Page 1

Kριτικι κεώρθσθ του αγώνα για ζναν αστικό αγρό στο Los Angeles 1992-2006

Πρωτοβουλία για ζναν αυτοδιαχειριηόμενο αγρό στο Ελλθνικό


Πρόλογος

Το κείμενο που ακολουκεί καταγράφει το ιςτορικό τθσ δθμιουργίασ του μεγαλφτερου αςτικοφ αγροφ των ΗΠΑ ςτισ υποβακμιςμζνεσ νότιεσ περιοχζσ του Λοσ Άντηελεσ, τισ νομικζσ και ποικίλεσ αντιςτάςεισ ςτουσ επίςθμουσ πολεοδομικοφσ ςχεδιαςμοφσ κακώσ και τθν τελικι βίαια διάλυςι του από τισ μπουλντόηεσ τον Ιοφνιο του 2006. Ο αγρόσ του Λοσ Άντηελεσ, ζκταςθσ περίπου 55 ςτρεμμάτων, μοιραςμζνοσ ςε 350 αγροτεμάχια που καλλιεργοφνταν από φτωχζσ οικογζνειεσ κυρίωσ Λατινοαμερικάνικθσ καταγωγισ και μετανάςτεσ που δεν διζκεταν νομιμοποιθτικά ζγγραφα, δθμιουργικθκε μετά τθν κοινωνικι εξζγερςθ του 1992, παράγοντασ τρόφιμα και βότανα, καλφπτοντασ τισ διατροφικζσ ανάγκεσ περίπου 2000 ανκρώπων. Εκ μζρουσ του «Αυτοδιαχειριηόμενου αγροφ ςτο Ελλθνικό», ευχαριςτοφμε τθν Clara Irabazal του Πανεπιςτθμίου τθσ Κολοφμπια και τθν Anita Punja, του Πανεπιςτθμίου τθσ Νότιασ Καρολίνα, ςυγγραφείσ τθσ εργαςίασ αυτισ, κακώσ το περιοδικό «Αςτικά Θζματα», ςτο οποίο δθμοςιεφτθκε. Θεωροφμε υποχρζωςι μασ να αναφζρουμε ότι θ αναδθμοςίευςθ τθσ εργαςίασ τουσ δεν ζχει κερδοςκοπικοφσ ςτόχουσ. Επίςθσ ευχαριςτοφμε όλουσ όςουσ ςυνζβαλαν ςτθν μετάφραςθ αυτοφ του κειμζνου και ιδιαίτερα τθν Τίνα Λυγδοποφλου που ανζλαβε επιπλζον τθν τελικι διαμόρφωςι και παρουςίαςι του.

Οκτώβριοσ 2011

Πρωτοβουλία για ζναν αυτοδιαχειριηόμενο αγρό στο Ελλθνικό

Για επικοινωνία: agroselliko@gmail.com


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ΔΘΑΛΟΡΥΩΜΟΜΣΑ΢ ΔΜΑ ΔΘΙΑΘΟ ΠΟΚΔΟΔΟΛΘΙΟ ΢ΦΔΔΘΑ΢ΛΟ ΙΑΘ ΜΟΛΘΙΟΤ΢ ΗΔ΢ΛΟΤ΢: ΛΘΑ ΙΡΘΣΘΙΖ ΗΔΩΡΖ΢Ζ ΣΟΤ ΑΓΩΜΑ ΢ΣΟ ΜΟΣΘΟΙΔΜΣΡΘΙΟ ΑΓΡΟ ΢ΣΟ ΚΟ΢ ΑΜΣΕΔΚΔ΢

CLARA IRAZÁBAL Παμεπιρςήμιξ ςηπ Κξλξύμπια

ANITA PUNJA Παμεπιρςήμιξ ςηπ Νόςιαπ Καλιτόομια

Πεοίληφη Ο Αγοόπ ςχμ Νόςιχμ Σσμξικιώμ ςξσ Κεμςοικξύ Λξπ Άμςζελεπ (SFC - South Central Farm) απξςελξύρε έμαμ αρςικό αγοό 14 εκςαοίχμ1 με ςημ σφηλόςεοη ρσγκέμςοχρη τςχυώμ μξικξκσοιώμ ρςη υώοα. Kαςαρςοάτηκε ςξμ Ιξύλιξ ςξσ 2006. Τξ άοθοξ ασςό αμαλύει ςημ ιρςξοία ςξσ χπ ςξπίξ αμςίρςαρηπ έμαμςι μξμικώμ ποακςικώμ και πξλεξδξμικώμ ρςοαςηγικώμ πξσ παοάγξσμ διακοίρειπ. Σςη ρσμέυεια, παοξσριάζει ςη δημιξσογία ςξσ και ςηπ ρσμςήοηρή ςξσ χπ έμα ζήςημα πεοιβαλλξμςικήπ δικαιξρύμηπ, σπξρςηοίζξμςαπ όςι ποξρεγγίρειπ πξσ δίμξσμ έμταρη ρςημ πεοιβαλλξμςική δικαιξρύμη και έμαμ ηθικό πξλεξδξμικό ρυεδιαρμό θα ότειλαμ μα απξςελξύμ επαοκή δικαιξλξγία για ςημ Πξλιςεία, ώρςε μα απξςοέφει ςημ καςάογηρή ςξσ. Βαριρμέμη ρςη μεθξδξλξγία πξιξςικώμ πεοιπςώρεχμ μελέςηπ (qualitative case study), η ρσγκεκοιμέμη μελέςη ρσμβάλλει ρςημ αμάπςσνη ςηπ επιυειοημαςξλξγίαπ σπέο ςηπ δημιξσογίαπ και διαςήοηρηπ ςχμ κξιμξςικώμ κήπχμ, όπχπ και άλλχμ δημόριχμ "υώοχμ" πξσ απειλξύμςαι με εμδευόμεμη διάλσρη από ςιπ καπιςαλιρςικέπ κξιμχμίεπ.

1


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

"Αυ, mi 'jita2» είπε ρςξ ςέλξπ". Σα μάςια ςηπ λάμπξσμ. "Έυειπ αμακαλϋφει ςξ μσρςικϊ ςξσ ςανιδιξϋ μαπ." "Πξιξ μσρςικϊ, Σία;" "Que las flores siempre ganan. Σα λξσλξϋδια πάμςξςε μικξϋμ." Patricia Preciado Martin, «To Τανίδι» (1980)3

Για επικξιμχμία: Clara Irazábal, Graduate School of Architecture, Planning and Preservation at Columbia University, 1172 Amsterdam Avenue, New York, NY 10027. E-mail: irazabal.zurita@columbia.edu.

JOURNAL OF URBAN AFFAIRS, Σεύυξπ 31, Μ. 1, ρελίδεπ 1–23. Copyright © 2009 Urban Affairs Association Δικαιώμαςα αμαπαοαγχγήπ ςξσ παοόμςξπ καςά ξπξιαδήπξςε μξοτή μες' επιτύλανηπ. ISSN: 0735-2166.

2


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Ο Αγοϊπ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ4 (South Central

Farm-SCF)

ρςημ

απξςελξϋρε

έμαμ

εκςαοίχμ,

υχοιρμέμξ

Ιαλιτϊομια,

αρςικϊ

αγοϊ ρε

14 350

ξικξγεμειακά αγοξςεμάυια. ΢ςξμ Αγοϊ καλλιεογξϋμςαμ αγοξςικόμ

μια

εσοεία

ποξψϊμςχμ,

ταομακεσςικά

τσςά

πξικιλία

καθόπ

μξμαδικά

και ρςημ

πεοιξυή. Ασςξί ξι «κήπξι ςηπ επιβίχρηπ» αουικά είυαμ παοαυχοηθεί απϊ ςημ Πεοιτεοειακή Σοάπεζα Σοξτίμχμ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ ρε ξικξγέμειεπ -καςά κϋοιξ λϊγξ

Καςιμξαμεοικάμικηπ

καςαγχγήπ,

ϊπχπ και ρε πξλλξϋπ μεςαμάρςεπ δίυχπ μξμιμξπξιηςικά έγγοατα- ςα ειρξδήμαςα Σρήκα 1ν: Ο Αγξόο (SFC) θαη ε πεξηβάιινπζα ςχμ ξπξίχμ δεμ σπεοέβαιμαμ ςξ 150% γεηηνληά ωο πξνο ηελ πόιε ηνπ Λνο Άληδειεο ςξσ ξοίξσ ςηπ τςόυιαπ ρςημ πεοιξυή5. Οι πεοιρρϊςεοξι υοηριμξπξιξϋραμ ςα παοαγϊμεμα ςοϊτιμα και βϊςαμα για μα καλϋφξσμ ςιπ διαςοξτικέπ ςξσπ αμάγκεπ και μα τοξμςίρξσμ ςημ σγεία ςξσπ, εμό είυε σπξλξγιρθεί ϊςι πεοίπξσ 2000 άμθοχπξι είυαμ άμερη χτέλεια απϊ ςξμ αγοϊ, καθόπ κάθε αγοξςεμάυιξ ςξ διαυειοίζξμςαμ μία ξικξγέμεια απξςελξϋμεμη απϊ 4 ή και πεοιρρξςέοα μέλη. Πεοιρςξιυιρμέμξπ ρε Βξοοά, Αμαςξλή και Μϊςξ απϊ ςη βιξμηυαμική ζόμη, η γειςξμιά ςξσ Αγοξϋ δσςικά ςηπ Αλαμέμςα και ςηπ 41ηπ Κεχτϊοξσ, καςξικξϋμςαμ καςά πλειξφητία απϊ Καςίμξπ με έμα απϊ ςα σφηλϊςεοα πξρξρςά ρσγκέμςοχρηπ τςχυόμ καςξικιόμ ρςη υόοα. Ποϊκειςαι για μια πεοιξυή, η ξπξία ρε 3


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

διάρςημα λίγχμ δεκαεςιόμ γμόοιρε έμςξμεπ αλλαγέπ ρςη δημξγοατική ρϋρςαρη ςξσ πληθσρμξϋ,

καθόπ

η

πλειξφητία

ςχμ

Ατοξαμεοικάμχμ

έδχρε

ςη

θέρη

ςηπ

Καςιμξαμεοικάμξσπ. Σξ ρυήμα 1 απεικξμίζει ςξμ Αγοϊ και ςημ πεοιβάλλξσρα ρε ασςϊμ πεοιξυή ρςα μϊςια ςξσ Κξπ Άμςζελεπ. Σξ ρυήμα 2 απεικξμίζει ςξ πξρξρςϊ μεςαβξλήπ ςξσ πληθσρμξϋ ςχμ Καςίμξπ εμςϊπ ςχμ πεοιτεοειόμ απξγοατήπ6 ςηπ πεοίξδξσ 1980-20007 πξσ πεοιβάλλξσμ ςξμ Αγοϊ. ΢ςιπ 5 Θξσλίξσ ςξσ 2006 ξι μπξσλμςϊζεπ ιρξπέδχραμ 14

υοϊμια

εογαρίαπ

μεγαλϋςεοξ

ρςξ

αρςικϊ κξιμξςικϊ

αγοϊ ςχμ Ζμχμέμχμ Πξλιςειόμ. Σξ

άοθοξ

ασςϊ

αμαλϋει

ςημ

ιρςξοία ςξσ Αγοξϋ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ

ςξσ

Άμςζελεπ ρημαςξδξςήθηκε

Ιεμςοικξϋ –η

Κξπ ξπξία

απϊ

έμαμ

παοαςεςαμέμξ και έμςξμξ μξμικϊ αγόμα για ςημ διαςήοηρή ςξσ, ξ Σρήκα 2ν: Αύμεζε ηνπ Λαηηλόθωλνπ πιεζπζκνύ ζηηο γεηηνληέο πεξί ξπξίξπ ρσμευίζεςαι με ρςϊυξ ςημ ηνλ Αγξό, 1980-2000 αμαρϋρςαρή ςξσ– χπ ςξπίξ αμςίρςαρηπ (landscape of resistance) ςχμ μεςαμαρςόμ εμάμςια ρςιπ διακοίρειπ πξσ στίρςαμςαι απϊ ςξσπ κσβεομηςικξϋπ θερμξϋπ, κσοίχπ δε απϊ ςιπ μξμικέπ και πξλεξδξμικέπ ποακςικέπ ρςξ Κξπ Άμςζελεπ. Σξ παοϊμ άοθοξ διαιοείςαι ρε ςοία ςμήμαςα. Σξ ποόςξ ςμήμα παοξσριάζει ςη δημιξσογία και διαςήοηρη ςξσ αρςικξϋ αγοξϋ χπ έμα ζήςημα πεοιβαλλξμςικήπ δικαιξρϋμηπ, ενεςάζξμςαπ ςιπ επιπςόρειπ ςχμ κξιμξςικόμ κήπχμ ρςη βελςίχρη ςηπ τσρικήπ καςάρςαρηπ, αλλά και ςχμ ρσμθηκόμ πξσ ρσμβάλλξσμ ρςημ πξιϊςηςα ζχήπ, ρε γειςξμικέπ ρςξμ Αγοϊ πεοιξυέπ, ρσμβάλλξμαςπ έςρι ρςημ αμακξϋτιρη ςηπ τςόυειαπ. ΢ςη ρσμέυεια αμαλϋει ςιπ ξσριαρςικέπ επιπςόρειπ ρςιπ ρσμθήκεπ ζχήπ ρςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ πξσ ποξέκσφαμ μέρχ ςχμ βελςιόρεχμ πξσ επέτεοε η ϋπαονη ςξσ Αγοξϋ. Σξ άοθοξ σπξρςηοίζει ϊςι δεμ έυει και ςϊρη ρημαρία ςελικά, πξιεπ ήςαμ ξι αλλαγέπ εκείμεπ πξσ ποξέκσφαμ λϊγχ ςξσ Αγοξϋ ρςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ, καθόπ ξι ποξρεγγίρειπ εκείμεπ πξσ δίμξσμ έμταρη ρςημ πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη και έμαμ ηθικϊ πξλεξδξμικϊ ρυεδιαρμϊ θα ϊτειλαμ μα απξςελξϋμ επαοκή δικαιξλξγία για ςημ Πξλιςεία, 4


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

όρςε μα απξςοέφει ςημ καςάογηρή ςξσ. Σϊρξ ξι ποξραμαςξλιρμέμξι ρςημ πξλεξδξμία ακαδημαψκξί, ϊρξ και ξι ίδιξι ξι πξλεξδϊμξι είμαι ρυεςικά ενξικειχμέμξι με ςξ οϊλξ πξσ διαδοαμαςίζξσμ ςα πξλιςικά δικαιόμαςα και ςα πλαίρια κξιμξςικήπ ξικξμξμικήπ αμάπςσνηπ ρςημ αμάλσρη ζηςημάςχμ ρυεςικόμ με έμαμ δίκαιξ, αμεοϊληπςξ ρυεδιαρμϊ. Σξ άοθοξ ποξςείμει ςξμ εμπλξσςιρμϊ ςχμ εογαλείχμ αμάλσρηπ ςχμ πξλεξδϊμχμ πξσ επιδιόκξσμ μα αμαλϋρξσμ παοϊμξιεπ καςαρςάρειπ, μέρχ ςηπ παοξυήπ ρσμπληοχμαςικόμ πλαιρίχμ πξσ εμρχμαςόμξσμ κοιςικέπ ποξρεγγίρειπ ςχμ μξμικόμ ρπξσδόμ και ςηπ πεοιβαλλξμςικήπ δικαιξρϋμηπ. Ασςϊ ςξ διεσοσμέμξ πεδίξ αμάλσρηπ εμιρυϋει ςημ καςαμϊηρη ατεμϊπ ςχμ λεπςόμ πξλιςιρμικόμ διατξοξπξιήρεχμ μεςανϋ κξιμχμικά απξκλειρμέμχμ ξμάδχμ πέοα απϊ κξιμχμική-ξικξμξμική ςάνη (ρσμπεοιλαμβαμξμέμηπ ςηπ εθμικήπ καςαγχγήπ, ςξσ κξιμχμικξϋ τϋλξσ, ςηπ ηλικίαπ, ςηπ θοηρκεσςικήπ πίρςηπ, ςχμ ρενξσαλικόμ ποξςιμήρεχμ, ςηπ ποξέλεσρηπ, ςχμ ρχμαςικόμ ικαμξςήςχμ κ.λπ.), ατεςέοξσ ςχμ υχοικόμ ποξδιαγοατόμ (spatial specifities) εμϊπ πξλεξδξμικξϋ ρυεδιαρμξϋ πξσ ποξάγει ςη δικαιξρϋμη. ΢ςξ δεϋςεοξ ςμήμα αμαπςϋρρξμςαι ςα μξμικά επιυειοήμαςα και ξι διαδικαρςικέπ λεπςξμέοειεπ, ςϊρξ σπέο ϊρξ και καςά ςχμ αγοξςόμ καθ' ϊλη ςη διάοκεια ςξσ αγόμα για ςξμ Αγοϊ, αμαλϋξμςάπ ςα σπϊ ςξ ποίρμα διαοθοχςικόμ μξμικόμ ποξκαςαλήφεχμ ρε βάοξπ ςχμ μειξμξςήςχμ και ςχμ τςχυόμ, ςχμ εμςάρεχμ χπ ποξπ ςη υοήρη και ςημ ανία ςηπ αγξοάπ γηπ και ςξσ δικαιόμαςξπ ρςημ ιρξπξλιςεία. Σέλξπ, ςξ ςοίςξ ςμήμα αρυξλείςαι με ςη ρημαρία ςξσ αρςικξϋ αγοξϋ για ςξ μέλλξμ ςχμ κιμημάςχμ πεοιβαλλξμςικήπ δικαιξρϋμηπ και αρςικόμ αγοόμ - εμ καςακλείδει ςχμ ίδιχμ ςχμ πϊλεόμ μαπ. ΢σμδσάζξμςαπ ςξ εμδιατέοξμ για ςξ πεοιβάλλξμ με ζηςήμαςα κξιμχμικήπ και τσλεςικήπ δικαιξρϋμηπ ρςξ πλαίριξ μιαπ απλήπ, απςήπ εταομξγήπ -σπϊ ςη μξοτή εμϊπ αρςικξϋ αγοξκςήμαςξπ δηλαδή- μπξοεί μα διακοίμει καμείπ ϊςι ςα ποϊρχπα πξσ διαδοαμάςιραμ ποχςαγχμιρςικϊ οϊλξ ρςξμ Αγοϊ, εμταμίζξμςαι πιξ κιμηςξπξιημέμα και ταίμεςαι μα παοξσριάζξσμ έμα ασνημέμξ δσμαμικϊ για ρσμεογαρία αμάμερα ρε εθμικϊςηςεπ, αλλά και ςάνειπ, απ' ϊςι ξι σπξρςηοικςέπ ςηπ Ένσπμηπ Αμάπςσνηπ (Smart Growth), εμϊπ Μέξσ Αρςικξϋ Φαοακςήοα (New Urbanism) ή μιαπ Μέαπ Σξπικξπξίηρηπ (New Regionalism). Λια κοιςικϊςεοη μαςιά ρςημ πεοίπςχρη ςξσ Αρςικξϋ Αγοξϋ (SCF), απξδεικμϋει πχπ εμό ςα μέλη ςχμ λεσκόμ μερξαρςικόμ ποξαρςίχμ ξτείλξσμ μα ποξρπαθήρξσμ πεοιρρϊςεοξ όρςε μα διεσοσμθξϋμ ξι διαδικαρίεπ έμςανηπ μη-λεσκόμ με υαμηλϊςεοα ειρξδήμαςα ρε ρσμαρπιρμξϋπ πξσ απξρκξπξϋμ ρε ένσπμη αμάπςσνη ή δοάρειπ ςξπικξπξίηρηπ, θα ποέπει παοάλληλα μα καςαμξήρξσμ και μα αμςαπξκοιθξϋμ ρςα κεσλεϋρμαςα ςχμ ςελεσςαίχμ για 5


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

αλληλεγγϋη

και

έμταρη

ρε

διατξοεςικέπ

ποξρεγγίρειπ

δικαιϊςεοχμ

μξμςέλχμ

πεοιτεοειακήπ αμάπςσνηπ. Διδικϊςεοα, ρςημ πεοίπςχρη ςξσ Αγοξϋ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ, ήςαμ ξι καλλιεογηςέπ εκείμξι πξσ εκποξρχπόμςαπ ςξσπ έγυοχμξσπ αρςξϋπ με υαμηλά ειρξδήμαςα ποχςαγχμίρςηραμ ρε ςξπικά, αλλά και διεθμή καλέρμαςα για πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη. Λε ςξμ ςοϊπξ ασςϊ, ξι καλλιεογηςέπ ρημαςξδϊςηραμ ςημ αμάπςσνη εμϊπ ακςιβιρμξϋ για πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη εμςϊπ ςηπ μειξμϊςηςαπ

–πιξ ρσγκεκοιμέμα ςχμ Καςιμϊτχμχμ–

ςξ ξπξίξ πεοιγοάτηκε

χπ

«ποαρίμιρμα» ςηπ μειξμξςικήπ/ Καςιμϊτχμηπ πξλιςικήπ ή αμςίρςοξτα χπ σπξβάθμιρη ςξσ πεοιβαλλξμςιρμξϋ

(George,

2006).

Σα

επιυειοήμαςα

πξσ

παοξσριάζξμςαι

εδό

ρσμβάλλξσμ ρςη διαμϊοτχρη μιαπ επιυειοημαςξλξγίαπ σπέο ςηπ δημιξσογίαπ και ςηπ διαςήοηρηπ ςχμ κξιμξςικόμ κήπχμ ή άλλχμ "κξιμόμ" απειλξϋμεμχμ απϊ ςημ εμδευϊμεμη απξδϊμηρη ςξσ δημϊριξσ υόοξσ ρςιπ ΖΠΑ και άλλεπ καπιςαλιρςικέπ κξιμχμίεπ. Έςρι, η εογαρία ασςή ποξρτέοει εμμξιξλξγικά πλαίρια ρςξσπ σπεϋθσμξσπ υάοανηπ πξλιςικήπ, αλλά και ςξσπ επαγγελμαςίεπ εκείμξσπ πξσ δοαρςηοιξπξιξϋμςαι ρε μξμικά και πξλεξδξμικά ζηςήμαςα, ποξκειμέμξσ μα δξθεί έμταρη ρςιπ στιρςάμεμεπ δσμαςϊςηςεπ για ςη δημιξσογία πϊλεχμ πεοιρρϊςεοξ δίκαιχμ - πεοιβαλλξμςικά και κξιμχμικά. Ζ μεθξδξλξγία πξσ υοηριμξπξιήθηκε ατξοά πξιξςικέπ πεοιπςόρειπ μελέςηπ, ρςημ έοεσμα ςχμ ξπξίχμ ρσμπεοιλαμβάμεςαι η ρσμευϊμεμη αλληλεπίδοαρη εμϊπ υοϊμξσ με ςα σπϊ μελέςη σπξκείμεμα, ρςη γλόρρα ςξσπ και ςημ πεοιξυή ςξσπ (Yin, 2002), εμό ςξ ποϊςζεκς ξογαμόθηκε ρσμδσάζξμςαπ ςη βιβλιξγοατική αμαρκϊπηρη, ςη ρσμμεςξυική παοαςήοηρη και ςιπ ζχμςαμέπ ρσμεμςεϋνειπ. Ζ αμςικειμεμικϊςηςα μιαπ πξιξςικήπ έοεσμαπ ϊπχπ η ρσγκεκοιμέμη, επχτελείςαι ςηπ ανιξπιρςίαπ και ςηπ εγκσοϊςηςαπ πξσ ποξρδίδει η πξλιςιρμική παοαςήοηρη (Kirk & Miller, 1985) και παοάλληλα ρσμπληοόμεςαι απϊ ςη υχοική δημξγοατική αμάλσρη ςξσ Μξςίξσ Κξπ Άμςζελεπ και ςημ εμπειοική πξρξςική αμάλσρη βάρει ρσγκοιςικόμ ρςξιυείχμ απϊ αμάλξγξσπ αρςικξϋπ αγοξϋπ ρε άλλεπ πεοιξυέπ ςηπ υόοαπ. Οι πξιξςικέπ μαπ ποξρεγγίρειπ ρσμπεοιλαμβάμξσμ έμα ρσμδσαρμϊ μαςξσοαλιρςικόμ, ξλιρςικόμ, εθμξγοατικόμ, ταιμξμεμξλξγικόμ και βιξγοατικόμ εοεσμηςικόμ μεθϊδχμ (Stake, 1995). ΢ϋμτχμα με ςξμ Feldman (1994), θέραμε ρε εταομξγή ςοειπ βαρικέπ ρςοαςηγικέπ εομημείαπ ρε ϊ,ςι ατξοά ςα πξιξςικά ρςξιυεία πξσ ρσλλέναμε: ςημ εθμξμεθξδξλξγία, ςη ρημειχςική και ςημ απξδϊμηρη [ςξσ λϊγξσ]. Κάβαμε,

καςηγξοιξπξιήραμε

και

αμαλϋραμε

διάτξοα

δημξριεσμέμα

έγγοατα,

ρσμπεοιλαμβαμξμέμχμ ϊυι μϊμξ ςχμ παοαδξριακόμ, ποχςξγεμόμ πηγόμ ςεκμηοίχρηπ ϊπχπ ξι ετημεοίδεπ ή ςα πεοιξδικά, αλλά και ρϋγυοξμχμ μξοτόμ ςεκμηοίχρηπ επίρηπ, 6


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ϊπχπ ςα ςηλεξπςικά δελςία ειδήρεχμ και ξ κσβεομξυόοξπ (Altheide, 1996). Τπεοβαίμξμςαπ αμςιλήφειπ πξσ απξδίδξσμ ςξ οϊλξ ςξσ ειδικξϋ ρςξμ εοεσμηςή, σιξθεςήραμε ςη μέθξδξ ςηπ «εμεογξϋπ ρσμέμςεσνηπ» (Holstein & Gubrium, 1995), ϊπξσ ξι ρσμεμςεσνιαζϊμεμξι αμςιμεςχπίζξμςαι χπ ιρϊςιμξι εςαίοξι χπ ποξπ ςημ καςαρκεσή μξήμαςξπ ςχμ ρσμεμςεϋνεχμ. Ζ ρςάρη ασςή είυε επιπςόρειπ ρε ϊ,ςι ατξοά ςη διαδικαρία επιλξγήπ ρσμμεςευϊμςχμ ρςιπ ρσμεμςεϋνειπ (ήςαμ πιξ αμξιυςή, εμό ρσμμεςείυαμ εοεσμηςικά σπξκείμεμα, ςα ξπξία παοαδξριακά ρςεοξϋμςαι ποξμξμίχμ, ςϊρξ χπ ποξπ ςημ παοαγχγή ςηπ γμόρηπ ςξσ κσοίαουξσ οεϋμαςξπ, ϊρξ και χπ ποξπ ςη δσμαςϊςηςα ρσμμεςξυήπ ςξσπ ρε μϊμιμεπ ή επίρημεπ διαδικαρίεπ λήφηπ απξτάρεχμ), ςξσπ ςοϊπξσπ ποαγμαςξπξίηρηπ ςχμ ρσμεμςεϋνεχμ (λιγϊςεοξ δξμημέμεπ, πεοιρρϊςεοξ εσέλικςεπ, αμξιυςέπ ρςξμ αμτίδοξμξ διάλξγξ και ρε μία τιλία αλληλέγγσα και αμξιβαία) και ςα απξςέλερμαςα (ϊπξσ μπξοξϋραμε μξιοαρςήκαμε ςξσπ ρσλλξγιρμξϋπ μαπ με ςξσπ ρσμεμςεσνιαζϊμεμξσπ, όρςε μα λάβξσμε ςημ έγκοιρή ςξσπ). Οι ρσμεμςεϋνειπ, αλλά και ξι ρσλλξγιρμξί πξσ ποξέκσφαμ χπ απξςέλερμά ςξσπ, απξςέλεραμ ςελικά έμα κξιμϊ ποξψϊμ πξλλαπλόμ απξυοόρεχμ, γέμμημα και ςχμ δϋξ εμπλεκϊμεμχμ μεοόμ.

Οι αποέπειεπ ςξσ μόμξσ Ζ ρϋμπλξκη ιρςξοία ςξσ Αγοξϋ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ (ϊπχπ πεοιγοάτεςαι παοακάςχ), είμαι απξκαλσπςική ςχμ ανιόμ και ςχμ ρκληοόμ αγόμχμ πξσ δϊθηκαμ ρςημ πϊλη, αλλά και ρε ξλϊκληοξ ςξ έθμξπ. ΢ε ασςϊ ςξ ςμήμα αμαλϋξμςαι ςα μξμικά επιυειοήμαςα και ξι διαδικαρςικέπ ρσγκσοίεπ, είςε σπέο είςε εμαμςίξμ ςχμ καλλιεογηςόμ, σπϊ ςξ ποίρμα ςχμ δξμικόμ ποξκαςαλήφεχμ ςξσ μϊμξσ εμάμςια ρςιπ μειξμϊςηςεπ και ςξσπ τςχυξϋπ, καθόπ και ξι έμςξμεπ διατχμίεπ χπ ποξπ ςξ δικαίχμα υοήρηπ ςηπ γηπ ή ανιξπξίηρήπ ςηπ για ξικξμξμικέπ ρσμαλλαγέπ, ϊπχπ και χπ ποξπ ςξ δικαίχμα ϊλχμ για μία δικαιϊςεοη πϊλη. Ιαι εμό πξλλξί κξιμχμιξλϊγξι ενειδικεσμέμξι ρε μξμικά θέμαςα αμαγμχοίζξσμ ςιπ τσλεςικέπ και πξλιςιρμικέπ ποξκαςαλήφειπ ςξσ μξμικξϋ ρσρςήμαςξπ, δεμ αμτιρβηςξϋμ ςξ δίκαιξ ςχμ ποξθέρεόμ ςξσ. Άλλξι μελεςηςέπ ϊμχπ σπξρςηοίζξσμ ϊςι ςξ μξμικϊ ρϋρςημα απϊ μϊμξ ςξσ, είμαι μία ιδεξλξγία ποξξοιρμέμη μα ποξχθήρει ςα ξικξμξμικά ρσμτέοξμςα ςηπ ςάνηπ ςχμ καπιςαλιρςόμ (Black, 1977 και Tigar, 2000). Λία απϊ ςιπ ρυξλέπ ςηπ κοιςικήπ κξιμχμικήπ θεχοίαπ σπξρςηοίζει ϊςι η εταομξγή ςξσ μϊμξσ διατέοει αμάλξγα με ςα κξιμχμικάυχοικά υαοακςηοιρςικά ςχμ εμπλεκϊμεμχμ διαδίκχμ. Ασςϊ ρημαίμει ϊςι ρσμήθχπ ξι 7


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

διάδικξι αμςιμεςχπίζξμςαι απϊ ςξ μϊμξ διατξοεςικά απ' ϊςι σπαγξοεϋξσμ ξι αουέπ ςηπ μξμικήπ επιρςήμηπ και χπ εκ ςξϋςξσ ξ ίδιξπ ξ μϊμξπ μεςαςοέπεςαι ρε έμα εογαλείξ άρκηρηπ κξιμχμικήπ και ξικξμξμικήπ καςαπίερηπ. Ο Donald Black (1977) έυει πεοιγοάφει ςξ βαθμϊ ρςξμ ξπξίξ ξ μϊμξπ λειςξσογεί βάρει μίαπ ρϋμθεςηπ κξιμχμικήπ ιεοαουίαπ, ϊπχπ ξοίζεςαι απϊ ςιπ κξιμχμικέπ, ξικξμξμικέπ και πξλιςιρςικέπ ρσμθήκεπ ςχμ διαδίκχμ. Σξ έογξ ςξσ ποξρτέοει μια θεχοηςική βάρη για ςημ καςαμϊηρη ςξσ μξμικξϋ πλαιρίξσ, εμςϊπ ςξσ ξπξίξσ ποαγμαςξπξιήθηκε ξ αγόμαπ για ςξμ Αγοϊ. Ασςϊ ςξ θεχοηςικϊ πλαίριξ, πξσ επενεογάρςηκε αογϊςεοα και ξ Baumgartner, απξςελεί «ςημ κξιμχμιξλξγία ςξσ δικαίξσ, η ξπξία εμςξπίζει χπ πηγή ςχμ παοεκκλίρεχμ ςξσ μϊμξσ ςα κξιμχμικά πεοιβάλλξμςα ϊπξσ εμταμίζξμςαι ςα μξμικά πεοιβάλλξμςα... ερςιάζξμςαπ πλέξμ ρςα κξιμχμικά ρςξιυεία πξσ δξμξϋμ κάθε πεοίρςαρη, έμαμςι ςχμ θεχοηςικόμ και ςευμικόμ ρςξιυείχμ» (1999:5). Δμ ξλίγξιπ, η θεχοία ςξσ Black σπξρςηοίζει ϊςι ακϊμα και η εταομξγή ςξσ πιξ ρκληοξϋ και ςξσ πιξ ασρςηοξϋ πξιμικξϋ δικαίξσ (ρε αμςίθερη με ηπιϊςεοεπ ποξρεγγίρειπ πξσ επιδιόκξσμ ςξ ρσμβιβαρμϊ), εναοςάςαι απϊ πέμςε παοαμέςοξσπ (ρελ. 12): ςημ κξιμχμική διαρςοχμάςχρη (social stratification), εμταμήπ χπ επί ςχ πλείρςξμ ρε πεοιπςόρειπ ϊπξσ άςξμα υαμηλϊςεοηπ κξιμχμικήπ θέρηπ (ή ξογαμόρειπ) καςαγγέλξσμ εκποξρόπξσπ ςηπ αμόςεοηπ ςάνηπ, ςημ κξιμχμική μξοτξλξγία (social morphology), η ξπξία γίμεςαι εμταμήπ ϊςαμ άςξμα πξσ βιόμξσμ κξιμχμικϊ απξκλειρμϊ απαγγέλξσμ καςηγξοίεπ ρε άςξμα κξιμχμικά εμςαγμέμα, ςημ πξλιςιρμική επικοάςηρη (cultural centrality), εμταμήπ εκεί πξσ μια πξλιςιρμική μειξμϊςηςα καςαγγέλει έμα μέλξπ ςηπ κσοίαουηπ πξλιςιρμικήπ ςασςϊςηςαπ,

ςημ

ξογάμχρη

(organization),

εμταμήπ

ϊςαμ

μεμξμχμέμα

άςξμα

καςαγγέλξσμ ξογαμόρειπ και ςξμ κξιμχμικό έλεγυξ (social control) εμταμήπ ρε πεοιπςόρειπ ϊπξσ άςξμα μειχμέμηπ σπϊληφηπ καςαγγέλξσμ άςξμα πξσ απξλαμβάμξσμ σφηλή σπϊληφη. Δπιπλέξμ, ξ υόοξπ ιδιαίςεοα ϊπχπ γίμεςαι αμςιληπςϊπ βάρει ςηπ μξμξθερίαπ για ςιπ υοήρειπ γηπ, απξςελεί εϋτξοξ έδατξπ, ϊπξσ ρσυμά ςα κξιμχμικά ρςξιυεία σπεοιρυϋξσμ ςχμ θεχοηςικόμ και ςευμικόμ ρςξιυείχμ. Για παοάδειγμα, ξι Heynen, Perkins & Roy (2006) αμαλϋξσμ ςημ αμξμξιξγέμεια ςχμ αρςικόμ υόοχμ ποάριμξσ ρςξ Λιλγξσϊκι ραμ απξςέλερμα

ςηπ

πξλιςικήπ

ξικξλξγίαπ

χπ

ποξπ

ςιπ

ρυέρειπ

ιδιξκςηρίαπ

ρςιπ

καπιςαλιρςικέπ κξιμχμίεπ και ςιπ αμςίρςξιυεπ διατξοξπξιήρειπ ρςη μεςαυείοιρη ςχμ τσλεςικόμ και εθμξςικόμ ξμάδχμ. Ζ Mitchel (2003:793), βαριρμέμη ρςξμ Gilmore (2004), παοαςηοεί ϊςι ξι ρυέρειπ ιδιξκςηρίαπ ασςέπ καθασςέπ διαπλέκξμςαι βαθιά ρε κάθε άλλξ ςοόπξ ρυεςίζερθαι, είςε αματεοόμαρςε ρε τσλή

8


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

και κξιμχμικό τύλξ, είςε ρε κξιμχμική ςάνη και ποόρβαρη ρε δξμέπ ενξσρίαπ... όπξσ ςξ μξμικό ςξπίξ δημιξσογεί έμα πλέγμα [ρυέρεχμ] -όπχπ αματέοει και η ίδια- εμςόπ ςξσ ξπξίξσ ποαγμαςξπξιξύμςαι «μεςαβξλέπ ςόρξ ρκληοέπ χπ ποξπ ςη ρημαρία και ςημ έμποακςη εταομξγή ςηπ δικαιξρύμηπ, πξσ ρξσ κόβξσμ ςημ αμάρα». Ασςό ςξ ςξπίξ ςηπ αδικίαπ, λξγική ρσμέπεια μιαπ οεσρςόςηςαπ κεταλαίχμ πξσ εμρχμαςώμει ςξ ρςξιυείξ ςηπ κοίρηπ εμςόπ ςηπ, απξςελεί βαρικό ρςξιυείξ 'κξιμχμικξύ εκτσλιρμξύ' (όπχπ ςξμ απξκαλεί η Bunge, 2001).

Ανίζει μα ρημειχθεί πχπ ξ Tigar (1977) επιρημαίμει ςη ρσμβιχςική αλληλενάοςηρη μεςανϋ ςηπ μικοξαρςικήπ σπεοξυήπ και ςξσ ρϋγυοξμξσ μξμξθεςικξϋ πλαιρίξσ. ΢ϋμτχμα με ασςή ςημ ξπςική, ξ Αγοϊπ απξςέλερε μία πεοίπςχρη διεϋοσμρηπ ςηπ μερξαρςικήπ σπεοξυήπ ειπ βάοξπ ςχμ τςχυόμ εγυοόμχμ μεςαμαρςόμ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ. Οι καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ βοέθηκαμ ϊπχπ και πξλλά άλλα πεοιθχοιξπξιημέμα κξιμχμικά κιμήμαςα μποξρςά ρε έμα ποξκαςειλημμέμξ μξμικϊ ρϋρςημα, ςξ ξπξίξ επεδίχνε μα αγμξήρει ςξσπ ίδιξσπ και ϊρα διεκδικξϋραμ ή μα αταιοέρει κάθε δικαίχμά ςξσπ ρςη μξμιμϊςηςα, και ρε έμα ξικξμξμικϊ ρϋρςημα ςξ ξπξίξ ξι μϊμξι έυξσμ θερπιρθεί για μα ςξ ποξρςαςεϋξσμ – απξρςεοημέμξι μξμικήπ ποξρςαρίαπ, δίυχπ μα είμαι ρε θέρη μα εταομϊρξσμ μια πξλιςική ςακςική πξσ θα έτεοε απξςέλερμα εμςϊπ ςχμ ρσμθηκόμ ασςόμ. Ωπ απξςέλερμα, η πεοίπςχρη ςξσ Αγοξϋ απξςελεί μία εναιοεςική πεοίπςχρη μελέςηπ ςηπ θεχοίαπ ςξσ Black, ϊπξσ ξι εταομξγέπ ςξσ μϊμξσ διατέοξσμ αμάλξγα με ςξμ κξιμχμικϊ υόοξ. Οι καλλιεογηςέπ πξσ αμήκαμ ρε «υαμηλϊςεοα» κξιμχμικά ρςοόμαςα, μια πεοιθχοιξπξιημέμη

πξλιςιρμική

μειξμϊςηςα

με

μικοή

σπϊληφη,

βοέθηκαμ

μα

αμςιπαοαςίθεμςαι ρε μια ελίς εκαςξμμσοιξϋυχμ επεμδσςόμ γηπ με σφηλϊ έοειρμα ρςημ πεοιξυή. Έςρι αμενάοςηςα απϊ ςημ εγκσοϊςηςα ςχμ μξμικόμ διεκδικήρεχμ ςξσπ για ςη γη, ξι καλλιεογηςέπ βοέθηκαμ ρε μια εναουήπ κξιμχμικά καςαρκεσαρμέμη μειξμεκςική θέρη εμςϊπ ςξσ Αμεοικαμικξϋ μξμικξϋ ρσρςήμαςξπ βάρει ςχμ κξιμχμικξπξλιςικόμ υαοακςηοιρςικόμ πξσ ςξσπ ποξρδιξοίζξσμ. ΢ςημ άλλη άκοη ςξσ κξιμχμικξϋ τάρμαςξπ, ξ ιδιξκςήςηπ γηπ αμςιμεςχπίρθηκε με έμαμ επίρηπ αμτίβξλξ ςοϊπξ απϊ ςξσπ μξμικξϋπ θερμξϋπ, σπϊ ςημ έμμξια ςηπ εσμξψκήπ μεςαυείοιρηπ. Ο Horowitz, ξ επεμδσςήπ ρςξμ ξπξίξ ςελικά παοαυχοήθηκε η γη, είυε απξζημιχθεί μϊμιμα για ςημ αγξοά ςηπ πεοιξυήπ βάρει ςχμ ανιόμ πξσ ίρυσαμ καςά ςη δεκαεςία ςξσ '80, απξδσμαμόμξμςαπ έςρι ςξ αίςημά ςξσ για επαμαγξοά βάρει ςηπ ποξςίμηρήπ ςξσ χπ αγξοαρςή καςά ποξςεοαιϊςηςα8, κσοίχπ ειπ βάοξπ ςχμ καλλιεογηςόμ πξσ είυαμ καςαλάβει ςη γη και ςη δξϋλεσαμ για πεοιρρϊςεοξ απϊ 14 υοϊμια. Ιαςά ςημ επαμαγξοά ςηπ ϊμχπ, αμαδείυθηκε έμαπ επιπλέξμ ρσμδσαρμϊπ παοαγϊμςχμ 9

πξσ

σπξδείκμσε

ςημ

εσμξψκή

μεςαυείοιρη

ςξσ

επεμδσςή,


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ρσμπεοιλαμβαμξμέμηπ ςηπ ςιμήπ πξσ πλήοχρε ξ Horowitz για ςη γη -η ξπξία ήςαμ υαμηλϊςεοηπ ανίαπ απϊ ασςή πξσ ίρυσε ρςημ αγξοά- ςημ αμτιρβηςξϋμεμηπ μξμιμϊςηςαπ ςηπ αγξοαπχληρίαπ ατξϋ πχλήθηκε απϊ ςημ πϊλη μια ιδιξκςηρία η ξπξία αμήκε ρε άλλη σπηοερία (ρςη Διεϋθσμρη Κιμέμξπ) και ςηπ διεσθέςηρηπ ςηπ σπϊθερηπ εκςϊπ δικαρςηοίξσ, δίυχπ μα ποξηγηθεί δημϊρια αμακξίμχρη ή μα σπάονει ρσμμεςξυή ςξσ κξιμξϋ. Ζ κοιςική ποξρέγγιρη ςχμ μξμικόμ ρπξσδόμ (Critical Legal Studies - CLS) απξςελεί έμα πλαίριξ για πεοαιςέοχ αμάλσρη χπ ποξπ ςημ άμιρη εταομξγή ςξσ μϊμξσ ρςημ πεοίπςχρη ςξσ Αγοξϋ. Ζ θεόοηρή ςηπ ϊυι μϊμξ επικοίμει ςξσπ καμϊμεπ πξσ έθεραμ ξι ειδικέπ μξμικέπ οσθμίρειπ και ςα απξςελέρμαςά ςξσπ, αλλά και ςιπ εσοϋςεοεπ δξμέπ ςηπ ρσμβαςικήπ μξμικήπ ρκέφηπ και ποακςικήπ, πξσ καθιρςξϋμ ετικςέπ δικαρςικέπ απξτάρειπ, ξι ξπξίεπ ειρηγξϋμςαι ςη μεςαυείοιρη ςχμ ιρυϋξμςχμ μξμικόμ δξγμάςχμ και αμςιλήφεχμ ποξκειμέμξσ ξι πλξϋριξι και ιρυσοξί μα διαςηοξϋμ ςημ ενξσρία ςξσπ. Ζ καςάρςαρη ασςή ςελικά επιςοέπει ςη μξμιμξπξίηρη ςηπ αδικίαπ σπϊ ςημ ποϊταρη "μιαπ ξσδέςεοηπ και αμςικειμεμικήπ μεςαυείοιρηπ", καςαλήγξμςαπ μα "θχοακίζει ςιπ δξμέπ ενξσρίαπ απϊ ςξ θεμελιόδεπ δικαίχμα ςηπ αμαθεόοηρηπ [μιαπ απϊταρηπ]" (Harvard Bridge Project – δεμ στίρςαςαι βιβλιξγοατική αματξοά ρε υοξμξλξγία). Ιαςά ςη διάοκεια ςηπ διαδικαρίαπ μξμικήπ αμτιρβήςηρηπ, εμταμίρςηκαμ ιρυσοξί παοάγξμςεπ ξι ξπξίξι εκμεςαλλεϋςηκαμ ςημ εσκαιοία και ποξκειμέμξσ μα αμτιρβηςήρξσμ ςημ εγκσοϊςηςα ςηπ σπϊθερηπ ςξσ Αγοξϋ, αλλά και ςχμ σπξρςηοικςόμ ςξσ, υοηριμξπξίηραμ δικαρςικέπ απξτάρειπ παοεομημεϋξμςαπ ςα γεγξμϊςα. Όςαμ η Los Angeles Times δημξρίεσρε έμα άοθοξ για ςη μεςαβίβαρη ςηπ ιδιξκςηρίαπ απϊ ςημ πϊλη (ςξ δημϊριξ ςξμέα) πίρχ ρςα υέοια ςξσ ιδιόςη Horowitz, απέοοιφαμ ςημ εγκσοϊςηςα ςηπ μξμικήπ ανίχρηπ ςχμ καλλιεογηςόμ για ςη γη, δηλόμξμςαπ ϊςι: «εμ ςέλει ςξ δικαρςήοιξ έυει απξταμθεί σπέο ςξσ Horowitz». ΢ςημ ποαγμαςικϊςηςα, η απϊταρη είυε λητθεί ρςξ πλαίριξ εμϊπ ενχδικαρςικξϋ ρσμβιβαρμξϋ αμάμερα ρςξ Horowitz και ςξ μξμικϊ πληοενξϋριξ ςηπ πϊληπ, Delgadillo. Παοϊλα ασςά, ασςξί πξσ βοίρκξμςαι ρςημ ενξσρία δεμ επηοεάζξσμ μϊμξ ςιπ δικαρςικέπ απξτάρειπ, αλλά διαμϊοτχραμ επίρηπ και ςημ ιρςξοική αμςίληφη, ατήμξμςαπ ςξσπ καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ διπλά εκςεθιμέμξσπ ρςημ αδικία πξσ σπέρςειραμ ρςα υέοια ςξσ μϊμξσ. Σέςξιεπ αμακξλξσθίεπ ρςημ εταομξγή ςξσ μϊμξσ παοέυξσμ έμα εϋρςξυξ παοάδειγμα χπ ποξπ ςημ αμςίληφη εκείμη -εκ μέοξσπ ςχμ θεχοηςικόμ ςχμ Ιοιςικόμ ΢πξσδόμ ρςη Μξμική- πξσ αμςιλαμβάμεςαι ςξ μϊμξ χπ άρκηρη πξλιςικήπ (Μξμική ΢υξλή ςξσ Cornell, 2006), ϊπξσ «ξι ιδεξλξγικξί αγόμεπ αμάμερα ρε κξιμχμικέπ ταςοίεπ με 10


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ρσγκοξσϊμεμεπ αμςιλήφειπ χπ ποξπ ςξ μϊημα ςηπ δικαιξρϋμηπ, ςηπ αοεςήπ και ςηπ πξλιςικήπ και κξιμχμικήπ ζχήπ έουξμςαι ρε ρσμβιβαρμϊ, πεοικϊπςξμςαι, καθίρςαμςαι άκσοεπ ή αμαποξραομϊζξμςαι (Altman, 1986:221). Ασςέπ ξι "αμςαγχμιρςικέπ η μία ποξπ ςημ άλλη αμςιλήφειπ" θέςξσμ ςη βάρη ςηπ πίρςηπ ςξσπ ρςιπ «μξμικέπ αράτειεπ», η ξπξία απξςελεί άομηρη ςηπ δσμαςϊςηςαπ μιαπ ρχρςήπ έκβαρηπ για κάθε μξμική σπϊθερη. Οι θεχοηςικξί ςξσ CLS σπξθέςξσμ ϊςι ασςϊ ξδηγεί ρε μια «βαθιά αρσμέπεια», η ξπξία «εμπξςίζει ςξ βαθϋςεοξ ρςοόμα ςξσ μϊμξσ» και επιςοέπει ρςξ δικαρςή μα δικαιξλξγεί ςη λήφη εμϊπ αοιθμξϋ αμςιταςικόμ απξτάρεχμ, σπξμξμεϋξμςαπ ςιπ τιλελεϋθεοεπ αμςιλήφειπ εκείμεπ πξσ σπξρςηοίζξσμ ϊςι η ϋπαονη μιαπ ρϋμξμμηπ μξμξθεςικήπ αουήπ είμαι ετικςή (Adelman & Foster – δίυχπ αμάλξγη βιβλιξγοατική υοξμξλξγική αματξοά). Ανίζει μα ρημειχθεί ϊςι σπάουξσμ άλλξι πξσ ενεςάζξσμ ςα απξςελέρμαςα μιαπ καςαπιερςικήπ έμμξμηπ ςάνηπ χπ ποξπ ςξ υόοξ, καθόπ και ςξμ ςοϊπξ πξσ ασςά ρσμδέξμςαι με ςη τσλεςική ιεοαουία, ϊπχπ για παοάδειγμα ςξ διαυχοιρμϊ ςχμ μηςοξπξλιςικόμ πεοιξυόμ μαπ ρε «θϋλακεπ ιδιχςικξϋ υαοακςήοα, ςημ ϋπαονη ςχμ ξπξίχμ διαρταλίζει ξ δημϊριξπ ςξμέαπ» (Ford 1989).

Σξ δικαίχμα ρε μια δίκαιη πόλη Ζ πεοίπςχρη ςξσ Αγοξϋ δεμ απξςελεί έμα απξκξμμέμξ γεγξμϊπ. Οι αρςικέπ ελίς ρσυμά θέςξσμ ρε εταομξγή μηυαμιρμξϋπ, ξι ξπξίξι τοξμςίζξσμ μα απξςοέφξσμ ή μα ελέγνξσμ ςιπ ρσμπεοιτξοέπ ςχμ «άλλχμ» ρςξ υόοξ, ετϊρξμ ξι ςελεσςαίξι δεμ ακξλξσθξϋμ ςα ήθη ςξσ «πξλίςη καςαμαλχςή». Ασςϊ για παοάδειγμα ςξ καςατέομξσμ με ςημ ιδιχςικξπξίηρη ςξσ ελεϋθεοξσ υόοξσ, ςημ πξιμικξπξίηρη ςχμ μεςαμαρςόμ ή ςχμ τςχυόμ και ςημ πειθάουηρη ςχμ αμσπϊςακςχμ ξμάδχμ (Mac Leod - δίυχπ αμάλξγη υοξμξλξγική αματξοά ςηπ βιβλιξγοατίαπ). Ζ καςάρςαρη ασςή είμαι ςϊρξ ρσμηθιρμέμη και ακξλξσθείςαι ςϊρξ πιρςά ρε ξοιρμέμεπ πϊλειπ, όρςε η Michell μα ςιπ ξμξμάζει «μεςαδικαίξσ πϊλειπ» ("post-justice cities", Mitchell, 2001) και ρςιπ ξπξίεπ ϊρξι δεμ μπξοξϋμ μα πάοξσμ μέοξπ ρςη μεξτιλελεϋθεοη ξικξμξμία ρςεοξϋμςαι ςχμ δικαιχμάςχμ ςξσπ χπ πξλίςεπ (Irazábal, 2008/ Miraftab & Wills, 2005/ Miraftab, 2004). Δμςϊπ ασςόμ ςχμ παγκξρμίξσ υαοακςήοα ςάρεχμ, ξ Αγοϊπ απξςέλερε έμδεινη ϋπαονηπ εμϊπ αμςι-υόοξσ, μιαπ κξιμϊςηςαπ και μιαπ διαδικαρίαπ πξσ παοείυε ρςξσπ καςξίκξσπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ έμα μξμςέλξ ποξριςϊ και αμαπαοαγϊμεμξ, όρςε μα απξςελέρει παοάδειγμα ποξπ μίμηρη για μία ϊλξ και πιξ δϋρκξλη αμαζήςηρη ςηπ δίκαιηπ πϊληπ (Irazábal, 2006 & Fainstein, 2000). 11


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Ζ ρημαίμξσρα εογαρία ςξσ Henri Lefebvre (1968, 1996) για ςξ «Δικαίχμα ρςημ Πϊλη», αματέοεςαι ρςξ δικαίχμα [ςχμ πξλιςόμ] μα καςξικξϋμ και μα κάμξσμ υοήρη ςηπ πϊληπ, καθόπ και ςξσ «δικαιόμαςξπ μα έυξσμ δικαιόμαςα», αμενάοςηςα απϊ ςξ καθερςόπ μξμιμϊςηςαπ ςξσ καθεμϊπ. Ο Purcell έυει αμαλϋρει διενξδικά πϊρξ έμςξμα μπξοεί μα επιδοάρει η έμμξια πξσ επικαλξϋμαρςε εδό: Ο Lefebvre ποξρτέοει έμα οιζξρπαρςικό... όοαμα, ςξ ξπξίξ επηοεάζει πλήοχπ ςιπ κξιμχμικέπ ρυέρειπ πξσ διέπξσμ ςημ αρςική πξλιςική ρήμεοα. Υπξρςηοίζει όςι είμαι ξι κάςξικξι ςχμ πόλεχμ και όυι ςα επιυειοημαςικά ρσμτέοξμςα και ςξ κοάςξπ, πξσ ξτείλξσμ μα έυξσμ έμαμ άμερξ και κεμςοικό οόλξ ρςη λήφη ςχμ απξτάρεχμ πξσ παοάγξσμ αρςικξύπ υώοξσπ. ...Δπιμέμει όςι η λήφη απξτάρεχμ ρυεςικά με ςξ αρςικό πεοιβάλλξμ ποέπει μα καθξδηγείςαι από μία αουή πξσ θα θεχοεί όςι η ανία υοήρηπ ποέπει πάμςα μα σπεοςεοεί ςηπ αμςαλλακςικήπ ανίαπ – και όςι πεοιρρόςεοξ από ξςιδήπξςε άλλξ ξι ποξβλημαςιρμξί για ςξμ αρςικό υώοξ θα ποέπει μα ατξοξύμ ςημ ικαμξπξίηρη ςχμ καθημεοιμώμ αμαγκώμ ασςώμ πξσ ςξμ καςξικξύμ (Purcell, 2005:200). …Ο Lefebvre ενεςάζει και επαρσλλξγίζεςαι ςιπ δξμέπ λήφηπ απξτάρεχμ πξσ παοάγξσμ ςημ πόλη, ειράγξμςαπ έςρι ςημ έμμξια εμόπ οιζξρπαρςικόςεοξσ εκδημξκοαςιρμξύ ςηπ πόληπ… όυι απλώπ για ςξ δικαίχμα μα μιλά καμείπ ρςξ δημόριξ υώοξ, αλλά μα απξταρίζει για ςη γεχγοατία ςξσ δημόριξσ υώοξσ˙ όυι μόμξ για ςξ δικαίχμα μα ρςεγάζεςαι, αλλά μα απξταρίζει για ςη γεχγοατία μιαπ ποξριςήπ ρςέγαρηπ (ρςξ ίδιξ, ρελ. 201).

Έςρι, ποέπει μα αμςιλητθξϋμε ςξ δικαίχμα ρςημ πϊλη «ραμ έμα άμξιγμα ποξπ μια μέα αρςική πξλιςική» (Purcell, 2002:99). ΢ϋμτχμα με ςξ Harvey, ςξ δικαίχμα ρςημ πϊλη δεμ ποέπει μα ατξοά «απλά έμα δικαίχμα ποϊρβαρηπ ρε ϊςι ποξκαθξοίζεςαι απϊ ςξσπ κεοδξρκϊπξσπ ςχμ ακιμήςχμ και ςξσπ πξλεξδϊμξσπ ςηπ πξλιςείαπ, αλλά αμςίθεςα ποέπει μα απξςελεί κσοίχπ έμα εμεογϊ δικαίχμα μξοτξπξίηρήπ ςηπ ρϋμτχμα με ασςϊ πξσ πξθεί η καοδιά μαπ, αμαδημιξσογόμςαπ έςρι και ςξσπ εασςξϋπ μαπ παοάλληλα βάρει ςηπ διατξοξπξιημέμηπ

εικϊμαπ

(2003:940).

Τπεοαρπίζξμςαπ

ςξμ

αρςικϊ

αγοϊ,

ξι

καλλιεογηςέπ και ξι ρϋμμαυξί ςξσπ -και μαζί και μέρχ ασςόμ πξλλξί απϊ ςημ κξιμϊςηςα ςξσ Κξπ Άμςζελεπ- αγχμίζξμςαμ για ςη διεϋοσμρη ςχμ δικαιχμάςχμ ςξσπ για μια δίκαιη πϊλη. Ωρςϊρξ η αμςαλλακςική και ρσμβξλική ανία ςηπ ιδιξκςηρίαπ εουϊμεμη ρε αμςιπαοάθεηρη με ςη δημξκοαςική και απελεσθεοχςική ανία υοήρηπ ςξσ υόοξσ, σπεοείυε ςελικά ςχμ μξμικόμ διαβξσλεϋρεχμ χπ ποξπ ςη ρσγκεκοιμέμη πεοίπςχρη. Δπί ςηπ ξσρίαπ, η αμςιπαοάθερη για ςξμ Αγοϊ ενέθερε ςιπ αμτιρβηςξϋμεμεπ ποξςεοαιϊςηςεπ και διαδικαρςικέπ ποακςικέπ εμςϊπ ςξσ δημαουείξσ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ. Αμ και η πϊλη καςά ςη δεκαεςία ςξσ 1980 είυε αρκήρει ςξ δικαίχμά ςηπ για απαλλξςοιόρειπ με ποϊθερη ςημ καςαρκεσή εμϊπ εογξρςαρίξσ απξςέτοχρηπ ρκξσπιδιόμ ρςημ πεοιξυή, πχπ και δεμ 12


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ακξλξϋθηρε παοϊμξια πξλιςική για ςημ ποξρςαρία εμϊπ αγοξκςήμαςξπ 14 υοϊμια μεςά; «΢ίγξσοα η καλλιέογεια ςοξτίμχμ είμαι ςξ ίδιξ ρημαμςική για ςξ δημϊριξ ρσμτέοξμ, ϊρξ και η απξςέτοχρη ςχμ ρκξσπιδιόμ», ρυξλίαρε έμαπ ρσμπαθξϋμςαπ (Mark, 2006).

Ο ΑΓΡΟ΢ ΢ΣΟ ΚΟ΢ ΑΜΣΕΔΚΔ΢: ΔΜΑ΢ ΓΡΘΥΟ΢ ΠΟΚΔΟΔΟΛΘΙΖ΢ ΔΔΟΜΣΟΚΟΓΘΑ΢ ΢ςξ ςμήμα ασςϊ ενεςάζεςαι ξ Αγοϊπ χπ ποξπ ςξ πλαίριξ ςχμ κιμημάςχμ για πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη και καςά ρσμέπεια ερςιάζει ρςιπ επιπςόρειπ ςχμ κξιμξςικόμ κήπχμ ρςιπ γειςξμιέπ με έμταρη ρςξ τσρικϊ πεοιβάλλξμ και ςημ πξιϊςηςα ζχήπ χπ δϋξ παοάγξμςεπ πξσ αμακξστίζξσμ ςη τςόυεια. Αμαλϋξμςαι επίρηπ ξι ποαγμαςικέπ επιπςόρειπ πξσ επέτεοε η βελςίχρη ςχμ ρσμθηκόμ ζχήπ ρςξ Μϊςιξ Κξπ ΄Αμςζελεπ χπ απξςέλερμα ςξσ Αγοξϋ. Σξ πιξ ρημαμςικϊ ϊμχπ είμαι, ϊςι αμενάοςηςα απϊ ςιπ αλλαγέπ πξσ ςελικά ρημειόθηκαμ ρε ασςή ςημ πεοιξυή ςξσ Μϊςιξσ Κξπ ΄Αμςζελεπ, καςέρςη ρε κάθε πεοίπςχρη δσμαςή η έκτοαρη ςχμ ποξβλημαςιρμόμ χπ ποξπ ςα ζηςήμαςα ςηπ πεοιβαλλξμςικήπ δικαιξρϋμηπ και ςηπ πξλεξδξμικήπ δεξμςξλξγίαπ, ποξκειμέμξσ μα απξςοαπεί η καςαρςοξτή ςξσ κήπξσ απϊ ςημ πϊλη.

Ο αρςικόπ αγοόπ χπ έμα θέμα πεοιβαλλξμςικήπ δικαιξρύμηπ ΢ημείξ αματξοάπ ασςήπ ςηπ αμάλσρηπ απξςελεί ξ παοακάςχ ξοιρμϊπ ςηπ Τπηοερίαπ Ποξρςαρίαπ ςξσ Πεοιβάλλξμςξπ ςχμ ΖΠΑ, ϊπξσ χπ πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη ξοίζεςαι η: δίκαιη μεςαυείοιρη και ξσριαρςική ρσμμεςξυή όλχμ ςχμ αμθοώπχμ αμεναοςήςχπ τσλήπ, υοώμαςξπ ή ειρξδήμαςξπ ρε ό,ςι ατξοά ςη διαμόοτχρη, ςημ εταομξγή και ςήοηρη ςηπ πεοιβαλλξμςικήπ μξμξθερίαπ, καμξμιρμώμ και πξλιςικώμ. Όπξσ δίκαιη μεςαυείοιρη ρημαίμει όςι καμία ξμάδα αμθοώπχμ -ρσμπεοιλαμβαμξμέμχμ ςχμ τσλεςικώμ, εθμικώμ και κξιμχμικξξικξμξμικώμ ξμάδχμδεμ θα ποέπει μα σπξτέοει δσραμάλξγα από ςιπ αομηςικέπ πεοιβαλλξμςικέπ επιπςώρειπ ςχμ βιξμηυαμικώμ, δημξςικώμ και εμπξοικώμ δοαρςηοιξςήςχμ ή λόγχ ςηπ σλξπξίηρηπ ςχμ ξμξρπξμδιακώμ, κοαςικώμ, ςξπικώμ ποξγοαμμάςχμ και πξλιςικώμ, εκείμχμ με τσλεςικό 9 υαοακςήοα ρσμπεοιλαμβαμξμέμχμ (Υπηοερία Ποξρςαρίαπ Πεοιβάλλξμςξπ ςχμ ΗΠΑ, 1998:1).

Αουικά ςξ κίμημα για ςημ πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη απξςέλερε μία αμςίδοαρη ρςη υχοξθέςηρη επικίμδσμχμ εγκαςαρςάρεχμ ρςιπ μειξμξςικέπ γειςξμιέπ, αλλά εμ ςχ μεςανϋ καςά ςιπ ςελεσςαίεπ δεκαεςίεπ- έυει γμχοίρει ιδιαίςεοη και πξλϋμξοτη αμάπςσνη 13


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ποξκειμέμξσ μα ρσμπεοιλάβει «μια εσοϋςεοη απξδξυή ςηπ έμμξιαπ ςξσ πεοιβάλλξμςξπ, η ξπξία θα εμπεοιέυει κοιςική ασςήπ καθασςήπ ςηπ τϋρηπ ςχμ ρϋγυοξμχμ αρςικόμ ρυημαςιρμόμ με ςα εναπλξϋμεμα ποξάρςια και ςιπ πϊλειπ πξσ αγχμίζξμςαι μα επιβιόρξσμ, καθόπ και ςξσ ςοϊπξσ με ςξμ ξπξίξ η καςάρςαρη ασςή γεμμά εσκαιοίεπ» (Pastor κ.ά., 2006:8-9). Σξ κίμημα για ςημ πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη ρςξυεϋει ρςημ άμερη αμςιμεςόπιρη ςχμ πεοιβαλλξμςικόμ αδικιόμ μέρχ ρςξυεσμέμχμ δοάρεχμ και πϊοχμ: «είμαι βέβαια ασςξμϊηςξ ϊςι ξι πϊοξι θα καςεσθϋμξμςαι εκεί ϊπξσ ςα πεοιβαλλξμςικά ποξβλήμαςα και ςα ποξβλήμαςα σγείαπ είμαι μεγαλϋςεοα και ξι κξιμχμικέπ αμςξυέπ μικοϊςεοεπ – δηλαδή ρςιπ τςχυϊςεοεπ κξιμϊςηςεπ και ρςιπ κξιμϊςηςεπ ςχμ μειξμξςήςχμ» (Ballard, 1994:237-266/ Pastol Callegos & Prichard, 2005). Σξ κίμημα για πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη επιμέμει ϊςι εκείμξι πξσ πλήςςξμςαι πεοιρρϊςεοξ απϊ ςη λήφη απξτάρεχμ ρυεςικόμ με ςξ πεοιβάλλξμ, θα ποέπει μα έυξσμ ςξμ ποόςξ λϊγξ ρςιπ οσθμιρςικέπ διαδικαρίεπ. Έςρι, δίμεςαι ιδιαίςεοη έμταρη ρςη ρσμμεςξυή ςχμ κξιμξςήςχμ, ρςημ ασςξμξμία ςηπ κάθε γειςξμιάπ και ρςη δημξκοαςική λήφη απξτάρεχμ (Pastor κ.ά., 2006:7-8). Οι άμθοχπξι με υαμηλϊςεοα ειρξδήμαςα ϊμχπ, ϊπχπ και ξι κξιμϊςηςεπ ςχμ εγυοόμχμ,

πεοιθχοιξπξιξϋμςαι

ρσρςημαςικά

ρςιπ

πξλιςικέπ

διαδικαρίεπ

λήφηπ

απξτάρεχμ (Pulido, 2000). Για παοάδειγμα ξ Heynen κ.ά. (2006) αμαλϋξσμ ςιπ επιπςόρειπ ςηπ πξλιςικήπ ξικξμξμίαπ αμά τσλή και εθμικϊςηςα και καςά ποξέκςαρη πχπ παοάγξμςαι πεοιβαλλξμςικέπ αμιρϊςηςεπ. Δίμαι απξδεδειγμέμξ ϊςι ξι γειςξμιέπ ϊπξσ καςξικξϋμ μειξμϊςηςεπ έυξσμ πεοιρρϊςεοεπ πιθαμϊςηςεπ έκθερηπ ρε πεοιβαλλξμςικξϋπ κιμδϋμξσπ ή κοίρεχμ ρςημ σγεία (Curtis, 2004/ Day, 2006/ Institute of Median, 1999/ Spielman κά., 2006/ Squires & Kurbin, 2006). Οι τσλεςικξί διαυχοιρμξί παγιόμξσμ πεοαιςέοχ ςιπ κξιμχμικέπ-ξικξμξμικέπ αμιρϊςηςεπ και ςιπ διεσοϋμξσμ δσρυεοαίμξμςαπ ςημ ποϊρβαρη ρςημ εογαρία, ςημ εκπαίδεσρη, ςιπ δημϊριεπ σπηοερίεπ, ςξμ πξλιςιρμϊ, ςημ αρτάλεια, ςημ σγεία, ςιπ μεςατξοέπ και αμέρειπ ϊπχπ ςα πάοκα και ξι υόοξι ποαρίμξσ (Bullard, Johnson & Torews, 2000/ Dreier, Mollenkoph & Swanstrom, 2001). Λε ςημ έμμξια ασςή, ξι τσλεςικέπ και ξι ςανικέπ αμιρϊςηςεπ είμαι ιδιαίςεοα έμςξμεπ ρςξ Κξπ ΄Αμςζελεπ (Pulido, 2000/ Morello-Frosch, Pastor & Sadd, 2001). H πϊλη είμαι μία απϊ ςιπ πιξ μξλσρμέμεπ και διαθέςει ςα λιγϊςεοα πάοκα ρσγκοηςικά με ςιπ σπϊλξιπεπ μεγαλξσπϊλειπ ςηπ Αμεοικήπ. Ζ αμαλξγία ποξρβάριμχμ πάοκχμ αμά άςξμξ ρε εκςάοια είμαι η υαμηλϊςεοη ρςιπ ΖΠΑ, εμό ρςιπ τςχυξγειςξμιέπ ςηπ παοαςηοξϋμςαι ξι υειοϊςεοεπ ρσμθήκεπ ζχήπ. Λϊμξ ςξ 30% ςχμ καςξίκχμ ςξσ Κξπ ΄Αμςζελεπ ζει ρε απϊρςαρη εμϊπ 14


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ςεςάοςξσ ςξσ μιλίξσ απϊ κάπξιξ πάοκξ, εμό αμςίρςξιυα ρςη Βξρςϊμη και ςη Μέα Τϊοκη ζει ρε αμάλξγη απϊρςαρη ςξ 80-90%. Σα δϋξ ςοίςα ςχμ παιδιόμ, δηλαδή πεοιρρϊςεοα απϊ 700.000 παιδιά, ζξσμ ςϊρξ μακοιά απϊ ςα πάοκα όρςε η ποϊρβαρη ρε ασςά μα είμαι αμέτικςη (Villaraigosa, 2005). Λια ποϊρταςη μελέςη ςχμ διαθέριμχμ πάοκχμ ρςημ Δπαουία ςξσ Κξπ ΄Αμςζελεπ έδεινε, ϊςι ςα μϊςια ποξάρςια ςηπ πϊληπ καςαςάρρξμςαι ρςημ καςηγξοία με ςη υαμηλϊςεοη ποξρβαριμϊςηςα ρςξσπ υόοξσπ ποαρίμξσ, απ' ϊςι ϊλα ςα άλλα ποξάρςια, με αμαλξγία 1,2 εκςαοίχμ αμά 1000 καςξίκξσπ και ρε πλήοη αμςίθερη με ςα δσςικά ςξσ Κξπ Αμςζελεπ -ςξ πλξσριϊςεοξ μέοξπ ςηπ πϊληπ- ϊπξσ αμαλξγξϋμ 59,1 εκςάοια αμά 1000 καςξίκξσπ (Sister κ.ά., 2007). Οι αρςικξί αγοξί διεσοϋμξσμ ςιπ δσμαςϊςηςεπ ποϊρβαρηπ ρε ςοϊτιμα και ςιπ διαθέριμεπ επιλξγέπ για ςημ ποξμήθειά ςξσπ, εμό μελέςεπ έυξσμ δείνει ϊςι ρε γειςξμιέπ πξσ καςά κϋοιξ λϊγξ μέμξσμ άμθοχπξι υαμηλξϋ ειρξδήμαςξπ, μέλη μειξμξςήςχμ ή μεςαμάρςεπ, αμαλξγξϋμ αμά κεταλή λιγϊςεοα ρξϋπεο-μάοκες. ΢ςξ Κξπ ΄Αμςζελεπ, ςξ "υάρμα ρςη διακίμηρη ςοξτίμχμ" παοαμέμει, καθόπ ξι εςαιοείεπ λιαμικήπ πόληρηπ παοά ςιπ δερμεϋρειπ ςξσπ μεςά ςημ ενέγεορη ςξσ 199210 για ςη δημιξσογία πεοιρρϊςεοχμ αγξοόμ ρςιπ σπξβαθμιρμέμεπ γειςξμιέπ, ρσμέυιραμ μα καςαρκεσάζξσμ έμα ρξϋπεο-μάοκες για κάθε 42.000 καςξίκξσπ, ρε μία πεοιξυή 52 ςεςοαγχμικόμ μιλίχμ η ξπξία επηοεάρςηκε απϊ ςιπ αμαςαοαυέπ, εμό ρςημ σπϊλξιπη επαουία ςξσ Κξπ ΄Αμςζελεπ λειςξσογεί ρσμξλικά έμα ρξϋπεο μάοκες αμά 24.000 καςξίκξσπ (Shaffer & Gottlieb, 2002). Δπί πλέξμ, καθόπ ξι καςαμαλχςέπ υαμηλόμ ειρξδημάςχμ καςά πάρα πιθαμϊςηςα δε διαθέςξσμ δικϊ ςξσπ ασςξκίμηςξ, βλέπξσμ ςη δσμαςϊςηςά ςξσπ για επιλξγή ςοξτίμχμ μα πεοιξοίζεςαι ακϊμα πεοιρρϊςεοξ (Θμρςιςξϋςξ Ποϊληφηπ ςξσ Ιέμςοξσ Βελςίχρηπ ςηπ Τγείαπ, 2002 – βάρει παοάθερηπ ςχμ Cotteril & Franklin, 1995). Ζ έλλειφη τσρικήπ, ξικξμξμικήπ και πμεσμαςικήπ ποϊρβαρηπ ρε σγιειμϊ ταγηςϊ ασςόμ ςχμ τςχυξγειςξμιόμ, ποξέςοεφε κάπξιξσπ μα ςιπ απξκαλξϋμ «εοήμξσπ ςοξτήπ» (Ομάδα Έοεσμαπ και ΢σμβξσλεσςικήπ Mari Gallagher, 2006/ 2007a/ 2007b). Παοαδϊνχπ, ακϊμα και ξι αρςικξί κήπξι, πξσ είμαι καςάλληλξι μα ποξρτέοξσμ αρταλή ποϊρβαρη ρε ςοϊτιμα, είμαι άμιρα καςαμεμημέμξι. Σξ 2003, μϊμξ 10 πεοίπξσ απϊ ςξσπ 62 επίρημξσπ κξιμξςικξϋπ κήπξσπ ρςημ πεοιξυή ςξσ Κξπ ΄Αμςζελεπ εμςξπίζξμςαμ ρε μη ποξμξμιξϋυεπ πεοιξυέπ (Gottlieb, 2006b). Δκεί πξσ ςα αρςικά βάοη καςαμέμξμςαι ρσρςημαςικά με άμιρξ ςοϊπξ, βάρει υαοακςηοιρςικόμ ϊπχπ η τσλή, η εθμική καςαγχγή ή/και ςξ ειρϊδημα, ςξ ιρυϋξμ πλαίριξ Πεοιβαλλξμςικήπ Δικαιξρϋμηπ έουεςαι μα θέρει δϋρκξλα ηθικά εοχςήμαςα 15


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

(Squires & Kubrin, 2006). Ποξκειμέμξσ μα αμαπςσυθεί επαοκόπ χπ εογαλείξ αμάλσρηπ και χπ μέρξ διεϋοσμρηπ ςχμ διαδικαριόμ μιαπ δίκαιηπ αμάπςσνηπ, είμαι ρημαμςικϊ μα επεκςαθεί η έοεσμα πξσ ρσμδέει ζηςήμαςα Πεοιβαλλξμςικήπ Δικαιξρϋμηπ με ςα μξμικά καθερςόςα πξσ ςημ παοάγξσμ, ςημ παοεμπξδίζξσμ ή αλλιόπ ςημ (απξ)δξμξϋμ. Δικαίχπ επιρημαίμει ξ Peňa (2003:62) ϊςι ςξ κίμημα για Πεοιβαλλξμςική Δικαιξρϋμη παοαμέμει «ςξ απξπαίδι ςχμ μϊμχμ… ατξϋ ξ εμδιάμερξπ υόοξπ αμάμερα ρςξ πεοιβαλλξμςικϊ δίκαιξ και ςξ δίκαιξ για ςα αςξμικά δικαιόμαςα δεμ έυει αμαπςσυθεί θεχοηςικά». ΢ϋμτχμα με ςξμ Pastor

κ.ά.,

«η

καςαμϊηρη

ςηπ

λειςξσογίαπ

ασςξϋ

ςξσ

διεσοσμέμξσ

μξςίβξσ

[αλληλεπιδοάρεχμ] και η διαςϋπχρη ποξςάρεχμ για ςξ πόπ μπξοεί η πεοιβαλλξμςική πξλιςική ρε βάθξπ υοϊμξσ μα ελαυιρςξπξιήρει ςξσπ κιμδϋμξσπ πξσ ποξκαλξϋμ [παοϊμξιεπ] διατξοξπξιήρειπ, θα απξςελξϋρε ρημαμςική ρσμβξλή ρςξ δημϊριξ διάλξγξ» (Pastor κ.ά., 2006:40). Τπϊ ςημ έμμξια ασςή και ρε ϊ,ςι ατξοά ςη διαρϋμδερη ςηπ Πεοιβαλλξμςικήπ Δικαιξρϋμηπ με ζηςήμαςα ϊπχπ η τσλή, ςξ ειρϊδημα και άλλα κξιμχμικά υαοακςηοιρςικά, η αμάλσρη ςηπ πεοίπςχρηπ ςξσ Αγοξϋ είμαι ιδιαίςεοα διατχςιρςική. Καμβάμξμςαπ σπ' ϊφη ςα παοαπάμχ επιυειοήμαςα, επιρημαίμξσμε ϊςι αμεναοςήςχπ ςχμ αλλαγόμ πξσ ςελικά επέτεοε ξ Αγοϊπ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ –είςε ξι ρσμθήκεπ ρςιπ πεοιβάλλξσρεπ γειςξμιέπ υειοξςέοεφαμ, είςε παοέμειμαμ ίδιεπ, είςε βελςιόθηκαμ ρημαμςικά απϊ ςη ρςιγμή δημιξσογίαπ ςξσ Αγοξϋ ςξ 1992 και μέυοι ςξ 2006– αμαπςϋυθηκε ρε κάθε πεοίπςχρη μια ξσριαρςική επιυειοημαςξλξγία, η ξπξία ερςιάζξμςαπ ρςημ πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη και έμαμ ηθικϊ πξλεξδξμικϊ ρυεδιαρμϊ, θα ϊτειλε μα απξςελεί επαοκή δικαιξλξγία για ςημ Πξλιςεία, όρςε μα απξςοαπεί η καςάογηρή ςξσ. Έςρι, η πϊλη βοέθηκε μποξρςά ρε έμα ηθικϊ δίλημμα. Δάμ ςξ 2006, 14 υοϊμια μεςά ςη δημιξσογία ςξσ Αγοξϋ, ξι ρσμθήκεπ πεοιβαλλξμςικόμ αμιρξςήςχμ είυαμ επιδειμχθεί, παοέμειμαμ ίδιεπ ή είυαμ βελςιχθεί ρημαμςικά, ςϊςε η λξγική ςηπ Πξλιςείαπ ςξ 1992 βάρει ςηπ ξπξίαπ παοαυχοήθηκε γη ρςημ κξιμϊςηςα – έςρι όρςε μα βελςιχθξϋμ ξι ρσμθήκεπ πξσ επικοαςξϋραμ ρςιπ γειςξμιέπ μεςά ςιπ αμαςαοαυέπ, όρςε μα σπάονει επαμϊοθχρη χπ ποξπ ςα ζηςήμαςα πεοιβαλλξμςικόμ αμιρξςήςχμ και μα βελςιχθξϋμ ξι ρυέρειπ ςηπ Πξλιςείαπ με ςημ κξιμϊςηςα – ενακξλξσθξϋρε μα βοίρκεςαι ρε ιρυϋ. Έςρι, η απξγϋμμχρη ςηπ κξιμϊςηςαπ απϊ ςξμ Αγοϊ θα απξςελξϋρε μια ηθικά αμτίβξλη ποάνη. Δάμ απϊ ςημ άλλη, ξι ρσμθήκεπ πεοιβαλλξμςικήπ ιρϊςηςαπ ρςημ κξιμϊςηςα ασςή, είυαμ ϊμςχπ βελςιχθεί επαοκόπ απϊ ςξ 2006 και μεςά και ετϊρξμ η ϋπαονη ςξσ Ιξιμξςικξϋ Αγοξϋ απξδεικμσϊςαμ ϊςι έυει ρσμειρτέοει θεςικά (ϊπχπ 16


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ποάγμαςι ρσμέβη και ϊπχπ ενηγείςαι παοακάςχ), ςϊςε η Πξλιςεία μέρχ ςηπ καςαμξμήπ γηπ για αγοξςική

υοήρη είυε επιςϋυει μα απξκαςαρςήρει

έρςχ και μεοικόπ

πεοιβαλλξμςικέπ αμιρϊςηςεπ εμςϊπ ςηπ κξιμϊςηςαπ. Παοϊμξιεπ ρσμθήκεπ θα έποεπε μα έυξσμ απξθαοοϋμει ςημ Πξλιςεία απϊ ςημ καςάογηρη ςξσ Αγοξϋ, έςρι όρςε μα μημ σπάονει απόλεια ςχμ βελςιόρεχμ πξσ βίχμε η κξιμϊςηςα ςϊρξ ρε τσρικϊ επίπεδξ, ϊρξ και ρε επίπεδξ πξιϊςηςαπ ζχήπ. Οι Δπιπςώρειπ ςχμ Ιξιμξςικώμ Ιήπχμ ρςη Βελςίχρη ςηπ Υσρικήπ Ιαςάρςαρηπ και ςχμ ΢σμθηκώμ Πξιόςηςαπ Εχήπ Σα ακϊλξσθα σπξπαοαοςήμαςα παοέυξσμ ρςξιυεία χπ ποξπ ςα πξλσδιάρςαςα χτέλη ςχμ κξιμξςικόμ κήπχμ ρε ϊ,ςι ατξοά ςιπ τσρικέπ ρσμθήκεπ πξσ διαμξοτόμξσμ, αλλά και ςξ επίπεδξ ρςημ πξιϊςηςα ζχήπ ςχμ καςξίκχμ, ενηγόμςαπ με πξιϊ ςοϊπξ ξ Αγοϊπ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιέμςοξσ νεπέοαρε ςξ μέρξ ϊοξ απϊδξρηπ ςχμ κξιμξςικόμ κήπχμ ςξσ Μϊςιξσ Κξπ Άμςζελεπ. Παοϊλα ασςά, μέυοι ποϊρταςα η γμόρη χπ ποξπ ςιπ επιπςόρειπ ςχμ κξιμξςικόμ κήπχμ ρςιπ ςοιγϋοχ γειςξμιέπ ήςαμ πεοιξοιρμέμη και βαριζϊςαμ κσοίχπ ρε πξιξςικέπ παοαςηοήρειπ. Βάρει ςχμ ρςξιυείχμ για ςξμ Αγοϊ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιέμςοξσ, ϊπχπ αμακϋπςξσμ απϊ πξιξςικέπ έοεσμεπ επί ςξσ πεδίξσ, ξι κήπξι ασνάμξσμ ςημ ανία ςχμ παοακείμεμχμ ιδιξκςηριόμ γηπ, επιδοξϋμ καςαλσςικά ρςημ αμαγέμμηρη ςχμ γειςξμιόμ, ρςαθεοξπξιόμςαπ ςιπ και απξςελόμςαπ μια τθημή εμαλλακςική λϋρη ρε ρϋγκοιρη με ςα δημϊρια πάοκα, εμθαοοϋμξμςαπ ςημ ξογάμχρη και ςη διαδικςϋχρη ςχμ μελόμ ςηπ κξιμϊςηςαπ, ποξρτέοξμςαπ ποϊρβαρη ρε τοέρκα ςοϊτιμα ρςιπ πεοιξυέπ εκείμεπ πξσ δε διαθέςξσμ ποϊρβαρη ρε παμςξπχλεία, αλλά και εσκαιοίεπ για άρκηρη και θεοαπεία ρςξσπ καςξίκξσπ ςχμ αμάλξγχμ πεοιξυόμ (Been & Voicu, 2006:3). Άλλεπ μαοςσοίεπ και έοεσμεπ καςαγοάτξσμ αμάμερα ρςα χτέλη ςη μείχρη ςηπ εγκλημαςικϊςηςαπ (Kuo & Sullivan, 2001), καλϋςεοη ρσμςήοηρη ςχμ σπαουϊμςχμ ιδιξκςηριόμ αλλά και αϋνηρη ςηπ ανίαπ ςξσπ, μείχρη ςχμ εγκαςαλειμμέμχμ κςιοίχμ, μεγαλϋςεοα πξρξρςά ιδιϊκςηςχμ καςξικιόμ, εμαλλακςικέπ υοήρειπ ςχμ αμξιυςόμ υόοχμ, ςημ ενσγίαμρη εγκαςελειμέμχμ εκςάρεχμ με ιρςξοικϊ ποξηγξϋμεμηπ βιξμηυαμικήπ υοήρηπ11, ςημ αμάπςσνη ηγεςικόμ και ςευμικόμ δενιξςήςχμ, ςξμ καθαοιρμϊ ςξσ αέοα, ςξμ έλεγυξ ςξσ θξοϋβξσ και ςηπ θεομξκοαρίαπ, ςη δημιξσογία τσρικόμ ξικξςϊπχμ μέρχ ςηπ αμάπςσνηπ και ρσμςήοηρηπ ςηπ παμίδαπ και ςηπ υλχοίδαπ, ςη βελςίχρη ςηπ αίρθηρηπ ςηπ ςξσ αμήκειπ ρςημ κξιμϊςηςα και ςξμ ςϊπξ (Tranel & Handlin, 2006). Ποϊρταςα, σπήοναμ αοκεςέπ πξρξςικέπ έοεσμεπ ξι ξπξίεπ έοιναμ τχπ ρςξ θέμα, 17


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ποξρτέοξμςαπ επαοκή καθξδήγηρη ρε ασςέπ ςιπ ποξρπάθειεπ άρκηρηπ δημϊριαπ πξλιςικήπ (Been & Voicu, 2006/ Tranel & Handlin, 2006). Οι Been και Voicu σλξπξίηραμ μια έοεσμα η ξπξία καθιρςά ξοαςέπ ςιπ ειδικέπ επιδοάρειπ 636 κξιμξςικόμ κήπχμ χπ ποξπ άλλεπ αλλαγέπ υοήρηπ, πξσ ατξοξϋμ γειςξμιέπ και ιδιξκςηρίεπ ςηπ Μέαπ Τϊοκηπ καςά ςξ διάρςημα αοκεςόμ δεκαεςιόμ (απϊ ςξ 1977 μέυοι και ςη δεκαεςία ςξσ 2000), καςαλήγξμςαπ ϊςι ―η ίδοσρη εμϊπ κξιμξςικξϋ κήπξσ παοξσριάζει ρςαςιρςικά ασνημέμη θεςική επίδοαρη ρε καςξικημέμεπ εκςάρειπ πξσ βοίρκξμςαι ρε ακςίμα 300 πεοίπξσ μέςοχμ απϊ ςξμ κήπξ, εμό η επίδοαρη ασςή ασνάμεςαι με ςξ υοϊμξ‖ και επιπλέξμ ―ξι κήπξι επιδοξϋμ με ςξμ εμςξμϊςεοξ ςοϊπξ ρςιπ πιξ σπξβαθμιρμέμεπ γειςξμιέπ‖ (2006:2). ΢ημαμςικϊ επίρηπ είμαι ϊςι σπξλξγίζξσμ ϊςι ―ςα [ρσμξλικά] χτέλη πξσ ποξκϋπςξσμ εμςϊπ ςηπ ακςίμαπ ςχμ 300 μέςοχμ [γϋοχ δηλαδή απϊ ςξσπ κξιμξςικξϋ κήπξσπ] αμέουξμςαι ρε έμα ρσμξλικϊ πξρϊ εμάμιρη διρεκαςξμμσοίξσ δξλαοίχμ (με βάρη σπξλξγιρμξϋπ ςξσ 2003) ή ρςξ πξρϊ ςχμ 2,3 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ αμά κήπξ‖, λαμβάμξμςαπ καμείπ σπ' ϊφη απξκλειρςικά ςιπ ποξρασνήρειπ ςχμ ποόςχμ 5 εςόμ απϊ ςη δημιξσογία εμϊπ κήπξσ (2006:28). ΢ε ϊ,ςι ατξοά ειδικϊςεοα ςα χτέλη απϊ ςξσπ τϊοξσπ, ξοίζξσμ οηςά ϊςι: Τξ ρύμξλξ ςχμ κήπχμ, καςά ςη διάοκεια ςηπ ςελεσςαίαπ εικξραεςίαπ ςξσλάυιρςξμ, ποξρτέοει ρςημ Πξλιςεία [ςηπ Νέαπ Υόοκηπ] σπό ςη μξοτή ακαθάοιρςχμ ερόδχμ από τόοξσπ ςξ πξρό ςχμ πεοίπξσ 563 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ. Δάμ σπξθέςαμε όςι ξι ςξπικέπ αουέπ επέλεγαμ μα επιυξοηγήρξσμ πλήοχπ ςξσπ κήπξσπ (κάςι πξσ δεμ ρσμέβη), η ρσμξλική επέμδσρη ςηπ Πξλιςείαπ θα αμέουξμςαμ ρςξ πξρό ςχμ 83,5 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ πεοίπξσ. Έςρι, ςα σπξλξγιζόμεμα καθαοά έρξδα από τόοξσπ θα παοείυαμ έμα άοθοξιρμα 480 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ ή αμά κήπξ ςξ πξρό ςχμ 750 υιλιάδχμ δξλαοίχμ καςά ςξ παοαπάμχ διάρςημα (2006:28).

΢σμπληοχμαςικά, η παοξσρία ποαρίμξσ ρε μια πεοιξυή επιδοά απξδεδειγμέμα ρςημ άμξδξ ςχμ ςιμόμ ακίμηςηπ πεοιξσρίαπ. Για παοάδειγμα, η επίδοαρη ςηπ παοξσρίαπ ποαρίμξσ ρςημ πόληρη ρπιςιόμ ρε γειςξμιέπ ρςξ κέμςοξ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, δίυχπ ςημ ϋπαονη παοακείμεμξσ πάοκξσ, απξκάλσφε ϊςι ρε διάρςημα 18 μημόμ ―καθόπ ςξ ποάριμξ ασναμϊςαμ καςά 11% (ςξ ξπξίξ αμαλξγεί ρςξ έμα ςοίςξ εμϊπ κήπξσ ή πάοκξσ έκςαρηπ 4.047 ςεςοαγχμικόμ μέςοχμ) ρε ακςίμα 60-150 μέςοχμ απϊ ςξ ρπίςι η ςιμή πόληρήπ ςξσ ασνάμεςαι επίρηπ καςά 1,5% πεοίπξσ‖ (Pincetl, Wolch, Wilson & Longcore, 2003 ϊπχπ παοαςίθεμςαι ρςξ έογξ ςχμ Been & Voicu, 2006:6-7). Σα εσοήμαςα ρςξ Κξπ Άμςζελεπ εμαομξμίζξμςαι με ασςά πξσ ποξκϋπςξσμ απϊ ςημ έοεσμα ςχμ Been & Voicu για ςξσπ κξιμξςικξϋπ κήπξσπ ςηπ Μέαπ Τϊοκηπ, ϊπξσ ξι ςελεσςαίξι ϊυι μϊμξ εμδέυεςαι ―μα παοέυξσμ ρημαμςικά και παοαςεςαμέμα χτέλη για ςξσπ καςξίκξσπ τςχυόμ ρσμξικιόμ‖, 18


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

αλλά

επίρηπ

―5

υοϊμια

μεςά

ςη

δημιξσογία

εμϊπ

κήπξσ

ςα

απξςελέρμαςα

πξλλαπλαριάζξμςαι: ςξ 9,5% απξδίδει 8.405 δξλάοια‖ ρε ιδιξκςηρίεπ πξσ γειςξμεϋξσμ με κήπξσπ, εάμ ρσγκοιθξϋμ με ϊρεπ βοίρκξμςαι εκςϊπ ςηπ ακςίμαπ ςχμ 1000 πξδιόμ (ρελ. 23 ςχμ παοαπάμχ). Οι Tranel και Handlin (2006:151) υοηριμξπξιξϋμ ρςξιυεία ςχμ απξγοατόμ ςξσ 1990 και 2000, καθόπ και έμα ρϋρςημα γεχυχοικόμ δεδξμέμχμ12 για ακςίμα 3 ςεςοαγόμχμ γϋοχ απϊ 53 κξιμξςικξϋπ κήπξσπ ρςξ ΢εμ Κξϋιπ, καςαλήγξμςαπ ϊςι ―η Δπιτάμεια Δπιοοξήπ ςχμ Ιήπχμ βελςιόμει ςημ πξιϊςηςα ζχήπ ςχμ καςξίκχμ και ςιπ ρσμθήκεπ πξσ επικοαςξϋμ ρςιπ γειςξμιέπ‖. Λε ςημ έοεσμά ςξσπ απέδειναμ ϊςι ―ρςιπ Δπιτάμειεπ Δπιοοξήπ ςχμ Ιήπχμ και ρε διάοκεια μίαπ δεκαεςίαπ απϊ ςξ 1990, ξ πληθσρμϊπ παοέμειμε ρςαθεοϊςεοξπ, ςα πξρξρςά ιδιξκςηρίαπ καςξικιόμ ασνήθηκαμ καςά 50%, εμό διαςηοήθηκε έμα σφηλϊςεοξ πξρξρςϊ καςξίκχμ πξσ παοέμειμαμ ρςημ πεοιξυή αοκεςά όρςε μα απξπληοόρξσμ ςιπ σπξθήκεπ ςξσπ‖ (ϊ.π., ρελ. 164). Ιαι ποξςείμξσμ: Η αμάπςσνη μιαπ κξιμόςηςαπ μέρχ ςηπ αμάπςσνηπ κξιμξςικώμ κήπχμ ταίμεςαι μα αμςαπξκοίμεςαι ρε δξμικά ποξβλήμαςα πξσ παοξσριάζξμςαι καςά ςη διάοκεια ποξγοαμμάςχμ επαμάπςσνηπ, ςα ξπξία παοαςηοήθηκαμ ποιμ μία εικξραεςία από ςξμ Meehan. Δεμ ποόκειςαι για επεμδύρειπ διάυσρηπ ςξσ πλξύςξσ ποξπ ςα κάςχ μέρχ ξικξδξμικήπ αμάπςσνηπ σφηλξύ κόρςξσπ, αλλά ποξγοάμμαςα άμερηπ επέμδσρηπ ρςιπ γειςξμιέπ, όπξσ ξι ςελεσςαίεπ ατξοξύμ ςόρξ ςημ αμάπςσνη όρξ και ςη τσρική βελςίχρη ςχμ ρσμθηκώμ ρςιπ γειςξμιέπ (ό.π., ρελ. 164-165).

Σα εσοήμαςα ςηπ Αγοξςικήπ Απξγοατήπ ςξσ 2002 ποξρθέςξσμ επιπλέξμ ρημαρία ρςιπ παοαπάμχ μελέςεπ, ςα ξπξία απξκαλϋπςξσμ καςά ςιπ ςελεσςαίεπ δεκαεςίεπ μία ασναμϊμεμη ςάρη ρε ϊ,ςι ατξοά αγοξϋπ μεςαμαρςόμ ή αρςικξϋπ αγοξϋπ πξσ βαρίζξμςαι ρςημ εογαρία ςχμ μεςαμαρςόμ (Gottlieb, 2006b & Ομάδα Δογαρίαπ ςηπ Γεοξσρίαπ, 1992), εμό πιξ ποϊρταςεπ μελέςεπ απξκαλϋπςξσμ ϊςι ξι Καςιμξαμεοικάμξι13 αμςιμεςχπίζξσμ μεγαλϋςεοξ κίμδσμξ μα πειμάρξσμ απ' ϊςι άλλεπ εθμικϊςηςεπ ςηπ επαουίαπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ (Παμεπιρςήμιξ ςηπ Ιαλιτϊομια, Κξπ Άμςζελεπ, 2004). ΢σμξλικά, ξι μελέςεπ ασςέπ αματέοξμςαι ρςξσπ αρςικξϋπ αγοξϋπ και ρςιπ δσμαςϊςηςεπ πξσ ποξρτέοξσμ ξι καλλιέογειεπ για απξδξςικέπ ρε κϊρςξπ λϋρειπ μίαπ πληθόοαπ ποξκλήρεχμ πξσ καλξϋμςαι μα αμςιμεςχπίρξσμ ρήμεοα ςα σπξβαθμιρμέμα τςχυά κέμςοα ςχμ πϊλεχμ, πξσ ρσυμά καςξικξϋμςαι απϊ κξιμϊςηςεπ μειξμξςήςχμ (βλ. Saldivar-Tanaka & Krasny). Βελςιώρειπ ςηπ Υσρικήπ Ιαςάρςαρηπ και ςηπ Πξιόςηςαπ Εχήπ ρςξ Μόςιξ Κξπ Άμςζελεπ χπ Απξςέλερμα ςηπ Ύπαονηπ ςξσ Αγοξύ ςχμ Μόςιχμ ΢σμξικιώμ ςξσ Ιέμςοξσ 19


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Αμ ξ Ιξιμξςικϊπ Αγοϊπ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιέμςοξσ παοαυχοήθηκε ςξ 1992 πεοίπξσ ρςημ κξιμϊςηςα ςξσ Μϊςιξσ Κξπ Άμςζελεπ ποξκειμέμξσ η πεοιξυή μα απξζημιχθεί για ςημ πεοιβαλλξμςική σπξβάθμιρη πξσ στίρςαςξ, ςι άλλανε ςξ 2006; Δμό ξ αγοϊπ αμςαπξκοίμξμςαμ ρςξμ κϋοιξ ρςϊυξ ςξσ, θοέτξμςαπ ςιπ ξικξγέμειεπ ςχμ καλλιεογηςόμ, ξ ιρυσοιρμϊπ ςχμ Tranel & Hardlin βάρει ςξσ ξπξίξσ ξι

αρςικέπ καλλιέογειεπ

διαδοαμαςίζξσμ ρημαμςικϊ οϊλξ ρςη βελςίχρη ςηπ πξιϊςηςαπ ζχήπ ςχμ καςξίκχμ επιβεβαιόθηκε απϊ ςη μελέςη για ςξμ Αγοϊ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιέμςοξσ. Δδό, πέοα απϊ ςημ άμβλσμρη ςξσ κιμδϋμξσ ςηπ πείμαπ, ξ Αγοϊπ παοείυε έμα απαοαίςηςξ πεδίξ για κξιμξςική αμάπςσνη μιαπ διαοκόπ μεςαλλαρϊμεμηπ εθμικήπ γεχγοατίαπ ή αλλιόπ 'εθμξγοατίαπ'14, η ξπξία ρε άλλη πεοίπςχρη δεμ θα έβοιρκε ςημ παοαμικοή διένξδξ ρε ασςή ςη ρςέοτα βιξμηυαμική πεοιξυή. Ο αγοϊπ παοείυε ςξ μέρξ διαςήοηρηπ και αμαγέμμηρηπ

ςχμ

κξιμξςικόμ

παοαδϊρεχμ

ρε

ϊ,ςι

ατξοά

καλλιέογειεπ

και

κληοξμξμξϋμεμξσπ ρπϊοξσπ -ρςοαςηγικέπ επιβίχρηπ ςχμ πξλιςιρμόμ ςχμ ασςξυθϊμχμ δηλαδή, πξσ ςξσπ ρςήοιναμ καςά ςη διάοκεια πέμςε αιόμχμ τσρικήπ και πξλιςιρμικήπ εκμεςάλλεσρηπ- αλλά και ςιπ ικαμϊςηςεπ ςχμ καλλιεογηςόμ μα μεςατέοξσμ ςιπ ζχμςαμέπ ασςέπ παοαδϊρειπ ρςα παιδιά ςξσπ – πξλλξί απ' ασςξϋπ ―μπξοξϋραμ μα ξμξμάρξσμ κάθε τσςϊ ρε μία απϊ ςιπ γλόρρεπ ςχμ ασςξυθϊμχμ, ρςα αγγλικά και ςα ιρπαμικά‖ (Radford & Santos, 2006). Για ςξσπ μέξσπ απξςέλερε μια εμαλλακςική λϋρη έμαμςι ςχμ ρσμμξοιόμ και ςχμ μαοκχςικόμ, για ςξσπ ηλικιχμέμξσπ έμα υόοξ ϊπξσ θα μπξοξϋραμ μα ρσμβάλξσμ με ξσριαρςικϊ ςοϊπξ ρςημ κξιμϊςηςα. Ζ επίρημη διαδικαρία λήφηπ απξτάρεχμ ρςημ κξιμϊςηςα –ξ ρυεδιαρμϊπ, η ποξρέγγιρη ςχμ πξλιςικόμ, η παοξσρία ρςξ Δημαουείξ– μεςέςοεφε ςξμ Αγοϊ ρε έμα «εογαρςήοιξ δημξκοαςίαπ» (Kuipers, 2005), ποξρτέοξμςαπ ρημαμςικά εογαλεία ρςξσπ μεςέυξμςεπ και ςιπ μεςέυξσρεπ, ςα ξπξία ενακξλξσθξϋμ μα εταομϊζξμςαι μέυοι ρήμεοα, ρςξ ρσμευιζϊμεμξ αγόμα για επαμάκςηρη ςξσ υόοξσ και ςημ ποξόθηρη ςχμ διεσοσμέμχμ επιδιόνεχμ ςξσ κιμήμαςξπ για Πεοιβαλλξμςική Δικαιξρϋμη ρςημ πεοιξυή. Όπχπ ρυξλίαρε η Rufina Juárez, εκλεγμέμη εκποϊρχπξπ ςξσ Αγοξϋ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ, «σπάουξσμ εδό ξικξγέμειεπ πξσ δεμ είυαμ ρσμμεςάρυει ρςξ παοαμικοϊ με ρσγκεκοιμέμξ οϊλξ και ςόοα γμχοίζξσμ πόπ μα απεσθσμθξϋμ ρςξ Δημξςικϊ ΢σμβξϋλιξ, νέοξσμ πξιξι είμαι ξι εκποϊρχπξί ςξσπ» (παοάθερη ρςη Hoffman, 2006). Ιαςά ρσμέπεια, [ξ Αγοϊπ] απξςέλερε έμα τσρικϊ, κξιμχμικϊ, ξικξμξμικϊ και πξλιςιρςικϊ ςϊπξ αμςαλλαγήπ απϊφεχμ, ξ ξπξίξπ επέςοεφε ρςα μέλη ςηπ κξιμϊςηςαπ μα καςαμξήρξσμ ςη δσμαμική ςξσπ χπ άςξμα και χπ ρσλλξγικϊςηςα. 20


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Πέοα απϊ ςα χτέλη πξσ παοείυε ρςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ ξ Αγοϊπ, για άλλξσπ/άλλεπ είυε επίρηπ ςεοάρςια εκπαιδεσςική ανία. Ακϊμα και μεςά ςημ καςαρςοξτή ςξσ, ςξμ Θξϋλιξ ςξσ 2006, ενακξλξϋθηρε μα παοέυει πξλϋςιμεπ βάρειπ για θεχοηςικϊ αμαρςξυαρμϊ, για εμπειοικέπ δξκιμέπ, για πξλιςικέπ αμαλϋρειπ και για ςη διαμϊοτχρη ποξςάρεχμ ρε τξιςηςέπ και εοεσμηςέπ πξσ εμδιατέοξμςαι για θέμαςα εκπϊμηρηπ πξλιςικήπ χπ ποξπ ςα κξιμχμικά ζηςήμαςα και ςημ σγεία, ςημ κξιμχμική εογαρία, ςξμ αρςικϊ πξλεξδξμικϊ ρυεδιαρμϊ, ςημ κξιμξςική και ξικξμξμική αμάπςσνη, ςιπ αρςικέπ ρπξσδέπ, ςημ πξλιςιρμική κξιμχμιξλξγία και αμθοχπξλξγία, καθόπ και ςιπ ρπξσδέπ πξσ ποξραμαςξλίζξμςαι ρςξσπ/ρςιπ Καςιμϊτχμξσπ, ςη Καςιμική Αμεοική και ςημ Αμεοικάμικη κξσλςξϋοα15.

Ζ ΑΜΟΔΟ΢ ΙΑΘ Ζ ΠΣΩ΢Ζ ΔΜΟ΢ Α΢ΣΘΙΟΤ ΑΓΡΟΤ Σα Μξμικά Διλήμμαςα Έυξμςαπ παοέυει έμα αμαλσςικϊ πλαίριξ ενέςαρηπ ςηπ πεοίπςχρηπ, ρςξ ςμήμα ασςϊ ενεςάζεςαι η πξλιςική και μξμική ιρςξοία ςηπ πεοιξυήπ ςξσ Αγοξϋ, εμςξπίζξμςαπ ςξσπ βαρικϊςεοξσπ εμπλεκϊμεμξσπ επεμδσςέπ. Ο υόοξπ απξκςήθηκε ρςα μέρα ςηπ 10εςίαπ ςξσ 1980 απϊ ςημ πϊλη ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, αρκόμςαπ ςξ δικαίχμα απαλλξςοίχρηπ έμαμςι ςηπ Δςαιοίαπ Δπεμδϋρεχμ Alameda-Barbara Investment Company (ABIC) — ρςημ ξπξία μεγαλϋςεοξπ επεμδσςήπ ήςαμ ξ δικηγϊοξπ, ειδικεσμέμξπ ρςα κςημαςξμεριςικά, Ralph Horowitz — ποξκειμέμξσ μα καςαρκεσαρςεί έμα απξςετοχςήοιξ απξοοιμάςχμ. Σα μέλη ςηπ κξιμϊςηςαπ αμςιςάυθηκαμ ρςημ ποξξπςική ασςή και δημιξϋογηραμ μια μη κεοδξρκξπική ξογάμχρη σπϊ ςξμ ςίςλξ Αμηρσυξϋμςεπ Πξλίςεπ ςχμ Μξςίχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ (CCSCLA), απαιςόμςαπ δημϊριεπ ακοξαμαςικέπ διαδικαρίεπ και ανιξλϊγηρη ςχμ εμδευϊμεμχμ πεοιβαλλξμςικόμ επιπςόρεχμ ςξσ έογξσ. Σξ 1987, ςξ Δημξςικϊ ΢σμβξϋλιξ και ξ ςϊςε δήμαουξπ Thomas Bradley ρσμτόμηραμ ρςημ εγκαςάλειφη ασςξϋ ςξσ ρυεδίξσ, καθόπ ςα ρςξιυεία ρσμηγξοξϋραμ ρςημ εκδξυή πεοιβαλλξμςικήπ αδικίαπ, λϊγχ ςηπ άμιρηπ διαρπξοάπ παοϊμξιχμ σπξδξμόμ εμςϊπ ςηπ επικοάςειαπ δικαιξδξρίαπ ςξσπ. ΢ςη ρσμέυεια, καςά ςη διάοκεια ςχμ πξλιςικόμ αμαςαοαυόμ ςξσ 1992, πσοπξλήθηκαμ πξλλά απϊ ςα καςαρςήμαςα ςοξτίμχμ και λιαμικόμ πχλήρεχμ ρςιπ γειςξμιέπ, γεγξμϊπ πξσ ξδήγηρε ρε ρςέοηρη ειδόμ ποόςηπ αμάγκηπ ρςημ πεοιξυή. Σξ Τπξσογείξ Γεχογίαπ και ξ Οογαμιρμϊπ Αμξικξδϊμηρηπ ςξσ Κξπ 21


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Άμςζελεπ, ποξκειμέμξσ μα αμβλϋμξσμ ςημ αμεπάοκεια ρε πϊοξσπ και εσκαιοίεπ για αμάπςσνη, αμακξίμχραμ ρυέδια για παοξυή έχπ $2.75 διρ. δξλαοίχμ ρε αμςιρςαθμιρςικέπ επεμδϋρειπ κεταλαίχμ, όρςε μα δημιξσογηθξϋμ και μα ρσμςηοηθξϋμ αρςικξί αγοξί, καθόπ επίρηπ και μα παοαρυεθεί επαγγελμαςική εκπαίδεσρη (Weinstein, 1992). Ζ πεοιξυή αμάμερα ρςημ 41η Οδϊ και ςημ Οδϊ Alameda, απξςέλερε έμα απϊ ςα 10 ρυεςικά έογα πξσ ποξξοίζξμςαμ για ξλϊκληοξ ςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ (Feldman, 1993). Ζ παοαυόοηρη υοήρηπ γηπ ρςημ κξιμϊςηςα ςξ 1992, απξςέλερε μία κξιμχμικά θεμελιχμέμη ποξρέγγιρη ιδιαίςεοα κοίριμη χπ ποξπ ςημ επιυειοημαςξλξγία σπέο ςξσ αγοξϋ, η ξπξία παοξσριάζεςαι ρ’ ασςϊ ςξ άοθοξ. ΢ςξ μεςανϋ, η πϊλη δοαρςηοιξπξιξϋμςαμ ρςη διαςήοηρη επιλεγμέμχμ επεμδϋρεχμ σφηλξϋ οίρκξσ ρςιπ πεοιξυέπ εκείμεπ πξσ λϊγχ ςχμ επιυξοηγήρεχμ θεχοξϋμςαμ επικεοδείπ.

Ζ

Σοξυιά

ςηπ Alameda

μια

ριδηοξδοξμική

γοαμμή

μεςατξοάπ

εμπξοεσμάςχμ πξσ νεκιμά απϊ ςξ λιμάμι ςξσ Κξπ Άμςζελεπ και διεουϊμεμξπ μέρχ ςξσ Μξςίξσ Κξπ Άμςζελεπ καςαλήγει ρςημ πϊλη ςξσ Βέομξμ – απξςελεί έμα απϊ ασςά ςα έογα, ρςξ ξπξίξ η Πϊλη ςξσ Κξπ Άμςζελεπ επέμδσρε ςξ πξρϊ ςχμ 2.4 διρεκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ καςά ςη διάοκεια ςηπ δεκαεςίαπ ςξσ '90, ασνάμξμςαπ ρημαμςικά ςημ αμςαλλακςική ανία ςξσ Αγοξϋ επί ςχμ ξδόμ 41 και Alameda. Λε ςη απξμάκοσμρη ϊμχπ ςχμ επεμδσςικόμ κεταλαίχμ απϊ ςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ και ςημ παοάλληλη διξυέςεσρη ςχμ κσβεομηςικόμ υοημαςξδξςήρεχμ ρε βιξμηυαμικά και καςαρκεσαρςικά έογα «απξκαςάρςαρηπ», ξι γειςξμιέπ καςξικίαπ ατέθηκαμ ρε έμα καθερςόπ εοήμχρηπ. Για παοάδειγμα, ποιμ απϊ ςημ ενέγεορη ςξσ 1992, ςα ρυέδια για ςξ υόοξ ασςϊ πεοιλάμβαμαμ ακίμηςα για αρςικέπ καςξικίεπ ποξξοιρμέμεπ για υαμηλά ειρξδήμαςα. Αμςίθεςα, η πξλιςεία ςξ 1994 απξτάριρε μα πξσλήρει ςη γη ρςξμ Οογαμιρμϊ Κιμέμξπ για ςημ καςαρκεσή ςηπ ΢ιδηοξδοξμικήπ Σοξυιάπ Alameda για 13,3 εκαςξμμϋοια δξλάοια, πεοίπξσ ςξ διπλάριξ ςξσ πξρξϋ πξσ είυε ποξςαθεί ρςξσπ εογξλάβξσπ τθημόμ καςξικιόμ και ςξ ςοιπλάριξ ςξσ πξρξϋ πξσ είυε πληοόρει η πϊλη ρςημ ABIC. Σξ 1995, η ABIC –γμχρςή πλέξμ χπ Δςαιοεία Δπεμδϋρεχμ Libaw-Horowitz (LHIC)– ενέτοαρε αμαμεχμέμξ εμδιατέοξμ για ςξ πεοιξσριακϊ ασςϊ ρςξιυείξ και μϊλιπ έμα υοϊμξ αογϊςεοα, η πϊλη και η LHIC καθϊοιραμ χπ πξρϊ πόληρηπ ςα 5,2 εκαςξμμϋοια δξλάοια. Όμχπ, η πόληρη δεμ ποαγμαςξπξιήθηκε, γιαςί η ποϊςαρή ςηπ δεμ έγιμε απξδεκςή απϊ ςξ Δημξςικϊ ΢σμβξϋλιξ (Hecht, 2006). Δπιπλέξμ, η γη ςόοα πια αμήκε ρςξμ Οογαμιρμϊ Κιμέμξπ, μία αμενάοςηςη εςαιοεία, και ϊυι ρςημ πϊλη. Σξ 2002, μεςά απϊ ςημ πάοξδξ 6 υοϊμχμ, ξ Horowitz καςέθερε μήμσρη για ςημ πόληρη ρςξμ Οογαμιρμϊ Κιμέμξπ, με ςξ 22


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

επιυείοημα ϊςι αθεςήθηκε η ρσμτχμία και σπήονε παοαβίαρη ςξσ δικαιόμαςϊπ ςξσ για ποξςεοαιϊςηςα ρε πεοίπςχρη αγξοαπχληρίαπ, για ςξ δικαίχμά ςξσ δηλαδή μα επαμαγξοάρει ςη γη ατξϋ δεμ θα υοηριμξπξιξϋμςαμ ϊπχπ είυε ποξςαθεί χπ «δημϊριξ αγαθϊ», ϊςαμ απαλλξςοιόθηκε καςά ςη δεκαεςία ςξσ 1980 – για ςημ απξςέτοχρη απξοοιμάςχμ δηλαδή. Δμςξϋςξιπ, εμό η ρσμτχμία αγξοάπ με ςξμ Horowitz είυε σπξγοατεί, ξι ϊοξι ςηπ ρσμτχμίαπ εναοςόμςαμ απϊ ςημ απξδξυή ςξσ Δημξςικξϋ ΢σμβξσλίξσ. Δπιπλέξμ, ακϊμα κι αμ σπήουε έγκοιρη, ξ Horowitz είυε μϊμξ ςξ δικαίχμα μα διαποαγμαςεσθεί και μα κάμει μια ποξρτξοά (Stormer, 2006). Ο ποϊεδοξπ ςξσ δικαρςηοίξσ ςηπ σπϊθερηπ ασςήπ εμάμςια ρςξμ Horowitz έβγαλε αομηςικϊ πϊοιρμα ςοειπ τξοέπ. Σελικά, ςξμ Θξϋμιξ ςξσ 2003, σπήονε ενχδικαρςική διεσθέςηρη μεςανϋ ςξσ Horowitz και ςξσ Διραγγελέα ςηπ Πϊληπ Rocky Delgadillo, για ςξ πξρϊ ςχμ 5,05 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ ή πεοίπξσ ςξσ πξρξϋ ανίαπ ςηπ γηπ καςά ςημ πεοίξδξ άρκηρηπ ςξσ δικαιόμαςξπ απαλλξςοίχρηπ εκ μέοξσπ ςξσ δημξρίξσ ρςα ςέλη ςηπ δεκαεςίαπ ςξσ 1980, πεοίπξσ δσξ δεκαεςίεπ ποιμ, και ρίγξσοα ποξςξϋ ξλξκληοχθεί ςξ έογξ για ςη ΢ιδηοξδοξμική Σοξυιά Alameda, ξπϊςε η επίδοαρή ςηπ έγιμε αιρθηςή ρςξ ρςεγαρςικϊ ςξμέα (Kuipers, 2005). Παοά ςιπ έμςξμεπ παοαιμέρειπ ςχμ πξλιςόμ για ενξμσυιρςική ενέςαρη [ςηπ διαδικαρίαπ], ξ διακαμξμιρμϊπ έγιμε ρςη ρσμέυεια δεκςϊπ ρε μία ρσμεδοίαρη κεκλειρμέμχμ ςχμ θσοόμ απϊ ςξ Δημξςικϊ ΢σμβξϋλιξ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, ϊπξσ διαρταλίρςηκε ςξ κλείριμξ ςηπ σπϊθερηπ ςηπ LHIC, ποξρτέοξμςαπ μία έκςαρη 2.7 εκςαοίχμ ρςημ πϊλη για υόοξσπ αμαφσυήπ. Ζ γη μεςαβιβάρςηκε ρςξμ Horowitz ςξ Δεκέμβοη ςξσ 2003, και η Σξπική Σοάπεζα Σοξτίμχμ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ ενέδχρε ποξειδξπξίηρη για ένχρη ρςξσπ καλλιεογηςέπ ρςιπ 29 Υεβοξσαοίξσ ςξσ 2004. Δκείμη ςημ πεοίξδξ, ϊρεπ ξικξγέμειεπ ρσμμεςείυαμ ρςξ τξοέα ςχμ Ιαλλιεογηςόμ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ για ςξμ Δπιριςιρμϊ ςχμ Οικξγεμειόμ (South Central Farmers Feeding Families – SC Farmers), αμαζήςηραμ μξμικέπ ρσμβξσλέπ, καςαθέςξμςαπ μήμσρη ρςημ LHIC, ςημ πξλιςεία και ςημ Σξπική Σοάπεζα Σοξτίμχμ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ. Ζ ποξρτσγή ασςή καςέληνε ρε μίκη, με μια ποξρχοιμή πεοιξοιρςική εμςξλή ποξκειμέμξσ μα μημ καςαογηθεί ξ Αγοϊπ μέυοιπ ϊςξσ εκδικαρςεί ξοιρςικά η σπϊθερη. Οι δξκιμαρίεπ όρχμ βίχραμ απώλεια ςχμ δικαιχμάςχμ ςξσπ με ςη βξήθεια ςξσ μόμξσ Ζ πεοιξοιρςική εμςξλή για ςημ ποξρςαρία ςξσ Αγοξϋ ϊμχπ, αμςιρςοάτηκε μέρχ έτερηπ απϊ ςημ πξλιςεία και ςξσπ ρσμηγϊοξσπ ςηπ LHIC. Σξμ Οκςόβοιξ ςξσ 2005, ςξ Αμόςαςξ 23

Δικαρςήοιξ

ςηπ

Ιαλιτϊομια

αομήθηκε

μα

εκδικάρει

ςη

μήμσρη

ςχμ


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

καλλιεογηςόμ. ΢ςη ρσμέυεια, ρςιπ 22 Αποιλίξσ 2006, ξ ΢σμεςαιοιρμϊπ για ςη Δημϊρια Γη ρε ρσμεογαρία με ςξ πξλιςικϊ γοατείξ ςξσ δημάουξσ Villaraigosa, διαποαγμαςεϋςηκε ςη δσμαςϊςηςα εναγξοάπ διάοκειαπ 30 ημεοόμ με ςξμ καςαρκεσαρςή Ralph Horowitz, με ςη δέρμεσρη μα απξζημιχθεί απϊ ςημ πξλιςεία με ςξ πξρϊ ςχμ 5 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ ποξεουξμέμχμ

απϊ

ιδιχςικά

κετάλαια.

Λε

ποξξςοξπή

ςξσ δημάουξσ Antonio

Villaraigosa, η εογαςική ςάνη ςηπ πεοιξυήπ πξσ πεοίβαλλε ςξμ αγοϊ άουιρε μα μαζεϋει ιδιχςικέπ ειρτξοέπ, αμαλαμβάμξμςαπ ξσριαρςικά ςξ βάοξπ 11 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ και άμχ, ςξσ κέοδξσπ δηλαδή πξσ διεκδικξϋρε ξ επεμδσςήπ μερίςηπ χπ απξζημίχρη για ςη γη για διάρςημα ςοιόμ εςόμ. Λέυοι ςξ 2006, ξ Horowitz διεκδικξϋρε για ςημ ιδιξκςηρία ασςή ςξ πξρϊ ςχμ 16,3 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ, ανία ςοειπ τξοέπ σφηλϊςεοη ςηπ εκςίμηρήπ ςηπ καςά ςημ απαλλξςοίχρη ςξσ 1986 και 11,25 εκαςξμμϋοια δξλάοια πεοιρρϊςεοξ ςηπ αγξοάπ ςηπ μϊλιπ 3 υοϊμια ποχςϋςεοα απϊ ςξμ Οογαμιρμϊ Κιμέμξπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, ςξ 2003. Πξλλξί απϊ ςξσπ καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ, αλλά και ξι σπξρςηοικςέπ ςξσπ, πξσ έδχραμ ρσμέμςεσνη, θεχοξϋραμ ϊςι ξ Horowitz είυε λάβει μια ενχτοεμική απξζημίχρη απϊ ςημ πξλιςεία ϊςαμ ναμαγϊοαρε ςη γη ρε ςιμή υαμηλϊςεοη ςηπ αμςικειμεμικήπ ςηπ ανίαπ ςξ 2003, ρςξ πλαίριξ μίαπ επιζημίαπ για ςξσπ τξοξλξγξϋμεμξσπ ρσμαλλαγήπ. Παοξμξίχπ, κι ξ Horowitz επίρηπ πεοίγοατε ςη μϊμιμη υοήρη ςηπ γηπ για καλλιέογεια χπ ξικξμξμική ρπαςάλη: «Οι τξοξλξγξϋμεμξι ρπαςαλξϋμ πάοα πάοα πάοα πξλλά λετςά γι’ ασςξϋπ ςξσπ 300 καλλιεογηςέπ» (Gottlieb, 2006b). ΢ϋμτχμα με ςξ Αμόςεοξ Δικαρςήοιξ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, μεςά ςημ εκπμξή ςηπ πεοιϊδξσ εναγξοάπ, ξ καςαρκεσαρςήπ απξκςξϋρε ςξ μξμικϊ δικαίχμα για ποξρτσγή ρςημ αρςσμξμία ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, όρςε μα ποξυχοήρει ρε ένχρη ςχμ καλλιεογηςόμ και ςχμ σπξρςηοικςόμ ςξσπ (SCF, 2006). ΢ε αμαμξμή ασςήπ ςηπ κίμηρηπ, ξι καλλιεογηςέπ ξογάμχραμ εκδηλόρειπ και εκπαιδεσςικά ρεμιμάοια πξλιςικήπ αμσπακξήπ ποξκειμέμξσ μα μπξοέρξσμ μα αμςιρςαθξϋμ ρςημ ένχρη. ΢ςιπ αουέπ Θξσμίξσ ςξσ 2006, τάμηκε μια ελπιδξτϊοα οχγμή ρςημ σπϊθερη: Ο ΢σμεςαιοιρμϊπ για ςη Δημϊρια Γη νεκίμηρε διαποαγμαςεϋρειπ με ςξ Ίδοσμα Annenberg, ςξ ξπξίξ ποξρέτεοε 10 εκαςξμμϋοια δξλάοια ρε οεσρςϊ για αγξοά ςηπ ιδιξκςηρίαπ και με μια ρσμτχμία μα υοημαςξδξςήρει ςα σπξλειπϊμεμα 6 εκαςξμμϋοια. Παοϊλ' ασςά, ξ Horowitz αομήθηκε ςημ ποξρτξοά (παοϊλξ πξσ ςημ ςιμή ασςή ςημ είυε ξοίρει ξ ίδιξπ) και απαίςηρε ςημ ένχρη ςχμ καλλιεογηςόμ. ΢ςιπ 13 Θξσμίξσ 2006 ρςιπ 5 ςξ νημέοχμα, ειρέβαλαμ ρςξμ αγοϊ 65 αρςσμξμικξί ςηπ Λξμάδαπ Ιξιμχμικήπ Διαυείοιρηπ, τξοόμςαπ κοάμη, με ςημ σπξρςήοινη ςηπ Αρςσμξμικήπ 24


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Αουήπ και ςηπ Πσοξρβερςικήπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ ρε ποξρπάθεια επίδεινηπ δϋμαμηπ. Οι πεοιρρϊςεοξι απϊ ςξσπ καςαληφίεπ γηπ έτσγαμ απϊ μϊμξι ςξσπ, κάπξιξι ποξυόοηραμ ρε δοάρειπ πξλιςικήπ αμσπακξήπ, εμό ρϋμτχμα με ςημ ετημεοίδα Los Angeles Times, πάμχ απϊ 40 διαδηλχςέπ ρσμελήτθηραμ (Becerra, Garvey & Hymon, 2006). Λε ςη ρειοά ςξσ ξ Horowitz καςέθερε μήμσρη ρςξσπ καλλιεογηςέπ, ρε 350 τςχυέπ ξικξγέμειεπ δηλαδή, επιδιόκξμςαπ απξζημίχρη εμϊπ εκαςξμμσοίξσ δξλαοίχμ ρυεδϊμ, ιρυσοιζϊμεμξπ ϊςι έκαμαμ

καςάυοηρη

ςξσ

μξμικξϋ

ρσρςήμαςξπ

ποξρςαρίαπ

(Philpott,

2006).

Οι

καλλιεογηςέπ και ξι σπξρςηοικςέπ ςξσπ, ατξϋ δεμ μπξοξϋραμ πια μα ειρέλθξσμ ρςξμ Αγοϊ πξσ αογϊρβημε, ποξυόοηραμ ρε ξλξμσυςίεπ γϋοχ απϊ ςημ πεοίτοανη, τσςεϋξμςαπ ςιπ ρξδειέπ ςξσπ αλλά και λξσλξϋδια ρςημ πεοίμεςοϊ ςξσ, ρε μια ρσμβξλική έκτοαρη ελπίδαπ και διαμαοςσοίαπ. ΢ςιπ 5 Θξσλίξσ ξ Αγοϊπ ιρξπεδόθηκε απϊ μπξσλμςϊζεπ πξσ ράοχραμ ςα πάμςα, μαζί και πξλλά δέμςοα, μποξρςά ρςα απελπιρμέμα βλέμμαςα ςχμ ξικξγεμειόμ πξσ ςξμ καλλιεογξϋραμ και ςχμ τίλχμ ςξσπ. Ο ξδσομόπ ςξσ δημάουξσ Κίγεπ όοεπ μεςά ςιπ ενόρειπ, ξ Villaraigosa ρσμξμίληρε ςηλετχμικά με ςξ Horowitz, επαμαλαμβάμξμςαπ ςημ σπξρςήοινή ςξσ ρςημ ποξρτξοά ςχμ 16 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ ςξσ Θδοϋμαςξπ Annenberg. Όμχπ, βάρει πξλλαπλόμ πηγόμ (ποξρχπικέπ μαοςσοίεπ και καςαγοατέπ ςχμ Λέρχμ Λαζικήπ Δμημέοχρηπ), ξ Horowitz αμέτεοε ϊςι ξι καλλιεογηςέπ ςξμ είυαμ διαρϋοει ποξρχπικά και ήςαμ ςϊρξ θσμχμέμξπ με ςημ ςακςική ςξσπ, πξσ δεμ εποϊκειςξ μα ςξσπ πξσλήρει ςη γη ρε ξπξιαδήπξςε ςιμή. Ο δήμαουξπ ξδσοϊςαμ για ςξ απξςέλερμα, απξκαλϋπςξμςαπ αλληλξαμαιοξϋμεμεπ πεπξιθήρειπ: «Καςαμξώ ςημ αμάγκη εμόπ επιυειοημαςία μα επεμδύρει και μα βγάλει κέοδξπ. Αλλά επίρηπ πιρςεύχ όςι εγκαλξύμαρςε από ςημ αίρθηρη ςηπ κξιμόςηςαπ και ςημ πξλιςική μαπ σπξυοέχρη μα ποάνξσμε ςξ ρχρςό και ςξ δίκαιξ. Δίυα ελπίρει όςι ξ ιδιξκςήςηπ ςηπ γηπ θα είυε λάβει σπ' όφη ςξσ ασςήμ ςημ έκκληρη» (Villaraigosa, αματέοεςαι ρςξμ Hopkins, 2006).

Ζ ρχςηοία ϊμχπ ςξσ Αγοξϋ, ήςαμ ρςξ υέοι ςξσ δημάουξσ Villaraigosa και θα ήςαμ ρϋμτχμη με ςξ ϊοαμα πξσ είυε εκτοάρει για ςξ Κξπ Άμςζελεπ. Ιαςά ςημ ποξεκλξγική ςξσ καμπάμια, ξ Villaraigosa είυε σπξρυεθεί μα μεςαςοέφει ςξ Κξπ Άμςζελεπ «ρςημ πιξ καθαοή, ςημ πιξ ποάριμη μεγαλξϋπξλη ρςημ Αμεοική» και είυε ποξρτεοθεί μα «δημιξσογήρει πιξ πξλλά πάοκα, ιδιαίςεοα ρςιπ γειςξμιέπ πξσ ςα έυξσμ πεοιρρϊςεοξ αμάγκη» (Villaraigosa, 2005). Αογϊςεοα ξ Villaraigosa, έυξμςαπ υοηριμξπξιήρει ςα γεγξμϊςα ρςξμ Αγοϊ ραμ ατξομή δημξριϊςηςαπ για ςημ ποξεκλξγική ςξσ εκρςοαςεία και 25


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

έυξμςαπ ποχςϋςεοα ποξρτέοει ρςξσπ καλλιεογηςέπ ςημ σπξρςήοινή ςξσ, καςάτεοε μα εκλεγεί ςξ 2005 μεςά απϊ ςημ νακξσρςή ρσμμαυία μεςανϋ τιλελεϋθεοχμ λεσκόμ και λαςιμϊτχμχμ, καθόπ και με ςιπ μιρέπ πεοίπξσ φήτξσπ ςχμ ατοξαμεοικαμόμ ςηπ πϊληπ. Οι καλλιεογηςέπ -με καςαγχγή απϊ ςξ Λενικϊ και ςημ Ιεμςοική Αμεοική κσοίχπ- έυξμςαπ αμςιδοάρει ρςημ πόληρη ςξσ αγοξϋ ςξ 2003, άουιραμ πάλι μα ελπίζξσμ. Λεςά ςημ εκλξγή ςξσ, ϊςαμ ξ Villaraigosa βοιρκϊςαμ ρςα παοαρκήμια, ρσυμά διαβεβαίχμε ςξσπ καλλιεογηςέπ [για ςημ σπξρςήοινή ςξσ]. Παοϊλα ασςά, δεμ ενέτοαρε πξςέ αμξιυςά ςημ σπξρςήοινή ςξσ, παοά μϊμξ ϊςαμ ςα ποάγμαςα είυαμ δοξμξλξγηθεί. Δπιπλέξμ, ϊςαμ ξ Villaraigosa ποξρτέοθηκε μα βξηθήρει ρςη ρσλλξγή υοημάςχμ για επαμαγξοά ςηπ γηπ απϊ ςξμ Horowitz, θα μπξοξϋρε μα έυει ρσμσπξλξγίρει ρςημ ποξρτξοά ςξ κέοδξπ πξσ είυε απξτέοει ρςημ πϊλη η πόληρη ςξσ Αγοξϋ ρςξμ Οογαμιρμϊ Κιμέμξπ ςξ 1994 (13,3 εκαςξμμϋοια δξλάοια), καθόπ και ςα υοήμαςα πξσ είυε απξτέοει η ποξηγξϋμεμη κεκλειρμέμχμ ςχμ θσοόμ, διεσθέςηρη με ςξμ Horowitz ςξ 2003 (άλλα 5,2 εκαςξμμϋοια δξλάοια). Δπιποξρθέςχπ, ςϊρξ ξ δήμαουξπ, ϊρξ και ξ ειραγγελέαπ ςηπ πϊληπ και ςξ Δημξςικϊ ΢σμβξϋλιξ θα μπξοξϋραμ μα έυξσμ ανιξπξιήρει πϊοξσπ απϊ ςξ πξρϊ ςχμ 129 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ, πξσ είυε ρσγκεμςοχθεί απϊ τϊοξσπ πλήοχραμ ξι επεμδσςέπ για ςη δημιξσογία πάοκχμ και υόοχμ αμαφσυήπ, μέρχ ςξσ Διαςάγμαςξπ Quimby16, ποξκειμέμξσ μα ρόρξσμ ςξμ Αγοϊ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ, ϊπχπ θεόοηρε λξγικϊ μα έυει ρσμβεί η διαυειοιρςική σπεϋθσμη για ςη μελέςη και αμάλσρη ςχμ ξικξμξμικόμ ρςξιυείχμ ςηπ πϊληπ, Laura Chick (Αμενάοςηςξ Ιέμςοξ Λέρχμ Λαζικήπ Δμημέοχρηπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, 2008). Όμχπ, καμείπ δεμ απξτάριρε μα ποάνει ξςιδήπξςε απϊ ςα παοαπάμχ και αιςία γι' ασςϊ δεμ ήςαμ η έλλειφη πίερηπ εκ μέοξσπ ςηπ κξιμήπ γμόμηπ. Οι καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ δεμ αμςιρςάθηκαμ ρςημ ένχρη με ςη τσρική ςξσπ παοξσρία μϊμξ, ξϋςε βαρίρςηκαμ απξκλειρςικά ρε μξμικά μέρα, αλλά καςά ςη διάοκεια ςξσ ςοιεςξϋπ αγόμα ςξσπ δημιξϋογηραμ ιρυσοέπ ρσμμαυίεπ και ρςοάτηκαμ ρε μια πξικιλία μεθϊδχμ διαμαοςσοίαπ. Οι ςακςικέπ διαμαοςσοίαπ πεοιελάμβαμαμ ρσλλαληςήοια και διαδηλόρειπ, δημϊρια ρσμμεςξυή ρςιπ ρσμεδοιάρειπ ςξσ Δημξςικξϋ ΢σμβξσλίξσ, ξμάδεπ πεοιτοξϋοηρηπ και παοεμπϊδιρηπ ςξσ δημάουξσ και άλλχμ δημξρίχμ ποξρόπχμ καςά ςιπ δημϊριεπ εμταμίρειπ ςξσπ, ρσμεμςεϋνειπ ςϋπξσ, δημιξσογία ιρςξρελίδχμ και ανιξπξίηρη ςχμ ηλεκςοξμικόμ μέρχ για επικξιμχμία, ξμιλίεπ καλερμέμχμ, ρσμασλίεπ, θοηρκεσςικέπ ςελεςέπ

και

ξλξμσυςίεπ,

τερςιβάλ

πξσ

ερςίαζαμ

ρε

θέμαςα

σγείαπ

και

αμςικαςαμαλχςιρμξϋ, εκθέρειπ ςέυμηπ και υειοξςευμημάςχμ, αγξοέπ με ποξψϊμςα ςξσπ και 26


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

πξλλά άλλα. Αμάμερα ρςξσπ σπξρςηοικςέπ ςξσ Αγοξϋ ρε ςξπικϊ, εθμικϊ και διεθμέπ επίπεδξ πεοιλαμβάμξμςαμ ακςιβιρςέπ για ςημ ειοήμη και ςξ πεοιβάλλξμ (π.υ. η Διαθοηρκεσςική Δπιςοξπή για ςημ Διοήμη και ςη Δικαιξρϋμη, ϊπχπ και ςξ Ιληοξδϊςημα για ςη Δημϊρια Γη), πξλιςικξί (ϊπχπ ξ Ralph Nader, η Maxine Waters και ξ Dennis Kucinich), τιλάμθοχπξι (απϊ ςξ Ίδοσμα Annenberg), ηθξπξιξί, ςοαγξσδιρςέπ και ςοαγξσδίρςοιεπ, αλλά και άλλξι καλλιςέυμεπ, καθηγηςέπ παμεπιρςημίχμ, τξιςηςέπ και τξιςήςοιεπ, θοηρκεσςικξί ηγέςεπ και πξλσθοηρκεσςικξί ρσμαρπιρμξϋπ. Ζ πξλιςική πίερη πξσ αρκξϋραμ ρσμξδεσϊςαμ απϊ μια δημιξσογική ποϊςαρη: εμςάνεςε ςη γη ρε έμα ίδοσμα ποξξοιρμέμξ μα διατσλάρρει ςημ κξιμξςική γη και θέρεςε ναμά ςξμ Αγοϊ ρε λειςξσογία, ρςξ πλαίριξ εμϊπ πάοκξσ πξλλαπλόμ υοήρεχμ, πξσ θα καλϋπςει αμάγκεπ ςϊρξ ςηπ εσοϋςεοηπ πεοιξυήπ ϊρξ και ςηπ γειςξμιάπ. Λεςά ςημ ένχρη, ξι καλλιεογηςέπ και ξι σπξρςηοικςέπ ςξσπ διαςήοηραμ ςημ ελπίδα ϊςι θα αμακςξϋραμ ςη γη μέρχ μιαπ ξμαδικήπ αγχγήπ πξσ καςέθεραμ, επικαλξϋμεμξι ϊςι η πόληρη ςηπ γηπ ρςξμ Horowitz ςξ 2003 θα έποεπε μα ακσοχθεί, ατξϋ δεμ σπήονε ποξηγξϋμεμη δημϊρια ποξκήοσνη για ςημ ρσμαλλαγή, ξϋςε διατάμεια ρςημ πόληρη, εμό ξι τξοξλξγξϋμεμξι πξλίςεπ πλήγηραμ σπέομεςοα απϊ ςημ πόληρη ρςξμ Horowitz ρε ςιμή σπξλειπϊμεμη ςχμ ανιόμ αγξοάπ. Οι καλλιεογηςέπ ήςαμ επίρηπ ρε θέρη μα απξδείνξσμ ϊςι ςα πξλσδιάρςαςα δημϊρια χτέλη πξσ ποξρέτεοε ξ αγοϊπ νεπεομξϋραμ ρε ρπξσδαιϊςηςα ςα χτέλη απϊ άλλεπ πιθαμέπ υοήρειπ ςξσ υόοξσ, ιδιαίςεοα ετϊρξμ ξ Horowitz επιδίχκε ςημ καςαρκεσή απξθηκόμ.17 Ζ διαδικαρία νεκίμηρε ρςιπ 12 Θξσλίξσ ςξσ 2006, σπϊ ςημ ποξεδοία ςηπ δικαρςίμαπ Helen Bentix. Παοά ςημ απϊπειοα ςξσ Horowitz μα παοακοαςήρει ςα ςεκμήοια ςηπ αγξοάπ ςξσ 2003, ςα απξδεικςικά ρςξιυεία απξκάλσφαμ ϊςι η ιδιξκςηρία είυε εκςιμηθεί ρςα 19 δξλάοια αμά ςεςοαγχμικϊ πϊδι, αμ και ςελικά πχλήθηκε ρςξ Horowitz ποξπ 10 δξλάοια αμά ςεςοαγχμικϊ πϊδι. Ιι ϊμχπ, η Bentix απξτάριρε ϊςι η πόληρη δεμ ήςαμ παοάμξμη, και έςρι ρςιπ 27 Θξσλίξσ ςξσ 2006 ςα επιυειοήμαςα ςχμ αγοξςόμ απξοοίτθηκαμ. ΢ϋμτχμα με ςξμ Tezozomoc, εκλεγμέμξ εκποϊρχπξ ςχμ καλλιεογηςόμ, η δικαρςίμα Bentix διαδοαμάςιρε αμαρυεςικϊ οϊλξ ρςη δίκη: «Δεμ μαπ επιςοάπηκε μα επιυειοημαςξλξγήρξσμε για ςα σφηλϊςεοα αμςαπξδξςικά χτέλη πξσ θα ποξρέτεοε ξ Αγοϊπ ρςξ δημϊριξ» (Tezozomoc, ϊπχπ αματέοεςαι ρςξμ Kuipers, 2006a). Αογϊςεοα, ρε ρσμέμςεσνη πξσ μαπ έδχρε, επιβεβαίχρε και άλλξσπ ςοϊπξσπ με ςξσπ ξπξίξσπ σπξρςηοίυθηκε ξ Horowitz και αμςιμεςχπίρςηκαμ μεοξληπςικά ξι καλλιεογηςέπ, καθόπ δεμ ςξσπ δϊθηκαμ ίρεπ εσκαιοίεπ για μα παοξσριάρξσμ ςα απξδεικςικά ςξσπ ρςξιυεία ή για ςιπ μαοςσοίεπ ςξσπ. 27


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Λέυοι και ςημ πεοίξδξ πξσ γοατϊςαμ ασςϊ ςξ κείμεμξ, η πϊλη ποξχθξϋρε ρυέδια για ςη δημιξσογία εμϊπ κέμςοξσ ρςάθμεσρηπ ξδικόμ μεςατξοόμ ςηπ εςαιοείαπ Forever 21, η ξπξία παοάγει και πξσλά γσμαικεία εμδϋμαςα και διαθέςει ιρυσοξϋπ δερμξϋπ με ςξμ δήμαουξ Villaraigosa. Ιαςά ςημ πεοίξδξ 2006-2007, ξ δήμαουξπ έλαβε ςξ πξρϊ ςχμ 1,3 εκαςξμμσοίχμ δξλαοίχμ απϊ ςημ εςαιοία Forever 21, ποξκειμέμξσ μα υοημαςξδξςήρει ξοιρμέμα απϊ ςα έογα ςξσ, εμό ςξσλάυιρςξμ 3 μέλη ςξσ Δημξςικξϋ ΢σμβξσλίξσ, ςηπ η Jan Perry και άλλχμ δϋξ λαςιμϊτχμχμ ρσμπεοιλαμβαμξμέμχμ, έυξσμ επίρηπ καςαγοατεί χπ παοαλήπςεπ υοημαςικόμ πξρόμ απϊ ςημ ίδια εςαιοία. Δπιπλέξμ, ξ ιδοσςήπ ςηπ επιυείοηρηπ είμαι καςαγεγοαμμέμξ

μέλξπ πξλιςικήπ ξμάδαπ πίερηπ ρςξ Δήμξ, εμό ξ

αμόςεοξπ εκ ςχμ αμςιποξέδοχμ ςηπ εςαιοίαπ έυει διξοιρςεί απϊ ςξ δήμαουξ ρςξμ Οογαμιρμϊ Βιξμηυαμικήπ Αμάπςσνηπ ςηπ πϊληπ. Έςρι, ξι καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ ποξυόοηραμ ρε ποξρτσγή για ρϋγκοξσρη ρσμτεοϊμςχμ ςξσ δημάουξσ και άλλχμ ανιχμαςξϋυχμ ςξσ Δήμξσ καςά ςη διαποαγμάςεσρή ςξσπ με ςξμ Horowitz, και δεμ έπαφαμ μα ποξρπαθξϋμ μα αγχμίζξμςαι με κάθε μϊμιμξ μέρξ, απαιςόμςαπ απϊ ςξ Γεμικϊ Διραγγελέα ςηπ Πξλιςείαπ ςηπ Ιαλιτϊομιαπ μα εοεσμήρει ςημ πόληρη ςξσ υόοξσ απϊ ςξσπ ανιχμαςξϋυξσπ ςξσ Δήμξσ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ ρςξμ Horowitz (Ιέμςοξ Αμενάοςηςχμ Λέρχμ Δμημέοχρηπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, 2008/ Zahniser, 2008).

Πξλιςικά και τσλεςικά ζηςήμαςα - ςξ υαοςί ςχμ «θέρεχμ εογαρίαπ» Δίμαι ιδιαίςεοα ρημαμςικϊ μα δξθεί έμταρη ρςα πξλιςικά και τσλεςικά ζηςήμαςα πξσ αμέκσφαμ καςά ςξμ αγόμα γι’ ασςϊ ςξ υόοξ, παο’ ϊςι λιγϊςεοξ ταμεοά απ’ ϊςι ςα αμςίρςξιυα ξικξμξμικά, απξςέλεραμ πιθαμόπ παοάγξμςεπ κοίριμξσπ για ςημ ςελική έκβαρη ςηπ καςάρςαρηπ. Ζ δημξςική ρϋμβξσλξπ Jan Perry, ρςξ διαμέοιρμα ςηπ ξπξίαπ αμήκε ξ Αγοϊπ, δεμ σπξρςήοινε ςη διαςήοηρή ςξσ και εογάρςηκε εμεογά για ςημ καςάογηρή ςξσ, διαςειμϊμεμη ϊςι η υοήρη δεμ ήςαμ καςάλληλη για ςξ υόοξ. Οσδέπξςε αμςαπξκοίθηκε ρςιπ εκκλήρειπ ςχμ καλλιεογηςόμ και ςχμ μξμικόμ ςξσπ εκποξρόπχμ, αμςιμεςχπίζξμςαπ ςα επιυειοήμαςά ςξσπ καςά ςιπ ρσμεδοιάρειπ ςξσ Δημξςικξϋ ΢σμβξσλίξσ με

πεοιτοϊμηρη18.

Ζ

δημξςική

ρϋμβξσλξπ

Perry

ρσμβαίμει

μα

είμαι

επίρηπ

ατοξαμεοικαμικήπ καςαγχγήπ, κι εμό δημξρίχπ σπξρςήοιζε ςημ αμάγκη διεοεϋμηρηπ ςχμ πιθαμξςήςχμ μεςεγκαςάρςαρηπ ςχμ καςά κϋοιξ λϊγξ Καςιμξαμεοικάμικηπ καςαγχγήπ καλλιεογηςόμ, πξλλξί απϊ ςξσπ πληοξτξοιξδϊςεπ μαπ εμςϊπ και εκςϊπ ςξσ Δημξςικξϋ ΢σμβξσλίξσ 28

θεχοξϋραμ

ϊςι

σπξρςήοιζε

πεοιρρϊςεοξ

ςιπ

ποξρδξκίεπ

ςχμ


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Ατοξαμεοικαμόμ φητξτϊοχμ ςξσ Μϊςιξσ Κξπ Άμςζελεπ. Οι Ατοξαμεοικαμξί κάςξικξι ςηπ πεοιξυήπ ασςήπ είυαμ ξογαμχθεί εδό και καιοϊ ρε μια ξογάμχρη πξσ έυξσμε ήδη αματέοει, ςξσπ Αμηρσυξϋμςεπ Πξλίςεπ ςχμ Μξςίχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ (CCSCLA), μια ξμάδα ςα ρσμτέοξμςα ςηπ ξπξίαπ η Perry εκποξρχπξϋρε καςά ποξςίμηρη, ατξϋ εποϊκειςξ για φητξτϊοξσπ ςηπ πεοιξυήπ ςηπ. Ζ ξογάμχρη ςχμ Αμηρσυξϋμςχμ Πξλιςόμ ςχμ Μξςίχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ απξςελξϋμ έμα τξοέα πξλιςικά και ξικξμξμικά ιρυσοϊ, αρκόμςαπ ρημαμςική επιοοξή ρςιπ εκλξγικέπ εκρςοαςείεπ και αμςιρςξίυχπ ρςα απξςελέρμαςά ςξσπ. ΢ήμεοα, ρε μια γειςξμιά ρε δημξγοατική μεςάβαρη, ϊπξσ η πλειξφητία ςχμ μαϋοχμ δίμει ςη θέρη μαπ ρε μια πλειξφητία ιρπαμϊτχμχμ, πξλλξί Ατοξαμεοικαμξί ρσμπεοιλαμβαμξμέμχμ ςχμ μελόμ ςηπ ξογάμχρηπ, αμςιμεςχπίζξσμ ςημ αϋνηρη ςξσ πληθσρμξϋ ςχμ Καςιμϊτχμχμ ρςη γειςξμιά ςξσπ χπ μία απειλή, καθόπ εκςξπίζξμςαι και η ποϊρβαρή ςξσπ ρε θέρειπ εογαρίαπ και σπηοερίεπ μειόμεςαι. ΠΘΜΑΙΑ΢ 1 Υσλεςική ρύρςαρη ρςιπ πεοιξυέπ πξσ γειςξμεύξσμ με ςξμ Αγοό (SFC), 1980-2000 1980

1990

2000

Λεςαβξλέπ πεοιϊδξσ (1980-2000)

Λη λαςιμϊτχμξι Ατοξαμεοικαμξί*

45.625

28.811

17.093

-28.532

Καςιμϊτχμξι**

39.528

89.435

104.940

65.412

Άλλξι

2.444

2.766

2.860

416.000

΢ϋμξλξ

87.597

121.012

124.893

37.296

Πηγή: Γοατείξ Απξγοατόμ, 1980 SFT1, Πίμακαπ 37, 1990 SFT1, Πίμακαπ Ρ10, 2000 SFT1, Πίμακαπ Ρ8, Ρ10. * Ζ καςηγξοία Λη λαςιμϊτχμξι Ατοξαμεοικάμξι ατξοά ϊρξσπ θεχοξϋμ ςξμ εασςϊ ςξσπ "Λαϋοξ" ή Ατοξαμεοικαμϊ ή ξπξιξμδήπξςε ρσμδσαρμϊ απϊ ςιπ παοαπάμχ καςηγξοίεπ με άλλεπ τσλεςικέπ καςαβξλέπ. ** Ζ καςηγξοία Καςιμϊτχμξι ατξοά ϊλξσπ ϊρξσπ θεχοξϋμ ςξμ εασςϊ ςξσπ ιρπαμϊτχμηπ, λαςιμξγεμξϋπ ή Θρπαμικήπ καςαγχγήπ.

ΠΘΜΑΙΑ΢ 2 Πληθσρμιακή τσλεςική αμαλξγία ρςιπ πεοιξυέπ πξσ γειςξμεύξσμ με ςξμ Αγοό (SFC), 1980-2000 1980

1990

2000

Λεςαβξλέπ πεοιϊδξσ (1980-2000)

Λη λαςιμϊτχμξι Ατοξαμεοικαμξί*

52

24

14

-38,4

Καςιμϊτχμξι**

45

74

84

38,9

Άλλξι

3

2

2

-0,50

100

100

100

΢ϋμξλξ

29


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο Πηγή: Γοατείξ Απξγοατόμ, 1980 SFT1, Πίμακαπ 37, 1990 SFT1, Πίμακαπ Ρ10, 2000 SFT1, Πίμακαπ Ρ8, Ρ10. * Ζ καςηγξοία Λη λαςιμϊτχμξι Ατοξαμεοικάμξι ατξοά ϊρξσπ θεχοξϋμ ςξμ εασςϊ ςξσπ "Λαϋοξ" ή Ατοξαμεοικαμϊ ή ξπξιξμδήπξςε ρσμδσαρμϊ απϊ ςιπ παοαπάμχ καςηγξοίεπ με άλλεπ τσλεςικέπ καςαβξλέπ. ** Ζ καςηγξοία Καςιμϊτχμξι ατξοά ϊλξσπ ϊρξσπ θεχοξϋμ ςξμ εασςϊ ςξσπ ιρπαμϊτχμηπ, λαςιμξγεμξϋπ ή Θρπαμικήπ καςαγχγήπ.

Ο πίμακαπ 1 δείυμει ςιπ μεςαβξλέπ ςηπ πληθσρμιακήπ ρϋρςαρηπ αμά τσλή καςά ςιπ ςοειπ ςελεσςαίεπ δεκαεςίεπ, ρε ξλϊκληοη ςημ ενεςαζϊμεμη πεοιξυή, ρςξ ρϋμξλξ ςχμ απξγοατόμ. Δμό ξ πληθσρμϊπ ςχμ μη Καςιμϊτχμχμ Ατοξαμεοικαμόμ παοξσριάζει μια μείχρη ρυεδϊμ εμϊπ ςοίςξσ μεςανϋ ςξσ 1980 και 2000, ξ Καςιμϊτχμξπ πληθσρμϊπ ακξλξσθεί αμςίθεςη πξοεία, ςοιπλαριάζξμςαπ ρυεδϊμ ςα μξϋμεοά ςξσ, με μία εμςσπχριακή αϋνηρη ςχμ 65.000 αμθοόπχμ μεςανϋ 1980 και 2000. Αμάμερα ρςη μείχρη ςχμ μη Καςιμϊτχμχμ Ατοξαμεοικαμόμ μαϋοχμ και ρςημ αϋνηρη ςχμ Καςιμϊτχμχμ, η πεοιξυή πξσ πεοιβάλλει ςξμ Αγοϊ παοξσριάζει μέυοι ςξ έςξπ 2000 μια καθαοή αϋνηρη ςχμ 37.000 αμθοόπχμ. Ο πίμακαπ 2 δείυμει κάθε τσλή ή εθμϊςηςα ρε αμαλξγία ποξπ ςξ ρϋμξλξ ςξσ πληθσρμξϋ και αμαμεςανϋ ςξσπ. Δμό ξι Ατοξαμεοικαμξί και ξι Καςιμϊτχμξι ήςαμ ρυεδϊμ ίρξι ρε πληθσρμϊ ςξ 1980, σπήονε μια ρημαμςική μεςαςϊπιρη ςξ 1990, με ςξσπ μαϋοξσπ μα πεοιξοίζξμςαι ρςξ 24% ςξσ πληθσρμξϋ μϊμξ, και ςξσπ Καςιμξγεμείπ μα ασνάμξμςαι μέυοι ςξ 74%. Σελικά, ξι μεςαβξλέπ μεςανϋ 1990 και 2000 ήςαμ ενίρξσ ρημαμςικέπ, αμ και λιγϊςεοξ δοαμαςικέπ, με μία επιπλέξμ μείχρη ςηπ ςάνηπ ςξσ 10% ρςξμ Ατοξαμεοικάμικξ πληθσρμϊ και μία παοξμξίξσ κλίμακαπ αϋνηρη ςχμ Καςιμϊτχμχμ19. ΢ϋμτχμα με μία αμόμσμη πηγή απϊ ςξ δημαουείξ, η Perry μέρχ ςξσ οϊλξσ ςηπ ρςξ δημαουείξ έπαινε με μαερςοία ςξ υαοςί ςχμ «θέρεχμ εογαρίαπ», ποξκειμέμξσ μα σπεοαρπίρει ςιπ απξτάρειπ ςηπ για αμάπςσνη ςηπ 9ηπ Πεοιτέοειαπ. Ζ διαςήοηρη και δημιξσογία θέρεχμ εογαρίαπ ρςημ πεοιξυή είμαι ποχςαουικήπ ρημαρίαπ για πξλλξϋπ καςξίκλξσπ και ρσμεπόπ απξςελεί έμαμ εϋκξλξ ςοϊπξ διαμϊοτχρηπ ςηπ κξιμήπ γμόμηπ χπ ποξπ ςξ ρσγκεκοιμέμξ ζήςημα. ΢ςημ πεοίπςχρη ςξσ Αγοξϋ, ςξ υαοςί ςχμ «θέρεχμ εογαρίαπ» δεμ θα μπξοξϋρε παοά μα έυει υοηριμξπξιηθεί με ρςοαςηγικϊ ςοϊπξ, ποξκειμέμξσ μα καλστθξϋμ ςα ϊπξια οαςριρςικά ή/και νεμϊτξβα κίμηςοα πξσ κοϋβξμςαμ πίρχ απϊ ςη δοαρςηοιξπξίηρη ςηπ Perry ειπ βάοξπ ςηπ πλειξφητίαπ ςχμ καλλιεογηςόμ ρςημ πλειξφητία ςξσπ παοάμξμξι Καςιμϊτχμξι μεςαμάρςεπ και μεςαμάρςοιεπ- ξι ξπξίξι δεμ μπξοξϋραμ μα φητίρξσμ και παοά ςξμ αμεληςέξ αοιθμϊ θέρεχμ εογαρίαπ πξσ θα ποξέκσπςαμ απϊ ςξ υςίριμξ μιαπ απξθήκηπ. Υαίμεςαι ϊςι μια ρχοεία οαςριρςικόμ σπξμξξσμέμχμ ενακξλξσθξϋμ μα ρσμξδεϋξσμ ςημ ιρςξοία ασςή μέυοι ρήμεοα. Ιάπξια ρςιγμή κσκλξτϊοηραμ ρςξσπ διαδοϊμξσπ ςξσ δημαουείξσ αμςίςσπα εμϊπ άοθοξσ απϊ ςξ διαδίκςσξ, ϊπξσ ξ Horowitz απξκαλείςαι μέλξπ 30


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ςηπ «Δβοαψκήπ καςαρκεσαρςικήπ ματίαπ» ρςξ Κξπ Άμςζελεπ, εμό ρςξ διαδίκςσξ υοηριμξπξιήθηκαμ εμαμςίξμ ςξσ αμςιρημιςικά επίθεςα. Δνξογιρμέμξπ ξ Horowitz καςηγϊοηρε ςξσπ καλλιεογηςέπ, παο’ ϊςι ξι ίδιξι ιρυσοίρςηκαμ ϊςι ασςέπ ξι καςηγξοίεπ ποξέουξμςαμ απϊ μια ξμάδα πξσ δεμ είυε ρυέρη μαζί ςξσπ και θα ήςαμ αμςιδεξμςξλξγικϊ για ςημ ξογάμχρή ςξσπ μα σπξρςηοίζξσμ διακοίρειπ. Όπχπ και μα 'υει, ξ Horowitz με ςξμ ςοϊπξ ασςϊ δικαιξλϊγηρε ςημ αποξθσμία ςξσ μα πξσλήρει ςη γη ρςξσπ καλλιεογηςέπ, αμενάοςηςχπ ςηπ ποξρτεοϊμεμηπ ςιμήπ, ιρυσοιζϊμεμξπ ϊςι εσθϋμξμςαπ για ςιπ διακοίρειπ ρε βάοξπ ςξσ (Radford & Santos, 2006). Έμαπ ανιχμαςξϋυξπ ςηπ πϊληπ ξ ξπξίξπ μαπ μίληρε σπϊ ςξμ ϊοξ ϊςι θα γίμει ρεβαρςή η αμχμσμία ςξσ, δήλχρε ϊςι ασςϊ δεμ ήςαμ παοά μία δικαιξλξγία ςξσ Horowitz, πξσ χπ καςαρκεσαρςήπ αδημξμξϋρε μα ρσμεογαρςεί με ςημ 9η Δημξςική Πεοιτέοεια, ϊμςαπ ρε αμαμξμή για μία ρειοά επεμδϋρεχμ κι έςρι δεμ εποϊκειςξ μα πξσλήρει ςη γη ςξσ ρςημ πϊλη ή ρςξσπ καλλιεογηςέπ, δίυχπ ςημ έγκοιρη ςηπ Perry. Ιαι η Perry δεμ έδιμε ςημ έγκοιρή ςηπ. Τπήοναμ και άλλξι παοάγξμςεπ πξσ απξρςέοηραμ ςξσπ καλλιεογηςξϋπ ςξσ Αγοξϋ απϊ ςξ δικαίχμα εκποξρόπηρηπ. Παοά ςημ αμελέηςη πξλιςική πίερη πξσ άρκηραμ ρςξ Δημαουείξ και ςημ εσοϋςαςη κξιμχμική σπξρςήοινη πξσ έλαβαμ για ςξ ρκξπϊ ςξσπ, ξι καλλιεογηςέπ δεμ καςάτεοαμ μα κεοδίρξσμ ςη ρσμπάθεια ςχμ δημξςικόμ ρσμβξϋλχμ – ακϊμα και ςχμ Καςιμϊτχμχμ. Πξλλέπ αμόμσμεπ πηγέπ ςξ ενηγξϋραμ ασςϊ χπ μέοξπ μιαπ πξλιςικήπ «αμςαπϊδξρηπ», η ξπξία υαοακςηοίζει ςξ δημαουείξ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ. Έςρι, εμςϊπ ασςήπ ςηπ παοάδξρηπ, ςα μέλη ςξσ ρσμβξσλίξσ απξτεϋγξσμ μα ρσγκοξσρςξϋμ γϋοχ απϊ αμτιλεγϊμεμξσπ ρκξπξϋπ χπ ποξπ άλλξσπ ςξμείπ ςηπ πεοιτέοειαπ, όρςε μα αμςαμειτθξϋμ αμάλξγα ϊςαμ έοθει η δική ςξσπ ρειοά ρςιπ πεοιξυέπ επιοοξήπ ςξσπ. ΢ςξ πλαίριξ ασςήπ ςηπ παοάδξρηπ, καμέμα μέλξπ ςξσ Δ.΢. δεμ ήθελε μα αμαλάβει ςξ πξλιςικϊ κϊρςξπ πξσ θα αμαλξγξϋρε αμ ςάρρξμςαμ με ςξσπ καλλιεογηςέπ εμάμςια ρςη θέληρη ςηπ δημξςικήπ ρσμβξϋλξσ, Perry. Ιι έςρι, ςξ 22υοξμξ πξλιςικϊ έπξπ ρσμευίζεςαι. Σξ 2008, ςξ Σμήμα ΢υεδιαρμξϋ ςηπ πϊληπ σιξθέςηρε μια μελέςη πξσ σπξβλήθηκε απϊ ςξ Ιέμςοξ Διαμξμήπ ςηπ Forever 21, ϊπξσ μεςανϋ άλλχμ αματεοϊςαμ ϊςι ςξ έογξ ςχμ 635.000 ςεςοαγχμικόμ πξδόμ, ςξ ξπξίξ ρσμπεοιλάμβαμε ςη υοήρη μςιζελξκίμηςχμ αοθοχςόμ καμιξμιόμ, ςα ξπξία

θα

μεςακιμξϋμςαμ πξλλέπ τξοέπ μέρα ρςη μέοα, δεμ θα είυε καμμία πεοιβαλλξμςική επίπςχρη ρςξσπ καςξίκξσπ ςηπ πεοιξυήπ, ρςα ρυξλεία, καθόπ και ρςξσπ υόοξσπ αμαφσυήπ πξσ ρυεδιάζξμςαμ ρςξ ρϋμξοξ ςχμ απξθηκόμ. Ζ επιςοξπή σπξρςήοινηπ ςξσ Αγοξϋ κιμηςξπξίηρε ςημ πεοιβάλλξσρα κξιμϊςηςα ρσλλέγξμςαπ πεοιρρϊςεοεπ απϊ 1.700 31


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

σπξγοατέπ, εμό παοάλληλα παοξσρίαρε αματξοέπ πξσ αμςιςίθξμςαμ ρςημ καςαρκεσή – απϊ ςξ ΢σμβξϋλιξ Πξιϊςηςαπ για ςη Διαυείοιρη ςξσ Αέοα ρςη Μϊςια Ακςή (South Coast Air Management Quality Board), ςημ Πεοιτεοειακή Ομάδα Ιαθηκϊμςχμ για Δενιξδικϊ ΢υεδιαρμϊ (Regional Comprehensive Planning Task Force), ςξ ΢σμβξϋλιξ Τπεοάρπιρηπ Δθμικόμ Πϊοχμ (National Resources Defense Council), ςξσπ Ποξξδεσςικξϋπ Δημξκοάςεπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ (Progressive Democrats of Los Angeles), ςξ Ιέμςοξ Βιξλξγικήπ Πξικιλϊςηςαπ (Centre for Biological Diversity), ςξ τξοέα Ιξιμϊςηςεπ για Έμα Ιαλϋςεοξ Πεοιβάλλξμ (Communities for a Better Environment) και ςξ Θμρςιςξϋςξ Acequia [http://www.acequiainstitute.org/]. Δκαςϊ κάςξικξι ςηπ πεοιξυήπ και καλλιεογηςέπ παοακξλξϋθηραμ ςημ ακοϊαρη ςξσ Θξσλίξσ, παοξςοϋμξμςαπ ςξ Αμαπληοχμαςικϊ ΢σμβξσλεσςικϊ ΢σμβξϋλιξ ςξσ Σμήμαςξπ ΢υεδιαρμξϋ μα επαμενεςάρει ςημ απϊταρή ςξσ, απαιςόμςαπ μια πεοιβαλλξμςική έκθερη πιξ ξλξκληοχμέμη, κάςι πξσ ενακξλξσθξϋμ μα αμαμέμξσμ (Αμενάοςηςξ Ιέμςοξ Λέρχμ Λαζικήπ Δμημέοχρηπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, 2008/ Zahniser, 2008). ΢ςξ μεςανϋ, ξ εκποϊρχπξπ ςηπ εςαιοείαπ Forever 21 απείληρε εσθέχπ ϊςι

θα

εγκαςαλείφει

ςξ

Κξπ

Άμςζελεπ,

παίομξμςαπ

ςιπ

θέρειπ

εογαρίαπ

ςξσ

καςαρκεσαρςικξϋ ςξμέα μαζί ςξσ, αμ δεμ βοεθεί ρϋμςξμα έμαπ μεγάλξπ υόοξπ. Σξ ποϊγοαμμα εϋοερηπ εογαρίαπ ςηπ Φοιρςιαμικήπ Έμχρηπ Μέχμ Γσμαικόμ (Young Women's Christian Association – YWCA) διαποαγμαςεϋεςαι με ςημ εςαιοία ςημ ποϊρληφε καςξίκχμ ςηπ πεοιξυήπ ποξκειμέμξσ μα λαμβάμξσμ έμαμ ανιξποεπή μιρθϊ. Τπάουξσμ ϊμχπ πξλλξί πξσ αμςιςίθεμςαι ρ' ασςή ςημ ποξξπςική, σπξρςηοίζξμςαπ ϊςι έμα ςέςξιξ έογξ θα μπξοξϋρε μϊμξ μα δημιξσογήρει «αδιένξδεπ θέρειπ εογαρίαπ» (Zahniser, 2008). Όπχπ μπξοεί μα διαπιρςόρει καμείπ εϋκξλα, ασςϊ ςξ ιρςξοικϊ μξμικόμ διαδικαριόμ, εςσμηγξοιόμ, μεςαβιβάρεχμ, αμαβξλόμ, καθόπ και ςχμ αρταλιρςικόμ μέςοχμ για ςξμ αγοϊ είμαι μακοϋ και ρϋμθεςξ, απξςελόμςαπ μια απξκαλσπςική έμδεινη ςηπ ρϋγκοξσρηπ πξσ δημιξσογήθηκε απϊ ςξ υάρμα μεςανϋ ςηπ κσοίαουηπ καπιςαλιρςικήπ μξμικήπ ιδεξλξγίαπ και ςηπ αμήυαμηπ αλληλεπίδοαρήπ ςηπ με ςιπ «έμμξμεπ διεκδικήρειπ διατϊοχμ διατχμξϋμςχμ» (Tigar, 2000). Δδό δεμ θα αματεοθξϋμ πεοιρρϊςεοεπ λεπςξμέοειεπ ασςξϋ ςξσ ενελιρρϊμεμξσ μξμικξϋ έπξσπ. Ιαι ϊμχπ, η ιρςξοία παοέυει επαοκή βάρη για ςημ καςαμϊηρη ςξσ κξιμχμικξϋ πεοιευξμέμξσ ασςήπ ςηπ μξμικήπ μάυηπ, ςη δημιξσογία εμϊπ ποξβλημαςιρμξϋ για ςξ ιρυϋξμ ρϋρςημα μξμικόμ εταομξγόμ, με ςξμ ιρυσοιρμϊ ϊςι ρσμήθχπ ξ μϊμξπ εομημεϋεςαι και υοηριμξπξιείςαι βάρει ποξκαςαλήφεχμ και κξιμχμιξλξγικά ενχμξμξλξγιακόμ παοαγϊμςχμ ϊπχπ η ςάνη, η τσλή, η πξλιςιρμική «κεμςοικϊςηςα» (cultural centrality), η γλχρρική εστοάδεια, καθόπ και η δϋμαμη ςηπ 32


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

φήτξσ και ςηπ λήφηπ απξτάρεχμ (Black, 1977).

Ο ΑΓΡΟ΢ ΙΑΘ ΣΟ ΛΔΚΚΟΜ ΣΖ΢ ΑΜΣΘ΢ΣΑ΢Ζ΢ Παοά ςξ γεγξμϊπ ϊςι ξ ρσγκεκοιμέμξπ αγοϊπ μπξοεί ϊρξμ ατξοά ςημ κξιμξςική υοήρη μα έυει υαθεί για πάμςα, η δοάρη ςχμ καλλιεογηςόμ ςϊρξ καςά ςξ παοελθϊμ, ϊρξ και ρήμεοα, ενακξλξσθξϋμ μα παοέυξσμ μαθήμαςα ρε ϊρξσπ θα εμδιατεοθξϋμ μελλξμςικά για μια πϊλη πξσ θα ποξάγει ςη δικαιξρϋμη. Αμαγμχοίζεςαι ϊςι ξι ηγέςεπ ςξσ κιμήμαςξπ για ςημ Πεοιβαλλξμςική Δικαιξρϋμη, ϊπχπ για παοάδειγμα ξι καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ, ρσμδσάζξμςαπ ςξ εμδιατέοξμ ςξσπ για ςξ πεοιβάλλξμ με ςημ κξιμχμική και τσλεςική δικαιξρϋμη, κιμηςξπξιήθηκαμ πεοιρρϊςεοξ και αμέπςσναμ έμα διεσοσμέμξ δσμαμικϊ ρσμεογαρίαπ απ’ ϊςι ξι σπξρςηοικέπ για μία Ένσπμη Αμάπςσνη, έμα Μέξ Αρςικϊ Φαοακςήοα ή μία Μέα Σξπικξπξίηρη (Rast, 2006:254): ―Ζ πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη απεσθϋμεςαι ρςξσπ πιξ αδϋμαμξσπ κοίκξσπ ςχμ κιμημάςχμ για ένσπμη αμάπςσνη – απεσθϋμεςαι ρςιπ αμάγκεπ για λϋρειπ ρςα ποξβλήμαςα πξσ δημιξσογεί η τςόυεια ρςιπ πϊλειπ. Δμό η οηςξοική ςηπ Ένσπμηπ Αμάπςσνηπ ϊμςχπ αματέοεςαι ρε παοϊμξια ζηςήμαςα δικαιξρϋμηπ, πεοιξοίζεςαι εμ ςξϋςξιπ απϊ ςημ πξλιςική ςηπ βάρη -ςξσπ λεσκξϋπ μερξαρςξϋπ- με απξςέλερμα μα μημ μπξοεί μα απξςελέρει έμα ϊυημα σπξβξήθιρηπ ςχμ τςχυϊςεοχμ αμθοόπχμ.‖ Ο Rast σπξρςηοίζει ϊςι είμαι ιδιαίςεοα ρημαμςικϊ μα ―πλαιριόρξσμε γλχρρικά ςξ ζήςημα ςηπ ςξπικξπξίηρηπ όρςε μα απηυεί με ςα εμδιατέοξμςαμ ςχμ εγυοόμχμ πξλιςόμ, πείθξμςαπ παοάλληλα ςξσπ λεσκξϋπ μερξαρςξϋπ ςχμ ποξαρςίχμ ϊςι η ποξόθηρη θεμάςχμ ξικξμξμικήπ εσημεοίαπ ρε ςξπικϊ επίπεδξ και η βελίςχρη ςηπ πξιϊςηςαπ ζχήπ απξκλειρςικά χπ ποξπ ςη μεραία ςάνη εναοςάςαι εμ μέοει απϊ ςη μξίοα ςξσ κέμςοξσ ςηπ πϊληπ (ϊ.π., ρελ. 261). Παοϊλα ασςά, η ποϊςαρη ςξσ Rast ατξοά μϊμξ μία παοάμεςοξ ςηπ ποϊκληρηπ, καθόπ διαςοέυει ςξμ κίμδσμξ διαιόμιρηπ ασςξϋ ακοιβόπ ςξσ ελιςιρμξϋ πξσ ξ ρσγγοατέαπ αμαγμχοίζει χπ ποϊβλημα ςχμ κιμημάςχμ για μία Ένσπμη Αμάπςσνη, έμα Μέξ Αρςικϊ Φαοακςήοα ή μία Μέα Σξπικξπξίηρη. Ηα ήςαμ ρημαμςικϊ μα ποξρθέρει καμείπ ασθεμςικϊςηςα ρςξ διάλξγξ ασςϊ, ρςοέτξμςάπ ςξμ ρε πξλλαπλέπ καςεσθϋμρειπ. Δμό ξι λεσκξί μερξαρςξί κάςξικξι ςχμ ποξαρςίχμ ξτείλξσμ μα ποξρπαθήρξσμ μα ρσμπεοιλάβξσμ ςξσπ έγυοχμξσπ αρςξϋπ υαμηλόμ ειρξδημάςχμ, θα ποέπει παοάλληλα μα καςαμξήρξσμ και μα αμςαπξκοιθξϋμ ςξ κάλερμα ςχμ ςελεσςαίχμ για αλληλεγγϋη και μια διατξοεςική αμςίληφη ςξσ ηγείρθαι, όρςε μα είμαι ετικςή μια δικαιϊςεοη και πιξ βιόριμη μξοτή ςξπικξπξίηρηπ. Ανίζει μα 33


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ρημειχθεί ϊςι ρςημ πεοίπςχρη ςξσ Αγοξϋ, ήςαμ ξι ίδιξι ξι καλλιεογηςέπ ςξσ πξσ εκποξρόπηραμ ςξσπ έγυοχμξσπ αρςξϋπ υαμηλόμ ειρξδημάςχμ, ξι ξπξίξι ηγήθηκαμ ςξσ ςξπικξϋ, αλλά και ςξσ διεθμξϋπ καλέρμαςξπ για πεοιβαλλξμςική δικαιξρϋμη. Δσρςσυόπ, η

εμ

δσμάμει

ιρυϋπ

ασςήπ

ςηπ

πξλσεθμικήπ,

πξλσςανικήπ

ρσμμαυίαπ

-ςϊρξ

αμςιποξρχπεσςικήπ ςξσ αγόμα για ςξμ Αγοϊ- δεμ έλαβε ράοκα και ξρςά μχοίπ και ρε βαθμϊ ςέςξιξ, όρςε μα μπξοέρει μα ρόρει ςξμ Αγοϊ απϊ ςημ καςαρςοξτή. Παοά ςξ ποϊβλημα ασςϊ, ξι καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ ρημαςξδξςξϋμ ςη ρσμευή αμάπςσνη εμϊπ κιμήμαςξπ για Πεοιβαλλξμςική Δικαιξρϋμη εκ μέοξσπ ςχμ μειξμξςικόμ -ρςημ πεοίπςχρη ασςή ςχμ Καςιμϊτχμχμ- εμϊπ κιμήμαςξπ 'ξικξλξγικξπξίηρηπ' ςχμ λαςιμϊτχμχμ πξλιςικόμ ή αλλιόπ 'μεςαλλαγήπ' ςξσ πεοιβαλλξμςιρμξϋ (George, 2006). Ιαςά δεϋςεοξ λϊγξ, ξι καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ και ξι σπξρςηοικςέπ ςξσ δερμεϋςηκαμ μα ρσμευίρξσμ μα εογάζξμςαι για ςημ σλξπξίηρη ςξσ ξοάμαςϊπ ςξσπ για μία σγιή, βιόριμη πϊλη – ρςημ πεοίπςχρη ασςή ςξ Κξπ Άμςζελεπ. ΢ε μία ρσμέμςεσνή ςξσ ρςξ πεοιξδικϊ

Grist,

ξ

εκποϊρχπξπ

ςχμ

καλλιεογηςόμ, Tezozomoc,

αμέτεοε

ϊςι:

―Ποξρπαθξϋμε μα πεςϋυξσμε κάςι μεγαλϋςεοξ. Λία δίκαιη πϊλη ποξωπξθέςει ςημ ϋπαονη δημϊριχμ υόοχμ. Ζ κεμςοική μαπ θέρη ατξοά πιξ βιόριμεπ πϊλειπ. Λε ςα ποξβλήμαςα πξσ ποξκαλξϋμ ςξ πεςοέλαιξ και η εμεογειακή κοίρη μα βοίρκξμςαι ρςξ ζεμίθ, λϋρειπ ρε ςξπικϊ επίπεδξ ραμ ςη ρσγκεκοιμέμη καθίρςαμςαι αμαγκαίεπ‖ (Mark, 2006). Ποξπ ςξ παοϊμ ξι δοάρειπ ςχμ καλλιεογηςόμ ρσμευίζξμςαι σπϊ ςη μξοτή ςξσ Σαμείξσ για ςημ Τγεία και ςημ Δκπαίδεσρη (South Central Farmers Health and Education Fund), έμα μη κεοδξρκξπικϊ ξογαμιρμϊ ατιεοχμέμξ ρςημ εκπαίδεσρη σγείαπ ςχμ απλόμ πξλιςόμ μέρχ ςηπ αρςικήπ γεχογίαπ και με ςημ απξρςξλή μα ―ρσμευίρει ςημ ποξρπάθεια για επαματξοά ςχμ τοξϋςχμ και λαυαμικόμ πξσ παοαδξριακά καλλιεογξϋμςαι με ξογαμικϊ ςοϊπξ και παοάγξμςαι ςξπικά ρςη διαςοξτή και ςξμ ςοϊπξ ζχήπ ςχμ εθμικόμ μειξμξςήςχμ υαμηλόμ ειρξδημάςχμ πξσ διαβιξϋμ ρςξ κέμςοξ ςηπ πϊληπ‖ (Tezozomoc, 2006). Δπιπλέξμ, ξι καλλιεογηςέπ νεκίμηραμ μα καλλιεογξϋμ μία μξικιαρμέμη έκςαρη γηπ ρςξ Central Valley, 2 όοεπ μακοσά απϊ ςξ Κξπ Άμςζελεπ, έυξμςαπ παοξσριάρει ςξ ποϊγοαμμα 'Λεγαλόμξμςαπ Σοξτή για ςη Γειςξμιά ρξσ', ςξ ξπξίξ υαοακςηοίζεςαι απϊ έμα δίκςσξ διαμξμήπ πξσ επιςοέπει εβδξμαδιαία διαμξμή ποξψϊμςχμ ρςα μέλη ςηπ κξιμϊςηςαπ (Kuipers, 2006b). Ο αουικϊπ υόοξπ καλλιέογειαπ ενακξλξσθεί μα απξςελεί βάρη ρσγκέμςοχρηπ ςηπ κξιμϊςηςαπ. Οι καλλιεογηςέπ δεμ έρςηραμ μϊμξ ςα γοατεία ςηπ ξογάμχρήπ ςξσπ ρε έμα κςίοιξ απέμαμςι απϊ ςξμ καςερςοαμμέμξ αγοϊ, αλλά μία τξοά ςξ μήμα τιλξνεμείςαι μία λαψκή αγξοά αγοξςικόμ ποξψϊμςχμ ρε παοακείμεμξ υόοξ, καθόπ και ρε παοϊμξιεπ 34


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

λαψκέπ πξσ βοίρκξμςαι διερπαομέμεπ ρςημ πϊλη. Ζ εογαρία ςξσπ για εσαιρθηςξπξίηρη και διαδικςϋχρη ρε ςξπικϊ, εθμικϊ και διεθμέπ επίπεδξ ρσμευίζεςαι επίρηπ. Ποϊρταςεπ δοάρειπ ρσμπεοιλάμβαμαμ κξιμέπ δοάρειπ αλληλεγγϋηπ με ςξσπ Ιξοεάςεπ αγοϊςεπ, ςη δημιξσογία φητιρμάςχμ για ςξ Δθμικϊ ΢σμέδοιξ ςχμ Καςιμϊτχμχμ ςξσ 2006, ςημ απξρςξλή αμςιποξρχπείαπ ρςα Δμχμέμα Έθμη και ςημ επιυξοήγηρή ςξσπ απϊ ςημ Δοεσμηςική Ιξιμϊςηςα για ςξμ Ιαοκίμξ ςξσ Παμεπιρςημίξσ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ (UCLA CO.R.I.CA.) για έμα ποϊγοαμμα ποϊληφηπ ςξσ καοκίμξσ, ςξ ξπξίξ θα πεοιρςοέτεςαι γϋοχ απϊ έμα εοεσμηςικϊ ποϊγοαμμα ποξραμαςξλιρμέμξ ρςημ κξιμϊςηςα και ςημ αμάγκη ςηπ για ποϊρβαρη ρε τοέρκα ποξψϊμςα (Tezozomoc, 2006). ΢ΤΛΠΔΡΑ΢ΛΑΣΑ Λπξοεί ξ Αγοϊπ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ μα έυει υαθεί, αλλά ξ αγόμαπ για ςημ σπεοάρπιρη, ςη διατϋλανη και ςη διάδξρη ςηπ ανίαπ υοήρηπ κάπξιχμ αμαμςικαςάρςαςχμ υόοχμ ρςξ Κξπ Άμςζελεπ και ρε άλλεπ πϊλειπ ςχμ Ζ.Π.Α παοαμέμει, εμό ξι καλλιεογηςέπ έυξσμ θέρει εασςξϋπ ρςημ ποόςη γοαμμή ασςήπ ςηπ ποξρπάθειαπ. Ιαςά ςξμ ίδιξ ςοϊπξ, ποξκειμέμξσ μα σπεοαρπιρςξϋμε ςξ δικαίχμα ρε μια δίκαιη πϊλη, ϊρξι παίομξσμ απξτάρειπ ρςξ Κξπ Άμςζελεπ – και αλλξϋ – υοειάζεςαι μα έυξσμ επίγμχρη ςχμ ρσμθηκόμ εκείμχμ πξσ αμςιμάυξμςαι ςημ ανία υοήρηπ κάπξιχμ εκπληκςικόμ ςϊπχμ ϊπχπ ξ Αγοϊπ, δερμεσϊμεμξι μα επαμξοθόρξσμ. Σα μξμικά ποξβλήμαςα πξσ αμςιμεςόπιραμ ξι καλλιεογηςέπ, δεμ ήςαμ ξϋςε ποχςϊγμχοα, ξϋςε αμσπέοβληςα. Για ςημ ακοίβεια, ξι καλλιεογηςέπ βοίρκξμςαμ εκ ςχμ ποαγμάςχμ ρε μειξμεκςική θέρη, ρςα πλαίρια μιαπ κξιμχμικήπ-μξμικήπ δξμήπ, καςαρκεσαρμέμηπ και εδοαιχμέμηπ με ρκξπϊ ςημ ποξρςαρία και διαιόμιρη ςξσ κξιμχμικξϋ-πξλιςιρμικξϋ καςερςημέμξσ,

και

ςη

ρσμπεοιλαμβαμξμέμχμ

μξμιμξπξίηρη ςξσ

ςχμ

δικαιόμαςξπ

καπιςαλιρςικόμ

ρςημ

ιδιξκςηρία

ςοϊπχμ και

ςχμ

παοαγχγήπ, διαδικαριόμ

επεμδϋρεχμ ρε γη. Απϊ ασςή ςημ κοιςική ρκξπιά, ξι καλλιεογηςέπ – πέοα απϊ ςιπ ϊπξιεπ μξμικέπ ποξκλήρειπ – σρςεοξϋραμ ιδιαίςεοα χπ ποξπ ςξ υοόμα ςξσ δέομαςϊπ ςξσπ και ςημ εκςϊπ κσοίαουξσ οεϋμαςξπ κξσλςξϋοα ςξσπ. Σξ μξμικϊ «παιυμίδι» δεμ ήςαμ ρυεδιαρμέμξ για μα διαρταλίζει ςιπ διαδικαρίεπ με ςοϊπξ πξσ μα αομϊζει ρε αμθοόπξσπ ραμ ασςξϋπ και τάμηκε ϊςι εμςϊπ ασςξϋ ςξσ παιυμιδιξϋ δεμ είυαμ πξσ μα καςατϋγξσμ για ξσριαρςική ποξρςαρία και εμδσμάμχρη. Σξ Κξπ Άμςζελεπ μαπ έυει ποξρτέοει πξλλά υαοακςηοιρςικά παοαδείγμαςα ασςξϋ ςξσ λειςξσογίαπ ςχμ ποαγμάςχμ, ρσμπεοιλαμβαμξμέμξσ ςξσ απευθξϋπ εκςξπιρμξϋ μιαπ τςχυιάπ κξιμϊςηςαπ ρςα 1950 απϊ ςξμ Chavez 35

Ravine,


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ποξκειμέμξσ μα υςιρςεί ςξ Dodgers Stadium. Παο’ ϊλα ασςά, η πϊλη ποξρτέοει επίρηπ δϋξ ποϊρταςα δημιξσογημέμα αρςικά πάοκα, ςξ Cornfields και ςξ Taylor Yards, χπ παοαδείγμαςα πξσ απξδεικμϋξσμ ϊςι μια δσμαμική ενξσρίαπ ρϋμτχμη με ςιπ αουέπ ςηπ ιρϊςηςαπ και ςξσ δικαίξσ είμαι ετικςή (Lejano & Taufen Wessels, 2006). Όπξιξπ εμδιατέοεςαι για παοϊμξια ζηςήμαςα, θα ποέπει μα ρτσοηλαςήρει δσμαμικά πξλσςανικξϋπ και πξλστσλεςικξϋπ ρσμαρπιρμξϋπ. Δημιξσογόμςαπ ςέςξιξσπ ρσμαρπιρμξϋπ, ξι έγυοχμξι τςχυξί μπξοξϋμ μα αμςιπαοέλθξσμ έμα κξιμχμικϊ-μξμικϊ ρϋρςημα πεοιξοιρςικϊ και γεμάςξ ποξκαςαλήφειπ, και μα εναρταλίρξσμ καλϋςεοη πξλιςική ρςήοινη για ςξσπ ρςϊυξσπ ςξσπ. Αμςίρςξιυα ξι λεσκξί ςηπ μέρηπ και αμόςεοηπ ςάνηπ, μπξοξϋμ μα διεσοϋμξσμ ςη βάρη ρςήοινηπ και επιοοξήπ ςξσπ, όρςε μα διαδόρξσμ ςιπ αμςιλήφειπ ςξσπ και μα ποξχθήρξσμ εσκαιοίεπ για μια δίκαιη αμάπςσνη. Ο Αγοϊπ απέδεινε ϊςι είμαι επείγξσρα η αμάγκη για πξλιςική ηγερία και βξϋληρη, καθόπ και για κξιμχμική κιμηςξπξίηρη, ποξκειμέμξσ μα παϋρξσμε μα αματεοϊμαρςε ρε «πϊλειπ μεςαδικαίξσ», αλλά και μα διεσοεμηθξϋμ εμαλλακςικά ποϊςσπα αμαφσυήπ ρςξ Κξπ Άμςζελεπ. Ιαθόπ ξ δήμαουξπ Villaraigosa και άλλξι, δεμ αμςαπξκοίθηκαμ ρςημ ποϊκληρη πξσ έθερε ξ Αγοϊπ, κάπξιεπ ιδέεπ απϊ ςημ επίρημη ποξεκλξγική ςξσ εκρςοαςεία ενακξλξσθξϋμ μα υοειάζεςαι μα εταομξρςξϋμ (Villaraigosa, 2005): μα υοηριμξπξιήρξσμε ςημ πλεξμάζξσρα αρςική ιδιξκςηρία για μα δημιξσογήρξσμε πεοιρρϊςεοα πάοκα ρςιπ γειςξμιέπ, καθόπ και κξιμξςικξϋπ κήπξσπ απϊ ςξμ αμεκμεςάλλεσςξ ρχοϊ ςχμ 2.400 αμανιξπξίηςχμ ιδιξκςηριόμ, μα διεκδικήρξσμε ςξσπ αμξιυςξϋπ υόοξσπ απϊ ςημ ξμξρπξμδιακή κσβέομηρη, ςημ πξλιςεία και άλλεπ πηγέπ, μα διεσοϋμξσμε ςη υοήρη ςχμ ρυξλικόμ υόοχμ παιυμιδιξϋ και ςχμ πάοκχμ και μα απξκςήρξσμε μέξσπ αμξιυςξϋπ υόοξσπ δοαρςηοιξπξιξϋμεμξι ρςιπ γειςξμιέπ ρε ρσμεςαιοιρμξϋπ γηπ και μη κσβεομηςικέπ ξογαμόρειπ. Οι σπεοαρπιρςέπ ςξσ κήπξσ, επικεμςοόμξμςαι και ρε άλλξσπ ςοϊπξσπ, με ςξσπ ξπξίξσπ η πϊλη θα μπξοξϋρε μα διακηοϋνει με καλϋςεοξ ςοϊπξ ασςέπ ςιπ δερμεϋρειπ ςηπ, ρσμπεοιλαμβαμξμέμηπ ςηπ ξικξμξμικήπ σπξρςήοινηπ ςξσ ΢σμεςαιοιρμξϋ Γηπ ρςιπ Γειςξμιέπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ (Los Angeles Neighborhood Land Trust), ςη δημιξσογία τξοξλξγικόμ ποξγοαμμάςχμ πξσ θα δίμξσμ κίμηςοα, ςημ απαίςηρη για ςη δημιξσογία ποάριμχμ υόοχμ ραμ ποξωπϊθερη για ςημ εμδευϊμεμη απξδξυήπ πεοαιςέοχ επεμδϋρεχμ, ϊπχπ και ςξ μα ςεθξϋμ ρςϊυξι για ςη καθιέοχρη εμϊπ κξιμξςικξϋ κήπξσ ρςη δικαιξδξρία κάθε ρσμβξϋλιξ ή ρσμβξσλίξσ ςηπ γειςξμιάπ (Gottlieb, 2006a). «Σξ Σανίδι», η ιρςξοία ςηπ Patricia Preciado Martin, πξσ παοαθέραμε ρςημ αουή ασςξϋ ςξσ άοθοξσ, ενέτοαρε ςημ ελπίδα μιαπ Καςίμαπ, θϋμα εμϊπ πξλεξδξμικξϋ 36


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ποξγοάμμαςξπ αμάπςσνηπ: «ςα λξσλξϋδια [καθόπ αμαδϋξμςαι μέρα απϊ ςξ ιρξπεδχμέμξ απϊ ςη μπξσλμςϊζα ρπίςι ςηπ] πάμςα μικάμε» λέει με απξταριρςικϊ ςϊμξ ρςημ αμιφιά ςηπ. ΢ςημ πεοίπςχρη ςξσ Αγοξϋ, ρπαοςά και λξσλξϋδια κσοιξλεκςικά νεπεςάυςηκαμ μέρα και γϋοχ απϊ ςα ρσμςοίμμια ςηπ καςαρςοξτήπ ςξσ. ΢σμβξλίζξσμ ϊςι εμό ξι ενξσριαρςικέπ δξμέπ πξσ διαιχμίζξσμ ςιπ πεοιβαλλξμςικέπ αδικίεπ παοαμέμξσμ, ςα θϋμαςά ςξσπ δεμ εγκαςαλείπξσμ ςημ ελπίδα και δεμ παϋξσμ μα αμςιρςέκξμςαι. Ο καλλιεογηςήπ Alberto Tlatoa, αμέτεοε με πξιηςικϊ ςοϊπξ ρε μια ξμάδα ρπξσδαρςόμ πξσ επιρκέτςηκε ςξμ καςερςοαμμέμξ Αγοϊ ςξμ Αϋγξσρςξ ςξσ 2006: «Όπχπ ξ κάκςξπ nopal ρποόυμει ςξ μπεςϊμ, έςρι και ςξ πμεϋμα ςηπ γηπ και ξι άμθοχπξι αομξϋμςαι μα ιρξπεδχθξϋμ απϊ ςιπ μπξσλμςϊζεπ και ρκεπαρςξϋμ με ςριμέμςξ.» ΔΤΦΑΡΘ΢ΣΖΡΘΑ: Ηα θέλαμε μα εσυαοιρςήρξσμε ςημ Αρςική Ποχςξβξσλία και ςξ Ιέμςοξ για ςη Ηοηρκεσςική και Πξλιςική Εχή ςξσ Παμεπιρςημίξσ ςηπ Μϊςιαπ Ιαλιτϊομια για ςημ σπξρςήοινη πξσ ποξρέτεοαμ ρςημ έοεσμα ασςή. Δίμαρςε εσγμόμξμεπ ρςξμ Tezomomoc, ςη Rufina Juarez, ςξμ Alberto Tlatoa, ςξ Fernando Flores και άλλα μέλη ςηπ ξογάμχρηπ ςχμ Ιαλλιεογηςόμ ςχμ Μϊςιχμ Ποξαρςίχμ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ για ςξμ Δπιριςιρμϊ Οικξγεμειόμ για ςη γεμαιξδχοία ςξσπ, καθόπ μξιοάρςηκαμ μαζί μαπ ςξ υόοξ ςξσπ, ςξμ αγόμα ςξσπ και ςιπ γμόρειπ ςξσπ. Δπίρηπ, εκςιμξϋμε ιδιαίςεοα ςη γεμαιξδχοία ϊλχμ ςχμ αμθοόπχμ πξσ δέυςηκαμ μα μαπ δόρξσμ ρσμεμεϋνειπ γι' ασςϊ ςξ άοθοξ, εκτοάζξμςαπ παοάλληλα ςημ αμαγμόοιρμή μαπ ρςα μέλη ςξσ Δικςϋξσ Πξλεξδϊμχμ ςξσ Σμήμαςξπ ςξσ Παμεπιρςημίξσ ςηπ Μϊςιαπ Ιαλιτϊομια για ςημ ποξρπάθεια πξσ έκαμαμ ποξκειμέμξσ μα εσαιρθηςξπξιήρξσμ ςημ κξιμή γμόμη για ςξμ αγόμα ασςϊ, εμπμέξμςαπ πξλλξϋπ μα ρσμμεςέυξσμ. Διδικϊςεοα, θα θέλαμε μα εσυαοιρςήρξσμε ςξμ Jason Neville, ξ ξπξίξπ μαπ βξήθηρε πξλϋ με ςα εστσή ρυϊλιά ςξσ καςά ςη διάοκεια ασςήπ ςηπ έοεσμαπ.

37


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

΢ΦΟΚΘΑ 1

΢.ς.Λ.: Σα ξπξία ιρξδσμαμξϋμ με 55 ρςοέμμαςα πεοίπξσ.

2

΢.ς.Λ.: Θρπαμικά ρςξ κείμεμξ, "μικοή μξσ".

3

Ζ ιρςξοία ςξσ Martin ―The Journey‖ ατξοά έμα καςασλιρμϊ ρςημ Αοιζϊμα και ςξμ αγόμα ςηπ ιρπαμϊτχμηπ κξσλςξϋοαπ μα μημ εναλειτθεί. Σελειόμει με ςξμ ατηγηςή μα αμακαλϋπςει μία πηγή πξσ αμαβλϋζει μέρα απϊ έμα ρυίρμα ςηπ αρτάλςξσ, η ξπξία καλϋπςει ςξ καςερςοαμμέμξ ρπίςι ςηπ θείαπ ςξσ (παοάθερη: Brady, 2002).

4

Ζ πεοιξυή ασςή ήςαμ παλαιϊςεοα γμχρςή χπ Μϊςιεπ ΢σμξικίεπ ςξσ Ιεμςοικξϋ Κξπ Άμςζελεπ. Λεςξμξμάρςηκε ρε Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ ςξ 2003 μεςά απϊ ξμϊτχμη απϊταρη ςξσ Δημξςικξϋ ΢σμβξσλίξσ ςηπ πϊληπ, ρε μία απϊπειοα διατημιρςικξϋ υαοακςήοα όρςε μα απξρσρυεςιρςεί η πεοιξυή απϊ αομηςικέπ αματξοέπ πξσ ςη ρσμέδεεαμ με ςξ έγκλημα, ςα μαοκχςικά και ςιπ ρσμμξοίεπ.

5

Όπχπ ξοίζεςαι απϊ ςξ Ποϊγοαμμα Δπείγξσραπ Δπιριςιρςικήπ Τπξρςήοινηπ ή TEFAP – Emergency Food Assistance Programme (ποξρχπική επικξιμχμία με ςξμ Darren Hoffman ρςιπ 3 ΢επςεμβοίξσ ςξσ 2006). Ποϊκειςαι για ξμξρπξμδιακϊ ποϊγοαμμα, ςξ ξπξίξ λειςξσογεί ρε ρσμεογαρία με ςη Διεϋθσμρη Γεχογίαπ ςχμ ΖΠΑ. ΢ςξυεϋει ρςη ρσμπλήοχρη ςηπ διαςοξτήπ αςϊμχμ με υαμηλά ειρξδήμαςα, ςχμ ηλικιχμέμχμ ρσμπεοιλαμβαμξμέμχμ, παοέυξμςαπ ςξσπ επείγξσρα επιριςιρςική και ρσμπληοχμαςική διαςοξτική σπξρςήοινη.

6

΢.ς.Λ.: Διαβάζει καμείπ ρςη wikipedia (βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Census_tract) ϊςι χπ μξμάδα απξγοατήπ ή πεοιτέοεια απξγοατήπ ξοίζεςαι μια γεχγοατική πεοιξυή ποξκειμέμξσ η απξγοατή εκεί μα είμαι ετικςή. ΢σμήθχπ ςα ϊοια ςχμ μξμάδχμ ασςόμ ρσμπίπςξσμ με ςα ϊοια ςχμ πϊλεχμ ή άλλχμ πεοιξυόμ διξικηςικξϋ υαοακςήοα, εμό μια επαουία διαιοείςαι ρσμήθχπ ρε πξλλέπ μξμάδεπ. [...] ΢ςιπ ΖΠΑ ξι μξμάδεπ απξγοατήπ διαιοξϋμςαι ρε ξμάδεπ [ξικξδξμικόμ] ςεςοαγόμχμ και [ξικξδξμικά] ςεςοάγχμα απξγοατήπ. [...] Σα ςεςοάγχμα απξγοατήπ έυξσμ ―ρυεδιαρςεί έςρι όρςε εκποξρχπξϋμ ρυεςικά ξμξγεμή ρϋμξλα ρε ϊ,ςι ατξοά υαοακςηοιρςικά ςξσ πληθσρμξϋ, ξικξμξμικϊ καθερςόπ και ρσμθήκεπ διαβίχρηπ, εμό κάθε μξμάδα απξγοατήπ αμςιρςξιυεί πεοίπξσ ρε 4.000 καςξίκξσπ‖.

7

Σξ 2ξ ΢υήμα δείυμει ϊςι ξι αλλαγέπ ρςημ πεοιξυή απϊ ςξ 1980 και μεςά ήςαμ ρημαμςικέπ, με πεοιρρϊςεοεπ απϊ ςιπ μιρέπ μξμάδεπ γηπ μα παοξσριάζξσμ μεςαβξλέπ ςηπ ςάνηπ ςξσ 200-399% ϊπξσ διαβιξϋμ Καςιμξαμεοικάμξι, με 4 μξμάδεπ μα παοξσριάζξσμ αμάπςσνη μεγαλϋςεοη ςξσ 400%. Για μα μπξοέρει μα αμαλϋρει καμείπ ςάρειπ ρςξ υοϊμξ εμςϊπ ρσγκεκοιμέμχμ μξμάδχμ, 8 απϊ ςιπ πεοιξυέπ ςξσ 1990 πξσ διαιοέθηκαμ ρε πξλλαπλά ςμήμαςα ςξ 2000, επαμήλθαμ ρςα ϊοια ςξσ 1990. Σξ υοξμικϊ διάρςημα και ςα ϊοια εμςϊπ ςχμ ξπξίχμ ερςίαρε η μελέςη επιλέυθηκαμ με ςημ ποϊθερη μα καςαγοατξϋμ δημξγοατικέπ αλλαγέπ ρςημ πεοιξυή πξσ πεοιβάλλει ςξ υόοξ απϊ ςϊςε πξσ ποχςξεγκαςαλείτθηκε ξ κϋοιξπ ςξμέαπ υοήρηπ ςξσ. Σα ϊοια πξσ επιλέυθηκαμ πληριάζξσμ καςά ποξρέγγιρη ςημ 'πεοιξυή ρσγκέμςοχρηπ' ϊπχπ ξοίζεςαι απϊ ςημ Οδϊ Σαυείαπ Ισκλξτξοίαπ ςηπ ΢άμςα Λϊμικα ρςξ Βξοοά, ςημ Οδϊ Σαυείαπ Ισκλξτξοίαπ Κιμέμξπ ρςη Δϋρη, ςη Κεχτϊοξ Slauson ρςξ Μϊςξ και ςημ Alameda ρςημ Αμαςξλή, και πεοικλείξσμ ςιπ μξμάδεπ απξγοατήπ εμςϊπ 2 μιλίχμ απϊ ςξ υόοξ.

38


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Ασςϊ μαπ επέςοεφε μα ενεςάρξσμε ςξμ ςοϊπξ με ςξμ ξπξίξ δξμικά υαοακςηοιρςικά ϊπχπ ςξ τσλεςικϊ και και ςξ εθμικϊ ρςξιυείξ, η 'γειςξμιά' πξσ πεοιβάλλει ςξμ Αγοϊ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιέμςοξσ, έυξσμ μεςαβληθεί απϊ ςημ έμαονη ςχμ δοάρεχμ εκεί. 8

΢.ς.Λ.: Σξ δικαίχμα ποξςεοαιϊςηςαπ ρςιπ αγξοαπχληρίεπ (right of first refusal ή ROFR ή RFR), απξςελεί έμα "μξμικϊ δικαίχμα βάρει ρϋμβαρηπ, ςξ ξπξίξ δίμει ρςξμ κάςξυϊ ςξσ ςη δσμαςϊςηςα μα ειρέλθει ρε μία επιυειοημαςική ρσμαλλαγή με ςξμ ιδιξκςήςη (ϊ,ςι κι αμ ατξοά η ιδιξκςηρία) βάρει ποξρσμτχμημέμχμ ϊοχμ, ποξςξϋ ξ ιδιξκςήςηπ απξκςήρει ςξ δικαίχμα μα ειρέλθει ρε ρσμαλλαγή με κάπξιξμ ςοίςξ. Δμ ρσμςξμία, ςξ δικαίχμα ποξςεοαιϊςηςαπ ρςιπ αγξοαπχληρίεπ είμαι παοϊμξιξ με ςημ ιδέα ςηπ δσμαςϊςηςαπ επιλξγήπ ρε μία αγξοά (call option). [...] Λε άλλα λϊγια, εάμ ξ ιδιξκςήςηπ ποξυχοήρει ρε αγξοαπχληρία εμϊπ αγαθξϋ ρε κάπξιξμ ςοίςξ, δίυχπ μα ποξρτέοει ρςξμ κάςξυξ ςξσ δικαιόμαςξπ ασςξϋ ςημ εσκαιοία αγξοάπ καςά ποξςεοαιϊςηςα, ξ ςελεσςαίξπ έυει ςξ δικαίχμα μα καςαθέρει μήμσρη ζηςόμςαπ απξζημίχρη, αμ και θεχοείςαι δϋρκξλη η δικαρςική απϊταρη παϋρηπ ή αμαίοερηπ ςηπ πόληρηπ. Βλ.

9

http://en.wikipedia.org/wiki/Right_of_first_refusal

Αματέοεςαι ρςξσπ ασςϊυθξμεπ Αμεοικαμξϋπ.

10 Ζ κξιμχμική ενέγεορη ςξσ 1992 ρςξ Κξπ Άμςζελεπ ρσμήθχπ πεοιγοάτεςαι ρςα δημξτιλή ΛΛΔ χπ κξιμχμική αμαςαοαυή, καθόπ ρσμπεοιλάμβαμε ζημιέπ ρε πεοιξσριακά ρςξιυεία και άλλεπ ποάνειπ βίαπ. Παοϊλα ασςά, ξ ϊοξπ ενέγεορη ποξςιμάςαι απϊ πξλλξϋπ αμαλσςέπ και μέλη ςηπ κξιμϊςηςαπ, καθόπ θεχοξϋμ ϊςι η πλειξφητία ϊρχμ καςέβηκαμ ρςξ δοϊμξ, είυε ενεγεοθεί εμάμςια ρε ρσμθήκεπ ρσρςημικξϋ υαοακςήοα, ϊπχπ ξ οαςριρμϊπ, η τςόυεια και ξι αρςσμξμικέπ χμϊςηςεπ. Οι ςελεσςαίεπ επικοαςξϋμ ρςιπ τςχυέπ και μειξμξςικέπ γειςξμιέπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ, ξι ξπξίεπ έτςαραμ ρςξ απξκξοϋτχμά ςξσπ με ςημ κοασγαλέα απαλλαγή ςχμ 4 αρςσμξμικόμ πξσ καςηγξοήθηκαμ για ςη βάμασρη μεςαυείοιρη εμϊπ Ατοξαμεοικαμξϋ, ςξσ Rodney King (βλ. Costa Vargas, 2004). 11

΢.ς.Λ.: Ο ςευμικϊπ ϊοξπ αματέοεςαι ρε 'brownfields'. ΢ςξ wikipedia (http://en.wikipedia.org/wiki/Brownfields) διαβάζει καμείπ ϊςι ποϊκειςαι για εκςάρειπ γηπ πξσ ―έυξσμ εγκαςαλειθεί είςε χπ βιξμηυαμικξί, είςε χπ εμπξοικξί υόοξι και εγκαςαρςάρειπ πεοιξοιρμέμηπ υοήρηπ, πξσ παοαμέμξσμ διαθέριμξι για επαμαυοηριμξπξιήρη. Ζ επέκςαρη ή επαμάπςσνη παοϊμξιχμ εγκαςαρςάρεχμ εμδέυεςαι μα απξςελεί ρϋμπλξκη διαδικαρία λϊγχ απξδεδειγμέμηπ ή εικαζϊμεμηπ πεοιβαλλξμςικήπ μϊλσμρηπ. Οι πξλεξδξμικέπ αουέπ ςχμ ΖΠΑ με ςξμ ϊοξ αματέοξμςαι ρε εκςάρειπ γηπ με παοελθϊμ ποξηγξϋμεμχμ βιξμηυαμικόμ ή εμπξοικόμ υοήρεχμ ρσγκεκοιμέμξσ υαοακςήοα. Ασςέπ ξι εκςάρειπ γηπ εμδέυεςαι μα είμαι μξλσρμέμεπ απϊ υαμηλέπ ρσγκεμςοόρειπ επιβλαβόμ απξοοιμάςχμ και ξσριόμ, ϊπξσ ϊμχπ ενακξλξσθεί μα στίρςαςαι η δσμαςϊςηςα ενσγίαμρήπ ςξσπ. [...] ΢ε ϊ,ςι ατξοά ςξ Ζμχμέμξ Βαρίλειξ και ςημ Ασρςοαλία, ξ ϊοξπ υοηριμξπξείςαι ποξκειμέμξσ μα αματεοεθεί καμείπ γεμικόπ ρε εκςάρειπ γηπ ϊπξσ έυξσμ ποξηγηθεί άλλεπ υοήρειπ καςά ςξ παοελθϊμ.‖

12

΢.ς.Λ.: GIS – Geographical/ Geospatal Information System: ΢ϋρςημα γεχγοατικόμ ή γεχυχοικόμ δεδξμέμχμ.

13 ΢.ς.Λ.: Θρπαμϊτχμξι κάςξικξι ςχμ ΖΠΑ με καςαγχγή απϊ ςη Μϊςιξ Αμεοική. 14 ΢.ς.Λ.: ςξ κείμεμξ δεμ αματέοεςαι ρςημ εοεσμηςική μέθξδξ ςηπ εθμξγοατίαπ, αλλά ρε έμα 'εθμξςξπίξ'

39


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ή αλλιόπ μια γεχγοατία ςημ ξπξία ρσμθέςξσμ διατξοεςικέπ μεςανϋ ςξσπ εθμϊςηςεπ/εθμικϊςηςεπ. 15 Ωπ παοάδειγμα, ρςιπ 19 Ασγξϋρςξσ 2006, ξι ρσγγοατείπ ασςξϋ ςξσ άοθοξσ ξογάμχραμ ρςξμ Ιξιμξςικϊ Αγοϊ ςχμ Μϊςιχμ ΢σμξικιόμ ςξσ Ιέμςοξσ έμα ξλξήμεοξ εογαρςήοιξ ποξραμαςξλιρμέμξ ρε κξιμξςικέπ σπηοερίεπ, ςξ ξπξίξ απεσθσμϊςαμ ρε ποχςξεςείπ τξιςηςέπ/οιεπ, ρε ρσμεογαρία με ςξσπ καλλιεογηςέπ ςξσ Αγοξϋ. 16 Σ.η.Μ.: "Ο ρόλος ηφν ηοπικών κσβερνήζεφν ζηην Καλιθόρνια έτει αποδειτθεί ιδιαίηερα ζημανηικός ζε ό,ηι αθορά ηη δημιοσργία ελεύθερφν τώρφν πραζίνοσ και αναυστής. Από ηο 1975 και μεηά, οπόηε υηθίζηηκε ηο Διάηαγμα Quimby (Κώδικας §66477 ηης Πολιηείας ηης Καλιθόρνια), η πολιηεία έτει ηη δικαιοδοζία να λαμβάνει δεζμεσηικές νομικά αποθάζεις ποσ σποτρεώνοσν ηοσς επενδσηές να διαθσλάζζοσν ημήμαηα αδόμηηης γης, να τορηγούν ποζά ποσ επιηρέποσν ηην προζηαζία ηφν θσζικών τώρφν πραζίνοσ ή και να πληρώνοσν ένα πάγιο τρημαηικό ποζό για βεληιώζεις ζηοσς τώροσς ασηούς. Τα έζοδα ποσ προκύπηοσν μέζφ ηοσ Διαηάγμαηος Quimby δεν επιηρέπεηαι να διαηεθούν για ηη λειηοσργία και ζσνηήρηζη ηφν εγκαηαζηάζεφν ζηα πάρκα..." Περιζζόηερες λεπηομέρειες ζτεηικά:

http://www.cprs.org/membersonly/Sum02_Quimby.htm

17 Για ςημ ακοίβεια, η εςαιοεία Forever 21 έυει ποξχθήρει ςημ καςαρκεσή εμϊπ υόοξσ ρςάθμεσρηπ ξυημάςχμ ξδικόμ μεςατξοόμ, ρε ρσμδσαρμϊ με ςη δημιξσογία εμϊπ κέμςοξσ διαμξμήπ ρςημ πεοιξυή. Όμχπ, ποϊκειςαι για μια πεοιξυή πξσ διαθέςει ήδη πξλλέπ απξθήκεπ, ξοιρμέμεπ εν ασςόμ κεμέπ ή μεοικόπ ανιξπξιξϋμεμεπ. Δμ ςχ μεςανϋ, παοξσριάζεςαι ρημαμςική έλλειφη ρε πάοκα και σπηοερίεπ αμαφσυήπ. 18 Τπάουξσμ βίμςεξ πξσ απξδεικμϋξσμ ϊςι η Perry, καθόπ ξι καλλιεογηςέπ και ξι σπξρςηοικςέπ ςξσπ απεσθϋμξμςαι ρςξ Δημξςικϊ ΢σμβξϋλιξ , αρυξλείςαι με ςημ ηλεκςοξμική ςηπ αλληλξγοατία και άλλεπ δοαρςηοιϊςηςεπ πξσ απξρπξϋμ ςημ ποξρξυή ςηπ. 19 ΢ςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ ξ μαϋοξπ πληθσρμϊπ αμέουξμςαμ ρε 55% ςξ 1990 και 39,8% ςξ 2000. ΢σγκοιςικά, ρςξ ρϋμξλξ ςηπ πϊληπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ ξι Ατοξαμεοικαμξί αμέουξμςαμ ρε 14% ςξ 1990 και 11,2% ςξ 2000. ΢ςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ ξι Καςιμξαμεοικάμξι αμέουξμςαμ ρε 45,5% ςξ 1990 και 58% ςξ 2000. ΢σγκοιςικά, ρςξ ρϋμξλξ ςηπ πϊληπ ςξσ Κξπ Άμςζελεπ ξι Καςιμξαμεοικάμξι αμέουξμςαμ ρε 39,9% ςξ 1990 και 46,5% ςξ 2000. Άοα σπήονε μία μείχρη ςηπ ςάνηπ ςξσ 24,5% ςξσ πληθσρμξϋ ςχμ Ατοξαμεοικαμόμ απϊ ςξ 1990 ρςξ Μϊςιξ Κξπ Άμςζελεπ ρε αμαλξγία με μία μείχρη ςηπ ςάνηπ ςξσ 14,9% ρςημ πϊλη ςξσ Κξπ Άμςζελεπ και ςηπ ςάνηπ ςξσ 6,2% ρςημ επαουία ςξσ Κξπ Άμςζελεπ (Myers, 2002).

40


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Adelman, S., & Foster, K. (n.d.). Critical legal theory: The power of law. Πηγή

http://www.nclg.org.uk/books.htm, πρόσβαση: 19 Φεβροσαρίοσ, 2007. 20 I JOURNAL OF URBAN AFFAIRS I Vol. 31/No. 1/2009. Altheide, D. L. (1996). Qualitative media analysis. Thousand Oaks, CA: Sage Publications. Altman, A. (1986). Legal realism, critical legal studies, and Dworkin. Philosophy and Public Affairs, 15(3), 205–235. Baumgartner, M. P. (1999). The social organization of law. London: Academic Press. Becerra, H., Garvey, M., & Hymon, S. (2006). L.A. garden shut down; 40 arrested. Los Angeles Times, July 6, B1. Been, V., & Voicu, I. (2006). The effect of community gardens on neighboring property values. Marc. Law and Economics Research Paper Series. Working Paper No. 06-09. NYU Center for Law and Economics. Black, D. (1977). The behavior of law. London: Academic Press. Brady, M. P. (2002). Extinct lands, temporal geographies: Chicana literature and the urgency of space. Durham, NC: Duke University Press. Bullard, R. D. (1994). Unequal environmental protection: Incorporating environmental justice in decision making. In A. M. Finkel & D. Golding (Eds.), Worst things first? The debate over risk-based national environmental priorities. Washington, DC: Resources for the Future. Bullard, R. D., Johnson, G. S., & Torres, A. O. (2000). Sprawl city: Race, politics and planning in Atlanta. Washington, DC: Island Press. Bunge, W. (2001). Author‟s response: Geography the innocent science. Progress in Human Geography, 25, 75–77. Costa Vargas, Jo ̃ o H. (2004). The Los Angeles Times‟ coverage of the 1992 rebellion: Still burning matters of a race and justice. Ethnicities, 4(2), 209–236. Cotterill, R. W., & Franklin, A. W. (1995). The urban grocery store gap. Food Marketing Policy Paper 8. Storrs: Food Marketing Policy Center, University of Connecticut. Cornell Law School, Law School Legal Information Institute Web (2006). Critical legal theory, critical legal studies: An overview. Πηγή http://www.law.cornell.edu/wex/index.php/Critical_legal_theory, πρόσβαση στις: 25 Ιανοσαρίοσ, 2007. Curtis, S. (2004). Health and inequality: Geographical perspectives. London: Sage. Day, K. (2006). Active living and social justice: Planning for physical activity in low-income, black, and Latino communities. Journal of the American Planning Association, 72(1), 88–99. Dreier, P., Mollenkoph, J., & Swanstrom, T. (2001). Place matters: Metropolitics for the twenty-first century. Lawrence: University Press of Kansas. Fainstein, S. (2000). New directions in planning theory. Urban Affairs Review, 35(4), 451–478. Feldman, M. S. (1994). Strategies for interpreting qualitative data. Thousand Oaks, CA: Sage Publications. Feldman, P. (1993). Harvest of hope. Los Angeles Times, August 19, B1, B4. Ford, R. T. (1999). Crossing borders. Πηγή http://jurist.law.pitt.edu/lawbooks/revapr99.htm#Ford, πρόσβαση στις: 19 Φεβροσαρίοσ, 2007. George, E. (2006). Browning the green movement. Los Angeles Alternative, September 15. Gilmore, R. (2004). Golden gulag: Prison, surplus, crisis, and opposition in California, 1982–2000. Berkeley:

41


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

University of California Press. Gottlieb, R. (2006a, July 13). Direct testimony given at Superior Court of the State of California for the County of Los Angeles, Central District. Gottlieb, R. (2006b). Showdown at South Central farm. The Next American City, 2006/2007 Winter. Πηγή

http://www.americancity.org/article.php?id_article=212 , πρόσβαση: January 15, 2007. Harvard Bridge Project (n.d.). Legal theory: Critical theory overview. Πηγή

http://cyber.law.harvard.edu/bridge/CriticalTheory/critical1.htm, πρόσβαση στις: 19 Φεβροσαρίοσ, 2007. Harvey, D. (2003). Debates and developments: The right to the city. International Journal of Urban and Regional Research, 27(4), 939–941. Hecht, J. (2006). The future at war with the past: While South Central‟s urban farmers face eviction, peak oil threatens global food supply. From The Wilderness. Πηγή

http://www.fromthewilderness.com/cgi-bin/MasterPFP.cgi?doc=http/, πρόσβαση στις: 2 Οκτωβρίοσ, 2006. Heynen, N., Perkins, H., & Roy, P. (2006). The political ecology of uneven urban green space: The impact of political economy on race and ethnicity in producing environmental inequality in Milwaukee. Urban Affairs Review, 42(1), 3–25. Hoffman, J. (2006). LA urban farmers fight for community garden. New Standard. Πηγή

http://newstandardnews.net/content/index.cfm/items/3027, πρόσβαση στις: 5 Οκτωβρίοσ, 2006. Holstein, J. A., & Gubrium, J. F. (1995). The active interview. Thousand Oaks, CA: Sage Publications.I Cultivating Just Planning and Legal Institutions I 21 Hopkins, B. (2006). The end for South Central Farm? LA Daily News. Πηγή

http://www.dailynews.com/news/ci_3933788, πρόσβαση στις: 7 Ασγούστοσ, 2006. Institute of Medicine (1999). Toward environmental justice: Research, education, and health policy needs. Committee on Environmental Justice, Health Sciences Policy Program, Health Sciences Section, Institute of Medicine. Washington, DC: National Academies Press. Irazabal, C. (2006). Open letter to Mayor Antonio Villarraigosa. From the Wilderness. Πηγή

www.fromthewilderness.com/pdf/SCF_Mayor.pdf, πρόσβαση στις: 20 Ασγούστοσ, 2006. Irazabal, C. (2008). Introduction: Citizenship, democracy and public space in Latin America. In C. Irazabal (Ed.), Ordinary places, extraordinary events: Citizenship, democracy and public space in Latin America. London: Routledge. Kirk, J., & Miller, M. (1985). Reliability and validity in qualitative research. Thousand Oaks, CA: Sage Publications. Kuipers, D. (2005). Trouble in the garden. LA City Beat. Πηγή www.lacitybeat.com. Kuipers, D. (2006a). An (almost) done deal: South Central farmers lose a court challenge to hold on to their 14acre garden. South Central Farmers. Πηγή http://www.southcentralfarmers.com, πρόσβαση στις: 13 Ασγούστοσ, 2006. Kuipers, D. (2006b). Growing food for your hood. LA City Beat, December 28. πρόσβαση στις: 28 Ιανοσαρίοσ, 2007.

42


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Πηγή: http://www.lacitybeat.com/cms/story/detail/growingfoodforyourhood/4794/. Kuo, F. E., & Sullivan, W. C. (2001). Environment and crime in the inner city: Does vegetation reduce crime? Environment and Behavior, 33, 343–367. Lefebvre, H. (1968). Le droit a la ville. Paris: Anthopos. Lefebvre, H. (1996). In E. Kofman (Ed.), Writings on cities. Oxford: Blackwell. Lejano, R., & Taufen Wessells, A. (2006). Community and economic development: Seeking common ground in discourse and in practice. Urban Studies, 43(9), 1469–1489. Los Angeles Independent Media Center (2008, August 18). South Central Farmers demand ethics investigation of local officials. Πρόσβαση στις: 2 Δεκεμβρίοσ, 2008. Πηγή:

http://la.indymedia.org/news/2008/08/219613.php. Los Angeles Times (2006, March 11). Los Angeles Gothic. Los Angeles Times, Editorial. MacLeod, G. (n.d.). Citizenship in the „post-justice‟ city. Geography of Leisure and Tourism Research Group, Geographies of Citizenship, Royal Geographical Society, with the Institute of British Geographers. Πηγή:

http://www.exeter.ac.uk/geography/tourism/gltrg/Events/London/citizenship.html, πρόσβαση στις: 22 Ασγούστοσ, 2006. Mari Gallagher Research & Consulting Group (2006). Examining the impact of food deserts on public health in Chicago. Mari Gallagher Research & Consulting Group (2007a). Examining the impact of food deserts on public health in Detroit. Mari Gallagher Research & Consulting Group (2007b). Women and children last (in the food desert). Mark, J. (2006). Could the battle for South Central farm be coming to a close? Grist. Πηγή

http://www.grist.org/news/maindish/2006/06/09/mark/, πρόσβαση στις: 20 Οκτωβρίοσ, 2006. Martin, P. P. (1988). The journey. In T. Diana Rebolledo & E. S. Rivero (Eds.), Infinite divisions: An anthology of Chicana literature (pp. 167–171). Tucson: University of Arizona Press. Miraftab, F. (2004). Invented and invited spaces of participation: Neoliberal citizenship and feminists‟ expanded notion of politics. Wagadu: Journal of Transnational Women’s and Gender Studies. Πηγή:

http://web.cortland.edu/wagadu/vol1-1toc.html, πρόσβαση: Δεκέμβριος 2005. Miraftab, F., & Wills, S. (2005). Insurgency and spaces of active citizenship: The story of Western Cape antieviction campaign in South Africa. Journal of Planning Education and Research, 25(2), 200–217. Mitchell, D. (2001). Postmodern geographical praxis? The postmodern impulse and the war against the homeless in the post-justice city. In C. Minca (Ed.), Postmodern geography: Theory and praxis (pp. 57–92). Oxford: Blackwell. Mitchell, D. (2003). The right to the city: Social justice and the fight for public space. New York: Guilford Press. Morello-Frosch, R. A., Pastor, M., & Sadd, J. L. (2001). Environmental justice and Southern California‟s „riskscape‟: The distribution of air toxics exposures and health risks among diverse communities. Urban Affairs Review, 36(4), 551–578. 22 I JOURNAL OF URBAN AFFAIRS I Vol. 31/No. 1/2009 Myers, D. (2002). Demographic and housing transitions in South Central Los Angeles, 1990 to 2000, Population Dynamics Research Group, School of Policy, Planning, and Development at University of Southern California. Πηγή http://www.usc.edu/schools/sppd/research/census2000/, πρόσβαση στις: 15

43


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Ασγούστοσ, 2007. Pastor, M., Bullard, R. D., Boyce, J. K., Fothergill, A., Morello-Frosch, R., & Wright, B. (2006). In the wake of the storm: Environment, disaster, and race after Katrina. New York: Russell Sage Foundation. Pastor, M., Gallegos, B., & Prichard, M. (2005). Tainted justice at the EPA. Los Angeles Times, p. B13. Pen ̃a, D. (2003). The scope of Latino/a environmental studies. Latino Studies, 1, 47–78. Philpott, T. (2006). Community farming in LA: Neoliberalism at the Garden Gate. Counterpunch. Πηγή

http://www.counterpunch.org/philpott03162006.html, πρόσβαση στις: 13 Ασγούστοσ, 2006. Pincetl, S., Wolch, J., Wilson, J., & Longcore, T. (2003). Toward a sustainable Los Angeles: A “Nature‟s Services” approach. Los Angeles: USC Center for Sustainable Cities. Prevention Institute for the Center for Health Improvement (2002). Nutrition policy profiles: Supermarket access in low-income communities. Πηγή http://www.preventioninstitute.org/CHI_supermarkets.html, πρόσβαση στις: 20 Σεπτεμβρίοσ, 2006. Pulido, L. (2000). Rethinking environmental racism: White privilege and urban development in Southern California. Annals of the Association of American Geographers, 90(1), 12–40. Purcell, M. (2002). Excavating Lefebvre: The right to the city and its urban politics of the inhabitant. Geojournal, 58(23), 99–108. Purcell, M. (2005). Review of The right to the city: Social justice and the fight for public space by Mitchell, D. Antipode, 37(1), 199–202. Radford, L., & Santos, J. (2006). Race, class and the battle for South Central farm: Seeds of hope, seeds of war. Counterpunch. Πηγή http://www.counterpunch.org/radford07132006.html, πρόσβαση στις: 13 Ασγούστοσ, 2006. Rast, J. (2006). Environmental justice and the new regionalism. Journal of Planning Education and Research, 25, 249–263. Saldivar-Tanaka, L., & Krasny, M. (2004). Culturing community development, neighborhood open space, and civic agriculture: The case of Latino community gardens in New York City. Agriculture and Human Values, 21, 399–412. Senate Special Task Force on a New Los Angeles (SSTF) (1992). The South Central Los Angeles and Koreatown riots: A study of civil unrest. From Government Documents Department and the Doheny Electronic Resources Center, University of Southern California. Πηγή

http://www.usc.edu/libraries/archives/Cityinstress/newinit/contents.html, πρόσβαση στις: 5 Νοεμβρίοσ, 2006. Shaffer, A., & Gottlieb, R. (2002). 1992 riots; Promises of renewal broken. Los Angeles Times, March 10, p. M1. Sister, C., Wolch, J., Wilson, J., Linder, A., Seymour, M., Byrne, J., & Swift, J. (2007). The green visions plan for 21st century Southern California. 14. Park and open space resources in the green visions plan area. Los Angeles: University of Southern California GIS Research Laboratory and Center for Sustainable Cities. South Central Farmers (2006). Πηγή http://www.southcentralfarmers.com/, πρόσβαση στις: 8 Ασγούστοσ, 2006. Spielman, S. E., Golembeski, C. A., Northridge, M. E., Vaughan, R. D., Swaner, R., Jean-Louis, B., et al. (2006). Interdisciplinary planning for healthier communities: Findings from the Harlem Children‟s Zone Asthma Initiative. Journal of the American Planning Association, 72(1), 100–108.

44


Πεξηνδηθό γηα Αζηηθά Θέκαηα/ Τεύρνο 31/ Ν. 1/ 2009 – Δηακνξθώλνληαο Δίθαην Πνιενδνκηθό Σρεδηαζκό & Ννκηθνύο Θεζκνύο

Squires, G., & Kubrin, C. E. (2006). Privileged places: Race, residence, and the structure of opportunity. Boulder, CO: Lynne Rienner. Stake, R. E. (1995). The art of case study research. Thousand Oaks, CA: Sage Publications. Stormer, D. (2006). Farmers lawyer. Personal interview. Pasadena, CA, 4 September. Tezozomoc. (2006). An open letter to Mr. Al Martinez. Πηγή http://southcentralfarmers.com, πρόσβαση στις: 10 Νοεμβρίοσ, 2006. Tigar, M. E. (1977). Law and the rise of capitalism. New York: Monthly Review Press. Tigar, M. E. (2000). Law and the rise of capitalism (2nd ed.). New York: Monthly Review Press. Tranel, M., & Handlin, L. (2006). Metromorphosis: Documenting change. Journal of Urban Affairs, 28(2), 151167.U.S. EPA. (1998). I Cultivating Just Planning and Legal Institutions I 23 University of California Los Angeles, Center for Health Policy Research (2004). Policy brief: Hunger in Los Angeles county affects over 200,000 low-income adults, another 560,000 at risk, UCLA Center for Health Policy Research. Πηγή

http://www.healthpolicy.ucla.edu/pubs/files/hunger_PB_06032004.pdf, πρόσβαση στις: 3 Οκτωβρίοσ, 2006. Villaraigosa, A. (2005). Mayor Villaraigosa‟s plan for a greener LA. Πηγή

http://www.southcentralfarmers.com/politicianform.php, πρόσβαση στις: 14 Ασγούστοσ, 2006. Weinstein, H. (1992). $11.3 million in grants, jobs for LA unveiled riots: The package will pay low-income residents to work in national forests. Funds will also help establish urban gardens. Los Angeles Times, June 26, p. B1. Yin, R. K. (2002). Case study research: Design and methods (3rd ed.). Thousand Oaks, CA: Sage Publications. Zahniser, D. (2008). Forever 21 development on South Central Farm site is protested. Los Angeles Times, August 18, 1.

45

Αστικος Αγρός Los Angeles  

Το κείμενο που ακολουθεί καταγράφει το ιστορικό της δημιουργίας του μεγαλύτερου αστικού αγρού των ΗΠΑ στις υποβαθμισμένες νότιες περιοχές το...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you