Page 1

Ετος 1ο, Τεύχος 1. Μάιος 2009

Τιμή: 5 €


Περιεχόμενα Αντί προλόγου

Ο παπάς με το ένα ράσο, του Γιώργου Ανδρεάδη

Χαιρετισμός του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Γενικά για τους ποντιακούς χορούς, του Νίκου Ζουρνατζίδη

Γώγος Πετρίδης: 25 χρόνια χωρίς τον «Πατριάρχη», του Δημήτρη Πιπερίδη

Η προσωπικότητα και το έργο του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου-Κάνεως,

Γώγος Πετρίδης: O Πατριάρχης της λύρας

της Μαρίας Βεργέτη

του Πόντου, του Παύλου Ι. Τσακαλίδη Ονομαστικόν Αρχείον Αγροτών Δυο λέξεις στη μνήμη των 25 χρόνων

Προσφύγων

από το θάνατο του μεγάλου Γώγου, του Μιχάλη Καραβέλα

Από τις μνήμες της πρώτης προσφυγικής γενιάς: Ιεροκλής Χρ. Γωνιάδης

Φόρος Τιμής, του Νίκου Σωματαρίδη Από τις μνήμες της πρώτης προσφυγικής Η νέα γενιά των Ποντίων λυράρηδων

γενιάς: Θεόφιλος Χαλκίδης

για το Γώγο «Το ποροζάν’, ο δάσκαλον και η Συνέντευξη: Αντέμ Μπέσκιοϊλου

λιθαρέα», διήγημα του Γιώργου Σιαπανίδη

Μάθημα Ιστορίας στο Μουσείο. Εκθεση - αφιέρωμα στη Γενοκτονία του Πόντου,

Η σελίδα του Αλέξη Παρχαρίδη

της Χαραλαμπίας Σιδηροπούλου Εν τύποις


Αντί προλόγου

Ε ναι λοιπόν, εκδιδόμεθα...

Ο

μεγαλόσχημος παράγοντας του ποντιακού

είναι ίσως περισσότερο αιμοβόροι από τους

χώρου μας κοίταξε έκπληκτος πίσω από τα

πρώτους).

γυαλιά του:

- «Και ποια θα είναι η θεματολογία του περιοδικού

- «Μα είστε σοβαροί; Τι έχει να προσφέρει ένα

σας;»

ακόμη ποντιακό περιοδικό στην εποχή μας;»

Του αραδιάσαμε μια σειρά από θεωρίες για

Λοιπόν, ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή.

τη σημασία των μικρών και καθημερινών στη

Αν μας ενδιέφεραν οι καιροί και οι εποχές, θα

διαμόρφωση της ταυτότητας ενός λαού, για

ασχολούμασταν με την κηπουρική. Ο πολιτισμός

την ιστορία μας, για την ποντιακή διάλεκτο που

όμως δεν είναι λαχανικό, και μάλιστα εποχιακό,

κακοποιείται καθημερινά, για την μουσική μας

για να χρειάζεται ηλιοφάνεια. Άλλωστε, τί έχει

που χρόνια τώρα αναζητά το δρόμο της, χωρίς

επιτέλους αυτή η έρμη η εποχή μας; Είναι κι αυτή

ποτέ να το βρίσκει, για την πεζογραφία μας, που

μια εποχή όπως όλες τις άλλες. Μια εποχή με

κοιμάται, ηθογραφεί και ξανακοιμάται, για το

τη δική της ποιότητα ανθρώπων, με τα δικά της

μονίμως διάγον τη νηπιακή του ηλικία ποντιακό

προβλήματα και, κυρίως, με τη δική της εγγενή

θέατρο. Για όλα όσα κατά καιρούς μας πονέσανε,

βαρβαρότητα. Αν η «μαγκιά» τον 11ο αιώνα ήταν

για να μας οδηγήσουν τελικά στην έκδοση αυτού

να αντιστέκεσαι σε απελάτες και πελταστές με

του περιοδικού...

όπλο τη σφεντόνα, η «μαγκιά» τον 21ο αιώνα είναι

- «Και για το κυρίως θέμα;» μας ρώτησε με

να αντιστέκεσαι σε χρηματιστές και οικονομικούς

νόημα…

αναλυτές με όπλο τον πολιτισμό (είναι και οι δύο

Καταλάβαμε. Εννοούσε τα οργανωτικά, το

εξίσου επικίνδυνοι, με τη διαφορά ότι οι δεύτεροι

μόνιμο άγχος κάθε σοβαρού παράγοντα του

2


ποντιακού χώρου, που σέβεται τον εαυτό του.

να μπορεί να κρύψει την απαισιοδοξία του για την

Του εξηγήσαμε λοιπόν την άποψή μας ότι, αν

τύχη του εγχειρήματος μας «σε μια τόσο δύσκολη

κατορθώσαμε οι Πόντιοι να φτάσουμε μέχρι εδώ

εποχή». Ξέραμε ότι μιλούσαμε διαφορετική

σε πείσμα των καιρών και της ιστορίας, αυτό δεν

γλώσσα.

οφείλεται μόνο στο ότι είχαμε καλά σωματεία.

συλλογιστική του, δε θα είχαμε κανένα λόγο να

Πράγματι είχαμε καλά σωματεία. Όμως καλά

κάνουμε περιοδικό. Θα είχαμε ανοίξει ήδη ένα

σωματεία, ενδεχομένως καλύτερα από τα δικά μας,

DVD Club, που εγγυάται και την απόδοση των

είχαν και άλλοι, π.χ. οι Μικρασιάτες. Αν η δική μας

κεφαλαίων μας. «Αφού δεν διαθέτετε κεφάλαια»,

ράτσα ήταν αυτή που απέφυγε -προς το παρόν- το

θα μου πείτε. Σωστόν. Αν όμως διαθέταμε;

Ευτυχώς.

Αν

συμμεριζόμασταν

τη

χωνευτήρι της νεοελληνικής Βαβέλ, δεν ήταν γιατί

Ο διάλογος που διαβάσατε, είναι βέβαια

ήμασταν ο «περιούσιος λαός» της προσφυγιάς,

φανταστικός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα

ούτε γιατί διαθέταμε διαφορετικό DND, αλλά γιατί

μπορούσε να είχε εξελιχθεί κάπως έτσι (ή ακριβώς

κατορθώσαμε –για συγκεκριμένους ιστορικούς

έτσι) και στην πραγματικότητα. Εκείνο που έχει

λόγους- να αναπτύξουμε μια ανθεκτικότερη

σημασία, είναι ότι εμείς ξεκινάμε. Επιλέξαμε για

εθνοτοπική

πολιτισμική

τίτλο μια ξεχασμένη λέξη. «Άμαστρις» είναι το

ταυτότητα εμφανέστερα αποκλίνουσα σε σχέση

όνομα μιας πολύ σημαντικής αρχαίας πόλεως

με τα ισχύοντα στον Ελλαδικό χώρο. Δηλαδή

στο δυτικό όριο του αρχαίου Πόντου. Κατ’ αρχήν

μικρολεπτομέρειες…

είναι μια όμορφη λέξη με μυστηριώδη προέλευση,

συνείδηση

και

μια

Του είπαμε κι άλλα πολλά. Για τη ανάγκη

πιθανόν προελληνική. Και καθώς κάπου στην

υπέρβασης των αγκυλώσεων του παρελθόντος,

πορεία εμείς οι Πόντιοι θυσιάσαμε τα όμορφα

για την ανάγκη ανοίγματος στις νέες τεχνολογίες,

χάριν των αναγκαίων, αφεθήκαμε με ευκολία

για την ανεξήγητη δυναμική της τέταρτης πλέον

στη μυστηριώδη γοητεία της αρχαίας Αμάστριδος

προσφυγικής γενιάς, μια γενιάς που είναι

(που τώρα θα είναι καμιά ασήμαντη επαρχιακή

καταδικασμένη να παλεύει με τον εφιάλτη των 700

τουρκόπολη),

ευρώ και παρ’ όλα αυτά επιμένει να διοχετεύει

σοβαρότατες προτάσεις λαογραφικού κυρίως

την ενεργητικότητά της σε ποντιακά χορευτικά και

περιεχομένου.

απορρίπτοντας

δεκάδες

άλλες

ποντιακά σωματεία. Του μιλήσαμε για την ανάγκη

Το ταξίδι λοιπόν ξεκινάει. Δεν είναι «στο άγνωστο

ανεύρεσης και ανάδειξης των εκπροσώπων μιας

με βάρκα την ελπίδα». Είναι «στη γνώση με βάρκα

νέας γενιάς Ποντίων επιστημόνων και ερευνητών,

την αμφισβήτηση». Δεν ξέρουμε που μπορεί να

που θα επιχειρήσει να μελετήσει τα στοιχεία

οδηγήσει. Ακόμη όμως κι αν αποτύχει, πράγμα

του λαϊκού μας πολιτισμού με γνώμονα όχι

εντελώς πιθανό, στο τέλος θα έχει μείνει σε όλους,

πλέον το μεράκι και τη φιλοπατρία της, αλλά την

πλήρωμα και επιβάτες, η μαγεία του ταξιδιού.

επιστημονική της εξειδίκευση.

Άλλωστε, αν και οι Αργοναύτες είχαν ακούσει τις

Ο μεγαλόσχημος παράγοντας του ποντιακού

σειρήνες της εποχής τους, τότε πιθανότατα εμείς

χώρου μας άκουσε με συμπάθεια, ίσως και

οι Πόντιοι δεν θα είχαμε εμφανιστεί ποτέ στην

με κάποιας μορφής κατανόηση. Στο τέλος μας

ιστορία. Εμείς όμως είμαστε εδώ.

συνεχάρη για την προσπάθεια μας, χωρίς ωστόσο

Και ευελπιστούμε ότι θα παραμείνουμε… 3


4


‫   ‬ ‫      ۇ        ‬ ‫  ‪              .‬‬ ‫ ‪   ,‬ޒ ڲ    ‪     , ۲‬‬ ‫  ‪,‬ޅۃ ޅ         ۤ  ޅ" !ۂ‬ ‫  ۺ ’‪         . #‬ޅ     ‪ ۳‬‬ ‫       ۤ   ݨ    ‬ ‫  ‪ ۲‬ۃ  ‪  $‬ۂ    ‪  ۳‬‬ ‫ޅ  ޅ    ڲ  "  ۏ   ݨ  ‬ ‫ޅ        ۯ   ‪  . %‬ݨ ݨ ޅ  ‬ ‫  ‪"    ۲‬ۂ     ݨ   ڳ     ޅ  &‬ ‫      ۯ   ‪          . %‬‬ ‫‪,‬ޒ  ں ޒ     ‪ ' ,‬ޒۂ ‪    ۞  ,‬ڲ‬ ‫ޅ  ޅ "    "‪   $‬ۺ( ‪       .‬‬ ‫     ۤ ‪ # ,‬ޅ "‪   $‬ݶ    ‪ ,‬‬ ‫     ڲ  ‪       $‬ڲ ݶ‬ ‫‪.‬ޅۃ ۻ ޅ       ‬ ‫ڲ  !   ‪  "    ۳      ,‬‬ ‫(‪     «* (+/0‬ޅ    " 'ۂ ‪ )  -‬ۮ " ޒ‬ ‫ޅ          ‪%12 13%12» - " !  $‬‬ ‫‪:  ۟ıIJȠȡȓĮ    ȜĮȠȖȡĮijȓĮ. % ۟   ,‬ޅۃ ޅ  ‬ ‫     ۢ  !  ݙ  ݶ   ۺ   ‬ ‫ݙ  ۺ    ‪     4       ,‬‬ ‫  ۢ    ‪         "  ,‬‬ ‫‪    .‬‬ ‫‪ .‬ݶ     ‪    .‬‬

‫   &  ‪3‬‬

‫‪5‬‬


Γώγος Πετρίδης

χρόνια χωρίς τον

«Πατριάρχη» του ∆ημήτρη

Πιπερίδη

Μ

εγάλη Παρασκευή του 1984. Για πρώτη φορά η κρατική τηλεόραση σε ένα σπάνιο διάλειμμα της συνεχιζόμενης μέχρι και σήμερα αδιαφορίας της για τους λειτουργούς της παραδοσιακής μας μουσικής αναγγέλει, και μάλιστα σε «καλή σειρά», τη θλιβερή είδηση: «απεβίωσε χθες σε ηλικία 67 ετών στη Θεσσαλονίκη ο γνωστός Πόντιος λυράρης Γώγος Πετρίδης, αποκαλούμενος και Πατριάρχης της Ποντιακής λύρας…» Γεννημένος το 1917 (ή κατ’ άλλους το 1918) στο Φαντάκ’, ένα επιφανούς μουσικής δυναστείας, που ανέδειξε ποτέ ο χώρος της χωριουδάκι κοντά στην Όλασα της Τραπεζούντας, ο μοναχογιός ποντιακής μουσικής. Πιο ξεκάθαρα είναι τα πράγματα σχετικά με το άμεσο του Σταύρη Πετρίδη επρόκειτο να επηρεάσει όσο κανένας άλλος, οικογενειακό περιβάλλον του «Πατριάρχη». προγενέστερος ή μεταγενεστέρος, την ιστορική Ο πατέρας του Σταύρης ήταν ένας από τους διαδρομή της ποντιακής μουσικής. Αυτός πιο γνωστούς λυράρηδες της Τραπεζούντας. άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο ακόμη Μαθητής του Δήμου του Κωνσταντά, ενός και σήμερα, 25 χρόνια μετά το θάνατό του, η θρυλικού πρωτομάστορα της ποντιακής ανάμνηση της παρουσίας του εξακολουθεί να μουσικής, ο απόηχος της φήμης του οποίου παραμένει τόσο ζωντανή, ώστε να αποτελεί κατόρθωσε να φτάσει ξεθωριασμένος μέχρι το μόνιμο (και εξαιρετικά δυσβάσταχτο) μέτρο τις μέρες μας, ο Σταύρης θα αναδειχθεί -μαζί σύγκρισης και κατ’ επέκταση αξιολόγησης για με το Δήμο το νεώτερο (τον Ουσταμπασίδη ή κάθε μεταγενέστερο συνάδελφό του. «Βελβελέ») και το Σαββέλη Γιακουστίδη από Γύρω από την καταγωγή του Γώγου, την Ίμερα- σε έναν από τους πιο επιφανείς και γενικότερα της οικογένειας Πετρίδη, εκπροσώπους της νέας γενιάς λυράρηδων, ερίζουν πολλές περιοχές. Ο λόγος είναι ότι που κυριάρχησε στην ευρύτερη περιοχή της το Φαντάκ’, το χωριό όπου γεννήθηκε, ήταν Τραπεζούντας τα τελευταία χρόνια πριν από ένας σχετικά νέος οικισμός, που ιδρύθηκε τον ξεριζωμό. Η μητέρα του Γώγου ονομαζόταν λίγα χρόνια πριν το 1900 από μερικές Κυριακή (Κίτσα) και καταγόταν από την οικογένειες Σανταίων μεταναστών, οι οποίες Κρώμνη. Μια μικρότερη αδερφή πέθανε σε αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη μακριά από μικρή ηλικία στον Πόντο ή καθ’ οδόν προς την το αλπικό τοπίο της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Ελλάδα, ενώ υπάρχει και η ανεπιβεβαίωτη Από πρόσφυγες της πρώτης γενιάς έχουμε πληροφορία πως η οικογένεια είχε ένα ακόμη τη σαφή πληροφορία ότι ο γενάρχης της αγόρι, που πέθανε κι αυτό σε πολύ μικρή οικογένειας, παππούς του Γώγου και πατέρας του Σταύρη, δεν συμπεριλαμβανόταν μεταξύ Πορτραίτο του Γώγου δια χειρός Χρήστου ηλικία. Η οικογένεια του Σταύρη ήρθε στην Ελλάδα των αρχικών οικιστών του χωριού. Επομένως Χρυσανθόπουλου. Το πρωτότυπο βρίσκετο 1922, όταν ο Γώγος ήταν μόλις 4 ετών. Δεν ήρθε από κάπου, αλλά δεν γνωρίζουμε ται στο κοσμικό κέντρο «Μίθριο». ξέρουμε αν ο ίδιος θυμόταν κάτι από τη μακρινή από πού. Αυτή ακριβώς η αχλή γύρω από την απώτερη καταγωγή της οικογένειας, είναι που έδωσε την γενέτειρά του. Το πιο πιθανόν είναι να μη θυμόταν τίποτε. Ακόμη αφορμή σε περισσότερες της μίας περιοχές του Ανατολικού όμως κι αν δεν είχε άμεσα βιώματα ή ακούσματα από τον Πόντο, Πόντου (Ματσούκα, Κρώμνη, σιμοχώρια της Τραπεζούντας) να δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τη σημασία του γεγονότος ότι υπερηφανεύονται ότι αποτελούν τον τόπο καταγωγής της πιο υπήρξε κι ο ίδιος πρόσφυγας πρώτης γενιάς, ότι μεγάλωσε μέσα 6


στο αυστηρά ποντιακό περιβάλλον των πρώτων προσφυγικών χρόνων κι ότι τα πρώτα του ακούσματα και εκείνα που καθόρισαν την προσωπικότητά του περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλα, ήταν εκείνα της πρόσφατα χαμένης πατρίδας.

Τα πρώτα χρόνια Οι περισσότεροι πρόσφυγες από το Φαντάκ’ εγκαταστάθηκαν στην πόλη των Γιαννιτσών, ενώ σαφώς λιγότεροι ήταν αυτοί που επέλεξαν κάποιο από τα ποντιακά χωριά της Μακεδονίας. Αντίθετα ο Σταύρης προτίμησε να παραμείνει με την οικογένειά του στην Καλαμαριά. Το γεγονός αυτό είχε τεράστια σημασία για την κατοπινή πορεία του Γώγου, αλλά και γενικότερα για την εξέλιξη τις ποντιακής μουσικής. Αν ο Σταύρης είχε επιλέξει να εγκατασταθεί σε κάποιον απομακρυσμένο αγροτικό οικισμό, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ο γιος του δεν θα είχε ποτέ στη διάθεσή του όλα εκείνα τα μουσικά ερεθίσματα, που του Ο Γώγος σε ηλικία ήταν απαραίτητα για τη διαμόρφωση της 18 ετών μουσικής του προσωπικότητας. Πράγματι η Καλαμαριά του μεσοπολέμου, στην οποία μεγάλωσε ο Γώγος, ήταν από κάθε άποψη το ιδανικό φυτώριο για την ανάδειξη ενός μεγάλου καινοτόμου λυράρη, ο οποίος θα μπορούσε να αναμορφώσει την ποντιακή μουσική. Πρώτα από όλα αποτελούσε ένα γνήσιο προσφυγικό γκέτο στις παρυφές ενός μεγάλου πολεοδομικού συγκροτήματος. Αυτό σήμαινε ότι ο νεαρός Γώγος θα μεγάλωνε σε ένα αυστηρά ποντιακό περιβάλλον, χωρίς ωστόσο να είναι αποκομμένος από τα γενικότερα μουσικά ρεύματα της εποχής του, όπως συνέβαινε με τους σύγχρονούς του λυράρηδες, που μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν σε αγροτικά περιβάλλοντα. Επίσης ο αναγκαστικός συγχρωτισμός με μια εξαιρετικά «ζωηρή» από μουσικής απόψεως μικρασιατική μειοψηφία, θα τον έφερνε από πολύ νωρίς σε επαφή με μια «νοικοκυρίστικη» εκδοχή του ρεμπέτικου, που θα του φανεί πολύ χρήσιμη, όταν θα επιχειρήσει αργότερα τη δική του μουσική επανάσταση. Παρεμπιπτόντως φαίνεται πως και ο ίδιος ο Γώγος είχε κάποια επίγνωση του «αστικού» χαρακτήρα της μουσικής του, καθώς -αν και φειδωλός από τη φύση του σε χαρακτηρισμούςσυνήθιζε να αποκαλεί «χωριάτικο» κάθε άτεχνο και τσαπατσούλικο παίξιμο, που ερχόταν σε αντίθεση με την αρτιότητα της δικής του μουσικής πρότασης. Δεν έχουμε ιδιαίτερες πληροφορίες για τα παιδικά χρόνια του Γώγου, πέρα από το ότι κύλησαν μέσα σε συνθήκες εξαιρετικής στέρησης. Ο λόγος δεν ήταν τόσο η γενικότερη ένδεια των πρώτων προσφυγικών χρόνων, όσο η ιδιοσυγκρασία του πατέρα του, του Σταύρη, ο οποίος ήταν από τη φύση του η ενσάρκωση της καλλιτεχνικής ανεμελιάς και αφιλοχρηματίας. Η οικογένειά ήταν μια από τις φτωχότερες της Καλαμαριάς, κάτι ωστόσο που δεν εμπόδιζε το Σταύρη να εξαφανίζεται με τις ημέρες, να γλεντά με την παρέα του σε κάποιο ποντιακό χωριό και τέλος να επιστρέφει μετά από καιρό, τις περισσότερες φορές χωρίς δεκάρα στην τσέπη. Οταν μάλιστα τύχαινε η πολυήμερη διασκέδαση να είχε και κάποιο

οικονομικό αντίκρισμα, πράγμα μάλλον σπάνιο για εκείνες τις εποχές της γενικότερης φτώχειας, ο εκ πεποιθήσεως γλεντοκόπος Σταύρης φρόντιζε να κρύβει τις εισπράξεις του σε μια παλιά εφημερίδα καταχωνιασμένη σε κάποια άκρη της παράγκας, μην τύχει και τις βρει η κυρά Κίτσα, η γυναίκα του. Αυτή η ανάμνηση των στερήσεων των παιδικών του χρόνων και η αντίθεση προς τον μποέμικο χαρακτήρα του πατέρα του (σε συνδυασμό ίσως και με την έλλειψη αδερφών, αλλά και γενικότερα οποιουδήποτε στενού συγγενούς πέρα από τους γονείς του) αποτέλεσαν τους βασικούς παράγοντες που διαμόρφωσαν τον εξαιρετικά κλειστό και εσωστρεφή χαρακτήρα του Γώγου, που θα τον συνόδευε σε ολόκληρη τη ζωή του. Μολονότι ήταν γιος του πιο γνωστού λυράρη της εποχής του, οι πρώτες απόπειρες να πάρει τη λύρα στα χέρια του έγιναν υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας. Ο λόγος ήταν η απόλυτη αντίθεση της μάνας του, η οποία κουρασμένη από τις δυσκολίες της ζωής της δίπλα στο Σταύρη, δεν ήθελε με κανένα τρόπο να ακολουθήσει το μοναχοπαίδι της τα χνάρια του πατέρα του. Δεν ξέρουμε τι έκανε και πως τα κατάφερε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι χάρη στη σπάνια μουσική μεγαλοφυΐα του, πολύ σύντομα ο νεαρός Γώγος εξελίχθηκε σε μεγάλο λυράρη, σαφώς ανώτερο από τον πατέρα του, που αγνοούσε προς το παρόν το κρυφό πάθος του γιού του για τη λύρα. Σύμφωνα μάλιστα με ένα από τους πολλούς ανεπιβεβαίωτους μύθους, που αναπτύχθηκαν γύρω από τη ζωή του «Πατριάρχη», η αποκάλυψη της πραγματικότητας φαίνεται πως έγινε με έναν μάλλον επεισοδιακό τρόπο: κάποιο βράδι που ο Σταύρης γύριζε με την παρέα του παίζοντας και τραγουδώντας στους δρόμους της Καλαμαριάς, άκουσε τον ήχο μιας λύρας, που όμοιά της δεν είχε ξανακούσει. Εκανε νήμα στην παρέα του να σταματήσει και αφουγκράστηκε για λίγη ώρα τον άγνωστο λυράρη. Οταν οι δύο παρέες συναντήθηκαν, ο Σταύρης διαπίστωσε έκπληκτος ότι ο λυράρης που τον είχε τόσο εντυπωσιάσει, δεν ήταν άλλος από το νεαρό Γώγο, που διασκέδαζε με μια παρέα συνομηλίκων του. Πλησίασε το γιο του, που έτρεμε από το φόβο του, τον κοίταξε αυστηρά και του άστραψε ένα μεγαλοπρεπές χαστούκι. Υστερα χαμογέλασε συγκαταβατικά, λέγοντας του γεμάτος περηφάνια: «αρ’ ατώρα κωλόπαιδον παίξον!» Από τη στιγμή εκείνη θα παραχωρήσει αθόρυβα την πρωτοκαθεδρία στο γιό του. Θα συνεχίσει τα ατέλειωτα ξενύχτια με τους φίλους του, όταν όμως τον καλούν να παίξει σε κάποιο γάμο θα δείχνει το Γώγο λέγοντας, «επάρ’τεν τον παιδάν. Ας σ’ εμέν’ καλλίον παίζ’…»

Ο Γώγος προπολεμικά στην Καλαμαριά 7


Στην ταβέρνα του Κοσμά. Καλαμαριά 1947.

Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη εκδοχή. Σύμφωνα με αυτή ο Σταύρης, όχι μόνον γνώριζε ή και ενθάρρυνε το πάθος του γιού του για τη λύρα, αλλά και ανέλαβε να τον μυήσει ο ίδιος στα μυστικά της ποντιακής μουσικής. Κάποιοι μάλιστα παλαιότεροι υποστήριζαν ότι, ακολουθώντας τη γνωστή διδακτική μέθοδο της παλιάς σχολής, συνήθιζε να δένει το χέρι του Γώγου στην καρέκλα, για να αναγκαστεί ο μικρός λυράρης να εξασκηθεί στο σπάσιμο του καρπού του δεξιού του χεριού. Το 1940 ο Γώγος θα στρατευτεί και θα υπηρετήσει τη θητεία του στα Αλβανικά βουνά. Από διηγήσεις παλαιών συμπολεμιστών του ξέρουμε ότι θα πάρει μαζί του στο μέτωπο τη λύρα του. Αμέσως μετά θα αρχίσει η περίοδος της Κατοχής, κατά την οποία η οικογένεια θα περάσει ακόμη πιο δύσκολες μέρες. Πολλές φορές ο Σταύρης θα αναγκαστεί να ταξιδέψει υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες σε χωριά της Μακεδονίας, όπου είχαν εγκατασταθεί παλαιοί φίλοι και συγχωριανοί του από την πατρίδα, προκειμένου να εξασφαλίσει λίγο ψωμί για την οικογένειά του. Αλλά και ο Γώγος, ώριμος πλέον λυράρης, θα πάρει το δικό του δρόμο. Το φοβερό χειμώνα του 1941 θα τον περάσει στη Νέα Σάντα Κιλκίς δίπλα σε μακρινούς συγγενείς του πατέρα του. Για να εξοικονομήσει τα προς το ζην θα ασκήσει το επάγγελμα του κουρέα (αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο μέχρι το θάνατό του η αστυνομική του ταυτότητα θα αναγράφει «επάγγελμα κουρεύς»). Την ίδια περίπου περίοδο θα ασχοληθεί και με μία άλλη μεγάλη του αγάπη σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό: το τρίχορδο μπουζούκι και το ρεμπέτικο, που δειλά-δειλά αρχίζει την εποχή 8

αυτή να μετασχηματίζεται σε λαϊκό τραγούδι. Σύμφωνα με έναν ακόμη ανεπιβεβαίωτο μύθο της εποχής θα γνωρίσει το Βασίλη Τσιτσάνη, που υπηρετεί στο Τάγμα Τηλεγραφητών Θεσσαλονίκης. Λέγεται μάλιστα ότι ο Τσιτσάνης εντυπωσιάστηκε από τη δεξιοτεχνία του νεαρού Καλαμαριώτη, αλλά τον συμβούλεψε να επιμείνει με τη λύρα, γιατί και η περιοχή ήταν γεμάτη πρόσφυγες και το μεροκάματο με το μπουζούκι ακόμη επισφαλές. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του το 1949 ο Γώγος θα παραμείνει ο απόλυτος κυρίαρχος στο χώρο της ποντιακής μουσικής. Κάπου εκεί, στο δεύτερο μισό της ταραγμένης δεκαετίας του ‘40, θα αρχίσει και η ιστορική συνεργασία του με την Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης, που θα διαρκέσει μέχρι και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘70. Ο στενός συνεργάτης του Χαράλαμπος Εφραιμίδης θυμάται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από την έναρξη αυτής της συνεργασίας. Πρόκειται για την πρώτη μεταπολεμική «χοροεσπερίδα» της Ευξείνου Λέσχης σε κεντρικό ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης. Η Λέσχη είναι την εποχή εκείνη ένα κλειστό κλαμπ επιστημόνων, μεγαλεμπόρων και επιφανών στελεχών της ποντιακής αστικής τάξης και ο ετήσιος χορός της σημαντικό κοσμικό γεγονός (οπότε και το βραδινό ένδυμα περίπου αυτονόητο). Το πιο επίσημο όμως ρούχο που διαθέτει την εποχή εκείνη ο Γώγος είναι ένα χοντρό μάλλινο ζιβάγκο! Μετά από μια πρόχειρη σύσκεψη στην είσοδο του ξενοδοχείου θα δοθεί η λύση: ο Γώγος και ο νεαρός Εφραιμίδης, που θα τον συνοδέψει στο τραγούδι, θα μπουν από την πίσω πόρτα του ξενοδοχείου και διαμέσου της κουζίνας θα οδηγηθούν στο παλκοσένικο (που κατά


Τη δεκαετία του ‘60 πίσω από τον Ι. Ν. Μεταμορφώσεως στην Καλαμαριά

τη μόδα της εποχής διαθέτει ένα περίτεχνο περιτείχισμα), ώστε να μην αντιληφθούν οι καλεσμένοι το ταπεινόν της περιβολής τους. Είναι βλέπετε η εποχή που η ποντιακή μουσική και γενικότερα ο λαϊκός μας πολιτισμός παραμένουν αποκλειστικό προνόμιο των φτωχών! Το 1950 ο Γώγος θα παντρευτεί την επίσης Καλαμαριώτισα Ελισσάβετ Μπαλκουζίδου με τυπικό μεν κουμπάρο τον τότε πρόεδρο της Λέσχης Μουμτζίδη, ουσιαστικό δε την ίδια την Λέσχη, αφού μετά τη στέψη στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως στην Καλαμαριά το γαμήλιο γλέντι θα γίνει στην αίθουσα της Ευξείνου Λέσχης στη Βενιζέλου με «χορηγό» την ίδια τη Λέσχη. Καθώς ποντιακά κέντρα διασκέδασης την εποχή αυτή δεν υπάρχουν, η βασική πηγή βιοπορισμού για το Γώγο και την οικογένειά του, που ενισχύεται με την έλευση τριών γιών, του Σταύρου, του Σάββα και του Κωνσταντίνου, θα είναι προς το παρόν οι γάμοι και οι διασκεδάσεις στην Καλαμαριά και στα γύρω ποντιακά χωριά (Ωραιόκαστρο, Πανόραμα, Θέρμη). Η συνεργασία του με την Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης θα δώσει μια μικρή τόνωση στα οικονομικά της οικογένειας. Πέρα από ένα μικρό βοήθημα που θα λαμβάνει για να συνοδεύει το χορευτικό συγκρότημα της Λέσχης και να συμμετέχει στη ραδιοφωνική της εκπομπή, θα λαμβάνει και μια κατ’ αποκοπή αμοιβή για κάθε παράσταση του θεατρικού της τμήματος, το οποίο κάνει την εποχή εκείνη ένα δυναμικό ξεκίνημα. Φαίνεται πως οι συχνές παραστάσεις στο Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, ενέτειναν ακόμη

περισσότερο τη φήμη του. Σε δημοσίευμα ποντιακού περιοδικού του 1950, με αφορμή κάποια παράσταση του θεατρικού τμήματος της Λέσχης στην Αθήνα, διαβάζουμε «στη λύρα ο Γώγος» χωρίς καμία περιττή επεξήγηση, ενώ η φωτογραφία του είναι μία από τις λίγες ατομικές φωτογραφίες μελών του θεατρικού ομίλου της Λέσχης, που δημοσιεύει το περιοδικό. Είναι ήδη ο «Πατριάρχης», άσχετα αν δεν του έχει αποδοθεί ακόμη ο τίτλος του. Από τη συνεργασία του με την Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης ο Γώγος θα αποκομίσει και μερικά ακόμη ευεργετήματα. Κατ’ αρχήν θα του εξασφαλιστεί μια άδεια μικροπωλητού στην αγορά Μοδιάνο και για μερικά χρόνια θα διατηρεί έναν πάγκο με λαχανικά, από τον οποίο θα συμπληρώνει το οικογενειακό του εισόδημα. Αργότερα, ύστερα από μεσολάβηση της Λέσχης προς τον Πόντιο υπουργό Βορείου Ελλάδος Λεωνίδα Ιασωνίδη, το οικόπεδο με την παράγκα, το οποίο είχαν λάβει οι γονείς του ως αστικώς αποκατασταθέντες, θα αντικατασταθεί με ένα άλλο στο κέντρο της Καλαμαριάς με την αιτιολογία ότι «είναι ο λυράρης της Καλαμαριάς και πρέπει να βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως, για είναι πάντα στη διάθεση των κατοίκων της για τους γάμους και τις βαπτίσεις τους». Το 1950, σε ηλικία 33 ετών ο Γώγος κάνει την πρώτη του εμφάνιση στη δισκογραφία με δύο δίσκους γραμμοφώνου των 78 στροφών σε συνεργασία με μια θρυλική μορφή του ποντιακού θεάτρου, το Νίκο Σπανίδη. Σε αυτούς τους δίσκους -που σημειωτέον χρονικά απέχουν ελάχιστα από την αντίστοιχη απόπειρα του πατέρα του- βρίσκουμε τα πρώτα ψήγματα του νέας 9


10


τεχνοτροπίας, που εισήγαγε ο Γώγος. Παρά τις εμφανείς επιρροές από το μουσικό ύφος του πατέρα του (ιδίως στη «Λεγνέσα», την οποία παίζει και τραγουδά ο ίδιος ο Γώγος), το παίξιμο του είναι εμφανώς αρτιότερο, οι τοξαριές του σταθερότερες, στιβαρές και ξεκάθαρες, ο σεβασμός προς όλο εκείνο το άτυπο σύστημα των δρόμων και των κανόνων που ήδη ακολουθεί και θα τελειοποιήσει αργότερα, σχεδόν υποδειγματικός. Ωστόσο η στιγμή της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας θα έρθει λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Γώγος θα γνωρίσει και θα συνεργαστεί με ένα νεαρό τραγουδιστή με ιδιόρρυθμη φωνή από την Οινόη Κοζάνης. Το όνομα αυτού Χρύσανθος Θεοδωρίδης. Για πρώτη φορά δίπλα στον μεγάλο λυράρη θα σταθεί ένας εξίσου μεγάλος τραγουδιστής, τα φωνητικά και ερμηνευτικά προσόντα του οποίου ξεπερνούν κατά πολύ τα δεδομένα της εποχής. Η συνεργασία τους θα παραμείνει ιστορική και μολονότι θα διαρκέσει πολύ λιγότερο από ότι ο απόηχός της, θα αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην πορεία της ποντιακής μουσικής. Γώγος και Χρύσανθος θα φωνογραφήσουν δύο δίσκους των 78 στροφών, ενώ πολύ γρήγορα θα αρχίσουν να εμφανίζονται μαζί στα πρώτα ποντιακά κέντρα, που από τα μέσα της δεκαετίας του ‘60 θα αρχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους στη Θεσσαλονίκη.

μια ανοδική πορεία, που θα ξεκινήσει από καφενεία και ταβέρνες της εποχής για να καταλήξει στα μεγάλα ποντιακά κέντρα διασκέδασης, όπως περίπου τα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Πρώτος σταθμός αυτής της πορείας θα είναι το εξοχικό κεντράκι του «Μεταξά» στην Πολίχνη, όπου η συνεργασία τους (που απ’ ότι φαίνεται ποτέ δεν ήταν ανέφελη) θα διακοπεί προσωρινά. Αργότερα με τη μεσολάβηση κοινών φίλων θα επανασυνδεθούν και θα συνεχίσουν τις κοινές εμφανίσεις τους στη «Μπουάτ» του Νίκου Παπαδόπουλου στη Σταυρούπολη, που θεωρείται από πολλούς ως το πρώτο «καθαρόαιμο» ποντιακό κέντρο διασκέδασης, απ’ αυτά που πολύ γρήγορα θα αρχίσουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια σε ολόκληρη τη Δυτική Θεσσαλονίκη. Παράλληλα με τις εμφανίσεις στα νυχτερινά κέντρα, θα αρχίσουν και τα ταξίδια στο εξωτερικό, με πρώτο εκείνο του 1971 στις ΗΠΑ. Ο Χρύσανθος θα παραμείνει μόνο για ένα μήνα, ο Γώγος όμως θα κάνει περισσότερη υπομονή, για να επιστρέψει μετά από μερικούς μήνες με αρκετές χιλιάδες δολάρια ραμμένα στη φόδρα του παλτό του. Με αυτά τα χρήματα θα χτίσει στη θέση της παλιάς μονοκατοικίας της οδού Μεταμορφώσεως ένα εντυπωσιακό για τη εποχή τριώροφο με ένα σύγχρονο κατάστημα στο ισόγειο. Τον επόμενο χρόνο θα ταξιδέψει -πάλι με το Χρύσανθο- στη Γερμανία και το μεθεπόμενο στην Αυστραλία. Τα δύσκολα χρόνια έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Η επιτυχία

Γώγος - Χρύσανθος. Αμερική 1971

Μέχρι την εμφάνιση των πρώτων ποντιακών κέντρων η βασική πηγή εσόδων για το Γώγο ήταν οι γάμοι και οι διάφορες λαϊκές διασκεδάσεις. Ξέρουμε ότι αρκετές φορές στο παρελθόν είχε κάνει μεμονωμένες εμφανίσεις σε μικρά μαγαζιά - προπομπούς των σημερινών ποντιακών κέντρων διασκέδασης. Ο αείμνηστος ηθοποιός του ποντιακού θεάτρου Μιχάλης Κυνηγόπουλος θυμόταν ότι η οικογένειά του είχε ανοίξει τα τελευταία χρόνια της κατοχής μια μικρή ταβέρνα στην πόλη του Κιλκίς, στην οποία δύο ή τρεις φορές είχαν καλέσει το Γώγο. Επίσης μεταπολεμικά είχε παίξει στην ταβέρνα του «Καναδά» στην Καλαμαριά (που ανήκε στον πατέρα του γνωστού λυράρη Παναγιώτη Ασλανίδη), όπως επίσης και στην ταβέρνα που ο ίδιος ο Γώγος άνοιξε και διατήρησε για μερικά χρόνια στην Καλαμαριά. Με το Χρύσανθο θα ξεκινήσουν

Από τις πάμπολλες ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις αυτής της εποχής, που σώζονται μέχρι τις μέρες μας, διαπιστώνουμε ότι το ρεπερτόριο του έχει αρχίσει πλέον να διευρύνεται. Πέρα από τα συνήθη μη ποντιακά κομμάτια (λαϊκά, δημοτικά ή ακόμη και «ευρωπαϊκά»), που αποτελούσαν ανέκαθεν για το Γώγο προνομιακό πεδίο επίδειξης της δεξιοτεχνίας του, θα αρχίσει σιγά-σιγά να παίζει και μερικά από τα λεγόμενα «νεοποντιακά», που ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του ‘70 θα κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους. Πρόκειται για την πιο κρίσιμη φάση της ιστορίας του ποντιακού τραγουδιού. Η εμφάνιση στο προσκήνιο μιας νέας γενιάς Ποντίων, που δεν είχε ούτε τα βιώματα, ούτε τη διάθεση, ούτε ίσως και την αισθητική να ακολουθήσει τις μουσικές παρακαταθήκες των παλαιότερων, σε συνδυασμό και με 11


την ανάγκη μουσικής έκφρασης του κοινωνικού φαινομένου της μετανάστευσης, που βρίσκεται την εποχή αυτή στη μεγαλύτερή του έξαρση αποσυντονίζοντας κάθε ποντιακή αγροτική κοινότητα, θα θέσουν το παραδοσιακό ποντιακό τραγούδι σε ένα πολυετές περιθώριο με ορατό τον κίνδυνο της εξαφάνισής του. Αν θέλουμε ωστόσο να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Γώγος δεν πρωταγωνίστησε σε αυτή την εξέλιξη. Ως επαγγελματίας ακολούθησε τις τάσεις της εποχής του, έπαιξε πολλά νεοποντιακά τραγούδια -κυρίως γιατί τα ζητούσε ο κόσμος, ίσως μάλιστα και κάποια από αυτά να τα αγάπησε πραγματικά- αλλά σε αντίθεση με πολλούς από τους νεώτερους του λυράρηδες δεν απομακρύνθηκε ούτε για μια στιγμή από το βασικό του αντικείμενο, που δεν ήταν άλλο από την μουσική παράδοση του Πόντου (κυρίως του Ανατολικού), την οποία υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή. Τώρα πλέον οι προτάσεις για εμφανίσεις σε διάφορα κέντρα διαδέχονται η μία την άλλη. Η «Μπουάτ», το «Ακροπόλ» στο Δερβένι, το παλιό «Κορτσόπον» στην Αθήνα, η «Ψάθα» στην περιοχή της Θέρμης, το κέντρο της Σοφίας Παπαδοπούλου στη Βέροια και η «Λεμόνα» στη Σταυρούπολη είναι τα κέντρα στα οποία θα εμφανιστεί μέχρι το θάνατό του. Μετά το Φίκο Καλιφατίδη, το Γιάννη Δαμιανίδη, το Χαράλαμπο Εφραιμίδη, τον Τάκη Σαχινίδη και τους άλλους παραδοσιακούς τραγουδιστές, που συνερ-γάστηκαν μαζί του στις ραδιοφωνικές εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης, μια νέα γενιά επαγγελματιών τραγουδιστών θα κάνει την εμφάνισή της στο ποντιακό παλκοσένικο δίπλα του. Οι Γιώργος Κουσίδης, Γιώργος Εμμα-νουηλίδης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Θέμης Ιακωβίδης, Στάθης Νικολαΐδης και Κώστας Καραπαναγιωτίδης είναι μερικοί μόνο από αυτούς.

Η Δισκογραφία Προκαλεί εντύπωση η εξαιρετικά περιορισμένη ενασχόληση του με τη δισκογραφία. Μετά τους δίσκους γραμμοφώνου με το Σπανίδη και το Χρύσανθο, θα ακολουθήσει μια πολυετής αποχή από τη δισκογραφία. Μόλις στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 θα ηχογραφήσει για λογαριασμό της VERAN τρεις ανεπανάληπτους δίσκους των 45 στροφών, στους οποίους παίζει και τραγουδά ο

12

Γώγος - Γιώργος Κουσίδης στη «Λεμόνα»

ίδιος (αργότερα η εταιρεία θα συμπεριλάβει τα έξι αυτά τραγούδια, μαζί με άλλα τρία δισκάκια των Χρήστου Μπαϊρακτάρη και Παύλου Τορνικίδη σε ένα ενιαίο άλμπουμ υπό τον αλλοπρόσαλλο τίτλο «Η Ωραία Φλώρινα»). Τέλος το 1982, δηλαδή δύο μόλις χρόνια πριν από το θάνατο του, θα ηχογραφήσει για λογαριασμό της εταιρείας VASIPAP το κύκνειο άσμα του, τον κλασσικό πλέον δίσκο με το σημερινό νομάρχη Ημαθίας Κώστα Καραπαναγιωτίδη, που θεωρείται από πολλούς ως ο εμπορικότερος ποντιακός δίσκος όλων των εποχών. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η δυσανάλογη σε σχέση με τη γενικότερη προσφορά του δισκογραφική του παραγωγή, οφείλεται στο μόνιμο άγχος του να εμποδίσει τους επίδοξους μιμητές του να αντιγράψουν τα επιτεύγματα της φαντασίας του. Είναι αλήθεια ότι από ένα σημείο και πέρα όλοι ανεξαιρέτως οι επαγγελματίες λυράρηδες της εποχής τον αντέγραψαν με εξαιρετική επιμέλεια, όπως επίσης είναι αλήθεια ότι λίγα πράγματα ενοχλούσαν τον Πατριάρχη περισσότερο από αυτήν την αναπόφευκτη πραγματικότητα. Αυτός ωστόσο δεν ήταν και ο μόνος λόγος της περιορισμένης ενασχόλησής του με τη δισκογραφία: έχοντας πλήρη επίγνωση της μοναδικότητας του απαιτούσε από τις δισκογραφικές εταιρίες να πληρώνεται «κατ’ αποκοπή», και όχι με ποσοστά, όπως οι υπόλοιποι καλλιτέχνες της εποχής του, απαίτηση που δεν γινόταν πάντα εύκολα αποδεκτή. Αυτό ωστόσο δε σημαίνει ότι δεν έχουμε στη διάθεσή μας επαρκή τεκμήρια της μοναδικότητάς του. Πέρα από τις ελάχιστες επίσημες δισκογραφικές εμφανίσεις του, στα χέρια πολλών θαυμαστών


του βρίσκονται εκατοντάδες ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις από ραδιοφωνικές εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης, από «μουχαπέτια» και από εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Λέγεται ότι μόνο το προσωπικό αρχείο του παλαιού συνεργάτη του Τάκη Σαχινίδη, που θεωρείται ο κορυφαίος συλλέκτης σπάνιων ηχογραφήσεων του «Πατριάρχη», αριθμεί περισσότερες από 400 ώρες τέτοιων ανέκδοτων ηχογραφήσεων!

Το τέλος Οι αρχές της δεκαετίας του ‘80 θα βρουν το Γώγο στο απόγειο της δόξας του. Τώρα πια ο τίτλος του «Πατριάρχη της λύρας», που του αποδόθηκε πριν από χρόνια από κάποιο φανατικό θαυμαστή του, έχει γίνει συνώνυμος του ονόματός του. Ωστόσο, η καλλιτεχνική παντοκρατορία του δεν θα αλλάξει ούτε κατ’ ελάχιστο την καθημερινότητά του. Οι φίλοι του θα τον θυμούνται ως ένα εξαιρετικά σοβαρό και λιγομίλητο άνθρωπο, ένα φιλήσυχο οικογενειάρχη κι ένα υποδειγματικό πατέρα (αλλά και αφανή λάτρη του ωραίου φύλου). Τελείωνε αργά το πρωί από τα κέντρα όπου εμφανιζόταν, και μετά από μία απαραίτητη στάση στην Εγνατία για τον καθιερωμένο πρωινό πατσά (μια από τις μεγάλες γαστριμαργικές του αδυναμίες), αλλά και την εξίσου απαραίτητη στάση για ένα κεράκι στην Παναγία Δέξια, έφτανε στην Καλαμαριά τις πρώτες πρωινές ώρες. Ωστόσο σπάνια πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι του. Τις περισσότερες φορές καθόταν στο μικρό καφενεδάκι απέναντι από το σπίτι ή, αν αυτό δεν είχε ακόμη ανοίξει, σ’ ένα παγκάκι και περίμενε να περάσει η ώρα, για να μην ξυπνήσει τους τρεις γιους του, που ήταν η μεγάλη του αδυναμία! Τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια για την υγεία του Γώγου

Η τελευταία φωτογραφία: ο Γώγος με τους Στέφανο Χαλκίδη (αριστερά) και Κώστα Σανίδη (με τη λύρα), σημερινό δήμαρχο Ελλησπόντου Κοζάνης

άρχισαν να εμφανίζονται την εποχή που εμφανιζόταν στη «Λεμόνα» των αδερφών Δημητριάδη. Η διάγνωση των γιατρών δεν αφήνει καμία ελπίδα: «καρκίνος του παχέως εντέρου». Οι επόμενοι μήνες θα είναι εξαιρετικά βασανιστικοί για το Γώγο. Εμφανώς καταβεβλημένος θα συνεχίσει να εμφανίζεται για λίγο ακόμη στη «Λεμόνα», ώσπου θα αναγκαστεί να αποσυρθεί, για να τραβήξει το γολγοθά του. Θα αρχίσει να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία μέχρι τη στιγμή της τελικής κατάπτωσης, οπότε και θα μεταφερθεί στο σπίτι του στην Καλαμαριά. Ο γιος του Σάββας διηγείται ένα συγκλονιστικό περιστατικό. Λίγες εβδομάδες πριν πεθάνει και ενώ είναι πλέον κατάκοιτος, θα ζητήσει να του φέρουν τη λύρα του, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Θα ανασηκωθεί στο κρεβάτι του, θα πάρει τη λύρα στα χέρια του και θα παίξει. Και όχι μόνο θα παίξει, αλλά για μία ακόμη φορά θα συγκλονίσει. Κι ενώ ολόκληρη η οικογένεια θα προσπαθεί να κρύψει τα δάκρυά της, ο μεγάλος του γιος, ο Σταύρος, που την ώρα εκείνη μελετούσε με το μπουζούκι του σε ένα διπλανό δωμάτιο, θα ανοίξει το μαγνητόφωνο και θα ηχογραφήσει το συγκλονιστικό αποχαιρετισμό του μεγάλου καλλιτέχνη. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το βράδι της Μεγάλης Παρασκευής του 1984, ο Γώγος Πετρίδης θα περάσει στην αιωνιότητα. Θα πεθάνει ήρεμος στην αγκαλιά του γιου του Σάββα, έχοντας γύρω του την οικογένειά του. Παρουσία πλήθους κόσμου και υπό τον ήχο της λύρας του μικρότερου γιου του, του Κώστα, θα ταφεί στο κοιμητήριο της Καλαμαριάς, στον ίδιο ακριβώς χώρο όπου 35 χρόνια νωρίτερα είχε αποχαιρετίσει και ο ίδιος με τη λύρα του το δικό του πατέρα, το Σταύρη.

Το άρθρο αυτό γράφτηκε με βάση πληροφορίες που έδωσε ο γιος του Γώγου Σάββας Πετρίδης και πλήθος φίλων και θαυμαστών του. Κυρίως όμως βασίστηκε στη ζωηρή ανάμνηση των παλαιότερων πολύωρων συζητήσεων που είχαμε γύρω από το πρόσωπο του Γώγου με τους Χρύσανθο Θεοδωρίδη, Τάκη Σαχινίδη, Χαράλαμπο Εφραιμίδη, Νίκο Σπυριδόπουλο, Παναγιώτη Ασλανίδη, Σοφοκλή-Φίκο Τσιρκινίδη κ.α. Πηγή φωτογραφιών: προσωπικό αρχείο Σάββα Πετρίδη Σε συναυλία με την Λιζέττα Νικολάου και τον Κωστίκα Τσακαλίδη 13


Γώγος Πετρίδης O Πατριάρχης της λύρας του Πόντου Γώγος Πετρίδης ήταν γιος του Σταύρη Πετρίδη, ενός από τους πιο διάσημους λυράρηδες και τραγουδιστές του Πόντου. Ο Γώγος όχι μόνο συνεχίζει τις παραδόσεις του πατέρα του αλλά -εμποτισμένος πια με τα ακούσματα της Ελλάδας- ανεβάζει τεχνικά την ποντιακή λύρα στα ύψη. Εχει εκ φύσεις εξαιρετικά μουσικά χαρίσματα και απορροφάει όλα τα μηνύματα από την ποντιακή παράδοση. Παράλληλα με την λύρα μαθαίνει να παίζει καταπληκτικά και μπουζούκι. Η ανεπανάληπτη δεξιοτεχνία του στην λύρα και η ιδιαίτερη ικανότητά του να περνάει μέσω της λύρας όλα τα γύρω του ακούσματα ανοίγει τους ορίζοντες για την χρήση του οργάνου αυτού. Το άνοιγμα του Γώγου αφορά όχι μόνο τις τεχνικές τις λύρας, αλλά και το ρεπερτόριό της. Αυτός παίζει πάνω στην λύρα και αλλά είδη μουσικής, όπως λαϊκή, ευρωπαϊκή, δημοφιλείς χορούς της εποχής κ.α. Αυτά τα ανοίγματα του Γώγου, στα μη ποντιακά ακούσματα, έχουν παρεξηγηθεί από μερικούς ως αλλοίωση της παράδοσης και του παραδοσιακού τρόπου χρήσης της ποντιακής λύρας. Παρακάτω θα μιλήσουμε για τα αίτια της εξέλιξης αυτής των τεχνικών του Γώγου. Στα χρόνια της ωρίμανσης του Γώγου ως μουσικού -από την δεκαετία του ’50 και μετά- στην Ελλάδα αρχίζει να ακούγεται

Ο

η ποντιακή μουσική πρώτα από τα ραδιόφωνα και αργότερα μπαίνει και στα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως με βασικό μουσικό όργανο τη λύρα του Πόντου. Σ’ αυτά γεννιούνται οι πρώτοι επαγγελματίες Πόντιοι καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Γώγος ήταν πρωτοπόρος. Αυτή η δουλειά είχε τις προκλήσεις της - για την ικανοποίηση των γούστων των πελατών των μαγαζιών χρειαζόταν εκτός του ποντιακού ρεπερτορίου να παίζονται κατά παραγγελία και γνωστά κομμάτια της εποχής αυτής που είναι και ευρωπαϊκά βαλς και ταγκό, τα μπουζουκοτράγουδα: ζεϊμπέκικο και χασαποσέρβικο και πολλά αλλά. Ο Γώγος ήταν ο πρώτος που χάρη στο ταλέντο του έκανε αυτό το άνοιγμα εξαιρετικά - από την μία ικανοποιώντας τους πελάτες των μαγαζιών, αλλά από την άλλη αποδεικνύοντας τις άγνωστες μέχρι τότε δυνατότητες της ποντιακής λύρας. Ο Γώγος εξασκούσε το επάγγελμα του μουσικού αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε της ρίζες του, παίζοντας εκπληκτικά την δημώδη παράδοση του Πόντου σε γάμους, πανηγύρια και συνεργάζεται με ποντιακούς συλλόγους. Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που μας άφησε ο Γώγος, πρέπει πρώτα να αξιολογήσουμε τα επιτεύγματα των λυράρηδων της εποχής προτού την έντονη παρουσία του. Το θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλο και -για οικονομία χώρου- δεν

∆υο λέξεις στη μνήμη των 25 χρόνων από το θάνατο του μεγάλου Γώγου ικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, ένα τέταρτο αιώνα, πέρασαν από τότε που ο ποντιακός κόσμος έχασε τον Ορφέα του, τον μεγαλύτερο λαϊκό μουσικό που γέννησε αυτή η ράτσα. Μεγάλη τιμή να μου ζητηθεί να καταθέσω και εγώ ο ελάχιστος τη μαρτυρία μου και την καρδιά μου στη μνήμη του μεγάλου μας βάρδου, του ανεπανάληπτου Γώγου, του «πατριάρχη της ποντιακής λύρας». Μεγάλη τιμή, αλλά ταυτόχρονα και μεγάλο βάρος, μεγάλη ευθύνη. Πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος, όταν προσεγγίζεις έναν μύθο, έναν θρύλο, είτε να οδηγηθείς σε υπερβολές, είτε θέλοντας να τις αποφύγεις, να αδικήσεις σφόδρα την ουσία και την αλήθεια. Με τον Γώγο βέβαια δεν κινδυνεύεις απ’ το πρώτο, γιατί ο ίδιος κατέκτησε την «υπερβολή». Κινδυνεύεις σίγουρα να τον αδικήσεις, θέλοντας και μη. Γώγος! Η ταυτότητα του βέβαια έγραφε «Γεώργιος Πετρίδης του Σταύρου». Ποιος όμως τον προσφώνησε ποτέ «κ. Πετρίδη»; Κανείς. Μα τα σύμβολα δεν χρειάζονται περίσσια προσδιοριστικά στοιχεία. Στις απάτητες κορυφές οι άνθρωποι δίνουν δικές τους ονομασίες, για να ξεχωρίζουν. Οταν λέμε «Μήτικας», ξέρουμε ότι είναι η ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου. Δεν θα πούμε ποτέ ο Μήτικας του Ολύμπου, φτάνει το Μήτικας. Φτάνει το Γώγος. Ναι,

Ε

14

είναι η απάτητη κορυφή της ποντιακής λύρας. Είναι ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με την ποντιακή μουσική, που την ανέδειξε, που την απέδωσε άρτια και ικανή να γραφτεί χωρίς κενά με οποιοδήποτε σύστημα, είτε του ευρωπαϊκού πενταγράμμου, είτε του Βυζαντινού τρόπου γραφής. Σ΄ αυτόν τον τομέα δυστυχώς υπάρχει μεγάλο έλλειμμα. Η παραδοσιακή μας μουσική δεν έχει μελετηθεί σχεδόν καθόλου πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Κι όταν λέω να μελετηθεί, εννοώ όχι για να προβάλλει τις μουσικές ικανότητες των μελετητών (μουσικές και όχι μουσικολογικές), όπου υπεισέρχεται ο υποκειμενικός παράγοντας, αλλά να αναλυθεί μουσικολογικά η λαϊκή μας δημιουργία και οι φορείς της, να διασωθούν οι υπάρχουσες καταγραφές, να αναπαραχθούν και να διασωθούν. Τότε πιστεύω θα μάθουν, θα καταλάβουν, και οι νεότεροι, ποιά είναι αυτά τα στοιχεία που κάνουν όλους εμάς εκείνης της γενιάς και τους παλαιότερους να λατρέψουμε κάποιους ανθρώπους ως σύμβολα, να καταλάβουν γιατί είμαστε σήμερα ανικανοποίητοι. Συνήθως επικρατεί ο λόγος ότι «ουδείς αναντικατάστατος». Ναι, ίσως να ’ναι κι έτσι ή μάλλον να θέλουμε να ‘ναι έτσι, για να μπορούμε να πορευτούμε στη ζωή. Τα σύμβολα όμως κι αυτό που αντιπροσωπεύουν, παραμένουν,


μπορεί να αναλυθεί ολοκληρωμένα στο παρόν άρθρο. Θα μπορούμε όμως να κάνουμε μια μικρή σύγκριση του Γώγου με τον πατέρα του Σταύρη, που στην ουσία ήταν ένας από τους καλύτερους εκτελεστές στην ποντιακή λύρα της πρώτης γενιάς των προσφύγων. Από τις λίγες ηχογραφήσεις που μας έμειναν από τον Σταύρη ξεχωρίζουν οι εκτελέσεις των δύο τραγουδιών: «Αφήνω γεια σας άρχοντες» και «Τσάμπασι». Αυτές οι εκτελέσεις θα παραμείνουν στην ιστορία της ποντιακής μουσικής ως μοναδικά δείγματα της αυθεντικότητας και τελειότητας εκτέλεσης της δημοτικής ποντιακής μουσικής με την λύρα του Πόντου. Η μορφολογική ανάλυση των κομματιών μας δείχνει ότι αυτά αποτελούνταν από: • την εισαγωγή στα κομμάτια πάνω σε ρυθμό του κομματιού, • του κυρίως σώματος του τραγουδιού, • των γεφυρών ή «κλαδιών» μεταξύ των κουπλέ / ρεφρέν, • τις παραλλαγές των μελωδικών μοτίβων που παρατηρούνται στην μελωδία και στα «κλαδιά», • του αυτοσχεδιασμού πάνω στο βασικό ρυθμό του κομματιού. Από την ανάλυση αυτή παρατηρούμε την αυθόρμητη τάση του εκτελεστή στην δημιουργία πολυμερών μορφών. Η έκταση της λύρας περιορίζεται στην πρώτη θέση (μέχρι καθαρή τετάρτη από την ανοικτή χορδή - ΡΕ). Τα διαστήματα που χρησιμοποιούνται στην διπλοχορδία είναι τετάρτες, πέμπτες, έκτες (με ισοκράτη την χαμηλότερη χορδή) και σε παράλληλη κίνηση μόνο καθαρές τετάρτες.

γιατί κι αυτά τα χρειαζόμαστε για να δίνουμε περιεχόμενο και στόχους στη ζωή μας. Θέλω να πιστεύω ότι οι σημερινές μας αναφορές στον μεγάλο Γώγο ίσως γίνουν αφορμή να ασχοληθούν οι επιστήμονες μουσικολόγοι μας και τολμώ «να ρίξω το γάντι» στους φίλους μου Γαϊτανίδη Παύλο, Ματθαίο και Κώστα Τσαχουρίδη, Παύλο Τσακαλίδη αλλά και σε όποιον άλλον έχει την ικανότητα και τη διάθεση να ασχοληθεί με τη λύρα του Γώγου. Να κατανοήσουν και να βγάλουν πως ένα τρίχορδο όργανο, όταν τ’ άκουγες, νόμιζες ότι έχει πέντε και παραπάνω χορδές. Πώς, όταν έπαιζε ο Γώγος, νόμιζες ότι παίζουν δυο και παραπάνω λύρες ταυτόχρονα. Τον Γώγο τον γνώρισα από κοντά όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών στο «κέντρο Μεταξά» στην Πολίχνη, όπου έπαιζε με τραγουδιστή τον επίσης μεγάλο Χρύσανθο. Μέχρι τότε το μυθικό όνομα Γώγος ήταν για μας τα σχολιαρόπαιδα η καταφυγή της Τετάρτης στη ραδιοφωνική εκπομπή της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης. Αργότερα στην έκτη Γυμνασίου «μεταναστεύαμε» με τον φίλο μου και συμμαθητή μου Παναγιώτη Λαπαρίδη, καλή του ώρα, από τη γειτονιά μας στο Διοικητήριο στην Καλαμαριά με το αστικό λεωφορείο, για να πάμε να τον ακούσουμε στην ταβέρνα του, εκεί που ήταν και το σπίτι του. Η επιστροφή γινόταν τα μεσάνυχτα κατά ένα μεγάλο μέρος με τα πόδια ή με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του Ο.Α.Σ.Θ., που ήταν το μόνο που κυκλοφορούσε εκείνη την ώρα. Υστερα ήρθε το Τμήμα Νέων της Ευξείνου Λέσχης και οι εκπομπές της, από κοντά λοιπόν και λίγολίγο κι’ από μέσα σαν νεαρός ερασιτέχνης τραγουδιστής.

του Παύλου Ι. Τσακαλίδη ∆ιδάκτορα Μουσικής του Εθνικού Πανεπιστημίου Μουσικής του Βουκουρεστίου Δεν μπορούμε να πούμε τίποτα συγκεκριμένο για ρεπερτόριο του Σταύρη, άλλα γνωρίζουμε ότι συνήθως οι παλιοί οργανοπαίχτες είχαν περιορισμένο ρεπερτόριο, που ανταποκρινόταν στα κομμάτια της περιοχής που αυτοί γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν. Για να συγκρίνουμε τις τεχνικές του Σταύρη με του Γώγου θα πάρουμε τις γνωστές εκτελέσεις του τελευταίου που μπήκαν στην επίσημη δισκογραφία: τραγούδια όπως «Μοιρολόι», «Εμέν’ κ’ εσέν’ που θα χωρίζ’» (με τον Χρύσανθο στο τραγούδι), και οργανικά, όπως «Σαρικούζ», «Σιαμίλ Τας». Στο κομμάτι «Εμέν κ’ εσέν που θα χωρίς» ο Γώγος κινείται στα ίδια πλαίσια με τον Σταύρη διαφέρει μόνο η μελωδική φρασεολογία του και καλύτερη τεχνική απόδοση. Στο κομμάτι «Σαρικούζ» βλέπουμε η έκταση του οργάνου να ανοίγει μέχρι καθαρή πέμπτη στην πρώτη χορδή (ΜΙ στην πρώτη χορδή), εμφανίζεται ένα μέρος με την μελωδία σε μονοφωνική μορφή και το κομμάτι να έχει πολλά μέρη με παραλλαγές των μελωδικών μοτίβων. Στο κομμάτι «Μοιρολόι» η έκταση του οργάνου επίσης ανοίγει μέχρι καθαρή πέμπτη στην πρώτη χορδή, ενώ οι

του Μιχάλη Καραβέλα ∆ιπλ. Γεωπόνου του Α.Π.Θ Μέλους του ∆.Σ. της Ε.Λ.Θ. Ορόσημο για μένα για πολλά πράγματα, αλλά και σε σχέση με τη γνωριμία μου με τον Γώγο, ήταν το 1966, εικοσάχρονος φοιτητής, όταν μου ζητήθηκε από τον πρόεδρο της Ευξείνου Λέσχης, τον μεγάλο πόντιο Χαράλαμπο Κιαγχίδη, να αναλάβω μαζί με την Λίτσα Καλαϊδοπούλου την επιμέλεια της εκπομπής και να την μετατρέψουμε σε λαογραφική. Τίποτε δεν θα μπορούσε να γίνει απ’ όλα όσα έγιναν τότε χωρίς την μεγάλη συνδρομή και συμπαράσταση του Γώγου. Τι αρχείο κουβαλούσε αυτός ο άνθρωπος στο μυαλό του; Σε ποιόν «σκληρό δίσκο», όπως θα λέγαμε σήμερα, ήταν όλες αυτές οι καταγραφές; Πλούτος ατέλειωτος από σκοπούς αλλά και αυστηρά ταξινομημένους ταυτόχρονα: Κρωμέτ’κα, Σαντέτ’κα, Καρσλίδικα, Κιμισχαναλίδικα, Ματσουκάτ’κα, Σταυρέτ’κα, Μουζενίτ’κα, Σουρμενίτ’κα, Κερασουντέικα, Ορτουλούδικα κ.λ.π. Μα πάνω απ’ όλα, όλα τα δημοτικά ποντιακά τραγούδια. Πέντε αξέχαστα χρόνια μέχρι τη στράτευση μου. Ολα αυτά ανήκουν σ’ ολόκληρο τον ποντιακό κόσμο και όχι μόνο. Σήμερα πολλοί ικανοί λυράρηδες, θέλοντας να πρωτοτυπήσουν, υποτίθεται, αυτοπροβαλλόμενοι και ως

15


συνέχεια....

Γώγος Πετρίδης. O Πατριάρχης της λύρας του Πόντου

αυτοσχεδιασμοί πάνω στο θέμα γίνονται σε ελεύθερο ρυθμό (Ad libitum). Χρησιμοποιείται σε ευρύ κλίμακα το μονοφωνικό παίξιμο στη λύρα που συνδυάζεται σε μερικά σημεία με το διφωνικό. Ότι αφορά το κομμάτι «Σιαμίλ Τας», σ’ αυτό ο Γώγος χρησιμοποιεί περισσότερους νεωτερισμούς όπως: • την παράλληλη κίνηση -εκτός από καθαρές τετάρτες- τις τρίτες, • τις έκτες από τη δεύτερη θέση, • το άνοιγμα την έκταση της λύρας, παίζοντας στην τρίτη θέση της πρώτης χορδής (μέχρι το ΛΑ δεύτερης οκτάβας), • την εισαγωγή παίζει σε μορφή αυτοσχεδιασμού πάνω σε ελεύθερο ρυθμό, • «ενορχήστρωση» στο κομμάτι, αυτός διασπά το κομμάτι σε πολλά μέρη και προτείνει νέο μελωδικό υλικό εκτός του βασικού θέματος. Σ’ αυτό το κομμάτι ο Γώγος δίνει -μέσω της ενορχήστρωσης του- ένα χαρακτήρα που εν μέρει συγγενεύει με την δυτική κλασική μουσική. Μιλώντας για το ρεπερτόριο του Γώγου βλέπουμε ότι ήταν απεριόριστο, γιατί αυτός προσπαθεί να παίξει με την λύρα -εκτός από τα δημώδη άσματα και χορούς διαφόρων περιοχών του Πόντου- και άλλα μουσικά ακούσματα της εποχής. Οι τεχνικές του επεμβάσεις ανέδειξαν τις απεριόριστες δυνατότητες της λύρας ως μουσικού οργάνου. Ο Γώγος εισήγαγε νέες μελωδικές ιδέες, σταθεροποίησε το κούρδισμα στα «πατήματα» (τις θέσεις των δακτύλων), διαμόρφωσε τις μορφές εκτέλεσης των κομματιών, δίνοντας νέους τρόπους παιξίματος των «κλαδιών» και αυτοσχεδιασμών στα κομμάτια. Οι περισσότεροι οργανοπαίχτες της «μετά Γώγου εποχής»

σε μεγάλο έχουν επηρεασθεί από τον τρόπο παιξίματος του. Οι «διαφωνούντες» για την αξία της παρακαταθήκης του συνήθως φέρουν επιχειρήματα ότι αυτός εισήγαγε στις τεχνικές της λύρας νέες ιδέες, παρμένες από τις τεχνικές του μπουζουκιού, διεύρυνε το ρεπερτόριο της λύρας. Θα ήθελα να τονίσω ότι αυτά τα συμπληρώματα στις τεχνικές τις λύρας δεν άλλαξαν ριζικά την δημοτική παράδοση του Πόντου. Το παίξιμο του Γώγου σε περισσότερα δημοτικά κομμάτια παρέμεινε βασισμένο στις αρχές που του άφησε ο πατέρας του ο Σταύρης. Οι παρεμβάσεις του μπορούμε να θεωρούμε ως φυσιολογική εξέλιξη των τεχνικών της ποντιακής λύρας, που απαιτούσαν οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες. Αυτή η εξέλιξη αφορούσε μόνο το όργανο, αλλά όχι την δημοτική παράδοση του Πόντου, της οποίας ο Γώγος ήταν πιστός υπηρέτης μέχρι το τέλος της ζωής του. Η συμβολή του Γώγου στην διατήρηση, αλλά πιο πολύ στην ανάπτυξη των τεχνικών της λύρας του Πόντου, είναι ανεκτίμητη. Οι ανεξάντλητοι αυτοσχεδιασμοί του μέσα στα πλαίσια της ποντιακής μουσικής θα μπορούσαν να συγκριθούν με το μεγαλείο αυτοσχεδιασμών του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στην ευρωπαϊκή κλασική μουσική. Ενώ οι εξαίρετες του αποδόσεις στην τεχνική του οργάνου και οι τεχνικές του παρεμβάσεις παρομοιάζουν με τα επιτεύγματα ενός άλλου μεγάλου ευρωπαίου μουσικού, του Νικόλο Παγκανίνι στο βιολί. Ο δρόμος αυτός -της ανάπτυξης των τεχνικών της λύρας μέσω του εμπνευσμένου ταλέντου του Γώγου- γίνεται τελικά ο μοναδικός και δίνει τροφή στις ολόκληρες γενιές λυράρηδων, δημιουργώντας εκατοντάδες συνεχιστές. Πιστεύω ότι δίκαια αυτός ονομάζεται Πατριάρχης της λύρας του Πόντου. Στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης στήθηκε η προτομή του Γώγου Πετρίδη, κάτι που -νομίζω- είναι ελάχιστος φόρος τιμής στο πλούτο που αυτός μας έχει αφήσει.

συνέχεια....

∆υο λέξεις στη μνήμη των 25 χρόνων από το θάνατο του μεγάλου Γώγου συνθέτες, δανείζονται δρόμους και μουσικές από το χώρο του λαϊκού τραγουδιού «ποντιοποιώντας» τους ή από το αντίστοιχο νεοποντιακό τραγούδι των ποντίων μουσουλμάνων της γειτονικής χώρας με σαφείς επιδράσεις της Τούρκικης μουσικής, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τους επιβάλλονται εκεί. Κι’ αυτό το παρουσιάζουν ως νέα δημιουργία, ζώσα υποτίθεται παράδοση. Επιχειρηματολογούν μάλιστα ότι πρέπει να εκσυγχρονίσουμε το τραγούδι και τη μουσική μας (όπως γίνεται με τα ροκ και ποπ ποντιακά της Κωνσταντινούπολης) για να γίνει ανεκτή η μουσική μας και από τις λοιπές ομάδες της Ελληνικής κοινωνίας. Ε λοιπόν ναι, η ποντιακή μουσική πρέπει να διεκδικήσει το μερτικό της στην νεοελληνική μουσική δημιουργία. Πρέπει να επηρεάσει και να δανείσει ηχόχρωμα, μελωδία και ρυθμό σ’ αυτό που γίνεται τώρα στην Ελλάδα, όπως το έκανε η Σμυρνέικη μουσική, η Δημοτική, η Νησιώτικη, η Κρητική κ.α., αλλά όχι να αλλοιωθεί

16

η ίδια και προπάντων όχι να εκτουρκίσουμε την πανάρχαια μουσική μας, κάτι δηλαδή που διαφύλαξαν εκεί οι ραγιάδες 450 χρόνια, να το πετύχει σήμερα η τουρκική προπαγάνδα με αρωγούς δικούς μας θερμοκέφαλους. Ολα αυτά χρειάζονται πολλή δουλειά και μεγάλη προσπάθεια και σ’ αυτήν την προσπάθεια η ανάλυση, η ανάδειξη και προβολή των καθαρών γνήσιων ποντιακών δρόμων της μουσικής του Γώγου είναι το κλειδί και το καλύτερο εργαλείο. Εδώ θα σταματήσω για σήμερα. Ε μαύρε Γώγο! Πόσα μου έμαθες και πόσα είδα άκουσα και κατάλαβα! Ισως μιαν άλλη φορά να γράψω για τη φιλία μας, τα γλέντια που βρεθήκαμε μαζί και την ιδιότυπη σχέση μας, μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και εμπιστοσύνης παρά τη διαφορά της ηλικίας. Ισως μιαν άλλη φορά να γράψω και για το Γώγο να χορεύει Σερά-χορο…


όρος Τιμής… Γ

εννήθηκα ήθ το 1937 από πατέρα λυράρη και τραγουδιστή κι από πολύ μικρό παιδί αγάπησα και λάτρεψα την ποντιακή μας λύρα… Την έβλεπα και την ένοιωθα ως ιερό Σύμβολο κι ως μαγικό-μυστηριακό ον, που με ταξιδεύει με τα ηχοχρώματα της στο φαντασιακό παρελθόν του Γένους μας και στο αντίστοιχο μέλλον… Στα παιδικά μου χρόνια ρουφούσα κυριολεκτικά τα λειτουργικά επεισόδια με την ιερή μας λύρα και τα συναρπαστικά μας τραγούδια και μελωδικά μας θησαυρίσματα… Λαϊκά πανηγύρια, γάμοι, βαπτίσεις, χοροεσπερίδες, μουχαπέτια… για μένα μυστήρια αναβάπτισης κι αναγέννησης. Στης ψυχής μου το βιβλίο ζωής πέρασαν ως μεγάλοι Ηρωες κι ως ξακουστοί Διδάσκαλοι του Γένους όλοι οι σπουδαίοι λυράρηδες και τραγουδάνοι, ακόμα και χορευτές, του νομού Ξάνθης και πολλοί των γειτονικών νομών… Και μαζί με όλους αυτούς πέρασαν στο βιβλίο της ψυχής μου κατ’ ακουστικό μόνο τρόπο ή κι ακόμα κατά φανταστικό και κάποιοι που κατά πρόσωπο δεν τους είδα ποτέ (κι ακόμα δεν τους άκουσα ποτέ), όπως τον Σταύρην τον κεμεντζετζήν, τον Σαββέλη Γιακουστίδη, τον Παπαβραμίδη, κάποιον δικό μας Ηλία Κωνσταντινίδη και άλλους… Ωστόσο στην πόλη της Ξάνθης, στα χρόνια των γυμνασιακών μου σπουδών, ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά τον Χρήστο Μπαϊρακτάρη, το Νίκο Παπαβραμίδη και το θρυλικό Γώγο, το ζωντανό μύθο της λύρας μας, τον καταπληκτικό, τον ασύγκριτο, τον Ένα και μοναδικό! Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950… Λαϊκό προσκύνημα! Πατείς με πατώ σε! Αν ο Θεός έπαιρνε στα χέρια του τη λύρα μας, απαράλλακτα έτσι θα την έπαιζε! Δεκαπενταύγουστο στον Κεχρόκαμπο (Τάροβα) Καβάλας… Στο Θρυλόριο Κομοτηνής… Κι οπουδήποτε αλλού! Θεσσαλονίκη 1956, Καλαμαριά… Τώρα βρίσκομαι σε λειτουργική και μυστηριακή σχέση κι επαφή με τον Ορφέα, τι λέω, με τον Απόλλωνα, μ’ αυτή τη διπλή ενσάρκωση…. Ωραιότατος! Επιβλητικότατος! Συμμετρικότατος! Κυρίαρχος! Είτε όρθιος είτε καθιστός… Κι εκείνη η λύρα! Η λύρα του! Αιώνες αυτόν περίμενε… κι εκείνος ήρθε στον κόσμο γι’ αυτήν! Αυτός εκφράζει και αποκαλύπτει τη λύρα ή η λύρα τον εσωτερικό κόσμο Αυτού; Μάλλον και τα δυο μαζί και ταυτόχρονα! Την χερακώνει, την παλαμιάζει πρωτότυπα! Γίνεται δικιά του απόλυτα κι υποτάσσεται ολωσδιόλου σ’ Αυτόν σε στάση πρωτοφανέρωτη! Κι εκείνο το τοξάρι του! Κρατιέται από το δεξί του χέρι, από τα δάχτυλα του με τρόπο ανατρεπτικό κι επαναστατικό απ’ ότι ήξερε ο κόσμος μέχρι την εμφάνιση του Απόλλωνα! Είναι μάλλον φυσική προέκταση του χεριού του, όπως και η λύρα του αριστερού χεριού του… Και λύρα, τοξάρι και λυράρηςτοξευτής ένα αδιαίρετο οργανικό σύνολο! Το τοξάρι πετάει, χορεύει και χτυπάει... Η λύρα μιλάει, κελαηδεί, τραγουδάει και μοιρολογάει... Κατά τις εντολές, τις υποδείξεις και τις διαταγές των δακτύλων! Εκπληκτικών στο μήκος, στη δύναμη και στο χτύπημα δακτύλων! Ολοι οι ξακουστοί της λύρας μας, και Δήμος και Σταύρος και Σαββέλης, ακούονται μέσα από τη λύρα την Υπερφυσική του Γώγου, και χώρια-χώρια,

του Νίκου Σωματαρίδη συνταξιούχου Λυκειάρχη

κι όλοι μαζί… Κι ύστερα ακούς και όλους τους μεγάλους και δεξιοτέχνες του μέλλοντος! Ακούς τη φωνή της καθεμιάς αλησμόνητης πατρίδας... Ακούς και άσκαυλο (αγγείον), ακούς και βιολί και ούτ’, ακούς όλα τα όργανα τα μουσικά και μαζί και χώρια, μα πάντα αυθεντικά καθάρια, τιτανικά, θεϊκά, ακούς τη λύρα! Της λεβεντιάς και της παλληκαριάς τη λύρα! Της ελληνοποντιακής καρδιάς και ψυχής τη λύρα! Της ορμής και της δύναμης τη λύρα! Ακούς του Ελληνόποντου και των Ελληνοποντίων τη λύρα! Αυτή η τιτανική, η υπερφυσική, η θεϊκή μουσική σε μετράει, σε ζυγίζει, σε κρίνει, σε αξιολογεί, σε ταξινομεί, σε καθορίζει, σε αναγεννά, σε εμψυχώνει, σε ανεβάζει ψηλά, πολύ ψηλά, φτάνει να μην είσαι από λάσπη κι αμετάπλαστη ουσία Αρνησης! Φτάνει να μην φέρνεις το μικρόβιο της αλλοτρίωσης και της φθοράς! Φτάνει να έχουν αφήσει μέσα σου τη σφραγίδα τους αναλλοίωτοι οι γνήσιοι πρόγονοί μας, όπως διαμορφώθηκαν από πατρίδα, ιστορία και πολιτισμό!... Αν ο φθονερός χρόνος αλλοιώσει την εσώτερη ουσία υπόστασης στην ταυτότητα των ελληνοποντίων επιγόνων και απογόνων, σκεπτόμουν ως φοιτητής, σίγουρα τότε το πλήθος των απογόνων αυτών θα άγεται και φέρεται από τους καιροσκόπους, τους τυχοδιώκτες, τους εμπόρους των Ιερών και Οσίων! Πάντα όμως θα υπάρχει εκείνη η ανόθευτη Εκλεκτή Μερίδα των πιστών αυτής της «εξ Αποκαλύψεως» μουσικής θρησκείας και πάντα θα υπάρχουν κι εκείνοι που θα αισθανθούν μέσα τους το μεγάλο και ισχυρό μήνυμα να δοθούν ολόψυχα και να την υπηρετήσουν αυτή τη μουσική θρησκεία, με τη λύρα τους και το τραγούδι τους. Η αληθινή και γνήσια ταυτότητα των γνήσιων και ανόθευτων προγόνων μας θα αντέχει στο χρόνο εις πείσμα των εκουσίων και ακουσίων εχθρών αυτής! Αλλωστε αυτοί οι «εχθροί» της υπήρχαν και παλιότερα, υπάρχουν σήμερα, όπως θα υπάρχουν και αύριο… Εννοούμε τους «εντός των τειχών» εχθρούς! Τους εσωτερικούς! Τι μεγάλο αγαθό, που γεμίζει με δύναμη, φως και γλυκύτητα τη ζωή, να επικοινωνείς και να ενώνεσαι και να εκφράζεσαι με τη μουσική θρησκεία του Θείου Μεγίστου Μυσταγωγού Γώγου, είτε ως λυράρης, είτε ως τραγουδιστής, είτε ως χορευτής, θεόφρων και θεοφόρος σ’ επίπεδο υπερκόσμιο! Ενώθηκα, συλλειτούργησα και «συνθεώθηκα» κι εγώ τόσες και τόσες φορές με τον ενσαρκωμένο (ενανθρωπήσαντα) Απόλλωνα ως θεοφόρος χορευτή, και μάλιστα του πυρρίχιου χορού μας. Εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια μετά τον κατά σάρκα χωρισμό δε σταμάτησε ποτέ για μένα εκείνη η Ένωση, η συλλειτουργία και η συνθέωσις. Για υλόφρονες και χωματένιους θα μιλάμε τώρα ; Ελάτε! Συναχθείτε γύρω από την πανίερη Τράπεζα μας στο διαρκή Μυστικό Δείπνο με Τραπεζάρχοντα το δικό μας μουσικό Θεό... Η Τράπεζα μας χωράει πολλούς και πάντα έχει θέσεις και γι’ άλλους… Όσοι μακάριοι πιστοί, προσέλθετε! 17


Η νέα γενιά των Ποντίων Όλοι οι λυράρηδες μάθαμε από το Γώγο. Δε νομίζω πως υπάρχει λυράρης που δεν μελέτησε το παίξιμο του και δε διδάχθηκε πολλά από αυτόν. Του χρωστάμε όλοι μας πάρα πολλά.

Γιώργος Ατματζίδης Ορόσημο στην ποντιακή μουσική. Ο άνθρωπος που ανέδειξε τη λύρα σαν τέχνη, αυτός που χώρισε την ιστορία της σε δύο εποχές: την εποχή πριν και την εποχή μετά το Γώγο.

Λάζος Ιωαννίδης Είναι η αρχή της εξέλιξης στη λύρα. Ανοιξε διάπλατα ένα νέο δρόμο στη φαντασία και μετά η λύρα πήρε το δικό της δρόμο. Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτή την εξέλιξη, αλλά δεν μπορεί να μη παραδεχτεί ότι αν δεν υπήρχε ο Γώγος, η λύρα δεν θα είχε πάρει ποτέ τη μορφή με την οποία τη γνωρίζουμε.

Δημήτρης Καρασαββίδης Είναι -και πρέπει να είναι- δάσκαλος για όλους τους νεώτερους λυράρηδες. Ολοι μας εμπνευστήκαμε και εξακολουθούμε να εμπνεόμαστε από το έργο του. Δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος λυράρης, αλλά και ο βασικός αναμορφωτής –μεταρρυθμιστής της ποντιακής μουσικής.

Παναγιώτης Κογκαλίδης

Ανοιξε δρόμους για όλους μας. Είναι ο φάρος που εξακολουθεί να φωτίζει όλους εμάς τους μεταγενέστερους. Δεν νομίζω πως υπάρχει νέος λυράρης που δεν υποκλίνεται με σεβασμό στη μνήμη και την προσφορά του. Θόδωρος Κοτίδης 18


ν

λυράρηδων για το Γώγο Δεν υπάρχουν λόγια για να μιλήσει κανείς για το Γώγο. Επαιξε πράγματα που τα παίζουμε ακόμη και σήμερα και λέμε «μα είναι δυνατόν να τα σκέφτηκε πριν από τόσα χρόνια;» Είναι ο πρώτος μουσικά σωστός στην ιστορία του οργάνου, αυτός που διαμόρφωσε και καθιέρωσε το σημερινό τρόπο παιξίματος. Αν δεν υπήρχε ο Γώγος, θα παίζαμε ακόμη, όπως παίζουν σήμερα στην Τραπεζούντα.

Φάνης Κουρουκλίδης Τι μπορεί να πεις κανείς για το Γώγο μέσα σε τρεις γραμμές; Πέρασαν τόσα χρόνια από το θάνατο του και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης όχι μόνο από τους ειδικούς, αλλά και από όλους ανεξαιρέτως τους «φτασμένους» λυράρηδες. Αυτό και μόνο νομίζω ότι τα λέει όλα.

Γιάννης Σανίδης Είναι μακράν ο ευφυέστερος λυράρης που έχει υπάρξει. Εχει σπάνια στρατηγική σκέψη, εκτελεστική δεινότητα, εκπληκτική αίσθηση των ισορροπιών, ικανότητα να σχοινοβατεί με επιτυχία και θαυμαστό λυρισμό σε όλες τις μουσικές που έχει παίξει.

Κώστας Τσακλίδης Είναι ο κύριος εμπνευστής των «σύγχρονων» ποντίων λυράρηδων. Με βοήθησε πολύ στην αποπεράτωση της Διδακτορικής μου διατριβής με θέμα: «Η Ποντιακή Λύρα στη Σύγχρονη Ελλάδα». Ο Γώγος έκανε το τόλμημα να παιχτεί ένα διαφορετικό μουσικό ρεπερτόριο στην ποντιακή λύρα και έδωσε μία διαφορετική διάσταση στις μουσικές δυνατότητες του οργάνου. Οσες φορές ακούω το παίξιμο και την ερμηνεία του μέσα από διάφορες ηχογραφήσεις, τόσο πιο πολύ ανακαλύπτω το μεγαλείο της δεξιοτεχνίας του και της μουσικής του εφευρετικότητας. Ματθαίος Τσαχουρίδης

Ο Γώγος είναι το δέντρο και όλοι εμείς τα κλαδιά του. Δέντρο χωρίς κλαδιά μπορεί να υπάρξει, κλαδιά χωρίς δέντρο όχι. Γι’ αυτό λέω πολλές φορές ότι «όλοι μαζί οι υπόλοιποι λυράρηδες έναν Γώγο δεν κάνουμε». Ο καθένας έχει τη χάρη και την αξία του, αλλά το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου είναι, νομίζω, κάτι το μοναδικό. Στέλιος Χαλκίδης 19


Αντέμ

Μ π έ σ κ

20


«Ατώρα με το ιντερνέτ

κανείς κι επορεί να βάλ’ συνόρια απάν’ σ’ αθρώπ’ς»

Ε

ίναι αδύνατον να συνομιλήσεις με τον Αντέμ χωρίς να σε κερδίσει από την πρώτη στιγμή. ∆εν είναι μόνο η «γονιδιακή» γοητεία που ασκεί σ’ όλους εμάς, τους Πόντιους που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην Ελλάδα, η εικόνα ενός νέου ανθρώπου, που μιλά την ποντιακή διάλεκτο καλύτερα από τους περισσότερους στην Ελλάδα, ακόμη και τους πιο ηλικιωμένους. Αρκούν λίγα λεπτά συνομιλίας μαζί του για να καταλάβεις ότι πίσω από την ανεπιτήδευτη απλότητα και το ζεστό απροσποίητο χαμόγελο κρύβεται ένας πανέξυπνος κοσμοπολίτης της Ανατολής, ένας άνθρωπος που γεννήθηκε πάνω σε ένα πανάρχαιο σταυροδρόμι πολιτισμών κι έχει πλήρη επίγνωση αυτής του της ιστορικής ιδιαιτερότητας. Μας μίλησε για πολλά. Για τη ζωή στο χωριό του την Καλλίστη, που βρίσκεται σκαρφαλωμένη στα ορεινά των Σουρμένων. Για τη γνωριμία του με εμάς τους Πόντιους του «Γιουνανιστάν». Για το όνειρο του γυρίσει κάποτε μόνιμα στο χωριό του και να δημιουργήσει το δικό του μουσικό στέκι στην Τραπεζούντα. Κυρίως όμως μας μετέφερε την αγωνία του για την τύχη της ποντιακής γλώσσας και της ποντιακής μουσικής στο σύγχρονο Πόντο. Έναν Πόντο τελείως διαφορετικό από αυτόν που γνωρίσαμε μέσα από τις διηγήσεις των παππούδων μας.

ι ο ϊ λ ο υ 21


   ,  ; ’    Ì ’.    ’  ,     ’  .     ; ’    , ’    .  ’    ’   .    ’  ’   !, "  , #, $…   ; %    & .  ’- -’  '

   ’ '

!. ( ’- -’ $ ’  )’ &. ’  $ ’ $’  ,  *  ¿ . ’   ) + ’  &$ , ) ,  ), ) .   ) Ì    )* . "  , ’     ,    /  .      Ò;  !Ò     / .   ,             ) ’,   ,   $’ $ !  !Ò . #      ’  * ,   ’- -’    ’ ’ )    . "    ’     ,   $  !Ò $ !       &    . «'   ,    & ’ ’  ’» $  ’- ’. «0       ’  $. 1      ’   !Ò,      !»      ;  !Ò $!. ’  3’ $  ’  $!  $. " / ’  3’   $!  ’ ’  $ 3

   .       ’      ’       ¿’  ;      ’ . %$* ’  5  Ì ’. ") ’    &  . %$*  &  )   ’- -’. %  Ì$’        ¿& . %/   : «’   ’ &  ; 6   ’ ’ & Ì ; 7¿’;». 8¿ , ’  . %   

   ¿’ 9  ( 9  ’  ).  $   ¿>  ’    , 22

-  /   ¿& ’  $ ’ $ ’. )   ¿& . ’  ! ’  "   #   $’ %! ; "’       , $ ’ ’ ’ .  $+  ’    + . %$  $’ /$’ ’ / , )& ’    ! & $ ,  & ’  &. ( ’  ’   $    ’    

$ ,  $  ’ ’   & '  ’  $’. %…   $    ’     ’  ’     ’  $’… "   ’ ’  ! , $’ %! ; %’ .    $  ’ ’  ’. %$ ’         @ . ’ $ ’   ¿&  ’   ’ . &  ’    ’   ’ ’ ’ $ ’,  

 ,   ¿&, $’    ’ ’  … ’ ’ ’ ’    ’,  ¿;     ’  / $ 9   ¿&.    ’    Ì ’ ’  , Ì    . %/ $,    $)     ,     . "’  &     

  ,   Ì  $     ¿* ’ ’   . &'  , ’  ! ’, ’  (      ’; " /, ’   $ /$’ ’  $’  , $. ’     ’ /$’  /, ’  ¿   Ì ’  + ’    $  $’ ’   ,    

$’ ’  ¿ . ( ’ $,  $ & , ’  « A» ’ $ ’  ’  $ ’. B&

 *  $   &   , & ’   +& ’ ,  &, +¿ !’    ,  & ,  $+ ,   ¿   )’ Ì  ’   . %  ’  $ ’ & ’   ¿@,  , )’   ’   + ’   ’ ’ ¿/ ’ ’ Ì$  ’


 ¿   )@!’    A+ Ì. ' ) & ’ …  )’ … ’  ’ ! . )  ’  '’!    ’ ,    ’ , ’  ’  ’  ! ; ’   , ’  $’   !* ’  !    ’  ;  *  Ì   ’;  ’  ’ $  , -   . %/   ’ ’   &  ’ ’  ’, $  ’. %  $ & $’  ,  / ’  Ì$’  ’. %/,    ’  Ì$ ’ /$’. % ’ ’    , ’ ’   $ ’. " $    !* $. ,    ¿  %! .  ’   ,       ,   ’   ¿’     ; "’     $   ,  $   / &   & , ’ …  ’      /, ’   $ $’ &&  /$’. " /,   $  ’ ’  ’. ’ Ì$  + &  &  ’ ’ /$’ $ ’   & ’  &    ’ . ( /$’ &* &      ¿  &  . 5  ’   /,  / ’     …  ’   $    ’ $ ’ ’  $ ,  $/ . " ’ $’  . %$   ’ $ $&  &   .  $  ’ $ ’ Ì  Ì  $ ,  >Ò*  &  &    ’  

 & ,       ’ Ì .     $   ’  ’, $$’     ’. 6 / $$’    Ì   ’   , ’ $$’        $  &      $’     / ,  & * ,   …  ’  Ì  $  /$’  $  &&  ,  $ ’  &  … + ’        ; 5  ’ /$’   ’  ’. 1  ’       «& ’» / . % $* $   ’,    ’ ’  . ,  

   $  ’   , $$’  $   &  Ì ’. 1 ’  «  $  /  ’,    /  ’». %/   

 ,     , / ’ ’   / $’ ’   / , /     9    $’. , ’ ’      !  /$’, ’  Ì   ’ $     ,  /    ’    ’  ’, ’     ’   ,  ’  $’     !  /. 

  ’ $ $& ’  , $& $* ’  ,    . ( ’  ; "   ’ Ì$     . %    ; 5    /$’ ’ Ì$  !&   3

   % .  3

 $ 

 % $,  ’   ! + & .    ’      ’ ’  Ì ’. #      ,   $  ’

   $  ’ 9  . 5  ’  ,       ¿’ , ! 

$, $  ¿’ Ì   

$  ¿’  % . 3 ’ Ì$  !’   3

   % . /  ’  , ’     !  .     ’

  ’,  *  ' ; "   ’ ’ /$’, Ì    $!&  $  . , ’ ’   ’   ’. %   $,  ’         & *,  $     .    !Ò  ’   +’ – ’    $   ’  ’  –    ’     ’ /$’, $$’  + &  Ì  $    ’     ,   Ì@ . "    Ì  $ ’   . " ,     ’  . %    ’   ,  ’  ,          &  & ’      Ì Ì .    ,   ’ ’   ’   . ’ $$’      & *. «( 1  ’   ’   !*,  ’     . " ’ ’  ’    ’    & * ,  +  

’ ». " ’ ’   ’. " ’   

23


Ì   1  ,    Ì   ’  ,

  . ’  ¿    +  ’ 

’          Ì   1  

    ’    $  !  & / ’ $’    & *, $  & Ì

’ +*   ’  / $. )     '   ’ ’ ’ ’   !,   ’’   ’;  $!’    / $’   , ’  ’    /$’.  $!’      Ì, «  $  ’ », «$»,  $  &  ’  .         ¿' ,      ; %   ’ 3  ¿ "* ’ ’   , ’ * ¿  . %    ’,  ’  ¿  ,  '&@  +’. ’  &      ’ $ $ ! .  "*,   3    ,    $ ) $ ! … 3 !& ( ’    … 3  ….  $  ’ ’’ ,    Ì’ ’ Ì    ’   ; ’    , ’      ’     $  ,  $   !Ò, ’ ’         . ’   , ’  #)’  ’  ¿ A  . % ’    !   !Ò  ’    *. ’     Ì  $  Ì !’   ’    ’  ’.  ’ ’   $   . ’     *  $!&    , Ì  $ ’ ’     $   . %   $A  ’ $ !   , ’   ’     , ’ ’   $ $ !  . «  »   , / ’ $) ’  .   Ò'     ,     ,        ’  ";   Ò' 

 "     ’ ’  -

24

 ’    ; 3  . ’     &  /  ’, ’     $  /. "   / ’ ’      ,  

 $!& ,     ’  + !  ’. B     $   ’,  ’   /$’  ’       Ì ’. " ’ $  ’ ’     $ ! . ’ ’     $ /$’  /  , ’   ’ &   ’    ’  $!& . "     , «  » ’  ,  ’      ,      $&   ’  ’   ’ ’  ,     ’    Ì$’  ’    , ’   $ , ’    .     ’  ; 5

  !* ’ ; " / $/ ! ’    

$ !  & ¿ ’  /,  >Ò ’   ’   ’. %    ,   >Ò* ’  ’ ’   , ’  $!  .    $ $/ &   ,   >Ò* ’  ’  $!    ’. #  !* ’ ’  $/      . 3$’  $  ’   . ,     ’  $,     

$   ’   ’  ’…     ’    ’. ’    ’ $$’  

  ’  ’. 3$’  &  !. " ’    $  ’  3’. ’  3’, $ , 

 & ¿. 0  $  ’   . ’  3’ $  ’  $!  $, $!’   !Ò .  $     ¿’ 

’    . %/    ’    !Ò. ’ ¿’    ! .   CD   ,           .       $   /      «& »     ! ,       ’,     !* ’  / $    $. "    & .


O

Αντέμ Εκίζ γεννήθηκε το 1981 στο χωριό Καλλίστη Σουρμένων του νομού Τραπεζούντας. Το χωριό του αποτελεί μέρος ενός συμπλέγματος οικισμών, το Μπέσκιοϊ, όπου η ποντιακή είναι η μητρική γλώσσα των κατοίκων του. Οι κάτοικοι αυτών των περιοχών, αν και εξισλαμίστηκαν κατά τη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα, διατηρούν μέχρι και σήμερα ατόφια την ελληνική τους γλώσσα στην ποντιακή της εκδοχή. Είναι επίσης άξιο προσοχής το γεγονός ότι παρά τις αντίξοες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες σε όλη αυτήν την περίοδο, εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως ρωμιοί της Μαύρης Θάλασσας. Ο ίδιος μεγάλωσε στο χωριό του ακούγοντας και μιλώντας την ποντιακή διάλεκτο από τους γονείς του αλλά και τους γηραιότερους. Το ενδιαφέρον του για την ποντιακή λύρα εκδηλώθηκε από πολύ νεαρή ηλικία και από την τετάρτη τάξη του δημοτικού άρχισε να μαθαίνει παρακολουθώντας τοπικούς λυράρηδες, συμμετέχοντας σε λαϊκά πανηγύρια και εκδηλώσεις. Τελειώνοντας το λύκειο ο Αντέμ μετανάστευσε με την οικογένεια του στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζει μέχρι και σήμερα. Εκεί συνέχισε να παίζει λύρα και να βελτιώνει τις καλλιτεχνικές του δεξιότητες. Πέρα από τον παραδοσιακό τρόπο παιξίματος της λύρας ο Αντέμ διαθέτει και μια υπέροχη φωνή, που ταξιδεύει τον ακροατή πολλά χρόνια πίσω, στην εποχή της πρώτης γενιάς των ποντίων προσφύγων στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Ο Μπέσκιοϊλου Αντέμ, όπως ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του αναφερόμενος στην καταγωγή του (από το Μπέσκιοϊ, που στα ελληνικά σημαίνει Πέντε Χωριά), αποτελεί σήμερα τον μοναδικό ίσως νέο πόντιο καλλιτέχνη της Ανατολίας-Τουρκίας που, παρά τις κοινωνικές και άλλες δυσκολίες, χρησιμοποιεί την μητρική του γλώσσα, την ποντιακή ή τα «ρωμαίικα», όπως τα αποκαλούν οι ίδιοι, στις δημόσιες και ιδιωτικές του καλλιτεχνικές εμφανίσεις. Το γεγονός αυτό τον καθιστά πρωτοπόρο ανάμεσα σε δεκάδες καλλιτέχνες της γενιάς του, αλλά και πρωταγωνιστή στην ανάδειξη και διάσωση της πλούσιας ποντιακής διαλέκτου στη σημερινή Τουρκία αλλά και διεθνώς. Το 2000 κυκλοφόρησε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά στην Τουρκία, στην οποία και συμπεριέλαβε ένα τραγούδι στην ποντιακή διάλεκτο προκαλώντας το έντονο ενδιαφέρον ειδικά της ελληνόφωνης νεολαίας της ευρύτερης περιοχής της σημερινής Τραπεζούντας. Το 2005 μαζί με το Νίκο Μιχαηλίδη και τον Φίλιππο Κεσαπίδη κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το cd «Ρωμαίικα Τραγωδίας». Το 2007 μαζι με τον Κερίμ Αϊντίν κυκλοφόρησαν στην Τουρκία το cd με τιτλο «Gülüm Demedim mi Sana». Σήμερα ο Αντέμ είναι ένας από τους πιο αγαπητούς ποντίους καλλιτέχνες, που συνεχίζει με τη λύρα και την φωνή του να επαναφέρει μνήμες και να προκαλεί έντονες συγκινήσεις στο ακροατήριό του, τραγουδώντας είτε στο ραδιόφωνο ή και στην τηλεόραση, είτε ζωντανά σε χορούς και παρακάθια, στην Ελλάδα, στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στην Τουρκία, στην Ολλανδία και αλλού. Ο Αντέμ όπου και αν εμφανίζεται κουβαλάει μαζί του τον αέρα της ιδιαίτερης πατρίδας του, του Πόντου, και αυτόν τον αέρα τον μοιράζεται με όλους όσους τον ακούν, μικρούς και μεγάλους (απόσπασμα από την εισαγωγή του cd «Ρωμαίικα Τραγωδίας», 2005). 25


Μάθημα Ιστορίας στο Μουσείο

Έκθεση - αφιέρωμα στη Γενοκτονία του Πόντου

της Χαραλαμπίας Σιδηροπούλου (Πανεπιστήμιο του Λονδίνου)

Ε

κθεση-αφιέρωμα στην ιστορία και τον πολιτισμό του ποντιακού ελληνισμού επιμελείται και παρουσιάζει στο ευρύ κοινό ο Καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, κ. Κωνσταντίνος Φωτιάδης. Η πολυθεματική Έκθεση, που φέρει το γενικό τίτλο «Πόντος - Δικαίωμα στη Μνήμη», έχει ήδη ταξιδέψει στη συμπρωτεύουσα και σε πολλούς Δήμους της Β. Ελλάδας. Από τις 25 Ιανουαρίου έως τις 22 Φεβρουαρίου 2009 φιλοξενήθηκε στο χώρο του Ιστορικού και Παλαιοντολογικού Μουσείου Πτολεμαΐδας, με την υποστήριξη του Δήμου Πτολεμαΐδας καθώς και τοπικών φορέων και ποντιακών σωματείων. Παράλληλα, το υλικό της Έκθεσης έχει μεταφραστεί και προβάλλεται ήδη σε δύο εκθέσεις στη Ρωσία, ενώ θα ακολουθήσουν παρουσιάσεις και σε άλλες χώρες του εξωτερικού. Στην Ελλάδα, επόμενος σταθμός μετά την Πτολεμαΐδα είναι το Μενίδι (από 6 Μαρτίου) και από εκεί ο πολυδύναμος χώρος της «Τεχνόπολις» στο Γκάζι, όπου θα κάνει συμβολική «πρεμιέρα» ανήμερα της εθνικής επετείου μνήμης για τη Γενοκτονία του Πόντου (19 Μαΐου). Η Έκθεση αποτελεί ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός για μια σειρά από λόγους. Πρώτιστoς σκοπός της η προβολή και η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας για τα τραγικά γεγονότα της Γενοκτονίας του Πόντου. Μέσα από ένα οδοιπορικό στα «ματωμένα χώματα» της Μ. Ασίας η Έκθεση φιλοδοξεί να προβάλει, να αναδείξει και να ανακτήσει σελίδες της ελληνικής ιστορίας, που μέχρι και σήμερα παραμένουν λευκές τόσο στα επίσημα εθνικά κιτάπια, όσο και στη συλλογική συνείδηση. Το πλούσιο ιστορικό υλικό, που για το σκοπό αυτό αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του επισκέπτη, πλαισιώνεται από μια ποικιλία ιστορικών πηγών, μνημείων, καθώς και σπάνιων ιστορικών ντοκουμέντων, που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας ερευνητικής δραστηριότητας του κ. Φωτιάδη σε περιοχές του Εύξεινου Πόντου, της Ρωσίας και της Τουρκίας. Στο σύνολό τους, τα ιστορικά αυτά ευρήματα -διά μέσου της μεθοδικής σύνθεσης και ερμηνείας τους- στοιχειοθετούν τα γεγονότα της Ποντιακής Γενοκτονίας, μιας Γενοκτονίας, που αριθμεί περισσότερα από 353 χιλιάδες θύματα και έχει αναγνωριστεί επίσημα από το ελληνικό κράτος (1994). Η ανασύνθεση του ιστορικού γίγνεσθαι, πρώτα από τον ερευνητή και κατόπιν από τους ίδιους τους επισκέπτες, υποστηρίζεται από μια πληθώρα γραφικού και φωτογραφικού υλικού. Οι ιστορικές καταγραφές περιλαμβάνουν χάρτες και γκραβούρες, ανέκδοτες εκθέσεις Υπουργείων Εξωτερικών, αρχεία και απόρρητα για την εποχή έγγραφα, άρθρα σε ντόπιες και ξένες εφημερίδες και περιοδικά, σπάνια τουρκικά βιβλία αλλά 26


και ανθρώπινες μαρτυρίες και προσωπικές μετα-αφηγήσεις. Ανάμεσα στα εκθέματα παρουσιάζονται, επιπλέον, και εικαστικές δημιουργίες, όπως οι 60 ζωγραφικοί πίνακες που κοσμούν την αίθουσα διαλέξεων του Μουσείου αλλά και εικόνες βυζαντινής τεχνοτροπίας και μικρογλυπτά. Βασικός θεματικός άξονας, το κεφάλαιο της Μικρασιατικής Καταστροφής και οι συνέπειές της για τον ελληνισμό του Πόντου. Μέσα από την αντιπαράθεση πηγών, γραπτών και εικονικών, ξετυλίγονται μερικές από τις πιο δραματικές πτυχές των ιστορικών γεγονότων, όπως η βαρβαρότητα των μαζικών διωγμών, οι βίαιοι εξισλαμισμοί και η δημιουργία των κρυπτοχριστιανών, τα προβλήματα των προσφύγων που εκτοπίστηκαν στην Ελλάδα και οι πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων στο ποντιακό ζήτημα. Περίοπτη θέση ανάμεσα στα ιστορικά κείμενα κατέχει και το 14τομο έργο του κ. Φωτιάδη «Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου» (Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, 2002-2004), που τεκμηριώνει για πρώτη φορά τα γεγονότα της Γενοκτονίας των Ποντίων (1916 -1923) με τη διασταύρωση χιλιάδων επίσημων εγγράφων και άλλων ιστορικών πηγών. Το μνημειώδες αυτό έργο συνοδεύεται και από έναν ομότιτλο συνοπτικό τόμο, τη συγγραφή του οποίου ανέθεσε με απόφασή της στον κ. Φωτιάδη η Βουλή των Ελλήνων, αναλαμβάνοντας έτσι να περαιώσει την έκδοσή του (Ίδρυμα της Βουλής Ελλήνων, Αθήνα, 2004). Το ταξίδι του επισκέπτη στο χρόνο δεν σταματά, όμως, σε αυτό το κεφάλαιο της ποντιακής ιστορίας, αλλά πηγαίνει πολύ μακρύτερα, φτάνοντας ως την αρχαιότητα ή καλύτερα, ξεκινώντας από εκεί, και καλύπτοντας εν τη συνθέσει μια διαδρομή τριών χιλιάδων χρόνων ζωντανής παρουσίας του ελληνισμού στον Εύξεινο Πόντο. Στο ξεκίνημα, για παράδειγμα, ο επισκέπτης και η επισκέπτρια μαθαίνουν πως ο Ξενοφών περιγράφει στις γραφές του την Τραπεζούντα ως «πόλιν ελληνίδα μεγάλην και ευδαίμονα» (Κύρου Ανάβασις, 401 π.Χ.). Λίγο πιο κάτω, πληροφορούνται για την προνομιούχα θέση της ελληνικής γλώσσας στα χρόνια των Μιθριδατών, της Ρωμαϊκής και κατόπιν της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ βλέπουν σε φωτογραφίες νομίσματα του Πόντου και διαβάζουν για τα ακριτικά τραγούδια. Και, προς το τέλος της διαδρομής, φτάνουν σε μεταγενέστερες περιόδους και σε θεματικές που καλύπτουν σημαντικές σελίδες της σύγχρονης ποντιακής ιστορίας, όπως η συμβολή των ποντίων αδελφών Υψηλάντη στην Επανάσταση του 1821. Περιδιαβαίνοντας ανάμεσα στα αντικείμενα της Έκθεσης, οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να στρέψουν την προσοχή τους και σε ποικίλα στοιχεία λαογραφίας, που αποτυπώνουν όψεις της καθημερινής ζωής των Ελλήνων του Πόντου. Καίρια αναδεικνύεται εδώ η συνεισφορά των οπτικών αναπαραστάσεων, τόσο στη μορφή του φωτογραφικού υλικού όσο των ζωγραφικών πινάκων. Εικόνες ευανάγνωστες, με πορτραίτα και οικογενειακές φωτογραφίες, αλλά και φωτογραφίες μαθητών που αποφοίτησαν από το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και αθλητών μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, μεταφέρουν συνολικά τον «αναγνώστη» τους στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής και στις δικές της πολιτισμικές εκδηλώσεις. Κάθε μια από τις εικόνες λέει και τη δική της ιστορία. Μέσα από πρόσωπα άγνωστα μα και οικεία, με βλέμματα που συναντιούνται με τη ματιά του επισκέπτη ξυπνάνε μνήμες και ακούσματα, γεννιούνται σκέψεις και συναισθήματα, και ένα πλήθος από ερωτηματικά για τις ζωές αυτές των άλλων, των «δικών μας άλλων».

Ιδιαίτερη συμβολή στην επαφή με στοιχεία του ποντιακού πολιτισμού έχει και η βραδιά-αφιέρωμα στο ποντιακό τραγούδι, που πλαισιώνει την Έκθεση ως μία από τις παράλληλες εκδηλώσεις της. Στην Πτολεμαΐδα η βραδιά αυτή διοργανώθηκε σε ξενοδοχείο της πόλης με τη συμμετοχή πολλών επώνυμων καλλιτεχνών από όλη την Ελλάδα. Σε μια κατάμεστη αίθουσα και υπό τη μελωδία της ποντιακής λύρας, οι τραγουδιστές ερμήνευσαν πλήθος παραδοσιακών ποντιακών τραγουδιών με ιστορικό κυρίως περιεχόμενο, τιμώντας έτσι τη μνήμη του Πόντου και αναδεικνύοντας το ρόλο του ποντιακού τραγουδιού ως ζωντανού φορέα διαμόρφωσης της σύγχρονης ποντιακής ταυτότητας. Ανάμεσα στις παράλληλες εκδηλώσεις περιλαμβάνονται ακόμη η προβολή ειδικών ντοκιμαντέρ και τα απογευματινά σεμινάρια ιστορίας στο χώρο του Μουσείου, με εισηγητή τον κ. Κωνσταντίνο Φωτιάδη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η συμμετοχή στην Έκθεση όσο και στις παράλληλες εκδηλώσεις είναι ελεύθερη σε όλους. Επιπλέον, το πρόγραμμα της Έκθεσης διανέμεται δωρεάν σε κάθε επισκέπτη/τρια και συνοδεύεται από ένα βιβλιαράκι, που περιέχει άρθρα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων για το Ποντιακό ζήτημα, εμπλουτισμένα με ιστορικές πηγές, έγχρωμες εικόνες και φωτογραφικό υλικό αλλά και ποιήματα στην ποντιακή διάλεκτο και ένα κείμενο αφιερωμένο στη συμβολή της γυναίκας ως σύμβολο της Ποντιακής γενοκτονίας. Παρά την τραγικότητα του ιστορικού ζητήματος, το μήνυμα που προβάλλει η Έκθεση είναι ανθρωποκεντρικό και αισιόδοξο. Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας για τη Γενοκτονία του Πόντου «δεν έχει αντιτουρκικό χαρακτήρα», γράφει ο κ. Φωτιάδης, ούτε εκφράζει διάθεση στείρας προγονολατρίας και παλαιοεθνικιστικά ιδεολογήματα. Ο κύριος σκοπός «δεν είναι άλλος από τη δημιουργία ειρηνικών σχέσεων με τη γείτονα χώρα με στόχο το αμοιβαίο όφελος και την πρόοδο». Σχέσεις συμφιλίωσης δεν μπορούν, όμως, να θεμελιωθούν χωρίς την αναγνώριση των εγκλημάτων του παρελθόντος και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου και αν καταπατούνται. Το κοινό όραμα του καινούργιου, του φωτεινότερου δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς την αμοιβαία γνώση και μνήμη του σκοτεινού, που πέρασε. Κάπως έτσι κλείνει και το ταξίδι της Έκθεσης. Με ένα μήνυμα διττό, με μια αφήγηση ιστορική σε χρόνο μέλλοντα, και εκπεφρασμένη σε μια τρισδιάστατη σύνθεση. Πέντε επιτύμβιες στήλες αναπαριστούν την εξόντωση χιλιάδων επιφανών ποντίων ανδρών (δασκάλων, γιατρών, δικηγόρων, ιερέων, εμπόρων κ.α.) μετά την «καταδίκη» τους από τα Κεμαλικά «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια (1921). Στον κορμό της κάθε μιας από τις τέσσερις στήλες, που διαγράφουν συμμετρικά το πλαίσιο της σύνθεσης, υπάρχουν εντοιχισμένες φωτογραφίες κάποιων εκ των θυμάτων, που φωτίζονται εσωτερικά, ενώ στην κεντρική στήλη αναγράφονται τα ονόματά και τα επαγγέλματά τους. Το θέμα της ιστορίας είναι μακάβριο. Όμως, η είδηση της μαζικής δολοφονίας της ποντιακής ηγεσίας άλλαξε την στάση της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης και οδήγησε σε διεθνείς καταγγελίες και ψηφίσματα διαμαρτυρίας (Μαλκίδης, 2008). Ετσι, η ανάγνωση του ιστορικού κειμένου φανερώνει δυο μηνύματα. Οπως και οι νεκροστήλες. Η τοποθέτησή τους στο πιο χαμηλό επίπεδο του μουσειακού χώρου, σε μια αίθουσα με χαμηλό φωτισμό και πάνω σε σκούρο υφασμάτινο φόντο παραπέμπουν συμβολικά σε ένα ταξίδι στον κάτω κόσμο, για τη συνάντηση με τους νεκρούς. Κι όμως, οι εικόνες προβάλλουν φωτεινές και η σύνθεση κοιτάζει 27


ψηλά μοιάζοντας με επιτάφιο έτοιμο να εγκαταλείψει τα σκοτάδια του Άδη - και άρα του ζοφερού παρελθόντος - και να αναστηθεί στα επουράνια, στο φως της καινούργιας ελπίδας. Θυμίζει κάτι από τους στίχους του Σμυρνιού ποιητή Γιώργου Σεφέρη: παρά τα ανεξίτηλα σημάδια που άφησε η Μικρασιατική καταστροφή στην ποίηση και την ψυχή του, προσμένει κι εκείνος «το θάμα που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά’». Συνολικά, ο σχεδιασμός της Έκθεσης, το περιεχόμενο και η ποικιλομορφία του εκθεσιακού υλικού, η προβολή πολύτιμων ιστορικών κειμένων και η αισθητική της ενορχήστρωσής τους στο χώρο, σε συνδυασμό με τις παράλληλες εκδηλώσεις μέσα και έξω από το Μουσείο, καθιστούν τη συμμετοχή σε αυτήν μια πολυαισθητηριακή εμπειρία γεμάτη γνώσεις, εικόνες, ακούσματα και συναισθήματα. Οι ενσώματες διαδράσεις με τα αντικείμενα, τα πρόσωπα και τις τραγικές τους ιστορίες, τα χρώματα, τις γραφές, τις μουσικές, αλλά και με τους επισκέπτες στους διαδρόμους του μουσείου που ψάχνουν με λαχτάρα σε ένα χάρτη το χωριό τους στον Πόντο, προσφέρουν άφθονα «πολυτροπικά» ερεθίσματα, που κινητοποιούν τη σκέψη και προκαλούν τη συγκίνηση. Μέσα από την επαφή με τα ιστορικά μηνύματα και τις διαφορετικές σημειωτικές τους πραγματώσεις, τα υποκείμενα μπορούν να εστιάσουν την προσοχή τους σε διαφορετικές πτυχές των υλικών, παρακινούμενα από τα δικά τους κοινωνικά και πολιτισμικά 28

ενδιαφέροντα. Ταυτόχρονα, έχουν την ευκαιρία να εμπλακούν ενεργά στην ανάγνωση των ιστορικών «λόγων», που διατρέχουν τα κείμενα και που είναι δυνάμει διαθέσιμα για πολλαπλές νοηματοδοτήσεις. Το ίδιο ισχύει και για τις ακαδημαϊκές διαλέξεις που πλαισιώνουν το μουσειακό δρώμενο και κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες μπορούν να μάθουν, να δουν, να ακούσουν αλλά και να ρωτήσουν, να διαλεχθούν και να διαφωνήσουν πάνω σε ευαίσθητα κομμάτια της εθνικής μας ιστορίας. Σε αυτές τις βάσεις, η Έκθεση συνιστά ένα βιωματικό μάθημα ιστορίας και πολιτισμού με πολυσχιδείς συνιστώσες. Ο κ. Κωνσταντίνος Φωτιάδης με το επιστημονικό του έργο αφήνει πολύτιμη παρακαταθήκη στον αγώνα για την διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας του Πόντου. Καταφέρνει, όμως, και κάτι ακόμη. Να βγάλει την ιστορική έρευνα από τα ακαδημαϊκά συγγράμματα και τις αίθουσες διδασκαλίας και να την καταστήσει ανοιχτή και προσβάσιμη στο ευρύ κοινό. Και αυτή η επί-κοινωνία της γνώσης είναι, ενδεχομένως, μια συνεισφορά εξίσου σημαντική με την ίδια την ανακάλυψή της. Η Έκθεση «Πόντος- Δικαίωμα στη Μνήμη» κάνει πράξη μία πρωτοποριακή για ένα ακαδημαϊκό δάσκαλο πρόταση διδασκαλίας της Ιστορίας. Μία πράξη πολιτική, που σέβεται και αξιώνει το δικαίωμα του κάθε Έλληνα πολίτη, Πόντιου και μη, στην επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση της εθνικής μας ιστορίας.


Πενήντα χρόνια από το θάνατο του Παπά Νικόλα

Ο παπάς με το ένα ράσο… του Γιώργου

Ανδρεάδη

Γ

εννήθηκε στην Κρώμνη στις 14-11-1888. Εισήλθε στην ιεροσύνη προσφυγιάς, της κατοχής και της δυστυχίας. Λειτούργησε με το εκκλησιαστικό όνομα Ιωάννης και χειροτονήθηκε την αφιλοκερδώς. Συνόδευε τους νεκρούς, που δεν είχαν να 11-06-1913 στον Ιερό Ναό του Μετοχίου της Μονής Σουμελά. πληρώσουν τα της κηδείας και με αυτοθυσία, αλτρουισμό και Τοποθετήθηκε ως ιερεύς σον Αε Θόδωρον της συνοικίας Σαράντων φιλανθρωπία μοίραζε ελεημοσύνες σε όσους αντιλαμβανόταν της Κρώμνης και παρέμεινε μέχρι σήμερα, τη επιμονή των ότι είχαν μεγάλες ανάγκες. Ηταν γνωστός σε όλους ως «ο παπάς με το ένα ράσο», μέσα στο οποίο έκρυβε Κρωμναίων, ως Παπανικόλας. Με πρόσκληση την απέραντη θλίψη και δυστυχία, που του Μητροπολίτου Χρύσανθου ανέλαβε γνώρισε η μεγάλη ψυχή του για το χαμό της υπηρεσία στον Ναό της Αγίας Μαρίνας στην παπαδιάς και του αγαπημένου του 14χρονου Τραπεζούντα. Θανασάκη. Στην Ανταλλαγή μπήκε μαζί με τους Αποδήμησε προς Κύριον πριν από πενήντα συμπατριώτες του στο καράβι του ξεριζωμού από την ποντιακή πατρίδα, ο ίδιος μαζί με την ολάκερα χρόνια την 23η Απριλίου του 1959. παπαδιά και τον 14χρονο γιο του Αθανάσιο. Τον συνόδευσε ολάκερη η Καλαμαριά, και Στην Καραντίνα του Σελιμιέ στην Πόλη όχι μόνο, από τον Ναό της Μεταμορφώσεως μέχρι τα νεκροταφεία, με τα πόδια. Για χάθηκαν πολλοί από τον τύφο και μαζί με τους τις γενιές μας, που είχαμε γνωρίσει επί πολλούς έχασε ο Παπανικόλας την παπαδιά, χρόνια τον δύστυχο Παπανικόλα, θα μένει την Πηνελόπη, και τον μονάκριβο γιο του. εσαεί στην μνήμη μας και στον λόγο μας. Εφτασε στην Ελλάδα, ψυχικό ράκος και λειτούργησε για 11 μήνες στο Ωραιόκαστρο, Ευελπιστούμε ότι και μετά από άλλα πενήντα που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες από το χρόνια η οπτασία του θα ζει στην φαντασία Σταυρίν της Κρώμνης. Ηταν ο Παπανικόλας των επερχόμενων γενεών σαν θρύλος και μόλις 35 χρονών τότε! Ο μακαριστός O παπά - Νικόλας (δεξιά) μπροστά στον σαν μύθος. Προγραμματίστηκε παλλαϊκή Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος του Ι.Ν.Μεταμορφώσεως στην Καλαμαριά μουσικοκαλλιτεχνική Εκδήλωση Μνήμης του πρότεινε να αποσχηματισθεί, εάν θέλει να το Σάββατο 25 Απριλίου 2009, ώρα 19:00, στο ξαναδημιουργήσει οικογένεια. Ο Παπανικόλας αρνήθηκε και προαύλιο του Δημαρχείου και Τελετή Μνήμης στην Μητρόπολη παρέμεινε παπάς. Με απαίτηση των Κρωμναίων, ο Παπανικόλας την Κυριακή 26-04-09 το πρωί. Συγκινητική η πρόθυμη συμμετοχή διορίσθηκε εφημέριος στο Ναό της Μεταμορφώσεως στην όλων των καλλιτεχνών του Ποντιακού Πενταγράμμου στην Καλαμαριά, για να ζει με συμπατριώτες του. Υπήρξε ο απόλυτα παλλαϊκή εκδήλωση Μνήμης ενός αξέχαστου παπά, που ζει σαν αγαπητός παπάς για τον λαό της Καλαμαριάς στα χρόνια της ολοζώντανη ανάμνηση των Καλαμαριωτών. 29


Γενικά για τους

ποντιακούς χορούς

του Νίκου Ζουρνατζίδη

Π

αρακαλώ τον αναγνώστη που θα κάνει τον κόπο να διαβάσει των αιώνων και των λαών, ασχολούμαι από το 1973 με τη συλλογή, αυτό το κείμενο, να μην το κρίνει για τα λογοτεχνικά του την καταγραφή και τη μελέτη των παραδοσιακών ποντιακών χορών. χαρίσματα, ούτε για τις λεπτομέρειες της δομής του. Το άρθρο αυτό Την εμπειρία μου και το υλικό που συγκέντρωσα στο διάστημα γράφτηκε διότι, με την εμφάνιση τα τελευταία χρόνια ποντιακών αυτό καταχώρισα σε ένα βιβλίο και το παράδωσα, με όλες του τις χορών άγνωστων μέχρι πρότινος, έχουν γίνει διάφορες συζητήσεις, αδυναμίες, στο αναγνωστικό κοινό ελπίζοντας πως οι ικανότεροι υπήρξαν ενστάσεις και από πολλούς και κατηγόριες για το πόσο οι δε θα αρκεστούν μόνο στην κριτική, αλλά θα προχωρήσουν σε χοροί αυτοί είναι ποντιακοί. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 πληρέστερη θεώρηση και καταγραφή των παραδοσιακών ποντιακών είχαμε μάθει να δεχόμαστε σαν ποντιακούς μόνον τους χορούς του χορών. Το βιβλίο αυτό που ήταν το πρώτο είχε και ελλείψεις και Ανατολικού Πόντου και του Καρς. Οι περισσότεροι διαφωνούσαν λάθη, τα οποία προσπαθώ να συμπληρώσω και να διορθώσω με για την καταγωγή των χορών αυτών βασιζόμενοι στις τούρκικες το δεύτερο. ονομασίες τους. Ξεχνούν όμως ότι ο κλασσικότερος των ποντιακών Οι γονείς μας, διωγμένοι από τις εστίες τους, διατήρησαν και χορών, το Τικ’ (είναι παραφθορά της τούρκικης λέξης dik που παρέδωσαν σε εμάς έναν τεράστιο μουσικό και χορευτικό πλούτο. σημαίνει όρθιο, κατακόρυφο), έχει τούρκικη ονομασία. Κανείς δεν Ας τον παραδώσουμε κι εμείς ατόφιο στις γενιές που έρχονται. ενδιαφέρθηκε οι χοροί του Δυτικού Πόντου (Πάφρας, Μεταλλείου Η ιδέα για τη συγγραφή του πρώτου βιβλίου ξεκίνησε και με Ασπρου Βουνού - Ακ Νταγ Ματέν, Μεταλλείου Αργυροχώματος - παρότρυνση του αείμνηστου φίλου μου Γιάννη Ταϊγανίδη, καθηγητή Κιουμούς Ματέν, Σεβάστειας, στο Ε.Μ.Π., όταν διαπίστωσα ότι Για λίγα χειροκροτήματα ανταλλάξαμε Νικοπόλεως κ.λπ.), να γίνουν άλλους χορούς χορεύαμε στο χωριό την ευγένεια του ποντιακού χορού με τη γνωστοί στο σύνολο των Ελλήνων μου, τον Κεχρόκαμπο Καβάλας και ειδικά των Ποντίων, ώστε βαρβαρότητα της κάλπικης πολεμικής κίνησης… (Τάροβα), άλλους χόρευαν να μη χαθεί ένας τεράστιος στο διπλανό χωριό, τη Λεκάνη πολιτιστικός πλούτος, η σημαντικότερη ίσως συνιστώσα του λαϊκού (Μούντζονος), άλλους στον Πλαταμώνα (Όλατσακ), άλλους στο πολιτισμού των Ελλήνων του Πόντου. Διπόταμο (Τσαϊλίκ), άλλους στο Ελαιοχώρι, άλλους στα χωριά της Ο Κομφούκιος τον 6ο αι. π.Χ. έγραψε: «δείξτε μου πώς επαρχίας Νέστου (Στεγνό-Ποντολίβαδο) και άλλους μαθαίναμε στο χορεύει ένας λαός και θα σας πω πόσο υγιής ή άρρωστος είναι ο σύλλογο Ποντίων Καβάλας. Οι χοροί που μαθαίναμε στο σύλλογο πολιτισμός του». Το συγγραφέα βαραίνει η τύψη πως η γενιά του είχαν τελείως διαφορετικό ύφος και ασυγκρίτως μεγαλύτερη δε διαχειρίστηκε άξια τον παραδοσιακό ποντιακό χορό. Η ορμή ταχύτητα από τους χορούς που χορεύαμε στα διάφορα πανηγύρια. της νεότητας, το πάθος για διάκριση και η ανάγκη δικαίωσης και Σε όλο το διάστημα της ενασχόλησής μου με τον ποντιακό χορό, καταξίωσης της ξεριζωμένης γενιάς οδήγησαν τα συγκροτήματα καθώς συγκέντρωνα γνώσεις και εμπειρία, διαπίστωνα την ύπαρξη χορών των περισσοτέρων ποντιακών συλλόγων στην υιοθέτηση και τεράστιων κενών όσον αφορά την ενδυμασία, τη χορευτική έκφραση χρήση στοιχείων εντυπωσιακών μεν, αλλά ξένων προς την παράδοση και την ποικιλία των χορών, όπως βιώνονται στους ποντιακούς του Ελληνικού Πόντου. Για λίγα χειροκροτήματα ανταλλάξαμε την συλλόγους στις δεκαετίες 1960 μέχρι τις αρχές του 1990. Με το ευγένεια του ποντιακού χορού με τη βαρβαρότητα της κάλπικης πόνημα αυτό, που έχει τη μορφή καταγραφής, γίνεται προσπάθεια πολεμικής κίνησης. Ακροβατικά άλματα, παρορμητικές κραυγές, να διορθωθούν ορισμένα κακώς κείμενα όσον αφορά σε όσα μορφασμοί και εκφράσεις αγριεμένου πλήθους εκτοπίζουν τη προαναφέρθηκαν και να βγουν στην επιφάνεια χοροί που έχουν λεπτότητα και τη χάρη της κίνησης, την ευγένεια και τη σεμνότητα διατηρήσει τον τοπικό τους χαρακτήρα, πολλοί από τους οποίους αλλά και το ήθος των ποντιακών χορών στις δεκαετίες ’60, ’70, μέχρι πρόσφατα δε χορεύονταν από ποντιακά χορευτικά. Πρέπει ’80. Πιστοί στο πνεύμα της εποχής της δύναμης και της ταχύτητας να γίνει κατανοητό ότι η κάθε περιοχή στον Πόντο είχε τη δική της δώσαμε προτεραιότητα στους χορούς με γρήγορη κίνηση, χορούς μουσική, τα δικά της μουσικά όργανα και τους δικούς της χορούς. της καταιγίδας και του πάθους, και αφήσαμε στο περιθώριο Κάποιοι χοροί βέβαια απέκτησαν παμποντιακό χαρακτήρα και χορούς αργούς και ευγενικούς, της γαλήνης και της περισυλλογής. χορεύτηκαν κατά κόρον και από τα χορευτικά. Κάποιοι άλλοι όμως, Λησμονήσαμε πως την καταιγίδα διαδέχεται η γαλήνη, τη γαλήνη η όπως αυτοί των περιοχών του Νοτιοκεντρικού και Δυτικού Πόντου (Πάφρα, Νικόπολη-Γαράσαρη, Μεταλλείο Άσπρου Βουνού-Ακ Νταγ καταιγίδα και πάλι από την αρχή. Ασφαλώς, η κάθε γενιά έχει το δικαίωμα, αν χρειαστεί, να Ματέν), Μεταλλείο Αργυροχώματος-Κιουμούς Ματέν κ.λπ.), για προσθέσει το λιθαράκι της στην παράδοση. Πρέπει όμως να το πολλά χρόνια δε χορεύτηκαν καθόλου μετά την προσφυγιά παρά πράξει αυτό με σεβασμό και αγάπη και, προπαντός, με επίγνωση μόνο από τους κατοίκους των συγκεκριμένων περιοχών και μόνο της προσωρινότητάς της. Οι γενιές έρχονται και παρέρχονται· εκείνη τελευταία κάποιοι από αυτούς παρουσιάστηκαν στα προγράμματα των χορευτικών. Ακόμα και πολλοί χοροί της περιοχής Τραπεζούντας, που μένει και τις συνδέει είναι η παράδοση. Εχοντας τη βαθιά πεποίθηση ότι η παράδοση είναι το απαύγασμα π.χ. Γαλίανας, Ίμερας, Ματσούκας κ.α. δεν είναι ιδιαίτερα γνωστοί, 30


ίσως επειδή δεν ήταν εντυπωσιακοί και μπορεί αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίο κράτησαν την παραδοσιακή τους μορφή μέχρι σήμερα, ενώ όσοι έγιναν κτήμα των χορευτικών συγκροτημάτων, αλλοιώθηκαν πλήρως. Όλες οι δραστηριότητες των Ποντίων βιώνονταν και μέσα από το χορό. Έτσι, στις δύσκολες ώρες - που τα τελευταία χρόνια της ζωής τους στον Πόντο δεν ήταν και λίγες - μπορούσαν να ενισχύουν και το σύνδεσμο μεταξύ τους και την αντίθεση με τους Τούρκους. Για αυτό το λόγο ο χορός βοήθησε κατεξοχήν στη διατήρηση της παράδοσης και της εθνικής τους ταυτότητας Θεωρώ λοιπόν, και πολλοί θα συμφωνήσουν μαζί μου, πως πρέπει στο χορό να διατηρήσουμε όλα τα παραδοσιακά στοιχεία ή, αν έχουν χαθεί και φθαρεί από το χρόνο, να τα αποκαταστήσουμε, για να λειτουργήσει δημιουργικά αυτό το στοιχείο της ταυτότητας της ομάδας. Αν δε γίνει αυτό, υπάρχει κίνδυνος να μη διασφαλιστεί η ιστορική συνέχεια του χορού, εφόσον θα απομακρύνεται σταθερά από τα στοιχεία του παρελθόντος. Αυτό θα ενισχύεται και με την απομάκρυνση από το γεωγραφικό χώρο, η οποία ούτως ή άλλως έχει συντελεστεί. Προσπαθώ, λοιπόν, να προσεγγίσω τον κάθε ποντιακό χορό στην πιο γνήσια μορφή του. Βασίστηκα επί το πλείστον σε μαρτυρίες προσφύγων της πρώτης γενιάς και όχι στη σύγχρονη βιβλιογραφία και στις ερμηνείες διαφόρων «ειδικών», γιατί συμμερίζομαι την άποψη του Χρήστου Σαμουηλίδη: «Προσωπικά κλίνω στην άποψη ότι διάφορες ερμηνείες των χορών είναι δευτερογενείς, μεταγενέστερες και παρετυμολογικά χαριτωμένες και ευφάνταστες». (Χρήστος Σαμουηλίδης, 1993). Εφόσον λοιπόν δεν υπήρχε το κατάλληλο παλαιό βιβλιογραφικό υλικό που να δίνει την εικόνα των χορών στον Πόντο, ούτε και γνωρίζουμε τη χρονολογία δημιουργίας του κάθε χορού, μόνο αν μελετήσουμε τα ήθη, τα έθιμα, τη σύνθεση και τη δομή της τότε κοινωνίας μπορούμε να βγάλουμε σωστά συμπεράσματα και να δώσουμε σωστές ερμηνείες. Η αναδρομή ανάγεται μακριά στο παρελθόν πριν τον ερχομό των προσφύγων στην Ελλάδα. Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε την προέλευση των σημερινών χορών γυρίζουμε στο παρελθόν, για να εντοπίσουμε εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία, που παρουσιάζουν

την τότε σύνθεση της κοινωνικής πραγματικότητας με τη μορφή και την έκφραση των χορών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, σε ό,τι αφορά τους γνήσιους λαϊκούς χορούς, οι μαρτυρίες συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι οι χοροί, όπως μας τους μετέδωσε η πρώτη γενιά, αποτελούν κατάλοιπα (προσδιορισμένα συχνά με ακρίβεια) του Μεσαίωνα (κυριαρχούμενος ρόλος της γυναίκας μέσα στο χορό, όταν η νέα γυναίκα δεν μπορούσε να χορέψει δημόσια, όταν εθεωρείτο απρέπεια ένας ξένος να της κρατάει το χέρι και όταν εθεωρείτο ντροπή ακόμα και να κοιτάζει τους άνδρες να χορεύουν). Σε ό,τι σχετίζεται με τους ποντιακούς λαϊκούς χορούς, αυτό που πρέπει να εξεταστεί πρωταρχικά είναι οι επιρροές που δέχθηκαν και η ελληνικότητα κάποιων, η οποία αποδεικνύεται σε μερικούς από τις αναφορές και μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, όπως ο Ξενοφών, ο Λουκιανός, ο Πλάτων κ.α. και δεύτερον από το ρυθμό τους. (Ενώ ο ρυθμός 6/8 δεν υπάρχει στον Πόντο, σήμερα χορεύουμε με αυτόν το ρυθμό, σαν ποντιακούς, χορούς όπως Λετσίνα, Τρία τη Κότσαρη, Τσοκμέ - Σαρί κουζ μαντιλί, Τας κλπ). Επίσης πρέπει να μελετηθούν και οι χοροί των άλλων εθνικών ομάδων, οι οποίες ζούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή, για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Στην παράδοση κάτι δίνεις κάτι παίρνεις και από αυτήν τη συναλλαγή βγαίνει μια καινούργια συνισταμένη, η οποία, εάν εκφράζει έναν λαό, είναι η παράδοση του. Βέβαια, κατά την προσωπική μου άποψη, οι χοροί που έφερε από τον Πόντο η πρώτη γενιά είναι όλοι ποντιακοί, γιατί προσαρμόστηκαν στα χορευτικά δεδομένα των Ποντίων, οπότε έγιναν ποντιακοί. Όταν ένας λαός αγαπάει κάτι και εκφράζεται μέσα από αυτό, τότε είναι και δικό του, ασχέτως ποιος είναι ο δημιουργός του. Η έρευνα αυτή ξεκίνησε το 1973, οπότε άρχισαν να καταγράφονται με μαγνητόφωνο ζωντανές μαρτυρίες ανθρώπων της πρώτης γενιάς. Από τον Απρίλιο του 1984 άρχισε η καταγραφή των χορών σε video. Με οδηγούς, λοιπόν, τις παλιές και τις νέες μαρτυρίες ανιχνεύουμε τα στοιχεία που θα μας οδηγήσουν σε γνήσιες παραδοσιακές μορφές, ελπίζοντας να μη διαψευστούν οι προσδοκίες μας. Κοσμέτες β΄

Πηγές - Παραπομπές «Το πρώτο σου χρέος, εκτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους, το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους, και το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο σου τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει» Νίκος Καζαντζάκης.

χόρευαν άνθρωποι από ευγενικές οικογένειες, οι πρώτοι σε κάθε πόλη, χωρίς να ντρέπονται για τις επιδόσεις τους, αλλά υπερηφανεύονταν μάλλον γι’ αυτό παρά για την ένδοξη καταγωγή και τ’ αξιώματα των προγόνων τους» (Περί ορχήσεως).

«Ο παραδοσιακός χορός – από τα πιο ζωντανά και τα πιο δυναμικά στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού αποτελούσε – τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα «θεσμό», ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της συλλογικής ταυτότητας της ελληνικής κοινωνίας στην ιστορική της πορεία. Ετσι, η μελέτη του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς – πέρα από τα γεωγραφικά στοιχεία – μας δίνει πληροφορίες για την ίδια την κοινωνία, την ιστορία, την κοινωνική οργάνωση, τις ηθικές και αισθητικές της αξίες» Γιάννης Πραντζίδης: Ο χορός στην ελληνική παράδοση και η διδασκαλία του, σελ. 9

Μπορούμε να πούμε ότι στη βυζαντινή περίοδο διαμορφώθηκε μια κατάσταση στον Πόντο, η οποία, διαμόρφωσε με τη σειρά της σχετικά και ανάλογα το χαρακτήρα των ποντιακών χορών. Οι κοινωνικές συνθήκες της περιοχής έγιναν αιτία να αποκτήσουν έναν ιδιαίτερα αγωνιστικό χαρακτήρα οι χοροί των Ποντίων και μια ένταση και διάθεση από την οποίαν απουσιάζουν εντελώς η ηδυπάθεια και η μαλθακότητα. Οι ποντιακοί χοροί έχουν επίσης ένα βασικό γνώρισμα, που συνδέεται άμεσα με τις παραδόσεις του ποντιακού ελληνισμού. Το στοιχείο αυτό είναι η αρχαιοπρέπεια, η βαρύτητα, μπορούμε να πούμε, στα επιμέρους και κύρια χαρακτηριστικά των χορών. Κι αυτό δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού ο λαός του Πόντου υπηρετούσε ως προκεχωρημένο φυλάκιο τον ελληνικό πολιτισμό και τα χριστιανικά ιδεώδη, στην άκρη του χριστιανικού κόσμου, όπου εκδηλωνόταν συχνότατα η ανατολική επιθετικότητα. Γι’ αυτό, βέβαια, δεν υπάρχει η παραμικρότερη ομοιότητα ανάμεσα στους ποντιακούς και τους τουρκικούς χορούς, εκτός από τις περιπτώσεις που οι ποντιακοί χοροί χορεύονται από πληθυσμούς ελληνογενείς και ελληνόφωνους, οι οποίοι ζουν στη σημερινή Τουρκία. Για την άρση κάθε αμφιβολίας της ελληνικότητάς τους, πρέπει να αναφέρουμε ότι και οι Τούρκοι ακόμη ονομάζουν τους ποντιακούς χορούς, χορόν. (Ο Πόντος: Ιστορία, Λαογραφία και Πολιτισμός, τ. 2ος, σελ. 608).

Η πρώτη αναφορά στους ποντιακούς χορούς γίνεται από τον Ξενοφώντα στην «Κάθοδο των Μυρίων» όπου περιγράφει το χορό των μαχαιριών. Επίσης ο Λουκιανός στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. έγραψε για τον ποντιακό χορό: «Και σε ό,τι αφορά τους βακχικούς χορούς, που έχουν διαδοθεί στην Ιωνία και ξεχωριστά στον Πόντο… τόσο πολύ κυρίεψε τους ανθρώπους που ζουν στον Πόντο ο χορός, ώστε όπου γίνονταν χορευτικές παραστάσεις, για ολόκληρες μέρες ξεχνούσαν όλα τ’ άλλα και παρατηρούσαν μόνο τους χορευτές, που παρίσταναν πότε τους κορύβαντες, πότε τους σατύρους και πότε τους βοσκούς. Τους χορούς αυτούς τους

31


Η προσωπικότητα και το έργο του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου-Κάνεως της Μαρίας Βεργέτη Επίκουρης Καθηγήτριας Κοινωνιολογίας του ∆ημοκριτείου Παν/μιου Θράκης

Ο Γεώργιος Κανδηλάπτης γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1881. Το φιλολογικό επώνυμο «Κάνις» το έλαβε από τον ποταμό Κάνι, της περιοχής Αργυρούπολης του Πόντου. Υπήρξε εκπαιδευτικός και πολυγραφότατος συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το έργο του περιλαμβάνει περισσότερα από 1200 δοκίμια, διηγήματα, μυθιστορήματα και επιστημονικές μελέτες. Ο Γ. Κανδηλάπτης εγγράφεται το 1889, σε ηλικία οκτώ ετών, στην Α΄ τάξη του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως.1 Οταν ολοκληρώνει τη φοίτησή του στη Γ΄ τάξη του Σχολαρχείου (το Σχολαρχείο αντιστοιχεί με το σημερινό Γυμνάσιο) αποφασίζει να διακόψει τις σπουδές του και να ακολουθήσει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Οπως ο ίδιος αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, «έπαυσα τας σπουδάς μου προς τύψιν της συνειδήσεως ισόβιον και ανεπανόρθωτον.» 2 Το Φροντιστήριο της Αργυρούπολης τροφοδοτεί κάθε χρόνο τα σχολεία της επαρχίας με 40-50 αποφοίτους της Β΄ και Γ΄ Σχολαρχείου. Στον Πόντο το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί 32

με την βοήθεια των κοινοτήτων. Η κοινότητα πληρώνει το μισθό του εκπαιδευτικού, ορίζει επόπτη για κάθε σχολείο και εξεταστική επιτροπή, η οποία με τη συμπλήρωση του σχολικού έτους κάνει τις εξετάσεις κάθε σχολείου. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα όλες οι κοινότητες είχαν σχολεία που είχαν δημιουργηθεί με τη φροντίδα των κατοίκων. Ο Γ. Κανδηλάπτης-Κάνις βλέπει το 1900 τα κειμήλια και αρχίζει να μελετά τα βιβλία της Ιεράς Μονής Παναγίας Γουμερά. Τα μοναστήρια του Πόντου διέθεταν πλούσιες βιβλιοθήκες και εγγραμμάτους μοναχούς. Η μελέτη στην Ιερά Μονή Παναγίας Γουμερά δίνει το έναυσμα για την μετέπειτα ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητα του Γ. Κανδηλάπτου-Κάνεως. Εργάζεται με επιστημονική πειθαρχία και εξελίσσεται σε άριστο αυτοδίδακτο ερευνητή. Μελετά δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Συλλέγει πληροφορίες για ναούς, μονές, φρούρια, παρεκκλήσια, επιγραφές βρύσεων, οικιών, νεκροταφείων. Καταγράφει ήθη και έθιμα, δημοτικά τραγούδια, γνωμικά, παροιμίες, μύθους και παραμύθια. Συζητά και συλλέγει πληροφορίες από τους κατοίκους γιατί θεωρεί ότι «η λαϊκή παράδοσις ουδέποτε ευρέθη εις απόστασιν και αντίθεσιν από τα ιστορικά γεγονότα. Ο λαϊκός θρύλος εδικαιώθη πάντοτε, διότι στηρίζεται επί ιστορικών δεδομένων.» 3 Εργαζόμενος ως δάσκαλος και ως μέλος εξεταστικών επιτροπών των σχολείων έχει την τύχη να μελετήσει πολλές τοπικές και ιδιωτικές βιβλιοθήκες και να συγκεντρώσει πληροφορίες από τους κατοίκους πολλών χωριών. Ως δάσκαλος εργάζεται στα χωριά Τσιμπρικά (1899-1901), Χάρσερα (19011902), Σίδη (1902-1903), Μοναστήρι Άτρας (1903-1905), Θέμπεδα (1905-1907), Ερζιγγιάν Αρμενίας4 (1907-1908), Χαβίανα (1908-1910), Αργυρούπολη (1910-1911) και Ίμερα (1911-1914). Ο Γ. Κανδηλάπτης είναι ανταποκριτής και συνεργάτης περιοδικών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, όπως το «Παιδικός Κόσμος», «Βοσπορίς» και «Οι Κομνηνοί». Στις αρχές του εικοστού αιώνα γίνεται ανταποκριτής και συνεργάτης της εφημερίδας της Τραπεζούντας «Φάρος της Ανατολής», της εφημερίδας της Οδησσού «Κόσμος» και της εφημερίδας του Βατούμ «Αργοναύτης». Ακολουθούν τα δύσκολα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και των διωγμών των Ελλήνων. Ο Γ. Κανδηλάπτης κρύβεται ως φυγόστρατος και αργότερα εξορίζεται. Ακόμη και την εποχή της εξορίας του την περίοδο 1920-1922, πρώτα στο Ερζερούμ, τη Θεοδοσιούπολη των Βυζαντινών χρόνων, και μετά στο Ερζιγγιάν συλλέγει πολύτιμες πληροφορίες και καταγράφει την ιστορία και τα πολιτισμικά πρότυπα των Ελλήνων του


Πόντου. Την ώρα της καταστροφής και της βίαιης ανταλλαγής των πληθυσμών (1916-1924) διασώζει και μεταφέρει στην Ελλάδα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας, πατριαρχικά σιγίλλια, χειρόγραφα βιβλιοθηκών, κειμήλια, τα οστά του αυτοκράτορα Αλεξίου Δ΄ Κομνηνού5 και ό,τι μπορεί από το προσωπικό του αρχείο που περιλαμβάνει επιστημονικές μελέτες και καταγραφές εθίμων, τραγουδιών, παροιμιών, γνωμικών, μύθων και παραμυθιών. Στην Ελλάδα ο Γ. Κανδηλάπτης-Κάνις εργάζεται ως δάσκαλος στο νομό Εβρου. Παράλληλα συνεχίζει και το συγγραφικό του έργο. Συνολικά συντάσσει, στον Πόντο και στην Ελλάδα, περισσότερα από 1200 δοκίμια, διηγήματα, μυθιστορήματα και επιστημονικές μελέτες. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει: «Είναι αληθές ότι ίσως εις των αναγνωστών μου, ίσως λέγω, να με ερωτήση διατί συνεχώς μετέβαλλον τόπον διαμονής και δια ποίαν αιτίαν έτρεχον εις διάφορα τμήματα της ημετέρας επαρχίας προς διδασκαλίαν. Απαντώ α΄: ότι ήμην νέος και η νεότης είναι άστατος. β΄: πάθος εγένετο εν εμοί η αγάπη προς την ιστορίαν της επαρχίας ημών και ήθελον να αθροίσω ιστορικόν και λαογραφικόν υλικόν και πράγματι σήμερον, ότε χαράττω τας γραμμάς ταύτας, θαυμάζω πόσον ο άνθρωπος είναι άστοργος προς τα τοιαύτα ιστορικά κείμενα και ουδείς με βοηθεί εις την έκδοσιν αυτών. Ισως παράδοξός τις να μοι είπη: Τα μέρη εκείνα δια της ανταλλαγής των πληθυσμών ήδη δι΄ ημάς απέθανον. Εχει άδικον όμως ο τοιούτος παρατηρητής, διότι, αν δεν συνέγραφον ο Θουκυδίδης και ο Ηρόδοτος, πολλά ολίγα θα εγνωρίζαμεν εκ της εθνικής ημών ιστορίας.»6 Από το συνολικό του έργο εκδίδονται μέχρι το θάνατό του, στον Πόντο και στην Ελλάδα, δώδεκα βιβλία και δημοσιεύονται περίπου τετρακόσια άρθρα, επιστημονικές μελέτες και μυθιστορήματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Από το 1924 απομονωμένος ως πρόσφυγας στον ακριτικό νομό Εβρου και με την ευθύνη συντήρησης μιας οκταμελούς οικογένειας δεν κατορθώνει να συνεργαστεί σε μόνιμη βάση με εφημερίδες 1

Το Φροντιστήριο Αργυρούπολης ιδρύεται το 1723 και λειτουργεί μέχρι το 1923. Είναι το μεγαλύτερο σχολείο στον Πόντο, μετά από το Φροντιστήριο Τραπεζούντος. Στην αρχή της λειτουργίας του έχει δημοτικό και τρεις γυμνασιακές τάξεις. Αργότερα προστίθεται και τέταρτη γυμνασιακή τάξη. Φοιτούν περίπου 300 μαθητές, όλοι αγόρια (αρρεναγωγείο). Διδάσκουν 12 δάσκαλοι και καθηγητές. Η πόλη της Αργυρούπολης έχει και σχολείο για κορίτσια (παρθεναγωγείο). Ιδρύεται το 1873 και έχει τέσσερις τάξεις δημοτικού σχολείου. Αργότερα προστίθεται μια πέμπτη τάξη και μια προκαταρκτική τάξη (νηπιαγωγείο). Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης-Κάνις, Γεωγραφικόν και ιστορικόν λεξικόν των χωρίων, κωμοπόλεων και πόλεων Χαλδίας (Θεσσαλονίκη: Εκδ. αδελφών Κυριακίδη, 2004), σελ. 380-381. 2

Η ζωή μου, ήτοι αυτοβιογραφία του εξ Αργυροπόλεως του Πόντου Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου-Κάνεως, σελ. 28. Το 2002 ο εκδοτικός οίκος των αδελφών Κυριακίδη έκανε έκδοση του τμήματος της αυτοβιογραφίας που αναφέρεται στην περίοδο 1881-1924. Στο κείμενο αυτό ακολουθείται η αρίθμηση των σελίδων της δημοσιευμένης αυτοβιογραφίας μέχρι το 1924.

εθνικής εμβέλειας. Ομως, το δημοσιευμένο έργο του σε ποντιακά περιοδικά και στον ελλαδικό επαρχιακό τύπο είναι εντυπωσιακό σε ποιότητα και ποσότητα. Εκτός από τη συγγραφή συνεχίζει την εθνική και κοινωνική προσφορά του. Δωρίζει σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς τα πολύτιμα κειμήλια που μετέφερε. Το 1966 του απονέμεται από την ελληνική πολιτεία το Παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Φοίνικος για το πνευματικό του έργο. To 1971 ο Γ. Κανδηλάπτης-Κάνις αποβιώνει μετά από σύντομη ασθένεια στην Αλεξανδρούπολη. Μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του έχει υγεία, πνευματική διαύγεια, επισκέπτεται περιοχές της Ελλάδας και συνεχίζει το συγγραφικό, εθνικό και κοινωνικό του έργο. Τριάντα χρόνια μετά από το θάνατο του συγγραφέα ο εκδοτικός οίκος των αδελφών Κυριακίδη αποφασίζει να επανεκδώσει τμήμα του έργου του και να προβεί σε αξιοποίηση του ανέκδοτου έργου. Η επανέκδοση οκτώ έργων και η πρώτη έκδοση εννέα ανέκδοτων έργων του Γεωργίου Θ. ΚανδηλάπτουΚάνεως αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον για το έργο και την προσωπικότητα του συγγραφέα. Η αγάπη του Γ. ΚανδηλάπτουΚάνεως για μια νησίδα του ελληνισμού, η επιμονή, η υπομονή, οι ανεξάντλητες προσπάθειές του για να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του τόπου στο μυαλό και στην καρδιά τόσο των συγχρόνων του, όσο και των επόμενων γενεών μας θυμίζουν κείμενο του Paulo Coelo στο οποίο αναφέρεται: «το σύμπαν συνωμοτεί για να μας βοηθήσει, όταν προσπαθούμε να ζήσουμε το προσωπικό μας όνειρο». Οπως και ο ίδιος ο Γ. Κανδηλάπτης-Κάνις αναφέρει στην αυτοβιογραφία του «είναι καλόν να γράφω ό,τι ιστορικόν υπάρχει, το οποίον γνωρίζω ότι μίαν ημέραν θα χρησιμοποιηθή, διότι τα έργα των ανθρώπων μετά θάνατον εκτιμώνται.» 7 Στο επόμενό τεύχος: η εργογραφία του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου-Κάνεως Μετά από αυτή τη χρονολογία ακολουθείται η αρίθμηση των σελίδων της χειρόγραφης αυτοβιογραφίας. 3

Η ζωή μου, ήτοι αυτοβιογραφία του εξ Αργυροπόλεως του Πόντου Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου-Κάνεως, σελ. 35. 4

Το Ερζιγγιάν δεν ανήκει στην επαρχία Χαλδίας.

5

Τα οστά παραδόθησαν στο «Ταμείον Ανταλλαξίμων» και στη συνέχεια τοποθετήθηκαν στο Βυζαντινό Μουσείο. Σήμερα τα οστά του Αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλεξίου Δ΄ Κομνηνού φυλάσσονται στον πρώτο ανιστορηθέντα ναό της Παναγίας Σουμελά (στη μικρή εκκλησία) στη Μακεδονία (στους πρόποδες του όρους Βερμίου). 6

Η ζωή μου, ήτοι αυτοβιογραφία του εξ Αργυροπόλεως του Πόντου Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου-Κάνεως, σελ. 47. 7

Η ζωή μου, ήτοι αυτοβιογραφία του εξ Αργυροπόλεως του Πόντου Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου-Κάνεως, σελ. 48. 33


Ονομαστικόν Αρχείον Αγροτών Προσφύγων

Μια ηλεκτρονική «κιβωτός» του Προσφυγικού Ελληνισμού

Δ

ιανύουμε την όγδοη δεκαετία από τη Μικρασιατική καταστροφή. Αυτό σημαίνει ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι πρόσφυγες του 1922 έχουν φύγει πλέον από τη ζωή, ενώ και τα παιδιά τους, οι μοναδικοί αυτήκοοι μάρτυρες της δυστυχίας τους, βρίσκονται ήδη σε προχωρημένη ηλικία. Επομένως σε λίγο καιρό η μοναδική πηγή που θα έχουμε στη διάθεσή μας, εφόσον βέβαια εξακολουθούμε να ασχολούμαστε με την τραγική ιστορία αυτών των ανθρώπων, θα είναι οι γραπτές πηγές. Η πλέον αξιόπιστη γραπτή πηγή, που επιτρέπει την εξειδικευμένη (για την ακρίβεια εξατομικευμένη) έρευνα της προέλευσης των προσφύγων, είναι το «Ονομαστικόν Αρχείον Αγροτών Προσφύγων». Πρόκειται για ένα ογκωδέστατο ευρετήριο με τα ονόματα των αρχηγών των προσφυγικών οικογενειών, οι οποίες έτυχαν «αγροτικής αποκαταστάσεως», δηλαδή εγκαταστάθηκαν σε κάποιο αγροτικό οικισμό της Ελλάδας και έλαβαν αγροτικό κλήρο. Το «Αρχείον», που αποτελείται από 7.020 σελίδες χωρισμένες σε 13 τόμους, εκδόθηκε το 1928 από το Υπουργείο Γεωργίας και τη Διεύθυνση Εισπράξεως Χρεών της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (με άλλα λόγια το ελληνικό κράτος ενδιαφέρθηκε να καταγράψει τους πρόσφυγες, μόνον όταν χρειάστηκε να εισπράξει τις οφειλές τους !) Μελετώντας κανείς το περιεχόμενο του, θα διαπιστώσει ότι περιλαμβάνει κωδικοποιημένες τις βασικότερες πληροφορίες, που συνοψίζουν τη μικρή ιστορία κάθε πρόσφυγα: το ονοματεπώνυμό του, το πατρώνυμό του, τον οικισμό από τον οποίο κατάγεται, καθώς και τον αύξοντα αριθμό της δήλωσης, την οποία υπέβαλε προς της ΕΑΠ, με βάση τον οποίο -και με τη βοήθεια ενός ειδικού ευρετηρίου των οικισμών της Ελλάδας- βρίσκουμε τον οικισμό στον οποίο τελικά εγκαταστάθηκε. Ακόμη όμως κι αυτή η πηγή δεν περιλαμβάνει όλους τους πρόσφυγες. Κατ’ αρχήν απουσιάζουν οι «αστικώς υποκατασταθέντες», δηλαδή το 1/3 τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των προσφύγων. Επιπλέον -και ειδικά για τους Πόντιους- απουσιάζει μια κρίσιμη κατηγορία προσφύγων, αυτοί που ήρθαν στην Ελλάδα μετά το 1928 με αποκορύφωμα το μαζικό προσφυγικό κύμα του 1939 από την τ. ΕΣΣΔ. Καθώς το «Αρχείον» ήταν γνωστό από χρόνια στους ερευνητές, αλλά παρέμενε ουσιαστικά αναξιοποίητο λόγω του τεράστιου όγκου των πληροφοριών που περιλαμβάνει, πήραμε την πρωτοβουλία να προχωρήσουμε στην πλήρη ψηφιοποίησή του και στη συγκρότηση μιας σύγχρονης και χρηστικής βάσης δεδομένων με τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνει. Είναι ένα έργο δύσκολο, που αναμένεται να διαρκέσει χρόνια. Όταν ολοκληρωθεί, θα τεθεί μέσω του διαδικτύου στη διάθεση κάθε ερευνητή, αλλά και κάθε άλλου ενδιαφερόμενου. Μέχρι τότε το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, που κατέφυγαν κάποια στιγμή σε αυτό τον τόπο με μόνες αποσκευές τη δυστυχία τους, αλλά και την αστείρευτη διάθεσή τους για δημιουργία, είναι να αρχίσουμε να δημοσιεύουμε σε κάθε τεύχος του περιοδικού μας τα ονόματα των αρχηγών των αγροτικών ποντιακών προσφυγικών οικογενειών με αλφαβητική σειρά.

34


ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Αβαλασίδης Θεοφάνης

Ακ Νταγ Ματέν Χαλδείας

Νότια Πέλλης

Παρελή Νικομηδείας (Ατά Παζάρ)

Αμυγδαλιά Κοζάνης

Αναστασία του Γεωργίου (ή Στακτοπούλου)

Κιουρεκτσή Αμασείας (Σαμψούντα)

Δράμα

Διογένης του Ευθυμίου

Κιουρεκτσή Αμασείας (Σαμψούντα)

Πτελέα Δράμας

Παρθένα χήρα Θεοδώρου

Ζάβερα Ροδοπόλεως (Ματσούκα)

Αγ. Δημήτριος Κοζάνης

Τσαλ Αμασείας (Πάφρα)

Αμισιανά Καβάλας

Ματέν Τυφλίδος (Τσάλκα)

Ξηρόβρυση Κιλκίς

Κοτζάογλου Αμασείας (Κάβζα)

Καστανίτης Ξάνθης

Αβαλίδης Γεώργιος του Ιωάννου (ή Οβαλήογλου) Αβετίδης

Αβητόγλου Αναστάσιος του Ιωάννου (ή Τοπάλογλου) Αβλαστομίδης Δημήτριος του Κωνσταντίνου Αβραάμ Αναστάσιος του Αναστασίου (ή Καραγιαννόπουλος) Δέσποινα χήρα του Αβραάμ (ή Αποστόλογλου)

Κάβζα Αμασείας

Ομορφοκκλησιά Καστοριάς

Παρασκευή του Αβρ. (ή Γιοβάνογλου)

Ελματζίκ Αμασείας (Πάφρα)

Αγ. Κωνσταντίνος Αιτωλ/νίας

Αβραάμ του Αναστασίου (ή Πουρτούλογλου)

Τονούζαλαν Αμασείας

Αγκιστρο Σερρών

Αβραάμ του Αναστασίου (ή Τσοπάνογλου)

Σιχλίκ Αμασείας (Πάφρα)

Καπνόφυτο Σερρών

Αβραάμ του Γεωργ.

Κιουμούς Ματέν Χαλδείας

Κάτω Καμμενίκια Σερρών

Αβραάμ του Γεωργίου

Παντζαρότ Καρς

Αγ. Αντώνιος Κιλκίς

Αβραάμ του Δ.

Χαμουρή Ροδοπόλεως (Ματσούκα)

Δρέπανο Κοζάνης

Αβραάμ του Ευθ.

Πεζιρκιάν Κετσίτ Καρς

Οινόη Κοζάνης

Αβραάμ του Ηλία

Αντούς Νεοκαισαρείας (Ορτού)

Πετεινός Ξάνθης

Αβραάμ του Ιακώβου

Παϊντούρ Ερεβάν

Ν. Μεσημβρία Θεσσαλονίκης

Αβραάμ του Ιορδ.

Γίγα Τραπεζούντος (Οφις)

Φιλώτας Φλωρίνης

Αβραάμ του Ιωάννου

Βεζύρ Κιοπρού Αμασείας (Σαμψούντα)

Κοιλάδι Κιλκίς

Αβραάμ του Νικολ.

Τσατμά Καισαρείας

Καρπερό Γρεβενών

Αβραάμ του Νικολάου

Απουλπάρτ Καρς

Θρυλόριο Ροδόπης

Αβραάμ του Σάββα

Κιουμούς Χατζήκιοϊ Χαλδείας (Κιουμούς Ματέν)

Βυρώνεια Σερρών

Αβραάμ του Χαραλ.

Οφις Τραπεζούντος

Καγιαλάρ Ξάνθης

Αγαθάγγελος του Σάββα (ή Κοτζά Αβράμογλου)

Ακ Ουσαγί Αμασείας (Πάφρα)

Κάτω Σούρμενα Κιλκίς

Αικατερίνη του Ιωάν.

Σουποτάν Καρς

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Αλεξάνδρα του Γεωρ.

Αζάτ Καρς

Λιμνοχώρι Φλωρίνης

Αλεξάνδρα του Μιχ.

Σουποτάν Καρς

Λιμνοχώρι Φλωρίνης

Αλέξανδρος ή Αλέξιος του Αντ.

Οινόη Νεοκαισαρείας

Καπνοχώρι Κοζάνης

Αλέξανδρος του Αβρ.

Αύγουστα Νεοκαισαρείας

Μαύρο Πέλλης

Αβρααμίδης-Αβραμίδης

35


Αλέξανδρος του Αλεξάνδρου

Ελματζίκ Αμασείας (Πάφρα)

Λευκάδι Καβάλας

Αλέξανδρος του Κωνστ.

Χαψάμανα Νεοκαισαρείας (Ορτού)

Πλατανάκια Σερρών

Αλέξανδρος του Παντελή

Αμάσεια Αμασείας

Κάτω Θεοδωράκι Κιλκίς

Αλέξιος του Γεωργ.

Παντζαρότ Καρς

Αγ. Αντώνιος Κιλκίς

Αλέξιος του Ηλία

Πάφρα Αμασείας

Αγ. Παύλος Κιλκίς

Αλκιβιάδης του Αβραάμ

Κάβζα Αμασείας

Νίκη Καστοριάς

Ανανίας του Αβραάμ

Τεκνελή Καρς

Μεταλλικό Κιλκίς

Αναστασία του Γεωργ.

Κιουμούς Χατζήκιοϊ Χαλδείας (Κιουμούς Ματέν)

Ανω Αμπέλια Σερρών

Αναστάσιος του Αβρ. (ή Κούρτογλου)

Τσορτουκλού Αμασείας (Σαμψούντα)

Μηλιά Κοζάνης

Αναστάσιος του Αβραάμ

Τοκάτη Νεοκαισαρείας

Γαρέφι Πέλλης

Αναστάσιος του Αβραάμ (ή Ιακωβίδης)

Κιοσρούφ Αμασείας (Κάβζα)

Ποντινή Γρεβενών

Αναστάσιος του Αβραάμ (ή Μουρατίδης)

Σουκιούτ Αμασείας

Βαθυχώρι Δράμας

Αναστάσιος του Γεωργ.

Χοούζ Θεοδοσιουπόλεως (Ερζιγκιάν)

Διαβατά Θεσσαλονίκης

Αναστάσιος του Γεωργ.

Ορτού Νεοκαισαρείας

Κρύα Βρύση Πέλλης

Αναστάσιος του Γρηγ.

Καραπίρ Χαλδείας (Ακ Νταγ Ματέν)

Ανοιξη Γρεβενών

Αναστάσιος του Ιορδ.

Γίγα Τραπεζούντος (Οφις)

Φιλώτας Φλωρίνης

Αναστάσιος του Ισαάκ

Κιόσκιοϊ Κολωνίας (Χαπές)

Νέο Πετρίτσι Σερρών

Αναστάσιος του Μιχ.

Σουποτάν Καρς

Λιμνοχώρι Φλωρίνης

Αναστάσιος του Παύλου

Ασματσάμ Αμασείας Πάφρα

Αχλαδοχώρι Σερρών

Ανέστης του Νικολάου

Χαψάμανα Νεοκαισαρείας (Ορτού)

Πλατανάκια Σερρών

Αννα του Νικολάου (ή Κοτζά Αβράμογλου)

Ελματζίκ Αμασείας (Πάφρα)

Λευκάδι Καβάλας

Αννίτσα του Αβραάμ (ή Παυλίδου)

Τοκάτη Νεοκαισαρείας

Χωριστή Δράμας

Αντώνιος

Καρς

Πολίχνη Θεσσαλονίκης

Αριστείδης του Παντελή

Κιουμούς Χατζήκιοϊ Χαλδείας (Κιουμούς Ματέν)

Βυρώνεια Σερρών

Αρχοντή του Σάβ.

Ερπαα Νεοκαισαρείας

Κτενάς Κοζάνης

Βασίλειος του Αβραάμ (ή Κεδζέογλου)

Τσεπνί Αμασείας (Σαμψούντα)

Αχλαδιά Κοζάνης

Βασίλειος του Αλεξάνδρου

Καρς

Ρυζάρι Πέλλης

Βασίλειος του Γ.

Οφις Τραπεζούντος

Μελισσοχώρι Δράμας

Βασιλική του Κυριάκου (ή Χατζή Οκσούζογλου)

Σιχλίκ Αμασείας (Πάφρα)

Καπνόφυτο Σερρών

Βλαδίμηρος του Ιωάν.

Σουποτάν Καρς

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Βλαδίμηρος του Στυλ.

Καρς

Οινόη Κοζάνης

Γαβριήλ του Αβραάμ (ή Λεοντιάδης)

Μπακός Θεοδοσιουπόλεως

Ριζανά Κιλκίς

Γαβριήλ του Λαζαρ.

Σουποτάν Καρς

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Γαβριήλ του Παναγ. ή Γρηγορ.

Κετσιβάν Καρς

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Γαβριήλ του Παύλου

Σουποτάν Καρς

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Γεράσιμος του Ηλία

Καρς

Πολίχνη Θεσσαλονίκης

Γεράσιμος του Λαζάρ.

Σουποτάν Καρς

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Γεώργ. του Αβραάμ

Τεκνελή Καρς

Μεταλλικό Κιλκίς

Γεωργ. του Αθαν.

Ποντοηράκλεια Χαλκηδόνος

Πύργοι Κοζάνης

Γεώργ. του Μιχαήλ

Χοούζ Θεοδοσιουπόλεως (Ερζιγκιάν)

Διαβατά Θεσσαλονίκης

Γεώργ. του Σαμουήλ (ή Λαζάρογλου)

Λοντσίονος Χαλδείας (Αργυρούπολη)

Γερακαριό Κιλκίς

Γεώργιος

Ποντοηράκλεια Χαλκηδόνος

Ποντοηράκλεια Κιλκίς

Γεώργιος (κληρονόμοι)

Χοούζ Θεοδοσιουπόλεως (Ερζιγκιάν)

Διαβατά Θεσσαλονίκης

Γεώργιος (κληρονόμοι)

Κοτεκλή Αμασείας (Σαμψούντα)

Νέα Σινώπη Πρεβέζης

Γεώργιος του Αβραάμ

Λιβερά Ροδοπόλεως (Ματσούκα)

Ροδοχώρι Ημαθίας

Γεώργιος του Αβραάμ

Κιόσκιοϊ Κολωνίας (Χαπές)

Αετοβούνι Σερρών

36


Γεώργιος του Αβραάμ ( ήΓεωργιάδης)

Πάφρα Αμασείας

Νέα Μπάφρα Σερρών

Γεώργιος του Αβραάμ (ή Χατζηχρύσογλου)

Χατζή Κερίκ Νεοκαισαρείας

Πηγαδίτσα Γρεβενών

Γεώργιος του Αναν.

Κουμπάτ Τυφλίδος

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Γεώργιος του Αναστ.

Κιλαϊπασι Αμασείας (Πάφρα)

Διαλεχτό Καβάλας

Γεώργιος του Αναστασ.

Λαντίκ Αμασείας (Σαμψούντα)

Λαοδικηνό Κιλκίς

Γεώργιος του Βασιλ.

Οφις Τραπεζούντος

Σφενδάμη Πιερίας

Γεώργιος του Γεωργίου

Πάφρα Αμασείας

Νέα Μπάφρα Σερρών

Γεώργιος του Γρ.

Σουποτάν Καρς

Κορώνα Κιλκίς

Γεώργιος του Δημητρίου

Σοχού Τσουχούρ Αμασείας (Πάφρα)

Καπνόφυτο Σερρών

Γεώργιος του Θεοδ.

Γιαλαγούτσαμ Καρς

Κιλκίς

Γεώργιος του Θεοδώρου

Κιουμούς Χατζήκιοϊ Χαλδείας (Κιουμούς Ματέν)

Βυρώνεια Σερρών

Γεώργιος του Ιωσήφ

Σουποτάν Καρς

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Γεώργιος του Κωνσταντίνου

Λαντίκ Αμασείας (Σαμψούντα)

Μικροχώρι Δράμας

Γεώργιος του Μιχαήλ (κληρονόμοι)

Σουποτάν Καρς

Λιμνοχώρι Φλωρίνης

Γεώργιος του Παύλου

Καραπίρ Χαλδείας (Ακ Νταγ Ματέν)

Ανοιξη Γρεβενών

Γεώργιος του Σάββα

Σαρή Κλισέ Αμασείας (Σαμψούντα)

Καλή Βρύση Δράμας

Γεώργιος του Σταύρου

Κιουμούς Ματέν Χαλδείας

Βυρώνεια Σερρών

Γεώργιος του Στυλιανού

Σοχού Τσουχούρ Αμασείας (Πάφρα)

Καπνόφυτο Σερρών

Γεώργιος του Τρύφωνος (ή Νικολάογλου)

Καπάν Τσουχούρ Αμασείας (Πάφρα)

Καπνόφυτο Σερρών

Γεώργιος του Χ. Νικ.

Αργυρούπολις Χαλδείας

Κυρακαλή Γρεβενών

Γεώργιος του Χρήστου

Χαβίανα Χαλδείας (Αρδασσα)

Κεχρόκαμπος Καβάλας)

Γεώργιος του Χριστοδούλου

Σουποτάν Καρς

Ανθοχώρι Δράμας

Γρηγόριος του Αβραάμ (ή Κωνσταντινίδης)

Πάφρα Αμασείας

Αιγειρός Δράμας

Γρηγόριος του Θεοδ.

Χοούζ Θεοδοσιουπόλεως (Ερζιγκιάν)

Διαβατά Θεσσαλονίκης

Γρηγόριος του Νικολάου (ή Κασνάκογλου)

Κιόσκιοϊ Κολωνίας (Χαπές)

Αετοβούνι Σερρών

Γρηγόριος του Παναγ.

Απουλπάρτ Καρς

Αετόλοφος Ροδόπης

Γρηγόριος του Σάββα

Τσαούλ Χαλδείας (Χερίανα)

Αργυρούπολη Κιλκίς

ΔαυΪδ του Λεοντίου

Μπακός Θεοδοσιουπόλεως

Ριζανά Κιλκίς

Δέσποινα του Δημητρίου (ή Χαμπέογλου)

Πάφρα Αμασείας

Αγ. Παύλος Κιλκίς

Δέσποινα του Λαυρεντίου

Ζιάλατσα Κάρς

Χρυσή Πέλλης

Δημήτρ. του Παναγ.

Λαχανά Ματέν Χαλδείας (Τρίπολη)

Αμυγδαλεώνας Καβάλας

Δημήτριος του Βασιλ.

Γίγα Τραπεζούντος (Οφις)

Φιλώτας Φλωρίνης

Δημήτριος του Ιορδ.

Καραπίρ Χαλδείας (Ακ Νταγ Ματέν)

Ανοιξη Γρεβενών

Δημήτριος του Παντελή

Κιουμούς Χατζήκιοϊ Χαλδείας (Κιουμούς Ματέν)

Βυρώνεια Σερρών

Δημήτριος του Παύλου

Τεμίρ Πουλάκ Τυφλίδος

Μεθώνη Πιερίας

Δημήτριος του Χαραλάμπους

Κοτεκλή Αμασείας (Σαμψούντα)

Νέα Σινώπη Πρεβέζης

Διογένης του Αβραάμ

Κιουμούς Χατζήκιοϊ Χαλδείας (Κιουμούς Ματέν)

Βυρώνεια Σερρών

Διονύσιος του Παναγ.

Τσορούμ Καισαρείας

Καρυοχώρι Κοζάνης

Εγνωσία του Αλεξάνδρου

Καρς

Ρυζάρι Πέλλης

Ελευθέριος του Αβρ.

Κατίκερις Αμασείας (Σαμψούντα)

Κάτω Βροντού Δράμας

Ελευθέριος του Παναγιώτου (Κληρονόμοι)

Βαρβάρα Τραπεζούντος (Γεμουρά)

Μεσόλοφος Σερρών

Ευδόκιμος (κληρονόμοι)

Καραπίρ Χαλδείας (Ακ Νταγ Ματέν)

Αρκούδας Πηγάδι Γρεβενών

Ευθυμία του Στυλ.

Εσελή Ματέν Χαλδείας (Τρίπολη)

Κορυφές Κιλκίς

Ευθύμιος του Ιωάννου

Τεπέ Κιοϊ Χαλδείας (Πουλαντζάκη)

Σφενδάμη Πιερίας

Ευσέβιος του Πορφυρ.

Κουμπάτ Τυφλίδος

Παλαιό Αγιονέρι Κιλκίς

Ευστάθιος του Αβραάμ

Ορτού Νεοκαισαρείας

Ποντοηράκλεια Κιλκίς

37


Από τις μνήμες της πρώτης προσφυγικής γενιάς…

Αναμνήσεις

«

στο πέρασμα

της πολυτάραχης ζωής μου» του Ιεροκλή

Ν

οτιοανατολικά της Τραπεζούντος του Πόντου και σε απόσταση 50 περίπου χιλιομέτρων, ανάμεσα σε δύο οροσειρές και σε υψόμετρο περί τα 1800 μέτρα, υπήρχε η ξακουστή επτάκωμος Σάντα ή Σαντά, η επονομαζόμενη από πολλούς των γραμμάτων και «Σούλι του Πόντου» δια τους συνεχείς αγώνες της ενάντια στους Τούρκους κατακτητές. Σε μια ενορία της, την Ισχανάντων, δεύτερη σε πληθυσμό, γεννήθηκα το 1907 την εικοστήν τρίτην Δεκεμβρίου. Ο πατέρας μου ονομαζόταν Χριστόφορος και είχε ως κύριο επάγγελμα του κτίστη, όπως σχεδόν οι περισσότεροι Σανταίοι εκείνο τον καιρό. Ήτο όμως πολυτεχνίτης και επιδέξιος. Εκαμνε τον γλύπτην, τον σχεδιαστήν, τον μαραγκόν. Εκτός αυτού ήτο και άριστος λυράρης και «αγγειτσής» (καϊτατζής), η δε μάνα μου λεγόταν Θεοδώρα το γένος Χαριάδου. Ήμουν το τρίτο παιδί της οικογενείας μου. Το πρώτο παιδί ήτο κορίτσι ονομαζόμενο Μαρία. Ήτο μεγαλύτερό μου κατά 11 χρόνια. Το δεύτερο παιδί ήτο αγόρι και του δόθηκε το όνομα του παππού μου, Θεόδωρος, μεγαλύτερό μου κατά 5 χρόνια. Τρίτος εγώ. Νονός μου ήτο ο αείμνηστος δημοδιδάσκαλος Αριστείδης Χλωρίδης. Αυτός μου έδωσε το όνομα Ιεροκλής. Ακολουθούσε τέταρτο παιδί με το όνομα Παρθένα, μικρότερο κατά 2 ½ χρόνια. Το πέμπτο παιδί γεννήθηκε το 1918 και ονομάσθη Λεμόνα, της γιαγιάς μας το όνομα. Από τα πέντε αδέρφια μόνο εγώ έζησα μέχρι σήμερα. Η Μαρία πέθανε εις Σάντα το 1913 σε ηλικία 17 χρονών. Ο Θεόδωρος πέθανε εις Σαρήκαμις στρατιώτης το 1921, είκοσι χρονών. Η Παρθένα εις Σαντά το 1916, επτά χρονών. Η μικρή Λεμονιά πέθανε εις Ερζερούμ τριών χρονών από πείνα και κακουχίες. Στην Ελλάδα φτάσαμε εγώ και η μάνα μου γιατί και ο πατέρας μου χάθηκε στη σφαγή της Σαμψούντος το 1921-1922. Δούλευε εκεί από το 1919. 38

Χρ. Γωνιάδη, Αθήνα 1978

Αυτή είναι η ιστορία της οικογενείας μου. Το επώνυμό μας είναι «Γωνιάδης». Από τη μάνα μου έμαθα ότι παλιά λεγόταν το επώνυμό μας «Αμοιρίδης».

Παιδικά και μαθητικά χρόνια Πολύ μικρός και μέχρι να πήγαινα στο σχολείο, επαίζαμε στις αυλές μας της γειτονιάς τα παιδιά. Εγώ, ο Άλκης ο Κουρτίδης, ο Κωνσταντίνος Μελίδης, η Ελένη Μελίδου, ο Γεώργιος Αμοιρίδης κ.α. Ήμασταν μιας γειτονιάς παιδιά όλα. Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσων χρονών πήγα στο σχολείο. Εκείνο που θυμάμαι πολύ καλά, είναι ότι ο τότε διευθυντής του σχολείου Δαμιανός Σωτηρόπουλος, που μας έκανε και μάθημα, πάντοτε έδενε το παντελόνι μου, που έπεφτε και δεν μπορούσα να το δέσω. Από αυτό το περιστατικό συμπεραίνω ότι θα ήμουνα 5-6 χρονών παιδί. Άλλο περιστατικό που θυμάμαι καλά είναι και το εξής: επ’ ουδενί λόγω πήγαινα για σωματική μου ανάγκη εις τα αφοδευτήρια του σχολείου παρά μόνον εις του σπιτιού μας, αν και ήτο το σχολείον αρκετά μακριά από το σπίτι μου. Αυτό εξακολούθησε και το επόμενο έτος, αν και ήμουν μεγαλύτερος. Πολλές φορές δεν πρόφταινα και κατουριόμουνα απάνω μου. Όταν πήγα στην α΄ τάξη, τη λεγόμενη μηδενική, διδάσκαλο είχα τον Δαμιανόν Σωτηρόπουλον. Αλλοι διδάσκαλοι ήσαν ο Κωνσταντίνος Παυλίδης, ο Αμάραντος Δημήτριος, ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος και παιδονόμον είχαμε τον Γεώργιον Λαζαρίδην με το γνωστό παρατσούκλι του «Καπατσάτας». Στην α΄ τάξη χάλασα έξι με επτά αλφαβητάρια. Ήμουνα πολύ ζωηρός και πολύ ακατάστατος. Δικαιολογημένα, γιατί ήμουνα και πολύ μικρός. Όσες φορές πηγαίνανε εις την Τραπεζούντα, ο νονός μου, που ήτο εκεί δάσκαλος, μου έστελνε και ένα βιβλίο. Όταν όμως τελείωσα το σχολικό έτος, βιβλίο δεν υπήρχε.


Αι εξετάσεις τότε γίνονταν και προφορικά παρουσία εξεταστικής επιτροπής με επικεφαλής τον μητροπολίτην, ο οποίος στο τέλος έδινε και τα ενδεικτικά. Η αίθουσα στολιζόταν κατάλληλα με διάφορα λουλούδια και όλο το χωριό, άνδρες και γυναίκες, παρακολουθούσαν τις εξετάσεις. Εγώ έτυχε να βρεθώ κοντά στην πόρτα της μεγάλης σάλας, που ήτο ασφυκτικά γεμάτη κόσμο. Άκουσα το όνομά μου να πήγαινε για το ενδεικτικό, αλλά πώς να προχωρούσα. Οι ευλογημένοι δεν μου άνοιγαν δρόμο να περάσω. Ο Δεσπότης περίμενε λίγο και επειδή δεν παρουσιάστηκα, άρχισε να μοιράζει άλλα. Με πολύ κόπο και χρόνο παρουσιάστηκα μπροστά στο Δεσπότη και του είπα στην ποντιακήν: «Δόμα το ‘δεικτικό μ’». Εγέλασε ο Δεσπότης και μου το έδωσε. Το πήρα και έφυγα χωρίς να του φιλήσω το χέρι του. Φανταστείτε πόσο μικρός ήμουνα. Περνούσαν τα χρόνια με το σχολείο το χειμώνα και με παιγνίδια το καλοκαίρι, έως το 1914 που ξέσπασε ο 1ος παγκόσμιος πόλεμος. Τότε θυμάμαι έγινε και η σφαγή των Αρμενίων.

1ος Παγκόσμιος πόλεμος και αναχώρησίς μας εις Γαλίαναν Τον Ιούλιο του 1914 κηρύχθηκε ο πόλεμος. Ο κόσμος τα είχε χάσει. Όλον τον καιρόν οι χωροφύλακες (τσανταρμάδες) ερχόντουσαν και ζητούσαν τους στρατευσίμους. Όλα τα δάση μας γέμισαν από Αρμεναίους. Οι χωροφύλακες, εκτός που κυνηγούσαν τους Αρμεναίους, ζητούσαν και τους στρατεύσιμους. Τότε πήγαν μερικοί που δεν ξαναγύρισαν. Από το χωριό μας πήγαν ο Πέτρος Γωνιάδης, ο Ιωάννης Αγγελίδης, ο Χριστόφορος Τσιριπίδης, ο δάσκαλος Κοσμάς Εφραιμίδης και ο Παναγιώτης Πελαγίδης, ο λεγόμενος με το παρατσούκλι «Πατίτας». Οι άλλοι φυγοδικούσαν. Έκαψαν στο χωριό μας δυο σπίτια, του Περικλή Κουφατσή και του Ιάκωβου Λαζαρίδη, επειδή δεν παρουσιάστηκαν. Μερικές οικογένειες πήραν παιδιά Αρμένηδων για να τα σώσουν από την σφαγήν. Κάποιος όμως ασυνείδητος τα πρόδωσε και ειδοποίησε η αρχή να τα παρουσιάσουν στην Τραπεζούντα, όπως και έγινε. Εμάθαμε αργότερα ότι αυτά και πολλά άλλα τα έριξαν στη θάλασσα και τα έπνιξαν. Υπήρχε μια φήμη ότι και εμείς θα είχαμε την τύχη των Αρμένηδων. Δεν ξέρω αν αλήθευε αυτό ή όχι. Εγώ, σαν μικρός που ήμουνα, από τον φόβο μου έβλεπα συχνά στον ύπνο μου εφιάλτες ότι μας έσφαζαν. Τότε έγινε και αποκλεισμός και δεν μπορούσαν να έρθουν χρήματα από την Ρωσία, που δούλευαν εκεί οι δικοί μας. Η πείνα άρχισε να μαστίζει τον κόσμο. Όλες οι γυναίκες πήγαν εις τα χωριά της Παϊπούρτης και πουλούσαν διάφορα οικιακά σκεύη ή ρουχισμόν και έφερναν λίγο σιτάρι ή σίκαλη. Μερικές οικογένειες έφυγαν στην Γαλίαναν, όπως φύγαμε κι εμείς. Μας πήρε η μάνα μας και πήγαμε σε ένα χωριουδάκι κοντά στο μοναστήρι του Περιστερεώτα, στην Κολιάχα. Το φθινόπωρο του 1915 φύγαμε από το χωριό. Περάσαμε το Κιμισλή και φτάσαμε στα Αμπάρια, παρχάρι της Γαλίανας. Η δική μας οικογένεια μαζί με την οικογένεια Παπαθοδώρ’ φύγαμε για το χωριό Κουστουλάντων, οι δε άλλες οικογένειες έφυγαν για το χωριό Λιβάδια, επίσης χωριό της Γαλίανας. Εις το χωρίον Κουστουλάντων φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι της θείας μου Μαρίας Γωνιάδου. Αυτή πολύ πριν εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί. Μετά μερικές μέρες εγκατασταθήκαμε μόνιμα εις ένα μετόχι του μοναστηριού εις το χωριουδάκι Κολιάχα.

Εις το μετόχι αυτό ήτο ένα γεροντάκι φύλακας του σπιτιού. Το σπίτι ήτο στο δρόμο, απ’ όπου περνούσε ο κόσμος. Η μάνα μου μαζί με τον αδερφό μου δουλεύανε στο μοναστήρι, κουβαλούσαν τα ξύλα του μοναστηριού. Εγώ δε με την αδελφούλαν μου την Παρθέναν μέναμε στο σπίτι μαζί με τον καλόν εκείνον γέρον. Το τζάκι όλην την ημέραν άναβε για να ζεσταθούν οι περαστικοί. Όλοι οι περαστικοί, Τούρκοι και Ρωμιοί, εκεί κολάτσιζαν και ζεσταινόταν. Ό,τι ψωμί τους περίσσευε, το έριχναν σε μια τσάντα, που ήταν εκεί κρεμασμένη για μας. Καμιά μέρα δε μας έλειψε το ψωμί. Για αυτόν τον λόγο μας έστειλε εκεί ο ηγούμενος του μοναστηριού. Ήτο γνωστός μας, γιατί ο πατέρας μου θα έχτιζε το κωδωνοστάσιο του μοναστηριού. Πολλές φορές εγώ έκλαιγα για να ακολουθήσω τη μάνα μου στο μοναστήρι. Έτρωγα της χρονιάς μου. Μίαν ημέρα μάλιστα έφαγα τόσο ξύλο, που έτυχε και με γλύτωσε ο παπάς του χωριού, ο παπά Αβραάμ. Με πήρε και μου έδωσε ψωμί και προσφάγι, εγώ όμως έκλαιγα και ήθελα να πήγαινα στη μάνα μου. Πολλές φορές έφευγα κρυφά και πήγαινα μοναχός στη μοναστήρι. Αυτό γινόταν συχνά. Το μεσημέρι έτρωγα εκεί. Υπήρχε συνήθεια όσοι διαβάτες ευρίσκοντο εκεί, έτρωγαν δωρεάν. Το φαΐ τους ήτο ή λάχανα μυλιαστά ή καλαμποκίσια σούπα με φασόλια. Εκεί στο μοναστήρι υπήρχαν και δεκαπέντε οικογένειες Τραπεζουντίων. Έφυγαν από τον βομβαρδισμόν, που βομβαρδιζόταν συχνά η πόλις από τους Ρώσους. Ολόκληρο το χειμώνα περάσαμε εκεί χωρίς κανένα φόβο ή πείνα. Αν και περνούσαμε εκεί καλά, η μάνα μου κατά τον Απρίλιο θέλησε να επιστρέψουμε στο χωριό μας. Οι κάτοικοι μας έλεγαν να παραμείνουμε. Αργότερα αποδείχθηκε ότι κακώς φύγαμε.

Επιστροφή μας εις Σάντα Την πρώτην Απριλίου του 1916 φύγαμε από τα μοναστήρι για τη Σάντα. Είχαμε μαζί μας και μια αγελάδα. Στα βουνά υπήρχαν ακόμη χιόνια, αλλά ο δρόμος ήτο ανοιχτός και ο καιρός πολύ καλός. Το βραδάκι της ίδιας ημέρας φτάσαμε στο σπίτι. Τόσον καιρό που μείναμε στην Γαλίανα πήραμε την προφορά του τόπου και στο χωριό οι συνομήλικοι και φίλοι μου με κοροϊδεύανε. Στο χωριό τότε υπήρχε τουρκικός στρατός. Την μεγάλη Δευτέρα απόγευμα έφτασαν πέντε Ρώσοι στρατιώται, αφού προηγουμένως έφυγε ο τουρκικός στρατός προς τα βουνά μας. Όλο το χωριό και οι φυγόδικοι στρατεύσιμοι τους χαιρέτησαν με μεγάλη χαρά. Επιτέλους σωθήκαμε από τον τουρκικό ζυγό. Οι στρατιώται όμως μετά παρέλευσιν μερικών ωρών επέστρεψαν. Ήσαν ανιχνευταί. Μάταια το χωριό τους παρακαλούσε να μείνουν. Ξημέρωσε η μεγάλη Τρίτη. Πρωί-πρωί δύο νέοι πήγαν προς την θέσην «Φουρνόπον» ή για δουλειά ή για βόλτα, δεν ξέρω καλά. Μόλις πέρασαν «τη κοιλαδί το ρακάν’» (τοποθεσία έξω από το χωριό) είδαν να έρχεται προς το χωριό ένας ή δύο στρατιώτες Τούρκοι. Και αυτοί ερχόταν ως φαίνεται να δουν αν ήρθαν στο χωριό στρατιώται Ρώσοι. Φεύγουν οι νέοι πίσω στο χωριό διαδίδοντας ότι έρχονται Τούρκοι. Πανικός. Όλο το χωριό άνδρες, γυναίκες και παιδιά φεύγουν προς το χωριό Πινιατιάντων και ξεσηκώνοντας και τους κατοίκους αυτού του χωριού, φτάνουν στο χωριό Τερζάντων. Από το χωριό αυτό όλοι οι κάτοικοι και των τριών χωριών φεύγουν σαν κυνηγημένο κοπάδι προς κατεύθυνση το Φτελέν’ μέσα από το δρόμο του δάσους. Όταν φτάσαμε στην τοποθεσία «Αγιάννη», βλέπουμε να έρχεται πολύς Ρωσικός στρατός με επικεφαλής έναν αξιωματικό καβάλα σε άλογο με κατεύθυνση προς τα χωριά. 39


Όταν επιστρέψαμε, είμασταν κατάκοποι από κούραση, αλλά και από την πείνα. Η μάνα μας δε μας ακολούθησε γιατί ζύμωνε εκείνην την ώρα και δεν άφησε να χάνεται το ζυμάρι. Έτσι όταν φτάσαμε στο σπίτι, βρήκαμε ψωμί και φάγαμε. Το Πάσχα εκείνο ήτο το πιο χαρούμενο γιατί γιορτάσαμε μαζί με τους ομόθρησκους ελευθερωτές μας. Μαζί με τους δικούς μας ψαλτάδες έψαλαν και Ρώσοι φαντάροι στην ρωσικήν γλώσσαν. Μετά το Πάσχα ήλθε στο χωριό μας πολύς στρατός με ένα ανώτερο αξιωματικό, όστις και εγκατέστησε το στρατηγείο του στο σπίτι του Μαντίδη (Φαλτσή). Έφτασε και η έρπουσα γραμμή του τηλεφώνου. Ύστερα από κάμποσο καιρό διετάχθησαν όλοι οι κάτοικοι της Σάντας να εκκενώσουν τα χωριά, διότι έξω από τα χωριά στα βοσκοτόπια ήτο το μέτωπο. Όλοι οι κάτοικοι έφυγαν προς τα παραθαλάσσια χωριά της Γεμουράς. Ελάχιστες οικογένειες παρέμειναν όπως κι εμείς, του Μελίδη (της Γοργορίνας), του Κωνσταντίνου Αγγελίδη, ο Παπαγιάννης Καγκελίδης, ο θείος μου Δανιήλ Λαμπριανίδης και άλλοι. Ο θείος μου Δανιήλ προμήθευε τον στρατόν καπνόν, τσιγαρόχαρτα και φουντούκια. Κέρδιζε αρκετά. Και μείς κερδίζαμε αρκετά πουλώντας γάλα και αυγά. Αργότερα όμως ειδοποιήθημεν και φύγαμε προς τα κάτω, εις το χωρίον Κοπαλάντων. Εκεί καθίσαμε αρκετές μέρες. Στο διάστημα αυτό ο θείος Δανιήλ πήγε στην Τραπεζούντα για να ψωνίσει. Στην επιστροφή όμως έξω από το χωριό Κοπαλάντων και σε μια θέση απέναντι από το στεγασμένο γεφύρι τον σκότωσαν άγνωστοι, αφού τον λήστεψαν. Μάλλον από στρατιώτας σκοτώθηκε. Ύστερα από πέντε μέρες μας ειδοποίησαν, ήτο μια Τουρκάλα περαστικά. Τον πήραμε και το θάψαμε εκεί στο χωριό. Από το χωριό Κοπαλάντων φύγαμε και φτάσαμε στο χωριό Απιόν. Αρχάς Ιουλίου με την κατάληψιν Κρώμνης, Αργυρουπόλεως, Βαϊβούρτης από τον ρωσικόν στρατόν επιστρέψαμε πάλιν ημείς πρώτοι στο χωριό. Βρήκαμε τα σπίτια μας και τις εκκλησίες μας λεηλατημένες και κατεστραμμένες, γιατί στο διάστημα του πολέμου οι Ρώσοι για στρατηγικούς λόγου οπισθοχώρησαν από τα χωριά. Τότε οι Τούρκοι μπήκαν στα χωριά και τα κατέστρεψαν. Σε όλην την διαδρομήν από Σάντα μέχρι Απιόν και από εκεί μέχρι το χωριό επιστρέφοντας εγώ κουβαλούσα στην πλάτην μου τρεις κότες και ένα κόκορα μέσα σε ένα καλαθάκι. Στον δρόμο από την κούραση ή από καπρίτσιο πάντοτε λογομαχούσα με τον αδερφό μου. Άφηνα κάτω το καλάθι καθώς και ο αδερφός μου το φορτίο του και καθόμασταν καταγής. Η καημένη η μάνα μας πότε με παρακάλια, πότε με κλάματα, πότε με φοβέρες μας ανάγκαζε να ξαναφορτωνόμασταν και να βαδίζαμε.

Νέα ζωή υπό Ρωσικήν κατοχήν Όπως έγραψα παραπάνω, τον Ιούλιον και Αύγουστον επανήλθαν όλοι οι κάτοικοι στα χωριά και άρχισε κανονικά η νέα ζωή ως ελεύθεροι πια. Ανοίξανε πολλές δουλειές στην περιοχή μας. Ήρθαν και όλοι οι ξενιτεμένοι μας από την Ρωσίαν, χαρά θεού. Το φθινόπωρο άνοιξε πρόχειρα το σχολείο με ένα μόνο δάσκαλο, τον Γεώργιον Εφραιμίδην και μέχρι Δ΄ τάξη. Εγώ επειδή έχασα χρόνο θα πήγαινα προκαταρκτική. Συμμαθητάς είχα τον Αλκιβιάδην Κουρτίδην, Γεώργιον Λαμπριανίδην και δύο ακόμη αγόρια, των οποίων τα ονόματα δεν θυμάμαι. Είχα και την συμμαθήτριαν Ανδρομάχη Λιανίδου. Το βιβλίον της τάξης άλλαξε. Ήρθαν νέα βιβλία. Εγώ δεν πρόφθασα

40

να αγόραζα, είχαν τελειώσει. Είχα όμως ένα παλιό το «καθώς πάντοτε», έτσι άρχιζε. Αν και η Ανδρομάχη έκανε μάθημα από το παλιό βιβλίο, εμένα δεν με έκανε. Έπρεπε να είχα νέο βιβλίο. Αυτή ήτο η νοοτροπία του. Μία τάξις με πέντε μαθητάς, οι τέσσερις να κάνουν μάθημα με το νέο βιβλίο και μία μαθήτρια με το παλιό. Δυσκολεύτηκα πολύ ώσπου να με φέρουν βιβλίο νέο από την Τραπεζούντα. Οι άλλοι προχώρησαν πολύ στην ανάγνωση ενώ εγώ έμεινα πολύ πίσω. Όταν έφτασε το βιβλίο μου με εβοήθησε πολύ ο γείτονάς μας Ιωάννης Μελίδης και συμπλήρωσα το κενό ύστερα από είκοσι μέρες. Όλα τα καθυστερούμενα κεφάλαια τα διάβαζα μπροστά στο δάσκαλο χωρίς κανένα λάθος, κάθε μέρα από τρία. Πέρασε η χρονιά. Το επόμενο έτος οργανώθηκε καλύτερα το σχολείο. Δάσκαλοι ήσαν ο Μιχαήλ Αδάκτυλος διευθυντής, Γεώργιος Στυλίδης, Ιορδάνης Εφραιμίδης. Ήμουνα στη δευτέρα τάξη. Μάθημα μας έκανε ο Μιχαήλ Αδάκτυλος. Εκτός των παλιών συμμαθητών προετέθησαν δύο ακόμη, ο Δημήτριος Εφραιμίδης από το Φτελέν και ο Φίλιππος Τριανταφυλλίδης από την ενορία Πινιατιάντων. Στην τρίτη τάξη οι ίδιοι συμμαθητές. Είχαμε δάσκαλο τον Δημήτριο Στυλίδη (τον Μήτον τη Κουνιαζίνας). Στην τετάρτη τάξη οι ίδιοι συμμαθητές όλοι στην τάξη μας και ο Ανδρέας Σπυράντης, γιος του δάσκαλου Αθανασίου Σπυράντη από την ενορία Τερζάντων, και γίναμε έκτοτε αχώριστοι φίλοι στο σχολείο, στη εξορία, στην Τραπεζούντα και αργότερα στην Ελλάδα μέχρι τον θάνατό του. Δάσκαλο στην τετάρτη τάξη είχαμε τον Γεώργιον Εφραιμίδην. Τότε ο ίδιος μας έμαθε και τον Εθνικόν Υμνον. Παρέλειψα να γράψω ότι στο μέσον του σχολικού έτους της δευτέρας τάξης μου οπισθοχώρησε ο Ρωσικός στρατός λόγω της Οκτωβριανής επανάστασης και επανήλθε πάλι στα μέρη μας η Τουρκοκρατία.

Δεύτερη Τουρκοκρατία Όπως έγραψα και παραπάνω, αρχάς του 1918 έφυγε από τα μέρη μας ο Ρωσικός στρατός και ανακατέλαβε τον τόπο μας πάλιν ο Τουρκικός στρατός. Ξανά σκλαβιά, ξανά φόβος, σκοτωμοί και πείνα. Στα τρία αυτά χρόνια μέχρι το 1921 το τι τράβηξε η Σάντα δεν περιγράφεται. Από τη μια μεριά ο αποκλεισμός και η πείνα, οι σκοτωμοί και οι ληστείες από τους Τούρκους και από την άλλην οι αυθαιρεσίες των ανταρτών μας. Το 1920 τον τελευταίον χρόνο έγινε μια μεταρρύθμιση στο σχολικό μας κτίριο. Στην μεγάλη σάλα του επάνω πατώματος έγιναν έξι αίθουσες σύγχρονες και στο κάτω πάτωμα γυμναστήριο με μόνιμη σκηνή στο βάθος για θεατρικές παραστάσεις. Εκείνην την τελευταία χρονιά φοιτήσαμε στις νέες αίθουσες με δασκάλους τους Ιωάννη Κουφατσήν διευθυντήν, Αθανάσιον Σπυράντην, Γεώργιον Εφραιμίδην, Κωνσταντίνον Αγγελίδην και με παιδονόμον τον Κωνσταντίνον Πιστοφίδην. Μάθημα στην πέμπτην τάξιν μας έκαμνε ο Κωνσταντίνος Αγγελίδης. Εκείνην τη χρονιάν εδιδάσκετο και η 1η Γυμνασίου, όπως και πριν. Παιδονόμοι εχρημάτισαν κατά περιόδους ο Σταύρος Αδάκτυλος και ο Κοσμάς Παυλίδης (τ’ Αλχάζ’ ο Κώστης). Όλοι οι δάσκαλοι χτυπούσαν τους μαθητάς εκτός του Αθανασίου Σπυράντη. Αν πάλιν πεις για τον Κουφατσήν, αυτός ήτο ο φόβος και ο τρόμος των μαθητών.

Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος…


Από τις μνήμες της πρώτης προσφυγικής γενιάς…

«Απομνημονεύματα από την εξόντωσιν και σφαγήν του Ποντιακού Ελληνισμού υπό της επαναστατικής κυβερνήσεως του Κεμάλ και ο επαναπατρισμός εις την Ελλάδα» του Θεόφιλου

Τ

ην εικοστήν ογδόοην Δεκεμβρίου του χίλια εννιακόσια (1900) εγεννήθην εις μίαν παραθαλασσίαν πόλιν προς τα νοτιοανατολικά του Ευξείνου Πόντου, ονόματι Φάτσα, υπαγόμενη εις τον νομόν Τραπεζούντος, από γονείς Έλληνας, χριστιανούς ορθοδόξους και βιοτέχνας χαλκουργούς. Οι πρόγονοι μου σε συνέχεια δούλευαν τον χαλκόν, είχαν χυτήρια με ξυλοκάρβουνα, όπως και τα θυμάμαι. Το σπίτι που γεννήθηκα, σώζεται και σήμερα και απέχει από τη θάλασσα μόνον 80-90 μέτρα και στα παιδικά μου χρόνια πάλευα με τη θάλασσα και κολυμβώντας καμιά φορά έφτανα στο βαπόρι, που βρισκόταν δύο χιλιόμετρα μακριά, και ύστερα με την παρέα μου γύριζα. Το θέρος, επειδή το κλίμα ήταν βαρύ, πηγαίναμε παραθέριση στο βουνό (Περσεμπέ Γιαγιαλασή) και το φθινόπωρο γυρίζαμε στην πόλη. Το 1914 απεφοίτησα από το σχολείον του τόπου (εξατάξιον δημοτικόν), που ήταν εφάμιλλον με το σημερινόν 4ης Γυμνασίου. Έμαθα γαλλικά και τουρκικά της τρίτης τάξεως. Στο εξατάξιο διάβασα αρχαία ελληνικά (Κύρου Ανάβασις, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Ξενοφώντος απομνημονεύματα κ.λ.π.). Ο πατήρ μου ήθελε να με στείλει στο Γυμνάσιον Τραπεζούντος, λόγω όμως του πρώτου παγκοσμίου πολέμου έκλεισαν τα σχολεία και έμεινα με αυτά που έμαθα. Αργότερα όμως αρκετά έμαθα από την μελέτην συγγραμμάτων διαφόρων ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Από το 1914 αρχίζουν οι περιπέτειες εις την ζωήν μου. Πρώτον έμεινα ορφανός πατρός εις ηλικίαν 14 χρονών. Ο πατήρ μου επιστρατεύθη εις έργα οδοποιίας, διότι τους Έλληνας δεν τους οπλοφορούσαν, και σε έξι μήνες πέθανε από κοιλιακό τύφο, που θέριζε τότε τας τάξεις του στρατού και του λαού, εις ηλικίαν 50 ετών. Είχα την μητέρα μου, που ζει και είναι 100 χρονών, τέσσερις αδελφές και έναν αδελφό τριών χρονών και έπρεπε να αναλάβω εγώ την συντήρησιν της επταμελούς οικογενείας. Ο πατήρ μου δεν μας άφησε περιουσία, και παράλληλα οι διατροφές και το ψωμί ακρίβαιναν, τα χάλκινα σκεύη που μας άφησε ο πατήρ μου απ’ το μαγαζί ήταν λίγα και τα πουλήσαμε.

Χαλκίδη. Κατερίνη 1971

Έπρεπε να δουλέψω. Δουλειά δεν υπήρχε, στον τόπο μας ούτε

εργοστάσια υπήρχαν, ούτε κτήματα είχαμε να καλλιεργούμε, καθότι ήμασταν αστοί. Άρχισα να γίνω γυρολόγος, ψιλικατζής στα χωριά, πουλούσα με είδος και με καλαμπόκι, που ήσαν πανάκριβα, έφτασε το καλαμπόκι τα 70 γρόσια η οκά, δηλαδή 500 γρόσια η χρυσή λίρα Τουρκίας. Επτά - οκτώ οκάδες καλαμπόκι, μια χρυσή λίρα. Στα χωριά της Φάτσας εκείνον τον καιρό δεν έμειναν πολλοί άνδρες λόγω της επιστρατεύσεως και το δούναι - λαβείν το έκανα σχεδόν με γυναίκες, Τουρκάλες ως επί το πλείστον, και οι δουλειές μου πήγαιναν καλά, οπότε από ψιλικατζής άρχισα τα υφάσματα γυρολόγος σε πολλά χωριά της περιφέρειας Φάτσας, Ορδούς, Οινόης. Γνώρισα πολύν κόσμον και ήρθα σε επαφή με ληστάς, λιποτάκτας του στρατού, είχα συναλλαγές με αυτούς και ήσαν πολλοί, διότι αλλιώς δεν μπορούσα να γυρίσω στα χωριά, φοβούμενος μην χάσω και την ζωή μου. Μετά την κατάρρευσιν όμως της Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας και Τουρκίας και με την επαναστατικήν κυβέρνηση του Κεμάλ, η πολιτική των Τούρκων έναντι του Ελληνικού στοιχείου άλλαξε και ο Κεμάλ όρκισε όλους τους Τούρκους δια την εξόντωσιν του Ελληνικού πληθυσμού. Και από το 1919 εώς το 1922 άρχισαν οι διωγμοί, κρεμάλα, τουφεκισμοί, εξορία, δήμευσι περιουσιών, βιασμοί, εξόντωσις. Πολλοί άρχισαν να φεύγουν στα βουνά αντάρτες, που προϋπήρχαν περιορισμένα, αργότερα όμως πλήθυναν τόσο, που κατατρόμαξαν την κυβέρνηση του Κεμάλ, όπως οι περιφέρειες της Τοκάτης Τόπτζαμ, της Σαμψούντος, Καράπερτζιν, της Πάφρας, Νεπιέν Τάγ. Και σε πολλά άλλα μέρη υπήρχον φωλιές Ελλήνων ανταρτών. Αλλοι έφευγαν κρυφίως στην Ρωσίαν με βάρκες και άλλοι στην Κωνσταντινούπολη, που κατελήφθη τότε από Αγγλογαλλοελληνικά στρατεύματα. Τότε αποφάσισα και εγώ να φύγω με ένα εξάδελφο μου για την Κωνσταντινούπολη με την προϋπόθεση να φύγουμε για την Ελλάδα, οπότε μια διαταγή του Κεμάλ απέκλεισε τους Έλληνας 41


από την θάλασσα. Και κρυφίως με ένα μοτοράκι από την Οινόη, χωριά της Σαμψούντος, της Πάφρας και των περιχώρων εκάηκαν που απέχει έξη ώρες από την Φάτσα, παρκαρίσαμε στην πόλιν και οι κάτοικοι εξοντώθηκαν ή πέθαναν στην εξορία. Σε ένα χωριό, Σαμψούντα. Η πόλις αυτή είχε πολύν ελληνισμόν, είχε γυμνάσιο Τζινίκ το όνομα, έβαλαν τα γυναικόπαιδα μέσα στο σχολείο και το και ήταν η έδρα της ανεξαρτησίας του Πόντου. Είχε μεγάλα έδωσαν φωτιά. Την 8ην Μαΐου του 1921, ημέρα Πέμπτη, ο λαός καταστήματα εμπορικά, καπνομάγαζα της εταιρίας Αμέρικαν της Σαμψούντος αμέριμνος πήγαινε στις δουλειές του, καθότι είχαν Ταπάκ και ιδιωτικά, γενικά πλουσία πόλις και κέντρον εξαγωγής διακηρύξει προηγουμένως ότι «ο λαός να μη φοβάται, τίποτα δεν προϊόντων του Πόντου και της έσω ανατολικής Μικράς Ασίας. συντρέχει και ο καθένας στη δουλειά του». Η διοίκησις αντελήφθη Σ΄ αυτήν την πόλη έμεινα, καθότι δεν μπόρεσα να φύγω για την ότι άρχισαν πολλοί νέοι να φεύγουν στα βουνά αντάρτες, καθότι Κωνσταντινούπολη. πριν τέσσερις μέρες ήρθαν νύχτα στο σπίτι μου πέντε άνδρες από τη γειτονιά μου και μου λένε να φύγουμε στο βουνό, ότι Έπιασα δουλειά στην αρχή στο ψάρεμα με βάρκες και μια μέρα του Δεκέμβρη πήγαμε με τη βάρκα στα ξύλα από τη θάλασσα, δεν πάμε καλά, κίνδυνος μας απειλεί, οπότε ετοιμάζομαι και εγώ μπήκαμε σ’ ένα παραπόταμο του Τζαρσαμπά (Καραμπογτίς), για να φύγω στο βουνό με τους συντρόφους μου. Η μητέρα μου τραβάμε κουπί έως δύο ώρες (δεν είχε ρεύμα) και φορτώνουμε την όμως με αγκάλιασε, έκλαψε, «πού θα μας αφήσεις και θα φύγεις βάρκα σε δύο μέρες με μεγάλα ξύλα από ένα πυκνό δάσος, που μέσα απροστάτευτους, ας πεθάνουμε μαζί». Δεν άντεξα, έμεινα. Οι βοσκούσαν αγέλες από βουβάλια και άλογα σε άγρια κατάσταση σύντροφοι μου ήταν έτοιμοι, έφυγαν, καθότι τρία χιλιόμετρα έξω και μόλις μας έβλεπαν έφευγαν. Την τρίτη μέρα γυρίσαμε στη από την πόλη υπήρχαν αντάρτικα σώματα με γενικόν καπετάνιον τον Ιστίλ Αγά (Καπετάν Στυλιανός), και θάλασσα και το αφεντικό μας είπε άλλοι, όπως ο Παπούλας Κώστας, ο ότι ο καιρός χάλασε, «δώστε δύναμη Γιακήμ Αγάς, ο Γιουβάν Αγάς και άλλοι, στο κουπί να προλάβουμε». Είχα μαζί όπως και σε άλλες περιφέρειες άλλοι μου έναν πατριώτη τον Κωνσταντίνον καπεταναίοι, στο Τόπτζαμ της Τοκάτης Χατζηπαντελήν και εγώ τραβάμε κουπί ο Κοτζά Αναστάς, Αράπογλου, Μιχαήλ και ο νοικοκύρης στο τιμόνι, είμαστε Αγάς, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος τρείς. Ένα χιλιόμετρο μόλις είχε μείνει και άλλοι. να πιάσομε τη γέφυρα και μας έπιασε Βρισκόμαστε, όπως γράφω η φουρτούνα (η Σαμψούς τότε δεν είχε παραπάνω, όλοι οι κάτοικοι στις καλό λιμάνι), φούσκωσαν τα κύματα δουλειές μας. Ογδόη Μαΐου 1921, και ο καπετάνιος μόλις έχασε την ισορροπία του τιμονιού μας φώναξε: ημέρα Πέμπτη και ώρα 9 και 20. «στη θάλασσα παιδιά, πηδήστε στη Εγώ εκείνη τη στιγμή βρίσκομαι στο Σαμψούντα, η εκκλησία της Αγίας Τριάδος θάλασσα». Μόλις πρόλαβα και έβγαλα ανεβατόρ που ανεβάζει κάσες με το σακάκι μου και πηδήσαμε στη θάλασσα και η βάρκα αμέσως κομμένο καπνό στο δεύτερο πάτωμα για πακετάρισμα, και έρχεται κύλησε μέσα στα κύματα. Μια ώρα παλεύαμε με τα κύματα, τη τότε ο Διευθυντής του εργοστασίου και λέγει: βάρκα όμως δεν την αφήναμε, τα ξύλα έφυγαν, μας κτυπούσε το - «Βγάλτε τις ποδιές σας και κατεβάτε κάτω» μεγάλο κύμα και μας χώριζε από τη βάρκα και πάλιν την πιάναμε, - «Γιατί κύριε διευθυντά;», τον ερωτάμε. ώσπου τα κύματα μας ζύγωσαν προς την γέφυρα και από την - «Κατεβάτε και θα δείτε», μας λέγει. γέφυρα μας έριξαν σχοινί το δέσαμε και μας έσυραν έξω. Κατεβαίνουμε κάτω όλοι οι εργάτες και υπάλληλοι, οπότε Ο φίλος μου και ο νοικοκύρης τα σπίτια τους ήσαν κοντά και βρισκόμαστε μέσα σε κλοιό από στρατιώτας με εφ’ όπλου έφυγαν αμέσως για να αλλάξουν ρούχα. Εγώ όμως, όπως ήμουν λόγχη. Ο ίδιος κλοιός είχε γίνει και έξω από την πόλη και σε άλλα βρεγμένος και κατάκοπος, έπρεπε να τρέξω δύο χιλιόμετρα για να εργοστάσια, καπνομάγαζα και τετράγωνα. φτάσω στο σπίτι. Εντέλει έφτασα, αφού έφαγα επί μισή ώρα και Στο δικό μας το εργοστάσιο τους Τούρκους, τις Τουρκάλες και τον βοριά του Δεκέμβρη. Όπως ήμουν βρεγμένος, άλλαξα ρούχα τις Ελληνίδες γυναίκες τους έβγαλαν έξω για να πάνε να κλειστούν και έπεσα στο κρεβάτι, αλλά σηκώθηκα ύστερα από 50 ημέρας στα σπίτια τους. Εμάς δε, από 16 έως 65 χρονών, μας έκλεισαν κατόπιν μιας διπλής βαρείας πνευμονίας, της οποίας ακόμη έχω μέσα στις αποθήκες του εργοστασίου, όπως το ίδιο έκαναν και σε άλλα εργοστάσια, μαγαζιά και σπίτια, και γενικά εκείνη την ημέρα σημάδι τα βρογχικά. Μόλις έγινα καλά βρήκα δουλειά στην καπνοβιομηχανία, μάζεψαν όλους τους άνδρες από 16 έως 65 χρονών και τους έβαλαν η οποία ήταν Γαλλική εταιρία, και κατόπιν ενοίκιασα ένα σπίτι, σε διάφορες φυλακές, φρουρούμενους με εφ’ όπλου λόγχη. Στην έφερα την οικογένεια μου, μπήκαν και οι δύο αδελφές μου στο δική μας την φυλακή-αποθήκη είμαστε περίπου 150 έως 200 καπνομάγαζο του Αμέρικαν Ταπάκ, έστειλα και τον μικρό αδελφό άνδρες. Το απόγεμα έδωσαν διαταγή, όσοι έχουν ανθρώπους στη φυλακή, να τους φέρουν τρόφιμα, ρούχα, σκεπάσματα, χρήματα μου σε κρυφό σχολείο και η δουλειά μας πήγαινε καλά. Πήραμε το έτος 1920, είμαι στα είκοσι χρόνια μου, αλλά όσα θέλουν. Και άρχισε η κίνησις στην πολιτεία, κλαυθμός και η κατάστασις άρχισε να χειροτερεύει. Πολλούς από τους οδυρμός στις αυλές των κρατητηρίων, δεν μπορούσαν φυσικά να προύχοντες και διανοούμενους τους έστειλαν εις τας φυλακάς ιδούν και να αποχαιρετίσουν τους δικούς τους, απ’ έξω φώναζαν της Αμασείας, όπου εδίκαζε το Στρατοδικείο του Κεμάλ με τα ονόματα και ο αρχιφύλαξ τα έδινε μέσα κατόπιν ερεύνης. Ήρθε πρόεδρο του στρατοδικείου έναν νεότουρκο χριστιανομάχο, και η μητέρα μου και από το παράθυρο με έδωσε τα ρούχα μου ονόματι Εμίν Μπέης, ο οποίος με την κατηγορία της ενοχής για και ολίγα χρήματα, αλλά δεν μπόρεσε να με ιδεί, διότι ήταν πολύς την ανεξαρτησία του Πόντου εδίκασε εις θάνατον και πέρασε κόσμος στο παράθυρο. Την φώναξα «μητέρα πάνε στο σπίτι και στην αγχόνη πολλάς εκατοντάδας Ελλήνων διανοουμένων. Όλα τα για μας έχει ο Θεός». Μες στο κρατητήριο άλλοι έκλαιγαν, άλλοι 42


προσεύχονταν, άλλοι έλεγαν πως θα μας σφάξουν, όπως τους Αρμένιους. Δεν φάγαμε κανένας, διψούσαμε, δε μας έδιναν νερό, ούτε δοχείο μας δώσανε για σωματική ανάγκη. Βράδιασε, στο κρατητήριο μέσα υπήρχαν θρανία, πάγκοι του εργοστασίου, ξάπλωσα δίπλα στον εξάδελφο μου Παναγιώτην Ευθυμιάδην και κοιμήθηκα. Δεν θυμάμαι πόση ώρα με πήρε ο ύπνος και βλέπω όνειρο: Βρίσκομαι στην γενέτειρά μου Φάτσα, βαδίζω έξω από την πόλη και βρίσκομαι κοντά σε μια βουρκολίμνη. Γδύνομαι και φοράω μαγιώ και πέφτω μες στη λίμνη δήθεν για να λουσθώ και κόλλησε όλο το κορμί μου από λάσπη. Με πολύ δυσκολία βγήκα από τη λάσπη, προχώρησα λασπωμένος, όπως ήμουν, και μπροστά μου είδα το ποτάμι Ελεκτζή Ερμάκ, τόσο καθαρό που τα πετράδια φαινόταν κάτω στο νερό. Μπήκα μέσα, λούσθηκα καλά, έχασα τις λάσπες από το κορμί μου και βαδίζοντας προς τον άνω ρου του ποταμού έτσι όπως ήμουν γυμνός, ξυπνώ έντρομος από άγριες φωνές και βλέπω έναν αξιωματικόν με ένα βούρδουλα κτυπά και φωνάζει δυνατά και λέγει «Σηκωθείτε κιαούρηδες, τι κοιμάσθε;». Είναι μεσάνυχτα και τρέμοντας από το φόβο οι κρατούμενοι μας βγάζουν έξω και βλέπομε στρατιώτας με εφ’ όπλου λόγχην δεξιά και αριστερά του δρόμου και στη μέση βαδίζουμε περίπου 500 μέτρα και μπαίνουμε μέσα στο μεγάλο περίβολο του τούρκικου γυμνασίου Ρουστιγέ Μεκτεπί. Ο περίβολος ήταν μεγάλος και φρουρημένος από έξω. Εκεί μάζεψαν όλους τους κρατούμενους, έως 7-8 χιλιάδες. Η Σαμψούς είχε από πολλά μέρη της Μικράς Ασίας Έλληνας κατοίκους, καθότι ήταν κέντρον εισαγωγών και εξαγωγών της έσω Μικράς Ασίας. Από την Καισάρεια, Καραμάν, Αμάσεια, Τοκάτη, Σεβάστεια, Τραπεζούντα, Κερασούντα, Ορδού, Φάτσα, Οινόη, Πάφρα, Σινώπη κ.λ.π. υπήρχαν Έλληνες στην Σαμψούντα. Στη μέση του περιβόλου άναβε φως και από εκεί φώναζαν τα ονόματα και όποιος άκουγε το όνομά του, έμπαινε μέσα στο σχολείο, ένα μεγάλο τριόροφο οικοδόμημα. Και μόλις άρχισε να χαράζει, έπαψαν να φωνάζουν ονόματα, οπότε ένας αξιωματικός ήλθε ανάμεσα μας και μας λέγει: «Κοιμηθήκατε, γι αυτό εμείνατε έξω. Τώρα εσείς όλοι, όσοι είστε έξω, θα πάτε εξορία μέχρι την Αμάσεια και εκεί ο καθένας θα δουλεύει την τέχνη του και θα ζήσει. Μη τυχόν και φεύγετε, διότι θα σκοτωθείτε και η οικογένειά σας θα περάσει από σπαθί. Και τώρα σχηματίστε τετράδας και προχωρήστε έξω». Από έξω μας περιμένει στρατός άριστα εξοπλισμένος σχηματίζων διάδρομον και μέσα στο διάδρομο βαδίζομε κατά τετράδας και προχωρούμε και η ημέρα μας φωτίζει έξω από την πόλη. Πολλές γυναίκες σηκώθηκαν από ένστικτο και πήραν τρόφιμα τρέχοντας από πίσω μας και η μητέρα μου την στιγμή αυτή ονειρεύεται ότι παίζει τη λύρα και χορεύει, ξυπνά παίρνει τα τρόφιμα, τα είχε ετοιμάσει, και τρέχει να μας προλάβει, αλλά δεν άφησαν κανένα και τους γύρισαν πίσω, διότι είχαμε προχωρήσει πολύ και ακριβώς αυτό ήθελαν να αποφύγουν και μας έβγαλαν την νύκτα. Ψωμί και τρόφιμα σχεδόν δεν είχαμε και πέρασαν 24 ώρες για να φάμε. Στον δρόμο μας άφησαν ελεύθερα για να μην έχομε υποψία για τον θάνατο που μας περίμενε, και κατά τις 10 ώρα πρωινή της Παρασκευής μας έβαλαν σ’ ένα ανοικτό μέρος και καθίσαμε. Μας κύκλωσε γύρω ο στρατός και ο επικεφαλής αξιωματικός μας λέγει: «Καθίστε να φάτε λίγο και όποιος δεν έχει, δώστε αναμεταξύ σας ο ένας τον άλλον». Από τους αμαξάδες και

τους χωριάτες που κατέβαιναν για την πόλη, αγοράσαμε ψωμί και τρόφιμα, καθίσαμε παρέες, πικροφάγαμε λίγο, υπήρχε και βρύση σ’ αυτό το μέρος, ήπιαμε, πλυθήκαμε και τότε ήλθε στο νου μου το όνειρο που είχα ιδεί και το λέγω στην παρέα. Το όνειρο μου το σχολιάσαμε ποικιλοτρόπως και υπερίσχυσε η ιδέα ότι σφαγή, αίματα, κίνδυνος μας περιμένουν. Είμαστε 1.650 άνδρες περίπου και ο στρατός που μας οδηγεί είναι περίπου 250 άριστα εξοπλισμένοι, σαν σε παράταξη μάχης. Μυστικώ τω τρόπω λοιπόν διαλαλούμε ότι θα μας σφάξουν και εφ’ όσον κινδυνεύει η ζωή μας, ας επιτεθούμε εναντίον των στρατιωτών, ας πάρομε τα όπλα τους και ας πιάσουμε τα βουνά και οι αντάρτες δεν είναι πολύ μακριά από μας. Η προπαγάνδα αυτή αστραπιαία διαδόθηκε μέσα στην φάλαγγα μας, αλλά δυστυχώς δεν εκαρποφόρησε, διότι πολλοί, προπάντων από τους πλουσίους -ήσαν δε πολλοί πλούσιοι αναμεταξύ μας, η αφρόκρεμα της Σαμψούντος- αντέδρασαν και παραλίγο να προδοθεί το μυστικό απ’ αυτούς, νομίζοντες ότι θα πήγαιναν στην Αμάσεια και εκεί θα ζούσαν και θα έκαναν και τα εμπόρια τους, όπως μας είχε μιλήσει ο αξιωματικός από τη Σαμψούντα. Οι αντάρτες της περιοχής μας μάθανε αμέσως τα συμβάντα και ο επί κεφαλής καπετάν Στυλιανός κάλεσε όλους τους καπεταναίους της περιοχής, έκαναν συμβούλιο για να μας πάρουν, όπως μάθαμε αργότερα, αλλά ήρθαν σε διχογνωμία: «τι θα τον κάνομε τόσον κόσμον; Πως θα τραφεί; Θα μας γίνει εμπόδιο στις μάχες που δίνομε, όπλα δεν έχομε» και τα τοιαύτα και έτσι εναυάγησε η υπόθεσις. Φτάσαμε κατά το μεσημέρι στο Τζουμπούς Χανή και μας παίρνει η βροχή. Ισως να μας έκλαιγε και η φύσις για τη ζωή τόσων αθώων υπάρξεων. Ο αξιωματικός της αποστολής μπήκε μέσα στο χάνι και μισή ώρα όρθιοι κάτω στη βροχή περιμέναμε. Κατόπιν βγήκαν από μέσα 120 περίπου οπλισμένοι λαγοί από του περιβόητου Τοπάλ Οσμάν τα παιδιά (σφαγείς) και προχώρησαν εμπρός από μας, συνεννοήθηκαν φαίνεται πως θα γίνει η σφαγή, και πήγαν μπροστά να τακτοποιηθούν. Εδώ στο χάνι δεν είδαν το μέρος βολικό, γιατί ήμασταν πολλοί και τα λημέρια των ανταρτών ήσαν κοντά. Και σ’ αυτό το μέρος (Τζουμπούς Χανή) έσφαξαν κατόπιν την τρίτη αποστολή, Κυριακή μεσημέρι 11 Μαΐου 1921. Εμείς ήμασταν πρώτη αποστολή, και η δεύτερη αποστολή από 1.200 άνδρας δεν πειράχθηκε και στην Αμάσεια ανταμώθηκε με μας. Ο αξιωματικός της αποστολής τότε έδωσε διαταγή να προχωρούμε, και κατά την 8ην ώραν, απόγευμα φτάσαμε σ’ ένα μεγάλο χωριό τούρκικο, υπήρχαν και 8-10 οικογένειες ελληνικές σ’ αυτό το χωριό ονόματι Καβάκ Κιόι και μας έβαλαν μέσα στον αυλόγυρο του σχολείου, φραγμένο με σύρματα, και άρχισαν να φωνάζουν τα ονόματα μας. Όποιος άκουγε το όνομά του, έβγαινε έξω και έμπαινε στη σειρά κατά τετράδας, σφικτά κολλητά ο ένας στον άλλον. Σκοπός τους ήταν να περάσει η ώρα, να επιστρατευθούν και οι άνδρες του χωριού, να κοιμηθούν τα γυναικόπαιδα και μέσα στο χωριό να μας κτυπήσουν, και το χωριό το είχαν φρουρημένο απ’ έξω σε δύο κλοιούς για να μη μπορεί κανείς να φύγει έξω στα βουνά. Και τους ομαδικούς τάφους τους είχαν από την Πέμπτη έτοιμους. Κατά τις 10-11 η ώρα τελείωσαν τα ονόματα, και ο αξιωματικός μας λέγει προχωρείτε και θα πάτε να μείνετε στα χάνια του χωριού. Το χωριό αυτό κείται επάνω σε δημόσιο δρόμο που ενώνει τη Σαμψούντα με την Αμάσεια, Τοκάτη, Σεβάστεια και στα ενδότερα. Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος… 43


ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ "1   2’, 3   4 5  6    .   

 H’ I JH) –’ K 3 L H   M– « N $N  O JP   . 5 K  !Q  R$I S P $ $T  . BP   U Q : V  – W N – X – "X – Y ... 7L Q  U Q ...». Z ... [

R$Q’  ... \ ] Q , R &L! ’ J)P’ I M H  ’ N  ^ R _! , [$ Ì]  ` N ¿ $P ’ ’ N ¿Q’ I RÒP&  a H

& –RL    Q – I ’ RQ’  $, R $H’  . b L & ]) H ’ ] & $ Q,  H  $ L! «c$& ` $L$  _», [ , «$L$  H+» I « ¿H », R&&L! O $ L( ) M )_$. – BH , d’, [ ]  U  Q , d’,  N $L! , ]d$’ $^ ] ’. e Q’ ’ K   L Ì$, ] O [   K ’ ’ R$^  fL! M $_  ’ N ¿I – V ’ g  -g  !! – BH , [! H  h d(), i$ ]  j 3$T k  aQ . \ j H  R Q ’  M Q ]  L Ìl. m j 3$T R H  ’ N $Q!’ RL 

N )^ . ’ M H &Q O 3$T, j H  R P   . n 3$T [) -[) , R$_ M Q  ’ ’, M [) , RO  – R$L ]  j _& , RO  L l. – e’, [), [$ H , i$ ]  j H  . – BH , [ $L  k  +Q ! – BH , [ ’ N $ H’ M ]$)&L!&

M _ . – BH , Q l $&I ’ N $H’, )Q k  O _ , h $L & !!! bQ  ’ ]$

 Q’ O L’. – BH , ’ [) L [ ! 5 M $Q, $` k  L , i$ ]  j o$  _ . BH , ) ÌH , H , )  L ’, R P> ) L ` N o$  _ , RQ  O  ' L’ N H+’. n o$  _ $’, , ’ N p N ’ RH& ’ K K q ] . c N ¿  _ , '  & H  –  H  – P & [  , [ ’ N H  , _ Q  $Q$’ M 44

p H j l $   L’. Z$ ! N BH  I RT  ’ M Q’ , RQ+!  L¿  M r.   L’ $, ]$Q’ ’ N  N  M ’ N ' Q’, ]d$’, R$L’  j s ]  V>  ] M &L, Ìj o$  N R ^  ’ K R+_ , [ ’ N BH  ¿   L’ Q. &^ M R _ & ’ N & L ] ’, ÌRHA! N ¿Q’ M  d¿ Ì]  . b$Q  M tu ’ N )Q ’ _  d¿’ &L. n _ Q¿’ l ’ I H’ ’ M &L, V u  H&  ’ N H$ j o$  N ` N BH  $O ]) M ’ K p_ M tL ’  O ) L’ K l  . bA+L ’ a u, ]P’ N BH  ’ K H . e O M )L ’ ’ J$L ’, M & !P ! n BH  R$  Q’ ’ ’ [  , « N P  , Q j _ , R +Q ! ]  M K p H !L ’ M $H ÌR ^  Rd   : “ O $$T ’ vw $O ’ RQ+ ;”». BP !&_  j x Ì j H  H  ’ N  I O o$  O, ] Q ’ M  H!’ N y$  j o$  N I $L ’  K +Q : – Z! R)Q  BH , ]O  zQ , ’ RN j &  _  , RQ$’ ’ [) [ ’ ’ K v _  ; +H ’ ’ l I W Q ! N  _$ ] ’ $H  & Q  , $&Q  I  & Q ! 3L

$H ’ ’ ]w  V  M ^. Q’ I ’ RN N &  _  N { P)  ! e& L  I Q , M Q  ’ ’ $H  l$&  I  Q- Q P’  ’ M _ ¿ ’ ’. I  Q ’ $, $O M tL ’ j  

 _ , H ’ M Q  ’ ’; e M  H’ Q’  –  H’ M R$L ’  ’ k   H . I M N  H’, ’ K L |  $H , $Q  RP, $s p H I ’ I   P’ M Q  ’ ’; bH &  j BH  : «eH , O ]$Q   . P Ì]  ’ ’ fL ’ ’». n o$  N R H ’  K  L ] ’ ] M Q’  I R &L&  ’ M ¿ Q . 3Q ] M

 Q  O o$  O, $Q ] S S M )L I N &P  , j H  H ’ [$ , RH)&  j O ] ’, R O  . b$O  a u ] ’. c N +H ’ J$

L’ I O )L’ RO ’ ’ fL ’ ’.


 )   e N $  N } N +H ’ N H)’ H!’ M d  V Q. %i ]$^ , R$H  ’ N O N BH  I RQ+ ]  $H ’. b)Q  I ’ N 

_ ] ’ ’ k 

N +P’, N e L  , I ` ’ l R$^  &!L ` N 

 T I... R Q K « ¿Q ] ’». \’ j BH  ^  ’ N  L . b$Q’  O)- O) ]$H ’ ’ K +K RQ ’  [$ ’ N e L  k  H  )P’,  ]¿P’ –€  y  – RP’  k -P L ’ K u !   ’,    !"  ’ # !$   %   & ’ ’ '  ’   " . ¿$  ’ (" )¿$  ’ (*"        ’,  ’  ’ + ) *"  ’. - * " ( '%, /  + " $ ,    #   ’  &    $ . ’ R$ ^ R ^  R$H ’  ’ [ ¿ Ì]$$L’ ] ’ + - + a K RP’  M  H. bQ  Q ’ N L . n BH  R$& Q’ I ` ’ k  +& Q  a K RP!’  ]$$L’ ] ’. H  ’ ’ JH ’ j BH  , R& d ’ K +&  Q . \ d¿   , $H ’ N  L , ]Q

k  $_ , $L ’ N H ] $H’ N  _ . – zN N  ) L!’ ])L ’ N $H’ ’ N P  I +L ’ H’. b ^  M  P $, R$H ’  M L U &! !ÒS. ‚  i¿ &L R$Q  a’ H, [ + I „ L!  H I $ H I ! H, M  L!’ I  H!’ J$L ’,  ]¿d ’. – n BH  [$& ]$$L’ ] ’ U &! !ÒS, Q   L, R s  ’ ’ fL ’ &

M $Q  I ’ ] H, RQ+ H ’ N H$ . e$ H H ’ $ +H ’ N H  I ’ N )H’ N «>H », L - L , L - L , [  j o$  _ . b$Q j x Ì ’ M $Q  I ’ ] H I R s  V ]A M ’ N $_$ O o$  O, [ > j _ . b$&  ¿H$  j o$  _ , M R$&  ¿H$  , ’` ’ ’ R$_ M R T. Z!... Rs j H$ ]A H I $P – $M ’ I $H M P’ ]  . \ j o$  N R s  ’ N O ] ’ j N  d .

– s N _, R$^  , H !! bH>   I _ $L $ i ’. b  _¿> , Rs  N BH  . – H , i$ I RL , ]& &  ’ ] d$’, $O $L  ] ’ I $T; – 0M _)  I Q  H K &L , i$ j BH  I R H)’ N )H’ ] ’, ]) H Q’ ] N $Q . – 0M  L! ’ ]¿d ’. – 1Q$, R $’ q K &L ; &+^ M ) Q ’ ] d$’ ]$  H, d ’ J$L’. – eH, ` R† ’ ’ [ &L , ’ ’ i

v  P ; – BH , R$s, Q  &L M $T _)’; – 1L, o$  Q, [’  I $_! ’ N ¿w’ ’ K l  O )L’ ’ ’ [  _ ; b ^  R+_ ’ ’ k  l $ ’ ’ R$L ’  j BH  R +H Q  &! !ÒS ’ N H$ , M _)’  ’ ]$ _$ . 1M [ ’ M j o$  N N ’ ’ R$H  ]  ’ N P U &! !ÒS. ’ k  j _ )Q’ ’ l, )Q’ j _$ N ¿  _ . ’ ]¿P I M  )P  R Q . n e L  R!A)H> , M >)T ] N  _ . \ j BH  R L&  O o$  O. – ‡Y ’ pw . – s N pQ  . – BH , [, $L  k  +Q , k  P _ . L  [$  K +Q , R H& ’ k   _)& R+H’  ]  P) K ¿Q$ ] ’, M )H!’ N e L  . ` ’ k   _)&

L  +L; 'H! ˆ)T I T  .  ÌJ _  L M $&^ ]  I R& d  I ÌH’ h ’ ’ [ , !L $ ’ I P ’. ‰  aQ ]$H ’ ’ N

Š R$S ’ O o$  O. – o$  Q, [; b$P  N e L  , K H++ M [  $L Ì]  j H$’ – Rd 

M ¿Q. – Z! [), i$ j o$  _ , _ &) L R$^ ,  H’ R _$  . – 1L, $N i , M $d ’  . – Z, ]’ $Q , $_ Rs  ] ; – 3_ Rs ’ ] ; ! B _¿ „  P . –  H’ l  , M Q, [$   . 3

+H ’ Rs  ] . – o$  Q! ‹P ]$Q   ! B _¿ „  P  RQ  $_ i  ; 5 _ $Q’ ’ ’ [ ; – BH , i$ j o$  _ , ] d 5 L  N M $H _$ ’ I $ H ’ . ‰  45


H  >I RQ  $_ p H ; – 3s ’ ’ RQ; – I ` M  _¿ „  P , _ ` RP, $_ &$H’ ]H ; – BP J H, R s  i$ j H  , V +Q   K $ q N $_+ . – \’ R$O  N e L  , i$ j o$  _ ,  M M P J H &$H’. b$ H j BH  , RL ... JM L, i$ ,  M M P J H &$H’. –  ]’ ] d’ _ M ’) H, Rs  I N _ ’ ’ N l $ ; %tQ   . – 1Q$ BH , _ _ I )& L; n $N [¿’ _ ; 0M Q R$s . – 1L, H  l $ $s M Q R$s ; – Z, h Q «R!L », i$ j o$  N I RL ’ $† W [) R)H  ’ N BH  . – ‘ [ ’ M Q R!L , N , L   . – BH ,  _¿> _ M Q , i$ j o$  _ . K H++ $P ’ ] H , )_’

M M M d  ’, I d ’ j_ ’ K $ ^ . b† M  Q  ` N H$’. c  &w!  [ R$ Q’ I  & M O k  L h R$S ’ s l ’ I N $H ’, O k  $K I Q+ R$ Q’ jH – R O  j o$  _ . \’ [ a H++, [ j H$’, RQ+ ’ K $ ^ ’ } M  +L ’ ] ’ l , [  j o$  N R$H  [$’ ’ ’. – Q. – Q. – 3s ]$N N  _; – R$^  N ] u .

46

– 1H! d M Q  ` N H  , M $H N +_ &. 3N M $O $Q)  N $L

; – 0M $H  N +_ &! L Q; i$ j o$  N I R Q N H$’ ]$Q’ ’ K $L ’ V _ H ’ Q’ V ’ ’ R$^ M Q ] . – L i  , R$^  j H$’, &+L  L$ ; – “ , N M &+L  ; –R!&L j o$  N – L$ . eM d & ^ j H  ’ ’ [ ’ H – !L  !!! – L «!L  », +` o$  L; b† $` [   &) L ` N l $, O L $  H,  M H i  . – e T, i$ , )d Q  I $L’  €  Q . – BH , P  BH , R P  j H$’ I R$^  v¿H’ ’ N H  M  d ’. n BH  $’ R$^  Q - $Q  $_ [), V 

 Q  P), ’ R$ ^ R ^   & M R$H  k  L , R s  ’ N O ] ’ I a  L O o$  O. Z’  ’ ] !L ] ’, R$^  k   _&  , V $!H ’,  -  -  -  -  I [¿  K $ ^ I RH ’ K T . – ”, •! R$^  j H$’, [  L , ` i 

M j H  I RH > ’ ’ l I R$ Q+ N L . N o$  N R$Q’  ]  k  ]$L : 3H  Rd   N BH  : – 1Q$ BH , R ^  N  -  R ^  N $!H ’, $s R$^  ]  ’ [  M ’ K r ; ! 5 M [, [ ’ ’ J$L ’ Q’, $L  k  +` I tL  O $! L’ K l  .


Ο Αλέξης

Παρχαρίδης

επιλέγει κάθε μήνα δέκα από τα ωραιότερα παραδοσιακά ποντιακά δίστιχα (p N M H  , a S M   ^  , M ’Q$ N  N ’ ] L ’, L _$ ^  . 5H R H  H)  , Ì]$’ l  ¿  s ,

‘ [,  Ì+_$ &,  M ’ RQ $s $H , >&¿s, a >Òu ’ ’ ÌR+L ’, ` !s, ` ]$H . Z& $&L ’, [& , K P  , K aQ ,

3&_$ ’ [$’ N ¿L’, +HA  ¿L K L ’, I d ’ $&L ’ Jd ’ ] , h RH L . ‰  I  N i , S H - -’ N Q , M [’ O ¿ ’-L-’ N H+’, ’ r- -’ N  Q . ’L Q, _ R$^ ’ ] , ’ ] L ’ ’ I  ¿P’ , V N P ’ N  _ ,  Ì+H¿’- Ì+H¿, L . 7HA, ’ K L ’ ’ I Ìi Rd, k   I  Q ,

b` &_  ’ i , H’ ] Q  , Ì] d [ q , H  Q  . b ^  ’ l  ’ p O, M ’P! ’  k  -k  , R Q’  ÌR $H& ÌR)Q’ ]  ’ ’ RQ  . 47


Μια σελίδα για το ποντιακό (και όχι μόνο) βιβλίο

Παναγιώτου Κ. Φωτιάδου (ή Μαρκήσιου): « Ολοι κλέβουν, μα ποιος φταίει; Από το ημερολόγιο ενός πρόσφυγα, 1928». Επανέκδοση: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Ο Παναγιώτης Φωτιάδης ή «Μαρκήσιος» (1877-1937) είναι ένας από τους ελάχιστα έως καθόλου γνωστούς στο ευρύ κοινό Πόντιους συγγραφείς της πρώτης προσφυγικής γενιάς. Πολλοί μάλιστα τον συγχέουν με τον συνεπώνυμό του θεατρικό συγγραφέα Γ. Κ. Φωτιάδη. Αυτό ωστόσο δεν αλλάζει σε τίποτα το γεγονός ότι πρόκειται για ένα διανοούμενο ολκής, με σαφή γνώση των ιδεολογικών και φιλολογικών ρευμάτων της εποχής του, με σπάνια διεισδυτική ματιά και με ικανότητα κοινωνιολογικής ανάλυσης, που φανερώνει επαφή ή τουλάχιστον προσέγγιση με την μαρξιστική σχολή. Το βιβλίο του «Όλοι κλέβουν μα ποιος πταίει», που πρωτοτυπώθηκε στο τυπογραφείο του «Νεολόγου» στην Κωνσταντινούπολη και κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη το 1928 για να επανεκδοθεί στις μέρες μας από τον εκδοτικό οίκο των Αδελφών Κυριακίδη, αποτελεί μια εξαιρετικά πολύτιμη, όσο και παραγνωρισμένη από τους πολυπράγμονες «ποντιολόγους» μας, καταγραφή της τραυματικής επαφής των προσφύγων με την ελλαδική πραγματικότητα. Μέχρι σήμερα είχαμε πάμπολλες καταγραφές των εντυπώσεων που σχημάτισαν οι απλοί άνθρωποι του λαού ερχόμενοι στην Ελλάδα, με το βιβλίο ωστόσο του Παναγιώτη Κ. Φωτιάδη έχουμε την πρώτη αναλυτική προσέγγιση του «προσφυγικού» από έναν «σοσιαλίζοντα» διανοούμενο της ίδιας γενιάς. Εκείνο που θα προκαλέσει σίγουρα εντύπωση στον αναγνώστη είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στους ανθρώπους και στις εποχές. Θέματα όπως οι δυσλειτουργίες των σύγχρονων δημοκρατιών, η απληστία των «προσφυγοπατέρων», η καχυποψία των ανθρώπινων κοινωνιών απέναντι στη διαφορετικότητα, περιγράφονται εν έτει 1928 με όρους που θα μπορούσαν να ισχύουν ακόμη και σήμερα. Με λίγα λόγια: ένα βιβλίο που έπρεπε να είχε επανεκδοθεί από χρόνια και μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση με ένα εξώφυλλο -κόσμημα, ένα από το πλέον όμορφα και πρωτότυπα που παρουσίασε ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος τα τελευταία χρόνια.

Παντελή Θ. Σοφιανού: «Ο Οικισμός Οχυρού του Δήμου Κάτω Νευροκοπίου» Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει πρωτοφανή έξαρση μια ειδική κατηγορία βιβλίων που αφορούν τον Ποντιακό Ελληνισμό, αυτά που πραγματεύονται την ίδρυση και ιστορική εξέλιξη των προσφυγικών κοινοτήτων του Ελλαδικού χώρου. Κάποια από αυτά παραμένουν αδιάφορα για τον αναγνώστη που δεν κατάγεται από τον οικισμό, του οποίου την ιστορία πραγματεύονται. Κάποια άλλα όμως έχουν γενικότερο ενδιαφέρον, κυρίως γιατί κατορθώνουν -χάρη στις αρετές του συγγραφέα- να μεταφέρουν στον αναγνώστη το γενικότερο κλίμα των πρώτων χρόνων της ζωής των προσφύγων στην Ελλάδα. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει το βιβλίο του συνταξιούχου εκπαιδευτικού, πρώην διευθυντή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Δράμας, Παντελή Θ. Σοφιανού «Ο Οικισμός Οχυρού του Δήμου Κάτω Νευροκοπίου». Άνθρωπος της δράσης (οι περισσότεροι τον γνωρίζουν ως επίτιμο πρόεδρο του Συλλόγου Σανταίων Θεσσαλονίκης «Η Επτάκωμος Σάντα» κι ως πρωτεργάτη της αναστύλωσης του ιστορικού «σπιτιού της Σάντας» στην Παναγία Σουμελά), ο Παντελής-Λάκης Σοφιανός αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και εξαίρετος αφηγητής, αφού κατορθώνει να περιγράψει με ενάργεια τις δυσκολίες της εγκατάστασης των πρώτων προσφύγων του Οχυρού (ενός από τους μεγαλύτερους προσφυγικούς οικισμούς του Νομού Δράμας), αλλά και το «ξεπέταγμα» της πρώτης μεταπροσφυγικής γενιάς του χωριού, εκλεκτό μέλος της οποίας είναι και ο ίδιος. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο πραγματεύεται την έλευση και εγκατάσταση των προσφύγων στο Οχυρό, συνοδευόμενο από έναν αναλυτικό κατάλογο των μελών των 250 και πλέον προσφυγικών οικογενειών του Οχυρού (ποντιακών στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από την Κερασούντα, τα σιμοχώρια της Τραπεζούντας και τη Σάντα), το δεύτερο την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαδρομή της οικογένειας του ίδιου του συγγραφέα από την ενορία Ισχανάντων της Σάντας του Πόντου μέχρι το Οχυρό, και το τρίτο και τελευταίο το ιστορικό της αντίσταση των υπερασπιστών των οχυρών της περιοχής –και ιδίως του οχυρού «Λίσε Α10»– στην είσοδο των Γερμανών εισβολέων στην Ελλάδα (1941). Με λίγα λόγια: ένα πολύτιμο βιβλίο για κάθε Οχυριώτη και ένα εξαιρετικά χρήσιμο ανάγνωσμα για οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να εντρυφήσει στην ιστορία της περιοχής και –κυρίως– στην ιστορία της πρώτης προσφυγικής γενιάς. 48


Άμαστρις Τεύχος 1ο  

Μηνιαίο Περιοδικό για τον Πόντο, τους ανθρώπους του και τον πολιτισμό τους.

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you