Page 1

1. Ανατομία και ιστολογία του σκελετικού συστήματος του ανθρώπου Χριστίνα Παπαγεωργοπούλου Σύνοψη Το κεφάλαιο εισάγει τον αναγνώστη στη βασική ορολογία ανατομίας και ιστολογίας του ανθρώπινου σκελετικού συστήματος. Πρόκειται για έναν μικρού μεγέθους άτλαντα ανατομικής του ανθρώπινου σκελετού, που έχει ως στόχο την τεκμηρίωση της ανατομικής ορολογίας με τη χρήση λεπτομερειακών γραφημάτων. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στη βιολογία του οστίτη ιστού και περιγράφονται βασικές έννοιες ιστολογίας και μικροσκοπίας. Επίσης, δίνεται έμφαση στην αναγνώριση και ταυτοποίηση κατεστραμμένου και ελλιπώς διατηρημένου οστεολογικού υλικού, καθώς και στην ταυτοποίηση τμημάτων οστών αποσυνδεδεμένων από την ανατομική τους θέση. Το κεφάλαιο περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό και γραφιστικό υλικό μακροσκοπικών και μικροσκοπικών απεικονίσεων οστών, για την καλύτερη κατανόηση του εκπαιδευτικού υλικού. Προαπαιτούμενη γνώση Το κεφάλαιο είναι εισαγωγικό και αναφέρει τη βασική ορολογία που είναι απαραίτητη για την κατανόηση των επόμενων κεφαλαίων.

1.1 Εισαγωγή Τα οστά και τα δόντια αποτελούν το μοναδικό τμήμα του ανθρώπινου σώματος το οποίο μπορεί να διατηρηθεί, κάτω από κατάλληλες συνθήκες, για χιλιάδες χρόνια. Έχουν την ιδιότητα να διατηρούνται μετά τον θάνατο, ενώ οι μαλακοί ιστοί οδηγούνται στην αποσύνθεση πιο γρήγορα. Η μικρή ευπάθεια των δοντιών και των οστών κατά την αποσύνθεση μετά την ταφή έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μεγάλου και σχετικά ολοκληρωμένου βιολογικού αρχείου, τόσο των σύγχρονων όσο και προγενέστερων πληθυσμών. Η μελέτη οδοντικού και σκελετικού υλικού παρελθόντων πληθυσμών μάς παρέχει πληροφοριακό υλικό που πολύ δύσκολα αποκτάται από άλλους ιστούς του σώματος μας. Πολύ συχνά, η παρουσία σκελετικού και οδοντικού υλικού αποτελεί τον μοναδικό μάρτυρα ανθρώπινης παρουσίας. Τα οστά και τα δόντια αποτελούν βασικά στοιχεία για την κατανόηση της μορφολογίας, της φυσιολογίας και της εξέλιξης του ανθρώπινου σώματος. Η συγκριτική μελέτη μορφολογικών δομών του ανθρώπινου σκελετού με τον σκελετό άλλων οργανισμών βοηθάει να εντοπίσουμε εξελικτικές συσχετίσεις και να κατανοήσουμε πώς οι άνθρωποι έχουν την παρούσα εμφάνιση και συμπεριφορά. Οι φυλογενετικές αναλύσεις, δηλαδή η μελέτη των εξελικτικών σχέσεων των οργανισμών μεταξύ τους, βασίζονται κατά ένα μεγάλο μέρος στη μελέτη των δομικών χαρακτηριστικών τους, π.χ. τα χαρακτηριστικά του κρανίου, τα οδοντικά πρότυπα κ.ά. Ιδιαίτερα μέχρι την εμφάνιση των μοριακών δεδομένων, δηλαδή του γενετικού και βιοχημικού υπόβαθρου ενός οργανισμού, τα μορφολογικά στοιχεία αποτελούσαν τα μοναδικά δεδομένα για την περιγραφή και την ταξινόμηση των οργανισμών.

1.2 Βιολογία οστίτη ιστού 1.2.1 Γενική μορφολογία των οστών μακροσκοπικά Ο ανθρώπινος σκελετός στηρίζει και προστατεύει τα μαλακά μόρια του σώματος. Στα οστά προσφύονται οι μύες και μ’ αυτόν τον τρόπο επιτελούνται όλες οι κινήσεις του σώματος. Συνολικά, τα οστά του ανθρώπινου σκελετού είναι 206 με μικρές διαφοροποιήσεις όπως, για παράδειγμα, η ύπαρξη σησαμοειδών οστών. Ο ανθρώπινος σκελετός περιλαμβάνει έναν κεντρικό άξονα αποτελούμενο από τα οστά του κρανίου, της σπονδυλικής στήλης, του θώρακα και της πυέλου. Ο κεντρικός άξονας στηρίζεται στα κάτω άκρα ενώ τα δύο άνω άκρα συνδέονται στο άνω τμήμα της θωρακικής μοίρας. Η σημασία του οστίτη ιστού είναι πολλαπλή: προστατεύει τα ζωτικά όργανα, στηρίζει τους μαλακούς ιστούς, μεταδίδει τις μηχανικές κινήσεις και είναι υπεύθυνος για την παραγωγή του αίματος. Τα οστά ανάλογα με τη μορφολογία τους χωρίζονται σε μακρά ή αυλοειδή, πλατιά, βραχεά και αεροφόρα


(Εικ. 1.1). Τα μακρά οστά έχουν ένα μακρύ αυλοειδές σώμα που ονομάζεται διάφυση και δύο άκρα που ονομάζονται επιφύσεις. Το σημείο που ενώνεται η διάφυση με την επίφυση ονομάζεται μετάφυση. Η διάφυση αποτελείται από συμπαγές οστό ενώ εσωτερικά βρίσκεται ο μυελώδης αυλός, ο οποίος είναι γεμάτος με μυελό των οστών. Οι δοκίδες του σπογγώδους οστού, το οποίο βρίσκεται στις επιφύσεις, είναι επίσης γεμάτες με μυελό των οστών (Εικ. 1.2). Τα μακρά οστά αυξάνονται κατά μήκος. Μακρά είναι τα όστα των άκρων όπως το βραχιόνιο, η κερκίδα, η ωλένη, το μηριαίο, η κνήμη και η περόνη. Μακρά ή αυλοειδή οστά • σώμα / διάφυση • άκρα / επιφύσεισ • αυξάνουν κατά μήκοσ

Βραχέα οστά • μικρά ακανόνιστα με σπογγώδεσ περιεχόμενο • αυξάνουν σε τρεισ άξονεσ

Πλατιά οστά • δύο στρώματα συμπαγούσ οστού και ανάμεσα σπογγώδεσ οστό • αυξάνουν σε δύο άξονεσ

Αεροφόρα οστά • περιέχουν αεροφόρεσ κοιλότητεσ που επενδύονται από βλεννογόνο

Εικόνα 1.1 Διάκριση των οστών σε αυλοειδή, πλατιά, βραχέα και αεροφόρα.

Συμπαγέσ οστό

επίφυση μετάφυση

διάφυση

Μυελώδησ αυλόσ Σπογγώδεσ οστό, οστέινεσ δοκίδεσ

μετάφυση

ενδόστεο

Περιόστεο

επίφυση Εικόνα 1.2 Στεφανιαία και εγκάρσια τομή ενός βραχιόνιου.

Τα βραχέα οστά διακρίνονται από το ακανόνιστο σχήμα τους ̇ αποτελούνται, κυρίως, από σπογγώδες οστό με μια λεπτή στιβάδα συμπαγούς οστού εξωτερικά και αυξάνονται κατά τρεις άξονες. Βραχέα οστά είναι τα οστά του καρπού και του ταρσού. Τα πλατιά οστά αποτελούνται από δύο στρώματα συμπαγούς οστού μεταξύ των οποίων υπάρχει σπογγώδες οστό, το οποίο ονομάζεται διπλόη (Εικ. 1.3). Η ανάπτυξή τους γίνεται σε δύο άξονες. Χαρακτηριστικά πλατιά οστά είναι η ωμοπλάτη και η λεκάνη. Υπάρχουν επίσης και τα αεροφόρα οστά τα οποία έχουν κοιλότητες που επενδύονται με βλεννογόνο, όπως η άνω γνάθος (Εικ. 1.4).


Περιόστεο Έξω πλάκα

Διπλόη

Έσω πλάκα

Περιόστεο

Εικόνα 1.3 Τομή εγκεφαλικού κρανίου

μετωπιαίοσ κόλποσ ηθμοειδείσ κυψέλεσ ιγμόρεια

φατνιακή απόφυση

Εικόνα 1.4 Οβελιαία τομή της άνω γνάθου με τις αεροφόρες κοιλότητες (βέλος) (α) και πρόσθια όψη του κρανίου με αεροφόρες κοιλότητες (β).

1.2.2 Γενική μορφολογία οστών μικροσκοπικά Ο σκελετός καλύπτει σχεδόν το 14% του βάρους του ανθρώπινου σώματος. Ο οστίτης ιστός είναι συνδετικός ιστός και αποτελείται από κύτταρα και θεμέλια ουσία. Η θεμέλια ουσία αποτελείται από τα ανόργανα συστατικά του υδροξυαπατίτη [Ca10(PO4)6(OH)2], δηλαδή ασβέστιο και ιόντα φωσφόρου, και από τα οργανικά συστατικά του κολλαγόνου. Η αναλογία είναι περίπου 65% ανόργανα και 35% οργανικά συστατικά. Σ’ αυτήν τη σύσταση οφείλουν τα οστά τη σκληρότητα, αλλά ταυτόχρονα την ελαστικότητα και την ανθεκτικότητά τους. Ο οστίτης ιστός, ανάλογα με την αρχιτεκτονική διάταξη των κυττάρων του και της μεσοκυττάριας ουσίας, διακρίνεται σε συμπαγή και σπογγώδη. Η βασική δομική μονάδα του συμπαγούς οστού είναι ο οστεώνας (osteon) ή Αβέρσειο σύστημα (Haversian system). Ο οστεώνας χαρακτηρίζεται από ένα κυκλικό σχήμα με διάμετρο περίπου 0.2 χιλιοστών και αποτελείται από οστέινα πετάλια συμπαγούς οστού (lamellae), τοποθετημένα σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από έναν αγγειονευροφόρο σωλήνα που ονομάζεται και σωλήνας του Havers (Havers canal) (Εικ. 1.5-1.7). Μερικοί από τους οστεοβλάστες μετατρέπονται σε οστεοκύτταρα, τα οποία βρίσκονται ανάμεσα στα οστέινα πετάλια και επικοινωνούν μεταξύ τους με μικρά εγκάρσια οστικά


σωληνάρια με τα οποία μεταφέρουν θρεπτικά συστατικά. Οι οστεώνες είναι τοποθετημένοι κατά μήκος του κεντρικού άξονα των μακρών οστών και ανάμεσα τους βρίσκεται το ενδιάμεσο σύστημα που αποτελείται από οστέινα πετάλια διαφορετικού προσανατολισμού, τα οποία είναι απομηνάρια προγενέστερων οστεώνων που έχουν αποδομηθεί (interstitial lamellae). Στην επιφάνεια του συμπαγούς οστού, δηλαδή κάτω από το περιόστεο και το ενδόστεο, δεν υπάρχουν σωλήνες Havers, αλλά μόνο ομόκεντρα πετάλια (circumferential lamellae). Οι οστεώνες επικοινωνούν με το περιόστεο και μεταξύ τους με σωλήνες κάθετους στον κεντρικό άξονα, οι οποίοι ονομάζονται (σωλήνες) Volkmann (Volkmann´s canal). Περιφερικά ή ομόκεντρα πετάλια Οστεώνασ (Αβέρσειο σύστημα) Αγγειακόσ σωλήνασ Σύστημα πεταλίων Διάμεσο σύστημα Οστεοκύτταρο

Περιόστεο

Οστικά σωληνάρια

Εικόνα 1.5 Τομή συμπαγούς οστού με το σύστημα των οστεώνων (α) και οστεώνας ή Αβέρσειο σύστημα (β).

Εικόνα 1.6 Τρισδιάστατη μικροφωτογραφία ενός οστεώνα συμπαγούς οστού (ΑΣ: αγγειακός σωλήνας, Ο: οστεοκύτταρα, ΟΣ: οστέινα σωληνάρια), χρώση φουξίνη.

Εικόνα 1.7 Μικροφωτογραφία ενός συστήματος οστεώνων συμπαγούς οστού (ΑΣ: αγγειακός σωλήνας, Ο: οστεοκύτταρα, ΟΣ: οστέινα σωληνάρια, ΔΣ: διάμεσο σύστημα ), χρώση φουξίνη.


Το σπογγώδες οστό δεν ακολουθεί την αρχιτεκτονική των οστεώνων, αλλά αποτελείται από ένα σύστημα οστέινων δοκίδων, οι οποίες διασταυρούμενες μεταξύ τους δημιουργούν κοιλότητες γεμάτες ερυθρό μυελό των οστών, όπου γίνεται η παραγωγή των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Επιπρόσθετα, το σπογγώδες οστό δεν εμφανίζει μεγάλη πυκνότητα συγκριτικά με το συμπαγές οστό και γι’ αυτό έχει άλλες μεταβολικές και εμβιομηχανικές ιδιότητες. Το σπογγώδες οστό προσαρμόζεται στις δυνάμεις που ασκούνται στον σκελετό με τη διάταξη των οστικών δοκίδων, ενώ το συμπαγές οστό δεν προσαρμόζεται. Στις επιφύσεις, οι οστέινες δοκίδες είναι τοποθετημένες κατά μήκος των δυνάμεων που ασκούνται στα αντίστοιχα οστά (Εικ. 1.8).

Εικόνα 1.8 Εγγύς επίφυση του μηριαίου, σύστημα οστέινων δοκίδων.

Τα οστά, εκτός από το τμήμα των αρθρικών επιφανειών, καλύπτονται εξωτερικά από το περιόστεο, το οποίο είναι απαραίτητο για τη νεύρωση, την αναγέννηση και την ανάπτυξη του οστού. Το περιόστεο αποτελείται από δύο στιβάδες. Η εξωτερική αποτελείται από πυκνό συνδετικό ιστό και περιέχει λιπώδη κύτταρα. Η εσωτερική αποτελείται από λεπτές ελαστικές ίνες μέσα στις οποίες υπάρχουν αγγεία και νεύρα, τα οποία επικοινωνούν με τα αγγεία του οστού. Υπάρχουν επίσης και οστεοβλάστες οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ανάπτυξη του οστού από το περιόστεο. Εσωτερικά της διαφύσεως, στον μυελώδη αυλό, υπάρχει το ενδόστεο. Το ενδόστεο είναι επίσης μια μεμβράνη συνδετικού ιστού που περιέχει πολλά αιμοφόρα αγγεία. Στα οστά υπάρχουν τροφοφόρες αρτηρίες οι οποίες εισδύουν μέσα στο οστό από τα τροφοφόρα τρήματα που υπάρχουν στις διαφύσεις. Οι αρτηρίες επικοινωνούν μ’ αυτόν τον τρόπο με τον μυελώδη αυλό και σχηματίζουν δύο πλέγματα: ένα οστικό αρτηριακό και ένα μυελικό. Εκτός από τις τροφοφόρες αρτηρίες, υπάρχουν και άλλες αρτηρίες προερχόμενες από το περιόστεο, οι οποίες εισέρχονται στους σωλήνες του Havers. Αυτό συμβαίνει στα βραχέα οστά και στα πλατιά οστά του κρανίου. Τα μακρά οστά και τα μεγάλα πλατιά οστά, όπως η ωμοπλάτη και οι σπόνδυλοι, δέχονται αγγεία και από τις τροφοφόρες αρτηρίες και από το περιόστεο. Τα νεύρα συνοδεύουν τις αρτηρίες, δίνουν κλάδους αισθητικούς και αγγειοκινητικούς σε όλα τα οστά του σώματος και φτάνουν μέσω των τροφοφόρων αγγείων μέχρι τους σωλήνες του Havers.

1.2.3 Σχηματισμός των οστών Τα γονιμοποιημένα ωάρια στον άνθρωπο αρχίζουν πολύ νωρίς να διαφοροποιούνται σε ομάδες από τις οποίες αργότερα θα σχηματιστούν οι ιστοί και τα όργανα. Αυτά τα πρωτογενή στρώματα ονομάζονται εξώδερμα, μεσόδερμα και ενδόδερμα. Από το εξώδερμα δημιουργείται αργότερα η αδαμαντίνη του οστού και από το μεσόδερμα ο οστίτης ιστός, ο χόνδρος, η οδοντίνη και η οστεΐνη του δοντιού. Τα κύτταρα του μεσοδέρματος διαχέονται στο έμβρυο και σχηματίζουν ομάδες κυττάρων, τους σωμίτες (Εικ. 1.9). Οι σωμίτες αποτελούνται από τρία μέρη: το δερμοτόμιο, το μυοτόμιο και το σκληροτόμιο. Απ’ αυτές τις ομάδες σχηματίζονται το δέρμα, οι μύες και τα οστά. Τα κύτταρα του σκληροτόμιου σχηματίζουν το μεσέγχυμα.


σωμίτεσ

Εικόνα 1.9 Ανθρώπινο έμβρυο περίπου 4 εβδομάδων με σχηματισμένους σωμίτες.

Στην υμενογενή οστέωση, τα μεσεγχυματικά κύτταρα συνδέονται με λεπτές αποφυάδες ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν ινίδια κολλαγόνου και αιμοφόρα αγγεία τα οποία σχηματίζουν έναν υμένα. Στη συνέχεια, διαφοροποιούνται σε οστεοβλάστες και παράγουν οστίτη ιστό. Στη χονδρογενή οστέωση, τα μεσεγχυματικά κύτταρα διαφοροποιούνται σε χονδροβλάστες και δημιουργούν ένα πρόπλασμα του οστού από χόνδρο. Στην πορεία, το χόνδρινο πρόπλασμα αντικαθίσταται από ιστίτη ιστό (Εικ. 1.10). Τα μακρά οστά και τα οστά του κορμού σχηματίζονται με χονδρογενή οστέωση, ενώ τα οστά του κρανίου με υμενογενή οστέωση. Η αύξηση του χόνδρου γίνεται μέσω του πολλαπλασιασμού των χονδροβλαστών και της παραγωγής μεσοκυττάριας ουσίας. Τα αρχαιότερα κύτταρα κοντά στο κέντρο του χόνδρινου προτύπου αρχίζουν να διογκώνονται και σχηματίζεται οστό γύρω από το κέντρο του χόνδρου. Αυτό ονομάζεται πρωτογενές κέντρο οστεοποίησης και στα μακρά οστά βρίσκεται στο κέντρο της διάφυσης (Εικ. 1.10). Η οστεοποίηση του χόνδρου αρχίζει στον άνθρωπο κατά την 6η εβδομάδα της κυήσης. Λίγο πριν τη γέννηση, αρχίζει η οστεοποίηση των επιφύσεων με πρώτη την οστεοποίηση της άπω επίφυσης του μηριαίου και της εγγύς επίφυσης της κνήμης. Αυτά ονομάζονται δευτερογενή κέντρα οστεοποίησης. Μετά τη γέννηση, αρχίζει η οστεοποιητική διαδικασία και στις υπόλοιπες επιφύσεις του σκελετού. Κατά την ενηλικίωση, οστεοποιούνται όλα τα τμήματα χόνδρου που υπάρχουν στις επιφύσεις και στις διαφύσεις και συνοστεώνονται οι επιφυσιακές πλάκες. Αυτό σημαδοτοδοτεί και το τέλος της σωματικής αύξησης. A

Β

περιόστεο

Γ

πρωτογενέσ κέντρο οστεοποίησησ = πυρήνασ οστέωσησ

Δ

Ε

επίφυση

αυξητική ζώνη

μετάφυση

διάφυση

χόνδροσ

δευτερογενέσ κέντρο οστεοποίησησ χόνδροσ οστό μυελική κοιλότητα και τροφοφόρα αγγεία

αρθρική επιφάνεια και χόνδροσ

Εικόνα 1.10 Στάδια χονδρογενούς οστέωσης.

Κατά την ενήλικη ζωή, τα οστά είναι ενεργά και υπάρχει μια συνεχής απορρόφηση και καταστροφή του οστιτή ιστού, αλλά και μια παραγωγή και εναπόθεση νέου. Αυτό ονομάζεται δευτερογενής οστεοποίηση. Η εύρυθμη λειτουργία αυτής της διαδικασίας είναι πολύ σημαντική για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού και εξαρτάται από περιβαλλοντικούς, μηχανικούς και ορμονικούς παράγοντες. Η διάταραξη της ισορροπίας


της λειτουργίας των οστεοκλαστών και των οστεοβλαστών προκαλεί σημαντικές παθολογικές αλλοιώσεις στα οστά (αναλυτικά γίνεται αναφορά στο κεφάλαιο 4).

1.1.4 Αρθρώσεις και χόνδροι Τα οστά συνδεόνται μεταξύ τους με τις αρθρώσεις. Οι αρθρώσεις διαιρούνται σε διαρθρώσεις και συναρθρώσεις (συνδεσμώσεις, συγχονδρώσεις, συνοστεώσεις). Οι διαρθρώσεις ενώνονται μεταξύ τους με αρθρική κοιλότητα και επιτρέπουν την ελεύθερη κίνηση των οστών (Εικ. 1.11). Έχουν έναν αρθρικό θύλακο, έναν αρθρικό υμένα και οι αρθρικές επιφάνειες καλύπτονται από αρθρικό χόνδρο. Ο αρθρικός χόνδρος είναι υαλώδης εκτός από την κροταφογναθική άρθρωση, στην οποία είναι ινώδης. Η επιφάνεια του υαλοειδούς χόνδρου είναι λεία και περιέχει ίνες κολλαγόνου, οι οποίες σχηματίζουν δεσμίδες μεταξύ των χονδροκυττάρων. Τα χονδροκύτταρα είναι τοποθετημένα σε 4 ζώνες. Οι αρθρικοί χόνδροι δεν περιέχουν αγγεία και νεύρα. Η θρέψη τους επιτυγχάνεται από τα αιμοφόρα αγγεία του αρθρικού θύλακου, το αρθρικό υγρό και τα αιμοφόρα αγγεία των μυελικών κοιλοτήτων του οστού, τα οποία βρίσκονται κάτω από τον υαλοειδή χόνδρο. Ο αρθρικός υμένας είναι ένας συνδετικός υμένας με λεία και εύκαμπτη επιφάνεια και αποτελείται από δύο στιβάδες. Μια εσωτερική που αποτελείται από κύτταρα και μια εξωτερική που αποτελείται από χαλαρό συνδετικό ιστό, φτωχό σε κύτταρα, αλλά πλούσιο σε αιμοφόρα αγγεία. Τα κύτταρα του αρθρικού υμένα θεωρείται ότι έχουν σχέση με την παραγωγή και την απορρόφηση του αρθρικού υγρού, καθώς και άλλων ουσιών από τις αρθρικές κοιλότητες. Το αρθρικό υγρό εξασφαλίζει την ολισθηρότητα των αρθρικών επιφανειών και αποτελείται κατά 94% από νερό, ενώ τα υπόλοιπα συστατικά του είναι πρωτεΐνες, άλατα, ουρία και άλλα κυτταρικά στοιχεία. αρθρικόσ υμένασ διάρθρωση

οστό

αρθρικόσ θύλακοσ

αρθρικόσ χόνδροσ

αρθρική κοιλότητα

οστό

συνάρθρωση

οστό

σύμφυση ή συγχόνδρωση

οστό

Εικόνα 1.11 Διαφορετικοί τύποι αρθρώσεων: α) διάρθρωση β) συνάρθρωση (συγχόνδρωση).

Οι διαρθρώσεις ανάλογα με το σχήμα τους επιτρέπουν την κίνηση των οστών σε έναν άξονα, σε δύο ή σε περισσότερους. Ταξινομούνται σε σφαιροειδείς (π.χ. διάρθρωση του ώμου), ελλειψοειδείς (διάρθρωση του καρπού), γωνιώδεις (διάρθρωση του αγκώνα), τροχοειδείς (κερκιδωλενική διάρθρωση), κοχλιοειδείς (αστραγαλοκνημική διάρθρωση), εφιππιοειδείς (διάρθρωση του αντίχειρα) και επίπεδες (διάρθρωση ανάμεσα στα σκαφοειδή) (Εικ. 1.12). Οι συνδεσμώσεις ενώνονται με χόνδρινο ή ινώδη ιστό και δεν επιτρέπουν την κίνηση των οστών. Ταξινομούνται στις συνδεσμώσεις (ραφές του κρανίου, γόμφωση δοντιών), στις συγχονδρώσεις (ηβική σύμφυση, στέρνο) και στις συνοστεώσεις (ιεροί σπόνδυλοι). Στις συνδεσμώσεις, τα περιόστεα των γειτονικών οστών συνδέονται μεταξύ τους με ίνες κολλαγόνου. Τα οστά του θόλου του κρανίου ενώνονται με συνδετικό ιστό ο οποίος οστεοποιείται και οι ραφές μετατρέπονται σε συνοστεώσεις (Εικ. 1.12).


αρθρώσεισ συνδεσμώσεισ

συγχονδρώσεισ και διαρθρώσεισ

Ραφέσ πριονωτή ή οδοντωτή ραφή σφαιροειδήσ διάρθρωση (διάρθρωση του ώμου)

κρανίο

Γόμφωση δόντι

περιοδοντικοί ιστοί οστό γνάθου συγχόνδρωση Μεσόστεοσ υμένασ

κερκίδα

ωλένη μεσόστεοσ υμένασ ηβική σύμφυση

Εικόνα 1.12 Διαφορετικοί τύποι αρθρώσεων του ανθρώπινου σκελετού.

1.1.5 Μυϊκό σύστημα Οι μύες του σώματος ταξινομούνται ανάλογα με τα μορφολογικά και λειτουργικά τους χαρακτηριστικά σε τρεις κατηγορίες: τους γραμμωτούς, τους λείους και τους μύες της καρδιάς. Οι γραμμωτοί μύες είναι συνδεδεμένοι με τον σκελετό, δέχονται τη νεύρωσή τους από το εγκεφαλονωτιαίο νευρικό σύστημα και η κίνησή τους ελέγχεται από τη βούληση, ενώ οι λείοι μύες περιβάλλουν τα εσωτερικά όργανα, νευρώνονται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα και η σύσπασή τους δεν εξαρτάται από τη βούληση. Οι μύες αποτελούνται από


εξειδικευμένα πολυπύρηνα κύτταρα, τα μυϊκά κύτταρα, τα οποία περιέχουν πρωτεΐνες όπως η ακτίνη και η μυοσίνη. Η κίνησης της ακτίνης και της μυοσίνης επιτρέπει τη σύσπαση των μυών. Οι γραμμωτοί μύες ανάλογα με το σχήμα τους ταξινομούνται σε μακρούς, βραχείς, πλατείς, κυκλικούς και σφιγκτήρες. Αποτελούνται από ένα κεντρικό διογκωμένο τμήμα, τη γαστέρα, και δύο τένοντες που είναι τα σημεία με τα οποία ο μυς καταφύεται και προσφύεται στο οστό (Εικ. 1.13). Ένας μυς μπορεί να αποτελείται από πολλές γαστέρες (πολυγάστορας, π.χ. ορθός κοιλιακός μυς) και από πολλούς προσφυτικούς τένοντες. Κάθε γραμμωτός μυς αποτελείται από: 1) γραμμωτές μυϊκές ίνες, το μήκος των οποίων μπορεί να φτάσει τα 4-10 εκ., 2) ερειστικό υπόστρωμα, 3) τένοντες, 4) αγγεία και 5) νεύρα. Μέσα στον γραμμωτό μυ, οι μυϊκές ίνες αποτελούνται από πολυπύρηνα κύτταρα, οι πυρήνες των οποίων βρίσκονται στην περιφέρεια των κυττάρων. Οι μυϊκές ίνες είναι τοποθετημένες παράλληλα σχηματίζοντας κυλινδρικές δεσμίδες. Κάθε μυϊκή ίνα περιβάλλεται από συνδετικό ιστό που ονομάζεται ενδομύιο και κάθε πρωτογενής δεσμίδα περιβάλλεται επίσης από συνδετικό ιστό που ονομάζεται περιμύιο. Μέσα στο περιμύιο και το ενδομύιο υπάρχει πλούσιο δίκτυο αιμοφόρων τριχοειδών αγγείων.

τένοντασ τησ μακράσ κεφαλήσ του δικέφαλου βραχιόνιου μυόσ τένοντασ τησ βραχείασ κεφαλήσ του δικέφαλου βραχιόνιου μυόσ

κορακοβραχιόνιοσ μυσ

μακρά κεφαλή του δικέφαλου βραχιόνιου μυόσ βραχεία κεφαλή του δικέφαλου βραχιόνιου μυόσ

τένοντασ του δικέφαλου βραχιόνιου μυόσ

Απονεύρωση του δικέφαλου βραχιόνιου μυόσ

Εικόνα 1.13 Θέση και πορεία του δικέφαλου βραχιόνιου μυός.

Οι λείοι μύες, ανάλογα με τη νεύρωσή τους, ταξινομούνται σε εκείνους που παρουσιάζουν ένα πλούσιο νευρικό πλέγμα, όπως οι μύες της ίριδας, και σε εκείνους που εμφανίζουν πολύ λίγα κινητικά νεύρα, όπως οι μύες του στομάχου, του εντέρου, της μήτρας κτλ. Οι λείοι μύες αποτελούνται από ατρακτοειδή μονοπύρηνα κύτταρα, το μήκος των οποίων κυμαίνεται από 15μm εώς 500μm. Στους λείους μύες τα μυικά κύτταρα σχηματίζουν δεσμίδες οι οποίες χωρίζονται μεταξύ τους με συνδετικό ιστό, μέσα στον οποίο βρίσκονται αγγεία και νεύρα. Οι τένοντες αποτελούνται από δέσμες κολλαγόνων ινών, οι οποίες είναι τοποθετημένες παράλληλα στον μεγάλο άξονα και αποτελούν συνέχεια των μυών̇ δεν παρουσιάζουν μεγάλη αγγείωση και περιβάλλονται από συνδετικό ιστό, το περιτενόντιο ή επιτενόντιο. Ο τρόπος με τον οποίο οι μυϊκές ίνες συνδεόνται με τις τε-


νόντιες ή κολλαγόνες ίνες ονομάζεται μυοτενόντια σύνδεση. Στις θέσεις αυτές το ενδομύιο και το μεριμύιο ενώνονται με το ενδοτενόντιο και το περιτενόντιο.

1.1.6 Βιολογία των δοντιών Κάθε δόντι αποτελείται από την ανατομική μύλη, την ανατομική ρίζα, τον ανατομικό αυχένα-που είναι το όριο της ανατομικής μύλης και της ανατομικής ρίζας-και την πολφική κοιλότητα, η οποία χωρίζεται στον μυλικό θάλαμο και στους ριζικούς σωλήνες. Κάθε δόντι είναι τοποθετημένο σε μια ειδική κοιλότητα που ονομάζεται φατνίο (Εικ. 1.14). Τα δόντια στηρίζονται μέσα στα φατνία με ιστούς που περιβάλλουν τη ρίζα και οι οποίοι αποτελούν ενιαία βιολογική μονάδα που καλείται περιοδόντιο. Το τμήμα του οστού της γνάθου μέσα στο οποίο σχηματίζονται τα φατνία ονομάζεται φατνιακή απόφυση.

αδαμαντίνη οδοντίνη πολφική κοιλότητα μυλικόσ θάλαμοσ

Αδαμαντινοστεϊνική ένωση οστεΐνη

ριζικοί σωλήνεσ

περιοδοντικοί ιστοί οστό γνάθου

φατνίο

Εικόνα 1.14 Δομικά χαρακτηριστικά του δοντιού.

Ιστολογικά, το δόντι αποτελείται από την αδαμαντίνη, την οδοντίνη και την οστεΐνη. Η αδαμαντίνη καλύπτει τη μύλη του δοντιού και είναι η σκληρότερη ουσία του ανθρώπινου σώματος. Χαρακτηριστικό είναι ότι μένει αναλλοίωτη για αιώνες έξω από το στοματικό περιβάλλον, κάτω από την επίδραση ιδιόμορφων περιβαλλοντικών συνθηκών. Αποτελείται από 92% ανόργανα και 8% οργανικά συστατικά και είναι μια πορώδης και διαπερατή ουσία. Τα δομικά της χαρακτηριστικά ονομάζονται πρίσματα (Εικ. 1.15). Τα πρίσματα ξεκινούν από την αδαμαντινο-οδοντική ένωση και φτάνουν μέχρι την εξωτερική επιφάνεια. Χαρακτηριστικές είναι οι αυξητικές γραμμές του Retzius, οι οποίες είναι εμφανείς σε μια επιμήκη τομή της αδαμαντίνης και σηματοδοτούν την εναπόθεση της αδαμαντίνης κατά την αδαμαντινογένεση. Η επιφανειακή κατάληξη των γραμμών στην επιφάνεια της αδαμαντίνης δημιουργεί αβαθείς αύλακες οι οποίες ονομάζονται περικύματα.

πρίσματα

αδαμαντίνη

οδοντίνη

Εικόνα 1.15 Επιμήκης τομή ενός προγόμφιου, σχηματική αναπαράσταση των πρισμάτων της αδαμαντίνης.

Η οδοντίνη αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του δοντιού, καθορίζει το σχήμα και το μέγεθος του και εκτείνεται από τη μύλη έως τη ρίζα του δοντιού. Στη μύλη του δοντιού καλύπτεται από την αδαμαντίνη ενώ στη ρίζα του δοντιού από την οστεΐνη. Στο εσωτερικό της υπάρχει μια κοιλότητα που ονομάζεται πολφική κοιλότητα. Η οδοντίνη δεν είναι τόσο σκληρή όσο η αδαμαντίνη, αλλά είναι πιο ελαστική και αποτελείται από 35% οργανικά και 65% ανόργανα συστατικά. Είναι διαπερατή ουσία και το βασικό υπόστρωμά της αποτελείται από ενασβεστιωμένα κολλαγόνα ινίδια. Σε όλο το πάχος της, από τον πολφό μέχρι την ένωση της με την αδαμαντίνη, διαπερνάται από τα οδοντοσωληνάρια (Εικ. 1.16). Η οδοντίνη σχηματίζεται καθόλη τη διάρκεια ζωής του δοντιού, εναποτίθεται σε κωνικά στρώματα και σχηματίζει τις γραμμές του Ebner (Εικ. 1.17). Η οδοντίνη


που παράγεται μέχρι την ανατολή του δοντιού λέγεται πρωτογενής οδοντίνη, ενώ αυτή που παράγεται μετά την ανατολή λέγεται δευτερογενής. Η αποτριβή και η τερηδόνα μπορούν να προκαλέσουν την παραγωγή και εναπόθεση οδοντίνης που ονομάζεται επανορθωτική ή αντιδραστική οδοντίνη.

Εικόνα 1.16 Οδοντοσωληνάρια από ανθρώπινο γομφίο, μετά από απασβεστίωση με 37% φωσφορικό οξύ για 15 δευτερόλεπτα και 10% υποχλωριώδες κάλιο για ένα λεπτό (Francisco Rangel, http://www.fei.com/image-gallery/Human-Tooth/ Το παρόν έργο αδειοδοτείται υπό τους όρους της άδειας Creative Commons Αναφορά-Παρόμοια Διανομή 3.0, Attribution & Share Alike, BY-SA).

αδαμαντίνη

οδοντίνη

αυξητικέσ γραμμέσ οδοντίνησ

οστεΐνη

Εικόνα 1.17 Επιμήκης τομή ενός προγόμφιου, σχεδιαστική αναπαράσταση της εναπόθεσης οδοντίνης

Η οστεΐνη καλύπτει τη ρίζα του δοντιού, είναι λιγότερο ενασβεστιωμένη ουσία συγκριτικά με την οδοντίνη και την αδαμαντίνη και εμφανίζει διαπερατότητα. Η οστεΐνη που βρίσκεται στην αυχενική περιοχή του δοντιού και στο μέσο της ρίζας είναι ακύτταρη, ενώ στα ακρορρίζια και στο διχασμό των ριζών είναι κυτταροφόρα. Η οστεΐνη παρουσιάζει αυξητικές γραμμές που είναι παράλληλες προς την εξωτερική επιφάνεια της ρίζας και σηματοδοτούν τις φάσεις εναπόθεσης οστεΐνης κατά την οστεογένεση. Η συνεχής εναπόθεση οστεΐνης στην εξωτερική επιφάνεια της ρίζας εξασφαλίζει τη στήριξη του δοντιού, ενώ η συνεχής εναπόθεση νέας οστεΐνης ακρορριζικά αντισταθμίζει τη συνεχή αποτριβή και ανατολή του δοντιού. Ο πολφός βρίσκεται στο εσωτερικό του δοντιού, είναι χαλαρός αγγειοβρίθης συνδετικός ιστός και δεν σώζεται στο σκελετικό υλικό αρχαιολογικής προέλευσης. Διακρίνεται στον μυλικό και ριζικό πολφό. Η πρωταρχική λειτουργία του πολφού αφορά τον σχηματισμό του δοντιού με την εναπόθεση οδοντίνης γύρω από το οδοντικό σπέρμα. Οι οδοντοβλάστες συνεχίζουν να παράγουν οδοντίνη, καθόλη τη διάρκεια ζωής του δοντιού. Ο πολφός με τις ίνες των αισθητήριων νεύρων παρέχει αίσθηση στο δόντι και στην οδοντίνη. Ο πολφός αντιδρά στα εξωτερικά ερεθίσματα είτε με την παραγωγή και εναπόθεση της δευτερογενούς οδοντίνης είτε με την αντίδραση της φλεγμονής.


1.2 Ανατομικά χαρακτηριστικά των οστών και δοντιών του ανθρώπινου σώματος 1.2.1 Γενική οργάνωση του ανθρώπινου σκελετού Το ανθρώπινο σώμα χωρίζεται σε τρία επίπεδα: το εγκάρσιο, το οποίο τέμνει το σώμα οριζόντια σε άνω και κάτω τμήμα̇ το μετωπιαίο, το οποίο τέμνει το σώμα κάθετα και το χωρίζει σε πρόσθιο και οπίσθιο τμήμα και το οβελιαίο, το οποίο τέμνει το σώμα προσθιοπίσθια και το χωρίζει σε δεξί και αριστερό τμήμα (Εικ. 1.18 και Πιν. 1). Το ανθρώπινο σώμα είναι αμφοτερόπλευρα συμμετρικό, δηλαδή τα δύο ημιμόρια του σώματος κατά το οβελιαίο επίπεδο είναι όμοια. Οι επιφάνειες του σώματος είναι η οπίσθια (ή ραχιαία) και η πρόσθια (ή κοιλιακή, παλαμιαία και πελματιαία) (Εικ. 1.18 και 1.19). Τμήματα του οστού που απομακρύνονται από τον κεντρικό άξονα του σώματος χαρακτηρίζονται με τον προσδιορισμό άπω, π.χ. άπω επίφυση του μηριαίου, ενώ τμήματα του οστού που βρίσκονται πιο κοντά στον κεντρικό άξονα του σώματος χαρακτηρίζονται με τον προσδιορισμό εγγύς, π.χ. εγγύς επίφυση του μηριαίου. Όμοια ορολογία χρησιμοποιείται και στην ανατομία των δοντιών τα οποία έχουν επίσης πέντε επιφάνειες: τη γλωσσική, τη χειλική ή παρειακή, τη μασητική ή κοπτική, την εγγύς και την άπω επιφάνεια. Στα δόντια, η εγγύς επιφάνεια είναι αυτή που γειτονεύει με το προηγούμενο προς τα εμπρός δόντι, ενώ η άπω επιφάνεια είναι αυτή που γειτονεύει με το επόμενο προς τα πίσω δόντι (Εικ. 1.18 και Πιν. 1). Ανατομική θέση ονομάζεται η όρθια θέση με τα πέλματα παράλληλα και προς τα εμπρός και τις παλάμες προς τα εμπρός (Εικ. 1.19). Ο ανθρώπινος σκελετός αποτελείται από τον κορμό, τα άνω και τα κάτω άκρα. Ο κορμός περιλαμβάνει το κρανίο, τους αυχενικούς, θωρακικούς και οσφυϊκούς σπονδύλους, το ιερό οστό, τον κόκκυγα, το στέρνο και τις πλευρές. Τα άνω άκρα περιλαμβάνουν την ωμοπλάτη, την κλείδα, το βραχιόνιο, την ωλένη, την κερκίδα, τα καρπικά και μετακαρπικά οστά και τις φάλαγγες. Τα κάτω άκρα περιλαμβάνουν την πύελο, το μηριαίο, την κνήμη, την περόνη, τα ταρσικά και τα μεταρσικά οστά και τις φάλλαγες (Εικ. 1.20). άνω, κεφαλικά ή κρανιακά οβελιαίο επίπεδο οπίσθια α (ή ραχιαία) ιαία) εγγύσ

άπω εγκάρσιο επίπεδο

εγκάρσιο άπω

εγγύσ

πρόσθια (ή κοιλιακά, παλαμιαία, πελματιαία)

κάτω ουραία μέσο-οβελιαίο επίπεδο

εγγ

ύσ

ύσ

εγγ

παρειακά

άπω

γλωσσικά

παρειακά

άπω

άπω

εγγύσ

Οβελιαίο επίπεδο

μασητικά ή κοπτικά

γλωσσικά

Εικόνα 1.18 Διευθύνσεις στον χώρο και επίπεδα του σώματος και της στοματικής κοιλότητας.

μετωπιαίο επίπεδο


Εικόνα 1.19 Πρόσθια, οπίσθια και πλάγια όψη του ανθρώπινου σκελετού σε ανατομική θέση.

Εικόνα 1.20 Ο κορμός (πορτοκαλί), τα άνω (πράσινο) και τα κάτω άκρα (γαλάζιο) του ανθρώπινου σκελετού.


Άξονες Κάθετος

επιμήκης άξονας κατακόρυφα στην όρθια θέση

Εγκάρσιος

οριζόντιος άξονας κάθετος στον επιμήκη από τα δεξιά προς τα αριστερά ή αντίστροφα

Οβελιαίος

προσθοπίσθιος άξονας από εμπρός προς τα πίσω ή αντίστροφα

Επίπεδα Μέσο οβελιαίο

επιμήκες επίπεδο που διαιρεί προσθοπίσθια το σώμα σε ένα δεξί και ένα αριστερό ημιμόριο

Οβελιαίο ή παράμεσο

επιμήκες επίπεδο παράλληλο στο μέσο οβελιαίο επίπεδο

Μετωπιαίο ή στεφανιαίο

επιμήκες επίπεδο που διαιρεί στεφανιαία το σώμα σε ένα πρόσθιο και ένα οπίσθιο ημιμόριο

Εγκάρσια επίπεδα

οριζόντιο επίπεδο που διαιρεί το σώμα σε άνω και κάτω τμήμα

Διευθύνσεις Κεφαλικά ή κρανιακά

προς την κεφαλή

Άνω

σε ανώτερη θέση

Ουραία

προς τον κόκκυγα

Κάτω

σε κατώτερη θέση

Έσω

προς το μέσο επίπεδο

Έξω

μακριά από το μέσο επίπεδο

Μέσος

στο μέσο επίπεδο

Κεντρικά

προς το κέντρο του σώματος

Περιφερικά

προς την επιφάνεια του σώματος

Πρόσθια ή κοιλιακά

προς την πρόσθια επιφάνεια

Οπίσθια ή ραχιαία

προς την οπίσθια επιφάνεια

Εγγύς

πλησιέστερα προς το κέντρο του σώματος

Άπω

μακρύτερα από το κέντρο του σώματος

Ωλένια

προς την ωλένη (έσω)

Κερκιδικά

προς την κερκίδα (έξω)

Κνημιαία

προς την κνήμη (έσω)

Περονιαία

προς την περόνη (έξω)

Παλαμιαία

επί ή προς την παλάμη

Πελματιαία

επί ή προς το πέλμα

Πίνακας 1.1 Σύνοψη της γενικής ορολογίας των αξόνων, επιπέδων και κατευθύνσεων του ανθρώπινου σώματος.

1.2.2 Κρανίο Το κρανίο αποτελείται από δύο μέρη: το εγκεφαλικό και το σπλαχνικό ή προσωπικό. Το εγκεφαλικό κρανίο περικλείει τον εγκέφαλο και τα αισθητήρια όργανα, ενώ το προσωπικό κρανίο περικλείει τη ρινική και τη στοματική κοιλότητα. Το εγκεφαλικό κρανίο αποτελείται από το μετωπιαίο (1), το βρεγματικό (2), το κροταφικό (2), το σφηνοειδές (1), το ηθμοειδές (1) και το ινιακό οστό (1). Το σπλαχνικό κρανίο αποτελείται από το ζυγωματικό (1), το ρινικό (2) και το δακρυϊκό οστό (2), τα οστά των ρινικών κογχών (2), την ύνιδα (1), την άνω και την κάτω γνάθο, και το υπερώιο οστό (1) (Εικ. 1.21).


Εικόνα 1.21 Πλάγια πλευρά του κρανίου: α) εγκεφαλικό κρανίο (πράσινο) και προσωπικό κρανίο (ροζ) β) εγκεφαλικό κρανίο: μετωπιαίο οστό (μωβ), βρεγαματικό οστό (πορτοκαλί), ινιακό οστό (ροζ), κροταφικό οστό (πράσινο), σφηνοειδές οστό (κίτρινο) γ) προσωπικό κρανίο: ρινικό οστό (κίτρινο), άνω γνάθος (γαλάζιο), δακρυϊκό οστό (πράσινο), ζυγωματικό οστό (μωβ), κάτω γνάθος (ροζ).

Το εγκεφαλικό κρανίο ή νευροκράνιο αποτελείται από μεγάλα πλατιά οστά που προέρχονται από υμενογενή οστέωση και από τα οστά της βάσης του κρανίου που προέρχονται από χονδρογενή οστέωση. Στην αρχή της διαπλάσεώς τους, αποτελούνται και τα δύο από πυκνό μεσέγχυμα το οποίο αργότερα διαφοροποιείται. Ο θόλος του κρανίου (μετωπιαίο, βρεγματικά και ινιακό οστό) στη γέννηση αποτελείται από πλατιά υμενογενή οστά τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους με σχισμές γεμάτες από συνδετικό ιστό που ονομάζονται ραφές. Στο σημείο που ενώνονται τα οστά, οι σχισμές εμφανίζονται διευρυμένες και ονομάζονται πηγές. Η μεγαλύτερη πηγή είναι η πρόσθια, ονομάζεται βρέγμα και βρίσκεται ανάμεσα στο μετωπιαίο και τα δύο βρεγματικά οστά (Εικ. 1.22). Η οπίσθια πηγή ονομάζεται λάμβδα και βρίσκεται ανάμεσα στα δύο βρεγματικά και το ινιακό οστό. Οι πηγές στα νεογέννητα και στα μικρά παιδιά μπορούν να ψηλαφηθούν. Στο αρχαιολογικό υλικό δεν σώζονται. Τα οστά των βρεφών είναι πολύ λεπτά με αποστρογγυλεμένες άκρες και δεν εμφανίζουν καθόλου τις χαρακτηριστικές πριονωτές ραφές που παρατηρούμε στους ενήλικες. Η βάση του κρανίου σχηματίζεται από χόνδρινα τμήματα, τα οποία οστεοποιούνται με την εμφάνιση των πυρήνων οστεώσεως. Παρομοίως, τα οστά του σπλαχνικού κρανίου σχηματίζονται από χόνδρους οι οποίοι οστεοποιούνται̇ σε κάποιες περιπτώσεις όπως στην κάτω γνάθο, η οστεοποίηση γίνεται υμενογενώς.

Εικόνα 1.22 α) εξαρθρωμένο κρανίο όπου είναι διακριτά τα επιμέρους οστά και οι ραφές του κρανίου β) θόλος του κρανίου ενήλικου ατόμου με ευδιάκριτες τη στεφανιαία (1), οβελιαία (2) και λαμβδοειδή (3) ραφή γ) θόλος του κρανίου ενός νεογνού με ευδριάκριτες τις ραφές και την πρόσθια μετωπιαία (4) και η οπίσθια ινιακή πηγή (5).

Τα οστά, στα ενήλικα άτομα, ενώνονται με τις ραφές οι οποίες παίρνουν συνήθως το όνομα τους από τα οστά τα οποία ενώνουν, π.χ. μετωποσφηνοειδής ονομάζεται η ραφή ανάμεσα στο σφηνοειδές και το μετωπιαίο οστό̇ μεσορρινική ονομάζεται η ραφή ανάμεσα στο δεξί και το αριστερό ρινικό οστό (Εικ. 1.23). Οι πιο μεγάλες ραφές είναι αυτές του θόλου του κρανίου: 1) η στεφανιαία ραφή ανάμεσα στο μετωπιαίο και τα βρεγ-


ματικά οστά, 2) η οβελιαία ραφή ανάμεσα στα δύο βρεγματικά και 3) η λαμβδοειδής ραφή ανάμεσα στα βρεγματικά και το ινιακό οστό. Η κάθε ραφή έχει ένα χαρακτηριστικό οδοντωτό τελείωμα. Αυτό βοηθάει ιδιαίτερα στην αναγνώριση και ταυτοποίηση μικρών τμημάτων κρανιακών οστών που προέρχονται από θρυμματισμένα και ελλιπώς διατηρημένα οστεολογικά σύνολα ή προέρχονται από καύσεις ως αποτέλεσμα ταφικής πρακτικής (αρχαιολογία) ή εγκληματικής πράξης (ιατροδικαστική). μετωπορινική ραφή μετωπογναθική ραφή

στεφανιαία ραφή σφηνομετωπιαία ραφή σφηνοζυγωματική ραφή

ζυγωματοσφηνοειδήσ ραφή

μετωποζυγωματική ραφή κροταφοζυγωματική ραφή γναθοζυγωματική ραφή

γναθορινική ραφή

μεσορρινική ραφή

άνω μεσογνάθια ραφή βρεγματοσφηνοειδήσ ραφή

μετωποσφηνοειδήσ ραφή

λεπιδοειδήσ ραφή

ζυγωματοσφηνοειδήσ ραφή

λαμδοειδήσ ραφή

μετωποζυγωματική ραφή

βρεγματομαστοειδήσ ραφή

γναθοζυγωματική ραφή

ινιομαστοειδήσ ραφή

λιθολεπιδοειδήσ ραφή

στεφανιαία ραφή

λεπιδοσφηνοειδήσ ραφή κροταφοζυγωματική ραφή

Εικόνα 1.23 Ραφές του κρανίου α) πρόσθια και β) πλάγια όψη.

Συνήθως, στο αρχαιολογικό οστεολογικό υλικό διατηρείται σε καλή κατάσταση ο θόλος του κρανίου, η κάτω γνάθος και τμήματα της άνω γνάθου, των ζυγωματικών και των κροταφικών οστών. Τα πιο εύθρυπτα οστά όπως το σφηνοειδές, τα οστά της ρινικής κοιλότητας και του προσωπικού κρανίου δεν διατηρούνται καθόλου ή διατηρούνται αποσπασματικά. Στην πρόσθια όψη του κρανίου διακρίνεται το μετωπιαίο οστό με τα υπερόφρυα τόξα, το μεσόφρυο και το υπερκόγχιο χείλος, τα ζυγωματικά οστά, η άνω γνάθος η οποία μαζί με τα ρινικά οστά σχηματίζει το απιοειδές τμήμα της ρινικής κοιλότητας, η φατνιακή απόφυση της άνω γνάθου όπου εγγομφώνονται τα δόντια το σώμα, η φατνιακή απόφυση και οι κλάδοι της κάτω γνάθου (Εικ. 1.24). Οι οφθαλμικές κόγχες σχηματίζονται από έξι οστά: το μετωπιαίο οστό (άνω τοίχωμα), το ζυγωματικό (έξω τοίχωμα), το σφηνοειδές (πίσω τοίχωμα), την άνω γνάθο (κάτω τοίχωμα), το δακρυϊκό και το ηθμοειδές (έσω τοίχωμα).


υπερόφρυο τόξο μετωπιαίο οστό υπερκόγχια εντομή μεσόφρυο ζυγωματική απόφυση του μετωπιαίου

μετωπορινική ραφή

ρινικό οστό μετωπιαία απόφυση τησ άνω γνάθου ζυγωματικό οστό υποκόγχιο τρήμα πρόσθιο στόμιο τησ ρινικήσ κοιλότητασ

απιοειδέσ τρήμα κάτω ρινική κόγχη

ύνισ άνω γνάθοσ κλάδοσ τησ κάτω γνάθου φατνιακή απόφυση τησ άνω γνάθου γωνία τησ κάτω γνάθου σώμα τησ κάτω γνάθου

γενειακό τρήμα

γενειακό έπαρμα

Εικόνα 1.24 Πρόσθια όψη του κρανίου. κροταφοσφηνοειδήσ ραφή βρεγματοσφηνοειδήσ ραφή

λεπιδοειδήσ ραφή κροταφικό οστό (λεπιδοειδήσ μοίρα) βρεγματικό οστό βρεγματομαστοειδήσ ραφή

λαμδοειδήσ ραφή

δακρυϊκό οστό ρινικό οστό

αστέριο

ζυγωματικοπροσωπικό τρήμα ζυγωματικό οστό

ινιακό οστό ινιομαστεοειδήσ ραφή

φατνιακή απόφυση άνω γνάθου μαστοειδήσ απόφυση τυμπανική μοίρα και έξω ακουστικόσ πόροσ

φατνιακή απόφυση κάτω γνάθου

βελονοειδήσ απόφυση κονδυλοειδήσ απόφυση γωνία τησ κάτω γνάθου

γενειακό τρήμα

κλάδοσ τησ κάτω γνάθου κάτω γνάθοσ κροταφοζυγωματική ραφή

ζυγωματική απόφυση του κροταφικού κορωνοειδήσ απόφυση τησ κάτω γνάθου

Εικόνα 1.25 Πλάγια όψη του κρανίου


Στην πλάγια όψη του κρανίου διακρίνεται το μετωπιαίο, το βρεγματικό και το κροταφικό οστό, το οποίο διακρίνεται σε δύο μοίρες: την κροταφική και την τυμπανική μοίρα (Εικ. 1.25). Ο έξω ακουστικός πόρος σχηματίζεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από την τυμπανική μοίρα και, μερικώς, από τη λεπιδοειδή μοίρα. Πίσω από τον ακουστικό πόρο βρίσκεται η μαστοειδής απόφυση, η οποία είναι ένα σημαντικό διακριτικό ανατομικό σημείο για τον προσδιορισμό του φύλου (γίνεται αναφορά στο κεφάλαιο 2). Από τη λεπιδοειδή μοίρα του κροταφικού φέρεται προς τα εμπρός η ζυγωματική απόφυση του κροταφικού που ενώνεται με το ζυγωματικό οστό. Στην πλάγια όψη του κρανίου, σε οβελιαία τομή, μπορούμε να διακρίνουμε και όλα τα οστά της ρινικής κοιλότητας τα οποία, όπως προαναφέραμε, σπάνια διατηρούνται στο οστεολογικό υλικό αρχαιολογικής προέλευσης (Εικ. 1.26). Στο κροταφικό οστό αρθρώνεται η κάτω γνάθος με την κροταφογναθική διάρθρωση (Εικ. 1.27). Στην πλάγια όψη του κρανίου διακρίνεται επίσης και η μείζων πτέρυγα του σφηνοειδούς οστού (Εικ. 1.28). Το σφηνοειδές οστό βρίσκεται στο εσωτερικό του κρανίου, αποτελείται από πολύ λεπτό σε πάχος οστίτη ιστό και ανήκει, όπως τα οστά της ρινικής κοιλότητας, στα οστά που δεν διατηρούνται ακέραια στο οστεολογικό υλικό. άνω γνάθοσ δακρυϊκό οστό άνω ρινική κόγχη μέση ρινική κόγχη ηθμοειδέσ οστό

ρινικό οστό

πλαγιορινικόσ χόνδροσ μείζων πτερυγαίοσ χόνδροσ

σφηνοειδέσ οστό

ελάσσων πτερυγαίοσ χόνδροσ

υπερώα κάτω ρινική κόγχη

Εικόνα 1.26 Οβελιαία τομή της ρινικής κοιλότητας και της άνω γνάθου. πλάγιοσ σύνδεσμοσ κλάδοσ τησ κάτω γνάθου

αρθρικόσ θύλακοσ

βελονογναθικόσ σύνδεσμοσ

Εικόνα 1.27 Κροταφογναθική διάρθρωση.


στόμιο σφηνοειδούσ κόλπου

σφηνοειδήσ ακρολοφία σώμα σφηνοειδούσ

μείζων πτέρυγα

υπερκόγχιο σχίσμα

στρογγυλό τρήμα

στρογγυλό τρήμα πτερυγοειδήσ πόροσ

έξω πέταλο πτερυγοειδούσ αποφύσεωσ

έσω πέταλο πτερυγοειδούσ αποφύσεωσ

Εικόνα 1.28 Πρόσθια όψη του σφηνοειδούς οστού.

Στην έξω επιφάνεια του θόλου του κρανίου, διακρίνονται το μετωπιαίο, τα δύο βρεγματικά, οι μαστοειδείς αποφύσεις των κροταφικών και το ινιακό οστό (Εικ. 1.29). Στην πίσω επιφάνεια του κρανίου, διακρίνονται τα δύο βρεγματικά, το ινιακό οστό με την άνω και κάτω αυχενική γραμμή, η ινιακή ακρολοφία και το έξω ινιακό όγκωμα, το οποίο μπορούμε να το ψηλαφήσουμε και αποτελεί και αυτό ένα σημαντικό διακριτικό ανατομικό χαρακτηριστικό για τον προσδιορισμό του φύλου (Εικ. 1.30). Ορατή είναι και η έσω επιφάνεια του σώματος και των κλάδων της κάτω γνάθου (Εικ. 1.31 και 1.32).

μετωπιαίο οστό

βρέγμα

οβελιαία ραφή βρεγματικό οστό

βρεγματικό οστό

λαμδοειδήσ ραφή

ινιακό οστό

λάμδα

Εικόνα 1.29 Θόλος του κρανίου εκ των άνω.


οβελιαία ραφή εμβόλιμα οστά

βρεγματικό οστό

βρεγματικό οστό

ινιακό οστό

λαμδοειδήσ ραφή

ινιομαστοειδήσ ραφή

έξω ινιακό όγκωμα μαστοειδήσ εντομή

μαστοειδήσ απόφυση

άνω αυχενική γραμμή

κάτω αυχενική γραμμή έξω ινιακή ακρολοφία

ίνιον

Εικόνα 1.30 Οπίσθια όψη του κρανίου.

κόνδυλοσ τησ κάτω γνάθου

μηνοειδήσ εντομή

κόνδυλοσ τησ κάτω γνάθου

μηνοειδήσ εντομή κορωνοειδήσ απόφυση οπισθογομφικό κενό

γναθιαίο τρήμα γλωσσίδα τησ κάτω γνάθου γναθοϋοειδήσ αύλακα

έξω λοξή γραμμή

κλάδοσ τησ κάτω γνάθου

πτερυγοειδέσ τράχυσμα γωνία τησ κάτω γνάθου

σώμα τησ κάτω γνάθου

γναθοϋοειδήσ έσω λοξή γραμμή υπογνάθιο βοθρίο υπογλώσσιο βοθρίο

γενειακό τρήμα

Εικόνα 1.31 Αριστερό μισό της άνω γνάθου εσωτερικά (α) και εξωτερικά (β) .

γωνία τησ κάτω γνάθου


γενειακή άκανθα

οπισθογομφικό κενό

Εικόνα 1.32 Κάτω γνάθος (κάτοψη). οπίσθια ρινική άκανθα

τομικό τρήμα σκληρή υπερώα

φαντιακή απόφυση τησ άνω γνάθου μέση ρινική κόγχη

μείζον υπερώιο τρήμα έλασσον υπερώιο τρήμα σώμα του σφηνοειδούσ

πυραμοειδήσ απόφυση

έσω πέταλο πτερυγοειδούσ απόφυσησ έξω πέταλο πτερυγοειδούσ απόφυσησ

ύνισ μείζον πτέρυγα του σφηνοειδούσ

πρόσθιο ρηγματώδεσ τρήμα ωοειδέσ τρήμα

αρθρικό φύμα κροταφική γλήνη

ακανθικό τρήμα καρωτιδικόσ σωλήνασ

βελονοειδήσ απόφυση σφαγιτιδικό τρήμα

βελονομαστοειδέσ τρήμα

μαστοειδήσ απόφυση μαστεοειδήσ εντομή

υπογλώσσιο φύμα φαρυγγικό φύμα ινιακόσ κόνδυλοσ μέγα τρήμα κάτω αυχενική γραμμή

έξω ινιακή ακρολοφία

άνω αυχενική γραμμή ινιακό έπαρμα

Εικόνα 1.33 Βάση του κρανίου.


Στην κάτω επιφάνεια του κρανίου είναι ορατά τα ζυγωματικά οστά, η σκληρή υπερώα και η φατνιακή απόφυση της άνω γνάθου, η ύνις, τα κροταφικά οστά με την κροταφική γλήνη όπου αρθρώνεται ο κόνδυλος της κάτω γνάθου, το σώμα, οι μείζονες πτέρυγες του σφηνοειδούς και το ινιακό οστό (Εικ. 1.33). Στη βάση του κρανίου παρατηρείται μία πληθώρα τρημάτων, αυλάκων και εντομών μέσα από τα οποία περνούν νεύρα (π.χ. προσωπικό, υπογλώσσιο, γλωσσοφαρυγγικό νεύρο), φλέβες (π.χ. σφαγίτιδα φλέβα) και αρτηρίες (π.χ. γναθιαία αρτηρία). Χαρακτηριστικό είναι το ινιακό ή μέγα τρήμα με τους ινιακούς κονδύλους αριστερά και δεξιά, οι οποίοι αρθρώνονται με τον πρώτο αυχενικό σπόνδυλο και έτσι συγκρατείται το κρανίο στον κορμό του σώματος. Εσωτερικά περνάει ο νωτιαίος μυελός από τον οποίο αναδύονται τα νωτιαία νεύρα. Μαζί με τα οστά του κρανίου γίνεται αναφορά στο υοειδές οστό, ένα μικρό οστό σε σχήμα πετάλου που βρίσκεται ελεύθερο στον φάρυγγα και συγκρατείται, με τη βοήθεια μυών, με την κάτω γνάθο και το κροταφικό οστό (Εικ. 1.34). Πολλά από τα ανατομικά σημεία του κρανίου εμφανίζουν συχνά και παραλλαγές. Επειδή αρκετές από τις ανατομικές παραλλάγες έχουν γενετικό υπόβαθρο χρησιμοποιούνται στην ανθρωπολογία στον υπολογισμό των συγγενικών σχέσεων των αρχαιολογικών πληθυσμών (αναλυτική αναφορά γίνεται στο κεφάλαιο 7).

βελονοειδήσ απόφυση μείζον κέρασ του υοειδούσ οστού

βελονοϋοειδήσ μυσ υοειδέσ οστό

έλασσον κέρασ του υοειδούσ οστού σώμα του υοειδούσ οστού

Εικόνα 1.34 Υοειδές οστό (α), θέση του υοειδούς οστού στον ανθρώπινο σκελετό (β).

1.2.3 Οδοντοφυΐα 1.2.3.1 Νεογιλή οδοντοφυΐα Η άνθρωπινη οδοντοφυΐα διακρίνεται σε νεογιλή και μόνιμη. Η νεογιλή οδοντοφυΐα αποτελείται από 20 νεογιλά δόντια: 4 κεντρικούς και 4 πλάγιους τομείς, 4 κυνόδοντες και 8 γομφίους (Εικ. 1.35). Στην ηλικία περίπου των 6 ετών αρχίζει να διαφοροποιείται η νεογιλή οδοντοφυΐα και να ανατέλλουν τα 32 μόνιμα δόντια. Μέχρι την ανατολή όλων των μόνιμων δοντιών (πλην των τρίτων γομφίων) έχουμε στη στοματική κοιλότητα τη μεικτή οδοντοφυϊα, η οποία περιλαμβάνει μόνιμα και νεογιλά δόντια (Εικ. 1.36). Τα νεογιλά δόντια είναι μικρότερα σε μέγεθος από τα μόνιμα. Η εγγύς-άπω διάμετρος της μύλης των νεογιλών τομέων είναι μεγαλύτερη από το ύψος της μύλης και τα φύματα τους είναι πιο έντονα. Οι ρίζες των νεογιλών είναι μικρότερες, πεπλατυσμένες και αποκλίνουν περισσότερο, για να υπάρχει αρκετός χώρος για την ανάπτυξη και την ανατολή των μόνιμων δοντιών. Γενικά, τα δόντια της άνω γνάθου είναι μεγαλύτερα σε μέγεθος από τα δόντια της κάτω γνάθου τόσο στη νεογιλή όσο και στη μόνιμη οδοντοφυΐα.


Εικόνα 1.35 Δόντια της νεογιλής οδοντοφυΐας (αριστερό ημιμόριο,από τα αριστερά προς τα δεξιά: κεντρικός τομέας, πλάγιος τομέας, κυνόδοντας, πρώτος γομφίος, δεύτερος γομφίος).

Εικόνα 1.36 Κρανίο παιδιού με νεογιλή οδοντοφυΐα και σχηματισμένες τις μύλες των μόνιμων δοντιών α) πρόσθια και β) πλάγια όψη.

1.2.3.2 Μόνιμη οδοντοφυΐα Τα 32 μόνιμα δόντια διακρίνονται σε 4 κεντρικούς και 4 πλάγιους τομείς, 4 κυνόδοντες, 8 προγόμφιους και 12 γομφίους. Η στοματική κοιλότητα χωρίζεται σε τεταρτημόρια, 2 ημιμόρια σε κάθε γνάθο. Σε κάθε ημιμόριο διακρίνονται 1 κεντρικός και 1 πλάγιος τομέας, 1 κυνόδοντας, 2 προγόμφιοι και 3 γομφίοι (Εικ. 1.37).

Εικόνα 1.37 Πλάγια όψη κρανίου ενήλικα με μόνιμη οδοντοφυΐα.


Εικόνα 1.38 Δόντια της μόνιμης οδοντοφυΐας (αριστερό ημιμόριο, χειλικά, από τα αριστερά προς τα δεξιά: κεντρικός τομέας, πλάγιος τομέας, κυνόδοντας, πρώτος προγόμφιος, δεύτερος προγόμφιος, πρώτος γομφίος, δεύτερος γομφίος, τρίτος γομφίος.

Εικόνα 1.39 Δόντια της μόνιμης οδοντοφυΐας (αριστερό ημιμόριο, γλωσσικά, από τα δεξιά προς τα αριστερά: κεντρικός τομέας, πλάγιος τομέας, κυνόδοντας, πρώτος προγόμφιος, δεύτερος προγόμφιος, πρώτος γομφίος, δεύτερος γομφίος, τρίτος γομφίος.

Εικόνα 1.40 Δόντια της μόνιμης οδοντοφυΐας (αριστερό ημιμόριο, άπω, από τα δεξιά προς τα αριστερά: κεντρικός τομέας, πλάγιος τομέας, κυνόδοντας, πρώτος προγόμφιος, δεύτερος προγόμφιος, πρώτος γομφίος, δεύτερος γομφίος, τρίτος γομφίος).


Εικόνα 1.41 Δόντια της μόνιμης οδοντοφυΐας (αριστερό ημιμόριο, εγγύς, από τα αριστερά προς τα δεξιά: κεντρικός τομέας, πλάγιος τομέας, κυνόδοντας, πρώτος προγόμφιος, δεύτερος προγόμφιος, πρώτος γομφίος, δεύτερος γομφίος, τρίτος γομφίος).

Οι κεντρικοί τομείς ή κοπτήρες της άνω γνάθου είναι μεγαλύτεροι από τους πλάγιους τομείς, ενώ στην κάτω γνάθο συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο δεξίος από τον αριστερό κεντρικό και πλάγιο τομέα της άνω γνάθου διακρίνεται, διότι η εγγύς γωνία της κοπτικής επιφάνειας είναι ορθή και μυτερή, ενώ η άπω κοπτική γωνία είναι αποστρογγυλεμένη. Το ακρορρίζιο κλίνει άπω. Στην κάτω γνάθο η διάκριση είναι πιο δύσκολη, ιδιαίτερα για τον κεντρικό τομέα όπου δεν υπάρχει ιδιαίτερη διαφοροποίηση στην ανατομία της μύλης. Ως διακριτικό χαρακτηριστικό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ότι η επιμήκης αύλακα στην άπω επιφάνεια της ρίζας είναι πιο έντονη απ’ αυτή της εγγύς επιφάνειας. Ο δεξιός από τον αριστερό πλάγιο τομέα μπορεί να διακριθεί ευκολότερα διότι, όπως και στην άνω γνάθο, 1) η εγγύς γωνία της κοπτικής επιφάνειας είναι ορθή και μυτερή, ενώ η άπω κοπτική γωνία είναι αποστρογγυλεμένη, 2) η εγγύς επιφάνεια είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από την άπω, 3) η επιμήκης αύλακα στην άπω επιφάνεια της ρίζας είναι πιο έντονη (Εικ. 1.38-1.41). Οι κυνόδοντες, από μορφολογική άποψη, εμφανίζουν χαρακτηριστικά τομέων και προγομφίων. Στο κοπτικό χείλος σχηματίζεται αιχμηρό φύμα, ενώ το γλωσσικό έπαρμα προεξέχει περισσότερο απ’ αυτό των τομέων. Χαρακτηριστικό του κυνόδοντα είναι η μεγάλη και ογκώδης ρίζα του. Τα χαρακτηριστικά του κυνόδοντα της κάτω γνάθου δεν είναι τόσο έντονα σχηματισμένα. Ο δεξιός από τον αριστερό κυνόδοντα της άνω και της κάτω γνάθου μπορεί να διακριθεί διότι το εγγύς τμήμα του κοπτικού χείλους είναι μικρότερο από το άπω. Η κλίση του ακρορρίζιου είναι άπω (Εικ. 1.38-1.41). Οι προγόμφιοι εμφανίζουν στη μύλη δύο μεγάλα φύματα, ένα γλωσσικά και ένα παρειακά, και μια ρίζα. Μόνο ο πρώτος προγόμφιος της άνω γνάθου έχει δύο ρίζες, μια παρειακή και μια γλωσσική. Ο πρώτος και ο δεύτερος προγόμφιος τόσο της άνω όσο και της κάτω γνάθου διακρίνονται, διότι η εγγύς κλίση του παρειακού φύματος είναι μεγαλύτερη από την άπω και τα ακρορρίζια κλίνουν άπω (Εικ. 1.38-1.41). Οι γομφίοι είναι τα μεγαλύτερα σε μέγεθος δόντια. Οι πρώτοι γομφίοι και στην άνω και στην κάτω γνάθο είναι μεγαλύτεροι σε μέγεθος από τους δεύτερους γομφίους. Συνήθως, στην άνω γνάθο ο δεύτερος γομφίος είναι μεγαλύτερος από τον τρίτο, ενώ στην κάτω γνάθο ο τρίτος γομφίος μπορεί να είναι είτε μεγαλύτερος είτε μικρότερος από τον δεύτερο. Οι γομφίοι της άνω γνάθου έχουν τέσσερα φύματα και τρεις ρίζες: μία εγγύς, μία άπω παρειακή και μια υπερώια, που είναι και η μεγαλύτερη. Οι γομφίοι της κάτω γνάθου έχουν πέντε φύματα (τρία παρειακά και δύο γλωσσικά), έχουν σχήμα παραλληλόγραμμο με μακρύτερη την εγγύς –άπω πλευρά ή τετράγωνο, και διαθέτουν δύο ρίζες, μια εγγύς και μια άπω. Οι τρίτοι γομφίοι της άνω γνάθου έχουν μια ρίζα με μικρές διακλαδώσεις ή μικρές συγκλίνουσες ρίζες. Ο αριθμός των ριζών βοηθάει στην αναγνώριση των γομφίων της άνω από την κάτω γνάθο, ενώ η θέση των φυμάτων και η θέση της ρίζας βοηθάει στη διάκριση του αριστερού από τον δεξιό γομφίο, τόσο στην άνω όσο και στην κάτω γνάθο (Εικ. 1.38-1.41). Τα παραπάνω ανατομικά στοιχεία, όπως και στα οστά του κρανίου, εμφανίζουν συχνά και παραλλαγές οι οποίες χρησιμοποιούνται στην ανθρωπολογία στον υπολογισμό των συγγενικών σχέσεων των αρχαιολογικών πληθυσμών (αναλυτική αναφορά γίνεται στο κεφάλαιο 7). Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εκτός από τα βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά, τα υπόλοιπα διακριτικά χαρακτηριστικά δεν μπορούν πάντα να χρησιμοποιηθούν λόγω αποτριβής, έντονης τερηδόνας ή μεταθανάτιων αλλοιώσεων των δοντιών.


1.2.4 Κορμός Η σπονδυλική στήλη αποτελείται από 33-34 σπονδύλους (Εικ. 1.42). Οι πρώτοι επτά (7) σπόνδυλοι ονομάζονται αυχενικοί (Εικ. 1.43). Στους αυχενικούς σπονδύλους και ειδικά στους δύο πρώτους, τον άτλαντα και τον άξονα, στηρίζεται το κρανίο (Εικ. 1.44). Οι δώδεκα (12) θωρακικοί σπόνδυλοι συνδεόνται με τις πλευρές και μαζί με το στέρνο σχηματίζουν τον θωρακικό κλωβό (Εικ. 1.45). Ακολουθούν οι πέντε (5) οσφυϊκοί σπόνδυλοι οι οποίοι δεν ενώνονται με τις πλευρές, υπάρχουν μόνο οι καταβολές των πλευρών που σχηματίζουν τις εγκάρσιες αποφύσεις (Εικ. 1.46). Το ιερό οστό αποτελείται από 5 ιερούς σπονδύλους οι οποίοι συνοστεώνονται πλήρως στην εφηβεία (Εικ. 1.47). Τέλος, ακολουθούν οι τρεις (3) ή τέσσερις (4) κοκκυγικοί σπόνδυλοι οι οποίοι σχηματίζουν τον κόκκυγα, είναι πολύ μικροί σε μέγεθος και δεν εμφανίζουν κάποια ιδιαίτερα ανατομικά χαρακτηριστικά, εκτός από τον πρώτο κοκκυγικό στον οποίο παρατηρούμε τα πλάγια κέρατα (Εικ. 1.47).

αυχενικοί σπόνδυλοι

θωρακικοί σπόνδυλοι

οσφυϊκοί σπόνδυλοι

ιεροί σπόνδυλοι (ιερό οστό) κοκκυγικοί σπόνδυλοι (κόκκυγασ)

Εικόνα 1.42α Οπίσθια όψη της σπονδυλικής στήλης.


θωρακικοί σπόνδυλοι

οί σπόνδυλοι

οί σπόνδυλοι

οσφυϊκοί σπόνδυλοι

ί σπόνδυλοι

όνδυλοι τό)

κοί σπόνδυλοι ασ)

Εικόνα 1.42β Οπίσθια όψη της σπονδυλικής στήλης.

εγκάρσιο τρήμα

πρόσθιο φύμα σώμα αύλακα του νωτιαίου νεύρου οπίσθιο φύμα

άνω αρθρική επιφάνεια

εγκάρσια απόφυση

σπονδυλικό τρήμα

ακανθώδησ απόφυση

κάτω αρθρική επιφάνεια

Εικόνα 1.43 Αυχενικός σπόνδυλος (κάτοψη και πρόσθια επιφάνεια).

ακανθώδησ απόφυση


πρόσθιο φύμα

βοθρίο του οδόντα

εγκάρσιοσ σύνδεσμοσ του άξονα

πρόσθιο τόξο άνω αρθρική επιφάνεια εγκάρσια απόφυση

πλάγιο όγκωμα

εγκάρσιο τρήμα οπίσθιο τόξο

οπίσθιο φύμα εγκάρσιοσ σύνδεσμοσ του άξονα

σπονδυλικό τρήμα οδόντασ του άξονα

πτερυγοειδήσ σύνδεσμοσ

οδόντασ του άξονα

Εικόνα 1.44 Ο πρώτος (άτλαντας) και ο δεύτερος (άξονας) αυχενικός σπόνδυλος. δεξιά και αριστερή άνω αρθρική επιφάνεια εγκάρσια γλήνη για το φύμα τησ πλευράσ

σώμα

άνω πλευρικό ημιγλήνιο σπονδυλικό τρήμα

ακανθώδησ απόφυση εγκάρσια γλήνη για το φύμα τησ πλευράσ

μίσχοσ

σπονδυλικό τόξο

εγκάρσια απόφυση

δεξιά και αριστερή κάτω αρθρική επιφάνεια

Εικόνα 1.45 Θωρακικός σπόνδυλος (κάτοψη και πλάγια όψη).

άνω και κάτω πλευρικά ημιγλήνια


άνω αρθρική επιφάνεια μίσχοσ του σπονδύλου

σώμα του σπονδύλου

πλευροειδήσ απόφυση

τόξο του σπονδύλου

άνω σπονδυλική εντομή

κάτω σπονδυλική εντομή ακανθώδησ απόφυση

κάτω αρθρική επιφάνεια

Εικόνα 1.46 Οσφυικός σπόνδυλος (κάτοψη και πλάγια άποψη). μέση ιερή ακρολοφία αρθρική ή διάμεση ιερή ακρολοφία 5οσ οσφθικόσ σπόνδυλοσ

ιερόσ σωλήνασ άνω αρθρική απόφυση του ιερού οστού

πλάγια ιερή ακρολοφία

ιερό πτερύγιο

οπίσθια ιερά τρήματα

ιερό σχίσμα

βάση ιερού οστού

ιερά κέρατα

πρόσθια ιερά τρήματα

κόκκυγασ

κορυφή ιερού οστού

εγκάρσιεσ γραμμέσ ακρωτήριο των μαιευτήρων

πλάγια κέρατα του κόκκυγα ωτοειδήσ αρθρική επιφάνεια του ιερού οστού

Εικόνα 1.47 Ιερό οστό (πρόσθια, οπίσθια και πλάγια όψη).

Οι σπόνδυλοι παρουσιάζουν κοινά ανατομικά χαρακτηριστικά. Αποτελούνται από το σώμα, το σπονδυλικό τρήμα, την ακανθώδη απόφυση, τις εγκάρσιες αποφύσεις και τις άνω και κάτω αρθρικές επιφάνειες. Το σώμα των αυχενικών σπονδύλων είναι μικρό σε αντίθεση μ’ αυτό των οσφυϊκών, το οποίο είναι τριπλάσιο και τετραπλάσιο σε μέγεθος. Γενικά, όσο κατεβαίνουμε προς τη βάση της σπονδυλικής στήλης το μέγεθος του σώματος των σπονδύλων αυξάνεται. Αντιθέτως, η διάμετρος του σπονδυλικού τρήματος μειώνεται. Έτσι, ένας αυχενικός σπόνδυλος έχει μικρό σώμα και μεγάλο συγκριτικά σπονδυλικό τρήμα, ενώ ένας οσφυϊκός σπόνδυλος μεγάλο σώμα και μικρό τρήμα. Οι πρώτοι θωρακικοί σπόνδυλοι μοιάζουν στο σχήμα και στις ανατομικές αναλογίες με τους αυχενικούς σπονδύλους, ενώ όσο προχωράμε στη θωρακική μοίρα το σχήμα και οι ανατομικές αναλογίες μοιάζουν με τους οσφυϊκούς (Εικ. 1.48). Οι αυχενικοί σπόνδυλοι εμφανίζουν στην εγκάρσια


απόφυση ένα τρήμα, ένα πρόσθιο και ένα οπίσθιο φύμα. Οι θωρακικοί σπόνδυλοι έχουν, σε αντίθεση, μια αρθρική επιφάνεια στην εγκάρσια απόφυση, η οποία μαζί με την αρθρική επιφάνεια του φύματος της πλευράς σχηματίζουν την πλευρεγκάρσια διάρθρωση (Εικ. 1. 49). Οι θωρακικοί σπόνδυλοι είναι οι μόνοι που έχουν αρθρικές επιφάνειες στο σώμα τους, το άνω και κάτω ημιγλήνιο ή γλήνη για την κεφαλή της πλευράς (Εικ. 1.50). Είναι τα σημεία που ενώνονται οι σπόνδυλοι με τις πλευρές για να σχηματίσουν τον θωρακικό κλωβό. Η εγκάρσια απόφυση των οσφυϊκών σπονδύλων δεν εμφανίζει τρήμα και δεν υπάρχουν αρθρικές επιφάνειες στο σώμα. 1οσ θωρακικόσ σπόνδυλοσ

άνω πλευρική γλήνη

10οσ θωρακικόσ σπόνδυλοσ

12οσ θωρακικόσ σπόνδυλοσ

άνω πλευρική γλήνη

εγκάρσια απόφυση χωρίσ γλήνη για το φύμα τησ πλευράσ

Εικόνα 1.48 1ος, 10ος και 12ος θωρακικός σπόνδυλος (πλάγια άποψη). σώμα σπονδύλου μεσάρθριοσ σύνδεσμοσ μεσεγκάρσιοσ σύνδεσμοσ

πλευρό

αρθρική επιφάνεια

μεσοσπονδύλιοσ δίσκοσ

σώμα σπονδύλου

σπονδυλοπλευρική διάρθρωση (πλευρικό ημιγλήνιο) πλευρά

Εικόνα 1.49 Σπονδυλοπλευρική διάρθρωση σε θωρακικούς σπονδύλους (πλάγια άποψη και κάτοψη).


θωρακικοί σπόνδυλοι

αυχενικοί σπόνδυλοι

οσφυϊκοί σπόνδυλοι

Εικόνα 1.50 Αντιπροσωπευτικοί σπόνδυλοι από κάθε μοίρα της σπονδυλικής στήλης (πλάγια άποψη).

Ανάμεσα στους σπονδύλους υπάρχει ο μεσοσπονδύλιος δίσκος ο οποίος αποτελείται εξωτερικά από τον ινώδη δακτύλιο και εσωτερικά από τον πηκτοειδή πυρήνα (Εικ. 1.51). Οι σπόνδυλοι συγκρατούνται στη θέση τους με συνδέσμους που διατρέχουν τα σώματα και τις αποφύσεις των σπονδύλων (Εικ. 1.52-1.53). άνω αρθρική επιφάνεια

άνω σπονδυλική εντομή κάτω σπονδυλική εντομή

νωτιαίο νεύρο

μεσοσπονδύλιοσ δίσκοσ

κάτω σπονδυλική εντομή κάτω αρθρική επιφάνεια

Εικόνα 1.51 Θωρακικοί σπόνδυλοι όπου φαίνεται ο μεσοσπονδύλιος δίσκος (πλάγια άποψη).


οπίσθιοσ επιμήκησ σύνδεσμοσ

πρόσθιοσ επιμήκησ σύνδεσμοσ

Εικόνα 1.52 Οσφυικοί σπόνδυλοι όπου διακρίνεται ο πρόσθιος και ο οπίσθιος επιμήκης σύνδεσμος (πλάγια άποψη).

άνω πλευρεγκάρσιοσ σύνδεσμοσ

άνω πλευρεγκάρσιοσ σύνδεσμοσ

Εικόνα 1.53 Οσφυικοί σπόνδυλοι όπου διακρίνεται ο άνω πλευρεγκάρσιος σύνδεσμος (πλάγια άποψη).

Ο θωρακικός κλωβός αποτελείται από τους θωρακικούς σπονδύλους και 12 ζεύγη πλευρών (Εικ. 1.54 και Εικ. 1.55). Οι πρώτες επτά πλευρές ενώνονται απευθείας με το στέρνο και ονομάζονται γνήσιες, ενώ οι επόμενες πέντε πλευρές (8-12) ενώνονται έμμεσα ή καθόλου με το στέρνο και ονομάζονται νόθες. Τα δύο


τελευταία ζεύγη πλευρών (11-12) δεν ενώνονται με το στέρνο και ονομάζονται νόθες ή ασύντακτες πλευρές. Η πρώτη και η δεύτερη πλευρά είναι πεπλατυσμένες και είναι πολύ εύκολο να αναγνωριστούν ακόμη και ανάμεσα σε πλήθος σπασμένων τμημάτων πλευρών (Εικ. 1.56). Ιδιαίτερα η πρώτη πλευρά είναι μικρή και η άνω επιφάνεια της είναι τραχεία, επειδή εκεί υπάρχει το φύμα του πρόσθιου σκαληνού μυός και οι αύλακες για την υποκλείδια αρτηρία και την υποκλείδια φλέβα. Αντιστοίχως, η άνω επιφάνεια της δεύτερης πλευράς εμφανίζει το τράχυσμα του πρόσθιου οδοντωτού μυός. Οι πλευρές αποτελούνται από την κεφαλή, τον αυχένα και το σώμα. Ανάμεσα στην κεφαλή και τον αυχένα υπάρχει το φύμα της πλευράς. Η κεφαλή και το φύμα φέρουν τις αρθρικές επιφάνειες για την ένωση με τους σπονδύλους. Στην κάτω επιφάνεια των πλευρών, εκτός από την 1η, την 11η και τη 12η ,υπάρχει η πλευρική αύλακα. Το σώμα με την πλευρική αύλακα έχει φορά προς τα κάτω και προς τα εμπρός, ενώ η κεφαλή τοποθετείται οπίσθια. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διαχωρίσουμε εάν μια πλευρά είναι δεξιά ή αριστερή.

γνήσιεσ πλευρέσ πλευρικόσ χόνδροσ

ξυφοειδήσ απόφυση

πλευρικό τόξο πλευρικόσ χόνδροσ

νόθεσ ασύντακτεσ πλευρέσ (ΧΙ και ΧΙΙ πλευρά)

νόθεσ πλευρέσ υπόστερνη γωνία

πλευρικό τόξο

Εικόνα 1.54 Ο θωρακικός κλωβός (πρόσθια άποψη).


άνω πλευρική γλήνη

άνω αρθρική επιφάνεια

εγκάρσια απόφυση και γλήνη για το φύμα τησ πλευράσ

στέρνο

μεσοσπονδύλιοσ δίσκοσ

κάτω αρθρική επιφάνεια

σώμα θωρακικού σπονδύλου κάτω πλευρικό ημιγλήνιο σώμα πλευράσ

πλευρικόσ χόνδροσ

Εικόνα 1.55 Άρθρωση ανάμεσα στους σπονδύλους, τις πλευρές και το στέρνο (πλάγια-πρόσθια άποψη). κεφαλή

φύμα τησ πλευράσ

αυχένασ

φύμα

γωνία τησ πλευράσ κεφαλή τησ πλευράσ

αυχένασ φύμα του πρόσθιου σκαληνού μυόσ

αύλακα τησ πλευράσ

αύλακα τησ υποκλείδιασ αρτηρίασ πλευρικόσ χόνδροσ

αύλακα τησ υποκλείδιασ φλέβασ

σώμα τησ πλευράσ

φύμα

πλευρικόσ χόνδροσ

αυχένασ αρθρική επιφάνεια

αρθρική επιφάνεια

Εικόνα 1.56 Τυπικά ανατομικά χαρακτηριστικά μίας αριστερής πλευράς (πλάγια και πρόσθια όψη ), μίας πρώτης αριστερής πλευράς (κάτοψη) και μιας 12ης αριστερής πλευράς.

Το στέρνο αποτελείται από τη λαβή, το σώμα και την ξιφοειδή απόφυση (Εικ. 1.57). Στην πραγματικότητα, το σώμα αποτελείται από τέσσερα τμήματα τα οποία συνοστεώνονται μεταξύ τους μετά την εφηβεία. Πολλές φορές μπορεί να παρατηρηθεί και συνοστέωση ανάμεσα στη λαβή και το σώμα του στέρνου. Στο άνω άκρο της λαβής υπάρχει η σφαγιτιδική εντομή και η κλειδική εντομή με την οποία το στέρνο ενώνεται με την κλείδα. Στην πλάγια επιφάνεια της λαβής και του σώματος, υπάρχουν οι πλευρικές εντομές για την άρθρωση με τις πλευρές.


κλειδική εντομή

σφαγιτιδική εντομή λαβή του στέρνου

πλευρική εντομή στερνική γωνία συγχόνδρωση ανάμεσα στη λαβή και το στέρνο

πλευρικέσ εντομέσ

σώμα στέρνου

στερνοξιφοειδήσ συγχόνδρωση ξιφοειδήσ απόφυση

Εικόνα 1.57 Στέρνο (πλάγια – πρόσθια όψη).

Βασικά χαρακτηριστικά για τον προσανατολισμό και την αναγνώριση των οστών του κορμού • Σπόνδυλοι: Το σώμα των σπονδύλων τοποθετείται εμπρόσθια και η ακανθώδης απόφυση οπίσθια και προς τα κάτω. • Αυχενικοί σπόνδυλοι: μικρά και οβάλ σώματα, εγκάρσιο τρήμα, δεν έχουν αρθρική επιφάνεια για τα πλευρά. • Θωρακικοί σπόνδυλοι: τα σώματα μεταβάλλονται από οβάλ σε τριγωνικά και στρόγγυλλα από πάνω προς τα κάτω, έχουν αρθρική επιφάνεια στο σώμα (τις γλήνες και τα ημιγλήνια) και στις εγκάρσιες αποφύσεις. • Οσφυϊκοί σπόνδυλοι: οι μεγαλύτεροι σε μέγεθος σπόνδυλοι, μικρό σπονδυλικό τρήμα συγκριτικά με το μέγεθός τους, δεν έχουν αρθρική επιφάνεια στο σώμα και στις εγκάρσιες αποφύσεις. • Ιερό οστό: οι ιερές ακρολοφίες οπίσθια και η κορυφή προς τα κάτω. • Πλευρές: η κεφαλή και το φύμα τοποθετούνται οπίσθια, το σώμα και η πλευρική αύλακα έχει φορά προς τα κάτω και πρόσθια. • Πρώτη πλευρά: μικρή, πεπλατυσμένη με την τραχεία επιφάνεια στην άνω επιφάνεια. • Στέρνο: η εμπρόσθια επιφάνεια είναι τραχύτερη και κυρτή, η οπίσθια κοίλη.

1.2.6 Τα άνω άκρα Αρθρωμένα στον θώρακα είναι τα οστά της ωμικής ζώνης, η ωμοπλάτη και η κλείδα, τα οποία ενώνονται με τη στερνοκλειδική διάρθρωση. Στην ωμοπλάτη αρθρώνεται το άνω άκρο που αποτελείται από το βραχιόνιο, τον πήχυ (κερκίδα και ωλένη), τον καρπό (8 καρπικά οστά), την παλάμη (5 μετακαρπικά οστά) και τα δάχτυλα (14 φάλαγγες) (Εικ. 1.58). Το άνω άκρο του ανθρώπου έχει αναπτύξει υψηλό βαθμό κινητικότητας και η ωμική ζώνη έχει μεγάλη έκταση κίνησης. Επιπρόσθετα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου πήχεως είναι ο υπτιασμός, ο πρηνισμός, η κάμψη και η έκταση (Εικ. 1.59).


ωμοπλάτη

κλείδα

ακρώμιο

ωμογλήνη

βραχιόνιο

ωλένη

κερκίδα

καρπικά οστά μετακαρπικά οστά

φάλαγγεσ

Εικόνα 1.58 Άνω άκρο.

κάμψη έκταση πρηνισμόσ υπτιασμόσ

Εικόνα 1.59 Κινήσεις του πύχη (πρηνισμός-υπτιασμός, κάμψη-έκταση).


Η ωμοπλάτη είναι ένα πλατύ οστό με πολλούς πυρήνες οστέωσης, οι οποίοι συνενώνονται μεταξύ τους πλήρως στην ηλικία των 16-22 ετών. Χαρακτηρίζεται από την πρόσθια και την οπίσθια επιφάνεια, το άνω ή αυχενικό χείλος, το έσω ή νωτιαίο χείλος και το έξω ή μασχαλιαίο χείλος. Διακριτές είναι επίσης η άνω, κάτω και η έξω γωνία (Εικ. 1.60). Η πρόσθια ή κοιλιακή επιφάνεια ακουμπά στις πλευρές, ενώ την οπίσθια επιφάνεια μπορούμε να την αισθανθούμε στο πίσω μέρος του ώμου μας. Στην οπίσθια επιφάνεια υπάρχει το ακρώμιο, ενώ στην πρόσθια επιφάνεια η κορακοειδής απόφυση. Στην έξω γωνία υπάρχει η ωμογλήνη με την οποία αρθώνεται η κεφαλή του βραχιονίου̇ μαζί με την αρθρική επιφάνεια του ακρώμιου που αρθρώνεται στο ακρωμιακό άκρο της κλείδας σχηματίζουν τη διάρθρωση του ώμου. κορακοειδήσ απόφυση ωμοπλατιαία εντομή άνω ή αυχενικό χείλοσ

αρθρική επιφάνεια ακρώμιου

άνω γωνία υπερακάνθιοσ βόθροσ έσω χείλοσ

ακρώμιο υπακάνθιοσ βόθροσ

ωμοπλατιαία άκανθα

ωμογλήνη υπακάνθιοσ βόθροσ

υπογλήνιο φύμα

έξω ή μασχαλιαίο χείλοσ ακρώμιο

άνω γωνία υπεργλήνιο φύμα κορακοειδήσ απόφυση

κάτω γωνία ωμογλήνη υπογλήνιο φύμα

αρθρική επιφάνεια ακρώμιου άνω ή αυχενικό χείλοσ άνω γωνία

ακρώμιο

έσω ή μασχαλιαίο χείλοσ

κορακοειδήσ απόφυση έσω χείλοσ ωμογλήνη πρόσθια ή πλευρική επιφάνεια

υπογλήνιο φύμα

κάτω γωνία έξω ή μασχαλιαίο χείλοσ

κάτω γωνία

Εικόνα 1.60 Δεξιά ωμοπλάτη (οπίσθια, πρόσθια, έξω-πλάγια όψη).

Η κλείδα είναι ένα μακρύ αυλοειδές οστό σε σχήμα τελικού σίγμα. Το ακρωμιακό άπω άκρο της είναι πεπλατυσμένο και αρθρώνεται με την ωμοπλάτη, ενώ το εγγύς στερνικό άκρο της έχει σχήμα τριγωνικό και αρθρώνεται με το στέρνο. Το κωνοειδές φύμα βρίσκεται κοντά στο ακρωμιακό άκρο, εκεί όπου υπάρχει η τραπεζοειδής ακρολοφία (Εικ. 1.61).


ακρωμιακό άκρο

άνω επιφάνεια στερνικό άκρο

εμπρόσθια επιφάνεια

κωνοειδέσ φύμα

κωνοειδέσ φύμα τραπεζοειδήσ γραμμή

Εικόνα 1.61 Δεξιά κλείδα (κάτοψη, πρόσθια επιφάνεια).

Το βραχιόνιο είναι ένα αυλοειδές επίμηκες οστό. Έχει δύο άκρα, τις επιφύσεις, και ένα κεντρικό τμήμα, τη διάφυση. Εσωτερικά στο εγγύς άκρο βρίσκεται η κεφαλή του βραχιονίου η οποία συμμετέχει στην άρθρωση του ώμου (Εικ. 1.62), ενώ στο άπω άκρο υπάρχει πρόσθια η τροχιλία (Εικ. 1.63) και οπίσθια ο ωλεκρανικός βόθρος, όπου αρθρώνεται η κεφαλή της ωλένης και της κερκίδας, σχηματίζοντας τη διάρθρωση του αγκώνα (Εικ. 1.64). Δεξία και αριστερά από την τροχιλία και τον ωλεκρανικό βόθρο υπάρχει η παρακονδύλια και η παρατροχίλια απόφυση. Στην έξω επιφάνεια του κέντρου της διάφυσης υπάρχει το δελτοειδές τράχυσμα στο οποίο καταφύεται ο δελτοειδής μυς. μείζον βραχιόνιο όγκωμα έλασσον βραχιόνιο όγκωμα αύλακα του δικέφαλου μυόσ

κεφαλή του βραχιονίου ανατομικόσ αυχένασ χειρουργικόσ αυχένασ

ακρολοφία μείζονοσ και ελάσσονοσ βραχιόνιου ογκώματοσ

δελτοειδέσ τράχυσμα

δελτοειδέσ τράχυσμα

Εικόνα 1.62 Δεξιό βραχιόνιο (εγγύς άκρο, πρόσθια όψη).


κορωνοειδήσ βόθροσ

κερκιδικόσ βόθροσ

τροχιλία

παρακονδύλια απόφυση

παρατροχίλια απόφυση

κόνδυλοσ κεφαλή κερκίδασ

ωλέκρανο

κερκιδική εντομή

Εικόνα 1.63 Δεξιός αγκώνας (εγγύς άκρο, πρόσθια όψη).

κεφαλή

μείζων βραχιόνιο όγκωμα

εμπρόσθια και εγγύσ επιφάνεια

εμπρόσθιο χείλοσ

εμπρόσθια και άπω επιφάνεια

αύλακα του κερκιδικού νεύρου δελτοειδέσ τράχυσμα εγγύσ χείλοσ

οπίσθια επιφάνεια

έξω χείλοσ έσω χείλοσ

παρακονδύλια απόφυση

παρατροχίλια απόφυση

τροχιλία

ωλεκρανικόσ βόθροσ

Εικόνα 1.64 Δεξιό βραχιόνιο (οπίσθια όψη).

άπω χείλοσ


Η κερκίδα και η ωλένη σχηματίζουν τον πήχυ (Εικ. 1.65 και 1.66). Η ωλένη έχει στο εγγύς άκρο της το ωλέκρανο, το οποίο αρθρώνεται με τον ωλεκρανικό βόθρο του βραχιονίου, ενώ η κερκίδα έχει εγγύς μια αποστρογγυλεμένη επιφάνεια, την κεφαλή. Η κεφαλή ενώνεται με την ωλένη μέσω της άνω κερκιδωλενικής διάρθρωσης και με το βραχιόνιο μέσω της βραχιονοκερκιδικής διάρθρωσης. Στα άπω άκρα τους, εμφανίζονται δύο στυλοειδείς αποφύσεις. Τα οστά του καρπού είναι βραχέα οστά με ακανόνιστο μικρό μέγεθος. Είναι επτά: το μηνοειδές, το πυραμοειδές, το κεφαλωτό, το αγκιστρωτό, το σκαφοειδές, το μείζον πολύγωνο και το έλλασον πολύγωνο (Εικ. 1.67). Στη συνέχεια, ακολουθούν τα πέντε μετακαρπικά οστά, με το πρώτο μετακαρπικό οστό να αρθρώνεται με τον αντίχειρα και να είναι πιο κοντό από τα υπόλοιπα. Οι φάλαγγες διακρίνονται στις πρώτες ή κεντρικές, στις μέσες και στις ονυχοφόρες. Στον αντίχειρα υπάρχει μόνο η κεντρική και η ονυχοφόρος φάλαγγα (Εικ. 1.67). Οι μέσες φάλαγγες μπορούν να διακριθούν από τις κεντρικές διότι στην εγγύς αρθρική επιφάνεια εμφανίζουν στη μέση μια ακρολοφία η οποία δεν υπάρχει στις κεντρικές. κεφαλή τησ κερκίδασ

αυχένασ κερκιδικό όγκωμα

τροφοφόρο τρήμα

εμπρόσθιο χείλοσ άπω επιφάνεια

εμπρόσθια επιφάνεια μεσόστεο χείλοσ

οπίσθια επιφάνεια διάφυση

οπίσθιο χείλοσ μεσόστεο χείλοσ

ωλένια εντομή αύλακεσ και επάρματα για τουσ τένοντεσ των εκτεινόντων μυών

στυλοειδήσ απόφυση κερκιδοκαρπική διάρθρωση

καρπική αρθρική ωλένια εντομή επιφάνεια Εικόνα 1.65 Δεξιά κερκίδα (πρόσθια όψη).


ωλέκρανο

μηνοειδήσ εντομή τησ ωλένησ

κορωνοειδήσ απόφυση

κερκιδική εντομή ωλένιο τράχυσμα

εμπρόσθιο χείλοσ εμπρόσθια επιφάνεια μεσόστεο χείλοσ

εμπρόσθια επιφάνεια εγγύσ επιφάνεια οπίσθιο χείλοσ

μεσόστεο χείλοσ οπίσθια επιφάνεια εμπρόσθιο χείλοσ

αρθρική επιφάνεια τησ κεφαλήσ τησ ωλένησ

κεφαλή τησ ωλένησ

στυλοειδήσ απόφυση

Εικόνα 1.66 Δεξιά ωλένη (πρόσθια όψη).


ονυχοφόρα φάλαγγα

μέση φάλαγγα

κεντρική φάλαγγα φάλαγγεσ ονυχοφόρα φάλαγγα του αντίχειρα

IV

μετακαρπικά

V

III

1η φάλαγγα του αντίχειρα II

I

κεφαλωτό άγκιστρο του αγκιστρωτού

έλασσον πολύγωνο μείζων πολύγωνο

αγκιστρωτό πισοειδέσ

καρπικά οστά

πυραμοειδέσ σκαφοειδέσ μηνοειδέσ

πισοειδέσ πυραμοειδέσ αγκιστρωτό

μείζων πολύγωνο ελλάσον πολύγωνο κεφαλωτό

Εικόνα 1.67 Καρπικά οστά, μετακαρπικά οστά και οστά των δακτύλων (παλαμιαία επιφάνεια).

Βασικά χαρακτηριστικά για τον προσανατολισμό και την αναγνώριση των άνω άκρων • Κλείδα: το στερνικό άκρο είναι μεγαλύτερο και τριγωνικό και βρίσκεται εσωτερικά, το ακρωμιακό άκρο είναι πεπλατυσμένο και βρίσκεται εξωτερικά. Το εντύπωμα για τον πλευροκλειδικό σύνδεσμο και το κωνοειδές φύμα προς τα κάτω. • Ωμοπλάτη: η ωμογλήνη εξωτερικά και πλάγια, το ακρώμιο οπίσθια, η κορακοειδής απόφυση εμπρόσθια. • Βραχιόνιο: η κεφαλή (αρθρική επιφάνεια) εσωτερικά, το δελτοειδές τράχυσμα εξωτερικά και πλάγια, το έλασσον βραχιόνιο όγκωμα πρόσθια, ο ωλεκρανικός βόθρος οπίσθια. • Κερκίδα: το κερκιδικό όγκωμα εσωτερικά και πρόσθια, η στυλοειδής απόφυση εξωτερικά και οπίσθια. • Ωλένη: η τροχιλιακή εντομή πρόσθια, η κερκιδική εντομή εσωτερικά και πρόσθια, η στυλοειδής απόφυση εσωτερικά και οπίσθια.


1.2.7 Τα κάτω άκρα Η πυελική ζώνη συνδέεται με τη σπονδυλική στήλη μέσω της ιερολαγόνιας διάρθρωσης. Δεξιά και αριστερά από την πυελική ζώνη υπάρχουν τα κάτω άκρα που αποτελούνται από τον μηρό, την κνήμη και το πόδι. Η κινητικότητα του κάτω άκρου επιτρέπει τη δίποδη βάδιση και είναι λίγο πιο περιορισμένη απ’ αυτή του άνω άκρου. Η πύελος αποτελείται από το δεξιό και το αριστερό ανώνυμο οστό, τα οποία αρθρώνονται με το ιερό οστό (Εικ. 1.68). Το ανώνυμο οστό αποτελείται από τρία επιμέρους οστά, το ηβικό, το ισχιακό και το λαγόνιο τα οποία συνοστεώνονται στην ηλικία περίπου των 16 ετών (Εικ. 1.69). Στην εσωτερική επιφάνεια του ανώνυμου οστού, υπάρχει η ωτοειδής αρθρική επιφάνεια με την οποία αρθρώνεται το ιερό οστό, σχηματίζοντας την ιερολαγόνια διάρθρωση (Εικ. 1.70) και στην εξωτερική επιφάνεια βρίσκεται η κοτύλη με την οποία αρθρώνεται το μηριαίο οστό, σχηματίζοντας τη διάρθρωση του ισχίου (Εικ. 1.71). Στην πρόσθια και έσω πλευρά του ανώνυμου οστού βρίσκεται η αρθρική επιφάνεια του ηβικού οστού. Το δεξιό και το αριστερό ηβικό οστό ενώνονται, σχηματίζοντας την ηβική σύμφυση (Εικ. 1.72). Στην ανατομική τους θέση τα δύο ανώνυμα και το ιερό οστό σχηματίζουν το στόμιο ή την έξοδο της πυέλου (Εικ. 1.73). Στις γυναίκες το στόμιο της πυέλου είναι πιο μεγάλο και έχει οωειδές σχήμα, ενώ στους άνδρες έχει σχήμα καρδιάς και είναι πιο στενό. Αυτό οφείλεται στις επιμέρους ανατομικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες στα οστά της πυέλου (γίνεται αναφορά στο κεφάλαιο 2). οσφυολαγόνιοσ σύνδεσμοσ

πρόσθιοσ ιερολαγόνιοσ σύνδεσμοσ

ισχιοϊερόσ σύνδεσμοσ

κοιλιακοί ιερολαγόνιοι σύνδεσμοι

ισχιοϊερόσ σύνδεσμοσ

Εικόνα 1.68 Πύελος με μερικούς από του συνδέσμους που ενώνουν το ιερό με τα δύο ανώνυμα οστά (πρόσθια και οπίσθια όψη).

λαγόνιο

ισχιακό

ηβικό

Εικόνα 1.69 Δεξί ανώνυμο οστό όπου διακρίνονται τα επιμέρους οστά: λαγόνιο, ισχιακό και ηβικό (έξω πλάγια όψη).


λαγόνια ακρολοφία

πρόσθια άνω λαγόνια άκανθα

οπίσθια γλουτιαία γραμμή κάτω γλουτιαία γραμμή

πρόσθια κάτω λαγόνια άκανθα

μείζων ισχιακή εντομή

κοτύλη

ηβικό φύμα ισχιακή άκανθα

θυροειδέσ τρήμα

ελάσσων ισχιακή εντομή μηνοειδήσ επιφάνεια τησ κοτύλησ

ισχιακό κύρτωμα

κοτυλιαίοσ βόθροσ

κοτυλιαία εντομή

Εικόνα 1.70 Δεξί ανώνυμο οστό (έξω πλάγια όψη). λαγόνιοσ βόθροσ

πρόσθια άνω λαγόνια άκανθα

κοιλιακή όψη

πρόσθια κάτω λαγόνια άκανθα μείζων ισχιακή εντομή

τοξοειδήσ ακρολοφία

θυροειδήσ αύλακα ισχιακή άκανθα ελάσσων ισχιακή εντομή ηβικό φύμα

ηβική σύμφηση

ισχιακό κύρτωμα

θυροειδέσ τρήμα

Εικόνα 1.71 Δεξί ανώνυμο οστό (έσω πλάγια όψη).

ραχιαία όψη


Εικόνα 1.72 Ηβική σύμφυση (πρόσθια όψη). λαγόνιο

ιερό

ισχιακό

ηβικό

Εικόνα 1.73 Πύελος και στόμιο της πυέλου(κόκκινο) (πρόσθια όψη).

Το μηριαίο οστό είναι το πιο μεγάλο οστό του ανθρωπινου σκελετού. Είναι ένα αυλοειδές οστό με δύο επιφύσεις στα άκρα του, την εγγύς όπου βρίσκεται η κεφαλή και ο μείζων τροχαντήρας και την άπω όπου βρίσκονται οι δύο κόνδυλοι (Εικ. 1.74). Η κεφαλή, όπως είδαμε, αρθρώνεται με το ανώνυμο οστό, ενώ οι κόνδυλοι αρθρώνονται με την κνήμη, σχηματίζοντας τη διάρθρωση του γόνατου. Στην έσω επιφάνεια της εγγύς επίφυσης βρίσκεται η κεφαλή του μηριαίου (Εικ. 1.75), ενώ στην έξω επιφάνεια ο μείζων τροχαντήρας (Εικ. 1.76). Στην πρόσθια επιφάνεια, κάτω από την κεφαλή του μηριαίου, διακρίνεται η μεσοτροχαντήρια γραμμή που ξεκινάει διαγώνια από τον μείζονα έως τον ελάσσονα τροχαντήρα. Στην οπίσθια επιφάνεια του μηριαίου, στην εγγύς επίφυση υπάρχει ο ελάσσων τροχαντήρας και ο τρίτος τροχαντήρας. Ο τρίτος τροχαντήρας είναι μια ανατομική παραλλαγή. Σε κάποιους ανθρώπους εμφανίζεται συχνά ως απλό έπαρμα, ενώ σε κάποιους άλλους εμφανίζεται επαρκώς σχηματισμένος. Στην οπίσθια επιφάνεια της διάφυσης είναι εμφανής και η τραχεία γραμμή στην οποία υπάρχει το έσω και το έξω χείλος (Εικ. 1.76). Η επιγονατίδα είναι ένα σησαμοειδές οστό που βρίσκεται επάνω στη διάρθρωση του γόνατου. Έχει σχήμα τριγωνικό πεπλατυσμένο και η κορυφή της φέρεται προς τα κάτω (Εικ. 1.77). Η πρόσθια επιφάνειά της είναι τραχεία, ενώ η οπίσθια αποτελείται από μια αρθρική επιφάνεια, η οποία χωρίζεται κάθετα με μια επιμήκη ακρολοφία. Η έξω αρθρική επιφάνεια είναι μεγαλύτερη σε μεγέθος από την έσω. Χρησιμοποιώντας το διαφορετικό μέγεθος της έσω και έξω αρθρικής επιφάνειας μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε τη δεξιά από την αριστερή επιγονατίδα.


τραχεία γραμμή εμπρόσθια επιφάνεια εγγύσ χείλοσ

άπω χείλοσ

εγγύσ επιφάνεια

άπω επιφάνεια τραχεία γραμμή

φύμα του μεγάλου προσαγωγού

ιγνυακή επιφάνεια

έξω κόνδυλοσ

έξω υπερκονδύλιο κύρτωμα

έσω υπερκονδύλιο κύρτωμα

βοθρίο του ιγνυακού μυόσ

μηριαία τροχιλία

έξω κράσπεδο τησ τραχείασ γραμμήσ

έξω υπερκονδύλιο κύρτωμα

έξω κόνδυλοσ

φύμα του μεγάλου προσαγωγού έσω υπερκονδύλιο κύρτωμα έσω κόνδυλοσ

μεσοκονδύλιοσ βόθροσ

Εικόνα 1.74 Αριστερό μηριαίο οστό (πλάγια, πρόσθια και οπίσθια όψη). ανατομικόσ αυχένασ

βοθρίο τησ κεφαλήσ

κεφαλή του μηριαίου οστού

μείζων τροχαντήρασ

πρόσθια μεσοτροχαντήρια γραμμή ελάσσων τροχαντήρασ

ανατομικόσ αυχένασ βοθρίο του τροχαντήρα κτενιαία γραμμή

διάφυση

μείζων τροχαντήρασ

οπίσθια μεσοτροχαντήρια γραμμή ελάσσων τροχαντήρασ

έσω κράσπεδο τησ τραχείασ γραμμήσ

Εικόνα 1.75 Δεξί μηριαίο οστό, εγγύς άκρο (πρόσθια, έσω-πλάγια όψη).


μείζων τροχαντήρασ

ανατομικόσ αυχένασ μείζων τροχαντήρασ

βοθρίο τησ κεφαλήσ

μεσοτροχαντήρια ακρολοφία

ελάσσων τροχαντήρασ

ελάσσων τροχαντήρασ γλουτιαίο τράχυσμα

κτενιαία γραμμή

τραχεία γραμμή έσω κράσπεδο τησ τραχείασ γραμμήσ

έξω κράσπεδο τησ τραχείασ γραμμήσ

Εικόνα 1.76 Δεξί μηριαίο οστό, εγγύς άκρο (οπίσθια, έξω-πλάγια όψη).

έξω πλάγιοσ περονιαίοσ σύνδεσμοσ

άνω κνημοπερονιαία διάρθρωση

μεσόστεοσ υμένασ

Εικόνα 1.77 Διάρθρωση του δεξιού γόνατου (πρόσθια όψη).

Η κνήμη αρθρώνεται με το μηριαίο οστό στη διάρθρωση του γόνατου. Στην εγγύς επίφυση υπάρχουν δύο κόνδυλοι οι οποίοι χωρίζονται από το μεσογλήνιο έπαρμα και αρθρώνονται με τους κόνδυλους του μηρίαιου. Στην εμπρόσθια επιφάνεια είναι ορατό το κνημιαίο όγκωμα. Στην άπω και οπίσθια επιφάνεια της επίφυσης υπάρχει η αρθρική επιφάνεια με την οποία αρθρώνεται μέσω της αρθρικής επιφάνειας της κεφαλής της περόνης, σχηματίζοντας την άνω κνημοπερονιαία διάρθρωση. Στην άπω επίφυση εσωτερικά υπάρχει το έσω σφυρό και εξωτερικά η θέση της κάτω κνημοπερονιαίας συνδέσμωσης (Εικ. 1.78). Στο σημείο αυτό ενώνεται με το έξω σφυρό της περόνης. Η περόνη είναι ένα μακρύ και λεπτό αυλοειδές οστό με περίπου ρομβοειδή διατομή (Εικ. 1.79). Η αναγνώριση της περόνης χωρίς τουλάχιστον το ένα άκρο είναι αρκετά δύσκολη.


μεσοκονδύλιο ή μεσογλήνιο έπαρμα

έσω γληνιαίο φύμα κνημιαίο κύρτωμα

έξω γληνιαίο φύμα

έσω κόνδυλοσ

έξω κόνδυλοσ αρθρική επιφάνεια για την περόνη

μεσόστεοσ υμένασ

κτενιαία γραμμή

άπω επιφάνεια μεσόστεο χείλοσ

πρόσθιο χείλοσ τησ κνήμησ μεσόστεο χείλοσ τησ κνήμησ

πρόσθιο χείλοσ

εμπρόσθια επιφάνεια

κνήμη

εμπρόσθιο χείλοσ

εγγύσ επιφάνεια

άπω επιφάνεια

οπίσθιο χείλοσ περόνη οπίσθια επιφάνεια

οπίσθιο χείλοσ

μεσόστεο χείλοσ εγγύσ χείλοσ οπίσθια επιφάνεια

έσω σφυρό έξω σφυρό

έξω σφυρό

σφυρίτιδα αύλακα τησ κνήμησ βοθρίο του έξω σφυρού

Εικόνα 1.78 Δεξιά κνήμη και περόνη (πρόσθια και οπίσθια όψη). κορυφή τησ κεφαλήσ αρθρική επιφάνεια τησ περόνησ

κεφαλή τησ περόνησ

αυχένασ άπω επιφάνεια εμπρόσθιο χείλοσ εμπρόσθια επιφάνεια μεσόστεο χείλοσ

διάφυση οπίσθια επιφάνεια οπίσθιο χείλοσ

άπω επιφάνεια εγγύσ επιφάνεια εμπρόσθια επιφάνεια

Εικόνα 1.79 Αριστερή περόνη (έσω πλάγια όψη).


Η κνήμη και η περόνη αρθρώνονται με την αρθρική επιφάνεια του αυχένα του αστραγάλου σχηματίζοντας την αστραγαλοκνημική διάρθρωση (Εικ. 1.80). Η πτέρνα αρθρώνεται στην κάτω επιφάνεια του αστραγάλου και στην ουσία φέρει όλο το βάρος του σώματος (Εικ. 1.81). Πρόσθια από τον αστράγαλο και την πτέρνα αρθρώνονται τα υπόλοιπα οστά του ταρσού, το έσω, μέσο και έξω σφηνοειδές, το σκαφοειδές και το κυβειδές οστό. Ακολουθούν τα μεταταρσικά οστά και οι φάλλαγγες. Οι φάλαγγες, όπως και στο χέρι, διακρίνονται σε κεντρικές ή πρώτες, σε μέσες και σε ονυχοφόρες. Το μεγάλο δάκτυλο αποτελείται μόνο από την κεντρική και την ονυχοφόρα φάλαγγα (Εικ. 1.82). τροχιλία του αστραγάλου

κεφαλή

έσω σφυρίτιδα επιφάνεια του αστραγάλου

αυχένασ του αστραγάλου

ταρσαίοσ κόλποσ

θέση τησ αστραγαλοπτερνοσκαφοειδούσ διάρθρωσησ

κεφαλή

μέση πτερνιαία αρθρική επιφάνεια

θέση τησ αστραγαλοπτερνοσκαφοειδούσ διάρθρωσησ

σώμα οπίσθιο φύμα του αστραγάλου

θέση τησ αστραγαλοπτερνικήσ διάρθρωσησ

αύλακα του τένοντα του μακρού καμπτήρα του μεγάλου δακτύλου

Εικόνα 1.80 Δεξιός αστράγαλος (έσω-πλάγια και πελματιαία όψη).

Α

B θέση τησ πτερνοκυβοειδούσ διάρθρωσησ

πρόσθια αστραγαλική αρθρική επιφάνεια μέση αστραγαλική αρθρική επιφάνεια

υπέρεισμα του αστραγάλου

αύλακα τησ πτέρνασ υπέρεισμα του αστραγάλου οπίσθια αστραγαλική αρθρική επιφάνεια κύρτωμα τησ πτέρνασ

Γ

κύρτωμα τησ πτέρνασ αύλακα τησ πτέρνασ μέση αστραγαλική αρθρική επιφάνεια

οπίσθια αστραγαλική αρθρική επιφάνεια

πρόσθια αστραγαλική αρθρική επιφάνεια

έξω απόφυση τησ πτέρνασ Εικόνα 1.81 Δεξιά πτέρνα (κάτοψη, πελματιαία και έξω-πλάγια όψη).


ονυχοφόρεσ φάλλαγγεσ I

II III

φάλαγγεσ

IV V

μεταταρσικά

έσω σφηνοειδέσ οστό μέσο σφηνοειδέσ οστό έξω σφηνοειδέσ οστό

σκαφοειδέσ οστό ταρσικά οστά

κυβοειδέσ οστό

αστράγαλοσ

πτέρνα Εικόνα 1.82 Δεξί πόδι: ταρσικά οστά, μεταταρσικά οστά και οστά των δακτύλων (κάτοψη).

Βασικά χαρακτηριστικά για τον προσανατολισμό και την αναγνώριση των κάτω άκρων • Ανώνυμο οστό: η κοτύλη εξωτερικά και πλάγια, η ηβική σύμφυση εσωτερικά και πλάγια, η ωτοειδής επιφάνεια εσωτερικά και οπίσθια. • Μηριαίο: η κεφαλή εσωτερικά και πλάγια, ο μείζων τροχαντήρας εξωτερικά και πλάγια, ο ελάσσων τροχαντήρας οπίσθια, οι κόνδυλοι οπίσθια. • Κνήμη: το κνημιαίο όγκωμα πρόσθια, το έσω σφυρό εσωτερικά και πλάγια, η ιγνυακή γραμμή οπίσθια. • Περόνη: η στυλοειδής απόφυση οπίσθια και εγγύς, οι αρθρικές επιφάνειες εσωτερικά, το βοθρίο του έξω σφυρού εσωτερικά και πίσω, για τη διάφυση ενδείκνυται η χρήση μοντέλων. • Αστράγαλος: η κεφαλή πρόσθια, η έξω απόφυση του αστραγάλου εξωτερικά • Πτέρνα: το υπέρεισμα του αστραγάλου εσωτερικά, το πτερνιαίο κύρτωμα οπίσθια.


Βιβλιογραφία/Αναφορές Acsádi GY, Nemeskéri J. 1970. History of Human Lifespan and Mortality. Budapest: Akadémiai Kiadó. Baker BJ, Dupras TL, Tocheri MW. 2005. The Osteology of Infants and Children. Texas: Texas A&M University Anthropology Series 12, Texas A&M University Press. Brothwell DR, Polard AM. 2001. Handbook of Archaeological Sciences.: Chichester, New York: Wiley. Brothwell DR. 1981. Digging up Bones. 3rd ed. Ithaca, New York: Cornell University Press). Buikstra JE, Ubelaker DH. 1994. Standards for Data Collection from Human Skeletal Remains. Fayetteville, Arkansas: Arkansas Archeological Survey Research Series No. 44. Cox M, Mays S. 2000. Human Osteology in Archaeology and Forensic Science. London Greenwich: Medical Media. Currey D. 2006. Bones: Structure and Mechanics. Princeton-Oxford: Princeton University Press. Drake Ρ, Vogl AW, Mitchell A. 2009. Gray’s Anatomy for Students. Elsevier Ltd, Oxford; Auflage: 2nd Edition. Grupe G, Kristiansen K, Schröder I. 2005. Anthropologie. Ein einführendes Lehrbuch. Berlin, Heidelberg: Springer. Κεραμέως-Φόρογλου Χ. 1987. Ιστολογία - εμβρυολογία του ανθρώπου. Θεσσαλονίκη:Παρατηρητής. Μήτσης Φ. 1990. Οδοντική ιστολογία και εμβρυολογία. Αθήνα: Παρισιάνου ΑΕ. Martin R, Saller K.1957. Lehrbuch der Anthropologie in systematischer Darstellung mit besonderer Berücksichtigung der anthropologischen Methoden. Band I, II. Stuttgart: Gustav Fischer. Martin R. 1914. Lehrbuch der Anthropologie. Jena: Gustav Fischer. Matshes EW. 2004. Human Osteology and Skeletal Radiology: An Atlas and Guide. Boca: CRC Press. Mescher A. 2013. Junqueira’s Basic Histology: Text and Atlas. Baltimore: The Johns Hopkins University Press Platzer W. 2005. Taschenatlas Anatomie in 3 Bänden – Bewegungsapparat Broschiert. Stuttgart-New York: Thieme. Platzer W. 2009. Εγχειρίδιο περιγραφικής ανατομικής: Κινητικό σύστημα. Αρβανίτης Δ, Σκανδαλάκης Π, Δημητρίου Θ, Θαλασσινός Ν, Καναβάρος Π, Μανώλης Ε, Νάτσης Κ, Παπαδημητρίου Ε (Επιμελητές). Αθήνα :Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδης. Rohen JW, Yokochi C. 1993. Έγχρωμος άτλας ανατομικής του ανθρώπου. Αθήνα: Ιατρικές πανεπιστημιακές εκδόσεις Λίτσας. Scheuer L, Black S. 2000. Developmental Juvenile Osteology. San Diego: Academic Press. Schwartz JH. 2006. Skeleton Keys: An Introduction to Human Skeletal Morphology, Development, and Analysis. Oxford: Oxford University Press. Sobotta J. 2004. Άτλαντας ανατομικής του ανθρώπου. Αθήνα: Παρισιάνου AE. Sobotta J. 2006. Atlas der Anatomie des Menschen (limitierte jubiläums-Ausgabe: der komplette Atlas in einem Band). München-Jena: Urban und Fischer. Ubelaker DH. 1989. Human Skeletal Remains. 2nd ed. Washington D.C: Taraxacum Press. White TD, Folkens PA. 2005. The Human Bone Manual. Amsterdam: Elsevier Academic Press.


Κριτήρια αξιολόγησης Κριτήριο αξιολόγησης 1 Αναγνωρίστε τα τμήματα των οστών που φαίνονται στην παρακάτω φωτογραφία.

Απάντηση Από τα αριστερά στα δεξιά: Δεξί βρεγματικό οστό, ινιακό οστό, δεξί τμήμα άνω γνάθου, δεξί κροταφικό οστό (μαστοειδής απόφυση και κροταφική γλήνη).

Κριτήριο αξιολόγησης 2 Αναγνωρίστε τα τμήματα των οστών που φαίνονται στην παρακάτω φωτογραφία.


Απάντηση Από τα αριστερά στα δεξιά: αριστερή κερκίδα (άνω τμήμα), μετακαρπικό οστό, δεξιά κερκίδα (διάφυση και άπω επίφυση), δεξί βραχιόνιο (εγγύς επίφυση και τμήμα διάφυσης).

Κριτήριο αξιολόγησης 3 Αναγνωρίστε τα τμήματα των οστών που φαίνονται στην παρακάτω φωτογραφία.

Απάντηση Από τα αριστερά στα δεξιά: 11ος θωρακικός σπόνδυλος, δεξιά πτέρνα, δεξιά επιγονατίδα, 1ος αυχενικός σπόνδυλος.

Ανατομία και ιστολογία του σκελετικού συστήματος του ανθρώπου  

Το κεφάλαιο εισάγει τον αναγνώστη στη βασική ορολογία ανατομίας και ιστολογίας του ανθρώπινου σκελετικού συστήματος

Ανατομία και ιστολογία του σκελετικού συστήματος του ανθρώπου  

Το κεφάλαιο εισάγει τον αναγνώστη στη βασική ορολογία ανατομίας και ιστολογίας του ανθρώπινου σκελετικού συστήματος

Advertisement