Page 1


ΜΑΪΡΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΦΙΛΟΥΣΕ ΥΠΕΡΟΧΑ Μυθιστόρημα

ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΠΑΤΑΚΗ


Εκδόσεις Πατάκη - Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία Πεζογραφία - 49 Μάιρα Παπαθανασοπούλου, Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα Επιμέλεια έκδοσης Κώστας Σταμάτης Τυπογραφικές διορθώσεις Αγης Μπράτσος Φωτοστοιχειοθεσία Μέδουσα Ο.Ε. Copyright © Στέφ. Αλ. Πατάκης και Μάιρα Παπαθανασοπούλου Αθήνα 1997 Πρώτη έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη Αθήνα, Μάρτιος 1998 Ακολούθησαν οι ανατυπώσεις Μαΐου 1998, Μαΐου 1998, Ιουνίου 1998, Ιουνίου 1998, Ιουνίου 1998, Ιουλίου 1998, Ιουλίου 1998, Ιουλίου 1998, Ιουλίου 1998, Ιουλίου 1998, Ιουλίου 1998, Αυγούστου 1998, Αυγούστου 1998, Αυγούστου 1998, Σεπτεμβρίου 1998 Η παρούσα είναι η δέκατη έβδομη εκτύπωση, Σεπτέμβριος 1998 Κ.Ε.Τ. 0679 - Κ.Ε.Π. 812/98 ISBN 960-600-451-1 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ ΒΑΛΤΕΤΣΙΟΥ 14, 106 80 ΑΘΗΝΑ, Τηλ.: 36.38.362 - 36.45.236 - Fax: 36.28.950 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: EMM. ΜΠΕΝΑΚΗ 16, 106 78 ΑΘΗΝΑ, Τηλ.: 38.31.078 ΥΠΟΚ/ΜΑ: Ν. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ 122, 563 34 ΘΕΣ/ΝΙΚΗ, Τηλ.: (031)70.63.54-5


Στον μπαμπά μου και στη Νάνα μου


Πρόλογος

ΓΙΑ ΜΕΝΑ το Hotel California ήταν το ερωτικότερο τραγούδι των τελευταίων τριάντα χρόνων. Για κείνον ήταν η κακοήθης προσπάθεια ενός συ­ γκροτήματος να περάσει σατανιστικά μηνύματα στους ανύποπτους ακροατές, μέσω έντεχνα ελκυστικών με­ λωδιών. Έκλεινα τα μάτια κι έβλεπα εντονότερα τα πράγ­ ματα που με συγκινούσαν. Έκλεινε τα μάτια και μετά από λίγο ροχάλιζε. Στις εκδρομές μάζευα μεγάλες πέτρες και τις ζω­ γράφιζα με ζωηρά χρώματα. Τις έπαιρνε και στήριζε τις πόρτες, για να μην κλεί­ νουν απότομα όταν έκανε ρεύμα. Φλέρταρα τις βιτρίνες με τις σοκολατένιες καρδιές την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Προτιμούσε τη χοληστερίνη που υπόσχονταν δυο κι­ λά παϊδάκια τη γιορτή της Τσικνοπέμπτης. Η αντίθεση χαρακτήρισε τη σχέση μας από την αρχή. Τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Εκείνος δε μου 'ριξε ούτε δεύτερη. Στην επόμενή μας συνάντηση στάθηκα πιο τυχερή. Αρχίσαμε να βγαίνουμε. Για την ακρίβεια, «τα φτιά­ ξαμε». Επέμενα στο ασφαλές σεξ. Αντιδρούσε στη θέα του προφυλακτικού. Για κείνον ήταν σαν να έτρωγε το σοκολατάκι με το περιτύλιγμα. Έμεινα έγκυος στα δεκαοχτώ. Έμεινε σύξυλος στα είκοσι τρία. 9


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Ύ Λ Ο Υ

Αποφάσισα να κρατήσω το παιδί. Ασφαλώς είχε άλ­ λη άποψη. Του την άλλαξαν οι γονείς του, όταν έμαθαν την περιουσία που μου κληροδοτούσε ο πατέρας μου. Ενωθήκαμε πριν από δεκαεφτά χρόνια με τα ιερά δε­ σμά του γάμου. Για μένα ήταν πράγματι ιερά. Για κείνον ήταν πράγματι δεσμά. Κάθε φορά που τσακωνόμασταν, μου το υπενθύμιζε με την εξής φράση: «Μακάρι να μου κοβόταν σύρριζα». Για το καλό ορισμένων, κάποιες ευχές μένουν απραγ­ ματοποίητες. Προσπαθούσα σκληρά να πετύχω σαν σύζυγος. Η λέ­ ξη «σούζα» χαρακτηρίζει επαρκώς τα χρόνια που πέ­ ρασα ιδρωκοπώντας να τον νιώθω ευχαριστημένο δίπλα μου. Ναι, μπορούσα να υπερηφανευτώ ότι τελικά τα είχα καταφέρει. Κάθε φορά που μ' αγκάλιαζε, κάθε φορά που μεγάλωνε το διάστημα χωρίς να τσακωθούμε, κάθε φορά που παίρναμε το παιδί μας και κάναμε διακοπές σαν όλες τις αγαπημένες οικογένειες, μέτραγα μια μι­ κρή νίκη στον αγώνα μου να τον κρατήσω. Σιγά σιγά αραίωσαν οι εφιάλτες ότι μ' εγκατέλειπε μ' ένα γιο δύο, τριών, τεσσάρων... ετών. Κι αυτό, γιατί έπαψα να βλέ­ πω στα μάτια του τη μανία του παγιδευμένου ζώου που ζει μόνο και μόνο επειδή ονειρεύεται κλουβιά μ' ανοιχτές πόρτες. Δυστυχώς πριν από ένα χρόνο άρχισα να ξυπνάω πά­ λι τις νύχτες από το άγχος ότι θα με παρατήσει μ' ένα γιο δεκαέξι ετών. Δεν ξέρω τι έφταιγε. Ίσως οι καβγά­ δες μας, που αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο. Ίσως η ξεχασμένη από χρόνια φράση που μου πέταξε ξαφνι­ κά ένα πρωινό του Γενάρη: «Μακάρι να μου κοβόταν σύρριζα». 10


1. Αυτή τη φορά καβγαδίσαμε στο οικογενειακό αυτοκί­ νητο, καθ' οδόν προς το λύκειο Χαλανδρίου. Αιτία ήταν ο γιος μας, ο οποίος φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει με­ γάλη αναστάτωση στους καθηγητές του. Ο λυκειάρχης είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι μας το πρωί και μας είχε καλέσει στο γραφείο του μετά το σχόλασμα των μαθη­ τών, για να συζητήσουμε ένα σοβαρότατο θέμα. Ο Αλέξης έχανε σταθερά την αυτοκυριαρχία του. Καταλάβαινα ότι ο καβγάς ήταν προ των πυλών, από το ροδοκόκκινο χρώμα που απλωνόταν στα μάγουλά του και που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το κάτασπρο των κλειδώσεων που έσφιγγαν το τιμόνι. Κάνοντας μια σφήνα, προσπέρασε ένα μαύρο ημιφορτηγό κι η μούντζα που εισέπραξε από τον οδηγό του ξεχείλισε το χεί­ μαρρο των κατηγοριών. Φυσικά, εγώ ήμουν ο προσφι­ λής του στόχος: «Τρέμω στη σκέψη του τι μπορεί να 'χει κάνει ο κα­ νακάρης σου για να μας καλέσουν στο σχολείο. Γιατί φυσικά δεν μπήκαν στον κόπο να μας φωνάξουν για να μας δώσουν συγχαρητήρια για την καλή του απόδοση στην τάξη. Αν τον βρήκαν να μαστουρώνει σε καμιά τουαλέτα, θα τον σκοτώσω! Αλλά να ξέρεις ότι για την κατάντια του φταις εσύ, που ποτέ δεν τον μάλωσες και που σ' έπιανε υστερία κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να του τις βρέξω. Λούσου τα τώρα, κυρία Ελένη, παιδα­ γωγέ της δεκαετίας!» «Δεν έχεις βαρεθεί να αρνείσαι την πατρότητα του παιδιού κάθε φορά που συμβαίνει κάτι; Ας αφιέρωνες περισσότερες ώρες μαζί του αντί να προτιμάς την α­ σφάλεια του γραφείου σου. Σε βολεύει να γυρνάς το 11


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

βράδυ και να κριτικάρεις εμένα για ό,τι στραβό κάνει ο Τάκης. Επιτέλους, μαζί τον κάναμε!» «Μακάρι να μου κοβόταν σύρριζα!» Μου έριξε ένα σαδιστικό βλέμμα, απολαμβάνοντας τη θέα των βουρκωμένων μου ματιών. Τα σάλια που πλημμύρισαν τη στοματική μου κοιλό­ τητα με έκαιγαν σαν οξύ, ώστε ορκιζόμουν πως, αν έ­ φτυνα, θα άνοιγα τρύπα στην κονσόλα του Φίατ. Κατά­ πια με δυσκολία και άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού. Είχαμε φτάσει στο σχολείο του Τάκη. Έξω από το γραφείο του λυκειάρχη συνθηκολογή­ σαμε προσωρινά για να μη δώσουμε λαβή για σχόλια. Ο λυκειάρχης μας έγνεψε να καθίσουμε. «Ο γιος σας, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, έκανε κάτι που με βάζει σε σκέψεις για το αν θα συνεχίσει να φοιτά στο σχολείο μας». Ο Αλέξης τον διέκοψε ανυπόμονα. «Πείτε μου, τον βρήκατε να τρυπιέται στις τουαλέ­ τες ; Ξυλοκόπησε κάποιον συμμαθητή του και οι γονείς του θα μας κάνουν μήνυση;» «Όχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Προσέβαλε έναν καθηγητή του την ώρα του μαθήματος». Ο Αλέξης, ανακουφισμένος που ο γιος του δεν ήταν πρεζόνι και μαχαιροβγάλτης,τον κοίταξε με απορία. «Καλά, μας φωνάξατε άρον άρον επειδή διαπληκτί­ στηκε μ' έναν καθηγητή του; Αυτό συμβαίνει πολύ συ­ χνά μεταξύ μαθητών και καθηγητών...» Ο λυκειάρχης τον διέκοψε εκνευρισμένος: «Δε διαπληκτίστηκε μαζί του, τον προσέβαλε στο χεί­ ριστο βαθμό». Ο Αλέξης γύρισε και με κοίταξε, λες κι εγώ θα του 'δινα την απάντηση. Σήκωσα τους ώμους μου. Η ειρωνεία 12


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

στη φωνή του άντρα μου με έκανε να καταλάβω τι α­ κριβώς περνούσε από το μυαλό του εκείνη την ώρα. Ο Αλέξης, που τις προσβολές τις είχε κάνει τρόπο ζωής, δε θα σκεφτόταν ποτέ να τιμωρήσει τον Τάκη αν είχε πει κάποιον καθηγητή του μαλάκα μπροστά σε όλη την τάξη. Αντιθέτως, είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του με το λυκειάρχη, που τον είχε ξεσηκώσει μεσημεριάτι­ κα από τη σύσκεψη του γραφείου του. «Για να ακούσουμε το... μέγεθος της προσβολής». «Σήμερα ο γιος σας κλήθηκε να εξεταστεί στη φλο­ γέρα, στο μάθημα μουσικής, που παραδίδει ο κύριος Σαχουρντιάν». Στο όνομα του συγκεκριμένου καθηγητή, τα συζυγι­ κά βλέμματα διασταυρώθηκαν συνωμοτικά. Ήταν κοινό μυστικό, από τα χρόνια που πήγαινε κι ο Αλέξης στο συγκεκριμένο σχολείο, ότι ο γηραιός τώρα πια καθηγητής της μουσικής αρεσκόταν στους ομόφυ­ λούς του. Μάλιστα στις συγκεντρώσεις των συμμαθητών, ο Σα­ χουρντιάν κρατούσε τα ηνία στην κούρσα της καζούρας των καθηγητών. Ο Τάκης, που συνέχισε την εκπαιδευτική παράδοση της οικογένειας Μπάρκα, ανέφερε ότι το μάθημα μου­ σικής παραδιδόταν «...από την ίδια αδελφάρα που εί­ χες κι εσύ, μπαμπά». Ο Αλέξης τότε, αντί να κατσαδιάσει τον Τάκη για τα κοσμητικά επίθετα που 'χε μάθει να μοιράζει αφειδώς, τον έβαλε να του δίνει αναφορά για ό,τι πικάντικο κυ­ κλοφορούσε σε βάρος του Σαχουρντιάν. Έτσι, αυτός με τη σειρά του θα τα μετέφερε στις ετήσιες συγκεντρώ­ σεις των παλιών συμμαθητών του. Εγώ, πάλι, ανησυ­ χούσα για το αν ο καθηγητής των παιδιών κρατούσε τις 13


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

προτιμήσεις του έξω από την τάξη. Ο δε Τάκης ουδό­ λως έσκαγε για τη σεξουαλική ταυτότητα του Σαχουρντιάν, αλλά τα είχε βάλει με τον υπουργό Παιδείας, που υπέβαλλε στο μαρτύριο της φλογέρας δεκάδες χιλιάδες αγανακτισμένους δεκαεξάχρονους. Η φωνή του λυκειάρχη με επανέφερε στην πραγμα­ τικότητα. Ήταν σχεδόν βέβαιο πώς είχε αποκαλέσει ο Τάκης τον καθηγητή του: πούστη, συκιά, αδελφάρα... Κοίταξα έντρομη τον Αλέξη, που δάγκωνε σκεπτικός τα χείλια. Εκείνος σίγουρα υποπτευόταν πιο χοντρο­ κομμένες λέξεις που συμπεριλαμβάνονταν στο λήμμα «ομοφυλόφιλος». Δυστυχώς ό,τι ξεστόμισε ο Τάκης έκανε τις αρχικές μας σκέψεις να φαίνονται σαν αβρές φιλοφρονήσεις με­ ταξύ πρέσβεων. Ο λυκειάρχης μάς μετέφερε αυτολεξεί τη στιχομυθία του γιου μας με το Σαχουρντιάν. Καλύτερα να μας πυροβολούσε ανηλεώς στον κρό­ ταφο . Όταν ο καθηγητής τον μάλωσε για τον τραχύ και χω­ ρίς συναίσθημα τρόπο με τον οποίο έπαιξε το Μπολερό του Ραβέλ, εκείνος του απάντησε ότι ευχαρίστως θα του έχωνε τη φλογέρα στο... «κατάλληλο» σημείο του σώ­ ματος του, για να σφιχτεί... και να το παίξει εκείνος! Επικράτησε σιγή. Εκκωφαντική σιγή. Άρχισα να πα­ ρατηρώ με ζήλο το βρόμικο πάτωμα, ενώ προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τι είχε ξεστομίσει ο καρπός της σεξουαλικής μας συνεύρεσης. Ο Αλέξης έχασε ως δια μαγείας το ειρωνικό του ύ­ φος. Βασικά έχασε τη λαλιά του. Όταν μίλησε, η φωνή του είχε κάτι το γλυκερά δου14


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

λοπρεπές. Είχα την αίσθηση πως, αν σήκωνα τα μάτια μου, θα τον έβλεπα να γλείφει με μια τεράστια γλώσσα το μούτρο του λυκειάρχη. «Πέφτω από τα σύννεφα! Μιλάτε σίγουρα για το γιο μας Τάκη Μπάρκα; Ο γιος μας μεγαλώνει σε μια αγα­ πημένη και ισορροπημένη οικογένεια με έντονες ηθικές αξίες, και κυρίως την αξία του σεβασμού προς τους κα­ θηγητές του». Ναι, αυτή κυρίως, σκέφτηκα. Αμ το «ισορροπημένη και αγαπημένη οικογένεια» το 'λεγε για μας ή για το Μικρό σπίτι στο λιβάδι; Ο γηραιός κύριος έδωσε τέλος στην παράσταση του άντρα μου με μια ανυπόμονη κίνηση του χεριού. «Η θέση μου μου επιβάλλει να αποβάλω το γιο σας από το σχολείο, αφενός για να παραδειγματιστούν πα­ ρόμοιοι έξυπνοι,αφετέρου για να περισώσω ό,τι μπορώ από την κουρελιασμένη αξιοπρέπεια του κυρίου Σαχουρντιάν, ο οποίος, προς τιμήν του, με παρακάλεσε να μην προβώ σε ακρότητες. Πρότεινε να τιμωρηθεί ο Μπάρκας με τριήμερη αποβολή και ασφαλώς να ζη­ τήσει συγγνώμη παρουσία όλης της τάξης. Αναγκάστη­ κα να συμφωνήσω μαζί του, γιατί σκέφτηκα ότι η ορι­ στική αποβολή του γιου σας θα δημιουργούσε τεράστιες επιπτώσεις στην τάξη του, λόγω της ενορχηστρωμένης επίθεσης των συμμαθητών του αποβληθέντος. Να ξέρε­ τε πάντως πως αυτή είναι η μοναδική φορά που είμαι επιεικής. Θα καραδοκώ στη γωνία, και στο παραμικρό ολίσθημα του Μπάρκα δε θα λογαριάσω τις συνέπειες. Θα πάρει πόδι από το σχολείο. Δεν ξέρω πώς θα χειρι­ στείτε το θέμα, όμως θα σας πω κάτι που έχει αποδει­ χτεί αποτελεσματικό: "Όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος"»... 15


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Φύγαμε με πεσμένα μούτρα. Ο Αλέξης ξεσπάθωσε μόνο όταν βρέθηκε στον ασφαλή χώρο του αυτοκινή­ του: «Θα τον ξεσκίσω τον πούστη!» «Δεν εννοείς, υποθέτω, το Σαχουρντιάν». Με στραβοκοίταξε. «Έχεις διάθεση για αστεία; Ο Σαχουρντιάν άλλο που δε θα 'θελε. Για τον Τάκη μι­ λάω . Πώς μπόρεσε να βρίσει έτσι τον καθηγητή του;» «Με την ίδια ευκολία που εσύ αμφισβητείς την ηθική της μάνας κάθε οδηγού που σε προσπερνάει. Λίγο ήθε­ λε ο γιος μας να μάθει το λεξιλόγιο του λούμπεν προλε­ ταριάτου στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου;» «Ελένη, αυτό που έλειπε από τον Τάκη ήταν το βρομόξυλο που δε με άφηνες να του δώσω. Εγώ στην ηλι­ κία του, αν τολμούσα να αντιμιλήσω σε μεγαλύτερο, κοιμόμουν μπρούμυτα για δυο βδομάδες». «Και βλέπω τώρα τα απωθημένα σου κάθε φορά που πιάνεις τιμόνι». «Εγώ είμαι σαράντα και όχι δεκάξι. Όταν ο Τάκης, που φέρεται έτσι τώρα, φτάσει στην ηλικία μου, θα κά­ νει καριέρα βασανιστή σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γι' αυτό σ' το ξεκαθαρίζω. Θα ασχοληθώ μόνο εγώ μαζί του. Επί τρεις μέρες που θα κάθεται λόγω αποβολής θα παρακαλάει για έλεος. Και, μέχρι να πάει φαντάρος, θα ξεχάσει τη γεύση του βραδινού φαγητού, το σχήμα της τηλεόρασης και τη φάτσα του Κολοκοτρώνη στο πεντοχίλιαρο». Γκάζωσε και προσπέρασε μια αρχάρια, θίγοντας μια ανατομική της λεπτομέρεια. Έκλεισα τα μάτια και τα ξανάνοιξα όταν φρέναρε έξω από το σπίτι. Ο κατηγορούμενος μπήκε στο σπίτι δυο ώρες μετά από μας, όταν τέλειωσε το φροντιστήριο των αγγλικών. 16


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Ήμαστε σίγουροι ότι δε θα την κοπάναγε από το μάθη­ μα για να μην επιβαρύνει την ήδη άσχημη θέση του. Στάθηκε στην πόρτα του σαλονιού, όπου καθόμασταν, ζαρωμένος σαν τον Τζαννετάκο, περιμένοντας το ρεσι­ τάλ σφαλιάρας. Ο Αλέξης σηκώθηκε και κινήθηκε απει­ λητικά προς το μέρος του, μα, πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, ο Τάκης τον αιφνιδίασε μ' ένα μεγαλόπρεπο αρχαιοελληνικό «πάταξον μεν άκουσον δε». Τουλάχι­ στον, έπιασε τόπο η περιουσία που δίναμε στο φροντι­ στήριο των αρχαίων. Ο Αλέξης έμεινε αποσβολωμένος, λες και του είχε μι­ λήσει ο ίδιος ο Θεμιστοκλής. Ο γιος μας εκμεταλλεύτη­ κε την κατάσταση και άρχισε τις εξηγήσεις. «Ξέρω ότι σήμερα το πρωί παραφέρθηκα, αλλά είχα πολύ καλό λόγο. Απ' την αρχή της σχολικής χρονιάς με έχει βάλει στο μάτι ο Σαχουρντιάν, γιατί του δήλωσα ότι προτιμώ να ασχολούμαι με άλλα πράγματα από το να βουλώνω τον αέρα στις τρύπες της φλογέρας. Του εί­ πα ότι σκοπεύω να σπουδάσω σκηνοθεσία κι όχι να βό­ σκω αιγοπρόβατα στις ραχούλες, με τη συντροφιά αυ­ τού του γελοίου οργάνου. Από τότε με σηκώνει κάθε φορά και με ταράζει στους χαμηλούς βαθμούς, κινδυ­ νεύοντας αυτή τη στιγμή να μείνω στο μάθημα της μου­ σικής. Σήμερα με ξαναμηδένισε και το ποτήρι ξεχείλισε. Έχει βαλθεί να με καταστρέψει». Ο Αλέξης συνήλθε κι άρχισε να φωνάζει. «Και δε μου λες, κύριε Φασμπίντερ,ήταν τρόπος αυ­ τός να μιλήσεις στον καθηγητή σου; Τι λέξεις είναι αυ­ τές που ξεστόμισες; Από πού τις ξεσήκωσες, από τα φιλαράκια σου;» «Δε χρειάζομαι τα φιλαράκια μου όταν μου κάνεις εσύ φροντιστήριο». Μας κοίταξε με το θράσος εκείνου 17


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

που ξέρει ότι, από τη στιγμή που έχει ξεπεράσει τα όρια, τα πάντα ισοπεδώνονται. «Φυσικά, θα μπορούσα να μιλήσω με τον εκλεπτυ­ σμένο τρόπο της μαμάς, λέγοντας στο Σαχουρντιάν να τοποθετήσει τη φλογέρα εκεί που ξέρει και να ερμηνεύ­ σει το Μπολερό με το "δικό του" τρόπο». Ξαφνικά πήρε απολογητικό ύφος, προφανώς σε μια έκλαμψη δειλίας, καθώς συνειδητοποίησε ότι ήταν το παιδί κι εμείς οι γονείς, ότι ήταν ένας κι εμείς δύο. «Ξέρω ότι δεν έπρεπε να συμβεί αυτό, αλλά, όταν θολώνει κανείς...» «Δεν ξέρει πού μπορεί να φτάσει!» ούρλιαξε ο Αλέ­ ξης στα πρόθυρα εγκεφαλικού. «Είσαι πολύ μικρός για να αυθαδιάζεις, αλλά δυστυχώς πολύ μεγάλος πια για να σε τουλουμιάσω στο ξύλο. Ας όψεται η μάνα σου γι' αυτό». Τι μονότονος που γινόταν ώρες ώρες... Δε βαριόταν να με κατηγορεί που δε δείραμε ποτέ τον Τάκη. Τον κοίταξα και ανησύχησα για το χρώμα που είχε απλωθεί στο δέρμα του. Εμ, βέβαια. Μια φορά αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά με τη συμπεριφορά του γιου του και του 'πεσε βαρύ. Συνέχισε να φωνάζει: «Μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς θα την περνάς μέσα τα Σαββατοκύριακα. Ούτε σινεμά ούτε γκομενίτσες ούτε χαρτζιλίκι. Θα βγάλεις κάλους στα δάχτυλα παίζοντας φλογέρα. Και τη βιντεοκάμερα που ήθελες για δώρο γενεθλίων μπορείς να την ξεχάσεις. Θα 'σαι τυχερός αν σου πούμε και "χρόνια πολλά". Άντε, για να μην αρχίσω να σε τραβολογάω στο Μέγαρο Μουσι­ κής, στις βραδιές για σόλο φλάουτο». Αυτό ήταν η δήλωση της χρονιάς. Η σχέση του Αλέξη με το Μέγαρο ήταν ανάλογη της δικής μου με το Στά18


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

διο Ειρήνης και Φιλίας. Ανύπαρκτη, Από αυτή την α­ πειλή δεν κινδύνευε ο Τάκης. Έκανε μεταβολή και μπήκε στο δωμάτιό του, υπο­ λογίζοντας μάλλον πόσα Σαββατοκύριακα έμεναν μέ­ χρι την άρση του εμπάργκο. Εκείνο όμως με τη βιντεο­ κάμερα τον έτσουξε περισσότερο απ' όλα. Πέντε λεπτά αργότερα άρχισε να φυσά τη φλογέρα με όλη τη δύναμη των δεκαεξάχρονων πνευμόνων του. Ο Αλέξης κατάπιε μια βρισιά πίσω από την εφημερίδα του. Τον πλησίασα και κάθισα στο μπράτσο της πολυθρό­ νας του. «Αλήθεια, εσύ τι έκανες τη φλογέρα σου;» «Τη χάρισα, με χαραγμένη αφιέρωση, σε μια μουσικόφιλη συμμαθήτρια που μου άρεσε» μουρμούρισε,χω­ ρίς να σηκώσει τα μάτια του από την εφημερίδα. «Γι' αυτό λένε οι συμμαθητές σου, στις συγκεντρώ­ σεις που πάμε, ότι παλιά χρειαζόσουν δυο όργανα για να πηδήξεις μια γκόμενα;» χαριτολόγησα για να ελα­ φρύνω την ατμόσφαιρα. «Μμμ» βυθίστηκε περισσότερο στην εφημερίδα. Σηκώθηκα για να μη δει ότι είχα βουρκώσει. Όχι ότι θα γυρνούσε να με κοιτάξει. Γι' αυτόν είχε λήξει η συζή­ τηση. Θα μου απηύθυνε πάλι το λόγο για να με ρωτήσει τι θα τρώγαμε. Επιβεβαιώθηκα μετά από μισή ώρα: «Ελέεενη, τι έχεις φτιάξει να φάμε;» Ήταν τόσο προβλέψιμος ύστερα από δεκαεφτά χρό­ νια γάμου, κι όμως εγώ τον αγαπούσα όπως την ημέρα που τον γνώρισα. Στη μίζερη μου εφηβεία.

19


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

2. Στα δεκάξι μου δεν έλεγα πολλά πράγματα. Στρου­ μπουλή και άχαρα ντυμένη, με μαλλιά που δεν ήξεραν αν ανήκαν σε κεφάλι ή κοντάρι σφουγγαρίστρας. Και ναι μεν «τα σίδερα της φυλακής είναι για τους λεβέ­ ντες», αλλά τα δόντια μου είχαν διαφορετική άποψη μετά από τριετή στενή συνεργασία με τα ορθοδοντικά σιδεράκια. Αντιθέτως, η καλύτερη μου φίλη, η Χριστί­ να, που μοιραζόταν επί χρόνια το ίδιο θρανίο μ' εμένα, ουδόλως μου έμοιαζε στην εμφάνιση. Το δέρμα της δε γνώριζε την ασφυκτική παρέα της ακμής, το σώμα της προκαλούσε τις πρώτες πονηρές σκέψεις των συμμα­ θητών μας και το πρόσωπό της έλαμπε από ομορφιά. Η καλλονή και το ασχημόπαπο ήταν κολλητές φίλες. Μοιραζόμασταν τα πάντα. Υπήρχε η σιωπηλή συμφωνία να με παίρνει μαζί της όταν έβγαινε ραντεβού με αγό­ ρια, που την κατέκλυζαν με προτάσεις, και της έδειχνα την ευγνωμοσύνη μου αφήνοντάς τη να αντιγράφει από την κόλλα μου στα διαγωνίσματα. Δεν έτρεφα ψευδαισθήσεις για την εμφάνισή μου. Τα ραντεβού με αγόρια για σινεμά ή χορό ήταν τόσο αραιά όσο οι βροχοπτώσεις στο Σουδάν. Χάρις όμως στη Χρι­ στίνα, δεν παραπονιόμουν για ανιαρά Σαββατοκύρια­ κα. Κάτι από τη δική της χρυσόσκονη έπεφτε και στους δικούς μου ώμους καλύπτοντας την εφηβική πιτυρίδα. Η επιστήθια φίλη μου είχε το εξής κόλλημα: δεν της άρεσαν οι συμμαθητές μας. Επιζητούσε την παρέα με­ γαλύτερων αγοριών, κατά προτίμηση φοιτητών φερέλπιδων κλάδων της επιστήμης, όπως της ιατρικής και της νομικής. Και, πράγματι, δεν της ήταν καθόλου δύσκολο να συναναστρέφεται μελλοντικούς καρδιολόγους και 20


Ο

ΙΟΥΔΑΣ·

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ποινικολόγους. Σ' αυτή της την εμμονή χρώσταγα τη γνωριμία μου με τον Αλέξη. Όταν εξέπνεε η χρονιά της δευτέρας λυκείου, η Χρι­ στίνα με κάλεσε στο χορό των τριτοετών της νομικής. Είχε γνωρίσει ένα φοιτητή ονόματι Λουκά, στον οποίο είχε αποφασίσει να χαρίσει τη γοητεία της. Με πήρε μα­ ζί της, ως συνήθως. Εξάλλου τη Δευτέρα θα γράφαμε ση­ μαντικό διαγώνισμα στην ιστορία. Ο Λουκάς είχε έρθει παρέα με ένα συμφοιτητή του ονόματι Αλέξη. Γρήγορα σχηματίσαμε μια τετράδα που ήπιε, ήρθε στο κέφι και χόρεψε με έξαψη. Όταν τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν τη λήξη του χορού, η Χριστίνα μου έκανε νόημα ότι δε θα μοιραζόμασταν το ίδιο ταξί για το σπίτι. Αφού δε συμπεριλαμβανόμουν στα σχέδιά της, αποφάσισα να ρωτήσω τον Αλέξη αν είχε την ευγενή καλοσύνη να με βάλει σε ένα ταξί, μην τολμώντας να τον παρακαλέσω να κρατήσει το νούμερο της πινακίδας, όπως απαιτούσαν οι γονείς μου. Προτι­ μούσα να κινδυνέψω από το Χίλτον μέχρι το Χαλάνδρι παρά να νομίσει ότι είχε να κάνει με ένα μυξιάρικο. Η απάντησή του ξεπέρασε τα πιο τρελά μου όνειρα. Μου πρότεινε να με συνοδέψει ο ίδιος ως το σπίτι μου. Ε­ ξάλλου δεν τον έβγαζα από το δρόμο του. Εκείνος έμενε στο Μαρούσι, και το Χαλάνδρι ήταν η παλιά του γειτονιά. Η διαδρομή από το ξενοδοχείο μέχρι το σπίτι κύλησε σιωπηλά και πολύ γρήγορα. Η χαρά μου, όταν πρότεινε να με συνοδέψει, μετατράπηκε σε απογοήτευση, καθώς δεν έκανε καμιά κίνηση που να δείχνει ερωτικό ενδια­ φέρον. Όμως έπρεπε να τον ξαναδώ. Με το πιο ανέμε­ λο ύφος που κατάφερα να πάρω, τον προσκάλεσα στο πάρτι που θα έκανα το επόμενο Σάββατο. 21


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Δέχτηκε και με ρώτησε αν θα ερχόταν κι ο κολλητός του με τη Χριστίνα. Του απάντησα «αν θέλει ο Θεός» και τον καληνύχτισα. Ο Θεός στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο πατέρας μου, που δεν είχε ιδέα για το πάρτι του Σαββάτου. Σά­ μπως ήξερα εγώ ότι θα κάνω πάρτι; Όμως ήταν η μόνη λύση να ξαναδώ τον Αλέξη και θα προσπαθούσα με νύ­ χια και με δόντια να πείσω τους γονείς μου. Δε χρειά­ στηκαν πολλά παρακάλια. Δυνάμει του άγραφου νόμου περί ιδιαίτερου δεσμού μεταξύ πατέρα και κόρης, απέσπασα εύκολα τη συγκα­ τάθεση του και τη δέσμευση να πείσει τη μητέρα μου να φτιάξει ορεκτικά για τους συμμαθητές μου. Μετρούσα τις μέρες σαν ανυπόμονος φαντάρος ενό­ ψει της απόλυσης του. Παράλληλα, πήρα τη γενναία απόφαση να κόψω τα μαλλιά μου και ν' απαλλαγώ διά παντός από τις μπεμπεκίστικες αλογοουρές. Το αποτέ­ λεσμα με κολάκεψε ιδιαίτερα και, σε συνδυασμό με τα δύο κιλά που έχασα από την ανορεξία της προσμονής, το Σάββατο με βρήκε άλλο άνθρωπο. Η ώρα είχε πάει δέκα, οι συμμαθητές μου χόρευαν ξέφρενα κι εγώ είχα καρφωμένο το βλέμμα στην πόρτα, αφού δεν είχαν φανεί ακόμα ούτε η Χριστίνα με το Λου­ κά ούτε ο Αλέξης. Γύρω στις έντεκα, κι ενώ εξέπνεε η προθεσμία που μου είχαν δώσει οι γονείς μου για την επιστροφή τους στο σπίτι, χτύπησε το κουδούνι. Πετάχτηκα σαν ελατή­ ριο, αλλά, φτάνοντας στην πόρτα, άνοιξα με επιτηδευ­ μένα απορημένο ύφος: «Εσείς είστε; Δε σας περίμενα». Η Χριστίνα με το Λουκά όρμησαν στο σαλόνι γιατί το πικάπ έπαιζε το αγαπημένο τους τραγούδι. Ο Αλέξης στεκόταν στην εξώπορτα κρατώντας ένα γλαστράκι με 22


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

κάκτους. Το πήρα με την ευλάβεια που άρμοζε σ' ένα μπουκέτο σπάνιες ορχιδέες. Το βλέμμα του έμεινε καρ­ φωμένο επάνω μου. «Κάτι έκανες και άλλαξες. Τα μαλλιά σου ίσως;» Έφερα το χέρι μου στα μαλλιά, πασπατεύοντας την ανύπαρκτη αλογοουρά. " «Ναι, τα έκοψα... λίγο. Μου πάνε;» τον ρώτησα με υπερβολική ίσως αγωνία. «Πάρα πολύ. Βρίσκω τις γυναίκες με κοντά μαλλιά πολύ ενδιαφέρουσες». Έσκυψε στο αυτί μου ψιθυρίζοντας: «Προς τι το πάρ­ τι ; Γιορτάζεις τίποτα;» Εσένα... «Μπα, έτσι το κάνω. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο». Τον έπιασα απ' το χέρι, ευτυχής που ένα κούρεμα με μετέτρεψε από άχαρη έφηβη σε ενδιαφέρουσα γυναίκα. Τον οδήγησα στο τραπέζι με τα ποτά κι έτρεξα στο πι­ κάπ. Η ώρα ήταν έντεκα, πράγμα που σήμαινε πως ό,τι ήταν να γίνει έπρεπε να γίνει μέχρι τις δώδεκα, που θα γύριζαν οι γονείς μου. Διέκοψα άγαρμπα το γρήγορο κομμάτι που παιζό­ ταν, αντικαθιστώντας το με ένα αργό μπλουζ, του οποίου η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Έφαγα ώρες την προηγού­ μενη μέρα, υπολογίζοντας ποιο ήταν το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι, και κατέληξα στους Πινκ Φλόυντ, που ήξεραν από εφηβική καψούρα και έγραφαν κομμά­ τια που έπιαναν ολόκληρη την πλευρά του δίσκου. Τα φώτα έσβησαν, κι όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες αναζήτησα με το βλέμμα τον Αλέξη. Με κοίταζε χαμογελώντας. Μου άπλωσε το χέρι κι εγώ το κράτησα προσπαθώντας να κρύψω το τρέμουλο που τύλιγε το κορμί μου. Ήλπιζα ότι δε θα αναζητού23


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

σε άλλη ντάμα στην πρώτη ανάσα του Ντέιβιντ Γκίλ-, μουρ. Η ευχή μου πραγματοποιήθηκε και, όταν τελείω­ σε ο δίσκος, παραμείναμε αγκαλιασμένοι. Έσκυψε και με φίλησε στο στόμα. Μετά βίας κρατούσα τα πόδια μου να μη λυγίσουν. Ευχαρίστησα σιωπηλά τον οδο­ ντίατρο που με είχε απαλλάξει από τα σιδεράκια πριν από μερικούς μήνες και, έτσι, μπορούσα να απολαύσω χωρίς ενοχές το ενδιαφέρον που μου έδειχνε εκείνη τη στιγμή ο Αλέξης. Λίγο πριν από τις δώδεκα ανάψαμε τα φώτα και τα χαλβαδιάσματα στο σαλόνι τελείωσαν. Είχε έρθει η ώρα για το σχέδιο «Αναμνηστικές φωτογραφίες». Αν όλα πήγαιναν καλά, η Χριστίνα θα απαθανάτιζε τους πα­ ρευρισκόμενους του πάρτι. Την είχα προειδοποιήσει ότι από το τριανταεξάρι θα χαράμιζε το πολύ δέκα φωτο­ γραφίες με τους άλλους συμμαθητές μας. Οι υπόλοιπες θα ήταν αφιερωμένες στον Αλέξη μόνο του ή μαζί μου. Τα φλας άρχισαν να αστράφτουν κι εγώ πανευτυχής πόζαρα δίπλα στον άνθρωπο που ευχήθηκα να γινόταν κάποτε πατέρας των παιδιών μου. Την ώρα που το σκεφτόμουν, ο Αλέξης τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό μου, προσπαθώντας α­ στειευόμενος να με στραγγαλίσει. Αν είχα εκδηλώσει φωναχτά την ευχή μου, θα είχε σφίξει λίγο περισσότερο τα χέρια του. Όμως η επιθυμία μου έμεινε μόνο στη σκέψη κι η ζωή μου φάνηκε να μη διατρέχει άμεσο κίν­ δυνο, αφού χαμογελούσα στο φακό σαν ευτυχισμένο βό­ δι σε ηλιόλουστο λιβάδι., Το πάρτι είχε στεφθεί από επιτυχία, οι φωτογραφίες ήταν υπέροχες, αλλά οι γονείς μου στενοχωρήθηκαν που το φιλμ είχε καεί και είχαν σωθεί μόνο δέκα. Ασφαλώς δε συμμεριζόμουν τη στενοχώρια τους,για24


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

τί οι υπόλοιπες είκοσι έξι που απεικόνιζαν το ζευγάρι της βραδιάς αναπαύονταν ασφαλείς στο κλειδωμένο συρτάρι του γραφείου μου κι έβλεπαν το φως της ημέ­ ρας, ή μάλλον της νύχτας, μόνο όταν άκουγα ροχαλητό στη διπλανή κρεβατοκάμαρα. 3. Το επεισόδιο με το Σαχουρντιάν μέτραγε τρία εικοσι­ τετράωρα παρελθόντος. Δυστυχώς δεν μπορούσα να ισχυριστώ το ίδιο για τους καβγάδες μου με τον Αλέξη, που γίνονταν επί καθημερινής βάσεως. Όταν παντρευτήκαμε, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να παλέψω για το γάμο μου. Προσπαθούσα να διώξω τον εφιάλτη που με ξύπναγε τα πρώτα χρόνια της συ­ ζυγικής μου ζωής: ο Αλέξης με κατηγορούσε ότι του έ­ κλεψα τα καλύτερα χρόνια της ζωής του, ρίχνοντάς τον στα δίχτυα της πατρότητας, που δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε, και με παρατούσε με το μικρό Τάκη να σπαράζει σαν το Βασιλάκη Καΐλα «μπαμπούλη, μη φεύγεις». Ο τρελός μου έρωτας για τον Αλέξη, σε συνδυασμό με το άγχος να τον κρατήσω στο σπίτι του, με έκανε υποδειγ­ ματική σύζυγο: νοικοκυρά, τρυφερή ερωμένη, σχεδόν δουλοπρεπή σε όλες του τις ιδιοτροπίες. Το απολάμ­ βανε. Ενώ πίστεψε στην αρχή πως παγιδεύτηκε σε μια ζωή που δεν είχε επιλέξει, πως είχε πέσει θύμα της αιώ­ νιας γυναικείας πλεκτάνης, ξαφνικά ένιωθε πασάς στα Γιάννενα. Ο ρόλος του μαλάκα είχε ανατεθεί στη σύζυ­ γο, ενώ εκείνος εισέπραττε το χειροκρότημα του ζεν πρεμιέ. Η συνειδητοποίηση της αντιστροφής των ρόλων του χάρισε ανωτερότητα, που φρόντιζε να επιδεικνύει 25


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

κάθε φορά που ξεπερνούσα τον εαυτό μου για να τον ικανοποιήσω. Η στοργική κίνηση που με καλούσε να χωθώ στην αγκαλιά του όταν χαλάρωνε στον καναπέ μετά το γραφείο με έκανε να νιώθω σαν ευτυχισμένο κουτάβι που το επιβραβεύει ο αφέντης του. Ακόμα και η σεξουαλική επαφή είχε μετατραπεί σε ένα είδος βρα­ βείου για τις υπηρεσίες που προσέφερα, ας πούμε, κάτι σαν μπόνους. Ποτέ δε δυσανασχέτησα. Μου έφτανε που γύριζε στο σπίτι, σ' εμένα και στο γιο μας. Με τα χρό­ νια είχα αρχίσει επιτέλους να χαλαρώνω και να απο­ λαμβάνω την οικογενειακή θαλπωρή. Μέχρι πέρυσι. Ξαφνικά άρχισε να επικαλείται φόρτο εργασίας και γύριζε αργά, στο σπίτι γινόταν ευερέθιστος με τον Τάκη, όσο για μένα, σχεδόν δεν υπήρχα. Φυσικά το σεξ γινόταν σιγά σιγά μια γλυκιά ανάμνηση. Κάπου δεν μπορούσα να χωνέψω ότι τα πράγματα στράβωσαν μετά από δεκαε­ φτά χρόνια. Υπήρχε άραγε πιθανότητα να με απατά εν ο­ νόματι της «κλιμακτηρίου» που περνούσε στα σαράντα; Είχα δει κάποτε μια ταινία με τη Μέρυλ Στριπ, που ανακάλυψε ότι την απατούσε ο Νίκολσον, όταν τυχαία βρήκε στο συρτάρι της ντουλάπας μονές αντρικές κάλ­ τσες. Κάθε σύζυγος έχει το δικό της τρόπο να καταλα­ βαίνει αν ο άντρας της ξενοκοιμάται. Εγώ αίφνης, αν έ­ βρισκα μονές κάλτσες στο συρτάρι του Αλέξη, θα γκρί­ νιαζα για το χαμένο του μυαλό. Η Χριστίνα ανακάλυψε πως ο άντρας της ξενοπηδούσε όταν αυτός φορούσε επί ένα μήνα ζιβάγκο. Αυτό δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο, εκτός αν πρόκειται για το μήνα Αύγουστο. «Τον έχει καταρουφήξει το βαμπίρ» μου έλεγε στο τηλέφωνο. «Μαύρος έχει γίνει ο λαιμός του από τις πιπιλιές». 26


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Αυτά βέβαια αποτελούσαν παρελθόν για τη Χριστίνα. Χώρισε πριν από ένα χρόνο και ησύχασε. Εκείνη δεν είχε παντρευτεί το μαθητικό της έρωτα, αλλά ένα μαθηματικό που την τάραζε στο κέρατο με μα­ θηματική ακρίβεια. Εγώ, που είχα παντρευτεί δικηγό­ ρο, πάσχιζα να βρω αποδείξεις ότι ξενοπηδούσε. Αλλά από μόνη της η διαίσθηση δεν αποτελεί ισχυρό στοιχείο. Θα με παίρναν με τις λεμονόκουπες, αν τους έλεγα ότι ο άντρας μου με απατά, επειδή έχει πάψει εδώ και και­ ρό να μου χαϊδεύει το μηρό στο αυτοκίνητο κάθε φορά που αλλάζει ταχύτητα. Όμως το περιεχόμενο των με­ τρημένων μας συζητήσεων δε μου άφηνε πολλά περι­ θώρια να κοιμάμαι ήσυχη. Τέσσερις μέρες μετά τη φάση με το Σαχουρντιάν, έ­ τρωγα με τον Αλέξη στην κουζίνα. Ήμουν ευδιάθετη γιατί ήταν από τις λίγες μέρες που είχε επιστρέψει νω­ ρίς. Πιάσαμε συζήτηση για τον Τάκη. Αναρωτιόμουν πότε πέρασε από τη φάση του Playmobil στη φάση του Playboy. Συγχρόνως σκεφτόμουν πότε πέρασε κι ο άντρας μου από τη φάση του πιστού συζύγου στη φάση του κι εγώ δεν ξέρω τι. Το δεύτερο προβληματισμό μου τον κράτησα για μένα. Δεν ήθελα να χαλάσω τη συμπα­ θητική ατμόσφαιρα. Συμφώνησε και ο Αλέξης ότι δεν είχε καταλάβει για πότε το αγοράκι μας μεταμορφώθηκε σε οργισμένο έ­ φηβο. Χαμογελώντας πρόσθεσα: «Σε λίγο θα αρχίσει να ξυρίζεται». Η συμπαθητική ατμόσφαιρα ψεκάστηκε από τη χλευαστική του απάντηση: «Ξυρίζεται εδώ κι έξι μή­ νες. Δε μυρίζεις το after shave όταν τον φιλάς το πρωί για το σχολείο;» «Μα έχω να τον φιλήσω τουλάχιστον έξι μήνες, γιατί το θεωρεί μωρουδίστικο. Είναι κι αυτό μια από τις ε27


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

φηβικές του επαναστάσεις, φαντάζομαι» απάντησα πει­ ραγμένη και πέταξα πικρόχολα: «Εσύ, που έχεις να με φιλήσεις στο στόμα από πέρυσι, ζεις την επανάσταση της "κλιμακτηρίου";» «Κρατάς ημερολόγιο της ερωτικής μας ζωής, Ελενάκι;» τα μάτια του στένεψαν ειρωνικά. «Μη με προκαλείς να σου διηγηθώ την ερωτική μας δραστηριότητα τον τελευταίο χρόνο... δε θα μου πάρει πάνω από τέσσερα δευτερόλεπτα. Μήπως έχεις και γκό­ μενα;» αγρίεψα. «Άσε μας, ρε Ελένη, βραδιάτικα...» είπε και βγήκε από την κουζίνα. Έχει γκόμενα. Φυσικά, την επόμενη μέρα τηλεφώνησε ότι θα αρ­ γούσε στο γραφείο. Βρόντηξα το τηλέφωνο με λύσσα. Ξαναχτύπησε αμέσως. Το σήκωσα με την τρελή ελπίδα ότι είχε αλλάξει γνώμη. Ήταν ο Τάκης, που με ρώτησε αν ήθελα να μου φέρει κάτι καθώς θα επέστρεφε από το σχολείο. Μετά την τριήμερη αποβολή μας αγνοούσε επιδεικτικά και σπάνια μας απηύθυνε το λόγο. Έτσι με εξέπληξε το ξαφνικό του ενδιαφέρον, αλλά το απέδωσα στην προσπάθεια να αρθεί ο περιορισμός του στο σπίτι τα Σαββατοκύριακα. Λίγο ακόμα και θα αναλάμβανε πλύσιμο, ξεσκόνισμα και μαγείρεμα για να του δοθεί χάρη. Ο Αλέξης ήταν ανένδοτος, εγώ πάλι, ενώ χαιρό­ μουν που τον είχα στο σπίτι το Σαββατοκύριακο, δεν τον έβλεπα, γιατί κλεινόταν στο δωμάτιο του μέχρι τη Δευτέρα που πήγαινε σχολείο. «Σίγουρα δε θες να σου φέρω τίποτα;» επέμεινε. «Αγόρι μου, μήπως είδες στον ύπνο σου ότι πέθανα και νιώθεις τύψεις για τα νούμερα που μου κάνεις κατά καιρούς;» 28


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Παράτα μας, ρε μάνα, με τις ψυχώσεις σου» είπε και το 'κλεισε. Αναστέναξα. Το τηλέφωνο είχε πάψει πια να κλείνει με ήρεμο τρόπο. Το μυστήριο της ξαφνικής καλοσύνης του Τάκη λύθη­ κε όταν, επιστρέφοντας από το σχολείο, κουβάλησε στο σπίτι ένα τρισάθλιο κουτάβι. Για την ακρίβεια ένα τρισάθλιο φαλακρό κουτάβι, που είχε πέσει θύμα ασυνεί­ δητων ανθρώπων ή αδίστακτων δερματικών παρασίτων. «Όταν σου είπα στο τηλέφωνο πως δε θέλω τίποτα, το εννοούσα. Πάρ' το όπως είναι και άσ' το εκεί που το βρήκες». «Αν το αφήσω εκεί που το βρήκα, θα με καταδιώκουν οι τύψεις, ότι παράτησα ένα αδύναμο πλάσμα σ' ένα ξε­ ροπήγαδο να πεθάνει από φόβο, πείνα, δίψα και...» «Καλά, καλά...» ανατρίχιασα σύγκορμη. «Θα το συ­ νεφέρουμε και μετά θα βρούμε πού θα το δώσουμε». Ο Τάκης πήρε μελιστάλαχτο ύφος. «Μανούλα μου, γιατί να μην τον κρατήσουμε εδώ; Θα σου κρατά παρέα ολημέρα που λείπουμε εγώ κι ο μπαμπάς από το σπίτι»> Τον διέκοψα, πριν ολοκληρώσει το καλόπιασμα, με πετάρισμα των βλεφαρίδων: «Με συγκινούν τα τρυφερά σου αισθήματα, αλλά μπορώ να οργανώσω αλλιώς το χρόνο που μου μένει με­ ταξύ μαγειρέματος και συγυρίσματος του σπιτιού. Λες κι έχω όρεξη να νταντεύω κουτάβια». «Μαμά, σε παρακαλώ... Σου ορκίζομαι πως θα ανα­ λάβω αποκλειστικά τη φροντίδα του σκύλου. Εξάλλου» εδώ χαμήλωσε τη φωνή του «τα Σαββατοκύριακα που μένω κλεισμένος στο σπίτι περνάω απαίσια. Αν μ' αγα­ πάς, θα μ' αφήσεις να περνάω λίγες ευχάριστες ώρες παίζοντας με τον Γκουσγκούνη». 29


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Τον ποιον;» ψέλλισα. «Είναι αγοράκι και τον έβγαλα Γκουσγκούνη επειδή είναι φαλακρός» καμάρωσε για την πρωτοτυπία του ονόματος. «Καταρχήν, πού τον ξέρεις εσύ τον Γκουσγκούνη;» έφριξα. Με κοίταξε κοροϊδευτικά. «Είναι δυνατόν ένας άν­ θρωπος που θέλει να σπουδάσει σκηνοθεσία να μην τον ξέρει;» Σε ποιον τα πουλούσε αυτά; Προσπαθούσε να με πεί­ σει ύτι έβλεπε τσύντες για να μελετήσει την άποψη του σκηνοθέτη; Και πότε νοίκιαζε τέτοιες κασέτες; Ή μή­ πως το 'σκαγε απ' το σχολείο για να περάσει το πρωινό του σε «Δύο έργα σεξ — η αίθουσα κλιματίζεται»; Μου χαμογέλασε ναζιάρικα, φέρνοντας το κουτάβι στο ύψος των ματιών μου. «Κοίτα τον. Μ' αυτή τη φαλάκρα, πώς αλλιώς θα τον έβγαζες;» ρώτησε με αφοπλιστική αθωότητα. «Σαβάλα. Ο Γκουσγκούνης για άλλα πράγματα φη­ μίζεται και όχι για τη φαλάκρα του». «Αν τον φωνάζω Σαβάλα, θα τον κρατήσουμε;» Ξεφύσηξα. «Δεν ξέρω... ο πατέρας σου θα είναι α­ νένδοτος, ειδικά μετά από το περιστατικό με τον καθη­ γητή σου...» Ο Τάκης πήρε πονηρό ύφος. «Όπως λέει και η φίλη σου η Χριστίνα, λίγο να κουνήσετε εσείς οι γυναίκες το δαχτυλάκι σας και αμέσως οι άντρες γίνονται αλοι­ φή». «Στον πατέρα σου δεν περνάνε αυτά. Κι άλλη φορά να μην κρυφακούς όταν συζητάω με τη Χριστίνα». «Δεν κρυφακούω. Το 'χει πει και μπροστά μου» υ­ περασπίστηκε τον εαυτό του.

30


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Άφησε το κουτάβι στο πάτωμα κι εκείνο έβγαλε μια εξαντλημένη φωνούλα. «Πάω να του δώσω κάτι να φάει κι ύστερα θα το βγά­ λω στη βεράντα για να το καθαρίσω απ' τα χώματα. Σε παρακαλώ, συζήτησε το με τον μπαμπά το βράδυ». Ποιο βράδυ; Ο Αλέξης ήδη είχε τηλεφωνήσει ότι μια σύσκεψη θα τον κρατούσε ως αργά στο γραφείο, οπότε ήταν ανώφελο να τον περιμένω ξύπνια. Για μια ακόμα φορά η λέξη «σύσκεψη» λειτούργησε συνειρμικά στο μυαλό μου. Ένα τεράστιο κρεβάτι όπου διευθυντές πη­ δούν γραμματείς, στελέχη κάνουν κόλπα μεταξύ τους και το κατώτερο προσωπικό τους παίρνει μάτι. Ξάπλωσα στον καναπέ με σκοπό να πνίξω τον ε­ κνευρισμό μου στις σαπουνόπερες. To Filmnet έδειχνε την Ολέθρια σχέση. Παρακολούθησα το έργο με ανα­ νεωμένο ενδιαφέρον. Σκέφτηκα ότι μπορεί να πάρω κα­ μιά ιδέα από την ψυχοπαθή ερωμένη. Άσε να σιγουρευτώ ότι με απατά, και τότε η «Ολέ­ θρια σχέση» θα φαντάζει παραμύθι του Ντίσνεϋ μπρο­ στά σ' αυτά που θα του κάνω. Στη φαντασία έπαιρνα άριστα. Στην πραγματικότη­ τα, δεν έπιανα ούτε τη βάση. Πώς να τολμούσα μια εκ βαθέων συζήτηση, που μπορούσε να προκαλέσει τη διά­ λυση του γάμου μου; Στα μάτια του Αλέξη διέκρινα τη βουβή πρόκληση. Αλλά κι εκείνος γιατί δε μου έλεγε ότι δεν αντέχει; Ίσως για τον ίδιο λόγο που δε ζήτησε διαζύγιο τα πρώτα δύ­ σκολα χρόνια. Τον βόλευε η κατάσταση. Στέγη, τροφή, καθαρά ρού­ χα, γυναίκα οσιομάρτυρας που δεχόταν αδιαμαρτύρητα τα νεύρα του, γιος που, χαμένος στον κόσμο του, δεν εί­ χε απαιτήσεις από εκείνον. 31


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η περηφάνια γινόταν τροχοπέδη στην έντονη επιθυ­ μία μου να τηλεφωνήσω στο γραφείο για να δω αν όντως είχε σύσκεψη. Ανέκαθεν υποστήριζα ότι, αν έ­ φτανα στο σημείο να θέλω να τσεκάρω τον Αλέξη, θα χώριζα πάραυτα. Ευτυχώς που δεν το διατυμπάνισα, γιατί θα είχα ε­ κτεθεί ανεπανόρθωτα σε συγγενείς και φίλους. Η σκέψη του διαζυγίου, και μάλιστα στα τριάντα έξι, μου προκαλούσε ανατριχίλα. Αν χωρίσω με τον Αλέξη και μετά από δυο χρόνια φύγει και ο Τάκης για σπουδές, θα τριγυρνάω σαν την κατάρα σ' ένα άδειο σπίτι. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι το σκυλί θα γινόταν μόνιμος κάτοικος Χαλανδρίου. Μα τι μαυρίλα μ' είχε πιάσει πάλι; Προσπάθησα να σκεφτώ θετικά. Αν μ' εγκαταλείψουν και οι δύο, δε θα έχουν που την κεφαλήν κλίναι. Επί δεκαέξι χρόνια τους έρχονταν όλα στο πιάτο. Ποτέ δεν έσκασαν για τσα­ λακωμένο πουκάμισο ή ξηλωμένο κουμπί. Άντε να πει ο Αλέξης στην γκόμενα, μετά από το άγριο πήδημα, να του ράψει τα κουμπιά που ξήλωσε με τα δόντια της από το παντελόνι του. Κι ο Τάκης, που θέλει να σπουδάσει στην Αγγλία, θα γνωρίσει την κόλαση της κονσέρβας. Με την προϋπόθεση ότι πρώτα θα μάθει πώς λειτουργεί το ανοιχτήρι. Θυμήθηκα μια ιαπωνική ταινία στην οποία η σύζυ­ γος, που υπηρετούσε πιστά άντρα και παιδιά για πολ­ λά χρόνια, πέθανε μια μέρα την ώρα που μαγείρευε. Όταν ο πατέρας γύρισε στο σπίτι, αντίκρισε τα παιδιά του, βρόμικα και νηστικά, να κλαίνε γοερά πάνω από το πτώμα της μάνας τους. Άρχισαν όλοι μαζί να την τα­ ρακουνούν και να φωνάζουν ότι δεν μπορεί να πεθάνει 32


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

και να τους αφήσει νηστικούς. Και τότε η νεκρή μάνα σηκώθηκε, έστρωσε τραπέζι, τάισε σύζυγο και παιδιά και μετά πήρε το δρόμο για το καθαρτήριο. Τις σκέψεις μου διέκοψε το κουτάβι, που γλίστρησε αθόρυβα από το δωμάτιο του Τάκη κι άρχισε την εξε­ ρεύνηση. Προσπάθησε να σκαρφαλώσει στον καναπέ που καθόμουν και τότε διαπίστωσα με φρίκη ότι η γού­ να του ήταν παράδεισος για τους εντομολόγους. Το βούτηξα απ' το σβέρκο και κατευθύνθηκα στη βε­ ράντα. Εκεί το έλουσα με Μπεταντίν και παρατηρούσα με ψυχρό ενδιαφέρον τα παράσιτα που εγκατέλειπαν απρόθυμα το οικοσύστημα του δέρματός του. Όλα α­ νεξαιρέτως βρήκαν τραγικό θάνατο κάτω από το πα­ πούτσι μου. Μια ώρα αργότερα ο σκύλος, απαλλαγμέ­ νος από τη φαγούρα και τον πόνο, με ακολούθησε με ευγνωμοσύνη στην κουζίνα. Η θέση του στο σπίτι εδραιώθηκε όταν του έβγαλα ντολμάδες γιαλαντζί σ' ένα παλιό τάπερ και θυσίασα ένα αρχαίο πουλόβερ του Αλέξη για να κοιμάται στην αποθήκη. Ο άντρας μου, που δεν τα πήγαινε καλά ούτε με τα χρυσόψαρα, θα πάθαινε την πλάκα του με το σκυ­ λί. Ο καβγάς ήταν δεδομένος. Όμως ήμουν έτοιμη να υπερασπιστώ το κουτάβι και οι υποψίες ότι ο Αλέξης με απατούσε με είχαν ντοπάρει για σκληρό αγώνα. Έτσι και θα εκτονωνόμουν και θα κέρδιζα πόντους στην εκτίμηση του Τάκη. Ό,τι τον σκεφτόμουν, μπήκε στην κουζίνα. «Μπα, μπα, καλά τα πάτε εσείς οι δύο».Έσκυψε στο σκυλί, που έτρωγε, και χάιδεψε το φαλακρό του κε­ φάλι. «Τι έγινε, ρε Γκουσγκουνάκο, θα μείνεις εδώ τελικά;» «Το σκυλί θα μείνει μόνο αν του αλλάξεις όνομα. Δεν 33


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

μπορώ να τον φωνάζω Γκουσγκούνη στη μέση του δρό­ μου και να με παίρνουν όλοι με τις λεμονόκουπες. Άσε που οι ένοικοι της πολυκατοικίας θα μαζέψουν υπο­ γραφές για να μας διώξουν». «Μα η πολυκατοικία είναι δική σου, μάνα» επισή­ μανε τα περιουσιακά μου στοιχεία. «Αν παραπονεθούν, να τους διώξεις εσύ». «Θα αστειεύεσαι, βέβαια. Αν χάσω τα ενοίκια, πες αντίο στο γενναιόδωρο χαρτζιλίκι». Υποχώρησε πάραυ­ τα. Καλύτερα αποτυχημένος νονός παρά άφραγκος έ­ φηβος. «Πώς να τον πούμε τότε;» «Τι λες για Τζακ;» «Μάνα, μπράβο. Κέρδισες το βραβείο πρωτοτυπίας!» χτύπησε παλαμάκια κοροϊδευτικά. «Ας τον πούμε Γκουσγκούνη, γιατί έχω την αίσθηση ότι του αρέσει αυτό το όνομα» ξαναπροσπάθησε με πα­ ραπονιάρικο ύφος. Έσκυψε στο σκυλί: «Αν έχεις αντίρ­ ρηση, γάβγισε». Συμπτωματικά το κουτάβι άφησε ένα μακρόσυρτο γρύλισμα. Έβαλα τα γέλια κοιτώντας τον Τάκη, που δεν πίστευε στα αυτιά του. Γύρισε προς το μέρος μου. «Είναι πολύ μικρός για να εκφέρει γνώμη». Χαμο­ γέλασε πονηρά. «Πάντως, αν ρωτήσεις και τη φίλη σου τη Χριστίνα θα συμφωνήσει ότι το Γκουσγκούνης είναι πετυχημένη επιλογή. Τα γουστάρει κάτι τέτοια περίερ­ γα. Δεν είναι συντηρητικούρα σαν κι εσένα». Τον κοίταξα αυστηρά. «Δε μ' αρέσουν τα σχόλιά σου για τη Χριστίνα». Τον είδα που μαγκώθηκε και συνέχισα πιο μαλακά: «Έστω. Αν και να ξέρεις ότι αυτό το όνομα δε θα α­ ρέσει καθόλου στον πατέρα σου». 34


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Στον πατέρα μου δε θα αρέσει καθόλου ο σκύλος, αφού δεν είναι και ράτσας» πήρε ύφος κατηγόριας. Δεν είχε άδικο. Ο Αλέξης υπήρχε πιθανότητα να δε­ χτεί ζώο στο σπίτι μόνο αν κατείχε πεντιγκρί τεσσάρων γενεών. «Εντάξει» ξεφύσηξα. «Θα αναλάβω εγώ τον πατέρα σου». Πριν αποσώσω τη φράση, δέχτηκα το ξαφνικό φιλί του στο μάγουλο. Μετά εξαφανίστηκε στο δωμάτιό του με το σκύλο. Αν ένα μπαστάρδικο κουτάβι κατάφερ­ νε να ζεστάνει τις σχέσεις μου με τον Τάκη, δεν το 'χα σε τίποτα να δώσω στέγη και στα 101 σκυλιά της Δαλ­ ματίας...

4. Έπεσα στο κρεβάτι κατά τις εντεκάμισι και πρέπει να είχε περάσει καμιά ώρα, όταν ένιωσα τον Αλέξη να πλα­ γιάζει δίπλα μου. Ήμουν πολύ νυσταγμένη για ν' αρχί­ σω τις ερωτήσεις. Γύρισα πλευρό και βυθίστηκα σε λήθαργο. Κάποια στιγμή ένιωσα το χέρι του να με σκουντά. «Ελένη, ξύπνα, έχουν μπει κλέφτες στο σπίτι. Σαν να προσπαθούν ν' ανοίξουν απ' την αποθήκη». «Κοιμήσου, Αλέξη, ο Γκουσγκούνης είναι» απάντη­ σα ναρκωμένη. «Ποιος Γκουσ... Ελένη, ξύπνα απ' τα πορνοόνειρα που βλέπεις κι άκου τι σου λέω!» Ανακάθισα μισοζαλισμένη και άναψα το πορτατίφ. Ο Αλέξης πετάχτηκε από πάνω μου σαν ελατήριο και το ξανάκλεισε. 35


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Τρελάθηκες; Να μπουκάρει ο κλέφτης και να μας καθαρίσει;» ούρλιαξε πνιχτά. «Ηρέμησε, καλέ! Ένα κουτάβι που προσπαθεί να προ­ σαρμοστεί σε ξένο περιβάλλον δεν απειλεί τη σωματική μας ακεραιότητα και την περιουσία μας». Αυτή τη φορά ήταν εκείνος που άναψε το φως: «Πήρες σκύλο; Με ρώτησες αν γουστάρω να ξυπνάω τα βράδια απ' τις νυχιές και τα κλαψουρίσματα;» Κοίτα που η διάθεση του για καβγά δεν τηρεί ωρά­ ριο! «Πρώτον, τον έφερε ο Τάκης. Δεύτερον, σε έπαιρνα τηλέφωνο γύρω στις δέκα στη δουλειά για να σ' το πω κι εσύ δεν απαντούσες» είπα ήρεμα. Γεγονός ήταν ότι ό σκύλος αποτέλεσε πολύ καλή δικαιολογία για να τηλε­ φωνήσω αργά το βράδυ στη δουλειά του Αλέξη. Σπά­ νια μου δινόταν η ευκαιρία να πείσω τον εαυτό μου και εκείνον ότι δεν τηλεφωνούσα για να ελέγξω αν είναι εκεί αλλά για να πω κάτι σημαντικό. «Έπειτα, σκέψου και το εξής: όταν ο Τάκης ήταν μωρό και σε ξύπναγε τις νύχτες με το κλάμα του, δε σκέφτηκες ποτέ να τον διώ­ ξεις»; « Μα, Ελένη, ο Τάκης είναι ο γιος μας και...» «Κι αυτός είναι ο σκύλος μας! Ας κοιμηθούμε τώρα, κι αύριο θα συζητήσουμε για το σκύλο και γι' άλλα πολλά» έκοψα μαχαίρι την αιμοσταγή του διάθεση. Έσβησα το πορτατίφ και κουκουλώθηκα ως τ' αυτιά. Ο Αλέξης γύρισε πλευρό χωρίς να πει άλλη κουβέντα. Το ότι δεν είπε την τελευταία λέξη ήταν ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στο κε­ φάλι του. Πώς θα μπάλωνε την απουσία του απ' το γραφείο την ώρα που τον έπαιρνα; Δικαιολογίες υπήρ­ χαν άπειρες. Τον είχε πιάσει κόψιμο κι ήταν στην τουα36


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

λέτα με τις ώρες. Καθυστέρησε στο φωτοτυπικό και δεν πρόλαβε να σηκώσει το τηλέφωνο, που το άκουγε να χτυπά γύρω στις δέκα. Το πρωί θα μάθαινα ποια δι­ καιολογία του φάνηκε πιο ασφαλής. Μάλιστα, πήγαι­ να και στοίχημα πως θ' άνοιγε πρώτος τη συζήτηση, καθότι ο δολοφόνος γυρνά πάντα στον τόπο του εγκλή­ ματος. Άκουσα τη ρυθμική του ανάσα γύρω στις δυόμισι. Παιδεύτηκε αρκετά, το πουλάκι μου, για να βρει τι θα μου πει. Κοιμήθηκα πολύ αργότερα. Στο όνειρό μου εί­ δα ότι βρισκόμουν στο μουσείο βασανιστηρίων στο Άμ­ στερνταμ. Την προσοχή μου τράβηξε μια περίεργη κα­ τασκευή σε σχήμα Π, όπου από την οριζόντια μπάρα ξεκίναγε ένα τεράστιο πριόνι και στις πάνω γωνίες των δυο κάθετων υπήρχαν λουριά. Η αναρτημένη ταμπελί­ τσα ενημέρωνε τον επισκέπτη ότι με αυτό το όργανο τι­ μωρούσαν τους μοιχούς και τους ομοφυλόφιλους στο Μεσαίωνα. Δίπλα υπήρχε ζωγραφισμένο παράδειγμα μοιχού, που, δεμένος από τους αστραγάλους στις δυο μπάρες, κρεμόταν ανάποδα γυμνός, λίγο πριν πριονι­ στεί κάθετα στα δύο. Το πριόνι έκοβε στη μέση πρώτα τα γεννητικά όργανα και μετά το υπόλοιπο σώμα. Και, κοίτα σύμπτωση, ο μοιχός στο παράδειγμα ήταν ο Αλέ­ ξης κι εγώ χειριζόμουν το πριόνι. Με ξύπνησε το νερό που 'τρεχε στο μπάνιο. Ο Αλέξης ζωντανός και με τα καρύδια στη θέση τους ετοιμαζόταν για το γραφείο. Σηκώθηκα να φτιάξω καφέ και να δω σε τι κατάστα­ ση βρισκόταν το κουτάβι. Όρμησε έξω απ' την αποθήκη σέρνοντας το πουλόβερ του Αλέξη. Ο Αλέξης, που στε­ κόταν στον πάγκο της κουζίνας σιγοπίνοντας τον καφέ του, κόντεψε να πνιγεί βλέποντάς το. 37


MAlFA

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Το πουλόβερ μου!» τσίριξε. « Το κωλόσκυλο έβαλε χέρι στην ντουλάπα μου!» «Ναι και σου βούτηξε λεφτά απ' το πορτοφόλι. Αν ή­ ξερα, καημένε, ότι θα σκούξεις για ένα τριμμένο πουλό-. βερ που σίγουρα δε θυμόσουν ότι υπάρχει ακόμη, θα του 'βρισκα άλλο πανί για να κοιμάται» είπα επιτιμητικά. Φούντωσε. Δεν τον είχα συνηθίσει σε ειρωνικά σχό­ λια με την τσίμπλα στο μάτι. «Επειδή φαίνεται πως μάνα και γιος έχουν συμμα­ χήσει για να μείνει εδώ ο σκύλος, θα πω ένα πράγμα. Όσο δεν μπλέκεται στα πόδια μου και δε βάζει χέρι στα προσωπικά μου αντικείμενα, θα τον υφίσταμαι. Αν θε­ λήσει στενότερη επαφή μαζί μου, θα την έχει για μία και μοναδική φορά. Θα τον σβερκώσω και θα τον στείλω από κει που ήρθε. Έγινα αντιληπτός, αδελφή Τερέζα;» Περίμενε να χαμηλώσω με υποταγή το κεφάλι. Μπράβο, κύριε Αλέξη, εφάρμοσες την τακτική «η κα­ λύτερη άμυνα είναι η επίθεση». Με λερωμένη τη φωλιά σου, μου κάνεις διάλεξη για το σκύλο αντί να πέσεις στα τέσσερα και να του κάνεις χάδια. Ε, λοιπόν, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, αλλά και ο αιφνιδιασμός είναι η μισή νίκη. «Πού ήσουν χτες όταν σου τηλεφώνησα;» τον προκά­ λεσα για να χαρώ τον πανικό στο βλέμμα του. Δυστυ­ χώς, η πείρα της δικηγορίας τον βοήθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του πριν καν γίνει αισθητή η απώ­ λεια της. «Εσύ ήσουν; Ήμουν στο φωτοτυπικό και δεν πρόλα­ βα το τηλέφωνο». Χριστέ μου, πώς τη λένε; Είναι από κει μέσα; Είναι μικρότερη μου; Τα 'χουν καιρό; Να τον σκοτώσω και ν' αυτοκτονήσω; 38


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Αποτόλμησα την ερώτηση που με βασάνιζε εδώ και μήνες: «Έχεις βρει άλλη; Αν συμβαίνει κάτι, σου ορκίζομαι ότι θα μιλήσουμε πολιτισμένα...» αφού θα σ' έχω δεμέ­ νο στο όργανο για τους μοιχούς. «Η αδιαφορία σου για το γάμο μας με σκοτώνει. Λείπεις συνέχεια, λες και δεν αντέχεις να μένεις μαζί μας ούτε δευτερόλεπτο. Σ' ε­ κνευρίζουμε, τα βάζεις μαζί μας, όταν φυσικά δε μας αγνοείς. Προτιμώ να μου πεις σταράτα "έχω άλλη". Δεν αντέχω τη σιωπή σου». Η φωνή μου ράγισε, αλλά τα στεγνά μάτια έσωσαν την αξιοπρέπειά μου. Διάλεξε προσεκτικά τα λόγια του. Δεν τον έπεισα, φαίνεται, για την πρόθεσή μου να μιλήσουμε πολιτι­ σμένα. «Ελένη, μ' έχεις ξαναρωτήσει. Σ' το επαναλαμβάνω, δεν υπάρχει άλλη. Εδώ δεν τα βγάζω πέρα μ' εσένα, θα βάλω κι άλλο μπελά στο κεφάλι μου;» «Μα εγώ τι έχω κάνει και είσαι μόνιμα εκνευρισμέ­ νος μαζί μου;» Ήμουν έτοιμη να κλάψω. Ξεφύσηξε ανυπόμονα: «Κοίτα, έχω πολλή πίεση στην εταιρεία και τώρα δεν είναι ώρα για "βαθυστόχαστες" συζητήσεις. Θα τα πού­ με το βράδυ». Πήρε το χαρτοφύλακά του και προχώρησε βιαστικά στο χολ, λες και η παραμικρή καθυστέρηση θα αποτε­ λούσε αντικείμενο εκμετάλλευσης από μέρους μου, για να τον ξαναστριμώξω σε μια συζήτηση που δεν ήθελε να κάνει. Τον ακολούθησα στην εξώπορτα. Στα πόδια μου μπλεκόταν το κουτάβι. «Θα μου τηλεφωνήσεις κάποια στιγμή;» σχεδόν τον 39


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ικέτεψα και μίσησα τον εαυτό μου το ίδιο δευτερόλεπτο. «Αν λασκάρει λίγο η δουλειά...» Έριξε ένα αδιάφο­ ρο βλέμμα στο σκύλο και εμένα μου 'δωσε ένα ακόμα πιο αδιάφορο φιλί στο στόμα. Πάλι καλά που δε με φί­ λησε στο μέτωπο. Όταν έκλεισε η πόρτα, ξέσπασα σε κλάματα. Πόσο καιρό έπρεπε να. πληρώνω ακριβά την απόφαση μου να κρατήσω το παιδί παρά τη θέλησή του; Γιατί να με πα­ ντρευτεί, αφού δεν ήθελε; Γιατί να γυρίσουν οι εφιάλτες των πρώτων χρόνων; Πού έφταιξα μετά από τόσα χρό­ νια; Ένιωσα την ανάγκη να τηλεφωνήσω στη Χριστίνα για να μου τονώσει το ηθικό. Μια χωρισμένη φίλη που γλένταγε τη ζωή της ήταν μεγάλη παρηγοριά. Στο πέ­ μπτο κουδούνισμα απάντησε με φωνή αλλοιωμένη από τον ύπνο. «Ποιος είναι;» «Χριστίνα, είμαι η Ελένη. Συγγνώμη που σε παίρνω έτσι πρωί, αλλά μ' έπιασαν οι μαύρες μου με τον Αλέ­ ξη. Πάλι έχω έντονη την αίσθηση ότι με απατά». Απ' το βάθος της γραμμής την άκουσα να ψαχου­ λεύει κάτι και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα κατάλα­ βα ότι φυσούσε τον καπνό του τσιγάρου της: «Παράτα τον το μαλάκα κι άσ' τον να τα βγάλει πέ­ ρα μ' ένα παιδί στην πιο προβληματική ηλικία. Να δεις για πότε θα του φύγει η διάθεση για ρομάντζα». Φαντάστηκα τον Αλέξη αξύριστο και βρόμικο να με εκλιπαρεί γονυπετής να επιστρέψω στο σπίτι και να ε­ γκαταλείψω τον υπέροχο Ιταλό εραστή μου, που με κοί­ ταζε στα μάτια κι έπινε νερό στο όνομά μου. Η σαπουνόφουσκα έσπασε στη φωνή της Χριστίνας: «Ελένη, μ' ακούς; Έγινε κάτι συγκεκριμένο;»

40


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Όχι, μωρέ, έχω πάλι αυτή την πικρή γεύση στο στό­ μα και την καούρα στο στομάχι...» «Ε, να φας ένα γαλακτομπούρεκο και να πιεις κα­ πάκι μια σόδα. Εσύ, παιδί μου, θα αρρωστήσεις με τις εμμονές σου». Σαν να το σκέφτηκε λίγο, πρόσθεσε: «Δε μου λες, φορεί κι αυτός ζιβάγκο επί βδομάδες, σαν τον δικό μου τον ηλίθιο;» «Όχι, αλλά έχει γίνει ψυχρός, προφασίζεται φόρτο ερ­ γασίας, έτυχε κι εγώ να τον πάρω στη δουλειά και δεν απάντησε... Τα ξέρεις, μωρέ, σου τα 'χω ξαναπεί. Είναι μια απ' τις κακές μέρες μου». «Του μίλησες;» «Με διαβεβαίωσε ότι είμαι η μοναδική γυναίκα γι' αυ­ τόν...» «Που της εμπιστεύεται τα άπλυτα ρούχα του» με διέκοψε με την ανυπομονησία της γυναίκας που 'χει μπουχτίσει από τέτοιου είδους αποκλειστικότητες. «Αυ­ τό για τη μοναδική γυναίκα το 'χω ακούσει επανειλημ­ μένως. Άντε, βάλε καφέ και θα τα πούμε vis a vis. Θα 'μαστε μόνες;» «Ο Αλέξης έχει φύγει ήδη, ο Τάκης ετοιμάζεται για το σχολείο και θα 'μαστε μόνες με τον Γκουσγκούνη». «Έτσι μπράβο. Η καλή μέρα απ' την τσόντα φαίνε­ ται» ζωήρεψε η φωνή της. «Ο Γκουσγκούνης είναι το κουτάβι που κουβάλησε ο Τάκης». «Μη μου πεις ότι την έχει ένα μέτρο...» ακούστηκε έκπληκτη. «Είναι φαλακρός» είπα ανόρεχτα. Αυτό το όνομα θα έφερνε μπελάδες. «Και γιατί δεν τον βγάλατε Σαβάλα; Αχ, το φουκα­ ρά, όνομα που του 'λαχε!» 41


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Καλά που επέμενε ο Τάκης πως η Χριστίνα θα εν­ θουσιαζόταν με τη μία, άμα άκουγε το όνομα του σκύλου. Χτύπησα την πόρτα του δωματίου του, φωνάζοντας πως θ' αργούσε για το σχολείο. Βγήκε ντυμένος μ' ένα τζιν τόσο στενό στον καβάλο, που, αν τον έπιανε λόξι­ γκας, σίγουρα θα εκσπερμάτωνε. Η μπλούζα του, που απεικόνιζε μια παρέα από νεκροζώντανους με ηλεκτρι­ κές κιθάρες, συμπλήρωνε το θλιβερό σύνολο. Έφριξα, αλλά κατάφερα να εκφράσω ελαφρά αποδοκιμασία. Ένας καβγάς μού έφτανε. «Βρε Τάκη, αυτά τα ρούχα δεν είναι για το σχολείο. Δηλαδή, για πουθενά δεν είναι, αλλά οπωσδήποτε όχι για το σχολείο. Με την αποβολή στην πλάτη σου έπρε­ πε να εμφανίζεσαι τουλάχιστον με κουστούμι». Δεν ίδρωσε τ' αυτί του. «Σιγά μην πηγαίνω και με σκάφανδρο. Έτσι μ' αρέ­ σει να ντύνομαι, έτσι ντύνονται όλοι μου οι φίλοι και δε θα δώσω λογαριασμό ούτε στους καθηγητές μου ούτε σ' εσένα τη συντηρητική». «Πες μου πάλι ότι η Χριστίνα θα τρελαθεί με τις εν­ δυματολογικές σου επιλογές και θα σου πω τη γνώμη της για το όνομα του σκύλου». Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και εξαφανίστηκε στην κουζίνα. Τον έπιασα να πίνει νερό από το μπου­ κάλι. Ήμουν έτοιμη να του κάνω παρατήρηση, αλλά το μετάνιωσα, σκεφτόμενη ότι η κληρονομικότητα καθορί­ ζει σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά. Ο Αλέξης μ' α­ γνοούσε επιδεικτικά κι ο Τάκης είχε κληρονομήσει τα γονίδια που υπαγόρευαν την ίδια στάση απέναντι μου. Χάιδεψε το σκυλί και, μουρμουρίζοντας ένα «γεια», βγήκε απ' το σπίτι.

42


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

5. Ο Τάκης ήταν δύσκολο παιδί εξ απαλών ονύχων. Δύ­ σκολο και κλεισμένο στον εαυτό του. Όταν έγινε τριών χρονών, πρότεινα στον Αλέξη να κάνουμε δεύτερο παι­ δί για να μεγαλώνει μαζί με τον Τάκη. Μου έδειξε τις προθέσεις του αγοράζοντας δυο σακούλες προφυλα­ κτικά. Όμως κι ο γιος μας υπήρξε ο καλύτερός του σύμ­ μαχος. Δεν ήθελε να ακούσει για δεύτερο παιδί στην οικογένεια. Με τους δυο τους δεν μπορούσα να τα βγά­ λω πέρα. Το ζήτημα ξεχάστηκε μέχρι τη στιγμή που ο Τάκης έγινε πέντε χρονώ και πήγε στο νηπιαγωγείο. Γυρίζοντας μια μέρα στο σπίτι, κι ενώ καθόμασταν στο τραπέζι, μας δήλωσε ότι θα 'θελε ένα αδελφάκι. Ο Αλέ­ ξης κι εγώ κοιταχτήκαμε με απορία και αναφωνήσαμε συγχρόνως: «Τάκη;» Λίγο αργότερα μας εξομολογήθηκε ότι βασικά ήθελε ένα ποδήλατο. Είχε ακούσει από τους φίλους του ότι οι γονείς τους τους χάριζαν ποδήλατο όταν αποκτούσαν κι άλλο παιδί. Ο Αλέξης εμφανώς ανακουφισμένος του έ­ φερε την επόμενη μέρα ένα Βελοσόλεξ, που φώναζε από μακριά την τιμή του. Με γοήτευε ο τρόπος που αντιλαμβανόταν τη ζωή γύ­ ρω του. Ζητούσε εξήγηση για τα πάντα, ακόμα και γι' αυτά που αδυνατούσαμε να του απαντήσουμε. Μας έ­ φερνε συχνά σε δύσκολη θέση με τις ερωτήσεις του κι ο Αλέξης σπάνια είχε την υπομονή να συζητήσει μαζί του. Βασικά, σπανίως είχε την υπομονή ν' ασχοληθεί μαζί του. Έτσι εγώ προσπαθούσα να καλύψω τα κενά, ακό­ μα κι όταν οι ερωτήσεις ήταν προτιμότερο να απαντη­ θούν από κάποιον άντρα. Απολάμβανα όμως τη λογική 43


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

της παιδικής σκέψης, όπου η φαντασία και η πραγματι­ κότητα γειτνίαζαν σε πολύ στενά όρια. Κάποτε, όταν ήταν τεσσάρων, είχαμε πάει στην εκ­ κλησία να μεταλάβουμε. Με ρώτησε γιατί ο παπάς δί­ νει ψιχουλάκι μουσκεμένο σε κρασί. Του απάντησα ότι αυτά είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού. Ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει ότι δε θέλει να φάει το Χριστούλη για­ τί θα τον τιμωρήσει ο μπαμπάς του ο Θεός. Φύγαμε άρον άρον, αφήνοντας πίσω μας δεκάδες α­ ναστατωμένα πιτσιρίκια που δίσταζαν να μεταλάβουν μετά από αυτά που άκουσαν από το παιδί μου. Όσο μεγάλωνε, διάφορα καλά του στοιχεία, όπως η τάξη, η παιδική ευγένεια, η υπακοή, άρχισαν να τον ε­ γκαταλείπουν. Εκτός από ένα, που χρόνο με το χρόνο θέριευε: τη φαντασία του. Μοναχικός καθώς ήταν, κλει­ νόταν με τις ώρες στο δωμάτιό του και χάζευε τις συλ­ λογές του. Μάζευε τα πάντα. Βότσαλα, σπιρτόκουτα, ξερά φύλλα κι έκανε κολάζ που στόλιζαν τους τοίχους της κάμαράς του. Ο Αλέξης έφριττε κάθε φορά που ο Τάκης του έδειχνε μια καινούρια σύνθεση. Με έπαιρνε παράμερα και με ξετίναζε. «Δε μου λες, εσύ, που είσαι ολημέρα στο σπίτι, έχεις καταλάβει τίποτα ύποπτο στη συμπεριφορά του Τάκη;» «Σαν τι δηλαδή;» «Ξέρω γω, πολύ βότσαλο και κοχύλι μαζεύει το παι­ δί μας, αντί να κρεμά στους τοίχους αφίσες με ηθο­ ποιούς, όπως όλα τα νορμάλ παιδιά της ηλικίας του». «Μα έχει κολλήσει το Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ και τον Τζέιμς Ντιν». «Ναι, αλλά αυτοί είναι άντρες. Δε βλέπω καμιά πλη­ θωρική ξανθιά να ποζάρει φάτσα στο κρεβάτι του» ξε­ φυσούσε γεμάτος άγχος. 44


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Αυτές ικανοποιούν την αισθητική των φορτηγατζή­ δων κι όχι κάποιου που θέλει να σπουδάσει σκηνοθε­ σία. Ο Τάκης ξέρει από τώρα τι θέλει» τον υπερασπιζό­ μουν από τα κραυγαλέα γούστα του πατέρα του. «Αρκεί να μη θέλει γόβες. Δε μου λες, τον παίρνει κα­ μιά κοπέλα στο τηλέφωνο;» με ρωτούσε με φωνή όλο ελπίδα. «Μα είναι πολύ μικρός για γκομενιλίκια». Το υποτιμητικό του βλέμμα προηγούνταν της ηλίθιας απάντησης. «Ελένη, εγώ στην ηλικία του είχα ανακαλύψει ήδη ότι το μέλος που κρέμεται ανάμεσα στα πόδια μου είχε βα­ ρεθεί την αποκλειστική παρέα της παλάμης μου και ε­ πιζητούσε νέους φίλους». Έφευγα από το δωμάτιο μην μπορώντας να αντέξω τις βλακείες που αράδιαζε για την πρώιμη σεξουαλικό­ τητά του. Ο Τάκης τρελαινόταν για τις κλασικές ταινίες του παλιού κινηματογράφου. Αποστήθιζε τους διαλόγους, θυμόταν τις ενδυματολογικές λεπτομέρειες, κρατούσε στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο γυριζόταν κάθε ται­ νία που τον ενδιέφερε. Τον έπιανα πολλές φορές με κλειστά μάτια και τον ρωτούσα τι σκεφτόταν. «Την ταινία μου». Πριν από δυο χρόνια η φαντασία του μας έβαλε σε μεγάλους μπελά­ δες. Ήταν Χριστούγεννα κι είχαμε τραπέζι τους συγγε­ νείς μας. Ανταλλάξαμε εν μέσω μικρών κραυγών επιδο­ κιμασίας τα δώρα μας και περάσαμε στο σαλόνι για κα­ φέ. Σχηματίσαμε «πηγαδάκια» και αρχίσαμε τη φλυα­ ρία. Εγώ καθόμουν με τη Σίση, αρραβωνιαστικιά του α­ δελφού του Αλέξη, και τον Τάκη. Η Σίση, γνωστό «φτυάρι» στην οικογένεια, έθαβε την 45


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

πεθερά μας, που στην ηλικία της ήθελε να κάνει εγχεί­ ριση ανόρθωσης στήθους, επειδή την ενοχλούσε η στα­ θερή χαλάρωση του: «Δεν κοιτά τα μούτρα της, το στήθος της θέλει να φτιάξει. Λες κι έχει διάθεση ο πεθερός μας να της το πιάνει σ' αυτή την ηλικία!» σχολίασε με κακεντρέχεια. Ο Τάκης μας παρακολουθούσε χαμογελώντας και σε κάποια φάση είπε ότι θα βγει για λίγο και θα επιστρέ­ ψει σύντομα. Γύρισε λίγο αργότερα κουβαλώντας δύο... πινακίδες. Έδωσε τη μία στη Σίση λέγοντάς της: «Να την παίρνεις μαζί σου για να προειδοποιείς όσους πρόκειται να θάψεις». Η Σίση εμβρόντητη άφησε την πινακίδα να πέσει από τα χέρια της, αποκαλύπτοντας σε όλους εμάς τη γνω­ στή εικόνα με τον εργάτη που σκάβει και που προειδο­ ποιεί για την εκτέλεση οδικών έργων. Πριν συνειδητοποιήσουμε το σκηνικό που εκτυλισσό­ ταν στο σαλόνι μας, ο Τάκης έβαλε στα χέρια της κοκαλωμένης πεθεράς μου την πινακίδα που προειδοποιεί για κατολισθήσεις και της ευχήθηκε καλή επιτυχία στην εγχείριση ανόρθωσης στήθους. Η συγκέντρωση διαλύ­ θηκε επιτόπου σε ένα όχι και τόσο ευχάριστο κλίμα, όπως κανονικά υπαγορεύει το πνεύμα των Χριστου­ γέννων. Όταν μείναμε οι τρεις μας, ο Αλέξης άρχισε να ωρύεται, επικαλούμενος τον Ηρώδη, που εκείνες τις μέ­ ρες ήταν επίκαιρος. Ο Τάκης προσπάθησε να αμυνθεί, λέγοντας πως κανένας στην οικογένεια, πλην του θείου του, δε γούσταρε τη Σίση και πως κανονικά έπρεπε να τον ευγνωμονούμε για αυτή του την κίνηση. Όσο για τη γιαγιά του, είχε αίσθηση του χιούμορ και δε θα τον πα­ ρεξηγούσε. Για την ακρίβεια, μας είπε, του έκλεισε συ-

46


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

νωμοτικά το μάτι την ώρα που έμπαινε στο ασανσέρ. Ο πατέρας του έδειξε να καλμάρει αλλά έριξε μια τελευ­ ταία κούφια απειλή, ότι θα τον καταδώσει στην αστυ­ νομία αν δε βάλει τις πινακίδες εκεί που τις είχε βρει. Ο Τάκης του απάντησε ότι ευτυχώς που δεν είχε γίνει η­ θοποιός, γιατί θα στερούσε από τον Αρτέμη Μάτσα το ρόλο του καταδότη στην Κατοχή. Επενέβην πριν πια­ στούν στα χέρια. Αυτό το επεισόδιο κόστισε στην οικογένειά μας με­ ρικούς μήνες παρεξήγησης με τον αδελφό του Αλέξη. Διέλυσε τον αρραβώνα του με το που μπήκε ο νέος χρό­ νος. Μας ξαναμίλησε το καλοκαίρι, συγκεκριμένα μας έγραψε από την Ελβετία. Είχε βρει τον έρωτα της ζωής του στην ύπαρξη μιας κοπέλας από το Βερμπιέ, της ο­ ποίας ο πατέρας είχε κτηνοτροφική μονάδα και παρήγε δικό του τυρί. Θα έρχονταν τον επόμενο χειμώνα για το γάμο. Ο Αλέξης προειδοποίησε τον Τάκη να μην κάνει κανένα βρόμικο αστείο, γιατί θα του έκοβε το σκηνοθε­ τικό του κώλο. Στις αρχές του χρόνου ο γιος μας έφερε μερικές φο­ ρές στο σπίτι μια κοπελίτσα, τη Νόρα. Τη βοηθούσε στα μαθηματικά. Ο Αλέξης, χοντροκομμένος ως συνήθως, αντί να κάνει το σταυρό του που είχε πραγματοποιηθεί η ευχή του, του κόλλαγε με πονηρά υπονοούμενα, που εκνεύριζαν τον Τάκη. Έπαψε να την εμφανίζει και, όταν τον ρωτούσα τι είχε γίνει και δεν ερχόταν πια η Νόρα, απαντούσε τσαντισμένος: «Μου τη δίνουν οι σπόντες ο­ ρισμένων». Αναρωτιόμουν αν ο γιος μας είχε αντιληφθεί ότι τον τελευταίο χρόνο οι σχέσεις των γονιών του πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Όμως κλεισμένος με τις ώρες στο δωμάτιό του, μου έκοβε κάθε δίαυλο επικοινωνίας. 47


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η πινακίδα «stop», που μετά από σκληρό αγώνα δια­ τηρούσε καρφωμένη έξω από την πόρτα του, υπεδείκνυε το απαραβίαστο της ψυχής του. 6. Η ώρα ήταν εννιά όταν χτύπησε η Χριστίνα το κουδού­ νι. Της άνοιξα προσπαθώντας να επαναφέρω σε τάξη το νευρικό μου σύστημα. Το σκυλί μπλέχτηκε στα πό­ δια της κι εκείνη το σήκωσε στην αγκαλιά της. «Τι είπε ο Αλέξης για τούτο εδώ το μαναράκι;» «Από τη στιγμή που θα 'χουν μια τυπική σχέση συ­ γκατοίκησης, δεν τον ενοχλεί ιδιαίτερα. Εξάλλου την ίδια σχέση έχει αποφασίσει και για μας τους δυο». Η Χριστίνα πρόλαβε τους δακρυγόνους αδένες μου. «Χρειαζόμαστε μια γερή δόση καφεΐνης στις φλέβες μας. Και μετά χαλάρωση στον καναπέ και ανηλεές θά­ ψιμο του αντρικού γένους». Μ' έπιασε απ' το χέρι, παρασέρνοντάς με στην κουζί­ να. Ο Γκουσγκούνης βρισκόταν ήδη εκεί, αποβάλλοντας κάτω από το τραπέζι τα επεξεργασμένα προϊόντα του οργανισμού του. Μου 'ρθε να τον πετάξω απ' το παρά­ θυρο. Κατάπια τα νεύρα μου, κι ενώ σφουγγάριζα τα κατορθώματά του η Χριστίνα έφτιαχνε καφέ σιγοσφυρίζοντας. Λίγο αργότερα, καθισμένες στον καναπέ του σαλονιού, με τον Γκουσγκούνη στα πόδια μας να μασά αρειμανίως το πουλόβερ του Αλέξη, ξαναφούντωσα. «Βαρέθηκα να περιβάλλομαι από ανθρώπους που με κοιτούν και δε με βλέπουν. Κάποτε έφτανε μια ματιά του και τρίζαν οι σομιέδες τρία μερόνυχτα». Ύψωσε τα φρύδια της σαν να μη με πίστευε. 48


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Τι με κοιτάς έτσι; Είχα και τα τυχερά μου όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα το μόνο που μου θυμίζει ότι είμαστε παντρεμένοι είναι η κοινή φορολογική δήλωση. Άσε πια τον Τάκη. Έχει υιοθετήσει τη μισόκλειστη ματιά του Τζέιμς Ντιν και αμφισβητεί τους πάντες και τα πάντα». «Πες του ότι το μπλαζέ βλέμμα του Τζέιμς Ντιν οφει­ λόταν σε υψηλή μυωπία και όχι σε ηθελημένο αντικομφορμισμό». «Να του το πεις εσύ, που είσαι απ' τα λίγα άτομα που παραδέχεται. Εγώ είμαι συντηρητικούρα, ενώ εσύ γουστάρεις τα περίεργα, κατά τα λεγόμενα του». Έπαιξε αυτάρεσκα με το κολιέ της. «Μπα, για κοίτα που τυγχάνω ιδιαίτερης εκτίμησης απ' τον κύριο Μπάρκα το νεότερο. Να του πεις πως θα μπω στην κατάψυξη και θα τον περιμένω σε δέκα χρό­ νια. Μη μας τον φάει καμιά ξένη». Ενοχλήθηκα, με τον ιδιαίτερο τρόπο που θίγεται η μά­ να ακούγοντας από την αστειευόμενη φίλη της σεξουα­ λικά υπονοούμενα για το γιο της. «Αμάν, βρε Χριστίνα! Πώς να σε πάρουν σοβαρά οι άντρες, όταν λες κάτι τέτοια». «Και τι να τους κάνουμε τους άντρες, αφού μας βγά­ ζουν την ψυχή; Να τους βλέπεις κι εσύ όπως εγώ. Σαν χακή συνήθεια, σαν το τσιγάρο». «Τι να πω, ρε Χριστίνα, από αύριο ελαττώνω τον Α­ λέξη και σιγά σιγά θα τον κόψω;» «Αφού πιστεύεις ότι αυτός ο γάμος δεν τραβάει...» άφησε τη φράση ημιτελή για τα ευκόλως εννοούμενα. «Μακάρι να πέρναγε απ' το χέρι μου. Θα 'κάνα το παν για να ξαναδείξει ο Αλέξης λίγο ενδιαφέρον για μένα. Γλιστρά μέσα απ' τα χέρια μου σαν την άμμο. Θέλω να χρατήσω αυτόν το γάμο και νιώθω πως δεν μπορώ». 49


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Τα μάτια μου θόλωσαν, αλλά όχι τόσο ώστε να μη διακρίνω τη μεταβολή στη διάθεσή της. Δάγκωνε τα χείλη, που πριν από λίγα λεπτά χαμογε­ λούσαν ανέμελα. Τι ήθελα κι εγώ να τη φορτώνω με τα προβλήματά μου, θυμίζοντάς της καταστάσεις που έζη­ σε κι εκείνη σχετικά πρόσφατα; Γιατί έπρεπε η ανέμελη στάση της να μου δίνει το δι­ καίωμα να της κλαίγομαι; Μπορεί τελικά να μην είχε ξεπεράσει το Φίλιππο. Άσχετα αν έτσι ήθελε να το πα­ ρουσιάζει στον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά εγώ ήμουν η κα­ λύτερη της φίλη. Αν την πόναγε, δε θα μου το 'λεγε; Πή­ ρα κουράγιο απ' τη λογική της ερώτησης μου και άφη­ σα ελεύθερα τα αναφιλητά. Μου σκούπισε τα μάτια και η απάντησή της ξέπλυνε την ενοχή που με τύλιγε κάθε φορά που της μιλούσα για την άθλια συμπεριφορά του Αλέξη. Ήταν σκληρή γυναίκα. Πάει και τελείωσε. Μπο­ ρούσα άφοβα να κλαυθμυρίζω στον ώμο της. «Δεν είναι τόσο τραγικό όσο φαντάζεσαι. Τα πέρασα κι εγώ, αλλά δε με πήρε από κάτω. Εξάλλου, αν χωρί­ σεις με τον Αλέξη, δε θα μείνεις στους πέντε δρόμους. Οικονομικά ανεξάρτητη είσαι, το σπίτι σου ανήκει, κι έτσι κούκλα που είσαι μπορεί να βρεις και γκόμενο. Όχι τίποτ' άλλο, να δουν χαρά τα σκέλια σου». Μου χαμογέλασε πονηρά. Ό,τι πικρό κι αν σκεφτό­ ταν πριν από λίγα δευτερόλεπτα, είχε χαθεί ξανά στους λαβυρίνθους του αριστερού της εγκεφαλικού ημισφαι­ ρίου. Άναψε ένα Τσέστερφιλντ και μου το πρότεινε. «Πάρε, θα ξεχαρμανιάσεις». Αρνήθηκα και προτίμησα να βάλω ένα δεύτερο φλι­ τζάνι καφέ. Εκείνη ρούφηξε ηδονικά τον καπνό. «Χριστίνα, τους άντρες τους έκοψες όπως έχεις κό­ ψει το τσιγάρο;» 50


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Δεν είπα ότι τους έκοψα, απλά διαπιστώνω ότι εί­ ναι επιβλαβείς για την υγεία μας». Η Χριστίνα ήταν μεν η καλύτερή μου φίλη, αλλά σπάνια μίλαγε για ό,τι τη βασάνιζε. Έτσι ήταν από το σχολείο. Εγώ έβγαζα τα εσώψυχά μου κι εκείνη με ά­ κουγε. Ποτέ όμως δε μοιράστηκε τα δικά της μαζί μου. Αυτό δε με πείραζε, γιατί η εσωστρέφεια τη χαρακτή­ ριζε σε όλες τις φάσεις της ζωής της και δεν είχε μόνο εμένα αποδέκτη. Η μητέρα της, που με συμπαθούσε ιδιαίτερα, με έπαιρνε παράμερα και μου έλεγε με πα­ ράπονο ότι ποτέ δεν ήξερε τι αισθάνεται πραγματικά η κόρη της. Τουλάχιστον χαιρόταν που είχε μια φίλη. Παίρνοντας θάρρος από την καλή της διάθεση, απο­ τόλμησα την ερώτηση που δεν της είχα κάνει από τότε που χώρισε. «Δεν έχεις πάει με άλλον μετά το διαζύγιο;» «Θα 'σουν η πρώτη που θα το μάθαινες. Πάντως, ό­ ποιος κι αν είναι ο επόμενος, του εύχομαι καλή δύναμη γιατί θα χρειαστεί κομπρεσέρ για εκεί κάτω». «Εγώ θα χρειαστώ ολόκληρο το Μετροπόντικα...» α­ ναστέναξα. «Έλα, ρε!» φώναξε γελώντας. «Από πότε δεν έχει κοκό;» «Δέκα ολόκληρους μήνες. Τζάμπα πήγε τότε η εξόρ­ μησή μας στα καταστήματα εσωρούχων». Κοίταξε το ρολόι της. «Γλυκιά μου, πρέπει να φύγω, έχω ραντεβού στο κομ­ μωτήριο. Θα σου τηλεφωνήσω αύριο». Σηκώθηκε στρώνοντας τις ζάρες της φούστας της — αν υποθέσουμε ότι το ελάχιστο ύφασμα που χρειάστη­ κε για να τη ράψει ήταν αρκετό για να ζαρώσει. Της πρότεινα να πάμε το βράδυ σινεμά, αφού «το άλλο έρ51


,ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

γο το 'χω ξαναδεί». Ο Αλέξης θα επέστρεφε αργά από το γραφείο. «Αγάπη μου, το βράδυ θα βγάλω τη μάνα μου για φαγητό. Της το χρωστάω από τότε που χώρι­ σα·. Αν θες, το κανονίζουμε για την Κυριακή». Συμφώνησα και, αφού φιληθήκαμε, έκλεισα την πόρ­ τα. Στον αέρα πλανιόταν το άρωμά της. Τη ζήλευα για­ τί βγήκε αλώβητη απ' το διαζύγιό της. Λες κι έσπρωξε η ίδια το Φίλιππο στην απιστία για να τον ξαποστείλει γεμάτον τύψεις και μηνιαία οικονομική αιμορραγία. Έφερα στο μυαλό μου την ημέρα που βγήκαμε να ψω­ νίσουμε σέξι εσώρουχα. Εκείνη την εποχή ο γάμος της έπνεε τα λοίσθια κι ο δικός μου μόλις άνοιγε την πόρτα στη μεγάλη κρίση. Η Χριστίνα θα τα αγόραζε για προσωπική της ευχαρί­ στηση, εφόσον είχε αποφασίσει να πάρει διαζύγιο από το Φίλιππο. Εγώ θα ζουλούσα το σώμα μου σε κορσέ­ δες και ζαρτιέρες, με την ελπίδα ότι θα επανέφερα τη λίμπιντο του Αλέξη, που σιγά σιγά χανόταν. Σταδιακά συνειδητοποίησα ότι πιο εύκολα διακτινιζόταν το Χα­ λάνδρι στον Άρη παρά η σεξουαλική επιθυμία του ά­ ντρα μου στο κρεβάτι μας. Την παρατηρούσα καθώς άλλαζε το ένα αιθέριο σετ μετά το άλλο, τραγουδώντας με βραχνή φωνή: «It is a man's world but it would be nothing without a wom­ an». Παρ' ότι συνομήλικες, εκείνη ντυμένη, ή μάλλον γδυμένη έτσι, φαινόταν σαν τη μικρή μου αδελφή. Πλή­ ρωνε αδρά ο Φίλιππος τα τένις κλαμπ και τα λασπό­ λουτρα της γυναίκας του σαν αντίβαρο στις σεξουα­ λικές του απιστίες. Μέχρι που η Χριστίνα αποφάσισε να συνεχίσει την καλοπέραση με τα χρήματα της δια­ τροφής. Την έβλεπα να στροβιλίζεται μπροστά στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν γιατί την κεράτωνε ο Φί52


ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

λιππος με ό,τι είχε δυο πόδια και φορούσε φουστάνι. Αλλά, βλέπεις, ο άντρας αντιδρά νευρωτικά στο φό­ βο ότι μετά το γάμο δε θα ξαναπλαγιάσει με άλλη γυ­ ναίκα πλην της συζύγου του. Η παράδοση δεν αλλάζει. Ο άντρας είναι πολυγαμικός από καταβολής κόσμου. Μπορεί στην Παλαιά Διαθήκη ο Αδάμ να έμεινε πιστός στην Εύα, αλλά δεν είχε και άλλες επιλογές. Πάντως, αν δε γινόταν το σκηνικό με το μήλο, σίγουρα θα την έπε­ φτε στο φίδι. Τελικά η εξόρμηση στα μαγαζιά είχε λήξει ως εξής: η Χριστίνα αγόρασε το μοναδικό σετ από βυσσινί εσώρου­ χα Ιταλού μόδιστρου, του οποίου η τιμή δικαιολογούσε την απόφαση του καταστηματάρχη να φέρει μόνο ένα κομμάτι στο μαγαζί του. Εγώ περιορίστηκα σ' ένα μαύ­ ρο κορμάκι από δαντέλα, το οποίο ουδόλως πρόσεξε ο Αλέξης το ίδιο βράδυ που το φόρεσα. Κατέληξα να το φο­ ρώ μέσα από μάλλινα πουλόβερ που με τσιμπούσαν, για να αποσβέσω τις τριάντα χιλιάδες που ξόδεψα γι' αυτό. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι περίμενα να δω τις νυχτερι­ νές ειδήσεις. Στα απογευματινά νέα είπαν για κάποιο πολύνεκρο δυστύχημα και νόμισα πως ανάμεσα στους νεκρούς ήταν ένας παλιός, συμμαθητής μου. Ήμουν όμως στο μπάνιο και δεν μπόρεσα να το ακούσω με σι­ γουριά. Στις 23.55' μπήκε ο Αλέξης στο σπίτι. Έκλεισα την τηλεόραση και περίμενα να εμφανιστεί στην κρε­ βατοκάμαρα. Καθώς δεν άκουσα καμία κίνηση που να υποδηλώνει τέτοια πρόθεση, σηκώθηκα να τον βρω. Κα­ θόταν στον καναπέ του σαλονιού, με το βλέμμα καρ­ φωμένο στο ταβάνι. Ασυναίσθητα σκέφτηκα μήπως πα­ ρέλειψα κανέναν ιστό αράχνης την προηγούμενη που καθάριζα τις γωνίες των ταβανιών. Με κοίταξε με το γνωστό τρόπο, μπα, εδώ είσαι; 53


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ένιωσα πάλι την ανάγκη να μιλήσουμε για το γάμο μας, αλλά αντ' αυτού τον ρώτησα αν είχε φάει. Είχε φάει. «Ο Τάκης πού είναι;» «Στο δωμάτιό του με το σκυλί». Απέφυγα να του υ­ πενθυμίσω πως το έλεγαν Γκουσγκούνη. «Καλά, πάω να ξαπλώσω. Με περιμένει πολύ δύ­ σκολη μέρα στο γραφείο». Τον ακολούθησα στην κρεβατοκάμαρα και τον παρατηρούσα καθώς γδυνόταν. Είχα ξεχάσει και πώς ήταν γυμνός. Γύρισε και με κοίταξε ενοχλημένος. «Τι με κοιτάς έτσι; Έχω τίποτα;» Ε, αυτό ήταν! Ούτε να τον κοιτάξω δεν μπορούσα χωρίς να εκνευριστεί. Έπρεπε να μπει τέλος σ' αυτή την κατάσταση. Ξύπνησε ο Σπάρτακος μέσα μου. Πήρα φωτιά: «Αν έχεις τίποτα; Τα νεύρα σου! Αλλά εγώ δε φταίω να τα λούζομαι εδώ και μήνες. Για να μην πω εδώ και χρόνια. Με αγνοείς επιδεικτικά, το γιο σου σπάνια τον ρωτάς πώς τα πάει και γενικώς έρχεσαι για έναν ύπνο και καθαρή αλλαξιά. Ε, λοιπόν, βαρέθηκα! Ή καθόμα­ στε και συζητάμε σε βάθος ή σήκω φύγε απ' το σπίτι! Δε θα κάνει αίσθηση η απουσία σου!» Έτρεμα σύγκορμη. Όχι τόσο από οργή και παρά­ πονο, όσο από τη συναίσθηση του τι θα μου απαντούσε. «Πολύ καλά» είπε παγερά. Φόρεσε αμίλητος το πα­ ντελόνι που μόλις είχε βγάλει και κίνησε για την εξώ­ πορτα. Τον πρόλαβα και μπήκα μπροστά του. «Πού πας;» «Θα σου πω όταν φτάσω». Με παραμέρισε και βρό­ ντηξε την πόρτα πίσω του. Έφυγε ο μαλάκας! Δεν πρόλαβα να αποσώσω τη φρά­ ση μου και έφυγε. Λες και το προκάλεσε για να μη φα54


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

νεί ότι το ήθελε ο ίδιος. Δηλαδή έφυγε για τα καλά ή για να ξεθυμάνει; Έτρεξα στο μπάνιο και άνοιξα το ντους. Ήθελα να κλάψω και να ουρλιάξω αλλά φοβόμουν ότι θα με ά­ κουγε ο Τάκης. Μπήκα στον πειρασμό να κλείσω το ντους και να κλάψω χωρίς κάλυψη, αλλά υποπτεύθηκα ότι και ο γιος μου δε θα 'μπαινε στον κόπο να δει τι μου συμβαίνει. Αυτό δε θα το άντεχα. Γέμισα την μπανιέρα και βυ­ θίστηκα στο καυτό νερό. Μια ώρα αργότερα τα δάκρυα μου είχαν ανεβάσει τη στάθμη του νερού, τα δάχτυλα μου είχαν ζαρώσει από το μούλιασμα, και τα πρησμέ­ να χείλη μου δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτε απ' τα χείλη νέγρου τρομπετίστα. Όση ώρα ήμουν στο μπάνιο, είχα τεντωμένα τα αυτιά να ακούσω την εξώπορτα να ανοί­ γει. Φορώντας το μπουρνούζι μου, παραμύθιασα τον εαυτό μου ότι ο Αλέξης μπορεί να γύρισε την ώρα που το νερό έτρεχε και δεν έπιανα καλά τους θορύβους. Η άδεια κρεβατοκάμαρα έσβησε τη λυμφατική μου ελ­ πίδα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και ένα λεπτό αργότερα ξα­ νασηκώθηκα. Ήταν μιάμιση, αλλά ήμουν περίεργη να δω αν ο Τάκης είχε πάρει χαμπάρι τι είχε συμβεί. Στά­ θηκα έξω απ' το υπνοδωμάτιό του, διστάζοντας να χτυ­ πήσω. To «stop» που ήταν κρεμασμένο στην πόρτα του με αποθάρρυνε ακόμα μια φορά.

7. Ξημέρωσε και ο Αλέξης δεν είχε πατήσει το πόδι του στο σπίτι. Εγώ την έβγαλα καθισμένη στην μπερζέρα 55


ΜΑίΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

του σαλονιού που ήταν φάτσα στην εξώπορτα. Ο Τά­ κης, που προφανώς θεώρησε πολύ φυσικό να δει τη μά­ να του κοκαλωμένη στην μπερζέρα στις εφτάμισι το πρωί, μου πέταξε ένα «μαμά, εγώ φεύγω. Ο Γκουσγκούνης κοιμάται στο κρεβάτι μου» και εξαφανίστηκε. Δε σηκώθηκα από τη θέση μου. Σκεφτόμουν μόνο πόσο πολύ είχα πεθυμήσει το σώμα του Αλέξη πάνω στο δικό μου. Κάποτε δεν ξεκόλλαγε ο ένας απ' την αγκαλιά του άλλου. Λέγαμε πως, αν είχαμε γεννηθεί σιαμαίοι, δε θα θέλαμε ποτέ να μας χωρίσουν. Αυτά όμως συνέβαιναν όταν εγώ ήμουν δεκάξι. Είκοσι χρόνια αργότερα δεν εί­ χα να πω πολλά ευχάριστα για τη ζωή μου. Ο γάμος μου ήταν ένας διαρκής αγώνας δρόμου για να κρατώ τον Αλέξη ικανοποιημένο. Φαίνεται πως οι δυνάμεις μου είχαν αρχίσει να με εγκαταλείπουν. Πότε όμως συνέβη αυτό; Αόριστα το τοποθετούσα την πε­ ρίοδο που αγόρασα το μαύρο κορμάκι, στην προσπά­ θειά μου να ζεστάνω τις σεξουαλικές μας σχέσεις, που μαράζωναν. Ήταν τόσο άδικο. Να 'χω υπερπηδήσει τόσο δύσκο­ λα εμπόδια και ξαφνικά, μετά από δεκαεφτά χρόνια, να ξεσπά η κρίση που φοβόμουν στις αρχές του γάμου μου. Σκέφτηκα με πίκρα τον Αλέξη. Πότε σταμάτησε να με αγγίζει; Ποια ήταν η τελευταία φορά που υπήρξε θερμός στο κρεβάτι, εξαιρουμένου του υψηλού πυρετού που έκανε πριν από τρεις μήνες και παρέμεινε κλινήρης μια εβδομάδα; Τις σκέψεις μου διέκοψε το κλειδί στην πόρτα. Απο­ ρημένη είδα τον Αλέξη να μπαίνει στο σπίτι στις δέκα το πρωί, ενώ αυτή την ώρα θα 'πρεπε να βρίσκεται στο γρα­ φείο, πιθανότατα χουφτώνοντας τη γραμματέα του. Αιφ­ νιδιάστηκε βλέποντάς με σαν το Χάρο στην πολυθρόνα. 56


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Μετά από τόσες ώρες περισυλλογής και πεισματικής άμυνας του οργανισμού μου, κατάφερα να διατηρήσω ψυχραιμία αντάξια νευροχειρουργού. Χωρίς να κουνή­ σω βλέφαρο, τον άφησα να κάνει την πρώτη κίνηση. Την έκανε πηγαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα. Απ' το σαλόνι τον άκουγα να ανοιγοκλείνει συρτάρια και να κροταλίζει κρεμάστρες στην ντουλάπα, ενώ κάποια στιγμή φώναξε «ουστ, κοπρόσκυλο, απ' τα πόδια μου». Αναρωτιόμουν αν τα μάζευε οριστικά μετά από δεκαε­ φτά χρόνια γάμου ή άφηνε προσωρινά τη συζυγική στέ­ γη. Ήρθε στο σαλόνι με δύο παραφουσκωμένα σακ βουαγιάζ και μια βαλίτσα. Μάλλον σκόπευε να φύγει οριστικά. Στάθηκε απέναντι μου. «Μετά τα χτεσινά πιστεύω πως είναι καλύτερο για όλους να φύγω ένα διάστημα από το σπίτι για να σκε­ φτούμε με ηρεμία τι μέλλει γενέσθαι. Οι συνεχείς κα­ βγάδες φθείρουν κι εμάς και το παιδί...» Έπαψα να τον ακούω. Αραιά και πού έφταναν στα αυτιά μου μεμονωμένες λέξεις: «τέλμα»... «υστερική»... «ο Τάκης»... «κουράστηκα»... Μέχρι που την ψυχραιμία νευροχειρουργού αντικατέ­ στησε η θολή μανία Ιρακινού στρατιωτικού να εκτελέ­ σει Κούρδο αντάρτη. Πετάχτηκα από την μπερζέρα ουρ­ λιάζοντας. «Να φύγεις! Αυτό ήθελες από καιρό. Μην τα ρίχνεις σ' εμένα, γιατί, αν ήμουν εγώ υστερική, εσύ ήσουν ο υ­ στερόβουλος που έψαχνες δικαιολογία για να τα βρο­ ντήξεις». Τον έπιασα απ' τα μπράτσα. «Πες το λοιπόν, εδώ που φτάσαμε. Διαλύεις το σπίτι μας για μια άλλη;» «Όχι, Ελένη, κατάλαβέ το. Δεν έχω γκόμενα, δεν εί57


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

μαι παντρεμένος σε άλλη πόλη, ο Τάκης είναι ο μοναδι­ κός μου σπόρος. Φεύγω γιατί νιώθω πως ασφυκτιώ σ' αυτό το σπίτι. Πες το "κλιμακτήριο", πες το όπως θες. Θα μείνω προσωρινά σε ξενοδοχείο και μετά βλέπουμε». «Σε ξενοδοχείο της Αυστραλίας θα μείνεις με τόσα ρούχα που παίρνεις;» Μου ξεαγκίστρωσε τά χέρια από τα μπράτσα του. Σήκωσε τα σακ βουαγιάζ και κίνησε για την πόρτα. Τον πρόφτασα και του έφραξα την έξοδο. «Δε θα το πεις στο παιδί;» «Πήγα στο σχολείο και ζήτησα απ' τον καθηγητή του να τον αφήσει να λείψει την πρώτη ώρα για να συζητή­ σουμε. Κάτσαμε σε μια καφετέρια εκεί κοντά και του μίλησα. Με ξάφνιασε η ωριμότητα της σκέψης του. Μου είπε πως, αν πιστεύω ότι η προσωρινή φυγή μου θα δώσει λύση στα προβλήματα της οικογένειας, τότε κα­ λά κάνω και φεύγω». Μου 'ρθε το αίμα στο κεφάλι. Αποχωρούσε με τις ευ­ λογίες του Τάκη! «Καλά, δε συνειδητοποιείς πως αυτός άλλο που δε θέλει να σε διώξει απ' τα πόδια του για να κάνει ό,τι γου­ στάρει; Ξεχνάς ότι του 'χεις απαγορέψει την έξοδο τα Σαββατοκύριακα και ότι τώρα θα σηκώσει παντιέρα; Ξαφνικά κατάλαβες ότι ωρίμασε επειδή δεν έφερε α­ ντίρρηση που θα φύγεις. Τι να σου πω, Αλέξη! Είμαι η μόνη που προσπαθεί να κρατήσει ενωμένη αυτή την οι­ κογένεια. Εγώ έπρεπε να φύγω για να εκτονωθώ κι όχι εσύ». Παραμέρισα για να τον αφήσω να φύγει. Κάθε προ­ σπάθεια να τον εμποδίσω θα ενίσχυε την απόφαση του να δραπετεύσει από μένα. Όμως τον ρώτησα αν θα μπορούσα να του τηλεφωνώ στο γραφείο. Η απάντηση ήταν 58


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

αναμενόμενη. Καλύτερα να αποφεύγαμε κάθε επαφή για λίγο καιρό. Εκτός, βέβαια, αν επρόκειτο για κάτι πο­ λύ σημαντικό. «Εξαρτάται,τι θεωρείς εσύ σημαντικό, Αλέξη. Μπο­ ρεί να τσακιστώ απ' τις σκάλες και να μην το θεωρήσεις σημαντικό. Μπορεί να το εκλάβεις σαν αρρωστημένη κίνηση εκ μέρους μου για να σε φέρω πίσω». Του γύρισα την πλάτη και κίνησα για την κουζίνα. Άκουσα την πόρτα να κλείνει και έβαλα τα κλάματα. Ακουμπισμένη στο νεροχύτη, έκλαιγα για ώρες και ού­ τε οι απελπισμένες προσπάθειες του Γκουσγκούνη να τραβήξει την προσοχή μου κατάφεραν να με κάνουν να συνέλθω. Ο Τάκης με βρήκε στην ίδια θέση όταν γύρισε απ' το σχολείο. «Μαμά, τα έμαθα. Με βρήκε το πρωί πριν μπω στην τάξη». Με τράβηξε από το νεροχύτη και μ' έβαλε να κάτσω σε μια καρέκλα. Κάθισε απέναντι μου και ο Γκουσγκούνης πήδησε στην αγκαλιά του. «Θα τον χωρίσεις;» «Θα τον σκοτώσω». «Εγώ λέω να αποφύγουμε τα αίματα και να τον α­ φήσουμε να κάνει αυτό που θέλει. Είμαι σίγουρος ότι γρήγορα θα επιστρέψει στο σπίτι. Πάρ' το από πρακτι­ κής πλευράς. Θα γυρίσει για καθαρά ρούχα». «Έχει ξεκουβαλήσει σχεδόν όλη του την γκαρνταρό­ μπα. Νομίζω πως έφυγε οριστικά, κι απλά θα μας αφή­ σει να το καταλάβουμε μόνοι μας. Κι όχι τίποτε άλλο, λίγο πολύ με κατηγορεί ότι εγώ ευθύνομαι για τη φυγή του, επειδή, λέει, του κάνω σκηνές κάθε φορά που αργεί». Κοίταξα τον Τάκη. Σιχαινόμουν τον εαυτό μου που με έβλεπε σε τέτοια κατάσταση. Αν στεκόμουν αυτή τη 59


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

στιγμή στον καθρέφτη, θα αντίκριζα μια ιγκουάνα με πρησμένα βλέφαρα. «Μήπως σου έχει πει αν υπάρχει άλλη γυναίκα;» ρώ­ τησα σιγανά. Χαμογέλασε. «Μου το 'πε ότι θα με ρωτήσεις. Υποστηρίζει ότι σου έχει γίνει εμμονή πως έχει γκόμενα και αυτό είναι ένας απ' τους λόγους που θέλει να μείνει λίγο μόνος». «Μόνος με την γκόμενα;» κλαψούρισα. Σηκώθηκε και με αγκάλιασε. «Μαμά, σε παρακαλώ. Μην τρελαίνεσαι. Ακόμα κι αν έχει άλλη γυναίκα, θα εκτονωθεί και θα του περάσει. Άσ' τον να ξεχαρμανιάσει και θα δεις ότι όλα θα ξαναστρώσουν». «Τι λες, παιδί μου; Και να μου τα φορέσει και να τον ξαναδεχτώ με ανοιχτές αγκάλες; Ε, δεν είμαι και τόσο ηλίθια. Αν έχει άλλη γυναίκα, να μείνει μαζί της. Κι αν δε σ' αρέσει κι εσένα εδώ πέρα, να του πεις να σου κλείσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο που λέει ότι μένει. Και μη νομίζεις ότι τώρα που 'φυγε θα ξεπορτίζεις τα Σαβ­ βατοκύριακα. Η ποινή σου ισχύει!» Ο Τάκης σήκωσε τα χέρια στο πρόσωπό του σαν να προσπαθούσε να καλυφθεί από άγριο ξυλοκόπημα. «Σιγά, σιγά... ηρέμησε! Νομίζεις ότι όλοι οι άντρες του σπιτιού έχουν αλλοφρονήσει; Ο Γκουσγκούνης κι εγώ δε θα σε αφήσουμε λεπτό από κοντά μας. Για του λόγου το αληθές, το βράδυ θα βγούμε και οι τρεις για σουβλάκια. Κερνάω εγώ με το χαρτζιλίκι που μου δί­ νεις. Και έχεις το λόγο μου για τα Σαββατοκύριακα. Μη νομίσει αυτός ότι τώρα που 'φυγε κληροδότησε χάος». Είναι απίστευτο πόσο γρήγορα αλλάζει η διάθεση του ανθρώπου! Εκεί που πίστευα πως ο συγγραφέας του βιβλίου Χωρίς οικογένεια είχε εμένα ως μούσα, ξαφνι60


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

κά ανακάλυψα πως ό γιος μου δε με αγνοούσε, όπως πίστευα. Προς στιγμήν φαινόταν ότι είχα χάσει ένα σύ­ ζυγο αλλά είχα κερδίσει ένα γιο. Με αναπτερωμένο η­ θικό, τηγάνισα στα γρήγορα λίγες πατάτες και για πρώ­ τη φορά μετά από πολύ καιρό έφαγα μαζί με τον Τάκη στην κουζίνα. Ήπιαμε και από δύο μπίρες και ο Τάκης δήλωσε ότι θα ξυπνήσει την ώρα που θα πάμε για σου­ βλάκια. Η ώρα ήταν πέντε όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Παρά­ τησα τη λάτρα στο νεροχύτη και έτρεξα να το σηκώσω με την τρελή ελπίδα ότι ήταν ο Αλέξης, μετανιωμένος και έτοιμος να επιστρέψει. Η φωνή που άκουσα ήταν γυναικεία και παντελώς άγνωστη. Λες να 'ναι η γκόμε­ να, που πήρε να τσεκάρει αν έφυγε απ' το σπίτι του; Ευτυχώς για την αξιοπρέπεια μου, η γυναίκα στην άλλη γραμμή συστήθηκε αμέσως. «Συγγνώμη, που παίρνω τέτοια ώρα. Λέγομαι Κατε­ ρίνα Ρήγα και θα 'θελα να μου πείτε αν η κυρία Ελένη Σπίνου εξακολουθεί να μένει σ' αυτό το σπίτι». Το γεγονός ότι κάποια Κατερίνα Ρήγα γνώριζε το πα­ τρικό μου όνομα με καθησύχασε. «Εγώ είμαι η Ελένη, μόνο που έχω το επίθετο του άντρα μου, Μπάρκα». Αναρωτήθηκα με πικρία για πό­ σο καιρό ακόμα θα έκανα χρήση αυτού του επιθέτου. «Εσείς ποια είστε;» Ο πληθυντικός αντικαταστάθηκε αμέσως από ενικό ανακούφισης. «Ελένη, είμαι η Κατερίνα Αλεξιάδου, η συμμαθήτρια σου από το γυμνάσιο. Από κεκτημένη ταχύτητα χρησι­ μοποίησα κι εγώ το όνομα του άντρα μου. Στην τύχη πήρα στο πατρικό σου σπίτι, γιατί μετά το σχολείο δεν είχα άλλο σου τηλέφωνο. Δυστυχώς σε παίρνω για κάτι δυσάρεστο». 61


ΜΑίΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Έκανε παύση, σαν να ήθελε να δώσει έμφαση στο γε­ γονός που θα μου ανήγγειλλε. Εγώ πάλι δεν μπορούσα να σκεφτώ τι δυσάρεστο μπορούσε να με συνδέσει με την παλιά συμμαθήτριά μου. «Τον θυμάσαι το Μιχάλη Βασιλείου; Καθόταν στο πρώτο θρανίο, ακριβώς μπροστά σου...» Ξαφνικά κατάλαβα τι θα μου έλεγε. Δεν έκανα λάθος όταν νόμισα πως άκουσα το όνομά του στα θύματα του τροχαίου πριν από μια μέρα. Παρ' όλο που είχα να δω το Μιχάλη πάνω από δεκαπέντε χρόνια, μου κόπηκαν τα γόνατα. Σωριάστηκα σε μια καρέκλα κρατώντας το ακουστικό. Η Κατερίνα συνέχιζε μέσα από το τηλέφωνο: «...τον έφεραν σήμερα από την Καλαμπάκα, όπου έ­ γινε το τροχαίο, και αύριο γίνεται η κηδεία του στο Πρώ­ το Νεκροταφείο. Είπα να μαζέψω όσους πιο πολλούς συμμαθητές μας μπορούσα για να του πούμε το τελευ­ ταίο αντίο. Αν μπορείς να έρθεις...» «Ναι, ναι, ασυζητητί. Βρήκες αρκετούς συμμαθητές μας;» προσπάθησα να συνέλθω απ' το σοκ. «Δεν είχα μεγάλη τύχη. Εσύ ήσουν απ' τους λίγους που συνέχισαν να ζουν στο πατρικό τους. Ένας μάλι­ στα τρόμαξε να θυμηθεί ποιος ήταν ο Βασιλείου. Κά­ ποιοι προφασίστηκαν ανειλημμένες υποχρεώσεις. Δεν τους αδικώ, μετά από τόσα χρόνια». «Εγώ, Κατερίνα, θα έρθω οπωσδήποτε. Θα τηλεφω­ νήσω μάλιστα και στη Χριστίνα Κουμπάρη, τη θυμάσαι; Κάνουμε ακόμα παρέα και θα θέλει να έρθει κι αυτή». Συνεννοηθήκαμε για την ώρα και κλείσαμε το τηλέ­ φωνο. Αμέσως σχημάτισα τον αριθμό της Χριστίνας. Στο τρίτο χτύπημα απάντησε ο αυτόματος τηλεφωνητής. Της άφησα μήνυμα να με πάρει κατεπειγόντως. Πήγα στην κρεβατοκάμαρα και άνοιξα την ντουλάπα μου. 62


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Στο βάθος ήταν καταχωνιασμένο ένα κουτί από πα­ πούτσια μέσα στο οποίο είχα φωτογραφίες. Το πήρα και κατευθύνθηκα στο σαλόνι, αφού έκανα μια στάση στην κουζίνα για να πάρω μια μπίρα. Κούρνιασα στον καναπέ και άνοιξα το κουτί. Ήπια μια γερή δόση μπί­ ρας κι άρχισα να σκαλίζω τις αναμνήσεις μου. Ο Αλέξης με τάιζε πτιφούρ σε μια δεξίωση. Η Χριστίνα έκανε κερατάκια πάνω από το κεφάλι του Αλέξη και του Λουκά στο πάρτι μου. Η Χριστίνα, ντυμένη Μίνι Μάους, χό­ ρευε ξέφρενα με τον Αλέξη, ντυμένο νυμφομανή καλό­ γρια, σε κάποιο μπαλ μασκέ μας. Ο Τάκης, ντυμένος Αθανάσιος Διάκος, αποχαιρετούσε τα εγκόσμια σε μια σχολική γιορτή. Ο Φίλιππος κρατούσε μια τούρτα γενε­ θλίων και χαμογελούσε στο φακό αλληθωρίζοντας και βγάζοντας τη γλώσσα. Ξαφνικά το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία από τις ξεχασμένες εκείνου του πρώ­ του μου πάρτι. Μερικοί συμμαθητές μου κάθονταν σ' έ­ ναν καναπέ κοιτάζοντας το φακό. Ο άκρη δεξιά ήταν ο Μιχάλης Βασιλείου. Έφερα τη φωτογραφία κοντά στα μάτια και έμεινα να την παρατηρώ πολλή ώρα. Κοίτα­ ξα την υπόλοιπη μπίρα που περίμενε υπομονετικά στο μπουκάλι και με δυο γουλιές την έστειλα στο στομάχι μου για τη διαδικασία της ζύμωσης. Είχε πάει οχτώ. Ξανατηλεφώνησα στη Χριστίνα, είχε πάλι τον αυτόματο. Αποφάσισα να πάρω τη μητέρα της. Δεν είχε νέα της κόρης της από χτες, κι όταν της είπα ότι την έψαχνα για την κηδεία του Μιχάλη αναστατώ­ θηκε φοβερά. Είχα ξεχάσει ότι στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου η μαμά της Χριστίνας, φιλόλογος ούσα, τον βοηθούσε στην έκθεση. Ζήτησε να 'ρθει μαζί μου στο νεκροταφείο και με διαβεβαίωσε ότι θα προσπαθούσε και η ίδια να επικοινωνήσει με την κόρη της. 63


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο, εμφανίστηκε ο Τάκης αγουροξυπνημένος, ακολουθούμενος από τον επίσης ζαβλακωμένο από τον ύπνο Γκουσγκούνη. Με απολογη­ τικό ύφος ακύρωσε την έξοδό μας, γιατί την επομένη έγραφε διαγώνισμα και το 'χε ξεχάσει. Προσποιήθηκα άτι χασμουριόμουν για να κρύψω τα δάκρυα απογοή­ τευσης που ανέβηκαν στα μάτια μου. Πόνταρα πολλά σ' αυτήν την έξοδο. Αφενός θα ζέσταινα τις σχέσεις μου με τον Τάκη, αφετέρου θα ξέχναγα για λίγο ότι από δω και μπρος —και ο Θεός ήξερε για πόσο— θα κοιμό­ μουν μόνη στο διπλό κρεβάτι. «Δεν πειράζει, αγόρι μου, εξάλλου κι εγώ νύσταξα με τις πολλές μπίρες και θα πέσω νωρίς για ύπνο». «Δεν πιστεύω να το ρίξεις στο ποτό τώρα που 'φυγε ο μπαμπάς». «Δε θα γίνω αλκοολική με τις τρεις μπίρες που ήπια. Εξάλλου και οι αρχαίοι Σπαρτιάτες μαζί με το κολα­ τσιό του σχολείου δίναν μπίρα στα παιδιά τους». «Επίσης, όταν σακατεύονταν, τα έριχναν στον Καιά­ δα. Δε σου κάνω κήρυγμα, μαμά, απλά δε θέλω να σε πάρει από κάτω, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα». «Το ξέρω, μωρό μου, τα πρώτα πενήντα χρόνια είναι δύσκολα». Χαμογέλασε και, αφού με καληνύχτισε, κλείστηκε στο δωμάτιό του. Ξαφνικά με έπιασε ναυτία. Συγχρόνως ένα μπαράζ ρεψίματος κατέστησε επιτακτική την ανά­ γκη να βουρτσίσω τα δόντια μου. Στην πόρτα του μπά­ νιου μας μαρμάρωσα. Στη θέα του διπλού νιπτήρα έ­ χασα κάθε διάθεση να αποκαταστήσω τη γεύση στο στόμα μου. Το κύμα της κατάθλιψης πάφλαζε ήδη στα αυτιά μου. Τότε που ανακαινίζαμε το διαμέρισμα με τον Αλέξη ήταν της μόδας οι διπλοί νιπτήρες. Πού να φα64


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

νταστώ όταν ανταλλάσσαμε χαμόγελα γεμάτα αφρούς οδοντόπαστας, σαν ερωτευμένοι επιληπτικοί, ότι σή­ μερα θα αντιλαμβανόμουν τη ματαιότητα του διπλού νιπτήρα. Ήμουν στο σωστό χώρο για να φτύσω τη συ­ ντροφικότητα του Αλέξη. Αποφασιστικά ζύγωσα τη γούρνα μου και άφησα το νερό να τρέξει για πολλή ώρα. Ήπια με τις χούφτες μέχρι που μ' έπιασε λόξιγκας. Ε­ ξαντλημένη έπεσα στο κρεβάτι. Μου φάνηκε πολύ με­ γάλο για τα τετραγωνικά του δωματίου. Ζάρωσα στη μεριά μου και κουκουλώθηκα ως τα αυτιά, απαγορεύο­ ντας αυστηρά στον εαυτό μου να μυρίσει το αριστερό μαξιλάρι. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Φυσικά είχα εφιάλ­ τες. Ξύπνησα με την αίσθηση ότι φώναζα «πριόνι». Α­ φουγκράστηκα, αλλά το σπίτι ήταν τυλιγμένο στη σιω­ πή που επιβάλλουν οι πρώτες πρωινές ώρες. Στις εξίμισι σηκώθηκα να φτιάξω καφέ. Όσο έβραζε, επιθεώ­ ρησα την κατάσταση στην ντουλάπα του Αλέξη. Άνοιξα συρτάρια, ψαχούλεψα ράφια, κροτάλισα κρεμάστρες. Ούτε ο Ναπολέων δεν επιθεώρησε τόσο σχολαστικά το πλήγμα που υπέστη απ' το στρατηγό Μπλύχερ στο Βα­ τερλό. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: δύο ζευγάρια κάλ­ τσες, κάποια παλιομοδίτικα πουκάμισα και σακάκια και τα αθλητικά του παπούτσια ήταν οι μόνοι επιζώ­ ντες μάρτυρες της αντρικής παρουσίας. Έτρεξα στο τηλέφωνο. Ήταν εφτά, αλλά η Χριστίνα θα 'δειχνε κατανόηση για το ακατάλληλον της ώρας μό­ λις της έλεγα για την κηδεία του Μιχάλη και τη φυγή του Αλέξη. Άλλο και τούτο... δεν απαντούσε. Η κυρία ή ζούσε έναν παράφορο μυστικό έρωτα ή διέτρεχε μεγά­ λο κίνδυνο ή —Χριστέ και Κύριε— ήταν ήδη νεκρή! Έδιωξα γρήγορα από το μυαλό μου την τρίτη πιθανό65


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

τητα. Απέκλεισα και τη δεύτερη, γιατί, αν όντως πί­ στευα ότι διατρέχει κίνδυνο, θα καλούσα αμέσως την αστυνομία. Πράγμα που θα έβαζε σε κίνδυνο τη φιλία μας, αν κάποιοι ευσυνείδητοι αστυνομικοί έκαναν έφο­ δο στο σπίτι της και έβρισκαν κατεβασμένο το τηλέφω­ νο και την ίδια γυμνή στην αγκαλιά της πρώτης πιθα­ νότητας. Αποφάσισα να περάσω αργότερα απ' το σπίτι της. Πίνοντας καφέ στην κουζίνα, προσπάθησα να βά­ λω σε τάξη τις σκέψεις μου. Ήμουν προσωρινό θύμα της «κλιμακτηρίου» του Α­ λέξη ή παρατημένη του κερατά; Και από πότε περνούν οι άντρες «κλιμακτήριο» στα σαράντα; Να περιμένω ότι θα ξανασμίξουμε ή θα μου τηλεφωνήσει για να ζητήσει διαζύγιο; Σκέφτηκα τα άδεια συρτάρια του. Οι πιθανότητες να ξαναγυρίσει στη συζυγική κλίνη ήταν θλιβερά λίγες. Έτσι όπως με κοίταζε χτες, έδειχνε ότι θα προτιμούσε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του Προκρούστη παρά στο δικό μας. Έβαλα τα κλάματα. Αν κάποιος άνοιγε εκεί­ νη τη στιγμή ένα λεξικό συνωνύμων, θα 'βρισκε το όνο­ μα μου δίπλα στη λέξη «μοναξιά». Ο Τάκης είχε δηλώ­ σει ότι μετά το σχολείο θα φύγει στο εξωτερικό. Τι θα έκανα μόνη μ' ένα φαλακρό σκύλο σε ένα σπίτι εκατόν σαράντα τετραγωνικών; Δεν ήταν στο χαρακτήρα μου να γραφτώ στη ΧΕΝ και να μάθω βελονάκι στα τριάντα έξι μου. Μπορεί να έπαιρνα εσωτερική Φιλιππινέζα και να της μίλαγα με τις ώρες για την άκαρδη συμπεριφορά του Αλέξη. Θα αναπτύσσαμε βαθιά φιλία, όπως η κυρία Ντέιζυ με το σοφέρ της. Κι αν κάποτε τηλεφωνούσε ο Αλέξης, εκείνη θα τον διαολόστελνε σε άπταιστα ελλη­ νικά Τρούμπας. Το τηλέφωνο χτύπησε πράγματι αλλά δεν ήταν ο Αλέ66


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ξης. Η μητέρα της Χριστίνας ζητούσε συγγνώμη που τελικά δε θα με συνόδευε στην κηδεία. Της είπα ότι θα περάσω απ' το σπίτι της κόρης της. Βγήκα απ' την πολυκατοικία, ξέροντας εκ προοιμίου ότι δε θα την έ­ βρισκα. 8. Όταν έφτασα στην παλιά μονοκατοικία με την τερά­ στια μπουκαμβίλια στην πρόσοψη, κατάλαβα ότι ήταν μάταιο να χτυπήσω το κουδούνι. Ένας λογαριασμός του ΟΤΕ και δύο φυλλάδια, που υπόσχονταν κοτόπουλο στα κάρβουνα και Lower σε έξι μήνες αντίστοιχα, σφη­ νωμένα στο χερούλι της εξώπορτας, μαρτυρούσαν την απουσία της. Χτύπησα το κουδούνι αλλά δεν απάντη­ σε κανείς. Άρχισα να κάνω άσχημες σκέψεις και έφυγα πριν νομίσω ότι έφτασε στα ρουθούνια μου οσμή πτωμαΐνης. Θα ξαναπροσπαθούσα μετά την κηδεία. Κοίταξα το ρολόι μου, είχα μπροστά μου τουλάχι­ στον πέντε ώρες. Μπήκα σε ένα κατάστημα και ρώτη­ σα την πωλήτρια αν είχε κάτι που να ταιριάζει με μαύ­ ρο. Με ρώτησε τι είχα μαύρο. Της απάντησα «διάθε­ ση». Έφυγα από κει με ένα γκρι ταγέρ. Στο σπίτι τάισα τον Γκουσγκούνη, έγραψα ένα ση­ μείωμα στον Τάκη για το πού θα είμαι και, φορώντας το καινούριο μου ταγέρ, έφυγα με έναν αέρα πένθους για το νεκροταφείο. Σταμάτησα ένα ταξί και, μόλις εί­ πα τον προορισμό μας, ξέσπασα σε κλάματα. Ο ταξι­ τζής τραύλισε δυο λόγια παρηγοριάς και δισταχτικά με ρώτησε ποιος πέθανε. «Ο γάμος μου!» αναλύθηκα σε καινούρια δάκρυα. Στο υπόλοιπο της διαδρομής ο φου67


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

καράς δεν έβγαλε άχνα, μόνο μου 'ριχνε κλεφτές ματιές απ' τον καθρέφτη. Κάλυψα τα πρησμένα μάτια πίσω από μαύρα γυαλιά και μπήκα στην εκκλησία. Προσπάθησα να βρω παλιούς συμμαθητές αλλά το τσούξιμο των ματιών μου, σε συν­ δυασμό με το χρόνο, που αλλάζει τις φυσιογνωμίες, κα­ τέστησε αδύνατο τον εντοπισμό τους. Στάθηκα πίσω από δυο άντρες που σίγουρα δεν περηφανεύονταν για την πλούσια κόμη τους. Μπορεί αυτά τα αραιοκατοικη­ μένα κεφάλια να ανήκαν κάποτε σε μαλλιάδες συμμα­ θητές μου. Συνέχισα να ψάχνω με το βλέμμα για κάποιον γνωστό ώσπου είδα την Κατερίνα, που με ειδοποίησε για το Μιχάλη. Δεν έκανα λάθος, γιατί η τριχωτή ελιά στο πιγούνι της δέσποζε ακόμα, μετά από δεκαοχτώ χρόνια, σαν φάρος σε ακρωτήρι. Αναρωτήθηκα πώς στην ευχή παντρεύτηκε με τέτοιο πράγμα στη μούρη. Εκτός αν είχε πάρει τυφλό. Αλλά και πάλι δε θα την έπιανε με τα δά­ χτυλα του; Εκτός αν πέρα από τυφλός ήταν και κουλός. Το νευρικό γέλιο που ανέβηκε στο λαρύγγι μου με­ τατράπηκε έντεχνα σε λυγμό και ο κύριος δίπλα μου μου 'πιασε απαλά το μπράτσο και ψιθύρισε κάτι σαν «όλοι εκεί θα καταλήξουμε». Γύρισα και τον κοίταξα. Αναγνώρισα ένα συμμαθητή μου. «Κώστα, με θυμάσαι; Η Ελένη Σπίνου είμαι» υποτόνθόρυσα. «Δε σας θυμάμαι, επειδή δε με λένε Κώστα αλλά Νι­ κήτα» απάντησε στον ίδιο τόνο. Ντροπιασμένη μουρμούρισα συγγνώμη που τον μπέρ­ δεψα με άλλον και έκανα λίγο πιο κει. Άκουσα τη φωνή του πάνω από τον ώμο μου: «Συμ­ μαθήτρια του Μιχάλη ήσαστε;» 68


ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Μα καλά, αυτός έχει διάθεση για κουβεντούλα την ώρα της κηδείας; Ενοχλημένη απάντησα ένα κοφτό «ναι» και κόλλησα πίσω από τους δύο άντρες με τη φαλάκρα. Ο ένας από τους δύο γύρισε και με κοίταξε. «Σοφάκι! Κι εσύ εδώ;» ψιθύρισε έκπληκτος. Του εξήγησα ότι δεν ήμουν το Σο­ φάκι. Ωραίοι ήμασταν! Αυτά κάνουν δεκαοχτώ χρόνια που έχεις να δεις τον άλλον. Κάποτε έφτασε η στιγμή να συνοδέψουμε το φέρε­ τρο στον τάφο. Πλησίασα κοντά σε κάτι μαυροφορεμέ­ νους, προφανώς συγγενείς του. Το κλίμα ήταν πολύ βα­ ρύ για την εύθραυστη ψυχική μου κατάσταση. Την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο στο λάκκο, ξέσπασα σε γοε­ ρό κλάμα, ώστε κάποιοι γύρισαν με περιέργεια προς το μέρος μου. Η γυναίκα του, που μέχρι εκείνη την ώρα φώναζε «Μιχάλη μου, γύρνα κοντά μου», σταμάτησε απότομα το μοιρολόι και κάρφωσε το αγριεμένο βλέμ­ μα της επάνω μου. Ίσως σκεφτόταν ότι τελικά δεν ήξε­ ρε τον άντρα της τόσο καλά όσο νόμιζε. Απομακρύνθη­ κα πριν το «Μιχάλη μου, γύρνα κοντά μου» μετατραπεί σε «πόρνη, θα σε στείλω μαζί του». Άντε να εξηγήσεις σε όλους αυτούς ότι εγώ ζούσα το προσωπικό μου δρά­ μα κι ότι οικειοποιήθηκα το γενικό οδυρμό για να δώ­ σω άλλοθι στη χαμένη μου αυτοκυριαρχία. Μήπως τε-\ λικά είχα παρεξηγήσει τον Αλέξη; Αν όντως δούλευε ε­ ξαντλητικά και δεν είχε διάθεση για ερωτήσεις; Μήπως το άγχος τόσων χρόνων να τον κρατήσω τον κούρασε και ήθελε να ξεσκάσει; Αυτές οι σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό μου την ώρα που καθόμουν σ' ένα γωνιακό τραπέζι στην αίθουσα που μοίραζαν κονιάκ και καφέ. Πάνω που έκανα στο ατομι­ κό κέικ τρύπες με το δάχτυλο, είδα τον άντρα που είχα 69


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

περάσει για συμμαθητή μου να έρχεται προς το μέρος μου. Σε μια αυθόρμητη αντίδραση κοκεταρίας, φόρε­ σα τα σκούρα γυαλιά με την ταχύτητα που έβγαζα στο σχολείο το διορθωτικό σιδεράκι από τα δόντια, όταν με πλησίαζαν αγόρια που μου άρεσαν. Με ρώτησε αν μπο­ ρούσε να καθίσει στο τραπέζι μου. Του το επέτρεψα. Όσο η υπάλληλος του κυλικείου άφηνε στο τραπέζι μας κονιάκ, καφέ και κέικ, είχα όλο το χρόνο να τον παρα­ τηρήσω . Μπορεί να ήμουν παντρεμένη —αν και αυτό παιζό­ ταν—, αλλ' αυτό ποτέ δε με εμπόδιζε να θαυμάζω σιω­ πηλά την αρρενωπή γοητεία ενός άντρα. Και εκείνη τη στιγμή είχα απέναντι μου ένα τέτοιο παράδειγμα. Με έπιασε που τον κοίταζα και χαμογελώντας μου πρότει­ νε το χέρι του. «Ας ξανασυστηθούμε μεγαλόφωνα. Νικήτας Χήρος». Του το έσφιξα μηχανικά. «Χήρος, είπατε;» «Ναι, με ήτα. Το μοναδικό επίθετο στον τηλεφωνικό κατάλογο και ένα από τα επώνυμα που τυγχάνουν με­ γάλης καζούρας. Όλο λέω ότι θα το αλλάξω, αλλά τελι­ κά μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε». «Τι να πει και η γυναίκα σας, που θα λέγεται Χή­ ρα. Κι αν έχετε και πέντε παιδιά, ποιος τη χάρη τους». Διαπίστωσα ότι το χαμόγελό του ήταν εξίσου γοητευ­ τικό. «Αυτή τη στιγμή η γυναίκα μου μάλλον ζωντοχήρα , λέγεται. Όσο όμως ήμαστε παντρεμένοι, λεγόταν Χή­ ρου. Και καλά που δεν αποκτήσαμε παιδιά, για πολ­ λούς και διάφορους λόγους. Εσείς όμως δε μου επανα­ λάβατε το όνομά σας». «Χίλια συγγνώμη... Ελένη Σπίνου». Όπα σκέφτηκα γιατί Σπίνου και όχι Μπάρκα;

70


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Ε, πάντως κι ο άντρας σας ως "Σπίνος" θα 'χει φάει πολλά... σκάγια για το επίθετο του». Γέλασα με το λογοπαίγνιο. Οι άνθρωποι με χιούμορ μ' έκαναν να νιώθω άνετα. «Ώστε είστε παντρεμένη» συνέχισε. Μήπως διέκρινα κάποιον τόνο απογοήτευσης στη φωνή του; «Σε διάσταση». Μα καλά, τι έλεγα η τρελή; Μια μέ­ ρα είχε φύγει ο Αλέξης κι εγώ παντρολογιόμουν σε κη­ δεία! Μέχρι πριν από λίγο βαλάντωνα στο κλάμα και τώρα έψαχνα με το βλέμμα την πόρτα της τουαλέτας για να πάω να πουδράρω τη μύτη μου. Την εντόπισα και του ζήτησα συγγνώμη για λίγο. Στον καθρέφτη αντίκρισα το γνώριμο πια πρήξιμο των ματιών και την κατακόκκινη μύτη. Έριξα άφθονο νερό στο πρόσωπο και προσπάθησα να θάψω τη μύτη μου κάτω από τόνους πούδρα. Γύρι­ σα στο τραπέζι και χαμογέλασα στο Νικήτα. Με κοίτα­ ξε παρατεταμένα, σε σημείο που άρχισα να νιώθω άβο­ λα. Τελικά έλυσε τη σιωπή του. «Ο Μιχάλης φταίει, ή μάλλον έφταιγε, που είστε σε διάσταση με τον άντρα σας;» «Ορίστε;» Η γνήσια έκπληξή μου τον έκανε να προ­ σθέσει με απολογητικό ύφος. «Θα με περνάτε για τρελό, αλλά, όταν σας είδα να κλαίτε έτσι γοερά λίγο πιο πίσω από τους συγγενείς του, και τη γυναίκα του να σας κοιτά έτσι...» Τον διέκοψα έξαλλη: «Μα για ποια με περάσατε; Πιστεύετε πως, αν είχα σχέση με το Μιχάλη, θα 'χα το θράσος να εμφανιστώ στην κηδεία του και να κλαίω απροκάλυπτα;» Σηκώθη­ κα απότομα από τη θέση μου και κίνησα να φύγω. Μου Ψ


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

κράτησε το χέρι και με παρακάλεσε να καθίσω. Υπά­ κουσα. «Ήμουν άγαρμπος. Συγχωρέστε με και αφήστε με να σας εξηγήσω». Ήπιε μια γουλιά κονιάκ και ακολούθησα το παρά­ δειγμα του. Ξαφνικά νοστάλγησα τον Αλέξη. Πριν ξαναγίνω έρμαιο των δακρυϊκών αδένων μου, του έκανα νόημα να μιλήσει. «Η γυναίκα μου με παράτησε πριν από δυο χρόνια για το Μιχάλη Βασιλείου». Η ψυχραιμία του με σόκαρε. «Μα αυτός ήταν πα­ ντρεμένος!» Με κοίταξε με ειρωνικό βλέμμα. «Και λοιπόν;» Αναστέναξα. «Σωστά, και λοιπόν;» Ένιωσα την α­ νάγκη να καπνίσω. Του ζήτησα τσιγάρο. «Λυπάμαι, δεν καπνίζω. Να σας βρω από κάπου αλ­ λού». Κοίταξε γύρω του για κάποιον καπνιστή. «Αφήστε, ούτε εγώ καπνίζω. Έτσι μου 'ρθε. Λοιπόν, για πείτε μου» τον παρότρυνα να συνεχίσει. «Θα αναρωτιέστε γιατί ήρθα στην κηδεία του, αφού, όταν μου ζήτησε διαζύγιο η Λίζα, ορκίστηκα να πάω να τον σκοτώσω». «Σας πρόλαβε η διερχόμενη νταλίκα στην Καλαμπά­ κα» είπα στεγνά. Σήκωσε μοιρολατρικά τα χέρια. «Με δυο χρόνια καθυστέρηση. Όμως σ' αυτό το διά­ στημα ο θυμός μου ξεθύμανε και έφτασα στο σημείο να ευγνωμονώ το Βασιλείου, που μου 'δείξε τι γυναίκα εί­ χα παντρευτεί». «Καλό αυτό, πώς το κάνατε; Ίσως χρειαστεί και σ' εμένα». «Σας άφησε για άλλη γυναίκα;» φάνηκε να ξαφνιά­ ζεται, σε σημείο που κολακεύτηκα. 72


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Θα δείξει. Όλα έγιναν πρόσφατα». Πιο πρόσφατα από ό,τι φαντάζεσαι. «Παρ' όλ' αυτά, δεν μπορώ να κα­ ταλάβω τι δουλειά έχετε στην κηδεία του». «Κι εγώ δεν ξέρω. Κάτι με παρακίνησε να έρθω». «Μήπως για να δείτε αν θα ερχόταν η πρώην γυναί­ κα σας;» «Δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Όταν κάποια στιγμή ο Βασιλείου της δήλωσε ότι δε σκοπεύει να χαλάσει το γάμο του για ένα ωραίο πήδημα —με συγχωρείτε για την έκφραση—, αυτή τον έλουσε με τα χειρότερα λόγια και τον απείλησε ότι θα τα ξέρναγε όλα στη γυναίκα του». «Και το έκανε;» «Ναι». «Και αυτή τον χώρισε;» «Τον συγχώρησε, πείτε καλύτερα. Φυσικά, αυτό δεν το περίμενε η Λίζα, που γύρισε σ' εμένα σαν τη βρεγμέ­ νη γάτα, ζητώντας να δείξω την ίδια μεγαλοψυχία που έδειξε και η Βασιλείου στον άντρα της». «Κι εσείς τη δείξατε;» «Όχι, γιατί εγώ την κίνηση της Βασιλείου δεν την ε­ ξέλαβα ως μεγαλοψυχία αλλά ως αδυναμία να διώξει τον άντρα που την ταπείνωσε. Πέρασα εφιαλτικές στιγ­ μές παρακολουθώντας την πρώην γυναίκα μου να εξευ­ τελίζεται εκλιπαρώντας με να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας». Ήπιε μια γουλιά κονιάκ και έμεινε σιωπηλός κοιτώ­ ντας το ποτήρι με το κεχριμπαρένιο υγρό. «Υποθέτω ότι το διαζύγιο που ήθελε αρχικά της το δώσατε εσείς με το ζόρι». «Σωστά υποθέτετε. Αν και ομολογώ ότι κάποιες στιγ­ μές που ένιωθα πολύ μόνος ήμουν έτοιμος να της τηλε73


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

φωνήσω. Τελικά, καλά που δεν το 'κανα. Έμαθα από κοινούς γνωστούς ότι εδώ και αρκετούς μήνες τα έχει μπλέξει πάλι μ' έναν παντρεμένο. Νομίζω δικηγόρο». Ένιωσα ναυτία. Ο Αλέξης ήταν παντρεμένος δικηγό­ ρος που εδώ και ένα χρόνο ήταν τουρίστας στο σπίτι του. Ο Νικήτας κατάλαβε την αλλαγή στη διάθεσή μου. «Συμβαίνει τίποτα, κυρία Σπίνου;» «Δε... δεν ξέρω. Ίσως η ταραγμένη μου φαντασία μου παίζει περίεργα παιχνίδια. Μήπως γνωρίζετε το όνομα του δικηγόρου;» έκανα με αγωνία. Λίγο ακόμα και θα σωριαζόμουν στο πάτωμα του κυλικείου. Γούρλωσε τα μάτια του. «Αν είναι ποτέ δυνατόν! Απ' όλους τους παντρεμέ­ νους δικηγόρους έτυχε να πέσει στον άντρα σας; Δεν το πιστεύω. Όμως μπορώ να μάθω για να σας φύγει η ιδέα. Θέλετε να βρεθούμε για φαγητό αύριο το μεση­ μέρι; Θα έχω τις πληροφορίες που θέλετε και συγχρό­ νως θα μου δοθεί η ευκαιρία να σας ξαναδώ» πρότεινε με την άνεση παλιού γνώριμου. Αν δεν είχε προηγηθεί η συζήτηση για τη νέα κατά­ κτηση της τέως συζύγου του, θα κολακευόμουν αφά­ νταστα απ' τη διάθεση του να με ξαναδεί, ειδικά στη σκέψη ότι ο Αλέξης γλεντοκόπαγε κάπου σαν χαμένο κορμί. Όμως τα φίδια που με είχαν ζώσει ασφυκτικά δε μου άφηναν περιθώρια για φιλάρεσκες σκέψεις. Με εν­ διέφερε να τον ξαναδώ απλά και μόνο για να διαπιστώ­ σω αν η πρώην γυναίκα του πηδιόταν με το σύζυγό μου. Δώσαμε ραντεβού την άλλη μέρα στις δύο, στο Ιντερ­ κοντινένταλ. Έφτασα στο σπίτι σαν υπνωτισμένη. Στο βάθος του μυαλού μου χτύπαγε ένα τηλέφωνο. Όταν ενεργοποιήθηκε ο τηλεφωνητής και άκουσα τη 74


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Χριστίνα να ρωτά πού είχα ξεπορτίσει, ξύπνησα. Έτρεξα και σήκωσα το ακουστικό πριν τελειώσει το μήνυμά της. «Καλά, πού ήσουν και δεν το άκουγες;» «Χριστίνα, πρέπει να 'ρθεις γρήγορα στο σπίτι, έχουν συμβεί πολλά» λαχάνιασα. «Μη μου πεις, πρόβλημα υγείας;» «Ναι, εντός ολίγου θα πάθω εγκεφαλικό. Έλα, σε πα­ ρακαλώ, πρέπει να μιλήσουμε».

9. Η ώρα ήταν εξίμισι και ο Τάκης δε θα ερχόταν πριν τις δέκα από το φροντιστήριο. Η σιωπή ήταν αφόρητη. Α­ κόμα και ο Γκουσγκούνης κοιμόταν στον καναπέ. Άνοι­ ξα το ραδιόφωνο όσο περίμενα τη Χριστίνα. «Φεύγω κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια...» τραγουδούσε η κυρία Αλεξίου. Γύρισα σταθμό πριν ακούσω τον εκφωνητή να λέει «ο Αλέξης το αφιερώνει στην Ελένη». Από τα συ­ ντρίμμια έπεσα στη Γλυκερία, που της έφαγαν τα δα­ χτυλίδια, και λίγο αργότερα η Δήμητρα Γαλάνη διαπί­ στωνε ότι «δεν είσαι εδώ, δεν υπάρχεις πια μες στη ζωή μου». Το έκλεισα. Η επιθυμία να καπνίσω επανήλθε δριμύτερη. Ανοιγόκλεισα συρτάρια και ντουλάπια αλ­ λά ο Αλέξης είχε πάρει και τα τσιγάρα του. Με σίγουρο βήμα κατευθύνθηκα στο δωμάτιο του Τάκη. Με λίγη τύ­ χη και με τα στατιστικά στοιχεία, που ήθελαν το 90% των εφήβων να καπνίζουν κρυφά, άρχισα την έρευνα. Αφού βρήκα μερικά Penthouse στον πάτο της ντου­ λάπας του και ένα κουτί προφυλακτικά —αυτό ήταν σοκ— κάτω από το στρώμα του, ανακάλυψα επιτέλους ένα πακέτο Κάμελ στη δεξιά τσέπη της σχολικής του 75


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

τσάντας. Το πουλάκι μου, είχε αρχίσει από τα βαριά. Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να τον κατσαδιάσω που κά­ πνιζε, σκέφτηκα όμως ότι θα 'πρεπε να του εξηγήσω πώς το είχα ανακαλύψει. Πήρα ένα τσιγάρο, ευχόμενη σιωπηλά να μην τα είχε μετρημένα. Αλλά και να τα 'χε, ποτέ δε θα σκεφτόταν ότι η μανούλα του εισέβαλε στο βασίλειο του κι έκανε τράκα εν αγνοία του. Στην πρώτη ρουφηξιά λίγο έλειψε να δω τα έντερα μου στο πάτωμα. Βήχοντας μπήκα στο σαλόνι και σωριάστηκα στον καναπέ. Ο Γκουσγκούνης γλίτωσε την πολτοποίηση από θαύμα. Γρύλισε ενοχλη­ μένος και τράβηξε για την κουζίνα. Κάπνισα το υπό­ λοιπο τσιγάρο με κάποια αξιοπρέπεια. Η διάθεσή μου πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Όταν άνοιξα στη Χριστίνα, τα μάτια μου είχαν το γνωστό κόκκινο χρώμα. «Τι έγινε, Ελένη; Γιατί είσαι έτσι;» ανησύχησε. «Θα σου πω. Πάμε μέσα,γιατί έχεις να ακούσεις πολ­ λά και καλά θα κάνεις να τα ακούσεις καθισμένη». Προ­ χωρήσαμε στο σαλόνι. Κάθισε και περίμενε κοιτάζο­ ντας με στα μάτια. «Καταρχήν, πού ήσουν δυο μέρες που σε έψαχνα;» την κατηγόρησα που έλειπε τις ώρες που υπέφερα. «Είχα δουλειές εκτός Αθηνών. Πες μου τώρα τι έγι­ νε». Έριξε μια ματιά στο μισοσβησμένο τσιγάρο ανα­ σηκώνοντας τα φρύδια και επανέλαβε την ερώτηση: «Τι έγινε, Ελένη;» «Ο Αλέξης έχει γκόμενα». Με κοίταξε σαν να μην πίστευε στα αυτιά της. «Πώς το ξέρεις;» Της διηγήθηκα όλα όσα διαδραματίστηκαν τις δύο τελευταίες μέρες. Από τη φυγή του Αλέξη, μέχρι τη συ76


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ζήτηση μου με το Νικήτα στο κυλικείο του νεκροτα­ φείου. Κατά τη διάρκεια της διήγησης εκείνη παρουσία­ σε ένα περίεργο τρέμουλο καθώς κάπνιζε το ένα Τσέστερφιλντ μετά το άλλο. Ολοκλήρωσα και περίμενα την αντίδραση της. Πάντως δεν ήταν αυτή που φανταζόμουν. Ενώ περίμενα να αρχίσει το υβρεολόγιο κατά του Αλέξη, αυτή έβαλε τα κλάματα. Έμεινα να την κοιτώ σαν χαμέ­ νη. Υποτίθεται ότι είχε έρθει για να παρηγορήσει εμένα. «Άλλο και τούτο! Γιατί έβαλες τα κλάματα;» σταυροκοπήθηκα. «Δεν το πιστεύω αυτό που συμβαίνει!» ψιθύρισε μέ­ σα από τα αναφιλητά της. Την κοίταζα μην ξέροντας τι να κάνω. «Αν εσύ η σκληροτράχηλη αντιδράς έτσι, εγώ τι πρέ­ πει να κάνω; Να αυτοπυρποληθώ;» Σκούπισε τα μάτια της και με έπιασε από τους ώμους. «Ελένη, άκουσε με. Παράτα τον αμέσως! Έχεις πα­ ντρευτεί ένα ρεμάλι!» «Έτσι φαίνεται. Αλλά εσύ γιατί το πήρες κατάκαρδα;» ψέλλισα αδυνατώντας να εντάξω τη συμπεριφορά της σε κάποιο λογικό πλαίσιο. «Γιατί έχω σχέση με τον Αλέξη περίπου εδώ κι ένα χρόνο». «Τι εννοείς έχω σχέση με τον Αλέξη περίπου εδώ κι ένα χρόνο;» επανέλαβα τη φράση σαν χαζή, πιστεύο­ ντας ότι η επανάληψη θα άλλαζε το νόημά της. «Εννοώ ότι κοιμόμαστε μαζί». Άφησε τους ώμους μου και έστρεψε αλλού το βλέμμα της. Αυτό ήταν από τα άγραφα. Είχε διάθεση για πλάκες, τη στιγμή που επιβεβαιωνόταν ο χειρότερος φόβος μου. Χαμογέλασα βεβιασμένα στην ενσυνείδητη πρόθεσή της να πάρω ριζικές αποφάσεις. 77


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Κόφ' το! Δε με κάνεις να νιώσω μεγαλύτερη οργή για να τον ξαποστείλω μια και καλή». Ξεφύσηξε κουρασμένα. «Δε σου κάνω πλάκα». Το σύστημα σκέψης μου έπαθε βραχυκύκλωμα. Έ­ βγαλα κοφτές ανάσες σε μια προσπάθεια να εισπνεύσω όσο περισσότερο αέρα μπορούσα. Μάλλον ονειρευό­ μουν. Η πίεση και το άγχος τόσων χρόνων μου έκαναν ζημιά. Η αρρωστημένη φαντασία μου έβαζε την καλύ­ τερη μου φίλη να πει λόγια που στην πραγματικότητα δεν ξεστόμισε. Σίγουρα ονειρευόμουν. Σύντομα θα εμ­ φανιζόταν και ο Τάκης για να μου ανακοινώσει ότι θα πήγαινε στην Καζαμπλάνκα ν' αλλάξει φύλο για να πα­ ντρευτεί το αγόρι του. Χαμογέλασα χαζά. Εστίασα την προσοχή μου στην πασχαλίτσα που κρεμόταν με χρυσή αλυσίδα από το λαιμό της Χριστίνας. Κάπου είχα κι εγώ μια ίδια. Μας είχε χαρίσει από μία η μητέρα της κάποιο Πάσχα. Αναθάρρησα. Για να προσέχω τέτοιες λεπτομέρειες, αυτό σήμαινε ότι δεν είχε γίνει ο παραπάνω διάλογος. Αλλιώς γιατί να είμαι τόσο ήρεμη; Αντί να παρατηρώ πασχαλίτσες που κρέμονταν από χρυσές αλυσίδες, έ­ πρεπε να έχω πετάξει τη Χριστίνα από το παράθυρο. «Όπως σου έλεγα, ανακάλυψα τυχαία ότι με απα­ τά...» έπιασα τη συζήτηση από κει που την είχα αφήσει πριν μπλεχτώ στο άσχημο παιχνίδι της φαντασίας μου. Κούνησε δεξιά κι αριστερά το κεφάλι. «Σταμάτα, Ελένη. Δεν ωφελεί να κάνεις ότι δεν το ακούς» φώναξε. «Φύγε!» ψιθύρισα. Ένιωσα κουρασμένη. Πολύ κου­ ρασμένη. Ξαφνικά δε με βάσταγαν τα πόδια μου. Την απιστία του Αλέξη με μια άσχετη μπορεί να την άντε­ χα. Στο κάτω κάτω, ζούσα και ξαναζούσα αυτή τη σκη78


Ο ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

νή σε κάθε εφιάλτη. Ποτέ όμως δεν αναγνώριζα τη Χρι­ στίνα στο πρόσωπο της γυναίκας που ξεμυάλιζε τον άντρα μου. Την προδοσία της καλύτερης μου φίλης πώς να την αντέξω; Πώς μπόρεσες; Τόσοι άντρες υπήρχαν ελεύθεροι. Τον δικό μου βάλθηκες να τυλίξεις; Της έριξα μια άγρια ματιά και την ξαναπρόσταξα να φύγει. «Άκουσέ με πρώτα και μετά θα φύγω» παρακάλεσε. «Δε με ενδιαφέρει ό,τι και να μου πεις» άρχισα να χά­ νω τον έλεγχό μου. «Το ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα γινόταν κάτι τέ­ τοιο. Δεν ήθελα να χάσουμε τη φιλία τόσων χρόνων, αλ­ λά ο Αλέξης με πλησίασε λίγο μετά το διαζύγιό μου, σε μια φάση που ήμουν πολύ τρωτή για να αντισταθώ. Τόνωσε τον εγωισμό μου, λέγοντας μου ότι με ήθελε από τότε που με γνώρισε αλλά εγώ τα 'χα με τον κολ­ λητό του και δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα μας». Θεέ μου, τι μου λέει; Ο Αλέξης την ήθελε τόσα χρόνια και ποτέ δεν το κατάλαβα; «Ενώ εσύ δε λογάριασες τη φιλία μας όταν έβγαζες τα μάτια σου μαζί του». «Πίστεψέ με, αντιστάθηκα μεγάλο διάστημα. Όμως ήμουν τσακισμένη από τις απιστίες του Φίλιππου. Ο Αλέξης με πυρπολούσε με λουλούδια, γράμματα, δώ­ ρα, σε μια εποχή που γνώριζα μόνο εγκατάλειψη και προδοσία». «Εμένα μου φαινόσουν ακμαιότατη όταν χώριζες. Πού να φανταστώ ότι ευθυνόταν ο Αλέξης γι' αυτό». Άρχισα να ζαλίζομαι. «Δεν τα φτιάξαμε όταν έπαιρνα διαζύγιο. Προσποιόμουν την άνετη σ' όλο τον κόσμο γιατί έτσι είχα μάθει 79


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

από μικρή. Να μη με πατούν οι άντρες. Ο Φίλιππος το ανέτρεψε, αλλά αρνιόμουν να το παραδεχτώ. Πέρασα αρκετό διάστημα κλαίγοντας βουβά και συγχρόνως αρ­ νιόμουν την πολιορκία του Αλέξη. Τον είχα σιχαθεί γι' αυτό που έκανε...» «Σκέψου να μην τον είχες σιχαθεί». Το δωμάτιο άρ­ χισε να στροβιλίζεται. Μετά βίας στεκόμουν όρθια. Κι όλα αυτά τα παραμύθια ότι δεν είχε πάει μ' άλ­ λον... Ότι θα ήμουν η πρώτη που θα το μάθαινε... «Μου 'λεγε ότι έφταιγε το γεγονός πως έμεινες έ­ γκυος λίγο μετά το σχολείο και παντρευτήκατε αμέ­ σως. Θα 'ταν διαφορετικά τα πράγματα αν είχε ζήσει τη ζωή του. Ένα βράδυ που τα συζητούσαμε πίνοντας κρα­ σί στο σπίτι μου, μεθύσαμε, κι από κει άρχισε η ιστορία. Του είχα πει εδώ και καιρό να το διαλύσουμε πριν γίνει ανεπανόρθωτη ζημιά. Έβλεπα πόσο υπέφερες και δεν άντεχα στη σκέψη ότι σου παίζαμε τέτοιο παιχνίδι. Έ­ φτασε στο σημείο να με απειλήσει πως, αν διαλύαμε τη σχέση μας, θα σ' τα ξέρναγε όλα. Ήμουν σ' ένα φαύλο κύκλο. Μου εκμυστηρευόσουν τις υποψίες σου κι εγώ προσπαθούσα να σε κάνω να τον διώξεις μόνη σου για να απαλλαγούμε και οι δύο». Τι γελοία που ήμουν, Θεέ μου! Να μιλάω για πιθανή γκόμενα του άντρα μου στην καλύτερη μου φίλη, που ήταν η γκόμενα του άντρα μου! Σωριάστηκα στον καναπέ, καλύπτοντας με τα χέρια το πρόσωπο. Δεν άντεχα να μοιράζομαι μαζί της την πα­ ραμικρή σύσπαση των μυών μου. Ήθελα να μείνω μόνη. «Σε παρακαλώ, φύγε τώρα, πριν αρχίσω να συνειδη­ τοποιώ το κακό που μου 'χεις κάνει σ' όλη του την έ­ κταση». «Θα φύγω, αλλά σκέψου ότι θα μπορούσες να μην 8ο


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

έχεις μάθει τίποτα για μένα. Όμως θυσίασα τη φιλία μας για να καταλάβεις ότι ο Αλέξης είναι σαν το Φίλιππο και σαν όλους τους άντρες. Σκέφτεται μόνο με το κάτω κεφάλι, αδιαφορώντας για το κακό που προξενεί στους οικείους του. Κάποτε έπρεπε να ανοίξεις τα μάτια σου». «Και προθυμοποιήθηκες εσύ να το κάνεις, βγάζοντας τα δικά σου με τον άντρα μου!» άρχισα να υψώνω επι­ κίνδυνα τη φωνή μου. «Τσακίσου από δω μέσα! Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου!» ούρλιαξα. «Μακάρι να πη­ διέται αυτή τη στιγμή με κάποια άλλη! Ποτέ δεν περί­ μενα να το πω, αλλά τώρα το εύχομαι ολόψυχα». Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα, τη σταμάτησα. «Περίμενε ένα λεπτό». Πήγα στην κρεβατοκάμαρά μου κι άνοιξα ένα ντουλάπι με καπέλα. Δεν άργησα να βρω αυτό που έψαχνα. Γύρισα στη Χριστίνα που είχε μείνει ακίνητη στην πόρτα. «Αυτό σ τ ο επιστρέφω». Της έδωσα ένα καπέλο του μπέιζ-μπολ, που μου 'χε φέ­ ρει από την Αμερική πριν από πολλά χρόνια. Είχε κε­ ντημένο το σλόγκαν: Ο άντρας μου με παράτησε για την καλύτερη μου φίλη και μου λείπει η άτιμη. «Ήταν προ­ φητικό αλλά μέχρι ενός σημείου. Εσύ δεν πρόκειται να μου λείψεις ποτέ». Της γύρισα την πλάτη και, μόλις άκουσα την πόρ­ τα του ασανσέρ να κλείνει, ξέσπασα σε γοερά κλάμα­ τα. Δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα στο κρεβάτι μου, ούτε πόσες ώρες έκλαιγα. Θυμάμαι μόνο πως ο Τάκης με σκουντούσε κάποια στιγμή και κάπου στο βάθος του μυαλού μου αναγνώριζα έναν τόνο πανικού στη φω­ νή του: «Μαμά, τι έχεις; Τι συνέβη; Έγινε τίποτα με τον μπα­ μπά ;» 81


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Προσπάθησα να ανοίξω τα μάτια μου αλλά το πρήξι­ μο τα κρατούσε κλειστά με πείσμα. Και η προσπάθειά μου να μιλήσω ήταν το ίδιο απο­ γοητευτική. Έβγαλα κάτι σαν ρόγχο, που προκάλεσε τα­ χυκαρδία στο γιο μου. «Μαμά, θα τηλεφωνήσω στη φίλη σου τη Χριστίνα. Έρχομαι σ' ένα λεπτό». Το όνομά της λειτούργησε σαν μπαρούτι. Τινάχτηκα από το κρεβάτι και του 'πιασα το χέρι: «Τάκη, περίμενε. Μην την πάρεις τηλέφωνο, θα ση­ κωθώ». Το βλέμμα του ήταν ένα μείγμα ανακούφισης, που νεκραναστήθηκα,και απορίας, που αντέδρασα έτσι στην πρόταση του. «Τσακώθηκες και με τη Χριστίνα;» Ξανακάθισα βαριά στο κρεβάτι, ανήμπορη να απο­ φασίσω τι να του πω. Να του πω για τα αίσχη του πα­ τέρα του και να προσεύχομαι για ήπια αντίδραση ή να τα μπαλώσω αλλιώς; «Συγχώρεσε με, καλέ μου, που σε αναστάτωσα. Μέ­ νω πολλές ώρες μόνη μου εδώ μέσα και σκέφτομαι διά­ φορα...» «Γι' αυτό είπα να τηλεφωνήσω στη φίλη σου για να σε φτιάξει λίγο» επέμεινε. Χαμογέλασα πικραμένα. Με είχε φτιάξει με το πα­ ραπάνω. Σηκώθηκα αποφασιστικά από το κρεβάτι και τον αγκάλιασα. Με έσφιξε κι αυτός κάπως μουδιασμέ­ να, τα πολλά χάδια τον έφερναν σε δύσκολη θέση. Τον άφησα και πρότεινα να φτιάξω κάτι για φαγητό. «Έννοια σου, εγώ έχω φάει στο γυρισμό από το φροντιστήριο. Κοίτα να βάλεις εσύ κάτι στο στόμα σου». «Μα τι ώρα έχει πάει;» Ξαφνιάστηκα όταν μου είπε 82


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

πως ήταν περασμένες έντεκα. Του είπα να μην ανησυ­ χεί, θα έβαζα κάτι στο στόμα μου. «Ελπίζω να μην είναι η κάννη ενός όπλου» είπε μισοαστεία μισοσοβαρά. Στον ίδιο τόνο του απάντησα πως, αν μου 'λειπε το σίδερο, θα προτιμούσα τις φακές. Με καληνύχτισε και πήγε στο δωμάτιό του. Περίμενα να α­ κούσω το χαρακτηριστικό γδούπο της πόρτας του, όμως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια το απόρθητο φρούριο του Τάκη έμεινε ανοιχτό. Μπήκα για ένα γρήγορο ντους, αλλά το ζεστό νερό που αγκάλιαζε παρήγορα το σώμα μου δε μ' άφηνε να εγκαταλείψω τη θαλπωρή της μπανιέρας. Έκλεισα τη βρύση μόνο όταν μου πέρασε από το μυαλό ότι ο Τάκης θα όρμαγε στο μπάνιο, νομίζοντας ότι έχω πάρει βαρ­ βιτουρικά και κείτομαι νεκρή στα πλακάκια. Το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας έδειχνε δύο όταν έριξα την ομελέτα άθικτη στον σκουπιδοτενεκέ. Την καμουφλάρισα με δυο τρεις χαρτοπετσέτες για να μη δει ο Τάκης το πρωί ότι τελικά δεν κατέβηκε μπουκιά στο στόμα μου. Στην όλη μου δυστυχία ήταν παρηγο­ ρητικό το γεγονός ότι τουλάχιστον αυτός δε μου γύρισε την πλάτη, αλλά με τον τρόπο του μου 'δωσε να κατα­ λάβω ότι θα με υποστήριζε. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι ξανάφερα στο μυαλό μου τα γεγονότα των τελευταίων εικοσιτετραώρων. Ποιος με είχε καταραστεί και ζούσα τέτοιο εφιάλτη; Κι αν ίσχυε αυτό που λένε «εδώ πλη­ ρώνονται όλα», εγώ τι αμαρτία είχα κάνει πέρα από την απόκρυψη δύο ενοικίων από την εφορεία; Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και προσπάθησα να σκε­ φτώ κάτι πιο ευχάριστο. Στο μουσείο βασανιστηρίων του Άμστερνταμ υπήρχε η λεγόμενη «ξύλινη κάπα», φτιαγ­ μένη από κορμό δέντρου, η οποία φορτωνόταν στην 83


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

πλάτη της πόρνης που διαπομπευόταν στην πλατεία της πόλης. Ήταν ό,τι έλειπε από την γκαρνταρόμπα της Χριστίνας. Μ' αυτήν την ενδυματολογική επισήμανση με πήρε ο ύπνος.

10. Στις πέντε ξύπνησα απότομα. Απόρησα μονάχα μια στιγμή στη θέα του άδειου μαξιλαριού του Αλέξη κι αμέσως το κομπιούτερ του εγκεφάλου μου φόρτωσε τις τελευταίες πληροφορίες. Ήταν 05.05' το πρωί κι εγώ ήμουν μια σύζυγος που ο άντρας της την απατούσε με την καλύτερη της φίλη, όπως πιθανότατα και με την ε­ ρωμένη του νεκρού πια συμμαθητή απ' το γυμνάσιο... Ξαφνικά θυμήθηκα το Νικήτα και το ραντεβού μας το μεσημέρι στην Πέργκολα του Ιντερκοντινένταλ. Μου ήταν αδύνατον να πάω αλλά δεν υπήρχε τρόπος να τον ειδοποιήσω. Τι να του πω του ανθρώπου; Άδικα έκανες τον κόπο, βρήκα με ποια πηδιέται ο άντρας μου; Απο­ φάσισα να πάω στο ραντεβού μόνο και μόνο για να του πω ότι ακυρώνεται. Στις δύο ακριβώς το ταξί με άφησε στην είσοδο του ξενοδοχείου. Πριν μπω στο εστιατόριο, πέρασα από την τουαλέτα για να διαπιστώσω αν η γενναία δόση του κονσίλερ έκρυβε καλά τους κύκλους των ματιών μου. Αναρωτήθηκα αν θα δινόταν ποτέ η ευκαιρία στο Νική­ τα να δει το πρόσωπο μου απαλλαγμένο από τη θλίψη. Μόλις με είδε, σηκώθηκε από το τραπέζι και ήρθε προς το μέρος μου. «Είχα το προαίσθημα πως δε θα 'ρθείτε, αλλά ευτυ­ χώς το διέψευσε η παρουσία σας. Χαίρομαι ειλικρινά 84


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

που σας ξαναβλέπω». Με οδήγησε στη θέση μου και έ­ κανε νόημα στο μετρ. Κατέφθασε με το μενού και περίμενε λίγο πιο πέρα διακριτικά μέχρι να αποφασίσουμε. «Ακούστε, δεν πρόλαβα να σας μιλήσω στην είσοδο, αλλά ήρθα για να επαληθεύσω το προαίσθημα σας. Δεν μπορώ να μείνω...» «Μα γιατί; Έχω νέα που θα σας χαροποιήσουν. Ένα καλό μπουκάλι κρασί θα εξαφανίσει τις αναστολές σας για όποιο λόγο κι αν υπάρχουν». Πριν προλάβω να αρθρώσω αντίρρηση, φώναξε το μετρ και παρήγγειλε ένα λευκό κρασί. Μου χάρισε το πιο γοητευτικό του χαμόγελο και με ρώτησε αν μπορούσαμε να καταργήσουμε τον πληθυ­ ντικό. Έβαλε κρασί στα ποτήρια μας και ύψωσε το δι­ κό του. «Θα πιούμε στο χαμόγελο ανακούφισης που θα σχη­ ματίσεις μόλις σου πω ότι ο άντρας σου είναι ασφαλής από τα νύχια της τέως συζύγου μου. Μίλησα χτες το βράδυ μ' ένα φίλο μου και μου είπε ότι η Λίζα τα 'χει μπλέξει μ' ένα δικηγόρο ονόματι Μπάρκα». Χαμογέλασα χαιρέκακα. Ώστε ο Αλέξης απατούσε και την γκόμενά του εκτός από μένα. Ρούφα τη, Χριστίνα! Ήπια το κρασί μου με τρεις γουλιές και βρέθηκα στα πρόθυρα της υστερικής ιλαρό­ τητας. Απ' τη στιγμή που ο Αλέξης είχε καταστρέψει την οικογένειά μου και τη σχέση μου με τη Χριστίνα, πο­ σώς με απασχολούσε πού αλλού έχωνε το πουλί του. Όσο σκεφτόμουν την κωμικοτραγική κατάσταση, τόσο τρανταζόμουν απ' τα γέλια. Ο Νικήτας αρχικά συνόδε­ ψε την καλή μου διάθεση, σίγουρος ότι οφειλόταν στα ευχάριστα νέα. Όταν όμως παρατήρησε την κλιμάκωση 85


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΌΥΛΟΥ

σε συνδυασμό με το μάτι μου, που γυάλιζε επικίνδυνα, κόπηκε το γέλιο του μαχαίρι. Κοίταξε ανήσυχος δεξιά κι αριστερά. Υπέθεσα ότι μά­ λωνε τον εαυτό του που έδινε ραντεβού με τέτοια ευ­ κολία. Έπρεπε να του εξηγήσω ότι δεν το είχα σκάσει από το Δρομοκαΐτειο. Έκανα νόημα να μου γεμίσει το ποτήρι. Υπάκουσε, αν και κάπως διστακτικά, όταν είδε πόσο πρόθυμα είχα πιει το πρώτο. «Νικήτα, ο άντρας μου τα 'χει με την πρώην γυναίκα σου». Με κοίταξε αποσβολωμένος. «Μα αυτή τα 'χει μ' έναν Μπάρκα κι εσύ μου 'πες ότι λέγεσαι Σπίνου... πώς...» ψέλλισε. «Σου συστήθηκα με το πατρικό μου και, απ' ό,τι θυ­ μάμαι, δεν ανέφερα όνομα συζύγου». Τα 'χασε. Το κρασί, που στα τρία πρώτα λεπτά της συ­ ζήτησης κόντευε να τελειώσει, αποδείκνυε ότι το λευκό Mateus ήταν ιδανικό για συζητήσεις με έντονο περιεχό­ μενο. Παραγγείλαμε δεύτερο μπουκάλι και από ένα φι­ λέτο για να βγούμε ευπρεπώς από το Ιντερκοντινένταλ και όχι τρικλίζοντας. Η διάθεση να το βάλω στα πόδια μόλις αντίκρισα το Νικήτα αντικαταστάθηκε από την α­ νάγκη να τον κάνω κοινωνό της τραγωδίας μου. «Μπορεί να μην πιστέψεις αυτά που θα σου πω για­ τί τέτοιες συμπτώσεις συμβαίνουν μία στο εκατομμύ­ ριο. Όμως αυτή η ιστορία έχει βάλει σε κίνδυνο την ψυ­ χική μου ισορροπία και θα τρελαθώ αν δεν τη διηγηθώ σε κάποιον. Κι αυτή τη στιγμή μου φαίνεσαι ο μόνος κα­ τάλληλος. Χτες ήταν η πιο δύσκολη μέρα της ζωής μου. Έκλαψα, χτυπήθηκα, έβρισα και κάποια στιγμή πρέπει να με εγκατέλειψαν οι αισθήσεις μου. Σκέφτηκα να μη συναντηθούμε σήμερα, γιατί ό,τι και να μου 'λεγες δε θα μου έκανε εντύπωση. Όμως κατά κάποιο τρόπο με ω86


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

φέλησε η συνάντηση μας. Όπως συμπλήρωσε, πολύ σο­ φά, ο Μαρξ τον Χέγκελ: "Η ιστορία επαναλαμβάνεται, την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα"». Με κοίταζε σιωπηλός, διαισθανόμενος το βάρος της εξομολόγησης μου. Τα φιλέτα στα πιάτα μας παρέμε­ ναν άθικτα, όμως το κρασί δεν είχε την ίδια τύχη. Άρχι­ σα να του μιλάω για τον Αλέξη, για τις προσπάθειες που κατέβαλλα να σώσω το γάμο μου, για τον Τάκη, τη σχέση μου με τη Χριστίνα και την προδοσία της. Με ά­ κουγε με πραγματικό ενδιαφέρον. Σταμάτησα να μι­ λάω κι επικράτησε σιωπή. Ο μετρ πλησίασε το τραπέζι μας και ρώτησε αν έφταιγε κάτι που δεν άγγιξε κανείς το φιλέτο του. Ο Νικήτας τον διαβεβαίωσε ότι φαίνο­ νταν πολύ νόστιμα αλλά θυσιάστηκαν στο βωμό μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης. Είπα να μας φέρουν το λο­ γαριασμό. Πλήρωσε εκείνος, παρ' όλο που προέβαλα χειραφε­ τημένη αντίσταση. Σηκώθηκα και ξανάκατσα απότομα. Ένιωσα το τα­ βάνι του εστιατορίου να προσγειώνεται στα πόδια μου. Με βοήθησε να σηκωθώ και, κρατώντας με γερά απ' τους ώμους, βγήκαμε απ' το ξενοδοχείο. Αν ζούσε ο Ορέστης Μακρής, θα ζήλευε το μεθυσμένο βάδισμά μου. Με οδή­ γησε στο αυτοκίνητό του. Σωριάστηκα στο κάθισμα του συνοδηγού κι έκλεισα τα μάτια. Κάθισε κι αυτός στη θέ­ ση του χωρίς να ανάψει τη μηχανή. Φαίνεται ότι βυθίστηκα σε λήθαργο, γιατί, όταν ξύ­ πνησα, είχε σκοτεινιάσει κι εγώ δε βρισκόμουν πια κα­ θισμένη στο αυτοκίνητο του Νικήτα αλλά ξαπλωμένη σ' έναν καναπέ κάποιου άγνωστου σπιτιού. Σηκώθηκα α­ πότομα και χίλιες τρομπέτες παιάνισαν στο κεφάλι μου. 87


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν προλάβω να μιλήσω, εμφανίστηκε ο Νικήτας με δύο φλιτζάνια καφέ και ένα κουτί ασπιρίνες. «Μ' έφερες στο σπίτι σου; Γιατί δε με πήγες στο δικό μου;» διαμαρτυρήθηκα χλιαρά. «Πρώτον, γιατί δεν ξέρω πού μένεις και, δεύτερον, για­ τί άρχισες να ροχαλίζεις πριν προλάβω να σε ρωτήσω». Χαμογέλασε, σαν να διασκέδαζε με την κατάσταση. Κοκκίνισα. «Δεν έχω ροχαλίσει ποτέ μου». «Αυτό θα 'μαι σε θέση να το διαπιστώσω αν κοιμό­ μαστε μαζί για κάποιο διάστημα». Πετάχτηκα όρθια αψηφώντας το κύμα ναυτίας που με κατέκλυσε. «Ποια νομίζεις ότι είμαι! Σου άνοιξα την ψυχή μου κι εσύ πας να το εκμεταλλευτείς!» Έβαλε τα γέλια μπροστά στο ξέσπασμα της πτωχής πλην τιμίας κορασίδος. «Ελένη, είναι η δεύτερη φορά που με παρεξηγείς. Φο­ βάμαι ότι αρχίζεις να χάνεις το χιούμορ που διέγνωσα ότι έχεις». «Έχω χάσει τόσα πολλά αυτό το διάστημα, ώστε το χιούμορ είναι το τελευταίο που θα ψάξω να ξαναβρώ» μαλάκωσα. «Δεν έχεις δίκιο. Με χιούμορ αντιμετωπίζονται όλες οι καταστάσεις. Και οι πιο τραγικές. Ρώτα κι εμένα που είμαι αδελφή ψυχή. Έλα, πάρε μια ασπιρίνη και πιες λίγο καφέ. Αν σου έκαναν αλκοτέστ αυτή τη στιγμή, θα έτρωγες ισόβια». «Τι ώρα είναι;» «Εφτάμισι». «Τι;» τσίριξα. «Ο Τάκης θα αναστατώσει τον κόσμο, που δε θα με βρει στο σπίτι. Πρέπει να φύγω τώρα! Πού έχει πιάτσα ταξί;» 88


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Εσύ μου 'λεγες ότι ο Τάκης ποσώς ενδιαφέρεται για τα τεκταινόμενα στο σπίτι σας». «Άλλαξε όταν έφυγε ο Αλέξης. Τώρα έχει βαλθεί να με προσέχει μην κάνω καμιά τρέλα». Προσπάθησα να εντοπίσω την τσάντα μου. Το πρό­ σεξε. Χάθηκε σ' ένα δωμάτιο κι εμφανίστηκε μετά από λίγο μ' ένα ασύρματο τηλέφωνο. «Ο κύριος Γκράχαμ Μπελλ θα αναλάβει να καθησυ­ χάσει τον προστάτη σου γρηγορότερα από έναν ταξι­ τζή». «Άσε καλύτερα, λείπω πολλές ώρες και θέλω να συ­ νέλθω στο οικείο μου περιβάλλον». Μου 'πιασε τα χέρια και με έβαλε να κάτσω στον κα­ ναπέ. «Θα επιμείνω σε δύο πράγματα. Αν τα δεχτείς, θα σε γυρίσω εγώ στο οικείο σου περιβάλλον. Πρώτον, θα ει­ δοποιήσεις τον Τάκη ότι είσαι ζωντανή κι ότι θα καθυ­ στερήσεις σε μια φίλη σου γιατί πίνετε καφέ. Και, δεύ­ τερον, θα πιεις το συγκεκριμένο καφέ στο σπίτι μου». Σχημάτισα το τηλέφωνο του σπιτιού μου και βγήκε ο τηλεφωνητής. Άφησα μήνυμα στον Τάκη ότι είμαι σε μια φίλη και να μην ανησυχεί. Ο Νικήτας κρατούσε το φλι­ τζάνι με τον καφέ και με παρατηρούσε. Μόλις τέλειω­ σα, μου έδωσε το φλιτζάνι και κάθισε σε μια πολυθρό­ να απέναντί μου. «Το πρώτο βήμα για μια καλή φιλία είναι να γνωρίζει ο ένας πώς πίνει τον καφέ του ο άλλος. Εδώ υπάρχουν ζάχαρη και γάλα, σε περίπτωση που βάζεις κάτι απ' αυ­ τά. Εγώ πάντως τον πίνω σκέτο για να απολαμβάνω α­ νόθευτη τη γεύση του». «Τι σύμπτωση! Κι εγώ γι' αυτό το λόγο τον πίνω σκέ­ το». Χαμογέλασα και μου το ανταπέδωσε. 89


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Ωραία, τώρα που γίναμε φίλοι, έλα να δούμε τι άλ­ λα κοινά έχουμε». «Νόμιζα πως μου ζήτησες μόνο δύο πράγματα, το τη­ λεφώνημα και τον καφέ. Η εκ βαθέων συζήτηση τελείω­ σε στο Ιντερκοντινένταλ» του πέταξα ξερά. Φαίνεται πως η καφεΐνη που κύλησε στο αίμα μου, εκτός από το οινόπνευμα έσβησε και τα τελευταία ίχνη καλής συμπε­ ριφοράς. Έσκυψε το κεφάλι εμφανώς στενοχωρημένος. Μετάνιωσα για τον απότομο τρόπο μου. Τι έφταιγε αυτός ο δυστυχής να πληρώσει τα σπα­ σμένα; Τον έπιασα απ' τα μούτρα, αντί να τον ευχαρι­ στήσω που με μάζεψε πριν γίνω σούργελο. Βιάστηκα να επανορθώσω. «Λοιπόν, πρώτο κοινό σημείο» άρχισα να μετράω με τα δάχτυλα «η πρώην σύζυγός σου, που τα 'φτιαξε με τον πρώην άντρα μου». Με κοίταξε έκπληκτος, σαν να περίμενε πως κρυβό­ ταν παγίδα πίσω από την απότομη αλλαγή στη διάθεσή μου. Του χαμογέλασα ενθαρρυντικά. «Είμαι χωρισμένος και βρίσκεσαι στα πρόθυρα του διαζυγίου» έκανε δειλά, χωρίς να έχει πειστεί απόλυτα ότι ήθελα να παίξω το παιχνίδι των κοινών σημείων. «Δεν είπα κάτι τέτοιο». Το χαμόγελο διατηρήθηκε στα χείλη μου. Ενθουσιάστηκε. «Μόλις τον βάφτισες "πρώην". Πώς θα 'ναι πρώην, χωρίς να χωρίσετε από τραπέζης και κοίτης;» Δάγκωσα σκεφτική τα χείλη και προσήλωσα το βλέμ­ μα στο περιεχόμενο του φλιτζανιού μου, λες και εκεί θα έβρισκα λύση σε όλα τα προβλήματα. «Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, που δεν ξέρω τι να κάνω. Νομίζω πως η μοίρα μού παίζει άσχημο παιχνίδι. Σε τό­ σα εκατομμύρια ανθρώπους, έπεσα σ' εσένα, που μου 90


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΙΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

φανέρωσες τη σχέση του άντρα μου με την πρώην γυ­ ναίκα σου. Από τόσα εκατομμύρια γυναίκες, ο άντρας μου επέλεξε να τα φτιάξει με την καλύτερη μου φίλη. Κι ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε τυχαία να της απο­ καλύψω ότι ο Αλέξης την απατά. Μετά από τόσα χρό­ νια γάμου ανακαλύπτω ότι παντρεύτηκα ένα ρεμάλι, αλλά ακόμα δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω την κατά­ σταση σε όλη της την έκταση. Παραείναι περίπλοκη και κάπου νομίζω ότι δε συμβαίνει στ' αλήθεια». Κούνησε το κεφάλι, ανήμπορος να πιστέψει τον αχταρμά των συ­ μπτώσεων. «Το πιστεύεις ότι προσπαθώ να βρω ελα­ φρυντικά για τη συμπεριφορά τους;» «Μην πέφτεις σε τέτοιες παγίδες, Ελένη. Σε λίγο θα κατηγορείς και τον εαυτό σου ότι εσύ προκάλεσες την όλη φάση. Τα πέρασα κι εγώ με τη Λίζα. Διάγραψέ τον από τη ζωή σου και κάνε νέα αρχή». «Κι ο Τάκης; Πώς να του εξηγήσω τι συμβαίνει; Αν και φαίνεται να με υποστηρίζει, πιστεύει στο βάθος ότι ο πατέρας του περνά μια περίεργη φάση, αλλά παροδι­ κή. Νομίζει ότι είναι θέμα χρόνου να ξαναγίνει η οικο­ γένειά μας όπως ήταν παλιά». «Δεν είναι μικρό παιδί, Ελένη. Καταλαβαίνει περισ­ σότερα από αυτά που νομίζεις κι έχει αποκτήσει εμπει­ ρίες που εσύ δε φαντάζεσαι». «Το ξέρω.. Πολύ πρόσφατα, ανακάλυψα προφυλακτι­ κά και τσιγάρα στο δωμάτιό του. Όμως ποτέ δε θα φα­ νταστεί πως είμαι ικανή να ζητήσω διαζύγιο από τον πατέρα του». «Ούτε αν του εξηγήσεις τι έχει συμβεί;» «Φοβάμαι την αντίδρασή του. Είναι φορές που νιώ­ θω πως δεν τον ξέρω». «Χαρακτηριστικό ιδίωμα των εφήβων. Έτσι ένιωθε 91


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΘΥ

κι η συγχωρεμένη μάνα μου πριν από είκοσι έξι χρόνια». Σιωπηλά υπολόγισα την ηλικία του. Πρέπει να 'ταν γύρω στα σαράντα δύο με σαράντα τέσσερα. Αποτόλ­ μησα μια κλεφτή ματιά. Ο Νικήτας ήταν... ερωτεύσιμος. Ναι, αυτό ήταν. Κι εγώ, αν δεν ήμουν παντρεμένη, θα του χάριζα ευχαρίστως την ψυχή και το σώμα μου. Κυ­ ρίως το σώμα μου, που τον τελευταίο χρόνο είχε βαρε­ θεί τη θερμή επαφή της κουβέρτας και ζητούσε κάτι πιο ανθρώπινο να το ζεστάνει. Κούνησα το κεφάλι αναστε­ νάζοντας. «Τι σκέφτεσαι, Ελένη;» Ακόμα και ο τρόπος που πρόφερε το όνομα μου... «Σκέφτομαι πόσο ηλίθια είμαι. Με τα κέρατα που μου 'χει φορέσει ο Αλέξης πρέπει να σύρω το έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη τα Χριστούγεννα, αλλά, παρ' όλ' αυτά, δεν τολμώ να σκεφτώ ότι μπορώ να τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα». «Μπήκες σε τέτοιο πειρασμό; Προθυμοποιούμαι να σ' τον εξαργυρώσω». Έσκυψε προς το μέρος μου χαμο­ γελώντας. «Όχι, όχι, θεωρητικά μιλάω». Ψεύτρα! «Μάλλον ήμουν κύκνος στην προηγούμενη ζωή μου. Μονογαμική μέχρι να με χωρίσει ο θάνατος από το ταίρι μου». «Λυπάμαι, αλλά, όσο εσύ ήσουν κύκνος, ο Αλέξης ήταν γάτος σε περίοδο ορμονικής επανάστασης. Αλλά, αφού έχεις ορίσει το θάνατο σαν όριο μονογαμίας, δεν έχεις παρά να στείλεις τον Αλέξη στον άλλο κόσμο». «Σίγουρα δεν οδηγούσες εσύ την νταλίκα που έλιωσε το αυτοκίνητο του Βασιλείου;» τον στραβοκοίταξα. «Θέλω μόνο να σου δώσω να καταλάβεις ότι τα αι­ σθήματά σου παραείναι έντονα για κάποιους και δεν αξίζει τον κόπο. Καλύτερα να τα μοιράζεσαι με κάποιον 92


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

που τα εκτιμά. Αλήθεια, μήπως σου ανέφερα ότι κι εγώ ήμουν κύκνος σε προηγούμενη ζωή;» Γέλασα, κι αυτός ο ξεχασμένος ήχος κουδούνισε πε­ ρίεργα στα αυτιά μου. Μέσα στην ατυχία μου υπήρχε ένας άντρας που με έκανε να νιώθω όμορφη και ποθη­ τή. Αν άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο να το εκτιμήσει... Σηκώθηκα από τη θέση μου. Τα πράγματα έπαιρναν περίεργη τροπή και δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Έ­ δωσα το χέρι στο Νικήτα. Το κράτησε και με κοίταξε ερωτηματικά. «Αν φεύγεις επειδή νομίζεις ότι σ' τα ρίχνω, κάνεις λάθος». «Ότι μου τα ρίχνεις;» « Σ' αυτό δεν κάνεις λάθος. Όμως είναι λάθος σου να φύγεις τη στιγμή που εδώ νιώθεις λιγότερη μοναξιά και θλίψη. Αν σ' ενοχλεί ο θαυμασμός μου για σένα, θα πά­ ψω να τον εκδηλώνω. Μείνε, η παρουσία σου κάνει κα­ λό και σ' εμένα» είπε σχεδόν παρακλητικά. Σχεδόν λύγισα. «Ήσουν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί στην όλη μου δυστυχία. Όμως είμαι πολύ μπερδεμένη για να βάλω κι εσένα στη ζωή μου». «Αυτή τη στιγμή χρειάζεσαι ένα φίλο που...» «Νικήτα, λυπάμαι. Έχεις την ευκολία να χρίζεις φίλο σου όποιον μαθαίνει πώς πίνεις τον καφέ σου. Εγώ προ­ δόθηκα από την καλύτερη μου φίλη. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Με βοήθησες να καταλάβω πέντε πράγματα για τον Αλέξη. Θέλω όμως να κλειστώ στο σπίτι μου και να δω τι θα κάνω. Το ενδιαφέρον σου για μένα μπορεί να με οδηγήσει σε παρορμητικές αποφάσεις». Άφησε απρόθυμα το χέρι μου. «Δε θα σε πιέσω. Αν θες να με ξαναδείς, είτε για μια 93


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

φιλική κουβέντα —γιατί, πίστεψε με, δε σερβίρω καφέ με μεγάλη ευκολία— είτε για οτιδήποτε σε κάνει πιο δυ­ νατή, δεν έχεις παρά να μου τηλεφωνήσεις». Έβγαλε μια κάρτα από το πορτοφόλι του και μου την έδωσε. Την έβαλα στην τσάντα μου χωρίς να την κοι­ τάξω . «Δε θα πληγωθείς αν κοιμηθώ μαζί σου σαν αντίδρα­ ση για την απιστία του Αλέξη;» «Ξέρω πως, αν κοιμηθείς μαζί μου, δε θα το κάνεις γι' αυτό το λόγο. Υπάρχουν πολύ πιο σημαντικοί λόγοι απ' την εκδίκηση για να μοιραστείς το κορμί και την ψυ­ χή σου με κάποιον. Εξάλλου πιστεύω πως, αν κάνεις κά­ τι με κάποιον άλλο, θα το κρατήσεις για τον εαυτό σου». Δεν είπα τίποτα. Ήθελα να βρεθώ μόνη και να σκε­ φτώ. Η ξαφνική ανυπομονησία να κουκουλωθώ ως τ' αυ­ τιά με τα σκεπάσματα αποδείκνυε περίτρανα σωστή την παρομοίωση του κρεβατιού με τη γυναικεία μήτρα, όπου θέλουν να γυρίσουν όσοι βρίσκονται σε ψυχολογι­ κό αδιέξοδο. Ήταν ώρα ν' αποχαιρετήσω το Νικήτα: «Σ' ευχαριστώ για τις ώρες που μου πρόσφερες και ζητώ συγγνώμη για τα πικρόχολα σχόλια που σου πέ­ ταξα. Ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι προέρχονταν από την τραγική μου διάθεση κι ότι δεν είχαν στόχο εσένα. Αυτή τη στιγμή σε νιώθω πολύ πιο κοντά μου από οποιονδή­ ποτε άλλο, κι ας σε ξέρω μόνο δυο μέρες». «Είπαμε, σ' αυτή τη ζωή με ξέρεις μόνο δυο μέρες. Σε προηγούμενη πλατσουρίζαμε παρέα στην ίδια λίμνη». Έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Πριν καλά καλά φτά­ σω στο ασανσέρ, ο Νικήτας την ξανάνοιξε. «Ελένη...» Γύρισα, χαμογελώντας στη σκέψη της ύστατής του προσπάθειας να μείνω. Τον κοίταξα με την τραγικότη94


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

τα της Ίνγκριντ Μπέργκμαν που αποχαιρετούσε για πά­ ντα το Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ στο αεροδρόμιο της Καζα­ μπλάνκα. «Μένω στο Καστρί. Σ' το λέω επειδή, όταν σ' έφερα, ήσουν εντελώς ανίκανη ν' αντιληφθείς το χώρο. Στο τρί­ το στενό προς τα κάτω είναι ο κεντρικός δρόμος. Περ­ νούν πολλά ταξί». Κούνησα καταφατικά το κεφάλι και εξαφανίστηκα στο ασανσέρ, ζεματισμένη από την ισοπεδωτική σκηνή. Ευτυχώς που με είχε προλάβει πριν πετάξω καμιά με­ λοδραματική ατάκα. Όταν μπήκα στο σπίτι, ήταν περασμένες δέκα. Ο Τά­ κης έβλεπε τηλεόραση στο σαλόνι και ο Γκουσγκούνης ροχάλιζε στα πόδια του. Αυτή ήταν η οικογένεια που μου απέμεινε. Παραξενεύτηκα που, ενώ σκέφτηκα κάτι τέ­ τοιο, δεν ένιωσα τη θλίψη να με κυκλώνει. Τελικά, η συ­ νάντηση με το Νικήτα μου βγήκε σε καλό. Θυμήθηκα την κάρτα του. Θα την εξέταζα αργότερα με την ησυχία μου. Δέχτηκα με χαρά την ανάκριση του Τάκη. Ποτέ μέχρι σήμερα δε με είχε ρωτήσει πού πήγαινα και τι έκανα. Αναγκάστηκα να επιμείνω στο ψέμα μου: «Σε μια φίλη μου για καφέ, Τάκη. Αφού σ' το άφησα στον τηλεφωνητή. Εσύ πού ήσουν;» «Σε μια φίλη μου για καφέ» μιμήθηκε τη φωνή μου. «Πολύ ωραία, να δούμε πώς θα κοιμηθούμε το βρά­ δυ μετά από τόσους καφέδες. Σε ποια φίλη σου; Την ξέρω;» έκανα ανάλαφρα. «Την... "τριγωνομετρία", που έλεγε κι ο μπαμπάς. Α­ λήθεια, επικοινωνήσατε καθόλου;» «Όχι, μου 'δωσε να καταλάβω πως θα τηλεφωνήσει εκείνος πρώτος» είπα προσεκτικά. «Έτσι μου 'ρχεται να πάω στο γραφείο του και να...» 95


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Τον διέκοψα απότομα. «Τάκη, ούτε να το σκεφτείς. Θα νομίζει πως σε έβαλα εγώ και θα γίνουν τα πράγμα­ τα χειρότερα». «Μα νόμιζα πως θέλεις να γυρίσει γρήγορα κοντά μας. Τι πειράζει αν νιώσει λίγες τύψεις που άφησε το γιο του στα χέρια της... υστερικής, όπως σε λέει, γυναίκας του;» «Ακριβώς γι' αυτό το λόγο δε θέλω να γυρίσει τώρα. Άκου, Τάκη, συμβαίνουν διάφορα που κάποια στιγμή θα τα μάθεις. Είναι καλύτερα για όλους να μείνει ο πα­ τέρας σου μακριά μας για ένα διάστημα. Όταν αποφα­ σίσει να τηλεφωνήσει, θα δούμε τι θα κάνουμε. Προς το παρόν δε θέλω να ανακατευτείς». Σηκώθηκε τσαντισμένος. «Δε σε καταλαβαίνω. Εσύ ψόφαγες να γυρίσει πίσω. Τι άλλαξε σε δυο μέρες;» «Πολλά. Θα τα συζητήσουμε άλλη ώρα. Τώρα είναι ώρα να φάμε κάτι». «Σαν την ομελέτα που πέταξες στα σκουπίδια; Ή νο­ μίζεις ότι είμαι τόσο βλάκας;» «Δεν έχεις να κάνεις τίποτα καλύτερο από το να σκα­ λίζεις το σκουπιδοτενεκέ μας;» Κοκκίνισα σαν παιδάκι που το έπιασαν να ατακτεί. «Εγώ έχω, ο Γκουσγκούνης όμως λατρεύει τις εξερευ­ νήσεις, ειδικά όταν του αποφέρουν λάφυρα. Πήγα να πε­ τάξω κάτι και, πριν προλάβω, έχωσε τη μουσούδα του και ανέσυρε την ομελέτα που δεν έφαγες. Αλλά δε θα σκά­ σω. Αν θες να πεθάνεις από ασιτία, είναι δικό σου θέμα». Του τσίμπησα απαλά τη μύτη και, πιάνοντας τον από το χέρι, τον παρέσυρα στην κουζίνα. Με πηδηχτά βήματα μας ακολούθησε και ο προδό­ της. Έφτιαξα μια πρόχειρη μακαρονάδα και απόρησα με την όρεξή μου. Ο Τάκης παρακολουθούσε κάθε μπου96


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

κιά που χανόταν στο έρεβος του στόματός μου. Απο­ λάμβανα την αγωνία του να μη μείνω νηστική. Επίτηδες άφηνα κάτω το πιρούνι, μόνο και μόνο για να με μαλώ­ σει που δεν έτρωγα. Όσο τον είχα κοντά μου, ας γκρε­ μιζόταν το σύμπαν γύρω μου. Στις δύο το πρωί έπαψα να προσποιούμαι ότι κοιμά­ μαι. Άναψα το πορτατίφ και έπιασα την τσάντα μου από το κομοδίνο. Βρήκα την κάρτα του Νικήτα. Ώστε ήταν οδοντίατρος. Για φαντάσου, συζητούσαμε για το αν θα κάνουμε έρωτα ή όχι και δεν ξέραμε με τι ασχολείται ο καθένας. Όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία. Στο ταξί είχα αποφασί­ σει να μην τον ξαναδώ. Είχε εισβάλει επικίνδυνα στο μυαλό μου και με εμπό­ διζε να σκεφτώ καθαρά. Έπρεπε να αντιμετωπίσω την κατάσταση χωρίς εξωγενείς επιρροές. Γιατί αυτή η εξω­ γενής επιρροή ήταν που με άφησε ξάγρυπνη, σκεπτόμε­ νη ότι με φιλούσε και μου ψιθύριζε γλυκόλογα ξεχασμέ­ να από καιρό. Καημένε Αλέξη... πού να 'ξερες ότι την ώρα που αγκάλιαζες τη Λίζα εγώ έβρισκα παρηγοριά στο σπίτι του πρώην άντρα της. Ήταν η πρώτη φορά με­ τά από πολλές ώρες που σκεφτόμουν τον Αλέξη. Μ' έ­ πιασε η κακία να του τηλεφωνήσω στη δουλειά και να του πω για τον άνθρωπο που μου άνοιξε τα μάτια σχε­ τικά με τα αίσχη του. Δεν ήθελα όμως να βγάλω ψεύτη το Νικήτα, που με θεωρούσε υπεράνω τέτοιων μικροτήτων. Ο Νικήτας... Ξανάφερα στο νου μου τη συνάντησή μας στο νε­ κροταφείο. Τελικά, τα καλύτερα μυθιστορήματα τα υ­ παγορεύει η ίδια η ζωή. Τι να την κάνω τη Δυναστεία, όταν σε δυο μέρες η ζωή μου έδωσε ίντριγκες, μίση, προ­ δοσίες, πάθη, κι ήμουν ακόμα στην αρχή... 97


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Κρατούσα τσαλακωμένη στη χούφτα μου την κάρτα του όταν με πήρε ο ύπνος. 11. Με ξύπνησε ο ήλιος, που χτύπαγε ανελέητα τα μάτια μου. Ήταν έντεκα και κάτι και για πρώτη φορά σε τό­ σα χρόνια δε σηκώθηκα νωρίς από το κρεβάτι. Τι νόη­ μα είχε άλλωστε; Ο Αλέξης έπινε αλλού πια τον καφέ του κι ο Τάκης εδώ και λίγο καιρό προτιμούσε να πίνει ένα γάλα στην καντίνα του σχολείου. Πήγα στην κουζίνα, όπου ο Γκουσγκούνης είχε στήσει καραούλι μπροστά στη γαβάθα του. «Κοιλιόδουλε προδότη, κανονικά πρέπει να σε αφή­ σω να χωνεύεις δυο μέρες την ομελέτα που ανακάλυ­ ψες, αλλά έχε χάρη που σου έχω αδυναμία». Κούνησε ανυπόμονα την ουρά κι έσπρωξε με το πόδι του τη γαβάθα. Τελικά είχα ακόμη λόγο να σηκώνομαι νωρίς. Αποφάσισα να κάνω γενική καθαριότητα στο σπίτι. Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μη σκέφτομαι. Παράξε­ νο, ενώ χτες αδημονούσα να μείνω μόνη και να δω τι θα γίνει με το γάμο μου, στάθηκε αδύνατον να φέρω στο μυαλό μου το αντικείμενο του προβλήματος. Τη θέση του πήρε θριαμβευτικά ο Νικήτας. Πώς τα κατάφερα να διώ­ ξω από τη σκέψη μου το κακό που με είχε βρει και να ο­ νειροπολώ σαν χαζή μαθητριούλα; Χαιρόμουν μάλιστα που η πρωτοβουλία επικοινωνίας ανήκε στον Αλέξη, γιατί εγώ δε θα σήκωνα το ξερό μου να του τηλεφωνή­ σω πρώτη. Ξαφνικά, δεν ήθελα να γυρίσει στη ζωή μου. Η δια98


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

πίστωση ήρθε έτσι απλά, την ώρα που ξεσκόνιζα τα ασημικά του σαλονιού. Τα εύσημα ανήκαν στο Νικήτα. Αν δεν τον είχα γνωρίσει, θα σερνόμουν σαν το κουρέλι. Ο Θεός είναι μεγάλος. Έπεσα στον γκρεμό, αλλά βρήκα γερό κλαρί πριν τσακιστώ στο έδαφος. Η αισιοδοξία με τύλιξε σαν ζεστή μοχέρ κουβέρτα. Ένιωσα γενναιόδω­ ρη. Αν με παρακαλούσε η Χριστίνα να τη συγχωρήσω, μπορεί και να το 'κανα. Με είχε προδώσει, αλλά κι εκείνη δεν πέρασε ζωή χα­ ρισάμενη. Ίσως ενδόμυχα με ζήλευε που, παρά τη δυ­ σκολία της κατάστασης, κατάφερνα να κρατώ τον ά­ ντρα μου, ενώ ο Φίλιππος την κεράτωνε αδιακρίτως και αδιαλείπτως. Είχε μείνει χωρίς άντρα, ο δικός μου την κεράτωσε με το που τα έφτιαξαν, έχασε τη μοναδική της φίλη. Για φαντάσου, κάποιος βρίσκεται σε χειρότερη μοί­ ρα από μένα... Εγώ μπορεί να προδόθηκα διπλά, αλλά η τύχη τα 'φέρε να γνωρίσω τη χαρά του φλερτ, που είχα ξεχάσει και πώς γίνεται. Μέσα σε λίγες ώρες άκουσα τα κομπλιμέντα μιας δεκαετίας. Η μοίρα από τη μία με χαστούκιζε κι από την άλλη με φιλούσε. Με φιλούσε όμως ή απλά προσπαθούσε να με ρίξει στο κρεβάτι για ένα πήδημα και μετά μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε... Κι όλα αυτά περί κύκνων και πλάτσουρίσματος στην ίδια λίμνη; Η μοχέρ κουβέρτα της αισιοδοξίας εξαφανίστηκε, αφήνοντάς με γυμνή στα νύχια της απογοήτευσης. Πέ­ ταξα με οργή το ξεσκονόπανο. Απιστία, προδοσία, όλα μαζί σ' εμένα τη δόλια. Πώς κατέρρευσε έτσι η ζωή μου; Τώρα δε θα μπορούσα να εμπιστευτώ ούτε τον εαυτό μου. Έβαλα τα κλάματα. Εγώ δεν ήθελα εραστές και περιπέτειες. Ήθελα το γάμο μου, τη φίλη μου, τη ζωή μου όπως ήταν πριν από πολλά χρόνια. Τώρα στα τριάντα έξι μου δεν είχα αντοχή για νέες 99


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

αναζητήσεις. Δεν ήθελα να γνωρίσω το Νικήτα και αυτή τη στιγμή να αναρωτιέμαι αν αυτά που έλεγε τα εν­ νοούσε . Δεν ήθελα να είμαι μόνη σ' αυτό το σπίτι χωρίς να ξέρω τι μου ξημερώνει η επόμενη μέρα. Δεν ήθελα να πάρω αποφάσεις για τη ζωή μου. Παράτησα τα ασημικά φύρδην μίγδην κι έτρεξα στην κρεβατοκάμαρα. Έπεσα μπρούμυτα και βύθισα το κε­ φάλι μου στο μαξιλάρι. Έκλαψα μέχρι που εξαντλή­ θηκα. Ο ύπνος με βρήκε στην ίδια θέση. Με ξύπνησε το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Μέχρι να κάνω τη διαδρο­ μή ως το σαλόνι, είχε κλείσει. Βυθίστηκα σε νέα απογοή­ τευση. Είναι τραγικό να νιώθεις μόνος και να μην προ­ λαβαίνεις το τηλέφωνο. Περίμενα πάνω από τη συσκευή με την τρελή ελπίδα να ξαναχτυπήσει. Χτύπησε! Το σήκωσα μην ξέροντας ποιον ήθελα να ακούσω με τόση αγωνία. Τον Αλέξη, που σιχαινόμουν, τη Χριστίνα, που μισούσα, το Νικήτα, που δεν είχε το τηλέφωνό μου; «Εμπρός;» «Τι χρώμα είναι το κιλοτάκι σου, μωρό μου;» «Ό,τι και το δικό σου, ρε πούστη!» Κατέβασα με δύναμη το ακουστικό. Καλά, αυτοί οι ανώμαλοι τηλεφωνούν και πρωινιάτικα; Με αυξημένα νεύρα έπιασα να τσιγαρίζω μελιτζάνες. Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Αυτή τη φορά άφησα τον τηλεφωνητή να κόψει τη φόρα οποιουδήποτε ανώμα­ λου. Μόνο που ήταν ο Νικήτας: Άκουγα καλά ή ήταν τόση η λαχτάρα μου να με πά­ ρει ; Πήγα, ή μάλλον τσακίστηκα, να απαντήσω. «Από τι σε διακόπτω κι είσαι έτσι λαχανιασμένη;» Η φωνή του χάιδεψε ευχάριστα τον ακουστικό μου πόρο. «Τσιγάριζα μελιτζάνες και...» 100


Ο I Ο Υ λ Α Σ ΦΙΛΟΥΣΕ ΥΠΕΡΟΧΑ

«...απαιτούν ολική προσήλωση ώστε να αφήνεις ν' α­ παντά ο τηλεφωνητής σου;» με πείραξε. «Πού βρήκες το τηλέφωνο μου, Νικήτα; Εκτός αν πέ­ ρα από οδοντίατρος είσαι και μέντιουμ». «Η συσκευή του τηλεφώνου μου κρατά στη μνήμη της το τελευταίο νούμερο. Όταν τηλεφώνησες χτες στο σπίτι σου, φρόντισα να το σημειώσω πριν κάνω άλλα τη­ λεφωνήματα. Έτσι, εκτός των άλλων, διαπιστώνω ότι κάθε Πέμπτη η Βορειοηπειρώτισσα που μου καθαρίζει το σπίτι στέλνει τους τηλεφωνικούς της χαιρετισμούς στο Αργυρόκαστρο». «Και δεν την έχεις κατσαδιάσει;» «Είμαι πονόψυχος και...» «Ανυπόμονος. Νόμιζα ότι δε θα με πίεζες κι ότι θα ά­ φηνες σ' εμένα οποιαδήποτε πρωτοβουλία». «Τουλάχιστον χαίρομαι που διάβασες την κάρτα μου. Μήπως τελικά σκεφτόσουν να με πάρεις;» Αν σκεφτόμουν να σε πάρω! Σάμπως έκανα και τίποτ' άλλο όλο το βράδυ; «Το να διαβάσω από περιέργεια την κάρτα σου απέ­ χει πολύ από το να σε πάρω τηλέφωνο». Το 'παιζα και άνετη. Όμως έκανε την πρώτη κίνηση και είχα την πολυτέλεια να το απολαύσω. Μια γλυκιά ζέστη πύρωσε το σώμα μου κι ήταν τόσο έντονο το συναίσθημα, ώστε μύριζα τον καπνό... Οι με­ λιτζάνες! «Νικήτα, καίγονται οι μελιτζάνες! Κλείσε και θα σε πάρω εγώ». «Ελπίζω να μη χρησιμοποιείς τα ζαρζαβατικά σαν δι­ καιολογία για να κλείσουμε...» «Σ' το ορκίζομαι, σε λίγη ώρα θα με ξανακούσεις». Κι αν θέλει ο Θεός θα με ξαναδείς. 101


ΜΑΙΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ε, ναι. Ήταν δυνατόν να σκαρφίζεται τέτοια κόλπα για να με πάρει τηλέφωνο, απλά και μόνο για ένα πή­ δημα ; Κι αυτό να 'ταν, θα το απολάμβανα και μετά θα αναλογιζόμουν τις συνέπειες. Όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, «ο παστουρμάς δε φο­ βάται το αλάτι». Θα άντεχα μια πληγή παραπάνω. Μπήκα τρέχοντας στην κουζίνα. Οι μελιτζάνες είχαν εξαϋλωθεί. Πολύ που μ' ένοιαζε. Έκανα μεταβολή για το σαλόνι και ξαφνικά σταμά­ τησα. Γιατί να μην παρατείνω λίγο αυτή τη γλυκιά προ­ σμονή; Έβαλα ένα ποτήρι κρασί και κατευθύνθηκα προς το στερεοφωνικό. Την ώρα που αμφιταλαντευόμουν μεταξύ Μπάρμπρα Στρέιζαντ και Σπανουδάκη ξαναχτύπησε το τη­ λέφωνο: «Πριν με κατηγορήσεις ότι είμαι αφόρητα πιεστικός, πήρα να σου πω πως είμαι στο ιατρείο κι όχι στο σπίτι, σε περίπτωση που το σοκ της καμένης μελιτζάνας σε ε­ μπόδιζε να το σκεφτείς». Πριν προλάβω να απαντήσω το 'κλείσε. Έβαλα τη Στρέιζαντ. To «I am a woman in love» χάιδεψε την α­ τμόσφαιρα. Έπινα με μικρές γουλιές το κρασί μου α­ πολαμβάνοντας το τραγούδι. Ναι, ίσως ήμουν ερωτευμένη γυναίκα. Είχα κάθε δι­ καίωμα να είμαι ερωτευμένη.Τι κι αν είχαν περάσει τρεις μέρες μόνο από τότε που μ' εγκατέλειψε ο Αλέξης; Ο έ­ ρωτας δεν τηρεί χρονοδιαγράμματα. Μπορεί να 'ρθει σή­ μερα, μπορεί ποτέ. Ας ήταν ελαφρύ το χώμα που σκέ­ παζε το Μιχάλη Βασιλείου. Έκλεισα το πικάπ και σχημάτισα το νούμερο του ια­ τρείου. Το σήκωσε στο τέταρτο χτύπημα. Μόλις είχε μπει μια πελάτισσα του για σφραγίσματα. 102


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Το 'χει η μοίρα μας να μας χωρίσει μια... κουφάλα» αστειεύτηκα. Το γέλιο του με ζέστανε. «Και να 'ταν μόνο μία, τέσσερις πρέπει να της βου­ λώσω. Λες κι έκανε βουτιά σε μαντολάτα. Θα είσαι σπί­ τι;» «Εκτός απροόπτου. Πάρε με μόλις τελειώσεις». Έ­ βαλα στο πικάπ τον Ξαφνικό έρωτα.

12. Στο ταξί σκεφτόμουν την αντίδραση του Τάκη όταν του είπα ότι το βράδυ θα πάω σινεμά με μια φίλη. Ένιωθα ενοχές για τα παραμύθια που του αράδιαζα όταν εγώ ήμουν αυτή που του έκανε κατήχηση να μην ψεύδεται. Δε με παρηγορούσε ότι του έλεγα ψέματα κατά το ήμι­ συ, γιατί ναι μεν θα πήγαινα σινεμά, αλλά ο Νικήτας δεν ήταν ακριβώς ό,τι... θηλυκότερο. Απ' το ύφος του Τάκη κατάλαβα ότι δεν έχαψε ό,τι του 'πα. Ποτέ δεν είχα ανα­ φέρει άλλη φίλη πλην της Χριστίνας, κι απ' τη στιγμή που δεν έδωσα περισσότερα στοιχεία άρχισαν οι υποψίες. «Ποια φίλη, αυτή που πίνατε χτες καφέ;» «Τάκη, γιατί με κάνεις να νιώθω ότι είμαι υπό ανά­ κριση ; Ώρα είναι να μου ρίξεις και προβολέα στα μά­ τια. Εγώ σε ρωτάω όταν βγαίνεις;» «Φυσικά. Άσε που δε βγαίνω πια τα Σαββατοκύρια­ κα». «Εγώ επιβάλλεται να σε ρωτάω. Είμαι μητέρα σου και ανησυχώ για τις παρέες σου». «Κι εγώ σαν γιος σου ανησυχώ για τις δικές σου πα­ ρέες, που ξαφνικά φαίνεται ότι άλλαξαν. Γιατί τη Χρι­ στίνα έχεις καιρό να την αναφέρεις». 103


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Έχουμε παρεξηγηθεί, αλλά, πέραν τούτου, δεν είσαι σε θέση να γνωρίζεις όλο τον κοινωνικό μου περίγυρο». «Κάνεις λάθος. Βρίσκομαι αρκετές ώρες στο σπίτι για να ξέρω πόσο συχνά χτυπά το τηλέφωνο και πότε εί­ ναι για σένα». «Δε σε καταλαβαίνω. Κανονικά έπρεπε να με πιέζεις να βγαίνω για να ξεδίνω κι όχι να με περνάς από Ιερά Εξέταση. Εσύ δεν έλεγες πως μαζί θα ξεπεράσουμε αυ­ τό το δύσκολο διάστημα;» «Ναι, μόνο που εμένα δε με χρειάζεσαι, έχεις τη... φίλη σου». Η συζήτηση είχε λήξει εκεί, γιατί ο Τάκης εξαφανί­ στηκε στο δωμάτιό του βροντώντας πίσω του την πόρ­ τα. Έδιωξα τη σκηνή από το μυαλό μου και κοίταξα πού βρισκόμασταν. Στα επόμενα φανάρια θα κατέβαι­ να. Χαμογέλασα στη σκέψη ότι έβγαινα ραντεβού για σινεμά. Μου φάνηκε πολύ αστείο όταν το μεσημέρι μου πρότεινε ο Νικήτας να πάμε στην πρεμιέρα κάποιου ριμέικ παλιάς ταινίας. Παράλληλα μου φάνηκε ρομαντι­ κό και αρκετά πρωτότυπο. Εντάξει, παραδέχομαι πως ρομαντική και πρωτότυπη θα έβρισκα κάθε πρόταση του Νικήτα. Ακόμα κι αν μου πρότεινε σκυλάδικο στην Εθνική και μετά πατσά στην Κρεαταγορά. Η κόντρα με τον Τάκη λίγο πριν φύγω συννέφιασε την καλή μου διά­ θεση και αποφάσισα να του μιλήσω μετά το έργο. Θα ρωτούσα και το Νικήτα αν έπρεπε να το κάνω. Τον γνώ­ ριζα ελάχιστα, κι όμως υπολόγιζα πολύ στη γνώμη του. Η παρουσία του μου έδινε τη σιγουριά που 'χαν φροντί­ σει να στραπατσάρουν ο Αλέξης κι η Χριστίνα. Και μό­ νο ότι τους έφερνα στο μυαλό μου χωρίς να παθαίνω ντελίριο ήταν μεγάλη υπόθεση. Ο Νικήτας με περίμενε στην είσοδο του σινεμά με τα 104


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

εισιτήρια στο χέρι. Το σκοτάδι της αίθουσας με χαλά­ ρωσε και αφέθηκα να απολαμβάνω ξεχασμένους ήχους από τσιπς που έτριζαν, από ψιθύρους και κοφτά γελά­ κια , από παρατηρήσεις ενοχλημένων σινεφίλ. Στα μισά της προβολής άρχισα να εκνευρίζομαι που δεν μπορούσα να παρακολουθήσω το έργο. Είχα καρ­ φώσει τα μάτια μου στο αριστερό χέρι του Νικήτα, που ακουμπούσε χαλαρά στο μπράτσο της θέσης του. Γιατί εγώ η ανόητη πίστευα πως σινεμά ίσον σκοτάδι, ίσον κράτημα χεριού, όπως γίνεται ή, τουλάχιστον, γινόταν κάποτε σε τέτοιου είδους ραντεβού. Βέβαια, δεν ήμα­ στε δεκαπεντάχρονα που περίμεναν ένα σινεμά για να χουφτωθούν, αλλά ο πεινασμένος... Ο Νικήτας δεν έχανε καρέ από το έργο κι εγώ δεν ήξερα καν ποιοι έπαιζαν. Στο διάλειμμα με ρώτησε αν μ' άρεσε έτσι όπως εξελισσόταν η υπόθεση. Του απά­ ντησα ότι κινούνταν σε αργούς ρυθμούς. Δε συμφώνη­ σε, αλλά κι εγώ δεν αναφερόμουν στο έργο. Η αίθουσα βυθίστηκε ξανά στο σκοτάδι. Αποφάσισα να δω τουλά­ χιστον σε τι έργο είχα πάει. Για την ακρίβεια, χαλάρω­ σα στη θέση μου και απόλαυσα το δεύτερο μέρος μιας αισθηματικής κομεντί. Σ' αυτό βοήθησε και ο Νικήτας, που, μόλις έσβησαν τα φώτα, πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους μου. Αρνήθηκα να φάμε κάπου εκεί κοντά. Στα όρθια, έξω από το σινεμά, του περιέγραψα τη φάση με τον Τά­ κη. Συμφώνησε ότι έπρεπε να του μιλήσω πριν βγάλει δικά του συμπεράσματα. Προσφέρθηκε να με γυρίσει στο σπίτι. Προτίμησα να πάρω ταξί, σκέψου να 'σπαγε ο διάολος το ποδάρι του και να 'βλέπε ο Τάκης τη... φί­ λη μου. Μου ζήτησε να του τηλεφωνήσω την επομένη για να του πω τι έγινε με το γιο μου. 105


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Εντάξει, Νικήτα. Θα σε πάρω κάποια στιγμή. Θα είσαι σπίτι ή δουλεύεις και τα Σαββατοκύριακα;» «Όσοι έχουν πονόδοντο θα αρκεστούν αύριο στο ού­ ζο. Θα περιμένω τηλεφώνημά σου». Έσκυψε και με φί­ λησε κάπου ανάμεσα στο μάγουλο και στο στόμα. Στο ταξί σκεφτόμουν τι κουβέντα θα έκανα στον Τά­ κη . Πώς να του 'λεγα τι είχε συμβεί αυτές τις μέρες; Θα πάθαινε σοκ αν μάθαινε για τον πατέρα του. Αμ τη Χρι­ στίνα, που τη συμπαθούσε ιδιαιτέρως; Και πώς να του μιλούσα για το Νικήτα, την πρώην γυναίκα του και νυν ερωμένη του Αλέξη; Ξαφνικά αναρωτήθηκα αν συνέχιζε να έχει σχέσεις με τη Χριστίνα ή αποφάσισε να μείνει... πιστός στη Λίζα. Για μένα φυσικά δε γινόταν λόγος. Εγώ ήμουν καμένο χαρτί. Τα 'χα φάει τα ψωμιά μου. Είχα κλέψει τη νεανική ζωή του και έπρεπε να πληρώσω. Βούρκωσα στη διαπίστωση ότι τελικά δεν τα κατάφε­ ρα. Κι όμως θα μπορούσε να είχε δώσει τέλος στη σχέ­ ση μας πριν κάνουμε τον Τάκη. Το παιδί επέμεινα να κρατήσω τότε, όχι τον ίδιο. Τι έφταιγα εγώ αν οι γονείς του τον πίεσαν να με παντρευτεί; Κι όλα αυτά τα ήξερε η Χριστίνα και ποτέ δε μου είπε τίποτα, αφήνοντας με να πιστεύω ότι ο γάμος μου περνούσε μια επιφανειακή κρίση. Μπήκα στο σπίτι και κατευθύνθηκα στο δωμάτιο του Τάκη. Η πόρτα του ήταν κλειστή κι από μέσα ακουγό­ ταν σιγανή μουσική. Πριν προλάβω να χτυπήσω, τον ά­ κουσα να με καλεί. Μπράβο ραντάρ! Άνοιξα και έμει­ να κόκαλο στη θέα ενός ημίγυμνου συμπλέγματος στο κρεβάτι. Ξανάκλεισα την πόρτα και η εικόνα που κυ­ ριαρχούσε στο μυαλό μου ήταν ο Τάκης σε ηλικία δέκα μηνών που χοροπηδούσε στο πάρκο του, φωνάζοντας «νιανιανιανιά». 106


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Πήγα στο σαλόνι και έβαλα ένα ουίσκι. Το ήπια σχε­ δόν μονορούφι και ένιωσα την αμηχανία να υποχωρεί. Πέντε λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ο Τάκης, μόνος, ντυμένος κι εξίσου αμήχανος. Μίλησε πρώτος και στη φωνή του διέκρινα έναν τόνο οργισμένης απορίας. «Νόμιζα ότι είχες πάει σινεμά. Τι θές τόσο νωρίς εδώ πέρα;» «Ε, δεν πήγα και στον Μπεν Xουρ. Μιάμιση ώρα κράτησε και μετά γύρισα. Σκόπευα να σου χτυπήσω την πόρτα, αλλά σε άκουσα που είπες "ελα" και υπέθε­ σα... πού να φανταστώ ότι γι' αλλού πήγαινε». Επικράτησε αμήχανη σιωπή. Τον λυπήθηκα ετσι όπως στεκόταν κοιτάζοντας τα παπούτσια του. «Η... Νόρα είναι μέσα;» «Ναι, εκτός αν έχει πηδήξει από το παράθυρο. Δε βγαίνει γιατί ντρέπεται που μας είδες... έτσι». Πήρα το πιο ανέμελο ύφος που μπορούσα «Ε, καλά, πες της να βγει. Το πολύ πολύ να της πω μιμήθηκα τη φωνή της Σαπφώς Νοταρά— "τον ρούφηξες το γιο μου"». Ο Τάκης γέλασε και μ' αγκάλιασε. "Μην τολμήσεις! Είναι ικανή να πάθει συγκοπή μπρστά μας. Θες να διαλύσεις μια τόσο όμορφη σχέση;» Ανταπέδωσα το αγκάλιασμα. Η μυρωδιά του έρωτα τύλιξε τη μύτη μου. Χάιδεψα τρυφερά το ιδρωμένο του μέτωπο. «Θέλω να μιλήσουμε κάποια στιγμή· Εντάξει;» «Μαμά, αν είναι να μου πεις για προφυλάξεις και τέ­ τοια...» άρχισε ανυπόμονα. Τον διέκοψα. «Είμαι σίγουρη ότι προσέχεις». Εξάλλου είχα δει τα προφυλακτικά κάτω από το στρώμα του· «Πρέπει να μι­ λήσουμε για άλλα πράγματα, πολύ σοβαρά. Τώρα όμως 107


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

φώναξε τη Νόρα, πριν πέσει σε νεκρική ακαμψία. Θα παραγγείλω κάτι απ' έξω για όλους μας». «Είσαι υπέροχη και καθόλου οπισθοδρομική, όπως πίστευα». Έτρεξε στο δωμάτιό του. Και πού να μάθεις για το Νικήτα... Τηλεφώνησα στην πιτσαρία και μετά έστρωσα το τραπέζι στην κουζίνα. Το αμαρτωλό ζευγάρι εμφανί­ στηκε στην πόρτα. Ο Τάκης με τον αέρα του κατακτη­ τή, η Νόρα σαν μελλοθάνατος μπροστά στον Καίσαρα. Της έδωσα το χέρι, που το κοίταξε διστακτικά πριν το πιάσει. Λες και θα πάθαινε ηλεκτροπληξία. «Τι κάνεις, Νόρα; Καιρό έχω να σε δω. Πολλά μαθή­ ματα;» Ακουγόμουν σαν ηλίθια αλλά τι να της έλεγα; Μετά την τριγωνομετρία περάσατε στην ανατομία; Δί­ κιο είχε τελικά ο Αλέξης, που το μυριζόταν. Αλλά, βέ­ βαια, ήξερε απ' αυτά. Εκείνη μάσησε ένα «μάλιστα» και βάλθηκε να κοιτά το πάτωμα. Ο Τάκης την αγκάλιασε προστατευτικά από τους ώμους. «Η μητέρα μου, όταν μπήκε, μας είδε πολύ κοκαλιάρηδες και αποφάσισε να μας παχύνει». Η κοπέλα γλίτωνε δε γλίτωνε από το έμφραγμα. Το χιούμορ του γιου μου ήταν ώρες ώρες... Ήταν ανάγκη να της υπενθυμίσει ότι τους είχα δει τσιτσίδι; Αποφάσι­ σα να παρέμβω, αλλά τι το 'θελα; Επηρεασμένη από την όλη κατάσταση, αντί να τη ρωτήσω πώς έτρωγε την πί­ τσα της, μπέρδεψα τα φωνήεντα και μείναμε κι οι τρεις να κοιταζόμαστε με γουρλωμένα μάτια. Το καημένο το κορίτσι θα το θυμόταν εφ' όρου ζωής. Ήλπιζα μόνο να μην έχει αντίκτυπο στη σχέση της με τον Τάκη. Ψέλλισε ότι την περίμεναν στο σπίτι της για φαγητό και σχεδόν έτρεξε προς την εξώπορτα. Το βλέμμα που μου 'ριξε ο 108


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Τάκης πριν την ακολουθήσει επιδεχόταν πολλές ερμη­ νείες. Ήλπιζα μόνο να καταλάβαινε πως δεν το έκανα σκόπιμα. Γύρισε μετά από λίγο. Η έκρηξη που ακολούθησε δεν ήταν οργής, προς μεγάλη μου έκπληξη, αλλά γέλιου. Δι­ πλωμένος στα δύο τρανταζόταν κακαρίζοντας κι εγώ δεν ήξερα αν έπρεπε να ακολουθήσω την υστερική ιλαρό­ τητά του ή να αρχίσω τις συγγνώμες. Κάποτε ηρέμησε. «Τάκη,χίλια συγγνώμη. Πώς θα την ξαναντικρίσω την κοπέλα; Τι θα λέει για μένα; Προσπαθώντας να μπαλώ­ σω τη χοντράδα σου, μπερδεύτηκα και τα 'κάνα χειρό­ τερα. Κι εγώ ήταν ανάγκη να παραγγείλω πίτσα; Δεν έπαιρνα σουβλάκια καλύτερα;» «Μαμά,ηρέμησε. Της εξήγησα ότι η δική μου μητέρα ούτε με σφαίρες δε θα ξεστόμιζε σκόπιμα τέτοια λέξη. Κατάφερα να την πείσω ως ένα βαθμό, αλλά φοβάμαι ότι θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξανάρθει στο σπίτι μας». Τα μάτια του είχαν δακρύσει απ' το γέλιο, αλλά αυτό δε μ' έκανε να νιώσω καλύτερα. «Άκου, Τάκη. Λυπάμαι ειλικρινά γι' αυτό. Το λιγότε­ ρο που μπορώ να κάνω είναι να σ' αφήσω πια να βγαί­ νεις τα Σαββατοκύριακα. Δεν έχει νόημα άλλωστε, αυ­ τή την τιμωρία σ' την επέβαλε ο πατέρας σου και δεν είναι εδώ για να έχει οποιοδήποτε λόγο. Το επόμενο Σάββατο θα πας τη Νόρα σ' ένα καλό εστιατόριο με δι­ κά μου έξοδα». «Μήπως θες να την πάω στο Κουκλάκι, που είναι και κοντά μας;» Στην αναφορά του εστιατορίου, όπου τα ονόματα των φαγητών είναι παρμένα από το Κάμα Σούτρα και το ψωμί έχει τη φόρμα αντρικού οργάνου, μας ξανάπιασαν τα γέλια. Η κατάσταση ξέφυγε από 109


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΕΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

τον έλεγχο όταν έκανε την εμφάνιση του ο Γκουσγκούνης, απορημένος με το σαματά που γινόταν στην κου­ ζίνα. «Σε ρώτησε πώς λέμε το σκύλο μας;» κατάφερα να ρωτήσω ξελιγωμένη. «Ήταν το πρώτο σοκ. Μη στενοχωριέσαι, μαμά. Εί­ ναι δυνατή κοπέλα, θα το αντέξει. Και... σ' ευχαριστώ για το Σάββατο. Όταν της το πω, θα καταλάβει πως δεν τη βλέπεις σαν Μεσσαλίνα». «Ορκίσου μου πως δε θα την πας στο Κουκλάκι». «Σου τ' ορκίζομαι». Κοίταξε το ρολόι του. «Μα τι έ­ γινε αυτή η... πίτσα;» Η πίτσα ήρθε, τη φάγαμε και πε­ ρασμένες δώδεκα κάτσαμε στο σαλόνι για τη συζήτηση που τον είχα παρακαλέσει να κάνουμε. Αισθανόμουν α­ κόμα πολύ άβολα, παρ' όλες τις διαβεβαιώσεις ότι δεν είχε επηρεαστεί η σχέση του. Δεν ήξερα αν ήταν τελικά κατάλληλη ώρα να του μιλήσω για το βαθύτερο πρόβλη­ μα με τον πατέρα του. Ξεκίνησα κάπως διαφορετικά: «Είσαι πολύ καιρό με τη Νόρα;» «Απ' την αρχή του χρόνου. Πάντως, όταν ερχόταν τον πρώτο καιρό εδώ όντως μελετούσαμε τριγωνομετρία, κι ας έριχνε τις μπηχτές του ο μπαμπάς». «Γι' αυτό σταμάτησες να την φέρνεις εδώ; Σ' ενο­ χλούσαν τα σχόλιά του;» «Ναι. Γι' αυτό αποφάσισα να την ξαναφέρω όταν έ­ φυγε από το σπίτι. Πού να φανταστώ...» Με σκουντηξε με τον αγκώνα, χαμογελώντας μου πονηρά. «Τάκη, σε παρακαλώ, νιώθω ακόμα πολύ άσχημα. Δε θέλω να χαλάσω αυτό που έχετε. Χαίρομαι που έχεις κάποια κοπέλα να σε συντροφεύει και να σε ακούει. Ανησυχούσαμε με τον πατέρα σου, ότι δεν έχεις πολλές παρέες, κι ύστερα αυτό με την τιμωρία...» 110


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Έχω παρέες, απλά δεν είναι κολλητοί μου. Η Νόρα με καλύπτει σε όλα. Αν τη γνωρίσεις, θα δεις». «Την αγαπάς;» Δάγκωσε σκεφτικός τα χείλη. «Ενδεχομένως. Δε μ' έχει τραβήξει άλλο κορίτσι όσο αυτή». «Μόνο μην πέσεις στην παγίδα και την παντρευτείς γρήγορα». Με κοίταξε λες και του μίλησα κινέζικα. «Ποιος μίλησε για γάμο; Μπορεί να είμαστε καλά μαζί, αλλά κι οι δυο έχουμε σχέδια για το μέλλον, που σίγουρα δεν περικλείουν τέτοια δέσμευση. Πώς σου ήρ­ θε αυτό;» «Ίσως εσείς οι νεότεροι σκέφτεστε γνωστικότερα απ' τους γονείς σας. Ο πατέρας σου κι εγώ βιαστήκαμε να παντρευτούμε, και στην πορεία φάνηκε ότι αυτό δη­ μιούργησε μεγάλο ρήγμα στη σχέση μας». «Τι εννοείς ότι δεν περνά απλώς μια περίεργη φάση ο μπαμπάς;» Αναδεύτηκε στην πολυθρόνα, λες κι η συ-ζήτηση του ήταν άβολη απ' όλες τις απόψεις. «Αυτή τη φάση φαίνεται ότι την περνούσε εδώ και αρκετά χρόνια, απλώς τώρα εκδηλώθηκε το πρόβλημα σε όλη του τη διάσταση. Για να είμαι ειλικρινής, δε νο­ μίζω ότι θα επιστρέψει σύντομα στο σπίτι». Χαμήλωσα το κεφάλι περιμένοντας το ξέσπασμα. «Τελικά είχες δίκιο, έτσι; Τα 'χει με άλλη» διαπίστω­ σε με παράδοξη ηρεμία. Η σιωπή μου άξιζε όσο μια πλή­ ρης απάντηση. Κάλυψε το πρόσωπο με τα χέρια του. Όταν ξαναμίλησε, η φωνή του μόλις που ακουγόταν. «Κι εμείς; Μας ξεγράφει έτσι απλά; Μήπως έφταιγες κι εσύ που έφυγε; Έβλεπα που μερικές φορές τσακω­ νόσασταν αλλά δε φανταζόμουν ότι...» Τον διέκοψα ταραγμένη. Δε θα τον άφηνα να εξαπο111


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

λύσει μύδρους εναντίον μου για μια κατάσταση που μόνο εγώ πάλευα να σώσω. Επιτέλους, πού ζούσε αυτό το παιδί; Δεν έβλεπε την απαράδεκτη συμπεριφορά του Αλέξη; Τόσες φορές είχε γίνει κι εκείνος αποδέκτης της. «Τάκη, μη μου το κάνεις αυτό. Πίστεψέ με πως προ­ σπάθησα πολύ να βοηθήσω το γάμο μου. Αν φταίω σε κάτι, είναι που τον παντρεύτηκα τόσο νωρίς. Αλλά δε γινόταν αλλιώς. Ας πούμε ότι η δική σου εμφάνιση μας έβαλε να σκεφτούμε πιο γρήγορα το γάμο απ' ό,τι σκο­ πεύαμε». «Δηλαδή, έμεινες έγκυος και τον παντρεύτηκες;» η φωνή του χρωματίστηκε από απορία, της οποίας, αν έ­ ξυνα την επιφάνεια, θα ανακάλυπτα μεγάλη δόση κα­ τηγόριας για φτηνή αποπλάνηση με σκοπό το γάμο. Το τυπικό αντρικό σύνδρομο του «τυλίγματος», που δε γνώριζε ηλικία. «Αγαπιόμασταν, γλυκέ μου. Κάποια στιγμή θα πα­ ντρευόμασταν, απλώς εσύ επέσπευσες κάπως εκείνη τη στιγμή. Δεν τον αδικώ, ένας άντρας που παντρεύεται στα είκοσι τρία και συγχρόνως γίνεται πατέρας χάνει πολλές εμπειρίες των συνομιλήκων του. Όμως κέρδισε το αίσθημα της πατρότητας, κι αυτό δεν το μετάνιωσε ποτέ. Εσύ ήσουν γι' αυτόν...» Από τα βάθη του μυαλού μου αναδύθηκε η ατάκα του Αλέξη «Μακάρι να μου κοβόταν σύρριζα». «Μακάρι!» είπα με ζέση, χωρίς να συνειδητοποιήσω ότι εξωτερίκευσα τη σκέψη μου. «Τι μακάρι;» απόρησε ο Τάκης. «Μακάρι, είπα; Καμάρι, ήθελα να πω και μπερδεύ­ τηκα». Του 'ριξα μια φευγαλέα ματιά και το επανέλα­ βα. «Το καμάρι του ήσουν εσύ όλα αυτά τα χρόνια». «Καλά εγώ, εσείς από πότε δεν τα πηγαίνατε καλά;» «Αυτό δεν είμαι σε θέση να το απαντήσω. Νόμιζα ότι 112


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ήμαστε καλά όλα αυτά τα χρόνια. Είχαμε τους καβγά­ δες μας, αλλά πίστευα πως ήταν συνηθισμένο σε όλα τα ζευγάρια. Όμως εδώ και ένα χρόνο κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν πολύ πιο σοβαρά». Κούνησε το κεφάλι του σαν να μην το πίστευε. «Καλά, αυτός δεν προσπάθησε να σου εξηγήσει τι του φταίει; Μπορεί αυτά που λες να είναι δικά σου συ­ μπεράσματα». Μέσα μου πάλευα για την απάντηση που θα του έδι­ να. Να του έλεγα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μου το ομολόγησε η Χριστίνα; «Το γεγονός είναι ένα: ο πατέρας σου είναι πιθανό να μην ξαναγυρίσει στο σπίτι. Σ τ ο λέω έτσι ωμά για να μην απογοητευθείς περιμένοντας. Πάντως να ξέρεις ότι δε φταις εσύ». Πετάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο κι άρχισε να φωνάζει. Πάνω που άρχισα να πιστεύω ότι θα το πάρει ψύχραιμα. «Δηλαδή θα πάρετε διαζύγιο τώρα στα γεράματα; Ξαφνικά αποφασίζει να κάνει νέα ζωή; Μήπως σκοπεύει να μου χαρίσει και αδελφάκι, που θα πρέπει να το πη­ γαίνω στις κούνιες;» «Όχι και γεράματα, Τάκη. Ακόμα δεν έχουμε πατή­ σει τα σαράντα. Άλλοι παντρεύονται για πρώτη φορά». «Τον δικαιολογείς ή μου φαίνεται; Μήπως θες κι εσύ νέες περιπέτειες;» με κατακεραύνωσε. Δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να του μιλήσω για τη γνω­ ριμία μου με το Νικήτα. Σηκώθηκα και τον αγκάλιασα. «Πάμε να κοιμηθούμε. Όπως λέει κι η αγαπημένη σου Σκάρλετ Ο'Χάρα: "Αύριο ξημερώνει καινούρια μέρα"». «"Ειλικρινά, αγαπητή μου, δε δίνω δεκάρα"». Κλείστηκε στο δωμάτιό του. Κουρασμένη σύρθηκα στην κρεβατοκάμαρά μου. Ξάπλωσα και, πριν το κα113


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ταλάβω, βυθίστηκα σε βαθύ ύπνο. Είδα άσχημα όνειρα και κάποια στιγμή ξύπνησα από το άγχος ότι ο Τάκης θα πάει να κάνει σκηνή στον πατέρα του. Στις οχτώ το πρωί της Κυριακής άνοιξα σιγά την πόρ­ τα του δωματίου του και η καρδιά μου πήγε στη θέση της όταν τον είδα κουκουλωμένο στο κρεβάτι του. Μό­ λις ξύπναγε, θα τον έβαζα να ορκιστεί στη ζωή μου ότι δε θα πήγαινε να βρει τον πατέρα του. Έφτιαξα καφέ και περίμενα να πάει λίγο πιο αργά για να τηλεφωνήσω στο Νικήτα. Δεν έβλεπα την ώρα να του εξιστορήσω τα συμβάντα. Τον πέτυχα μόλις είχε ξυπνήσει και έπινε κα­ φέ. Πήρα κι εγώ τον δικό μου και θρονιάστηκα στον καναπέ του σαλονιού. Του διηγήθηκα τη φάση με την κοπέλα του Τάκη και κόντεψε να πνιγεί απ' τα γέλια. Σοβάρεψε όμως μόλις άρχισα να του λέω για τη συζή­ τηση που ακολούθησε. «Πιστεύεις ότι θα πάει να του ζητήσει εξηγήσεις; Με έχει αγχώσει τρομερά αυτό το θέμα. Κι αν ο Αλέξης παραδεχτεί ότι έχει άλλη; Μήπως του πει και για τη σχέση του με τη Χριστίνα;» «Δώσ' του λίγο χρόνο να προσαρμοστεί στην ιδέα ότι ο πατέρας του τα σκάτωσε. Δεν είναι και λίγο αυτό που του έσκασες χτες. Λογικά αντέδρασε έτσι. Περίμενες να πει: "Γεια σου, ρε πατέρα ανοιχτομάτη, που μας έκλει­ σες το σπίτι";» «Δεν ξέρω τι να κάνω...» είπα με ηττοπάθεια. «Εγώ ξέρω. Θα τον βοηθήσεις να το χωνέψει και πα­ ράλληλα θα δεχτείς την πρότασή μου να βγούμε το βρά­ δυ για φαγητό». «Πολύ θα το 'θελα, αλλά πρέπει να το αναβάλουμε. Θα μείνω μαζί του. Ίσως έχει ανάγκη να μου μιλήσει, να ξεσπάσει. Θα τηλεφωνηθούμε». 114


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Εντάξει, θες να το αφήσουμε για το άλλο Σάββατο;» «Θα δούμε. Θα επικοινωνήσουμε τηλεφωνικώς». Κλείσαμε. Έμεινα καθισμένη στον καναπέ, κοιτώντας αφηρημένη την κούπα μου. Ο Τάκης κι ο Γκουσγκούνης εμφανίστηκαν αγουροξυπνημένοι. «Πώς είσαι, αγόρι μου;» τον ρώτησα ανήσυχη. «Για παιδί χωρισμένων γονιών είμαι σχετικά καλά». Έπνιξε ένα χασμουρητό και τεντώθηκε. Χαμογέλασα ξελαφρωμένη. Ο τανυσμός υποδήλωνε ανέμελο ύπνο. Και η καυστική απάντηση ήταν προϊόν της συνηθισμένης συ­ μπεριφοράς του. Σηκώθηκα και τον αγκάλιασα. Στρα­ βομουτσούνιασε. Εντάξει! Όλα ήταν υπό έλεγχο. Θα α­ νησυχούσα αν χωνόταν στην αγκαλιά μου. «Βρε Τάκη, δε χωρίσαμε ακόμα. Ούτε είναι σίγουρο ότι θα συμβεί». «Σκέφτεσαι να τον συγχωρήσεις, αν γυρίσει πίσω;» «Δεν ξέρω αν θα γυρίσει. Εσύ θες να γυρίσει;» του πέταξα το μπαλάκι. «Ούτε να τον βλέπω στα μάτια μου» απάντησε με ά­ χρωμη φωνή, ενώ συγχρόνως έκανε νόημα στον Γκουσγκούνη να πηδήξει στην αγκαλιά του. Χαλάρωσα. «Άρα να μείνω ήσυχη ότι δε θα πας να τον βρεις και να δημιουργήσεις σκηνή. Ορκίσου μου ότι θ' αφήσεις τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους». «Αφού το θες εσύ...» Με κοίταξε σαν να θυμήθη­ κε κάτι. «Αλήθεια, με τη Χριστίνα γιατί παρεξηγήθη­ κες ;» Γιατί θεώρησε έντιμο μετά από τόσα χρόνια φιλίας να πέσει στο κρεβάτι με τον άντρα της φίλης της και να της το κρύψει. «Για ψιλοπράγματα, Τάκη μου». 115


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Δε σκοπεύετε να καπνίσετε την πίπα της ειρήνης;» Η Χριστίνα θα 'χει μπουχτίσει από δαύτες. «Δεν ξέρω, αγόρι μου, είμαστε και οι δυο περήφανες, για να κάνουμε το πρώτο βήμα». Με κοίταξε δύσπιστα. «Αποκλείεται να κλοτσάτε έτσι τόσα χρόνια φιλίας. Κάτι άλλο συμβαίνει και δεν ξέρω γιατί δε θες να μου το πεις». «Γιατί σε κόφτει τόσο, καλέ μου, να μάθεις τι κάνω με τις φίλες μου;» «Γιατί, απλούστατα, δεν είναι τόσες πολλές, ώστε να έχεις την πολυτέλεια να τις διώχνεις άμα τσακώνεστε». «Δεν έχω πρόβλημα να μείνω μόνη μου. Τώρα άσε τα λόγια και, μια και είναι Κυριακή, πήγαινε να συμμαζέ­ ψεις το στάβλο στον οποίο κοιμάσαι». «Ποτέ την Κυριακή». Με φίλησε στο μάγουλο κι ε­ ξαφανίστηκε στο δωμάτιο του, ακολουθούμενος από το σκύλο. Τα λόγια του Τάκη τριβέλιζαν το μυαλό μου όλη τη μέρα. Η αλήθεια ήταν ότι οι φίλες μου μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Για την ακρίβεια, περιορίζο­ νταν στον αντίχειρα και στο δείκτη. Η μία ήταν η Χρι­ στίνα, ενώ η άλλη πολύ καλή μου φίλη, η Άντα, είχε πα­ ντρευτεί Ιταλό και ζούσε στη Βερόνα εδώ και δώδεκα χρόνια. Είχαμε αλληλογραφία και κάπου κάπου τηλε­ φωνική επαφή, αλλά δυστυχώς η απόσταση μας είχε απομακρύνει θέλοντας και μη. Υπήρχαν, βέβαια, και κάποιες άλλες γυναίκες συναδέλφων του Αλέξη, με τις οποίες διατηρούσα χλιαρές σχέσεις. Με τη Χριστίνα είχα πάθει το εξής περίεργο: απ' τη μια τη μισούσα για την προδοσία της. Απ' την άλλη, στο πλαίσιο της φιλίας που μας έδενε τόσα χρόνια, ξε116


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

χνούσα κατά κάποιο τρόπο την αδυναμία της να αντι­ σταθεί στον Αλέξη και ήθελα να την παρηγορήσω που την είχε απατήσει με άλλη. Όπως ακριβώς θα έκανα αν επρόκειτο για κάποιον άλλο άντρα που την εκμεταλ­ λεύτηκε. Απέδιδα αυτή την τάση στη συνειδητοποίηση ότι ξαφνικά είχα μείνει χωρίς τη φίλη που άκουγε τον καημό μου. Ευτυχώς για την ψυχική μου ισορροπία δεν πρόλαβα να γευτώ έντονα την αίσθηση της μοναξιάς. Ο Νικήτας αντικατέστησε με μεγάλη επιτυχία τη Χρι­ στίνα. Έτσι εξηγούσα την εξομολογητική μου διάθεση κάθε φορά που μιλούσαμε. Στο πρόσωπό του βρήκα τους δυο πόλους που με στήριζαν και ξαφνικά είχαν χαθεί: τον άντρα και τη φίλη. Για την ακρίβεια, έπαιζε το διπλό ρόλο καλύτερα απ' τους προηγούμενους πρω­ ταγωνιστές. Μ' έκανε να νιώθω επιθυμητή, πράγμα που μου είχε στερήσει ο Αλέξης τόσα χρόνια, κι άκουγε με αληθινό ενδιαφέρον τα προβλήματά μου, χωρίς να απο­ σκοπεί σε προσωπικά οφέλη, όπως η Χριστίνα. Σ' ένα μόνο τον νικούσε κατά κράτος. Δεν μπορούσα να διο­ χετεύσω κάπου τον ενθουσιασμό της νέας γνωριμίας. Εκεί ένιωθα έντονη την απουσία της Χριστίνας. Δε γι­ νόταν να εκμυστηρευτώ στο Νικήτα ότι τον είχα γνωρί­ σει. Αν δεν κινδύνευα να θεωρηθώ, μεγάλος μαλάκας, θα της τηλεφωνούσα να της διηγηθώ τις εξελίξεις. Όμως όποιος καίγεται στο χυλό φυσά και το γιαούρτι. Με το Νικήτα να λειτουργεί σαν φάρμακο, ένιωθα τη μετάλλαξη των συναισθημάτων μου. Τις πρώτες μέρες με πλημμύριζε η ανάγκη να μάθω αν συνέχιζε ο Αλέξης να βλέπει τη Χριστίνα, αν τα 'χαν χαλάσει κατόπιν δι­ κής της επιθυμίας, όταν έμαθε ότι την κεράτωνε, αν ήταν ερωτευμένος με τη Λίζα. Εξακολουθούσα να ανα­ ρωτιέμαι για όλα αυτά, αλλά τη νοσηρή περιέργεια είχε 117


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

αντικαταστήσει πια η κουτσομπολίστικη διάθεση: να μάθαινα πώς συνέχιζαν τη ζωή τους χωρίς εμένα. Δεν ε­ πιζητούσα αυτές τις πληροφορίες για να πλέξω ελπίδες για την επιστροφή του Αλέξη, σε περίπτωση που είχε χωρίσει με τις άλλες. Κάθε μέρα που περνούσε, ενίσχυε την απόφαση μου να οχυρωθώ στον εαυτό μου. Ο Νική­ τας αποτελούσε τον καλύτερο πολεμικό εξοπλισμό μου εναντίον του Αλέξη, σε περίπτωση που γύριζε — που δε θα το 'κανε. Όμως και το δικό μου οχυρό είχε,Κερκόπορτα. Αν εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά μου, ίσως πα­ ραδινόμουν αμαχητί.

13. Η εβδομάδα κύλησε ήσυχα. Ο Τάκης στο σχολείο, στο φροντιστήριο και στο σπίτι για διάβασμα, μια και σε λίγες μέρες άρχιζαν οι εξετάσεις. Εγώ έκανα κάποιες εξορμήσεις στα μαγαζιά για ανανέωση της γκαρνταρό­ μπας μου και μετά από μια γενναία δόση ουίσκι πήγα στο κομμωτήριο για αλλαγή κουπ. Το Σάββατο θα έ­ τρωγα με το Νικήτα σ' ένα ιταλικό εστιατόριο κι είχα μεγάλο τρακ για την εμφάνισή μου. Ο θαυμασμός στα μάτια του με έκανε να επιβραβεύσω σιωπηρά την επι­ μονή της κομμώτριας να μου κόψει πολύ κοντά τα μαλ­ λιά. «Μπορώ να σου πω ότι σε βρίσκω υπέροχη ή θα με κατηγορήσεις ότι επιστρατεύω τις κολακείες για να σε ρίξω στο κρεβάτι;» «Τουλάχιστον μπορούμε να φάμε πρώτα;» χαμογέ­ λασα. Με αγκάλιασε και μου ψιθύρισε στ' αυτί ότι χαιρόταν 118


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

που άρχιζα σιγά σιγά να χαλαρώνω μαζί του. Η κολόνια του εισχώρησε μεθυστική στα ρουθούνια μου κι ένιωσα σαν τον Κωνσταντάρα, που άκουγε χλιμιντρίσματα α­ λόγων όταν του γυάλιζε κάποια γυναίκα. Καθίσαμε στο απόμερο τραπέζι που 'χε κλείσει και παραγγείλαμε. Πήρα σκαλοπίνια βίνο μπιάνκο,το αγα­ πημένο μου πιάτο, όπως και του Νικήτα. Γενικά, του ά­ ρεσε η ιταλική κουζίνα. Κι εμένα. Απεχθανόμουν τη για­ πωνέζικη γιατί όλα ήταν ωμά. Κι εκείνος την έβρισκε αηδιαστική. Κατά τα άλλα, τον τραβούσε η κουλτούρα των Ιαπώνων γιατί είχε ένα μυστήριο. Συμφωνούσα από­ λυτα. Όμως έβρισκα πως ο γοητευτικότερος λαός ήταν οι Ισπανοί, με το θερμό ταμπεραμέντο. Κι εκείνος το ίδιο. Είχε γοητευθεί από το ταξίδι του στην Ισπανία, αλλά τον είχε σοκάρει η φρικαλεοτητα της ταυρομαχίας. Κι εμένα το ίδιο. Δεν άντεχε τους μονόχνοτους Γάλλους. Ούτε εγώ. Εν αντιθέσει με τη γαλλική λογοτεχνία, και κυρίως τις γυναίκες συγγραφείς, που λάτρευε. Κι εγώ. Βέβαια, δε μ' άρεσαν τα γαλλικά τραγούδια, που τα θεωρούσα παντελώς γλυκανάλατα. Τι σύμπτωση! Με ε­ ξαίρεση όμως το Γάλλο συνθέτη Ρενέ Ομπρύ,που έγρα­ φε υπέροχη μουσική. Εκεί σήκωσα ψηλά τα χέρια: «Δεν τον έχω υπόψη μου. Έχει συνθέσει γνωστές με­ λωδίες ;» «Θα σου γράψω μια κασέτα. Είμαι σίγουρος ότι θα σε κάνει να ονειρευτείς». «Δε φαντάζεσαι πόση ανάγκη έχω να ονειρευτώ, Νι­ κήτα. Τον τελευταίο καιρό βλέπω μόνο εφιάλτες. Όμως χαίρομαι που σε γνώρισα. Είσαι όαση στην ερημιά μου». «Γράφεις;» «Ούτε καν ημερολόγιο. Γιατί το λες;» «Γιατί σκέφτεσαι όμορφα». 119


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Έχω να σκεφτώ όμορφα πάρα πολύ καιρό. Ειδικά αφότου έφυγε ο Αλέξης, μόνο θρίλερ θα μπορούσα να γράψω με τις σκέψεις που κάνω. Πάντως, το 'χω πει ε­ πανειλημμένως ότι τα πιο ενδιαφέροντα μυθιστορήμα­ τα τα υπαγορεύει η ίδια η ζωή. Κι η δική μου θα γινό­ ταν μπεστ-σέλερ». Με ρώτησε πώς τα βόλευα οικονο­ μικά. Του είπα ότι ευτυχώς διατηρούσα την αξιοπρέ­ πεια της οικονομικής ανεξαρτησίας. Στην πορεία της βραδιάς του μίλησα εκτενώς για τη γνωριμία μου με τον Αλέξη, τους γονείς του, που τον πίεσαν να με πα­ ντρευτεί έγκυο, το άγχος μου να κρατήσω ενωμένη την οικογένειά μου. Ένιωσα έναν κόμπο στο λαιμό και χα­ μήλωσα τα μάτια στο πιάτο μου. «Έχεις πάει ποτέ στη Μάνη;» άλλαξε από τακτ συ­ ζήτηση. Δυστυχώς χειροτέρεψε την κατάσταση, γιατί αμέσως με κατέκλυσαν εικόνες από ανέμελες διακοπές με τον Αλέξη και τον Τάκη. Ένευσα καταφατικά γιατί δεν έβγαινε φωνή. Τουλάχιστον διατηρούσα στεγνά τα μάτια μου. «Είχατε πάει και στην Παλιά Καρδαμύλη;» Ζάρωσα τα φρύδια μου προσπαθώντας να θυμηθώ. «Μην κάνεις τον κόπο να σκεφτείς. Αν είχες πάει, θα τη θυμόσουν σίγουρα». «Τώρα που το λες, είχαμε διασχίσει τη Νέα Καρδαμύ­ λη, πηγαίνοντας προς την Καλαμάτα. Γιατί με ρώτησες;» «Γιατί πλησιάζει το καλοκαίρι και θα πάω για λίγες μέρες στο πατρικό μου στην Παλιά Καρδαμύλη. Συγκε­ κριμένα, σ' ένα μήνα. Κανόνισα ένα κενό στα ραντεβού των ασθενών μου και θα πάω να ξεκουραστώ από την πίεση του χειμώνα. Μ' αρέσει να φεύγω τον Ιούνιο. Δεν αντέχω να περιμένω ως τον Αύγουστο, που ξεχύνονται οι πάντες». 120


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Δυστυχώς κι εγώ ανήκω στους πάντες, αφού το γρα­ φείο του Αλέξη κλείνει τον Αύγουστο». Ανασήκωσε τα φρύδια. «Έχει πια καμιά σημασία αυ­ τό ; Ελπίζεις να γυρίσει στο σπίτι και να πάτε μαζί δια­ κοπές σαν να μη συμβαίνει τίποτα;» Χαμογέλασα πικραμένα. «Μάλλον το είπα από κεκτημένη ταχύτητα. Δεν πρό­ κειται να γυρίσει. Δεν ξέρω καν αν θέλω κάτι τέτοιο». Ο καημένος ονειρευόταν ρομαντικό δείπνο και κατέ­ ληξε ν' ακούει τη νεκρολογία του γάμου μου. Δε θα τον αδικούσα αν έκανε νεύμα για το λογαριασμό. Αντ' αυ­ τού, έγινα αποδέκτης μιας αναπάντεχης πρότασης: «Ήθελα να σου προτείνω να με συντροφέψεις στη Μάνη, όμως δεν ξέρω αν θέλω να ακούσω την άρνησή σου. Όσο κι αν το πολεμάς, δεν έχεις βγάλει ακόμα τον Αλέξη από το μυαλό σου. Όμως το ταξίδι που σου προ­ τείνω είναι μια καλή ευκαιρία να αποτοξινωθείς. Πριν αρνηθείς, υποσχέσου μου ότι θα το σκεφτείς. Έχεις καιρό μπροστά σου». Αμίλητη αφέθηκα στην τρελή φαντασίωση του πρωι­ νού ξυπνήματος στη Μάνη, δίπλα στον άντρα που μπή­ κε τόσο απρόσμενα στη ζωή μου. Το ίδιο βράδυ, μόνη στο διπλό κρεβάτι του σπιτιού μου, κοιμήθηκα ανάλα­ φρα για πρώτη φορά μετά από πολλές νύχτες.

14. Άρχισα να περιποιούμαι τον εαυτό μου. Άλλαξα μάρκα καλλυντικών, αγόρασα μακιγιάζ που τόνιζε το νέο μου κούρεμα, πήρα διαζύγιο από την κολόνια που φορούσα εδώ και οχτώ χρόνια και την αντικατέστησα με μια πιο 121


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

δροσερή. Γιατί κι εγώ ένιωθα έτσι. Απελευθερωμένη από το φόβο της μοναξιάς και της απόρριψης. Μέχρι αυτο­ κίνητο έβαλα στόχο να αγοράσω. Ευκαιρία ήταν να ξε­ σκονίσω το δίπλωμα οδήγησης μετά από τόσα χρόνια απραξίας. Έγραψα μια λίστα με πράγματα που έπρεπε να κάνω. Το πρώτο ήταν μια εκ βαθέων συζήτηση με το Νική­ τα. Ήθελα να μάθω τι ζητούσε από μένα. Βέβαια, δε θα μου έλεγε ποτέ ευθέως «θέλω να κοιμηθούμε μαζί και μετά βλέπουμε», όμως, από την απάντηση που θα μου έδινε, θα καταλάβαινα. Ούτε είχα αξίωση να με ζητήσει σε γάμο. Αυτό, υποθέτω, δεν το 'χε σκεφτεί κανείς μας. Εξάλλου εγώ ήμουν ακόμα παντρεμένη. Τελικά, δε θα με πείραζε να μου πει «θέλω να κοιμηθούμε μαζί και με­ τά βλέπουμε». Από την απάντησή του εξαρτιόταν το δεύτερο πράγ­ μα στη λίστα μου: να μιλήσω στον Τάκη για κείνον. Αν το 'παιρνε ψύχραιμα, θα φρόντιζα να γνωριστούν. Είχε μεγάλη σημασία για μένα η γνώμη του Τάκη. Αν κάτι πήγαινε στραβά, έπρεπε να δώσω τέλος σ' αυτή την εκ­ κολαπτόμενη σχέση. Στη σκέψη και μόνο ανατρίχιασα. Μπορεί να είχα κάποιους ενδοιασμούς, αλλά αυτοί α­ φορούσαν την αντίδραση του γιου μου. Γιατί στη ζυγα­ ριά της καρδιάς μου άρχισε να κερδίζει βάρος ο Νική­ τας και να χάνει ο Αλέξης. Εξάλλου δεν πίστευα πως θα γύριζε. Φαινόταν να θέλει μια καινούρια αρχή. Ε, λοιπόν, κι εγώ. Αν τα δύο πρώτα θέματα πήγαιναν καλά, θα προχω­ ρούσα στο τρίτο. Θα συναντούσα τη Χριστίνα. Το σκε­ φτόμουν, το ξανασκεφτόμουν και πάντα εκεί κατέληγα τις τελευταίες μέρες. Ήθελα να τη δω και να μιλήσουμε με περισσότερη ηρεμία. Το σοκ των αποκαλύψεών της 122


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

μου είχε μπλοκάρει το μυαλό. Όσο περνούσαν οι μέρες, ένιωθα την οργή να ξεθωριάζει. Άρχισα να τη βλέπω περισσότερο σαν θύμα του Αλέξη, παρά σαν αντροχωρίστρα. Στο κάτω κάτω της γραφής, έπρεπε να μάθω αν εξακολουθούσαν να βλέπονται, για να βγάλω την ε­ τυμηγορία. Στην τέταρτη συνάντησή μας αποφάσισα να μιλήσω στο Νικήτα. Είχαμε κανονίσει να πάμε σινεμά και μετά για φαγητό. Ήταν Σάββατο και ο Τάκης θα 'βγαινε για φαγητό με τη Νόρα. Του έδωσα να καταλάβει ότι δε θα με πείραζε να τη φέρει μετά στο σπίτι. Αυτό, βέβαια, ε­ ξαρτιόταν από τη Νόρα. Εκείνος ενθουσιάστηκε με την ξαφνική ελευθερία, που σχεδόν δεν άκουσε ότι θα 'βγαινα κι εγώ. Ο Νικήτας στεκόταν στην είσοδο του κινηματογρά­ φου παρατηρώντας την αφίσα του έργου που παιζόταν. Πήγα από πίσω του και του 'κλεισα τα μάτια. «Λόλα; Ευτυχώς που ήρθες! Σου 'φερα το εσώρουχο που ξέχασες χτες στο σπίτι μου». Μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Τράβηξα τα χέρια μου και έκανα μεταβολή να φύγω. Μου 'πιασε τον καρπό γελώντας. «Καλά, πότε θα καταλάβεις ότι ο τύπος που βγαίνεις μαζί του και που είναι τρελός για σένα αρέσκεται να σε πειράζει;» Το πρόσωπό του ήταν ένα πλατύ χαμόγελο. Παρ' όλα αυτά, δε γλίτωσε την κατσάδα: «Δεν αντέχω πλάκες που περιέχουν άλλα γυναικεία ονόματα. Μου φτάνει ότι μου συνέβη στ' αλήθεια. Ήρ­ θα με τόση χαρά να σε ξαφνιάσω και μ' έκανες σκου­ πίδι...» «Μα, καλή μου, ήταν ποτέ δυνατόν ένας ευυπόλη­ πτος οδοντίατρος να τα μπλέξει με κάποια ονόματι Λό123


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

λα; Αυτό το όνομα μόνο τον Καρβέλα ενέπνευσε για να γράψει ένα χυδαίο τραγούδι». «Ναι, καλά, είδα και τη γυναίκα που παντρεύτηκες... Πάρ' τα, Λίζα, και κάν' τα κορνίζα». Με αγκάλιασε γελώντας. «Είσαι απίστευτα υπέροχη. Είσαι το μισό που μου έ­ λειπε. Τρελαίνομαι για γυναίκες με χιούμορ. Απορώ τε­ λικά πώς παντρεύτηκα τη Λίζα, που δεν είχε καθόλου». «Δεν έχεις δίκιο. Τα 'μπλεξε με τον άντρα μου, που είναι μεγάλο ανέκδοτο». Με άρπαξε και με φίλησε στο στόμα. Παρά την έκ­ πληξη μου, ανταποκρίθηκα αμέσως. Ευτυχώς που με κρατούσε γερά, γιατί τα πόδια μου είχαν λυγίσει. Μου 'ρθε σχεδόν να βάλω τα κλάματα. Ο κόσμος που μας κοιτούσε, καθώς έμπαινε στο σινεμά, μας έκανε να συ­ νέλθουμε γρήγορα. Έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα δεματάκι και μου το 'δωσε. Το πήρα κοιτάζοντας τον ερω­ τηματικά. «Μην το ανοίξεις ακόμα. Στο σπίτι σου θα καταλά­ βεις. Τώρα μπορείς να με συγχωρέσεις και να μπούμε στο σινεμά;» Με αγκάλιασε απ' τη μέση και, πριν προλάβω να μι­ λήσω, με παρέσυρε στην αίθουσα. Πώς μπορούσα να του κρατήσω κακία, τη στιγμή που δεν άφησε το χέρι μου ούτε στο διάλειμμα του έργου; Διαλέξαμε ένα ουζερί κοντά στο σπίτι μου. Το δεματάκι στην τσάντα μου δεν έφευγε δευτερόλεπτο απ' το μυαλό μου. Σχεδόν ανυπομονούσα να φύγουμε για να λυθεί η περιέργειά μου. Ανέβαλα τη συζήτηση που είχα προγραμματίσει για άλλη ώρα. Πρώτα ήθελα να δω τι μου είχε δώσει. Τον άφησα να με γυρίσει στο σπίτι, δια124


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

κινδυνεύοντας μια συνάντηση με τον Τάκη στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το φιλί της καληνύχτας ήταν σύ­ ντομο αλλά γεμάτο πάθος. Συνεννοηθήκαμε να του τη­ λεφωνήσω την επομένη και κίνησα για την πόρτα. Με σταμάτησε η φωνή του: «Ελένη, μη βιαστείς να μου απαντήσεις. Εκτός αν πεις "ναι"». Έβαλε μπρος και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. Έμει­ να ακίνητη στην είσοδο του σπιτιού. Λες να με ζητούσε σε γάμο; Έδιωξα τη σκέψη γελώντας από μέσα μου. Ξεκλείδωσα και άναψα τα φώτα στο θυρωρείο. Άκου «Λόλα»! Τούτη τη φορά βρήκα τον Τάκη με τη Νόρα σε πιο ευπρεπή στάση. Αυτή ήταν ικανή να 'ρθει με ράσο. Κά­ θονταν στο σαλόνι βλέποντας βίντεο. Κάθισα κι εγώ λί­ γο μαζί τους. Ο Τάκης δεν έκανε κανένα σχόλιο που μπή­ κα στο σπίτι στη μία.το πρωί. Ίσως δεν ήθελε να με ρω­ τήσει μπροστά στην κοπέλα του. Προσφέρθηκα να τους φτιάξω ένα τσάι. Αρνήθηκαν. Τους καληνύχτισα κι έτρε­ ξα σχεδόν στην κρεβατοκάμαρα μου. Κάθισα στο κρε­ βάτι και με ανυπόμονα δάχτυλα έσκισα το περιτύλιγμα. Το δεματάκι περιείχε μια κασέτα, ένα διπλωμένο ση­ μείωμα και μια φωτογραφία. Κοίταξα πρώτα τη φωτο­ γραφία. Ήταν ο Νικήτας καθισμένος σε μια βεράντα, προφανώς του εξοχικού του σπιτιού στην Καρδαμύλη. Χαμογελούσε στο φακό κι ήταν τόσο γοητευτικός. Το καλοκαιρινό μαύρισμα τόνιζε τα πράσινα μάτια του και το κοντομάνικο μακό με τη διαφήμιση της Κολγκειτ τον έκανε να φαίνεται σαν παιδαρέλι. Ξεδίπλωσα το ση­ μείωμα. Μια πρόταση μόνο. «Την επόμενη φορά που θα ακούσεις Ρενέ Ομπρύ θέλω να είσαι κουρνιασμένη στην αγκαλιά μου, σ' αυτήν ακριβώς τη βεράντα». 125


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Έπιασα την κασέτα και μετά από σύντομη σκέψη σηκώθηκα και πήγα στο σαλόνι. Σταμάτησα έγκαιρα όταν τους είδα να φιλιούνται. Αν με έβλεπαν κι αυτή τη φορά, τη Δευτέρα η κοπέλα θα πήγαινε σε ψυχολόγο. Νυχοπατώντας, έκανα μερικά βήματα πίσω και, προκα­ λώντας λίγο θόρυβο, φρόντισα να τους προετοιμάσω για την εμφάνιση μου. Μπήκα στο σαλόνι και τους βρήκα να βλέπουν βίντεο. Στοιχημάτιζα πως, αν τους ρωτούσα ποια ταινία έβλεπαν, θα τους έφερνα σε δύσκολη θέση. «Τάκη, μπορείς να μου δανείσεις το γουόκμαν σου;» «Τι το θες βραδιάτικα;» «Εσύ για τι λες να το θέλω; Μου χάρισαν μια κασέτα και θέλω να την ακούσω». «Μπα; Ποιος σ' τη χάρισε;» Να τα! Δεν τη γλίτωσα την ανάκριση. Να του 'λεγα πάλι για την περιβόητη φίλη μου; Θα έμπλεκα τα πράγ­ ματα. Πέρασα στην επίθεση. «Άσε τις ερωτήσεις και φέρ' το μου. Και, μόλις τε­ λειώσει η βιντεοκασέτα, πείτε καληνύχτα γιατί αύριο έ­ χετε διάβασμα. Πλησιάζουν οι εξετάσεις και δε σας βλέ­ πω... αγχωμένους». «Καλά, μη βαράς». Εξαφανίστηκε στο δωμάτιό του. Χαμογέλασα στη Νόρα κι εκείνη έγινε μπλε από την α­ μηχανία. Ευτυχώς ο Τάκης γύρισε γρήγορα με το γουόκ­ μαν. Το πήρα και πήγα στην κρεβατοκάμαρά μου. Έ­ βαλα την κασέτα και ξάπλωσα στο κρεβάτι με σβηστό το φως. Στα αυτιά μου ξεχύθηκε μια υπέροχη μελωδία. Η πλούσια φαντασία μου, που στο σχολείο επιβραβευό­ ταν μονίμως με είκοσι στο μάθημα της έκθεσης, με ταξί­ δεψε στη Μάνη, παρέα με το Νικήτα. Η μουσική υπό­ κρουση ήταν ιδανική για τις πιπεράτες λεπτομέρειες. Άκουσα δύο φορές την κασέτα. Όταν πάτησα το stop, ο 126


Ο

ΙΟΥΑΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Ρενέ Ομπρύ δεν είχε εγκαταλείψει τα αυτιά μου. Το κε­ φάλι μου ήταν γεμάτο από την υπέροχη μουσική του. Κοιμήθηκα χαμογελώντας. Ξύπνησα χαμογελώντας. Πλύθηκα χαμογελώντας. Για την ακρίβεια, πλύθηκα χα­ μογελώντας και σιγοσφυρίζοντας κάποια απ' τις χτεσι­ νές μελωδίες. Το χαμόγελο στόλιζε το στόμα μου όλη τη μέρα. Με τον Τάκη μίλησα ελάχιστα,γιατί τις περισσότε­ ρες ώρες ήταν κλεισμένος στο δωμάτιο του διαβάζοντας. Μετά από πολύ καιρό τέλειωσα το βιβλίο που είχα ξε­ κινήσει να διαβάζω. Ένιωθα τρομερά δημιουργική. Το απόγευμα αποφάσισα να απλώσω τα πράγματα μου σε όλη την ντουλάπα, μια και τα ρούχα του Αλέξη αγκάλιαζαν πια άλλες κρεμάστρες. Έκανα τη διαπί­ στωση χωρίς να με πιάσει υστερία. Στο βάθος ενός συρταριού ανακάλυψα το δαντελένιο κορμάκι που 'χα αγο­ ράσει τότε με τη Χριστίνα. Μύριζε κλεισούρα. Εμ, βέ­ βαια, αφού κλεισούρα μύριζε και η ερωτική μου ζωή. «Μέχρι πρότινος» αναφώνησα και έβαλα το εσώρουχο σε μια λεκανίτσα με μαλακτικό απορρυπαντικό. Την ώρα που το ξέβγαζα, του υποσχέθηκα ότι από δω και πέρα θα έβλεπε καλύτερες μέρες. Ή μάλλον νύχτες. Τακτοποιώντας τα υπόλοιπα εσώρουχα στα συρτά­ ρια, συνειδητοποίησα με δυσφορία ότι μόνο μια λέξη μπορούσε να τα χαρακτηρίσει: «βαρετά». Λες και ήμουν η καλύτερη πελάτισσα του καταστήματος Η Πουριτανή Κιλότα. Σκέφτηκα τη Χριστίνα, που είχε τροποποιήσει το διαφημιστικό σλόγκαν «Απ' έξω εμφάνιση και από μέσα άνεση» σε «Απ' έξω εμφάνιση και από μέσα εξα­ φάνιση». Με το ύφασμα ενός δικού μου στηθόδεσμου εκείνη έφτιαχνε τρεις. Δεν είχε άδικο ο Αλέξης, που προ­ τίμησε το μαύρο τάνγκα σλιπάκι της, από τη λευκή, βαμβακερή, τριών τετάρτων κιλότα μου. Αύριο θα κα127


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

λύψω τις ελλείψεις μου σ' αυτόν τον τομέα. Κι ας μου ξαναπείς, κύριε Νικήτα, για τη Λόλα! Αργά το βράδυ του τηλεφώνησα. «Η κασέτα σου είναι υπέροχη. Το ίδιο και η φωτο­ γραφία με το σημείωμα». «Να ελπίσω ότι αρχίζεις να με ερωτεύεσαι;» «Να ελπίσω ότι δε με κοροϊδεύεις;» «Τότε, δε θα σε καλούσα στο εξοχικό μου. Λες να έμπαινα στον κόπο να σε αποπλανήσω σχεδόν τριακό­ σια ογδόντα χιλιόμετρα από την Αθήνα;» «Θες να πεις πως θα περιμένεις ένα μήνα; Κι αν εγώ αρνηθώ να σε ακολουθήσω, θα καταρρεύσουν τα σχέδια σου για ρομαντική αποπλάνηση;» «Είμαι σίγουρος πως κι εσύ δε θα θέλεις νωρίτερα. Ακόμα είναι πολύ νωπή η φυγή του Αλέξη. Στο μήνα που μεσολαβεί μέχρι την Καρδαμύλη, θα γνωριστούμε καλύτερα και θ' αποφύγουμε βεβιασμένες κινήσεις. Πι­ στεύω ότι μέχρι τότε θα ξέρεις αν θέλεις να προχωρή­ σουμε ή όχι. Έπειτα, το περιβάλλον της Παλιάς Καρδαμύλης θα 'ναι ο καλύτερός μου σύμμαχος στη μάχη της κατάκτησής σου». «Μπα, έχεις και αντίπαλο;» «Πολλούς. Πρώτα πρώτα, εσένα την ίδια. Ξαφνικά αλλάζει η ζωή σου και καλείσαι να πάρεις αποφάσεις. Μπορεί εγώ να μην είμαι μέσα σ' αυτές. Ύστερα υπάρ­ χει πιθανότητα να γυρίσει ο άσωτος σύζυγος κι εσύ να σφάξεις το καλύτερο μοσχάρι για να τον υποδεχτείς. Και, τέλος, θα δώσεις μεγάλη βαρύτητα στη γνώμη του γιου σου. Αυτούς τους τρεις αντιπάλους μπορώ να σκε­ φτώ. Ενδεχομένως υπάρχουν κι άλλοι». «Κι αν εγώ έχω πάρει ήδη την απόφαση μου;» «Θα 'ρθεις μαζί μου;» 128


ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Θα σου πω περίπου σ' ένα μήνα». «Εντάξει, δε θα σε πιέσω. Το πολύ πολύ να σε απα­ γάγω αν αρνηθείς». Η συζήτηση συνεχίστηκε σε εύθυμο τόνο. Κανονίσα­ με να βγούμε δυο μέρες αργότερα. Την επομένη θα μι­ λούσα στον Τάκη. Η απόφαση για σοβαρή συζήτηση παίρνεται συνήθως την Κυριακή με σκοπό να υλοποιηθεί τη Δευτέρα. Τη Δευτέρα, λόγω άγχους για το αποτέλεσμα, αναβάλλε­ ται για την Τρίτη ή την Τετάρτη, ανάλογα με τη σοβα­ ρότητα του θέματος. Την Πέμπτη ο εκνευρισμός εξαι­ τίας της ολιγωρίας μάς ωθεί να κάνουμε τη συζήτηση οριστικά την Παρασκευή. Την Παρασκευή σκεφτόμαστε ότι η έκβαση της συγκεκριμένης συζήτησης μπορεί να καταστρέψει το Σαββατοκύριακο που επίκειται, οπότε την αφήνουμε από Δευτέρα... (...Παρουσία). Έτσι πέρασε μια ακόμη βδομάδα χωρίς να βρω το κουράγιο να μιλήσω στον Τάκη για το Νικήτα. Πλησία­ ζαν οι εξετάσεις του σχολείου και φοβόμουν ότι παραήταν αναστατωμένος από τη φυγή του πατέρα του ώστε να του φορτώσω κι άλλο μαντάτο. Από την άλλη, ένιω­ θα ότι δεν ήμουν εντάξει απέναντι του. Έβγαινα με το Νικήτα σχεδόν κάθε βράδυ και μου τη βάραγε που έκο­ βα κάθε συζήτηση στον Τάκη μ' ένα ξερό «εγώ θα βγω, έχω το φαγητό στο φούρνο, μόλις φας πήγαινε να δια­ βάσεις». Όμως κι ο Τάκης έπαψε να με ρωτά από κά­ ποια στιγμή κι ύστερα. Ίσως διαισθάνθηκε ότι κάτι είχε αλλάξει στη συμπεριφορά μου, ότι δεν ήμουν το κακό­ μοιρο πλάσμα των πρώτων ημερών. Οπωσδήποτε και η αλλαγή της εμφάνισής μου του έστελνε σήματα ότι κά­ τι είχε συμβεί τον τελευταίο καιρό στη μάνα του. Έμεναν τρεις βδομάδες μέχρι να απαντήσω στο Νι129


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘ ΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

κήτα. Σε τρεις βδομάδες έκλειναν και τα σχολεία. Απο­ φάσισα να αναβάλω τη συζήτηση μέχρι τη λήξη των ε­ ξετάσεων. Ο Αλέξης δεν είχε δώσει σημεία ζωής από την ημέρα που έφυγε, δηλαδή πριν από είκοσι εφτά μέρες. Εντελώς απροσδόκητα, πριν από είκοσι έξι μέρες, είχε ανοίξει καινούριο κεφάλαιο στη ζωή μου. Ουσιαστικά, οι μέρες που ένιωσα πραγματικά μόνη ήταν απίστευτα λίγες. Αναρωτιόμουν πώς θα ήμουν αυτή τη στιγμή χω­ ρίς το Νικήτα. Προφανώς έγκλειστη σε φρενοκομείο. Σκεφτόμουν πόσο γαϊδούρι είχε αποδειχτεί ο άντρας μου. Καλά εγώ, πες πως δεν ήθελε να 'χει επαφές μαζί μου. Ο γιος του τι έφταιγε; Και μάλιστα σε τόσο κρίσι­ μη περίοδο της ζωής του. Κόντευε να περάσει ένας μή­ νας και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει αν ο Τάκης ήταν κα­ λά, πώς τα φέρναμε βόλτα. Ήξερε, βέβαια, ότι από οι­ κονομικής πλευράς εγώ ήμουν καλυμμένη με το παρα­ πάνω. Αυτό όμως δεν του έδινε άφεση αμαρτιών. Τα πρώτα χρόνια του γάμου μας ζούσαμε από τα ε­ νοίκια που εισέπραττα. Ο Αλέξης έπαιρνε μικρές υπο­ θέσεις, που δεν του άφηναν πολλά κέρδη, δεδομένου ότι δούλευε με ποσοστά σε ξένο δικηγορικό γραφείο. Εί­ χα αποφασίσει να ανοίξω κοινό λογαριασμό γιατί δεν ήθελα να νιώθει πως διαχειρίζομαι εγώ τα οικονομικά μας. Τον έτσουζε που είχε υποχωρήσει να τον... αγορά­ σω. Το ήξερα ότι το πίστευε. Έκανα όμως σαν να ή­ μουν εγώ η οικονομικά εξαρτημένη από κείνον. Τον ρω­ τούσα αν μας επέτρεπαν τα οικονομικά μας να αγορά­ σω ένα ζευγάρι δερμάτινα πέδιλα που μου άρεσαν, τη στιγμή που ήξερα ότι με την περιουσία που μου ανήκε μπορούσα να αγοράσω και τον κροκόδειλο που έγδα­ ραν για να περπατώ στο δέρμα του. Κάποιες φορές α­ ναρωτιόμουν αν πάλευα για κάποιον άνθρωπο που δεν

130


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

ήταν πλασμένος για μένα. Ήμασταν τόσο αντίθετοι στις απόψεις μας. Κι όμως αυτό μας είχε τραβήξει αρχικά. Την πρώτη φορά ερωτεύτηκα με λάθος συνταγή. Τα ετερώνυμα μπορεί να έλκονται, αλλά σε καμία περίπτω­ ση δεν πρέπει να παντρεύονται. Ενώ με το Νικήτα ήμουν αδελφή ψυχή. Γιατί να μην τον είχα γνωρίσει πιο μπρο­ στά; Αλλά πότε πιο μπροστά; Στα δεκαπέντε μου;

15. Ήταν Δευτέρα πρωί όταν συνάντησα στη λαϊκή τη μη­ τέρα της Χριστίνας. Προσπαθώντας να την αποφύγω, σκόνταψα σ' ένα παρατημένο σακί πατάτες. Εκείνη με συγκράτησε από το πέσιμο. Δεν μπορούσα πια να προ­ σποιηθώ ότι δεν την είδα. «Κυρία Κουμπάρη, τι έκπληξη! Πώς είστε;» «Εγώ καλά είμαι, παιδάκι μου. Όμως θα σου τα 'πε η Χριστίνα για το ατύχημα της». Ξαφνιάστηκα. Το τελευταίο πράγμα που περίμενα να ακούσω ήταν ότι η Χριστίνα είχε πάθει ζημιά. Και πώς να εξηγήσω στη μητέρα της ότι το πρωτομάθαινα από κείνη; «Εεε... ξέρετε, έχω πολύ καιρό να μιλήσω μαζί της. Είχα κάποια προβλήματα στο σπίτι που απορροφού­ σαν όλο μου το χρόνο και γι' αυτό...» μάσησα. «Ελπίζω να μην είναι προβλήματα υγείας. Γιατί, από τότε που το 'παθε το παιδάκι μου» βούρκωσε και ράγι­ σε η φωνή της «κάνω ολημέρα το σταυρό μου να μας έχει καλά ο Θεός» κι άφησε κάτω την τσάντα με τα ψώ­ νια και σταυροκοπήθηκε. Ταράχτηκα. Μπορεί να μου είχε κάνει μεγάλο κακό, 131


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

όμως μας έδεναν τόσα χρόνια φιλίας. Κι έπειτα, εγώ ήμουν στο τσακ να ξαναφτιάξω τη ζωή μου. Εκείνη τι θα έκανε; «Τι συνέβη ακριβώς, κυρία Κουμπάρη;» «Έπεσε με το αυτοκίνητο της σ' έναν ξεροπόταμο και, καθώς δε φορούσε ζώνη, έπαθε ζημιά στον αυχένα κι έσπασε το δεξί της πόδι και το αριστερό της χέρι». «Πότε το 'παθε;» Η καρδιά μου χτύπαγε σαν τρελή. «Πριν κάνα μήνα. Τη βασάνιζαν διάφορα —εμένα δε μου τα 'λεγε, εσύ σαν φίλη της θα ξέρεις περισσότε­ ρα—, γι' αυτό αποφάσισε να πάει για λίγες μέρες στην πανσιόν της αδελφής μου, στην Τέμενη. Ήθελε να ηρε­ μήσει και να σκεφτεί. Τι να σκεφτεί ένας Θεός ήξερε». Κι εγώ ήξερα. Άρα το 'χε διαλύσει με τον Αλέξη. Ρώ­ τησα τη μητέρα της αν ήταν εκτός κινδύνου και πού βρισκόταν. Ευτυχώς, δεν είχε γίνει μόνιμη ζημιά και, αφού νοσηλεύτηκε αρκετές μέρες στο νοσοκομείο, γύ­ ρισε στο πατρικό της για να την προσέχει.εκείνη. «Και να σκεφτείς, Ελένη μου, πως δε θα πάθαινε τί­ ποτα αν φορούσε ζώνη». Και να σκεφτείτε, κυρία Κουμπάρη μου, πως δε θα πάθαινε τίποτα αν όντως φορούσε ζώνη και δεν την έ­ λυνε για να πηδηχτεί με τον άντρα μου. «Εγώ της το 'λεγα πάντα, κυρία Κουμπάρη. Έτσι όπως οδηγείς, θα το φας το κεφάλι σου. Τέλος πάντων. Στάθηκε τυχερή μέσα στην ατυχία της. Θα πεταχτώ να τη δω». Το είπα αβίαστα και το εννοούσα. Για την ακρίβεια, αντί να ψωνίσω,πήρα το δρόμο για το πατρικό της Χρι­ στίνας. Η Βορειοηπειρώτισσα που είχαν για τις δου­ λειές μου άνοιξε την πόρτα. Από το βάθος άκουσα τη Χριστίνα να τη ρωτά ποιος είναι. Πήρα βαθιά ανάσα και 132


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

προχώρησα στο σαλόνι. Η εικόνα που αντίκρισα με σόκαρε. Η καλλονή είχε αντικατασταθεί από μια καταβε­ βλημένη γυναίκα, θαμμένη κάτω από τόνους γύψο. Προ­ σπάθησα να δώσω έναν ελαφρύ τόνο στην άφιξη μου. «Τι έγινε, ρε Χριστίνα; Σου ρίξαν τα μπετά και αύ­ ριο θα σηκώσουν τον πρώτο όροφο;» Γούρλωσε τα μά­ τια της. Έπιασα μια κοντή τούφα από τα μαλλιά μου και την κοίταξα χαμογελώντας. Ανέκτησε την ψυχραιμία της. «Σου πάνε πολύ τα κοντά μαλλιά. Εν αντιθέσει μ' ε­ μένα , εσύ δείχνεις να 'χεις αλλάξει εαυτό». «Ας πούμε ότι δεν κάθισα να πεθάνω, όπως παραλί­ γο να συμβεί σ' εσένα. Καλά,τι έγινε;» Την πλησίασα με δισταχτικά βήματα, φοβούμενη ότι ακόμα και το ρεύμα που γινόταν με την κίνηση μου θα προκαλούσε πόνο στα μπανταρισμένα της μέλη. «Οδηγούσα αφηρημένη και δεν κατάλαβα πώς βγή­ κα από το δρόμο. Δε φορούσα και ζώνη...» «Και σ' το 'λεγα εγώ. Τους καθρέφτες του αυτοκινή­ του δεν τους ρυθμίζουμε για να βλέπουμε τον εαυτό μας αλλά τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Πάλι καλά που δε συ­ νέβη το μοιραίο, να αφανιστεί η τάξη μας από τροχαία α­ τυχήματα». Πήρα μια καρέκλα και κάθισα κοντά της. Με το δεξί της χέρι έπιασε το δικό μου. Έβαλε τα κλάματα. «Συγχώρεσε με, σε παρακαλώ. Δεν αντέχω πια να βα­ σανίζομαι για το κακό που σου 'κανα. Σιχαίνομαι τον εαυτό μου και πολλές φορές ευχήθηκα να πεθάνω σ' ε­ κείνο το τροχαίο. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με τρώνε οι τύψεις που διέλυσα την οικογένειά σου». Την αγκάλιασα πάνω από τον παγωμένο γύψο. Το μάτι μου έπεσε στο στιλό πάνω στο τραπέζι. Το πήρα και έγραψα μια λέξη στο μπανταρισμένο της πόδι: ΦΙΛΕΣ. 133


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Το έγραψα αυθόρμητα. Αργότερα θα είχα όλο τον καιρό να σκεφτώ τις συνέπειες της μεγαλοψυχίας μου. Γέλασε και τη μιμήθηκα. «Είναι η ωραιότερη αφιέρωση που μου 'χουν κάνει». «Ωραιότερη κι απ' το τραγούδι που σου 'χε αφιερώ­ σει ο Φίλιππος όταν τα πρωτοφτιάξατε;» «Πού το θυμήθηκες, ρε θηρίο;» χαμογέλασε λυπημέ­ να. «Οι αφιερώσεις τον μάραναν». «Το θυμάμαι γιατί είχα ζηλέψει παράφορα. Εμένα ποτέ δε μου αφιέρωσαν τραγούδι στο ραδιόφωνο». «Ποτέ δεν είναι αργά. Ελένη,είσαι υπέροχος άνθρω­ πος γιατί έχεις το χάρισμα να συγχωρείς. Αυτό θα το βρεις μπροστά σου κάποια στιγμή. Ίσως όλο αυτό έγι­ νε για να προφυλαχτείς από κάτι χειρότερο». «Ενδεχομένως. Σκέφτηκα αρκετές φορές να επικοι­ νωνήσω μαζί σου. Όμως κάπου δε με άφηνε η περηφά­ νια μου. Καταλαβαίνεις πόσο προδομένη ένιωσα. Ειδι­ κά από σένα» τόνισα. Αναστέναξε λυπημένα. «Ακόμα κι αν με συγχώρεσες, ξέρω πως τα πράγμα­ τα δε θα 'ναι πια ίδια μεταξύ μας. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για να ξανακερδίσω την εμπιστοσύνη σου. Μπο­ ρεί να με λυπάσαι επειδή είμαι σ αυτή την κατάσταση, γι' αυτό υποχώρησες και ήρθες». Ένιωσα άβολα. Μπορεί να μην ήμουν ακόμα έτοιμη γι' αυτή τη συνάντηση. «Κοίτα, Χριστίνα, δε λέω πως όλα είναι όπως πριν, όμως δε νιώθω την οργή των πρώτων ημερών. Ούτε καν για τον Αλέξη. Ειλικρινά σκεφτόμουν να σε βρω και να μιλήσουμε. Το ατύχημα σου επέσπευσε αυτή τη συνά­ ντηση. Εξάλλου, η παροιμία λέει: "Αυτοί που έπαψαν να είναι φίλοι ποτέ δεν υπήρξαν τέτοιοι". Κι εμάς μας δένουν τόσα πολλά». Άσχετα αν εσύ το ξέχασες. 134


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Θέλω να ξέρεις πως από τότε που 'φυγε ο Αλέξης από το σπίτι σας δεν έχω επικοινωνήσει μαζί του. Εγώ ούτως ή άλλως δε σκόπευα να τον δω, αλλά κι εκείνος α­ πέφυγε κάθε επαφή. Δεν ξέρει ότι τα 'μαθες». Με κοίτα­ ξε στα μάτια και πρόσθεσε: «Όχι από μένα τουλάχι­ στον». «Ούτε από μένα. Εδώ κι ένα μήνα άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Βασικά κάτι άλλο τον κατάπιε, αλλά δε θέλω να εκχυδάί'σω τη συζήτηση». Με κοίταξε ερωτηματικά. Αποφάσισα να της μιλήσω για τη σεξουαλική δραστηριότητα του Αλέξη. «Επιβεβαίωσα ότι τα 'χει με άλλη». Χαμογέλασα πι­ κρά. «Εκτός από σένα ή μετά από σένα». «Ελένη, σου τ' ορκίζομαι. Δεν έχω επαφή μαζί του». Με το καλό της χέρι έκανε μια κίνηση δείχνοντας το γυψοδεμένο της κορμί. «Πάρ' το και από πρακτικής α­ πόψεως. Με τόσο γύψο θα 'μουν πολύ κρύα για τα γού­ στα του». «Ναι, κι εγώ που ήμουν αρτιμελής...» κοίταξα το κε­ νό. Πρόσεξα ότι δίστασε πριν μιλήσει. Χριστέ μου, τι κεραμίδα θα φάω πάλι; «Θα σ' το πω κι ας με μισήσεις. Εξάλλου, δεν μπορώ να τα κάνω χειρότερα απ' ό,τι είναι. Τον Αλέξη κι εμένα μας έριξε το στερημένο σεξουαλικό πάθος στο κρεβάτι. Από κει και πέρα, δε μοιραζόμασταν άλλα αισθήματα. Εκείνος —έπρεπε να σ' το είχα πει τελικά— πίστευε πως είχε πεθάνει η σεξουαλική σας ζωή, όσες φιλότιμες προ­ σπάθειες κι αν έκανες». «Η πολλή προσπάθεια μ' έφαγε» είπα με πίκρα. Έ­ κανε να κουνήσει το κεφάλι της, αλλά μόρφασε από τον πόνο. Συνέχισε ακίνητη: «Έλεγε πως ήθελε να ζήσει νέες εμπειρίες. Θα μου 135


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

πεις, εμένα βρήκε; Απ' ό,τι μου λες, έριξε τα δίχτυα του κι αλλού. Σαν το παιδάκι που μετά από νηστεία χώνει το χέρι στο βάζο με τις καραμέλες, προσπαθώντας να αρπάξει όσες πιο πολλές μπορεί. Κι εγώ όμως σαν τέ­ τοιο παιδάκι ένιωθα μετά το φτύσιμο του Φίλιππου. Ξέρεις πόσο λεπτά είναι τα όρια; Τη μια στιγμή νιώθεις την απόρριψη και την άλλη σε ποθούν και σε πολιορ­ κούν μέχρι να λυγίσεις. Κι όταν λυγίσεις, δεν υπολογί­ ζεις τις συνέπειες. Λύγισα μια φορά, κι όταν το συνει­ δητοποίησα ήταν αργά να κάνω πίσω. Με εκβίαζε ότι θα σου το πει. Κι εγώ η ηλίθια φοβήθηκα. Αν ήμουν ειλικρι­ νής μαζί σου την πρώτη φορά,τώρα μπορεί να 'ταν δια­ φορετικά τα πράγματα». Με κοίταξε με αγωνία. «Ό­ μως, βρε Ελένη, δεν περίμενες ότι αυτό θα συνέβαινε κάποτε;» Της αντιγύρισα το βλέμμα όλο ψυχρότητα. «Όχι με­ τά από δεκαεφτά χρόνια και οπωσδήποτε όχι μαζί σου». Ένιωσα ότι, αν μπορούσε, θα έσκυβε το κεφάλι. Έκλεισε τα μάτια της και μείναμε αμίλητες. Η γνωριμία μου με το Νικήτα με βοηθούσε να καταλάβω τη θέση της. Λες και δεν ήξερα πόσο λεπτά είναι τα όρια του σωστού και του λάθους. Ήμουν σχεδόν έτοιμη να αψηφήσω τα πά­ ντα και να τον ακολουθήσω. Σε μια παρόρμηση, μου ήρθε να της μιλήσω για την εξέλιξη της συνάντησης μου μαζί του. Όμως η Χριστίνα είχε δίκιο. Δεν την εμπι­ στευόμουν πια για κάτι τόσο προσωπικό. Από δω και πέρα θα μετρούσα τα λόγια μου. Της υποσχέθηκα ότι θα περνούσα το επόμενο πρωί να τη δω και έφυγα. Το απόγευμα ο Τάκης με παρακάλεσε να τον αφήσω να κοιμηθεί στη Νόρα για να διαβάσουν μαζί. «Καλά, βρε παιδί μου, οι γονείς της τι θα πουν;» «Οι γονείς της έφυγαν χτες για την Αγγλία. Η μητέρα 136


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

της πρέπει να κάνει μια επέμβαση. Νομίζω ότι είναι σοβαρά, αλλά η Νόρα δε μου 'χει πει τίποτα. Ίσως να μην το ξέρει». Στενοχωρήθηκα. Τι της έτυχε της κακομοιροόλας τέ­ τοιες μέρες. «Και θα μείνει μόνη της τόσο καιρό; Πες της, αν θέ­ λει, να μείνει μαζί μας. Θα της ετοιμάσω τον ξενώνα και θα τρώει ένα σπιτικό φαΐ». «Είναι κι η μεγάλη της αδελφή στο σπίτι. Σ' ευχαρι­ στώ πάντως που το πρότεινες. Θα μ' αφήσεις όμως σή­ μερα να μείνω κι εγώ εκεί;» «Εντάξει, αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα διαβάζετε. Οι εξετάσεις είναι προ των πυλών». Με αγκάλιασε και μου ψιθύρισε στο αυτί: «Σου 'χω πει τώρα τελευταία ότι είσαι υπέροχη; Τελικά δεν περ­ νάμε άσχημα οι δυο μας. Δηλαδή οι τρεις μας, με τον Γκουσγκούνη». Χα! Αυτό τι ήταν πάλι; Υπονοούμενο ότι ο Τάκης άλλαξε γνώμη και δεν υπολόγιζε πια στην επιστροφή του πατέρα του; Αυτό απέκλειε μήπως και κάποια γνωριμία μου με άλλον άντρα; Ευχήθηκα να τέ­ λειωναν οι εξετάσεις μια ώρα αρχύτερα για να του μι­ λήσω για το Νικήτα. Τουλάχιστον η επανασύνδεση μου με τη Χριστίνα, με απάλλαξε από ορισμένες δυσάρε­ στες εξηγήσεις. Αύριο θα του 'λεγα ότι την επισκέφτη­ κα και τα ξαναβρήκαμε. Τελικά,η ζώνη σώζει ζωές, αλ­ λά με τον τρόπο της σώζει και σχέσεις. Ο Τάκης έφυγε γύρω στις οχτώ. Οχτώ και ένα τηλε­ φώνησα στο Νικήτα: «Αυτό που θα σου προτείνω ακούγεται εντελώς εφη­ βικό, αλλά ο γιος μου θα κοιμηθεί αλλού το βράδυ. Θες να 'ρθεις σπίτι για φαγητό; Θα φτιάξω κρέπες». «Δεν είναι επικίνδυνο;» 137


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

«Δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσει σήμερα». Δια­ σκέδασα με το φόβο που του ενέπνεε ο γιος μου. «Δε μιλάω για τον Τάκη. Για τις κρέπες μιλάω. Είσαι καλή μαγείρισσα ή θα με πεθάνεις για να μην έρθεις στην Καρδαμύλη;» Γέλασα. «Δεν έχεις παρά να το ρισκάρεις. Μόνο εγώ θα παίρ­ νω τα ρίσκα στη ζωή μου;» «Δηλαδή, βρίσκεσαι σε καλό δρόμο σχετικά με την πρόταση μου;» «Θα σου πω μόνο όταν καταπιείς την τελευταία μπουκιά της κρέπας». «Αν μου πεις "ναι", δεν έχω πρόβλημα να καταπιώ κι ένα μαγκάλι κάρβουνα. Τι ώρα να 'ρθω;» Ήρθε στις δέκα. Μ' ένα ποτήρι κρασί στο χέρι και υπό τους ήχους μουσικών θεμάτων του σινεμά, παρα­ τηρούσε το σπίτι μου. Κοντοστάθηκε στη βιβλιοθήκη του σαλονιού και χάζεψε τους τίτλους των βιβλίων για αρ­ κετή ώρα. Επόμενη στάση του η κονσόλα με τις κορνι­ ζαρισμένες φωτογραφίες. «Ώστε αυτός είναι ο Αλέξης. Μάλιστα, ο τύπος της Λίζας. Παρατήρησες ότι μοιάζει με το μακαρίτη το Βα­ σιλείου ;» «Ούτε καν μου πέρασε απ' το μυαλό. Τη μόνη ομοιό­ τητα που βρίσκω είναι ότι φορούσαν και οι δυο βέρα στο δεξί χέρι. Αν φυσικά συνεχίζει να τη φορά ο Αλέξης». Γύρισε και με κοίταξε έντονα. «Σου λείπει;» Απέφυγα τη ματιά του. Έκανα πως ισιώνω τις τέ­ λεια τοποθετημένες κορνίζες. «Δεν το σκέφτομαι. Δεν ξέρω τι θα νιώσω αν τον δω, αλλά τέτοια περίπτωση την αποκλείω. Αν ήταν, θα 'χε επικοινωνήσει ήδη μαζί μου. Έστω για το παιδί». 138


Ο ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα συναντηθείτε. Έστω για το παιδί. Ό,τι κι αν είναι, δεν μπορεί να αποποιηθεί τον τίτλο του πατέρα». «Νομίζω ότι η πρώην γυναίκα σου δεν τον αφήνει να σκεφτεί τέτοιους τίτλους. Ήταν καλή στο κρεβάτι;» «Πολύ καλή» είπε κοφτά. Σαν να πονούσε στη θύ­ μηση των καλών της επιδόσεων, των οποίων δεν αποτε­ λούσε πλέον εκείνος το ερέθισμα. «Αλλά δε μετρά μόνο αυτό για να κρατήσει μια σχέση». «Αυτό πες το στον άντρα μου. Τέλος πάντων, ας μη χαλάσουμε την όρεξή μας. Οι κρέπες είναι σχεδόν έτοι­ μες». Έπιασε στα χέρια του μια φωτογραφία του Τάκη, τραβηγμένη πριν από ένα καλοκαίρι. «Ο γιος σου είναι πολύ γλυκός. Σου μοιάζει». Γλί­ στρησα δίπλα του, ρίχνοντας μια ματιά στη φωτογρα­ φία που ήξερα κάθε της λεπτομέρεια. «Εσύ πώς και δεν έκανες παιδί με τη γυναίκα σου; Δεν ήσασταν καιρό παντρεμένοι;» «Πώς, πώς, έξι χρόνια. Όμως τον πρώτο καιρό δε θέ­ λαμε παιδιά, κι όταν εγώ ένιωσα την ανάγκη να γίνω πατέρας, η Λίζα ένιωσε την ανάγκη να γίνει ερωμένη άλ­ λου. Τελικά, καλύτερα που δεν κάναμε, γιατί τι φταί­ νε τα παιδιά να πληρώνουν τις βλακείες των γονιών τους;» «Έλα ντε, συνέχεια σκέφτομαι τον Τάκη και πόσο θα του κόστισε αυτή η ιστορία. Εμένα δε μου λέει πολλά για να μη με στενοχωρήσει, αλλά είμαι σίγουρη ότι, όταν κλείνεται στο δωμάτιο του, θα υποφέρει. Καλά που 'χει και την κοπέλα του για να εκτονώνεται». «Πόσω χρονώ είναι;» «Κοντεύει τα δεκαεφτά. Τον συνέλαβα στα δεκαο139


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

χτώ μου. Και, για να σε βγάλω από τον κόπο της πρό­ σθεσης, εγώ πλησιάζω επικίνδυνα τα τριάντα έξι. Εσύ πόσω είσαι; Σαράντα;» «Ε, όχι και σαράντα!» έκανε δήθεν προσβεβλημένος. Και συμπλήρωσε με σκανταλιάρικο ύφος: «Σαράντα τρία. Σου πέφτω πολύ μικρός ή πολύ μεγάλος;» «Όπως λέει ο Καρνέιγ, "η αξία του ανθρώπου δε με­ τριέται με την ηλικία". Είσαι πολύ καλός για να κολ­ λάω σε ηλικίες». «Ναι, όμως αν ήμουν τόσο καλός αλλά ογδόντα ετών, θα με καλούσες για κρέπες;» «Και με τι δόντια θα τις έτρωγες;» «Μωρό μου, τυγχάνει να μιλάς με οδοντίατρο. Παρε­ μπιπτόντως, έχεις υπέροχη οδοντοστοιχία. Να χαμογε­ λάς συχνότερα». Έσυρε τον αντίχειρά του στα χείλη μου. Ναι, σκούπισε τα σάλια που μου τρέχουν έτσι όπως σε βλέπω! «Για τη συγκεκριμένη οδοντοστοιχία αναγκάστηκα να φοράω ορθοδοντικά σιδεράκια για τρία χρόνια. Ά­ νοιγα το στόμα μου κι έμοιαζα του Σαγόνια από τον Τζέιμς Μποντ. Τραγική εμπειρία για μια κοπελίτσα σε τόσο τρυφερή ηλικία». «Εξακολουθείς να βρίσκεσαι σε τρυφερή ηλικία. Αν δε μου 'λεγες ότι είσαι τριάντα έξι, θα σε περνούσα για μικρότερη». «Σου πέφτω πολύ μικρή ή πολύ μεγάλη;» «Θα σε ερωτευόμουν ακόμα και στο γηροκομείο. Σου το 'πα και τις προάλλες: καμιά γυναίκα δε μ' έχει κάνει να νιώσω τόσο έντονα. Γνωριζόμαστε ελάχιστα, αλλά έχεις μπει στους πόρους του κορμιού μου». Χαμογέλασα αυτάρεσκα. Είχα ξεχάσει τι σήμαινε κο­ μπλιμέντο . Αποτόλμησα την ερώτηση: 140


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Αφότου χωρίσατε με τη Λίζα, δεν υπήρξαν άλλες γυναίκες;» «Φυσικά. Για τον επόμενο ενάμιση χρόνο από το δια­ ζύγιο έβγαινα κάθε βράδυ με διαφορετική. Όμως αυτό ήταν μια σπασμωδική αντίδραση του πληγωμένου ε­ γωισμού μου. Όταν άνοιγα το πρωί τα μάτια μου κι έ­ βλεπα το ξένο κορμί ξαπλωμένο πλάι μου, μ' έπιανε κα­ τάθλιψη. Έτσι δοκίμασα να μείνω μόνος και από τότε ηρέμησα. Μέχρι που γνώρισα εσένα». «Δε σκέφτεσαι ότι μπορεί κι εγώ να σου προκαλέσω κατάθλιψη;» «Κατάθλιψη θα πάθω μόνο αν πάψω να σε βλέπω». Γέλασα. «Μιλάς σαν Λατίνος εραστής. Εδώ καλά κα­ λά δε γνωριζόμαστε κι είμαι το παν για σένα. Ώρες ώ­ ρες με φοβίζουν αυτά που μου λες». Μου 'πιάσε τα χέρια. «Αφού σ' αρέσουν τα αποφθέγ­ ματα, άκου κι αυτό του Ηρόδοτου: "Τ' αυτιά πιστεύουν πιο δύσκολα απ' τα μάτια". Μπορεί αυτά που σου λέω να μην τα πιστεύεις, όμως σιγά σιγά θα καταλάβεις ότι τα εννοώ». Μου έσφιξε περισσότερο τους καρπούς. «Ελένη, η εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη στις αν­ θρώπινες σχέσεις. Συχνά οι άνθρωποι ζημιώνονται από τις υποψίες τους, παρά από τις απιστίες των άλλων». Μου άφησε τα χέρια και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. «Και τώρα έλα να φάμε,γιατί η φιλοσοφική συζήτη­ ση μου άνοιξε την όρεξη». Φάγαμε στη βεράντα. Οι τελευταίες νύχτες του Μαίου έδιναν στο απρόσωπο Χαλάνδρι ρομαντικό χαρακτήρα. Εκεί, στο ρετιρέ της οδού Αρτέμιδος, μαζί με τα γερά­ νια που άνθιζαν, άρχισε να σκάει μπουμπούκια ένας τρελός έρωτας. Το φιλί της καληνύχτας ήταν απρόθυμο 141


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

γιατί δε θέλαμε να τελειώσει η βραδιά. Όμως ξέραμε πως οι εσπευσμένες κινήσεις δεν ήταν μέρος της δικής μας σχέσης. Κλείσαμε όλη τη λαχτάρα της προσμονής σ' εκείνο το φιλί. Ήταν σαν μια υπόσχεση γι' αυτά που θα ακολουθούσαν. Κάθε λεπτό που περνούσε ενίσχυε την απόφαση μου να πάω μαζί του. Λίγο ακόμα να μ' έ­ σφιγγε στην αγκαλιά του και θα μάζευα τα πράγματά μου επιτόπου. Έφυγε πριν χάσουμε τον έλεγχο. Ποιον έλεγχο; Εγώ τον είχα χάσει όταν του πρωτοσυστήθηκα με το πατρι­ κό μου όνομα. Έσβησα τα φώτα, και το σκοτάδι που τύλιξε το σπίτι για πρώτη φορά έπαψε να είναι απειλη­ τικό. Έβαλα στο κασετόφωνο την κασέτα του. Καθι­ σμένη στον καναπέ του σαλονιού, που φωτιζόταν μόνο από τα φώτα του δρόμου, άκουσα τα τζιτζίκια στην Πα­ λιά Καρδαμύλη. Το άγριο κουδούνισμα του τηλεφώνου, τόσο παρά­ ταιρο στην όλη σκηνή, με τράβηξε άγαρμπα από την ο­ νειροπόληση. Κοίταξα το ρολόι: 01.40'. Περίμενα ν' α­ κούσω τη φωνή του Νικήτα για μια τελευταία καληνύ­ χτα, όμως αντ' αυτού μου μίλησε η Χριστίνα: «Συγγνώμη που σε ανησυχώ τέτοια ώρα, αλλά είναι πολύ σημαντικό. Άνοιξε το ραδιόφωνο στους 100;9 και θα καταλάβεις». Το 'κλεισε πριν προλάβω να της μιλήσω. Πέντε λεπτά αργότερα άκουγα τη Σοφία Βόσσου να τραγουδά το Φι­ λαράκι αποκλειστικά αφιερωμένο σ' εμένα από τη Χρι­ στίνα. Δυνάμωσα την ένταση αδιαφορώντας για το ακα­ τάλληλο της ώρας. Τι διάολο! Πρώτη φορά μου αφιέ­ ρωναν τραγούδι. Την επόμενη μέρα επισκέφθηκα ξανά τη Χριστίνα. Έδειχνε καλύτερα. Την ευχαρίστησα για τη χτεσινή της 142


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

κίνηση. Μου είπε ότι ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Στο δεύτερο φλιτζάνι καφέ νιώσαμε και οι δυο πιο χαλαρωμένες. «Πότε θα πάψεις να πίνεις τον γαλλικό με το καλα­ μάκι ;» «Αύριο θα 'ρθει ο γιατρός στο σπίτι να μου πει πότε θα βγάλω το γύψο. Το πόδι μου θα μείνει εγκλωβισμέ­ νο στο γύψο δυο μέρες ακόμα και μετά θ' αρχίσω κι­ νησιοθεραπεία. Από δω κι εμπρός η ΕΜΥ θα ενημερώνε­ ται από μένα για τις αλλαγές θερμοκρασίας. Ο γιατρός μου είπε πως το σπάσιμο θα επηρεάσει τα κόκαλά μου». «Δε λες καλά που δεν ακολούθησες το Βασιλείου στον τάφο...» Ξαφνικά σαν να θυμήθηκε όσα της είχα διηγηθεί για το περιστατικό στο νεκροταφείο. Την είδα που δίσταζε να με ρωτήσει, φοβούμενη ότι θα επαναφέρω το θέμα του Αλέξη. Την έβγαλα από τη δύσκολη θέση κι εγώ δεν ξέρω για ποιο λόγο. Ενώ αρχικά είχα αποφασίσει να μην της κάνω κουβέντα για την προσωπική μου ζωή, α­ ναπάντεχα με κυρίεψε η επιθυμία να της μιλήσω για το Νικήτα. Λίγο, χωρίς βαθύτερες λεπτομέρειες. Έτσι, για να πιούμε πιο ευχάριστα τον καφέ μας. «Μήπως θες να με ρωτήσεις αν ξανάδα τον τύπο που... μας άνοιξε τα μάτια για το ποιόν του Αλέξη;» «Εκείνος πώς το πήρε που η γυναίκα του τον άφησε για άλλον;» έστρεψε την κουβέντα μακριά απ' το απα­ γορευμένο όνομα. «Αυτός τράβηξε το Γολγοθά του πριν από δυο χρόνια που πήραν διαζύγιο. Τώρα είναι έτοιμος να συνεχίσει τη ζωή του». Μαζί μου. Της διηγήθηκα τις συμπτώσεις που οδήγησαν στο ξεσκέπασμα του Αλέξη. Με κοιτού143


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

σε σαν να μην πίστευε στ' αυτιά της. Στο τέλος με ρώ­ τησε αυτό που περίμενα: «Αυτός ο Νικήτας λέει τίποτα; Γιατί, αν υπήρχε εν­ διαφέρον, θα 'ταν πολύ καλό για σένα να πληρώσεις τον άντρα σου με το ίδιο νόμισμα». Ορίστε, είχα και τις ευλογίες της Χριστίνας! Μόνο που εκείνη το 'βλεπε απ' τη σκοπιά της εκδίκησης. «Είναι πολύ γοητευτικός. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ έρωτες, πόσο μάλλον στην υπηρεσία της εκδίκησης. Μου φτάνει που έχω τον Τάκη» είπα προ­ σεκτικά. Στο άκουσμα του ονόματός του, τσιτώθηκε. Και πάλι φρόντισα να τη βγάλω απ' τη δύσκολη θέση. «Δεν ξέρει για το σκηνικό μ' εσένα και τον πατέρα του. Ξέρει μόνο πως τα 'χει μπλέξει με κάποια άσχετη. Βέβαια, υποψιάστηκε ότι κάτι έτρεχε μεταξύ μας, αφού είχαμε διακόψει επαφές τον πρώτο μήνα. Του είπα ότι είχαμε ψιλοπαρεξηγηθεί. Τώρα είναι καιρός να μάθει ότι τα ξαναβρήκαμε. Από μένα πάντως δε θα μάθει πο­ τέ τη σχέση σου με τον Αλέξη. Είναι ικανός να τον μι­ σήσει θανάσιμα». «Αφού δε με μίσησες εσύ...» «Όχι,τελικά δε σε μίσησα όπως νόμιζα στην αρχή». «Ούτε τον Αλέξη τον μισείς;» έκανε δειλά σαν να φο­ βόταν ότι θα της έσπαγα και το «καλό» χέρι, αυτό που της απέμεινε. «Σ' αυτή τη φάση τον σιχαίνομαι. Έχασα την εμπι­ στοσύνη μου στους ανθρώπους και μόνο ένα θαύμα μπορεί να την επαναφέρει». «Πιστεύεις στα θαύματα;» «Φυσικά». Ορισμένα μάλιστα έχουν αντρικό όνομα. «Προσπαθώ να σκεφτώ θετικά, γιατί στο τέλος είναι αυτό που λέμε "κάθε εμπόδιο για καλό". Μπορεί σε με144


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

γαλυτερη ηλικία να μην άντεχα τέτοιες ιστορίες. Τώρα έχω ακόμα τη δύναμη να το παλέψω». Με κοίταξε με θαυμασμό: «Ελένη, χωρίς να με παρεξηγήσεις, νομίζω πως αυτή η ιστορία σου βγήκε σε καλό. Σαν να ξαναγεννήθηκες. Κοιτάξου στον καθρέφτη και θα δεις μια άλλη γυναίκα. Σχεδόν ερωτευμένη, θα έλεγα». Εγώ, πάλι, θα 'λεγα: απόλυτα ερωτευμένη. Αλλά και απόλυτα καχύποπτη απέναντι στη Χριστίνα. Αρκέ­ στηκα να της πω ότι πράγματι αυτό το συμβάν με είχε σκληρύνει τόσο, ώστε να μη γίνω θύμα μιας αρρωστη­ μένης κατάστασης. Εντάξει, δεν αρκέστηκα σ' αυτό: «Να φανταστείς, Χριστίνα, σε μια έκρηξη κοκεταρίας πέταξα όλα τα παλαιολιθικά μου εσώρουχα κι α­ γόρασα άλλα, που παραπέμπουν σε αισθησιακές νύ­ χτες». Η φωνή της χρωματίστηκε από θαυμασμό με κάποια υποψία ζήλιας: «Κι ύστερα μου λες ότι δεν υπάρχει άλ­ λος άντρας στη ζωή σου. Τελικά είναι ο, Νικήτας, έτσι;» Αντί να της απαντήσω, έπιασα την καφετιέρα κι έρι­ ξα λίγο καφέ στο φλιτζάνι μου. Κατάλαβε την απροθυ­ μία μου να μιλήσω. Υποχώρησε. «Με συγχωρείς. Ξεχνάω ότι τα πράγματα έχουν αλ­ λάξει μεταξύ μας. Είναι στιγμές που θα προτιμούσα να με μισούσες και να αρνιόσουν να με δεις, παρά να αντι­ μετωπίζω την επιφυλακτικότητά σου. Αλλά θα πρέπει να είμαι ευχαριστημένη που έστω και τυπικά παραμέ­ νεις φίλη μου». Εκνευρίστηκα γιατί σχεδόν με κατηγορούσε για την αλλαγή στη στάση μου. «Κοίτα, Χριστίνα, αυτό που μου έκανες δεν ξεχνιέται, απλώς θάβεται σε κάποιο μακρινό ντουλαπάκι του μυαλού μου. Ίσως σταδιακά να νιώσω 145


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

καλύτερα απέναντι σου. Αλλά ας μην πιέσουμε τα πράγ­ ματα. Δεν είμαι έτοιμη για προσωπικές συζητήσεις». Η ατμόσφαιρα βάρυνε. Ήταν ώρα να φύγω. Παρ' όλ' αυτά, τη φίλησα στο μάγουλο και υποσχέθηκα ότι θα της τηλεφωνούσα σύντομα. Βγήκα από το πατρικό της με ταχυκαρδία. Τελικά, πόσο δύσκολο είναι να συγχωρείς τους ανθρώπους! Δηλαδή, τι έπρεπε να πει ο Χριστός, που δεν άφησε εχθρό του για εχθρό του ασυγχώρητο; Βρήκα τον Τάκη στην κουζίνα. Άρπαξα την ευκαιρία όταν με ρώτησε πού ήμουν: «Στη Χριστίνα. Έπαθε αυτοκινητικό ατύχημα και πή­ γα να τη δω στο πατρικό της». «Ελπίζω να μην είναι πολύ άσχημα. Πες της περαστι­ κά εκ μέρους μου. Χαίρομαι που λύθηκε η παρεξήγησή σας». «Κι εγώ, καλέ μου. Με πήρε κανείς;» ρώτησα αδιά­ φορα. «Κάποιος Νικήτας». Ατάραχος συνέχισε να αλείφει τη φρυγανιά του με βούτυρο. Πάγωσα. Απ' τις πρώτες κιόλας μέρες είχα παρακαλέσει το Νικήτα να μη με παίρνει εκείνος τηλέφωνο, για να μην αρχίσει τις ερω­ τήσεις ο Τάκης. Το καταλάβαινε απόλυτα. Με έζωσαν τα φίδια. Για να με πάρει, ήταν σοβαρό. Όμως εκείνη τη στιγμή με έτρωγε η αντίδραση του γιου μου. Δε θα μ' έ­ τρωγε όμως για πολύ: «Μαμά, μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;» Προσπάθησα να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου. «Φυσικά, μωρό μου». «Πότε σκοπεύεις να ανανεώσεις το περιεχόμενο του ψυγείου; Βαρέθηκα να το ανοίγω και να βλέπω μόνο βούτυρο και αυγά. Εσύ κάποτε ψώνιζες λες και μας α­ πειλούσε πυρηνική καταστροφή». 146


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Με πλημμύρισε ανακούφιση. «Έχεις δίκιο, μωρό μου, μ' όλα αυτά που μας συνέβησαν σε παραμέλησα. Τώρα κιόλας θα βγω να ψωνίσω ό,τι τραβά η ψυχή σου». Σφυ­ ρίζοντας βούτηξα την τσάντα μου και κίνησα να φύγω. Στην πόρτα της κουζίνας με σταμάτησε η φωνή του: «Ποιος είναι ο Νικήτας;» Άλλη μια φορά στη ζωή μου θυμάμαι ότι άνοιξα το στόμα μου και δεν μπόρεσα να βγάλω ούτε γρύλισμα: όταν είχα σπάσει κατά λάθος ένα τζάμι της τάξης και δεν τολμούσα να φανερωθώ στη δασκάλα, που ρωτούσε έναν έναν ποιος το έκανε. Έφτασε η σειρά μου κι εγώ ανοιγόκλεινα το στόμα σαν ροφός. Στο τέλος ψέλλισα «δεν ξέρω». Τώρα δεν μπορούσα να ξεφύγω με μια πα­ ρόμοια απάντηση. Τι πάει να πει «δεν ξέρω»; Ο Νική­ τας με είχε ζητήσει αυτοπροσώπως. Έπρεπε να σκεφτώ κάτι άλλο, χωρίς να καταφύγω στην εύκολη λύση, το ψέμα. Γύρισα και κοίταξα τον Τάκη με απορημένο ύφος. «Ο Νικήτας; Είναι ο οδοντίατρός μου. Λες να άλλαξε το ραντεβού μας; Θα τον πάρω να μάθω». Ευχαρίστη­ σα σιωπηλά την απόφαση του να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα. Σκέψου να είχε γίνει αρχαιολόγος και να έλεγα στον Τάκη: «Ο Νικήτας; Είναι ο αρχαιολόγος μου. Λες να ανακάλυψε το χαμένο χέρι της Αφροδίτης της Μήλου; Θα τον πάρω να μάθω». «Όταν τον πάρεις, κλείσε κι ένα ραντεβού για μένα, γιατί νομίζω ότι έχω μια τρύπα σ' ένα πίσω δόντι και θέ­ λω να το κοιτάξει». Δε φανταζόμουν ότι η πρώτη γνωριμία του Τάκη με το Νικήτα θα μπορούσε να γίνει στην επικλινή πολυ­ θρόνα του οδοντιατρείου του. Ήταν όμως μια καλή ευ­ καιρία. Ήμουν απόλυτα σίγουρη ότι η μοίρα μου έκλει­ νε πονηρά το μάτι. 147


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Κάπως πιο ξαλαφρωμένη σχημάτισα τον αριθμό του ιατρείου. Απάντησε η γραμματέας του: «Ο κύριος Χήρος έχει πελάτη αυτή τη στιγμή. Να του αφήσω παραγγελία;» «Πείτε του να πάρει την Ελένη στο σπίτι. Επείγει». Καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Τι είχε συμβεί για να διακινδυνεύσει ένα τηλεφώνημα στο σπίτι μου; Μή­ πως είχε αλλάξει γνώμη για μας; Αλλά, πάλι, τόσο πο­ λύ βιαζόταν να μου το ανακοινώσει; Βούλιαξα στην πο­ λυθρόνα με το τηλέφωνο αγκαλιά. Το σήκωσα πριν κα­ λά καλά χτυπήσει. Η φωνή του, αποχρωματισμένη από τη ζεστασιά που είχε κάθε φορά που μιλούσαμε, μ' έ­ κανε να καταλάβω ότι είχε συμβεί κάτι σοβαρό. «Ελένη, είναι πιθανό να επιστρέψει ο άντρας σου στο σπίτι. Ενδεχομένως αυτή τη στιγμή που μιλάμε μαζεύει τα πράγματά του και ψάχνει τα κλειδιά του σπιτιού σας». Κινήθηκα προς τα εμπρός, σαν να τον είχα απέναντι μου και προσπαθούσα να ακούσω καλύτερα τι μου έ­ λεγε. «Πώς σου ήρθε αυτό; Μήπως έχεις εμμονές, που...» Με διέκοψε εκνευρισμένος: «Δε θα σ' έπαιρνα στο σπίτι σου ορμώμενος από μια εμμονή. Οι κοινοί γνωστοί που έχω με τη Λίζα και που μου είπαν για τη σχέση της με τον άντρα σου μου ανέ­ φεραν τις εξελίξεις». Πάγωσα. «Και ποιες είναι οι εξελίξεις;» «Δεν μπορώ να σ' τα πω απ' το τηλέφωνο. Πρέπει να συναντηθούμε. Μπορείς να έρθεις το απόγευμα στο σπί­ τι μου; Ελπίζω μόνο να μην είναι πολύ αργά». «Τι λες, βρε Νικήτα; Ο Αλέξης έχει να δώσει σημεία ζωής πάνω από μήνα. Αν δεν ήξερα ότι τα 'χει με την 148


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

πρώην γυναίκα σου, θα τον αναζητούσα μέσω Ερυθρού Σταυρού. Τι θα τον κάνει να τραπεί σε άτακτη φυγή, και μάλιστα να επιστρέψει στο σπίτι μου;» «Ένα παιδί». Εκείνη τη στιγμή και η γυναίκα του Λωτ θα ζήλευε την ακινησία μου. Έμεινα ξερή να κοιτώ το ακουστικό. «Είναι έγκυος η Λίζα και θα την παρατήσει ο Αλέ­ ξης ;» ρώτησα χωρίς ανάσα. «Θα τα πούμε από κοντά, γιατί μόλις μπήκε πελάτης. Σε περιμένω στις έξι. Μην αργήσεις». Με πιάσαν τα νεύρα μου. Καταράστηκα τον πελάτη του να υποφέρει τα πάνδεινα στον τροχό. Ήταν μία το μεσημέρι και για τις επόμενες πέντε ώρες θα ύφαινα δε­ κάδες σενάρια με αυτά που είχα μάθει. Ο Τάκης εμφα­ νίστηκε στο σαλόνι κρατώντας το σάκο του σχολείου. «Φεύγω. Θα τελειώσω γύρω στις οχτώ και μετά λέω να πεταχτώ στη Νόρα για διάβασμα. Θα γυρίσω κατά τις έντεκα. Έκλεισες ραντεβού με το γιατρό για το δό­ ντι μου;» Τον κοίταξα σαν χαζή. Κούνησε το χέρι του μπροστά στα μάτια μου. «Εεε! Πού βόσκεις; Μίλησες στο γιατρό για το δόντι μου; Δε θέλω να 'χω ιστορίες στη μέση των εξετάσεων». «Δε... δεν ήταν στο ιατρείο του. Θα πάρω αργότερα» απάντησα σαν χαμένη. «Και με ποιον μιλούσες στο τηλέφωνο κι έχεις τώρα τέτοια φάτσα;» «Με τη Χριστίνα». Με κοίταξε συνοφρυωμένος. «Υπήρξε καμιά επιπλο­ κή στην υγεία της;» «Πονάει λίγο, γι' αυτό θα πάω στο σπίτι της το από­ γευμα. Μην ανησυχήσεις, αν δε με βρεις». Τελικά, δεν το 149


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

γλίτωσα το ψέμα. Προσπαθώντας να κρύψω τις ενοχές μου, τον φίλησα και του είπα να μην καθυστερήσει στη Νόρα. Έπειτα πήρα τον Γκουσγκούνη και πήγαμε στο κοντινό άλσος. Μου ήταν αδύνατον να μείνω στο σπίτι. Μήπως φοβόμουν την επιστροφή του Αλέξη; Όση ώρα άφηνε το σκυλί την υγρή σφραγίδα του στα δέντρα του άλσους, εγώ προσπαθούσα να σκεφτώ πώς θα δεχόμουν τον Αλέξη, αν τελικά γυρνούσε. Μήπως δεν έπρεπε να τον δεχτώ καν", αλλά να κινήσω τη διαδι­ κασία διαζυγίου; Και ο Τάκης; Θα βρισκόταν ανάμεσα στα ανταλλασσόμενα πυρά λίγες μέρες πριν από τις εξε­ τάσεις του; Προσπάθησα να καθησυχάσω τον εαυτό μου, ότι δεν ήταν σίγουρη η επιστροφή του. Μπορεί αυ­ τή τη στιγμή να κυλιόταν στο κρεβάτι άλλης γυναίκας. Το σκεφτόμουν αλλά δεν το πίστευα. Κάτι μου έλεγε πως η μοίρα, που πριν από λίγο μου έκλεινε συνωμοτι­ κά το μάτι, τώρα είχε στρέψει αλλού το βλέμμα της. Στις έξι το απόγευμα χτύπησα τρέμοντας το κου­ δούνι του Νικήτα. Με υποδέχτηκε σκεφτικός. «Τι θα πιεις;» «Υδροκυάνιο. Εκτός βέβαια αν σου περισσεύει λίγος καφές». Έφερε δυο κούπες και μοιραστήκαμε τον κα­ ναπέ. Επιτέλους μου χαμογέλασε. «Είσαι καλά;» «Εξαρτάται από το τι θα μου πεις». Ήπια μια γου­ λιά καφέ και περίμενα. «Η γυναικολόγος της Λίζας είναι παντρεμένη μ' ένα φίλο μου, γιατρό επίσης. Καμιά φορά συζητούν για μας, αλλά η γυναίκα του δεν ξέρει ότι εγώ έχω διατηρήσει ε­ παφές με τον άντρα της. Έτσι έμαθα και για τον Αλέξη, γιατί την ψάρεψε ο φίλος μου. Το πρωί με πήρε τηλέ­ φωνο για να μου πει ότι η Λίζα είχε πάει πριν από λίγο 150


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

καιρό στο ιατρείο της γυναίκας του για να της βγάλει το σπιράλ. Αυτό μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαί­ νει. Αποφάσισαν να κάνουν παιδί». «Μπορεί να έπαθε κάποια μόλυνση και να έπρεπε να το αφαιρέσει». Μου ήταν αδύνατον να δεχτώ το γεγο­ νός ότι ο Αλέξης αποφάσισε να ξανακάνει παιδί, τη στιγμή που είχε ξεχάσει ότι ήταν ήδη πατέρας ενός α­ γοριού. Εκτός κι αν ήταν φουλ ερωτευμένος. Όμως δε θα με είχε ειδοποιήσει για τις προθέσεις του; Είπα τον προβληματισμό μου στο Νικήτα. «Ο φίλος μου δεν είχε καταλάβει καλά. Η Λίζα απο­ φάσισε να βγάλει το σπιράλ ερήμην του Αλέξη. Όταν τελικά του το είπε, έκαναν χοντρό καβγά, κι αυτός α­ πείλησε ότι θα την παρατήσει αν δεν το ξανάβαζε. Η Λί­ ζα πήγε με δάκρυα στη γιατρό της, αλλά ξαφνικά μουλάρωσε και επέστρεψε στο σπίτι, δηλώνοντας στον Α­ λέξη ότι δε θα υπέκυπτε στις πιέσεις ενός τυχαίου γκό­ μενου». «Τυχαίου γκόμενου; Αυτή πριν από λίγες μέρες τον έχρισε πατέρα του παιδιού της. Ξαφνικά έγινε τυχαίος γκόμενος;» φώναξα έξαλλη. «Έτσι φαίνεται. Της είπε η γυναικολόγος ότι στε­ νεύουν τα περιθώρια για παιδί και καλά θα έκανε να κοιτάξει την πορεία της σχέσης της. Κι εκείνη αποφά­ σισε να φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο. Χτες ο φίλος μου έγινε κατά λάθος μάρτυρας του τηλεφωνήματος μεταξύ της γυναίκας του και της Λίζας. Απ' τα συμφραζόμενα κατάλαβε ότι έπαιξε κι έχασε. Ο Αλέξης της δήλωσε ότι το 'χει ξαναζήσει το έργο, ότι μια οικογένεια του φτάνει κι ότι τουλάχιστον η γυναίκα του ήταν αρνί, χωρίς α­ παιτήσεις». Με κοίταξε χαμογελώντας. Εξεμάνην. «Εγώ αρνί; Καταρχήν, αυτός έφυγε απ' το 151


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

σπίτι επειδή έλεγε ότι τον καταπιέζω. Ξαφνικά έγινα αρ­ νί χωρίς απαιτήσεις; Ας τολμήσει να γυρίσει και θα δει το αρνί να γίνεται λύκος». «Γι' αυτό σε φώναξα, λύκε μου. Για να μου πεις τι θα κάνεις αν ο Αλέξης επιστρέψει σαν να μη συνέβη τίπο­ τα». «Τώρα που το σκέφτομαι, η Λίζα είναι η δεύτερη φο­ ρά που την πατάει. Δεν έχει τύχη με τους παντρεμέ­ νους. Έτσι την έδιωξε και ο Βασιλείου. Αναρωτιέμαι μή­ πως στραφεί πάλι σ' εσένα». Δάγκωσα νευρικά μια πα­ ρανυχίδα, στην προσπάθεια να διασκεδάσω τις ανα­ σφάλειες που με ζύγωναν απειλητικά. Κρεμάστηκα από τα χείλη του. «Πρώτον, το θεωρώ απίθανο καθότι έχουμε πάρει διαζύγιο εδώ και δύο χρόνια και δεν έχουμε ανταλλά­ ξει ούτε ευχετήριο τηλεγράφημα. Υποθέτω ότι θα τα ρί­ ξει σε κάποιον άλλο παντρεμένο. Εγώ πάντως φρόντι­ σα να προειδοποιήσω το φίλο μου. Δεύτερον, δε μου α­ πάντησες σ' αυτό που σε ρώτησα: θα δεχτείς πίσω τον Αλέξη αν γυρίσει ή θα του πεις να χωρίσετε και θα με ακολουθήσεις στην Καρδαμύλη;» «Τώρα τίθεται τέτοιο θέμα; Ή ο Αλέξης ή ο Νική­ τας;» του επιτέθηκα ξεχνώντας ότι πριν από δέκατα του δευτερολέπτου έτρεμα μην ακούσω πως θα τη δεχόταν πίσω. «Δε νομίζω ότι μπορείς να έχεις συγχρόνως δύο άντρες. Άσε που δε θα το δεχτώ εγώ». Ξεφύσηξα συλλογισμένη. «Το μόνο που σκέφτομαι είναι ο Τάκης. Αν χαρεί για την επιστροφή του πατέρα του, εγώ δεν μπορώ να του διαλύσω την επιθυμία να τα ξαναβρούν. Φαντάσου να του πει ο Αλέξης "γιε μου, γύρισα" και συγχρόνως να ακούσει τη μάνα του να λέει 152


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

"γιε μου,τώρα που γύρισε ο πατέρας σου, εγώ θα φύγω με το Νικήτα". Εμείς δεν είμαστε οικογένεια αλλά α­ γώνας σκυταλοδρομίας». Κατέβασε το κεφάλι και ψιθύρισε: «Καταλαβαίνω». Προσπάθησα να τον καθησυχάσω. «Αν ακούσεις όμως πώς μιλά για τον πατέρα του, θα καταλάβεις ότι δεν εί­ ναι πολύ πιθανό να τα ξαναβρούν. Αντιθέτως, εξέφρα­ σε την επιθυμία να σε γνωρίσει». Σήκωσε έκπληκτος το κεφάλι. «Του μίλησες για μας και δε μου το λες τόση ώρα;» «Δεν του μίλησα ακριβώς για τη στενότερη γνωριμία μας. Απλά, θέλει να κοιτάξεις τα δόντια του πριν από τις εξετάσεις. Νομίζει ότι έχει κάνει τρύπα σ' ένα δόντι». Του διηγήθηκα την αφορμή της συζήτησης. Ξαναβούλιαξε στην κατήφεια. «Εγώ πάντως είμαι της γνώμης να του μιλήσεις για μας πριν εμφανιστεί ο Αλέξης. Θα το 'κάνες έτσι κι αλ­ λιώς μόλις τέλειωνε τις εξετάσεις. Πειράζει να επισπεύ­ σεις τη συζήτηση;» «Τώρα έχω ένα λόγο παραπάνω να περιμένω. Αν δε­ χτεί τον πατέρα του, δεν μπορώ να κάνω τίποτα» αμύνθηκα. Κατάλαβα ότι τσιτώθηκε. «Τον εαυτό σου δεν τον σκέφτεσαι; Θα δώσεις άφε­ ση αμαρτιών στο ρεμάλι που παντρεύτηκες μόνο και μό­ νο για να μεγαλώσει ο γιος σου με πατέρα; Ωραίο πρό­ τυπο θα 'χει. Ειδικά αν μάθει τα αίσχη του. Τελικά, μπο­ ρώ να ελπίζω μόνο στην ορθή κρίση του γιου σου. Εσύ με απογοητεύεις. Γίνεσαι χαλί για να περπατήσει θριαμ­ βευτής ο Αλέξης. Μέχρι, φυσικά, να ξαναφύγει. Αλλά τότε δε νομίζω η μοίρα να ξανασταθεί καλή μαζί σου. Θα μείνεις μόνη σου, γιατί κι ο Τάκης θ' ανοίξει κάποια στιγμή τα φτερά του». Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω. 153


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Βρόντηξα την κούπα στο τραπεζάκι και πετάχτηκα όρθια με τα χέρια στη μέση: «Νομίζεις ότι δεν αναλογίζομαι τις συνέπειες; Αλλά εσύ δεν έχεις παιδί για να καταλάβεις. Δε θέλω να με κατηγορήσει ότι χάλασα την οικογένεια μας». Σταμά­ τησε απότομα να κινείται. «Ότι ΕΣΥ χάλασες την οικογένειά σας; Τι να σου πω, κορίτσι μου. Τελικά, είσαι άξια της τύχης σου. Σ' αρέσει να σε μεταχειρίζονται σαν σκουπίδι» φώναξε έξαλλος. Τον διέκοψα υψώνοντας περισσότερο τη φωνή μου: «Εσένα σε καίει ότι ίσως δεν μπορέσεις να νικήσεις τον αντίπαλο, που μου έλεγες τις προάλλες. Εδώ τίθε­ ται θέμα εγωισμού κι όχι αλτρουιστικό ενδιαφέρον για το συνάνθρωπό σου. Ποσώς σε νοιάζει αν γίνει χάλια η ζωή μου. Το ζητούμενο είναι να μη γίνει χάλια η δική σου ζωή». Χαμογέλασε θλιμμένα. «Λυπάμαι που σου έδωσα τέ­ τοια εντύπωση. Βασικά λυπάμαι που επέτρεψα στον εαυτό μου να ονειρευτεί για πρώτη φορά μετά από καιρό και που προσπάθησα να παρασύρω κι εσένα. Τε­ λικά η Καρδαμύλη θα παραμείνει χίμαιρα. Καλύτερα να απαλλαγείς απ' το δίλημμά σου. Εξάλλου, πώς μπο­ ρεί η' δική μας γνωριμία, του ενός μηνός και κάτι, να σταθεί απέναντι στα τόσα χρόνια γάμου; Ήμουν βλά­ κας που πίστεψα κάτι τέτοιο». Έπιασε την τσάντα μου και μου την έδωσε. «Καλύτερα να φύγεις. Μπορεί να 'χει γυρίσει ο ά­ ντρας σου». Θεέ μου, τον χάνω! Την έριξα με δύναμη στο πάτω­ μα. Τον έπιασα από τους ώμους και τον ανάγκασα να σκύψει προς το μέρος μου. Τον φίλησα με μανία. Μια μανία που περιέκλειε έρωτα και ανάγκη για συγγνώμη. 154


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Ξαφνιάστηκε με την κίνηση μου, αλλά γρήγορα παρα­ σύρθηκε στη δίνη του φιλιού μου. Άρχισα να του ξεκου­ μπώνω το πουκάμισο με ανυπόμονα δάχτυλα. Προσπά­ θησε να τραβηχτεί. «Μη, Ελένη, μην το κάνεις αυτό για να μου ρίξεις στάχτη στα μάτια...» αντιστάθηκε χλιαρά. «Σκάσε, Νικήτα. Μη φέρεσαι σαν αρσακειάδα. Έχω επίγνωση των πράξεων μου. Αυτό έπρεπε να 'χε γίνει από την αρχή. Δεν είχε νόημα να καταπιέζω τα αισθή­ ματά μου για σένα, μόνο και μόνο επειδή ήταν νωρίς». Με σήκωσε στα χέρια του και με μετέφερε, στην κρε­ βατοκάμαρα. Κάναμε έρωτα ξανά και ξανά. Έκλαιγα στην αγκαλιά του κι εκείνος μου ψιθύριζε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Με πήρε ο ύπνος ακούγοντας τα τζιτζί­ κια της Καρδαμύλης. Ξύπνησα με την αίσθηση ότι κάποιος μου πείραζε τις βλεφαρίδες. Άνοιξα τα μάτια και αντίκρισα το Νικήτα να χαμογελά κοντά στο πρόσωπό μου. Το δωμάτιο φωτιζό­ ταν μόνο απ' τις λάμπες του δρόμου. Μ' έπιασε πανικός. «Τι ώρα είναι;» Γέλασε. «Είναι η δεύτερη φορά που ξυπνάς στο σπί­ τι μου και πετάς την ίδια ατάκα. Την επόμενη φορά δο­ κίμασε το "αγάπη μου, έλα να ξανακάνουμε έρωτα"». Πέταξα από πάνω μου τα σκεπάσματα ψάχνοντας συγχρόνως με τα μάτια την τηλεφωνική συσκευή. Δεν τη βρήκα και ρώτησα το Νικήτα. «Πού είναι το τηλέφωνο;» «Τι θέλεις, πάλι να τηλεφωνήσεις;» γκρίνιαξε ναζιά­ ρικα. «Όχι, να λουστώ!» αντιγύρισα απότομα, εκνευρι­ σμένη από τη σκηνή που γνώριζα ότι θα διαδραματιζό­ ταν στο σπίτι: η ειρωνική σιωπή του Τάκη. 155


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Μισάνοιξε απορημένος το στόμα του. Συνέχισα μα­ λακωμένη : «Ο Τάκης θα ανησυχεί. Του 'πα ότι θα 'μαι στη Χρι­ στίνα». «Μα ξέρει ότι τα 'χετε τσουγκρίσει». «Επίσης ξέρει ότι τα ξαναβρήκαμε. Θα σου τα διη­ γηθώ άλλη ώρα. Τώρα πρέπει να τηλεφωνήσω». Κοί­ ταξα το ρολόι μου. «Μπα, προλαβαίνω να γυρίσω κάι χωρίς τηλεφώνημα». «Έτσι λοιπόν θα 'ναι η σχέση μας; Κυνηγητό και κρυ­ φτό ;» «Προς το παρόν καλύτερα να είναι κυνηγητό και κρυ­ φτό παρά αμπάριζα. Δώσε μου λίγο χρόνο και θα του μιλήσω για μας». Σηκώθηκα, τυλίγοντας σεμνότυφα το, σεντόνι γύρω από το σώμα μου. Ντύθηκα αστραπιαία, φροντίζοντας να μη δει ούτε χιλιοστό της γυμνής μου σάρκας. Οι ντροπές με είχαν πιάσει εκ των υστέρων. «Κι αν γυρίσει ο Αλέξης; Πάλι τα ίδια θα ξαναλέμε;» επέμεινε. Εκνευρίστηκα γιατί με την επιμονή του κατέ­ στρεφε τις τρυφερές στιγμές που είχαμε μοιραστεί. «Όχου, βρε Νικήτα! Σου καρφώθηκε ότι θα γυρίσει. Πάμε στοίχημα ότι θα μείνει στ' αυγά του;» «Ωραία, ο χαμένος κερνά δείπνο στο ακριβότερο ε­ στιατόριο της Αθήνας». «Εντάξει, ετοιμάσου να ξηλωθείς. Τώρα είναι ώρα να φύγω. Θα σου τηλεφωνήσω αύριο».

16. Στο ταξί χαμογελούσα ηλιθιωδώς, μέχρι που ανακάλυ­ ψα τον ταξιτζή να μου ρίχνει ματιές απ' τον καθρέφτη 156


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

και το 'κοψα. Ήταν δέκα και κάτι όταν με υποδέχτηκε το άδειο σπίτι. Ανακουφίστηκα που δε χρειαζόταν να κρύψω το όμορφο συναίσθημα που ένιωθα. Μπήκα χα­ μογελώντας στο μπάνιο. Προλάβαινα να κάνω ένα ντους πριν έρθει ο Τάκης. Άνοιξα τη βρύση και μυρμήγκιασα στη σκέψη του απογεύματος. Κι όσο σκεφτόμουν ότι παραλίγο να τον χάσω για μια ανόητη εικασία... Συν­ νέφιασα. Μήπως όμως γυρνούσε ο Αλέξης; Έδιωξα αυ­ τή τη σκέψη μαζί με τις σαπουνάδες. Τυλίχτηκα στο μπουρνούζι μου και βγήκα απ' το μπάνιο. Είδα φως στο σαλόνι. Ο Τάκης είχε έρθει χωρίς να τον ακούσω. Του φώναξα ότι ήμουν στην κρεβατοκά­ μαρα κι ότι θα 'βγαινα σε δυο λεπτά. Έβγαλα το μπουρ­ νούζι και χώθηκα στην ντουλάπα, αναζητώντας μια κα­ λοκαιρινή ρόμπα, όταν ένιωσα κάποιον από πίσω μου. Γύρισα απότομα και παραλίγο να τσιρίξω από τρομάρα στη θέα του Αλέξη. Τον έσπρωξα και άρπαξα το μπουρ­ νούζι από το πάτωμα. Γέλασε όταν με είδε να το σφίγ­ γω σπασμωδικά μπροστά μου και να το φορώ σε χρόνο μηδέν. «Ελενάκι, μη γίνεσαι σεμνότυφη. Σ' έχω δει γυ­ μνή άπειρες φορές» κορόιδεψε. Το σοκ διαδέχτηκε η οργή. Τα μάτια μου έβγαλαν φλόγες όταν γύρισα να του μιλήσω. «Τι γυρεύεις εδώ; Και πώς τολμάς να μπαίνεις σαν κλέφτης στην κρεβατοκάμαρά μου;» Το χαμόγελο αυ­ τοπεποίθησης που σχηματίστηκε στα χείλη του με εξα­ γρίωσε περισσότερο. «Φύγε τώρα από δω μέσα, αλ­ λιώς...» «Αλλιώς θα φωνάξεις την αστυνομία να συλλάβει το σύζυγο που επέστρεψε στο σπίτι του;» Προχώρησε ένα βήμα μπροστά, πισωπάτησα ένα βήμα. «Μήπως περίμενες σαμπάνια και κόκκινο χαλί μετά 157


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

την άθλια συμπεριφορά σου; Δεν είμαι τόσο ηλίθια» σφύριξα μέσα από τα δόντια μου. «Όχι, αλλά υπέθεσα ότι θα ήσουν πιο συζητήσιμη. Εξάλλου, έχουμε να τα πούμε πάνω από μήνα». «Σ' αυτό δεν έφταιξα εγώ. Μου είχες ξεκόψει κάθε επαφή εκ μέρους μου. Καλά, το γιο μας δεν τον σκέ­ φτηκες όλο αυτό το διάστημα που αλώνιζες;» «Δεν αλώνιζα, προσπαθούσα να σκεφτώ κάπου μό­ νος μου. Και τελικά αποφάσισα ότι δεν μπορώ να είμαι μακριά από την οικογένειά μου». Μου 'ρθε ταμπλάς. Καλά, ο μαλάκας δεν υποψιάστη­ κε ότι η παντελής έλλειψη επικοινωνίας θα με οδηγούσε σε ανάλογα συμπεράσματα; Πίστευε ότι θα έχαβα τα περί αυτοσυγκέντρωσης και περισυλλογής; Μου ήρθε η διάθεση να τον χαστουκίσω. Αρκέστηκα να τον ειρω­ νευτώ : «Για να μη δώσεις σημεία ζωής, υποθέτω ότι πήγες στο Θιβέτ. Καλά που δε γύρισες με πορτοκαλί μανδύα». Αιφνιδιάστηκε από την επίθεση και τραύλισε ανε­ παίσθητα: «Έ...έμενα σε ξενοδοχείο, όπως σου είχα πει. Εδώ που τα λέμε, πίστευα ότι, παρά τα όσα συνέβησαν, εσύ θα μου τηλεφωνούσες στο γραφείο. Δε σε πήρα λοι­ πόν για να δω μέχρι πού θα έφτανε η υπομονή σου». Α, το δικηγορίσκο! Ήταν δυνατόν να βρει τέτοια δι­ καιολογία για την αναισθησία του; Από αυτόν τελικά μπορούσες να ακούσεις τα πάντα. Ήμουν έτοιμη να του πω ότι ήξερα για την γκόμενά του, αλλά το κλειδί στην πόρτα σήμανε τη λήξη της συζήτησης. Τον παραμέρισα και κίνησα για το χολ. Με ακολούθησε πριν προλάβω να προετοιμάσω τον Τάκη. «Τάκη, αγόρι μου, γύρισα». Τον άρπαξε απ' τους ώμους και τον αγκάλιασε. Εκείνος έμεινε ξερός όση ώρα 158


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

περίμενε τον εγκέφαλό του να επεξεργαστεί την πληρο­ φορία που δέχτηκε. Τελικά τον αγκάλιασε κι αυτός μη­ χανικά , ενώ ταυτόχρονα με κοίταζε ερωτηματικά πάνω από την πλάτη του πατέρα του. Ανασήκωσα τους ώμους. Ο Αλέξης ήταν που έσπασε και πάλι τη σιωπή: «Τουλάχιστον εσύ με υποδέχεσαι πιο εγκάρδια από τη μητέρα σου. Σε πεθύμησα, άτιμε». «Ωραίο τρόπο βρήκες να το δείξεις. Πώς και γύρισες; Σου τέλειωσαν οι καθαρές κάλτσες;» του πέταξε ξερά. Κορδώθηκα από περηφάνια. Να ένας γιος αντάξιος της μάνας του. Θα πέθαινα αν τον καλωσόριζε μετά βαΐων και κλάδων. Κοίταξα προκλητικά τον Αλέξη. Έ­ κανε ότι δεν κατάλαβε το σχόλιο και συνέχισε στονίδιο χαρούμενο τόνο: «Άνοιξε τη βαλίτσα μου και θα βρεις κάτι που θα σε χαροποιήσει ιδιαίτερα». «Δεν έχω διάθεση αυτή τη στιγμή. Είμαι κουρασμέ­ νος και αύριο έχω πολύ διάβασμα». Κίνησε για το δω­ μάτιό του. Η εκνευρισμένη φωνή του Αλέξη τον σταμάτησε: «Τάκη, περίμενε λίγο. Καταλαβαίνω ότι η ξαφνική μου εμφάνιση σας έχει αναστατώσει. Όμως το είχα εξηγή­ σει και στους δυο σας ότι είχα ανάγκη από λίγη απομό­ νωση. Ίσως φταίω επειδή δε σας τηλεφώνησα όλο αυτό το διάστημα. Μάθαινα όμως από φίλους ότι ήσαστε κα­ λά». Με δυσφορία σκέφτηκα τη Χριστίνα. Σίγουρα θα του 'λεγε, τουλάχιστον τις δυο πρώτες μέρες, ότι κό­ ντευα να τρελαθώ. «Φυσικά, αν παθαίναμε κάτι, θα το μάθαινες από την τηλεόραση. Καλά δε λέω, μπαμπά;» Ο Αλέξης έκανε μια κίνηση συγκατάβασης, χάνοντας σιγά σιγά το «υφάκι» της άφιξης. 159


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Καταλαβαίνω το θυμό σου κι είμαι έτοιμος να τον αντιμετωπίσω. Τώρα που γύρισα θα μπει η σχέση μας σε νέα βάση. Το διάστημα που μείναμε χώρια συνειδη­ τοποίησα πόσο πολύτιμοι μου είστε. Δε θέλω να σας χά­ σω για τίποτα στον κόσμο». Ράγισε η φωνή του. Ωραία, απολαμβάναμε και θέατρο βραδιάτικα. Μήπως θα 'ρι­ χνε και μια λιποθυμία για να δώσει έμφαση στα λόγια του; Όλα έπρεπε να τα περιμένει κανείς. Έχε χάρη που δε θέλω να σε ξεσκεπάσω μπροστά στο παιδί. Περίμενα να μείνουμε μόνοι μας την επομένη, που θα 'φευγε για το σχολείο. Αποφάσισα να δώσω τέλος στη συζήτηση: «Είναι αργά, Τάκη. Αύριο μπορούμε να συζητήσου­ με πιο ξεκούραστα και ήρεμα». Τον φίλησα και με πα­ ρακλητικό ύφος του έδωσα να καταλάβει ότι δεν είχε νόημα η περαιτέρω όξυνση της κατάστασης. Μουρμού­ ρισε ένα ξερό «καληνύχτα» και εξαφανίστηκε στο δω­ μάτιό του. Φυσικά κλείδωσε την πόρτα του. Μείναμε όρθιοι στο χολ, ανάμεσα στα μπαγκάζια του Αλέξη. Αυτή η σκηνή θα μπορούσε να σημαίνει αποχω­ ρισμό. Όπως πριν από ένα μήνα, που στεκόμασταν στο ίδιο σημείο, ανάμεσα σε βαλίτσες και σακ βουαγιάζ. Μόνο που τότε εγώ ένιωθα τη γη να φεύγει από τα πό­ δια μου και ο Αλέξης δεν έβλεπε την ώρα να κάνει το βήμα προς την ελευθερία. Σήκωσε τα πράγματά του και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα. Η διαδρομή ήταν αντίστροφη. Σαν να γυρίζαμε πίσω την κασέτα. Τα στοίβαξε πρόχειρα σε μια γωνιά του δωματίου, παίρνοντας μόνο το τσαντάκι με τα ξυριστικά του. Αμίλητη του έκανα χώρο να περά­ σει. Τον ακολούθησα στο μπάνιο, όπου σφυρίζοντας τοποθέτησε τα πράγματά του στις παλιές τους θέσεις, στην αριστερή πλευρά του πάγκου. Είχα την αίσθηση 160


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

που περιγράφουν μερικοί, που, ενώ είναι ναρκωμένοι, νομίζουν ότι παρακολουθούν την πορεία της εγχείρισης τους και μετά ξυπνούν και τα διηγούνται λεπτομερώς. Εκείνη τη στιγμή ήμουν και δεν ήμουν στο σπίτι. Μου ήρθε στο μυαλό ο Νικήτας. Ένας κόμπος έφραξε το λα­ ρύγγι μου. Ευτυχώς που ο Αλέξης ήταν απασχολημένος με τη διαδικασία της επανεγκατάστασής του και δε μου έδινε σημασία. Ήθελα να κλάψω, αλλά. μου στερούσε αυτή την πολυτέλεια. Μπορεί να νόμιζε ότι έκλαιγα από ανακούφιση που επέστρεψε. Δε θα του 'κανα το χατίρι. Πήγα στο σαλόνι κι έβαλα ένα ουίσκι. Δεν ήμουν δια­ τεθειμένη να ξαπλώσω δίπλα του, δεν ήθελα να χαμογε­ λάσει θριαμβευτικά. Ξάπλωσα στον καναπέ κι έκλεισα τα μάτια. Τον άκουγα από μέσα που ανοιγόκλεινε συρ­ τάρια. Μπορεί να πρόσεξε και τα καινούρια μου εσώ­ ρουχα. Πολύ που με ένοιαζε. Άλλον σκεφτόμουν όταν τα αγόρασα. Αλλά αυτός, με το υπερφίαλο «εγώ», πού να το φανταστεί! Πριν από ένα μήνα ανοιγόκλεινε τα ίδια συρτάρια, αδειάζοντας την προσωπική του ζωή από τού­ το το σπίτι. Πώς φούντωνα στη σκέψη ότι γύρισε σαν να μην είχε φύγει ποτέ! Με έτρωγε να του πω ότι δεν ήμουν θυμωμένη μαζί του, γιατί με τον τρόπο του με βοήθησε να καταλάβω τι σημαίνει πραγματικός έρωτας. Όμως όχι, η σχέση μου με το Νικήτα ήταν πολύ σημαντική για να τη χαραμίσω στο ανόητο παιχνίδι της εκδίκησης. Ο Νικήτας δε θα γινόταν έρμαιο του σάπιου γάμου μου. Ας πίστευε ο Αλέξης ότι θα συνεχίζαμε από κει που εί­ χαμε μείνει. Ο Γκουσγκούνης εμφανίστηκε από την κουζίνα. Μ' ένα σάλτο ανέβηκε στην αγκαλιά μου. Χαμογελώντας χαιρέκακα, τον κατέβασα και με μια κατευθυντήρια σπρωξιά του έδωσα να καταλάβει πως απόψε μπορού161


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

σε να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου. Τον είδα να χάνεται στην κρεβατοκάμαρα. Περίμενα με κομμένη ανάσα. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα ακούστηκε η γεμάτη δυσφορία φωνή του Αλέξη. «Οχ, σε είχα ξεχάσει εσένα. Άντε, πήγαινε μέσα. Όχι, όχι πάνω στο κρεβάτι. ΕΛΕΝΗ!» Σκέπασα το στόμα μου για να μην ακουστούν τα γέ­ λια. Ώστε ο Αλέξης είχε αποφασίσει να παίξει το παι­ χνίδι του για τα καλά. Τον έκαιγε τόσο να μείνει στο σπί­ τι, που δεν ύψωσε καν τη φωνή του στο σκύλο. Υπό άλ­ λες συνθήκες, ο Γκουσγκούνης θα πετάριζε τώρα ευτυ­ χισμένος στον παράδεισο των κοπριτών. Απόψε μπο­ ρούσε κάλλιστα να μοιραστεί το μαξιλάρι του Αλέξη και το πρωί να τον καλημερίσει με ζουμερά γλειψίματα στο πρόσωπο. Αγνόησα την παρακλητική φωνή του Αλέξη να πάω να μαζέψω το σκύλο και έσβησα το πορτατίφ. Το σαλό­ νι βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ζαλισμένη από το ουίσκι, κι ενώ μ' έπαιρνε ο ύπνος, πρόλαβα να ακούσω τις απε­ γνωσμένες προσπάθειες του άρτι αφιχθέντος συζύγου μου να υποτάξει τις μεταμεσονύκτιες ορέξεις του Γκουσγκούνη για παιχνίδια στο μαλακό στρώμα. Το πρώτο πρωινό λεωφορείο με έβγαλε από το λήθαρ­ γο. Άνοιξα τα μάτια απορημένη που κοιμόμουν στον κα­ ναπέ του σαλονιού. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσω ότι ο Αλέξης κοιμόταν στο διπλό κρε­ βάτι. Η ώρα ήταν πεντέμισι, αλλά το πρώτο καλοκαιρι­ νό φως έμπαινε αμυδρά στο δωμάτιο. Μελαγχόλησα στη σκέψη του Νικήτα. Τώρα δυσκόλευαν τα πράγμα­ τα. Έπρεπε να τον δω οπωσδήποτε, τον είχα τρομερή ανάγκη. Ποιος ήξερε αν τελικά είχε μέλλον η σχέση μας. Μπορεί ο Τάκης, ξεπερνώντας το θυμό της πρώτης ε162


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

παφής, να δεχόταν τον Αλέξη ξανά στη ζωή του. Εγώ όμως; Δεν ήθελα ούτε να τον βλέπω. Άραγε αν δεν είχα γνωρίσει το Νικήτα... Έδιωξα τη σκέψη από το μυαλό μου. Τι ωφελούσαν οι υποθέσεις; Η ουσία ήταν ότι, πάνω που ετοιμαζόμουν να κάνω κι εγώ μια νέα αρχή στη ζωή μου, επέστρεψε ο Αλέξης. Εγώ, που όταν βρόντηξε την πόρτα πίσω του κόντεψα να πεθάνω. Σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο. Περνώντας από την κρεβατοκάμαρα, τον είδα να κοιμάται στην παλιά του πλευρά, με τον Γκουσγκούνη κουλουριασμένο στα πό­ δια του. Έπνιξα το γέλιο που ανέβηκε στο λαιμό μου και κλειδώθηκα στο μπάνιο. Δεν είχα καμία διάθεση για ει­ σβολή πρωινιάτικα. Πάντως είχε δίκιο σ' ένα πράγμα. Δεν άντεχα να με βλέπει πια γυμνή. Ξαφνικά αντιδρού­ σα όπως θα αντιδρούσα σ' έναν ξένο. Μου ήταν αδύνα­ τον πια να του δείξω το κορμί μου, που το ήξερε απ' έξω κι ανακατωτά. Πόσο μάλλον να κάνουμε έρωτα... Αναρωτήθηκα αν θα επιδίωκε τέτοιου είδους προσέγ­ γιση. Ακόμα δεν είχε καλά καλά κρυώσει το πουλί του από τις άλλες του γκόμενες, εμένα θα έβαζε στόχο; Αλλά γιατί όχι; Είχε γυρίσει για να μείνει. Ακόμα κι αν έπρεπε να με πείσει ότι ξανάνιωσε ερωτικά για μένα. Ανατρίχιασα. Βγήκα από το μπάνιο και κατευθύνθηκα στην κουζί­ να. Αυτό που ήθελα επειγόντως ήταν ένας σκέτος κα­ φές. Όπως τον έπινε και ο Νικήτας. Όπως τον έπιναν αυτοί που ήξεραν τις προτιμήσεις των φίλων τους. Βρό­ ντηξα το ντουλάπι με τα ποτήρια. Δε με πείραζε τόσο να μην ξανακάνω έρωτα με το Νικήτα, όσο η ιδέα ότι μπορεί να μην τον ξανάβλεπα. Ούτε ως φίλο. Ήμουν σί­ γουρη ότι θα μου έθετε το ζήτημα «ή εγώ ή ο άλλος». Kι εγώ δε θα 'ξερα τι να απαντήσω. Άλλο μου υπαγό163


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ρευε το συναίσθημα κι άλλο η λογική, που ήθελε τον Τάκη όσο πιο ήρεμο και ισορροπημένο γινόταν. Αν δε­ χόταν τον πατέρα του, ο Νικήτας δε χωρούσε στη ζωή μου. Μισούσα τον εαυτό μου που γινόμουν ολίγον από Βούρτση, αλλά έτσι ήταν τα πράγματα. Ή άσπρο ή μαύρο. Και τι μαύρο, μαύρο κι άραχνο! Γιατί άντε να ζεις μες στο ψέμα και στην υποκρισία, προσπαθώντας να κρατήσεις την ισορροπία σ' αυτό το έρημο σπίτι. Σκούπισα τα μάτια μου και αποτέλειωσα τον καφέ. Εγώ και οι προσπάθειες μου για ισορροπία. Να προσπα­ θώ δεκαεφτά χρόνια να κρατήσω το γάμο μου για μένα και τώρα να προσπαθώ να τον κρατήσω για τον Τάκη. Αν ο Αλέξης ακολουθούσε τις παλιές του συνήθειες, θα 'βλεπα τα μούτρα του σε μια ώρα. Άνοιξα ανόρεχτα το βιβλίο που είχα ξεκινήσει και χάζευα αφηρημένη την ίδια σελίδα. Μάταιος κόπος. Εγώ καβουρδιζόμουν σαν αράπικο φιστίκι περιμένοντας να ξυπνήσει ο κύρης του σπιτιού για να μιλήσουμε κι εκείνος ροχάλιζε αρειμανίως. Τελικά, ήρθε η ευλογημένη ώρα που χτύπησε το ξυπνητήρι της κρεβατοκάμαρας. Τους ηλεκτρονικούς χτύπους συνόδεψε η εκνευρισμένη φωνή του Αλέξη, που έδιωχνε τον Γκουσγκούνη απ' το κρεβάτι. «Άντε, κάτω, κάτω! Αυτά θα κοπούν διά ροπάλου, αλλιώς θα φύγεις με τις κλοτσιές». Η τελευταία πρότα­ ση ειπώθηκε πιο δυνατά, προφανώς για να την ακούσω εγώ. Μωρέ, τι μας λες! Μετά το χτεσινό ευνουχισμό που υπέστη ο εγωισμός του, τώρα προσπαθούσε να περι­ σώσει ό,τι μπορούσε με ψευτοαπειλές. Πήγα στην κουζίνα και έβαλα την καφετιέρα. Ήταν μια μηχανική κίνηση που έκανα όλα αυτά τα χρόνια. Τέσσερις μεζούρες γαλλικός για δυο γεμάτα φλιτζάνια. Διέκοψα τη λειτουργία της καφετιέρας, βγάζοντας το 164


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

καλώδιο απ' την μπρίζα. Έχυσα το νερό και πέταξα το φίλτρο στα σκουπίδια. Αν ήθελε καφέ, ας τον έπινε στο γραφείο του. Μπορεί να είχε γυρίσει με το έτσι θέλω, αλ­ λά θα του έδινα να καταλάβει πόσα άλλαξαν όσο έλει­ πε. Ο πόλεμος κερδίζεται στις λεπτομέρειες και ουαί τοις ηττημένοις! Καφέ ήθελε να του ψήσω; Το ψάρι στα χείλη θα του 'ψηνα... Τον άκουσα να πηγαίνει στο μπάνιο. Μετά από λίγο σηκώθηκε και ο Τάκης. Εμφανίστηκαν συγχρόνως στην κουζίνα. Ο Αλέξης έψαξε με το βλέμμα του για καφέ. Είδε πως η καφετιέρα ήταν εκτός λειτουργίας, αλλά δεν το σχολίασε. Αντιθέτως, προθυμοποιήθηκε να φτιάξει ε­ κείνος καφέ για όλους. Ο Τάκης δέχτηκε, εγώ είπα πως είχα πιει τον δικό μου. Κάθισαν με τις κούπες στο τραπέζι κι εγώ προσποιή­ θηκα ότι έψαχνα σε κάτι ντουλάπια για να κρύψω τα δάκρυα οργής που ανέβηκαν στα μάτια μου. Δεν άντε­ χα το θριαμβευτικό βλέμμα που μου 'ρίξε ο Αλέξης, όταν πρόσφερε την αχνιστή κούπα στον Τάκη. Ώστε αυτή θα ήταν από δω και πέρα η ζωή μας; Ένας αγώνας με έ­ παθλο την εύνοια του γιου μας; Άρχισαν να συζητούν για το σχολείο, που θα 'κλεινε την επομένη, και τις εξετάσεις εφ' όλης της ύλης. Πρώτη φορά ενδιαφερόταν τόσο για την πορεία του γιου του. Τουλάχιστον, αυτό ήταν κάτι. Την τελευταία φορά που είχε ασχοληθεί μαζί του ήταν όταν τον τιμώρησε για το Σαχουρντιάν. Πάνω που το σκεφτόμουν, άκουσα τον Αλέξη να ρωτά για τη σχέση του Τάκη με τον καθηγητή του. Εκείνος του 'πε πως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα πια. Μετά από στιγμιαίο δισταγμό, του αποκάλυψε πως τον είχα απαλλάξει από την τιμωρία πριν από δυο βδο­ μάδες. Ο Αλέξης αντέδρασε θετικά. 165


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Εντάξει, αφού η μαμά έκρινε πως δε χρειαζόταν άλ­ λη τιμωρία, εγώ είμαι σύμφωνος». Μου 'ρθε εμετός. Ο τουρίστας της μιας μέρας ενέκρι­ νε τις αποφάσεις μου σχετικά με τη διαπαιδαγώγηση του Τάκη. Αμ τον έπαιρνε να κάνει κι αλλιώς; Γούνα να του ζητούσα αυτή τη στιγμή, το απόγευμα θα την είχα. Ο Αλέξης συνέχιζε τις ειρηνευτικές διαβουλεύσεις: «Χτες σου είπα ότι σε περιμένει μια έκπληξη. Σήμε­ ρα, που είσαι ξεκούραστος, έχεις διάθεση να την ακού­ σεις;» «Για λέγε» πέταξε αδιάφορα ο Τάκης. «Στη βαλίτσα μου έχω τη βιντεοκάμερα που ονει­ ρευόσουν εδώ κι ένα χρόνο». Μάλιστα... Η δωροδοκία στην υπηρεσία της προσέγ­ γισης! Αν ήταν λίγο έξυπνος ο Τάκης, θα καταλάβαινε το πνεύμα με το οποίο προσφέρθηκε αυτό το δώρο. « Δεν ήταν ανάγκη ». Έμπαινε, Γιούτσο! «Όμως σ' ευχαριστώ. Την ήθελα πολύ αυτή τη βιντεο­ κάμερα. Τώρα φεύγω». Α, τον παραδόπιστο! Πήρε την τσάντα του και, πετώντας ένα βιαστικό «γεια», εξαφανίστηκε. Πρόλαβα να δω το χαμόγελο της ευτυχίας στα χείλη του. Έσκασα σαν μπαρούτι. «Ε, λοιπόν, αυτό είναι από τα άγραφα. Φεύγεις ξαφ­ νικά, γυρνάς ξαφνικά, αφού έχεις αναστατώσει τη ζωή δυο ανθρώπων, και το κλου της υπόθεσης: αγορά βι­ ντεοκάμερας την παραμονή των εξετάσεών του. Πώς θα παλουκωθεί να διαβάσει μαθηματικά, όταν θα βιντεο­ σκοπεί από το πρωί ως το βράδυ;» «Έννοια σου, θα του το ξεκόψω μέχρι να τελειώσει τις εξετάσεις του». 166


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Φυσικά, εσύ κόβεις και ράβεις σ' αυτό το σπίτι. Τι να σου π ω ! Έχεις τρομερό ταλέντο στο να ταράζεις την ισορροπία κάποιων πραγμάτων». «Θες να πεις πως, όσο έλειπα, στράφηκε σ' εσένα; Τον είδα πώς έφυγε: ούτε που γύρισε να σε κοιτάξει» πέταξε με κακία. «Όσο κι αν σου φανεί απίθανο, πριν από λίγες μέρες μου έλεγε πως οι δυο μας τα περνούσαμε θαυμάσια. Και τις πρώτες μέρες της εξαφάνισης σου ήθελε να σε βρει στο γραφείο να σου τα ψάλλει. Τον όρκισα να μην το κάνει». Θεέ μου, κράτα με να μην του ορμήσω! «Αυτό δείχνει πόσο πολύ με έχει ανάγκη». Σήκωσε την κούπα του σε μια κοροϊδευτική πρόποση. «Στην υγειά μας!» Του άρπαξα το φλιτζάνι πριν προλάβει να το φέρει στα χείλη του και το έστειλα στην άλλη άκρη της κουζίνας. Έσκασε στον τοίχο κι ο καφές άρχισε να κυλά διαγράφοντας καφέ ρυάκια μέχρι το πάτωμα. «Είσαι φίδι! Θέλω να τα μαζέψεις και να γυρίσεις στην γκόμενά σου. Μια και θέλει παιδί, έχεις μια δεύτε­ ρη ευκαιρία να αποδείξεις πόσο καλός πατέρας είσαι» ούρλιαξα. Έμεινε κόκαλο. Το χάρηκα. Δεν ήταν σε θέση να αμ­ φισβητήσει τη σχέση μου με τον Τάκη. Κι αν έφυγε με ένα ξερό «γεια» για το σχολείο, σ' αυτό έφταιγε η ά­ σχημη επίδραση που ασκούσε επάνω του ο Αλέξης. Το «κόκαλο» ξαναβρήκε τη μιλιά του: «Πώς το έμαθες; Έβαλες ντετέκτιβ να με παρακο­ λουθεί ;» «Σιγά μην έβαζα και τον αστυνόμο Μπέκα! Μπορεί να πόνεσα που έφυγες έτσι, όμως για όλους υπάρχει Θεός. Πίστευες ότι θα έχαβα τα περί "κλιμακτηρίου" και αυτοσυγκέντρωσης; Εσύ τη μόνη αυτοσυγκέντρωση που 167


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

καταλάβαινες πριν από ένα μήνα ήταν ανάμεσα σε δυο γυναικεία πόδια. Μη μου το παίζεις λοιπόν συνειδητο­ ποιημένος σύζυγος, γιατί δε λέει. Ξέρω καλά τις συνθή­ κες υπό τις οποίες επέστρεψες στο... αρνί». Κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Με κοίταξε αδυνατώ­ ντας να πιστέψει ότι γνώριζα ακόμα και τις εκφράσεις που χρησιμοποίησε για μένα. «Πού τα έμαθες;» ψέλλισε. «Αυτό σε ενδιαφέρει ή το ότι όπου εμφανίζεσαι προ­ καλείς τη δυστυχία; Χέστηκες για την γκόμενα που πα­ ράτησες, όταν σου ζήτησε σοβαρότερη δέσμευση. Το πιστεύεις ότι τη λυπάμαι; Λυπάμαι όμως και τον εαυτό μου, που αναγκάζομαι να σε υπομείνω λόγω του παι­ διού. Εγώ φταίω που δεν ήμουν τόσο δυνατή να σε χω­ ρίσω όταν έμεινα έγκυος. Σ' αγαπούσα τόσο, που ανε­ χόμουν και τις προσβολές και τις απαιτήσεις και τα φτυσίματα. Όμως λάβε υπόψη σου ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το αρνί μεταλλάχτηκε σε λύκο. Αν μεί­ νεις, θα προσέξεις πολύ τη συμπεριφορά σου. Δε θα α­ νεχτώ τσαμπουκάδες, καρφιά για τη σχέση μου με τον Τάκη και απόπειρες να τον στρέψεις εναντίον μου». Έσκυψε το κεφάλι. Άρχισα να το απολαμβάνω. «Ελένη, έχεις κάθε δικαίωμα να μιλάς έτσι. Έφταιξα, αλλά κατάλαβα ότι δε θέλω μπλεξίματα. Δεν υπάρχει χώρος για άλλα άτομα στη ζωή μου. Σου τ' ορκίζομαι. Ήταν μια περιπέτεια μέσα σε τόσα χρόνια γάμου. Δεν μπορείς να δείξεις λίγη ανοχή; Εξάλλου, δεν είμαι ο πρώτος που απάτησε τη γυναίκα του. Διάολε, κατάλα­ βε ότι απ' τα είκοσι τρία μου δεν έχω κοιμηθεί με άλλη». Σώπασε και με κοίταξε παρακλητικά. Ξαναμίλησε, και μόλις που ακουγόταν: «Θα μπορούσα να μη σε είχα παντρευτεί. Οι γονείς 168


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

μου δε στάθηκε δυνατό να με πείσουν. Στο βάθος ήταν δική μου η απόφαση. Σ' αγαπώ, απλά ένιωθα περιορι­ σμένος σε κάποιες φάσεις της ζωής μου και το κατα­ πίεζα. Μου βγήκε μετά από δεκαεφτά χρόνια. Όμως έ­ ληξε. Κατάλαβα ότι δεν υπάρχει άλλη για μένα. Εσύ κι ο Τάκης είστε η οικογένειά μου. Δε θέλω να πειραματι­ στώ ξανά. Μια φορά μου έφτασε». Δεν του μίλησα για τη Χριστίνα. Ας πούμε ότι ήθελα έναν άσο στο μανίκι μου. «Αν θες τις παλιές σου κρεμάστρες, είναι στην αποθή­ κη» είπα ξερά. Κοίταξα το ρολόι κι αναρωτήθηκα αν θα έμενε στο σπίτι ή θα πήγαινε στη δουλειά του. Δεν έμει­ να πολύ με την απορία. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα κι ε­ πέστρεψε στην κουζίνα κρατώντας το χαρτοφύλακα του. «Πάω στο γραφείο. Αλλά το μεσημέρι θα γυρίσω νω­ ρίς. Θες να βγούμε έξω για φαγητό;» «Αύριο αρχίζουν οι εξετάσεις του Τάκη. Θα μείνω για να του μαγειρέψω». «Καλά, τότε θα φάμε όλοι μαζί. Θα 'μαι πίσω κατά τις τρεις». Με αιφνιδίασε φιλώντας με στο στόμα. Έφυγε σιγοσφυρίζοντας. Όταν σιγουρεύτηκα ότι ξεκουμπίστηκε, έτρεξα στο τηλέφωνο. Σχημάτισα το νούμερο του οδοντιατρείου. Το σήκωσε η γραμματέας του. «Ο κύριος Χήρος έχει πελάτη αυτή τη στιγμή. Πάρ­ τε...» «Επείγει! Φωνάξτε τον τώρα!» «Μα μου 'χει πει να μην τον ενοχλώ όταν κάνει επέμ­ βαση...» αντέδρασε ενοχλημένη από τον επιτακτικό μου τόνο. «Γεννά η γυναίκα του!» Άκουσα το γδούπο του α169


Μ ΑϊΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

κουστικού πάνω στο γραφείο. Ο Νικήτας ακούστηκε α­ πορημένος. «Ποιον θέλετε, παρακαλώ;» «Νικήτα, είμαι η Ελένη...» Με διέκοψε γελώντας: «Καλά, στη γραμματέα μου, που ξέρει ότι έχω χωρί­ σει εδώ και δυο χρόνια, βρήκες να πεις ότι θα γίνω πα­ τέρας; Σχεδόν με έβρισε που δεν της είχα πει ότι... ξαναπαντρεύτηκα». «Γύρισε». Ένιωσα τη γραμμή να παγώνει. Μετά από μικρή παύση με ρώτησε: «Πότε;» «Χτες το βράδυ. Λίγο αφότου έφυγα από το σπίτι σου». Σταμάτησα να μιλάω. Δεν ήξερα τι να του πω. Μίλησε εκείνος: «Και;» «Και αποφάσισε να μείνει». Ξαφνικά ένιωσα τρομε­ ρή κούραση. Έκλεισα τα μάτια και ψιθύρισα: «Δεν ξέ­ ρω τι να κάνω». «Δε θα μιλήσεις στον Τάκη;» «Αύριο αρχίζουν οι εξετάσεις του και θα τελειώσουν σε δυόμισι βδομάδες. Δεν υπάρχει περίπτωση να ταρά­ ξω την ηρεμία του με τέτοιου είδους συζήτηση». «Δεν ταράχτηκε αρκετά με την απρόσμενη εμφάνιση του πατέρα του;» ρώτησε κάπως εκνευρισμένος ο Νι­ κήτας. «Δεν ξέρω. Ενώ χτες βράδυ τον υποδέχτηκε ψυχρά, σήμερα το πρωί φάνηκε πιο μαλακωμένος. Ο Αλέξης του χάρισε τη βιντεοκάμερα που ήθελε και φάνηκε να τον κερδίζει». Αναστέναξα. «Πες του ότι θα του φτιάχνω δωρεάν τα δόντια μέχρι να βγω στη σύνταξη». 170


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Οχ, μωρέ Νικήτα, έχεις διάθεση για αστεία...» Με διέκοψε παντελώς εκνευρισμένος. «Όχι, δεν έχω καμία διάθεση για αστεία. Βασικά, δεν έχω καμία διάθεση. Μάλλον έχω κι είναι πολύ άσχημη. Αλλά τώρα πρέπει να τελειώσω μια λεπτή επέμβαση. Πάρε με τηλέφωνο το βράδυ στο σπίτι». Το έκλεισε πριν προλάβω να του απαντήσω. Σύρθη­ κα ως την κρεβατοκάμαρα. Ο Αλέξης είχε στρώσει το κρεβάτι. Για όλα υπάρχει πρώτη φορά. Στις τρεις άκουσα κλειδιά στην εξώπορτα. Περιμέ­ νοντας να δω τον Τάκη, ξαφνιάστηκα στη θέα του Αλέ­ ξη . Τον κοίταξα σαν χαζή. «Τι θες εσύ εδώ;» «Μα, βρε Ελενάκι, σου το 'πα και το πρωί ότι θα γυ­ ρίσω νωρίς για φαγητό. Πού πέταγε το μυαλό σου;» Δε θες να ξέρεις. «Θα 'μουν αφηρημένη και δε σ' ά­ κουσα. Δεν έχω ετοιμάσει σπουδαία πράγματα, μια μακαρονάδα ναπολιτέν, που αρέσει στο παιδί». Άρχισα να στρώνω τραπέζι. Ήρθε από πίσω μου και με αγκά­ λιασε. Δεν αντέδρασα. Με άφησε βλέποντας την απρο­ θυμία μου. «Βγαίνω για λίγο. Δε θα αργήσω» είπε και μ' άφησε μόνη στην κουζίνα. Στα τσακίδια. Άκου «Ελενάκι»! Να δεις που θα ξε­ θάψει και τα σαχλά παρατσούκλια που είχαμε στους μεγάλους μας έρωτες. Γύρισε μετά από λίγο με ένα τεράστιο κουτί σοκολατάκια από την Godiva. Τα πήρα και τα ακούμπησα στο τραπέζι. «Την καρτούλα δε θα τη διαβάσεις;» Άνοιξα το φακελάκι με την αδιαφορία που άνοιγα το λογαριασμό της ΔΕΗ και διάβασα: 171


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Θα με συγχωρέσεις, γλυκό μου κουρκουμπίνι;» Περίμενε να αντιδράσω. Έδειξα με το βλέμμα μου το κουτί: «Τι σοκολατάκια είναι;» «Οι καρδιές με γέμιση πραλίνα. Δε θυμάσαι πόσο σου άρεσαν;» μου χαμογέλασε γλυκερά. «Εγώ το θυμάμαι. Εσύ το είχες ξεχάσει εδώ και χρό­ νια. Όπως άλλωστε και την προσφώνηση "κουρκουμπί­ νι"» απάντησα ψυχρά. Πλησίασε και με αγκάλιασε στους ώμους. Δεν αντι­ στάθηκα όταν έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε: «Από δω και πέρα δε θα ξεχνάω τίποτα. Βοήθησε με όμως κι εσύ, έστω για χάρη του Τάκη». Άνοιξε το κουτί με τα σοκολατάκια και πήρε μια καρ­ δούλα. Την έφερε στο στόμα μου. Έστρεψα αλλού το κεφάλι. Το χέρι του έμεινε μετέωρο. Τελικά έφαγε εκεί­ νος το σοκολατάκι. «Δε σ' αρέσουν πια;» με ρώτησε μόλις εξαφάνισε με τη γλώσσα του κάποια ίχνη σοκολάτας από το δείκτη και τον αντίχειρα. «Όχι, από τη στιγμή που έμαθα ότι αποτελούν ε­ ρωτικό υποκατάστατο». Του 'ριξα μια στραβή ματιά. «Έτσι εξηγείται γιατί είχα τρελαθεί να τρώω σοκολά­ τες». «Ποιος τις λέει αυτές τις βλακείες;» γέλασε. «Ο οδοντίατρός μου. Και δεν είναι βλακείες» υπερα­ σπίστηκα το Νικήτα. «Ε, τότε είναι βλάκας ο οδοντίατρός σου, που κανο­ νικά έπρεπε να τρίβει τα χέρια του με τους πελάτες που θα του 'στελνε το ερωτικό υποκατάστατο. Όχι να σας προειδοποιεί κιόλας». Εξεμάνην. «Δεν είναι όλοι αριβίστες σαν κι εσένα, που πανηγυρίζεις όταν βλέπεις στις στατιστικές τη θεα172


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

ματική αύξηση των διαζυγίων. Δε σε νοιάζει που κλεί­ νουν σπίτια, αρκεί να παίρνεις υποθέσεις». Βούτηξα το κουτί με τα σοκολατάκια και το άδειασα στο σκουπιδοτενεκέ. Τον κοίταξα με θριαμβευτικό ύ­ φος, ακονίζοντας τα μαχαίρια μου για καβγά. Δε δέχτη­ κε την πρόκληση, αλλά απάντησε εύθυμα: «Λοιπόν, καλά έκανες και τα πέταξες. Τέρμα τα υ­ ποκατάστατα, αφού γύρισα εγώ». Έκανε βαθιά υπό­ κλιση προς το μέρος μου: «Είμαι όλος δικός σου». Άνοιξα το σκουπιδοτενεκέ και πήρα το σοκολατάκι που βρισκόταν πάνω πάνω στη στοίβα. Το κατάπια κοι­ τάζοντας τον προκλητικά. «Νοστιμότατο!» Βγήκα από την κουζίνα. Εκείνη την ώρα άνοιξε την εξώπορτα ο Τάκης. «Τι γίνεται;» με ρώτησε και, πριν προλάβω να του α­ παντήσω, στύλωσε τα μάτια πάνω από τους ώμους μου: «Μπα, πώς και γύρισες έτσι νωρίς;» Ο Αλέξης εμφανίστηκε χαμογελώντας. Ό,τι και να αισθάνθηκε στην κουζίνα, φρόντισε να το κρύψει πολύ καλά. «Θα φάμε όλοι μαζί σήμερα. Και μετά θα πάρω τη μαμά και θα πάμε μια βόλτα για να σε αφήσουμε να συγκεντρωθείς στο διάβασμά σου». Μου έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα. Ούτως ή άλ­ λως, δε θα έκανα σκηνή μπροστά στο παιδί. Τον ρώτη­ σε τι μάθημα έδινε την επομένη. «Χημεία, κι έχω να διαβάσω τα κερατά μου. Όμως πρώτα λέω να ρίξω μια ματιά στη βιντεοκάμερα. Μου τη δίνεις;» «Η βιντεοκάμερα θα σου ανήκει μετά τις εξετάσεις. Αν σου τη δώσω τώρα, δε θα έχεις μυαλό για διάβα­ σμα και...» 173


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Άσε μας, ρε πατέρα, ας μη μου το 'λεγες καθόλου, αν ήξερες ότι θα βιντεοσκοπούσα ολημέρα». Γύρισε προς το μέρος μου με παρακλητικό ύφος: «Μαμά, πες του...» «Έχει δίκιο ο πατέρας σου. Καλύτερα να σ' τη δώσει αφού ξεμπερδέψεις με το σχολείο». Έσφιξε τις γροθιές του κι άρχισε να μου φωνάζει: «Καλή είσαι κι εσύ. Ακόμα δεν ήρθε και παίρνεις το μέρος του. Μέχρι χτες δεν ήθελες ούτε να τον βλέπεις και σήμερα του δίνεις δίκιο». Μας κοίταξε κουνώντας το κεφάλι του και κλείστηκε στο δωμάτιό του βροντώντας την πόρτα. Μείναμε οι δυο μας στο σαλόνι. Μίλησε ο Αλέξης: «Είχες δίκιο. Δεν έπρεπε να του πω για τη βιντεοκά­ μερα». Βούλιαξε σε μια πολυθρόνα κι άρχισε να τρίβει τους κροτάφους του. Σχεδόν τον λυπήθηκα. Το ότι α­ ναγνώριζε το λάθος του σήμαινε κάτι. Τον πλησίασα κι ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του. Ήμασταν σαν φω­ τογραφία των αρχών του αιώνα. Γύρισε και με κοίταζε. «Αλέξη, μπορεί εμένα να με έχασες, αλλά με τον Τά­ κη υπάρχει καιρός να τα βρείτε. Πήγαινε να του μιλή­ σεις ήρεμα. Δικηγόρος είσαι, μπορείς να τον πείσεις να ξεχάσει το δώρο του για λίγες μέρες». Φυλάκισε το χέρι μου με το δικό του. «Σ' έχασα, Ελένη; Δεν αξίζω μια ευκαιρία; Τουλάχι­ στον όσο έχει ο Τάκης εξετάσεις;» Τράβηξα το χέρι και κάθισα απέναντι του. «Εντάξει, για την ηρεμία του και μόνο θα προσπαθή­ σω να μην αντικρούω τις προσπάθειες που κάνεις για να εξιλεωθείς. Όμως μη ζητάς τη συμμετοχή μου. Δεν ξέρω τι θα γίνει μετά από είκοσι μέρες». «Θα πολεμήσω για να σε ξανακερδίσω. Δεν πρόκει174


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ται να αμφισβητήσω ξανά τη σχέση σου με τον Τάκη. Σου τ' ορκίζομαι, θα κάνω τα πάντα για να με δεχτείς πίσω». «Ξεκίνα με το γιο σου». Έφυγα από δίπλα του και κατευθύνθηκα στην κουζίνα. Ήρθε από πίσω μου: «Καλύτερα να του μιλήσεις εσύ. Ίσως είναι πολύ νωρίς να του επιβάλω πράγματα». Τον κοίταξα παραξενεμένη. Ένα δυο τέτοια να μου 'λεγε ακόμα και θα ζητούσα να μου δείξει την αστυνομική του ταυτότητα. Αυτός δεν ήταν ο Αλέξης που ήξερα, αλλά ο Αλέξης που θα ήθελα να ξέρω. Στάθηκα έξω από την πόρτα του Τάκη, διστάζοντας όπως πάντα μπροστά στο «stop». Του χτύπησα. Τον ά­ κουσα να λέει ένα κοφτό «ναι» και μπήκα. Ήταν ξα­ πλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι, έχοντας μπροστά του ένα βιβλίο και δεκάδες σημειώσεις. Χωρίς να γυρί­ σει, μου 'πε: «Λέγε!» Κάθισα δίπλα του. «Θα του κάνεις τη ζωή δύσκολη;» Παρέμεινε μπρούμυτα φυλλομετρώντας το βιβλίο. «Κάποιος πρέπει να του την κάνει, αφού εσύ λύγισες έτσι εύκολα» μουρμούρισε. Σκέφτηκα το σοκολατάκι που έφαγα από τα σκουπίδια. «Δε λύγισα έτσι εύκολα. Όμως είχε δίκιο για τη βι­ ντεοκάμερα. Τι κι αν την πάρεις μετά τις εξετάσεις; Ση­ μασία έχει ότι σ' την αγόρασε γιατί την ήθελες». Γύρισε και με κοίταξε. «Κι αν ξαναφύγει; Του έχεις εμπιστοσύνη;» Ανασήκωσα τα φρύδια σκεφτική. Δεν του είχα εμπι­ στοσύνη. Αλλά όφειλα να ομολογήσω ότι ιδρωκοπούσε για να την αποκτήσω. «Είναι νωρίς ακόμα. Δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα 175


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

πράγματα. Μπορεί να πέρασε μια κακή φάση και να το μετάνιωσε. Εσύ τουλάχιστον πρέπει να του δώσεις μια ευκαιρία. Εμείς μπορεί να μην τα ξαναβρούμε, όμως ποτέ δε θα πάψει να 'ναι πατέρας σου κι εσύ γιος του. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει με τίποτα». Τον χάιδεψα στην πλάτη. «Έλα, σήκω να φάμε κι οι τρεις μαζί. Έχουμε πολύ καιρό να το κάνουμε». Σηκώθηκα και με ακολούθησε. Με αγκάλιασε από τη μέση και μπήκαμε στην κουζίνα, όπου ο Αλέξης είχε τελειώσει το στρώσιμο του τραπε­ ζιού που είχα αφήσει στη μέση. Τι βλέπει κανείς όσο ζει...

17.

Η ατμόσφαιρα στο τραπέζι ήταν τυπική. Ακούγονταν μόνο τα πιρούνια που ακουμπούσαν στα πιάτα μας και το νερό που κύλαγε από την κανάτα στα ποτήρια... και ο Γκουσγκούνης, που άρχισε να ξύνει την πόρτα της κουζίνας για να τον βάλουμε μέσα. Ο Τάκης σηκώθηκε και του άνοιξε. Ο σκύλος ήρθε και ακούμπησε τη μου­ σούδα του στο μηρό του Αλέξη. Ούτε να τον πληρώνα­ με να το κάνει. Αντάλλαξα ματιά με τον Τάκη και περι­ μέναμε την αντίδραση του Αλέξη. Αυτός πήρε μια μπου­ κιά ψωμί και σκούπισε το πιάτο του. Την έδωσε στον Γκουσγκούνη, που τον κοίταξε με λατρεία πριν χλαπακιάσει το μεζεδάκι. Πέρασε τη γλώσσα του γύρω από τη μουσούδα και περίμενε τη δεύτερη δόση. «Φτάνει, φτάνει» γέλασε ο Αλέξης δίνοντάς του μια χαϊδευτική σφαλιάρα στο σβέρκο. Κατόπιν σήκωσε τα μάτια του και μας κοίταξε. 176


ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Πώς είπαμε ότι τον λένε;» «Γκουσγκούνη» είπε σχεδόν προκλητικά ο Τάκης. «Σωστά. Πώς μπόρεσα να ξεχάσω τέτοιο όνομα;» Μας κοίταξε συνοφρυωμένος. «Από τι εμπνευστήκατε;» «Από τη φαλάκρα του». «Από το πουλί του» ακουστήκαμε συγχρόνως. Γύρισα με γουρλωμένα μάτια προς το μέρος του: «Τάκη!» «Άσ' τον, Ελένη. Είναι η σκηνοθετική του άποψη». Ά­ φησε την πετσέτα του στο τραπέζι και σηκώθηκε. «Αν είσαι έτοιμη, πάμε για να τον αφήσουμε να δια­ βάσει με την ησυχία του». Γύρισε προς τον Τάκη με κουρασμένο ύφος. «Δε θα αργήσουμε». Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Ο Αλέξης βγήκε από την κουζίνα αφήνοντας μας μό­ νους. Σηκώθηκα κι εγώ και τον κοίταξα έντονα. Χαμή­ λωσε το βλέμμα στο πιάτο του. «Εντάξει, σόρι. Πες του ότι φταίει το άγχος των εξε­ τάσεων». Έμεινε να κοιτά τα υπολείμματα της μακα­ ρονάδας του. Με περίμενε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Μπή­ καμε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μπρος. «Πού πάμε;» με ρώτησε χαρωπά. «Στον αγύριστο» είπα και συγχρόνως μετάνιωσα. Μου άρεσε που τα έβαλα με τον Τάκη για τη συμπερι­ φορά του. Έσβησε τη μηχανή κι έμεινε αμίλητος κοιτώντας ευ­ θεία. Οι κλειδώσεις του είχαν ασπρίσει από το σφίξιμο στο τιμόνι. Κατέβασα το κεφάλι και ψιθύρισα: «Σου οφείλω δύο συγγνώμες. Ο Τάκης μου ζήτησε να σου πω ότι φταίει το άγχος των εξετάσεων». 177


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Κι εσύ;» ρώτησε ψυχρά χωρίς να ξεκολλά το βλέμ­ μα του από το παρμπρίζ. Τον κοίταξα και ύψωσα τον τόνο της φωνής μου: «Ρωτάς κιόλας; Σου ζητώ συγγνώμη επειδή είπα ότι θα προσπαθήσω να φέρομαι πολιτισμένα για λίγες μέ­ ρες αλλά φαίνεται πως δεν τα καταφέρνω. Ίσως φταίει ότι μου τα φόρεσες». Σώπασα και κοίταξα έξω από το παράθυρο για να κρύψω τα δάκρυα οργής που πλημ­ μύρισαν τα μάτια μου. Μείναμε μερικές στιγμές αμίλη­ τοι. Τη σιωπή έσπασε ο Αλέξης. «Τι θες να κάνω; Θες να φύγω τώρα; Θες να χωρί­ σουμε ;» Αναστέναξα. «Κι εγώ δεν ξέρω. Ας περάσουν οι εξε­ τάσεις και βλέπουμε. Άντε, βάλε μπρος και πάμε κά­ που για καφέ». Άναψε τη μηχανή σιωπηλός. Στην πο­ ρεία κατάλαβα ότι πηγαίναμε προς Κηφισιά. Κατέβα­ σα το τζάμι και με φύσηξε δροσερό αεράκι. Ακόμα δεν είχαν αρχίσει οι μεγάλες ζέστες. Κάτσαμε στον κήπο ενός νεοκλασικού σπιτιού που είχε διαμορφωθεί σε καφετέρια. Παραγγείλαμε φραπέ. Ο Αλέξης μου 'ριχνε κλεφτές ματιές όσο εγώ παρατη­ ρούσα το περιβάλλον. «Κάπου εδώ πρέπει να 'χει νερό. Κοίτα πόσα πλα­ τάνια υπάρχουν στην περιοχή». Έριξε γύρω του μια αδιάφορη ματιά και συμφώνη­ σε. «Πράγματι». Ξανάπεσε σιωπή μετά το σχόλιο για τη χλωρίδα της Κηφισιάς. Ήρθαν οι καφέδες κι ασχολήθηκε ο καθένας με το καλαμάκι του. Η σκέψη μου πέταξε στο Νικήτα. Τι να του έλεγα το βράδυ στο τηλέφωνο; Κοίταξα το ρολόι μου. Ακόμα ήταν απόγευμα. Τι χρώματα να 'χε άραγε αυτή τη στιγμή ο ουρανός της Καρδαμύλης; 178


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Γαλάζιο» άκουσα απ' τα βάθη του μυαλού μου τον Αλέξη. «Τι γαλάζιο;» ψέλλισα σαν χαζή, μην τολμώντας να πιστέψω ότι είχε εισχωρήσει στη σκέψη μου. «Λέω ότι σου πάει το γαλάζιο. Είναι καινούριο αυτό το πουκάμισο; Δεν το 'χω ξαναδεί». Κατέβασα μηχανι­ κά τα μάτια στο ρούχο που φορούσα. «Ναι, το αγόρασα πρόσφατα. Μαζί με διάφορα άλ­ λα». Σκέφτηκα τα σέξι εσώρουχα που αντικατέστησαν τις συντηρητικούρες. «Και τα μαλλιά σου είναι πολύ όμορφα έτσι όπως τα 'κοψες. Όπως τότε που πρωτογνωριστήκαμε. Θυμάσαι;» «Θυμάμαι. Με την αλογοουρά με είχες στο φτύσιμο και, μόλις έπεσε ψαλίδι, λες και μ' έβλεπες για πρώτη φορά». Με κοίταξε χαμογελώντας και μου έτεινε το χέρι. «Α­ νακωχή;» Το πήρα και το έσφιξα. «Τουλάχιστον για είκοσι μέ­ ρες». Συνέχισε να το κρατά. Το τράβηξα μετά από λίγο και έπιασα το καλαμάκι μου. Έπαιξα μηχανικά με τους αφρούς του φραπέ που 'χαν μείνει στον πάτο του ποτη­ ριού. «Τι είπες στον Τάκη για τη βιντεοκάμερα;» με ρώ­ τησε. «Ότι οι επόμενες δυόμισι βδομάδες θα 'ναι δύσκο­ λες». Τον κοίταξα με νόημα και πρόσθεσα: «Για όλους μας. Αλλά τελικά θα περάσουν και τότε θα ασχοληθού­ με μ' αυτά που μας ενδιαφέρουν πραγματικά». «Εσένα τι σ' ενδιαφέρει πραγματικά, Ελένη;» «Η ηρεμία μου. Και του Τάκη» είπα αποφασιστικά. Δίστασε πριν κάνει την επόμενη ερώτηση. 179


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

«Θα κοιμηθείς κι απόψε στον καναπέ; Αν είναι να κάνουμε μια προσπάθεια, έστω για τον Τάκη, ας την κάνουμε σωστά. Να ξέρεις ότι δε θα το εκμεταλλευτώ. Η πρωτοβουλία θα ανήκει σ' εσένα». «Εντάξει» είπα κι έκανα νόημα στο σερβιτόρο που μας είχε πάρει την παραγγελία. Κατέφθασε με το λογαριασμό. Ο Αλέξης πλήρωσε και σηκωθήκαμε. Είχε πάει εφτά. «Θα σ' αφήσω στο σπίτι και θα πεταχτώ για καμιά ωρίτσα στο γραφείο» είπε καθώς ξεκλείδωνε την πόρ­ τα του συνοδηγού. Αυθόρμητα σκέφτηκα ότι μπορεί να πήγαινε σε καμιά γκόμενα. Ίσως στη Λίζα για το απο­ χαιρετιστήριο πήδημα. Τον κοίταξα αποφασιστικά. «Δε θα πάω ακόμα στο σπίτι. Είναι ευκαιρία να πε­ ταχτώ στον οδοντίατρο μου για κάτι που μ' ενοχλεί. Θα πάρω ταξί στην επιστροφή». Παραξενεύτηκε αλλά δεν το σχολίασε, παρά μόνο προθυμοποιήθηκε να με πάει. Αρνήθηκα. «Μην κάνεις τον κόπο. Είναι πέντε λεπτά με τα πόδια». Με κοίταξε, προσπαθώντας να σκεφτεί αν έπρεπε να με υποψιαστεί ή όχι. Φαίνεται όμως πως δεν του γέμισα το μάτι — τι θα μπορούσα άλλωστε να κάνω όσο έλειπε; Να κοιμηθώ με τον άνθρωπο που μου έκανε φθορίωση; Έκανε μια χλιαρή προσπάθεια αμφισβήτησης: «Θα σε δεχτεί χωρίς ραντεβού; Μπορεί να έχει πολ­ λούς πελάτες σήμερα». «Μπα, δε νομίζω. Επειδή τους προειδοποιεί για τις σοκολάτες, δεν τον έχουν ιδιαίτερη ανάγκη». Του 'κλεισα το μάτι χαμογελώντας. Χαλάρωσε. «Εντάξει. Να προσέχεις». Με φίλησε πεταχτά στο μάγουλο και έκανε το γύρο του Φίατ. Ξεκλείδωσε την πόρτα του και μπήκε στο αυτοκίνητο. Όταν χάθηκε στη 180


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

στροφή του κεντρικού δρόμου, έκανα νόημα σ' ένα ταξί που έτυχε να περνά από μπροστά μου. «Καστρί, παρακαλώ ». Η καφετέρια της Κηφισιάς από το σπίτι του Νικήτα δεν ήταν ακριβώς πέντε λεπτά με τα πόδια, όμως ό,τι δε γνωρίζουμε δε μας ενοχλεί κιόλας. Κι εγώ δεν υπήρ­ χε περίπτωση να επιμείνω μπροστά στον Αλέξη ότι Κηφισιά-Καστρί το κόβεις άνετα με το πόδι. Εξάλλου το ψέμα της απόστασης ήταν άκακο. Σημασία είχε ότι πράγματι πήγαινα σε οδοντίατρο. Πλήρωσα το ταξί και στάθηκα έξω από την τριπλό κατοικία όπου ζούσε ο Νικήτας. Χτύπησα πρώτα το κου­ δούνι του ιατρείου. Ουδεμία απάντηση. Δοκίμασα στο σπίτι του. Δευτερόλεπτα αργότερα ακούστηκε η φωνή του στο θυροτηλέφωνο. «Ποιος είναι;» Έκανα ένα βήμα πίσω για να φανώ καλύτερα στην οθόνη της θυροτηλεόρασης. Άκουσα το μπιπ που ανοί­ γει αυτόματα την πόρτα κι έσπρωξα. Μπήκα στο ασαν­ σέρ και πάτησα τον δεύτερο. Με περίμενε στην εξώ­ πορτα με απορημένο βλέμμα. «Τι θες εδώ; Νόμιζα ότι θα μου τηλεφωνούσες το βράδυ». Τον πλησίασα και, καθώς δεν έκανε καμιά κίνηση να με καλέσει μέσα, τον ρώτησα: «Μήπως σε διακόπτω από τίποτα; Είναι εδώ μήπως η Λόλα και ψάχνει τα εσώρουχα της;» Παραμέρισε χα­ μογελώντας και προχώρησα στο εσωτερικό του σπι­ τιού. Έκλεισε την πόρτα κι ήρθε από πίσω μου. Δεν έ­ κανε καμιά κίνηση να με αγκαλιάσει. Έμεινε όρθιος, περιμένοντας να μιλήσω πρώτη. «Ήμουν εδώ γύρω κι είπα να περάσω. Ελπίζω να μη σε πειράζει που δε σε ειδοποίησα». 181


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΗΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Εμένα τι να με πειράζει; Τι ψέμα είπες στον άντρα σου για να με δεις;» ρώτησε κάπως πιο έντονα, χωρίς όμως να με πλησιάσει. «Ξέρει ότι ήρθα να σε βρω». Βρέθηκε απότομα μπρο­ στά μου και μου 'πιάσε τα χέρια.· «Του 'πες για μας;» Δεν μπορούσε να κρύψει το χα­ μόγελό του. «Του είπα ότι πάω στον οδοντίατρό μου». Άφησε τα χέρια μου. Το χαμόγελο έσβησε από τα χεί­ λη του. Κούνησε το κεφάλι. «Μάλιστα, μια από τα ίδια. Πατέρας και γιος γνωρί­ ζουν εξ ακοής τον οδοντίατρο σου, χωρίς να υποπτεύο­ νται στο ελάχιστο τις σχέσεις του μαζί σου. Τι να σου κά­ νω, έπρεπε να γίνω κουρέας. Να δω τι θα τους έλεγες». «Πάντως, δε θα έλεγα στον Αλέξη ότι πάω να πη­ δηχτώ με τον πρώην άντρα της γκόμενας για την οποία με παράτησε πριν από λίγο καιρό» απάντησα εκνευ­ ρισμένη . «Ήρθες να πηδηχτείς;» χαμογέλασε παγερά. Βούλιαξα στον καναπέ του κι απάντησα κουρασμέ­ να: «Έχεις δίκιο. Ας μην υποβιβάσουμε τη συζήτηση. Ήθελα να σε δω. Ήρθε ο Αλέξης κι έχασα την ηρεμία μου. Το αστείο είναι ότι την είχα χάσει κι όταν έφυγε. Αλλά βρέθηκες εσύ και άλλαξες τη σκέψη μου». Του έκανα νόημα να κάτσει δίπλα μου. Υπάκουσε. Του χάιδεψα το μάγουλο. «Τώρα σε σκέφτομαι περισσότερο από πριν. Απλά, κατάλαβε ότι πριν τελειώσει ο Τάκης δεν μπορώ να κά­ νω καμία συζήτηση. Ούτε σ' εκείνον ούτε στον Αλέξη». Μαλάκωσε η έκφρασή του. Με αγκάλιασε από τη μέση. «Τρελαίνομαι στη σκέψη ότι θα προσπαθήσει να σε 182


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ξανακερδίσει με κάθε τρόπο. Ακόμα και στο σεξουαλι­ κό ζήτημα. Να δεις που μπορεί να σε τουμπάρει και, από τον καναπέ που κοιμήθηκες χτες, από σήμερα να κοιμάσαι στο κρεβάτι σας». Δεν το σχολίασα. Αν του μαρτυρούσα την απόφαση μου να επιστρέψω στη συζυγική κλίνη, θα με εκπαραθύρωνε από τη ζωή του. Εξάλλου, υπερασπίστηκα τον εαυτό μου, στο κρεβάτι μου θα επέστρεφα, όχι στην α­ γκαλιά του Αλέξη. Παρέμεινα σιωπηλή. Με ρώτησε αν ήθελα καφέ. Του απάντησα ότι ένας δεύτερος καφές μέσα σε μια ώρα θα τίναζε το νευρικό μου σύστημα, που ούτως ή άλλως δεν περηφανευόταν για την ακεραιότητά του. «Το νευρικό σου σύστημα αντέχει τουλάχιστον την ανταλλαγή αντισωμάτων μέσω των χειλιών μας;» «Νομίζω ότι μπορώ να δεχτώ επίσκεψη από τα αντι­ σώματα σου». Μισάνοιξα τα χείλη μου περιμένοντας το φιλί του. Δευτερόλεπτα αργότερα έδειξε επεκτατικές διαθέ­ σεις. Τραβήχτηκα κουμπώνοντας σεμνότυφα το πουκά­ μισο, που τόσο άρεσε στον Αλέξη. «Όχι, Νικήτα. Δεν έχω διάθεση για παραπέρα. Νιώ­ θω ότι το κάνεις παρακινημένος από ανασφάλεια ότι θα με χάσεις κι όχι επειδή με ποθείς». Μαζεύτηκε σαν παιδάκι που το έπιασαν να κλέβει κέρματα από το πορτοφόλι του πατέρα του. «Ίσως έχεις δίκιο. Το μυαλό μου δεν μπορεί να λει­ τουργήσει σωστά τώρα που γύρισε ο άντρας σου». Κού­ νησε απογοητευμένος το κεφάλι του κι αναστέναξε: «Αχ, βρε Λίζα! Να μην μπορείς να κρατήσεις έναν άντρα!» Του χαμογέλασα. Ήταν τόσο αξιαγάπητος. «Θα φύγω τώρα. Θα σου τηλεφωνήσω σύντομα». Έ183


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

κανα να σηκωθώ. Μου έπιασε αποφασιστικά το χέρι, καθηλώνοντας με στη θέση μου. «Δε θα μου τηλεφωνήσεις καθόλου. Αρνούμαι να κλω­ σάω το τηλέφωνο μέχρι να σ' ακούσω. Να περιμένω δη­ λαδή πότε θα λείπουν οι πάντες από το σπίτι σου για να με πάρεις στα γρήγορα; Και να μου πεις τι; Υπομο­ νή, λιγοστεύουν οι μέρες;» Προσπάθησα να διαμαρτηρηθώ. Με διέκοψε: «Άσε που σ' αυτό το διάστημα μπορεί να τα ξανα­ βρείτε και μια ωραία πρωία να μου σερβίρεις την τηλε­ φωνική χυλόπιτα. Προτιμώ να επικοινωνήσουμε μια και καλή μόλις τελειώσει ο Τάκης με τα μαθήματα. Χωρίς εμένα να σε επηρεάζω, θα 'χεις όλο το χρόνο να κατα­ λάβεις τι ακριβώς θες. Τον Αλέξη ή εμένα. Ή κανέναν μας». Σηκώθηκε και μου 'δώσε την τσάντα, που 'χα αφήσει στο πάτωμα. Την πήρα κοιτάζοντας τον στα μάτια. Μί­ λησε πάλι εκείνος: «Την προηγούμενη φορά που σου 'δωσα την τσάντα σου, την πέταξες στο πάτωμα και με παρέσυρες να κά­ νουμε έρωτα. Μακάρι να την έριχνες και τώρα. Όμως ξέρω πως δε θα το κάνεις». Την κρέμασα στον ώμο χωρίς να αφήσω το πρόσωπό του από τα μάτια μου. Με οδήγησε στην εξώπορτα. Με ρώτησε πότε τέλειωναν οι εξετάσεις. «Στις δεκαπέντε Ιουνίου. Τρεις μέρες μετά τα γενέ­ θλιά του». «Κάποιο από τα επόμενα εικοσιτετράωρα λοιπόν θα έχω φορτώσει τις βαλίτσες μου στο αυτοκίνητο. Πριν φύγω για τη Μάνη, θα κάνω μια στάση έξω από το σπί­ τι σου. Θα σου τηλεφωνήσω και τότε θα ξέρω αν θα συνεχίσω μόνος». Μου χαμογέλασε. «Να προσέχεις...» 184


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Εντάξει». Έφυγα μην μπορώντας να κοιτάξω πίσω μου. Ούτε μπρος μου. Τα δάκρυα είχαν θολώσει τα μά­ τια μου. Μπήκα στο σπίτι ψυχικά εξαντλημένη. Στο ταξί μέ­ χρι το Χαλάνδρι έκλαιγα με αναφιλητά κι ο ταξιτζής δυ­ στύχησε μην μπορώντας να με βοηθήσει. Τους βρήκα να κάθονται στη βεράντα, πίνοντας αναψυκτικά και τρώ­ γοντας φρούτα. Ο Γκουσγκούνης κοιμόταν στην μπαλ­ κονόπορτα, κουνώντας κατά διαστήματα ανεπαίσθητα την ουρά του. Πήγα κατευθείαν στο μπάνιο να ελέγξω την κατάστασή μου: τουλάχιστον τραγική. Έριξα κρύο νερό στα μάτια μου και, φορώντας το καλύτερό μου χα­ μόγελο, ετοιμάστηκα να βγω έξω. Ευτυχώς είχε νυχτώ­ σει και τα φώτα της βεράντας δεν ήταν αρκετά για να με προδώσουν. Ή ήταν; Ξαφνικά είχα την εντύπωση ότι η βεράντα φωτιζόταν από ένα εκτυφλωτικό φως για πρώ­ τη φορά στα τόσα χρόνια που ζούσα σ' αυτό το σπίτι. Κοντοστάθηκα στην ασφάλεια που μου παρείχε το σκοτάδι του σαλονιού. Η φωνή του Τάκη με ανάγκασε να αφήσω την κρυψώνα μου: «Έλα έξω, ρε μάνα. Ο μπαμπάς αντικατέστησε τις παλιές λάμπες και τώρα έχει πολύ φως, για να μη στρα­ βωνόμαστε τα βράδια. Αποφάσισα να διαβάζω εδώ όταν νυχτώνει. Έχει δροσιά». Μάλιστα. Ο Κύρος Γρανάζης μάς άλλαξε και τα φώ­ τα. Και πώς μας τα άλλαξε! Βγήκα έξω παρακαλώντας σιωπηλά να μην έβλεπαν τα κοκκινισμένα μου μάτια. «Έκλαιγες;» ρώτησαν εν χορώ. Παραδόθηκα στο ψέμα. «Όχι, απλά το ρίμελ που χρη­ σιμοποίησα το απόγευμα μου προκάλεσε ερεθισμό. Πή­ ρα σταγόνες από το φαρμακείο και, τώρα που έβαλα, 185


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

κοκκίνισαν τα μάτια μου». Με κοίταξαν αμίλητοι. Ο Α­ λέξης κάπως παρατεταμένα. Ο Τάκης έσπασε τη σιωπή: «Παραγγείλαμε σουβλάκια. Σου πήραμε δύο με απ' όλα. Δεν πιστεύω να σε πειράζει το τζατζίκι». «Δε θα φιλήσω κανέναν» είπα ανέμελα και κάθισα σε μια φερ φορζέ. «Πώς πάει το διάβασμα;» «Αγκομαχώντας. Αλλά θα επιβιώσω». «Τι σου 'πε ο οδοντίατρος;» ρώτησε ο Αλέξης, λίγο ξι­ νισμένα από το σχόλιο μου για το φιλί. «Να προσέχω». «Τι να προσέχεις;» Τις δόλιες προσπάθειες σου να με ξανακερδίσεις. «Τα δόντια μου. Βρίσκονται σε οριακό σημείο». «Παρά τις συμβουλές του για αποχή από τις σοκο­ λάτες;» επέμεινε κάπως ειρωνικά. «Ναι, παρά τις συμβουλές του». Σηκώθηκα δίνοντας τέλος στη συζήτηση. «Πάω να κόψω σαλάτα. Έχετε παραγγείλει και πα­ τάτες ή να τηγανίσω μερικές;» «Τηγάνισε» είπε ο Τάκης και έσκυψε στο βιβλίο του. Έφυγα νιώθοντας το βλέμμα του Αλέξη καρφωμένο στην πλάτη μου. Φάγαμε υπό το εκτυφλωτικό φως της βεράντας. Κα­ τά τις εντεκάμισι ο Τάκης μας καληνύχτισε. Ο Αλέξης χασμουρήθηκε και σηκώθηκε. «Θα 'ρθεις για ύπνο;» «Σε λίγο». Προσπάθησα να συγκροτήσω τις σκέψεις μου. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι αδυνατούσα να σκεφτώ. Σαν να απωθούσα τη δεδομένη κατάσταση στο τελευταίο κύτταρο του εγκεφάλου. Το μυαλό μου απασχολούσαν άλλα πράγματα. Τι θα μαγείρευα την επομένη, πότε έ­ ληγε ο λογαριασμός του νερού, το λίπασμα που έπρεπε 186


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

να ανανεώσω στις τριανταφυλλιές. «Αύριο» μονολόγη­ σα. «Αύριο θα κάτσω να σκεφτώ τι θα κάνω». Μπήκα στο σαλόνι και πάτησα το διακόπτη, λυτρώ­ νοντας τη νύχτα από το ανηλεές φως της βεράντας. Έ­ μεινα για λίγο στο σκοτάδι. Τι θα 'πρεπε να σκεφτώ; Αφού είχα αποφασίσει εκ των προτέρων να αφήσω τον Αλέξη για το Νικήτα. Πριν εμφανιστεί καν ο Αλέξης. Εί­ χε αρχίσει να με επηρεάζει η επιστροφή του σε σημείο να αμφισβητώ την αρχική μου απόφαση; Σαν φλας ά­ στραψε η εικόνα του Αλέξη με τον Τάκη, που έτρωγαν φρούτα στη βεράντα. Πριν από δυο μέρες είχαμε ξανα­ γίνει οικογένεια. Όχι εύκολα, αλλά είπαμε να προσπα­ θήσουμε. Φυσικά δεν ήξεραν ότι εγώ τους ξεγελούσα για είκοσι μέρες, και μετά ξανά ρημαδιό, εξαιτίας μου αυτή τη φορά. Έφερα στο μυαλό μου τη Χριστίνα τη στιγμή που μου αποκάλυψε ότι την κουτούπωνε ο Αλέ­ ξης. Ένιωσα καλύτερα, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω. Σαν να πάλεψα με τον εαυτό μου για χάρη του Νικήτα. Αλλά τότε γιατί δε σκέφτηκα τη σκηνή που έκανα έρω­ τα μαζί του; Γιατί να νιώσω πιο κοντά στην αρχική μου απόφαση εξαιτίας της εκδίκησης και όχι εξαιτίας των στιγμών που μου προσέφερε ο γοητευτικός οδοντία­ τρος και πρώην σύζυγος της τέως γκόμενας του άντρα μου; «Αύριο» ξαναείπα στον εαυτό μου. «Αύριο, που θα ανατείλει νέα μέρα, θα σκεφτείς με καθαρό μυαλό. Η απόφαση είναι δική σου». Έξω από το μπάνιο κοντοστάθηκα, ακούγοντας τον Αλέξη να κάνει γαργάρες με διάλυμα για πλύσεις στό­ ματος, προφανώς για να εξαλείψει την κακοσμία του τζατζικιού. Άνοιξα την πόρτα τη στιγμή που έφτυνε μια γενναία δόση στην αριστερή γούρνα, που επί δεκαεφτά χρόνια ήταν δική του. Τα καλλυντικά του γέμιζαν ξανά 187


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

την αριστερή πλευρά του πάγκου, τα ρούχα του την α­ ριστερή ντουλάπα, ο ίδιος κοιμόταν ξανά στην αριστε­ ρή πλευρά του διπλού κρεβατιού. Γύρισε και μου χά­ ρισε ένα διάπλατο χαμόγελο μέντας. Εκτυφλωτικό σαν το φως που είχε αντικαταστήσει στη βεράντα. Τον κοί­ ταξα μέσα από τον καθρέφτη χωρίς να πλησιάσω το νι­ πτήρα μου. Με προσκάλεσε. «Έλα μέσα. Τι στέκεσαι στην πόρτα;» «Θέλω να κατουρήσω». Γέλασε με την κοφτή μου δή­ λωση. «Κάποτε δε σε ενοχλούσε η παρουσία μου στις πολύ προσωπικές σου στιγμές». «Κάποτε έψαχνα την παρουσία σου με το ντουφέκι» αντιγύρισα. «Και τώρα, αν θες, μπορείς να βγεις έξω γιατί δε θα αντέξω για πολύ;» Βγήκε ανέκφραστος. Ξαλάφρωσα την υπερφορτω­ μένη κύστη μου και έπιασα την οδοντόβουρτσα. Την ξανάφησα στο ποτηράκι μου και βγήκα από το μπάνιο. Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα βρομοκοπώντας τζατζίκι. Ο Αλέξης ήταν ήδη ξαπλωμένος και διάβαζε εφημερίδα. Άνοιξα την ντουλάπα κι έβγαλα από το συρτάρι το νυ­ χτικό μου. Δηλαδή την υποψία νυχτικού. Σκάλισα νευ­ ρικά τα εσώρουχα, προσπαθώντας να βρω κάποια απ' τις παλιές βαμβακερές μου πιτζάμες. Μάταιος κόπος. Είχαν πεταχτεί όλες, στο πλαίσιο της ανανέωσής μου. Το να προσπαθήσω να κόψω την όρεξη του Αλέξη με την κακοσμία του στόματος μου, αλλά φορώντας συγ­ χρόνως αραχνοΰφαντο νυχτικό, ήταν σαν να αποφάσιζα αυστηρή δίαιτα με γιαούρτι και δύο γουρουνόπουλα για επιδόρπιο. Δίπλωσα το νυχτικό και το ξανάβαλα στο συρτάρι. Βγήκα από το δωμάτιο και πήγα στου Τάκη. Είχε 188


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

κλειστή την πόρτα, αλλά το φως που διαχεόταν από τη χαραμάδα μαρτυρούσε πως ο γιος μου δεν είχε κοιμη­ θεί. Του χτύπησα σιγά. Άνοιξα και τον βρήκα ξαπλω­ μένο στο πάτωμα, περιτριγυρισμένο από σημειώσεις χη­ μείας. «Βολεύεσαι, βρε παιδί μου, στο πάτωμα; Γιατί δεν κάθεσαι στο γραφείο σου;» «Αυτό -σε έκαιγε να μου πεις βραδιάτικα;» μου είπε άχρωμα, απορροφημένος από το διάβασμα. «Όχι. Έχεις να μου δώσεις καμιά μπλούζα; Από τις φαρδιές που φοράς». Γύρισε απορημένος και με κοίτα­ ξε. Έσκυψα τα μάτια με αμηχανία. Δε με ρώτησε τίπο­ τα. Σηκώθηκε σβέλτα και άνοιξε την ντουλάπα του. Κατόπιν μου 'κανε νόημα να πλησιάσω στο συρτάρι με τις μπλούζες. «Διάλεξε όποια θες». Στάθηκα δίπλα του. Πήρα την πάνω πάνω που είχε μια γελοιογραφία με το γουρούνι του Αρκά. Τη μέτρησα με το μάτι και ικανο­ ποιήθηκα με αυτά που έκρυβε. Τον φίλησα και βγήκα από το δωμάτιό του κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Στο μπάνιο έβγαλα τα ρούχα και φόρεσα την μπλού­ ζα που μου έφτανε στα γόνατα, ενώ στο φάρδος χώρα­ γε άνετα τον Ντέμη Ρούσσο πριν από την εξαντλητική του δίαιτα. Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα νυχοπατώντας. Ο Αλέξης είχε σβήσει το φως. Γλίστρησα στη με­ ριά μου με τις αισθήσεις στην τσίτα. Αν έβηχε, ήμουν ικανή να τσιρίξω. Προσπάθησα να καταλάβω αν ετοι­ μαζόταν για... προσέγγιση. Μετά από πέντε λεπτά πλή­ ρους ακινησίας υπέθεσα ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. Διακινδύνευσα μια στραβή ματιά προς τη μεριά του. Η ρυθμική αναπνοή σε συνδυασμό με το ανεπαίσθητο ρουθούνισμα πρόδιδαν την κατάσταση στην οποία είχε πε­ ριπέσει. Χαμογέλασα χαζά μες στο σκοτάδι. Σιγά σιγά 189


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

επέτρεψα στους μυς του κορμιού μου να χαλαρώσουν. Λίγες στιγμές αργότερα τους ακολούθησαν οι μύες των βλεφάρων. Ξύπνησα ξαφνικά μέσα στη νύχτα, μ' ένα βάρος στο στέρνο. Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να φοβάμαι την πιθα­ νότητα καρδιακής προσβολής στα τριάντα έξι. Έκανα απελπισμένες προσπάθειες να αναπνεύσω, αλλά κάτι με δυσκόλευε. Λες κι ένα χέρι είχε γραπώσει τα πνευμόνια μου. Έβαλα δύναμη κι ανασηκώθηκα στην πλάτη μου. Το δεξί χέρι του Αλέξη μετατοπίστηκε στην κοιλιά μου. Έμεινα κοκαλωμένη περιμένοντας τη συνέχεια. Το χέρι του δεν κουνήθηκε. Γύρισα και τον κοίταξα. Κοιμόταν μπρούμυτα. Υπέθεσα ότι στον ύπνο του απλώθηκε πε­ ρισσότερο από ό,τι του επέτρεπαν πια οι συνθήκες. Σή­ κωσα με προσοχή το μπράτσο του και κρατώντας το γλίστρησα μαλακά από το κρεβάτι. Το απίθωσα ξανά στη μεριά μου. Έφερα το ρολόι κοντά στα μάτια κι εί­ δα ότι ήταν τέσσερις. Φόρεσα τις παντόφλες και βγήκα από το δωμάτιο. Μου 'χε φύγει ο ύπνος. Όχι δηλαδή ότι τον είχα χορτάσει. Πήγα στην κουζίνα κι άνοιξα το ψυγείο. Το λαμπάκι του εσωτερικού του φώτισε αμυδρά το χώρο. Πήρα μια διαιτητική Κόκα κι έκλεισα την πόρτα, ξαναβυθίζοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι. Κατευθύνθηκα στο σαλόνι. Οι λάμπες του δρόμου φώτιζαν αμυδρά το χώρο. Πού και πού περνούσε κάποιο αυτοκίνητο, χαϊδεύοντας φευγα­ λέα τα έπιπλα με την αντανάκλαση των φώτων του. Χώ­ θηκα στον καναπέ σιγοπίνοντας την Κόκα-κόλα. Από κάπου άκουσα τα νύχια του Γκουσγκούνη να χτυπάνε στο πάτωμα καθώς με πλησίαζε. Βρέθηκε μπροστά μου και μου χάρισε ένα ερεβώδες χασμουρητό. Καθότι κολ­ λητικό, του το ανταπέδωσα. Μ' έναν πήδο ανέβηκε στον 190


Ο

ΙΟΥΑΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

καναπέ και κουλουριάστηκε δίπλα μου ακουμπώντας το φαλακρό του κεφάλι στα πόδια μου. Τον πήρε αμέ­ σως ο ύπνος. Κι ύστερα σου λένε, σκυλίσια ζωή. Πουθε­ νά δεν μπορώ να απλώσω το κορμί μου. Το χέρι του Α­ λέξη στην κρεβατοκάμαρα, το κεφάλι του Γκουσγκουνη στο σαλόνι... Κοίταξα τρυφερά το κουβαράκι που ανέπνεε. «Του­ λάχιστον εσύ δε με απογοήτευσες» μονολόγησα στο σκοτάδι του σαλονιού. «Μαμά, είσαι εντάξει;» ακούστηκε σιγανά ο Τάκης, του οποίου το σκοτεινό περίγραμμα είδα να με πλη­ σιάζει. «Τάκη, δεν κοιμάσαι;» τον ρώτησα ξαφνιασμένη. «Τώρα πάω να πέσω. Μόλις τελείωσα την ύλη. Νομί­ ζω ότι δε συγκράτησα τίποτα». Στάθηκε μπροστά μου. «Να ανάψω φως; Έγινε τίποτα με τον μπαμπά;» «Να μην το ανάψεις. Δεν έγινε τίποτα με τον μπαμπά. Απλώς ζεστάθηκα στην κρεβατοκάμαρα κι ήρθα εδώ να πιω μια Κόκα-κόλα». Σήκωσα ψηλά το κουτάκι για να αποδείξω τα λεγόμενα μου. «Άντε, πήγαινε τώρα για ύπνο γιατί σε περιμένουν δύσκολες ώρες. Θα κουτουλάς στην κόλλα». Μου έδω­ σε ένα φιλί στο μέτωπο κι εξαφανίστηκε στο δωμάτιό του. Αποτέλειωσα το αναψυκτικό, διώχνοντας κάθε ίχνος νύστας με την καφεΐνη που κύλησε στις φλέβες μου. Προσπάθησα να φανταστώ το σπίτι του Νικήτα στην Καρδαμύλη. Μου είχε πει πως του ανήκε ένας από τους παλιότερους πύργους στην περιοχή. Ο προπάππος του τύγχανε μεγάλου σεβασμού, καθότι γιατρός κι εκείνος. Όχι οδοντίατρος αλλά παθολόγος. Τότε δεν υπήρχαν ειδικότητες. Πάντως, απ' ό,τι ήξερε ο Νικήτας, είχε ξερι­ ζώσει και πέντ' έξι μανιάτικα δόντια. Με επιτυχία, διό191


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

τι το να κάνεις εκείνα τα χρόνια το γιατρό σε Μανιάτη ήταν σαν να εξέταζες νευρικό λιοντάρι με στηθοσκόπιο. Με συνεπήραν οι σκέψεις για το μέρος που μου περιέ­ γραφε με τόση θέρμη. Χαλάρωσα κι έκλεισα τα μάτια. Στο τέλος με πήρε ο ύπνος, νανουρισμένη από τα γνω­ στά πλέον τζιτζίκια της Καρδαμύλης. 18. Κρατώντας κλειστά τα μάτια, παρακολουθούσα με τα αυτιά την πρωινή ζωή του σπιτιού. Υπολόγισα ότι ήταν γύρω στις εφτά, αφού άκουσα τον Αλέξη στο μπάνιο. Λίγο αργότερα ο Γκουσγκούνης εγκατέλειψε την αγκα­ λιά μου, ακολουθώντας τη φωνή του Τάκη, που τον κα­ λούσε στην κουζίνα. Σηκώθηκα με κόπο τρίβοντας τα πιασμένα μου μέλη και, ισιώνοντας την μπλούζα με το γουρούνι του Αρκά, κατευθύνθηκα στην κρεβατοκάμαρα. Ο Αλέξης είχε στρώσει ξανά το κρεβάτι, όχι όμως με τη χτεσινή επιμέ­ λεια. Μάλλον ένα τράβηγμα του σεντονιού πάνω στα μαξιλάρια. Ξαφνικά με έπιασε άγχος για το τι θα του έλεγα σχετικά με τη δεύτερη διανυκτέρευση μου στον καναπέ: Έβαλες το χέρι σου ασυναίσθητα στο στήθος μου και νόμισα πως θα με βιάσεις; Σαν αστραπή επέστρεψα στο σαλόνι, όπου με μια θεαματική βουτιά προσγειώθηκα στον καναπέ και έ­ κλεισα τα μάτια, κάνοντας πως κοιμάμαι. Δευτερόλε­ πτα αργότερα άκουσα τον Αλέξη να ανοίγει την ντου­ λάπα στην κρεβατοκάμαρα. Κατάφερα να προσποιηθώ την κοιμισμένη, ακόμα κι όταν τον αισθάνθηκα να σκύ­ βει από πάνω μου, να διστάζει για την επόμενη του κί192


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

νηση και στο τέλος να με φιλά στο μάγουλο και να φεύ­ γει. Άνοιξα τα μάτια και μου κόπηκε η χολή αντικρίζο­ ντας τον Τάκη πάνω από το πρόσωπό μου. Μου πρότει­ νε μια κούπα καφέ και είπε χαμογελώντας: «Έλα... ξύπνα, έφυγε». Και, σαν να το διασκέδαζε, «μην κάνεις τον κόπο να τεντωθείς και να χασμουρη­ θείς. Σε είδα από την κουζίνα τι πήδο έριξες στον κα­ ναπέ». Κοκκίνισα μέχρι τις ρίζες των μαλλιών μου, ενδεχο­ μένως και ως τα κύτταρα του εγκεφάλου μου. Πήρα τον καφέ μουρμουρίζοντας «ευχαριστώ». Κάθισε δίπλα μου παρακολουθώντας κάθε μου γουλιά. Τον ρώτησα τι ώρα έδινε μάθημα. «Στις δέκα» μου απάντησε κι έπιασε να παίζει με το στρίφωμα της μπλούζας του. «Πώς πάει, αγόρι μου;» Χάιδεψα το γόνατό του. «Ποιο απ' όλα;» Σταμάτησε να ασχολείται με την μπλούζα του και με κοίταξε. «Το διάβασμα... ο μπαμπάς σου... η Νόρα...» «Τσουλώντας... παλεύοντας... με τη Νόρα είμαστε μια χαρά» ζωήρεψε δυο τόνους η φωνή του. «Τι ακριβώς παλεύεις με τον μπαμπά σου; Δε χάρη­ κες που επέστρεψε;» «Δεν ξέρω. Με ενοχλεί που μας εγκατέλειψε αλλά τελικά ξαναγύρισε. Το ξέρω ότι ακούγεται ηλίθιο, αλλά το πιστεύεις ότι κάπου θα τον παραδεχόμουν, αν έμενε με την άλλη; Έτσι έγινε πολύ εύκολο. Βαρέθηκε εδώ, πήγε κι έπαιξε αλλού, βαρέθηκε, γύρισε. Ποιος ξέρει αν του την ξανακαρφώσει; Θα φύγει και θα ξαναγυρίσει, ξέροντας ότι η οικογένειά του τον περιμένει με ανοιχτές αγκάλες». Σηκώθηκε απ' τη θέση του και στάθηκε μπρο­ στά μου. «Του το κάνεις πολύ εύκολο. Κι αυτό με τον καναπέ είναι για γέλια. Καλύτερα να κοιμάσαι στο κρε193


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

βάτι σας χωρίς να του δίνεις σημασία, αν θες να τον τσιτσιρίσεις». «Δεν έχω πρόθεση ούτε να τον τσιτσιρίσω ούτε να τον καβουρντίσω. Έτυχε να μην έχω ύπνο και δεν ήθελα να τον ξυπνήσω» είπα με αμυντικό ύφος. «Και μη βιά­ ζεσαι να τον κρίνεις γι' αυτό που έκανε. Σημασία έχει ότι γύρισε σ' εμάς». «Για πόσο;» «Κανείς δεν ξέρει τίποτα και για κανέναν. Αύριο μπορεί να μου πεις ότι θα πιάσεις σπίτι με τη Νόρα. Ή μπορεί να νιώσω εγώ την ανάγκη να φύγω ένα διάστη­ μα...» τον κοίταξα πλαγίως για να δω την αντίδρασή του. Χαμογελούσε με νόημα. «Καλά, θα αφήσεις τον μονάκριβό σου να πάει να ζήσει με άλλη γυναίκα σε τόσο μικρή ηλικία; Ας τολμή­ σω να το προτείνω...» έβαλε τα γέλια. «Δεν είπα ότι θα το κάνεις σύντομα. Αλλά κάποια στιγμή θα θελήσεις να φύγεις». Συνέχισε να γελάει. «Ναι, όταν αποφασίσεις κι εσύ να φύγεις, πάρε με απ' το χέρι να πάμε μαζί». Με παρέσυρε κι εμένα και βρεθήκα­ με να κακαρίζουμε, φτιάχνοντας σενάρια για το πώς θα του 'ρχόταν του Αλέξη να βρεθεί ξαφνικά μόνος στο σπίτι. Κοίταξε το ρολόι του και σοβάρεψε. «Αμάν, πρέπει να φύγω». Μου 'σκασε ένα φιλί στο μάγουλο και εξα­ φανίστηκε στο δωμάτιό του για να ετοιμαστεί. Βγήκε πέντε λεπτά αργότερα και, κάνοντάς μου «γεια» με το χέρι, έκλεισε την εξώπορτα. Έμεινα μόνη στον καναπέ, διατηρώντας ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, κατάλοιπο της προηγούμενης διάθεσης. Κοίταξα την κούπα του καφέ. Άδεια. Σηκώθηκα για ανανέωση καφείνης στις φλέβες. Ενώ περίμενα τον ελληνικό να φουσκώσει στο μπρίκι, 194


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

κλωθογύριζα στο μυαλό μου τη συζήτηση με τον Τάκη: «Μαμά, τον σκέφτεσαι να τριγυρνά αξύριστος και να κοντοστέκεται στις φωτογραφίες μας αναστενάζο­ ντας ;» «Τουλάχιστον θα 'χει συντροφιά τον Γκουσγκούνη». «Πάντως αυτή είναι η δοκιμασία που του χρειάζεται. Να βρεθεί στη θέση που σε έφερε κι εκείνος. Τώρα που 'μαστε εδώ, απλά προσπαθεί απέναντι μας. Κι εμείς ε­ παινούμε τις προσπάθειές του. Αλλά εσύ, καλή μου μητερούλα, ποτέ δεν πρόκειται να εγκαταλείψεις το Χα­ λάνδρι». «Μην είσαι τόσο σίγουρος, παιδί μου» μονολόγησα χύνοντας τον καφέ στο φλιτζάνι. «Σε είκοσι μέρες μπο­ ρεί να λιάζομαι στην Καρδαμύλη...» Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα στη βεράντα. Θρονιάστηκα σε μια φερ φορζέ τεντώνοντας τα πόδια σε μια άλλη. Ο Γκουσγκούνης εμφανίστηκε χαρωπός και ξάπλωσε δίπλα μου. Το αεράκι δρόσιζε ευχάριστα το κορμί μου. Έκλεισα τα μάτια και ξανασκέφτηκα το καταφύγιο των ονείρων μου. Παλιοί πύργοι λουσμένοι στο λαμπερό φως της Μάνης. Ξερά στάχυα και ελιές που ασήμιζαν στον ήλιο. Και τζιτζίκια... πολλά τζιτζί­ κια, που σε αποχαύνωναν με το μονότονο τρίψιμο των ποδιών τους στα δέντρα. Χαμογέλασα ονειροπολώντας. Το χαμόγελο άρχισε να ξεθωριάζει, μέχρι που τα χείλη μου έγιναν μια ίσια γραμμή. Κάτι με ενοχλούσε. Κάτι απροσδιόριστο. Άνοιξα τα μάτια και προσπάθησα να σκεφτώ τι δε μου πήγαινε. Στο μυαλό μου είχα την αίσθηση μιας τέλειας κατά­ στασης, από την οποία μου διέφευγε μια λεπτομέρεια. Aν φανερωνόταν, θα κατέστρεφε τα πάντα. Σαν να συ­ ναντάς τον άντρα των ονείρων σου. Κούκλος, έξυπνος, 195


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ευγενικός, υπέροχος εραστής αλλά... κάτι δε σου πάει και δεν μπορείς να το προσδιορίσεις. Και μια μέρα, εκεί που οδηγεί και κάθεσαι δίπλα του, πατά την κόρνα κι αντί για το κλασικό μπιιιπ, ακούγονται Τα παιδιά του Πειραιά. Αυτή η δυσάρεστη ακουστική έκπληξη είναι μια λεπτομέρεια, που όμως παίρνει τρομερές διαστά­ σεις στο μυαλό σου και απομυθοποιεί αυτόν τον άντρα. Συνειδητοποιείς ότι η κιτσάτη επιλογή κόρνας αποτελεί το πρώτο ντόμινο που θα πέσει και θα παρασύρει τα υπόλοιπα, χαλώντας την τέλεια στοίχιση. Ξαφνικά α­ νακαλύπτεις όλες του τις ατέλειες και διαλύεις τη σχέ­ ση ανασαίνοντας με ανακούφιση.. Την επόμενη στιγμή βρέθηκα στο τηλέφωνο σχημα­ τίζοντας το νούμερο του οδοντιατρείου. Το σήκωσε ο ίδιος ο Νικήτας. «Νικήτα, το ξέρω ότι παραβαίνω τη συμφωνία μας να μη μιλήσουμε καθόλου, αλλά πρέπει να μάθω οπωσ­ δήποτε κάτι. Πώς κάνει η κόρνα του αυτοκινήτου σου;» ρώτησα και περίμενα με αγωνία την απάντηση. Περί­ μενα αρκετά, προφανώς επειδή ένας οδοντίατρος δεν είναι συνηθισμένος να δέχεται τέτοιου είδους ερωτήσεις στις δέκα το πρωί. Όταν μίλησε, ακούστηκε ανησυχητικά καθησυχαστι­ κός. Όπως μιλά ο γιατρός που ετοιμάζεται να κάνει έ­ νεση στον έντρομο ασθενή. «Ελένη, είσαι εντάξει; Μήπως θέλεις να τα πούμε από κοντά να ξεσκάσεις; Αν δεν αντέχεις άλλο την κα­ τάσταση στο σπίτι, φύγε πριν τρελαθείς...» Τον διέκοψα ανυπόμονα: «Είμαι μια χαρά. Απλά, θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι στο μυαλό μου και δεν μπορώ να σου πω λεπτομέρειες. Πες μου πώς κάνει η κόρνα σου!» 196


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Μου φάνηκε αρκετά εκνευρισμένος όταν απάντησε. Το αγνόησα. Εδώ παιζόταν η σχέση μας. «Μπιπ». Ανάσανα με ανακούφιση. Ξαναμίλησε ε­ ντελώς μπερδεμένος. «Δε σε καταλαβαίνω. Μήπως πρό­ κειται για κάποιο σύντομο ανέκδοτο;» «Όχι, όχι. Είσαι σίγουρος πως όταν την πατάς δεν παίζει καμιά μελωδία βραβευμένη με όσκαρ;» Ας σιγουρευόμουν ότι είχε καταλάβει την ερώτηση μου. Πρέπει να είχα εξαντλήσει την υπομονή του γιατί άρχισε να ωρύεται: «Είσαι με τα καλά σου πρωινιάτικα; Τελευταία φορά που κόρναρα, δε βγήκε κανένας περίεργος ήχος. Δεν ξέρω αν αύριο το κλάξον αρχίσει τα αρχοντορεμπέτικα. Σ' την έχει δώσει, κορίτσι μου, και πας να τρελάνεις και τους υπόλοιπους; Κι εγώ χάρηκα που σε άκουσα, επει­ δή πίστεψα ότι με πεθύμησες...» «Σε πεθύμησα» του απάντησα μηχανικά, ισιώνοντας τους τηλεφωνικούς καταλόγους που βρίσκονταν δίπλα στη συσκευή. «Ωραίο τρόπο βρήκες να το δείξεις» γκρίνιαξε, έχο­ ντας όμως μαλακώσει. Του ζήτησα συγγνώμη για την πρωινή αναστάτωση και υποσχέθηκα ότι δε θα τον ξα­ ναενοχλούσα. Με ρώτησε αν σκέφτομαι την Καρδαμύλη. «Δεν κάνω τίποτ' άλλο» του απάντησα με θέρμη. Με πίστεψε. Κλείσαμε το τηλέφωνο. Αισθάνθηκα πολύ βλά­ κας. Τι θα 'λεγε κι αυτός ο χριστιανός που τον πήρα πρωί πρωί να τον μπερδέψω με τις ψυχώσεις μου. Μου 'ρθε να τηλεφωνήσω πάλι και να του πω: «Νικήτα, τα παρατάω όλα. Ούτε ισορροπίες ούτε τίποτα. Φεύγουμε τώρα». Σήκωσα το ακουστικό και πάτησα τα πλήκτρα. Το 197


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

τηλέφωνο χτύπησε τρεις φορές. Στην τέταρτη απάντη­ σε μια φωνή που δεν ήξερα. «Παρακαλώ, τη Χριστίνα» είπα αβέβαιη, πιστεύο­ ντας πως είχα κάνει λάθος. Μου είπε να περιμένω γιατί «το κυρία Κριστίνα ατύ­ χημα, όχι καλό πόδια, σιγά σιγά τηλέφωνο». Περίμενα στο ακουστικό με μια έκφραση απορίας. Μετά από λί­ γο άκουσα τη Χριστίνα να λέει «εμπρός». «Ποια απάντησε στο τηλέφωνο αγκομαχώντας να περιγράψει την κατάσταση σου;» «Η Φιλιππινέζα που πήρε η μαμά για εσωτερική. Η Βορειοηπειρώτισσα,που είχε δυο φορές την εβδομάδα, γύρισε στους Άγιους Σαράντα». «Και δε μου λες, στις ελεύθερες ώρες θα της διδά­ σκει νεοελληνική γραμματική και συντακτικό για να θυ­ μάται και την παλιά της τέχνη;» ρώτησα γελώντας. «Μμμ, δεν ξέρω. Από αύριο εγκαθίσταμαι στο σπι­ τάκι μου, με την ησυχία μου και την κινησιοθεραπεία μου. Σήμερα θα βγάλω το γύψο των ποδιών και του χε­ ριού. Θα κυκλοφορώ υποβασταζόμενη από πατερίτσες για μερικές μέρες και μετά θα 'μαι εντάξει. Όσο για τον αυχένα, θα απαλλαγώ από το κολάρο σε μια βδομάδα. Τώρα καταλαβαίνω τι τράβηξες τρία χρόνια με τα ορ­ θοδοντικά σιδεράκια». «Άσε, μη μου το θυμίζεις. Λοιπόν, από αύριο θα σε βρίσκω στο σπίτι σου;» «Ναι και χαίρομαι που δείχνεις διάθεση να επικοι­ νωνείς μαζί μου. Εγώ δεν τολμώ να σου τηλεφωνήσω σπίτι σου, παρ' όλο που το θέλω τόσο. Ακόμα ντρέπο­ μαι, και θα ντρέπομαι για πολύ. Γι' αυτό αφήνω σ' εσέ­ να την πρωτοβουλία. Όποτε θες, θα με παίρνεις εσύ». «Εντάξει» είπα, σκεπτόμενη τον Αλέξη να σηκώνει 198


Ο ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

το τηλέφωνο και να τσιτώνει στη φωνή της Χριστίνας, κάνοντάς την κι εκείνη να χάσει τα λόγια της. Μιλήσα­ με περί ανέμων και υδάτων και κάποια στιγμή κλείσα­ με, γιατί πλησίαζε το ραντεβού της με το γιατρό. Η μέρα κυλούσε ήρεμα, χωρίς βαθυστόχαστες σκέ­ ψεις. Το τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές. Τη μια ήταν ο Τάκης, που μου είπε ότι έγραψε συμπαθητικά κι ότι θα πήγαινε στο σπίτι της Νόρας για να ξεκινήσουν την ύλη της ιστορίας. Την άλλη ήταν ο Αλέξης, που πήρε για να μου πει ότι είχε πολλή δουλειά και θα 'ρχόταν το βρα­ δάκι. Δεν απέφυγα τη σκέψη ότι από δω και στο εξής θα προσπαθούσε να συμπτύξει τα πονηρά ραντεβού του στις ώρες του γραφείου, ώστε να βρίσκεται νωρίς στο σπίτι και να 'μαστε όλοι ευχαριστημένοι. Ακόμα κι αν του κοβόταν σύρριζα —όπως ευχόταν πολύ συχνά στο παρελθόν—, εγώ δε θα έπαυα να τον υποψιάζομαι για γυναικοδουλειές. Πάντως δε βαυκαλιζόμουν. Όταν εί­ δα το κρεβάτι στρωμένο πρόχειρα, κατάλαβα ότι δε θα άφηνε το πολύβουο γραφείο του για δεύτερο συνεχό­ μενο μεσημέρι. Όχι πως με ένοιαζε. Από την ημέρα που γύρισε, ένιωθα πως εγώ κινούσα τα νήματα και πως εκείνος κρεμόταν από τη διάθεσή μου. Όπως και ο Νι­ κήτας. Εκείνος τουλάχιστον για τις επόμενες δυο βδο­ μάδες. Στη σκέψη του αναστέναξα. «Γλυκέ μου Νική­ τα, με τι τρελή έμπλεξες» μονολόγησα. Κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας για να καθαρίσω φασολάκια. Άρχισα να σιγοσφυρίζω. Απολάμβανα την ησυχία του διαμερίσματος. Δε με τρόμαζαν πια τα ά­ δεια δωμάτια. Είχα τόσους γύρω μου, που μπορούσα ακόμα και να διαλέξω. Ανάμεσα στο σύζυγο και στον εραστή, με ή χωρίς τη μετανοημένη Χριστίνα. Ο Τάκης φυσικά ήταν εκτός συναγωνισμού. Και ο Γκουσγκού199


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

νης, που, σαν να διάβασε τη σκέψη μου, ήρθε και τρί­ φτηκε στα πόδια μου. Για κοίτα που ξαφνικά με αγα­ πάνε όλοι! γέλασα. Το ίδιο βράδυ, ξαπλωμένη στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού κι ακούγοντας το ελαφρύ ρουθούνισμα του Αλέξη, επέτρεψα στον εγκέφαλό μου να θέσει σε κίνηση τους τροχούς της σκέψης. Παρά τους αρχικούς μου φό­ βους, ο Αλέξης δε με ρώτησε γιατί πέρασα την προη­ γούμενη νύχτα στον καναπέ. Δεν έδειξε να παραξενεύε­ ται από την ξαφνική μου προτίμηση για τις μπλούζες του Τάκη. Δεν το σχολίασε όταν με βρήκε ξαπλωμένη στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού το αποψινό βράδυ, διαβάζοντας το μυθιστόρημα μου σαν να μην έτρεχε τί­ ποτα. Δεν εξερράγη συναισθηματικά όταν τον καληνύ­ χτισα αγγίζοντας απαλά το μάγουλό του με τα ακροδάχτυλά μου — η πρώτη αυθόρμητη κίνηση ενδιαφέρο­ ντος από τη μέρα που ήρθε. Μετά τη συμφωνία μας για προσωρινή εκεχειρία δεχόταν σιωπηλά ό,τι κι αν έκανα. Λες κι αν αντιδρούσε εγώ θα τρόμαζα και θα κλεινό­ μουν στο καβούκι μου ή θα χάλαγα τη συμφωνία μας. Δεχόταν ό,τι κι αν έκανα. Μπορεί να ξυπνούσε το πρωί και να μ' έβρισκε καθισμένη οκλαδόν να ψαλιδίζω τη μοκέτα, τραγουδώντας μανιάτικα μοιρολόγια και να έλεγε μόνο «καλημέρα, αγάπη μου, κοιμήθηκες καλά;». Αυτή του η ανοχή με βόλευε. Μου έκανε ευκολότερες τις μέρες που απέμεναν μέχρι να φύγω. Διαισθανόταν ότι τον περίμενα στη γωνία για καβγά και δεν έστριβε. Όμως, από την άλλη, φούντωνε η αρρωστημένη μου διάθεση να τον προκαλέσω, αψηφώντας την υπόσχεση που είχα δώσει και σ' αυτόν και σ' εμένα για ένα εικο­ σαήμερο ηρεμίας. Όταν τον ακούμπησα στο μάγουλο ένιωσα πως κράτησε την αναπνοή του, περιμένοντας την 200


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

επόμενη κίνηση. Εγώ έσβησα το πορτατίφ και του γύ­ ρισα την πλάτη. Θα μπορούσα να τον αποδεκατίσω με τέτοιες κινήσεις. Να τον προκαλώ ερωτικά και μετά να τον στέλνω για κρύο ντους. Δε θα 'ταν άσχημη ιδέα να φορούσα το αραχνοΰφαντο νυχτικό το επόμενο βρά­ δυ... έτσι,για να τον προκαλέσω μόνο. Άνοιξα τα μάτια και με κύκλωσε το σκοτάδι. Τα στύλωσα στο ταβάνι προσπαθώντας να διώξω μια σκέ­ ψη που πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό μου. Κι αν η πρόθεση σου, Ελενάκι, δεν είναι απλά να πειραματι­ στείς με τις ορέξεις του αλλά να δοκιμάσεις τις δικές σου; Αν, παρ' όλα όσα σου έκανε, δεν μπόρεσες να ξε­ χάσεις τη λαχτάρα που σ' έκαιγε ένα χρόνο, να κάνετε έρωτα; Αν όλα αυτά τα νάζια είναι προπέτασμα κα­ πνού για να μη λέει ότι υπέκυψες στο πιτς φιτίλι; Αν τον αγαπάς ακόμα τόσο, ώστε να τον συγχωρέσεις για σέ­ να κι όχι για την ηρεμία του Τάκη; Αν τελικά αναβάλλεις μέχρι τη λήξη των εξετάσεων τη χυλόπιτα στο Νικήτα; ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ! Το Νικήτα τον έχω ερωτευτεί παράφορα. Στάθηκε ικανός να με βγάλει από τη μιζέρια μου. Φώτι­ σε τις μαύρες μου μέρες, μ' έκανε να μη χάσω τον αυτο­ σεβασμό μου, ανακάλυψε ευαισθησίες μου που έθαβα τόσα χρόνια με τον Αλέξη, κάναμε έρωτα τη στιγμή που δεν είχα διανοηθεί να απατήσω τον άντρα μου. Και με δική μου πρωτοβουλία, παρακαλώ. Και ήταν υπέροχο... νομίζω. Δηλαδή δε θυμάμαι και καλά. Έγινε υπό ψυχο­ λογική πίεση κι από τους δύο. Πάντως έφυγα χαμογε­ λώντας ευτυχισμένη από το σπίτι του. Αυτό το θυμάμαι. Κι αν δεν επέστρεφε το ίδιο βράδυ ο Αλέξης, τώρα θα κοιμόμουν στην αγκαλιά του Νικήτα, φορώντας το αρα­ χνοΰφαντο νυχτικό μου κι όχι την μπλούζα με το γου­ ρούνι του Αρκά. Αν δεν επέστρεφε ο Αλέξης... Αν δεν 201


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

επέστρεφε ο Αλέξης, θα 'μουν με το Νικήτα... Αν δεν έ­ φευγε ποτέ ο Αλέξης, δε θα 'μουν με το Νικήτα. Θα ζού­ σα ευτυχισμένη με τον άντρα μου και το παιδί μου ξε­ χνώντας τους παλιούς εφιάλτες, ότι θα με απατούσε επειδή τον παγίδεψα μ' ένα μωρό. Θα με κοίταζε στα μάτια και θα μου 'λεγε πως είμαι η μοναδική γυναίκα που αγάπησε. Χωρίς να υπολογίζουμε βέβαια τη Λίζα και την καλύτερή μου φίλη... σκέφτηκα με πικρία, που γρήγορα μεταλλάχτηκε σε ακράτητο θυμό. Πετάχτηκα από το κρεβάτι καταπνίγοντας την επι­ θυμία να αρχίσω να τον κοπανάω στο κεφάλι με το ρο­ λόι. Ήταν ικανός να χαμογελάσει αιμόφυρτος και να μου πει: «Αχ, αγάπη μου, χτυπά κιόλας το ξυπνητήρι;» «Όχι, ηλίθιε, εγώ σε χτυπάω με το ξυπνητήρι» με φα­ ντάστηκα να του λέω, γελώντας σατανικά και χτυπώ­ ντας τον μέχρι θανάτου για να ξεθυμάνω που μου είχε διαλύσει τη ζωή. Δεύτερο βράδυ που αναζήτησα λίγη ηρεμία μπροστά στην πόρτα του ψυγείου. Το άνοιξα ψάχνοντας τη σω­ τήρια Κόκα-κόλα. Πώς το έλεγε η διαφήμιση; «Πάντα Κόκα-κόλα». Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το σεξ, με το φαγητό, με το διάβασμα, στον περίπατο, στην αϋπνία, για τα κουρελιασμένα νεύρα, για τις αποφά­ σεις που δεν μπορείς να πάρεις... Πάντα Κόκα-κόλα. Έ­ ψαξα στο ράφι που βάζαμε τα αναψυκτικά, αλλά βρή­ κα μόνο ένα Περριέ. Παραμέρισα κάτι τάπερ με την κρυφή ελπίδα ότι είχε ξεμείνει κάποιο κουτάκι από πί­ σω. Τίποτα. Κοίταξα το ρολόι μου. Δωδεκάμισι. Η κά­ βα είχε κλείσει εδώ και ώρα. Άρχισε να με τριγυρίζει το σύνδρομο στέρησης. Πώς θα έβγαζα κι αυτή τη νύχτα χωρίς να νιώσω το μείγμα ανθρακικού και καφείνης να γδέρνει ευχάριστα το λαρύγγι μου; Αναποφάσιστη κρα202


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

τούσα ανοιχτό το ψυγείο, προσπαθώντας να δω με τι ποτό θα κατευθυνόμουν στον καναπέ του σαλονιού. Το Περριέ δεν το έβαζα στο στόμα μου, κι έτσι δεν έριξα δεύτερη ματιά στο πράσινο καμπυλόγραμμο μπουκάλι. Θυμήθηκα το λευκό κρασί που άνοιξα το προηγούμενο μεσημέρι για να ρίξω στη σάλτσα ναπολιτέν. Το γρά­ πωσα θριαμβευτικά και βγήκα από την κουζίνα. Ένα δυο ποτηράκια και θα ροχάλιζα μακαρίως και χωρίς ε­ νοχλητικές σκέψεις. Πηγαίνοντας προς το σαλόνι είδα φως στο δωμάτιο του Τάκη. Ακούμπησα το κρασί σ' ένα χαμηλό τραπε­ ζάκι και του χτύπησα την πόρτα. Περίμενα λίγο και, καθώς δεν έπαιρνα απάντηση, γύρισα να φύγω. «Έλα» άκουσα την τελευταία στιγμή και μπήκα. Τον βρήκα να κάθεται στο γραφείο του με το βιβλίο της ιστορίας ανοιχτό σε μια σελίδα όπου ένας ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης κάπνιζε πούρο φορώντας γυαλιά ηλίου, κατόπιν, καλλιτεχνικής παρέμβασης του Τάκη. Γύρισε χαμογελώντας προς το μέρος μου. «Και σήμερα στον καναπέ θα τη βγάλουμε;» «Εεε... όχι. Δεν τα 'παμε πολύ όταν γύρισες και ήρθα να δω αν είσαι εντάξει κι αν θες τίποτα» του είπα χωρίς να ελπίζω ότι τον έπεισα. Δεν τον έπεισα. «Εγώ είμαι μια χαρά, αν εξαιρέσεις ότι δε βλέπω την ώρα να ξεμπερδεύω με το διάβασμα. Το θέμα είναι ότι εσύ τραβάς μεγάλο ζόρι και δεν καταλαβαίνω γιατί. Αν δεν τον θέλεις πια και σπαταλάς τις νύχτες σου στον καναπέ, πες του το. Αν το κάνεις για μένα, μη φοβάσαι. Είμαι μεγάλο παιδί και θα αντέξω οτιδήποτε αποφα­ σίσετε. Δε μου αρέσει να σε βλέπω σε τέτοια κατάστα­ ση». Με κοίταξε έντονα και πρόσθεσε: «Αν εξαιρέσεις τις πρώτες μέρες που ήσουν χάλια, μετά κάτι άλλαξε 203


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

σ' εσένα. Και εσωτερικά και εξωτερικά. Μου φάνηκες σχεδόν, ευτυχισμένη. Απελευθερωμένη, χωρίς άγχος. Δεν ξέρω ακριβώς πώς το κατάφερες, αλλά μου άρεσε που έπαψες να είσαι το αδύναμο πλάσμα που καθόταν σού­ ζα στον μπαμπά. Και τώρα ξανά τα ίδια». «Ε, δεν κάθομαι και σούζα, βρε Τάκη!» υπερασπί­ στηκα τον εαυτό μου. «Απλά, δε θέλω να πετάξω στα σκουπίδια τόσα χρόνια γάμου. Όχι χωρίς να το σκε­ φτώ. Σύντομα θα πάρω τις αποφάσεις μου». «Καλά, καλά, μην τρελαίνεσαι». Με τα μάτια του έδειξε την μπλούζα του Αρκά: «Σε βόλεψε;» «Ναι, σ' ευχαριστώ πολύ. Κάνει ζέστη αυτές τις μέ­ ρες και δεν έχω κάτι ελαφρύ για τον ύπνο». Σηκώθηκε από την καρέκλα και άνοιξε την ντουλάπα του. Έβγαλε μια σακουλίτσα και μου την έδωσε. «Σου πήρα ένα μικρό δωράκι. Βασικά, για να αφή­ σεις ήσυχες τις δικές μου μπλούζες». Άνοιξα τη σακούλα και έβγαλα μια ολόμαυρη μακό μπλούζα. Πήγα να τον φιλήσω, αλλά με έκοψε ανυπό­ μονα : «Δεν την είδες από μπροστά. Έχει λεζάντα». Τη γύρισα και είδα δύο φούσκες ομιλίας, σαν αυτές που έχουν τα κόμικς. Η μια έλεγε: «Γιατί είναι τόσο σκοτεινά απόψε;» Η άλλη απαντούσε: «Δεν ξέρω, αλλά μην προσπαθήσεις να επωφεληθείς...» «Κι αύριο να τη φορέσεις, να σιγουρευτείς ότι διά­ βασε τις λεζάντες και να κοιμηθείς στο κρεβάτι σας σαν καλό κορίτσι» μου έκλεισε πονηρά το μάτι. «Αρχικά εί­ πα να σου πάρω μια μπλούζα που έγραφε "μήπως εί­ μαι μαζόχα;", αλλά ήμουν σίγουρος ότι δε θα τη φο­ ρούσες». «Αυτή θα τη φορέσω, σ' το υπόσχομαι». Τον φίλησα 204


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

και κρατώντας το δώρο μου βγήκα από το δωμάτιό του. Στο σαλόνι επικρατούσε το χτεσινό σκηνικό. Ησυχία, σκοτάδι, που ταραζόταν από κάποια φώτα αυτοκινή­ των, ο μαλακός καναπές κι ο Γκουσγκούνης, που εμφα­ νίστηκε περιχαρής και τρίφτηκε στα πόδια μου. Άρχισα να σιγοπίνω το δροσερό κρασί. Με ζάλισε ευχάριστα. Μου 'ρθε μια άσχετη σκέψη. Τα καλοκαίρια που με έ­ στελναν οι γονείς μου στην κατασκήνωση και γύριζα μονίμως με ψείρες. Δεν ξέρω σε ποια φάση με πήρε ο ύπνος. Προφανώς αφού είχα αδειάσει το μπουκάλι και αναπολήσει τα ζε­ στά μεσημέρια, που όλα τα παιδιά ξαπλώναμε στα ράντζα κάτω από τα πεύκα της κατασκήνωσης. Το άλλο πρωί ξύπνησα με φριχτό πονοκέφαλο. Ήταν το τίμημα ενός ύπνου χωρίς όνειρα. Το σπίτι ήταν ά­ δειο. Δε χρειάστηκε να προσποιηθώ ότι κοιμόμουν βα­ ριά και δεν τους άκουσα να φεύγουν. Ήπια δυο ασπι­ ρίνες και άναψα το καμινέτο για καφέ. Το κεφάλι μου παιάνιζε εμβατήρια και ανοιγόκλεισα πολλές φορές τα μάτια για να διώξω τη θολούρα που περιέβαλλε τα πά­ ντα γύρω μου. Το στόμα μου ήταν τσαρούχι. Σαράντα έξι νούμερο. Την ώρα που πέταγα το άδειο μπουκάλι του κρασιού στα σκουπίδια, ορκίστηκα να ξαναπιώ οι­ νόπνευμα στο γάμο του Τάκη. «Ελπίζω να αργήσει να παντρευτεί» μονολόγησα και, παίρνοντας το φλιτζάνι με τον ελληνικό, βγήκα στη βεράντα. Έκανε ζέστη και κατέβασα την τέντα. Η μπλούζα κολλούσε στο σώμα μου, κι όταν ρούφηξα τις τελευταίες γουλιές, μπήκα στο μπάνιο για ένα αναζωογονητικό ντους. Φόρεσα το μακό που μου χάρισε ο Τάκης. Κοιτάχτη­ κα στον καθρέφτη κι έβαλα τα γέλια. Θα μπορούσα να τυπώσω διάφορα μηνύματα σε μπλούζες και να μη 205


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

χρειάζεται να απευθύνομαι στον Αλέξη. Παραδείγμα­ τος χάριν, το πρωί θα εμφανιζόμουν φορώντας μπλούζα με τη λεζάντα: «Καλημέρα, Αλέξη, θες καφέ;» Το με­ σημέρι θα την άλλαζα με αυτή που θα 'γραφε: «Κάθισε, το τραπέζι είναι έτοιμο». Μπα, αυτή η μπλούζα θα 'ταν άχρηστη, δεδομένου ότι ο Αλέξης δεν εμφανιζόταν το μεσημέρι στο σπίτι. Το βράδυ θα τον υποδεχόμουν με το εξής τυπωμένο μήνυμα: «Καλώς τον. Πώς πήγε η μέρα σου; Είχες κανένα καυτό ραντεβού ή ξεχαρμάνιασες χουφτώνοντας τη γραμματέα σου;» Και στο κρεβά­ τι θα του φύλαγα το δώρο του Τάκη. Κατόπιν πρακτι­ κής σκέψης, έβγαλα την μπλούζα για να μην τη λερώσω ως το βράδυ που θα τη φόραγα στον ύπνο. Λίγο αργό­ τερα κατέβηκα στην κάβα της γωνίας και αγόρασα ένα κιβώτιο Κόκα-κόλες. Γυρίζοντας σπίτι βρήκα τον Τάκη χωμένο στα βιβλία και στις σημειώσεις. Μου ζήτησε να μην τον ενοχλήσω μέχρι το βραδινό φαγητό. Φάγαμε οι δυο μας γιατί ο Αλέξης τηλεφώνησε ότι είχε ραντεβού από μέρες με έναν αρεοπαγίτη, ότι το 'χε ξεχάσει κι έπρεπε να φύγει εσπευσμένα γιατί τον είχε στήσει. Όταν μου το είπε στο τηλέφωνο, δέχτηκα το νέο με την ψυχραιμία του δήμιου που ζυγιάζει το τσεκούρι πάνω από το σβέρκο του μελλοθάνατου. Ούτε υστερίες ούτε ανασφάλειες ού­ τε τίποτα. Μπορεί να είχε όντως ξεχάσει ότι είχε κλείσει ραντεβού με τον αρεοπαγίτη και τον είχε στήσει. Ή μπο­ ρεί να είχε στύση κι έπρεπε να την αξιοποιήσει κάπως, δεδομένου ότι εγώ δεν του καθόμουν. Πολύ που μ' έ­ νοιαζε. Υπήρχε ο Νικήτας. Ακόμα. Όμως για πόσο θα μπορούσα να ακούω με άνεση τις καθυστερήσεις του Αλέξη; Ο Νικήτας δε θα με περίμενε για πάντα. Θύμωσα με τον εαυτό μου. Καλά, υπήρχε περίπτωση 206


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

να κάνω πίσω; Αφού είχα κάνει την επιλογή μου. Κι ορίστε! Δεν είχε προλάβει να γυρίσει ο άλλος, κι άρχισε πάλι τα ίδια. Εντάξει, θα πήγαινε πολύ να με απατήσει πάλι σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις... Πάντα θα τον υποψιαζόμουν. Περίμενα η φτωχή να σέρνεται από πίσω μου σαν το σκουλήκι; Είχε κι αυτός εγωισμό. Μπορεί να δεχόταν αδιαμαρτύρητα ό,τι του 'λεγα, αλλά δεν ήταν μαλάκας. Ξαφνικά ένιωσα ρίγος στη σκέψη ότι ο Αλέξης μπορεί να γνώριζε την ύπαρξη του άλλου κι έκανε τον καλό μέχρι να λυγίσω και να ξαναπέσω στην αγκαλιά του, διώχνοντας έτσι μια για πάντα το Νικήτα. Και μετά, σί­ γουρος ότι ξεπάστρεψε τον αντίπαλό του, να ξαναρ­ χίσει τις γυροβολιές. «Δεν πειράζει, έχω αρκετές μέρες μπροστά μου μέχρι να αποφασίσω» καθησύχασα τον εαυτό μου. Το κλειδί του Αλέξη γύρισε στην πόρτα όταν το ρο­ λόι έδειξε δώδεκα. Ανακάθισα στα μαξιλάρια του κρεβατιού, ισιώνοντας τη μαύρη μακό μπλούζα για να φαί­ νονται καθαρά οι λεζάντες. Μπήκε στην κρεβατοκάμα­ ρα χαλαρώνοντας συγχρόνως τη γραβάτα του. Έδειξε έκπληξη σαν με είδε ξύπνια να τον περιμένω. Τον υπο­ δέχτηκα με ελεγχόμενη κατινιά: «Καλώς τη Σταχτοπούτα. Κι ό,τι έλεγα πως ο αρεοπαγίτης θα σε κρατούσε απασχολημένο όλη τη νύχτα». «Άσε, Ελένη, ο ευυπόληπτος δικαστικός που απονέ­ μει δικαιοσύνη την ημέρα είχε διάθεση να με σύρει σε σκυλάδικο κάποιου αρχιμαφιόζου που αθώωσε κάποτε. Το τι σκαρφίστηκα για να ξεφύγω από τα νύχια του...» ξεφύσηξε και μου χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο του στιλ όμως τώρα είμαι με τη γυναικούλα μου, θα πέσω στο μαλακό μου κρεβατάκι... 207


ΜΑΙΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Για να ξεφύγεις από τα νύχια του, ε; Και δε μου λες, μήπως είναι μακριά και βαμμένα με χτυπητό κόκ­ κινο βερνίκι;» του πέταξα με κακία που θύμιζε κατα­ στάσεις πριν από δυο μήνες. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του. Με πλησίασε και κάθισε δίπλα μου. Πήρε σο­ βαρό ύφος. Ή μήπως ήταν συγκρατημένα απειλητικό, σαν ηφαίστειο που βγάζει προειδοποιητικές αναθυμιά­ σεις λίγο πριν ξεράσει τα σωθικά του; «Πιστεύεις ότι θα σε απατούσα τη στιγμή που προ­ σπαθώ να επανορθώσω για ό,τι σας έκανα; Για τόσο μικρονοϊκό με έχεις; Το ξέρω ότι δε μου έχεις εμπιστο­ σύνη , αλλά, διάβολε, κάνω τα πάντα για να επαναφέρω την ισορροπία στο σπίτι μας. Δε θα ξενοπηδουσα με το που γύρισα γονυπετής να ζητήσω συγγνώμη». Μου έπιασε τα χέρια και με κοίταξε κατάματα. Του α­ ντιγύρισα θαρρετά το βλέμμα. «Ε, ναι, θα περιμένεις να φτιάξουν τα πράγματα με­ ταξύ μας για να ξαναρχίσεις τις αταξίες. Σωστά, είναι νωρίς ακόμα. Θα σφίξεις τα δόντια καθότι εγώ δε σου κάθομαι —όχι δηλαδή ότι σε νοιάζει, ένα χρόνο λες και δεν υπήρχα για σένα—, κι όταν διασφαλίσεις τη θέ­ ση σου στην οικογένεια θα ξεχαρμανιάσεις με τον δι­ καστικό, τον μπαρόβιο που αθώωσε κι όλο το σκυλολόι που τραγουδά στο κέντρο του». Έκανα να σηκωθώ όσο ήλεγχα ακόμα τα δάκρυα που συσσωρεύονταν στα μά­ τια μου. Με κράτησε ακόμα πιο σφιχτά κι έφερε το πρό­ σωπό του επικίνδυνα κοντά στο δικό μου. Ασυναίσθητα άνοιξα τα ρουθούνια μου να μαζέψω αποδεικτικά στοι­ χεία. Ούτε ίχνος γυναικείας κολόνιας. Λίγο ξεθυμασμέ­ νο after shave και ανεπαίσθητη μυρωδιά ιδρώτα. Μ' ένα γρήγορο οπτικό scanning διαπίστωσα ότι το πουκάμισό του δεν έφερε παράσημα από κραγιόν. Ηρέμησα κά208


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

πως. Το κατάλαβε και χαλάρωσε τη λαβή του. Για την ακρίβεια, δεν τη χαλάρωσε απλώς, αλλά πέρασε τα χέ­ ρια του γύρω από το σβέρκο μου, σαν να ήθελε να πλη­ σιάσει το κεφάλι μου στα χείλη του. Κράτησα την ανα­ πνοή μου. Αν με φιλούσε, θα ανταποκρινόμουν. Ήμουν σίγουρη γι' αυτό. Δε με φίλησε. Απλά, έτριψε για λίγο το σβέρκο μου με τα ακροδάχτυλα και με άφησε για να πάει στο μπάνιο. Σκεπτόμενη παρορμητικά, θα 'χα αντικαταστήσει αυ­ τοστιγμεί το μακό μπλουζάκι με το αραχνοΰφαντο νυ­ χτικό. Σκεπτόμενη λογικά, θα 'πρεπε να σβήσω το πορ­ τατίφ και να προσποιηθώ ότι με πήρε ο ύπνος. Το κλικ του διακόπτη βύθισε το δωμάτιο στο σκοτάδι. Σκεπά­ στηκα μέχρι τα αυτιά με τα σεντόνι κι έκλεισα τα μά­ τια. Τον άκουσα να ακροπατεί μέχρι το κρεβάτι και να ξαπλώνει στη μεριά του χωρίς να ανάψει το δικό του φως. Στο σκοτάδι αιωρήθηκε η κουρασμένη του καλη­ νύχτα, την οποία ανταπέδωσα μ' ένα κοφτό μουγκρητό. Παραδόξως, ο ύπνος με τύλιξε σε δευτερόλεπτα.

19. Πέρασαν δέκα μέρες από την έναρξη των εξετάσεων. Ο Τάκης κλεινόταν με τις ώρες στο δωμάτιό του κι έ­ βγαινε μόνο για το βραδινό φαγητό. Εξαιρουμένης της βραδιάς με τον αρεοπαγίτη, ο Αλέξης γύριζε σχετικά νωρίς το βράδυ. Τον συνέδεσα με το ηλιοβασίλεμα. Ά­ κουγα το κλειδί του την ώρα που ο ήλιος έβαφε μενεξε­ λί το σαλόνι και δε μου 'κανε καρδιά να χαλάσω αυτό το υπέροχο φως ανάβοντας τις λάμπες. Έμπαινε για λί­ γο στο δωμάτιο του Τάκη κι ύστερα ερχόταν στην κου209


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ζίνα να μου κρατήσει συντροφιά όσο ετοίμαζα το δεί­ πνο. Συνήθισε ακόμα και τον Γκουσγκούνη. Πολλές φο­ ρές τον είδα να τον ξύνει στ' αυτιά, κι ο σκύλος έβγαζε βαθιούς λαρυγγισμούς ευφορίας. Πέρα από το φιλί της καλησπέρας στο μάγουλο, δεν είχε προσπαθήσει να με πλησιάσει. Με έτρωγε η περιέργεια αν ενεργούσε έτσι κατόπιν σχεδίου ή εξακολουθούσε να αδιαφορεί ερωτι­ κά για μένα. Στο χέρι μου ήταν να το διαπιστώσω. Όμως κάτι με κρατούσε. Ο φόβος μήπως με απορρίψει ακόμα μια φορά; Η απόφαση μου να ανήκω μόνο στο Νικήτα από δω κι εμπρός; Ενώ τις πρώτες δυο τρεις μέρες φερόταν αηδιαστικά δουλοπρεπώς, κάνοντας κομπλιμέντα ακόμα και για το πώς τσιγάριζα το κρεμμύδι, άρχισε να κινείται σε χαμη­ λούς τόνους. Σαν να παρατηρούσε εκ νέου τη ζωή του σπιτιού στο οποίο έζησε δεκαεφτά χρόνια. Και φαινό­ ταν να το απολαμβάνει. Κι εγώ άρχισα να ξεθαρρεύω. Έπαψα να είμαι εχθρική, για την ακρίβεια έπαψα να είμαι αδιάφορη. Η φωνή μου απέκτησε ζεστασιά κι εν­ διαφέρον καθώς τον ρωτούσα για την ημέρα του και σι­ γά σιγά ξεπέρασα τους φόβους ότι πηδούσε κάθε πε­ λάτισσα που του εμπιστευόταν την υπόθεση της. Μόλις τελειώναμε το φαγητό, ο Τάκης αποχωρούσε στο δω­ μάτιο του και μέναμε οι δυο μας στη βεράντα. Δε μι­ λούσαμε πολύ και αποφεύγαμε επικίνδυνα μονοπάτια. Ήθελα να τον ρωτήσω για τη Λίζα, πώς και πότε τη γνώρισε, για τα συναισθήματα του όσο ζούσαμε μαζί αλλά κι όταν έφυγε. Θεέ μου, είχα τόσες ερωτήσεις να του κάνω, αλλά δεν ήθελα να χαλάσω τις ήρεμες στιγ­ μές που ζούσαμε στη βεράντα του σπιτιού μας. Μια βδομάδα πριν τελειώσουν οι εξετάσεις, έπεσα ε­ ντελώς τυχαία πάνω στο Νικήτα. Εγώ δηλαδή έπεσα τυ210


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

χαία. Γιατί εκείνος το είχε προσχεδιάσει. Η συνάντηση έλαβε χώρα στην κάβα της γειτονιάς μου. Στεκόμουν στο ράφι με τις σαμπάνιες, κοιτάζοντας να διαλέξω μια για τα γενέθλια του Τάκη, που ήταν σε τέσσερις μέρες. «Να πάρεις αυτή. Γαλλική γεύση κι ελληνική τιμή» άκουσα μια λιποθυμικά γνώριμη φωνή πάνω από τον ώμο μου. Γύρισα απότομα και σχεδόν βρέθηκα στην αγκαλιά του Νικήτα. «Τι θες εσύ εδώ;» τραύλισα κοιτώντας λοξά προς το ταμείο, ελπίζοντας ότι ο κύριος Μανόλης θα ασχολού­ νταν με τις εισπράξεις της ημέρας. Ο κύριος Μανόλης είχε καρφώσει το βλέμμα του στον άγνωστο που μιλού­ σε με την κυρία Ελένη, την καλύτερη πελάτισσα Κόκακόλας ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου, όπως χαριτολογούσε για μένα. «Μου τέλειωσε το Ντραμπούι» απάντησε λακωνικά. «Κι ήρθες απ' το Καστρί στο Χαλάνδρι για να το α­ γοράσεις;» χαμογέλασα ψεύτικα στον κύριο Μανόλη, που είχε τεντωθεί επικίνδυνα πάνω από τον πάγκο του για να ακούσει τη συνομιλία μας. «Αν σκεφτείς ότι στη διαφήμιση περνούν του λινα­ ριού τα πάθη για να το αποκτήσουν, εγώ έκανα απλά έναν περίπατο». Μου έκλεισε το μάτι χαμογελώντας. Τον κοίταξα μην ξέροντας αν έπρεπε να χαρώ που τον είδα ή να βάλω τις φωνές. «Δεν μπορούσες να περιμένεις μια βδομάδα; Τι έκα­ νες, στεκόσουν με τις ώρες μέχρι να βγω από την πολυ­ κατοικία; Δε μου φαινόσουν για τέτοιος τύπος» είπα κάπως επιτιμητικά. Αντεπιτέθηκε. «Κι εγώ δε φανταζόμουν ότι θα μου τηλεφωνήσεις μια ωραία πρωία για να με ρωτήσεις πώς κάνει το κλά­ ξον του αυτοκινήτου μου». 211


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

«Είχα τους λόγους μου» απάντησα πειραγμένη. «Θα σου εξηγήσω κάποια στιγμή, τώρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε περισσότερο. Ο ιδιοκτήτης κοντεύει να φάει τούμπα έτσι όπως έχει γείρει πάνω από τον πάγκο». Ο Νικήτας γύρισε προς το μέρος του κυρίου Μανόλη, ο οποίος, καταλαβαίνοντας ότι είχε περάσει τα όρια της αδιακρισίας, συρρικνώθηκε πίσω από την ταμειακή μη­ χανή. «Πώς πάει στο σπίτι;» ρώτησε δισταχτικά και με πε­ ρισσότερη αγωνία απ' ό,τι ήθελε να δείξει. «Καλούτσικα. Αλλά, σε παρακαλώ, δεν είναι ώρα να κάνουμε τέτοια συζήτηση. Αφού ξέρεις ότι θα τα πούμε σύντομα » τον καθησύχασα. «Θα τα πούμε, Ελένη; Ή θα μου πετάξεις ένα ξερό: "Νικήτα, υπερίσχυσαν τα δεκαεφτά χρόνια γάμου. Κα­ λά να περάσεις στην Καρδαμύλη"...» Με πλησίασε ε­ πικίνδυνα κοντά στο πρόσωπο. «Μη, Νικήτα! Τι θα πω αν μας δει κανείς έτσι; Μπο­ ρεί να μπει ο Τάκης! Είναι πάνω και διαβάζει...» τραβή­ χτηκα και κόλλησα σχεδόν στα ράφια με τις σαμπάνιες. «Να του πεις ότι συνάντησες τυχαία τον οδοντίατρο σου κι ότι σε πλησίασε για να ελέγξει την κακοσμία του στόματός σου» απάντησε ειρωνικά. «Εξάλλου το ε­ πάγγελμά μου σ' έχει βολέψει αρκετές φορές». «Το στόμα μου δε μυρίζει!» απάντησα μουτρωμένη. «Κι εγώ δεν είμαι ο οδοντίατρός σου! Είμαι πολλά άλλα, αλλά όχι ο οδοντίατρός σου!» είπε σφιγμένα. Προχώρησε στο ταμείο και πήρε αδιάφορα ένα πακέτο αλμυρά μπισκότα από μια στοίβα εκεί δίπλα. Πλήρωσε και βγήκε από την κάβα. Έμεινα να κοιτώ την πόρτα μέχρι που με συνέφερε η φωνή του κυρίου Μανόλη: «Κυρία Ελένη, να σας βοηθήσω;» 212


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Δε μας χέζεις, ρε ηλίθιε... «Όχι, Μανόλη μου. Μια σα­ μπάνια παίρνω για τα γενέθλια του Τάκη κι έρχομαι». Πήρα αυτή που μου συνέστησε ο Νικήτας και κατευ­ θύνθηκα στο ταμείο. «Ο κύριος... δεν τον έχω ξαναδεί στα μέρη μας» ά­ φησε να αιωρηθεί με φαινομενική αδιαφορία, καθώς χτυ­ πούσε την τιμή στο πληκτρολόγιο της μηχανής. Γεροκουτσομπόλη, ούτε Σουρωτή δε θα ξαναπάρω από την κάβα σου... «Ο οδοντίατρός μου ήταν και βρέ­ θηκε τυχαία στη γειτονιά μου» είπα και τον κοίταξα αυστηρά, δείχνοντάς του ότι η συζήτηση είχε λήξει. Δεν πτοήθηκε: «Αγόρασε κρακεράκια, ενώ θα 'πρεπε να πάρει ένα κιβώτιο ούζο για τους ασθενείς του» έβγαλε ένα γκάρισμα που υποδείκνυε τη διάθεσή του να γελάσει. Τον άφησα να γκαρίξει μέχρι να ξεθυμάνει και τον ρώτησα με μελιστάλαχτο ύφος: «Δε μου λες, βρε Μανόλη, σε ξέρω τόσα χρόνια και ποτέ δε σε ρώτησα. Είσαι παντρεμένος;» Άλλαξε τη χαμογελαστή του γκριμάτσα με μια εντελώς απογοη­ τευμένη . «Αααχ, όχι, κυρία Ελένη μου...» «Είπα κι εγώ!» απάντησα ξερά, πήρα τη σακούλα με τη σαμπάνια και τον άφησα να χάσκει πίσω από την ταμειακή μηχανή. Στο σπίτι έβαλα τη σαμπάνια στο ψυγείο και βγήκα στη βεράντα να ποτίσω τα λουλούδια. Κοίταζα αφηρη­ μένη το νερό που ιρίδιζε από τον ήλιο στην καμπύλη πορεία του προς τις γλάστρες, όταν χτύπησε το τη­ λέφωνο. Αυθόρμητα σκέφτηκα ότι τηλεφωνούσε ο Νι­ κήτας. Έμεινα αναποφάσιστη για λίγο, κι όταν τελικά μπήκα στο σπίτι για να απαντήσω, η συσκευή με υπο213


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

δέχτηκε με βουβή διαμαρτυρία. Στάθηκα για λίγο εκεί δίπλα μήπως και ξαναχτυπήσει. Τίποτα. Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα κι άνοιξα το τελευταίο συρτάρι της σιφονιέρας μου. Έβγαλα ένα κουτί στο οποίο φύλαγα ευχετήριες κάρτες και ξέθαψα τη φω­ τογραφία του Νικήτα, στην οποία είχα πιάσει με συν­ δετήρα το σημείωμα για την Καρδαμύλη. Ξάπλωσα στο κρεβάτι κι έφερα την εικόνα του κοντά στα μάτια μου. Όταν, καθισμένη στο ίδιο κρεβάτι, πρωτοάνοιξα το πακέτο που μου είχε δώσει έξω από το σινεμά, χτύπησε η καρδιά μου σαν τρελή κι ορκίστηκα ότι θα ακολου­ θούσα αυτόν τον άντρα όχι στην Καρδαμύλη αλλά και στα υψίπεδα του Γκολάν. Κι όταν τον είδα πριν από λί­ γο στην κάβα του γερο-ηλίθιου, έκανα σχεδόν πως δεν τον ήξερα. Γιατί; Επειδή το σπίτι μου είχε αποκτήσει, έστω φαινομενικά, την ισορροπία που ζητούσα τόσα χρόνια; Επειδή καθόμουν τα βράδια με τον Αλέξη και κοιτούσαμε τα φώτα της νυχτερινής Αθήνας; Επειδή πίστευα ότι είχε αλλάξει κι ήταν έτοιμος να ζήσει για πάντα κοντά μου, ανακαλύπτοντας τον έρωτά του για μένα και επιδιώκοντας την αγάπη μου με κάθε μέσο; Τότε, γιατί στα κομμάτια δε μου είχε αποκαλύψει τη σχέση του με τη Χριστίνα; Γιατί μου έλεγε πως από δω και πέρα η ζωή μας θα βασιζόταν στην τιμιότητα και στην ειλικρίνεια των συναισθημάτων; Αν παραδεχόταν ότι είχε κοιμηθεί με τη φίλη μου, μπορεί να τον συγχω­ ρούσα. Και δε θα σκεφτόμουν να τον παρατήσω για το Νικήτα. Όχι μετά από δεκαεφτά χρόνια παθιασμένης αγάπης. Θα τον είχα συγχωρήσει. Αλλά φαίνεται πως δε διακινδύνευε αυτήν την ομολογία τώρα που το νερό είχε αρχίσει να κυλά στο αυλάκι. Γιατί ήμουν σίγουρη ότι, από τη στιγμή που επέστρεψε, ήξερε ότι θα μείνει. 214


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Ήξερε πόσο τον αγαπούσα κι ότι όλες μου οι κινήσεις ήταν απελπισμένες προσπάθειες εκτόνωσης ενός τσακι­ σμένου εγωισμού. Το ήξερε και απλά περίμενε χωρίς φανφάρες τη στιγμή που θα ενέδιδα. Κι ήμουν έτοιμη. Αναστέναξα και κοίταξα άλλη μια φορά τη φωτο­ γραφία με το χαμογελαστό Νικήτα. Σαν να μου 'λέγε: «Ελένη, είμαι η ευκαιρία σου. Μην τη χάσεις για κά­ ποιον που εξακολουθεί να σε παραμυθιάζει». «Αν μου το ομολογούσε...» μονολόγησα με θλίψη. Έβαλα τη φωτογραφία στο κουτί κι έκλεισα το συρτάρι της σιφονιέρας. Μετά σήκωσα το ακουστικό του τηλε­ φώνου και σχημάτισα το νούμερο του σπιτιού της Χρι­ στίνας. «Ναι;» ακούστηκε λαχανιασμένη. Με δυσφορία τη φαντάστηκα κάτω από το ιδρωμένο σώμα του Αλέξη. «Η Ελένη είμαι. Έχουμε να τα πούμε μέρες και πήρα να δω πώς πάει η κινησιοθεραπεία». «Θαυμάσια!» ακούστηκε χαρούμενη. «Βγαίνω κι από το σπίτι. Σιγά σιγά, αλλά με πρόοδο. Έβγαλα και το κολάρο. Νομίζω ότι ο λαιμός μου έχει αποκτήσει ένα ε­ κτυφλωτικό άσπρο χρώμα. Καλά που έρχεται το καλο­ καίρι και θα με δει ο ήλιος». «Έχεις σχέδια για το καλοκαίρι;» τη ρώτησα μάλλον χλιαρά. «Θα πάμε με τη μαμά και τη Φιλιππινέζα στη θεία μου που ζει στην Τέμενη. Ελπίζω αυτή τη φορά να φτά­ σω» γέλασε. «Εσύ τι κάνεις; Ο Τάκης; Έχει εξετάσεις αυτόν τον καιρό;» «Τελειώνει σε μια βδομάδα. Γι' αυτό σε πήρα. Θα θυμάσαι ότι έχει γενέθλια στις δώδεκα». «Και βέβαια το θυμάμαι!» με διέκοψε με πάθος, ε­ πιβεβαιώνοντάς μου το αντίθετο. 215


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Έλεγα μήπως θέλεις να φάμε μαζί στις δεκαπέντε, που τελειώνει τις εξετάσεις. Θα του ανοίξουμε και σα­ μπάνια για τα δεκαεφτά του χρόνια». «Εεε, πολύ ευχαρίστως. Μιλάς για το βράδυ;» είπε κάπως μουδιασμένα. «Ναι, το πρωί δίνει το τελευταίο μάθημα. Γύρω στις εννιά αν μπορείς. Αν, πάλι, δεν μπορείς...» «Όχι, θα 'ρθω οπωσδήποτε. Απλά, να, την τελευταία φορά είχα φύγει κακήν κακώς από το σπίτι σου και δεν ξέρω αν θέλεις πραγματικά να ξανάρθω...» σώπασε περιμένοντας να την καθησυχάσω. «Αν δεν ήθελα, δε θα σε καλούσα. Ας προσπαθήσου­ με να ξεπεράσουμε εκείνη την άσχημη φάση. Λοιπόν, αν δεν επικοινωνήσουμε μέχρι τότε, σε περιμένουμε στις δεκαπέντε Ιουνίου, γύρω στις εννιά». Κλείσαμε. Χαμογέλασα στον καθρέφτη. Το είδωλό μου μου ανταπέδωσε το χαμόγελο. Του έβγαλα κοροϊδευτι­ κά τη γλώσσα. Το αντιγύρισε. Εγκατέλειψα την κρεβα­ τοκάμαρα σιγοσφυρίζοντας. «Αν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ» είπα δυνατά και βγήκα στη βεράντα να συνεχίσω το πότισμα. Λίγο αργότερα βγήκε ο Τάκης από το δωμάτιό του, α­ ναψοκοκκινισμένος από τη ζέστη και την πίεση του δια­ βάσματος. Την επομένη έγραφε θεωρία της μουσικής. «Ευτυχώς που η εξεταστέα ύλη δεν περιλαμβάνει και φλογέρα» είπε καθώς άνοιγε το ψυγείο να πάρει μια Κόκα-κόλα. «Γιατί να μη δίνουμε ιστορία του κινη­ ματογράφου και σκηνοθεσία;» Τα λόγια του συνόδεψε το «κλικ», καθώς άνοιγε το κουτάκι με το αναψυκτικό. «Τι ώρα θα 'ρθει σήμερα ο μπαμπάς;» ρώτησε ανά­ μεσα σε δυο γουλιές Κόκας. «Τη συνηθισμένη» απάντησα. 216


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Τη συνηθισμένη πριν ή μετά την επανεγκατάσταση;» είπε και βγήκε χωρίς να περιμένει απάντηση. Δεν τον είχε συγχωρήσει; Τόσο πολύ του κόστισε λοιπόν; Κι όμως υπήρχαν στιγμές που τους έβλεπα μαζί κι ένιωθα πως η σχέση τους ήταν δυνατή. Ο Αλέξης ακολουθούσε με τον Τάκη την ίδια τακτική που εφάρμοζε και σ' εμέ­ να. Άντεχε τις ειρωνείες και τα κακόβουλα σχόλιά του. Σαν να μην τον αφορούσαν. Και ο Τάκης μπροστά του άρχισε σιγά σιγά να ξεθυμαίνει. Αραίωσε τις σπόντες, τον ρωτούσε για κάποιες απορίες στα μαθήματα. Ο Αλέξης είχε πιάσει καλά το νόημα. Όταν βαράς με λύσ­ σα έναν τοίχο και δεν αντιγυρίζει τα χτυπήματα, το παίρνεις απόφαση και σταματάς. Χρειάζονται δύο για τον καβγά. Δύο και για την απιστία, σκέφτηκα με πί­ κρα. «Τι να κάνω, Θεέ μου;» ψιθύρισα κι απέμεινα σιω­ πηλή, λες και ο Θεός θα μου 'στελνε την απάντηση με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Ασφαλώς δεν πέταξαν περιστέρια ούτε συνέβη το θαύμα της φλεγόμενης βάτου στην κουζίνα του σπιτιού μου. Απλά, ξαναμπήκε ο Τάκης για να μου πει ότι θα πεταγόταν μέχρι τη Νόρα για να ξεσκάσει. «Τάκη, πριν φύγεις θέλω να σου πω κάτι. Την ημέρα που τελειώνεις τις εξετάσεις μην κανονίσεις τίποτα με τη Νόρα ή τους φίλους σου. Θα 'θελα να βγούμε οι δυο μας για φαγητό, να τα πούμε με την ησυχία μας. Μας απασχολούν πολλά, και αυτές τις μέρες δεν μπορούμε να τα συζητήσουμε λόγω πίεσης. Θα μου κάνεις αυτή τη χάρη;» τον κοίταξα παρακλητικά. «Εντάξει. Εξάλλου κι εγώ θέλω να τα πούμε μόνοι μας κάποια στιγμή» μου χαμογέλασε κι έκανε να φύ­ γει. Τον ξανασταμάτησα. «Και κάτι άλλο. Επειδή τα γενέθλιά σου πέφτουν σε 217


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ημέρα που έχεις εξετάσεις, θα τα γιορτάσουμε στις δε­ καπέντε το βράδυ. Θα 'ρθει κι η Χριστίνα». Εκνευρίστηκε: «Έλα, ρε μάνα! Το μεσημέρι, που θα πανηγυρίζουν όλοι και θα μπουγελώνονται στο σχολείο, εγώ θα πω "σόρι, παιδιά, θα φάω με τη μανούλα μου". Και το ίδιο βράδυ θες να με καπελώσεις στο σπίτι με τον μπαμπά και τη φίλη σου. Εγώ θέλω να βγω με την παρέα για τα γενέθλια μου. Μεγάλωσα πια για οικογε­ νειακές καταστάσεις». Ξίνισε τα μούτρα του. «Ώρα εί­ ναι να καλέσεις και τα σόγια μας για να μου τραγουδή­ σουν πάνω από την τούρτα». Έβαλε το δάχτυλό του στο στόμα, δήθεν ότι θέλει να κάνει εμετό. «Κάνε μου αυτή τη χάρη και δε θα το μετανιώσεις». Με κοίταξε μπερδεμένος. «Διακρίνω έναν τόνο πανικού στη φωνή σου;» «Είναι πολύ σημαντική αυτή η μέρα για μένα, Τάκη. Κι όχι μόνο επειδή θα 'χεις μεγαλώσει κατά ένα χρόνο. Κάνε μου το χατίρι. Από την επομένη θα 'χεις όλο το χρόνο δικό σου». Ξεφύσηξε συγκαταβατικά. «Εντάξει. Αρκεί να μην αρχίσετε να σκαλίζετε με νοσταλγικό ύφος τα παιδικά μου κατορθώματα, θα φάμε, θα σβήσω τα κεριά μου και μετά θα κανονίσω με τη Νόρα. Θα 'χουμε τελειώσει ως τις έντεκα. Έτσι;» μου 'ριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα, που δεν επιδε­ χόταν αντίρρηση. «Έτσι» υπερθεμάτισα. Χαμογέλασε ικανοποιημένος και βγήκε από την κουζίνα. Κοίταξα το ρολόι του τοίχου. Έδειχνε τρεισήμισι. Η ζέστη ήταν ανυ­ πόφορη μέσα στο σπίτι. Αποφάσισα να βγω μια βόλτα. Κάλεσα ένα ραδιοταξί και λίγο αργότερα χτύπησε το κουδούνι. Κατέβηκα στην είσοδο, ψάχνοντας με τα μάτια για το κίτρινο όχημα. Κοκάλωσα στη θέα του Νι­ κήτα, που στεκόταν δίπλα στα κουδούνια της πολυ­ κατοικίας. Κοιτώντας νευρικά γύρω μου, τον πλησίασα. 218


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Εσύ χτύπησες το κουδούνι;» «Ναι. Και μη μου πεις ότι είναι ο Τάκης επάνω, για­ τί τον είδα που έφυγε πριν από λίγο. Όσο για τον ά­ ντρα σου, αποκλείεται να έχει γυρίσει τόσο νωρίς». «Και πού το ξέρεις;» τον ρώτησα με ύφος που εξέ­ φραζε συγχρόνως πρόκληση και εκνευρισμό. Μου α­ νταπέδωσε τη ματιά σε ποιον τα πουλάς αυτά και με ρώτησε γιατί κατέβηκα αντί να απαντήσω στο θυροτη­ λέφωνο . «Γιατί ετοιμαζόμουν να βγω και νόμισα ότι ήταν το ραδιοταξί» απάντησα μουτρωμένη. «Μπορώ να σε πάω εγώ με το αυτοκίνητο...» προ­ σφέρθηκε σχεδόν με ικεσία. Εκνευρίστηκα, γιατί μου φά­ νηκε αδύναμος, ανασφαλής, επίμονος και... Χριστέ μου! Τι έφαγε και κόλλησε στα μπροστινά του δόντια; «Σου είπα, έχω καλέσει ραδιοταξί» απάντησα ξινί­ ζοντας ελαφρά τα μούτρα. «Μπορώ να σε ρυμουλκήσω» συνέχισε με επιμονή καλυμμένη πίσω από χιούμορ. Μου χαμογέλασε, ξέρο­ ντας ότι έβρισκα ακαταμάχητο το χαμόγελό του. Φυσι­ κά δεν ήξερε ότι ένα πράσο ή κάτι παρόμοιο είχε σφη­ νώσει στην τέλεια οδοντοστοιχία του, συνηγορώντας καθοριστικά στην απόφασή μου να περιμένω το ραδιο­ ταξί. Μου 'ρθε η σαδιστική διάθεση να τον ντροπιάσω. «Τι έτρωγες όσο σκεφτόσουν να μου χτυπήσεις το κουδούνι;» Με κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει το νόη­ μα της ερώτησης. «Είναι κι αυτή ερώτηση του τύπου "πώς κορνάρει το αυτοκίνητό σου";» Κι αμέσως συμπλήρωσε ξαφνιασμέ­ νος: «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι έτρωγα όσο σκεφτό­ μουν να σου χτυπήσω το κουδούνι;» «Το χορταρικό που 'χει σφηνώσει ανάμεσα στα μπρο219


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

στινά σου δόντια και το οποίο δεν είχες όταν ειδωθήκαμε στην κάβα». Κοκκίνισε και γύρισε από την άλλη για να ευπρεπιστεί, μουρμουρίζοντας κάτι σαν «ανάθεμα τα κρακεράκια με σπανάκι». Γύρισε ξανά προς το μέρος μου και, περνώντας άλλη μια φορά τη γλώσσα πάνω από τα δό­ ντια του, μου τα' δείξε. «Εντάξει» είπα και του χαμο­ γέλασα ζεστά, νιώθοντας τύψεις που τον έφερα σε δύ­ σκολη θέση. Εκείνη τη στιγμή σταμάτησε μπροστά μας το ραδιοταξί που είχα καλέσει. Άνοιξα βιαστικά την πίσω πόρ­ τα και χώθηκα στο κάθισμα. Έριξα στο Νικήτα ένα α­ πολογητικό βλέμμα, τι να κάνουμε, ήρθε το ταξί μου. Υ­ πέθεσα ότι απέμεινε στη μέση του δρόμου, παρακολου­ θώντας απογοητευμένος το ραδιοταξί να χάνεται στον ορίζοντα. Σαν φινάλε από ταινία με το κοινωνικό επι­ μύθιο: Μάγκες, μη δοθείτε σε γυναίκα που μια ερωτική απογοήτευση την έσπρωξε στην αγκαλιά σας. Όταν σταθεί στα πόδια της, θα σας πατήσει. Αναδεύτηκα στο κάθισμα, προσπαθώντας μάταια να διώξω τις σκέψεις που με τριγύριζαν. Δηλαδή κι εγώ σ' αυτές τις γυναίκες ανήκω; Ένιωσα κάποια στιγμή πως βούλιαζε η ζωή μου και βρήκα το Νικήτα για σωσίβιο; Και, μόλις επέστρεφε ο Αλέξης, αποφάσισα να ξεχάσω τις κακές στιγμές, να τον συγχωρήσω και να ξαποστεί­ λω το Νικήτα; Και τότε σε τι διαφέρω από τον Αλέξη; Το ίδιο κάθαρμα είμαι κι εγώ. Παίζω με τα αισθήματα του άλλου, τονώνεται ο πληγωμένος μου εγωισμός και στο τέλος τον πετάω σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Δη­ λαδή, αν δεν είχε επιστρέψει ο Αλέξης, εγώ θα εννοούσα τη ζωή μου χωρίς το Νικήτα; Όχι, κυρία Ελένη. Θα 'σουν ευτυχής στο πλευρό του οδοντίατρου που ξέθαψε από 220


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

μέσα σου αισθήματα ξεχασμένα από καιρό, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου. Επί Νικήτα έδειξες μεγαλοσύνη στη Χριστίνα, επί Νικήτα ανανεώθηκες εξωτερικά και εσωτερικά, επί Νικήτα γλίτωσες την επιπεφυκίτιδα που κόντεψες να πάθεις από το κλάμα. Και, τέλος, επί Νική­ τα ευχόσουν να μη γυρίσει ποτέ ο Αλέξης. Σιχάθηκα τον εαυτό μου. Έσκυψα μπροστά και πα­ ρακάλεσα τον ταξιτζή να αλλάξει πορεία. Δε φάνηκε εν­ θουσιασμένος. «Μα, μαντάμ, όταν μπήκατε, σας ρώτησα πού πάμε και μου απαντήσατε: "Βουλιαγμένη, για καφεδάκι στην παραλία". Και ξαφνικά σας τη δίνει και μου λέτε: "Κα­ στρί". Έχουμε φτάσει στην αρχή της Συγγρού και με βάζετε να αλλάξω κατεύθυνση. Ποιος μου λέει ότι στο δρόμο δε θα μου πείτε: "Λιβαδειά για σουβλάκια". Τα­ ξιτζής είμαι, κυρία μου, δεν είμαι...» σταμάτησε μπλο­ καρισμένος, μην ξέροντας πώς να ολοκληρώσει τη φρά­ ση που συνήθως ξεκινά με άλλη ιδιότητα για να κατα­ λήξει... «δεν είμαι ταξιτζής». «Το επάγγελμά σας επικαλούμαι κι εγώ λοιπόν και σας ζητώ να με πάτε στο Καστρί. Πάντως, αν σας κάνει κόπο, αφήστε με στο πρώτο φανάρι και θα με εξυπηρε­ τήσει κάποιος άλλος συνάδελφός σας» απάντησα σε ε­ πικριτικό τόνο. Δεν ξέρω αν, υπενθυμίζοντάς του το ε­ πάγγελμα που ασκούσε, άγγιξα το φιλότιμό του ή η πρόθεσή μου να πάρω ανταγωνιστή του υπήρξε το υπομόχλιο της απόφασής του να με πάει στο Καστρί. Πνί­ γοντας μια βρισιά μέσα στα δόντια του, έκανε στροφή επιτόπου σ' ένα φανάρι με πινακίδα που απαγόρευε το συγκεκριμένο τρόπο στροφής και πήρε το δρόμο για τα βόρεια προάστια. Ξαναβυθίστηκα στις σκέψεις μου. Πάλι με περικύκλωσαν οι Ερινύες. 221


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

Κάτσε, ρε Ελένη. Ακόμα δεν έχεις ξεκαθαρίσει τι θέ­ λεις. Πώς προδικάζεις ότι θα μείνεις με τον Αλέξη, τη στιγμή που ξέρεις ότι δε σου 'χει πει την αλήθεια για τη Χριστίνα. Αφού στο βάθος είσαι διατεθειμένη να δο­ κιμάσεις με το Νικήτα πριν αποφασίσεις οτιδήποτε. Εξάλλου, αν δε σου άρεσε, θα το είχες ξεκαθαρίσει από τη στιγμή που επέστρεψε ο νυμφίος. «Νικήτα μου, ως εδώ. Τώρα γύρισε ο καλός μου και εσύ μπορείς να πας στα τσακίδια». Θέλησες να τον πληγώσεις γιατί βρέθη­ κες σε θέση ισχύος για μια φορά στη ζωή σου κι είπες να δοκιμάσεις πώς είναι να τσιτσιρίζεις έναν ερωτευμένο. Απωθημένα δεκαεφτά χρόνων είναι αυτά. Είπες να νιώσεις τη δύναμη του θύτη όταν ανακάλυψες ότι έπεσε θύμα σου. Και σ' τη βάρεσε η αδυναμία του. Σήκω, Νι­ κήτα, κάτσε, Νικήτα. Πώς κορνάρει το κλάξον σου, Νικήτα; Τι έφαγες όσο με περίμενες; Κι αυτός ο δυστυχής, προσπαθώντας να περισώσει την αξιοπρέπεια του, α­ παντά με χιούμορ και με το χαμόγελο στα χείλη —που κι αυτό σε ενόχλησε όταν ανακάλυψες την πρασινάδα στα δόντια του— αντί να σε διαολοστείλει για το ηλίθιο σου φέρσιμο. Αλλά αν σε διαολόστελνε, θα 'τρεχες από πίσω του. Και τώρα γι' αυτό πηγαίνεις στο Καστρί. Φο­ βάσαι ότι θα σου κλείσει την πόρτα κατάμουτρα πριν αποφασίσεις αν θέλεις να τελειώσεις μαζί του. Γιατί στο βάθος σ' αρέσει. Ελένη μου, τον Αλέξη τον αγαπάς, ίσως από συνήθεια πλέον. Δε θέλεις να τον χάσεις. Θα μπορούσες να του κλείσεις κατάμουτρα την πόρτα, λέ­ γοντάς του ότι, όσο έλειπε, γνώρισες κάποιον άλλο. Τον δέχτηκες πίσω, αλλά δε μίλησες, παριστάνοντας την α­ πατημένη του κερατά. Αυτό ακριβώς. Σε απάτησε κι εσύ τον κεράτωσες. Αλλά με κάποιον που σου άρεσε. Κι αυτό περιπλέκει τα πράγματα. Γιατί τους θέλεις και 222


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

τους δύο. Κι όσο πλησιάζουν οι μέρες που πρέπει να πάρεις μια απόφαση, τα νεύρα σου σε κάνουν να στρέ­ φεσαι πότε κατά του ενός και πότε κατά του άλλου. Σε ενόχλησε το κολλημένο σπανάκι στα δόντια του Νικήτα. Προχτές σ' τη βάρεσε ο Αλέξης, που ζούληξε από τη μέ­ ση το καινούριο σωληνάριο οδοντόκρεμας. Κυρία Ελέ­ νη, έχετε μεταλλαχθεί σε μπαλάκι του πινγκ πονγκ. Έβγαλα βαθύ αναστεναγμό και ο ταξιτζής με αγριοκοίταξε από τον καθρέφτη. «Μήπως αλλάξατε πάλι γνώμη, τώρα που πλησιά­ ζουμε στον προορισμό μας;» «Όχι, μην ανησυχείτε. Στο φανάρι στρίψτε αριστερά και προχωρήστε ευθεία. Στο τρίτο στενό με αφήνετε» έβγαλα το πορτοφόλι μου και περίμενα. Φτάσαμε στο στενό που έμενε ο Νικήτας και πλήρω­ σα ακριβά την απόφαση μου να εγκαταλείψω τη θά­ λασσα για το βουνό. Χτύπησα το κουδούνι του σπιτιού του και περίμενα. Ουδεμία απάντηση. Χτύπησα στο ιατρείο. Σιγή. Μου 'ρθε να βάλω τα κλάματα από την απογοήτευση. Τι περίμενα; Να μου ανοίξει την πόρτα αξύριστος και καταβεβλημένος επειδή τον παράτησα πριν από μια ώρα έξω από το σπίτι μου; Κάθισα στο πλατύσκαλο και περίμενα. Μου 'ρθε στο μυαλό η σκηνή από την ταινία Love story, όπου η Άλι ΜακΓκρόου, μετά από γερό καβγά με το Ράιαν Ο'Νιλ, φεύγει από το σπίτι για να ξεχαρμανιάσει, κι όταν γυ­ ρίζει, ανακαλύπτει ότι δεν έχει κλειδιά. Χτυπά, αλλά ο άντρας της έχει πάρει τους δρόμους για να την ψάξει, κι όταν επιστρέφει τη βλέπει καθισμένη να κλαίει και συγχρόνως να τρέμει, επειδή στο ενδιάμεσο έβρεξε καρεκλοπόδαρα. Αγκαλιάζονται και της ζητεί συγγνώμη, κι αυτή, αντί να τον χέσει που την κλείδωσε απ' έξω, του 223


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

λέει ανάμεσα στα μυξοκλάματα: «Αγάπη είναι να μη ζητάς ποτέ αυγγνώμη». Κι ύστερα έπαθε λευχαιμία και πέθανε. Δεν ξέρω γιατί παρομοίασα την κατάσταση μου με τη συγκεκριμένη ταινία. Αν κάποιος έπρεπε να ζητή­ σει συγγνώμη, ήμουν εγώ κι όχι ο Νικήτας. Κι οπωσδή­ ποτε δε θα μου 'λεγε τη φιλοσοφημένη ατάκα της ΜακΓκρόου. Το πιθανότερο ήταν να μου πει να χώσω τη συγγνώμη μου εκεί που ήξερα. Ούτε έβρεχε καταρρα­ κτωδώς για να με δει μουσκεμένη ως το κόκαλο έξω από το σπίτι του και να μαλακώσει. Τουναντίον, έκανε διαολεμένη ζέστη κι ο ήλιος βάραγε κατακούτελα, παρ' όλο που κόντευε απόγευμα. Μπορεί να πάθαινα ηλίαση και να με λυπόταν. Σηκώθηκα όρθια κι άρχισα να κόβω βόλτες μέχρι τη γωνία του δρόμου, ελπίζοντας να δω το αυτοκίνητό του να στρίβει. Η ώρα είχε πάει πέντε και τέταρτο. Αρκετά αργά για την υπομονή μου. Όμως ο Νικήτας έπρεπε να δει ότι πέρασα από το σπίτι του. Θα του άφηνα ένα σημείωμα. Άνοιξα την τσάντα μου, ψάχνοντας για χαρ­ τί και μολύβι. Δεν υπήρχε όμως ούτε το ένα ούτε το άλ­ λο. Μόνο το πορτοφόλι μου, μισή τσίχλα στο περιτύ­ λιγμά της, καθρεφτάκι, κραγιόν και χτένα. Πώς στα κομμάτια θα του έγραφα ότι τον περίμενα τόση ώρα; Το μάτι μου έπεσε στο κραγιόν. Το άνοιξα και πλη­ σίασα αποφασιστικά την τζαμαρία της εισόδου. Έγρα­ ψα «ΕΛΕΝΗ» και έκανα ένα βήμα πίσω, για να επι­ θεωρήσω τη δουλειά μου. Ήταν διακριτικό, αλλά όχι τόσο ώστε να μην το δει καθώς θα άνοιγε την πόρτα. Βέβαια, θα τραβούσε την προσοχή οποιουδήποτε. Από τη γραμματέα ώς τους πελάτες του. Ευχήθηκα να έ­ φτανε πρώτος εκείνος. 224


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Έμεινα με το μισολιωμένο κραγιόν στο χέρι. Αναρω­ τήθηκα αν έπρεπε να συμπληρώσω κάτι. Το μέσο γρα­ φής δε με βοηθούσε για μακρηγορίες, αλλά μόνο το ό­ νομα μου μου φάνηκε λίγο. Πλησίασα την τζαμαρία και ζωγράφισα μια καρδιά δίπλα στο «ΕΛΕΝΗ». Το μετά­ νιωσα την ίδια στιγμή. Ήταν πολύ δεσμευτικό. Βασικά, ήθελα να του ζητήσω συγγνώμη που ήμουν τόσο από­ τομη. Όχι να του πω ότι τον αγαπούσα. Μου άρεσε πο­ λύ, αλλά δεν τον αγαπούσα. Και τι ζωγραφίζεις όταν κάποιος απλά σου αρέσει; Κοιτούσα συλλογισμένη τη σύνθεσή μου όταν άκου­ σα τη μηχανή του αυτοκινήτου του να σβήνει μπροστά στην πόρτα. Γύρισα και τον είδα να βγαίνει και να κλειδώνει την πόρτα του οδηγού. Μ' έπιασε πανικός. Άπλωσα την παλάμη μου στην τζαμαρία κι άρχισα να τρίβω το μήνυμα από κραγιόν, εξαφανίζοντας πρώτα την καρδιά. Έφτασε μπροστά μου τη στιγμή που έσβη­ να το πρώτο γράμμα του ονόματός μου. Κοίταξε την κατακόκκινη μουντζούρα πάνω στην τζαμαρία κι έπει­ τα το χέρι μου, που λες και είχε λάβει μέρος σε σφαγή γουρουνιού. Δεν τόλμησα να τον αντικρίσω. Έσκυψα το κεφάλι και περίμενα να αρχίσει τις φωνές πριν με πετάξει κλοτσηδόν από το σπίτι του. Η φωνή του είχε απλά έναν τόνο περιέργειας: «Όταν αρνήθηκες να σε συνοδέψω, ήταν επειδή σκόπευες να μου κάνεις κά­ ποιου είδους έκπληξη; Ή απλά βρίσκεσαι στα πρόθυρα της παράνοιας και την εκδηλώνεις μουντζουρώνοντας με κραγιόν τις τζαμαρίες των σπιτιών;» Μου 'πιασε το κατακόκκινο χέρι και το εξέτασε. Ξα­ ναμίλησε, αφήνοντας αυτή τη φορά ελεύθερο ένα μέρος του συσσωρευμένου εκνευρισμού του: «Δεν ξέρω αν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Νομίζω ότι, αν αφε225


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

θώ στα παιχνίδια σου, θα τρελαθώ. Και δεν είναι δίκαιο μετά από όσα έχω περάσει στη ζωή μου». Μου άφησε το χέρι και κοίταξε το δικό του. Ήταν πασαλειμμένο με κραγιόν. Έτριψε τα δάχτυλα μεταξύ τους, προσπαθώντας να εξαφανίσει το κόκκινο χρώμα. Δυστυχώς το συγκεκριμένο κραγιόν φημιζόταν για την εικοσιτετράωρη αντοχή του και το μόνο που κατάφερε ήταν να το απλώσει περισσότερο στο χέρι του. Τον κοί­ ταζα πετρωμένη, ανίκανη να πω οτιδήποτε. Αισθανό­ μουν τόσο γελοία, με το μισολιωμένο κραγιόν στο ένα χέρι και το άλλο μια σκέτη κοκκινίλα. Και δεν είχα ού­ τε ένα χαρτομάντιλο... Έριξε μια ματιά στη μουντζουρωμένη τζαμαρία και ξεκλείδωσε. Μου έκανε νόημα να περάσω μέσα. Υπάκου­ σα. Ανατρίχιασα στην ξαφνική δροσιά που εξέπεμπε το μάρμαρο στο εσωτερικό της εισόδου. Μπήκαμε στο α­ σανσέρ κι ανεβήκαμε αμίλητοι μέχρι το διαμέρισμα. Ξε­ κλείδωσε και προχώρησε στο σαλόνι. Ήλεγξε τον τηλε­ φωνητή του. Τράβηξε τις κουρτίνες κι άνοιξε την μπαλ­ κονόπορτα. Ούτε γύρισε να με κοιτάξει. Λες και δε με κάλεσε να τον ακολουθήσω. Κι αν είχα παραφράσει το νόημα του; Μπορεί το κούνημα του κεφαλιού να μη σή­ μαινε «έλα επάνω» αλλά «δίνε του». Ακούμπησα αμή­ χανη στην πόρτα του χολ. Τον είδα να στέκεται στην α­ νοιχτή μπαλκονόπορτα με την πλάτη γυρισμένη σ' εμέ­ να. Αποφάσισα να φύγω. Έπρεπε να του κοινοποιήσω την πρόθεσή μου ή να εξαφανιστώ αθόρυβα, αφήνοντάς τον να ατενίζει το δρόμο; Έκανα μεταβολή και πήγα στο ασανσέρ, χωρίς να κλείσω την εξώπορτα. Βρέθηκε δίπλα μου ξαφνικά και με άρπαξε από τους ώμους. Έ­ βγαλα μια τσιρίδα τρόμου γιατί δεν τον άκουσα να με πλησιάζει. Με γύρισε απότομα προς το μέρος του. 226


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Δε βαρέθηκες να το σκας από αυτό το σπίτι;» με ρώτησε άγρια. «Δε μου 'δινες σημασία κι υπέθεσα...» ψιθύρισα και σταμάτησα, έτοιμη να βάλω τα κλάματα. «Κάθε φορά τα καταφέρνεις και κάνεις δραματική την αναχώρησή σου. Και κάθε φορά τρέχω από πίσω σου, ακόμα κι όταν στέκομαι ακίνητος στην πόρτα, βλέποντάς σε να φεύγεις. Γιατί μου φέρεσαι έτσι, Ελέ­ νη; Εμένα διάλεξες να πληρώσω τα σπασμένα του γά­ μου σου;» «Ήρθα για να σου ζητήσω συγγνώμη» είπα και με πήραν τα δάκρυα. Με κοίταξε μην ξέροντας αν έπρεπε να με αγκαλιάσει ή να με χαστουκίσει. Δεν έκανε τίπο­ τε από τα δύο. Άφησε τα χέρια του από τους ώμους μου και τα 'χωσε στις τσέπες του παντελονιού του. Τα ξανάβγαλε απότομα, πνίγοντας μια βλαστήμια για το παντελόνι του που λερώθηκε από κραγιόν. Τον κοίταξα ρουφώντας τη μύτη μου. Αν γινόταν διαγωνισμός για το πιο περίλυπο θέαμα της χρονιάς, θα σάρωνα τα βρα­ βεία. Η έκφρασή του μαλάκωσε. «Έλα μέσα. Και μην α­ κουμπήσεις τίποτα μέχρι να μπούμε στο μπάνιο». Τον ακολούθησα. Έκλεισε την πόρτα και κατευθυνθήκαμε στο μπάνιο. Άνοιξε τη βρύση του νιπτήρα και μου έδω­ σε το σαπούνι. Το πήρα και έβαλα τα χέρια μου κάτω από το νερό, που αρχικά έπεφτε κόκκινο σαν αίμα στην πορσελάνη του νιπτήρα και σιγά σιγά ξεθώριαζε, μέχρι που άρχισε να κυλά στη διάφανη του μορφή. Όταν φά­ νηκε να με ικανοποιεί το αποτέλεσμα, έκλεισα τη βρύ­ ση και κοίταξα τα χέρια μου. Το αριστερό, που χρησι­ μοποιήθηκε για να σβήσει το μήνυμα από κραγιόν, ήταν ελαφρά πιο κόκκινο από το δεξί. Όμως ήμουν σε θέση να πιάσω οτιδήποτε χωρίς να αφήσω αποτυπώματα. 227


ΜΑΙΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Έπλυνε κι αυτός τα δικά του. Του ζήτησα να με αφήσει μόνη για λίγο. Με κοίταζε χωρίς να κάνει καμία κίνηση. «Τι φοβάσαι, Νικήτα; Ότι θα σου κλέψω τα διακο­ σμητικά σαπουνάκια ή ότι θα το σκάσω από το φεγγί­ τη ;» ρώτησα αγριεμένη. «Δεν είσαι τόσο αδύνατη ώστε να χωράς από το φεγ­ γίτη» μου αντιγύρισε παγερά και έκλεισε την πόρτα του μπάνιου, αφήνοντάς με μόνη. Τράβηξα με μανία μερικά χαρτομάντιλα από το κουτί πάνω στον πάγκο και φύσηξα τη μύτη. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη κι ε­ τοιμάστηκα να βγω από το μπάνιο. Το μάτι μου έπεσε στην ηλεκτρονική ζυγαριά δίπλα στο καλάθι για τα άπλυτα. Έριξα μια κλεφτή ματιά στην κλειστή πόρτα, κίνηση αντανακλαστική, γιατί τον άκουγα να κάνει κάτι στην κουζίνα που ήταν μεσοτοιχία με το μπάνιο. Έβγα­ λα τα παπούτσια μου κι ανέβηκα στη ζυγαριά. Η βελό­ να σταθεροποιήθηκε στα πενήντα κιλά. Ήμουν σχεδόν αδύνατη για το ύψος μου. Άκου, δε χωράς από το φεγ­ γίτη! Πίεσα με φούρκα το πόμολο και άνοιξα την πόρτα. Μπήκα στην κουζίνα, όπου ο Νικήτας τηγάνιζε αυγά. Με κοίταξε μια στιγμή και αφοσιώθηκε ξανά στο τηγά­ νισμα. Ήθελα να φύγω. Αντί γι' αυτό, κάθισα σε μια κα­ ρέκλα και περίμενα να μιλήσει εκείνος. Εγώ δεν ήξερα τι να πω. Έβαλε τα αυγά σ' ένα πιάτο και κάθισε απέ­ ναντί μου. «Θέλεις το ένα;» με ρώτησε τυπικά, ξέροντας ότι θα αρνιόμουν. « Όχι, ευχαριστώ. Έχω φάει». «Εγώ είμαι όλη μέρα μ' ένα πακέτο κρακεράκια με γέμιση σπανάκι» είπε. «Ξέρεις, από κείνα που σφηνώ­ νουν στα δόντια» διευκρίνισε παγερά κι έφερε το πι228


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

ρούνι στο στόμα. Δεν ανταλλάξαμε άλλη κουβέντα μέ­ χρι να τελειώσει. Είχε αφοσιωθεί στο πιάτο του κι εγώ παρατηρούσα το σχέδιο στα πλακάκια που κάλυπταν τον τοίχο απέναντι μου. Είχα μετρήσει πενήντα έξι μαργαριτούλες, όταν μου πρότεινε καφέ στη βεράντα. Δέ­ χτηκα και παράτησα το μέτρημα. Βγήκαμε με τα φλι­ τζάνια μας και καθίσαμε σε δύο αντικριστές πολυθρό­ νες. Η κατεβασμένη τέντα μας σκίαζε ευχάριστα. «Λοιπόν, γιατί ήρθες να μου ζητήσεις συγγνώμη;» άρχισε την κουβέντα. «Βασικά επειδή σε έχω μπλέξει σ' αυτή την κατάστα­ ση. Κι επειδή νιώθω αρκετά πράγματα για σένα, που δε δικαιολογούσαν το σημερινό μου φέρσιμο». «Σώπα, καλέ! Επειδή έκανες ότι δε με ήξερες μέσα στην κάβα, με ειρωνεύτηκες για το σπανάκι στα δόντια, με παράτησες φεύγοντας με το ραδιοταξί και, τέλος, μουντζούρωσες με κραγιόν την εξώπορτά μου; Μην το κάνεις θέμα» με κοίταξε με παγερή ειρωνεία. Πετάχτηκα όρθια σαν ελατήριο. Τα φλιτζάνια ταρα­ κουνήθηκαν στα πιατάκια τους, αλλά το περιεχόμενο δε χύθηκε. Έσκυψα αμίλητη να πιάσω την τσάντα μου, που ήταν αφημένη δίπλα στην πολυθρόνα. Η φωνή του Νικήτα έχασε την ειρωνική χροιά, αλλά παρέμεινε πα­ γερή: «Αν φύγεις τώρα, δε θα σε σταματήσω. Ούτε θα σε αναζητήσω. Θα μπορέσεις να επαναφέρεις την ισορ­ ροπία του σπιτιού σου χωρίς να... σκοντάφτεις επάνω μου. Κι αν ποτέ ξανακαβγαδίσεις με τον Αλέξη, ίσως χρησιμοποιήσεις τη σύντομη ιστορία μας για να τον πικάρεις». Νικημένη, κάθισα στη θέση μου, μην τολμώ­ ντας να αντικρίσω το θριαμβευτικό του βλέμμα. Ξανα­ μίλησε, κι η ευχαρίστηση στη φωνή του έδειχνε ότι το διασκέδαζε που ήταν κύριος της κατάστασης. 229


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘ ΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Ωραία! Και τώρα που κάθισες σαν καλό κοριτσάκι, μπορείς να μου πεις γιατί σηκώνεσαι να φύγεις όταν σε στριμώχνουν ή δε σου λένε αυτό που θέλεις να ακού­ σεις;» «Εγώ ήρθα με όλη την καλή διάθεση να σου ζητήσω συγγνώμη για όλα τα παραπάνω κι εσύ μ' άρπαξες από τα μούτρα. Τι ήθελες να κάνω;» γκρίνιαξα θιγμένη. Δε μου ήταν ευχάριστη η αλλαγή από τα κομπλιμέντα στην κατσάδα. «Εντάξει. Δέχομαι ότι τα νεύρα σου δεν είναι σε πο­ λύ καλή κατάσταση, κι ίσως φταίω εγώ που δε σου είπα να διακόψουμε μόλις εμφανίστηκε ο άντρας σου. Αν δε σου πιπιλούσα το μυαλό για την Καρδαμύλη, μπορεί τώρα να κανόνιζες τις οικογενειακές διακοπές σας». «Θέλεις να... διακόψουμε, Νικήτα;» τον ρώτησα, νιώ­ θοντας την καρδιά μου να αυξάνει τους παλμούς της. Έτριψε τους κροτάφους του συλλογισμένος. Όταν μί­ λησε, η φωνή του πρόδινε κάποια εγκατάλειψη: «Δεν ξέρω. Εξάλλου τι να διακόψουμε; Την αναμονή για την απάντηση σου; Υποθέτω ότι μπορώ να αντέξω μια βδομάδα μέχρι να μου πεις αν θα 'ρθεις ή όχι. Αρχι­ κά με τρέλαινε η ιδέα ότι μπορεί να αρνηθείς. Τώρα, μπορώ να δεχτώ οτιδήποτε. Αν δε φύγεις μαζί μου, θα λυτρωθώ από την παρουσία σου, που μου δημιουργεί μεγάλα προβλήματα έτσι όπως έχει η κατάσταση. Αν πάλι μου πεις "έρχομαι", θα με τρώει η αγωνία για πό­ σο καιρό θα 'σαι μαζί μου. Και δε θα ξέρω αν τη στιγμή που με φιλάς θα σκέφτεσαι εμένα ή τον Αλέξη». Χαμο­ γέλασε θλιμμένα και συμπλήρωσε: «Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα». Πήγα να μιλήσω και δεν έβγαινε η φω­ νή μου. Κατάπια και κατάφερα να τον ρωτήσω αν όλα αυτά που έλεγε σήμαιναν πως τελικά το είχε μετανιώ230


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

σει. Δεν απάντησε. Χαμήλωσε το βλέμμα στο φλιτζάνι που στριφογύριζε στα χέρια του. «Γι' αυτό ήρθες σήμερα να με βρεις; Για να μου πεις ότι δεν αντέχεις άλλο να περιμένεις;» ψιθύρισα τρεμου­ λιαστά, πασχίζοντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. «Από την αρχή δεν άντεχα να περιμένω. Όμως υπο­ χώρησα, γιατί έβλεπα πόσο σημαντικό ήταν για σένα να περιμένεις τις εξετάσεις του γιου σου. Και, για να λέμε την αλήθεια, δεν ένιωθα να απειλούμαι από τη χρονική απόσταση. Μέχρι που γύρισε ο άντρας σου. Και τότε άρχισα να τρελαίνομαι. Κι η αλλόκοτη συμπεριφορά σου όταν επικοινωνήσαμε με έκανε να καταλάβω ότι ο Αλέ­ ξης κέρδιζε έδαφος, ενώ εγώ έπαιρνα άλλες διαστάσεις στο μυαλό σου. Ο υπέροχος Νικήτας μεταλλασσόταν σε κακόμοιρο ανθρωπάριο, που γινόταν ενοχλητικό με την επιμονή του να φυτρώνει εκεί που δεν το έσπειραν. Τη στιγμή που η ζωή σου, Ελένη, άρχισε να κυλά επιτέλους όπως την ονειρευόσουν τόσα χρόνια, εγώ έχασα τη χρυ­ σόσκονη που μ' είχες πασπαλίσει». Σταμάτησε να μιλά κι έβαλε το χέρι στην τσέπη, βγά­ ζοντας ένα πακέτο τσιγάρα κι έναν αναπτήρα. Τον κοί­ ταξα με γουρλωμένα μάτια. «Καπνίζεις;» «Εκπλήσσεσαι; Έπρεπε να εκτονώσω κάπου τον ε­ κνευρισμό μου για να μην αρχίσω να χάνω τους πελάτες μου. Πριν από λίγες μέρες παραλίγο να σκίσω με τον τροχό τη γλώσσα κάποιου κακόμοιρου. Μπήκε σαν άν­ θρωπος και κόντεψε να φύγει σαν φίδι, με διχαλωτή γλώσσα. Η γραμματέας μου σε έχει μισήσει χωρίς να σε γνωρίζει προσωπικά». «Μήπως είναι ενδόμυχα ερωτευμένη μαζί σου;» προ­ σπάθησα να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα. 231


ΜΑΪΡΑ

,ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΎΛΟΥ

«Η Άσπα;» γέλασε. «Μόνο με διευθύντρια γυναι­ κείων φυλακών μπορεί να είναι ερωτευμένη». Τον κοί­ ταξα σοκαρισμένη. «Τι με κοιτάς έτσι; Απ' τη στιγμή που είναι επαγγελματίας στη δουλειά της, δε με νοιά­ ζουν οι σεξουαλικές της προτιμήσεις. Για να μη σου πω ότι έτσι γλιτώνει και τα βάσανα που τραβάω εγώ». «Λυπάμαι» ψιθύρισα. «Εγώ να δεις. Θα έχει πλάκα να γυρίσεις στον α­ ντρούλη σου κι εγώ να πεθάνω από καρκίνο του πνεύμο­ να, αφού έχω καταστρέψει την επαγγελματική μου υπό­ ληψη. Μου τη δίνει που έχω χάσει την αξιοπρέπειά μου εξαιτίας σου. Μου θυμίζει καταστάσεις με τη Λίζα». «Θ...θες να φύγω;» τραύλισα. Το σαρκαστικό γέλιο του με μαχαίρωσε. «Άντε πάλι!» Άπλωσε το χέρι του σε μια κίνηση ο αφέντης λείπει και τα σκυλιά είναι δεμένα. Δεν κουνή­ θηκα γιατί ήξερα ότι δε θα με σταματούσε. Και δεν ά­ ντεχα να τον χάσω. Όχι πριν το αποφασίσω εγώ. «Τι θες από μένα, Νικήτα;» «Να μου απαντήσεις τώρα. Θα 'ρθεις ή όχι; Τι πε­ ριμένεις να συμβεί σε μια βδομάδα; Θα αλλάξει κάτι την απόφασή σου; Κανονικά θα έπρεπε να την έχεις πάρει ήδη. Δε νομίζω να περιμένεις μέχρι την τελευταία στιγμή». Σηκώθηκε από τη θέση του και άρχισε να βηματίζει νευρικά, τραβώντας βαθιές ρουφηξιές από το τσιγάρο. Τον παρακολουθούσα που πηγαινοερχόταν. Πέταξε το τσιγάρο από το μπαλκόνι. Τον μάλωσα γιατί ήταν κα­ λοκαίρι και μπορεί να έπιανε φωτιά. «Εσύ μιλάς; Που μ' έχεις κάψει; Που έχω χάσει τον ύπνο μου εξαιτίας σου, ενώ κανονικά θα 'πρεπε να 'χω πάρει των ομματιών μου και να χαλαρώνω στην Καρ232


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

δαμύλη;» Ποπό, κι έλεγα για τα δικά μου νεύρα! Είχε κοκκινίσει και οι φλέβες του πάλλονταν καθώς έσφιγγε το σαγόνι. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, αλλά, αν κουνιό­ μουν, μπορεί να νόμιζε ότι θέλω να φύγω, και πού ήξε­ ρα πώς θα αντιδρούσε; Δεν τον είχα ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση κι ένιωθα τύψεις που ήμουν εγώ η αιτία. Στάθηκε μπροστά μου ανασαίνοντας γρήγορα. Το ύφος μου πρέπει να ήταν πολύ τρομαγμένο, γιατί αυτόματα ένιωσα την προσπάθειά του να χαλαρώσει: «Συγγνώμη αν σε τρόμαξα με τις φωνές μου. Δε μου έχει συμβεί πολλές φορές. Συνήθως αντιμετωπίζω με χιούμορ τις δύσκολες καταστάσεις. Αλλά η φάση που περνάω μαζί σου δεν είναι για γέλια». Ξανακάθισε στην πολυθρόνα του κι άναψε δεύτερο τσιγάρο. Τον παρα­ κολούθησα που το έφερνε στο στόμα. Με κοίταξε κι αυ­ τός. Το έσβησε. «Έχεις δίκιο. Μόνο κακό μου κάνει» πα­ ραδέχτηκε κουρασμένα. «Δεν έχεις ιατρείο σήμερα; Είναι εφτά». «Όχι. Ακύρωσα τα ραντεβού μου γιατί μετά τη συ­ νάντησή μας όποιο εργαλείο κι αν έπιανα στο χέρι μου θα μετατρεπόταν σε φονικό όπλο. Έδωσα και στην Άσπα ρεπό». «Μπα, και πού θα το περάσει; Στον Κορυδαλλό;» χα­ ριτολόγησα, ατυχώς, γιατί ξανάβαλε τις φωνές: «Μη χλευάζεις ανθρώπους που δεν ξέρεις. Σε πληρο­ φορώ ότι μόνο η γραμματέας μου είναι ικανή να με συνεφέρνει από τέτοιες καταστάσεις. Και τότε με τη Λίζα αυτή με βοήθησε να το ξεπεράσω και να μην κλείσω το ιατρείο. Και τώρα, που με βλέπει σε τέτοια χάλια, πάλι στέκεται κοντά μου. Κι αλίμονο αν σε πιάσει στα χέρια της, απειλεί». «Της έχεις πει πώς έχουν τα πράγματα;» ρώτησα 233


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

προσπαθώντας να κρύψω την ενόχληση μου. Τα εν οίκω μη εν δήμω. Τι δουλειά είχε να τα κοινοποιεί στην υπάλ­ ληλό του; «Πάνω κάτω. Κι είναι φυσικό να με ρωτήσει όταν τη μια μέρα με βλέπει να πετάω στα σύννεφα και την άλλη να μη μιλιέμαι. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με α­ νακουφίζει όταν καθόμαστε μετά τη δουλειά στο χώρο αναμονής και, πίνοντας ένα ποτό, στοχαζόμαστε και α­ ναφωνούμε: "Αχ, γυναίκες!"» Μου 'ριξε ένα λοξό βλέμ­ μα. «Λοιπόν; Περιμένω απάντηση. Δε θα φύγεις αν δε μου πεις τι έχεις αποφασίσει για μας. Κι αν δε μου πεις, θα το εκλάβω ως άρνηση και δε θα ξαναεπικοινωνήσουμε». «Γιατί με πιέζεις;» αναστέναξα. «Γιατί με βασανίζεις;» αντιγύρισε. Μελετήσαμε σιωπηλά ο ένας τον άλλο πριν σηκω­ θούμε συγχρόνως από τις θέσεις μας, σαν κάποιος να μας έδωσε το σύνθημα να πράξουμε έτσι. Σταθήκαμε αντικριστά. Κανείς μας δε μιλούσε, κανείς μας δεν έ­ κανε την πρώτη κίνηση. Ο Νικήτας περίμενε να πάρω την πρωτοβουλία που θα του εξασφάλιζε την υπομονή να με περιμένει. Ρίχτηκα στην αγκαλιά του. Τον φίλησα στο λαιμό. Έσυρα το στόμα μου στο πιγούνι του. Έ­ νιωσα την πικρή γεύση της κολόνιας στο δέρμα του. Ά­ νοιξε τα χείλη του προσκαλώντας τα δικά μου. Φιληθή­ καμε μέχρι που μας κόπηκε η ανάσα. Μου απομάκρυνε το πρόσωπο με τα χέρια του χωρίς ν' αφήσει τα μάτια του απ' τα δικά μου. «Λοιπόν; Να υποθέσω ότι θα φύ­ γουμε παρέα σε λίγες μέρες;» Έκανα μερικά βήματα μέχρι τα κάγκελα της βερά­ ντας. Ακούμπησα στην κουπαστή και κοίταξα κάτω στο δρόμο. Τον ένιωσα να με πλησιάζει και να με αγκαλιά234


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

ζει προστατευτικά απ' τη μέση. «Μη σκύβεις πολύ. Θα πέσεις και θα μείνω με την απορία». Ίσιωσα το κορμί και γύρισα προς το μέρος του. Δεν άφησε τα χέρια του από τη μέση μου. «Σε παρακαλώ, μη με πιέζεις. Σε μια βδομάδα θα 'χουν ξεκαθαρίσει τα πάντα. Να ξέρεις όμως ότι σε σκέφτομαι πολύ κι ότι δε θέλω να σε πληγώσω. Αν το κάνω, γίνεται άθελά μου». Ξεφύσηξε κι έκανε μια χειρονομία: εντάξει, παραδί­ δομαι . Έφυγε από κοντά μου και ξανακάθισε στην πολυ­ θρόνα του. Έπιασε τα τσιγάρα και, μετά από στιγμιαίο δισταγμό, τράβηξε ένα και το άναψε. Με κοίταξε φυ­ σώντας προκλητικά τον καπνό. Το κάπνισμα δεν του πήγαινε. Αντιθέτως, ο Αλέξης κάπνιζε με στιλ. Αλλά, αν ο Νικήτας συνέχιζε μ' αυτό το ρυθμό, σύντομα θα απο­ κτούσε τον αέρα του επαγγελματία καπνιστή. Η ερώ­ τηση του με ξάφνιασε. «Κάνατε έρωτα από τότε που γύρισε;» Χάρηκα που μπορούσα να του πω την αλή­ θεια. Το δύσκολο θα ήταν αν με ρωτούσε: «Σκέφτηκες να κάνετε έρωτα από τότε που γύρισε;» «Όχι. Ούτε που πλησιάσαμε ερωτικά ο ένας τον άλ­ λο». Με κοίταξε σαν να μη με πίστευε. Του αντιγύρισα θαρρετά το βλέμμα. Συνέχισε με δύσπιστο ύφος: «Δηλαδή, θες να πεις ότι δε σε πλησίασε με ερωτικές διαθέσεις; Υποτίθεται ότι θέλει να μείνει και κάνει τα πάντα για να το καταφέρει. Πάω στοίχημα ότι θα λέει και θα ξαναλέει πόσο πιστός σου ήταν όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι να γίνει το μοιραίο». «Ναι, τόσο πιστός, που δεν έκανε έρωτα ούτε μαζί μου» είπα με πικρία. «Μιλήσατε για τη Λίζα και τη φίλη σου;» «Όχι ακόμα. Αν γίνει οποιαδήποτε συζήτηση, θα 235


ΜΑΙΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

θρηνήσουμε θύματα στο σπίτι. Περιμένω να περάσει η εβδομάδα των εξετάσεων. Γι' αυτό, σε παρακαλώ, να μη με πιέζεις. Σε λίγες μέρες θα μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Ή θα γκρεμιστούν απ' αυτήν. Πάντως, θα λάβει τέλος αυτή η μετέωρη κατάσταση». Τον κοίταξα παρακλητικά. Έκανε νόημα ότι δέχεται να περιμένει κι έσβησε το τσιγάρο. Ένιωσα ότι η επό­ μενη ερώτηση έγινε κατόπιν πολλής σκέψης. Ξεκίνησε δισταχτικά και ολοκλήρωσε την πρόταση σαν να μην πίστευε ότι ισχύει ο συλλογισμός του, αλλά πως έπρεπε να με ρωτήσει για να βεβαιωθεί: «Μήπως καθυστερείς επειδή στο βάθος δε θέλεις να διώξεις κανέναν; Αγαπάς τον Αλέξη και το απολαμβά­ νεις που κάνει τα πάντα για να κερδίσει την εύνοιά σου, αλλά παράλληλα σου καλάρεσε η φάση μαζί μου και θες να με κρατήσεις καβάτζα, μην ξαναγίνει καμιά στρα­ βή με τον άντρα σου και μείνεις μόνη...» Αχ, ναι! Τι καλά που θα 'τανε! «Τι λες, βρε Νικήτα!» πήρα προσβεβλημένο ύφος. «Μ' έχεις ικανή για τέτοιες σκέψεις; Η αναμονή σ' την έχει βαρέσει και το μυαλό σου δουλεύει περίεργα». Αλλά δυστυχώς δουλεύει. Ευ­ χήθηκα να μην το παράπαιξα θιγμένη. Η υπερβολή φέρ­ νει αντίθετα αποτελέσματα. «Μμμ». Φάνηκε ικανοποιημένος. Κοίταξα το ρολόι μου. Έπρεπε να φύγω πριν του 'ρθουν κι άλλες φαεινές σκέψεις. «Ήρθε η ώρα να γυρίσω στο σπίτι». Ένευσε κα­ ταφατικά και σηκώθηκε από τη θέση του. Μπήκε στο σπίτι. Τον ακολούθησα και τον έφτασα καθώς έπιανε το πόμολο της εξώπορτας. «Μια βδομάδα, Ελένη. Στις δεκάξι του μήνα θα φύ­ γω για τη Μάνη. Με ή χωρίς εσένα. Θα το μάθω εκείνη τη μέρα». Μου άνοιξε την πόρτα και παραμέρισε να πε236


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

ράσω. Δεν έκανε καμία κίνηση να με φιλήσει. Είχε κρυ­ φτεί πάλι πίσω από το ψυχρό προσωπείο. Βγήκα. Έ­ κλεισε την πόρτα πριν φτάσω στο ασανσέρ. Μπήκα στο σπίτι γύρω στις εννιά. Προφασίστηκα α­ διαθεσία και κλείστηκα στην κρεβατοκάμαρα, μακριά από το απορημένο βλέμμα του Τάκη και του Αλέξη. Με ένα Υπνοστεντόν κοιμήθηκα σαν πουλάκι. Συγκεκριμέ­ να, σαν στρουθοκάμηλος που έχωσε το κεφάλι της στην άμμο για να γλιτώσει από όσα τη βασάνιζαν.

20. Την ημέρα που ο Τάκης θα γινόταν δεκαεφτά, άνοιξε ο Θεός τους ουρανούς κι έριξε καρεκλοπόδαρα. Βγήκα από την πολυκατοικία λίγο πριν από την μπόρα, ανυ­ ποψίαστη για το τι μπορεί να επιφυλάσσει μια ζεστή μέ­ ρα του Ιουνίου. Η μεταλλική οσμή που πλανιόταν στον αέρα εισχώρησε στα ρουθούνια μου σημαίνοντας συναγερμό. Σήκωσα τα μάτια στον ουρανό κι αντίκρισα τα μολυβιά σύννεφα να τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σαν από ταινία του Κόππολα, όπως θα 'λεγε ο γιος μου. Ήμουν αρκετά μακριά από το σπίτι για να γυρίσω να πάρω ομπρέλα. Καταπίνοντας μια βρισιά, άρχισα να κινούμαι κολλημένη κάτω από τις μαρκίζες των κατα­ στημάτων και τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών. Έ­ φτασα στον προορισμό μου μουσκεμένη ως το κόκαλο. Η κυρία Πετρούλα, ιδιοκτήτρια του ταξιδιωτικού γρα­ φείου μέσω του οποίου είχαμε γνωρίσει κάποια μέρη του πλανήτη όλα αυτά τα χρόνια, με υποδέχτηκε κά­ πως ανήσυχη για την κατάστασή μου. «Δεν πειράζει, Πετρούλα μου, θα στεγνώσω γρηγο237


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ρότερα, αν μου φτιάξεις ένα ζεστό καφέ» την καθησύ­ χασα. Εξαφανίστηκε στο διπλανό δωμάτιο κι εγώ κάθισα σε μια πολυθρόνα μπροστά στο γραφείο της, χαζεύο­ ντας κάποια φυλλάδια για ονειρεμένα Χριστούγεννα στη Λαπωνία. Όταν μπήκε με το φλιτζάνι μου, εγώ είχα καρφωμένα τα μάτια σε μια αφίσα που διαφήμιζε την παραμυθένια Ντίσνεϋλαντ. Ακολούθησε το βλέμμα μου και είπε: «Ακόμα ονειρεύεσαι αυτό το ταξίδι...» «Πάντα θα το ονειρεύομαι. Όλο λέγαμε ότι θα πάμε οι δυο μας, κάτι σαν μήνα του μέλιτος. Όμως γεννήθηκε ο Τάκης, ήταν περίεργες οι συνθήκες... τέλος πάντων» αναστέναξα και της χαμογέλασα ευχαριστώντας την για τον καφέ. «Ο Μίκυ και η παρέα του είναι πάντα εκεί. Μπορεί τα χρώματα να ξέβαψαν λίγο με τον καιρό, όμως η μα­ γεία του αντιστέκεται στο χρόνο» επέμεινε. «Τυχερή η Ντίσνεϋλαντ, λοιπόν. Είναι από τα λίγα πράγματα που ακούω ότι δεν άλλαξαν. Όλους τους άλ­ λους τους πήρε η μπόρα» είπα κι έδειξα τον εαυτό μου χαμογελώντας. «Υπάρχει και η Γιουροντίσνεϋ, αν η Αμερική σας πέ­ φτει πολύ μακριά ή πολύ ακριβά» συνέχισε να ασκεί αμυδρή επαγγελματική πίεση. «Δεν είναι θέμα απόστασης ή χρημάτων, Πετρούλα μου. Όχι πλέον. Ο Αλέξης ποτέ δεν πίστεψε στον παραμυθένιο κόσμο του Ντίσνεϋ. Θεωρεί ότι ο Μίκυ Μάους δεν είναι ένα έξυπνο ποντίκι με κόκκινο σορτσάκι, αλλά το σύμβολο του αμερικανικού πολιτιστικού ιμπεριαλι­ σμού». Της χαμογέλασα απολογητικά. «Αν ήθελε πραγ­ ματικά να πάμε, θα 'χαμε πάει ήδη». 238


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Είχα την εντύπωση ότι ως μεγαλοδικηγόρος θα έ­ πρεπε να ασπάζεται ευλαβικά τη θρησκεία του καπιτα­ λισμού , μέρος του οποίου αποτελεί κι ο Ντόναλντ με τα ανίψια του» είπε με απορία. «Χα, έπρεπε να δεις το δωμάτιό του στο πατρικό του σπίτι. Σαν γιάφκα της 17 Νοέμβρη. Αν δεν τρόμαζε τους πελάτες του, θα 'χε κρεμασμένη την αφίσα του Τσε στο πολυτελέστατο γραφείο του. Τέλος πάντων. Ο Α­ λέξης μπορεί να ωρύεται το σαββατόβραδο ανάμεσα στους φίλους του από το πανεπιστήμιο ότι οι πλουτοκράτες κατάντησαν την κοινωνία μας σ' αυτά τα χάλια, αλλά τη Δευτέρα το πρωί φοράει το μπλέιζερ Αρμάνι, οδηγεί τα βήματά του μέσα σε χειροποίητα παπούτσια Πολ Σαρκ κι υποδέχεται με το καπιταλιστικότερο χα­ μόγελο τους πλούσιους πελάτες του. Καλή η ιδεολογία, αλλά πόρρω απέχει από την καλοπέρασή του». Γέλασε εγκάρδια κι άλλαξε συζήτηση ρωτώντας με για την υγεία της οικογένειάς μου. «Καλά είναι» απάντησα βιαστικά, ενώ συγχρόνως αναρωτιόμουν αν γνώριζε την κατάσταση που επικρα­ τούσε μέχρι πρότινος στο σπίτι μου αλλά από τακτ δεν ανέφερε τίποτα. Έξυσα νευρικά το μάγουλο. Μ' ενο­ χλούσε η καχυποψία που τύλιγε τις κοινωνικές συνανα­ στροφές μου. Τι δουλειά είχε να ξέρει η Πετρούλα τα τεκταινόμενα στην οικογένεια; Εγώ σπάνια επικοινω­ νούσα μαζί της και ο Αλέξης έδινε εντολή στη γραμμα­ τέα του να τακτοποιεί τα εισιτήρια και τα πακέτα των ταξιδιών που μας ενδιέφεραν. Υπέθεσα ότι αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει κάθε απατημένη σύζυγος που δέχεται πίσω τον άντρα της: την τρώει το σαράκι ότι οι πάντες γνωρίζουν τα μυστικά της κρεβατοκάμαράς της. «Με ξάφνιασε το τηλεφώνημά σου, Ελένη. Σπάνια ε239


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

πικοινωνούμε μαζί για κάποιο ταξίδι» διέκοψε τις σκέ­ ψεις μου. «Η αλήθεια είναι ότι θέλω να κάνω έκπληξη στον Τά­ κη, που σήμερα έχει γενέθλια. Ούτε ο Αλέξης το ξέρει. Θα του το πω το βράδυ μόλις γυρίσει. Δε νομίζω να φέ­ ρει αντίρρηση». «Ο Τάκης έχει γενέθλια; Πόσο γίνεται, βρε Ελενάκι;» ρώτησε ζωηρά η Πετρούλα. «Άσ' τα! Δεκαεφτά. Όσο σκέφτομαι πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός, με πιάνει κατάθλιψη. Νιώθω σαν σταφιδόγρια» κατέληξα απογοητευμένη. «Ποπό, πράγματι!» είπε με σκεφτικό ύφος η Πε­ τρούλα. «Δεν περίμενα να συμφωνήσεις τόσο γρήγορα» γέ­ λασα, προσπαθώντας να κρύψω ότι πειράχτηκα. Με κοίταξε σαν να ξυπνούσε εκείνη τη στιγμή από τις προ­ σωπικές της σκέψεις και προσπαθούσε να καταλάβει το βαθύτερο νόημα της στιχομυθίας μας. Πήρε τρομαγμέ­ νο ύφος και βιάστηκε να διορθώσει το σχόλιό της: «Αχ, όχι, Ελενάκι μου. Δεν εννοούσα εσένα. Εμένα σκεφτόμουν όταν το 'λεγα. Αισθάνομαι ότι σαν να ήταν χτες που έβγαλα το διάφραγμα και σήμερα το πρωί α­ νακάλυψα ότι η κόρη μου έχει προφυλακτικά στο συρ­ τάρι της. Κι είναι μόλις δεκάξι. Φρίκη!» «Τουλάχιστον διατηρεί την παράδοση της μητέρας της και κάνει σεξ με συνείδηση. Να χαίρεσαι που γνω­ ρίζει τους κινδύνους μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και των ιών με μικρό όνομα και τεράστιες επιπτώσεις στην υγεία» πήρε τη στωική μου απάντηση. Έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. «Τέλος πάντων. Ο Θεός να φυλάει τα παιδιά μας από κακές επιλογές» χαμογέλασε και ύψωσε σιωπηλή 240


Ο

10ΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

τα φρύδια της σε ένα ερωτηματικό τόξο, δίνοντας μου να καταλάβω ότι είχε έρθει η ώρα να μιλήσουμε για το σκοπό της επίσκεψής μου. «Ο Τάκης θέλει να σπουδάσει σκηνοθεσία. Ο πατέ­ ρας του του χάρισε μια βιντεοκάμερα για τα γενέθλιά του κι εγώ σκέφτηκα ότι θα του έκανε καλό ένα ταξίδι στο εξωτερικό, ας πούμε για ένα μήνα. Ευκαιρία να αποσυμπιεστεί από το δύσκολο χρόνο που πέρασε στο σχολείο. Και στο σπίτι. Αν επισκεφθεί μερικά μέρη, θα πλουτίσει τις εικόνες του, τη φαντασία του, θα απαλλα­ χτεί από μας, που τον πρήξαμε όλο το χρόνο, και ενδε­ χομένως θα βελτιώσει τα αγγλικά του. Θέλω να μου φτιάξεις ένα πακέτο που θα ικανοποιεί τις οπτικοα­ κουστικές ανάγκες ενός μέλλοντα σκηνοθέτη» της είπα χαμογελώντας. Μισόκλεισε τα μάτια και δάγκωσε σκεφτική τα χείλη της, έχοντας μπει προφανώς στη διαδικασία της επαγ­ γελματικής σκέψης. Την κοίταζα αμίλητη καθώς συμ­ βουλευόταν φυλλάδια, μπροσούρες, καταλόγους, το κο­ μπιούτερ της. Πού και πού έβγαζε κοφτά επιφωνήματα θριάμβου. Μετά από δέκα λεπτά ίσιωσε τα γυαλιά στη μύτη και άρχισε να μου διαβάζει τις σημειώσεις της. Σύ­ ντομα βρέθηκα σε μια δίνη αεροπορικών εισιτηρίων, δρο­ μολογίων τρένων και λεωφορείων, τιμών από ξενώνες για νέους, μουσείων κινηματογράφου, αφίξεων και αναχωρή­ σεων από πόλεις του εξωτερικού. Τη διέκοψα ζαλισμένη. «Πετρούλα, σταμάτα. Αδυνατώ να σε παρακολουθή­ σω. Σου ζήτησα να μου κάνεις ένα πακέτο για δυο τρεις πόλεις του εξωτερικού κι όχι για το γύρο του κό­ σμου σε ογδόντα μέρες. Αρκέσου στα πολύ βασικά. Ας πούμε Λονδίνο, Παρίσι» της πρότεινα κι αμέσως την εί­ δα να φορά τη μάσκα της απογοήτευσης. 241


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

«Τι κρίμα. Κι υπάρχουν τόσα πολλά μέρη να τραβήξει με τη βιντεοκάμερα... Το μαβί σούρουπο στα φιόρδ, τρα­ βηγμένο από το κατάστρωμα του κρουαζιερόπλοιου που πλέει στη Βαλτική. Τα καταπράσινα χάιλαντς της Σκο­ τίας, το κίτρινο χρώμα της Σαρδηνίας...» ονειροπόλησε. «Αν πρόκειται να ξεπουλήσω την περιουσία μου για να αποτυπώσει ο Τάκης στην κάμερά του τα χρώματα της Ευρώπης, μπορώ να τον στείλω στην ταράτσα του σπιτιού μας να τραβήξει το μαύρο χάλι της Αθήνας». Κοίταξα το ρολόι μου και σηκώθηκα. «Μάξιμουμ τρεις ευρωπαϊκές πόλεις, Πετρούλα. Για τις υπόλοιπες έχει πολύ καιρό στη ζωή του. Και όχι πάνω από ένα μήνα. Τηλεφώνησέ μου μόλις φτιάξεις το πακέτο, αλλά σύ­ ντομα, γιατί, αν όλα πάνε καλά, θέλω να φύγει στις δε­ κάξι Ιουνίου». «Τι;» σηκώθηκε έκπληκτη από τη θέση της. «Αυτό είναι σε τέσσερις μέρες!» Έβγαλε τα γυαλιά από τα γουρλωμένα της μάτια. «Γιατί δε με ειδοποιούσες νω­ ρίτερα;» μου είπε σε επικριτικό τόνο. «Γιατί δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα. Εξάλλου έχω ε­ μπιστοσύνη στις ικανότητες σου, κυρία Πετρούλα» την καλόπιασα. «Εσύ είσαι ικανή να πουλήσεις στον πάπα ξενάγηση στα κόκκινα φανάρια του Άμστερνταμ με δωρεάν κουπόνι για να παρακολουθήσει φλορ σόου με λεσβίες και αναμνηστική βιντεοκασέτα Σκύψε, ευλογη­ μένη». Την κοίταξα πονηρά. «Δεν είναι τυχαίο ότι σε προτιμούμε από όλα τα άλλα ταξιδιωτικά γραφεία. Το ξέρω ότι θα με πάρεις τηλέφωνο το απόγευμα να μου πεις ότι τα κανόνισες». Γκρίνιαξε λίγο ακόμα, ενθου­ σιασμένη από τη διάθεσή μου να την κολακέψω, ώστε να εισπράξει μερικούς ακόμα επαίνους για την επαγ­ γελματική καπατσοσύνη της. 242


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Το ίδιο απόγευμα τηλεφώνησε για να μου αναγγείλει θριαμβευτικά ότι ο Τάκης θα εγκατέλειπε την Αθήνα στις δεκαέξι του μήνα και ώρα οχτώ και τριάντα, με πρώτο σταθμό τη Ρώμη. Την ευχαρίστησα εγκάρδια και κανονίσαμε να περάσει από το σπίτι μετά το κλείσιμο του γραφείου, για να μου αφήσει το λεπτομερή κατά­ λογο του ταξιδιού και να κανονίσουμε το οικονομικό ζήτημα. Στην είσοδο της πολυκατοικίας με ρώτησε αν το εί­ πα στον Τάκη. «Αφού είναι έκπληξη, Πετρούλα». «Κι αν είναι δυσάρεστη έκπληξη, Ελένη; Αν έχει κα­ νονίσει με την παρέα του να περάσει τις διακοπές του στα ελληνικά νησιά; Θα πετάξεις ένα τόσο ακριβό δώρο στα σκουπίδια;» «Ξέρω το γιο μου και το πάθος του. Αν επιζήσει από το έμφραγμα μόλις ακούσει τι έκανε η μανούλα του γι' αυτόν, θα μαζέψει τη βαλίτσα του και θα σταθεί στην πόρτα του διαμερίσματος μέχρι να ξημερώσει για να τον πάω στο αεροδρόμιο». Με κοίταξε δύσπιστα. Της πήρα τον κατάλογο από το χέρι και πρόσθεσα γελώντας: «Αν αποδειχτεί ότι έκανα λάθος, θα πάρω εγώ το αεροπλάνο για την Ιταλία και θα αφήσω το γιο μου να κολυμπάει με την παρέα του στα γαλάζια νερά του Αιγαίου». «Κι ο Αλέξης; Μπορώ να τροποποιήσω την εκδρομή ώστε να έρθει κι εκείνος αν δε δεχτεί ο Τάκης» είπε η Πετρούλα, προσπαθώντας να καταπραΰνει βασικά τους δικούς της φόβους για το όλο εγχείρημα. «Είπαμε ότι έχεις ικανότητες, Πετρούλα μου, αλλά θαύματα δεν μπορείς να κάνεις. Ο Αλέξης είναι σαν τον κολιό. Κάθε πράγμα στον καιρό του κι οι καλοκαιρινές διακοπές τον Αύγουστο. Νωρίτερα δεν κλείνει το γρα243


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

φείο του, ο κόσμος να χαλάσει. Αλλά μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε κατ' ευχήν. Θα πω του Τάκη να σου στεί­ λει κάρτα από την Τσινετσιτά». Το βράδυ των γενεθλίων κύλησε όπως όλα τα προη­ γούμενα και μόνο οι ευχές μας να τα εκατοστίσει, όταν κάτσαμε κι οι τρεις μας να φάμε στη βεράντα, υποδεί­ κνυαν ότι η μέρα είχε κάτι το ξεχωριστό. Μετά το φα­ γητό ο Τάκης κλείστηκε στο δωμάτιό του να διαβάσει αρχαία ελληνικά. Μείναμε ο Αλέξης κι εγώ να κοιταζό­ μαστε σιωπηλοί πάνω από τα υπολείμματα του φαγη­ τού μας. Έσπασα πρώτη τη σιωπή: «Του έδωσες τη βιντεοκάμερα;» «Όχι. Συμφωνήσαμε να την πάρει στις δεκαπέντε, την ημέρα που τελειώνει τις εξετάσεις». «Του έχω κι εγώ ένα δώρο». Σηκώθηκα από την κα­ ρέκλα μου και μπήκα στο σαλόνι. Επέστρεψα αμέσως κρατώντας τα φυλλάδια που περιέγραφαν το ταξίδι του Τάκη. Τα έδωσα στον Αλέξη, που τα πήρε χαρίζο­ ντάς μου ένα απορημένο βλέμμα. Τα ξεφύλλισε προ­ σπαθώντας να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο. «Του οργάνωσα ένα ταξίδι στη Ρώμη, στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Θα 'χει μπόλικο υλικό για τη βιντεοκάμε­ ρα του, αφού θα μείνει ένα μήνα στην Ευρώπη» είπα συνεπαρμένη και η ίδια από τις εικόνες που υπέθεσα ότι θα καταγράψει το σκηνοθετικό του μάτι. Κοίταξα τον Αλέξη περιμένοντας την αντίδραση του. «Θα αφήσεις το γιο μας να γυρνάει μόνος του ένα μήνα στην Ευρώπη, εκτεθειμένος σε ένα σωρό ιταλι­ κούς, γαλλικούς και αγγλικούς κινδύνους;» αναφώνησε έκπληκτος. Γέλασα με το σοκαρισμένο ύφος του. «Αλέξη, ακούγεσαι σαν υστερική μανούλα. Εσύ έλε­ γες ότι είμαι υπερπροστατευτική, ότι δεν τον αφήνω να 244


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

φύγει από τα φουστάνια μου, ότι επεμβαίνω πιεστικά στη ζωή του, ευνουχίζοντάς του κάθε πρωτοβουλία. Εί­ πα λοιπόν ότι, για να μου το κοπανάς συνέχεια, μάλλον έχεις δίκιο. Και αποφάσισα να κάνω την καρδιά μου πέτρα και να του προσφέρω ένα μήνα απόλυτης ελευ­ θερίας. Ούτως ή άλλως, θα φύγει για το εξωτερικό μό­ λις τελειώσει το σχολείο. Κι όχι για ένα μήνα, αλλά για κάμποσα χρόνια. Έτσι προετοιμάζομαι κι εγώ ψυχολο­ γικά». Με κοίταξε καχύποπτα. Δε φάνηκε να τον πείθει η επιχειρηματολογία μου. «Τι να σου πω, Ελένη. Ποτέ δε διανοήθηκα ότι η φα­ ντασία σου για δώρο στο γιο μας θα υπερέβαινε την αγορά ενός ρολογιού ή κάποιου ρούχου. Δεν το λέω με προσβλητική διάθεση, απλά δε σε είχα συνηθίσει τόσο άνετη, ειδικά στα θέματα του Τάκη». «Του το οφείλω, Αλέξη» είπα με σοβαρό ύφος. «Αυ­ τός ο χρόνος τον σημάδεψε. Μπορεί να μη μιλούσε, αλ­ λά καταλάβαινε πολύ καλά τι συνέβαινε μεταξύ μας. Τι τον έκανε, νομίζεις, να μιλήσει έτσι στον καθηγητή του; Ο εκνευρισμός που εισέπραττε στο σπίτι. Επειδή είναι κλειστό παιδί και δε μιλάει εύκολα, δε σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του. Θέλω να λέει κάποτε ότι στα δεκαεφτά του χρόνια οι γονείς του του έκαναν τα ωραιότερα δώρα που πήρε ποτέ. Κι όχι ότι πέρασε το χειρότερο χρόνο της ζωής του, μέλος μιας διαλυμέ­ νης οικογένειας που έκανε προσπάθεια να ανασυσταθεί». Με κοίταξε σκεφτικός. Άργησε να μιλήσει κι η φωνή του ήταν χρωματισμένη από συγκατάθεση. «Έχεις δίκιο. Ήταν πολύ δύσκολη χρονιά γι' αυτόν. Χαίρομαι που εσύ τουλάχιστον δεν τυφλώθηκες από εγωισμό, σαν εμένα, που δεν έβλεπα τίποτ' άλλο εκτός από τα δικά μου προβλήματα. Αυτό το ταξίδι θα τον 245


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ανεβάσει ψυχολογικά. Μόνος του θα σκεφτεί πολλά πράγματα. Όπως κι εμείς». Η φωνή του ζεστάθηκε. «Είναι ευκαιρία να μείνουμε μόνοι μας, Ελένη, και να κάνουμε μια επισκόπηση της σχέσης μας. Μπορούμε, αν θες, να φύγουμε κι εμείς όσο θα λείπει ο Τάκης».. Χαμογέλασε ενθουσιασμένος από την ξαφνική ιδέα που άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά στο δικηγορικό του κεφάλι. «Μπορούμε να κάνουμε κι εμείς ένα ταξιδάκι. Μόνοι μας. Τώρα συνειδητοποιώ ότι ποτέ δεν ταξιδέ-, ψαμε οι δυο μας. Πάντα παίρναμε και το παιδί. Θα 'ναι υπέροχο να ανακαλύψουμε εκ νέου τους εαυτούς μας». Χτύπησε παλαμάκια, επιβραβεύοντας την ιδέα του. Η απάντησή μου του έκοψε τη φόρα: «Νόμιζα ότι εσύ ανακάλυψες τον εαυτό σου όταν έφυγες από το σπίτι. Δεν είναι ανάγκη να ξεσπιτωθείς και πάλι για χάρη μου. Εγώ δεν έχασα ποτέ τον εαυτό μου για να τον ξαναψάξω». Σηκώθηκε από τη θέση του και ήρθε δίπλα μου. Γονάτισε σαν ιππότης μπροστά στα πόδια μου και μου έπιασε τα χέρια. «Δε σε πιστεύω. Εξαιτίας μου έχασες την ταυτότητά σου. Τόσα χρόνια ήσουν η καλόβολη ερωτευμένη γυ­ ναίκα και ξαφνικά ένιωσες μόνη, προδομένη, γεμάτη ερωτηματικά για το ποιος έφταιγε που ο γάμος μας πέρασε τέτοια κρίση. Θέλω να σε πάρω από δω, να πά­ με κάπου όπου τίποτα δε θα θυμίζει κακές καταστά­ σεις. Κάπου όπου θα σβήσει η μνήμη και ο χρόνος θα αρχίσει να κυλά από νέα αφετηρία». «Χωρίς τη μνήμη, Αλέξη, ο χρόνος δε θα 'χε το παρα­ μικρό νόημα. Δεν μπορώ να ξεχάσω τα χρόνια που προσπαθούσα να σε κάνω ευτυχισμένο, διώχνοντας τις ενοχές που με κατέκλυζαν, ότι έκλεψα τη ζωή σου. Τι κι αν πάμε στο Σουρινάμ, δε θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπό 246


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

σου την ημέρα που με εγκατέλειψες. Δεν μπορώ να δια­ γράψω τόσα γεγονότα από τη μνήμη μου. Η παρουσία σου θα μου θυμίζει πάντα το παρελθόν». Σηκώθηκα δακρυσμένη, απελευθερώνοντας τα χέρια μου από τα δικά του. Τον παραμέρισα και μπήκα στο σπίτι. Με ακολούθησε στην κρεβατοκάμαρα. «Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ. Θέλω τόσο πολύ να επανορθώσω για το κακό που σου έχω κάνει. Θα περι­ μένω με υπομονή σταλακτίτη μέχρι να πειστείς ότι τα αισθήματά μου για σένα είναι αληθινά. Σου ορκίζομαι ότι τα ψέματα έχουν τελειώσει. Από δω και πέρα θα βαδίζουμε μαζί. Θα πλάσουμε μια νέα σχέση ειλικρί­ νειας και εμπιστοσύνης». «Σταμάτα, Αλέξη» τον διέκοψα εκνευρισμένη. «Μου θυμίζεις προεκλογική εκστρατεία». Πριν βγει από την κρεβατοκάμαρα, πρόλαβα να δω μια φευγαλέα λάμψη θυμού στο βλέμμα του. Η αμφισβήτησή μου για την κα­ θαρότητα των προθέσεών του τον ενοχλούσε αφάντα­ στα. Εμένα πάλι με ενοχλούσε αφάνταστα που με είχε κερατώσει με την καλύτερή μου φίλη και δεν το έλεγε στα ίσια. Σάμπως θα μου άνοιγε κανείς τα μάτια ότι αυτός έβγαζε τα δικά του με τη Λίζα, αν ο κόσμος δεν ήταν τόσο μικρός, ώστε να γνωρίσω τον τέως σύζυγό της και να μου το αποκαλύψει εκείνος; Εδώ είναι που επα­ ληθεύεται η άποψη ότι όλες οι ανακαλύψεις οφείλονται στη σύμπτωση. Από το μήλο που έπεσε στο κεφάλι του Νεύτωνα μέχρι την κεραμίδα που χτύπησε το δικό μου. Η τεταμένη ατμόσφαιρα μεταφέρθηκε και στο κρε­ βάτι. Εγώ έκανα ότι διάβαζα ένα μυθιστόρημα κι εκεί­ νος, καθισμένος αριστερά μου, με τα μαξιλάρια στην πλάτη, σκάλιζε το χαρτοφύλακα του. Έβγαλε κάτι ση­ μειώσεις κι άρχισε να τις μελετάει. Ο εκνευρισμός ήταν 247


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

τόσο έντονος, που θα μπορούσε να πάρει στερεά μορφή και να μας πλακώσει. Μετά από μισή ώρα έκλεισα το βιβλίο και ετοιμάστηκα να σβήσω το πορτατίφ μου. Χω­ ρίς να πω καληνύχτα. Με πρόλαβε την ώρα που πίεζα το διακόπτη. «Πού είναι όλα εκείνα τα νυχτικά που φορούσες πα­ λιότερα;» Από το ύφος που διατύπωσε την ερώτηση κατάλαβα ότι ποσώς τον ενδιέφερε το περιεχόμενο της απάντησης που θα εισέπραττε. Θα μπορούσε να είναι η τυχαία σκέψη που άδραξε εκείνη τη στιγμή απ' το μυα­ λό του. Το μόνο που ήθελε ήταν να εκφράσει κάπως την κακεντρεχή διάθεση που τον περιέβαλλε. Ο τόνος του μου θύμισε τον προάγγελο των παλιών συζυγικών μας καβγάδων. «Τα πέταξα» πήρε τη λακωνική απάντησή μου, ενώ συγχρόνως άσκησα ελάχιστη πίεση στο διακόπτη του πορτατίφ και το δωμάτιο σκοτείνιασε κατά το ήμισυ. Θέλησα να του δείξω πως δεν είχα διάθεση για καβγά και του γύρισα επιδεικτικά την πλάτη. Δυστυχώς, αυτό τον ερέθισε περισσότερο. Η παγερή φωνή του πρόδινε έναν παιδιάστικο σαδισμό: «Για ποιο λόγο; Βολεύεσαι καλύτερα με τις εφηβικές μπλούζες που φέρουν ηλίθια μηνύματα;» Παρ' όλο που ενθουσιάστηκα επειδή είχε προσέξει τη στάμπα στο μαύρο μακό που μου χάρισε ο Τάκης, ανα­ στέναξα με δυσφορία γιατί τρωγόταν να με προκαλέ­ σει. Κι όλα αυτά επειδή δεν πήδηξα στην αγκαλιά του όταν πρότεινε να φύγουμε οι δυο μας. Το «κλικ» του διακόπτη επανέφερε στο δωμάτιο το πλήρες φως. Ί­ σως να μην εξελισσόταν καλά αυτή η νύχτα. Ήθελε κα­ βγά για να εκτονώσει τον πληγωμένο του εγωισμό. Δε θα του έκανα το χατίρι. 248


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Λυπάμαι, δε συμφωνούν τα γούστα μας στα συνθή­ ματα. Κάνε μου όμως τη χάρη να μην το συζητήσουμε τέτοια ώρα. Είμαι πολύ κουρασμένη» είπα μ' επίταση κι ετοιμάστηκα να ξανασβήσω το φως, οριστικά αυτή τη φορά. Μου έπιασε το μπράτσο, καθηλώνοντάς με. «Τι συμβαίνει, Ελένη; Γιατί είσαι τόσο εχθρική σήμε­ ρα; Ό,τι κι αν σου πω το παίρνεις στραβά. Νόμιζα ότι η πρόταση μου θα σε χαροποιούσε, κι εσύ μόνο που δε με κατασπάραξες. Προσπαθώ να σου δείξω ότι σε αγα­ πάω, αλλά εσύ με παγώνεις με τη στάση σου». «Και καλά θα κάνεις να μείνεις παγωμένος. Όταν γύ­ ρισες πίσω, συμφωνήσαμε να μη με πιέσεις. Δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου ότι πριν από λίγους μήνες αγκάλιαζες και φίλαγες κάποια άλλη και τώρα μου μιλάς για ρομαντικά ταξίδια και αναβίωση της αγάπης μας. Δεν ξέρω αν με αγαπάς. Ίσως δε μ' αγάπησες ποτέ...» «Μα τι λες τώρα;» δυσανασχέτησε. « Συγκρίνεις την περιπέτεια του ενός μήνα με τα δεκαεννιά χρόνια που γνωριζόμαστε; Δεν περηφανεύομαι γι' αυτό που έκανα, αλλά μη με σταυρώνεις έτσι. Δεν μπορείς να καταλά­ βεις ότι το κορμί μπορεί να πλήξει κάποια στιγμή; Το κορμί, Ελένη, όχι η καρδιά». Χαμήλωσε τη φωνή σε πα­ ρακλητικό τόνο. «Άσε με να επανορθώσω. Άσε με να σου δείξω πόσο μου έχεις λείψει. Πόσο έχω πεθυμήσει την επαφή μαζί σου». Χαλάρωσε τη λαβή του, αλλά, χωρίς να μου αφήσει το μπράτσο, σύρθηκε προς το μέρος μου. Πέρασε το ελεύθερο χέρι του από πάνω μου και έσβησε το πορτα­ τίφ. Άφησε τα τεντωμένα του μπράτσα να λυγίσουν μα­ λακά δεξιά κι αριστερά και ξάπλωσε επάνω μου με τη φυσικότητα που η Σιτροέν ξεκουράζει το αμάξωμά της στα πίσω λάστιχα. Έμεινα ακίνητη, παλεύοντας με τη 249


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

σκέψη να τον διώξω από πάνω μου ή να τον αφήσω να προχωρήσει. «Σβήσε και το δικό σου φως» ψιθύρισα και το δω­ μάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. «Σ' αγαπώ» ακούστηκε η φωνή του στην ησυχία του ξημερώματος. Στηρίχτηκε στους αγκώνες του και, κοι­ τώντας με χαμογελώντας, πρόσθεσε: «Με συγχώρεσες ή θα μου το φυλάς για πάντα;» Στο βλέμμα του ανα­ γνώρισα την παλιά του αυτοπεποίθηση. Από τη στιγμή που κάναμε έρωτα, πίστεψε ότι το κάστρο έπεσε. Και­ ρός ήταν να πέσει λίγο καυτό λάδι στη ράχη του: «Σε συγχωρώ λίγο λίγο. Προσπαθώ να πιστέψω ότι μετάνιωσες πραγματικά κι ότι όντως θα γύριζες κοντά μου, ακόμα κι αν δε σου έκανε ποτέ λόγο για παιδί η Λίζα» του απάντησα αδιάφορα, ξέροντας όμως ότι το σχόλιό μου θα τον γκρέμιζε από το ουράνιο επίπεδο στο οποίο υπερίπτατο από τη στιγμή που ενέδωσα στις γαλιφιές του. Τραβήχτηκε από κοντά μου σαν να τον δά­ γκωσε ορεξάτο φίδι που μόλις είχε ξυπνήσει από χειμε­ ρία νάρκη. «Εντάξει, Ελένη. Για λίγο πίστεψα ότι τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους. Όμως φαίνεται πως δε θα με αφήσεις σε χλωρό κλαρί. Ακόμα και μετά από αυτό που μοιραστήκαμε πριν από λίγες ώρες». «Εδώ είναι το πρόβλημά μου, Αλέξη. Κάναμε έρωτα για πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες και όλη την ώρα πάσχιζα να πείσω τον εαυτό μου ότι σκεφτόσουν εμένα κι όχι κάποια άλλη. Σχεδόν δεν ήθελα να σε α­ κούω να ψιθυρίζεις το όνομά μου, φοβούμενη ότι πάνω στην έξαψη θα το μπέρδευες με κάποιο άλλο. Ονειρευό250


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

μουν τη στιγμή που θα με πλησίαζες με δική σου πρω­ τοβουλία, κι όταν ήρθε, δεν μπόρεσα να το ευχαριστη­ θώ. Με καταδίκασες σε μόνιμη καχυποψία. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη πια για τη γνησιότητα των κινήτρων σου. Νιώθω ότι επέστρεψες στη ζωή μου με μια εκπλη­ κτική υποκριτική ικανότητα: υποδύεσαι τέλεια το μεταμελημένο σύζυγο, τον τρυφερό εραστή, τον υποχωρη­ τικό πατέρα, το αφεντικό σκύλου. Αλλά δεν τα νιώθεις. Δημιουργείς μια επίπλαστη κατάσταση μέχρι να δια­ σφαλίσεις τη θέση σου εδώ μέσα». «Και γιατί να ακολουθήσω τέτοιες υποκριτικές με­ θόδους; Νομίζεις ότι μου λείπει η στέγη ή τα χρήματα; Ή οι γυναίκες;» Το τελευταίο το μάσησε, γιατί φοβήθη­ κε ότι θα ξεσπάθωνα πάλι. Μόλις διαπίστωσε ότι δε συσπάστηκε ούτε ένας μυς στο πρόσωπό μου, αναθάρ­ ρησε και συνέχισε τη δικανική ρητορεία: «Όχι, γλυκιά μου. Γύρισα γιατί μου έλειψε η οικογένειά μου. Κι όχι επειδή τρόμαξα στη σκέψη ότι μπορεί να ξαναγίνω πα­ τέρας. Δεν ξέρω πόσο καλά πληροφορημένη είσαι, όμως η σχέση μου με τη Λίζα είχε ημερομηνία λήξης». «Τότε, πρέπει να επρόκειτο περί κονσέρβας με πολ­ λά συντηρητικά για μεγάλη διάρκεια. Έτσι κατάλαβα όταν σε είδα να παίρνεις όλα σου τα προσωπικά αντι­ κείμενα από το σπίτι. Δεν αποκόμισα την εντύπωση πως ήταν σχέση ενός σώβρακου και καθαρής οδοντόβουρ­ τσας. Όταν έφυγες, άφησες πίσω σου μόνο κάτι ντεμοντέ ρούχα και τα αθλητικά σου παπούτσια. Εκτός αν ήθελες να υπονοήσεις ότι θα ερχόσουν σπίτι για να γυ­ μναζόμαστε παρέα». Σηκώθηκα από το κρεβάτι, φορώντας βιαστικά την μπλούζα που μου είχε βγάλει ανυπόμονα πριν από λί­ γες ώρες. Όποια μαγεία υπήρχε στο δωμάτιο, αν υπο251


ΜΑΙΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

θέσουμε ότι υπήρχε, διαλύθηκε. Μπήκα στο μπάνιο κι άνοιξα τη βρύση του ντους. Ψέματα, ψέματα, ψέματα. Εδώ και μήνες δεν είχε ακουστεί αλήθεια σ' αυτό το σπίτι. Η φίλη μου με παραμύθιαζε, ο άντρας μου με παραμύθιαζε, εγώ παραμύθιαζα τον Τάκη ότι έβγαινα με μια φίλη μου ενώ συναντούσα το Νικήτα. Έκλεισα συλ­ λογισμένη τη βρύση και κάθισα στο χείλος της μπανιέ­ ρας. Ο Νικήτας. Ενώ τον σκεφτόμουν όλη μέρα, μόλις είδα τον Αλέξη, ξέχασα ακόμα και τη συνάντηση στο σπίτι του. Για την ακρίβεια, απάτησα τον εραστή μου με τον άντρα μου. Πώς ήταν δυνατόν να ζητάω νέμεση για τον Αλέξη, τη στιγμή που εγώ είχα μπλέξει τα μπού­ τια μου; Αντί να ξεκαθαρίσω την κατάσταση, την περιέπλεκα κάνοντας έρωτα με τον άντρα μου. Το διακριτικό χτύπημα στην πόρτα με έβγαλε από τις σκέψεις. Το πρόσωπο του Αλέξη φάνηκε στη χαρα­ μάδα της πόρτας. «Να μπω;» με ρώτησε δειλά. «Έλα, θα κάνω μπάνιο αργότερα». Έκανα να σηκω­ θώ, αλλά πρόλαβε και έκατσε δίπλα μου. Ευτυχώς ο Τάκης είχε δικό του μπάνιο. Τι θα σκεφτόταν αν τον έ­ πιανε η ανάγκη του στις έξι τα χαράματα κι έβρισκε τους γονείς του να κάθονται δίπλα δίπλα στο χείλος της μπανιέρας, σαν γέροι συνταξιούχοι σε παγκάκι άλσους; Μου έπιασε το χέρι. «Αφού δεν ήθελες να κάνουμε έρωτα, γιατί με εν­ θάρρυνες ;» «Δεν ξέρω. Από παρόρμηση. Από στέρηση και απωθη­ μένο τόσων μηνών. Από λαχτάρα να σε συγχωρήσω και να συνεχίσουμε τη ζωή μας λίγο πιο πίσω από το ση­ μείο που την κατέστρεψες». «Αν σ' ενδιαφέρει, εγώ το ευχαριστήθηκα πολύ. Ή252


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

μουν βλάκας που πήγα μ' άλλη γυναίκα και δεν κοίταζα να χαρώ τη δικιά μου». Με κοίταξε σαν δαρμένο σκυλί. «Τι πρέπει να κάνω για να με συγχωρέσεις; Αν κόψω τις φλέβες μου εδώ μπροστά σου;» Πετάχτηκε όρθιος αρπάζοντας την ξυριστική του μη­ χανή. Την έβαλε σε λειτουργία και την κράτησε πάνω από τους καρπούς του, χαρίζοντάς μου το βλέμμα του Μιμίκου λίγο πριν αυτοκτονήσει στην αγκαλιά της ήδη νεκρής αγαπημένης του. Ζζζζζζζζζ... ακουγόταν η Φίλιπς στο μπάνιο, αφαιρώντας κάθε δραματική πρόθεση του Αλέξη. Χαμογέλασα με το θέαμα. «Αν καταφέρεις να αυτοκτονήσεις με ηλεκτρική μη­ χανή ξυρίσματος, ίσως σε συγχωρήσω». Έκλεισε το διακόπτη και την άφησε πάνω στον πάγκο με τους δυο νιπτήρες. Άρχισε να ανοιγοκλείνει τα συρτάρια με θεα­ τρικές κινήσεις, αναφωνώντας συγχρόνως: «Πού είναι τα ξυραφάκια σου; Μη μου κρύβεις τα ξυραφάκια σου!» «Δε χρησιμοποιώ ξυραφάκι. Κάνω χαλάουα» απά­ ντησα γελώντας. Κοκάλωσε και, κάνοντας ότι το σκέφτεται, αναφώ­ νησε: «Θα αυτοκτονήσω με χαλάουα. Θα καταπιώ όλη τη συσκευασία, θα κολλήσει στο λαιμό μου και θα πνι­ γώ». Μου έκλεισε το μάτι. «Τι λες, θα με συγχωρέσεις αν πνιγώ;» «Αφού θα είσαι νεκρός, τι σε νοιάζει;» συνέχισα κι εγώ. σε εύθυμο τόνο, παρασυρμένη από την παιχνιδιά­ ρικη του διάθεση. Στάθηκε μπροστά μου και, χάνοντας το χαμόγελο, είπε με σοβαρότητα: «Με νοιάζει οτιδή­ ποτε έχει να κάνει μ' εσένα». Βγήκε από το μπάνιο, αφήνοντάς με στην ίδια θέση που με βρήκε. Έκανα γρήγορα ένα ντους, φόρεσα τη ρό253


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

μπα μου και πήγα στην κουζίνα. Τον βρήκα να παρατη­ ρεί το νερό που μεταλλασσόταν σε καφέ καθώς φιλτραριζόταν στην καφετιέρα. Έβγαλε αμίλητος δύο φλιτζά­ νια από το ντουλάπι. Παρατηρούσα τις κινήσεις του, που είχαν αποκτήσει και πάλι τη συζυγική σιγουριά. Όταν είχε πρωτοέρθει, δεν τολμούσε να ακουμπήσει ούτε την μπρίζα της καφετιέρας χωρίς να ζητήσει τη συγκατάθεσή μου. Γύρισε και με κοίταξε. «Θα τον πιούμε εδώ ή στη βεράντα;» «Καλύτερα έξω. Δεν έχει πιάσει ακόμα ζέστη». Βγήκαμε με τα φλιτζάνια και βολευτήκαμε σε δυο αντικριστές καρέκλες. Αυθόρμητα άπλωσα τα πόδια μου πάνω του, όπως συνήθιζα να κάνω παλιότερα, στις καλές μας εποχές. Κοιταχτήκαμε ξαφνιασμένοι. Ετοι­ μάστηκα να τα κατεβάσω στο δάπεδο, αλλά τα κράτη­ σε κολλημένα στους μηρούς του. «Άσ' τα εκεί!» με πρόσταξε καρφώνοντας το βλέμμα του στο δικό μου. Η επίταση στη φωνή του έκανε το αί­ μα μου να κοχλάσει από επιθυμία. Έσυρα αργά τα πέλ­ ματα μου σ' αυτό που επιστημονικά καλείται υπογά­ στριο. Το αποτέλεσμα ήταν θεαματικό. Αμίλητος άφησε το φλιτζάνι του στο τραπέζι και μου κατέβασε με προ­ σοχή τα πόδια. Πιασμένοι χέρι χέρι πήραμε το δρόμο για την κρεβατοκάμαρα. Κυλιστήκαμε στο ξέστρωτο κρεβάτι, κι αυτή τη φο­ ρά αφέθηκα να απολαύσω κάθε στιγμή της συνεύρεσής μας. Δε μ' ένοιαζε τίποτα, κανένας δε σκίαζε τη σκέψη μου. Απέβαλα κάθε φόβο κι αφέθηκα στη στιγμή που ζούσα. Ήμουν το ξεροπήγαδο που δέχτηκε άπληστα την υγρασία της ξαφνικής μπόρας στα κουρασμένα του τοι­ χώματα. «Σ' αγαπώ» του ψιθύριζα κι εγώ, απαλλαγμέ­ νη από το άγχος ότι του άνοιξα ξανά την καρδιά μου κι 254


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

εκείνος θα φρόντιζε να την ποδοπατήσει σε πρώτη ευ­ καιρία. Πέσαμε ξέπνοοι στα μαξιλάρια έχοντας πλεγμένα τα χέρια μας. Με πήρε ο ύπνος και δεν κατάλαβα πότε έ­ φυγε για το γραφείο του. «Ξύπνα, τεμπέλα». Από τις χαραμάδες των βλεφά­ ρων μου είδα τον Τάκη να μου χαμογελάει. Ασυναίσθη­ τα τράβηξα το σεντόνι μέχρι το σαγόνι, αλλά, ταυτό­ χρονα με αυτή την κίνηση ευπρέπειας, θυμήθηκα ότι τη δεύτερη φορά που έκανα έρωτα με τον Αλέξη δε βγά­ λαμε καν τα ρούχα μας από τη βιασύνη. «Τι ώρα είναι, καλέ μου;» τον ρώτησα προσπαθώ­ ντας συγχρόνως να καταπνίξω ένα χασμουρητό. «Ώρα να μιλήσεις με έναν κύριο που σε ζητάει στο τηλέφωνο» απάντησε και, βγαίνοντας από το δωμάτιο, πρόσθεσε ότι θα πήγαινε στη Νόρα για διάβασμα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι με πολύ κακό προαίσθη­ μα. Μέχρι να διανύσω την απόσταση ως το σαλόνι, όπου βρισκόταν το τηλέφωνο, πρόλαβα να υποθέσω, πρώτον, ότι τηλεφωνούσε ο Νικήτας για να μου ανακοινώσει πως θα τα ξεράσει όλα στον Αλέξη· δεύτερον, ότι τηλε­ φωνούσε ο Νικήτας για να μου πει ότι, αφού θα τα ξε­ ράσει όλα στον Αλέξη, θα τον πάρει να πάνε να τα πιουν παρέα, καταστρώνοντας σχέδια εκδίκησης που αφο­ ρούσαν το άτομο μου, τρίτον, ότι τηλεφωνούσε ο Νική­ τας για να με λοιδορήσει επειδή διαισθάνθηκε ότι κοι­ μήθηκα με τον άντρα μου. Σήκωσα το ακουστικό τρέ­ μοντας. «Νι...;» πρόλαβα ευτυχώς να κόψω τη φόρα μου, κάνοντας την πρώτη συλλαβή του ονόματος του Νικήτα να ακουστεί σαν καταφατικό ιδίωμα της Καρδίτσας. «Μιλώ με την κυρία Μπάρκα;» ακούστηκε δειλά ο 255


ΜΑίΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

συνομιλητής μου, του οποίου η φωνητική χροιά δε σή­ μανε συναγερμό στο μυαλό μου. Χαλάρωσα και επέ­ τρεψα στην περιέργεια να πάρει τη θέση του άγχους. «Μάλιστα. Εσείς ποιος είστε, παρακαλώ;» «Ονομάζομαι Κορκοβέσης Ιπποκράτης και τηλεφω­ νώ από την πανσιόν σκύλων. Είχατε τηλεφωνήσει να κρατήσουμε το σκυλάκι σας από τις δεκαπέντε Ιουνίου μέχρι τις είκοσι Ιουλίου, αν δεν απατώμαι. Σας πήρα για να δω αν ισχύουν οι ημερομηνίες». «Ισχύουν. Μπορείτε να περάσετε στις δεκαπέντε, γύ­ ρω στο απόγευμα; Θέλω να τον αποχαιρετίσει κι ο γιος μου. Θα χτυπήσετε το κουδούνι και θα σας τον κατεβά­ σω». Συνεννοηθήκαμε για τις λεπτομέρειες και κλείσα­ με. Έμεινα καρφωμένη στη θέση μου μέχρι που η επι­ τακτική ανάγκη για τσιγάρο με έσπρωξε στο δωμάτιο του Τάκη. Έψαξα σε όλα τα πιθανά σημεία που έκρυβε τα πακέτα του, αλλά δυστυχώς δε βρήκα τίποτα που να καπνίζεται. Πήγα στο σαλόνι και σωριάστηκα στον καναπέ. Το μάτι μου έπεσε αμέσως στο ξεχασμένο πακέτο Σάλεμ του Αλέξη. Ενθουσιάστηκα με την καλή μου τύχη. Η ε­ πιστροφή του συζύγου είχε τελικά τα καλά της. Σεξ εκεί που δεν το περίμενα, τσιγάρο εκεί που δεν το περί­ μενα. Χαμογελώντας, άναψα ένα Σάλεμ και ρούφηξα τον καπνό με την ηδονή του ανυπόμονου ερασιτέχνη που μετά από πολύ καιρό του ήρθε η διάθεση να καπνί­ σει. Μόρφασα από αηδία. Μα καλά, κοτζάμ άντρας και κάπνιζε τσιγάρα μέντας; Τόσα χρόνια που ήμασταν μα­ ζί, πρώτη φορά συνειδητοποιούσα τη γεύση της μάρκας που προτιμούσε. Έφερα το τσιγάρο σε ασφαλή από­ σταση από τα μάτια μου και βάλθηκα να το παρατηρώ καθώς καιγόταν αργά, χωρίς τη δική μου επέμβαση. 256


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

Κατέβαινε με περιμετρικές πυρακτωμένες κινήσεις προς το φίλτρο, φορτώνοντας την πλάτη του μ' ένα κωνοειδές καπέλο στάχτης. Με κινήσεις ζογκλέρ μετέφερα στο τασάκι την γκρίζα στήλη που ισορροπούσε επικίνδυνα στην άσπρη βάση. Η μέντα μου 'κοψε την όρεξη για κά­ πνισμα. Καλύτερα. Ποτέ δεν το είχα ιδιαίτερη ανάγκη. Η ψυχολογική πίεση που ένιωθα κάποιες φορές υπαγό­ ρευε την καπνιστική μου διάθεση. Καθώς και τη διά­ θεση να κάνω πράγματα που στις νορμάλ φάσεις της ζωής μου ούτε καν τα σκεφτόμουν, π.χ., να απατήσω τον άντρα μου με κάποιον που ήξερα ελάχιστα. Ο Νικήτας επέστρεψε στο μυαλό μου με μορφή πα­ λιρροϊκού κύματος. Έπνιξε όλες τις άλλες σκέψεις και λίμνασε στο κεφάλι μου. Ό,τι κι αν έκανα τις επόμενες ώρες, δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι το ερωτικό τρί­ γωνο που είχα αρχίσει να σκιτσάρω. Εκνευρίστηκα με τον εαυτό μου. Είχα περάσει ένα από τα ωραιότερα ξη­ μερώματα της ζωής μου με τον άντρα που λάτρευα επί χρόνια και δεν μπορούσα να φέρω στο νου μου τις ερω­ τικές σκηνές χωρίς να επέμβει ο Νικήτας σαν λογοκρι­ σία. Ο Αλέξης και ο Νικήτας είχαν μετατραπεί σε συγκοινωνούντα δοχεία κι εγώ είχα γίνει το υγρό που τα αγκάλιαζε. Οι όμορφες στιγμές που μοιραζόμουν με τον ένα δηλητηριάζονταν από τις τύψεις που ένιωθα για τον άλλο. Στο τέλος εκνευριζόμουν και με τους δύο. Ντύθηκα βιαστικά και βγήκα από το σπίτι, με τον Γκουσγκούνη να μπερδεύεται στα πόδια μου περιχα­ ρής. Ο καημένος θα ξενιτευόταν για ένα διάστημα, αλ­ λά ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω για να μην τον έχω στα πόδια μου τις κρίσιμες μέρες που θα ακολου­ θούσαν. Πήγαμε στο κοντινό άλσος. Κάθισα σε μια ξύλινη 257


Μ ΑϊΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

κούνια κι άρχισα να κουνώ ελαφρά τα πόδια. Η κίνηση μεταφέρθηκε σε όλο μου το σώμα και σε λίγο βρέθηκα να κουνιέμαι μπρος πίσω σαν ξετρελαμένο παιδάκι. Δυο κοριτσάκια που μοιράζονταν τις διπλανές κούνιες με παρατηρούσαν με περιέργεια. Έβαλα στόχο να αγ­ γίξω με τη μύτη του παπουτσιού το κλαδί ενός πεύκου που βρισκόταν απέναντι μου. Αν τα κατάφερνα, τότε όλα θα έμπαιναν σε τάξη κι εγώ θα γινόμουν η πιο ευ­ τυχισμένη γυναίκα του κόσμου. Πήρα φόρα κι άρχισα να ωθώ το κορμί μου προς το δέντρο. Τέντωνα με δύναμη το πόδι και, κάθε φορά που πλησίαζα όλο και περισσότερο, δυνάμωνε και η αισιο­ δοξία μου ότι όλα θα διορθώνονταν από μόνα τους τις επόμενες μέρες. Πόσα χρόνια είχα να παίξω αυτό το παιχνίδι... Αν πατούσα μόνο στους αρμούς κι όχι στα πλακάκια, θα γλίτωνα την εγχείριση αμυγδαλών. Αν ση­ μάδευα σωστά τον σκουπιδοτενεκέ, δε θα γράφαμε διαγώνισμα φυσικής. Και τις αμυγδαλές έβγαλα και δια­ γώνισμα έγραψα, αλλά ποτέ δεν έχασε τη γοητεία του το παιχνίδι της οργανωμένης σύμπτωσης. Κάθε φορά που έβλεπα τα σκούρα, έβαζα διάφορους στόχους για να ξορκίσω τη δύσκολη κατάσταση. Με κίνδυνο να εκσφενδονιστώ από την κούνια και να σφηνωθώ στα κλαδιά του πεύκου, κατάφερα να ακου­ μπήσω με τη μύτη του παπουτσιού μου το κλαδί που μ' ενδιέφερε. Έκοψα φόρα και σιγά σιγά σταθεροποιή­ θηκα. Τα κοριτσάκια με χειροκρότησαν ζωηρά. Τους υποκλίθηκα ευτυχισμένη και φώναξα τον Γκουσγκούνη για να γυρίσουμε στο σπίτι. Με ακολούθησε απρόθυ­ μα, γιατί αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τους κοπρίτες που συναναστρεφόταν κάθε φορά που πηγαίναμε στο άλσος. 258


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Το σπίτι ήταν άδειο. Βγήκα στη βεράντα και κατέ­ βασα την τέντα μέχρι τα κάγκελα. Ο ήλιος στην Αθήνα ήταν ανυπόφορος από τις έντεκα και μετά. Ας έφευγε ο Τάκης για διακοπές και τότε θα την κοπάναγα κι εγώ. Με το Νικήτα στην Καρδαμύλη ή με τον Αλέξη οπουδή­ ποτε αποφασίζαμε. Ή μόνη μου. Για να σκεφτώ ποιον ήθελα, αν ήθελα κάποιον από τους δύο. Αν τους είχα μες στα πόδια μου, δε θα μπορούσα να αποφασίσω με κα­ θαρό μυαλό. Πώς δεν το 'χα σκεφτεί νωρίτερα; Εξάλλου, αν με αγαπούσαν αληθινά, θα με περίμεναν. Γέλασα, χαρούμενη με την απόφαση μου: Θα έπαιζα επί ίσοις όροις. Κι όποιος κέρδιζε τη νοσταλγία μου, θα κέρδιζε και την καρδιά μου. Δεν ήμουν εγώ για menage a trois, όπως αποκαλούν οι Γάλλοι το ερωτικό τουρλουμπούκι. Ανέβηκα στο πατάρι και ξέθαψα πίσω από τόνους άχρηστα πράγματα τη βαλίτσα μου. Την ετοίμασα, υ­ πολογίζοντας πως η απουσία μου θα κρατούσε ένα μή­ να. Όσο και το ταξίδι του Τάκη. Αυτό το διάστημα θα ήταν αρκετό για την απόφασή μου. Όση ώρα δίπλωνα ρούχα στη βαλίτσα, προσπαθούσα να διώξω από το μυαλό μου τη σκέψη ότι αυτό το ταξίδι γινόταν μόνο και μόνο για να έχω καθαρή τη συνείδησή μου απέναντι στο Νικήτα. Η ζυγαριά έγερνε, υπέρ του Αλέξη, παρ' όλα όσα μου 'χε κάνει. Παρ' όλα όσα μου έκρυβε. Όμως το γεγονός ότι προσπαθούσε να εξιλεωθεί μου 'δινε ελ­ πίδες ότι κάποια στιγμή, που θα σιγουρευόταν ότι τον είχα συγχωρήσει, θα αποκάλυπτε και τη σχέση του με τη Χριστίνα. «Άσ' τον ακόμα. Φοβάται να τα πει μαζε­ μένα. Έχουμε όλο τον καιρό να ξαναστρώσουμε τη ζωή μας. Και πού ξέρεις; Μπορεί να πάμε και στη Ντίσνεϋλαντ» ψιθύρισα καθώς έκλεινα τη βαλίτσα. Κάθισα στο σεκρετέρ του σαλονιού και άνοιξα το 259


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘ ΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

συρτάρι. Έβγαλα δύο φακέλους και δύο επιστολόχαρ­ τα. Στον πρώτο φάκελο έγραψα «Νικήτας». Χαμογέ­ λασα θλιμμένα στη σκέψη του. Γλυκέ μου Νικήτα. Μακάρι να σε είχα γνωρίσει σε άλλη ζωή. Μακάρι να ήμασταν δυο κύκνοι στην ίδια λί­ μνη. Είσαι τόσο καλός για να σε πληγώσω. Λες και δεν πέρασες τόσα με τη Λίζα. Ομως πάλευα για τον Αλέξη τόσα χρόνια. Και, όταν γύρισε γονυπετής, ήταν η μόνη μου ευκαιρία να νιώσω κυρίαρχος σ' αυτό το γάμο. Δεν είναι σωστό να σε κρατώ στην καβάτζα μόνο και μό­ νο επειδή νιώθω ανασφάλεια. Γιατί, όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι του σπιτιού μου ο Αλέξης, συνειδητοποίη­ σα ότι δεν ήθελα κανέναν άλλο στη ζωή μου. Και όλο το μίσος που ξεχείλιζε από τους πόρους μου τις πρώτες μέρες ήταν στην ουσία συσσωρευμένος, πληγωμένος εγωισμός. 'Ηθελα κι εγώ να νιώσω ερωτευμένη, ανα­ νεωμένη, κι έγινες το πρόσχημα. Προφανώς, δεν ε­ ρωτεύτηκα εσένα τον ίδιο, αλλά το συναίσθημα να νιώ­ θεις όμορφα. Κι ένιωθα τόσο όμορφα, που δεν μπορού­ σα να σου πω στα ίσια «χωρίζουμε». Κι είχα αυτόν τον παράλογο φόβο, ότι, αν έφευγες από τη ζωή μου, θα ξα­ ναγινόμουν η βαρετή γυναίκα που είχε εγκαταλείψει ο Αλέξης. Λες και η γνώση ότι κάποιος ήταν ερωτευμέ­ νος μαζί μου με μεταμόρφωνε από ταπεινή νοικοκυρούλα στη γυναίκα-θαύμα, που κερδίζει την εμπιστο­ σύνη του γιου της, ξυπνά στον άντρα της αισθήματα που είχαν πέσει σε λήθαργο και κάνει τη φίλη της ν' α­ πορεί γι' αυτή τη θεαματική αλλαγή. Ήρθε η ώρα να πατήσω στα δικά μου πόδια. Δεν αξίζεις τη μεταχείριση της πατερίτσας. Έπαιξα σκεφτική με το μολύβι. Έπρεπε να του το γράψω χωρίς να τον πληγώσω ανεπανόρθωτα. Να κατα260


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

λάβαινε ότι θα του έγνεφα αντίο χωρίς να μου κουνά τον καρπό ο Αλέξης. «Μόνη μου θα φύγω, γλυκέ μου. Αυτό σ' το χρωστάω» μονολόγησα κοιτώντας την κόλλα. Άρχισα να γράφω: Καλέ μου Νικήτα, Φαίνεται ότι στις προθεσμίες δεν τα πάω καλά. Αλλά, βλέπεις, πρώτη φορά καλούμαι να πάρω μία απόφαση, που θα αλλάξει τη ζωή τόσων ανθρώπων. Δεν μπορώ να τα παρατήσω όλα έτσι ξαφνικά και να φύγω μαζί σου, παρ' όλο που θα το έκανα —το παραδέχομαι— αν δε γύριζε ο Αλέξης. Όμως πάντα θα επέστρεφε το φάντασμά του να δηλητηριάσει τις όμορφες στιγμές μας. Και κατάφερες να μου χα­ ρίσεις τόσες πολλές μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Θα τις φυλάξω στη μνήμη μου σαν πολύτιμο δώρο ενός αν­ θρώπου που μου χάρισε νέα ταυτότητα. Πιστεύω ότι, αν μείνω μόνη ένα διάστημα —υπολογίζω ένα μήνα—, θα καταφέρω να αποφασίσω προς τα πού γέρνει η ζυγαριά. Ο Αλέξης προσπαθεί να βγάλει τον καλύτερο εαυτό του για να με ρίξει. Κι ομολογώ ότι τα καταφέρνει. Όμως πάντα κάτι με σπρώχνει να τρέξω σ' εσένα για να σιγουρευτώ ότι υπάρχεις. Είναι εγωιστικό εκ μέρους μου. Όσο περνά ο καιρός και δε σου ξεκαθαρίζω την κατάσταση, νιώθω ότι σε χρησιμοποιώ. Αν φύγω μόνη μου, θα καταλάβω ποιος θέλω να με περιμένει όταν γυρίσω. Η μοναξιά θα με βοηθήσει να βρω την απάντηση. Όποια κι αν είναι, δε θα ακολουθείται από ενοχές, τύψεις, πει­ ράματα, αμφιβολίες. Αν δε θες να περιμένεις, δε θα σε κακίσω. Ήδη περίμενες αρκετά. Μακάρι να πε­ ράσεις όμορφα στην Καρδαμύλη. Θα σου τηλεφωνή261


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘ ΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

σω όταν επιστρέψω. Ελπίζω να μην το σηκώσει η γραμματέας σου. Ξαναδιάβασα το γράμμα. Προσπάθησα να πάρω τη θέση του την ώρα που θα το 'παιρνε στα χέρια του. Δεν τον ενθάρρυνα να κάνει σχέδια για τους δυο μας, όμως, από την άλλη, του άφηνα ελπίδες. Ελπίδες που χαϊ­ δεύουν μια καταστροφή, όπως τα χορταράκια ένα ε­ ρείπιο . Έπιασα το δεύτερο φάκελο κι έγραψα το όνομα του Αλέξη. Δε μου πήρε πολλή ώρα να σκεφτώ τι θα του έ­ γραφα. Θα τον τρόμαζα λιγάκι. Όχι πολύ, για να μην το βάλει στα πόδια. Θα τον άφηνα να καταλάβει πως δεν πρέπει να με θεωρεί δεδομένη. Πως, άμα μου την κάρ­ φωνε, είχα τη δύναμη να φύγω κι εγώ. Παράλληλα όμως θα του έλεγα με τον τρόπο μου ότι θα έμενα στο πλευ­ ρό του. Αγαπημένε μου Αλέξη, Λένε ότι ο χωρισμός σβήνει τα μικρά αισθήματα και μεγαλώνει τα μεγάλα. Όπως ο αέρας σβήνει το κερί και δυναμώνει τη φωτιά. Έφυγες κι επέστρε­ ψες άλλος άνθρωπος. Ο χωρισμός λειτούργησε θετι­ κά στο γάμο μας, έστω κι αν έγινε υπό άσχημες συν­ θήκες. Αποφάσισα ν' ακολουθήσω το παράδειγμά σου, με τη διαφορά ότι εγώ θα είμαι μόνη μου. Μόνο έτσι θα μπορέσω να ταξινομήσω τις σκέψεις μου, να χαλιναγωγήσω τους φόβους μου ότι δε με απατάς όσο λείπω, ότι διατηρείς τη φλόγα που λες ότι σου άναψα. Θέλω να γυρίσω και να σε βρω όπως σε ά­ φησα: άλλον άνθρωπο. Χρωστάω αυτό το πείραμα στον εαυτό μου. Όταν μ' άφησες, κατάλαβα πόσο δυ262


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

στυχισμένη με κάνει η μοναξιά. Τώρα θα γνωρίσω και την άλλα όψη της. Γιατί η μοναξιά είναι και σύ­ ντροφος. Κι εγώ έχω ανάγκη τη συντροφικότητά της αυτή τη στιγμή. Σ' εγκαταλείπω κι εγώ με τον τρόπο μου. Τώρα που με θες. Που κάνεις όνειρα για τους δυο μας. Μόνος σου θα σκεφτείς καλύτερα. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ. Όταν γυρίσω, θα παίξουμε με τους ίδιους κανόνες. Θέλω να νιώσω ότι η απουσία μου άλλαξε και τη δική σου ζωή. Σ' έκανε καχύποπτο, ζηλιάρη, ανυπόμονο. Σ' έκανε να φοβηθείς ότι μπο­ ρεί να με χάσεις. Όταν γυρίσω, θα σου λέω ότι σ' α­ γαπώ χωρίς να τρέμω ότι θα με περιγελάσεις. Μη με απογοητεύσεις άλλη φορά. Δε θα 'χω τη δύναμη να σε ξανασυγχωρήσω. Έκλεισα βιαστικά το γράμμα στο φάκελο και το έ­ χωσα κάτω από κάτι χαρτιά στο συρτάρι του σεκρετέρ. Έπιασα το γράμμα του Νικήτα. Δίσταζα να το βάλω στο φάκελο. Αφού του έγραφα τρίχες. Έπρεπε να του πω ότι ναι μεν θα έφευγα μόνη αυτή τη φορά, αλλά τα επόμενα ταξίδια μου θα ανήκαν στον Αλέξη. Ποια ζυ­ γαριά και βλακείες. Πώς να του έλεγα «ο κύβος ερρίφθη» μετά από τα παρακάλια μου να με περιμένει; Αλ­ λά κι εγώ η χριστιανή γιατί τον παρακαλούσα, αφού στο βάθος είχα πάρει την απόφασή μου; Προφανώς ε­ πειδή μέχρι τότε δεν ένιωθα αρκετά δυνατή να αντιμε­ τωπίσω μόνη μου τον Αλέξη. Όπως και να 'χε, έπρεπε να δώσω ένα τέλος. Καημένε Νικήτα... Σ' έφαγε το επαναληπτικό σεξ με το σύζυγο σκέφτηκα και σάλιωσα το φάκελο με το όνο­ μα του. Τα γράμματα θα παραδίδονταν στους παραλήπτες 263


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

στις δεκάξι Ιουνίου. Την ώρα που ο Αλέξης θα συνό­ δευε τον Τάκη στο αεροδρόμιο, εγώ θα έκανα μια στά­ ση στο σπίτι του Νικήτα για να ρίξω το γράμμα κάτω από την πόρτα. Μετά θα πήγαινα στον Πειραιά κι από κει θα διάλεγα ένα πλοίο στην τύχη. Όταν θα γύριζε ο Αλέξης από το γραφείο, θα έβρισκε το δικό του γράμ­ μα δίπλα στο τηλέφωνο. Εγώ θα κατευθυνόμουν ήδη σε κάποιο νησί.

21. Η ευχάριστη έκπληξη με βρήκε γύρω στις πέντε το ίδιο απόγευμα. Χτύπησε το κουδούνι, κι όταν ρώτησα ποιος ήταν απάντησε η αγαπημένη μου φίλη Άντα, που είχε έρθει για καλοκαιρινές διακοπές στην πατρίδα. Δεν μπορούσα να κρύψω τη συγκίνησή μου μόλις την αντί­ κρισα. Η απόσταση, που δε μας επέτρεπε να επικοινω­ νούμε συχνά, και το γεγονός ότι αυτή τουλάχιστον δε με είχε προδώσει, όπως η Χριστίνα, με έκαναν να ριχτώ κλαίγοντας στην αγκαλιά της. «Γλυκιά μου Άντα, πότε ήρθες από τη Βερόνα;» «Χτες βράδυ, μαζί με το Μάσσιμο. Τα παιδιά ήρθαν μια βδομάδα νωρίτερα στη γιαγιά τους. Αύριο φεύγου­ με όλοι μαζί για την Ικαρία». Κοιταχτήκαμε χαμογελώ­ ντας και αγκαλιαστήκαμε πάλι. Βγήκαμε στη βεράντα για καφέ. Η Άντα είχε αποκτήσει για τα καλά τον ιτα­ λικό τρόπο συζήτησης. Κάθε της πρόταση συνοδευόταν από ζωηρές κινήσεις των χεριών. Δε χόρταινα να την κοιτάζω. «Δεν έχει αλλάξει τίποτα σ' αυτό το σπίτι από τότε που το είδα για τελευταία φορά. Αλλά δεν μπορώ να 264


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

πω το ίδιο και για σένα,cara. Sei cambiata, amica mia». «Για ρίξε μια μετάφραση, καθότι εγώ δεν παντρεύ­ τηκα Ιταλό αλλά Χαλανδριώτη». «Άλλαξες θεαματικά. Έκοψες το μαλλί, γενικά σε βρί­ σκω ανανεωμένη. Μάλλον περνάς το δεύτερο έρωτα με τον Αλέξη». Με σκούντηξε χαμογελώντας με νόημα. «Το τι περνάω είναι μεγάλη ιστορία. Θα κάτσεις;» τη ρώτησα, με την ελπίδα να μου διαθέσει όσο χρόνο χρειαζόταν για να της εξιστορήσω την κατάσταση του τελευταίου χρόνου. «Μέχρι να μου τα πεις όλα. Πρέπει να αναπληρώσου­ με τα κενά». «Ωραία» της χαμογέλασα, με την ανακούφιση που νιώθει κάποιος που πρόκειται να απαλλαγεί από το φορτίο των κρυμμένων του σκέψεων. «Θα ξεκινήσω με το πιο σύντομο ανέκδοτο: συζυγική πίστη... Κι έτσι, δε μένει παρά ο καθένας να πάρει το γράμμα του και να περιμένει ακόμα ένα μήνα» ολοκλήρωσα τη διήγησή μου στην Άντα, μετά από δυο ώρες γεμάτες ιταλικά επιφω­ νήματα έκπληξης και αμέτρητα φλιτζάνια καφέ. Την κοί­ ταξα περιμένοντας τα σχόλιά της. «Τι θες να σου πω; Εγώ απλά λυπάμαι το Νικήτα, που φάνηκε ότι σε αγαπά ειλικρινά» είπε με μια μικρή δόση κατηγόριας. «Αφού έχεις αποφασίσει να μείνεις με τον Αλέξη, γιατί δεν του κόβεις κάθε ελπίδα παρά τον βάζεις να σε περιμένει κι άλλο; Κι ύστερα λες για τη σκάρτη συμπεριφορά του άντρα σου... Δεν τις κατα­ λαβαίνω αυτές τις παρατάσεις». «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μπερδεμένη νιώ­ θω. Στη διάρκεια της μέρας έχω αποφασίσει πενήντα φορές να μείνω με τον έναν και πενήντα με τον άλλο. Πρόκειται για πολύ σημαντική απόφαση. Θα αλλάξει η 265


Μ Αϊ ΡΑ

ΠΑΠΑθΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ζωή όλων μας. Φοβάμαι πως ό,τι αποφασίσω θα γυρί­ σει μπούμερανγκ και θα με καταστρέψει. Λατρεύω τον Αλέξη, παρ' όλα όσα μου έχει κάνει, αλλά πάντα θα με τρώει το άγχος. Ίσως το έχει η μοίρα μου να παλεύω για την ευτυχία, που στοιχίζει περισσότερο απ' όσο αξί­ ζει. Όμως του λέω "σ' αγαπώ" και βρίσκω πλήρες νόη­ μα σ' αυτή τη λέξη. Όταν βρέθηκε μπροστά μου ο Νική­ τας, ήμουν ένα τρομαγμένο πλάσμα. Γαντζώθηκα πάνω του και δεν μπόρεσα να καταλάβω σ' αυτό το διάστημα αν ερωτεύθηκα πραγματικά τον ίδιο ή ονόμασα έρωτα το φόβο μου να μείνω μόνη. Προφανώς, αν ένιωθα πολύ βαθιά αισθήματα γι' αυτόν, θα τα παρατούσα όλα και θα 'φευγα μαζί του, χωρίς να με επηρεάσει η στάση του Αλέξη» είπα σμίγοντας τα φρύδια. «Σε ξέρω πολλά χρόνια. Δεν είσαι ο άνθρωπος που θα απατούσε το σύντροφό του στην πρώτη ευκαιρία. Αλλά πιστεύω και το εξής: η ηθική είναι πολλές φορές ταυτόσημη της έλξης. Αν σου την έπεφτε κάποιος που δε σου άρεσε, θα του 'λεγες πως, όσο ζεις, δε θα απατή­ σεις τον άντρα σου. Έτυχε όμως να σου αρέσει ο Νική­ τας, με αποτέλεσμα να του αποκρύψεις το γεγονός ότι ήσουν παντρεμένη. Άρα δεν είναι τόσο επιφανειακό όσο θες να το παρουσιάσεις». «Του είπα ότι είμαι παντρεμένη στην επόμενη συνά­ ντηση μας» υπερασπίστηκα τον εαυτό μου. «Και στη μεθεπόμενη μόνο που δε βγάλατε τα μάτια σας. Δεν το λέω για να σ' επικρίνω, απλά πιστεύω ότι αυ­ τός ο άνθρωπος, τη δεδομένη στιγμή που βρέθηκε στη ζωή σου, σ' έκανε να μη βουλιάξεις στην κατάθλιψη. Του αξίζει έντιμη μεταχείριση, γιατί είναι ο μόνος που σου φέρθηκε σωστά. Άσε τα γράμματα και πες του ξεκάθαρα ότι θα μείνεις με τον άντρα σου. Δεν κατα266


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

λαβαίνω· τι θα αλλάξει σ' ένα μήνα που θα γυρίσεις». «Απλά, όταν του πω "τελειώσαμε", θα ξέρει ότι το αποφάσισα μόνη μου, χωρίς να επηρεάζομαι από τον Αλέξη. Πιστεύω ότι θα το δεχτεί πιο εύκολα». «Ω, βέβαια! Να δεις που θα εκτιμήσει τον τρόπο με τον οποίο το χειρίστηκες και θα προτείνει να γίνει ο οι­ κογενειακός σας οδοντίατρος» σάρκασε η Άντα. «Ναι, καλά, κορόιδευε εσύ... Δεν ξέρεις τι ψυχανά­ λυση έχω κάνει μόνη μου τόσους μήνες» της απάντησα θιγμένη. Μου έπιασε τα χέρια χαμογελώντας. «Οι Ιταλοί λένε: Una volta cornuta, per sempre cornuta. Μια φορά κερατωμένη, για πάντα κερατωμένη. Όταν πειστεί ο Αλέξης ότι τον συγχώρησες, θα χαλα­ ρώσει και τότε θα αρχίσουν να σε τρώνε πάλι οι υπο­ ψίες. Τώρα το παίζεις άνετη, γιατί δε σου δίνει δικαιώ­ ματα κι έχεις και το Νικήτα στην καβάτζα. Εν τοιαύτη περιπτώσει κράτα και τους δύο. Γιατί να μη νιώθεις εσύ καλύτερα πάνω απ' όλα;» μου 'κλεισε το μάτι. «Είσαι με τα καλά σου; Πώς θα τα βγάλω πέρα με δυο άντρες; Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Να απατώ τον άντρα μου με τον εραστή μου και τον εραστή μου με τον άντρα μου;» Της έριξα μια απολογητική ματιά και συνέχισα: «Όχι ότι δεν πέρασε από το μυαλό μου. Αλ­ λά δεν αντέχω να ζω με το φόβο ότι θα με ανακαλύ­ ψουν. Ήδη καρδιοχτυπώ κάθε φορά που χτυπά το τη­ λέφωνο και σκέφτομαι ότι είναι ο Νικήτας. Μια φορά τηλεφώνησε και το σήκωσε ο γιος μου. Εκεί να δεις τι σημαίνει απόλυτος τρόμος. Δε θα μπορώ να τα μπαλώ­ νω για πάντα. Ούτε υπάρχει μέθοδος απιστίας άνευ δι­ δασκάλου για να πάρω μαθήματα». «Μμμ, πες στον Αλέξη νά σου κάνει ιδιαίτερα. Αυτός τα κατάφερε θαυμάσια ένα χρόνο. Και γυναίκα και δύο 267


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ερωμένες, εκ των οποίων η μία επιστήθια φίλη της συ­ ζύγου» κάγχασε. «Μη λες τη λέξη "επιστήθια" όταν μιλάς για τη Χρι­ στίνα. Είναι πολύ γλαφυρή και μου δημιουργεί εικόνες που δε θέλω να σκέφτομαι» τη μάλωσα. «Scusa, cara. Αλλά, αν μια λέξη σε κάνει να φουντώ­ νεις, τότε πρέπει να σκεφτείς πολύ καλά την απόφασή σου να περάσεις στο ντούκου τη φάση με τη Χριστίνα και τον Αλέξη. Επειδή κάνατε μια φορά καλό σεξ, δε σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσεις τον αρχικό σου σκοπό, να τσεκάρεις τους δυο τους». Τη στραβοκοίταξα αμί­ λητη. Πήρε θάρρος από τη σιωπή μου και συνέχισε: «Αφού κανόνισες το δείπνο για να δεις τις αντιδράσεις τους, άσε την απόφασή σου για μετά το επιδόρπιο. Η αλήθεια λέγεται πάντα μπροστά σε μεγάλους κινδύ­ νους. Αν τον φέρεις φάτσα με φάτσα με την "αλήθεια", που πηδούσε ένα χρόνο, και δε σου το ομολογήσει, τότε να προσέχεις τα νώτα σου. Ή, μάλλον, το κεφάλι σου, γιατί θα σου τα ξαναφορέσει». Δάγκωσα σκεπτική μια παρανυχίδα και την κοίταξα ανήσυχη. «Θέλω να πιστεύω πως δε θα με προδώσει ακόμα μια φορά. Αν σημαίνω κάτι γι' αυτόν, θα μου το ομολογή­ σει. Ίσως όχι μπροστά της, αλλά όταν μείνουμε μόνοι. Αν το κάνει, θα τον συγχωρήσω». Η Άντα έβαλε τα γέλια. Περίμενα υπομονετικά μέχρι να της περάσει η κρίση, κατά την οποία κουνιόταν μπρος πίσω και επικαλούνταν στα ιταλικά το Θεό και μερι­ κούς αγίους που δεν ανήκαν στο ορθόδοξο εορτολόγιο. «Santa Francesca!» κατέληξε, πιάνοντας το στομάχι της για να σταματήσει τους σπασμούς της ιλαρότητας. «Τόση ώρα προβληματίζεσαι για το αν θα σου ομολο268


Ο

ΙΟΥΔΑ Σ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

γήσει ο Αλέξης την απιστία του, ενώ εσύ ούτε διανοεί­ σαι να του μιλήσεις για τα σατέν σεντόνια του Νικήτα». Την κοίταξα θιγμένη: «Τώρα εσύ με ποιον είσαι; Συγκρίνεται η δική μου περίπτωση με τη δική του; Καταρχήν, το σκορ είναι 2-1. Δεύτερον, αν δε συμπεριφερόταν άθλια, εγώ δε θα γύ­ ριζα ποτέ να κοιτάξω άλλον άντρα. Τόσα χρόνια δεν το έκανα. Και, τρίτον, π ά ρ τ ο καθαρά ορθολογιστικά. Είχε την ατυχία να ανακαλύψω τις εξωσυζυγικές του δρα­ στηριότητες. Η δική μου απιστία είναι σαν την κλεψιά στην αρχαία Σπάρτη. Όσο δεν αποκαλύπτεται, είναι α­ νεκτή». «Δε φοβάσαι μήπως του το σφυρίξει ο Νικήτας εν βρασμώ ψυχής;» «Αυτή την πιθανότητα την έχω απωθήσει στο τελευ­ ταίο κύτταρο του εγκεφάλου μου. Βασίζομαι στην ανω­ τερότητά του να μην το κάνει. Αν μάθει ο Αλέξης πως όσο χαλβάδιαζε τη Λίζα εγώ έτυχε να συνάψω στενές σχέσεις με τον πρώην άντρα της, δε με ξεπλένει ούτε ο Νιαγάρας. Άσε, δε θέλω να δίνω τροφή στους χειρότε­ ρους εφιάλτες μου» είπα με φωνή παλλόμενη από πα­ νικό. «Ίσως γι' αυτό δεν του τα λέω χύμα για τη Χρι­ στίνα. Τα φυλάω για την περίπτωση που θα με κατηγο­ ρήσει ότι δεν έχασα κι εγώ τον καιρό μου. Πάλι από πά­ νω θα βγω». «Ξέρεις τι λέει ο Κάφκα; Ο δρόμος της αλήθειας περνά πάνω από ένα σκοινί που δεν είναι τεντωμένο σε μεγάλο ύψος, αλλά ακριβώς λίγο πιο πάνω από τη γη. Φαίνεται περισσότερο ότι προορίζεται για να σκοντά­ φτουν οι άνθρωποι παρά να βαδίζουν πάνω σ' αυτό» ε­ νίσχυσε και λογοτεχνικά την άποψή της. Σηκώθηκα από τη θέση μου και στάθηκα από πίσω 269


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΎ

της. Ακούμπησα τα χέρια μου στους ώμους της ξεκινώ­ ντας ένα μηχανικό μασάζ. «Αν είναι όπως τα λέει ο Κάφκα, τότε όλοι μας έχου­ με φάει χώμα» είπα στοχαστικά. «Μμμ» έκανε εκείνη, απολαμβάνοντας τη χαλάρωση των μυών της. «Ας αφήσουμε τη φιλολογία κι ας μπού­ με στο ψητό. Πώς θα ακούς τη συνομιλία τους όταν θα βρίσκεσαι στην κουζίνα;» «Θα είναι και ο Τάκης στο τραπέζι. Θα τον παρακα­ λέσω να μην το κουνήσει ρούπι μέχρι να φύγει η Χρι­ στίνα. Κι εγώ θα ελαχιστοποιήσω τις διαδρομές μου. Τα πάντα θα βρίσκονται στη βεράντα». «Μακάρι να 'μουν μπροστά στη φάση που θα συνα­ ντηθούν εν αγνοία τους. A proposito, δε λες στον Τάκη να καλύψει τη φάση με τη βιντεοκάμερα; Έτσι θα μπο­ ρέσω να την απολαύσω μόλις γυρίσω από την Ικαρία» μου χαμογέλασε μειλίχια, ελπίζοντας να της κάνω τη χά­ ρη. Την κοίταξα αυστηρά. «Σιγά μην απαθανατίσω την ξεφτίλα. Εδώ δε θα βλέ­ πω την ώρα να τελειώσει η μασκαράτα για να δω πώς θα προχωρήσω στη ζωή μου...» απάντησα μαχητικά και τα μάτια μου πέταγαν σπίθες. Έσκυψα και τη φίλησα στο μάγουλο. «Σ' ευχαριστώ για τη συζήτηση. Αν δεν ερχόσουν να μου βάλεις φιτιλιές, θα γινόμουν ευκολόπιστη ακόμα μια φορά. Λοιπόν, κύριε Αλέξη, ώρα να ιδρώσεις για να με αποκτήσεις». «Γι' αυτό είναι οι φίλες» χαιρέτησε χαρούμενη την α­ ποφασιστική μου στάση. «Όχι όλες, Άντα μου, όχι όλες».

270


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

22. Η μέρα της κρίσεως έφτασε. Και ήταν υπέροχα ηλιό­ λουστη. Μια τέτοια μέρα φτιάχνει τη διάθεση των αν­ θρώπων που τα 'χουν βρει με τον εαυτό τους και τους άλλους. Κατά κανόνα. Διότι εγώ ήμουν η εξαίρεση. Ξύ­ πνησα κακοδιάθετη, με κομμάρες και τάση για εμετό. Ο καφές επιδείνωσε την κατάσταση, μετατρέποντας τον εκνευρισμό μου σε συνεχές τρέμουλο. Κλειδώθηκα στο μπάνιο κι επιδόθηκα στις χαλαρωτικές ασκήσεις που είχα παρακολουθήσει κάποτε στην τη­ λεόραση, σ' ένα πρόγραμμα που λεγόταν Γιόγκα, το ευεργετικόν. Παρ' όλο που ο τίτλος του μου προκαλούσε γέλια κάθε φορά που εμφανιζόταν στην οθόνη, γιατί μου έφερνε στο μυαλό τον ορισμό «Βροντόσαυρος, ο αμμώ­ δης» από μια σχολική εγκυκλοπαίδεια, παρακολουθούσα με αμείωτο ενδιαφέρον τη γυμνάστρια, που έδενε κόμπο το σώμα της στο όνομα της χαλάρωσης. Μετά από αρ­ κετό διάστημα μπορούσα να υπερηφανεύομαι ότι χαλά­ ρωνα στη στάση του λωτού χωρίς να παθαίνω κράμπες. Όμως στις δεκαπέντε Ιουνίου ούτε ο λωτός ούτε άλλο φρούτο κατάφερε να διώξει το άγχος μου. Περίμενα τον Τάκη έξω από το σχολείο. Προσπαθούσα να τον διακρί­ νω ανάμεσα σε εκατοντάδες αλαλάζοντες μαθητές, που, βγαίνοντας από τις τάξεις, εκσφενδόνιζαν τα βιβλία τους στην άλλη άκρη του προαυλίου. Τον είδα να βγαίνει κοι­ τώντας κατσουφιασμένος το παιχνίδι του μπουγελώματος, στο οποίο επιδίδονταν με ζήλο οι συμμαθητές του. Του έγνεψα για να με προσέξει. Με πλησίασε με βαριε­ στημένα βήματα. «Πώς πήγε, αγόρι μου;» τον ρώτησα όσο πιο ανέμε­ λα μπορούσα. 271


ΜΑΪΡΑ

Π ΑϋΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Καλά» απάντησε κοφτά. «Φαγώθηκες να βγούμε μεσημεριάτικα, ενώ εγώ ήθελα να παίξω μπουγέλωμα» μου πέταξε χολωμένος καθώς απομακρυνόμασταν από το σχολείο. «Αν σου λείπει η ψυχρολουσία...» ψιθύρισα, δυστυ­ χώς όχι τόσο σιγά ώστε να μη μ' ακούσει. «Κατάλαβα, πάλι τσακωθήκατε και θες να με βάλεις στη μέση. Χώρισέ τον, ρε παιδάκι μου, να τελειώνουμε. Μη με πρήζεις κι εμένα τώρα που αρχίζουν οι διακοπές μου» έκανε αγανακτισμένα. Άρχισε να προχωράει πιο γρήγορα, αναγκάζοντάς με να επιταχύνω το βήμα για να τον προλαβαίνω. Τον έπιασα από το χέρι, κόβοντάς τού τη φόρα. «Για τις διακοπές σου θέλω να μιλήσουμε. Έλα να μπούμε σ' ένα ταξί και να πάμε για ψαράκι στη θάλασ­ σα» του είπα με παρακλητικό ύφος. Μαλάκωσε. Έκανε νόημα σ' ένα ταξί που περίμενε στο φανάρι. Στις δύο καθόμασταν στη σκιά που πρόσφερε απλόχερα η τέντα μιας παραθαλάσσιας ταβέρνας στη Ραφήνα. «Αχ, θαλασσίτσα» έκανε ονειροπόλα ο Τάκης, γέρ­ νοντας πίσω την καρέκλα του. «Δε βλέπω την ώρα να οργανωθώ με την παρέα για τις διακοπές. Λέμε να πά­ με Κω καμιά δεκαριά μέρες. Κάμπινγκ». Με διαπέρασε ένα ρίγος. Αν αρνιόταν την προσφορά μου για το εξωτερικό; Θα στροβιλιζόταν κι αυτός καλο­ καιριάτικα στη δίνη των εξελίξεων; Μαύρο καλοκαίρι θα περνούσε ο έρημος. Με τρεμάμενο χέρι έβγαλα το φάκε­ λο που περιείχε το «δώρο για τον Τάκη», όπως είχε χα­ ρακτηρίσει η Πετρούλα το πακέτο με τα εισιτήρια, το συνάλλαγμα, την παραμονή στα διάφορα μέρη. Του το έδωσα αμίλητη. Το άνοιξε απορημένος. Τον παρατη­ ρούσα καθώς μελετούσε τις μπροσούρες και τα επεξη272


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

γηματικά φυλλάδια. Μου έριξε μια έκπληκτη ματιά, μην τολμώντας να ρωτήσει αυτό που σχηματιζόταν στο μυα­ λό του. «Είναι το δώρο μου για τα γενέθλια σου. Ένας μή­ νας στο εξωτερικό. Όλα κανονισμένα. Αλλά, αν δε θες, δεν πειράζει. Κάθε έκπληξη έχει και το τίμημα της. Δεν ήθελα να σ' το φανερώσω νωρίτερα». Τον κοίταξα με α­ γωνία. «Δέχεσαι να αποχωριστείς την παρέα σου μέχρι τις δεκαπέντε Ιουλίου;» Το αστραφτερό χαμόγελο προηγήθηκε της καταφα­ τικής του απάντησης. «Τρελός είμαι να μη δεχτώ τέτοιο ταξίδι!» Πετάχτη­ κε όρθιος και με αγκάλιασε. «Πώς σου ήρθε; Και μη μου πεις ότι αμφιταλαντευόσουν μεταξύ του ταξιδιού και των Τίμπερλαντ, που ήξερες ότι ήθελα». Με φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και ξανάκατσε στη θέση του. Μου μετέδωσε τη διάθεσή του. Ένα του χαμόγελο ήταν αρκετό να αποσυμπιεστώ από το άγχος και τις με­ λαγχολικές σκέψεις. Τουλάχιστον θα προχωρούσα στο σχέδιό μου χωρίς να τον έχω έννοια. «Πέρασες δύσκολο χειμώνα και φταίμε εμείς γι' αυ­ τό. Το συζήτησα με τον πατέρα σου κι είπαμε ότι είναι ευκαιρία να δουλέψεις τη βιντεοκάμερά σου σε μέρη που δύσκολα θα ξαναδείς σύντομα. Ενώ η Ελλάδα εί­ ναι πάντα πιο κοντά. Εξάλλου έχεις όλο τον Αύγουστο στη διάθεση σου για διακοπές με τη Νόρα και τους φί­ λους σου». Στο άκουσμα του ονόματός της συννέφια­ σε. Αποτόλμησα την ερώτηση: «Τι;... Τα χαλάσατε;» «Ε, ναι, μωρέ... Δεν τράβαγε άλλο. Ίσως φταίει που πιεστήκαμε στις εξετάσεις, ίσως την έχει επηρεάσει η αρρώστια της μάνας της... Τα 'παμε χτες και συμφωνή273


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

σαμε να μην ιδωθούμε όλο το καλοκαίρι. Όταν ξανα­ βρεθούμε το Σεπτέμβρη, θα δούμε αν κολλάμε ακόμα» απάντησε λιγότερο αδιάφορα απ' όσο θα 'θελε να α­ κουστεί. Το χαμόγελο όμως επανήλθε στο πρόσωπό του καθώς με ευχαριστούσε ακόμα μια φορά για το τα­ ξίδι. «Ας μην πολυκαθυστερούμε, γιατί έχω να μαζέψω τα πράγματα μου και να διαβάσω τις λεπτομέρειες. Εξάλλου το βράδυ, με το τραπέζι, δε θα 'χω πολύ καιρό στη διάθεση μου». Πιάστηκα από την αναφορά στη βραδινή συγκέ­ ντρωση για να του ζητήσω να μείνει σε όλη τη διάρκεια του φαγητού κι όχι να την κοπανήσει με τους φίλους του όπως είχε επιμείνει αρχικά. «Έγινε. Εξάλλου αύριο έχω πρωινό εγερτήριο. Δε με παίρνει να ξενυχτήσω. Τι ώρα θα με πάει ο μπαμπάς στο αεροδρόμιο;» «Θα φύγετε στις εφτά από το σπίτι. Υπολογίζω ότι πρέπει να σηκωθούμε κατά τις έξι». «Θα 'ρθεις κι εσύ;» «Όχι. Τα αεροδρόμια με κάνουν πολύ συναισθημα­ τική. Δε θες, φαντάζομαι, να δεις τη μάνα σου να χτυ­ πιέται μπροστά στο check-in της Alitalia...» του χαμο­ γέλασα ανάλαφρα, ψάχνοντας συγχρόνως με το βλέμμα το σερβιτόρο για το λογαριασμό. Σοβάρεψε ξανά και διαισθάνθηκα ότι θα μου έλεγε κάτι σημαντικό. Του έ­ πιασα το χέρι ενθαρρύνοντάς τον να μιλήσει. Άρχισε σι­ γανά: «Να ξέρεις ότι σ' αγαπώ πολύ. Σ' το λέω γιατί κατα­ λαβαίνω ότι κάποιες φορές νομίζεις το αντίθετο. Η ε­ φηβεία με κάνει αδέξιο ως προς τα αισθήματά μου α­ πέναντι σ' εσένα και στον μπαμπά. Κι εκείνον τον αγα­ πώ, άσχετα αν με τσάντισε η συμπεριφορά του. Θέλω 274


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

να σας βλέπω ευτυχισμένους». Δίστασε για λίγο και πρόσθεσε: «Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να χωρίσετε». Μου έσφιξε το χέρι. «Καταλαβαίνω ότι θέ­ λετε να με απομακρύνετε για να δείτε τι θα γίνει με­ ταξύ σας. Εγώ θα δεχτώ ό,τι κι αν αποφασίσετε. Αρκεί να μην τσακώνεστε». Και τόνισε: «...ειδικά για μένα». Ένευσα αμίλητη. Το κλίμα βάρυνε επικίνδυνα. Βούρκωσα και, προ­ σπαθώντας να το κρύψω, πιέστηκα, με αποτέλεσμα να βάλω τα κλάματα την ίδια στιγμή που ο σερβιτόρος ά­ φηνε το λογαριασμό μπροστά μου. «Δε... δεν είναι τόσο ακριβά» τραύλισε και απομα­ κρύνθηκε αμήχανος. Κοιταχτήκαμε με τον Τάκη και μας έπιασαν τα γέλια. Άφησα γερό φιλοδώρημα στο γκαρ­ σόνι, που άθελά του αποφόρτισε την ατμόσφαιρα. Πια­ σμένοι χέρι χέρι κινήσαμε για την έξοδο. Το ευτυχισμέ­ νο γκαρσόνι τσακίστηκε να μας ανοίξει διάπλατα την πόρτα και η προθυμία του πυροδότησε νέο ξέσπασμα γέλιου. Στο ταξί, για το σπίτι, ο Τάκης με ρώτησε αν είχα σκεφτεί τι θα έκανα με τον Αλέξη. Του απάντησα ότι δεν ήξερα. Ότι χρειαζόμουν κι εγώ κάποιο χρόνο να μείνω μόνη, για να ξεκαθαρίσω τα αισθήματά μου. «Τώρα που θα λείπεις, σκέφτομαι να φύγω κι εγώ ένα μήνα για να ταξινομήσω τις σκέψεις μου. Θυμάσαι που φανταζόμασταν τον πατέρα σου να τριγυρνάει με τον Γκουσγκούνη στο άδειο σπίτι;» Χαμογέλασε στη θύμηση του τρελού μας σεναρίου. «Μόνο που το σκυλί θα μείνει σε ξενοδοχείο κατοικίδιων ζώων όσο διάστη­ μα θα λείπεις. Δε θέλω να νιώσω την ανάγκη να φύγω και να δεσμευτώ από τον Γκουσγκούνη. Έχεις αντίρρη­ ση; Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι καλύτερο. Και στον 275


ΜΑΪΡΑ

ΙΙΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

πατέρα σου δε θα άρεσε καθόλου η προοπτική να μείνει ξαφνικά μόνος μ' ένα σκύλο». «Δεν έχεις άδικο» κούνησε το κεφάλι του συμφωνώ-. ντας. «Ε, λοιπόν, η φάση με τον μπαμπά σε έκανε άλ­ λον άνθρωπο. Μου προσφέρεις ένα ταξίδι χιλιάδες χι­ λιόμετρα μακριά, ενώ μέχρι πρότινος καρδιοχτυπούσες ακόμα κι όταν πήγαινα στο ψιλικατζίδικο της γωνίας. Αποφασίζεις να φύγεις τώρα που γύρισε και ζητάει εξι­ λέωση. Δε θα μου κάνει εντύπωση αν μου πεις ότι τον χωρίζεις για κάποιον άλλο» είπε εύθυμα. Προς στιγμήν κινδύνευσα να πέσω στην παγίδα της αυθόρμητης εξο­ μολόγησης. Κρατήθηκα ακόμα μια φορά και δεν του μίλησα για το Νικήτα. Πρώτον, γιατί ο χώρος ήταν ακα­ τάλληλος και ο χρόνος ελάχιστος. Δεύτερον, γιατί δεν ήξερα ακόμα αν ο Νικήτας θα συμμετείχε από δω και πέρα στη ζωή μου. Και, τρίτον, επειδή ο Τάκης μιλούσε υποθετικά, δεν μπορούσα να ξέρω αν στην επιβεβαίω­ ση της υπόθεσής του θα διατηρούσε το εύθυμο χαμόγε­ λο στο πρόσωπό του. Υιοθετώντας τον πειρακτικό του τόνο, του απάντησα: «Θα φροντίσω ο πατριός σου να είναι πλούσιος και να συμμερίζεται την αγάπη σου για το σινεμά, ώστε να τον πείσουμε να χρηματοδοτήσει την πρώτη σου ταινία». Πάντως ο Νικήτας είναι και οικονομικά ευκατάστα­ τος και σινεφίλ. Σε λίγο καιρό θα μάθω αν υπάρχει πι­ θανότητα να γίνει και πατριός σου. Μόλις είχα βάλει τις μπάμιες στο φούρνο, όταν ά­ κουσα το τηλέφωνο. Φώναξα στον Τάκη να το σηκώσει αλλά αρνήθηκε, επικαλούμενος το άγχος να προλάβει το πακετάρισμα των ρούχων του. Έτρεξα στο σαλόνι και σήκωσα το ακουστικό λαχανιασμένη. Ήταν ο Αλέ­ ξης. Θα καθυστερούσε καμιά ώρα, γιατί είχε κάποια 276


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

δουλίτσα να τακτοποιήσει. Το τελευταίο το είπε αφή­ νοντας ένα πονηρό γελάκι. Επιδίωξε να ακουστεί σαν υπονοούμενο, γι' αυτό δεν ένιωσα το γνωστό τσίμπημα της ζήλιας στο άκουσμα της καθυστέρησής του. Προ­ φανώς θα σταματούσε σε κάποιο κατάστημα για να ξοδέψει σε δώρα όσα τσιγκουνευόταν ή αμελούσε τόσα χρόνια. Κατέβασα το ακουστικό και κάθισα στην καρέ­ κλα δίπλα στο τηλέφωνο. Γιατί φοβόταν να μου αποκα­ λύψει ότι κοιμόταν με τη Χριστίνα; Προφανώς επειδή ήταν η φίλη μου κι όχι κάποια τυχαία. Γιατί ήταν αρκε­ τά έξυπνος, ώστε να καταλάβει ότί ήμουν έτοιμη να τον συγχωρήσω για τη Λίζα. Απορούσα όμως πώς και δεν τον έζωναν μαύρα φίδια που δεν ανέφερα όλο αυτό το διά­ στημα την κολλητή μου φίλη. Ότι τον βόλευε να μη γί­ νεται συζήτηση για το άτομό της, αυτό ήταν δεδομένο. Αλλά να μην υποψιάζεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά; Αφού είχε σπάσει ο διάολος το ποδάρι του μια φορά και είχα ανακαλύψει τη Λίζα, δε φοβόταν πως είχε τσα­ κίσει και το άλλο πόδι, για να μάθω τα της Χριστίνας; Σηκώθηκα αναστενάζοντας. «Υπομονή λίγες ώρες, Ελενάκι» μονολόγησα και επέστρεψα στο μαγείρεμα. Έστρωσα το λινό τραπεζομάντιλο στο τραπέζι της βε­ ράντας και τοποθέτησα με την αυστηρότητα του σαβουάρ-βιβρ τα πορσελάνινα πιάτα, τα μαχαιροπίρουνα και τα ποτήρια για νερό και κρασί μπροστά στις τέσσε­ ρις καρέκλες. Έβγαλα το βοηθητικό τραπέζι για να μη με φάνε τα πήγαιν' έλα στην κουζίνα και χάνω τις χα­ μηλόφωνες ατάκες των πρώην εραστών. Παρακάλεσα πάντως και τον Τάκη να μην το κουνήσει ρούπι από τη βεράντα όσο θα βρίσκονταν έξω ο Αλέξης και η Χριστί­ να. Ήξερα πως η παράλογη απαίτηση μου θα οδηγούσε το μυαλό του σε περίεργα μονοπάτια. Καλύτερα έτσι. 277


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

Κάποια στιγμή θα το μάθαινε και ήθελα να είναι σχετι­ κά προετοιμασμένος. «Κι αν θέλω να κατουρήσω, θα πρέπει να περιμένω μέχρι να με αντικαταστήσεις στην τριάδα; Τι φοβάσαι; Ότι, με τη φόρα που 'χει πάρει ο μπαμπάς, θα τα ρίξει στη Χριστίνα;» γέλασε με την υπόθεσή του, που εκείνη τη στιγμή του φαινόταν τόσο παράλογη, όσο κι άμα του έλεγαν πως η μητέρα του τα είχε μπλέξει με έναν οδοντίατρο. Του χάρισα μια γκριμάτσα που προσπάθη­ σε ανεπιτυχώς να μεταμορφωθεί σε χαμόγελο. «Φύλαγε τα ρούχα σου να 'χεις τα μισά» απάντησα πυροδοτώντας την περιέργειά του, αντί να τον διαβε­ βαιώσω πως ο πατέρας του ποτέ δε θα ξέπεφτε σε τέ­ τοιο σημείο. Σοβάρεψε απότομα. Καταλάβαινα ότι εί­ χε αρχίσει η διαδικασία συσχέτισης στο κεφάλι του. Ο τσακωμός μου με τη Χριστίνα, οι επισκέψεις της που κόπηκαν με το μαχαίρι, οι σπάνιες αναφορές στο όνομά της και η απουσία τους μπροστά στον Αλέξη. Μου έρι­ ξε ένα ύποπτο βλέμμα, μην τολμώντας να σχηματίσει σε λέξεις το συλλογισμό που κολυμπούσε άτσαλα στη φαιά ουσία του εγκεφάλου του. Στο τέλος γέλασε άβο­ λα προσφωνώντας με απλώς με την ιδιότητά μου: «Μα­ μά;» Έμεινα ανέκφραστη. Με κοίταξε σχεδόν σοκαρι­ σμένος. Μετάνιωσα την ίδια στιγμή. Τι με είχε πιάσει στο παρά πέντε που έφευγε να τον βάλω σε τέτοιες σκέ­ ψεις ; Γιατί να πληρώσει ο κακόμοιρος γιος μου τα τσα­ κισμένα μου νεύρα; Πήρα το ύφος που υιοθετούσα κά­ θε φορά που επρόκειτο να τον κατσαδιάσω όταν έκανε σκανταλιές στο δημοτικό: «Έλα, έλα. Μην ξεστομίσεις καμιά μπούρδα. Τόσα χρόνια ξέρουμε τη Χριστίνα». Τρομάρα μας. «Εγώ το είπα γι' αστείο». 278


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

«Τότε, γιατί δε γέλασα;» μου είπε ψυχρά. «Για να το λες, κάτι θα υποψιάζεσαι». «Και θα ήμουν τόσο χαζή να την καλέσω στο σπίτι μας;» αστειεύτηκα. Πράγματι, το θεωρούσε παράλογο. Άρχισε να χαλα­ ρώνει. Μου χάρισε ένα αβέβαιο χαμόγελο. «Έλα ντε. Να πιστεύεις ότι σε κερατώνουν και να τους τραπεζώνεις θα πήγαινε πολύ». Γέλασε δυνατά, σαν πρωθύστερη αντίδραση στο αστείο που αρχικά δεν κατάλαβε. «Δε σε κατηγορώ που τον υποψιάζεσαι για κάθε γυναίκα που συναντάει. Ακόμα και τη Χριστίνα. Όπως έστρωσε θα κοιμηθεί». Σήκωσε επικριτικά τα φρύδια. Όπως έστρωσε, θα κοιμηθεί. Καλύτερη παροι­ μία δεν μπορούσες να σκεφτείς, αγόρι μου. «Κοίτα μην κάνεις κάνα περίεργο σχόλιο μπροστά τους και δημιουργηθεί σκηνικό» τον μάλωσα, κυριευ­ μένη από ξαφνικό πανικό, στη θύμηση του επεισοδίου με τις πινακίδες πριν από μερικά Χριστούγεννα. «Θα ξεχάσεις και εξωτερικό και εσωτερικό, αν πετάξεις κα­ μιά σπόντα για να μπεις στον πατέρα σου. Όλο το κα­ λοκαίρι θα βιντεοσκοπείς τα τετραγωνικά του διαμερί­ σματός μας. Αν σου αφήσω την κάμερα». Σήκωσε το δεξί του χέρι σε χειρονομία ορκομωσίας. «Ορκίζομαι. Απλά, άμα θέλεις, θα τους παρακολουθώ και θα σου αναφέρω οτιδήποτε ύποπτο». Χαιρέτησε στρατιωτικά και πήρε στομφώδες ύφος: «Ευπειθώς α­ ναφέρω ότι, όσο εσύ ανακατεύεις τη σάλτσα, η Χριστί­ να δαγκώνει με νόημα ένα καρότο κι ο μπαμπάς αλεί­ φει το βούτυρο στο ψωμάκι του με αργές κινήσεις, σφυ­ ρίζοντας το θέμα από το Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι». Δε θα μου προκαλούσε έκπληξη. Άνοιξα τα χέρια σε μια στωική κίνηση: «Τι ήθελα και το 'πα η δύστυχη;» 279


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Χτύπησε το κουδούνι. Κοίταξα έντρομη το ρολόι μου. «Τάκη, ήρθαν να πάρουν το σκύλο. Πάρε το λουρί του και κατέβασέ τον στην είσοδο». Ο Γκουσγκούνης εμφανίστηκε τρέχοντας στη θέα του λουριού του και πήρε θέση στην πόρτα της εισόδου. Ο φουκαράς νόμιζε πως θα ξαναβγεί βόλτα. Τον χάιδεψα πίσω από τ' αυτιά. «Άντε, μπορεί να ερωτευτείς καμιά σκυλίτσα εκεί που θα πας και δε θα θέλεις να γυρίσεις στο Χαλάνδρι». Γύρισα στον Τάκη. «Μην καθυστερή­ σεις. Ο πατέρας σου και η Χριστίνα θα έρθουν από στιγμή σε στιγμή». «Μαζί;» ρώτησε κι έκλεισε τσαχπίνικα το μάτι. Σή­ κωσα το χέρι μου σε υποθετική κίνηση σφαλιάρας. «Άντε, άντε! Το παρατραβάς και θα ξεκαλοκαιριάσεις στην Αθήνα». «Μάλιστα, μάλιστα» έκανε δήθεν φοβισμένα και σφύριξε στο σκυλί να τον ακολουθήσει. Ξαναγύρισα στις ετοιμασίες χωρίς να ξεκολλά απ' το νου μου αν είχα κάνει καλά που τον είχα φέρει πολύ κοντά στην αλήθεια και μετά τον απομάκρυνα απότο­ μα. Αναστέναξα κουρασμένα. Δεν άντεχα πια να διυλί­ ζω κάθε μου κίνηση, να σκέφτομαι τι αντίκτυπο είχε κάθε λέξη που ξεστόμιζα. Αποζητούσα την αίσθηση του αυθορμητισμού. Ν' ανοίγω τα χέρια μου στον Αλέξη κι αυτός να μη νομίζει ότι του λέω «δε θα πέσεις στα χέ­ ρια μου;» αντί «πέσε στην αγκαλιά μου». Αν θα τον ξαναγκάλιαζα μετά το βραδινό... Σταύρωσα τα δάχτυλά μου και παρακάλεσα σιωπη­ λά το Θεό να πάνε όλα καλά. Και γιατί να μην πήγαι­ ναν; Αφού είχα αγγίξει το κλαδί του πεύκου με το πα­ πούτσι μου.

280


Ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

23. Ο Αλέξης έφτασε στο σπίτι στις εννέα παρά τέταρτο, δεκαπέντε λεπτά πριν από τη Χριστίνα, με την προϋ­ πόθεση ότι εκείνη θα ήταν συνεπής στο ραντεβού της. Φυσικά εκείνος δεν το ήξερε. Είχα φροντίσει μάλιστα να κλείσω και την πόρτα της βεράντας, ώστε να μην α­ ναρωτηθεί για τα τέσσερα σερβίτσια. Με φίλησε χαρού­ μενος και φρόντισε να παινέσει τη μυρωδιά που έβγαι­ νε από την κουζίνα. «Πεθαίνω από την πείνα. Ο Τάκης πού είναι;» «Κάνει μπάνιο. Μπες κι εσύ στο δικό μας για ένα γρήγορο ντους, μέχρι να τελειώσω τις ετοιμασίες». Τον έσπρωξα γελώντας μέχρι το μπάνιο μας. Στην πόρτα με άρπαξε και με φίλησε με πάθος. Ανταποκρίθηκα πρό­ θυμα για να τον απομακρύνω χωρίς υποψίες. Εντάξει! Κι επειδή το στόμα του με τράβαγε σαν μαγνήτης. Σκέ­ φτηκα με πικρία πως αυτό ίσως ήταν το τελευταίο φιλί που ανταλλάσσαμε χωρίς να βαραίνει η προδοσία πάνω από τα κεφάλια μας. Το φιλί του Ιούδα. Ε, λοιπόν, ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα! Κόντεψα να κλειστώ μαζί του στο μπάνιο, φυσικά όχι για να του τρίψω την πλάτη. Τραβήχτηκα απρόθυμα και βγήκα κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Στην κρε­ βατοκάμαρα έφτιαξα πρόχειρα το μακιγιάζ μου και άλ­ λαξα ρούχα. Το νερό έτρεχε σαν καταρράκτης και στα δύο μπάνια όταν χτύπησε το κουδούνι στις 21.05'. Έτσι ήμουν η μόνη που το άκουσε κι έτρεξα ν' ανοίξω στη Χριστίνα, που κρατούσε στα χέρια της ένα πακέτο με χαρούμενο περιτύλιγμα. Μου χαμογέλασε και περίμενε να της δώσω την άδεια να προχωρήσει στο εσωτερικό του σπιτιού. 281.


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

Μπήκε με αβέβαια βήματα, που ενδεχομένως οφεί­ λονταν στο γεγονός ότι πριν από δύο μήνες είχε σπάσει το πόδι της. «Συγγνώμη που άργησα» απολογήθηκε. Είχα βαρεθεί να την ακούω να ζητάει συγγνώμη για ο­ τιδήποτε, από τη στιγμή που είχε αποκαλυφθεί η σχέση της με τον άντρα μου. Λες και ήμουν ο πάπας. Ξαφνι­ κά πεθύμησα τη Χριστίνα που ήξερα κάποτε: άνετη, να τα λέει έξω από τα δόντια, χωρίς ίχνος δουλοπρέπειας. Έμπαινε στο σπίτι και τρίζαν τα παράθυρα από τη ζω­ ντάνια που ανέδινε. Σχεδόν ξαφνιάστηκα που την είδα να κάθεται με επιφύλαξη στην άκρη του καναπέ. Στον ίδιο καναπέ που πριν από λίγους μήνες έπεφτε φαρδιά πλατιά, πετώντας δεξιά κι αριστερά τα παπούτσια της. Τίποτα πια δε θα 'ταν το ίδιο. Ακόμα κι αν μου άνοιγε την καρδιά του ο Αλέξης και του έδειχνα μεγαλοψυχία, η συνάντηση με τη Χριστίνα θα ήταν πρόβλημα. «Ο Τάκης πού είναι;» κοίταξε δεξιά κι αριστερά α­ ναζητώντας τον με το βλέμμα. «Μόλις μπήκε για μπάνιο. Σήμερα στείλαμε διακο­ πές το σκύλο και καθυστέρησε στους αποχαιρετισμούς. Θες να πιεις τίποτα μέχρι να φάμε;» Αρνήθηκε. «Και πού στέλνετε τον Γκουσγκούνη; Στην κατασκήνωση;» ρώτησε γελώντας. «Ναι. Αν θες, μπορούμε να βγούμε στη βεράντα» της πρότεινα, βασικά για να μην ακούγεται η συνομιλία μας στην κρεβατοκάμαρα και βρει χρόνο ο Αλέξης να προε­ τοιμαστεί ψυχολογικά. Την έσπρωξα μαλακά στη βε­ ράντα και της έδειξα το σερβίτσιο της. Κάθισε με την πλάτη γυρισμένη στο σαλόνι. «Περιμένεις κι άλλον;» ρώτησε χωρίς ίχνος καχυπο­ ψίας. Άρχισα να το διασκεδάζω. «Ναι» της είπα κοφτά, ενώ με το βλέμμα μου παρακο282


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

λουθούσα τον Αλέξη, που εκείνη τη στιγμή διέσχιζε υπεράνετος το σαλόνι για να με συναντήσει. Δεν είχε προσέ­ ξει τη Χριστίνα, που καθόταν με την πλάτη γυρισμένη. Έστρεψε το κεφάλι της περισσότερο από περιέργεια παρά από κακό προαίσθημα. Τα βλέμματά τους συ­ ναντήθηκαν και πάγωσαν μόλις οι αμφιβληστροειδείς έστειλαν τα ανάποδα είδωλα στα εγκεφαλικά τους κέντρα. Αν υποθέσουμε ότι οι λέξεις είναι το όχημα της σκέψης, ο Αλέξης κι η Χριστίνα έπαθαν λάστιχο στην πρώτη τους συνάντηση μετά από δυο μήνες. Παρατη­ ρούσα τη σκηνή με την ευλαβική προσήλωση επιστήμο­ να σε δύσκολο πείραμα. Πάθατε την πλάκα σας, πιτσουνάκια μου, ε; Διέκοψα την αμήχανη σιωπή παίρνοντας απορημένο ύφος: «Καλέ, τι πάθατε; Φάντασμα είδατε;» Γύρισα στον Αλέξη και τον ψευτομάλωσα: «Δε θα χαιρετήσεις τη φί­ λη μου, καλέ μου; Ευτυχώς που είναι του σπιτιού και δεν παρεξηγεί». Χωρίς να του δώσω χρονικό περιθώριο να μιλήσει, στράφηκα στη Χριστίνα, που είχε αρχίσει να χλωμιάζει: «Γύρισε ο άσωτος, Χριστινάκι. Δεν άντεξε μακριά από τη γυναίκα του και το παιδί του». Στην αναφορά του Τάκη, έριξα ένα ανυπόμονο βλέμμα στο εσωτερικό του σπιτιού και, με την πρόφαση ότι καθυστερούσε, έ­ στειλα τον Αλέξη να τον φωνάξει να φάμε. Ήθελα να μείνω μόνη με τη Χριστίνα. Μας εγκατέλειψε αμίλητος. Την κοίταξα αποφασιστικά. «Γιατί μου το κάνεις αυτό, Ελένη; Για να δεις αν δια­ τηρούμε ακόμα επαφές; Αφού σου είπα ότι όλα τέλειω­ σαν. Χάρισμά σου τώρα που γύρισε. Εγώ δε θέλω να τον βλέπω στα μάτια μου» είπε πικρόχολα. 283


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘ ΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Κι εγώ για να δω αν θέλω να τον βλέπω το κάνω. Από τότε που γύρισε, είναι άλλος άνθρωπος. Τρυφερός, γενναιόδωρος... Δεν ξέρω αν το κάνει επειδή γνωρίζω για τη Λίζα. Όταν πρωτοήρθε, το 'παίζε ειρωνικός και αλαζόνας. Όπως ακριβώς ήταν πριν φύγει. Του 'κοψα τη φόρα μόλις του είπα ότι γνώριζα την απιστία του. Αλλά κάτι με κράτησε και δεν του μίλησα για σένα. Ο Θεός με φώτισε. Ήρθε η ώρα να δω αν αξίζει να τον συγχωρήσω». «Και πώς θα το κάνεις αυτό;» ρώτησε χάνοντας σιγά σιγά το πικρόχολο ύφος. «Από τότε που πάτησε το πόδι του εδώ, το όνομά σου δεν έχει αναφερθεί καθόλου. Σαν να μην ήσουν ποτέ η καλύτερή μου φίλη που ξημεροβραδιαζόταν στο σπίτι μας. Λες κι άνοιξε η γη και σε κατάπιε. Δεν ξέρει ούτε για το ατύχημά σου, αν μου λες πράγματι πως δεν έχε­ τε επικοινωνήσει αυτό το διάστημα» τη στραβοκοίταξα και βιάστηκε να το επιβεβαιώσει. «Σου τ' ορκίζομαι. Δεν είδες τώρα δα πώς ξαφνια­ στήκαμε;» «Εσύ μπορεί να ξαφνιάστηκες που τελικά γύρισε, κι εκείνος επειδή δεν περίμενε να σε ξαναδεί. Βλακώδης βέβαια σκέψη, αφού υποτίθεται ότι εξακολουθείς να εί­ σαι η καλύτερή μου φίλη. Και έτσι θα το παίξουμε. Σαν να μην ξέρω τίποτα. Σαν να είναι το μυστικό σας». Την κοίταξα έντονα. «Θα το εκτιμούσα, αν με βοηθούσες. Και να 'σαι σίγουρη πως οι αντιδράσεις του θα ενδια­ φέρουν κι εσένα». Αναστέναξε ηττημένη. «Δεν έχει νόη­ μα να αρνηθώ. Θα κάνω ό,τι μου πεις». «Ωραία. Φρόντισε να είσαι πειστική. Να πετάς τις σπόντες σου, να πειράζεις τον Τάκη, γενικά να μην είσαι μαγκωμένη. Σαν τη Χριστίνα που ξέραμε τόσα χρόνια. 284


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

Δε θέλω να υποψιαστεί το παραμικρό. Είναι πολύ ση­ μαντικό για μένα να τελειώσει η βραδιά σαν να μην έγι­ νε τίποτα. Να πέσουμε το βράδυ στο κρεβάτι και να τον νιώσω να χαλαρώνει μόλις συνειδητοποιήσει ότι διέφυγε τον κίνδυνο. Κι εγώ θα περιμένω την εξομολόγηση». «Κι αν δε σου το ομολογήσει; Θα του το αποκαλύ­ ψεις εσύ;» «Ελπίζω να μη με απογοητεύσει. Θα περιμένω όλο το βράδυ...» έκοψα απότομα τη φράση καθώς τον είδα να μας πλησιάζει. Είχε χάσει μεγάλο μέρος της αυτοκυ­ ριαρχίας του, αλλά τα δύσκολα γι' αυτόν άρχιζαν τώρα. «Τον ειδοποίησα και βγαίνει σε λίγο» μας είπε χλια­ ρά. Πήγε στο τραπέζι με τα ποτά κι έβαλε ένα διπλό ουίσκι. «Δε θα ρωτήσεις τη Χριστίνα αν θέλει να πιει κάτι;» τον μάλωσα που δεν έδειχνε την πρέπουσα ευγένεια. «Θα πιεις τίποτα;» τη ρώτησε ξερά. Σαν να της έλε­ γε : «Θα πιεις βιτριόλι ή προτιμάς να σε πετάξω από το μπαλκόνι;» «Τίποτα, ευχαριστώ» του απάντησε παγερά. Να χαρώ εγώ εραστές! Κάποτε κυλιόντουσαν στο κρεβάτι της, ανταλλάσσοντας ερωτόλογα και τώρα μό­ νο που δεν έπαθαν κρυοπαγήματα από την ψυχρή συ­ μπεριφορά τους. Κι αυτό το πικρόχολο «χάρισμά σου» που μου πέταξε η Χριστίνα... Την καίει που γύρισε ο Α­ λέξης σ' εμένα. Παρ' όλα όσα της έλεγε. Όσο κι αν το παίζει άνετη σ' εμένα. Αμ σε πονάει το δοντάκι σου, Χριστίνα. Αλλά εγώ έχω τον Αλέξη. Και τον οδοντίατρο! Πλησίασα τον Αλέξη και τον αγκάλιασα από τη μέ­ ση. Πήρα ναζιάρικο ύφος. Σαν να επρόκειτο να του πω κάτι που θα τον εκνεύριζε και ήθελα να μαλακώσω το θυμό του. 285


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Ξέρεις, αγάπη μου, η Χριστίνα έμαθε ότι πριν από δυο μήνες με άφησες για μια άλλη. Μάλιστα την έτρω­ γα ότι η φάση με τη Λίζα είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτε­ ρα». Λυπόμουν που δεν μπορούσα να γελάσω με την ψυχή μου καθώς τον έβλεπα να πανιάζει. Ο Ιούδας δεν της είχε πει ότι την απατούσε με μια άλλη. Και ξαφνικά η απατημένη ερωμένη το έμαθε από την επίσης απατη­ μένη σύζυγο. Απατημένη αλλά ανυποψίαστη για τη δι­ κή τους ιστορία. Με σαδιστικό χαμόγελο τον παρακολουθούσα καθώς της έριχνε τρομαγμένες ματιές. Ο ιδρώτας ανέβλυζε α­ σταμάτητα από τους πόρους του δέρματός του, ώστε σύντομα θα θύμιζε σύστημα αυτόματου ποτίσματος στο Θεσσαλικό κάμπο. «Βλέπεις, Αλέξη μου, η Χριστίνα είναι σαν αδελφή μου. Δε γινόταν να μην της πω αυτό που με έκαιγε. Έ­ χουμε συνηθίσει να μοιραζόμαστε τα πάντα» είπα και τον κοίταξα με νόημα. Διέκρινα στα μάτια του μια λάμ­ ψη, σαν να κατάλαβε ξαφνικά πως το αποψινό ήταν η μασκαράτα του αιώνα. Βιάστηκα να μπαλώσω την α­ περίσκεπτη σπόντα: «Ε, ρε, βρίσιμο που σου ρίξαμε τό­ τε για τη Λίζα. Αλλά, χάρη στη Χριστίνα, κατόρθωσα και δεν τρελάθηκα. Ήταν σίγουρη πως περνούσες μια φάση αυτοεπιβεβαίωσης. Και είχε δίκιο» και, για να κατοχυρώσω τα λεγόμενά μου, της έριξα ένα βλέμμα αφοσιωμένης φίλης. Τα μάτια του έπαψαν να γυαλίζουν περίεργα και ξαναπήρε το τρομαγμένο και άβολο ύφος. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Τάκης στη βεράντα. «Επ, Χριστινάκι, τι γίνεται;» τη ρώτησε χαρούμενα. Εκείνη σηκώθηκε και του έδωσε το δέμα. Το άνοιξε κι έβγαλε ένα επιφώνημα ενθουσιασμού. «Τέλειο. Πάντα 286


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ήθελα το βιβλίο με τις καλύτερες ταινίες του εικοστού αιώνα». Κάθισε δίπλα της και άρχισαν να το ξεφυλλί­ ζουν μαζί. «Εμένα με συγχωρείτε για λίγο» είπα. «Πάω στην κουζίνα να φέρω τα φαγητά». «Έρχομαι να σε βοηθήσω» προθυμοποιήθηκε ο Αλέ­ ξης και με ακολούθησε στην κουζίνα. Ήμουν σίγουρη ότι θα μου ζητούσε το λόγο επειδή δεν του είχα αναφέρει τον τέταρτο καλεσμένο. «Καλά, γιατί δε μου είπες ότι την κάλεσες;» μου ε­ πιτέθηκε με το που πατήσαμε στην κουζίνα. Πήρα το πιο απορημένο ύφος του κόσμου: «Γιατί το κάνεις θέμα; Το ξέχασα, φαίνεται. Της συμπεριφέρεσαι λες κι έχετε τσακωθεί. Αν ήξερες πόσο μου στάθηκε όσο έλειπες, δε θα 'σουν τόσο απότομος». Γύρισα και τον στραβοκοίταξα: «Μήπως τα 'χετε τσουγκρίσει και κα­ νείς δε μου 'χει πει τίποτα;» Τον ένιωσα να χαλαρώνει. Σαν να έβλεπα τη θεαμα­ τική αλλαγή στο μυϊκό του σύστημα. Μου πήρε ανάλα­ φρα το ταψί από τα χέρια και μίλησε ακόμα πιο ανά­ λαφρα : «Ιδέα σου. Τι έχω να χωρίσω εγώ με τη Χριστίνα;» Έλα ντε! Τι να χωρίσετε, που επί ένα χρόνο είχατε ασφυκτικότερη επαφή κι από μια βεντούζα πάνω σε πλάτη που ταλαιπωρείται απ' την ψύξη... Μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο και βγήκε σφυρίζοντας. Με έπιασε απογοήτευση. Όσο έκανα την ανήξερη, το 'παιζε Κινέζος. Μια σπόντα πέταξα κι απέ­ κτησε το κίτρινο χρώμα των Κινέζων. Έπιασα το πυρέξ με τις μπάμιες και τον ακολούθη­ σα. Όσο βόλευα τα φαγητά στο βοηθητικό τραπέζι, ο Τάκης με τη Χριστίνα συζητούσαν για το ταξίδι στο ε287


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ξωτερικό και ο Αλέξης τους παρακολουθούσε αμίλητος ή συμμετέχοντας μόνο όταν του απηύθυναν το λόγο. Από κάποιες κλεφτές ματιές που έριχνα, καταλάβαινα ότι κι εκείνος με παρόμοιες ματιές προσπαθούσε να εκμαιεύ­ σει από τη στάση της πρώην ερωμένης του κάποια απά­ ντηση σ' αυτό που τον έτρωγε. Ήταν αθώα ή προσχε­ διασμένη συνάντηση; Τα ήξερα όλα και τον άφηνα να τσιτσιρίζεται ή δεν είχα ιδέα και αυτό ήταν ένα κάλεσμα σαν όλα τα άλλα; Η Χριστίνα ήταν θύμα ή συνένοχος; Έδωσα το σύνθημα και σηκώθηκαν με τα πιάτα τους για να σερβιριστούν. Το μενού αποτελούνταν από με­ ζεδάκια για την όρεξη, μπάμιες με κομματάκια μοσχά­ ρι και σαλάτα με μαυρομάτικα φασόλια και κρεμμύδι. Καθίσαμε στο τραπέζι με γεμάτα πιάτα. Ο Αλέξης βιά­ στηκε να επαινέσει τη μαγειρική μου. «Μμμ, κυρία Ελένη. Πάλι μεγαλούργησες. Αυτές οι μπάμιες είναι λουκούμι». Σηκώθηκε και με φίλησε επι­ δεικτικά. «Αυτό, επειδή έφτιαξες τα λαδερά που μου αρέσουν» είπε και ξανάκατσε στη θέση του, ρίχνοντας ένα πλάγιο βλέμμα στη Χριστίνα. Δεν του χαρίστηκε. Κι αυτό φάνηκε από την ταβανόπροκα που του πέταξε: «Η γιαγιά μου έλεγε: "Η αλήθεια και το λάδι πάντα βγαίνουν από πάνω"». Του χαμογέλασε μειλίχια, όπως η πεινασμένη γάτα λίγα δευτερόλεπτα πριν κατασπα­ ράξει το ποντίκι, στα κόμικς των παιδικών μας χρόνων. Ο Αλέξης μαζί με την μπουκιά κατάπιε και τη γλώσσα του. Άλλαξα θέμα για να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα. Και βέβαια δεν έφταιγαν τα λαδερά, που κατηγορού­ νται για βαρύ φαγητό. «Αλέξη, το 'ξερες ότι η Χριστίνα έπεσε σ' ένα χαντά­ κι με το αυτοκίνητό της πριν από δυο μήνες;» Ο Τάκης δεν αντέδρασε, επειδή γνώριζε το συμβάν. Συνέχισε το 288


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

φαγητό του χαμένος σε προσωπικές σκέψεις. Η Χριστί­ να κι εγώ καρφωθήκαμε στο πρόσωπο του Αλέξη για να δούμε τις αντιδράσεις του. Εκείνη, ψάχνοντας α­ πεγνωσμένα μια έκφραση αγάπης, σαν μικρό ενθύμιο για τον παθιασμένο χρόνο που πέρασαν. Εγώ, ακριβώς για τον ίδιο λόγο, με τη διαφορά ότι, αν διέκρινα στα χαρακτηριστικά του την παραμικρή σύσπαση συμπό­ νιας, θα τον έλουζα με τα λαδερά, που τόσο λάτρευε. Με δικαίωσε. Της έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα, λες και μόλις του είχα ανακοινώσει τις τιμές του χρηματιστη­ ρίου. Προσπάθησε να δώσει έναν τόνο ενδιαφέροντος στα λόγια του. «Μπα; Για να σε βλέπω εδώ πέρα, μάλλον είχες άγιο. Δε γλιτώνει κανείς εύκολα από τέτοια». Έσκυψε το κε­ φάλι του και χάρισε ένα βλέμμα λατρείας στην μπουκιά που κάρφωσε. Αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Μπορεί η Χριστίνα να με είχε προδώσει, μπορεί να είχε κλονιστεί η φιλία μας, αλ­ λά δεν ήθελα να τη βλέπω να υπομένει τέτοιον εξευτε­ λισμό. Πρέπει να την πλήγωσε φοβερά η ακραία συμπε­ ριφορά του Αλέξη, γιατί σηκώθηκε από τη θέση της και, ζητώντας συγγνώμη, κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Πρόλα­ βα να τη δω βουρκωμένη. Πέταξα με οργή την πετσέτα μου στο τραπέζι και, κοιτώντας δολοφονικά τον Αλέξη, έτρεξα να την προλάβω. Κρατιόταν από το νιπτήρα, προσπαθώντας να καλμάρει τους σπασμούς που έστελ­ ναν στο σώμα της τα αναφιλητά. Έκλεισα την πόρτα και την αγκάλιασα. «Παίρνεις το αίμα σου πίσω, που με βλέπεις να εξευ­ τελίζομαι;» είπε και η φράση της πνίγηκε σε νέο κύμα δακρύων. Αναστέναξα λυπημένη: «Όχι. Είναι μεγάλος μαλάκας. Στην προσπάθειά του να μου ρίξει στάχτη 289


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

στα μάτια, κάνει τα πάντα για να σε ταπεινώσει. Λες και, φτάνοντας στον αντίποδα των αισθημάτων του για σένα, θα κερδίσει τη μάχη. Νιώθει την ανάσα του κιν­ δύνου στο σβέρκο του και δεν μπορεί να σκεφτεί ότι μ' αυτόν τον τρόπο θα με βάλει σε υποψίες». Έβρεξα μια πετσέτα και της σκούπισα τα μάτια. «Λυπάμαι, Χρι­ στίνα. Δεν περίμενα ότι θα φερθεί τόσο γαϊδουρινά. Σου ομολογώ ότι φοβόμουν το αντίθετο. 'Οτι θα σ' έβλεπε και θα ξαναμάζευε τη βαλίτσα του. Δεν το λέω για να σε πικράνω, επειδή δεν το 'κανε. Αλλά το πιστεύεις ότι κάποια στιγμή του 'δωσα δίκιο που σε προτίμησε από μένα; Αν θες να ξέρεις, σε μια τέτοια κρίση προσωπικότητας πέταξα τα παλιά μου εσώρουχα και αγόρασα αιθέρια νεγκλιζέ, για να σου μοιάσω» παραδέχτηκα ντροπαλά. Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε σαν να μην το πίστευε. Μου έστειλε ένα πρησμένο χαμόγελο. Η Χρι­ στίνα έχανε τον κόσμο μόλις κάποιος αμφισβητούσε τη γοητεία της και τον ξανάβρισκε στο πρώτο κομπλιμέ­ ντο που αφορούσε το άτομό της. «Δεν αντέχω να ξαναβγώ στη βεράντα. Έχω την αί­ σθηση ότι, μόλις ανοίξω το στόμα μου, θα με καρφώσει με το πιρούνι. Βρες μια δικαιολογία. Πες του ότι έφυγα εσπευσμένα για να κόψω τις φλέβες μου. Δε θα φέρει αντίρρηση» είπε πικραμένα. «Κάνε μου το χατίρι και μείνε λίγο ακόμα. Τα δύ­ σκολα πέρασαν. Θα επικαλεστώ το πρωινό ξύπνημα και θα το διαλύσουμε πολύ γρήγορα. Αν φύγεις τώρα, θα τον βάλεις σε υποψίες. Δε θέλω να μου το ομολογή­ σει ενόψει του κινδύνου». Την κοίταξα παρακλητικά. «Αν είσαι φίλη μου...» Αναστέναξε και σήκωσε τα χέ­ ρια της σε μια κίνηση μοιρολατρίας. «Έστω. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για 290


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

σένα». Με κοίταξε διστακτικά και ζύγιασε τα λόγια της, σαν να επρόκειτο να μου αποκαλύψει κάτι σημα­ ντικό. Όχι πως δεν το 'ξερα... «Ξέρεις...» κόμπιασε «δεν ήμουν ειλικρινής απένα­ ντι σου. Τον αγαπούσα κι ας ήξερα ότι αυτός ήθελε μό­ νο να καλοπεράσει. Παρ' όλα όσα μου 'λεγε για σένα, στο βάθος καταλάβαινα πως θα γυρνούσε κοντά σου». Χαμογέλασα θλιμμένα. «Μόνο που δε σε παράτησε για μένα, αλλά για κάποια άλλη. Και οι δυο χάσαμε το παιχνίδι εκείνο το διάστημα. Ώρα να πατσίσουμε». «Δε θύμωσες που σου είπα πώς ένιωθα γι' αυτόν; Τώρα καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο μου είναι». «Δε θύμωσα γιατί το 'χα φανταστεί. Ο Αλέξης εμπνέει για δυνατή αγάπη. Κοίτα κι εμένα. Τόσα μου 'κανε και δεν τον διαολόστειλα. Αν με ρωτήσεις, κι εγώ τον αγα­ πάω ακόμα. Παρ' όλο που βλέπω πόσο άσχημα φέρε­ ται. Δεν έχουμε παρά να ρωτήσουμε και τη Λίζα». Μας έπιασαν τα γέλια. Την έβλεπα που χαλάρωνε και ένιωθα τρυφερότητα. Και θέληση να την προστατέψω από τα πυρά του Αλέξη. Θα μπορούσα να χαρακτηρι­ στώ βλάκας. Εγώ, η απατημένη σύζυγος, που, μόλις ά­ κουσε τα αληθινά αισθήματα της πρώην ερωμένης του άντρα της, βιάστηκε να την καθησυχάσει. Αναρωτήθη­ κα αν τελικά μου έλειπε πιο πολύ η φίλη ή ο σύζυγος. Το καπελάκι του μπέιζ-μπολ είχε αποδειχτεί προφητικό πέρα για πέρα. Βγήκαμε αγκαλιασμένες. Μέχρι να πάμε στη βερά­ ντα, είχαμε βρει δικαιολογία για την κοινή καθυστέρη­ ση , με τη συνωμοτική ετοιμότητα που χαρακτηρίζει δυο φίλες. «Αχ, βρε κορίτσι μου, δε μου το 'λεγες ότι είσαι αλ­ λεργική στις μπάμιες; Κοίτα πώς κοκκίνισες σ' όλο το 291


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

πρόσωπο!» έκανα αγχωμένη. Της έκλεισα το μάτι και συνέχισα. «Θες μήπως να ξαπλώσεις μέσα; Να στείλω τον Αλέξη να βρει φαρμακείο;» Ο Αλέξης έριξε μια μα­ τιά στη Χριστίνα και σχολίασε ότι ήταν κατακόκκινη. Ήταν η πρώτη φορά, όλο το βράδυ, που της απευθύν­ θηκε χαμογελώντας. «Μήπως πρέπει να φύγεις; Θα καλέσω αμέσως ταξί αν δε νιώθεις καλά» προθυμοποιήθηκε. Δεν άντεχα να τη βλέπω να πονάει, όσο κι αν ονει­ ρευόμουν κάποτε τέτοιου είδους εκδίκηση. «Έλα, Χριστινάκι. Θα σε πάω εγώ κάτω και θα σε βάλω σε ταξί. Δεν έχει νόημα να υποφέρεις. Δεν ήξερα ότι είσαι αλ­ λεργική στις μπάμιες» της είπα με ενοχή. «Ναι, είμαι αλλεργική στα λαδερά» κοίταξε φαρμα­ κερά τον Αλέξη «κυρίως όμως στα γλοιώδη». Του γύρι­ σε την πλάτη και, ρίχνοντας ένα σκαστό φιλί στον Τά­ κη, που είχε ξαναβυθιστεί στο βιβλίο με τις ταινίες και δεν είχε ακούσει το ακροσίδηρο σχόλιο για τον πατέρα του, μου έγνεψε ότι ήταν έτοιμη. Κατεβήκαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Κοιτα­ χτήκαμε αμίλητες. Άνοιξα πρώτη το στόμα μου. «Λυπάμαι για σήμερα. Είδα όμως μια πλευρά του Α­ λέξη που δεν περίμενα. Δεν υπολογίζει αισθήματα, κα­ ταστάσεις, οτιδήποτε του μπλοκάρει τους στόχους. Το ζούσα χρόνια κι έλεγα ότι φταίω εγώ που έμεινα έ­ γκυος και τον καθήλωσα σε μια ζωή που δεν ήθελε. Σή­ μερα το διαπίστωσα και μ' εσένα. Το αστείο είναι πως μαζί σου δεν υπάρχει δικαιολογία. Μόνος του σε πο­ λιόρκησε. Και σήμερα έφτασα στο σημείο να ντρέπο­ μαι για λογαριασμό του». «Και για τη Λίζα ποιος θα ντρέπεται;» αναρωτήθηκε η Χριστίνα με πικρία. 292


ο

ΙΟΎΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΈΡΟΧΑ

«Δεν ξέρω, δεν είναι η κολλητή μου». Αγκαλιαστή­ καμε. Την άκουσα να μουρμουρίζει στ' αυτί μου. Τη μά­ λωσα γελώντας: «Αμάν πια, συγγνώμη και συγγνώμη. Έχεις γίνει α­ νιαρή. Δεν είπαμε ότι σε συγχώρησα; Εξάλλου, τι έ­ φταιγες κι εσύ, κακομοίρα; Θύμα του έπεσες... στο κρε­ βάτι» πρόσθεσα πονηρά. Σφίχτηκε. «Σόρι. Δεν το 'πα κακόβουλα. Η ιστορία σου με τον Αλέξη δε μου προκα­ λεί πια πόνο. Απλά, μου αρέσει να σε πειράζω. Μη με παρεξηγείς. Να ξέρεις ότι θα σε παιδεύω για πολλά χρόνια με τέτοιες ατάκες». «Θα 'ναι δύσκολο να βλεπόμαστε όπως πριν. Δε θέ­ λω να τον ξαναδώ ούτε ζωγραφιστό αν πρόκειται να μεί­ νετε μαζί». Μετά από στιγμιαίο δισταγμό με ρώτησε: «Θα μείνετε μαζί;» Ξεφύσηξα προβληματισμένη. Ούτε που ήξερα τι να της απαντήσω. Αν με ρωτούσε πριν από το δείπνο, θα της απαντούσα ότι η απόφασή μου θα ήταν συνάρτηση της εξομολόγησής του. Τώρα αυτό περνούσε σε δεύτερη μοίρα. Με απασχολούσε περισ­ σότερο η άσχημη συμπεριφορά του, που μετά από χρό­ νια κατάλαβα ότι δεν είχε στόχο μόνο εμένα, αλλά ό­ σους τον περιστοίχιζαν. Τώρα πια η περιέργεια κράταγε το στόμα μου κλειστό και όχι ο πραγματικός στόχος. Ήμουν απλά περίεργη να δω αν θα μου ομολογούσε τη σχέση του με τη Χριστίνα. Η συμπεριφορά του υποδεί­ κνυε το αντίθετο. Εγώ θα περίμενα όλο το βράδυ. Την επομένη όμως... Μπήκα στο διαμέρισμα βροντώντας με οργή την πόρτα. Ο Τάκης μετέφερε τα πιάτα στην κουζίνα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις διακοπές του. Ο Αλέξης τον ακολουθούσε με τα βρόμικα πυρέξ. Κυριευμένος προφανώς από άγχος για την εξέλιξη της βραδιάς και 293


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

θέλοντας να διώξει τις άβολες σκέψεις που τον έπνιγαν, κρατούσε το μυαλό του απασχολημένο με δουλειές. Ίσως και για να αποφύγει μια εκ βαθέων συζήτηση μα­ ζί μου. Τους βρήκα στην κουζίνα. Στοίβαζαν τα χρησιμο­ ποιημένα σκεύη δίπλα στο νεροχύτη. Η φωνή μου ήχησε σαν καμπάνα πριν από την ώρα της κρίσεως. «Τάκη, πήγαινε στη βεράντα να μαζέψεις τα υπόλοι­ πα. Θέλω να πω δυο κουβέντες με τον πατέρα σου». Βγήκε γρηγορότερα απ' όσο χρειαζόταν, διαισθανό­ μενος την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Έβαλα τα χέρια στη μέση, έτοιμη για καβγά. Ο Αλέξης στηρίχτηκε στον πάγκο ρίχνοντάς μου νευρικές ματιές, σαν τρομαγμένο κουνέλι που καταλαβαίνει ότι σύντομα θα αποχαιρετί­ σει το μάταιο τούτο κόσμο. Τα μάτια μου μισόκλεισαν σε δυο σχισμές θυμού. «Απαιτώ εξηγήσεις». Του το είπα κοφτά. Χωρίς να του δώσω την πολυτέλεια της επεξήγησης: «Για την εχθρική συμπεριφορά σου απέναντι στη Χριστίνα». Ή­ θελα να τον δω να αγχώνεται, να βασανίζεται από το φόβο ότι όλα όσα είχε καταφέρει να πιάσει στα χέρια του ήταν έτοιμα να γλιστρήσουν. Σχεδόν μπορούσα να δω τα νεύρα του να τεντώνονται σαν ερεθισμένες χορ­ δές τόξου λίγο πριν απαλλαγούν από την πίεση του βέ­ λους. Ήξερα ότι το μυαλό του είχε πάει στο φόβο που τον κατάτρεχε. Ότι έμαθα για τη δεύτερη απιστία του. Ήταν τόσο εύκολο να σημάνει συναγερμός στην καρδιά ενός ψεύτη. Το καταλάβαινα από τον εαυτό μου. Αν μου αντιγύριζε το παγερό του βλέμμα, το μυαλό μου θα πήγαινε στο Νικήτα. Ο δικηγόρος λειτούργησε μέσα του και ζήτησε διευκρινίσεις. «Εξηγήσεις για ποιο θέμα;» ρώτησε προσεκτικά, σαν 294


Ο ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

να ακροπατούσε η γλώσσα του στη στοματική κοιλό­ τητα. Για τη σχέση αγάπης και μίσους με τη Χριστίνα. «Για την απαράδεκτη στάση σου απέναντι της. Σχε­ δόν την έδιωξες με τον άξεστο τρόπο σου. Κάτι έχει συμβεί μεταξύ σας. Τσακωθήκατε;» Όχι, ρε Ελένη... « Όχι, ρε Ελένη! Απλά, τελευταίο βράδυ, πριν φύγει ο Τάκης, ήθελα να είμαστε μόνο η οικογένεια. Θα μπο­ ρούσαμε να φάμε με τη Χριστίνα μια άλλη φορά». Μου χαμογέλασε ανακουφισμένος που είχε διαφύγει ακόμα μια φορά τον κίνδυνο. «Όταν ξαναμιλήσετε, πες της συγγνώμη αν παραφέρθηκα. Δεν το κατάλαβα». Σκούπισε τα χέρια σε μια πετσέτα και άνοιξε την α­ γκαλιά του. Μου έκανε νόημα να πάω. Προχώρησα με διστακτικά βήματα. Με τράβηξε πάνω του κι άρχισε να μου φιλά το λαιμό. Αντιπερισπασμός. Τραβήχτηκα μα­ λακά χαρίζοντας του ένα χλιαρό χαμόγελο. «Ας το πιστέψω προς το παρόν. Αν και δε με πείθεις απόλυτα. Πάω να φωνάξω τον Τάκη. Είναι αργά κι αύ­ ριο έχετε πρωινό εγερτήριο». Βγήκα στη βεράντα, όπου ο γιος μου δίπλωνε το βοηθητικό τραπέζι. Πήγα κοντά του χαμογελώντας πειρακτικά. «Να χαρώ εγώ σπιούνο! Εσύ ήσουν που θα παρατη­ ρούσες ύποπτες κινήσεις μεταξύ της φίλης μου και του πατέρα σου;» «Τι βαράς; Δεν το 'βλεπες και μόνη σου ότι δε διέ­ τρεχες τέτοιο κίνδυνο; Μόνο που δεν την έδιωξε με τις κλοτσιές από δω μέσα. Χαλάρωσε! Ο μπαμπάς έχει μά­ τια μόνο για σένα». Ναι, για μένα έχει τα μάτια, αλλά τα βγάζει με όλες τις άλλες. 295


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Το μικρό αθώο μου αγόρι... Που νόμιζε ότι έχει ωρι­ μάσει αρκετά για να διακρίνει την υποκρισία των άλ­ λων. Η φράση «τα φαινόμενα απατούν» δε σήμαινε τί­ ποτα για κείνον. Άντε να του εξηγήσεις ότι το φαινόμε­ νο, ο πατέρας του, με απατούσε με τη Χριστίνα, που, πριν από λίγο μόνο που δεν την έδιωξε με τις κλοτσιές. Τον κοίταξα με λατρεία. Πόσο θα μου 'λειπε... Πόσο θα καρδιοχτυπούσα στη σκέψη ότι εξετίθετο σε τόσους κιν­ δύνους. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα. «Σ' αγαπώ, παιδί μου. Μπορεί όλους τους άλλους να τους μισήσω, για σένα όμως θα φυλάω μόνο τα αγνότε­ ρα μου αισθήματα». «Καλά, καλά. Άντε να πάμε για ύπνο πριν μας πά­ ρουν τα ζουμιά» είπε απότομα, στην άγαρμπη προ­ σπάθεια να μη φανεί η συγκίνηση του. Το χέρι του όμως, που έσφιξε τρυφερά το δικό μου καθώς μπαίναμε στο σαλόνι, φανέρωσε την πραγματική του διάθεση. Καλη­ νυχτιστήκαμε και μπήκε ο καθένας στο δωμάτιό του. Ο Αλέξης βρισκόταν στο μπάνιο, κάνοντας πλύσεις με στοματικό διάλυμα. Πώς θα 'θελα να μεταμορφωνό­ μουν σε κάποιο νεύρο του εγκεφάλου του. Να μπορέσω να μάθω με σαφήνεια τι περνούσε από το μυαλό του καθώς έδιωχνε τη λιπαρότητα του δείπνου. Και τι δεί­ πνου! Μυστικού. Το ένα ψέμα πάνω στο άλλο, η υπο­ κρισία σε όλο της το μεγαλείο. Όχι, δεν έβγαζα απ' έξω τον εαυτό μου. Τον έλεγα Ιούδα, αλλά κι εγώ δεν πή­ γαινα πίσω. Στο πλαίσιο της Καινής Διαθήκης, μου ταί­ ριαζε απόλυτα το «πριν αλέκτορα φωνήσαι, τρις...». Γιατί να μην μπω με φόρα στο μπάνιο και να πω: «Α­ λέξη , κατάπιε, γιατί θα πνιγείς με το Λιστερίν. Ξέρω τα πάντα για σένα και τη Χριστίνα. Επίσης, έχω εραστή». Δεν τολμούσα. Φοβόμουν τις συνέπειες. Κατηγορούσα 296


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

τον Αλέξη ότι προτιμούσε να περπατεί σε τεντωμένο σκοινί για να πετύχει τους στόχους του. Κι εγώ τι ήμουν; Το κοντάρι που κρατούσε για να ισορροπεί. Λίγο να έγερνα, στην προσπάθειά μου να μου ομολογήσει την αλήθεια, θα γκρεμιζόταν, παίρνοντας μαζί του κι εμένα. Έμενα λοιπόν σιωπηλή κι αλύγιστη για να μην ταραχτεί η ισορροπία του σπιτιού μου. Για πόσο δε θα μ' ενο­ χλούσαν τα ιδρωμένα από το άγχος χέρια του; Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι δε θα μου το έλεγε ποτέ, ακόμα κι αν υποψιαζόταν ότι ήξερα τα πά­ ντα. Θα το κρατούσε μυστικό, με το δικαίωμα της δικής μου ανοχής. Αν κάποια στιγμή έβγαινε στη φόρα από το στόμα του ενός ή του άλλου, αυτό θα γινόταν λίγο πριν από το... αιματηρό τέλος του γάμου μας. Όταν θα με βαριόταν πάλι και δε θα τον ένοιαζε η εικόνα του πι­ στού και μεταμελημένου οικογενειάρχη, που πάσχιζε να μου πλασάρει. Ή όταν θα οσμιζόμουν ξανά τα σημάδια της απιστίας. Τότε θα του το βροντοφώναζα. Λίγο αργά και χωρίς νόημα, αλλά για να απολαύσω έστω αυτό το μικρό ξάφνιασμα στο βλέμμα του. Για να καταλάβει ότι κατάπινα αγόγγυστα το χαρακτήρα του για το καλό της οικογενειακής μας τιμής. Έτσι λοιπόν ονειρευό­ μουν τη συνέχεια της ζωής μου; Όταν βγήκε από το μπάνιο, με βρήκε να στέκομαι μπροστά στο κρεβάτι φορώντας το δαντελένιο κορμάκι που ποτέ δεν είχε προσέξει. Μέχρι τώρα. Η διαστολή στις κόρες των ματιών του, υποδείκνυε το θαυμασμό που όφειλε να είχε δείξει πριν από ένα χρόνο. Όμως κάλλιο αργά παρά ποτέ. «Ελένη... είσαι... Αυτό το... το...» τραύλισε σαν πρω­ τόβγαλτος έφηβος μπροστά στην προοπτική του πλη­ ρωμένου σεξ. 297


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

«Το κορμάκι» τον βοήθησα να βρει τη λέξη. Όχι ότι δεν την ήξερε. Στις ξαναμμένες φάσεις του, πήγαινα στοίχημα ότι μπορούσε να βρει πολλές ονομασίες για το παραμελημένο μου εσώρουχο. «Σου πάει θαυμάσια... Με γεια...» ξεροκατάπιε με λαγνεία. «Ευχαριστώ» του απάντησα γλυκερά. Ξαφνικά το ύφος του έγινε επιφυλακτικό. Αυτός περίμενε να του χιμήξω, ουρλιάζοντας για την αχαρακτήριστη συμπερι­ φορά του, και με βρήκε ντυμένη σαν απαγορευμένη φα­ ντασίωση . «Πώς το 'παθες;» ρώτησε σιγανά, ενώ συγχρόνως με έγδυνε με το βλέμμα. Γέλασα με τη σαστιμάρα του. «Εννοείς, γιατί το έβαλα;» Τον πλησίασα με αργά βή­ ματα και του έπιασα το χέρι. «Για να διορθώσω το υ­ πόλοιπο της βραδιάς» ψιθύρισα στ' αυτί του. «Τότε, ας μη χάνουμε χρόνο» είπε με πνιγμένη φωνή και με παρέσυρε στο κρεβάτι. Ήξερα εκ των προτέρων, από τη στιγμή που επέλεξα να εμφανιστώ έτσι μπροστά του, ότι αυτό που θα επα­ κολουθούσε θα μπορούσε με ασφάλεια να χαρακτηρι­ στεί «το καλύτερο σεξ του γάμου μου». Ούτε η αχαλί­ νωτη επιθυμία των νεανικών μας χρόνων ούτε οι σπο­ ραδικές όμορφες στιγμές κατά τη διάρκεια του γάμου μας θα μπορούσαν να συγκριθούν με την επερχόμενη πράξη. Είχα στη διάθεσή μου το καλύτερο αφροδισια­ κό. Τον ξαλαφρωμένο Αλέξη, που γλίτωσε στο παρά ένα τη σκηνή της Αποκάλυψης. Εκεί που νόμιζε πως ήταν ζήτημα λεπτών να αποκαλυφθεί η προδοσία του, βρισκόταν ενώπιον της ανύποπτης (δόξα τω Θεώ, ήταν αθώα η συνάντηση με τη Χριστίνα) και θελκτικότατης συζύγου του — οποία έκπληξις! Αλλιώς το φανταζόταν 298


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

κι αλλιώς του έβγαινε. Θα έβαζε λοιπόν τα δυνατά του να την ικανοποιήσει. Σαν σιωπηλή ευχαριστία στο Θεό, που τον άκουσε. Και για να ρίξει στάχτη στα μάτια όσων αμφισβήτησαν την απύθμενη αγάπη για τη γυναί­ κα που είχε παντρευτεί. Συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας. Ήμουν σίγουρη, τη στιγμή που έσερνε το χέρι του στο δαντελένιο ύφασμα, ότι θα ζούσα την ερωτική παν­ δαισία που ανέκαθεν περιέγραφαν με γλαφυρότητα τα ροζ μυθιστορήματα. Επιστράτευσε όλες τις ορμόνες του για να εξεγείρει τις δικές μου. Και το κατάφερε. Μετά από ώρα, κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, σκεφτόμουν πως αυτή θα ήταν η μοναδική φορά που θα κρατούσα σαν πολύτιμη ανάμνηση της ερωτικής μας δραστηριό­ τητας. Μετά θα έφθινε η μαγεία. Και κάποια στιγμή, όταν θα μπαίναμε στη ρουτίνα, ο πόθος θα έσβηνε ε­ ντελώς. Όπως λέει κι η παροιμία: «Ο έρωτας πεθαίνει από βαρυστομαχιά κι όχι από πείνα». Μόλις βαριόταν ο Αλέξης, θα αναζητούσε αλλού τον έρωτα. Ήμουν σί­ γουρη πια. Αποκαμωμένη σωματικά και ψυχικά, ένιω­ θα τα βλέφαρά μου να βαραίνουν επικίνδυνα. «Πόσες φορές ονειρεύτηκα αυτή τη στιγμή. Αυτή και το ταξίδι στην Ντίσνεϋλαντ» μουρμούρισα λίγο πριν βυθιστώ στο βαθύ ύπνο, που μου στέρησε την απάντηση του Αλέξη. Ξύπνησα από την επιτακτική ανάγκη για νερό. Κοί­ ταξα το ρολόι, που έδειχνε πεντέμισι. Σε μισή ώρα το σπίτι θα αποκτούσε κίνηση. Πρωινό στα γρήγορα και δακρύβρεχτος αποχαιρετισμός του Τάκη. Στη σκέψη του σφίχτηκε η καρδιά μου. Μακάρι να 'βγαινε αλώβητος από αυτή την ιστορία. Όποια κατάληξη κι αν είχε. Προσέχοντας να μην ταράξω τη ρυθμική αναπνοή του Αλέξη, φόρεσα τη ρόμπα μου και βγήκα ακροπα299


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

τώντας από την κρεβατοκάμαρα. Στην κουζίνα ήπια δυο ποτήρια νερό κι έβαλα την καφετιέρα σε λειτουρ­ γία. Ήταν ανώφελο να αναζητήσω ξεκούραση στο μι­ σάωρο που απέμενε μέχρι τις έξι. Πήρα τον καφέ μου και μπήκα στο σαλόνι. Έβγαλα, τα δύο γράμματα από το συρτάρι του σεκρετέρ και σε μια έμπνευση της στιγμής βούτηξα ένα τσιγάρο μέντας από το πακέτο του Αλέξη. Βγήκα στη βεράντα να ρου­ φήξω την ανατολή. Άναψα το τσιγάρο και φύσηξα τον καπνό με φυσικότητα. Τη δεύτερη φορά ήξερα τη γεύ­ ση του και δε με ξένισε. Όπως γνώριζα πια και το σκε­ πτικό του Αλέξη. Απαλλαγμένη από την ψευδαίσθηση του υπέροχου παρόντος, ήξερα τι μου επιφύλασσε το μέλλον κοντά του. Επιστροφή στην υστερία της αβε­ βαιότητας και της καχυποψίας. Άναψα τον αναπτήρα και τον πλησίασα στα γράμ­ ματα. Άρπαξαν αμέσως φωτιά και συρρικνώθηκαν. Τα πέταξα στο τασάκι και παρακολούθησα τη γρήγορη πο­ ρεία προς την εξαφάνιση. Απέμεινα να κοιτώ την γκρί­ ζα σκόνη που κάποτε ήταν σκέψεις και συναισθήματα για τους δυο άντρες που σημάδεψαν τη ζωή μου. Στο βάθος του σπιτιού χτύπησε το ξυπνητήρι. Άκουσα την κίνηση στα δύο μπάνια. Χαμογέλασα στη σκέψη ότι ο Τάκης σηκωνόταν για πρώτη φορά στη ζωή του με τέ­ τοια ευκολία. Αν δηλαδή είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Ζήλευα την αδημονία του για τις όμορφες στιγ­ μές που έπλαθε στο μυαλό του. Του ευχόμουν να τις ζήσει όπως ακριβώς τις ονειρευόταν. Έριξα τις στάχτες από το μπαλκόνι και μπήκα στο σπίτι. Ο Τάκης μετά βίας ήπιε ένα ποτήρι γάλα. Επέ­ μενε να τσεκάρει τα μπαγκάζια του και βγήκε στο χολ. Έμεινα με τον Αλέξη. Με πλησίασε με τρυφερότητα, το

300


Ο

ΙΟΥΛΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

απόσταγμα του χτεσινού του πόθου. Ήξερα ότι εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη μοναδική στιγμή, το βλέμμα που μου χάρισε ήταν ό,τι πιο ειλικρινές μπορούσα να ανα­ ζητήσω στην ύπαρξη του. Χωρίς τα κούφια σκηνικά της χτεσινής βραδιάς. Το είχε ευχαριστηθεί κι εκείνος. Το κατάλαβα στην πορεία. Με αγκάλιασε και μου ψιθύρι­ σε «σ' αγαπώ». Η ζεστασιά στη φωνή του κλυδώνισε την άμυνα που προσπαθούσα να αναπτύξω για να σώ­ σω τον εαυτό μου από τον έρωτά μου για κείνον. Κι αν πράγματι είχε αλλάξει; Αν πράγματι με ήθελε; Αν μ' α­ γαπούσε για όλη του τη ζωή με την ειλικρίνεια της στιγ­ μής που πέρασε; «Θέλεις καφέ;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να διώξω τον κόμπο απ' το λαιμό μου. «Ναι, βάλε μου έναν στα γρήγορα. Δε θέλω να μπλέ­ ξω στην πρωινή κίνηση και χάσει ο Τάκης το αεροπλά­ νο. Ποιος τον ακούει ύστερα». Πήρε το φλιτζάνι και, ρί­ χνοντας μια ματιά στη ρόμπα μου, ρώτησε: «Δε θα 'ρθεις τελικά; Μπορώ να σε γυρίσω σπίτι και πηγαίνω στο γραφείο με λίγη καθυστέρηση». «Δεν αντέχω τους αποχαιρετισμούς. Εξάλλου, έχω να κανονίσω διάφορα». «Καλά» είπε. «Θα τα πούμε το απογευματάκι». Βγή­ κε από την κουζίνα. Τον άκουσα να συζητά με τον Τά­ κη. Βγήκα όταν άκουσα το γιο μας να με καλεί με ανυ­ πόμονη φωνή. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Με πήραν τα κλάματα αλλά δε δυσανασχέτησε. Με αγκάλιασε ακό­ μα μια φορά και με διαβεβαίωσε ότι θα πρόσεχε. Ο Α­ λέξης ξερόβηξε αμήχανα. «Τάκη, κατεβάζω τα πράγμα­ τα στό αυτοκίνητο. Μην αργήσεις, αγόρι μου». Μου έ­ δωσε ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο. «Θα τα πούμε το απογευματάκι». Μείναμε μόνοι. Του χαμογέλασα. «Σε 301


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ζηλεύω. Θέλω να μου τα πεις όλα, όταν γυρίσεις με το καλό. Δεν έχει νόημα να σου πω να μας γράφεις. Ο μή­ νας θα περάσει χωρίς να το καταλάβουμε». «Θα κάνω κάτι καλύτερο. Θα βάλω όλη μου τη μαε­ στρία στο γύρισμα, κι όταν θα δείτε την κασέτα θα 'ναι σαν να ήσαστε εκεί». Μου χάιδεψε τα μαλλιά. Δε με ξά­ φνιαζαν πια οι κινήσεις τρυφερότητας του γιου μου. Αν μπορούσα να σκεφτώ κάτι καλό από την ημέρα που έ­ φυγε ο Αλέξης, αυτό ήταν η όμορφη σχέση που ανέπτυ­ ξα με τον Τάκη. «Τι θα κάνεις τελικά; Θα φύγεις κι εσύ, όπως έλε­ γες;» «Η ουσία είναι ότι, όταν γυρίσεις, θα με βρεις εδώ» απέφυγα να του απαντήσω ευθέως. Κατάλαβε τον ε­ λιγμό μου. «Εσένα θα σε βρω εδώ. Τον μπαμπά θα τον βρω εδώ;» «Αν θες να το συζητήσουμε διεξοδικά, θα χάσεις το αεροπλάνο» του χαμογέλασα, με την ελπίδα να μην ε­ πιμείνει. Έκανε μια γκριμάτσα τρόμου και, χαρίζοντάς μου ακόμα ένα χαμόγελο, είπε: «Εμείς πάντως θα τα πούμε σ' ένα μήνα». Έκλεισα την πόρτα μόλις τον είδα να χάνεται στο ασανσέρ.

302


Επίλογος

Ο ΑΛΕΞΗΣ κοίταξε χαμογελώντας το φάκελο που του έδωσε η γραμματέας του μόλις μπήκε στο γραφείο μετά το αεροδρόμιο. Διάβασε τα κεφαλαία γράμματα της Πετρούλας: «ΝΤΙΣΝΕΥΛΑΝΤ». Άδειασε το περιεχό­ μενο στο τραπέζι. Δύο εισιτήρια για Λος Άντζελες για τις είκοσι Ιουνίου. «Ξενοδοχείο πέντε αστέρων, ξενα­ γήσεις, χάρτες... μπράβο, Πετρούλα, έκανες καλή δου­ λειά» μουρμούρισε ικανοποιημένος. Έγειρε στην περι­ στρεφόμενη πολυθρόνα σφυρίζοντας εύθυμα. Είχε υπέ­ ροχη διάθεση. Και γιατί να μην είχε; Όλα πήγαν καλύ­ τερα απ' ό,τι περίμενε. Είχε επιστρέψει πριν από ένα μήνα σαν βρεγμένη γάτα. Τον έπιασαν απ' τα μούτρα, αλλά ήταν προετοιμασμένος για όλα. Ακόμα και για την πιθανότητα να αλλάξει η γυναίκα του κλειδαριές για να μην ξαναπατήσει. Κατάπιε προσβολές, αδιαφο­ ρία, φωνές, το κωλόσκυλο, που τον έγλειφε με λατρεία. Χωρίς να βγάλει άχνα. Και να που η υπομονή του απέ­ φερε καρπούς. Ο Τάκης γλυκάθηκε με τη βιντεοκάμε­ ρα, αραίωσε τα πικρόχολα σχόλια και κατάφερε να αναπτύξει μαζί του μια αρκετά καλή σχέση. Σιγά σιγά θα χαλάρωνε εντελώς, και το βλέμμα του θα έχανε τη δυσπιστία. Όσο για την Ελένη, ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν μπορούσε να φανταστεί τέτοια αλλαγή. Την έφερε στο μυαλό του όπως στεκόταν μπροστά στο κρε­ βάτι τους με κείνο το δαντελένιο πραγματάκι, σαγη­ νευτική σαν αμαρτία. Το κορμάκι, οι γοητευτικές κινή­ σεις... όλα έδειχναν μια νέα Ελένη. Όχι αυτή που είχε παντρευτεί και βαρεθεί. Ήταν σίγουρος πως η θεαμα303


ΜΑΪΡΑ

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

τική αλλαγή οφειλόταν αποκλειστικά στο φόβο της μην τον ξαναχάσει. Ονειροπόλησε τη σκηνή που έκαναν έ­ ρωτα. Αυτό δεν ήταν σεξ, ήταν μάθημα για πτυχιούχους. Πρώτη φορά την έβλεπε να έχει τέτοιο πάθος. Λες κι ήταν η τελευταία φορά που αγκαλιάζονταν στο ίδιο κρεβάτι και ήθελε να ζήσει κάθε δευτερόλεπτο. Χα­ μογέλασε με αυτοπεποίθηση. Δυο τρία τέτοια κορμά­ κια να αγόραζε ακόμα για χάρη του και θα έκαναν σεξ μέχρι τα βαθιά γεράματα. Τι να τις κάνει τις άλλες γυ­ ναίκες; Μόνο μπελά του έφεραν. Η μία ήθελε παιδί, η άλλη τον απειλούσε κάθε τρεις και λίγο ότι θα τα πει όλα στη γυναίκα του. Στη σκέψη της Χριστίνας, το πρό­ σωπό του πέτρωσε. Τα χείλη του έχασαν την καμπύλη του ονειροπόλου χαμόγελου και έγιναν μια στενή γραμ­ μή. «Τη μαλακισμένη» ψιθύρισε. Έφταιγε βέβαια κι αυ­ τός. Τι ήθελε να μπλέξει με την καλύτερη φίλη της γυ­ ναίκας του; Έπρεπε να το φανταστεί ότι, όταν το πά­ θος θα έσβηνε, ο κίνδυνος θα του έγνεφε. Καλά που φο­ βόταν η ίδια να της το αποκαλύψει. Υπολόγιζε πολύ στη φιλία τους. Αν και κόντεψε να πάθει έμφραγμα μό­ λις την αντίκρισε το προηγούμενο βράδυ. Τι άγχος κι αυτό, να μην μπορεί να ευχαριστηθεί τις μπάμιες του. «Τώρα θα τα ξεράσει όλα και θα γίνει κόλαση» σκε­ φτόταν. Κι όταν εξαφανίστηκαν οι δυο τους στο μπά­ νιο... Τι τρόμος! Καλά που την πείραξε το φαγητό και ξεκουμπίστηκε. Σε μια κρίση πανικού σκέφτηκε να της τα πει όλα. Η αμφιβολία του για το αποτέλεσμα τον κράτησε. Ευτυχώς, γιατί όπως φάνηκε, η Ελένη δεν το ήξερε τελικά. Αν το 'ξερε, θα του το είχε πετάξει κατάμουτρα, όπως είχε κάνει με τη Λίζα. Όχι τραπέζι, ούτε το κατώφλι του σπιτιού δε θα πέρναγε. Ίσα ίσα, τον έκραξε επειδή φέρθηκε αγενώς στη φίλη της. Αχ, και να 304


Ο

ΙΟΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΥΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ήξερε τι φίλη είχε... Πάντως οι ομαδικές συναντήσεις με τη Χριστίνα έπρεπε να κοπούν. Θα το έφερνε με το μα­ λακό στη γυναίκα του μόλις καταλάβαινε ότι την είχε κερδίσει ολοκληρωτικά. Κάθε φορά που θα ήθελε να την καλέσει παρουσία του, θα προφασιζόταν ρομαντική διάθεση —αχ, αγάπη μου, στους δύο τρίτος δε χωρεί—, οικογενειακή διάθεση — βρε Ελένη, άσε τις προσκλή­ σεις κι ας φάμε επιτέλους με το παιδί, σαν σωστή οικο­ γένεια. Και διάφορα τέτοια. Στις δικαιολογίες ήταν ο πρώτος διδάξας. Στο μυαλό του ήρθε ο προηγούμενος χρόνος. Πώς την παραμύθιαζε την κακομοίρα... Πότε συ­ ναντήσεις στο γραφείο, πότε χάλαγε το Φίατ. Κι αυτή τα έχαβε. Ή έκανε πως τα έχαβε. Πάντως, θα φρόντιζε να αναπληρώσει τα χαμένα χρόνια. Και η Ντίσνεϋλαντ ήταν ό ,τι έπρεπε γι' αρχή. Η γυναίκα του χαμογελούσε υπέροχα, κι αυτός θα έκανε το παν για να βλέπει συχνά αυτό το χαμόγελο. Η πόρτα του γραφείου χτύπησε σιγα­ νά. Η γραμματέας του μπήκε χαμογελώντας. «Σας αφήνω το φάκελο του Γεωργιάδη» είπε και βγή­ κε κλείνοντας πίσω της την πόρτα. «Κι αυτή χαμογε­ λάει ωραία. Προκλητικά, θα έλεγα. Κι όταν φοράει ρού­ χα με ντεκολτέ...» άφησε τη φαντασία του να οργιάσει. Ξαφνικά ξεφύσηξε θυμωμένος με τον εαυτό του. «Σύ­ νελθε, φιλαράκο, η Ελένη δε θα σε περιμένει άλλη φο­ ρά» είπε δυνατά. «Αν μου ξανατύχει, θα φροντίσω να είναι αλλοδαπή που θα απελαθεί από στιγμή σε στιγ­ μή» πρόσθεσε για να παρηγορηθεί. Την ίδια στιγμή έ­ νιωσε τύψεις. Κι οι τύψεις έφεραν την επιθυμία να γυρί­ σει νωρίτερα στο σπίτι του. Για την ακρίβεια, τον έπια­ σε ένας παιδιάστικος ενθουσιασμός να τρέξει στη γυ­ ναίκα του και να ανεμίσει μπροστά στα έκπληκτα μά­ τια της τα εισιτήρια για την Αμερική. Αποφάσισε να της 305


ΜΑΪΡΑ

Π ΑΠ Α Θ Α Ν Α Σ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

τηλεφωνήσει για να την ειδοποιήσει ότι θα γυρνούσε νωρίτερα. Μπορεί να την έβρισκε να τον περιμένει με κάνα περίεργο εσώρουχο. Μια ανατριχίλα ηδονής δια­ πέρασε τη ραχοκοκαλιά του, καθώς σχημάτιζε τον α­ ριθμό του τηλεφώνου τους.

Η Ελένη σήκωσε το ακουστικό στο τέταρτο χτύπημα. Είπε «εντάξει» κι έκλεισε το τηλέφωνο. Κοίταξε για λί­ γο το σημείωμα που είχε γράψει στον Αλέξη. Αυτή τη φορά ήταν λακωνικό: Θα λείψω κι εγώ ένα μήνα. Όταν γυρίσω, θα συζητήσουμε έχοντας πετάξει τις μάσκες. Στερέωσε το χαρτί στον καθρέφτη του χολ κι έπιασε τη βαλίτσα της. Κλείδωσε και κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο Νικήτας τακτοποίησε τα πράγματά της στο πορτ μπαγκάζ και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Η Ελένη κοντοστάθηκε για μια στιγμή κι αυτός διέκρινε την αμ­ φιβολία στο βλέμμα της. «Το μετάνιωσες;» της ψιθύρισε. «Όχι» απάντησε εκείνη και κάθισε στη θέση της. Τον κοίταξε απορημένη, καθώς δεν έκανε καμία κίνηση να της κλείσει την πόρτα. «Τι περιμένεις;» τον ρώτησε. «Μήπως αλλάξεις γνώμη». Του χαμογέλασε και με σταθερό χέρι τράβηξε την πόρτα να κλείσει. Τον παρα­ κολούθησε καθώς έκανε το γύρο του αυτοκινήτου για να καθίσει στη θέση του οδηγού. «Όλα θα πάνε καλά» 306


Ο

I 0ΥΔΑΣ

ΦΙΛΟΎΣΕ

ΥΠΕΡΟΧΑ

ψιθύρισε, φέρνοντας στο μυαλό της τη σκηνή που α­ κούμπησε το κλαδί με το παπούτσι της.

«Γαμώτο, έπρεπε να το φανταστώ ότι θα 'χει βγει για ψώνια» σκέφτηκε ο Αλέξης καθώς άκουγε τον αυτόμα­ το τηλεφωνητή να μπαίνει σε λειτουργία. Δε χάθηκε ο κόσμος. Θα της άφηνε μήνυμα με κάποιο υπονοούμενο για το ταξίδι. «...αφήστε μήνυμα μετά το χαρακτηριστικό ήχο». «Αγάπη μου, δε φαντάζεσαι τι έκπληξη σε περιμένει όταν γυρίσω σπίτι».

307


Παπαθανασοπούλου Μάιρα ✧ Ο ιούδας φιλούσε υπέροχα  
Παπαθανασοπούλου Μάιρα ✧ Ο ιούδας φιλούσε υπέροχα  
Advertisement