Issuu on Google+


(ΜΕΡΟΣ 1) Mια φορά και

έναν καιρό ,σε ένα λιβάδι, στο ξέφωτο ενός μεγάλου

δάσους, ζούσε ένα χαμομήλι, μαζί με τους φίλους και την οικογένεια του. Κάθε άνοιξη ,η αποικία των χαμομηλιών, άνθιζε και το λιβάδι έμοιαζε να είναι στρωμένο

με ένα ασπροκίτρινο

χαλί. Στο χαλί αυτό, πλάι σε

ένα πλατάνι , συνήθιζε να ξαπλώνει μια κοπέλα και να διαβάζει φωναχτά τα γράμματα του αγαπημένου της. Το χαμομήλι μας περίμενε πως και πως κάθε μέρα, την κοπέλα, να έρθει στο ξέφωτο και να διαβάσει ένα από αυτές τις ημέρες

τα

γράμματα που της

έστελναν. Μια από

η κοπέλα

ήρθε βουρκωμένη

στο ξέφωτο και κάθισε κάτω από το πλατάνι. Αυτή τη

φορά δεν διάβασε φωναχτά το γράμμα που κρατούσε στα χέρια της. Το διάβασε από μέσα της, ενώ μερικά δάκρυα κύλησαν στο μάγουλο της. «Αν είσαι ευτυχισμένος εσύ, είμαι και εγώ χαρούμενη, επειδή σ’ αγαπώ πολύ» είπε η κοπέλα κλείνοντας το γράμμα μέσα στις παλάμες της. Το χαμομήλι άκουσε τα λόγια της κοπέλας και του άρεσαν πολύ. Κατάλαβε ότι το τελευταίο γράμμα που διάβαζε ήταν γράμμα αποχωρισμού. Δεν μπορούσε να καταλάβει όμως πως μπορούσε να είναι χαρούμενος κάποιος όταν χάνει κάτι που αγαπά πολύ. Οι μέρες περνούσαν και κάπου κοντά στη μέση της άνοιξης , εμφανίστηκε ξαφνικά στο λιβάδι , ένα κοπάδι από μέλισσες .Ένας μελισσοκόμος, είχε


μεταφέρει σε εκείνη την περιοχή τα μελίσσια του και οι μέλισσες είχαν ξεχυθεί στο λιβάδι, για να ρουφήξουν τους χυμούς των λουλουδιών. χαμομήλι

μας,

μέσα

σε

τόσες

χιλιάδες

μέλισσες,

που

Το

πετούσαν

ζουζουνίζοντας στο λιβάδι, ξεχώρισε μια, που του έκανε εντύπωση και που φαινόταν πως πετούσε πιο χαρούμενα από όλες

Το χαμομήλι μας, μέσα σε

τόσες χιλιάδες μέλισσες, που πετούσαν ζουζουνίζοντας στο λιβάδι, ξεχώριζε μια, που του έκανε εντύπωση. Του φαίνονταν πως πετούσε πιο χαρούμενα από τις άλλες μέλισσες και δεν καθόταν ποτέ για πολύ ώρα στο ίδιο λουλούδι. Πετούσε συνέχεια από λουλούδι σε λουλούδι και έπαιρνε λίγο χυμό από το κάθε ένα, λες και ήθελε να δοκιμάσει όλα τα λουλούδια του λιβαδιού. Κάποια στιγμή κάθισε και στο χαμομήλι μας. «Πώς σε λένε;» ρώτησε τη μέλισσα. «Με λένε Μελίνα» είπε εκείνη. «Θέλεις να γίνουμε φίλοι ;» συνέχισε το χαμομήλι.


(Μέρος 2) «Δεν συνηθίζω να κάνω φιλίες με λουλούδια, όμως

γιατί

όχι;

Εξάλλου βρίσκεσαι κάτω

από

το πλάτανο και η σκιά από τα φύλα του θα είναι ότι πρέπει στα ζεστά μεσημεριανά του καλοκαιριού» Από τότε, το χαμομήλι μας περίμενε κάθε

μέρα την

Μελίνα να καθίσει επάνω του και να ρουφήξει

τους χυμούς του. Όταν ανέβαινε κάποια άλλη

μέλισσα , έβρισκε τρόπο

να κουνηθεί , ή να κάνει κάποιο θόρυβο για να την διώξει. Μέρα με τη μέρα η Μελίνα και το χαμομήλι έγιναν φίλοι. Η μικρή μελισσούλα , κάθονταν επάνω στο χαμομήλι και του διηγούνταν ιστορία για τα ταξίδια που είχε κάνει με την οικογένεια της

σε άλλες περιοχές

που τις πήγαινε ο

μελισσοκόμος προκειμένου να βρουν διαφορετικές ποικιλίες λουλουδιών. Του έλεγε

για

τα

ποτάμια

χαράδρες. Του είπε για τα γνωρίσει βρίσκεται

στη

ζωή

του

που είδε,

τους

βουνοκορφές

υπόλοιπα

είδη

λουλουδιών

αλλά

και

σε απόσταση δέκα λεπτών

για

ένα

ορμητικό

πετάγματος

και

που έχει

ποτάμι

από το

με την

φαντασία

είχε περιγράψει η αγαπημένη

του,

στους

τόπους

που

λιβάδι. Το

χαμομήλι, άκουγε τις ιστορίες της Μελίνας και όταν εκείνη ταξίδευε μόνο του

τις

έφευγε, που

του μελισούλα. Πολλές φορές

του έλεγε


τις

ιστορίες

πασχαλίτσες δεν

αυτές που

και

περνούσαν

εμφανίστηκε

χαμομήλι. «Θα χυμούς

από

για

πήγε τα

στα

πουλιά

τα

από κοντά να

μέχρι λουλούδια

του. Μια

ρουφήξει

το

ποτάμι

που

μπαμπουράκια

τους για

φυτρώνουν

μέρα, η Μελίνα

χυμούς να

και τις

από

ρουφήξει

εκεί» σκέφτηκε

το τους το

χαμομήλι και δεν άφησε καμία άλλη μέλισσα να ανέβει επάνω του. «Αύριο

θα

έχω

ακόμη δεν

περισσότερο

την άλλη

μέρα

χαμομήλι,

του είπε το νέο. Η

χυμό» σκέφτηκε. Όμως

και

φάνηκε. Ένα σπουργίτι που πέταξε πλάι στο Μελίνα είχε πιαστεί στο

ιστό

αράχνης. Ήταν ακόμη ζωντανή, όμως δεν θα άντεχε πολύ ακόμη.

της


(Μέρος 3) Το σπουργίτι έκοψε το χαμομήλι και πέταξε ψηλά πάνω στο δέντρο. Μόλις έφτασε στον ιστό της αράχνης ,έκανε όπως του ζήτησε. Το πέταξε επάνω στον ιστό με δύναμη. Ο ιστός κόπηκε και η Μελίνα ελευθερώθηκε « Σε ευχαριστώ πολύ , όμως τώρα θα πεθάνεις εσύ» είπε η μελισσούλα πλησιάζοντας το πεσμένο στο έδαφος χαμομήλι «Δε με πειράζει . Αν είσαι ευτυχισμένη εσύ, είμαι και εγώ χαρούμενος, επειδή σ’ αγαπώ πολύ» είπε το χαμομήλι επαναλαμβάνοντας τα λόγια της κοπέλας που συνήθιζε να διαβάζει τα

γράμματα του καλού της

στην

σκιά του

πλάτανου .Ένας

δυνατός αέρας φύσηξε και σήκωσε χαμομήλι ψηλά . Το πήρε και το πήγε μέχρι το ποτάμι .Εκείνο το ποτάμι που του είχε περιγράψει η Μελίνα . Το χαμομήλι έπεσε μέσα στο νερό και άρχισε να ταξιδεύει με ταχύτητα. Άρχισε να κοιτάζει γύρο του. Τώρα έβλεπε βουνά και χιονισμένες κορυφές .Νέα είδη λουλουδιών και δέντρων στις όχθες του ποταμού. Σπίτια ,ζώα και κάτι παράξενα βαρκάκια με παιδιά που τραβούσαν γρήγορα κουπί κόντρα στο ρεύμα του ποταμού. Στροβιλίζοντας στα γρήγορα νερά που έρεαν και οι εικόνες εναλλάσσονταν με τέτοια ταχύτητα που δεν ήξερε αν ήταν


πραγματικές ή αν τις έπλαθε η φαντασία του βγαλμένες από τις διηγήσεις της αγαπημένης του Μελίνας. Ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει .Το σκοτάδι έπεσε πάνω στο δέντρο ,τα λουλούδια και τις κορυφές των βουνών το χαμομήλι έκλεισε τα μάτια του. Ήταν τόσο κουρασμένο από την περιπέτεια που έζησε. Μέσα σε μία ημέρα έζησε τόσο όσο δεν έζησε στην υπόλοιπη του. Και ήταν τόσο ευτυχισμένο, όταν παραδόθηκε στη ροή του ποταμού

δίχως να

προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια για να κοιτάξει φύση. Το επόμενο πρωί η Μελίνα πέταξε και πάλι στο λιβάδι με το χαμομήλι κάθισε πλάι στον κομμένο μίσχο του δικού της χαμομηλιού και είδε ένα φυλλαράκι σιγά.

Το

φθινόπωρο

χρόνου την άνοιξη της με

φάνηκε τον

άρχισε είπε η

να Μελίνα

έρχεται.

και το

σμήνος

τα

Η μελισσούλα

της και

και εσείς καλύτερα μέχρι τη επόμενη άνοιξη.

Αντώνης Ρεπανάς

βγαίνει πούμε

σιγά του

στον μίσχο του χαμομηλιού και

ότι τον είδε να χαμογελά.

μελισσοκόμο

Θα

να

ζήσαμε

έφυγε

μαζί

εμείς

καλά


Η Μελίνα και το χαμομήλι από το Γ2