Page 1


ΤΕΥΧΟΣ 10

Νέα Αποστολή ΠΑΛΙ στην Αθήνα! Οι ήρωες μας βρίσκονται πάλι στην Ελλάδα έπειτα από τις συγκλονιστικές περιπέτειες τους στην Αίγυπτο. Το Παιδί - Φάντασμα, ο «Κεραυνός», η Κατερίνα και ο Σπίθας είναι πάλι συγκεντρωμένοι στην τραπεζαρία, του σπιτιού τους, μαζί με την αδελφή του «Κεραυνού» Ουρανία που λαμποκοπάει από χαρά βλέποντας πάλι τα αγαπημένα της πρόσωπα ζωντανά και γερά. Μαζί τους είναι και ένας μελαχροινός, γεροδεμένος νέος, ο Πράκτορας 13, ένα από τα καλύτεα στελέχη της πατριωτικής οργάνωσης του «Κεραυνού». Ο Πράκτορας 13 δίνει στον πατέρα της μικρής Κατερίνας ένα φάκελο, που έχει τη σφραγίδα του Συμμαχικού Στρατηγείου. Ο «Κεραυνός» ανοίγει το φάκελο και διαβάζει: «Αγαπητέ ανηψιέ, Χαίρε. Είμεθα όλοι καλά. Το αυτό επιθυμούμε και για σας. Οι τέσσερις αγελάδες μας είναι πολύ άρρωστες. Τις έχουν κλείσει στο κάτω μαντρί. Η μία μάλιστα έχει στο πόδι της εξάνθημα. Πρέπει να μας βρείτε ένα κτηνίατρο για να...». —Τέσσερις αγελάδες! μουρμουρίζει ο αιώνια πεινασμένος Σπίθας. Μανούλα μου! Να τις είχαμε ψητές! Το καθυστερημένο στο μυαλό παιδί έχει μετανοιώσει πικρά που γύρισε στην πεινασμένη Αθήνα, όπου οι άνθρωποι πέφτουν στο δρόμο από την εξάντληση, θυμάται τις μπανάνες, τους χουρμάδες το καθημερινό καζάνι με το χυλό και τα άλλα φαγητά της Αιγύπτου και... καρπαζώνει τον εαυτό του από θυμό, γιατί δέχτηκε να εγκαλε'ιψει τον παράδεισο αυτό του στομαχιού του! Ο «Κεραυνός» αποκρυπτογραφεί το γράμμα του Συμμαχικού Στρατηγείου που είναι συντεταγμένο σε συνθηματικό κώδικα: «Αγαπητέ Κεραυνέ, Πρέπει να ελευθερωθούν τέσσερις σύμμαχοι πράκτορες, που


συνελήφθησαν από τους Γερμανούς και είναι τώρα κλεισμένοι στις φυλακές της Καλλιθέας! Οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν πολλά πράγματα και, αν οι Γερμανοί τους κάνουν να μιλήσουν, θα προκαλέσουν μεγάλη καταστροφή σε ολόκληρη την κατασκοπική οργάνωση μας στην Ελλάδα! Ο ένας μάλιστα από αυτούς έχει γραμμένα με αόρατη συμπαθητική μελάνη στο πόδι του τα ονόματα πολλών πρακτόρων μας και καταλαβαίνεις ότι δεν πρέπει να το αντιληφθούν αυτό οι Γερμανοί. «Οι τέσσερις κρατούμενοι βρίσκονται σ' ένα κελί, στο νότιο τμήμα των φυλακών, κοντά στον τοίχο της αυλής. Σας περιμένουν. Έχουν λιμάρει τα κάγκελα του παραθύρου τους που βλέπει στην αυλή, έτσι ώστε να μπορούν να τα αποσπάσουν αμέσως όταν έρθει η ωρα! Εσείς πρέπει να τους ανοίξετε το δρόμο. Δίπλα ακριβώς στις φυλακές, σε απόσταση μόνο δέκα μέτρων από τον τοίχο της αυλής, υψώνεται ένα διώροφο σπίτι. Ανήκει σε δικό μας άνθρωπο που θα σας βοηθήσει. Από εκεί μπορείτε να περάσετε με πολλή τόλμη και τύχη τον τοίχο όπου πηγαινοέρχεται μέρα - νύχτα ένας φρουρός. Αν θέσετε εκτός μάχης τον φρουρό και ρίξετε ένα σκοινί κάτω στην αυλή, οι κρατούμενοι θα σπάσουν τα κάγκελα του παραθύρου τους και θα δραπετεύσουν με τη βοήθεια του σκοινιού. «Καταλαβαίνω ότι η αποστολή είναι από τις πιο δύσκολες και επικίνδυνες. Είμαι όμως αναγκασμένος να σας την αναθέσω γιατί δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Όσο οι άνθρωποι αυτοί είναι στα χέρια των Γερμανών, ο κίνδυνος για την υπόθεση της Ελευθερίας είναι μεγάλος. Κάνω έκκληση στον πατριωτισμό σας. Καλή τύχη. Ο Αρχιστράτηγος» Για μερικές στιγμές, σιωπή απλώνεται μέσα στο δωμάτιο. Έπειτα, ο Γιώργος Θαλάσσης λέει: —Πρέπει να δράσουμε το συντομότερο! Απόψε κιόλας! Φαίνεται ότι η υπόθεση είναι πολύ επείγουσα! —Ναι!, λέει ο «Κεραυνός», θα δοκιμάσουμε απόψε να τους ελευθερώσουμε! Και προσθέτει γυρίζοντας στον Πράκτορα 13: —Ειδοποίησε πέντε από τους καλύτερους ανθρώπους μας να είναι έτοιμοι για απόψε! Να έχουν μαζί τους και όπλα! Ίσως αναγκαστούμε να δώσουμε μάχη με τους Γερμανούς!


Το Τολμηρό Παιδί ΕΧΕΙ νυχτώσει. Το κτίριο των φυλακών της Καλλιθέας υψώνεται σκοτεινό μέσα στη νύχτα, κλείνοντας μέσα του, απέραντο πόνο και αγωνία Εκατοντάδες Έλληνες πατριώτες περιμένουν εκεί μέσα να απλώσει ο Χάρος το χέρι του να τους αρπάξει και να τους στήσει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το έγκλημα τους είναι ότι αγαπούν την Ελλάδα και την Ελευθερία περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα στον κόσμο! Στις τέσσερις μόνο γωνίες του μεγάλου τοίχου της αυλής υπάρχουν τέσσερις γλόμποι. Αλλά κι αυτοί είναι τυλιγμένοι με σκούρα χαρτιά έτσι ώστε δε ρίχνουν παρά ένα αμυδρό φως. Οι Γερμανοί δεν αφήνουν ελεύθερο το φωτισμό της Αθήνας γιατί φοβούνται τα συμμαχικά αεροπλάνα. Επάνω στον τοίχο που είναι πλατύς, στέκονται τέσσερις φρουροί. Τέσσερις Γερμανοί στρατιώτες οπλισμένοι με αυτόματα, έτοιμοι να πιέσουν τη σκανδάλη στην παραμικρή απόπειρα των φυλακισμένων να αποδράσουν. Είναι στραμμένοι προς τα μέσα, προς την αυλή. Γιατί μόνο από εκεί προβλέπουν κίνδυνο. Από έξω δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου κίνδυνος. Πρέπει να είναι τρελός κανείς για να δοκιμάσει να επιτεθεί εναντίον της φυλακής, που είναι σωστό φρούριο με τον πανύψηλο τοίχο της και με τις ατσάλινες πόρτες της! Κι όμως μερικοί «τρελοί» σκοπεύουν να επιτεθούν αυτή τη νύχτα! Ίσκιοι σαλεύουν αθόρυβα στα σκοτεινά δρομάκια γύρω απο το κτίριο των φυλακών. Ίσκιοι που κάτω από τα ρούχα τους, έχουν κρυμμένα αυτόματα και πιστόλια! Στην ταράτσα ενός σπιτιού, που υψώνεται σε μικρή απόσταση από τον τοίχο της αυλής των φυλακών τρεις άνθρωποι κάνουν μια παράξενη δουλειά. Δένουν ένα μεγάλο γάντζο στην άκρη ενός χοντρού σκοινιού. Έπειτα, για να μην αφήσει μεταλλικό κρότο χτυπώντας πάνω στις πέτρες, τυλίγουν τον γάντζο με κουρέλια. Οι τρεις αυτοί άνθρωποι είναι ο «Κεραυνός», ο Πράκτορας 13 και ο Γιώργος Θαλάσσης, το ξακουστό Παιδί - Φάντασμα, ο τρόμος των Γερμανών, των Ιταλών και των Βουλγάρων. —Αυτό που θέλεις να κάνεις, παιδί μου, λέει ο «Κεραυνός», είναι σωστή τρέλα! Αν σε αντιληφθεί ο φρουρός, θα σε γαζώσει με το αυτόματο του, πριν προλάβεις να φτάσεις κοντά του! —Πρέπει να ελπίσω στο θεό και να πολεμήσω!, απαντάει ο Γιώργος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βοηθήσουμε τους τέσσερις κρατούμενους να δραπετεύσουν! Πράκτορα 13, εσύ που είσαι ναυτικός, προσπάθησε να αγκιστρώσεις το γάντζο στον τοίχο της φυλακής! Αν το καταφέρεις αυτό, οι ελπίδες για μια επιτυχία θα είναι πολύ μεγαλύτερες. —Αυτό είναι παιχνιδάκι για μένα!, λέει ο Πράκτορας 13. Κοιτάξ-


τε! Ούτε θα πάρει χαμπάρι ο Γερμανός! Πιάνει το σκοινί, πηγαίνει στην άκρη της ταράτσας κρεμάει κάτω το γάντζο και αρχίζει να τον σαλεύει πέρα - δώθε σαν εκκρεμές. Σε κάθε κίνηση του ο γάντζος μαζί με το σκοινί διαγράφει όλο και πιο μεγάλα ημικύκλια, ώσπου σιγά - σιγά φτάνει στο ύψος του τοίχου των φυλακών. Ξαφνικά, ο Πράκτορας 13, κάνει μια απότομη πλάγια κίνηση. Ο γάντζος περνάει πάνω από το πεζούλι του τοίχου και κρεμιέται από την άλλη μεριά, απαλά, χωρίς να ακουστεί ο παραμικρός κρότος! —Μπράβο! μουρμουρίζει ο «Κεραυνός». Τράβα τώρα! Ο Πράκτωρ 13 τραβάει, το σκοινί τεντώνεται. Ο γάντζος έχει αγκιστρωθεί γερά στη γωνιά του πεζουλιού! Με τη βοήθεια των συντρόφων του, δένει την άλλη άκρη του σκοινιού σ' ένα στύλο της ταράτσας. —Ήρθε η ώρα, Γιώργο! λέει με συγκίνηση ο «Κεραυνός». Πρόσεχε, παιδί μου! Δε θέλω να πάθεις τίποτα! Ό,τι κι αν συμβεί όμως, να ξέρεις ότι εμείς από δω θα παρακολουθούμε άγρυπνα τις κινήσεις του σκοπού, έτοιμοι να τον γαζώσουμε με τα αυτόματα μας αν χρειαστεί! Και μην ξεχνάς ότι άλλοι πέντε άντρες οπλισμένοι και αποφασισμένοι, βρίσκονται εδώ κοντά! Ο Γιώργος κουνάει το κεφάλι του, πιάνεται από το σκοινί και αφήνει το κορμί του να κρεμαστεί στο κενό. Έπειτα, με επιδεξιότητα χιμπαντζή, αρχίζει να προχωρεί προς τον τοίχο των φυλακών αθέατος σχεδόν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ο δρόμος κάτω είναι έρημος. Κανένας δεν τολμά να περάσει νύχτα κοντά από τις τρομερές φυλακές. Σε απόσταση λίγων μέτρων μπροστά του, το Παιδί - Φάντασμα διακρίνει τη σιλουέτα του Γερμανού φρουρού, που στέκεται πάνω στο φυλάκιο της γωνιάς του τοίχου με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. «θεέ μου!, σκέπτεται το παιδί. Βοήθησε με! Εκατοντάδες άνθρωποι κινδυνεύουν, αν αποτύχω απόψε!» Μερικές κινήσεις των χεριών του ακόμα, και ο Πράκτορας - Ελλάς φτάνει στον τοίχο! Η Δραπέτευση! ΜΕ ΜΙΑ ανάλαφρη εκτίναξη, διασκελ'ιζει αθόρυβα το πεζούλι και βρίσκεται όρθιος πάνω στον τοίχο. Ο φρουρός που στέκεται δυο μέτρα πιο πέρα, γυρίζει ξαφνιασμένος. Ανοίγει κατάπληκτος το στόμα του για να φωνάξει και δοκιμάζει να στρέψει το όπλο του προς το παιδί που τόσο απροσδόκητα και αλλόκοτα ξεγλίστρησε σαν φάντασμα πάνω στον τοίχο. Μα δεν προλαβαίνει. Μ' ένα πήδημα το Παιδί - Φάντασμα βρίσκεται κοντά του και η


γροθιά του με ταχύτητα και ορμή βολίδας χτυπάει το Γερμανό στο λαρύγγι. Το χτύπημα, δυνατό και καλοζυγισμένο, κάνει τους μυώνες του Φρουρού να συσπασθούν απότομα καταπνίγοντας κάθε φωνή! Ο Γερμανός δοκιμάζει να φέρει τα χέρια του στον πονεμένο λαιμό του. Έτσι δε βρίσκει τον καιρό να χρησιμοποιήσει το αυτόματο και ο Γιώργος Θαλάσσης συνεχίζει την επίθεση του. Η γροθιά του ξαναχτυπάει το Γερμανό στο στομάχι αυτή τη φορά. Ο φρουρός αφήνοντας ένα σιγανό βογγητό, διπλώνεται στα δύο. Ο μικρός ήρωας χτυπάει τότε για τρίτη φορά. Η γροθιά του προσγειώνεται με μαθηματική ακρίβεια πάνω στο σβέρκο του Γερμανού που βογγάει πάλι, γονατίζει, ξαπλώνεται χάμω και μένει ακίνητος με τις αισθήσεις του χαμένες! Το παιδί δε χάνει καιρό. Μαζεύει το σκοινί, που έχουν στο μεταξύ λύσει οι άλλοι από το στύλο της αντικρινής ταράτσας, και το χαμηλώνει από την άλλη μεριά του τοίχου, μέσα στην αυλή, κοντά, στο παράθυρο που ξέρει πως ανήκει στο κελί των τεσσάρων φυλακισμένων συμμάχων πρακτόρων. Το σαλεύει έτσι ώστε να χτυπήσει ελαφρά πάνω στο παράθυρο. Σχεδόν αμέσως ένα τρίξιμο ακούγεται και τα κάγκελα του παραθύρου υποχωρούν. Ένας ίσκιος πετάγεται έξω, αρπάζει το σκοινί και σκαρφαλώνει γοργά. Σε μερικές στιγμές βρίσκεται επάνω στον τοίχο δίπλα στο Γιώργο. Ένας άλλος Ίσκιος ακολουθεί τον πρώτο. Κι έπειτα ένας τρίτος. Ενώ όμως ο τρίτος Ίσκιος βρίσκεται ακόμα στα μισά του τοίχου και ένας τέταρτος προβάλλει από το παράθυρο, από την άλλη άκρη της αυλής αντηχεί ένα ουρλιαχτό: —Αλτ! Στα όπλα! Στα όπλα! Κι ένα πολυβόλο αρχίζει να τραγουδάει το φριχτό τραγούδι του θανάτου, ξερνώντας φωτιά και ατσάλι και μαστιγώνοντας τον τοίχο. — Πέστε μπρούμυτα!, φωνάζει ο Γιώργος στους δυο πράκτορες που βρίσκονται κιόλας πάνω στον τοίχο. Ο Ίδιος τρέχει κοντά στον πεσμένο φρουρό, αρπάζει το αυτόματοι του, το γυρίζει προς το μέρος της αυλής, όπου διακρίνονται οι


λάμψεις των πυροβολισμών ίου πολυβόλου και πιέζει τη σκανδάλη. Μια κραυγή πόνου ακούγεται και το πολυβόλο σωπαίνει για μερικές στιγμές. Ο τρίτος κρατούμενος φτάνει στην κορφή, του τοίχου και πέφτει μπρούμυτα κι αμέσως έπειτα ο τέταρτος ξαπλώνεται δίπλα του. Το πολυβόλο αρχίζει πάλι το απαίσιο τερέτισμα του. —Γρήγορα!, λέει ο Πράκτορας - Ελλάς πιέζοντας τη σκανδάλη του αυτομάτου του. Ανεβάστε το σκοινί, ρίξτε το από την άλλη μεριά του τοίχου, κατεβείτε στο δρόμο και φύγετε! Οι τέσσερις πράκτορες υπακούουν γοργά. Κατεβαίνουν ένας - ένας, ενώ η γαλήνη της νύχτας κομματιάζεται από τους πυροβολισμούς και τις κραυγές της γερμανικής φρουράς. Όταν και ο τελευταίος πράκτορας χάνεται πίσω από τον τοίχο, το Παιδί - Φάντασμα κρεμάει το αυτόματο στον ώμο του και τους ακολουθεί. Όταν φτάνει στο δρόμο ρίχνει μια ματιά γύρω. Από τη μια μεριά, οι τέσσερις σύμμαχοι πράκτορες φεύγουν τρέχοντας. Από την άλλη, πίσω από μια γωνιά του δρόμου, προβάλλει μια γερμανική περίπολος. Ο Γιώργος δεν χάνει ούτε στιγμή. Ξεκρεμάει γοργά το αυτόματο του και στέλνει δυο ριπές προς το μέρος της περιπόλου. Δυο Γερμανοί πέφτουν. Οι υπόλοιποι υποχωρούν πίσω από τη γωνιά. Με δυο πηδήματα ο Πράκτορας - Ελλάς βρίσκεται πίσω από μιαν άλλη γωνιά, κοντά στον «Κεραυνό» και στον Πράκτορα 13, που έχουν στο μεταξύ κατέβει από την ταράτσα του σπιτιού. Από το μέρος όπου στέκονται διακρίνεται η πόρτα των φυλακών. Ξαφνικά, η πόρτα ανοίγει και μια ομάδα από πάνοπλους Γερμανούς ορμά έξω. —Πυρ!, διατάζει ο «Κεραυνός». Τα αυτόματα των τριών Ελλήνων αρχίζουν να στέλνουν πυρωμένα επισκεπτήρια θανάτου προς το μέρος των Γερμανών. Την ίδια στιγμή, από μιαν άλλη γωνιά, τα αυτόματα των άλλων πέντε μελών της οργανώσεως του «Κεραυνού» αρχίζουν να βάλλουν εναντίον των Γερμανών! Η κουραμάνα του Σπίθα ΓΙΑ αρκετά λεπτά, συνεχίζεται η μάχη ανάμεσα στους Έλληνες πατριώτες και τους τυράννους. Έπειτα, ο «Κεραυνός» λέει: —Οι σύμμαχοι πράκτορες, θα έχουν τώρα απομακρυνθεί αρκε-


τά. Πρέπει να φύγουμε, πριν φτάσουν ενισχύσεις των Γερμανών και μας κυκλώσουν! Και, βγάζοντας μια σφυρίχτρα από την τσέπη του, φυσάει με όλη του τη δύναμη. Ένα διαπεραστικό σφύριγμα ακούγεται. Αμέσως όλοι οι Έλληνες πατριώτες αρχίζουν να υποχωρούν προς ένα σκοτεινό πλάγιο δρόμο κάθετο προς τις γραμμές του τραμ που περνούν μπρος από τις φυλακές. Οι Γερμανοί, παίρνοντας θάρρος, τους ακολουθούν ανταλλάσσοντας πυροβολισμούς και πολυβολισμούς μαζί τους. Ανάμεσα στους Έλληνες που υποχωρούν, είναι και ο Νίκος Κατσαν'ικος του Γεωργίου και της Πηνελόπης, ο θρυλικός και αδιάκοπα πεινασμένος Σπίθας. Έχει ένα πιστόλι στο χέρι και πότε - πότε γυρίζει και ρίχνει κι αυτός καμιά σφαίρα εναντίον των Γερμανών, μουρμουρίζοντας: —Αχ, και να μπορούσα να μπω... στην κουζίνα της φυλακής! Θα έκανα θραύση. Ξαφνικά, ο Σπίθας σκοντάφτει σε κάτι μαλακό. Σκύβει και... μαρμαρώνει από έκπληξη, χαρά, ενθουσιασμό και δέος. Χάμω, μπροστά στα πόδια του, είναι ένα ... ψωμί! Μια γερμανική κουλούρα, που σίγουρα έχει πέσει από κάποιο γερμανικό αυτοκίνητο, που μετέφερε τρόφιμα στη φυλακή! —Μανούλα μου!, κάνει ο Σπίθας. Κάθεται στο πεζούλι του πεζοδρομίου αρπάζει την κουλούρα, χώνει άπληστα τα δόντια του στο ψωμί και... ξεχνάει τα πάντα! Ξεχνάει και τους Γερμανούς και τα αυτόματα και τις σφαίρες, που περνούν σφυρίζοντας πάνω απ' το κεφάλι του! Γι' αυτόν δεν υπάρχουν αυτήν τη στιγμή παρά μόνο δυο πράγματα: Το άδειο του στομάχι και η κουλούρα που θα το γεμίσει! Τρώει καταπίνοντας μεγάλες αμάσητες μπουκιές, χωρίς να νοιάζεται καθόλου αν οι Γερμανοί πλησιάζουν όλο και πιο πολύ προς το μέρος του. Ευτυχώς, έτσι όπως είναι καθισμένος μέσα στο σκοτάδι δεν φαίνεται καθαρά ούτε από τους Έλληνες ούτε από τους Γερμανούς. Διαφορετικά, θα τον είχαν γαζώσει με τα αυτόματα και οι πρώτοι και οι δεύτεροι. Έτσι, όταν ένας από τους Γερμανούς, πιο τολμηρός από τους άλλους, αποφασίζει, να κάνει μια εξόρμηση για να χτυπήσει τους Έλληνες από κοντά, δε δίνει καμιά σημασία στο κουλουριασμένο


κορμί του παιδιού που τρώει μέσα στο σκοτάδι. Προχωρεί, τρέχοντας και πυροβολώντας. Ο Σπίθας τον βλέπει με την άκρη του ματιού του να έρχεται προς το μέρος του και γρυλλίζει υπόκωφα, σαν σκυλί που πάνε να του πάρουν το ψωμί. «Παλιογερμαναρά!, σκέπτεται. Το σκέφθηκες, καλά αυτό που θέλεις να κάνεις; θα πατήσεις στο πτώμα μου για να πάρεις το ψωμί!» Και όπως ο Γερμανός τον προσπερνάει, ο Σπίθας — τρώγοντας πάντα — απλώνει το πόδι του και του βάζει μια τρικλοποδιά! Ο στρατιώτης του Χίτλερ σκοντάφτει και πέφτει. Πέφτει με τόση φόρα ώστε χτυπάει το μέτωπο του χάμω και μένει ακίνητος με. τις αισθήσεις του χαμένες! Οι υπόλοιποι Γερμανοί που είδαν τι συνέβη ορμούν κι αυτοί ουρλιάζοντας από λύσσα. Ο Σπίθας γίνεται έξω φρενών. Νομίζει ότι και αυτοί θέλουν να του πάρουν το ψωμί. «Παλιόσκυλα!, μουρμουρίζει. Ένα ψωμί βρήκα κι εγώ και θέλετε να μου το φάτε! Τώρα θα σας δείξω εγώ!» Πετάγεται όρθιος, αρπάζει μια μεγάλη χειροβομβίδα από τη ζώνη του πεσμένου Γερμανού, τραβάει την ασφάλεια της και την εκσφενδονίζει μ' όλη του τη δύναμη εναντίον των άλλων! Μια τρομακτική έκρηξη ηχεί και για μια στιγμή τα σκοτάδια διαλύονται από μια εκτυφλωτική λάμψη. Έπειτα γαλήνη και σκοτάδια ακόμα πιο πυκνά. Από το μέρος των Γερμανών δεν ακούγονται τώρα παρά μερικά βογγητά πόνου. —Τα θέλατε και τα πάθατε!, γρυλλ'ιζει ο Σπίθας. Και το βάζει στα πόδια τρέχοντας πίσω από τους συντρόφους του, ενώ τα δόντια του δουλεύουν γοργά και ρυθμικά κατακομματιάζοντας την κουλούρα. Η εκπληκτική ομοιότητα ΝΥΧΤΑ. Ένας νεαρός Γερμανός αξιωματικός, σχεδόν παιδί, περπατάει μόνος μέσα σ' έναν έρημο δρόμο της Αθήνας. Παραπατάει και σκοντάφτει κάθε τόσο και φαίνεται πως έχει πιει απόψε κάπως περισσότερο από το κανονικό. Καθώς προχωρεί μουρμουρίζει ένα τραγούδι του γερμανικού στρατού: «Ο στρατός του Χίτλερ ατρόμητος προχωρεί! Γκρεμίζονται μπροστά του αυτοκρατορίες! Τρέμουν μπροστά του οι λαοί του κόσμου!


Σκύβουν και τον προσκυνούν οι...» Εκεί σταματάει το τραγούδι του κάπως απότομα και απροσδόκητα. Τρεις ίσκιοι έχουν ξεπηδήσει μέσα από το σκοτάδι. Σιδερένια μπράτσα τον τυλίγουν. Μια παλάμη του φράζει το στόμα. Μια γορθιά τον χτυπάει με δύναμη στο σβέρκο κάνοντας τον να χάσει τις αισθήσεις του. — Γρήγορα!, ψιθυρίζει ο ένας ίσκιος. Στο αυτοκίνητο! Διασχίζουν γοργά το δρόμο, μπαίνουν σ' ένα γειτονικό δρομάκο και σταματούν κοντά σ' ένα αυτοκίνητο. Τοποθετούν εκεί μέσα τον αιχμάλωτο τους και μπαίνουν κι οι ίδιοι. Το αυτοκίνητο ξεκινάει αμέσως. —Ο «Κεραυνός» θα ενθουσιαστεί!, μουρμουρίζει ο ένας ίσκιος. Λίγη ώρα αργότερα, ο αιχμάλωτος Γερμανός είναι καθισμένος στο σαλόνι του σπιτιού του «Κεραυνού». Γύρω του είναι καθισμένοι ο «Κεραυνός», ο Γιώργος Θαλάσσης και ο Πράκτορας 13. Τον περιεργάζονται με προσοχή. Είναι ξανθός. Είναι είκοσι χρονών περίπου, αλλά το σώμα του είναι λεπτό και φαίνεται πολύ μικρότερος. Κοιτάζει φοβισμένα τους τρεις Έλληνες και ρωτάει δειλά: —Τι... τι με θέλετε; Γιατί με πιάσατε; Τι... θα με κάνετε; Ο Πράκτορας 13 απαντάει με φωνή που προσπαθεί να την κάνει όσο πιο άγρια μπορεί: —Δεν ξέρεις ότι, εδώ στην Ελλάδα τους Γερμανούς που πιάνουμε τους... ψήνουμε ζωντανούς; Το αίμα φεύγει από το πρόσωπο του νεαρού Γερμανού. —Έλεος! Τραυλίζει. Μη με ψήσετε ζωντανό! Δεν... δεν έχω κάνει ποτέ κακό σε Έλληνες! Σήμερα το πρωί ήρθα στην Ελλάδα από τη Γερμανία. Δεν έχω παρουσιαστεί ακόμα στο Φρουραρχείο! Οι τρεις Έλληνες ανταλλάσσουν βλέμματα χαράς. — Γιατί ήρθες στην Ελλάδα; ρωτάει ο «Κεραυνός». Πρόσεξε! Αν μας πεις ψέματα, είσαι χαμένος! Όπως καταλαβαίνεις για να μπούμε στον κόπο να σε αιχμαλωτίσουμε θα πει ότι ξέρουμε γιατί ήρθες εδώ! Θέλουμε όμως να το ακούσουμε κι από το ίδιο σου το στόμα! Ο νεαρός Γερμανός μένει σιωπηλός και διστακτικός. — Για να πεισθείς ότι ξέρουμε αρκετά πράγματα για σένα, θα σου πω το όvoμά σου. συνεχίζει ο «Κεραυνός». Λέγεσαι Φριτς Ούλκαι κατάγεσαι απο την Νυρεμβέργη! Αρνείσαι να μιλήσεις. Πολύ


καλά, αγαπητέ μου Φριτς. Δυστυχώς είμαι αναγκασμένος να διατάξω... —Θα μιλήσω!, λέει γοργά ο Φριτς Ούλσεν! Με έστειλαν εδώ για να αναλάβω την γραμματεία του αρχηγού της γερμανικής Μυστικής Υπηρεσίας στην Ελλάδα, συνταγματάρχη Άντολφ Μπέριγκ. Έχω σπουδάσει ειδικά σε μια σχολή κατασκόπων και στο Βερολίνο, με θεώρησαν ως τον πιο ειδικό για τη θέση αυτή. Θα... Μια ξαφνική κραυγή του Πράκτορα 13 κάνει τον Ούλσεν να σωπάσει τρομαγμένος. —Κατέβασε το καπέλο σου έτσι ώστε να σκεπαστούν τα μαλλιά σου!, διατάζει ο Πράκτορας 13. Ο Φριτς Ούλσεν γουρλώνει τα μάτια του, αλλά υπακούει. —Γιώργο, συνεχίζει ο Πράκτορας 13, πήγαινε και στήσου κοντά στον ανθυπολοχαγό Ούλσεν! Σε παρακαλώ. Γεμάτος απορία ο Γιώργος πηγαίνει και στέκεται δίπλα στον νεαρό Γερμανό αξιωματικό. Μια κραυγή έκπληξης βγαίνει από το στήθος του «Κεραυνού». —Θεέ μου!, μουρμουρίζει. Είναι απαράλλακτοι! Σαν δίδυμοι αδελφοί! Αν δεν ήταν ο ένας ξανθός και ο άλλος μελαχροινός θα μπορούσε κανείς να τους περάσει ως το ίδιο άτομο. Με μάτια που αστράφτουν από μια τολμηρή ιδέα, το Παιδί - Φάντασμα πλησιάζει γοργά σ' ένα καθρέφτη. Κοιτάζει εκεί το πρόσωπο του, γυρίζει και κοιτάζει τον Ούλσεν. —Παράξενο!, λέει. Είμαστε όμοιοι! Και, βάζοντας τα γέλια, πρόσθεσε: —Φριτς Ούλσεν... Γιώργος Θαλάσσης! Είμαστε το Ίδιο πρόσωπο, αγαπητέ μου! Ο ανθυπολοχαγός... Γιώργος Φριτς Ούλσεν Θαλάσσης! Χα, χα, χα! Αν κάνω ξανθά τα μαλλιά μου και τα φρύδια μου κανένας δε θα μπορέσει να καταλάβει τη διαφορά! Τι λες, «Κεραυνέ»; —Είσαι τρελός!, λέει ο «Κεραυνός». Αν παρουσιαστείς ως Φριτς Ούλσεν, οι Γερμανοί θα καταλάβουν ότι πρόκειται για άλλον! Μην ξεχνάς ότι ο Ούλσεν είναι προορισμένος για γραμματέας του αρχηγού της Μυστικής Υπηρεσίας! Θα ξέρουν ίσως για τον Ούλσεν πράγματα που δεν μπορείς να τα ξέρεις εσύ! —Θα τα μάθω όλα!, λέει το Παιδί - Φάντασμα. Ο φίλος μου οΦριτς από δω θα με κατατοπίσει! Δεν είν' έτσι, Φριτς; Θα μου πει όλες τις λεπτομέρειες, της ζωής του, τις ιδιοτροπίες του, τα μυστικά του! Τον συμφέρει να το κάνει αυτό. Γιατί θα είναι στα χέρια μας και, αν μου συμβεί τίποτα... Κατάλαβες Φριτς;

Οι κρίσιμες εξετάσεις ΤΟ ΑΛΛΟ πρωί, ο νεαρός ανθυπολοχαγός Φριτς Ούλσεν — που δεν είναι άλλος από τον ήρωά μας Γιώργο θαλάσση με ξανθά μαλ-


λιά και φρύδια και με τη στολή του Φριτς — χτυπάει το κουδούνι ε νός αρχοντικού σπιτιού του Κολωνακίου. Στο σπίτι αυτό μένει ένας Γερμανός συνταγματάρχης, ο Άντολφ Μπέριγκ. Είναι ένας ηλικιωμένος αξιωματικός με ευγενικούς τρόπους. Αυτό μόνο ξέρουν γι' αυτόν οι γείτονες του. Κανένας δεν ξέρει όμως ότι ο Μπέριγκ είναι ο αρχηγός της Μυστικής Γερμανικής Υπηρεσίας και ότι το σπίτι αυτό είναι το μυστικό αρχηγείο του. Από το σπίτι αυτό ξεκινούν τα νήματα μιας από τις πιο τρομερές γερμανικές υπηρεσίες, που αγκαλιάζει ολόκληρη την Ελλάδα σ' ένα θανάσιμο αγκάλιασμα, σαν ένα τεράστιο χταπόδι! Από το σπίτι αυτό κατευθύνονται όλοι οι Γερμανοί μυστικοί πράκτορες που παρακολουθούν κάθε κίνηση των Ελλήνων πατριωτών και που στέλνουν δεκάδες ανθρώπους κάθε μέρα στο εκτελεστικό απόσπασμα! Ένας στρατιώτης ανοίγει την πόρτα και χαιρετάει στρατιωτικά. —Τι επιθυμεί ο κύριος ανθυπολοχαγός; —Θέλω να δω τον συνταγματάρχη Άντολφ Μπέριγκ! Πες του ότι είμαι ο ανθυπολοχαγός Φριτς Ούλσεν. Ο στρατιώτης ανοίγει τα μάτια του διάπλατα και το πρόσωπο του εκφράζει ταυτόχρονα απορία και χαρά. —Εσείς είστε ο ανθυπολοχαγός Φριτς Ούλσεν; Καλώς ήρθατε! Ο κύριος συνταγματάρχης σας περιμένει από χτες! Χάρηκα πολύ, ανθυπολοχαγέ! Είστε τόσο νέος και φαίνεστε τόσο καλός! Ο προκάτοχος σας ήταν κάπως σκληρός απέναντι των κατωτέρων του! —Αλήθεια; λέει ο Γιώργος. Πού βρίσκεται τώρα; —Τον σκότωσαν οι Έλληνες στρατιώτες! Και — για να είμαι ειλικρινής — λίγοι λυπήθηκαν για το θάνατο του! — Πώς λέγεσαι; —Βίλλυ! Βίλλυ Ζάπεν! —Οδήγησε με στον κύριο συνταγματάρχη, Βίλλυ! Λίγες στιγμές αργότερα, το Παιδί - Φάντασμα μπαίνει στο γραφείο του αρχηγού της Μυστικής Υπηρεσίας και χαιρετάει φασιστικά έναν ηλικιωμένο αξιωματικό, καθισμένο πίσω από ένα τραπέζι. —Χάιλ Χίτλερ!, λέει. Τα σέβη μου, κ. συνταγματάρχα! Ανθυπολοχαγός Φριτς Ούλσεν! Λαμβάνω την τιμήν... — Καλά, καλά!, κάνει ο Μπέριγκ. Κάθησε Φριτς! Γιατί άργησες; Σε περίμενα χτες! Και ξέρω ότι έφτασες χτες! Γιατί παρουσιάστηκες σήμερα; Ο Γιώργος χαμηλώνει το κεφάλι του


—Ζητώ συγγνώμην, αρχηγέ!, μουρμουράει. Ήμουν δυο ολόκληρα χρόνια κλεισμένος στην ειδική σχολή κατασκόπων και... Ο Μπέριγκ χαμογελάει. —Καταλαβαίνω, λέει με συμπάθεια. Παρασύρθηκες, και τόρριξες για μια μέρα έξω, πριν έλθεις εδώ! Σϊγουρα, σου έχουν πει πως είμαι αυστηρός, αλλά δεν έχουν δίκιο! Θα περάσεις καλά κοντά μου και θα έχεις αρκετή ελευθερία. Ελπίζω μόνο να σε έχουν καταρτίσει καλά στη σχολή! Ποιόν καθηγητή επί της παρακολούθησης των υπόπτων έχουν τώρα εκεί; Ο Γιώργος καταλαβαίνει ότι ο αρχηγός της Μυστικής, Υπηρεσίας θέλει να βεβαιωθεί απολύτως για την ταυτότητα του κάνοντας του επιδέξιες ερωτήσεις. —Τον Χέρμαν, κύριε συνταγματάρχα!, απαντάει. Είναι λίγο σχο λαστικός, αλλά πολύ δυνατός στην ειδικότητα του. Ο Μπέριγκ γελάει και ρωτάει: —Είσαι από την Νυρεμβέργη, νομίζω έ; Έχω πάει στην πόλη αυ Τή. θυμάμαι μάλιστα το άγαλμα του Γκαίτε στην οδό... ξεχνώ την οδό... Ο Γιώργος δεν είναι ακατατόπιστος. Είχε περάσει ολόκληρη τη νύχτα μελετώντας την ιστορία και το χάρτη της Νυρεμβέργης γιατί ήξερε ότι ο Μπέριγκ θα δοκίμαζε οπωσδήποτε να τον «πιάσει» ζητώντας του λεπτομέρειες για την πόλη αυτή. —Στην οδό Αναπαύσεως, απαντάει. —Ακριβώς!, λέει ο Μπέριγκ. Έχω γεράσει πια και η μνήμη μου με ξεγελάει πότε - πότε! Και συνεχίζει τις ερωτήσεις τη μια μετά την άλλη. Τέλος, λέει: —Μπορώ να δω τα πιστοποιητικά σου, Φριτς; —Ευχαρίστως. Ο Γιώργος βγάζει τα χαρτιά του Φριτς Ούλσεν και του τα δίνει. Ο αρχηγός της Μυστικής Υπηρεσίας τα εξετάζει με προσοχή κοιτάζει τη φωτογραφία κι έπειτα το Γιώργο και του τα δίνει πίσω. —Εν τάξει!, λέει με ικανοποίηση. Ομολογώ ότι η απουσία σου χτες με έβαλε σε υποψίες, αλλά ευτυχώς οι υποψίες αυτές αποδείχτηκαν, αβάσιμες. Οι Έλληνες κατάσκοποι είναι σωστοί σατανάδες και πρέπει να παίρνουμε τα μέτρα μας! Πήγαινε τώρα να βάλεις τις αποσκευές σου στο δωμάτιο σου κι έλα έπειτα να σου εξηγήσω ποια θα είναι η δουλειά σου... Ο Γιώργος χαιρετάει και βγαίνει από το γραφείο αφήνοντας ένα στεναγμό ανακούφισης. Είχε περάσει από τις κρίσιμες εξετάσεις! Και είχε πετύχει με βαθμό «άριστα»! Η σύλληψη του Πράκτορα 13 ΠΕΡΝΟΥΝ μερικές μέρες. Ο Γιώργος κατατοπίζεται στο μεταξύ


από τον Μπέριγκ στη δουλειά του. Το καθήκον του συνίσταται στο να καταρτίζει τους ατομικούς φακέλους των Ελλήνων πατριωτών, που παρακολουθούνται από τους Γερμανούς πράκτορες και να κρατάει το αρχείο με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των πρακτόρων της γερμανικής Μυστικής Υπηρεσίας. Η θέση του αυτή είναι πολύτιμη. Μπορεί να ειδοποιεί εγκαίρως τους Έλληνες πατριώτες που κινδυνεύουν και συγχρόνως μπορεί να αντιγράψει τον κατάλογο των Γερμανών πρακτόρων και να τον παραδώσει στα χέρια της οργάνωσης του «Κεραυνού». Το πρώτο είναι σχετικά εύκολο. Κάθε φορά που βγαίνει έξω, ο «Φριτς Ούλσεν» ρίχνει σ' ένα γραμματοκιβώτιο ένα γράμμα για τον «Κεραυνό». Στο γράμμα αυτό υπάρχουν πάντα τα τελευταία νέα σχετικά με την καταδίωξη των Ελλήνων πατριωτών! Το δεύτερο, η αντιγραφή του καταλόγου των πρακτόρων της Μυστικής Υπηρεσίας είναι δύσκολο. Δε μένει ποτέ αρκετή ώρα μόνος στο γραφείο για να τον αντιγράψει. Δεν μπορεί λοιπόν, να κάνει τίποτ' άλλο παρά να περιμένει με υπομονή να του παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία. Μια μέρα, ο αρχηγός της Μυστικής Υπηρεσίας λ έ ε ι στο Γιώργο: —Φριτς! Έχω να σου αναθέσω μια λεπτή αποστολή. Έχω στοιχεία ότι στην οδό Αριστομένους 211 μένει ένας επικίνδυνος Έλληνας σαμποτέρ, που ανήκει στη μυστική οργάνωση του περίφημου «Κεραυνού», θ έ λ ω να πάρεις αμέσως έξι άντρες και να πας να τον συλλάβεις. Στέλνω εσένα γιατί δε θέλω να γίνει θόρυβος γύρω από τη σύλληψη αυτή και ξέρω ότι εσύ θα ενεργήσεις με σύνεση και περίσκεψη. Ο μικρός ήρωας νιώθει το αίμα του να παγώνει. Στην οδό Αριστομένους 211 μένει ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του «Κεραυνού», ο Πράκτορας 13, στενός φίλος του Γιώργου. Πώς να τον ειδοποιήσει για τον κίνδυνο που διατρέχει; —Πολύ καλά, αρχηγέ!, λ έ ε ι για να κερδίσει καιρό. Μπορώ όμως να τελειώσω πρώτα μια επείγουσα δουλειά που έχω; — Ό χ ι ! θ έ λ ω να πας αμέσως! Ξέρω ότι ο άνθρωπος αυτός θα είναι εκεί τώρα. Αύριο ή το απόγευμα θα είναι ίσως πολύ αργά! Με βαριά καρδιά, ο Γιώργος θαλάσσης υπακούει. Δεν μπορεί να πάει αυτός να συλλάβει τον φίλο του και να τον παραδώσει στους Γερμανούς! Αν αρνηθεί θα συλληφθεί κι ο ίδιος χωρίς να σώσει τον Πράκτορα 13! Αν τον συλλάβει όμως, θα έχει τον καιρό να προσπαθήσει να τον ελευθερώσει!


Παίρνει λοιπόν, έξι στρατιώτες απο τη φρουρά της μυστικής υπηρεσίας και ξεκινάει. Μπαίνουν σ' ένα μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο και δέκα λεπτά αργότερα σταματούν μπροστά στον αριθμό 211 της οδού Αριστομένους. Οι στρατιώτες ζώνουν αμέσως το σπίτι και ο Γιώργος πλησιάζει στην πόρτα και χτυπάει με την μπότα του. —Εν ονόματι του Φύρερ, ανοίξτε!, φωνάζει. Και με την κάννη του πιστολιού χτυπάει πάνω στην πόρτα. Τα χτυπήματα είναι συνθηματικά. Είναι χτυπήματα αναγνώρισης μεταξύ των Ελλήνων πατριωτών, θα καταλάβει ο Πράκτορας 13; Ή θα θελήσει να αντισταθεί; Ο Γιώργος περιμένει για λίγο κι έπειτα χτυπάει πάλι συνθηματικά ουρλιάζοντας: —Εν ονόματι του Φύρερ, ανοίξτε! θα σπάσουμε την πόρτα και θα βάλουμε φωτιά στο σπίτι! Ο κρότος ενός σύρτη ακούγεται πίσω από την πόρτα. Η πόρτα ανοίγει. Ο Πράκτορας 13 κάνει την εμφάνιση του χλωμός, αλλά ήρεμος. —Μην αντισταθείς!, του ψιθυρίζει το Παιδί - Φάντασμα. Ακολούθησε με! Και αρπάζοντας τον από το γιακά, τον τραβάει έξω και του δίνει μια γερή κλωτσιά. —Γουρούνι!, γρυλλίζει. Γιατί άργησες να ανοίξεις; Και προσθέτει ψιθυριστά: —Όταν νυχτώσει περίμενε κάτι στο παράθυρο του κελιού σου! Και του δίνει άλλη μια κλωτσιά. —Ανεβάστε στο αυτοκίνητο αυτό το κάθαρμα!, διατάζει τους στρατιώτες. Και με το πιο περιφρονητικό ύφος του κόσμου δίνει μια ακόμα κλωτσιά στον Πράκτορα 13...

Οι δυο μπαλίτσες ΕΙΝΑΙ περασμένα μεσάνυχτα. Το κτίριο όπου στεγάζεται η τρομερή Μυστική Υπηρεσία των Γερμανών ησυχάζει. Όλοι κοιμούνται, εκτός από τον φρουρό του κελιού όπου είναι κλεισμένος ο Πράκτορας 13 και από το Παιδί - Φάντασμα, τον ψεύτικο Φρσς Ούλσεν. Ο Γιώργος είναι καθισμένος στο δωμάτιο του, κοντά στο παράθυρο και σκέπτεται. Πρέπει να βρει κάποιο τρόπο να ελευθερώσει τον Πράκτορα 13, χωρίς όμως να προδοθεί ο ίδιος. Θα μπορούσε βέβαια, να κατεβεί στο ισόγειο, όπου βρίσκεται το κελί, να σκοτώσει το φρουρό και να φύγει παίρνοντας μαζί του τον Πράκτορα 13. Μα δεν πρέπει να εγκαταλείψει την πολύτιμη αυτή θέση του Φριτς Ούλσεν! Μενοντας κοντά στον συνταγματάρχη Μπέριγκ θα


μπορέσει να σώσει όχι ένα, αλλά εκατοντάδες Έλληνες πατριώτες! Όχι! Πρέπει να βρει ένα τρόπο, που να μη στρέψει υπόνοιες εναντίον του. Ξαφνικά, τα μάτια του λάμπουν. Σηκώνεται. Βγάζει τα παπούτσια του για να μην κάνει θόρυβο και βγαίνει στο διάδρομο. Προχωρεί πατώντας στις άκρες των ποδιών του προς το βάθος του διαδρόμου και σταματάει μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Βγάζει από την τσέπη του ένα παράξενο εργαλείο. Μοιάζει με κλειδί, αλλά στην πραγματικότητα, είναι ένα πολύπλοκο μηχάνημα, που μπορεί να ανοίξει κάθε κλειδαριά, ακόμα και την πιο δύσκολη. Η συμμαχική υπηρεσία αντικατασκοπείας είχε στείλει τον τελευταίο καιρό από ένα τέτοιο μηχάνημα σ' όλους τους Έλληνες και τους Συμμάχους Πράκτορες που δρουν στην Ελλάδα. Ο Γιώργος τοποθετεί το μηχάνημα στην κλειδαριά και πιέζει το καπάκι. Χωρίς να ακουστεί ο παραμικρός ήχος, η κλειδαριά υποχωρεί και η πόρτα ανοίγει. Το Παιδί Φάντασμα βρίσκεται μέσα σ' ένα μεγάλο δωμάτιο γεμάτο όπλα, σφαίρες και άλλα αντικείμενα χρήσιμα για ένα μυστικό πράκτορα. Δεν ανάβει το φως. Βγάζει από την τσέπη του ένα ηλεκτρικό φαναράκι και ρίχνει τη φωτεινή δέσμη του γύρω. Πηγαίνει κοντά σ' ένα γραφείο και ανοίγει το συρτάρι. Το συρτάρι είναι γεμάτο από μικρές γυάλινες μπαλ'ιτσες, σαν γκαζές. Οι μπαλίτσες αυτές περιέχουν υπνωτικό αέριο, που μπορεί να κοιμίσει αστραπιαία ακόμα και τον πιο λιγόυπνο άνθρωπο! Το παιδί παίρνει δυο και τις βάζει στην τσέπη του. Βγαίνει από το δωμάτιο κλειδώνει πάλι με τη βοήθεια του μικροσκοπικού μηχανήματος και γυρίζει στο δωμάτιο του. Εκεί γράφει σ' ένα χαρτάκι: «ΕΙΝΑΙ ΑΜΠΟΥΛΕΣ ΥΠΝΩΤΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ, ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕ ΤΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΝΑΡΚΩΣΕΙΣ ΤΟ ΦΡΟΥΡΟ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ. Καλή τύχη! ΠΑΙΔΙ - ΦΑΝΤΑΣΜΑ» Τυλίγει τις μπαλίτσες με το χαρτάκι στην άκρη ενός σπόγγου και πηγαίνοντας στο παράθυρο, χαμηλώνει το σπόγγο προς το παράθυρο του κρατητηρίου που είναι ακριβώς κάτω από το δικό του. Νιώθει να πιάνει κάποιος το σπάγγο από κάτω. Έπειτα, δυο


τραντάγματα. Ανεβάζει το σπάγγο: Το χαρτάκι είναι δεμένο πάντα στην άκρη του, αλλά οι δυο μπαλίτσες λείπουν. Πηγαίνει στο τζάκι του δωματίου και καίει το σπάγγο και το χαρτάκι. Έπειτα, ξαπλώνει στο κρεβάτι του με την ψυχή γεμάτη αγωνία. Θα καταφέρει να δραπετεύσει ο Πράκτορας 13; Μέσα στο κελί του, ο Πράκτορας 13 κοιτάζει στο αμυδρό φως που μπαίνει από τον διάδρομο από ένα καγκελωτό παραθυράκι της πόρτας, τις δυο μπαλίτσες. —Είναι δαιμόνιο αυτό το Παιδί - Φάντασμα!, λέει σιγανά. Βάζει τη μια μπαλίτσα στην τσέπη του και κρατώντας την άλλη μέσα στην αριστερή φούχτα του, πηγαίνει κοντά στο παραθυράκι. —Καμαράντ! λέει στον Γερμανό. Ο Γερμανός τον κοιτάζει περιφρονητικά. —Τι θέλεις, ελληνικό γουρούνι; γρυλλίζει. —Καμαράντ, θέλω να πάω προς νερού μου! Σε παρακαλώ, είσαι πολιτισμένος άνθρωπος και καταλαβαίνεις! Μη μ' αφήσεις να υποφέρω! Άλλωστε είμαι εντελώς άοπλος. Ο επιλοχίας της φρουράς μ' έψαξε και μου πήρε ακόμα και τις καρφίτσες που είχα πάνω μου! Ο φρουρός μένει μια - δυο στιγμές σκεπτικός. Γι έχει να φοβηθεί; Κρατάει ένα αυτόματο και ο κρατούμενος είναι άοπλος. Αν κάνει την παραμικρή ύποπτη κίνηση θα πιέσει τη σκανδάλη και ο βρωμο - Έλληνας θα ταξιδέψει για τον άλλο κόσμο! Βγάζει ένα κλειδί και ξεκλειδώνει. Έπειτα, τραβάει την πόρτα και ακουμπάει την κάννη του αυτομάτου του στο στήθος του Πράκτορα 13. —Πρόσεξε!, του λέει. Αν δοκιμάσεις να μου σκαρώσεις κανένα άσχημο παιχνίδι, θα σου ανοίξω στο κορμί μια τρύπα από την οποία θα μπορεί να περάσει ολόκληρος άνθρωπος! Ο Πράκτορας 13 σφίγγει την αριστερή του φούχτα. Η αμπούλα σπάζει. Ανοίγει την παλάμη του, ενώ κρατάει την ανάσα του, για να μην ναρκωθεί κι ο Ίδιος. —Θα πάμε ως το μέρος μαζί, λέει ο Γερμανός και θα... θα... θα... Η φωνή του σβήνει. Τα μάτια του ανοίγουν και το αυτόματο πέφτει. Ο Πράκτορας 13 δεν το αφήνει να βροντήσει χάμω. Το αρπάζει στον αέρα. Έπειτα πιάνει από τη μέση το Γερμανό, που τα γόνατά του λυγίζουν κιόλας και τον ξαπλώνει απαλά στο πάτωμα, για vα μην πέσει το κορμί του με γδούπο και ειδοποιηθούν οι υπόλοιποι φρουροί που κοιμούνται σ' ένα κοντινό δωμάτιο. Με το αυτόματο στο ένα χέρι και με τη δεύτερη μπαλίτσα στο άλλο, ο Πράκτορας 13 προχωρεί προς την έξοδο. Δεν συναντά κανένα μέσα στους διαδρόμους του μεγάλου κτιρίου. Φτάνει στην πόρτα της εξόδου. Ένας Γερμανός φρουρός στέκεται εκεί. με την πλάτη του γυρισμένη προς το εσωτερικό του σπιτιού Κοιτάζει έξω, απο ενα παραθυράκι της μεγάλης πόρτας Ο Πράκτωρ 13 πετάει προς το μέρος του τη μπαλίτσα


Ο Γερμανός κλονίζεται παρατάει το αυτόματο που κρατάει και σωριάζεται χάμω με βρόντο.

Η επιτυχία του Γιώργου Ο ΕΛΛΗΝΑΣ τρέχει, τραβάει το σύρτη της πόρτας ανοίγει και μ' ένα πήδημα βρίσκεται έξω. Ο δρόμος είναι έρημος, αλλά καθώς ο πράκτορας 13 απομακρύνεται τρέχοντας, μια περίπολος προβάλλει από μια κοντινή γωνιά! —Αλτ!, ουρλιάζουν οι Γερμανοί. Ο Πράκτορας 13 αντιδρά με θαυμαστή ταχύτητα, επιδεξιότητα και ευστροφία. Πέφτει μπρούμυτα αμέσως και, πριν καν το σώμα του αγγίξει το έδαφος, το αυτόματο του αρχίζει να βήχει γοργά, κομματιάζοντας τη γαλήνη της νύχτας και στέλνοντας προς τους Γερμανούς πυρωμένο ατσάλι. Οι Γερμανοί δεν προλαβαίνουν να απαντήσουν. Πριν τα δάχτυλα τους αγγίξουν τις σκανδάλες των όπλων τους, οι σφαίρες του Πράκτορα 13 τους χτυπούν και τους ρίχνουν χάμω νεκρούς! Ο Έλληνας πετάγεται πάλι όρθιος και χάνεται τρέχοντας μέσα στη νύχτα. Το κτίριο της Μυστικής Υπηρεσίας αναστατώνεται. Ξυπνούν όλοι, σηκώνονται από τα κρεβάτια τους με τα εσώρουχα τους αρπάζουν τα όπλα τους και βγαίνουν στους διαδρόμους μη ξέροντας τι συμβαίνει. Όταν, έπειτα από μερικά λεπτά, διαπιστώνουν τί είχε συμβεί, ο αρχηγός της Μυστικής Υπηρεσίας συνταγματάρχης Μπέριγκ αφρίζει από τη λύσσα του. —Ο κρατούμενος δραπέτευσε!, ουρλιάζει με μανία. Νάρκωσε τους δυο φρουρούς, σκότωσε τους τρεις άντρες μιας περιπόλου στο δρόμο κι έφυγε! Είναι η πρώτη φορά που δραπετεύει κρατούμενος από το αρχηγείο της Μυστικής Υπηρεσίας! Οι υπεύθυνοι θα τιμωρηθούν σκληρά! Να έλθει αμέσως στο γραφείο μου ο επιλοχίας της φρουράς! Φριτς, έλα κι εσύ μαζί μoυ Ο Γιώργος με ανησυχία στην ψυχή, αλλά και με εντελώς ήρεμο πρόσωπο τον ακολουθεί —Λέγε!, βρυχάται ο Μπέριγκ στον επιλοχία της φρουράς. Πως


δραπέτευσε ο κρατούμενος; —Δε... δεν ξέρω, αρχηγέ!, τραυλίζει ο επιλοχίας. Σας διαβεβαιώ ότι τον έψαξα με τα Ίδια μου τα χέρια και δεν είχε επάνω του τίποτα! Τον έγδυσα και εξέτασα τα ρούχα του! Δεν είχε κανένα πράγμα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο! Του πήρα ακόμα και τις καρφίτσες! —Τότε που βρήκε τα μέσα να ναρκώσει τους δυο φρουρούς; ρώτησε άγρια ο Μπέριγκ. Μπορείς να μου το εξηγήσεις αυτό; —Δεν... δεν ξέρω! —Μου επιτρέπεται κύριε συνταγματάρχα; λέει ο Γιώργος. Και, γυρίζοντας στον επιλοχία, ρωτάει: —Τον έψαξες μέσα στο στόμα, πίσω από τ' αυτιά και μέσα στα μαλλιά; Ο επιλοχίας γουρλώνει τα μάτια του. —Ο... όχι! Δεν... —Τότε λέει ο Γιώργος στον Μπέριγκ, εκεί είχε κρύψει τις υπνωτικές αμπούλες του ο βρωμο - Έλληνας. Προ μηνών, στη Γαλλία συνελήφθει ένας Άγγλος πράκτορας με δυο τέτοιες αμπούλες κρυμμένες πίσω από τ' αυτιά του! Τις είχε στερεώσει εκεί με λευκοπλάστη! Στη σχολή μας είχαν κάνει ειδικό μάθημα για το θέμα αυτό! Ο συνταγματάρχης κοιτάζει με θαυμασμό το Παιδί - Φάντασμα. —Βλέπω λέει, ότι δεν χάνουν τον καιρό τους στη σχολή που φοίτησες. Σας μαθαίνουν χρήσιμα πράγματα! Από δω κι εμπρός εσύ θα ερευνάς τους κρατουμένους! Αυτό το ζώον ο επιλοχίας δεν ξέρει πού πάνε τα τέσσερα! Και αγριοκοιτάζοντας τον επιλοχία, ουρλιάζει: —Τσακίσου από μπροστά μου, ηλίθιε! Είσαι τυχερός που ο ανθυπολοχαγός Ούλσεν έδωσε μια εξήγηση για την απόδραση του Πράκτορα 13! Αλλιώς θα σε περνούσα από στρατοδικείο και θα σ' έστελνα στο εκτελεστικό απόσπασμα! Ξεκουμπίσου! Ο επιλοχίας τρέμοντας σπασμωδικά, χαιρετάει, κάνει μεταβολή και βγαίνει από το δωμάτιο τρέχοντας σχεδόν! Ο Μπέριγκ χτυπάει τη γροθιά τον στο τραπέζι. —Χάσαμε έναν από τους πιο επικίνδυνους πράκτορες των Ελλήνων! Μετανοιώνω τώρα που δεν τον βασάνισα αμέσως για να τον κάνω να μαρτυρήσει τα μυστικά της οργάνωσης του. Σκόπευα να το κάνω απόψε λίγο πριν ξημερώσει! Πώς να φανταστώ ότι θα δραπέτευε στο μεταξύ; Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς, Φριτς! Ο Γιώργος ανεβαίνει στο δωμάτιο του με την ψυχή γεμάτη ικανοποίηση. Ο Πράκτορας 13 είχε σωθεί και είχε γλυτώσει από τα βασανιστήρια. Και αντί να υποψιαστεί το Παιδί - Φάντασμα, ο αρχηγός της Μυστικής Υπηρεσίας, τον εμπιστευόταν τώρα περισσότερο και του είχε αναθέσει την έρευνα όλων των κρατουμένων! Η επιτυχία του ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' όσο είχε ελπίσει!


Ο Σπίθας συλλαμβάνεται! ΜΙΑ νύχτα, χτυπήματα ακούγονται στην πόρτα του Παιδιού Φάντασμα. Ο Γιώργος σηκώνεται από το κρεβάτι του, ντύνεται βιαστικά και ανοίγει. Είναι ο επιλοχίας της φρουράς. —Κύριε ανθυπολοχαγέ, λέει μας έφεραν ένα νέο κρατούμενο. Είναι ένας πολύ κωμικός τύπος και απορώ γιατί τον συνέλαβαν. Ο αρχηγός είναι κάτω και θέλει να κατεβείτε κι εσείς για να του κάνετε έρευνα! Όταν κατέβηκε κάτω και μπήκε στο γραφείο του συνταγματάρχη Μπέριγκ, το παιδί λίγο έλειψε να προδοθεί μπροστά στο απροσδόκητο θέαμα που αντίκρυσε. Μπροστά στον αρχηγό της Μυστικής Υπηρεσίας στέκεται ένα παιδί. Ένα παχύ παιδί με κοντά σγουρά μαλλιά. Είναι ο... Σπίθας! —Έλα μέσα, Φριτς! λέει ο Μπέριγκ στο Γιώργο. Ψάξε αυτό το γουρούνι! Τον πιάσανε δυο πράκτορες μας στη γωνιά ενός δρόμου και τα χαρακτηριστικά του είναι όμοια με του Σπίθα του βοηθού του καταραμένου Παιδιού - Φάντασμα! Μπορεί να έχει κανένα σπουδαίο σημείωμα επάνω του! Συγκρατώντας την ταραχή του και τα γέλια του, ο Γιώργος πηγαίνει κοντά στο Σπίθα. —Σήκωσε τα χέρια σου ψηλά, γουρούνι!, του λέει γερμανικά. Φυσικά ο Σπίθας δεν καταλαβαίνει λέξη και ο συνταγματάρχης που ξέρει ελληνικά, μεταφράζει τα λόγια αυτά" στην ελληνική γλώσσα. Ο Σπίθας σηκώνει τα χέρια του, μουρμουρίζοντας: —Γουρούνι είσαι και φαίνεσαι, παλιόσκυλο! Ας σε ξεμοναχιάσω πουθενά και τα λέμε... τζιτζιφιόγκο! Γελώντας μέσα του, ο Γιώργος τον ερευνά με προσοχή. Δεν βρίσκει βέβαια τίποτα, εκτός από μια... λεμονόκουπα, που ο Σπίθας αρπάζει από τα χέρια του και την χώνει στο στόμα του γρυλλίζοντας: —Πίσω και σ' έφαγα τζιτζιφιόγκο! Αν θέλεις να φας λεμονόκουπες να πας κι εσύ να ψάξεις στα σκουπίδια! —Δεν έχει τίποτα επάνω του, αρχηγέ!, λέει ο Γιώργος. Άλλωστε δεν μου φαίνεται επικίνδυνος. Είναι σίγουρα, ηλίθιος και δεν μπορώ να πιστέψω ότι το Παιδί - Φάντασιια για τον οποίο τόσα κα-


ταπληκτικά πράγματα έχω ακούσει, έχει ένα τέτοιο βοηθό! —Μη σε γελούν τα φαινόμενα Φριτς!, λέει ο Μπέριγκ. Άκουσε... Και ρωτάει γυρίζοντας στο Σπ'ιθα: —Πώς σε λένε; —Νίκο Κατσανίκο, του Γεωργίου και της Πηνελόπης! —Εσύ δεν είσαι ο περίφημος Σπίθας; -Ναι! —Πού είναι ο Γιώργος Θαλάσσης; —Έ; κάνει ο Σπίθας κοιτάζοντας τον χαζά. Το καθυστερημένο μυαλό του παιδιού δουλεύει με παράξενο τρόπο. Ξέρει ότι ο φίλος του ο Γιώργος βρίσκεται κάπου μαζί με τους Γερμανούς ντυμένος γερμανικά. Τώρα, που ο Μπέριγκ του κάνει αυτήν την ερώτηση, ο Σπίθας προσέχει για πρώτη φορά πόσο μοιάζει με το Γιώργο ο νεαρός ανθυπολοχαγός και βγάζει το συμπέρασμα ότι αυτός πρέπει να είναι ο Γιώργος. Βάζει τα γέλια. —Γιατί γελάς; ρωτάει ο Μπέριγκ αγριεύοντας. —θέλεις να μάθεις πού είναι ο Γιώργος θαλάσσης; κάνει ο Σπίθας. —Ναι! —Δεν ξέρεις πού είναι ο Γιώργος; —Όχι!, απαντά ο Μπέριγκ, αρχίζοντας να χάνει την υπομονή του. Πού είναι; —Δε σου το λέω!, λέει ο Σπίθας. Αν σου το πω, θα γίνει μεγάλο κακό! Μπορεί και να πάθεις συγκοπή! Και κλείνει το μάτι στο Γιώργο. Το Παιδί - Φάντασμα αρχίζει να ανησυχεί. Αν ο Σπίθας κάνει καμιά βλακεία... —Γιατί αυτό το γουρούνι μου κλείνει το μάτι; ρωτάει ο Γιώργος τον Μπέριγκ. —Είναι χαζός λέει ο Γερμανός. Περισσότερο χαζός απ' όσο νό-. μίζα. Άκουσε, Φριτς. Έχω ένα σχέδιο, θα τον αφήσω ελεύθερο και θα τον ακολουθήσεις να δεις πού θα πάει! Είναι ο μόνος τρόπος να μάθουμε πού βρίσκεται το Παιδί - Φάντασμα! —Όπως διατάζετε, αρχηγέ!, λέει ο Γιώργος. Μια στιγμή μόνο να πάρω το πιστόλι μου!

Ο Επιλοχίας ΛΙΓΟ αργότερα ο Σπίθας βγαίνει από το κτίριο της Μυστικής Υπηρεσίας των Γερμανών. Δεν τολμά να πιστέψει στην τύχη του. Είναι ελεύθερος! Οι Γερμανοί, αντί να τον σκοτώσουν τον άφησαν να φύγει! και του έδωσαν και μια... κουραμάνα! Ο Σπίθας ξεμακραίνει μέσα στη νύχτα καταβροχθίζοντας την


κουραμάνα απόλυτα ικανοποιημένος από τη ζωή! Δεν ξέρει όμως ότι ένας ίσκιος γλυστράει πίσω του. Ένας λεπτός ίσκιος, με γερμανική στολή. Είναι ο Γιώργος, που παρακολουθεί τον Σπίθα, σύμφωνα με τη διαταγή του αρχηγού της Μυστικής Υπηρεσίας. Καθώς προχωρεί μέσα στη νύχτα, πίσω από τον σύντροφο του, το Παιδί - Φάντασμα αναρωτιέται τι πρέπει να κάνει. Δεν μπορεί βέβαια να ισχυρισθεί ότι ο Σπίθας του ξέφυγε! Ο Μπέριγκ δε θα πιστέψει ότι το ηλίθιο αυτό παιδί κατάφερε να ξεγελάσει τον ικανότατο Φριτς Ούλσεν! Και δεν μπορεί, επίσης να προδώσει στον Μπέριγκ το σπίτι του «Κεραυνού»! Τι να κάνει; Καθώς είναι βουτηγμένος στις σκέψεις αυτές, παρακουλουθώντας το Σπίθα, ανασκιρτάει. Κοιτάζοντας πίσω του, βλέπει έναν ίσκιο που τρυπώνει μέσα σε μια αυλόπορτα. Τι ήταν; Κανένας καθυστερημένος διαβάτης; Ή μήπως... Συνεχίζει το δρόμο του κάνοντας ότι δεν είδε τίποτα. Στην επόμενη γωνία, στρίβει και σταματάει. Κρύβεται πίσω από ένα στύλο. Στήνει το αυτί του. Ακούει βήματα να πλησιάζουν. Ένας ίσκιος προβάλλει στη γωνιά και προχωρεί σιγά - σιγά χωρίς να τον αντιληφθεί μέσα στο σκοτάδι. Ο ίσκιος μουρμουρίζει: —Τώρα θα σε πιάσω ψευτο-Ούλσεν! Είμαι βέβαιος ότι εσύ είσαι το Παιδί - Φάντασμα! Δεν είπα ακόμα τίποτα στον αρχηγό γιατί θέλω να έχω αποδείξεις! Τώρα όμως, παρακολουθώντας σε, θα έχω τις αποδείξεις που χρειάζονται! Και θα εκδικηθώ για τη δραπέτευση του Πράκτορα 13, που παρά λίγο να με στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα! Ο Γιώργος κρατάει την ανάσα του, ενώ η καρδιά του χτυπάει γοργά. Είναι ο... επιλοχίας της φρουράς του αρχηγείου της Μυστικής Υπηρεσίας! Και είναι βέβαιος ότι ο ανθυπολοχαγός Φριτς Ούλσεν είναι το θρυλικό Παιδί - Φάντασμα! Και προσπαθεί να συγκεντρώσει αποδείξεις για να μιλήσει στο Μπέριγκ! Τι να κάνει; Βέβαια, δεν μπορεί, δεν πρέπει να τον αφήσει να γυρίσει πίσω στο αρχηγείο! Πρέπει να τον αιχμαλωτίσει! Διαφορετικά, κινδυνεύει να μάθει ο Μπέριγκ την πραγματική ταυτότητα του και να


τον στείλει στον θάνατο! Ο επιλοχίας κοντοστέκεται κοιτάζοντας γύρω. —Τι έγινε; μουρμουρίζει. Πού πήγε; Πού κρύφτηκε; Με γοργές κινήσεις το Παιδί - Φάντασμα προχωρεί προς το μέρος του και καρφώνει το πιστόλι του στην πλάτη του. —Σήκωσε ψηλά τα χέρια και μείνε ακίνητος, επιλοχία! λέει σιγανά και άγρια. Πολύ θα με ευχαριστήσεις αν αρνηθείς να υπακούσεις και μου δώσεις έτσι την ευκαιρία να ξεκάνω ένα γερμανό γρυρούνι σαν εσένα! Ο επιλοχίας υπακούει. Μένει ακίνητος με τα χέρια ψηλά. —Καλά το κατάλαβα λοιπόν, λέει, πως είσαι το Παιδί - Φάντασμα. —Πώς το κατάλαβες; —Είμαι από τη Νυρεμβέργη! Είχες μάθει πολύ καλά το μάθημα σου, όχι όμως τόσο καλά ώστε να ξεγελάσεις έναν κάτοικο της Νυρεμβέργης! Σου έκανα μερικές πλάγιες ερωτήσεις και από τις απαντήσεις σου κατάλαβα ότι δεν είχες πάει ποτέ στη Νυρεμβέργη! Άρα δεν ήσουν ο ανθυπολοχαγός Ούλσεν! Και, όταν κοίταξα με προσοχή μια φωτογραφία του Παιδιού - Φάντασμα είδα ότι η ομοιότητα ήταν καταπληκτική! —Είσαι αρκετά έξυπνος!, λέει ο Γιώργος. Πάντως πιο έξυπνος από τον Μπέριγκ! Τώρα, ακολούθησε με! Αν μείνεις ήσυχος η ζωή σου δεν θα κινδυνεύσει μολονότι σου αξίζει ο θάνατος για τα βασανιστήρια στα οποία έχεις υποβάλει τόσους Έλληνες πατριώτες! Προχώρα! Τότε ο επιλοχίας κάνει ένα μοιραίο σφάλμα. Γυρίζει απότομα και χτυπάει με τον αγκώνα του τον Γιώργο στο στομάχι, κάνοντας τον να τιναχτεί προς τα πίσω και να πάει να πέσει πέντε μέτρα μακριά! Και τραβώντας το πιστόλι του, το στρέφει προς το πεσμένο Παιδί - Φάντασμα και πιέζει τη σκανδάλη! Ο πυροβολισμός αντηχεί βουερά μέσα στη νύχτα. Μια φλόγα ξεπηδάει από το στόμιο του πιστολιού και γλείφει το σκοτάδι απειλητικά. Η μονομαχία Η ΣΦΑΙΡΑ καρφώνεται στην άσφαλτο δυο εκατοστά δίπλα στο αυτί του Γιώργου. Το Παιδί - Φάντασμα αντιδρά γοργά. Με μια συστροφή αναγκάζει το κορμί του να κυλήσει πιο πέρα, γλιτώνοντας έτσι από μια δεύτερη σφαίρα, που θα τον χτυπούσε κατάστηθα. Ταυτόχρονα σηκώνει το πιστόλι του, σκοπεύει ταχύτατα και πυροβολεί. Ο επιλοχίας σωριάζεται χάμω σαν άδειο σακί!


Ο Γιώργος πετάγεται όρθιος, τρέχει κοντά του με το πιστόλι προτεταμένο και διαπιστώνει ότι ο βασανιστής των Ελλήνων επιλοχίας είναι νεκρός, με μια τρύπα στο μέτωπο ανάμεσα στα μάτια του! Το Παιδί - Φάντασμα σκέπτεται γοργά. Τι πρέπει να κάνει; Να φύγει και να γυρίσει στους δικούς του; Όχι, δεν πρέπει να εγκαταλείψει τη θέση του πριν φέρει σε πέρας την αποστολή του. Και η αποστολή του είναι να αντιγράψει τον κατάλογο με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των Γερμανών μυστικών πρακτόρων. Να μείνει; Πώς όμως θα δικαιολογήσει την αποτυχία του στον Μπέριγκ; Και πώς θα πάρει ο αρχηγός της Μυστικής Υπηρεσίας τον θάνατο του επιλοχία του; Μήπως του γεννήσει αυτό υποψίες; Πρέπει να κάνει κάτι που να δικαιολογήσει και τη διαφυγή του Σπίθα και τον θάνατο του επιλοχία. Κι αυτό το κάτι είναι τρομερό και οδυνηρό. Το παιδί σφίγγει τα δόντια του και στρέφει το πιστόλι του προς... τον εαυτό του! Κρατάει το πιστόλι σε απόσταση και σημαδεύει το αριστερό του μπράτσο, έτσι ώστε - η σφαίρα να μη συναντήσει το κόκκαλο, αλλά να τρυπήσει μόνο το κρέας! Τραβάει τη σκανδάλη! Ένα βογγητό βγαίνει από το στήθος του, καθώς η σφαίρα του διαπερνά το μπράτσο! Σταγόνες ιδρώτα σχηματίζονται στο μέτωπο του, αλλά δεν χάνει τις αισθήσεις του. Πρέπει όμως να λιποθυμήσει. Πρέπει, όταν σε λίγο φτάσουν εκεί περίπολοι των Γερμανών για να δουν τι συμβαίνει να τον βρουν κι αυτόν αναίσθητο. Πηγαίνει κοντά στον τοίχο και χτυπάει εκεί με δύναμη το κεφάλι του. Άστρα αρχίζουν να στριφογυρίζουν γύρω του και χιλιάδες καμπάνες να χτυπούν! Τα γόνατα του λυγίζουν και σωριάζεται χάμω λιπόθυμος... Ανοίγει τα μάτια του και βλέπει πάνω από το κεφάλι του τον συνταγματάρχη Μπέριγκ να τον κοιτάζει ανήσυχα. Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, μέσα στο δωμάτιο του. Το τραυματισμένο μπράτσο του, όμως και το κεφάλι του, είναι τυλιγμένα με επιδέσμους. —Ο επιλοχίας; ρωτάει. Τι έγινε ο επιλοχίας; Τον απήγαγαν τα γουρούνια οι Έλληνες;


—Τον σκότωσαν!, μουρμουρίζει ο Γιώργος. —Πες μου Φριτς, τι ακριβώς συνέβη. —Παρακολουθούσα τον ηλίθιο εκείνο Έλληνα λέει ο Γιώργος, όταν αντελήφθηκα πίσω μου τον επιλοχία. Τον κάλεσα κοντά μου και τον ρώτησα πού πήγαινε. Μου είπε ότι με είχε πάρει από πίσω, γιατί φοβόταν μήπως μου συμβεί κανένα κακό. Είχε, φαίνεται, κακές προαισθήσεις. Καθώς μιλούσαμε, μια ομάδα Έλληνες μας επετέθει. Ανταλλάξαμε αρκετούς πυροβολισμούς. Τραυμάτισα έναν, αλλά με τραυμάτισαν και μένα. Θα σκότωνα τους υπόλοιπους, μα κάποιος ήρθε από πίσω και με χτύπησε στο κεφάλι! Δε θυμάμαι τίποτ' άλλο. Έχασα τις αισθήσεις μου. Ο Μπέριγκ κουνάει το κεφάλι του. —Μας τύλιξαν οι Έλληνες, μουρμουρίζει. Δεν ήταν καθόλου συνετή η έμπνευση μου να σε στείλω μόνο να παρακολουθήσεις το ηλίθιο εκείνο παιδί! Έπρεπε να φανταστώ ότι θα μας έστηναν μια παγίδα οι σύντροφοι του κι έπρεπε να στείλω ξοπίσω σου μια περίπολο. Αν το έκανα αυτό ούτε ο Σπίθας θα ξέφευγε, ούτε εσύ θα τραυματιζόσουν, ούτε ο επιλοχίας θα ήταν τώρα νεκρός! θα μου το πληρώσουν όμως αυτό! Θα μου το πληρώσουν πολύ ακριβά! ...Περνούν μερικές μέρες. Ο Γιώργος γιατρεύεται σιγά - σιγά από τα τραύματα του. Αρχίζει να κυκλοφορεί μέσα στο δωμάτιο του κι έπειτα μέσα στο κτίριο. Έχει πάρει πια την απόφαση του. Το επεισόδιο με τον επιλοχία ήταν χαρακτηριστικό. Ο κίνδυνος που διατρέχει είναι πολύ μεγάλος. Κάποιος άλλος θα βρεθεί να ανακαλύψει ότι ο ανθυπολοχαγός Φριτς Ούλσεν είναι το Παιδί - Φάντασμα και τότε... Έχει πάρει την απόφαση του ο Γιώργος. Θα φωτογραφίσει με μια ειδική φωτογραφική μηχανή με την οποία τον εφοδίασαν οι σύντροφοι του, τους καταλόγους των μυστικών Γερμανών πρακτόρων κι έπειτα θα φύγει. Έτσι μια νύχτα, το Παιδί - Φάντασμα μπαίνει με το αντικλείδι στο γραφείο του συνταγματάρχη Μπέριγκ. Ανοίγει το χρηματοκιβώτιο και βγάζει από εκεί τους καταλόγους των μυστικών πρακτόρων. Αρχίζει να τους φωτογραφίζει έναν - έναν με προσοχή, ενώ το αυτί του είναι στημένο. Κι όμως, μολονότι κανένας ήχος δεν φτάνει ως το αυτί του, ένας ίσκιος μπαίνει στο δωμάτιο, γλιστρώντας αθόρυβα! Ένας ψηλόσωμος ίσκιος, που κρατάει ένα μικρό ραβδί! Μέσα στο μισοσκόταδο, ο ίσκιος προχωρεί προς το Παιδί - Φάντασμα που είναι απορροφημένο από τη σπουδαία δουλειά που κάνει. Σταματάει σε απόσταση ενός μέτρου μακριά του και σηκώνει το ρόπαλο πάνω από το κεφάλι του Γιώργου Θαλάσση!

Μικρός Ήρως Νο. 010  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you