εἶναι ὁ ἀνθρωπομορφισμός». Ἀπό ὅλους τούς λαούς μόνον οἱ Ἕλληνες εἶχαν προσδώσει στούς θεούς τους συγκεκριμένες μορφές. Αὐτό τό χαρακτηριστικό τήν ἔκανε ἀγαπημένο θέμα ποιητῶν, συγγραφέων, καλλιτεχνῶν καί μουσικῶν. Μετά τήν χρονολόγησι τῶν ὕμνων τοῦ Ὀρφέως ἀπό τόν Μαθηματικό Κων. Χασάπη, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τό ἀρχαιότερο κείμενο πού ἀναφέρεται στήν μυθολογία εἶναι τά Ὀρφικά (ἴσως καί πρό 10.000 ἐτῶν, βλέπε Ἰωάννου Πασᾶ Τά Ὀρφικά). Οἱ ὕμνοι αὐτοί μᾶς βοηθοῦνε εἰς τήν γνῶσιν τῆς θρησκευτικῆς καί πολιτικῆς καταστάσεως τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καί τήν κατανόησιν τοῦ ἀρχαίου βίου καί τῶν κυρίων αἰτιῶν τῆς ἀκμῆς τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ (Ἐγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ἡλίου). Ἐκτός ἀπό τά Ὀρφικά, κύρια πηγή τῆς Μυθολογίας εἶναι οἱ ποιητές ὁ Ὅμηρος, ὁ Ἡσίοδος, οἱ τραγικοί Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Εὐρυπίδης, ὁ Θεόκριτος, ὁ Πίνδαρος κ.ἄ. Ἀπό ἱστορικούς πολλά στοιχεῖα μᾶς ἔδωσε ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Διόδωρος Σικελιώτης, ὁ Παυσανίας, ὁ Στράβων, κ.ἄ. Ὁ Ἀπολώνιος ὁ Ρόδιος καί ὁ Ἀπολλόδωρος μέ τήν καταπληκτική του Βιβλιοθήκη μᾶς διέσωσαν ἕνα μεγάλο κομμάτι τῆς μυθολογίας, ἐνῶ ἀπό τούς νεώτερους ὁ Πλούταρχος ἀλλά καί ὁ Pωμαῖος Ὀβίδιος πλούτισαν τίς γνώσεις μας μέ τά περίφημα κείμενά τους. Ὅλοι


220

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

σχεδόν οἱ φιλόσοφοι ἀναφέρθηκαν στούς μύθους, ἀλλά χρωστᾶμε πολλά στόν Πλάτωνα κυρίως γιά τήν ἐκπληκτική παρουσίασι τῆς Ἀτλαντίδος. Ἡ Ἑλληνική Μυθολογία διαθέτει ἕνα τεράστιο ἀριθμό συμβόλων καί ἀρχετύπων. Τό πιθανότερο εἶναι αὐτά τά σύμβολα νά εἶναι κατάλοιπα ἑνός μεγάλου παλαιότερου πολιτισμοῦ. Αὐτό ἀποδεικνύει ἡ σοφία μέ τήν ὁποία ἔχουν δημιουγηθεῖ. Ὁ κεραυνός, ἡ τρίαινα, ὁ λάβρυς, ἡ λύρα, τό δόρυ, τό κηρύκειον, ἀλλά καί οἱ Kένταυροι, οἱ Σειληνοί, ὁ κατακλυσμός κ.ἄ φανερώνουν μία πολύ βαθιά ἐπιστημονική γνῶσι πού, δέν ὑπάρχει ἄλλη ἐξήγησις, πρέπει νά ἔρχεται ἀπό πολύ παλιά. Ὁ Παναγιώτης Μαρίνης στό ἔργο του Ὁ Προκατακλυσμιαῖος Πολιτισμός ἀναφέρει: «Διά νά τιμηθοῦν τά θύματα τοῦ κατακλυσμοῦ καθιερώθηκαν εἰδικές ἑορτές ὅπως τά “Ἀνθεστήρια” πού εἶχαν ὡς ἱστορική βάσι τήν διατήρησι τῆς ἀναμνήσεως τῶν θυμάτων τοῦ κατακλυσμοῦ, διά τούς ὁποίους καί προσφέρετο ἡ θυσία τῆς ἡμέρας τῶν Χύτρων». Εἶναι τόσα πολλά τά στοιχεῖα πού ἀποδεικνύουν τήν ὕπαρξι ἑνός πανάρχαιου πολιτισμοῦ, ὥστε ἀποτελεῖ πλέον σκάνδαλο ἡ ἀποσιώπησίς τους ἀπό ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐπιστημόνων. (Βλέπε καί Ἑλλήνων Χρονολόγιον 2012 – Περί Συμβόλων).


221

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

OMHPOΣ

(ἐκ τοῦ ὁμοῦ + ἄρω, ἀραρίσκω = συναρμόζω)

Ο ὕπατος ἐπικός ποιητής τῶν Ἑλλήνων καί τῆς ὑφηλίου γενικότερα. Γιά τό πρόσωπό του ἔχουν ἐγερθεῖ πολλές φιλονικίες, ἐπειδή γιά τήν ζωή του μόνο μυθώδεις παραδόσεις ὑπάρχουν. Ἡ ἐπικρατέστερη ἀπό αὐτές ἔλεγε ὅτι ἦταν υἱός τοῦ ποτάμιου θεοῦ Μέλητα καί τῆς νύμφης Κρηθηίδος, γιά δέ τήν καταγωγή του ἑπτά πόλεις «μάρνανται», δηλαδή ἐρίζουν, φιλονικοῦν, ἡ Σμύρνη, ἡ Ρόδος, ἡ Κολοφῶν, ἡ Σαλαμίνα, ἡ Χίος, τό Ἄργος καί ἡ Ἀθήνα. Μέ τό ὄνομα Ὅμηρος σώζονται κυρίως δυό μεγάλα ἔπη, ἡ Ἰλιάδα καί ἡ Ὀδύσσεια, οἱ Ἀλεξανδρινοί τά διαίρεσαν αὐθαίρετα σέ εἴκοσι τέσσερις ραψωδίες. Ὑπάρχει μία ἄποψις ὅτι ἦταν τυφλός ἡ ὁποία δέν εὐσταθεῖ. Ἡ φιλόλογος Ἄννα Τζιροπούλου ὑποστήριξε ὅτι ἦταν υἱός τοῦ Τηλέμαχου δηλαδή ἐγγονός τοῦ Ὀδυσσέως. Ὁ Ὅμηρος ἦταν ἀγαπητός τόσο στούς Ἕλληνες ὅσο καί στούς Ρωμαίους, ἐνῶ οἱ Στωικοί τόν θεωροῦσαν πηγή κάθε ἀνθρώπινης σοφίας. Ἡ πρώτη ἔκδοση τοῦ Ὁμήρου ἔγινε στήν Φλωρεντία τό 1488, ἀπό τόν Δημήτριο Χαλκοκονδύλη καί ἀπό τότε διαδόθηκε σέ ὁλόκληρο τόν δυτικό κόσμο.

HΣIOΔOΣ

(ἐκ τοῦ ἤσις= τέρψις + ὁδός)

Ἕλληνας ποιητής, ἔζησε μεταξύ τοῦ 750 καί 700 π.Χ., ὁ δέ πατέρας του ἕνεκα τῆς μεγάλης πενίας του μετακόμισε ἀπό τήν αἰολική Κύμη στήν Ἄσκρα τῆς Βοιωτίας. Φιλονίκησε γιά τήν κληρονομία μέ τόν ἀδελφό του, ὁ ὁποῖος δωροδόκησε τούς δικαστές καί γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Ἡσίοδος μέ μεγάλη πικρία κατέκρινε τούς δωροφάγους δικαστές, πρᾶγμα πού τόν ἀνάγκασε νά μετοικήσει σέ παραθαλάσσια πόλι. Τά ἔργα τοῦ Ἡσιόδου εἶναι τό Ἔργα καί


222

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Ἡμέρες καί ἡ Θεογονία. Στόν Ἡσίοδο ἀποδίδεται καί τό ἔργο Ἠοῖαι ἤ Μεγάλοι Ἠοῖαι (πῆρε τό ὄνομα αὐτό γιατί σέ κάθε τμῆμα του ἄρχιζε ἀπό τήν λέξι οἴη).

AIΣXYΛOΣ O ΕYΦOPIΩNOΣ (ἐκ τοῦ αἶσχος = ὁ κινῶν εἰς αἰδῶ)

Γεννήθηκε στήν Ἐλευσίνα τό ἔτος 525 π.Χ. καί εἶναι ὁ πατέρας τῆς ἑλληνικῆς τραγωδίας. Ἦταν εὐπατρίδης, καί καταγότανε ἀπό τό γένος τῶν Κιδριδῶν. Ἔτσι ἡ καταγωγή, ἡ θρησκεία, ἀπό τά τελούμενα στήν Ἐλευσίνα μυστήρια, καί τό φιλελεύθερο πολιτικό πνεῦμα συνετέλεσαν γιά νά διαπλασθεῖ τό ἦθος τοῦ ποιητῆ ὑψηλό, γενναῖο καί εὐσεβές, καθ’ ὅσον μετεῖχε σέ ὅλους τούς ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους ἀγῶνες, στόν Μαραθώνα, στό Ἀρτεμίσιο, στή Σαλαμίνα καί στίς Πλαταιές. Ἡ ποίησίς του ἀπεικονίζει τό γενναῖο φρόνημα τοῦ Μαραθωνομάχου. Ἄλλωστε στό ἐπίγραμμα πού συνέθεσε ὁ ἴδιος στόν τάφο του, μνημόνευσε μόνον τήν γενναιότητά του στήν μάχη τοῦ Mαραθῶνος.

ΣOΦOKΛHΣ

(ἐκ τοῦ σόφος + κλέος)

Ὁ δεύτερος τῶν τριῶν μεγίστων τραγικῶν ποιητῶν. Γεννήθηκε τό ἔτος 496 π.Χ. στόν ἀττικό δῆμο τοῦ Ἱππία Κολωνοῦ. Ὁ πατέρας τοῦ Σοφοκλέους ἦταν εὔπορος καί ἐκπαίδευσε αὐτόν μέ ἐπιμέλεια καί μεγάλη φροντίδα. Ὁ Σοφοκλῆς στέφθηκε νικητής καί στεφανώθηκε σέ ἀγώνα μουσικῆς καί γυμναστικῆς ἤδη ὡς ἔφηβος. Τήν τραγωδία τήν ἔμαθε, ὡς λέγεται, κοντά στόν Αἰσχύλο καί μάλιστα διαγωνιζόμενος μέ τόν δάσκαλό του, τόν νίκησε, ἀμέσως ἀπό τήν ἀρχή ὡς δραματικός ποιητής. Στόν ἰδιωτικό του βίο ὁ Σοφοκλῆς ἦταν φι-


223

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

λόφρων, πολύ εὐχάριστος ἄνθρωπος καί φίλος τοῦ ἔρωτα. Κατά τόν Ἀριστοφάνη τόν Βυζάντιο, ὁ Σοφοκλῆς ἔγραψε 123 δράματα, ἀκόμη δέ καί ἐλεγεῖες καί παιᾶνες. Κατά τούς δραματικούς ἀγῶνες νίκησε σέ πολλούς ἀγῶνες, περισσότερες φορές ἀπό τόν Αἰσχύλο ἤ τόν Εὐριπίδη, ἦταν πάντοτε πρῶτος, ἐλάχιστες φορές δεύτερος καί οὐδέποτε τρίτος.

ΕYPIΠIΔHΣ (εs + ριπή)

Ἕνας ἀπό τούς τρεῖς μεγάλους τραγικούς ποιητές τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, γεννήθηκε κατά τήν πληροφορία πού ἐπικρατεῖ, τό ἔτος 480 π.X. στή Σαλαμίνα, τήν ἴδια ἡμέρα, κατά τήν ὁποία κατατροπώθηκε ὁ στόλος τοῦ ὑέρξη στό νησί αὐτό. Ἦταν υἱός τοῦ Μνήσαρχου ἤ Μνησαρχίδου ἀπό τόν ἀττικό δῆμο τῆς Φλύας σημερινό Χαλάνδρι. Συνήθως γράφεται ὅτι ὁ Εὐριπίδης δέν καταγόταν ἀπό οἰκογένεια εὐγενῶν, πρό πάντων δέ ἡ μητέρα του Κλειτώ, ἐπειδή πωλοῦσε λάχανα, ἐσατιρίζετο καί ἐλοιδωρεῖτο ἀπό κυνικούς ποιητές. Ἄλλες ὅμως πληροφορίες φέρουν τόν Εὐριπίδη, ὅπως καί τούς δυό ἄλλους τραγικούς Αἰσχύλο καί Σοφοκλῆ, ὡς εὐγενοῦς καταγωγῆς.

ΕYPIΠIΔHΣ, ΑIΣXYΛOΣ & ΣOΦOKΛHΣ Συγκριτικά μέ τούς δυό ἄλλους τραγικούς ποιητές, οἱ τραγωδίες τοῦ Αἰσχύλου ἀπεικονίζουν τή γενναία καί εὐσεβῆ γενεά τῶν Μαραθωνομάχων. Οἱ τραγωδίες τοῦ Σοφοκλέους τήν ἐποχή τοῦ Περικλέους, κατά τήν ὁποία ἐπικράτησε τό μέτρο καί ἡ ἁρμονία στά πάντα. Οἱ τραγωδίες ὅμως τοῦ Εὐριπίδου εἶναι τό πιστό κάτοπτρο της σύγχρονης γενιᾶς, ἡ ὁποία εἶχε πολύ σοφιστικό ὕφος ἀλλά συγχρόνως καί ἐρευνητικό τῶν θείων καί ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Εἰδικότερα ὁ μέν


224

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Αἰσχύλος παρουσίαζε στίς τραγωδίες του τούς ἀνθρώπους καλλίτερους, ἀπό ὅσο ἦσαν, ὁ δέ Σοφοκλῆς ἤθελε τούς ἀνθρώπους ὅπως θά ἔπρεπε νά εἶναι καί ὁ Εὐριπίδης ὅπως ἀκριβῶς εἶναι στήν πραγματικότητα, στόν πραγματικό κόσμο. Οἱ σημαντικές διαφορές μεταξύ τῶν τριῶν τραγικῶν: Ὁ Αἰσχύλος καί ὁ Σοφοκλῆς ἔδιδαν μεγάλη σημασία καί ἀξία στήν Εἱμαρμένη (τύχη), πρός τήν ὁποία συγκρούεται ἡ ἀνθρώπινη βούλησις καί ἀπό τήν σύγκρουσι αὐτή παραγέται τό τραγικό, ἐνῶ ὁ Εὐριπίδης μετατόπισε τήν σύγκρουσι ἀπό τόν ἐξωτερικό στόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή σ’ αὐτή τήν ἴδια τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

ΑΠOΛΛOΔΩPOΣ

(= δῶρον τοῦ Ἀπόλλωνος)

Ὁ Ἀθηναῖος γραμματικός ἦταν υἱός τοῦ Ἀσκληπιάδου, ἔζησε μεταξύ τῶν ἐτῶν 180 καί 109 π.Χ. καί ὑπῆρξε ὁ πλέον ἱκανός μαθητής τοῦ Ἀρίσταρχου στήν Ἀλεξάνδρεια. Ὅταν ἐξεδιώχθησαν κατά τό ἔτος 146 οἱ φιλόσοφοι καί οἱ ἐπιστήμονες ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, τότε συνῆψε σχέσεις μέ τήν Πέργαμο. Τά ἔργα τοῦ Ἀπολλόδωρου: Ἡ ἀλεξανδρινή μόρφωσίς του ἀποδεικνύεται ἀπό τό ἔργο του Περί ἐτυμολογιῶν, τό ὁποῖο συνδέει μετά τῆς διδασκαλίας τῆς Στοᾶς. Ἄλλο ἔργο τοῦ Ἀπολλόδωρου εἶναι ἡ λεγόμενη Bιβλιοθήκη, στό ὁποῖο ἀναφέρεται κάποια γενική περιγραφή τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, προορισμένη πρός χρῆσι στά σχολεῖα γιά τήν καλή καί εὐσύνοπτη διάταξι τῆς ὕλης του.

ΑΠOΛΛΩNIOΣ O ΡOΔIOΣ Λίαν ἐπιφανής ἐπικός ποιητής τῆς ἀλεξανδρινῆς περιόδου. Γέννημα καί θρέμμα τῆς Ἀλεξάνδρειας, μαθήτευσε στόν διάσημο τότε


225

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

γραμματικό καί ποιητή Καλλίμαχο. Ἀπό ζηλοτυπία ὅμως, ἡ ἀγαστή σχέσις μεταξύ διδασκάλου καί μαθητῆ ἔπαυσε νά ὑφίσταται, καθ’ ὅσον ὁ Ἀπολλόδωρος, ἔφηβος ἀκόμη, συνέγραψε τά Ἀργοναυτικά, τά ὁποία καί ἀπήγγειλε στήν ἑορτή τοῦ Ἀπόλλωνος. Ἕνεκα τῆς ἔριδος αὐτῆς, ἀπό τήν ὁποία δέν βγῆκε ντροπιασμένος («μή φέρων καταισχύνην ἀποτυχίας») ὁ νεαρός ποιητής πῆγε στήν Ρόδο, ὅπου δίδασκε τήν ρητορική καί ἀπέκτησε μεγάλη δόξα, καί οὕτως ἀπεκλήθη Ρόδιος καί ὄχι Ἀλεξανδρεύς.

AIΣΩΠOΣ

(ἐκ τοῦ αἴα + ὄψ)

Παροιμιώδης μυθοποιός τῆς ἀρχαιότητος, ὁ κατ’ ἐξοχή μορφωτής καί ἄριστος ἀντιπρόσωπος τῆς διδακτικῆς μυθολογίας. Κατά τόν Ἡρόδοτο ἦταν Φρύξ καί δοῦλος τοῦ Σαμίου φιλοσόφου Ἰάδμονος, πού ἔζησε κατά τά μέσα τοῦ ἕκτου αἰώνα π.Χ. Ἐγγονός τοῦ Ἰάδμονος ἔλαβε ἀπό τούς Δελφούς χρηματική ἀμοιβή πρός ἐξιλέωσι αὐτῶν γιά τόν φόνο τοῦ Αἰσώπου, καθ’ ὅσον ἦταν φανερό ὅτι ἡ φήμη περί τοῦ βίαιου θανάτου του στούς Δελφούς ἦταν παντοῦ διαδεδομένη. Ὁ Αἴσωπος φονεύθηκε γιά τήν κακή του γλώσσα ἤ ὡς ἱερόσυλος, γιά τήν ἀργυρή φιάλη τοῦ θεοῦ, ὡς σφετεριστής τῶν δώρων τοῦ βασιλέως Κροίσου, στήν αὐλή τοῦ ὁποίου διέτριψε ἐπί πολύ χρόνο. Περί τοῦ βίου τοῦ Αἰσώπου ὑπῆρχε τελεία μυθιστορία, μέχρις ὅτου αὐτή ἀποδείχθηκε ἐσφαλμένη.

ΣTPABΩN

(ἐκ τοῦ στρόβος)

Ἕλληνας συγγραφέας πού γεννήθηκε στήν Ἀμάσεια (67 π.Χ. - 23 μ.Χ.), ἀπό ἐπιφανές ἑλληνικό γένος, ὁ κατ’ ἐξοχήν γεωγράφος τῆς


226

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ἀρχαιότητος. Μαθήτευσε κοντά στούς σπουδαιότερους τῶν τότε γραμματικῶν, ρητόρων καί φιλοσόφων καί ἔλαβε πολυμερῆ μόρφωσι. Πῆγε στήν Ρώμη καί ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Τυραννίωνα καί ἐκεῖ εἶχε ὄχι μόνο σπουδαίους δασκάλους, ἀλλά καί ἐξαιρετικούς φίλους. Ὁ Στράβων ἦταν ὄχι μόνο γεωγράφος, ἀλλά καί ἱστορικός καί τό πρῶτο ἱστορικό ἔργο αὐτοῦ ἦταν τά Ἱστορικά Ὑπομνήματα, τά ὁποῖα περιεῖχαν τήν πρό τοῦ Πολύβιου ἱστορία.

ΠΛOYTAPXOΣ

(ἐκ τοῦ πλοῦτος + ἀρχός + ἄρχων)

Ἕνας ἀπό τούς σπουδαιότερους ἀρχαίους ἕλληνες λογογράφους, πού γεννήθηκε στήν Χαιρώνεια τῆς Βοιωτίας τό ἔτος 46 μ.Χ. καί ἀπέθανε ἐκεῖ τό 127. Σπούδασε στήν Ἀθήνα φιλοσοφία ὑπό τόν Ἀμμώνιο, ταξίδευσε στήν Ἀλεξάνδρεια καί στήν Ρώμη, ὅπου ἔμεινε γιά μεγάλο χρονικό διάστημα καί σχετίσθηκε μέ τήν αὐλή τοῦ Τραϊανοῦ καί ἔγινε δάσκαλος τοῦ μετέπειτα αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ. Ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του καί ἀπέκτησε τά ἀξιώματα τοῦ ἄρχοντος καί τοῦ ἱερέως τοῦ Πιθίου Ἀπόλλωνος. Συγγράμματα αὐτοῦ εἶναι οἱ Παράλληλοι βίοι καί μέ τόν τίτλο Ἠθικά περιληφθεῖσες πραγματεῖες σ’ αὐτά. Στήν σύγκρισι Ἑλλήνων καί Ρωμαίων εἶναι δίκαιος, δέν κολακεύει τήν ἐπικρατοῦσα φυλή, ἀλλά καί δέν δείχνει ματαιοδοξία ὑπέρ τῶν συμπατριωτῶν του. Διαχειρίστηκε ἐπίσης ἀνώτατα ἱερατικά ἀξιώματα.

ΠOΛYBIOΣ

(ἐκ τοῦ πόλυ + βίος)

Ἕνας ἀπό τούς πιό διαπρεπεῖς ἱστοριογράφους τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος (201-120 π.Χ.) Γεννήθηκε στήν Μεγαλόπολι, ὅπου καί ἀπέθανε,


227

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

πέφτοντας ἀπό τό ἄλογο Ὁ Πολύβιος μορφώθηκε στρατιωτικά καί πολιτικά ἀπό τόν πατέρα του Λυκόρτα, πού ἦταν φίλος καί διάδοχος τοῦ Φιλοποίμενος στήν στρατηγεία τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας. Ὁ Πολύβιος μετέφερε τήν σορό τοῦ Φιλοποίμενος στήν πατρίδα του τήν Μεγαλόπολι καί μετά στάλθηκε πρεσβευτής στήν αὐλή τῆς Ἀλεξάνδρειας. Δίδαξε στόν οἶκο τοῦ Αἰμίλιου Παύλου καί συνόδευσε τόν Σκιπίωνα Αἰμιλιανό, μέ τόν ὁποῖο εἶχε μεγάλη καί πιστή φιλία, σέ πολλές περιοδεῖες. Ἦταν τῆς ἀπόψεως ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔπρεπε νά ἀποδεχθοῦν τήν ρωμαϊκή κυριαρχία, ἐάν θέλουν νά διατηρήσουν κάποια αὐτονομία. Πέραν τῶν ἄλλων, συνέγραψε, καί μέγα ἔργο ἀποτελούμενο ἀπό σαράντα βιβλία ὑπό τόν τίτλο Ἱστορίαι.

ΠPIAΠOΣ Θεός τῆς γονιμότητος, τῶν ἀγρῶν, τῶν ποιμνίων. Γεννήθηκε ἀπό τόν Δία καί τήν Ἀφροδίτη. Ὅταν ἡ Ἀφροδίτη ἦταν ἕτοιμη νά γεννήσει, ἡ ζηλότυπη Ἥρα ἄγγιξε τήν κοιλιά της καί γι’ αὐτό τό παιδί γεννήθηκε τέρας μέ τεράστια κοιλιά. Ἡ Ἀφροδίτη ἔνοιωσε τέτοια φρίκη στήν θέα του, ὥστε ἐγκατέλειψε τό μωρό καί ἔφυγε. Τό βρῆκαν ὅμως κάτι βοσκοί στήν Λάμψακο καί τό μεγάλωσαν σάν δικό τους. Γι’ αὐτό καί ὁ Πρίαπος ἔγινε ὁ προστάτης τους. Στά ἀγάλματά του, πού τοποθετοῦνταν στούς κήπους ἤ στίς πόρτες τῶν σπιτιῶν, εἶχε τήν μορφή ἑνός γελοίου παραμορφωμένου πλάσματος μέ τό φαλλικό σύμβολο. Τό τοποθετοῦσαν γιά γονιμότητα, ἐνῶ θεωρεῖτο ὅτι ἔδιωχνε τούς κλέφτες καί τά πουλιά, γενικά ἦταν σημάδι ἐπιδείξεως, κάτι πού συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Συνήθιζαν δέ στά ἀγαλματίδια αὐτά νά γράφουν σύντομα χιουμοριστικά ἐπιγράμματα ἤ ποιήματα. Ὁ ὅρος πριαπισμός, πού κατά τόν Γαληνό εἶναι ἡ διαρκής στύσις τοῦ ἀνδρικοῦ μορίου συναντᾶται καί σήμερα στήν ἰατρική ὁρολογία .


228

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔIOΔΩPOΣ O ΣIKEΛIΩTHΣ (ἐκ τοῦ Ζεύς, Διός + δῶρο)

Ἕλληνας ἱστοριογράφος πού γεννήθηκε στό Ἀργύριο τῆς Σικελίας καί ἔζησε τήν ἐποχή τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος καί τοῦ Αὐγούστου. Προκειμένου νά συγγράψει καθολική ἱστορία ὑπέβαλε στόν ἑαυτό του μεγάλες ταλαιπωρίες καί ἀρκετούς κινδύνους καί περιηγήθηκε ἀνά τήν Ἀσία, τήν Εὐρώπη καί τήν Λιβύη γιά νά καταστεῖ αὐτόπτης μάρτυρας τῶν γεγονότων. Τριάντα ὁλόκληρα χρόνια χρειάστηκε γιά τήν συγγραφή τῆς ἱστορίας, στήν ὁποία ἐπιδόθηκε μέ μεγάλο καί ἀπαράμιλλο ζῆλο.

HPOΔOTOΣ

(ἐκ τοῦ Ἥρα + δοτός)

Διάσημος Ἕλληνας ἱστορικός, ἀποκληθείς καί πατέρας τῆς ἱστορίας. Γεννήθηκε στήν Ἁλικαρνασσό, πού ἦταν δωρική ἀποικία ὅταν ἦταν στήν ἀρχή ὁ Λύγδαμις. Ὁ τύραννος ὅμως ἀπό φθόνο φόνευσε τόν θεῖο του ποιητή Πανύασι καί ὁ Ἡρόδοτος ἔφυγε γιά τήν Σάμο καί ἀπό ἐκεῖ ἄντλησε καί τήν ἰωνική χάρι, ἀφοῦ ἡ Σάμος ἦταν ἰωνικό νησί. Μετά ἀπό πολλά ἦλθε στήν Ἀθήνα, ὅπου συνῆψε φιλία μέ τόν Περικλῆ. Τήν πόλι Θούριοι στήν ὁποία ἔμεινε ἀγάπησε ὡς δεύτερη πατρίδα του, ἐξ οὗ καί ἀποκλήθηκε καί Θούριος. Στήν πόλι αὐτή συνέγραψε τήν ἱστορία καί ἐκεῖ ἀπέθανε.

AETOΣ

(ἐκ τοῦ ἄημι = πνέω)

Στήν ἑλληνική μυθολογία ὁ Ἀετός κατέχει ἐπίσημη θέσι. Εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν θεῖο πτηνό, τῆς «μαντείας πρόεδρος», τό ἱερό στόν


229

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ὕψιστο θεό καί τό μόνιμο αὐτοῦ σύμβολο. Κατά τόν μῦθο γεννήθηκε συγχρόνως μέ τόν Δία, κατ’ ἄλλους προεῖπε σ’ αὐτόν τήν νίκη του κατά τήν γιγαντομαχία ἤ κατά τήν μάχη μέ τούς Τιτάνες. Ὁ Ἀετός κρατεῖ ἤ κομίζει στόν Δία τό κύριο ὅπλο του, τόν κεραυνό καί ἁρπάζει μέ τήν ἐντολή του τόν Γανυμήδη καί τρώει τό συκώτι τοῦ Προμηθέως. Ἡ κρητική παράδοσις λέγει ὅτι ὁ Ἀετός προστάτευσε τόν Δία καί ἔτρεφε αὐτόν, ὅταν ἦταν βρέφος. Στούς Δελφούς ἵστατο ἑκατέρωθεν τοῦ ὀμφαλοῦ ἕνας ἀετός, γιατί ἐκεῖ συναντήθηκαν οἱ δυό ἀετοί, τούς ὁποίους ὁ Ζεύς εἶχε ἀποστείλει ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς.

KEPAYNOΣ

(ἐκ τοῦ κέρας, κεραία + αὔω + νέομαι = ἐξέρεται ὡς κεραία καίουσα)

Κατά τούς ἀρχαίους χρόνους ὁ κεραυνός ἐθεωρεῖτο ὅπλο τοῦ Διός. Αὐτός σέ διάφορες παραστάσεις ἐμφανίζεται νά κρατάει ἤ νά ἐκσφενδονίζει κεραυνό, πρός τόν ὁποῖο ταυτίζεται. Οἱ κεραυνοί κατασκεύαζονταν ἀπό τούς Κύκλωπες. Ἀπό τή διεύθυνσι, τήν στιγμή καί τό μέρος τῆς πτώσεως τοῦ κεραυνοῦ, οἱ ἀρχαῖοι ἔκαναν μαντεῖες.

ΛABYPINΘOΣ Ὀνομασία περίπλοκων ὑπογείων, μέ στενούς ἑλικοειδεῖς διαδρόμους πού καθιστοῦσαν τήν ἔξοδο ἰδιαίτερα δύσκολη. Ἡ λέξις ἴσως συσχετίζεται μέ τό ἐσωτερικό μέρος τοῦ ὠτός, ἐξ οὗ καί ὁ λαβύρινθος στό αὐτί. Ὁ πιό περίφημος ἀπό αὐτούς ἦταν ὁ Κρητικός, μᾶλλον στήν Κνωσό, κατασκευασμένος ἀπό τόν Δαίδαλο, ὡς φυλακή γιά τό φοβερό τέρας, τόν Μινώταυρο. Ἕνα σχέδιο ἀπό γρα-


230

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

φίτη πού βρέθηκε στήν Πομπηία, δίνει ἀναλυτικό σχεδιάγραμμα τοῦ λαβυρίνθου μέ τήν ἐπιγραφή «Ἐδῶ μένει ὁ Μινώταυρος». Ἀπεικονίζεται σέ πολλά ἀγγεῖα, νομίσματα καί τοιχογραφίες, ἄν καί ἡ ἀνασκαφή δέν τό ἔχει ἀνασύρει ἀκόμα στό φῶς. Ἴσως νά εἶχε συμβολική σημασία, ἀπεικονίζει τό πολλαπλό ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ὁ μυημένος (Θησεύς) πρέπει νά φωτίσει μέ τήν συνείδησι ( μίτος ) καί νά διαλύσει τό τέρας (μινώταυρος) πού ἐγκλωβίζει τήν ψυχή.

ΠANΔΩPA

(ἐκ τοῦ πᾶν + δῶρον)

Αὐτή πού τά πάντα δωρίζει. Ἡ πρώτη γυναίκα πού πλάστηκε ἀπό τόν Ἥφαιστο μέ διαταγή τοῦ Διός, πού ἤθελε νά τιμωρήσει τούς ἀνθρώπους, ἐπειδή δέχθηκαν τή φωτιά (τό πῦρ) πού ὁ Προμηθεύς εἶχε ὑφαρπάσει ἀπό τούς θεούς. Ἀπό τήν Ἀφροδίτη προικίσθηκε μέ κάλλος, ἀπό τήν Ἀθηνᾶ μέ ἐπιδεξιότητα γιά τίς τέχνες, ἀπό τίς oΩρες καί Χάριτες μέ τά θέλγητρα καί ἀπό τούς ἄλλους θεούς μέ ἄλλα δῶρα. Ἀκόμη ἔλαβε πυξίδα, ὡς δῆθεν γαμήλιο δῶρο, ἡ ὁποία ὅμως, ὅταν ἀνοίχθηκε ἀπό τόν Ἐπιμηθέα, ἀντί γιά δῶρα γέμισε ὁ κόσμος μέ δεινά. Εὐτυχῶς, ἡ Πανδώρα πρόλαβε νά ξανακλείσει τό πυθάρι πρίν φύγει ἀπό μέσα ἡ Ἐλπίδα.

ΑTΘIΣ

(ἐκ τοῦ Ἀκτική)

Καλοῦνται οἱ μονογραφίες πού ἐξετάζουν τούς μύθους, τά γεγονότα τά γράμματα καί τήν τοπογραφία τῆς Ἀττικῆς. Οἱ Ἀτθίδες ἐμφανίζονται ἀπό τούς χρόνους τοῦ Δημοσθένους καί ἀκμάζουν κατά τούς Ἀλεξανδρινούς χρόνους. Οἱ παλαιότερες ἀποτέλεσαν μία ἀπό τίς κύ-


231

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ριες πηγές τοῦ εὑρεθέντος μετέπειτα ἔργου τοῦ Ἀριστοτέλους τῆς «Ἀθηναίων Πολιτεία».

ΑTΘIΔOΓPAΦOI Ἦσαν συγγραφεῖς τῶν Ἀτθίδων. Ὁ πρῶτος ἀπό αὐτούς ἦταν ὁ Ἑλλάνικος καί κατόπιν ὁ Κλειτόδημος ἤ Κλείδημος, τόν ὁποῖο ὁ Παυσανίας ἱστορεῖ (συγκαταλέγει) ὡς τόν ἀρχαιότατο πού ἔγραψαν τά ἐπιχώρια. Ἕτερος Ἀτθιδογράφος ὑπῆρξε ὁ Ἀνδροτίων, μαθητής τοῦ Ἰσοκράτους, κατά τοῦ ὁποίου ἔγραψε ὁ Δημοσθένης τόν σωζόμενο ἀκόμη λόγο. Ὁ Φανόδημος ἦταν καί αὐτός ἀτθιδογράφος, ὁ ὁποῖος ἔγραψε καί Ἰκιακά, ἐπιχώριο ἱστορία τῆς Ἰκοῦ, μιᾶς μικρῆς νήσου τῶν κυκλάδων.

KHPYKEION Τό κηρύκειον εἶναι ράβδος, πού ἔχει ἑκατέρωθεν δυό φίδια, καί συνήθιζαν νά τήν φέρουν μαζί τους οἱ κήρυκες, οἱ ὁποῖοι καί ἐθεωροῦντο ἱεροί καί ἀπαραβίαστοι. Κατά τόν Ὑγίνο ὁ Ἑρμῆς συνάντησε δυό φίδια πού μάχονταν μεταξύ τους καί τά χώρισε μέ τό χέρι του καί γι’ αὐτό ἡ παράστασις αὐτῶν ἐτέθη ὡς σύμβολο εἰρήνης. Στόν πληθυντικό τά κηρύκεια σημαίνουν τά δικαιώματα, τήν ἀμοιβή.

ΛABPYΣ Ἀμφίστομο τσεκούρι (πέλεκυς), σύμβολο τῶν Ἀμαζόνων. Ἡ λάβρυς χρησίμευε ἀπό παλιά ὡς πολεμικό ὅπλο καί σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις ὡς τσεκούρι. Ἰδιαίτερη ὅμως σημασία ἀπέκτησε τό ὄργα-


232

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

νο τοῦτο, ἀφότου ἦλθαν στό φῶς εὐρήματα τοῦ μυκηναϊκοῦ καί αἰγαίου πολιτισμοῦ. Σέ πολλές παραστάσεις φερόταν ὡς ἱερό ἔμβλημα, παράλληλα δέ τό χρησιμοποιοῦσαν καί στίς αἱματηρές θυσίες.

MHΛOΣ THΣ EPIΔOΣ

(μῆλο παρά τό μέλω = φροντίζω)

Στήν γαμήλια γιορτή τοῦ Πηλέως καί τῆς Θέτιδος, ἡ Ἔρις πέταξε ἕνα χρυσό μῆλο πού ἔφερε τήν ἐπιγραφή «τFῆ καλλίστῃ» (γιά τήν ὀμορφότερη). Ἀμέσως ἡ Ἥρα, ἡ Ἀθηνᾶ καί ἡ Ἀφροδίτη τό διεκδίκησαν ταυτόχρονα καί κατέφυγαν στόν Πάρι, τόν ὡραιότερο τῶν θνητῶν, γιά νά ἀποφανθεῖ σέ ποιάν ἄξιζε νά δοθεῖ. Ὅλες προσπάθησαν νά τόν δωροδοκήσουν. Ἡ Ἥρα τοῦ προσέφερε μεγαλεῖα, ἡ Ἀθηνᾶ ἐπιτυχία στόν πόλεμο, ἐνῶ ἡ Ἀφροδίτη τοῦ ὑποσχέθηκε τήν ὀμορφότερη κοπέλα τῆς Γῆς γιά γυναίκα του. Ὁ Πάρις ἔδωσε τό μῆλο στήν Ἀφροδίτη καί ζήτησε τήν βοήθειά της γιά νά ἀπαγάγει τήν ὡραία Ἑλένη. Αὐτή ἡ ἀπαγωγή στάθηκε ἡ αἰτία καί ἡ ἀπαρχή τοῦ Τρωικοῦ πολέμου. Σημειωτέον ὅτι ὁ μῦθος αὐτός φαίνεται νά εἶναι ἄγνωστος στόν Ὅμηρο. Στά μῆλα οἱ ἀρχαῖοι ἀπέδιδαν καί ἀφροδισιακές ἰδιότητες (δέν εἶναι τυχαῖα ἡ σύνδεσίς τους μέ τήν Ἀφροδίτη), γι’ αὐτό τόν λόγο ἔπαιζαν ἰδιαίτερο ρόλο στά ἔθιμα τοῦ γάμου. Οἱ ἐκφράσεις «μηλοβολεῖν» ἤ «μήλοις βάλλειν» ἀποτελοῦν ἐκδηλώσεις ἀγάπης.

ΚYPHNH Νύμφη, θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Λαπιθῶν Ὑψέως. Στήν ἀρχή ζοῦσε στό Πήλιο ὡς κυνηγός καί φύλακας τῶν προβάτων τοῦ πατρός της, τά ὁποῖα προστάτευε ἀπό τά ἄγρια θηρία. Κάποια ἡμέ-


233

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ρα ὅμως, ἐνῶ πάλευε μέ ἕνα λιοντάρι καί τό νίκησε μέ τά χέρια, τήν θαύμασε ὁ Ἀπόλλωνας καί ἀφοῦ πῆρε πληροφορίες ἀπό τόν Κένταυρο Χείρωνα, τήν ἀπήγαγε μέ τήν θέλησί της, τήν ἔβαλε σέ ἅρμα πού τό ἔσυραν κύκνοι καί τήν πῆγε στήν Λιβύη, ὅπου τήν ἔκανε κυρίαρχη σέ ὅλη τήν χώρα, ἐξ οὗ καί ὁμώνυμη πόλις.

ΓΛAYΞ

(ἐκ τοῦ ρ. γλαύσσω = λάμπω)

Ἡ γλαῦξ ἀναφέρεται μόνο μία φορά ἀπό τόν Ὅμηρο ὡς σκώψ, κατά τόν Ἡσίοδο καί τούς ἀρχαιότερους δέν ἀναφέρεται οὔτε μία φορά. Οἱ μεταγενέστεροι ἀρχαῖοι Ἕλληνες ζωολόγοι ἐπιστήμονες ἀναφέρουν ἕξι ὅμοια εἴδη νυκτοβίων, ἀπό τά ὁποῖα ἐξέχουσα θέσι στήν τέχνη καί στίς ἀρχαῖες παραδόσεις καταλαμβάνει ἡ γλαῦξ γιατί ἐθεωρεῖτο ὡς τό ἱερό πτηνό τῆς Ἀθηνᾶς, ἀπό τό ὁποῖο ὀνομάσθηκε καί «γλαυκῶπις». Κατά τήν μυθολογία προηγουμένως ἡ γλαῦξ ἦταν παρθένος μέ τό ὄνομα Νυκτιμένη ἤ θυγατέρα τοῦ βασιλέως Μινύου τοῦ Ὀρχομενοῦ ἤ ἀκόμη θυγατέρα τοῦ Εὐμήλου ἀπό τήν Κῶ, ὀνομαζόμενη Μεροπίς ἤ Βοιώ. Προσέτι, ἐλέγετο ὅτι ἡ γλαῦξ ἀφοῦ κάθισε στό πλοῖο τοῦ Θεμιστοκλέους, δήλωσε πρώτη τήν νίκη στήν Σαλαμίνα.

AΣTEPIA

(ἐκ τοῦ ἀστήρ)

Ἡ Ἀστερία ἦταν μία ἀπό τίς Τιτανίδες καί θυγατέρα τοῦ Κοίου ἤ τοῦ Πόλου καί τῆς Φοίβης, ἀδελφή τῆς Λητοῦς. Ἦταν σύζυγος τοῦ Πέρσου, μητέρα τῆς Ἑκάτης ἀπό τόν Δία. Γιά νά ἀποφύγει τόν Δία μεταμορφώθηκε σέ νησί καί ἐκινεῖτο συνεχῶς ἕως ὅτου καί χάριν τῆς ἀδελφῆς της, Λητοῦς ἐστάθη μονίμως καί ἔκτοτε ὀνομάσθηκε


234

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Δῆλος. Κατ’ ἄλλη παράδοσι ἦταν θυγατέρα τοῦ Δαναοῦ, μνηστή τοῦ Χαίτου, πού ἦταν γιός τοῦ Αἰγύπτου. Ἀστερία λεγόταν μία ἀπό τίς θυγατέρες τοῦ Ἀλκυονέως, πού γιά τόν θάνατο τοῦ πατέρα της κρημνίστηκε ἀπό τό Καναστραῖο ἀκρωτήριο τῆς Παλλήνης καί μεταμορφώθηκε ἀπό τήν Ἀμφιτρίτη σέ ἀλκυόνα.

ΩPIΩN

(ἤ Ὠαρίων ἐκ τοῦ ὠόν)

Γίγαντας καί κυνηγός τῆς Βοιωτίας. Ἦταν πολύ ὄμορφος καί δυνατός, υἱός τοῦ Ποσειδῶνος καί τῆς Εὐρυάλης. Ἀπό τόν πατέρα του κληρονόμησε τήν δύναμι νά περπατᾶ στήν θάλασσα ὅπως καί στήν ξηρά. Νυμφεύθηκε τήν Σίδη, ἡ ὁποία τόλμησε νά συγκρίνει τήν ἀπίστευτη ὀμορφιά της μέ τήν Ἥρα καί τιμωρήθηκε νά φυλακισθεῖ διά βίου στόν Ἅδη. Τότε ὁ Ὠρίων διέσχισε τήν θάλασσα καί πῆγε στήν Χίο γιά νά νυμφευθεῖ τήν Μερόπη τήν κόρη τοῦ βασιλέως Οἰνωπίωνος, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀρνήθηκε καί τότε ὁ Ὠρίων προσπάθησε νά τήν πάρει διά τῆς βίας. Τότε ὁ βασιλιάς τόν μέθυσε, τόν τύφλωσε καί τόν ἔριξε στήν θάλασσα. Ὅμως ὁ Ὠρίων ὁδηγούμενος ἀπό τόν κρότο πού ἔκανε τό σφυρί τοῦ Ἡφαίστου, ἔφθασε στό ἐργαστήριο τοῦ θεοῦ πού τόν βοήθησε νά βρεῖ ξανά τήν ὅρασή του. Τότε ὁ Οἰνοπίων κρύφθηκε κάτω ἀπό τήν γῆ γιά νά γλιτώσει ἀπό τήν ἐκδίκησί τοῦ Ὠρίωνος. Τόν Ὠρίωνα ἐρωτεύθηκε ἡ Ἄρτεμις καί ὁ ἀδελφός της ὁ Ἀπόλλων γιά νά τήν κρατήσει παρθένα ἔστειλε ἕναν θανατηφόρο σκορπιό, ὁ ὁποῖος δάγκωσε θανάσιμα τόν γίγαντα, ὁ ὁποῖος μετά τόν θάνατό του τοποθετήθηκε στόν οὐρανό, στό ἀντίθετο ἀκριβῶς σημεῖο τοῦ Σκορπιοῦ .


235

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΔHIKOΩN Ἀπό μερικούς ἀρχαίους συγγραφεῖς ἀναφέρεται καί ὡς Δημοκόων (= ὁ ἀκούων τόν δῆμο). Ἦταν υἱός τοῦ Ἡρακλέους καί τῆς Μεγάρας, καί ἐφονεύθη ἀπό «τόν μαινόμενο Ἡρακλῆ» μαζί μέ τούς λοιπούς ἀδελφούς του. Σύμφωνα ὅμως μέ ἄλλη ἐκδοχή ἦταν ἕνας ἀπό τούς πλέον ἐπιφανεῖς Τρῶες, υἱός τοῦ Περγάμου, σύντροφος τοῦ Αἰνεία καί φονεύθηκε ἀπό τόν Ἀγαμέμνονα. Ἐτιμᾶτο ἀπό τούς Τρῶες, ὡς ἀκριβῶς καί οἱ υἱοί τοῦ βασιλέως Πριάμου, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ὅμηρος στήν Ἰλιάδα.

IXΩP

(ἐκ τοῦ ἰκμάς = ὑγρασία)

Τό αἰθέριο ρευστό, τό ρέον εἰς τάς φλέβας τῶν θεῶν. Διέφερε ἀπό τό αἷμα τῶν κοινῶν θνητῶν, εἶχε χρυσαφί χρῶμα καί ἦταν θανάσιμα τοξικό γιά τούς θνητούς, ἐνῶ σάν οὐσία ἦταν συστατικό της ἀμβροσίας. Ἰχώρ εἶχαν στίς φλέβες τους οἱ θεοί καί οἱ ἀθάνατοι, ἀλλά καί ὁ Τάλως, τό ρομπότ πού κατασκεύασε ὁ Δαίδαλος γιά νά περιφρουρεῖ τήν Κρήτη. Ἡ Μήδεια γνώριζε τήν μοναδική ἀδυναμία του καί ἔπεισε τούς Ἀργοναῦτες νά καταφέρουν νά ἀνοίξουν τόν ἀστράγαλό του, ἀπ’ ὅπου χύθηκε ὅλος ὁ ἰχώρ καί ἔτσι ἐξολοθρεύτηκε.

ΔIOΣKOYPOI

(οἱ σπεύδοντες δι’ αἰθέρος)

Θεοί τοῦ φωτός, τῶν ὁποίων ἡ λατρεία εἶχε διπλή ἰδιότητα, δηλαδή, ἄλλοτε μέν ὡς θεῶν καί ἄλλοτε ὡς ἡρώων καί ἀπό παλαιότατους χρόνους ἑστιάζεται στήν Λακωνία καί στήν Μεσσηνία, μετέπειτα δέ σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα. Οἱ Διόσκουροι Κάστωρ καί Πολυδεύκης ἦσαν παι-


236

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

διά τοῦ Διός καί τῆς Λήδας, καί ἔγιναν ἀδελφοί τῆς Ἑλένης, ὅταν αὐτή γεννήθηκε ἀπό αὐγό. Γεννήθηκαν στόν Ταΰγετο. Ὁ Κάστωρ ἦταν θνητός καί περίφημος δαμαστής ἀλόγων, ἐνῶ ὁ Πολυδεύκης ἦταν ἀθάνατος καί πυγμάχος. Πολέμησαν τούς Ἰδα καί Λυγκέα, τῶν ὁποίων ἅρπαξαν τίς μνηστές Φοίβη καί Ἰλάειρα καί τίς παντρεύτηκαν. Ὅταν ὁ Θησεύς ἅρπαξε τήν ἀδελφή τους, κυρίευσαν τίς Ἀφίδνες, ἐλευθέρωσαν τήν Ἑλένη καί αἰχμαλώτισαν τήν Αἴθρα. Ἔλαβαν μέρος στήν Ἀργοναυτική ἐκστρατεία καί στό κυνήγι τοῦ Καλυδώνιου κάπρου, ἐνῶ μαζί μέ τόν Ἡρακλῆ πολέμησαν τίς Ἀμαζόνες. Ὅταν σέ μία μάχη σκοτώθηκε ὁ Κάστωρ, πού ἦταν θνητός, ὁ Πολυδεύκης θέλησε, ἀπό ἀγάπη στόν ἀδελφό του, νά πεθάνει κι αὐτός. Τότε ὁ Ζεύς τούς ἐπέτρεψε νά μένουν μιά μέρα στόν Ἅδη καί μία στόν οὐρανό ἐκ περιτροπῆς. Ἔτσι σχετίστηκαν μέ τόν ἀστερισμό τῶν Διδύμων.

EΣΠEPIΔEΣ Κατά τόν Ἡσίοδο ἦσαν θυγατέρες τῆς Νύκτας, κατ’ ἄλλους τοῦ Φόρκυνος καί τῆς Κητοῦς, ἤ τοῦ Ἄτλαντος κλπ. Ὁ Ἀπολλόδωρος ἀναφέρει τέσσερις, ἤτοι τήν Αἴγλη, Ἐρύθεια, Ἑστία καί Ἀρέθουσα, ὁ Ἀπολλώνιος τρεῖς, τήν Ἑσπέρα, Ἐρυθηίδα καί Αἴγλη, καί ὁ Διόδωρος ἑπτά. Οἱ Ἑσπερίδες φύλαγαν στούς κήπους μαζί μέ τόν ἑκατοντακέφαλο δράκοντα Λάδωνα τά χρυσά μῆλα, τά ὁποῖα ἔλαβε ὡς γαμήλιο δῶρο ἡ Ἥρα ἀπό τήν Γαῖα. Οἱ κῆποι αὐτοί εὑρίσκοντο «ἐν Ὑπερβορείοις» κατά τόν Ἀπολλόδωρο, ἀλλά κατά τούς ἀρχαιότερους μύθους πλησίον τοῦ Ἄτλαντος.


ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΕΣ

ΧΑΟΣ > ΓΑΙΑ > ΕΡΩΣ > ΕΡΕΒΟΣ > ΝΥΞ ΓΑΙΑ + ΠΟΝΤΟΣ > ΝΗΡΕΥΣ, ΘΑΥΜΑΣ, ΦΟΡΚΥΣ, ΚΗΤΩ, ΕΥΡΥΒΙΑ ΦΟΡΚΥΣ + ΚΗΤΩ > ΓΡΑΙΑΙ, ΓΟΡΓΟΝΕΣ, ΜΕΔΟΥΣΑ ΕΡΕΒΟΣ + ΝΥΞ > ΑΙΘΗΡ, ΗΜΕΡΑ ΟΥΡΑΝΟΣ + ΓΑΙΑ > ΚΡΟΝΟΣ, ΡΕΑ, ΩΚΕΑΝΟΣ, ΥΠΕΡΙΩΝ, ΘΕΜΙΣ, ΙΑΠΕΤΟΣ ΙΑΠΕΤΟΣ + ΚΛΥΜΕΝΗ > ΑΤΛΑΣ, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, ΕΠΙΜΗΘΕΥΣ ΩΚΕΑΝΟΣ + ΤΗΘΥΣ > ΩΚΕΑΝΙΔΕΣ, ΑΣΙΑ, ΑΧΕΛΩΟΣ ΚΡΟΝΟΣ + ΡΕΑ > ΕΣΤΙΑ, ΑΔΗΣ, ΔΗΜΗΤΗΡ, ΠΟΣΕΙΔΩΝ, ΗΡΑ, ΖΕΥΣ ΖΕΥΣ + ΗΡΑ > ΑΡΗΣ, ΗΒΗ, ΕΙΛΕΙΘΥΙΑ, ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΖΕΥΣ + ΜΗΤΙΣ > ΑΘΗΝΑ ΖΕΥΣ + ΘΕΜΙΣ > ΩΡΕΣ, ΜΟΙΡΕΣ ΖΕΥΣ + ΛΗΤΩ > ΑΠΟΛΛΩΝ, ΑΡΤΕΜΙΣ ΖΕΥΣ + ΔΙΩΝΗ > ΑΦΡΟΔΙΤΗ


238

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΖΕΥΣ + ΜΑΙΑ > ΕΡΜΗΣ ΖΕΥΣ + ΕΥΡΥΝΟΜΗ > ΧΑΡΙΤΕΣ ΖΕΥΣ + ΔΗΜΗΤΡΑ >ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΖΕΥΣ + ΣΕΜΕΛΗ > ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΖΕΥΣ + ΝΙΟΒΗ > ΑΡΓΟΣ, ΠΕΛΑΣΓΟΣ ΖΕΥΣ + ΕΥΡΩΠΗ > ΜΙΝΩΣ, ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ, ΣΑΡΠΗΔΩΝ ΖΕΥΣ + ΛΗΔΑ > ΕΛΕΝΗ, ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ ΖΕΥΣ + ΚΑΛΛΙΣΤΩ > ΑΡΚΑΣ ΖΕΥΣ + ΤΑΩΓΕΤΗ > ΛΑΚΕΔΑΙΜΩΝ ΖΕΥΣ + ΠΛΟΥΤΩ > ΤΑΝΤΑΛΟΣ ΖΕΥΣ + ΔΑΝΑΗ >ΠΕΡΣΕΥΣ ΖΕΥΣ + ΘΥΙΑ > ΜΑΓΝΗΣ ΖΕΥΣ + ΠΑΝΔΩΡΑ > ΓΡΑΙΚΟΣ ΖΕΥΣ + ΑΛΚΜΗΝΗ > ΗΡΑΚΛΗΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ + ΔΗΜΗΤΡΑ > ΙΑΚΧΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑ + ΙΑΣΙΩΝ > ΠΛΟΥΤΟΣ


239

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΗΦΑΙΣΤΟΣ + ΚΑΒΕΙΡΩ > ΚΑΒΕπΡΟπ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ > ΤΡΙΤΩΝ, ΡΟΔΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΜΕΔΟΥΣΑ > ΠΗΓΑΣΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΧΙΟΝΗ > ΕΥΜΟΛΠΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΑΜΥΜΩΝΗ > ΝΑΥΠΛΙΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΘΟΩΣΑ > ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΤΥΡΩ > ΝΗΡΕΥΣ, ΠΕΛΙΑΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΑΙΘΡΑ > ΘΗΣΕΥΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ + ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ > ΒΟΙΩΤΟΣ, ΑΙΟΛΟΣ ΗΡΑΚΛΗΣ + ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ > ΥΛΛΟΣ, ΓΛΗΝΕΥΣ ΗΡΑΚΛΗΣ + ΑΥΓΗ > ΤΗΛΕΦΟΣ ΑΡΗΣ + ΚΥΡΗΝΗ > ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝ + ΚΟΡΩΝΙΣ > ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ + ΗΠΙΟΝΗ > ΙΑΣΩ, ΥΓΙΕΙΑ, ΑΙΓΛΗ, ΜΑΧΑΩΝ,

ΠΟΔΑΛΕΙΡΙΟΣ, ΠΑΝΑΚΕΙΑ, ΑΚΕΣΩ, ΤΕΛΕΣΦΟΡΟΣ, ΑΛΕΞΗΝΩΡ ΑΦΡΟΔΙΤΗ + ΑΡΗΣ > ΔΕΙΜΟΣ, ΦΟΒΟΣ, ΑΡΜΟΝΙΑ, ΠΡΙΑΠΟΣ, ΕΡΩΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗ + ΗΦΑΙΣΤΟΣ > ΠΑΛΑΙΜΩΝ, ΑΡΔΑΛΟΣ


240

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ + ΚΕΛΑΙΝΩ > ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ, ΠΥΡΡΑ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ + ΠΥΡΡΑ > ΕΛΛΗΝ, ΟΡΣΗΙΣ ΙΑΣΩΝ + ΜΗΔΕΙΑ > ΘΕΣΣΑΛΟΣ, ΑΛΚΙΜΕΝΗΣ ΚΑΔΜΟΣ + ΑΡΜΟΝΙΑ > ΣΕΜΕΛΗ, ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ, ΙΝΩ, ΑΥΤΟΝΟΗ, ΑΓΑΥΗ ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ + ΝΥΚΤΗΙΣ > ΛΑΒΔΑΚΟΣ > ΛΑΪΟΣ ΛΑΪΟΣ + ΙΟΚΑΣΤΗ > ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΟΙΔΙΠΟΥΣ + ΙΟΚΑΣΤΗ > ΑΝΤΙΓΟΝΗ, ΙΣΜΗΝΗ, ΕΤΕΟΚΛΗΣ, ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

ΑΤΡΕΥΣ + ΕΥΡΥΑΝΑΣΣΑ > ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, ΜΕΝΕΛΑΟΣ, ΑΝΑΞΙΒΙΑ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ + ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ >ΗΛΕΚΤΡΑ, ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΡΙΑΜΟΣ + ΕΚΑΒΗ > ΑΙΝΕΙΑΣ, ΕΚΤΩΡ, ΠΑΡΙΣ, ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ κ.ἄ.

Πηγές: Ἀλτάνη, Ἡσιόδου Θεογονία καί ὁ ἀριθμός 33, Ἐκδόσεις Γεωργιάδη Πέδρο Ὀλάγια, Μυθολογικός Ἄτλας τῆς Ἑλλάδας, Ἐκδόσεις ROAD Αἰκατερίνη Τσοτάκου-Καρβέλη, Λεξικό Ἑλληνικῆς Μυθολογίας, Ἐκδόσεις ΤΑ ΝΕΑ


ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΑΓΑΜΕΜΝώΝ ΑΓΗΝώΡ ΑΔΗΣ ΑΔΜΗΤΟΣ ΑΔΡΑΣΤΟΣ ΑΔώΝΙΣ ΑΕΤΟΣ ΑΘΑΜΑΣ ΑΘΗΝΑ ΑΙΑΚΟΣ ΑΙΑΣ ΑΙΓΕΥΣ ΑΙΓΙΑΛΗ ΑΙΓΙΜΙΟΣ ΑΙΓΙΝΑ ΑΙΓΙΣΘΟΣ ΑΙΓΛΗ ΑΙΘΗΡ ΑΙΘΡΑ ΑΙΝΕΙΑΣ ΑΙΟΛΟΣ ΑΙΣΧΥΛΟΣ Ο ΕΥΦΟΡΙώΝΟΣ ΑΙΣώΠΟΣ ΑΚΤΑΙώΝ ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΑΛΚΜΑΙώΝ ΑΛΚΥΟΝΗ ΑΛΦΕΙΟΣ ΑΛώΕΥΣ ΑΜΑΔΡΥΑΔΕΣ ΑΜΑΖΟΝΕΣ ΑΜΑΛΘΕΙΑ ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΑΜΥΚΟΣ ΑΜΥΡΟΣ ΑΜΦΙΑΡΑΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΟΣ ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ ΑΜΦΙώΝ ΑΝΔΡΟΓΕώΣ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ

189 157 80 162 157 173 228 132 42 60 192 118 194 216 59 197 60 26 125 214 36 222 225 156 102 208 153 107 158 216 98 93 54 53 59 136 168 181 57 158 173 187

ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ 128 ΑΝΤΑΙΟΣ 58 ΑΝΤΙΓΟΝΗ 152 ΑΠΟΚώΔΙΚΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΟΣ 148 ΑΠΟΛΛΟΔώΡΟΣ 224 ΑΠΟΛΛώΝ 41 ΑΠΟΛΛώΝΙΟΣ Ο ΡΟΔΙΟΣ 224 ΑΡΑΧΝΗ 108 ΑΡΓΟΣ 209 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 44 ΑΡΗΣ 43 ΑΡΙΑΔΝΗ 121 ΑΡΙΣΤΑΙΟΣ 154 ΑΡΙώΝ 161 ΑΡΜΟΝΙΑ 147 ΑΡΠΥΙΑΙ 67 ΑΡΤΕΜΙΣ 45 ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟΝ 166 ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ 166 ΑΣΤΕΡΙΑ 233 ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ 211 ΑΤΑΛΑΝΤΗ 156 ΑΤΘΙΔΟΓΡΑΦΟΙ 231 ΑΤΘΙΣ 230 ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ 68 ΑΤΛΑΣ 25 ΑΤΡΕΥΣ 178 ΑΤΤΙΣ 179 ΑΤΥΜΝΙΟΣ 181 ΑΥΡΑ 107 ΑΦΡΟΔΙΤΗ 46 ΑΧΑΙΟΣ 35 ΑΧΕΛώΟΣ 59 ΑΧΙΛΛΕΥΣ 184 ΒΕΛΛΕΡΕΦΟΝΤΗΣ 133 ΒΟΡΕΑΣ 84 ΒΟΥΣΙΡΙΣ 58 ΓΑΙΑ 23 ΓΑΝΥΜΗΔΗΣ 50 ΓΙΓΑΝΤΕΣ 26 ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ 27


242

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΓΛΑΥΚΟΣ ΓΛΑΥΞ ΓΟΡΓώ ‘Η ΓΟΡΓΟΝΑ ΔΑΙΔΑΛΟΣ ΔΑΝΑΗ ΔΑΝΑΪΔΕΣ ΔΑΝΑΟΣ ΔΑΦΝΗ ΔΕΥΚΑΛΙώΝ ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ ΔΗΙΔΑΜΕΙΑ ΔΗΙΚΟώΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΙΔώ ΔΙΟΔώΡΟΣ Ο ΣΙΚΕΛΙώΤΗΣ ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ ΔΟΛΙΧΟΣ ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ ΕΙΛΕΙΘΥΙΑ ΕΚΑΒΗ ΕΚΑΛΗ ΕΚΑΤΗ ΕΚΑΤΟΓΧΕΙΡΕΣ ΕΚΤώΡ ΕΛΕΝΗ ΕΛΛΗ ΕΛΛΗΝ ΕΠΙΜΕΝΙΔΗΣ ΕΠΙΜΗΘΕΥΣ ΕΡΕΒΟΣ ΕΡΕΧΘΕΥΣ ΕΡΙΝΥΣ καί ΕΡΙΝΝΥΣ ΕΡΙΧΘΟΝΙΟΣ ΕΡΜΑΦΡΟΔΙΤΟΣ ΕΡΜΗΣ ΕΡΥΣΙΧΘΩΝ ΕΡώΣ ΕΡώΣ ΕΣΠΕΡΙΔΕΣ ΕΣΤΙΑ ΕΤΕΟΚΛΗΣ καί ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ ΕΥΜΟΛΠΟΣ

62 233 65 176 105 37 37 97 30 114 199 235 48 180 228 193 75 235 185 192 33 98 186 125 105 27 186 188 130 31 129 28 34 122 83 118 212 45 137 24 52 236 48 151 138

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 223 ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΙΣΧΥΛΟΣ & ΣΟΦΟΚΛΗΣ 223 ΕΥΡΥΔΙΚΗ 79 ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ 205 ΕΥΡΥΛΟΧΟΣ 210 ΕΥΡΥΝΟΜΗ 106 ΕΥΡΥΣΘΕΥΣ 116 ΕΥΡώΠΗ 147 ΖΕΥΣ 40 ΖΕΦΥΡΟΣ 217 ΗΒΗ 49 ΗΛΕΚΤΡΑ 196 ΗΛΙΑΔΕΣ 139 ΗΛΙΟΣ 51 ΗΜΕΡΑ 34 ΗΜΙΘΕΑ 138 ΗΡΑ 40 ΗΡΑΚΛΕΙΔΑΙ 116 ΗΡΑΚΛΗΣ 111 ΗΡΟΔΟΤΟΣ 228 ΗΣΙΟΔΟΣ 221 ΗΦΑΙΣΤΟΣ 44 ΗΧώ 77 ΗώΣ 94 ΘΑΛΕΙΑ 96 ΘΕΜΙΣ 95 ΘΕΤΙΣ 184 ΘΗΣΕΥΣ 119 ΙΑΜΒΗ 103 ΙΑΝΟΣ 139 ΙΑΠΕΤΟΣ 33 ΙΑΣΙώΝ 169 ΙΑΣώ 170 ΙΑΣώΝ 131 ΙΔΑΣ 139 ΙΚΑΡΟΣ 177 ΙΝΑΧΟΣ 141 ΙΝώ 160 ΙΞΙώΝ 87 ΙΟΚΑΣΤΗ 153 ΙΟΛΑΟΣ 115 ΙΟΛΗ 115 ΙΡΙΣ 49 ΙΣΙΣ 140 ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ 198


243

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

ΙΧώΡ Ιώ ΙώΝ ΚΑΒΕΙΡΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΒΕΙΡΟΙ ΚΑΔΜΟΣ ΚΑΙΣΣΑ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ ΚΑΛΛΙΣΤώ ΚΑΛΥΔώΝΙΟΣ ΚΑΠΡΟΣ ΚΑΛΥΨώ ΚΑΛΧΑΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΚΑΣΤώΡ καί ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΚΕΚΡώΨ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ ΚΕΡΑΜΒΟΣ ΚΕΡΑΥΝΟΣ ΚΕΡΒΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΟΣ ΚΗΡΕΣ ΚΗΡΥΚΕΙΟΝ ΚΗΦΙΣΟΣ ΚΙΡΚΗ ΚΛΕΙώ ΚΛΥΜΕΝΗ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΚΛΥΤΟΝΗΟΣ ΚΟΔΡΟΣ ΚΡΕώΝ ΚΡΟΝΟΣ ΚΥΚΛώΠΕΣ ΚΥΚΝΟΣ ΚΥΡΗΝΗ ΛΑΒΡΥΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΛΑΕΡΤΗΣ ΛΑΪΟΣ ΛΑΟΚΟώΝ ΛΕΑΝΔΡΟΣ καί ΗΡώ ΛΕΥΚΟΘΟΗ ΛΗΔΑ

235 94 36 175 175 146 97 96 143 104 142 207 137 191 71 180 29 122 64 87 229 81 142 82 231 124 206 102 88 189 211 123 151 31 25 67 232 231 229 204 150 191 135 211 104

ΛΗΤώ ΛΥΚΑώΝ ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΛώΤΟΦΑΓΟΙ ΜΑΙΑ ΜΑΧΑώΝ ΜΕΔΟΥΣΑ ΜΕΔώΝ ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ ΜΕΜΝώΝ ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΜΕΡώΨ - ΜΕΡΟΠΗ ΜΗΔΕΙΑ ΜΗΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΙΔΟΣ ΜΗΤΙΣ ΜΙΔΑΣ ΜΙΝώΣ ΜΙΝώΤΑΥΡΟΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ ΜΟΙΡΕΣ ΜΟΥΣΕΣ ΜπΘΡΑΣ ΜΥΡΜΙΔΟΝΕΣ ΜΥΡΤΙΛΟΣ ΝΑΪΑΔΕΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΝΑΥΠΛΙΟΣ ΝΑΥΣΙΚΑ ΝΕΣΤώΡ ΝΕΦΕΛΗ ΝΗΛΕΥΣ ΝΗΡΕΥΣ ΝΗΡΗΙΔΕΣ ΝΙΚΗ ΝΙΟΒΗ ΝΥΜΦΑΙ ΝΥΞ ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΟΙΝΟΜΑΟΣ ΟΜΗΡΟΣ ΟΡΕΣΤΗΣ ΟΡΦΕΥΣ ΟΣΙΡΙΣ

50 159 134 213 101 167 129 124 61 155 215 188 68 132 232 108 161 170 82 106 149 101 218 215 89 66 159 194 208 209 54 64 61 62 103 160 99 35 203 148 89 221 196 79 141


244 ΟΥΡΑΝΟΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ ΠΑΝ ΠΑΝΔώΡΑ ΠΑΡΙΣ ΠΑΣΙΦΑΗ ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ ΠΕΛΙΑΣ ΠΕΛΟΨ ΠΕΡΣΕΥΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΠΗΓΑΣΟΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ ΠΛΟΥΤώΝ ΠΟΔΑΛΕΙΡΙΟΣ ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ ΠΟΣΕΙΔώΝ ΠΡΙΑΜΟΣ ΠΡΙΑΠΟΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΠΡώΤΕΥΣ ΠΥΓΜΑΛΙώΝ ΠΥΘΙΑ ΠΥΘώΝ ΠΥΡΡΑ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ ΡΕΑ ΡώΜΥΛΟΣ ΣΑΡΠΗΔώΝ ΣΑΤΥΡΟΙ ΣΕΙΛΗΝΟΙ ‘Ή ΣΙΛΗΝΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΣΕΛΗΝΗ ΣΕΜΕΛΗ ΣΙΒΥΛΛΑΙ ΣΙΣΥΦΟΣ ΣΚΕΙΡώΝ

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ 27 195 197 77 230 190 171 200 168 88 178 128 78 134 203 226 78 193 226 205 47 185 227 28 66 212 85 84 30 171 32 135 172 76 76 206 93 75 172 85 86

ΣΚΥΛΛΑ ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΣΤΡΑΒώΝ ΣΤΥΞ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΡΙΓΞ ΣΦΙΓΞ ΤΑ ΑΔώΝΙΑ ΤΑΛώΣ ΤΑΝΤΑΛΟΣ ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΤΕΛΧΙΝΕΣ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΤΗΛΕΦΟΣ ΤΙΤΑΝΕΣ ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ ΤΡΙΠΤΟΛΕΜΟΣ ΤΡΙΤώΝ ΤΡΟΦώΝΙΟΣ ΤΥΝΔΑΡΕώΣ ΥΑΔΕΣ ΥΓΙΕΙΑ ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΙ ΥΨΙΠΥΛΗ ΦΑΕΘώΝ ΦΑΙΔΡΑ ΦΑΝΗΣ ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ ΦΙΝΕΥΣ ΦΟΙΒΗ ΦΡΙΞΟΣ ΧΑΟΣ ΧΑΡΙΤΕΣ ΧΕΙΡώΝ ΧΙΜΑΙΡΑ ΨΥΧΗ ώΓΥΓΗΣ ώΚΕΑΝΟΣ ώΡΑΙ ώΡΙώΝ

210 222 225 71 136 86 150 174 175 81 154 72 204 117 24 32 179 63 88 214 69 167 70 143 52 176 35 200 213 99 130 23 100 69 65 53 217 57 100 234


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕIσαγωγH στHν MυθολογIα

5

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α´ – Kοσμογονία – Γιγαντομαχία – Tιτανομαχία 21 ΧAOΣ ΓAIA EPώΣ ΤITANEΣ ΚYKΛώΠEΣ ATΛAΣ ΑIΘHP ΓIΓANTEΣ ΓIΓANTOMAXIA ΕKATOΓXEIPEΣ OYPANOΣ ΠPOMHΘEYΣ EΠIMHΘEYΣ ΚATAKΛYΣMOΣ ΔEYKAΛIώN ΠYPPA EΛΛHN KPONOΣ ΤITANOMAXIA PEA IAΠETOΣ ΕΓKEΛAΔOΣ EPEBOΣ ΗMEPA NYΞ ΦANHΣ AXAIOΣ IώN AIOΛOΣ ΔANAOΣ ΔANAΪΔEΣ

23 23 24 24 25 25 26 26 27 27 27 28 28 29 30 30 31 31 32 32 33 33 34 34 35 35 35 36 36 37 37

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β´

Oἱ Ὀλύμπιοι θεοί 39 ZEYΣ HPA AΠOΛΛώN AΘHNA APHΣ

40 40 41 42 43


246

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ APEIOΣ ΠAΓOΣ HΦAIΣTOΣ APTEMIΣ EPMHΣ AΦPOΔITH ΠOΣEIΔώN ΔHMHTPA EΣTIA IPIΣ HBH ΓANYMHΔHΣ ΛHTώ HΛIOΣ ΦAEΘώN EPώΣ ΨYXH ΑMBPOΣIA ΝEΦEΛH AMAΛΘEIA

44 44 45 45 46 47 48 48 49 49 50 50 51 52 52 53 53 54 54

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ´

Θαλάσσιες θεότητες – Tέρατα 55 ΑMΦITPITH ώKEANOΣ ΑNTAIOΣ ΒOYΣIPIΣ AMYKOΣ AXEΛώOΣ ΑIΓINA ΑIAKOΣ ΑIΓΛΗ ΜEΛANIΠΠH ΝHPEYΣ ΝHPHIΔEΣ ΓΛAYKOΣ ΤPITώN ΚENTAYPOI ΝHΛEYΣ ΧIMAIPA ΓOPΓώ ἤ ΓOPΓONA ΝAΪAΔEΣ ΠPώTEYΣ APΠYIAI KYKNOΣ ΑTΛANTIΔA

57 57 58 58 59 59 59 60 60 61 61 62 62 63 64 64 65 65 66 66 67 67 68


247

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕΡώΨ - ΜΕΡΟΠΗ ΧEIPώN ΥAΔEΣ ΥΠEPBOPEIOI ΚAΣTAΛIA ΣTYΞ ΤEΛXINEΣ

68 69 69 70 71 71 72

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ´

Διόνυσος – Ἅδης 73 ΔIONYΣOΣ ΣEMEΛH ΣEIΛHNOI ἤ ΣIΛHNOI ΣATYPOI ΠAN ΗXώ ΠΛOYTώN ΠEPΣEΦONH OPΦEYΣ EYPYΔIKH AΔHΣ ΤANTAΛOΣ ΚEPBEPOΣ ΚHPEΣ MINώTAYPOΣ ΕPINYΣ καί ΕPINNYΣ BOPEAΣ ΠYΘώN ΠYΘIA ΣIΣYΦOΣ ΣYPIΓΞ ΣKEIPώN IΞIώN KEPAMBOΣ KΛYMENH ΠEΛIAΣ TPOΦώNIOΣ OINOMAOΣ MYPTIΛOΣ

75 75 76 76 77 77 78 78 79 79 80 81 81 82 82 83 84 84 85 85 86 86 87 87 88 88 88 89 89

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε´

Γυναικεῖες θεότητες – Πρόσωπα 91 ΣEΛHNH ΑMAZONEΣ HώΣ

93 93 94


248

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ Iώ ΘEMIΣ ΘAΛEIA KAΛΛIOΠH ΔAΦNH ΚAIΣΣA EIΛEIΘYIA AMAΔPYAΔEΣ ΦOIBH ΝYMΦAI XAPITEΣ ώPAI MOYΣEΣ MAIA KΛEIώ AΛKHΣTIΣ IAMBH NIKH ΛHΔA KAΛΛIΣTώ ΔANAH EKATH EYPYNOMH MNHMOΣYNH AΛKYONH AYPA MHTIΣ APAXNH

94 95 96 96 97 97 98 98 99 99 100 100 101 101 102 102 103 103 104 104 105 105 106 106 107 107 108 108

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ´

Ἡρακλῆς – Θησεύς 109 ΗPAKΛHΣ ΔHIANEIPA ΙOΛAOΣ ΙOΛH ΕYPYΣΘEYΣ HPAKΛEIΔAI THΛEΦOΣ EPIXΘONIOΣ ΑIΓEYΣ ΘHΣEYΣ ΑPIAΔNH EPEXΘEYΣ KEKΡώΨ ΚOΔPOΣ

111 114 115 115 116 116 117 118 118 119 121 122 122 123


249

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΜEΔώN ΚHΦIΣOΣ EKAΛH ΑIΘPA

124 124 125 125

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ´

Περσεύς – Ἰάσων 126 ΠEPΣEYΣ ΑNΔPOMEΔA ΜEΔOYΣA ΕΠIMENIΔHΣ ΦPIΞOΣ ΕΛΛH IAΣώN ΜHΔEIA AΘAMAΣ BEΛΛEPEΦONTHΣ ΠHΓAΣOΣ ΛYKOYPΓOΣ ΛEANΔPOΣ καί HPώ ΡώMYΛOΣ AMYPOΣ ΣYMΠΛHΓAΔEΣ ΕPYΣIXΘΩN KAΛXAΣ EYMOΛΠOΣ HMIΘEA ΗΛIAΔEΣ ΙΔAΣ ΙANOΣ ΙΣIΣ OΣIPIΣ ΙNAXOΣ ΚAΛYΔώNIOΣ ΚAΠPOΣ KEΦAΛOΣ ΚAΛΛIΠATEIPA YΨIΠYΛH

128 128 129 129 130 130 131 132 132 133 134 134 135 135 136 136 137 137 138 138 139 139 139 140 141 141 142 142 143 143

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η´

Oἱ Θηβαῖοι Ἥρωες: Kάδμος – Oἰδίπους 144 ΚAΔMOΣ EYPώΠH APMONIA OIΔIΠOYΣ ΑΠOKώΔIKOΠOIHΣIΣ TOY MYΘOY TOY OIΔIΠOΔOΣ

146 147 147 148 148


250

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΜOIPEΣ ΣΦIΓΞ ΛAΪOΣ ETEOKΛHΣ καί ΠOΛYNEIKHΣ KPEώN ANTIΓONH AΛKMAIώN IOKAΣTH APIΣTAIOΣ TEIPEΣIAΣ MEΛEAΓPOΣ ATAΛANTH AKTAIώN AΔPAΣTOΣ AΓHNώP AMΦIώN AΛΦEIOΣ ΛYKAώN NAPKIΣΣOΣ ΝIOBH INώ ΑPIώN MIΔAΣ ΑΔMHTOΣ

149 150 150 151 151 152 153 153 154 154 155 156 156 157 157 158 158 159 159 160 160 161 161 162

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ´

Mῦθοι τῆς Kρήτης – Ἀσκληπιός 164 AΣKΛHΠIOΣ ΑΣKΛHΠIEION MAXAώN YΓIEIA AMΦIAPAOΣ ΠEΛAΣΓOΣ IAΣIώN IAΣώ MINώΣ ΠAΣIΦAH PAΔAMANΘYΣ ΣAPΠHΔώN ΣIBYΛΛAI ΑNΔPOΓEώΣ AΔώNIΣ ΤA AΔώNIA ΚABEIPOI ΚABEIPIA MYΣTHPIA

166 166 167 167 168 168 169 170 170 171 171 172 172 173 173 174 175 175


251

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ TAΛώΣ ΦAIΔPA ΔAIΔAΛOΣ IKAPOΣ ATPEYΣ ΠEΛOΨ ATTIΣ TPIΠTOΛEMOΣ ΔIΔώ ΚAΣTώP καί ΠOΛYΔEYKHΣ ATYMNIOΣ AMΦIΛOXOΣ

175 176 176 177 178 178 179 179 180 180 181 181

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι´ Ἰλιάς 182 ΘETIΣ 184 ΑXIΛΛEYΣ 184 ΔOΛIXOΣ 185 ΠPIAMOΣ 185 EKABH 186 EKTώP 186 ANΔPOMAXH 187 MENEΛAOΣ 188 EΛENH 188 AΓAMEMNώN 189 KΛYTAIMNHΣTPA 189 ΠAPIΣ 190 KAΣΣANΔPA 191 ΛAOKOώN 191 ΔOYPEIOΣ IΠΠOΣ 192 AIAΣ 192 ΠOΔAΛEIPIOΣ 193 ΔIOMHΔHΣ 193 AIΓIAΛH 194 NAYΠΛIOΣ 194 ΠAΛAMHΔHΣ 195 OPEΣTHΣ 196 HΛEKTPA 196 AIΓIΣΘOΣ 197 ΠAΛΛAΔION 197 ΙΦIΓENEIA 198 ΔHIΔAMEIA 199 ΦIΛOKTHTHΣ 200 ΠATPOKΛOΣ 200


252

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ´ Ὀδύσσεια 202 OΔYΣΣEYΣ 203 ΠHNEΛOΠH 203 THΛEMAXOΣ 204 ΛAEPTHΣ 204 EYPYKΛEIA 205 ΠOΛYΦHMOΣ 205 ΣEIPHNEΣ 206 KIPKH 206 KAΛYΨώ 207 AΛKINOOΣ 208 NAYΣIKA 208 APΓOΣ 209 NEΣTώP 209 ΣKYΛΛA 210 EYPYΛOXOΣ 210 KΛYTONHOΣ 211 ΑΣTYΠAΛAIA 211 ΛEYKOΘOH 211 ΠYΓMAΛIώN 212 EPMAΦPOΔITOΣ 212 ΛώTOΦAΓOI 213 ΦINEYΣ 213 AINEIAΣ 214 ΤYNΔAPEώΣ 214 MYPMIΔONEΣ 215 MEMNώN 215 AIΓIMIOΣ 216 AΛώEYΣ 216 ZEΦYPOΣ 217 ώΓYΓHΣ 217 ΜπΘΡΑΣ 218 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ´

Συγγραφεῖς καί πηγές τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας 219 OMHPOΣ HΣIOΔOΣ AIΣXYΛOΣ O ΕYΦOPIώNOΣ ΣOΦOKΛHΣ ΕYPIΠIΔHΣ ΕYPIΠIΔHΣ, ΑIΣXYΛOΣ & ΣOΦOKΛHΣ ΑΠOΛΛOΔώPOΣ ΑΠOΛΛώNIOΣ O ΡOΔIOΣ AIΣώΠOΣ

221 221 222 222 223 223 224 224 225


253

ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΣTPABώN ΠΛOYTAPXOΣ ΠOΛYBIOΣ ΠPIAΠOΣ ΔIOΔώPOΣ O ΣIKEΛIώTHΣ HPOΔOTOΣ AETOΣ KEPAYNOΣ ΛABYPINΘOΣ ΠANΔώPA ΑTΘIΣ ΑTΘIΔOΓPAΦOI KHPYKEION ΛABPYΣ MHΛOΣ THΣ EPIΔOΣ ΚYPHNH ΓΛAYΞ AΣTEPIA ώPIώN ΔHIKOώN IXώP ΔIOΣKOYPOI EΣΠEPIΔEΣ

225 226 226 227 228 228 228 229 229 230 230 231 231 231 232 232 233 233 234 235 235 235 236

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΕΣ

237

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

241

Λεξικο τησ ελληνικησ μυθολογιασ  
Λεξικο τησ ελληνικησ μυθολογιασ  
Advertisement