Page 1

01 3


4


ο λαιμος του δημιου

5


© Editions Straw Dogs 2016 Πρώτη Έκδοση Λευκωσία Σεπτέμβριος 2016 isbn: 978-9963-2135-4-2 Σχεδιασμός εξωφύλλου: Στέλιος Χέλμης Επιμέλεια/Διορθώσεις: Γιώτα Παναγιώτου Editions Straw Dogs Ελλάδος 14, Μακεδονίτισσα, 2401 Έγκωμη, Λευκωσία Κύπρος strawdogsmagazine@yahoo.com © Αντρέας Τσιάκος και Editions Straw Dogs

6


Αντρέας Τσιάκος

Ο ΛΑΙΜΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥ

7


8


Στην Κατερίνα, τον Άρη και τη Νατάσσα.

9


10


Ψάχνω να βρω έναν άνεμο που να τον φυσάει μια σημαία.

11


ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ Παρήλαυναν νυχτιάτικα στην καρότσα ενός αγροτικού οι πρόκες του Αναγνωστάκη. Ματωμένες, μεθυσμένες και άνεργες. Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους. Τις είχε πάρει ο άνεμος.

12


ΚΑΘΑΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΗΛΙΟ Κρεμασμένος στην μπουγάδα του σύμπαντος - 00:05, ώρα Γης ρωτώ τη μητέρα μου, γιατί με απλώνει πάντα στο σκοτάδι. «Για να στεγνώσεις με τ' αστέρια…» μου απαντά, «...για να στεγνώνεις πάντα με τ' αστέρια».

13


ΜΕΤΟΙΚΟΣ Ήρθα εδώ, για ν’ ανατείλω από το φως που δίνει η δεύτερη σκιά των πραγμάτων. Προσωρινός διασκεδαστής του σύμπαντος προσπαθώ να φέρω εις πέρας το νούμερο που χειροκροτεί ο γελαστός ηλικιωμένος στα πίσω καθίσματα της ιστορίας.   Μοναδικός μου τρόμος είναι να μην ξέρω για ποιον ν’ αρρωστήσω.

14


ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ Φοράω τέσσερα δάκτυλα και μετρώ ως το πέντε. Κάθε φορά τα ζυγά μου δάκτυλα προσθέτουν μια ζωή. Κάθε στιγμή τα ζυγά μου δάκτυλα αφαιρούν έναν θάνατο.

15


ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟΣ Ξεσκονίζω τ' απωθημένα μου, κολυμπά η σκόνη στη θάλασσα και στ’ άναρχα ποτάμια, τραυματίας ή ανακαινιστής της απλότητας φυλακίζομαι, ελευθερώνομαι, με τη στάχτη της λογικής ξεπλένω τα ρούχα μου, καταιγίδες από λέξεις είναι το δικό μου φθινόπωρο. Κρύσταλλα έχω για νύχια, κάθε φορά που ασπάζομαι τη νωθρότητά μου της κόβω κι από ένα κομμάτι, σε λίγο θα μείνει μισή, ούτε να ζητιανέψει δεν θα μπορεί. Αν δεν πονούσαν οι αναμνήσεις δεν θα ήταν άστρα να τις βλέπουμε, τίγρεις θα ήταν και θα μας μαθαίνανε μακριά τους να τρέχουμε. Παραπλανώ ακόμη και την ίδια την ουτοπία, κλέβω στο μοίρασμα την ύπαρξη, όλα δικά μου και τίποτα δικό μου, γυρίζω τους καθρέφτες των αυτοκινήτων ανάποδα, να βλέπουν τι τους περιμένει, - οδηγώντας με σενάριο τρόμου στο σύστημα πλοήγησης Εκμεταλλευτής δευτερολέπτων, να ένα επάγγελμα που θα φέρει μαζί του το μέλλον.

16


ΦΙΑΛΗ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ Αναπνέω την κάπνα των ερειπίων. Μητέρα των αναπάντεχων θαυμάτων έγινε το φωτιστικό της υπόγειας κουζίνας. Κρυώνω από ατυχία και κατασκευάζω παζλ από τσίγκινα κουτάκια κονσέρβας. Ανανεώνω κάθε τόσο την συνδρομή μου στην καθημερινότητα αν και πια τα λεπτά εις βάρος μου κυλούν. Όπως και να ‘χει όμως δε βλέπω δελτία ειδήσεων, δεν προλαβαίνω να ενημερωθώ για τον επόμενο πόλεμο, νοθευμένο πετρέλαιο με ταΐζουν οι γείτονες, νοικιάζω τα μάτια μου για να βλέπουν κυριακάτικες εφημερίδες οι τυφλοί, στα ύψη το ρεύμα και οι φίλοι άφραγκοι, κούπα το τηλέφωνο, τα μαλλιά μου ασπρίζουνε στον κρόταφο, κανένα σημάδι από τις προφητείες δεν βρήκε στόχο, υπέροχη εποχή για συγκρούσεις αλλά δε φτάνει το όπλο και το μαχαίρι δε φτάνει η ανυπακοή, το μπαρούτι μυρίζει κόσμο, οι ψυχολόγοι κι οι ψυχοθεραπευτές πρώτοι στις αυτοκτονίες, και οι παλιοί δε λένε να κάνουν στην άκρη. Σκέφτομαι να σταματήσω τον χρόνο σε μια φωτογραφία.

17


Ο ΝΟΝΟΣ Βαφτίζω τα καινούρια μου σιωπητήρια βαφτίζω το περιβόλι της κοιλιάς μου τα τελευταία φαγοπότια τις τελευταίες αμνησίες. Βαφτίζω τις λέξεις μου στις χορδές των μαχαιριών, τους τοίχους στο πινέλο των φονιάδων. Βαφτίζω τον ύπνο μου. - Ληξιαρχεία των αιώνων κρατώ το αντικλείδι Βαφτίζω τις παλιές μου αγάπες. Στις μυστικές κάμαρες πριν φωτιστεί με τη σκιά η ανάσα μου βαφτίζω τη ζωή μου.

18


ΑΛΑΛΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ Η μνήμη δεν τηλεφωνεί μεσάνυχτα. Κάτι άλλο συμβαίνει στις γραμμές των ξεχασμένων.

19


ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ Περιφρονώ το κόσμημα που μου πούλησες στα βιβλία και περιφέρομαι σαν κατσαρίδα του Κάφκα στο δωμάτιο των ματιών και σε ονόμασα πλάνη. Πυρηνικοί αντιδραστήρες χαϊδεύουν τα χνώτα μου και ένας φακός μεγεθυντικός μου τραυλίζει το πείραμα των αιώνων. Μην περιμένεις αύριο γιορτή - στο είχα πει άλλωστε οι ξανθές μέρες που κυλούσαν στη θάλασσα μετράνε τα δόντια και αθροίζουν τη νιότη μου. Μην περιμένεις αύριο γιορτή - στο είχα πει άλλωστε τρεμοσβήνουν σαν άστρα τα μάτια μου και τα χέρια μου καίνε σαν σφαίρα.

20


Ο ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΣ ΥΠΝΟΣ Καυγαδίζουμε σαν δάκρυα στην πλατεία του γέλιου, (μια δρασκελιά απ’ το άρωμα του αίματος). Ριζώνουμε τις καρέκλες μας εκεί που το θέατρο της επαρχίας συναντά τους χορηγούς του. Σκάβουμε με τα νύχια ή τα δάχτυλα - πια, η εντολή του νου μπερδεύει τα σταυροδρόμια των νεύρων τον νιπτήρα που κοιμόμαστε; Με υπότιτλους στα μάτια μας πέφτουν τα βλέφαρα.

21


ΑΝΤΙΛΗΨΗ Πόσες αλήθειες ξόδεψες για να ξεχωρίσεις ένα σπιρτόκουτο κι έναν εμπρηστή;

22


ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ Το γέλιο σου αντηχεί σαν πριόνι στο δάσος. Με χτύπησες στην πλάτη μα πόνεσε η καρδιά μου και έστειλε σήμα στα δάκρυα να ζυγίσουν τη θλίψη μου. Καίει η άμμος, καίει η απόσταση γυμνά πόδια περπατούν στην αμμουδιά του κόσμου τούτου, και μπαρκάρεις μ’ ένα καΐκι σαν καναπές διθέσιος για να μας πείσεις πως γεννήθηκες από νερό και λάσπη.

23


ΚΡΥΟ ΠΙΑΤΟ Όσα γνωρίζουμε αφέθηκαν, ανοίχτηκαν κι απεβίωσαν όταν διαχωρίσαμε τη λογική και την τρέλα. Η αδειανή χύτρα του μυαλού μας μαγείρεψε για αδειανό κεφάλι.

24


ΜΕ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Ξυπόλυτη προσευχή, κυρία υποκρισία διασκέδασε τις νύχτες μας σε ποτάμια και σ' ερήμους πλάνεψέ μας, στα κρύα μάτια μας ζωγράφισε μια θερμοφόρα, πάρε στα χέρια σου την παιδική μας καρδιά που μπορεί να ερωτεύεται ακόμη και βολτάρισέ την μια νύχτα στην παραλία των λογικών. Κρανία και κόρακες πλήθος - οστά έντυσαν το καινούριο μας σπίτι. Τρέχουν αίματα από τα παράθυρα, οι κουρτίνες πήραν φωτιά, παλεύει το μπετόν να βγάλει ρίζες στου μεγάλου μας του τάφου το κορμί. Το πρώτο αμάρτημά μας είναι από γεννησιμιού του αθώο. Μην επιμένεις γείτονα, αδερφέ ξεχασμένε, δεν θα πλυθούμε στο στεγνό μαιευτήριο της ανάγκης. Στα τσιγκέλια της ιστορίας μυρίζει κρέας ανθρώπινο, έχει ποτίσει μέσα μας ο φόβος, κυοφορούμε την τελευταία Άνοιξη και απ’ ό,τι καταλαβαίνεις το στήθος μας πονάει και τα χέρια μας παγώνουν.

25


Πέρασα μόνο να σου πω - γείτονα, αδερφέ ξεχασμένε στη δορυφορική σου γειτονιά τα κουδούνια δε θα γράψουν το επίθετό μας στις αναγγελίες των νεκρών στην εξώπορτά σου «ΔΙΑΦΟΡΟΙ» θα γράφει στο όνομα. Οι Άγιοι Πάντες είμαστε Άπαντες πανταχού Απόντες και απ’ τα πάντα παθόντες ο πόνος των πάντων, το παιδί του κανενός και η κραυγή του καθενός. Μαύρο είναι το χελιδόνι που φέρνει την Άνοιξη.

26


ΠΡΩΙΜΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΘΟΛΟΥΡΑ Εισήλθα επειγόντως σήμερα το μεσημέρι στο νοσοκομείο με αφόρητους πόνους στην κοιλιά. - Πρώιμη καλοκαιρινή θολούρα «Μήπως εγκυμονώ;» ψιθύρισα ειρωνικά για να μετριάσω τον πόνο μου. Με πήγαν στο θάλαμο 31. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και καθώς περίμενα τον γιατρό είδα κάτι παλιούς συμμαθητές. Πιάσαμε τη συζήτηση για λίγο κι ανακάλυψα πως οι περισσότεροι ήταν παντρεμένοι και μάλιστα με παιδιά. Τελικά μόνο για το ποδόσφαιρο κατάφερα να μιλήσω μαζί τους κι αυτό για τον λόγο ότι δεν ξέρω από ποδόσφαιρο. Όταν όμως η συζήτηση πήρε προαγωγή και κατευθύνθηκε στα οικογενειακά ζητήματα, ένιωσα τον πόνο μου να εξαφανίζεται. Φόρεσα γρήγορα τα παπούτσια μου - μάζεψα το βιβλίο με τις συνταγές για μια καλύτερη ζωή και τους παράτησα εκεί. Ήμουν σίγουρος όταν έκλεινα την πόρτα πως δεν θα καταλάβουν την απουσία μου.

27


Καθώς κατέβαινα και τις τελευταίες σκάλες άρχισα να γελάω τόσο δυνατά που παραλίγο οι μηχανές οξυγόνου να χάσουν τη δουλειά τους, τα ψυχοφάρμακα να μετατραπούν σε τριαντάφυλλα κι οι νοσοκόμες να πετάξουν τ' άσπρα και να φορέσουν κόκκινα φανταχτερά καπέλα. Τι γέλιο θα κάνουν μαζί μας οι επόμενες γενιές και σε πόσα ανέκδοτά τους οι χαρακτήρες θα ‘μαστε εμείς είχα σκεφτεί προ ολίγου. - Πάνω από τον τρίτο όροφο κάποιος πέταξε απ' το παράθυρο μια φωτογραφία σου και τα κλειδιά της ζωής μου -

28


Η ΒΕΡΑ Ό,τι κι αν φόρεσα φαινόμουνα γυμνός, ό,τι κι αν σκέπασα φαινόταν άδειο. Από κρατήρες ηφαιστείων τρυπημένο το πάτωμα, το χαρτί τουαλέτας κόκκινο, οι τοίχοι φρεσκοβαμμένοι, μόλις μετά βίας διαβάζω τα σβησμένα συνθήματα, τα ρούχα μου έχουν χρόνια να σιδερωθούν, το σαλόνι μικραίνει επικίνδυνα, τα λουλούδια μαραίνονται στον ήλιο, πού πήγε η μυρωδιά τους; Είναι ένα παιχνίδι που όλο χάνω μα συνεχίζω με χαμόγελο να παίζω, καμία κίνησή μου δεν είναι σωστή, λάθος ρυθμός σε λάθος τραγούδι, εδώ είναι η χώρα του κιτρινισμένου αντίχειρα. (Ποιός κάνει οτοστόπ τη νύχτα και χαλάει το πάρτυ στην εθνική οδό;) Πού γεννήθηκα, πού μεγάλωσα, πού βρήκα το πρώτο τσιγάρο να καπνίσω, πού βρίσκω κάθε μέρα το κουράγιο να ξυπνάω, ποιός αντιγράφει τη ζωή, η τέχνη ή το όνειρο;

29


Ηλεκτρικός φούρνος κοιμίζει τους νοικοκυραίους, μα ήλπιζα πως σε ένα ακατοίκητο σπίτι η μεσοτοιχία θα σκεπάζει τις κραυγές των κοριτσιών, τις ονειρώξεις των αγοριών και το γρονθοκόπημα των παντρεμένων, τριγύρω όλα τρέχουν ή μήπως εγώ έχω καιρό να κινηθώ; Χίλια τραγούδια να σας πω για την πεθαμένη μου αγάπη ο ήλιος πάλι από την ανατολή θα ανατείλει, εκατό φορές να σκοτωθώ στο χώμα σκουλήκια θα χορεύουν, πώς να πετάξω αν δεν κόψω τα φτερά της ελπίδας τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, αν δεν πυροβολήσω στο μέτωπο; Ακτινογραφώ τις λέξεις, ψέματα όλα, ούτε αίμα, ούτε δάκρυ, μήτε φόνος, ούτε φόβος, μονάχα η χαμένη βέρα της μητέρας μου, που όλοι νομίζαμε πως χάθηκε εκείνο το πρωινό στη θάλασσα της Νέας Κίου, αποκαλύπτεται ξαφνικά

30


και την ακούω πάλι από την αρχή να χτυπάει το τζάμι του αυτοκίνητου του πατέρα μου για να καθαρίσει τα μεθυσμένα χνώτα από πάνω του, την ακούω να σπάει το γυαλί από το τραπέζι, την βλέπω να μου ματώνει τα πόδια μου, την ονειρεύομαι να κάθεται όλο χάρη, σε κάποιου κοσμηματοπωλείου τη βιτρίνα και να ελπίζει κάποια μέρα να γίνει ο δέσμιος ενός πετυχημένου γάμου.

31


ΜΠΙΣΚΟΤΑ ΒΙΝΥΛΙΟΥ Θυμάμαι τα παλιά, τα χρόνια που ήμουν πολύ πιτσιρίκας για να καταλάβω αλλά και πολύ μεγάλος για να αντιληφθώ τους μικρούς θανάτους του σπιτιού μου, μπορεί καθημερινή να ήταν, μπορεί σαββατοκύριακο, τι σημασία έχει τώρα πια, να βγάζουμε τους δίσκους του πατέρα μου στοίβες στο σαλόνι, τον έναν δίπλα στον άλλο, επάνω στο πάντα καθαρό χαλί το κόκκινο της μητέρα μου, δεν υπήρχε ίχνος ζέστης, ταβάνια πέφταν από την υγρασία, τζάμια θολά από το κρύο, «πρόσεξε Γιώργο τα παιδιά να μην κρυώσουν» φώναζε η μάνα μου, καμία απάντηση από τον πατέρα μου, Άσσος σκέτο βαρύ έκαιγε τα μουστάκια του και μας έλεγε με φωνή σκύλου που φωνάζει αλλά δεν δαγκώνει, «πρώτα ανοίγουμε το ντύμα, μετά κοιτάμε το εξώφυλλο, αν είναι ξεκολλημένο τον αφήνουμε στην αριστερή πλευρά, αν όχι στη δεξιά, τα σαραπεντάρια είναι για άλλη φορά» έλεγε στον αδερφό μου,

32


η αδερφή μου ανακάλυπτε το ανδρικό σύμπαν και τα πετούσε να δει αν επιστρέφουν, επέστρεφαν αυτά αλλά κομμάτι σπασμένα, θα έλειπε ένα λεπτό από το πρώτο τραγούδι, μερικές φορές και ολόκληρο, άχρηστος πια για παιχνίδι αλλά και για άκουσμα «στην άκρη λοιπόν με τα σκουπίδια αυτός» έλεγε ο πατέρα μου, μαθαίναμε τα χρώματα από τις ετικέτες, αυτό είναι μωβ, αυτό είναι κίτρινο, αυτό είναι κόκκινο, «όχι αυτό είναι ροζ» έλεγε η αδερφή μου, και ναι ήταν ροζ τελικά μετά από απόφαση του πατέρα, η αριθμητική ήταν κι αυτή στο μάθημα, πόσοι δίσκοι είναι σπασμένοι, πόσοι ξεκολλημένοι και πόσοι σε καλή κατάσταση, «είκοσι ξεκολλημένοι πενήντα καλοί και δεκατρείς σπασμένοι» μπαμπά, «ωραία στα ξεκολλημένα εξώφυλλα θα βάλουμε λίγη κόλλα

33


- το πρώτο μάθημα καλλιτεχνικών και θα τους στοιβάζουμε τον ένα πάνω στον άλλο, για να κολλήσει το εξώφυλλο, τί γράφει εδώ;» «Ντουρς» μπαμπά «όχι Ντορς γράφει» μας απαντούσε «τα δύο οο διαβάζονται ο» - τα πρώτα μαθήματα στα αγγλικά που δεν τελειώσαμε ποτέ στο πικάπ θα έπαιζε σίγουρα κάποιος δίσκος των TALKING HΕΑDS ή BEATLES ή ANIMALS - είχε κυκλοφορήσει τότε μια συλλογή των ANIMALS η γειτονιά θα μας περίμενε, πότε θα μαλώσουν αυτοί πότε θα πλακωθούν, πότε θα βγουν στην εξώπορτα γδαρμένοι και τρελαμένοι με τα παιδιά δίπλα τους να κλαίνε, ίσως να ήμασταν το καθημερινό στοίχημα της γειτονιάς, πολύ πριν βγει το ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ Γιώργος μεθυσμένος: 1,05 Μαρία χτυπημένη: 1,015 παιδιά να κλαίνε: 1,25 - η απόδοση είχε ανέβει γιατί μετά από όλα αυτά εμείς κλαίγαμε σιωπηλά -

34


τα παιδιά από τα γύρω σπίτια αδιάφορα από τα παραπάνω στοιχήματα έπαιζαν μπάλα στο τσιμέντο κάτω στην πυλωτή, EURO 87, o Φαν Μπάστεν στα ντουζένια του, γκολ και σπασμένη τριανταφυλλιά, άουτ και πεταμένα λεμόνια στην αυλή, η μόνη τους ανησυχία μην σκάσει η χιλιομπαλωμένη μπάλα, η δήθεν δερμάτινη, πληρωμένη 999 δραχμές από το μεγάλο σούπερ μάρκετ ή από τα χαρτάκια που μαζεύαμε, μετά ερχόταν η ώρα του δεκατιανού, μύριζαν μπισκότα από τον φούρνο ή έτσι νομίζαμε, μπισκότα βινυλίου τα ονομάζαμε κι ας ήταν ψωμί με βούτυρο, κι ας ήταν ψωμί καψαλισμένο στη σόμπα πετρελαίου, αγορασμένο με άδεια μπουκάλια μπύρας επιστρεφόμενα, τα ακουμπούσε η μητέρα μου στο στρογγυλό της προίκας της τραπέζι, «όχι οι λίγδες στους δίσκους» φώναζε ο πατέρας μου, μα ποιός να τον προσέξει, «όχι ψίχουλα στο χαλί» φώναζε η μάνα μου

35


μα ποιός να την ακούσει, είχαμε αποφύγει έστω για λίγα δευτερόλεπτα τη σύγκρουσή τους ή έστω έτσι νομίζαμε, μα ποιός να τα φάει όλα αυτά αφού το στομάχι μας ήταν ασφυκτικά γεμάτο από τις μελωδίες των τραγουδιών, σίγουρα φουσκωμένο από τον φόβο μας μήπως εμείς τα παιδιά τους ήμασταν η αρχή των προβλημάτων τους, η μητέρα μου ίσως να είχε ρεπό από τη δουλειά της - και τι μας ένοιαζε εμάς ο πατέρας μου άνεργος - άεργος - πόσο μας ένοιαζε εμάς τι θα λέγαμε στο δάσκαλο, τι στο διάολο θα λέγαμε στους εαυτούς μας, ποιο ψέμα – αλήθεια – θα ήταν κατάλληλο για τους συμμαθητές μας, αλλά οι δίσκοι από την κόλλα στέγνωσαν, η αδερφή μου γέννησε έναν καινούριο Γιώργο, καμία νέα Μαρία στο προσκήνιο, και ίσως εγώ, η αδερφή μου, ο αδερφός μου, να γίναμε ο δίσκος ο σπασμένος,

36


ο ξεκολλημένος, ο δίσκος ο κάτω, ο τελευταίος, που βαραίνει από τους δίσκους που έχουν κολλήσει και – εμείς – μείναμε για πάντα ξεκολλημένα εξώφυλλα, στον πάτο της στοίβας.

37


ΑΠΟΛΟΓΙΑ Σφυρίζει η ψυχή μου σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι, η σκιά της αγωνίας με παρηγορεί οι θόρυβοι, οι δονήσεις, τα βιβλία στηρίζουν την αβεβαιότητα. Με στραβοκοιτάζει η απόγνωση, μαξιλάρι δεν έχω να κοιμηθώ, νιώθω σαν ψάρι στο αγκίστρι έτσι όπως τρέμουν τα πόδια μου σήμερα το βράδυ. Καμιά μοναχική καρδιά δεν δάκρυσε μπροστά στην εξορία του κόσμου. Σάρκα ανέραστη είναι, φονικό είναι, ο λογικός δάσκαλος, ο φύλακας των μουσείων, ο χαρούμενος σκοπευτής, η κυριακάτικη μεσημεριανή συγκέντρωση, σπυρί στο ρουθούνι μου είναι, το απωθημένο, το πικρό χαμόγελο, τα χρυσά βραβεία,

38


οι εκλογές, ζωολογικός κήπος είναι η όρεξη να σπαταλήσουμε την ώρα μας, οι κρυφοί πόθοι, η απόσταση, η καταιγίδα χωρίς ουράνιο τόξο. - ο ταχυδακτυλουργός μου στα λόγια είναι αργός Μα εγώ είμαι πατημασιά γάτας στο σκοτάδι, μεθυσμένου παραπάτημα, πεζοδρόμιο στενό, καπνός πριν τη φωτιά, αδέσποτος πότης του ονείρου, αγγαρεία, κατάψυξη, ευγενική θλίψη. Στα σύννεφα έπαιζα μπάλα μικρός, κανείς δεν με ξύπνησε όταν φτιαχνόταν ο κόσμος, κι έτσι από του παραμυθιού τα βάθη, λύκος πριαπιστής ξεπετάγομαι, μ' ένα στομάχι ελέφαντα σκαρώνω αποτρόπαια εγκλήματα εις βάρος των εξαναγκασμών.

39


Η ΤΡΑΜΠΑΛΑ Δίπλα απ' το χάος τραμπαλίζουμε, κρατάς μαχαίρι κοφτερό και μια αρρώστια χαρτογραφημένη ανάποδα από τα σύμβολα πετάς στη φωτιά. Δοκιμάζω και καίγομαι. Η αφέλειά μου είναι για το Γκίνες. Γιορτάζουμε που είμαστε ζωντανοί και σήμερα, αρκετά πληρώσαμε στις συνταγές των φαρμακοποιών, με δυο-τρεις σταγόνες έγκλημα στην οθόνη οργανώνουμε το μέλλον μας. Τι σημασία έχει ο χρόνος και η κούραση όταν διαλέγω κουπόνια από τα μάτια σου, ιδανικά τα χείλη σου δεν ξεστόμισαν ποτέ, μου έστρωσες να κοιμηθώ στο άπειρο και ξύπνησα στο κβαντικό σου πεδίο αναμαλλιασμένος και γεμάτος τρυφερότητα σου είπα «οι ξένοι, ενδεχομένως, που μας ρυπαίνουν τ' όνειρο είμαστε εμείς δίχως ρούχα, είμαστε εμείς οι νικημένοι, είμαστε εμείς που λατρέψαμε το τίποτα». Δακτυλικά αποτυπώματα από τον ουράνιο Λόγο κανείς δεν ζήτησε, νερό από τη φωτιά κανείς δεν πήρε, αν ρωτήσεις τους δρόμους το όνομά τους οι χάρτες θα κρεμαστούν στα σχολικά βιβλία, τα φανάρια και οι πινακίδες στις σχολές οδηγών θα κάνουν απεργία.

40


Εύχομαι να με θυμηθείς όταν δεν θα τσιμπά το δόλωμά σου, πριν, ασθμαίνοντας, παράφωνα μου τραγουδήσεις: «Είμαι τυχερός, νιώθω τυχερός...» λιβανίζοντας τις κατάρες στα σακατεμένα κουζινικά στον νεροχύτη του έρωτα. Στην ουτοπία δεν ρίχνει ζάρια ο θάνατος τζογάρει στις μπανανόφλουδες ο πίθηκος μέσα μας, όποιος διαλέγει λογική στάνταρ άσσο στο κουπόνι της ζωής να έρθει να λογαριάσουμε τα χνώτα μας κάποια στιγμή, μήπως εγώ που ξόδεψα χρόνια δώδεκα στον τάφο επάνω του πατέρα μου, για να δικαιολογήσω την αναπηρία μου, βγάλω τα σπασμένα. Θα τραγουδήσω μεταγλωττισμένους καημούς στο νησί σου, ρωτώντας κάθε παγετό «Πού πάει για το ανεκπλήρωτο;» Στα γενέθλια της εποχής μου ντυμένος αρλεκίνος ο Καρυωτάκης κρατά την τούρτα, κεράκι είναι τα ποιήματα που σβήνουν και ξανανάβουν, οι συγγενείς λένε πως δεν με ξέρουν μου ζητάν να φύγω μα κανείς δεν τους είπε πως είμαι η ευχή του μικρού τους παιδιού. Ξεπληρώνω τα χρέη μου στην ασημαντότητα βασιλεύω στο Δέλτα του Ινάχου ποταμού, και τραμπαλίζω δίπλα από το χάος που συνέπεσε στην αυλή σου να εκβάλλει.

41


ΝΕΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΟΚΤΟΡΑ ΤΣΙΑΚΟΦΣΚΙ Η τέχνη του να είσαι απέραντος: μείνε απένταρος.

42


ΤΟ ΦΩΣ ΔΕΝ ΚΑΙΕΙ Μέρες απλήρωτες επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου δείξαν τα δόντια τους στο ασημένιο πεζοδρόμιο ρίξαν φωτιά στις κάμερες που απεργούσαν για να γεννήσει ο φόβος μια νέα υποταγή. Μέρες αγέλαστες μάζεψαν απ’ τα σκουπίδια την αξιοπρέπειά μας την βούτηξαν σ’ ένα ποτήρι με αίμα και έκαναν πρόποση στα σκυλιά των δρόμων. (Μέρες πέτρινες γυρίζουν ταινία τη ζωή μας - έντονοι διάλογοι με δάκρυα στα μάτια της τυφλής παρουσιάστριας δεσμεύουν την ελευθερία στα καμαρίνια ενός ιδεατού θεάτρου που δεν παύει να είναι θέατρο). Μέρες που ξύπνησαν για να εξημερώσουν την ντροπή και την ανατολή να ξεπαστρέψουν επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου. Κι αυτή ούτε ένα σπασμένο δόντι δεν κατάφερε να μας επιστρέψει.

43


ΚΡΑΥΓΗ ΨΥΓΕΙΟΥ Ξεπουπουλιασμένα Σαββατοκύριακα, στεγνή γλώσσα, μάτια κηπουρού έχουν οι εβδομάδες μου, χειμωνιάτικο χέρι χαϊδεύει την ψυχή μου, τυλίγω τα μεροκάματα με αδέσποτα όνειρα, είμαι το γκάζι ποιός θα μου βάλει φωτιά; Τα φώτα της πόλης μόνο σκιές δημιουργούν, τα κλαδιά των δέντρων μόλις πέφτουν ζωγραφίζουν στον αέρα προληπτικά τον θάνατο κι ύστερα ωχροί και πεινασμένοι ανακατεύουμε τη σούπα της σιωπής. Μεγαλώνουμε σ' ένα δοχείο από μνήμες, στυλίτες απρόσωποι, κρεμασμένες πέτρες σε παράταξη πρωινής αναφοράς, γυαλισμένα ξυπνητήρια, κοινοτοπίες και προσευχές προς πάσα κατεύθυνση, ράθυμοι και απαίδευτοι αναγνωρίσαμε τον φόνο  μακριά από την πόρτα μας. Περιστασιακοί με αχτύπητα εισιτήρια, παραπατήσαμε καθαρίζοντας τα παπούτσια μας από τη λάσπη των αιώνων, τα σπλάχνα μας αριθμημένα αφήσαμε στη γραμματεία  φοβούμενοι μήπως χτυπήσει το μέταλλο της καρδιάς μας στους ανιχνευτές, προσπεράσαμε δίχτυα ασφαλείας

44


με τα σπασμένα κόκκαλα μας να γυρεύουν την πρώτη ισορροπία, επιθυμώντας να εξερευνήσουμε τη μήτρα της πρώτης μάνας του κόσμου. Δουλικοί και ενοχικοί, ξυρίσαμε κόντρα την παιδική μας ηλικία, σπασμένες μπουκάλες στις ακρογιαλιές τα καλοκαίρια μας  ο ιδρώτας μύριζε απροθυμία και πρωινό πονοκέφαλο, κι ούτε ένα θηλυκό χρυσόψαρο δεν ξελογιάσαμε. Περάσαμε από τα νοσοκομεία  πιο αθώοι και από τα γραφεία τελετών, κουμαντάραμε την κυκλοφορία στα χειρουργεία  στις αίθουσες αναμονής μοιράζαμε νούμερα προτεραιότητας στους κουρασμένους συγγενείς, σφουγγαρίσαμε τα αίματα με πλαστικούς κουβάδες, λιποθυμήσαμε όμως όταν είδαμε νεκρό  στο παράθυρο πίσω από τις κουρτίνες τον ήλιο. Αδειάσαμε τασάκια σε απρόσωπες καφετέριες ακούρευτοι και μπατίρηδες  σκουπίσαμε τουαλέτες και σαπισμένα τραπέζια, χτυπώντας ρυθμικά τον δείκτη μας στα γόνατα όταν θυμόμασταν μια μελωδία. Ταξιδέψαμε με ταχύτητα 33 και 45 στροφών αγγίζοντας τα όρια του στρογγυλού μας κόσμου, σάουντρακ με στριγκλιές και βάσανα, κλέψαμε τις καλημέρες της γειτονιάς και ανάποδα από τα καθιερωμένα  μετατρέψαμε τον καυγά σε Μυστήριο,

45


περπατήσαμε αδιάβροχοι πάνω σε λίμνες από δάκρυα  ΘΑΥΜΑ ! ΘΑΥΜΑ ! βαπτίσαμε τις πληγές εις τον Ιωάννη Αγγελάκα τον θεραπευτή, κι ύστερα προσφέραμε τα κεφάλια μας στη Σαλώμη των dj. Αργοπορημένα μάθαμε πως υπάρχει κι άλλος δρόμος, πως δεν χρειάζεται τα ρούχα μας να ζέχνουν εντροπία, τα σπίτια είναι όλα από μπετόν και σίδερα, δεν διαφέρει η Σκωτία από την Σκοτεινή. Σεντόνια μεθυσμένα μας ζεστάνανε, οι καναπέδες μας είναι αγεωγράφητοι πλανήτες, τόσα κορμιά αγκαλιάσαμε εκεί και τώρα ούτε τις παλάμες μας δεν μπορούμε να ορθογραφήσουμε.  Κούρεψε εσύ την αυγή, να ντύσω εγώ με λουλούδια και κοτσάνια τα απορρίμματα των ημερολογίων, πριν φαγωθούν οι μέρες μεταξύ τους ζητώντας encore με χειροκροτήματα κι αναπτήρα να σιγοτραγουδήσουν την νύχτα που έρπουσα έρχεται.

46


ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ Σε λίγο καιρό, αυτό το θαυμάσιο γέλιο θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη, με ύψιλον κεφαλαίο, δίνει στους επόμενους τη σιγουριά πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο εξίσου δυνατό με τη ζωή.

47


ΘΕΑ ΤΥΧΗ Θεά τύχη δακρύζω στον καθρέφτη σου, υπνωτισμένος και κουρασμένος, απλώνω σύννεφα με σαγόνια στις άκρες των ματιών σου. Περπάτησα στα ανοιχτά παράθυρά σου, τοποθετώντας μικρές σκιές από ξεχασμένους ονειροπόλους ακροβάτες, στην αφθονία του τίποτα. Θεά τύχη εσύ που χορεύεις πάνω στα βράχια, εσύ που λιγοστεύεις τις πιθανότητες κάθε προσδοκίας, άλλο μην μας λησμονείς. Τρέχουμε σαν τρελοί από το πρωί ως το βράδυ για μια θέση στο λεωφορείο, στο νοσοκομείο, στο δικαστήριο, στην πιάτσα των ταξί, στα δρομολόγια για το πουθενά.

48


Πρόγραμμα, πρόγραμμα καθημερινό η επιβίωση, ληστεία στην τράπεζα των ευκαιριών δολοφονία για το «γιατί» μιας ανάγκης, φυλακισμένοι στη συχνή ενημέρωση τί έχουμε κάνει και μας αποφεύγεις; Μην κρύβεσαι στα χιόνια κι αυτά θα λιώσουν, μην κρύβεσαι στις προσευχές κι αυτές θα τελειώσουν. Πόσο παιδί νιώθεις που κοιμάσαι ακόμα με τα παραμύθια μας; Λεύτερη είναι η ανατριχίλα μας γουργουρίζουμε σαν γάτες θηλυκές κάθε που βραδιάζει για ένα σου χάδι. Θεά τύχη περιμένουμε πώς και πώς να σε σκοτώσουμε.

49


ΕΡΜΗΝΟΠΑΥΣΗ Είπε: «Καλύτερα να πάει από κεραυνό» και το εννοούσε. Ο πιο κοντινός μου γείτονας είναι μια εμφιαλωμένη αγάπη, κάτω από τη σχάρα περιμένουν το κρέας μας, κάρβουνα εμφυλιακά. Η Δυτική μου γλώσσα ακουμπά αριστοκρατικά το απονευρωμένο μου δόντι, κανένας πόνος δεν με δυνάμωσε, μηχανή χωρίς λάδι η μόνη μου προίκα, πώς να ζευγαρώσω; Διδάσκω παθολογία. Τα δυο τρίτα του ανθρώπινου οργανισμού είναι νερό. Πώς γίνεται να νικά πάντα η φωτιά μέσα μας; Πλαστικές μύτες, πλαστικές συναλλαγές, λέξεις πλαστικές. Η χημεία της φιλίας, η χημεία του έρωτα, η χημεία του εγκεφάλου, η χημεία των καμαρινιών τώρα στα φαστφουντάδικα.

50


Καλύτερα από κεραυνό! Έχω ένα στρέμμα κληρονομιά στην άγονη πλήξη, διαπραγματεύομαι με τα μεσιτικά γραφεία των μεταφυσικών ψυχολόγων την αξία του. Πίσω και από την προτελευταία κάσα κάποιος θα μετρά λεφτά, ένα άσπρο μπαλόνι σαν σπερματοζωάριο θα προσπαθεί να γονιμοποιήσει την ουράνια σφαίρα. - «Φέρτε τα σύννεφα...» φωνάζει ο ρυθμιστής των πάντων. «...καλύτερα να πάει από κεραυνό» είπε, και το εννοούσε.

51


ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ Οι άρρωστες πολιτείες κυνηγούν τους σκύλους απ’ τα πάρκα, καρφώνουν στα δέντρα κομματικές σημαίες και μνημόσυνα. Οι άρρωστες πολιτείες λατρεύουν τον χιτώνα και φτύνουν τον άνθρωπο, φτιάχνουν προσευχές στις διαφημίσεις και κατασκευάζουν πιστούς από γερασμένες μήτρες. Οι άρρωστες πολιτείες ψηφίζουν, ξαναψηφίζουν ξαναψηφίζουν, ξαναψηφίζουν για το τίποτα. Οι άρρωστες πολιτείες γκρεμίζουν τον κήπο μου, μου επιβάλλουν τι θα φάω το μεσημέρι. Καίνε τα χωράφια για μια σπιθαμή χρυσού. - Τι θέαμα κι αυτό Επικοινωνούν αλλά δεν συζητούν, συζητούν αλλά δεν ακούν, ακούν αλλά δεν ακούν. Τυφλώνονται από τα στρας και τις γραβάτες ταξιδεύουν με ζάπινγκ, ονειρεύονται χειροπέδες. Οι άρρωστες πολιτείες δεν κάνουν γκουχ γκουχ γκουχ, μόνο κρακ κρακ κρακ. Κι άλλες φορές κραχ κραχ κραχ.

52


Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ Θα καίγεται το σπίτι σου και το δικό μου θα καίγεται σκύλοι θα θρηνούν ποντικοί θα μεταναστεύσουν θα τρέχεις μισότρελος για βοήθεια κι εγώ θα τρέχω αλλά ο κόσμος θα κάνει τα δικά του και δεν θα μπορεί. Πάρτυ αλληλεγγύης θα διοργανώνεις λιμάνια θα κυκλώνεις νερό και ψωμί θα προσφέρεις λίγο αλάτι για τις πληγές θα κουβαλάς κουπόνια σε άδειες τσέπες θα δωρίζεις φάρμακα και σπόροι στις σακούλες, αλλά ο κόσμος θα κάνει τα δικά του και δεν θα μπορεί. Στη Γάζα θα πέφτουν βροχή τα αίματα στη Συρία το ίδιο ο ΜΑΡΚΟΣ θα γυρεύει ένα δάσος να κρυφτεί τα μαύρα διαμάντια στην Αφρική θα διψάνε στην Αρκτική θα λιώνουν μια-μια τις φάλαινες κι ό,τι βρώσιμο έχει μείνει αλλά ο κόσμος θα κάνει τα δικά του και δεν θα μπορεί. Τα αεροδρόμια στεγνά θα είναι από ελευθερία μονάχα σύρματα της Google στον πυθμένα, δορυφόροι θα περικυκλώσουν τον ορίζοντα ο Ήλιος θα χάσει την πορεία του, ασύρματοι ιοί θα μεταδίδουν αρρώστιες το πετρέλαιο θα κοκκινίσει αλλά ο κόσμος θα κάνει τα δικά του και δεν θα μπορεί.

53


Το γάλα δηλητήριο θα θυμίζει τα στήθη κομμένα από τον καρκίνο θα είναι, λουλούδια πλαστικά θα φυτρώνουν μεταλλαγμένα τρόφιμα στο σούπερ μάρκετ θα φτύνουμε καλώδια στην άσφαλτο οι κλειδαριές μας δεν θα ασφαλίζουν, αλλά ο κόσμος θα κάνει τα δικά του και δεν θα μπορεί. Το χρήμα άχρηστο πια μονοπώλιο θα είναι ο αέρας και το νερό προς κατανάλωση η αγάπη μονοψώνιο ο έρωτας, θα δακρύζουμε μόνο από τα χημικά πρώτα θα μας θάβουν κι ύστερα θα πεθαίνουμε αλλά ο κόσμος θα κάνει τα δικά του και δεν θα μπορεί. Χρόνος για όνειρα δεν θα υπάρχει, κι όποιος βασανίζει την αλήθεια νυχτιάτικα εχθρός της πόλης θα βαφτιστεί, τα μεσημέρια ολόγυμνες εκκλησίες θα περιφέρουν τη θρησκεία, ο επιτάφιος θα φέρει τον φόβο μας, ομοφοβικές και ληστρικές κραυγές από το πηγάδι του φιδιού θα ξεπηδούν, τρισδιάστατα θαύματα θα κάνουν τον Όργουελ να μοιάζει παραμυθάς ο κόσμος θα γελά  ο κόσμος θα αποφασίσει για το μέλλον, ο κόσμος θα κυριαρχήσει όταν θέλει, αν θέλει,

54


αν τον ενδιαφέρει, αν τον συμφέρει, κανείς δεν θα σε πιστεύει εξτρεμιστή της Greenpeace, ποιητή κανείς δεν θα σε διαβάσει, τυλιγμένοι με νάιλον κουβέντες,  οι συνομιλίες μας αδειανές,  κι όταν βοήθεια ζητήσεις ο κόσμος θα κάνει τα δικά του και δεν θα μπορεί.

55


ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ Παγκόσμια ημέρα υπέρ, παγκόσμια ημέρα κατά, παγκόσμια ημέρα για την αλήθεια που δεν βλέπεις, παγκόσμια ημέρα για το ψέμα που πιστεύεις, παγκόσμια ημέρα για τα προβλήματα που δεν θα είχες αν δεν υπήρχε η παγκόσμια ημέρα υπέρ ή κατά, μα να ´το ξεπηδά το επόμενο επιχείρημά σου σε βοηθά να κοιμηθείς, σε βοηθά να ξυπνήσεις, παγκόσμια ημέρα για την παγκόσμια ημέρα, ημερολόγιο για τις αργίες, ημερολόγιο για τις δολοφονίες, ημερολόγιο για τις παγκόσμιες συρράξεις, ημερολόγιο για τις συνομιλίες στο σούπερ μάρκετ, ημερολόγιο αναμνήσεων, παγκόσμια ώρα αφύπνισης, παγκόσμια ώρα συνείδησης, παγκόσμια ώρα για την παγκόσμια ημέρα, παγκόσμιο δευτερόλεπτο για τη σκέψη, παγκόσμιο δευτερόλεπτο για το κλάσμα του δευτερολέπτου, παγκόσμιο δευτερόλεπτο για την παγκόσμια ώρα, παγκόσμιο δευτερόλεπτο για το νερό που δεν πίνεται, παγκόσμια πρωτοτυπία η παγκόσμια ημέρα, παγκόσμια ανακάλυψη η παγκόσμια ώρα, παγκόσμια εφεύρεση το παγκόσμιο δευτερόλεπτο.

56


Πολύ μέτρημα, πολύ μέτρημα, πολύς κόσμος, πολύς συνωστισμός, πώς αντέχεις να μετράς τις μέρες τις ώρες, τα δευτερόλεπτα, αφού μετά από την παγκόσμια ημέρα αφού μετά την παγκόσμια ώρα, μετά το παγκόσμιο δευτερόλεπτο, θα 'χεις ξεχάσει τι γιόρταζες τι απαιτούσες, τι ζητούσες, τι κάλτσες φορούσες, τι φαγητό έφαγες, πότε πήγε το παιδί 36 χρονών... Μ' αυτά και μ' αυτά να πώς περνάει η ζωή.

57


ΧΩΡΙΣ ΣΗΜΑΝΣΗ Τώρα που η έξοδος κινδύνου, δεν έχει πινακίδα, όλοι οι δρόμοι οδηγούν σ' αυτήν.

58


Ένα καράβι έφτιαξα να πλέει μονάχα στ’ αθάνατο νερό.

59


60


Επιμένω να μασάω την τροφή σας Γνωρίζοντας μέσα μου βαθιά πως Ώσπου να πεθάνω δόντια δεν θα έχω.

61


62


περιεχόμενα 12

οι προκες του αναγνωστακη

13

καθαρος χωρις ηλιο

14

μετοικος

15

αιωνια ζωη

16

μοιρασμενος

17

φιαλη χωροχρονου

18

ο νονος

19

αλαλο τηλεφωνημα

20

το κοσμημα

21

ο ευθραυστος υπνος

22

αντιληψη

23

νερο και λασπη

24

κρυο πιατο

25

με συντροφια τη μοναξια του κοσμου

27

πρωιμη καλοκαιρινη θολουρα

29

η βερα

32

μπισκοτα βινυλιου

38

απολογια

40

η τραμπαλα

42

νεοτερα απο τον δοκτορα τσιακοφσκι

43

το φως δεν καιει

44

κραυγη ψυγειου

47

μια τρυπα στο μελλον

48

θεα τυχη

50

ερμηνοπαυση

52

οι αρρωστες πολιτειες

53

ο κοσμος θα κανει τα δικα του

56

παγκοσμια ημερα

58

χωρις σημανση

63


64


το βιβλιο του aντρέα tσιάκοy «ο λαιμος του δημιου» σχεδιαστηκε απο τον στελιο χελμη και εκτυπωθηκε σε 200 αντιτυπα στο τυπογραφειο kemanes print shop στη λευκωσια τον σεπτεμβρη του 2016 για λογαριασμο των εκδοσεων straw dogs

65


ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥ  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ Ο ΛΑΙΜΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥ  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Advertisement