Issuu on Google+


Σκοπός μας να αναπτύξουμε μια σχέση δυναμική με τους αναγνώστες μας, μια σχέση αλληλεπίδρασης. Για μας επιβράβευση είναι να αποκτήσουμε αναγνώστες τακτικούς και, γιατί όχ “φανατικούς”, που θα μας στέλνουν ακόμα και δικά τους άρθρα προς δημοσίευση. Λίγοι και καλοί σημαίνει πως με το absurdum επενδύουμε στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα, εξού και ο μικρός αριθμός άρθρων και η προσεκτική επιλογή αρθρογράφων. Ως προς τη δομή του absurdum, είναι κατά βάση προσωποκεντρικό, εννοώντας ότι δεν υπάρχουν στήλες ή κατηγορίες στις οποίες θα γράφουν συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά συγκεκριμένα πρόσωπα που θα διαλέγουν τι θα γράψουν και σε ποια κατηγορία. Κάθε μήνα θα έχουμε ένα ευρύτερο θέμα το οποίο θα προκύπτει από τη μεγάλη συνέντευξη. Ως δορυφόροι αυτής θα υπάρχουν κάποια κύρια άρθρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως όλοι οι αρθρογράφοι θα περιορίζονται αναγκαστικά στο να γράφουν σχετικά με το εκάστοτε ευρύτερο θέμα του μήνα. Την ιστοσελίδα θα συνοδεύει και ένα ολιγοσέλιδο περιοδικό με το θέμα του μήνα το οποίο θα περιέχει ορισμένα από τα κύρια άρθρα της ιστοσελίδας. Πέραν του περιοδικού όμως οι κατηγορίες της ιστοσελίδας θα ανανεώνονται συχνά γι΄ αυτό .. stay tuned! Στο πρώτο μας τεύχος έχουμε τη μεγάλη τιμή και χαρά να πάρουμε συνέντευξη από τον σπουδαίο καθηγητή και πνευματικό άνθρωπο, Θεοδόση Τάσιο, από ιδέα του οποίου πρόεκυψε και το θέμα της σύγχρονης πόλης ως ευρύτερο θέμα του πρώτου τεύχους. Η πόλη ορίζει τους ανθρώπους που ζουν μέσα σε αυτήν και παράλληλα, ορίζεται από αυτούς. Στο τεύχος αυτό δε θα μας απασχολήσουν μόνο τα εξωτερικά και προφανή χαρακτηριστικά της, αλλά η ίδια της η ψυχή. Ο παλμός της, τα μυστικά της, οι άνθρωποί της, η σχέση της με την Τέχνη, την Αρχιτεκτονική και πολλά άλλα. Θα μας απασχολήσει ο θετικός και αρνητικός της πόλος, όπως επίσης και η παρουσία της μέσα στην σύγχρονη τέχνη. Θα την ανακαλύψουμε μέσα από εικόνες, λέξεις και έργα τέχνης. Θα προσπαθήσουμε να ξεδιπλώσουμε τον πολυεπίπεδο και αμφιλεγόμενο χαρακτήρα της.

Ελπίζουμε πως το absurdum θα είναι η αρχή μιας ενδιαφέρουσας πορείας και σας καλούμε όλους να την ακολουθήσουμε μαζί. Ευχαριστούμε ιδιαίτερα τον καθηγητή Δημήτρη Οικονόμου, την εικαστικό Έυη Τσακνιά και τον αρχιτέκτονα Τηλέμαχο Ανδριανόπουλο που πορεύτηκαν μαζί μας από την αρχή του εγχειρήματος.

Τ

ο Absurdum.gr είναι μια ιστοσελίδα τέχνης και πολιτισμού που προέκυψε από μια ιδέα και συνάντηση εντελώς “absurdum”. Ήταν λοιπόν ένα absurdum εγχείρημα από διαφορετικούς ανθρώπους με πολλή αγάπη για την τέχνη και τον πολιτισμό. Ήταν επίσης ένα reductio ad absurdum το οποίο προέκυψε από την ύπαρξη πολλών ιστοσελίδων τέχνης που ασχολούνται με θέματα επικαιρότητας. Όσον αφορά εμάς, δε θέλαμε να δημιουργήσουμε μια ιστοσελίδα επικαιρότητας, αλλά ένα περιοδικό με εξειδικευμένα αναλυτικά άρθρα. Έτσι κι αλλιώς, ιστοσελίδα επικαιρότητας θα έπρεπε να ανταγωνιστεί πολλά άλλα και επίσης, θα μας περιόριζε στο να συμπεριλάβουμε θέματα με τα οποία ενδεχομένως να μη θέλαμε να ασχοληθούμε. Το μότο μας: λίγοι και καλοί. Και δεν το εννοούμε ελιτίστικα , αλλά επί της ουσίας.

λίγοι και καλοί. Και δεν το εννοούμε ελιτίστικα, αλλά επί της ουσίας.. Το μότο μας:

Stay tuned!

του Θάνου Αγγέλη

Ιδιαίτερα η σύγχρονη μεγαλούπολη, αποτελεί ένα πεδίο τριβής πολιτισμών και απόψεων, όπως επίσης ένα πεδίο σύγκρουσης ασυμβίβαστων και αντίρροπων δυνάμεων. Ένα πεδίο σύγκρουσης ετερο-προσδιοριζόμενων συμπεριφορών και χώρων έκφρασης. Η υπέρβαση που καλείται να κάνει ο σημερινός πολίτης είναι να καταφέρει να αποβάλει τη νοοτροπία του ιδιώτη, δηλαδή το να μην αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του μέσα από το μικρόκοσμό του, αλλά να λειτουργεί ως ενεργό κομμάτι μιας μεγάλης κοινωνίας, σεβόμενος τους άγραφους κανόνες της συμβίωσης μέσα σε αυτήν και χρησιμοποιώντας την ποικιλομορφία της σαν πεδίο παράγωγης πολιτισμού. Ο πολιτισμός βρίσκεται παντού γύρω μας και αποτελεί κοινή συνιστώσα όλων μας. Η ευκαιρία να βρεθούμε να συζητήσουμε, να διαφωνήσουμε, να αλληλεπιδράσουμε, να εξελιχθούμε. Να μας διευρύνει τον νου και να σπάσει τα πολιτισμικά σύνορα κάμπτοντας κάθε φόβο και προκατάληψη. Γνώμη μας είναι πως είτε περνάμε δύσκολα είτε εύκολα, ο πολιτισμός αξίζει να μας συντροφεύει και σε καμία περίπτωση να μην αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής και καθημερινότητάς μας. Το παράλογο και ειδικά το παράλογο μέσα στην πόλη μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες, αλλά και να λειτουργήσει ως πεδίο απόδρασης από την καθημερινότητα. Η Absurdum Πόλη κρύβει μιαν ομορφιά μέσα από την παράλογη λειτουργία της, την διαφορετικότητά της, τη σύγκρουση κόσμων και ιδεών. Ο Θετικός παραλογισμός μπορεί να μας προσφέρει όσα δεν μπορεί η ωμή πραγματικότητα. Όπως μας είπε και ο Θεοδόσης Τάσσιος: « Αν το παράλογο έχει αξία στη ζωή; Βέβαια και έχει, το παράλογο όμως όχι με την έννοια της πρόκλησης στην λογική αλλά με την έννοια εκείνου του χώρου στον οποίο η λογική με σεμνότητα τον περιχαρακώνει και τον εξετάζει, αλλά τον σέβεται γιατί δεν είναι η δουλειά της [… ] ο χώρος της Τέχνης και του Ήθους»


Το κτίσιμο του εγώ δεν γίνεται με κλείσιμο στο εγώ,γιατί το εγώ δεν υπάρχει προτού κτιστεί

κάνοντας click μπορείτε δείτε την συνέντευξηστο youtube (AbsurdumOfficial)


Η Οδός Πανεπιστημίου και τα προβλήματα του κέντρου της Αθήνας του Δημήτρη Οικονόμου

Ο

ι παρεμβάσεις στον υφιστάμενο αστικό χώρο, γνωστές με το γενικό όρο «ανάπλαση» αποτελούν φαινόμενο κυρίως της μεταπολεμικής περιόδου. Αρχικά με στόχο την αντιμετώπιση καταστροφών που είχαν γίνει στις πόλεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και καθαρά πολεοδομικού χαρακτήρα, απέκτησαν διαδοχικά και άλλες μορφές (που συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες ειδικότερες ονομασίες). Ο πιο πρόσφατος μετασχηματισμός τους είναι διεθνώς γνωστός ως urban regeneration (αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά ως «αστική αναγέννηση») και έχει ηλικία περίπου 25 ετών. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα αντικειμένων, που περιλαμβάνει το σύνολο των πτυχών του πολεοδομικού σχεδιασμού, τις πολλαπλές διαστάσεις του περιβαλλοντικού σχεδιασμού των πόλεων, την αναμόρφωση της οικονομικής βάσης, και την αντιμετώπιση αστικών κοινωνικών προβλημάτων. Από χωρική άποψη, αφορούν τόσο το δημόσιο χώρο (δρόμους, πλατείες,...) όσο και τον ιδιωτικό (δηλ. το εσωτερικό των οικοδομικών τετραγώνων και το κτηριακό απόθεμα). Παράλληλα, η αστική αναγέννηση δεν εκπορεύεται αποκλειστικά από το δημόσιο τομέα αλλά προωθείται μέσα από διαδικασίες διακυβέρνησης (δηλ. εταιρικής σχέσης δημόσιου, ιδιωτικού και κοινωνικού τομέα) και χρηματοδοτείται με διάφορους συνδυασμούς δημόσιων πόρων και ιδιωτικών κεφαλαίων.

διαστάσεις συνδεόμενες με τη μαζική είσοδο μεταναστών, και μετά την εκδήλωση της κρίσης έγινε ακόμα πιο σύνθετη, με την προσθήκη και αναπτυξιακών προβλημάτων (χαρακτηριστικές εκδηλώσεις είναι οι μεγάλες πιέσεις στον τουρισμό, το μαζικό κλείσιμο καταστημάτων και η κατάρρευση της αγοράς των ακινήτων) και τη διεύρυνση του χαρακτήρα των κοινωνικών προβλημάτων (που αφορούν πλέον όχι μόνο μετανάστες αλλά και άλλες ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, και συμπεριλαμβάνουν και τη μεγάλη αύξηση της εγκληματικότητας και της παραβατικότητας).

Είναι προφανές ότι η αστική αναγέννηση είναι μια πολύ πιο σύνθετη μορφή παρέμβασης στον αστικό χώρο από αυτό που στην Ελλάδα θεωρείται ως ανάπλαση. Οι Ελληνικές αναπλάσεις επί δεκαετίες εξαντλούνται σε παρεμβάσεις εξωραϊσμού του δημόσιου κοινόχρηστου χώρου (πολύ συχνά αποτυχημένες-ενδεικτικά μόνο, βλ. την περίπτωση της Πλατείας Ομονοίας, αλλά τα παραδείγματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν) και στη δημιουργία πεζοδρόμων. Οι τελευταίοι σπάνια εντάσσονται σε μια συνολική οργάνωση του οδικού δικτύου και της κυκλοφορίας, κατά κανόνα δεν λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις στη στάθμευση, και δεν συντονίζονται με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Επιπλέον, πάσχουν από ακραία έλλειψη διαχειριστικών μηχανισμών, με αποτέλεσμα να γίνονται κατά κανόνα εστίες παραβατικότητας και περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του προβλήματος είναι η «χρήση» τους ως χώρων στάθμευσης οχημάτων και αξόνων κίνησης δικύκλων, η κατάληψη μεγάλου μέρους της επιφανείας τους από τραπεζοκαθίσματα, και η ηχορρύπανση.

Τρίτον, ο ρόλος που παίζει η Οδός Πανεπιστημίου στο ευρύτερο κέντρο αλλά και στο σύνολο του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Αθήνας. Πρόκειται για βασικό κυκλοφοριακό άξονα ιδιωτικών και δημόσιων μέσων μεταφοράς (κάτι που σημαίνει ότι κάθε παρέμβαση που απομακρύνει τέτοια μέσα πρέπει να έπεται σοβαρής μελέτης των κυκλοφοριακών επιπτώσεων και εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων) αλλά και για καθοριστικό στοιχείο της αντιληπτικής εικόνας του κέντρου της πόλης.Ως προς το τελευταίο σημείο, είναι προφανές ότι η μη εξασφάλιση με αξιόπιστο τρόπο ότι δεν θα αναπαραχθούν σε μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου τα κλασσικά προβλήματα διαχείρισης των ελληνικών πεζοδρόμων (προβλήματα που υπάρχουν ακόμα και στην πιο επιτυχημένη ίσως από αισθητική άποψη πεζοδρόμηση, αυτή της Οδού Δ.Αρεοπαγίτου, παρά το ότι η ευρύτερη ζώνη στην οποία εντάσσεται η τελευταία δεν χαρακτηρίζεται από τη συνθετότητα και τις πιέσεις του κέντρου της Αθήνας) θα οδηγήσει σε υποβάθμιση του ρόλου της ως κεντρικού στοιχείου της εικόνας και της συμβολικής οργάνωσης του αθηναϊκού χώρου. Σημειωτέον ότι η πολύ μεγάλη κλίμακα της περιοχής που θα πεζοδρομηθεί στην περίπτωση της Πανεπιστημίου θα οξύνει ακόμα περισσότερα τις δυσκολίες διαχείρισης και αστυνόμευσης, και εξ αντιδιαστολής τα προβλήματα

Η συζήτηση κατά τα τελευταία χρόνια για την πεζοδρόμηση της Οδού Πανεπιστήμιου συνοψίζει τις παρανοήσεις που υπάρχουν στη χώρα μας σχετικά με τις αστικές παρεμβάσεις και τις αδυναμίες των αστικών πολιτικών. Τα δεδομένα που πρέπει να ληφθούν για μια ουσιαστική προσέγγιση του ζητήματος είναι τα εξής: Πρώτον, η προϊούσα κρίση του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας. Η κρίση αυτή έχει μεγάλο χρονικό βάθος. Αρχικά είχε πολεοδομικό και περιβαλλοντικό χαρακτήρα που συνδέονται με διαχρονικές αστοχίες της ελληνικής πολεοδομικής πολιτικής και περίπου από το 2000 άρχισε να αποκτά και κοινωνικές

Δεύτερον, η εμπειρία από την τάυτιση στην Ελλάδα των αστικών αναπλάσεων με τις πεζοδρομήσεις. Τα αρνητικά της εμπειρίας αυτής συμπεριλαμβάνουν τόσο τον εκφυλισμό των πεζοδρόμων σε χώρους παράνομης στάθμευσης και κυκλοφορίας, παραεμπορίου και πολεοδομικής παραβατικότητας κλπ. που ανάφερα πιο πάνω, όσο και το έλλειμα ολοκληρωμένων παρεμβάσεων που θα αντιμετωπίζουν τα σύνθετα-ευρύτερα πολεοδομικά, περιβαλλοντικά, οικονομικά, κοινωνικά προβλήματα που υπάρχουν σε διάφορες ελληνικές πόλεις (και, συγκεκριμένα, στο κέντρο της Αθήνας).


Η Οδός Πανεπιστημίου και τα προβλήματα του κέντρου της Αθήνας του Δημήτρη Οικονόμου (συνέχεια)

ασφάλειας. Η προωθούμενη πεζοδρόμηση και της Λεωφόρου ‘Ολγας καθιστά ακόμα μεγαλύτερη την περιοχή για την οποία τίθενται τέτοια θέματα (συμπεριλαμβανόμενης και της ευρύτερης ζώνης του Ζαππείου). Τέταρτον, μια παρέμβαση τόσο σημαντικής κλίμακας πρέπει να εντάσσεται οργανικά στον ευρύτερο, στρατηγικό, πολεοδομικό σχεδιασμό. Αυτό είναι αναγκαίο τόσο για τη ρύθμιση των επιπτώσεων όσο και για την αξιοποίηση των ευκαιριών που μπορεί να προκύψουν. Στην περίπτωση της Πανεπιστημίου κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας (σε κάθε περίπτωση τελείως παρωχημένο, αφού έχει εγκριθεί το 1985 και από τότε έχει υποστεί μόνο οριακές τροποποιήσεις) δεν την προβλέπει, ενώ στην όλη πρωτοβουλία μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ουσιαστική ανάμειξη των αρμόδιων υπηρεσιών. Οι διάφοροι σχεδιασμοί που έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα κινούνται σε επίπεδο αστικής σύνθεσης (δηλαδή αρχιτεκτονικού χαρακτήρα και αντίληψης), αγνοώντας τα πολεοδομικά ζητήματα (πχ. αλληλεπίδραση με τις χρήσεις γης), τις επιπτώσεις στην κυκλοφορία, τις προτεραιότητες που θέτουν τα πραγματικά προβλήματα του κέντρου της Αθήνας σήμερα (κοινωνικές και οικονομικές-αναπτυξιακές), και τη σπανιότητα των πόρων που, σε συνθήκες δημοσιονομικής και ευρύτερης κρίσης, επιβάλλει τη χρήση τους σε συνάρτηση με τα πραγματικά προβλήματα. Τα παραπάνω δε σημαίνουν ότι η πεζοδρόμηση της Οδού Πανεπιστημίου είναι εξ ορισμού περιττή ή και λανθασμένη. Θα μπορούσε να είναι, όπως θα μπορούσε να είναι και χρήσιμη. Το ζήτημα είναι ότι δεν έχουν υπάρξει, όπως προωθείται μέχρι σήμερα η σχετική πρωτοβουλία, οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν να γίνει μια τεκμηριωμένη αξιολόγηση μιας τέτοιας παρέμβασης, με αποτέλεσμα η όλη συζήτηση να κινείται σε επίπεδο γενικολογιών και καλών προθέσεων, χωρίς πραγματική κατανόηση των θετικών και αρνητικών στοιχείων που ενδέχεται να υπάρξουν. Κατά την άποψή μου απαιτείται μια νέα προσέγγιση, που θα περιλαμβάνει κυκλοφοριακή μελέτη του θέματος σε βάθος, σοβαρή εξέταση των κινδύνων που συνδέονται με τη διαχείριση και την ασφάλεια (και των πραγματικών δυνατοτήτων αποτελεσματικής και αντιμετώπισής τους), εκτίμηση των επιπτώσεων που θα υπάρξουν στο υπόλοιπο κέντρο της Αθήνας και ιδιαίτερα στις προβληματικές περιοχές (κάτω από τον άξονα Αιόλου-ΟμόνοιαΕξάρχεια-Πατησίων) αλλά και του κινδύνου να λειτουργήσει μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου ως διάδρομος επέκτασης των προβλημάτων αυτών μέχρι το Σύνταγμα, και αξιολόγηση της συμβολής της πεζοδρόμησης στην αντιμετώπιση των κρίσιμων κοινωνικών και αναπτυξιακών προβλημάτων του κέντρου (και της Αθήνας συνολικά). Επιπλέον, πρέπει να συνεκτιμηθεί το θέμα των πόρων που θα απαιτηθούν για την παρέμβαση, καθώς και εναλλακτικές δυνατότητες (πχ. διαπλάτυνση πεζοδρομίων χωρίς πλήρη πεζοδρόμηση) που ενδέχεται αν μελετηθούν να αποδειχθούν καλύτερα προσαρμοσμένες στα πραγματικά δεδομένα. Ο συντονισμός με το σε εξέλιξη Σχέδιο Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης (ΣΟΑΠ) που προωθούν ο Δήμος Αθηναίων και ο Οργανισμός Αθήνας για το ευρύτερο κέντρο της πόλης αποτελεί επίσης αυτονόητη αναγκαιότητα.


Σύνδρομο του Άρρωστου Κτιρίου

Πού οφείλεται, όμως, η εσωτερική ρύπανση ενός άρρωστου κτιρίου;

της Άννας Βενεδίκη

*Φυσικοί παράγοντες Ραδόνιο Το ραδόνιο διασπάται σε ραδιενεργά στοιχεία, τα οποία υπάρχουν σε ποικίλες ποσότητες στα πετρώματα και το έδαφος και εκπέμπουν σωματίδια που βλάπτουν τους ιστούς των πνευμόνων. Η σύνθεση του εδάφους κάτω και γύρω από ένα σπίτι επηρεάζει τα επίπεδα του ραδονίου και την ευκολία με την οποία εισέρχεται στο εσωτερικό του σπιτιού. Η είσοδος του ραδονίου μέσα στο σπίτι από το έδαφος μπορεί να γίνει μέσω ρωγμών στα δάπεδα και στα στοιχεία από σκυρόδεμα , μέσω των σωλήνων αποχέτευσης, των κατασκευαστικών αρμών και ρωγμών ή πόρων στους τοίχους. Τα επίπεδα του ραδονίου είναι γενικά ψηλότερα στις βάσεις των σπιτιών και στα δωμάτια των ισογείων, τα οποία έρχονται σε επαφή με το έδαφος. Τα σπίτια κάτω από τον τρίτο όροφο καλό είναι να ελέγχονται με το τεστ ραδονίου από κάποιον ειδικό.

*Χημικοί παράγοντες

Άρρωστα κτίρια χαρακτηρίζονται τα κτίσματα που παρουσιάζουν προβλήματα «εσωτερικής ρύπανσης». Το 80-90% του χρόνου της ζωής μας τον περνάμε σε εσωτερικούς χώρους γι’ αυτό προκειμένου να διαφυλάξουμε την υγεία μας θα πρέπει να φροντίζουμε να διατηρούνται αυτοί «υγιείς». Ο όρος «σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου» χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση της υγείας, τουλάχιστον του 50% των ενοίκων ενός κτίσματος, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες ενοχλήσεις που αποδίδονται αποκλειστικά και μόνο στην «εσωτερική ρύπανση» του αέρα. Επικεντρωνόμαστε συνήθως στη ρύπανση της ατμόσφαιρας, ωστόσο η ποιότητα του αέρα στο εσωτερικό ενός κτιρίου μπορεί να είναι εξίσου βλαβερή για τον ανθρώπινο οργανισμό. Η επιβεβαρυμμένη ατμόσφαιρα στο εσωτερικό των κτιρίων αποτελεί πρόβλημα για τη δημόσια υγεία γι αυτό και το ζήτημα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των επιστημόνων.

Σε ένα τυπικό κτίριο γραφείων ενδέχεται να βρίσκονται περισσότερες από 300 διαφορετικές ρυπογόνες ουσίες.

Πτητικές οργανικές ενώσεις Πρόκειται για χημικές ουσίες που προέρχονται από πηγές όπως ο καπνός του τσιγάρου και διάφορα κατασκευαστικά υλικά (π.χ. κόλλες, χρώματα, πλαστικά). Τα υλικά δόμησης ενός κτιρίου μπορεί να αποτελούν σημαντικές εστίες ρύπανσης διότι περιέχουν μεγάλες ποσότητες πτητικών χημικών ουσιών, οι οποίες εξαερώνονται λόγω της υψηλής θερμοκρασίας που επικρατεί στους εσωτερικούς χώρους. Σχετικές έρευνες έδειξαν ότι οι ενώσεις αυτές προκαλούν προβλήματα στα μάτια και στο αναπνευστικό σύστημα. Φορμαλδεΰδη Η φορμαλδεΰδη είναι επίσης μια χημική ουσία στην οποία εκτίθενται υπερβολικά οι ένοικοι των σύγχρονων κτιρίων. Εκπέμπεται κυρίως από τα προϊόντα πεπιεσμένου ξύλου και τα μονωτικά υλικά (υαλοβάμβακας) και οι συνέπειές της κάθε άλλο παρά αμελητέες είναι για την υγεία (ναυτία, ίλιγγος, σωματική κόπωση, ενοχλήσεις στο αναπνευστικό σύστημα). Αμίαντος Χρησιμοποιήθηκε ευρέως τις προηγούμενες δεκαετίες σε οικοδομικά υλικά (τσιμέντο), υλικά ηχομόνωσης, πυροπροστασίας καθώς και σε μηχανολογικές εγκαταστάσεις και διάφορες συγκολλητικές ουσίες. Η χρήση του απαγορεύτηκε τη δεκαετία του ‘70, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αμίαντος έκτοτε εξαφανίστηκε από τα κτίρια, εκτός αν έγινε ανακαίνιση και αφαίρεση των υλικών με αμίαντο. Στις περισσότερες περιπτώσεις όχι μόνο παραμένει σε πολλά κτίρια αλλά και απελευθερώνεται στον χώρο με τη σταδιακή παλαίωση των υλικών και τις παρεμβάσεις συντήρησης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση που ελήφθη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εγκατάλειψη του κτιρίου Berlemont στις Βρυξέλλες, όπου διατηρούσε την έδρα της, πριν από μερικά χρόνια. Το κτίριο κρίθηκε ακατάλληλο διότι η εκτεταμένη χρήση αμίαντου προκάλεσε σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων.

*Βιολογικοί παράγοντες Οι βιολογικοί ρυπαντές της ποιότητας του αέρα προέρχονται κυρίως από τα κλιματιστικά συστήματα. Στο υγρό και σκοτεινό περιβάλλον των μηχανημάτων και διασωληνώσεων των συστημάτων αερισμού και κλιματισμού των κτιρίων, αναπτύσσονται πολλά μικρόβια. Η ποιότητα του αέρα είναι δύσκολο να ελεγχθεί και να παρακολουθείται επί συνεχούς βάσης. Για να διαφυλάξουμε την υγεία μας αλλά και την υγεία του κτιρίου μας, θα πρέπει κατά τον σχεδιασμό του να λαμβάνονται υπόψη η θέρμανση, η ψύξη και ο φωτισμός. Η ανακύκλωση του αέρα με μηχανικούς ανεμιστήρες, ο φυσικός φωτισμός και σκίαση, ο φυσικός κλιματισμός με ανεμιστήρες οροφής και φυτά, η χρήση υλικών φιλικών προς τον χρήστη του κτιρίου είνα�� οι βιοκλιματικές λύσεις για τη βελτίωση του εσωτερικού χώρου ενός κτιρίου.

Πληροφορίες •Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, το 30% των νέων ή επισκευαζόμενων κτιρίων παρουσιάζουν προβλήματα εσωτερικής ρύπανσης. Το «σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου» αναγνωρίστηκε επίσημα από την ΠΟΥ το 1982. •Σε ένα τυπικό κτίριο γραφείων ενδέχεται να βρίσκονται περισσότερες από 300 διαφορετικές ρυπογόνες ουσίες.

•Στη χώρα μας 9 στους 10 εργαζόμενους παρουσιάζουν συμπτώματα τουλάχιστον μια φορά από το «σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου», σύμφωνα με έρευνα του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αυτά είναι: πονοκέφαλος (62,5%), ερεθισμοί στα μάτια (58,3%), δυσκολία συγκέντρωσης (33%), ασυνήθιστη σωματική κόπωση (31,4%), υπνηλία (31,4%), ζάλη (28,5%) και δύσπνοια (18,3%). •Μία από τις πιο συχνές καταστάσεις, παγκοσμίως, που οδηγούν σε θάνατο αλλά μπορούν να προληφθούν είναι η ενδοοικιακή ρύπανση του αέρα.


10

Ο δεκάλογος του κινηματογραφόφιλου

1.

Ο κινηματογράφος είναι ιεροτελεστία. Πηγαίνεις, χαζεύεις τις φωτογραφίες των προσεχώς έργων, περνάς από το μπαρ (στους παλιούς κινηματογράφους οι άνθρωποι στο μπαρ είναι ιδιαίτερες φυσιογνωμίες, στα όρια του cult), μυρίζεις το ποπ-κορν, αγοράζεις κάτι να μασουλίσεις (καλύτερος συνδυασμός: ποπκορν, αναψυκτικό, σοκολάτα για μετά - σε περιόδους όμως δίαιτας, απλά νερό …), κόβεις το εισιτήριο, μπαίνεις στην αίθουσα, βολεύεσαι στην θέση (παρακαλάς να μην κάτσει κανένας μπροστά σου -ειδικά στους κινηματογράφους που δεν έχουν αμφιθεατρική διάταξη), χαμηλώνουν τα φώτα, μπαίνεις σιγά-σιγά στο ταξίδι του θεάματος, βλέπεις τα προσεχώς, πέφτουν οι τίτλοι του έργου και αρχίζει η μαγεία.

2. 3.

Ο κινηματογράφος ΔΕΝ συγκρίνεται με το να κάτσεις σπίτι και να «κατεβάσεις» ταινίες, όσο μεγάλη οθόνη τηλεόρασης ή home cinema και να έχεις.

Είσαι στην ώρα σου και φροντίζεις να μην πας αφότου έχει αρχίσει. Δεν υπάρχει πιο σπαστικό από το να περνάει κάποιος/α από μπροστά σου για να κάτσει στην θέση του/της ενώ έχει αρχίσει η ταινία. ‘Η μάλλον υπάρχει και κάτι άλλο εξίσου σπαστικό, το αναφέρω πιο κάτω.

4.

Κάνεις μία ψιλο-έρευνα πριν επιλέξεις ταινία. Δε βασίζεσαι μόνο σε μία κριτική και γνωρίζεις ο κριτικός που διαβάζεις τι καπνό φουμάρει.

5.

Επιλέγεις έργο βάσει διάφορων κριτηρίων : γιατί σε ενδιαφέρει να το δεις συνολικά (συνδυασμός σκηνοθέτη, ηθοποιών, θέματος, πλοκής).

9.

6.

Γιατί σε ενδιαφέρουν μόνο ορισμένα στοιχεία του (μπορεί να θες να το δεις επειδή παίζει αγαπημένος/η ηθοποιός, ή επειδή έχει εντυπωσιακά εφέ, ή επειδή έχει πάρει βραβεία, ή επειδή είναι από το Ιράν κλπ). Ξέρεις όμως γιατί πας να το δεις. Μην μπερδευτείς.

7.

Γιατί πας με παρέα που σε ενδιαφέρει (το έργο όχι τόσο πολύ). Και πάλι , ξέρεις γιατί πας να το δεις. Μην μπερδευτείς.

8.

Όταν είσαι σε ψιλο-κατάθλιψη, δεν πας σε βαριά, κουλτουριάρικα έργα. Φτάνει η θλίψη που έχεις, μην την κάνεις χειρότερη.

10. Α.

Όταν τρως ποπ-κορν ή τσιπς ή οτιδήποτε κάνει θόρυβο, ΔΕΝ τρως με ανοικτό το στόμα. Κάνει ΤΡΟΜΕΡΟ , ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟ θόρυβο (αυτό είναι το δεύτερο σπαστικό πράγμα). Τρως δι-α-κρ-τι-κά ! Δεν είσαι μόνος/η σου. Υπάρχουν και άλλοι στην αίθουσα. Μπορείς να φας με όσο θόρυβο θέλεις, όταν οι σκηνές έχουν δυνατή μουσική ή είναι θορυβώδεις και οι ίδιες. .

Β.

Επίσης, δεν κάνεις θόρυβο ανοίγοντας σακουλάκια, παίζοντας κομπολόι, ρουφώντας το αναψυκτικό μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Γ.

ΔΕΝ ΜΙΛΑΜΕ όταν είμαστε στον κινηματογράφο. Στα προσεχώς, ναι βέβαια, μιλάς (σιγανά), κάνεις σχολιάκια, λες πώς πέρασες την ημέρα σου εν συντομία (άμα σε καίει να το πεις στην παρέα σου), τι σου είπε ποιος/α κλπ. Μετά, σιωπή ! Αντε κανένα μικρό, γρήγορο σχόλιο. ‘Η καμμία ερώτηση. Δι-α-κρι-τι-κά !

Δ.

ΔΕΝ ασχολείσαι με το κινητό. Το φως που βγάζει είναι ενοχλητικό μέσα στην σκοτεινή αίθουσα.

Μένεις μέχρι το τέλος των τίτλων. Ακούς όλη τη μουσική του τέλους και διαβάζεις όοοοολα τα ονόματα των ανθρώπων που δούλεψαν. . . Εκεί μπορεί να ανακαλύψεις διάφορους κρυμμένους μικρούς θησαυρούς. Π.χ. στα περισσότερα θα ανακαλύψεις κάποιον Έλληνα (5ο βοηθό μπούμαν). Άλλη ευχαρίστηση είναι τα αστεία ονόματα. Παράλληλα, αυτή η διαδικασία σου δίνει την δυνατότητα να επανέλθεις σιγά σιγά και μαλακά στην πραγματικότητα μετά την ταινία που είδες.


Η ΠΟΛΗ Π Α ΝΔΑ ΙΜΟ Ν ΙΟ του Θάνου Αγγέλη

Η

δόμηση της σύγχρονης πόλης και ο

(City Jungles and Expressionist Reifications from Brecht to

τρόπος ζωής μέσα σε αυτήν ορίζει τις

Hammett John Walker Twentieth Century Literature Vol. 44,

σχέσεις των ανθρώπων, το περιβάλλον

No. 1 (Spring, 1998), pp. 119-133 Έκδοση: Hofstra University)

στο οποίο ζουν και κινούνται. Ένα πολύ

πολύ σωστά παραλληλίζει τις πόλεις του Grosz με τα μοτίβα

συχνό μοτίβο που εμφανίζεται συχνά

της κόλασης του Hieronymus Bosh (The Garden of Earthly

στο σύγχρονο κινηματογράφο, είναι αυτό της πόλης

Delights) όπου κάθε άτομο περιορίζεται στο να κάνει μηχανικά

στοιχειό. Του γκρίζου και άχρωμου περιβάλλοντος που

μια παράταιρη σε σχέση με το σύνολο του έργου κίνηση. Εδώ

επιτίθεται στους ήρωες και ορίζει τα ασφυκτικά όρια στα

να προσθέσω και τον μεταγενέστερό του Pieter Bruegel που

οποία κινούνται.

κατέγραψε σκηνές του Μεσαιωνικού πανδαιμόνιου και του

Ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα η ζωγραφική καταπιάνεται με αυτό το μοτίβο μέσα από του εξπρεσσιονιστικούς πίνακες, ιδιαίτερα του Grosz, Munch,

Το μοτίβο της πόλης είναι πολύ συχνό στον κινηματογράφο. Σε πολλές ταινίες δε, η ίδια η πόλη παίζει ρόλο «πρωταγωνιστικό» στην υπόθεση του έργου.

Μαύρου θανάτου. Ο Θάνατος στους πίνακες του Grosz, έστω και σαν μικρή πινελιά ή έμμεση αναφορά, είναι σχεδόν πάντα παρών.

Dix, Beckmann και πολλών άλλων. Ειδικά ο Grosz

Στον σύγχρονο κινηματογράφο βλέπουμε πως η πόλη βρίσκεται

αποτύπωσε με τον πιο έντονο τρόπο το πανδαιμόνιο της

στο παρασκήνιο ή λειτουργεί σα σκηνικό πάνω στο οποίο

μητρόπολης, μέσα από την έλλειψη σαφούς προοπτικής,

διαδραματίζεται η πλοκή. Τα χρώματα συχνά προσδιορίζουν ή

μέσα από τη σχεδόν καρτουνίστικη τοποθέτηση

αντικατοπτρίζουν την ψυχική κατάσταση των ηρώων, γι΄ αυτό

στοιβαγμένων ανθρώπων χωρίς προορισμό. Σκοπός

η επιλογή ψυχρών χρωμάτων στη σκηνογραφία και στα φίλτρα

του δεν ήταν μια ρεαλιστική απεικόνιση της μονότονης

είναι πολύ συχνή, σχεδόν επιβεβλημένη (σε αντίθεση με τα

γραμμικότητας της πόλης, αλλά η ξεγύμνωσή της και η

θερμά που πρωτοστατούν στους εξπρεσσιονιστικούς πίνακες).

μεταφορική απεικόνιση της ψυχής της. Ο Grosz ζωγράφιζε

Η σύγκλιση θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι περισσότερο ως

τις ψυχές των ανθρώπων μέσα στην πόλη. Ο John Walker

προς την θεματική και όχι τόσο ως προς τις χρωματικές επιλογές.

Αριστερή Φωτογραφία: πλάνο απο την ταινία “Τα Παιδιά των Ανθρώπzων: / 2006 / Επ.Φαντασίας / 109’ Δεξία Φωτογραφία: πίνακας Grosz, George (1893-1959) - 1917 To Oskar Panizza


που περιγράφει η ταινία, η απελπισία οδηγεί

που βρέθηκαν για επαγγελματικούς λόγους

στη γέννηση ενός τέρατος, όπως ακριβώς και

στο Τόκυο, νιώθουν να πνίγονται μέσα στην

την περίοδο του Μεσοπολέμου στην Ευρώπη.

τεράστια - εκτός της δικής του κουλτούρας -

Ο σεναριογράφος δε, για να ισχυροποιήσει

πόλη, παλεύοντας να προσαρμοστούν στην

την εικόνα της αποδομημένης και σε απόλυτη

άγνωστη γλώσσα και στα διαφορετικά ήθη

παρακμή κοινωνίας, επέλεξε την πιο ισχυρή σε

της χώρας. Η απομόνωση θα ξεγυμνώσει

θεσμούς χώρα της Ευρώπης (χωρίς Σύνταγμα),

το κενό των ηρώων που η λυτρωτική τους

το Ηνωμένο Βασίλειο. Το τελευταίο οχυρό των

συνάντηση θα λειτουργήσει ως αντίβαρο του

ισχυρών Ευρωπαϊκών θεσμών.Στο «Brazil» του

αδιεξόδου. Η δημιουργός της ταινίας έχει

Terry Gilliam η καθημερινότητα του ήρωα είναι

δώσει εσκεμμένα μια αίσθηση νοσταλγικού

άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια την πόλη. Το

προσωπικού ντοκιμαντέρ.Ο διευθυντής

γκρίζο και άχρωμο μοτίβο δεσπόζει παντού.

φωτογραφίας Lance Acord χρησιμοποίησε μια

Οι δαιδαλώδεις σωληνώσεις εισβάλλουν και

Aaton 35 για να δημιουργήσει μια νοσταλγική

στα πιο απίθανα σημεία αδιαφορώντας για την

αισθητική σε κάθε πλάνο. «Σαν ανάμνηση

αισθητική των χώρων. Η οικονομία χώρου

και ιστορία αγάπης», λέει η Coppola. Θα

και χρόνου είναι το μοναδικό ζητούμενο.

προσέθετα μια ανάμνηση δική της, αλλά και

Χαρακτηριστική είναι η σκηνή του γραφείο που

των ηρώων για αυτά που αφήσαν πίσω, για

οι δύο υπάλληλοι μοιράζονται το ίδιο κομμάτι

αυτά που θα αφήσουν με το πού θα φύγουν.

γραφείου με τον τοίχο για χώρισμα. Ο ήρωας

Μια γλυκόπικρη ανάμνηση.

είναι εγκλωβισμένος σε μια τσιμεντένια φυλακή

The Jesus and Mary Chain *από το soundtrack της ταινίας

περιβάλλοντα χώρο. Βλέπουμε την πόλη με τα μάτια

και αργή μετάβαση της κοινωνίας προς το

οδηγώντας την κοινωνία στην απελπισία. Η απελπισία είναι λοιπόν η

βλέπει πως πετάει σαν Ίκαρος, χωρίς όμως να

αδιέξοδο, στη ζωγραφική απεικονίζεται με

κατάλληλη λέξη για να περιγράψει τους εξπρεσσιονιστικούς πίνακες

καίγονται τα φτερά του από το ύψος - κάτι

Αριστερή Κάτω Φωτογραφία: πλάνο απο την ταινία “Τα Παιδιά των Ανθρώπzων” / 2006 / Επ.Φαντασίας / 109’

τον πιο ωμό τρόπο η πραγματικότητα και η

του Grosz αλλά και του Munch. Η “Κραυγή” (Munch), μια κραυγή

που θα συμβεί στην πραγματική ζωή, όταν

αντίθεση των καλλιτεχνών απέναντι στον

απελπισίας, όπως επίσης έργα σαν το “Πανδαιμόνιο” ή την “Έκρηξη”

τολμήσει να αμφισβητήσει την κατεστημένη

καθωσπρεπισμό της μπουρζουαζίας.

(Grosz) αποτυπώνουν σε εικόνες το κλίμα της εποχής. Αν λοιπόν

τάξη. Η βία του κράτους, η γραφειοκρατία, ο

Κάθε τι που προέρχεται από την Αμερική έχει

στο προσκήνιο έχουμε μια ομαλή και αργή μετάβαση της κοινωνίας

καταναλωτισμός, το αδιέξοδο των ανθρώπινων

θερμά χρώματα (κόκκινο), ενώ οτιδήποτε

προς το αδιέξοδο, στη ζωγραφική απεικονίζεται με τον πιο ωμό

σχέσεων, η ματαιοδοξία περιγράφονται μέσω

υπάρχει στο Τόκιο είναι σε ψυχρά χρώματα.

τρόπο η πραγματικότητα και η αντίθεση των καλλιτεχνών απέναντι

των υποπλοκών αλλά και μέσω της ίδιας της

Αντίθετα, τα δείγματα χαλιών που στέλνει η

στον καθωσπρεπισμό της μπουρζουαζίας. Τα κοινά ανάμεσα στις

σκηνογραφίας.

γυναίκα του πρωταγωνιστή με courier είναι

οποίο κινούνται οι ήρωες. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Slavoj Zizek, «είναι καίριο να παραμένει η πόλη στο παρασκήνιο, γιατί έτσι την προσέχεις περισσότερο». Το μοτίβο της πόλης έρχεται σε αντίθεση με τη ζωή των ηρώων τους οποίους όμως περικλείει, κάνοντας τα όρια στα οποία κινούνται ασφυκτικά και δυναμώνοντας την αντίθεση. Ο Zizek επίσης αναφέρεται στην ιδεολογική απελπισία της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας χωρίς Ιστορία. Εγώ θα προσέθετα πως η οικονομική και, στη συνέχεια ηθική, παρακμή μιας κοινωνίας, όπως συνέβη

δύο εποχές, τόσο αυτής της ταινίας όσο και του Μεσοπολέμου, πολλά. Η μεταμοντέρνα εποχή στα «Παιδιά των ανθρώπων» χαρακτηρίζεται από την ίδια παρακμή του ανθρώπου. Στη σκηνή του Υπουργείου μέσα στο οποίο φυλάσσονται έργα τέχνης από όλο

Μια νοσταλγία ενός κόσμου που έχει χαθεί για πάντα και κατοικεί στο χώρο των ονείρων.

την ζωή των ηρώων, αλλά οι ήρωες την πόλη. αποδίδεται με τις χρωματικές επιλογές στο σκηνικό -

με μοναδική διέξοδο τα όνειρά του, στα οποία

χωρίς να το καταλάβουμε, δίνει ένα σαφές πλαίσιο μέσα στο

ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Δεν ορίζει η πόλη

thing I could do – “Just like Honey”,

την περίοδο του Μεσοπολέμου, γεννά τέτοιου είδους αντιθέσεις

«Παιδιά των ανθρώπων». Αν και στο παρασκήνιο, η πόλη,

κόσμο των ηρώων. Πράγματι, παρατηρούμε μια

Βλέπουμε δηλαδή τον ψυχικό κόσμο των ηρώων να

Αν λοιπόν στο προσκήνιο έχουμε μια ομαλή

Παρόμοιο μοτίβο μπορούμε να δούμε στην ταινία τα

να αποδώσει τα συναισθήματα και τον εσωτερικό

Walking back to you is the hardest

Αριστερή Πάνω Φωτογραφία: πλάνο απο την ταινία “ Χαμένοι στην Μετάφαση” 2003 / Δραματική / 102’

Δεξία Φωτογραφία: πλάνο απο την ταινία “Brazil” / 1982 / Επ.Φαντασίας / 132 ’

Then, tomorrow was another day The morning found me miles away With still a million things to say Now, when twilight dims the sky above Recalling thrills of our love There’s one thing I’m certain of Return I will to old brazil

κόκκινα, όπως και τα μαλλιά της Αμερικανίδας τραγουδίστριας στο μπαρ, όπως και οι ενδυματολογικές επιλογές της Αμερικανίδας ηθοποιού, που επισκέπτεται τη χώρα για να

τον κόσμο είναι φανερή η μεγάλη αντίθεση του έξω κόσμου με τον

Η Ζούγκλα των Πόλεων του Brecht θα

προμοτάρει την ταινία της. Με λίγα λόγια, ό,τι

μέσα. Ο μέσα κόσμος, τόσο απομονωμένος και συρρικνωμένος,

μπορούσε ειρωνικά να παραλληλιστεί με το

λειτουργεί σαν εξωτερική απειλή στο φυσικό,

που δεν έχει σχεδόν λόγο ύπαρξης. Έργα τέχνης που δεν έχουν

δεινόσαυρο στο τεράστιο video wall στον

μονότονο χώρο, βάφεται θερμό. Το «Χαμένοι

καμία απολύτως αξία, μιας και ο προορισμός τους και ο λόγος για

ουρανοξύστη της χαώδους πόλης του Τόκυο

στη Μετάφραση» είναι ένα πολύ καλό δείγμα

τον οποίο δημιουργήθηκαν είναι για να τα θαυμάζει ο κόσμος. Σε

στο «Χαμένοι στη Μετάφραση» της Sofia

του πώς ο σύγχρονος κινηματογράφος

προσωπικές συλλογές, δεν έχουν υπόσταση. Η ηθική λοιπόν παρακμή

Coppola. Οι πρωταγωνιστές, δύο αμερικανοί

χρησιμοποιώντας την φωτογραφία μπορεί

των πρωταγωνιστών.


Medianeras

της Ιωάννας Λεμονή Είναι απολαυστικότατο να πηγαίνεις κινηματογράφο και να βλέπεις ταινία από μία χώρα από την οποία δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ταινίες της. Να ακούς την γλώσσα τους (ισπανικά χωρίς το «θ» των Ισπανών), να βλέπεις την αισθητική τους, τις ιστορίες τους, να μοιράζεσαι κομμάτια της πραγματικότητάς τους και να αναπτύσσεις μία εγγύτητα με χαρακτήρες που είναι από άλλη Ήπειρο. Τόσο μακριά, μα τόσο κοντά εν τέλει. Το Medianeras είναι ένα μικρό γλυκό-πικρό, τρυφερό-σκληρό και, τελικά, αισιόδοξο αριστούργημα με καλή δόση χιούμορ και πάρα πολύ καλή φωτογραφία. Το Μπουένος Αϊρες όπως δεν το έχουμε δει, όπως δεν το ξέρουμε. Χωρίς τις μεγάλες, επιβλητικές λεωφόρους και μνημεία, χωρίς τα εντυπωσιακά παλιά κτήρια, χωρίς την μουσική τάνγκο και τους παθιασμένους χορούς. Το Μπουένος Αιρες σαν μία μεγαλούπολη που θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και την Αθήνα. Μία αναρχία από πολυκατοικίες, σαρδανάπαλες, με αλλοπρόσαλλη αισθητική, με ασχήμιες, καλώδια μπλεγμένα, σωλήνες να προεξέχουν άσχετα και μεσοτοιχίες, πολλές μεσοτοιχίες. Μεσοτοιχίες που έχουν διαφημίσεις τόσο, μα τόσο εύστοχες αναφορικά με το θέμα και την αφήγηση της ταινίας. Το Μπουένος Αιρες μέσα από τη ζωή δύο νέων ανθρώπων (ο Martin και η Mariana), μοναχικών, απομονωμένων, που προσπαθούν να βρούν άδοξα σύντροφο και που ο καθένας έχει τη δική του δόση νεύρωσης, τη δική του δόση εκκεντρικότητας. Χαρακτηριστικά που μας τα μεταφέρει η ταινία με έναν άλλοτε τρυφερό, άλλοτε σκληρό, άλλοτε χιουμοριστικό τρόπο. Έναν τρόπο που κάνει τους χαρακτήρες συμπαθητικούς και αξιαγάπητους έτσι όπως αφηγείται ο καθένας την ζωή του και την σχέση του με την πόλη. “Όλα τα κτίρια έχουν μία άχρηστη πλευρά - το πλευρικό τοίχωμα,” αφηγείται ο Martin. «Πλευρές χωρίς συναίσθημα που μας χωρίζουν. Δείχνουν τα χειρότερα χαρακτηριστικά μας: αστάθεια, ... ρωγμές ... και τη βρωμιά που κρύβει κάτω από το χαλί. “ To Μπουένος Αιρες, μία πόλη που «γυρνάει την πλάτη της στο ποτάμι», συνεχίζει την αφήγησή του ο Martin, που στην πραγματικότητα γυρνάει την πλάτη της στην ουσιαστική ζωή και συνύπαρξη των ανθρώπων. Κι όμως, μέσα σε αυτήν την άχαρη πόλη, την πόλη που μέσα της αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι στριμωγμένοι σε μια θάλασσα πολυκατοικιών, μένουν σε διπλανές πολυκατοικίες (μεσοτοιχίες), περπατούν στους ίδιους δρόμους, διασταυρώνονται τυχαία χωρίς να γνωρίζονται. Η ζωή του ενός εισβάλλει στη ζωή του άλλου όλη την ώρα, αλλά στην πραγματικότητα κινούνται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, μέχρι τελικά ασφαλώς να συναντηθούν. Ε, μην σας πω και πώς τελειώνει! (Μake a wild guess….). Η απόδοση του τραγουδιού στο τέλος είναι υπέροχη και οι στίχοι του σε κάνουν να φεύγεις με ένα χαμόγελο : Listen, baby / Ain’t no mountain high / Ain’t no valley low enough / Ain’t no river wide enough, baby / If you need me, call me / No matter where you are / No matter how far / Just call my name / I’ll be there in a hurry / You don’t have to worry Πιστέψτε με, θα τρέξετε στο youtube να το ακούσετε! Η φωτογραφία του Leandro Martinez είναι ε-ξαι-ρε-τι-κή! Η μίξη των πλάνων δρόμου με την ζωγραφική σε κινούμενα σχέδια δίνει στην ταινία μία ξεχωριστή γοητεία. Αυτό το κολάζ εικόνων με διαφορετικές τεχνοτροπίες αναδεικνύει το κολάζ της καθημερινότητας και των σκέψεων των χαρακτήρων. Οι Pilar Lopez de Ayala (Mariana) και Javier Drolas (Martin) πολύ καλοί στους ρόλους τους. Ανέφερα παραπάνω ότι μας γίνονται αξιαγάπητοι μέσα και από το παίξιμό τους. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Gustavo Taretto έκανε μία υπέροχη δουλειά σε αυτήν την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Προέρχεται από τον χώρο της διαφήμισης όπου έχει δουλέψει ως creative director και προηγούμενες μικρού μήκους ταινίες του έχουν βραβευθζεί σε διεθνή φεστιβάλ.

Ελληνικός τίτλος : Μεσοτοιχίες Ταινία του 2011 από την Αργεντινή που προβλήθηκε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2012 Σκηνοθέτης, σενάριο : Gustavo Taretto Διευθυντής φωτογραφίας : Leandro Martιnez Παίζουν : Pilar Lοpez de Ayala (Mariana), Javier Drolas (Martιn), Inés Efrοn (Ana), Carla Peterson (Marcela), Rafa Fero (Rafa) και Adriαn Navaro (Lucas) Μουσική : Daniel Johnston - True Love Will Find You In The End Marvin Gaye και Tammi Terrell – Ain’t no moughtain high enough

isten, baby / Ain’t no mountain high / Ain’t no valley low enough / Ain’t no river wide enough, baby / If you need me, call


ΚΑΡΑΒΑΤΖΙΟ

του Τσαμπίκου Αχιολά Η λέξη “σκοτάδι”, έτσι όπως ηχεί σε κάθε αυτί οδηγεί συνειρμικά σε μια δύναμη τρομοκρατική, αόριστη και σίγουρα όχι και τόσο αρεστή. Πάντα όμως αναμένεται η εξαίρεση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για καλλιτεχνική δημιουργία. Στόχος της είναι η εσκεμμένη διαφοροποίηση από το ιδεολογικό κατεστημένο. Να λοιπόν, που σε αυτή την περίπτωση τον ρόλο του καταλύτη υποδύθηκε με μεγάλη επιτυχία ο ιδιαίτερος καλλιτέχνης Μικελάντζελο Μερίζι Ντα Καραβάτζιο. Βέρος Ιταλός, μεγαλωμένος στο Μιλάνο, μέσα σε ένα οικογενειακό κλίμα που επέπλεε στην αφρόκρεμα της τότε αναγεννησιακής περιόδου. Μιας περιόδου μεγαλοπρέπειας και επιβλητικότητας, που χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις με σκοτεινές καταστάσεις όπως η πανούκλα, καθώς και με την θρησκευτική μεσαιωνική αυθαιρεσία. Έχοντας δίπλα του κυριαρχικά άτομα του καλλιτεχνικού τομέα, ο Καραβάτζιο κατάφερε από πρώιμη ηλικία να διακριθεί και να αναγεννηθεί στην ουσία σα φοίνικας, μέσα απο τις ίδιες του τις στάχτες.Τι είναι αυτό όμως που τον έκανε να λάμψει μέσα στο στημένο σκότος εκείνης της περιόδου; Ο Καραβάτζιο έδειξε από πολύ νωρίς την λατρεία του για την ”αντίδραση” στην ωριμότητα που προσέφερε η Αναγέννηση. Οι αμέτρητες επιρροές από τους τότε γνωστούς Πετερτσβάνο και Τζορτζόνε ναι μεν τον καλλιέργησαν, αλλά από την άλλη σίγουρα τον καλούπωναν σε έργα που έδιναν σημασία στη λεπτομέρεια, τη ζωντάνια και το αρμονικό ύφος. Αυτό δεν του ήταν αρκετό. Από μόνος του κατάφερε να ενταχθεί σε ένα ολοκαίνουριο και αντικρουόμενο ρεύμα του οποίου θεωρήθηκε πατέρας. Τενεμπρισμός! Κάθε Ιταλός στην λέξη tenebroso αντιλαμβάνεται κάτι σκοτεινό. Ακριβώς εκεί βασίζεται και η κυρίαρχη ιδεολογία του παραπάνω ρ��ύματος. Μια ιδεολογία που πηγάζει από τόνους σκοτεινούς, βαθύχρωμες επιφάνειες και μικρές έντονα φωτισμένες περιοχές. Στην αρχή ο τενεμπρισμός υποτιμήθηκε σε μεγάλο βαθμό για ένα μακρύ χρονικό διάστημα δημιουργώντας δισταγμούς στην έντονη χρωματική και παράλληλα σκοτεινή αντίθεση. Το επίμονο ύφος του Καραβάτζιο έκανε τον τρόπο των δημιουργιών του ξεχωριστό, αφού μπόρεσε να αποδείξει ότι η ζωγραφική δεν εγκλωβιζόταν σε φιγούρες που ζούσαν στο φως της ημέρας. Οι σκοτεινοί τόνοι στην ζωγραφική συνυφαίνονται άμεσα με φορείς του κακού σε αντίθεση με τους φωτεινούς που με το μέρος τους συμβόλιζαν το καλό και το θείο. Το 1602 ένας πίνακας κλειδί με τον τίτλο “Ο Επιτάφιος θρήνος” κατάφερε να αποτρέψει αισθητά την παραπάνω αντίληψη. Η αναπαράσταση της αποκαθήλωσης του Ιησού, η συντριβή του πένθους, αλλά και η Ιερή πλάκα επρόκειτο να συμβολίσουν το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα χτιζόταν η τότε εκκλησία. Ωστόσο η παρουσία της Παναγίας ως μιας γηρασμένης γυναίκας, αποτέλεσε επανάσταση στους ζωγράφους της Αναγέννησης που την εικόνιζαν εξιδανικευμένη με αιώνια νιότη. Ρεαλιστική στάση και ανθρωποκεντρική προσέγγιση του θρήνου χωρίς υπερβολή. Αυτή η καινοτομία με την ξεχωριστή αναπατάσταση του θρησκευτικού στοιχείου έκαναν τον τολμηρό Καραβάτζιο να ανυψωθεί, να αποκτήσει ύψιστη φήμη και μια πληθώρα γνωριμιών με άτομα πλούσια και εξέχοντα κοινωνικά. Η ιστορία όμως μας μαθαίνει πως η δυσκολία της ανύψωσης συμψηφίζεται με την ευκολία της κατάπτωσης. Στα 35 χρόνια του ο Καραβάτζιο, κάτω από μια μεγάλη διαφωνία, διέπραξε απροσδόκητα ένα φόνο. Κυνηγήθηκε από την αστυνομία του Βατικανού, μεταμφιέστηκε για να ξεφύγει, κατέτρεξε σε πολλές πόλεις της Ιταλίας ζητώντας βοήθεια, χαρακτηρίστηκε ‘’διεφθαρμένος και ρυπαρός’’, έπεσε θύμα απόπειρα δολοφονίας, αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί. Τα τελευταία ίχνη του βρίσκονται σε μια είδηση στις 28 Ιουλίου του 1610 αναφερόμενη στον θάνατό του από σοβαρή ασθένεια. Σίγουρα ο Καραβάτζιο δεν μπόρεσε να μας δώσει ένα πρότυπο σωστού και ενάρετου χαρακτήρα με μια ήρεμη ζωή. Κατάφερε όμως με κάθε πίνακά του να μάθει σε πολλούς να μην φοβούνται το σκοτάδι!

The Entombment of Christ Oil on canvas, 1602-1603 300 cm x 203 cm (120 in x 80 in) Pinacoteca Vaticana, Vatican City, Italy


Barcelona. Festa de Gracia

ΟΙ ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗΣ της Εύης Τσακνιά

Κάποτε ρώτησαν τον Γκαουντί, γιατί επέλεξε να μείνει στη Βαρκελώνη αντί να δουλέψει σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου, όπου θα του δινόταν πολλές περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες κι εκείνος απάντησε: « Η Μεσόγειος είναι το ιδανικό μέρος για τη γέννηση μεγάλων έργων τέχνης γιατί εδώ το φως του ήλιου πέφτει από τις 45 μοίρες και φωτίζει άψογα κάθε αντικείμενο, κρύβοντας κάθε του στρεβλότητα.» Κατά τον Γκαουντί, οι Μεσογειακοί άνθρωποι έχουν συνθετική σκέψη, σε αντίθεση με τους Βορειοευρωπαίους, οι οποίοι είναι πιο αναλυτικοί. Και ενώ η αναλυτικότητα είναι χρήσιμη για την κατανόηση των μυστικών της φύσης, η καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία απαιτεί συνθετικό μυαλό. Δεν ξέρω για την παραπάνω ανάλυση, πάντως και μόνο βλέποντας κανείς τα κτήρια της αυτής πόλης δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από την ευρυματικότητα της έμπνευσης. Όσο για τους κατοίκους της, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, μια και πρόκειται για μια πόλη που αγαπώ και επισκέπτομαι συχνά, πως είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της σύνθεσης, η οποία απ’ ότι φαίνεται δεν έχει τέλος. Σαν αεικίνητα κομματάκια αυτού του πολύχρωμου παζλ, οι Βαρκελωνέζοι, ανασυνθέτουν συνεχώς την εικόνα της πόλης, διατηρώντας έτσι ζωντανά τα μνημεία τα κτήρια και τις παραδόσεις τους και φυσικά γιορτάζουν με κάθε ευκαιρία. Στην Γκράσια, όπου μένουν οι φίλοι μου και φιλοξενούμαι όταν πηγαίνω, μια μικρή αλλά πυκνοκατοικημένη περιοχή, κάθε Αύγουστο οι κάτοικοι αναλαμβάνουν πλήρως τη διαχείριση των πολιτιστικών εκδηλώσεων και της ψυχαγωγίας.

Η Γκράσια , μια πολύ παλιά περιοχή της Βαρκελώνης , ιδρύθηκε το 1626 από ένα τάγμα Καρμελιτών μοναχών στούς οποίους οφείλει και το όνομά της . Έως τα τέλη του 19ου αιώνα , όπου και προσαρτήθηκε στη Βαρκελώνη ήταν μια μικρή αυτόνομη πόλη, ίσως γι’αυτό ακόμα και σήμερα, έστω και σαν απλός Δήμος, διατηρεί ένα γοητευτικό αέρα αστικής ανεξαρτησίας και μεγάλης συνοχής μεταξύ των κατοίκων της ενώ είναι γνωστή ως η πιο αβάντ-γκάρντ και εναλλακτική γειτονιά της πόλης, ζωντανή και πολύχρωμη, με ονομαστά θέατρα και σινεμά, γεμάτη από καφέ, μπαράκια και μικρά ρεστοράν διαφόρων εθνικοτήτων, υπαίθριες αγορές και φυσικά δεκάδες ενεργά σωματεία και συλλόγους, κάτι που οι ντόπιοι φαίνεται να λατρεύουν. Με αφορμή τους εορτασμούς του δεκαπενταύγουστου, διάφοροι Δήμοι της πόλης οργανώνουν γιορτές και πολιτιστικές εκδηλώσεις , όπως και σε όλη την πόλη άλλωστε, με κορυφαίες όμως τις γιορτές του Δήμου της Γκράσια , μια παράδοση που διατηρείται πάνω από 100 χρόνια και αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες τουριστικές ατραξιόν της Βαρκελώνης. Κάθε χρόνο οι δρόμοι της Γκράσια διαγωνίζονται για την καλύτερη και πιο ευφάνταστη διακόσμηση , κάτι που από μήνες πριν ετοιμάζουν οι γείτονες του κάθε δρόμου, δουλεύοντας πυρετωδώς , αποζητώντας στην πραγματικότητα όχι τόσο το έπαθλο, όσο τη χαρά της συνάφειας μέσα από την ομαδική εργασία και την ευκαιρία της ενεργητικής συμμετοχής στα κοινά. Από όπου φυσικά , δεν λείπει ο απαραίτητος σύλλογος που συντονίζει το όλο εγχείρημα καθώς και η ειδική κριτική επιτροπή ,διαφορετική κάθε φορά εκτός συλλόγου και περιοχής , ώστε να εξασφαλίζεται το αδιάβλητο αποτέλεσμα του διαγωνισμού. Βρέθηκα στη Γκράσια τον Αύγουστο του 2007, σε όλη τη διάρκεια των γιορτών, και παρόλο που είμαι εξοικειωμένη με τη φαντασία και την υψηλή αισθητική των κατοίκων της Βαρκελώνης ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις μέρα με τη μέρα, κι’ από ώρα σε ώρα τους δρόμους να μεταμορφώνονται : Πότε σε ένα σκοτεινό παραμύθι με φιγούρες που παραμονεύουν στις γωνίες σαν να ξεπήδησαν από ταινίες του Τίμ Μπάρτον, πότε σε υπερφυσικούς λαχανόκηπους όπου λαχταριστές χάρτινες ντομάτες κρέμονται απ’τα μπαλκόνια πάνω απ’το κεφάλι σου, ενώ στο δρόμο φυτρώνουν τεράστια καρότα και

εν μέσω αυτού του παραμυθένιου ντεκόρ, οικολογικοί σύλλογοι, μικροπαραγωγοί και καλλιεργητές , προωθούν τα πραγματικά βιολογικά λαχανικά τους. Εντωμεταξύ οι μαγαζάτορες , κι’αυτοί στην υπηρεσία της τέχνης , βγάζουν στο δρόμο τραπέζια και καρέκλες και συνδράμουν τους κουρασμένους καλλιτέχνες της γειτονιάς, ένα πολύ ενδιαφέρον μείγμα όλων των ηλικιών, οι οποίοι στήνουν το γεύμα τους, ανάμεσα στις μπογιές και στα περίεργα αυτοσχέδια υλικά τους. Όσο περνούν οι µέρες , οι άνθρωποι στους δρόµους πληθαίνουν, οι µπάντες παίζουν µουσική το πρωί στις πλατείες , ενώ το βράδυ αναλαµβάνουν δράση τα ροκ συγκροτήµατα , το ποτό ρέει άφθονο, οι τιµές έχουν κατέβει ,τα πάρτυ στους δρόµους βαστάνε µέχρι πρωίας και οι άνθρωποι όλο και πληθαίνουν, οι µπάντες παίζουν µουσική στις πλατείες... κι’έχεις την εντύπωση οτι ζεις στη «µέρα της µαρµότας», (εκείνη την ταινία όπου ο Μπίλ Μάρεϊ ζεί την ξανά και ξανά ίδια µέρα, διανθισµένη µε µικρές παραλλαγές.) Παρασύρεσαι εύκολα σ’αυτή την ψευδαίσθηση, έτσι όπως τα συνεργεία του Δήµου καθαρίζουν σχολαστικά τους δρόµους κάθε πρωί, ώστε τίποτα δεν θυµίζει τις νυχτερινές περιπέτειες της πόλης . Γενικά η παρουσία του Δήµου είναι διακριτική . Διευκολύνει όπου µπορεί και συνδράµει τον υπεύθυνο σύλλογο µόνο µε µια µικρή οικονοµική βοήθεια, όπως µε πληροφόρησαν στο Δηµαρχείο. Όλα τα υπόλοιπα , τα αναλαµβάνουν οι κάτοικοι µόνοι τους. Αυτά τα ευφάνταστα σκηνικά που στολίζουν τους δρόµους, κατασκευάζονται µε απίθανα ευτελή υλικά καθηµερινής χρήσης όπως π.χ. µπουκάλια που βάφονται και φωταγωγούν µια ολόκληρη Τσάινα τάουν, ντενεκεδάκια αναψυκτικών, πλαστικά και χάρτινα υλικά συσκευασίας. Οι εκδηλώσεις κορυφώνονται γύρω στις 20 Αυγούστου, µε τον ανθρώπινο πύργο ,el castell στα καταλανικά, µια παλιά παράδοση της Καταλονίας , όπου έµπειροι castellers, ανεβαίνοντας ο ένας πάνω στον ώµο του άλλου, προσπαθώντας να σχηµατίσουν τον ψηλότερο ανθρώπινο πύργο. Όλοι είναι συγκεντρωµένοι στην πλατεία, βοηθούν και συµµετέχουν. Η ανθρώπινη ασπίδα στη βάση, στηρίζει γερά τους castellers και βοηθάει το µικρό αγόρι – αναβάτη στη δύσκολη αναρρίχησή του στην κορυφή. Το πλήθος κρατάει την ανάσα του ...µέχρι του χρόνου, στην επόµενη φιέστα. * Μια μικρότερη εκδοχή αυτού του άρθρου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαλέρα, το 2008 * Barcelona/Gracia , φωτογραφίες : Εύη Τσακνιά * Επίσημα, οι εορτασμοί της “Festa Major de Gracia” , στη Βαρκελώνη , ξεκινούν στις 15/8 και τελειώνουν στις 21/8. Ανεπίσημα, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις διαρκούν όλο τον Αύγουστο.


Η Τέχνη του Δρόμου του Τσαμπίκου Αχιολά

Ποιος είπε ότι η τέχνη αναγκάστηκε να είναι αιωνίως κλεισμένη μέσα σε μια γκαλερί; Όλοι μας, σίγουρα, έχουμε περιπλανηθεί σε μεγάλους δρόμους ψάχνοντας κάτι, ή ακόμα και σε πολύ μικρά σοκάκια ένα απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος αρχίζει να δύει. Σε όλες τις περιπτώσεις δεν ξέφυγαν πότε από τα μάτια μας εκείνες οι ατελείωτες ζωγραφιές που ζουν πάνω στους τοίχους. Δεν πρόκειται για κάτι τυχαίο. Πίσω από όλα αυτά καθρεφτίζεται ένα παιδί που μόνο η τέχνη θα μπορούσε να έχει γεννήσει και να ονομάσει γκράφιτι. Ένα φτηνό σπρέι, μια βούρτσα, μια απλή μπογιά και μεγάλες ιδέες. Τα βασικά συστατικά που συνθέτουν αυτή την τέχνη. Τα πρώτα γκράφιτι γεννήθηκαν εκεί που μεγάλωσε και η “καταπίεση”. Σωστά! Αποτέλεσε ένα τρόπο με τον οποίο πολλά άτομα εκεί έξω έζησαν τη δυσκολία και τον ρατσισμό. Πολλοί λένε πως αυτή η τέχνη συνενώνεται με την κουλτούρα του χιπ χοπ. Σίγουρα η ιδεολογία τους ήταν ίδια. Επιτρέψτε μου όμως να πω πως το γκράφιτι, πέρα από την επαναστατικότητα που εκφράζει, σημαίνει και απέραντη δημιουργικότητα. Μπορεί να σας φανεί περίεργο, άλλα σύμφωνα με πολυάριθμες έρευνες, τα γκράφιτι έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση σε αρχαίες και μεγαλοπρεπείς τοποθεσίες. Στην Έφεσο, στην Ρώμη, στην Πομπηία, ακόμα και στο Σινικό τείχος, αχνοφάνηκαν πάνω σε επιφάνειες τα πρώτα σχέδια. Μπορεί να μη μεταδόθηκε από μάτι σε μάτι, από πολιτισμό σε πολιτισμό, αλλά η τέχνη των γκράφιτι πήγαζε και εξακολουθεί να πηγάζει από την καθημερινή ζωή. Μέσα σε μια περίοδο πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ταλαντεύσεων υπήρξαν κάποια άτομα, εκεί έξω, που ήθελαν να φωνάξουν την αλήθεια, να διαμαρτυρηθούν και να αποδείξουν το δίκαιο. Ποιος ήταν ο λόγος τους; Με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να περάσουν το μήνυμα τους; Την απάντηση την ξέρετε. Η πλειοψηφία των γκράφιτι εικονίζει μηνύματα στιβαρά και ιδιαίτερα εκείνα που αφορούν την ειρήνη, τη θανάτωση του ρατσισμού, την αποδοχή της διαφορετικότητας, αλλά και επαναστατικές κομψές ή άκομψες ιδέες για το καλύτερο μέλλον. Η ανωνυμία των καλλιτεχνών έκανε τα γκράφιτι να διακριθούν και να επιβιώσουν σαν αιωνόβια δέντρα μέσα στην κοινωνία. Το μόνο που ήταν σημαντικό για τους καλλιτέχνες δεν ήταν ούτε η προσωπική φιλοδοξία ούτε η καλλιτεχνική διάκριση. Μόνο να “ακουστούν”. Και σίγουρα τα κατάφεραν, αφού η επιρροές τους ήταν μεγάλες και άγγιζαν την πολιτεία κυρίως όμως, την ιδεολογία του απλού κόσμου. Κάτι που πρέπει να γνωρίζουμε, είναι πως ένας από τους μεγαλύτερους “γκραφιτάδες” που έγινε ο πρώτος που αναγνωρίστηκε από την κοινωνία έξω από την υποομάδα γκράφιτι στην οποία ανήκε, ήταν Έλληνας με το όνομα TAKI 183! Τα έργα του, παρά την ιδιαιτερότητα τους, ανέβηκαν αμέσως στην κορυφή. Σε πολλούς, την δεκαετία του ‘80 δημιουργήθηκε η ιδέα πως τα γκράφιτι δεν ήταν τέχνη άλλα βανδαλισμός. Μπορεί η νομιμότητα να μη συμβαδίζει με την ιδεολογία τους, άλλα σίγουρα πολλά από αυτά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μεγάλα αριστουργήματα. Απόδειξη; Την τελευταία δεκαετία τα γκράφιτι δεν εγκλωβίστηκαν σε μεμονωμένες λέξεις και φράσεις. Εξελίχθηκαν σε εικόνες, σε τρισδιάστατους πίνακες και σε ολόκληρες αναπαραστάσεις που έκαναν πολλούς να πουν “Είναι τόσο καλοφτιαγμένο για να είναι από ανθρώπινο χέρι!” Και όμως είναι! Και βρίσκεται μέσα σε μικρές συνοικίες. Πλέον είναι αλήθεια. Μια πόλη με σαματά, σκότος και χαοτικές εικόνες σε φοβίζει, άλλα σίγουρα αποδεικνύει ότι είναι ο καλύτερος καμβάς που δίνει την πιο δημιουργική έμπνευση σε κάθε “μικροσκοπικό” άνθρωπο.

Maj Street Art Finbarr Dac


Συναυλία κλασικής μουσικής της Έλλης Παπαδιαμάντη

Η μομφή περί της ποιοτικά φθίνουσας πορείας του αισθητικού κριτηρίου του ευρέως κοινού απαντάται, όπως παρατηρεί ο Adorno, ήδη από τις καταβολές του κόσμου, από τότε που οι ονειρικές μελωδίες του Πανός μάγευαν τη μυθική Φύση και οι βακχικές κραυγές βεβήλωναν την παραδείσια ισορροπία. Κι ενώ αποτελεί σχεδόν καθολικά αποδεκτή παραδοχή η ύπαρξη κάποιας αισθητικής διαβάθμισης στην μουσική παραγωγή και ερμηνεία, τον αισθητικό προσανατολισμό των ακροατών έρχεται να φωτίσει η πραγματικότητα, που αποκαλύπτει μια μαζική στροφή τόσο του διεθνούς όσο και του εγχώριου κοινού σε εκείνη τη «σοβαρή», την επονομαζόμενη «κλασική» μουσική. Στροφή, η οποία πραγματοποιείται με την εντυπωσιακή προσέλευση κοινού σε συναυλίες, πραγματοποιούμενες τόσο στους παραδοσιακούς ναούς του κλασικού ρεπερτορίου όσο και σε κάθε λογής ευφάνταστους χώρους. Η δε άρρηκτη σύνδεση της διατήρησης, της εξέλιξης της κλασικής μουσικής με τη ζωντανή αναπαραγωγή και ερμηνεία του μουσικού έργου, η κυριαχία, δηλαδή, της συναυλίας ως γεγονότος τελετουργικής υφής για την ουσία του ίδιου του έργου μοιάζει στην εποχή της ολοκληρωτικά μαζικοποιημένης πολιτιστικής παραγωγής .. absurdum! Και μολονότι η εκτέλεση της μουσικής αυτής όχι σπάνια συνέχεται με συναντήσεις κοινωνικού χαρακτήρα, παραμένει αληθής η αντίσταση, που έχει καταφέρει να επιδείξει το μουσικό αυτό είδος απέναντι στην τυποποίηση και την εμπορευματοποίηση, που κατακλύζουν την Τέχνη. Η θωράκιση της αύρας, του τελετουργικού χαρακτήρα της ζωντανής ερμηνείας αποτελεί εν τέλει μέσο για τη θωράκιση της Ελευθερίας του ατόμου, τόσο στο ρόλο του ερμηνευτή όσο και σε εκείνον του ακροατή. Εντούτοις, η συζήτηση για τη μαζικοποιημένη αναπαραγωγή του καλλιτεχνικού δημιουργήματος και την απελευθερωτική ή αντίθετα αντιδραστική διάσταση της απαγκίστρωσής του από την παράδοση της ερμηνευτικής μυσταγωγίας πυροδοτήθηκε ήδη στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, όταν ο χώρος της Τέχνης υποδέχθηκε στους κόλπους του την Φωτογραφία και τον Κινηματογράφο. Πρόκειται για δύο μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, που αναζωπύρωσαν τη θεωρητική συζήτηση γύρω από ζητήματα κουλτούρας, ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκαν από διαφορετική οπτική ο T. Adorno και ο W. Benjamin, επιφανείς εκπρόσωποι της επονομαζόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης. Ο Benjamin ετάχθη υπέρ της απελευθερωτικής λειτουqργίας της επίδρασης της νεωτερικότητας στην Τέχνη, υπέρ της κοινωνικά λυτρωτικής ιδιότητας της μηχανικής αναπαραγωγής ενός έργου. Έχοντας κατά νου πρωτίστως τη Φωτογραφία και τον Κινηματογράφο -και λιγότερο τη Μουσική- ο Benjamin παρατηρεί ότι το πέρασμα στη νεωτερικότητα σε συνδυασμό με την είσοδο των μαζών στην πολιτική σκηνή σηματοδοτούν τη διάρρηξη της αυθεντίας της Παραδοσιακής Τέχνης. Το έργο αναπαραγόμενο αποκλειστικά κατά τρόπο τεχνικό, απαλλάσσεται από την παρασιτική Τελετουργία, θρησκευτικού ή κοσμικού χαρακτήρα, που συνέχεται με την αυθεντική ερμηνεία ή έκθεσή του. Απαγκιστρώνεται από την «αύρα» εκείνη, που δημιουργεί η ζωντανή εκτέλεσή του. Αυτονομείται. Για πρώτη φορά στην ιστορία, διαπιστώνει ο Benjamin, καθίσταται το καλλιτεχνικό δημιούργημα πραγματικό αντικείμενο μαζικής κατανάλωσης και η απομάκρυνση από την αυθεντία του πρωτοτύπου, ο μαρασμός της «αύρας» δημιουργεί βήμα για την είσοδο των μαζών στο πεδίο της Κουλτούρας. >>


Συναυλία κλασικής μουσικής της Έλλης Παπαδιαμάντη (συνεχεία)

Διαφορετική στο σημείο αυτό εμφανίζεται η προσέγγιση του Adorno, ο οποίος επιχειρώντας μία ενδελεχή κοινωνιολογική και μουσικολογική ανάλυση, παραδέχεται την αισθητική διαβάθμιση της μουσικής παραγωγής σε έργα με σοβαρό και ελαφρύ χαρακτήρα και αποδίδει την ψευδαίσθηση – όπως την αποκαλεί- της κοινωνικής απήχησης της δεύτερης στην εισβολή εκείνου, που ο Μαρξ χαρακτήριζε ως φετιχισμό του εμπορεύματος. Η αξία χρήσης μετατρέπεται σε αξία ανταλλαγής και η τελευταία εμφανίζεται ως το αντικείμενο της απόλαυσης. Ο Adorno αρνείται τη χειραφετησιακή δυναμική της μαζικοποίησης και της εμπορευματοποίησης του πολιτιστικού αγαθού, ψέγοντάς την ως μια διαδικασία, που κατατείνει στη «ρευστοποίηση» του ατόμου. Η τυποποίηση και η μηχανική αναπαραγωγή του έργου τέχνης υποβιβάζει το τελευταίο σε εμπόρευμα, που προσφέρεται με την αυτή ή παραπλήσια μορφή αδιακρίτως σε κάθε άτομο. Η διάσπαση της αυθεντικότητας της ζωντανής ερμηνείας, η χωροχρονική απομάκρυνση πρωτοτύπου και κοινού επιδρά αλλοιωτικά και στον αποδέκτη του αισθητικού μηνύματος, ο οποίος –συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται- χάνει τη μοναδικότητά του και μετατρέπεται σε έναν απλό κόκκο, στην άμμο του ευρέως κοινού. Με τη χειραγώγηση του «προσωπικού» γούστου του τελευταίου, επέρχεται διάσπαση του αισθητικού προσανατολισμού και της συγκέντρωσής του. Κλείνει έτσι και η τελευταία χαραμάδα Ελευθερίας μεταξύ του Έργου και του Ατόμου, ερμηνευτή ή ακροατή. Για τον Adorno, ο τελετουργικός χαρακτήρας της αστικής υψηλής τέχνης, όπως αυτή αποτυπώνεται στο έργο του Beethoven, η εγγενής αναγκαιότητα της συναυλιακής απόδοσής του υψηλού μηνύματός της αποτελεί φραγμό στην αλλοιωτική επέλαση της μαζικής κουλτούρας. Θεωρώντας ορόσημο τελευταίας συνύπαρξης υψηλού και μαζικότερου είδους μουσικής τον Μαγεμένο Αυλό του Mozart, ο Adorno υπερασπίζεται την Κλασική Παράδοση. Κι ενώ η συζήτηση αυτή λαμβάνει χώρα στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, διατηρεί την αξία και την επικαιρότητά της αναφορικά με την ικανότητα της σοβαρής ή αστικής ή άλλως κλασικής μουσικής να αντιστέκεται και εν τέλει να μην απορροφάται ισοπεδωτικά από την καπιταλιστική ανταλλαγή και εμπορευματοποίηση. Η κλασική συναυλία, με τη μορφή της τελετουργικής εκτέλεσης του μουσικού έργου, διασφαλίζει την απαραίτητη συγκέντρωση, για την ερμηνευτική προσπάθεια του μουσικού, την απαραίτητη δεκτικότητα, για την πρόσληψη και επεξεργασία του ερμηνευθέντος μουσικού μηνύματος εκ μέρους του ακροατή, την απαραίτητη δυναμική, για την ανάπτυξη διαλεκτικής σχέσης μεταξύ των δύο πλευρών. Μιας σχέσης, μοναδικής στο χώρο και το χρόνο, που εγγυάται τον επαναπροσδιορισμό της μοναδικότητας της «αύρας» του έργου τέχνης, τη διαλεκτική αποκατάσταση της σύνδεσής του με την «αυθεντία» της Παράδοσης. 1

2

W. Benjamin, “The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction”, Illuminations (Νέα Υόρκη: Schocken, 2007)

T. Adorno “On the Fetish-Character in Music and the Regression of Listening”, The Essential Frankfurt School Reader, επιμέλεια A. Arato & E. Gebhardt,(Νέα Υόρκη: Continuum, 2005)


Οδός Αιγίνης

Το Διήγημα είναι της Όλγας Μακρυγιάννη

18 χρόνια απέναντι από το ίδιο βενζινάδικο-γκαράζ. Μάρκες αυτοκινήτων, πολλές και διαφορετικές. Wolseley, MG, Peugeot, Volvo, Mercedes, τελευταία, Renault 5. Είχε δει την δεκαετία του ’60 να παραχωρεί τη θέση της στην καινούργια, που κι αυτή έφτανε στο τέλος της. Εκείνη, την είχε δει την αλλαγή. Το ξύλινο ταμπλώ δεν ήταν δεδομένο πια, αλλά δεν την ένοιαζε. Αντίθετα, ήθελε κάτι πιο ανάλαφρο, αρκεί να είχε το δικό της αυτοκίνητο κάποια μέρα, πόσο σύντομα δεν ήξερε. Με ανακούφιση είχε ακούσει ότι τα τιμόνια σιγά- σιγά θα γίνονταν όλα υδραυλικά. 18 χρόνια. Κάτω από το ίδιο κομμάτι ουρανού, το ίδιο άπιαστο γαλανό το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, όπως εκείνο το απόγευμα. Ένα μεγάλο σμήνος από πουλιά με αριστουργηματικούς σχηματισμούς σχεδίαζε νέες πορείες ποιος ξέρει για πού. Εκείνη, θα ζούσε μόνο εδώ; Όπως ίσως η γυναίκα του ισογείου που μόλις είχε αγοράσει το συνηθισμένο πολύχρωμο περιοδικό από το περίπτερο της πλατείας και γυρνούσε αργά, όπως πάντα προσέχοντας τα βήματά της πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου, να μην πατήσει κανένα αρμό. Περιορισμένες διαδρομές, σαν τις δικές της. Σε μια απ’ αυτές είχε γίνει η έκπληξη και τον είχε γνωρίσει. Ένας άνθρωπος από άλλο πλανήτη. Απορούσε η ίδια πώς είχε δεχτεί να βρεθεί μαζί της. Πώς είχαν έρθει έτσι τα πράγματα και έδειχνε ότι διασκέδαζε με την παρέα της! Άφησε το μπαλκόνι και γρήγορα- γρήγορα μπήκε μέσα. Είχε ακούσει τον ήχο των κλειδιών. Γύρισαν. Μα, πώς τρύπωσαν και δεν τους είδε από πάνω; Κι ήταν ακόμη μόνο με το φανελάκι. Γιατί τους εκνεύριζε ένα απλό άσπρο κομμάτι ρούχου; Ένα λευκό που της έφτανε λίγο πιο πάνω από τα γόνατα; Θα έκανε πως διάβαζε. Πως είχε πάει δήθεν μέχρι την κουζίνα να πιει νερό. Έτσι κι αλλιώς, ανοιχτά τα είχε αφήσει τα βιβλία. Έτσι κι αλλιώς, είχε μελετήσει. Τα Αρχαία και

τα Λατινικά ήταν ο δικός της χώρος που δεν είχαν καταφέρει ούτε το ποδαράκι τους να πατήσουν μέσα. Εκεί υπήρχε στέγη και ασφάλεια. Εκεί δεν υπήρχαν αντιρρήσεις και υποδείξεις. Μόνο εκεί έκαναν υποχώρηση, αναγκάζονταν να αποδεχτούν δεξιότητα και αντιπαρείχαν την άδειά τους. Σα να το κατάλαβε από το ύφος τους το συννεφιασμένο πως έπρεπε να βιαστεί, να ετοιμαστεί για το μάθημα. Ο νόμος τους έλεγε πως φεύγουμε πάντα πολύ πιο νωρίς για τον προορισμό μας, κάτι μπορεί να συμβεί στο δρόμο. Κι αυτή πάλι, γιατί να χαζεύει τον κόσμο από τα μπαλκόνια; Αυτούς δεν τους είχε δει ποτέ να χαζεύουν. Έλεγαν κάθε τρεις και λίγο: «όσο κάθεται ο κερατάς, μεγαλώνουν τα κέρατά του». Το ΕΡΥΘΡΟΣ- ΠΑΤΗΣΙΑ έφευγε την ώρα που έφτανε στη στάση. «Φύγε τώρα, έτσι που τα κατάφερες σαν τρελή, το φροντιστήριο ήταν δικό σου καπρίτσιο, εμείς, ... εμείς δεν συμφωνούσαμε ποτέ, εμείς λέγαμε ό,τι κάνεις μόνη σου ... μ’ αυτά τα σούρτα φέρτα χάνεις χρόνο! Όταν γυρίσεις, να μιλήσουμε το βράδυ!». Έτσι την αποχαιρέτησαν και η ίδια αποχαιρέτησε για άλλη μια φορά την ευκαιρία να χτυπήσει την πόρτα πίσω της. Μάλλον ήταν εκείνο το διάστημα, μέχρι να έρθει το επόμενο τρόλεϊ, που το μυαλό της άρχισε να επεξεργάζεται τι σημαίνει «προορισμός» εκείνης της ημέρας. Σίγουρα δεν θα ήταν αποκλειστικά δικοί της οι τέσσερεις τροχοί, θα τους μοιραζόταν με τους υπόλοιπους συνεπιβάτες που σιγά σιγά μαζεύονταν στη στάση και με τους άλλους που θα έβρισκε ήδη μέσα, αλλά δική της θα ήταν η απόφαση πού να κατέβει. Ένιωθε κάπως ιδρωμένη την παλάμη της στην χειρολαβή, μα στην πραγματικότητα κρύωνε. Κρύος ιδρώτας, καλά λένε. Τον έφερε στο μυαλό της που την τελευταία φορά χόρευαν το Soul Man και εκείνος τραγουδούσε με την κρουστή του φωνή παριστάνοντας τον John Belushi. Ας έχανε το μάθημα. Θα διάβαζε διπλά την επόμενη φορά. Κι αν έγραφε λιγότερο καλά, κι αν έμπαινε κάπου στην επαρχία, μπορεί στο τέλος να το ανέχονταν. Στο κάτω- κάτω, λεφτά είχαν. Επειδή της το είχαν ξεκόψει; «Μόνο Αθήνα θα μείνεις, ξέχνα να μείνεις μόνη σου, μακριά». Ανόητη που ήταν να περιμένει να γίνει 18 χρονών για να βρει την ελευθερία της! Μόλις πέρασαν το Ράδιο Σίτυ μετά την Κολιάτσου, είχε ήδη αποφασίσει να κατέβει νωρίτερα. Στην Κεφαλληνίας.

Well grab the rope and I’ll pull you in, έλεγαν οι Blues Brothers! Θα κατέβαινε και θα του χτυπούσε το κουδούνι. Μόνο που έπρεπε να θυμηθεί να μην χτυπήσει σε εκείνο που έγραφε το επίθετο, αλλά στο ακριβώς διπλανό, το κενό. Την προηγούμενη φορά το είχε χτυπήσει και ήταν των γονιών του. Ήταν ακόμη νωρίς, δεν θα έλειπε. Για δύο ώρες θα την φιλοξενούσε πάλι η γκαρσονιέρα του τρίτου με το μεγάλο μπαλκόνι, με την μυρωδιά της ομίχλης από τους καπνούς των τσιγάρων του, με τα μικρά πεντακάθαρα γράμματά του αποτυπωμένα στα σκόρπια χαρτιά του γραφείου του. Αυτή τη φορά θα ήταν πάλι κάτι καινούργιο. Έτσι ήταν αυτός. Απρόβλεπτος και διαφορετικός κάθε φορά. Καμία σχέση με τα νεαρά αγόρια “με αυτά να κάνεις παρέα, ξέρουμε τους γονείς τους”. Απρόβλεπτα και ξαφνικά είχε μπει στην ζωή της που σίγουρα ήταν τόσο διαφορετική από την δική του. Δεν μετάνιωσε πάντως που είχε αποφασίσει να γίνει ένα με την παρέα του εκείνο το μεσημέρι. Είχε βέβαια, κοντοσταθεί αρκετή ώρα μπροστά στην άγιο Διονύση μέχρι να ακολουθήσει διστακτικά τη φίλη της που είχε ήδη κάτσει πολλές φορές στο Dolce. Γι’ αυτήν ήταν πρώτη φορά. Ήξερε κατά βάθος ότι δεν ήταν δική της η απορία, αλλά ωστόσο αναρωτήθηκε στιγμιαία αν δικαιούται να συνυπάρχει με πλάσματα μιας άλλης ζωτικότητας, μιας άλλης γλώσσας τελικά, εκείνης που παράγει- και δεν αναπαράγει. Ευτυχώς όμως πρέπει να διέθετε αρκετή ορμή μέσα της γιατί δεν διανοήθηκε να μείνει αγκυλωμένη πλάϊ σε μια εκκλησία τη στιγμή που λίγα μέτρα δεξιότερα γινόταν πάρτυ. Γιατί αυτήν την εντύπωση της έδινε η παρέα. Δεν έπιναν απλώς καφέ, έκαναν πάρτυ. Διέσχισε απέναντι την Πατησίων. Χώθηκε μέσα στα στενά της Κυψέλης. Το ινδικό φουστάνι της την χάϊδευε και, έτσι όπως χτυπούσαν τα μεταλλικά φουντάκια του στον ρυθμό των ανηφορικών βημάτων της, της φάνηκε πως κι αυτό συμφωνούσε να φτάσει εκεί. Στην οδό Αιγίνης. Πού και πού έπεφτε το βλέμμα της στα τζάμια των σπιτιών. Τη μια έβλεπε το γρήγορο περπάτημα, την άλλη το πετάρισμα της καρδιάς της , την παρ’άλλη το ένοχο ύφος. Την ώρα που χτυπούσε το κουδούνι του, της φάνηκε ότι μια κάμερα την τραβούσε ταινία. Την ακολουθούσε καθώς ανέβαινε τις σκάλες να μπει στο ασανσέρ, καθώς δάγκωνε τα χείλια της μπροστά στον καθρέφτη, καθώς άνοιγε την πόρτα για την τελική ευθεία. Η φιγούρα του, contre lumière-δική του έκφραση, γρήγορα την είχε κάνει δική της- ακτινοβολούσε στο βάθος του διαδρόμου. Ξεχειλισμένη από την ύπαρξή του, όπως κατηφόριζε πίσω προς την Πατησίων για να πάρει το 3, με το μυαλό της έστηνε το κάθε πολύτιμο λεπτό ξανά και ξανά. Στα στενά πεζοδρόμια το έστηνε, στα φανάρια για τους πεζούς, στην άσφαλτο που πάτησε για να ανέβει πάλι στο τρόλεί, στα πρόσωπα των ανθρώπων το έστηνε. Όχι, δεν της έφτανε μόνο όσο το είχε ζήσει. Είχε θέσεις ελεύθερες πολλές στο παράθυρο. Κάθισε δεξιά γιατί της άρεσε καλύτερα εκείνη η πλευρά του δρόμου. Μόνο όταν έφτανε στο ΣΕΛΕΚΤ γύρναγε πάντοτε αριστερά για να δει το έργο που έπαιζε. Αυτή τη φορά ξεχάστηκε. Και δεν είδε τι έπαιζε ούτε το ΠΙΓΚΑΛ ούτε το ΑΝΤΖΕΛΑ, παρόλο που κοιτούσε. Το μόνο που είχε αρχίσει να βλέπει πια ήταν τον εαυτό της να γυρνά σπίτι. «Θα περάσεις ωραία και στην επαρχία. Μην ανησυχείς, η ομορφιά μιας πόλης εξαρτάται απ’τις ανθρώπινες σχέσεις. Ε, και σα φοιτήτρια, θα φτιάξεις σχέσεις», την διαβεβαιώσε λίγη ώρα πριν τον αποχαιρετήσει. Θα την άφηναν να φύγει; Ήθελε στην πραγματικότητα να φύγει; «Ό,τι κι αν κάνουν», έπιασε τον εαυτό της να μιλά δυνατά καθώς έστριβε τον δρόμο, «το τρόλεϊ θα μπορώ να το παίρνω και να τον βλέπω». Είχαν να της μιλήσουν το βράδυ. Τελεσίγραφο. Σε δυο μήνες θα μετακόμιζαν σε προάστιο. Όλοι μαζί, βέβαια. «Σε λίγο καιρό η περιοχή θα έχει πνιγεί από το νέφος, μην κατσουφιάζεις! Και οι φίλες σου, ας κουνηθούν και κείνες να έρχονται να σε βλέπουν, αν είναι αληθινές φίλες, που πολύ αμφιβάλλουμε...» Το βράδυ στο κρεβάτι της άκουγε την εκκωφαντική σιωπή και με δυσκολία έκλεισε τα μάτια της. Για λίγο μόνο την πήρε κάποια στιγμή ο ύπνος, εξαντλημένη πια, τρέχοντας και –ανατρέχοντας στους ίδιους λαβυρίνθους. Ξύπνησε με τις εικόνες ζεστές. Είχε μια δική της Citroën βάτραχο και έψαχνε ώρες να παρκάρει στην Αιγίνης που ήταν ακόμη πιο στενό δρομάκι απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Κάποια στιγμή παράτησε το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και βγήκε να χτυπήσει το κουδούνι. Μα, δεν το βρήκε, βρήκε μόνο των γονιών του. Το δικό του είχε χαθεί. Έφυγε πετώντας και βρέθηκε σε μια παραλία με το λάστιχο σκασμένο. Στις σκάλες φεύγοντας για το σχολείο έπεσε πάνω στην γυναίκα του ισογείου. «Καλημέρα, κορίτσι μου», της είπε και την ξάφνιασε. Κορίτσι μου; Την καλημέρισε με χαμόγελο κι αυτή. Η τζαμένια πόρτα έκλεισε πίσω με τον γνωστό κρότο. Η κίνηση στο απέναντι γκαράζ ξεκινούσε. «Αν δεν μετακομίζαμε, μπορεί και να την γνώριζα καλύτερα αυτή τη γυναίκα», σκέφτηκε. Κοίταξε πετρωμένη από μακριά το τρόλεϊ καθώς γρύλιζαν τα φρένα του. «Δίκιο έχουν, όσο κάθεται ο κερατάς, μεγαλώνουν τα κέρατά του. Δεν μπορώ να κάνω και πολλά. Θα πάω σε καθαρότερο ουρανό, δεν θα αλλάξω όμως πλανήτη».


Copyright © 2013 // Absurdum.gr // All Rights Reserved. Σχεδίαση κ Σελιδοποίηση Τεύχους // Φίλιππος Κωστούδης-Μediabliss.gr //


Absurum June / Aburdum City