Page 1


Μέρος 1

«Δεν το φοράω αυτό. Θέλω το μαγιό μου. Θέλω να βάλω το καλοκαιρινό φόρεμα με τις τιράντες και τα πέδιλα» τσίριζε η μικρή Νικολέτα κάθε πρωί που ετοιμάζονταν οι γονείς της να την ντύσουν προκειμένου να πάει στον παιδικό σταθμό. Ήταν μόλις τριών χρονών, αλλά οι φωνές της ακούγονταν μέχρι το δρόμο. Έξω έριχνε χιόνι. Ήταν Ιανουάριος μήνας, λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Η Νικολέτα είχε μια ντουλάπα γεμάτη με ζεστά χειμωνιάτικα ρούχα , όμως είχε πεισμώσει και απαιτούσε οι γονείς της να την ντύσουν με καλοκαιρινά. «Θα κρυώσεις βρε κορίτσι μου και θα αρρωστήσεις» έλεγε η μητέρα. «Βάλε τώρα ζεστά ρούχα και μόλις γυρίσεις θα ανάψουμε την σόμπα


και θα βάλεις τα καλοκαιρινά σου μέσα στο σπίτι» την καλόπιανε ο πατέρας. Η Νικολέτα όμως ήταν ανένδοτη. «Θέλω θέλω θέλω» ήταν οι μόνες λέξεις που ήξερε να ξεστομίζει με μεγάλο πείσμα και στη προκειμένη περίπτωση αυτό που ήθελε, ήταν να ντυθεί με καλοκαιρινά ρούχα το καταχείμωνο. Οι γονείς της που την αγαπούσαν πολύ προκειμένου να την πείσουν να ντυθεί για να πάει στον παιδικό σταθμό της φόρεσαν το μαγιό της, το φόρεμα με τις τιράντες και τα πέδιλα. Όπως ήταν φυσικό, η Νικολέτα αρρώστησε βαριά και έπεσε στο κρεβάτι με υψηλό πυρετό. Ο πατέρας της και η μητέρα, είχαν στεναχωρηθεί πάρα πολύ. Βρίσκονταν συνέχεια από πάνω της νύχτα μέρα. Της έφτιαχναν ζεστές σούπες, της έβαζαν θερμόμετρο, της άλλαζαν τα ρούχα και τα σεντόνια όποτε ίδρωνε και έφερναν τον έναν γιατρό μετά το άλλον προκειμένου να γίνει καλά το κοριτσάκι τους. Η Νικολέτα μέρα με την μέρα αδυνάτιζε και ο πυρετός γινόταν όλο και πιο υψηλός. Της έβαζαν ενέσεις και τις έδιναν σιρόπια. Ο πατέρας αναγκάστηκε να κάνει δύο δουλειές προκειμένου να μπορεί να αγοράσει τα φάρμακα και να πληρώσει τους γιατρούς. Γύριζε σπίτι αργά το βράδυ και καθόταν στο προσκέφαλο

της

περιμένοντας να πέσει ο πυρετός μέχρι τα χαράματα που έφευγε και πάλι για την δουλειά. Η μητέρα της όλη μέρα βρισκόταν πάνω από το κρεβάτι της και της κρατούσε το χέρι.


(Μέρος 2) Της

έβαζε

προσευχόταν

κομπρέσες στην

Παναγία

και να

την κάνει καλά. Ένα πρωί και ενώ είχε

περάσει

Νικολέτα καλύτερα. Μπορεί να όμως

ένιωθε

είχε

πολλά

καιρός

ξύπνησε

κιλά

από

και ένιωθε

την

αρρώστια,

δυνατή. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της και είδε στην μια

άκρη έναν αδυνατισμένο ξαπλωμένος

χάσει

πολύς

άνδρα

πάνω στις

που έμοιαζε σαν παππούς να

παλάμες

του. Στα

πόδια

κοιμάται

της, μια λεπτή

γυναίκα με ασπρισμένα μαλλιά λαγοκοιμότανε και την άκουγε μέσα στον ύπνο

της να

Νικολέτα και Κοίταξαν αναγνώρισε

ψιθυρίζει

οι

την

δύο

μια

προσευχή.» Ποιοι είστε εσείς;» είπε η

γερασμένες

Νικολέτα και

φιγούρες

μόνον

τότε

από τα χαμόγελα τους και τα

Ήταν

ο

πολύ;

Η μητέρα

σηκώθηκαν τους μάτια

με

δυσκολία.

αναγνώρισε. Τους τους

που

έλαμπαν.

μπαμπάς και η μαμά της. Όμως πως είχαν γεράσει τόσο της

την

πήρε στην

αγκαλιά

της

και

της άρχισε να της φιλάει τα χέρια. Η Νικολέτα τους

ο

πατέρας

παρατηρούσε


προσεκτικά. Ήταν χαρούμενοι όμως

και

τόσο

κουρασμένοι

που θα

έλεγες ότι ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτεροι σε ηλικία από το κανονικό. «Τι δάκρυα

έγινε; Γιατί γεράσατε;» τους

χαράς

στα

στεναχώρια

,

προσπάθεια

να

μάτια , της , εξήγησε

επειδή

γιατρέψουν. <<Αν

είχε

βρίσκονται

σκληρά ώστε να

ότι

αρρωστήσει

πάντα πλάι

βρούνε μας

ρώτησε. Η μητέρα

εκείνη

χρήματα

για να

όταν

του

όμως

πατέρας της και

σκυφτή

και η

μέση

να τον πονάει. Έσερνε τα πόδια του με δυσκολία. Που

ήταν εκείνος ο νέος χαρούμενος μπαμπάς ουρανό με τα δυνατά του χέρια ; χορεύανε

Που

στριφογυρνώντας

που την σήκωνε μέχρι τον την

έσφιγγε

μέσα

στο

σκυφτός άνδρας με το ζόρι θα μπορούσε να την «Πω πω τι έκανα» αναλογίστηκε η μικρή Νικολέτα. να ξαναγίνετε

την

σε παρακαλούσαμε να φορέσεις

την

και

την

τα απαραίτητα

σηκώθηκε όρθιος . Η

του

από

να δουλεύουν

είπε ο

έδειχνε

και

αλλά και

ζεστά ρούχα , δεν θα συνέβαινε αυτό>> της

του

γεράσανε από την

της

άκουγες

πλάτη

της , με

στην

αγκαλιά

δωμάτιο; Αυτός ο σηκώσει

αγκαλιά .

«Υπάρχει τρόπος

και πάλι νέοι ;» ρώτησε τους γονείς της. «Δυστυχώς όχι

καλή μου» της είπε η μητέρα της και συνέχισε: «Δεν πειράζει όμως θα σε αγαπάμε και όπως είμαστε. Απλώς να είσαι εσύ καλά.»


Μέρος 3 Δάκρυα

γέμισαν τα μάτια της Νικολέτας. Άρχισε να κλαίει με λυγμού

και να ζητάει συγνώμη από τους γονείς της. Ένα χέρι της χάιδεψε τα μαλλιά. « Νικολέτα; Τι έχεις μπαμπάς

είναι

Ο μπαμπάς πλάι

στο

στο

ο

πλάι σου» άκουσε μια φωνή και άνοιξε τα μάτια της.

και η μαμά, κρεβάτι

καλή μου; Ξύπνα. Η μαμά και

νέοι

της

δυνατοί και όμορφοι όπως

και την

σκέφτηκε και αποφάσισε από τότε

παλιά ήταν

χάιδευαν». Ώστε ήταν και στο

εξής

να μην

όνειρο» είναι

πεισματάρα και να μην στεναχωρεί τους γονείς της γιατί πήρε ένα σημαντικός

μάθημα στον

να

και

πάρει

στο

ύπνο

ξύπνιο

της

που δεν

της.

«Μαμά

θα

ήθελε

μπαμπά

με

σας

τίποτε αγαπώ


πολύ» τους

είπε

και

όταν

το

πρωί

κατάλληλα ρούχα, τα πήρε με χαρά Κάνατε

την

αγαπάτε

καλύτερη

και

γκρίνιαξε ποτέ

ξανά

φορέσει, εκτός

για

και τους

επιλογή. Και

θέλετε το

καλό τα

από μερικές

της

την

έδωσαν είπε:

να φορέσει τα «Ευχαριστώ πολύ.

κάνετε

μου ». Από τότε η

ρούχα

που επέλεγαν

φορές

επειδή

με

Νικολέτα δεν

οι γονείς της να

όπου συζητούσε

την

επιθυμία

της μαζί τους. Διηγήθηκε μάλιστα το όνειρο της στους φίλους και τις φίλες της

στον

παιδικό

σταθμό

για να

τους

γλιτώσει από «ένα

μεγάλο λάθος» όπως έλεγε η ίδια. Και έτσι ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Αντώνης Ρεπανάς


Το πάθημα της Νικολέτας από το Γ1  

Παραμύθι του Αντώνη Ρεπανά, ψηφιοποιημένο από τους μαθητές του τμήματας Γ1 του 3ου Δημοτικού σχολείου Καλαμαριάς

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you