Issuu on Google+

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΡΥΨΑΛΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΣΧΟΛΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

1


(τα εισαγωγικά στο τέλος) Γρ. Αρχοντής Ἐλάχιστα γνωρίζουµε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἀρχίλοχου, κι αὐτὰ ἀβέβαια. Ἡ γέννησή του τοποθετεῖται γύρω στὸ 680 π.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πάρο. Ὁ πατέρας του, κάποιος Τελεσικλῆς, ἦταν ἀριστοκράτης καὶ ἡ µητέρα του Ἐνιπῶ, δούλα. Ὁ παππούς του, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πατέρα του, φέρεται σὰν ἀποικιστὴς τῆς Θάσου καὶ κοµιστὴς τῆς λατρείας τῆς ∆ήµητρας. Ὁ Ἀρχίλοχος πέρασε τὴ ζωή του µέσα στὴ φτώχεια. Ἐργάστηκε σὰν µισθοφόρος, συµµετέχοντας στὶς ἐπιδροµές ποὺ συντάραξαν τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, στὴ διάρκεια τοῦ 7ου π.Χ. αἰώνα. Φαίνεται πῶς προσπάθησε νὰ δηµιουργήσει οἰκογένεια µὲ κάποια Νεοβούλη, ἀλλὰ ὁ Λυκάµβης, πατέρας τῆς νύφης, ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του. Σύµφωνα µὲ τὴν ἀρχαία παράδοση, ὁ ποιητὴς ἀντέδρασε διασύροντας τὸν ἄπιστο πεθερό. Ἡ δύναµη τῶν σκωπτικῶν στίχων του ἦταν τόσο µεγάλη, ὥστε ὁ Λυκάµβης καὶ οἱ δύο του κόρες αὐτοκτόνησαν. Πιθανῶς ἀποπλάνησε καὶ τὴν ἀδελφὴ τῆς Νεοβούλης. Ἐπινόησε τὸν ἴαµβο καὶ τὴν ἐπωδό, ἐπιφέροντας σηµαντικὲς τεχνικὲς ἀλλαγὲς στὸ ἡρωϊκὸ ποιητικὸ ἰδίωµα ποὺ κυριαρχοῦσε µέχρι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ. Εἶναι προφανὲς πὼς ὁ πατρικὸς ἄξονας τῆς καλλιτεχνικῆς προσωπικότητάς του εἶναι ὁ Ὅµηρος. Σὰν ἄνθρωπος ἦταν παρορµητικὸς, ἀθυρόστοµος καὶ ἐκδικητικὸς. Ἄγνωστο πότε, τὸν σκότωσε κάποιος Καλλώνδης ἢ Κόρακας, σὲ µάχη µὲ τοὺς Ναξίους. Μαρτυρεῖται πὼς ὁ φονιᾶς δὲν ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὴν Πυθία. Στὴν πραγµατικότητα ὁ Ἀρχίλοχος εἶναι τρεῖς ἑκατοντάδες ἀποσπάσµατα καὶ ὁρισµένα στοιχεῖα ἀνεπιβεβαίωτα. Πρόκειται γιὰ ἕνα πρόσωπο σκιὰ ποὺ κινεῖται πίσω ἀπὸ σηµαντικὴ ποίηση. Γ.Μ.

2


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΡΥΨΑΛΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΙΑΜΒΟΙ ΕΠΩ∆ΟΙ ΥΜΝΟΙ Α∆ΕΣΠΟΤΑ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΕΛΕΓΕΙΑ 1 [Ed.1] Εἰµὶ δ' ἐγὼ θεράπων µὲν Ἐνυαλίοιο ἄνακτος, καὶ Μουσέων ἐρατὸν δῶρον ἐπιστάµενος.

∆ουλειά µου: ὁ πόλεµος καὶ ἡ ποίηση ἐπίσης.

2 [Εd 2]

3


Ἐν δορὶ µὲν µοι µᾶζα µεµαγµένη, ἐν δορὶ δ' οἶνος Ἰσµαρικός, πίνω δ' ἐν δορὶ κεκλιµένος.

Ἕνα κοντάρι ἔχω ὅλο κι ὅλο. Κερδίζω τὸ ψωµί µου, ἐξασφαλίζω τὸ κρασί µου (Ἰσµαρικό, ἄς σηµειωθεῖ) καὶ κρατιέµαι ὅταν µεθάω.

3 [Ed.4] Ἀλλ' ἄγε, σὺν κώθωνι θοῆς διὰ σέλµατα νηὸς φοίτα καὶ κοΐλων πώµατ' ἄφελκε κάδων, ἄγρει δ' οἶνον ἐρυθρόν ἀπὸ τρυγός· οὐδὲ γὰρ ἡµεῖς νήφειν ἐν φυλακῇ τῇδε δυνησόµεθα.

Ἄντε λοιπόν! Τράβα τὸ γρήγορο ποτήρι, σάλταρε στὸ καράβι, πήδα στὸ ἀµπάρι, πέσε πάνω στὰ βαρέλια καὶ κρασοκύλησέ τα. Τάπα µὴ µείνει! ∆ὲ µᾶς βλέπω τὴ βάρδια αὐτὴ ξενέρωτοι νὰ τὴν περνᾶµε.

4 [Ed.3] Οὔ τοι πόλλ᾽ ἐπὶ τόξα τανύσσεται οὐδὲ θαµειαὶ σφενδόναι, εὖτ' ἄν δὴ µῶλον Ἄρης συνάγῃ ἐν πεδίῳ· ξιφέων δὲ πολύστονον ἔσσεται ἔργον· ταύτης γὰρ κεῖνοι δαίµονές εἰσι µάχης δεσπόται Εὐβοίης δουρικλυτοί.

Τέρµα τὸ τραβολόγηµα τῶν τόξων καὶ τῶν σφεντόνων ἡ τρεχάλα. Μάζεψε ὁ Ἄρης τὰ συµπράγκαλά του ἀπὸ τὸν κάµπο. Ὥρα γιὰ τὸ τέλειο µακελειὸ τῶν σπαθιῶν. Ἐπιστατοῦν ἐπιµελῶς ἄρχοντες φονιάδες ἐξ Εὐβοίας.

5 [Ed.5] ∆ιὲξ σωλῆνος εἰς ἄγγος.

Ἀπ' τὴν κανάτα: µεθύσι ἐξ ἐπαφῆς.

4


6 [Ed.6] Ἀσπίδι µὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἥν παρὰ θάµνῳ ἔντος ἀµώµητον κάλλιπον οὐκ ἐθέλων· αὐτὸν δ' ἔκ µ' ἐσάωσα· τί µοι µέλει ἀσπὶς ἐκείνη; Ἐρρέτω· ἐξαῦτις κτήσοµαι οὐ κακίω.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀσπίδα, ἐκεῖνο τὸ ἔργο τέχνης ποὺ ἀναγκάστηκα ν' ἀφήσω ἀνάµεσα στοὺς θάµνους, σίγουρα κάποιος Σάιος θὰ τὴν ἀπολαµβάνει. ∆ὲν πάει στὸ διάβολο· ἀφοῦ κατάφερα καὶ γλύτωσα, µὲ τὴν ἀσπίδα τώρα θ' ἀσχολοῦµαι; Ἁρπάζω ἀργότερα µιὰν ἴδια γιὰ νὰ µὴν πῶ καλύτερη.

7 [Ed.7] Ξείνια δυσµενέσιν λυγρὰ χαριζόµενος.

Ὄλεθρο φιλόξενο διαθέτω γιὰ πρόθυµους ἐχθρούς.

8 [Ed.8] Αἰσιµίδη, δήµου µὲν ἐπίρρησιν µελεδαίνων οὐδείς ἄν µάλα πόλλ' ἱµερόεντα πάθοι.

Ὅποιος φροντίζει ν' ἀποφεύγει τὴν κατακραυγὴ τοῦ κόσµου, Αἰσιµίδη, δὲν κινδυνεύει ν' ἀπολαύσει πολλά.

9 [Ed.9-13] Κήδεα µὲν στονόεντα, Περίκλεες, οὔτε τις ἀστῶν µεµφόµενος θαλίῃης τέρψεται οὔτε πόλις· τοίους γὰρ κατὰ κῦµα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης ἔκλυσενʾ οἰδαλέους δ᾽ ἀµφ᾽

Οὔτε οἱ πολίτες οὔτε ἡ πόλη, Περικλῆ, σκοπεύουν ν᾽ ἀντιπαρέλθουν µὲ χαρὲς µιὰ τέτοια συµφορὰ. Ποιούς σκέπασε τὸ ἀσίγαστο κῦµα τῆς θάλασσας ξέρει καλὰ ἡ ὀδύνη ποὺ

5


ὀδύνῃς ἔχοµεν πνεύµονας. ἀλλὰ θεοὶ γὰρ ἀνηκέστοισι κακοῖσιν ὦ φίλ᾽ ἐπὶ κρατερὴν τληµοσύνην ἔθεσαν φάρµακον. ἄλλοτε δ᾽ ἄλλος ἔχει τάδε· νῦν µὲν ἐς ἡµέας ἐτράπεθ᾽ʾ αἱµατόεν δ᾽ ἕλκος ἀναστένοµενʾ ἐξαῦτις δ᾽ ἑτέρους ἐπαµείψεται. ἀλλὰ τάχιστα τλῆτεʾ γυναικεῖον πένθος ἀπωσάµενοι.

ὀργώνει τὸ βυθὸ τῆς καρδιᾶς µας. Μὰ οἱ θεοὶ ἀνέθεσαν τὴ θεραπεία τῶν ἀµετάκλητων κακῶν στὴν ἀντοχὴ τῆς καρτερίας.Ἔτσι εἶναι αὐτὰ τὰ πράγµατα: περαστικά. Τώρα ἦρθαν σὲ µᾶς. Θὰ αἱµορραγήσουµε γιὰ λίγο πίκρα κι ἀπογοήτευση καὶ ἀναστεναγµοὺς καὶ ὕστερα θὰ τρέξουνε ἀλλοῦ τὴ µόλυνσή τους. Ἀφῆστε λοιπὸν τοὺς θρήνους καὶ τοὺς ὀδυρµοὺς στὰ θηλυκά τους.

10 [Ed.10] Κρύπτοµεν δ' ἀνιηρὰ Ποσειδάωνος ἄνακτος δῶρα.

Καταχωνιάστε τα κάπου αὐτὰ τ' ἀφόρητα δῶρα τοῦ κύριου Ποσειδώνα.

11 [Ed.11] Παλλάδ᾽ ἐϋπλόκαµον πολιῆς ἁλὸς ἐν πελάγεσσι θεσσάµενοι γλυκερὸν νόστον.

Μεσοπέλαγα βρήκαµε ν᾽ ἀναθέσουµε τὴ σωτηρία µας σὲ µιὰν ὄµορφη παρθένα, προστάτιδα πόλης.

12 [Ed.12] Εἰ κείνου κεφαλὴν καὶ χαρίεντα µέλεα Ἥφαιστος καθαροῖσιν ἐν εἵµασιν ἀµφεπονήθη.

Ἄν φρόντιζε ὁ Ἥφαιστος νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει ροῦχα πεντακάθαρα, ἀπ' τὴν κορφὴ µέχρι τὰ νύχια, 6


θὰ ἦταν ὄµορφος νεκρός: φλογόλευκος. 13 [Ed.13] Οὔτε τι γὰρ κλαίων ἰήσοµαι οὔτε κάκιον θήσω τερπωλὰς καὶ θαλίας ἐφέπων.

Τὸ κλάµα δὲ µὲ ἀνακουφίζει. Ὅσο γιὰ τὶς ἀπολαύσεις καὶ τὰ γλέντια, χειρότερα πάντως δὲ µὲ κάνουν.

14 [Ed.14] Γλαῦκ᾽ ἐπίκουρος ἀνὴρ τόσσον φίλος ἔστε µάχηται.

Ὅσο πολεµάει ὁ µισθοφόρος, Γλαῦκε, καλύτερος φίλος δὲν ὑπάρχει.

15 [Ed.15] Πάντα πόνος τεύχει θνητοῖς µελέτη τε βροτείη.

Ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγωνία κρατᾶνε ἀνθρώπους τοὺς ἀνθρώπους.

16 [Ed.16] Πάντα τύχη καὶ µοῖρα, Περίκλεες, ἀνδρὶ δίδωσιν.

Ὅ,τι πολυτιµότερο ἔχουν ἡ τύχη καὶ ἡ µοίρα, ἄν εἶναι νὰ τὸ δώσουν, σὲ ἄντρα θὰ τὸ δώσουν, Περικλῆ.

17 [Ed.17] Συκῆ πετραίη πολλὰς βόσκουσα κορώνας εὐήθης ξείνων δέκτρια Πασιφίλη.

Βλέπεις ἐκείνη τὴ συκιὰ στὸ βράχο; Μὲ πόση ἄνεση ταΐζει τόσες κουροῦνες! Μιὰ ποὺ τὸ 'φερε ὁ λόγος: φιλόξενο πλάσµα ἡ Πασιφίλη.

7


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ 18 [Ed.18] Ὑψηλοὺς Μεγάτιµον Ἀριστοφόωντά τε Νάξου κίονας, ὦ µεγάλη γαῖ᾽, ὑπένερθεν ἔχεις.

Ψηλὲς κολόνες τῆς Νάξου ὁ Μεγάτιµος κι ὁ Ἀριστοφώντας· µεγάλη γῆ, τί σηκώνει ὁ βυθὸς σου.

19 [Ed.19] Ἀλκιβίη πλοκάµων ἱερὴν ἀνέθηκε καλύπτρην Ἥρῃ κουριδίων εὖτ' ἐκύρησε γάµων.

Ἔβγαλε τὸ ἱερὸ µαντήλι ἀπ' τὰ µαλλιὰ της ἡ Ἀλκιβίη, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Ἥρα κι ἔτρεξε ἥσυχη νὰ δαπανήσει τὴν παρθενιά της.

ΙΑΜΒΟΙ 20 [Ed.20] Κλαίω τὰ Θασίων, οὐ τὰ Μαγνήτων κακά.

∆ὲν κλαίω τοὺς Μαγνησίους· οἱ Θάσιοι νὰ δεῖς τὶ ἔχουν νὰ πάθουν.

21 [Ed.21] Ἥδε δ' ὥστ᾽ ὄνου ῥάχις ἕστηκεν ὕλης ἀγρίης ἐπιστεφής·

Ὕστερα φάνηκε µπροστά µας τὸ νησί: ἀσάλευτο σὰν ράχη γαϊδουριοῦ

8


µὲ κωνοφόρο τρίχωµα. 22 [Ed.21Α] Οὐ γὰρ τι καλὸς χῶρος οὐδ' ἐπίµερος οὐδ' ἐρατὸς, οἷος ἀµφὶ Σίριος ῥοάς.

Τόπος κι αὐτός. Ποῦ εἶναι ἐκεῖνες οἱ εὔφορες, ἐκεῖνες οἱ γλυκιές, οἱ λατρεµένες ὄχθες τοῦ Σίρη;

23 [Ed.22] Καὶ µ' οὔτ' ἰάµβων οὔτε τερπωλέων µέλει·

Στιχουργηµένες ταλαιπωρίες ἤ ἐλεύθερες ἀπολαύσεις; Τὸ ἴδιο µοῦ κάνει.

24 [Ed.23] Ψυχὰς ἔχοντες κυµάτων ἐν ἀγκάλαις.

Τὰ κύµατα δέχτηκαν πρόθυµα τὸν ψυχικό µας πλοῦτο.

25 [Ed.24] Καὶ δὴ ᾽πίκουρος ὥστε Κὰρ κεκλήσοµαι.

Στὸ τέλος θὰ µὲ ποῦν καὶ µισθοφόρο.

26 [Ed.25] Οὔ µοι τὰ Γύγεω τοῦ πολυχρύσου µέλει, οὐδ' εἷλέ πώ µε ζῆλος, οὐδ' ἀγαίοµαι θεῶν ἔργα, µεγάλης δ' οὐκ ἐρέω τυραννίδος· ἀπόπροθεν γὰρ ἐστιν ὀφθαλµῶν ἐµῶν.

Ἀδιαφορῶ γιὰ τὴν ἀµύθητη περιουσία τοῦ Γύγη. ∆ὲν ἔχω, οὔτε εἶχα ποτὲ ἰδιαίτερες ἐπιδιώξεις. ∆ὲ δυσανασχετῶ µὲ τὰ ἔργα τῶν θεῶν. ∆ὲ θέλω ἐξουσία. Προτιµῶ νὰ βλέπω.

27 [Ed.26] Ὁ δ᾽ Ἀσίης καρτερὸς

Ὁ ἰσχυρότερος τσοπάνης τῆς 9


µηλοτρόφου.

Ἀσίας.

28 [Ed.27] Ἄναξ Ἄπολλον, καὶ σὺ τοὺς µὲν αἰτίους σήµαινε καὶ σφεας ὄλλυ' ὥσπερ ὀλλύεις.

Ἄρχοντα Ἀπόλλωνα, ἐξόντωσε τοὺς ἔνοχους µὲ τὰ ὀνόµατά τους. Ξέρεις ἐσύ.

29 [Ed.28] Οἴην Λυκάµβεω παῖδα τὴν ὑπερτέρην.

Μοναδικὴ στὸ εἶδος της ἡ µεγάλη κόρη τοῦ Λυκάµβη.

30 [Ed.29] Ἔχουσα θαλλὸν µυρσίνης ἐτέρπετο ῥοδῆς τε καλὸν ἄνθος, ἡ δὲ οἱ κόµη ὤµους κατεσκίαζε καὶ µετάφρενα.

Κρατοῦσε ἕνα τρυφερὸ κλαδὶ µυρτιᾶς κι ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο. Τῆς ἄρεσε: χαµογελοῦσε. Τὰ µαλλιά της ἔσταζαν νύχτα πίσω της.

31 [Ed.30] Ἐσµυρισµέναι κόµας καὶ στῆθος, ὡς ἄν καὶ γέρων ἠράσσατο.

Μοσχοβολοῦσαν τὰ µαλλιά της καὶ τὰ στήθη. Μέχρι καὶ γέρο µεταµόρφωναν σὲ ἀνυπόµονο ἐραστή.

32 [Ed.31] Οὐκ ἄν µύρισι γρηῦς ἐοῦσ' ἠλείφεο.

...κι ἐσὺ πολὺ γριὰ γιὰ ἀρώµατα, κυρά µου.

33 [Ed.32] Ὥσπερ παρ' αὐλῷ βρῦτον ἢ

Ἦρθε στὸ κέφι καὶ κατέβαζε 10


Θρῆϊξ ἀνὴρ ἢ Φρὺξ ἔβρυζε, κύβδα δ' ἦν πονευµένη.

τὴν µπίρα µονοκοπανιὰ σὰν Θράκας. Στὸ τέλος, ξεχύλισε σὰν Φρύγας κι ἔπεσε ξερὴ σὰν θηλυκό.

34 [Ed.33] Κατ' οἶκον ἐστρωφᾶτο µισητὸς βάβαξ.

Μιὰ ἀνυπόφορη εὐφράδεια περιφερόταν στὸ σπίτι.

35 [Ed.34] Πρὸς τοῖχον ἐκλίνθησαν ἐν παλινσκίῳ.

Κατέφυγαν στὸν τοῖχο: διέθετε σκιά.

36 [Ed.35] Κύψαντες ὕβριν ἀθρόην ἀπέφλυσαν.

Ἔσκυψαν τὸ κεφάλι καὶ ξέρασαν τὸ θράσος τους.

37 [Ed.36] Ἀλλ' ἄλλος ἄλλῳ καρδίην ἰαίνεται.

Καθένας τὶς προσδοκίες του καρδιοχτυπάει.

38 [Ed.37] Χαίτην ἀπ᾽ ὤµων ἐγκυτὶ κεκαρµένος.

Ἡ χαίτη του: δέρµα καλοξυρισµένο µέχρι τοὺς ὤµους.

39 [Ed.39] Βοῦς ἐστὶν ἡµῖν ἐργάτης ἐν οἰκίῃ κορωνὸς, ἔργων ἴδρις οὐδ' ἄρ' οὖν θέλων.

Ἔχουµε στὸ κτῆµα ἕνα βόδι ὡραῖο καὶ δυνατό. Ξέρει καλὰ τὴ δουλειά του· δὲν τὴν ἐκτιµᾶ.

11


40 [Ed.40] Τοῖον γὰρ αὐλὴν ἕρκος ἀµφιδέδροµεν.

Τέτοιος φράχτης ἔτρεχε γύρω στὴν αὐλή µας.

41 [Ed.41] Ἀµισθὶ γὰρ σε πάµπαν οὐ διάξοµεν.

∆ωρεὰν ἐξυπηρέτηση; Καὶ βέβαια ὄχι.

42 [Ed.42] Ἐσθλὴν γὰρ ἄλλην οἶδα τοιούτου φυτοῦ ἴησιν.

Ξέρω µιὰν ἄλλη θεραπεία γι' αὐτὸ τὸ πρήξιµο.

43 [Ed.43] Ἔστη κατ᾽ ἠκὴν κύµατός τε κἀνέµου.

Μεταίωροι ἀνάµεσα στὸ κύµα καὶ στὸν ἄνεµο.

44 [Ed.44] Μετέρχοµαί σε σύµβολον ποιευµένη.

Λυπήσου µε· σοῦ προσκοµίζω τὸ συνέταιρο ἔρωτά µου.

45 [Ed.45] Τρίαιναν ἐσθλὸς καὶ κυβερνήτης σοφός.

Καµακιστὴς καλός, κυβερνήτης σοφός.

46 [Ed.46] Φηλῆτα νύκτωρ περὶ πόλιν πωλεύµενε.

Κλέφτη, τῆς πόλης ἀγρίµι, τῆς νύχτας διακορευτή.

47 [Ed.47] Ἀλλ' ἀπερρώγασί µοι µύκεω τένοντες.

Σπάσανε τὰ νεῦρα τῆς ψωλῆς µου.

12


48 [Ed.48] Παῖδ' Ἄρεω µιηφόνου.

Αἱµοβόρο παραστράτηµα τοῦ Ἄρη.

49 [Ed.48Α] Βίος δ' ἀπράγµων τοῖς γέρουσι συµφέρει µάλιστα δ' εἰ τύχοιεν ἁπλόοι τρόποις ἢ µακκοᾶν µέλλοιεν ἢ ληρεῖν ὅλως, ὅπερ γερόντων ἐστίν.

Ἡ ἀνεργία ταιριάζει ἀπόλυτα στοὺς γέρους, ἰδίως ὅταν εἶναι λιτοδίαιτοι. Ἄν πάσχουν κι ἀπὸ ἄνοια, τόσο τὸ καλύτερο γι' αὐτούς. Θὰ διεκδικοῦν παλαβοµάρες, πράγµα ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στοὺς γέρους.

50 [We. 60] ] Ὦ τρισµακάριστε ὅστις [ ] τοιαῦτα τέκνα.[

Χαρὰ σ' ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τέτοια παιδιά!

51 [∆α. 24] ]Ἠµειβόµην· “γύναι, φάτιν µὲν τὴν πρὸς ἀνθρώπων κακὴν µὴ τετραµήνῃς µηδέν· ἀµφὶ δ' εὐφρόνῃ, ἐµοὶ µελήσει· θυµὸν ἵλαον τίθεο. Ἐς τοῦτο δὴ τοι τῆς ἀνολβίης δοκέω ἥκειν; Ἀνὴρ τοι δειλὸς ἆρ᾽ ἐφαινόµην, οὐδ' οἷός εἰµ' ἐγὼ οὗτος οὐδ' οἵων ἄπο. Ἐπίσταµαί τοι τὸν φιλέοντα

Κι ἐγὼ τῆς ἀντιγύρισα: Μὴ σὲ φοβίζει ἡ γλώσσα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὑπόληψη εἶναι λέξη νυχτερινή. Σκέψου γιὰ µένα κάτι φωτεινότερο. Τέλειωσα µήπως, δείλιασα ποτὲ ἢ ἀκούγοµαι ἄλλος; ∆ιατηρῶ ἀκόµη τὴ δύναµη ν᾽ ἀναγνωρίζω µιὰν ἀγάπη στὴν ἀγάπη κι ἕνα µυρµήγκι στὸ µίσος. Θὰ φροντίσω σχετικά.

13


µὲν φιλεῖν, τὸν δ' ἐχθρὸν ἐχθαίρειν τε καὶ κακοστοµέειν µύρµηξ. Λόγῳ νυν τῷδ' ἀληθείη πάρα. Πόλιν δὲ ταύτην ἐπιστρέφεαι οὔτοί ποτ' ἄνδρες ἐξεπόρθησαν, σὺ δὲ νῦν εἷλες αἰχµῇ καὶ µέγ' ἐξήρω κλέος. Κείνης ἄνασσε καὶ τυραννίην ἔχε· πολλοῖ σίθην ζηλωτὸς ἀνθρώπων ἔσεαι.”

Ἐξ' ἄλλου, αὐτὴ ἡ ἐπιστροφή σου παραῆταν αἰχµηρὴ γιὰ µιὰ πόλη ποὺ δὲ γνώρισε ποτὲ κατακτητές. Ἐπέβαλες ὁµόφωνα τὴν τυραννία τῶν µιµητῶν σου· κυβέρνα τώρα τὴν ἀκατάσχετη ρητορικὴ τῶν ἐπιθυµιῶν τους.

52 [∆α. 26, 26Α, 26Β] Οὐ κοινή τις ἀνθρώπων φυὴ ἀλλ' ἄλλος ἄλλῳ καρδίην ἰαίνεται. ∆οκεῖ δ' ἄριστον τῷ Μελησάνδρῳ σάθη, τράµις δὲ βουκόλῳ Φαλαγίῳ Τοῦτ᾽ οὔτις ἄλλος µάντις ἀλλ᾽ ἐγ εἰπέ σοι· ] γὰρ µοι Ζεὺς πατὴρ Ὀλυµπίων ] ἔθηκε κἀγαθόν µετ' ἀνδράσι ] οὐδ' ἄν Eὐρύµας διαψέγοι. Ἀλλ' ἄλλος ἄλλῳ καρδίην ἰαίνεται· τὸ φῦµα µηρῶν µεταξύ.

∆ὲ µοιραζόµαστε ὅλοι τὸ ἴδιο ἄνθρώπινο· καθένας τὶς προσδοκίες του καρδιοχτυπάει: ψωλὴ ὁ Μελήσανδρος, παπάρια ὁ Φαλάγγιος ὁ βουκόλος. Ἐδῶ δὲ χρειάζεται µάντης. Φτάνω ἐγώ. Ὁ ∆ίας, τῶν Ὀλυµπίων πατέρας, ἀξιώθηκε ἕναν ἄντρα ἐνάρετο ἀνάµεσα στοὺς ἄντρες, γεγονός ποὺ δὲν ἐνοχλεῖ οὔτε κὰν τὸν Εὐρύµαντα. Καθένας τὶς προσδοκίες του καρδιοχτυπάει: κάτι φυτρώνει ἀνάµεσα στὰ

14


σκέλια. 53 [∆α. 43] Ὑφ' ἡδονῆς σαλευοµένη κορώνη.

Κουρούνα ποὺ φτερουγίζει ὀργασµό.

54 [∆α. 25] ] νηῒ σὺν σµικρῇ µέγαν πόντον περήσας ἦλθες ἐκ Γορτυνίης ] καὶ τόδ' ἁρλίζοµαι ] φορτίων δὲ µοι µέλει ] εἰτ᾽ ἀπώλετο ] ἐστι µηχανή ] δ' ἄν ἄλλον οὔτιν' εὑροίµην ἐγὼ ] εἰ σὲ κῦµ' ἁλὸς κατέκλυσεν ] χερσὶν αἰχµητέων ὕπο ] ἥβην ἀγλαὴν ἀπώλεσας. Νῦν δ' [...]θεῖ καὶ σε θεὸς ἐρρύσατο ] κἀµὲ µουνωθέντ' ἰδ[ ] ἐν ζόφῳ δὲ κείµενος ] αὖτις ἐς φάος κατεστάθην.

Πέρασες, βέβαια, θάλασσα µεγάλη µὲ µικρὸ καράβι γιὰ νὰ φτάσεις ὡς ἐδῶ, ἀπὸ τὴ Γόρτυνα. Τιµή σου καὶ καµάρι µου. Τὸ ἐµπόρευµα νά 'ναι καλά. Τελικὰ ὑπάρχει τρόπος. Θὰ πρέπει νὰ προσθέσω πῶς ἄν τὸ κύµα παρακρατοῦσε τὴν ἀξία τῆς λαµπρῆς νεότητάς σου - καὶ λογχοφόροι νὰ ἦταν, τὸ ἴδιο κάνει δὲ θὰ µποροῦσα εὔκολα νὰ σὲ ἀντικαταστήσω. Ἀλλὰ ὁ θεὸς διέσωσε τὸ ἰσοζύγιό σου. Ὅσο σκοτάδι δάνεισα στὴν ἀναµονή, τόσο φῶς µοῦ µέτρησε ἡ ἄφιξή σου.

55 [Ed.50] Ὦ, λιπερνῆτες πολῖται, τἀµὰ δὴ ξυνίετε ῥήµατ᾽.

Συµµεριστεῖτε µε πολίτες τῆς ἀπόγνωσης.

56 [Ed.51]

15


Ἔα Πάρον καὶ σῦκα κεῖνα καὶ θαλάσσιον βίον.

Ξέχνα τὴν Πάρο καὶ τὰ σύκα της καὶ τὴν ἁρµύρα ποὺ λένε ζωή.

57 [Ed.52] Ὡς Πανελλήνων ὀϊζὺς ἐς Θάσον συνέδραµεν.

Μιὰ Ἑλλάδα ἀθλιότητα µαζεύτηκε στὴ Θάσο.

58 [Ed.53] Μηδ' ὁ Ταντάλου λίθος τῆσδ' ὑπὲρ νήσου κρεµάσθω.

Οὔτε τοῦ Τάνταλου ἡ πέτρα νὰ µὴν ἀνατείλει πάνω ἀπ' αὐτὸ τὸ νησί.

59 [Ed.54] Γλαῦχ᾽ ὅρα· βαθὺς γὰρ ἤδη κύµασιν ταράσσεται πόντος, ἀµφὶ δ' ἄκρα Γυρέων ὀρθὸν ἵσταται νέφος, σῆµα χειµῶνος· κιχάνει δ' ἐξ ἀελπτίης φόβος.

Κοίτα, Γλαῦκε· ξαφνικά, ἡ θάλασσα ἔχασε τὴ βαθιά της ψυχραιµία. Ξεστοµίζει ἄγρια κύµατα κι ἐκεῖνο τὸ σύννεφο, πάνω ἀπὸ τὶς Γυρεές, ἀπειλεῖ χειµώνα. Ἀπελπιστικὸς ἐπισκέπτης τὸ ἀπροσδόκητο.

60 [Ed.55] Καὶ νέους θάρσυνε· νίκης δ' ἐν θεοῖσι πείρατα.

Σχετικὰ µὲ τὴν ἐνθάρρυνση τῶν νέων: κάπου ἀνάµεσα στοὺς θεοὺς βρίσκεται ἡ νίκη.

61 [Ed.56] Τοῖς θεοῖς τιθεῖο πάντα· πολλάκις µὲν ἐκ κακῶν

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.

16


ἄνδρας ὀρθοῦσιν µελαίνῃ κειµένους ἐπὶ χθονί, πολλάκις δ' ἀνατρέπουσι καὶ µάλ' εὖ βεβηκότας ὑπτίους κλίνουσ'· ἔπειτα πολλὰ γίγνεται κακά, καὶ βίου χρήµῃ πλανᾶται καὶ νόου παρήορος.

Κάποιοι θὰ πέσουµε καὶ πάνω ποὺ θ' ἀρχίσουµε νὰ συνηθίζουµε χῶµα, θὰ µᾶς σηκώσουν. Ἄλλοι θὰ προσέξουµε ποῦ πατᾶµε καὶ θὰ βρεθοῦµε νὰ παλεύουµε γιὰ λίγη σκόνη µὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

62 [Ed.57] Τὸν κεροπλάστην ἄειδε Γλαῦκον.

Τοῦ Γλαύκου τὰ χτενίσµατα τραγούδα.

63 [Ed.58] Οὐ φιλέω µέγαν στρατηγὸν οὐδὲ διαπεπλιγµένον οὐδὲ βοστρύχοισι γαῦρον οὐδ' ὑπεξυρηµένον, ἀλλά µοι σµικρός τις εἴη καὶ περὶ κνήµας ἰδεῖν ῥοικός, ἀσφαλεώς βεβηκὼς ποσσὶ, καρδίης πλέως.

Εἶναι τεράστιος. Στέκεται µὲ τὰ πόδια ἀνοιχτά, ὅλο προσποίηση, µποῦκλες καὶ περίεργα ξυρίσµατα. Πολεµιστὴς νὰ σοῦ πετύχει! Γιὰ µένα ὁ ἄντρας πρέπει νὰ εἶναι συµπαγής: νὰ ξέρει ποῦ πατάει, νὰ ξέρει τὶ ἀγαπάει. Κι ἄς εἶναι κοντός, ἄς εἶναι τὰ πόδια του στραβά· ἔχει ἔρµα.

64 [Ed.59] Ἑπτὰ γὰρ νεκρῶν πεσόντων, οὓς ἐµάρψαµεν ποσίν, χίλιοι φονῆες ἐσµέν.

Πέσαµε πάνω τους καὶ τοὺς λιανίσαµε: χίλιοι ἄντρες ὁλοµόναχοι ἐνάντια σὲ ἑπτὰ ὁλόκληρα κουφάρια. 17


65 [Ed.60] Ἐρξίη, πῇ δηὖτ᾽ ἄνολβος ἀθροΐζεται στρατός;

Τί θέλει πάλι ἡ δυστυχία καὶ µάζεψε τόσο στρατὸ, Ἐρξίη;

66 [Ed.61] Ἔλποµαι, πολλοὺς µὲν αὐτῶν Σείριος καταυανεῖ ὀξὺς ἐλλάµπων.

Τοὺς περισσότερους, ἐλπίζω, θὰ τοὺς φουρνίσει στὸ καµίνι του ὁ ἥλιος τοῦ καλοκαιριοῦ.

67 [Ed.62] Ἐρξάτω δ᾽· ἐτήτυµον γὰρ ξυνὸς ἀνθρώποις Ἄρης.

∆ὲν πάει στὸ διάβολο· γιὰ ὅλους ἴδιος εἶναι ὁ Ἄρης.

68 [Ed.63] Οὔ τις αἰδοῖος µετ' ἀστῶν οὐδὲ περίφηµος θανὼν γίγνεται· χάριν δὲ µᾶλλον τοῦ ζοοῦ διώκοµεν ζῶντες ἔτι· κάκιστα δ' αἰεὶ τῷ θανόντι γίγνεται.

Κανεὶς δὲν κέρδισε ἀπὸ τὸ θάνατό του. ∆ὲν ἔγινε οὔτε πιὸ γνωστός, οὔτε πιὸ σεβαστὸς στοὺς ἄλλους. Κατὰ πάσα πιθανότητα, ἡ ἐκτίµηση τῶν ζωντανῶν σχετίζεται µὲ τὴ ζωή. Ὅταν πεθάνεις, τὸ κακὸ εἶναι πώς λείπεις· γιὰ πάντα.

69 [Ed.64] Οὐ γὰρ ἐσθλὰ κατθανοῦσι κερτοµεῖν ἐπ' ἀνδράσιν.

∆ὲν εἶναι καλὸ νὰ ἐξαπατᾶς τοὺς νεκρούς.

70 [Ed.65] Ἓν δ' ἐπίσταµαι µέγα, τὸν κακῶς µε δρῶντα δέννοις

Ἕνα πράγµα ξέρω καλά: νὰ ἐπιστρέφω ἀνοιχτὲς

18


ἀνταµείβεσθαι κακοῖς.

τὶς πληγὲς ποὺ µοῦ ἀνοίγουν.

71 [Ed.66] Θυµέ, θύµ᾽ ἀµηχάνοισι κήδεσιν κυκώµενε ἀνάδυ, δυσµενῶν δ' ἀλέξευ προσβαλῶν ἐναντίον στέρνον ἐνδόκοισιν, ἐχθρῶν πλησίον κατασταθεὶς ἀσφαλέως· καὶ µήτε νικῶν ἀµφαδὴν ἀγάλλεο µήτε νικηθεὶς ἐν οἴκῳ καταπεσῶν ὀδύρεο· ἀλλὰ χαρτοῖσίν τε χαῖρε καὶ κακαῖσιν ἀσχάλα µὴ λίην· γίγνωσκε δ' οἷος ῥυσµὸς ἀνθρώπους ἔχει.

Καρδιά µου, ἀµήχανη καρδιά, πῶς µπερδεύτηκες ἔτσι; Περίπλοκη ὑπόθεση ἡ δυστυχία. Συγκροτήσου. Ἀποφάσισε τὴν αἰχµή σου, ἰσχυρίσου τὴν ὁρµή σου, τρέξε τὴν ἐτοιµότητά σου, στάσου τὴν ἀντοχή σου. Ὅταν νικᾶς, µὴν ἀνοίγεσαι πολὺ στὴν ἰκανοποίηση. Ὅταν νικιέσαι, µὴν κλείνεσαι τελείως στὴν ἀπελπισία. Συγκρατηµένα. Συγκροτηµένα. ∆υὸ τρεῖς κινήσεις εἶναι ἡ ζωή. Μάθε τις ἐπιτέλους.

72 [Ed.67] Σὺ γὰρ δὴ παρὰ φίλων ἀπάγχεαι.

Σὲ αὐτοαπαγχόνισαν οἱ φίλοι.

73 [Ed.68] Μάχης δὲ τῆ σῆς, ὥστε διψέων πιεῖν, ὣς ἐρέω.

∆ίψασα τὴ µάχη σου.

74 [Ed.69] Νῦν δὲ Λεώφιλος µὲν ���ρχει, Λεώφιλος δ' ἐπικρατεῖ, Λεωφίλῳ δὲ πάντα κεῖται, Λεώφιλος δ' ἀκουέτω.

Λαοφιλὴς νοµοθετεῖ, Λαοφιλὴς ἐκτελεῖ. Λαοφιλὴς δικάζει, ὅ,τι πεῖ ὁ Λαοφιλής.

19


75 [Ed.70] Τοῖος ἀνθρώποισι θυµός, Γλαῦκε, Λεπτίνεω πάϊ, γίγνεται θνητοῖς, ὁκοῖον Ζεὺς ἐφ' ἡµέρην ἄγῃ, καὶ φρονεῦσι τοῖ᾽ ὁκοίοις ἐγκυρέωσιν ἔργµασιν.

Οἱ διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων, Γλαῦκε, γιὲ τοῦ Λεπτίνη, πηγαίνουν ὅπου τὶς πηγαίνει ὁ ∆ίας. Ὅσο γιὰ τὶς σκέψεις τους ἐξαρτᾶται τὶ θὰ συναντήσουν στὸ δρόµο.

76 [Ed.71] Εἰ γὰρ ὣς ἐµοὶ γένοιτο χεῖρα Νεοβούλης θιγεῖν.

Νὰ µποροῦσα νὰ θίξω τὸ χέρι τῆς Νεοβούλης.

77 [Ed.72] Καὶ πεσεῖν δρήστην ἐπ' ἀσκὸν κἀπὶ γαστρὶ γαστέρα προσβαλεῖν µηροὺς τε µηροῖς.

Ἔρχοµαι· σάρκα ἐµπόλεµη: κοιλιὰ καταπάνω σὲ κοιλιά, µπούτια σὲ µπούτια ἐνάντια.

78 [Ed.73] Ἤµβλακον, καὶ ποὺ τιν' ἄλλον ἥδ' ἄτη κιχήσατο.

Ἔχασα τὸν ἔλεγχο· ὅµως ἄν δὲν κάνω λάθος, δὲ γλίστρησα µόνος σ' αὐτὴ τὴν ἐκτροπή.

79 [Ed.74] Χρηµάτων ἄελπτον οὐδὲν ἐστιν οὐδ' ἀπώµοτον οὐδὲ θαυµάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυµπίων ἐκ µεσηµβρίης ἔθηκε νύκτ' ἀποκρύψας φάος ἡλίῳ λάµποντι· λυγρὸν δ' ἦλθ' ἐπ' ἀνθρώπους δέος.

Τί ν' ἀποκλείσεις, τί νὰ δεχτεῖς, σὲ τί νὰ ὁρκιστεῖς, ἀφοῦ ὁ ∆ίας ἰσχυρίστηκε σκοτάδι, µέρα µεσηµέρι; Φοβήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, µπερδεύτηκαν. ∆ὲν µπορεῖς νὰ βγάζεις νύχτα ἀπὸ ἕναν ἥλιο ποὺ 20


Ἐκ δὲ τοῦ καὶ πιστὰ πάντα κἀπίελπτα γίγνεται ἀνδράσιν· µηδεὶς ἔθ' ὑµῶν εἰσορῶν θαυµαζέτω, µηδ' ὅταν δελφῖσι θῆρες ἀνταµείψωνται νοµὸν ἐνάλιον καὶ σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύµατα φίλτερ' ἠπείρου γένηται τοῖσί τ' ἡδὺ ἦν ὄρος.

µεσουρανεῖ. Μὴ σᾶς φανεῖ παράξενο, λοιπὸν, ἄν δεῖτε δελφίνια νὰ γυρίζουν στὰ βουνὰ κι ἀγρίµια νὰ βοσκᾶνε τρικυµία.

80 [∆α. 90] ]Κῆρας· ἔλποµαι γὰρ, ἔλποµαι ] ψἀνόλβοις ἀµφαϋτήσει στρατός ]αγγες κοιτον Ἀρκαδος σ' ὄνον ] πολλὰ θέλγονται νέοι ] διὰ πόλιν Κουροτρόφος [...] ]ἀ ] ὄχλος ἴπτεται ] τέῳ προσέρχεται ] Ἔρως Ἀφροδίτη δὴ φίλος.

Τόσοι θάνατοι· κι ἀκόµη ἐλπίζω, ἐλπίζω πὼς ὁ στρατὸς θὰ ξεφωνίσει τὴν ἀθλιότητά του. Κοιµήσου ἐσὺ σὰν Ἀρκαδικὸ γαϊδούρι. Γιὰ τὴν πόλη ἔχουν φροντίσει ὅσοι τὴν ἔθρεψαν µὲ ἄντρες. Κοίτα νὰ βρεῖς µιὰν ἀγκαλιά. Ἄφησε τὸν ὄχλο νὰ συνωστίζεται. Σοῦ ἔρχεται: ἔρωτας ἐραστὴς τῆς Ἀφροδίτης.

81 [Ed.75] Κλῦθ' ἄναξ Ἥφαιστε καὶ µοι σύµµαχος γουνουµένῳ ἵλαος γενεῦ, χαρίζευ δ' οἷὰ χαρίζεαι.

Ἄρχοντα Ἥφαιστε, βοήθησέ µε τὸν ἀβοήθητο, συµπάθησέ µε τὸν ταπεινό, δῶσε µου τὰ...συνηθισµένα.

82 [Ed.76] Αὐτὸς ἐξάρχων πρὸς αὐλὸν

Λεσβιακὸ ἐµβατήριο βαράω 21


Λέσβιον παιήονα.

µὲ τὸν αὐλὸ.

83 [Ed.77] Ὡς ∆ιωνύσοι᾽ ἄνακτος καλὸν ἐξάρξαι µέλος οἶδα διθύραµβον οἴνῳ συγκεραυννθεὶς φρένας.

Ὅταν ξεσπάει µέσα µου ἡ µπόρα τοῦ κρασιοῦ, ξέρω νὰ εἰσβάλλω πρῶτος στὸ χορὸ τοῦ κύριου ∆ιονύσου.

84 [Ed.78] Πολλὸν δὲ πίνων καὶ χαλίκρητον µέθυ, οὔτε τῖµον εἰσενέγκας [ οὐδὲ µὴν κληθείς ἐσῆλθες οἷα δὴ ᾽ς φίλους φίλος ἀλλὰ σ' εὖ γαστὴρ νόον τε καὶ φρένας παρήγαγεν εἰς ἀναιδείην.

Ἤπιες ἀτέλειωτες ποσότητες καὶ µάλιστα σκέτο. Στὸ τέλος µέθυσες. ∆ὲ ρώτησες γιὰ τὸ λογαριασµό, οὔτε ἄν σὲ κάλεσε κανείς. Ἁπλά, ἦρθες καὶ κόλλησες, παρέα µὲ τὸ αἶσχος τοῦ µυαλοῦ καὶ τῆς κοιλιᾶς σου.

85 [We.124α] Μυκονίων δίκην.

Μυκονιάτικη κατάντια.

86 [We. 96] Γλαῦκε, τίς σε θεῶν νόον καὶ φρένας τρέψας γῆς ἐπιµνήσαιο τῆσδε δεινὰ τολµήσας µε[ ]αν εἷλες αἰχµῆι καὶ [

Γλαῦκε, τί ἔπαθες; Ποιὸς θεὸς ἔτρεψε τὴ σκέψη σου σὲ µνήµη; Πῶς τόλµησες τόσα αἰχµηρὰ γι' αὐτὴ τὴ γῆ, µπροστά µου;

87 [We. 94] Τῶν δ' Ἀθηναίη µάχηι ἵλαος παρασταθεῖσα παῖς ἐρικτύπου ∆ιὸς

Τὴ µέρα ἐκείνη, ἡ Ἀθηνᾶ, παιδὶ τοῦ κεραυνοβόλου ∆ία, ἄλλους λυπήθηκε στὴ µάχη,

22


καρδίην ὤρινεν αὐτῆς τῆς πολυκλαύτου λεώ [...]υτων [...]αλλα κείνης ἡµέρης ἐπὶ χθόνα ἄλλον ἤεισεν· τόσους γὰρ ἐξεχώρησεν γύας νηλε[...]παντος· ἀλλὰ θεῶν Ὀλυµπίων νόωι νη[

ἄλλους βοήθησε, ἄλλοι µοιράστηκαν τὴ γῆ. Ἄσπλαχνες οἱ βουλὲς τῶν Ὀλυµπίων.

88 [We. 113] Ἀρχὸς εὖ µαθῶν ἄκοντι τ[ πειρέαι; λίην λιάζεις κυρ[ ἴσθί νυν, τάδ' ἴσθι... γγο [

Ἀρχηγὸς µὲ τόση πείρα καὶ χυµᾶς στὰ τυφλά; Πολὺ κουνιέσαι, πουλί µου. Πάθε τώρα καὶ µάθε.

89 [∆α. 60] Τῆς νῦν πάντες [ ἀµφικαπνίουσιν [ νηυσίν, ὀξεῖαι [ δηΐων, αὐαίνεται δὲ [ ἡλίῳ, θράσος τε [ οἵ µέγ᾽ ἱµείροντες [ Ναξίων δύναι φάλαγγας [ καὶ φυτῶν τοµὴν [ ἄνδρες ἴσχουσιν [ τοῦτό κεν λεὼ[ ὡς ἀµηνιτεί παρη[ καὶ κασιγνήτων [ τέων ἀπέθρισαν [ ἤριπεν πληγῇσιδ[ ταῦτά µοι θυµός [ νειόθεν φόβου δέ [

Σ᾽ αὐτὴ τὴν ὥρα ἀνήκουµε ὅλοι καὶ καθένας. Μιὰ ἐπικράτεια φωτιᾶς ἡ σοδειὰ τῶν καραβιῶν κι ἀγκάθι κατάκαρδο ἡ θέα τῶν ἐχθρῶν. Σβήνει ὁ καρπὸς τοῦ ζωντανοῦ κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο κι ὅµως θάρρος δὲ λείπει ἀπ' αὐτοὺς ποὺ ἀδηµονοῦν τὸν αἱµοβόρο κορεσµό τους καταπάνω στοὺς Ναξίους. Τί θὰ κερδίσουν; Ἕνα τραῦµα γιὰ πατρίδα, ἐκεῖ ποὺ θά 'πρεπε νὰ σφύζουν

23


ἀλλ' ὅµως θανον[ γνῶθί νυν, εἴ τοι[ ῥήµαθ' ὃς µέλλει [ οἱ µὲν ἐν Θάσῳ [ καὶ Τορωναίην [ οἱ δ' ἐν ὠκείῃσι [...] νηυσὶ [ καὶ [...] ἐκ Πάρου [ καὶ κασιγνητ [ θυµὸς [ πῦρ ὃ δὴ νῦν ἀµφι[ ἐν προαστίῳ κέαντες [ γῆν ἀεικίζουσιν [ Ἐρξίη, κατέδραµε [ τῷ δ᾽ ὁδὸν στέλλειν [ µηδὲ δεξιοὺς ἐπ᾽ οἰωνούς.

γῆ σὰν ἄντρες; Ἄν µποροῦσαν οἱ λαοὶ νὰ µοιραστοῦν τὴν ἴδια συγκατάβαση, δὲ θὰ ἔσερναν καθένας τὴν ἀνάπηρη γενιά του, δὲ θὰ κούτσαιναν καθένας τὴν πληγή του. Πῶς νὰ µὴν πνίγεται ἡ ψυχή µου ἀσφυκτικὰ βαθιά της; Οἱ νεκροὶ εἶναι πάντα νεκροί. ∆ὲν ἔχει νόηµα ὅλο αὐτὸ τὸ µακελειό. Ἐσεῖς στὴ Θάσο καὶ στὴν Τορώνη κι οἱ ἄλλοι, µόνιµοι κάτοικοι τῶν καραβιῶν σας, ἀπὸ τὴν Πάρο ἢ ὄχι, ἐχθροὶ καὶ φίλοι, ἀκοῦστε µε: θάρρος ἄδικα σπαταληµένο τρέφει τὴ φωτιὰ ποὺ µᾶς πολιορκεῖ κι ἡ ρηµαγµένη γῆ δουλειὰ φονιάδων εἶναι. Ἐρξία, πήγαινε γρήγορα καὶ πές τους νὰ ἑλιχθοῦν διέξοδο. ∆ὲ χρειάζεται νὰ περιµένουν τὴν κατάλληλη στιγµή. Τίποτε καταλληλότερο ἀπὸ τὴ ζωή, γιὰ ὅλους καὶ καθέναν.

90 [∆α. 71]

24


Βαθεῖ φέροντα νῆες ἐν πόντῳ θοαὶ πολλὸν δ' ἱστίων ὑφώµεθα λύσαντες ὅπλα νηὸς, οὐρίην δ' ἔχε ἰκµένην σάου θ' ἑταίρους, ὄφρα σέο µεµνεώµεθα. φόβον δ' ἄπισχε, µηδὲ τοῦτον ἐµβάλῃς, κῦµα δεινὸν ἵσταται κυκώµενον ] ἀλλὰ σὺ προµήθεσαι.

Καράβια γρήγορα σὲ θάλασσα βαθιὰ συγκλονισµένη. Τὰ πανιὰ µαζεµένα, τὰ κατάρτια βγαλµένα. Πάρε ἀπὸ δίπλα τὸν καιρό. Σῶσε τους, νὰ σὲ θυµοῦνται. ∆ιώξε τὸ φόβο, µὴν τὸν ἀφήσεις νὰ ἐµπλακεῖ. Βουνὸ τὸ κύµα ἀπάτητο, ὅµως ἐσὺ ἔχεις φροντίσει γιὰ τὸ δρόµο.

91 [Ed.79, 80, 81, 82] Ἐρασµονίδη Χαρίλαε, χρῆµά τοι γγλοῖον ἐρέω, πολὺ φίλταθ' ἑταίρων, τέρψεαι δ' ἀκούων.

Λοιπόν, Χαρίλαε Ἐρασµονίδη, ἐπειδὴ εἶσαι καλὸς φίλος, θὰ σοῦ λέω κουταµάρες κι ἐσὺ θὰ γελᾶς.

Φιλέειν στυγνὸν περ ἐόντα µηδὲ διαλέγεσθαι.

Νὰ συναναστρέφεσαι φονιάδες, ἀλλὰ νὰ µὴν ἀνοίγεις κουβέντες µαζί τους.

Ἀστῶν δ' οἱ µὲν κατόπισθεν ᾖσαν, οἱ δὲ πολλοί.

Ὁρισµένοι πολίτες προτιµοῦν τὰ µετόπισθεν, οἱ περισσότεροι ὅµως...

∆ήµητρί τε χεῖρας ἀνέξων.

Θὰ ὑψώσω τὰ χέρια πρὸς τὴ γῆ, θὰ προσευχηθῶ χῶµα.

92 [Ed.83] Ἕωθεν ἕκαστος ἔπινεν· ἐν δὲ βακχίῃσιν...

Ἔπιναν ἀπὸ τὸ πρωί, µέχρι ἀργὰ τὴν ὥρα τῆς κρεπάλης.

25


ΕΠΩ∆ΟΙ 93[Ed.84] ∆ύστηνος ἔγκειµαι πόθῳ ἄψυχος, χαλεπῇσι θεῶν ὀδύνῃσιν ἕκητι πεπαρµένος δι' ὀστέων

Ἔπεσα ὁ δύστυχος κι ἔµεινα στὸν...πόθο. Μὲ ἔκαναν κόσκινο οἱ θεοὶ µὲ τὶς χειρότερες ὀδύνες ποὺ διαθέτει τὸ ὁπλοστάσιό τους.

94[Ed.85] Ἀλλὰ µ' ὁ λυσιµελής, ὦ 'ταῖρε, δάµναται πόθος.

Ἔβρεξε πόθο, φίλε µου κι ἔβαλα ζάλη ἀπὸ παντοῦ.

95[Ed.86] Αἶνός τις ἀνθρώπων ὅδε ὡς ἆρ' ἀλώπηξ καἰετὸς ξυνωνίην ἔµειξαν.

Κυκλοφορεῖ ἕνας µύθος, σύµφωνα µὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἀλεποὺ κι ὁ ἀετὸς ἔπιασαν φιλίες.

96[Ed.38] Προὔθηκε παισὶ δεῖπνον αἰηνὲς φέρων.

Τοὺς τρόµους του ἔφερε νὰ φᾶνε τὰ παιδιά του.

97[∆α. 98] ]Ἐς παῖδας φέρων ] δαῖτα δ᾽ οὐ καλὴν ἐπὶ [ ὥρµησαν ἀπτῆνες δύο ] γῆς ἐφ' ὑψηλῷ πάγῳ [ ] νεοσσιῇ ] προύθηκε, τὴν δ[ ] χορτάσας [ [...]

Ἔφερε στὰ παιδιά του πρόστυχη τροφή. Ὅρµησαν τὰ γυµνὰ µικρὰ µὲ τὸ θράσος τῆς ἀπρόσιτης φωλιᾶς τους, ὅταν εἶδαν τὶ ἐπιφυλάσσει ὁ βράχος στὴ γῆ. Χόρτασαν· κούρνιασαν.

26


] φωλάδ[ 98[We. 180] Πυρὸς δ' ἐν αὐτῷ φεψάλυξ.

Κι ἔγινε ἡ σπίθα πυρκαγιά του.

99[We. 181/∆α. 104] ] µέγ' ἠείδη κακόν [ ] φρένας ] δ' ἀµήχανον [ ] φάρµακον [ ] ὀρφανῶς µεµνηµένος [ ] κλύσας [ ] τάµνων κέλευθον ὠκέως δι' αἰθέρος [ ] λαιψηρὰ κυκλώσας πτερά [ ] σὸς δὲ θυµὸς ἔλπεται.

Ἔβλεπε τὸ κακὸ νὰ φουντώνει κι ἀποροῦσε, ἀδυνατοῦσε µιὰ κάποια λύση. Ξαφνικά, ἔρχεται ἡ σκέψη τῶν ὀρφανῶν νὰ κατακλύσει τὴν καρδιά του. Χτυπάει, σκίζει, ἀνοίγει τὸν ἀέρα µὲ γρήγορα φτερὰ νὰ τ' ἀγκαλιάσει· ἐλπίζει, ἐλπίζει.

100[Ed.87] “Ὁρᾷς ἵν᾽ ἔστ' ἐκεῖνος ὑψηλὸς πάγος τρηχὺς τε καὶ παλίγκοτος; Ἐν τῷ κάθηµαι σὴν ἐλαφρίζων µάχην· [...] Ἤ τύχῃ τινὶ κείνους πονηρᾶ καταπεσεῖν ἐς γῆν δέει οἴκου φθαρέντος, ἢ σέ γε φύειν ἃ µὴ πέφυκε φύσασαν, τόθεν λαιψηρὰ κυκλῶσαι πτερά. Ἕως δὲ νῷν ἑκάτερος ἐνθ᾽

“Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βράχο; Εἶναι ψηλός, εἶναι ἀπότοµος, εἶναι ἀκαριαῖος: ἡ αἰχµηρότερη ἀνάπαυλα στὸν πόλεµό σου. Ἤ νὰ ταΐσει χῶµα ἡ ἀτυχία τὴ φωλιά µου, ἢ νὰ κλωσήσει γρήγορα φτερὰ ἡ τύχη στὴ δική σου. Ἄς εἶναι καθένας ὅ,τι κατοικεῖ. ∆ὲν ὑπάρχει τίποτε νὰ µοιραστοῦν τὰ παιδι��� τῆς γῆς καὶ τὰ 27


ἔστιν µένῃ, τέως οὐκ ἔνι ξυνωνίη τοῖς θρέµµασιν γῆς πρὸς τὰ θρέµµατ᾽ οὐρανοῦ.”

παιδιὰ τοῦ οὐρανοῦ”.

101[Ed.88] “ Ὦ Ζεῦ, πάτερ Ζεῦ, σὸν µὲν οὐρανοῦ κράτος. σὺ δ' ἔργ' ἐπ' ἀνθρώπων ὁρᾷς λεωργὰ καὶ θεµιστά, σοὶ δὲ θηρίων ὕβρις τε καὶ δίκη µέλει.”

“∆ία, πατέρα ∆ία, ἐσὺ ἰσχύεις στὸν οὐρανό, ἐσὺ διαπιστώνεις τὸ αἶσχος καὶ τὴν τάξη στὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων, ἐσὺ ἐπιµελεῖσαι τὴν παράβαση καὶ τὴν τιµωρία στὰ ζῶα”.

102[Ed.89] Ἐρέω τιν᾽ ὑµῖν αἶνον, ὦ Κηρυκίδη, ἀχνυµένη σκυτάλη· πίθηκος ᾔει θηρίων ἀποκριθεὶς µοῦνος ἀν' ἐσχατίην· τῷ δ' ἄρ' ἀλώπηξ κερδαλέη συνήντετο πυκνὸν ἔχουσα νόον.

Ξεφωνιζόπουλε, θὰ σοῦ ἀναφέρω ἕνα µύθο ποὺ περιφέρεται σὰν βουλωµένο γράµµα. Ὁ πίθηκος διαχώρισε τὴ θέση του ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ γύριζε στὶς ἐρηµιές, νὰ πάρουν λίγο ἀέρα τὰ µυαλά του. Συνάντησε λοιπὸν µιὰ σκόπιµη ἀλεποὺ µὲ τὰ µυαλὰ ἐπαρκῶς ἀερισµένα.

103[Ed.107] “Πάρελθε, γενναῖος γὰρ εἶς.”

Πέρασε ἄρχοντα.

104[Ed.90]

28


“Ῥόπτρῳ ἐρειδόµενον.”

Σὲ µιὰ παγίδα ἐλπίζεις.

105[Ed.91] “Τοίηνδε δ', ὦ πίθηκε, τὴν πυγὴν ἔχων;”

“Μὲ τέτοιο κῶλο, πίθηκε;”

106[Ed.92] Ἐµεῦ δ' ἐκεῖνος οὐ καταπροΐξεται.

Κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ µὲ ζηµιώσει µὲ τὸ ἀζηµίωτο.

107[Ed.93] Τῇ µὲν ὕδωρ ἐφόρει δολοφρονέουσα χειρί, θἠτέρῃ δὲ πῦρ·

Μὲ τὸ ἕνα χέρι σκευωροῦσε νερὸ καὶ µὲ τὸ ἄλλο θέσπιζε φωτιά: θηλυκό.

108[Ed.94] Πάτερ Λυκάµβα, ποῖον ἐφράσω τόδε; τίς σὰς παρήειρε φρένας ἦις τὸ πρὶν ἠρήρεισθα; Νῦν δὲ πολὺς ἀστοῖσι φαίνεαι γέλως.

Πατέρα Λυκάµβη, τί λόγια ἦταν αὐτά; Ἔχασες λοιπὸν τὸν ἔλεγχό σου; Καλὰ τὰ πῆγες µέχρι τώρα. Πῶς βρέθηκες νὰ τριγυρίζεις στὰ γέλια τῶν πολιτῶν;

109[Ed.94Α] ∆ωτάδης.

Παρταόλας.

110[Ed.95] Τίς ἆρα δαίµων καὶ τέου χολούµενος;

Ποιός θεός; Ποιός θυµός; Καὶ γιὰ ποιόν; Καὶ γιατί;

111[Ed.96]

29


Ὅρκον δ᾽ ἐνοσφίσθης µέγαν ἅλας τε καὶ τράπεζαν.

Ὅρκο µεγάλο ἀθέτησες: ψωµὶ κι ἁλάτι.

112[Ed.97] Ἡ δὲ οἱ σάθη ὡσεὶ τ' ὄνου Πριηνέος κήλωνος ἐπλήµµυρεν ὀτρυγηφάγου.

Ἔσταζα σὰν γαϊδούρι χορτασµένο ἀπ' τὴν Πριήνη.

113[Ed.97Α] Κύµατι πλαζόµενος, κἀν Σαλµυδησσῷ γυµνὸν εὐφρονέων ἐτέων Θρήϊκες ἀκρόκοµοι λάβοιεν, ἔνθα πόλλ' ἀναπλήσει κακὰ δούλιον ἄρτον ἔδων, ῥίγει πεπηγότ' αὐτόν, ἐκ δὲ τοῦ ῥόθου φυκία πόλλ' ἐπέχοι, κροτέοι δ' ὀδόντας, ὑς κύων ἐπὶ στόµα κείµενος ἀκρασίῃ ἄκρον παρὰ ῥηγµῖνα, κῦµα δ' ἐξεµέοι. Ταῦτ' ἐθέλοιµ' ἄν ἰδεῖν, ὅς µ' ἠδίκησε λὰξ δ' ἐφ' ὁρκίοις ἔβη τὸ πρὶν ἑταῖρος ἐών.

Νὰ τρέχει ἀπὸ κύµα σὲ κύµα καὶ νὰ µὴ φτάνει. Κι ἄν φτάσει, γυµνὸ νὰ τὸν καλωσορίσουν οἱ Θράκες στὴ Σαλµυδησσό, µὲ κεῖνες τὶς µεγάλες φοῦντες στὰ ξυρισµένα τους κεφάλια - ξέρει αὐτός. Νὰ µὴν ξέρει ποῦ νὰ βάλει τὶς συµφορές του καὶ γιὰ νὰ φάει, νὰ ζυµώνει τὴ σκλαβιά του. Παγωµένο νὰ τὸν βροῦν: ἀποικία φυκιῶν, θανατηφόρα µονοµαχία δοντιῶν. Σὰν τὸ σκυλὶ νὰ τρέµει, ξερασµένος ἀπὸ τὸ κύµα στὴν πιὸ ἄγρια ἀκτὴ καὶ νὰ ξερνάει κύµα. Αὐτὰ ζητῶ νὰ πάθει ὁ πρώην φίλος µου καὶ τώρα ἐπίορκός µου.

114[Ed.97Β]

30


Ἡ χλαῖνα δηλοῖ σχετλίη, σ᾽ ἐσταλµένη κυρτὸν καθῆσθαι. Ταῦτα δ᾽ Ἱππῶναξ σκαφεὺς οἶδεν ἄριστα βροτῶν, οἶδεν δὲ κ᾽ Ἀρίφαντος· ἆ µάκαρ ὅτις µήδαµά κως ἔϊδε γράσου πνέοντα φῶρα· τῷ χυτρεῖ δ' ὅτε Αἰσχυλίδῃ πολέµει, ἐκεῖνος ἤµερσέν σε παρθενηΐης, πᾶς δὲ πέφηνε λόγος.

Φουσκώνει ὁ µανδύας σου τὴν ἱστορία τῶν συναναστροφῶν σου, ἄθλιο θηλυκό. Ὁ σκαπανέας Ἱππώνακτας τὴν ξέρει ἀπ' ἔξω κι ἀνακατωτά. Τὸ ἴδιο κι ὁ Ἀρίφαντος. Τὶ τύχη! ∆ὲν ἔπιασε τὸν κλέφτη νὰ βρωµολογάει κλοπή. Τὴν ὥρα ποὺ προσπαθοῦσε ν' ἀποκρούσει τὸν κανατὰ Αἰσχυλίδη, σὲ ἀπάλλαξε ὁ Ἱππώνακτας ἀπὸ τὴν παρθενιά σου καὶ τέρµα οἱ κουβέντες.

115[Ed.98] Φαινόµενον κακὸν οἴκαδ' ἄγεσθαι.

Νὰ πάρω κατοικίδια συµφορά;

116[Ed.98Α] Κηλεῖται δ' ὅτις ἔστιν ἀοιδαῖς.

Ἡ ζωὴ µὲ τραγούδια ἐξηµερώνεται.

117[Ed.99] Ζεῦ πάτερ, γάµον µὲν οὐκ ἐδαισάµην.

Πατέρα ∆ία, ἐγὼ δὲν κέρασα γάµο.

118[Ed.100] Οὐκέθ᾽ ὁµῶς θάλλεις ἁπαλὸν χρόα· κάρφεται γὰρ ἤδη.

∆ὲν ἀνθίζεις ὅπως πρῶτα· χειµώνιασε κατάσαρκά σου.

119[Ed.101] 31


Πολλὰς δὲ τυφλὰς ἐγχέλυας ἐδέξω.

Πόσα χέλια τυφλὰ βρῆκαν τὸ δρόµο τους στὸ βυθό σου!

120[Ed. 102] Ὡς κηρύλος πέτρης ἐπὶ προβλῆτος ἀπτερύσσετο.

Σὰν τὸ θαλασσοπούλι ποὺ καµαρώνει τὸ πέτρινο µπαλκόνι του µὲ ἀκατάσχετες φτεροῦγες.

121[Ed.103] Τοῖος γὰρ φιλότιµος ἔρως ὑπὸ καρδίην ἐλυσθεὶς πολλὴν κατ' ἀχλὺν ὀµµάτων ἔχευεν, κλέψας ἐκ στηθέων ἁπαλὰς φρένας.

Ἁρπάχτηκε ἀπὸ τὴν καρδιά µου, µάζεψε ὅ,τι τρυφερότερο βρῆκε σ' αὐτὸ τὸ στῆθος καὶ χάθηκε σὰν κλέφτης, µέσα στὴ νύχτα τῶν µατιῶν µου. Ἔρωτας ἦταν.

122[Ed.104] Eὖτε πρὸς ἄεθλα δῆµος ἠθροΐζετο, ἐν δὲ Βατουσιάδης.

Μαζεύτηκαν ὅλοι γιὰ τὴν ἀπονοµή· καὶ ὁ Βατουσιάδης...

123[Ed.104Α] Σελληϊάδεω.

Τὸ γένος Μαντικίδη.

124[Ed.104Β] Ζεὺς ἐν θεοῖσι µάντις ἀψευδέστατος καὶ τέλος αὐτὸς ἔχει.

Ἀπ' τοὺς θεοὺς, µόνον ὁ ∆ίας µαντεύει σωστὰ τὸ µέλλον... ποὺ πρόκειται νὰ φέρει.

125[Ed.105] Φὰβ' οὖλος εἵλκυσας φίλους.

Κι ἄν δὲν πέρασαν φίλοι ἀπὸ 32


τὰ νύχια σου! 126[Ed.106] Πτώσσουσαν ὥστε πέρδικα.

Πέρδικα λουφαγµένη.

127[Ed. 108] Ναὶ ναὶ µὰ µήκωνος χλόην·

Ναὶ, σοῦ λέω, µὰ τὸ βλαστὸ τῆς παπαρούνας!

128[Ed.109] Ὡς δ' ἄν σε θωϊὴ λάβοι.

Νὰ βγάλεις τὴν κακιὰ ποινή!

129[Ed.110] Μὴ τευ µελαµπύγου τύχῃς.

Μὴ σοῦ τύχει ἀετὸς µὲ µαύρη οὐρὰ κι ἄντρας µὲ τριχωτὰ κωλοµέρια!

130[Ed.111] Ἔµπλην ἐµοῦ τε καὶ φίλου.

Μακριὰ ἀπὸ µένα κι ἀπὸ φίλο.

131[Ed.112] Λείως γὰρ οὐδὲν ἐφρόνεον.

∆ὲ συµπέραιναν ποτὲ ὅ,τι σκέφτονταν.

132[Ed.113] Φησῖν, ἕως φᾷ· νῦν ἄγει Θαργήλια.

Ἔφεξε Ἄνοιξη, Φησίνε.

133[Ed.114 (1)] Πεντήκοντ᾽ ἀνδρῶν λίπε Κοίρανον ἤπιος Ποσειδῶν

Ἀπὸ πενήντα ναυαγούς, µόνο τὸν Κοίρανο δὲν τάισε

33


ναυαγίας σωθέντ' ἕνα, ὅς τ' ἐλαχυπτέρυγον δελφῖν' ἐκελήτισ' εἰς Σίκυνθον.

βυθὸ ὁ Ποσειδώνας. Μετὰ ἀπὸ τέτοια στεγνὴ µεταχείριση, καβάλησε τὸ δελφίνι γιὰ τὴ Σίκυνθο.

134[Ed.114 (2)] Τόλµαν ἐκπρέπουσαν εἶδεν, εἴ τις ἦν ἀναιβάτης, ἀνεγράφη τ' ἔτης Ἀρῇος Ἐξακεστοµαλκιδῶν· ὡς φόα χροῒ προσίζει, τῶς ὁ παῖς Πεισιστράτου ἄνδρας εὖ νωµῶντας αὐλὸν καὶ λύρην ἀνῆρ' ἄγων εἰς Θάσον, φωσὶ Θρέϊξιν δῶρ' ἔχων ἀκήρατον χρυσόν· οἰκείῳ δὲ κέρδει ξύν' ἐποίησαν κακά.

Ὅσοι πολέµησαν στὴν ἐκστρατεία τῶν Ἐξακεστοµαλκιδῶν, ὑπῆρξαν µάρτυρες µιᾶς τολµηρῆς ἐξάπλωσης: σὰν ἀλλεργία σὲ συγκαµένο δέρµα. Ἰδίως ὁ γιὸς τοῦ Πεισίστρατου, ὁδήγησε ἐνάντια στὴ Θάσο στίφη ἀδίστακτων λυρητῶν καὶ αὐλητῶν. Ὅσο γιὰ τὸ καθαρὸ χρυσάφι ποὺ χάρισαν στοὺς Θράκες, ἦταν σκληρὸ καὶ µύριζε χῶµα.

135[Ed.114 (3)] Τῶν δ' ἀνωτάτη Τύχη ἵλαος παρασταθεῖσα φᾶ τ' ἔβαινέ θ', ᾗ τ' ἴῃ ἄρχεν, ἦν τ' αἴειν ἀϋτῆς τῆς πολυτλάντου λεώ· κοὔτις ἦν τῶν ῥιψακόντων ωὑκ ἐφηµµένη σερίς, ἀλλ' ἀκόντισαν· τόσοι τ' ἄρ' ἀθρόοις ἐξάλµασι

Ἡ τύχη ἀνέτειλε στὸν οὐρανό τους κι ὥσπου νὰ πιάσουνε δουλειὰ οἱ ἀκοντιστές µας, εἶχε ἤδη ἀποφασίσει µεσηµέρι. Μόνο οἱ κραυγές µας πρόλαβαν ν' ἀντισταθοῦν· χόρτασε ψοφίµι ὁ Ἄδης.

34


τῆλ' ἐπέκθεον, τόσ' ἔλλαβ' Ἀΐδης ἑλώρια. ὅν τ'[ 136[Ed.114 (4)] Τροπαῖον ἕστηκ'· εὐφρόνη δ' ἐπὶ στρατὸν ἦλθ', οὐδὲ χείρον' ὧν ἐόλπεµεν τὰ νῦν ἐεργµέν', ἀλλὰ τῆσδε γῆς κρατήσατε ὅπη µ' ἔσωσε ῥαχίης Ποσειδέων, οὗ χωρὶς οὐκ ἄν τέµενος ἀλλ' ἀνωφελῆ γῆν εἴχεθ' οἵας µὴ θεοὶ συνοικέται.

Τελικὰ, ἐµεῖς πανηγυρίσαµε τὴ νίκη. Λίγο δὲν εἶναι νὰ ἔρχεσαι “µία ἡ ἄλλη” µὲ τὶς προσδοκίες σου. Κρατήσατε τὴ γῆ ποὺ γλίστρησα στὸν Ποσειδώνα. Χωρὶς αὐτόν, ὄχι ναός, οὔτε βραχότοπος δὲ θά 'ταν. Τί νὰ µοιραστοῦν µαζί µας οἱ θεοί;

137[Ed.114 (5)] Γλαῦκ᾽, οὐ σὺ γυῖον καὶ φρένας τρέσεις ἰὼν ἐς ὄψιν Ἀρέως· οὐ γὰρ ἦσθα τἆρ' ὅτις σῆς γῆς ἐπιµνήσαιο ῥᾳθυµῶν µόνον, ἢ παρὰ πότον τὰ δεινὰ τολµήσας µέθῃ Ἄρει τραπείης νῶτον· ἀλλ' ἡγήτορα ἀνεῖλες αἰχµῇ, καὶ µόνος µαχεύµενος πολλῶν κρατεῖς· σόν δ' ἔσκε καὶ χόλῳ φοβεῖν.

Τὸν ἴδιο τὸν Ἄρη νὰ ἔβλεπες µπροστά σου, Γλαῦκε, δὲ θὰ παραληροῦσες ἄτακτη φυγή. Γιατί, ὅπως ἀποδείχτηκε, δὲν εἶσαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προστατεύουν τὴν πατρίδα τους µόνο σὲ καιρὸ εἰρήνης κι ἀνδραγαθοῦν µόνο σὲ κατάσταση ἔκτακτης οἰνοποσίας. Πολέµαρχο πετσόκοψες. Ὁλόκληρος στρατὸς τρόµαξε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ

35


βρόγχο τοῦ θυµοῦ σου. 138[Ed.114 (6)] Πῶς δὴ τοιαῦτα βήσοµ' ἀγκαλίσµατα; Οὐ σῦχ' ἕλωµαι πρότερον ἀχραδινέων;

Μὲ τί ἀγκαλιὰ θὰ µὲ ὑποδεχτεῖς; Ἴδια θὰ βάλω τὰ σύκα µὲ τ' ἀπίδια;

139[Ed.114 (7)] Χίλιους γὰρ ἄνδρας εἶχες, ἥτις ἄνδρ' ἔχεις ἕνα.

Σπατάλησες χίλιους ἄντρες γιὰ νὰ κερδίσεις ἕναν.

140[Ed.114 (8)] Γυναῖκα σ' εἷλον γαµέτιν, ἧς λεωφόρου τύχησα, ταῖς µαίαισι δ' ἧς τέξαις γονῆς πιστός τις ὢν πέφηνα παιδαναιρέτης.

Γάµο ξεκίνησα, µπουρδέλο ἄνοιξα µαζί σου. Ἔγινα ἡ πιὸ διάσηµη νταντὰ στὴ συντεχνία τῶν παράνοµων µαµῶν σου.

141[Ed.114 (9)] Ἔτεξας, ὦ Τέρεινα, τὴν ἐγὼ θορὴν ἔν σοι γάµῳ φύτευσα παραφερνησίῳ·

Ἐγῲ φύτευα κι ἐσὺ θέριζες, µωρό µου, σ' αὐτὸν τὸν εὔκρατο γάµο.

142[Ed.114 (10)] Ἥν πρόσφατον ποίησα τεταριχευµένην τοὔµπροσθε κέρκῳ µυρίᾳ Καβαρνίδι, ἀκήρατος συνῶρος ἑπτὰ ταῦτ' ἔτη

Μύριζες µπαγιάτικο ἐραστὴ καὶ σὲ ἀέρισα ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια µὲ τὴν ἀφοσίωσή µου. Ὕστερα ζωντάνεψες· ἄρχισες νὰ ἔχεις ἄποψη.

36


ἔχω µίαν γυναῖκά σ'· ἀλλ' ὡρᾳζέαι διαφρονεῦσα, καὶ κασαλβάδας δέκα ἀπεόντι δώµαθ' ἵκε' εἰσάγουσά µοι. Μεταµφίευ δὲ κἄξιθι πρὸς ἑσπέραν, καὶ κῶλ' ἀρεῦ βινεῦσιν ᾐθέοις πάλιν.

Ἔλειψα κι ἔκανες τὸ σπίτι µπουρδέλο. Τώρα ντύνεσαι τὸν παλιό σου ἑαυτὸ καὶ χάνεσαι, ὅταν νυχτώνει συνουσία.

143[Ed.114 (11)] Πῆ βήσεαι νέορτον ἐπιγαµέειν πόσιν; Τίθει δ' ὀχῇα βατράχῳ Σεριφίῳ· κᾆτ' εὐπορήσεις διψέουσ', ἐὰν δ' ἄρα βινητιήσῃς, στριφνὰ βινηθήσεαι·

Ποιός ἄντρας θὰ σὲ πάρει; Βρὲς κανένα βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο κι ὅταν χορτάσεις δίψα, γαµήσου· κι ἄν δὲ χορτάσεις, ἄντε γαµήσου!

144[We. 188] Οὐκέθ᾽ ὁµῶς θάλλεις ἁπαλὸν χρόα· κάρφεται γὰρ ἤδη ὄγµοις, κακοῦ δὲ γήραος καθαιρεῖ.

∆ὲν ἀνθίζεις ὅπως πρῶτα· χειµώνιασε κατάσαρκά σου. Μὲ χαρακιὲς ξεσπᾶνε τὰ γεράµατα στὸ πρόσωπο ποὺ ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη ἐπιθυµία. Τώρα, ὅλο καὶ πιὸ συχνά, συννεφιάζει ἀπουσία. Σὲ λίγο θὰ χιονίσει· γιὰ πάντα.

145[Ed.114 (12)]

37


Ἀκραιφνὶ, πῶς ἔχεις σὺ τῶν πολιτέων;

Μὰ, διαθέτεις ἀκόµη κατοίκους, Ἀκραιφία;

146[Ed.114 (13)] Ἐπεὶ τὰ δεινὰ µηδὲν ἠγνόευν ἔτι, σαγῶν ἀγόρασαν ἄλφιτα, ξύρησα δὲ τµήξας ἀπ' ἴτυος ὄχµ', ἵνα στύφω δέρας τἠµῇ γυναικὶ γηραῶν µυρµηκιῶν µηδ' ἀµπέχω καρῖδα·

Μόλις ἐγκαταστάθηκαν στὴν ἐνδοχώρα τῆς δυστυχίας, πούλησαν τὰ ζῶα τους γιὰ ν' ἀγοράσουν κριθάρι. Ἐγὼ ἔβγαλα τὸ δερµάτινο χερούλι ἀπ' τὴν ἀσπίδα, τὸ ξύρισα κι ἔσπειρα τὸν πανικὸ στὶς γερασµένες µυρµηγκιὲς τῆς γυναίκας µου. ∆ὲ σκόπευα ν' ἀγκαλιάζω καραβίδα.

147[Ed.114 (14)] Ἐπεὶ δὲ χειρῶν δούρατ' ἔκπαλλον, κρέων γαύροις λόγοις ὤρινε· τῶν δ' ἐδάµνατο ὕβρις· πέλας γὰρ στᾶσ' Ἀθηναίη ∆ιὸς ἀµφ' ἧµιν ὕψι νεῦσεν, Αἰολεῖς δ' ἄρα θέσαν πρόχουν τριγχοῖσι, κοὐκ Ἰάονες. Ἐπεὶ δ' ἔρηκτο πύργος ἀµφαδὴν σφισιν, ὅν Κᾶρες ἦραν θέσεϊ βαρδίστῃ λίθων ἱδρῶντες, ἡµῖν ἠπύη πάσας ἀνὰ

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω µας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κοµπασµούς· ὅµως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους, σηµαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή µας. ∆ὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄµµο, ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα. Ἐµεῖς χορέψαµε, ἄγνωστοι

38


φυλὰς ἄορτο Λεσβίων φορµιγκτέων, χεῖρας δὲ θέντες χερσὶν ὀρχεῦντο στρατός· κἀπεκτύπησε Ζεὺς Ὀλυµπίων πατήρ. Τῶν δ' οὔτις ἐς τὸ λοιπὸν ἦν ἐπήβολος τῶν πρόσθεν εἶχ', ἀλλ' ἕστασαν πονεύµενοι καὶ σφέας ἀποσβεῖσ' ἔφθαν' mν ἀµφράσσατο ἕκαστος ἐλπίς οὐ πάλιν φανευµένη, καθήµενοι δ' ἄβριγδα τήρεον φάος.

πολεµιστὲς πιασµένοι χέριχέρι, στὸ νικηφόρο σύνθηµα Λεσβίων φορµιγκτῶν. Ὁ ∆ίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύµπια χαρά του, κι ἐκείνοι ἀπέµειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά: κατάκοποι, ἀπρόσµενα ἀκυρωµένοι, ἀναγκασµένοι σὲ µιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.

148[Ed.115] Καὶ βήσσας ὀρέων δυσπαιπάλους οἷος ἦν ἐπ' ἥβης.

Πάλεψε σὰν ἔφηβος ἐκείνη τὴν ἀπόκρυµνη πορεία.

149[Ed.116] Ὄγµος, κακοῦ δὲ γήραος καθαιρεῖ.

Μὲ χαρακιὲς ξεσπᾶνε τὰ γεράµατα.

150[Ed.117] Πόλιν.

Πολιτεία.

151[Ed.118] Πόλλ᾽ οἶδ᾽ ἀλώπηξ, ἀλλ' ἐχῖνος ἕν µέγα.

Πολλὰ γνωρίζει ἡ ἀλεπού, ἕνα ὁ σκαντζόχοιρος καὶ καλό.

152[We. 196α‹/∆α. 170] 39


] πάµπαν ἀποσχόµενος· ἶσον δὲ τολµ[ εἰ δ' ὧν ἐπείγεαι καὶ σε θυµὸς ἰθύει, ἔστιν ἐν ἡµετέρου [ ἣ νῦν µέγ' ἱµείρει γάµου [ καλὴ τέρεινα παρθένος· δοκέω δὲ µιν [ εἶδος ἄµωµον ἔχειν· τὴν δὴ σὺ ποιήσαι φίλην.” Τοσαῦτ' ἐφώνει· τὴν δ' ἐγὼ ἀνταµειβόµην· “Ἀµφιµεδοῦς θύγατερ ἐσθλῆς τε καὶ περίφρονος γυναικός, ἣν νῦν γῆ κατ' εὐρώεσσ' ἔχει, τέρψιές εἰσι θεῆς πολλαὶ νέοισιν ἀνδράσιν παρὲξ τὸ θεῖον χρῆµα· τῶν τις ἀρκέσει. Ταῦτα δ' ἐπ' ἡσυχίης εὖτ' ἄν µελανθῇ νὺξ ἐγώ τε καὶ σὺ σὺν θεῷ βουλεύσοµεν· πείσοµαι ὥς µε κέλεαι· πολλὸν µ' ε[ Θριγκοῦ δ' ἔνερθε καὶ πυλέων ὑποφθάνειν µή τι µέγαιρε, φίλη· σχήσω γὰρ ἐς ποηφόρους κήπους. Τὸ δὴ νῦν γνῶθι· Νεοβούλην [ ἄλλος ἀνὴρ ἐχέτω· αἰαῖ πέπειρα, δὶς τόση, [ ἄνθος δ' ἀπερρύηκε

“Φύγε καλύτερα. Ἡ ἐλευθερία τολµάει µόνο ὅσα τολµᾶς” µοῦ ἔλεγε. “Ὅµως ἄν ἡ καρδιά σου ἐπείγεται µιὰν εὔκολη νίκη, κάποια σφαδάζει γάµο: εὐάλωτη παρθένα, ἐκτεθειµένη σὲ τέλεια ἐµφάνιση· συνθηκολόγησέ την. Κι ἐγὼ τῆς ἀπαντοῦσα: “Κόρη τῆς Ἀµφιµέδουσας (Τὶ γυναίκα κι αὐτή· χάρες ποὺ βλέπει ἡ γῆ κατάτυφλά της!) στὸ δρόµο γιὰ τὸν ἔρωτα, δὲν εἶναι λίγες οἱ ἀπολαύσεις. Ὅλο καὶ κάποιος θ' ἀρκεστεῖ στὸ παραλίγο. Ἡ νύχτα ἔρχεται βαθιά της µὲ σκοτεινὲς ἀποφάσεις. Ἔχουµε καιρὸ: ἐσύ, ἐγὼ κι ἕνας θεὸς συµφωνηµένος. Ἔστω, θὰ κάνω ὅ,τι µοῦ πεῖς. Τόσο σὲ θέλω. Ἄσε τὴ στέγη νὰ ἐπινοεῖ ξαφνικὲς φυγὲς καὶ τὴν πόρτα νὰ λαχανιάζει ἀργοπορηµένα χτυπήµατα. Πάντα ὑπάρχει κάποιος κάµπος ἀνθισµένος. Κατάλαβέ µε, µωρό µου. Ὅσο γιὰ τὴ Νεοβούλη, ἀνήκει στὴν παρακµή της. Μάδησε ἡ παρθενιά της, 40


παρθένηϊον καὶ χάρις ἣ πρὶν ἐπῆν· κόρον γὰρ οὐκ [ ]ης δὲ µέτρ' ἔφηνε µαινόλις γυνή· ] ἐς κόρακας ἄπεχε· µὴ τοῦτ' ἐφοῖτ' ἀν [ ] ὅπως ἐγὼ γυναῖκα τοιαύτην ἔχων γείτοσι χάρµ' ἔσοµαι· πολλὸν σὲ βούλοµαι πάρος· ] σὺ µὲν γὰρ οὔτ' ἄπιστος οὔτε διπλόη, ] ἡ δὲ µάλ' ὀξυτέρη, πολλοὺς δὲ ποιεῖται φίλους [ ] δέδοιχ' ὅπως µὴ τυφλὰ καλιτήµερα σπουδῇ ἐπειγόµενος τὼς ὥσπερ ἡ κύων τέκω.” ] τοσαῦτ' ἐφώνεον· παρθένον δ' ἐν ἄνθεσιν [ ] τηλεθάεσσι λαβὼν ἔκλινα, µαλθακῇ δὲ µιν[ χλαίνῃ καλύψας, αὐχέν' ἀγκάλῃς ἔχων, [ δείµατι παλλοµένην [ τῶς ὥστε νέβριον φυγῆς [ ] µαζῶν τε χερσὶν ἠπίως ἐφηψάµην ] ἧιπερ ἔφηνε νέον ἥβης ἐπήλυσις χρόᾳ· ] ἅπαν τε σῶµα καλὸν ἀµφαφώµενος ] λευκὸν ἀφῆκα µένος ξανθῆς ἐπιψαύων τριχός.

µαράθηκε ἡ γλύκα της. Ἀκόρεστο θηλυκό: φύτρωσε ἀπότοµα καὶ δὲ χόρταινε ν' ἀνθίζει. Παράτα την! ∆ὲν πρόκειται νὰ παντρευτῶ τ' ἀνέκδοτα τῶν φίλων µου. Ἐσένα θέλω: γυναίκα λεία στὸν τρόπο της. Ἡ ἄλλη µπορεῖ νὰ κατεργάζεται ἀφοσίωση στὰ πλήθη τῶν χειριστῶν της. Ἔλα λοιπόν, πρὶν καταντήσει τὸ πάθος µου τυφλὴ ἀποβολή.” Τὴν ὥρα ποὺ ὁ µανδύας µου τὴ βύθιζε σὲ κεῖνο τὸ πανδαιµόνιο τῶν ἀνθισµένων λουλουδιῶν, ὁ τρυφερὸς λαιµός της σπαρταροῦσε σὰν τροµαγµένο ἐλάφι στὴν ἐπικίνδυνη ἀγκαλιά µου. Ἄγγιξα τὰ στήθη της. Λίγο πιὸ κάτω, θρόιζε µιὰ ἥβη ἀνεξερεύνητη. Προχώρησα µὲ χάδια µουδιασµένα καὶ ξαφνικά, ξέσπασα ὁλόλευκος σὲ ξέφωτο ξανθό.

41


153[We. 166] ] ἱµερτὴ Πάρος [

Πάρος λατρεµένη.

154[We. 152] ] γυναῖκα βινέων [

Γυναίκα ξεσκίζων.

ΥΜΝΟΙ 155[Ed.119] Τήνελα καλλίνικε, χαῖρ' ἄναξ Ἡράκλεες, αὐτός τε καὶ Ἰόλαος, αἰχµητὰ δύο. Τήνελλα καλλίνικε χαῖρ' ἄναξ Ἡράκλεες.

Τριαλαρί, πρωταθλητή. Χαῖρε ἄρχοντα Ἡρακλή. Ἐσὺ καὶ ὁ Ἰόλαος, διπλὴ αἰχµή. Τριαλαρί, πρωταθλητή. Χαῖρε ἄρχοντα Ἡρακλή.

Α∆ΕΣΠΟΤΑ 156[Ed.120] ∆ήµητρος ἁγνῆς καὶ Κόρης τὴν πανήγυριν σέβων

∆ήµητρας ἁγνῆς καὶ κόρης τὴν ἐπέτειο γιορτάζω.

157[Ed.121] Χρυσοέθειρ.

Χρυσάφι στὰ µαλλιά.

158[Ed.122] Πῶς ἀπέπρισκε σκύτα;

Πῶς ξεφούσκωσε κεφάλι;

42


159[Ed.123] Ἄιδων ὑπ᾽ αὐλητῆρος.

Μὲ φωνὴ αὐλοῦ ὑφισταµένη.

160[Ed.124] Πᾶς ἀνὴρ ἀπεσκόλυπτεν.

Ἀντρικὸ προνόµιο τὸ ξεκώλιασµα.

161[Ed.125] Κακὴν σφιν Ζεὺς ἔδωκεν αὐόνην.

Ξηρασία τοὺς ἀγρίεψε ὁ ∆ίας.

162[Ed.126] Πυρὸς δ' ἔ᾽ αὐτῷ φεψάλυξ.

Σπίθισα τὴν πυρκαγιά του.

163[Ed.127] Παρθένοι θυρέων ἀπεστύπαζον.

Κάθε σπίτι καὶ παρθένα, κάθε πόρτα καὶ παλούκι.

164[Ed.128] Ἀµυδρὴν χοιράδ' ἐξαλεύµενος. Ὕπουλη ξέρα ξέφυγε. 165[Ed.129] Θάσον δὲ τὴν τρισοιζύην πόλιν.

Τρίσµοιρη πολιτεία τῆς Θάσου.

166[Ed.130] Προτείνω χεῖρα καὶ προΐσσοµαι.

Ἁπλώνω τὸ χέρι ψωµοζητώντας.

167[Ed.131] Χολὴν γὰρ οὐκ ἔχεις ἐφ'

Μὲ τί σπλάχνα ν' ἀγριέψεις;

43


ἥπατι. 168[Ed.132] Πόδες δὴ κείθι τιµιώτατοι.

Ἐκεῖ, µόνο τὰ πόδια ἀξίζουν.

169[Ed.133] Νόµους δὲ Κρητικοὺς διδάσκεται.

Σπουδάζει δίκαιο στὴν Κρήτη!

170[Ed.134] Ἄνδρας ὡς ἀµφιτρίβας.

Ὦ, ἄντρες διαφθορεῖς!

171[Ed.135] Ἆ ἕαδ᾽ εἴς τε ταύρους.

Ὡραῖα πέρασε ἀνάµεσα στοὺς ταύρους.

172[Ed.136] Φῦµα µηρίων µεταξύ.

Κάτι φυτρώνει ἀνάµεσα στὰ σκέλια.

173[Ed.137] Φθειρσὶ µοχθήσοντα.

Μοχθοῦσε τὶς ψεῖρες του.

174[Ed.138] Ἶνας δ' ἀπέθρισεν µεδέων·

Ξύρισε τ' ἀρχίδια του.

175[Ed.139] Πολλὸς δ᾽ ἀφρὸς ἦν περὶ στόµα.

Ἄφρισε καταπρόσωπο.

176[Ed.140] Παρδοκὸν δι' ἐπιοίον.

Ὑγρὸς ἐφιάλτης 44


177[Ed.141] Κηρύλος.

Ἀρσενικὴ σουσουράδα.

178[Ed.142] Πολλά δ' εἰς πόρνης γυναικὸς ἐρρυΐσκετ' ἔντερον τὰ χρόνῳ µακρῷ πόνῳ τε συλλεγέντα χρήµατα.

Ὁ χρόνος, ἡ σκληρὴ δουλειὰ καὶ ἡ ὑποµονὴ ὁλόκληρες περιουσίες καταθέτουν στῆς πουτάνας τὸ µουνί.

179[Ed.143] Τέττιγα δ' ἐδράξω πτεροῦ.

Ἄρπαξες τὸ τζιτζίκι ἀπ᾽ τὸ φτερό.

180[Ed.148] Πρὸς τοῦ τοιούτου δ' ἥροσις πιαίνεται.

Τὴν ὀργωµένη σάρκα του καρπίζουν τώρα τὰ χωράφια.

181[Ed.152] Κάρπαθος τὸν µάρτυρα.

Βρῆκε τὸν αὐτόπτη µάρτυρά του.

182[Ed.154] Ἀγέρωχον.

Ἀγέρωχος: ὁ στρατηγὸς τῆς µοναξιᾶς.

183[Ed.155] Ἀγόµενος.

Φορητὴ ψυχή.

184[Ed.156] Ἀηδονιδεὺς.

Κι ἀπὸ µουνί: ἀηδόνι!

45


185[Ed.157] Ἄζυγα.

Ἀταίριαστα: κοµµάτια καὶ θρύψαλα.

186[Ed.158] Ἄκοµψον.

Ἁπλότητα: ἡ σκέψη µὲ τὰ ροῦχα τῆς δουλειᾶς.

187[Ed.159] Ἀµφίβολος.

Ἀµφίβολο: µόνο τὸ κέρδος.

188[Ed.160] Ἀργιλιπὴς δ' ἔφαε.

Ἔπιασε ἡ αὐγὴ τὴν κιµωλία κι ἔγραψε φῶς.

189[Ed.161] Γυµνόν.

Γυµνός: ἄοπλη σάρκα.

190[Ed.162] ∆ιαβεβοστρυχωµένον.

Ἄντρας µὲ...τὶς µποῦκλες του!

191[Ed.163] ∆ὶς τόσῃ.

Μὲ δυὸ φορὲς τὰ χρόνια µου γυναίκα;

192[Ed.164] ∆ιὲξ τὸ µύρτον.

Ἄγγιγµα µυρτιᾶς διαµπερές.

193[Ed.165] Ἐκτενισµένοι.

Κι αὐτοὶ χτεν���ζονται!

194[Ed.166] 46


Ἔτρεψεν.

Ξέφυγε. Τί ἐγκατέλειψε, ποιόν ἐξαπάτησε, ποιόν ψάχνουν;

195[Ed.167] Ἥµισυ τρίτον.

∆ύο καὶ µισή.

196[We.307] Εὕδοντι δ' αἱρεῖ κύρτος.

Ὁ ὕπνος του πουλὶ φυλακισµένο.

197[Ed.169] Κέαται ἐν ἴπῳ.

Πιάστηκε σὰν ροῦχο στὴν κρεµάστρα.

198[We.306] Ὄχος γἀρ οὐδὲ τοῖσιν εὐόργοις ἔπος.

Ἡ γλώσσα δὲ φτάνει πουθενὰ µὲ ἁβρότητες.

199[Ed.171] Ἁπαλὸν κέρας.

Κέρατο γλυκοφίλητο.

200[Ed.172] Κεραυλής.

Κερατοφωνίστας.

201[We.272] Πεδίοιο κροαίνων.

Καλπάζω δρόµο.

202[Ed.174] Κοπτόεν ξίφος.

Σπαθὶ κατάκοπο.

203[Ed.175] Κρεήτην.

Αἱµατοκρήτη. 47


204[Ed.176] Κροαίνειν.

Καλπάζω.

205[Ed.177] Κύρτη σιδηρᾶ.

Συρµάτινο κλουβί.

206[Ed.178] Κύφων.

Σαµάρι θανάτου.

207[Ed.179] Λέγαι δὲ γυναῖκες.

Γυναῖκες ὅλο λυγίσµατα καὶ...κοιµίσµατα!

208[Ed.180] Μέσπιλα.

Μούσµουλα.

209[Ed.181] Μουνόκερα.

Κουλὸς ἀπ' τὸ ἕνα κέρατο.

210[Ed.182] Μυδάλεον.

∆ακρυβόρο.

211[Ed.182] ῾Ρυπαρόν.

Βρωµερό.

212[Ed.184] Μυσάχνη, ἐργάτις, δῆµος, περὶ σφυρὸν παχεῖα µισήτη γυνή.

Ποντικοµαµή, πλύστρα, γενικὴ συγκέντρωση, ἀνυπόφορη γυναίκα ἡ χοντροκώλα.

213[Ed.185] 48


Μύσχης.

Ποντικοµέγαρο.

214[Ed.186] Ὀξύη ποτᾶτο.

Ἔβρεξε ὀξιά.

215[Ed.186Α] Ὀρέσκοος.

Πολίτης τῶν βουνῶν.

216[Ed.187] Πακτῶσαι.

Νὰ συσκευαστοῦν κατ' οἶκον.

217[We.220] Ἐµοὶ τόθ' ἥδε γῆ χάνα.

Νὰ µὲ κατάπινε ἡ γῆ!

218[We.244] Ὀθνέην ὁδόν.

Ταξίδι στὰ χαµένα.

219[We.254] Οὔτοι τοῦτο δυνησόµεθα.

∆ὲ θὰ µπορέσουµε.

220[We.219] Χραίσµησε δ' οὔτε πύργου.

Οὔτε πύργος δὲ σὲ σώζει.

221[We.214] Θαλασσίην σάλπιγγα.

Σάλπιγγα τῆς ἁλµύρας.

222[Ed.193] Σκελήπερον.

Τοσολιγουλάκι.

223[Ed.194] Συκοτραγίδης.

Συκοχάφτης.

49


224[Ed.195] Τράµιν.

Παπάρια!

225[Ed.196] Τρίχουλον.

Μαλλιὰ κουβάρια.

226[Ed.197] Φλύος.

Γλωσσοδιάρροια.

227[Ed.199] Ψαυστά.

Ψυχουλευτά.

228[Ed.200] Ἀσπὶς µὲν οὐκέτ᾽ ἐστίν, οὐδ' ἴχνος βέω φίλων ἑταίρων.

Οὔτε ἡ ἀσπίδα µου ξέρω ποῦ βρίσκεται, οὔτε ἐγώ.

229[Ed.201] Ἄντω τι, Μοῦσα, πρὸς µέσον λάλησον.

Πές κάτι, Μούσα, σὲ παρακα λῶ. Ἐδῶ, µιὰ παρέα εἴµαστε ὅλοι.

230[Ed. 188] Πρόξ.

Ἐλαφοΐσκιωτος.

231[Ed. 189] Πύγαγρον.

Ἁρπακτικός.

232[Ed. 191] Ῥώξ.

Ρῆγµα.

233[∆α. 173]

50


Φωνὴν ἐφηδύνουσα λεπτόν.

Ἔβαλε µιὰ ἰδέα γλύκα στὴ φωνή της.

234[∆α. 175] Πάγη τις.

Πρόκειται γιὰ ἑλιγµό.

235[∆α. 174] Ἄτµενον οἶτον

Ζωή µου, ἀνυποχώρητα κακοµοίρα.

236[∆α. 172] Ἐπεὶ λέοντος αὖτις ἦλθεν ἐς σπέος νηδὺν ἄνανδρος ἐρῥάγη, ἄφυζα δ' εἶχε δαῖτα πίνουσ' ὁστέων µυελόν τὲ οἱ καὶ ἐγκάτων σαρκὶ τρεφοµένη.

Καὶ µόλις ξαναµπῆκε στὴ φωλιὰ τοῦ λιονταριοῦ, δέχτηκε ἄνανδρη ἐπίθεση κατάψαχνά του. Ἔπεσε τὴν ἴδια στιγµὴ ὑπὲρ ἀνελέητης τροφῆς: κόκκαλα σπασµένα, µεδούλια ρουφηγµένα, σάρκες, σπλάχνα χορτασµένα.

237[We. 221] Κοὐδεὶς δ᾽ ἔπειτα σὺν θεοῖσιν ἤντετο.

Ὕστερα, κανεὶς δὲν τὰ ἔβαζε µὲ τοὺς θεούς.

238[We. 259] Οὐδὲ Ἡρακλῆς πρὸς δύο.

Οὔτε ὁ Ἡρακλῆς µὲ δύο!

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

51


Οἱ ἀκόλουθες σηµειώσεις ἔχουν ἀµιγῶς ἐγκυκλοπαιδικὸ χαρακτήρα. Σκοπεύουν στὴ διαλεύκανση ὅλων ἐκείνων τῶν ἀποριῶν ποὺ ἐνδέχεται νὰ διατυπώσει ὁ µέσος ἀναγνώστης. Ὁρισµένα εἰδικὰ σχόλια κατατέθηκαν ὅπου κρίθηκε ἀπαραίτητο, γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη ἀνάγνωση τοῦ κειµένου. Πραγµατολογικά, µορφολογικὰ καὶ νοηµατικὰ στοιχεῖα σχολιάζονται µόνο ὅταν παρουσιάζονται καὶ στὸ µετάφρασµα· σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση, θεωροῦνται ἀφοµοιωµένα ἀπὸ τὴ µεταφραστικὴ δραστηριότητα. Ὅλες οἱ πληροφορίες κατάγονται ἀπὸ τὸ εὐρὺ περιβάλλον τῆς βιβλιογραφίας ποὺ εὐτύχησα νὰ διαθέτω. Ἀρκοῦµαι στὴν ἀναφορὰ τῶν ἔργων ποὺ κυοφόρησαν τὴν παρούσα ἐργασία. •

Iambi et elegi Graeci. Ed. M.L. West. Oxford Classical Texts, 1972 (We. συντοµογραφικά). Delectus Ex Iambis et elegis Graecis. Ed. M.L. West. Oxford University Press, 1980 (We. συντοµογραφικά). Greek Elegy and Iambus. Ed. J.M.Edmonds. Harvard University Press, 1931 (Ed. συντοµογραφικά). Ἀρχαίοι Λυρικοί Ἰαµβογράφοι. Mετάφραση / Ἐπιµέλεια / Σηµειώσεις: Γιάννης ∆άλλας. Nεφέλη, 1993 (∆α. συντοµογραφικά). Guy Davenport: 7 Greeks. New York, A New Directions Book, 1995. Richmond Lattimore: Greek Lyrics. 2nd ed. Chicago, The University of Chicago PreePress, 1955, 1960. Barriss Mills: The Soldier and the Lady― Poems of Archilochus and Sappho, New Rochelle, NY, The Elizabeth Press, 1975. Frederick Will: Archilochus, Twayne Publishers, Inc. New York, 1969.

Σηµαντικὴ βοήθεια µοῦ προσέφεραν οἱ θαυµάσιοι τόποι τοῦ ἡλεκτρονικοῦ διαδικτύου: 52


• •

Κen Hope's Home Page. Perseus Project.

Ὁ πρῶτος µὲ τὴ σοβαρὴ ἀντιµετώπιση τῶν ἐναλλακτικῶν τρόπων τῆς µετάφρασης τῶν ἀποσπασµάτων τοῦ Ἀρχίλοχου καὶ ὁ δεύτερος µὲ τὰ ἔγκυρα ἐργαλεῖα ἀρχαιογνωσίας ποὺ διαθέτει. Κάθε µετάφρασµα φέρει παράθεµα µὲ τὸν ἀριθµὸ ποὺ κατέχει τὸ πρωτότυπο στὴν ἔκδοση ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλήθηκε. Τὰ σύµβολα “]” καὶ “[” δείχνουν πὼς οἱ λέξεις εἶναι τµῆµα στίχου ποὺ δὲν σώθηκε ὁλόκληρος. Ἄλλα σηµάδια φιλολογικὰ δὲν χρησιµοποιῶ, δεδοµένου ὅτι τὸ ἀρχαῖο κείµενο αὐτῆς τῆς ἔκδοσης δὲν εἶναι σὲ καµιὰ περίπτωση πρόταση ἀποκατάστασης. Ὅλες τὶς εἰκασίες τὶς βρῆκα ἔτοιµες, ἄν καὶ, σὲ ὁρισµένες περιπτώσεις, δὲν ἦταν ἐκεῖνες ποὺ πρότεινε τελικὰ ὁ φιλόλογος.

ΕΛΕΓΕΙΑ Τὸ ἐλεγεῖο εἶναι ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα εἴδη τῆς ἀρχαίας Λυρικῆς ποίησης. Ἀρχικά, ἡ λέξη “ἔλεγος” σήµαινε “τραγούδι”. Σὲ µιὰ δεύτερη, ἀπροσδιόριστη φάση, δήλωνε τὴ συγκεκριµένη φόρµα ποὺ ξεπήδησε ἀπὸ τὸ ἔπος, µὲ ἐναλλαγὴ ἑξάµετρων καὶ πεντάµετρων στίχων καὶ εἶχε χαρακτήρα θρηνώδη. Ἔτσι κατέληξε νὰ σηµαίνει “θρῆνος”. Ὅµως, ὅλα τὰ ἐλεγεῖα ποὺ µᾶς παραδόθηκαν δὲν εἶναι θρῆνοι, δεδοµένου ὅτι ἡ µετρικὴ ἀναστολὴ ποὺ ἐπιχειρεῖ ὁ πεντάµετρος στίχος ἀποδίδει συγκρατηµένη θλίψη ἢ µελαγχολικὴ διάθεση. Ὁ Ἀρχίλοχος ὑπῆρξε σπουδαῖος δηµιουργὸς ἐλεγείων. Ἡ εἰρωνικὴ διάθεσή του, ἡ ἐντυπωσιακὴ κοινωνικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ καὶ ὁ δυναµικὸς µηδενισµός του βρῆκαν στὸ ἐλεγεῖο σωστὸ καταφύγιο.

53


2. Ἰσµαρικὸ κρασί. Ἡ θρακικὴ πόλις Ἴσµαρος, ἡ ὁµηρικὴ χώρα τῶν Κικόνων, παρήγαγε πολὺ καλὸ κρασί. Κατὰ µιὰν ἄλλη παράδοση, τὸ κρασὶ ποὺ ἀναφέρει ὁ ποιητής, προέρχεται ἀπὸ τὴν πόλη Ἰσµαρία τῆς νήσου Πάρου. 4. Ἄρχοντες φονιάδες ἐξ Εὐβοίας. Ἀναφέρεται στοὺς ἄγριους Ἄβαντες, κατοίκους τῆς Εὔβοιας. Οἱ αἱµοχαρεῖς αὐτοὶ πολεµιστὲς εἶχαν θρακικὴ καταγωγή. 6. Κάποιος Σάιος. Οἱ Σάιοι ἦταν πολεµικὸς λαὸς τῆς Θράκης, κατὰ τῶν ὁποίων πολέµησε ὁ ποιητής. 9. Στὸ παρὸν ἐλεγεῖο ὁ ποιητὴς θρηνεῖ τὸν πνιγµὸ τοῦ συζύγου τῆς ἀδελφῆς του. 12. Ὄµορφος νεκρός: φλογόλευκος. Καὶ πάλι ἀναφέρεται στὸν πνιγµένο γυναικαδελφό του. Τὸ πτῶµα του χάθηκε στὴ θάλασσα καὶ δὲν µπόρεσαν νὰ τὸν τιµήσουν µὲ καύση. 17. Πασιφίλη. Τὸ ὄνοµα δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποια συγκεκριµένη γυναίκα. Γιὰ τοὺς Ἴωνες σήµαινε τὴν πόρνη· φίλη ὅλων, φίλη τῶν πάντων. Τὸ ἀπόσπασµα ὅµως θεωρεῖται συδεδεµένο µὲ τὴν προσπάθεια τοῦ ποιητῆ νὰ διαποµπεύσει τὶς κόρες τοῦ Λυκάµβη (βλ. σηµ. 29).

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ 18. Ὁ Μεγάτιµος κι ὁ Ἀριστοφώντας. Ἐνδεχοµένως, ἐπιφανεῖς πολίτες ἤ καὶ πολεµιστές.

54


ΙΑΜΒΟΙ Ὁ Ἀρχίλοχος ὑπῆρξε, σύµφωνα µὲ τὴν ἀρχαία φιλολογικὴ παράδοση, ὁ δηµιουργὸς καὶ κορυφαῖος χειριστὴς τοῦ λόγιου ἰάµβου. Ἡ καταγωγὴ τῆς λέξης εἶναι ἄγνωστη. Κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους, ἡ ἔκφραση “ἰαµβίζω” σήµαινε “βρίζω”, “χυδαιολογῶ”. Ἴαµβοι λέγονταν τὰ αὐτοσχεδιαζόµενα εὐτράπελα τραγούδια ποὺ ἐξακόντιζαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο οἱ ὀπαδοὶ τῆς θεᾶς ∆ήµητρας. Μυθικὴ εἶναι ἡ καταγωγὴ τῆς λέξης ἀπὸ κάποια γυναίκα Ἰάµβη. Ὁ ἴαµβος ἔχει ρυθµὸ ζωντανὸ καὶ παιγνιώδη. 20. ∆έν κλαίω τοὺς Μαγνησίους. Ἡ ἑλληνικὴ πόλη Μαγνησία, χτισµένη στὶς ὄχθες τοῦ Μαίανδρου ποταµοῦ, καταστράφηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ τοὺς ἄγριους Κιµµερίους. 21. Ὕστερα φάνηκε µπροστά µας τὸ νησί. Πρόκειται γιὰ τὴ νῆσο Θάσο, κατὰ τῆς ὁποίας ἐκστράτευσε ὁ ποιητής. 22. Οἱ λατρεµένες ὄχθες τοῦ Σίρη. Ποταµὸς τῆς Νοτίου Ἰταλίας, στὶς ὄχθες τοῦ ὁποίου ἦταν χτισµένη ἑλληνικὴ ἀποικία. 26. Τοῦ Γύγη. Ὁ Γύγης († 652 π.Χ.) ὑπῆρξε ἰσχυρὸς βασιλιᾶς τῶν Λυδῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. 29. Τοῦ Λυκάµβη. Ὁ Λυκάµβης ἀπὸ λίγο καὶ θὰ γινόταν πεθερὸς τοῦ ποιητῆ. Εἶχε τὴν ἀπρονοησία νὰ ἀρνηθεῖ στὸν Ἀρχίλοχο τὸ γάµο µὲ τὴν κόρη του Νεοβούλη. Ἐκεῖνος, σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, ξέσπασε τὴν ὀργή του σὲ σκωπτικοὺς στίχους, οἱ ὁποῖοι ὁδήγησαν τὸν Λυκάµβη καὶ τὶς δύο κόρες του στὴν αὐτοκτονία. 54. Ἀπὸ τὴ Γόρτυνα. Μεγάλη πόλη τῆς ἀρχαϊκῆς Κρήτης. 59. Πάνω ἀπὸ τὶς Γυρεὲς. Βραχονησίδες, 25 ναυτικὰ µίλια βόρεια τῆς νήσου Πάρου.

55


74. Λαοφιλής. Προφανῶς πλαστὸ ὄνοµα. 75. Γλαῦκε, γιὲ τοῦ Λεπτίνη. Πολύτιµο ἀρχαιολογικὸ εὕρηµα δηµιουργεῖ τὴν ὑποψία πῶς ὁ ἄγνωστος Γλαῦκος ἐνδέχεται νὰ ἦταν ὁ στρατηγὸς τῆς ἐκστρατείας κατὰ τῆς Θράκης, στὴν ὁποία ἔλαβε µέρος ὁ ποιητής. 76. Τῆς Νεοβούλης. Ἡ κόρη τοῦ Λυκάµβη, τὴν ὁποία ὁ δυστυχὴς πατέρας ἀρνήθηκε στὸν ποιητή, καταντώντας περίγελος. 79. Ὁ ∆ίας ἰσχυρίστηκε σκοτάδι, µέρα µεσηµέρι: ἀναφορὰ στὴν ἔκλειψη ἡλίου ποὺ σηµειώθηκε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 648 π.Χ. 89. Τορώνη. Πόλη τῆς Μακεδονίας, στὸν κόλπο τῆς Κασσάνδρας, ποὺ σώζονται τὰ ἐρείπιά της µέχρι σήµερα.

ΕΠΩ∆ΟΙ Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ποίηση, ἐπωδὸς ὀνοµαζόταν κυρίως ἡ τρίτη στροφὴ τοῦ χορικοῦ ποιήµατος. Εἶχε χαρακτήρα συµπερασµατικὸ καὶ τραγουδιόταν ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν χορευτῶν. Τὸ γενικὸ σχῆµα ἦταν: θέση, σχολιασµὸς, συµπέρασµα. Στὸ σχῆµα αὐτὸ βρίσκεται, ἀπὸ δοµικὴ ἄποψη, ἡ ρίζα τῆς φιλοσοφικῆς ἐπιχειρηµατολογίας. Ὁ Ἀρχίλο��ος γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς σκοποὺς τῆς σκωπτικῆς διάθεσής του, ἐπινόησ ἕνα εἶδος ποιήµατος µὲ δίστιχες στροφές, ἀποτελούµενες ἀπὸ ἕνα µεγάλο στίχο καὶ ἕνα µικρότερο. Τὰ ποιήµατα αὐτὰ τὰ εἶπαν ἐπωδοὺς γιὰ µετρικοὺς λόγους. Φυσικὰ, ἡ ἐσωτερική τους σχέση µὲ τὴ χορικὴ ποίηση εἶναι ἄδηλη. Σηµασία ἔχει πῶς ὁ Ἀρχίλοχος ἐπινόησε τὴν πρώτη ποιητικὴ τεχνικὴ τῆς εἰρωνίας: τὴν ἀναστολὴ τῆς 56


κανονικότητας τοῦ µέτρου καὶ τὴν περικοπὴ τοῦ λόγου, ὥστε νὰ γίνεται τὸ σκῶµµα αἰχµηρότερο. 95 - 101. Τὰ ἀποσπάσµατα φαίνεται πῶς ἀνήκουν σὲ ἐκτενὲς ποίηµα µὲ θέµα τὸν αἰσωπικὸ µύθο “Ἀετὸς καὶ Ἀλεπού”. Ἡ ἀρχαία παράδοση τὰ σχετίζει µὲ τὴν προσπάθεια τοῦ ποιητῆ νὰ γελοιοποιήσει τὸν Λυκάµβη. 102 - 106. Τὰ ἀποσπάσµατα φαίνεται πῶς ἀνήκουν σὲ ἐκτενὲς ποίηµα µὲ θέµα τὸν αἰσωπικὸ µύθο “Ἡ µαϊµοὺ βασιλιᾶς”. Ἡ ἀρχαία παράδοση τὰ σχετίζει µὲ τὴν προσπάθεια τοῦ ποιητῆ νὰ γελοιοποιήσει τὸν Λυκάµβη. 112. Πριήνη. Μία ἀπὸ τὶς πόλεις τοῦ Ἰωνικοῦ ∆εσµοῦ, στὴν Καρία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Σάµο. 113. Στὴ Σαλµυδησσό. Σαλµυδησσὸς καὶ Ἁλµυδησσός· ἀπὸ τὸ ὁµηρικὸ “Ἅλς”. Ἡ παραλία τῆς Θράκης καὶ ἡ πόλη ποὺ δέσποζε στὴν ἀµµώδη ἀκτή. Οἱ κάτοικοί της λεηλατοῦσαν συστηµατικὰ τοὺς ναυαγούς. 114. Τὸ ἀπόσπασµα, ὅπως καὶ τὸ ὑπ. ἀρ. 113, ἔχουν ἀποδοθεῖ καὶ στὸν ἰαµβογράφο Ἱππώνακτα (6ος αἰώνας π.Χ.). Ἡ ἀλήθεια εἶναι πῶς διαθέτουν µεγάλη δόση ἐκδικητικότητας γιὰ Ἀρχίλοχος, ἀλλὰ καὶ µεγάλη δόση εἰρωνίας γιὰ Ἱππώνακτας. 122. Βατουσιάδης. Ἄγνωστο πρόσωπο. Ἴσως σχετιζόµενο µὲ τοὺς Σελλούς, φύλακες τοῦ ἱεροῦ τοῦ ∆ία στὴ ∆ωδώνη. 133. Μόνο τὸν Κοίρανο. Ὁ µυθικὸς Κοίρανος εἶχε σώσει ἕνα δελφίνι ἀπὸ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων. Ὅταν κάποτε ναυάγησε µαζὶ µὲ ἄλλους 49 ἄντρες, τὸν πῆρε στὴ ράχη του ἕνα δελφίνι καὶ τὸν ἔβγαλε σῶο στὴ Σίκυνθο. Ἐκεῖ, ἔχτισε ναὸ τοῦ Ποσειδῶνα καὶ ἵδρυσε πόλη. Ἡ Σίκυνθος ἴσως εἶναι ἡ Πάρος. 134. Στὴν ἐκστρατεία τῶν Ἐξακεστοµαλκιδῶν. Πιθανῶς, κάποια ἀπὸ τὶς ἐκστρατεῖες ἐναντίον τῆς Θάσου. Κατὰ µὶα λογικὴ εἰκασία [Ed.], οἱ Ἐξακεστοµαλκίδες εἶναι, σκωπτικά, οἱ 57


γύρω στοὺς Ἐξηκεστίδη καὶ Ἀλκίδη ἐκστρατεύσαντες. Ποιά ἦταν αὐτὰ τὰ πρόσωπα, δὲ γνωρίζουµε. Οὔτε ποιὸς ἦταν ὁ Πεισίστρατος καὶ ὁ γιός του. 134. Προφανῶς, µιλᾶ ὁ Κοίρανος. 143. Βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο. Σύµφωνα µὲ τὴν ἀρχαία λαϊκὴ παράδοση, οἱ βάτραχοι τῆς Σερίφου δὲν κρόαζαν ποτέ, µόνο ἔπιναν σκέτο νεράκι, ὅπως ὅλοι οἱ βάτραχοι ἄλλωστε. Συνεπῶς, βαριὰ κατάρα τῆς δίνει, προτείνοντας ἕνα τέτοιο ἄντρα. 145. Ἀκραιφνία. Μικρὴ πόλη τῆς Βοιωτίας, ποὺ διέθετε ναὸ τοῦ ∆ιονύσου. 152. Τὸ ἀπόσπασµα αὐτὸ εἶναι τὸ ἐκτενέστερο ποὺ διαθέτουµε. Ἀνακαλύφθηκε τὸ 1973. ∆ιατυπώθηκαν πολλὲς θεωρίες γιὰ τὴν ταυτότητα τοῦ προσώπου ποὺ συνδιαλέγεται µὲ τὸν ποιητή. Ἡ διασηµότερη, διαβάζει τὸ ποίηµα σὰν µιὰ ἀφήγηση τῆς ἀποπλάνησης τῆς µικρότερης κόρης τοῦ Λυκάµβη ἀπὸ τὸν ποιητή.

ΥΜΝΟΙ 155. Εἶναι ὁ µοναδικὸς ὕµνος τοῦ ποιητῆ ποὺ διασώθηκε. Τὸ “τριαλαρὶ” [Τήνελλα] ὑποτίθεται πῶς εἶναι µίµηση τοῦ ἤχου τοῦ αὐλοῦ ἢ τῆς λύρας, σὲ περίπτωση ἔλλειψης ὀργάνου καὶ σύµφωνα µὲ τοὺς ἀρχαίους σχολιαστές, εἶναι ἐπινόηση τοῦ ποιητῆ! Λογικά, µοιάζει περισσότερο µὲ διακωµώδηση κάποιου τυπικοῦ ὕµνου.

58


Α∆ΕΣΠΟΤΑ Τὸ µεγαλύτερο µέρος τῶν σπαραγµάτων αὐτῶν µᾶς ἔφτασε ἀπὸ ἐργασίες ἀρχαίων γραµµατικῶν, οἱ ὁποῖοι µαζὶ µὲ τὰ λεξιλογικὰ σχόλια διέσωσαν καὶ τὴν ποιητικὴ χρήση ἀρκετῶν λέξεων ἢ φράσεων. 236. Τὸ ἀπόσπασµα αὐτὸ σχετίζεται, ἐνδεχοµένως, µὲ τὸν αἰσωπικὸ µύθο “Ἐλάφι, ἀλεποῦ καὶ λιοντάρι”.

Στὸν Γιάννη Μπλάνα ποὺ κερδίζει τὴ µιὰ µάχη µετὰ τὴν ἄλλη. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Μεσηµέριασε καὶ ἡ ζέστη εἶναι ἀφόρητη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ λόφο τῆς Ἄνω Σύρου ἡ θάλασσα φαίνεται νὰ κρατᾶ µιὰ µεγάλη ὑπόσχεση ἀνέµου. Σκέπτοµαι τὸ λυρικὸ ποίηµα. Σὰν ὑπόσχεση δηµιουργίας ἑνὸς κοσµικοῦ ρυθµοῦ τὸ σκέπτοµαι· ὑγρὴ ὑπόσχεση, ὅπως ὅλες. Οἱ ἄνθρωποι µπαίνουν ἀπὸ παντοῦ στὶς σκέψεις µου. Μιλοῦν, χειρονοµοῦν, ὅλο καὶ µὲ κάτι καταπιάνονται· κάποτε τὸ πετυχαίνουν, τὶς περισσότερες φορὲς δὲν καταφέρνουν τίποτε. Τότε ξεσποῦν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, µὲ τὸν τρόπο ποὺ κάνει τὸν Ἕναν Ἄλλο ἢ ἀποµακρύνονται ἀπὸ τὸ δρόµο ποὺ κρατᾶ τὸν Ἕνα Μοναδικό. Ρυθµὸ ζητοῦν· τὸ ρυθµὸ ποὺ κάνει τὸν κόσµο, κόσµο τους. Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀσθενικὴ σκευὴ, δὲν µποροῦν νὰ ἐπιβιώσουν χωρὶς τὴν ἐλπίδα ἐπικράτησης πάνω σὲ καθετὶ καὶ σὲ καθέναν. Οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν µόνο ἕναν κατάδικό τους τρόπο ἐπιβίωσης: νὰ σκοτώνουν ὅ,τι ἀγαποῦν ἢ νὰ τραγουδοῦν γιὰ ὅ,τι ἀγαποῦν, πράγµα ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο, ἄν ἀποφασίσεις πῶς ἡ ἐπιθυµία αὐτοκτονεῖ τὴ στιγµὴ τῆς ἱκανοποίησής της.

59


Ὅµως, δίπλα στὴ θάλασσα, δὲν παίρνονται εὔκολα τέτοιες ἀποφάσεις. Ἡ θάλασσα εἶναι τὸ ἀκαθόριστο, τὸ µακρυνό, τὸ διαρκῶς ἄλλο. Ἡ θάλασσα δὲν ξέρει τὴ µονότονη παρουσία τοῦ πεύκου, οὔτε τὴν ἐπίµονη ἀπελπισία τοῦ τζίτζικα. Ὁ δασωµένος κόρφος τῆς γῆς ἀνατρέφει τὸ τραγικὸ στοιχεῖο, σὰν σύγκρουση µὲ τὴν ἀέναη µονοτονία τοῦ κόσµου. Ποιός θὰ µποροῦσε νὰ ὑποφέρει τὸ τζιτζίκι, γιὰ ἕνα µόνο µεσηµέρι, χωρὶς νὰ σκεφτεῖ πῶς ὁ θάνατος εἶναι λύτρωση ἀπὸ τὴ σκληρότητα τῆς ὕπαρξης καὶ χωρὶς νὰ ἀπελπιστεῖ γιὰ τὴ σκέψη αὐτὴ; Μὲ τί µάχεται ὁ Οἰδίποδας; Μὲ τί παλεύει ὁ Φιλοκτήτης; Μὲ τὸν ἴδιο δαίµονα ποὺ µετριέται ὁ Ἰὼβ, µὲ τὸ ἴδιο ἐρώτηµα: “Τί µπορεῖ νὰ ἀπαιτήσει κανεὶς ἀπὸ ἕναν κόσµο τόσο αὐτάρκη, τόσο προσηλωµένο στὸ ρυθµό του;” Μόνο τὰ παιδιὰ τῆς θάλασσας τολµοῦν τὴν ἀπάντηση: “Τὸ ρυθµό του ὁ καθένας, γιὰ ρυθµὸ τοῦ κόσµου· ἀπὸ τὸν ἑαυτό του ὁ καθένας, γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ὁµοίους του”. Αὐτὸ εἶναι Λυρισµὸς καὶ Μοντερνισµός. Νὰ ἔρθεις στὴ ζωὴ, νὰ τραγουδήσεις ὅπως σοῦ κάνει κέφι καὶ νὰ φύγεις. Τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ βροῦν οἱ ἐπερχόµενοι. * Ὁ Ἀρχίλοχος µὲ συνάντησε µέρα µεσηµέρι· ὄχι στοὺς ἀδιέξοδους δρόµους τῆς πρωτεύουσας - ἄν καὶ θὰ µποροῦσε οὔτε στὶς πολυέξοδες ἁπλωσιὲς τοῦ Αἰγαίου - ἄν καὶ θὰ τὸ προτιµοῦσα. Στὴ διάρκεια µιᾶς ζωῆς γεµάτης παράλογους θανάτους καὶ µοχθηρὲς ἐλπίδες, ἀνεπαρκεῖς ἀπολαύσεις καὶ ἔνθεες ἀκυρώσεις, γνώρισα πολλοὺς µαχητὲς. Πάλευαν - γιὰ τὶ ἄλλο - γιὰ χρῆµα ἢ γιὰ δόξα. Ἐπειδὴ δὲν πόθησα ποτὲ τίποτε ἀπὸ τὰ δυό, εἶχα τὴν ἄνεση νὰ τοὺς σπουδάσω. ∆ὲ διέθεταν φαντασία· ὁ µόνος κοσµικὸς ρυθµός ποὺ µποροῦσαν νὰ φανταστοῦν ἦταν ἡ συνεχὴς λειτουργία µιᾶς καλοκουρδισµένης µηχανῆς ποὺ δουλεύει γι' αὐτούς. ∆ὲ διέθεταν γνώση· τὸ µόνο εἶδος λογικῶν προτάσεων ποὺ µποροῦσαν νὰ παράγουν ἦταν οἱ “προφανεῖς”. ∆ὲ διέθεταν γοῦστο· ἡ ὀµορφιά τους δὲν µποροῦσε νὰ κάνει βῆµα πέρα ἀπὸ τὴν ὁµοιοµορφία. Ἐξάλλου, ἐλάχιστοι ἦταν πραγµατικοὶ ἄντρες. 60


Ὁ Ἀρχίλοχος ὑπῆρξε πραγµατικὸς ἄντρας· ἤξερε πότε κινδύνευε νὰ κλάψει καὶ πότε χρειαζόταν νὰ σκοτώσει. Γιὸς ἑνὸς εὔπορου Πάριου καὶ µιᾶς δούλας, διέθετε τὸ µέτρο τῆς ἀπερισκεψίας ποὺ χαρακτηρίζει κάθε εὐφυὴ ἄνθρωπο. Μεγαλώνοντας ἀνάµεσα στὴν παράδοση του πατέρα νόµου καὶ στὴν αἰώνια µοντερνικότητα τῆς µητέρας ἐπιθυµίας, διαµόρφωσε ἐκείνη τὴ βαθιὰ αἴσθηση ρεαλισµοῦ ποὺ καταλογίζει τὴν πραγµατικότητα στὴν ἀντοχὴ τῆς ἐπινόησης. Ὅταν ἀποφάσισε νὰ ἀντιµετωπίσει τὰ οἰκονοµικὰ προβλήµατά του, ἔγινε µισθοφόρος καὶ ὅταν χρειάστηκε νὰ σπαταλήσει τὸ αἷµα του ἄδικα στὴν πληρωµένη µάχη, ἀντέδρασε σὰν ἐργαζόµενος: προστάτευσε τὴν ἐργατικὴ δύναµή του. Ὅταν ἀποφάσισε νὰ παντρευτεῖ τὴ γυναίκα ποὺ ἀγάπησε καὶ ὁ πατέρας της ἀρνήθηκε τὸ γάµο, ξέσπασε σὰν κτῆνος κατὰ πάντων, ὁδηγώντας τὴν οἰκογένεια ποὺ τὸν ἀρνήθηκε σὲ µαζικὴ αὐτοκτονία. Ὅταν ἀποφάσισε νὰ ἀσχοληθεῖ µὲ τὴν ποίηση, ἐπινόησε ἕνα νέο εἶδος καὶ ἀνανέωσε πολλὰ παλαιότερα. Ἔγινε ὁ πρῶτος γνήσιος λυρικὸς ποιητὴς τῆς Εὐρώπης, µὲ τρόπο τελειωµένο, κλασικό. Ὅταν σκοτώθηκε στὴ µάχη, ὁ φονιὰς του δὲν ἔγινε δεκτὸς στὸν ἱερὸ χῶρο τῶν ∆ελφῶν. Ποιός θὰ τολµοῦσε, σήµερα, νὰ ἱσχυριστεῖ τὸν ἑαυτό του, µὲ τόσο λαµπρὰ ἀποτελέσµατα; Σκουριά, πολλὴ σκουριὰ στὸ λινὸ τῆς ζωῆς µας. Ὁ Ἀρχίλοχος µὲ βρῆκε στὸ ἐργαστήριο, µιὰν ὥρα ἀπελπισµένης µέριµνας γιὰ τὴ µείωση τοῦ γλωσσικοῦ πληθωρισµοῦ ποὺ προαπαιτεῖ κάθε συνεπὲς ποιητικὸ προϊόν. Προσπαθοῦσα νὰ κατασκευάσω ἕνα συµπαγὲς σύνολο ρυθµικῶν χειρονοµιῶν, ἱκανὸ νὰ ἐκχωρήσει τὴν Ἰλιάδα στὴν περιοχὴ κυριαρχίας τῆς ποίησής µας - ὅπως γράφεται σήµερα, ἢ τουλάχιστον ὅπως δοκιµάζεται ἀπὸ µιὰ-δυὸ ἀποτελεσµατικὰ ἐµπνευσµένες φωνὲς τῆς γενιᾶς µου. Οἱ ἀντιστάσεις ποὺ συναντοῦσα σχετίζονταν κυρίως µὲ τὴν περίτεχνη εἰκονοποιία, παρὰ µὲ τὸ στόµφο τῶν ἀγορεύσεων ἢ µὲ τὴ συµβατικότητα τῶν ποιητικῶν ἀντιστοιχιῶν. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει, τὸ ἀνεπίτρεπτο ξέσπασµα τοῦ Ἀχιλλέα στὸ πολιτικὰ ὀρθὸ περιβάλλον τῆς 9ης ραψωδίας, µοῦ 61


πρότεινε µιὰν οὐσιαστικὴ γνωριµία µὲ δύο µεγάλους ποιητές. Ὁ πρῶτος - ἀπὸ λίγο τελευταῖος µεγάλος τῆς ἀρχαίας φωνῆς ἦταν ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἀλλὰ, δὲ στάθηκε παρὰ µιὰ ἀποκάλυψη τῆς προσωπικῆς µου ἀλήθειας: ἀµετανόητος ἐραστὴς τῆς µουσικῆς τοῦ ὀρθολογικοῦ, διάπυρος οἰκογενειάρχης τῆς πολιτικῆς θεολογίας· ἕνας ροµαντικὸς Χριστιανός, ἕνας πραγµατικὸς γνωστικὸς δαίµονας, κλεισµένος στὸν ἀπόλυτα ὀργανωµένο λόγο τῆς ἀρχαιότητας: πάθος καὶ πόθος καὶ φλόγα καὶ ρώµη ποὺ βηµατίζουν, µὲ γοητευτικὰ τελετουργικὲς κινήσεις, πρὸς τὸν ἀναπόφευκτο θάνατο. Ἕνα σκληρὸ πέρασµα ἀπὸ τὴν ἐξορία ποὺ λέµε ζωή. Ὁ δεύτερος ποιητής - πρῶτος Εὐρωπαῖος Λυρικὸς - ἦταν ὁ Ἀρχίλοχος. Ὁ τραχὺς µισθοφόρος του 7ου π.Χ. αἰώνα στάθηκε στὴν ἔξοδο τῶν λέξεών µου, ὁπλισµένος µὲ ἀπουσίες, ἀσάφειες, προκλητικὲς εἰκασίες, αἰχµηρὲς σιωπὲς. Θὰ µποροῦσα νὰ µιλήσω γιὰ µιὰν ἀποκάλυψη, ἄν ὁ Ἀχιλλέας δὲν τὸν ἀπαιτοῦσε ἤδη, µέσῳ τῆς θεσµοποιηµένης φωνῆς τοῦ Ὁµήρου, δηλώνοντας πρὸς τὸν Ὀδυσσέα: “...καλύτερα νὰ πῶ ἀπροκάλυπτα τὶ σκέφτοµαι καὶ τὶ θὰ γίνει, γιὰ νὰ µὴ σκούζετε ἄσκοπα ἀπὸ 'δῶ κι ἀπὸ 'κεῖ. Θάνατο µοῦ µυρίζει αὐτὸς ποὺ ἄλλα σκέφτεται καὶ ἄλλα λέει. Ἄκου λοιπὸν τὶ µοῦ φαίνεται κατάλληλο γιὰ τὴν περίσταση. Οὔτε ὁ Ἀγαµέµνονας, οὔτε οἱ ἄλλοι ∆αναοὶ - νοµίζω - θὰ µὲ πείσουν, ἀφοῦ ἔµαθα πιὰ πῶς ὁ ἀκατάπαυστος ἀγώνας δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀντικείµενο τιµῆς. Ἴδιο µερίδιο καρπώνεται ἐδῶ αὐτὸς ποὺ πολεµᾶ κι αὐτὸς ποὺ κρύβεται στὴν ἀθλιότητά του, ἴδια τιµὴ ὁ γενναῖος κι ὁ δειλὸς, ἴδιο θάνατο ὁ µαχητὴς κι ὁ λιποτάχτης. Ἄλλο ἀπὸ πίκρες κι ἀγωνίες δὲν ἔχω ἀποκοµίσει, ἐκθέτοντας στὴ µάχη τὴ ζωή µου. Σὰν τὸ πουλὶ ποὺ δίνει στὰ γυµνὰ µικρὰ του τὴν τροφή, πρὶν κὰν προλάβει νὰ τὴ δεῖ - κακῶς, γιατὶ κι αὐτὸ πεινάει πείνασαν οἱ νύχτες µου τὸν ὕπνο καὶ λαχάνιασαν αἷµα οἱ µέρες 62


µου, σὲ ἀγῶνες ἀντρῶν γιὰ τὴν κυριαρχία γυναικῶν. ∆ώδεκα πόλεις θέρισαν τὰ καράβια µου σ᾿ ὁλόκληρη τὴ γῆ, κι ἕντεκα ὄργωσαν τὰ πόδια µου ἐδῶ στὴν Τροία. Πάντα ἀποσποῦσα ὅ,τι πολυτιµότερο καὶ πάντα στὸν Ἀγαµέµνονα τὸ ἔδινα. Στὸν Ἀτρείδη! Νὰ µένει ἐκεῖνος στὰ µετόπισθεν, κοντὰ στὰ γρήγορα καράβια, ἔτοιµος γιὰ τὴ µοιρασιὰ: λίγα στοὺς ἄλλους, πολλὰ στὸν ἑαυτό του, ὁρισµένα σὲ ἀρχηγοὺς καὶ βασιλιάδες. Τὰ διατηροῦν ἀκόµη. Μόνον ἐµένα βρῆκε νὰ στερήσει ἀπὸ γυναίκα ἀγαπηµένη. Πάει καλά! ∆ικό µου πόθο ἄς χαίρεται. Ὅµως οἱ Ἀργείοι γιατὶ νὰ πολεµοῦν τοὺς Τρῶες; Γιατὶ συγκέντρωσε τόσο στρατὸ καὶ τὸν ὁδήγησε ἐδῶ, ἄν ὄχι γιὰ τῆς Ἑλένης τὰ ὑπέροχα χτενίσµατα; Ἤ µήπως ἀπὸ τοὺς θνητοὺς µόνον οἱ Ἀτρεῖδες ἀγαποῦν τὶς γυναῖκες τους; Κάθε καλὸς καὶ λογικὸς ἄντρας προστατεύει ὅ,τι ἀγαπάει. Ἔτσι κι ἐγὼ· τὴν ἀγαποῦσα µὲ ὅλη τὴν καρδιά µου κι ἄς ἤτανε σοδειὰ τοῦ κονταριοῦ µου. Πρῶτα µοῦ ἀφαίρεσε προνόµιο, µὲ ἀτίµασε καὶ τώρα ἐπιχειρεῖ νὰ µὲ ἐµπλέξει στὸ δόλο του. ∆ὲ θὰ µὲ πείσει, Ὀδυσσέα. Ἄς σκεφτεῖ µαζί σας πῶς θὰ βγάλει τὰ καράβια ἀπὸ τὴν µπόρα τῆς φωτιᾶς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς κόπιασε πολλὰ χωρὶς ἐµένα. Καὶ τεῖχος ὕψωσε καὶ τάφρο ἔσκαψε καὶ πάσσαλους φύτεψε. Τὴ δολοφόνα ὁρµὴ τοῦ Ἕκτορα δὲ βλέπω νὰ θερίζει! Ὅσο καιρὸ συµπολεµούσαµε, ὁ Ἕκτορας δειχνόταν ἐξυπνότερος κι ἀπέφευγε νὰ δώσει µάχη µακριὰ ἀπ' τὸ τεῖχος: µέχρι τὶς Σκαιὲς Πύλες, τὸ πολὺ µέχρι τὴ βελανιδιά. Κι ὅταν κάποτε ἔφτασε ἐκεῖ, ξέφυγε τὴν ὁρµή µου τὴν τελευταία στιγµή.

63


Τώρα πιὰ δὲν ἔχω διάθεση νὰ πολεµήσω τὸν ἔνθεο ἄντρα. Αὔριο θὰ κάνω τὸ ἱερὸ χρέος µου πρὸς τὸ ∆ία καὶ τοὺς ἄλλους θεούς, θὰ φορτώσω τὰ καράβια, θὰ τὰ ρίξω στὰ νερὰ πρωί-πρωί, κι ἄν θέλεις - λέω, ἄν - θὰ δεῖς πῶς ὀργώνουν τὸν Ἑλλήσπντο οἱ ἄνδρες µου µὲ τὰ κουπιά, πῶς κατακτοῦν µὲ προθυµία τὴν πατρίδα τῶν ψαριῶν καὶ πῶς, ἂν µᾶς χαρίσει νηνεµία ὁ περίφηµος κύριος τῆς γῆς, -πῶς, λέω- σὲ τρεῖς µέρες βλέπω τοὺς κατάσπαρτους ἀγροὺς τῆς Φθίας. Ἄφησα πίσω µου πολλὰ, ὅταν δυστύχησα νὰ ἔρθω ἐδῶ: χρυσάφι, πύρινο χαλκό, γυναῖκες λυγερές καὶ σίδερο µελαχρινό. Ὅ,τι µοιράστηκα µαζί σας θὰ προσθέσω. Τὸ προνόµιο ποὺ µοῦ παρεῖχε ὅµως τὸ πρόσβαλε· ἡ ἐξουσία τοῦ Ἀτρείδη Ἀγαµέµνονα στάθηκε ἀτίµωση γιὰ µένα. Ὅπως τὰ λέω νὰ τοῦ τὰ πεῖτε, ἀκοῦτε; Φανερά! Ν᾽ ἀγανακτήσουν οἱ Ἀχαιοὶ καὶ ν᾽ ἀµυνθοῦν, ὅταν ἐπιχειρήσει νὰ ἐξαπατήσει κι ἄλλο ∆αναό. Γιατὶ εἶναι πάντα ἐξοπλισµένος µὲ τὴν ἀναίδειά του. Μόνον ἐµένα δὲν τολµάει ν' ἀντιµετωπίσει, ὅσο κυνικὸς κι ἄν εἶναι. ∆ὲν ἔχω βέβαια τὴν παραµικρὴ διάθεση νὰ κουβεντιάσω µαζί του, πόσο µάλλον νὰ συµπράξω σὲ ὁτιδήποτε· µ' ἐξαπάτησε ἤδη µιὰ φορά· ἔσφαλε. ∆ὲ θὰ τοῦ δώσω ἄλλην εὐκαιρία νὰ µὲ παγιδεύσει σὲ λόγια. Φτάνει! Ἄς πάει νὰ χαθεῖ, ἀφοῦ τὸν τρέλανε τοῦ ∆ία ἡ λογική. Τὰ δῶρα του σιχάµατα: µιὰ τρίχα σὲ µαλλιαρὸ κεφάλι.” (Ἰλιάδος Ι, 309-378)

Ἐδῶ, ὁ Αχιλλέας εἶναι ἔτοιµος νὰ “ἰαµβίσει”, νὰ µιλήσει τὴ ζωντανὴ γλώσσα τῆς ὁργῆς του, νὰ θραύσει τὴν ἀργόσυρτη

64


διατύπωση τοῦ ἡρωικοῦ στίχου. Εἶναι ἔτοιµος νὰ γίνει Ἀρχίλοχος, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι ὁ ποιητής· δὲν ἀποφασίζει αὐτὸς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι ὁ ἑαυτὸς του· οὔτε κι αὐτὸς ἀποφασίζει. Ἂν µποροῦσε νὰ παρατήσει τὴν αὐλὴ τοῦ ἄρχοντα ποὺ διασκεδάζει, ἂν ἔβγαινε στοὺς δρόµους καὶ συναναστρεφόταν τὸ πλῆθος ποὺ διαθέτει τὴν ἰδιότυπη ἐλευθερία νὰ πεθαίνει ὅπως θέλει, θὰ κέρδιζε τὸν ἑαυτὸ του καὶ θὰ χάριζε στὸν Ἀχιλλέα τὸ δικό του. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ Ἀρχίλοχος καὶ ἀπέσπασε τὴν κατάδική του ἀθανασία. Χρησιµοποίησε µουσικὲς φόρµες, γλωσσικοὺς τύπους καὶ θέµατα γερὰ κατεργασµένα στὸ καµίνι τῆς ζωῆς ἀνθρώπων ποὺ ἐπειδὴ παλεύουν γιὰ τὸ ἴδιο τὸ δικαίωµα τους νὰ ζοῦν, δὲ στέκονται σὲ τελετουργικὲς ἁβρότητες. ∆ὲν ὑπῆρξε ποτὲ λαϊκὸς ποιητής, τὸ ἀντίθετο µάλιστα. Ἡ ἐποχὴ του, ὁ 7ος π.Χ. αἰώνας, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν πορεία τῆς µάζας πρὸς τὴν ἐξουσία. Ἡ στενότητα τοῦ ζωτικοῦ χώρου καὶ ἡ ἀνεπάρκεια τῶν φυσικῶν πόρων ἔστρεψαν τὶς γερασµένες κοινότητες σὲ µεταναστευτικὲς ἐπιδροµές. Οἱ ἄποικοι διαµόρφωσαν µιὰν αὐτόνοµη νοοτροπία καὶ ὁ νεοπλουτισµός τους ἐκφράστηκε πολιτικὰ µὲ τὴν ἄνοδο στὴν ἐξουσία λαϊκιστῶν τυράννων. Ἡ µάζα διέχυσε τη νοοτροπία της στὸ δηµόσιο χῶρο καὶ διαµόρφωσε ἕνα σκληρὸ περιβάλλον σχετικισµοῦ. Ὁ Ἀρχίλοχος, σὰν καλλιτέχνης, δὲ βλέπει µὲ καλὸ µάτι αὐτὸ τὸ σχετικισµό. Ἀπαξιεῖ τὴ νοοτροπία τῆς µάζας, παρ' ὅλο ποὺ δὲ φαίνεται νὰ ἀπέχει ἀπὸ τὶς συνήθειές της. ∆ίνει στὰ στοιχεῖα του ὑψηλὴ καλλιτεχνικὴ ἀξία. Χρησιµοποιεῖ εἰκόνες καίριες, φυσικὰ σχήµατα καὶ ἁπλοὺς τρόπους. Ἡ στάση του ἀπέναντι στὴν παράδοση εἶναι ἀπόλυτα διακριτή, σὲ µορφολογικὸ καὶ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο. Παρ' ὅλη τὴν ὁργὴ ποὺ ἐκφράζει ὁ Ἀχιλλέας στὸ παραπάνω ἀπόσπασµα τῆς Ἰλιάδος, δὲ θὰ µποροῦσε νὰ προχωρήσει πέρα ἀπὸ τὴ συγκυριακὴ δυσφορία του, γιὰ τὴν παραβίαση τῶν κανόνων µὲ τοὺς ὁποίους παίζεται τὸ παιχνίδι τῆς ἐξουσίας. ∆ὲ θὰ µποροῦσε νὰ προβεῖ σὲ κριτικὴ τῶν κανόνων καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ παιχνιδιοῦ. Κατὰ κάποιον τρόπο, ὁ Ἀχιλλέας εἶναι πιὸ ἀνθρώπινος, ἔστω καὶ µὲ ἕνα

65


συµβατικὸ τρόπο. Τὸ ἐντυπωσιακὸ µὲ τὸν Ἀρχίλοχο εἶναι πὼς ἐνῶ διαθέτει µιὰ φωνὴ ἀπόλυτα προσωπικὴ, µεριµνᾶ συνεχῶς γιὰ τὴν ἐγγραφὴ ἠθικῶν ἀξιῶν καὶ ἡ ἔκφραση τῶν συναισθηµάτων του διατρέχεται ἀπὸ τὸ µηδενισµὸ τοῦ σκληροπυρηνικοῦ ἠθικολόγου. Θὰ µποροῦσε κάποιος νὰ ὑποθέσει ἕνα εἶδος λυρικοῦ στοχασµοῦ ποὺ ξεκινᾶ µὲ τὸν Ἀρχίλοχο καὶ φτάνει, µέσῳ τοῦ Νίτσε, στοὺς µοντερνιστὲς διανοούµενους τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀριστερᾶς. Ὁ Λυρισµὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Λυρισµὸς τῆς Σαπφοῦς. Τὸ ποιητικὸ ὑποκείµενο εἶναι ὁ ἑαυτός του µὲ διαφορετικὸ τρόπο. Ἡ Σαπφῶ µοιάζει νὰ εἶναι προσωπικὴ στὴν ἔκφρασή της ἐπειδὴ δὲν µπορεῖ νὰ κάνει ἀλλιῶς: ἡ ἔκφραση τῶν ἐρωτικῶν συναισθηµάτων ἀπαιτεῖ τὸν ἐραστὴ ὁλόκληρο καὶ διακριτό. Σὰν νὰ λέµε, δὲν ὑφίσταται µὴ προσωπικὴ ἐρωτικὴ ποίηση· ἄν καὶ ἡ ψυχολογία τοῦ ἐρωτικοῦ µορφώµατος δὲ συµφωνεῖ ἀπόλυτα. Κατὰ κάποιο περίεργο τρόπο, ὁ Ἀρχίλοχος ἀναφαίνεται σὰν ὑποκείµενο, στὴν προσπάθειά του νὰ ὑπερασπίσει ὁρισµένες ἠθικὲς προκείµενες. ∆ὲν εἶναι ὁ φορµουλαϊκὸς κόσµος τοῦ Ὁµήρου ποὺ πρέπει νὰ ὑπερασπίσει, ἀλλὰ ὁ ἐνδεχοµενικὸς κόσµος µιὰς δηµοκρατίας αὐτόνοµων ὑποκειµένων. Ἡ ὑποκειµενικότητα τοῦ Ἀρχίλοχου διαθέτει µιὰ ἐντυπωσιακὰ πολιτικὴ διάσταση. Ἀλλὰ ὁ Ἀρχίλοχος εἶναι ποιητὴς καὶ µάλλιστα ὁ πρῶτος προσωπικὸς ποιητὴς τῆς δυτικῆς Ἀρχαιότητας. Ἡ πολιτικὴ διάσταση τοῦ ἔργου του ἀφορᾶ στὴ συνθήκη κοινωνικῆς παρεύρεσης· µόνο µὲ αὐτὴ τὴ διάσταση µπορεῖ νὰ κοινοποιηθεῖ ἐπιτυχῶς. Ὁ ἴαµβος χρειάζεται ἕνα σύνολο ἠθικῶν προκειµένων, ὅπως ὁ ἔρωτας χρειάζεται τὸ πάθος, γιὰ νὰ στηρίξει τὸ δηµιουργικὸ ὑποκείµενο. ∆ὲν ἔχει καὶ τόση σηµασία ἂν οἱ προκείµενες αὐτὲς περιορίζονται σὲ ἕναν κυνισµὸ, ποὺ θεωρεῖ τὴ ζωὴ σὰν ὁρισµένες κινήσεις ποὺ ἂν τὶς µάθεις, παίζεις τὸ παιχνίδι µιὰ χαρὰ καὶ ἐξασφαλίζεις τὴν ἐσωτερικὴ αὐτονοµία σου. Ἂν καὶ, στὸ σηµεῖο αὐτὸ, βρισκόµαστε µπροστὰ στὴν οὐσία τῆς σχέσης πο���ησης καὶ πολιτικῆς, σηµασία ἔχει ἡ τακτικὴ ποὺ ἐπιτρέπει τὴν παραµονὴ τοῦ ὑποκειµένου στὸ ὀντολογικό ἐπίπεδο τῆς ποίησης. Ἡ 66


τακτικὴ αὐτὴ εἶναι, γιὰ τὸν Ἀρχίλοχο, ἡ µεταφορὰ· ὄχι ἡ ἀναλογικὴ µεταφορά, ποὺ χρειάζεται µιὰ πνευµατοποιηµένη φύση, ἀλλὰ ἡ διαφορικὴ τιµολόγηση τοῦ ἀντικειµένου, ποὺ χρειάζεται µιὰ κοινωνία καὶ ἀρκετοὺς θεσµοὺς. Μιὰ λέξη φτάνει γιὰ νὰ τινάξει στὸν ἀέρα τὴ θεσπισµένη κατωτερότητα τῶν δούλων καὶ νὰ δηµιουργήσει καίρια ποίηση. Ἡ µάχη µὲ τὰ σπαράγµατα τοῦ Ἀρχίλοχου κάθε ἄλλο παρὰ εὔκολη ἦταν. Νοµίζω πῶς τοῦ προκάλεσα τουλάχιστον ὅσες ἀπώλειες µοῦ προκάλεσε. ∆ὲν εἶναι λίγο νὰ ἔρχεσαι “µία ἡ ἄλλη” µὲ τὶς προσδοκίες σου! Φυσικὰ, ἀπέφυγα νὰ πάρω ἀποφάσεις φιλολογικές. Ἀλλὰ τέτοιου εἴδους ἐπιφυλάξεις συνιστοῦν ἤδη µιὰ σειρὰ ἀποφάσεων. Τόλµησα νὰ τὶς ἀναλάβω µὲ τὴν περίσκεψη τοῦ ἐπώνυµου ἐρασιτέχνη. Ὅµως τὸ µεγαλύτερο µέρος τους εἶχε χαρακτήρα ποιητικό. Πάντως, προσπάθησα, ὅσο µοῦ ἐπιτρέπει ἡ ἐντιµότητά µου, νὰ µὴν προσβάλλω τὸν κόπο ἀνθρώπων ποὺ δαπάνησαν καὶ δαπανοῦν τὴν εὐφυΐα τους στὸ αὐστηρὸ ἔργο τῆς ἀποκατάστασης. Οἱ φιλόλογοι χτίζουν µὲ ὑπευθυνότητα, οἱ ποιητὲς κατοικοῦν µὲ ἕνα εἶδος καταναγκαστικῆς ἀνευθυνότητας! Ἡ ποίηση εἶναι µιὰ παράτολµη τέχνη ποὺ πρέπει νὰ βελτιώνει διαρκῶς τὰ ἐργαλεῖα της. * Κοντεύει ἀπόγευµα καὶ ἡ ζέστη εἶναι ἀφόρητη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ λόφο τῆς Ἄνω Σύρου, ἡ Τῆνος φαίνεται νὰ δροσίζεται ἀµετανόητα. Κρατᾶ στὴν ἀγκαλιά της φίλους καὶ στὰ πέτρινα χείλη της µιὰ µεγάλη ὑπόσχεση ἀνέµου. Ἡ ποίηση βρίσκεται ἀνάµεσά µας ἤ δὲν ξέρει νὰ µιλᾶ. Ὁ Ἀρχίλοχος εἶναι ἕνας µοντέρνος ποιητὴς ἤ εἶναι γιὰ πάντα βουβός. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ Ἄνω Σύρος 1999 - Ἀθήνα 2001

67


68


Αρχίλοχος