Page 1


(ΜΕΡΟΣ 1) Μέσα

στο

πινέλα

και

κουτί τις

με

τα

μπογιές ,

κάθε βράδυ, όταν έφευγαν οι

άνθρωποι

μουσείο όλα που μοιάζουν

να

μην

έχουν ζωή,

φορά είχε το ίδιο θέμα. το

Ποιο

χειρότερο. Ποιο είναι

από

και

εκείνα

το

ζωντάνευαν τα αντικείμενα

ξεκινούσε ένας καυγάς, που κάθε

πινέλο

είναι το

καλύτερο

και

ποιο

άξιο να ζωγραφίσει αριστουργήματα και ποιο

μπορεί μόνο να μουτζουρώσει τον καμβά κρατημένο από το χέρι ενός μικρού παιδιού .Όλα ξεκίνησαν Παρασκευής, μουσείο τους

τα

από

σύνεργα,

όπου

μια

μαθήματα ένα

προκειμένου

κάποια

γνώσεις

άλλα

ή αρκετά

τάξη

με

το μουντό

απόγευμα

της

μικρά

ξεκινούσε

στο

παιδιά

ζωγραφικής. Όλα τα παιδιά

καινούριο

ακολουθούσαν. Κάποια ενώ

νέα

εκείνο

πινέλο,

να

το οποίο

είχαν

φέρει μαζί

μπήκε στο κουτί

χρησιμοποιηθεί

στα μαθήματα

με

τα

που θα

παιδιά έφεραν ακριβά καλοφτιαγμένα πινέλα,

που

οι γονείς

χρήματα

τους

έφεραν

δεν

πινέλα

είναι της

κατάλληλες

χαμηλότερης

αξίας.


Πινέλα

που

άπλωναν ακριβά. κάθε σειρά.

μετά

το

από

χρώμα

επάνω

Παρόλα αυτά, φόρα

όλα

μοιράζονταν

Στο κουτί με

γνωριστεί

μερικές

στο

τα

μαγαζί

χρήσεις

μαδούσαν

στο μουσαμά τα

πινέλα

μπήκαν

στους

μικρούς

πινέλα

που

με τα

τόσο

όμορφα

στο ίδιο

ζωγράφους,

ήταν

σύνεργα

και που

της

παλιοί

δεν

όσο τα

κουτί

και

δίχως

και

γνώριμοι. Είχαν

ζωγραφικής,

ενώ

το

άλλο ακριβώς απέναντι και λίγο πιο χαμηλά στην προθήκη με τα φθηνά. Το ακριβό προθήκη με την

ημέρα

πινέλο,

δεν

τα φθηνά σύνεργα. που

θα το

ζωγράφος, προκειμένου

συνήθιζε Κοιτούσε

κρατούσε

να κοιτάζεις χαμηλά πάντα

ψηλά

και

την

περίμενε

στο χέρι του κάποιος μεγάλος

να ζωγραφίσει ένα αριστούργημα που θα το

θαυμάζουν όλοι. Το φθηνό

πινέλο, συνήθιζε

χώρο. Να κοιτάζει δεξιά και αριστερά.

να περιεργάζεται τον


(Μέρος 2) . Πάνω και κάτω και συχνά τα βράδια, φώναζε και χαιρετούσε τα πινέλα που βρίσκονταν στην προθήκη με τα ακριβά σύνεργα, δίχως όμως να παίρνει απάντηση. «Είναι πολύ ψηλά και δεν με ακούνε» μονολογούσε και έπιανε κουβέντα με τα σύνεργα της δικής του αξίας στην προθήκη που το είχαν τοποθετήσει. Τα δύο αυτά πινέλα , είχαν αγοραστεί την ίδια ημέρα και είχαν καταλήξει στο κουτί με τα σύνεργα ζωγραφικής του μουσείου. « Γεια σου. Mε θυμάσαι; Ήμασταν στο ίδιο μαγαζί με τα είδη ζωγραφικής» είπε το φθηνό πινέλο στο ακριβό το πρώτο βράδυ που βρέθηκαν μαζί στο ίδιο κουτί με τα σύνεργα . «Παρακαλώ ; Δεν άκουσα τι είπατε;» απάντησε το ακριβό πινέλο, τεντώνοντας

τις τρίχες του τόσο

πολύ , που κόντεψαν να

ξεκολλήσουν από τη θέση τους . «Δίκιο είχα. Αυτά τα πινέλα δεν ακούν καλά. Γι αυτό δεν μου απαντούσαν όταν τους φώναζα τα βράδια στο μαγαζί με τα είδη ζωγραφικής . Θα πρέπει να φωνάξω για να με ακούσει» σκέφτηκε από μέσα του φθηνό πινέλο και επανέλαβε : «Καλησπέραααα. Είπααα ότι ήμασταν στο ίδιο μαγαζίιιιι» . « Μη

φωνάζετε παρακαλώ .Δεν είμαι

κουφό»είπε το ακριβό πινέλο και συνέχισε στρέφοντας το βλέμμα του αλλού: « αν είχαμε γνωριστεί θα σας θυμόμουν.Δεν συνηθίζω όμως να κάνω γνωριμίες με υποδιέστε-ρα πινέλα.Εγώ έχω τον προορισμό μου.Έχω κατεσκευαστεί για να ζωγραφίσω αριστουργήματα.Δεν μπορώ να χάνω τον

χρόνο μου

σε

ανούσιες

συζητήσεις με

πινέλα

δεύτερης

κατηγορίας.Σας παρακαλώ αφήστε με. Θέλω να κάνω τις αναπνοές μου για να χαλαρώσω . Μπορεί αύριο να κληθώ να υπηρετήσω το πεπρωμένο μου Θέλω να μελετήσω όλους τους πίνακες που βρίσκονται στο μουσείο,


προκειμένου να αποδώσω τα μέγιστα όταν συναντήσω τα χρώματα και τον καμβά» είπε το φαντασμένο πινέλο γυρίζοντας την πλάτη του και άρχισε να περιηγείται στις αίθουσες του μουσείου προκειμένου να μελετήσει όπως έλεγε τους πίνακες. «Μα εσύ δεν πρόκειται να ζωγραφίσεις ποτέ. Εσύ απλώς είσαι το μέσο που μεταφέρει στο μουσαμά την έμπνευση του ζωγράφου που θα σε κρατήσει το χέρι του. Δεν παίζει ρόλο τι πινέλο είσαι. Σημασία έχει το χέρι που κρατάει το πινέλο» είπε φωναχτά το φθηνό πινέλο και τότε άναψε ο καβγάς.


(μέρος 3) Κάθε

βράδυ

από

εκείνο το βράδυ της Παρασκευής, όταν

ο φύλακας

κλείδωνε και την τελευταία πόρτα του μουσείου, άρχιζαν οι διαφωνίες των πινέλων μας. «Το χέρι που κρατάει το πινέλο παίζει ρόλο» έλεγε ο ένας. «Δεν ξέρεις τι λες. Η ποιότητα της τρίχας είναι που μετράει» έλεγε ο άλλος και μέχρι το πρωί που επέστρεφε και πάλι ο

φύλακας

για να ξεκλειδώσει τις πόρτες του μουσείου γίνονταν αυτή η δουλειά. Με τον καιρό και με τις χρήσεις , είναι η αλήθεια ότι το φθηνό πινέλο είχε αρχίσει να μαδάει. Πολλές φορές οι τρίχες του κολλούσαν

επάνω στον

μουσαμά ενώ δεν μπορούσε να απλώσει το χρώμα με την ίδια αρμονία που το άπλωναν τα ακριβά πινέλα. Αυτό δεν το στεναχωρούσε ιδιαίτερα. Τα μικρά παιδία που το κρατούσαν στο χέρι τους, ζωγράφιζαν με τον ίδιο ενθουσιασμό είτε απλώνονταν το χρώμα με αρμονία είτε όχι ενώ πολλές φορές διασκέδαζαν με τις τρίχες που ξεκολλούσαν προσπαθώντας να τις απομακρύνουν από τον μουσαμά. Οι δάσκαλοι της ζωγραφικής όμως, με τον καιρό προτιμούσαν να μοιράζουν

πρώτα τα ακριβά πινέλα στα παιδιά και

άφηναν τελευταίον το φθηνό πινέλο στο κουτί ώστε αν δεν έφταναν τα άλλα πινέλα να δίνουν και εκείνο στο παιδάκι που τύχαινε να περισσεύει. Μια μέρα,


μοιράστηκαν όλα τα ακριβά πινέλα και το φθηνό παρέμεινε μόνο του στο κουτί .Η κατάσταση αυτή είχε αρχίσει να το στεναχωρεί. Δεν είχε πρόβλημα να τον παίρνει οποιοδήποτε παιδί και να το πιέζει μέσα στα χρώματα ή να χτυπά με δύναμη τον μουσαμά. Δεν είχε πρόβλημα να το πετά το ένα παιδί στο άλλο για παιχνίδι ή να το χρησιμοποιούνε ως σφεντόνα για να ρίξουν πιτσιλιές με χρώμα επάνω στον καμβά. Το να μένει όμως μόνο του στο κουτί το ενοχλούσε πολύ. Είχε αρχίσει μάλιστα να σκέφτεται, μήπως το ακριβό πινέλο είχε δίκιο. Έτσι βυθισμένο ήταν στις σκέψεις του, όταν ένιωσε ένα χέρι να το σηκώνει ψηλά. Δεν μπόρεσε να δει πολλά, γιατί το βούτηξαν με ταχύτητα στο χρώμα και μετά με ταχύτητα το οδήγησαν στον καμβά. Το χέρι που κρατούσε το πινέλο ήταν έμπειρο και με γρήγορες κινήσεις άπλωνε το χρώμα στον μουσαμά. Βουτιά στο κόκκινο και μετά στο κίτρινο. Τώρα μαύρο και μετά άσπρο. Ανακάτεμα και αμέσως στον καμβά!


(ΜΕΡΟΣ 4Ο) Λίγο από εδώ και λίγο από εκεί .Λίγο σβήσιμο και λίγο χρώμα παραπάνω. Το πινέλο μας στο έμπειρο χέρι που το κρατούσε ένιωθε να

χορεύει. Οι γρήγορες

και

σταθερές

κινήσεις από το χρώμα στο καμβά και πάλι πίσω, το είχανε μεθύσει. Το συναίσθημα ήταν υπέροχο. Ήθελε να φωνάξει «ιιιιιιιιιιιιχα» από ενθουσιασμό αλλά δεν έπρεπε να το κάνει. Κανείς από τους ανθρώπους δεν ήξερε και δεν ξέρει ότι όλα τα αντικείμενα έχουν ψυχή και ότι τα βράδια ξυπνούνε και κάνουν τρελά πάρτι. Δεν θυμόταν

πόση ώρα κράτησε αυτός ο τρελός

χορός, όμως όταν

τελείωσε , βρέθηκε ξαπλωμένο στην άκρη του κουτιού με τις περισσότερες τρίχες του βγαλμένες. Με χρώματα παντού και με μια τόσο γλυκιά κούραση να κυριεύει

ολόκληρο τον ξύλινο κορμό του, που νόμιζε ότι έβγαζε καπνούς.

Το μόνο που άκουγε , ήταν μερικά επιφωνήματα θαυμασμού και με την άκρη του ματιού του είδε τον διευθυντή του μουσείου να σφίγγει ενθουσιασμένος το χέρι ενός ηλικιωμένου, ο οποίος έδειχνε να βρίσκεται σε έκσταση. Τα χέρια και τα ρούχα του είχαν πιτσιλιές από χρώματα. Τα γυαλιά του είχαν νοτίσει ενώ πιτσιλιές από χρώματα είχε μέχρι και στο πρόσωπό του. Δεν χωρούσε αμφοιβολία. Αυτός

ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε

το πινέλο μας στο χέρι

του και το οδήγησε στον τρελό χορό που μόλις είχε βιώσει. Δύο εργάτες


σήκωσαν τον πίνακα και ο διευθυντής

κουνώντας ζωηρά τα χέρια του

περιέγραφε τον χώρο που ήθελε να κατασκευαστεί ώστε να τον φιλοξενήσει. « ένας

τόσο

σημαντικός

πίνακας

από

έναν

δημιουργήθηκε στο μουσείο μας . Δεν μπορώ

τόσο

διάσημο

ζωγράφο

να το πιστέψω μονολογούσε».

Σιγά σιγά όλα τα πλησίασε και άρχισε να σκουπίζει τα χρώματα από το φθηνό μας πινέλο. << Είχες δίκιο>> του είπε. << Δεν παίζει ρόλο ή αξία του πινέλου. Σημασία έχει το χέρι που το κρατάει και το καθοδηγεί . Σου ζητώ συγνώμη. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;>> ρώτησε με σκυμμένο το κεφάλι το ακριβό πινέλο.<< Φυσικά και θέλω>> απάντησε το φθηνό πινέλο και ρώτησε<< Μπορείς όμως να μου κάνεις μια χάρη; Μπορείς να με αφήσεις να χαιδέψω τις τρίχες σου; Πάντα αναρωτιόμουν από τι είναι κατασκευασμένες».


Το

ακριβό

πινέλο

χαμογέλασε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι

του

και

ρώτησε με την σειρά του «Κι εμένα θα με αφήσεις να χαϊδέψω την ψυχή σου; Πάντα

αναρωτιόμουν από τι είναι κατασκευασμένη για να αντέχεις τις προσβολές

και την απόρριψη». Από τότε τα δύο πινέλα έγιναν αχώριστα και τα παιδιά της κόκκινης ομάδας πολλές φορές αναρωτιόντουσαν πως το φθηνό πινέλο είχε αντέξει

τόσο

πολύ

καιρό δίχως να χάσει όλες τις τρίχες

το ακριβό πινέλο είχε μαδήσει φύλακας

κλείδωνε και

ξυπνούσαν και….

Αντώνης Ρεπανάς

του

τόσο γρήγορα. Κανείς δεν ήξερε

την τελευταία

πόρτα

και

πως

ότι όταν

ο

του μουσείου, τα πινέλα

Το χέρι που κρατούσε το πινέλο από το Γ1  

Παραμύθι του Αντώνη Ρεπανά, ψηφιοποιημένο από τους μαθητές του τμήματας Γ1 του 3ου Δημοτικού σχολείου Καλαμαριάς

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you