Issuu on Google+

POLYTIMH LITHI EXOF:protypiCOVER

4/6/13

14:35

Page 1

Μια περιπέτεια… Η τρικυµιώδης ζωή µιας γυναίκας.

Η Μαίρη Ασλανίδου-Τότου, Θρακιώτισσα στην καταγωγή. Έζησε και µεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε αρχαιολογία στο πανεπιστήµιο του Τίµπινγκεν, Γερµανίας. Παντρεµένη, µε δυο παιδιά, εργάζεται στο τεχνικό γραφείο του συζύγου της, στην Αθήνα, όπου κατοικεί. Τ ο έ ρ γο τη ς , «Πολύτιµη λήθη», είναι το πρώτο της εγχείρηµα, στην πεζογραφία.

Η Γ ια σµ ίν έ σκυ ψ ε , τρ άβ ηξ ε έ να παλ ιό τσ ου κάλι από το τ ζ ά κ ι , σ ή κ ω σ ε κ άτ ι µ α υρ ισ µ έ ν α τ ο ύ β λα κ α ι µ ε τ ά δ υ ο - τ ρ ί α σ α π ι σ µ έ ν α σ α ν ίδ ι α. Π αρ α µ έ ρ ι σε κ αι κ άτ ι π α λιέ ς ε φ η µ ε ρ ίδ ε ς κα ι ε µφ α νί σ τ ηκ ε έ ν α κ α σόν ι . Έ ν α πα λ ι ό κ α ι φ θα ρµ έν ο κ α σ όν ι . Τ ο άν ο ι ξ ε. . . Η Κ λέ λ ια , δ ε ν π ί σ τε υ ε α υ τ ό π ο υ έβ λ επ ε. Α ν ο ι γό κ λ ει σ ε τ α µ ά τ ι α τ ης , θ α µ π ωµ έ ν η . Μ π ρο σ τ ά τ η ς α π λ ω ν ότ α ν έν α ς θ ησ α υ ρ ός . ∆ ιαµ άντια , ρ ο υµ πίνι α, σµ αρ άγδ ια, ζ αφε ίρ ια! Άλλα δ ε µένα σ ε κο σµή µατα, κι ά λλα σκέτα, στρ αφ τάλιζ αν σ αν το εκ τ υ φλ ω τι κ ό φ ω ς µ ι ας έ κρ η ξ η ς . « Π ο λ ύ τι µ ο ι λ ί θο ι! » ψ ι θ ύ ρι σ ε µα γ εµέ νη . Η Γι α σµί ν τ ης έκ α νε ν όηµα να σωπ ά σει . « Ό λ ο ι ο ι ε φι ά λ τε ς , πο υ πε ρά σ α µε κ ο ρί τ σ ι µο υ , ε πι τ έλ ο υ ς , α ν ή κ ου ν σ τ ο π α ρ ε λ θ όν . Α υ τ ές οι π έ τ ρε ς ε ί να ι το ει σι τ ή ρι ο µ α ς γ ια τη ν ευ τ υ χ ία » . Η Κ λέ λι α τ η ν ά κ ο υ γε µα ρµ α ρωµ έν η κα ι δ ε ν π ί σ τευ ε, ο ύ τε τ α µά τ ια τη ς , ο ύ τ ε τ’ α υ τι ά τη ς . Ε υτ υ χί α! !! Είχ ε ξ ε χάσ ε ι απ ό κα ιρ ό, τ ο ν ό ηµ α αυ τ ή ς τ η ς λ έξης .

I.S.B.N. 978-618-5033-01-9

Tιµή: € 14,00 Συµπ/ται Φ.Π.A.

∆υο δίδυµα που οι ζωές τους χώρισαν βεβιασµένα. Το ασύλληπτο µένος ενός ανθρωπόµορφου κτήνους. Μια ιστορία που η λέξη ανατροπή, ακόµα και σε υπερθετικό βαθµό είναι λίγη. Αγαπηµένε µου αναγνώστη, ετοιµάσου να διαβάσεις ένα βιβλίο, ένα παράπονο, ένα παραµύθι (;) απνευστί…


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

11:06

Kείµενα: Eπιµέλεια κειµένων: Σχεδιασµός εξωφύλλου - σελιδοποίηση: Eκτύπωση:

Page 6

MAIPH AΣΛANI∆OY-TOTOY PANIA ΣTPATAKH-ZAXAPH ΠANAΓIΩTHΣ KAΓIAΛHΣ ZAΠOΛIA

© Aπαγορεύεται η αναδηµοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του ή τµηµάτων του µε οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.

Copyright © 2013 για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσµο: Eκδόσεις MENAN∆POΣ Iπποκράτους 44, 106 80 Aθήνα. THΛ.: 210 36 11 000 - 210 36 37 762 www.alkyonp.gr e-mail: info@alkyonp.gr ISBN 978-618-5033-01-9


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

11:06

Page 9

νυκτερινή αµαξοστοιχία Θεσσαλονίκης-Αθηνών εκτελούσε το δροµολόγιό της, σέρνοντας τα έξι βαγόνια της πάνω στις ράγες. Το έδαφος σε κείνο το σηµείο ήταν ορεινό και πολύ ανώµαλο. Οι ράγες µπήγονταν στο απέναντι βουνό, µέσα σε τούνελ, για να ισορροπήσουν βγαίνοντας στην γέφυρα, πάνω απ’ την χαράδρα. Κι αυτό εναλλασσόταν συνεχώς εδώ και ώρα. Βουνό-χαράδρα. Τούνελ-γέφυρα. Οι εκατόν ογδόντα επιβάτες που συνήθως εκείνη την ώρα σχεδόν όλοι κοιµούνται, τώρα, είχαν στρέψει την προσοχή τους έξω µε αγωνία. Μερικοί έκαναν το σταυρό τους, παρακαλώντας να τελειώσει επιτέλους αυτή η διαδροµή. Έξω έβρεχε. Μια καταρρακτώδης βροχή που µαστίγωνε ανελέητα τη γη και ότι υπήρχε πάνω της. Η ώρα ήταν έντεκα και το σκοτάδι έξω ήταν πυκνό. Οι προβολείς του τρένου, σαν δυο πύρινα σπαθιά, έσχιζαν το υδάτινο παραπέτασµα που κρεµόταν από ψηλά. Ο ουρανός χαρακωνόταν συνεχώς από τα αστροπελέκια, σαν τζάµι, που δέχτηκε µια πετριά στο κέντρο του. Ο µηχανοδηγός άφησε να βγει από µέσα του ένα πυκνό σύννεφο καπνού.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

10

3/6/13

11:06

Page 10

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Έτριψε τα χέρια του αµήχανα προσπαθώντας να κυριαρχήσει η ψυχραιµία και η αυτοσυγκέντρωση στα συναισθήµατά του. Το σηµείο ήταν γνωστό για την επικινδυνότητά του, έτσι κι αλλιώς, οπότε δεν είχε περιθώρια για χαλάρωση. Τεσσερισήµισι ώρες τώρα ήταν κολληµένος µπροστά στο κοπ-κιτ και του έµεναν άλλες δύο. Έκοψε κι άλλο την ταχύτητα και κοίταξε τον συνάδελφό του που καθόταν σ’ αναµµένα κάρβουνα «Σαν τον κάβουρα πάµε, συνάδελφε, αλλά δεν µας παίρνει να τρέξουµε παραπάνω» «Με τέτοιο καιρό και που κινούµαστε… είναι άθλος» απάντησε ο Χρήστος χωρίς να πάρει το βλέµµα του από το παρµπρίζ. Έξω η νύχτα γινόταν µέρα από τ’ αστροπελέκια. «Αυτή, θα πρέπει να είναι η κόλαση του ∆άντη, φίλε µου.» «Άνοιξαν οι καταρράκτες τ’ ουρανού! Τόσο νερό δεν είδα ποτέ µου στα τόσα χρόνια που ζω! ΄Αντε κάνα τεταρτάκι ακόµη, να βγάλουµε τον Μπράλλο και µετά στο ίσωµα... θα τη βολέψουµε...» Ο Χρήστος έγλυψε τα ξεραµένα του χείλη. Είχε στεγνώσει το σάλιο του από την αγωνία. Σκεφτόταν. «∆εν θα ζούσα τέτοιες φάσεις αν είχα γίνει λογιστής, όπως ήθελε η µητέρα µου. Το πιο ωραίο είναι ότι χρωστάω και χάρη στον τζιτζιφιόγκο τον βουλευτή, για την θέση στον ΟΣΕ.» «Κανονικά, τώρα θα έπρεπε να ήµασταν στο σταθµό του ∆οµοκού και να περιµένουµε να κοπάσει λίγο η µπόρα. Όπως κάνουν στα αεροπλάνα».


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 11

11

«Κανονικά Χρηστάρα µου, θα έπρεπε να ήµασταν σπίτια µας, µε τις οικογένειές µας...» είπε κι έσκασε ένα χαµόγελο στην θύµησή τους, το οποίο ξαφνικά πάγωσε. Μια αστραπή τους τύφλωσε ξαφνικά και µια βροντή που τους ξεκούφανε, ταυτοχρόνως. Ο κεραυνός που έπεσε στα πενήντα µέτρα µπροστά τους κτύπησε στις ράγες, µετατόπισε την αριστερή κατά σαράντα πόντους και ήταν η αφορµή να γίνει ο εκτροχιασµός του τρένου. Το πρώτο βαγόνι µε τη µηχανή δέχτηκε µια σφαλιάρα δυνατή και έγειρε αριστερά, σαν µεθυσµένος που δεν µπορεί να κεντράρει το βάρος του. Ο µηχανοδηγός, τέντωσε τα χέρια του µε όλη του την δύναµη να συγκρατήσει την µηχανή που έκανε µια κλίση προς τα πλάγια. Στο εκτυφλωτικό φως της αστραπής, είδε µε φρίκη την µαύρη είσοδο του τούνελ που τους περίµενε στα εκατό µέτρα να γέρνει προς τα δεξιά. Σαν φλας µπακ πέρασε η ζωή του µπροστά απ’ τα µάτια του. Όπως τότε που µικρό παιδάκι τριγύρναγε ανάµεσα στους χίπις ακολουθώντας την µητέρα του. Ήταν το νέο κίνηµα των παιδιών των λουλουδιών, που αποφάσισαν µε αυτό τον τρόπο να αλλάξουν τον κόσµο. Make love, not war. Αγαπηθείτε και σταµατήστε τους πολέµους, ήταν το σύνθηµα. Πολλοί, κυρίως νέοι, άφηναν την αστική και ίσως καλοβολεµένη ζωή τους και µαζεύονταν σε υπαίθριους χώρους, όπου µεταξύ της µουσικής του Τζον Λένον και της µαριχουάνας, κάνοντας έρωτα και ζώντας σε συνθήκες πρωτόγονες, διαδήλωναν την αντίθεσή τους στον τρόπο που οι κυβερνήσεις και ο πολιτισµός οδηγούσαν την πορεία των λαών.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

12

3/6/13

11:06

Page 12

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Ο µικρούλης, τότε, Αλέκος ποτέ δεν θα επέλεγε αυτόν τον τρόπο διαµαρτυρίας, αλλά οι γονείς του, αθεράπευτα ροµαντικοί και προοδευτικοί, τον έσερναν στα Μάταλα και στα κοινόβια. Αργότερα, έβλεπε την µητέρα του σαν επισκέπτρια, να καταφθάνει στο σπίτι των γονιών της, όπου είχε «παρκάρει» τον γιό της, για να µπορεί µε άνεση να σπουδάσει στην σχολή του Κάρολου Κουν θεατρολογία. Ο πατέρας του κατάφερε, στα τριάντα τρία του, να πάρει το πτυχίο του από το πολυτεχνείο και είχε πέσει µε τα µούτρα στη συλλογή... χαρτονοµισµάτων, επιταγών και ότι συνιστά περιουσία. Το µόνο που τον ενδιέφερε ήταν να αυξάνονται τα ψηφία στον καταθετικό του λογαριασµό. Έτσι κατάφερε να προσφέρει στην κοινωνία, που τόσο ήθελε να αλλάξει πριν χρόνια, έναν αδίστακτο και στυγνό εκµεταλλευτή των ανθρωπίνων δικαιωµάτων. Τον Αλέκο τον έβλεπε συχνά. Τόσο, που κάθε φορά του έλεγε την γνωστή πια ατάκα: Πόσο µεγάλωσες γιε µου! Ο θυµός του µικρού Αλέκου προς τους γονείς του, ευτυχώς µετατράπηκε σε ένα πνεύµα δηµιουργικότητας για να τους αποδείξει ότι άξιζε την προσοχή τους και την αγάπη τους. Στα είκοσι του και µετά από έναν οµηρικό καυγά, διαχώρισε την θέση του και, µέσα βαθιά στην ψυχή του, τους απαρνήθηκε. Ποτέ δεν τους συγχώρεσε για τον τρόπο που τον ανέθρεψαν. Πήρε την ζωή του στα χέρια του. Στον γάµο του, όταν ακάλεστοι ήλθαν κι οι δυο, το


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 13

13

µόνο που έκανε, όταν ήλθαν να τον συγχαρούν, ήταν να τείνει το χέρι του αλλά να στρέψει το κεφάλι του από δεξιά κοιτώντας το κενό. ∆εν ήθελε να τους ξέρει! Αυτό που ήθελε στα πέντε του ήταν να πάει µαζί τους στις κούνιες. Να παίξει ποδόσφαιρο µε τον πατέρα του στα δέκα του. Να του εξηγήσουν τις απορίες του στα δεκαπέντε του. Να ρωτήσουν για την πρόοδο στα µαθήµατα. Να τον αγκαλιάσουν!! Να τον φιλήσουν!! Να δείξουν ότι τον αγαπούν!!. Ο Αλέξανδρος Ασηµάκης, όλη την αγάπη που του έλειψε στην ζωή του, την βρήκε στην κοπέλα που αγάπησε. Μια αγάπη λατρεία! Μια αγάπη έρωτας! Μια αγάπη που γρήγορα έδωσε τους καρπούς της και που επίσης γρήγορα ολοκληρώθηκε µε έναν γάµο.

Όχι δεν έγερνε η είσοδος του τούνελ προς τα δεξιά! Το τρένο ήταν που έγερνε προς τα αριστερά! «Εκτροχιασµός! Χρήστο πέφτουµε στο κενό!» φώναξε µε όλη του την δύναµη. Ο συνάδελφός του πετάχτηκε απ’ τη θέση του και γραπώθηκε από τη µπάρα της πόρτας. Το βαρύ όχηµα, έγειρε και µε την ταχύτητα και το βάρος που είχε, βρέθηκε να κουτρουβαλιάζεται στην απότοµη πλαγιά, παρασέρνοντας και τα υπόλοιπα βαγόνια. Το τελευταίο


POLYTIMH LITHY:Layout 1

14

3/6/13

11:06

Page 14

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

πράγµα που άκουσε ήταν οι σπαρακτικές φωνές των επιβατών που έφτασαν µέχρι την καµπίνα του και τον Χρήστο που ούρλιαζε… «Αλέκο… Κρατήσουουου!!!» Το µόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να σηκώσει το χέρι του ασυναίσθητα, προσπαθώντας να προστατέψει το πρόσωπο του από τις ριπές. Αλλά ήταν µάταιο. Άνθρωποι, αποσκευές, λαµαρίνες, σπασµένα τζάµια έµοιαζαν σαν να αλέθονταν σε ένα τεράστιο µπλέντερ. Η σκοτεινή χαράδρα, έµοιαζε να προσπαθεί να καταβροχθίσει το τρένο, που σαν τεράστιο, σκοτωµένο, ερπετό, έγερνε το σώµα του στο χείλος της. Οι επιβάτες γραπώθηκαν από ότι µπορούσε ο καθένας. Τα ουρλιαχτά τους και οι απεγνωσµένες κραυγές των λαβωµένων, αντηχούσαν στο απέναντι παραπέτο του βουνού κι έσµιγαν µε την βουή και τις βροντές της καταιγίδας Η µηχανή του τρένου ήταν σφηνωµένη στο βάθος της χαράδρας και ο µηχανοδηγός σφηνωµένος στο βάθος της µηχανής, σαν την αιχµή του δόρατος. Ο Χρήστος, παραδίπλα του, προσπάθησε να κινηθεί αλλά ήταν αδύνατον έτσι όπως ήταν, πλακωµένος και παγιδευµένος από ένα σωρό µε άχρηστα πλέον παλιοσίδερα. «Αλέκο! Βρε Αλέκο!» κατάφερε να φωνάξει, αλλά δεν έπαιρνε απάντηση. «Μίλα µου βρε Αλέκο!» τίποτε. Έγειρε το κεφάλι του, προσπάθησε να τον εντοπίσει και τότε ένοιωσε να τον χαϊδεύει στο αυτί, ζεστό το αίµα που κυλούσε, από δίπλα του. Σε κάποια αναλαµπή µιας αστραπής, διέκρινε τον συνάδελφό του. «Ω Θεέ µου!»


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 15

15

Έµειναν εκεί, ως τα χαράµατα που κατέφθασαν τα σωστικά συνεργεία. Ο µηχανοδηγός Αλέξανδρος Ασηµάκης είχε την τύχη να µην ζήσει όλη την τραγωδία γιατί, απ’ την πρώτη σχεδόν στιγµή, έφυγε µε το βάρος του αριστερά, κτυπώντας στο κεφάλι τόσο δυνατά, που έγινε µια άµορφη µάζα. Έχασε τις αισθήσεις του σχεδόν αµέσως και έπεσε σε ένα βαθύ κώµα. Από το οποίο δεν κατάφερε να βγει ποτέ!

Από τα χαράµατα τα κανάλια βούιζαν για το τραγικό συµβάν. Τα ρεπορτάζ και οι ζωντανές συνδέσεις ήταν πραγµατικά αδύνατες και όλοι περίµεναν τα σωστικά συνεργεία για να πάρουν κάποια πληροφορία. Οι άνδρες των σωστικών συνεργείων ήταν πραγµατικοί ήρωες που µε αυτοθυσία προσπαθούσαν να κατέβουν στην κακοτράχαλη πλαγιά και να ξεχωρίσουν τους ανθρώπους από τα σίδερα. Η κρατική µηχανή, όπως πάντα πανέτοιµη για τέτοιες περιπτώσεις, δεν έκανε πάνω από έξι ώρες για να λειτουργήσει. Τέσσερα άτοµα σκοτωθήκαν ακαριαία και άλλα είκοσι τρία τραυµατίστηκαν. Οι οχτώ σοβαρά, εκ των οποίων ο ένας υπέκυψε στα τραύµατα του, καθ’ οδόν.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

16

3/6/13

11:06

Page 16

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Ο Χρήστος θα είχε να διηγείται για το υπόλοιπο της ζωής του την φοβερή εµπειρία του.

«Έξι ώρες σφηνωµένος ανάµεσα στο πολτοποιηµένο πια βαγόνι της µηχανής του τρένου έχανα κι έβρισκα τις αισθήσεις µου εναλλάξ. Πονούσα αφόρητα! Προσπαθούσα να φωνάξω, αλλά δεν είχα δύναµη. Ο Αλέκος δίπλα µου, σχεδόν αναίσθητος. ∆εν ήξερα καν αν είναι ζωντανός! Στις αναλαµπές απ’ τα αστροπελέκια µπορούσα να δω. Τι να δω Θεέ µου; Το πρόσωπό του µια άµορφη µάζα. Το αίµα του να στάζει αργά και να φθάνει στα ρουθούνια µου η µυρωδιά του θανάτου. Έβαλα τα δυνατά µου να κουνηθώ. Αδύνατον! Ένοιωθα να µουδιάζει όλο µου το κορµί, αλλά το µυαλό µου δούλευε. Πάγωνα! Θεέ µου, αυτό είναι το τέλος µου, σκεφτόµουνα κι έχανα τον κόσµο. Αλλά και πάλι οι βροντές µε συνέφερναν, µε ξυπνούσαν από τον κόσµο των χαµένων! Για να ζω και πάλι το δράµα ενός ανθρώπου που αργοπέθαινε δίπλα µου! Κι εγώ ανήµπορος να κάνω κάτι. Έβαζα όλη µου την δύναµη και του φώναζα: Μίλα βρε Αλέκο! Αλλά καµιά απάντηση. Σε κάποια φάση άκουσα έναν υπόκωφο θόρυβο. Να µεγαλώνει και να µε ξεκουφαίνει. Μια σειρήνα δυνατή που έβγαινε απ’ τα βάθη της γης. Μια σειρήνα που κάλυπτε τον κρότο που έκανε η βροχή πάνω στις επιφάνειες του στραπατσαρισµένου τρένου. Έκανα την προσευχή µου. Άντε να δω πως είναι


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 17

17

ο άλλος κόσµος, σκέφτηκα. Θα είναι παράδεισος; Θα είναι κόλαση;» Ο Χρήστος είχε την ικανότητα να περιγράφει µε γλαφυρότητα όλα τα τραγικά γεγονότα που έζησε. «Ζούσα τον θάνατό µου, για αιώνες. Τόσο µου φαινόταν, ο χρόνος που περνούσε. Αιώνες! ∆εν θέλω να τα θυµάµαι, αλλά δεν µπορώ να ξεφύγω.» Ο Χρήστος δυο µέρες αργότερα, δεν έδειξε κανένα ξάφνιασµα όταν είδε το είδωλό του στον καθρέφτη. Τα µαλλιά του ήταν κάτασπρα, αλλά αυτό δεν τον ένοιαξε. Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τον έτρεχαν στους γιατρούς. Αφού δεν είχε τίποτε! ∆εν πονούσε πουθενά! Το µυαλό του, του έπαιζε άσχηµα παιχνίδια. Όλη η ζωή του περιορίστηκε σ’ αυτές τις ατέλειωτες ώρες αναµονής. Κι ενώ θυµόταν µε κάθε λεπτοµέρεια τον εφιάλτη που πέρασε, είχε σβηστεί από την µνήµη του όλη η προηγούµενη ζωή του. «Ο µόνος µας σύµµαχος είναι ο χρόνος» είπαν οι γιατροί. Και ναι µεν ο χρόνος συµµάχησε µαζί τους, αλλά µε απροθυµία. Πολλές φορές ο Χρήστος µπέρδευε τα ονόµατα και τους αποκαλούσε όλους: Αλέκο. Και συχνά πυκνά πεταγόταν από τον ύπνο του, λουσµένος στον ιδρώτα, φωνάζοντας: « Μίλα µου βρε Αλέκο!»


POLYTIMH LITHY:Layout 1

18

3/6/13

11:06

Page 18

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Η Κλέλια έσβησε την τηλεόραση και προσπάθησε να σηκωθεί από τον καναπέ αγκοµαχώντας. Ήταν η τεράστια κοιλία της που την εµπόδιζε. Τα δίδυµα, που κουβαλούσε εννέα µήνες τώρα µέσα της, δεν το συζητούσαν, είχαν αποφασίσει ότι ήταν ώρα να βγουν στον έξω κόσµο. Με ένα χαµόγελο στα χείλη ακόµη από τους απολαυστικούς «Απαράδεκτους» έκανε δυο βήµατα, όταν ένοιωσε ένα γλυκό πονάκι στην κοιλιά της. Πάγωσε. «Λες;» Έξω φύσαγε δυνατά και δεν θ’ αργούσε να ξεσπάσει καταιγίδα. Κάποιες δυνατές βροντές από µακριά, το επιβεβαίωναν. Ήταν ολοµόναχη. Προχώρησε µέχρι το κρεβάτι της και ξάπλωσε, µε το µυαλό της να κατακλύζεται από χίλιες σκέψεις. Μπορεί να ήταν κάτι άλλο και θα περνούσε. Έκλεισε τα µάτια και προσπάθησε να ηρεµήσει. Άπλωσε το χέρι της στο κοµοδίνο κι έπιασε το βιβλίο της, αν κατάφερνε να διαβάσει λίγο θα περνούσε κάπως η ώρα. Χρωστούσε ακόµη ένα µάθηµα και πάσχιζε να το περάσει εδώ και δυο εξάµηνα. Η εγκυµοσύνη της όµως ήταν δύσκολη, όπως και η Νοµική. Τα πρώτα έτη της Νοµικής τα πέρασε όλα µε την πρώτη, χωρίς καµιά καθυστέρηση. Όταν όµως προέκυψε η εγκυµοσύνη και αµέσως µετά ο γάµος της, οι σπουδές και το διάβασµα, έκαναν υπόκλιση και παραµέρισαν, µπροστά στον έρωτα. Ο πατέρας της δεν έφερε καµιά αντίρρηση γι’ αυτόν το γάµο, βλέποντας την κόρη του να πετάει στα σύννεφα από ευτυχία.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 19

19

«∆εν υπάρχει περίπτωση να µην πάρω το πτυχίο µου, καλέ µου πατερούλη, απλά θα καθυστερήσει λίγο» του είπε και τον αγκάλιασε τρυφερά. «Ο ίδιος ο άνδρας µου, µου το ζήτησε.» Ο πατέρας της την αγαπούσε υπερβολικά για να της χαλάσει το χατίρι. Άλλωστε ήταν και που θα γινόταν παππούς σε λίγο. Τώρα όµως που τον χρειαζόταν, έλειπε. «Πρέπει να πάω στη Γερµανία, για να αγοράσω κάτι µηχανήµατα καινούρια, που χρειάζοµαι για την δουλειά µου.» της είπε.«Μην στενοχωριέσαι, σε τρεις µέρες θα είµαι πίσω» Η δεύτερη ήταν σήµερα. Η επόµενη σουβλιά επιβεβαίωσε τους φόβους της. Ο άνδρας της δεν θα αργούσε παραπάνω από τρεις ώρες. Άρχισε να ταχτοποιεί το βαλιτσάκι της, που ήταν έτοιµο έτσι κι αλλιώς, από µέρες τώρα και πήρε το τηλέφωνο που βούιζε. Έπρεπε οπωσδήποτε να ειδοποιήσει τον άντρα της, ότι έφτασε η ώρα. Έκανε µια βόλτα γύρω από τον εαυτό της, ελπίζοντας να ζαλίσει τα ανυπόµονα µώρα και ξανάπιασε το τηλέφωνο. Αλλά µάταια, πάλι έδειχνε κατειληµµένο. Μετά την πέµπτη φορά, ξεκίνησε να ντύνεται και φόρεσε εκείνα τα δερµάτινα µποτάκια που της πήρε ο άνδρας της από την Πάρο το τελευταίο καλοκαίρι. Έσκασε ένα χαµογελάκι όταν θυµήθηκε τα ναζάκια που έκανε τότε, «Μα.. καλοκαιριάτικα... δεν τα χρειάζοµαι βρε αγάπη µου... το τριάντα οκτώ παρακαλώ...» ∆έκα µέρες αξέχαστες, µπάνιο, ουζάκια, βόλτες και έρωτας. Τι άλλο;... προχώρησε και ξαναπήρε αλλά και πάλι βούιζε. Έσυρε το κορµί της πάνω σε µια καρέκλα και µε


POLYTIMH LITHY:Layout 1

20

3/6/13

11:06

Page 20

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

το βαλιτσάκι της ανάµεσα στα πόδια της, έκρυψε το πρόσωπο της στις δυο παλάµες και περίµενε... πέντε λεπτά... δέκα λεπτά. Ξαναπήρε. Ένας δυνατός πόνος, την σούβλισε ξαφνικά και την έλουσε κρύος ιδρώτας. Σχηµάτισε το νούµερο του ραδιοταξί στο καντράν. «Σε πέντε λεπτά θα είµαστε εκεί.» της απάντησαν. Περίµενε. Κύµατα πανικού άρχισαν να εισβάλλουν στο µυαλό της. «Θεέ µου γεννάω και είµαι ολοµόναχη...» Ξαναπήρε στο τηλέφωνο τον άνδρα της µε την ελπίδα, ότι κάποιος θα το σήκωνε αλλά και πάλι βούιζε. Οι πόνοι τώρα άρχισαν να γίνονται πιο συχνοί. Απ’ έξω ακούστηκε η κόρνα του ταξί. Έκανε µια τελευταία προσπάθεια. Τίποτε. «Μα τι είχαν πάθει όλοι αυτοί, εκεί, στο κέντρο έλεγχου δροµολογίων του ΟΣΕ;» σκέφτηκε.

Οι σειρήνες των ασθενοφόρων µπλέκονταν µεταξύ τους, µεταφέροντας τους τραυµατίες στο ΚΑΤ. Ένα πανδαιµόνιο από υστερικές φωνές και κλάµατα των συγγενών που κατέφθαναν σωρηδόν, ψάχνοντας τους δικούς τους ο καθένας. Συνεργεία της τηλεόρασης που έπαιρναν συνεντεύξεις από τους επιζώντες. Αστυνοµικοί, που µάταια προσπαθούσαν να βάλουν σε κάποια τάξη τους αλλόφρονες πολίτες.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 21

21

∆υο νοσοκόµοι, µε άσπρες ρόµπες, µετέφεραν τον Αλέκο στα επείγοντα, όπου κι εκεί βασίλευε το χάος. Η κατάσταση του ήταν κρίσιµη αλλά δεν υπήρχαν αρκετά διαθέσιµα χειρουργεία. Μετά από µιάµιση ώρα και µετά από άκαρπες προσπάθειες οι γιατροί κατέληξαν στο συµπέρασµα ότι η κατάσταση του ήταν µη αναστρέψιµη και οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις ήταν πολύ βαριές. Ο γιατρός που τον ανέλαβε, ένα ευσυνείδητο παλικάρι, προσπάθησε να επικοινωνήσει µε τους συγγενείς του. Ήταν νέος και στα δυόµισι χρόνια που δούλευε στα επείγοντα, πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο θέαµα. Πήγε σ’ ένα κουζινάκι δίπλα κι ήπιε λίγο νερό. Το στοµάχι του, σε απ’ ευθείας σύνδεση µε το µυαλό του, ήθελε να βγει ολόκληρο απ’ το σώµα του. Έκανε κουράγιο κι έψαξε στις τσέπες των καταµατωµένων ρούχων του άτυχου άνδρα που κείτονταν πάνω στο φορείο και που βρίσκονταν πεταµένα σε µια καρέκλα. Βρήκε το µικρό καταλογάκι µε τα τηλέφωνα του. Το νούµερο που διάλεξε να πάρει ήταν µε την ένδειξη: Λατρεµένη µου Κλέλια. Ένας κόµπος ανέβηκε στον λαιµό του κι δυο δάκρυα ύγραναν τα µάτια του. Μάζεψε το κουράγιο του και µε τρεµάµενα χέρια σχηµάτισε το νούµερο.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

22

3/6/13

11:06

Page 22

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Το τηλέφωνο, στο µικρό τραπεζάκι του χολ, κτυπούσε ασταµάτητα εδώ και µισή ώρα, αλλά κάνεις δεν το σήκωσε. Το κουδούνισµα έκανε αντίλαλο στο άδειο σπίτι. Ντριιιιιιιν... Ντριιιιιιν... Τα δυο γελαστά πρόσωπα δίπλα στην κορνιζαρισµένη φωτογραφία έµοιαζαν να κοροϊδεύουν. Είχαν για φόντο πίσω τους την θάλασσα και δυο ψαρόβαρκες. Στο βάθος δυο ανεµόµυλοι και γύρω-γύρω άσπρα σπιτάκια µε µπλε παντζούρια. Ήταν µια όµορφη φωτογραφία µε όλα τα χρώµατα της ίριδος και το ζευγάρι έµοιαζε τόσο ερωτευµένο... ∆υο νέοι κοιτούσαν ίσα τον φακό, ανέµελα κι ευτυχισµένα και δεν έδιναν σηµασία στο τηλέφωνο, που απελπισµένα τους καλούσε να το σηκώσουν.

Η Κλέλια γελώντας έκανε µια απότοµη κίνηση και έβγαλε το µαγιό της, ήταν µονοί τους και η θάλασσα ήταν τόσο µαγευτική. Το φεγγάρι έκανε βουτιά στο σκοτεινό ορίζοντα κι άφησε µια χρυσαφιά ουρά να σαλεύει πάνω στα κύµατα Τα κάτασπρα βοτσαλάκια έµοιαζαν να φωσφορίζουν κάτω απ’ το ρηχό νερό. Ο Αλέκος κοίταξε την υπέροχη σιλουέτα της να διαγράφεται στο φέγγος των αστεριών. Γέλασε πονηρά και πέταξε στην άµµο το µαγιό του. Τρέχοντας την ακλούθησε και προχώρη-


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 23

23

σαν µαζί, τσαλαβουτώντας µέσα στα αφρουδάκια που έκανε το κύµα σκάζοντας στην άµµο. Που όµως... ήταν µαύρη... και ξαφνικά έγινε λάσπη... κόκκινη και µαλακιά σαν ζυµάρι...και κολλούσαν τα πόδια τους... και βούλιαζαν... Η Κλέλια ούρλιαξε και µε υπεράνθρωπη προσπάθεια ξεκόλλησε το ένα της πόδι κι έσπρωξε το βάρος της προς τα έξω. Ο Αλέκος, πασχίζοντας, έκανε ακόµη ένα βήµα και την τράβηξε πιο µέσα, ενώ αυτή προσπαθούσε να ξαγκιστρωθεί από πάνω του. Βούλιαζαν µαζί και άρχισαν να παλεύουν µε την λάσπη, που έφτασε µέχρι το γόνατο. Τα γυµνά κορµιά τους έµοιαζαν σαν πήλινα αγαλµατίδια εν κινήσει. Η λάσπη, µαύρη σαν θάνατος, σηκωνόταν σε κύµατα, προσπαθώντας να τους καταπιεί! Ο Αλέκος έπεσε στα γόνατα και τότε ένα λασπερό κύµα, σαν τέρας µε γλώσσες και κέρατα, ορθώθηκε από πάνω του και τον πλάκωσε µε τον όγκο του. Εξαφανίσθηκε! «Μη Αλέκο! Γύρνα πίσω! Όχιιιιιιιιιιιιιιιιι...» Η Κλέλια φώναζε µε όλη της την δύναµη «Κυρία µου να σας ζήσουν!!» ακούστηκε µια φωνή και την πήρε από τη θανάσιµη αγκαλιά του Μορφέα. Κόκκινο, πηχτό σαν κόλλα, ζυµάρι, που σηκωνόταν κι έπεφτε σε κύµατα. Ο Αλέκος πουθενά... Ένα τεράστιο, κάτασπρο φως, σαν ήλιος, ακριβώς από πάνω της... Ο Αλέκος... Γύρνα πίσω Αλέεεεκοοοοο! «Να σας ζήσουν!» Ζαλισµένη κοίταξε γύρω της την αίθουσα τοκετών, τη µαία που της χαµογελούσε και της ευχόταν. Μα το χαµόγελο της δεν ήταν διάπλατο, δεν ήταν χαρούµενο,


POLYTIMH LITHY:Layout 1

24

3/6/13

11:06

Page 24

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

µια αδιόρατη θλίψη κρυβόταν από πίσω του. «Σας ευχαριστώ! Μα...» «Μην στενοχωριέστε... Προσπαθήστε να κοιµηθείτε, όλα θα πάνε καλά...» «Σας ευχαριστώ... µα που είναι ο Αλέκος; Γιατί δεν είναι δω; ∆εν είναι κανείς εδώ; Που πήγαν όλοι;» Η φωνή της αντήχησε στους κρύους τοίχους της αίθουσας τοκετών. Κοίταξε γύρω της µε απόγνωση. Πραγµατικά που πήγαν όλοι; Λίγο αργότερα ο γιατρός της, της έδωσε την πρώτη µαχαιριά. Το ένα παιδί δεν πήγαινε καλά. Είπε. Σε δυο ώρες, η µαία, Αναστασία Τάσσιου, µια τριανταπεντάρα στρουµπουλή, µπήκε στο δωµάτιο και κάθισε δίπλα της σε µια καρέκλα του νοσοκοµείου, πήρε µια βαθειά ανάσα και προσπάθησε να βολευτεί. Στα χέρια της κρατούσε µια µικρή πλαστική εικονίτσα του αγίου Στυλιανού και την έτριβε µε τα ιδρωµένα χέρια της. Ποτέ δεν θα µπορούσε να γίνει ηθοποιός. Η αγωνία της την πρόδιδε και δεν προµήνυε τίποτε καλό. Η Κλέλια έκλεισε τα µάτια και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη µεριά. Όλο το είναι της επαναστατούσε. Τα άσχηµα νέα, έτρεχαν και προπορεύονταν και την σκαµπίλιζαν, πριν να τα ακούσει. ∆εν ήθελε να τα ακούσει. Αλλά τα άκουσε. «Οι γιατροί έκαναν ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, αλλά, δυστυχώς, κορίτσι µου» η µαία δαγκώθηκε ελαφρά και συνέχισε «προέκυψε µια επιπλοκή και... το ένα από τα δίδυµα δεν τα κατάφερε. Ο Θεός το λυπήθηκε και


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 25

25

λυπήθηκε και σένα...» Η Κλέλια ένοιωσε το κρεβάτι της να ανοίγει στα δύο, κατά µήκος και να την καταπίνει. Προσπάθησε να σηκώσει το κορµί της, αλλά δεν τα κατάφερε. Σαν από µακριά, άκουσε την σπαρακτική φωνή της «Όχι δεν µε λυπήθηκε ο Θεός, αν µε λυπόταν δεν θα µου έπαιρνε το αγοράκι µου». Έκανε πάλι να σηκωθεί αλλά οι πόνοι στην κοιλιά της την καθήλωσαν. Έπεσε σαν ξερή στο µαξιλάρι της και αποκαµωµένη ψιθύρισε. «Πείτε µου τουλάχιστον. Το άλλο; Είναι καλά το άλλο;» «Το άλλο είναι πολύ καλά, ένα πανέµορφο µωράκι και απ’ ότι βλέπω, µάλλον µοιάζει σε σένα, κορίτσι µου» της απάντησε και έκανε να φύγει, αλλά κοντοστάθηκε. Την κοίταξε τρυφερά και µε συµπόνια. Στο µυαλό της στροβιλίζονταν χίλιες σκέψεις. «Πως Θεέ µου; Πώς να της το κάνω αυτό;» Κάποιες λέξεις πάλευαν να βγουν απ’ τα χείλη της, αλλά τα έσφιξε. ∆εν µπορούσε να της πει τα χειρότερα. Την χάιδεψε στο µέτωπο και βάλθηκε να τακτοποιεί το σεντόνι. «Προσπάθησε τώρα να είσαι καλά εσύ, γιατί σε έχει ανάγκη ο γιος σου. Θα έρθω πάλι σε λίγο και θα σου φέρω και το µωρό σου. Χρειάστηκε να το βάλουµε σε θερµοκοιτίδα αλλά µην ανησυχείς.»…«Αργότερα, όχι όλα µαζί τα µαύρα µαντάτα» σκέφτηκε. Η Τασούλα είχε πληροφορηθεί ότι ο πατέρας των µωρών βρισκόταν στην εντατική σε κώµα. Από την τηλεόραση δόθηκαν τα ονόµατα των θυµάτων και των επι-


POLYTIMH LITHY:Layout 1

26

3/6/13

11:06

Page 26

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

ζώντων. Το νέο κυκλοφόρησε στο µαιευτήριο, σαν αστραπή. Βγήκε απ’ το δωµάτιο και προχώρησε βιαστικά στον µακρύ διάδροµο. Η καρδιά της βροντούσε στο στήθος της. Έπρεπε να συναντήσει τον γιατρό.

∆υο ορθάνοικτα µάτια την κοίταζαν, έτσι όπως έστεκε ακριβώς από πάνω τους, µα το βλέµµα τους δεν την ακολούθησε, όταν κάθισε δίπλα του. Μια συσκευή µε κάτι φυσούνες που ανέβαιναν και κατέβαιναν και αγκοµαχούσαν και ξεφυσούσαν ήταν δίπλα στο κρεβάτι του, µε κάτι σωληνάκια και καλώδια που συνδέονταν µε το ταλαίπωρο κορµί του, σαν µια τεράστια µαύρη αράχνη, που τα πόδια της τον µάγκωναν από παντού. «Λατρεµένε µου που είσαι; Γύρνα το βλέµµα σου σε µένα, άγγελέ µου. Το αγοράκι µας σε περιµένει. Αν ήξερες πόσο όµορφο είναι δεν θα ήσουνα εδώ τώρα. Κι όλα αυτά τα καλώδια και τα σωληνάκια, αγάπη µου, πώς τα σηκώνεις; ∆ώσε µου ένα σήµα αν µε ακούς. Έλα να πάµε στο σπίτι µας. Σε περιµένει το ψαροντούφεκο σου, σε περιµένουν και οι ντοµατιές που φύτεψες προχτές στον κήπο µας, σε περιµένουν τα έπιπλα, το κρεβάτι µας, όλο το σπίτι εσένα περιµένει». Πήρε µια βαθιά ανάσα. «Αλλά προ παντός σε περιµένω εγώ, γλυκέ µου άντρα, καλέ µου άντρα!»


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 27

27

Ο ρόγχος που βγήκε από το στόµα του διέκοψε το µοιρολόι της. Ήταν ένας ρόγχος απελπισµένος, που την ικέτευε να πει το ναι! Προσπάθησε µέσα από τα δάκρυά της να διακρίνει τις αµυδρές συσπάσεις, στο πρόσωπό του. Ταράχτηκε κι αναρωτήθηκε αν την άκουγε, πλησίασε σε απόσταση αναπνοής παραµερίζοντας ένα σωληνάκι και περίµενε. Να, τώρα θα της µιλούσε! Τώρα θα σηκωνόταν να φύγουνε µαζί! Σχεδόν σαράντα µέρες πέρασαν από τότε που συνέβη το τραγικό ατύχηµα και η Κλέλια µετά το µαιευτήριο πήγαινε κάθε µέρα και του έκανε παρέα. Κάθε µέρα ο ίδιος σπαραγµός. Ο ίδιος θάνατος. Από την πρώτη στιγµή της ανακοίνωσαν ότι ο λατρεµένος της άνδρας ήταν κλινικά νεκρός και ότι µε τα µηχανήµατα τον κρατούσαν στην ζωή. Περίµεναν από την ίδια να υπογράψει για να τον αποσυνδέσουν. «Ποτέ! Ποτέ των ποτών!» Τους απάντησε αγριεµένη τότε. «Σε λίγο θα σηκωθεί και θα φύγουµε από δω µέσα! ∆εν είναι δυνατόν να πεθάνει!» Οι ελπίδες της όµως µέρα µε την µέρα έφευγαν µια-µια και φεύγοντας έπαιρναν µαζί τους και ένα κοµµάτι απ’ την σάρκα της. Έµεινε ώρα πολλή κοιτάζοντάς τον µέσα απ’ τα ποτάµια δάκρυά της. «Γιατί Θεούλη µου καλέ; Γιατί µε φόρτωσες µε τόσο ασήκωτο βάρος; Γιατί θα πρέπει εγώ να πάρω αυτήν την ευθύνη; Τι µε πέρασες, Θεούλη µου; Μια απλή γυναίκα είµαι. Κάνε ένα θαύµα και φέρτον µου πίσω, σε παρακαλώ!»


POLYTIMH LITHY:Layout 1

28

3/6/13

11:06

Page 28

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Ο ρόγχος που έβγαινε απ’ το στόµα του, µε τον ρυθµό της µαύρης αράχνης, την επανέφερε στην αδυσώπητη πραγµατικότητα. Το ανθρώπινο ράκος που κείτονταν µπροστά της, της υπαγόρευε το τι έπρεπε να κάνει. Έσκυψε πήρε το κρύο χέρι του και το φίλησε γλυκά. «Αντίο, αγάπη µου. Ίσως ξαναβρεθούµε στον άλλο κόσµο» Είπε και σηκώθηκε αποφασιστικά. Φθάνοντας στην πόρτα, γύρισε το βλέµµα της, ξανά, πάνω του. Της φάνηκε πως της χαµογελούσε. Της φάνηκε πως της έλεγε ευχαριστώ που τον έβγαζε απ’ αυτό το µαρτύριο. «Αντίο αγαπηµένε µου!» Έκλεισε την πόρτα και προχώρησε σαν υπνωτισµένη στο µακρύ διάδροµο, στηριγµένη στην αγκαλιά της φίλης της, της Μαρίας, που την περίµενε υποµονετικά απ’ έξω. Έπρεπε να δει τους γιατρούς. Έπρεπε να υπογράψει. Το παιχνίδι που της φύλαγε η µοίρα της να παίξει ήταν σκληρό και οι κανόνες του αδυσώπητοι. Όσο κι αν δεν το ήθελε, έπρεπε να υποταχθεί. «Απ’ ότι καταλαβαίνω, την πήρες την µεγάλη απόφαση» της είπε η Μαρία και την αγκάλιασε τρυφερά. «Το είχα δει στον ύπνο µου, όταν έβγαινα απ’ την νάρκωση, στη γέννα... Το είδα που τον έχανα.... Μακάρι να µε έπαιρνε µαζί του...» Περπατούσε σαν ζόµπι και µονολογούσε. «Τώρα θα ήµασταν αγκαλιά στο βάθος της θάλασσας... Γιατί, Θεέ µου, δεν τον ακολούθησα;.. Γιατί γλίστρησα απ’ την αγκαλιά του;...»


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:06

Page 29

29

Ο γιατρός σκυθρωπός έσπρωξε µπροστά της ένα χαρτί και έδειξε µε το δάχτυλό του το σηµείο που έπρεπε να υπογράψει. «Ο άντρας σου κορίτσι µου είναι κλινικά νεκρός. Ένα καλώδιο τον κρατάει στη ζωή». Κοντοστάθηκε. «Πρέπει να πάρεις εσύ αυτήν την απόφαση». Άπλωσε το χέρι της και κοιτώντας το κενό, σχηµάτισε µε το στυλό, µια τεθλασµένη γραµµή, για τζίφρα, πάνω στο χαρτί που ούτε ήξερε το τι έγραφε. Ή µάλλον ήξερε. Και το ήξερε καλά. Ήταν η θανατική καταδίκη του άνδρα της. Και αυτή έβαζε από κάτω την υπογραφή της. Ένας λυγµός συντάραξε το στήθος της και µια απελπισµένη κραυγή βγήκε από µέσα της. Γύρισε το βλέµµα της ψηλά. «Τι κάνω Θεέ µου!» Η µοίρα της την είχε γραπώσει δυνατά µε τα δόντια της και την τίναζε δεξιά αριστερά, διαγράφοντας ηµικύκλια στο κενό. Με µια αποφασιστική κίνηση, σηκώθηκε και σάλταρε έξω από το γραφείο του γιατρού. Έπρεπε να τελειώσει αυτό το µαρτύριο. Μια βδοµάδα αργότερα η Κλέλια έλαβε έναν φάκελο, τον άνοιξε ανυπόµονα και διάβασε: «Κυρία Ασηµάκη, Η απόφασή σας, να κάνετε δωρεά τα ζωτικά όργανα, του αειµνήστου συζύγου σας, είχαν ως αποτέλεσµα να σωθούν δυο συνάνθρωποί µας. ∆εν υπάρχουν λόγια για να εκφράσουµε την απέραντη ευγνωµοσύνη µας προς το άτοµό σας.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

30

3/6/13

11:06

Page 30

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Με τις πιο θερµές ευχές µας για υγεία και µακροηµέρευση, σε σας και στην οικογένειά σας και µε την βαθύτατη εκτίµησή µας, διατελούµε. Οι γιατροί του Κόσµου». Η Κλέλια χαµογέλασε πικρά στη σκέψη ότι κάπου στον κόσµο, η χρυσή καρδιά του άντρα της υπήρχε και χτυπούσε στο στήθος κάποιου ανθρώπου.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

11:07

Page 245

αλώς το παλικάρι µου! Πως πήγε το σχολείο σήµερα;» «Γράψαµε ένα πρόχειρο διαγώνισµα και νοµίζω πως θα πάρω... τριάντα!» είπε µε ενθουσιασµό ο ∆ηµήτρης. «Ήταν όλα πανευκολάκια, ρε µαµά!» «Το φαγητό είναι έτοιµο!» «Μια στιγµή να πλύνω τα χέρια µου». Η Τασούλα όσο κι αν προσπαθούσε δεν τα κατάφερνε να κρύψει το καµάρι της για τον γιο της. Πίστευε ακράδαντα ότι ήταν το πιο όµορφο, το πιο έξυπνο παιδί του κόσµου όλου! Κάθισε στο τραπέζι και τον περίµενε. Η καρδιά της ήταν πληµυρισµένη από τα συναισθήµατά της και για πρώτη φορά άφησε την σκέψη της να γυρίσει στο παρελθόν δεκατέσσερα χρόνια πριν. Στο παλιό της διαµέρισµα στην Αθήνα...

Η Τασούλα έσκυψε πάνω από το µωρό που έκλεγε. « Τι θέλεις βρε µωράκι µου; Θέλεις την µαµά σου;» Το µωρό στο άκουσµα της φωνής της, σταµάτησε για λίγο το κλάµα του. Το πήρε αγκαλιά για να το ταΐσει.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

246

3/6/13

11:07

Page 246

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Τρεις µέρες το είχε στο σπίτι της. Η συµφωνία τους µε τον γιατρό ήταν να το κρατήσει µερικές µέρες, ώσπου να έλθουν να το πάρουν οι θετοί γονείς του. Την προηγούµενη µέρα όµως ξέσπασε ένα σκάνδαλο για εµπόριο βρεφών στο µαιευτήριο όπου εργαζόταν και τα πράγµατα έγιναν πολύ σκούρα. Οι υποψήφιοι γονείς αθέτησαν τον λόγο τους φοβούµενοι το σκάνδαλο κι έτσι ο γιατρός και η µαία έχασαν τα δέκα πέντε εκατοµµύρια δραχµές που ήταν η συµφωνία και ξέµειναν µε το µωρό στα χέρια. Η Τασούλα δεν ήταν κακός χαρακτήρας, είχε σπουδάσει µαία κι ήταν αυτό που της άρεσε πάντα να κάνει. Ο αδελφός της όµως, ο Νότης ήταν ένας αλήτης και συχνά-πυκνά την έµπλεκε στις απατεωνιές του. Στην αρχή τον µάλωνε αλλά µε τα χρόνια έµαθε κι αυτή στο εύκολο χρήµα, γιατί είχε κι αυτή τα οφέλη της. Έτσι, σιγά-σιγά διαµορφώθηκε ο χαρακτήρας της. Όταν προέκυψε µια εύκολη περίπτωση να πάρουν το ένα από τα δίδυµα παιδιά µιας άτυχης µητέρας, για να το πουλήσουν και να εισπράξουν δέκα πέντε εκατοµµύρια, το είδε και σαν µια θεάρεστη πράξη. Εκείνο το βράδυ έβρεχε καταρρακτωδώς. Η Τασούλα ήταν υπεύθυνη στην επιτήρηση των νεογνών. Σήκωσε το τηλέφωνο που κτύπησε κι απάντησε µονολεκτικά: «Ναι» Είχε προµηθευτεί µια µεγάλη πλαστική τσάντα και µια ζεστή κουβέρτα. Ναι, ήταν έτοιµη να απαγάγει το βρέφος. Μπήκε στον θάλαµο και κοίταξε τα δίδυµα που κοιµόταν δίπλα-δίπλα και κοντοστάθηκε, ποιο απ’ τα δυο να πάρει. Έβαλε ένα απαλό τσιρότο στο στόµα


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:07

Page 247

247

του ενός µωρού, το τύλιξε καλά στην κουβερτούλα και το έβαλε µέσα στην πλαστική τσάντα µε τρόπο όµως ώστε να αναπνέει. Προχώρησε βιαστική στο µακρύ διάδροµο και µπήκε στο ασανσέρ. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει απ’ την αγωνία. Ευτυχώς δεν συνάντησε κανέναν. Τέσσερις η ώρα το πρωί ήταν νεκρή ώρα. Βγήκε απ’ το ασανσέρ και κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Ψυχή... Έφτασε στην έξοδο και ’κείνη τη στιγµή ένα ταξί φρενάρισε µπροστά της και κατέβηκε ένα ζευγάρι, µια ετοιµόγεννη µε τον άνδρα της. Η Τασούλα κοντοστάθηκε, ένοιωσε όλο το αίµα της να ανεβαίνει στο κεφάλι της και το πρόσωπό της να φλέγεται. Χαιρέτησε µε ένα νεύµα το ζευγάρι που πέρασε βιαστικά από µπροστά της. Προχώρησε µέχρι την άκρη του στεγάστρου, ευτυχώς ο φωτισµός εδώ ήταν χαµηλότερος και έριξε πάνω της µια καµπαρντίνα. Το ταξί εξαφανίσθηκε και η Τασούλα κοίταξε µε τρόπο γύρω της, πήρε µια βαθιά ανάσα, έβαλε στην αγκαλιά της την πλαστική τσάντα και όρµισε τρέχοντας έξω. Σαν σκιά χάθηκε στο πίσω παρκινγκ του κτηρίου. Μια αστραπή χάραξε τον ουρανό εκείνη τη στιγµή και στο φως της, η σκιά της, µαύρη, µε την καµπαρντίνα να ανεµίζει, έµοιαζε σαν τον χάρο µες στην κοσµοχαλασιά. Έφτασε στο αυτοκίνητο που την περίµενε. «Βγάλε αµέσως το τσιροτάκι απ’ το στόµα του µωρού και σε δύο ώρες, που θα τελειώσει η βάρδια µου θα είµαι στο σπίτι» είπε στον αδελφό της, που την περίµενε. Γύρισε στο στέγαστρο έβαλε την µουσκεµένη καµπαρντίνα σε µια τσάντα κι έτρεξε να γυρίσει στο πόστο της.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

248

3/6/13

11:07

Page 248

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

∆έκα λεπτά χρειάστηκαν, για να αλλάξει η µοίρα ενός ανθρώπου! Το να παρουσιάσουν ότι το µωρό πέθανε κατά τον τοκετό αποδείχτηκε µια πολύ εύκολη υπόθεση, µιας κι ο γιατρός ήταν στο κόλπο. Άλλωστε δεν υπήρχε κανείς από την οικογένειά του που να το ψάξει σε βάθος. Το ζευγάρι όµως που θα έπαιρνε το µωρό εξαφανίστηκε και τώρα η Τασούλα ξέµεινε να νταντεύει ένα ξένο µωρό. Η καρδιά της πονούσε που το έβλεπε να κλαίει, κι έκανε ότι µπορούσε για να το καθησυχάζει. «Ναι µωράκι µου, σώπα-σώπα, εγώ είµαι δω...» Μετά από δέκα µέρες, σε συνεννόηση µε τον γιατρό και µε µια απίστευτη κοµπίνα κατάφερε κι έγραψε το µωρό στο όνοµά της. Πήρε την κανονική της άδεια, που έτσι κι αλλιώς θα έπαιρνε και µετά ένα µήνα πήρε και µετάθεση, στο κέντρο υγείας της Ελευσίνας. Έτσι λοιπόν παρουσιάστηκε στην καινούρια της δουλειά ως ανύπαντρη µητέρα. Το µωρό το αγάπησε από την πρώτη στιγµή και ευχαριστούσε τον θεό που τα έφερε έτσι, ώστε να βρεθεί µ’ ένα παιδί στην αγκαλιά της, πράγµα που το ήθελε πάρα πολύ. Ποτέ δεν σκέφτηκε να το δώσει πίσω, κι απ’ το µυαλό της έβγαλε εντελώς ότι αυτό το µωρό είχε µιαν άλλη µάνα. Βαθιά µέσα της πίστευε ότι η κακοµοίρα η άλλη δεν θα µπορούσε να τα βγάλει πέρα µε δυο µωρά και µάλιστα στην κατάσταση που ήταν τότε, µε τον άντρα της στην εντατική. Επίσης, πίστευε ότι όλη αυτή η πλεκτάνη που σκαρώσανε µε τον γιατρό, για τα λεφτά και η εξαφάνιση του ζευγαριού, ήταν θέληµα Θεού και


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:07

Page 249

249

ότι το µωρό θα ήταν τυχερό που θα είχε µια µάνα σαν κι αυτήν.

Η Αναστασία Τάσσιου, η Τασούλα, ανάθρεψε τον γιο της µε τον καλύτερο τρόπο και φρόντισε να ξεκόψει απ’ την επιρροή του αδελφού της, του Νότη. Ο ∆ηµητράκης ένα καλόβολο µωρό, ένα ήσυχο παιδάκι, ένας καλός µαθητής, µεγάλωνε ευτυχισµένος και τώρα έγινε δεκατεσσάρων χρονών και πήγαινε ∆ευτέρα γυµνασίου. Κάποιες φορές ρώταγε για τον πατέρα του, ιδίως όταν µεγάλωσε αρκετά, αλλά η Τασούλα είχε σκαρώσει ένα παραµύθι, ότι ο πατέρας του ήταν ναυτικός και σε µια φουρτούνα βούλιαξε το καράβι και πνίγηκαν όλοι οι ναυτικοί. Είχε και µια φωτογραφία, ο Θεός ήξερε από πού και του την έδειχνε, µε καµάρι, ότι ήταν ο πατέρας του. Μόνο κάποια φορά που το παιδί αρρώστησε πολύ βαριά και φοβήθηκε µήπως το χάσει, σκέφτηκε ότι ο Θεός την τιµωρούσε για την πράξη της. «Μαµά τρελαίνοµαι! Κοτόπουλο µε πατάτες στο φούρνο! Γι’ αυτό µοσχοµυρίζει όλο το σπίτι! ∆εν φαντάζοµαι να ξέχασες να µου ετοιµάσεις για αύριο; Εφτά η ώρα πρέπει να ’µαι στο σχολείο... οκτώ αναχωρούµε! Ω µανούλα µου! Θα περάσουµε σούπερ! Τρεις µέρες στη Θεσσαλονίκη! Η καλύτερη τριήµερη µαµά!» Η Τασούλα πήρε βαθειά ανάσα, ευτυχώς που το παιδί


POLYTIMH LITHY:Layout 1

250

3/6/13

11:07

Page 250

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

θα έλειπε στην εκδροµή, αλλιώς δεν θα δεχόταν µε τίποτε να κάνει το χατίρι στον αδελφό της. «∆υο µέρες, µέχρι να βρούµε να το πάµε κάπου αλλού!» της είπε ο Νότης. «Μην ξεχνάς ότι σε έχω στο χέρι!» «Σου είπα ότι δεν θέλω άλλα µπλεξίµατα! Αρκετά πια! Έχω ένα παιδί να µεγαλώσω!» «Μην µου κάνεις την δύσκολη εµένα, γιατί πάω και τα ξερνάω όλα!» «Ως πότε πια θα µε απειλείς; Ως πότε θα πληρώνω για κάτι που στο κάτω-κάτω δεν έφταιξα;» «Ε.. όχι και δεν έφταιξες αδελφούλα.. Μόνη σου το βούτηξες το... άντε να µην τα σκαλίζουµε, γιατί βρωµάνε...» Η Τασούλα υποχώρησε και δέχτηκε να «φιλοξενήσει» για δυο µέρες, το παιδί που θα της φέρνανε.

Η Κλέλια κοίταζε το πρόσωπό της στον καθρέφτη της κρεβατοκάµαρας της κι αναρωτιόταν τι της συµβαίνει. Γιατί έτσι ξαφνικά θυµήθηκε τον άντρα της, γιατί άκουσε τη φωνή του; Αφέθηκε στα χάδια του Νικηφόρου, αλλά το µυαλό της ήταν αλλού. Τον άφησε να της λύσει τον κότσο και να της βουρτσίσει τα µαλλιά, µετά αυτός την σήκωσε απαλά και πέρασε το χέρι του πίσω στο φερµουάρ της τουαλέτας της. Όταν το κατέβασε το


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:07

Page 251

251

φόρεµα έπεσε στα πόδια της και η Κλέλια βρέθηκε µόνο µε τα εσώρουχά της. Ο Νικηφόρος πισωπάτησε κι έµεινε να θαυµάζει την υπέροχη θέα που του προσφερόταν, δεν ήταν απλά ερωτευµένος, την αγαπούσε µε όλη τη δύναµη της ψυχής του αυτήν τη γυναίκα. Τη φίλησε τρυφερά στον ώµο και στον λαιµό της. Η Κλέλια έκλεισε τα µάτια και προσπάθησε να δείξει ότι απολαµβάνει τα φιλιά του. Μάταια όµως. Ο Νικηφόρος ήταν σε θέση να αντιληφθεί την αντίδρασή της και όταν είδε ότι δεν έχει την ανταπόδοση που θα έπρεπε, την κοίταξε βαθιά στα µάτια. «Ότι κάτι σου συµβαίνει, δεν υπάρχει αµφιβολία, το θέµα όµως είναι, τι!» «Αγάπη µου είµαι τόσο ευτυχισµένη! Αλλά και τόσο κουρασµένη!» Ο Νικηφόρος, τη σήκωσε στα χέρια του και την απώθησε στο κρεβάτι, κάθισε στην άκρη και βάλθηκε να της κάνει µασάζ στις γάµπες και στις πατούσες. «Κουράστηκε η βασίλισσά µου κι εγώ ο πονηρός ζητάω έρωτες; Πάω να σου φέρω ένα ζεστό γάλα και να ξέρεις ότι θα µου το πληρώσεις. Και µάλιστα ακριβά! Έχω όλη την νύχτα µπροστά µου για να σκεφτώ... τον τρόπο!» της έκανε χαµογελώντας. Η Κλέλια δεν γέλασε µε το αστειάκι του και έκλεισε τα µάτια της. «Αύριο θα µου τα πεις» σκέφτηκε ο Νικηφόρος. «Σε έχω µάθει καλά. ∆εν είναι µόνον η κούραση, κάτι άλλο σε απασχολεί». Την άλλη µέρα το πρωί πίνοντας καφέ στην βεράντα τους και κάτω απ’ την πίεσή του, η Κλέλια εξοµολογήθηκε.


POLYTIMH LITHY:Layout 1

252

3/6/13

11:07

Page 252

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

«∆εν µπορώ να καταλάβω τι µου συµβαίνει. Παντού ακούω τη φωνή του. Χθες το βράδυ νόµισα πως τον άκουσα, όταν µου σύστησες εκείνο τον κύριο... πως τον λέγανε... νοµίζω Βογιατζή. Ξέρω-ξέρω πως δεν είναι δυνατόν, γι’ αυτό προβληµατίζοµαι...» «Μην προβληµατίζεσαι καρδούλα µου, κι εγώ θα σου φέρω τον καλύτερο ψυχολόγο. ∆εν είναι λίγα τα όσα πέρασες µ’ αυτό το κτήνος… αλλά τώρα πια, περάσανε αυτά». «Ναι αγάπη µου, το ξέρω αλλά να... και η µορφή του… µου θύµισε τον φίλο του, τον Λέλεκα, όπως τον φώναζε ο ίδιος. Αυτό το πρόσωπο όλο γωνίες... Λες να είναι της φαντασίας µου;» Ο Νικηφόρος την αγκάλιασε στοργικά. «Και όλο το παρουσιαστικό του, βρε αγάπη µου, ήταν σαν να έβλεπα τον... ακατανόµαστο…» «Σήµερα κιόλας θα έρθει ο καλύτερος γιατρός. Ξέχνα τα αυτά κι ετοιµάσου για ένα ταξιδάκι. Θα τελειώσω κάτι εκκρεµότητες και θα πάµε... α όχι.. δεν στο λέω θα σου κάνω έκπληξη». «∆εν θέλω να αφήσω την µικρή µακριά µου». Είπε η Κλέλια. «Αλλά ούτε και τον Λευτέρη». «Ποιος σου είπε ότι δεν θα πάµε όλοι µαζί. Και οι γιαγιάδες, αν το θέλεις. Εσύ το µόνο που έχεις να κάνεις είναι να διαλέξεις τη γκαρνταρόµπα σου. Φεύγω γιατί έχω πολλή δουλειά και τώρα, ακόµη περισσότερη». Τη φίλησε γλυκά κι έφυγε. Η πολλή δουλειά έπεσε στους ώµους της Μαρίας, που έπρεπε να βάλει την φαντασία της και όλα τα µέσα που


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:07

Page 253

253

διέθετε, για να τους ευχαριστήσει. Και τα κατάφερε. ∆υο µέρες αργότερα έφτασαν µε δυο αυτοκίνητα στη µαρίνα του Φλοίσβου. Οι δυο τους, µε τα παιδιά, τις γιαγιάδες, τη µπέιµπι-σίτερ και τη Βέρα. Ένα πολυτελέστατο κότερο, ο Θεός ξέρει πόσα µέτρα, τους περίµενε, µε το πλήρωµα παραταγµένο στην είσοδό του. Ο καπετάνιος, κύριος Στάθης, ο γενικών καθηκόντων κύριος ∆ηµήτρης, τρεις ναύτες, ένας µάγειρας µε τον βοηθό του και δύο καµαριέρες τους, υποδέχτηκαν µε εγκαρδιότητα. «Απ’ αυτή τη στιγµή, είµαστε στην διάθεσή σας, για να µην σας λείψει τίποτα. Σας εύχοµαι να έχετε ένα υπέροχο ταξίδι, κι εµείς θα κάνουµε ότι µπορούµε καλύτερο, για να σας µείνει αξέχαστο». Η Κλέλια και όλοι οι υπόλοιποι, έµειναν µε ανοιχτό το στόµα! Η Μαρία, το µόνο στοιχείο που τους έδωσε ήταν η ώρα και ο τόπος του ραντεβού. Και επίσης το στοιχείο: Θάλασσα. Ο Νικηφόρος, που έτσι κι αλλιώς πνιγόταν στην δουλειά, αφέθηκε να βιώσει κι αυτός την έκπληξη. Πραγµατικά ήταν µια υπέροχη έκπληξη. «Μπράβο ρε Μαρία!» σκέφτηκε. Όλοι τους ήταν ενθουσιασµένοι. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε µια καµπίνα που θύµιζε παλάτι του µαχαραγιά, όπου η Κλέλια έµεινε άφωνη. «Μόνο τα χανουµάκια µας λείπουν» γέλασε. «Την επόµενη φορά!» την πείραξε ο Νικηφόρος. Τα δυο παιδιά µε την Βέρα και την µπέιµπι-σίτερ την


POLYTIMH LITHY:Layout 1

254

3/6/13

11:07

Page 254

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

Κατερίνα, στην διπλανή καµπίνα, όπου υπήρχε ήδη και κούνια και όλα τα απαραίτητα για το βρέφος. Η κυρία Ραφαέλα µε την κυρία Ελένη προτίµησαν να µείνουν παρέα, αν και θα µπορούσαν να µείνουν σε ξεχωριστές καµπίνες. Όλα γύρω άστραφταν από καθαριότητα και αρχοντιά. «Σε µισή ώρα σαλπάρουµε µε πρώτη στάση την Κύθνο!» Φώναξε µε στόµφο, ο καπετάνιος. Οι καµαριέρες, δυο πανέµορφες κοπέλες, η Ζωή και η Νάσια, τσακίστηκαν να εξυπηρετήσουν όλη την οικογένεια, να τακτοποιήσουν τα πράγµατά τους στις ντουλάπες. Ο Λευτέρης, ενθουσιασµένος, δεν προλάβαινε να ανακαλύπτει καινούρια πράγµατα και να τα εξερευνά. Είχε γίνει η σκιά του καπετάνιου και τον είχε ταράξει στις ερωτήσεις. Ο ∆ηµήτρης, ανήγγειλε ότι ο µπουφές για το πρωινό, είναι στη διάθεση τους. Μισή ώρα αργότερα, οι τρεις γυναίκες, η Κλέλια, η κ. Ελένη και η κ. Ραφαέλα, µαζί µε το µωρό, ήταν αραγµένες στην εξωτερική σκεπαστή βεράντα και απολάµβαναν τη διαδροµή. Ήταν ενθουσιασµένες και η κάθε µια τους περιέγραφε την έκπληξή της στις άλλες. «Μα ούτε κι εγώ ήξερα τίποτε... όλα τα κανόνισε ο Νικηφόρος!» «Μπράβο στο παιδί µας» πετάχτηκε η κ. Ραφαέλα. «Έχει πολύ καλό γούστο» είπε και η κ. Ελένη, µε καµάρι. Παρήγγειλαν από ένα χυµό πορτοκάλι και ένα κρουασάν βουτύρου. Ο Νικηφόρος µε τον Λευτέρη στεκόταν, δέκα λεπτά


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:07

Page 255

255

τώρα, µπροστά στο µπαρ και προσπαθούσαν απεγνωσµένα να αποφασίσουν τι να πάρουν, χωρίς αποτέλεσµα. Η ποικιλία ήταν τεράστια, σε φρέσκα και αποξηραµένα φρούτα, όλων των ειδών κορν φλέικς, δέκα διαφορετικές µαρµελάδες άλλα τόσα διαφορετικά ψωµάκια, πέντε κρυστάλλινες κανάτες µε χρωµατιστούς χυµούς φρούτων και λαχανικών, οµελέτες, πίτες, κέικ, τσουρεκάκια, κρουασάν φρυγανιές και φυσικά όλων των ειδών οι καφέδες και τα ροφήµατα. «Αν θέλεις να βουτήξουµε αργότερα, µην πάρεις πολλά» είπε ο Νικηφόρος και έβαλε σε µια κούπα λίγο γαλλικό καφέ και πήρε κι ένα τσαµπί σταφύλι. Η Βέρα απολάµβανε τον ήλιο στην πισίνα και βάλθηκε και τελειώσει όλο το λάδι µαυρίσµατος, σε µια µέρα. ∆όξαζε τον Θεό που έφερε στον δρόµο της αυτήν την υπέροχη οικογένεια και που µπορούσε να ζήσει κι αυτή σ’ ένα κόσµο που µόνο στα περιοδικά και στην τηλεόραση είχε δει. «Α ρε µάνα να ’ξερες που βρίσκοµαι τώρα... Θα ’πρεπε να πάρω τη φωτογραφική µηχανή... Θα το λέω και δεν θα µε πιστεύουν» σκεφτόταν και το αντηλιακό πήγαινε σύννεφο. ∆ίπλα της η Κατερίνα, η µπέιµπι-σίτερ ξαπλωµένη µπρούµυτα, ξεκίνησε να διαβάζει ένα καινούριο βιβλίο, ‘Πολύτιµη λήθη’ ήταν ο τίτλος του. «Είναι καλό;» τη ρώτησε η Βέρα. «∆εν ξέρω, τώρα το αρχίζω, είναι µιας καινούριας και άγνωστης συγγραφέως, ελπίζω να είναι καλό!» «Αν είναι καλό, όταν τελειώσεις, να µου το δώσεις και


POLYTIMH LITHY:Layout 1

256

3/6/13

11:07

Page 256

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

µένα. Και βάλε λίγο καροτέν βρε κορίτσι µου, θέλεις να ξεφλουδίσεις;» «Κάτσε λίγο να διαβάσω το πρώτο κεφάλαιο, δεν µπορώ να τα αφήσω..» «Καλά, όταν το τελειώσεις, θα µου το δώσεις και µένα. Όκει;» «Όκει Βέρα, άσε µε τώρα». «Μαµά, θα περάσουµε σούπερ!». Φώναξε ο Λευτέρης, «θα κάνουµε και καταδύσεις. Μου το υποσχέθηκε ο Νικηφόρος!» Ο Λευτέρης λάτρεψε από την πρώτη στιγµή τον Νικηφόρο, αλλά ποτέ του δεν δέχτηκε να τον αποκαλέσει πατέρα. Σε όλη του την ζωή η µητέρα του, του έµαθε να σέβεται και να τιµά την µνήµη του αληθινού του πατέρα. Του έµαθε πόσο υπέροχος και σηµαντικός άνθρωπος ήταν και πόσο πολύ τον αγάπησε όταν ζούσε. Οι δυο γιαγιάδες πετάχτηκαν κι ετοιµάστηκαν κάτι να πουν, αλλά η Κλέλια τις καθησύχασε. «Μαζί µε τον Νικηφόρο αν είναι, µην φοβάστε τίποτε. Μόνον αν ζούσε ο πατέρας του θα τον αγαπούσε περισσότερο». «Θα πρέπει όµως να αγοράσουµε και τον απαραίτητο εξοπλισµό!» φώναξε ο Νικηφόρος απ’ τη πρύµνη όπου στεκόταν κι απολάµβανε την θάλασσα. «Η πρώτη µας δουλειά, στο πρώτο λιµάνι που θα αράξουµε. Ε Νικηφόρε;» του είπε ο Λευτέρης και τον πλησίασε. «Ναι ρε παλικάρι και πες µου, αν σου χάλασα ποτέ χατίρι». «Ποτέ Νικηφόρε! πες µου όµως κι συ, αν σου ζήτησα ποτέ παράλογα πράγµατα».


POLYTIMH LITHY:Layout 1

3/6/13

Πολύτιµη Λήθη

11:07

Page 257

257

«Ποτέ αντράκι µου!» Ένα φουσκωτό πέρασε από δίπλα τους εκείνη την στιγµή και οι τρεις επιβάτες του, σήκωσαν τα χέρια και τους χαιρέτησαν. «Γεια σας!» τους απάντησαν κι δυο µε µια φωνή.

Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που ανέλαβε να παρακολουθεί τον κύριο Βογιατζή έκανε πολύ καλή δουλειά. Ουρανοκατέβατος στην Αλεξανδρούπολη, δεν τον ήξερε κανείς. Και στην αστυνοµία είχε φάκελο και ένα πολύ σκοτεινό παρελθόν. Τίποτα δεν ταίριαζε µε το σηµερινό του status. Ο Νικηφόρος αποµακρύνθηκε από την παρέα των γυναικών µε το κινητό στο αφτί και ακούµπησε στην κουπαστή της πλώρης. Τα νέα αυτού του περίεργου τύπου δεν ήταν καθόλου ευχάριστα, αλλά δεν είπε τίποτε στην Κλέλια για να µην την ανησυχήσει. Άλλωστε ούτε ότι έβαλε να τον παρακολουθούν της το είχε πει. Από ’κείνο το βράδυ που η Κλέλια έδειξε την ανησυχία της, ο Νικηφόρος έδρασε αµέσως. Πήρε τον Χάρη και του εξιστόρησε ακριβώς, την κατάσταση. Ο Χάρης ανέλαβε εκείνο το βράδυ επί τόπου και µίλησε µε τον καλύτερο ιδιωτικό αστυνοµικό, που ήταν και φίλος του. «Κάτι δεν πάει καλά µε τον τύπο, φίλε µου, οι κινήσεις είναι πολύ περίεργες» είπε ο Χάρης στη άλλη άκρη του


POLYTIMH LITHY:Layout 1

258

3/6/13

11:07

Page 258

Μαίρη Ασλανίδου-Τότου

τηλεφώνου. «Η κυρία Κλέλια δεν είδε ούτε άκουσε φαντάσµατα. Τον έχουµε από κοντά είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Ναι, ξέρω ότι είναι πολύ πονηρός, αλλά και ’µείς δεν είµαστε πρωτάκια». «Ευχαριστώ Χάρη» έκανε µεγαλόφωνα τώρα ο Νικηφόρος και πλησίασε τους άλλους, «θα περιµένω νεώτερα, ότι κι αν είναι... Οκ θα τα δώσω». «Έχετε χαιρετίσµατα από τον Χάρη». «Κι από µας, δώσε του χαιρετίσµατα και πες του αν θέλει να πάρει το πλοίο της γραµµής να µας συναντήσει στη Σύρο» του φώναξε η Κλέλια χαρούµενα. Η αλλαγή του περιβάλλοντος και τα πανέµορφα ελληνικά νησιά γέµισαν την ψυχή της µε καινούριες εικόνες και οι εφιάλτες µε τη φωνή του Κρατερού έσβησαν. Όλοι ήταν ενθουσιασµένοι από την κρουαζιέρα. Ακόµη και η κ. Ελένη που µε δυσκολία δέχτηκε να τους ακολουθήσει. Ο Νικηφόρος, για να τη δελεάσει, της είπε πως θα πάνε στην Τήνο. «Ξέρεις πόσες φορές έχω πάει στην Τήνο, βρε αγόρι µου; Την ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά!» «Βρε µανούλα µου γλυκιά, άλλο πράγµα είναι αυτό τώρα. Θα δεις!» Και πραγµατικά ήταν το κάτι άλλο. ∆έκα µέρες πέρασαν σαν σε όνειρο. Για όλους.


Polytimh lithy