Page 1

1


2


SARRA COPIA SULAM

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΡΡΕ

3


Φεβρουάριος 2017 4


ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΣΑΡΑ ΚΟΠΙΑ ΣΟΥΛΑΜ, ΜΙΑΣ ΕΒΡΑΙΑΣ, ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΝΤΙΚΡΟΥΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΚΗΡΥΤΤΕΙ ΤΗΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΠΟΥ ΕΣΦΑΛΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΠΑΛΤΑΣΑΡΕ ΜΠΟΝΙΦΑΤΣΙΟ.

5


6


Για τον αναγνώστη Φαντάζομαι, ευγενικοί αναγνώστες, ότι θα το θεωρήσετε παράξενο που το όνομά μου, καθόλου άγνωστο εντός κι εκτός τούτης της πόλης, εμφανίζεται για πρώτη φορά εντύπως σε ένα θέμα αρκετά διαφορετικό απ’ ό,τι ίσως θα περίμενε κανείς από την πένα μου. Αλλά είναι κάποιος άλλος αυτός που, είτε από κακοήθεια, είτε από αφέλεια, είτε από αμέλεια, με ανάγκασε να πράξω αυτό που δύσκολα θα έπραττα σε άλλη περίπτωση. Επιπλέον, έχω ήδη δαπανήσει αρκετό κόπο με σκοπό να έφερνα στο φως ένα άλλο έργο, το οποίο, με κάθε επιφύλαξη, θα μπορούσε να εκληφθεί με περισσότερη ευχαρίστηση και να γίνει πιο εύκολα αποδεκτό από αυτό εδώ. Μπορώ να πω, συνεπώς, ότι αναγκάστηκα στη βιαστική σύνθεση και δημοσίευση αυτού του μικρού κειμένου, όχι με κάποιον ιδιαίτερο σκοπό ή με τη σκέψη να αποκτήσω φήμη, αλλά μονάχα για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου απέναντι στη συκοφαντία που μου αποδόθηκε από τον κύριο Μπαλτασάρε Μπονιφάτσιο. Στο προσφάτως δημοσιευμένο έργο του περί της αθανασίας της ανθρώπινης ψυχής, με κατηγορεί γράφοντας πως αρνούμαι την άσφαλτη αλήθεια περί της αθανασίας της ανθρώπινης ψυχής – κάτι που απέχει τόσο από τις δικές μου πεποιθήσεις όσο απέχει η ιδιότητα του γνώστη των εσώτερων της ανθρώπινης καρδιάς από την επιστήμη που εκείνος είναι σε θέση να κατέχει. Δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι θα προσφέρω τίποτα καινοτόμες ιδέες ή ότι θα μηρυκάσω κάποιο δόγμα, επειδή, κατ’ αρχάς, οι πηγές μου είναι ελλιπείς, ειδικά τώρα που δεν είμαι σε θέση να δοκιμάσω το βάσανο τέτοιων σπουδών: έχω μόλις ανακάμψει από μια φοβερή ασθένεια που με είχε για καιρό δέσμια του κινδύνου του θανάτου. Αν η Θεία Πρόνοια το θεώρησε αρμοστό να με προφυλάξει, δεν νομίζω ότι θα ήταν για οποιονδήποτε άλλον λόγο παρά για να μου επιτραπεί να αποκαταστήσω την υπόληψή μου ύστερα από μια τόσο σοβαρή κακολογία. Ο δε θάνατος δεν θα μπορούσε να αποτρέψει τον αντίπαλό μου από τη φιλόδοξη απόφασή του να πράξει αυτό στο οποίο αφιέρωσε τις προσπάθειές του για σχεδόν δύο χρόνια. Ύστερα, 7


δεν θα ήταν καθόλου υπέρ μου αν άφηνα την πάροδο του χρόνου ή τις σπερμολογίες να μπουν ανάμεσα στην προσβολή που δέχτηκα και στην αντίκρουσή μου, επειδή τότε θα υπήρχε ο κίνδυνος να πληγωθώ ανεπανόρθωτα. Τέλος, είναι η ίδια αυτή η πράξη της συκοφαντίας η οποία δεν θα μπορούσε να απαιτεί τίποτε άλλο από τη δική μου νοητική παγιότητα καθώς και από το θρησκευτικό αίσθημα ότι είμαι υπόχρεη στον Θεό και στον νόμο τον οποίον Εκείνος μου έδωσε. Εξάλλου, κάθε κριτικός νους θα μπορούσε να καταλάβει από μόνος του, διαβάζοντας το επίμαχο δημοσίευμα, με πόση αδεξιότητα ο συγγραφέας του εγκαλεί τους άλλους πάνω σε ένα ζήτημα το οποίο κανείς, είτε χριστιανός είτε εβραίος, δεν μπορεί να διαψεύσει. Ας ευαρεστηθείτε, ευγενικοί αναγνώστες, να διαβάσετε τούτη την απαραίτητη άμυνα από απλή περιέργεια, και, δίκαιοι και επιεικείς όπως οι δικαστές που απαλλάσσουν έναν άνθρωπο ο οποίος κατηγορήθηκε άδικα, ας ξεχάσετε τον συκοφάντη και ας πορευτείτε εν ειρήνη.

8


Το έργο αυτό αφιερώνεται στον κύριο Σίμον Κόπια, τον πολυαγαπημένο της πατέρα Η αφιέρωση αυτής της σύντομης πλην απαραίτητης εργασίας δεν θα είχε άλλον άνθρωπο πιο κατάλληλο για ν’ απευθυνθεί παρά εκείνον ο οποίος έφυγε πια από τη θνητή ζήση. Μονάχα έτσι τα επακόλουθα του θανάτου θα ανταποκριθούν σε ό,τι διακηρύσσω στο κείμενό μου, δηλαδή στην αναμφισβήτητη πεποίθησή μου περί της αθανασίας της ψυχής. Σ’ εσένα θα ήθελα να προσφέρω αυτό το ταπεινό δώρο, ναι, πράγματι, σ’ εσένα, πολυαγαπημένη ψυχή, σ’ εσένα, πολυαγαπημένε μου πατέρα, που, αν και απεκδύθηκες το εφήμερο πέπλο, κατοικείς ανάμεσα σε ζώντα πνεύματα και θα κατοικείς εκεί για πάντα. Έπραξα έτσι ώστε, πρώτα πρώτα, να σου προσφέρω –εσένα, που, με τη βοήθεια του Θεού, μπόρεσες να σταθείς σαν σύντροφος σ’ αυτήν τη ζωή– τη χαρά να δεις ίσως την ταπεινή φήμη που αποδίδεται στο όνομά μου. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρώ πως το γεγονός ότι γέννησες μια γυναίκα δεν θα σου είναι λιγότερο ευχάριστο, σχετικά με τη διατήρηση του ονόματός σου, απ’ το να είχες γεννήσει έναν άντρα, όπως με τόση θέρμη ήλπιζες. Έπραξα έτσι επίσης για να επιδείξω κατά κάποιον τρόπο τη συνέχιση αυτής της ανέκφραστης αγάπης την οποία πάντα μου έδειχνες και την οποία για πάντα εγώ θα διαφυλλάττω. Ας ευφρανθείς για τώρα, λοιπόν, με το ελάχιστο τούτο πλήρωμα της απέραντης στοργής που τρέφει για σένα η αγαπημένη σου κόρη, επειδή, αν έχω το δικαίωμα να ελπίζω για λύτρωση και ζωή, θα το κάνω μονάχα μέσω αυτών που θα γεννήσει ο νους μου, τη γονιμότητα του οποίου έχω αξιωθεί, έτσι ώστε το όνομά μου θα ζει, εκφραζόμενο γεμάτο σφρίγος, ίσα με το δικό σου, μέσα σε αυτά.

9


Κύριε, εσύ που ξέρεις τι φωτιά για Σένα έχω κλείσει Εντός μου, όμοια της φωτιάς π’ απανθρακώνει θύμα, Άλλο εμέ δεν με κινεί παρά το ταπεινό μου στίμα Για καθετί που πρόσφερα και δάκρυ που ’χω χύσει Ω άφησε το βλέμμα Σου σ’ εμένα να γυρίσει Να δεις πώς δόλια πρόθεση μου κάρφωσε τι βλήμα Και κάνε τον τυφλό τον νου να βγει απ’ τη σκοτείνια, Απ’ του καλού τη βλάβη ο κακός μη μεγαλοφρονήσει Εγώ της χάρης Σου άξια δεν είμαι και το ξέρω· μα την ψυχή, Που καθ’ ομοίωσή σου φτιάχτηκε, άσ’ τη να Σε αγγίξει, Να Σ’ έχει σαν ασπίδα της σ’ όλη την ύπαρξή της Γιατί έτσι μόνο της γλώσσας της κακιάς η σφαλερή φωνή Θα πάψει, κι αυτή σ’ όποιον τη σπίλωσε εντέλει θ’ αποδείξει Ότι στη δύναμή Σου η πίστη μου χρωστά τη δύναμή της. *** Μ’ Εσένα στο πλευρό μου, ιδού, Θεέ μου! Τώρα ας κινήσω Ν’ αμυνθώ – σε κάποιου πολεμόχαρου κάποια συκοφαντία, Σε κάποιον ψόγο ενός που ψέγει γι’ απιστία Ψυχή που ελέω Σου φρόντισα με πίστη να την ντύσω. Σ’ άγνωρο στίβο κι άοπλη πηγαίνω να εισχωρήσω, Χωρίς μ’ αυτόν που με προκάλεσε να θέλω αντιμαχία, Μα ένεκα που ’χω τη συμπόνοια σου, Θεέ, για προστασία, Τα πλήγματά του με γυμνά τα στήθη θ’ απωθήσω. Αν κάποτε έφτιαξες από μια χούφτα γη όπλα θανατηφόρα Που ο Αβραάμ ο μέγας σήκωσε μπρος σ’ εχθρικό ρουμάνι Κι έμεινε στους αιώνες τους αυτή η πανωλεθρία, Σ’ εμέ θυμήσου εκείνο το παράδειγμα, κι ας έχει άλλην αξία, Κάνε ν’ αρκέσει το μελάνι αυτό που θα ξοδέψω τώρα Η δύναμή Σου για να πει μέχρι πού φτάνει.

10


ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΣΑΡΑ ΚΟΠΙΑ ΣΟΥΛΑΜ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΠΑΛΤΑΣΑΡΕ ΜΠΟΝΙΦΑΤΣΙΟ

Η ανθρώπινη ψυχή, κύριε Μπαλτασάρε, είναι άφθαρτη, αθάνατη και θεϊκή, δημιουργήθηκε και εγχύθηκε από τον Θεό στο σώμα μας όταν το έμβρυο, στην κοιλιά της μητέρας, έφτασε στο στάδιο όπου θα την προσλάμβανε. Η αλήθεια είναι βέβαιη, άσφαλτη και αδιαφιλονίκητη για εμένα, όπως και, κατά την άποψή μου, για κάθε εβραίο και χριστιανό. Συνεπώς, ο τίτλος του βιβλίου σας, για το οποίο ενδυθήκατε την πανοπλία της διάλεξης πάνω σε ένα τέτοιο ζήτημα, μου έφερε στον νου το ρητό εκείνου του ανδρείου Ρωμαίου ο οποίος, έχοντας προσκληθεί να πάει, ει δυνατόν, να ακούσει έναν λόγο για τον Ηρακλή, αναφώνησε: Ποιος θα κακολογήσει τον Ηρακλή; Μιμούμενη κι εγώ εκείνον, λέω λοιπόν: Τι ανάγκη έχουμε, ειδικά εδώ, στη Βενετία, για μια τέτοιου είδους πραγματεία, και ποιο το νόημα της έκδοσης έργων που το θέμα τους είναι ήδη οικείο στους χριστιανούς; Συνεχίζοντας την ανάγνωσή μου, παρ’ όλα αυτά, συνειδητοποίησα ότι η κουβέντα γινόταν για μένα, με μια απολύτως εσφαλμένη υπόθεση ότι είμαι ένας άνθρωπος του οποίου οι πεποιθήσεις έρχονται σε αντίθεση με το προφανές μιας τέτοιας αλήθειας. Δεν θα μπορούσα, λοιπόν, παρά να εκπλαγώ και να αποστραφώ εκείνες τις θρασύτατες παρατηρήσεις με τις οποίες με τόση βεβαιότητα και απολυτότητα με συκοφαντήσατε, ως αν ήσασταν ένας ανατόμος της ανθρώπινης καρδιάς και σε θέση να γνωρίζετε τι υπάρχει στα βάθη του νου μου, όπως μόνο ο Θεός θα μπορούσε να γνωρίζει. Ακόμη κι αν συνάντησα φιλοσοφικές και θεολογικές δυσκολίες σε μια απόπειρα να έρθω σε διάλογο μαζί σας, δεν ευθύνονται γι’ αυτό κάποια αβεβαιότητα ή αμφιβολία που υποτιθέμενα έχω νιώσει για την πίστη μου. Ήμουν απλώς περίεργη να δω αν θα ακούσω από εσάς μια αλλόκοτη και ασυνήθιστη διδασκαλία ως ανταπάντηση στα δικά μου επιχειρήματα. Εκτίμησα ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν θεμιτή για έναν άνθρωπο που διψάει για μάθηση, πόσο μάλλον για 11


μια γυναίκα, σ’ αυτήν την περίπτωση μια εβραία, η οποία επί μονίμου βάσεως οδηγείται σε ανάλογες συζητήσεις με ανθρώπους οι οποίοι δεν κουράζονται να προσπαθούν να τη μετατρέψουν, όπως ξέρετε, σε χριστιανή. Η συκοφαντία σας, λοιπόν, ήταν, το δίχως άλλο, απερίσκεπτη, και ακριβώς όπως θα της άξιζε, θα μπορούσα να αντιδράσω χρησιμοποιώντας άλλα μέσα αντί για την πένα μου, διώκοντας αυτό το βιβλίο για τον ατιμωτικό του λίβελο. Αλλά η συμπόνοια του Νόμου με ωθεί να νιώσω συμπόνοια για την απλοϊκότητα που σας έκανε να θεωρήσετε ότι θα μπορούσατε ποτέ να γίνετε αθάνατος στη φήμη αν διαπραγματευτείτε για την αθανασία της ψυχής. Και μην έχοντας κάποιον ιδιαίτερο λόγο για μια τέτοια ενέργεια, είπατε να επινοήσετε έναν. Παρ’ όλα αυτά, αντί να τραβήξω περισσότερο τούτη την καταδίκη, θα ξεκινήσω, ύστερα από δύο μέρες λίγης προσπάθειας, να συντρίψω όσα μηχανευτήκατε εναντίον μου, ύστερα από δύο χρόνια μάταιης αγρύπνιας. Με τη δημοσίευση του παρόντος κειμένου, θα καταστήσω σαφές στον καθέναν ότι η κατηγορία που μου αποδίδετε στην εργασία σας, ότι δηλαδή αρνούμαι την αθανασία της ψυχής, είναι απολύτως ψευδής, άδικη και ασύστατη. Αυτό το κάνω μονάχα για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και να τον αποκαταστήσω στα μάτια όλων όσοι, δίχως να με γνωρίζουν, πίστεψαν αυτές τις κατηγορίες για το άτομό μου, που καθοδηγείται από την πίστη την οποία ομολογεί. Αλλά το αφήνω σε κάθε άνθρωπο που διαθέτει κοινή λογική να κρίνει εάν η πένα σας είναι τόσο καλά εξοπλισμένη ώστε να μπορεί να αφαιρεί ή να προσθέτει φήμη. Για να εξαλείψω κάθε αβεβαιότητα σχετικά με την προσωπική μου γνώμη επί του θέματος, είναι θαρρώ αρκετό να πω ότι παραμένω εβραία. Αν δεν πίστευα, όπως είπατε, στην ευτυχία της άλλης ζωής και δεν φοβόμουν να τη στερηθώ, δεν θα υπήρχε καμιά πιθανότητα για μένα να καλυτερέψω λιγάκι τη θέση μου απαρνούμενη τον Νόμο – κάτι γνωστό σε πολλούς που έπραξαν ανάλογα υπό επίμονη πίεση. Με τούτες τις λίγες γραμμές πιστεύω πως έχω αρκούντως εξαλείψει το στίγμα της ασέβειας το οποίο ίσως απερίσκεπτα προφασιστήκατε ότι έ12


φερε το όνομά μου. Οπότε, θα με υποχρεώνατε εάν είχατε την καλοσύνη να συμμετέχετε σε έναν διάλογο μαζί μου σχετικά με το θέμα μας, κάπως πιο ελεύθερα και άνετα. Πείτε μου λοιπόν, παρακαλώ, κύριε Μπαλτασάρε: τι σας έκανε να προετοιμάσετε και να δημοσιεύσετε αυτήν την πραγματεία, η οποία περιλαμβάνει το όνομά μου; Λέτε, επικαλούμενος στίχους του Βιργιλίου, ότι ο Θεός σάς προόρισε για αυτό. Μα τι υπεροψία! Υπαινίσσεστε πως, για ένα ζήτημα τόσο σπουδαίο, τόσο σοβαρό, ο Κύριος δεν βρήκε άλλον υψηλότερο νου και άλλον πιο πεπαιδευμένο λειτουργό Του από εσάς, και μονάχα εσάς, απ’ όλο το πλήθος των διανοούμενων, επέλεξε για την ενασχόληση με ένα τέτοιας σημασίας ζήτημα. Αν οι ανθρώπινες επεξηγήσεις ήταν ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η αθανασία, τότε όσα γνωρίζουμε γι’ αυτήν θα ήταν πολύ φτωχά αν οι μόνες διαθέσιμες επεξηγήσεις ήταν οι δικές σας. Παρόλο που αντλείτε αυτές τις γνώσεις από πολυμαθείς συγγραφείς, λίγο τις έχετε κατανοήσει κι ακόμη λιγότερο αξιοποιήσει, κι ένας ασθενικός διάλογος πάνω σε θέματα τόσο σημαντικά τείνει να ενισχύει τον αντίλογο. Ίσως να μου πείτε ότι συχνά ο Θεός χρησιμοποιεί ταπεινά και απλά μέσα για να επιτύχει σπουδαία έργα, επιδεικνύοντας έτσι στο έπακρο την παντοδυναμία Του, όπως όταν μίλησε στον όνο του Βαλαάμ. Αυτό είναι αλήθεια, σε τούτες τις περιπτώσεις όμως είναι τα ίδια τα επιτεύγματα που φέρουν το θείο και άρα η ταπεινότητα των μέσων με τα οποία επιτεύχθηκαν δεν τα υπονόμευσε. Εσείς, που βλακωδώς υποκρίνεστε ότι είστε ένας αυτοδημιούργητος προφήτης, χωρίς άλλην έμπνευση πέρα από την υπέρμετρη αλαζονεία, επιδείξατε ως επίτευγμα μια εντελώς αναίσθητη αδαημοσύνη αντί για κάποια θαυμαστή θεία αρετή. Οπότε, αντί για τους στίχους του Βιργιλίου, θα εκτιμούσατε εκείνους του Δάντη: Μεσόστρατα αυτής μας της ζωής Χάθηκα σ’ ένα δάσος σκοτεινό Που έκρυβε τον ίσιο δρόμο. 13


Ίσως να πείτε επίσης ότι η κατάσταση κατά την οποία «βρήκατε τον εαυτό σας», ως ιερέας και άνθρωπος με συγκεκριμένο σκοπό, σας ωθεί ν’ αδράξετε όλες τις ευκαιρίες που έρχονται στον δρόμο σας και μπορούν να αποδειχτούν βοηθητικές, μέσω της κατάρτισης και των έργων σας, για τον συνάνθρωπό σας. Ω, κύριε Μπονιφάτσιο, ακόμη κι αν είχατε παρακινηθεί από θρησκευτικό ζήλο, δεν ήταν πολύ φρόνιμο εκ μέρους σας να τολμήσετε κάτι πέρα από αυτό που επιτρέπει η δύναμή σας: Εσύ, γραφιά, που πάντοτε μοχθείς Να πάρει λίγη δόξα τ’ όνομά σου, Να βρεις να γράψεις κάτι που μπορείς. και λοιπά. Μιλάτε για ψυχή; Μιλάτε για αθανασία; Είναι το πλέον δύσκολο και προκλητικό ερώτημα που τίθεται στη Φιλοσοφία, και ίσως μάλιστα να το αγνοούσατε, αν δεν υπήρχε η βοήθεια της Θεολογίας. Καταβάθος, βέβαια, το ξέρετε πολύ καλά ότι δεν είστε ούτε φιλόσοφος ούτε θεολόγος. Αν δεν κάνω λάθος, το άκουσα από εσάς τον ίδιο ότι ετούτες οι επιστήμες δεν είναι της κλίσης σας. Όταν όμως παρουσιάστηκε ένα τέτοιο μεγαλόπνοο ζήτημα, με πόσο θάρρος θελήσατε να ξεκλέψετε κι εσείς κανένα ξεροκόμματο! Μήπως δεν σιγουρευτήκατε πως οι απόψεις σας θα δημοσιεύονταν κάτω από έναν τίτλο τόσο μεγαλοπρεπή; Μολονότι δεν σταματάτε να παραδέχεστε πόσο σας εκφράζει εκείνο το διάσημο ρητό, το «γνώθι σαυτόν», να ξέρετε, παρ’ όλα αυτά, ότι ο Οράτιος στα Ποιητικά του, αν έχετε υπόψη σας αυτό το βιβλίο, λέει, κατά τη μετάφραση του [Λοντοβίκο] Ντόλτσε: Πηγή και πρώτη ρύση της καλής γραφής Είναι, το δίχως άλλο, η γνώση. 14


Εφόσον η πραγματική δόξα δεν βρίσκεται στην επίδειξη αλλά στην προσπάθεια, κρατήστε κι αυτό το ρητό, του ίδιου συγγραφέα: Εκείνος που αγωνίζεται να κατακτήσει Όλα εκείνα που επιθυμούσε για καιρό, Πολλά υπέμεινε στα παιδικάτα του∙ Και έτρεμε και ίδρωνε. Αλλά σημασία έχει η εξής σκληρή διαπίστωση, που μπορεί αφορά κι εσάς: Για μένα είναι ατιμωτικό Να μένω πίσω απ’ τους πολυμαθείς Και να παραδέχομαι, για τα πάντα, Ότι δεν ξέρω ό,τι δεν έμαθα ποτέ. Κάπως έτσι, θα έπρεπε να συγκρατήσετε έστω τον εαυτό σας, έχοντας κατά νου το παράδειγμα του Αριστοτέλη, η διάνοια του οποίου δεν φάνηκε αρκετή ώστε να φτάσει σε μια πιο ξεκάθαρη κατανόηση του επίμαχου θέματος. Εγώ από τη μεριά μου δεν απευθύνομαι σ’ εσάς κατ’ αυτόν τον τρόπο με σκοπό να σας νουθετήσω παίζοντας τη δασκάλα, όπως χλευαστικά με αποκαλέσατε, ή τη φιλόσοφο, την ίδια στιγμή που εσείς έρχεστε σ’ εμένα παίζοντας τον σχολαστικό. Ομολογώ πως έχω πολύ λιγότερες γνώσεις από εσάς σ’ αυτόν τον τομέα, θα σας μεταφέρω όμως ό,τι άκουσα από τους ανθρώπους που είδαν το βιβλίο σας. Χρειάζεται κάτι περισσότερο, κύριέ μου, από τον τίτλο του «διδάκτορα των δύο νόμων» [του θείου και του εγκόσμιου], για να μιλήσετε για την αθανασία της ψυχής. Αλλά για να σας βοηθήσω να συνειδητοποιήσετε πόσο λίγο έχετε εξασκηθεί στη γραφή του επιπέδου ενός θεολόγου, όσο και στην ανάλυση του επιπέδου ενός φιλοσόφου, αρκεί να σας θυμίσω την κακολογία που μου απευθύνατε στην αρχή της πραγμα15


τείας σας. Με την ασύστατη υπόθεση ότι αρνούμαι την αθανασία της ψυχής, λέτε ότι μόνο εγώ απ’ όλους τους εβραίους, μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια, υπέπεσα σε ένα τέτοιο σφάλμα. Σας συγχωρώ που δεν έχετε υπόψη σας αναγνώσματα όπως αυτά του ιστορικού Ιώσηπου Φλάβιου, όπου αναφέρονται διάφορες απόψεις για το έθνος των Εβραίων. Αλλά δεν μπορώ με τίποτα να σας συγχωρήσω που δεν έχετε κατά νου το Ευαγγέλιό σας, ώστε να θυμηθείτε, στο κατά Ματθαίον, κεφάλαιο 22, όταν οι Σαδδουκαίοι, μια εβραϊκή σέκτα που απέρριπτε την αθανασία, πήγε στον Ιησού και του εξέφρασε τις δυσκολίες της σύλληψής της, εκείνος τους ικανοποίησε με τη σοφία του, βάζοντας τέλος στα ερωτήματά τους. Σημειώνετε επίσης ότι αρνούμαι την πίστη στην αλάνθαστη διαθήκη την οποία ο Θεός «έγραψε με το ίδιο Του το χέρι». Όσον αφορά τις Γραφές, δεν γνωρίζω άλλη διαθήκη που να έχει γράψει ο Θεός με το ίδιο Του το χέρι εκτός από τις Δέκα Εντολές, με τις οποίες συμμορφώνομαι, κατά το δυνατόν, όχι μόνο με την πίστη μου, αλλά και με τα έργα μου. Εάν εσείς κατέχετε και κάποιο άλλο έργο περί αθανασίας το οποίο να έχει γράψει ο Θεός με το ίδιο Του το χέρι, θα σας ήμουν ευγνώμων εάν μου επιτρέπατε να το δω. Μα για να δούμε πόση και πόσο καλή εξάσκηση στην εβραϊκή γλώσσα και στα γραπτά της εκμεταλλευτήκατε για την αναφορά σας στον όρο «ρουά», προκειμένου να διαμορφώσετε τη διαφωνία σας. Λέτε πως στην Αγία Γραφή ο όρος αυτός κανονικά εκφράζει τον «ανθρώπινο, αγγελικό και θεϊκό νου». Σ’ αυτό το σημείο θα σας ζητούσα μια λεπτομερή ανάλυση αυτής της αντίληψης, αν εκφράζατε την προσωπική σας γνώμη. Επειδή όμως γνωρίζω πως δεν έχετε καμία σχέση με την εβραϊκή γλώσσα και πως άλλοι συνέβαλλαν στη σύνθεσή σας, θα σας πω μονάχα ότι, τόσο από αυτό όσο και από άλλα που έχετε πει, είναι προφανές ότι μιλάτε για πράγματα που δεν καταλαβαίνετε. Τουλάχιστον για τούτο το έργο, όπου θα συνομιλούσατε με μια εβραία, θα έπρεπε να καθοδηγηθείτε από κάποιον που να κατανοεί τις ιδιομορφίες της γλώσσας, μιας και «ρουά» δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο παρά «αέρας», «άνεμος» και «ανάσα», όπως αυτή που αναπνέουμε. Συνεπώς, εύκολα μπορεί να κρίνει 16


κανείς τη σοβαρότητα των επιχειρημάτων σας, όταν καμώνεστε ότι αποδεικνύετε ότι η ψυχή είναι ασώματη και άυλη χρησιμοποιώντας έναν τέτοιον όρο. Μα πάλι, ακόμη κι αν θέλατε να διασαφηνίσετε το νόημα αυτής της θεώρησης, θα χρειαζόσασταν μια συλλογιστική διαφορετική από αυτήν του Αριστοτέλη. Το πόσο καλά καταλαβαίνετε τις αναλύσεις του επιπέδου ενός φιλοσόφου φαίνεται στο ίδιο αυτό θαυμάσιο ξεκίνημα της εργασίας σας. Λέτε πως ο Λουκρήτιος αποκαλεί εσφαλμένα «Ήλιο των Φιλοσόφων» τον Επίκουρο, ο οποίος αρνείται την αθανασία της ψυχής, και ύστερα λέτε για μένα, που κατά τη γνώμη σας εκφράζω την ίδια άρνηση, ότι αυτό που μου αξίζει είναι να με αποκαλούν «Σελήνη των Γυναικών Φιλοσόφων». Τη συμμετρία αυτής της έκφρασης την αφήνω στην κρίση των αναγνωστών, μολονότι πιστεύω ότι χρησιμοποιήσατε αυτήν τη σύγκριση για να δημιουργήσετε ένα άνοστο αστείο. Έτσι πράξατε και αλλού, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει διαφθορά δίχως κίνηση – μια δήλωση τόσο επιζήμια ως προς τη βαρύτητα του ζητήματος για το οποίο μιλούσατε όσο και για την ευπρέπεια την οποία απαιτεί η κατάστασή σας και το γεγονός ότι θεωρείτε εαυτόν θρησκεύοντα. Δεν θα κρατηθώ και θ’ αναφέρω κάτι ακόμη, που στο δικό μου μυαλό αξίζει τόσο το γέλιο όσο στο δικό σας αξίζει τη συμπάθεια. Βρίσκεται περίπου στο τέλος της σελίδας 10 του βιβλίου σας. Εκεί λέτε: «Ας ευχαριστεί τον Θεό το γεγονός ότι πεθαίνει κανείς περισσότερο σαν από ένα αστείο παρά από κοινή λογική»! Μια τέτοια ρήση εκφράζει τη δική σας επιθυμία να μην πεθάνετε, παρόλο που πιστεύετε στην αθανασία της ψυχής! Αχ! Κύριε Μπονιφάτσιο, τι παιχνίδι παίζουμε τώρα; Πιστεύετε στ’ αλήθεια ή δεν πιστεύετε σ’ αυτά που κηρύττετε; Εάν η ψυχή, κατά τον αποχωρισμό της από το σώμα, περιέρχεται σε μια ανώτερη κατάσταση ύπαρξης, όπως εσείς αποδεικνύετε και όπως πράγματι συμβαίνει, τότε γιατί τόσο απρόθυμα εμποδίζετε τη δεύτερη κατάσταση να φυλάξει την πρώτη; Είναι αυτός ο λόγος για τον οποίον είστε πιο συνδεδεμένος με αυτήν τη ζωή παρά με την άλλη; Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζετε, στη σελίδα 14, ότι καμιά φορά δικαίως ο θάνατος προτιμάται 17


αντί για τη ζωή, ειδικά για την επίδειξη ψυχικού σθένους και άλλων αρετών, για τις οποίες επικαλείστε παραδείγματα καθώς και την αυθεντία του Αριστοτέλη, ενώ προειδοποιείτε πως οποιαδήποτε αντίθεση είναι κακό σημάδι. Αν δεν μου ήταν ξένες ανάλογες πρακτικές, θα σημείωνα πολλές ακόμη από αυτές τις ανοησίες και τις αντιφάσεις, έτσι που καμία από τις θέσεις σας δεν θα έμενε αλώβητη. Αλλά δεν είναι αυτός ο σκοπός μου, επειδή δεν θα ήθελα να θεωρήσει κανείς πως με την αντίθεσή μου στην ανάλυσή σας προσπαθώ με κάποιον τρόπο να αντιστρέψω την αλήθεια της διαπίστωσής σας [πως η ψυχή είναι αθάνατη]. Δεν προτίθεμαι επίσης να καταδείξω τα ελαττώματα και τις ατέλειες του λόγου σας, για τα οποία δεν θα μου έφταναν αυτές οι λίγες σελίδες, αλλά θα χρειαζόμουν μια άλλη εργασία. Το μόνο καλό σε τούτο σας το έργο είναι ο σκοπός τον οποίον υπερασπίζεται. Τα υπόλοιπα βρίθουν από εσφαλμένες αντιλήψεις όρων, διαστρεβλωμένων και παρεξηγημένων εννοιών άλλων γραπτών, λανθασμένων συλλογισμών, ατυχών συνδέσεων αντικειμένων και αλλόκοτων μεταβάσεων από το ένα αντικείμενο στο άλλο, ακατάλληλα παραθέματα άλλων συγγραφέων και, τελικά, τέτοιων γλωσσικών σφαλμάτων που κανείς να μην μπορεί να συνεχίσει την ανάγνωσή του χωρίς να κακοχαρακτηρίσει τον συγγραφέα. Μέχρι τώρα, ωστόσο, δεν έχουμε βρει τι μπορεί να σας έκανε να προβείτε σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν πιστεύω πως επρόκειτο για δόλο, αφού πολλές φορές με διαβεβαιώσατε για τη φιλία και την καλή σας διάθεση. Μπορεί κανείς να πει πως επρόκειτο για την ίδια την κατάσταση της αδαημοσύνης. Θυμάμαι διάβασα στο Galateo πως μια από τις αχρειότητες που διαπράττουν οι άνθρωποι είναι η επιθυμία τους να αυτοαναδειχτούν για πράγματα στα οποία διαθέτουν τη λιγότερη επιδεξιότητα. Το βιβλίο έλεγε πως υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που, ενώ δεν ξέρουν να τραγουδούν ή διαθέτουν κακή φωνή, πάντοτε θα ξεσηκωθούν αν ακούσουν κάποιο τραγούδι ενώ κουβεντιάζουν με κάποιον∙ κι εκείνοι που δεν ξέρουν να χορεύουν, θέλουν πάντοτε να επιδεικνύουν τις κινήσεις τους στο φως της μέρας. Αυτό το 18


κάνουν, μπορεί να σκεφτεί κανείς, προκειμένου να φανούν πως γνωρίζουν κάτι για το οποίο οι ίδιοι ξέρουν πως διαθέτουν απόλυτη άγνοια, χωρίς να συνειδητοποιούν πως όχι μόνο αυξάνουν τις πιθανότητες να γίνει η άγνοιά τους αντιληπτή, αλλά καθιστούν δυσχερή και κάθε διάλογο μαζί τους. Κάποιος μπορεί επίσης ν’ αναφερθεί στο παράδειγμα εκείνων που, έχοντας κάποια αναπηρία, πάντοτε προσπαθούν να τη διακοσμήσουν με όμορφα ρούχα, όπως όταν ένας άνθρωπος με στρεβλά πόδια φροντίζει πάντοτε να φορά πολύχρωμες κάλτσες, σαν να προσπαθούσε να βάλει την εξωτερική ομορφιά να επανορθώσει για ένα εσωτερικό ψεγάδι. Ένας τέτοιος άνθρωπος αδυνατεί να παρατηρήσει πως μια ανάλογη πράξη κάνει εμφανέστερο το ψεγάδι, τραβώντας πάνω του τα μάτια των γύρω του. Εάν το έργο σας, κύριε Μπαλτασάρε, βασίστηκε σε αυτήν τη λογική, θα σας αφήσω να κρίνετε μόνος σας αν πρέπει να το εντάξετε στις νουθεσίες του Galateo. Ας προχωρήσουμε. Δεν θα κουράσω κι άλλο τον νου μου εξετάζοντας περισσότερα. Μου έχει δώσει ήδη αρκετό θάρρος για ν’ αναζητήσω την αλήθεια πίσω απ’ όλους σας τους ελιγμούς. Εσείς, το ξέρω καλά, σκέφτεστε ως εξής: δεν παρακινηθήκατε σε μια τέτοια χρονοβόρα και μάταιη προσπάθεια παρά από την ανούσια φιλοδοξία που σας κάνει να πηγαίνετε τρέχοντας στους εκδότες, με την πεποίθηση ότι η φήμη συνίσταται στη δημοσίευση μεγάλου αριθμού βιβλίων. Δεν λαμβάνετε όμως υπόψη την αποδοχή τους από το κοινό, το οποίο, όπως θαρρώ γνωρίζετε από την εμπειρία σας, δεν ικανοποιείται καθόλου από προϊόντα μέτριας ποιότητας, ούτε ασχολείται με κοινοτοπίες ή κακοτεχνίες. Στα Ποιητικά του ο Οράτιος μάς προειδοποίησε να μην πηγαίνουμε τόσο εύκολα στον τυπογράφο: Ένα ποίημα μπορεί να θεωρηθεί Αξιόλογο όταν ο συγγραφέας του Δεν σπατάλησε σ’ αυτό πολύ χρόνο· Παρά αλλάζοντας λιγάκι από δω και από κει Στο τέλος το οδηγεί, 19


Διορθωμένο και άρτιο, στην εντέλειά του. Ωστόσο, για τον ίδιο λόγο, λυπάμαι τον νου σας, που, διψώντας για φήμη, πορεύεται σαν να την επαιτεί από δω κι από κει, ικανοποιώντας τον εαυτό του με καπνό εκεί όπου δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει φωτιά. Η μάταιη, υπέρμετρη ανάγκη για δόξα έκανε ακόμη και τον Εμπεδοκλή να ριχτεί μες στο χάσμα της Έτνας: Ο Εμπεδοκλής, που πάσχιζε Ν’ αφήσει τους ανθρώπους με τη λανθασμένη εντύπωση Ότι τον πήραν να περάσει τη ζωή του στους Ουρανούς Συμπεριλαμβάνοντάς τον στη συντροφιά των θεών, Έριξε τον εαυτό του στις φλόγες της Έτνας. Αλλά, πάνω σ’ αυτήν την όμορφη σκέψη, τι νόημα έχει να να προκαλείτε μια γυναίκα, και μάλιστα μια γυναίκα που, αν και φιλομαθής, δεν έχει εντρυφήσει σ’ αυτές τις επιστήμες; Αν θέλατε να φανείτε δυνατός και θαρραλέος, θα ’πρεπε μάλλον να κοντραριστείτε με τον μεγάλο Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα, τον Επίκουρο, του Αριστοτέλη, τον Αλεξάνδρο τον Αφροδισιέα, τον Αβερρόη. Αλλά εφόσον εκείνοι δεν μπορούν να έρθουν να σας βρουν, θα έπρεπε εσείς να πάτε να τους βρείτε στο χοιροστάσι τους, μια και θα πρέπει να έκαμψαν την περηφάνια σας με την ίδια ευκολία με την οποία εσείς, τόσο λίγο σεμνός, τους δυσφημίσατε, αποκαλώντας τους ακόμη και γουρούνια. Μα, απ’ όσο μπορώ να ξέρω τουλάχιστον, δίνετε την εντύπωση πως θέλατε να παίξετε τη φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Και σταθήκατε λοιπόν σ’ εκείνο το χοιροστάσιο όπου όχι μόνο δεν υπήρχε κανένας για ν’ αντικρούσει τις κατηγορίες σας, αλλά, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος –που δεν το νομίζω–, δεν θα διέθετε τα κατάλληλα όπλα. Συνεπώς, ω γενναίε ανταγωνιστή των γυναικών, τα όπλα είναι όλα τους στη διάθεσή σας. Και παρελαύνετε υπερήφανα, λογχίζοντας τον 20


αέρα, ω ατρόμητε πρωταθλητή, ω λεοντόκαρδε μαχητή! Ο μοναδικός ήχος που μπορεί ν’ ακουστεί είναι η στριγκή τρομπέτα σας. Και φωνάζετε στον εαυτό σας: νενικήκαμεν, νενικήκαμεν! Ίσως να θεωρήσετε, στο άκουσμα τούτων των ταπεινών μου λόγων, ότι παρουσιάζεται μπροστά σας μια νέα ευκαιρία για κονταρομαχίες. Παρ’ όλα αυτά, εγώ επαναλαμβάνω πως τούτο εδώ δεν είναι μια έγγραφη αποδοχή της πρόκλησής σας, αλλά ένα απλό μανιφέστο, όπου αιτιολογώ την άρνησή μου για την πρόκληση. Δεν υπάρχει λόγος για συρράξεις όταν ούτε στα λόγια ούτε στις πράξεις δεν μπορεί να βρεθεί κάποια διαφορά στα πιστεύω. Από μεριάς μου, σας λέω πως είστε ελεύθερος να καταθέσετε τα όπλα. Αν και με προσβάλλατε πολλές φορές, μ’ έναν σωρό συκοφαντίες, δεν προτίθεμαι πλέον να προβάλω ουδεμία αντίσταση απαντώντας σας, μη θέλοντας γαρ να χάσω τον χρόνο μου. Ειδικά εγώ είμαι τόσο απρόθυμη να εκτεθώ στον κόσμο μέσω της δημοσίευσης ενός βιβλίου όσο πρόθυμος είστε εσείς να εκτεθείτε μ’ αυτόν τον τρόπο. Να πορεύεστε εν ειρήνη και να ξέρετε πως την αθανασία την οποία διαλαλείτε θα την έχετε στο τσεπάκι σας εάν τάξετε τη ζωή σας στην τήρηση του χριστιανικού νόμου, όπως εγώ ισχυρίζομαι πως τηρώ τον εβραϊκό. Φτάνετε στο τέλος του έργου σας, με αρκετή χάρη, παραθέτοντας ένα σονέτο με σκοπό ν’ αναπαραστήσετε τον εαυτό σας, με τη λύρα ανά χείρας, ως άλλον Ορφέα, θαρρώντας ίσως πως είστε κάτι ανάλογο: ένας άνθρωπος ικανός να επαναφέρει μια νέα Ευριδίκη από τον Άδη. Για να μείνω στο θέμα, λοιπόν, θ’ απαντήσω στο τραγούδι σας. Αλλά δεν προτίθεμαι να σας βάλω σ’ έναν τέτοιο μπελά όπως το να κατεβείτε στο Βασίλειο των Σκιών, μιας και εμένα θα με βρείτε σ’ εκείνο του Φωτός.

21


[Σονέτο του Μπαλτασάρε Μπονιφάτσιο για τη Σάρα Κόπια Σούλαμ]

Η ομορφιά σου, Σάρα, η τόσο θαρρετή Που μες στις πρώτες δεύτερη αρνείται να καθίσει, Μέρες απ’ τα δεντρόφυλλα πιο λίγες θε ν’ αθροίσει Κι απ’ τον αγέρα πάλι είν’ πιο περαστική. Τώρα, επιπλέον, αν μου επιτραπεί, Να πω τι αλήθεια μέσα της έχει καιρό σοβήσει, Θα πω πως τάφος κρύβεται – έχει η ψυχή σαπίσει Στο κρίμα των Πρωτόπλαστων και κείτεται νεκρή. Ιδού το αμάρτημα που εδώ, στο χάσμα αυτό ριζώνει Κι αρνείται την αθάνατη ζωή απ’ τη ζωή Και του Θεού το εικόνισμα ακόμη διαστρεβλώνει. Τρέξε, τρέξε στην κολυμβρήθρα της ζωής. Είναι πουλί Ο Χριστός φιλεύσπλαχνο – το αίμα Του λυτρώνει Απ’ τη θανή του κάθε Του αποθανόν παιδί. [Η απάντηση της Σάρα Κόπια Σούλαμ]

Ξέρω πως είν’ η ομορφιά που ευαρεστεί τη φτιάξη Άνθος φτωχοπερήφανο συνάμα και φθαρτό, Μα τι που ευκολόσπαστο καυκί με περιβάλλει· δεν αξιώ Ψυχή, μία φορά το πώς και τι που να την έχει νοιάξει. Έχει ένας πόθος πιο υψηλός τα μέσα μου σπαράξει, Μπαλτασάρε – με δίψα και με κάματο εγώ αναζητώ Τη μία πηγή, που ελεύθερα της ρέει το νερό Κι έχει τ’ ανθρώπινο όνομα απ’ άλλη φήμη κράξει. Κανείς μην ψάξει άλλη πηγή, κανείς μην άλλη ρύμη, Όταν ζητάει να φύγει πια απ’ την εγκόσμια ζήση Αυτό είν’ αιωνιότητα: η ζωντανή του μνήμη. Κι αν τον καιρό που καθαρό το πνεύμα θα ζητήσει Τους Ουρανούς και ’ρθει τα στήθη ή όψη να ξεπλύνει Αυτό το κύμα, δάκρυ δε θ’ αρνηθεί σ’ εμένα ν’ αναβρύσει. 22


[Της ιδίας. Σονέτο για την ανθρώπινη ψυχή]

Εσυ ω όψη θεία της εγκόσμιας βιωτής Κι όλων των έργων του Θεού πέρας σπουδαίο ακόμη Σ’ εσέ π’ αποκαλύπτεται σε όλη Του τη ρώμη Και σ’ έχει χρίσει ρήγισσα προτού δημιουργηθείς. Ο Λόγος, που ’ν’ υπαίτιος ετούτης της μορφής: Θνητό μαζί κι αθάνατο σε ένα αφού ενώνει· Σ’ εκείνα τα κατάβαθα ο Ουρανός σιμώνει Που σαν πνοή μέσα στις θείες ουσίες κατοικείς. Ο άνους νους που ψάχνει σε κάλλιο να σταματήσει, Γιατί αυτός στα πρόσκαιρα επί ματαίω γυρνάει Ενώ η ψυχή γυμνώνεται σαν τον Θεό αντικρίσει Και τώρα η ανθρώπινη καρδιά, που μερτικό ζητάει Απ’ τη χαρά, ας ξέρει πως κάθ’ άγγελο έχει ο Θεός ορίσει Να ’ν’ στην υπηρεσία της κι εκείνη να φυλάει.

23


MANIFESTO DI SARRA COPIA SULAM HEBREA NEL QUALE E DA LEI RIPROVATA, E DETESTATA L'OPINIONE NEGANTE L'IMMORTALITA DELL'ANIMA, FALSAMENTE ATTRIBUITALE DAL SIGNOR BALDASSARE BONIFACCIO

24


A chi legge

Posso creder, benigni Lettori, che sia per parervi cosa strana che il mio Nome, non affatto ignoto in questa Città né fuori, comparisca la prima volta alle stampe in materia assai diversa da quella che poteva forse esser aspettata dalla mia penna; ma l’altrui, o sia stata malignità, o simplicità, o trascuratezza, mi ha necessitata a quello, a ché non ero per movermi facilmente per qual si voglia occasione ancorché io mi ritrovi qualche fatica da poter mandar alla luce, la quale, se io non fallo, potrebbe dal mondo esser più volentieri veduta e forse più gradita di questa. Dico che sono stata astretta a comporre e dar fuori frettolosamente questa breve scrittura, non con fine o pensiero alcuno di procacciarmi gloria, ma solo per defendermi da una falsa calunnia datami dal Sig. Baldassarre Bonifaccio il quale, in un suo discorso stampato ultimamente dell’Immortalità dell’Anima, dice affirmativamente che io nego quest’infallibile verità, che l’Anima humana sia immortale: cosa tanto lontana dalla mia opinione quanto è lontano da ogni sua scienza il poter sapere l’interno de’ cuori; onde non dovete promettervi novità di pensieri né copia de dottrina; prima perché il mio fonte ne è scarso, massime hora che mi è molestissima la fatica de gli studii, per esser a pena risorta da una grave infirmità, che lungamente mi ha tenuta oppressa con pericolo di morte, dalla quale non per altro credo che la Divinta bontà sia sia ‹sic!› compiaciuta preservarmi, che perché io potessi liberar la mia fama da una sì grave macchia che mi si era preparata; poiché la mia morte non haverebbe punto ritenuto l’aversario dall’ambitiosa risolutione, per la quale quasi due anni si è affaticato; poi perché non conveniva che io interponessi dilatione di tempo né longhe dicerie a ributtar l’offesa, per lo pericolo del danno che poteva risultarmene. E finalmente, perché il fatto stesso non richiedeva altra dottrina che la sinceratione dell’animo mio e di quel religioso affetto che io devo a Dio et alla legge che egli mi ha data, potendo nel resto ogni giudicioso intelletto per sé stesso 25


conoscere, in leggendo quel libro, quanto spropositamente l’Autore vada disfidando altri in cosa, alla quale a nessuno, o Hebreo o Christiano, è lecito di contradire. Piacciavi dunque, cortesissimi Lettori, di veder per semplice curiosità questa mia necessaria difesa e, come giusti e benigni giudici, assolvendo chi falsamente viene accusato, rimovete dalla vostra presenza il falso accusatore, e vivete lieti.

26


Dedicatione Dell’Opera al Signor Simon Copia suo dilettissimo Genitore.

La Dedicatione di questa mia breve ma necessaria fatica non poteva convenevolmente esser diretta se non a chi ha fatto passaggio da questa mortal vita, accioché gl’effetti stessi corrispondessero a quel che nell’opera affermo esattamente l’essere immortale dell’anime: onde a te, anima direttissima, che desti l’essere a quel caro composto da cui fu generata in questo mondo, a te dico, mio svisceratissimo genitore, che, benché spogliato del caduco velo tra spirti viventi dimori e dimorerai in eterno, ho voluto io far questo picciolo dono. Primieramente perché concedendoti la Divina bontà di essere partecipe delle cose di qua, possi accrescer le tue gioie, con quel poco acquisto di fama che nel mio nome forsi vedrai, per la qual cagione penso non ti farà men caro haver prodotto una donna per conservazione del tuo nome al mondo di quel che ti sarebbe stato l’haver prodotto un huomo come in questa vita mostravi estremo desiderio, e poi anco per darti qualche segno della continuazione che in me perpetuamente si conserva di quell’inespressibile amore che sempre mi portasti. Godi dunque per hora questa picciola caparra dell’affetto immenso di una tua diletta figliola, ché se mi sarà concesso poter sperar salute che vita, come mi è conceduta alcuna fecondità de’ parti dell’ingegno, vivrà in essi vivamente espresso, non meno il tuo che il mio nome.

27


Signor, che dal mio petto arderti avanti Mai sempre scorgi in holocausto il core, E sai ch’altro desio che frale honore M’instiga a porger preghi, a versar pianti. Deh, volgi in me il tuo sguardo, e mira quanti Strali m’avventa il perfido livore, Sgombra da cieche menti il fosco errore Né d’oltraggiar il ver l’empio si vanti. Ben so ch’indegna di tue gratie io sono; Ma l’alma che formasti a tua sembianza Fia ch’ad esserle scudo ogn’hor ti mova. Cessi d’audace lingua il falso suono, E chi adombrar la vuol scorga per prova Che la mia fede ha in te ferma possanza. *** Con la tua scorta, ecco, Signor, m’accingo A la difesa, ove m’oltraggia e sgrida Guerrier, che ardisce querelar d’infida L’alma che, tua mercé, di fede i cingo. Entro senz’armi in non usato aringo, Né guerra io prendo contra chi mi sfida Ma perché tua pietà mio Dio m’affida, Col petto ignudo i colpi suoi respingo. Che se di polve già l’armi formasti Al grand’Abram contra i nemici Regi Sì ch’ei di lor fe’ memorando scempio. Rinova in me, bench’inegual l’esempio, E l’inchiostro ch’io spargo fa ch’hor basti A dimostrar di tua possanza i pregi.

28


MANIFESTO DI SARRA COPIA SULAM AL SIGNOR BALDASSARE BONIFACIO L’Anima dell’huomo, Signor Baldassare, è incorruttibile, immortale e divina, creata et infusa da Dio nel nostro corpo in quel tempo che l’organizato è reso habile nel ventre materno a poterla ricevere: e questa verità è così certa, infallibile et indubitata appresso di me, come credo sia appresso ogn’Hebreo e Christiano, che il titolo del vostro libro, dove vi siete accinto in farsetto a discorrer di tal materia, mi ha fatto sovvenire il detto di quel galante Romano, il quale essendo invitato a voler andar ad ascoltare una oratione in lode di Hercole, disse, “ec quis Herculem vituperat?”. Et a tale imitatione dissi anch’io: che bisogno vi è hora e massime in Vinegia di tal trattato et a che proposito stamparli tra Christiani simili materie? Ma quando poi, leggendo più a basso, trovai che il discorso era a me diretto con falsissima supposizione che io sia quella che habbia contrario opinione alla chiarezza di tal verità, non potei non prendere grandissima ammiratione e sdegno insieme della troppo audace calunnia che affirmativamente, e senza alcuna eccettione, mi date, quasi che voi siate perscrutatore de’ cuori humani e sappiate l’intimo del mio animo, solo a Dio noto, ché se pure in alcun discorso io vi ho promossa alcuna difficoltà filosofica o teologica, ciò non è stato per dubio o vacillamento che io habbia mai havuto nella mia fede, ma solo per curiosità d’intender da voi, con la soluzione de miei argomenti, qualche curiosa e peregrina dottrina, stimando ciò esser concesso ad ogni persona che professi studii, non che ad una donna, a donna Hebrea, la quale continuamente vien posta in questi discorsi da persone che si affaticano di ridurla, come voi sapete, alla Christiana fede. Inconsiderata, dunque, è stata senza dubio la vostra calunnia et io haverei potuto, conforme al merito di essa con altre difese che con quella della penna, farne resentimento, potendo il vostro libro ricever anco querela di libello famoso; ma la pietà della mia legge mi fa pietosa della vostra 29


simplicità, la quale vi ha fatto credere di farvi immortale di fama con trattar dell’immortalità dell’anima e, non havendone alcuna pronta occasione, ve l’havete finta da voi stesso. E però, in vece di venire ad altri cimenti, mi sono disposta, con la breve fatica di due giorni, atterrar quanto da voi mi è stato machinato contra con l’inutili vigilie quasi di due anni, facendo costare publicamente al mondo per mezzo della presente scrittura, che falsissima, ingiusta e fuori di ogni ragione, è l’imputatione da voi datami nel vostro discorso, che da me sia negata l’immortalità dell’anima; il che sarà solo per giustificarmi e sincerarmi appresso tutti coloro li quali non conoscendomi potessero dar qualche credenza all’accusa, in quanto appartiene alla Religione che io professo, che nel resto lascio al giuditio di qual si voglia persona di mediocre intelligenza quanto sia a poter torre né dar fama la vostra penna; benché a rimover ogni dubio della mia opinione in questo dovrebbe bastare il mio preservarmi Hebrea, perché quando io credessi, come voi dite, e non temessi di perder la felicità dell’altra vita, non mi sarebbono mancate occasioni, col cangiar legge, di migliorar il mio stato, cosa nota a persone di molta autorità, che l’hanno istantemente procurato e tentato. Ma hora che con queste poche linee credo haver cancellata a bastanza quella nota d’impietà che forse incosideratamente havete preteso dare al mio nome, desidero mi facciate piacere che discorriamo tra noi in questo proposito un poco più alla libera e familiarmente. Ditemi dunque, di gratia, Signor Baldassarre, che cosa vi ha mosso a far quel trattato, a stamparlo et ad imbrogliarvi il mio nome. Voi dite con i versi di Virgilio che Dio vi ha eletto a questo: grand’arroganza veramente. Dunque non haveva il Signor Iddio per materia sì sublime e sì importante un ingegno più elevato et un ministro più dotto di voi, Voi solo ha scielto fra la schiera di tutti i litterati per atto a trattar sì degno soggetto: se l’immortalità dovesse esser inserta ne gl’animi, non con altra forza che d’humane ragioni, mal fornita al sicuro si trovarebbe se non havesse altre ragioni che le vostre che, benché da voi 30


siano state cavate da dotti Autori, sono però state male intese e peggio riportate et il trattar debolmente materie tanto importanti è un invigorire le ragioni averse. Potreste dirmi che spesso Dio si serve di mezi bassi e vili ad oprar cose grandi per maggiormente far costare la sua onnipotenza e che fino all’asino di Balaam una volta parlò: è vero, ma in tali casi gl’effetti stessi sono apparsi divini e la viltà de gl’istrumenti non ha loro punto pregiudicato. Voi che scioccamente havete preteso di profetar da voi stesso senza altra inspiratione che di una troppa arroganza, havete mostrato ne gl’effetti la vostra crassissima ignoranza più tosto che alcuna maravigliosa virtù divina: onde potevate, in vece de’ versi di Virgilio, appropriarvi quei di Dante:

Nel mezo del camin di nostra vita Mi ritrovai per una selva oscura, Che la deritta via havea smarrita.

Potrei anco dire che lo stato in che vi ritrovate di Sacerdote e di persona esemplare vi spinge a prender tutte l’occasioni che vi si presentano di giovare con la dottrina e con le opere al prossimo: ah, Signor Bonifaccio, quando anco lo zelo religioso vi havesse mosso, non conveniva però che presumeste più oltre di quello che le vostre forze comportavano. Voi, che scrivendo ogn’hor v’affaticate Di guadagnarvi un honorato nome, Prendete a vostra forza ugual soggetto.

E quel che segue Voi trattar dell’anima? Voi dell’immortalità? Materia la più difficile & ardua che habbia la Filosofia, la quale vi resterebbe forse in qualche parte 31


avviluppata, se non fusse il soccorso della Teologia; sapete pure, in conscienza vostra, che non siete né filosofo né teologo e, se non erro, di vostra bocca ho udito dire che tali scienze non sono di vostra professione, e pur così audacemente havete voluto metter mano in pasta circa materia sì alta! E vi siete assicurato a stampar vostri discorsi con titolo così sublime? Con tutto che voi mostriate di far tanta reflessione sopra quella famosa sentenza, Conosci te stesso, sapete pure che Horatio dice nella Poetica, se pur l’havete veduta: Il primo fonte, e’l rio del scriver bene Senza dubbio è ‘l saper tradotto dal Dolce. Poiché la vera gloria non si procaccia con l’ostentatione ma con la fatica, sentenza del medesimo Autore:

Vedesi, che colui, che giunger tenta A la meta, ch’ei brama nel suo corso Molte cose patì sendo fanciullo; Sudò sovente, e provò caldo, e gelo. Ma l’importanza è che anco in voi può quella pestifera opinione

A me par brutto in vero esser lasciato Indietro da color, che dotti sono, E convenirmi confessar in tutto Non saper quel, che mai non imparai. Dovea in questo almeno farvi alquanto ritenuto l’esempio di Aristotele al quale non è quasi bastato l’animo di lasciarsi intender chiaramente in tal materia. Io per me non vi parlo in questa guisa per far la 32


maestra o la filosofessa in insegnarvi, come voi per ischerno mi dite nel medemo tempo, che venite a farmi il pedante, poiché confesso di esser assai più ignorante di voi in queste scienza, ma per riferirvi quello che odo da tutti coloro che vedono il vostro libro. Altro ci vuole, Signor mio, che il titolo di “Iuris utriusque Doctor”, per trattare dell’immortalità dell’anima: ma per farvi accorgere della poca pratica che havete, sì delle scritture spettanti al Teologo come delle ragioni spettanti al Filosofo, basti rammentarvi l’istessa calunnia che a me date nel principio, nella quale, supposto falsamente che io neghi l’immortalità, dite che io, sola tra gl’Hebrei dopo tanti migliaia d’anni, sono trascorsa in tal errore, nel che se pur non havete vedute le altre scritture, e Gioseffo Flavio Historico che le varie opinioni dell’Hebraica Natione riferisce, vi scuso: ma non vi scuso già che non habbiate a mente l’Evangelio della vostra Fede, poiché vi sareste ricordato che in San Mattheo, al cap. 22, li Saducei, una fetta di Hebrei che negava l’immortalità, andorono a promoverne anco difficultà a Christo, dal quale fu saviamente sodisfatto e posto silentio alle loro interrogationi. Soggiungete anco che io nego fede all’infallibil chirografo che scrisse Dio di sua mano: io non so che altro chirografo si trovi nella Sacra Scrittura dalla mano di Dio scritto che il Decalogo, al quale io non solo aderisco con la fede ma anco con le opere, per quanto posso. Se voi havesti alcun’altra scrittura fatta dalla mano di Dio in proposito dell’immortalità, haverei caro di vederla. Ma veggiamo quanto bene e con quanta pratica della lingua e della scrittura Hebraica vi siate anco valuto della voce Ruach per formarne argomento a vostro proposito. Dite che nella Sacra Scrittura significa propriamente questa voce, la mente Humana, l’Angelica e la Divina: io qui potrete richiedervi strettissimo conto di sì fatta interpretatione, se haveste parlato di vostro sentimento. Ma perché so che voi non havete mai veduta lingua Hebraica e che da altri è stato soffiato nella vostra ciarbottana, dirovvi solo che da questo fate conoscere chiaramente che anco le altre cose tutte che havete dette vi siete assicurato a dirle senza intenderle. Almeno in questo particolare, parlando voi con una 33


Hebrea dovevate farvi imboccare da chi meglio intendesse la proprietà della lingua poiché Ruach altro di sua proprietà non significa che l’aria, il vento et il fiato col quale noi respiriamo, onde si può vedere quanto bene calzi la vostra conseguenza mentre pretendete per tal voce provare che l’anima sia assolutamente incorporea et immateriale, benché a voler ancor trovare quello che in tal luogo concludiate, vi vuole altra logica che quella di Aristotele. Delle ragioni poi spettanti al filosofo quanto siate intelligente, veggasi nell’istesso bel principio: dove dite che Lucretio chiama a torto “sole de’ filosofi” Epicuro, il quale negava l’immortalità dell’anima, et a me che voi stimate dell’istessa opinione, dite che conviene a ragione il nome di “luna delle filosofesse” e qual sia la proportione di questa ragione, lasci considerarlo a chi legge, benché io credo che quella comparatione sia stata da voi posta per occasione di scherzare insipidamente come in altro luogo quando affermate che la corruttione non si fa senza moto, cosa altretanto pregiudicante alla gravità della materia che si tratta quanto alla modestia conveniente alla vostra condizione et alla professione che fate di religioso; né posso contenermi di notare anco un altro luogo appresso me tanto degno di riso, quanto voi lo fate di compassione et a carte dieci del vostro Libro nel fine, dove dite “Piacesse a Dio che più tosto da burla che la buon senno si morisse”, modo di parlare che esprime il vostro desiderio, il quale sarebbe di non morire, ancorché crediate l’anima immortale! Eh, Signor Bonifaccio, a che giuoco giochiamo? Credete fermamente quel che predicate o no? Se l’anima con la separatione dal corpo acquista meglior conditione di essere, come voi provate e come è certo, perché dunque posponete mal volentieri questo stato a quello donde deriva il vostro affetto più alla presente che all’altra vita? È pur vostro argomento a carte num. 14 che la morte, secondo la retta ragione, è alcuna volta da desiderarsi e preporsi alla vita, massime per le operationi di fortezza e di altre virtù, come voi ne apportate gl’esempi e l’autorità di Aristotele avvertite che questo contradirsi è cattivo segno. 34


Se non fusse per me digressione, mostrerei tante di queste sciocchezze e luoghi contradittorii che non resterebbe alcuna vostra propositione intatta; ma ciò fuori dal mio proponimento, perché non vorrei che alcuno potesse credere che con oppugnar le vostre ragioni io mi opponga in maniera alcuna alla verità della vostra conclusione: oltre che mostrare i difetti et imperfettioni della vostra scrittura, altro volume vi bisognerebbe che di un breve foglio, non havendo ella altro di buono che la causa che difendete: nel resto, è così piena di false intelligenze di termini, di storti e mal intesi sentimenti di scrittura, di false forme di sillogismi, di cattive connessioni e strani passaggi da una in altra materia, di sproposite citazioni di autori e, finalmente, di errori di lingua, che nessuno può continuare a leggerla senza dar qualche titolo al compositore. Fin hora però non habbiamo scoperta la cagione che vi ha potuto movere ad intraprendere sì notabile impresa: non posso credere esser stata malignità, poiché di questa pare che mi assicuri la vostra amicizia e la piacevolezza della vostra natura. Potrebbe forse dirsi esser stato l’istesso non sapere, atteso che mi ricordo haver letto nel Galateo che, tra l’inciviltà che commettono gli huomini, una è il voler far ostentatione di se stessi in quello in che manco vagliono e però, dice egli, si trovano molti li quali non sapendo cantare o havendo cattiva voce prorompono sempre in qualche cantilena mentre sono nelle conversationi; e chi non sa ballare vuol sempre far lo snello et il leggiardo ne’ movimenti, il che si può creder che facciano per esser tenuti scientifici in quello in che fanno di esser più ignoranti, e non si accorgono che non solo accrescono il concetto della lor ignoranza ma disgustano la conversatione, al qual proposito può applicarsi anco l’esempio di coloro li quali havendo qualche parte difettosa cercano sempre adornarla di vestimenti vaghi, come alcuno che havendo le gambe storte procura portarvi sempre calze de vaghi colori quasi per fare che la bellezza esterna compensi il difetto interno e non si avvede che in tal guisa fa maggiormente riguardevole esso difetto et alletta gl’occhi de’ riguardanti a considerarlo. Se 35


da tal movimento havesse havuto origine la vostra opra, Signor Baldassare, faccio giudice voi stesso se sarebbe da sottoporre alla disciplina del Galateo. Horsù, senza più andar affaticando il pensiero per investigare altre ragioni, a me da l’animo d’indovinar la vera questa volta e so che voi il confesserete alla libera: altro non vi ha indotto a far sì longa e vana fatica se non quella vana che vi fa correr volentieri alle stampe credendo che la fama consista in haver di molti volumi fuori, senza haver consideratione alla stima che ne fa il mondo, il qualche credo sappiate per esperienza quanto mal di soffisfaccia di cose mediocremente buone, non che le dozinali e scioccamente composte e però a non correr così facilmente alla stampa, ci fa avvertiti la medema Poetica di Horatio.

Stimasi degno di riprensione Qual, che si sia Poema ove l’autore Consumato non v’habbia a lungo tempo E più volte mutata questa, e quella Parte, fin che corretto e castigato, Al suo perfetto fin condotto il veggia. Con tutto questo per sì fatta cagione compatisco al vostro animo il quale cupido di gloria va, per così dire, mendicandola per diverse strade, appagadosi del fumo ove non può haver la luce, poiché la vana immoderata sete di gloria indulse anco Empedocle a gittarsi nella voragine di Etna.

Empedocle bramoso Di lascia falsa opinione al Mondo, Ch’egli fosse rapito vivo in Cielo, E raccolto nel numero degli Dei Gettossi d’Etna nell’ardenti fiamme.

36


Ma per sì bel pensiero a che effetto sfidar una donna? Et una donna che, se bene è vaga di studii, non ha però tali scienze per sua professione. Bisognava per mostrarsi intrepido e valoroso sfidar gl’Empedocli, gl’Anassagori, gl’Epicuri, gl’Aristoteli, gl’Alessandri Anfrodisei, gl’Averroi e poiché a loro non è conceduto venire dove campeggiate voi, andarli a trovare ne’ loro steccati medemi, che con altretanta facilità haverebbono forse rintuzzato il vostro orgoglio, con quanta poca modestia voi sparlate di alcuni di loro con titolo anco di porci. Ma, per quel che vedo, voi havete voluto fare, come si suol dire, il bravo in credenza, poiché non solo siete comparso in isteccato dove non è chi contradica alla vostra querela, ma dove, quando anco haveste contradittore, che non credo, non è conceduto il campo franco, di modo che, o valoroso fidatore delle donne, il campo è tutto vostro: passeggiate in esso pur altiero, vibrando i colpi all’aria, o valoroso campione, o generoso guerriero, e senza che si oda altro strepito che della vostra rauca tromba, gridate pur da voi stesso: “vittoria, vittora!” e, benché al suono di queste mie brevi parole vi parrà forse di haver trovato qualche incontro da poter intraprender nuova giostra, vi replico, come di sopra vi ho dichiarato, che questo non è cartello di risposta alla vostra sfida, ma un semplice manifesto per iscusarmi del mio non comparire, non essendo cagion di combattimento dove non è contrarietà di pareri, né in detti né in fatti, sì che per me potete deporre affatto l’armi che ancorché mi provocaste di nuovo con mille ingiurie, non sono più per contraporvi alcuna replica per non consumare inutilmente il tempo, massime essendo io così nemica di sottopormi a gl’occhi del mondo nelle stampe, come voi ve ne mostrate vago, vivete lieto, e sperate per voi giovevole quell’immortalità che predicate e se viverete così osservatore della vostra Christiana legge come io professo di essere della mia Hebrea. Hora, poiché voi per terminare con piacevolezza e diletto il vostro discorso, vi aggiungete la cantilena di un Sonetto per mostrarvi in effetto, con la cetra in mano quell’Orfeo, che nell’opera stessa presumete di essere 37


sufficiente a cavare una novella Euridice dall’Inferno; io, per comparire in Scena con questa parte che voi mi date, terrò contrapunto al vostro canto senza però darvi briga di andare al Regno dell’Ombre, poiché mi trovate in quello della luce. [Sonetto del Signor Baldassare Bonifaccio a Sarra Copia Sulam]

Sara, la tua beltà cotanto audace, Che sdegna tra le prime esser feconda, E però più caduca assai che fronda, E però più che vento assai fugace. Е, se potessi dir, ma con tua pace, Ciò che la tua bellezza in sé nasconda, Io direi ch'ella è tomba, ou'alma, immonda Di colpa original, sepolta giace. Questa è la colpa, onde quel colpo uscio, Che la forma immortal di vita priva, E corrompe l'imagine di Dio. Corri, corri al lavacro, ond'hor deriva La vita: Christo è quell'angel sì pio, Che col sangue i morti figli avviva.

38


[Risposta di Sarra Copia Sulam]

Ben so che la beltà ch’al mondo piace È fior caduco e di superbia abonda; Ma de la spoglia fral che mi circonda, Qual si sia, stima in me l’alma non face. Per più nobil desio mio cor si sface, Baldassare, ond’ardita, e sitibonda Quel fonte cerco, onde stillar suol l’onda Che rende a i nomi altrui fama verace. Né cercar dee altro Fonte od’altro Rio Chi di lasciar immortalmente viva La sua memoria al mondo ha pur desio. Ché s’a far l’alma in Ciel beata arriva Onda che bagni il volto o ‘l petto mio, Di lacrime versar non sarò schiva. [Della medesima. Sonetto all’Anima humana]

O di vita mortal forma divina, E dell’opre di Dio meta sublime, In cui sé stesso e ‘l suo potere esprime E di quanto ei creò ti fé Reina. Mente che l’huomo informi, in cui confina L’immortal col mortale, e tra le prime Essenze hai sede nel volar da l’ime Parti, là dove il Cielo a te s’inchina. Stupido pur d’investigarti hor cessi Pensier che versa tra caduchi oggetti, Ché sol ti scopri allhor ch’a Dio t’appressi; E per far paghi qui gl’Humani petti Basti saper che son gl’Angeli stessi A custodirti et a servirti eletti. 39


40


ΣΗΜΕΙΩΣΗ Το Μανιφέστο της Σάρα Κόπια Σούλαμ τυπώθηκε στη Βενετία το 1621 από τον Αντόνιο Πινέλι, ύστερα από το έργο του Μπαλτασάρε Μπονιφάτσιο Dell' Immortalità dell' anima (Περί της αθανασίας της ψυχής), που δημοσιεύτηκε επίσης από τον Πινέλι την ίδια χρονιά. Όπως η ίδια η Σούλαμ εξηγεί, ο Μπονιφάτσιο υπαινίσσεται στο περίφημο discorso του ότι εκείνη δεν πιστεύει πως η ψυχή είναι αθάνατη, μια κατηγορία η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει στη Σούλαμ ιδιαίτερα κοινωνικά προβλήματα, περισσότερα από μια απλή αμαύρωση του ονόματός της. Το έργο αυτό, για το οποίο, όπως φαίνεται και όπως η ίδια αναφέρει, χρειάστηκε μόνο δύο ημέρες για τη συγγραφή του, δημοσιεύτηκε πράγματι πολύ λίγο μετά το έργο του Μπονιφάτσιο. Η γλώσσα του είναι ταυτοχρόνως ευγενική και ειρωνική. Τα αποσπάσματα άλλων συγγραφέων (όπως του Δάντη) που παρατίθενται για την υποστήριξη των επιχειρημάτων της είναι κατά κύριο λόγο εμπλουτισμένες με παραφράσεις της, που σκοπό έχουν να γελοιοποιήσουν ακόμη περισσότερο τον Μπονιφάτσιο. Ο δε Μπονοφάτσιο ακούει σημαντικές κατηγορίες. Η Σουλάμ είναι ήδη εξοργισμένη από το γεγονός ότι, ως γυναίκα εβραϊκής καταγωγής σε έναν κύκλο λόγιων χριστιανών ανδρών, πολλές φορές έχει δεχτεί συστάσεις να μεταστραφεί στον χριστιανισμό. Ο Μπονιφάτσιο, ως επίσκοπος και δη ασχολούμενος με κανονικά θέματα της εκκλησίας, δεν αποφεύγει να στρέψει τον διάλογο προς τον χριστιανισμό. Με τη σειρά της η Σουλάμ, σε διάφορα σημεία του κειμένου, υπαινίσσεται πως ο εβραϊκός Νόμος είναι το φως της, χωρίς να διστάζει να αναφέρει πως τόσο η εβραϊκή όσο και η χριστιανική κοινότητα θα βαδίσει στον δρόμο προς την αθανασία της ψυχής μόνον εάν ακολουθήσει καθεμιά τον δικό της Νόμο. Δεν είναι όμως μόνο το θέμα της προσβολής της εβραϊκής θρησκείας αυτό που απασχολεί τη Σουλάμ. Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς το discorso του Μπονιφάτσιο – αρκεί η ανάλυση των λόγων του από τη Σουλάμ για να καταλάβουμε πως αυτή η κωμική χροιά που περιβάλλει τον λόγο της οφείλεται σε αξιοσημείωτες αστοχίες του Μπονιφάτσιο, που καθιστούν αυτομάτως το επίμαχο έργο του χαμηλής ποιότητας: παρερμηνεύει όρους της εβραϊκής γλώσσας –την οποία δεν γνωρίζει–, προσθέτει αποφθέγματα άλλων συγγραφέων σε σημεία όπου δεν ταιριάζουν, υποστηρίζει αντιφατικές ιδέες και, πρώτα πρώτα, συγγράφει ένα έργο που πραγματεύεται ένα θέμα ήδη γνωστό στη χριστιανική κοινότητα, χωρίς να προσθέτει τίποτα το καινούργιο. Είναι εξίσου κωμικός ο τρόπος με τον οποίον η Σουλάμ περιγελά τη βιασύνη κάποιων συγγραφέων να εκδώσουν το έργο τους, χωρίς, ωστόσο, να αναρωτηθούν σε τι θα χρησίμευε στην κοινωνία. Είναι προφανές ότι το μικρό αυτό Μανιφέστο δεν έμελλε να αποτελέσει μια απλή απάντηση σε μια πρόσκαιρη συκοφαντία. Το Μανιφέστο είναι πράγματι ένα μανιφέστο, ακριβώς όπως ήθελε να το αποκαλέσει η ίδια η Σουλάμ, η οποία, μέσα σε λίγες σελίδες, κατάφερε να απογυμνώσει τη ματαιοδοξία των διανοούμενων, χωρίς ίσως να φαντάζεται πως τα λόγια της θα συνέχιζαν να βρίσκουν αντίκρισμα σε πολλούς αιώνες ύστερα από τον δικό της.

41


42


43

Sarra Copia Sulam - Μανιφέστο  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you