Page 1

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΜΠΕΛΩΝΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΟΝΟΣΠΟΡΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 2011 «ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΟΝΟΣΠΟΡΟ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 2011» (ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ, 155559/2011)

ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΑΝΟΛΗΣ Ν. ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΒΑΚΑΛΟΥΝΑΚΗΣ

ΑΘΗΝΑ 2012


ΕΙΣΑΓΩΓΗ Για τη μελέτη των προβλημάτων που προκάλεσε η προσβολή των ελληνικών αμπελώνων από τον περονόσπορο κατά το έτος 2011 και την υποβολή επιστημονικής έκθεσης στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΑΑΤ) που θα αναφέρεται στο όντως ασυνήθιστο αυτό φαινόμενο ως προς την έκταση και την ένταση των προσβολών, η Ομάδα Εργασίας που συστάθηκε με απόφαση του κ. Υπουργού ΥΑΑΤ ακολούθησε την παρακάτω μεθοδολογία. Μετά από επιτόπιες επισκέψεις σε αρκετές αμπελουργικές περιοχές και πριν οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΛΓΑ προβούν σε επισημάνσεις ζημιών η Ομάδα Εργασίας επέλεξε πιλοτικά δύο αμπελουργικές περιφέρειες για τη μελέτη των προβλημάτων που προκάλεσε ο περονόσπορος και συγκεκριμένα τους νομούς Ηρακλείου και Κορινθίας. Η μεθοδολογία την οποία ακολούθησε περιελάμβανε τη μελέτη των μετεωρολογικών δεδομένων κατά την περίοδο από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο 2011 τόσο στους επιλεγέντες νομούς όσο και στο σύνολο της χώρας, της εξέλιξης της προσβολής των αμπελώνων μέσω των δελτίων γεωργικών προειδοποιήσεων των Περιφερειακών Κέντρων Προστασίας Φυτών του ΥΑΑΤ, της αποτελεσματικότητας της χημικής αντιμετώπισης (χρόνος, συχνότητα και είδος δραστικών ουσιών) και της διερεύνησης της πιθανής ανάπτυξης ανθεκτικότητας του μύκητα στα χρησιμοποιηθέντα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και της συγκριτικής αντοχής έναντι του περονοσπόρου που επέδειξαν οι καλλιεργούμενες ποικιλίες αμπέλου (ελληνικές και ξένες) ανά περιοχή και προορισμό χρήσης της παραγωγής σε συνδυασμό με τους ιδιαίτερους χαρακτήρες των αμπελώνων (συμβατικοί ή βιολογικοί, συστήματα μόρφωσης και υποστύλωσης των πρεμνών κ.ά.). Για την τελική σύνταξη της μελέτης λήφθηκαν υπόψη και οι επισημάνσεις των αρμόδιων υπηρεσιών του ΕΛΓΑ που πραγματοποιήθηκαν το θέρος και το φθινόπωρο του 2011. Ο περονόσπορος (Plasmopara viticola) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους ελληνικούς αμπελώνες το 1881 στη Μεσσηνία, τρία μόλις χρόνια μετά τις καταστρεπτικές προσβολές στους γαλλικούς αμπελώνες (1878). Η εξάπλωση του στην αμπελουργική Ελλάδα ήταν γρήγορη προσβάλλοντας άλλοτε ήπια και άλλοτε έντονα τους αμπελώνες των νομών Ηλείας, Αχαΐας, Κορινθίας και Αττικής. Το 1902 ήταν

2


χρονιά επιδημίας που κατέστρεψε τα δύο τρία της αμπελουργικής παραγωγής. Αξιοσημείωτες ήταν οι προσβολές, ιδιαίτερα, στην Κρήτη, στις αρχές της δεκαετίας του΄60 που σημάδεψαν πολλαπλά τους αμπελουργούς. Σημαντικές ήταν και οι ζημιές κατά το 1982. Η συνοπτική πιο πάνω αναφορά στο ιστορικό των προσβολών του καταστρεπτικού μύκητα στους ελληνικούς αμπελώνες δείχνει ότι τα τελευταία χρόνια (πλην ίσως του 2002) ο έλληνας αμπελουργός δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα από τον περονόσπορο, έτσι ώστε οι νέες γενιές αμπελουργών να μην έχουν επαρκή γνώση ή εμπειρία ή ακόμη και «γνωριμία» με αυτήν την ασθένεια. Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις των νέων αμπελουργών στα μέσα ενημέρωσης, για παράδειγμα της Κρήτης, το θέρος του 2011. Ήταν,

επομένως,

αναμενόμενος

ο

εφησυχασμός

των

αμπελουργών

αλλά

αδικαιολόγητος ο αιφνιδιασμός που υπέστησαν την άνοιξη του 2011, γιατί στα αμπελουργικά διαμερίσματα της χώρας που λειτουργούν οι υπηρεσίες γεωργικών προειδοποιήσεων είχαν εκδοθεί έγκαιρα τα σχετικά τεχνικά δελτία. Για παράδειγμα, το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Ηρακλείου Κρήτης ήδη από τις 7 Απριλίου 2011 είχε εκδώσει το πρώτο τεχνικό δελτίο, προειδοποιώντας για τις αναμενόμενες προσβολές από τον περονόσπορο και μέχρι τις 23 Ιουνίου 2011 είχε επιπλέον εκδώσει 7 δελτία με οδηγίες για την έγκαιρη αντιμετώπιση των πρώτων επικίνδυνων αλλά και των μετέπειτα γενεών του μύκητα, τα οποία προφανώς δεν λήφθηκαν υπόψη στον επιβαλλόμενο βαθμό από την πλειονότητα των παραγωγών. Όπως είναι γνωστό, οι παράγοντες που επιδρούν στην ανάπτυξη και εξάπλωση μίας ασθένειας και στην εξέλιξή της σε επιδημία απεικονίζονται με το τετράεδρο της ασθένειας, όπου κάθε πλευρά του αντιστοιχεί σε ένα παράγοντα της επιδημίας, δηλαδή τον ξενιστή, το παθογόνο, το περιβάλλον και το χρόνο. Κάθε παράγοντας-πλευρά αλληλεπιδρά με τους άλλους παράγοντες-πλευρές του τετραέδρου και όλοι οι παράγοντες επηρεάζονται από τον αμπελουργό ο οποίος καταλαμβάνει δεσπόζουσα θέση στο κέντρο του τετραέδρου, επιδρώντας σε κάθε παράγοντα-πλευρά και συνεπώς επηρεάζοντας την εξέλιξη της επιδημίας. Στην παρούσα μελέτη θα επιχειρηθεί η εξέταση της επίδρασης των ανωτέρω παραγόντων και των αλληλεπιδράσεών στο παθοσύστημα «άμπελος-περονόσπορος» και

3


εν συνεχεία η συσχέτισή τους με τα δεδομένα της καλλιεργητικής περιόδου 2011, προκειμένου να ερμηνευθεί τόσο η έκταση και η ένταση της επιδημίας και των ζημιών που προκλήθηκαν στην αμπελουργική παραγωγή της χώρας όσο και οι συνθήκες που συνέβαλαν στην ανεπιτυχή σε ορισμένες περιπτώσεις αντιμετώπιση του περονοσπόρου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Ο ΠΕΡΟΝΟΣΠΟΡΟΣ (Plasmopara viticola) Ο περονόσπορος προκαλείται από το φυκομύκητα Plasmopara viticola, ο οποίος σχηματίζει δύο ειδών, εγγενή και αγενή, αναπαραγωγικά όργανα (ΕΙΚΟΝΑ 1). Τα εγγενή σπόρια του μύκητα είναι τα ωοσπόρια, που σχηματίζονται μέσα στους ιστούς των φύλλων και αποτελούν όργανα διατήρησης του παθογόνου κατά τη χειμερινή περίοδο. Με την πτώση των φύλλων, τα ωοσπόρια διατηρούνται (για 3 το πολύ χρόνια) στα υπολείμματά τους μέσα στο έδαφος και δεν καταστρέφονται από τις χαμηλές θερμοκρασίες, παρά μόνο με την ξηρασία και το παράχωμα των φύλλων στο έδαφος.

ΕΙΚΟΝΑ 1. Ο μύκητας Plasmopara viticola. (Α) σποριαγγειοφόρος (κονιδιοφόρος), ο οποίος φέρει δενδροειδείς διακλαδώσεις, (Β) διακλάδωση περίπου κάθετη, (Γ) σποριάγγειο (κονίδιο) (φωτογραφία οπτικού μικροσκοπίου).

Στις νότιες περιοχές της Ελλάδας που επικρατούν ήπιοι χειμώνες (Κρήτη, νότια Πελοπόννησος, νησιά Αιγαίου), ο μύκητας μπορεί να διατηρηθεί υπό τη μορφή μυκηλίου σε φύλλα που διατηρούνται πράσινα τη χειμερινή περίοδο. Αυτό παρατηρείται σε εγκαταλελειμμένους αμπελώνες και σε ακλάδευτα πρέμνα. Φυσικά, εάν επικρατήσουν σε αυτές τις περιοχές κάποιες χρονιές βαρείς χειμώνες, τότε τα φύλλα θα πέσουν στο έδαφος

4


και η διαχείμαση του μύκητα θα γίνει με τη μορφή ωοσπορίων. Τα ωοσπόρια που κατορθώνουν να ωριμάσουν (αυτό εξαρτάται από τον αριθμό ημερών βροχής στο διάστημα Δεκέμβριος-Μάρτιος) βλαστάνουν την άνοιξη κάτω από κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες (θερμοκρασία πάνω από 11°C και διαβροχή σε νερό, όπου ο απαιτούμενος χρόνος διαβροχής για βλάστηση είναι αντιστρόφως ανάλογος με τη θερμοκρασία, δηλαδή όσο υψηλότερη είναι η θερμοκρασία τόσο λιγότερος είναι ο απαιτούμενος χρόνος διαβροχής), δίνοντας βλαστική υφή από την οποία σχηματίζεται μακροκονίδιο (αγενές όργανο), το οποίο για να βλαστήσει και να δώσει ζωοσπόρια (αγενή σπόρια) χρειάζεται νερό και θερμοκρασία από 5-30°C. Τα ζωοσπόρια κινούνται σε περιορισμένη απόσταση με κολύμβηση μέσα σε νερό με τη βοήθεια μαστιγίων που διαθέτουν και μολύνουν τα φύλλα. Συνεπώς μεγάλη σημασία για την εξέλιξη της ασθένειας έχει η δημιουργία ατμόσφαιρας με υψηλή σχετική υγρασία που φθάνει τα όρια του κορεσμού, δηλαδή όταν υπάρχει βροχή, δροσιά ή πάχνη. Επειδή οι θερμοκρασίες την εποχή της εκβλάστησης των λανθανόντων οφθαλμών των πρέμνων της αμπέλου την άνοιξη (φαινολογικό στάδιο C κατά Baggiolini, ΕΙΚΟΝΑ 2), όταν το πρέμνο παρουσιάζει μεγάλη ευπάθεια, είναι σχετικά χαμηλές απαιτούνται περισσότερες ημέρες διύγρανσης των φύλλων.

ΕΙΚΟΝΑ 2. Εμφάνιση πράσινης κορυφής σε εκβλαστάνοντα λανθάνοντα οφθαλμό αμπέλου (Φαινολογικό στάδιο C κατά Baggiollini)

Για το λόγο αυτό, επικίνδυνες δεν είναι οι έντονες και σύντομες βροχές, οι οποίες ακολουθούνται από ηλιοφάνεια, αλλά οι πολύωρες βροχές ακόμα και μικρής έντασης που όμως ακολουθούνται από συννεφιασμένο και υγρό καιρό ή συνοδεύονται από ισχυρούς ανέμους. Επειδή, όμως, στις περισσότερες περιοχές της χώρας μας την άνοιξη (Απρίλιος) παρατηρούνται λίγες και όχι συνεχείς βροχοπτώσεις και συνεπώς δεν

5


υπάρχουν

επαρκείς

ημέρες

διύγρανσης

των

φύλλων,

οι

αρχικές

μολύνσεις

παρατηρούνται συνήθως σε αμπελώνες που έχουν εγκαταλειφθεί και είναι ακλάδευτοι (οπότε έχουν κληματίδες έρπουσες στο έδαφος) στις άκρες κτημάτων που παλαιότερα υπήρχαν αμπελώνες και τώρα έχουν μετατραπεί σε άλλες καλλιέργειες αλλά έχουν παραμείνει εγκαταλελειμμένα πρέμνα, σε αμπελώνες που βρίσκονται σε παραποτάμιες περιοχές, σε αμπελώνες σκιασμένων θέσεων που συνήθως κρατούν περισσότερη υγρασία (θέσεις κοντά σε φράχτες, στα χαμηλότερα σημεία επικλινών εδαφών κ.α.) και τέλος σε αμπελώνες που φέρουν βλαστούς κοντά στο λαιμό και τα ωοσπόρια έχουν εκτιναχθεί από το έδαφος στα φύλλα με τα πιτσιλίσματα του νερού της βροχής. Όμως πρωτογενείς μολύνσεις από ζωοσπόρια του παρασίτου μπορούν επίσης να συμβούν και σε υψηλότερα σημεία του πρέμνου σε φύλλα νεαρών βλαστών όταν υπάρξουν δυνατές βροχές (όπως συνέβησαν τη φετινή περίοδο στην Κρήτη, την Πελοπόννησο και σε άλλες περιοχές),

ΕΙΚΟΝΑ 3. Φύλλα αμπέλου με προσβολή από περονόσπορο. Επισημαίνονται στην πάνω επιφάνεια του αριστερού φύλλου οι ανοιχτοπράσινες κηλίδες (‘κηλίδες λαδιού’), οι οποίες αργότερα νεκρώνονται και σχίζονται και στην κάτω επιφάνεια του δεξιού φύλλου οι υπόλευκες εξανθήσεις, οι οποίες αποτελούνται από τις καρποφορίες του μύκητα (σποριαγγειοφόροι και σποριάγγεια).

συνοδευόμενες από ισχυρούς ανέμους. Σημειώνομε ότι η σημασία των πρωτογενών μολύνσεων και των αμέσως επόμενων 2-3 κύκλων μολύνσεων που πραγματοποιούνται σε πολύ υψηλό βαθμό από τα κονίδια (ΕΙΚΟΝΑ 1) που βρίσκονται στις εξανθήσεις του μύκητα (ΕΙΚΟΝΑ 3) είναι μεγίστης σημασίας για την ανάπτυξη της επιδημίας σε πολυκυκλικές ασθένειες (ασθένειες ανατοκισμού, polycyclic diseases, compound interest diseases), όπως είναι ο περονόσπορος της αμπέλου όταν μάλιστα είναι πολύ ευνοϊκές οι περιβαλλοντικές συνθήκες, επειδή με τους επικαλυπτόμενους κύκλους κατά τη διάρκεια

6


της καλλιεργητικής περιόδου, το ποσόν της ασθένειας αυξάνει, τουλάχιστο για ένα διάστημα λογαριθμικά (δηλαδή σε μεγάλο μέγεθος), ακολουθώντας τη σχέση της αύξησης του κεφαλαίου στην περίπτωση του συνεχούς ανατοκισμού Χ = Χ0.ert (σιγμοειδής καμπύλη), όπου: Χ0 είναι το ποσόν της ασθένειας (χρηματικό κεφάλαιο) στην αρχή της επιδημίας, Χ είναι το ποσόν της ασθένειας (χρηματικό κεφάλαιο) μετά την παρέλευση χρόνου t, r είναι ο ρυθμός μόλυνσης (ρυθμός της επιδημίας, infection rate) (επιτόκιο) δηλαδή ο αριθμός των θυγατρικών κηλίδων που προκύπτουν από μία μητρική κηλίδα στη μονάδα του χρόνου και e είναι η σταθερά λογάριθμων του Neper, που είναι ίση με 2,71828… Για τη μείωση του ποσού της ασθένειας (Χ) και συνεπώς για την επιτυχή αντιμετώπισή της (στα πολυκυκλικά παθογόνα, όπως είναι ο περονόσπορος της αμπέλου), σημαντικότερη είναι η μείωση του ρυθμού μόλυνσης (r). Η πιο αποτελεσματική μέθοδος για τη μείωση του ρυθμού μόλυνσης (r) είναι η επέμβαση με φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Η ευπαθής επιφάνεια καλύπτεται με μία τοξική ένωση για το παθογόνο, έτσι ώστε μικρό ποσοστό από το μόλυσμα που φθάνει στην επιφάνεια αυτή να μπορεί να παίξει ρόλο στην αύξηση του ποσού της ασθένειας. Είναι αυτονόητο ότι για να κρατηθεί ο ρυθμός μόλυνσης (r) σε χαμηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια του ετήσιου κύκλου βλάστησης που τα πρέμνα είναι ευπαθή στο παθογόνο πρέπει οι επεμβάσεις φυτοπροστασίας να επαναλαμβάνονται με συχνότητα που εξαρτάται από τις ιδιότητες και την αποτελεσματικότητα του μυκητοκτόνου, τις συνθήκες του περιβάλλοντος (βροχή, δροσιά, πάχνη, θερμοκρασία) και την ταχύτητα παραγωγής νέων οργάνων στο βλαστό, τα οποία και αυτά χρειάζονται αποτελεσματική προστασία. Συνεπώς, εάν δεν παρεμποδιστεί η ανάπτυξη των αρχικών γενεών του παρασίτου και αυτό εγκατασταθεί στον αμπελώνα με υψηλό δυναμικό μολύσματος, μετά είναι δύσκολη η αντιμετώπισή του ακόμα και με τα πιο αποτελεσματικά (διασυστηματικά) φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Αυτό φάνηκε κατά την καλλιεργητική περίοδο 2011, όταν παρά την εφαρμογή επανειλημμένων ψεκασμών της φυλλικής επιφάνειας των πρέμνων με δραστικές φυτοπροστατευτικές ουσίες αναπτύσσονταν εκ νέου κηλίδες περονοσπόρου

7


(ΕΙΚΟΝΑ 4). Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Απρίλιος (για τις περισσότερες αμπελουργικές περιοχές της χώρας) μέσα στον οποίο μπορούν να συμβούν οι αρχικοί 2-3 κύκλοι της ασθένειας είναι μήνας καθοριστικός και θεμελιωτικός για την ανάπτυξη της επιδημίας. Εάν λοιπόν κατά τη διάρκεια του Απριλίου σημειωθούν πολλές βροχές και παράλληλα η θερμοκρασία αέρα κυμανθεί από 10 έως 20°C, τότε συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί το Μάιο επιδημία περονοσπόρου σε επικίνδυνο βαθμό.

ΕΙΚΟΝΑ 4. Προσβολή του φυλλώματος πρέμνων της ποικιλίας Αγιωργίτικο. Στην επιφάνεια των φύλλων διακρίνονται τα υπολείμματα του μυκητοκτόνου.

Εάν αντίθετα ο Απρίλιος είναι μήνας ξηρός τότε απαιτούνται πολλές βροχοπτώσεις το Μάιο για να αναπτυχθεί επιδημία σε επικίνδυνη μορφή. Όμως, εάν ο Μάιος που θα ακολουθήσει είναι ξηρός και θερμός, τότε η εξέλιξη της επιδημίας θα ανακοπεί. Στην Ελλάδα, οι επιδημίες του περονοσπόρου εξελίσσονται συνήθως σε ρυθμό επικίνδυνο το Μάιο, επειδή ακόμα και οι πιο πρώιμες μολύνσεις (π.χ. αυτές που συμβαίνουν στην Κρήτη και την Πελοπόννησο) για να ολοκληρώσουν 2-3 κύκλους της ασθένειας (γενεές του παρασίτου) φθάνουν στο Μάιο.

8


ΕΙΚΟΝΑ 5. Προσβολή από τον περονόσπορο κατά το στάδιο της καρπόδεσης

Σε περίπτωση που και το Μάιο συνεχιστούν οι βροχοπτώσεις και επικρατήσουν υψηλές σχετικές υγρασίες κατά τις νυχτερινές και τις πρώτες πρωινές ώρες και αυξημένες θερμοκρασίες μπορεί να προκύψουν ανεξέλεγκτες καταστάσεις με σοβαρότατες ζημιές (ΕΙΚΟΝΑ 5). ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ ΑΜΠΕΛΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΙ ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ Η έκταση και η ένταση της προσβολής από τον περονόσπορο και συνακόλουθα το μέγεθος των ζημιών εξαρτώνται επίσης τόσο από την ποικιλία αμπέλου όσο και από την εφαρμοζόμενη αμπελοκομική τεχνική (πυκνότητα φύτευσης, συστήματα μόρφωσης και κλαδέματα καρποφορίας, χλωρά κλαδέματα, διάταξη και πυκνότητα βλάστησης, ύψος του κορμού των πρέμνων, συνθήκες μικροκλίματος που δημιουργούνται στο φύλλωμα όπως φωτισμός, αερισμός, θερμοκρασία) και τη μορφή της καλλιέργειας (συμβατική, ολοκληρωμένη, βιολογική και βιοδυναμική καλλιέργεια). Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες αμπέλου στη χώρα μας ανήκουν (πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, όπως για παράδειγμα η ποικιλία Ζαμπέλα που ανήκει στο είδος Vitis labrusca) στην ευρωπαϊκή ή οινοφόρο άμπελο (Vitis vinifera) και είναι γενικά ευαίσθητες στον περονόσπορο, περισσότερο ευαίσθητες από τα είδη, τις ποικιλίες και τα υβρίδια της βορειοαμερικανικής ηπείρου (τα οποία στη μεταφυλλοξηρική περίοδο της ευρωπαϊκής αμπελουργίας, χρησιμοποιούνται ως υποκείμενα για τον εμβολιασμό των 9


ευρωπαϊκών ποικιλιών αμπέλου) που χαρακτηρίζονται με μέτρια έως ικανοποιητική αντοχή. Ο βαθμός ευαισθησίας διαφέρει σημαντικά τόσο μεταξύ των ποικιλιών ανάλογα με την οικολογικο-γεωγραφική ομάδα ή υποομάδα (proles) όσο και από το στάδιο βλάστησης της αμπέλου, το δυναμισμό του μολύσματος και τις κλιματικές συνθήκες. Τα ερευνητικά δεδομένα και η αμπελοκομική εμπειρία έχουν δείξει ότι οι ελληνικές ποικιλίες αμπέλου που ανήκουν στην υπο-ομάδα balcanica (της proles pontica) V. vinifera, καθώς και οι ανατολικής προέλευσης ποικιλίες (proles orientalis) είτε ανήκουν στην υπο-ομάδα caspica (για παράδειγμα οι μοσχάτες ποικιλίες) είτε στην υπο-ομάδα antasiatica (όπως οι επιτραπέζιες ποικιλίες και η Σουλτανίνα) είναι περισσότερο ευαίσθητες από τις ποικιλίες της Δυτικής ομάδας (proles occidentalis) στην οποία περιλαμβάνονται οι γαλλικές, γερμανικές κ.ά. ποικιλίες. Αλλά και μεταξύ των καλλιεργούμενων ελληνικών ποικιλιών αμπέλου (ή τουλάχιστον αυτών που έχουν καταγραφεί ως γηγενείς) παρουσιάζεται διαφοροποίηση ως προς την ευαισθησία στον περονόσπορο. Για παράδειγμα, οι ποικιλίες Αγιωργίτικο, Ροδίτης, Γουστολίδι κ.ά είναι πολύ πιο ευαίσθητες σε σχέση με τις ποικιλίες Κολλινιάτικο, Κοτσιφάλι, Σαββατιανό κ.ά.. Τα δεδομένα αυτά επαληθεύτηκαν και κατά την επιδημία περονοσπόρου το 2011, ιδιαίτερα στον κρητικό αμπελώνα όπου οι γηγενείς ποικιλίες (Ραζακί, Σουλτανίνα, Βιλάνα, Βιδιανό, Λιάτικο) προσβλήθηκαν σοβαρότερα. Τα επί μέρους στοιχεία του παραγωγικού αμπελώνα επέδρασαν στην ένταση της επιδημίας περονοσπόρου και στο μέγεθος των ζημιών που αυτή προκάλεσε. Σε αμπελώνες όπου η μόρφωση ΕΙΚΟΝΑ 6. Ταξιανθίες μετά την προσβολή από τον περονόσπορο σε βιολογική καλλιέργεια της ποικιλίας Κοτσιφάλι

των πρέμνων (ύψος κορμού, διάταξη και πυκνότητα βλάστησης) συμβάλλει στη δημιουργία επάλληλων στιβάδων φύλλων με αποτέλεσμα την αύξηση της σκίασης του φυλλώματος και τη μείωση του

φωτισμού και του αερισμού διαπιστώθηκε η μεγαλύτερη ένταση προσβολής όχι μόνο της βλάστησης, αλλά ιδιαίτερα των ταξιανθιών (ΕΙΚΟΝΑ 6). Κι αυτό γιατί το πυκνό

10


φύλλωμα, εκτός από το ευνοϊκό περιβάλλον που προσφέρει για την ανάπτυξη του μύκητα, παρεμποδίζει και την αποτελεσματική διαβροχή του φυλλώματος και των ταξιανθιών από τα χρησιμοποιούμενα μυκητοκτόνα. 1. Αμπελώνες Ποικιλιών Οινοποιίας Στην πλειονότητα των αμπελουργικών διαμερισμάτων που υπέστησαν ζημιές από τον περονόσπορο οι αμπελώνες με προορισμό την παραγωγή οίνου ήταν μορφωμένοι σε γραμμικά σχήματα (συνήθως αμφίπλευρο γραμμικό με μάλλον χαμηλό έως μέτριο ύψος κατακόρυφου κορμού και με βραχύ κλάδεμα καρποφορίας). Σε μικρότερες εκτάσεις στις παραδοσιακές αμπελουργικές περιοχές η μόρφωση των πρέμνων ήταν σε κυπελλοειδή σχήματα με χαμηλό ύψος κορμού και με βραχύ κλάδεμα καρποφορίας. Επίσης στην πλειονότητα των εκτάσεων ακολουθείται η συμβατική καλλιέργεια. Για την αντιμετώπιση των ασθενειών και εχθρών της αμπέλου εφαρμόζονται προληπτικοί και θεραπευτικοί ψεκασμοί. Οι ψεκασμοί γίνονται ανάλογα με την έκταση του αμπελώνα, τη διαμόρφωση του εδάφους και το βαθμό εκμηχάνισης της αμπελουργικής εκμετάλλευσης, είτε με ψεκαστικό μηχάνημα ελκόμενο από ελκυστήρα (ΕΙΚΟΝΑ 7) είτε χειρονακτικά. Οι χρησιμοποιούμενες δραστικές ουσίες και τα σκευάσματα προτείνονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τους γεωπόνους.

ΕΙΚΟΝΑ 7. Ψεκασμός αμπελώνων με μηχανικά μέσα σε αμπελώνες της Νεμέας.

Στα αμπελουργικά διαμερίσματα που λειτουργεί το σύστημα των γεωργικών προειδοποιήσεων οι αρμόδιες υπηρεσίες δίδουν τα σχετικά στοιχεία για την εξέλιξη της ασθένειας και τον κατάλληλο χρόνο επέμβασης.

11


Συμβατικοί αμπελώνες Οι επισημάνσεις των αρμόδιων υπηρεσιών του ΕΛΓΑ, που πραγματοποιήθηκαν στους προσβεβλημένους συμβατικούς αμπελώνες, έδωσαν υψηλά ποσοστά ζημιών όσον αφορά στις ποικιλίες οινοποιίας, που κυμάνθηκαν από 30 έως 60-65 % (σε ορισμένες περιοχές, για παράδειγμα στη Φωκίδα έφθασε και το 90%) ανάλογα με την αμπελουργική περιοχή, την καλλιεργούμενη ποικιλία αμπέλου αλλά και την αμπελοκομική τεχνική. Στο νομό Ηρακλείου, τα αντίστοιχα ποσοστά ήσαν 35-65 % και στο νομό Κορινθίας κατά μέσο όρο 40%, πλην της ποικιλίας Αγιωργίτικο που ανήλθε σε 50% κατά μέσο όρο. Οι επισημάνσεις αυτές επιβεβαίωσαν ελαφρά προς το άνω όριο τις αρχικές εκτιμήσεις από τις επιτόπιες περιοδείες μελών της ομάδας εργασίας στα διάφορα αμπελουργικά διαμερίσματα. Στη διαφοροποίηση της έκτασης των ζημιών συνέβαλαν αποφασιστικά το μικροκλίμα του αμπελώνα σε συνδυασμό με την πορεία των μετεωρολογικών συνθηκών (υετός, θερμοκρασία), η δομή και οργάνωση του αμπελώνα, ο χρόνος της πρώτης επέμβασης και η συχνότητα επανάληψης σε συνδυασμό με τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν. Βιολογικοί αμπελώνες Στους βιολογικούς αμπελώνες των ποικιλιών οινοποιίας, όπως ήταν αναμενόμενο, οι ζημιές ήταν μεγαλύτερες και κυμάνθηκαν από 40 έως 80 ή και 90%. Οι επιτόπιες παρατηρήσεις δεν έδειξαν διαφοροποίηση στις ζημίες μεταξύ ελληνικών και ξένων ποικιλιών (ΕΙΚΟΝΑ 8).

ΕΙΚΟΝΑ 8. Πρέμνα μετά από προσβολή περονόσπορου σε βιολογική καλλιέργεια αμπέλου.

12


2. Αμπελώνες Ποικιλιών Επιτραπέζιας Χρήσης και Σταφιδοποιίας Επιτραπέζιες ποικιλίες Οι ζημιές στις επιτραπέζιες ποικιλίες στους συμβατικούς αμπελώνες κυμάνθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με εκείνες των ποικιλιών οινοποιίας. Βασικοί συντελεστές, του φαινομένου, όπως θα αναλυθεί στα επόμενα ήταν α) η επιμελημένη καλλιέργεια από τους παραγωγούς β) η δομή και οργάνωση των αμπελώνων, ιδιαίτερα της ποικιλίας Σουλτανίνας (τόσο στην Κρήτη όσο και στην Πελοπόννησο) με τα νέα γραμμικά συστήματα (τροποποιημένο σύστημα λύρας, διπλό ή τριπλό Τ) που όταν τηρούνται οι σχετικές προδιαγραφές μόρφωσης των πρέμνων διασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες αερισμού και φωτισμού στο ύψος της καρποφορίας και γενικά του φυλλώματος και δ) η εντατικοποίηση της καλλιέργειας με τη συνεχή παρακολούθηση από τους αμπελουργούς εξαιτίας και του μεγαλύτερου εισοδήματος που εξασφαλίζουν σε σχέση με τα οινάμπελα. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μόρφωσης των πρέμνων σε «σκάφη» (θεωρητικά αποτελεί τροποποίηση της λύρας), όπου το άνοιγμα (απόσταση μεταξύ οριζοντίων τμημάτων κορμού) ήταν μικρότερο των 70 εκ., η ποικιλία ήταν εύρωστη και ζωηρή και οι αμολυτές είχαν μεγάλο αριθμό λανθανόντων οφθαλμών, οι προσβολές ήταν εντονότερες εξαιτίας της πολύ πυκνής βλάστησης, παρά την εφαρμογή χλωρών κλαδεμάτων. Από τις επισημάνσεις των αρμόδιων υπηρεσιών του ΕΛΓΑ διαφαίνεται ότι, με πολύ μικρές αποκλίσεις, κατά μέσο όρο σε όλα τα αμπελουργικά διαμερίσματα που προσβλήθηκαν από τον περονόσπορο το ποσοστό ζημιών κυμάνθηκε στο 30-35% για όλες τις επιτραπέζιες ποικιλίες που καλλιεργούνταν σε συμβατικούς αμπελώνες. Αντίθετα, στους βιολογικούς αμπελώνες των επιτραπέζιων ποικιλιών και ειδικά στην Σουλτανίνα τα ποσοστά ήταν από 40 έως 80 ή και 90 %, δηλαδή παραπλήσια ή και ίδια με εκείνα των ποικιλιών οινοποιίας στους βιολογικούς αμπελώνες. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη για το ρόλο των ακραίων καιρικών συνθηκών στην εξέλιξη του φαινομένου, δηλαδή της έκτασης και έντασης της επιδημίας του περονόσπορου κατά το 2011.

13


Ποικιλίες σταφιδοποιίας Σουλτανίνα Στους συμβατικούς αμπελώνες της ποικιλίας Σουλτανίνας, κυρίως στο ν. Ηρακλείου τα ποσοστά των ζημιών κυμάνθηκαν μεταξύ 40 και 70%, σύμφωνα πάντα με τις επισημάνσεις του ΕΛΓΑ. Σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση των ποσοστών των ζημιών, εκτός από την αμπελουργική περιοχή, την πορεία των μετεωρολογικών συνθηκών και την έγκαιρη εφαρμογή των επιβεβλημένων επεμβάσεων, έπαιξε η ευρωστία και το σύστημα μόρφωσης των πρέμνων (κύπελλο ή γραμμικό) ιδιαίτερα ο αριθμός των βλαστών ανά τρέχον μέτρο φύτευσης καθώς και ο αριθμός των επάλληλων στιβάδων των φύλλων. Στους αντίστοιχους βιολογικούς αμπελώνες της Σουλτανίνας τα ποσοστά ήταν αρκετά υψηλότερα και κυμάνθηκαν από 50 έως και 85 %, σε ορισμένες δε περιπτώσεις η καταστροφή ήταν ολοσχερής. Κορινθιακή Σταφίδα Στα αμπελουργικά διαμερίσματα-κέντρα καλλιέργειας της Κορινθιακής Σταφίδας τα ποσοστά ζημιών κυμάνθηκαν από 35% έως 60%. Μεγαλύτερες ήταν οι ζημιές στα νησιά του Ιονίου (Κεφαλονιά κυρίως), όπου τα ποσοστά κυμάνθηκαν μεταξύ 50-65% και σχετικά μικρότερες στην Κορινθία, Αχαΐα και Ηλεία (35-45%).

14


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΚΩΝ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΝΗ ΝΕΜΕΑΣ. (ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΑΡΤΙΟΥ ΕΩΣ ΚΑΙ ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2011). 1. ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΑΕΡΑ Η θερμοκρασία του αέρα αποτελεί το σημαντικότερο κλιματικό στοιχείο και τη βασικότερη παράμετρο σε πολλές εφαρμογές γεωργικού ενδιαφέροντος. Η Μετεωρολογία και η Κλιματολογία ασχολούνται έμμεσα με τη θερμοκρασία του αέρα, τόσο κοντά στην επιφάνεια του εδάφους όσο και καθ’ ύψος στην ατμόσφαιρα. Όταν γίνεται αναφορά στη θερμοκρασία του αέρα νοείται, κυρίως, η θερμοκρασία υπό σκιά που καταγράφεται μέσα σε ειδικό στέγαστρο (μετεωρολογικό κλωβό) και σε ύψος 1,5 έως 2,0 μέτρα από την επιφάνεια του εδάφους. Για κλιματικούς και μετεωρολογικούς σκοπούς η θερμοκρασία του αέρα αποδίδεται με διάφορες παραμέτρους, οι κυριότερες των οποίων είναι η μέση ημερήσια και μηνιαία θερμοκρασία, η μέση μέγιστη και ελάχιστη ως και η απόλυτη μέγιστη και ελάχιστη θερμοκρασία αέρα. Οι παράμετροι αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη και εξέλιξη των φαινολογικών σταδίων των φυτών, στην εξάπλωση εντομολογικών και μυκητολογικών ασθενειών ως και σε διάφορες γεωργικές δραστηριότητες. Σχετικά με τη θερμομετρική κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα κατά την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 διαπιστώθηκε ότι, από την ανάλυση των μετεωρολογικών δεδομένων 55 μετεωρολογικών σταθμών της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (ΕΜΥ), η μέση μηνιαία θερμοκρασία για το Μάρτιο (ΠΙΝΑΚΑΣ 1) κυμάνθηκε από 7,0 οC (Κοζάνη) έως 14,6 οC (Ρόδος), τον Απρίλιο από 11,3 οC (Φλώρινα) έως 17,0 οC (Ρόδος), τον Μάιο από 15,7 οC (Φλώρινα) έως 20,5 οC (Ρόδος, Σάμος, Μυτιλήνη) και τον Ιούνιο από 21,0 οC (Φλώρινα) έως 26,4 οC (Σάμος). Η σύγκριση των μέσων μηνιαίων τιμών της θερμοκρασίας του αέρα 1, στις διάφορες περιοχές της χώρας, με τις αντίστοιχες κανονικές, οι οποίες εκφράζουν τις μέσες τιμές της παραμέτρου για 30 χρόνια, έδειξαν ότι το Μάρτιο του 2011 η μέση θερμοκρασία

1

Κλιματικά δελτία Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας

15


ήταν λίγο χαμηλότερη από την αντίστοιχη κανονική της τιμή στις περισσότερες περιοχές της χώρας, τον Απρίλιο χαμηλότερη σ’ όλη σχεδόν τη χώρα και κυρίως στο μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου, το Μάιο, επίσης, χαμηλότερη σε όλη σχεδόν τη χώρα και ιδιαίτερα στην ανατολική Κρήτη και σε τμήμα της ανατολικής Στερεάς και Εύβοιας και τέλος τον Ιούνιο χαμηλότερη στην ανατολική Πελοπόννησο, στην ανατολική Στερεά - Εύβοια και το νοτιοανατολικό Αιγαίο. ΠΙΝΑΚΑΣ 1. Περιοχές με τις μικρότερες και μεγαλύτερες τιμές μέσης, μέσης μέγιστης και μέσης ελάχιστης θερμοκρασίας αέρος κατά τη χρονική περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011. Μήνας

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Περιοχή

Θερμοκρασία (οC) Μέση Μηνιαία

Μέση Μέγιστη

Μέση Ελάχιστη

7,0

11,6

2,5

Ρόδος

14,6

17,0

11,6

Φλώρινα

11,3

15,3

4,2

Ρόδος

17,0

19,3

14,1

Φλώρινα

15,7

19,9

8,6

Ρόδος

20,5*

23,1

17,1

Φλώρινα

21,0

25,8

12,7

Σάμος

26,4

29,7

21,4

Κοζάνη

* Την ίδια θερμοκρασία είχαν και οι σταθμοί της Σάμου και της Μυτιλήνης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θερμομετρικές αποκλίσεις από τις αντίστοιχες κανονικές τιμές των μέσων μηνιαίων, μέσων μεγίστων και ελαχίστων τιμών της θερμοκρασίας αέρος κατά τους επίμαχους για την προσβολή από τον περονόσπορο μήνες στο Ηράκλειο Κρήτης, περιοχή με έντονη αμπελουργική δραστηριότητα. Από τον ΠΙΝΑΚΑ 2 φαίνεται ότι η μέση μηνιαία θερμοκρασία τον Απρίλιο και το Μάιο παρουσίασε μείωση από τις κανονικές τιμές κατά 0,8 και 0,7 οC αντίστοιχα, ενώ για τους ίδιους μήνες η μείωση των μέσων τιμών της μέγιστης θερμοκρασίας ήταν αντίστοιχα 1,5 και 1,3 οC. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέση ελάχιστη, η οποία εμφανίζεται αυξημένη έως και 0,6 οC για όλη την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011.

16


ΠΙΝΑΚΑΣ 2. Αποκλίσεις της μέσης μηνιαίας, μέσης μέγιστης και μέσης ελάχιστης θερμοκρασίας αέρα (οC) από τις αντίστοιχες κανονικές τους τιμές στον σταθμό του Ηρακλείου Κρήτης για την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 (δεδομένα σταθμού ΕΜΥ). Θερμοκρασία (οC)

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Μέση

+ 0,1

- 0,8

- 0,7

- 0,1

0,0

- 1,5

- 1,3

-0,5

+ 0,4

+ 0,6

0,0

+ 0,4

Μέση Μέγιστη Μέση Ελάχιστη

Σχετικά με τις θερμομετρικές συνθήκες που επικράτησαν από το Μάρτιο έως και τον Ιούνιο του 2011 σε δύο χαρακτηριστικές αμπελουργικές περιοχές της Ελλάδας, δηλαδή στο Ηράκλειο της Κρήτης και στη Νεμέα της Πελοποννήσου (ΠΙΝΑΚΑΣ 3) διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Η περιοχή του Ηρακλείου παρουσίασε, γενικά υψηλότερες τιμές θερμοκρασίας αέρα απ’ ότι η περιοχή της Νεμέας με εξαίρεση τη μέση μέγιστη κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο. Επισημαίνεται ότι στη Νεμέα κατά το χρονικό διάστημα των παρατηρήσεων (Μάρτιος – Ιούνιος) οι τιμές των θερμομετρικών παραμέτρων υπερδιπλασιάστηκαν. Όσον αφορά τη θερμομετρική απόκλιση που παρουσίασαν οι δύο αυτοί σταθμοί μεταξύ τους (ΠΙΝΑΚΑΣ 4) διαπιστώνεται ότι οι μεγαλύτερες διαφορές εντοπίζονται στη μέση ελάχιστη θερμοκρασία και οι μικρότερες στη μέση μέγιστη. Γενικά οι θερμομετρικές αποκλίσεις με την πρόοδο των μηνών παρουσίασαν φθίνουσες τιμές με εξαίρεση τη μέση ελάχιστη κατά το μήνα Ιούνιο. ΠΙΝΑΚΑΣ 3. Θερμομετρικές συνθήκες στο Ηράκλειο και στη Νεμέα από το Μάρτιο έως και τον Ιούνιο του 2011. Περιοχή Ηράκλειο*

Θερμοκρασία αέρα (οC) Μάρτιος

Μάιος

Ιούνιος

Μέση

13,6

15,7

19,6

24,3

Μέση Μέγιστη

16,7

18,5

22,2

26,8

Μέση Ελάχιστη

10,1

12,4

15,0

19,5

8,6

12,4

17,0

21,8

14,4

18,3

23,3

29,1

Μέση Νεμέα**

Απρίλιος

Μέση Μέγιστη

Μέση Ελάχιστη 3,1 6,4 10,2 13,5 * Δεδομένα μετεωρολογικού σταθμού του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Ηρακλείου Κρήτης. ** Δεδομένα μετεωρολογικού σταθμού του Οινοποιητικού Συνεταιρισμού Νεμέας.

17


ΠΙΝΑΚΑΣ 4. Αποκλίσεις της μέσης μηνιαίας, μέσης μέγιστης και μέσης ελάχιστης θερμοκρασίας αέρα (οC) του σταθμού του Ηρακλείου από τις αντίστοιχες τιμές του σταθμού της Νεμέας για την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 (δεδομένα σταθμού ΕΜΥ). Θερμοκρασία (οC)

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Μέση

5,0

3,3

2,6

2,5

Μέση Μέγιστη

2,3

0,2

-1,1

-2,3

Μέση Ελάχιστη

7,0

6,0

4,8

6,0

2. ΥΓΡΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑΣ Οι υδρατμοί στην ατμόσφαιρα και ιδιαίτερα στο κατώτερο τμήμα της παίζουν σημαντικό ρόλο στην υδατική οικονομία του πλανήτη μας, δεδομένου ότι αποτελούν την προϋπόθεση για τη δημιουργία ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (βροχή, χαλάζι, χιόνι κ.ά.) και υδροαποβλήτων (δρόσος, πάχνη). Ο ατμοσφαιρικός αέρας έχει τη δυνατότητα σε δεδομένη θερμοκρασία να συγκρατήσει ορισμένη ποσότητα υδρατμών. Υπέρβαση της ποσότητας αυτής έχει ως αποτέλεσμα τη συμπύκνωση της περίσσειας των υδρατμών. Όταν υπάρχει η καθορισμένη και οριακή αυτή ποσότητα υδρατμών στον ατμοσφαιρικό αέρα, για τη δεδομένη θερμοκρασία, τότε αυτός χαρακτηρίζεται ως κορεσμένος. Η υγρομετρική κατάσταση του ατμοσφαιρικού αέρα, ανάλογα με τις απαιτήσεις της εφαρμογής, που καλείται να εξυπηρετήσει, εκφράζεται συνήθως με την τάση ατμών, την αναλογία μείγματος, την ειδική, την απόλυτη και τη σχετική υγρασία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις διάφορες γεωργικές εφαρμογές παρουσιάζει η σχετική υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα, η οποία εκφράζεται από το λόγο της μάζας των υδρατμών, που περιέχονται σε δεδομένο όγκο υγρού αέρα, προς τη μάζα των υδρατμών που θα έπρεπε να περιέχει ο ίδιος όγκος για να είναι κορεσμένος σε υδρατμούς, κάτω από τις ίδιες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας. Με δεδομένο ότι η σχετική υγρασία εκφράζει την υγρομετρική κατάσταση του ατμοσφαιρικού αέρα, παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση και εξάπλωση ή μη πολλών μυκητολογικών ασθενειών των φυτών. Έτσι, οι αυξημένες τιμές της σχετικής υγρασίας σε συνδυασμό με τη θερμοκρασία του αέρα μπορούν να αποτελέσουν συνθήκες εξαιρετικά μεγάλου κινδύνου για την εξάπλωση πολλών ασθενειών καλλιεργούμενων και μη φυτών.

18


ΠΙΝΑΚΑΣ 5. Μέσες μηνιαίες τιμές σχετικής υγρασίας (%) και απόκλισή τους από τις κανονικές τιμές (μέσος όρος τριακονταετίας) στο σταθμό του Ηρακλείου Κρήτης για την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 (δεδομένα σταθμού ΕΜΥ). Σχετική υγρασία (%)

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Μέση 2011

71,0

76,0

74,0

69,0

Μέση κανονική

66,0

61,7

60,8

56,3

5,0

14,3

13,2

12,7

Απόκλιση

Κατά τη χρονική περίοδο Μαρτίου έως και Ιουνίου του 2011, που παρατηρήθηκε έξαρση της προσβολής των αμπελώνων της περιοχής του Ηρακλείου από τον περονόσπορο, διαπιστώθηκαν αυξημένες τιμές της μέσης μηνιαίας σχετικής υγρασίας με αποτέλεσμα να αποκλίνουν σημαντικά από τις κανονικές τιμές, ιδιαίτερα από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο (ΠΙΝΑΚΑΣ 5). ΠΙΝΑΚΑΣ 6. Μέση μηνιαία σχετική υγρασία (%) στο Ηράκλειο και στη Νεμέα από το Μάρτιο έως και τον Ιούνιο του 2011 με τις αντίστοιχες αποκλίσεις. Περιοχή

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Ηράκλειο*

66,5

71,5

71,0

60,3

Νεμέα**

79,0

74,9

71,3

64,2

Απόκλιση περιοχών -12,5 -3,4 -0,3 -3,9 * Δεδομένα μετεωρολογικού σταθμού του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Ηρακλείου Κρήτης. ** Δεδομένα μετεωρολογικού σταθμού του Οινοποιητικού Συνεταιρισμού Νεμέας. Όσον αφορά στη μέση μηνιαία σχετική υγρασία που επικράτησε από το Μάρτιο έως και τον Ιούνιο του 2011 στο Ηράκλειο και στη Νεμέα (ΠΙΝΑΚΑΣ 6) διαπιστώθηκε ότι η πρώτη περιοχή παρουσιάζει μικρότερες τιμές σε σύγκριση με τη δεύτερη για όλη τη χρονική περίοδο με τη μεγαλύτερη διαφορά να εντοπίζεται κατά το μήνα Μάρτιο. Και στις δύο περιπτώσεις, όπως είναι φυσικό, η μέση μηνιαία σχετική υγρασία ήταν υψηλότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο των προηγούμενων ετών. 3. ΥΕΤΟΣ – ΒΡΟΧΗ Οι διαφορετικές μορφές μεριδίων νερού σε στερεή ή υγρή φάση που πέφτουν στην ατμόσφαιρα και φτάνουν στην επιφάνεια του εδάφους χαρακτηρίζονται ως υδατώδη ατμοσφαιρικά αποβλήματα ή κατακρημνίσματα ενώ με τον όρο υετός νοείται το σύνολο

19


των κατακόρυφων κυρίως ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων που αποφέρει μετρήσιμη ποσότητα νερού (βροχή, ψεκάδες βροχής, χιόνι κ.ά.). Είναι γνωστό ότι οι υδροσταγόνες, που δημιουργούνται μέσα στα νέφη, είναι το αποτέλεσμα της συνένωσης πολλών υδροσταγονιδίων ή παγοκρυσταλλίων. Αν οι σταγόνες αυτές ή οι παγοκρύσταλλοι στην κάθοδό τους (εξαιτίας του βάρους τους) περνούν από ατμοσφαιρικά στρώματα που τις διατηρούν στην υγρή φάση ή τις τήκουν και φθάνουν στο έδαφος προτού εξατμιστούν, τότε δημιουργείται το φαινόμενο της βροχής. Από τη συγκριτική μελέτη του ύψους του υετού στις διαφορετικές περιοχές της χώρας2 με τις αντίστοιχες κανονικές τιμές, οι οποίες εκφράζουν τις μέσες τιμές της παραμέτρου για 30 χρόνια προέκυψε ότι το Μάρτιο του 2011 το ύψος του υετού ήταν αρκετά χαμηλότερο στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, ενώ τον Απρίλιο ήταν αρκετά χαμηλότερο από τις κανονικές τιμές στο βόρειο Ιόνιο και την Ήπειρο, λίγο χαμηλότερο στο μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, της Θράκης και του ανατολικού Αιγαίου. Αντίθετα, ήταν πολύ υψηλότερο στη βόρεια Κρήτη και την Πελοπόννησο. Το Μάιο, το ύψος υετού ήταν αρκετά υψηλότερο από τις κανονικές τιμές σε τμήμα της κεντρικής Μακεδονίας, της Πελοποννήσου αλλά κυρίως στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο και την Κρήτη. Αντίθετα, ήταν χαμηλότερο στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής ηπειρωτικής χώρας. Τέλος τον Ιούνιο, το ύψος υετού ήταν αρκετά υψηλότερο από τις κανονικές τιμές στο κεντρικό Αιγαίο και την Εύβοια. Αντίθετα, ήταν χαμηλότερο στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής και βόρειας ηπειρωτικής χώρας, στο Ιόνιο και το νότιο Αιγαίο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ύψος υετού και οι αντίστοιχες αποκλίσεις του από τις κανονικές τιμές κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου – Ιουνίου3, περίοδος με έντονη προσβολή από περονόσπορο στην περιοχή του Ηρακλείου. Όπως φαίνεται στον ΠΙΝΑΚΑ 7, το ύψος του υετού κατά τους μήνες Απρίλιο και ιδιαίτερα το Μάιο ήταν εξαιρετικά υψηλό. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον Απρίλιο ήταν σχεδόν διπλάσιο ενώ κατά το Μάιο τετραπλάσιο από τις μέσες τιμές της παραμέτρου για 30 χρόνια (κανονική τιμή).

2 3

Κλιματικά δελτία Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας Το ύψος του υετού για την περίοδο αυτή, ουσιαστικά, εκφράζεται με το βροχομετρικό ύψος

20


ΠΙΝΑΚΑΣ 7. Ύψος υετού (mm) και απόκλισή του από τις κανονικές τιμές (μέσος όρος τριακονταετίας) στο σταθμό του Ηρακλείου Κρήτης για την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 (δεδομένα σταθμού ΕΜΥ). Υετός

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Ύψος υετού 2011

63,0

56,0

56,0

0,0

Κανονική τιμή

58,2

28,5

14,2

3,5

4,8

27,5

41,8

-3,5

Απόκλιση

Όσον αφορά στο βροχομετρικό ύψος των περιοχών Ηρακλείου και Νεμέας (ΠΙΝΑΚΑΣ 8) για τη χρονική περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 διαπιστώθηκε σαφής διαφοροποίηση, με το Ηράκλειο να εμφανίζεται σημαντικά ξηρότερο με εξαίρεση το μήνα Μάιο που παρουσίασε αύξηση του ύψους βροχής σε σύγκριση με τη Νεμέα κατά 48,2 mm. ΠΙΝΑΚΑΣ 8. Μηνιαίο ύψος βροχής (mm) στο Ηράκλειο και στη Νεμέα από το Μάρτιο έως και τον Ιούνιο του 2011. Περιοχή Ηράκλειο* Νεμέα**

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

43,0

53,0

80,0

0,0

113,4

74,6

31,8

5,1

Απόκλιση περιοχών -70,4 -21,6 +48,2 -5,1 * Δεδομένα μετεωρολογικού σταθμού του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Ηρακλείου Κρήτης. ** Δεδομένα μετεωρολογικού σταθμού του Οινοποιητικού Συνεταιρισμού Νεμέας. 4. ΔΙΥΓΡΑΝΣΗ ΦΥΛΛΙΚΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ Οι συνθήκες θερμοκρασίας, σχετικής υγρασίας και βροχής που επικράτησαν σχεδόν σε όλη τη χώρα και ιδιαίτερα στην Κρήτη (Ηράκλειο) και την Πελοπόννησο (Νεμέα) κατά τους επίμαχους για την προσβολή από περονόσπορο μήνες, διαμόρφωσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα του εικοσιτετραώρου διύγρανση του φυλλώματος με αποτέλεσμα η βλάστηση της αμπέλου να είναι ευάλωτη σε μολύνσεις από το μύκητα. Όπως φαίνεται στα ιστογράμματα της ΕΙΚΟΝΑΣ 9, στην περιοχή του Ηρακλείου κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου – Ιουνίου 2011 η διύγρανση του φυλλώματος των φυτών ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Πιο συγκεκριμένα, διύγρανση μεγαλύτερη των 10 ωρών/24ώρο παρατηρήθηκε για 17 ημέρες το Μάρτιο, 22 ημέρες τον Απρίλιο και το Μάιο και 11 ημέρες τον Ιούνιο. Αξίζει να επισημανθεί ότι διύγρανση δεν παρατηρήθηκε μόνο ένα 24ωρο το Μάρτιο (4/3/2011), ένα το Μάιο (12/5/2011) και επτά τον Ιούνιο, εκ των οποίων τα έξι εντοπίζονται στο τελευταίο δεκαήμερο. Αντίθετα, κατά

21


24 Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

22 20 18 16

ώρες

14 12 10 8 6 4 2 0 1

2

3

4

5

6

7

8

9

10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31

ημέρες

ΕΙΚΟΝΑ 9.

Διύγρανση φυλλικής επιφάνειας στο Ηράκλειο της Κρήτης για τη χρονική περίοδο Μαρτίου - Ιουνίου 2011.

(Δεδομένα Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Ηρακλείου Κρήτης

22


τον Απρίλιο, που είναι κρίσιμος μήνας για τη διάδοση του μύκητα, η διύγρανση του φυλλώματος των φυτών ήταν καθημερινό συμβάν στην εν λόγω περιοχή. Ειδικότερα, διύγρανση με χρονική διάρκεια μικρότερη των 10 ωρών/24ωρο διαπιστώθηκε μόνο για οκτώ ημέρες, οι οποίες αποτελούσαν διακοπή των συνεχών ημερών διύγρανσης του φυλλώματος που έφτανε έως και τις 24 ώρες/24ωρο (2/4/2011). 5. ΗΛΙΟΦΑΝΕΙΑ Ως ηλιοφάνεια ή διάρκεια ηλιοφάνειας χαρακτηρίζεται το χρονικό διάστημα (συνήθως σε ώρες) κατά το οποίο η άμεση ηλιακή ακτινοβολία δεν παρεμποδίζεται από νέφη ή άλλα φυσικά ή τεχνητά εμπόδια και φτάνει ανεμπόδιστα μέχρι την επιφάνεια του εδάφους. Αυτό σημαίνει ότι, αν δεν υπήρχε η μεταβαλλόμενη νέφωση από ημέρα σε ημέρα και από εποχή σε εποχή και οι διαφορετικές εδαφικές εξάρσεις στον ορίζοντα της ανατολής και της δύσης του ήλιου, η διάρκεια της ηλιοφάνειας θα είχε την ίδια τιμή για μια συγκεκριμένη ημέρα σε όλους τους τόπους του ίδιου γεωγραφικού πλάτους (θεωρητική ηλιοφάνεια). Αυτό, όμως, δεν ισχύει, δηλαδή η πραγματική ηλιοφάνεια, η οποία εκφράζει τις μετρούμενες τιμές της διάρκειας της ηλιοφάνειας, είναι πάντα μικρότερη από την αντίστοιχη θεωρητική. ΠΙΝΑΚΑΣ 9. Διάρκεια ηλιοφάνειας (ώρες) και απόκλισή της από τις κανονικές τιμές (μέσος όρος τριακονταετίας) στο σταθμό του Ηρακλείου Κρήτης για την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 (δεδομένα σταθμού ΕΜΥ). Ηλιοφάνεια (ώρες)

Μάρτιος

Απρίλιος

Μάιος

Ιούνιος

Ηλιοφάνεια 2011

164,0

232,0

300,0

352,0

Μέση κανονική

177,2

230,8

286,6

345,9

Απόκλιση

-13,2

1,2

13,4

6,1

Η διάρκεια ηλιοφάνειας στην περιοχή του Ηρακλείου (ΠΙΝΑΚΑ 9) κατά την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2011 παρουσίασε τις ακόλουθες αποκλίσεις από τις κανονικές τους τιμές. Το Μάρτιο διαπιστώθηκε μείωση κατά 13,2 ώρες ενώ το Μάιο σχεδόν ισόποση αύξηση. Τον Απρίλιο πλησίασε σημαντικά την κανονική τιμή εμφανίζοντας αύξηση μόνο 1,2 ώρες, ενώ τον Ιούνιο η αύξηση έφτασε τις 6,1 ώρες. Συνοπτικά, τον Απρίλιο 2011 τα ποσά της βροχής που σημειώθηκαν στη χώρα μας ήταν αρκετά χαμηλότερα από τις κανονικές τιμές στο Βόρειο Ιόνιο, την Ήπειρο, λίγο χαμηλότερα στο μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, της Θράκης και του Ανατολικού Αιγαίου και πολύ υψηλότερα στη Βόρεια Κρήτη και την Πελοπόννησο, ενώ η μέση θερμοκρασία κυμάνθηκε χαμηλότερα από τα κανονικά επίπεδα σε όλη 23


σχεδόν τη χώρα και κυρίως στο μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου. Το μήνα Μάιο 2011, τα ποσά βροχής που σημειώθηκαν ήταν αρκετά υψηλότερα από τις κανονικές τιμές σε τμήμα της Κεντρικής Μακεδονίας, της Πελοποννήσου, αλλά κυρίως στο Κεντρικό και Νότιο Αιγαίο και την Κρήτη, ενώ ήταν χαμηλότερα στο μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής και ηπειρωτικής χώρας. Η μέση θερμοκρασία κυμάνθηκε χαμηλότερα από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα σε όλη σχεδόν τη χώρα και ιδιαίτερα στην Ανατολική Κρήτη και σε τμήμα της Ανατολικής Στερεάς-Εύβοιας. Το μήνα Ιούνιο 2011, τα ποσά βροχής που σημειώθηκαν ήταν αρκετά υψηλότερα από τις κανονικές τιμές στο Κεντρικό Αιγαίο και την Εύβοια, ενώ ήταν χαμηλότερα στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής και Βόρειας ηπειρωτικής χώρας, στο Ιόνιο και το Νότιο Αιγαίο. Η μέση θερμοκρασία κυμάνθηκε χαμηλότερα από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα στην

Ανατολική

Πελοπόννησο,

στην

Ανατολική

Στερεά-Εύβοια

και

το

Νότιοανατολικό Αιγαίο. Συνεπώς, οι κλιματικές συνθήκες που επικράτησαν κατά την καλλιεργητική περίοδο 2011 και ιδιαίτερα τους μήνες Απρίλιο και Μάιο στα περισσότερα αμπελουργικά διαμερίσματα της χώρας (συχνές βροχοπτώσεις, μεγάλη διάρκεια διύγρανσης των φύλλων κ.λπ.) ήταν πολύ ευνοϊκές για την ανάπτυξη και εξέλιξη επιδημίας περονοσπόρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από τη μελέτη της πορείας των μετεωρολογικών παραμέτρων όπως αναλυτικά παρουσιάστηκαν

προκύπτει

ότι

πράγματι

στα

περισσότερα

αμπελουργικά

διαμερίσματα της χώρας με έμφαση την Κρήτη, τη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο, επεκράτησαν ασυνήθιστες αλλά εξαιρετικά ευνοϊκές για την ανάπτυξη επιδημίας του περονοσπόρου κλιματικές συνθήκες. Συχνές και μικρής έντασης βροχές, υψηλή ατμοσφαιρική υγρασία, δρόσος, ευνοϊκές θερμοκρασίες συνέβαλαν στην ανάπτυξη υψηλού δυναμικού μολύσματος. Ο περονόσπορος κάτω από τις συνθήκες αυτές βρήκε εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος για ταχύτατη εξάπλωση. Ενισχυτικά και για διάφορους λόγους έδρασαν στην εξάπλωση της

επιδημίας

περονοσπόρου και άλλοι παράγοντες, όπως η σημαντική έκταση που πλέον

24


καταλαμβάνουν οι εγκαταλελειμμένοι αμπελώνες (κυρίως της ποικιλίας Σουλτανίνας στην Κρήτη και των ποικιλιών οινοποιίας σε άλλες περιοχές), η αργοπορημένη αντίδραση κάλυψης των πρώτων εστιών μόλυνσης με κατάλληλα φυτοπροστατευτικά προϊόντα η ελλιπής ενημέρωση των αμπελουργών και ειδικά των νέων για τις καταστροφές που μπορεί να προξενήσει ο μύκητας αν δεν αντιμετωπιστεί στα πρώτα του στάδια, το υψηλό κόστος φυτοπροστασίας σε σχέση με τη στρεμματική πρόσοδο, ειδικά στις οιναμπέλους κ.ά. Τα φαινόμενα αυτά ήταν ιδιαίτερα έντονα στους παραδοσιακούς αμπελώνες και λιγότερο αισθητά στους οργανωμένους αμπελώνες. Αυτό διαφαίνεται με σαφήνεια από τις ζημιές που προκλήθηκαν στις ποικιλίες Σουλτανίνα και Αγιωργίτικο που χαρακτηρίζονται από μεγάλο βαθμό ευαισθησίας στον περονόσπορο. Τα ποσοστά προσβολής της συμβατικής καλλιέργειας της ποικιλίας Σουλτανίνα με προορισμό την παραγωγή σταφίδας ήταν διπλάσια σε σχέση με την αντίστοιχη καλλιέργεια για την παραγωγή επιτραπέζιων σταφυλιών. Η έλλειψη ενδιαφέροντος μετά τη σχετική αποδέσμευση της στρεμματικής απόδοσης, το υψηλό κόστος παραγωγής και η αρνητική εμπειρία των σταφιδοπαραγωγών από τη διάθεση του προϊόντος ερμηνεύουν αφενός την αυξημένη αδιαφορία για την τύχη της καλλιέργειας και αφετέρου καθιστούν επίκαιρες τις προτάσεις που το 2006 είχαν διατυπωθεί από την ομάδα εργασίας στη «Μελέτη για την αναμπέλωση του Κρητικού Αμπελώνα» που με πρωτοβουλία της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου είχε εκπονηθεί. Αντίθετα, στην παραγωγή επιτραπέζιας Σουλτανίνας, το ενδιαφέρον των αμπελουργών, η αυξημένη φροντίδα στους αμπελώνες, η έγκαιρη και αποτελεσματική κάλυψη των αμπελώνων με φυτοπροστατευτικά προϊόντα και η συνεχής παρακολούθηση ελαχιστοποίησε την ένταση της προσβολής και τις ζημίες.

ΕΙΚΟΝΑ 10. Γραμμικοί αμπελώνες στη Νεμέα.

Ανάλογη ήταν και η εικόνα στην αμπελουργική ζώνη της Νεμέας, όπου οι συνθήκες ήταν εξίσου ή και περισσότερο ευνοϊκές για την ανάπτυξη της προσβολής

25


περονόσπορου. Οι σχετικά περιορισμένες εκτάσεις εγκαταλελειμμένων αμπελώνων, η μόρφωση των πρέμνων σε γραμμικά σχήματα που επιτρέπουν την εκμηχάνιση της φυτοπροστασίας σε συνδυασμό με τη συνεχή προσπάθεια των αμπελουργών περιόρισε αισθητά την καταστροφή (ΕΙΚΟΝΑ 10). Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά στοιχεία της περιόδου βλάστησης το 2011 στα περισσότερα αμπελουργικά διαμερίσματα της χώρας ήταν η οψίμηση του χρόνου εκβλάστησης των λανθανόντων οφθαλμών των παραγωγικών μονάδων, που κυμάνθηκε ανάλογα με την περιοχή, την ποικιλία και τις λοιπές αμπελοκομικές επεμβάσεις από 7 έως 14 ημέρες ή και περισσότερο. Παρά το γεγονός ότι η πορεία της θερμοκρασίας μετά την καρπόδεση ήταν κανονική, εντούτοις για παράδειγμα στο ν. Ηρακλείου η πλήρης ωρίμανση των σταφυλών της ποικιλίας Σουλτανίνα καθυστέρησε κατά δύο έως τρεις περίπου εβδομάδες σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Ηρακλείου. Ανάλογη ή μικρότερη υπήρξε η οψίμιση της παραγωγής στις περισσότερες αμπελουργικές περιοχές. Ο ευνοϊκός για την ταχύτατη εξάπλωση της προσβολής του περονόσπορου συνδυασμός των καιρικών συνθηκών και της βλάστησης των πρέμνων κατά τη διάρκεια των πλέον ευπαθών φαινολογικών σταδίων της αμπέλου (ταξιανθίες στο στάδιο του μούρου και της πλήρους άνθησης, ΕΙΚΟΝΑ 11α, β) προκάλεσε σημαντικές ζημιές κατά κύριο λόγο στις ταξιανθίες και τις ταξικαρπίες (ΕΙΚΟΝΑ 5), ιδιαίτερα στις πρωϊμότερες αμπελουργικές περιοχές. α

β

ΕΙΚΟΝΑ 11. Εμφάνιση ταξιανθιών (στάδιa F-G, α) και ταξιανθία σε πλήρη άνθηση (στάδιο I,β).

Αυτό δικαιολογεί τη μεγάλη μείωση της σταφυλικής παραγωγής ακόμη και σε αμπελώνες όπου οι προσβολές στο φύλλωμα διατηρήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα

26


έκτασης και έντασης. Αντίθετα, στις οψιμότερες αμπελουργικές περιοχές οι προσβολές εντοπίστηκαν περισσότερο στο φύλλωμα. Σημαντικά συνέβαλε στο μέγεθος των ζημιών και η διακοπή των επεμβάσεων φυτοπροστασίας (αλλά και των λοιπών καλλιεργητικών συνθηκών) για λόγους είτε υψηλού κόστους των φυτοπροστασιών προϊόντων είτε της αναποτελεσματικότητας των ψεκασμών εξαιτίας του υψηλού δυναμικού μολύσματος είτε και αδιαφορίας των αμπελουργών. Σε ότι αφορά στα χρησιμοποιηθέντα διασυστηματικά μυκητοκτόνα δεν υπάρχουν στοιχεία για εμφάνιση ανθεκτικότητας. Εξάλλου, η κυκλοφορία τους σε μείγματα με προστατευτικά μυκητοκτόνα και η εναλλαγή τους με μυκητοκτόνα που διαθέτουν διαφορετικό τρόπο δράσης δεν ευνοεί την επιλογή ανθεκτικών στελεχών του μύκητα. Η παρατηρηθείσα ανεπαρκής αποτελεσματικότητά τους πιθανόν οφειλόταν στο υψηλό δυναμικό μολύσματος (inoculum potential) που αναπτύχθηκε, λόγω των πολύ ευνοϊκών περιβαλλοντικών συνθηκών και της μη αποτελεσματικής αντιμετώπισης των αρχικών γενεών του παθογόνου. Στους φυτοπαθολόγους είναι γνωστό ότι όταν ο περονόσπορος εγκατασταθεί σε ένα αμπελώνα με υψηλό δυναμικό μολύσματος, μετά είναι πολύ δύσκολη αν όχι αδύνατη η αντιμετώπισή του. Θα πρέπει να επισημανθούν και οι πιθανές επιπτώσεις της σοβαρής προσβολής του φυλλώματος τόσο στην έγκαιρη και ομαλή ωρίμανση (ξυλοποίηση) των βλαστών σε ορισμένες τουλάχιστον αμπελουργικές περιοχές όσο και στη γονιμότητα των λανθανόντων οφθαλμών. Τυχαίες δειγματοληψίες λανθανόντων οφθαλμών σε μικρή κλίμακα στις ποικιλίες Αγιωργίτικο και Σουλτανίνα δεν έδειξαν απόκλιση από το συνήθη αριθμό των ανθικών καταβολών, δεδομένης της γονιμότητας των ποικιλιών αυτών από προγενέστερες εργασίες. Αδιευκρίνιστο παραμένει κατά πόσο επηρεάστηκε η διαφοροποίηση των λανθανόντων οφθαλμών, δηλαδή ο σχηματισμός και η εν συνεχεία ανάπτυξη των ανθικών καταβολών και η εξέλιξή τους σε ταξιανθίες, εξαιτίας της μετέπειτα προσβολής του φυλλώματος που είχε ως αποτέλεσμα σε ορισμένες τουλάχιστον περιοχές την πρώιμη φυλλόπτωση και επομένως τον πλημμελή εφοδιασμό των πρέμνων με αποθησαυριστικές ουσίες. Είναι προφανές ότι η παράμετρος αυτή των δυσμενών επιπτώσεων από το μέγεθος της προσβολής περονόσπορου στην ευρωστία και τη γονιμότητα των λανθανόντων οφθαλμών θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά την επόμενη περίοδο βλάστησης (2012).

27


Συμπερασματικά, οι παράγοντες που συνέβαλαν στην εμφάνιση της επιδημίας περονόσπορου και τις συνακόλουθες μεγάλες ζημιές στην αμπελουργική παραγωγή το 2011 ήταν: α) Η πορεία των μετεωρολογικών μεταβλητών, που όπως αναλύθηκε στα προηγούμενα παρουσίασαν σχεδόν ακραίες τιμές σε ορισμένες τουλάχιστον αμπελουργικές περιοχές. Επομένως ένα σημαντικό μέρος των ζημιών στους συμβατικούς αμπελώνες μπορεί να αποδοθεί στα καιρικά φαινόμενα που ανάλογα με τις λοιπές συνθήκες συχνά πλησιάζει ή και υπερβαίνει το 45-50%. Στους βιολογικούς αμπελώνες, η εκτίμηση της ομάδας εργασίας είναι ότι το σύνολο των ζημιών θα πρέπει να αποδοθεί στα καιρικά φαινόμενα δεδομένης της φύσης της καλλιέργειας και του ενδιαφέροντος που δείχνουν για τους αμπελώνες τους οι βιοκαλλιεργητές. β) Η ανεπαρκής αντιμετώπιση των αρχικών γενεών του παρασίτου από μερίδα παραγωγών, η οποία στη συνέχεια λόγω και των ευνοϊκών περιβαλλοντικών συνθηκών οδήγησε στην ανάπτυξη υψηλού δυναμικού μολύσματος μέσα στον αμπελώνα, καθιστώντας αδύνατο τον περαιτέρω έλεγχο της ασθένειας. γ)

Η

συνύπαρξη

στην

ίδια

αμπελουργική

περιοχή

περιποιημένων

και

εγκαταλειμμένων ή ανεπαρκώς προστατευμένων από τον περονόσπορο αμπελώνων με πολύ υψηλό δυναμικό μολύσματος, που είχε σαν αποτέλεσμα τη συνεχή αερομεταφορά μολύσματος από τους εγκαταλειμμένους ή τους ανεπαρκώς προστατευμένους στους περιποιημένους αμπελώνες (ΕΙΚΟΝΑ 12).

ΕΙΚΟΝΑ 12. Αμπελώνες στο Ηράκλειο Κρήτης κατά την περίοδο βλάστησης 2011.

28


δ) Η μη επαρκής παρακολούθηση από τους παραγωγούς των εκδιδόμενων από τα κατά τόπους Κέντρα Προστασίας Φυτών του ΥΑΑΤ δελτίων γεωργικών προειδοποιήσεων. ε)

Η έλλειψη σχετικής εμπειρία γεωπόνων και παραγωγών στην αντιμετώπιση του περονοσπόρου σε ορισμένες περιοχές της χώρας, στις οποίες δεν ήταν συχνή η εμφάνιση της ασθένειας στο παρελθόν.

στ) Η αναμενόμενη χαμηλή τιμή πώλησης των προϊόντων (κυρίως για τα οινοστάφυλα), η οποία αποθάρρυνε τους παραγωγούς στην εφαρμογή των απαιτούμενων πολυδάπανων ψεκασμών. ζ)

Η υψηλή τιμή αγοράς των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

η) Παράγοντες που σχετίζονται με τη «δομή-οργάνωση-αμπελοκομική τεχνική» αμπελώνων, ανάλογα με την αμπελουργική περιοχή. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Επειδή, τα φαινόμενα των επιδημιών είναι πιθανόν να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα στο μέλλον θα πρέπει να ληφθούν μέτρα αποτελεσματικά και λυσιτελή, για την αποτροπή εμφάνισης παρόμοιων φαινομένων. Στην κατεύθυνση αυτή προτείνονται: α) Σε θεσμικό επίπεδο, αντιμετώπιση του προβλήματος των σχολαζόντων ή εγκαταλελειμμένων αμπελώνων με την εφαρμογή προγράμματος αναδιάρθρωσης του ελληνικού αμπελώνα και συντεταγμένης αναμπέλωσης είτε με αναφυτεύσεις είτε με την αλλαγή δια του εμβολιασμού των ποικιλιών στις οποίες η διάθεση του προϊόντος είναι προβληματική. Στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να διασφαλιστεί με κριτήρια ποιότητας των παραγόμενων αμπελουργικών προϊόντων ένα αξιοπρεπές εισόδημα στον έλληνα αμπελουργό, ιδιαίτερα του αμπελο-οινικού τομέα. β) Σε λειτουργικό επίπεδο, αναβάθμιση του ρόλου και της λειτουργίας των υπηρεσιών γεωργικών προειδοποιήσεων για την έγκαιρη και αποτελεσματική ενημέρωση και προειδοποίηση των αμπελουργών σε ότι αφορά την εμφάνιση των ασθενειών, ώστε οι τελευταίοι να προχωρούν στα ενδεδειγμένα προληπτικά μέτρα προστασίας των αμπελώνων τους για την ελαχιστοποίηση των ζημιών, τη μείωση του κόστους των επεμβάσεων, και την προστασία του περιβάλλοντος και των

29


καταναλωτών. Στην ίδια κατεύθυνση θα ήταν σκόπιμη και η επαναφορά του δελτίου καιρού για τους αγρότες στα ΜΜΕ γ) Σε πρακτικό και αμπελοκομικό επίπεδο, ανάληψη πρωτοβουλιών είτε από τις αμπελουργικές ενώσεις, οργανισμούς και συνεταιρισμούς είτε από τις υπηρεσίες της περιφερειακής κυρίως διοίκησης είτε της κεντρική διοίκησης ώστε οι σύγχρονες μέθοδοι και συστήματα οργάνωσης των αμπελώνων (συστήματα μόρφωσης, κλάδεμα καρποφορίας, χλωρά κλαδέματα κ.ά.) να αποτελούν αποτελεσματικά εργαλεία που θα συμβάλουν στη μείωση των προσβολών από παθογόνα, προσαρμοσμένα στα δεδομένα εδαφοκλιματικά περιβάλλοντα. Στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να αναδειχθεί και ο σημαντικός ρόλος της ορθής επιλογής του κατάλληλου υποκειμένου και της καλλιεργούμενης ποικιλίας αμπέλου. Η ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΜΑΝΟΛΗΣ Ν. ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ , ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Γ.Π.Α

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ, ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Γ.Π.Α

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ Γ.Π.Α

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΒΑΚΑΛΟΥΝΑΚΗΣ, ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΕΛΓΟ-«ΔΗΜΗΤΡΑ»

30


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

31


32


33


34


35


Ευχαριστίες Η Ομάδα Εργασίας εκφράζει θερμές ευχαριστίες στους συναδέλφους, τις υπηρεσίες του ΥΑΑΤ, τους αμπελουργούς και τις συνεταιριστικές ενώσεις για την πρόθυμη βοήθεια τους στην ολοκλήρωση της μελέτης αυτής.

Φωτογραφίες 1,3,5 : Δ. Ι. Βακαλουνάκης 2,4,6,7,8,10,11,12: Μ.Ν.Σταυρακάκης 9 : Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Ηρακλείου Κρήτης

36

PERONOSPOROS  

PERONOSPOROS

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you