Page 1


137 ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ 137

TC Τ51ΜΠΗΜΑ ΤΒϊ M VW ttSt


ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΥΧΝΑΡΙ 2. 9. 11. 24. 30. 36. 37.

ΕΝΑ ΣΧΕΔΙΟ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΠΟΝΤΙΚΟΠΑΓΙΔΑ ΦΟΝΟΙ ΥΠΟ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΝ ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΦΟΝΟ ΟΚΤΩ ΚΟΚΚΟΙ ΜΟΡΦΙΝΗΣ ΟΙ ΕΞΙ ΥΠΟΠΤΟΙ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ 62. Η ΣΟΦΙΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΑΧΝΕΣ 77. ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΑΓΚΦΟΥΡΤΗ 99. Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ 103. ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΝΥΧΤΑ 108. ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗ ΒΑΓΔΑΤΗ 117.ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ 128. ΚΡΥΦΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ 131. ΔΕΚΑ ΜΙΚΡΟΙ ΝΕΓΡΟΙ 132. Ο ΦΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΟΣ 166. ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 170. ΤΑ ΕΠΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ 171. ΤΑ ΑΣΤΡΑ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟ 196. Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΜΙΣΤΕΡ ΚΟΥΙΝ 202. ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ ΜΙΑΣ ΣΟΠΡΑΝΟ 203. ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΣΤΕΡ ΠΥΝ 210. ΚΙΤΡΙΝΕΣ ΙΡΙΔΕΣ 214. ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 215. Ο ΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ ΠΟΥΑΡΟ 4. ΜΙΑ ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΟ ΚΡΑΝΙΟ 5. ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΦΕΡΕΤΡΟ 16. ΘΑΝΑΤΟΣ ΥΠΟ ΔΟΚΙΜΗΝ 18. ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ 19. ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΜΑΡΤΥΣ 25. ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ 26. Ο ΜΠΑΛΑΝΤΕΡ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ 29. ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΝΕΙΛΟ 35. ΤΡΑΓΙΚΟ ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ 42. ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ 55. ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 63. ΤΟ ΠΑΡΤΥ 64. ΣΦΗΚΑ ΣΕ ΨΑΘΙΝΟ ΚΑΠΕΛΟ 66. ΣΤΙΓΜΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ 67. Ο ΣΑΤΑΝΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΕΡΕΖΑ 69. ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ 72. ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΑΓΚΑΘΙ 106. ΟΙ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ 107. ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙΑ 119. ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ 124. ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΕΞΠΡΕΣ ΟΡΙΑΝ 126. ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

137. 139. 141. 142.

ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ ΤΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙΝ ΓΙΑ ΓΑΜΟ Η ΓΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΑΚΡΟΫΝΤ 144. ΑΥΛΑΙΑ 160. ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ 162. ΤΟ ΘΛΙΜΜΕΝΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ 164. ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ ΣΕ ΚΑΠΝΟΔΟΧΟ 165. ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΓΚΟΛΦ 168. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ ΤΡΕΝΟΥ 174. Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ 179. ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Τόμος Α' 180. ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Τόμος Β' 197. ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΗ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ 201. ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ 204. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ 207. ΦΟΝΙΚΟ ΣΤΗ ΡΟΔΟ 212. ΠΙΚΡΟΣ ΚΑΦΕΣ ΜΙΣ ΜΑΡΠΛ 7. ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ 12. ΕΝΑ ΑΛΛΟΘΙ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 52. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΦΟΝΟ 65. ΔΙΠΛΟ ΕΙΔΩΛΟ ΣΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ 70. Ο ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ 84. Ο ΦΟΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ 90. ΝΕΜΕΣΙΣ 121. ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΒΙΣΚΟΥΣ 146. ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΣΕ ΜΙΚΡΕΣ ΔΟΣΕΙΣ 150. ΕΝΑ ΠΤΩΜΑ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 155. ΡΕΤΡΟ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ 169. ΚΑΘΕ ΤΡΙΤΗ ΚΙ ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ 205. ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 213. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΜΠΕΡΤΡΑΜ ΤΟΜΥ & ΤΟΥΠΕΝΣ 33. ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ 53. ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΕΝ ΦΛΥΑΡΟΥΝ 123. Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ 167. ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΣΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ 178. ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ 208. ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ


T© ΤΪΙΜΠΗΜ4

ITBK

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ANNA ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

f

,


Ε Κ ΔΟ ΤΙΚ Ο Σ Ο ΙΚ Ο Σ Λ ΥΧΝ ΑΡΙ

ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ 139 ΚΑΛΛΙΘΕΑ 17673 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ.: 210 9536712, ΦΑΞ: 210 9532907 e-mail: lyhnari@otenet.gr www.lyhnari.gr

AGATHA CHR IS TIE Evil Under the Sun ISBN978-960-517-056-1

AGATHA CHRISTIE® C opyright© 1941 A gath a Christie Limited All rights reserved. Evil Under the Sun was first published in 1941.

©To δικαίωμα της αποκλειστικής δημοσίευσης στην Ελληνική γλώσσα ανήκει στις εκδόσεις ΛΥΧΝΑΡΙ. Μακέτα εξωφύλλου-σελιδοποίηση: Ελένη Παπαγιάννη Τυπώθηκε για λογαριασμό των εκδόσεων ΛΥΧΝΑΡΙ στο τυπογραφείο Μ. Σπόρου & ΣΙΑ Α.Ε. Βιβλιοδετήθηκε στο βιβλιοδετείο Θ εοδωροπούλου Ηλ. Μαρία.

ΑΘΗΝΑ 2014


Στον Τζων. Σε ανάμνηση της τελευταίας περιόδου στη Συρία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ I Όταν ο πλοίαρχος Ρότζερ Άνγκμερινγκ έχτισε το σπίτι του το 1782, στο νησάκι στ’ ανοιχτά του κόλπου Λέδερκομπ, θεωρήθηκε μεγάλη εκκεντρικότητα από μέρους του. Απόγο­ νος καλής οικογένειας καθώς ήταν, θα μπορούσε να φτιάξει μια εντυπωσιακή έπαυλη ανάμεσα σε λιβάδια, μ’ ένα ίσως, ποταμάκι και βοσκοτόπια. Αλλά ο πλοίαρχος Ρότζερ Άνγκμερινγκ είχε έναν μόνο μεγάλο έρωτα, τη θάλασσα. Έφτιαξε λοιπόν το σπίτι του ένα σπίτι γεροχτισμένο, όπως έπρεπε να είναι, πάνω στο μικρό ανεμόδαρτο ακρωτήρι που το κατοικούσαν γλάροι και που η παλίρροια το έκοβε από την ξηρά. Δεν παντρεύτηκε· η θάλασσα ήταν πάντοτε και έμεινε η μοναδική του συντρόφισσα. Μετά τον θάνατό του, το σπίτι και το νησί πέρασαν σε κάποιον μακρινό του ξάδελφο. Αυτός ο ξάδελφος και οι απόγονοί του δεν έδωσαν και πολλή σημασία στην κληρονομιά. Τα δικά τους κτήματα ελαττώνο­ νταν κιόλας διαρκώς και οι κληρονόμοι γίνονταν όλο και πιο φτωχοί. Το 1922, όταν ο κόσμος καταλήφθηκε από τη μανία της θάλασσας για τις θερινές διακοπές και δεν έβρισκε πια τις ακτές του Ντήβον και της Κορνουάλλης πολύ ζεστές το καλοκαίρι, ο Άρθουρ Άνγκμερινγκ είδε, ότι το μεγάλο άβολο σπίτι του σε Γεωργιανό στυλ, δεν πουλιόταν, πέτυχε όμως μια καλή τιμή για την κληρονομιά, από τον μακρινό θαλασσόλυκο πρόγονό του. Το ανθεκτικό σπίτι του πλοίαρχου Ρότζερ απόχτησε προσθήκες και εξωραΐστηκε. Του έφτιαξαν έναν υπερυψω­ μένο τσιμεντένιο δρόμο από την ξηρά ως το νησί. Σκάρωσαν


ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

10

«δρομάκια» και «γωνίτσες» σ’ όλο το νησί, έφτιαξαν δύο γήπεδα για τένις και πελούζες που έφταναν μέχρι την πλαζ όπου υπήρχαν ομπρέλες και εξέδρες για βουτιές. Έτσι, ξεφύ­ τρωσε το ξενοδοχείο «Τζόλλυ Ρότζερ» του Νησιού των Λαθρεμπόρων, στον κόλπο του Λέδερκομπ. Και από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο (με μια σύντομη σεζόν το Πάσχα), το ξενοδοχείο «Τζόλλυ Ρότζερ», ήταν γεμάτο μέχρι τις σοφίτες. Το 1934 το μεγάλωσαν ακόμη περισσότερο, του πρόσθεσαν ένα μπαρ, μεγάλωσαν την τραπεζαρία και έφτια­ ξαν περισσότερα λουτρά. Οι τιμές ανέβηκαν. Και ο κόσμος έλεγε: «Πήγατε στο Λέδερκομπ; Πολύ ωραίο ξενοδοχείο, πάνω σε νησί. Πολύ άνετο, χωρίς εκδρομείς και πούλμαν. Έχει και σπουδαία κουζίνα. Να πάτε». Και ο κόσμος πήγαινε.

II Ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο -τουλάχιστον, κατά την προσωπική του αντίληψη- έμενε στο «Τζόλλυ Ρότζερ». Ο Ηρακλής Πουαρό, υπέρκομψος μέσα σ’ ένα κοστούμι από άσπρο ντοκ, με τον παναμά ριγμένο ανέμελα πάνω από τα μάτια του και τα μουστάκια του στριμμένα με φροντίδα, ήταν ξαπλωμένος σε μια ψάθινη πολυθρόνα και χάζευε τον κόσμο στην αμμουδιά. Μια σειρά από πεζούλια ξεκινούσαν από το ξενοδοχείο ως την πλαζ, σπαρμένα με λαστιχένια στρώματα και βάρκες, χρωματιστές μπάλες και λαστιχένια παιχνίδια και σωσίβια. Υπήρχε μια εξέδρα για βουτιές και τρεις σχεδίες σε διαφορετικές αποστάσεις από την ακτή. Από τους λουσμένους, άλλοι ήταν μέσα στη θάλασσα, άλλοι ήταν ξαπλωμένοι στον ήλιο και μερικοί αλείβονταν προσεκτικά με αντηλιακά λάδια. Στην πεζούλα που ήταν αμέσως πάνω από την αμμου­ διά, αυτοί που δεν κολυμπούσαν, σχολίαζαν τον καιρό, το σκηνικό που είχαν μπροστά τους, τα νέα των πρωινών εφη­ μερίδων κι ό,τι άλλο τους ερχόταν στον νου. Στα αριστερά του Πουαρό ακουγόταν το αδιάκοπο μονό­ τονο κουβεντολόι της κυρίας Γκάρντνερ, συνοδευόμενο από τον ήχο που έκαναν οι βελόνες της, καθώς έπλεκε με


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

11

σπουδή. Πιο πέρα, ο άντρας της ξαπλωμένος σε μια κούνια, είχε σκεπάσει με το καπέλο του το πρόσωπό του κι έβγαζε ένα γρύλισμα κάθε φορά που η συμβία του ζητούσε τη μαρ­ τυρία του για κάτι. Δεξιά του, ο Πουαρό άκουγε τη φωνή της δεσποινίδας Μπριούστερ, μιας γερής αθλητικής γυναίκας με γκριζαρισμένα μαλλιά κι ευχάριστο ηλιοκαμένο πρόσωπο. Οι κοφτές παρατηρήσεις της θύμιζαν τσοπανόσκυλο που τα σύντομα γαυγίσματά του έκοβαν για μια στιγμή το αδιάκοπο κλαψούρισμα ενός κουταβιού. Η κυρία Γκάρντνερ έλεγε: «Και είπα στον κύριο Γκάρντνερ, πολύ ωραία, μου αρέ­ σουν οι περιηγήσεις και όλ' αυτά. Αλλά την είδαμε πια την Αγγλία και εκείνο που θέλω τώρα είναι ένα ήσυχο μέρος κοντά στη θάλασσα μόνο για χαλάρωση. Αυτό δεν είπα, Όντελ; Μόνο χαλάρωση. Νοιώθω την ανάγκη για χαλάρωση, είπα. Έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου», γρύλισε πίσω από το καπέλο του ο Όντελ. Η κυρία Γκάρντνερ συνέχισε: «Και τότε το ανέφερα στον κύριο Κέλσω -στον Κουκ, ξέρετε. Εκείνος μας έφτιαξε όλο το δρομολόγιο και ήταν πάρα πολύ εξυπηρετικός σε όλα, πάρα πολύ! Δεν ξέρω τι θα είχαμε κάνει χωρίς αυτόν! Λοιπόν, όπως έλεγα, το είπα στον κύριο Κέλσω και μας είπε, πως το καλύτερο ήταν να έρθουμε εδώ. Πολύ γραφικό μέρος, είπε, εντελώς έξω από τον κόσμο και συγχρόνως άνετο κι ευχάριστο περιβάλλον. Και τότε πετάχτηκε ο κύριος Γκάρντνερ και είπε, τι γίνεται με τις εγκα­ ταστάσεις υγιεινής; Γιατί, αν θέλετε με πιστεύετε, κύριε Που­ αρό, η αδελφή του κυρίου Γκάρντνερ πήγε μια φορά να μείνει σε μια πανσιόν, πολύ καθώς πρέπει έλεγαν, κι όμως είχε υπαίθριο καμπινέ. Μπορείτε να το φαντασθείτε αυτό, κύριε Πουαρό; Γι’ αυτό ο κύριος Γκάρντνερ είχε δίκιο να μην έχει εμπιστοσύνη σ’ αυτά τα ερημικά μέρη, έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Αλλά ο κύριος Κέλσω μας καθησύχασε. Οι εγκαταστά­ σεις, μας είπε, ήταν η τελευταία λέξη και η κουζίνα εξαιρετική. Και είχε δίκιο. Κι αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι η οικειότητα, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Επειδή το μέρος


12

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

είναι μικρό, γνωριστήκαμε μεταξύ μας και μιλάμε σαν φίλοι. Αν υπάρχει κάποιο ελάττωμα στους Άγγλους είναι, πως τεί­ νουν να είναι υπερόπτες, μέχρι να περάσουν μερικά χρόνια αφ’ ότου σας γνώρισαν και ύστερα γίνονται οι πιο καλοί άνθρωποι του κόσμου. Ο κύριος Κέλσω μας είπε πως έρχε­ ται γνωστός κόσμος εδώ και είδα πως είχε δίκιο. Είστε εσείς, κύριε Πουαρό και η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. Ω, ενθουσιάστηκα, όταν έμαθα ποιος είστε, έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Χα!» έκανε η δεσποινίς Μπριούστερ. «Τι συγκινητικό, ε, κύριε Πουαρό;» Ο Πουαρό έκανε μια κίνηση διαμαρτυρίας. Αλλά το έκανε μόνο από ευγένεια. Η κυρία Γκάρντνερ συνέχισε: «Βλέπετε, κύριε Πουαρό, είχα ακούσει τόσα για σας από την Κορνήλια Ρόμπσον. Ήμασταν μαζί της στο Μπάντενχοφ τον Μάιο, ο κύριος Γκάρντνερ κι εγώ. Και μας διηγήθηκε όλη την υπόθεση του φόνου της Λινέτ Ρίτζγουαίη στην Αίγυπτο. Ήσασταν, είπε θαυμάσιος και πέθαινα από επιθυμία να σας γνωρίσω. Έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Και μετά, η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. Ράβομαι στης Ρόουζ Μοντ και φυσικά, αυτή είναι η Ρόουζ Μοντ, έτσι δεν είναι; Τα φορέματα που ράβει είναι όνειρο. Τέτοια γραμμή! Το φόρεμα που φορούσα χτες το βράδυ, το αγόρασα απ’ αυτήν. Είναι μια εξαιρετική γυναίκα». Πιο πέρα από τη δεσποινίδα Μπριούστερ, ο ταγματάρχης Μπάρυ, είχε κολλήσει δυο μάτια σαν πιατάκια στους κολυμβητές. «Κομψή γυναίκα!» γρύλισε. Η κυρία Γκάρντνερ χτύπησε τις βελόνες της. «Πρέπει να ομολογήσω ένα πράγμα, κύριε Πουαρό», είπε. «Ξαφνιάστηκα όταν σας συνάντησα εδώ. Όχι πως δε χάρηκα για τη γνωριμία σας, γιατί χάρηκα -ο κύριος Γκάρντνερ μπορεί να σας το πει- αλλά φαντάστηκα πως βρισκό­ σαστε εδώ, πως να το πω, επαγγελματικά. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω; Είμαι, ξέρετε πολύ ευαίσθητη, όπως μπορεί να σας βεβαιώσει ο κύριος Γκάρντνερ και δε θα άντεχα να βρεθώ μπερδεμένη σε κανένα έγκλημα. Βλέπετε...»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

13

Ο κύριος Γκάρντνερ ξερόβηξε. «Βλέπετε», είπε, «η κυρία Γκάρντνερ είναι πολύ ευαί­ σθητη». Ο Πουαρό σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό. «Επιτρέψτε μου να σας βεβαιώσω madame, ότι βρίσκο­ μαι εδώ για τον ίδιο λόγο που βρίσκεστε και εσείς -για να ξεκουραστώ, για να κάνω τις διακοπές μου. Ούτε κι εγώ σκέφτομαι τα εγκλήματα». Η δεσποινίς Μπριούστερ είπε με το κοφτό της γάβγισμα. «Όχι πτώματα στο Νησί των Λαθρεμπόρων». «Ε, μα αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό», είπε ο Πουαρό. Έδειξε την πλαζ. «Κοιτάξτε εκεί κάτω. Τι βλέπετε; Κορμιά ξαπλωμένα στη σειρά. Δεν είναι πια άντρες ή γυναίκες. Δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό πάνω τους. Είναι απλώς, κορ­ μιά!» Ο ταγματάρχης Μπάρυ γρύλισε ξανά. «Και πολύ καλοφτιαγμένες μερικές. Ίσως λίγο αδυνατούτσικες μόνο». «Ναι, αλλά πού είναι η γοητεία;» φώναξε ο Πουαρό. «Πού είναι το μυστήριο, το κρυμμένο θέλγητρο; Εγώ είμαι γέρος, της παλιάς σχολής. Την εποχή που ήμουν νέος, είναι ζήτημα αν έβλεπε κανείς ένα γόνατο. Η άκρη από ένα χιονάτο μεσοφόρι μπορούσε να προκαλέσει ρίγη τότε. Η θέα μιας γάμπας άνάμεσα από το αβρό κυμάτισμα της φούστας -ένα γόνατο- μια καλτσοδέτα με φιόγκους...» «Ατακτούλη, ατακτούλη!» είπε ο ταγματάρχης Μπάρυ, βραχνά. «Πολύ πιο λογικά αυτά που φοράμε σήμερα», είπε η δεσποινίς Μπριούστερ. «Ναι, κύριε Πουαρό», είπε η κυρία Γκάρντνερ. «Νομίζω, ότι οι νέοι μας σήμερα -αγόρια και κορίτσια- ζουν πιο σωστή φυσική ζωή. Κάνουν παρέα μαζί και... χμ... (Η κυρία Γκάρ­ ντνερ κοκκίνισε ελαφρά, γιατί η μνήμη δεν την είχε εγκαταλείψει ακόμη). Δεν το έχουν για τίποτα, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω». «Καταλαβαίνω πολύ καλά», είπε ο Πουαρό. «Είναι θλι­ βερό». «Θλιβερό;» έσκουξε η δεσποινίς Μπριούστερ. «Χάθηκε όλος ο ρομαντισμός, όλο το μυστήριο. Σήμερα,


14

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

τα πάντα έχουν τυποποιηθεί. Ακόμη και ο έρωτας!» Έδειξε τις ξαπλωμένες φιγούρες. «Μου θυμίζουν το Νεκροτομείο του Παρισιού». «Κύριε Πουαρό!» φώναξε η κυρία Γκάρντνερ σκανδαλι­ σμένη. «Κορμιά αραδιασμένα σε πάγκους... σαν κρέας σε χασάπικο!» «Αλλά, κύριε Πουαρό, δεν το πάτε κάπως μακριά;» «Ναι, ίσως», παραδέχτηκε ο Πουαρό. «Οπωσδήποτε», η κυρία Γκάρντνερ έπλεκε με σπουδή, «νομίζω πως συμφωνώ μαζί σας σ' ένα σημείο. Αυτά τα κορίτσια που είναι ξαπλωμένα έτσι μέσα στον ήλιο, θα βγά­ λουν τρίχες στα πόδια και στα μπράτσα τους. Το είπα στην Αϊρήν -είναι η κόρη μου, ξέρετε, κύριε Πουαρό. "Αϊρήν", της είπα, “αν κάθεσαι στον ήλιο θα γεμίσεις τρίχες στα πόδια και στα μπράτσα σου και στο στήθος σου και παντού. Και τότε, πώς θα είσαι;” Δεν της το είπα, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». Όλοι σώπαιναν, προσπαθούσαν ίσως να φανταστούν την Αϊρήν όταν η προφητεία της μαμάς της θα είχε βγει αληθινή. Η κυρία Γκάρντνερ τύλιξε το πλεχτό της λέγοντας: «Αναρωτιέμαι...» «Ναι, χρυσή μου;» Ο κύριος Γκάρντνερ άφησε με κόπο την κούνια του. Πήρε το πλέξιμο και το βιβλίο της κυρίας Γκάρντνερ. «Τι θα λέγατε για ένα ποτό, δεσποινίς Μπριούστερ;» είπε. «Οχι αυτή τη στιγμή, ευχαριστώ». Οι Γκάρντνερ προχώρησαν προς το ξενοδοχείο. «Οι Αμερικανοί σύζυγοι είναι σπουδαίοι!» είπε η δεσποι­ νίς Μπριούστερ. Ill Στη θέση της κυρίας Γκάρντνερ ήρθε να καθίσει ο Αιδεσι­ μότατος Στήβεν Λέιν. Ο κύριος Λέιν ήταν ένας ψηλός γεροδεμένος κληρικός με ηλιοκαμένο πρόσωπο, γύρω στα πενήντα. Το παντελόνι του, από γκρίζα σκούρα φανέλα ήταν τσαλακωμένο. Είπε μ'


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

15

ενθουσιασμό: «Υπέροχο μέρος! Πήγα από τον κόλπο Λέδερκομπ μέχρι το Χάρτφορντ και ξαναγύρισα από τους λόφους». «Κάνει ζέστη σήμερα για πεζοπορία», είπε ο ταγματάρ­ χης Μπάρυ, που δεν περπατούσε ποτέ. «Ωραία εξάσκηση», είπε η δεσποινίς Μπριούστερ. «Δεν έκανα ακόμη την κωπηλασία μου. Είναι το καλύτερο σπορ για τους μυς της κοιλιάς». Το βλέμμα του Πουαρό κατέβηκε κάπως πικραμένο στο εξόγκωμα στο κέντρο του σώματός του. Η δεσποινίς Μπριούστερ πρόσεξε το βλέμμα του και είπε ευγενικά: «Θα απαλλαγείτε πολύ σύντομα απ’ αυτό, κύριε Πουαρό, αν κάνετε κάθε πρωί κουπί», είπε. «Ευχαριστώ, δεεπτοινίς. Σιχαίνομαι τις βάρκες!» «Τις μικρές βάρκες;» «Τις κάθε μεγέθους βάρκες!» Έκλεισε τα μάτια του ανα­ τριχιάζοντας. «Το κούνημα της βάρκας δεν είναι ευχάριστο». «Μα η θάλασσα είναι λάδι σήμερα». Ο Πουαρό απάντησε κοφτά. «Ήρεμη θάλασσα! Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Πάντοτε, πάντοτε, υπάρχει κίνηση». «Αν με ρωτάτε», είπε ο ταγματάρχης Μπάρυ, «η ναυτία είναι κατά τα εννέα δέκατα νεύρα». «Εδώ μιλάει ο καλός ναυτικός, ε ταγματάρχα;» είπε χαμογελώντας ο κληρικός. «Μια φορά στη ζωή μου έπαθα ναυτία κι αυτή όταν περ­ νούσα το Κανάλι1. Μην το σκέφτεσαι. Αυτό είναι το σύνθημά μου». «Η ναυτία είναι, πραγματικά, παράξενο πράγμα», είπε σκεφτικά η δεσποινίς Μπριούστερ. «Γιατί μερικοί να παθαί­ νουν και μερικοί όχι; Είναι άδικο. Και δεν έχει να κάνει με τη γενική υγεία του ατόμου. Μπορεί να είναι κανείς αρρωστιά­ ρης και να μην τον πειράζει καθόλου η θάλασσα. Κάποιος μου είπε μια φορά ότι είναι θέμα σπονδυλικής στήλης. Ύστερα, υπάρχουν και άτομα που δεν μπορούν να υποφέ­ ρουν το ύψος. Και μένα με πειράζει, αλλά με την κυρία 1 Οι Ά γγλο ι ο ν ο μ ά ζ ο υ ν Κ α ν ά λ ι τη Μ ά γχη .


16

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ρέντφερν είναι χειρότερα. Περπατούσαμε τις προάλλες στο μονοπάτι του λόφου προς το Χάρφορντ και ζαλίστηκε τόσο που κρεμάστηκε πάνω μου. Όπως μου είπε, το έπαθε άλλη μια φορά στη μέση της εξωτερικής σκάλας, στη Μητρόπολη του Μιλάνου. Όταν ανέβηκε δεν το είχε σκεφτεί καθόλου, αλλά στο κατέβασμα κινδύνεψε». «Τότε δε θα πρέπει να κατέβει με τη σκάλα στον όρμο Πίξυ», παρατήρησε ο Λέιν. Η δεσποινίς Μπριούστερ μόρφασε. «Κι εμένα με τρομάζει», είπε. «Οι νεαροί όμως δεν το φοβούνται. Τα αγόρια των Κόαν και οι νεαροί Μάστερμαν, ανεβοκατέβαιναν τη σκάλα με μεγάλη ευχαρίστηση». «Η κυρία Ρέντφερν τελείωσε το μπάνιο της κι έρχεται», είπε ο Λέιν. «Ο κύριος Πουαρό θα πρέπει να είναι ενθουσιασμένος μαζί της», παρατήρησε η δεσποινίς Μπριούστερ. «Δεν κάνει ηλιοθεραπεία». Η νεαρή κυρία Ρέντφερν είχε βγάλει τη λαστιχένια σκού­ φια της και τίναζε τα μαλλιά της. Ήταν πολύ ξανθά, σχεδόν άσπρα και το δέρμα της είχε εκείνο το ιδιαίτερα χλωμό χρώμα που έχουν οι πολύ ξανθές. Τα χέρια και τα πόδια της ήταν πολύ άσπρα. Ο ταγματάρχης Μπάρυ χασκογέλασε. «Μοιάζει λιγάκι άψητη ανάμεσα στις άλλες, δε βρίσκετε;» Τυλίγοντας γύρω στο σώμα της ένα μακρύ μπουρνούζι η Κριστίν Ρέντφερν, ανέβηκε τα σκαλιά κι ερχόταν προς το μέρος τους. Το πρόσωπό της -όμορφο με κάπως αρνητικό τρόπο- ήταν σοβαρό. Τα χέρια και τα πόδια της ήταν πολύ μικρά. Χαμογέλασε στην παρέα και ξάπλωσε δίπλα τους τυλίγοντας πιο σφιχτά το μπουρνούζι της. «Κερδίσατε την εκτίμηση του κυρίου Πουαρό», είπε η δεσποινίς Μπριούστερ. «Δεν του αρέσουν οι ηλιοκαμένοι άνθρωποι. Μοιάζουν, λέει, με κρέας κρεμασμένο στα τσιγκέ­ λια του χασάπη, ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο». Η Κριστίν Ρέντφερν χαμογέλασε μελαγχολικά. «Μακάρι να μπορούσα να κάνω ηλιοθεραπεία! Αλλά δε μαυρίζω. Βγάζω μόνο φουσκάλες και γεμίζω φακίδες σ' όλο μου το σώμα». «Καλύτερα, παρά να βγάζετε τρίχες όπως η Αϊρήν της


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

17

κυρίας Γκάρντνερ», είπε η δεσποινίς Μπριούστερ. Και απα­ ντώντας στο ερωτηματικό βλέμμα της άλλης, συνέχισε: «Η κυρία Γκάρντνερ ήταν σε φόρμα σήμερα. Το στόμα της συναγωνιζόταν τις βελόνες της. ‘Έτσι δεν είναι, Όντελ; Ναι, χρυσή μου”». Σταμάτησε μια στιγμή και μετά πρόσθεσε: «Αλήθεια, κύριε Πουαρό, γιατί δεν τη δουλέψατε λίγο; Θα μπορούσατε να της πείτε ότι είσαστε εδώ για να λύσετε το μυστήριο ενός άγριου φόνου και ότι υποψιαζόσαστε ότι ο δολοφόνος, ένας ψυχοπαθής, βρισκόταν ανάμεσα στους πελάτες του ξενοδοχείου». Ο Πουαρό αναστέναξε. «Πολύ φοβάμαι, ότι θα το πίστευε», είπε. Ο ταγματάρχης Μπάρυ κακάρισε νευρικά. «Οπωσδήποτε θα το πίστευε». «Όχι, δε νομίζω», είπε η δεσποινίς Μπριούστερ. «Ακόμη και η κυρία Γκάρντνερ δε θα πίστευε, ότι μπορεί να είχε γίνει έγκλημα εδώ. Δεν είναι μέρος για ν’ ανακαλύπτει κανείς πτώματα». Ο Πουαρό κινήθηκε ανήσυχα στην πολυθρόνα του. «Και γιατί όχι, δεσποινίς;» είπε. «Γιατί νομίζετε πως δεν είναι δυνατό να βρεθεί πτώμα εδώ, στο Νησί των Λαθρε­ μπόρων;» «Δεν ξέρω», έκανε αμήχανα η δεσποινίς Μπριούστερ. «Ίσως επειδή εδώ είναι το είδος της τοποθεσίας που...» σταμάτησε μην μπορώντας να εξηγήσει αυτό που σκεφτό­ ταν. «Επειδή είναι ρομαντικό μέρος, ναι», συμφώνησε ο Που­ αρό. «Είναι ειρηνικό, ήσυχο. Ο ήλιος λάμπει, η θάλασσα είναι γαλάζια. Ξεχνάτε όμως, δεσποινίς, ότι το Κακό βρίσκεται παντού στη γη». Ο κληρικός στριφογύρισε στην πολυθρόνα του. Έσκυψε μπροστά. Τα ζωηρά γαλάζια μάτια του άστραψαν. Η δεσποινίς Μπριούστερ κούνησε τους ώμους της. «Ω, το ξέρω αυτό, βέβαια. Οπωσδήποτε όμως...» «Οπωσδήποτε όμως, το περιβάλλον σας φαίνεται ακα­ τάλληλο για σκηνογραφία σ’ ένα έγκλημα; Ξεχνάτε κάτι, δεσποινίς». «Την ανθρώπινη φύση ίσως;» «Κι αυτό, ναι. Οπωσδήποτε αυτό. Αλλά δεν ήταν αυτό


18

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

που ήθελα να πω. Ήθελα να σας θυμίσω, ότι εδώ ο καθένας βρίσκεται σε διακοπές». Η δεσποινίς Μπριούστερ τον κοίταζε χωρίς να καταλα­ βαίνει. «Τι θέλετε να πείτε;» Ο Πουαρό της χαμογέλασε καλοσυνάτα. «Ας πούμε, ότι έχετε έναν εχθρό. Αν πάτε να τον γυρέ­ ψετε στο σπίτι του, στο γραφείο του, στον δρόμο, θα πρέπει να βρείτε κάποιον λόγο. Να δώσετε μιαν εξήγηση. Εδώ όμως, στην εξοχή δεν υπάρχει ανάγκη να δώσετε εξηγήσεις. Βρίσκεστε στον κόλπο Λέδερκομπ. Γιατί; Απλούστατα, είναι καλοκαίρι, Αύγουστος -κι ο καθένας πηγαίνει στη θάλασσα τον Αύγουστο- κάνει τις διακοπές του. Καταλαβαίνετε; Είναι απόλυτα φυσικό για σας να βρίσκεστε εδώ, για τον κύριο Λέιν να βρίσκεται εδώ και για την κυρία Ρέντφερν και για μένα. Γιατί είναι έθιμο στην Αγγλία να πηγαίνει κανείς στη θάλασσα τον Αύγουστο». «Πολύ καλά», παραδέχτηκε η δεσποινίς Μπριούστερ, «η ιδέα σας είναι σωστή. Αλλά τι γίνεται με τους Γκάρντνερ; Αυτοί είναι Αμερικανοί, όχι Άγγλοι». Ο Πουαρό χαμογέλασε. «Ακόμη και η κυρία Γκάρντνερ, όπως μας είπε, νοιώθει την ανάγκη για χαλάρωση. Κι αφού επισκέπτεται την Αγγλία πρέπει βέβαια να περάσει ένα δεκαπενθήμερο στη θάλασσα σαν καλή τουρίστρια, αν όχι τίποτ’ άλλο. Της αρέσει να παρατηρεί τον κόσμο». Η κυρία Ρέντφερν μουρμούρισε: «Και σε σας αρέσει να παρατηρείτε τον κόσμο, νομίζω;» «Κυρία μου, το ομολογώ. Μου αρέσει». «Βλέπετε πολλά», είπε σκεφτικά η νέα γυναίκα.

IV Ακολούθησε σιωπή. Ο Στήβεν Λέιν ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του. «Μου έκανε εντύπωση κάτι που είπατε πριν λίγο, κύριε Πουαρό», είπε. «Είπατε ότι το Κακό βρίσκεται παντού πάνω στη γη, κάτω από τον ήλιο. Μοιάζει σαν φράση του Εκκλη­ σιαστή». Σταμάτησε μια στιγμή, ύστερα απάγγειλε: «Η καρ­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

19

διά των υιών των ανθρώπων είναι γεμάτη Κακό και τρέλα κατέχει τις φρένες τους ενόσω ζουν...» Μίλησε φανατικά. «Χάρηκα ακούγοντάς σας να το λέτε αυτό. Σήμερα κανείς δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Κακού. Το θεωρούν σαν αρνη­ τική άποψη του Καλού. Το Κακό, λέει ο κόσμος, το κάνουν όσοι δεν ξέρουν τίποτα καλύτερο, όσοι είναι υποανάπτυκτοι και αμόρφωτοι και πρέπει να τους λυπάται κανείς παρά να τους καταδικάζει. Αλλά το Κακό, κύριε Πουαρό, είναι πραγ­ ματικό! Είναι ένα γεγονός! Πιστεύω στο Κακό όπως πιστεύω στο Καλό. Υπάρχει! Είναι παντοδύναμο! Περπατάει πάνω στη γη!» Σταμάτησε λαχανιάζοντας. Σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του. Ξαφνικά, φάνηκε ντροπιασμένος. «Συγνώμη», είπε. «Παρασύρθηκα». Ο Πουαρό είπε ήσυχα: «Καταλαβαίνω τι εννοείτε. Ως ένα σημείο συμφωνώ μαζί σας. Το Κακό περπατάει πάνω στη γη και μπορεί να γίνει αντιληπτό». Ο ταγματάρχης Μπάρυ καθάρισε τον λαιμό του. «Τώρα που μιλάτε γι’ αυτό το πράγμα, ένας απ’ αυτούς τους φακίρηδες στην Ινδία...» Ο ταγματάρχης Μπάρυ βρισκόταν αρκετό καιρό στο «Τζόλλυ Ρότζερ», ώστε ο καθένας να έχει αποχτήσει πικρή πείρα της αδυναμίας του για ατέλειωτες ιστορίες από την υπηρεσία του στην Ινδία. Η δεσποινίς Μπριούστερ και η κυρία Ρέντφερν άρχισαν να μιλάνε συγχρόνως. «Ο άντρας σας είναι αυτός εκεί κάτω, έτσι δεν είναι, κυρία Ρέντφερν: Τι θαυμάσιο κρόουλ! Είναι σπουδαίος κολυμβη­ τής». «Ω, κοιτάξτε, τι όμορφο καραβάκι εκείνο με το κόκκινο πανί! Είναι του κυρίου Μπλατ, νομίζω;» Το ιστιοφόρο με το κόκκινο πανί έστριβε εκείνη τη στιγμή το ακρωτήρι. Ο ταγματάρχης γρύλισε: «Παράξενη ιδέα αλήθεια τα κόκκινα πανιά στις βάρκες». Αλλά η απειλή της ιστορίας για τον φακίρη, είχε περάσει. Ο Πουαρό κοίταξε με θαυμασμό τον νέο άντρα που είχε βγει από τη θάλασσα. Ο Πάτρικ Ρέντφερν ήταν ένα ωραίο δείγμα αντρικής καλλονής. Λεπτός, ηλιοκαμένος, με φαρδιές πλάτες και στενούς γοφούς, σκορπούσε γύρω του ένα είδος


20

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μεταδοτικής αισιοδοξίας και κεφιού -μιαν αυθόρμητη απλό­ τητα που τον έκανε αγαπητό σ’ όλες τις γυναίκες και στους πιο πολλούς άντρες. Στάθηκε στην άκρη του νερού και τίναζε από πάνω του τα νερά, ύστερα κούνησε χαρούμενα το χέρι του στη γυναίκα του. Εκείνη του ανταπόδωσε τον χαιρετισμό φωνάζοντας: «Έλα επάνω, Πατ». «Έρχομαι». Έκανε μερικά βήματα στην άμμο για να μαζέψει την πετσέτα που είχε αφήσει. Εκείνη τη στιγμή, μια γυναίκα βγήκε από το ξενοδοχείο, πέρασε κοντά από τη συντροφιά και κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Η έξοδός της είχε κάτι το θεατρικό και ο τρόπος της έδειχνε πως το ήξερε. Κανένα ίχνος αμηχανίας ή δυσφο­ ρίας, θα έλεγε κανείς πως ήταν συνηθισμένη στην εντύπωση που προξενούσε η εμφάνισή της. Ήταν ψηλή και λεπτή. Φο­ ρούσε ένα απλό άσπρο μαγιό χωρίς πλάτη και κάθε ίντσα του γυμνού κορμιού της είχε το ίδιο όμορφο μπρούτζινο χρώμα. Ήταν τέλεια σαν άγαλμα. Τα πλούσια μαλλιά της είχαν το χρώμα του χαλκού. Το πρόσωπό της είχε εκείνη την κάποια σκληρότητα που δίνουν τα τριάντα χρόνια όταν έρ­ θουν και περάσουν, αλλά η γενική εντύπωση που έδινε ήταν μια εντύπωση νιότης -υπέροχης και θριαμβικής ζωτικότητας. Υπήρχε μια κινέζικη ακινησία στην έκφρασή της και στα λίγο λοξά γαλάζια μάτια της, που ταίριαζε με το φανταστικό κινέ­ ζικο καπέλο από πράσινο χαρτόνι που φορούσε στο κεφάλι της. Είχε επάνω της κάτι που έκανε κάθε άλλη γυναίκα εκεί γύρω να φαίνεται ξεθωριασμένη και ασήμαντη. Και, μοιραία, τα μάτια κάθε αρσενικού καρφώθηκαν πάνω της. Τα μάτια του Ηρακλή Πουαρό άνοιξαν πελώρια, οι τσι­ γκελωτές άκρες των μουστακιών του τρεμούλιασαν θαυμα­ στικά. Ο ταγματάρχης Μπάρυ ανασηκώθηκε και τα βατραχένια μάτια του πετάχτηκαν ακόμη περισσότερο. Στα αρι­ στερά του Πουαρό, ο Αιδεσιμότατος Στήβεν Λέιν κράτησε την αναπνοή του και το πρόσωπό του σκλήρυνε. Ο ταγματάρχης είπε βραχνά: «Η Αρλήνα Στιούαρτ -έτσι λεγόταν πριν παντρευτεί τον Μάρσαλ- την είδα στο 'Έλα και Φύγε", πριν εγκαταλείψει τη σκηνή. Εξαιρετικά όμορφη, ε;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

21

Η Κριστίν Ρέντφερν είπε αργά και η φωνή της ήταν παγωμένη: «Είναι όμορφη, ναι. Όμως εγώ νομίζω πως έχει κάτι το ζωώδες». Η Έμιλυ Μπριούστερ είπε απροσδόκητα: «Μιλούσατε για το κακό πριν λίγο, κύριε Πουαρό. Ε, λοι­ πόν, κατά τη γνώμη μου, αυτή η γυναίκα είναι η προσωπο­ ποίηση του κακού. Είναι διεφθαρμένη μέχρι το κόκαλο. Συμ­ βαίνει να ξέρω αρκετά γι’ αυτήν». «Θυμάμαι κάποια στη Σίμλα», είπε ο ταγματάρχης Μπάρυ. «Γυναίκα κατώτερου αξιωματικού. Είχε κι εκείνη κόκκινα μαλλιά. Μα δεν έκανε άνω-κάτω τον καταυλισμό; Φυσικά και το έκανε! Οι άντρες ήταν τρελοί μαζί της. Και φυσικά οι γυναίκες θα ήθελαν να της βγάλουν τα μάτια! Διέ­ λυσε πολλά σπίτια». Χασκογέλασε. «Ο άντρας της ήταν καλό παιδί», συνέχισε ονειροπόλα. «Λάτρευε το χώμα που πατούσε εκείνη. Ποτέ δεν είδε τίποτα -ή έκανε πως δεν έβλεπε». Ο Στήβεν Λέιν είπε με χαμηλή φωνή: «Τέτοιες γυναίκες είναι απειλή... απειλή για...» Σταμά­ τησε. Η Αρλήνα Στιούαρτ είχε φτάσει στην άκρη της πλαζ. Δύο νεαροί, σχεδόν παιδιά ακόμη, πετάχτηκαν όρθιοι και πήγαν κοντά της. Στάθηκε χαμογελώντας τους. Ύστερα, τα μάτια της στράφηκαν προς το μέρος του Πάτρικ Ρέντφερν. Ήταν, σκέφτηκε ο Πουαρό, σαν να παρακολουθούσε τη βελόνα μιας πυξίδας. Ο Πάτρικ Ρέντφερν λοξοδρόμησε, τα βήματά του άλλαξαν κατεύθυνση. Η βελόνα -κάνε ό,τι θέλεις- θα υπακούσει στον νόμο του μαγνητισμού και θα γυρίσει στον βορρά. Τα βήματα του Πάτρικ Ρέντφερν τον τράβηξαν στην Αρλήνα Στιούαρτ. Η γυναίκα στάθηκε κοιτάζοντάς τον με χαμόγελο. Ύστερα προχώρησε αργά δίπλα στο νερό. Ο Πάτρικ Ρέντφερν την ακολούθησε. Ξάπλωσε πάνω σ’ ένα βράχο. Ο Ρέντφερν έπεσε δίπλα της στα βότσαλα. Απότομα η Κριστίν Ρέντφερν σηκώθηκε και μπήκε στο ξενοδοχείο.


22

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

V

Ακολούθησε στενόχωρη σιωπή. Ύστερα, η δεσποινίς Μπριούστερ είπε: «Τη λυπάμαι! Είναι τόσο χαριτωμένη! Και είναι μόλις έναδυο χρόνια παντρεμένοι». «Αυτή που σας έλεγα πριν», είπε ο ταγματάρχης Μπάρυ, «εκείνη στη Σίμλα, είχε χωρίσει αρκετά ευτυχισμένα ζευγάρια. Είναι κρίμα, έτσι;» «Υπάρχει ένας τύπος γυναικών», είπε η δεσποινίς Μπρι­ ούστερ, «που τους αρέσει να χαλάνε σπίτια». Και πρόσθεσε ύστερ’ από μια στιγμή: «Ο Πάτρικ Ρέντφερν είναι τρελός!» Ο Πουαρό δε μιλούσε. Κοίταζε στην παραλία, αλλά όχι τον Πάτρικ Ρέντφερν και την Αρλήνα Στιούαρτ. «Πηγαίνω στη βάρκα μου», είπε η δεσποινίς Μπριού­ στερ. Ο ταγματάρχης Μπάρυ γύρισε τα βατραχίσια μάτια του με περιέργεια στον Πουαρό. «Λοιπόν, Πουαρό», είπε, «τι γνώμη έχετε γι’ αυτά; Δεν ανοίξατε το στόμα σας. Τι γνώμη έχετε για τη σειρήνα; Καυτή, ε;» «Πιθανόν», είπε αόριστα ο Πουαρό. «Έλα τώρα γρια-αλεπού! Σας ξέρω εσάς τους Γάλλους». «Δεν είμαι Γάλλος», είπε ψυχρά ο Πουαρό. «Έστω. Μη μου πείτε όμως πως δεν έχετε μάτια για ένα όμορφο κορίτσι! Τι γνώμη έχετε γι’ αυτήν;» «Δεν είναι και τόσο νεαρή». «Τι σημασία έχει; Μια γυναίκα είναι τόσων χρονών όσο φαίνεται. Κι αυτή φαίνεται νεαρή». Ο Πουαρό κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι, είναι όμορφη», είπε. «Αλλά δεν είναι μόνο η ομορφιά που μετράει. Δεν είναι η ομορφιά εκείνη που κάνει όλα τα κεφάλια -εκτός από ένα- να γυρίσουν να την κοιτάξουν». «Είναι, αγαπητέ μου, είναι», είπε ο ταγματάρχης και πρόσθεσε με ξαφνική περιέργεια: «Μα τι κοιτάζετε τόσο επίμονα;» «Κοιτάζω την εξαίρεση», απάντησε ο Πουαρό. «Τον μοναδικό άντρα που δε γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

23

της όταν περνούσε». Ακολουθώντας το βλέμμα του Πουαρό, ο ταγματάρχης Μπάρυ είδε έναν άντρα γύρω στα σαράντα, με ξανθά μαλλιά, ηλιοκαμένο δέρμα και ήρεμο ευχάριστο πρόσωπο. Καθόταν στην αμμουδιά καπνίζοντας την πίπα του και διαβάζοντας τους Τάιμς. «Ω, αυτός! Αυτός είναι ο σύζυγος, φίλε μου. Είναι ο Μάρσαλ». «Ναι, το ξέρω», είπε ο Πουαρό. Ο ταγματάρχης χασκογέλασε. Ο ίδιος ήταν γεροντοπαλίκαρο και χαρακτήριζε συνήθως τον σύζυγο σαν «εμπόδιο», σαν «ενόχληση», ή σαν «ασφάλεια». «Φαίνεται καλό παιδί», είπε. «Ήσυχος. Αναρωτιέμαι αν ήρθαν οι εφημερίδες μου». Σηκώθηκε και πήγε προς το ξενοδοχείο. Το βλέμμα του Πουαρό γύρισε αργά στον Λέιν. Ο Στήβεν Λέιν κοίταζε την Αρλήνα Μάρσαλ και τον Πάτρικ Ρέντφερν. Απότομα, στράφηκε στον Πουαρό. Υπήρχε ένα είδος φανατισμού στο πρόσωπό του. «Αυτή η γυναίκα είναι το ίδιο το Κακό», είπε. «Αμφιβάλ­ λετε μήπως;» «Είναι δύσκολο να το βεβαιώσει κανείς», είπε σκεφτικά ο Πουαρό. «Αλλά, Χριστιανέ μου, δεν το νοιώθετε στον αέρα; Γύρω σας; Την παρουσία του Κακού;» Ο Πουαρό κούνησε αργά το κεφάλι του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ι Όταν η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ ήρθε και κάθισε δίπλα του, ο Πουαρό δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει την ευχα­ ρίστησή του. Όπως το είχε παραδεχτεί κιόλας, θαύμαζε τη Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ όσο κάθε γυναίκα που γνώριζε. Του άρεσε η κομψότητά της, οι χαριτωμένες γραμμές της σιλουέτας της, η περήφανη στάση του κεφαλιού της. Του άρεσαν το απαλό κυμάτισμα των καστανών μαλλιών της και η κάποια ειρωνεία στο χαμόγελό της. Εκείνο το πρωινό, φορούσε ένα φόρεμα από μπλε μαλακό ύφασμα με άσπρες πινελιές. Φαινόταν πολύ απλό χάρη στην αυστηρή τελειότητα της γραμμής του. Η Ρόζα­ μουντ Ντάρνλεϊ, σαν Εταιρεία Ρόουζ Μοντ, ήταν μια από τις καλύτερες ράφτρες του Λονδίνου. «Δε μου αρέσει ετούτο το μέρος. Αναρωτιέμαι τι ήρθα να κάνω εδώ!» είπε. «Έχετε ξανάρθει, νομίζω». «Ναι, πριν από δύο χρόνια, το Πάσχα. Δεν ήταν τόσος κόσμος τότε». Ο Πουαρό την κοίταξε. «Κάτι έγινε που σας στενοχώρησε», είπε μαλακά. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Συνάντησα ένα φάντασμα, αυτό έγινε», είπε. «Φάντασμα! Ω, δεσποινίς μου!» «Ναι, μη γελάτε». «Φάντασμα τίνος; Ή ποιανού;» «Απλώς το φάντασμα του εαυτού μου». «Και ήταν δυσάρεστο φάντασμα;» ρώτησε σιγά ο


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

25

Πουαρό. «Απροσδόκητα δυσάρεστο. Με ξαναγύρισε πίσω, βλέ­ πετε». Σταμάτησε μια στιγμή σκεφτική. Ύστερα είπε: «Φανταστείτε τα παιδικά μου χρόνια... Αλλά όχι, δεν μπορείτε. Δεν είστε Αγγλος». «Ήταν πολύ αγγλικά παιδικά χρόνια;» «Ω, αφάνταστα. Επαρχία... ένα μεγάλο μελαγχολικό σπίτι... άλογα, σκυλιά... περίπατοι στη βροχή... φωτιές στα τζάκια, μήλα στους κήπους... έλλειψη χρημάτων... παλιά τουήντ... βραδινά φορέματα που πάλιωναν από χρόνο σε χρόνο... ένας απεριποίητος κήπος με μαργαρίτες που έμοια­ ζαν με άσπρα σημαιάκια κάθε φθινόπωρο...» Ο Πουαρό ρώτησε γλυκά: «Και θα σας άρεσε να ξαναγυρίσετε πίσω;» Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν μπορεί να γυρίσει πίσω κανείς. Όχι, δε θα ήθελα να ξαναγυρίσω, θα ήθελα όμως να έχω προχωρήσει με διαφο­ ρετικό τρόπο». «Αναρωτιέμαι», είπε ο Πουαρό. «Κι εγώ το ίδιο», είπε γελώντας η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. «Όταν ήμουν νέος», είπε ο Πουαρό, «κι αυτό, δεσποινίς, συνέβαινε πολλά χρόνια πριν -συνηθιζόταν ένα παιχνίδι που το ονόμαζαν, Αν δεν είσαστε Εσείς, ποιος θα θέλατε να Είστε; Έγραφε κανείς τις απαντήσεις στα άλμπουμ των νεαρών κυριών. Η απάντηση, δεσποινίς μου, δεν είναι τόσο εύκολο να τη βρει κανείς». «Ναι, το πιστεύω, θα ήταν επικίνδυνο. Δεν μπορεί κανείς να πει, ότι θα ήθελε να είναι ο Μουσολίνι ή η Πριγκίπισσα Ελισάβετ. Κι όσο για τους φίλους, τι μπορεί να ξέρει κανείς γι' αυτούς; Θυμάμαι κάποτε, γνώρισα ένα χαριτωμένο ζευγάρι. Ήταν τόσο ευγενικοί και τρυφεροί ο ένας στον άλλο, ώστε πραγματικά ζήλεψα τη γυναίκα. Ευχαρίστως θα άλλαζα θέση μαζί της. Και αργότερα, κάποιος μου είπε, ότι όταν ήταν μόνοι τους δε μιλούσαν ο ένας στον άλλο έντεκα ολόκληρα χρόνια!» Γέλασε. «Αυτό δείχνει, ότι ποτέ δεν μπορεί κανείς να ξέρει». Ύστερα από μια στιγμή, ο Πουαρό είπε: «Πολύς κόσμος θα σας ζήλευε, δεσποινίς».


26

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Ναι, το ξέρω», είπε ψυχρά η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. Το σκεφτόταν, ενώ ένα ειρωνικό χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της. «Ναι, είμαι ο τέλειος τύπος της επιτυχημένης γυναίκας! Απολαμβάνω την καλλιτεχνική ικανοποίηση της δημιουργι­ κής δουλειάς -μου αρέσει τρομερά να σχεδιάζω ρούχα- και την οικονομική ικανοποίηση της επιτυχημένης γυναίκας. Έχω περιουσία, είμαι καλοφτιαγμένη, με υποφερτό πρόσωπο και όχι τόσο μοχθηρή γλώσσα». Σταμάτησε. Το χαμόγελό της έγινε εντονότερο. «Βέβαια, δεν έχω σύζυγο! Σ’ αυτόν τον τομέα απέτυχα, έτσι δεν είναι, κύριε Πουαρό;» Ο Πουαρό είπε αβρόφρονα: «Δεσποινίς, αν δεν παντρευτήκατε είναι επειδή κανείς από τους ομοφύλους μου δεν υπήρξε αρκετά ικανός. Είναι από επιλογή και όχι από ανάγκη, που μείνατε ανύπαντρη». Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ είπε: «Κι όμως είμαι βέβαιη πως μέσα σας πιστεύετε, όπως όλοι οι άντρες, ότι καμιά γυναίκα δεν είναι ευτυχισμένη αν δεν έχει σύζυγο και παιδιά». Ο Πουαρό κούνησε τους ώμους του. «Ο γάμος και τα παιδιά είναι ο κοινός προορισμός των γυναικών. Αλλά μόνο μια γυναίκα στις εκατό, ή μάλλον στις χίλιες, μπορεί να δημιουργήσει ένα όνομα και μια θέση όπως κάνατε εσείς». Η Ρόζαμουντ του έκανε μια γκριμάτσα. «Παρ’ όλ' αυτά, δεν είμαι παρά μια αξιολύπητη γεροντο­ κόρη! Τουλάχιστον αυτό νοιώθω σήμερα. Θα ήμουν ίσως πιο ευτυχισμένη με μερικές δεκάρες το μήνα, μ’ έναν αμίλητο κρεμανταλά για σύζυγο κι ένα τσούρμο κουτσούβελα να με τραβάνε από τη φούστα. Έτσι δεν είναι;» Ο Πουαρό κούνησε τους ώμους του. «Αφού το λέτε εσείς, έτσι θα είναι, δεσποινίς». Η Ρόζαμουντ γέλασε. Είχε ξαναβρεί το κέφι της. Πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε. «Ασφαλώς, ξέρετε πως να μεταχειριστείτε τις γυναίκες, κύριε Πουαρό. Και τώρα αισθάνομαι πως θα ήθελα να πάρω την αντίθετη άποψη και να συζητήσω μαζί σας για τις εργα­ ζόμενες γυναίκες. Φυσικά, είμαι θαυμάσια έτσι όπως είμαι και το ξέρω!»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

27

«Τότε όλα στον κήπο -ή θα ήταν καλύτερα να λέγαμε στην παραλία;- είναι εντάξει, δεσποινίς». «Απόλυτα». Ο Πουαρό άναψε με τη σειρά του ένα από τα λεπτά τσι­ γάρα που συνήθιζε να καπνίζει. Κοιτάζοντας τον καπνό να κυματίζει στον αέρα, μουρμούρισε: «Ώστε ο κύριος -όχι, πλοίαρχος Μάρσαλ είναι παλιός φίλος σας;» Η Ρόζαμουντ ανασηκώθηκε απότομα. «Πώς το ξέρετε; Υποθέτω πως σας το είπε ο Κεν». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. «Κανείς δε μου είπε τίποτα. Στο κάτω-κάτω, δεσποινίς μου, είμαι ντετέκτιβ. Ήταν ένα συμπέρασμα που βγήκε σχε­ δόν μόνο του». «Δεν καταλαβαίνω πώς;» είπε η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. «Μα σκεφτείτε το λίγο! Είστε εδώ μια βδομάδα. Είστε εύθυμη, ζωηρή, χωρίς έννοιες. Σήμερα, ξαφνικά, μιλάτε για φαντάσματα, για περασμένους καιρούς. Τι συνέβη; Πολλές μέρες τώρα, δεν είχαμε καμιά καινούργια άφιξη. Μόνο χτες το βράδυ, ήρθε ο πλοίαρχος Μάρσαλ με τη γυναίκα του και την κόρη του. Και σήμερα γίνεται η αλλαγή. Είναι φανερό!» Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ αναστέναξε. «Ε, ναι, είναι αλήθεια. Ο Κέννεθ Μάρσαλ κι εγώ ήμαστε παιδικοί φίλοι. Οι Μάρσαλ έμεναν στο διπλανό σπίτι. Ο Κεν ήταν πάντοτε καλός μαζί μου, αν και κάπως συγκαταβατικός, βέβαια, γιατί ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος μου. Είχα να τον δω πολύ καιρό -τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια». «Πολύς καιρός», είπε σκεφτικά ο Πουαρό. Η Ρόζαμουντ έκανε μια καταφατική κίνηση. Έγινε μικρή σιωπή. Ύστερα ο Πουαρό είπε: «Είναι συμπαθητικός, ε;» «Ο Κεν είναι αξιολάτρευτος», έκανε με θέρμη η Ρόζα­ μουντ. «Ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Φοβερά ήρε­ μος και συγκρατημένος, θα έλεγα ότι το μόνο του ελάττωμα είναι μια τάση να κάνει αποτυχημένους γάμους». Ο Πουαρό είπε με έναν τόνο κατανόησης: «Α!...» Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ συνέχισε: «Ο Κέννεθ είναι ανόητος -απόλυτα ανόητος στο κεφά­ λαιο γυναίκες! Θυμάστε την υπόθεση Μάρτιντέιλ;»


28

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ο Πουαρό συνοφρυώθηκε. «Μάρτιντέιλ; Μάρτιντέιλ; Αρσενικό, έτσι δεν είναι;» «Ναι. Πριν δεκαεφτά ή δεκαοχτώ χρόνια. Η γυναίκα δικά­ στηκε με την κατηγορία, ότι είχε δολοφονήσει τον άντρα της». «Και αθωώθηκε, νομίζω;» «Ναι. Και μετά την αθώωσή της, ο Κεν την παντρεύτηκε. Αυτές τις βλακείες κάνει». «Μα αν ήταν αθώα;» μουρμούρισε ο Πουαρό. Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ είπε νευρικά: «Ώ, παραδέχομαι πως ήταν αθώα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια. Αλλά υπάρχουν πολλές γυναίκες για να παντρευτεί κανείς κι όχι να πάει να πάρει κάποια που δικά­ στηκε για φόνο!» Ο Πουαρό δε μίλησε. Καταλάβαινε ότι αν έμενε σιωπη­ λός, η Ρόζαμουντ θα συνέχιζε. Και συνέχισε: «Βέβαια, ήταν πολύ νέος τότε, μόλις είκοσι ενός χρονών. Και ήταν τρελός μαζί της. Εκείνη πέθανε όταν γεννήθηκε η Λίντα -ένα χρόνο μετά τον γάμο της. Πιστεύω, πως ο Κεν πόνεσε πολύ. Μετά τον θάνατό της, έκανε τρελή ζωή -προ­ σπαθώντας να ξεχάσει, υποθέτω». Σταμάτησε. «Και μετά ήρθε η υπόθεση με την Αρλήνα Στιούαρτ. Ήταν στο θέατρο τότε. Είχε γίνει το σκάνδαλο του διαζυγίου του Κόντριγκτον. Η λαίδη Κόντριγκτον χώρισε τον άντρα της εξαιτίας της Αρλήνα Στιούαρτ. Λένε, ότι ο λόρδος Κόντριγκτον ήταν εντε­ λώς ξετρελαμένος μαζί της· θα την παντρευόταν μόλις έβγαινε το διαζύγιο. Αλλά όταν βγήκε το διαζύγιο δεν την παντρεύτηκε, την εγκατέλειψε. Πιστεύω πως του έκανε μήνυση για αθέτηση υποσχέσεως. Οπωσδήποτε, η υπόθεση έκανε πάταγο τότε. Και ο Κεν πάει και την παντρεύεται. Ο ηλίθιος!» Ο Πουαρό μουρμούρισε: «Ένας άντρας δικαιολογείται για μια τέτοια τρέλα. Είναι όμορφη, δεσποινίς». «Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό. Έγινε κι άλλο σκάνδαλο πριν τρία χρόνια. Ο γερο-σερ Ρότζερ Έρσκιν της άφησε την περιουσία του μέχρι την τελευταία δεκάρα. Φα­ ντάστηκα ότι αυτό το πράγμα θα έπρεπε ν’ ανοίξει τα μάτια του Κεν· αν μπορούσαν ν’ ανοίξουν!» «Και δεν άνοιξαν;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

29

«Σας είπα, είχα να τον δω χρόνια. Ο κόσμος λέει όμως, ότι πήρε το πράγμα με απόλυτη αταραξία. Θα ήθελα να ξέρω, γιατί; Της είχε τόσο τυφλή εμπιστοσύνη;» «Μπορεί να υπήρχαν και άλλοι λόγοι». «Ναι. Περηφάνια! Να κρατήσει τον εγωισμό του. Δεν ξέρω τι νοιώθει γι’ αυτήν. Κανείς δεν ξέρει». «Κι εκείνη; Τι νοιώθει εκείνη γι’ αυτόν;» Η Ρόζαμουντ τον κοίταξε απορώντας. «Εκείνη; Εκείνη είναι η φοβερότερη εκμεταλλεύτρια του κόσμου. Οποιοδήποτε πλάσμα με παντελόνια βρεθεί κάπως κοντά της, είναι καινούριο παιχνίδι για την Αρλήνα! Είναι αυτό το είδος των γυναικών». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας. «Ναι», είπε, «είναι αλήθεια αυτό. Τα μάτια της ψάχνουν μόνο για ένα πράγμα -άντρες». «Έχει ριχτεί στον Πάτρικ Ρέντφερν τώρα», είπε η Ρόζα­ μουντ. «Είναι ωραίος άντρας και μάλλον αφελής. Αγαπάει τη γυναίκα του και δεν είναι κορτάκιας. Είναι ακριβώς το είδος που αρέσει στην Αρλήνα. Συμπαθώ πολύ τη νεαρή κυρία Ρέντφερν. Είναι νόστιμη μ’ όλη την ξέθωρη εμφάνισή της. Πολύ φοβάμαι όμως ότι δε θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα μ’ αυτή την αδίσταχτη αντροχωρίστρα». «Είναι όπως το λέτε», είπε ο Πουαρό λυπημένος. «Η Κριστίν Ρέντφερν ήταν δασκάλα, μου φαίνεται», συνέχισε η Ρόζαμουντ. «Είναι από τους ανθρώπους που πιστεύουν, ότι η θέληση παίζει μεγάλο ρόλο σ’ όλα τα θέματα. Την περιμένει ένα οδυνηρό σοκ». Ο Πουαρό κούνησε έντονα το κεφάλι του. Η Ρόζαμουντ σηκώθηκε. «Είναι κρίμα», είπε. «Κάποιος θα έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτό», πρόσθεσε αόριστα. II Η Λίντα Μάρσαλ εξέταζε εντατικά το πρόσωπό της στον καθρέφτη του δωματίου της. Αυτό που έβλεπε δεν της άρεσε καθόλου. Αυτή τη στιγμή δεν ήταν άλλο από κόκαλα και φακίδες. Κοίταξε με αηδία τα πυκνά ακατάστατα μαλλιά της με το ανοιχτό καστανό χρώμα (ποντίκι, το ονόμαζε μέσα


30

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

της), τα γκριζοπράσινα μάτια της, τα πεταχτά μήλα του προ­ σώπου της και το μυτερό αυθάδικο πηγούνι. Το στόμα και τα δόντια της δεν ήταν ίσως τόσο άσχημα, αλλά τι να σου κάνουν στο κάτω-κάτω μόνο τα δόντια; Και τι σου έλεγε εκείνο το στίγμα στο πλάι της μύτης της; Με ανακούφιση αποφάσισε ότι τελικά δεν ήταν στίγμα. «Είναι απαίσιο να είσαι δεκάξι χρονών», είπε μέσα της. «Απλώς, απαίσιο». Η Λίντα ήταν αδέξια σαν νεαρό πουλάρι και ευέξαπτη σαν σκαντζόχοιρος. Είχε συναίσθηση της αδεξιότητάς της και του γεγονότος ότι δεν ήταν ούτε αυτό, ούτε εκείνο το πράγμα. Στο σχολείο δεν ένοιωθε τόσο άσχημα. Αλλά το σχολείο είχε τελειώσει και κανείς δεν ήξερε τι θα έκανε μετά η Λίντα. Ο πατέρας της έλεγε αόριστα, ότι θα την έστελνε τον χειμώνα στο Παρίσι. Η Λίντα δεν ήθελε να πάει στο Παρίσι μα κι από την άλλη μεριά δεν ήθελε ούτε να μείνει στο σπίτι. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε συνειδητοποιήσει απόλυτα πόσο βαθιά αντιπαθούσε την Αρλήνα. Αρλήνα... Το νεανικό πρόσωπο της Λίντα τεντώθηκε. Το βλέμμα της σκλήρυνε. «Είναι ένα κτήνος», είπε μέσα της, «ένα κτήνος...» Μητριές! Είναι φοβερό να έχεις μητριά, όλος ο κόσμος το λέει. Και είναι αλήθεια! Όχι πως η Αρλήνα ήταν κακή μαζί της. Τον περισσότερο καιρό, σχεδόν, ούτε που πρόσεχε τη μικρή. Αλλά όταν την πρόσεχε, υπήρχε κάποια περιφρονητική συγκατάβαση στο ύφος της και στα λόγια της. Η τέλεια χάρη και η άνεση που είχε η κάθε κίνηση της Αρλήνα, έκανε πιο χτυπητή τη νεανική αδεξιότητα της Λίντα. Μπροστά στην Αρλήνα, ένοιωθες πιο άχαρο και χοντροκομμένο τον εαυτό σου. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Όχι, δεν ήταν μόνο αυτό. Η Λίντα σκάλισε το βάθος της μνήμης της. Δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά στην ταξινόμηση των αισθημάτων της. Ήταν κάτι που έκανε η Αρλήνα στους ανθρώπους... στο σπίτι... «Είναι κακή», σκέφτηκε η Λίντα. «Είναι πολύ κακή». Αλλά αυτό δεν έφτανε. Δεν μπορούσες να σηκώσεις τη μύτη σου με περιφρονητική ανωτερότητα και να τη διώξεις από τον νου σου. Κάτι έκανε στους ανθρώπους. Ο πατέ-


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

31

ρας... Ο πατέρας είχε γίνει αλλιώτικος... Προσπάθησε να το σκεφτεί. Ο πατέρας ερχόταν και την έπαιρνε από το σχολείο. Ο πατέρας την πήγε μια φορά σε κρουαζιέρα. Και ο πατέρας στο σπίτι... με την Αρλήνα. «Και το πράγμα θα πάει έτσι», σκέφτηκε η Λίντα. «Για μέρες... για μήνες. Δεν το αντέχω». Η ζωή απλωνόταν μπροστά της σε μιαν ατέλειωτη αλυ­ σίδα από μέρες, σκοτεινές και δηλητηριασμένες από την παρουσία της Αρλήνα. Ήταν ακόμη αρκετά παιδί για να έχει αίσθηση του χρόνου. Για τη Λίντα, ένας χρόνος ήταν αιωνιό­ τητα. Ένα άγριο κύμα μίσους για την Αρλήνα φούντωσε μέσα της. Μουρμούρισε: «Θα ήθελα να τη σκοτώσω. Ω, αν πέθαινε...» Κοίταξε έξω από το παράθυρο, τη θάλασσα. Κι όμως το μέρος ήταν μάλλον διασκεδαστικό. Ή θα μπορούσε να είναι διασκεδαστικό μ’ όλα αυτά τα λιμανάκια τις παραλίες και τα μονοπάτια. Και υπήρχαν και μέρη που μπορούσες να πας μόνος σου και να έχεις την ησυχία σου. Υπήρχαν και σπηλιές, όπως της είπαν τα αγόρια των Κόαν. «Αν έφευγε από τη μέση η Αρλήνα, θα μπορούσα να δια­ σκεδάσω εδώ», σκέφτηκε. Το μυαλό της γύρισε πίσω στη βραδιά που είχαν φτάσει. Ήταν φοβερά διασκεδαστικό. Η παλίρροια είχε σκεπάσει τον διάδρομο και είχαν μπει σε βάρκα. Το ξενοδοχείο έμοιαζε μυστηριακό, παράξενο. Και τότε, ξαφνικά, μια ψηλή καστανή γυναίκα που καθόταν στη βεράντα, είχε πεταχτεί πάνω φωνάζοντας: «Μπα, ο Κέννεθ!» Και ο πατέρας της, δείχνοντας φοβερά ξαφνιασμένος, είχε φωνάξει: «Ρόζαμουντ!» Η Λίντα σκέφτηκε τη Ρόζαμουντ με τον στενό κριτικό τρόπο της νιότης. Αποφάσισε, ότι η Ρόζαμουντ της άρεσε, ήταν εντάξει. Και τα μαλλιά της, τι όμορφα που ήταν χτενι­ σμένα. Λες και της πήγαιναν. Στους πιο πολλούς ανθρώ­ πους δεν τους πηγαίνουν τα μαλλιά τους. Και τα φορέματά της ήταν όμορφα. Και το πρόσωπό της ήταν γελαστό λες και διασκέδαζε με τον εαυτό της -όχι με σένα. Η Ρόζαμουντ είχε


32

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

φανεί καλή μαζί της. Δεν έκανε γλύκες, ούτε έλεγε μπούρδες. (Με τον όρο «μπούρδες», η Λίντα χαρακτήριζε μια μεγάλη ποικιλία πραγμάτων που αντιπαθούσε). Και δεν κοίταζε τη Λίντα σαν να ήταν περίεργο έντομο. Τη μεταχειριζόταν σαν πραγματικό ανθρώπινο πλάσμα. Η Λίντα ένοιωθε τόσο σπά­ νια σαν ανθρώπινο ον, ώστε η ευγνωμοσύνη της σε όποιον τη θεωρούσε κάτι τέτοιο, ήταν απέραντη. Και ο πατέρας της φάνηκε ενθουσιασμένος βλέποντας τη δεσποινίδα Ντάρνλεϊ. Παράξενο... Έδειξε αλλιώτικος με μιας. Φαινόταν -η Λίντα προσπάθησε να το σκεφτεί- φαινόταν νέος. Ναι, αυτό ήταν! Είχε γελάσει, ένα παράξενο παιδιάστικο γέλιο. Τώρα που το σκεφτόταν, ανακάλυπτε ότι σπάνια είχε ακούσει τον πατέρα της να γελάει. Ένοιωσε παράξενα. Ήταν σαν να είχε δει ένα εντελώς άλλο πρόσωπο. Σκέφτηκε: «Ήθελα να ξέρω πως ήταν ο πατέρας στην ηλικία μου...» Αλλά ήταν δύσκολο να τον φαντασθεί. Παραιτήθηκε. Μια ιδέα πέρασε από το μυαλό της. Τι καλά που θα ήταν αν έβρισκαν εδώ μόνο τη δεσποι­ νίδα Ντάρνλεϊ -μόνο εκείνη και ο πατέρας. Για μια στιγμή ένας άλλος ορίζοντας άνοιξε μπροστά της. Ο πατέρας -νεα­ νικός και εύθυμος- η δεσποινίς Ντάρνλεϊ και η ίδια... και όλες οι χάρες που πρόσφερε το νησί -κολύμπι, σπηλιές... Ο ορίζοντας έκλεισε πάλι. Η Αρλήνα... Δεν μπορούσε κανείς να χαρεί με την Αρλήνα ανάμεσα στα πόδια του. Αλλά γιατί όχι; Οπωσδήποτε, η Λίντα δεν μπορούσε. Δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος όταν βρίσκεσαι μαζί με κάποιον που... που μισείς. Ναι, που μισείς. Μισούσε την Αρλήνα. Ξανά το άγριο κύμα του μίσους ογκώθηκε μέσα της. Το πρόσωπό της άσπρισε. Τα χείλη της τραβήχτηκαν. Τα μάτια της στένεψαν. Και τα δάχτυλά της σφίχτηκαν σπασμωδικά... Ill Ο Κέννεθ Μάρσαλ χτύπησε την πόρτα της γυναίκας του. Όταν άκουσε τη φωνή της να του απαντάει, άνοιξε και μπήκε. Η Αρλήνα τελείωνε την τουαλέτα της. Φορούσε ένα φόρεμα από γυαλιστερό πράσινο ύφασμα κι έμοιαζε κάπως


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

33

με γοργόνα. Όρθια μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη, έβαζε μάσκαρα στις βλεφαρίδες της. «Α, εσύ είσαι, Κεν», είπε. «Ναι. Νόμιζα πως είχες ετοιμαστεί». «Μόνο μια στιγμή ακόμη». Ο Κέννεθ Μάρσαλ πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Όπως πάντα, το ύφος του δεν έδειχνε καμιά συγκίνηση. Ήταν ήρεμο και αδιάφορο. Γυρίζοντας προς το δωμάτιο, είπε: «Αρλήνα...» «Ναι;» «Γνώριζες τον Ρέντφερν από πριν, έτσι;» «Ω, ναι, χρυσέ μου. Είχαμε συναντηθεί σε κάποιο πάρτυ. Πάντοτε είχα τη γνώμη ότι είναι αξιαγάπητος». «Ναι, το φαντάζομαι. Ήξερες πως θα ήταν εδώ με τη γυναίκα του;» Η Αρλήνα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. «Ω, χρυσέ μου, μα όχι! Ξαφνιάστηκα όταν τον είδα!» Ο Κέννεθ Μάρσαλ είπε ήσυχα: «Σκέφτηκα, ότι ίσως αυτός ήταν ο λόγος που επέμενες τόσο πολύ να έρθουμε εδώ». Η Αρλήνα άφησε τη μάσκαρα. Γύρισε προς το μέρος του και του χαμογέλασε -ένα χαμόγελο σειρήνας. «Κάποιος μου μίλησε για τούτο το μέρος», είπε. «Νομίζω οι Ράιλαντ. Είπαν πως ήταν μοναδικό -και τόσο ήσυχο! Δε σου αρέσει;» «Δεν είμαι σίγουρος», απάντησε ο Μάρσαλ. «Ω, μα εσύ λατρεύεις το κολύμπι και την τεμπελιά. Είμαι βέβαιη πως σου αρέσει εδώ». «Βλέπω ότι είσαι αποφασισμένη να διασκεδάσεις». Τον κοίταξε αβέβαια. «Υποθέτω πως η αλήθεια είναι ότι είπες στον νεαρό Ρέντφερν ότι θα ερχόσουν εδώ;» είπε ο Μάρσαλ. «Κέννεθ, αγάπη μου, δε θα γίνεις ανυπόφορος, ελπίζω;» «Ακούσε, Αρλήνα. Σε ξέρω καλά. Και αυτά τα παιδιά είναι πολύ συμπαθητικό ζευγάρι. Ο νεαρός αγαπάει πραγματικά τη γυναίκα του. Είναι απαραίτητο να τους κάνεις άνω-κάτω;» «Είναι άδικο να κατηγορείς εμένα. Δεν έκανα τίποτα εγώ -τίποτα απολύτως. Δε φταίω εγώ αν...»


34

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Αν, τι;» ρώτησε ο Κέννεθ. Ανοιγόκλεισε αθώα τα βλέφαρά της. «Το ξέρω, βέβαια, ότι οι άντρες τρελαίνονται μαζί μου. Αλλά δεν είναι δικό μου φταίξιμο». «Ώστε παραδέχεσαι ότι ο Ρέντφερν έχει ξετρελαθεί μαζί σου;» Η Αρλήνα μουρμούρισε: «Ανόητο από μέρος του» Πλησίασε τον άνδρα της. «Όμως το ξέρεις, Κεν, έτσι δεν είναι, πως δε δίνω δεκάρα για κανέναν άλλο εκτός από σένα;» Τον κοίταξε ανάμεσα από τις βαμμένες της βλεφαρίδες. Ήταν ένα σαγηνευτικό βλέμμα. Ένα βλέμμα που λίγοι άντρες θα μπορούσαν να του αντισταθούν. Ο Κέννεθ Μάρσαλ την κοίταξε σοβαρά. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Η φωνή του ήρεμη. «Σε ξέρω πολύ καλά, Αρλήνα...»

IV Βγαίνοντας κανείς από το ξενοδοχείο στη νότια πλευρά, είχε μπροστά του τις βεράντες και κάτω χαμηλά την αμμου­ διά. Ένα μονοπάτι ξεκινούσε από τις βεράντες, έκανε τον γύρο του λόφου και οδηγούσε σε μια σειρά μικρά καταφύγια φτιαγμένα μέσα στα βράχια. Στον χάρτη του ξενοδοχείου το μέρος αναφέρονταν σαν «Σάννυ Λετζ». Στις μικρές σπηλιές υπήρχαν ψάθινα καθίσματα. Σε μιαν απ’ αυτές, ήρθε να κα­ θίσει ο Πάτρικ Ρέντφερν με τη γυναίκα του αμέσως μετά το δείπνο. Ήταν μια όμορφη γαλήνια νύχτα με λαμπερό φεγγάρι. Οι Ρέντφερν κάθονταν σιωπηλοί. Τέλος, ο Ρέντφερν είπε: «Όμορφη βραδιά απόψε, ε, Κριστίν;» «Ναι». Κάτι στη φωνή της γυναίκας τον έκανε να κουνηθεί ανή­ συχος. Καθόταν χωρίς να την κοιτάζει. Η Κριστίν ρώτησε ήσυχα: «Ήξερες πως αυτή η γυναίκα θα ήταν εδώ;» Γύρισε απότομα προς το μέρος της.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

35

«Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». «Νομίζω πως καταλαβαίνεις πολύ καλά». «Ακούσε, Κριστίν. Δεν ξέρω τι σ’ έπιασε...» Τον έκοψε. Η φωνή της έτρεμε τώρα. «Τι έπιασε εμένα; Εσένα τι σ’ έπιασε...» «Τίποτα δε μ’ έπιασε». «Ναι, Πάτρικ, σ’ έπιασε. Επέμενες τόσο πολύ να έρθουμε εδώ. Έκανες σαν τρελός. Εγώ ήθελα να πάμε ξανά στο Τίνταγκελ που... που είχαμε κάνει το ταξίδι του γάμου μας. Αλλά εσύ φαγώθηκες να έρθουμε εδώ». «Και γιατί όχι; Το μέρος είναι γοητευτικό». «Ίσως. Όμως ήθελες να έρθουμε εδώ επειδή θα ήταν κι εκείνη». «Ποια εκείνη;» «Η κυρία Μάρσαλ. Είσαι ξετρελαμένος μαζί της». «Για όνομα του Θεού, Κριστίν, μη γίνεσαι ανόητη. Δε σου πάει να κάνεις ζήλιες». Ο θυμωμένος τόνος του, ήταν κάπως αβέβαιος και υπερ­ βολικός. Η γυναίκα είπε: «Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι». «Και βέβαια είμαστε ευτυχισμένοι! Πάντα ήμασταν ευτυ­ χισμένοι. Αλλά θα πάψουμε να είμαστε αν κάνεις σκηνές όταν μιλάω σε άλλες γυναίκες». «Δεν είναι έτσι». «Έτσι είναι. Ακόμη κι όταν παντρευτεί κανείς μπορεί να έχει φιλίες με... με άλλα πρόσωπα. Αυτή η φιλύποπτη στάση σου είναι εντελώς λανθασμένη. Δεν μπορώ να μιλήσω σε μια όμορφη γυναίκα χωρίς να βάλεις στον νου σου ότι την ερωτεύθηκα...» Σταμάτησε κουνώντας τους ώμους του. «Την ερωτεύτηκες...» είπε η Κριστίν. «Ω, μη γίνεσαι ανόητη, Κριστίν! Εγώ απλώς... απλώς μίλησα λίγο μαζί της». «Δεν είναι αλήθεια αυτό». «Για τον Θεό, μην αρχίσεις να ζηλεύεις την κάθε όμορφη γυναίκα που συναντάμε». «Αυτή δεν είναι η κάθε όμορφη γυναίκα. Αυτή είναι -είναι άλλο πράγμα! Είναι απ’ αυτές που φέρνουν δυστυχία, θα σου κάνει κακό, Πάτρικ, σε παρακαλώ, παράτησέ την. Πάμε


36

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

να φύγουμε από δω!» Ο Πάτρικ Ρέντφερν σήκωσε πεισματικά το πηγούνι του. Είχε κάτι το πολύ νεανικό καθώς έλεγε επιθετικά: «Μη γίνεσαι γελοία, Κριστίν. Έλα, ας μη μαλώνουμε για σαχλαμάρες». «Δε θέλω να μαλώσουμε». «Τότε λογικέψου. Ας γυρίσουμε τώρα στο ξενοδοχείο». Σηκώθηκε. Ύστερα από σύντομο δισταγμό, η Κριστίν σηκώθηκε κι αυτή. «Καλά λοιπόν...» είπε μόνο. Στο διπλανό κοίλωμα, ο Ηρακλής Πουαρό, ξαπλωμένος στην ψάθινη πολυθρόνα του, κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι του. Ένας άλλος στη θέση του δε θα επέτρεπε στον εαυτό του να κρυφακούσει μια ιδιαίτερη συζήτηση. Όμως ο Πουαρό δεν ήταν απ' αυτούς τους τύπους. Δεν είχε καμιά τέτοια τύψη. «Κι εξάλλου», όπως εξήγησε αργότερα στον φίλο του Χάστινγκς, «επρόκειτο για έγκλημα». Και ο Χάστινγκς απορώντας: «Μα το έγκλημα δεν είχε γίνει ακόμη τότε». «Κι όμως, φίλε μου, είχε φανεί κιόλας καθαρά». «Γιατί δεν το εμπόδισες λοιπόν;» Και ο Πουαρό, αναστενάζοντας, είπε αυτό που είχε πει κάποτε στην Αίγυπτο, ότι όταν ένας άνθρωπος αποφασίσει να κάνει ένα έγκλημα, δεν είναι εύκολο να τον εμποδίσει κανείς. Δεν κατηγορούσε τον εαυτό του για ό,τι είχε συμβεί. Κατά τη γνώμη του, ήταν μοιραίο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ I Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ και ο Κέννεθ Μάρσαλ κάθονταν στη μαλακή χλόη του βράχου πάνω από τον όρμο Γκαλ, στην ανατολική πλευρά του νησιού. Ερχόταν κανείς εδώ τα πρωινά για να κάνει μπάνιο, όταν ήθελε ησυχία. «Είναι όμορφα να φεύγεις από το πλήθος», είπε η Ρόζα­ μουντ. «Μμμ... ναι», μουρμούρισε ο Μάρσαλ. Γύρισε μπρούμυτα, μυρίζοντας τη χλόη. «Όμορφα μυρίζει, θυμάσαι τους λόφους στο Σίπλεϋ;» «Λίγο...» «Ωραία χρόνια τότε». «Ναι». «Δεν άλλαξες πολύ, Ρόζαμουντ». «Ναι, άλλαξα. Πολύ». «Είσαι επιτυχημένη, είσαι πλούσια, κι όμως έμεινες η ίδια η παλιά Ρόζαμουντ». «Μακάρι να έμενα η ίδια», μουρμούρισε η γυναίκα. «Τι είπες;» «Τίποτα. Είναι κρίμα που δεν μπορούμε να φυλάξουμε τον ωραίο μας χαρακτήρα και τα μεγάλα ιδανικά, που έχουμε όταν είμαστε νέοι, δε νομίζεις, Κέννεθ;» «Δε νομίζω πως ο χαρακτήρας σου ήταν ιδιαίτερα ωραίος, αγαπητή μου. Σ’ έπιαναν κάτι θυμοί, φοβερό πράγμα. Κάποτε λίγο έλειψε να με πνίξεις από τον θυμό σου». Η Ρόζαμουντ γέλασε. «Θυμάσαι που βάλαμε μια μέρα τον Τόμπυ να πιάσει νεροπόντικα;»


38

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Μίλησαν κάμποσο για τα παλιά. Ύστερα σώπασαν. Τα δάχτυλα της Ρόζαμουντ παίδευαν την αγκράφα της τσάντας της. «Κέννεθ...;» «Μμ...» «Αν σε ρωτήσω κάτι αδιάκριτο, θα θυμώσεις;» Γύρισε και ανακάθισε. «Δε νομίζω ότι βρήκα ποτέ τα λόγια σου αδιάκριτα. Βλέ­ πεις είσαι δικός μου άνθρωπος». Κούνησε το κεφάλι της, κρύβοντας τη χαρά που της έδωσε η φράση και όλα όσα σήμαινε. «Κέννεθ, γιατί δε χωρίζεις;» Το πρόσωπο του άντρα άλλαξε. Τα χαρακτηριστικά του σκλήρυναν. Έβγαλε μια πίπα από την τσέπη του κι άρχισε να τη γεμίζει. «Σου ζητώ συγνώμη αν σε πρόσβαλα». «Δε με πρόσβαλες». «Τότε πες μου γιατί δε χωρίζεις;» «Δεν μπορείς να καταλάβεις, κορίτσι μου». «Την αγαπάς τόσο πολύ;» «Δεν είναι αυτό. Είναι ότι την παντρεύτηκα». «Ναι, το ξέρω. Όμως είναι... περιβόητη». Το γύρισε μια στιγμή στο μυαλό του, εξακολουθώντας να γεμίζει την πίπα του με προσοχή. «Ναι; Ίσως να είναι». «Μπορείς να τη χωρίσεις, Κεν». «Αγαπητή μου, δεν έχεις κανένα λόγο να λες τέτοιο πράγμα. Δεν μπορεί κανείς να πει ότι επειδή οι άντρες χάνουν τα μυαλά τους μαζί της, χάνει κι αυτή τα δικά της». Η Ρόζαμουντ προτίμησε να καταπιεί την απάντηση που ήρθε στο στόμα της. Αντί γι’ αυτό είπε: «Θα μπορούσες να τα κανονίσεις έτσι, ώστε να σε χωρί­ σει εκείνη -αν το προτιμάς έτσι». «Ναι, θα μπορούσα». «Και πρέπει να το κάνεις, Κεν. Πρέπει. Υπάρχει το παιδί». «Η Λίντα;» «Ναι, η Λίντα». «Τι σχέση, έχει η Λίντα;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

39

«Η Αρλήνα δεν είναι καλό παράδειγμα για τη Λίντα. Νομίζω πως η μικρή καταλαβαίνει πολλά». Ο Κέννεθ άναψε την πίπα του. Ανάμεσα από τούφες καπνού είπε: «Ναι, ίσως να είναι σωστό αυτό. Υποθέτω, ότι οι δυο τους δεν είναι κατάλληλες η μία για την άλλη». «Συμπαθώ πολύ τη Λίντα. Έχει κάτι το φίνο πάνω της». «Μοιάζει της μητέρας της. Παίρνει τα πράγματα στα σοβαρά όπως η Ρουθ». «Τότε δε βρίσκεις πως θα έπρεπε να διώξεις την Αρλήνα;» «Να πάρω διαζύγιο;» «Ναι. Τόσος κόσμος χωρίζει σήμερα». «Ακριβώς. Κι αυτό είναι που σιχαίνομαι», είπε με ξαφνικό θυμό ο Κέννεθ. «Σιχαίνεσαι;» είπε έκπληκτη. «Ναι. Κατάσταση κι αυτή η σημερινή. Παίρνεις ένα πράγμα κι αν δε σου αρέσει το πετάς, όσο γίνεται πιο γρή­ γορα! Μα, πού να πάρει ο διάβολος, πρέπει να υπάρχει αυτό το πράγμα που το λένε πίστη! Όταν παντρεύεσαι μια γυναίκα και υποσχεθείς να τη φροντίζεις, είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις. Είναι καθήκον σου. Το ανέλαβες. Έχω βαρεθεί τους γάμους αστραπή και τα εύκολα διαζύγια. Η Αρλήνα είναι γυναίκα μου κι αυτό είναι όλο». Η Ρόζαμουντ έσκυψε μπροστά. «Ώστε έτσι σκέφτεσαι εσύ; Ώσπου να μας χωρίσει ο θάνατος;» «Ακριβώς». Η Ρόζαμουντ κούνησε το κεφάλι της. «Κατάλαβα». II Ο κύριος Χόρας Μπλατ γύριζε με το αυτοκίνητό του στον κόλπο Λέδερκομπ από ένα στενό φιδογυριστό μονοπάτι. Σε μια απότομη στροφή λίγο έλειψε να πέσει πάνω στην κυρία Ρέντφερν. Ενώ η νέα γυναίκα κολλούσε πάνω σ’ ένα φράχτη, ο κύριος Μπλατ σταμάτησε την «Σάνμπημ» του μ’ ένα από­ τομο φρενάρισμα.


40

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Χαίρετε, χαίρετε», έκανε εύθυμα. Ήταν ένας τεράστιος άνθρωπος με κόκκινο πρόσωπο κι ένα στεφάνι κοκκινωπά μαλλιά γύρω στο αστραφτερό κρανίο του. Η μεγάλη του φιλοδοξία ήταν να γίνεται η ζωή και η ψυχή του κάθε μέρους που τύχαινε να βρίσκεται. Το ξενοδο­ χείο «Τζόλλυ Ρότζερ», κατά τη γνώμη του -που την έλεγε κάπως πολύ δυνατά- χρειαζόταν ζωντάνεμα. Εκείνο που τον έκανε ν’ απορεί ήταν ο τρόπος που διαλύονταν κι εξαφανίζο­ νταν ο κόσμος όταν εκείνος έμπαινε στη σκηνή. «Παραλίγο να σας κάνω μαρμελάδα, ε;» «Ναι, παραλίγο», είπε η Κριστίν Ρέντφερν. «Ανεβείτε». «Ω, ευχαριστώ. Προτιμώ να περπατήσω». «Κουταμάρες. Ανεβείτε λοιπόν. Γιατί το έχουμε το αυτοκί­ νητο;» Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, η Κριστίν Ρέντφερν μπήκε στο αμάξι. Ο κύριος Μπλατ ξανάβαλε μπρος τη μηχανή που είχε σβήσει από το απότομο φρενάρισμα. «Και τι κάνατε εδώ ολομόναχη; Δεν είναι φρόνιμο να τρι­ γυρίζει μόνο του ένα όμορφο κορίτσι σαν εσάς». «Ω, μου αρέσει η μοναξιά». Ο κύριος Μπλατ της έδωσε ένα φοβερό σκούντημα με τον αγκώνα που σχεδόν της έκοψε την ανάσα. «Όλα τα κορίτσια έτσι λένε. Μα δεν το πιστεύουν. Ετούτο το μέρος, το Τζόλλυ Ρότζερ, χρειάζεται λίγη ζωή, ξέρετε. Δεν έχει τίποτα το χαρούμενο. Δεν έχει ζωή. Βέβαια υπάρχουν πολλοί νεαροί, ένα σωρό παιδιά κι ακόμη και μερικά γερό­ ντια. Είναι αυτός ο ενοχλητικός Άγγλο-Ινδός και ο αθλητικός παπάς κι αυτοί οι φλύαροι Αμερικάνοι κι εκείνος ο ξένος με τα μουστάκια -γελάω κάθε φορά που βλέπω τα μουστάκια του! Θα είναι κουρέας φαντάζομαι!» «Ω, όχι, είναι ντετέκτιβ». «Ντετέκτιβ;» Ο κύριος Μπλατ παραλίγο να ρίξει το αυτοκίνητο πάνω στον φράχτη. «Θέλετε να πείτε, ότι είναι μεταμφιεσμένος;» Η Κριστίν χαμογέλασε αχνά. «Όχι, είναι ακριβώς όπως φαίνεται. Είναι ο Ηρακλής


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

41

Πουαρό. Θα πρέπει να τον έχετε ακουστά». «Δεν είχα καταλάβει καλά το όνομά του. Μάλιστα, είχα ακούσει γι’ αυτόν. Όμως νόμιζα πως είχε πεθάνει. Και τι ψάχνει να βρει εδώ;» «Δεν ψάχνει τίποτα. Κάνει τις διακοπές του». «Μπορεί να είναι κι έτσι». Ο κύριος Μπλατ φαινόταν ν' αμφιβάλλει. «Είναι λίγο βλαμμένος, ε;» «Δηλαδή...» ο Κριστίν δίστασε. «Μάλλον λίγο παράξε­ νος». «Εκείνο που λέω εγώ είναι τι έπαθε η Σκότλαντ Γιαρντ; Εγώ προτιμώ τα Βρετανικά προϊόντα». Είχε κατέβει τον λόφο και κορνάροντας θριαμβευτικά, οδήγησε το αμάξι στο γκαράζ του «Τζόλλυ Ρότζερ» που δε βρισκόταν πάνω στο νησί αλλά στην απέναντι ξηρά, για τον φόβο της παλίρροιας. Ill Η Λίντα Μάρσαλ ήταν στο μικρό μαγαζί που εξυπηρε­ τούσε τους επισκέπτες του κόλπου Λέδερκομπ. Στη μια πλευρά του υπήρχαν ράφια με βιβλία που μπορούσε κανείς να τα δανειστεί με δυο πέννες. Το πιο καινούργιο απ’ αυτά είχε κυκλοφορήσει πριν δέκα χρόνια. Η Λίντα πήρε το ένα μετά το άλλο, δυο-τρία βιβλία και τα ξεφύλλισε αφηρημένα. Αποφάσισε πως με τίποτα δε θα διά­ βαζε το «Τέσσερα φτερά» ή το «Αντιστρόφως». Πήρε ένα βιβλίο με καφέ δέρμα. Η ώρα περνούσε... Ξαφνικά, μ’ ένα απότομο τίναγμα, το ξανάβαλε στη θέση του, καθώς η φωνή της Κριστίν Ρέντφερν έλεγε: «Τι διαβάζεις, Λίντα;» «Τίποτα. Ψάχνω να βρω ένα βιβλίο». Τράβηξε τον «Γάμο του Γουίλιαμ Έης» και προχώρησε στο ταμείο, ψάχνοντας νευρικά την τσάντα της για τις δυο πέννες. Η Κριστίν είπε: «Ο κύριος Μπλατ, μ’ έφερε με το αυτοκίνητό του αφού πρώτα κόντεψε να με σκοτώσει. Δεν είχα το θάρρος να πάω μαζί του μέχρι το ξενοδοχείο και του είπα ότι θέλω ν’ αγο­


42

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ράσω μερικά πράγματα». «Είναι ανυπόφορος, έτσι δεν είναι;» είπε η Λίντα. «Ή θα μιλάει όλη την ώρα για τα λεφτά του ή θα λέει εκείνα τ' άνο­ στα αστεία του». «Ο δύστυχος! Μερικές φορές τον λυπάμαι». Η Λίντα δε συμφωνούσε. Δεν έβλεπε γιατί έπρεπε να λυπάται τον κύριο Μπλατ. Ήταν πολύ νέα και γι' αυτό σκληρή. Βγήκε μαζί με την Κριστίν από το μαγαζάκι και προχώ­ ρησαν προς τον διάδρομο. Ήταν απασχολημένη με τις δικές της σκέψεις. Η Κριστίν Ρέντφερν της άρεσε. Κατά τη γνώμη της, η Κριστίν και η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ ήταν τα μόνα υπο­ φερτά άτομα πάνω στο νησί. Καμιά τους δε μιλούσε πολύ. Και τώρα, καθώς περπατούσαν μαζί, η Κριστίν δε μιλούσε. Κι αυτό, σκεφτόταν η Λίντα, ήταν πολύ σπουδαίο. Αν δεν έχεις να πεις κάτι που ν’ αξίζει, ποιος ο λόγος να μιλάς όλη την ώρα; Είχε χαθεί στα δικά της προβλήματα. Και ξαφνικά μίλησε: «Κυρία Ρέντφερν, σας έτυχε ποτέ να νοιώσετε ότι όλα είναι τόσο φοβερά... τόσο ανυπόφορα... που να νομίζετε πως... πως θα σκάσετε;» Τα λόγια ήταν σχεδόν κωμικά αλλά το πρόσωπο του κοριτσιού, τραβηγμένο και γεμάτο αγωνία, δεν ήταν καθόλου κωμικό. Η Κριστίν κοιτάζοντάς την στην αρχή αόριστα, με βλέμμα που δεν έδειχνε να καταλαβαίνει, ασφαλώς δεν είδε τίποτα το κωμικό σ' αυτό το παιδιάστικο πρόσωπο. «Ναι», είπε αργά, «το έχω νοιώσει αυτό...»

IV «Ώστε είστε το περίφημο λαγωνικό, ε;» Ο κύριος Μπλατ καθόταν στο μπαρ, το αγαπημένο του λημέρι. Κοντά του, ο Ηρακλής Πουαρό δέχτηκε την παρατή­ ρηση με τη συνηθισμένη του έλλειψη μετριοφροσύνης. «Και τι κάνετε εδώ πέρα; Δουλειά;» «Όχι, όχι. Αναπαύομαι. Κάνω τις διακοπές μου». Ο κύριος Μπλατ του έκλεισε πονηρά το μάτι. «Αυτό πρέπει να λέτε, έτσι;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

43

«Όχι, δεν είναι αυτό». «Ελάτε τώρα! Ξέρετε, μαζί μου μπορείτε να είστε ήσυχος. Δεν επαναλαμβάνω ποτέ αυτά που ακούω. Έχω μάθει από πολύ νωρίς να κρατάω το στόμα μου κλειστό. Δε θα είχα καταφέρει όσα κατάφερα αν δεν το είχα σαν αρχή να μη μιλάω. Όχι σαν μερικούς που δεν παύει το στόμα τους, λένε, λένε, λένε, ό,τι έχουν ακούσει κι ό,τι τους έχουν πει. Ξέρω καλά πως στη δουλειά σας δεν επιτρέπεται αυτό! Να γιατί επιμένετε να λέτε ότι κάνετε διακοπές». «Τι σας κάνει να υποθέτετε το αντίθετο;» Ο κύριος Μπλατ έκλεισε το μάτι. «Είμαι άνθρωπος του κόσμου. Μπορώ να διακρίνω το επίπεδο ενός ανθρώπου. Ένας άνθρωπος σαν εσάς θα έκανε τις διακοπές του στην Ντοβίλ ή στο Σαιν Τροπέ ή στο Ζουάν λε Πεν. Είναι -πως να το πούμε;- το φυσικό σας περιβάλλον». Ο Πουαρό αναστέναξε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Έβρεχε και το νησί ήταν τυλιγμένο σ’ ένα γκρίζο πέπλο ομί­ χλης. «Ίσως να έχετε δίκιο», είπε. «Εκεί, τουλάχιστον, όταν βρέχει υπάρχουν άλλα πράγματα για να περάσει την ώρα του κανείς». «Ω, το ωραίο παλιό Καζίνο! Δούλεψα σκληρά στη ζωή μου ξέρετε. Δεν είχα καιρό για διακοπές και διασκεδάσεις. Ήθελα να πετύχω και πέτυχα. Τώρα, μπορώ να κάνω ό,τι μ’ αρέσει. Τα λεφτά μου μου το επιτρέπουν. Γνώρισα αρκετά την εύθυμη ζωή τα τελευταία χρόνια, πιστέψτε με». «Ναι;» «Βέβαια. Αλλά κι εγώ δεν ξέρω τι μ' έπιασε και ήρθα εδώ». «Κι εγώ αυτό αναρωτιέμαι», παρατήρησε ο Πουαρό. «Τι θέλετε να πείτε;» Ο Πουαρό κούνησε αόριστα το χέρι του. «Ξέρετε, κι εγώ έχω κάποια παρατηρητικότητα. Και θα έλεγα ότι ένας άνθρωπος σαν εσάς θα διάλεγε μάλλον την Ντοβίλ ή το Μπιαρίτς». «Κι αντί γι' αυτό, να ’μαστέ και οι δυο εδώ». Ο κύριος Μπλατ χασκογέλασε. «Δεν ξέρω, αλήθεια, γιατί ήρθα εδώ», είπε σκεφτικά.


44

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Ίσως γιατί το όνομά του μου φάνηκε ρομαντικό. Ξενοδοχείο Τζόλλυ Ρότζερ, Νησί των Λαθρεμπόρων. Είναι κάτι που σε κεντρίζει, δε νομίζετε; Θαρρεί κανείς πως ξαναγύρισε στα παιδικά του χρόνια. Τότε που διάβαζε για πειρατές, λαθρε­ μπόρια κι όλα αυτά». Γέλασε σχεδόν ντροπαλά. «Μου άρεσε πολύ η ιστιοπλοΐα όταν ήμουν παιδί. Τα κατάφερνα καλά. Όχι σε τούτα τα μέρη. Από την άλλη πλευρά, στις ανατολικές ακτές. Είναι παράξενο, όμως, το μεράκι γι’ αυτά τα πράγματα δεν πεθαίνει ποτέ. Θα μπο­ ρούσα να είχα ένα πανάκριβο γιοτ, αν ήθελα, αλλά η ιδέα δε με τραβάει. Προτιμώ το βαρκάκι μου. Κι ο Ρέντφερν έχει μανία με την ιστιοπλοΐα. Ήρθε μαζί μου μια-δυο φορές. Τώρα δεν έρχεται πια. Τριγυρίζει γύρω από τις φούστες αυτής της κοκκινομάλλας, της γυναίκας του Μάρσαλ». Σταμάτησε λίγο. Ύστερα χαμηλώνοντας τη φωνή, συνέ­ χισε: «Ο πιο πολύς κόσμος σε τούτο το ξενοδοχείο μοιάζει ψόφιος. Η κυρία Μάρσαλ είναι το μοναδικό ζωντανό σημείο. Ο Μάρσαλ θα πρέπει να τρέχει διαρκώς πίσω της. Λένε ένα σωρό ιστορίες γι’ αυτήν τον καιρό που έπαιζε στο θέατρο και μετά! Οι άντρες χάνουν τα μυαλά τους γΐ αυτήν. Να μου το θυμηθείτε, κάποιο κακό θα γίνει καμιά μέρα». «Τι είδος κακό;» «Εξαρτάται. Βλέποντας τον Μάρσαλ, θα έλεγα ότι είναι άνθρωπος με παράξενο χαρακτήρα. Και πραγματικά είναι έτσι. Κάτι άκουσα σχετικά γι’ αυτόν. Τους ξέρω αυτούς με το ήρεμο ύφος. Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται μαζί τους. Ο Ρέντφερν καλά θα έκανε να προσέχει...» Σταμάτησε απότομα. Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλούσε είχε μπει στο μπαρ. Συνέχισε την κουβέντα του δυνατά. «Όπως έλεγα, η ιστιοπλοΐα γύρω στην ακτή, είναι μαγεία. Γεια σου, Ρέντφερν, θα πιεις ένα ποτηράκι μαζί μας; Εγώ κερνάω. Τι θα πάρεις; Μαρτίνι; Ωραία. Εσείς, κύριε Πουαρό;» Ο Πουαρό κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ο Πάτρικ Ρέντφερν κάθισε. «Ιστιοπλοΐα; Είναι η πιο όμορφη διασκέδαση στον κόσμο. Μακάρι να μπορούσα ν’ ασχοληθώ περισσότερο. Όταν ήμουν παιδί, περνούσα τον περισσότερο καιρό σε μια βάρκα


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

45

με πανί γύρω σε τούτη την ακτή». «Τότε θα πρέπει να γνωρίζετε καλά ετούτο το μέρος», είπε ο Πουαρό. «Ναι, μάλλον. Το γνώριζα πριν γίνει το ξενοδοχείο. Υπήρχαν μόνο μερικές ψαροκαλύβες στον κόλπο Λέδερκομπ κι ένα παλιό μισογκρεμισμένο σπίτι στο νησί». «Υπήρχε σπίτι εδώ;» «Ναι, αλλά ήταν κλειστό και ακατοίκητο για πολλά χρόνια. Μισογκρεμισμένο, όπως σας είπα. Κυκλοφορούσαν του κόσμου οι ιστορίες για ένα μυστικό πέρασμα από το σπίτι στη σπηλιά της Πίξυ. Θυμάμαι ότι ψάχναμε διαρκώς να βρούμε αυτό το μυστικό πέρασμα». Ο Χόρας Μπλατ αναποδογύρισε το ποτήρι με το ποτό ιου. Βλαστήμησε σιγανά. Έβγαλε ένα μαντήλι κι άρχισε να σκουπίζεται. «Τι είναι αυτή η σπηλιά της Πίξυ;» ρώτησε. «Δεν το ξέρετε; Είναι στον όρμο Πίξυ. Δεν μπορείτε να βρείτε εύκολα την είσοδο. Είναι ανάμεσα σ’ ένα σωρό από βράχια. Μόνο μια στενή σχισμάδα. Μπορεί κανείς να χωθεί μέσα απ’ αυτήν. Στο εσωτερικό φαρδαίνει και γίνεται μια αρκετά μεγάλη σπηλιά. Μπορείτε να φανταστείτε τι σήμαινε αυτό για ένα παιδί! Μου την είχε δείξει ένας γέρος ψαράς. Σήμερα, ούτε οι ψαράδες την ξέρουν. Ρώτησα έναν τις προάλλες γιατί το μέρος λέγεται όρμος Πίξυ και δεν ήξερε να μου ιτει». «Και τι σημαίνει πίξυ, ακόμη δεν καταλαβαίνω», είπε ο Πουαρό. Ο Ρέντφερν του εξήγησε: «Είναι ονομασία συνηθισμένη στο Ντήβονσαϊρ. Υπάρχει και μια σπηλιά της Πίξυ στο Σήπστορ ον Μουρ. Υπάρχει, ξέρετε, ένας θρύλος. Αφήνετε στη σπηλιά μια καρφίτσα, κάτι σαν δώρο για την Πίξυ. Είναι μια νεράιδα των βάλτων». «Πολύ ενδιαφέρον», είπε ο Πουαρό. Ο Πάτρικ Ρέντφερν συνέχισε: «Υπάρχουν πολλοί θρύλοι για νεράιδες και στο Ντάριμουρ. Λένε ότι στα βράχια κατοικούν νεράιδες. Φαντάζομαι ότι οι χωρικοί που γυρίζουν στα σπίτια τους τα σκοτεινά βράδια θα λένε, ακόμη και τώρα, ότι η νεράιδα τους πήρε τα λογικά».


46

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Εννοείς αφού είχαν πιει αρκετά;» είπε ο Μπλατ. Ο Ρέντφερντ γέλασε. «Αυτή θα πρέπει να είναι η λογική εξήγηση!» είπε. Ο Μπλατ κοίταξε το ρολόι του. «Πηγαίνω για φαγητό. Γενικά, Ρέντφερν, η δική μου συμπάθεια είναι οι πειρατές, όχι οι νεράιδες!» Ο Ρέντφερν γέλασε κοιτάζοντας τον άλλο που έφευγε. «Μα την πίστη μου, θα ήθελα να δω ετούτο το γεροντοπαλίκαρο νεραϊδοπαρμένο!» Ο Πουαρό παρατήρησε στοχαστικά: «Για επιχειρηματίας που έχει δουλέψει σκληρά, ο κύριος Μπλατ φαίνεται να έχει πολύ ρομαντική φαντασία». «Επειδή δεν είναι πολύ μορφωμένος. Τουλάχιστον έτσι λέει η γυναίκα μου. Κοιτάξτε τι διαβάζει. Μόνο θρίλερ και γουέστερν». «Θέλετε να πείτε ότι έχει ακόμη τη νοοτροπία μικρού παιδιού;» «Δεν το νομίζετε και εσείς, κύριε Πουαρό;» «Εγώ, δεν έχω κάνει πολλή παρέα μαζί του». «Ούτε κι εγώ. Πήγα μια-δυο φορές μαζί του για ιστιο­ πλοΐα, αλλά μου φαίνεται πως δεν του αρέσει να έχει κι άλλον μαζί του. Προτιμάει να είναι μόνος του». «Μου φαίνεται παράξενο αυτό. Δεν είναι η συνήθειά του, όταν βρίσκεται στην ξηρά». Ο Ρέντφερν γέλασε. «Το ξέρω. Όλοι μας φροντίζουμε να μη βρισκόμαστε στον δρόμο του. Θα ήθελε να κάνει ετούτο το μέρος ένα είδος κοσμικής πλαζ». Ο Πουαρό δε μίλησε. Μελετούσε προσεχτικά το γελαστό πρόσωπο του νέου άντρα. Απότομα, και απροσδόκητα, είπε: «Φαντάζομαι, κύριε Ρέντφερν, ότι χαίρεστε τη ζωή». Ο άλλος τον κοίταξε απορώντας. «Πραγματικά», είπε. «Γιατί όχι άλλωστε;» «Αλήθεια, γιατί όχι», συμφώνησε ο Πουαρό. «Επιτρέψτε μου να σας δώσω τα συγχαρητήριά μου γι’ αυτό». Χαμογελώντας, ο Πατρικ Ρέντφερν είπε: «Σας ευχαριστώ, κύριε». «Να γιατί, σαν μεγαλύτερος, σαν πολύ μεγαλύτερος σας, τολμώ να σας δώσω μια συμβουλή».


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

47

«Ναι;» «Ένας πολύ σοφός φίλος μου της Αστυνομίας, μου είπε κάποτε: Ηρακλή, φίλε μου, αν θέλεις να έχεις την ησυχία σου, μακριά από τις γυναίκες”». «Πολύ φοβάμαι, κύριε, ότι για μένα η συμβουλή έρχεται πολύ αργά. Είμαι παντρεμένος, όπως ξέρετε». «Ναι, ξέρω. Η γυναίκα σας είναι μια πολύ χαριτωμένη, μια ολοκληρωμένη γυναίκα. Σας αγαπάει πολύ, νομίζω». Ο τόνος του Ρέντφερν έγινε κοφτός. «Κι εγώ την αγαπώ πολύ». «Α, χαίρομαι που το ακούω». Το μέτωπο του Πάτρικ Ρέντφερν ζάρωσε. «Πού το πάτε, κύριε Πουαρό;» «Α, φίλε μου, οι γυναίκες, οι γυναίκες...» Ο Πουαρό ακούμπησε στη ράχη της πολυθρόνας του και έκλεισε τα μάτια. «Κάτι ξέρω απ’ αυτές κι εγώ. Είναι ικανές να κάνουν τη ζωή ανυπόφορη. Και οι Άγγλοι ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους με απίθανο τρόπο. Αν θέλατε οπωσδήποτε να ’ρθειτε εδώ, κύριε Ρέντφερν, γιατί, στον Θεό σας, γιατί φέρατε μαζί και τη γυναίκα σας;» «Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε», είπε θυμωμένα ο Πάτρικ Ρέντφερν. «Καταλαβαίνετε πολύ καλά. Δεν είμαι τόσο ανόητος ώστε να συζητώ μ' έναν ξεμυαλισμένο άνθρωπο. Απλώς προει­ δοποιώ». «Ασφαλώς, ακούσατε αυτές τις καταραμένες κουτσομπό­ λες. Η κυρία Γκάρντνερ και η άλλη, η Μπριούστερ, δεν έχουν άλλη δουλειά να κάνουν παρά να ασχολούνται όλη μέρα με το τι κάνει ο ένας και ο άλλος. Επειδή μια γυναίκα είναι όμορφη, πέφτουν πάνω της σαν οχιές». Ο Πουαρό σηκώθηκε. Είπε σιγά: «Είστε πραγματικά τόσο πολύ ανώριμος;» Κούνησε το κεφάλι του και βγήκε από το μπαρ. Ο άλλος τον κοίταζε με θυμωμένο ύφος. V Βγαίνοντας από την τραπεζαρία, ο Πουαρό σταμάτησε στο χολ. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές κι απ' έξω ερχόταν η


48

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μυρωμένη ανάσα της νύχτας. Η βροχή είχε ττάψει και η ομί­ χλη είχε διαλυθεί. Η βραδιά ήταν όμορφη. Ο Πουαρό βρήκε την κυρία Ρέντφερν στην αγαπημένη της θέση στην προεξοχή του βράχου. Σταμάτησε δίπλα της. «Εκεί που κάθεστε έχει υγρασία, θα κρυώσετε», της είπε. «Ω, δε νομίζω. Κι εξάλλου, τι σημασία έχει». «Μπα, μπα, δεν είστε μικρό παιδί! Είστε μια μορφωμένη γυναίκα. Πρέπει να βλέπετε τα πράγματα λογικά». «Μπορώ να σας βεβαιώσω πως δεν κρυώνω εύκολα». «Η μέρα ήταν υγρή. Φυσούσε δυνατός αέρας, έβρεχε και η ομίχλη σκέπαζε τα πάντα. Πέστε μου, λοιπόν, πώς είναι ο καιρός τώρα; Η ομίχλη διαλύθηκε, ο ουρανός καθάρισε και τ’ αστέρια λάμπουν. Είναι όπως στη ζωή, κυρία μου». «Ξέρετε τι με αηδιάζει περισσότερο σε τούτο το μέρος;» «Τι πράγμα, κυρία μου;» «Ο οίκτος». Πρόφερε τη λέξη με χαμηλή σκληρή φωνή. Έμοιαζε με κροτάλισμα από μαστίγιο. «Νομίζετε πως δεν ξέρω; Πως δεν καταλαβαίνω; Όλος ο κόσμος λέει: “Την καημένη την κυρία Ρέντφερν. Τη φτω­ χούλα τη μικρή Ρέντφερν!" Κι ωστόσο δεν είμαι μικρή, είμαι ψηλή. Λένε όμως μικρή, γιατί με λυπούνται. Κι αυτό δεν μπορώ να το υποφέρω!» Ο Πουαρό έστρωσε προσεχτικά το μαντήλι του σ’ ένα κάθισμα και κάθισε. «Υπάρχει μια αλήθεια σ’ αυτό», είπε. «Αυτή η γυναίκα...» Η Κριστίν σταμάτησε απότομα. «Θα μου επιτρέψετε να σας πω κάτι, madame; Κάτι που είναι αληθινό, όπως τ’ αστέρια στον ουρανό; Οι διάφορες Αρλήνα Στιούαρτ -ή Αρλήνα Μάρσαλ- του κόσμου, δεν έχουν καμιά σημασία». «Κουταμάρες». «Σας βεβαιώνω. Η βασιλεία τους είναι μόνο μιας στιγμής και για τη στιγμή. Για να έχει σημασία -αληθινή σημασία- μια γυναίκα πρέπει να έχει προσωπικότητα και ακτινοβολία». «Φαντάζεστε πως οι άντρες σκοτίζονται για προσωπικό­ τητα ή για ακτινοβολία;» «Οπωσδήποτε». Η γυναίκα γέλασε με πικρή ειρωνεία.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

49

«Δε συμφωνώ μαζί σας». «Ο σύζυγός σας, madame, σας αγαπάει. Το ξέρω». «Δεν μπορείτε να το ξέρετε». «Ναι, ναι, το ξέρω. Τον είδα να σας κοιτάζει». Ξαφνικά, η νέα γυναίκα έσπασε. Άρχισε να κλαίει με αναφιλητά στον βολικό ώμο του Πουαρό. «Δεν μπορώ πια... Δεν αντέχω...» Ο Πουαρό της χάιδεψε το μπράτσο. «Υπομονή, μικρή μου, υπομονή». Η Κριστίν ανασηκώθηκε σκουπίζοντας τα μάτια της. «Εντάξει. Πέρασε τώρα. Σας παρακαλώ, αφήστε με. Θα... θέλω να μείνω μόνη». Την άφησε καθισμένη εκεί και πήρε το φιδογυριστό δρο­ μάκι που έφερνε στο ξενοδοχείο. Είχε φτάσει σχεδόν, όταν άκουσε ψιθυριστές ομιλίες. Βγήκε από το μονοπάτι. Ανάμεσα στους θάμνους υπήρχε ένα ξέφωτο. Είδε την Αρλήνα Μάρσαλ και τον Πάτρικ Ρέντφερν δίπλα της. Άκουσε τη φωνή του νέου, βραχνή από πάθος. «Είμαι τρελός μαζί σου... τρελός... Έχω χάσει τα μυαλά μου... Μ' αγαπάς λίγο; Πες μου μ’ αγαπάς;» Είδε το πρόσωπο της γυναίκας. Ήταν, σκέφτηκε, αινιγμα­ τικό, σαν μιας χαδιάρας γάτας. Ήταν θηρίο, όχι άνθρωπος. Την άκουσε να λέει σιγά: «Μα βέβαια, Πάτρικ, χρυσέ μου, σε λατρεύω. Το ξέρεις...» Για μία μοναδική φορά, ο Ηρακλής Πουαρό δε στάθηκε ν’ ακούσει περισσότερα. Ξαναγύρισε στο μονοπάτι και προχώ­ ρησε προς το ξενοδοχείο. Μια σκιά τον πλησίασε ξαφνικά. Ο κύριος Μάρσαλ. «Υπέροχη νύχτα, ε; Ύστερα απ’ όλη εκείνη τη βροχή». Κοίταξε τον ουρανό. «Μου φαίνεται πως θα έχουμε ωραία μέρα αύριο».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ I Το πρωινό της 25ης Αυγούστου ξημέρωσε φωτεινό και ασυννέφιαστο. Ήταν ένα πρωινό που θα μπορούσε να κάνει και τον πιο κλασικό τεμπέλη να σηκωθεί νωρίς. Πολύς κόσμος σηκώθηκε νωρίς εκείνο το πρωινό στο «Τζόλλυ Ρότζερ». Ήταν οχτώ, όταν η Λίντα, καθισμένη μπροστά στο τρα­ πεζάκι του δωματίου της, γύρισε ανάποδα ένα μικρό βιβλίο με δερμάτινο δέσιμο. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα και οι κόρες των ματιών της διεσταλμένες. «Ναι, θα το κάνω...» είπε μέσ’ από τα δόντια της. Έβγαλε την πυτζάμα της και φόρεσε το μαγιό της. Έριξε από πάνω της ένα μπουρνούζι και έδεσε στα πόδια της ένα ζευγάρι σανδάλια. Βγήκε από το δωμάτιό της, και διέσχισε τον διάδρομο. Στην άκρη του διαδρόμου, μια μπαλκονόπορτα έβγαζε στη βεράντα κι από κει μια εξωτερική σκάλα οδηγούσε κατ’ ευθείαν στους βράχους κάτω από το ξενοδο­ χείο. Μια μικρή σιδερένια ανεμόσκαλα, χωμένη στον βράχο, έφτανε μέχρι το νερό. Πολλοί από τους κατοίκους του ξενο­ δοχείου τη χρησιμοποιούσαν όταν ήθελαν να πάρουν ένα μπάνιο πριν από το πρόγευμα, γιατί η απόσταση ήταν πιο σύντομη απ’ όσο ο δρόμος ως την πλαζ. Τη στιγμή που η Λίντα κατέβαινε τα σκαλιά της βεράντας, διασταυρώθηκε με τον πατέρα της που ανέβαινε. «Νωρίς σηκώθηκες», της είπε. «Πας για μπάνιο;» Η Λίντα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Συνέχισαν ο καθένας τον δρόμο του. Ωστόσο, η Λίντα αντί να κατέβει στους βράχους, έκανε


51

ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

τον γύρο του ξενοδοχείου μέχρι το δρομάκι που έβγαζε στον διάδρομο που ένωνε το νησί με την ξηρά. Η παλίρροια είχε ανεβεί και ο διάδρομος βρισκόταν κάτω από το νερό, αλλά η βάρκα που μετέφερε τους ενοίκους του ξενοδοχείου, ήταν δεμένη σε μια μικρή προβλήτα. Ο βαρκάρης έλειπε. Η Λίντα μπήκε στη βάρκα, έλυσε το σκοινί και παίρνοντας τα κουπιά, πέρασε απέναντι. Έδεσε τη βάρκα κι ανηφόρισε στην πλα­ γιά. Προσπέρασε το γκαράζ του ξενοδοχείου κι έφτασε στο μαγαζάκι με τα ψιλικά. Η ιδιοκτήτρια, μόλις είχε ανοίξει τα ρολά και σκούπιζε το πάτωμα. Κοίταξε ξαφνιασμένη το κορίτσι. «Ω, δεσποινίς, πολύ πρωινή είστε σήμερα». Η Λίντα έψαξε στην τσέπη της ρόμπας της κι έβγαλε λίγα λεφτά και άρχισε να κάνει τα ψώνια της.

II Η Κριστίν Ρέντφερν ήταν στο δωμάτιο της Λίντα όταν το κορίτσι γύρισε. «Α, ήρθες. Δε φανταζόμουν ότι είχες σηκωθεί κιόλας». «Είχα πάει για μπάνιο». Η Κριστίν είδε το πακέτο στα χέρια της μικρής. «Το ταχυδρομείο ήρθε τόσο νωρίς;» είπε ξαφνιασμένη. Η Λίντα κοκκίνισε. Νευρική και αδέξια όπως πάντα, άφησε το πακέτο να γλιστρήσει από τα χέρια της. Ο λεπτός σπάγκος έσπασε και το περιεχόμενο σκορπίστηκε στο πάτωμα. «Τι θα τα κάνεις τα κεριά;» ρώτησε η Κριστίν. Αλλά, προς μεγάλη ανακούφιση της Λίντα, δεν περίμενε απάντηση. Συνέχισε, ενώ τη βοηθούσε να μαζέψει τα πράγ­ ματα από το πάτωμα: «Ήρθα να σε ρωτήσω αν θα Όελες να έρθεις μαζί μου στον όρμο Γκαλ. Θα πάω να ζωγραφίσω». Η Λίντα βιάστηκε να δεχτεί. Τις τελευταίες μέρες είχε συνοδέψει πολλές φορές την Κριστίν Ρέντφερν στις ζωγραφικές της εξερευνήσεις. Η Κριστίν ήταν μια μέτρια ζωγράφος. Ίσως όμως, η ζωγραφική να τη βοηθούσε να σώζει την περηφάνια της, μια και ο άντρας της την άφηνε σχεδόν διαρκώς μόνη, τρέχοντος πίσω από


52

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

την Αρλήνα Μάρσαλ. Η Λίντα γινόταν όλο και πιο μελαγχολική και δύστροπη. Της άρεσε να πηγαίνει με την Κριστίν, που απορροφημένη από τη δουλειά της, μιλούσε πολύ λίγο. Υπήρχε ένα είδος βουβής συμπάθειας ανάμεσα στο κορίτσι και στη νέα γυναίκα, ίσως εξαιτίας της κοινής τους αντιπάθειας για το ίδιο πρόσωπο. Η Κριστίν πρόσθεσε: «Θα γυρίσω να παίξω τένις στις δώδεκα, γι’ αυτό καλύ­ τερα να ξεκινήσουμε νωρίς. Θέλεις στις δέκα και μισή;» «Εντάξει, θα είμαι έτοιμη, θα συναντηθούμε στο χολ». Ill Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ είχε πάρει αργά το πρωινό της. Βγαίνοντας από την τραπεζαρία, έπεσε πάνω της η Λίντα που κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες. «Ω, συγνώμη, δεσποινίς Ντάρνλεϊ!» «Ωραία μέρα σήμερα, ε; Ποιος θα το πίστευε ύστερα από τη χτεσινή βροχή». «Ναι. Πηγαίνω με την κυρία Ρέντφερν στον όρμο Γκαλ. Υποσχέθηκα να τη συναντήσω στις δέκα και μισή. Φοβάμαι ότι άργησα». «Όχι. Είναι μόλις δέκα και εικοσιπέντε». «Α, καλά». Η μικρή ήταν λίγο λαχανιασμένη και η Ρόζαμουντ την κοί­ ταξε εξεταστικά. «Έχεις πυρετό, Λίντα;» Τα μάτια του κοριτσιού γυάλιζαν και στα μάγουλά της υπήρχαν δυο κόκκινες κηλίδες. «Ω, όχι. Δεν έχω πυρετό». Η Ρόζαμουντ χαμογέλασε. «Συνήθως παίρνω το πρωινό μου στο κρεβάτι. Σήμερα όμως είναι τόσο όμορφη η μέρα, ώστε σηκώθηκα και κατέ­ βηκα να φάω αυγά με μπέικον, σαν άντρας». «Ναι, ναι, είναι πολύ όμορφα μετά από το χτεσινό. Ο όρμος Γκαλ είναι ωραίος το πρωί. Θα βάλω μπόλικο λάδι και θα μαυρίσω εντελώς». «Ναι, στον όρμο Γκαλ είναι όμορφο το πρωί. Και πολύ


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

53

πιο ήσυχο από την πλαζ». Η Λίντα είπε δειλά: «Θέλετε να έρθετε κι εσείς;» Η Ρόζαμουντ κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, δεν μπορώ σήμερα. Έχω άλλη δουλειά». Η Κριστίν Ρέντφερν κατέβηκε τις σκάλες. Φορούσε μια πυτζάμα του μπάνιου, με φαρδύ παντελόνι και μακριά μανίκια. Ήταν φτιαγμένη από ελαφρύ ύφασμα σε πράσινο χρώμα με κίτρινα σχέδια. Η Ρόζαμουντ ένοιωσε τη γλώσσα της να την τρώει. Θα ήθελε να της πει ότι το κίτρινο και πράσινο χρώμα δεν ταίριαζε στο πολύ άσπρο, σχεδόν αναιμικό, δέρμα της. Η Ρόζαμουντ θύμωνε όταν έβλεπε γυναίκες που δεν ήξεραν να ντυθούν. «Αν έντυνα εγώ αυτή την κοπέλα», σκέφτηκε, «θα έκανα τον άντρα της να τρέχει πίσω της σαν σκυλάκι. Όσο ανόητη κι αν είναι η Αρλήνα, ξέρει όμως να ντυθεί. Ετούτο το δυστυχισμένο πλάσμα, μοιάζει με μαραμένο μαρούλι». «Καλή διασκέδαση», είπε δυνατά. «Εγώ θα πάω στο Σάννυ Λετζ με το βιβλίο μου».

IV Ο Ηρακλής Πουαρό πήρε το πρωινό στο δωμάτιό του όπως συνήθως. Ωστόσο, ο καιρός ήταν τόσο όμορφος ώστε τον έκανε να βγει από το ξενοδοχείο νωρίτερα από το συνη­ θισμένο. Ήταν δέκα, δηλαδή μισή ώρα νωρίτερα απ’ ό,τι εμφανιζόταν συνήθως, που κατέβηκε στην ακτή. Η αμμουδιά ήταν έρημη, εκτός από ένα άτομο. Αυτό το άτομο ήταν η Αρλήνα Μάρσαλ. Φορούσε το άσπρο μαγιό της, το πράσινο κινέζικο καπέλο της και προσπαθούσε να ρίξει στη θάλασσα μια άσπρη ξύλινη σχεδία. Πολύ ιπποτικά ο Πουαρό βιάστηκε να τη βοηθήσει, αδιαφορώντας για τα άσπρα καστόρινα παπού­ τσια του που έγιναν μούσκεμα. Τον ευχαρίστησε μ’ ένα από κείνα τα λοξά της βλέμματα. Τη στιγμή που έφευγε, τον φώναξε. «Κύριε Πουαρό!» «Μθάαπίθ;»

«Θα μου κάνετε μια χάρη;»


54

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Ό,τι θέλετε». Του χάρισε ένα φωτεινό χαμόγελο. «Μην πείτε σε κανένα που είμαι». Έκανε το βλέμμα της ακαταμάχητο. «Ο καθένας θέλει να έρθει μαζί μου. Κι εγώ θέλω, τουλάχιστον για μια φορά, να μείνω μόνη». Αρχισε να τραβάει γερά κουπί. Ο Πουαρό άρχισε να περπατάει στην άκρη της θάλασ­ σας. Μουρμούρισε μόνος του: «Ναι, δεν πρέπει να 'ναι έτσι. Όχι, αυτό δεν το πιστεύω». Δεν πίστευε ότι η Αρλήνα Στιούαρτ, όπως ήταν το καλλι­ τεχνικό της όνομα, θα ήθελε ποτέ να μείνει μόνη. Ο Πουαρό, αυτή η γριά αλεπού, ήξερε καλά τον κόσμο. Καταλάβαινε ότι η γόησσα είχε κάποιο ραντεβού. Και νόμιζε πως ήξερε με ποιόν. Γρήγορα όμως αποδείχτηκε ότι έκανε λάθος. Γιατί, μόλις η σχεδία είχε στρίψει το ακρωτήρι και δε φαι­ νόταν πια, είδε τον Πάτρικ Ρέντφερν με τον Κέννεθ Μάρσαλ πίσω του, να κατεβαίνει με μεγάλα βήματα από το ξενοδο­ χείο. Ο Μάρσαλ κούνησε το κεφάλι του στον Πουαρό. «Καλημέρα, Πουαρό. Είδατε πουθενά τη γυναίκα μου;» «Η κυρία ξύπνησε λοιπόν τόσο πρωί;» ήταν η διπλωμα­ τική απάντηση του Πουαρό. «Δεν είναι στο δωμάτιό της», είπε ο Μάρσαλ. Κοίταξε τον ουρανό. «Όμορφη μέρα. Πάω αμέσως για κολύμπι. Έχω αρκετή δακτυλογράφηση αυτό το πρωινό». Ο Πάτρικ Ρέντφερν κοίταζε, με τρόπο γύρω του. Κάθισε κοντά στον Πουαρό κι ετοιμάστηκε να περιμένει την εμφά­ νιση της ωραίας του. «Και η κυρία Ρέντφερν;» ρώτησε ο Πουαρό. «Σηκώθηκε κι εκείνη νωρίς σήμερα;» «Η Κριστίν; Ω, πάει να ζωγραφίσει. Την έχει πιάσει μανία με τη ζωγραφική τελευταία». Μιλούσε αφηρημένα. Ήταν φανερό πως το μυαλό του βρισκόταν αλλού. Όσο περνούσε η ώρα και η Αρλήνα δε φαινόταν, έκρυβε όλο και πιο δύσκολα την αγωνία του. Σε κάθε βήμα που ακουγόταν, γύριζε με λαχτάρα το κεφάλι. Δεν ήταν όμως εκείνη που περίμενε και η μία απογοήτευση ακο­ λουθούσε την άλλη. Πρώτοι έφτασαν ο κύριος και η κυρία Γκάρντνερ μαζί με


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

55

το πλεχτό της και το βιβλίο και μετά έφτασε η δεσποινίς Μπριούστερ. Η κυρία Γκάρντνερ εργατική όπως πάντα, εγκαταστάθηκε σε μια πολυθρόνα κι άρχισε να πλέκει μ’ επιμέλεια, ενώ η γλώσσα της συναγωνιζόταν σε ταχύτητα τις βελόνες της. «Λοιπόν, κύριε Πουαρό, η πλαζ είναι πολύ έρημη σήμερα. Πού πήγε ο κόσμος;» Ο Πουαρό της εξήγησε ότι οι Μάστερμαν και οι Κόαν, δυο οικογένειες που είχαν παιδιά, είχαν φύγει για μια ολοήμερη εκδρομή με τη βάρκα. «Α, μα γι’ αυτό έχει τόση ησυχία. Και βλέπω ότι ένας μόνο κολυμπάει, ο κύριος Μάρσαλ». Ο Μάρσαλ είχε βγει από τη θάλασσα. Ερχόταν προς το μέρος τους ανεμίζοντας την πετσέτα του. «Η θάλασσα είναι όνειρο σήμερα», είπε. «Δυστυχώς έχω πολλή δουλειά. Πρέπει να κλειστώ μέσα και να την τελειώσω». «Τι κρίμα, κύριε Μάρσαλ, μια τόσο όμορφη μέρα σαν τη σημερινή. Ω, Θεέ μου, τι απαίσια που ήταν η χτεσινή! Έλεγα στον κύριο Γκάρντνερ ότι αν ο καιρός εξακολουθούσε να είναι τέτοιος, θα έπρεπε να φύγουμε. Είναι πολύ μελαγχολικό, ξέρετε, να βλέπεις γύρω σου ομίχλη. Σου δίνει ένα αίσθημα τρόμου. Κι εγώ είμαι πολύ ευαίσθητη στις καιρικές συνθήκες από μικρό παιδί. Μερικές φορές, ξέρετε, έκλαιγα και ξεφώνιζα. Κι αυτό, βέβαια, ήταν πολύ ενοχλητικό για τους γονείς μου. Αλλά η μητέρα μου ήταν μια άγια γυναίκα. Έλεγε στον πατέρα μου: “Σινκλαίρ, αν το παιδί νοιώθει την ανάγκη να φωνάξει, πρέπει να το αφήσουμε να το κάνει. Είναι ο τρόπος του να εκφραστεί”. Και φυσικά, ο πατέρας μου συμ­ φωνούσε. Ήταν πολύ αφοσιωμένος στη μητέρα μου και δεν της χαλούσε ποτέ χατίρι. Ήταν ένα ζευγάρι πολύ αγαπημένο και πολύ αξιόλογο. Δεν ήταν, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Πού είναι η κόρη σας, κύριε Μάρσαλ;» «Η Λίντα; Δεν ξέρω. Φαντάζομαι πως θα τριγυρίζει κάπου στο νησί». «Να σας πω κάτι, κύριε Μάρσαλ; Αυτό το παιδί μου φαί­ νεται κάπως αδύνατο. Χρειάζεται πολλή τροφή και στοργική συμπεριφορά».


56

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Η Λίντα είναι μια χαρά», είπε κοφτά ο Κέννεθ Μάρσαλ. Απομακρύνθηκε προς το ξενοδοχείο. Ο Πάτρικ Ρέντφερν δεν μπήκε στη θάλασσα. Καθόταν κοιτάζοντας προς το ξενοδοχείο. Είχε αρχίσει να νευριάζει. Η δεσποινίς Μπριούστερ ήταν φρέσκια και κεφάτη. Η συζήτηση ήταν σχεδόν όπως κάθε πρωί. Η μονότονη φλυαρία της κυρίας Γκάρντνερ και το κοφτό στακάτο της δεσποινίδας Μπριούστερ. «Η ακρογιαλιά είναι άδεια. Όλος ο κόσμος πήγε εκδρομή;» παρατήρησε η δεσποινίς Μπριούστερ. Η κυρία Γκάρντνερ είπε: «Έλεγα στον κύριο Γκάρντνερ σήμερα το πρωί ακριβώς, ότι θα έπρεπε να κάνουμε μια εκδρομή στο Ντάρτμουρ. Είναι πολύ κοντά και το τοπίο τόσο ρομαντικό. Και θα ήθελα να δω τις φυλακές -Πρίνσταουν, δεν τις λένε; Νομίζω πως θα έπρεπε να τα προγραμματίσουμε γι' αύριο, έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Θα κολυμπήσετε, καλό μου παιδί;» ρώτησε τη δεσποι­ νίδα Μπριούστερ ο Πουαρό. «Ω, πήρα κιόλας το μπάνιο μου πριν από το πρόγευμα. Μάλιστα, παραλίγο να μου έρθει ένα μπουκάλι στο κεφάλι. Κάποιος το πέταξε από ένα παράθυρο του ξενοδοχείου». «Πολύ επικίνδυνο πράγμα αυτό», είπε η κυρία Γκάρ­ ντνερ. «Μια φίλη μου έπαθε διάσειση από ένα σωληνάριο οδοντόκρεμας που έπεσε στο κεφάλι της από το τριακοστό πέμπτο πάτωμα ενός σπιτιού. Πήρε σοβαρή αποζημίωση». Έψαξε ανάμεσα στα κουβάρια της. «Αχ, Όντελ, δεν πήρα το ανοιχτό μοβ μαλλί. Είναι στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου στο δωμάτιό μας. Μπορεί και στο τρίτο». «Ναι, χρυσή μου». Ο κύριος Γκάρντνερ σηκώθηκε πειθήνια να φέρει το κου­ βάρι της συμβίας του. Η κυρία Γκάρντνερ συνέχισε: «Μερικές φορές, ξέρετε, σκέφτομαι ότι ίσως να έχουμε πάει πολύ μακριά, στον καιρό μας. Όλες αυτές οι σπουδαίες εφευρέσεις, όλες αυτά τα ηλεκτρικά κύματα που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα, νομίζω ότι φέρνουν διανοητικές ανωμαλίες


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

57

και πιστεύω ότι ίσως ήρθε ο καιρός να δεχτεί η ανθρωπότητα ένα καινούργιο μήνυμα. Δεν ξέρω, κύριε Πουαρό, αν ενδια­ φερθήκατε ποτέ για τις προφητείες από τις Πυραμίδες». «Όχι, δεν ενδιαφέρθηκα». «Ε, λοιπόν, σας βεβαιώνω πως είναι πολύ-πολύ ενδια­ φέρουσες. Από τη μια μεριά η Μόσχα, χιλιάδες μίλια βορειό­ τερα από -πώς τη λένε;- Νινευΐ, μου φαίνεται, τέλος πάντων, κάνετε έναν κύκλο και αμέσως σας δείχνει τα πιο καταπλη­ κτικά πράγματα -μπορεί κανείς να δει ότι πρέπει να υπάρχει κάποια μυστική, κάποια αόρατη κατεύθυνση και ότι αυτοί οι αρχαίοι Αιγύπτιοι δεν ήταν δυνατό να τα έχουν σκεφτεί όλ’ αυτά που έκαναν, μόνοι τους. Και όταν μπείτε στη θεωρία των αριθμών και στην επανάληψή τους, γίνονται όλα τόσο καθαρά, ώστε δεν μπορώ να καταλάβω, πως είναι δυνατό ν’ αμφιβάλλει κανείς για την αλήθεια όλων αυτών». Η κυρία Γκάρντνερ σώπασε κοιτάζοντας θριαμβευτικά τον Πουαρό και τη δεσποινίδα Μπριούστερ, αλλά κανείς από τους δυο τους δεν ένοιωθε το κουράγιο να συζητήσει το θέμα. Ο Πουαρό εξέταζε πικραμένος τα μουσκεμένα άσπρα παπούτσια του. Η Έμιλυ Μπριούστερ άρπαξε την ευκαιρία. «Τσαλαβουτήξατε με τα παπούτσια σας, κύριε Πουαρό;» «Δυστυχώς, παραπάτησα». Η Έμιλυ Μπριούστερ χαμήλωσε τη φωνή: «Πού είναι σήμερα η μοιραία μας; Άργησε». Η κυρία Γκάρντνερ σήκωσε τα μάτια από το πλεχτό της και κοίταξε εξεταστικά τον Πάτρικ Ρέντφερν. «Φαίνεται έτοιμος να ξεσπάσει. Ω, Θεέ μου, δεν είναι σωστά πράγματα αυτά. Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται για όλ’ αυτά ο Μάρσαλ. Είναι τόσο ήσυχος και ευγενικός άνθρωπος -πολύ Βρετανός και πολύ διακριτικός. Ποτέ δεν μπορεί να καταλάβει κανείς τι σκέφτεται». Ο Πάτρικ Ρέντφερν σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω. «Σαν λιοντάρι στο κλουβί», μουρμούρισε η κυρία Γκάρ­ ντνερ. Τρία ζευγάρια μάτια παρακολουθούσαν το πήγαιν’ έλα του. Ο νέος τα ένοιωθε να βαραίνουν πάνω του κι αυτό τον


58

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

νεύριαζε. Δεν ήταν πια μόνο μελαγχολικός. Φαινόταν να βράζει από θυμό. Μέσα στη γαλήνη του πρωινού, ακούστηκε από μακριά ο μελωδικός ήχος καμπάνας. «Ο αέρας γύρισε ανατολικά πάλι», είπε η Έμιλυ Μπριούστερ. «Καλό σημάδι όταν ακούγεται ο ήχος της καμπάνας». Κανείς δε μίλησε πια, ως τη στιγμή που γύρισε ο κύριος Γκάρντνερ κρατώντας ένα κουβάρι μοβ μαλλί. «Τι έκανες τόση ώρα, Όντελ;» «Με συγχωρείς, χρυσή μου, αλλά δεν ήταν στα συρτάρια του γραφείου. Το βρήκα στο ράφι της ντουλάπας». «Μα πώς γίνεται; Θα μπορούσα να πάρω όρκο πως το είχα βάλει στο συρτάρι του γραφείου. Ευτυχώς που δε χρει­ άστηκε ποτέ να πάω μάρτυς σε δικαστήριο. Θα πέθαινα από ντροπή αν δεν μπορούσα να θυμηθώ σωστά τα πράγματα». Ο κύριος Γκάρντνερ είπε: «Η κυρία Γκάρντνερ είναι πολύ ευσυνείδητη». V Θα ήταν ύστερα από πέντε λεπτά περίπου, που ο Πάτρικ Ρέντφερν είπε: «Θα πάτε βαρκάδα, δεσποινίς Μπριούστερ; Με θέλετε μαζί σας;» «Ω, πολύ ευχαρίστως!» «Θα κάνουμε τον γύρο του νησιού, θέλετε;» Η δεσποινίς Μπριούστερ συμβουλεύτηκε το ρολόι της. «Προφταίνουμε; Ναι, δεν είναι ούτε εντεκάμιση ακόμη. Ελάτε, πάμε». Κατέβηκαν μαζί στην παραλία. Ο Πάτρικ Ρέντφερν πήρε πρώτος τα κουπιά. Τραβούσε κουπί με δύναμη. Η βάρκα πετούσε πάνω στην ήσυχη επι­ φάνεια του νερού. «Πολύ ωραία», είπε επιδοκιμαστικά η Έμιλυ Μπριούστερ. «Να δούμε πόσο θ’ αντέξετε». Της γέλασε κατάμουτρα. Το κέφι του είχε φτιάξει. «Ασφαλώς, θα έχω αποχτήσει μερικές ωραίες φουσκάλες όταν θα γυρίσουμε». Τίναξε πίσω το κεφάλι του με τα μαύρα μαλλιά. «Θεέ μου, τι όμορφη μέρα! Τίποτα στον κόσμο δεν μπο­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

59

ρεί να συγκριθεί με μιαν όμορφη καλοκαιριάτικη μέρα στην Αγγλία». «Δεν υπάρχει σύγκριση, κατά τη γνώμη μου», είπε η Έμιλυ. «Η Αγγλία είναι ο μόνος τόπος που μπορεί να ζήσει κανείς». «Είμαι κι εγώ της ίδιας γνώμης». Έστριψαν το ακρωτήρι προς τα δυτικά και έπλεαν κάτω από τους βράχους. Ο Πάτρικ Ρέντφερν κοίταξε ψηλά. «Έχει πάει κανείς στο Σάννυ Λετζ σήμερα το πρωί; Βλέπω μια ομπρέλα. Ποιος να ’ναι άραγε;» «Η δεσποινίς Ντάρνλεϊ, νομίζω. Θα είναι καμιά από τις Γιαπωνέζικες ομπρέλες της». Έπλεαν κοντά ατην παραλία. Αριστερά τους ήταν η ανοι­ χτή θάλασσα. «Θα έπρεπε να πάμε από την άλλη πλευρά», είπε η Έμιλυ Μπριούστερ. «Από δω, έχουμε το ρεύμα αντίθετο». «Το ρεύμα δεν είναι καθόλου δυνατό. Κολύμπησα μέχρι εδώ και δεν ένοιωσα καθόλου ρεύμα. Οπωσδήποτε, δε θα μπορούσαμε να πάμε από την άλλη πλευρά. Ο διάδρομος θα είναι έξω από το νερό». «Ναι, βέβαια, εξαρτάται από την παλίρροια. Αλλά λένε ότι ίο κολύμπι στον όρμο Πίξυ είναι επικίνδυνο». Ο Πάτρικ εξακολουθούσε να κωπηλατεί δυνατά, ενώ κοί­ ταζε με προσοχή στους βράχους. «Ψάχνει για την Αρλήνα Μάρσαλ», σκέφτηκε η Έμιλυ. «Γι’ αυτό ήρθε μαζί μου. Η Μάρσαλ δε φάνηκε όλο το πρωί κι αναρωτιέται πού να πήγε. Ίσως να το έκανε επίτηδες, για να τον τρελάνει περισσότερο». Έστριψαν τον μυτερό βράχο στα νότια του μικρού όρμου που είχε το όνομα, ο όρμος Πίξυ. Ήταν ένα τόσο δα μικρό λιμανάκι σπαρμένο με βράχους. Αντίκριζε το βοριά κι από πάνω του κρεμόταν σχεδόν ο βράχος. Ήταν ένα όμορφο μέρος για πικ-νικ. Το πρωί, που δεν το έβλεπε ο ήλιος, δεν ήταν δημοφιλής και δεν πήγαινε σχεδόν κανείς. Ετούτη τη φορά όμως, κάποιος βρισκόταν εκεί. Ο Πάτρικ Ρέντφερν έχασε για μια στιγμή τον ρυθμό του. Είπε δήθεν αδιάφορα; «Μπα, ποιος είναι εκεί;» «Θα έλεγα, η κυρία Μάρσαλ».


60

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Ναι, αυτή είναι», έκανε ο Πάτρικ σαν να την αναγνώριζε μόλις εκείνη τη στιγμή. Άλλαξε την πορεία, οδηγώντας τη βάρκα στο λιμανάκι. «Μα δεν πρόκειται να βγούμε», διαμαρτυρήθηκε η Έμιλυ. «Ω, έχουμε καιρό». Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της. Κάτι σ’ αυτά, ένα παρακλητικό βλέμμα παιδιού, ή μάλλον δυστυχισμένου σκύ­ λου, την έκαναν να σωπάσει. «Φτωχό παιδί», είπε μέσα της. «Την έχει πάθει άσχημα. Τι να γίνει; Θα του περάσει με τον καιρό». Η βάρκα έφτανε στην ξηρά. Η Αρλήνα Μάρσαλ ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα πάνω στα χαλίκια, με τα μπράτσα ανοιχτά. Η άσπρη σχεδία ήταν τραβηγμένη έξω από το νερό. Κάτι στενοχωρούσε την Έμιλυ Μπριούστερ. Λες κι έβλεπε κάτι που το ήξερε πολύ καλά, αλλά που κατά κάποιον τρόπο δεν ήταν σωστό. Χρειάστηκαν ένα-δυο λεπτά ώσπου να καταλάβει. Η στάση της Αρλήνα ήταν στάση ανθρώπου που κάνει ηλιοθεραπεία. Πολλές φορές την είχαν δει έτσι ξαπλωμένη στην αμμουδιά του ξενοδοχείου, με το πράσινο χαρτονένιο καπέλο της ριγμένο πάνω στο κεφάλι της. Αλλά δεν υπήρχε ήλιος στον όρμο Πίξυ και δε θα υπήρχε για πολλές ώρες ακόμη. Ο βράχος που κρεμόταν από πάνω προστάτευε την παραλία από τον ήλιο τις πρωινές ώρες. Ένα αόριστο αίσθημα φόβου πλημμύρισε την Έμιλυ. Η βάρκα κάθισε στα χαλίκια. «Ε, Αρλήνα», φώναξε ο Πάτρικ. Και τότε, η δυσοίωνη προαίσθηση της Έμιλυ πήρε συγκεκριμένη μορφή. Γιατί η ξαπλωμένη φιγούρα δεν κουνή­ θηκε, ούτε απάντησε. Η Έμιλυ είδε το πρόσωπο του Πάτρικ ν’ αλλοιώνεται. Πήδησε έξω από τη βάρκα. Τον ακολούθησε. Τράβηξαν τη βάρκα στην ξηρά και προχώρησαν προς την άσπρη σιλουέτα, που έμενε τόσο παράξενα ακίνητη και αδιάφορη στις φωνές τους. Ο Πάτρικ έφτασε πρώτος. Αλλά η Έμιλυ ήταν ακριβώς πίσω του. Είδε, όπως βλέπει κανείς σε όνειρο, τους μπρούτζινους


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

61

μηρούς, το άσπρο μαγιό, τις κόκκινες μπούκλες που ξέφευγαν κάτω από το πράσινο καπέλο. Είδε και κάτι άλλο -την παράξενη, την αφύσικη γωνία των απλωμένων μπράτσων. Κατάλαβε εκείνη τη στιγμή, πως αυτό το σώμα δεν είχε ξαπλώσει, αλλά το είχαν πετάξει κάτω.... Ακούσε τη φωνή του Πάτρικ -έναν ψίθυρο μάλλον. Είχε γονατίσει δίπλα στην ακίνητη φιγούρα. Είχε αγγίξει το χέρι... το μπράτσο... «Θεέ μου, είναι νεκρή...» Σήκωσε λίγο το πράσινο καπέλο, είδε τον λαιμό: «Ω, Θεέ μου, τη στραγγάλισαν... Τη δολοφόνησαν». VII Ήταν μια από τις στιγμές εκείνες, που νομίζει κανείς ότι ο χρόνος μένει ακίνητος. Μ’ ένα παράξενο εξωπραγματικό συναίσθημα, η Έμιλυ Μπριούστερ άκουσε τη φωνή της να λέει: «Δεν πρέπει ν’ αγγίξουμε τίποτα... ώσπου να έρθει η αστυνομία». Η απάντηση του Ρέντφερν ήρθε μηχανικά. «Όχι, όχι, φυσικά όχι». Κι ύστερα μ’ έναν ψίθυρο βαθιάς αγωνίας. «Ποιος; Ποιος; Ποιος μπόρεσε να το κάνει αυτό στην Αρλήνα. Δεν μπορεί -δεν μπορεί να τη σκότωσαν. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια». Η Έμιλυ Μπριούστερ κούνησε το κεφάλι της μην ξέρο­ ντας τι να πει. Τον άκουσε ν’ ανασαίνει βαθιά -άκουσε τη συγκρατη­ μένη, γεμάτη απελπισμένη οργή, στη φωνή του, καθώς έλεγε: «Ω, αν το είχα στα χέρια μου το κτήνος που το έκανε αυτό...» Η Έμιλυ Μπριούστερ ανατρίχιασε. Η φαντασία της σχη­ μάτισε την εικόνα ενός αδίσταχτου δολοφόνου να παραμο­ νεύει κρυμμένος πίσω από τους βράχους. Ύστερα, άκουσε rov εαυτό της να λέει: «Όποιος ήταν αυτός που το έκανε δεν μπορεί να βρίσκειαι εδώ γύρω. Πρέπει να ειδοποιήσουμε την αστυνομία. Ίσως...» Δίστασε. «Ίσως ένας από μας θα έπρεπε να μείνει


62

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

με... τη νεκρή». «Θα μείνω εγώ». Η Έμιλυ Μπριούστερ άφησε ένα μικρό στεναγμό ανα­ κούφισης. Δεν ήταν από τις γυναίκες που θα ομολογούσαν τον φόβο τους, οπωσδήποτε όμως χάρηκε μέσα της που δε θα ήταν υποχρεωμένη να μείνει μόνη σ’ αυτή την ερημική ακτή, όπου υπήρχε ίσως η πιθανότητα να είναι κρυμμένος ένας μανιακός φονιάς. «Πολύ καλά», είπε. «Θα προσπαθήσω να μην αργήσω. Θα πάω με τη βάρκα. Δεν έχω το θάρρος να χρησιμοποιήσω την ανεμόσκαλα. Υπάρχει ένας αστυφύλακας στο Λέδερκομπ». Ο Ρέντφερν μουρμούρισε μηχανικά: «Ναι... κάντε ό,τι νομίζετε πιο σωστό». Καθώς τραβούσε γρήγορα κουπί, η Έμιλυ είδε τον Πάτρικ να πέφτει στα γόνατα δίπλα στη νεκρή γυναίκα και να κρύβει το πρόσωπο στις χούφτες του. Υπήρχε τόση εγκατάλειψη στη στάση του, ώστε ένοιωσε ένα κύμα συμπάθειας να την πλημμυρίζει. Της έδωσε την εντύπωση αφοσιωμένου σκύλου που κοιτάζει τον νεκρό κύριό του. Ωστόσο, η ρωμαλέα λογική της έλεγε: «Ήταν η καλύτερη λύση, για εκείνον και για τη γυναίκα του... και για τον Μάρσαλ και την κόρη του. Αλλά δε φαντά­ ζομαι να μπορεί να το καταλάβει, ο φτωχός νέος». Η Έμιλυ Μπριούστερ ήταν πάντοτε η γυναίκα που μπο­ ρούσε ν’ ανταποκριθεί στις δυσκολίες των περιστάσεων.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ I Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ στεκόταν παράμερα, περιμένοντας τον ιατροδικαστή να τελειώσει με το πτώμα. Ο Πάτρικ Ρέντφερν και η Έμιλυ Μπριούστερ στέκονταν λίγα βήματα πιο πέρα. Ο δόκτωρ Νήσντον σηκώθηκε με μια σβέλτη κίνηση. «Στραγγαλισμός και από δυνατά χέρια. Δε φαίνεται ν’ αντιστάθηκε. Την αιφνιδίασαν. Χμ, βρώμικη ιστορία». Η Έμιλυ Μπριούστερ είχε ρίξει μια σύντομη ματιά και είχε γυρίσει αμέσως αλλού το βλέμμα της. Αυτό το φοβερό, μελα­ νιασμένο πρόσωπο της νεκρής είχε κάτι το αποτροπιαστικό. «Τι έχετε να πείτε για την ώρα του θανάτου;» ρώτησε ο επιθεωρητής. «Δεν μπορώ να πω ακριβώς, αν δε μάθω περισσότερα πράγματα γι’ αυτήν. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που πρέπει να λάβω υπ’ όψιν. Για να δούμε όμως. Είναι μία παρά τέταρτο τώρα. Τι ώρα ήταν όταν τη βρήκατε;» Ο Πάτρικ Ρέντφερν -σ ’ αυτόν απευθυνόταν η ερώτησηαπάντησε αόριστα: «Λίγο πριν τις δώδεκα. Δεν ξέρω ακριβώς». «Ήταν ακριβώς δώδεκα παρά τέταρτο όταν ανακαλύ­ ψαμε ότι ήταν νεκρή», είπε η Έμιλυ. «Α, και ήρθατε με τη βάρκα. Τι ώρα ήταν όταν τη διακρίνατε ξαπλωμένη εδώ;» Η Έμιλυ σκέφτηκε. «Θα έλεγα ότι στρίψαμε το ακρωτήρι πέντε-έξη λεπτά νωρίτερα. Συμφωνείτε;» ρώτησε τον Ρέντφερν. «Ναι, ναι, γι’ αυτό, ναι», είπε αόριστα εκείνος. Ο γιατρός μίλησε σιγά στον επιθεωρητή:


64

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Ο σύζυγος; Όχι; Α, κατάλαβα, λάθος μου. Όμως τον είδα τόσο συντριμμένο ώστε νόμισα...» Ύψωσε τη φωνή του. «Ας πούμε ότι έγινε στις δώδεκα παρά είκοσι. Δεν μπορεί να τη σκότωσαν πολύ νωρίτερα. Ας πούμε λοιπόν ανάμεσα στις δώδεκα παρά είκοσι και έντεκα -έντεκα παρά τέταρτο το νωρίτερο». Ο επιθεωρητής έκλεισε το σημειωματάριό του. «Ευχαριστώ, θα μας βοηθήσει σημαντικά αυτό. Στενεύει πολύ τα χρονικά όρια -λιγότερο από μια ώρα». Γύρισε στη δεσποινίδα Μπριούστερ. «Νομίζω πως τα πράγματα είναι καθαρά ως εδώ. Είστε η δεσποινίς Έμιλυ Μπριούστερ, ο κύριος είναι ο Πάτρικ Ρέντφερν, ένοικοι και οι δύο του ξενο­ δοχείου Τζόλλυ Ρότζερ. Αναγνωρίζετε τη νεκρή ως συγκάτοικό σας στο ξενοδοχείο -σύζυγος του κυρίου Μάρσαλ;» Η Έμιλυ έγνεψε καταφατικά. «Τότε, νομίζω πως μπορούμε να γυρίσουμε στο ξενοδο­ χείο». Έγνεψε σ’ έναν αστυφύλακα. «Χόουκς, θα μείνεις εδώ και δε θ’ αφήσεις κανένα να πατήσει στο λιμανάκι, θα σου στείλω τον Φίλιπ αργότερα». II «Μα την πίστη μου!» φώναξε ο συνταγματάρχης Γουέστον. «Τι έκπληξη να σας βρω εδώ!» Ο Πουαρό απάντησε στον ενθουσιώδη χαιρετισμό του αστυνομικού διευθυντή με τον ίδιο τρόπο. «Ω, ναι, πέρασαν πάρα πολλά χρόνια από την υπόθεση στο Σαιν Λου2». «Κι όμως δεν την ξέχασα», είπε ο Γουέστον. «Ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής μου. Εκείνο που δεν μπόρεσα να χωνέψω ποτέ, ήταν ο τρόπος που μου τη φέρατε με εκείνη την υπόθεση της κηδείας. Πολύ ανορθόδοξη μέθοδος. Απίθανη!» «Όπως και να 'ναι, συνταγματάρχα μου, έφερε καρπούς, ή όχι;» «Ε, ναι, δε λέω, αλλά θα φτάναμε κι εμείς στο ίδιο αποτέ­ Αναφέρεται στο Σ φ ή κ α

σε ψ ά θινο καπ έλο,

της Άγκαθα Κρίστι.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

65

λεσμα με πιο ορθόδοξες μεθόδους». «Πολύ πιθανό», είπε διπλωματικά ο Πουαρό. «Και να που βρίσκεστε ξανά μπροστά σ’ ένα έγκλημα. Έχετε καμιά ιδέα;» Ο Πουαρό είπε αργά: «Τίποτα καθορισμένο -όμως είναι πολύ ενδιαφέρον». «Θα μας δώσετε ένα χέρι;» «Θα το επιτρέψετε;» «Αγαπητέ μου φίλε, θα είμαι ευτυχής να σας έχω συνερ­ γάτη. Δεν ξέρουμε ακόμη τίποτα, για ν’ αποφασίσουμε αν η υπόθεση είναι για τη Σκότλαντ Γιαρντ ή όχι. Εκ πρώτης όψεως, τα πράγματα δείχνουν ότι ο δολοφόνος θα πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’ έναν πολύ περιορισμένο κύκλο. Από την άλλη μεριά, όλοι οι ένοικοι εδώ είναι ξένοι στην περιοχή. Για να μάθουμε τα καθέκαστα για τον καθένα και για τα πιθανά του κίνητρα, θα πρέπει να πάμε στο Λονδίνο». «Ναι, αυτό είναι αλήθεια», είπε ο Πουαρό. «Πρώτα απ’ όλα», συνέχισε ο Γουέστον, «πρέπει να μάθουμε ποιος είδε τελευταίος ζωντανή τη γυναίκα. Η καμα­ ριέρα τής πήγε το πρωινό της στις εννέα. Η κοπέλα της ρεσεψιόν την είδε να περνάει από το χολ και να βγαίνει από το ξενοδοχείο περίπου στις δέκα». «Φίλε μου», είπε ο Πουαρό, «νομίζω πως είμαι ο άνθρωπος που ζητάτε». «Την είδατε σήμερα το πρωί; Τι ώρα;» «Στις δέκα και πέντε. Τη βοήθησα να ρίξει τη σχεδία στο νερό». «Και έφυγε μ’ αυτήν;» «Ναι». «Μόνη;» «Ναι». «Προσέξατε ποια κατεύθυνση πήρε;» «Κωπηλάτησε προς τα δεξιά κι έστριψε το ακρωτήρι». «Δηλαδή προς την κατεύθυνση του όρμου Πίξυ;» «Ναι». «Και η ώρα εκείνη τη στιγμή ήταν;» «Θα ’λεγα ότι άφησε την ακτή περίπου στις δέκα και τέταρτο». Ο Γουέστον σκεφτόταν.


66

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Ναι, αυτό συμφωνεί αρκετά. Και πόση ώρα νομίζετε ότι της χρειάστηκε για να φτάσει στο όρμο Πίξυ;» «Ω, δεν είμαι κανένας ειδικός στην κωπηλασία. Δεν πηγαίνω με βάρκα και δε θ’ ανέβαινα ποτέ σε σχεδία. Να πούμε μισή ώρα». «Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ», είπε ο συνταγματάρχης. «Υποθέτω ότι δε θα βιαζόταν. Συνεπώς, αν έφτασε εκεί στις έντεκα παρά τέταρτο, τα πράγματα ταιριάζουν αρκετά». «Ποια ώρα λέει ο γιατρός ότι πέθανε;» «Ω, ο Νήσντον είναι πολύ επιφυλακτικός άνθρωπος, προσπαθεί να μην εκτίθεται. Τοποθετεί τον θάνατο γύρω στις έντεκα παρά τέταρτο, το νωρίτερο». Ο Πουαρό έγνεψε καταφατικά. «Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να σας πω. Την ώρα που έφευγε, η κυρία Μάρσαλ με παρακάλεσε να μην πω σε κανένα ότι την είδα». Ο Γουέστον τσιτώθηκε. «Χμ, λέει πολλά αυτό, δε νομίζετε;» «Ναι, κι εγώ το σκέφτηκα», μουρμούρισε ο Πουαρό. Ο Γουέστον τράβηξε νευρικά το μουστάκι του. «Ακούστε, Πουαρό», είπε. «Είστε άνθρωπος του κόσμου. Τι είδους γυναίκα νομίζετε πως ήταν η κυρία Μάρσαλ;» Ένα μικρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του Πουαρό. «Δεν ακούσατε τίποτα;» ρώτησε. «Ακόυσα τι λένε οι γυναίκες γι’ αυτήν. Πόση αλήθεια υπάρχει σ’ αυτά που λένε; Είχε πραγματικά κάτι μ’ αυτόν τον Ρέντφερν;» «Θα έλεγα κατηγορηματικά ναι». «Και την ακολούθησε εδώ;» «Μπορεί κανείς να το υποθέσει αυτό». «Και ο σύζυγος; Το ήξερε; Πώς φερόταν;» Ο Πουαρό είπε σκεφτικά: «Δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τι σκέφτεται ή τι αισθάνεται ο κύριος Μάρσαλ. Είναι από τους ανθρώπους που δε δείχνουν τα αισθήματά τους». Ο Γουέστον είπε ζωηρά: «Όμως ασφαλώς κι έχει αισθήματα». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι. «Ω, ναι, θα πρέπει να έχει».


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

67

III Ο αστυνομικός διευθυντής Γουέστον ήταν ευγενικός όσο του επέτρεπε ο χαρακτήρας του να είναι, με την κυρία Κεσλ. Η κυρία Κεσλ ήταν η ιδιοκτήτρια και διευθύντρια του ξενοδοχείου Τζόλλυ Ρότζερ. Ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, με πλούσιο στήθος, μαλλιά έντονα βαμμένα κόκ­ κινα και επιθετικό τρόπο ομιλίας. «Τέτοιο πράγμα να γίνει στο ξενοδοχείο μου! Πίστευα πως ήταν το πιο ήσυχο μέρος του κόσμου! Οι πελάτες μου είναι όλοι τους τόσο ευγενικοί. Χωρίς σκάνδαλα, αν καταλα­ βαίνετε τι θέλω να πω. Όχι όπως στα μεγάλα ξενοδοχεία του Σαιν Λου». «Χωρίς αμφιβολία, κυρία Κεσλ», είπε ο αστυνομικός διευθυντής Γουέστον. «Αλλά δυστυχήματα συμβαίνουν και στα πιο ήσυχα μέρη». «Είμαι βέβαιη ότι ο επιθεωρητής Κόλγκεητ θα συμφωνή­ σει μαζί μου». Η κυρία Κεσλ έστειλε ένα ικετευτικό χαμόγελο στον επιθεωρητή που είχε πάρει πολύ υπηρεσιακό ύφος. «Κι όσο για τις άδειες και τα σχετικά, είμαι εντελώς εντάξει. Δεν υπήρξε ποτέ καμιά παρατυπία». «Σύμφωνοι, κυρία Κεσλ, δε σας κατηγόρησε κανείς». «Ναι, μα όλ’ αυτά δυσφημίζουν την επιχείρηση», είπε η κυρία Κεσλ, ενώ ο πλούσιος κόρφος της τρικύμιζε. «Όταν σκέφτομαι όμως εκείνους τους περίεργους. Βέβαια, μόνο οι πελάτες επιτρέπεται να περάσουν στο νησί, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θα μαζευτούν και θα κοιτάζουν από την παραλία». Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ άρπαξε την ευκαιρία για ν’ αλλάξει θέμα. «Μια και μιλήσατε γι’ αυτό το θέμα, πέστε μου, πως κρα­ τάτε τον κόσμο μακριά από το νησί;» «Ω, είμαι πολύ αυστηρή στο θέμα αυτό». «Το πιστεύω, όμως τι μέτρα παίρνετε; Πώς τους εμποδί­ ζετε; Το καλοκαίρι, ο κόσμος που κάνει τις διακοπές του πλημμυρίζει όλα τα μέρη σαν μύγες». Η κυρία Κεσλ σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Αυτό είναι το κακό με τα πούλμαν. Κάποτε, είδα δεκαο­ χτώ να έχουν παρκάρει στην προκυμαία του Λέδερκομπ.


68

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Δεκαοχτώ!» «Ακριβώς. Πώς τους εμποδίζετε να έρθουν εδώ;» «Υπάρχουν πινακίδες. Κι εξάλλου, όταν έχει παλίρροια είμαστε αποκομμένοι». «Και όταν δεν έχει παλίρροια;» Η κυρία Κεσλ εξήγησε. Στην άκρη του διαδρόμου που καταλήγει πάνω στο νησί, υπάρχει μια πύλη με την πινακίδα: «Ξενοδοχείο Τζόλλυ Ρότζερ. Ιδιωτικό. Απαγορεύεται η είσο­ δος, πλην των πελατών». Οι βράχοι κι από τις δυο πλευρές είναι πολύ απότομοι και δεν μπορεί κανείς να σκαρφαλώσει. «Υποθέτω όμως, πως μπορεί ο οποιοσδήποτε να πάρει μια βάρκα και να έρθει γύρω από το ακρωτήρι. Αυτό δεν μπορείτε να το εμποδίσετε. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να πλησιάζει τις ακτές». Φαίνεται όμως ότι αυτό σπανίως συνέβαινε. Βάρκες μπορούσε να βρει κανείς μόνο στο λιμάνι του Λέδερκομπ και από εκεί, η απόσταση μέχρι το νησί ήταν μεγάλη κι εκτός απ' αυτό, στ’ ανοιχτά του λιμανιού υπήρχε δυνατό ρεύμα. «Πινακίδες υπάρχουν και στον όρμο Γκαλ και στον όρμο Πίξυ κοντά στη σκάλα. Κι άλλωστε», πρόσθεσε, «ο Τζωρτζ ή ο Γουίλιαμ, βρίσκονταν πάντοτε στην αμμουδιά, προσέχο­ ντας». «Ποιοι είναι ο Τζωρτζ και ο Γουίλιαμ;» «Ο Τζωρτζ είναι ο φύλακας που προσέχει τα ρούχα και τις βάρκες. Ο Γουίλιαμ είναι ο κηπουρός. Περιποιείται τον κήπο και το γήπεδο του τένις». «Ωραία», έκανε ανυπόμονα ο Γουέστον. «Απ' όλ' αυτά μπορούμε να πούμε ότι δεν αποκλείεται να ήρθε κάποιος απ’ έξω, αλλά αυτός που θ’ αποφάσιζε να έρθει αντιμετώπιζε έναν κίνδυνο -τον κίνδυνο να τον δουν. Θα πρέπει να πούμε δυο λόγια με τον Τζωρτζ και τον Γουίλιαμ». «Δε συμπαθώ καθόλου τους εκδρομείς. Κάνουν φασαρία και πετάνε φλούδες από πορτοκάλια και κουτιά από τσιγάρα στον διάδρομο και στα βράχια. Ωστόσο, ποτέ δε θα μπο­ ρούσα να σκεφτώ πως κάποιος απ' αυτούς μπορεί να ήταν δολοφόνος. Ω, Θεέ μου, τι φοβερή λέξη! Μία κυρία σαν την κυρία Μάρσαλ να δολοφονηθεί -κι ακόμη... χειρότερα, να στραγγαλιστεί...» Η κυρία Κεσλ πρόφερε με φανερή δυσκολία τη λέξη.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

69

Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ είπε καθησυχαστικά: «Ναι, φοβερό!» «Και οι εφημερίδες. Το ξενοδοχείο μου στις εφημερίδες!» «Είναι κι αυτό διαφήμιση κατά κάποιον τρόπο», είπε ο επιθεωρητής. Η κυρία Κεσλ τεντώθηκε με αξιοπρέπεια. «Δεν είναι το είδος της διαφήμισης που με ενδιαφέρει, κύριε Κόλγκεητ», είπε ψυχρά. Ο αστυνομικός διευθυντής Γουέστον μπήκε στη μέση. «Και τώρα, κυρία Κεσλ, πείτε μου, έχετε τον κατάλογο των ενοίκων του ξενοδοχείου, όπως σας παρακάλεσα;» «Μάλιστα, τον έχω». Ο αστυνομικός διευθυντής έσκυψε πάνω από το βιβλίο του ξενοδοχείου. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον Πουαρό, που ήταν το τέταρτο μέλος της ομάδας που είχε μαζευτεί στο γραφείο της διευθύνσεως. «Ίσως εδώ μπορέσετε να μας βοηθήσετε». Διάβασε τα ονόματα. «Και το προσωπικό;» ρώτησε. Η κυρία Κεσλ του έδωσε έναν δεύτερο κατάλογο. «Είναι τέσσερις καμαριέρες, ο αρχισερβιτόρος με τρεις σερβιτόρους και ο Χένρυ, ο μπάρμαν. Ο Γουίλιαμ γυαλίζει τα παπούτσια των πελατών. Είναι ακόμη η μαγείρισσα και δυο βοηθοί της». «Τι έχετε να μας πείτε για τους σερβιτόρους;» «Ο Άλμπερτ, ο μαιτρ ντ’ Οτέλ, ήρθε εδώ από το Βίνσεντ, στο ΠλύμουΘ. Ήταν αρκετά χρόνια εκεί. Τα τρία γκαρσόνια ήρθαν εδώ πριν τρία χρόνια και ο ένας, τέσσερα. Είναι όλοι τους πολύ καλά παιδιά και πολύ τίμιοι. Ο Χένρυ είναι εδώ από τότε που άνοιξε το ξενοδοχείο». Ο Γουέστον κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του. Στράφηκε στον επιθεωρητή. «Τα πράγματα μου φαίνονται εντάξει. Φυσικά, θα ελέγξεις την περίπτωση του καθενός. Σας ευχαριστώ, κυρία Κεσλ». «Αυτά ήταν όλα που θέλατε να μάθετε;» «Για την ώρα, ναι». Η κυρία Κεσλ βγήκε από το δωμάτιο. «Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να μιλήσουμε με τον κύριο Μάρσαλ», είπε ο Γουέστον.


70

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

IV

Ο Κέννεθ Μάρσαλ απαντούσε με ηρεμία στις ερωτήσεις που του έκαναν. Εκτός από την κάποια σκληράδα στα χαρα­ κτηριστικά του, κατά τ’ άλλα ήταν τελείως ήρεμος. Βλέποντάς τον κανείς έτσι λουσμένο από τον ήλιο που έμπαινε από το παράθυρο, δεν μπορούσε, παρά να παραδεχτεί πως ήταν ωραίος άντρας, με τα κανονικά χαρακτηριστικά, τα βαθυγά­ λανα μάτια του με το σταθερό βλέμμα, και το αποφασιστικό στόμα. Η φωνή του ήταν βαθιά και ζεστή. Ο αστυνομικός διευθυντής Γουέστον έλεγε: «Αντιλαμβάνομαι απόλυτα, κύριε Μάρσαλ, πόσο φοβε­ ρός ήταν για σας ο κλονισμός. Καταλαβαίνετε όμως ότι είμαι υποχρεωμένος να πάρω όσο γίνεται περισσότερες πληρο­ φορίες». Ο Μάρσαλ συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι. «Σας καταλαβαίνω απόλυτα. Προχωρήστε». «Η κυρία Μάρσαλ ήταν η δεύτερη γυναίκα σας;» «Ναι». «Πόσα χρόνια ήσαστε παντρεμένοι;» «Λίγο περισσότερο από τέσσερα». «Ποιο ήταν το όνομά της πριν παντρευτείτε;» «Έλεν Στιούαρτ. Το καλλιτεχνικό της όνομα ήταν Αρλήνα Στιούαρτ». «Ήταν ηθοποιός;» «Ναι. Εμφανιζόταν σε επιθεωρήσεις και μιούζικαλ». «Και αποσύρθηκε από το θέατρο όταν παντρευτήκατε;» «Όχι. Εξακολούθησε να παίζει. Αποσύρθηκε πριν ενάμισι χρόνο». «Υπήρχε κάποιος ειδικός λόγος γι’ αυτό;» Ο Κέννεθ Μάρσαλ φάνηκε να σκέφτεται. «Όχι. Είπε απλώς ότι το θέατρο την είχε κουράσει». «Δεν ήταν... ε... μετά από δική σας επιθυμία;» Ο Μάρσαλ σήκωσε τα φρύδια του. «Ω, όχι». «Ήσαστε ευχαριστημένος που εξακολούθησε να παίζει μετά τον γάμο σας;» Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του Κέννεθ Μάρ­ σαλ.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

71

«Θα προτιμούσα, φυσικά, να το είχε αφήσει. Αλλά δεν έκανα καμιά φασαρία γι’ αυτό». «Μήπως γινόταν αιτία δυσαρέσκειας μεταξύ σας;» «Καθόλου. Η γυναίκα μου ήταν ελεύθερη να κάνει αυτό που ήθελε». «Ο γάμος σας... ήταν ευτυχισμένος;» «Ασφαλώς», έκανε ψυχρά ο Μάρσαλ. Ο Γουέστον σταμάτησε για λίγο. Ύστερα είπε: «Κύριε Μάρσαλ, έχετε καμιά υποψία για το ποιος μπορεί να σκότωσε τη γυναίκα σας;» Η απάντηση ήρθε χωρίς δισταγμό. «Καμιά απολύτως». «Είχε εχθρούς;» «Πιθανόν». «Α...» Ο άλλος βιάστηκε να προσθέσει: «Μην παρεξηγείτε τα λόγια μου, κύριε. Η γυναίκα μου ήταν ηθοποιός. Και ήταν όμορφη. Και τα δυο αυτά ήταν φυσικό να προκαλούν έχθρες και ζήλια. Υπήρχαν ανταγωνι­ σμοί από άλλες ηθοποιούς, για τους ρόλους, μίση ίσως, κακία και φθόνος. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως θα υπήρχε κάποιος που θα έφτανε στο σημείο να τη σκοτώσει». Ο Πουαρό μίλησε για πρώτη φορά. «Αυτό που θέλετε να πείτε, κύριε Μάρσαλ, είναι ότι οι εχθροί της ήταν μάλλον οι γυναίκες;» Ο Κέννεθ Μάρσαλ γύρισε προς το μέρος του. «Ναι, αυτό θέλω να πω». «Ξέρετε αν υπάρχει κάποιος άντρας που να είχε κάποια μνησικακία εναντίον της;» ρώτησε ο αστυνομικός διευθυντής. «Όχι, δεν ξέρω κανέναν». «Γνώριζε κανέναν από τους ενοίκους του ξενοδοχείου;» «Νομίζω πως είχε γνωριστεί κάποτε με τον κύριο Ρέντφερν, σε κάποιο κοκτέιλ. Δεν ξέρω για κανέναν άλλο». Ο Γουέστον σώπασε. Σκεφτόταν αν έπρεπε να επιμείνει σ’ αυτό το θέμα. Αποφάσισε ν’ αλλάξει θέμα. «Ας έρθουμε τώρα στη σημερινή μέρα», είπε. «Πότε είδατε για τελευταία φορά τη γυναίκα σας;» Ο Μάρσαλ σκέφτηκε λίγο. «Πέρασα να τη δω, κατεβαίνοντας για το πρωινό».


72

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Συγνώμη, είχατε χωριστά δωμάτια;» «Ναι». «Τι ώρα ήταν;» «Γύρω στις εννέα». «Τι έκανε;» «Διάβαζε τα γράμματα που είχε λάβει» «Σας είπε τίποτα;» «Τίποτα το ιδιαίτερο. Είπαμε καλημέρα και ότι ο καιρός ήταν ωραίος -τα συνηθισμένα». «Πώς ήταν ο τρόπος της;» «Απόλυτα φυσικός». «Μήπως φαινόταν αναστατωμένη ή στενοχωρημένη;» «Δεν πρόσεξα τίποτα τέτοιο». Ο Πουαρό είπε: «Είπε τίποτα για το περιεχόμενο των επιστολών;» Το ίδιο αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του Μάρσαλ. «Απ’ ό,τι θυμάμαι, είπε ότι ήταν όλα λογαριασμοί». «Η γυναίκα σας πήρε το πρωινό στο κρεβάτι;» «Ναι». «Το έκανε συχνά αυτό;» «Πάντοτε». «Τι ώρα κατέβαινε συνήθως;» ρώτησε ο Πουαρό. «Ανάμεσα στις δέκα και έντεκα. Μάλλον κοντά στις έντεκα». Ο Πουαρό συνέχισε: «Αν καμιά φορά κατέβαινε στις δέκα θα ήταν περίεργο;» «Ναι. Δε συνήθιζε να κατεβαίνει τόσο νωρίς». «Κι όμως κατέβηκε σήμερα. Τι νομίζετε ότι την έκανε να κατέβει τόσο νωρίς, κύριε Μάρσαλ;» Ο άλλος απάντησε ήρεμα. «Δεν έχω ιδέα. Ίσως ο καιρός -το πρωινό ήταν εξαιρετικά όμορφο». «Την αναζητήσατε καθόλου;» Ο Μάρσαλ μετακινήθηκε στην πολυθρόνα του. «Πέρασα ξανά από το δωμάτιό της μετά το πρόγευμα. Ήταν άδειο. Ξαφνιάστηκα λίγο». «Και τότε κατεβήκατε στην παραλία και με ρωτήσατε αν την είχα δει;» «Ε... ναι». Και πρόσθεσε τονίζοντας κάπως τα λόγια του:


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

73

«Και μου είπατε όχι». Ο Πουαρό χάιδεψε με ύφος αθώο τα μουστάκια του. «Είχατε κάποιον εδικό λόγο που τη ζητούσατε;» ρώτησε ο Γουέστον. Ο Μάρσαλ γύρισε προς το μέρος του. «Ω, όχι. Απλώς αναρωτιόμουν που μπορούσε να είχε πάει. Αυτό είναι όλο». Ο Γουέστον άλλαξε θέμα. «Είπατε πριν λίγο, κύριε Μάρσαλ, ότι η γυναίκα σας είχε γνωριστεί άλλοτε με τον Πάτρικ Ρέντφερν. Πόσο καιρό τον γνώριζε;» Ο Μάρσαλ δεν απάντησε αμέσως. «Μπορώ να καπνίσω;» ρώτησε. Έψαξε τις τσέπες του. «Διάβολε! Κάπου ξέχασα την πίπα μου». Ο Πουαρό του πρόσφερε τσιγάρο. Ανάβοντάς το είπε: «Ρωτάτε για τον Ρέντφερν. Η γυναίκα μου μου είχε πει ότι τον είχε γνωρίσει σε κάποιο κοκτέιλ». «Δηλαδή ήταν μια τυχαία γνωριμία;» «Έτσι νομίζω». «Κι από τότε...» ο Γουέστον σταμάτησε. «Φαντάζομαι ότι αυτή η γνωριμία εξελίχθηκε σε κάτι σοβαρότερο...» «Έτσι φαντάζεστε; Ποιος σας είπε τέτοιο πράγμα;» «Αυτό λέγεται στο ξενοδοχείο». Για μια στιγμή, το βλέμμα του Μάρσαλ κάρφωσε τον Πουαρό με ψυχρό θυμό. «Αυτά που λέγονται στα ξενοδοχεία είναι σχεδόν πάντοτε κουτσομπολιά και κακοήθειες!» «Ίσως. Αλλά συμπεραίνω ότι ο κύριος Ρέντφερν και η γυναίκα σας έδωσαν αφορμές για κουτσομπολιό». «Ποιες αφορμές;» «Βρίσκονταν όλη την ώρα μαζί». «Και λοιπόν;» «Παραδέχεστε ότι ήταν μαζί;» «Μπορεί. Δεν το πρόσεξα». «Με συγχωρείτε, κύριε Μάρσαλ -δεν είχατε αντίρρηση σ’ αυτή τη φιλία;» «Δε συνήθιζα να υπαγορεύω στη γυναίκα μου πως να φέρεται». «Δε διαμαρτυρηθήκατε καθόλου;»


74

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Φυσικά όχι». «Ούτε και όταν έγινε θέμα συζητήσεων και προκάλεσε ψυχρότητα ανάμεσα στον Ρέντφερν και τη γυναίκα του;» Ο Μάρσαλ είπε ψυχρά: «Κοιτάζω τη δουλειά μου και έχω την αξίωση και οι άλλοι να κοιτάζουν τη δική τους. Δε μου αρέσουν τα κουτσομπο­ λιά». «Αρνείστε ότι ο Ρέντφερν θαύμαζε τη γυναίκα σας;» «Μπορεί να τη θαύμαζε. Δεν ήταν ο μοναδικός. Η γυναίκα μου ήταν πολύ όμορφη». «Εσείς προσωπικά, πιστεύετε ότι δεν υπήρχε τίποτα σοβαρό μεταξύ τους;» «Σας είπα, δεν το σκέφτηκα ποτέ». «Κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει κάποιος που μπορεί να βεβαιώσει ότι υπήρχε μεγάλη οικειότητα μεταξύ τους;» Και πάλι το γαλάζιο βλέμμα του καρφώθηκε με ψυχρό θυμό στον Πουαρό. Και πάλι μια έκφραση αποδοκιμασίας φάνηκε στο συνηθισμένο απαθές πρόσωπό του. «Αν είστε διατεθειμένος ν' ακούσετε παραμύθια, ακούτε τα», είπε. «Η γυναίκα μου είναι νεκρή. Δεν μπορεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό της». «Θέλετε να πείτε ότι εσείς προσωπικά, δεν τα πιστεύετε;» Κόμποι ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπο του Μάρσαλ. «Δεν πιστεύω σε κακοήθειες», είπε και πρόσθεσε: «Δε νομίζετε πως απομακρυνθήκατε από το θέμα; Το τι πιστεύω ή δεν πιστεύω δεν έχει καμιά σχέση με το βασικό γεγονός του φόνου, φαντάζομαι». Ο Πουαρό απάντησε, πριν κανείς από τους άλλους προ­ λάβει να μιλήσει: «Δεν καταλαβαίνετε, κύριε Μάρσαλ. Δεν υπάρχει ποτέ μια απλή δολοφονία. Ένας φόνος χαρακτηρίζεται, τις εννέα φορές στις δέκα, από την προσωπικότητα και τις συνήθειες του ατόμου που δολοφονήθηκε. Επειδή το θύμα ήταν αυτό ή εκείνο το είδος ατόμου, γι' αυτούς τους λόγους δολοφονή­ θηκε! Αν δε μάθουμε ακριβώς τι είδους άνθρωπος ήταν η Αρλήνα Μάρσαλ, δε θα μπορέσουμε να σχηματίσουμε σαφή αντίληψη για το είδος του ατόμου που τη σκότωσε. Αυτή η ανάγκη υπαγορεύει τις ερωτήσεις μας». Ο Μάρσαλ κοίταξε τον αστυνομικό διευθυντή.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

75

«Είναι και δική σας άποψη αυτή;» Ο Γουέστον δίστασε λίγο. «Δηλαδή... από μια άποψη... θα έλεγα...» Ο Μάρσαλ γέλασε. «Το φαντάστηκα πως δε θα συμφωνούσατε. Αυτές οι θεωρίες είναι ειδικότητα του κυρίου Πουαρό, πιστεύω». Ο Πουαρό χαμογέλασε. «Μπορείτε ωστόσο να συγχαρείτε τον εαυτό σας. Δε με βοηθήσατε καθόλου». «Τι θέλετε να πείτε;» «Τι μας είπατε για τη γυναίκα σας; Τίποτα απολύτως. Αυτά που μας είπατε ήταν γνωστά. Ότι ήταν όμορφη και τη θαύμαζαν. Τίποτα περισσότερο». Ο Μάρσαλ σήκωσε τους ώμους και είπε απλά: «Είστε τρελός». Στράφηκε στον αστυνομικό διευθυντή. «Έχετε τίποτ’ άλλο να με ρωτήσετε;» «Ναι, κύριε Μάρσαλ, πείτε μας τι κάνατε σήμερα το πρωί». Ο Μάρσαλ κούνησε το κεφάλι του. Ήταν φανερό πως περίμενε την ερώτηση. «Πήρα το πρωινό στην τραπεζαρία στις εννέα, όπως συνήθως και διάβασα την εφημερίδα. Μετά, πήγα στο δωμά­ τιο της γυναίκας μου, όπως σας είπα, αλλά δεν τη βρήκα. Κατέβηκα στην πλαζ, είδα τον κύριο Πουαρό και τον ρώτησα αν την είχε δει. Ύστερα έκανα ένα σύντομο μπάνιο στη θάλασσα και γύρισα στο ξενοδοχείο. Θα ήταν περίπου έντεκα παρά είκοσι -ναι, τόσο ήταν, είδα το ρολόι στο χολ. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου, αλλά η καμαριέρα δεν το είχε τελειώσει. Την παρακάλεσα να κάνει όσο γινόταν πιο γρή­ γορα. Είχα να δακτυλογραφήσω μερικά γράμματα και ήθελα να προλάβω το ταχυδρομείο. Κατέβηκα ξανά κάτω και είπα ένα-δυο λόγια με τον Χένρυ στο μπαρ. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου στις έντεκα παρά δέκα. Κάθισα στη γραφομηχανή μου κι άρχισα να γράφω. Έγραφα ως τις δώδεκα παρά δέκα. Ύστερα, φόρεσα το κοστούμι του τένις, γιατί είχα ραντεβού για μια παρτίδα στις δώδεκα. Είχαμε κλείσει το γήπεδο από την προηγούμενη». «Ποιος άλλος θα έπαιζε μαζί σας;»


76

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Η κυρία Ρέντφερν, η δεσποινίς Ντάρνλεϊ και ο κύριος Γκάρντνερ. Κατέβηκα στις δώδεκα και πήγα στο γήπεδο. Η δεσποινίς Ντάρνλεϊ και ο κύριος Γκάρντνερ ήταν κιόλας εκεί. Η κυρία Ρέντφερν ήρθε ύστερα από μερικά λεπτά. Παίξαμε περίπου μια ώρα. Μετά, όταν γυρίσαμε στο ξενοδοχείο, τότε το έμαθα...» «Ευχαριστώ, κύριε Μάρσαλ. Για τους τύπους και μόνο, υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να βεβαιώσει ότι -χ μ πραγματικά γράφατε στο δωμάτιό σας ανάμεσα στις έντεκα παρά δέκα με δώδεκα παρά δέκα;» Ο Μάρσαλ είπε μισοχαμογελώντας: «Φαντάζεστε ότι μπορεί να σκότωσα τη γυναίκα, μου; Μια στιγμή να σκεφτώ... Η καμαριέρα ήταν εκεί γύρω τακτο­ ποιώντας τα δωμάτια, θα πρέπει ν’ άκουσε τη γραφομηχανή. Κι εξάλλου, είναι και τα γράμματα. Με την αναστάτωση που έγινε, δεν τα ταχυδρόμησα. Φαντάζομαι πως είναι αρκετή απόδειξη». Έβγαλε από την τσέπη του τρία γράμματα. Είχαν διευ­ θύνσεις αλλά όχι γραμματόσημα. «Το περιεχόμενό τους είναι αυστηρά εμπιστευτικό. Αφού όμως πρόκειται για φόνο, είμαι υποχρεωμένος να εμπι­ στευτώ τη διακριτικότητα της αστυνομίας. Περιέχουν πίνακες αριθμών και διάφορες οδηγίες οικονομικής φύσεως. Υπο­ θέτω ότι αν αναθέσετε σε κάποιον από τους ανθρώπους σας να τα δακτυλογραφήσει θα διαπιστώσετε ότι δεν ήταν δυνατό να γραφτούν σε λιγότερο από μία ώρα». Σταμάτησε. «Ικανοποιηθήκατε, ελπίζω;» Ο Γουέστον είπε μαλακά: «Δεν υπάρχει θέμα υποψίας. Ο καθένας και η καθεμιά θα πρέπει να μας πουν τι έκαναν ανάμεσα στις έντεκα παρά τέταρτο με δώδεκα παρά είκοσι». Ο Μάρσαλ συμφώνησε. «Σωστά». «Κάτι ακόμη, κύριε Μάρσαλ. Ξέρετε τίποτα για το πως είχε διαθέσει η γυναίκα σας την περιουσία της, αν είχε;» «Εννοείτε διαθήκη; Δε νομίζω να είχε κάνει ποτέ δια­ θήκη». «Αλλά δεν είστε βέβαιος;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

77

«Οι δικηγόροι της είναι οι Μπάρκετ, Μάρκετ και Άπλγκουντ, Μττέντφορντ Σκουαίαρ. Αυτοί φρόντιζαν όλες τις υποθέσεις της, τα συμβόλαιά της και οτιδήποτε άλλο. Αλλά είμαι μάλλον βέβαιος πως δεν είχε κάνει διαθήκη. Είπε κάποτε, ότι η σκέψη και μόνο να κάνει τέτοιο πράγμα την έκανε ν' ανατριχιάζει». «Σ’ αυτή την περίπτωση, αν πέθαινε χωρίς διαθήκη, εσείς, σαν σύζυγος, θα κληρονομούσατε την περιουσία της;» «Ναι, υποθέτω». «Δεν είχε στενούς συγγενείς;» «Δε νομίζω. Κι αν είχε, δεν τους ανέφερε ποτέ. Ξέρω πως οι γονείς της πέθαναν όταν ήταν πολύ μικρή και δεν είχε αδέλφια». «Οπωσδήποτε, δεν είχε και πολλά ν’ αφήσει, φαντάζο­ μαι;» «Αντίθετα. Μόλις πριν δυο χρόνια, ένας παλιός φίλος της, ο σερ Ρόμπερτ Έρσκιν, πέθανε και της άφησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Κάπου πενήντα χιλιάδες λίρες, νομίζω». Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ σήκωσε ζωηρά το κεφάλι του. Ως ετούτη τη στιγμή δεν είχε μιλήσει καθόλου. Τώρα το βλέμμα του έδειχνε ενδιαφέρον. «Ώστε η γυναίκα σας ήταν πλούσια, κύριε Μάρσαλ;» ρώ­ τησε. Ο Μάρσαλ κούνησε τους ώμους του. «Έτσι φαίνεται». «Και είπατε πως δεν είχε κάνει διαθήκη;» «Μπορείτε να ρωτήσετε τους δικηγόρους της. Αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος πως δεν είχε κάνει. Όπως σας είπα, το θεω­ ρούσε γρουσουζιά». Έγινε μικρή παύση, ύστερα ο Μάρσαλ είπε: «Θέλετε να ρωτήσετε τίποτ’ άλλο;» Ο Γουέστον κούνησε το κεφάλι του. «Δε νομίζω -ε, Κόλγκεητ; Όχι. Ακόμη μια φορά, κύριε Μάρσαλ, επιτρέψτε μου να σας εκφράσω τα συλλυπητήριά μου». Ο Μάρσαλ ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Ω, ευχαριστώ», έκανε νευρικά και βγήκε από το δωμά­ τιο.


78

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

V Οι τρεις άντρες κοιτάχτηκαν. «Δύσκολος άνθρωπος», είπε ο Γουέστον. «Δε δείχνει τίποτα, ε; Τι γνώμη έχεις γι’ αυτόν, Κόλγκεητ;» Ο επιθεωρητής κούνησε το κεφάλι του. «Δε θα μπορούσα να πω. Δεν είναι ο άνθρωπος που δεί­ χνει τα αισθήματά του. Αυτοί οι τύποι κάνουν κακή εντύπωση στο δικαστήριο -πολλές φορές άδικα. Μπορεί να είναι συντριμμένοι και να μην το δείχνουν. Κι αυτή η στάση κάνει το δικαστήριο να βγάζει άδικες αποφάσεις. Δεν μπορεί να πιστέψει κανείς ότι κάποιος που έχασε τη γυναίκα του έχει την ψυχραιμία να μιλάει και να φέρεται με τόση απάθεια». Ο Γουέστον γύρισε στον Πουαρό. «Εσείς τι γνώμη έχετε, Πουαρό;» Εκείνος σήκωσε τα χέρια. «Τι να πει κανείς; Είναι κλειστός σαν στρείδι. Διάλεξε τη στάση του. Δεν άκουσε τίποτα, δεν είδε τίποτα, δεν ξέρει τίποτα!» «Έχουμε τα πιθανά κίνητρα», είπε ο Κόλγκεητ. «Υπάρχει το κίνητρο της ζηλοτυπίας και υπάρχει και το κίνητρο της κληρονομιάς. Πάντοτε, ο πρώτος ύποπτος είναι ο σύζυγος. Αν ήξερε ότι η κυρά του τα είχε με τον άλλο...» Ο Πουαρό τον διέκοψε: «Νομίζω πως το ήξερε». «Γιατί το λέτε αυτό;» «Ακούστε, φίλε μου. Χτες το βράδυ συναντήθηκα με την κυρία Ρέντφερν στο Σάννυ Λετζ. Γυρίζοντας από εκεί στο ξενοδοχείο, είδα αυτούς τους δυο μαζί -την κυρία Μάρσαλ και τον Πάτρικ Ρέντφερν. Και μια στιγμή αργότερα, τον Μάρ­ σαλ. Το πρόσωπό του ήταν πολύ ψυχρό. Δεν έδειχνε τίποτα -τίποτα απολύτως! Ήταν πολύ ανέκφραστο, αν με καταλα­ βαίνετε. Ω, το ήξερε οπωσδήποτε». Ο Κόλγκεητ άφησε ένα γρύλισμα αμφιβολίας. «Ε, καλά, αν νομίζετε...» «Είμαι βέβαιος! Αλλά και πάλι, τι μας λέει αυτό; Τι ξέρουμε για τα αισθήματα του Κέννεθ Μάρσαλ για τη γυναίκα του;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

79

«Δέχτηκε τον θάνατό της αρκετά ψύχραιμα», είπε ο Γουέστον. Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. «Μερικές φορές», είπε ο επιθεωρητής Κόλγκεητ, «αυτοί οι ψύχραιμοι είναι οι πιο βίαιοι στην πραγματικότητα. Μπορεί να την αγαπούσε πολύ και να ήταν τρελός από ζήλια. Αλλά να μην το έδειχνε». Ο Πουαρό είπε αργά: «Ναι, αυτό είναι πιθανό. Είναι πολύ ενδιαφέρον χαρακτή­ ρας, αυτός ο Κέννεθ Μάρσαλ. Μ’ ενδιαφέρει πολύ. Και το άλλοθι του επίσης». «Το άλλοθι της γραφομηχανής», έκανε ο Γουέστον μ’ ένα κοφτό γέλιο. «Τι λες γι’ αυτό, Κόλγκεητ;» «Αν θέλετε τη γνώμη μου, κύριε, μάλλον το πιστεύω αυτό το άλλοθι. Δεν είναι ακλόνητο -καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Είναι -πως να το πω- είναι φυσικό. Κι αν βρούμε την καμα­ ριέρα που συγύριζε και πει πως άκουσε τη γραφομηχανή, τότε, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να ψάξουμε αλλού». «Πού πρόκειται να ψάξεις;» είπε ο Γουέστον.

VI Για ένα-δυο λεπτά, οι τρεις άντρες σώπασαν για να σκεφτούν την ερώτηση. Ο επιθεωρητής μίλησε πρώτος. «Το ερώτημα είναι αυτό: Ήταν κάποιος ξένος ή κάποιος από τους ενοίκους του ξενοδοχείου; Δεν αποκλείω, βέβαια, εντελώς το προσωπικό, αλλά δε νομίζω πως κάποιος απ’ αυτούς το έκανε. Όχι. Είναι κάποιος από τους ενοίκους ή κάποιος που ήρθε απέξω. Πρέπει να δούμε τα πράγματα μ’ αυτό τον τρόπο. Πρώτα-πρώτα, το κίνητρο -το όφελος. Το μόνο πρόσωπο που ωφελείται από τον θάνατο της κυρίας είναι ο ίδιος ο σύζυγος όπως φαίνεται. Ποια άλλα κίνητρα υπάρχουν; Πρώτο και κύριο, η ζήλια. Έχω τη γνώμη -κρίνο­ ντας από τα πράγματα- πως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα δράμα πάθους». Ο Πουαρό μουρμούρισε κοιτάζοντας την οροφή: «Υπάρχουν τόσο πολλά πάθη». Ο επιθεωρητής συνέχισε: «Ο σύζυγος δεν παραδέχεται ότι είχε εχθρούς. Πράγματι-


80

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

κούς εχθρούς, δηλαδή. Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Μια γυναίκα σαν αυτή, είναι φυσικό να δημιουργεί έχθρες, ε, κύριε Πουαρό, τι λέτε;» «Έτσι είναι. Η Αρλήνα Μάρσαλ θα δημιουργούσε οπωσ­ δήποτε έχθρες. Αλλά η θεωρία των εχθρών δε στέκει, γιατί βλέπετε, επιθεωρητά, οι εχθροί της Αρλήνα Μάρσαλ θα ήταν -όπως είπα πριν- μόνο γυναίκες». «Σωστό αυτό», γρύλισε ο Γουέστον. «Οι γυναίκες είναι που θα τη σκότωναν ευχαρίστως». Ο Πουαρό συνέχισε: «Φαίνεται απίθανο αυτό το έγκλημα να έγινε από γυναίκα. Τι λέει η αυτοψία;» «Ο Νήσντον είναι βέβαιος ότι στραγγαλίστηκε από άντρα, με μεγάλα, δυνατά χέρια. Φυσικά, μπορεί να το έκανε και μια πολύ μεγαλόσωμη, αθλητική γυναίκα. Αλλά είναι απίθανο». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας. «Ακριβώς. Αρσενικό σ’ ένα φλιτζάνι τσάι, ένα κουτί δηλη­ τηριασμένα σοκολατάκια, μαχαίρι, ακόμη και πιστόλι -μάλι­ στα. Αλλά στραγγαλισμός, όχι. Για άντρα δολοφόνο πρέπει να ψάξουμε. Και αμέσως, βλέπουμε πως η υπόθεση γίνεται δύσκολη. Δύο είναι τα άτομα σ’ αυτό το ξενοδοχείο που θα επιθυμούσαν να βγει από τη μέση η Αρλήνα Μάρσαλ -αλλά και τα δύο είναι γυναίκες». «Υποθέτω ότι η μία είναι η γυναίκα του Ρέντφερν;» ρώ­ τησε ο Γουέστον. «Ναι. Η κυρία Ρέντφερν μπορεί ν’ αποφάσισε να σκοτώ­ σει την Αρλήνα Στιούαρτ. Ας πούμε πως είχε λόγο. Και νομίζω πως η κυρία Ρέντφερν θα μπορούσε να κάνει φόνο. Αλλά όχι αυτού του είδους. Παρ’ όλη της τη ζήλια και τη δυστυχία, δεν είναι η γυναίκα των ισχυρών παθών. Όταν αγαπάει, μπορεί να είναι αφοσιωμένη και υποτακτική -όχι παθιασμένη. Και όπως είπα πριν, για να βάλει αρσενικό σ’ ένα φλιτζάνι τσάι θα ήταν ικανή, για στραγγαλισμό, όχι. Κι εξάλλου, σωματικά, είναι ανίκανη να κάνει τέτοιο φόνο. Τα χέρια της, όπως και τα πόδια της, είναι πολύ μικρά και λεπτά». «Ναι», συμφώνησε ο Γουέστον. «Αυτό το έγκλημα, δεν είναι έγκλημα γυναίκας. Όχι, άντρας το έκανε». Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ ξερόβηξε.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

81

«Επιτρέψτε μου να κάνω μια υπόθεση, κύριε. Ας πούμε ότι πριν γνωρίσει τον Ρέντφερν, η κυρία είχε μιαν άλλη ιστο­ ρία με κάποιον άλλο -ας τον ονομάσουμε X. Δίνει σ’ αυτόν τον X την απόλυσή του για χάρη του Ρέντφερν. Ο X γίνεται τρελός από θυμό και ζήλια. Την ακολουθεί ως εδώ. Μένει κάπου στα περίχωρα. Και στην πρώτη ευκαιρία, έρχεται στο νησί και τη σκοτώνει. Είναι μια πιθανότητα». «Είναι μια πιθανότητα, ναι», συμφώνησε ο Γουέστον. «Κι αν έγινε έτσι, είναι εύκολο να το εξακριβώσουμε. Ήρθε με τα πόδια ή με βάρκα; Το δεύτερο φαίνεται πιθανότερο. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να νοίκιασε μια βάρκα από κάπου. Πρέπει να ερευνήσεις το θέμα. (Κοίταξε τον Πουαρό). Τι γνώμη έχετε για τον συλλογισμό του Κόλγκεητ;» Ο Πουαρό είπε σκεφτικά: «Αφήνει πολλά στην τύχη. Κι εκτός αυτού, η εικόνα κάπου σκοντάφτει. Δεν μπορώ, βλέπετε, να φανταστώ αυτόν τον άνθρωπο... αυτόν που γίνεται τρελός από θυμό και ζήλια». «Οπωσδήποτε, κύριε, ξέρουμε πως οι άντρες έχαναν τα μυαλά τους γι’ αυτήν. Ο Ρέντφερν για παράδειγμα». «Ναι, ναι... Παρ’ όλ’ αυτά...» Ο Κόλγκεητ τον κοίταζε ερωτηματικά. Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι συνοφρυωμένος. «Κάπου, υπάρχει κάτι που μας ξεφεύγει...»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚ ΤΟ

I

Ο Συνταγματάρχης Γουέστον έσκυψε πάνω από το βιβλίο πελατών του ξενοδοχείου. Διάβασε δυνατά: «Ταγματάρχης και κυρία Κόαν, Δεσποινίς Πάμελα Κόαν, Ρόμπερτ Κόαν, Ήβαν Κόαν Ράινταλς Μάουντ, Λέδερχεντ. Κύριος και κυρία Μάστερμαν, Έντουαρντ Μάστερμαν, Δεσποινίς Τζέννιφερ Μάστερμαν, Ρόυ Μάστερμαν, Φρέντερικ Μάστερμαν, Λεωφόρος Μάρλμπορο 5, Λονδίνο, Β.Δ. Κύριος και κυρία Γκάρντνερ, Νέα Υόρκη. Κύριος και κυρία Ρέντφερν, Κρόσγκεητς, Σέλντον, Πρίνσες Ρίσμπορο. Ταγματάρχης Μπάρυ, ΟδόςΚάρντον 18, Σαιν Τζαίημς, Λονδίνο, Ν.Δ.1. Κύριος Χόρας Μπλατ, Οδός Πίκερστζιλ 5, Λονδίνο, Ε.Σ 2. Κύριος Ηρακλής Πουαρό, Γουάιτχεηβεν Μάνσιονς, Λονδίνο, Δ.1. Δεσποινίς Ρόζομουντ Ντάρνλεϊ, Κάρντιγκαν Κωρτ 8, Δ.Ι. Δεσποινίς Έμιλυ Μπριούστερ, Σάουθγκεητ, Σάνμπερυ-ον-Τέιμς. Αιδ. Στήβεν Λέιν,


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

83

Λονδίνο. Κύριος και κυρία Μάρσαλ, Δεσποινίς Λίντα Μάρσαλ, Άπκοτ Μάνσιονς 73, Λονδίνο, Ν.Δ.7». Σταμάτησε. Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ είπε: «Νομίζω, κύριε, ότι μπορούμε να αποκλείσουμε τις δύο πρώτες οικογένειες. Η κυρία Κεσλ μου είπε ότι οι Μάστερμαν και οι Κόαν έρχονται ταχτικά κάθε καλοκαίρι εδώ με τα παιδιά τους. Σήμερα το πρωί έφυγαν νωρίς για μια ολοήμερη εκδρομή με βαποράκι, παίρνοντας φαγητό μαζί τους. Έφυ­ γαν μετά τις εννέα. Τους πήρε κάποιος Άντριου Μπάστον. Μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτόν, αν και νομίζω ότι μπο­ ρούμε να τους αποκλείσουμε». «Εντάξει. Ας αποκλείσουμε όποιον μπορούμε. Πουαρό, μπορείτε να μας δώσετε καμιά ιδέα για τους άλλους;» «Θεωρητικά, αυτό είναι εύκολο. Οι Γκάρντνερ είναι ένα αντρόγυνο μέσης ηλικίας, ευχάριστο, ταξιδεμένο. Η κουβέντα γίνεται μόνο από την κυρία. Ο σύζυγος επιδοκιμάζει. Παίζει τένις και γκολφ και έχει ένα είδος στεγνού χιούμορ». «Φαίνεται εντάξει». «Μετά είναι οι Ρέντφερν. Εκείνος είναι νέος, ελκυστικός στις γυναίκες, θαυμάσιος κολυμβητής, καλός παίκτης του τένις και τέλειος χορευτής. Εκείνη είναι ήσυχη, όμορφη -με κάπως ξεπλυμένη ομορφιά. Πιστεύω πως είναι αφοσιωμένη στον άντρα της. Και έχει κάτι που η Αρλήνα Μάρσαλ δεν είχε». «Τι είναι αυτό;» «Μυαλό». Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ αναστέναξε. «Το μυαλό δε λειτουργεί όταν έρχεται η τρέλα». «Ίσως. Κι όμως, εγώ πιστεύω πως παρ’ όλη του την τρέλα για την κυρία Μάρσαλ, ο Πάτρικ Ρέντφερν αγαπάει ειλικρινά τη γυναίκα του». «Μπορεί να ’ναι κι έτσι. Αλλά θα ήταν κάτι πρωτοφανές». Ο Πουαρό μουρμούρισε: «Αυτό είναι το άσχημο! Ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να το πιστέψουν».


84

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ύστερα από μια στιγμή, συνέχισε: «Ο ταγματάρχης Μπάρυ. Απόστρατος αξιωματικός του Στρατού των Ινδιών. Μέγας θαυμαστής των γυναικών. Δεν παύει να λέει ατέλειωτες, κουραστικές ιστορίες». «Μη συνεχίζετε. Έχω συναντήσει αρκετούς σαν αυτόν». «Ο κύριος Χόρας Μπλατ. Είναι, όπως φαίνεται, πλούσιος άνθρωπος. Μιλάει πολύ... για τον κύριο Μπλατ. Θέλει να είναι φίλος του καθενός. Δυστυχώς γι’ αυτόν, κανείς δεν τον συμπαθεί και τόσο. Υπάρχει και κάτι άλλο. Χτες το βράδυ, ο κύριος Μπλατ μου έκανε ένα σωρό ερωτήσεις. Ήταν ανήσυ­ χος. Ναι, κάτι συμβαίνει με τον κύριο Μπλατ». Σταμάτησε μια στιγμή και συνέχισε με άλλο τόνο: «Μετά έρχεται η δεσποινίς Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ. Το όνομα της φίρμας της είναι Ρόουζ Μοντ. Είναι μια πολύ γνω­ στή μοδίστρα. Τι να πω γι’ αυτήν; Είναι έξυπνη και χαριτω­ μένη και κομψή. Χαίρεται κανείς να την κοιτάζει». Σταμάτησε μια στιγμή και πρόσθεσε: «Και είναι παλιά φίλη του Μάρσαλ». Ο Γουέστον ανακάθισε ζωηρά στην καρέκλα του. «Αλήθεια;» «Ναι. Είχαν πολλά χρόνια να συναντηθούν». «Εκείνη ήξερε πως ο Μάρσαλ θα ήταν εδώ;» «Λέει πως δεν το ήξερε». Ο Πουαρό σταμάτησε πάλι. Ύστερα συνέχισε: «Ποιος έρχεται μετά; Η δεσποινίς Μπριούστερ; Τη βρί­ σκω κάπως ανησυχητική. Η φωνή της μοιάζει ανδρική. Είναι τραχιά και εγκάρδια. Τραβάει κουπί αλλά δεν τα καταφέρνει και τόσο στο γκολφ». Σταμάτησε σκεφτικός. «Νομίζω, ωστόσο, ότι έχει καλή καρδιά». «Μένει ο Αιδεσιμότατος Στήβεν Λέιν. Ποιος είναι αυτός ο Αιδεσιμότατος Στήβεν Λέιν;» «Μπορώ να σας πω μόνο ένα πράγμα. Αυτός ο άνθρω­ πος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση εκνευρισμού. Και νομίζω πως είναι φανατικός». «Α, έτσι», είπε ο επιθεωρητής Κόλγκεητ. «Και αυτοί είναι όλοι κι όλοι!» Ο Γουέστον κοίταξε τον Πουαρό. «Φαίνεστε πολύ σκεφτικός, φίλε μου». «Ναι. Γιατί όταν σήμερα το πρωί η κυρία Μάρσαλ έφυγε με τη σχεδία και με παρακάλεσε να μην πω σε κανένα ότι την


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

85

είδα, αμέσως κατέληξα με το μυαλό μου σ’ ένα συμπέρασμα. Σκέφτηκα ότι η σχέση της με τον Πάτρικ Ρέντφερν είχε δημιουργήσει καυγάδες ανάμεσα σ’ αυτήν και τον άντρα της. Ότι πήγαινε να συναντήσει κάπου τον Ρέντφερν και δεν ήθελε να το μάθει ο άντρας της». Σταμάτησε μια στιγμή. «Αλλά, βλέπετε, έκανα λάθος. Γιατί την ίδια στιγμή εμφανί­ στηκε στην παραλία ο άντρας της και με ρώτησε αν είχα δει τη γυναίκα του. Και πίσω του ακολουθούσε ο Πάτρικ Ρέ­ ντφερν -και ήταν ολοφάνερο ότι έψαχνε για κείνη! ΓΓ αυτό, φίλοι μου, αναρωτιέμαι. Ποιόν πήγαινε να βρει η Αρλήνα Μάρσαλ;» Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ είπε: «Αυτό συμφωνεί με τη δική μου ιδέα. Κάποιον από το Λονδίνο ή αλλού». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. «Αλλά, αγαπητέ μου, σύμφωνα με τη θεωρία σας, η Αρλήνα Μάρσαλ είχε διακόψει μ' αυτό το υποθετικό πρόσωπο. Γιατί λοιπόν να κάνει τον κόπο να τον συναντήσει;» «Ποιος νομίζετε εσείς πως ήταν;» «Αυτό είναι που δεν μπορώ να μαντέψω. Διαβάσαμε τον κατάλογο των ενοίκων του ξενοδοχείου. Είναι όλοι ηλικιωμέ­ νοι ή μεσόκοποι. Ποιόν απ' αυτούς ήταν δυνατό να προτιμή­ σει από τον Πάτρικ Ρέντφερν μια γυναίκα σαν την Αρλήνα Μάρσαλ; Όχι, δεν είναι δυνατόν. Κι όμως, κάποιον πήγε να συναντήσει -κι αυτός ο κάποιος δεν ήταν ο Πάτρικ Ρέ­ ντφερν». Ο Γουέστον μουρμούρισε: «Βρίσκετε απίθανο να πήγε έναν περίπατο εντελώς μόνη της;» Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. «Ω, αγαπητέ μου, πως φαίνεται ότι δεν είχατε γνωρίσει ποτέ τη νεκρή! Κάποτε, κάποιος έγραψε μια σοφή πραγμα­ τεία για τη διαφορά που μπορεί να έχει η απομόνωση για έναν τύπο σαν τον ωραίο Μπρούμελ ή για έναν άνθρωπο σαν τον Νεύτωνα. Η Αρλήνα Μάρσαλ, αγαπητέ φίλε, ήταν αδύνατο να ζήσει στη μοναξιά. Ζούσε και ανάπνεε μόνο μέσα στην ατμόσφαιρα του αντρικού θαυμασμού. Όχι. Η Αρλήνα Μάρσαλ πήγε να συναντήσει κάποιον. Ποιος ήταν


86

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

αυτός;» II Ο συνταγματάρχης Γουέστον αναστέναξε. «Καλά. Ας αφήσουμε τις θεωρίες γι' αργότερα. Για την ώρα, πρέπει να συνεχίσουμε την εξέταση των ενοίκων. Πρέ­ πει να μάθουμε με το νι και με το σίγμα, που ήταν και τι έκανε ο καθένας. Ας φωνάξουμε την κόρη του Μάρσαλ. Ίσως να μας πει κάτι χρήσιμο». Η Λίντα Μάρσαλ μπήκε αδέξια στο δωμάτιο, σκοντάφτοντας στα έπιπλα. Ανάσαινε γρήγορα και οι κόρες των ματιών της ήταν διεσταλμένες. Έμοιαζε με τρομαγμένο κουνέλι. Ο συνταγματάρχης Γουέστον τη λυπήθηκε. «Φτωχό παιδί!» είπε μέσα του. «Είναι παιδί ακόμη. Το γεγονός την έχει τρομοκρατήσει». Έσπρωξε προς το μέρος της μια καρέκλα ενώ έλεγε καθησυχαστικά: «Λυπάμαι που σας ταλαιπωρώ, δεσποινίς... Λίντα, νομίζω είναι το όνομά σας;» «Μάλιστα, Λίντα». Η φωνή της είχε εκείνο τον χαρακτηριστικό τόνο που έχει συνήθως η φωνή των μαθητριών. Είχε τα χέρια της ακου­ μπισμένα στο τραπέζι μπροστά της -μεγάλα χέρια, κόκκινα, με χοντρά κόκαλα και μακριούς καρπούς. «Δε θα έπρεπε ν’ ανακατώσουμε ένα παιδί σ’ αυτή την υπόθεση», σκέφτηκε ο Γουέστον. Δυνατά είπε: «Μη φοβάστε. Το μόνο που θέλουμε, είναι να μας πείτε ό,τι ξέρετε, που θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Αυτό είναι όλο». «Δηλαδή... για την Αρλήνα;» ρώτησε η Λίντα. «Ναι. Την είδατε καθόλου σήμερα το πρωί;» Η μικρή κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Η Αρλήνα κατεβαίνει πάντοτε αργά. Παίρνει το πρωινό στο κρεβάτι». «Εσείς, δεσποινίς;» ρώτησε ο Πουαρό. «Ω, εγώ σηκώνομαι. Το πρωινό στο κρεβάτι είναι βλα­ κεία!» «Μπορείτε να μας πείτε τι κάνατε σήμερα το πρωί;» είπε


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

87

ο Γουέστον. «Μάλιστα. Πρώτα πήγα να κολυμπήσω, μετά πήρα το πρωινό μου και ύστερα πήγα με την κυρία Ρέντφερν στον όρμο Γκαλ». «Τι ώρα ξεκινήσατε;» «Η κυρία Ρέντφερν είπε ότι θα με περίμενε στο χολ στις δέκα και μισή. Νόμιζα πως είχα αργήσει, αλλά έφτασα εντά­ ξει. Ξεκινήσαμε δυο-τρία λεπτά πριν από τη μισή». «Τι κάνατε στον όρμο Γκαλ;» ρώτησε ο Πουαρό. «Ω, εγώ έβαλα λάδι κι έκανα ηλιοθεραπεία και η κυρία Ρέντφερν σχεδίαζε. Ύστερα από ώρα, εγώ πήγα στη θάλασσα και η Κριστίν γύρισε στο ξενοδοχείο ν’ αλλάξει για το τένις». Ο Γουέστον ρώτησε αδιάφορα: «Μήπως θυμάστε τι ώρα ήταν;» «Όταν η κυρία Ρέντφερν γύρισε στο ξενοδοχείο; Δώδεκα παρά τέταρτο». «Είστε βέβαιη ότι ήταν τόσο;» «Μάλιστα. Κοίταξα το ρολόι μου». «Αυτό που φοράτε τώρα;» Η Λίντα κοίταξε το χέρι της. «Ναι». «Μπορώ να το δω;» είπε ο Γουέστον. Η Λίντα του άπλωσε το χέρι της. Ο Γουέστον το κοίταξε και σύγκρινε την ώρα με το δικό του και με το ρολόι του ξενοδοχείου στον τοίχο του χολ. «Ακριβέστατο», χαμογέλασε. «Και λοιπόν πήγατε στη θάλασσα για μπάνιο;» «Μάλιστα». «Τι ώρα γυρίσατε στο ξενοδοχείο;» «Σχεδόν στη μία. Και... και τότε... έμαθα για την Αρλήνα...» Η φωνή της πνίγηκε. «Τα πηγαίνατε καλά με τη μητριά σας;» Τον κοίταξε μια στιγμή χωρίς ν’ απαντήσει. Ύστερα είπε: «Ναι». «Τη συμπαθούσατε;» ρώτησε ο Πουαρό. «Ναι», απάντησε η Λίντα και πρόσθεσε: «Η Αρλήνα ήταν καλή μαζί μου».


88

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Δεν ήταν η κακιά μητριά, ε;» είπε ο Γουέστον. Η Λίντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Καλό αυτό. Μερικές φορές, ξέρετε, υπάρχουν κάποιες δυσκολίες στις οικογένειες... ζήλιες... και πολλά άλλα. Το κορίτσι και ο πατέρας είναι καλοί φίλοι και όταν μπει στη μέση η καινούργια γυναίκα, η κόρη ζηλεύει λιγάκι. Δε φαντά­ ζομαι να συνέβαινε αυτό με σας;» Η Λίντα τον κοίταξε. «Όχι», είπε με πεποίθηση. «Υποθέτω ότι ο πατέρας σας ήταν -χ μ - ήταν αφοσιωμένος στη γυναίκα του;» Η Λίντα είπε απλά: «Δεν ξέρω». Ο Γουέστον συνέχισε: «Όπως είπα, πολλές δυσκολίες υπάρχουν στις οικογέ­ νειες. Καυγάδες... φωνές... τέτοια πράγματα. Γινόταν τίποτα τέτοιο στο σπίτι σας;» «Θέλετε να πείτε αν ο πατέρας τσακωνόταν με την Αρλήνα;» «Δηλαδή, ναι», είπε ο Γουέστον. Μέσα του έλεγε: «Ο διάβολος να πάρει το βρωμο-επάγγελμα! Να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις σ' ένα παιδί για τον πατέρα του. Γιατί να γίνεται κανείς αστυνομικός; Κι όμως πρέπει να φτάσω ως το τέλος, που να πάρει και να σηκώσει!» Η Λίντα έλεγε με θετικό τόνο: «Όχι. Ο πατέρας δεν τσακώνεται με κανέναν. Δεν είναι τέτοιος τύπος». «Δεσποινίς Λίντα, θέλω τώρα να σκεφτείτε πολύ προσε­ χτικά. Έχετε καμιά ιδέα για το ποιος μπορεί να σκότωσε τη μητριά σας; Μήπως ακούσατε τίποτα που θα μπορούσε να μας βοηθήσει σ’ αυτό το σημείο;» Η Λίντα δε μίλησε για λίγο. Φαινόταν να σκέφτεται την ερώτηση. Τέλος είπε: «Όχι, δεν ξέρω ποιος μπορεί να ήθελε να σκοτώσει την Αρλήνα. Εκτός από την κυρία Ρέντφερν, βέβαια», πρόσθεσε. «Φαντάζεστε ότι η κυρία Ρέντφερν ήθελε να τη σκοτώσει; Για ποιο λόγο;» «Επειδή ο άντρας της ήταν ερωτευμένος με την Αρλήνα. Αλλά δε νομίζω ότι πραγματικά ήθελε να τη σκοτώσει. Θέλω


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

89

να πω ότι μπορεί να ήθελε τον θάνατό της -κι αυτό δεν είναι το ίδιο πράγμα, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν είναι το ίδιο», είπε μαλακά ο Πουαρό. Η Λίντα κούνησε το κεφάλι της. Ένας παράξενος σπα­ σμός αλλοίωσε το πρόσωπό της. Συνέχισε: «Και όπως και να ’ναι, η κυρία Ρέντφερν δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει τέτοιο πράγμα... να σκοτώσει κάποιον. Δεν είναι... δεν είναι βίαιη, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. «Καταλαβαίνω πολύ καλά τι θέλετε να πείτε, αγαπητό μου παιδί, και συμφωνώ μαζί σας. Η κυρία Ρέντφερν δεν είναι από τους ανθρώπους που όπως λένε, τυφλώνονται από θυμό». Έγειρε πίσω μισοκλείνοντας τα μάτια. Συνέχισε διαλέγοντας με προσοχή τις λέξεις: «Δεν είναι από τους ανθρώπους που συγκλονίζονται από μια τρικυμία αισθημά­ των... βλέποντας τη ζωή τους να συντρίβεται... βλέποντας ένα μισητό πρόσωπο... έναν μισητό άσπρο λαιμό.... τα δάχτυλά τους συσπώνται λαχταρώντας να σφίξουν τη σάρκα...» Σταμάτησε. Η Λίντα κουνήθηκε ανήσυχα στην καρέκλα της. «Μπορώ να φύγω;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. «Τε­ λειώσατε;» «Ναι, ναι», είπε ο Γουέστον. «Τελειώσαμε. Ευχαριστώ, δεσποινίς Λίντα». Σηκώθηκε και της άνοιξε την πόρτα. Ύστερα ξαναγύρισε και κάθισε στο τραπέζι. «Ουφ!» έκανε ανάβοντας ένα τσιγάρο. «Επάγγελμα και το δικό μας! Σας βεβαιώνω πως ένοιωθα απαίσια ρωτώντας αυτό το παιδί για τις σχέσεις του πατέρα της με τη μητριά της. Ήταν σαν να την πίεζα να βάλει το σκοινί στον λαιμό του πατέρα της. Κι ωστόσο έπρεπε να γίνει. Ο φόνος είναι φόνος. Και είναι το πρόσωπο που μπορεί να ξέρει καλύτερα τα πράγματα. Σχεδόν χαίρομαι που δεν είχε να μας πει τίποτα πάνω σ’ αυτό». «Ναι», είπε ο Πουαρό, «το πιστεύω πως χαίρεστε!» Ο Γουέστον ξερόβηξε αμήχανα. «Αλήθεια, Πουαρό, το παρακάνατε μου φαίνεται. Όλα εκείνα που είπατε στη μικρή για χέρια που σφίγγονται γύρω


90

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

στον λαιμό! Δεν είναι καλές ιδέες αυτές για το κεφάλι ενός παιδιού». «Ώστε πιστέψατε ότι ήθελα να βάλω ιδέες στο κεφάλι της;» «Και τι άλλο κάνατε;» Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι χωρίς να μιλήσει. Ο Γουέστον άλλαξε θέμα. «Γενικά, δε βγάλαμε και σπουδαία πράγματα από τη μικρή. Εκτός από ένα μάλλον γερό άλλοθι για την κυρία Ρέντφερν. Αν ήταν μαζί από τις δέκα και μισή ως τις δώδεκα παρά τέταρτο, η Κριστίν Ρέντφερν παύει να είναι ύποπτη». «Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που απαλλάσσουν την κυρία Ρέντφερν», είπε ο Πουαρό. «Είμαι βέβαιος ότι θα ήταν σωματικά και πνευματικά ανίκανη να στραγγαλίσει κάποιον. Δεν είναι θερμόαιμη. Είναι ικανή για βαθιά αφοσίωση και σταθερά αισθήματα, αλλά όχι για πράξεις πάθους και βίας. Εξάλλου, τα χέρια της είναι πάρα πολύ μικρά και λεπτά». «Συμφωνώ με τον κύριο Πουαρό», είπε ο Κόλγκεητ. «Δεν είναι αυτή. Ο δόκτωρ Νήσντον λέει ότι τα χέρια που στραγ­ γάλισαν την κυρία ήταν μεγάλα και δυνατά». «Πολύ καλά», είπε ο Γουέστον. «Ας δούμε τώρα τους Ρέντφερν. Φαντάζομαι ότι θα έχει συνέλθει από το σοκ». Ill Ο Πάτρικ Ρέντφερν είχε συνέλθει εντελώς. Ήταν λίγο χλωμός και καταβεβλημένος και ξαφνικά πολύ νέος, αλλά οι τρόποι του αρκετά ψύχραιμοι. «Είστε ο κύριος Πάτρικ Ρέντφερν;» «Μάλιστα». «Πόσον καιρό γνωρίζατε την κυρία Μάρσαλ;» Ο Πάτρικ Ρέντφερν δίστασε μια στιγμή. «Τρεις μήνες», είπε τέλος. «Ο κύριος Μάρσαλ μας είπε ότι εσείς και η γυναίκα του γνωριστήκατε τυχαία σ’ ένα κοκτέιλ. Είναι αλήθεια;» «Ναι, έτσι έγινε». «Ο κύριος Μάρσαλ είπε ότι μέχρι να συναντηθείτε εδώ, δε γνωριζόσαστε καλά με τη γυναίκα του. Είναι αλήθεια, κύριε Ρέντφερν;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

91

Και πάλι ο Ρέντφερν δίστασε. Τέλος είπε: «Δηλαδή... όχι ακριβώς. Η αλήθεια είναι ότι είχα συνα­ ντηθεί αρκετές φορές μαζί της». «Χωρίς να το ξέρει ο κύριος Μάρσαλ;» Ο Ρέντφερν κοκκίνισε. «Δεν ξέρω αν το ήξερε ή όχι». Ο Πουαρό είπε σιγά: «Και επίσης χωρίς να το ξέρει η γυναίκα σας;» «Νομίζω πως είχα πει στη γυναίκα μου ότι είχα γνωρίσει τη διάσημη Αρλήνα Στιούαρτ». Ο Πουαρό επέμεινε: «Δεν ήξερε όμως πόσο συχνά τη βλέπατε;» «Δηλαδή... μάλλον όχι». «Εσείς και η κυρία Μάρσαλ είχατε συμφωνήσει να συνα­ ντηθείτε εδώ;» ρώτησε ο Γουέστον. Ο Ρέντφερν δεν απάντησε αμέσως. «Τέλος πάντων», είπε. «Υποθέτω ότι θα το μάθετε οπωσδήποτε. Δεν ωφελεί να κρυφτώ από εσάς. Είχα ξετρε­ λαθεί μ’ αυτή τη γυναίκα. Ήθελε να έρθω εδώ. Στην αρχή αρνήθηκα, στο τέλος όμως συμφώνησα, θα... θα έκανα οτι­ δήποτε ήθελε. Τόση ήταν η δύναμη που ασκούσε». Ο Πουαρό μουρμούρισε: «Δώσατε με δυο λόγια μια σωστή εικόνα αυτής της γυναίκας. Η αιώνια Κίρκη. Αυτό είναι!» «Μεταμόρφωνε τους άντρες σε χοίρους!» Ο τόνος του Ρέντφερν έδειχνε απέραντη πίκρα. «Είμαι ειλικρινής μαζί σας όπως βλέπετε, κύριοι. Δεν προσπαθώ να κρύψω τίποτα. Ποιο θα ήταν το όφελος; Όπως σας είπα, ήμουν τρελός γι’ αυτήν. Αν μ’ αγαπούσε ή όχι, δεν το ξέρω. Έλεγε ότι μ’ αγα­ πούσε, αλλά πιστεύω πως ήταν από τις γυναίκες που παύ­ ουν να ενδιαφέρονται για έναν άντρα όταν τον κατακτήσουν ολοκληρωτικά. Κι εκείνη ήξερε ότι με είχε κάνει σκλάβο της. Σήμερα το πρωί, όταν τη βρήκα εκεί στην αμμουδιά, νεκρή, ήταν σαν...» Σταμάτησε, «...σαν κάτι να με χτύπησε κατακέ­ φαλα. Τα έχασα... ζαλίστηκα!» Ο Πουαρό έσκυψε μπροστά. «Και τώρα;» Ο Ρέντφερν δεν απέφυγε το βλέμμα του. «Σας είπα την αλήθεια. Αυτό που θα ήθελα να ρωτήσω είναι, πόσα απ’ αυτά που σας είπα θα γίνουν γνωστά; Δεν


92

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

έχουν καμιά σχέση με τον θάνατό της. Κι αν μαθευτούν, θα είναι σκληρό για τη γυναίκα μου. Ω, το ξέρω», πρόσθεσε αμέσως, «θα σκεφτείτε ότι κάπως αργά θυμήθηκα ν’ ανησυ­ χήσω για τα αισθήματά της. Ίσως να έχετε δίκιο. Όμως η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν φαίνομαι ο χειρότερος των υπο­ κριτών, αγαπώ τη γυναίκα μου... την αγαπώ βαθιά. Η άλλη», κούνησε τους ώμους, «ήταν μια τρέλα... η ηλίθια τρέλα που κάνουν καμιά φορά οι άντρες... αλλά με την Κριστίν είναι διαφορετικά. Η Κριστίν είναι η αληθινή αγάπη. Παρ’ όλο που φερόμουν άσχημα, ένοιωθα πάντοτε, βαθιά μέσα μου, ότι εκείνη είναι η μόνη γυναίκα που αγαπούσα πραγματικά». Σταμάτησε, αναστέναξε και πρόσθεσε με θέρμη: «Πώς θα ήθελα να μπορούσα να σας πείσω!» Ο Πουαρό έσκυψε προς το μέρος του. «Μα σας πιστεύω. Ναι, ναι, σας πιστεύω!» Ο Ρέντφερν τον κοίταξε μ’ ευγνωμοσύνη. «Σας ευχαριστώ». Ο Γουέστον ξερόβηξε. «Να είστε βέβαιος, κύριε Ρέντφερν, ότι δε θα είμαστε αδιάκριτοι. Αν το πάθος σας για την κυρία Μάρσαλ είναι άσχετο με τον φόνο της, δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει γνωστό. Αλλά πρέπει να καταλάβετε ότι -χ μ - ότι... ο δεσμός σας μπορεί να είχε άμεση σχέση με το έγκλημα. Μπορεί να ήταν ένα κίνητρο για τον φόνο». «Κίνητρο;» «Μάλιστα, κύριε Ρέντφερν, κίνητρο! Ο κύριος Μάρσαλ δε γνώριζε ίσως την υπόθεση. Αν υποτεθεί ότι την ανακάλυψε;» «Ω, Θεέ μου! Θέλετε να πείτε ότι το έμαθε και... και τη σκότωσε;» «Αυτό το ενδεχόμενο δε σας πέρασε από τον νου;» Ο Ρέντφερν κούνησε το κεφάλι του. «Όχι. Περίεργο! Ποτέ δε θα σκεφτόμουν κάτι τέτοιο. Βλέ­ πετε, ο Μάρσαλ είναι τόσο ήρεμος τύπος. Εγώ... ω, μα δεν είναι δυνατό!» «Ποια ήταν η στάση της κυρίας Μάρσαλ σ’ αυτό το σημείο; Ανησυχούσε; Φοβόταν μήπως μάθει τίποτα ο άντρας της; Ή αδιαφορούσε;» Ο Ρέντφερν είπε αργά: «Ήταν κάπως νευρική. Δεν ήθελε να υποψιαστεί κάτι ο


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

93

Μάρσαλ». «Έδειχνε να τον φοβάται;» «Να τον φοβάται, όχι, δε θα έλεγα ότι τον φοβόταν». Ο Πουαρό μουρμούρισε: «Με συγχωρείτε, κύριε Ρέντφερν, μήπως έγινε καμία φορά λόγος για διαζύγιο;» Ο Ρέντφερν κούνησε το κεφάλι του. «Όχι», είπε με πεποίθηση. «Δεν έγινε ποτέ λόγος για τέτοιο πράγμα. Υπήρχε η Κριστίν, βλέπετε. Και η Αρλήνα είμαι βέβαιος- ποτέ δε σκέφτηκε ένα διαζύγιο. Ήταν απόλυτα ικανοποιημένη από τον γάμο της με τον Μάρσαλ. Αυτός, βλέπετε, είναι από μεγάλο τζάκι». Χαμογέλασε. «Αριστοκρά­ της και πλούσιος. Έμενα δε με σκέφτηκε ποτέ σαν πιθανό σύζυγο. Όχι. Εγώ ήμουν ένας από τους πολλούς θαυμαστές της, κάτι για να περνάει την ώρα της. Τα ήξερα όλ’ αυτά κι όμως, κατά περίεργο τρόπο, δεν άλλαζαν τα αισθήματά μου γι’ αυτήν...» Η φωνή του έσπασε. «Πέστε μας τώρα, κύριε Ρέντφερν, είχατε δώσει ραντεβού με την κυρία Μάρσαλ σήμερα το πρωί;» Ο Ρέντφερν τα έχασε κάπως. «Ορισμένο ραντεβού, όχι, δεν είχαμε. Συνήθως συνα­ ντιόμαστε κάθε πρωί στην αμμουδιά. Κολυμπούσαμε ή πηγαίναμε με τη σχεδία». «Απορήσατε που δεν τη βρήκατε στην αμμουδιά σήμερα;» «Ναι, ξαφνιάστηκα πολύ. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν είχε έρθει». «Τι σκεφτήκατε;» «Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Περίμενα ότι από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν». «Αν είχε ραντεβού κάπου αλλού, δεν ξέρετε με ποιόν μπορεί να ήταν αυτό το ραντεβού;» Ο Ρέντφερν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όταν είχατε ορισμένο ραντεβού μαζί της, πού συναντιό­ σαστε;» «Μερικές φορές συναντιόμαστε το απόγευμα στον όρμο Γκαλ, επειδή ο ήλιος φεύγει από εκεί το απόγευμα και δεν πηγαίνει κανείς. Συναντηθήκαμε μια-δυο φορές εκεί».


94

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Δεν πήγατε σε κανένα άλλο μέρος; Στον όρμο Πίξυ, ας πούμε;» «Όχι. Ο όρμος Πίξυ βλέπει δυτικά και ο κόσμος πηγαίνει εκεί το απόγευμα με βάρκα ή με σχεδία. Ποτέ δε δοκιμάσαμε να συναντηθούμε πρωί. Θα μας έβλεπαν οπωσδήποτε. Το απόγευμα ο κόσμος κοιμάται ή ξεκουράζεται και δε βλέπει τι κάνει ή πού είναι ο καθένας». Ο Γουέστον κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας. Ο Ρέντφερν συνέχισε: «Μετά το δείπνο όμως, όταν οι νύχτες ήταν όμορφες, συνηθίζαμε να κάνουμε μια βόλτα σε διάφορα μέρη του νησιού». «Α, ναι!» μουρμούρισε ο Πουαρό. Ο Ρέντφερν του έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα. Ο Γουέστον είπε: «Ώστε δεν μπορείτε να μας δώσετε καμιά ιδέα για την αιτία που έκανε την κυρία Μάρσαλ να πάει στον όρμο Πίξυ σήμερα το πρωί;» Ο Ρέντφερν κούνησε το κεφάλι του. «Δεν έχω ιδέα!» είπε σαστισμένος. «Μήπως είχε φίλους στα περίχωρα;» «Όχι, απ’ ό,π ξέρω». «Και τώρα, κύριε Ρέντφερν, θέλω να σκεφθείτε καλά. Γνωρίσατε την κυρία Μάρσαλ στο Λονδίνο. Θα πρέπει να γνωρίζετε ανθρώπους του κύκλου της. Υπάρχει ανάμεσά τους κανένας που θα μπορούσε να έχει κάτι εναντίον της. Ας πούμε κάποιος που ίσως εσείς να του πήρατε τη θέση στην προτίμησή της;» Ο Ρέντφερν σκέφτηκε για λίγο. Ύστερα κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ειλικρινά, δε νομίζω να ξέρω κανέναν». Ο Γουέστον χτύπησε με τα δάχτυλά του το τραπέζι. «Πολύ καλά», είπε στο τέλος. «Μένουμε με τρεις πιθανό­ τητες. Ή πρόκειται για έναν άγνωστο δολοφόνο -κάποιον μανιακό- που έτυχε να βρίσκεται στα περίχωρα... κι αυτό είναι πολύ πιθανό...» «Είναι μάλλον η πιο πιθανή εξήγηση», διέκοψε ο Ρέ­ ντφερν. Ο Γουέστον κούνησε το κεφάλι του.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

95

«Ετούτη η περίπτωση δεν είναι από τις περιπτώσεις των φόνων που γίνονται σ’ ερημικά μέρη. Ο όρμος Πίξυ ήταν μάλλον απρόσιτος. Ο άνθρωπός μας ή θα έπρεπε να έρθει από τον διάδρομο που ενώνει το νησί με την ξηρά, να περά­ σει από το ξενοδοχείο και να κατεβεί από τη σιδερένια ανε­ μόσκαλα ή να χρησιμοποιήσει βάρκα. Και οι δύο τρόποι αποκλείουν το τυχαίο έγκλημα». «Μιλήσατε για τρεις πιθανότητες», είπε ο Ρέντφερν. «Ναι. Δύο άτομα σε τούτο το νησί είχαν λόγους να σκο­ τώσουν την κυρία Μάρσαλ. Ο άντρας της είναι το ένα και η γυναίκα σας είναι το άλλο». Ο Ρέντφερν κοίταζε τον αστυνόμο βουβός από κατά­ πληξη. «Η γυναίκα μου; Η Κριστίν; Θέλετε να πείτε ότι η Κριστίν έκανε αυτό το πράγμα;» Πετάχτηκε όρθιος. Η αγανάκτηση τον έκανε να τραυλίζει. «Είστε τρελός... τρελός... η Κριστίν; Είναι... είναι αδύνατο! Είναι γελοίο!» «Ωστόσο, κύριε Ρέντφερν, η ζηλοτυπία είναι ισχυρό κίνη­ τρο. Οι γυναίκες που ζηλεύουν χάνουν εντελώς τον έλεγχο του εαυτού τους». «Όχι η Κριστίν», έκανε με πεποίθηση ο Ρέντφερν. «Δεν είναι ο τύπος της. Ήταν δυστυχισμένη, το παραδέχομαι, αλλά για να φτάσει στο έγκλημα -ω, όχι, δε θα ήταν ποτέ ικανή». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας. «Κι εξάλλου», συνέχισε ο Ρέντφερν, «η Αρλήνα ήταν δυο φορές πιο δυνατή από την Κριστίν. Αμφιβάλλω αν η Κριστίν θα μπορούσε να πνίξει ένα γατί -όχι μια γερή γυναίκα σαν την Αρλήνα. Κι ακόμη, η Κριστίν δε θα μπορούσε να κατέβει στην αμμουδιά από την ανεμόσκαλα. Παθαίνει ιλίγγους. Ω, αυτή η ιδέα είναι ανόητη!» Ο Γουέστον έξυσε το αυτί του. «Εντάξει», είπε. «Ας πούμε ότι δεν είναι πιθανή αυτή η εκδοχή. Αλλά το κίνητρο είναι το πρώτο σημείο που πρέπει να ερευνήσουμε». Και πρόσθεσε: «Το κίνητρο και η ευκαι­ ρία».


96

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

IV

Όταν ο Ρέντφερν βγήκε από το δωμάτιο, ο αστυνόμος παρατήρησε χαμογελώντας: «Δε θεώρησα απαραίτητο να του πω ότι η γυναίκα του έχει άλλοθι. Ήθελα ν’ ακούσω τι θα έλεγε γι’ αυτή την εκδοχή. Ταράχτηκε, ε;» «Τα επιχειρήματα που πρόβαλε ήταν ισχυρά όσο οποιοδήποτε άλλοθι», είπε σιγά ο Πουαρό. «Ναι, ω, δεν το έκανε αυτή! Δεν μπορούσε να το έχει κάνει αυτή... ήταν σωματικά ανίκανη, όπως είπατε. Ο Μάρσαλ θα μπορούσε να το είχε κάνει αλλά όπως φαίνεται, ούτε αυτός το έκανε». Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ ξερόβηξε. «Με συγχωρείτε, κύριε, σκέφτηκα κάτι για το άλλοθι του Μάρσαλ. Μπορεί, αν είχε προσχεδιάσει το έγκλημα, να είχε γράψει εκείνα τα γράμματα από πριν». «Η ιδέα σου είναι σωστή», είπε ο Γουέστον. «Πρέπει να ερευνήσουμε...» Σταμάτησε απότομα, καθώς η Κριστίν Ρέντφερν έμπαινε στο δωμάτιο. Ήταν όπως πάντοτε ήρεμη και κάπως συγκρατημένη. Φορούσε άσπρη φούστα του τένις και ανοιχτό γαλάζιο πουλόβερ που τόνιζαν περισσότερο την άχρωμη, σχεδόν αναι­ μική ομορφιά της. Κι όμως, σκέφτηκε ο Πουαρό, αυτό το πρόσωπο δεν ήταν ούτε ανόητο ούτε ασθενικό. Έδειχνε αποφασιστικότητα, θάρρος και λογική. Κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του. Ο Γουέστον είπε μέσα του: «Νόστιμη γυναικούλα. Λίγο ξεπλυμένη ίσως, του πέφτει πολύ αυτουνού του κορτάκια που έχει για σύζυγο. Είναι πολύ νέος βέβαια, αλλά...» Δυνατά είπε: «Καθίστε, κυρία Ρέντφερν. Πρέπει, δυστυχώς, να εκπλη­ ρώσουμε μερικούς τύπους. Ζητάμε από όλους να μας πουν τι έκαναν σήμερα το πρωί. Μόνο για λόγους αρχείου». Η Κριστίν Ρέντφερν έγνεψε καταφατικά. «Μάλιστα, καταλαβαίνω», είπε με ήρεμη φωνή. «Από πού θέλετε ν’ αρχίσω;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

97

Ο Πουαρό είπε: «Αρχίστε απ’ όσο γίνεται νωρίτερα. Τι κάνατε όταν σηκω­ θήκατε σήμερα το πρωί;» Η Κριστίν Ρέντφερν σκέφτηκε μια στιγμή. «Αφήστε με να θυμηθώ. Κατεβαίνοντας για το πρόγευμα, πέρασα από το δωμάτιο της Λίντα Μάρσαλ και κανονίσαμε να πάμε μαζί στον όρμο Γκαλ. Συμφωνήσαμε να συναντη­ θούμε στο χολ στις δέκα και μισή». «Δεν κολυμπάτε πριν από το πρόγευμα;» ρώτησε ο Πουαρό. «Όχι. Σπάνια κολυμπώ τόσο πρωί». Χαμογέλασε. «Προ­ τιμώ να έχει ζεσταθεί καλά η θάλασσα. Είμαι μάλλον κρυουλιάρα». «Ο σύζυγός σας όμως κολυμπάει το πρωί». «Ναι. Σχεδόν πάντοτε». «Και η κυρία Μάρσαλ επίσης;» Το ύφος της Κριστίν άλλαξε. Έγινε ψυχρό σχεδόν από­ τομο. «Όχι. Η κυρία Μάρσαλ ήταν από τις γυναίκες που δεν εμφανίζονται πριν από το μεσημέρι». Μ' έναν αέρα σύγχυσης, ο Πουαρό είπε: «Με συγχωρείτε που σας διακόπτω, κυρία μου. Είπατε ότι είχατε πάει στο δωμάτιο της νεαρής Μάρσαλ. Τι ώρα ήταν;» «Μα... περίπου οκτώμισι -όχι, λίγο αργότερα». «Και η δεσποινίς Μάρσαλ είχε σηκωθεί;» «Ναι, είχε βγει έξω». «Είχε βγει έξω;» «Ναι, μου είπε ότι είχε πάει για μπάνιο». Υπήρχε κάποια νότα αμηχανίας στη φωνή της Κριστίν. Ο Πουαρό απορούσε γιατί. «Τι έγινε μετά;» ρώτησε ο Γουέστον. «Μετά κατέβηκα για το πρόγευμα». «Και μετά το πρόγευμα;» «Ανέβηκα στο δωμάτιό μου, πήρα το κουτί με τα χρώ­ ματα και το μπλοκ μου και ξεκινήσαμε». «Εσείς και η δεσποινίς Μάρσαλ;» «Ναι». «Τι ώρα ήταν;»


98

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Νομίζω ότι ήταν ακριβώς δέκα και μισή». «Και τι κάνατε;» «Πήγαμε στον όρμο Γκαλ. Ξέρετε, στην ανατολική πλευρά του νησιού. Καθίσαμε εκεί. Εγώ ζωγράφιζα και η Λίντα έκανε ηλιοθεραπεία». «Τι ώρα φύγατε από τον όρμο Γκαλ;» «Στις δώδεκα παρά τέταρτο. Είχα ραντεβού για να παίξω τένις στις δώδεκα και έπρεπε ν’ αλλάξω». «Φορούσατε το ρολόι σας;» «Όχι, δεν το φορούσα. Ρώτησα τη Λίντα τι ώρα ήταν». «Μάλιστα. Και μετά;» «Μάζεψα τα σύνεργά μου και γύρισα στο ξενοδοχείο». «Και η δεσποινίς Μάρσαλ;» ρώτησε ο Πουαρό. «Η Λίντα; Η Λίντα πήγε στη θάλασσα». «Το σημείο που είχατε καθίσει ήταν μακριά από τη θάλασσα;» «Βρισκόμαστε πάνω από τη γραμμή της παλίρροιας. Ακριβώς κάτω από τον βράχο, ώστε εγώ να έχω σκιά και η Λίντα να είναι στον ήλιο». «Η δεσποινίς Μάρσαλ έπεσε στη θάλασσα πριν φύγετε εσείς από την παραλία;» Η Κριστίν συνοφρυώθηκε στην προσπάθειά της να θυμηθεί. «Μια στιγμή... Έτρεξε προς τη θάλασσα... Έκλεινα την κασετίνα μου εκείνη τη στιγμή... Ναι, άκουσα το πέσιμό της στο νερό την ώρα που έπαιρνα το μονοπάτι για τον λόφο». «Είστε βέβαιη γι’ αυτό, κυρία Ρέντφερν; Ότι μπήκε πραγ­ ματικά στη θάλασσα;» «Ναι». Τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Και ο Γουέστον επίσης. Ύστερα στράφηκε στην Κριστίν. «Συνεχίστε, κυρία Ρέντφερν». «Γύρισα στο ξενοδοχείο, άλλαξα και πήγα στο γήπεδο του τένις, όπου συνάντησα τους άλλους». «Ποιοι ήταν οι άλλοι;» «Ο κύριος Μάρσαλ, ο κύριος Γκάρντνερ και η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. Παίξαμε δύο παρτίδες. Ξαναρχίζαμε μια άλλη, όταν ήρθε η είδηση για... για την κυρία Μάρσαλ».


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

99

Ο Πουαρό έσκυψε μπροστά. «Τι σκεφτήκατε, madame, όταν ακούσατε την είδηση;» «Τι σκέφτηκα;» Η έκφρασή της έδειχνε δυσαρέσκεια για την ερώτηση. Απάντησε αργά. «Ότι ήταν... πολύ φοβερό αυτό που είχε γίνει». «Α, μάλιστα. Η ευαισθησία σας επαναστάτησε. Το κατα­ λαβαίνω αυτό. Αλλά ρώτησα τι σήμαινε για σας προσωπι­ κά;» Του έριξε ένα γρήγορο βλέμμα -ένα βλέμμα ικεσίας. Ο Πουαρό ανταποκρίθηκε σ’ αυτό το βλέμμα. Είπε με ήρεμο τόνο: «Απευθύνομαι σε σας, madaoie, σε μια γυναίκα μορφω­ μένη, με αντίληψη και κρίση. Ασφαλώς, στη διάρκεια της παραμονής σας εδώ, θα είχατε σχηματίσει μια γνώμη για την κυρία Μάρσαλ, για το τι είδους γυναίκα ήταν;» Η Κριστίν είπε, διαλέγοντας με προσοχή τα λόγια της: «Υποθέτω ότι όταν μένει κανείς σ’ ένα ξενοδοχείο, θέλει δε θέλει, σχηματίζει μια γνώμη για τους άλλους». «Ασφαλώς. Είναι κάτι πολύ φυσικό. Σας ρωτώ λοιπόν. Σας ξάφνιασε ο τρόπος του θανάτου της;» «Νομίζω πως καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε», είπε αργά η Κριστίν. «Όχι, ίσως δεν ξαφνιάστηκα. Ταράχτηκα όμως. Αλλά ήταν το είδος της γυναίκας...» Ο Πουαρό συμπλήρωσε τη φράση της. «Ήταν το είδος της γυναίκας που μπορούσε να της συμ­ βεί κάτι τέτοιο... Ναι, oiadaoie, αυτό ήταν το πιο αληθινό και το πιο σημαντικό απ’ όσα ελέχθησαν μέσα σε τούτο το δωμάτιο σήμερα. Αφήνοντας όλα τα -χ μ - τα προσωπικά αισθήματα στην άκρη, τι γνώμη έχετε για τη μακαρίτισσα κυρία Μάρσαλ;» «Είναι απαραίτητο να μιλάμε τώρα πια γι’ αυτό;» «Νομίζω πως είναι απαραίτητο». «Τι θέλετε να σας πω;» Το άχρωμο δέρμα της έγινε ξαφ­ νικά κόκκινο. «Κατά τη γνώμη μου ήταν από τις γυναίκες που δεν έχουν καμιά απολύτως αξία. Ποτέ δεν έκανε τίποτα για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της στη ζωή. Δεν είχε πνεύμα δεν είχε αισθήματα. Δε σκεφτόταν τίποτ' άλλο από άντρες, φορέματα και θαυμασμό. Αχρηστη, παράσιτο! Άρεσε στους


100

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

άντρες, υποθέτω... Και ζούσε μόνο γι’ αυτό. Και γι’ αυτό, νομίζω, δεν ξαφνιάστηκα για το άσχημο τέλος της. Ήταν από τις γυναίκες που μπορούσε ν’ ανακατωθεί σε κάθε βρώμικη ιστορία -εκβιασμούς, ζήλιες, βία- σε κάθε είδους πρόστυχες συγκινήσεις. Απευθυνόταν στο χειρότερο είδος ανθρώπων». Σταμάτησε λαχανιασμένη. Στο πρόσωπό της ζωγραφιζό­ ταν μια έκφραση αηδίας. Ο Γουέστον σκέφτηκε ότι δεν μπο­ ρούσαν να βρεθούν δυο γυναίκες περισσότερο διαφορετικές από την Αρλήνα Στιούαρτ και την Κριστίν Ρέντφερν. Και σκέ­ φτηκε ακόμη ότι όποιος παντρευόταν μια Κριστίν Ρέντφερν, η ατμόσφαιρα γύρω του θα ήταν τόσο εξευγενισμένη, ώστε μια Αρλήνα Στιούαρτ θα είχε ιδιαίτερη γοητεία. Και ξαφνικά, στη συνέχεια αυτών των σκέψεων, μια λέξη απ’ όσα είχε πει η γυναίκα, κουδούνισε μέσα στο μυαλό του. Έσκυψε μπροστά. «Κυρία Ρέντφερν, μιλώντας για την κυρία Μάρσαλ, γιατί αναφέρατε τη λέξη εκβιασμός;»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ I Η Κριστίν τον κοίταζε. Ήταν φανερό ότι δεν κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε ο αστυνόμος. Απάντησε σχεδόν μηχα­ νικά: «Μα... υποθέτω, επειδή την εξεβίαζαν. Ήταν ο τύπος που δημιουργεί αιτίες για εκβιασμό». Ο Γουέστον επέμεινε. «Αλλά εσείς ξέρετε ότι την εξεβίαζαν;» Ένα ελαφρό ρόδινο χρώμα έβαψε τα μάγουλα της νεαρής γυναίκας. «Δηλαδή έτυχε να το μάθω. Α... άκουσα κάτι». «Εξηγηθείτε σας παρακαλώ, κυρία Ρέντφερν». Κοκκινίζοντας ακόμη περισσότερο, η Κριστίν είπε: «Δεν... δεν το έκανα επίτηδες. Ήταν εντελώς τυχαίο. Πριν δυο... όχι, πριν τρεις μέρες, ένα βράδυ, παίζαμε μπριτζ». Γύρισε στον Πουαρό. «Θυμάστε; Ο άντρας μου κι εγώ, εσείς και η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. Είχα βγει από το παιχνίδι. Έκανε ζέστη μέσα στο δωμάτιο και βγήκα στη βεράντα να πάρω λίγο αέρα. Κατέβηκα τα σκαλιά και προχώρησα προς την παραλία και τότε άκουσα κουβέντες. Γνώρισα τη φωνή της κυρίας Μάρσαλ. Έλεγε: "Δε βγαίνει τίποτα με το να με πιέ­ ζεις. Δεν μπορώ να πάρω τώρα χρήματα. Ο άντρας μου θα υποψιαζόταν”. Και τότε μια αντρική φωνή είπε: “Δε δέχομαι δικαιολογίες. Θα πληρώσεις θέλεις δε θέλεις”. Και ξανά η φωνή της Αρλήνα Μάρσαλ που έλεγε: “Είσαι ένας ασυνείδη­ τος εκβιαστής!” Και ο άντρας απάντησε: “Ασυνείδητος ή όχι, θα πληρώσεις, ωραία μου”». Η Κριστίν σώπασε. Ύστερα πρόσθεσε: «Γύρισα πίσω κι ένα λεπτό αργότερα, η Αρλήνα Μάρσαλ


102

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

πέρασε βιαστικά δίπλα μου. Ήταν φοβερά ταραγμένη». «Και ο άντρας;» ρώτησε ο Γουέστον. «Ξέρετε ποιος ήταν;» Η Κριστίν κούνησε το κεφάλι της. «Μιλούσε σιγά. Μόλις που άκουγα τα λόγια του». «Η φωνή δε σας θύμισε κάποιον γνωστό σας;» Σκέφτηκε μια στιγμή, ύστερα κούνησε ξανά το κεφάλι της. «Όχι, δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ήταν χαμηλή και πνι­ χτή. Θα μπορούσε να είναι η φωνή οποιουδήποτε». «Σας ευχαριστώ, κυρία Ρέντφερν», είπε ο Γουέστον. II Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω από την Κριστίν Ρέντφερν, ο επιθεωρητής Κόλγκεητ είπε: «Επιτέλους, έχουμε κάτι θετικό!» «Έτσι πιστεύεις;» είπε ο Γουέστον. «Είναι κάτι, κύριε, δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε. Υπήρχε κάποιος στο ξενοδοχείο που εξεβίαζε την κυρία». Ο Πουαρό μουρμούρισε: «Αλλά δεν είναι ο εκβιαστής που δολοφονήθηκε, αλλά το θύμα». «Είναι παράξενο, το παραδέχομαι», είπε ο επιθεωρητής. «Δεν είναι συνήθεια των εκβιαστών να σκοτώνουν τα θύματά τους. Αλλά το κέρδος που έχουμε απ’ αυτό, είναι ότι εξηγεί την περίεργη στάση της κυρίας Μάρσαλ σήμερα το πρωί. Είχε ραντεβού με τον φιλαράκο που την εξεβίαζε και δεν ήθελε να το μάθει ούτε ο άντρας της, ούτε ο Ρέντφερν». «Ναι, ασφαλώς εξηγεί αυτό το σημείο», είπε ο Πουαρό. «Πάρτε και το μέρος του ραντεβού. Το πιο ιδανικό μέρος για τον σκοπό τους. Η κυρία φεύγει με τη σχεδία. Τι το πιο φυσικό; Είναι κάτι που το κάνει κάθε μέρα. Πηγαίνει στον όρμο Πίξυ που δεν το επισκέπτεται κανείς το πρωί και που είναι ένα ωραίο ήσυχο μέρος για μια συνάντηση». «Ναι, κι εμένα μου έκανε εντύπωση αυτό το σημείο», είπε ο Πουαρό. «Όπως είπατε, το μέρος είναι ιδεώδες για ένα κρυφό ραντεβού. Είναι ερημικό και μπορεί να πάει κανείς από την ξηρά κατεβαίνοντας μόνο μια κατακόρυφη σιδερένια ανεμόσκαλα, που βέβαια, δεν το τολμάει ο καθένας. Εξάλ­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

103

λου, το μεγαλύτερο μέρος της αμμουδιάς δε φαίνεται από πάνω, χάρη στον βράχο που τη σκεπάζει. Άλλο ένα πλεονέ­ κτημα αυτό. Και υπάρχει και κάτι άλλο ακόμη. Μου το είπε μια μέρα ο κύριος Ρέντφερν. Υπάρχει μια σπηλιά εκεί, που η είσοδός της δε βρίσκεται εύκολα και που μπορεί κανείς να κρυφτεί θαυμάσια». «Μάλιστα, ο όρμος Πίξυ, θυμάμαι ότι το άκουσα κι εγώ», είπε ο Γουέστον. «Ναι, αλλά δεν ξανάκουσα από χρόνια τώρα να γίνεται λόγος γι’ αυτό», είπε ο Κόλγκεητ. «Ωστόσο, καλά θα ήταν να του ρίχναμε μια ματιά. Δεν ξέρει κανείς. Μπορεί να βρούμε κάποιο ίχνος». «Έχεις δίκιο, Κόλγκεητ», είπε ο Γουέστον. «Έχουμε την απάντηση στο πρώτο μέρος του προβλήματος. Γιατί η κυρία Μάρσαλ πήγε στον όρμο Πίξυ; Θέλουμε όμως την απάντηση και στο άλλο μισό. Ποιόν πήγε να συναντήσει εκεί; Ασφαλώς, κάποιον από τους ενοίκους του ξενοδοχείου. Κανείς απ' αυτούς, δεν είναι κατάλληλος για εραστής. Αλλά ένας εκβια­ στής είναι κάτι το διαφορετικό». Τράβηξε μπροστά του το βιβλίο των πελατών. «Αποκλεί­ οντας τους υπηρέτες, τα γκαρσόνια και τους άλλους, που δε μου φαίνονται πιθανοί για να κάνουν εκβιασμό, μας μένουν τέσσερις. Ο Αμερικανός, ο Γκάρντνερ, ο ταγματάρχης Μπάρυ, ο κύριος Χόρας Μπλατ και ο Αιδεσιμότατος Στήβεν Λέιν». «Μπορούμε να στενέψουμε λίγο τον κύκλο, κύριε», είπε ο επιθεωρητής. «Μου φαίνεται πως μπορούμε να εξαιρέσουμε τον Αμερικάνο. Ήταν στην παραλία ολόκληρο το πρωινό. Έτσι δεν είναι, κύριε Πουαρό;» «Εκτός από τη στιγμή που έλειψε για να φέρει το κουβάρι της γυναίκας του», απάντησε ο Πουαρό. «Ε, καλά, αυτό δεν έχει σημασία». «Και οι άλλοι τρεις;» είπε ο Γουέστον. «Ο ταγματάρχης Μπάρυ έφυγε στις δέκα το πρωί. Γύρισε στη μιάμιση. Ο κύριος Λέιν πήρε το πρόγευμά του στις οχτώ. Είπε ότι θα πήγαινε για τη συνηθισμένη του πεζοπορία. Ο κύριος Μπλατ έφυγε στις εννιάμιση για ιστιοπλοΐα, όπως κάνει κάθε μέρα. Κανείς από τους δυο δε γύρισε ακόμη». «Για ιστιοπλοΐα ε;» Ο τόνος του Γουέστον φανέρωνε


104

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

σκέψη. Ο Κόλγκεητ έπιασε αμέσως το νόημα. «Θα ταίριαζε περίφημα, έτσι δεν είναι;» «Καλά λοιπόν», είπε ο Γουέστον. «Ας πούμε τώρα δυο λόγια μ’ αυτόν τον ταγματάρχη και μετά ποιόν άλλον έχουμε; Τη Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ και τη δεσποινίδα Μπριούστερ που βρήκε το πτώμα με τον Ρέντφερν. Πώς είναι, Κόλγκεητ;» «Ω, πολύ όπως πρέπει, κύριε. Καθόλου ανόητη». «Δεν έκανε κανένα σχόλιο για τον φόνο;» Ο επιθεωρητής κούνησε το κεφάλι του. «Δε νομίζω πως θα έχει τίποτα περισσότερο να μας πει, αλλά πρέπει να βεβαιωθούμε. Εξάλλου, είναι και οι Αμερικάνοι». Ο Γουέστον έκανε μια καταφατική κίνηση. «Ας τους δούμε όλους κι ας τελειώνουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα. Ποιος ξέρει, μπορεί να μάθουμε κάτι. Για τον εκβιασμό, αν όχι και για τίποτ’ άλλο». Ill Ο κύριος και η κυρία Γκάρντνερ παρουσιάστηκαν μπρο­ στά στα όργανα της δικαιοσύνης μαζί. Η κυρία Γκάρντνερ εξηγήθηκε αμέσως. «Ελπίζω να καταλαβαίνετε πως είναι τα πράγματα, συνταγματάρχα Γουέστον -αυτό δεν είναι το όνομά σας, νομίζω;» Την καθησύχασαν ότι δεν έκανε λάθος και συνέ­ χισε: «Το γεγονός με τάραξε πολύ και ο κύριος Γκάρντνερ προσέχει πάρα πολύ την υγεία μου». Σ’ αυτό το σημείο ο κύριος Γκάρντνερ θεώρησε καθήκον του να πει: «Η κυρία Γκάρντνερ είναι πολύ ευαίσθητη». «... και μου είπε, “Μα και βέβαια, Κάρρυ, φυσικά θα σε συνοδέψω”. Όχι πως δεν έχουμε εκτίμηση για τη Βρετανική αστυνομία, γιατί έχουμε και πολύ μεγάλη μάλιστα. Μου έχουν πει ότι η διαδικασία στη Βρετανική αστυνομία είναι πολύ σύντομη και ραφιναρισμένη και ποτέ δεν είχα αμφιβολία γι’ αυτό και όταν κάποτε έχασα ένα βραχιόλι στο ξενοδοχείο Σαβόυ, τίποτα δεν ήταν πιο συμπαθητικό και χαριτωμένο από τον νεαρό αστυνομικό που ήρθε να με δει γι’ αυτή την υπόθεση και, φυσικά, δεν το είχα χάσει το βραχιόλι, αλλά


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

105

κάπου τα είχα βάλει και δεν το θυμόμουν. Είναι φοβερό πως ξεχνάει κανείς που έχει βάλει τα πράγματά του». Η κυρία Γκάρντνερ σταμάτησε, πήρε ανάσα και ξανάρχισε. «Κι αυτό που έχω να πω είναι -και ξέρω πως ο κύριος Γκάρντνερ συμφωνεί μαζί μου- ότι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βοηθήσουμε τη Βρετανική αστυνομία σ' αυτή την υπόθεση. Γι’ αυτό, λοιπόν, ρωτήστε με όλα όσα θέλετε να μάθετε». Ο συνταγματάρχης Γουέστον άνοιξε το στόμα του για να συμμορφωθεί μ’ αυτή την υπόδειξη, αλλά αναγκάστηκε να το αναβάλει για λίγο, γιατί η κυρία Γκάρντνερ συνέχιζε: «Αυτά είπα. Έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». Ο Γουέστον μίλησε βιαστικά. «Έμαθα, κυρία Γκάρντνερ, ότι ο σύζυγός σας κι εσείς περάσατε ολόκληρο το πρωινό στην παραλία;» Για μια φορά, ο κύριος Γκάρντνερ κατάφερε να μιλήσει πρώτος. «Έτσι είναι», είπε. «Μα και βέβαια ήμασταν στην παραλία», είπε η κυρία Γκάρντνερ. «Και ήταν τόσο ωραίο πρωινό, όπως ένα οποιοδήποτε πρωινό, αν με καταλαβαίνετε και τίποτα δεν έδειχνε τι γινόταν πίσω από το ακρωτήρι σ’ εκείνο το όμορφο λιμανάκι». «Είδατε καθόλου την κυρία Μάρσαλ σήμερα;» «Δεν την είδαμε. Και το είπα στον Όντελ. “Τι έγινε η κυρία Μάρσαλ σήμερα;” του είπα. Και πρώτα βγήκε ο άντρας της και την έψαχνε και μετά εκείνο το όμορφο παλικάρι, ο κύριος Ρέντφερν, και ήταν τόσο ανήσυχος, κοίταζε όλη την ώρα γύρω-γύρω. Και είπα μέσα μου, γιατί, αφού έχει μια τόσο νόστιμη γυναικούλα, γιατί να τρέχει πίσω απ’ αυτή τη φοβερή γυναίκα; Γιατί το ένοιωθα πως ήταν φοβερή. Πάντοτε το ένοιωθα. Έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Πώς αυτός ο θαυμάσιος κύριος Μάρσαλ μπόρεσε να παντρευτεί μια τέτοια γυναίκα ποτέ μου δεν μπόρεσα να το καταλάβω και να έχει και μια τόσο χαριτωμένη κόρη και είναι τόσο σημαντικό για τα νέα κορίτσια να έχουν τη σωστή επιρ­ ροή. Η κυρία Μάρσαλ δεν ήταν καθόλου το κατάλληλο πρό­


106

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

σωπο -δεν είχε καμιά αγωγή- και θα έλεγα ότι είχε πολύ πρωτόγονη φύση. Αν ο κύριος Μάρσαλ είχε μυαλό στο κεφάλι του, θα έπρεπε να είχε παντρευτεί τη δεσποινίδα Ντάρνλεϊ, που είναι μια πολύ-πολύ χαριτωμένη και πολύ ξεχωριστή γυναίκα. Πρέπει να πω ότι θαυμάζω τον τρόπο που κατάφερε να στήσει αυτή την πρώτης τάξεως επιχείρηση που έχει. Χρειάζεται μυαλό για να κάνεις κάτι τέτοιο -και δεν έχετε παρά να κοιτάξετε τη Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ για να καταλάβετε αμέσως πως έχει μυαλό και πολύ μάλιστα. Θα μπορούσε να σχεδιάσει και να εκτελέσει οτιδήποτε έβαζε στο κεφάλι της. Θαυμάζω αυτή τη γυναίκα περισσότερο απ’ όσο μπορώ να πω. Και έλεγα στον κύριο Γκάρντνερ τις άλλες ότι ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι είναι ερωτευμένη με τον κύριο Μάρσαλ -ότι είναι τρελή γι’ αυτόν. Δε σου το είπα, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Φαίνεται ότι γνωρίζονται από παιδιά και ποιος ξέρει, τώρα μπορεί όλα να διορθωθούν, μια κι έφυγε αυτή η γυναίκα από τη μέση. Δεν είμαι στενοκέφαλη, συνταγματάρχα Γουέστον, ούτε και περιφρονώ τους ανθρώπους του θεάτρου -αντίθετα, αρκετές από τις καλύτερες φίλες μου είναι ηθοποιοί- αλλά έλεγα πολλές φορές στον κύριο Γκάρ­ ντνερ ότι υπήρχε κάτι κακό πάνω σ’ αυτή τη γυναίκα. Και είδατε, είχα δίκιο!» Σταμάτησε με θριαμβευτικό ύφος. Στα χείλη του Πουαρό έπαιζε ένα μικρό χαμόγελο. Τα μάτια του συναντήθηκαν με το έξυπνο βλέμμα του κυρίου Γκάρντνερ. Ο συνταγματάρχης Γουέστον είπε απελπισμένα: «Πολύ καλά, κυρία Γκάρντνερ, σας ευχαριστώ. Υποθέτω ότι κανείς από τους δυο σας δεν παρατήρησε τίποτα που να έχει σχέση με την υπόθεση;» «Όχι, δε νομίζω». Ο κύριος Γκάρντνερ είχε μιλήσει σέρ­ νοντας κάπως τη φωνή. «Η κυρία Μάρσαλ βρισκόταν διαρ­ κώς μαζί με τον νεαρό Ρέντφερν. Αλλ’ αυτό θα σας το είπαν όλοι». «Τι γνώμη έχετε για τον άντρα της; Πιστεύετε ότι αδιαφο­ ρούσε;» Ο κύριος Γκάρντνερ είπε επιφυλακτικά:


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

107

«Ο κύριος Μάρσαλ είναι πολύ συγκρατημένος άνθρω­ πος». Η κυρία Γκάρντνερ βιάστηκε να επιβεβαιώσει. «Ω, ναι, είναι πολύ Βρετανός!»

IV Στην κάπως πληκτική φυσιογνωμία του ταγματάρχη Μπάρυ, διάφορα συναισθήματα φαίνονταν να παλεύουν. Προσπαθούσε να φαίνεται συγκινημένος καθώς απαιτούσε η περίσταση, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει ότι η υπόθεση τον διασκέδαζε. Μίλησε με τη βραχνή, λαχανιαστή φωνή του. «Θα χαρώ να βοηθήσω αν μπορέσω. Φυσικά, δεν ξέρω τίποτα -τίποτα απολύτως. Δεν είχα γνωριμίες με τους ήρωες. Αλλά πέρασα πολλά στα νιάτα μου. Έζησα καιρό στην Ανα­ τολή, ξέρετε. Και μπορώ να σας βεβαιώσω ότι όταν ζήσει κανείς σ’ έναν ορεινό σταθμό στις Ινδίες, μαθαίνει πολλά για την ανθρώπινη φύση». Σταμάτησε να πάρει ανάσα και ξανάρχισε. «Ετούτη η υπόθεση μου θυμίζει μια περίπτωση στη Σίμλα. Ο μάγκας λεγόταν Ρόμπινσον, ή Φάλκονερ; Δεν έχει σημασία. Ήταν στο Ηστ Γουίλτς ή στο Νορθ Σάρρεϋς; Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα -κι εξάλλου δεν έχει σημασία. Φίνο παιδί, ξέρετε, πολύ διαβασμένος, μαλακός σαν προζύμι που λένε. Ένα βράδυ ρίχτηκε στη γυναίκα του στο μπανγκαλόου τους. Την έπιασε από το λαιμό και σχεδόν την έπνιξε. Είχε μάθει ότι είχε σχέσεις με τον ένα και με τον άλλο. Τα χάσαμε όλοι! Δεν το έδειχνε ότι το είχε μέσα του». Ο Πουαρό μουρμούρισε: «Και βλέπετε σ’ αυτό κάποια αναλογία με τον θάνατο της κυρίας Μάρσαλ;» «Δηλαδή, αυτό που ήθελα να πω... ήταν ο στραγγαλι­ σμός. Ο ίδιος τρόπος, δηλαδή. Ο φίλος ξαφνικά τυφλώνεται από θυμό!» «Νομίζετε ότι το ίδιο συνέβη στον κύριο Μάρσαλ;» «Ω, ποτέ δεν είπα τέτοιο πράγμα». Το πρόσωπο του ταγματάρχη Μπάρυ έγινε πιο κόκκινο. «Ποτέ δεν είπα τίποτα εναντίον του Μάρσαλ. Είναι σπουδαίος τύπος. Δε θα έλεγα


108

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ούτε μία λέξη εναντίον του για όλο τον κόσμο». «Ω, συγνώμη, νόμισα ότι αναφερθήκατε στη φυσική αντί­ δραση ενός συζύγου». «Ήθελα να πω, ότι η μακαρίτισσα ήταν πολύ θερμή. Είχε δέσει τον νεαρό Ρέντφερν για τα καλά. Κι ασφαλώς θα υπήρχαν κι άλλοι πριν απ’ αυτόν. Αλλά το αστείο είναι ότι οι σύζυγοι είναι σχεδόν τυφλοί. Καταπληκτικό. Πάντοτε απο­ ρούσα μ’ αυτό το πράγμα. Βλέπουν κάποιον να νοστιμεύεται τη γυναίκα τους, αλλά δε φαντάζονται ότι και η γυναίκα τους νοστιμεύεται τον κάποιον! Θυμάμαι μια τέτοια περίπτωση στην Πούνα. Η γυναίκα πολύ όμορφη. Έσερνε τον άντρα της από τη μύτη». Ο συνταγματάρχης Γουέστον έκανε μια ανυπόμονη κίνηση. «Καλά, καλά, ταγματάρχα Μπάρυ. Για την ώρα ας ασχοληθούμε με τη δική μας υπόθεση. Έχετε καμιά προσω­ πική γνώμη, παρατηρήσατε ή μάθατε τίποτα που θα μπο­ ρούσε να μας βοηθήσει;» «Μα την αλήθεια, Γουέστον, δεν μπορώ να πω ότι ξέρω. Την είδα ένα απόγευμα στον όρμο Γκαλ με τον νεαρό Ρέντφερν», έκλεισε με σημασία το μάτι και χαχάνισε βραχνά, «ήταν πολύ όμορφα, βέβαια, όμως αυτό δεν είναι η ένδειξη που θέλετε. Χα, χα!...» «Είδατε την κυρία Μάρσαλ σήμερα το πρωί;» «Δεν είδα κανέναν σήμερα το πρωί. Είχα πάει στο Σαιν Λου. Ήταν ατυχία μου. Μένεις καιρό εδώ πέρα και δε γίνεται τίποτα. Κι όταν γίνει, τυχαίνει να λείπεις!» Η φωνή του ταγματάρχη έδειχνε απογοήτευση. «Είχατε πάει στο Σαιν Λου;» ρώτησε ο Γουέστον. «Ναι, ήθελα να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Δεν υπάρ­ χει, τηλέφωνο εδώ και στο ταχυδρομείο του Λέδερκομπ δεν μπορεί κανείς να κάνει ένα εμπιστευτικό τηλεφώνημα». «Τα τηλεφωνήματά σας ήταν εμπιστευτικής φύσεως;» Ο ταγματάρχης έκλεισε ξανά το μάτι. «Και ήταν και δεν ήταν. Ήθελα να επικοινωνήσω μ’ ένα φιλαράκο και να του πω να παίξει κάτι σ' ένα άλογο. Για κακή μου τύχη, δεν μπόρεσα να τον βρω». «Από πού τηλεφωνήσατε;» «Από ένα θάλαμο στο Σαιν Λου. Ύστερα, όταν γύριζα,


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

109

έχασα τον δρόμο -τα έμπλεξα μέσα σ’ αυτά τα δρομάκια που στρίβουν και ξαναστρίβουν και σε πάνε στο ίδιο μέρος, θα πρέπει να καθυστέρησα περισσότερο από μια ώρα. Γύρισα μόλις πριν από μισή ώρα». «Μιλήσατε με κανέναν, ή συναντηθήκατε με κανέναν στο Σαιν Λου;» Ο ταγματάρχης χαχάνισε. «Θέλετε ν’ αποδείξω το άλλοθι μου; Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα. Είδα πάνω από χίλιους ανθρώπους στο Σαιν Λου, αυτό όμως δε θα πει ότι θα θυμούνται ότι με είδαν». «Είμαστε υποχρεωμένοι να τα ρωτάμε αυτά τα πράγ­ ματα», είπε ο αστυνόμος. «Έχετε δίκιο. Χαίρομαι αν βοηθάω. Πολύ ελκυστική γυναίκα η μακαρίτισσα. Θα ήθελα πολύ να σας βοηθήσω να πιάσετε τον τύπο που την έπνιξε. Η πλαζ του φόνου -έτσι θα γράφουν οι εφημερίδες, βάζω στοίχημα, θυμάμαι μια φορά...» Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ έκοψε στη μέση την καινούργια ανάμνηση και ρυμούλκησε τον πολυλογά ταγματάρχη έξω από το δωμάτιο. Γυρίζοντας κοντά στους άλλους είπε: «Δύσκολο να ψάξουμε στο Σαιν Λου. Είναι η περίοδος των διακοπών». «Ναι, δεν μπορούμε να τον βγάλουμε από τη λίστα. Όχι ότι πιστεύω σοβαρά ότι είναι αναμεμειγμένος με την υπό­ θεση -κι ωστόσο είναι μια πιθανότητα. Τ’ αφήνω σε σένα, Κόλγκεητ. Μάθε τι ώρα έβγαλε το αυτοκίνητο -πετρέλαιο- τα πάντα. Είναι αρκετά πιθανό να παρκάρισε κάπου σε κάποιο ερημικό σημείο, να γύρισε πίσω με τα πόδια και να πήγε στο λιμανάκι. Αλλά δε μου φαίνεται δυνατό, θα διέτρεχε τον κίν­ δυνο να τον δουν». Ο Κόλγκεητ έκανε μια κίνηση που έδειχνε πως συμφω­ νούσε. «Έχουν έρθει πολλά πούλμαν σήμερα. Η μέρα είναι πολύ όμορφη, βλέπετε. Άρχισαν να έρχονται από τις εντεκάμισι. Η παλίρροια ήταν στις εφτά. Τα νερά θα έφυγαν στη μία περί­ που. Ο κόσμος θα ξεχύθηκε σ’ όλη την αμμουδιά και στο δρομάκι για το ξενοδοχείο». «Ναι! Αλλά ο ταγματάρχης θα έπρεπε να περάσει από το


110

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

δρομάκι και μπρος από το ξενοδοχείο». «Δεν είναι απαραίτητο. Μπορούσε να κόψει από το μονοπάτι που βγάζει κατ' ευθείαν στην κορφή του νησιού». Ο Γουέστον κούνησε το κεφάλι του με αμφιβολία. «Δε λέω ότι δεν μπορούσε να περάσει χωρίς να τον δουν. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι όλοι οι ένοικοι του ξενοδο­ χείου βρίσκονται στην αμμουδιά εκείνη την ώρα εκτός από την κυρία Ρέντφερν και τη μικρή Μάρσαλ που ήταν στον όρμο Γκαλ και η αρχή του μονοπατιού φαίνεται μόνο από μερικά παράθυρα του ξενοδοχείου και δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες να κοίταζε κάποιος από κάποιο παράθυρο ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Εκτός απ’ αυτό, μπορούμε να πούμε πως υπάρχει περίπτωση να μπει κάποιος και να βγει από το ξενοδοχείο χωρίς να τον προσέξει κανείς. Εκείνο που θέλω να πω εγώ, είναι ότι ο ταγματάρχης δεν μπορούσε να υπολογίζει ότι δε θα τον έβλεπαν». «Θα μπορούσε να πάει στο λιμανάκι με βάρκα». Ο Γουέστον κατένευσε. «Αυτό είναι πιο πιθανό. Αν είχε κρύψει μια βάρκα σε κάποιον από τους γύρω κόρφους, θα μπορούσε ν’ αφήσει το αυτοκίνητο, να πάει κωπηλατώντας στον όρμο Πίξυ, να κάνει το έγκλημά του, να γυρίσει πίσω πάλι κωπηλατώντας, να πάρει το αυτοκίνητο και να εμφανιστεί στο ξενοδοχείο για να μας πει την ιστορία του για το Σαιν Λου και ότι έχασε τον δρόμο -μια ιστορία που ήξερε ότι θα ήταν δύσκολο να εξα­ κριβωθεί». «Πολύ σωστά, κύριε». «Λοιπόν, τ’ αφήνω σε σένα, Κόλγκεητ. Χτένισε σχολα­ στικά την περιοχή. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Και τώρα, ας δούμε τη δεσποινίδα Μπριούστερ». V Η Έμιλυ Μπριούστερ δεν μπόρεσε να προσθέσει τίποτα καινούργιο στα όσα είχε πει ήδη. Αφού ξανάπε την ιστορία της, ο Γουέστον τη ρώτησε: «Δεν ξέρετε τίποτ’ άλλο που θα μπορούσε να μας βοη­ θήσει με κάποιον τρόπο;» Η δεσποινίς Μπριούστερ είπε κοφτά:


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

111

«Δυστυχώς όχι. Η υπόθεση είναι δυσάρεστη. Ελπίζω ωστόσο, ότι γρήγορα θα βρείτε τη λύση της». «Το ελπίζω κι εγώ», είπε ο Γουέστον. «Δε θα πρέπει να είναι δύσκολο». «Τι θέλετε να πείτε μ' αυτό, δεσποινίς Μπριούστερ;» «Συγνώμη. Δεν είχα την πρόθεση να σας διδάξω τη δου­ λειά σας. Αυτό που ήθελα να πω ήταν ότι για μια τέτοια γυναίκα, θα έπρεπε να είναι σχετικά εύκολο να βρείτε τη λύση». «Αυτή τη γνώμη έχετε;» μουρμούρισε ο Πουαρό. Η Έμιλυ Μπριούστερ είπε επιθετικά: «Φυσικά. Ο νεκρός δεδικαίωται, το ξέρω, αλλά δεν μπο­ ρεί κανείς ν’ αγνοήσει τα γεγονότα. Αυτή η γυναίκα ήταν χαλασμένη μέχρι το κόκαλο. Δεν έχετε παρά να ψάξετε λίγο, στο όχι και τόσο άψογο παρελθόν της». «Δεν τη συμπαθούσατε;» είπε ήσυχα ο Πουαρό. «Ξέρω πολλά γι’ αυτήν». Και βλέποντας τα ερωτηματικά βλέμματα των τριών αντρών, εξήγησε: «Μία πρώτη μου εξαδέλφη παντρεύτηκε έναν από τους Έρσκιν. Ίσως να έχετε ακούσει ότι αυτή η γυναίκα κατάφερε να πείσει τον γερο-σερ Ρόμπερτ, όταν ήταν ξετρελαμένος μαζί της, να της αφήσει την περισσότερη περιουσία του, απογυμνώνοντας την οικογένειά του». «Και η οικογένεια είχε δυσαρεστηθεί γι’ αυτό;» «Φυσικά. Και μόνο η σχέση του μαζί της ήταν μεγάλο σκάνδαλο. Να της αφήσει κι από πάνω πενήντα χιλιάδες λίρες, δείχνει τι είδους γυναίκα ήταν. Ξέρω πως φαίνομαι σκληρή, αλλά κατά τη γνώμη μου, οι διάφορες Αρλήνα Στιούαρτ του κόσμου τούτου, δεν αξίζουν καμιά συμπάθεια. Ξέρω και κάτι άλλο εις βάρος της -ένα νέο παιδί που έχασε σε τέτοιο σημείο τα μυαλά του γι' αυτήν- ήταν πάντοτε λίγο τρελός, αλλά η σχέση του μαζί της τον έσπρωξε στα άκρα. Έκανε κάποια βρωμοδουλειά με κάτι μετοχές -μόνο και μόνο για να βρίσκει λεφτά να ξοδεύει γι’ αυτήν. Από θαύμα γλύ­ τωσε τη φυλακή. Αυτή η γυναίκα δηλητηρίαζε οποιονδήποτε την πλησίαζε. Κοιτάξτε με τι τρόπο ξεμυάλισε τον νεαρό Ρέντφερν. Όχι, ομολογώ ότι δε νοιώθω καμιά λύπη για τον θάνατό της -μόνο που παραδέχομαι ότι ήταν φριχτός, θα ήταν καλύτερα αν είχε πνιγεί από μόνη της ή αν είχε πέσει


112

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

από κανένα βράχο. Αλλά να τη στραγγαλίσουν...» «Πιστεύετε ότι ο δολοφόνος ήταν κάποιος από το παρελ­ θόν της;» «Ναι, το πιστεύω». «Κάποιος που ήρθε από την ξηρά χωρίς να τον δει κανείς;» «Ποιος θα μπορούσε να τον δει; Βρισκόμασταν όλοι στην παραλία. Έμαθα ότι η μικρή Μάρσαλ και η Κριστίν Ρέντφερν ήταν στον όρμο Γκαλ. Ο κύριος Μάρσαλ έγραφε στο δωμάτιό του. Ποιος λοιπόν θα μπορούσε να τον δει, εκτός ίσως από τη δεσποινίδα Ντάρνλεί». «Πού ήταν η δεσποινίς Ντάρνλεί;» «Καθόταν σε μια προεξοχή του βράχου στην κορφή του λόφου. Σάννυ Λετζ λέγεται το μέρος. Την είδαμε, ο κύριος Ρέντφερν κι εγώ, την ώρα που περνούσαμε με τη βάρκα». «Ίσως να έχετε δίκιο, δεσποινίς Μπριούστερ». «Ασφαλώς έχω δίκιο», είπε με πεποίθηση η Έμιλυ Μπρι­ ούστερ. «Όταν μια γυναίκα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα βρωμοθήλυκο, η ίδια της η ζωή μπορεί να δώσει τα πιο σωστά ίχνη. Δε συμφωνείτε, κύριε Πουαρό;» Ο Πουαρό σήκωσε το κεφάλι του. Τα μάτια του συναντή­ θηκαν με τα έξυπνα γκρίζα μάτια της. «Ναι», είπε σιγά. «Συμφωνώ μ’ αυτό που είπατε ετούτη τη στιγμή. Η ίδια η Αρλήνα Μάρσαλ είναι το καλύτερο, το μοναδικό κλειδί στο μυστήριο του θανάτου της». «Και λοιπόν;» Η δεσποινίς Μπριούστερ καθόταν στητή και το ψυχρό, γεμάτο αυτοπεποίθηση βλέμμα της, πήγαινε από τον ένα στον άλλο, περιμένοντας απάντηση. Την έδωσε ο συνταγματάρχης Γουέστον. «Μπορείτε να είστε βέβαιη, δεσποινίς Μπριούστερ, ότι κάθε λεπτομέρεια στο παρελθόν της κυρίας Μάρσαλ θα εξετασθεί με προσοχή». Η δεσποινίς Μπριούστερ έφυγε ικανοποιημένη.

VI Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ κουνήθηκε ανήσυχα στη θέση του.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

113

«Ήταν πολύ κατηγορηματική ετούτη. Και τη στόλισε για καλά τη μακαρίτισσα». Σταμάτησε μια στιγμή και μετά πρόσθεσε σκεφτικά: «Είναι κρίμα που έχει ακλόνητο άλλοθι για σήμερα το πρωί. Προσέξατε τα χέρια της, κύριε; Μεγάλα σαν αντρικά. Και είναι μεγαλόσωμη -δυνατή σαν άντρας και δυνατότερη, θα έλεγα...» Σταμάτησε ξανά. Το βλέμμα που έριξε στον Πουαρό παρακαλούσε σχεδόν. «Και λέτε πως δεν έφυγε καθόλου από την παραλία το πρωί, κύριε Πουαρό;» Ο Πουαρό κούνησε αργά το κεφάλι του. «Αγαπητέ μου επιθεωρητά, όταν η δεσποινίς Μπριούστερ κατέβηκε στην παραλία, η κυρία Μάρσαλ δε θα είχε φτάσει ακόμη στον όρμο Πίξυ και δεν έφυγε από τα μάτια μου ως τη στιγμή που μπήκε στη βάρκα με τον νεαρό Ρέντφερν». Ο επιθεωρητής παραδέχτηκε μελαγχολικά: «Τότε, πρέπει να την εξαιρέσουμε». VII Όπως πάντα, ο Πουαρό ένοιωσε ένα έντονο αίσθημα ευχαρίστησης, βλέποντας τη Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ. Ακόμη και σε μια αστυνομική ανάκριση για φόνο, η παρουσία της και μόνο έκανε διαφορετική την ατμόσφαιρα. Κάθισε απέναντι στον συνταγματάρχη Γουέστον στρέφο­ ντας σ’ αυτόν το πρόσωπό της με τα έξυπνα χαρακτηριστικά. «Θέλετε το όνομα και τη διεύθυνσή μου; Λέγομαι Ρόζαμουντ-Aw Ντάρνλεϊ. Διευθύνω έναν οίκο ραπτικής με την επωνυμία Ρόουζ Μοντ, στην οδό Μπρουκ 622». «Ευχαριστώ, δεσποινίς Ντάρνλεϊ. Έχετε να μας πείτε τίποτα που να μας βοηθήσει;» «Πολύ φοβάμαι, ότι όχι». «Τις κινήσεις σας». «Πήρα το πρωινό μου στις εννιάμιση περίπου. Ύστερα ανέβηκα στο δωμάτιό μου, πήρα ένα βιβλίο και την ομπρέλα μου και πήγα στο Σάννυ Λετζ. Θα πρέπει να ήταν γύρω στις δέκα και είκοσι πέντε. Γύρισα στο ξενοδοχείο κατά τις δώδεκα παρά δέκα, ανέβηκα και πήρα τη ρακέτα μου και


114

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

πήγα στο γήπεδο του τένις, όπου έπαιξα ως την ώρα του φαγητού». «Καθίσατε στην προεξοχή του βράχου που λέγεται Σάννυ Λετζ από τις δέκα και μισή ως τις δώδεκα παρά δέκα;» «Μάλιστα». «Είδατε καθόλου την κυρία Μάρσαλ σήμερα το πρωί;» «Όχι». «Μήπως την είδατε να περνάει με τη σχεδία πηγαίνοντας για τον όρμο Πίξυ;» «Όχι. Ίσως να είχε περάσει πριν φτάσω εγώ στον βράχο». «Μήπως είδατε κανέναν με σχεδία ή με βάρκα;» «Όχι, δεν είδα. Διάβαζα, βλέπετε. Βέβαια, πού και πού σήκωνα τα μάτια μου από το βιβλίο, αλλά κάθε φορά που κοίταζα, η θάλασσα ήταν έρημη». «Δεν προσέξατε ούτε τον κύριο Ρέντφερν και τη δεσποι­ νίδα Μπριούστερ που πέρασαν με τη βάρκα;» «Όχι». «Γνωριζόσαστε, νομίζω, με την κυρία Μάρσαλ;» «Ο κύριος Μάρσαλ είναι παλιός οικογενειακός φίλος. Τα σπίτια μας ήταν δίπλα το ένα στο άλλο. Αλλά είχαμε πολλά χρόνια να συναντηθούμε -σχεδόν δώδεκα». «Και με την κυρία Μάρσαλ;» «Δεν είχα αλλάξει περισσότερες από δέκα λέξεις μαζί της, ώσπου τη συνάντησα εδώ». «Απ’ ό,τι ξέρετε, ο κύριος Μάρσαλ και η γυναίκα του τα πήγαιναν καλά;» «Πολύ καλά, απ’ ό,τι ξέρω». «Ο κύριος Μάρσαλ αγαπούσε τη γυναίκα του;» «Θα πρέπει να την αγαπούσε. Δεν μπορώ να σας πω θετικά. Ο κύριος Μάρσαλ είναι μάλλον άνθρωπος του παλιού καιρού. Δεν έχει τη σημερινή συνήθεια να βγάζει τα συζυγικά του αισθήματα στο πεζοδρόμιο». «Συμπαθούσατε την κυρία Μάρσαλ;» «Όχι». Η σύντομη λέξη είχε βγει από τα χείλη της απλά και καθαρά και έλεγε ακριβώς αυτό που ήταν -απλή διαπίστωση ενός γεγονότος. «Γιατί;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

115

Ένα μισοχαμόγελο φάνηκε στα χείλη της Ρόζαμουντ. «Ασφαλώς θα ανακαλύψατε ότι η Αρλήνα Μάρσαλ δεν ήταν συμπαθής ανάμεσα στους εκπρόσωπους του φύλου της. Κι εξάλλου βαριόταν με τις γυναίκες και το έδειχνε. Παρ' όλα αυτά, θα ήθελα να την έχω πελάτισσα. Είχε καλό γού­ στο. Τα φορέματά της ήταν πάντοτε καλοδιαλεγμένα και τα φορούσε με χάρη». «Ξόδευε πολλά για φορέματα;» «Θα πρέπει να ξόδευε. Είχε δικά της χρήματα και φυσικά, ο Μάρσαλ είναι πλούσιος». «Μήπως ακούσατε ποτέ ή μήπως σας πέρασε από τον νου ότι η κυρία Μάρσαλ ήταν θύμα εκβιασμού;» Το πρόσωπο της Ρόζαμουντ πήρε μιαν έκφραση έντονης εκπλήξεως. «Εκβιασμού; Η Αρλήνα;» «Η ιδέα φαίνεται να σας ξαφνιάζει». «Ναι, μάλλον με ξαφνιάζει. Φαίνεται απίστευτο». «Είναι ωστόσο πιθανό;» «Τα πάντα είναι πιθανά. Τουλάχιστον αυτό μας δίδαξε η ζωή. Απορώ όμως, για ποιο πράγμα θα μπορούσε κανείς να εκβιάσει την Αρλήνα...» «Υποθέτω πως θα υπήρχαν ίσως μερικά πράγματα που η κυρία Μάρσαλ δε θα ήθελε να τα μάθει ο άντρας της». «Ναι... ναι, ίσως». Και εξήγησε την αμφιβολία της μισοχαμογελώντας: «Αμφιβάλλω, βλέπετε, γιατί η Αρλήνα ήταν γνωστή για τη συμπεριφορά της. Ουδέποτε προσπάθησε να δημιουργήσει φήμη προτύπου εντιμότητας». «Νομίζετε, δηλαδή, ότι ο άντρας της γνώριζε τις φιλίες της με άλλους άντρες;» Έγινε μικρή παύση. Η Ρόζαμουντ σκεφτόταν συνοφρυω­ μένη. Τέλος είπε διστακτικά: «Δεν ξέρω τι να πω. Υποθέτω πως ο Κέννεθ Μάρσαλ δεχόταν τη γυναίκα του ακριβώς όπως ήταν. Δεν είχε αυτα­ πάτες γι’ αυτήν. Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος». «Υπάρχει περίπτωση να την πίστευε απόλυτα;» Η Ρόζαμουντ έδειξε κάποια αγανάχτηση. «Οι άντρες είναι ανόητοι. Και ο Κέννεθ Μάρσαλ απίθανα αφελής κάτω από το ψυχρό ύφος του. Είναι πιθανό να την


116

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

πίστευε τυφλά. Μπορεί να πίστευε ότι απλώς τη θαύμαζαν». «Και δεν ξέρετε κανένα που θα μπορούσε να έχει κάποια μνησικακία εναντίον της κυρίας Μάρσαλ;» Η Ρόζαμουντ χαμογέλασε. «Μόνο ζηλότυπες συζύγους. Και συμπεραίνω ότι αφού τη στραγγάλισαν, μάλλον άντρας θα ήταν ο δολοφόνος». «Ναι». Η Ρόζαμουντ είπε σκεφτικά: «Όχι, δεν ξέρω κανένα. Αλλά μπορεί και να μην το έχω μάθει. Θα έπρεπε να ψάξετε στο στενό της περιβάλλον». «Σας ευχαριστώ, δεσποινίς Ντάρνλεί». Η Ρόζαμουντ γύρισε ελαφρά στην καρέκλα της. «Ο κύριος Πουαρό δεν έχει καμιά ερώτηση να κάνει;» Ο Πουαρό δέχτηκε χαμογελώντας το λίγο ειρωνικό βλέμμα της. «Δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά», είπε. Η Ρόζαμουντ βγήκε από το δωμάτιο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ I Βρίσκονταν στο δωμάτιο της Αρλήνα Μάρσαλ. Δυο μεγά­ λες μπαλκονόπορτες έβγαζαν στο μπαλκόνι που έβλεπε στην πλαζ και πέρα στη θάλασσα. Ο ήλιος πλημμύριζε το δωμάτιο και παιχνίδιζε με χίλια χρώματα πάνω στα κρυστάλ­ λινα μπουκαλάκια και βαζάκια με τις κρέμες και τα καλλυ­ ντικά πάνω στην τουαλέτα της. Ανάμεσα σ’ αυτό το οπλο­ στάσιο της γυναικείας ομορφιάς, οι τρεις άντρες κινούνταν αδέξια. Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ τριγύριζε το δωμάτιο ανοίγοντας και κλείνοντας συρτάρια. Σε μια στιγμή, άφησε ένα γρύλισμα. Είχε ανακαλύψει ένα πακέτο γράμματα. Μαζί με τον Γουέστον τα διέτρεξαν γρήγορα. Ο Πουαρό είχε ανοίξει την ντουλάπα και κοίταζε τα κρε­ μασμένα φορέματα. Ύστερα άνοιξε το άλλο μέρος. Στα συρ­ τάρια, στοίβες αραχνοΰφαντα εσώρουχα. Σ’ ένα ψηλό ράφι, καπέλα. Δύο ακόμη χάρτινα καπέλα της πλαζ -ένα κόκκινο κι ένα κίτρινο- ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο, ένα άλλο από μπλε λινό με κατεβαστά μπορ και τρία-τέσσερα από κείνα τα μικρά τίποτα, που ασφαλώς θα είχαν πληρωθεί με αρκετές λίρες το καθένα -ένα είδος μπερέ μπλε σκούρο, μια φούντα από μαύρο βελούδο κι ένα ανοιχτό πράσινο τυρμπάν. Ο Πουαρό τα κοίταζε κι ένα ελαφρό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. «Γυναίκες!» μουρμούρισε. Ο Γουέστον ξαναδίπλωνε τα γράμματα. «Τρία είναι από τον νεαρό Ρέντφερν», είπε. «Ο ηλίθιος. Θα του χρειαστούν μερικά χρόνια ακόμη για να μάθει να μη γράφει γράμματα σε γυναίκες. Σου ορκίζονται πως τα έκα­ ψαν, ενώ τα φυλάνε. Υπάρχει κι άλλο ένα γράμμα. Στο ίδιο μοτίβο».


118

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Το έδωσε στον Πουαρό, που διάβασε: «Αρλήνα, αγάπη μου, νοιώθω απαίσια. Να είμαι υποχρε­ ωμένος να φύγω για την Κίνα και να μη σε ξαναδώ ίσως για χρόνια. Δε φανταζόμουν ποτέ ότι μπορούσε ένας άντρας να γίνει τρελός για μια γυναίκα, όπως έγινα εγώ για σένα. Σ' ευχαριστώ για την επιταγή. Δεν μπορούν να με καταγγείλουν τώρα. Τη γλύτωσα φτηνά κι αυτό επειδή ήθελα να έχω πολλά λεφτά για σένα. Μπορείς να με συχωρέσεις; Ήθελα να στο­ λίσω με διαμάντια τ’ αυτιά σου και να κρεμάσω μεγάλα μαρ­ γαριτάρια γύρω από τον λαιμό σου -τον όμορφο άσπρο λαιμό σου. Λένε όμως ότι τα μαργαριτάρια δε φέρνουν ευτυ­ χία. Τότε, ένα παραμυθένιο σμαράγδι; Ναι, ένα μεγάλο, διά­ φανο σμαράγδι, γεμάτο μυστηριακό πράσινο φως και κρυφή φλόγα. Μη με ξεχάσεις -αλλά το ξέρω, δεν μπορείς. Είσαι δική μου, πάντα. Γεια σου - γεια σου - γεια σου. Τζ. Ν.» Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ είπε: «Ίσως θα έπρεπε να μάθουμε αν αυτός ο Τζ. Ν. έφυγε πραγματικά για την Κίνα. Διαφορετικά, ίσως να είναι ο άνθρωπος που ζητάμε. Τρελός για τη γυναίκα, έχοντάς την εξιδανικεύσει, μαθαίνει ξαφνικά ότι τον κοροΐδευε. Μου φαί­ νεται σαν να πρόκειται για το νέο παιδί που μας μίλησε η δεσποινίς Μπριούστερ. Νομίζω πως αυτό το γράμμα είναι χρήσιμο». Ο Πουαρό συμφώνησε. «Ναι, κι εγώ νομίζω πως αυτό το γράμμα είναι πολύ σημαντικό». Κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Τα μπουκάλια πάνω στο τραπέζι της τουαλέτας, την ανοιχτή ντουλάπα και τον μεγάλο πιερότο που ήταν ξαπλωμένος αυθάδικα πάνω στο κρεβάτι. Πέρασαν στο δωμάτιο του Κέννεθ Μάρσαλ. Ήταν δίπλα στης γυναίκας του, αλλά χωρίς ενδιάμεση πόρτα και χωρίς μπαλκόνι. Είχε δυο παράθυρα που έβλεπαν στην ίδια κατεύθυνση και ήταν μικρότερα. Ανάμεσα στα δυο παράθυρα ήταν κρεμασμένος ένας καθρέφτης με χρυσό πλαίσιο. Στη γωνιά, απέναντι από το δεξιό παράθυρο, ήταν η τουαλέτα. Επάνω της δυο βούρτσες με ράχη από ελεφαντό­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

119

δοντο, μια βούρτσα για τα ρούχα κι ένα μπουκάλι κολόνια. Στην άλλη γωνιά, δίπλα στο αριστερό παράθυρο, ήταν το γραφείο. Επάνω, μια ανοιχτή γραφομηχανή και δίπλα μια στοίβα χαρτιά. Ο Κόλγκεητ τα έψαξε γρήγορα. «Τίποτα ιδιαίτερο», είπε. «Α, να το γράμμα που ανέφερε. Εχει ημερομηνία 24, δηλαδή χτεσινή. Να και ο φάκελος με σημερινή ταχυδρομική σφραγίδα του Λέδερκομπ. Όλα φαί­ νονται να συμφωνούν. Θα μάθουμε τώρα αν είχε προετοιμά­ σει την απάντησή του». Κάθισε στην καρέκλα. Ο Γουέστον του είπε: «Θα σ’ αφήσουμε να κάνεις αυτή τη δουλειά. Εμείς πρέ­ πει να κοιτάξουμε τα άλλα δωμάτια. Απαγορεύσαμε σε όλους να μπουν στα δωμάτιά τους, απ’ αυτήν την πλευρά, κι έχουν αρχίσει να δυσανασχετούν». Μπήκαν στο δωμάτιο της νεαρής Μάρσαλ. Ήταν ανατο­ λικό κι έβλεπε στους βράχους κάτω και πέρα στη θάλασσα. Ο Γουέστον έριξε μια ματιά τριγύρω. «Δε νομίζω να υπάρχει τίποτα εδώ. Είναι βέβαια πιθανό να έκρυψε ο Μάρσαλ στο δωμάτιο της κόρης του κάτι που δε θα ήθελε να βρούμε, αλλά δεν το πιστεύω. Δεν υπήρχε όπλο ή κάτι τέτοιο που να ήθελε να το ξεφορτωθεί». Ξαναβγήκε από το δωμάτιο. Ο Πουαρό έμεινε. Βρήκε κάτι στη σχάρα του τζακιού, που του τράβηξε το ενδιαφέρον. Κάτι είχαν κάψει πάνω στη σχάρα. Γονάτισε κι εργάστηκε με υπομονή. Άπλωσε τα ευρήματά του πάνω σ’ ένα φύλλο χαρτί. Μια μεγάλη ακανό­ νιστη σταγόνα από λιωμένο κερί, μερικά κομματάκια πράσινο χαρτί ή χαρτόνι, πιθανόν ένα τμήμα από ημερολόγιο, γιατί υπήρχε ένα κομμάτι που δεν είχε καεί και που είχε επάνω ένα μεγάλο πέντε κι ένα τμήμα από μια φράση: ...καλές πρά­ ξεις... Υπήρχε, ακόμη, μια συνηθισμένη καρφίτσα και κάτι αποκαΐδια που μπορεί να ήταν ανθρώπινα μαλλιά. Ο Πουαρό τα έβαλε στη σειρά και τα κοίταζε. Μουρμούρισε: «Κάνε καλές πράξεις, μην τις ονειρεύεσαι όλη μέρα. Καθόλου παράξενο να είναι κι έτσι. Αλλά τι μπορεί να βγάλει κανείς από τούτα;» Ύστερα πήρε την καρφίτσα και τα μάτια του στένεψαν. Σηκώθηκε όρθιος. Έφερε αργά το βλέμμα του γύρω στο


120

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

δωμάτιο κι αυτή τη φορά υπήρχε μια εντελώς άλλη έκφραση στο πρόσωπό του. Ήταν σοβαρό, σχεδόν αυστηρό. Αριστερά από το τζάκι, ήταν μερικά ράφια με βιβλία. Ο Πουαρό κοίταξε τους τίτλους. Μια Βίβλος, ένας φθαρμένος τόμος με έργα του Σαίξπηρ. «Ο Γάμος του Γουίλιαμ Έης» της κυρίας Χάμφρι Γουόρντ, «Η Νεαρή Μητριά» της Σαρλότ Γιάγκ. «Ο Φόνος στη Μητρόπολη» του Έλλιοτ, η «Αγία Ιωάννα» του Μπέρναρντ Σώου, «Όσα παίρνει ο Άνεμος» της Μάργκαρετ Μίτσελ, το «Φλέγόμενο Δικαστήριο» του Ντίκσον Καρ. Ο Πουαρό τράβηξε δύο βιβλία, τη «Νεαρή Μητριά» και τον «Γάμο του Γουίλιαμ Έης» και κοίταξε στο μέσα φύλλο, τη μουντζουρωμένη σφραγίδα κάτω από τον τίτλο. Ετοιμαζόταν να τα ξαναβάλει στη θέση τους, όταν το μάτι του πήρε ένα βιβλίο χωμένο πίσω από τα άλλα. Ήταν ένας μικρός τόμος δεμένος με καφέ δέρμα. Το πήρε και το άνοιξε. Κούνησε αργά το κεφάλι του. «Ώστε είχα δίκιο», μουρμούρισε «Ναι, είχα δίκιο. Αλλά το άλλο -είναι κι αυτό δυνατό; Όχι, δεν είναι, εκτός...» Στάθηκε εκεί, ακίνητος, χαϊδεύοντας το μουστάκι του ενώ το μυαλό του δούλευε με πυρετό. Είπε ξανά: «Εκτός...;»

II Ο Γουέστον κοίταξε μέσα από την πόρτα. «Ακόμη εκεί είσαι, Πουαρό;» «Έρχομαι, έρχομαι», φώναξε ο Πουαρό και βγήκε βια­ στικά στον διάδρομο. Το διπλανό από το δωμάτιο της Λίντα ήταν των Ρέντφερν. Ο Πουαρό έριξε μια ματιά γύρω και αμέσως ξεχώ­ ρισε τις δύο διαφορετικές προσωπικότητες: την τάξη και τη νοικοκυροσύνη της Κριστίν και τη γραφική ακαταστασία που χαρακτήριζε τον Πάτρικ. Εκτός απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των ενοίκων του, το δωμάτιο δεν τον ενδιέφερε. Το διπλανό, ήταν το δωμάτιο της Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ και σ’ αυτό καθυστέρησε μια στιγμή, νοιώθοντας έντονη την προσωπικότητα της ενοίκου του. Πρόσεξε τα λίγα βιβλία στο


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

121

κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι, το απλό αλλά ακριβό σετ πάνω στην τουαλέτα. Και ήρθε ξανά στα ρουθούνια του, το διακρι­ τικό, ακριβό άρωμα που χρησιμοποιούσε η Ρόζαμουντ. Δίπλα στο δωμάτιο της Ρόζαμουντ, στο βορινό άκρο του διαδρόμου, μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα έβγαζε σ’ ένα μπαλ­ κόνι. Από το μπαλκόνι ξεκινούσε μια εξωτερική σκάλα, απ’ όπου κατέβαινε κανείς στους βράχους. Ο Γουέστον παρατή­ ρησε: «Από δω κατεβαίνει όποιος θέλει να κολυμπήσει πριν από το πρόγευμα. Δηλαδή όσοι μπορούν να κολυμπήσουν από τους βράχους, πράγμα που μου φαίνεται πως κάνουν οι περισσότεροι». Το βλέμμα του Πουαρό έδειξε ενδιαφέρον. Βγήκε στο μπαλκόνι και σκύβοντας κοίταξε κάτω. Υπήρχε ένα δρομάκι που οδηγούσε σε σκαλιά, σκαμμένα ζιγκ-ζαγκ, πάνω στον βράχο, που έφταναν μέχρι το νερό. Ένα άλλο μονοπάτι έκανε τον γύρο του ξενοδοχείου προς τα αριστερά. «Μπορεί κανείς να κατέβει από τα σκαλιά, να κάνει τον γύρο του ξενοδοχείου από τα αριστερά και να βγει στο κεντρικό μονοπάτι που συναντιέται με το δρομάκι που ενώνει το νησί με την ξηρά». Ο Γουέστον κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και συμπλήρωσε τον συλλογισμό του Πουαρό. «Μπορεί κάποιος να περάσει στο πίσω μέρος του νησιού χωρίς να μπει καθόλου στο ξενοδοχείο. Αλλά θα μπορούσαν να τον δουν από τα παράθυρα». «Από ποια παράθυρα;» «Δύο από τα κοινόχρηστα μπάνια βλέπουν σ’ αυτή την πλευρά -βόρια- και το μπάνιο του προσωπικού. Τα παρά­ θυρα της γκαρνταρόμπας στο ισόγειο και τα παράθυρα της αίθουσας του μπιλιάρδου». «Σωστά», συμφώνησε ο Πουαρό. «Αλλά όλα αυτά τα παράθυρα έχουν θαμπά τζάμια και ένα τέτοιο πρωινό δεν παίζει κανείς μπιλιάρδο». «Ακριβώς». Ο Γουέστον σταμάτησε και μετά πρόσθεσε. «Αν το έκανε αυτός, αυτόν τον δρόμο χρησιμοποίησε». «Εννοείτε τον Μάρσαλ;» «Ναι. Εκβιασμός ξε-εκβιασμός, εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι όλα δείχνουν σ’ αυτόν. Και η συμπεριφορά του


122

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

είναι πολύ περίεργη». «Η συμπεριφορά δε δείχνει τον δολοφόνο», έκανε ψυχρά ο Πουαρό. «Τότε, νομίζετε πως είναι έξω από την υπόθεση;» «Όχι», κούνησε το κεφάλι του ο Πουαρό, «δεν είπα τίποτα τέτοιο». «Να δούμε τι θα βγάλει ο Κόλγκεητ από το άλλοθι της γραφομηχανής. Εν τω μεταξύ, ζήτησα να βρουν την καμα­ ριέρα του ορόφου για να την ανακρίνουμε. Πολλά θα εξαρτηθούν από την κατάθεσή της». Η καμαριέρα ήταν μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, ζωηρή, πρόθυμη και έξυπνη. Έδινε τις απαντήσεις της χωρίς να διστάζει. Ο κύριος Μάρσαλ είχε γυρίσει στο δωμάτιό του λίγο μετά τις δέκα και μισή. Δεν είχε τελειώσει ακόμη το συγύρισμα του δωματίου. Την είχε παρακαλέσει να κάνει γρήγορα. Δεν τον είχε δει να ξαναγυρίζει στο δωμάτιό του, αλλά είχε ακούσει τον ήχο της γραφομηχανής λίγο αργότερα. Καθόρισε την ώρα περίπου στις έντεκα παρά πέντε. Εκείνη την ώρα βρι­ σκόταν στο δωμάτιο του κυρίου και της κυρίας Ρέντφερν. Αφού συγύρισε εκεί πέρασε στο δωμάτιο της δεσποινίδας Ντάρνλεϊ, στην άκρη του διαδρόμου. Δεν μπορούσε να ακούσει τη γραφομηχανή από εκεί. Στο δωμάτιο της δεσποι­ νίδας Ντάρνλεϊ είχε μπει, απ’ όσο μπορούσε να υπολογίσει, ακριβώς μετά τις έντεκα. Θυμόταν ότι είχε ακούσει το ρολόι της εκκλησίας του Λέδερκομπ να χτυπάει έντεκα, τη στιγμή που έμπαινε στο δωμάτιο. Στις έντεκα και τέταρτο είχε κατεβεί στα διαμερίσματα του προσωπικού για να πάρει το κολα­ τσιό της. Ύστερα, είχε πάει να καθαρίσει τα δωμάτια στην άλλη πλευρά του ξενοδοχείου. Ύστερα από σχετική ερώτηση του αστυνόμου, είπε ότι είχε κάνει τα δωμάτια αυτής της πλευράς με την εξής σειρά; Το δωμάτιο της δεσποινίδας Μάρσαλ, τα δυο κοινόχρη­ στα μπάνια, το δωμάτιο και το ιδιαίτερο λουτρό της κυρίας Μάρσαλ, το δωμάτιο του κυρίου Μάρσαλ, το δωμάτιο και το ιδιαίτερο λουτρό του κυρίου και της κυρίας Ρέντφερν, το δωμάτιο και το λουτρό της δεσποινίδας Ντάρνλεϊ. Τα δωμά­ τια του κυρίου Μάρσαλ και της δεσποινίδας Μάρσαλ δεν είχαν ιδιαίτερο λουτρό. Όση ώρα βρισκόταν στο δωμάτιο της


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

123

δεσποινίδας Ντάρνλεϊ δεν είχε ακούσει κανέναν να βγαίνει από την μπαλκονόπορτα και να κατεβαίνει τη σκάλα προς τους βράχους, αλλά ήταν πολύ πιθανό να μην άκουσε, αν κάποιος περπατούσε πολύ σιγά. Στη συνέχεια, ο Γουέστον ρώτησε για την κυρία Μάρσαλ. Όχι, η κυρία Μάρσαλ δε σηκωνόταν ποτέ πρωί. Είχε ξαφνιαστεί -η Γκλάντυς Νάρρακοτ δηλαδή- βρίσκοντας την πόρτα ανοιχτή και διαπιστώνοντας ότι η κυρία Μάρσαλ είχε κατεβεί από τις δέκα. Ήταν κάτι ασυνήθιστο αυτό. «Η κυρία Μάρσαλ έπαιρνε το πρωινό στο κρεβάτι;» «Μάλιστα, πάντοτε. Δεν έπαιρνε και πολλά πράγματα άλλωστε. Τσάι, πορτοκαλάδα και μια φρυγανιά. Έκανε δίαιτα όπως πολλές κυρίες». Όχι, δεν είχε προσέξει τίποτα ασυνήθιστο στον τρόπο της κυρίας Μάρσαλ εκείνο το πρωί. Φαινόταν εντελώς όπως πάντα. «Τι γνώμη έχετε για την κυρία Μάρσαλ, δεσποινίς;» ρώτησε ο Πουαρό. Η Γκλάντυς Νάρρακοτ τον κοίταξε. «Ε, είναι κάπως δύσκολο να πω, έτσι δεν είναι;» «Φυσικά, περιμένουμε να μας πείτε. Θέλουμε οπωσδή­ ποτε ν’ ακούσουμε τη γνώμη σας». Η Γκλάντυς έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα στον αστυνόμο που προσπαθούσε να δώσει στο πρόσωπό του έκφραση επιδοκιμασίας, αν και τον ξάφνιαζε κάπως η μέθοδος που χρησιμοποιούσε ο αλλοδαπός συνάδελφός του. «Ναι, βέβαια», είπε. «Πείτε μας τη γνώμη σας». Για πρώτη φορά η ζωηρή προθυμία της Γκλάντυς φάνηκε να την εγκαταλείπει. Τα δάχτυλά της έστριψαν νευρικά την άκρη της ζώνης της. Τέλος αποφάσισε να μιλήσει. «Η κυρία Μάρσαλ, ξέρετε, δεν ήταν ακριβώς μια κυρία. Δηλαδή, θέλω να πω ότι ήταν σαν ηθοποιός». «Μα ήταν ηθοποιός», είπε ο Γουέστον. «Μάλιστα, κύριε, αυτό σας λέω. Φερόταν ακριβώς όπως αισθανόταν. Πως να το πω -δε σκοτιζόταν να είναι ευγενική αν δεν είχε όρεξη να είναι ευγενική. Και μπορούσε τη μια στιγμή να είναι όλο χαμόγελα και ύστερα, αν δεν έβρισκε κάτι ή αν χτυπούσε το κουδούνι και δεν πήγαινε κανείς αμέσως, τότε γινόταν κακή και δύστροπη. Κανείς από μας δεν μπορώ


1 2 4

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

να πω πως τη συμπαθούσε. Αλλά φορούσε ωραία φορέματα και ήταν πολύ όμορφη, γι’ αυτό ήταν φυσικό να τη θαυμά­ ζουν». Ο συνταγματάρχης Γουέστον είπε: «Λυπάμαι που είμαι υποχρεωμένος να σας κάνω την ερώτηση που θα σας κάνω τώρα, αλλά είναι πολύ σημα­ ντική. Μπορείτε να μου πείτε πως ήταν τα πράγματα ανά­ μεσα στην κυρία Μάρσαλ και στον σύζυγό της;» Η Γκλάντυς Νάρρακοτ δίστασε. «Δε νομίζετε... δεν ήταν... Δε πιστεύετε ότι το έκανε αυτός;» Ο Πουαρό ρώτησε γρήγορα: «Εσείς το νομίζετε;» «Ω, δε θα ήθελα ούτε να το σκεφτώ. Είναι τόσο εξαιρετι­ κός κύριος ο κύριος Μάρσαλ. Δε θα μπορούσε να κάνει τέτοιο πράγμα. Είμαι βέβαιη πως δε θα μπορούσε». «Αλλά δεν είστε απόλυτα βέβαιη. Το κατάλαβα από τον τόνο σας». Η Γκλάντυς Νάρρακοτ είπε διατακτικά: «Διαβάζει κανείς τέτοια πράγματα στις εφημερίδες! Όταν υπάρχει η ζήλια στη μέση. Όταν υπάρχουν πάρε-δώσε -και βέβαια όλοι μιλούσαν γι’ αυτό- για εκείνη και τον κύριο Ρέντφερν, θέλω να πω. Και η κυρία Ρέντφερν είναι τόσο ήσυχη κυρία! Είναι ντροπή. Και ο κύριος Ρέντφερν είναι τόσο καλός κύριος. Αλλά φαίνεται πως οι άντρες δεν μπορούν ν’ αντισταθούν, όταν υπάρχει μια κυρία σαν την κυρία Μάρσαλ, που ήταν συνηθισμένη να κάνει το κέφι της. Οι παντρεμένες γυναίκες, μου φαίνεται, υποφέρουν πολλά». Αναστέναξε και σώπασε για λίγο. «Αλλά αν ο κύριος Μάρσαλ έμαθε...» Ο συνταγματάρχης Γουέστον είπε ζωηρά: «Ναι;» «Μερικές φορές σκεφτόμουν ότι η κυρία Μάρσαλ φοβό­ ταν μήπως μάθει ο άντρας της». «Τι σας έκανε να το σκέφτεστε αυτό;» «Ω, δεν ήταν κάτι ορισμένο. Απλώς το ένοιωθα -ότι μερι­ κές φορές τον φοβόταν. Ο κύριος Μάρσαλ είναι πολύ ήσυχος κύριος, αλλά δεν είναι -πως να το πω;- δεν είναι εύκολος». «Αλλά δεν έχετε κάτι ορισμένο; Κάτι που ο ένας από τους


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

125

δυο είπε στον άλλο;» Η Γκλάντυς Νάρρακοτ κούνησε αργά το κεφάλι της. Ο Γουέστον αναστέναξε. «Ας έρθουμε τώρα στα γράμματα που έλαβε η κυρία Μάρσαλ σήμερα το πρωί», είπε, «μπορείτε να μας πείτε τίποτα γι' αυτά;» «Ήταν έξη ή εφτά, δεν ξέρω ακριβώς». «Της τα πήγατε επάνω;» «Μάλιστα, κύριε. Τα πήρα από τη ρεσεψιόν και τα έβαλα στον δίσκο με το πρωινό της». «Θυμάστε να είχαν τίποτα χαρακτηριστικό;» «Όχι. Ήταν συνηθισμένα γράμματα. Μερικά απ’ αυτά ήταν λογαριασμοί και διαφημίσεις, μου φαίνεται, γιατί τα είδα σκισμένα στον δίσκο». «Τι τα κάνατε;» «Τα πέταξα στον σκουπιδοτενεκέ. Ένας αστυνομικός ψά­ χνει τώρα να τα βρει». Ο Γουέστον κούνησε το κεφάλι του. «Και τα καλάθια των αχρήστων τι τα κάνετε;» «Τα αδειάζουμε κι αυτά στα σκουπίδια». «Πολύ καλά. Μου φαίνεται πως τελειώσαμε». Κοίταξε ερωτηματικά τον Πουαρό. Εκείνος έσκυψε μπροστά. «Όταν συγυρίσατε το δωμάτιο της δεσποινίδας Μάρσαλ σήμερα τα πρωί, καθαρίσατε το τζάκι;» «Δεν υπήρχε τίποτα να καθαρίσω, κύριε. Δεν είχε ανάψει φωτιά στο τζάκι». «Δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο στη σχάρα;» «Όχι, κύριε, ήταν εντελώς καθαρό». «Τι ώρα κάνατε το δωμάτιό της;» «Περίπου στις εννέα και τέταρτο, όταν είχε κατεβεί για τα πρόγευμα». «Ξέρετε αν ανέβηκε ξανά στο δωμάτιό της μετά το πρό­ γευμα;» «Μάλιστα, κύριε. Ανέβηκε περίπου στις δέκα παρά τέταρτο». «Έμεινε στο δωμάτιο της;» «Νομίζω. Βγήκε σχεδόν τρέχοντας, κατά τις δέκα και μισή».


126

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Εσείς ξαναπήγατε στο δωμάτιό της;» «Όχι, κύριε. Το είχα τελειώσει». «Υπάρχει και κάτι άλλο που θέλω να μάθω. Ποιοι κολύ­ μπησαν πριν από το πρόγευμα σήμερα το πρωί;» «Για την άλλη πλευρά, δε θα μπορούσα να σας πω. Μόνο για τούτη». «Αυτή μ’ ενδιαφέρει». «Τότε καλά, κύριε. Μόνο ο κύριος Μάρσαλ και ο κύριος Ρέντφερν κολύμπησαν σήμερα το πρωί. Πάντοτε κατεβαί­ νουν για ένα πρωινό μπάνιο». «Τους είδατε;» «Όχι, κύριε. Αλλά τα βρεγμένα μαγιό τους ήταν κρεμα­ σμένα στα κάγκελα του μπαλκονιού όπως πάντα». «Η δεσποινίς Μάρσαλ δεν κολύμπησε σήμερα το πρωί;» «Όχι, κύριε. Τα μαγιό της ήταν όλα στεγνά». «Α», είπε ο Πουαρό. «Αυτό ήθελα να μάθω». Η Γκλάντυς Νάρρακοτ προθυμοποιήθηκε να προσθέσει: «Κολυμπάει τα περισσότερα πρωινά, κύριε». «Και οι άλλες τρεις; Η δεσποινίς Ντάρνλεϊ, η κυρία Ρέντφερν και η κυρία Μάρσαλ;» «Η κυρία Μάρσαλ ποτέ. Η δεσποινίς Ντάρνλεϊ, νομίζω, κολύμπησε μια-δυο φορές. Όσο για την κυρία Ρέντφερν, δεν κολυμπάει συχνά πριν το πρωινό. Μόνο όταν κάνει πολλή ζέστη. Αλλά όχι σήμερα το πρωί». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. Ύστερα ρώτησε: «Πείτε μου, θα παρατηρούσατε ότι κάποιο μπουκάλι λεί­ πει από ένα από τα δωμάτια που φροντίζετε;» «Μπουκάλι; Τι είδους μπουκάλι;» «Δυστυχώς, δεν ξέρω. Αλλά θα το είχατε προσέξει αν έλειπε;» «Στο δωμάτιο της κυρίας Μάρσαλ, δε θα το πρόσεχα. Υπάρχουν τόσα πολλά». «Και στα άλλα δωμάτια;» «Δεν είμαι βέβαιη για το δωμάτιο της δεσποινίδας Ντάρνλεϊ. Έχει αρκετές κρέμες και λοσιόν. Αλλά στα άλλα δωμάτια, νομίζω πως ναι, θα το πρόσεχα. Δηλαδή αν κοίταζα εδικά γι’ αυτό. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω». «Αλλά δεν προσέξατε τίποτα τέτοιο;» «Όχι, γιατί δεν κοίταξα εδικά, όπως σας είπα».


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

127

«Μήπως μπορείτε να πάτε να κοιτάξετε τώρα;» «Πολύ ευχαρίστως, κύριε». Σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Γουέστον κοίταξε τον Πουαρό. «Τι σημαίνουν όλ’ αυτά;» ρώτησε. Ο Πουαρό είπε σιγά: «Το μεθοδικό μυαλό μου φταίει, που το ενοχλούν μερικά ασήμαντα πράγματα. Η δεσποινίς Μπριούστερ είπε ότι σήμερα το πρωί ενώ κολυμπούσε κάτω από τους βράχους, κάποιος πέταξε ένα μπουκάλι από ένα παράθυρο και παρα­ λίγο να της έρθει στο κεφάλι. Οπωσδήποτε, όμως, θέλω να μάθω ποιος πέταξε το μπουκάλι και γιατί;» «Μα, φίλε μου, ο καθένας μπορεί να το πέταξε». «Καθόλου ο καθένας. Και πρώτα-πρώτα, θα πρέπει να το πέταξαν από ένα από τα ανατολικά παράθυρα -δηλαδή, από ένα από τα παράθυρα των δωματίων που επισκεφτήκαμε πριν από λίγο. Και σας ρωτώ: Αν είχατε ένα άδειο μπουκάλι στο δωμάτιό σας, τι θα το κάνατε; Να σας πω εγώ· θα το πετούσατε στο καλάθι των αχρήστων. Δε θα κάνατε τον κόπο να βγείτε στο μπαλκόνι και να το πετάξετε στη θάλασσα! Όχι. Αυτό θα το κάνατε μόνο αν δε θέλατε να δει κανείς αυτό το μπουκάλι». Ο Γουέστον τον κοίταξε με απορία. «Ο αστυνόμος Τσαπ, που τον γνώρισα πριν λίγο καιρό, λέει ότι έχετε ένα φοβερά πολύπλοκο πνεύμα. Δε θα μου πείτε τώρα ότι η Αρλήνα Μάρσαλ δε στραγγαλίστηκε αλλά δηλητηριάστηκε με κάποιο άγνωστο δηλητήριο;» «Όχι, όχι. Δεν πιστεύω πως αυτό το μπουκάλι είχε δηλη­ τήριο μέσα». «Και τι είχε λοιπόν;» «Δεν ξέρω. Και γι’ αυτό ενδιαφέρομαι τόσο». Η Γκλάντυς Νάρρακοτ γύρισε. Ήταν λίγο λαχανιασμένη. «Λυπάμαι, κύριε, αλλά δεν μπόρεσα να βρω αν λείπει τίποτα. Είμαι βέβαιη ότι δε λείπει τίποτα από το δωμάτιο του κυρίου Μάρσαλ και της δεσποινίδας Μάρσαλ, όπως κι από το δωμάτιο του κυρίου και της κυρίας Ρέντφερν. Είμαι σχε­ δόν βέβαιη ότι δε λείπει από το δωμάτιο της δεσποινίδας Ντάρνλεϊ. Αλλά δεν μπορώ να είμαι βέβαιη για το δωμάτιο της κυρίας Μάρσαλ. Όπως σας είπα, είχε πολλά». Ο Πουαρό κούνησε τους ώμους του.


128

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Καλά, δεν έχει σημασία», είπε. «Χρειάζεστε τίποτ’ άλλο;» ρώτησε η Γκλάντυς. «Όχι, δε νομίζω», είπε ο Γουέστον. «Σας ευχαριστώ». Ο Πουαρό είπε: «Είστε βέβαιη ότι δεν υπάρχει τίποτα που ξεχάσατε να μας το πείτε;» «Για την κυρία Μάρσαλ;» «Για οτιδήποτε. Κάτι ασυνήθιστο, ανεξήγητο, λίγο παρά­ ξενο -κάτι, τέλος πάντων, που να σας έκανε να πείτε στον εαυτό σας ή σε μια συνάδελφο, “περίεργο πράγμα!’’» «Δηλαδή... δεν ξέρω τι εννοείτε, κύριε». «Μη σας νοιάζει τι εννοώ. Ώστε είναι αλήθεια, κάτι έγινε που σας έκανε να πείτε, "περίεργο πράγμα!”» Η Γκλάντυς είπε διστακτικά: «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Απλώς άκουσα το νερό να τρέχει σ’ ένα μπάνιο. Και το είπα κάτω, στην Έλση, ότι ήταν παράξενο να κάνει κάποιος μπάνιο γύρω στις δώδεκα». «Σε ποιο μπάνιο ήταν;» «Αυτό δε θα μπορούσα να το πω, κύριε. Άκουσα το νερό να τρέχει στην αποχέτευση αυτής της πλευράς, αυτό ήταν όλο. Αλλά δεν μπορώ να πω σε ποιο μπάνιο ήταν». «Είστε βέβαιη πως ήταν στο μπάνιο; Μήπως ήταν στον νιπτήρα;» «Είμαι βέβαιη, κύριε. Το νερό που τρέχει στην μπανιέρα διακρίνεται απ’ αυτό που τρέχει στον νιπτήρα». Ο Πουαρό δεν είχε να ρωτήσει τίποτ' άλλο κι έτσι η Γκλά­ ντυς Νάρρακοτ πήρε την άδεια να φύγει. «Δε φαντάζομαι να βρίσκετε αυτή την υπόθεση με το νερό της μπανιέρας ιδιαίτερα σημαντική, ε Πουαρό;» είπε ο Γουέστον. «Θέλω να πω, δεν μπορεί να έχει σχέση με το έγκλημα. Δεν υπήρχαν λεκέδες από αίμα για να πλυθούν. Αυτό είναι το...» σταμάτησε διστάζοντας. Ο Πουαρό συμπλήρωσε: «Αυτό είναι, θέλετε να πείτε, το πλεονέκτημα του στραγ­ γαλισμού! Ούτε αίματα, ούτε όπλο -τίποτα που να πρέπει να κρυφτεί ή να πεταχτεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι σωμα­ τική δύναμη και ψυχή δολοφόνου!» Η φωνή του, άγρια και γεμάτη αγανάκτηση, έκανε τον Γουέστον να τιναχτεί ελαφρά. Ο Πουαρό του χαμογέλασε


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

129

σαν να ζητούσε συγνώμη. «Όχι», είπε. «Το νερό που έτρεχε στην μπανιέρα δεν έχει ίσως καμιά σημασία. Ο καθένας μπορούσε να κάνει μπάνιο εκείνη την ώρα. Η κυρία Ρέντφερν πριν πάει για την παρτίδα του τένις, ο κύριος Μάρσαλ, η δεσποινίς Ντάρνλεϊ. Οποιοσ­ δήποτε. Δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον σ’ αυτό». Ένας νεαρός αστυφύλακας χτύπησε την πόρτα κι έβαλε το κεφάλι του στο άνοιγμα. «Η δεσποινίς Ντάρνλεϊ, κύριε. Λέει ότι πρέπει να σας δει ένα λεπτό. Υπάρχει κάτι που ξέχασε να σας πει». «Κατεβαίνουμε αμέσως», είπε ο Γουέστον. Ill Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησαν, ήταν ο επιθεω­ ρητής Κόλγκεητ. Το πρόσωπό του ήταν συννεφιασμένο. «Μια στιγμή, κύριε», είπε. Ο Γουέστον και ο Πουαρό τον ακολούθησαν στο γραφείο της κυρίας Κεσλ. «Ελέγξαμε με τον Χηλντ αυτή την υπόθεση της δακτυλο­ γράφησης. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Δεν μπορούσε να γίνει σε λιγότερο από μια ώρα. Θα χρειαζόταν μάλιστα περισσότερη ώρα, αν σταματούσε κανείς για να σκεφτεί ετούτο ή εκείνο. Κοιτάξτε κι αυτό το γράμμα». Έδωσε το γράμμα. «Αγαπητέ Μάρσαλ», διάβασε ο Γουέστον, «με συγχωρείτε που ταράζω τις διακοπές σας, αλλά κάτι εντελώς απρό­ οπτο δημιουργήθηκε με τα συμβόλαια Μπάρλεϋ και Τέντερ...» «Και τα λοιπά και τα λοιπά», διέκοψε ο Κόλγκεητ. «Έχει ημερομηνία 24 -δηλαδή χτεσινή. Ο φάκελος έχει σφραγίδα Ε.Σ.Ι χθεσινοβραδινή και Λέδερκομπ σημερινή. Η ίδια γρα­ φομηχανή χρησιμοποιήθηκε για το γράμμα και για τον φάκελο. Και από το περιεχόμενο φαίνεται καθαρά πως ήταν αδύνατο να έχει προετοιμάσει ο Μάρσαλ από πριν την απά­ ντησή του. Οι αριθμοί της δικής του επιστολής βγαίνουν από τους αριθμούς αυτούς εδώ. Είναι μια υπόθεση λίγο πολύ­ πλοκη». «Χμ», έκανε ο Γουέστον. «Πρέπει λοιπόν να βγάλουμε


130

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

τον Μάρσαλ από τον κατάλογο. Ωραία, θα ψάξουμε αλλού. Αλλά τώρα πρέπει να δω τη δεσποινίδα Ντάρνλεϊ. Περιμέ­ νει». Η Ρόζαμουντ μπήκε ζωηρά στο δωμάτιο. Χαμογελούσε μ’ ένα τρόπο σαν να ζητούσε συγνώμη. «Με συγχωρείτε. Ίσως να μην άξιζε τον κόπο να σας ανησυχήσω. Θυμήθηκα όμως κάτι». «Ναι, δεσποινίς Ντάρνλεϊ;» Ο Γουέστον της έδειξε μια καρέκλα. Κούνησε το κεφάλι της. «Ω, δε χρειάζεται να καθίσω. Πρόκειται για το εξής. Σας είπα ότι πέρασα το πρωινό ξαπλωμένη στο Σάννυ Λετζ. Αυτό δεν ήταν εντελώς αλήθεια. Ξέχασα να σας πω ότι είχα γυρίσει σε μια στιγμή στο ξενοδοχείο και είχα ξαναφύγει». «Τι ώρα έγινε αυτό;» «Θα πρέπει να ήταν περίπου έντεκα και τέταρτο». «Και γιατί ξαναγυρίσατε στο ξενοδοχείο;» «Είχα ξεχάσει τα γυαλιά μου για τον ήλιο. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να κάνω χωρίς αυτά, αλλά τα μάτια μου κουράστηκαν και αποφάσισα να γυρίσω να τα πάρω». «Πήγατε κατ’ ευθείαν στο δωμάτιό σας;» «Ναι. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Έριξα μια ματιά στο δωμάτιο του Κεν -του κυρίου Μάρσαλ. Ακόυσα που έγραφε στη γρα­ φομηχανή και σκέφτηκα πως ήταν ανόητο εκ μέρους του να κάθεται κλεισμένος στο δωμάτιό του και να γράφει μια τόσο όμορφη μέρα. Και μπήκα να του πω ν’ αφήσει το γράψιμο και να βγει». «Και τι είπε ο κύριος Μάρσαλ;» Η Ρόζαμουντ χαμογέλασε σαν να ντρεπόταν. «Όταν άνοιξα την πόρτα, ήταν τόσο αφοσιωμένος στο γράψιμο, ώστε ξανάφυγα χωρίς να του μιλήσω. Φαντάζομαι ότι ούτε που κατάλαβε την παρουσία μου». «Και τι ώρα ήταν, δεσποινίς Ντάρνλεϊ;» «Έντεκα και είκοσι πέντε. Είδα το ρολόι του χολ καθώς έβγαινα ξανά από το ξενοδοχείο».


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

131

IV «Αυτό ήταν το αποκορύφωμα», είπε ο Κόλγκεητ. «Η κα­ μαριέρα τον άκουγε να γράφει ως τις έντεκα παρά πέντε. Η δεσποινίς Ντάρνλεϊ τον είδε στις έντεκα και είκοσι και η γυναίκα πέθανε στις δώδεκα παρά τέταρτο. Ο ίδιος λέει ότι πέρασε μια ώρα γράφοντας στο δωμάτιό του και φαίνεται ότι πραγματικά έγραφε. Έτσι, ο Κέννεθ Μάρσαλ απαλλάσσε­ ται». Σταμάτησε κοιτάζοντας με περιέργεια τον Πουαρό. «Ο κύριος Πουαρό φαίνεται σκεφτικός», είπε. «Αναρωτιέμαι», είπε αργά ο Πουαρό, «γιατί αυτή η ξαφ­ νική προθυμία της δεσποινίδας Ντάρνλεϊ να δώσει συμπλη­ ρωματική κατάθεση». Ο Κόλγκεητ τέντωσε ζωηρά τον λαιμό του. «Φαντάζεστε ότι υπάρχει κάτι ύποπτο σ’ αυτό; Ότι δεν είχε ξεχάσει;» Σκέφτηκε μια στιγμή και μετά πρόσθεσε: «Ας κάνουμε μια υπόθεση. Ας πούμε ότι η δεσποινίς Ντάρνλεϊ δεν ήταν στο Σάννυ Λετζ σήμερα το πρωί όπως λέει, ότι η ιστορία της είναι ψεύτικη. Ας υποθέσουμε ότι αφού μας είπε την ιστορία της ανακαλύπτει ότι κάποιος την είδε αλλού ή ότι κάποιος πήγε στο Σάννυ Λετζ και δεν τη βρήκε εκεί. Τότε σκαρώνει στα γρήγορα τη συμπληρωματική ιστο­ ρία της κι έρχεται να μας την πει για να δικαιολογήσει την απουσία της. Προσέξατε ότι είπε πως ο Μάρσαλ δεν την είδε όταν άνοιξε την πόρτα του δωματίου του;» «Ναι, το πρόσεξα», μουρμούρισε ο Πουαρό. «Θέλετε να πείτε ότι η δεσποινίς Ντάρνλεϊ είναι ανακα­ τωμένη στην υπόθεση;» έκανε δύσπιστα ο Γουέστον. «Κου­ ταμάρες. Και γιατί να είναι ανακατωμένη;» Ο Κόλγκεητ ξερόβηξε. «Θα θυμάστε τι είπε η Αμερικανίδα, η κυρία Γκάρντνερ. Ότι η δεσποινίς Ντάρνλεϊ γλυκοκοιτάζει τον κύριο Μάρσαλ, θα μπορούσε να είναι ένα κίνητρο αυτό». Ο Γουέστον είπε ανυπόμονα: «Η Αρλήνα Μάρσαλ δε δολοφονήθηκε από γυναίκα. Άντρα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε. Πρέπει να μείνουμε


132

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

στους άντρες της υπόθεσης». Ο επιθεωρητής αναστέναξε. «Σωστά, κύριε. Πάντοτε ξαναγυρίζουμε στο ίδιο σημείο». Ο Γουέστον συνέχισε: «Βάλε καλύτερα έναν αστυφύλακα να χρονομετρήσει την απόσταση από το ξενοδοχείο στο πίσω μέρος του νησιού μέχρι την κορφή της ανεμόσκαλας. Να κάνει τον δρόμο τρέ­ χοντος και περπατώντας. Το ίδιο πράγμα να γίνει και για την ανεμόσκαλα. Και κάποιος άλλος να ελέγξει πόση ώρα χρειά­ ζεται για να πάει κανείς με σχεδία από την πλαζ στο λιμανάκι». Ο επιθεωρητής κούνησε το κεφάλι. «Θα τα φροντίσω ο ίδιος, κύριε», είπε πρόθυμα. «Σκέφτομαι να πάω κι εγώ στο λιμανάκι να δω μήπως βρήκε τίποτα ο Φίλιπ. Υπάρχει κι αυτή η σπηλιά που μας είπαν, η σπηλιά της Πίξυ. Πρέπει να δούμε μήπως υπάρχουν τίποτα ίχνη από κάποιον που ίσως να κρύφτηκε εκεί. Ε, Πουαρό, τι λέτε;» «Ναι, είναι πολύ πιθανό». «Αν κάποιος ήρθε στο νησί απ’ έξω, μπορεί να κρύφτηκε εκεί -αν ήξερε. Φαντάζομαι ότι οι ντόπιοι θα την ξέρουν». «Δε νομίζω ότι οι νεώτεροι θα την ξέρουν. Βλέπετε, από τότε που άρχισε να λειτουργεί το ξενοδοχείο, όλες οι σπηλιές και τα λιμανάκια είναι ιδιοκτησία. Ούτε ψαράδες ούτε εκδρο­ μείς έρχονται εδώ. Και οι άνθρωποι του ξενοδοχείου δεν είναι ντόπιοι. Η ίδια η κυρία Κεσλ είναι Λονδρέζα». «Θα έπρεπε να πάρουμε τον Ρέντφερν μαζί μας. Αυτός μας μίλησε για τη σπηλιά, θα 'ρθειτε, Πουαρό;» Ο Πουαρό δίστασε. «Εγώ», είπε με την έντονη ξενική προφορά του, «είμαι σαν τη δεσποινίδα Μπριούστερ και την κυρία Ρέντφερν. Αντιπαθώ τις κρεμαστές ανεμόσκαλες». «Μπορείτε να έρθετε με τη βάρκα». Ο Πουαρό αναστέναξε. «Το στομάχι μου δε σηκώνει τη θάλασσα». «Κουταμάρες. Η μέρα είναι ωραία και η θάλασσα λάδι. Δεν μπορείτε να μας αφήσετε στη μέση». Ο Πουαρό δε φαινόταν και τόσο πρόθυμος ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτή τη Βρετανική πρόσκληση. Εκείνη τη στιγμή, η


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

133

κυρία Κεσλ έβαλε το κεφάλι της με την περίτεχνη κόμμωση μέσ’ από την πόρτα. «Ελπίζω να μη σας διέκοψα», είπε. «Αλλά ο κύριος Λέιν, ο κληρικός, ξέρετε, γύρισε αυτή τη στιγμή. Σκέφτηκα πως ίσως θα θέλατε να το μάθετε». «Ναι, βέβαια, ευχαριστώ, κυρία Κεσλ. Θα τον δούμε αμέ­ σως». Η κυρία Κεσλ προχώρησε λίγο μέσα στο δωμάτιο. «Δεν ξέρω αν αξίζει να το αναφέρω, αλλά έχω ακούσει ότι ούτε η πιο μικρή λεπτομέρεια δεν πρέπει ν’ αγνοηθεί και...» «Ναι, ναι;» έκανε ανυπόμονα ο Γουέστον. «Πρόκειται μόνο για ένα ζευγάρι που ήρθαν απ’ έξω γύρω στη μία. Ήρθαν για φαγητό. Τους είπαμε ότι είχε γίνει κάποιο δυστύχημα και ότι δεν μπορούσαμε να τους σερβί­ ρουμε». «Έχετε ιδέα ποιοι ήταν;» «Καμιά. Φυσικά δεν είπαν όνομα. Έδειξαν απογοήτευση και κάποια περιέργεια να μάθουν για το δυστύχημα. Φυσικά, δεν μπορούσα να τους πω. Θα έλεγα ότι ήταν εκδρομείς αλλά ανώτερης τάξης». Ο Γουέστον είπε κάπως απότομα: «Πολύ καλά, κυρία Κεσλ. Σας ευχαριστώ. Ίσως να μην έχει σημασία, αλλά όπως είπατε, καλά είναι να μην ξεχνάει κανείς τίποτα». «Φυσικά», είπε η κυρία Κεσλ. «Έκανα το καθήκον μου!» «Μάλιστα, μάλιστα. Πείτε, παρακαλώ στον κύριο Λέιν να έρθει». V Ο Στήβεν Λέιν μπήκε στο δωμάτιο με τη συνηθισμένη του ζωηράδα. «Είμαι ο Αστυνομικός Διευθυντής της Περιφερείας, κύριε Λέιν», συστήθηκε ο Γουέστον. «Μάθατε, υποθέτω, τι συνέβη εδώ;» «Ω, ναι. Το έμαθα μόλις γύρισα. Φοβερό...» το λεπτό σώμα του ανατρίχιασε. Είπε με χαμηλή φωνή: «Από την πρώτη στιγμή που ήρθα εδώ, είχα ένα προαίσθημα...


134

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

ένοιωθα τις δυνάμεις του κακού να μας τριγυρίζουν». Τα μάτια του -λαμπερά μάτια φανατικού- γύρισαν στον Πουαρό. «Θυμάστε, κύριε Πουαρό; Θυμάστε τη συζήτησή μας πριν λίγες μέρες; Για την ύπαρξη του κακού;» Ο Γουέστον εξέταζε την ψηλή, αδύνατη φιγούρα με κάποια αμηχανία. Δεν μπορούσε να ψυχολογήσει ετούτο τον άνθρωπο. Τα μάτια του Λέιν ξαναγύρισαν σ’ αυτόν, του είπε με ένα αμυδρό χαμόγελο: «Τα λόγια μου θα σας φαίνονται ακατανόητα, ασφαλώς. Γιατί στις μέρες μας έχουμε πάψει να πιστεύουμε στο Κακό. Ξεχάσαμε τη φωτιά της Κολάσεως! Κανείς δεν πιστεύει στον Σατανά. Κι όμως, ο Σατανάς και οι υπηρέτες του ποτέ δεν ήταν πιο ισχυροί πάνω στη γη όσο σήμερα!» Ο Γουέστον είπε: «Ω, χμ, ε, ναι, ίσως. Αυτό κύριε Λέιν, είναι η δική σας αρμοδιότητα. Η δική μου είναι πιο πεζή -να ξεκαθαρίσω ετούτο τον φόνο». «Φόνος! Απαίσια λέξη. Ένα από τα πρώτα αμαρτήματα που έγιναν πάνω στη γη. Το άγριο, άδικο χύσιμο αθώου αδελφικού αίματος...» Σταμάτησε με τα μάτια μισόκλειστα. Ύστερα, με πιο φυσική φωνή είπε: «Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω;» «Πρώτα απ’ όλα, κύριε Λέιν, πέστε μου τι κάνατε σήμερα το πρωί». «Ευχαρίστως. Ξεκίνησα πρωί για μια από τις συνηθισμέ­ νες μου πεζοπορίες. Μου αρέσει πολύ η πεζοπορία. Έχω γυρίσει ένα αρκετά μεγάλο μέρος της περιοχής εδώ γύρω. Σήμερα πήγα στο Σαιντ Πέτροκ των Λόφων. Είναι περίπου εφτά μίλια από δω -ένας πολύ ωραίος περίπατος ανάμεσα στους λόφους και τις κοιλάδες του Ντήβον. Είχα πάρει φαγητό μαζί μου και έφαγα σ’ ένα μικρό δάσος. Επισκέφτηκα την εκκλησία -έχει μερικά απομεινάρια, δυστυχώς μόνο απομεινάρια από βιτρώ κι ένα πολύ ενδιαφέρον ζωγραφιστό τέμπλο». «Ευχαριστώ, κύριε Λέιν. Συναντήσατε κανέναν στον δρόμο σας;» «Κανέναν γνωστό. Ένα κάρο με προσπέρασε, μερικά


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

135

παιδιά με ποδήλατα καΓ μερικές αγελάδες. Ωστόσο», χαμο­ γέλασε, «αν θέλετε απόδειξη για τα λόγια μου, έγραψα το όνομά μου στο βιβλίο της εκκλησίας. Θα το βρείτε εκεί». «Είδατε κανένα στην εκκλησία; Τον εφημέριο, τον νεωκόρο;» Ο κύριος Λέιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι, δεν είδα κανέναν και ήμουν ο μοναδικός επισκέ­ πτης. Το Σαιντ Πέτροκ είναι απομονωμένο μέρος. Το κοντι­ νότερο χωριό βρίσκεται στην άλλη πλευρά, περίπου μισό μίλι μακρύτερα». Ο Γουέστον είπε, προσπαθώντας να φαίνεται ευχάρι­ στος: «Δεν πρέπει να νομίσετε ότι αμφισβητούμε αυτά που λέτε. Πρόκειται για απλές διατυπώσεις. Είναι απαραίτητες σε περιπτώσεις σαν αυτή». «Μάλιστα, καταλαβαίνω», είπε ήρεμα ο Στήβεν Λέιν. Ο Γουέστον συνέχισε: «Και τώρα πείτε μας, ξέρετε τίποτα που θα μπορούσε να μας βοηθήσει; Κάτι για το θύμα, κάτι που θα μας έδινε μιαν ιδέα για το ποιος τη σκότωσε; Κάτι που ακούσατε ή είδατε;» «Δεν άκουσα τίποτα. Εκείνο που μπορώ να σας πω είναι αυτό: ότι μόλις είδα την Αρλήνα Μάρσαλ ένοιωσα από ένστι­ κτο ότι ήταν εστία κακού. Ήταν το ίδιο το κακό! Το κακό προσωποποιημένο! Η γυναίκα μπορεί να γίνει στήριγμα και βοηθός του ανδρός στη ζωή -αλλά μπορεί να γίνει και η καταστροφή του. Μπορεί να κατεβάσει τον άντρα στο επί­ πεδο του κτήνους. Η νεκρή ήταν απ’ αυτές τις γυναίκες. Ξυ­ πνούσε ό,τι πιο χαμηλό και κτηνώδες υπάρχει στον άντρα. Ήταν σαν την Ιεζάβελ και σαν την Αχολβά. Το τέλος της ήταν ανάλογο με τη διεφθαρμένη φύση της. Τη σκότωσαν». «Δεν τη σκότωσαν απλώς», είπε ο Πουαρό. «Τη στραγ­ γάλισαν, κύριε Λέιν! Τη στραγγάλισαν! Δυο ανθρώπινα χέρια». Τα χέρια του κληρικού άρχισαν να τρέμουν. Τα δάχτυλά του άνοιξαν κι έκλεισαν σπασμωδικά. Η φωνή του ακούστηκε σιγανή και πνιγμένη. «Ω είναι φοβερό... απαίσιο... Ήταν ανάγκη να μιλήσετε έτσι;» «Είναι η απλή αλήθεια», είπε ο Πουαρό. «Έχετε ιδέα


136

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

τίνος μπορεί να ήταν αυτά τα χέρια, κύριε Λέιν;» Ο άλλος κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω τίποτα... τίποτα...» είπε. Ο Γουέστον σηκώθηκε. Κοίταξε τον Κόλγκεητ που απά­ ντησε στο βλέμμα του με ένα αδιόρατο νεύμα. «Πρέπει να πάμε στη σπηλιά της Πίξυ», είπε. «Εκεί... εκεί έγινε;» ρώτησε ο Λέιν. Ο Γουέστον απάντησε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού. «Μήπως μπορώ να έρθω μαζί σας;» Ο Γουέστον ετοιμάστηκε ν’ απαντήσει αρνητικά, αλλά ο Πουαρό τον πρόλαβε. «Μα φυσικά, κύριε Λέιν. Ελάτε μαζί μου με τη βάρκα. Φεύγουμε αμέσως».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ I Για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα, ο Πάτρικ Ρέντφερν κωπηλατούσε με τη βάρκα στη σπηλιά της Πίξυ. Οι άλλοι επιβάτες ήταν ο Πουαρό, πολύ χλωμός και κρατώντας το στομάχι του και ο Στήβεν Λέιν. Ο Γουέστον είχε προτιμή­ σει τον δρόμο της ξηράς. Επειδή καθυστέρησε στον δρόμο, έφτασε στο λιμανάκι τη στιγμή που έφτανε και η βάρκα. Ένας αστυφύλακας κι ένας αρχιφύλακας με πολιτικά βρίσκονταν κιόλας στην πλαζ. Ο Γουέστον μιλούσε μαζί τους όταν οι τρεις επιβάτες της βάρκας βγήκαν στην ξηρά και πλησίασαν. Ο αρχιφύλακας Φίλιπ έλεγε: «Πιστεύω, κύριε, ότι ψάξαμε το μέρος πόντο-πόντο». «Και τι βρήκατε;» «Τα έχουμε μαζέψει όλα εδώ. Αν θέλετε, ελάτε να τα δείτε». Διάφορα αντικείμενα ήταν βαλμένα στη σειρά πάνω σε μια επίπεδη πέτρα. Ένα ψαλίδι, ένα άδειο σακουλάκι από κορν φλέηκς, πέντε πώματα από μπουκάλια, μερικά καμένα σπίρτα, τρία κομμάτια σπάγκος, ένα-δυο κομμάτια εφημε­ ρίδα, ένα κομμάτι από σπασμένη πίπα, τέσσερα κουμπιά, ένα κόκαλο από κοτόπουλο κι ένα άδειο μπουκάλι από αντη­ λιακό λάδι. Ο Γουέστον τα κοίταξε σιωπηλός. Ύστερα είπε: «Χμ, όχι και τόσο πολλά. Ο κόσμος συνήθως περνάει τις πλαζ για σκουπιδότοπους. Το μπουκάλι θα είναι πεταμένο από καιρό εδώ. Η ετικέτα έχει ξεβάψει. Το ίδιο θα έλεγα και για τα περισσότερα από τα άλλα. Το ψαλίδι ίσως φαίνεται καινούργιο. Δεν έχει σκουριάσει. Δε θα βρισκόταν εδώ με τη χτεσινή βροχή. Πού ήταν;»


138

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Κοντά στη σκάλα. Όπως κι αυτό το κομμάτι της πίπας». «Χμ, ασφαλώς θα έπεσε από κάποιον που ανέβαινε ή κατέβαινε. Μήπως έχεις ιδέα σε ποιόν ανήκουν;» «Όχι, κύριε. Είναι ένα συνηθισμένο ψαλίδι για τα νύχια. Η πίπα είναι καλής ποιότητος, από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς, ακριβή». Ο Πουαρό μουρμούρισε σκεφτικά: «Ο Μάρσαλ μας είπε, νομίζω, ότι είχε χάσει τη πίπα του». «Ο Μάρσαλ είναι έξω από την υπόθεση», είπε ο Γουέστον. «Κι εξάλλου δεν είναι ο μοναδικός άντρας που καπνίζει πίπα». Ο Πουαρό κοίταζε τον Στήβεν Λέιν που έβαλε το χέρι στην τσέπη και το ξανάβγαλε. «Κι εσείς καπνίζετε πίπα, κύριε Λέιν, έτσι δεν είναι;» είπε. Ο κληρικός τινάχτηκε. Κοίταξε τον Πουαρό. «Ναι», είπε. «Ναι. Η πίπα μου είναι παλιά φίλη και συντρόφισσα». Έβαλε ξανά το χέρι στην τσέπη του, έβγαλε μια πίπα, τη γέμισε και την άναψε. Ο Πουαρό πλησίασε τον Ρέντφερν που στεκόταν παρά­ μερα και κοίταζε με άδειο βλέμμα. «Ευτυχώς που την πήραν...» μουρμούρισε. Ο κύριος Λέιν ρώτησε: «Πού τη βρήκαν;» «Ακριβώς στο σημείο που στέκεστε», είπε εύθυμα ο αρχιφύλακας και ο Λέιν απομακρύνθηκε γρήγορα από τη θέση του. Ο αρχιφύλακας συνέχισε: «Το σημείο που βρισκόταν η σχεδία συμφωνεί με την ώρα που υποθέτουμε ότι έφτασε εδώ, στις 10.45’. Δηλαδή με την παλίρροια. Έχει τραβηχτεί τώρα». «Φωτογραφίες πήρατε;» ρώτησε ο Γουέστον. «Μάλιστα, κύριε». Ο Γουέστον στράφηκε στον Ρέντφερν. «Λοιπόν, φίλε μου, πού είναι η είσοδος της σπηλιάς που μας είπατε;» Ο Πάτρικ Ρέντφερν εξακολουθούσε να κοιτάζει το σημείο της πλαζ όπου είχε σταθεί ο Λέιν. Θα έλεγε κανείς ότι ξανά­ βλεπε εκείνο το ξαπλωμένο σώμα που δεν ήταν πια εκεί. Τα


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

139

λόγια του Γουέστον τον ξανάφεραν στην πραγματικότητα. «Είναι εκεί πίσω». Προχώρησε σ’ ένα σημείο όπου ένας μεγάλος σωρός από πεσμένα κομμάτια βράχου είχε σχηματιστεί στα πόδια του βράχου. Πήγε κοντά σε δυο μεγάλους βράχους που άφηναν ένα στενό άνοιγμα ανάμεσά τους. «Αυτή είναι η είσοδος», είπε. «Εδώ;» είπε ο Γουέστον. «Δε νομίζω πως μπορεί να περάσει άνθρωπος από δω». «Κι όμως μπορεί, κύριε». Ο Γουέστον χώθηκε προσεχτικά στο άνοιγμα. Δεν ήταν τόσο στενό όσο φαινόταν. Στο εσωτερικό, ο χώρος πλάταινε σχηματίζοντας μια σπηλιά αρκετά ευρύχωρη και ψηλή. Ο Πουαρό και ο Λέιν ακολούθησαν τον Γουέστον. Οι άλλοι έμειναν έξω. Από το άνοιγμα έμπαινε φως αλλά ο Γουέστον είχε μαζί του ένα δυνατό φακό. Έριξε τη φωτεινή δέσμη τρι­ γύρω. «Αρκετά μεγάλη», παρατήρησε. «Δεν το φαντάζεται κανείς απέξω». Έριξε το φως του φαναριού στο δάπεδο. Ο Πουαρό μύριζε τον αέρα. Ο Γουέστον το πρόσεξε. «Ο αέρας είναι πολύ καθαρός», είπε. «Δε μυρίζει μούχλα. Αυτό θα πει ότι βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια του νερού». Αλλά για την ευαίσθητη μύτη του Πουαρό, ο αέρας της σπηλιάς ήταν κάτι περισσότερο από καθαρός. Ήταν αδιό­ ρατα αρωματισμένος. Ήξερε δύο ανθρώπους που χρησιμο­ ποιούσαν αυτό το ελαφρύ άρωμα... Το φως του φαναριού σταμάτησε τους κύκλους του. «Δε νομίζω ότι υπάρχει τίποτα εδώ μέσα», είπε ο Γουέ­ στον. Ο Πουαρό σήκωσε τα μάτια σε μια στενή προεξοχή του βράχου σαν ράφι λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι του. «Μήπως θα έπρεπε να βεβαιωθούμε πως δεν υπάρχει τίποτα εκεί πάνω;» είπε. «Αν υπάρχει κάτι, θα πρέπει κάποιος να το έβαλε εκεί. Ας κοιτάξουμε λοιπόν», είπε ο Γουέστον. Ο Πουαρό γύρισε στον Λέιν. «Είστε ο πιο ψηλός, φίλε μου. Μπορούμε να σας ζητή­


140

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

σουμε να κοιτάξετε αν υπάρχει τίποτα εκεί πάνω;» Ο Λέιν τέντωσε το κορμί του, αλλά δεν μπορούσε να φτάσει ως το βάθος της προεξοχής. Βλέποντας ένα κού­ φωμα στο τοίχωμα του βράχου, έβαλε το πόδι του και γαντζώθηκε με το ένα χέρι από την προεξοχή. «Ε», φώναξε. «Υπάρχει ένα κουτί εδώ πάνω». Ύστερα από δυο λεπτά είχαν βγει στο φως και εξέταζαν το εύρημα του κυρίου Λέιν. «Προσοχή», είπε ο Γουέστον, «μην το πιάνετε πολύ. Ίσως να υπάρχουν αποτυπώματα». Ήταν ένα πράσινο τενεκεδένιο κουτί και είχε πάνω τη λέξη «Σάντουιτς». «Φαντάζομαι ότι θα το άφησαν τίποτα εκδρομείς», είπε ο αρχιφύλακας Φίλιπ. Άνοιξε το σκέπασμα πιάνοντάς το με το μαντήλι του. Μέσα ήταν μικρά τενεκεδένια κουτιά που έγραφαν πάνω αλάτι, πιπέρι, μουστάρδα και δύο μεγαλύτερα τετράγωνα κουτιά, προφανώς για τα σάντουιτς. Ο Φίλιπ άνοιξε το καπάκι του αλατιού. Ήταν γεμάτο ως επάνω. Άνοιξε το άλλο. «Χμ, έβαλαν αλάτι και στο κουτί για το πιπέρι». Αλλά και το κουτί της μουστάρδας ήταν γεμάτο αλάτι. Με έκφραση ξαφνικά αναστατωμένη, ο αρχιφύλακας άνοιξε ένα από τα μεγαλύτερα τετράγωνα κουτιά. Κι αυτό ήταν γεμάτο με την ίδια άσπρη κρυσταλλική σκόνη. Με προ­ σοχή, ο αρχιφύλακας βούτηξε το δάχτυλό του στη σκόνη και τη δοκίμασε με την άκρη της γλώσσας του. «Δεν είναι αλάτι», είπε με αλλοιωμένη φωνή. «Έχει πικρή γεύση. Μου φαίνεται πως είναι κάποιο ναρκωτικό».

«Η τρίτη πλευρά του τριγώνου», είπε ο Γουέστον με μια γκριμάτσα. Είχαν γυρίσει ξανά στο ξενοδοχείο, στο γραφείο της κυρίας Κεσλ. «Αν είναι ανακατεμένη στην υπόθεση καμιά συμμορία ναρκωτικών», συνέχισε ο Γουέστον, «το πράγμα παίρνει διαφορετικές διαστάσεις. Και πρώτα πρώτα μπορούμε να σκεφτούμε πως η νεκρή ήταν ίσως κι αυτή στη συμμορία.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

141

Φαντάζεστε πως είναι πιθανό;» «Ίσως», έκανε επιφυλακτικά ο Πουαρό. «Λέτε να έπαιρνε ναρκωτικά;» «Δεν το φαντάζομαι. Είχε γερά νεύρα, σιδερένια υγεία, κανένα σημάδι από τσιμπήματα ενέσεων. Όχι πως είναι απόδειξη αυτό, γιατί πολλά άτομα παίρνουν το ναρκωτικό ρουφώντας το από τη μύτη. Όχι, δε νομίζω πως έπαιρνε ναρκωτικά». «Σ’ αυτή την περίπτωση, μπορεί να έμαθε τυχαία για την υπόθεση των ναρκωτικών και να της έκλεισαν το στόμα αυτοί που έκαναν τη δουλειά. Θα μάθουμε γρήγορα για ποιο ναρ­ κωτικό πρόκειται. Θα το στείλω στον Νήσντον. Αν πέσαμε πάνω σε καμιά συμμορία ναρκωτικών, δεν είναι άνθρωποι που θα περιορίζονταν σε μικροπράγματα...» Σταμάτησε απότομα, καθώς η πόρτα άνοιξε με πάταγο και ο κύριος Χόρας Μπλατ όρμησε στο δωμάτιο. Ο κύριος Μπλατ είχε ζεσταθεί. Σκούπιζε τον ιδρώτα από το μέτωπό του μ’ ένα μεγάλο μαντήλι. Η δυνατή και εγκάρδια φωνή του, γέμισε το μικρό δωμάτιο. «Μόλις αυτή τη στιγμή γύρισα κι έμαθα τα νέα! Είστε ο αστυνομικός διευθυντής της περιφερείας; Το όνομά μου είναι Μπλατ, Χόρας Μπλατ. Μπορώ να βοηθήσω; Δεν το φαντά­ ζομαι. Έφυγα με το ιστιοπλοϊκό μου πολύ νωρίς το πρωί. Έχασα όλη την παράσταση. Τη μοναδική μέρα που κάτι έτυχε να γίνει σε τούτο το ξεχασμένο μέρος εγώ έτυχε να λείπω. Αυτά έχει η ζωή, έτσι; Ε, Πουαρό, δε σας είδα αμέ­ σως. Ώστε ασχολείστε με την υπόθεση; Πολύ φυσικό. Σέρλοκ Χολμς εναντίον της τοπικής αστυνομίας, ε; Χα, χα! Θα σας απολαύσω στον ρόλο του λαγωνικού». Ο κύριος Μπλατ αγκυροβόλησε σε μια πολυθρόνα, έβγαλε μια τσιγαροθήκη και πρόσφερε στον Γουέστον, που κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Είμαι αδιόρθωτος καπνιστής πίπας», είπε χαμογελώ­ ντας. «Κι εγώ το ίδιο. Αλλά καπνίζω και τσιγάρα. Σαν την πίπα όμως δεν υπάρχει τίποτα». «Ανάψτε πίπα λοιπόν», είπε ο Γουέστον. «Δεν έχω μαζί μου την πίπα μου αυτή τη στιγμή. Αλλά διαφωτίστε με για την υπόθεση. Το μόνο που έμαθα είναι ότι


142

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

η κυρία Μάρσαλ βρέθηκε δολοφονημένη σ’ ένα από τα λιμανάκια εδώ γύρω». «Στη σπηλιά της Πίξυ», είπε ο Γουέστον παρατηρώντας προσεχτικά τον κύριο Μπλατ. Αλλά εκείνος ρώτησε με περιέργεια: «Και τη στραγγάλι­ σαν;» «Μάλιστα, κύριε Μπλατ». «Φοβερό, πολύ φοβερό! Αλλά να ξέρετε, πήγαινε γυρεύ­ οντας. Έχετε ιδέα ποιος το έκανε, ή δεν πρέπει να ρωτάω;» «Υποτίθεται, κύριε Μπλατ», χαμογέλασε ο Γουέστον, «ότι τις ερωτήσεις τις κάνουμε εμείς». Ο κύριος Μπλατ ανέμισε το τσιγάρο του. «Συγνώμη, συγνώμη, λάθος μου. Προχωρήστε». «Είπατε ότι φύγατε με το ιστιοπλοϊκό σας. Τι ώρα;» «Στις δέκα παρά τέταρτο». «Είχατε κανέναν άλλο μαζί σας;» «Ούτε ψυχή. Ήμουν ολομόναχος». «Και πού πήγατε;» «Παράλληλα στην ακτή προς την κατεύθυνση του Πλύμουθ. Είχα πάρει φαγητό μαζί μου. Δεν είχε και πολύ αέρα κι έτσι δεν πήγαινα πολύ γρήγορα». Ύστερα από μια-δυο άλλες ερωτήσεις, ο Γουέστον είπε: «Ας έρθουμε τώρα στους Μάρσαλ. Ξέρετε τίποτα που να μας βοηθήσει;» «Σας είπα τη γνώμη μου. Έγκλημα πάθους! Όλο κι όλο που μπορώ να σας πω είναι πως δεν το έκανα εγώ! Η ωραία Αρλήνα δε γύριζε να κοιτάξει ανθρώπους σαν εμένα. Είχε το αγόρι της. Κι αν με ρωτάτε, ο Μάρσαλ είχε αρχίσει να υπο­ πτεύεται». «Έχετε καμιά απόδειξη γι' αυτό;» «Τον είδα μια-δυο φορές να ρίχνει φονικά βλέμματα στον Ρέντφερν. Παράξενο τραίνο, ο Μάρσαλ. Δείχνει μαλακός σαν αρνάκι και σαν μισοκοιμισμένος -αλλά η φήμη του είναι τελείως διαφορετική στο Σίτυ. Έχω ακούσει μερικά πράγματα γι' αυτόν. Μια φορά χτύπησε κάποιον. Αλλά είχε δίκιο. Γιατί του έπαιξε βρόμικο παιχνίδι. Ο Μάρσαλ τον εμπιστευόταν κι εκείνος του έκανε κάποια βρομοδουλειά. Πολύ άσχημη βρο­ μοδουλειά. Ο Μάρσαλ πήγε και τον βρήκε και μόνο που δεν τον σκότωσε απ' το ξύλο. Ο άλλος όμως δεν έκανε μήνυση.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

143

Φοβήθηκε τις βρομιές του που θα έβγαιναν στη φόρα». «Ώστε πιστεύετε ότι ο κύριος Μάρσαλ στραγγάλισε τη γυναίκα του;» ρώτησε ο Πουαρό. «Καθόλου. Ποτέ δε θα έλεγα τέτοιο πράγμα. Ήθελα μόνο να σας πω ότι είναι τύπος, που καμιά φορά βγαίνει εκτός εαυτού». «Κύριε Μπλατ», είπε ο Πουαρό, «έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η κυρία Μάρσαλ πήγε στη σπηλιά της Πίξυ για να συναντήσει κάποιον. Έχετε καμιά ιδέα για το ποιος μπορεί να ήταν αυτός ο κάποιος;» Ο Μπλατ του έκλεισε το μάτι. «Δε χρειάζεται φιλοσοφία. Ο Ρέντφερν, φυσικά». «Δεν ήταν ο Ρέντφερν». Ο κύριος Μπλατ τα έχασε κάπως. Είπε διστάζοντας: «Αν είν’ έτσι... δεν ξέρω. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανένα». Συνέχισε, ξαναβρίσκοντας λίγη από την αυτοπεποίθησή του: «Όπως είπα πριν, δεν ήμουν εγώ. Πού τέτοια τύχη! Για να σκεφτώ... Δεν μπορεί να ήταν ο Γκάρντνερ -η γυναίκα του τον παρακολουθεί από κοντά. Να ήταν αυτή η γριά-αλεπού ο Μπάρυ; Μπα! Και δεν πιστεύω να ήταν ο κληρικός. Αν και εδώ που τα λέμε, είδα τον Αιδεσιμότατο να της ρίχνει πολλές ματιές. Φυσικά ματιές γεμάτες ιερή αγανάκτηση -αλλά που οπωσδήποτε ήξεραν να εκτιμήσουν τις γραμμές της! Μεγάλοι υποκριτές αυτοί οι παπάδες, ε; Διαβάσατε εκείνη την υπό­ θεση την περασμένη βδομάδα; Ένας παπάς με την κόρη του εκκλησάρη. Της έκανε κατήχηση!» Ξέσπασε σε χοντρό γέλιο. Ο Γουέστον είπε ψυχρά: «Δεν έχετε να μας πείτε τίποτ’ άλλο;» Ο κύριος Μπλατ κούνησε το κεφάλι του. «Δυστυχώς όχι». Και πρόσθεσε: «Η υπόθεση θα κάνει μεγάλο θόρυβο, φαντάζομαι. Ο τύπος θα βουίξει. Και στο μέλλον δε θα έχουν τόσο σηκωμένη τη μύτη τους στο ξενο­ δοχείο Τζόλλυ Ρότζερ». «Δε φαίνεστε να συμπαθείτε το μέρος», είπε ο Πουαρό. Το πρόσωπο του κυρίου Μπλατ έγινε πιο κόκκινο. «Όχι, δεν το συμπαθώ. Βέβαια η ιστιοπλοΐα είναι εξαιρε­ τική, το τοπίο ωραίο, η υπηρεσία και το φαγητό πολύ καλό. Αλλά δεν υπάρχει συντροφικότητα, με καταλαβαίνετε; Και τα


ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

1 4 4

δικά μου τα λεφτά, είναι τα ίδια όπως των άλλων. Είμαστε όλοι εδώ για να διασκεδάσουμε. Γιατί λοιπόν να μη γίνουμε μια συντροφιά και να διασκεδάζουμε μαζί; Γιατί να υπάρχουν κλίκες και να κάθονται μόνοι τους και να σου λένε κάτι παγωμένες καλημέρες και καληνύχτες και “μάλιστα, πολύ ωραίος καιρός" και τέτοιες τρίχες σαν παραφουσκωμένες μούμιες!» Ο κύριος Μπλατ σώπασε. Το πρόσωπό του είχε γίνει βυσσινί. Σκούπισε το μέτωπό του και είπε απολογητικά: «Μη δίνετε σημασία στα λόγια μου. Είμαι λίγο εκνευρι­ σμένος». III «Τι γνώμη έχετε για τον κύριο Μπλατ;» μουρμούρισε ο Πουαρό. Ο Γουέστον έκανε μια γκριμάτσα. «Εσείς τι γνώμη έχετε;» ρώτησε. «Τον ξέρετε καλύτερα από μένα». «Υπάρχουν πολλές δικές σας εκφράσεις που τον χαρα­ κτηρίζουν. Το σκληρό διαμάντι, ο αυτοδημιούργητος και τόσα άλλα. Είναι, όπως είδατε, παθιασμένος, αστείος, φωνακλάς. Αλλά νομίζω πως είναι και κάτι άλλο». «Και τι είναι αυτό το άλλο;» «Νομίζω πως είναι νευρικός!»

IV «Χρονομέτρησα τις αποστάσεις», είπε ο επιθεωρητής Κόλγκεητ. «Από το ξενοδοχείο ως την ανεμόσκαλα στη σπη­ λιά της Πίξυ είναι τρία λεπτά. Δηλαδή περπατώντας ώσπου να απομακρυνθεί κανείς από το ξενοδοχείο και μετά τρέχοντας γρήγορα». Ο Γουέστον σήκωσε τα φρύδια του. «Δηλαδή συντομότερα απ’ όσο νόμιζα». «Για το κατέβασμα της σκάλας ως την παραλία χρειάζεται ένα λεπτό και τρία τέταρτα του λεπτού. Το ανέβασμα δύο λεπτά. Τόσο έκανε ο αστυφύλακας Φλιντ. Είναι αθλητικός τύπος. Περπατώντας και κατεβαίνοντας τη σκάλα με κανό-


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

145

νικό βήμα, χρειάζεται ένα τέταρτο της ώρας». Ο Γουέστον έγνεψε καταφατικά. «Υπάρχει κι ένα άλλο θέμα που πρέπει να ερευνή­ σουμε», είπε. «Οι πίπες». «Ο Μπλατ καπνίζει πίπα», είπε ο Κόλγκεητ. «Το ίδιο και ο Μάρσαλ και ο Αιδεσιμότατος. Ο Ρέντφερν καπνίζει τσι­ γάρα, ενώ ο Αμερικανός προτιμάει τα πούρα. Ο ταγματάρχης Μπάρυ δεν καπνίζει καθόλου. Υπάρχει μια πίπα στο δωμά­ τιο του Μάρσαλ, δύο στου Μπλατ και μία στου Αιδεσιμότα­ του. Η καμαριέρα λέει ότι ο Μάρσαλ έχει δύο πίπες. Η άλλη καμαριέρα δεν είναι τόσο έξυπνη. Δεν ξέρει πόσες πίπες έχουν οι άλλοι δύο. Είπε αόριστα πως πρόσεξε δύο ή τρεις στο δωμάτιό τους». «Τίποτ’ άλλο;» ρώτησε ο Γουέστον. «Έψαξα το προσωπικό. Φαίνεται εντάξει. Ο Χένρυ, ο μπάρμαν, βεβαιώνει τη δήλωση του Μάρσαλ ότι τον είδε στις έντεκα παρά δέκα. Ο Γουίλιαμ, ο φύλακας της πλαζ, ήταν στους βράχους διορθώνοντας τη σκάλα, το μεγαλύτερο μέρος του πρωινού. Φαίνεται εντάξει. Ο Τζωρτζ σημάδεψε το γήπεδο του τένις και μετά φύτεψε μερικά λουλούδια έξω από την τραπεζαρία. Κανείς τους δεν είδε κανέναν να περνάει το δρομάκι προς το νησί». «Τι ώρα έφυγαν τα νερά από το δρομάκι;» «Γύρω στις 9.30». Ο Γουέστον χάιδεψε το μουστάκι του. «Είναι πιθανό κάποιος να ήρθε από κει. Έχουμε μια και­ νούρια προοπτική». Του διηγήθηκε την ανακάλυψη του κουτιού. V Κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Εμπρός», είπε ο Γουέστον. Ήταν ο κύριος Μάρσαλ. «Μπορείτε να μου πείτε τι πρέπει να κάνω για την κηδεία;» είπε. «Νομίζω ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την ανάκριση μεθαύριο, κύριε Μάρσαλ». «Πολύ καλά».


146

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ είπε: «Συγνώμη, κύριε, επιτρέψτε μου να σας επιστρέφω αυτά». Του έδωσε τα τρία γράμματα. Ο Μάρσαλ χαμογέλασε κάπως σαρδόνια. «Η αστυνομία έκανε τη δοκιμή; Ελπίζω η θέση μου να ξεκαθαρίστηκε». Ο Γουέστον είπε πρόσχαρα: «Ναι, κύριε Μάρσαλ, νομίζω πως μπορούμε να σας δώ­ σουμε άφεση. Αυτές οι επιστολές χρειάζονται μιαν ολόκληρη ώρα για να γραφτούν. Εξάλλου, η καμαριέρα σας άκουσε να γράφετε ως τις έντεκα παρά πέντε και ένας άλλος μάρτυρας σας είδε στις έντεκα και είκοσι». Ο Μάρσαλ μουρμούρισε: «Αλήθεια; Όλ' αυτά φαίνονται πολύ ικανοποιητικά». «Κι εξάλλου, η δεσποινίς Ντάρνλεϊ ήρθε στο δωμάτιό σας στις έντεκα και είκοσι. Αλλά είσαστε τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά σας ώστε δεν την προσέξατε». «Έτσι λέει η δεσποινίς Ντάρνλεϊ;» Το ύφος του Μάρσαλ ήταν αδιαπέραστο. «Οπωσδήποτε, κάνει λάθος», συνέχισε. «Την είδα, αν κι εκείνη δεν το κατάλαβε. Την είδα μέσα στον καθρέφτη». «Αλλά δε διακόψατε τα γράψιμό σας;» είπε σιγά ο Πουαρό. «Όχι, ήθελα να τελειώσω». Σταμάτησε μια στιγμή και πρόσθεσε με απότομο τόνο: «Τίποτε άλλο;» «Όχι, κύριε Μάρσαλ, ευχαριστώ». Ο Μάρσαλ χαιρέτισε μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού και βγήκε. «Κι έτσι χάσαμε τον πιο πρόχειρο ύποπτό μας», αναστέ­ ναξε ο Γουέστον. «Α, να ο Νήσντον». Ο γιατρός είχε ύφος παράξενο. «Ωραίο διαβολόπραγμα αυτό που μου έστειλες». «Τι ήταν;» «Θέλεις να μάθεις τι ήταν, ε; Υδροχλωρική διαμορφίνη, πιο γνωστή σαν ηρωίνη». Ο Κόλγκεητ σφύριξε σιγά. «Πετύχαμε διάνα! Κόβω το κεφάλι μου αν πίσω από τούτη την υπόθεση δεν είναι τα ναρκωτικά».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ I Το μικρό πλήθος έβγαινε από την αίθουσα. Η σύντομη ανάκριση είχε τελειώσει με αναβολή για δεκαπέντε μέρες. Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ πλησίασε τον Μάρσαλ. «Δεν ήταν και τόσο δύσκολο, ε Κεν;» είπε σιγά. Δεν της απάντησε αμέσως. Ένοιωθε τα περίεργα βλέμ­ ματα των χωρικών καρφωμένα πάνω του, τα δάχτυλα που σχεδόν τον έδειχναν. «Αυτός είναι». «Είναι ο άντρας της». «Να τος, βγαίνει». Οι ψίθυροι δεν ήταν τόσο δυνατοί ώστε να φτάνουν στ’ αυτιά του, τους ένοιωθε όμως. Τον τύπο τον είχε αντιμετω­ πίσει κιόλας -νέους ανθρώπους, γεμάτους αυτοπεποίθηση και ικανούς να γκρεμίσουν τον τοίχο της σιωπής που πίσω του είχε προσπαθήσει να οχυρωθεί. Ακόμη και οι μονοσύλ­ λαβες απαντήσεις που είχε χρησιμοποιήσει με τη σκέψη ότι δε θα οδηγούσαν σε παρεξηγήσεις, εμφανίστηκαν εντελώς διαφορετικές στις πρωινές εφημερίδες. «Ερωτηθείς αν συμ­ φωνούσε ότι το μυστήριο του θανάτου της γυναίκας του μπορούσε να εξηγηθεί με την υπόθεση ότι κάποιος μανιακός δολοφόνος είχε περάσει στο νησί, ο κύριος Μάρσαλ δήλωσε ότι...» και συνέχιζαν έτσι. Φλας άστραφταν αδιάκοπα. Ακόμη και τούτη τη στιγμή ο γνωστός ήχος έφτασε στ’ αυτιά του. Μισογύρισε -μπροστά του χαμογελούσε υποχρεωτικά ο φωτορεπόρτερ. Η Ρόζα­ μουντ μουρμούρισε: «Ο κύριος Μάρσαλ και μια φίλη βγαίνουν από την αίθουσα μετά την ανάκριση». Ο Μάρσαλ έκανε μιαν απότομη κίνηση για να φυλαχτεί. «Δεν ωφελεί, Κεν!» του είπε η Ρόζαμουντ. «Πρέπει να το


148

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

υποστείς! Δεν εννοώ τον θάνατο της Αρλήνα, εννοώ όλους ετούτους τους ενοχλητικούς. Τα περίεργα βλέμματα, τις φλύ­ αρες γλώσσες, τις ηλίθιες ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Ο καλύτερος τρόπος για να τα βγάλεις πέρα είναι να το πάρεις στο αστείο». «Αυτή είναι η δική σου μέθοδος;» «Ναι. Ξέρω πως δεν είναι η δική σου. Εσύ προτιμάς να εξαφανίζεσαι, να χάνεσαι στο βάθος. Εδώ όμως δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Δεν υπάρχει βάθος να χαθείς. Εδώ θα σταθείς περήφανα να σε δουν όλοι -ο σύζυγος της δολοφονηθείσας». «Για τον Θεό, Ρόζαμουντ...» «Προσπαθώ να σε βοηθήσω, φίλε μου». Έκαναν μερικά βήματα σιωπηλοί. Ύστερα ο Μάρσαλ είπε με διαφορετικό τόνο: «Ναι, το ξέρω ότι προσπαθείς να με βοηθήσεις. Δεν είμαι κανένας αχάριστος». Προχωρούσαν προς την άκρη του χωριού. Πολλά βλέμ­ ματα τους ακολουθούσαν αλλά κανείς δεν ήταν κοντά τους. «Τι λέει η αστυνομία;» ρώτησε ύστερ’ από λίγο η Ρόζα­ μουντ. «Δεν ξέρουν τι να πουν». «Αυτός ο κοντούλης -ο Πουαρό- πιστεύεις ότι ενδιαφέρεται πραγματικά για την υπόθεση;» «Δεν ξέρω. Μου φάνηκε πως ήταν η σκιά του αστυνό­ μου». «Ναι, αλλά κάνει τίποτα;» «Πώς διάβολο θέλεις να ξέρω;» «Είναι ηλικιωμένος», είπε σκεφτικά η γυναίκα. «Θα έχει ξεμωράνει ίσως». «Μπορεί». Είχαν φτάσει στο δρομάκι. Απέναντι τους, γαλήνιο κάτω από τον ήλιο, αναπαυόταν το νησί. «Μερικές φορές όλα φαίνονται εξωπραγματικά», είπε η Ρόζαμουντ. «Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να πιστέψω ό,τι έγινε...» «Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Η φύση είναι αδιάφορη! Ένα μυρμήγκι λιγότερο -αυτός είναι ο νόμος της!» «Ναι. Κι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος ν' αντιμετωπίσει


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

149

κανείς τα γεγονότα». Της έριξε ένα γρήγορο βλέμμα. «Μη στενοχωριέσαι, αγαπητή μου», είπε σιγά. «Όλα θα πάνε καλά. Όλα πάνε καλά».

II Η Λίντα ήρθε να τους προϋπαντήσει στο δρομάκι. Οι κινήσεις της ήταν σπασμωδικές σαν φοβισμένου ελαφιού. Μαύροι κύκλοι στεφάνωναν τα μάτια της και τα χείλη της ήταν ξερά και σκασμένα. «Τι έγινε;» ρώτησε. «Τι... τι είπαν;» «Η ανάκριση αναβλήθηκε για δεκαπέντε μέρες», απά­ ντησε ο πατέρας της. «Αυτό θα πει ότι δεν... ότι δεν αποφάσισαν;» «Ναι. Χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις». «Μα... τι πιστεύουν;» Ο Μάρσαλ χαμογέλασε άθελά του. «Ω, κοριτσάκι μου, ποιος το ξέρει; Και ποιους εννοείς; Τον ανακριτή, την αστυνομία, τους δημοσιογράφους, τον κόσμο;» «Μα, νομίζω, την αστυνομία». «Ό,τι και να πιστεύει η αστυνομία, δεν το λέει», είπε ξερά ο Μάρσαλ. Έσφιξε νευρικά τα χείλη του και προχώρησε με μεγάλα βήματα προς το ξενοδοχείο. Η Ρόζαμουντ ετοιμαζόταν να τον ακολουθήσει όταν άκουσε τη Λίντα να τη φωνάζει. «Ρόζαμουντ!» Στράφηκε. Η βουβή ικεσία στο βασανισμένο πρόσωπο του κοριτσιού τη συγκίνησε. Πέρασε το μπράτσο της στους ώμους της μικρής και την τράβηξε στο μονοπάτι που πήγαινε ως την άκρη του νησιού. Μίλησε μαλακά. «Προσπάθησε να μην παίρνεις τα πράγματα τόσο σοβαρά, Λίντα. Ξέρω ότι αυτό που έγινε ήταν φοβερό και σε τάραξε, αλλά δεν ωφελεί να το σκέφτεσαι διαρκώς. Αλλωστε, δεν αγαπούσες και τόσο την Αρλήνα, εδώ που τα λέμε». Ένοιωσε το νευρικό ρίγος που διαπέρασε το κορμί της κοπέλας. «Όχι, δεν την αγαπούσα...»


150

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Ο πόνος για ένα αγαπημένο πρόσωπο είναι κάτι διαφο­ ρετικό. Δεν μπορεί κανείς να το ξεχάσει εύκολα. Αλλά μπορεί να ξεπεράσει έναν κλονισμό ή έναν τρόμο αν δεν τον σκέφτε­ ται όλη την ώρα». «Δεν καταλαβαίνεις», είπε η Λίντα. «Νομίζω πως καταλαβαίνω, μικρό μου». «Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα -ούτε και η Κριστίν καταλαβαίνει. Και οι δυο σας είστε καλές μαζί μου, αλλά καμιά σας δεν καταλαβαίνει τι νοιώθω. Με νομίζετε αρρωστημένη -ότι επιμένω να τα σκέφτομαι ενώ δεν πρέ­ πει». Σταμάτησε «Όμως δεν είναι αυτό. Αν ήξερες αυτό που ... που ξέρω...» Η Ρόζαμουντ σταμάτησε απότομα. Δεν έτρεμε. Αντίθετα, πάγωσε. Έμεινε έτσι ένα-δυο λεπτά αμίλητη. Ύστερα είπε ελευθερώνοντας τους ώμους της μικρής: «Τι είναι αυτό που ξέρεις, Λίντα;» Το κορίτσι την κοίταξε. Κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα», είπε σιγά. Η Ρόζαμουντ την άρπαξε από το μπράτσο. «Πρόσεξε, Λίντα. Πρόσεξε πολύ». Το πρόσωπο της μικρής είχε πάρει μια νεκρική χλομάδα. «Προσέχω. Όλη την ώρα προσέχω». Η Ρόζαμουντ μίλησε πυρετικά. «Ακούσε, Λίντα. Σου ξαναλέω αυτό που σου είπα πριν από λίγο. Βγάλε την υπόθεση από το μυαλό σου. Μην τη σκέφτεσαι πια. Ξέχασέ τη... Ξέχασέ τη... Μπορείς, αν προ­ σπαθήσεις! Η Αρλήνα είναι νεκρή και τίποτα δεν μπορεί να την ξαναφέρει στη ζωή... Ξέχασέ τα όλα -σκέψου μόνο το μέλλον. Και πάνω απ' όλα, κράτησε τη γλώσσα σου». Η Λίντα ανατρίχιασε. «Φαίνεται να... να ξέρεις...;» «Δεν ξέρω τίποτα! Κατά τη γνώμη μου κάποιος μανιακός πέρασε στο νησί και σκότωσε την Αρλήνα. Αυτή είναι η πιο πιθανή εξήγηση. Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι και η αστυνομία αυτό θα παραδεχτεί στο τέλος. Αυτό πρέπει να έγινε! Αυτό έγινε!» «Αν ο πατέρας...» άρχισε η Λίντα. «Μη μιλάς γι’ αυτό», τη διέκοψε η Ρόζαμουντ. «Ήθελα να πω ένα πράγμα. Η μητέρα μου...»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

151

«Ναι, τι συμβαίνει με τη μητέρα σου;» «Την... δικάστηκε για φόνο, έτσι δεν είναι;» «Ναι». «Κι όμως ο πατέρας την παντρεύτηκε. Αυτό σημαίνει πως δε θεωρεί τον φόνο κακή πράξη -δηλαδή, όχι πάντοτε». «Μη λες τέτοια πράγματα», είπε έντονα η Ρόζαμουντ. «Ούτε σε μένα! Μάθε πως η αστυνομία δεν έχει τίποτα ενα­ ντίον του πατέρα σου. Έχει άλλοθι -ένα άλλοθι που δεν μπορούν να το ανατρέψουν. Είναι απόλυτα ασφαλισμένος». «Πίστεψαν στην αρχή ότι ο πατέρας...;» ψιθύρισε η Λίντα. «Δεν ξέρω τι πίστεψαν. Τώρα όμως ξέρουν ότι δεν μπο­ ρεί να το έκανε εκείνος. Καταλαβαίνεις; Δεν μπορεί να το έκανε εκείνος!» Η Ρόζαμουντ φώναζε σχεδόν. Τα μάτια της πρόσταζαν τη Λίντα να υπακούσει. Το κορίτσι άφησε ένα βαθύ στεναγμό. «Σε λίγο θα μπορέσετε να φύγετε από δω», συνέχισε η Ρόζαμουντ. «Θα ξεχάσεις... θα τα ξεχάσεις όλα!» «Δε θα ξεχάσω ποτέ!» είπε με απροσδόκητο πάθος η Λίντα και γυρίζοντας, έφυγε τρέχοντας προς το ξενοδοχείο. Η Ρόζαμουντ έμεινε να την κοιτάζει. Ill «Θα ήθελα να μάθω κάτι, madame». Η Κριστίν σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε αφηρημένα τον Πουαρό. «Ναι;» Ο Πουαρό δεν έδωσε σημασία στο αφηρημένο ύφος της. Είχε παρατηρήσει ότι η προσοχή της νέας γυναίκας ήταν στραμμένη στον άντρα της που βημάτιζε πάνω κάτω στη βεράντα έξω από το μπαρ. Αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ενδια­ φερόταν για συζυγικά προβλήματα. Τον ενδιέφερε μια πλη­ ροφορία. «Μάλιστα, aiadame. Πρόκειται για μια φράση που είπατε προχτές και που κίνησε την περιέργειά μου». Η Κριστίν με τα μάτια πάντοτε στον άντρα της ρώτησε: «Ναι; Τι είπα;» «Ήταν η απάντηση σε μιαν ερώτηση του αστυνόμου.


152

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Είπατε ότι το πρωί του φόνου είχατε μπει στο δωμάτιο της δεσποινίδας Μάρσαλ και ότι δεν την είχατε βρει και ότι είχε γυρίσει εδώ, ενώ είσαστε ακόμη στο δωμάτιό της. Και τότε ο αστυνόμος σας ρώτησε που είχε πάει». «Κι εγώ του είπα ότι είχε πάει για μπάνιο. Αυτό δεν είναι;» έκανε κάπως ανυπόμονα η Κριστίν. «Α, όχι, δεν είπατε ακριβώς αυτό. Δεν είπατε “είχε πάει για μπάνιο”. Η φράση σας ήταν “είπε πως είχε πάει για μπά­ νιο”». «Είναι το ίδιο πράγμα, φαντάζομαι». «Καθόλου το ίδιο! Ο τρόπος που απαντήσατε δείχνει μια ορισμένη στάση του πνεύματός σας. Η Λίντα Μάρσαλ μπήκε στο δωμάτιο, φορούσε κοστούμι μπάνιου κι όμως, για κάποιο λόγο, δε συμπεράνατε αμέσως πως είχε κολυμπήσει. Αυτό φαίνεται στα λόγια σας, “είπε, πως είχε πάει για μπά­ νιο”. Τι ήταν αυτό που στην εμφάνισή της σας έκανε ν’ απο­ ρήσετε όταν είπε πως είχε πάει για μπάνιο -ο τρόπος της, ή κάτι που φορούσε ή κάτι που είπε;» Η προσοχή της Κριστίν εγκατέλειψε τα πήγαιν’ έλα του Πάτρικ για να συγκεντρωθεί στον Πουαρό. «Ναι, έχετε δίκιο. Τώρα που το σκέφτομαι... Ναι, από­ ρησα κάπως όταν η Λίντα είπε ότι ήταν στη θάλασσα». «Γιατί όμως, madame; Γιατί;» «Ναι, γιατί; Αυτό προσπαθώ να θυμηθώ. Ω, ναι, ίσως γιατί κρατούσε ένα πακέτο». «Κρατούσε πακέτο;» «Ναι». «Ξέρετε μήπως τι είχε μέσα;» «Ναι. Σκίστηκε το χαρτί καθώς της έπεσε κάτω. Είχε μέσα κεριά. Σκορπίστηκαν στο πάτωμα και τη βοήθησα να τα μαζέψει». «Α», έκανε ο Πουαρό. «Κεριά». Η Κριστίν τον κοίταξε εξεταστικά. «Φαίνεστε ταραγμένος, κύριε Πουαρό». «Σας είπε η Λίντα για πιο λόγο είχε αγοράσει κεριά;» Η Κριστίν σκέφτηκε μια στιγμή. «Όχι, δε μου είπε. Φαντάζομαι για να διαβάζει τη νύχτα. Ίσως το ηλεκτρικό να μην ήταν δυνατό». «Αντίθετα. Υπήρχε μια λάμπα στο κομοδίνο απόλυτα


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

153

εντάξει». «Τότε, δεν μπορώ να καταλάβω τι τα ήθελε». «Τι έκανε όταν το χαρτί σκίστηκε και τα κεριά σκορπίστη­ καν στο πάτωμα;» Η Κριστίν είπε αργά: «Έδειξε ταραγμένη -τα έχασε». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. «Μήπως προσέξατε κανένα ημερολόγιο στο δωμάτιό της;» ρώτησε. «Ημερολόγιο; Τι είδους ημερολόγιο;» «Ίσως ένα πράσινο ημερολόγιο του τοίχου -απ’ αυτά που βγαίνουν τα φύλλα τους». Η Κριστίν έσμιξε τα φρύδια στην προσπάθειά της να θυμηθεί. «Ένα πράσινο ημερολόγιο -ανοιχτό πράσινο. Ναι, είδα ένα τέτοιο ημερολόγιο, μα δε θυμάμαι που. Ίσως να ήταν στο δωμάτιο της Λίντα, αλλά δεν είμαι βέβαιη». «Οπωσδήποτε, είδατε τέτοιο ημερολόγιο». «Ναι». Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του ικανοποιημένος. «Τι συμβαίνει, κύριε Πουαρό; Τι σημαίνουν όλ’ αυτά;» ρώτησε η Κριστίν. Αντί γι' απάντηση, ο Πουαρό έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό βιβλίο δεμένο με καφέ δέρμα. «Το έχετε ξαναδεί αυτό;» ρώτησε. «Μα, νομίζω, δεν είμαι σίγουρη -ναι, το είχε στα χέρια της και το ξεφύλλιζε η Λίντα επη δανειστική βιβλιοθήκη του χωριού πριν λίγες μέρες. Αλλά το έκλεισε και το άφησε όταν την πλησίασα. Αναρωτήθηκα τι βιβλίο να ήταν». Χωρίς να μιλήσει ο Πουαρό της έδειξε τον τίτλο. Η Ιστορία της Μαγείας, της Βασκανίας και της Συνθέσεως Δηλητηρίων που δεν αφήνουν ίχνη. «Δεν καταλαβαίνω», είπε η Κριστίν. «Τι σημαίνει αυτό;» «Αυτό, Γησάθπΐθ, μπορεί να σημαίνει πολλά». Τον κοίταξε ερωτηματικά αλλά ο Πουαρό δεν της έδωσε καμιά εξήγηση. Ρώτησε μόνο: «Κάτι ακόμη, κυρία μου. Μήπως χρησιμοποιήσατε το λουτρό εκείνο το πρωί πριν πάτε να παίξετε τένις;» Τον κοίταξε ξαφνιασμένη.


154

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Το λουτρό; Όχι. Δεν είχα καιρό. Κι εξάλλου δε μου χρει­ αζόταν μπάνιο πριν από το τένις. Ίσως να έκανα μετά». «Και δε χρησιμοποιήσατε καθόλου το λουτρό;» «Έπλυνα το πρόσωπό μου και τα χέρια μου. Αυτό είναι όλο». «Δεν ανοίξατε καθόλου τις βρύσες της μπανιέρας;» «Όχι είμαι βέβαιη ότι δεν τις άνοιξα». Ο Πουαρό έκανε μιαν αόριστη κίνηση. «Καλά. Δεν έχει σημασία», είπε.

IV Ο Πουαρό στάθηκε δίπλα στο τραπέζι όπου η κυρία Γκάρντνερ παιδευόταν μ’ ένα παζλ. Σήκωσε το κεφάλι κι αναπήδησε. «Ω, κύριε Πουαρό, πόσο αθόρυβα περπατάτε! Δε σας άκουσα καθόλου. Τελείωσε η ανάκριση; Ξέρετε, και μόνο η σκέψη της με κάνει τόσο νευρική που δεν μπορώ να σταθώ. Γι' αυτό προσπαθώ να φτιάξω αυτή την εικόνα. Δεν μπο­ ρούσα να καθίσω στην πλαζ όπως συνήθως. Όταν είμαι εκνευρισμένη μόνο μια πνευματική άσκηση μπορεί να με καλμάρει. Πού στην οργή ταιριάζει ετούτο το άσπρο κομμάτι; Θα πρέπει να είναι ένα κομμάτι από το χαλί, αλλά δε βλέπω...» Ο Πουαρό το πήρε από το χέρι της. «Εδώ ταιριάζει, madame. Είναι μέρος της γάτας». «Μα η γάτα είναι μαύρη». «Μάλιστα, η γάτα είναι μαύρη, αλλά βλέπετε, η άκρη της ουράς της είναι άσπρη». «Ω, σωστά! Τι έξυπνος που είστε! Αλλά νομίζω πως αυτοί που φτιάχνουν τα παζλ είναι πονηροί. Προσπαθούν να μπερδεύουν τον κόσμο». Τοποθέτησε ένα άλλο κομμάτι, ενώ έλεγε συγχρόνως: «Σας παρακολουθούσα αυτές τις δυο μέρες. Ήθελα τόσο να σας δω να κάνετε έρευνες. Όχι ότι είμαι αναίσθητη και παίρνω τον θάνατο ενός ανθρώπου για παιχνίδι -ω Θεέ μου, κάθε φορά που το σκέφτομαι νοιώθω παγωμένα ρίγη! Έλεγα στον κύριο Γκάρντνερ σήμερα το πρωί, ότι θα ήθελα να φύγουμε από δω και τώρα που τελείωσε η ανάκριση, νομίζω


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

155

πως θα μπορέσουμε να φύγουμε αύριο, ευτυχώς. Αλλά όπως σας έλεγα, ήθελα να σας δω να κάνετε έρευνες, να δω ποιες μεθόδους χρησιμοποιείτε. Θα ένιωθα προνομιούχα αν μου εξηγούσατε». «Είναι κάπως σαν το παζλ σας, madaoie. Μαζεύει κανείς τα κομμάτια. Όπως στο μωσαϊκό. Πολλά χρώματα και σχέ­ δια. Και το κάθε κομματάκι πρέπει να μπει στη δική του θέση. Και μερικές φορές, συμβαίνει αυτό που έγινε τώρα με τη γάτα. Μαζεύει κανείς τα κομμάτια -ταιριάζει τα χρώματα. Και τότε, ένα κομμάτι με χρώμα που θα ταίριαζε στο χαλί, ας πούμε, ταιριάζει στην ουρά μιας μαύρης γάτας». «Ω, μα είναι καταπληκτικό! Και υπάρχουν πολλά κομμά­ τια, κύριε Πουαρό;» «Μάλιστα, κυρία μου. Όλοι εδώ στο ξενοδοχείο μου έδω­ σαν από ένα κομμάτι για την εικόνα μου. Κι εσείς ακόμη». «Εγώ;» ξεφώνησε η κυρία Γκάρντνερ. «Μάλιστα, εσείς. Κάνατε μια παρατήρηση που ήταν εξαι­ ρετικά χρήσιμη. Διαφωτισπκή, θα έλεγα». «Καταπληκτικό! Δε θα μου πείτε τίποτ’ άλλο, κύριε Που­ αρό;» «Α, madame, φυλάω τις εξηγήσεις για το τελευταίο κεφά­ λαιο». Η κυρία Γκάρντνερ μουρμούρισε: «Τι κρίμα;» V Ο Πουαρό χτύπησε ελαφρά την πόρτα του κυρίου Μάρσαλ. Από μέσα ακούγονταν ο ήχος της γραφομηχανής. Ένα σύντομο «εμπρός» ακούστηκε και ο Πουαρό μπήκε. Ο Μάρσαλ καθόταν στο τραπέζι ανάμεσα στα παράθυρα με τη ράχη γυρισμένη προς την πόρτα. Δε γύρισε το κεφάλι του αλλά τα μάτια του συνάντησαν τα μάτια του Πουαρό μέσα στον καθρέφτη που κρεμόταν στον τοίχο μπροστά του. «Λοιπόν, τι συμβαίνει, κύριε Πουαρό;» «Χίλιες συγνώμες για την ενόχληση. Είστε απασχολημέ­ νος;» «Μάλλον», απάντησε ξερά ο Μάρσαλ. «Ήθελα μόνο να σας κάνω μια μικρή ερώτηση».


ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

156

«Ω, Θεέ μου, βαρέθηκα να απαντάω σε ερωτήσεις. Απά­ ντησα στις ερωτήσεις της αστυνομίας. Δεν είμαι υποχρεωμέ­ νος ν' απαντήσω στις δικές σας». «Η δική μου είναι πολύ απλή», είπε ο Πουαρό με σοβαρό ύφος. «Πρόκειται για το εξής. Το πρωί του θανάτου της συζύγου σας χρησιμοποιήσατε το λουτρό αφού τελειώσατε τις επιστολές σας και πριν πάτε να παίξετε τένις;» «Το λουτρό; Όχι, δεν το χρησιμοποίησα. Είχα κάνει μπά­ νιο στη θάλασσα μόλις πριν από μία ώρα». «Ευχαριστώ. Αυτό ήθελα μόνο». «Αλλά, πέστε μου. Ω...» σταμάτησε αναποφάσιστος. Ο Πουαρό βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας πίσω του την πόρτα. «Μα αυτός ο άνθρωπος είναι τρελός!» είπε ο Μάρσαλ.

IV Έξω από το μπαρ ο Πουαρό συναντήθηκε με τον κύριο Γκάρντνερ. Κρατούσε δυο κοκτέιλ και ήταν φανερό πως πήγαινε στην κυρία Γκάρντνερ. Χαμογέλασε χαρούμενα στον Πουαρό. «Έρχεστε να μας κάνετε παρέα, κύριε Πουαρό;» Ο Πουαρό αρνήθηκε ευγενικά. «Τι γνώμη έχετε για την ανάκριση, κύριε Γκάρντνερ;» ρώ­ τησε. Ο κύριος Γκάρντνερ χαμήλωσε τη φωνή του. «Μου φάνηκε κάπως αόριστη. Φαντάζομαι πως η αστυ­ νομία σας κάτι έχει στον νου της». «Πολύ πιθανό», είπε ο Πουαρό. «Θα ήθελα πολύ να πάρω την κυρία Γκάρντνερ μακριά από δω. Είναι πολύ ευαίσθητη γυναίκα και η υπόθεση την έχει εκνευρίσει». «Μου επιτρέπετε να σας κάνω μιαν ερώτηση, κύριε Γκάρντνερ;» «Μα και βέβαια, κύριε Πουαρό, θα χαρώ να βοηθήσω με οποιονδήποτε τρόπο». «Είστε άνθρωπος του κόσμου -άνθρωπος με αντίληψη, πιστεύω. Πείτε μου ειλικρινά, ποια είναι η γνώμη σας για τη μακαρίτισσα κυρία Μάρσαλ;»


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

157

Ο κύριος Γκάρντνερ ύψωσε τα φρύδια του ξαφνιασμένος. Κοίταξε γύρω και χαμήλωσε πιο πολύ τη φωνή του. «Λοιπόν, κύριε Πουαρό, ακόυσα μερικά πράγματα που κυκλοφορούσαν εδώ πέρα και ειδικότερα ανάμεσα στις γυναίκες. Αλλά αν ρωτάτε εμένα, η γνώμη μου είναι ότι αυτή η γυναίκα ήταν εντελώς ηλίθια!» «Ω, αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον», είπε σκεφτικά ο Πουαρό. VII «Ώστε είναι η σειρά μου;» γέλασε η Ρόζαμουντ. «Συγνώμη;» «Προχτές, ο αστυνόμος έκανε την ανάκρισή του. Ήσαστε παρών. Σήμερα κάνετε τη δική σας ανάκριση. Σας παρακο­ λουθώ από ώρα. Πρώτα η κυρία Ρέντφερν. Ύστερα, το μάτι μου σας πήρε κοντά στην κυρία Γκάρντνερ που παιδευόταν με το παζλ της. Τώρα είναι η σειρά μου». Ο Πουαρό κάθισε δίπλα της. Βρίσκονταν στο Σάννυ Λετζ. Κάτω από τα πόδια τους, η θάλασσα απλωνόταν γαλάζια και ήρεμη. «Είστε πολύ έξυπνη, δεσποινίς», είπε ο Πουαρό. «Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που ήρθα εδώ. Θα ήταν μεγάλη ευχαρίστηση να συζητήσω αυτή την υπόθεση μαζί σας». «Θέλετε να μάθετε τη γνώμη μου γι’ αυτήν;» «Θα μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ». «Νομίζω πως είναι πολύ απλή. Η λύση βρίσκεται στο παρελθόν της γυναίκας». «Στο παρελθόν; Όχι στο παρόν;» «Ω, όχι στο πολύ μακρινό παρελθόν. Εγώ βλέπω τα πράγματα έτσι: Η Αρλήνα Μάρσαλ ήταν γοητευτική -μοιραία γοητευτική- για τους άντρες. Τους βαριόταν όμως γρήγορα. Ανάμεσα στους -ας τους πούμε θαυμαστές της- ήταν και ένας που της κράτησε κακία γι’ αυτό. Βέβαια, δε θα ήταν κάποιος που θα φαινόταν από δυο μίλια μακριά. Θα ήταν ίσως κανένας ασήμαντος ανθρωπάκος, ματαιόδοξος και ευαίσθητος, από το είδος των ανθρώπων που αναμασάνε την πίκρα τους. Φαντάζομαι ότι την ακολούθησε ως εδώ,


158

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία και τη σκότωσε». «Δηλαδή πιστεύετε πως ήταν κάποιος που ήρθε απ’ έξω;» «Ναι. Κρυβόταν ίσως σ’ εκείνη τη σπηλιά, ώσπου βρήκε την ευκαιρία». «Θα πήγαινε να συναντήσει έναν άνθρωπο σαν αυτόν που περιγράψατε; Φαντάζομαι, όχι. Θα γελούσε και δε θα πήγαινε». «Ίσως να μην ήξερε ποιόν πήγαινε να συναντήσει. Ίσως να της έστειλε ένα μήνυμα με άλλο όνομα». «Αυτό είναι πιθανό», μουρμούρισε ο Πουαρό. Και πρόσθεσε: «Ξεχνάτε όμως κάτι, δεσποινίς. Ένας άνθρωπος που ετοιμαζόταν να κάνει φόνο δεν μπορούσε να διακινδυνέψει να περάσει μέρα μεσημέρι από το δρομάκι και μπρος από το ξενοδοχείο. Θα τον έβλεπαν». «Ίσως. Νομίζω όμως ότι ήταν πολύ πιθανό να περάσει χωρίς να τον δει κανένας». «Μάλιστα, θα ήταν πολύ πιθανό, το παραδέχομαι. Το θέμα είναι όμως, ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να υπολογίζει σ’ αυτή την πιθανότητα». «Ξεχνάτε κάτι. Τον καιρό». «Τον καιρό;» «Ναι. Την ημέρα του φόνου, ο καιρός ήταν πολύ ωραίος, την προηγούμενη όμως -θυμάστε;- έβρεχε και είχε ομίχλη. Οποιοσδήποτε μπορούσε να έρθει στο νησί απαρατήρητος. Δε θα είχε παρά να κατέβει στην παραλία και να περάσει τη νύχτα στη σπηλιά. Η ομίχλη είναι σημαντικό στοιχείο». Ο Πουαρό την κοίταξε για μια στιγμή σκεφτικά. «Αυτό που είπατε τώρα δα, λέει πάρα πολλά, ξέρετε». Η Ρόζαμουντ κοκκίνισε από ευχαρίστηση. «Αυτή είναι η θεωρία μου», είπε. «Ας ακούσουμε τώρα και τη δική σας». Ο Πουαρό κοίταζε πέρα τη θάλασσα. «Εγώ, δεσποινίς, είμαι απλός άνθρωπος. Και έχω πάντοτε την τάση να πιστεύω ότι το έγκλημα έγινε από το πιο πιθανό πρόσωπο. Από την αρχή ακόμη, ένα πρόσωπο μου φάνηκε το πιο πιθανό». «Συνεχίστε». Η φωνή της Ρόζαμουντ είχε γίνει ξαφνικά τραχιά.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

159

«Βλέπετε όμως, υπήρχε κάποιο εμπόδιο στη μέση! Ήταν αδύνατο αυτό το πρόσωπο να είχε κάνει το έγκλημα». Ακούσε τον βαθύ στεναγμό που έδειχνε την ανακούφισή της. «Λοιπόν;» Ο Πουαρό κούνησε το κεφάλι του. «Τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτό είναι το πρόβλημά μου». Σταμάτησε μια στιγμή και μετά πρόσθεσε: «Μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;» «Ασφαλώς». Τον κοίταξε κατάματα με όλο της το είναι σε επιφυλακή. Αλλά η ερώτηση που άκουσε ήταν απροσδόκητη. «Όταν γυρίσατε στο ξενοδοχείο ν' αλλάξετε, εκείνο το πρωί, κάνατε μπάνιο;» Η Ρόζαμουντ τον κοίταζε κατάπληκτη. «Μπάνιο; Τι θέλετε να πείτε;» «Αυτό ακριβώς που είπα. Μπάνιο! Εκείνο το σκεύος από πορσελάνη, που ανοίγει κανείς τις βρύσες και το γεμίζει και μπαίνει μέσα και μετά βγαίνει και γλου-γλου-γλου το νερό τρέχει στην αποχέτευση!» «Κύριε Πουαρό, μήπως είστε εντελώς τρελός;» «Όχι, είμαι εντελώς λογικός». «Πολύ καλά. Όχι, δεν έκανα μπάνιο». «Χα!» έκανε ο Πουαρό. «Ώστε κανένας δεν πλύθηκε εκείνη την ημέρα. Πολύ ενδιαφέρον αυτό». «Μα γιατί θα έπρεπε κάποιος να έχει κάνει μπάνιο;» «Αλήθεια, γιατί;» είπε ο Πουαρό. Η Ρόζαμουντ τον κοίταξε κάπως εκνευρισμένη. «Φαντάζομαι πως κάνετε λίγο τον Σέρλοκ Χολμς!» Ο Πουαρό χαμογέλασε. Ύστερα μύρισε τον αέρα. «Μου επιτρέπετε να γίνω λίγο αδιάκριτος, δεσποινίς;» «Δεν πιστεύω πως μπορείτε να γίνετε ποτέ αδιάκριτος, κύριε Πουαρό». «Ευχαριστώ, πολύ ευγενικό από μέρους σας. Θα τολ­ μήσω λοιπόν να πω ότι το άρωμα που χρησιμοποιείτε είναι υπέροχο, έχει μια λεπτή διακριτική γοητεία». Έκανε μια κίνηση με το χέρι και πρόσθεσε: «Γκαμπριέλ, νούμερο 8, δεν είναι;» «Είστε καταπληκτικός. Ναι, αυτό χρησιμοποιώ πάντα».


160

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Το ίδιο χρησιμοποιούσε και η κυρία Μάρσαλ. Είναι πολύ σικ, ε; Και ακριβό, ασφαλώς;» Η Ρόζαμουντ κούνησε χαμογελώντας τους ώμους. «Καθόσαστε εδώ που καθόμαστε τώρα, το πρωί του φόνου. Σας είδαν -ή τουλάχιστον, είδαν την ομπρέλα σας, η δεσποινίς Μπριούστερ και ο κύριος Ρέντφερν καθώς περ­ νούσαν με τη βάρκα. Είστε βέβαιη, δεσποινίς, ότι εκείνο το πρωί δεν κατεβήκατε στον όρμο Πίξυ και δεν μπήκατε στη σπηλιά, την περίφημη σπηλιά της Πίξυ;» Η Ρόζαμουντ γύρισε και τον κάρφωσε με το βλέμμα της. «Με ρωτάτε αν σκότωσα την Αρλήνα Μάρσαλ;» «Όχι. Σας ρωτάω αν μπήκατε στη σπηλιά της Πίξυ». «Δεν ξέρω ούτε πού βρίσκεται. Γιατί θα έμπαινα; Για ποιο λόγο;» «Την ημέρα του φόνου, δεσποινίς, κάποιος μπήκε στη σπηλιά, κάποιος που φορούσε Γκαμπριέλ νούμερο 8». «Το είπατε μόνος σας, κύριε Πουαρό, ότι η Αρλήνα Μάρ­ σαλ χρησιμοποιούσε αυτό το άρωμα. Ήταν στην πλαζ εκείνη την ημέρα. Ίσως εκείνη να μπήκε στη σπηλιά». «Γιατί να μπει; Η σπηλιά είναι σκοτεινή και στενή και άβολη». Η Ρόζαμουντ είπε ανυπόμονα: «Μη ρωτάτε εμένα τους λόγους. Αφού ήταν στο λιμανάκι, ήταν το πιο πιθανό πρόσωπο. Σας είπα ότι δεν έφυγα από δω όλο το πρωί». «Εκτός από την ώρα που πήγατε στο ξενοδοχείο και μπήκατε στο δωμάτιο του κυρίου Μάρσαλ», της θύμισε ο Πουαρό. «Α, ναι, βέβαια. Το είχα ξεχάσει». «Και κάνατε λάθος, δεσποινίς, που νομίζετε ότι δε σας είδε». «Ο Κέννεθ με είδε;» ρώτησε δύσπιστα η Ρόζαμουντ. «Το είπε ο ίδιος;» «Ναι. Σας είδε μέσα στον καθρέφτη που είναι κρεμασμέ­ νος πάνω από το τραπέζι». Η Ρόζαμουντ κράτησε την αναπνοή της. «Α, κατάλαβα», είπε. Ο Πουαρό δεν κοίταζε πια τη θάλασσα. Είχε γυρίσει και κοίταζε τα χέρια της Ρόζαμουντ που τα είχε διπλωμένα στην


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

161

ποδιά της. Ήταν όμορφα χέρια, καλοφτιαγμένα, με μακριά δάχτυλα. «Γιατί κοιτάζετε τα χέρια μου; Φαντάζεστε...» «Φαντάζομαι... τι, δεσποινίς;» «Τίποτα», είπε η Ρόζαμουντ.

VIII Θα ήταν περίπου μια ώρα αργότερα, όταν ο Πουαρό έφτασε στην κορφή του μονοπατιού που πήγαινε στον όρμο Γκαλ. Ήταν κάποιος στην πλαζ. Μια αδύνατη φιγούρα, με κόκκινο πουκάμισο και μπλε σορτς. Ο Πουαρό κατέβηκε το μονοπάτι, πατώντας προσεχτικά με τα εφαρμοστά κομψά παπούτσια του. Η Λίντα Μάρσαλ γύρισε απότομα το κεφάλι της. Ο Που­ αρό είδε πως φοβήθηκε λίγο. Τα μάτια της, καθώς την πλη­ σίασε και κάθισε κοντά της πάνω στα χαλίκια, έμειναν καρ­ φωμένα πάνω του με την καχυποψία και την ανησυχία παγιδευμένου αγριμιού. Σκέφτηκε μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά, πόσο νεαρό και πόσο μοναχό ήταν αυτό το πλάσμα. «Τι συμβαίνει; Τι θέλετε;» τον ρώτησε φοβισμένη. Ο Πουαρό δεν απάντησε αμέσως. Ύστερα είπε: «Είπατε προχτές στον αστυνόμο ότι αγαπούσατε τη μητριά σας και ότι εκείνη ήταν καλή μαζί σας». «Και λοιπόν;» «Δεν ήταν αλήθεια αυτό, δεσποινίς. Ήταν;» «Ναι, ήταν». «Μπορεί να μην ήταν πραγματικά κακή. Αυτό το παραδέ­ χομαι, αλλά δεν την αγαπούσατε. Όχι, νομίζω μάλιστα πως την αντιπαθούσατε. Ήταν κάτι ολοφάνερο». «Ίσως να μην τη συμπαθούσα και πολύ. Αλλά δεν είναι σωστό να το λέει κανείς αυτό για έναν που έχει πεθάνει. Είναι ασέβεια». Ο Πουαρό αναστέναξε. «Σας το δίδαξαν στο σχολείο αυτό;» «Ας πούμε ότι ναι». Ο Πουαρό είπε πειστικά: «Όταν κάποιος έχει δολοφονηθεί είναι προτιμότερη η αλήθεια παρά ο σεβασμός».


162

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Φαντάζομαι ότι εσείς θα λέγατε κάτι τέτοιο». «Θα το έλεγα βέβαια. Είναι, βλέπεις, η δουλειά μου να βρω ποιος σκότωσε την Αρλήνα Μάρσαλ». «Θέλω να τα ξεχάσω όλ’ αυτά», μουρμούρισε το κορίτσι. «Είναι τόσο φοβερό». «Δεν μπορείτε όμως, έτσι δεν είναι;» «Φαντάζομαι πως κάποιος τρελός τη σκότωσε». «Όχι», είπε σιγά ο Πουαρό, «δε νομίζω πως είναι αλήθεια αυτό». Η μικρή κράτησε την αναπνοή της. «Μιλάτε σαν... σαν να ξέρατε;» «Ίσως να ξέρω». Σταμάτησε και μετά συνέχισε: «Δε θα ήθελες, μικρή μου, να εμπιστευτείς σε μένα τη στενοχώρια σου για να σε βοηθήσω;» Η Λίντα βρέθηκε όρθια μ’ ένα πήδημα. «Δεν έχω καμιά στενοχώρια. Δε χρειάζομαι βοήθεια. Ούτε καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάτε». Ο Πουαρό είπε κοιτάζοντάς την κατάματα: «Μιλάω για κεριά...» Είδε τον τρόμο στα μάτια της. «Σταματήστε! Δε θέλω να σας ακούω πια!» φώναξε. Έφυγε τρέχοντας σαν ξετρελαμένη γκαζέλλα. Ο Πουαρό την κοίταζε και το πρόσωπό του ήταν σκε­ φτικό και λυπημένο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ I Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ έδινε αναφορά στον αστυνο­ μικό διευθυντή Γουέστον. «Ανακάλυψα κάτι, κύριε, αρκετά σημαντικό. Πρόκειται για τα χρήματα της κυρίας Μάρσαλ. Πήγα και είδα τους δικηγό­ ρους της. Μίλησα μαζί τους και νομίζω πως έχω μιαν από­ δειξη για την ιστορία του εκβιασμού. Θυμάστε ότι είχε κληρο­ νομήσει πενήντα χιλιάδες λίρες από τον Λόρδο Έρσκιν; Ε, λοιπόν, απ' αυτά τα χρήματα δε μένουν παρά δεκαπέντε χιλιάδες περίπου». Ο Γουέστον σφύριξε σιγά. «Χα, και τι έγιναν τα υπόλοιπα;» «Εδώ είναι το πρόβλημα. Πουλούσε μετοχές από καιρό σε καιρό και κάθε φορά τις άλλαζε σε μετρητά ή μεταβιβάσιμα χρεόγραφα -δηλαδή έδινε χρήματα σε κάποιον που δεν ήθελε να τον δουν. Εκβιασμός οπωσδήποτε». Ο Γουέστον κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας. «Έτσι δείχνει το πράγμα. Και ο εκβιαστής είναι εδώ, σε τούτο το ξενοδοχείο. Που θα πει ότι πρέπει να είναι ένας από τους τρεις άντρες. Έμαθες τίποτα καινούριο γι’ αυτούς;» «Δεν μπορώ να πω ότι έμαθα κάτι ορισμένο. Ο ταγμα­ τάρχης Μπάρυ είναι απόστρατος αξιωματικός. Μένει σ' ένα μικρό διαμέρισμα και ζει με τη σύνταξή του και μ’ ένα μικρό εισόδημα από ομόλογα. Αλλά κατέθεσε σημαντικά ποσά στο λογαριασμό του όλο τον περασμένο χρόνο». «Αχά! Και τι εξήγηση δίνει;» «Λέει ότι είναι κέρδη από στοιχήματα. Είναι αλήθεια ότι παίζει σ’ όλες τις μεγάλες κούρσες». «Δύσκολο να το ερευνήσουμε αυτό, αλλά οπωσδήποτε


164

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

κάτι λέει». Ο Κόλγκεητ συνέχισε. «Και τώρα, ο Αιδεσιμότατος Στήβεν Λέιν. Η καλή πίστη του είναι εντάξει. Ήταν πάστορας στην Αγία Ελένη στο Χουάιτριτζ του Σάρρεϋ, αλλά παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Και αυτοί οι λόγοι υγείας ήταν ότι έμεινε ένα χρόνο σε μια φρενολογική κλινική». «Ενδιαφέρον», είπε ο Γουέστον. «Ναι. Προσπάθησα να βγάλω όσα μπορούσα από τον γιατρό της κλινικής, αλλά αυτοί οι άνθρωποι δε λένε ποτέ κάτι ουσιαστικό. Απ’ όσα μπόρεσα να καταλάβω, η ασθένεια του Αιδεσιμότατου ήταν μια έμμονη ιδέα για την ύπαρξη του σατανά -ειδικά του σατανά με μορφή γυναίκας- μιας κοκκι­ νομάλλας γυναίκας -πόρνη της Βαβυλώνας». «Χμ», έκανε ο Γουέστον. «Έχουμε πολλά προηγούμενα για φόνο εδώ». «Ναι. Μου φαίνεται πως ο Στήβεν Λέιν είναι μια πιθανό­ τητα. Η κυρία Μάρσαλ ήταν τυπικό παράδειγμα αυτού που ένας φανατικός κληρικός θα θεωρούσε αμαρτωλή γυναίκα μαλλιά, ντύσιμο, συμπεριφορά. Δεν είναι απίθανο να ένοιωσε ότι ήταν ιερό καθήκον του να την εξαφανίσει από το πρό­ σωπο της γης. Αυτό, δηλαδή, αν είναι πραγματικά βλαμμέ­ νος». «Τίποτα σχετικό με το θέμα του εκβιασμού;» «Όχι, κύριε. Νομίζω πως σ’ αυτό το σημείο μπορούμε να τον απαλλάξουμε. Έχει κάτι μικρά εισοδήματα -τίποτα το σπουδαίο και καμιά ξαφνική αύξηση των εισοδημάτων του τελευταία». «Τι έμαθες για τις κινήσεις του την ημέρα του φόνου;» «Δεν μπόρεσα να τις επιβεβαιώσω. Κανείς δε θυμόταν να συνάντησε έναν παπά στους δρόμους της περιοχής. Κι όσο για το βιβλίο της εκκλησίας, η τελευταία υπογραφή είχε γρα­ φτεί τρεις μέρες πριν και κανείς δεν το είχε ανοίξει για πολλές μέρες. Θα μπορούσε περίφημα να είχε πάει εκεί την προη­ γούμενη μέρα και να είχε υπογράψει βάζοντας ημερομηνία την 25η». «Μάλιστα. Και ο τρίτος;» «Ο Χόρας Μπλατ; Η γνώμη μου είναι ότι κάτι ύποπτο έχουμε εδώ. Πληρώνει φόρο εισοδήματος για ποσά πολύ


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

165

μεγαλύτερα απ’ όσα βγάζει η επιχείρησή του. Παίζει αρκετά στο Χρηματιστήριο και είναι ανακατωμένος σε μια-δυο κάπως σκοτεινές δουλειές. Ίσως να υπάρχει πιθανή εξήγηση μέσα σ' αυτά, αλλά δεν μπορούμε να μη δούμε ότι κέρδισε μεγάλα ποσά από ανεξήγητες πηγές τα τελευταία χρόνια». «Δηλαδή λες ότι ο κύριος Μπλατ είναι επαγγελματίας εκβιαστής;» «Ή αυτό, ή ναρκωτικά. Είδα τον αστυνόμο Ρίτζγουεη, που είναι υπεύθυνος της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών και φάνηκε να ενδιαφέρεται πολύ. Φαίνεται ότι κυκλοφορεί πολλή ηρωίνη τελευταία. Έχουν φτάσει στους μικροεμπόρους και ξέρουν ποιος διευθύνει τη δουλειά, αλλά δεν ξέρουν ποιος φέρνει το ναρκωτικό στη χώρα». «Αν ο θάνατος της Μάρσαλ οφείλεται στο ότι μπερδεύ­ τηκε -τυχαία ή όχι- σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών, νομίζω πως θα πρέπει να ειδοποιήσουμε τη Σκότλαντ Γιαρντ. Είναι δική τους υπόθεση, δε νομίζεις;» «Πολύ φοβάμαι πως έχετε δίκιο, κύριε», είπε μελαγχολικά ο Κόλγκεητ. «Αν πρόκειται για ναρκωτικά, είναι δική τους δουλειά». Ο Γουέστον σκέφτηκε μια στιγμή. «Φαίνεται να είναι η πιο πιθανή εξήγηση», είπε. «Ναι». Ο Κόλγκεητ κούνησε κατσουφιασμένος το κεφάλι. «Ο Μάρσαλ δεν έχει καμιά σχέση, αν και έμαθα κάτι που θα ήταν χρήσιμο, αν δεν είχε τόσο γερό άλλοθι. Φαίνεται ότι η εταιρία του είναι κοντά στη χρεοκοπία. Δεν είναι λάθος δικό του, ούτε των συνεταίρων του. Είναι αποτέλεσμα της γενικής κρίσης στην οικονομία και στο εμπόριο. Και ήξερε ότι αν η γυναίκα του πέθαινε, θα έφταναν στα χέρια του πενήντα χιλιάδες λίρες. Και πενήντα χιλιάδες λίρες, θα ήταν πολύ χρήσιμο ποσό». Αναστέναξε. «Είναι κρίμα να υπάρχουν για κάποιον δυο θαυμάσια κίνητρα για φόνο και να αποδεικνύεται ότι δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτόν!» Ο Γουέστον χαμογέλασε. «Μη στενοχωριέσαι, Κόλγκεητ. Υπάρχει και για μας ευκαιρία να διακριθούμε. Υπάρχει η εκδοχή του εκβιασμού ή του ανισόρροπου κληρικού. Εγώ, όμως, πιστεύω πως η εκδοχή των ναρκωτικών είναι η πιο πιθανή. Κι αν πραγμα­ τικά κάποιος από τη συμμορία των λαθρεμπόρων την


166

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

καθάρισε, τότε θα είμαστε απαραίτητοι στη Σκότλαντ Γιαρντ. Όπως και να το πάρεις το ζήτημα, θα τα έχουμε καταφέρει καλά». Ο Κόλγκεητ χαμογέλασε. «Τι να γίνει, κύριε, αυτή είναι η μοίρα μας. Αλήθεια, έμαθα για τον αποστολέα της επιστολής που βρήκαμε στο δωμάτιο της κυρίας Μάρσαλ. Ο Τζ. Ν. είναι αυτός που μας είπε η δεσποινίς Μπριούστερ. Βρίσκεται πραγματικά στην Κίνα. Έψαξα ανάμεσα στους άλλους φίλους της. Τίποτα το σπουδαίο. Ό,τι ήταν να μάθουμε, το μάθαμε». Ο Γουέστον κούνησε το κεφάλι του χωρίς να μιλήσει. «Είδες καθόλου τον Βέλγο φίλο μας;» ρώτησε ύστερ’ από λίγο. «Ξέρει αυτά που μου είπες;» Ο Κόλγκεητ έκανε μια γκριμάτσα. «Παράξενο τραίνο αυτός ο ανθρωπάκος, δε νομίζετε; Ξέρετε τι μου ζήτησε προχτές; Να μάθω λεπτομέρειες για κάθε υπόθεση στραγγαλισμού τα τρία τελευταία χρόνια». Ο Γουέστον ανακάθισε ζωηρά. «Αλήθεια; Αναρωτιέμαι...» σταμάτησε μια στιγμή. «Πότε είπες ότι ο Στήβεν Λέιν ήταν στην κλινική;» «Πριν ένα χρόνο, κύριε. Το περασμένο Πάσχα». Ο Γουέστον είχε βυθιστεί σε σκέψη. «Υπάρχει μια περίπτωση -ένα πτώμα νεαρής γυναίκας βρέθηκε κάπου κοντά στο Μπάγκσοτ. Πήγαινε να συναντή­ σει τον άντρα της και εξαφανίστηκε. Και υπάρχει ακόμη η περίπτωση που οι εφημερίδες ονόμασαν το Μυστήριο του Δάσους. Και τα δύο στο Σάρεϊ, αν θυμάμαι καλά...» Τα μάτια του συνάντησαν το βλέμμα του Κόλγκεητ. «Στο Σάρεϊ, κύριε; Μα την πίστη μου! Αναρωτιέμαι...»

II Ο Πουαρό καθόταν στο χορτάρι, στην κορφή του νησιού. Λίγο αριστερά του, άρχιζε η σιδερένια σκάλα που κατέβαζε στον όρμο Πίξυ. Πρόσεξε ότι κοντά στην αρχή της σκάλας υπήρχαν πολλοί μεγάλοι βράχοι που σχημάτιζαν μια καλή κρυψώνα για κάποιον που ήθελε να κατεβεί απαρατήρητος κάτω. Το ίδιο το λιμανάκι δε φαινόταν από πάνω γιατί το έκρυβε ο βράχος που προεξείχε.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

167

Ο Πουαρό κούνησε ικανοποιημένος το κεφάλι του. Τα κομμάτια του παζλ ταίριαζαν. Μέσα στο μυαλό του, εξέτασε ένα-ένα τα κομμάτια. Ένα πρωινό στην πλαζ, λίγες μέρες πριν από τον θάνατο της Αρλήνα Μάρσαλ. Μια, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε διαφορετικές παρατηρή­ σεις που έγιναν γι’ αυτό το πρωινό. Η βραδιά του μπριτζ. Εκείνος, ο Πάτρικ Ρέντφερν και η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ έπαιζαν. Η Κριστίν είχε βγει έξω και είχε ακούσει μια συνομιλία. Ποιος άλλος ήταν στο σαλόνι εκείνη την ώρα; Ποιος έλλειπε; Η βραδιά πριν από το έγκλημα. Η συζήτηση που είχε με την Κριστίν στους βράχους και η σκηνή που είχε δει καθώς γύριζε στο ξενοδοχείο. Γκαμπριέλ νούμερο 8. Ένα ψαλίδι. Ένα κομμάτι από πίπα. Ένα μπουκάλι που έπεσε από ένα παράθυρο. Ένα πράσινο ημερολόγιο. Ένα πακέτο κεριά. Ένας καθρέφτης και μια γραφομηχανή. Ένα κουβάρι μοβ μαλλί. Ένα κοριτσίστικο ρολόι του χεριού. Νερό που έτρεχε στην αποχέτευση. Κάθε ένα από αυτά τα άσχετα γεγονότα, έπρεπε να ταιριάξει στη θέση του. Δεν μπορούσε να υπάρξει κενό. Και τότε, όταν το κάθε συγκεκριμένο γεγονός μπήκε στη θέση του, το επόμενο βήμα. Η δική του άποψη για την παρουσία του κακού στο νησί. Το Κακό... Κοίταξε το δακτυλογραφημένο χαρτί που κρατούσε. Νέλλυ Πάρσονς. Βρέθηκε στραγγαλισμένη σ’ ένα έρημο δάσος κοντά στο Τσόμπχαμ. Ο δολοφόνος δεν ανακαλύ­ φθηκε. Νέλλυ Πάρσονς, Άλις Κόρριγκαν. Διάβασε προσεχτικά τις λεπτομέρειες του φόνου της Άλις Κόρριγκαν.


168

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

III

Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ πλησίασε τον Πουαρό ενώ καθόταν στην προεξοχή του βράχου κοιτάζοντας τη θάλασσα. Ο Πουαρό συμπαθούσε τον Κόλγκεητ. Του άρεσε το τραχύ πρόσωπό του, τα έξυπνα μάτια του, ο αργός ήρε­ μος τρόπος του. Ο Κόλγκεητ κάθισε δίπλα του. Ρώτησε δείχνοντας με τα μάτια τις σημειώσεις που κρατούσε ο Πουαρό: «Κάνατε τίποτα μ' αυτές τις υποθέσεις, κύριε;» «Τις μελέτησα, ναι». Ο Κόλγκεητ σηκώθηκε και πήγε να κοιτάξει το διπλανό κούφωμα. «Πρέπει να προσέχει κανείς. Δεν ήθελα να μας ακού­ σουν». «Πολύ σωστά». «Θα ήθελα να σας πω, κύριε Πουαρό, ότι ενδιαφέρομαι κι εγώ γι’ αυτές τις υποθέσεις, αν και δε θα τις είχα σκεφτεί ποτέ, αν δεν τις είχατε αναφέρει εσείς». Σταμάτησε μια στιγμή. «Ενδιαφέρομαι για τη μία ειδικότερα». «Για την Άλις Κόρριγκαν;» «Ναι. Πήγα στην αστυνομία του Σάρεϊ για να μάθω τις λεπτομέρειες». «Μιλήστε, φίλε μου. Ενδιαφέρομαι πολύ. Πάρα πολύ». «Το ήξερα. Η Άλις Κόρριγκαν βρέθηκε στραγγαλισμένη στο Σήγαρς Γκρόουβ του Μπλάκριτζ Χηθ -λιγότερο από δέκα μίλια μακριά από το Μάρλεϊ Κόουπς όπου βρέθηκε η Νέλλυ Πάρσονς. Και οι δυο αυτές τοποθεσίες βρίσκονται σε απόσταση δώδεκα μιλίων από το Χουάιτριτζ όπου ήταν εφη­ μέριος ο κύριος Λέιν». «Πείτε μου πιο πολλές λεπτομέρειες για τον φόνο της Άλις Κόρριγκαν». «Στην αρχή, η αστυνομία του Σάρεϊ δε συσχέτισε τον θάνατό της με τον θάνατο της Νέλλυ Πάρσονς. Κι αυτό επειδή θεώρησαν ένοχο τον σύζυγο. Δεν ξέρω ακριβώς για ποιους λόγους, εκτός αν επειδή ήταν "μυστηριώδης" όπως τον χαρακτήρισε ο τύπος -δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτόν, ποιος ήταν, από πού καταγόταν. Τον είχε παντρευτεί παρά την


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

169

αντίδραση της οικογένειας της -είχε δικά της χρήματα- και είχε κάνει ασφάλεια ζωής προς όφελος του. Όλ’ αυτά ήταν αρκετά για να τον υποψιαστούν, έτσι δεν είναι, κύριε;» Ο Πουαρό έγνεψε ναι με το κεφάλι. «Αλλά όταν έψαξαν για αποδείξεις, αναγκάστηκαν να απαλλάξουν τον σύζυγο. Το πτώμα το είχε ανακαλύψει μια απ’ αυτές τις γυναίκες πεζοπόρους -τις αθλητικές νεαρές με τα παντελόνια, δασκάλα σ’ ένα σχολείο του Λανκασάιρ. Σημείωσε την ώρα που βρήκε το πτώμα -ήταν ακριβώς τέσ­ σερις και τέταρτο- και δήλωσε ότι κατά τη γνώμη της η γυναίκα μόλις θα είχε πεθάνει -πριν από δέκα λεπτά, όχι νωρίτερα. Αυτό συμφωνούσε αρκετά με την άποψη του Ια­ τροδικαστή, όταν εξέτασε το πτώμα στις 5.45’. Άφησε τη νεκρή όπως τη βρήκε και πήγε στο Μπάγκσοτ, όπου ειδο­ ποίησε την αστυνομία. Τώρα, από τις τρεις ως τις τέσσερις και δέκα, ο Έντουαρντ Κόρριγκαν βρισκόταν στο τραίνο επιστρέφοντας από το Λονδίνο, όπου είχε πάει για δουλειές. Τέσσερα άλλα άτομα ήταν στο ίδιο βαγόνι μαζί του. Από τον σταθμό, πήρε το τοπικό λεωφορείο. Δύο από τους συνταξι­ διώτες του στο τραίνο πήραν το ίδιο λεωφορείο. Κατέβηκε στο καφέ Πάιν Ριτζ, όπου είχε ραντεβού με τη γυναίκα του. Η ώρα ήταν τέσσερις και είκοσι πέντε. Παρήγγειλε τσάι για δύο, αλλά είπε να μην το φέρουν μέχρι να έρθει κι εκείνη. Βγήκε ύστερα έξω κι έκανε βόλτες περί μένοντας. Όταν έφτασε πέντε και δεν είχε φανεί, ανησύχησε. Φοβήθηκε μήπως είχε πέσει πουθενά. Η συμφωνία τους ήταν, ότι εκείνη θα πήγαινε με τα πόδια από το χωριό που έμεναν, στο Πάιν Ριτζ και μετά θα γύριζαν σπίτι με το λεωφορείο. Το Σήζαρς Γκρόουβ δεν ήταν μακριά από το καφέ και έγινε η σκέψη ότι επειδή ήταν νωρίς για το ραντεβού με τον άντρα της, θα είχε καθίσει εκεί για να θαυμάσει τη θέα πριν συνεχίσει τον δρόμο της και ότι κάποιος αλήτης ή μανιακός, της ρίχτηκε και την έπνιξε. Κι αφού ο σύζυγος έβγαινε αθώος τελικά, φυσικά συσχέτισαν τον θάνατό της με της Νέλλυ Πάρσονς -αυτή την κάπως ελαφρόμυαλη υπηρέτρια, που βρέθηκε στραγγαλισμένη στο Μάρλεϊ Κόουπς. Συμπέραναν ότι ο ίδιος άνθρωπος είχε κάνει και τα δύο εγκλήματα, αλλά δεν μπόρεσαν να τον πιάσουν -δηλαδή, δεν μπόρεσαν ποτέ να βρουν ποιος ήταν». Σταμάτησε λίγο και πρόσθεσε αργά: «Και τώρα, μια τρίτη


170

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

γυναίκα βρίσκεται στραγγαλισμένη και κάποιος κύριος, -που δεν μπορούμε να ονομάσουμε- πίσω από την υπόθεση». Σώπασε. Τα μικρά έξυπνα μάτια του κοίταζαν με προσ­ δοκία τον Πουαρό. Τα χείλη του Πουαρό σάλευαν. Ο Κόλγκεητ έσκυψε. «...τόσο δύσκολο να ξέρει κανείς ποια κομμάτια είναι μέρος του χαλιού και ποια είναι στην ουρά της γάτας». Ο Κόλγκεητ αναπήδησε. «Πώς είπατε, κύριε;» «Ω, συγνώμη», είπε γρήγορα ο Πουαρό. «Κάτι σκεφτό­ μουν». «Τι λέγατε για χαλί και για ουρά της γάτας;» «Τίποτα, τίποτα. Πέστε μου όμως, επιθεωρητά, αν υπο­ ψιαζόσαστε κάποιον ότι λέει ψέματα -πολλά ψέματα- αλλά δεν είχατε αποδείξεις, τι θα κάνατε;» Ο Κόλγκεητ σκέφτηκε κάμποσο. «Είναι δύσκολο να σας πω. Νομίζω όμως, ότι όταν κάποιος λέει πολλά ψέματα, βρίσκεται μπερδεμένος στο τέλος». «Μάλιστα, πολύ σωστό. Βλέπετε, έχω την εντύπωση ότι ορισμένα απ’ αυτά που μας είπαν είναι ψέματα. Φαντάζομαι ότι είναι ψέματα, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι είναι ψέματα. Αλλά μπορεί κανείς να κάνει ένα τεστ σ’ ένα όχι πολύ φανερό ψέμα. Κι αν αυτό αποδειχθεί ότι ήταν ψέμα, τότε θα είναι κι όλα τα άλλα». Ο επιθεωρητής Κόλγκεητ τον κοίταζε με περιέργεια. «Το μυαλό σας, κύριε, εργάζεται με παράξενο τρόπο. Αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι έχετε δίκιο στο τέλος. Αν μου επιτρέπετε να ρωτήσω, τι σας έκανε να σκεφτείτε τις παλιές περιπτώσεις στραγγαλισμού;» «Φίλε μου, αυτό το έγκλημα μου φαίνεται πολύ επιδέξιο, ας πούμε. Μ’ έκανε ν’ αναρωτιέμαι μήπως δεν ήταν μια πρώτη προσπάθεια». «Καταλαβαίνω», είπε ο Κόλγκεητ. «Είπα στον εαυτό μου, ας εξετάσουμε παλιά εγκλήματα αυτού του είδους κι αν κάποιο μοιάζει με τούτο, ε, τότε, θα έχουμε μια πολύτιμη ένδειξη». «Εννοείτε τον τρόπο του θανάτου;» «Όχι, εννοώ κάτι άλλο. Ο θάνατος της Νέλλυ Πάρσονς,


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

171

ας πούμε, δε μου λέει τίποτα. Αλλά ο θάνατος της Άλις Κόρριγκαν... πείτε μου, επιθεωρητά, προσέξατε καμία ομοιότητα με το τωρινό έγκλημα;» Ο Κόλγκεητ σκέφτηκε λίγο. «Όχι, δε βλέπω καμιά ομοιότητα. Μόνο ότι και στις δύο περιπτώσεις ο σύζυγος είχε ακλόνητο άλλοθι». «Α, ώστε το προσέξατε αυτό;» είπε ο Πουαρό.

IV «Μπα, Πουαρό! Ελάτε μέσα. Χαίρομαι που ήρθατε. Είστε ακριβώς ο άνθρωπος που ζητούσα». Ο Πουαρό κάθισε. Ο Γουέστον έσπρωξε προς το μέρος του ένα κουτί τσιγάρα. Πήρε και ο ίδιος ένα και το άναψε. Ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές, είπε: «Πήρα μια απόφαση για το τι πρέπει να γίνει. Αλλά θα ήθελα τη γνώμη σας πριν κινηθώ». «Μιλήστε, φίλε μου». «Αποφάσισα να καλέσω τη Σκότλαντ Γιαρντ και να τους παραδώσω την υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου, αν και υπάρ­ χουν υποψίες για ένα-δυο άτομα, η όλη υπόθεση στρέφεται γύρω από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Και πιστεύω ότι αυτό το μέρος, η σπηλιά της Πίξυ, ήταν ο τόπος του ραντε­ βού για την ανταλλαγή». «Συμφωνώ», είπε ο Πουαρό. «Και είμαι μάλλον βέβαιος για το ποιος είναι ο άνθρωπός μας. Ο Χόρας Μπλατ». «Κι αυτό σωστό», είπε πάλι ο Πουαρό. «Βλέπω ότι το μυαλό και των δυο μας εργάζεται κατά τον ίδιο τρόπο. Ο Μπλατ συνήθιζε να κάνει περιπάτους με το ιστιοπλοϊκό του. Μερικές φορές έπαιρνε και κάποιον άλλο μαζί του· τις περισσότερες όμως, πήγαινε μόνος του. Είχε χτυπητά κόκκινα πανιά στο ιστιοπλοϊκό, αλλά βρήκαμε ότι είχε και άσπρα. Φαντάζομαι ότι μιαν ορισμένη μέρα έφευγε με το ιστιοπλοϊκό και συναντούσε σε συμφωνημένο σημείο κάποιο άλλο πλεούμενο και του έδιναν το εμπόρευμα. Ύστερα, ο Μπλατ αγκυροβολούσε στον όρμο Πίξυ μια ορι­ σμένη ώρα της ημέρας...» «Ναι», χαμογέλασε ο Πουαρό, «στη μιάμιση. Την ώρα


172

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

του Βρετανικού γεύματος, που ο καθένας βρίσκεται στο τρα­ πέζι. Το νησί είναι ιδιόκτητο. Δεν έρχεται κανείς για εκδρομή. Καμιά φορά, οι ένοικοι του ξενοδοχείου παίρνουν το τσάι τους στον όρμο Πίξυ το απόγευμα που το βρίσκει ο ήλιος, ή αν θέλουν να κάνουν πικ-νικ πηγαίνουν πιο μακριά, στο εσωτερικό του νησιού». Ο Γουέστον έγνεψε καταφατικά. «Ακριβώς. Ο Μπλατ έβγαινε εκεί και έκρυβε το εμπό­ ρευμα σ’ εκείνη την προεξοχή της σπηλιάς. Κάποιος άλλος το έπαιρνε από κει στη συνέχεια». Ο Πουαρό είπε σκεφτικά: «Θυμάστε, την ημέρα του φόνου είχε έρθει στο νησί ένα ζευγάρι που ζητούσε να φάει στο ξενοδοχείο; Ίσως αυτός να ήταν ο τρόπος που έπαιρναν από δω το ναρκωτικό. Κάποιοι τουρίστες από κάποιο ξενοδοχείο του Μουρ ή του Σαιντ Λου έρχονταν στο Νησί των Λαθρεμπόρων. Αφού ανακοινώσουν την πρόθεσή τους να φάνε, κάνουν τον περίπατό τους στο νησί πρώτα. Τι πιο εύκολο από το να κατεβούν στην παρα­ λία, να πάρουν το κουτί των σάντουιτς, να το βάλουν ίσως, στην τσάντα του μπάνιου της κυρίας και να γυρίσουν για φαγητό στο ξενοδοχείο, λίγο αργά, ας πούμε κατά τις δύο παρά δέκα, δείχνοντας ενθουσιασμένοι από τον περίπατό τους, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται στην τραπεζαρία». «Ναι, κάπως έτσι», είπε ο Γουέστον. «Αυτές οι συμμορίες είναι ανελέητες. Αν κάποιος ανακαλύψει κάτι, δε διστάζουν να τον κάνουν να σωπάσει. Μου φαίνεται ότι αυτή είναι η σωστή εξήγηση του φόνου της κυρίας Μάρσαλ. Είναι πιθανό, εκείνη την ημέρα να ήταν στο λιμανάκι ο Μπλατ για να κρύ­ ψει το ναρκωτικό. Οι συνένοχοί του θα το έπαιρναν από εκεί εκείνη την ίδια μέρα. Η Αρλήνα έρχεται με τη σχεδία της και τον βλέπει να μπαίνει στη σπηλιά με το κουτί. Τον ρωτάει τι είναι και τότε τη σκοτώνει και φεύγει με τη βάρκα του όσο γίνεται πιο γρήγορα». «Πιστεύετε ότι ο Μπλατ είναι ο δολοφόνος;» «Φαίνεται η πιο πιθανή λύση. Βέβαια, είναι πιθανό η Αρλήνα να έμαθε την αλήθεια νωρίτερα, να είπε κάτι στον Μπλατ και κάποιο άλλο μέλος της συμμορίας να της έδωσε ένα ψεύτικο ραντεβού και να τη σκότωσε. Όπως είπα πιο πριν, νομίζω πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

173

να δώσουμε την υπόθεση στη Σκότλαντ Γιαρντ. Έχουν περισσότερες πιθανότητες ν’ αποδείξουν τη σχέση του Μπλατ με τη συμμορία». Ο Πουαρό κούνησε σκεφτικά το κεφάλι. «Πιστεύετε κι εσείς ότι αυτό είναι το καλύτερο, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε ο Γουέστον. Ο Πουαρό δε μιλούσε. Τέλος είπε: «Ίσως». «Ελάτε, Πουαρό, κάτι έχετε στο μυαλό σας». «Κι αν έχω, δεν μπορώ να το αποδείξω». «Βέβαια ξέρω», είπε ο Γουέστον, «ότι εσείς και ο Κόλγκεητ έχετε άλλες ιδέες. Εμένα μου φαίνονται κάπως απίθα­ νες, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι κάτι μπορεί να υπάρχει σ' αυτές. Αλλά, ακόμη κι αν έχετε δίκιο, εξακολουθώ να πιστεύω πως η υπόθεση είναι για τη Σκότλαντ Γιαρντ, θα τους δώσουμε τα γεγονότα και θα συνεργαστούν με την αστυνομία του Σάρεϊ. Δεν είναι αποκλειστικά τοπική υπό­ θεση, ώστε να είναι για μας». Σταμάτησε περιμένοντας. «Τι σκέφτεστε, Πουαρό; Τι νομίζετε ότι πρέπει να γίνει;» Ο Πουαρό φαινόταν χαμένος σε σκέψεις. Τέλος είπε: «Ξέρω τι θα ήθελα εγώ να κάνω». «Πέστε το λοιπόν». «Θα ήθελα να κάνω ένα πικ-νικ». Ο Γουέστον τον κοίταξε όπως κοιτάζουν έναν τρελό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ I «Πικ-νικ, κύριε Πουαρό;» Η Έμιλυ Μπριούστερ τον κοίταζε έχοντας τα χαμένα. Ο Πουαρό είπε υποχρεωτικά: «Σας φαίνεται κακόγουστο, έτσι δεν είναι; Αλλά εγώ νομίζω πως είναι περίφημη ιδέα. Χρειαζόμαστε κάτι άλλο, έξω από τα καθημερινά, για να ξαναγυρίσει η ζωή στα συνη­ θισμένα της πλαίσια. Θέλω πάρα πολύ να δω κάτι από το Ντάρτμουρ και ο καιρός είναι ωραίος, θα -πως να το πω;θα μας φτιάξει το κέφι. Βοηθήστε με λοιπόν! Προσπαθήστε να πείσετε και τους άλλους». Η ιδέα είχε απροσδόκητη επιτυχία. Στην αρχή, ο καθένας έδειχνε αμφιβολία, ύστερα όμως παραδεχόταν ότι δεν ήταν και τόσο άσχημη ιδέα. Κανείς δε σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να καλέσουν τον Κέννεθ Μάρσαλ. Ο ίδιος άλλωστε είχε δηλώσει ότι θα πήγαινε στο Πλύμουθ εκείνη την ημέρα. Ο κύριος Μπλατ ήταν από τους πρώτους που είχε δεχτεί και με μεγάλο ενθουσιασμό μάλιστα. Ήταν αποφασισμένος να γίνει η ψυχή της εκδρο­ μής. Εκτός απ’ αυτόν, ήταν οι Ρέντφερν, η Έμιλυ Μπριού­ στερ, ο Στήβεν Λέιν, οι Γκάρντνερ που είχαν πεισθεί ν’ ανα­ βάλουν την αναχώρησή τους, η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ και η Λίντα. Ο Πουαρό είχε χρησιμοποιήσει όλη του την ικανότητα για να πείσει τη Ρόζαμουντ ότι η εκδρομή θα έκανε καλό στη Λίντα. Θα την έκανε ν’ αλλάξει εντυπώσεις. «Έχετε δίκιο», συμφώνησε η Ρόζαμουντ. «Το σοκ ήταν φοβερό για την ηλικία της. Την έχει κάνει πολύ νευρική». «Ήταν φυσικό, δεσποινίς. Μόνο που τα παιδιά της ηλι­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

175

κίας της ξεχνούν πολύ εύκολα. Γι’ αυτό προσπαθήστε να την πείσετε». Ο ταγματάρχης Μπάρυ είχε αρνηθεί κατηγορηματικά. Δεν του άρεσαν οι εκδρομές, είπε. «Ένα σωρό καλάθια να κουβαλάς. Και ταλαιπωρία. Προτιμώ την άνεση του τραπε­ ζιού». Η συντροφιά μαζεύτηκε στις δέκα. Είχαν παραγγείλει τρία αυτοκίνητα. Ο κύριος Μπλατ, ζωηρός και θορυβώδης, έκανε τον τουριστικό οδηγό. «Περάστε, κυρίες και κύριοι, περάστε, για το Ντάρτμουρ. Ρείκια και μύρτιλλα, κρέμα του Ντήβονσάιρ περάστε! Φέρτε τις κυρίες σας, κύριοι, φέρτε όποιον θέλετε. Όλοι δεκτοί. Περάστε, περάστε». Την τελευταία στιγμή, η Ρόζαμουντ φάνηκε, με μιαν ανή­ συχη έκφραση στο πρόσωπο. Η Λίντα δε θα ερχόταν, είπε, γιατί είχε φοβερό πονοκέφαλο. «Μα θα της κάνει καλό να έρθει», φώναξε ο Πουαρό. «Προσπαθήστε να την πείσετε». «Δεν ωφελεί. Είναι αποφασισμένη. Της έδωσα μια ασπι­ ρίνη και ξάπλωσε. Μου φαίνεται πως ούτε κι εγώ θα έρθω». «Δε θα το επιτρέψω αυτό, αγαπητή κυρία», φώναξε ο κύριος Μπλατ πιάνοντάς την από το μπράτσο. «Δε δέχομαι αρνήσεις. Είστε αιχμάλωτή μου μέχρι το Ντάρτμουρ». Την πήγε στο πρώτο αυτοκίνητο. Η Ρόζαμουντ έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα στον Πουαρό. «Θα μείνω εγώ με τη Λίντα», είπε η Κριστίν Ρέντφερν. «Δε με νοιάζει». «Ω, έλα τώρα, Κριστίν», είπε ο άντρας της. «Όχι, όχι, madame», είπε ο Πουαρό. «Όταν έχει κανείς πονοκέφαλο καλύτερα να μένει μόνος του. Ελάτε, φεύ­ γουμε». Τα τρία αυτοκίνητα ξεκίνησαν. Πήγαν πρώτα στο Σήπστορ, όπου ήταν το πραγματικό σπήλαιο της νεράιδας, η σπηλιά της Πίξυ, όπως έλεγε ο κόσμος. Διασκέδασαν ψάχνοντας να βρουν την είσοδο. Στο τέλος κατόρθωσαν να τη βρουν. Ήταν επικίνδυνο να πατάει κανείς πάνω στα βράχια και ο Πουαρό προτίμησε να μη λάβει μέρος στην προσπάθεια. Περιορίστηκε να παρακολουθεί την Κριστίν Ρέντφερν που


176

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

πηδούσε ανάλαφρα από βράχο σε βράχο χωρίς ν' αφήνει από τα μάτια της τον Πάτρικ. Η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ και η Έμιλυ Μπριούστερ έψαχναν κι αυτές, αν και η Έμιλυ είχε στραμπουλίσει λίγο το πόδι της. Ο Στήβεν Λέιν ήταν ακού­ ραστος. Η ψηλή, αδύνατη σιλουέτα του γλιστρούσε μ’ ευκο­ λία ανάμεσα στους βράχους. Ο κύριος Μπλατ ευχαριστημέ­ νος, έψαξε μαζί τους για λίγο, ενθαρρύνοντάς τους κι ύστερα περιορίστηκε να φωτογραφίζει τη συντροφιά. Οι Γκάρντνερ και ο Πουαρό κάθισαν στην άκρη του δρό­ μου. Η κυρία Γκάρντνερ είχε αρχίσει τον συνηθισμένο της μονόλογο που τον διέκοπταν πότε-πότε τα «ναι, χρυσή μου» του συζύγου. «... και αυτό που λέω πάντοτε, κύριε Πουαρό, και ο κύριος Γκάρντνερ συμφωνεί μαζί μου, είναι ότι οι φωτογρα­ φίες είναι πολύ ενοχλητικό πράγμα, εκτός βέβαια, αν είναι ανάμεσα σε φίλους. Κι αυτός ο κύριος Μπλατ δεν είναι καθό­ λου διακριτικός. Φωτογραφίζει τον καθένα χωρίς να ρωτήσει και όπως έλεγα στον κύριο Γκάρντνερ, αυτό είναι κακή ανα­ τροφή. Δε σου το είπα, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Αυτή η φωτογραφία που μας πήρε όλους στην πλαζ, μπορεί να ήταν καλή, αλλά έπρεπε να ρωτήσει πρώτα. Γιατί η δεσποινίς Μπριούστερ σηκωνόταν εκείνη τη στιγμή και έχει πάρει παράξενη στάση». «Έτσι ακριβώς», είπε ο κύριος Γκάρντνερ κάνοντας μια γκριμάτσα. «Κι ύστερα, μοιράζει σε όλους τις φωτογραφίες, χωρίς να ρωτήσει αν τις θέλουν. Έδωσε και σε σας, όπως είδα». Ο Πουαρό έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Μου αρέσει πολύ αυτή η ομαδική φωτογραφία». «Και προσέξτε τη συμπεριφορά του σήμερα», συνέχισε η κυρία Γκάρντνερ. «Κάνει τόσο θόρυβο, που μου δίνει στα νεύρα. Θα έπρεπε να είχατε κανονίσει τα πράγματα έτσι, κύριε Πουαρό, ώστε αυτός ο φοβερός άνθρωπος να μην έρθει». «Δυστυχώς, κυρία μου, αυτό δεν ήταν δυνατό». «Ναι, το ξέρω. Αυτός ο άνθρωπος χώνεται παντού. Δεν είναι καθόλου διακριτικός». Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν από κάτω χαρούμενες


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

177

κραυγές που χαιρέτιζαν την ανακάλυψη της σπηλιάς. Στη συνέχεια της εκδρομής, η συντροφιά κάτω από τις οδηγίες του Πουαρό, έφτασε σ’ ένα σημείο όπου άφησαν τ’ αυτοκίνητα και κατέβηκαν από μια χλοϊσμένη πλαγιά σ’ ένα όμορφο μέρος δίπλα σ’ ένα μικρό ποτάμι. Μια μικρή ξύλινη γέφυρα περνούσε πάνω από το ρέμα. Ο Πουαρό, με τη βοήθεια του συζύγου της, έπεισαν την κυρία Γκάρντνερ να περάσει στην απέναντι όχθη, όπου ένα καταπράσινο λιβάδι προσφερόταν για ένα ιδανικό γεύμα στη χλόη. Μιλώντας συνέχεια για την αίσθηση που της προκαλούσε, όταν περνούσε μια ξύλινη γέφυρα, η κυρία Γκάρντνερ κάθισε κάτω. Ξαφνικά ακούστηκε μια κραυγή. Όλοι οι άλλοι είχαν περάσει τη γέφυρα με ευκολία, εκτός από την Έμιλυ Μπριούστερ, η οποία στεκόταν στη μέση της γέφυρας, με μάτια κλειστά και πηγαίνοντας μπρος και πίσω. Ο Πουαρό και ο Πάτρικ Ρέντφερν έτρεξαν να τη βοηθή­ σουν. Η Έμιλυ Μπριούστερ ήταν χλωμή και ντροπιασμένη. «Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ πολύ. Συγνώμη. Με πιάνει ίλιγγος όταν περνάω πάνω από τρεχούμενο νερό. Ανόητο από μέρος μου». Τα καλάθια άνοιξαν για το πικ-νικ... Όλοι χωρίς καμιά εξαίρεση, ανακάλυπταν μέσα τους ότι απολάμβαναν αυτό το ιντερμέτζο. Ίσως γιατί τους έδινε την ευκαιρία να ξεφύγουν από τη γεμάτη τρόμο και φιλύποπτη ατμόσφαιρα του ξενοδοχείου. Εδώ, το κρυστάλλινο κελάρυσμα του νερού, η απαλή αύρα, το άρωμα του χόρτου και τα ζωηρά χρώματα των αγριολουλουδιών, έκανε να ξεθωριάζει και να ξεχνιέται όλος εκείνος ο εφιάλτης του εγκλήματος και των ανακρίσεων και της αμοιβαίας υποψίας. Ακόμη και ο κύριος Μπλατ ξεχνώντας ότι ήταν η ψυχή και η ζωή της συντροφιάς, είχε σωπάσει εντυπωσιασμένος από τη γαλήνη του τοπίου. Μετά το φαγητό αποσύρθηκε για να κοιμηθεί και σε λίγο το δυνατό ροχαλητό του έδειχνε τη μακάρια εγκατά­ λειψή του στην αγκαλιά του Μορφέα. Και ήταν μια συντροφιά ενθουσιασμένων ανθρώπων, αυτή που μάζευε τα καλάθια και συγχάρηκε τον Πουαρό για την ωραία ιδέα του.


178

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Ο ήλιος έγερνε στη δύση του, όταν γύριζαν από τα στενά φιδογυριστά μονοπάτια. Ψηλά από τον λόφο πάνω από τον κόλπο Λέδερκομπ, αντίκρισαν για μια σύντομη στιγμή το νησί με το λευκό κτίριο του ξενοδοχείου. Έδειχνε ειρηνικό και γαλήνιο κάτω από τις στερνές ακτί­ νες του ήλιου. Η κυρία Γκάρντνερ, παράξενα σιωπηλή, αναστέναξε και είπε: «Κύριε Πουαρό, σας ευχαριστώ με όλη μου την ψυχή. Νοιώθω τόσο ήρεμη! Ω, είναι υπέροχα!»

II Ο ταγματάρχης Μπάρυ βγήκε να τους προϋπαντήσει. «Ε!» φώναξε. «Περάσατε όμορφα;» «Πολύ όμορφα», είπε η κυρία Γκάρντνερ. «Η εξοχή ήταν μαγευτική και ο αέρας τόσο καθαρός! Θα πρέπει να ντρέπε­ στε που η τεμπελιά σας δε σας άφησε να ’ρθείτε». Ο ταγματάρχης χαχάνισε δυνατά. «Είμαι πολύ γέρος για τέτοια πράγματα -να κάθομαι στο γρασίδι και να τρώω σάντουιτς». Μια καμαριέρα βγήκε από το ξενοδοχείο. Φαινόταν ταραγμένη. Δίστασε λίγο, μετά πλησίασε την Κριστίν Ρέντφερν. «Με συγχωρείτε, κυρία», είπε βιαστικά, «αλλά ανησυχώ για τη δεσποινίδα Μάρσαλ. Της ανέβασα τσάι και δεν μπό­ ρεσα να την ξυπνήσω. Μου φαίνεται... είναι παράξενη...» Η Κριστίν κοίταξε γύρω της αμήχανα. Ο Πουαρό βρέθηκε κοντά της αμέσως. Την έπιασε από το μπράτσο και είπε ήρεμα: «Πάμε αμέσως να δούμε». Μπήκαν βιαστικά στο ξενοδοχείο κι έτρεξαν στις σκάλες. Μια μόνο ματιά στο πρόσωπο της μικρής ήταν αρκετή για να καταλάβουν πως κάτι κακό συνέβαινε. Το χρώμα της ήταν μελανό και σχεδόν δεν ανέπνεε. Ο Πουαρό έπιασε τον σφυγμό της. Και τότε πρόσεξε τον φάκελο που ήταν ακου­ μπισμένος στη βάση του πορτατίφ πάνω στο κομοδίνο. Απευθυνόταν σ’ εκείνον. Ο Κέννεθ Μάρσαλ μπήκε ορμητικά στο δωμάτιο.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

179

«Τι συμβαίνει; Τι έπαθε η Λίντα;» Ένας ξερός λυγμός βγήκε από το στήθος της Κριστίν. Ο Πουαρό γύρισε και είπε στον Μάρσαλ: «Φωνάξτε έναν γιατρό -γρήγορα, πολύ γρήγορα. Φοβάμαι μήπως είναι αργά». Πήρε τον φάκελο που έγραφε το όνομά του και τον άνοιξε. Μέσα ήταν ένα φύλλο χαρτί με λίγες γραμμές με το παιδιάστικο γράψιμο της Λίντα. «Νομίζω πως αυτή είναι η καλύτερη λύση. Πείτε στον πατέρα μου ότι τον παρακαλώ να προσπαθήσει να με συχωρέσει. Εγώ σκότωσα την Αρλήνα. Νόμισα πως θα ησύχαζα -αλλά δεν ησύχασα. Λυπάμαι βαθιά για όλα». Ill Ήταν μαζεμένοι στο σαλόνι -ο Μάρσαλ, οι Ρέντφερν, η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ και ο Πουαρό. Κάθονταν σιωπηλοί... περίμεναν... Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο δόκτωρ Νήσντον. «Έκανα ό,τι μπορούσα», είπε. «Ίσως να τη γλυτώσει. Αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες». Σώπασε. Ο Μάρσαλ, με πρόσωπο μια πέτρινη μάσκα και μάτια δυο κομμάτια γαλάζιο γυαλί, ρώτησε: «Πού βρήκε τα χάπια;» Ο γιατρός άνοιξε την πόρτα κι έγνεψε σε κάποιον. Η Γκλάντυς Νάρρακοτ, η καμαριέρα, μπήκε στο σαλόνι. Τα μάτια της ήταν κλαμένα. Ο Νήσντον της είπε: «Πείτε μας τι είδατε;» Ρουφώντας τη μύτη της, η κοπέλα διηγήθηκε: «Δεν το φαντάστηκα... το μυαλό μου δεν πήγε στο κακό... αν και η δεσποινίς είχε τόσο παράξενο ύφος». Μια κίνηση ανυπομονησίας του γιατρού την έκανε να συντομέψει. «Ήταν στο δωμάτιο της κυρίας Ρέντφερν. Στο δωμάτιό σας, κυρία. Στεκόταν μπροστά στον νιπτήρα και κρατούσε ένα μπουκαλάκι. Αναπήδησε όταν μπήκα και σκέφτηκα ότι ήταν παράξενο να παίρνει πράγματα από ένα ξένο δωμάτιο. Αλλά μπορούσε και να ήταν κάτι που σας το είχε δανείσει. Τότε μου είπε: “Α, αυτό έψαχνα να βρω και βγήκε


180

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

από το δωμάτιο"». Η φωνή της Κριστίν ακούστηκε σαν ψίθυρος. «Τα υπνωτικά χάπια μου». «Πώς ήξερε ότι είχατε τέτοια χάπια;» ρώτησε ο γιατρός. «Της είχα δώσει ένα. Τη νύχτα μετά... μετά απ’ αυτό. Μου είπε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Και θυμάμαι ότι με ρώ­ τησε αν φτάνει το ένα και της είπα ότι έφτανε, γιατί είναι πολύ δυνατά και ότι ο γιατρός μου είχε συστήσει να μην παίρνω περισσότερα από δύο». Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του. «Πήρε έξη», είπε. «Για να είναι σίγουρη». «Ω, Θεέ μου», έκανε μ’ ένα λυγμό η Κριστίν. «Εγώ φταίω. Έπρεπε να τα έχω κρύψει». «Θα ήταν πολύ καλύτερα», είπε ο γιατρός. «Πεθαίνει και είναι δικό μου το φταίξιμο», είπε κλαίγοντας η Κριστίν. Ο Κέννεθ Μάρσαλ στριφογύρισε στην καρέκλα του. «Μην κατηγορείτε άδικα τον εαυτό σας», είπε. «Η Λίντα ήξερε τι έκανε. Τα πήρε εν γνώσει της. Ίσως... ίσως να είναι καλύτερα...» Κοίταξε το τσαλακωμένο χαρτί που κρατούσε σφιγμένο στη χούφτα του -το απελπισμένο σημείωμα της Λίντα, που του είχε δώσει ο Πουαρό. «Δεν το πιστεύω! » φώναξε η Ρόζαμουντ. «Δεν πιστεύω ότι τη σκότωσε η Λίντα. Είναι απίθανο, αδύνατο!» «Ναι, δεν μπορεί να το έκανε η Λίντα!» είπε και η Κριστίν. «Το σοκ την τάραξε τόσο, που τα φαντάστηκε όλ’ αυτά!» Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο συνταγματάρχης Γουέστον. «Τι είναι αυτά που έμαθα;» είπε. Ο γιατρός πήρε το σημείωμα από τα χέρια του Μάρσαλ και το έδωσε στον αστυνόμο. «Πώς; Μα είναι απίστευτο!» φώναξε όταν το διάβασε. «Ανοησίες. Αδύνατο! Εντελώς αδύνατο. Έτσι δεν είναι Που­ αρό;» Ο Πουαρό είπε με χαμηλή θλιμμένη φωνή: «Πολύ φοβάμαι ότι δεν είναι αδύνατο». «Μα ήμουν μαζί της, κύριε Πουαρό», διαμαρτυρήθηκε η Κριστίν. «Μέχρι τις δώδεκα παρά τέταρτο. Το είπα στην αστυνομία».


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

181

«Ναι», είπε ο Πουαρό. «Η μαρτυρία σας της έδωσε ένα άλλοθι. Αλλά πού βασίστηκε η μαρτυρία σας; Βασίστηκε στο δικό της ρολόι. Δεν είχατε προσωπική γνώση ότι ήταν δώ­ δεκα παρά τέταρτο όταν την αφήσατε. Ξέρατε απλώς αυτό που σας είπε εκείνη. Εσείς η ίδια είπατε ότι σας φάνηκε πως η ώρα είχε περάσει γρήγορα». Τον κοίταζε εμβρόντητη. Ο Πουαρό συνέχισε: «Και τώρα, κυρία, σκεφτείτε. Όταν φύγατε από την πλαζ περπατούσατε γρήγορα ή αργά γυρίζοντας στο ξενοδοχείο». «Μα... μάλλον αργά, νομίζω». «Θυμάστε τίποτα από τον δρόμο της επιστροφής;» «Δυστυχώς όχι πολλά πράγματα. Ήμουν αφηρημένη». «Σας ζητώ συγνώμη για την ερώτηση, αλλά μπορείτε να μας πείτε τι σκεφτόσαστε;» Η Κριστίν κοκκίνισε. «Αν είναι απαραίτητο... Σκεφτόμουν να... φύγω από δω χωρίς να πω τίποτα στον άνδρα μου. Ήμουν πολύ δυστυχι­ σμένη τότε...» «Ω, Κριστίν!» φώναξε ο Πάτρικ. «Ξέρω...» Η φωνή του Πουαρό τον διέκοψε. «Ασφαλώς. Σκεφτόσαστε να κάνετε κάτι αποφασιστικό. Ήσαστε, θα έλεγα, τυφλή και κουφή σ’ ό,τι σας τριγύριζε. Βαδίζατε, κατά πάσα πιθανότητα αργά και κάπου-κάπου σταματούσατε για να σκεφτείτε κάποιο σημείο». Η Κριστίν κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Είστε καταπληκτικός. Ακριβώς έτσι έγινε. Συνήλθα από μια κατάσταση ονείρου έξω από το ξενοδοχείο και ανέβηκα βιαστικά τα σκαλιά, νομίζοντας πως είχα αργήσει, αλλά όταν είδα το ρολόι του χολ, σκέφτηκα πως είχα αρκετό χρόνο στη διάθεσή μου». «Ακριβώς», είπε ο Πουαρό. Γύρισε στον Μάρσαλ. «Πρέπει τώρα να σας μιλήσω για μερικά πράγματα που βρήκα στο δωμάτιο της κόρης σας μετά τον φόνο. Στη σχάρα του τζακιού υπήρχε μια μεγάλη σταγόνα λιωμένο κερί, κομ­ μένα μαλλιά, κομμάτια από χαρτόνι και χαρτί και μια καρφί­ τσα. Το χαρτί και το χαρτόνι μπορεί να είναι άσχετα, αλλά τα άλλα τρία έλεγαν πολλά... και μάλιστα όταν ανακάλυψα ένα βιβλίο από την τοπική βιβλιοθήκη, σχετικό με τη μαγεία.


182

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Άνοιγε μόνο του σε μιαν ορισμένη σελίδα. Σ’ αυτή τη σελίδα αναφέρονταν διάφοροι τρόποι να προκαλέσει κανείς το θάνατο ενός ατόμου φτιάχνοντας με κερί ένα ομοίωμά του. Το ομοίωμα του θύματος, καιγόταν αργά στη φωτιά ώσπου να λιώσει εντελώς ή κατά μια παραλλαγή, αρκούσε να διαπεράσει κανείς, την κέρινη φιγούρα στο μέρος της καρδιάς, με μια καρφίτσα. Ο θάνατος ήταν εξασφαλισμένος. Αργό­ τερα, έμαθα από την κυρία Ρέντφερν ότι η Λίντα είχε βγει νωρίς το πρωί και είχε αγοράσει ένα πακέτο κεριά και ότι έδειξε ταραχή όταν αποκαλύφθηκε η αγορά της. Δεν είχα καμιά αμφιβολία για το τι ακολούθησε μετά. Η Λίντα έφτιαξε με τα κεριά ένα ομοίωμα, που του κόλλησε και μερικές τρίχες από τα κόκκινα μαλλιά της Αρλήνα για να είναι πιο δυνατή η μαγεία, διαπέρασε την καρδιά με μια καρφίτσα και τέλος το έκαψε ανάβοντας χαρτιά και κομμάτια από χαρτόνι. Ήταν ανόητο, παιδιάστικο, ίσως και αστείο, αλλά έδειχνε κάτι σημαντικό. Την επιθυμία για φόνο. Υπήρχε πιθανότητα για κάτι παραπάνω από επιθυμία; Μπορούσε πραγματικά η Λίντα να έχει σκοτώσει τη μητριά της; »Εν πρώτης όψεως, φαινόταν να έχει ένα τέλειο άλλοθι. Στην πραγματικότητα όμως, όπως υπέδειξα πριν λίγο, η ένδειξη ώρα, ήταν μια ένδειξη που η ίδια η Λίντα δημιούρ­ γησε. Μπορούσε θαυμάσια να πει ότι ήταν ένα τέταρτο αργό­ τερα απ' όσο πραγματικά ήταν. »Μπορούσε λοιπόν, όταν η κυρία Ρέντφερν έφυγε από την πλαζ, να φύγει κι εκείνη, να περάσει τρέχοντας τη στενή λουρίδα της ξηράς μέχρι τη σκάλα, να την κατεβεί γρήγορα, να βρει τη μητριά της στο λιμανάκι, να τη στραγγαλίσει και να ξανανεβεί τη σκάλα, πριν η βάρκα με τη δεσποινίδα Μπριούστερ και τον κύριο Ρέντφερν φανεί. Μπορούσε τότε να επι­ στρέφει στον όρμο Γκαλ, να πάρει το μπάνιο της στη θάλασσα και να γυρίσει με την ησυχία της στο ξενοδοχείο. »Εδώ όμως χρειάζονταν δυο πράγματα: πρώτον να είναι βέβαιη ότι η Αρλήνα Μάρσαλ θα ήταν στον όρμο Πίξυ και δεύτερον να έχει τη φυσική δύναμη που απαιτούσε μια τέτοια πράξη. »Το πρώτο, ήταν εύκολο. Αρκούσε να είχε στείλει ένα σημείωμα στην κυρία Μάρσαλ με κάποιο άλλο όνομα. Όσο για το δεύτερο, η Λίντα έχει μεγάλα δυνατά χέρια, είναι σχε­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

183

δόν σαν ανδρικά. Κι όσο για φυσική δύναμη, βρίσκεται στην ηλικία που ένα άτομο έχει τάση προς την πνευματική ανι­ σορροπία. Και η πνευματική ανισορροπία συνοδεύεται συχνά από ασυνήθιστη σωματική δύναμη. Υπάρχει ακόμη και κάτι άλλο, η μητέρα της Λίντα είχε δικαστεί για φόνο». Ο Κέννεθ Μάρσαλ σήκωσε το κεφάλι του. «Και είχε αθωωθεί», είπε θυμωμένα. «Μάλιστα, είχε αθωωθεί», παραδέχτηκε ο Πουαρό. «Και θα σας πω ετούτο, κύριε Πουαρό», πρόσθεσε ο Μάρσαλ. «Η Ρουθ -η μητέρα της Λίντα- ήταν αθώα. Το ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα. Σαν σύζυγός της, δε θα μπο­ ρούσα να έχω απατηθεί. Ήταν ένα αθώο θύμα των γεγονό­ των». Σώπασε. «Και δεν πιστεύω ότι η Λίντα σκότωσε την Αρλήνα», συνέχισε. «Είναι ανόητο, γελοίο!» «Πιστεύετε, τότε, ότι αυτό το σημείωμα είναι πλαστογραφημένο;» ρώτησε ο Πουαρό. Ο Μάρσαλ άπλωσε το χέρι του και ο Γουέστον του έδωσε το χαρτί. Το εξέτασε προσεχτικά και κούνησε το κεφάλι του. «Όχι», είπε. «Πιστεύω ότι το έγραψε η Λίντα». «Σ' αυτή την περίπτωση», είπε ο Πουαρό, «υπάρχουν μόνο δύο εξηγήσεις. Ή το έγραψε... επειδή πραγματικά σκό­ τωσε τη μητριά της, ή... ή το έγραψε επίτηδες, θέλοντας να καλύψει κάποιον άλλο. Κάποιον που φοβόταν μήπως ενο­ χοποιηθεί». «Εννοείτε εμένα;» είπε ο Μάρσαλ. «Είναι πιθανό, δε νομίζετε;» Ο Μάρσαλ έμεινε σιωπηλός για λίγο, μετά είπε ήσυχα: «Όχι, νομίζω πως η ιδέα είναι ανόητη. Η Λίντα ίσως να φοβήθηκε ότι στην αρχή οι υποψίες θα έπεφταν σε μένα. Αλλά έμαθε μετά ότι δεν υπήρχε πια τέτοια περίπτωση. Ότι η αστυνομία είχε εξακριβώσει το άλλοθι μου και έψαχνε αλλού». «Κι αν υποθέσουμε ότι δε φοβόταν μήπως θεωρηθείτε ύποπτος, αλλά ότι ήξερε ότι είστε ένοχος;» Ο Μάρσαλ τον κοίταξε. Ύστερα γέλασε αμήχανα. «Ανοησίες», είπε. «Υπάρχουν, ξέρετε, πολλές εκδοχές για τον θάνατο της


184

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

κυρίας Μάρσαλ. Υπάρχει η εκδοχή ότι κάποιος την εξεβίαζε, ότι εκείνο το πρωί πήγε να συναντήσει τον εκβιαστή και ότι ο εκβιαστής τη σκότωσε. Υπάρχει η εκδοχή ότι ο όρμος Πίξυ και η σπηλιά χρησιμοποιούνταν από μια συμμορία λαθρε­ μπόρων ναρκωτικών και ότι δολοφονήθηκε επειδή τυχαία ανακάλυψε την κρυψώνα τους. Υπάρχει μία τρίτη εκδοχή, ότι τη σκότωσε κάποιος θρησκόληπτος μανιακός. Και υπάρχει και μια τέταρτη εκδοχή. Θα κληρονομούσατε πολλά χρήματα μετά τον θάνατο της γυναίκας σας, κύριε Μάρσαλ;» «Μα αφού σας είπα...» «Ναι, ναι, σύμφωνοι, ήταν αδύνατο να σκοτώσετε τη γυναίκα σας, -αν ενεργούσατε μόνος. Αν όμως, υποθέσουμε πως κάποιος σας βοήθησε;» «Τι διάβολο θέλετε να πείτε;» Ο ήρεμος άνθρωπος είχε τώρα πια εκνευριστεί. Είχε μισοσηκωθεί από το κάθισμά του. Η φωνή του είχε γίνει τρο­ χιά. Στα μάτια του φαινόταν η απειλή. «Εννοώ», είπε ο Πουαρό, «ότι αυτό το έγκλημα δεν ήταν δυνατό να έχει εκτελεσθεί από έναν άνθρωπο. Δύο ήταν που το έκαναν. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούσατε να δακτυλο­ γραφείτε εκείνα τα γράμματα και συγχρόνως να βρίσκεστε στο λιμανάκι, αλλά μπορούσατε να έχετε γράψει τα γράμ­ ματα σε στενογραφία και κάποιος άλλος να τα δακτυλογρά­ φησε στο δωμάτιό σας την ώρα που σεις απουσιάζατε για να εκτελέσετε την εγκληματική σας αποστολή». Ο Πουαρό κοίταξε προς το μέρος της Ρόζαμουντ. «Η δεσποινίς Ντάρνλεϊ δήλωσε ότι έφυγε από το Σάννυ Λετζ στις έντεκα και δέκα και ότι σας είδε να γράφετε στο δωμάτιό σας. Αλλά, την ώρα αυτή ο κύριος Γκάρντνερ πήγε στο ξενοδοχείο να φέρει ένα κουβάρι μαλλί που είχε ζητήσει η γυναίκα του. Δε συνάντησε τη δεσποινίδα Ντάρνλεϊ. Ούτε καν την είδε. Λεπτομέρεια σημαντική. Διότι, ή η δεσποινίς Ντάρνλεϊ δεν έφυγε καθόλου από το Σάννυ Λετζ, ή έφυγε πολύ νωρίτερα απ’ όσο είπε και βρισκόταν στο δωμάτιό σας γράφοντας με επιμέλεια. Δηλώσατε κάτι άλλο, ότι όταν η δεσποινίς Ντάρνλεϊ κοίταξε στο δωμάτιό σας στις έντεκα και τέταρτο, την είδατε μέσα στον καθρέφτη. Αλλά την ημέρα του φόνου, η γραφομηχανή και τα χαρτιά σας βρίσκονταν στο γραφείο στην απέναντι γωνία του δωματίου, ενώ ο καθρέ­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

185

φτης ήταν ανάμεσα στα παράθυρα. Επομένως, η δήλωση αυτή ήταν ένα θεληματικό ψέμα. Αργότερα, μεταφέρατε τη γραφομηχανή σας στο τραπεζάκι κάτω από τον καθρέφτη για να στηρίξετε τη δήλωσή σας, αλλά ήταν πολύ αργά. Ήξερα πια ότι και οι δυο σας είπατε ψέματα». Η φωνή της Ρόζαμουντ ακούστηκε χαμηλή μα καθαρή: «Είστε διαβολικά έξυπνος!» Ο Πουαρό ύψωσε τη φωνή του. «Όχι όμως, τόσο διαβολικός ούτε τόσο έξυπνος, όσο ο άνθρωπος που σκότωσε την Αρλήνα Μάρσαλ! Ας ξαναγυρίσουμε μια στιγμή πίσω στα γεγονότα. Ποιόν σκέφτηκα ποιόν σκεφτήκαμε όλοι μας- ότι πήγαινε να συναντήσει η Αρλήνα Μάρσαλ εκείνο το πρωινό; Όλοι καταλήξαμε στο ίδιο συμπέρασμα. Τον Πάτρικ Ρέντφερν. Δεν πήγαινε να συνα­ ντήσει τον εκβιαστή της. Και μόνο από την έκφραση του προσώπου της θα το καταλάβαινα. Όχι, έναν εραστή πήγαινε να συναντήσει -ή τουλάχιστον αυτό πίστευε. »Ναι. Ήμουν εντελώς βέβαιος πως η Αρλήνα Μάρσαλ πήγαινε να συναντήσει τον Πάτρικ Ρέντφερν. Αλλά ένα λεπτό αργότερα, ο Πάτρικ Ρέντφερν παρουσιάστηκε στην παραλία και ήταν φανερό ότι την αναζητούσε. Τότε;» Ο Πάτρικ Ρέντφερν μουρμούρισε με συγκρατημένο θυμό: «Κάποιος διάβολος χρησιμοποίησε το όνομά μου». «Ήσαστε φανερά στενοχωρημένος και ανήσυχος που δεν τη βρήκατε. Ίσως πολύ φανερά, θα έλεγα. Η θεωρία μου, κύριε Ρέντφερν, είναι ότι πήγε στον όρμο Πίξυ για να συνα­ ντήσει εσάς. Και ότι σας συνάντησε. Και ότι εσείς τη σκοτώ­ σατε εκεί, όπως είχατε σχεδιάσει». Ο Πάτρικ Ρέντφερν κοίταζε ξαφνιασμένος. «Μήπως σας έστριψε;» είπε μισογελαστά. «Αφού ήμουν μαζί σας στην πλαζ ως την ώρα που έφυγα με τη βάρκα της δεσποινίδας Μπριούστερ και τη βρήκαμε νεκρή». «Τη σκοτώσατε αφού έφυγε η δεσποινίς Μπριούστερ για να ειδοποιήσει την αστυνομία. Η Αρλήνα Μάρσαλ δεν ήταν νεκρή όταν φτάσατε στο λιμανάκι. Περίμενε κρυμμένη στη σπηλιά, ώσπου να είναι βέβαιη πως δεν ήταν κανένας στην παραλία». «Μα το πτώμα! Η δεσποινίς Μπριούστερ το είδε κι εκείνη».


186

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

«Το πτώμα... ναι. Αλλά δεν ήταν πτώμα. Ήταν ζωντανό σώμα. Και ήταν της γυναίκας που σας βοήθησε και που είχε χρωματίσει τα μπράτσα και τα πόδια της με σκούρα βαφή και είχε κρυμμένο το κεφάλι της κάτω από ένα πράσινο χαρτονένιο καπέλο. Η Κριστίν, η γυναίκα σας (ίσως όχι γυναίκα σας, αλλά οπωσδήποτε συνένοχός σας), που σας βοήθησε να διαπράξετε αυτό το έγκλημα, όπως σας είχε βοηθήσει σ’ εκείνο το άλλο έγκλημα όταν “ανακάλυψε" το πτώμα της Άλις Κόρριγκαν, τουλάχιστον είκοσι λεπτά πριν πεθάνει, δολοφο­ νημένη από τον Έντουαρντ Κόρριγκαν, τον άντρα της -από σας!» Η Κριστίν μίλησε και η φωνή της ήταν ψυχρή, κοφτή: «Πρόσεξε, Πάτρικ! Μη χάνεις την ψυχραιμία σου». «Ίσως να σας ενδιαφέρει να μάθετε ότι η αστυνομία του Σάρεϊ αναγνώρισε εύκολα, εσάς και τη γυναίκα σας Κριστίν και σας ξεχώρισε ανάμεσα στην ομάδα των ενοίκων του ξενοδοχείου που είχε φωτογραφηθεί εδώ. Σας αναγνώρισαν αμέσως σαν Έντουαρντ Κόρριγκαν και Κριστίν Ντέβεριλ, η νέα γυναίκα που είχε ανακαλύψει το πτώμα». Ο Πάτρικ Ρέντφερν είχε σηκωθεί. Το όμορφο πρόσωπό του είχε αλλοιωθεί από λύσσα. Ήταν το πρόσωπο ενός φονιά -ενός αιμοβόρου θηρίου. «Καταραμένο ξένο σκουλήκι!» ούρλιαξε. Όρμησε μπροστά με τα χέρια απλωμένα, εκστομίζοντας κατάρες και τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω στον λαιμό του Πουαρό...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ I Ο Πουαρό έλεγε στοχαστικά: «Ήταν ένα πρωί που καθόμαστε εκεί έξω και μιλούσαμε για ηλιοκαμένα κορμιά ξαπλωμένα σαν κρέας πάνω σε πάγκους και ήταν τότε που αναλογίστηκα πόσο μικρή δια­ φορά υπάρχει ανάμεσα σ' ένα σώμα και σ’ ένα άλλο. Αν κανείς κοιτάξει προσεχτικά και εξεταστικά -τότε ναι, ξεχωρί­ ζουν- αλλά τι γίνεται όταν το βλέμμα είναι επιπόλαιο; Μια κάπως καλοφτιαγμένη νέα γυναίκα μοιάζει πολύ με μιαν άλλη... Δυο ηλιοκαμένα πόδια, δυο ηλιοκαμένα μπράτσα, ανάμεσά τους ένα τίποτα για μαγιό- ένα σώμα ξαπλωμένο στον ήλιο. Όταν μια γυναίκα περπατάει, όταν μιλάει, γελάει, γυρίζει το κεφάλι, κάνει μια κίνηση με το χέρι, τότε μάλιστα, υπάρχει προσωπικότητα -ατομικότητα. Αλλά ξαπλωμένη στον ήλιο -όχι. »Ήταν εκείνη την ημέρα που μιλούσαμε για το κακό -το κακό κάτω από τον ήλιο, όπως είπε ο κύριος Λέιν. Είναι πολύ ευαίσθητο άτομο ο κύριος Λέιν. Το κακό τον επηρεάζει νοιώθει την παρουσία του- αλλά παρ’ όλο που είναι καλός δέκτης, δεν μπορούσε να εντοπίσει πού ακριβώς ήταν το κακό. Γι' αυτόν, η εστία του κακού ήταν η Αρλήνα Μάρσαλ και σχεδόν όλοι όσοι τον άκουγαν, συμφωνούσαν μαζί του. »Αλλά για μένα, αν και το κακό υπήρχε, δε συγκεντρωνό­ ταν ωστόσο στην Αρλήνα Μάρσαλ. Ήταν σχετικό μ’ αυτή, αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. Την έβλεπα, και στην αρχή και στο τέλος και πάντοτε, προορισμένη να γίνει ένα και μοναδικό θύμα. Επειδή ήταν όμορφη, επειδή είχε γοητεία, επειδή οι άντρες γύριζαν το κεφάλι στο πέρασμά της, είχε δημιουργηθεί η φήμη ότι ήταν ο τύπος της γυναίκας που


188

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

καταστρέφει ζωές. Εγώ όμως την έβλεπα διαφορετικά. Δεν ήταν εκείνη που μάγευε τους άντρες. Οι άντρες μάγευαν αυτήν. Ήταν ο τύπος της γυναίκας που κάνει τους άντρες να παίρνουν εύκολα φωτιά, αλλά που το ίδιο εύκολα τη βαριού­ νται. Και όλα όσα άκουσα ή έμαθα γι’ αυτήν, δυνάμωσαν αυτή μου την πεποίθηση. Το πρώτο πράγμα που λεγόταν για λογαριασμό της, ήταν ότι ο άνθρωπος που χώρισε εξαιτίας της, αρνήθηκε να την παντρευτεί. Και τότε βρέθηκε ο κύριος Μάρσαλ -ένας απ’ αυτούς τους αγιάτρευτα ιπποτικούς τύπους- και προσφέρθηκε να την παντρευτεί. Για έναν ήσυχο, αποτραβηγμένο άνθρωπο σαν τον κύριο Μάρσαλ, μια δημόσια δοκιμασία είναι το χειρότερο μαρτύριο. Έτσι εξηγείται η αγάπη και ο οίκτος του για την πρώτη του γυναίκα που κατηγορήθηκε και δικάστηκε για ένα φόνο που δεν είχε κάνει. Την παντρεύτηκε και δικαιώθηκε απόλυτα για την εκτί­ μησή του στον χαρακτήρα της. Μετά τον θάνατό της, μια άλλη όμορφη γυναίκα, σχεδόν στον ίδιο τύπο (μπορούμε να το συμπεράνουμε από τα κόκκινα μαλλιά της Λίντα που τα κληρονόμησε ίσως από τη μητέρα της) δέχεται την κατα­ κραυγή του κόσμου. Και πάλι ο Μάρσαλ παίζει τον ρόλο του ηθικού σωτήρα. Αυτή τη φορά όμως, η θυσία του δε δικαιώ­ νεται. Η Αρλήνα είναι ανόητη, ματαιόδοξη, ανάξια για τη συμπάθεια και την προστασία του. Νομίζω πως είχε καταλά­ βει τον αληθινό της χαρακτήρα. Και όταν ακόμη είχε πάψει να την αγαπά και η παρουσία της του ήταν δυσάρεστη, εξα­ κολουθούσε να τη λυπάται. Την έπαιρνε σαν ένα παιδί που δεν έχει την ικανότητα να προχωρήσει παραπέρα από μιαν ορισμένη σελίδα στο βιβλίο της ζωής. «Έβλεπα στην Αρλήνα Μάρσαλ με το πάθος της για τους άντρες, μια εύκολη λεία για έναν ασυνείδητο τύπο αρσενικού. Στον Πάτρικ Ρέντφερν, με την ωραία του εμφάνιση, με την αυτοπεποίθησή του, με την αναμφισβήτητη γοητεία του στις γυναίκες, αναγνώρισα αμέσως αυτόν τον τύπο. Τον τυχο­ διώκτη που ζει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο από τις γυναίκες. Παρατηρώντας από τη θέση μου στην πλαζ, ήμουν βέβαιος ότι η Αρλήνα ήταν το θύμα του Ρέντφερν και όχι ο Ρέντφερν το θύμα της Αρλήνα. Και συσχέτισα την εστία του κακού μ' αυτόν και όχι μ’ εκείνη. »Η Αρλήνα είχε αποχτήσει πρόσφατα ένα μεγάλο ποσό


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

189

χρημάτων που της άφησε ένας ηλικιωμένος θαυμαστής που δεν είχε προφτάσει να τη βαρεθεί. Ήταν από τις γυναίκες που κάποιος άντρας τους τρώει τα λεφτά. Η δεσποινίς Μπριούστερ είχε μιλήσει για έναν νέο που η Αρλήνα είχε “κατα­ στρέψει”. Βρέθηκε όμως ένα γράμμα του στο δωμάτιό της, όπου αν και τόνιζε την επιθυμία του (που δεν κόστιζε τίποτα) να τη στολίσει με ακριβά κοσμήματα, την ευχαριστούσε για την επιταγή που εκείνη του είχε στείλει και χάρη στην οποία έλπιζε να αποφύγει τη δίωξη. Κλασσική περίπτωση ενός νεαρού ασώτου που απομυζούσε τα χρήματά της. Δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι ο Πάτρικ Ρέντφερν δε δυσκολεύτηκε να την πείσει να του δίνει από καιρό σε καιρό μεγάλα ποσά για “επένδυση”. Ασφαλώς, θα την είχε θαμπώσει με μεγάλες υποσχέσεις για ευκαιρίες να μεγαλώσει την περιουσία της και τη δική του. Οι απροστάτευτες γυναίκες που ζουν μόνες, είναι εύκολη λεία στα χέρια τέτοιων ανθρώπων, που συνή­ θως εξαφανίζονται ατιμώρητοι με τα κέρδη. Αν καμιά φορά υπάρχει σύζυγος, ή αδελφός ή πατέρας, τότε τα πράγματα μπορεί να πάρουν άσχημη εξέλιξη για τον απατεώνα. Αν ο κύριος Μάρσαλ μάθαινε τι είχαν γίνει τα χρήματα της γυναί­ κας του, ο Πάτρικ Ρέντφερν ήξερε ότι θα την είχε άσχημα. »Αυτό, ωστόσο, δεν τον στενοχωρούσε, γιατί είχε απο­ φασίσει εντελώς ψύχραιμα να την ξεκάνει μόλις θα το έκρινε σκόπιμο, παίρνοντας θάρρος από το γεγονός ότι είχε κατα­ φέρει να βγει ατιμώρητος από ένα άλλο φόνο -τον φόνο της νεαρής γυναίκας που είχε παντρευτεί, με το όνομα Κόρριγκαν και που την είχε πείσει να κάνει μια μεγάλη ασφάλεια ζωής. »Στα σχέδιά του είχε υποκινητή και βοηθό τη γυναίκα που παρουσίαζε εδώ σαν σύζυγό του -τη μόνη που αγα­ πούσε πραγματικά. Μια νέα γυναίκα, εντελώς αντίθετου τύπου από τα θύματά του -ψυχρή, ήρεμη, απαθή, αλλά απόλυτα αφοσιωμένη σ’ αυτόν και εξαιρετική ηθοποιό... Γιατί, από τη στιγμή που έφτασε εδώ, η Κριστίν Ρέντφερν, έπαιζε τον ρόλο της καημενούλας. Ντελικάτη, αδύναμη, δια­ νοούμενη μάλλον, παρά αθλητική, θυμηθείτε τα στοιχεία του χαρακτήρα που δημιούργησε: τα εγκαύματα που πάθαινε στον ήλιο και το άσπρο της δέρμα, ο ίλιγγος που της προκαλούσε το ύψος. Όλ’ αυτά για να τονίσει τη λεπτή κράση της.


190

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Όλοι σχεδόν την έλεγαν η "μικρούλα γυναίκα". Ήταν ψηλή, σχεδόν σαν την Αρλήνα Μάρσαλ, αλλά με μικρά χέρια και πόδια. Μιλώντας για τον εαυτό της εμφανιζόταν σαν πρώην δασκάλα και δημιουργούσε έτσι την εντύπωση ότι προτι­ μούσε το διάβασμα από τις αθλητικές ικανότητες. Η αλήθεια είναι ότι είχε εργαστεί σε σχολείο, αλλά η θέση που είχε εκεί ήταν ως γυμνάστρια και σκαρφάλωνε σαν γάτα και έτρεχε σαν αθλήτρια. »Το έγκλημα είχε σχεδιαστεί και χρονομετρηθεί με κάθε λεπτομέρεια. Ιδίως η χρονομέτρησή του ήταν κάτι αριστουργηματικό. «Πρώτα, παίχτηκαν μερικές προκαταρκτικές σκηνές. Μία παίχτηκε στην προεξοχή του βράχου, όταν ήξεραν ότι βρι­ σκόμουν στο διπλανό κούφωμα. Μια συνηθισμένη σκηνή συζυγικής ζηλοτυπίας ανάμεσα σ’ εκείνη και στον άντρα της. Αργότερα, η Κριστίν έπαιξε τον ίδιο ρόλο μπροστά μου, αυτή τη φορά. Και θυμάμαι τώρα, ότι ένοιωσα ένα αόριστο συναί­ σθημα σαν να τα είχα διαβάσει σε κάποιο βιβλίο όλ' αυτά. Δε φαίνονταν πραγματικά. Επειδή, φυσικά, δεν ήταν πραγμα­ τικά. Ύστερα, ήρθε η μέρα του εγκλήματος. Ήταν όμορφη μέρα -βασική προϋπόθεση. Η πρώτη πράξη του Ρέντφερν ήταν να γλιστρήσει έξω πολύ νωρίς -από την μπαλκονόπορτα που την είχε ανοίξει από μέσα (αν την εύρισκαν ανοι­ χτή θα υπέθεταν ότι κάποιος είχε βγει για ένα πρωινό μπά­ νιο). Κάτω από το μπουρνούζι του είχε κρύψει ένα πράσινο κινέζικο καπέλο, όμοιο μ’ εκείνο που συνήθιζε να φοράει η Αρλήνα. Διέσχισε το νησί, κατέβηκε τη σιδερένια ανεμόσκαλα κι έκρυψε το καπέλο σ’ ένα συμφωνημένο μέρος πίσω από τους βράχους. Μέρος πρώτο. »Το προηγούμενο βράδυ είχε δώσει ραντεβού στην Αρλήνα. Έπαιρναν πολλές προφυλάξεις στις συναντήσεις τους γιατί η Αρλήνα φοβόταν λίγο τον άντρα της. Δέχτηκε να πάει στον όρμο Πίξυ νωρίς, γιατί κανείς δεν πήγαινε εκεί το πρωί. Ο Ρέντφερν θα πήγαινε να τη συναντήσει εκεί, προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει απαρατήρητος. Αν άκουγε κάποιον να κατεβαίνει τη σκάλα ή αν έβλεπε καμιά βάρκα να πλησιάζει, θα έπρεπε να κρυφτεί στη σπηλιά που της έδειξε πως θα βρει την είσοδο και να περιμένει εκεί, ώσπου να περάσει ο κίνδυνος. Μέρος δεύτερο.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

191

»Εν τω μεταξύ, η Κριστίν πήγε στο δωμάτιο της Λίντα, την ώρα που υπολόγιζε ότι η μικρή θα είχε πάει για το πρω­ ινό της μπάνιο. Άλλαξε την ώρα στο ρολόι της Λίντα, βάζοντάς το είκοσι λεπτά μπροστά. Βέβαια, η Λίντα μπορεί να πρόσεχε ότι το ρολόι της πήγαινε μπροστά, αλλά δεν είχε και τόση σημασία αν το έβλεπε. Το πραγματικό άλλοθι της Κριστίν ήταν το μέγεθος των χεριών της, που έδειχναν απίθανο να έχει κάνει το έγκλημα. Ωστόσο κι ένα δεύτερο άλλοθι δε θα ήταν άσχημο. Ενώ ήταν στο δωμάτιο της Λίντα, πρόσεξε το βιβλίο για τη μαγεία, ανοιγμένο σε μια ορισμένη σελίδα. Τη διάβασε και όταν η Λίντα γύρισε και της έπεσε το πακέτο με τα κεριά, κατάλαβε τι είχε η Λίντα στον νου της. Και τότε της ήρθαν μερικές καινούριες ιδέες. Το αρχικό σχέδιο του εγκληματικού ζευγαριού, ήταν να ρίξουν τις υποψίες στον Κέννεθ Μάρσαλ -κι αυτός ήταν ο λόγος του κομματιού της πίπας που έπρεπε να βρεθεί στο λιμανάκι, κάτω από τη σκάλα. »Όταν γύρισε η Λίντα, η Κριστίν την έπεισε εύκολα να πάνε μαζί στον όρμο Γκαλ. Γύρισε τότε στο δικό της δωμάτιο, έβγαλε από μια κλειδωμένη βαλίτσα ένα μπουκάλι με κρέμα για τεχνητό μαύρισμα, αλείφτηκε προσεχτικά και πέταξε το άδειο μπουκάλι από το παράθυρο. Αυτό ήταν που λίγο έλειψε να χτυπήσει τη δεσποινίδα Μπριούστερ που κολυ­ μπούσε από κάτω. Το τρίτο μέρος έχει πραγματοποιηθεί με επιτυχία. »Μετά η Κριστίν φοράει ένα άσπρο μαγιό και πάνω απ’ αυτό ένα κοστούμι της πλαζ με φαρδιά παντελόνια και μανί­ κια, που κρύβει τα μαυρισμένα μέλη της. »Στις 10.15’ η Αρλήνα φεύγει για το ραντεβού της. Ένα λεπτό αργότερα, ο Πάτρικ Ρέντφερν κατεβαίνει στην πλαζ και δείχνει έκπληξη, δυσαρέσκεια και τα λοιπά. Το μέρος της Κριστίν ήταν αρκετά εύκολο. Κρύβοντας το δικό της ρολόι, ρωτάει τη Λίντα στις έντεκα και είκοσι πέντε τι ώρα είναι. Η Λίντα κοιτάζει το ρολόι της και απαντάει ότι είναι δώδεκα παρά τέταρτο. Φεύγει για να πάει στη θάλασσα και η Κριστίν μαζεύει τα σύνεργα της ζωγραφικής. Μόλις η Λίντα γυρίζει την πλάτη της, η Κριστίν παίρνει το ρολόι που αναγκαστικά έβγαλε το κορίτσι πριν πέσει στο νερό και το ξαναβάζει στην κανονική ώρα. Ύστερα ανεβαίνει γρήγορα το μονοπάτι,


192

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

περνάει τη στενή λουρίδα μέχρι την κορφή της σκάλας, βγάζει την πυτζάμα της, τη χώνει μαζί με την κασετίνα της ζωγραφικής πίσω από ένα βράχο και κατεβαίνει με επιδεξιότητα τη σκάλα. «Η Αρλήνα είναι στην πλαζ από κάτω και αναρωτιέται γιατί αργεί ο Πάτρικ. Βλέπει ή ακούει κάποιον να κατεβαίνει τη σκάλα. Αποτολμάει μια βιαστική ματιά και με δυσαρέσκεια βλέπει το πιο ανεπιθύμητο πρόσωπο -η σύζυγος! Βιαστικά, χώνεται στη σπηλιά. »Η Κριστίν βγάζει το καπέλο από την κρυψώνα του -με μια ψεύτικη κόκκινη μπούκλα κολλημένη κάτω από το μπορ στο πίσω μέρος -και παίρνει την ξαπλωμένη μπρούμυτα στάση, κρύβοντας το πρόσωπο και τον λαιμό της με το καπέλο. Η συγχρονισμός είναι τέλειος. Ένα-δύο λεπτά αργό­ τερα η βάρκα με την Έμιλυ Μπριούστερ και τον Πάτρικ Ρέντφερν φτάνει στο λιμανάκι. Θυμηθείτε, ότι ο Ρέντφερν ήταν που έσκυψε πάνω από το σώμα για να δει, ο Ρέντφερν που τα χάνει, που συντρίβεται από τον θάνατο της αγαπημέ­ νης του! Ο μάρτυράς του είχε διαλεχτεί με προσοχή. Η δεσποινίς Μπριούστερ υποφέρει από ιλίγγους. Δε θα μπο­ ρούσε ν’ ανεβεί τη σκάλα. Πρέπει να φύγει από το λιμανάκι με τη βάρκα για να ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο Πάτρικ, φυσικά, θα ήταν εκείνος που θα έμενε κοντά στη νεκρή... σε περίπτωση που ο δολοφόνος ήταν ακόμα εκεί. Η δεσποινίς Μπριούστερ φεύγει με τη βάρκα για να φέρει την αστυνομία. Μόλις η βάρκα στρίβει το ακρωτήρι, η Κριστίν σηκώνεται, κόβει κομμάτια το καπέλο με το ψαλίδι που είχε την πρόνοια να φέρει ο Πάτρικ, τα χώνει μέσα στο μαγιό της και ανεβαίνει τη σκάλα σε χρόνο αστραπή, ξαναφοράει τα φαρδιά ρούχα της και γυρίζει γρήγορα στο ξενοδοχείο. Μόλις έχει καιρό να κάνει ένα σύντομο μπάνιο για να βγάλει το χρώμα από πάνω της και να φορέσει το κοστούμι του τένις. Κάνει και κάτι άλλο ακόμη. Καίει τα κομμάτια του πράσινου καπέλου με την κόκ­ κινη μπούκλα των μαλλιών στο τζάκι του δωματίου της Λίντα, προσθέτοντας κι ένα φύλλο ημερολογίου, ώστε να φανεί, ότι όχι καπέλο, αλλά ημερολόγιο ήταν αυτό που είχε καεί. Όπως είχε υποψιαστεί, η Λίντα πειραματιζόταν στη μαγεία, όπως απέδειξαν το λιωμένο κερί και η καρφίτσα. «Κατέβηκε τέλος στο γήπεδο του τένις, φτάνοντας τελευ­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

193

ταία, αλλά χωρίς να δείχνει βιαστική ή λαχανιασμένη. »Εν τω μεταξύ, ο Πάτρικ πήγε στην είσοδο της σπηλιάς. Η Αρλήνα δεν είχε δει τίποτα και είχε ακούσει πολύ λίγα -μια βάρκα, φωνές. Έμεινε κρυμμένη ώσπου ο Πάτρικ τη φώναξε. «“Εντάξει, χρυσή μου, έφυγαν”. Και βγαίνει από τη σπη­ λιά και τα χέρια του σφίγγονται γύρω στον λαιμό της -κι αυτό ήταν το τέλος της φτωχής, όμορφης, ανόητης Αρλήνα Μάρσαλ...» Η φωνή του έσβησε. Για μια στιγμή βασίλεψε βαθιά σιωπή. Ύστερα, η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ είπε ανατριχιάζοντας: «Μάλιστα, μας τα διηγηθήκατε πολύ παραστατικά. Αλλά αυτή είναι η ιστορία από την άλλη πλευρά. Δε μας είπατε όμως πως φτάσατε εσείς στην αλήθεια». «Σας είπα άλλοτε», είπε ο Πουαρό, «ότι το μυαλό μου δουλεύει πολύ απλά. Από την αρχή, είχα την εντύπωση ότι ο δολοφόνος της Αρλήνα Μάρσαλ ήταν το πιο πιθανό πρό­ σωπο. Και το πιο πιθανό πρόσωπο ήταν ακριβώς, ο Πάτρικ Ρέντφερν. Ήταν ο πιο ενδεδειγμένος τύπος ανθρώπου που εκμεταλλεύεται τις γυναίκες του είδους της και ο τύπος του φονιά. Το είδος του άνθρωπου που παίρνει τα λεφτά της γυναίκας και μπορεί να της κόψει αδίσταχτα τον λαιμό. «Ποιόν πήγαινε να συναντήσει εκείνο το πρωί η Αρλήνα; Η έκφραση του προσώπου της, το χαμόγελο, ο τρόπος της, τα λόγια που μου είπε, το φώναζαν -τον Πάτρικ Ρέντφερν. Και επομένως, από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, έβγαινε ότι ο Πάτρικ Ρέντφερν έπρεπε να την είχε σκοτώσει. »Αλλά τότε είδα πως ήταν αδύνατο να την έχει σκοτώσει αυτός, αφού ήταν στην πλαζ και η δεσποινίς Μπριούστερ ήταν μαζί του όταν ανακάλυψαν το πτώμα. Έψαξα, λοιπόν, για άλλες λύσεις και βρήκα πολλές. Θα μπορούσε να την έχει σκοτώσει ο άντρας της, με τη συνενοχή της δεσποινίδας Ντάρνλεϊ (και οι δυο είχαν πει ψέματα σε ένα σημείο, πράγμα που φαινόταν ύποπτο). Θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί επειδή ίσως είχε ανακαλύψει το μυστικό του λαθρεμπορίου ναρκωτικών. Θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί από κάποιον θρησκόληπτο μανιακό κι ακόμη θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί από την προγονή της. Η τελευταία λύση μου φάνηκε για μια στιγμή η πιο πιθανή. Ο τρόπος της Λίντα,


194

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

όταν την ανέκρινε η αστυνομία ήταν παράξενος. Και μια συζήτηση που είχα μαζί της αργότερα με βεβαίωσε για κάτι. Η Λίντα, θεωρούσε τον εαυτό της ένοχο». «Θέλετε να πείτε ότι πίστευε ότι είχε σκοτώσει την Αρλήνα;» Η φωνή της Ρόζαμουντ έδειχνε δυσπιστία. Ο Πουαρό έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Θυμηθείτε -είναι λίγο πιο μεγάλη από παιδί. Διά­ βασε εκείνο το βιβλίο για τη μαγεία και το μισοπίστεψε. Μι­ σούσε την Αρλήνα. Έφτιαξε το ομοίωμα με το κερί, το καταράστηκε, το τρύπησε στην καρδιά, το έλιωσε στη φωτιά και την ίδια μέρα η Αρλήνα πεθαίνει. Άνθρωποι μεγαλύτεροι στην ηλικία από τη Λίντα και πιο λογικοί, πιστεύουν στη δύναμη της μαγείας. Τι περιμένετε από ένα παιδί; Ήταν φυσικό να πιστέψει ότι χρησιμοποιώντας μαγικές μεθόδους είχε προκαλέσει τον θάνατο της μητριάς της». «Ω, το φτωχό παιδί! » φώναξε η Ρόζαμουντ. «Κι εγώ που σκέφτηκα, που φαντάστηκα κάτι τελείως διαφορετικό... ότι ήξερε κάτι που...» Σταμάτησε απότομα. Ο Πουαρό είπε: «Ξέρω τι σκεφτήκατε. Ο τρόπος σας τρομοκράτησε ακόμη περισσότερο τη Λίντα. Πίστευε ότι η πράξη της είχε προκαλέσει πραγματικά τον θάνατο της Αρλήνα και ότι εσείς το ξέρατε. Και η Κριστίν Ρέντφερν την τρόμαξε, βάζοντάς της στο μυαλό την ιδέα των υπνωτικών, δείχνοντάς της τον τρόπο για μια σύντομη και ανώδυνη εξιλέωση για το έγκλημά της. Βλέπετε, μια και ο κύριος Μάρσαλ απέδειξε ότι είχε ακλόνητο άλλοθι, έπρεπε να βρεθεί ένας άλλος ύποπτος. Ούτε εκείνη ούτε ο άντρας της ήξεραν για την υπόθεση των ναρκωτικών. Και διάλεξαν τη Λίντα για εξιλαστήριο θύμα». «Τι διαβολικό πλάσμα!» είπε η Ρόζαμουντ. «Ναι, πολύ σωστός χαρακτηρισμός. Διαβολικό πλάσμα. Μια αδίσταχτη και σκληρή γυναίκα. Όσο για μένα, βρισκό­ μουν σε δύσκολη θέση. Η Λίντα ήταν ένοχη μόνο για την παιδιάστικη απόπειρα της μαγείας ή το μίσος της την είχε παρασύρει μακρύτερα, στην τελική πράξη; Δοκίμασα να την κάνω να μου μιλήσει. Δεν κατάφερα τίποτα. Ήμουν σε μεγάλη αμηχανία. Ο αστυνομικός διευθυντής ήταν έτοιμος να δεχτεί τη θεωρία ότι την είχαν σκοτώσει οι λαθρέμποροι των


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

195

ναρκωτικών. Δεν μπορούσα να το δεχτώ αυτό. Εξέτασα ακόμα μια φορά τα γεγονότα. Είχα βλέπετε, όλα τα κομμάτια του παζλ -μεμονωμένα συμβάντα- καθορισμένα γεγονότα. Όλα τα κομμάτια αυτά θα έπρεπε να ταιριάζουν σε μια τέλεια εικόνα. Υπήρχε το ψαλίδι που βρέθηκε στην πλαζ, το μπου­ κάλι που κάποιος πέταξε από ένα παράθυρο, ένα μπάνιο που κανείς δεν ομολογούσε ότι έκανε. Όλα, εντελώς αθώα περιστατικά από μόνα τους, αλλά που έπαιρναν σημασία από το γεγονός ότι κανένας δεν ήθελε να τα παραδεχτεί. Επομένως, έπρεπε να είναι σημαντικά. Κανένα απ’ αυτά δεν ταίριαζε με τη θεωρία ότι ο Κέννεθ Μάρσαλ ήταν ένοχος ή η Λίντα ή κάποια συμμορία ναρκωτικών. Κι ωστόσο πρέπει να είχαν κάποια έννοια. Ξαναγύρισα στην πρώτη μου λύση -ότι ο Πάτρικ Ρέντφερν είχε κάνει το έγκλημα. Υπήρχε κάτι που να το υποστηρίζει αυτό; Ναι, το γεγονός ότι από τον λογα­ ριασμό της Αρλήνα Μάρσαλ έλειπαν μεγάλα ποσά. Ποιος είχε πάρει αυτά τα χρήματα; Ο Πάτρικ Ρέντφερν, φυσικά. Ήταν ο τύπος της γυναίκας που ξεγελιέται εύκολα από έναν ωραίο άντρα -αλλά δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που μπορεί κανείς να εκβιάσει. Ήταν πολύ ειλικρινής, ανίκανη να κρατήσει κάτι μυστικό. Η ιστορία του εκβιασμού δε μου είχε φανεί ποτέ αληθινή. Κι όμως, η συζήτηση είχε γίνει αφού κάποιος την άκουσε. Ναι, μα ποιος την είχε ακούσει; Η γυναίκα του Πάτρικ Ρέντφερν. Η ιστορία ήταν δική της -καμιά άλλη ένδειξη δεν την επιβεβαίωσε. Γιατί να την πει; Και τότε, η απάντηση μου ήρθε σαν αστραπή. Για να δικαιολογηθεί η εξαφάνιση των χρημάτων της Αρλήνα! »0 Πάτρικ και η Κριστίν Ρέντφερν. Και οι δυο ήταν ανα­ κατωμένοι. Η Κριστίν δεν είχε τη φυσική δύναμη που απαιτεί ένας στραγγαλισμός. Άρα το είχε κάνει ο Πάτρικ -μα ήταν αδύνατο! Κάθε λεπτό της ώρας του, ήταν γνωστό ως τη στιγμή που βρέθηκε το πτώμα. »Πτώμα... η λέξη έκανε κάτι να σαλέψει μέσα στο μυαλό μου. Κορμιά ξαπλωμένα στην πλαζ -όλα όμοια. Ο Πάτρικ Ρέντφερν και η Έμιλυ Μπριούστερ είχαν φτάσει στο λιμανάκι και είχαν δει ένα ξαπλωμένο σώμα. Ένα σώμα... αν υποθέ­ σουμε ότι δεν ήταν της Αρλήνα αλλά κάποιας άλλης; Το κεφάλι ήταν κρυμμένο κάτω από το μεγάλο κινέζικο καπέλο. »Ωστόσο, υπήρχε μόνο ένα πτώμα... της Αρλήνα. Τότε,


196

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

μπορούσε να είναι ένα ζωντανό σώμα, κάποιος που προ­ σποιούταν τον νεκρό; Μπορούσε να είναι η ίδια η Αρλήνα, που ο Πάτρικ την είχε πείσει να παίξουν κάποια φάρσα; Όχι, πολύ επικίνδυνο. Ένα ζωντανό σώμα... ποιας; Υπήρχε καμιά γυναίκα που θα δεχόταν να βοηθήσει τον Ρέντφερν; Μα βέβαια, η γυναίκα του. Μα η γυναίκα του ήταν ένα άχρωμο ντελικάτο πλάσμα. Ναι, αλλά χρώμα υπάρχει και μέσα σε μπουκάλια... μπουκάλια... ένα μπουκάλι. Είχα ένα μπουκάλι στη συλλογή μου, των κομματιών της εικόνας. Μά­ λιστα και ύστερα, φυσικά, ένα μπάνιο για να βγει το προδο­ τικό χρώμα, πριν από την παρτίδα του τένις. Και το ψαλίδι; Ω, μα για να κόψει εκείνο το χαρτονένιο καπέλο... ένα ενο­ χλητικό πράγμα που έπρεπε να το ξεφορτωθούν αμέσως και μέσα στη βιασύνη, το ψαλίδι ξεχάστηκε στο λιμανάκι... το ένα και μοναδικό πράγμα που ξέχασε το ζευγάρι των δολο­ φόνων. »Αλλά πού ήταν η Αρλήνα όλη αυτή την ώρα; Κι αυτό ήταν εύκολο να το φανταστώ. Ή η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ ή η Αρλήνα Μάρσαλ, είχαν μπει στη σπηλιά της Νεράιδας. Μου το είπε το άρωμα που χρησιμοποιούσαν και οι δύο. Δεν μπορούσε να ήταν η Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ. Τότε ήταν η Αρλήνα. Η Αρλήνα, που κρύφτηκε εκεί ώσπου να φύγουν από το λιμανάκι οι ανεπιθύμητοι. »Όταν η Έμιλυ Μπριούστερ έφυγε με τη βάρκα, ο Πάτρικ είχε την παραλία στη διάθεσή του και την ευκαιρία να κάνει το έγκλημά του. Η Αρλήνα Μάρσαλ δολοφονήθηκε στις δώδεκα παρά τέταρτο αλλά η ιατρική γνωμάτευση αφορούσε την κατά προσέγγιση ώρα του θανάτου. Ότι η Αρλήνα είχε πεθάνει στις δώδεκα παρά τέταρτο ήταν αυτό που είπαν στον γιατρό, όχι αυτό που είπε ο γιατρός στην αστυνομία. »Δύο ακόμη σημεία έπρεπε να ξεκαθαριστούν. Η κατά­ θεση της Λίντα Μάρσαλ έδινε στην Κριστίν Ρέντφερν ένα άλλοθι. Ναι, αλλά αυτή η κατάθεση στηριζόταν στο ρολόι της Λίντα. Εκείνο που χρειαζόταν ήταν ν’ αποδειχτεί ότι η Κριστίν είχε δύο ευκαιρίες να αλλάξει την ώρα στο ρολόι. Τις βρήκα αρκετά εύκολα. Ήταν μόνη της στο δωμάτιο της Λίντα εκείνο το πρωί και υπήρχε και μια έμμεση απόδειξη. Η Λίντα είχε πει ότι φοβήθηκε ότι είχε αργήσει, αλλά όταν κατέβηκε, είδε στο ρολόι του χολ ότι ήταν μόνο δέκα και είκοσι πέντε. Η δεύ­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

197

τερη ευκαιρία ήταν εύκολη. Μπόρεσε να ξαναβάλει το ρολόι στη σωστή ώρα, μόλις η Λίντα γύρισε τη ράχη της και κατέ­ βηκε στη θάλασσα να κολυμπήσει. »Ύστερα, ήταν το θέμα της σκάλας. Η Κριστίν είχε πει ότι το ύψος της έφερνε ζάλη. Ήταν κι αυτό ψέμα. »Είχα την εικόνα μου ολόκληρη -το κάθε κομμάτι ταίριαζε περίφημα στη θέση του. Δυστυχώς, δεν είχα αποδείξεις. Ήταν όλα θεωρία μόνο. »Τότε μου ήρθε μια ιδέα. Υπήρχε τόλμη στο έγκλημα και επιδεξιότητα. Δεν είχα αμφιβολία ότι ο Πάτρικ Ρέντφερν θα ξανάκανε το έγκλημά του στο μέλλον. Τι είχε γίνει στο παρελθόν; Υπήρχε μια πιθανότητα να μην είναι το πρώτο του έγκλημα ετούτο. Ο τρόπος του φόνου, ο στραγγαλισμός, ήταν σύμφωνος με τη φύση του -φύση φονιά για ευχαρί­ στηση και για κέρδος. Αν είχε σκοτώσει και άλλη φορά, ήμουν βέβαιος ότι θα είχε χρησιμοποιήσει τον ίδιο τρόπο. Παρακάλεσα τον επιθεωρητή Κόλγκεητ να μου κάνει μια λίστα των γυναικών που είχαν δολοφονηθεί με στραγγαλι­ σμό. Το αποτέλεσμα με γέμισε χαρά. Ο φόνος της Νέλλυ Πάρσονς, που βρέθηκε στραγγαλισμένη σ’ ένα απόμερο δάσος, μπορεί να ήταν, μπορεί και να μην ήταν έργο του Πάτρικ Ρέντφερν, μπορεί απλώς να του έδωσε την ιδέα, αλλά στον φόνο της Άλις Κόρριγκαν, βρήκα ακριβώς αυτό που ζητούσα. Βασικά, την ίδια μέθοδο. Παιχνίδι με την ώρα ένας φόνος, όχι όπως συνήθως, πριν από την ώρα που υποτίθεται ότι έγινε, αλλά μετά. Ένα πτώμα που ανακαλύ­ πτεται δήθεν στις τέσσερις και τέταρτο. Ένας σύζυγος που έχει εξακριβωμένο άλλοθι μέχρι τις τέσσερις και είκοσι πέντε. »Τι είχε γίνει ακριβώς; Είπαν τότε, ότι ο Έντουαρντ Κόρριγκαν έφτασε στο Πάιν Ριτζ, δε βρήκε τη γυναίκα του εκεί και βγήκε έξω και περπατούσε πάνω-κάτω. Στην πραγματικό­ τητα φυσικά, έτρεξε γρήγορα στο σημείο που είχαν ραντε­ βού, στο Σήζαρς Γκρόουβ (ήταν πολύ κοντά, όπως θα θυμάστε) τη σκότωσε και ξαναγύρισε στο καφέ. Η νέα γυναίκα που ανέφερε το έγκλημα, ήταν πολύ έντιμο πρό­ σωπο, γυμνάστρια σ' ένα γνωστό σχολείο θηλέων. Δε φαινό­ ταν να έχει σχέση με τον Έντουαρντ Κόρριγκαν. Έκανε αρκετό δρόμο για να φτάσει στο Αστυνομικό Τμήμα. Ο για­ τρός της αστυνομίας εξέτασε το πτώμα στις έξη παρά


198

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

τέταρτο. Όπως και σε τούτη την υπόθεση η ώρα του θανάτου έγινε δεκτή χωρίς συζήτηση. »Τέλος, έκανα ένα τεστ. Έπρεπε να μάθω οπωσδήποτε αν η κυρία Ρέντφερν έλεγε ψέματα. Διοργάνωσα τη μικρή εκδρομή μας στο Ντάρτμουρ. Όποιος παθαίνει ίλιγγο από το ύψος, δεν τα καταφέρνει επίσης να περάσει μια στενή γέφυρα πάνω από νερό που τρέχει. Η δεσποινίς Μπριούστερ, όπως ήταν επόμενο, ζαλίστηκε. Αλλά η Κριστίν Ρέντφερν, χωρίς κανένα δισταγμό, πέρασε το γεφυράκι χωρίς να πάθει τίποτα. Ήταν μια ελάχιστη ένδειξη, αλλά ήταν κάτι ορισμένο. Αφού είχε πει ένα άσκοπο ψέμα, τότε και όλα τα άλλα που είχε πει θα ήταν ψέματα. Εν τω μεταξύ, ο Κόλγκεητ πήγε την ομαδική φωτογραφία των ενοίκων του ξενο­ δοχείου στην αστυνομία του Σάρρεϋ, όπου αναγνώρισαν το ζευγάρι. Έκανα τότε το μόνο που νόμιζα ότι ήταν δυνατό να επιτύχει. Αφού πρώτα αποκοίμισα τον Πάτρικ Ρέντφερν ότι ήταν ασφαλισμένος, γύρισα ξαφνικά εναντίον του κι έκανα ό,τι μπορούσα για να τον υποχρεώσω να χάσει την αυτοκυ­ ριαρχία του. Γνωρίζοντας ότι είχε αναγνωριστεί και σαν Κόρριγκαν τον έκανε να χάσει την ψυχραιμία του». Χάιδεψε τον λαιμό του. «Αυτό που έκανα», είπε με σπουδαίο ύφος, «ήταν τρο­ μερά επικίνδυνο, αλλά δεν το μετανιώνω. Πέτυχα! Δε διακιν­ δύνεψα μάταια». Έγινε για λίγο σιωπή. Ύστερα, η κυρία Γκάρντνερ άφησε ένα βαθύ στεναγμό. «Αχ, κύριε Πουαρό, ήταν συναρπαστικό να σας ακούει κανείς να εξηγείτε πως φτάσατε στα συμπεράσματά σας. Η κάθε φράση ήταν γεμάτη ενδιαφέρον, σαν διάλεξη εγκλημα­ τολογίας και ήταν διάλεξη εγκληματολογίας. Και να σκέφτο­ μαι ότι το κουβάρι μου του μαλλιού και η κουβέντα μας για την ηλιοθεραπεία είχαν κάποια σχέση με την υπόθεση. Ω, αισθάνομαι πολύ αναστατωμένη για να βρω τις κατάλληλες λέξεις και είμαι βέβαιη πως και ο κύριος Γκάρντνερ νοιώθει το ίδιο, έτσι δεν είναι, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου». «Και ο κύριος Γκάρντνερ με βοήθησε», είπε ο Πουαρό, «Χρειαζόμουν τη γνώμη ενός λογικού ανθρώπου για την κυρία Μάρσαλ. Και ρώτησα τον κύριο Γκάρντνερ τι σκεφτό­


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

199

ταν γι’ αυτήν». «Α, έτσι. Και τι είπες, Όντελ;» Ο κύριος Γκάρντνερ ξερόβηξε. «Μα, χρυσή μου, ποτέ δεν είχα και μεγάλη ιδέα γι’ αυτήν, ξέρεις». «Αυτή είναι η απάντηση που δίνουν πάντοτε οι άντρες στις γυναίκες του», είπε η κυρία Γκάρντνερ. «Κι αν με ρωτάτε, ακόμη και ο κύριος Πουαρό από δω, είναι μάλλον επιεικής απέναντι της λέγοντας ότι ήταν θύμα και όλ’ αυτά. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν καθόλου μορφωμένη γυναίκα και μια που ο κύριος Μάρσαλ δε βρίσκεται εδώ, δε διστάζω να σας πω ότι την εύρισκα πάντοτε κάπως κουτή. Το είχα πει στον κύριο Γκάρντνερ. Δε σου το είχα πει, Όντελ;» «Ναι, χρυσή μου».

II Η Λίντα Μάρσαλ καθόταν με τον Ηρακλή Πουαρό στον όρμο Γκαλ. «Φυσικά, χαίρομαι που τελικά δεν πέθανα», είπε. «Αλλά ξέρετε, κύριε Πουαρό, είναι σαν να τη σκότωσα. Έτσι δεν είναι; Το ήθελα». «Όχι, δεν είναι καθόλου το ίδιο», είπε έντονα ο Πουαρό. «Η επιθυμία για φόνο και η πράξη του φόνου είναι δύο δια­ φορετικά πράγματα. Αν στο δωμάτιό σας, αντί την κέρινη φιγούρα είχατε τη μητριά σας δεμένη και ανίσχυρη και στο χέρι σας ένα στιλέτο, αντί μια καρφίτσα, ποτέ δε θα το σπρώ­ χνατε στην καρδιά της! Κάτι μέσα σας θα έλεγε όχι. Το ίδιο κι εγώ. Θυμώνω φοβερά με κάποιον ηλίθιο, θα ήθελα να του δώσω μια κλωτσιά, λέω μέσα μου. Και κλωτσάω το τραπέζι. Αυτό το τραπέζι είναι ο ηλίθιος, λέω μέσα μου και του δίνω την κλωτσιά. Κι αν δε χτυπήσω πολύ το πόδι μου, νοιώθω πολύ καλύτερα και το τραπέζι δεν παθαίνει τίποτα. Αλλά αν είχα μπροστά μου τον ηλίθιο δε θα τον κλωτσούσα. Το να φτιάξει κανείς κέρινα ομοιώματα και να τα τρυπήσει με καρ­ φίτσες, είναι ανόητο, ναι, είναι παιδιάστικο, ναι, αλλά είναι και χρήσιμο. Στη δική μας περίπτωση, πήρε το μίσος από την ψυχή σας και το μετέφερε σ’ εκείνη την κέρινη φιγούρα. Και με την καρφίτσα και τη φωτιά εξαφανίσατε, όχι τη μητριά σας,


200

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

αλλά το μίσος που είχατε γι’ αυτή. Μετά απ’ αυτό, πριν ακόμη μάθετε ότι πέθανε, νοιώσατε εξαγνισμένη, έτσι δεν είναι; Πιο ξαλαφρωμένη, πιο ήρεμη;» Η Λίντα έγνεψε καταφατικά. «Πώς το ξέρετε; Ακριβώς έτσι ένοιωσα». «Λοιπόν, μην ξανακάνετε κουταμάρες. Και αποφασίστε μια και καλή ότι δε θα μισείτε την καινούργια σας μητριά». Η Λίντα αναπήδησε. «Πιστεύετε ότι θ’ αποχτήσω άλλη μητριά; Λ, κατάλαβα, λέτε για τη Ρόζαμουντ. Αλλά γι’ αυτή δε με νοιάζει». Δίστασε μια στιγμή. «Αυτή είναι λογική». Δεν ήταν ακριβώς ο χαρακτηρισμός που ο ίδιος ο Πουαρό θα διάλεγε για τη Ρόζαμουντ Ντάρνλεϊ, κατάλαβε όμως ότι στο λεξιλόγιο της Λίντα, ήταν ο πιο μεγάλος έπαινος. Ill

«Ρόζαμουντ», είπε ο Κέννεθ Μάρσαλ, «ασφαλώς σου πέρασε από το μυαλό ότι είχα σκοτώσει την Αρλήνα». Η Ρόζαμουντ φαινόταν ντροπιασμένη. «Ήμουν εντελώς ανόητη», είπε. «Και βέβαια ήσουν». «Ναι, αλλά κι εσύ, Κεν, είσαι κλειστός σαν στρείδι. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ένοιωθες για την Αρλήνα. Αν την ανεχόσουν απλώς ή αν... αν πίστευες σ’ αυτήν τυφλά. Σκέφτηκα ότι αν συνέβαινε το δεύτερο και ανακάλυπτες ξαφ­ νικά ότι σε απατάει, μπορεί να γινόσουν τρελός από θυμό. Είχα ακούσει διάφορες ιστορίες για σένα. Είσαι πάντοτε πολύ ήσυχος, αλλά γίνεσαι μάλλον τρομαχτικός μερικές φορές». «Κι έβγαλες το συμπέρασμα ότι την έπιασα από τον λαιμό και την έπνιξα;» «Δηλαδή... ναι, αυτό σκέφτηκα. Και το άλλοθι σου δε φαινόταν τόσο σταθερό. Γι’ αυτό αποφάσισα να βοηθήσω λίγο και σκάρωσα εκείνη την ανόητη ιστορία ότι σε είδα στο δωμάτιό σου να γράφεις. Και όταν έμαθα ότι είπες ότι με είχες δει —τότε πίστεψα ότι εσύ το είχες κάνει. Αυτό, και η παράξενη συμπεριφορά της Λίντα». Ο Μάρσαλ αναστέναξε.


ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΦΙΤΣΑΣ

201

«Δεν καταλαβαίνεις ότι είπα ότι σε είδα μέσα στον καθρέφτη για να υποστηρίξω τη δική σου ιστορία; Νόμισα ότι... ότι έπρεπε να επιβεβαιωθεί». Η Ρόζαμουντ τον κοίταξε. «Θέλεις να πεις πως φαντάστηκες ότι εγώ σκότωσα τη γυναίκα σου;» Ο Μάρσαλ κουνήθηκε ανήσυχα στο κάθισμά του. «Ναι, πού να πάρ’ η οργή! Δε θυμάσαι που κάποτε, λίγο έλειψε να πνίξεις εκείνο το παιδί επειδή χτύπησε ένα σκυλί; Τον είχες αρπάξει από τον λαιμό και δεν έλεγες να τον αφή­ σεις». «Μα αυτό έγινε χρόνια πριν». «Ναι, βέβαια...» «Και ποιο λόγο, διάβολε, νόμιζες πως είχα για να σκο­ τώσω την Αρλήνα;» Ο άντρας γύρισε αλλού το βλέμμα του μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. «Κεν, τέρας εγωισμού! Φαντάστηκες ότι τη σκότωσα από αλτρουισμό για το χατίρι σου; Ή... ή μήπως πίστεψες πως τη σκότωσα επειδή σε ήθελα για λογαριασμό μου;» «Τίποτα απ’ αυτά. Αλλά θυμάσαι τι είπες εκείνη την ημέρα για τη Λίντα και για όλα. Έδειχνες σαν να... σαν να ενδιαφερόσουν για ό,τι μου συνέβαινε». «Πάντοτε ενδιαφερόμουν γι’ αυτό». «Το πιστεύω. Ακούσε, Ρόζαμουντ, συνήθως δε μιλάω πολύ, δεν τα καταφέρνω, βλέπεις... αλλά θα ήθελα να ξεκα­ θαρίσω τα πράγματα. Δεν αγαπούσα την Αρλήνα. Ίσως μόνο στην αρχή. Ύστερα, η ζωή μαζί της ήταν δύσκολη δουλειά. Δηλαδή, ήταν πραγματική κόλαση, αλλά τη λυπόμουν αφά­ νταστα. Ήταν τόσο ανόητη. Ήταν παθιασμένη για άντρες. Δεν το ήθελε, ήταν ανώτερο από εκείνη και οι άντρες την παρατούσαν και της φέρονταν απαίσια. Δεν μπορούσα να είμαι εκείνος που θα της έδινε το τελικό σπρώξιμο στον γκρεμό. Την είχα παντρευτεί και είχα υποχρέωση να τη φρο­ ντίζω όσο μπορούσα. Φαντάζομαι ότι το είχε καταλάβει και ένιωθε για μένα αληθινή ευγνωμοσύνη. Κατά βάθος, ήταν πραγματικά αξιολύπητη». «Εντάξει, Κεν. Σε καταλαβαίνω». Ο Μάρσαλ γέμιζε με πολλή προσοχή την πίπα του.


202

ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

Μουρμούρισε χωρίς να την κοιτάξει. «Εσύ... εσύ καταλαβαίνεις πολλά, Ρόζαμουντ». Ένα ελαφρό ειρωνικό χαμόγελο έπαιξε για μια στιγμή στα χείλη της Ρόζαμουντ. «Πρόκειται να μου ζητήσεις να σε παντρευτώ, Κεν, ή προτιμάς να περιμένεις έξη μήνες;» Η πίπα ξέφυγε από τα χέρια του Μάρσαλ και θρυμματί­ στηκε στους βράχους από κάτω. «Κατάρα, είναι η δεύτερη πίπα που χάνω. Και δεν έχω άλλη μαζί μου. Πώς διάβολο ήξερες πως είχα αποφασίσει να περιμένω έξη μήνες;» «Μα, υποθέτω, επειδή είναι το διάστημα που επιβάλλε­ ται. Θα ήθελα όμως να ξέρω κάτι συγκεκριμένο από τώρα. Γιατί σ’ αυτούς τους μήνες μπορεί να βρεθείς μπροστά σε κανένα άλλο κατατρεγμένο θηλυκό και να βιαστείς να τη σώσεις, σαν Ιππότης που είσαι». Ο άντρας γέλασε. «Αυτή τη φορά το κατατρεγμένο θηλυκό θα είσαι εσύ, Ρόζαμουντ. Θα παρατήσεις αυτή την καταραμένη επιχείρηση μόδας που έχεις και θα πάμε να ζήσουμε στην εξοχή». «Ξεχνάς ότι βγάζω πολλά λεφτά από την καταραμένη, επιχείρηση όπως τη λες; Ξεχνάς ότι είναι δική μου δουλειά, ότι τη δημιούργησα και τη μεγάλωσα και ότι είμαι περήφανη γι' αυτή; Κι έχεις τώρα εσύ την αναίδεια να έρχεσαι και να μου λες, “Παράτησέ τη, χρυσή μου"». «Ναι, έχω την αναίδεια να το λέω». «Και φαντάζεσαι ότι ενδιαφέρομαι αρκετά για σένα, Κέννεθ Μάρσαλ, ώστε να την παρατήσω;» «Αν δεν ενδιαφέρεσαι, τότε δεν κάνεις για μένα». «Ω, αγάπη μου», είπε μαλακά η Ρόζαμουντ. «Σ’ όλη μου τη ζωή ονειρευόμουνα να ζήσω στην εξοχή μαζί σου. Και τώρα... τώρα το όνειρο θα γίνει πραγματικότητα...»


9 ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ 9

Atitjm. w m Π ο χ τ ίκ ο ρ π ω \ΐά Tuifo ποντικάκια κι

it>ropief

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΛΟΥΚΑΣ ΛΟΡΑΝΔΟΣ Επτά άνθρωποι βρίσκονται αποκλεισμένοι απ’ τη χιονόπτωση σε μια εξοχική πανσιόν, στο Μόνκσγουελ Μάνορ. Γρήγορα, θα διαπιστώσουν πως ανάμεσά τους βρίσκεται κι ένας στυγερός δολοφόνος, που διαθέτει ξεχωριστή ευφυΐα και δεν είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψειτο νοσηρό του έργο, δίχως να πετύχειτον σκοπό του... που είναι η εκδίκηση. Τα ματωμένατου ίχνη συνοδεύονται από ένα μακάβριο μοτίβο «Τα τρία τυφλά ποντικάκια», ένα παιδικό τραγουδάκι που έχει κάποια μυστηριώδη σχέση με τον δολοφόνο και τα θύματά του. Ο αστυνόμος Τρότερ θα δοκιμάσει ένα σωρό έξυπνα τεχνάσματα, προκειμένου να παγιδεύσει τον δολο­ φόνο, μα ο σατανικός αντίπαλός του ξέρει να ξεγλιστρά... Σ’ αυτό το διήγημα βασίζεται το μνημειώδες θεατρικό έργο της Άγκαθα Κρίστι -η Ποντικοπαγίδα- που ανέβηκε στη σκηνή το 1952 κι έκτοτε δεν έπαψε να παίζεται.


Ξεκινώντας για το ξενοδοχείο «Τζόλλυ Ρότζερ». στο Λέδερκομπ Μπέι, ο Ηρακλής Πουαρό. άρχιζε τις καλοκαιρινές του διακοπές με σκοπό να χαρεί τον ήλιο και τη θάλασσα -με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο βέβαια. Σ' αστό το γαλήνιο περιβάλλον, θα μπορούσε να περάσει ένα ήσυχο δεκαπεν­ θήμερο. χωρίς σκοτούρες και κυρίως χωρίς προ­ βλήματα και να χαρεί τη συντροφιά μιας ομάδας ανθρώπων. Γρήγορα όμως θα ενδιαφερθεί για τους χαρακτήρες που τον περιστοιχίζουν, τη Ρόζμαρυ Ντάρνλεΐ σχεδιάστρια μόδας, τον αιδε­ σιμότατο Στήβεν Λέιν, που “παίζει” το μάτι του. τον αντιπαθητικό βαθύπλουτο Χόρας Μπλατ, τον απόστρατο ταγματάρχη Μπάρυ, αλλά και τις οικογένειες των παραθεριστών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η χυμώδης Αρλήνα Μάρσαλ, μια καλ­ λονή που προκαλεί τα βλέμματα, αλλά και το μένος... Ο Πουαρό ως βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας, διακρίνει δυσοίωνες προοττπκές για την εξέλιξη των διακοπών του... Σύντομα θα χρει­ αστεί να συνεργαστεί μιε την τοπική αστυνομία.

www.lyhnari.gr

Το τσίμπημα της καρφίτσας ✳ Αγκάθα Κρίστι  

Αστυνομική λογοτεχνία αγκαθα κριστι

Το τσίμπημα της καρφίτσας ✳ Αγκάθα Κρίστι  

Αστυνομική λογοτεχνία αγκαθα κριστι

Advertisement