Page 1


ΤΕΥΧΟΣ 11

Το Παιδί - Φάντασμα! ΤΗΝ τελευταία στιγμή όμως, καθώς το κλομπ σκίζει τον αέρα για να τον χτυπήσει, ο Γιώργος αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς τον κίνδυνο που διατρέχει και μ' ένα πήδημα βρίσκεται όρθιος, γέρνοντας ταυτόχρονα προς τα πλάγια. Το κλομπ περνά μισή σπιθαμή από το κεφάλι του, χωρίς να τον χτυπήσει. Από το στόμα του Γερμανού βγαίνει μια βλαστήμια: —Προδότη!, γρυλλίζει. Καλά το είχα υποψιαστεί πως δεν ήσουν ο πραγματικός Φριτς Ούλσεν! Είσαι το Παιδί - Φάντασμα και θα πεθάνεις απόψε για τις συμφορές που έχεις προκαλέσει στη Γερμανία! Το χέρι του παιδιού κινείται προς το πιστόλι που κρέμεται από τη ζώνη του. Μα ο Γερμανός που δεν είναι άλλος από τον συνταγματάρχη Μπέριγκ, τον αρχηγό της μυστικής υπηρεσίας, προλαβαίνει και τον χτυπάει με το κλομπ στο μπράτσο, παραλύοντας του το χέρι! —Θα πεθάνεις απόψε!, γρυλλίζει πάλι. Τώρα καταλαβαίνω ποιος βοήθησε τον Πράκτορα 13 να δραπετεύσει και ποιος σκότωσε τον επιλοχία μου! θα... Το κλομπ ανυψώνεται πάλι για να χτυπήσει ξανά, μα αυτή τη φορά το Παιδί - Φάντασμα αντιδρά κεραυνοβόλα. Καθώς το κλομπ κατεβαίνει, αυτός τραβάει προς τα πίσω το κεφάλι του και τεντώνει απότομα προς τα εμπρός το δεξιό πόδι του. Η μπότα του χτυπάει το Γερμανό στο πόδι, ακριβώς κάτω από το γόνατο. Μια κραυγή πόνου βγαίνει από το στήθος του αρχηγού της uuστικής υπηρεσίας. Το κλομπ ξεφεύγει από τα δάχτυλα του και πεφτει χάμω Το κορμί του διπλώνεται στα δύο και τα χέρια του πιά νουν το πονεμένο του πόδι


Ο Γιώργος αρπάζει γοργά το κλομπ και, πριν ο Γερμανός βρει τον καιρό να συνέλθει, τον χτυπάει μ' αυτό στο κεφάλι. Ο συνταγματάρχης Μπέριγκ σωριάζεται χάμω αναίσθητος. Το Παιδί - Φάντασμα κινείται γοργά. Σε λίγες στιγμές, όλοι οι άντρες που κοιμούνται μέσα στο κτίριο θα ξεσηκωθούν από τους κρότους της πάλης και τότε θα είναι πολύ αργά για να ξεφύγει. Τρέχει στο τραπέζι και αποτελειώνει τη φωτογράφηση των καταλόγων, ενώ τα στημένα αυτιά του συλλαμβάνουν τουςπρώτους ήχους, που φανερώνουν ότι το κτίριο έχει αναστατωθεί. Βγάζει τώρα το φιλμ από τη φωτογραφική μηχανή, το διπλώνει και το χώνει στην τσέπη του. Τραβάει το πιστόλι του και κινείται προς την έξοδο. Την Ίδια στιγμή στο άνοιγμα της πόρτας διαγράφεται η σιλουέτα ενός γιγαντόσωμου Γερμανού. Είναι ο νέος επιλοχίας που είχε αντικαταστήσει εκείνον που είχε σκοτώσει ο Γιώργος. Ο επιλοχίας, που είναι γνωστός σαν ένας από τους πιο τρομερούς βασανιστές αθώων Ελλήνων, μόλις αντικρύζει τον πεσμένο συνταγματάρχη του, στρέφει το αυτόματο που κρατάει προς το παιδί. Μα δεν προλαβαίνει να πυροβολήσει. Το Παιδί - Φάντασμα πιέζει τη σκανδάλη. Ένας ξερός κρότος αντηχεί και ο γιγαντόσωμος Γερμανός σωριάζεται χάμω. Δεν πρόκειται να βασανίσει πια άλλους Έλληνες! Μ' ένα πήδημα, ο Πράκτορας - Ελλάς περνάει πάνω από το κορμί του και βγαίνει στο διάδρομο. Στο βάθος του διαδρόμου ένας Γερμανός στρατιώτης σηκώνει το όπλο του εναντίον του. Μια σύσπαση του δαχτύλου του Γιώργου και πηγαίνει κι αυτός να ταξιδέψει για τον άλλο κόσμο, μαζί με τον επιλοχία του. Το ηρωικό Ελληνόπουλο συνεχίζει το τρέξιμο. Φτάνει στο χολ της εξόδου. Εκεί δυο φρουροί περιμένουν με τα όπλα τους έτοιμα. Πιέζουν τις σκανδάλες! Δυο σφαίρες ξεκινούν προς το στήθος του παιδιού. Μα χτυπούν μόνο τον άδειο αέρα, γιατί το Παιδί - Φάντασμα, με μια κίνηση αίλουρου έχει πέσει μπρούμυτα στο μεταξύ! Το πιστόλι του απαντάει δυο φορές στους πυροβολισμούς των φρουρών. Δυο εκπυρσοκροτήσεις αντηχούν και οι Γερμανοί κά-


νουν βαθιές υποκλίσεις για να μη σηκωθούν ποτέ πια! Ενώ πίσω του, μέσα στο μεγάλο κτίριο, αντηχούν ποδοβολητά και κραυγές, το Παιδί - Φάντασμα ανοίγει την πόρτα και βγαίνει ορμητικά στο δρόμο. Το βάζει στα πόδια και χάνεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Χάνεται σαν ένα αληθινό Φάντασμα!...

«Πρέπει να δράσουμε απόψε!» ΣΤΟ σπίτι του «Κεραυνού», του πατέρα της μικρής Κατερίνας, κοιμούνται όλοι, όταν, ξαφνικά, δυνατά χτυπήματα αντηχούν στην πόρτα. Η κυρία Ουρανία, η αδελφή του «Κεραυνού», ξυπνάει πρώτη και πηγαίνει να δει από τις γρύλλιες ενός παραθύρου. Το αίμα της παγώνει. Ένας Γερμανός! Και μάλιστα αξιωματικός! Τρέμοντας πηγαίνει και ξυπνάει τους άλλους. —Ένας Γερμανός αξιωματικός!, ψιθυρίζει στον «Κεραυνό». Θεέ μου! Πάλι τα ίδια θάχουμε! Χωρίς να μιλήσει ο «Κεραυνός», πηγαίνει σε μια γωνιά του σαλονιού, ανασηκώνει μια σανίδα του πατώματος και βγάζει από μια κρύπτη όπλα που τα μοιράζει στους άλλους. —Πρέπει να αντισταθούμε!, λέει. Δεν πρέπει να πέσουμε στα χέρια των χιτλερικών! Θα μας βασανίσουν και θα μας σκοτώσουν! Ο Σπίθας, το αδιάκοπα πεινασμένο παιδί, λέει γκρινιάρικα: —Θα τους κανονίσω εγώ τους παλιογερμαναράδες! Με ξύπνησαν απάνω που έβλεπα πως ήμουν καθισμένος σ' ένα τραπέζι κι έτρωγα ένα... ψητό αρνί! Μ' έκοψαν απάνω στη γλύκα πριν προλάβω να φάω μια μπουκιά! Θα μου το πληρώσουν αυτό! Είναι έξω φρενών. Τα μάτια του πετούν σπίθες και το πρόσωπο του είναι κατακόκκινο από θυμό. Τα χτυπήματα ακούγονται πάλι στην πόρτα. —Τώρα θα σας δείξω εγώ, γερμανικά γουρούνια!, γρυλλίζει. Και, πριν οι άλλοι προλάβουν να τον εμποδίσουν, τρέχει στην πόρτα και την ανοίγει, προτείνοντας το πιστόλι του! Μια κραυγή έκπληξης και χαράς ξεπηδάει από το λαρύγγι του. Μπροστά του, ντυμένος με στολή Γερμανού ανθυπολοχαγού στέκεται ο Γιώργος, ο αγαπημένος του φίλος, το Παιδί - Φάντασμα! Μια άλλη κραυγή χαράς ακούγεται πίσω από το Σπίθα και η μικρή Κατερίνα, τον προσπερνάει και ρίχνεται στην αγκαλιά του Γιώργου, κλαίγοντας από ευτυχία. Έχει τόσον καιρό να τον δει! Να δει τον αγαπημένο της Γιώργο! Από τον καιρό που είχε πάει στους Γερμανούς μεταμφιεσμένος σε ανθυπολοχαγό, δεν τον είχε δει ούτε μια φορά! Μπαίνουν όλοι μέσα και κλείνουν την πόρτα.


—Γιώργο!, λέει ανήσυχα ο «Κεραυνός». Γιατί ήρθες τέτοια ώρα; Πρέπει να συμβαίνει κάτι σοβαρό! —Ναι!, απαντάει το Παιδί - Φάντασμα. Οι Γερμανοί ανακάλυψαν ποιος είμαι και γλίτωσα από τα χέρια τους έπειτα από πραγματική μάχη! Και διηγείται στους φίλους του τα δραματικά περιστατικά των τελευταίων ωρών. —Ευτυχώς, λέει τελειώνοντας, πρόλαβα και φωτογράφησα τους καταλόγους με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των Γερμανών μυστικών πρακτόρων! θα εμφανίσω το φιλμ απόψε κιόλας και θα δράσουμε αμέσως! Πρέπει να συλλάβουμε ή να εξουδετερώσουμε τους μυστικούς πράκτορας των Γερμανών, πριν ο συνταγματάρχης Μπέριγκ βρει τον καιρό να τους ειδοποιήσει! Μαζί με τον «Κεραυνό», το Παιδί - Φάντασμα ανεβαίνει στο μυστικό δωμάτιο,πάνω από το ταβάνι του σαλονιού, όπου βρίσκεται ο ασύρματος, καθώς και διάφορα σύνεργα απαραίτητα για την επικίνδυνη δουλειά τους. Εμφανίζει το φιλμ. Έχουν τώρα στα χέρια τους έναν κατάλογο από διακόσιους τουλάχιστον μυστικούς Γερμανούς πράκτορες, που δρουν στην Αθήνα. —Απόψε κιόλας, λέει ο Γιώργος, πρέπει όλοι αυτοί να συλληφθούν! Το χτύπημα θα είναι τρομερό για τους Γερμανούς! Κάθεται μπροστά στη συσκευή του ασυρμάτου, γυρίζει μερικά κουμπιά και λέει: «Εδώ Κεραυνός και Πράκτορας - Ελλάς! Καλούμε τον Χ-1 και όλους τους Έλληνες και Συμμάχους πράκτορες της Αθήνας!». «Εδώ Χ-1!, απαντάει μια φωνή. Σε ακούω!» «Εδώ Πράκτορας 13!, λέει μια άλλη φωνή. Σε ακούω!» «Εδώ Πράκτορας - Αγγλία!, λέει μια τρίτη φωνή. Σε ακούω». Έτσι, το Παιδί - Φάντασμα έχει συνδεθεί τώρα με τον ασύρματο με τρεις από τις πιο ισχυρές οργανώσεις του κόσμου: με το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, με την οργάνωση των Ελλήνων Πρακτόρων που εκπροσωπείται από τον Πράκτορα 13, μέλη της οργάνωσης του «Κεραυνού» και με τους Συμμάχους Πράκτορες της Ελλάδος. «Έχουμε στα χέρια μας, λέει, τον πλήρη κατάλογο των πρακτόρων της μυστικής γερμανικής υπηρεσίας και πρέπει να ενοργήσουμε αμέσως, πριν οι Γερμανοί ειδοποιηθούν! Η κάθε μια από τις οργανώσεις μας θα αναλάβει τη σύλληψη ενός αριθμού Γερμανών Πρακτόρων, θα τους μεταφέρουμε όλους στο βουνό Παρνασσός και εκεί θα τους παραλάβουν συμμαχικά ελικόπτερα για να τους κουβαλήσουν στη Μέση Ανατολή! θα υπαγορεύσω τώρα τα ονόματα και τις διευθύνσεις, θα υπαγορεύσω πρώτα τα ονόματα των πρακτόρων, που θα συλλάβουν οι Έλληνες, έπειτα εκείνων που θα συλλάβουν οι Σύμμαχοι πράκτορες και τέλος εκείνων που θα συλληφθούν οι Σύμμαχοι πράκτορες και τέλος εκείνων που θα συληφθούν από τη στρατιωτική υπηρεσία κατασκοπείας του Συμμαχι-


κού Στρατηγείου. Αρχίζω... ».

Ο προδότης Έλληνας Η ΝΥΧΤΑ αυτή είναι μια από τις πιο σημαντικές στην ιστορία του κρυφού πολέμου ανάμεσα στους Έλληνες και Συμμάχους πράκτορες και στους ανθρώπους που χρησιμοποιεί ο Χίτλερ, για να συντριβεί κάθε προσπάθεια του ελληνικού λαού να αποτινάξει από επάνω του το ζυγό των Γερμανών. Όλα τα μέλη της πατριωτικής οργάνωσης του «Κεραυνού», όλοι οι Σύμμαχοι πράκτορες και όλοι οι στρατιωτικοί κατάσκοποι του Συμμαχικού Στρατηγείου έχουν κινητοποιηθεί! Έχουν χωριστεί σε μικρές ομάδες από δύο ή τρεις άντρες ή κάθε μια και πηγαίνουν στις διευθύνσεις των Γερμανών πρακτόρων, που είχε φωτογραφήσει το τολμηρό Παιδί - Φάντασμα! Μια από τις ομάδες αυτές, η πιο μικρή απ' όλες, αποτελείται από τον Γιώργο Θαλάσση και τον Σπίθα. Τα δυο παιδιά προχωρούν μέσα στη νύχτα γοργά. Κάτω από τις Φανέλες τους έγουν κρυμμένα όπλα. Και μέσα στο στήθος τους έχουν καρδιές που δεν ξέρουν τι θα πει τρόμος. Ο Γιώργος δεν είναι πια ξανθός. Έχει βάψει τα μαλλιά του και τα φρύδια του μαύρα κι έχει ξαναπάρει τη φυσική του όψη. Ο Σπίθας είναι ευτυχισμένος. Για δυο λόγους: Πρώτον, γιατί η τσέπη του είναι γεμάτη χαρούπια, που το αδιάκοπα πεινασμένο παιδί καταβροχθίζει με πολλή όρεξη. Και, δεύτερον, γιατί ελπίζει ότι εκεί που πηγαίνουν θα βρει ίσως και άλλα φαγώσιμα, πιο νόστιμα και πιο χορταστικά! Έχουν φτάσει τώρα στο Παγκράτι και μπαίνουν σ' ένα μικρό δρομάκο, όπου όλα είναι σκοτεινά και ήσυχα. Σταματούν μπροστά σ' ένα μικρό σπίτι, με αυλή. — Εδώ είναι!, ψιθυρίζει ο Γιώργος. —Τι είναι εδώ; μουρμουρίζει ο Σπίθας, πού δεν έχει ιδέα ούτε που πηγαίνουν, ούτε τι πρόκειται να κάνουν. —Ο Παπαδόπουλος, απαντάει ο Γιώργος. Είναι ένας προδότης Έλληνας, από τους πιο ικανούς και πιο σκληρούς πράκτορες των


Γερμανών! θα τον αιχμαλωτίσουμε! —Μετά χαράς!, λέει ο Σπίθας με μάτια που λάμπουν. Πράκτορας των Γερμανών είναι. Δεν μπορεί να μην έχει κανένα ψωμί ή κανένα κομμάτι ψητό κρέας στην κουζίνα του! Μανούλα μου! —Ακολούθησε με, Σπίθα, λέει ο Γιώργος και μη βγάλεις τσιμουδιά από το στόμα σου! Το Παιδί - Φάντασμα προχωρεί προς την πόρτα της αυλής. Βγάζει από την τσέπη του ένα παράξενο αντικλείδι, με το οποίο το Συμμαχικό Στρατηγείο έχει εφοδιάσει όλους τους πράκτορες του, και ξεκλειδώνει αθόρυβα. Σπρώχνει την πόρτα και υπ'οχωρεί σιωπηλά. Μπαίνουν στην αυλή και πατώντας στις άκρες των ποδιών τους, πλησιάζουν στην πόρτα του σπιτιού. Το Παιδί - Φάντασμα την ανοίγει κι αυτήν αθόρυβα και γλιστράει μέσα σ' ένα σκοτεινό διάδρομο. Ξαφνικά, δυνατό φως πλημμυρίζει τα πάντα εκεί μέσα, τυφλώνοντας για μια στιγμή τα δυο παιδιά. Όταν τα μάτια τους συνηθίζουν στο φως βλέπουν στο βάθος του διαδρόμου ένα μεσόκοπο, ρωμαλέο άντρα με πρόσωπο γεμάτο κακία να τους κοιτάζει σατανικά μ' ένα πιστόλι στο χέρι. —Χα! κάνει ο άντρας. Τι βλέπω; Το Παιδί - Φάντασμα με τον ηλίθιο σύντροφο του, το Σπίθα, ήρθε να μου κάνει επίσκεψη! Μεγάλη μου τιμή, Παιδί - Φάντασμα! Να είσαι βέβαιος ότι θα σας περιποιηθώ, όπως αξίζει σε τόσο διακεκριμένους επισκέπτες! Ο Γιώργος Θαλάσσης τρίζει τα δόντια του από ανήμπορη λύσσα. Έχει μετανιώσει που πήρε μαζί του το Σπίθα! Αν ήτσ\ μόνος του, θα μπορούσε ίσως να απαντήσει όπως πρέπει στον προδότη αυτό Έλληνα! Θα ριχνόταν εναντίον του και θα τα έπαιζε όλα για όλα, σε μια προσπάθεια του να θέσει εκτός μάχης τον πράκτορα των Γερμανών! Τώρα όμως δεν μπορεί να δράσει ελεύθερα, γιατί φοβάται μήπως σκοτωθεί και ο Σπίθας! Αποφασίζει να κάνει τον «αθώο». —Δεν είμαστε... φαντάσματα! απαντάει. Είμαστε δυο παιδιά που πεινάμε και μπήκαμε να κλέψουμε κανένα κομμάτι ψωμί. Μη μας σκοτώσεις! —Δώσε μας κανένα... κοτόπουλο, λέει κι ο Σπίθας κι έχεις το λόγο μας ότι θα φύγουμε χωρίς να σε πειράξουμε! Ο προδότης γελάει μ' ένα σιγανό, διαβολικό γέλιο. —Είσαι κωμικός, Παιδί - Φάντασμα! Αφού ξέρω ποιος είσαι και είμαι βέβαιος ότι ξέρεις ποιος είμαι, γιατί προσπαθείς να με γελάσεις; Περάστε κι οι δυο σας στο σαλόνι. Θα κάνω ένα τηλεφωνηματάκι στον αρχηγό της μυστικής υπηρεσίας και σε λίγα λεπτά θα είστε κλεισμένοι στα κρατητήρια του συνταγματάρχη Μπέριγκ! Περάστε, αγαπητοί μου! Και προσοχή! Στην παραμικρή ύποπτη κίνηση που θα κάνετε, θα πυροβολήσω! Και προσθέτει με σαρκασμό: —Ευχαριστώ που ήρθατε! θα με κάνετε απόψε πλούσιο. γιατί


θα πάρω το μεγάλο ποσό με το οποίο σας έχουν επικηρύξει οι Γερμανοί! Τα δυο παιδιά προχωρούν προς την πόρτα που δείχνει ο προδότης Παπαδόπουλος. Για να μπουν στο σαλόνι, πρέπει να περάσουν σε μικρή απόσταση από τον Παπαδόπουλο. Το Παιδί - Φάντασμα αποφασίζει να δράσει. Αν ο Παπαδόπουλος προλάβει να τηλεφωνήσει στον συνταγματάρχη Μπέριγκ, όλα είναι χαμένα. Περπατάει παίρνοντας το πιο τρομαγμένο ύφος του κόσμου. Φτάνει κοντά στον προδότη... Ξαφνικά, με αστραπιαία ταχύτητα, κάνει δυο κινήσεις. Δίδει ένα χτύπημα με τον αγκώνα του στο στομάχι του Σπίθα που βαδίζει πίσω του, κάνοντας τον να τραβηχτεί πίσω βογγώντας από τον πόνο! Ταυτόχρονα σκύβει, στρίβει και ρίχνεται εναντίον του Παπαδόπουλου. Το δάχτυλο του προδότη πιέζει τη σκανδάλη. Μια εκπυρσοκρότηση ηχεί, αλλά η σφαίρα δε χτυπάει ούτε το Γιώργο που έχει σκύψει, ούτε το Σπίθα που έχει τραβηχτεί πίσω! Ο πράκτορας των Γερμανών δεν προλαβαίνει να πυροβολήσει για δεύτερη φορά. Τα μπράτσα του Παιδιού - Φάντασμα τον αρπάζουν από τα πόδια και τραβούν με δύναμη. Ο προδότης χάνει την ισορροπία, του και πέφτει με βρόντο. Το κεφάλι του χτυπάει με φόρα πάνω στον τοίχο και... χάνει τις αισθήσεις του! Ο Γιώργος, λαχανιασμένος από την υπεράνθρωπη προσπάθεια που είχε καταβάλει, τον δένει και τον φιμώνει. Ο Σπ'ιθας πηγαίνει κοντά στο φίλο του με άγριες διαθέσεις. Θέλει να τον τιμωρήσει για το χτύπημα στο στομάχι, που του έσωσε τη ζωή! Την Ίδια στιγμή όμως, το μάτι του διακρίνει μια ανοιχτή πόρτα προς τα δεξιά. Είναι η κουζίνα! Μ' ένα γρύλλισμα πεινασμένου ζώου, ορμάει μέσα. Όταν ξαναβγαίνει, έπειτα από λίγα λεπτά, στο ένα του χέρι κρατάει μια φραντζόλα και στ' άλλο ένα ψητό κοτόπουλο! Λίγο αργότερα, ένα μεγάλο κλειστό γερμανικό φορτηγό αυτοκίνητο σταματάει μπροστά στο σπίτι. Δυο άντρες πηδούν έξω. Φορούν γερμανικές στολές, μα δεν είναι Γερμανοί. Είναι Έλληνες μεταμφιεσμένοι σε Γερμανούς! Με τη βοήθεια του Γιώργου και του Σπίθα φορτώνουν τον προδότη Παπαδόπουλο στο αυτοκίνητο, που είναι κιόλας γεμάτο από δεμένους Γερμανούς πράκτορες, μαζί με τους Έλληνες και τους Συμμάχους πράκτορες, που τους συνέλαβαν!. Το αυτοκίνητο, όπου ανεβαίνουν και τα δυο παιδιά, ξεκινάει. Μαζεύει μερικούς ακόμα αιχμαλώτους κι έπειτα διασχίζει την Αθήνα, φτάνει στην Ιερά Οδό και ταξιδεύει προς το βορρά προς τον


Παρνασσό... Δεκάδες άλλα τέτοια αυτοκίνητα κάνουν την Ίδια δουλειά σε διάφορα άλλα μέρη της Αθήνας. Είναι όλα γερμανικά και οδηγούνται από Γερμανούς που είναι... Έλληνες! Και είναι όλα εφοδιασμένα με ειδικά χαρτιά — πλαστά, βέβαια — που τους επιτρέπουν να περάσουν ελεύθερα από κάθε γερμανικό μπλόκο!...

Το Βουνό των Μουσών ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ. Πάνω στον καταπράσινο Παρνασσό είναι συγκεντρωμένοι πεντακόσιοι περίπου άντρες. Οι διακόσιοι είναι δεμένοι. Είναι οι μυστικοί πράκτορες των Γερμανών, οι άντρες του συνταγματάρχη Μπέριγκ που αιχμαλωτίσθηκαν χάρη στην τόλμη του Γιώργου Θαλάσση. Οι υπόλοιποι είναι Έλληνες και Σύμμαχοι πράκτορες, που φρουρούν τους αιχμαλώτους και περιμένουν νάρθουν τα ελικόπτερα που θα τους παραλάβουν. Ο «Κεραυνός» τρίβει τα χέρια του ικανοποιημένος. Η επιτυχία είναι τεράστια! Το χτύπημα εναντίον των Γερμανών είναι τόσο τρομερό, ώστε ο Χίτλερ θα προτιμούσε να χάσει τρεις διαλεχτές μεραρχίες παρά τους διακόσιους πράκτορες του, που τόσο κακό προξενούσαν στον ελληνικό λαό! Κάθε τόσο κοιτάζει προς τον ουρανό. Οπου νάναι θα φανούν τα ελικόπτερα και θα παραλάβουν τους πράκτορες των Γερμανών, για να τους μεταφέρουν στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Τότε, οι Έλληνες και οι Σύμμαχοι πράκτορες θα σκορπιστούν και θα επιστρέψουν απαρατήρητοι στην Αθήνα... Μια κραυγή χαράς βγαίνει από το στήθος του. Ένα σμήνος από ελικόπτερα που τα συνοδεύουν καταδιωκτικά αεροπλάνα, κάνουν την εμφάνιση τους στον ορίζοντα και πλησιάζουν γοργά. Την ίδια στιγμή όμως, ένα σμήνος από ... γερμανικά αεροπλάνα κάνει την εμφάνιση του από την αντίθετη μεριά! Μια τρομακτική μανιασμένη αερομαχία αρχίζει! Ταυτόχρονα από την πλαγιά του βουνού αντηχούν πολυβολισμοί και κανονιές!


Ένας από τους σκοπούς που είχε τοποθετήσει ο «Κεραυνός» σε διάφορα στρατηγικά σημεία, πλησιάζει τρέχοντας. —Μια γερμανική φάλαγγα με βαριά τάνκς, φωνάζει, έχει περικυκλώσει τη βουνοκορφή όπου βρισκόμαστε! Προελαύνουν προς τα πάνω! Αν δεν τους σταματήσουμε, σε μισή ώρα θα μας έχουν αιχμαλωτίσει όλους! —Στα όπλα!, φωνάζει μ' όλη του τη δύναμη ο «Κεραυνός». Συγκεντρωθείτε αμέσως όλοι εδώ! Μέσα σε λίγα λεπτά, ολόκληρος ο μικρός στρατός του είναι παρατεταγμένος μπροστά του. Ο «Κεραυνός» δίνει γοργά διαταγές: —Θα χωριστείτε σε τρεις ομάδες! Η πρώτη θα έχει σαν αρχηγό το Παιδί - Φάντασμα, η δεύτερη τον Πράκτορα 13 και η τρίτη τον Πράκτορα - Αγγλία! Ο εχθρός μπορεί να ανεβεί εδώ από τρεις χαράδρες που κατεβαίνουν από την κορυφή του βουνού! θα πιάσετε τις χαράδρες αυτές και θα εμποδίσετε τους Γερμανούς να προχωρήσουν! Εμπρός κι ο θεός βοηθός! Ενώ οι άλλοι απομακρύνονται τρέχοντας, ο «Κεραυνός» κάθεται χάμω, μπροστά σε μια συσκευή ασυρμάτου και συνδέεται με το X1, το Συμμαχικό Στρατηγείο: «Εδώ Κεραυνός! Οι Γερμανοί αντιλήφτηκαν την παρουσία μας πάνω στον Παρνασσό και επιτίθενται αυτή τη στιγμή εναντίον μας με τανκς, ενώ στον αέρα τα αεροπλάνα μας συγκρούονται με τα αεροπλάνα των Γερμανών! Στείλτε μας ενισχύσεις! Ιδίως, στείλτε μας αντιτανκικά πυροβόλα! Είμαστε αποφασισμένοι να αντισταθούμε μέχρι θανάτου!» Η μάχη μαίνεται τώρα πάνω στο βουνό, που ήταν άλλοτε η κατοικία των Μουσών των Αρχαίων Ελλήνων! Οι Γερμανοί επιτίθενται με επιμονή, αποφασισμένοι να εξοντώσουν τους λίγους τολμηρούς Έλληνες - που είχαν το θράσος και την τρέλα να αψηφήσουν τη χιτλερική αυτοκρατορία! Τα τανκς προωθούνται προς τα πάνω, μέσα στις χαράδρες, γαζώνοντας τα πάντα γύρω με μια βροχή από πυρωμένες σφαίρες και ξερνώντας το θάνατο μέσα από τα τρομερά στόμια των μικρών κανονιών τους! Κάθε τόσο όμως αναγκάζονται να σταματήσουν για να καθαρίσουν το δρόμο, γιατί οι Έλληνες ρίχνουν μεγάλα βράχια μέσα στις χαράδρες, σπρώχνοντας τα με λοστούς και με τα χέρια. Το γερμανικό πεζικό δεν μπορεί ν' ακολουθήσει τα τανκς, γιατί οι αντίπαλοι τους έχουν στήσει πολυβόλα πάνω σε δέντρα και βράχους και ρίχνουν αδιάκοπα εναντίον τους!

Ο Σπίθας ... μάγειρας! Η ΜΑΧΗ συνεχίζεται με λύσσα όλη μέρα. Ενώ στον αέρα οι Γερ-


μανοί νικούν πέρα για πέρα, καταρρίπτοντας δύο συμμαχικά αεροπλάνα και αναγκάζοντας τα υπόλοιπα να υποχωρήσουν, κάτω, στο έδαφος, η σύγκρουση ανάμεσα στους Γερμανούς και στους Συμμάχους δεν παίρνει οριστικό τέλος. Όταν βραδιάζει, οι Γερμανοί έχουν πλησιάσει πολύ στο στρατόπεδο των αντιπάλων τους. Αυτό όμως δε σημαίνει τίποτα, γιατί, ολόκληρη η δύναμη των Συμμάχων πολεμιστών είναι άθικτη. Απεναντίας, το γερμανικό πεζικό έχει υποστεί αρκετές απώλειες στην προσπάθεια του να προελάσει προς την κορυφή! Τώρα, το σκοτάδι της νύχτας έχει σταματήσει κάθε πολεμική δράση. Μια σιωπή θανάτου έχει απλωθεί πάνω στο βουνό των Μουσών. Στο στρατόπεδο των Συμμάχων οι άντρες αναπαύονται. Ομάδες κρούσης είναι τοποθετημένες στα επικίνδυνα σημεία. Οι υπόλοιποι είναι ξαπλωμένοι, περιμένοντας να ετοιμαστεί το φαγητό. Φυσικά, μάγειρας είναι... ο Σπίθας! Η ευτυχία του καθυστερημένου παιδιού με το αδιάκοπα πεινασμένο στομάχι, δεν περιγράφεται. Βρίσκεται στο στοιχείο του. Ντυμένος με μια στολή μάγειρα, πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε δυο μεγάλα καζάνια, όπου βράζει ρύζι με κρέας από κονσέρβες και... δοκιμάζει κάθε τόσο το φαγητό. Δηλαδή χώνει μια πελώρια κουτάλα πότε στο ένα και πότε στο άλλο καζάνι και ρουφάει περισσότερα από ένα... πιάτο σούπα κάθε φορά, αναστενάζοντας με ηδονή, χωρίς να τον νοιάζει αν καίγεται η γλώσσα του και το στόμα του! —Άαααχ!, κάνει. Μανούλα μου! Τι πράγμα είναι αυτό; Τι νοστιμιά! Είμαι σπουδαίος μάγειρας! Φτου να μην αβασκαθώ! Δεν τόξερα πως μαγειρεύω τόσο όμορφα! Και ξαναχώνει την κουτάλα του στα καζάνια. Ο Γιώργος, που επισκέπτεται πότε - πότε το «μαγειρείο» του Σπίθα, του λέει γελώντας: —Μην το φας όλο, Σπίθα! Άφησε λίγο και για μας! Τέλος, το φαγητό, είναι έτοιμο. Οι άντρες τρώνε. Μ' ενθουσιασμό ο Σπίθας διαπιστώνει ότι περίσσεψε αρκετή σούπα και αρχίζει... εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με την κουτάλα του! Ξαφνικά, καθώς είναι σκυμμένος πάνω από ένα καζάνι και προσπαθεί να μαζέψει με την κουτάλα του λίγο φαγητό, που έχει απομείνει εκεί μέσα, ακούει βήματα πίσω του.


Ανασηκώνεται και... μαρμαρώνει από την έκπληξη. Ένας Γερμανός με κράνος και με αυτόματο στο χέρι προχωρεί σκυφτός προς το μέρος, όπου κοιμούνται οι σύντροφοι του Σπίθα! Άγνωστο πώς, είχε κατορθώσει να διαφύγει από την επαγρύπνηση των φρουρών και να εισχωρήσει μέσα στο στρατόπεδο! Έχει γυρισμένη την πλάτη του προς τον Σπίθα και βρίσκεται κοντά στο δεύτερο καζάνι, το οποίο χρησιμοποιεί ως προκάλυμμα για να μη γίνει αντιληπτός! Φυσικά ο Σπίθας νομίζει, ότι ο Γερμανός έχει έρθει επίτηδες για να του φάει τη σούπα που έχει περισσέψει! Και γίνεται έξω φρενών! Σφίγγει με το ένα του χέρι τη μεγάλη κουτάλα και με το άλλο αρπάζει μια φούχτα αλάτι μέσα από ένα κουτί. Και προχωρεί αθόρυβα, μουρμουρίζοντας. —Παλιογερμαναρά! Ήρθες να μου ρουφήξεις τη σούπα και να μ' αφήσεις να πεθάνω της πείνας! θα σε κανονίσω εγώ όμως! θα σου κόψω εγώ την όρεξη για πάντα! Πλησιάζει στο Γερμανό, που δεν έχει πάρει ακόμα είδηση, σηκώνει ψηλά την κουτάλα και την κατεβάζει μ' όλη του τη δύναμη πάνω στο κράνος του στρατιώτη του Χίτλερ! Το χτύπημα αντηχεί σαν καμπάνα. Ο Γερμανός δεν παθαίνει τίποτα, προστατευμένος από το μετάλλινο κράνος. Σαστίζει όμως από τον ξαφνικό κρότο μέσα στο κεφάλι του και γυρίζει. Ταυτόχρονα, ο Σπίθας τινάζει το άλλο του χέρι. Το αλάτι χτυπάει κατάμουτρα το Γερμανό και μπαίνει στα μάτια του, κάνοντάς τα να πονούν και να τσούζουν φριχτά! Ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό ξεπηδάει από το λαρύγγι του. Παρατάει το όπλο του και φέρνει το χέρι του στα μάτια του. —Λοιπόν; κάνει ο Σπ'ιθας, ενώ μερικοί άλλοι πετάγονται από τον ύπνο τους και αρπάζουν τον Γερμανό. Σου αρέσει η σούπα μου; Ήταν λιγάκι... αλμυρή, μα νόστιμη, ε;

Δώρα από τον ουρανό! Η ΝΥΧΤΑ περνάει χωρίς άλλο επεισόδιο. Όταν ξημερώνει, οι Γερμανοί συνεχίζουν την επίθεση τους. Τα τανκς αρχίζουν πάλι να σκαρφαλώνουν προς τα πάνω, μέσα στις χαράδρες, ενώ οι Έλληνες και οι άλλοι Σύμμαχοι από επάνω, τους χτυπούν με αυτόματα, χειροβομβίδες και βράχια! Η πάλη είναι παράξενη. Οι Γερμανοί είναι πολύ περισσότεροι και πολύ πιο καλά εξοπλισμένοι, μα οι Σύμμαχοι έχουν πολύτιμα πλεονεκτήματα. Βρίσκονται πιο ψηλά και είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν ως την τελευταία τους πνοή! Και πολεμούν σα λιοντάρια!


Ο Γιώργος Θαλάσσης, ιδιαίτερα, κάνει θαύματα στο δικό του τομέα. Επιτίθεται με αφάνταστη τόλμη, χτυπώντας τα εχθρικά τανκς με χειροβομβίδες και αναγκάζοντας τα κάθε τόσο να υποχωρούν! Και λες κι ο θάνατος σέβεται τον ηρωισμό του. Οι σφαίρες περνούν ξυστά δίπλα στο κορμί του και πάνω από το κεφάλι του, χωρίς να τον αγγίζουν. Στις τάξεις των Γερμανών το όνομα του προκαλεί τρόμο. «Είναι εκεί το Παιδί - Φάντασμα!, λένε με δέος. Τον πυροβολείς και οι σφαίρες στρίβουν μόνες τους για να μην τον χτυπήσουν! Είναι ένα σωστό φάντασμα!» Η μέρα προχωρεί και η μάχη συνεχίζεται με λύσσα. Όσο περνά η ώρα, τα εφόδια των Ελλήνων και των Συμμάχων ελαττώνονται και οι Γερμανοί κερδίζουν έδαφος αργά μα σταθερά! —Αν δε μας στείλουν εγκαίρως ενισχύσεις σε υλικό, μουρμουρίζει κάθε τόσο ο «Κεραυνός», δε θα μπορέσουμε να κρατήσουμε ως το βράδυ! Θα μας τσακίσουν οι Γερμανοί, πριν γείρει ο ήλιος! Δεν μπορούμε να σταματήσουμε τα τανκς με τις γροθιές μας! Ξαφνικά, λίγο μετά το μεσημέρι, ένα βουητό ακούγεται από τον ουρανό. Ζητωκραυγές αντηχούν. Είναι συμμαχικά αεροπλάνα, που έρχονται για να ανεφοδιάσουν τους πολιορκημένους ήρωες! Πραγματικά, μεγάλα δέματα αρχίζουν να πέφτουν από τα αεροπλάνα. Αλεξίπτωτα ανοίγουν και τα δέματα χαμηλώνουν σιγά - σιγά και προσγειώνονται απαλά μέσα στο συμμαχικό στρατόπεδο! Οι πολεμιστές τ' ανοίγουν και αφήνουν κραυγές χαράς. Μέσα στα δέματα υπάρχουν άφθονες χειροβομβίδες αυτόματα, χιλιάδες σφαίρες και τρία ανιτανκικά κανονάκια, από εκεί να που χρησιμοποιούνται για την εξόντωση των τανκς! Υπάρχουν επίσης — κι αυτό κάνει το Σπίθα να ουρλιάξει από ενθουσιαμό — άφθονα τρόφιμα: κονσέρβες, ψωμιά, τυρί, ακόμα και λαχανικά! Η άμυνα των Ελλήνων και των Συμμάχων τους οργανώνεται καλύτερα τώρα. Μοιράζονται τα όπλα και τα πολεμοφόδια και τα τρία αντιτανκικά πυροβόλα τοποθετούνται στην κορυφή κάθε χαράδρας, για ν' αντιμετωπίσουν τα τανκς. Αλλά τα κανονάκια αυτά δεν είναι προορισμένα να τεθούν σε λειτουργία. Οι Γερμανοί, που τα φοβούνται ιδιαίτερα, σταματούν κάθε επίθεση, επισημαίνουν τη θέση των αντιτανκικών και τα καταστρέφουν ένα - ένα, χτυπώντας τα με όλμους!


Ενώ η μάχη μαίνεται, ο «Κεραυνός» συγκεντρώνει τους τρεις υπαρχηγούς του το Παιδί - Φάντασμα, τον Πράκτορα 13 και τον Πράκτορα - Αγγλία και κάνει πολεμικό συμβούλιο. —Η κατάσταση είναι κρίσιμη!, λέει. Θέλει ακόμα τρεις ώρες για να δύσει ο ήλιος και η επίθεση των Γερμανών, μετά την καταστροφή των αντιτανκικών, συνεχίζεται πιο άγρια! Προβλέπω ότι, πριν βραδιάσει, ο εχθρός θα έχει μπει στο στρατόπεδο μας και όλα θα έχουν τελειώσει! Είναι αδύνατον να τους κρατήσουμε περισσότερο! Κάτι όμως πρέπει να γίνει! Απόψε όταν νυχτώσει, ελικόπτερα θα προσγειωθούν για να παραλάβουν πρώτα τους αιχμαλώτους κι έπειτα εμάς! Αν μπορούσαμε να κρατήσουμε ώσπου να νυχτώσει... Οι άλλοι μένουν σιωπηλοί και σκεπτικοί. Ξαφνικά, το Παιδί - Φάντασμα λέει με μάτια που αστράφτουν: —Έχω ένα σχέδιο! Επιτρέψτε μου να το κρατήσω μυστικό, γιατί σίγουρα θα θελήσετε να με εμποδίσετε! Αν αποτύχει, θα πεθάνω! Αν πετύχει όμως, θα σωθούμε! θα επιφέρω σύγχυση στους Γερμανούς και θα τους κάνω να σταματήσουν για την ώρα τουλάχιστον την επίθεση τους! Ο «Κεραυνός» κουνάει το κεφάλι του. —Καλά, λέει. Κάνε όπως καταλαβαίνεις, παιδί μου! Είτε έτσι, είτε αλλιώς, είμαστε χαμένοι! Ο θεός μαζί σου!

Παιδί εναντίον τανκ! Ο ΓΙΩΡΓΟΣ σηκώνεται και απομακρύνεται προς το μέρος όπου βρίσκονται οι άνδρες του. Εκεί, συγκεντρώνει όλους εκείνους που ξέρουν από τανκς και τους δίνει οδηγίες. Έπειτα, κόβει κλαριά, τα δένει πάνω στο κεφάλι του και στο κορμί του και πηγαίνει και ζαρώνει κοντά στη βάση ενός βράχου, μέσα στη χαράδρα, με μια μικρή και περίεργη χειροβομβίδα στο χέρι του. Κοιτάζοντας κανείς από μακριά προς το μέρος του, δεν μπορεί να υποψιαστεί ότι είναι άνθρωπος. Μοιάζει μάλλον μ' ένα μικρό, κακοφτιαγμένο θάμνο! Όσο για τη χειροβομβίδα του, είναι μια μικρή καπνογόνος βόμβα κι ο Γιώργος έχει το σκοπό του που την πήρε μαζί του! Περνάει αρκετή ώρα. Ξαφνικά, μουγγρητά και δυνατοί μεταλλικοί κρότοι ακούγονται από το βάθος της χαράδρας. Ένα μεγάλο γερμανικό τανκς έρχεται! Έρχεται μουγγρίζοντας και τριζοβολώντας, ενώ τα πολυβόλα του και το κανονάκι του ξερνούν φωτιά και θάνατο προς την κορυφή του λόφου, προς το επάνω μέρος της χαράδρας όπου είναι ταμπουρωμένοι οι άντρες του Γιώργου! Το Παιδί - Φάντασμα δε σαλεύει. Μένει ακίνητο στη θέση του, με


την ανάσα πιασμένη, περιμένοντας με αγωνία τη στιγμή της δράσης. Τα γρανάζια του μηχανικού μεγαθηρίου τον αγγίζουν σχεδόν, καθώς είναι συσπειρωμένος κοντά στο βράχο! Από ένα μικροσκοπικό παραθυράκι, τα μάτια ενός Γερμανού μέσα από το τανκς ερευνούν τα πάντα γύρω! Μα δε βλέπουν το τολμηρό παιδί, που καραδοκεί εκεί χάμω, παραμονεύοντας έτοιμο, να εφορμήσει! Και, ξαφνικά όταν το τανκ τον έχει σχεδόν προσπεράσει, ο Πράκτορας - Ελλάς εφορμά! Τινάζεται από τη θέση του, πετώντας μακριά του τα κλαδιά και πηδάει εναντίον του τανκ! Ρίχνεται, αυτός, ένα παιδάκι, εναντίον του πιο τρομερού όπλου που διαθέτουν οι σύγχρονοι στρατοί! Σαν πουλί, βρίσκεται με δυο πηδήματα πάνω στο τανκ, δίπλα σ' έναν Γερμανό που, με το μισό κορμί του έξω από το τανκ, χειρίζεται ένα πολυβόλο, πυροβολώντας με λύσσα. Πριν ο Γερμανός προλάβει να αντιληφθεί τι συνέβη, το Παιδί Φάντασμα τραβάει από την τσέπη του ένα πιστόλι και πυροβολεί. Ο στρατιώτης του Χίτλερ αφήνει ένα βογγητό, παρατάει το πολυβόλο και χάνεται στο εσωτερικό του τανκ! Ο Γιώργος πετάει την καπνογόνο βόμβα του μέσα στο τανκ από την ανοιχτή καταπακτή, πηδάει κάτω, πέφτει μπρούμυτα και μένει ακίνητος με το πιστόλι του έτοιμο και με τα μάτια καρφωμένα στο τανκ. Ένας υπόκωφος κρότος ακούγεται και ένας πυκνός άσπρος καπνός βγαίνει από το άνοιγμα της καταπακτής. Το μετάλλινο μεγαθήριο σταματάει. Τα πολυβόλα και το κανόνι παύουν ν' ακούγονται. Ουρλιάζοντας σαν κολασμένοι, τέσσερις Γερμανοί πετάγονται έξω σαν τρελοί μέσα από το τανκ, με τα μάτια κατακόκκινα στραβωμένοι από τον καπνό! f Ένα πολυβόλο τερετίζει από κάπου, ανάμεσα στα δέντρα. Οι Γερμανοί πέφτουν, σα στάχυα κάτω από το δρεπάνι! Τέσσερις άντρες, δυο Έλληνες και δυο Άγγλοι πλησιάζουν τρέχοντας και σφίγγουν με θαυμασμό το χέρι του μικρού ήρωα. —Συγχαρητήρια, Παιδί - Φάντασμα!, του λένε. Η τόλμη σου ξεπέρασε κάθε ηρωισμό που έχουμε γνωρίσει ως τώρα! Τι θα κάνουμε;


—Θα μπείτε μέσα στο τανκ, διατάζει το παιδί και θα πάρει ο καθένας τη θέση του. Εσύ θα οδηγείς, εσύ θα αναλάβεις το κανονάκι, εσύ το μπρος πολυβόλο. Εγώ θα πάρω θέση στην καταπακτή και θα χειρίζομαι το εξωτερικό πολυβόλο! Γρήγορα! Ας μπει πρώτα ένας ν' ανοίξει τα παραθυράκια και ν' αεριστεί το εσωτερικό του τανκ! Λίγα λεπτά αργότερα, ο Γιώργος και οι τέσσερις σύντροφοι του έχουν μπει μέσα στο τανκ.

«Πυρ!» ΤΟ ΟΓΚΩΔΕΣ μετάλλινο θηρίο, μουγγρίζει πάλι, κάνει μια στροφή γύρω από τον εαυτό του μέσα στη χαράδρα και ξεκινάει προς τα κάτω, προς το μέρος των Γερμανών! Για μερικά λεπτά, κατεβαίνει τη χαράδρα, χωρίς να συναντήσει τίποτα Έπειτα ξαφνικά, βρίσκεται ανάμεσα στους Γερμανούς. Οι στρατιώτες του Χίτλερ είναι ταμπουρωμένοι πίσω από βράχια και δέντρα και πυροβολούν με μανία προς το μέρος του λόφου. Δε δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο τανκ, που υποχωρεί όπως τόσες άλλες φορές! Ο Γιώργος μένει μισοκρυμμένος και δεν προεξέχει από την καταπακτή παρά μόνο το κεφάλι του, όπου έχει φορέσει ένα γερμανικό κράνος. Δεν πυροβολεί. Περιμένει την κατάλληλη στιγμή, θέλει να βάλει του Γερμανούς ανάμεσα στο τανκ και στο λόφο, όπου βρίσκονται οι δικοί του, πριν διατάξει «πυρ»! Το τανκ περνάει νωθρά ανάμεσα στους Γερμανούς, ξεμακραίνει καμιά τριανταριά μέτρα πίσω από τις γραμμές τους και κάνει μεταβολή. Η στιγμή έχει φτάσει! —Πυρ!, διατάζει το Παιδί - Φάντασμα. Αυτό που επακολουθεί είναι κάτι που πολύ δύσκολα μπορεί να το περιγράψει κανείς. Το κανονάκι του τανκ, το μπροστινό πολυβόλο και το εξωτερικό πολυβόλο, που χειρίζεται ο Γιώργος, αρχίζουν να εξακοντίζουν το θάνατο εναντίον των Γερμανών, γαζώνοντας τους με σφαίρες και εξοντώνοντας τους με οβίδες! Για μερικές στιγμές οι εχθροί δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Έπειτα γυρίζουν, βλέπουν το δικό τους τανκ να τους χτυπάει αλύπητα και γεμίζουν έκπληξη, τρόμο και πανικό! Το βάζουν στα πόδια ουρλιάζοντας ανατριχιαστικά και ρίχνοντας χάμω τα όπλα τους. Πολλοί τρέχουν προς το λόφο και πέφτουν θύματα των αντρών του Γιώργου, που περιμένουν εκεί πά-


νω. Άλλοι τρέχουν προς το τανκ, σαν τυφλοί και σωριάζονται χάμω με τα κορμιά τους κατατρυπημένα από τις σφαίρες! Μερικοί δοκιμάζουν ν' αντισταθούν πυροβολώντας εναντίον του τανκ και ρίχνοντας χειροβομβίδες προς το μέρος του. Μα κι αυτοί πέφτουν κάτω από τα αδυσώπητα χτυπήματα του μεγαθήριου. Ελάχιστοι γλιτώνουν και φεύγουν, τρέχοντας σκυφτοί ανάμεσα στους θάμνους και στα βράχια, για να καταφύγουν έντρομοι στους, άλλους τομείς του μετώπου! —Πίσω από το στρατόπεδο! διατάζει ο Γιώργος. Γρήγορα! Πριν οι Γερμανοί στείλουν άλλα τανκς στο μέρος αυτό και μας αποκόψουν! Το μεγαθήριο προχωρεί πάλι προς τα πάνω. Μπαίνει στη χαράδρα και ανεβαίνει προς τις γραμμές των Ελλήνων και των Συμμάχων, όπου γίνεται δεκτό με ενθουσιώδεις ζητωκραυγές. Λίγα λεπτά αργότερα, οι πέντε τολμηροί πολεμιστές, μαζί με το τανκ, βρίσκονται ανάμεσα στους συντρόφους των. Ο «Κεραυνός» σφίγγει το χέρι του Παιδιού - Φάντασμα. —Είσαι άφθαστος, Γιώργο!, του λέει. Είσαι ένας ήρωας των ηρώων! Το κατόρθωμα σου θα μείνει για πάντα γραμμένο με χρυσά γράμματα στο βιβλίο της ιστορίας! Δε θα μπορούσε να συλλάβει ποτέ νους ανθρώπου μια τέτοια παλλικαριά! Τώρα, οι ελπίδες μας είναι μεγάλες! Πραγματικά, μολονότι η μάχη συνεχίζεται οι Γερμανοί, τσακισμένοι ηθικά από το τολμηρό κατόρθωμα του Γιώργου Θαλάσση δεν έχουν πια την πρώτη ορμή τους. Άλλωστε το τανκ που έχει αιχμαλωτίσει το Παιδί - Φάντασμα δε μένει αργό. Κινείται μέσα στο στρατόπεδο προς κάθε σημείο, όπου δημιουργείται κίνδυνος για τους πολιορκημένους και αναγκάζει με το κανονάκι του και τα πολυβόλα του τους Γερμανούς να υποχωρήσουν! Νυχτώνει... Με το σκοτάδι, που πέφτει πάνω στο δασωμένο βουνό, νεκρική σιγαλιά απλώνεται γύρω. Κάθε επίθεση σταματάει. Γοργά, αλλά αθόρυβα, οι Γερμανοί παίρνουν καινούργιες θέσεις και αναδιοργανώνονται, για ν' αρχίσουν πάλι την επίθεση τους όταν θα ξημερώσει... Μια μεγάλη έκπληξη όμως τους περιμένει την αυγή, όταν αρχίζουν την επίθεση. Δε συναντούν καμιά αντίσταση! Τα τανκς ακολουθούμενα από το πεζικό ανεβαίνουν τις χαράδρες και μπαίνουν στο εχθρικό στρατόπεδο. Το βρίσκουν άδειο! Δεν είναι κανένας εκεί! Απολύτως κανένας! Μόνο δυο μεγάλα καζάνια γεμάτα άβραστο φαγητό, στημένα, πάνω από σβησμένες φωτιές! —Χάθηκαν σα φαντάσματα! γρυλλίζει ο αρχηγός των γερμανών. Πώς έφυγαν; Πού πήγαν; Δεν ξέρει ότι, στο διάστημα της νύχτας, επωφελούμενα από το


σκοτάδι, συμμαχικά ελικόπτερα πήραν τους αιχμαλώτους και τους μετέφεραν μακριά έξω από κάθε κίνδυνο! —Η Γερμανία του Χίτλερ είχε υποστεί μια από τις τρομερότερες ήττες της! Είχε χάσει διακόσιους από τους καλύτερους μυστικούς πράκτορες της και της είχαν ξεφύγει τριακόσιοι από τους πιο ικα-

νούς Έλληνες και Συμμάχους πράκτορες!

«Ψηλά τα χέρια!» ΜΑ οι περιπέτειες των ηρώων μας δεν τελειώνουν εδώ. Τα ελικόπτερα, αφού μεταφέρουν τους αιχμαλώτους σε υποβρύχια, που περιμένουν γι' αυτό το σκοπό στο Αιγαίο πέλαγος, πήραν τους άλλους και τους μετέφεραν σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, λίγους λίγους σε κάθε μέρος, για να μην προκαλέσουν τις υποψίες των Γερμανών. Από εκεί οι πράκτορες θα ταξίδευαν με όποιο μέσο μπορούσαν για την Αθήνα... Ο Γιώργος, ο Σπίθας κι ο «Κεραυνός» βρέθηκαν έτσι πάνω στην Πάρνηθα, κοντά στη στάνη ενός βοσκού. Από εκεί πρέπει να κατεβούν στην Αθήνα με χίλιες προφυλάξεις, γιατί δεν μπορούν να ξέρουν τι μέτρα έχουν πάρει οι Γερμανοί. Κατεβαίνουν με τα όπλα τους έτοιμα, ενώ τα μάτια τους ψάχνουν αδιάκοπα το σκοτάδι γύρω. Φυσικά, δεν ψάχνουν και οι τρεις για το ίδιο πράγμα. Ο Γιώργος κι ο πατέρας της μικρής Κατερίνας ψάχνουν για να βρουν κανένα Γερμανό. Ο Σπίθας ψάχνει να βρει κανένα οπωροφόρο δέντρο με καρπούς, για να γεμίσει το στομάχι του που καλοσυνήθισε τις δυο μέρες που έκανε το μάγειρα πάνω στον Παρνασσό! Κατεβαίνουν στον κάμπο και προχωρούν προς την Αθήνα μέσα από χωράφια και περιβόλια, αποφεύγοντας τους δρόμους για να μην πέσουν σε κανένα μπλόκο των Γερμανών. Ξαφνικά, καθώς περνούν κάτω από μια μεγάλη μηλιά, ο Γιώργος σταματάει κοιτάζοντας γύρω. — Γι έγινε ο Σπιθας; λέει στον «Κεραυνό». Δεν τον βλέπω πουθενά! — Μήπως τρύπωσε σε κανένα μποστάνι για να κλέψει λαχανικά:


απαντάει ο πατέρας της Κατερίνας. Πάντως, πρέπει να γυρίσουμε πίσω για να... Μια αγριοφωνάρα αντηχεί μέσα στη νύχτα: —Ψηλά τα χέρια, Έλληνες! Παραδοθείτε! Τρεις Γερμανοί ξεπηδούν μέσα από το σκοτάδι και ακουμπούν τα αυτόματα τους στην πλάτη και στο στήθος των δύο 'Ελλήνων. — Πετάξτε χάμω τα όπλα σας! Ο Γιώργος κι ο «Κεραυνός» υπακούουν με το αίμα παγωμένο στις φλέβες τους. Αφήνουν τα όπλα τους να πέσουν και σηκώνουν τα χέρια τους. Όλα έχουν τελειώσει πια! Είναι στα χέρια των Γερμανών, που οπωσδήποτε θα τους στήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα! Μα δε νιώθουν κανένα φόβο. Έχουν εκτελέσει το καθήκον τους και είναι ικανοποιημένοι. Δεν τους νοιάζει αν πεθάνουν τώρα! "Αλλωστε, ήξεραν πάντα ότι μια μέρα θα πρόσφεραν τη ζωή τους για τη σωτηρία της πατρίδας τους! —Τί θέλετε; λέει ήρεμα ο Γιώργος. —Πού πηγαίνετε; ρωτάει ο Γερμανός. Πού βρήκατε τα όπλα αυτά; Ποιοι είστε; —Δεν πρόκειται να σας πούμε τίποτα!, απαντάει ο «Κεραυνός». Θα μιλήσουμε μόνο στο Γερμανό φρούραρχο! Είναι φανερό ότι προσπαθεί να κερδίσει χρόνο! Αν οι Γερμανοί δεν τους σκοτώσουν επιτόπου, υπάρχουν πάντα ελπίδες να βρουν μια ευκαιρία να ξεφύγουν. Οι Γερμανοί μένουν για μερικές στιγμές σκεπτικοί. —Νομίζω, λέει ο ένας, ότι πρέπει να τους σκοτώσουμε εδώ! Είναι τόσο σκοτεινή η νύχτα, ώστε φοβάμαι μήπως μας ξεφύγουν στο δρόμο! —Ναι!, λέει ένας άλλος. Αυτό πρέπει να κάνουμε! Και γυρίζει στους δύο Έλληνες: —Κάνετε ένα βήμα πίσω! Και τα χέρια πάντα ψηλά! Η μοιραία ώρα είχε φτάσει. Ο Γιώργος κι ο «Κεραυνός» κάνουν ένα βήμα πίσω, ενώ ταυτόχρονα συσπειρώνονται για να τιναχθούν προς τα εμπρός και να επιτεθούν εναντίον των Γερμανών, παίζοντας τα όλα για όλα! Μα δεν προλαβαίνουν να εφορμήσουν. Το ξερό τερέτισμα ενός αυτόματου κομματιάζει τη γαλήνη της νύχτας! Πέφτουν!... Όχι οι Έλληνες, όχι το Παιδί-Φάντασμα και ο πατέρας της Κατερίνας, αλλά οι... Γερμανοί! Πέφτουν μαζί με τα αυτόματα τους, χωρίς να προλάβουν να πιέσουν τη σκανδάλη! Για μερικές στιγμές οι δυο Έλληνες μένουν ασάλευτοι, σαστισμένοι, μαρμαρωμένοι, μην ξέροντας τί να υποθέσουν. Ποιος είχε πυροβολήσει και από πού; Κοιτάζουν γύρω, μα δε βλέπουν κανένα! Ξαφνικά, μέσα στη σιωπή που είχε απλωθεί γύρω, ακούνε έναν


παράξενο ήχο, σαν τον ήχο που αφήνουν πολλά γουρούνια όταν τρώνε πεπονόφλουδες όλα μαζί! Ο ήχος προέρχεται από τή μηλιά, που απλώνει τα κλαδιά της πάνω από τα κεφάλια τους! Και τότε ο Γιώργος βάζει τα γέλια Πάνω στο δέντρο είναι κουρνιασμένος ο Σπ'ιθας και καταβροχθίζει με απληστία τα μήλα! Αυτός τους είχε σώσει! Αυτός είχε πυροβολήσει εναντίον των Γερμανών από το δέντρο και συνεχίζει τώρα τη... φρουτοθεραπεία του, σα να μη συνέβη τίποτα!

Από περίπολο σε περίπολο! ΑΦΗΝΟΥΝ το ηλίθιο και πεινασμένο, αλλά ηρωικό παιδί vc γεμίσει το στομάχι του και μετά συνεχίζουν το δρόμο τους. Δε συναντούν άλλους Γερμανούς, παρά μόνο όταν πλησιάζουν στην Κηφισιά. Εκεί, μια περίπολος προβάλλει ξαφνικά μπροστά τους, ενώ μια άλλη περίπολος ξεφυτρώνει από τον τοίχο ενός περιβολιού πίσω τους! Ενώ οι Γερμανοί αρχίζουν να πυροβολούν μέσα στο σκοτάδι, οι τρεις' Ελληνες χωρίς ν' απαντούν πέφτουν μπρούμυτα και σέρνονται ως ένα σημείο, από το οποίο μπορούν να βλέπουν και τη μια περίπολο και την άλλη ή μάλλον να βλέπουν τις λάμψεις των πυροβολισμών τους μέσα στο σκοτάδι. Εκεί, ταμπουρωμένοι πίσω από μερικές πέτρες, σημαδεύουν προς το μέρος των πυροβολισμών και πιέζουν τη σκανδάλη. Οι εκπυρσοκροτήσεις των αυτομάτων τους προσθέτουν μια καινούργια νότα στη φριχτή συναυλία των πυροβολισμών: τη νότα του θανάτου! Οι περισσότεροι Γερμανοί πέφτουν χτυπημένοι. Οι υπόλοιποι το βάζουν στα πόδια πανικόβλητοι, νομίζοντας οτι έχουν να κάνουν με πολυάριθμους αντιπάλους! —Μανούλα μου!, μουρμουρίζει ο Σπίθας. Βαρέθηκα πια να πυροβολώ! Δε θα τελειώσει, λοιπόν, αυτή η νύχτα; Εκείνα τα μήλα ηταν, φαίνεται από νερό, γιατί άρχισα να πεινώ πάλι! Ετοιμάζονται να συνεχίσουν το δρόμο τους, όταν το ΠαιδιΦαντασμα τους σταματάει.


—Σταθείτε!, λέει. Έχω μια ιδέα Οι δρόμοι και τα χωράφια γύρω από την Αθήνα είναι γεμάτα από γερμανικές περιπόλους. Γλιτώσαμε ως τώρα, μα είναι αμφίβολο αν θα καταφέρουμε τελικά να φτάσουμε στην Αθήνα ζωντανοί! Προτείνω, λοιπόν, να φορέσουμε τις στολές των Γερμανών, που έπεσαν χτυπημένοι από τις σφαίρες μας και να προχωρήσουμε παρασταίνοντας τους Γερμανούς! Αν θέλει ο θεός, θα καταφέρουμε ίσως να γλιτώσουμε! Οι άλλοι συμφωνούν. Φορούν γερμανικές στολές, μπαίνουν στη γραμμή και συνεχίζουν το δρόμο τους μέσα στη νύχτα. Πλησιάζοντας στο Μαρούσι συναντούν μια άλλη γερμανική περίπολο. Οι Γερμανοί όμως, νομίζοντας τους για συμπατριώτες τους, ούτε καν πηγαίνουν κοντά τους και οι φίλοι μας προχωρούν ανενόχλητοι και με την ψυχή στο στόμα! Όταν τέλος, ακολουθώντας απόμερους δρόμους, φτάνουν στους Αμπελοκήπους, ο Γιώργος λέει: —Εδώ πρέπει να χωρίσουμε! Μέσα στην Αθήνα, ο κίνδυνος να μας συλλάβουν είναι ακόμα πιο μεγάλος, γιατί τα χαρακτηριστικά μου είναι γνωστά σ' όλους σχεδόν τους Γερμανούς! Γι' αυτό θα συνεχίσω μόνος μου! Καλή αντάμωση στο σπίτι! Και, πριν ο «Κεραυνός», προλάβει να διαμαρτυρηθεί, το ΠαιδίΦάντασμα απομακρύνεται γοργά. Μπαίνει σ' έναν έρημο και σκοτεινό δρομάκο και βαδίζει με στρατιωτικό βήμα σαν αληθινός Γερμανός στρατιώτης που πηγαίνει να εκτελέσει το καθήκον του! Ανυπομονεί να φτάσει το συντομότερο στο σπίτι, να ξαναδεί την αγαπημένη του Κατερίνα και να της διηγηθεί τα παθήματα των Γερμανών. Καθώς βαδίζει, ένα όνειρο παίρνει σιγά-σιγά μορφή στη φαντασία του. Ο πόλεμος έχει τελειώσει. Η αγάπη και η ειρήνη βασιλεύουν πάλι στον κόσμο. Οι άνθρωποι, αγαπημένοι μεταξύ τους, ζουν ειρηνικά και δουλεύουν για να κατασκευάζουν όχι κανόνια και οβίδες και σφαίρες, άλλα όμορφα πράγματα, που κάνουν τη ζωή πιο ευχάριστη και πιο γλυκιά! Ο Γιώργος ζει μαζί με την Κατερίνα, τον πατέρα της, τον Σπίθα και την κυρία Ουρανία και κάνει κάτι, που η ορφάνια και η Κατοχή δεν τον είχαν αφήσει να εκπληρώσει: σπουδάζει! Πηγαίνει στο πανεπιστήμιο και... —Αλτ!, ουρλιάζει ξαφνικά μια άγρια φωνή. Ο Γιώργος πέφτει από τον κόσμο των ονείρων και προσγειώνεται στην ωμή και σκληρή πραγματικότητα. Μπροστά του στέκονται δυο Γερμανοί με τα αυτόματα τους προτεταμένα! —Τι θέλετε; ρωτάει το παιδί γερμανικά. —Πού πηγαίνεις, συνάδελφε; ρωτάει ο ένας Γερμανός. —Σε υπηρεσία! —Έχεις χαρτιά: Άδεια: — Οχι! Εκτελώ προφορικές διαταγές!


—Πολύ καλά! Δείξε μας τα πιστοποιητικά σου! Ο Γιώργος με ρίγη στην ψυχή, κάνει το θυμωμένο: —Και ποιοι είστε εσείς, λέει, που θέλετε να σας δείξω τα πιστοποιητικά μου; Αφήστε με να περάσω αν δε θέλετε να βρείτε τον μπελά σας! Παραμερίστε! Μα οι Γερμανοί δεν κατεβάζουν τα όπλα σας. —Ή θα μας δείξεις τα πιστοποιητικά σου ή θα μας ακολουθήσεις στο φρουραρχείο! λένε. —Δεν πρόκειται να σας ακολουθήσω πουθενά!, δηλώνει ο Γιώργος. Κι αν τολμήσετε να... —Αν αρνηθείς να μας ακολουθήσεις, θα πυροβολήσουμε! —Τι συμβαίνει εδώ; ρωτάει μια καινούργια φωνή. Γιατί θα πυροβολήσετε; Οι δυο Γερμανοί χτυπούν τα τακούνια τους μεταξύ τους σε ένδειξη σεβασμού, αλλά κρατούν πάντα τα αυτόματα τους προτεταμένα. Ο Γιώργος γυρίζει και ένα παγερό χέρι του σφίγγει την καρδιά. Ένας αξιωματικός έχει πλησιάσει πίσω του! Ένας συνταγματάρχης! Και ο συνταγματάρχης αυτός είναι ο... Μπέριγκ, ο αρχηγός της γερμανικής μυστικής υπηρεσίας! —Ο στρατιώτης αυτός, λέει ο ένας Γερμανός, αρνείται να μας δείξει τα χαρτιά του, κ. Συνταγματάρχα και αρνείται επίσης να μας ακολουθήσει στο φρουραρχείο! Επομένως... Ο Μπέριγκ γυρίζει στο Γιώργο και λέει αυστηρά: —Γιατί αρνείσαι να... Ξαφνικά σωπαίνει, σα να του είχαν κόψει μ' ένα σπαθί το λαιμό! Πλησιάζει το πρόσωπο του στο πρόσωπο του παιδιού και τα μάτια του πάνε να πεταχτούν από τις κόγχες τους. —Το... το... Παιδί-Φάντασμα!, τραυλίζει τέλος. Συλλάβετέ τον! Με μια ταχύτατη κίνηση, το Ελληνόπουλο πέφτει στα γόνατα, ενώ ταυτόχρονα πιέζει τη σκανδάλη του αυτομάτου του. Οι δυο Γερμανοί σωριάζονται χάμω, βουβά και γοργά, σα να τους είχε πάρει ξαφνικά ο ύπνος! Το Παιδί-Φάντασμα κάνει να γυρίσει για να πυροβολήσει και εναντίον του Μπέριγκ, μα αυτός δεν του δίνει τον καιρό. Τραβάει το πιστόλι του και το κατεβάζει με δύναμη στο κεφάλι του Ελληνόπουλου! Ο Πράκτορας - Ελλάς βλέπει ξαφνικά γύρω του τη νύχτα να γε-


μίζει ήλιους και άστρα! Καμπάνες και σειρήνες συναγερμού αντηχούν στ' αυτιά του! Έπειτα απόλυτη σιωπή και μαύρο σκοτάδι! Πέφτει με τις αισθήσεις του χαμένες...

Το ποτό της Αλήθειας ΑΝΟΙΓΕΙ τα ματιά του και για αρκετή ώρα δεν μπορεί να καταλάβει πού βρίσκεται. Βλέπει γύρω άσπρους τοίχους. Είναι ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι με άσπρα σεντόνια. Το κεφάλι του είναι τυλιγμένο σε επιδέσμους. Ανασηκώνει το κεφάλι του και βλέπει, καθισμένο απέναντι του, τον συνταγματάρχη Μπέριγκ να τον κοιτάζει με μάτια γεμάτα άγριο θρίαμβο και διαβολική κακία. Και θυμάται! Θυμάται όλα τα τρομακτικά επεισόδια των τελευταίων ημερών! Είναι στα χέρια των Γερμανών! Στα χέρια των εχθρών της πατρίδας του, των εγκληματικών τυράννων, που δολοφονούν τον ελληνικό λαό με την πείνα και με το εκτελεστικό απόσπασμα! Ο Μπέριγκ χαμογελάει σατανικά. —Πώς είσαι, Παιδί-Φάντασμα; λέει με ψεύτικη καλωσύνη και κοροϊδευτικό ενδιαφέρον. Θέλω να γίνεις γρήγορα καλά, αγαπητέ μου! Ανησυχώ για την υγεία σου! Δεν μπορώ, βλέπεις, να ξεχάσω τις μέρες που συνεργαστήκαμε εμείς οι δύο! Ήσουν υπέροχος ως Φριτς Ούλσεν! Αλλά τώρα, αγαπητό μου παιδί, θα περάσουμε ωραία οι δυο μας! Γελάει δυνατά και προσθέτει: —Μη βάζεις κακά πράγματα με το νου σου! Δεν πρόκειται να διατάξω να σε βασανίσουν για να σου αποσπάσω πληροφορίες! Ό χ ι ! Ξέρω ότι δε θα βγάλεις λέξη από το στόμα σου, έστω κι αν σε κάνουμε κομματάκια! θα κάνω κάτι άλλο όμως! θα σε αναγκάσω να μιλήσεις χωρίς να το θέλεις και μάλιστα χωρίς να το ξέρεις! Χά, Χά, χά! —Πώς θα το κάνεις αυτό; ρωτάει το παιδί νιώθοντας ρίγη ν' ανεβοκατεβαίνουν στη σπονδυλική του στήλη. Αυτό είναι δικός μου λογαριασμός, απαντάει ο Μπέριγκ σε μαλακό τόνο. Στο μεταξύ όμως θα σε περιποιηθώ όπως αξίζει σ' ένα αντίπαλο της αξίας σου!... Α, ναι! Πρέπει να σε προειδοποιήσω! Μη δοκιμάσεις να κάνεις καμιά από τις συνηθισμένες σου τρέλες και να επιτεθείς εναντίον μου, γιατί δυο αυτόματα είναι διαρκώς στραμμένα εναντίον σου από δυο τρύπες του τοίχου! Και τώρα, το πρόγευμα σου! Είμαι βέβαιος ότι πεινάς έπειτα από τόσες περιπέτειες! Πιέζει ένα κουδούνι στον τοίχο και σχεδόν αμέσως η πόρτα του


δωματίου, που είναι σιδερένια, ανοίγει. Δυο Γερμανοί στρατιώτες μπαίνουν σπρώχνοντας ένα τραπεζάκι με ρόδες, όπου είναι τοποθετημένος ένας δίσκος με διάφορα φαγητά. Τοποθετούν το δίσκο μπροστά του πάνω στο κρεβάτι και φεύγουν. Ο Γιώργος διστάζει για μια στιγμή. Να φάει από τα φαγητά που του προσφέρουν οι Γερμανοί; Γιατί όχι; Αν περιέχουν δηλητήριο, τόσο το καλύτερο! Θα πεθάνει χωρίς να προδώσει! Αν δεν είναι δηλητηριασμένο, θα δυναμώσει τουλάχιστον και ίσως χρειαστεί να παλαίψει σκληρά για να σωθεί... αν βέβαια του δοθεί η ευκαιρία! Τρώει, λοιπόν με όρεξη δυο αυγά και πίνει ένα ποτήριγάλα, ενώ ο συνταγματάρχης Μπέριγκ τον κοιτάζει με ...πατρικό χαμόγελο. —Είσαι παράξενο παιδί, Γιώργο θαλάσση!, λέει με θαυμασμό, που δεν είναι καθόλου ψεύτικος. Είσαι σε εχθρικά χέρια, καταδικασμένος να πεθάνεις κι εσύ τρως με όρεξη και μ' εκπληκτική απάθεια! —Αυτό συμβαίνει γιατί δε με νοιάζει για τη ζωή μου, Γερμανέ!, απαντάει το παιδί. Υπηρέτησα την πατρίδα μου και την ελευθερία! Μπορώ, λοιπόν, να πεθάνω ευχαριστημένος! Θα πέθαινα βέβαια, πολύ πιο ευχαριστημένος αν έβλεπα τη Γερμανία και τον Χίτλερ σας να τινάζονται στον αέρα! Τα μάτια του Γερμανού αστράφτουν από κακία. —Δε θα ήσουν τόσο ευχαριστημένος, λέει, αν ήξερες τι περιείχε τα γάλα που ήπιες! Περιείχε ένα φάρμακο που θα σε κάνει να μιλήσεις! Περιείχε το «ποτό της αλήθειας»! Όποιος το πίνει δεν μπορεί να πει ψέματα όσο διαρκεί η επίδραση του! Λέει την αλήθεια έστω και χωρίς να το θέλει! Τα φρύδια του Παιδιού-Φάντασμα ζαρώνουν. —Δε σε πιστεύω!, λέει. Δεν είναι δυνατόν... —Πού ήσουν τις τελευταίες δυο μέρες; ρωτάει ο Γερμανός. —Στο... στον Παρνασσό! απαντάει το παιδί άθελα του. —Πώς φύγατε από εκεί; Με τι μέσο; Πώς εξαφανιστήκατε όλοι; —Φύ... φύγαμε με ελικόπτερα! Φρίκη πλημμυρίζει το Γιώργο θαλασσή. Είχε απαντήσει, χωρίς να το θέλει και χωρίς να καταλάβει κι ο ίδιος πώς! «Θεέ μου!, σκέπτεται. Αν με ρωτήσει πού είναι ο «Κεραυνός» και οι άλλοι σύντροφοι μου, θα του το πω! Το καταλαβαίνω! Δε θα μπορέσω να αρνηθώ! Κάτι πρέπει να κάνω!...» —Πού βρίσκεται ο «Κεραυνός»; ρωτάει ο αρχηγός της Γερμανικής μυστικής υπηρεσίας. Ο Γιώργος τρέμει ολόκληρος από την προσπάθεια που καταβάλλει για να μη μιλήσει. Τα χείλη του όμως σαλεύουν άθελα του και σχηματίζουν λέξεις: —Ο «Κεραυνός» βρίσκεται στην οδό...


Με μια απότομη κίνηση, το Παιδί-Φάντασμα κλείνει το στόμα του με την αριστερή παλάμη του! «Δεν πρέπει να μιλήσω!, σκέπτεται. Δεν πρέπει!» Και κάνει κάτι που δύσκολα μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου.


Μικρός Ήρως Νο. 011  
Advertisement
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you