Page 1


Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;


Τσιάκος Αντρέας, «Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;» Μακέτα εξωφύλλου: Ματσίκας Νεκτάριος Διορθώσεις-Επιμέλεια: Λαμπρόπουλος Νεκτάριος & Φαρμακούλα Γιόλα Σελιδοποίηση: Λαμπρόπουλος Νεκτάριος ISBN 978-960-89003-6-3 © 2007 Τσιάκος Αντρέας & Εκδόσεις «Χαραμάδα» Εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ Ρήγα Φεραίου 168, Πάτρα, Τ.Κ. 26222 Επικοινωνία: ΤΗΛ.-FAX: 2610342886 Τ.Θ. 3061, Τ.Κ. 26005, Πάτρα www.haramada.com, e-mail: info@haramada.com


ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος ποιήματα

ΧΑΡΑΜΑδΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2007


Ξεκινώ απ’ την καινούρια αρχή του απροσδόκητου. Συμβουλεύω τις εικόνες μου να μην δώσουν Την διορατικότητα τους, σε όλη αυτή την οφθαλμαπάτη. Παρηγορώ τον μελλοθάνατο γείτονά μου. Δεν τον αφήνω να τις αρπάξει. «μια μέρα…» Είναι η ευχή που επινοούμε Για να κατασταλάξουμε την ελπίδα. Η στιγμή ας αφεθεί ελεύθερη. Απροσδιόριστη. Παραμονεύω για το κλάμα Της έλλειψης χρησιμότητας Για κάθε πράξη ή απραξία. Είμαι ο αλήτης μιας λογικής Που οικειοθελώς δεν καρποφορεί… …ακόμα! Η χαρά της περιφρόνησης Το γέλιο του χλευασμού. Το ανάπηρό σου λεξιλόγιο. Ό,τι έχεις σκαρφιστεί για να πληγώνει. Ό,τι έχεις επινοήσει για να ενθουσιάσει. Είμαι οτιδήποτε εκτός από ένα τέλος, Μια αρχή ή μία μέση. Είμαι όλα αυτά μαζί κι ας μην είμαι.




ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ (Το τσίρκο) -Ξέρεις πώς θα μπορούσαμε να φτάσουμε ψηλά; -Εσύ τι αναζητάς; Πού έγινες φωτιά και πού καπνός; Πού έγινες σύννεφο και πού βροχή; -Ήμουν πελαργός στην σκεπή Του πιο όμορφου σπιτιού. Κατανόησα τον πόνο και την χαρά. Γέλαγα και πυροβολούσα τις διάνοιες του λόγου. Πονούσα μα έψελνα στο θίασο Λογάκια που μάτωναν την ρύπανση του ήχου. Έκρυβα σιωπές πρωτοπόρες για την τέχνη του διαλόγου. Χάραξα στην γλώσσα μου αύλακα παρατολμίας. -Ξέρεις μήπως πώς θα μπορέσουμε να σταθούμε ψηλά; Έχω υψοφοβία!

(Ποιος κοιμήθηκε με μάτια κλειστά Δίπλα απ’ την καλλονή του πένθους;)

10


ΜΟΝΟΣΤΗΛΑΚΙ

Ίσως η τελική αναπηρία να προήλθε Απ’ την υπερβολική δόση τηλεθέασης. Απρόσεχτος δειγματολήπτης Φανερά ιδρωμένος. Πληγώθηκε χθες το δεξί μου παράθυρο Αύριο ίσως και το αριστερό. Επιφανειακή αιμορραγία, Χιόνια εμπρός στα μάτια μου. Τα γυαλιά να μην ξεχάσω! «… συμβαίνει πολλές φορές Μα και τυχαία…» Απόσπασμα εφημερίδος δεξιάς, αριστερής, κέντρου, ανεξάρτητης ελληνικής περιφέρειας, και εξωκρατικών μυστικών προθέσεων. Φορμόλη, Ντεπόν, Άρωμα τριαντάφυλλου ή Χασίς, Θρίλερ και αγωνία. -επιστημονικά ξενοδοχείαΜιας νέας τεχνοκρατίας θεατής Μιας νέας τεχνολογίας ποιητής.

11


ΠΕΙΡΑΜΑ 1ο

Τι γυρεύεις κουτσός στο χορό; Στο χορό του χωριού της χώρας; -Χωρώ χωρίς να χωρέσω! Συγχωρώ! Χώμα είμαι και θέλω να χορεύω. Χώρα είσαι και θέλεις να χορεύουν. Έτσι όλα χωρούν στο χορό. Εκτός από το ’να μου πόδι. Το κομμένο.

12


Είμαστε χαμένοι σε μια πόλη επικηρυγμένη. Μια σταλιά άνθρωποι. Μια χούφτα χνώτα.

13


Ο ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΛΑΙΕΙ

Πρόκειται να γίνει το βλέμμα βέλος, σε ομόκεντρους κύκλους καρφωμένο; Φλογοβόλο που θα κάψει τα ανθρώπινα σπυριά; Είναι όμως το βλέμμα σαΐτα; Τα σπυριά αρμόδια για την κριτική ονειρώξεων; Γύρω απ’ τις συντηρητικές απολογίες τους και η δική σου. «Το μη νηφάλιο εγκεφαλικό μου πρόσωπο διαθέτει θερμότητα μεγαλύτερη των φλογοβόλων κι η νοσηρή μου φαντασία αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα όπλα μου» έγραφες. Οι αποδείξεις σου τεκμηριωμένες και ακλόνητες Στις κακόβουλες επιθέσεις τους. Παρά τις αντιθέσεις και τις θέσεις σου η απόφαση τούς έκρινε αθώους. Αυτοί γλυκιά μου, ανοιγοκλείνουν την ψευδαίσθηση σαν καλοστημένη οφθαλμού κίνηση.

14


ΤΡΑΓΕΛΑΦΟΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Μες στα σαπισμένα πανιά του ύπνου Έρχονται οι πόνοι-ξυλοκόποι και επιλέγουν το ευφορότερο έδαφος. Άριστος ονειροπλάστης. Παιδί που ξεγέλασε τη φαντασία. Ράβει με συμπόνια τις πληγές του ουράνιου τόξου καθώς αυτό, υπομονετικά, του προσφέρει ένα-ένα τα χρώματα και τις αποχρώσεις. -Τραυλίζει για την ευφυΐα της ρέμπελης εγωπάθειαςΟι άρχοντες έκλεψαν τα χρώματα και μας απόμειναν σκιές. Ύστερα κατέστρεψαν και τις αποχρώσεις. Προωθήθηκαν στην κοιλάδα του σκυροδέματος –που ηθελημένα ελίχθηκαν προς τα ’κειΚαι πετροβολώντας τις νεφέλες έστησαν το πρώτο εργαστήρι. (Η Ανάσα που γύρευε πνεύμονα να κρυφτεί θα γυρίσει στο χάος). Ο Αγέρας που δεν βρίσκει τίποτα πλέον να ρημάξει, παίζει χαρτιά με την αφεντιά τους. Αυτοί, καλοντυμένοι και ευπαρουσίαστοι διεκδικούν μια θέση στον κλήρο της ονειροπλασίας. Έχασαν όμως (θα επιμείνουν!) κι άφησαν αδιάφορα τον Ύπνο μου να σκεπάζεται στα πειρατικά λιμάνια της επαγρύπνησης. 15


Μην πυροβολείτε τα νώτα μου γιατί η σκιά μου δεν είναι στόχος κι ας χλιμιντρίζει σαν μολυσμένο άλογο. Επιδερμικά πλάσματα, τρελά μηρυκαστικά. -Ένας νέος αυτοαποκαλούμενος Μεσσίαςτσιμεντένια μάγουλα. Θρυμματισμένη όραση. Αφίλητα χείλη που σ’ αυτά θα στοιχημάτιζες πάνω από δύο πουγκιά χρήματα (και τα ναύλα σου ακόμη) προσπερνούν τους μουσικούς ασκούς –με την ταχύτητα της αυταπάτηςμα τερματίζουν δεύτερα. Στο τέλος του κρότου μέσα στα σπλάχνα του ουρανού οι φλέβες όμως ανατρέπουν τα δεδομένα. Το αίμα –κι ας μην γίνεται νερόαλλάζει τη ροή του. Ακατέργαστο κι άσπιλο γίνεται –τελικά;- μάλλον το μόνο ερέθισμα ώστε να ζωγραφίσουμε μια καρδιά στο βέλος μια καρδιάς.

16


Tο θολό νερό έσπειρε την αλλοφροσύνη. Διασταυρώθηκε με τη μόλυνση καθώς και τα βιολογικά πειραματόζωα καθρεφτίζοντας το είδωλό μου. Κλείδωσα το κεφάλι μου σ’ ένα συρτάρι λοιπόν και βρήκα το ΦΩΣ. Έπειτα, εκτόξευσα αυτήν την ασώματη σάρκινη μάζα στα πλευρά της πείνας σακατεύοντας Τα εναπομείναντα οστά της. Ράγισα από χαρά ηδονίζοντας τους πυρωμένους στίχους της παρασπονδίας. Το όνειρο τώρα ταξιδεύει ολομόναχο στο άπειρο κι ο ασθενής τυραννιέται ακόμα, ζυγίζοντας στην πλάστιγγα τα τηλεσκόπια της ανθρώπινης ίασης.

17


ΠΕΙΡΑΜΑ 2ο

Τα δύο χέρια μου θαρρώ δεν μπορώ να τα κινήσω θέλω κάποιον να βρω να του τα πουλήσω. Να πάρω δυο μάτια να βλέπω κι από πίσω. Μα ύστερα δεν θα μπορώ να σας χειροκροτήσω.

18


ΚΡΙΣΗ

Καμπυλωμένα φρύδια σκεπάζουν υποτονικούς οφθαλμούς Ο χορός έλαβε τέλος, εδώ στη χώρα του επιτραπέζιου καρναβαλιού. Οι κριτές –δείκτες που τρέμουν την ανυπαρξίαπαίζοντας ζάρια και καπνίζοντας σαρκάζουν την πολυτέλεια της επιλογής. Ιστορίες και μύθοι που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα η καθημερινή αλήθεια. Καλοστημένες φωτογραφίες αρχείου διαδέχονται η μία την άλλη στο κολάζ της ουτοπικής μαλθακότητας. Είναι η ψευδαίσθηση που μας κάνει παρήγορους ή η τραμπάλα των άστρων στα γιοφύρια της πλάνης;

19


Διώκεται, αυξομειώνει μεγέθη για κάθε περίσταση. Λάστιχο ξύλινης παιδικής σφεντόνας. -θα πλουτίσει απ’ τις χαρακιές στην ωμοπλάτηΡίχνει χαλίκια στους αφελείς. Δεν προσγειώνεται παρά μονάχα κατατάσσει το πάντρεμα των κεραυνών. Διοχετεύει την περίσσια εκπομπή του ηλεκτροφόρου μηδενισμού στα πόδια μου. Όταν εσύ αγκομαχάς να ανοίξεις τα χείλη σου ετοιμάζει ένα βιβλίο με κραυγές. Τραγουδά για το ανικανοποίητο. Μαστιγώνει τα λεπρά κείμενα. Πουλά υάκινθους και ξυπνητήρια ταφής. Όταν εμπορεύονται κορμιά και προίκες στην αγορά σκουπίζει τους υπόνομους. Ώσπου να καταφέρει να αναπνεύσει θα ’χει κερήθρες στους πνεύμονες.

20


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ Στον Γ. Μαρκόπουλο Τον έβλεπα τα καλοκαίρια να πίνει κρασί απ’ τη μεγάλη κανάτα, φορούσε για κουστούμι ένα τζάμι σπασμένο κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη πεινασμένη. «Είναι κρίμα…, έλεγε,…να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη». «Είναι κρίμα…., μονολογούσε, …να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι». Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει χορεύοντας με τη σκιά του, χορό κυκλικό. Δίπλα απ’ τα λουλούδια και από τις σφαίρες πλάι, -την Κυριακή του Πάσχανα παίζει κουτσό με τον Θάνατο. «Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε, …για ν’ αναστηθούμε, πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…» φώναζε κι όταν τον πήραν οι χειμώνες.

21


Θα περιμένω ως αύριο το σούρουπο Η ομορφιά άργησε ή ξέχασα να την ξεπλύνω. Νιώθω τυχερός που βλέπω ένα έργο να πλάθεται. Αιχμαλωτίζω όμως τις βίαια ευωδιαστές νύχτες λευκά συμπαγή σώματα-σκέψεις με απουσία της απουσίας στις ρώγες των δακτύλων τους. Τη συνταγή ενός καταραμένου- ερωτογδαρμένουοργανοπαίχτη. Το τρεμάμενο γαύγισμα του σκύλου. Τον πλαστικό χειρουργό που με εγκατέλειψε στο χειρουργείο. Φιλάσθενη περιποίηση. Ο προχωρημένος τοκετός ενός άνανδρου συμπαντικού προβολέα. Από κηροζίνη και μαζούτ οι μαύρες, πλατιές, ορφανές από κυματοθραύστες, θάλασσες στολίζουν τα δάκρυα των δασών. Πλύνε αυτά τα ωμά φτερωτά κορμιά με ροδέλαιο. Καυτηρίασε το μείγμα της ακατοίκητης περηφάνιας και της κρυοπαγημένης αμάθειας. Πλημμύρισε με περισσότερο φως τη μέρα. Δώσ’ μου δυο λευκά χαρτιά και θα σου αναλύσω συλλαβιστά το χτύπο της καρδιάς μου. -Πόσα χέρια κοστίζει ένα απεριποίητο στέρφο ηλιοβασίλεμα;22


Αγαπημένα πρόσωπα σαν νύμφες του ελέους έλκουν τις πρώτες μου κραυγές στο μητρικό σκοτάδι. Θα ξεχυθούν σαν μέλισσες στους τρούλους των ευχών με πειρασμούς αφτέρωτους θα κρεμαστούν στο σύμπαν. Μέσα απ’ τα κύματα πονούν και κλέβουν απ’ αγάπη. Χτίζουν πυργίσκους χάρτινους και πήλινα κορμιά. Αγαπημένα πρόσωπα σαν κόλακες του πένθους μοιράζουν τα λουλούδια μου στους κήπους των νεκρών. Θα κοιμηθούν σαν τις οχιές στα λασπερά μου μάτια μ’ ένα ρίγος στην καρδιά θα τραβηχτούν στα πέρατα. Ώσπου οι φιγούρες των σκιών να λιώσουνε τα χιόνια κι απ’ το νερό το διάφανο το γέλιο τους να δω. Αγαπημένα πρόσωπα κουρέλια της φωνής μου στείλτε ξανά στα χείλη σας του έρωτα τον λόγο.

23


ΣΑΡΔΑΜ

Λιπόθυμο ωμό κρέας πλανιέται αθόρυβα κάτω απ’ αυτές τις λέξεις. Το συλλαμβάνω τις ώρες που σιωπώ να παραπαίει και να σκοντάφτει στα μπροστινά μου δόντια. Ταλαιπωρεί τα χνώτα μου και κοιμάται στους κουφούς μου γλωσσοδέτες. (Δεν απόρησα ποτέ γιατί αυτό το μακελειό ξεκινά πάντα απ’ τις λέξεις). Ραντίζει κακόμοιρες υποψίες το αριστερό μου χέρι κι όλο γρατζουνά το αλάξευτο ιδεοδρόμιο της φαντασίας μου. Μοιράζονται, όμως, μαζί του την λαχτάρα μιας κρυφής σχέσης κι έτσι δένομαι μ’ αυτό. Αν, τώρα το φτύσω και φύγει μακριά κάτι θα έχει προσκομίσει από με. Την μαγνητοφώνηση της μυστικής απαγγελίας.

24


ΑΠΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΠΟΥ ΞΕΧΝΩ (η αλήθεια στο τέλος θα φανεί) Πως σε ξεχνώ, δεν θυμάμαι! Δεν σε θυμάμαι. Ξέρω όμως ότι δεν κρύβεσαι Γνωρίζω καλά πως όλα αυτά τα χρόνια ήσουν εδώ! Μπρος στην Καραγκιόζ-μπερντέ όρασή μου. -ίσως μ’ άλλα πρόσωπα, μα ήσουν εμπρός μουΑνοίγω διάπλατα την θύμησή μου να σε υποδεχτώ στην κρεβατοκάμαρη του νου μου (ταξιδεύτρα μου, πλανεύτρα μου) και αίφνης ελίσσεσαι και να εκτοπίζεσαι σε βλέπω στα σκαλοπάτια -τα αμέτρητα- της λήθης. Μα ήσουν εδώ πριν από λίγο Σε είδα! Στον όρκο του δικαστηρίου στα διαμαντένια μάτια του τρελού στο γλιφιτζουρένιο χαμόγελο του παιδιού. Εκεί που εξισώνει τη φύση μου ο επιστήμονας Σε τσάκωσα να κρυφοκοιτάζεις Μόνα Λίζα μου. Μα δεν σε θυμάμαι. Είσαι φαινομενική; Είσαι αντικειμενική; Είσαι μία; (χρειαζόσουν πάντοτε ένα επίθετο για να υπάρξεις;) Κι όμως όλο ξεχνώ τη γραφή σου και το όνομά σου ακόμα θαρρώ,

25


χρόνια έχω ν’ ακούσω. Αν σε ξαναδώ όμως στα πρωτοσέλιδα ίσως σ’ αναγνωρίσω. Δεν μπορεί, αφού σε θυμάμαι.


Με κρύβει η σιωπή σου στα βράχια. Έξω απ’ το χρόνο. Επαρχία βρώμικη. Σπάγκοι και χαρτοπόλεμος -Η ζωή μας εξαρτάται από τους αναλυτές;Παράθυρα κλειστά. Ο δρόμος έχει φωνή! (Λατρεύω τους δρόμους που τρέχουν) Παράθυρα ανοιχτά. Απολαμβάνω την θέα: Νάρκες - περιδέραια Λέξεις - αντικλείδια Μίλησε μου όταν κοιμίζεις τα όπλα σου.

27


Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Η αιχμή του δόρατος μπρος στο φακό μου δίπλα ένα πανέμορφο κατάξανθο κορίτσι μ’ ένα πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος. Μια τσιγγάνα πουλά την πραμάτεια της Ένας παππούς που γελά και φαίνονται τα ορφανά του ούλα. Ένας πολύχρωμος χαρταετός ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο δήμαρχος που κάνει δηλώσεις για τις χωματερές μια μικρούλα που δείχνει μ’ απλωμένο το χέρι της τα παγωτά ένα πατέρας που την τραβολογά. Ένα πουλάκι τσιμπά σπόρους απ’ τα παγκάκια. Ώρες σκεφτόμουν τι να τραβήξω. Τελικά πήρα την απόφαση Τράβηξα εμένα δίχως φλας, αν-φας και στην έστειλα, που τόσο καιρό γκρίνιαζες ότι έχεις μέρες να με δεις.

28


ΜΕΡΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ Στον Μ. Μαρκίδη Τι να μου πω τώρα Χρόνια πολλά… Να ζήσετε… Και του χρόνου… Καλές δουλειές… Νομίζω έχω πέσει θύμα εκμετάλλευσης από την έμπνευση Στο ταβάνι καρφωμένες λέξεις να κρέμονται ανάποδα στα παράθυρα πρόσωπα και σώματα για το καλύτερο μυθιστόρημα που θα γραφτεί Κι εγώ εδώ, ακίνητος. Με ένα μολύβι, ακονισμένο μαχαίρι , σ’ ένα σημειωματάριο του σωματείου «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ» προσεύχομαι να περάσει η νύχτα των γενεθλίων μου και να το ρίξω στην πόρτα την ώρα που θα περνά η τούρτα και να πετάξω κανά δυο κεράκια κάτω έτσι για πλάκα. Να κλείσω ξαφνικά το παράθυρο και να πέσω για ύπνο. Τόση έμπνευση για το τίποτα!

29


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Δεν ξέρω, Αλλά, απ’ τα γεννοφάσκια μου οι γονείς μου Πρέπει να προσευχήθηκαν στον Θεό για μένα. Να μην τρέχω στις καταλήψεις, να μην κάνω κοπάνες, να μην πηγαίνω στα ηλεκτρονικά, στις αίθουσες του κινηματογράφου να μην γράφω συνθήματα, να γυρίζω στο σπίτι νωρίς, να μην λαμβάνω μέρος στις διαδηλώσεις κατά του πολέμου, της ανεργίας, της φτώχειας, να μην φοράω μπλου-τζην ξεθωριασμένα, να μην πηγαίνω στις καφετέριες, να είμαι σοβαρός, να διαβάζω τα βράδια, να μην ακούω μουσική ροκ εν ρολλ, να είμαι πάντα χτενισμένος, να λέω καλημέρα στους γείτονες, να λέω καλησπέρα στους γείτονες, να λέω καληνύχτα στους γείτονες, να μην βρίζω την κοινωνία, να μην βγαίνω έξω όταν κάνει κρύο, να μην γράφω ποιήματα, να τελειώσω τα αγγλικά, να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο… Πολλές φορές κάθομαι και αναρωτιέμαι αν ο Θεός τα άκουσε όλα αυτά!

30


Είμαι ο μοναδικός κληρονόμος Ενός ησυχαστηρίου στην άκρη της πόλης. Είμαι μια γυναίκα νιόπαντρη με το μήνα του μέλιτος στα πόδια της. Ένα κουμπί πουκάμισου ριγέ, η επικίνδυνη στροφή του δρόμου. Το αλεξίσφαιρο που δεν φορέθηκε είμαι και ο πρώτος που γύρισε απ’ την πλατεία στο σπίτι του, τραγουδώντας. Καδένα στο λαιμό φτωχού παιδιού, κλέφτης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, είμαι. Ένα καζάνι νερό για πλύσιμο. Η καμπούρα του ποιητή! Είμαι σκιά σε δρόμους σκοτεινούς, ήλιος μέσα στον ήλιο της υπαίθρου. Ο μοναδικός κληρονόμος ενός ησυχαστηρίου είμαι Κάπου, στην άκρη της πόλης.

31


Κεντημένα κοχύλια χορεύουν στην ψάθινη άμμο. Ο μεθυσμένος βαρκάρης πυρπόλησε το ηλιοβασίλεμα. Η Αφροδίτη ξύπνησε χαμογελώντας στην Άνοιξη Μύρισα άγιο άρωμα τις ώρες που ταξίδευα στο πέλαγος.

32


Σαν το ηλιοβασίλεμα που κοκκινίζει τα καλοκαίρια και σαν τα λουλούδια που ανθίζουν την άνοιξη ψηλαφίζει το κορμί μου η αγωνία σου. Είσαι το φως που κουρσεύει τα κελιά των ανισόρροπων άστρων και τα προετοιμάζεις χειμωνιάτικα για την μετριοπάθεια της απαλής νιότης. -Γνωμικά, σοφιστείες, πρόθυμες απορίες, ΠΡΙΝ, ΤΩΡΑ, ΜΕΤΑ. Τρεμούλιασμα στο χρώμα της κυκλικής πορείας. Ανατριχιάζω. Αφή που απλώθηκε σε βλέφαρα σκοινιού. Πλήθος. Γεννιέται μια αίσθηση απόψεΣυνήθισα βλέπεις, να σε κοιτώ έτσι κι αν αλλάξεις θα παραξενευτώ.

33


Γυμνός θυμός κερνά τα βράδια μου εφιάλτες Διαλέγω τον χειρότερο Και παλεύω. -Τρώω της νιότης μου τα κάλληΔίχως κορμί θ’ αφήσω την αθωότητα μου σκάβοντας βαθιά λάκκους επιθυμίας πρόστυχους.

34


Λησμόνησε τις στάσεις του κορμιού μου. Τις όψεις του προσώπου μου τα βράδια. Γιατί, Τώρα Χορεύω γυμνός. Μέσα σε δάση που καίγονται. Διατηρώ τους σκοπούς για γενιές που δεν θα ’������ ������� ρθουν.

35


ΠΕΙΡΑΜΑ 3ο

Σε άγονα χωράφια καλλιεργώ τα ραδιενεργά αισθήματά μου. Κι όπως η γη τρέμει τον γεωργό τρέμω τα ποιήματά μου.

36


ΜΠΛΟΥΖ

Κοσκινίζω τις ανάγκες. Η ελπιδοφόρα είδηση χάθηκε στο πουθενά. Παράξενες μουσικές αρχέγονοι ρυθμοί περιπαίζουν τον σακατεμένο εγκέφαλο. Θέλω φωτιά, αναζητώ τη γραφή του αιώνα ανυπόμονα ερωτικά κορμιά για εκπαίδευση των μηρών. Ω! Εσείς πλήκτρα της τεχνοκρατίας!

37


Υ.Γ. (1) Στον Γ. Ρηγόπουλο Σου επιστρέφω το δεξί σου παπούτσι. Σου στέλνω και τη φωτογραφία. Τώρα πλέον θα λες στις ερωμένες σου ότι έχεις πατήσει τα χώματα της Πράγας.

38


Ο ΕΠΙΔΟΞΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ

Γυναίκα παντρεμένη χρόνια τώρα δοσμένη σ’ άλλον άνδρα είναι η σκέψη μου. Της γλυκομιλώ, καφέ ελληνικό τής φτιάχνω, της λύνω τα προβλήματά της κάθομαι (είναι αλήθεια αυτό) και ακούω –με τις ώρεςτα του έγγαμου βίου της παράπονα: «Θα τον χωρίσω τον πούστη! Θα τον χωρίσω. Δεν πάει άλλο!» Της ακουμπώ το χέρι μου στον ώμο της της κλείνω το στόμα. Προσπαθώ να την πλησιάσω φιλικά… Μα η τρελή συνεχίζει κι όλο μου λέει στο τέλος: «… τον αγαπώ το μαλάκα! Τον αγαπώ!»

39


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ (Μια ερώτηση πριν το τέλος) Πώς τρομάζεις έναν ποιητή;

40


Υ.Γ. (2)

Τα πάντα έχουν μέσα τους έναν άδικο κόπο. Έναν μικρό, γλυκό δολοφόνο. Κι ένα όμορφο τέλος.

41


Είσαι πάντα αυτό που συναντώ Πάνω και μέσα και έξω. Είσαι αυτά που συναντώ. Περιβολάκι δίχως σύρματα που κλέβω μανταρίνια δυο-δυο. Το πανέρι που τ’ ακουμπώ. Πεζόδρομος που οι καφετέριες γιομίζουν παιδιά. Φώτα βιτρίνας που ανάβουν μόνο σαν κοντοσταθώ. Ο δρόμος ο ατελείωτος που όλο να τελειώσω προσπαθώ στα πεζοδρόμια κι όλο κύκλους κάνω. Το φεγγάρι που κοιτώ είσαι κι ας με λένε φαντασμένο πως ποτέ δεν σε είδαν εκεί –μου λένε- το πρόσωπό σου κάθε δείλι βλέπω. Το ρολόι σε καφενείο μικρό που όλο το κοιτούν οι εργάτες -κι όλο κοντοστέκονται- πριν πιάσουν δουλειά κι όλο κοντοστέκονται και κοιτούν την ώρα. Πέννα σε χέρια χωρικού είσαι που δεν ξέρει τι να την κάνει ο αφελής και την έχει εκεί για να την βλέπει ο γείτονας -δώρο απ’ το γιο του που σπουδάζει στην πόλη. Η κρυψώνα που ποτέ η μάνα μας δεν ανακάλυψε και κρύβομαι εκεί ανασαίνοντας σιγά να μη μ’ ακούσουν. Μουσική πρωινής Κυριακής που, ύστερα από μια βδομάδα δουλειάς, κάθομαι και ακούω παρατηρώντας τους στίχους και την καινούργια αίσθηση που μου προκαλεί προσπαθώ να εξηγήσω στους φίλους και αυτοί δεν καταλαβαίνουν πως την ακούω για να γεμίζει το μυαλό μου μέχρι να σε δω το βράδυ. 42


Προσευχή στα χείλη στρατιώτη που την αγγαρεία τελείωσε και ξαπλώνει ο δυστυχής να ξεκουραστεί και πριν κοιμηθεί αποστηθίζει να μη σε ξεχάσει και αναφερόμενος βγει στον λόχο. Ο χρόνος που πέρασε σε ζευγάρι παντρεμένο χρόνια κι αυτό μοιάζει σαν αδέρφια δίδυμα στο πέρασμά σου. Πουλί που να το φτάσω δεν μπορώ και το κοιτώ ελεύθερο να πετά στου ουρανού τα χάη να πετά και στα σύρματα της πόλης το βλέπω να κελαηδά καταμεσήμερο και μου γλυκαίνει τον ύπνο καθώς εγώ ονειρεύομαι το αδειανό κλουβί που ετοίμαζα να μπει, ονειρεύομαι. Το δέντρο που τη σκιά χαίρομαι καλοκαιριάτικα. Η χαρά που δίνει στον ψαρά η θάλασσα κι ο φόβος της γυναίκας του. Που να γυρίσει προσμένει στην πόρτα γυρτά ακουμπισμένη ελαφριά και περιμένει να τον δει. Είσαι πάντα αυτό που συναντώ. Πάνω και μέσα και έξω. Είσαι αυτά που συναντώ.

43


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΑΤΙΤΛΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΟΝΟΣΤΗΛΑΚΙ ΠΕΙΡΑΜΑ 1ο ΑΤΙΤΛΟ Ο ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΛΑΙΕΙ ΤΡΑΓΕΛΑΦΟΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΑΤΙΤΛΟ ΑΤΙΤΛΟ ΠΕΙΡΑΜΑ 2ο ΚΡΙΣΗ ΑΤΙΤΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΑΤΙΤΛΟ ΑΤΙΤΛΟ ΣΑΡΔΑΜ ΑΠΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΠΟΥ ΞΕΧΝΩ ΑΤΙΤΛΟ Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕΡΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΤΙΤΛΟ ΑΤΙΤΛΟ ΑΤΙΤΛΟ ΑΤΙΤΛΟ ΑΤΙΤΛΟ ΠΕΙΡΑΜΑ 3ο ΜΠΛΟΥΖ Υ.Γ. (1) Ο ΕΠΙΔΟΞΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ Υ.Γ. (2) ΑΤΙΤΛΟ

9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42


ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΑΡΑΜΑδΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ: ΠΟΙΗΣΗ: ΕΛΙΝΑΣ ΤΡΑΪΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ (ΥΠΟ)ΚΕΙΜΕΝΑ ISBN 960-89003-1-X ΜΙΜΗ ΚΩΣΤΗΡΗ ΤΗΣ ΓΗΣ ΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ISBN 978-960-89003-2-5 ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΒΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΣΠΟΝΔΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ ISBN 978-960-89003-4-9


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΤΣΙΑΚΟΥ ΠΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΩΡΑΕΙ Ο ΣΑΚΟΣ; ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΕ 1000 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΑΧΥΤΥΠΟ ΠΑΡΟΔΟΣ ΔΙΟΔΩΡΟΥ 160 – ΒΕΛΒΙΤΣΙ ΠΑΤΡΩΝ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2007 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ “ΧΑΡΑΜΑδΑ” ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ 168, ΠΑΤΡΑ, Τ.Κ. 26222 ΤΗΛ.-FAX: 2610342886 ΔΙΟΡΘΩΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ & ΦΑΡΜΑΚΟΥΛΑ ΓΙΟΛΑ

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ ΠΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΩΡΑΕΙ Ο ΣΑΚΟΣ;  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ ΠΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΩΡΑΕΙ Ο ΣΑΚΟΣ;  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Advertisement