Page 1

ΒΡΑΒΕΙΑ lιΙΕΒυLΑ, ΗυGο,ΦΙΛΙπ θτΙΚ

wιtlιΑtΙ GιΒ§ο]ι


W I L L I A M GIBSON

ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ


Τίτλος πρωτοτύπου NEUROMANCER Copyright © 1984 by William Gibson All rights reserved Translation Copyright © 1989 by Aquarius Publishing Co. Cover art by Stanislaw Fernandes Προσαρμογή εξώφυλου A.D. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου αυτού, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό μέσο χωρίς την άδεια του εκδότη. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ AQUARIUS ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Ευάγγελος Γεώργας & Σια Ο.Ε. ISBN 960-7002-50-4 Βελβενδού 2, Αθήνα 113 63 Βαλτετσίου 39, Αθήνα 106 81 - Τηλ.: 36.42.354 - Fax: 88.26.060 AQUARIUS PUBLISHING COMPANY 2, Velvendou Street, Athens 113 63 39, Valtetsiou Street, Athens 106 81 Tel: 32.42.354 - Fax: 88.26.060 Printed in Greece Athens 1989


WILLIAM GIBSON

ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ

AQUARIUS


Για την Ντεμπ που με βοήθησε πολύ, με αγάπη


ο ι ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ ΜΟΥ στον Μπριούς Στέρλινγκ, στον Λιούι Σάινερ, στον Τζον Σέρλι, Helden. Και στον Τομ Μάντοξ, τον εττινοητή του «πάγου» (ICE). Και στους άλλους, που ξέρουν το γιατί.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΣΙΜΠΑ ΣΙΊΓΥ ΜΠΛΟΥΖ


ο ουρανός πάνω από το λιμάνι θύμιζε τηλεόραση συντονισμένη σε κανάλι χωρίς εκπομπή. Καθώς άνοιγε δρόμο σπρώχνοντας ανάμεσα στο πλήθος που συνωστιζόταν στην πόρτα του "Τσατ", ο Κέις άκουσε κάποιον να λέει: «Όχι πως χτυπάω ναρκωτικά, μα κάποια σκόνη χρειάζεται το κορμί μου». Τόσο η προφορά όσο και το χιούμορ θύμιζαν την Παροικία. Το «Τσατσούμπο» ήταν μπαρ για επαγγελματίες εξορίστους. Θα μπορούσες να πίνεις μια βδομάδα εκεί μέσα και να μην ακούσεις μήτε λέξη στα γιαπωνέζικα. Ο Ρατζ διαφέντευε το μπαρ με το τεχνητό του μπράτσο να πηγαινοέρχεται ρυθμικά, καθώς γέμιζε ποτήρια με βαρελίσια μπίρα. Χαμογέλασε βλέποντας τον Κέις. Τα δόντια του ήταν ένα σύμπλεγμα από ατσάλι Ανατολικής Ευρώπης και σαπίλα. Ο Κέις βρήκε μια θέση μπροστά στο μπαρ, ανάμεσα σε μια αφύσικα μαυρισμένη πόρνη που δούλευε για τον Λόνι Ζον και σ' έναν ψηλό Αφρικανό με ναυτική στολή και πρόσωπο σημαδεμένο με τις παραδοσιακές ουλές της φυλής του. «Ο Γουέιτζ πέρασε από δω νωρίτερα με δυο μπράβους», είπε ο Ρατζ σερβίροντάς του μια μπίρα με το καλό του χέρι. «Ίσως να σε ήθελε για καμιά δουλειά». Ο Κέις σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Το κορίτσι δίπλα του χαχάνισε και τον σκούντησε με νόημα. Το χαμόγελο του μπάρμαν έγινε πλατύτερο. Η ασχήμια 11


WILLIAM

GIBSON

του ήταν κάτι το απίστευτο. Σε μια εποχή που η ομορφιά ήταν προσιτή σε όλους, εκείνος έδειχνε να την αρνείται προκλητικά. Το παμπάλαιο μηχανικό μπράτσο περιστράφηκε για να πιάσει άλλο ένα ποτήρι. Ήταν ένας ρωσικός στρατιωτικός μηχανισμός, με υδραυλική αμφίδρομη κίνηση για επτά διαφορετικές λειτουργίες, καλυμμένος μ' ένα φύλλο από φθαρμένο ροζ πλαστικό. «Είσαι πολύ καλλιτέχνης, Χερ Κέις», είπε ο Ρατζ μ' ένα βραχνό γέλιο κι έξυσε την κοιλιά του με το μηχανικό χέρι. «Είσαι ο καλλιτέχνης της συμφωνίας του χιούμορ». «Βέβαια», είπε ο Κέις πίνοντας την μπίρα του. «Κάποιος πρέπει να κάνει τον παλιάτσο εδώ γύρω, κι εσύ, γαμώτο, δεν τα καταφέρνεις». Το χαχάνισμα της πόρνης ανέβηκε μια οκτάβα. «Άκου δω, αδερφούλα, μήτε το δικό σου χιούμορ μου πολυγουστάρει. Λοιπόν στρίβε, εντάξει; Ο Ζον είναι κολλητός μου». Τον κοίταξε κατάματα κι έφτυσε χωρίς θόρυβο στο πάτωμα αλλά έφυγε. «Χριστέ μου», είπε ο Κέις, «το μαγοζί σου έχει γίνει αυλή των θαυμάτων ούτε ένα ποτό δεν μπορεί κανείς να πιει». «Χα», είπε ο Ρατζ σκουπίζοντας τον ξύλινο πάγκο μ' ένα πανί, ο Ζον μου δίνει ποσοστά, ενώ εσένα ο' αφήνω να δουλεύεις τσάμπα, έτσι, για το θέαμα». Καθώς ο Κέις σήκωνε το ποτήρι του, ξαφνικά έπεσε σιωπή. Ήταν μια από κείνες τις παράξενες στιγμές όπου μύριες διαφορετικές συζητήσεις μοιάζουν να σταματούν ταυτόχρονα. Μετά, αντήχησε ξανά το υστερικό χάχανο της πόρνης. «Πέρασε ένας άγγελος», γρύλισε ο Ρατζ. «Οι Κινέζοι», μουρμούρισε ένας μεθυσμένος Αυστραλός. «Οι Κινέζοι ανακάλυψαν τη νευρική επανασύνδεση. Αν ήταν να κάνω νευροχειρουργική επέμβαση, θα πήγαινα τρέχοντας στην Κίνα. Αυτοί κάνουν καλή δουλειά, φίλε...» «Αυτό», είπε ο Κέις κοιτάζοντας το ποτήρι του καθώς όλη η κατασταλαγμένη πίκρα φούντωνε μέσα του, «είναι μεγάλη μαλακία».

Οι Γιαπωνέζοι βρίσκονταν δεκαετίες μπροστά από τους Κινέζους στη νευροχειρουργική. Οι παράνομες κλινικές της Σίμπα ήταν οι καλύτερες. Κάθε μήνα τελειοποιούσαν και 12


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

μια νέα τεχνική. Οατόσο, δεν είχαν καταφέρει να του διορθώσουν τη ζημιά που είχε πάθει ο' εκείνο το ξενοδοχείο του Μέμφις. Είχε ένα χρόνο εδώ κι ακόμα ονειρευόταν το ηλεκτροούμπαν, ενώ οι ελπίδες του έσβηναν μέρα με τη μέρα. Έπαιρνε παραισθησιογόνα και περιπλανιόταν με τις ώρες στην Πόλη της Νύχτας, κι όμως στον ύπνο του έβλεπε ακόμη τη μήτρα, φωτεινά πλέγματα άυλης πληροφορίας που ξεδιπλώνονταν στο άχρωμο κενό... Τώρα, η πατρίδα του, η Παροικία, βρισκόταν στην άλλη πλευρά του Ειρηνικού, κι εκείνος δεν ήταν πια τεχνοχειριστής, καουμπόι του ηλεκτροσύμπαντος, αλλά ένας απλός λαθρέμπορος που προσπαθούσε να επιβιώσει. Αλλά τα όνειρα συνέχιζαν να τον βασανίζουν μέσα στη γιαπωνέζικη νύχτα σαν κατάρες κάποιας μαύρης μαγείας, κι εκείνος έκλαιγε και παρακάλαγε στον ύπνο του - και ξυπνούσε μόνος σε μια κάψουλα ύπνου σε κάποιο φτηνό ξενοδοχείο με τα δάχτυλα μπηγμένα βαθιά μέσα στο στρώμα από αφρολέξ, ψάχνοντας την κονσόλα που δεν ήταν εκεί.

«Είδα το κορίτσι σου χτες βράδυ», είπε ο Ρατζ, ενώ έδινε στον Κέις τη δεύτερη μπίρα του. «Δεν έχω κορίτσι», είπε ο άλλος και κατέβασε μια γουλιά. «Τη Λίντα Αη». Ο Κέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν έχεις κορίτσι; Δεν έχεις τίποτε; Μόνο τη δουλειά σου, φίλε καλλιτέχνη; Αφιερωμένος στο εμπόριο;» Τα μικρά μαύρα μάτια του μπάρμαν ήταν χωμένα βαθιά στις κόγχες τους. «Σε προτιμούσα όταν ήσουν μαζί της. Γελούσες περισσότερο. Τώρα, κάποιο βράδυ θα το ρίξεις πολύ στην τέχνη και θα καταλήξεις στην κλινική, στον τομέα των ανταλλακτικών». «Σταμάτα, Ρατζ, μου ματώνεις την καρδιά». Τέλειωσε την μπίρα του, πλήρωσε κι έφυγε σκυφτός με το λερωμένο χακί αδιάβροχο να κρέμεται άχαρα από τους ώμους του. Περπατούσε σαν χαμένος ανάμεσα στο πλήθος, έχοντας στα ρουθούνια του την ξινή μυρουδιά του δικού του ιδρώτα.

13


WILLIAM

GIBSON

Ο Κέις ήταν είκοσι τεσσάρων ετών. Στα είκοσι δύο του ήταν ήδη κάουμποί, ένας από τους καλύτερους κλέφτες της Παροικίας. Είχε εκπαιδευτεί από τους καλύτερους δασκάλους,τον Μακκόυ Πόλεϊ και τον Μπόμπι Κουίν, πραγματικούς θρύλους στο επάγγελμα. Δούλευε σε συνεχή υπερδιέγερση, υποπροϊόν της νιότης και της τέλειας γνώσης, συνδεδεμένος σε μια κονσόλα του ηλεκτροσύμπαντος, που εκτόξευε την άυλη συνείδησή του στην τεχνητή παραίσθηση της μήτρας. Ένας κλέφτης, που δούλευε για άλλους, πλουσιότερους κλέφτες. Οι εργοδότες του τον εφοδίαζαν με τα απαραίτητα προγράμματα για να διαπερνάει τους κωδικούς των πολυεθνικών συνεταιριστικών συστημάτων και να βάζει χέρι σε πλούσια αποθέματα πληροφοριών. Είχε κάνει το κλασικό λάθος, αυτό που είχε ορκιστεί να μην κάνει ποτέ: είχε κλέψει τους εργοδότες του. Κράτησε κάτι για τον εαυτό του και προσπάθησε να το πλασάρει στη μαύρη αγορά στο Άμστερνταμ. Ακόμη δεν ήξερε πώς τον είχαν ανακαλύψει, αν και δεν είχε πια σημασία. Νόμισε πως θα τον σκότωναν, αλλά εκείνοι, απλώς, χαμογέλασαν. Φυσικά, είπαν, μπορούσε να κρατήσει τα χρήματα. Και θα τα είχε ανάγκη. Γιατί, συνέχισαν χαμογελώντας πάντα, θα φρόντιζαν να μην μπορεί να ξαναδουλέψει ποτέ στη ζωή του. Κατέστρεψαν το νευρικό του σύστημα με μια ρωσική μυκοτοξίνη απ' τον καιρό του πολέμου. Πέρασε τριάντα ώρες μέσα σε παραισθήσεις, δεμένος σ' ένα κρεβάτι κάποιου ξενοδοχείου στο Μέμφις, ενώ το «ταλέντο» του καιγόταν χιλιοστό με χιλιοστό, Η καταστροφή γινόταν με λεπτά και τέλεια αποτελεσματικά μέσα ακρίβειας. Πα τον Κέις, που ζούσε αποκλειστικά για τη νοητική έκσταση του ηλεκτροσύμπαντος, αυτό ισοδυναμούσε με τελική πτώση. Στα μπαρ όπου σύχναζε, ως έμπειρος χειριστής, κυριαρχούσε μια ελιτίστικη περιφρόνηση της σάρκας. Το σώμα ήταν απλώς κρέας. Ο Κέις βρέθηκε φυλακισμένος στην ίδια του τη σάρκα.

Ό λ η η περιουσία του μετατράπηκε γρήγορα σε νέα γιεν, ένα πάκο παλιά χαρτονομίσματα από το συνάλλαγμα που ανακυκλωνόταν στο κλειστό κύκλωμα της παγκόσμιας μαύ14


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ρης αγοράς, σαν τα κοχύλια των νησιών του Ειρηνικού. Στην Παροικία ήταν δύσκολο να κάνεις αλισβερίσι με ρευστό νόμισμα. Στην Ιαπωνία είχε ήδη απαγορευτεί τελείως. Ήταν σίγουρος πως εκεί, στην Ιαπωνία, θα 'βρίσκε γιατρειά. Στη Σίμπα. Είτε σε κάποια νόμιμη κλινική είτε στο σκοτεινό κόσμο της παράνομης ιατρικής. Η ονομασία της Σίμπα ήταν συνώνυμη με εμφυτεύσεις, νευρολογικές επανασυνδέσεις, μικροβιονικά συστήματα, και η πόλη τραβούσε σαν μαγνήτης τις τεχνικο-εγκληματικές υποκουλτούρες της Παροικίας. Στη Σίμπα, μέσα σε δυο μήνες, ξόδεψε όλα του τα νέα γιεν σε εξετάσεις και γνωματεύσεις. Οι γιατροί των «μαύρων» κλινικών, η τελευταία του ελπίδα, είχαν θαυμάσει την τελειότητα της καταστροφής που είχε υποστεί, κουνώντας μ' απογοήτευση το κεφάλι τους. Τώρα κοιμόταν στα φτηνότερα κρεβάτια, κοντά στο λιμάνι, κάτω από τους σωλήνες κρυστάλλων αλογόνου που φώτιζαν ολονυχτίς τις αποβάθρες. Εκεί, η αντανάκλαση του γκρίζου ουρανού έκρυβε τα φώτα του Τόκιο, ακόμη και το πανύψηλο ολογραφικό σήμα της Fuji Electric Company. Η παραλία του Τόκιο ήταν μια έρημη έκταση όπου οι γλάροι πετούσαν πάνω από σωρούς άχρηστου φελιζόλ. Πίσω από το λιμάνι ήταν η πόλη, ένα σύμπλεγμα από θόλους εργοστασίων και γυάλινους πύργους που στέγαζαν τα γραφεία των πολυεθνικών. Το λιμάνι και η πόλη χωρίζονταν από μια στενή λωρίδα με παλιά κτίρια, μια περιοχή χωρίς επίσημη ονομασία. Η Πόλη της Νύχτας, και στο κέντρο της η συνοικία του Νίνσεϊ. Την ημέρα, τα μπαρ του Νίνσεί ήταν κλειστά και έρημα, οι λάμπες νέον σβηστές και τα ολογραφήματα ακίνητα, σε αναμονή κάτω από το δηλητηριώδη γκρίζο ουρανό.

Ο Κέις κατάπιε το πρώτο χαπάκι της βραδιάς μ' ένα διπλό εσπρέσο, σ' ένα καφενείο δυο τετράγωνα μακριά από το «Τσατ». Ήταν ένα επίπεδο οκτάγωνο χάπι που περιείχε ισχυρή δόση βραζιλιανικής αμφεταμίνης και που το είχε αγοράσει από μια πόρνη του Ζον. Το καφενείο λεγόταν «Ζαρ ντε Τε» και ήταν καλυμμένο με καθρέφτες καδραρισμένους με κόκκινο νέον. 15


WILLIAM

GIBSON

Στην αρχή, όταν βρέθηκε μόνος στη Σίμπα, με ελάχιστα λεφτά και ακόμα λιγότερες ελπίδες να θεραπευτεί, είχε πέσει με τα μούτρα να μαζεύει χρηματικά ποσά, με μια ψυχραιμία πρωτόγνωρη γΓ αυτόν. Τον πρώτο μήνα σκότωσε δυο άντρες και μια γυναίκα για ποσά που πριν από ένα χρόνο θα του φαίνονταν γελοία. Το Νίνσεϊ τον έφθειρε σιγά σιγά, ώσπου οι δρόμοι έφτασαν να μοιάζουν με ένα χώρο καταστροφής δικής του επινόησης, λες και κουβαλούσε μέσα του κάποιο μυστικό δηλητήριο χωρίς να το ξέρει. Η Πόλη της Νύχτας έμοιαζε με εκτροχιασμένο πείραμα κοινωνικού δαρβινισμού, με?ιετημένο από κάποιον βαριεστημένο ερευνητή που πατούσε αδιάκοπα το πλήκτρο της γρήγορης κίνησης. Αν σταματούσες να κινείσαι, βούλιαζες χωρίς να αφήσεις ίχνη· αν όμως το παράκανες, κινδύνευες να σπάσεις την ευαίσθητη «επιφάνεια» της μαύρης αγοράς. Έτσι κι αλλιώς ήσουν χαμένος και το μόνο που θα απόμενε από σένα ήταν μια θολή ανάμνηση στο μυαλό κάποιου χαμένου σαν τον Ρατζ. Ωστόσο, η καρδιά, τα πνευμόνια ή τα νεφρά σου μπορεί να επιζούσαν στο κορμί κάποιου άλλου, που είχε αρκετά νέα γιεν για να πληρώσει τις τράπεζες οργάνων. Οι μπίζνες, εδώ, ήταν μια ατέλειωτη βαβούρα και ρ θάνατος μια αποδεκτή τιμωρία για την τεμπελιά, την απροσεξία, τη στενομυαλιά, την αδυναμία να υπακούσεις στις προσταγές ενός άγραφου νόμου. Μονάχος ο' ένα τραπέζι του «Ζαρ ντε Τε» ο Κέις ένιωσε την επίδραση του χαπιού καθώς σταγόνες ιδρώτα μούσκεψαν τις παλάμες των χεριών του και κάθε τρίχα στα μαλλιά και στο σώμα του απέχτησε ξαφνικά ζωή. Ήξερε πως, κάποια στιγμή, είχε αρχίσει ένα παιχνίδι με τον εαυτό του, το πανάρχαιο παιχνίδι, το χωρίς ονομασία, το μοναχικό και τελεσίδικο. Δεν κρατούσε πια όπλο και δεν έπαιρνε ούτε τις βασικές προφυλάξεις. Έκλεινε τις πιο σύντομες και τις πιο αβέβαιες δουλειές στην αγορά κι είχε αποχτήσει τη φήμη πως μπορούσε να κάνει οτιδήποτε του ζητούσαν. Ένα κομμάτι του εαυτού του, ήξερε πως η φλόγα της αυτοκαταστροφής του ήταν φανερή στα μάτια των πελατών, που γίνονταν όλο και λιγότεροι και επαναπαυόταν στην ιδέα πως τώρα πια ήταν ζήτημα χρόνου. Και γΓ αυτό ακριβώς μισούσε τη Λίντα Λη. 16


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Την είχε βρει, μια βροχερή νύχτα, σε μια αίθουσα παιχνιδιών. Ανάμεσα σε φωτεινές φιγούρες που έλαμπαν μέσα στη γαλάζια ομίχλη των τσιγάρων, στα ολογραφήματα του Μαγεμένου Κάστρου, των τανκ στον πόλεμο της Ευρώπης, της αερομαχίας στη Νέα Υόρκη... Έτσι τη θυμόταν και τώρα, με το πρόσωπο λουσμένο στο αεικίνητο φως των λέιζερ: τα μάγουλά της να λάμπουν στο πορφυρό φως καθώς το Μαγεμένο Κάστρο καιγόταν, το μέτωπο φωτισμένο γαλάζιο όταν το Μόναχο έπεφτε κάτω από τα τανκ και στο στόμα της χρυσαφιές λάμψεις καθώς ένα αερόπλοιο τίναζε καυτές σπίθες στην πρόσοψη κάποιου ουρανοξύστη. Εκείνο το βράδυ είχε τα κέφια του. Ένα κιλό κεταμίνη του Γουέιτζ βρισκόταν στο δρόμο για τη Γιοκοχάμα κι εκείνος είχε κιόλας το χρήμα στην τσέπη. Είχε μπει γιά να προστατευτεί από τη χλιαρή βροχή που άχνιζε στα πεζοδρόμια του Νίνσεϊ και το βλέμμα του έπεσε αμέσως πάνω της, κι ας ήταν απλώς ένα άτομο ανάμεσα σε δεκάδες άλλα, απορροφημένο απ' το παιχνίδι που έπαιζε. Το πρόσωπό της είχε μια έκφραση που την ξαναείδε ώρες αργότερα, όταν εκείνη κοιμόταν στο λιμάνι. Το πάνω χείλι της θύμιζε πουλί σε παιδική ζωγραφιά. Διέσχισε την αίθουσα και στάθηκε δίπλα της χαρούμενος για την επιτυχία της δουλειάς του. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι. Γκρίζα μάτια, βαμμένα με μαύρο μολύβι, μάτια ενός αγριμιού παγιδευμένου στη δέσμη των προβολέων περαστικού αυτοκινήτου. Έμειναν μαζί ως το πρωί. Πήγαν στο Φέρι, αγόρασαν εισιτήρια και έκανε το πρώτο του ταξίδι στην άλλη πλευρά του κόλπου. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει και οι σταγόνες της έλαμπαν σαν μαργαριτάρια πάνω στα άσπρα αδιάβροχα των παιδιών του Τόκιο, που συνωστίζονταν μπροστά στις βιτρίνες των περίφημων μαγαζιών του Χαρατζούκου. Εκείνη στεκόταν δίπλα του και τον κρατούσε από το χέρι, σαν παιδί. Χρειάστηκε ένας μήνας για να γίνουν εκείνα τα λαμπερά μάτια δυο μαύρα πηγάδια, όπου μέσα τους καθρεφτιζόταν η αχόρταγη δίψα για ναρκωτικά. Είδε την προσωπικότητά της να κομματιάζεται, να λειώνει σαν παγόβουνο και να αλυσοδένεται με τα δεσμά της εξάρτησης. Την είδε να αναζη17


WILLIAM

GIBSON

τάει τη δόση της με μια αυτοσυγκέντρωση που του θύμιζε τους προσευχόμενους μάντεις που πουλούσαν στα μαγαζιά στη Σίγκα, δίπλα σε γαλάζιους μεταλλαγμένους κυπρίνους και τριζόνια σε κλουβιά από μπαμπού. Το βλέμμα του έπεσε στα κατακάθια του άδειου φλιτζανιού. Το ναρκωτικό στον οργανισμό του τον έκανε να νομίζει πως γυαλίζουν. Η μαύρη επιφάνεια του τραπεζιού ήταν σημαδεμένη με χιλιάδες μικρά γδαρσίματα. Με την αμφεταμίνη να κυλάει στο αίμα του, ζωντάνεψε στο μυαλό του τα αμέτρητα τυχαία χτυπήματα που χρειάζονται για να καταντήσει έτσι μια επιφάνεια. Το καφενείο ήταν διακοσμημένο με ένα παλιομοδίτικο απρόσωπο στιλ του περασμένου αιώνα. Ήταν ένα συνονθύλευμα γιαπωνέζικου παραδοσιακού και μιλανέζικου πλαστικού. Καθετί εκεί μέσα έμοιαζε καλυμμένο από ένα αχνό πέπλο, λες και η κακή διάθεση ενός εκατομμυρίου πελατών να είχε μουντώσει τους καθρέφτες και το άλλοτε γυαλιστερό πλαστικό, αφήνοντας πάνω στις επιφάνειες μια ανεξίτηλη θαμπάδα. «Ε! Κέις, παλιόφιλε...» Σήκωσε το κεφάλι και συνάντησε τα γκρίζα μάτια με τις μαύρες μολυβιές. Φορούσε μια ξεθωριασμένης ολόσωμη φόρμα και καινούργια άσπρα πέδιλα. «Σ' έψαχνα, ρε φίλε». Κάθησε απέναντί του και ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι. Τα μανίκια της φόρμας της ήταν κομμένα από τους ώμους. Άθελά του έψαξε με τα μάτια τα μπράτσα της για σημάδια από βελόνες ή στικ. «Θέλεις τσιγάρο;» Έβγαλε ένα τσαλακωμένο πακέτο Γιεχεγούγιαν από την τσέπη της και του προσέφερε ένα τσιγάρο. Το πήρε, κι εκείνη του το άναψε μ' έναν κόκκινο αναπτήρα. «Κοιμάσαι καλά, Κέις; Φαίνεσαι κουρασμένος». Η προφορά της ήταν από τη νότια Παροικία, κοντά στην Ατλάντα. Το δέρμα κάτω από τα μάτια της ήταν χλομό και αρρωστημένο, αλλά το πρόσωπό της ήταν ακόμη νεανικό. Ήταν είκοσι ετών. Γύρω από το στόμα της άρχιζαν να σχηματίζονται λεπτές ρυτίδες. Είχε τα μαύρα της μαλλιά τραβηγμένα πίσω και δεμένα με μια πολύχρωμη μεταξωτή κορδέλα. Τα σχέδια έμοιαζαν με τυπωμένο μικροκύκλωμα ή με χάρτη κάποιας πόλης. «Όταν θυμάμαι να πάρω τα χάπια μου, κοιμάμαι», είπε καθώς μέσα του φούντωναν ο πόθος και η μοναξιά πολλα18


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

πλασιασμένα από την αμφεταμίνη. Θυμόταν τη μυρουδιά της στο αποπνικτικό σκοτάδι κάποιας «κάψουλας», κοντά στο λιμάνι, ΐΙ|τε που περνούσαν ολόκληρες νύχτες σφιχταγκαλιασμένοι. Η σάρκα, σκέφτηκε, και οι απαιτήσεις της. Η Λίντα μισόκλεισε τα μάτια και είπε: «Ο Γουέιτζ θέλει να σε δει νεκρό με μια τρύπα στο μέτωπο». «Ποιος σου το είπε; Ο Ρατζ; Μίλησες με τον Ρατζ;» «Όχι. Η Μόνα. Ο νέος φίλος της είναι ένας από τους μπράβους του Γουέιτζ». «Δεν του χρωστάω πολλά. Έτσι κι αλλιώς, αν με σκοτώσει δεν θα πάρει πίσω τα λεφτά του», είπε σηκώνοντας τους ώμους. «Πολύς κόσμος του χρωστάει λεφτά, Κέις. Ίσως να θέλει να δώσει ένα παράδειγμα σε όλους. Καλύτερα να προσέχεις». «Εντάξει. Εσύ τι γίνεσαι, Λίντα; Βρήκες κάποιο μέρος να κοιμάσαι;» «Να κοιμάμαι». Κούνησε το κεφάλι της. «Ναι, βέβαια». Ανατρίχιασε κι έσκυψε πάνω από το τραπέζι. Το πρόσωπό της ήταν ιδρωμένο. «Να, πάρε», είπε κι έβγαλε από την τσέπη του ένα τσαλακωμένο πενηντάρικο. Το δίπλωσε μηχανικά στα τέσσερα και της το 'δωσε κάτω από το τραπέζι. «Όχι, μωρό μου, το χρειάζεσαι, δώσε το καλύτερα στον Γουέιτζ». Προσπάθησε να διαβάσει τα γκρίζα της μάτια, αλλά μέσα τους ξεχώρισε κάτι που δεν το είχε ξαναδεί ποτέ. «Αυτά που χρωστάω στον Γουέιτζ είναι πολύ περισσότερα. Πάρ' το. Έχω κι άλλα», της είπε ψέματα, καθώς τα νέα γιεν εξαφανίζονταν σε μια τσέπη με φερμουάρ. «Πάρε τα λεφτά σου και πήγαινε γρήγορα να βρεις τον Γουέιτζ, Κέις». «Θα σε ξαναδώ, Λίντα», είπε και σηκώθηκε. «Βέβαια», απάντησε εκείνη κοιτάζοντας το ταβάνι. «Να προσέχεις, φίλε». Κούνησε το κεφάλι του, ανυπομονώντας να φύγει. Καθώς η πλαστική πόρτα έκλεινε πίσω του, κοίταξε και είδε τα μάτια της να καθρεφτίζονται ο' ένα πλαίσιο από κόκκινο νέον. 19


WILLIAM

GIBSON

Παρασκευή βράδυ, στο Νίνσεϊ. Πέρασε μπροστά από μερικούς πλανώδιους πωλητές, από αίθουσες μασάζ, από ένα γαλλικό καφε^ίο που λεγόταν Beautiful Girl και από το ηλεκτρονικό κομφούζιο μιας αίθουσας παιχνιδιών. Παραμέρισε για να κάνει τόπο ο' ένα μαυροντυμένο τύπο που είχε χαραγμένο στο δεξί του χέρι με τατουάζ το σήμα της Mitsubishi Genentech. Να ήταν άραγε αυθεντικό; σκέφτηκε. Αν ναι, τότε πάει γυρεύοντας για μπελάδες. Αν όχι, καλά να πάθει. Οι υπάλληλοι της M-G από ένα βαθμό και πάνω είχαν εμφυτευμένα μικροκυκλώματα που έλεγχαν τα μεταλλαξιγόνα επίπεδα στο αίμα. Αν κυκλοφορούσες στη Πόλη της Νύχτας με τέτοιο θησαυρό πάνω σου, θα κατέληγες στην τράπεζα οργάνων κάποιας "μαύρης κλινικής". Ο άνδρας ήταν Γιαπωνέζος αλλά το πλήθος που γέμιζε τους δρόμους του Νίνσεϊ ήταν κάθε καρυδιάς καρύδι. Παρέες ναυτικών από το λιμάνι, μοναχικοί τουρίστες που ζητούσαν διασκεδάσεις που δεν αναφέρονταν στους τουριστικούς οδηγούς, μάγκες από την Έκταση που έκαναν επίδειξη των ηλεκτρονικών μοσχευμάτων τους και καμιά δεκαριά διαφορετικά είδη λαθρεμπόρων. Όλοι αυτοί συνωστίζονταν στους δρόμους σ' ένα αφάνταστο μπαλέτο λαχτάρας και εμπορικών συναλλαγών. Υπήρχαν αμέτρητες θεωρίες που προσπαθούσαν να εξηγήσουν γιατί η πόλη της Σίμπα ανεχόταν την ύπαρξη του Νίνσεϊ, αλλά ο Κέις είχε καταλήξει να πιστεύει πως οι Γιακούζα δπατηρούσαν το μέρος σαν ένα είδος ιστορικού πάρκου που τους θύμιζε την ταπεινή καταγωγή τους. Μια άλλη λογική θεωρία ήταν πως η τεχνολογική έκρηξη χρειαζόταν παράνομες ζώνες, πως η Πόλη της Νύχτας δεν διατηρούνταν για χάρη των κατοίκων της αλλά ως μια αφύλαχτη περιοχή πειραματισμού για χάρη της ίδιας της τεχνολογίας. Να είχε άραγε δίκιο η Αίντα; σκέφτηκε κοιτώντας τα φώτα του δρόμου. Ήταν δυνατό να τον σκότωνε ο Γουέιτζ μόνο και μόνο για παραδειγματισμό; Δεν του φαινόταν και πολύ λογικό, αλλά, πάλι, ο Γουέιτζ δούλευε κυρίως με απαγορευμένα βιολογικά παρασκευάσματα και όλοι έλεγαν πως έπρεπε να είσαι τρελός για να κάνεις κάτι τέτοιο. Η Αίντα, όμως, είχε πει πως ο Γουέιτζ ήθελε να τον σκοτώσει. Η διαίσθησή του και η πείρα του απ' την πιάτσα του 20


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

έλεγαν πως ούτε ο πωλητής ούτε ο αγοραστής τον είχαν ανάγκη. Η δουλειά ενός μεσάζοντα κάνει τους άλλους να τον θεωρούν σαν ένα αναγκαίο κακό. Η αβέβαιη θέση που είχε κατακτήσει ο Κέις μέσα στο εγκληματικό συνάφι της Πόλης της Νύχτας στηριζόταν σε ψέματα και πρόσκαιρες προδοσίες. Τώρα, καθώς την ένιωθε να καταρρέει, είχε αρχίσει να τον κυριεύει μια παράλογη ευφορία. Την προηγούμενη βδομάδα είχε αργοπορήσει τη μεταβίβαση ενός συνθετικού αδενικού παρασκευάσματος και είχε κρατήσει μεγαλύτερο ποσοστό από το συνηθισμένο. Αυτό είχε δυσαρεστήσει τον Γουέιτζ, και το ήξερε. Ο Γουέιτζ ήταν χοντρέμπορος, ένας από τους λίγους μετανάστες που είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν δεσμούς με το σκληρό υπόκοσμο που λειτουργούσε έξω από τα όρια της Πόλης της Νύχτας. Γενετικό υλικό και ορμόνες έφταναν στο Νίνσεϊ ακολουθώντας μια πολύπλοκη διαδρομή γεμάτη «βιτρίνες» και παραπλανήσεις. Μια φορά μονάχα, ο Γουέιτζ είχε καταφέρει με κάποιο τρόπο να ανακαλύψει την προέλευση ενός εμπορεύματος και τώρα διέθετε σταθερές διασυνδέσεις σε μια ντουζίνα πόλεις. Ο Κέις στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα ενός μαγαζιού που πουλούσε σουβενίρ για τους ναυτικούς. Ρολόγια, σουγιάδες, αναπτήρες, βίντεο τσέπης, συσκευές υπνοϋποβολής, αλυσίδες και σούρικεν. Τα σούρικεν τον μάγευαν από τα μικράτα του* ατσάλινα αστέρια με μύτες κοφτερές σαν του μαχαιριού. Άλλα ήταν ασημιά, άλλα μαύρα και άλλα περασμένα με ένα υλικό που ιρίδιζε σαν λάδι πάνω στο νερό! Περισσότερο απ' όλα του άρεσαν εκείνα που ήταν καλυμμένα με νίκελ. Ήταν καρφιτσωμένα πάνω σε κόκκινο βελούδο στο κέντρο τους είχαν εικόνες δράκων ή το σύμβολο του Γινγκ-Γιανγκ. Αντανακλούσαν τα φώτα του δρόμου μ' έναν περίεργο τρόπο και του φάνηκε πως αυτά ήταν τ' αστέρια της μοίρα του, γραμμένης ο' ένα Γαλαξία από φτηνό νίκελ. «Είναι καιρός να πάω να δω τον Τζούλι», μουρμούρισε, «αυτός θα ξέρει».

Ο Τζούλιους Ντην ήταν εκατόν τριάντα πέντε ετών. Είχε επιβραδύνει το μεταβολισμό του με τη βοήθεια ορών και ορμονών που του στοίχιζαν κάθε βδομάδα μια μικρή πε21


WILLIAM

GIBSON

ριουσία. To κύριο όπλο του για την καταπολέμηση του γήρατος ήταν ένα ετήσιο προσκήνυμα στο Τόκιο, όπου οι γενετικοί χειρουργοί ξαναρύθμιζαν το γενετικό του κώδικα, μια διαδικασία που δεν γινόταν στη Σίμπα. Κατόπιν, πήγαινε στο Χονγκ-Κονγκ και αγόραζε καινούργια κοστούμια και πουκάμισα για όλη τη χρονιά. Ήταν δίχως σεξουαλικό φύλο, υπεράνθρωπα υπομονετικός και η κύρια ευχαρίστησή του φαινόταν να είναι η αδυναμία του στα παλιά ρούχα. Ο Κέις δεν τον είχε δει ποτέ να φοράει το ίδιο κοστούμι δυο φορές, παρ' όλο που η γκαρνταρόμπα του είχε αποκλειστικά λεπτομερείς απομιμήσεις ενδυμασιών του περασμένου αιώνα. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα κομμένα γυαλιά με λεπτό χρυσό σκελετό και φακούς από ροζ συνθετικό κρύσταλλο. Τα γραφεία του βρίσκονταν σε μια αποθήκη πίσω από το Νίνσεί και ήταν διακοσμημένα, εδώ και χρόνια, με άσχετα μεταξύ τους ευρωπαϊκά έπιπλα που έδιναν την εντύπωση πως είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει το χώρο για κατοικία. Ένας τοίχος της αίθουσας αναμονής ήταν καλυμμένος με σκονισμένες βιβλιοθήκες νεο-αζτεκικού ρυθμού. Ένα ζευγάρι σφαιρικές λάμπες στηρίζονταν αδέξια σ' ένα χαμηλό τραπεζάκι σε στιλ Καντίνσκι από κόκκινο λακέ μέταλλο. Ανάμεσα στις βιβλιοθήκες κρεμόταν ένα ρολόι του τοίχου σε στιλ Νταλί με το παραμορφωμένο καντράν του να γέρνει προς το τσιμεντένιο δάπεδο. Οι δείκτες ήταν ολογραφικές εικόνες που άλλαζαν μορφή ώστε, καθώς γύριζαν, να ακολουθούν την ανώμαλη επιφάνεια* δεν έδειχνε όμως ποτέ τη σωστή ώρα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο από πλαστικά δοχεία που ανάδιναν μια μυρωδιά κίτρου και συντηρητικού. «Φαίνεσαι καθαρός, αγόρι», ακούστηκε η φωνή του Ντην. «Έλα μέσα». Οι μαγνητικές κλειδαριές της βαριάς πόρτας, κατασκευασμένης από απομίμηση ξύλου, άνοιξαν αυτόματα. Επάνω της υπήρχε η επιγραφή «ΤΖΟΥΑΙΟΥΣ ΝΤΗΝ, Ε1ΣΑΓΩΓΕΣΕΞΑΓΟΓΕΣ», με πλαστικά αυτοκόλλητα γράμματα. Ενώ τα έπιπλα στην αίθουσα αναμονής θύμιζαν τα τέλη του περασμένου αιώνα, το ίδιο το γραφείο έμοιαζε σαν να είχε κατασκευαστεί εντελώς στην αρχή του. Ο Ντην, με το αρυτίδωτο ροδαλό πρόσωπο, κοίταξε τον Κέις δίπλα στο φως μιας παμπάλαιας μπρούντζινης λάμπας με τετράγωνο αμπαζούρ από θαμπό πράσινο γυαλί. 22


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Ο εισαγωγέας ήταν οχυρωμένος πίσω από ένα τεράστιο μεταλλικό γραφείο. Στα πλάγια υπήρχαν δυο ψηλά έπιπλα από άσπρο ξύλο, με συρτάρια σαν αυτά που χρησιμοποιούσαν παλιά για να κρατούν αρχεία. Το γραφείο ήταν γεμάτο με παλιές κασέτες, ρολά κιτρινισμένου μηχανογραφικού χαρτιού και διάφορα εξαρτήματα κάποιας παλιάς μηχανοκίνητης γραφομηχανής που ο Ντην προσπαθούσε εδώ και χρόνια να συναρμολογήσει. «Πώς από δω, μικρέ;» ρώτησε ο Ντην, ενώ του προσέφερε μια καραμέλα τυλιγμένη σε μπλε χαρτί. «Δοκίμασε. Είναι Τινγκ Τινγκ Τζέιν οι καλύτερες». Ο Κέις αρνήθηκε, κάθησε σε μια περιστρεφόμενη πολυθρόνα που βρισκόταν μπροστά στο γραφείο και έτριψε τις παλάμες του στο φθαρμένο μαύρο τζιν του. «Τζούλι, άκουσα πως ο Γουέιτζ θέλει να με σκοτώσει». «Μπα, σοβαρά; Και πού το άκουσες, αν επιτρέπεται;» «Φήμες». «Και ποιος σου τις μετέφερε αυτές τις φήμες;», είπε ο Ντην πιπιλώντας μια καραμέλα. «Κάποιος φίλος;» Ο Κέις κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσεις ποιος είναι φίλος και ποιος δεν είναι. Έτσι;» «Η αλήθεια είναι πως του χρωστάω κάτι χρήματα, Ντην. Μήπως σου είπε τίποτε;» «Δεν τον έχω δει τελευταία. Φυσικά, και να ήξερα κάτι, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, δεν είναι σίγουρο πως θα σου το έλεγα· ελπίζω να με καταλαβαίνεις». «Ποια πράγματα;» «Ο Γουέιτζ είναι σημαντικός συνεργάτης για μένα». «Μάλιστα. Αλλά πες μου, θέλει να με σκοτώσει;» «Απ' ό,τι ξέρω, όχι», είπε ο Ντην λες και συζητούσε την τιμή ενός κίτρου. «Αν, τελικά, η φήμη είναι αβάσιμη, έλα σε καμιά βδομάδα να σου δώσω μια δουλίτσα από τη Σιγκαπούρη». «Αες για το Nan Hai Hotel στη Bencoolen Street;» «Ο κόσμος δεν ξέρει να κρατάει κλειστό το στόμα του, μικρέ», χαμογέλασε ο Ντην. «Θα τα ξαναπούμε, Τζούλι. Θα πω χαιρετίσματα στον Γουέιτζ». 23


WILLIAM

GIBSON

Ο Ντην έφερε το χέρι του στον κόμπο της άσττρης μεταξωτής γραβάτας του.

Ένα τετράγωνο πιο πέρα από το γραφείο του Ντην, ένιωσε ξαφνικά εκείνο το περίεργο συναίσθημα. Μια έκτη αίσθηση του έλεγε πως κάποιος τον παρακολουθούσε. Ο Κέις θεωρούσε απαραίτητη, για την επιβίωσή ί ο υ , την καλλιέργεια μιας ελεγχόμενης παράνοιας. Το κόλπο ήταν να μην την αφήσεις να ξεφύγει από τον έλεγχό σου. Αυτό όμως είναι δύσκολο όταν βρίσκεσαι κάτω από την επήρεια της αμφεταμίνης. Προσπάθησε να υπερνικήσει το κύμα αδρεναλίνης που τον πλημμύρισε και να πάρει βαριεστημένο ύφος, αφήνοντας το πλήθος να τον παρασύρει. Μόλις είδε μια σκοτεινή βιτρίνα, σταμάτησε και έκανε πως την κοίταζε. Ήταν ένα κατάστημα χειρουργικών, κλειστό λόγω ανακαίνισης. Με τα χέρια στις τσέπες κοίταζε έναν επίπεδο ρόμβο επεξεργασμένου δέρματος, απλωμένο πάνω σ' ένα βάθρο από τεχνητό νεφρίτη. Το χρώμα του δέρματος θύμιζε την επιδερμίδα των πορνών του Ζον. Επάνω του ήταν φυτεμένος ένας ψηφιακός δείκτης ρολογιού, συνδεδεμένος με υποδόριο μικροκύκλωμα. Γιατί να μπερδεύεσαι με εγχειρήσεις, σκέφτηκε αφού μπορείς να έχεις ένα ρολόι στην τσέπη σου; Χωρίς να κουνήσει το κεφάλι, σήκωσε τα μάτια και παρατήρησε το πλήθος που καθρεφτιζόταν στο σκοτεινό τζάμι. Εκεί. Πίσω από κάτι ναύτες με κοντομάνικα χακί πουκάμισα. Μαύρα μαλλιά, γυαλιά με καθρέφτες, σκούρα ρούχα, λεπτός... Προτού προλάβει να συνεχίσει, ο άγνωστος είχε εξαφανιστεί. Την επόμενη στιγμή, ο Κέις έτρεχε, σκυφτός, κάνοντας ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα στους περαστικούς.

«Μου νοικιάζεις ένα όπλο, Τσιν;» Το αγόρι χαμογέλασε. «Δυο ώρες». Βρίσκονταν στο πίσω μέρος ενός μικρού μαγαζιού που πούλαγε «σούσι» στο Σίγκα. Ο χώρος μύριζε έντονα ψάρι. «Εσύ έρθεις ξανά, δυο ώρες». 24


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Τώρα το θέλω, ρε φίλε. Έχεις τίποτε για τώρα;» Ο Τσιν έψαξε πίσω από μερικά άδεια βαρέλια που κάποτε ήταν γεμάτα από ραδίκια σε σκόνη. Έβγαλε ένα λεπτό πακέτο τυλιγμένο σε γκρίζο πλαστικό. «Σπαθί. Μια ώρα, είκοσι νέα γιεν. Τριάντα για εγγύηση». «Σκατά. Δεν θέλω τέτοιο πράγμα. Χρειάζομαι ένα όπλο. Ας πούμε πως θέλω να πυροβολήσω κάποιον, κατάλαβες;» Ο νεαρός σήκωσε τους ώμους και ξανάβαλε το ξίφος πίσω από τα βαρέλια. «Δυο ώρες».

Μπήκε στο μαγαζί χωρίς καν να κοιτάξει τα σούρικεν. Δεν είχε πετάξει ποτέ του τέτοιο πράγμα. Αγόρασε δυο πακέτα τσιγάρα με μια μαγνητική κάρτα της Mitsubishi Bank στο όνομα Τσαρλς Ντέρεκ Μέι. Ήταν καλύτερη από το διαβατήριο που είχε καταφέρει να φτιάξει στο όνομα Τρούμαν Σταρ. Η Γιαπωνέζα που καθόταν πίσω από το τερματικό έμοιαζε λίγο μεγαλύτερη από τον Ντην και χωρίς τη βοήθεια της επιστήμης. Έβγαλε ένα λεπτό ρολό νέα γιεν από την τσέπη του και της τα έδειξε. «Θέλω να αγοράσω ένα όπλο». Εκείνη έδειξε ένα κασόνι γεμάτο μαχαίρια. «Όχι», είπε. «Δεν μου αρέσουν τα μαχαίρια». Έβγαλε ένα μακρόστενο κουτί κάτω από τον πάγκο. Το καπάκι ήταν από ξύλο και είχε ζωγραφισμένη μια κόμπρα σε κίτρινο φόντο. Μέσα υπήρχαν οκτώ όμοιοι κύλινδροι τυλιγμένοι σε χαρτί. Την παρακολούθησε καθώς ξεδίπλωνε έναν από δαύτους. Σήκωσε το αντικείμενο και του το έδειξε. Ήταν ένας χαλύβδινος κύλινδρος με ένα δερμάτινο λουρί στη μια άκρη και μια μικρή μπρούντζινη πυραμίδα στην άλλη. Έσφιξε με το ένα χέρι τον κύλινδρο και με το άλλο τράβηξε την πυραμίδα. Τρία λαδωμένα ελατήρια πετάχτηκαν έξω. «Κόμπρα» είπε.

Πέρα από το φωτεινό πανδαιμόνιο του Νίνσεί, ο ουρανός είχε το ίδιο εκείνο γκρίζο χρώμα. Ο άνεμος είχε δυναμώσει, ήταν παγωμένος και οι μισοί από τους πεζούς φορούσαν μάσκες για τη μόλυνση. Ο Κέις σπατάλησε δέκα λεπτά μέσα ο' ένα ουρητήριο 25


WILLIAM

GIBSON

προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο για να κρύψει την κόμπρα του. Τελικά, αποφάσισε να τυλίξει το λουρί γύρω από τη ζώνη του τζιν του και να βάλει τον κύλινδρο μέσα από το μπουφάν, μπροστά στο στομάχι του. Είχε την αίσθηση πως σε κάθε βήμα, το όπλο κινδύνευε να πέσει, αλλά ένιωθε καλύτερα τώρα που το είχε. Το «Τσατ» δεν ήταν πραγματικό μπαρ για λαθρεμπόρους, αλλά μέσα στη βδομάδα τραβούσε αρκετούς από δαύτους. Τα Σαββατοκύριακα ήταν κάτι διαφορετικό. Το μέρος γέμιζε από ναυτικούς και όλους όσους τους απομυζούσαν. Μπαίνοντας, ο Κέις έψαξε με τα μάτια για τον Ρατζ αλλά ο μπάρμαν έλειπε. Ο Λόνι Ζον, ο μόνιμος νταβατζής του μαγαζιού, παρακολουθούσε με πατρικό ύφος μια από τις κοπέλες του που πλησίαζε ένα νεαρό ναύτη. Ο Ζον έπαιρνε συνήθως ένα υπνωτικό μείγμα που οι Γιαπωνέζοι ονόμαζαν Χορευτή της Ομίχλης. Ο Κέις συνάντησε το βλέμμα του άντρα και του έγνεψε να έρθει στο μπαρ. Ο Ζον πλησίασε περνώντας ανάμεσα από το πλήθος αργά, με μια γαλήνια έκφραση στο πρόσωπο. «Μήπως είδες τον Γουέιτζ απόψε, Λόνι;» Ο Ζον τον κοίταξε με το συνηθισμένο ήρεμο ύφος του και κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Σίγουρα, φίλε;» «Ίσως στο Νάμπαν. Ίσως, πριν από δυο ώρες». «Είχε κάτι μπράβους μαζί του; Ο ένας, μελαχρινός με μαύρο μπουφάν;» «Όχι», είπε τελικά ο Ζον σμίγοντας τα φρύδια για να δείξει πόση προσπάθεια έβαζε για να θυμηθεί όλες αυτές τις άχρηστες λεπτομέρειες. «Μεγαλόσωμοι, μπρατσάδες». Οι κόρες των ματιών του Ζον ήταν διεσταλμένες και τεράστιες. Κοίταξε τον Κέις στα μάτια για αρκετή ώρα και, μετά, χαμήλωσε το βλέμμα. Είδε το εξόγκωμα του μεταλλικού σωλήνα. «Κόμπρα», είπε σηκώνοντας το ένα φρύδι, «θέλεις να γαμήσεις κανέναν;» «θα τα πούμε, Λόνι», έκανε ο Κέις κι έφυγε. Τον παρακολουθούσαν ξανά. Ήταν σίγουρος γι' αυτό. Ένιωσε ένα κύμα έξαρσης καθώς η αδρεναλίνη ανακατευόταν με τις αμφεταμίνες στο αίμα του. Είμαι τρελός, σκέφτηκε* το διασκεδάζω. Ήταν παράξενο, μα αυτό που συνέβαινε έμοιαζε με μια 26


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

κούρσα στη μήτρα/Επρεπε να χαραμίσει εδώ τη ζωή του και να μπλέξει σε τούτη την παράλογη φασαρία για να δει τον Νίνσεϊ σαν μια τράπεζα πληροφοριών, σαν ένα αντίγραφο της μήτρας που του έλειπε τόσο. Τώρα θα μπορούσε να ξεχυθεί σε μια ξέφρενη κούρσα με σκαμπανεβάσματα και αποκλίσεις, τελείως απορροφημένος, αφήνοντας γύρω του να συνεχίζεται ο ξέφρενος χορός των μπίζνες, η αλληλεπίδραση των πληροφοριών, στη μάζα της μαύρης αγοράς. Εμπρός, Κέις, είπε στον εαυτό του. Πήδα τους. Είναι το τελευταίο πράγμα που περιμένουν. Βρισκόταν μισό τετράγωνο μακριά από την αίθουσα παιχνιδιών όπου είχε γνωρίσει τη Λίντα Λη. Τινάχτηκε σαν σφαίρα, σπρώχνοντας μια παρέα περαστικούς ναυτικούς. Ένας απ' αυτούς φώναξε κάτι στα ισπανικά. Πέρασε απ' την πόρτα και βρέθηκε καταμεσής στο πανδαιμόνιο της αίθουσας. Το στομάχι του παλλόταν από ήχους χαμηλής συχνότητας. Εκείνη τη στιγμή κάποιος πέτυχε μια βολή των δέκα μεγατόνων στον Πόλεμο των Τανκ και η αίθουσα τραντάχτηκε από τον ήχο της έκρηξης καθώς ένα σκοτεινό ολογραφικό μανιτάρι υψωνόταν πάνω από τα κεφάλια τους. Έστριψε δεξιά και ανέβηκε μια εξωτερική ξύλινη σκάλα. Είχε έρθει εδώ μια φορά με τον Γουέιτζ για να συζητήσουν για μια δουλειά με απαγορευμένα ορμονικά αναβολικά, μ' έναν τύπο που τον έλεγαν Ματσούγκα. Θυμόταν το διάδρομο: στένευε στην άκρη και οδηγούσε σε μια σειρά από μικρά γραφεία. Μια πόρτα ήταν ανοιχτή. Μια Γιαπωνέζα με μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι καθόταν πίσω από ένα άσπρο τερματικό. Πίσω της υπήρχε ένα μεγάλο τουριστικό πόστερ της Ελλάδας.Καλλιγραφικά ιδεογράμματα ήταν σπαρμένα πάνω στο γαλάζιο του Αιγαίου. «Φώναξε αμέσως τους άνδρες της ασφάλειας», της είπε ο Κέις. Κατόπιν συνέχισε να τρέχει στο διάδρομο. Οι δυο τελευταίες πόρτες ήταν κλειστές και κλειδωμένες. Στριφογύρισε και έριξε μια καλοζυγισμένη κλοτσιά στην πόρτα στο βάθος του διαδρόμου. Ήταν από φτηνό υλικό και ξεκόλλησε τελείως από το σάπιο πλαίσιο. Σκοτάδι, και στο βάθος η άσπρη φιγούρα ενός τερματικού. Μετά έπιασε με τα δυο του χέρια το διαφανές πόμολο της 27


WILLIAM

GIBSON

δεξιάς πόρτας κι έσττρωξε με όλη του τη δύναμη. Κάτι έσπασε και κείνος βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο. Εδώ ήταν που είχε συναντήσει τον Ματσούγκα, αλλά η εταιρία-φάντασμα που στεγαζόταν εδώ είχε εξαφανιστεί από καιρό. Ούτε τερματικό, ούτε τίποτε. Από το παράθυρο έμπαινε λιγοστό φως και ο Κέις κατάφερε να διακρίνει μια κουλούρα από οπτικές ίνες που προεξείχε από έναν τοίχο, μια στοίβα παλιές κονσέρβες και το χωρίς πτερύγια κουφάρι ενός ηλεκτρικού ανεμιστήρα. Το παράθυρο ήταν ένα απαλό φύλλο από φτηνό πλαστικό. Έβγαλε το μπουφάν του, το τύλιξε στη γροθιά του και χτύπησε. Το παράθυρο έσπασε, και με άλλα δυο χτυπήματα είχε βγει τελείως από το πλαίσιό του. Ένας συναγερμός άρχισε να χτυπάει και ο ήχος του σκέπασε για μια στιγμή το θόρυβο της αίθουσας παιχνιδιών. Είχε μπει σε λειτουργία είτε από το σπάσιμο του παράθυρου είτε από την κοπέλα του διπλανού γραφείου. Ο Κέις γύρισε, φόρεσε το μπουφάν του και ξεδίπλωσε την κόμπρα. Είχε κλείσει την πόρτα και έλπιζε πως ο διώκτης του θα νόμιζε ότι βγήκε από την πόρτα στο βάθος του διαδρόμου, που τώρα κρεμόταν μισοσπασμένη στους μεντεσέδες της, Η μπρούντζινη πυραμίδα της κόμπρας άρχισε να χοροπηδάει στην άκρη του ελατηρίου. Δεν έγινε τίποτε. Ακουγόταν μόνο η σειρήνα του συναγερμού, ο θόρυβος των παιχνιδιών και οι χτύποι της καρδιάς του. Όταν ένιωθε το φόβο, ήταν σαν να 'ξανάβρισκε έναν παλιό φίλο. Δεν ήταν ο ψυχρός, γρήγορος μηχανισμός της παράνοιας των ναρκωτικών, αλλά ένας απλός ζωώδης φόβος. Ζούσε συνέχεια για τόσο πολύ καιρό στα όρια του άγχους, που είχε σχεδόν ξεχάσει τι σήμαινε αληθινός φόβος. Το δωμάτιο ήταν ένα από κείνα τα μέρη όπου πεθαίνουν οι άνθρωποι. Ίσως να πέθαινε κι εκείνος. Ίσως να είχαν πυροβόλα... Από το βάθος του διαδρόμου ακούστηκε κάτι να σπάει. Ύστερα, ένας άντρας φώναξε κάτι στα Γιαπωνέζικα. Μια κραυγή τρόμου. Κι άλλο σπάσιμο. Βήματα πλησίαζαν βιαστικά. Προσπέρασαν την κλειστή πόρτα. Σταμάτησαν για λίγο και γύρισαν πίσω. Ένα, δύο, τρία. Κάτι σκληρό χτύπησε πάνω στον τοίχο. 28


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Η ψυχραιμία του πήγε ξαφνικά κατά διαβόλου κι έτρεξε στο παράθυρο κλείνοντας την κόμπρα. Ο τρόμος τον τύφλωνε και τα νεύρα του πήγαιναν να σπάσουν. Ανέβηκε, βγήκε και πήδηξε προτού συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έκανε. Η επαφή με το έδαφος έστειλε ένα κύμα πόνου στα πόδια του. Μια λεπτή αχτίδα φωτός από ένα μισάνοιχτο παράθυρο στο ισόγειο φώτιζε αμυδρά μια μάζα από πεταμένες οπτικές ίνες και το σασί μιας σπασμένης κονσόλας. Είχε πέσει με τα μούτρα επάνω σ' ένα μουσκεμένο κόντρα πλακέ. Κύλησε γρήγορα στη σκιά της κονσόλας. Το παράθυρο από όπου είχε βγει φωτιζόταν αμυδρά από κάπου στο βάθος. Στο σημείο που βρισκόταν, η σειρήνα του συναγερμού ακουγόταν ακόμη δυνατότερα γιατί ο τοίχος μείωνε το θόθυβο των παιχνιδιών. * Στο πλαίσιο του παραθύρου εμφανίστηκε ένα κεφάλι και μετά χάθηκε. Ξαναφάνηκε σε λίγο αλλά ο Κέις δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά. Είδε μόνο μια ασημιά λάμψη στο ύψος των ματιών και άκουσε μια γυναικεία φωνή να λέει «σκατά» με την προφορά της Βόρειας Παροικίας. Ύστερα, το κεφάλι χάθηκε. Ο Κέις έμεινε κάτω από την κονσόλα γύρω στα είκοσι δευτερόλεπτα. Μετά, σηκώθηκε όρθιος. Στο χέρι του κρατορσε ακόμη την κόμπρα. Την κοίταξε για λίγο σαν να μην ήξερε τι ήταν και ύστερα ξεμάκρυνε κουτσαίνοντας καθώς έτριβε τον πονεμένο αριστερό του αστράγαλο.

Το πιστόλι που του νοίκιασε ο Τσιν ήταν μια βιετναμική απομίμηση νοτιοαμερικανικής αντιγραφής του Walter ΡΡΚ με επαναληπτικό επικρουστήρα και πολύ σκληρή σκανδάλη. Το διαμέτρημά του ήταν για βλήματα των 0,22 και ο Τσιν του είχε δώσει μαζί ένα κουτί με σφαίρες κινεζικής κατασκευής. Ο Κέις θα προτιμούσε να είχε μερικά εκρηκτικά τροχιοδεικτικά βλήματα αντί για κοινές σφαίρες, αλλά τουλάχιστον τώρα είχε ένα πυροβόλο και εννέα γεμιστήρες. Η λαβή ήταν από κόκκινο πλαστικό μ' έναν ανάγλυφο δράκο στην κάθε πλευρά. Ο Κέις το έριξε στην τσέπη του τζάκετ του και ξεκίνησε για τη Σίγκα. Στο δρόμο πέταξε την κόμπρα & ένα σκουπιδοτενεκέ και κατάπιε άλλο ένα οκτάγωνο χάπι. 29


WILLIAM

GIBSON

Τούτο του ξανάδωσε δυνάμεις. Περπάτησε γρήγορα προς το Νίνσεί και μετά μέχρι το Μπέιτσου. Ο διώκτης του είχε χαθεί για τα καλά. Έξοχα, σκέφτηκε, γιατί αυτός είχε δουλειές που δεν μπορούσαν να περιμένουν. Ένα τετράγωνο πιο κάτω από το Μπέιτσου, στη μεριά του λιμανιού, υψωνόταν ένα απρόσωπο δεκαώροφο κτίριο με γραφεία. Τα παράθυρά του ήταν τώρα σκοτεινά, αλλά, αν σήκωνες το κεφάλι, μπορούσες να δεις μια αδύναμη λάμψη στην ταράτσα του. Κοντά στην κεντρική είσοδο υπήρχε μια σβηστή ταμπέλα με νέον που έγραφε «Φτηνό Ξενοδοχείο» και δίπλα υπήρχαν μερικά ιδεογράμματα. Ο Κέις δεν ήξερε αν το ξενοδοχείο λεγόταν έτσι, γιατί όλοι το αποκαλούσαν «Το Φτηνό». Για να ανέβεις, έπρεπε να πάρεις ένα μικρό ασανσέρ που βρισκόταν σ' ένα πλαϊνό δρομάκι. Το ασανσέρ, όπως και το ίδιο το ξενοδοχείο, εΙ^ζε προστεθεί αργότερα στο κτίριο και στηριζόταν στην εξωτερική πλευρά του με ένα πλέγμα από μπαμπού και εποξικό πλαστικό. Ο Κέις μπήκε στη μικρή καμπίνα και χρησιμοποίησε τη μαγνητική του κάρτα για να το βάλει σε κίνηση. Είχε νοικιάσει μια κάψουλα ύπνου στο «Φτηνό» από τότε που είχε πρωτοέρθει στη Σίμπα αλλά δεν κοιμόταν ποτέ σ\ αυτήν. Κοιμόταν πάντα σε φτηνότερα μέρη. Το ασανσέρ μύριζε φτηνό άρωμα και τσιγαρίλα. Οι τοίχοι της καμπίνας ήταν γεμάτοι γρατσουνιές και δαχτυλιές. Την στιγμή που προσπερνούσε τον πέμπτο όροφο, είδε τα φώτα του Νίνσεί μέσα από μια σχισμή. Καθώς το ασανσέρ σταματούσε μ' ένα μακρόσυρτο σφύριγμα, τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από τη λαβή του όπλου. Βγήκε σ' έναν ανοιχτό χώρο, ένα είδος ρουφ-γκάρντεν που χρησίμευε και για ρεσεψιόν. Το δάπεδο ήταν καλυμμένο με πράσινο πλαστικό χόρτο. Στο κέντρο, πίσω από ημικυκλική κονσόλα, ένας νεαρός Γιαπωνέζος διάβαζε ένα βιβλίο τσέπης. Οι άσπρες κάψουλες από φάιμπεργκλας ήταν τοποθετημένες στη σειρά επάνω σε μεταλλικές σκαλωσιές. Υπήρχαν έξι σειρές με δέκα κάψουλες η καθεμιά. Ο Κέις χαιρέτισε το αγόρι μ' ένα νεύμα και τράβηξε για τη σκάλα. Η σκαλωσιά με τις κάψουλες ήταν σκεπασμένη με φύλλα κυματιστής λαμαρίνας που κουνιόνταν με τον αέρα και έσταζαν όταν έβρεχε. Οι ίδιες οι κάψουλες όμως ήταν αρκετά ασφαλείς και δύσκολα μπο30


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Ορούσε κανείς να τις διαρρήξει. Ο στενός κρεμαστός διάδρομος της τρίτης σειράς έτριξε κάτω από το βάρος του Κέις, καθώς προχωρούσε προς την κάψουλα αριθ. 92. Οι κάψουλες ήταν τρία μέτρα μακριές και οι πόρτες τους είχαν πλάτος ένα μέτρο και ύψος μόλις ενάμισυ. Έσπρωξε το μαγνητικό κλειδί του σε μια σχισμή και περίμενε την έγκριση του κεντρικού κομπιούτερ. Οι μαγνητικοί σύρτες τραβήχτηκαν και η πόρτα άνοιξε προς τα πάνω μ' ένα μεταλλικό θόρυβο. Σύρθηκε μέσα και έκλεισε την πόρτα, ενώ άναβαν αυτόματα οι λάμπες φθορισμού της κάψουλας. Στο εσωτερικό δεν υπήρχε τίποτε εκτός από ένα κομπιούτερ τσέπης Hitachi και ένα μικρό φορητό ψυγείο από φελιζόλ, που περιείχε τρία κομμάτια ξηρού πάγου τυλιγμένα με ύφασμα για να επιβραδύνεται η εξάτμιση και ένα αλουμινένιο φιαλίδιο εργαστηρίου. Ο Κέις σύρθηκε επάνω στο καφετί αφρολέξ που χρησίμευε ως πάτωμα και κρεβάτι ταυτόχρονα. Έβγαλε από την τσέπη του το εικοσιδιάρι του Τσιν και το ακούμπησε πάνω στο ψυγείο. Ύστερα έβγαλε το τζάκετ του. Η τηλεφωνική συσκευή ήταν εντοιχισμένη δίπλα σ' έναν κατάλογο που εξηγούσε τον κανονισμό του ξενοδοχείου σε διάφορες γλώσσες. Ο Κέις σήκωσε το ροζ ακουστικό και κάλεσε έναν αριθμό στο Χονγκ-Κονγκ. Άφησε το τηλέφωνο να χτυπήσει πέντε φορές και το έκλεισε. Ο πελάτης που είχε αγοράσει τρία megabytes από τα τελευταία μοντέλα RAM* προτιμούσε να αποφεύγει τις τηλεφωνικές συζητήσεις. Κατόπιν κάλεσε έναν αριθμό στο Τόκιο. Απάντησε μια γυναίκα που μιλούσε Γιαπωνέζικα. «Είναι εκεί ο Άνθρωπος-φίδι;» Έγινε η σύνδεση και ο Άνθρωπος-φίδι του είπε: «Χαίρομαι πολύ που με κάλεσες, σε περίμενα». «Έχω το πράγμα που ζήτησες», είπε ο Κέις ρίχνοντας μια ματιά στο ψυγείο. «Χαίρομαι που τ' ακούω. Έχουμε πρόβλημα με τα λεφτά. Μπορείς να περιμένεις;» «Όχι, τα χρειάζομαι αμέσως...» Ο Άνθρωπος-φίδι έκλεισε το τηλέφωνο.

* RAM: Random Access Memory = Μνήμη Τυχαίας Πρόσβασης

31


WILLIAM

GIBSON

«Μαλάκα», είπε ο Κέις στο ακουστικό ττου βούιζε. Κοίταξε το πιστόλι πάνω στο ψυγείο. «Ζόρικα», είπε, «πολύ ζόρικα τα πράγματα απόψε».

Ο Κέις μπήκε στο «Τσατ» λίγο προτού να ξημερώσει. Είχε και τα δυο του χέρια στις τσέπες. Με το ένα κρατούσε το πιστόλι και με το άλλο το αλουμινένιο φιαλίδιο. Ο Ρατζ καθόταν δίπλα σ' ένα τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού και έπινε μεταλλικό νερό σε ποτήρι της μπίρας. Είχε στριμώξει τα εκατόν είκοσι κιλά του σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα που ακουμπούσε στον τοίχο. Ένας νεαρός Βραζιλιανός, ο Κουρτ, καθόταν στο μπαρ και εξυπηρετούσε μερικούς μεθυσμένους πελάτες. Το πλαστικό μπράτσο του Ρατζ έτριξε καθώς σήκωσε το ποτήρι για να πιει. Στο ξυρισμένο του κεφάλι λαμπύριζαν σταγόνες από ιδρώτα. «Δεν μου φαίνεσαι καλά, φίλε καλλιτέχνη», είπε δείχνοντας τα χαλασμένα του δόντια. «Είμαι μια χαρά», αποκρίθηκε χαμογελώντας ο Κέις. «Περίφημα». Κάθησε απέναντι από τον Ρατζ, με τα χέρια στις τσέπες. «Βέβαια, γΓ αυτό έχεις ταμπουρωθεί πίσω από το αλκοόλ και τα διεγερτικά. Για να μπορείς να αισθάνεσαι περίφημα». «Δεν μας παρατάς, ρε Ρατζ; Είδες τον Γουέιτζ;» «Για να προστατευτείς από το φόβο και τη μοναξιά», συνέχισε ο μπάρμαν. « Άκου τι σε συμβουλεύει ο φόβος. Μπορεί να είναι φίλος σου». «Άκουσες τίποτε για μια φασαρία στην αίθουσα παιχνιδιών απόψε; Χτυπήθηκε κανένας;» «Ένας τρελός σκότωσε κάποιον της ασφάλειας», αποκρίθηκε ο Ρατζ σηκώνοντας τους ώμους. «Είπαν πως ήταν μια κοπέλα». «Πρέπει να μιλήσω στον Γουέιτζ. Ρατζ, θέλω...» «Α!» Το στόμα του Ρατζ στένεψε ώσπου έγινε μια γραμμή. Το βλέμμα του έπεσε στην πόρτα, πάνω από τον ώμο του Κέις. «Νομίζω πως θα έχεις την ευκαιρία να το κάνεις τώρα αμέσως». Η εικόνα των σούρικεν πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό του Κέις. Το κεφάλι του βούιζε από τα ναρκωτικά. Το 32


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

χέρι του γλιστρούσε από τον ιδρώτα πάνω στη λαβή του πιστολιού. «Χερ Γουέιτζ», είπε ο Ρατζ απλώνοντας το μηχανικό του μπράτσο σαν να ήθελε να σφίξει το χέρι του άλλου. «Τι μεγάλη χαρά να σας έχουμε στο μαγαζί μας. Σπάνια μας τιμάτε με την παρουσία σας». Ο Κέις γύρισε το κεφάλι και κοίταξε το πρόσωπο του Γουέιτζ. Ήταν μια ηλιοκαμένη μάσκα που την ξέχναγες εύκολα. Τα μάτια του ήταν μοσχεύματα από εργαστηριακή καλλιέργεια της Nikon και είχαν το πράσινο χρώμα της θάλασσας. Φορούσε γκρίζο μεταλλικό κοστούμι και είχε από ένα πλατινένιο βραχιόλι στο κάθε χέρι. Δίπλα του στέκονταν οι μπράβοι του. Δυο όμοιοι νεαροί με πλάτες και μπράτσα φουσκωμένα από τους μεταμοσχευμένους πρόσθετους μυώνες. «Τι κάνεις, Κέις;» «Κύριοι», είπε ο Ρατζ σηκώνοντας το γεμάτο τασάκι του τραπεζιού με το μηχανικό του χέρι, «δεν θέλω φασαρίες εδώ μέσα, καταλάβατε;» Το τασάκι ήταν από χοντρό πυρίμαχο πλαστικό και διαφήμιζε την κινεζική μπίρα Tsingtao. Ο Ρατζ έσφιξε αργά με τα δάχτυλα του τεχνητού χεριού και το τασάκι έγινε κομμάτια. «Ε! Γλυκούλη», είπε ένας από τους μπράβους, «θέλεις να με λειώσεις κι εμένα έτσι;» «Σημάδεψε στο ψαχνό, Κουρτ», είπε ο Ρατζ με ήρεμο τόνο. Ο Κέις κοίταξε στο βάθος του μαγαζιού και είδε το νεαρό Βραζιλιανό να σημαδεύει τους τρεις άντρες με μια καραμπίνα Σμιθ και Γουέσον. Η κάννη του όπλου, φτιαγμένη από λεπτό αλουμίνιο περιτυλιγμένο από πολλά στρώματα φάιμπεργκλας, είχε διάμετρο δέκα εκατοστόμετρα. Μέσα στο μύλο, υπήρχαν πέντε φυσίγγια με χοντρά σκάγια. «Έχετε μια ελπίδα να ζήσετε», έκανε ο Ρατζ. «Ευχαριστώ, Ρατζ», είπε ο Κέις, «θα σου το χρωστάω». Ο μπάρμαν σήκωσε τους ώμους. «Δεν μου χρωστάς τίποτε. Τούτοι εδώ (έδειξε τον Γουέιτζ και τους μπράβους) θα έπρεπε να ξέρουν ότι δεν γουστάρω σκοτωμούς εδώ μέσα». Ο Γουέιτζ έβηξε. «Και ποιος μίλησε για σκοτωμούς; Εμείς ήρθαμε για δουλειά. Ο Κέις κι εγώ είμαστε συνεργάτες». Ο Κέις τράβηξε από την τσέπη του το εικοσιδιάρι και σημάδεψε τα σκέλια του Γουέιτζ. 33


WILLIAM

GIBSON

«Έμαθα πως θέλεις να με ξεκάνεις». Ο Ρατζ χούφτωσε το όττλο κι ο Κέις κατέβασε το χέρι του. « Άκου δω, Κέις, μου λες σε παρακαλώ τι σκατά σου συμβαίνει; Τρελάθηκες τελείως; Τι βλακείες είναι αυτές ότι θέλω να σε σκοτώσω;» Ο Γουέιτζ γύρισε στους μπράβους. «Εσείς οι δυο γυρίστε πίσω στο Νάμπαν και περιμένετέ με εκεί...» Ο Κέις τους παρακολούθησε καθώς διέσχιζαν την αίθου σα που τώρα είχε ερημώσει τελείως, εκτός από ένα μεθυσμένο ναυτικό, κουλουριασμένο στη βάση ενός σκαμνιού στο μπαρ. Η κάννη της καραμπίνας ακολούθησε τους δυο μπράβους ως την πόρτα και ύστερα στράφηκε πάλι στη μεριά του Γουέιτζ. Ο Ρατζ σήκωσε το όπλο του Κέις και άδειασε τις σφαίρες από το γεμιστήρα. «Ποιος σου είπε πως θέλω να σε καθαρίσω;» ρώτησε ο Γουέιτζ. Η Λίντα. «Ποιος σου το είπε, ρε φίλε; Κάποιος που ήθελε να σου στήσει παγίδα;» Ο ναύτης βόγγηξε και ξέρασε με θόρυβο. «Πέτα τον έξω», είπε ο Ρατζ στον Κουρτ που είχε κατεβάσει την καραμπίνα κι άναβε τσιγάρο. Ο Κέις ένιωσε ξαφνικά όλη την κούραση της νύχτας. Τα μάτια του έκλειναν από τη νύστα. Έβγαλε το φιαλίδιο και το έδωσε στον Γουέιτζ. «Μόνο αυτό μου έμεινε. Υποφύσεις. Μπορείς να βγάλεις κανένα πεντακοσάρικο αν τις πουλήσεις στα γρήγορα. Είχα αγοράσει και κάτι μνήμες RAM αλλά τώρα έχουν κάνει φτερά». «Είσαι με τα καλά σου, Κέις;» είπε ο Γουέιτζ εξαφανίζοντας το φιαλίδιο στην τσέπη του. «Εντάξει, δεν μου χρωστάς τίποτε πια, αλλά φαίνεσαι χάλια. Καλά θα κάνεις να πας για ύπνο». «Εντάξει». Καθώς σηκώθηκε ένιωσε τον κόσμο να στριφογυρίζει. «Είχα ένα πενηντάρικο αλλά κάπου το έδωσα», είπε γελώντας ειρωνικά. Μάζεψε το όπλο και τις σφαίρες και τα έριξε στις τσέπες του. «Πάω να βρω τον Τσιν να μου δώσει πίσω την εγγύηση». «Πήγαινε σπίτι σου», είπε ο Ρατζ με ενοχλημένο ύφος, «πήγαινε σπίτι σου, καλλιτέχνη». 34


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Καθώς προχωρούσε προς την πόρτα ένιωθε τα βλέμματά τους καρφωμένα στην πλάτη του.

«Σκύλα», πέταξε στην αυγή που χάραζε. Κάτω στο Νίνσεί, τα ολογραφήματα έσβηναν το ένα μετά το άλλο, σαν φαντάσματα, και τα περισσότερα φώτα ήταν ήδη σβηστά. Αγόρασε σκέτο καφέ από έναν αυτόματο πωλητή του δρόμου και τον ήπιε κοιτώντας τον ήλιο που ξεπρόβαλλε. «Φύγε, πέτα μακριά, μωρό μου. Οι πόλεις σαν αυτήν εδώ είναι για τους χαμένους». Του ήταν δύσκολο ακόμα και να της κρατήσει κακία. Το μόνο που ήθελε η κοπέλα ήταν ένα εισιτήριο επιστροφής για την πατρίδα, και η RAM του Hitachi του θα της το εξασφάλιζε, φτάνει να εύρισκε το σωστό κλεπταποδόχο. Σκεφτόταν τη σκηνή με το πενηντάρικο. Είχε κάνει τη δύσκολη, ενώ ετοιμαζόταν να του κλέψει ό,τι είχε και δεν είχε. Βγήκε από το ασανσέρ και είδε τον ίδιο νεαρό να κάθεται πίσω από την κονσόλα. Είχε αλλάξει μόνο το βιβλίο που διάβαζε. «Εντάξει», του φώναξε από μακριά, «δεν χρειάζεται να μου πεις. Ξέρω. Ήρθε μια όμορφη κοπέλα και είπε πως είχε το κλειδί μου. Σου έδωσε κι εσένα κάτι. Πόσα, κανένα πενΓ|ντάρικο;» Ο νεαρός χαμήλωσε το βιβλίο του. «Γυναίκα», είπε ο Κέις και πέρασε τον αντίχειρα μπροστά από το μέτωπό του. «Μετάξι». Ο νεαρός χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. Ο Κέις του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Ευχαριστώ, μαλάκα». Η κλειδαριά ήταν μισοσπασμένη. Θα τη χάλασε προσπαθώντας να μπει, σκέφτηκε. Πρωτάρα. Ήξερε μέρη όπου μπορούσες να νοικιάσεις μηχανήματα που άνοιγαν οποιαδήποτε πόρτα του Φτηνού Ξενοδοχείου. Καθώς σύρθηκε μέσα στην κάψουλα, άναψαν τα φώτα. «Κλείσε πολύ σιγά την πόρτα, φίλε. Το έχεις ακόμη εκείνο το παιχνιδάκι που νοίκιασες από τον Τσιν;» Η γυναίκα καθόταν στο βάθος της κάψουλας με την πλάτη στον τοίχο. Είχε λυγισμένα τα γόνατα και ακουμπούσε τους καρπούς πάνω τους. Στο χέρι της κρατούσε ένα ρουκετοβόλο όπλο. «Εσύ ήσουν στην αίθουσα παιχνιδιών;» Έκλεισε την πόρτα. «Πού είναι η Αίντα;» 35


WILLIAM

GIBSON

«Κλείδωσε». Υπάκουσε. «Κοπέλα σου είναι η Λίντα;» Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Έφυγε. Πήρε το Hitachi σου. Πολύ νευρική κοπέλα. Σε ρώτησα κάτι για το όπλο». Φορούσε μαύρα ρούχα και γυαλιά με καθρέφτες. Τα τακούνια από τις μαύρες μπότες της χώνονταν βαθιά στο αφρολέξ. «Το πήγα πίσω στον Τσιν και πήρα την εγγύηση. Μου αγόρασε και τις σφαίρες στη μισή τιμή. Θέλεις τα χρήματα;» «Όχι». «Μήπως θέλεις λίγο ξηρό πάγο; Είναι το μόνο πράγμα που μου έχει μείνει». «Τι σ' έπιασε απόψε; Γιατί έκανες όλη αυτή τη φασαρία στην αίθουσα παιχνιδιών; Αναγκάστηκα να ξεκάνω τον μπάτσο. Με κυνηγούσε με μια σιδερένια γροθιά». «Η Λίντα είπε πως ήθελες να με σκοτώσεις...» «Η Λίντα; Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ μου* την πρωτοείδα σήμερα». «Δεν είσαι με τον Γουέιτζ;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Ο Κέις κατάλαβε πως τα γυαλιά ήταν εμφυτευμένα και σκέπαζαν ολότελα τις κόγχες των ματιών της. Οι γυαλιστεροί φακοί έμοιαζαν σαν να 'βγαιναν μέσα από το δέρμα. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και φουντωτά. Τα δάχτυλα που κρατούσαν το πιστόλι ήταν άσπρα και λεπτά, με βαμμένα κόκκινα νύχια που έμοιαζαν ψεύτικα. «Νομίζω πως τα σκάτωσες, Κέις. Ακόμα δεν με γνώρισες και μου έχεις διηγηθεί όλη σου την προσωπική ζωή». «Λοιπόν, τι θέλεις από μένα, κυρά μου;» ρώτησε ο Κέις και κάθισε με την πλάτη στην πόρτα. «Εσένα. Ένα ζωντανό κορμί κι έναν εγκέφαλο σε σχετικά καλή κατάσταση. Το όνομά μου είναι Μόλι. Ήρθα να σε βρω για λογαριασμό του αφεντικού μου. Θέλει μόνο να σου μιλήσει. Κανένας δεν θα σε πειράξει». «Ωραία». «Καμιά φορά, βέβαια, συμβαίνει να κάνω κακό σε κάποιον. Έτσι είμαι φτιαγμένη». Φορούσε κολάν μαύρο δερμάτινο πανταλόνι και ένα χοντρό μαύρο μπουφάν από κά36


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ποιο υλικό που απορροφούσε τελείως το φως. «Αν κρύψω το όπλο μου, θα καθήοεις φρόνιμα; Φαίνεσαι τύπος που του αρέσουν οι εξυπνάδες». «Εντάξει, είμαι πολύ ήρεμος* αρνάκι είμαι, δεν υπάρχει πρόβλημα». «Πολύ ωραία, φίλε». Το πιστόλι εξαφανίστηκε στην τσέπη του τζάκετ. «Γιατί αν πας να μου την παίξεις, στο λέω πως θα κάνεις τη μεγαλύτερη βλακεία της ζωής σου». Άπλωσε τα χέρια της με τις παλάμες προς τα πάνω και με τα δάχτυλα ανοιχτά. Ακούστηκε ένα ελαφρό κλικ, και δέκα λεπίδες μήκους τεσσάρων εκατοστών πετάχτηκαν κάτω από τα κόκκινα νύχια. Χαμογέλασε. Οι λεπίδες ξαναμπήκαν αργά στις θήκες τους.

37


Μετά από ένα χρόνο ζωής μέσα στις κάψουλες ύπνου, το δωμάτιο στον εικοστό τέταρτο όροφο του Σίμπα Χίλτον του φάνηκε τεράστιο. Τα ογδόντα τετραγωνικά του αντιστοιχούσαν σε μισή σουίτα. Μια άσπρη καφετιέρα Braun άχνιζε δίπλα στη συρτή μπαλκονόπορτα. «Πιες λίγο καφέ. Μου φαίνεται πως σου χρειάζεται». Έβγαλε το τζάκετ της. Το όπλο κρεμόταν κάτω από τη μασχάλη της σε μια μαύρη δερμάτινη θήκη. Φορούσε γκρίζο γιλέκο χωρίς μανίκια, με φερμουάρ στους ώμους. Αλεξίσφαιρο, σκέφτηκε ο Κέις ενώ σέρβιρε καφέ σ' ένα κόκκινο φλιτζάνι. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν εντελώς ξυλιασμένα. «Κέις». Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον άντρα που στεκόταν μπροστά του. «Με λένε Αρμιτάτζ». Το μαύρο μπουρνούζι του ήταν ανοιχτό στη μέση. Το πλατύ του στήθος ήταν άτριχο και μυώδες, το στομάχι ρουφηγμένο και σφιχτό. Είχε ανοιχτόχρωμα γαλάζια μάτια, τόσο ξεπλυμένα που νόμιζες πως τα είχε μουλιάσει στη χλωρίνη. «Ξημέρωσε, Κέις. Αυτή είναι η τυχερή σου μέρα, αγόρι μου». Ο Κέις τίναξε το χέρι του στο πλάι αλλά ο άλλος απέφυγε εύκολα το ζεματιστό καφέ. Ο τοίχος - απομίμηση ριζόχαρτου - γέμισε καφετιές κηλίδες. Ο Κέις πρόσεξε τον πολύγω39


WILLIAM

GIBSON

vo χρυσό κρίκο στο αριστερό αφτί του άλλου. Ειδικές Δυνάμεις. Ο άντρας χαμογέλασε. «Βάλε καφέ, Κέις», είπε η Μόλι. «Είσαι εντάξει τύπος, αλλά δεν σ' αφήνω να φύγεις προτού σου μιλήσει ο Αρμιτάτζ». Κάθισε σταυροπόδι πάνω σ' ένα μεταξωτό μαξιλάρι κι άρχισε να λύνει το όπλο της, χωρίς καν να το κοιτάζει. Οι καθρέφτες της τον ακολούθησαν καθώς διέσχιζε το δωμάτιο κι όσο ξαναγέμιζε το φλιτζάνι του. «Είσαι πολύ νέος και δεν θυμάσαι τον πόλεμο, έτσι, Κέις;» είπε ο Αρμιτάτζ στρώνοντας τα μαλλιά του με το χέρι. Φορούσε ένα 6αρύ χρυσό βραχιόλι. «Λένινγκραντ, Κίεβο, Σιβηρία. Εσένα σε φτιάξαμε στη Σιβηρία, Κέις...» «Τι πάει να πει αυτό πάλι;» «Η Σιωπηλή Γροθιά. Σου λέει τίποτε το όνομα;» «Ήταν κάποιο πρόγραμμα κομπιούτερ, έτσι; Είχαν προσπαθήσει να παραλύσουν το ρωσικό αμυντικό σύστημα με ιούς. Ναι, το έχω ακουστά. Κανένας δε γλύτωσε». Ένιωσε την ένταση να βαραίνει στην ατμόσφαιρα. Ο Αρμιτάτζ πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω τον κόλπο του Τόκιο. «Αυτό δεν είναι αλήθεια. Μια ομάδα τα κατάφερε να γυρίσει πίσω στο Ελσίνκι, Κέις». Ο Κέις σήκωσε τους ώμους και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Είσαι χειριστής κονσόλας. Τα πρωτότυπα των προγραμμάτων που χρησιμοποιείς για να διαρρήξεις τις τράπεζες πληροφοριών είχαν φτιαχτεί για την επιχείρηση Σιωπηλή Γροθιά. Για την επίθεση στο αρχηγείο ηλεκτρονικού ελέγχου του Κίρενσκ. Η κάθε ομάδα διέθετε ένα ανεμόπτερο, έναν πιλότο, μια κονσόλα της μήτρας κι ένα χειριστή. Χρησιμοποιήσαμε ένα παρασιτικό πρόγραμμα που λεγόταν Μολ. Η σειρά Μολ ήταν η πρώτη γενιά πραγματικών προγραμμάτων εισβολής». «Παγοθραυστικά», είπε ο Κέις. «Πάγος από το ΠΑΓΟ: Πρόγραμμα Ασφάλισης και Γραφικής Οχύρωσης». «Το πρόβλημα είναι πως δεν είμαι πια χειριστής, οπότε λέω να φεύγω...» «Ήμουν εκεί, Κέις. Ήμουν εκεί όταν εφευρέθηκε το επάγγελμά σου». «Δεν έχεις καμιά δουλειά μ' εμένα και το επάγγελμά μου, φίλε. Έχεις αρκετά λεφτά ώστε να πληρώνεις μαχαιροβγάλ40


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

τες για να με βρουν και να με φέρουν εδώ. Αυτό είναι όλο. Δεν πρόκειται να ξαναδούλεψω σε κονσόλα, ούτε για σένα ούτε για κανέναν άλλο». Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε πέρα. «Εγώ τώρα μένω εκεί κάτω». «Το προφίλ σου λέει πως προσπαθείς να προκαλέσεις τον υπόκοσμο να σε σκοτώσει πισώπλατα». «Ποιο προφίλ;» «Κατασκευάσαμε ένα λεπτομερειακό μοντέλο. Προσθέσαμε όλα τα στοιχεία που είχαμε για σένα και επεξεργαστήκαμε τις πληροφορίες με ένα στρατιωτικό πρόγραμμα επιλογής υποψηφίων. Αυτοκτονείς, Κέις. Το μοντέλο σου δίνει ένα μήνα ζωής. Επιπλέον, οι βιολογικές μετρήσεις δείχνουν πως θα χρειαστείς νέο πάγκρεας σ' έναν περίπου χρόνο». «Εσείς», κοίταξε τα ξεπλυμένα μάτια του άλλου, «ποιοι είστε εσείς;» «Τι θα 'λεγες αν σε βεβαίωνα πως μπορούμε να διορθώσουμε τη βλάβη του εγκεφάλου σου, Κέις;» Ξαφνικά, ο Αρμιτάτζ έμεινε ακίνητος. Κοιτούσε τον Κέις και έμοιαζε με άγαλμα λαξεμένο σε μονόλιθο. Βαρύς, ακλόνητος, ο Κέις ήταν σίγουρος πως ονειρευόταν και πως σύντομα θα γύρναγε στην πραγματικότητα. Ο Αρμιτάτζ δεν θα ξαναμιλούσε. Ό λ α τα όνειρά του τελείωναν με μια τέτοια σκηνή όπου όλα έμεναν ακίνητα και παγωμένα. Τώρα το όνειρο είχε τελειώσει. «Τι θα 'λεγες, Κέις;» Ο Κέις κοίταξε έξω και ανατρίχιασε. «Θα 'λεγα πως μου λες μαλακίες». Ο Αρμιτάτζ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Κατόπιν θα ρωτούσα τι όρους βάζετε». «Όχι και πολύ διαφορετικούς από τους συνηθισμένους, Κέις». «Άσε τον άνθρωπο να κοιμηθεί λίγο, Αρμιτάτζ», είπε η Μόλι, «δεν βλέπεις πως είναι κουρασμένος;» Τα εξαρτήματα του όπλου της ήταν απλωμένα στο χαλί σαν κομμάτια κάποιου ακριβού παζλ. «Τους όρους σας», πέταξε ο Κέις, «και τώρα αμέσως». Συνέχισε να τρέμει. Δεν μπορούσε να σταματήσει.

41


WILLIAM

GIBSON

Η κλινική δεν είχε όνομα. Ήταν ένα πολυτελές σύμπλεγμα από ομοιόμορφα μικρά κτίρια χωρισμένα με μικρούς κήπους. Τη θυμόταν από την εποχή που είχε γυρίσει όλες τις κλινικές, όταν είχε πρωτοέρθει στη Σίμπα. «Είσαι τρομοκρατημένος, Κέις». Ήταν Κυριακή απόγευμα και στέκονταν με τη Μόλι ο' ένα είδος εσωτερικής αυλής, που ήταν διακοσμημένη με άσπρα βράχια, μ' ένα περίπτερο από πράσινο μπαμπού και με μαύρο χαλίκι αραδιασμένο σε κύματα. Ένας μηχανικός κηπουρός, που έμοιαζε με μεγάλο κάβουρα, πότιζε τα μπαμπού. «Θα πετύχει, Κέις. Δεν έχεις ιδέα τι μέσα έχει στα χέρια του ο Αρμιτάτζ. Οι γιατροί θα πληρωθούν απλά και μόνο με τις πληροφορίες που θα τους δώσει για να σε κάνουν καλά. Μ' αυτό το πρόγραμμα θα βρεθούν τρία χρόνια μπροστά από τους ανταγωνιστές τους. Έχεις ιδέα τι πάει να πει αυτό;» Έβαλε τα χέρια στη ζώνη του δερμάτινου πανταλονιού της και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών. Φορούσε κατακόκκινες καουμπόικες μπότες με μεταλλικές μύτες. Καθώς τον κοίταζε, οι φακοί της του φαίνονταν σαν μάτια έντομου. «Είσαι σαμουράι του δρόμου», είπε ο Κέις. «Πόσο καιρό δουλεύεις γΓ αυτόν;» «Δυο μήνες». «Και πιο πριν;» «Δούλευα για κάποιον άλλο. Είμαι εργαζόμενη γυναίκα, κατάλαβες;» Κούνησε το κεφάλι του. «Είναι αστείο, Κέις». «Ποιο είναι το αστείο;» «Μου φαίνεται σαν να σε ξέρω. Είδα εκείνο το προφίλ που έχει φτιάξει. Ξέρω τι είδους άνθρωπος είσαι». «Δεν με ξέρεις, αδερφούλα». «Είσαι εντάξει τύπος, Κέις. Αυτό που έπαθες λέγεται απλά γκαντεμιά». «Για πες μου για κείνον. Είναι εντάξει τύπος;» Το ρομπότκάβουρας προχώρησε προς το μέρος τους πάνω στα μαύρα χαλίκια. Όταν έφτασε ένα μέτρο από τις μπότες της Μόλι, άναψε έναν προβολέα, και κατόπιν έμεινε ασάλευτο για να αναλύσει τις πληροφορίες που είχε συλλέξει. «Αυτό που σκέφτομαι πρώτα απ' όλα, Κέις, είναι το το42


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

μάρι μου». Ο κάβουρας είχε αλλάξει πορεία για να την αποφύγει, αλλά εκείνη τον κλότσησε με ψυχραιμία και ακρίβεια. Η μεταλλική μύτη της μπότας της έκανε ένα χαρακτηριστικό θόρυβο καθώς χτυπούσε το μπρούντζινο περίβλημα. Το ρομπότ αναποδογύρισε αλλά γρήγορα ξαναγύρισε στα ίσια με τη βοήθεια των «ποδιών» του. Ο Κέις καθόταν επάνω σ' ένα βράχο και χάραζε σχέδια στα χαλίκια με τη μύτη του παπουτσιού του. Άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του για τσιγάρα. «Στο πουκάμισό σου», του είπε. «Απαντάς σε παρακαλώ στην ερώτησή μου;» Έβγαλε ένα ταλαιπωρημένο τσιγάρο κι εκείνη του το άναψε μ' ένα λεπτό μεταλλικό αναπτήρα που έμοιαζε με χειρουργικό εργαλείο. «Λοιπόν, να σου πω, ο άνθρωπος έχει σίγουρα κάποιο σχέδιο. Έχει πολλά λεφτά αυτή τη στιγμή, λεφτά που δεν τα είχε από παλιά και του έρχονται συνέχεια κι άλλα». Ο Κέις παρατήρησε μια ένταση στη φωνή της. «Εκτός κι αν δεν είναι στα καλά του...» Σήκωσε τους ώμους. «Τι πάει να πει αυτό;» «Δεν ξέρω ακριβώς. Αυτό που ξέρω είναι πως δεν γνωρίζω για ποιον ή για ποιο σκοπό ακριβώς δουλεύουμε». Ο Κέις κοίταξε μέσα στους καθρέφτες της. Το Σάββατο το πρωί είχε γυρίσει στο Φτηνό Ξενοδοχείο και είχε κοιμηθεί δέκα ώρες. Κατόπιν είχε περιπλανηθεί άσκοπα στο λιμάνι. Αν η Μόλι τον είχε ακολουθήσει, το είχε καταφέρει τέλεια γιατί αυτός δεν είχε αντιληφθεί τίποτε. Απέφυγε την Πόλη της Νύχτας. Περίμενε το τηλεφώνημα του Αρμιτάτζ στην κάψουλα. Σήμερα ήταν Κυριακή απόγευμα, και βρισκόταν εδώ, μ' αυτή την κοπέλα με το αθλητικό κορμί και τα οπλισμένα δάχτυλα. «Ακολουθήστε με, παρακαλώ. Ο αναισθησιολόγος σας περιμένει». Ο νοσοκόμος αφού υποκλίθηκε, γύρισε και μπήκε στο κτίριο χωρίς να περιμένει τον Κέις.

Οσμή κρύου χάλυβα. Μια παγωμένη αίσθηση στη σπονδυλική στήλη. Χαμένος μέσα στο σκοτάδι, με τα χέρια παγωμένα και το κορμί να στροβιλίζεται μέσα σε δίνες γκρίζου χάους. 43


WILLIAM

GIBSON

Φωνές. Κατόπιν, η μαύρη φωτιά ξεχύθηκε στις διακλαδώσεις των νεύρων. Κι ένας πόνος, πέρα από κάθε φαντασία, ένας πόνος μεγαλύτερος από κάθε άλλον... Μην κινείσαι, μείνε όπως είσαι. Ο Ρατζ ήταν εκεί, βουτηγμένος στα όνειρά του, και η Λίντα Λη, ο Γουέιτζ, ο Λόνι Ζον, εκατοντάδες πρόσωπα, μέσα σ' ένα δάσος από νέον, ναύτες, λαθρεμπόρους, και πόρνες. Δηλητηριασμένος, γκρίζος ουρανός, πέρα από τα κιγκλιδώματα, πέρα από τη φυλακή της σάρκας, τη φυλακή του κορμιού του. Μην κουνιέσαι, γαμώτο. Εκεί όπου το χρώμα του ουρανού περνούσε από το γκρίζο της τηλεόρασης στο άχρωμο της μήτρας και πάνω του έλαμπαν τα σούρικεν, τα δικά του αστέρια. «Σταμάτα, Κέις. Πρέπει να βρω τη φλέβα σου». Η γυναίκα καθόταν επάνω στο στήθος του με μια πλαστική σύριγγα στο χέρι. «Αν δεν καθίσεις ακίνητος θα σου κόψω το λαρύγγι. Είσαι ακόμα γεμάτος με αναστολείς ενδορφίνης».

-ύπνησε και τη βρήκε ξαπλωμένη δίπλα του, στο σκοτάδι. Ένιωθε το σβέρκο του αδύναμο και έτοιμο να τσακιστεί. Είχε έναν πόνο στην πλάτη. Έβλεπε ακόμη εικόνες: μια εναλλασσόμενη σύνθεση από ουρανοξύστες και θόλους εργοστασίων, θολές εικόνες που κινούνταν κάτω από τη σκιά κάποιας γέφυρας... «Κέις; Σήμερα είναι Τετάρτη, Κέις». Άπλωσε το χέρι της πάνω από το σώμα του. Ένιωσε το γυμνό της στήθος να τον αγγίζει. Την άκουσε ν' ανοίγει ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό και να πίνει. «Θέλεις;» Του έβαλε το μπουκάλι στο χέρι. «Μπορώ και βλέπω στο σκοτάδι, Κέις. Έχω διαυλικούς ενισχυτές εικόνας στα γυαλιά μου». «Πονάει η πλάτη μου». «Είναι το σημείο από όπου αντικατέστησαν το εγκεφαλοραχιαίο υγρό. Σου άλλαξαν και το αίμα. Έχεις, επίσης, καινούργιο πάγκρεας και μερικά μοσχεύματα στο συκώτι. Στα νεύρα δεν ξέρω τι ακριβώς έκαναν. Πολλές ενέσεις και τέ44


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

τοια. Πάντως, δεν έκαναν εγχείρηση». Ξάπλωσε πάλι δίπλα του. «Η ώρα είναι 2:43:12 π.μ., Κέις. Έχω ένα μικροκύκλωμα συνδεδεμένο με το οπτικό μου νεύρο». Ανακάθησε και προσπάθησε να πιει από το μπουκάλι. Πνίγηκε και άρχισε να βήχει. Το χλιαρό νερό έτρεξε στο στήθος του. «Πρέπει να βρω ένα πληκτρολόγιο», είπε. Άρχισε να ψάχνει για τα ρούχα του. «Πρέπει να μάθω αν...» Εκείνη γέλασε. Τα μικρά αλλά δυνατά της χέρια τον έπιασαν από τους καρπούς. «Λυπάμαι, μάγκα μου. Πρέπει να περιμένεις οκτώ μέρες. Αν συνδεθείς τώρα, το νευρικό σου σύστημα θα γίνει σμπαράλια. Έτσι είπε ο γιατρός. Πάντως, πιστεύουν πως πέτυχε. Θα σε εξετάσουν σε καναδυο μέρες». Άφησε τον εαυτό του να πέσει πίσω στο κρεβάτι. «Πού βρισκόμαστε;» «Σπίτι. Στο Φτηνό Ξενοδοχείο». «Πού είναι ο Αρμιτάτζ;» «Στο Χίλτον. Πουλάει χάντρες στους ιθαγενείς ή κάτι τέτοιο. Θα φύγουμε από δω σύντομα, φίλε. Άμστερνταμ, Παρίσι και ύστερα πίσω, στην Παροικία». Άγγιξε τον ώμο του με τα νύχια της. «Γύρνα, θα σου κάνω μασάζ». Ξάπλωσε μπρούμυτα, με τα χέρια απλωμένα. Εκείνη κάθισε πάνω του. Ένιωσε τη δροσιά του δερμάτινου πανταλονιού στο δέρμα του. Του χάιδεψε το λαιμό. «Πώς και δεν είσαι στο Χίλτον;» Αντί για απάντηση, η κοπέλα έκανε πίσω κι έχωσε το χέρι της ανάμεσα στα σκέλια του. Έμεινε έτσι για μια στιγμή, με το άλλο της χέρι στο σβέρκο του. Το δερμάτινο πανταλόνι έτριζε με κάθε της κίνηση. Ο Κέις γύρισε καθώς ένιωσε το όργανό του να σκληραίνει. Το κεφάλι του βούιζε, αλλά ο πόνος στο σβέρκο είχε αρχίσει να υποχωρεί. Ανασηκώθηκε στον αγκώνα, στριφογύρισε και ξανάπεσε στο μαλακό αφρολέξ τραβώντας την μαζί του. Της έγλυψε το στήθος και ένιωσε τις σκληρές ρώγες της στο πρόσωπό του. Βρήκε το φερμουάρ του δερμάτινου πανταλονιού και το κατέβασε. «Εντάξει», είπε εκείνη, «βλέπω». Έβγαλε το πανταλόνι κι το πέταξε μακριά. Άπλωσε το πόδι της πάνω στα δικά του και εκείνος άγγιξε το πρόσωπό της. Ένιωσε έκπληξη κα45


WILLIAM

GIBSON

θώς τα δάχτυλα του συνάντησαν τη σκληρή επιφάνεια των γυαλιών της. «Μη», είπε, «θ' αφήσεις δαχτυλιές». Τώρα τον καβάλησε ξανά, οδηγώντας το χέρι του στα οπισθιά της. Καθώς άρχισε να κάθεται πάνω του, ήρθαν ξανά στο μυαλό του οι ίδιες εικόνες, πρόσωπα μαζί με λάμψεις από νέον που έρχονταν κι έφευγαν. Τέντωσε τη μέση του καθώς έμπαινε μέσα της. Συνέχισε να κουνιέται πάνω του ώσπου έφτασαν στον οργασμό. Γαλάζιες αστραπές σ' ένα κενό δίχως χρόνο, απέραντο, σαν τη μήτρα, όπου τα πρόσωπα κομματιάζονταν και χάνονταν μέσα σε άγριους, άχρωμους στροβίλους. Στο Νίνσεί οι δρόμοι είχαν λιγότερο κόσμο. Ο θόρυβος από τις αίθουσες παιχνιδιών έφτανε κατά κύματα και ανακατευόταν με τις φωνές των πλανώδιων πωλητών. Ο Κέις έριξε μια ματιά από την πόρτα του «Τσατ» και είδε τον Ζον που παρακολουθούσε τα κορίτσια του στο ημίφως του μαγαζιού. Ο Ρατζ ήταν στο μπαρ. «Ε! Ρατζ, μήπως είδες τον Γουέιτζ;» «Όχι απόψε». Ο Ρατζ κοίταξε τη Μόλι και ανασήκωσε το ένα φρύδι. «Αν τον δεις, πες του πως έχω τα λεφτά που του χρωστάω». «Άλλαξε η τύχη σου, καλλιτέχνη;» «Έτσι φαίνεται, αλλά είναι νωρίς ακόμα για να το συζητήσω».

«Λοιπόν, πρέπει να δω αυτόν τον τύπο», είπε ο Κέις κοιτάζοντας το είδωλό του πάνω στα γυαλιά της. «Πρέπει να ακυρώσω μια δουλειά». «Ο Αρμιτάτζ θα θυμώσει αν μάθει πως ο' άφησα από τα μάτια μου». Στεκόταν κάτω από το ρολόι του τοίχου στην αίθουσα αναμονής του Ντην με τα χέρια στους γοφούς. «Ο τύπος δεν θα δεχθεί να μου μιλήσει αν είσαι μαζί μου. Δεν με νοιάζει για τον ίδιο τον Ντην, αυτός τα βγάζει πέρα μόνος του. Αλλά έχω ανθρώπους που θα βρεθούν σε άσχημη θέση αν φύγω από τη Σίμπα χωρίς να πω τίποτε. Δικούς μου ανθρώπους· καταλαβαίνεις;» Το στόμα της σφίχτηκε. Κούνησε το κεφάλι. «Έχω ανθρώπους στη Σιγκαπούρη, στο Τόκιο, διασυνδέ46


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

σεις στο Σιντζούκου και στην Ασακούζα και θα τους βάλω σε μπελάδες, κατάλαβες;» Έλεγε ψέματα, με το χέρι στον ώμο του μαύρου μπουφάν της. «Πέντε λεπτά, με το ρολόι σου· εντάξει;» «Δεν με πληρώνουν για να ο' αφήνω». «Άλλο να κάνεις σωστά τη δουλειά σου κι άλλο ν' αφήσω τους φίλους μου να πεθάνουν επειδή εκτελείς τις εντολές κατά γράμμα». «Μαλακίες. Μη μου λες μπούρδες για φίλους και τέτοια. Θέλεις να πας εκεί μέσα για να ζητήσεις πληροφορίες για μας από το φίλο σου το λαθρέμπορο». Ακούμπησε την μπότα της πάνω στο κόκκινο τραπεζάκι. «Α! Κέις, φίλε μου, φαίνεται πως η φιλενάδα σου, εκτός από το όπλο που κουβαλάει, στο κεφάλι της έχει κάμποση σιλικόνη. Τι ακριβώς θέλετε από μένα;» Η φωνή του Ντην αιωρήθηκε στο χώρο γύρω τους. «Περίμενε, Τζούλι. Θα έρθω μέσα μόνος μου». «Να είσαι σίγουρος γι' αυτό, μικρέ. Αλλιώς δεν θα σ' αφήσω να μπεις καθόλου». «Εντάξει», είπε η Μόλι. «Πήγαινε. Αλλά μόνο για πέντε λεπτά. Αν αργήσεις, θα μπω εκεί μέσα και θα τον ηρεμήσω μια και καλή το φίλο σου. Στο μεταξύ, προσπάθησε να καταλάβεις κάτι». «Τι να καταλάβω;» «Γιατί σου κάνω αυτή τη χάρη». Γύρισε και βγήκε από το δωμάτιο περνώντας ανάμεσα από τα δοχεία με το κίτρο. «Παράξενες παρέες κάνεις τώρα τελευταία, Κέις», είπε ο Τζούλι. «Τζούλι, έφυγε. Θα μ' αφήσεις να μπω; Σε παρακαλώ, Τζούλι». Οι σύρτες άνοιξαν. «Προχώρα αργά, Κέις», είπε η φωνή. «Άναψε όλους τους ανιχνευτές σου, αν θέλεις, Τζούλι», έκανε ο Κέις ενώ καθόταν στην περιστροφική πολυθρόνα. «Τους έχω ήδη ανοιχτούς* μην ανησυχείς», αποκρίθηκε απαλά ο Ντην, βγάζοντας ένα όπλο πίσω από το γραφείο και σημαδεύοντας τον Κέις. Ήταν ένα Μάγκνουμ με πριονισμένη κάννη. Το προστατευτικό έλασμα της σκανδάλης είχε αφαιρεθεί και η λαβή ήταν τυλιγμένη με μονωτική ταινία. Φαινόταν αστείο στα περιποιημένα χέρια του Ντην. «Απλώς παίρνω τα μέτρα μου, καταλαβαίνεις. Δεν έχω τίποτε 47


WILLIAM

GIBSON

προσωπικό μαζί σου. Και τώρα, πες μου τι θέλεις». «Θέλω ένα μάθημα ιστορίας, Τζούλι. Και μερικές πληροφορίες για κάποιον». «Τι τρέχει, μικρέ;» Το πουκάμισο του Ντην ήταν βαμβακερό με ρίγες και σκληρό κολαριστό γιακά. «Εγώ τρέχω, Τζούλι. Φεύγω. Αλλά θέλω μια χάρη, εντάξει;» «Για ποιον θέλεις πληροφορίες, αγόρι μου;» «Έναν ξένο. Λέγεται Αρμιτάτζ και μένει στο Χίλτον». Ο Ντην ακούμπησε το πιστόλι στο γραφείο. «Μην κουνηθείς, Κέις». Πάτησε μερικά κουμπιά σ' ένα τερματικό που βρισκόταν δίπλα του. «Φοβάμαι πως δεν μπορώ να σου πω τίποτε περισσότερο απ' ό,τι ξέρεις. Ο τύπος φάινεται να έχει κάποια προσωρινή συμφωνία με τους Γιακούζα, κι αυτοί έχουν τρόπους για να προστατεύουν τους συνεργάτες τους από τύπους σαν και μένα». Σήκωσε ξανά το όπλο αλλά αυτή τη φορά δεν σημάδεψε κατευθείαν τον Κέις. «Και τώρα η ιστορία. Είπες πως ήθελες ένα μάθημα. Τι είδους ιστορία εννοείς;» «Για τον πόλεμο. Ήσουν στον πόλεμο, Τζούλι;» «Για τον πόλεμο; Τι να σου πω; Κράτησε τρεις βδομάδες». «Σιωπηλή Γροθιά». «Πασίγνωστο. Δεν σας μαθαίνουν ιστορία στο σχολείο; Από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα του πολέμου. Έγινε χαμός. Ήταν εκείνος, πώς τον έλεγαν, ο Μακ Λην. Έχυσαν μπόλικο πατριωτικό αίμα, μόνο και μόνο για να δοκιμάσουν την καινούργια τεχνολογία τους. Ήξεραν για το αμυντικό σύστημα των Ρώσων, όπως αποδείχτηκε αργότερα. Ήξεραν για τα EMPS τα συστήματα μαγνητικού ρυθμού. Και παρ' όλα αυτά έστειλαν τα παιδιά στη μάχη. Έτσι, για να δουν τι θα γίνει». Ο Ντην σήκωσε τους ώμους. «Ήταν παιχνιδάκι για τους Ιβάν». «Γλίτωσε κανείς από αυτούς;» «Χριστέ μου», είπε ο Ντην, «είχε γίνει μακελειό... Νομίζω όμως πως κάποιοι σώθηκαν. Μια από τις ομάδες. Κατάφεραν να βουτήξουν ένα σοβιετικό ελικόπτερο. Μ' αυτό πέταξαν μέχρι τη Φινλανδία. Φυσικά, δεν είχαν τους κώδικες εισόδου και αναγκάστηκαν να κάνουν ρήγμα στις φινλανδικές αμυντικές γραμμές. Ήταν τύποι των Ειδικών Δυνάμεων». Ο Ντην ρούφηξε τη μύτη του. «Έγινε χαμός». 48


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ Ο Κέις κούνησε το κεφάλι. «Εγώ, ξέρεις», είπε ο Ντην κατεβάζοντας το όπλο, «πέρασα τον πόλεμο στη Λισαβόνα. Πολύ ωραίο μέρος». «Στο στρατό;» « Ό χ ι . Είδα όμως μπόλικη δράση». Ο Ντην χαμογέλασε. «Είναι καταπληκτικό πώς ανοίγουν ορισμένες αγορές σε καιρό πολέμου». «Ευχαριστώ, Τζούλι. Θα σου το χρωστάω». «Τίποτε, Κέις. Γεια σου».

Αργότερα σκέφτηκε πως η βραδιά στου Σάμι μύριζε άσχημα από την αρχή, πως το είχε νιώσει από τη στιγμή που περπατούσε μαζί με τη Μόλι στο σκοτεινό διάδρομο, σέρνοντας τα πόδια του πάνω σε μια άμορφη μάζα από αποκόμματα εισιτηρίων και πεταμένα κυπελλάκια. Ο θάνατος της Λίντα πλησίαζε... Βγαίνοντας από του Ντην, είχαν πάει στο Νάμπαν και είχε ξοφλήσει το χρέος του στον Γουέιτζ με ένα ρολό νέα γιεν του Αρμιτάτζ. Ο Γουέιτζ είχε ευχαριστηθεί, αλλά οι μπράβοι του δεν συμφωνούσαν και η Μόλι είχε σταθεί δίπλα του χαμογελαστή περιμένοντας με ανυπομονησία μια λάθος κίνησή τους. Ύστερα την είχε πάει πίσω στο «Τσατ» για ένα ποτό. «Χάνεις τον καιρό σου, κάσυμποί», είπε η Μόλι όταν τον είδε να βγάζει από την τσέπη του ένα οκτάγωνο χάπι. «Γιατί; Θέλεις κι εσύ;» Της έδωσε ένα χάπι. «Το νέο σου πάγκρεας, Κέις, και τα μοσχεύματα στο συκώτι σου. Ο Αρμιτάτζ τα σχεδίασε ειδικά για να αποφύγει την εξάρτησή σου από τα ναρκωτικά». Χτύπησε το χάπι με το νύχι της. «Είσαι βιοχημικά ανίκανος να μεταβολίσεις την αμφεταμίνη και την κοκαΐνη». «Γαμώτο», είπε ο Κέις, κοιτάζοντας μια το χάπι και μια τη Μόλι. «Πιες το. Πιες μια ντουζίνα. Δεν θα γίνει τίποτε». Το ήπιε. Δεν έγινε τίποτε. Μετά από τρεις μπίρες, η Μόλι έπιασε συζήτηση με τον Ρατζ για τους αγώνες. «Στου Σάμι», είπε ο Ρατζ. 49


WILLIAM

GIBSON

«Θα περάσουμε», είπε ο Κέις. «Έμαθα ότι σκοτώνονται εκεί κάτω». Μια ώρα αργότερα, αγόραζαν τα εισιτήρια τους από ένα μικρόσωμο ΤαιΛανδό με άσπρο τι-σερτ και μακρύ σορτ. Το μαγαζί του Σάμι ήταν ένας φουσκωτός θόλος, πίσω από τις αποθήκες του λιμανιού. Γκρίζο ύφασμα με ενίσχυση από λεπτά ατσάλινα σύρματα. Ο διάδρομος, με μια πόρίτφί στην κάθε άκρη του, ήταν ένα είδος αεροστεγανού γκ* να διατηρείται η διαφορά πίεσης που συγκρατούσε το θόλο. Στο ταβάνι υπήρχαν στρογγυλές λάμπες φθορισμού, αλλά οι περισσότερες ήταν σπασμένες. Ο αέρας εκεί μέρα: ήταν βαρύς και μύριζε ιδρώτα και τσιμέντο. Ό λ α αυτά δεν τον είχαν προετοιμάσει για την αρένα το πλήθος, τη γεμάτη από ένταση σιωπή και για τα φωι^ίΐνά είδωλα που υψώνονταν κάτω από το θόλο. Τσιμεν^ενιες κερκίδες κατέβαιναν ως την κεντρική σκηνή, μια υπερυψωμένη κυκλική κατασκευή περιτριγυρισμένη από αστραφτερές συσκευές προβολής. Δεν υπήρχαν φώτα, εκτός από την ολογραφική εικόνα που τρεμόσβηνε επάνω από το ριγκ, αναπαράγοντας τις κινήσεις των δυο αντιπάλων. Σύννεφα καπνού από τσιγάρα ανέβαιναν από τις κερκίδες και δίολύονταν όταν συναντούσαν το ρεύμα από τις τουρμπίνες που συγκρατούσε το θόλο. Οι μοναδικοί ήχοι ήταν το βούισμα των ανεμιστήρων και οι αναπνοές των δυο μονομάχων. Τα γυαλιά της Μόλι αντανακλούσαν πολύχρωμες λάμψεις από τις ολογραφικές εικόνες. Η μεγέθυνση ήταν ένα προς δέκα. Μ' αυτή την κλίμακα, τα μαχαίρια που κρατούσαν είχαν ένα μέτρο μήκος. Οι μονομάχοι τα κρατούσαν σαν ξίφη, με τα δάχτυλα σφιγμένα γύρω από τη λαβή, και τον αντίχειρα στην ίδια ευθεία με τη λάμα. Τα μαχαίρια έμοιαζαν να κινούνται μόνα τους, ακολουθώντας κάποια προκαθορισμένη πορεία. Γλιστρούσαν με τελετουργική χάρη, αργά, ψάχνοντας κάποιο άνοιγμα, περιμένοντας το λάθος του αντιπάλου. Η Μόλι παρακολουθούσε ακίνητη το παράξενο μπαλέτο των μαχαιριών. «Πάω να φέρω κάτι να φάμε», είπε ο Κέις. Εκείνη έγνεψε μόνο, απορροφημένη από το θέαμα. Αυτό το μέρος δεν του άρεσε καθόλου. Γύρισε και περπάτησε στο σκοτεινό διάζωμα. Πολύ σκοτάδι. Πολλή ησυχία. 50


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

0\ περισσότεροι θεατές ήταν Γιαπωνέζοι. Δεν ήταν ο κόσμος της Πόλης της Νύχτας. Κυρίως τεχνικοί των γύρω εργοστασίων. Φαντάστηκε πως το μέρος είχε πάρει την έγκριση κάποιας επιτροπής θεαμάτων των πολυεθνικών εταιριών. Αναρωτήθηκε πώς να ήταν η ζωή των εργαζομένων στις πολυεθνικές. Σπίτι από την εταιρία, ύμνος της εταιρίας, κηδεία από την εταιρία. Έκανε το γύρο του θόλου ώσπου να βρει την καντίνα. Αγόρασε σουβλάκια από κοτόπουλο και δυο κουτιά μπίρα. Σήκωσε τα μάτια προς την εικόνα και είδε πως το στήθος ενός από τους μαχητές ήταν βαμμένο με αίμα. Σε επτά μέρες θα μπορούσε να συνδεθεί. Όταν έκλεινε τα μάτια έβλεπε κιόλας τη μήτρα. Τα ολογραφήματα συνέχιζαν το χορό τους πάνω από τα κεφάλια των θεατών. Τότε ξαναγύρισε ο φόβος. Κρύος ιδρώτας άρχισε να κυλάει στην πλάτη του. Η εγχείρηση δεν είχε πετύχει. Βρισκόταν ακόμη εδώ, ήταν ακόμη σκέτο κρέας, δεν υπήρχε ούτε Μόλι, ούτε Αρμιτάτζ να τον περιμένει στο Χίλτον με καινούργια διαβατήρια και χρήματα. Ό λ α αυτά ήταν όνειρο, τρελή φαντασίωση... Τα μάτια του θόλωσαν από καφτά δάκρυα. Κάτω από το θόλο, το αίμα ξεπήδησε από μια κομμένη καρωτίδα. Τώρα το πλήθος ήταν όρθιο και ούρλιαζε καθώς μια από τις φιγούρες έπεσε και η εικόνα άρχισε να τρεμοπαίζει, να σβύνει... Ένιωσε τον εμετό ν' ανεβαίνει στο λαρύγγι του. Έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθιά ανάσα, τα ξανάνοιξε και είδε τη Αίντα Αη να περνάει μπροστά του με μάτια γεμάτα τρόμο. Φορούσε την ίδια ολόσωμη φόρμα. Και χάθηκε στο σκοτάδι. Χωρίς να σκεφτεί, πέταξε το κοτόπουλο και τις μπίρες κι έτρεξε πίσω της. Σκέφτηκε να φωνάξει τ' όνομά της, αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρος πως ήταν εκείνη. Μια ακτίνα από κόκκινο φως χτύπησε το τσιμέντο κάτω από τα πόδια του και το έσκισε στα δύο. Καθώς έτρεχε, έβλεπε τα άσπρα της πέδιλα μπροστά του, κοντά στον τοίχο, και τότε τον τύφλωσε ξανά η κόκκινη ακτίνα. Κάποιος άπλωσε το πόδι του. Έπεσε και οι παλάμες του γδάρθηκαν στο τσιμέντο. 51


WILLIAM

GIBSON

Κυλίστηκε και κλότσησε στα τυφλά ψάχνοντας στόχο. Ένα ξανθό αγόρι έσκυβε από πάνω του. Στο κέντρο του θόλου, ένα μαχαίρι σηκώθηκε ψηλά ανάμεσα στις κραυγές του πλήθους. Το αγόρι χαμογέλασε και τράβηξε κάτι από το μανίκι του. Ένα ξυράφι που φωΥίστηκε κόκκινο καθώς η ακτίνα περνούσε ξανά δίπλα τους. Ο Κέις είδε τη λεπίδα να κατεβαίνει σαν αστραπή προς το λαιμό του. Το πρόσωπο του νεαρού εξαφανίστηκε μέσα σ' ένα σύννεφο από μικροσκοπικές εκρήξεις. Ήταν οι μίνι-ρουκέτες της Μόλι, είκοσι βολές το δευτερόλεπτο. Το αγόρι έβηξε μια φορά και σωριάστηκε πάνω στα πόδια του Κέις. Προχώρησε προς την καντίνα περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να τον χτυπήσει η πορφυρή ακτίνα. Δεν έγινε τίποτε. Τη βρήκε. Ήταν πεσμένη στη βάση μιας τσιμεντένιας κολόνας. Μια μυρουδιά καμένης σάρκας πλανιόταν στον αέρα. Το πλήθος ζητωκραύγαζε το νικητή. Ένας πωλητής σκούπιζε τον πάγκο της καντίνας μ' ένα σκούρο πανί. Το ένα της σανδάλι είχε βγει από το πόδι και ήταν πεταμένο δίπλα στο κεφάλι της. Ακολουθούσε τον τοίχο. Τσιμεντένιες καμπύλες. Τα χέρια στις τσέπες. Συνέχισε να περπατάει. Άγνωστα πρόσωπα, στραμμένα προς την εικόνα πάνω από το ρινγκ. Ένας Ευρωπαίος κάπνιζε μια μικρή μεταλλική πίπα. Μυρουδιά από χασίς. Ο Κέις συνέχισε να περπατάει χωρίς να νιώθει τίποτε. «Κέις». Είδε τους καθρέφτες της μέσα στο σκοτάδι. «Είσαι καλά;» Κάτι κουνήθηκε πίσω της. Ακούστηκε ένα βογγητό. Κούνησε το κεφάλι του. «Η μάχη τελείωσε, Κέις. Είναι καιρός να πάμε σπίτι». ίΐροσπάθησε να περάσει δίπλα της και να πάει προς τη σκιά, εκεί όπου κάποιος πέθαινε. Τον σταμάτησε. «Οι φίλοι της φίλης σου. Σκότωσαν την κοπέλα σου. Δεν είχες πιάσει πολλές φιλίες σ' αυτή την πόλη, έτσι; Είχαμε ένα προφίλ του γέρου από παλιά, φίλε. Είναι ικανός να ξεκάνει οποιονδήποτε για λίγα νέα γιεν. Αυτός εκεί πίσω είπε πως την εντόπισαν όταν προσπάθησε να πουλήσει τη RAM που σου έκλεψε. Τους ήρθε φτηνότερα να τη σκοτώσουν και να της την πάρουν. Γλίτωσαν λίγα χρήματα... Μου τα είπε όλα αυτός με το λέιζερ. Ήταν σύμπτωση που βρεθήκαμε εδώ, μα 52


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ήθελα να σιγουρευτώ πως δεν ήξεραν τίποτα για μας». Ο Κέις ένιωθε το μυαλό του να θολώνει. «Ποιος τους έστειλε;» ρώτησε. Του έδωσε μια ματωμένη σακούλα με καραμέλες. Τα χέρια της ήταν γεμάτα αίματα. Πίσω στο σκοτάδι, κάποιος άφησε ένα βραχνό ρόγχο και ξεψύχησε. Μετά τον μετεγχειρητικό έλεγχο στην κλινική, η Μόλι τον οδήγησε στο λιμάνι. Ο Αρμιτάτζ τους περίμενε. Είχε νοικιάσει ένα χόβερκραφτ. Η τελευταία εικόνα που είδε ο Κέις από τη Σίμπα ήταν οι σκοτεινοί θόλοι των εργοστασίων. Ύστερα, μια πυκνή ομίχλη σκέπασε το μαύρο νερό και τους σωρούς των σκουπιδιών.

53


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ


Η πατρίδα. Η πατρίδα του ήταν ο ΜΑΒΑ, η Παροικία, ο Μητροπολιτικός Άξονας Βοστόνης - Ατλάντα. ϋρογραμμάτισε ένα χάρτη που να δείχνει τη συχνότητα ανταλλαγής πληροφοριών, μια φωτεινή κηλίδα για κάθε χίλια megabytes σε μια τεράστια οθόνη. Το Μανχάταν και η Ατλάντα αντιφεγγίζουν από κάτασπρο φως. Κατόπιν αρχίζουν να αναβοσβήνουν, καθώς η αυξανόμενη ταχύτητα ανταλλαγής πληροφοριών υπερφορτώνει την εικόνα σου. Ο χάρτης σου κινδυνεύει να εκραγεί σαν σούπερνοβα. Επιβράδυνε. Ανέβασε την κλίμακά σου. Κάθε κηλίδα ένα εκατομμύριο megabytes. Στα εκατό εκατομμύρια megabytes ανά δευτερόλεπτο μπορείς να μεγεθύνεις τόσο ώστε να διακρίνονται ορισμένα οικοδομικά τετράγωνα στο κέντρο του Μανχάταν και οι παλιές βιομηχανικές ζώνες στην περιφέρεια της Ατλάντα...

Ο Κέις ξύπνησε απότομα. Ονειρευόταν αεροδρόμια: τη Μόλι να περπατάει μπροστά του στους διαδρόμους του Ναρίτα, του Τσίπολ, του Ορλύ... Εκείνος αγόραζε ένα μπουκάλι δανέζικη βότκα από κάποιο περίπτερο. Κάπου εκεί κοντά, στους δρόμους της Παροικίας ακούστηκε,το σφύριγμα του αέρα από κάποιο τρένο που γλιστρούσε αθόρυβα πάνω ο' ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο. Ο 57


WILLIAM

GIBSON

αέρας όμως που μετατόπιζε, έκανε το τούνελ να σφυρίζει. Οι δονήσεις έφταναν στο δωμάτιο του Κέις και σήκωναν τη σκόνη από τις χαραμάδες στο πάτωμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε τη Μόλι ξαπλωμένη ολόγυμνη στην άλλη άκρη του ολοκαίνουργου κρεβατιού από ροζ αφρολέξ. Πάνω από το κεφάλι του έβλεπε τον ήλιο μέσα από μια μαυρισμένη τζαμαρία. Ένα από τα τζάμια είχε αντικατασταθεί με φύλλο κοντραπλακέ απ' όπου κρεμόταν ένα χοντρό γκρίζο καλώδιο. Κοίταξε τη Μόλι. Το περίγραμμα του κορμιού της είχε τη λειτουργική χάρη ενός καταδιωκτικού αεροπλάνου. Το σώμα της ήταν αδύνατο, σφιχτό σαν κορμί χορεύτριας. Σηκώθηκε. Στο ευρύχωρο δωμάτιο δεν βρίσκονταν παρά το μεγάλο ροζ κρεβάτι και δυο σάκοι ακουμπισμένοι δίπλα του. Άσπροι τοίχοι χωρίς παράθυρα και μια μοναδική σιδερένια πόρτα. Ο χώρος θύμιζε εργοστάσιο. Αυτού του είδους το δωμάτιο του ήταν γνωστό. Οι ιδιοκτήτες του δρούσαν σ' έναν περιθωριακό χώρο όπου η τέχνη δεν ήταν ακριβώς έγκλημα και το έγκλημα δεν ήταν ακριβώς τέχνη. Ήταν πίσω, στην πατρίδα. Κάθησε στο κρεβάτι και ακούμπησε τα πόδια του στο πάτωμα που ήταν φτιαγμένο από μικρά κομμάτια ξύλο. Ορισμένα κομμάτια έλειπαν, άλλα ήταν ξεκολλημένα. Το κεφάλι του πονούσε, θυμόταν το Άμστερνταμ, ένα άλλο δωμάτιο στο παλιό κέντρο της πόλης σ' ένα κτίριο εκατό χρονών. Η Μόλι έφερνε αβγά και πορτοκαλάδα για πρωινό. Ο Αρμιτάτζ έλειπε συνέχεια σε κάποια δουλειά, για την οποία δεν είχαν ιδέα. Είχαν πάει οι δυο τους σ' ένα μπαρ πίσω από τη Dam Square στο Damrak. To Παρίσι το θυμόταν σαν σε όνειρο. Ψώνια. Τον είχε πάει για ψώνια. Σηκώθηκε, φόρεσε το καινούργιο μαύρο τζιν που ήταν πεσμένο στα πόδια του και γονάτισε δίπλα στους σάκους. Ο πρώτος που άνοιξε ήταν της Μόλι: προσεχτικά διπλωμένα γυναικεία ρούχα και διάφορες μικρές συσκευές. Ο δεύτερος ήταν γεμάτος με πράγματα που δεν θυμόταν να τα έχει αγοράσει ο ίδιος: βιβλία, κασέτες, μια συσκευή υπνο-υποβολής και ρούχα με γαλλικές και ιταλικές μάρκες. Κάτω από τα ρούχα βρήκε ένα επίπεδο δέμα τυλιγμένο σε χαρτί. Όταν το σήκωσε, το χαρτί σκίστηκε κι από μέσα έπεσε ένα μεταλλικό αστέρι με εννέα ακτίνες. 58


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Σουβενίρ», είπε η Μόλι. «Πρόσεξα πως τα κοίταζες συνέχεια». Γύρισε και την είδε να κάθεται σταυροπόδι στο κρεβάτι.

«Θα 'ρθει κάποιος αργότερα για ν' αναλάβει την ασφάλειά σας», είπε ο Αρμιτάτζ. Στεκόταν στην πόρτα μ' ένα παλιό μαγνητικό κλειδί στο χέρι. Η Μόλι έφτιαχνε καφέ σε μια μικρή γερμανική καφετιέρα. «Μπορώ να το κάνω εγώ», είπε. «Έχω όλα όσα χρειάζονται. Ανιχνευτές υπερύθρων, σειρήνες...» «Όχι», είπε εκείνος κλείνοντας την πόρτα. «Θέλω αυστηρή επιτήρηση του χώρου». «Όπως νομίζεις». Η Μόλι φορούσε ένα μαύρο μπλουζάκι και μαύρο φαρδύ βαμβακερό πανταλόνι. «Ήσασταν ποτέ μπάτσος, κύριε Αρμιτάτζ;» ρώτησε ο Κέις. Ο Αρμιτάτζ είχε το ίδιο μπόι με τον Κέις, αλλά με τους φαρδιούς του ώμους και το στρατιωτικό παράστημα έμοιαζε να γεμίζει ολόκληρο το άνοιγμα της πόρτας. Φορούσε ένα σκούρο ιταλικό κοστούμι και κρατούσε μια δερμάτινη τσάντα. Το σκουλαρίκι των Ειδικών Δυνάμεων είχε εξαφανιστεί. Τα όμορφα αλλά ανέκφραστα χαρακτηριστικά του του έδιναν μια όψη σαν των μανεκέν των διαφημίσεων της περασμένης δεκαετίας. Η αχνή λάμψη των ματιών του έκανε το πρόσωπό του να μοιάζει με μάσκα. Ο Κέις μετάνιωσε για την ερώτηση που είχε κάνει. «Θέλω να πω ότι πολλοί άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων καταλήγουν μπάτσοι ή φύλακες», προσέθεσε αμήχανα ο Κέις. Η Μόλι του έδωσε μια κούπα καφέ. «Αυτό το κόλπο που μου έκάνες με το πάγκρεας, το κάνουν συνήθως οι μπάτσοι». Ο Αρμιτάτζ διέσχισε το δωμάτιο και στάθηκε μπροστά του. «Είσαι τυχερός, Κέις. Θα έπρεπε να μ' ευχαριστείς». «Σοβαρά;» Ο Κέις φύσηξε τον καφέ του με θόρυβο. «Χρειαζόσουν νέο πάγκρεας. Αυτό που σου αγοράσαμε σε απελευθέρωσε από μια επικίνδυνη εξάρτηση». «Ευχαριστώ, αλλά εμένα μου άρεσε αυτή η εξάρτηση». «Ωραία, γιατί τώρα έχεις μια καινούργια». «Τι εννοείς;» Ο Κέις σήκωσε το κεφάλι. Ο Αρμιτάτζ χαμογελούσε. «Έχεις δεκαπέντε μικροκύστεις με τοξίνη στερεωμένες σε 59


WILLIAM

GIBSON

διάφορα σημεία του κυκλοφοριακού σου συστήματος. Οι κύστεις αυτές διαλύονται σιγά-σιγά. Καθεμιά περιέχει μια ποσότητα μυκοτοξίνης, και γνωρίζεις τα αποτελέσματά της. Είναι ίδια μ' εκείνης που χρησιμοποίησαν οι εργοδότες σου στο Μέμφις». Ο Κέις ζάρωσε τα φρύδια. «Έχεις αρκετό χρόνο για να κάνεις αυτό που σου ζητάω, Κέις. Κατόπιν θα σου δώσω ένα ένζυμο που θα αποσυνδέσει τις κύστεις χωρίς να τις ανοίξει. Μετά, θα χρειαστείς μια αλλαγή του αίματός σου. Αλλιώς, οι κύστεις θα λειώσουν και θα βρεθείς στην κατάστση που ήσουν προτού σε βρω. Βλέπεις λοιπόν, Κέις, ότι μας έχεις ανάγκη. Τόσο όσο μας είχες όταν σε ψαρέψαμε από το βούρκο». Ο Κέις κοίταξε τη Μόλι. Εκείνη σήκωσε τους ώμους. «Τώρα τράβα κάτω και φέρε τα κιβώτια που θα βρεις εκεί». Ο Αρμιτάτζ του έδωσε το μαγνητικό κλειδί. «Πήγαινε. Να δεις που θα σου αρέσει, Κέις».

Καλοκαίρι στην Παροικία. Το πλήθος στους δρόμους κυμάτιζε σαν τα στάχια στο πρωινό αεράκι. Καθόταν δίπλα στη Μόλι, στο κράσπεδο ενός άνυδρου σιντριβανιού, κάτω από τη σκιά των δέντρων, και το ατέλειωτο ποτάμι από άγνωστα πρόσωπα που κυλούσε μπροστά του του έφερνε στο νου τα νεανικά του χρόνια. Πρώτα η εικόνα ενός παιδιού με λαμπερά μάτια, ενός παιδιού του δρόμου. Κατόπιν, ένας έφηβος με λείο πρόσωπο, κρυμμένο πίσω από μεγάλα κόκκινα γυαλιά. Ο Κέις θυμήθηκε τον εαυτό του να παλεύει με κάποιον επάνω σε μια σκεπή. Μια βουβή μάχη με φόντο τους σκοτεινούς θόλους των βιομηχανικών κτιρίων. Μετακινήθηκε επάνω στο σκληρό κρύο τσιμέντο. Τίποτε εδώ δεν θύμιζε τον ηλεκτρικό χορό του Νίνσεϊ. Εδώ υπήρχαν άλλοι κανόνες, άλλος ρυθμός, και μια μυρουδιά από φαστ-φουντ, αρώματα και φρέσκο καλοκαιρινό ιδρώτα. Στο δωμάτιο τον περίμενε η καινούργια του κονσόλα, ένα Ono-Sendai Cyberspace 7, το πιο εξελιγμένο και το πιο ακριβό μοντέλο κομπιούτερ της Hosaka, ένα μόνιτορ της Sony, μια ντουζίνα δισκέτες με προγράμματα «πάγου» και μια καφετιέρα Braun. 60


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Πού πήγε ο Αρμιτάτζ;» ρώτησε τη Μόλι. «Του αρέσουν τα μεγάλα ξενοδοχεία κοντά σε αεροδρόμια». Η Μόλι φορούσε ένα παλιό μπουφάν με πολλές τσέπες και μεγάλα μαύρα γυαλιά που σκέπαζαν τελείως τους καθρέφτες της. «Εσύ ήξερες γΓ αυτή τη μαλακία με την τοξίνη;» τη ρώτησε. Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Νομίζεις πως είναι αλήθεια;» «Ίσως ναι, ίσως όχι. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο». «Υπάρχει κανένας τρόπος να μάθω;» «Όχι», είπε φέρνοντας το δάχτυλο στο στόμα και κανο^Γτάς του νόημα να μη μιλήσει. «Αυτά τα μαραφέτια είναι πολύ μικρά για να φανούν στις ακτινογραφίες». Το χέρι της κινήθηκε πάλι και του 'κανε νόημα να περιμένει. «Έτσι κι αλλιώς τι σε νοιάζει; Σε είδα να χειρίζεσαι το Sandai και ήταν σαν να χάιδευες μια γυναίκα». Γέλασε. «Κι εσένα πώς σε εκβιάζει; Τι μαραφέτια έχει βρει για να κρατήσει την εργαζόμενη κοπέλα;» «Επαγγελματική φιλοτιμία, μωρό μου* αυτό είναι όλο». Του έγνεψε πάλι να σωπάσει. «Και τώρα πάμε να τσιμπήσουμε κάτι, εντάξει; Αβγά και αληθινό μπέικον. Τόσον καιρό που τρως συνθετικές τροφές, είναι ζήτημα αν θα το αντέξει ο οργανισμός σου. Άντε, έλα, θα πάρουμε το μετρό και θα πάμε στο Μανχάταν να φάμε πραγματικό πρωινό».

Μια σβηστή επιγραφή νέον έγραφε: METRO HOLOGRAFIX. Τα σκονισμένα γράμματα ήταν φτιαγμένα από γυάλινους σωλήνες. Ο Κέις έφτυσε ένα κομμάτι μπέικον που είχε κολλήσει ανάμεσα στα δόντια του. Είχε σταματήσει να κάνει ερωτήσεις για το πού πήγαιναν και γιατί. Αντί γΓ απάντηση, του έκανε κάθε φορά νόημα να σωπάσει και μιλούσε συνέχεια για τη μόδα, τα σπορ ή για κάποιο πολιτικό σκάνδαλο. Κοίταξε γύρω του. Ήταν ένα ερημικό αδιέξοδο. Τελικά, σκέφτηκε, είχαν τελείως διαφορετικές συνήθειες. Τον είχε πάει σε μια ντουζίνα μπαρ που εκείνος ούτε που τα ήξερε. Κάτι κινήθηκε πίσω από την επιγραφή METRO HOLOGRAFIX. Η πόρτα ήταν φτιαγμένη από φύλλο κυματιστής λαμαρί61


WILLIAM

GIBSON

νας. Η Μόλι στάθηκε μπροστά στην πόρτα και έκανε μερικά ακατάληπτα νοήματα. Το φύλλο άνοιξε προς τα μέσα και βρέθηκαν σε μια σκονισμένη αποθήκη. Στοίβες από παλιά αντικείμενα υψώνονταν δεξιά κι αριστερά τους, ενώ οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με ράφια γεμάτα παλιά βιβλία τσέπης. Ανάμεσα στα σκουπίδια διακρίνονταν μερικά αντικείμενα: μια τηλεόραση, τόσο παλιά που είχε κυκλώματα με λυχνίες, μια στραβωμένη κεραία, ένα μαύρο πλαστικό δοχείο γεμάτο με μεταλλικούς σωλήνες. Μια τεράστια στοίβα από περιοδικά είχε πέσει στον ανοιχτό χώρο. Ακολούθησε τη Μόλι μέσα από ένα στενό χώρισμα, ανάμεσα σε δυο σωρούς από μεταλλικά ρινίσματα. Άκουσε πίσω του την πόρτα να κλείνει αλλά δεν γύρισε να δει. Το τούνελ τελείωνε σε μια παλιά στρατιωτική κουβέρτα κρεμασμένη στο άνοιγμα μιας πόρτας. Καθώς η Μόλι την παραμέρισε για να περάσει, μια δέσμη από άσπρο φως, φώτισε το διάδρομο. Τέσσερις άσπροι τοίχοι, άσπρο ταβάνι και άσπρο πλαστικό δάπεδο. Στο κέντρο υπήρχε ένα τετράγωνο άσπρο τραπέζι και τέσσερις άσπρες καρέκλες. Ο άντρας που στεκόταν πίσω τους, κρατώντας ανοιχτή την κουρτίνα, φαινόταν σαν να είχε βγει από αεροδυναμικό τούνελ. Τα αφτιά του ήταν μικρά και κολλημένα στο μακρόστενο κρανίο του, ενώ τα μεγάλα του δόντια ήταν κυρτωμένα προς τα πίσω. Φορούσε ένα παλιό σακάκι από τουήντ και κρατούσε στο χέρι ένα πιστόλι. Τους κοίταξε, ανοιγόκλεισε τα μάτια κι έβαλε το πιστόλι στην τσέπη. Έκανε νόημα στον Κέις δείχνοντάς του μια πλάκα από άσπρο πλαστικό ακουμπισμένη δίπλα στην πόρτα. Ο Κέις πλησίασε και είδε πως ήταν ένα είδος πόρτας γεμάτης κυκλώματα. Βοήθησε τον άντρα να το σπρώξει μπροστά στο άνοιγμα και να το στερεώσει. Ένας κρυμμένος ανεμιστήρας άρχισε να λειτουργεί. «Ο χρόνος μετράει», είπε ο άντρας. «Μόλι, ξέρεις την τιμή». «Χρειαζόμαστε μια τομογραφία, Φιν. Για μοσχεύματα». «Αοιπόν, πήγαινε εκεί, ανάμεσα στις κολόνες. Πάτα πάνω στην ταινία. Πάρε βαθιά ανάσα* έτσι. Τώρα κάνε μια ολόκληρη στροφή». Ο Κέις την παρακολούθησε καθώς στριφογύριζε ανάμεσα σε δυο λεπτές κολόνες γεμάτες όργανα και 62


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

μετρητές. Ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό μόνιτορ και το άναψε. «Καινούργια πράγματα στο κεφάλι σου, βλέπω. Σιλικόνη, περίβλημα από πυρολυτικό άνθρακα. Είναι ρολόι, σωστά; Τα γυαλιά σου δίνουν τις ίδιες ενδείξεις όπως παλιά: ισοτροπικοί άνθρακες χαμηλής θερμοκρασίας. Τα πυρολυτικά έχουν καλύτερη συμβατικότητα με τους ζωντανούς ιστούς». «Κέις, έλα εδώ». Είδε ένα Χ από μαύρη ταινία στο άσπρο χτάτωμα. «Γύρνα, αργά». «Ο φίλος εδώ είναι παρθένος». Ο άντρας σήκωσε τους ώμους. «Μερικά φτηνά σφραγίσματα, τίποτ' άλλο». «Κάνεις βιολογικές εξετάσεις;» Η Μόλι έβγαλε το πράσινο γιλέκο και τα σκούρα γυαλιά της. «Τι το πέρασες εδώ, νοσοκομείο; Ανέβα στο τραπέζι να σου κάνω μια μικρή βιοψία». Γέλασε δείχνοντας τα κιτρινισμένα δόντια του. «Μπα, στο λέω με σιγουριά πως δεν έχεις ούτε σακουλάκια ούτε βόμβες στον εγκέφαλο. Θέλεις να κλείσω τη θωράκιση;» «Μόνο ώσπου να βγεις από το δωμάτιο, Φιν. Μετά άναψέ την ξανά ώσπου να σου πούμε εμείς» «Εντάξει, δεν υπάρχει πρόβλημα, Μόλι. Έτσι κι αλλιώς πληρώνεις με το δευτερόλεπτο». Αφού έκλεισαν την πόρτα πίσω του, η Μόλι γύρισε ανάποδα μια από τις καρέκλες και κάθισε ακουμπώντας τα χέρια της στη ράχη της. «Και τώρα, ας μιλήσουμε. Δεν μπορώ να πληρώσω περισσότερη ασφάλεια». «Για ποιο πράγμα να μιλήσουμε;» «ΓΓ αυτό που κάνουμε». «Τι κάνουμε;» «Δουλεύουμε για τον Αρμιτάτζ». «Και νομίζεις πως δεν είναι για δικό του λογαριασμό;» «Ακριβώς. Είδα το προφίλ σου, Κέις. Και μια φορά είδα και τη λίστα του εξοπλισμού που θα χρειαστούμε. Έχεις δουλέψει ποτέ με τους πεθαμένους;» «Όχι». Κοίταξε το είδωλό του μέσα στους καθρέφτες της. «Αλλά νομίζω πως θα μπορούσα. Είμαι καλός στη δουλειά μου». Τον εκνεύριζε να μιλάει στον ενεστώτα. «Το ξέρεις πως ο Ντίξι Φλάτλαϊν πέθανε;» Κούνησε το κεφάλι του. «Από καρδιά». «Θα δουλέψεις με το κατασκεύασμά του». Χαμογέλασε. 63


WILLIAM

GIBSON

«Αυτός σου έμαθε τα κόλπα, ε; Αυτός και ο Κουίν. Τον ξέρω τον Κουίν. Μεγάλος μαλάκας». «Υπάρχει καταγραφή του Μακκόυ Πόλεϊ; Ποιος την έχει;» Ο Κέις κάθισε κι ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι. «Περίεργο μου φαίνεται. Ποτέ δεν θα το δεχόταν». «Η Sense/Net. Του τα 'δωσαν χοντρά». «Έχει πεθάνει και ο Κουίν;» «Πού τέτοια τύχη. Αυτός είναι στην Ευρώπη. Δεν έχει ανάμειξη ο' αυτή τη δουλειά». «Αοιπόν, αν πάρουμε τον Φλάτλαϊν, καθαρίσαμε. Ήταν ο καλύτερος. Το ξέρεις πως πέθανε τρεις φορές από εγκεφαλικό θάνατο;» Κούνησε το κεφάλι της. «Το εγκεφαλογράφημά του ισοπεδώθηκε τελείως. Μου έδειξε τις ταινίες. ΓΓ αυτό τον φώναζαν Φλάτλαϊν».* «Άκου, Κέις. Από τότε που άρχισα να δουλεύω για τον Αρμιτάτζ προσπαθώ να βρω ποιος είναι πίσω του. Δεν φαίνεται να είναι κάποια πολυεθνική, κάποια κυβέρνηση ή οι τεχνοκράτες Γιακούζα. Ο Αρμιτάτζ παίρνει διαταγές. Κάποιος του είπε να πάει στη Σίμπα, να βρει έναν χαπάκια που ετοιμαζόταν ν' αυτοκτονήσει, και να φτιάξει ένα πρόγραμμα για να τον κάνει καλά. Με τα λεφτά που στοίχισε αυτό το χειρουργικό πρόγραμμα, θα μπορούσαμε ν' αγοράσουμε είκοσι από τους καλύτερους χειριστές. Ήσουν καλός, αλλά όχι και τόσο καλός πια...» Έξυσε τη μύτη της. «Απ' ό,τι φαίνεται, κάποιος το πιστεύει», είπε ο Κέις, «κάποιος μεγάλος». «Δεν θέλω να σε πληγώσω». Του χαμογέλασε.«Θα χρειαστεί να εκτελέσουμε μια πολύ δύσκολη επιχείρηση μόνο και μόνο για να πάρουμε το κατασκεύασμα του Φλάτλαϊν. Η Sense/Net το έχει κλειδωμένο σε μια υπόγεια βιβλιοθήκη στο βόρειο Μανχάταν. Μαζί μ' αυτό, η Sense/Net έχει και όλες τις καινούργιες συσκευές για τη νέα σεζόν. Αν τις κλέβαμε, θα πιάναμε την καλή. Αλλά, όχι. Εμείς έχουμε διαταγή να πάρουμε τον Φλάτλαϊν και τίποτε άλλο. Μυστήριο δεν είναι;» «Ναι, όλα μυστήρια είναι. Εσύ είσαι μυστήρια, αυτή η

* Φλάτλαϊν σημαίνει «ίσια γραμμή».

64


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

τρύπα είναι μυστήρια, και ποιος είναι αυτός ο μυστήριος καραγκιόζης έξω στο χολ;» «Ο Φ ι ν είναι μια παλιά γνωριμία. Κλεπταποδόχος. Προγράμματα υπολογιστών και τέτοια. Αυτό εδώ δεν είναι η κύρια απασχόλησή του. Κατάφερα τον Αρμιτάτζ να τον προσλάβει για τεχνικό μας. Όταν θα σκάσει μύτη, εσύ κάνε πως δεν τον ξέρεις». «Λοιπόν, εσένα τι σου έχει φυτέψει ο Αρμιτάτζ;» «Εγώ είμαι εύκολη». Χαμογέλασε. «Όποιος είναι καλός στο επάγγελμά του ευχαριστιέται να το εξασκεί. Εσύ προγραμματίζεις, εγώ δέρνω». Την κοίταξε προσεχτικά. «Πες μου, λοιπόν, τι ξέρεις για τον Αρμιτάτζ». «Αρχικά, δεν υπήρχε κανένας μ' αυτό το όνομα στην επιχείρηση Σιωπηλή Γροθιά. Το έλεγξα. Αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε. Έτσι κι αλλιώς δεν μοιάζει με κανέναν από αυτούς που τη γλίτωσαν». Σήκωσε τους ώμους. «Αυτό μόνο ξέρω. Σπουδαία τα λάχανα. Εσύ όμως είσαι χειριστής, έτσι; Εννοώ πως ίσως μπορείς να το ψάξεις καλύτερα». Χαμογέλασε. «Θα με σκοτώσει». «Ίσως ναι, ίσως όχι. Νομίζω πως σε χρειάζεται, Κέις. Νομίζω πως σ' έχει μεγάλη ανάγκη. Εξάλλου είσαι έξυπνος τύπος ή όχι; Σίγουρα μπορείς να το κάνεις χωρίς να πάρει είδηση». «Τι άλλο υπάρχει στη λίστα που είδες;» «Παιχνίδια. Κυρίως για σένα. Κι ένας ψυχοπαθής με τ' όνομα Πίτερ Ριβιέρα. Απαίσιος τύπος». «Πού βρίσκεται αυτός;» «Ξέρω ΚΙ εγώ; Αλλά είναι πραγματικά άρρωστος, δεν κάνω πλάκα. Είδα το προφίλ του». Έκανε μια γκριμάτσα. «Φριχτός». Σηκώθηκε και τεντώθηκε σαν γάτα. «Λοιπόν, είμαστε σύμμαχοι, αγόρι; Θα συνεργαστούμε; Φιλαράκια;» Ο Κέις την κοίταξε. «Δεν έχω και πολλές επιλογές, έτσι;» Εκείνη γέλασε. «Το 'πιασες, κάσυμποϊ».

«Η μήτρα ξεκίνησε από τα πρωτόγονα ηλεκτρονικά παιχνίδια», είπε η φωνή, «από τα πρώτα προγράμματα σχεδιασμού και τους στρατιωτικούς πειραματισμούς με κρα65


WILLIAM

GIBSON

νιακά ηλεκτρόδια». Στην οθόνη της Sony, ένας δισδιάστατος διαστημικός πόλεμος έδωσε τη θέση του σε ένα δάσος αϊτό γραφικές παραστάσεις που έδειχναν τις δυνατότητες αναπαράστασης στο χώρο των λογαριθμικών σπειροειδών. Ακολούθησαν εικόνες από εργαστηριακά ζώα συνδεδεμένα με ηλεκτρόδια σε πειραματικές συσκευές, και κράνη που κατεύθυναν οπλικά συστήματα σε αεροπλάνα και τανκ. «Το ηλεκτροσύμπαν. Μια συμβατική παραίσθηση την οποία μοιράζονται κάθε μέρα δισεκατομμύρια χειριστές σε ολόκληρο τον κόσμο. Παιδιά που μαθαίνουν τις μαθηματικές έννοιες... Μια γραφική αναπαράσταση των πληροφοριών που προέρχονται από όλους τους κομπιούτερ της ανθρωπότητας. Αφάνταστη πολυπλοκότητα. Φωτεινές γραμμές μέσα στο αδιάστατο του ανθρώπινου νου, συμπλέγματα και γαλαξίες πληροφοριών. Σαν τα φώτα μιας πόλης που αφήνουν τη θέση τους...» «Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Μόλι καθώς εκείνος άλλαζε κανάλι. «Παιδικό πρόγραμμα». Ένας χείμαρρος από εικόνες εναλλάσσονταν καθώς το μηχάνημα συνέχισε να αλλάζει μόνο του τα κανάλια. «Σβήσε», είπε ο Κέις. «θέλεις να δοκιμάσεις τώρα, Κέις;» Τετάρτη. Είχαν περάσει οκτώ μέρες από την εγχείρηση. «Θέλεις να φύγω, Κέις; Μήπως σου είναι πιο εύκολο, αν είσαι μόνος...» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι. Μείνε. Δεν έχει σημασία». Φόρεσε τη μαύρη υφα,σμάτινη ταινία γύρω από το κεφάλι του, προσέχοντας να μην κουνήσει τα ευαίσθητα ηλεκτρόδια του Sendai. Κοίταξε αφηρημένα προς το πληκτρολόγιο, αλλά χωρίς να το βλέπει πραγματικά. Έβλεπε τη βιτρίνα στο Νίνσεϊ με τα ασημένια σούρικεν που έλαμπαν στο φως του νέον. Σήκωσε το κεφάλι. Είχε καρφώσει το δώρο της Μόλι στον τοίχο, πάνω ακριβώς από τη Sony. Έκλεισε τα μάτια. Βρήκε με την αφή το κουμπί που έβαζε σε λειτουργία τη συσκευή. Μέσα στο σκοτάδι των κλειστών του ματιών, εμφανίστηκαν ασημιές ανταύγειες σαν να έρχονταν από το βάθος του Διαστήματος, και εικόνες ανάκατες, σαν φιλμ που ξέφυγε από το πλαίσιό του. Σύμβολα, εικόνες, πρόσωπα, ένας δια66


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

κεκομμένος χείμαρρος από οτττικές πληροφορίες. Έκανε μια σιωπηλή προσευχή, τώρα.,. Ένας γκρίζος δίσκος στο χρώμα του ουρανού της Σίμπα. Τώρα. Ο δίσκος άρχισε να περιστρέφεται όλο και γρηγορότερα, έγινε μια σφαίρα με αχνό γκρίζο χρώμα. Άρχισε να μεγαλώνει... Άρχισε να κυλάει, να ανθίζει για κείνον, ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο από ρευστό νέον, το αδιάστατο σπίτι του, η πατρίδα του, ξεδιπλωνόταν μπροστά του, μια τρισδιάστατη σκακιέρα που εκτεινόταν στο άπειρο. Είδε την πορφυρή πυραμίδα της Eastern Seaboard Fission Authority πίσω από τους πράσινους κύβους της Mitsubishi Bank of America και πιο πάνω, πολύ πιο μακριά, είδε τις σπείρες των στρατιωτικών συστημάτων, επιβλητικές και απρόσιτες. Και από κάπου άκουσε το γέλιο, το δικό του γέλιο, μέσα σε ένα δωμάτιο εργοστασίου, ενώ τα δάχτυλά του χάιδευαν το πληκτρολόγιο, και δάκρυα ανακούφισης κυλούσαν στα μάγουλά του.

Ό τ α ν έβγαλε τα ηλεκτρόδια, η Μόλι είχε φύγει και το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Κοίταξε την ώρα. Είχε μείνει στο ηλεκτροσύμπαν πέντε ώρες. Μετέφερε το Ono-Sendai σ' ένα από τα τραπέζια που είχαν εγκαταστήσει στο δωμάτιο, έπεσε στο κρεβάτι και σκεπάστηκε με το μαύρο μεταξωτό σλίπινγκ-μπαγκ της Μόλι. Το σύστημα ασφάλειας της βαριάς ατσαλένιας πόρτας σφύριξε δυο φορές. «Άδεια εισόδου», είπε ο μηχανισμός. «Το άτομο έχει ελεγχθεί σύμφωνα με το πρόγραμμά μου». «Άνοιξε, λοιπόν». Ο Κέις σηκώθηκε περιμένοντας να δει τη Μόλι ή τον Αρμιτάτζ. «Χριστέ μου», ακούστηκε μια βραχνή φωνή, «ξέρω πως αυτή η σκύλα βλέπει στο σκοτάδι...» Μια κοντόχοντρη φιγούρα μπήκε στο δωμάτιο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. «Άναψε τα φώτα». Ο Κέις ψηλάφισε τον τοίχο και βρήκε το διακόπτη. «Είμαι ο Φιν», είπε ο άντρας κάνοντας μια γκριμάτσα. «Κέις». «Χαίρω πολύ. Είμαι, να πούμε, ο τεχνικός του αφεντικού 67


WILLIAM

GIBSON

σου». Ο Φιν έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την τσέπη του κι άναψε ένα. Διέσχισε το δωμάτιο και στάθηκε μπροστά στο Ono-Sendai. «Καλό φαίνεται. Θα το φτιάξουμε. Λοιπόν, να που είναι το πρόβλημα, φίλε». Έβγαλε ένα βρόμικο φάκελο από την εσωτερική τσέπη του τζάκετ του. Μέσα στο φάκελο υπήρχε ένα μαύρο τετράγωνο αντικείμενο. «Καταραμένα εργαστηριακά πρωτότυπα», είπε αφήνοντάς το πάνω στο τραπέζι. «Τα σφραγίζουν με πολυάνθρακα. Δεν μπορείς να μπεις με λέιζερ χωρίς να το κάψεις. Είναι παγιδευμένα για ακτίνες Χ, τομογράφους και ποιος ξέρει τι άλλο. Θα το ανοίξουμε, αλλά δεν θα 'ναι εύκολο». Δίπλωσε προσεχτικά το φάκελο και τον έβαλε πάλι στην τσέπη του. «Τι είναι;» «Βασικά, είναι ένας εναλλασσόμενος διακόπτης. Αν τον συνδέσεις με το Sendai σου μπορείς να έχεις πρόσβαση σε ζωντανά ή μαγνητοφωνημένα στοιχεία υπνοϋποβολής, χωρίς να αποσυνδεθείς από τη μήτρα». «Και για ποιο λόγο;» «Δεν έχω ιδέα. Ξέρω όμως ότι πρέπει να συνδέσω έναν πομπό στη Μόλι, οπότε μάλλον τις δικές της αισθήσεις θα δέχεσαι». Ο Φιν έξυσε το πιγούνι του. «Λοιπόν, για ετοιμάσου να δούμε πόσα απίδια χωράει ο σάκος».

68


ο Κέις καθόταν στο δωμάτιο, με τα ηλεκτρόδια στο κεφάλι, και κοιτούσε τη σκόνη που φωτιζόταν από τις αχτίδες του ήλιου. Στην οθόνη του μόνιτορ προχωρούσε η αντίστροφη μέτρηση. Ο Κέις σκεφτόταν πως οι χειριστές του ηλεκτροσύμπαντος δεν συμπαθούσαν την υπνοϋποβολή γιατί τη θεωρούσαν κάτι σαν παιχνίδι με τη σάρκα. Ήξερε, βέβαια, πως τα ηλεκτρόδια που χρησιμοποιούσε και τα ντεκ της υπνοϋποβολής ήταν κατά βάση το ίδιο πράγμα και πως η μήτρα του ηλεκτροσύμπαντος δεν ήταν παρά μια απλοποιημένη αναπαράσταση του ανθρώπινου νευρικού συστήματος, θεωρούσε όμως την υπνοϋποβολή σαν μια επεξεργασία των σωματικών ερεθισμάτων. Φυσικά, τα μηχανήματα του εμπορίου ήταν έτσι φτιαγμένα ώστε, αν ο Τάλι Ισάμ, της Sense/Net, πάθαινε πονοκέφαλο στη διάρκεια μιας σύσκεψης, ο χρήστης δεν τον ένιωθε. Από την οθόνη ακούστηκε ένας βόμβος. Ο καινούργιος διακόπτης ήταν συνδεδεμένος στο κομπιούτερ του μ' ένα λεπτό καλώδιο από οπτικές ίνες. Ένα... δύο... Το ηλεκτροσύμπαν ξεπήδησε από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Καλή η «βουτιά», σκέφτηκε, αλλά πρέπει να τη δουλέψω ακόμα... Κατόπιν, πάτησε τον καινούργιο διακόπτη. Βρέθηκε ξαφνικά μέσα στο σώμα κάποιου άλλου. Η μή69


WILLIAM

GIBSON

τρα είχε χαθεί και στη θέση της έβλεπε μια θάλασσα αττό χρώματα... Η Μόλι περπατούσε σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, γεμάτο τραπεζάκια, όπου πωλούνταν φτηνά προγράμματα υπολογιστών. Κύματα μουσικής ξεπηδούσαν από αμέτρητα μεγάφωνα. Μυρωδιά από ούρα, καυσαέρια, αρώματα και ψησταριές. Για μερικά δευτερόλεπτα πάλεψε απεγνωσμένα, προσπαθώντας να ελέγξει το σώμα της. Ύστερα συνήθισε, αφέθηκε, έγινε ο επιβάτης πίσω από τα μάτια της. Οι καθρέφτες των γυαλιών της δεν έκοβαν καθόλου το φως του ήλιου. Οι ενισχυτές ισορροπούσαν κάθε στιγμή τη φωτεινότητα. Στο κάτω αριστερό μέρος του οπτικού της πεδίου, έβλεπε την ώρα με μπλε φωτεινούς αριθμούς. Κάνει επίδειξη, σκέφτηκε ο Κέις. Η κίνησή της τον αποπροσανατόλιζε, ο ρυθμός της του ήταν ξένος. Είχε συνεχώς την αίσθηση πως πήγαινε να πέσει πάνω στους άλλους διαβάτες, αλλά την τελευταία στιγμή εκείνοι παραμέριζαν. «Πώς τα πας Κέις;» Άκουσε τα λόγια και ένιωσε το στόμα της που τα σχημάτιζε. Έβαλε το χέρι μέσα από το τζάκετ και άγγιξε τη ρώγα του στήθους της μέσα από τη λεπτή μεταξωτή μπλούζα. Η αίσθηση του έκοψε την ανάσα. Εκείνη γέλασε, αλλά δεν μπορούσε να της απαντήσει γιατί η σύνδεση ήταν μονόδρομη. Δυο τετράγωνα πιο κάτω, άρχιζε η Memory Lane. Ο Κέις προσπαθούσε συνέχεια να γυρίσει τα μάτια της για να δει και να απομνημονεύσει χαρακτηριστικά σημεία που θα του επέτρεπαν να ξαναβρεί αργότερα το δρόμο. Τον εκνεύριζε που ήταν απλά ένας παθητικός θεατής της κατάστασης. Ό τ α ν πάτησε το διακόπτη, η μετάβαση στο ηλεκτροσύμπαν ήταν ακαριαία. Γλιστρούσε παράλληλα με έναν τοίχο από πρωτόγονο «πάγο» που ανήκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Μηχανικά, άρχισε να μετράει τα πιθανά σημεία διείσδυσης που συναντούσε. Κατόπιν, τινάχτηκε ξανά μέσα στο αισθητικό σύστημα της Μόλι. Οξυμένες αισθήσεις και γυμνασμένοι μυώνες. Σκεφτόταν το μυαλό με το οποίο μοιραζόταν αυτές τις εμπειρίες. Τι ήξερε για κείνη; Πως ήταν μια επαγγελματίας. Πως, όπως συνέβαινε και σε κείνον, η δουλειά της ήταν η ζωή της. Ήξερε πως της άρεσε να κάνει έρωτα και πως έπινε τον καφέ της σκέτο... 70


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Η Μόλι κατευθύνθηκε σ' ένα αττό τα μαγαζιά της Memory Lane που πουλούσαν προγράμματα για κομπιούτερ. Μέσα στο κατάστημα επικρατούσε παράξενη σιωπή. Θάλαμοι ήταν αραδιασμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, σ' ένα κεντρικό διάδρομο. Οι πελάτες ήταν όλοι νεαροί, οι περισσότεροι κάτω από τα είκοσι. Είχαν όλοι τους υποδοχές κυκλωμάτων πίσω από το αριστερό αφτί, αλλά εκείνη ούτε που τους κοίταξε. Μπροστά από τους θαλάμους, υπήρχαν πάγκοι με χιλιάδες ασημένια μικροκυκλώματα, πολύχρωμες πλακέτες σιλικόνης απλωμένες κάτω από μακρόστενα γυάλινα κουβούκλια. Η Μόλι πλησίασε στον έβδομο θάλαμο του δυτικού τοίχου.Μέσα βρισκόταν ένα αγόρι με ξυρισμένο κεφάλι και αφηρημένο ύφος. Είχε μια ντουζίνα κυκλώματα τοποθετημένα στην υποδοχή πίσω από το αφτί του. «Λάρι, μ' ακούς;» Στάθηκε μπροστά του. Ο νεαρός την κοίταξε. Με το νύχι του μικρού του δαχτύλου, έβγαλε ένα γυαλιστερό κόκκινο κύκλωμα από την υποδοχή του αφτιού του. «Ε! Λάρι». «Γεια σου, Μόλι». «Έχω μια δουλειά για κάτι φίλους σου, Λάρι». Ο Λάρι έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του μια πλακέ κασετίνα και την άνοιξε. Έβαλε το κύκλωμα μέσα κι έβγαλε ένα άλλο, μαύρο και λίγο μεγαλύτερο. Το έχωσε στ' αφτί του. Τα μάτια του στένεψαν. «Η Μόλι έχει έναν επιβάτη», είπε, «και αυτό δεν αρέσει στον Λάρι». «ΕΙ», είπε εκείνη, «με ξαφνιάζεις, δεν ήξερα πως μπορείς και πιάνεις κάτι τέτοια.Εντυπωσιάστηκα. Κοστίζει ακριβά τόση ευαισθησία». «Σας γνωρίζω, δεσποινίς;» Το άδειο βλέμμα ξαναγύρισε στα μάτια του. «Ψάχνετε για προγράμματα;» «Ψάχνω για τους Panther Moderns». «Έχεις επιβάτη, Μόλι. Κάποιος άλλος βλέπει με τα μάτια σου». «Είναι ο συνεταίρος μου». «Πες του να φύγει». «Έχω κάτι για τους Panther Moderns, Λάρι». «Δεν καταλαβαίνω τι λέτε, δεσποινίς». «Κέις, φύγε», είπε η Μόλι. 71


WILLIAM

GIBSON

Ο Κέις πάτησε το διακόπτη και βρέθηκε στιγμιαία πίσω στη μήτρα. Τα φαντάσματα των προγραμματικών συμπλεγμάτων ακυρώθηκαν για μια στιγμή στη σιωπή του ηλεκτροσύ μπαντος. «Panther Moderns», είπε στον κομπιούτερ ενώ ε6γαζε τα ηλεκτρόδια, «πέντε λεπτά ενημέρωση». «Έτοιμος», απάντησε το μηχάνημα. Το όνομα του ήταν άγνωστο. Ήταν κάτι καινούργιο. Κάτι που εμφανίστηκε όσο εκείνος έλειπε στη Σίμπα. Οι μόδες της νεολαίας της Παροικίας άλλαξαν με την ταχύτητα του φωτός. Ολόκληρες υποκουλτούρες μπορούσαν να εμφανιστούν μέσα σε μια νύχτα και μετά από τρεις μήνες να εξαφανιστούν χωρίς ν' αφήσουν ίχνη. «Ξεκινάμε», είπε. Ο κομπιούτερ είχε συνδεθεί με το αρχείο του και είχε αντλήσει τα απαραίτητα στοιχεία. Η ενημέρωση άρχισε με την εικόνα ενός αγοριού μπροστά ο' έναν τοίχο με γραμμένα συνθήματα. Μαύρα μάτια, ουλές και έντονη ακμή ο' ένα χλομό πρόσωπο. Το περπάτημά του είχε την τρομαχτική χάρη σαρκοφάγου αγριμιού. Η εικόνα έδειχνε τώρα τη δρ Βιρτζίνια Ραμπάλι, κοινωνιολόγο του NYU." Κάποιος έλεγε: «Αν λογαριάσει κανένας την τάση που έχουν αυτά τα άτομα να διαπράττουν τυχαίες πράξεις βίας, ίσως είναι λίγο δύσκολο στους τηλεθεατές να. καταλάβουν γιατί επιμένετε πως δεν πρόκειται για ένα είδος τρομοκρατίας». Η δρ Ραμπάλι χαμογέλασε. «Υπάρχει πάντοτε ένα όριο πέρα απ' το οποίο ο τρομοκράτης παύει να εξαπατάει τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Ένα σημείο όπου ναι μεν η βία μπορεί να κλιμακωθεί, αλλά ο τρομοκράτης έχει πια γίνει μέρος της επικαιρότητας και εξαρτάται από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Η τρομοκρατία, έτσι όπως την εννοούμε συνήθως, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ειδησεογραφία. Οι Panther Moderns διαφέρουν από τους άλλους τρομοκράτες στο ότι έχουν συνείδηση πως τα μαζικά μέσα ενημέρωσης διαχωρίζουν την ίδια την πράξη βίας από τον αρχικό κοινωVI κοπολιτι κό σκοπό...» «Προχώρα πιο κάτω», είπε ο Κέις. New York University.

72


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Ο Κέις συνάντησε τον πρώτο του Modern δυο μέρες αργότερα. Οι Moderns ήταν τελικά μια σύγχρονη παραλλαγή των Big Scientists που δρούσαν όταν εκείνος ήταν έφηβος. Στην Παροικία, υπήρχε ένα είδος στοιχειωμένων DNA. Κάτι που μετέφερε τους κώδικες από διάφορες βραχύβιες υποκουλτούρες και τους επαναλάμβανε σε τακτά διαστήματα. Οι Panthers Moderns ήταν μια ηλεκτρονική παραλαγή των Scientists. Αν τους το είχε επιτρέψει η τεχνολογία της εποχής, οι Big Scientists θα είχαν όλοι υποδοχές με μικροκυκλώματα στο κεφάλι τους. Αυτό που είχε σημασία ήταν το στιλ, και το στιλ ήταν το ίδιο. Οι Moderns ήταν μισθοφόροι, φαρσέρ, μηδενιστικοί τεχνοφετιχιστές. Αυτός που εμφανίστηκε στην πόρτα του δωματίου κρατώντας ένα κουτί με δισκέτες απ' τον Φιν, ήταν ένα αγόρι με απαλή φωνή που τον έλεγαν Άντζελο. Το πρόσωπο του ήταν ολόκληρο ένα μόσχευμα καλλιεργημένο σε υπόστρωμα κολλαγόνου και ήταν λείο και πολύ άσχημο. Ήταν ένα από τα φριχτότερα επιτεύγματα της πλαστικής χειρουργικής που είχε δει ποτέ του. Ο Άντζελο χαμογέλασε φανερώνοντας δυο κοφτερούς κυνόδοντες από κάποιο σαρκοβόρο ζώο. Ο Κέις είχε ξαναδεί μερικές φορές μεταμοσχευμένα δόντια. «Μην αφήνεις το χάσμα των γενεών να σε τρομάζει», είπε η Μόλι. Ο Κέις κούνησε αφηρημένα το κεφάλι του, απασχολημένος στη μελέτη του «πάγου» της Sense/Net. Αυτό ήταν. Να τι ήταν, να ποιος ήταν, όλη του η ύπαρξη. Ξεχνούσε να φάει. Η Μόλι του άφηνε κουτιά με κοτόπουλο και ρύζι στην άκρη του τραπεζιού. Μερικές φορές καταδεχόταν να σηκωθεί για να πάει μέχρι τη χημική τουαλέτα που είχαν εγκαταστήσει μέσα στο δωμάτιο. Στην οθόνη εμφανίζονταν ξανά και ξανά οι φόρμες του «πάγου» καθώς εκείνος έψαχνε για ανοίγματα, απέφευγε τις παγίδες και χαρτογραφούσε τη διαδρομή του μέσα από τον «πάγο» της Sense/Net. Ήταν καλός «πάγος», θαυμάσιος «πάγος». Οι φόρμες του έλαμπαν πολύχρωμες καθώς εκείνος κοίταζε την ανατολή μέσα από την τζαμαρία του ταβανιού με το χέρι τυλιγμένο γύρω από τους ώμους της Μόλι. Το πρώτο πράγμα που είδε όταν ξύπνησε ήταν η φωτεινή του μάζα στην οθόνη του κομπιούτερ. Σηκώθηκε και πήγε στο τραπέζι χωρίς να κάνει τον κόπο να ντυθεί. Έσπαγε τον «πά73


WILLIAM

GIBSON

γο». Δούλευε. Έχασε την αίσθηση του χρόνου και των ημερών που περνούσαν. Μερικές φορές, όταν έπεφτε για ύπνο, κυρίως όταν η Μόλι έλειπε σε κάποια δουλειά, έρχονταν στο μυαλό του οι εικόνες της Σίμπα. Πρόσωπα κάτω από το φως του νέον. Μια φορά ξύπνησε από ένα όνειρο όπου έβλεπε τη Λίντα Λη, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε ποια ήταν ούτε τι σήμαινε για κείνον. Ό τ α ν τελικά θυμήθηκε, συνδέθηκε στην κονσόλα και δούλεψε για εννιά ώρες χωρίς να κάνει το παραμικρό διάλειμμα. Του πήρε εννιά μέρες για να σπάσει τον «πάγο» της Sense/Net. «Σου είχα πει: μια βδομάδα», είπε ο Αρμιτάτζ προσπαθώντας να κρύψει την ικανοποίησή του όταν ο Κέις του έδειξε τα αποτελέσματα της δουλειάς του. «Άργησες». «Μπούρδες», είπε ο Κέις. «Αρμιτάτζ, το ξέρεις πως έκανα καλή δουλειά». «Ναι», παραδέχτηκε ο Αρμιτάτζ, «αλλά μην το πάρεις κι απάνω σου. Μπροστά σ' αυτά που θα 'χεις να αντιμετωπίσεις αργότερα, αυτό ήταν παιχνιδάκι».

«Καλή τύχη, γατούλα», ψιθύρισε ο σύνδεσμος των Panther Moderns. Ο Κέις άκουγε τη φωνή του μέσα ο' ένα σύννεφο από παράσιτα. «Ατλάντα. Φαίνεται εντάξει. Μ' ακούτε; Είναι εντάξει». Η φωνή της Μόλι ακουγόταν λίγο καθαρότερα τώρα. «Ακούμε και υπακούμε». Οι Moderns χρησιμοποιούσαν έναν πομπό στο Νιου Τζέρσι για να μεταδώσουν το κωδικοποιημένο σήμα του συνδέσμου τους σ' ένα δορυφόρο που βρισκόταν σε γεωστατική τροχιά πάνω από το Μανχάταν. Αντιμετώπιζαν την όλη επιχείρηση σαν μια πολύπλοκη φάρσα, και είχαν αποφασίσει να χρησιμοποιήσουν το δορυφόρο, έτσι, γιο πλάκα. Τα σήματα της Μόλι εκπέμπονταν από μια παραβολική κεραία τοποθετημένη στην ταράτσα ενός κτιρίου, κοντά στο μέγαρο της Sense/Net. Ατλάντα. Το σύνθημα ήταν απλό. Ατλάντα, Βοστόνη, Σικάγο, Ντένβερ. Πέντε λεπτά για κάθε πόλη. Αν κάποιος κατάφερνε να πιάσει το σήμα της Μόλι, να το αποκωδικοποιήσει και να συνθέσει τη φωνή της, ο κώδικας θα ειδοποιού74


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

σε αυτόματα τους Moderns. Αν έμενε μέσα στο κτίριο περισσότερο από είκοσι λεπτά θα ήταν μάλλον απίθανο να ξαναβγεί ζωντανή από κει μέσα. Ο Κέις ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ του και έξυσε το στήθος του. Είχε μια πολύ συγκεχυμένη ιδέα για το τι ετοιμάζονταν να κάνουν οι Moderns για να απασχολήσουν τους άντρες της ασφάλειας της Sense/Net. Η δουλειά του ήταν να συνδέσει το πρόγραμμα διείσδυσης που είχε ετοιμάσει, στο σύστημα της Sense/Net, όταν θα το χρειαζόταν η Μόλι. Παρακολούθησε την αντίστροφη μέτρηση στη γωνιά της οθόνης. Δύο... ένα... Συνδέθηκε και πυροδότησε το πρόγραμμα. «Ξεκινάμε», ψιθύρισε ο σύνδεσμος. Η φωνή του ήταν ο μοναδικός ήχος στ' αφτιά του Κέις, ενώ βουτούσε μέσα στο λαμπερό «πάγο» της Sense/Net. Ωραία. Ας δούμε τη Μόλι. Άνοιξε την υπνοϋποβολή και μεταφέρθηκε μέσα στο σώμα της. Η κωδικοποίηση θόλωνε λίγο τη θέα. Στεκόταν μπροστά ο' έναν τεράστιο καθρέφτη στο αχανές άσπρο χολ του κτιρίου. Εκτός από τα μεγάλα γυαλιά ηλίου που φορούσε για να κρύψει τους καθρέφτες της, η εμφάνισή της ήταν τελείως φυσική για το μέρος αυτό. Άλλη μια απλή τουρίστρια που τριγυρνούσε εκεί με την ελπίδα πως ίσως να την πρόσεχε ο Τάλι Ισάμ. Φορούσε ένα ροζ πλαστικό αδιάβροχο, άσπρη μπλούζα και άσπρο φαρδύ πανταλόνι, στο στιλ της περσινής γιαπωνέζικης μόδας. Χαμογέλασε και έκανε μια φούσκα με την τσίχλα που μασούσε. Ο Κέις ένιωθε την αυτοκόλλητη ταινία που συγκρατούσε τις συσκευές πάνω στην κοιλιά της: τον πομπό, τη συσκευή υπνοϋποβολής και τον κωδικοποιητή. Το μικρόφωνο, που ήταν κολλημένο στο λαιμό της, έμοιαζε με αυτοκόλλητο αναλγητικό δερματικό δίσκο. Είχε τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές μέσα στις τσέπες του αδιάβροχου. Ο Κέις χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδοτοποιήσει πως η περίεργη αίσθηση που ένιωθε στις άκρες των δακτύλων προερχόταν από τις λεπίδες που κινούνταν μέσα κι έξω από τις θήκες τους. Μεταφέρθηκε πίσω στη μήτρα. Το πρόγραμμά του είχε φτάσει στην πέμπτη πύλη. Παρακολούθησε το παγοθραυστικό του να ελίσσεται, ενώ τα χέρια του έκαναν μηχανικά τις λεπτομερειακές διορθώσεις πάνω στο πληκτρολόγιο. Μπροστά του, πολύχρωμα διαφανή επίπεδα εναλλάσσο75


WILLIAM

GIBSON

νταν σαν τράπουλα στα χέρια ταχυδακτυλουργού. Ό,τι και να γίνει περνάω, σκέφτηκε. Η πύλη άνοιξε. Ο Κέις γέλασε. Ο «πάγος» της Sense/Net είχε αποδεχθεί την είσοδο του σαν μια μεταφορά ρουτίνας από το σύμπλεγμα της εταιρίας στο Λος Άντζελες. Ήταν μέσα. Πίσω του, παρασιτικά προγράμματα συνδέονταν με τους κώδικες της πύλης, έτοιμα να απορροφήσουν την αυθεντική μεταφορά από το Λος Άντζελες, όταν θα ερχόταν. Μεταφέρθηκε ξανά. Η Μόλι έκανε το γύρο της τεράστιας κυκλικής ρεσεψιόν στο βάθος του χολ. Η ώρα στο οπτικό της νεύρο ήταν 12:01:20.

Ο σύνδεσμος είχε δώσει το σύνθημα για την έναρξη της επιχείρησης, στις δώδεκα ακριβώς. Εννέα Moderns τηλεφώνησαν συγχρόνως από διαφορετικά σημεία της Παροικίας στην Υπηρεσία Έκτακτης Ανάγκης. Ο καθένας τους έκανε μια σύντομη ανακοίνωση. Έκλεισε το τηλέφωνο και βγήκε από τον τηλεφωνικό θάλαμο. Εννέα διαφορετικά αστυνομικά τμήματα πήραν την πληροφορία πως κάποια, άγνωστη μέχρι τότε, οργάνωση φανατικών χριστιανών είχε πετάξει μεγάλες ποσότητες ενός ψυχοτρόπου παράγοντα, γνωστού ως Blue Nine στο σύστημα αερισμού της πυραμίδας της Sense/Net. Το Blue Nine, γνωστό στην Καλιφόρνια με την ονομασία Λυπημένος Άγγελος, προκαλούσε οξεία παράνοια και ανθρωποκτσνική ψύχωση στο ογδόντα πέντε στα εκατό των ανθρώπων που το ανέπνεαν.

Ο Κέις πάτησε το διακόπτη τη στιγμή που το πρόγραμμά του περνούσε τις πύλες του υποπρογράμματος που έλεγχε την ασφάλεια της επιστημονικής βιβλιοθήκης Sense/Net. Βρέθηκε μέσα ο' ένα ασανσέρ. «Με συγχωρείτε, είστε υπάλληλος της εταιρίας;» ρώτησε ο φύλακας. Η Μόλι φούσκωσε την τσίχλα της. «Όχι», είπε και έχωσε με δύναμη τα δάχτυλά της στο ηλιακό πλέγμα του άντρα. Ύστερα, καθώς εκείνος προσπαθούσε απεγνωσμένα να φτάσει τον πομπό που είχε κρεμασμένο στη ζώνη του, τον χτύπησε στο πλάι του κεφαλιού και τον έστειλε να σωριαστεί στη βάση του πλαϊνού τοίχου. 76


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Τώρα μασούσε λίγο γρηγορότερα. Πάτησε τα δυο κουμπιά, ΚΛΕΙΣΙΜΟ και STOP στον φωτεινό πίνακα. Ύστερα έβγαλε ένα μαύρο κουτί και το κόλλησε στην κλειδαριά του κυκλώματος ελέγχου του πίνακα.

πόρτας

Οι Panther Moderns άφησαν να περάσουν τέσσερα λεπτά και κατόπιν μετέδωσαν τη δεύτερη, προσεχτικά προετοιμασμένη, παραπλανητική πληροφορία. Αυτή τη φορά, την εισήγαγαν κατευθείαν στο κλειστό κύκλωμα βίντεο του κτιρίου της Sense/Net. Στις 12:04:03, όλες οι οθόνες του κτιρίου αναβόσβησαν για δεκαοκτώ δευτερόλεπτα αποσπώντας έτσι την προσοχή πολλών υπαλλήλων. Κατόπιν, εμφανίστηκε ένα άτομο με ασύμμετρο σκελετό, με τεράστια, παραμορφωμένα κόκαλα που δημιουργούσαν μια εντύπωση τεχνητά αλλοιωμένης εικόνας. Κάτι, που θα μπορούσε να είναι ένα χέρι αλλά έμοιαζε περισσότερο με κοκκινωπή ρίζα, απλώθηκε γεμίζοντας την οθόνη και ύστερα εξαφανίστηκε. Γοργές εικόνες για τον τρόπο μετάδοσης της αρρώστιας: σχεδιαγράμματα του υδραυλικού συστήματος ενός κτιρίου, γαντοφορεμένα χέρια με εργαστηριακά φιαλίδια, στρόβιλοι και τελικά ένας σιγανός παφλασμός... Το ακουστικό μέρος της ταινίας ήταν ένα ρεπορτάζ που μιλούσε για στρατιωτικές χρήσεις μιας ουσίας γνωστής ως HSG. Ήταν ένα βιοχημικό παρασκεύασμα που επιδρούσε στον ανθρώπινο παράγοντα ανάπτυξης των οστών. Σε μεγάλη δόση μπορούσε να επιταχύνει ανώμαλα την ανάπτυξη των οστών κατά χίλιες φορές. Στις 12:05:00, τρεις περίπου χιλιάδες υπάλληλοι βρίσκονταν μέσα στο κτίριο της Sense/Net. Τη στιγμή που τελείωσε το μήνυμα των Moderns, η πυραμίδα της Sense/Net έβγαλε μια κραυγή τρόμου. Έξι αστυνομικά χόβερκραφτ κατευθύνονταν προς την πυραμίδα της Sense/Net για να αντιμετωπίσουν την απειλή του Blue Nine, ενώ ένα ελικόπτερο της Άμεσης Δράσης απογειωνόταν από τη βάση του με ιτροορισμό το ίδιο σημείο.

Ο Κέις πυροδότησε το δεύτερο πρόγραμμά του. Ένας προσεχτικά κατασκευασμένος «ιός» επιτέθηκε στο κωδικό 77


WILLIAM

GIBSON

δίκτυο που έλεγχε τις ασφαλιστικές εντολές προς το υπόγειο όπου ήταν αποθηκευμένο το πειραματικό υλικό της Sense/Net. «Βοστόνη», ακούστηκε η φωνή της Μόλι, «έφτασα στο υπόγειο». Ο Κέις μεταφέρθηκε και είδε μπροστά του το άσπρο τοίχωμα του ασανσέρ. Η Μόλι έβγαζε το άσπρο της πανταλόνι. Στη γάμπα της είχε στερεωμένο με αυτοκόλλητη ταινία ένα χοντρό πακέτο. Γονάτισε και ξεκόλλησε την ταινία. Ξεδίπλωσε μια στολή των Moderns. Έβγαλε το ροζ αδιάβροχο, το πέταξε στο πάτωμα κι άρχισε να φοράει τη στολή. 12:06:26. Ο «ιός» του Κέις είχε ανοίξει ένα παράθυρο στον «πάγο» του συστήματος ελέγχου της βιβλιοθήκης. Προχώρησε στο εσωτερικό και βρέθηκε ο' ένα γαλάζιο σύμπαν γεμάτο από χρωματιστές σφαίρες τοποθετημένες στη σειρά επάνω σ' ένα πλέγμα από μπλε νέον. Στο αδιάστατο της μήτρας, το εσωτερικό μιας δεδομένης πληροφορικής κατασκευής ειχε απεριόριστες υποκειμενικές διαστάσεις. Ακόμη κι ένα παιδικό κομπιουτεράκι θα φαινόταν μέσα από το Sendai σαν ένα σύμπαν με άπειρους κενούς χώρους, συνδεδεμένους με μερικές βασικές λειτουργίες. Ο Κέις εισήγαγε την αλληλουχία που του είχε δώσει ο Φιν. Την είχε αγοράσει από κάποιον υπάλληλο της εταιρίας με αντάλλαγμα μια γερή δόση ναρκωτικών. Άρχισε να γλιστράει ανάμεσα στις σφαίρες σαν να ακολουθούσε κάποιο αόρατο ίχνος. Εδώ. Αυτή. Μπήκε στη σφαίρα και βρέθηκε σ' ένα χώρο φωτισμένο από ψυχρό μπλε φως. Εκεί, πυροδότησε ένα υποπρόγραμμα το οποίο έκανε κάποιες λεπτές αλλαγές στις συνοδευτικές εντολές του πυρήνα. Τώρα έπρεπε να βγει. Αντέστρεψε μαλακά την πορεία, ενώ ο «ιός» αποκαθιστούσε το πλέγμα της οπής. Έγινε. liriiriir Στο χολ της Sense/Net, δυο Panther Moderns κινηματογραφούσαν το πλήθος με μια βιντεοκάμερα, κρυμμένοι πίσω από τη μεγάλη ζαρντινιέρα. Φορούσαν και οι δύο φόρμες παραλλαγής. «Οι μπάτσοι τοποθετούν τώρα φράγμα78


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

τα αφρού», είπε ο ένας με τα χείλια στο μικρόφωνο που είχε κολλημένο στο λαιμό του. «Η Άμεση Δράση προσπαθεί ακόμη να προσγειώσει το ελικόπτερο».

Ο Κέις γύρισε το διακόπτη της υπνοΟποβολής και βυθίστηκε ξαφνικά στην αγωνία που προκαλεί το σπάσιμο ενός κόκαλου. Η Μόλι στηριζόταν στον άσπρο τοίχο του διαδρόμου ενώ η αναπνοή της είχε γίνει ακανόνιστη και γρήγορη. Ο Κέις γύρισε αμέσως πίσω στη μήτρα. Για μια στιγμή ένιωσε γι' άλλη μια φορά τον πόνο στο αριστερό πόδι. «Τι συμβαίνει, Μπρουντ;» ρώτησε το σύνδεσμο. «Δεν ξέρω. Η Μόλι δεν μιλάει. Περίμενε». Το πρόγραμμα του Κέις τελείωνε. Μια λεπτή αχτίδα από κόκκινο νέον εκτεινόταν από το κέντρο του αποκατεστημένου παραθύρου μέχρι το παγοθραυστικό του. Δεν είχε καιρό να περιμένει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μεταφέρθηκε. Η Μόλι έκανε ένα βήμα προσπαθώντας να στηριχτεί στον τοίχο. Ο Κέις βόγγηξε. Στο δεύτερο βήμα φάνηκε το μανίκι της μουσκεμένο στο αίμα. Το οπτικό της πεδίο είχε μειωθεί σημαντικά. Στο τρίτο βήμα, ο Κέις έβγαλε μια κραυγή και βρέθηκε πίσω στη μήτρα. «Μπρουντ; Βοστόνη, μωρό μου...» Η φωνή της ήταν σπασμένη από τον πόνο. Έβηξε. «Είχα ένα προβληματάκι με τους ιθαγενείς. Νομίζω πως μου έσπασαν το πόδι». «Τι χρειάζεσαι τώρα, γατούλα;» Η φωνή του συνδέσμου, μόλις ακουγόταν ανάμεσα στα παράσιτα. Ο Κέις πίεσε τον εαυτό του να γυρίσει πίσω στη Μόλι. Ακουμπούσε στον τοίχο ρίχνοντας όλο της το βάρος στο δεξί πόδι. Έψαξε τις τσέπες της στολής κι έβγαλε ένα πλαστικό φύλλο γεμάτο με δερματικά δισκία διαφόρων ειδών. Διάλεξε τρία και τα κόλλησε στον αριστερό της καρπό, ακριβώς πάνω στις φλέβες. Έξι χιλιάδες μικρογραμμάρια συνθετικής ενδορφίνης χτύπησαν τον πόνο στο κέντρο του και τον εξαφάνισαν. Ίσιωσε την πλάτη της. Απαλά κύματα θαλπωρής ανέβαιναν από τους μηρούς της. Έκλεισε τα μάτια και σιγά-σιγά ηρέμησε. «Εντάξει, Μπρουντ. Τώρα είμαι οκέι. Αλλά θα χρειαστώ μια ιατρική ομάδα όταν θα βγω. Πες το και στους άλλους. 79


WILLIAM

GIBSON

Κέις, είμαι σ' απόσταση μόλις δυο λεπτών από το στόχο. Μπορείς να περιμένεις;» «Πες της πως άκουσα και περιμένω», αποκρίθηκε ο Κέις. Η Μόλι άρχισε να προχωρεί αργά στο διάδρομο. Κάποια στιγμή κοίταξε πίσω και ο Κέις μπόρεσε να δει τρεις άνδρες της ασφάλειας της Sense/Net σωριασμένους στο πάτωμα. Ένας απ' αυτούς είχε απομείνει χωρίς μάτια. «Οι μπάτσοι και η Άμεση Δράση έκλεισαν το ισόγειο με φράγματα αφρού. Η κατάσταση στο χολ αρχίζει να γίνεται ζόρικη». «Το ίδιο κι εδώ κάτω» είπε η Μόλι ενώ περνούσε από μια ατσάλινη πόρτα. «Κέις, όπου να 'ναι φτάνω». Ο Κέις μεταφέρθηκε στη μήτρα κι έβγαλε τα ηλεκτρόδια από το κεφάλι του. Ήταν καταϊδρωμένος. Σκούπισε το μέτωπό του με μια πετσέτα, ήπιε μια γουλιά νερό από το θερμός που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και κοίταξε το χάρτη της βιβλιοθήκης στην οθόνη του κομπιούτερ. Ένα κόκκινο στίγμα αναβόσβηνε μερικά χιλιοστά πέρα από το πράσινο στίγμα που έδειχνε τη θέση όπου βρισκόταν το κατασκεύασμα του Ντίξι Φλάτλαϊν. Σκέφτηκε το σπασμένο πόδι της Μόλι. Με τις συνθετικές ενδορφίνες που είχε πάρει, θα μπορούσε να περπατήσει ακόμη και με τα δυο πόδια σπασμένα. Έσφιξε τη ζώνη που τον συγκρατούσε δεμένο στο κάθισμά του και ξαναφόρεσε τα ηλεκτρόδια. Και ξανά στη ρουτίνα: ηλεκτρόδια, σύνδεση, μεταφορά. Η επιστημονική βιβλιοθήκη της Sense/Net ήταν ένας νεκρός χώρος αποθήκευσης. Η Μόλι περπατούσε ανάμεσα σε σειρές από όμοιες γκρίζες θυρίδες. «Πες της να προχωρήσει πέντε σειρές ακόμη και μετά δέκα προς τ' αριστερά, Μπρουντ», είπε ο Κέις. «Ακόμη πέντε, αριστερά δέκα», είπε ο σύνδεσμος. Έστριψε αριστερά. Μια υπάλληλος της βιβλιοθήκης κρύφτηκε πίσω από μερικά ράφια. Το πρόσωπό της ήταν άσπρο, τα μάγουλά της υγρά, και το βλέμμα της άδειο. Η Μόλι την αγνόησε. Ο Κέις αναρωτιόταν τι να είχαν κάνει οι Moderns για να δημιουργήσουν τέτοιο πανικό. Ήξερε πως είχαν διαδώσει κάποια ψεύτικη απειλή, αλλά ήταν πολύ απασχολημένος και δεν είχε καταλάβει τις εξηγήσεις της Μόλι. «Αυτό είναι», είπε ο Κέις. Η Μόλι είχε σταματήσει μπρο80


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

στά στη θυρίδα που περιείχε το κατασκεύασμα. Το σχήμα της θύμιζε στον Κέις τις βιβλιοθήκες νεο-αζτεκικού ρυθμού στο γραφείο του Ντην στη Σίμπα. «Σειρά σου, Κέις», είπε η Μόλι. Ο Κέις μεταφέρθηκε στο ηλεκτροσύμπαν και έστειλε μια εντολή από την κόκκινη αχτίδα που διαπερνούσε τον πάγο της βιβλιοθήκης. Πέντε διαφορετικά συστήματα συναγερμού πείστηκαν πως λειτουργούσαν ακόμη. Οι τρεις πολύπλοκες κλειδαριές άνοιξαν, αλλά θεώρησαν πως είχαν παραμείνει κλειστές. Η μόνιμη μνήμη της κεντρικής τράπεζας πληροφοριών της βιβλιοθήκης δέχτηκε μια παρεμβολή: το κατασκεύασμα είχε αφαιρεθεί πριν από ένα μήνα με διοικητική εντολή. Αν ένας υπάλληλος έψαχνε να βρει την άδεια αφαίρεσης, θα έβρισκε πως τα πρακτικά είχαν σβηστεί. Η πόρτα άνοιξε αθόρυβα. «0467839», είπε ο Κέις. Η Μόλι έβγαλε από τη θυρίδα μια μαύρη συσκευή αποθήκευσης. Έμοιαζε με γεμιστήρα όπλου και η επιφάνειά της ήταν γεμάτη φωτεινές ενδείξεις και πλήκτρα ασφαλείας. Η Μόλι έκλεισε την πόρτα της θυρίδας. Ο Κέις μεταφέρθηκε στη μήτρα. Αφαίρεσε την κόκκινη ακτίνα σύνδεσης από τον πάγο της βιβλιοθήκης. Η ακτίνα μαζεύτηκε πίσω στο πρόγραμμά του και έβαλε αυτόματα σε λειτουργία τη διαδικασία αντιστροφής. Οι πύλες της Sense/Net έκλειναν μια-μια πίσω του, ενώ τα υποπρογράμματα ενσωματώνονταν στο παγοθραυστικό, καθώς αυτό περνούσε από τις πύλες όπου βρίσκονταν σταθμευμένα. «Είμαι έξω, Μπρουντ», είπε και έγειρε στη ράχη της καρέκλας του. Είχε μάθει να διατηρεί τον έλεγχο του σώματός του ακόμη κι όταν ήταν συνδεδεμένος στη μήτρα. 0 α περνούσαν μέρες ώσπου να ανακάλυπτε η Sense/Net την κλοπή. Το στοιχείο-κλειδί θα ήταν η μεταφορά από το Αος Ά ντζελες η οποία είχε συμπέσει με την τρομοκρατική επίθεση των Moderns. Ήταν σίγουρος πως οι τρεις άντρες της ασφάλειας που είχαν συναντήσει τη Μόλι δεν θα ζούσαν για να διηγηθούν τι είχαν δει. Πάτησε το διακόπτη. Το ασανσέρ είχε μείνει στο υπόγειο με ανοιχτή την πόρτα. Ο φύλακας ήταν πεσμένος στο πάτωμα. Ο Κέις πρόσεξε τον δερματικό δίσκο στο λαιμό του. Τον είχε βάλει η Μόλι 81


WILLIAM

GIBSON

για να τον κρατήσει κοιμισμένο. Μττήκε, αποσυνέδεσε το μαύρο κουτί από τον πίνακα ελέγχου και πάτησε το κουμπί που έγραφε «Ισόγειο». Καθώς οι πόρτες του ασανσέρ άνοιγαν, μια γυναίκα μπήκε τρέχοντας και χτύπησε με το κεφάλι στο πίσω τοίχωμα. Η Μόλι την αγνόησε, έσκυψε και αφαίρεσε το δερματικό δίσκο από το φύλακα. Ύστερα, κλότσησε το πανταλόνι και το αδιάβροχο προς τα έξω και κατέβασε την κουκούλα της στολής της στο πρόσωπό της. Το κατασκεύασμα βρισκόταν σε μια μεγάλη τσέπη «καγκουρό», πάνω στο στήθος της. Βγήκε από το ασανσέρ. Ο Κέις είχε ξαναδεί σκηνές πανικού, αλλά ποτέ σε κλειστό χώρο. Οι υπάλληλοι της Sense/Net ξεχύνονταν από τα ασανσέρ και έτρεχαν να βγουν στο δρόμο. Στις πόρτες, όμως, έπεφταν πάνω στα φράγματα αφρού της αστυνομίας και στα πολυβόλα της Άμεσης Δράσης. Οι δυο ομάδες, σίγουρες πως είχαν να κάνουν με μια ορδή από ψυχοπαθείς δολοφόνους, συνεργάζονταν με καταπληκτική αποτελεσματικότητα. Πίσω από τη σπασμένη πόρτα της κεντρικής εισόδου, τα πτώματα στοιβάζονταν πάνω στα φράγματα. Το πλήθος κυμάτιζε μπρος-πίσω πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο του τεράστιου χολ, με φόντο το μακάβριο ήχο των επαναληπτικών πυροβόλων της αστυνομίας. Ο Κέις δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο φρικιαστική σκηνή. Αλλά μήτε και η Μόλι. «Χριστέ μου», είπε και κοντοστάθηκε. Οι κραυγές του πλήθους ήταν ένα είδος θρήνου που ανέβαινε σαν ρόγχος στα χείλη εκατοντάδων ανθρώπων ξετρελαμένων από φρίκη και τρόμο. Το δάπεδο ήταν σκεπασμένο με κορμιά, ρούχα, αίμα και φύλλα κίτρινου μηχανογραφικού χαρτιού. «Έλα, αδερφούλα, πάμε έξω». Οι δυο Moderns έμοιαζαν με πολύχρωμο καλειδοσκόπιο, καθώς οι ηλεκτρονικές στολές παραλλαγής που φορούσαν άλλαζαν συνέχεια χρώμα ώστε να τους κάνουν αόρατους πάνω στο πολύχρωμο φόντο. «Είσαι τραυματισμένη; Έλα. Ο Τόμι θα σε βοηθήσει». «Σικάγο», είπε η Μόλι, «έρχομαι». Την επόμενη στιγμή ένιωσε να πέφτει. Όχι όμως στο ματοβαμμένο δάπεδο, αλλά σε μια σκοτεινή, βουβή δίνη. 82


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Ο αρχηγός των Panther Moderns λεγόταν Λούπους Γιόντερμποί και φορούσε στολή από πολυάνθρακα που του επέτρεπε να προβάλλει πάνω της ό,τι εικόνες ήθελε. '.Ηταν καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού του Κέις σαν άγαλμα σιντριβανιού, και κοιτούσε τον Κέις και τον Αρμιτάτζμε μάτια που έλαμπαν. Χαμογελούσε. Τα μαλλιά του ήταν ροζ. Ένα πολύχρωμο δάσος από μικροκυκλώματα ξεπρόβαλλε πίσω από το αριστερό του αφτί. Οι κόρες των ματιών του είχαν τροποποιηθεί με χειρουργική επέμβαση και έμοιαζαν με κόρες ματιών γάτας. Ο Κέις κοίταζε τα χρώματα που άλλαζαν συνέχεια πάνω στη στολή. «Χάσατε τον έλεγχο της κατάστασης», είπε ο Αρμιτάτζ. Στεκόταν στο κέντρο του δωματίου, σαν άγαλμα, τυλιγμένος ο' ένα ακριβό σκούρο αδιάβροχο. «Χάος, κύριε Κάποιε μου», είπε ο Λούπους Γιόντερμποϊ. «Αυτό είναι το σύνθημά μας. Αυτό είναι το κύριο όπλο μας. Η γυναίκα ξέρει. Μ' εκείνη συμφωνήσαμε. Όχι μ' εσάς, κύριε Κάποιε». Η στολή του είχε γίνει μπεζ και πράσινη. «Χρειαζόταν γιατρό. Τώρα είναι εκεί. Θα την προσέχουμε. Ό λ α είναι εντάξει». Χαμογέλασε ξανά. «Πλήρωσέ τον», είπε ο Κέις. Ο Αρμιτάτζ τον αγριοκοίταξε. «Δεν έχουμε το εμπόρευμα». «Το έχει η γυναίκα», είπε ο Γιόντερμποϊ. «Πλήρωσέ τον». Ο Αρμιτάτζ πλησίασε απρόθυμα στο τραπέζι κι έβγαλε από την τσέπη του τρεις πάκους από νέα γιεν. «Θέλεις να τα μετρήσεις;» ρώτησε τον Γιόντερμποϊ. «Όχι», είπε ο άλλος. «Θα πληρώσεις. Είσαι ένας κύριος Κάποιος, άγνωστος. Θα πληρώσεις για να παραμείνεις άγνωστος». «Ελπίζω αυτό να μην είναι απειλή», είπε ο Αρμιτάτζ. «Αυτό είναι μπίζνες», είπε ο Γιόντερμποϊ, ενώ έκρυβε τα χρήματα στην τσέπη του. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Κέις σήκωσε το ακουστικό. «Η Μόλι», είπε στον Αρμιτάτζ και του το έδωσε.

Όταν ο Κέις βγήκε από το κτίριο, ο ήλιος έδυε πίσω από τα κτίρια της Παροικίας. Ένιωθε τα χέρια και τα πόδια του παγωμένα και μουδιασμένα. Δεν είχε μπορέσει να κοιμηθεί. 83


WILLIAM

GIBSON

To δωμάτιο τον αρρώσταινε. Ο Λούττους και ο Αρμιτάτζ είχαν φύγει. Η Μόλι βρισκόταν σε κάποιο νοσοκομείο. Ένιωσε τους κραδασμούς καθώς ένα τρένο περνούσε κάτω από τα πόδια του. Κάπου εκεί κοντά, μια σειρήνα ούρλιαζε. Περπατούσε στην τύχη, με το γιακά του καινούργιου δερμάτινου τζάκετ του σηκωμένο. Πέταξε τη γόπα του τσιγάρου του σ' έναν υπόνομο κι άναψε αμέσως ένα άλλο. Προσπαθούσε να φανταστεί τις μικροκύστεις του Αρμιτάτζ που διαλύονταν σιγά σιγά μέσα στο αίμα του. Μικροσκοπικές σακουλίτσες που, σε κάθε του βήμα, γίνονταν όλο και πιο εύθραυστες. Φαινόταν σαν ψέμα. Το ίδιο απίστευτο όσο και η σκηνή που είχε δει με τα μάτια της Μόλι στο χολ της Sense/Net. Προσπάθησε να θυμηθεί τα πρόσωπα των τριών ανθρώπων που είχε σκοτώσει στη Σίμπα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τους δυο άντρες. Η γυναίκα του θύμιζε τη Λίντα Αη. Ένα ηλεκτροκίνητο τρίκυκλο τον προσπέρασε. Στο πίσω μέρος χοροπηδούσαν μερικοί άδειοι πλαστικοί κύλινδροι. «Κέις». Αναπήδησε και στράφηκε μηχανικά με την πλάτη στον τον τοίχο. «Ένα μήνυμα για σένα, Κέις». Η στολή του Αούπους Γιόντερμποί έμοιαζε με ηλεκτρονικό κύκλωμα. «Συγνώμη που σε τρόμαξα». Ο Κέις τέντωσε το σώμα του χωρίς να βγάλει τα χέρια από τις τσέπες. Ήταν ένα κεφάλι ψηλότερος από τον Modern. «Θα 'πρεπε νά 'σαι πιο προσεχτικός, Γιόντερμποϊ». «Να το μήνυμα. Wintermute», έκανε εκείνος. «Από σένα;» ρώτησε ο Κέις κάνοντας ένα βήμα «Όχι», είπε ο Γιόντερμποϊ. «Για σένα». «Από ποιον;» «Wintermute», επανέλαβε ο Γιόντερμποϊ. Χάιδεψε το ροζ λοφίο του. Η στολή του έγινε κατάμαυρη. Έκανε μια παράξενη πιρουέτα και χάθηκε. Ό χ ι , ήταν ακόμη εκεί. Είχε κατεβάσει την κουκούλα και η στολή του είχε πάρει ακριβώς το ίδιο χρώμα με το πεζοδρόμιο. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν της γάτας. Ύστερα εξαφανίστηκε. Ο Κέις έκλεισε τα μάτια του και τα έτριψε απαλά, ενώ καθόταν πάνω σ' έναν χαμηλό τοίχο από τούβλα. Στο Νίνσεϊ τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. 84


Η ιατρική ομάδα που είχε αναλάβει τη Μόλι, ήταν εγκατεστημένη σ' ένα ανώνυμο κτίριο κοντά στο παλιό κέντρο της Βαλτιμόρης. Το κτίριο ήταν χτισμένο σε ανεξάρτητα μέρη, σαν μια γιγαντιαία έκδοση του Φτηνού Ξενοδοχείου, με δωμάτια που είχαν μήκος σαράντα μέτρα. Ο Κέις είδε τη Μόλι να βγαίνει από μια πόρτα που έγραφε το όνομα ΤΖΕΡΑΛΝΤ ΤΣΙΝ, οδοντίατρος. Κούτσαινε. «Μου είπε πως αν κλοτσήσω, θα φύγει ολόκληρο το πόδι». «Συνάντησα ένα φίλο σου», είπε ο Κέις. «Έναν Modern». «Μπα! Ποιον;» «Τον Λούπους Γιόντερμποϊ. Είχε ένα μήνυμα». Της έδωσε μια χαρτοπετσέτα όπου είχε γράψει με κεφαλαία γράμματα W I N T E R M U T E . «Είπε πως...» αλλά τον σταμάτησε μ' νεύμα. «Πάμε να τσιμπήσουμε κάτι», είπε η Μόλι.

Μετά το γεύμα πήραν το τρένο για τη Νέα Υόρκη. Ο Κέις είχε μάθει να μην κάνει ερωτήσεις. Η μόνη απάντηση ήταν ένα νεύμα για να σωπάσει. Το πόδι της φαινόταν να την ενοχλεί και ήταν λιγομίλητη. Ένα αδύνατο μαύρο κοριτσάκι με ξύλινες χάντρες και παλιές αντιστάσεις πλεγμένες στα μαλλιά του, άνοιξε την πόρτα του Φιν και τους οδήγησε στο άσπρο δωμάτιο. Του φά85


WILLIAM

GIBSON

νηκε πως οι σωροί των σκουπιδιών στην αποθήκη είχαν μεγαλώσει σε μέγεθος μετά την τελευταία φορά που τους είχε δει. Πίσω από τη στρατιωτική κουβέρτα, ο Φιν τους περίμενε καθισμένος στο άσπρο τραπέζι. Η Μόλι έβγαλε ένα χαρτί, έγραψε γρήγορα κάτι και το έδωσε στον Φιν. Εκείνος το έπιασε με το δείκτη και τον αντίχειρα και το κράτησε μακριά του σαν να κινδύνευε να εκραγεί. Έκανε μια γκριμάτσα που φανέρωνε ανυπομονησία. Σηκώθηκε και τίναξε μερικά ψίχουλα από το πανταλόνι του. Επάνω στο τραπέζι υπήρχε μια γυάλα με παστές ρέγγες, ένα κομμάτι ψωμί κι ένα μικρό σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα. «Περιμένετε», είπε ο Φιν και βγήκε από το δωμάτιο. Η Μόλι κάθησε στη θέση του, έβγαλε τη λεπίδα στο δείκτη του δεξιού χεριού της και κάρφωσε ένα κομμάτι ρέγγα. Ο Κέις χάζευε κοιτάζοντας τα διάφορα όργανα που ήταν στερεωμένα στις δύο κολόνες. Σε δέκα λεπτά ο Φιν γύρισε τρέχοντας, με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Έκανε νόημα στον Κέις να τον βοηθήσει με τον πίνακα της πόρτας. Καθώς ο Κέις στερέωνε τον ηλεκτρονικό θώρακα, ο Φιν έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό μόνιτορ κι άρχισε να πατάει διάφορα κουμπιά. «Μωρό μου», είπε στη Μόλι ενώ έβαζε ξανά το μόνιτορ στην τσέπη του, «το βρήκες. Χωρίς πλάκα* το μυρίζομαι. Θέλεις να μου πεις πού το βρήκες;» «Ο Γιόντερμποϊ», είπε, η Μόλι. «Έκανα μια ξεχωριστή συμφωνία με τον Λάρι». «Έξυπνο», είπε ο Φιν. «Είναι ΤΝ». «Για σιγά· εγώ δεν κατάλαβα τίποτε», είπε ο Κέις. «Στη Βέρνη», συνέχισε ο Φιν χωρίς να του δώσει σημασία. «Έχει περιορισμένη ελβετική υπηκοότητα σύμφωνα με το νόμο του '53. Κατασκευάστηκε για την Τέσιερ-Άσπουλ Α.Ε. Αυτοί έχουν τη συσκευή και το πρωτότυπο πρόγραμμα». «Λοιπόν, θα μου εξηγήσετε ποιος είναι στη Βέρνη;» μπήκε στη μέση ο Κέις. «Wintermute είναι το κωδικό όνομα μιας ΤΝ. Έχω τους αριθμούς καταχώρησης Τούρινγκ. Τεχνητή Νοημοσύνη». «Καλά όλα αυτά», είπε η Μόλι, «αλλά τι σημαίνουν;» «Αν η πληροφορία είναι σωστή», είπε ο Φιν, «τότε αυτή η ΤΝ είναι πίσω από τον Αρμιτάτζ». 86


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Πλήρωσα τον Λάρι για να κάνει μια μικρή έρευνα σχετικά με τον Αρμιτάτζ», εξήγησε η Μόλι στον Κέις. «Οι Moderns έχουν μερικές περίεργες διασυνδέσεις. Η συμφωνία ήταν πως θα έπαιρναν τα χρήματα αν απαντούσαν σε μια ερώτηση: "Ποιος είναι ο εργοδότης του Αρμιτάτζ;"» «Και νομίζεις πως είναι η ΤΝ που λες; Ναι, μα αυτά τα πράγματα δεν έχουν κανένα δικαίωμα αυτονομίας. Θα πρέπει να είναι η εταιρία στην οποία ανήκει, αυτή η Τεσλ...» «Τέσιερ-Άσπουλ Α.Ε.», διόρθωσε ο Φιν, «και έχω να σας πω μια ιστορία γΓ αυτούς. Θέλετε να την ακούσετε;» Κάθισε και έγειρε μπροστά. «Φιν», είπε η Μόλι. «Λατρεύουμε τις ιστορίες». «Αυτήν εδώ δεν την έχω ξαναπεί σε κανέναν».

Ο Φιν ήταν κλεπταποδόχος, αγόραζε και πουλούσε κλεμμένα προγράμματα υπολογιστών. Στη διάρκεια της καριέρας του, είχε έρθει σε επαφή με άλλους κλεπταποδόχους που εμπορεύονταν πιο κλασικά αντικείμενα: πολύτιμα μέταλλα, γραμματόσημα, νομίσματα, πολύτιμους λίθους, κοσμήματα, γούνες, πίνακες ζωγραφικής και άλλα έργα τέχνης. Η ιστορία του άρχιζε με την ιστορία ενός ανθρώπου που λεγόταν Σμιθ. Ο Σμιθ ήταν κι αυτός κλεπταποδόχος, αλλά είχε καταφέρει να εξελιχθεί τελικά σε έμπορο έργων τέχνης. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος «με σιλικόνη» που είχε γνωρίσει ο Φιν - η έκφραση ακουγόταν παλιομοδίτικη - και τα κυκλώματα που χρησιμοποιούσε είχαν προγράμματα ιστορίας της τέχνης και καταλόγους πωλήσεων από διάφορες μεγάλες γκαλερί. Με μισή ντουζίνα τέτοια κυκλώματα στο κεφάλι του, ο Σμιθ είχε αποκτήσει τεράστια γνώση σχετικά με το εμπόριο έργων τέχνης, σε σύγκριση με τους συναδέλφους του. Ο Σμιθ, λοιπόν, είχε έρθει να ζητήσει βοήθεια από τον Φιν. Συναδελφικά, ως επιχειρηματίας προς επιχειρηματία. Ήθελε πληροφορίες για την Τέσιερ-Άσπουλ και ζητούσε η έρευνα να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σίγουρο πως οι ενδιαφερόμενοι δεν θα μπορούσαν να βρουν ποτέ ποιος είχε ζητήσει τις πληροφορίες. Ο Φιν είχε απαντήσει πως αυτό ήταν δυνατό να γίνει, αλλά ζήτησε εξηγήσεις. «Μύριζε χρήμα», είπε ο Φιν στον Κέις. «Και ο Σμιθ παραήταν προσεχτικός». 87


WILLIAM

GIBSON

Ο Σμιθ εξήγησε πως είχε ένα συνεργάτη που τον έλεγαν Τζίμι. Ο Τζίμι ήταν, μεταξύ άλλων, και διαρρήκτης και μόλις είχε επιστρέψει από ένα διαστημικό σταθμό όπου είχε μείνει ένα χρόνο. Είχε φέρει μαζί του διάφορα κλεμμένα αντικείμενα από τα οποία το πιο ενδιαφέρον ήταν ένα κεφάλι, ένα λεπτοδουλεμένο αντικείμενο από πλατίνα, στολισμένο με μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Ο Σμιθ είχε συμβουλέψει τον Τζίμι να το λειώσει. Ήταν του καιρού μας και δεν είχε αξία για ένα συλλέκτη αντικών. Ο Τζίμι είχε πει πως το κεφάλι ήταν ένας κομπιούτερ και πως μιλούσε. Και μάλιστα όχι με ηλεκτρονική συνθετική φωνή, αλλά μ' ένα λεπτεπίλεπτο μηχανικό σύστημα από γρανάζια και μικροσκοπικούς αυλούς. Ο κατασκευαστής θα πρέπει να είχε πολύ μεράκι και να ήταν λίγο βαρεμένος, γιατί τα κυκλώματα παραγωγής φωνής κόστιζαν πάμφθηνα. Ήταν κάτι που έπρεπε να το δει κανείς. Ο Σμιθ συνέδεσε το κεφάλι στον κομπιούτερ του και άκουσε τη μελωδική φωνή να διαβάζει τη φορολογική του δήλωση. Ανάμεσα στους πελάτες του Σμιθ, υπήρχε και ένας πάμπλουτος Γιαπωνέζος που είχε μεγάλη δόση τρέλας με τις μηχανικές μινιατούρες. Ο Σμιθ είπε στον Τζίμι πως θα προσπαθούσε να πουλήσει το κεφάλι αλλά πως αμφέβαλλε αν θα έπιανε κάποια καλή τιμή. Όταν έφυγε ο Τζίμι, ο Σμιθ εξέτασε προσεκτικά το κεφάλι και ανακάλυψε επάνω του μερικές μικρές σφραγίδες. Οι σφραγίδες μαρτυρούσαν πως το κεφάλι ήταν το αποτέλεσμα μιας σπάνιας συνεργασίας ανάμεσα σε δυο Ελβετούς τεχνίτες, έναν Παριζιάνο κεραμοποιό, έναν Ολλανδό κοσμηματοπώλη και έναν Καλιφορνέζο σχεδιαστή κυκλωμάτων. Είχε παραγγελθεί για την Τέσιερ-Άσπουλ. Ο Σμιθ έκανε μια νύξη στο Γιαπωνέζο συλλέκτη λέγοντας πως ίσως είχε κάτι που μπορούσε να τον ενδιαφέρει. Τότε εμφανίστηκε ένας επισκέπτης. Ένας απρόσκλητος επισκέπτης που είχε περάσει μέσα από το πολύπλοκο σύστημα ασφαλείας του Σμιθ, σαν εκείνο να μην υπήρχε καθόλου. Ήταν ένας κοντός Γιαπωνέζος, ευγενέστατος, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός δολοφόνου νίντζα, από εκείνους που κατασκευάζονται με κλωνισμό. Ο Σμιθ μαρμάρωσε κοιτάζοντας στα ήρεμα μάτια του το φονιά. Ο νίντζα του εξήγησε πως είχε ως αποστολή να βρει και να φέρει 88


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

πίσω ένα έργο τέχνης, ένα μηχάνημα σπάνιας ομορφιάς που είχε κλαπεί από το σπίτι του αφεντικού τόυ. Είπε πως πίστευε ότι ο Σμ ι θ ίσως κάτι να ήξερε για την τύχη αυτού του αντικειμένου. Ο Σμιθ απάντησε πως δεν ήθελε να πεθάνει και του έδωσε το κεφάλι. Και πόσα χρήματα - ρώτησε ο επισκέπτης - υπολόγιζε να κερδίσει από την πώληση αυτού του αντικειμένου; Ο Σμιθ ψέλλισε μια τιμή πολύ χαμηλότερη από εκείνην που είχε σκοπό να προτείνει στο συλλέκτη. Ο νίντζα έβγαλε μια πιστωτική κάρτα και πλήρωσε τον Σμιθ με χρήματα από έναν αριθμημένο λογαριασμό ελβετικής τράπεζας. «Και ποιος σας έφερε αυτό το κομμάτι;» ρώτησε ο άντρας. Ο Σμιθ του έδωσε την πληροφορία. Μετά από μερικές μέρες, ο Σμιθ έμαθε τον θάνατο του Τζίμι. «Τότε ήρθε σ' εμένα», συνέχισε ο Φιν. «Ήξερε πως είχα σχέσεις με τον κόσμο της Memory Lane που έχει ειδικότητα να μαζεύει πληροφορίες με διακριτικό τρόπο. Πλήρωσα ένα χειριστή. Έκανα το μεσάζοντα κι έτσι πήρα ένα ποσοστό. Ο Σμιθ πρόσεχε πολύ. Είχε βγει ζωντανός από μια πολύ παράξενη επαγγελματική περιπέτεια αλλά ίσως να βρισκόταν ακόμα σε κίνδυνο. Σε ποιον ανήκε ο λογαριασμός στην Ελβετία; Σε κάποιον Γιακούζα; Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Αυτοί έχουν έναν ειδικό τρόπο να αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους καταστάσεις και πάντοτε δολοφονούν τον παραλήπτη. Να ήταν ο υπόκοσμος της Παροικίας; Ο Σμιθ αμφέβαλλε. Οι δουλειές του υποκόσμου είχαν ένα στιλ που τις έκανε να ξεχωρίζουν στα μάτια κάποιου που διέθετε έστω και μικρή εμπειρία. Έβαλα λοιπόν το χειριστή μου να ψάξει στις εφημερίδες μέχρι που βρήκαμε μια δικαστική υπόθεση όπου ήταν μπλεγμένη η Τέσιερ-Άσπουλ. Μάθαμε το όνομα του δικηγορικού γραφείου, σπάσαμε τον "πάγο" των αρχείων τους κι έτσι μάθαμε τη διεύθυνση της οικογένειας. Τότε καταλάβαμε». Ο Κέις ανασήκωσε τα φρύδια του. «Φρίσαϊντ», είπε ο Φιν. «Ο διαστημικός σταθμός Φρίσαϊντ. Φαίνεται τελικά πως είναι δική τους ιδιοκτησία. Το πιο ενδιαφέρον ήταν η εικόνα που πήραμε όταν ψάξαμε τα αρχεία των εφημερίδων και ζητήσαμε ένα βιογραφικό της οικογένειας. Έχουν οργανωθεί ως συντεχνία. Θεωρητικά, οποιοσδήποτε μπορεί να αγοράσει μετοχές μιας ανώνυμης 89


WILLIAM

GIBSON

εταιρίας, αλλά τα τελευταία εκατό χρόνια δεν έχει πουληθεί ούτε μία μετοχή της Τέσιερ-Άσττουλ σε καμιά αγορά του κόσμου. Πρόκειται για μια πολύ διακριτική και πολύ εκκεντρική οικογένεια της δορυφορικής κοινότητας, που λειτουργεί σαν μια κοινοπραξία. Πολλά λεφτά. Αποφεύγουν συστηματικά τους δημοσιογράφους. Έχουν χρησιμοποιήσει πολύ τον κλωνισμό. Ο νόμος για τη γενετική μηχανική είναι πιο ελαστικός στις δορυφορικές αποικίες, έτσι δεν είναι; Επιπλέον, είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς ποια γενιά ή ποιες γενιές διευθύνουν την επιχείρηση σε μια δεδομένη στιγμή». «Πατί;» ρώτησε η Μόλι. «Έχουν δικές τους εγκαταστάσεις κατάψυξης. Ακόμη και με τους δορυφορικούς νόμους, όσο καιρό είσαι σε ψύξη θεωρείσαι νεκρός. Απ' ό,τι φαίνεται, λοιπόν, βγαίνουν από την ψύξη εναλλακτικά, παρ' όλο που ο πατέρας-ιδρυτής έχει τριάντα χρόνια να φανεί. Η μητέρα-ιδρυτής σκοτώθηκε σε κάποιο εργαστηριακό δυστύχημα...» «Και ο φίλος σου τι απέγινε;» «Τίποτε. Τα παράτησε. Ρίξαμε μια ματιά σ' αυτή τη μυστήρια στρατιά δικηγόρων που δουλεύουν για την Τ-Α κι αυτό ήταν όλο. Ο Τζίμι θα πρέπει να μπήκε στο Straylight, να έκλεψε το κεφάλι και η Τ-Α έστειλε τον νίντζα να το βρει. Ο Σμιθ αποφάσισε να ξεχάσει την υπόθεση. Ίσως να είχε δίκιο». Κοίταξε τη Μόλι. «Η βίλα Straylight βρίσκεται στην άκρη του δορυφόρου. Είναι αυστηρά ιδιωτική περιοχή». «Νομίζεις πως ο νίντζα τους ανήκει;» ρώτησε η Μόλι. «Ο Σμιθ πάντως το πίστευε». «Θα κόστισε ακριβά», είπε η Μόλι. «Αναρωτιέμαι τι να απέγινε αυτός ο μικρός νίντζα, Φιν». «Θα τον έχουν καταψύξει και τον αποψύχουν όταν τον χρειάζονται». «Εντάξει», έκανε ο Κέις. «Ξέρουμε πως ο Αρμιτάτζ παίρνει διαταγές από μια κάποια ΤΝ που λέγεται Wintermute. Τι σημαίνει αυτό;» «Προς το παρόν τίποτε», αποκρίθηκε η Μόλι, «αλλά τώρα έχουμε κι άλλο ένα στοιχείο». Έβγαλε από την τσέπη της ένα διπλωμένο χαρτί και το έδωσε στον Κέις. Εκείνος το άνοιξε. Είχε συντεταγμένες και κωδικούς αριθμούς. «Ποιανού είναι;» 90


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Του Αρμιτάτζ. Είναι οι κωδικοί για το φάκελο του. Τον αγόρασα από τους Moderns. Ξεχωριστή συμφωνία. Ξέρεις πού βρίσκεται αυτός ο φάκελος;» «Οι αριθμοί αντιστοιχούν στο Λονδίνο», απάντησε ο Κέις. «Παραβίασέ το», του είπε εκείνη γελώντας. «Είναι καιρός να κουραστείς λίγο για να κερδίσεις το ψωμί σου».

Ο Κέις περίμενε το τρένο-ΜΑΒΑ στη γεμάτη με κόσμο πλατφόρμα. Η Μόλι είχε γυρίσει στο δωμάτιο από ώρες, παίρνοντας μαζί της το κατασκεύασμα του Φλάτλαϊν και ο Κέις είχε περάσει την υπόλοιπη μέρα πίνοντας. Ένιωθε άσχημα όταν σκεφτόταν πως ο Φλάτλαϊν δεν ήταν πια παρά μια πολύπλοκη κασέτα μνήμης ROM* στην οποία είχαν καταγραφεί όλα τα χαρακτηριστικά ενός νεκρού ανθρώπου, οι ικανότητές του, οι παραξενιές του, τα αντανακλαστικά του... Το τρένο μπήκε με θόρυβο στο σταθμό. Λεπτοί κόκκοι σκόνης τινάχτηκαν από τι ρωγμές της οροφής. Ο Κέις χώθηκε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και άρχισε να παρατηρεί τους άλλους επιβάτες. Ένα ζευγάρι Χριστιανοί Επιστήμονες που έμοιαζαν με άγρια θηρία πλησίαζαν τρεις νεαρούς τεχνοκράτες που φορούσαν στους καρπούς των χεριών τους ολογραφικές παραστάσεις γεννητικών οργάνων. Οι τεχνοκράτες κοιτούσαν ενοχλημένοι τους Χριστιανούς Επιστήμονες μέσα από τα χαμηλωμένα μεταλλικά τους βλέφαρα. Οι κοπέλες έμοιαζαν με ψηλά εξωτικά χορτοφάγα ζώα καθώς ταλαντεύονταν επάνω στα ψηλά μεταλλικά τους τακούνια ακολουθώντας την κίνηση του τρένου. Την ώρα που ετοιμάζονταν να το βάλουν στα πόδια για να γλιτώσουν απο τους ιεραποστόλους, το τρένο έφτασε στο σταθμό όπου θα αποβιβαζόταν ο Κέις. Βγήκε από το βαγόνι και το πρώτο πράγμα που είδε ήταν η ολογραφική εικόνα ενός άσπρου «πούρου» επάνω στον τοίχο του σταθμού. Από κάτω αναβόσβηνε μια επιγραφή με καλλιγραφικά κεφαλαία γράμματα, που μιμούνταν τη γιαπωνεζική γραφή: ΦΡΙΣΑΪΝΤ. ΜΗ ΧΑΝΕΤΕ ΚΑΙΡΟ, ΕΛΑΤΕ. Πλησίασε και στάθηκε μπροστά στο διαφημιστικό. Από κο-

* ROM: Read Only Memory = Μνήμη Μόνο Ανάγνωσης.

91


WILLIAM

GIBSON

ντά, ξεχώριζαν μυριάδες αγωγοί, σωλήνες, αποβάθρες και γυάλινοι θόλοι στην επιφάνεια της χοντρής άσπρης ατράκτου. Είχε ξαναδεί χιλιάδες φορές τέτοιες διαφημίσεις. Δεν του προξενούσαν καμιά εντύπωση. Με την κονσόλα του μπορούσε να φτάσει τις τράπεζες πληροφοριών του Φρίσαϊντ με την ίδια ευκολία που έφτανε εκείνες της Ατλάντα. Τα ταξίδια ήταν υπόθεση της σάρκας. Αυτή τη φορά, όμως, πρόσεξε το μικρό στρογγυλό σήμα στην κάτω αριστερή γωνιά της φωτεινής εικόνας: Τ-Α. Περπάτησε μέχρι την αποθήκη. Σκεφτόταν τον Φλάτλαϊν. Είχε περάσει ολόκληρο το καλοκαίρι του δέκατου ένατου χρόνου της ζωής του στο Gentleman Loser παρακολουθώντας τους χειριστές. Δεν είχε αγγίξει ποτέ του κονσόλα, αλλά ήξερε καλά τι ήθελε. Υπήρχαν τουλάχιστον άλλοι είκοσι σαν κι αυτόν, που ξημεροβραδιάζονταν στο Loser και που απασχολούνταν ως βοηθοί των χειριστών χωρίς αμοιβή. Ήταν ο μόνος τρόπος να μάθει κανείς. Όλοι τους είχαν ακουστά τον Πόλεϊ, τον κοκκινομάλλη τζόκεϊ από τις φτωχογειτονιές της Ατλάντα, που είχε επιζήσει μετά από εγκεφαλικό θάνατο πίσω από τον μαύρο «πάγο». Το μόνο που έλεγαν οι φήμες για τον Πόλεϊ ήταν πως είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. «Συνάντησε κάτι μεγάλο», έλεγε κάποιος, «αλλά ποιος ξέρει τι; Αένε πως ήταν η οχύρωση ενός βραζιλιανικού νομισματικού συστήματος. Πάντως ο άνθρωπος ήταν νεκρός, εγκεφαλογράφημα τελείως επίπεδο, γνήσιος εγκεφαλικός θάνατος». Ο Κέις κοιτούσε έναν παχουλό άντρα που καθόταν στο μπαρ. Το δέρμα του είχε ένα περίεργο γκριζωπό χρώμα. «Μικρέ», του είπε ο Φλάτλαϊν μετά από μερικούς μήνες στο Μαϊάμι, «εγώ, να πούμε, είμαι σαν αυτές τις κωλοσαύρες. Ξέρεις, έχουν δύο μυαλά οι καταραμένες: ένα στο κεφάλι και ένα στη σπονδυλική στήλη, που ενεργοποιεί τα πίσω πόδια. Όταν συνάντησα αυτό το μαύρο πράγμα, το δεύτερο μυαλό μου εξακολούθησε να δουλεύει». Οι κάουμποϊ που σύχναζαν στο Loser απέφευγαν τον Πόλεϊ - περισσότερο από επαγγελματικό άγχος, κάτι σαν δεισιδαιμονία. Ο Μακκόι Πόλεϊ ήταν ο «Αάζαρος» του ηλεκτροσύμπαντος... Και τελικά τον είχε προδώσει η καρδιά του. Η παλιά ρωσική καρδιά που του είχαν μεταμοσχεύσει σ' ένα στρατόπεδο 92


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

αιχμαλώτων στη διάρκεια του πολέμου. Είχε αρνηθεί να την αντικαταστήσει, λέγοντας πως είχε ανάγκη να αισθάνεται εκείνο το μοναδικό ρυθμό της για να μπορεί να μετράει το χρόνο. Ο Κέις έβγαλε από την τσέπη του το χαρτί που του είχε δώσει η Μόλι κι άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Η Μόλι ροχάλιζε στο κρεβάτι. Ένα διαφανές πλαστικό περίβλημα σκέπαζε ολόκληρο τον αριστερό της μηρό. Από μέσα, το δέρμα ήταν καταμωλωπισμένο. Στον αριστερό της καρπό είχε κολλημένους, στη σειρά, οκτώ δερματικούς δίσκους διαφορετικού χρώματος και μεγέθους ο καθένας. Δίπλα της υπήρχε μια μονάδα υποδόριας παροχής της Akai. Αεπτά καλώδια συνέδεαν τη μονάδα με τα ηλεκτρόδια των δίσκων. Ά ν α ψ ε το πορτατίφ που βρισκόταν δίπλα στο κομπιούτερ. Το φως έπεσε κατευθείαν πάνω στο κατασκεύασμα του Φλάτλαϊν. Έβαλε στη συσκευή μερικές δισκέτες «πάγου», συνέδεσε το κατασκεύασμα και μετά συνδέθηκε και ο ίδιος. Έβηξε. «Ντιξ; ΜακΚόι; Εσύ είσαι, ρε φίλε;» Ο λαιμός του είχε ξεραθεί. «Γεια σου, αδερφέ», ήχησε μια φωνή. «Είμαι ο Κέις, φίλε. Με θυμάσαι;» «Μαϊάμι, ο βοηθός μου, ο ατσίδας». «Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάσαι να 'χες στο μυαλό σου προτού σου μιλήσοο, Ντιξ;» «Τίποτε». «Περίμενε». Αποσυνέδεσε το κατασκεύασμα. Η παρουσία χάθηκε. Το ξανασυνέδεσε. «Ντιξ; Ξέρεις ποιος είμαι;» «Τώρα μου την έφερες, μεγάλε. Ποιος διάολος είσαι;» «Ο Κε... ο φίλος σου. Ο συνεργάτης σου. Τι συμβαίνει φίλε;» «Καλή ερώτηση». «Θυμάσαι που μιλήσαμε πριν από ένα λεπτό;» «Όχι». «Ξέρεις πώς δουλεύει μια μήτρα προσωπικότητας ROM;» «Φυσικά, αδερφέ, είναι ένα κατασκεύασμα». «Αν το συνδέσω με την τράπεζα που χρησιμοποιώ, μπορώ να του δώσω χρονική μνήμη;» «Ναι, υποθέτω πως ναι», αποκρίθηκε το κατασκεύασμα. «Εντάξει, Ντιξ. Είσαι ένα κατασκεύασμα ROM. Κατάλαβες;» 93


WILLIAM

GIBSON

«Αφού το λες εσύ», παραδέχτηκε το κατασκεύασμα. «Ποιος είσαι όμως;» «Ο Κέις». «Μαϊάμι», ακούστηκε η φωνή, «ο βοηθός μου, ο ατσίδας». «Σωστά. Λοιπόν, για ν' αρχίσουμε, Ντιξ: εσύ κι εγώ θα κατεβούμε στο Λονδίνο για κάτι πληροφορίες. Είσαι;» «Εννοείς δηλαδή ότι μπορώ, αν θέλω, να κάνω κι αλλιώς;»

94


«Εσύ θέλεις έναν παράδεισο», είπε ο Φλάτλαϊν όταν ο Κέις του εξήγησε την κατάσταση. «Δοκίμασε στην Κοπεγχάγη, στις παρυφές του τμήματος πανεπιστημιακών σπουδών». Η φωνή άρχισε να απαγγέλλει αριθμούς και συντεταγμένες. Βρήκαν τον παράδεισο τους, έναν «παράδεισο για πειρατές», κοντά στα ακαθόριστα σύνορα ενός πανεπιστημιακού πλέγματος. Στην αρχή, του φάνηκε να μοιάζει με τα σχεδιαγράμματα που άφηναν οι μαθητευόμενοι χειριστές στους κόμβους των πλεγμάτων, αχνές γραμμές από πολύχρωμο φως που έφεγγαν κοντά στις συγκεχυμένες παρυφές των σχολών καλών τεχνών. «Εκεί», είπε ο Φλάτλαϊν, «το μπλε. Το βλέπεις; Αυτό είναι κωδικός εισόδου της Bell Europa. Και μάλιστα νέος. Σε λίγες μέρες, η Bell θα μπει εδώ μέσα, θα διαβάσει όλα αυτά τα σήματα και θα αλλάξει τους κωδικούς της. Την άλλη μέρα, τα παιδιά θα κλέψουν τους νέους κωδικούς και πάει λέγοντας». Ο Κέις προχώρησε στο δίκτυο της Bell Europa και συνέδεσε έναν τηλεφωνικό κώδικα. Με τη βοήθεια του Φλάτλαϊν, έφτασε στην τράπεζα πληροφοριών που του είχε υποδείξει η Μόλι. «Να το», ακούστηκε η φωνή. «Άσ' το σ' εμένα». Ο Φλάτλαϊν άρχισε να υπαγορεύει σειρές από αριθμούς και ο Κέις τους έγραφε χτυπώντας στο πληκτρολόγιο. Αναγκάστηκαν να δοκιμάσουν τρεις φορές ώσπου να το πετύχουν, γιατί ο 95


WILLIAM

GIBSON

Κέις δυσκολευόταν να πιάσει το ρυθμό και να κρατήσει τα κενά που αντιστοιχούσαν στη χρονομέτρηση. «Σπουδαία πράγματα», είπε ο Φλάτλαϊν. «Δεν έχει καθόλου πάγο». «Βρες το αρχείο με το βιογραφικό του ιδιοκτήτη», έδωσε εντολή ο Κέις στο κομπιούτερ. Οι νευροηλεκτρονικές μουτζούρες του «παράδεισου» χάθηκαν και στη θέση τους φάνηκε ένας ρόμβος από άσπρο φως. «Περιέχει κυρίως βίντεο από μεταπολεμικές δίκες στρατιωτικών», είπε η απόμακρη φωνή του Hosaka. «Το κεντρικό πρόσωπο είναι ο συνταγματάρχης Γουίλις Κόρτο». «Για να το δούμε», είπε ο Κέις. Το πρόσωπο που εμφανίστηκε στην οθόνη είχε τα μάτια του Αρμιτάτζ.

Δυο ώρες αργότερα, ο Κέις σωριάστηκε δίπλα στη Μόλι, πάνω στο μαλακό ροζ στρώμα. «Βρήκες τίποτε;» τον ρώτησε με φωνή υποτονική από τα αναλγητικά και τα ηρεμιστικά. «θα σου πω αργότερα», απάντησε. «Είμαι πτώμα». Ήταν αναστατωμένος. Έμεινε ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και προσπάθησε να συνδέσει ξανά τα διάφορα κομμάτια της ιστορίας ενός ανθρώπου που λεγόταν Κόρτο. Το κομπιούτερ είχε ψάξει το αρχείο κι είχε κάνει μια σύντομη περίληψη, αλλά ήταν γεμάτη κενά. Μέρος του υλικού ήταν γραπτές περιγραφές που ξετυλίγονταν στην οθόνη, ενώ το κομπιούτερ τις διάβαζε στον Κέις. Ένα άλλο μέρος ήταν ηχητικές μαγνητοφωνήσεις της επιχείρησης Σιωπηλή Γροθιά. Γουίλις Κόρτο. Συνταγματάρχης. Είχε καταφέρει να διεισδύσει από ένα τυφλό σημείο της ρωσικής άμυνας κοντά στο Κιρένσκ. Τα αεροπλάνα είχαν δημιουργήσει μια τρύπα με βόμβες σωματιδίων και η ομάδα του Κόρτο είχε περάσει μέσα με μικρά ανεμοπλάνα. Κάτω από το χλομό φως του φεγγαριού, τα φτερά τους καθρεφτίζονταν στα νερά των ποταμών Άγκαρα και Πονταμενάγια. Ήταν το τελευταίο φως που είδε ο Κόρτο για δεκαπέντε ολόκληρους μήνες. Ο Κέις έφερε στη φαντασία του τα ανεμόπτερα να βγαίνουν από τις κάψουλές τους και να ξεδιπλώνονται πάνω από τις παγωμένες στέπες. 96


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Τα ανεμότττερα δεν μετέφεραν όττλα. Ήταν σχεδιασμένα για να είναι όσο το δυνατόν ελαφρύτερα, ώστε να μεταφέρουν την κονσόλα και το χειριστή. Το πρόγραμμα διείσδυσης λεγόταν Μολ IX. Ήταν ο πρώτος αληθινός «ιός»"" στην ιστορία της κυβερνητικής. Ο Κόρτο και η ομάδα του εκπαιδεύονταν τρία χρόνια στη χρήση του. Είχαν διαπεράσει τον «πάγο» και ήταν έτοιμοι να πυροδοτήσουν το Μολ IX, όταν έσβησαν οι ενισχυτές. Τα όπλα σωματιδίων των Ρώσων τους έριξαν σε ηλεκτρονικό σκοτάδι, ενώ τα ανεμόπτερα έμειναν ακυβέρνητα καθώς καταστράφηκαν τα κυκλώματα πλοήγησης. Τότε άνοιξαν πυρ τα λέιζερ, κατευθυνόμενα από συσκευή υπέρυθρης σκόπευσης που διέκρινε τα αόρατα στο ραντάρ ανεμόπτερα. Ο Κόρτο και ο νεκρός χειριστής του άρχισαν να πέφτουν. Εδώ, η ιστορία παρουσίαζε κενά. Ο Κέις μελέτησε ντοκουμέντα που αφορούσαν την πτήση ενός αιχμαλωτισμένου ρωσικού ελικοπτέρου που κατάφερε να φτάσει στη Φινλανδία. Εκεί καταρρίφθηκε, καθώς προσγειωνόταν ο' ένα μικρό άλσος, από ένα παμπάλαιο πυροβόλο των είκοσι χιλιοστών, που το χειριζόταν ένας έφεδρος της εθνοφρουράς. Η επιχείρηση Σιωπηλή Γροθιά είχε τελειώσει για τον Κόρτο εκεί, στα περίχωρα του Ελσίνκι, καθώς οι φινλανδικές ομάδες διάσωσης τον έβγαζαν από το κατεστραμμένο κήτος του ελικοπτέρου. Ο πόλεμος τέλειωσε ακριβώς μετά από εννιά μέρες και ο Κόρτο μεταφέρθηκε σε κάποιες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Γιούτα, τυφλός, χωρίς πόδια και με κατεστραμμένο το μισό πρόσωπο. Πέρασαν έντεκα μήνες ώσπου να τον βρει η επιτροπή του Κογκρέσου. Σε όλο αυτό το διάστημα είχε μείνει κατάκοιτος. Στην Ουάσιγκτον και στο ΜακΛίν είχαν αρχίσει ήδη οι δίκες. Το Πεντάγωνο και η CIA αντιμετώπιζαν σοβαρές κατηγορίες. Πολλά ανώτατα στελέχη είχαν αποστρατευτεί και το Κογκρέσο ερευνούσε τώρα την επιχείρηση Σιωπηλή Γροθιά. Η επιτροπή ανακοί* «Ιός»: ονομασία που έχει δοθεί σε μικρά παρασιτικά προγράμματα, τα οποία αντιγράφονται από το ένα κομπιούτερ στο άλλο μέσα από το παγκόσμιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών και αποτελούν πραγματική σπαζοκεφαλιά για τους χρήστες και τις κατασκευαστικές εταιρίες.

97


WILLIAM

GIBSON

νωσε στον Κόρτο πως είχε έρθει η στιγμή για τη διερεύνηση του μεγάλου σκανδάλου. Θα χρειαζόταν καινούργια μάτια, πόδια και μια σειρά πλαστικές εγχειρήσεις, είπαν, αλλά αυτό δεν ήταν δύσκολο να γίνει. «Θα σου βάλουμε καινούργια υδραυλικά», είπε ένας στρατιωτικός ακόλουθος στον Κόρτο. Ο Κόρτο απάντησε πως προτιμούσε να καταθέσει στην κατάσταση που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. «Όχι», του απάντησε ο απεσταλμένος της επιτροπής. Η δίκη προβαλλόταν στην τηλεόραση και την παρακολουθούσαν οι ψηφοφόροι. Η μαρτυρία του Κόρτο ανασκευάστηκε, εμπλουτίστηκε και δοκιμάστηκε σε πρόβες σύμφωνα με τις υποδείξεις κάποιου μέλους του Κογκρέσου που είχε συμφέρον να διασώσει ορισμένες δομές του Πενταγώνου. Σιγά σιγά, ο Κόρτο κατάλαβε πως η κατάθεσή του ήταν προσχεδιασμένη για να περισώσει την καριέρα τριών αξιωματικών υπευθύνων για την απόκρυψη των πληροφοριών σχετικά με την εγκατάσταση όπλων νετρονίων στο Κιρένσκ. Μετά το τέλος της δίκης, ήταν πια ανεπιθύμητος στην Ουάσιγκτον. Στη διάρκεια ενός δείπνου σ' ένα μικρό εστιατόριο, ο απεσταλμένος του εξήγησε τους φοβερούς κινδύνους που απειλούσαν τη χώρα αν ο Κόρτο μιλούσε γΓ αυτά που είχε δει σε «λάθος» ανθρώπους. Ο Κόρτο έλειωσε το σβέρκο του απεσταλμένου και τον άφησε νεκρό, με το πρόσωπο βουτηγμένο σ' ένα πιάτο με κρέπες. Μετά, βγήκε έξω στο δροσερό φθινοπωρινό αέρα. Το κομπιούτερ ερευνούσε τώρα αστυνομικές εκθέσεις, φακέλους βιομηχανικής κατασκοπείας και δημοσιογραφικά ντοκουμέντα. Ο Κόρτο ακολούθησε μια παράλογη πορεία στο χώρο των πολυεθνικών εταιριών. Η προδοσία του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ένα βράδυ, στη Σιγκαπούρη, μεθυσμένος, σκότωσε ένα Ρώσο τεχνικό και μετά έβαλε φωτιά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Αργότερα, εμφανίστηκε στην ΤαιΛάνδη σαν χονδρέμπορος ηρωίνης. Κατόπιν σαν μπράβος σε μια χαρτοπαιχτική λέσχη στην Καλιφόρνια, μετά σαν πληρωμένος δολοφόνος στα ερείπια της Βόννης. Λήστεψε μια τράπεζα στη Γουιτσίτα. Σ' αυτό το σημείο, ο φάκελος ήταν ελλιπής, είχε μεγάλα κενά και πολλές απροσδιόριστες πληροφορίες. 98


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Μια μέρα, στη διάρκεια μιας ανάκρισης με χημικά μέσα, όλα θόλωσαν. Ακολούθησε η μετάφραση μιας γαλλικής ιατρικής έκθεσης που ανέφερε πως ένας αντρας αγνώστων στοιχείων εί; χε μεταφερθεί ο' ένα κέντρο ψυχικής υγείας του Παρισιού όπου είχε διαγνωστεί οξεία σχιζοφρένεια. Ο άντρας κατέληξε κατατονικός και μεταφέρθηκε σ' ένα κρατικό ίδρυμα έξω από την Τουλόν. Έγινε πειραματόζωο για μια νέα μέθοδο που είχε σκοπό να αντιστρέψει την πορεία της σχιζοφρένειας με τη χρήση κυβερνητικών μοντέλων. Η επιλογή των ασθενών ήταν τυχαία και μια ομάδα φοιτητών προγραμμάτιζε τους μικροϋπολογιστές. Τελικά, γιατρεύτηκε. Ήταν η μοναδική περίπτωση θεραπείας μ' αυτή τη μέθοδο. Το αρχείο τελείωνε εκεί. Ο Κέις στριφογύρισε πάνω στο στρώμα και η Μόλι μουρμούρισε ενοχλημένη.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Το τράβηξε κοντά στο κρεβάτι. «Ναι;» «Πάμε στην Κωνσταντινούπολη», είπε ο Αρμιτάτζ. «Απόψε». «Τι θέλει ο μαλάκας;» ρώτησε η Μόλι. «Αέει ότι φεύγουμε απόψε για την Κωνσταντινούπολη». «Τέλεια». Ο Αρμιτάτζ διάβαζε τα δρομολόγια των αεροπλάνων. Η Μόλι ανασηκώθηκε κι άναψε το φως. «Και τι θα γίνουν τα μηχανήματά μου και η κονσόλα μου;» είπε ο Κέις. «Θα τα αναλάβει ο Φιν», απάντησε ο Αρμιτάτζ κι έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Κέις την κοίταξε καθώς μάζευε τα πράγματά της. Κάτω από τα μάτια της είχε μαύρους κύκλους, αλλά ακόμη και με το γύψο, οι κινήσεις της έμοιαζαν χορευτικές. Τα δικά του ρούχα ήταν μια στοίβα δίπλα στο σάκο του. «Πονάς;» τη ρώτησε. «Δεν θα έλεγα όχι για μια ακόμη νύχτα στου Τσιν». «Εννοείς τον οδοντογιατρό σου;» «Μάγος είσαι; Είναι πολύ διακριτικός. Η μισή κλινική είναι δικιά του. Κάνει εγχειρήσεις στους Σαμουράι». Έκλεισε το 99


WILLIAM

GIBSON

σάκο της. «Έχεις πάει ποτέ στην Κωνσταντινούπολη;» «Έμεινα δυο μέρες, κάποτε». «Κωλοπόλη».

«Έτσι έγινε και όταν ήρθαμε στη Σίμπα», είπε η Μόλι κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του τρένου. «Ήμασταν στο Λος Άντζελες. Ήρθε και είπε να ετοιμαστούμε να φύγουμε για το Μακάο. Από κει πήγαμε στη Λισαβόνα και μετά στο Ζόγκσαϊ. Την επομένη έπαιζα κρυφτούλι μαζί σου στην Πόλη της Νύχτας». Έβγαλε ένα μεταξωτό ύφασμα και σκούπισε τους καθρέφτες της. Το τρένο άρχισε να κόβει ταχύτητα δέκα χιλιόμετρα πριν από το αεροδρόμιο. Ο Κέις κοίταζε τον ήλιο που ξεπρόβαλλε πίσω από τους ορίζοντες της πατρίδας του των παιδικών του χρόνων, πίσω από τα μουχλιασμένα κτίρια των διυλιστηρίων και τους σωρούς των σκουπιδιών.

100


Η νοικιασμένη Μερσεντές γλιστρούσε μέσα στη βροχή στους σκοτεινούς δρομους του Μπέιογλου, περνώντας μπροστά από τις σκοτεινές βιτρίνες και τα κατεβασμένα ρολά των ελληνικών και των αρμένικων κοσμηματοπωλείων. «Αυτή εδώ ήταν κάποτε η πλούσια εξευρωπαϊσμένη συνοικία της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης», ήχησε η συνθετική φωνή της Μερσεντές. «Δηλαδή, τώρα έχει παρακμάσει;» ρώτησε ο Κέις. «Το Χίλτον βρίσκεται στο Τζουμχουριέτ Καντεσί», είπε η Μόλι και ξάπλωσε αναπαυτικά στο δερμάτινο κάθισμα. «Γιατί δεν πέταξε μαζί μας ο Αρμιτάτζ;» ρώτησε ο Κέις. Το κεφάλι του πονούσε. «Γιατί του τη σπας. Πάντως, εμένα μου τη σπας». Ήθελε να της πει την ιστορία του Κόρτο, αλλά τελικά αποοράσισε να μην το κάνει, και προτίμησε να κοιμηθεί στη διάρκεια της πτήσης. Ο δρόμος που ερχόταν από το αεροδρόμιο ήταν μια μεγάλη ευθεία, σαν τομή από νυστέρι που χώριζε την πόλη στα δύο. Δεξιά κι αριστερά, υψώνονταν οι ξύλινοι τοίχοι των φτωχόσπιτων εργατικές πολυκατοικίες, εργοστάσια, σκοτεινά γιαπιά, κι έπειτα κι άλλοι τοίχοι από κόντρα-πλακέ και σκουριασμένες λαμαρίνες. Ο Φιν φορούσε ένα καινούργιο μαύρο κοστούμι και καθόταν σε μια βελούδινη πολυθρόνα στο χολ του Χίλτον, μέσα σε μια θάλασσα από μπλε χαλιά. 101


WILLIAM

GIBSON

«Χριστέ μου», είπε η Μόλι. «Ποντικός με ψηλό καπέλο». Διέσχισαν το χολ. «Πόσο πληρώθηκες για να έρθεις εδώ κάτω, Φιν;» Ακούμπησε την τσάντα της δίπλα στην πολυθρόνα. «Βάζω στοίχημα πως το πιο δύσκολο απ' όλα ήταν να σε πείσουν να φορέσεις αυτό το κοστούμι, έτσι;» Ο Φιν χαμογέλασε. «Ψιλοπράγματα, γλύκα μου». Της έδωσε ένα μαγνητικό κλειδί με κίτρινο στρογγυλό μπρελόκ. «Το δωμάτιο σας περιμένει. Ο Αρμιτάτζ είναι κιόλας επάνω». Κοίταξε γύρω τους. «Αυτή η πόλη βρομάει». «Μόλις σε βγάλουν από την αποθήκη σου, παθαίνεις αγοραφοβία. Πες πως είσαι στο Μπρούκλιν». Στριφογύρισε το κλειδί στο δάχτυλό της. «Ήρθες για να κάνεις τον υπηρέτη;» «Πρέπει να ελέγξω τα μοσχεύματα ενός τύπου», απάντησε ο Φιν. «Και η κονσόλα μου τι έγινε;» ρώτησε ο Κέις. Ο Φιν έκανε ένα βήμα πίσω. «Ακολούθησε το πρωτόκολλο, σε παρακαλώ· ρώτα τον αρχηγό». Τα δάχτυλα της Μόλι κινήθηκαν στη σκιά του τζάκετ της και σχημάτισαν ένα φευγαλέο νεύμα. Ο Φιν την κοίταξε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Ναι», είπε εκείνη. «Ξέρω για ποιον μιλάς». Γύρισε το κεφάλι της προς το ασανσέρ. «Έλα, κάουμποϊ». Ο Κέις την ακολούθησε κρατώντας και τις δυο βαλίτσες.

Το δωμάτιό τους ήταν ίδιο μ' εκείνο στη Σίμπα όπου είχε συναντήσει τον Αρμιτάτζ για πρώτη φορά. Το πρωί πλησίασε στο παράθυρο και, για μια στιγμή, του φάνηκε πως θα έβλεπε έξω τον κόλπο του Τόκιο. Απέναντι υπήρχε ένα άλλο ξενοδοχείο. Έβρεχε ακόμη. Μερικοί «γραφιάδες» είχαν κρυφτεί στις εισόδους των σπιτιών για να προστατευτούν από τη βροχή. Οι ηχοεκτυπωτές τους ήταν τυλιγμένοι σε πλαστικές σακούλες. Ο γραπτός λόγος είχε ακόμη πέραση εδώ. Ήταν μια χώρα τεμπέληδων. Παρακολούθησε πέντε σκυθρωπούς αξιωματικούς με χακί στολή που βγήκαν από μια παλιά Σιτροέν και μπήκαν στο απέναντι ξενοδοχείο. Έριξε μια ματιά στη Μόλι, που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ήταν πολύ χλομή. Είχε αφήσει το νάρθηκα και τη 102


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

δερματική συσκευή στο δωμάτιο τους στην Παροικία. Τα γυαλιά της αντανακλούσαν ένα τμήμα της ταπετσαρίας του τοίχου. Σήκωσε το τηλέφωνο με το πρώτο κουδούνισμα. «Χαίρομαι που σας βρίσκω ξύπνιους», είπε ο Αρμιτάτζ. «Μόνον εγώ είμαι ξύπνιος. Η κυρία κοιμάται ακόμη. Ά κου, αρχηγέ, νομίζω πως είναι καιρός να μιλήσουμε. Νομίζω πως θα μπορώ να δουλέψω καλύτερα αν ξέρω μερικά πράγματα για το τι ακριβώς κάνω». Σιωπή! Ο Κέις δάγκωσε τα χείλια του. «Ξέρεις όσα πρέπει. Ίσως και περισσότερα». «Νομίζεις;» «Ντύσου, Κέις. Ξύπνα και τη Μόλι. Σε δεκαπέντε λεπτά θα σας καλέσει κάποιος. Λέγεται Τερτζιμπασιάν». Ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος κλήσης του τηλεφώνου. Ο Αρμιτάτζ είχε κατεβάσει το ακουστικό. «Ξύπνα, μωρό μου», είπε ο Κέις. «Έχουμε δουλειά». «Είμαι ξύπνια εδώ και μια ώρα». Οι καθρέφτες της γύρισαν προς το μέρος του. «Θα έρθει να μας βρει ένας Τζέρσυ Μπαστιόν». «Βλέπω πως έχεις κλίση στις ξένες γλώσσες, Κέις», του χαχάνισε. «Μήπως είσαι αρμενικής καταγωγής; Αυτός είναι ο πράκτορας του Αρμιτάτζ που παρακολουθεί τον Ριβιέρα. Βοήθα με να σηκωθώ». Ο Τερτζιμπασιάν ήταν ένα ψηλός νέος με γκρίζο κοστούμι και γυαλιά με καθρέφτες σε λεπτό χρυσό σκελετό. Το άσπρο του πουκάμισο ήταν ανοιχτό στο λαιμό κι άφηνε να φαίνεται μια πυκνή τούφα από μαύρες τρίχες, τόσο σκούρες, που ο Κέις νόμισε στην αρχή πως φορούσε κάποιο τισερτ. Κρατούσε ένα δίσκο του Χίλτον με τρία μικρά φλιτζάνια αχνιστό καφέ και τρία κομμάτια ανατολίτικο γλυκό. «Πρέπει να χειριστούμε αυτή την υπόθεση με το μαλακό, όπως λέτε στα Αγγλικά», Φαινόταν να κοιτάζει έντονα τη Μόλι, αλλά τελικά έβγαλε τα γυαλιά του και χαμογέλασε. Τα μάτια του ήταν σκούρα καστανά, ίδιο χρώμα με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά του. «Καλύτερα έτσι, ναι; Αλλιώς δημιουργούμε άπειρα είδωλα με τους καθρέφτες μας... Κυρίως εσύ», είπε στη Μόλι. «Πρέπει να προσέχεις. Οι γυναίκες που κάνουν τέτοιου είδους μεταμοσχεύσεις δεν αρέσουν πολύ στους Τούρκους». 103


WILLIAM

GIBSON

Η Μόλι δάγκωσε ένα από τα γλυκά. «Εγώ έτσι κάνω το κομμάτι μου, φίλε», είπε με γεμάτο στόμα. Μάσησε, κατάπιε κι έγλειψε τα χείλια της. «Έχω ακούσει για σένα. Δουλεύεις για το στρατό, σωστά;» Έβαλε αργά το χέρι της μέσα από το τζάκετ κι έβγαλε το όπλο με τις ρουκέτες. Ο Κέις έμεινε άναυδος. «Ήρεμα, σε παρακαλώ», είπε ο Τερτζιμπασιάν κρατώντας το μικρό άσπρο φλιτζάνι μερικά χιλιοστά μακριά από τα χείλη του. Η Μόλι έτεινε το χέρι με το όπλο προς το μέρος του. «Μπορεί να πεθάνεις από τα εκρηκτικά, ή μπορεί να πεθάνεις από καρκίνο. Ένα να σε πετύχει, βρε σκατόφατσα, θα σε σακατέψει». «Σας παρακαλώ. Στα Αγγλικά, αυτό λέγεται τρομοκράτηση...» «Εγώ το λέω η κακή σου μέρα. Λοιπόν, τώρα πες μας για το φίλο μας και μετά τσακίσου από δω». Έβαλε το όπλο ξανά στη θήκη του. «Μένει στο Φανάρι, οδός Κιουτσούκ Γκιουλχάν Τζαντεσί, αριθμός 14. Ξέρω τη διαδρομή που ακολουθεί κάθε βράδυ. Τελευταία, εμφανίζεται στο Γιενίσεχιρ Παλάς Οτελί, ένα μοντέρνο μαγαζί σε τουριστικό στιλ. Κανονίστηκε έτσι ώστε η αστυνομία να δείξει ενδιαφέρον γι' αυτά τα σόου, και ο διευθυντής του Γιενίσεχιρ έχει αρχίσει ν' ανησυχεί». Χαμογέλασε. Μύριζε έντονα άφτερ-σέιβ. «Θέλω να ξέρω για τα μοσχεύματα», είπε η Μόλι τρίβοντας το μπούτι της. «Θέλω να ξέρω τι ακριβώς μπορεί να κάνει». Ο Τερτζιμπασιάν κούνησε το κεφάλι του. «Το χειρότερο είναι τα, πώς τα λέτε στ' Αγγλικά, τα ταχυδακτυλουργικά». Πρόφερε τη λέξη σε επτά ξεχωριστές συλλαβές.

«Αριστερά μας» ακούστηκε η φωνή της Μερσεντές, «βρίσκεται το Καπαλί Καρσί, το μεγάλο παζάρι». Δίπλα στον Κέις, ο Φιν άφησε ένα επιφώνημα ικανοποίησης, κοιτούσε όμως προς την άλλη κατεύθυνση. Η δεξιά πλευρά του δρόμου είχε μια σειρά μικρούς σκουπιδότοπους. Ο Κέις είδε μια ξεκοιλιασμένη ατμομηχανή πάνω σε μια στοίβα από σπασμένα, σκοροφαγωμένα μάρμαρα. Ακέ104


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

φαλα μαρμάρινα αγάλματα ήταν στοιβαγμένα σαν κούτσουρα λίγο πιο πέρα. «Σ' έπιασε η νοσταλγία;» ρώτησε ο Κέις. «Αυτό το μέρος βρομάει», είπε ο Φι ν. Η μαύρη μεταξωτή γραβάτα του είχε αρχίσει να μοιάζει με χρησιμοποιημένη κορδέλα γραφομηχανής. Στο πέτο του καινούργιου κοστουμιού του υπήρχαν λεκέδες από σάλτσα και αβγό. «Δεν μου λες, Τζέρσι», είπε ο Κέις στον Αρμένιο, που καθόταν στο πίσω κάθισμα, «πού χειρουργήθηκε αυτός ο τύπος;» «Στη Σίμπα Σίτι. Του λείπει ο αριστερός πνεύμονας, ο άλλος είναι, πώς το λέτε, φτιαγμένος. Έχει μερικά μοσχεύματα από αυτά του εμπορίου, αλλά τα δικά του είναι αληθινά έργα τέχνης». Η Μερσεντές έκανε έναν απότομο ελιγμό για να αποφύγει ένα κάρο φορτωμένο με δέρματα. «Τον ακολούθησα στο δρόμο κι έχω δει μια ντουζίνα ποδήλατα να πέφτουν περνώντας δίπλα του. Κάθε φορά ο οδηγός έλεγε την ίδια ιστορία. Είχε δει ένα σκορπιό πάνω στο τιμόνι, δίπλα στη μανέτα του φρένου...» «Μάλιστα», είπε ο Φιν. «Πιστεύετε ό,τι βλέπετε. Φαντάζομαι τι είδους κύκλωμα έχει ο τύπος. Πολύ ψώνιο. Σε κάνει να βλέπεις ό,τι φαντάζεται. Υποθέτω πως, αν εκπέμψει όλη την ισχύ σ' έναν παλμό, μπορεί να σου κάψει άνετα τον αμφιβληστροειδή». «Της το είπες αυτό της φίλης σου;» Ο Τερτζιμπασιάν έγειρε μπροστά ανάμεσα στα δυο δερμάτινα καθίσματα. «Στην Τουρκία οι γυναίκες είναι ακόμη γυναίκες. Αυτή εδώ...» Ο Φιν ρούφηξε τη μύτη του. «Αν τη στραβοκοιτάξεις, θα σου φορέσει τ' αρχίδια σου κολάρο». «Δεν καταλαβαίνω τον ιδιωματισμό...» «Δεν πειράζει», είπε ο Κέις. «Σημαίνει πως πρέπει να το βουλώσεις». Ο Αρμένιος ακούμπησε πίσω, στη ράχη του καθίσματος, κι άρχισε να ψιθυρίζει σ' έναν πομπό Sanyo, μιλώντας ο' ένα παράξενο μείγμα από Ελληνικά, Γαλλικά, Τουρκικά και Αγγλικά. Οι απαντήσεις έρχονταν στα Γαλλικά. Η Μερσεντές έστριψε σε μια γωνιά. «Το Παζάρι των Αρωμάτων, που λέγεται και Αιγυπτιακό Παζάρι», τους πληροφόρησε η φωνή του αυτοκινήτου. «Χτίστηκε στα ερείπια ενός παλιότερου παζαριού, χτισμένου από το σουλτάνο Χατίς το 1660. 105


WILLIAM

GIBSON

Είναι η κεντρική αγορά της πόλης, όπου βρίσκεις αρώματα, καρυκεύματα, προγράμματα υπολογιστών, ναρκωτικά...» «Ναρκωτικά», είπε ο Κέις κοιτώντας τους καθαριστήρες που πήγαιναν κι έρχονταν επάνω στο αλεξίσφαιρο παρμπρίζ. «Το εννοούσες προηγουμένως Τζέρσι, όταν μας έλεγες πως αυτός ο Ριβιέρα είναι πρεζάκιας;» «Ναι, παίρνει ένα μείγμα από κοκαΐνη και μεπεριδίνη». Ο Αρμένιος συνέχισε να μιλά στον ασύρματό του. «Παλιά το έλεγαν Ντεμερόλ», είπε ο Φιν. «Ο άνθρωπος είναι καλλιτέχνης στη μαστούρα. Μπερδεύεσαι με περίεργους ανθρώπους, Κέις». «Μη σε νοιάζει», είπε ο Κέις σηκώνοντας το γιακά του τζάκετ του, «θα του αγοράσουμε καινούργιο πάγκρεας ή κάτι τέτοιο».

Μόλις μπήκαν στο παζάρι, ο Φιν φάνηκε να νιώθει πολύ καλύτερα, σαν να τον ανακούφιζε η πολυκοσμία και η αίσθηση της κλεισούρας. Περπάτησαν μαζί με τον Αρμένιο σε μια μεγάλη στοά γεμάτη μαυρισμένες πλαστικές ταμπέλες. Μεταλλικά τόξα της εποχής του ατμού συγκρατούσαν την οροφή. Πάνω από το κεφάλι τους λαμποκοπούσαν χιλιάδες διαφημιστικά. «Ε, για δες εδώ», είπε ο Φιν τραβώντας τον Κέις από το μανίκι. «Ένα άλογο. Έχεις δει ποτέ άλογο;» Ο Κέις έριξε μια ματιά στο βαλσαμωμένο ζώο και κούνησε το κεφάλι του. Ήταν τοποθετημένο πάνω σε βάθρο κοντά στην είσοδο ενός μαγαζιού που πουλούσε πουλιά και πιθήκους. Τα πόδια του είχαν γίνει λεία και άτριχα από τα χιλιάδες χέρια που το άγγιζαν όλη μέρα. «Είδα ένα στο Μέριλαντ μια φορά», είπε ο Φιν, «και μάλιστα τρία ολόκληρα χρόνια μετά την επιδημία. Οι Άραβες προσπαθούν να τα αναπαράγουν χρησιμοποιώντας τον κώδικα του DNA, αλλά κάπου κολλάνε». Τα μαύρα γυάλινα μάτια του ζώου έμοιαζαν να τους παρακολουθούν καθώς περνούσαν. Ο Τερτζιμπασιάν τους οδήγησε σ' ένα καφενείο στην καρδιά της αγοράς. Ήταν ένα χαμηλοτάβανο δωμάτιο που έμοιαζε να έχει λειτουργήσει επί αιώνες χωρίς διάλειμμα. Μερικά αδύνατα αγόρια με σκονισμένα άσπρα σακάκια τριγύριζαν ανάμεσα στα τρα106


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

πέζια κουβαλώντας σιδερένιους δίσκους με μπουκάλια τουρκικής Tuborg και μικροσκοπικά ποτήρια με τσάι. Ο Κέις αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα από ένα αυτόματο μηχάνημα κοντά στην είσοδο. Ο Αρμένιος μουρμούριζε ακόμη στο Sanyo. «Ελάτε», είπε. «Πλησιάζει. Κάθε νύχτα έρχεται στο παζάρι να αγοράσει τη δόση του από τον Άλι. Η γυναίκα σας είναι εδώ κοντά κι αυτή. Ελάτε».

Ο δρόμος ήταν παλιός, πολύ παλιός. Οι τοίχοι των σπιτιών ήταν χτισμένοι με μεγάλες γκρίζες πέτρες. Το πλακόστρωτο ήταν ανώμαλο και μύριζε βενζίνη. «Δεν βλέπω τη μύτη μου», ψιθύρισε στον Φιν. «Δεν μου κάνει εντύπωση, τέτοιος πρωτάρης που είσαι», τον κάρφωσε ο Φιν. «Ησυχία», είπε δυνατά ο Τερτζιμπασιάν. Ακούστηκε ο ήχος ξύλου που τριβόταν πάνω σε πέτρα. Δέκα μέτρα πιο πέρα μια δέσμη από κίτρινο φως έπεσε στα βρεγμένα χαλίκια. Η δέσμη έγινε πλατύτερη. Μια φιγούρα βγήκε στο δρόμο, η πόρτα ξανάκλεισε τρίζοντας και το σκοτάδι ξαναγύρισε. Ο Κέις ανατρίχιασε. «Τώρα», είπε ο Τερτζιμπασιάν. Μια εκτυφλωτική φωτεινή δέσμη σταλμένη από την ταράτσα του απέναντι κτιρίου φώτισε την αδύνατη φιγούρα δίπλα στην παλιά πόρτα. Ένα ζευγάρι λαμπερά μάτια έπαιξαν δεξιά, αριστερά, κι ύστερα ο άντρας σωριάστηκε στο έδαφος. Ο Κέις νόμισε πως κάποιος τον είχε πυροβολήσει. Έμεινε εκεί με το πρόσωπο στο λιθόστρωτο. Τα ξανθά μαλλιά του ξεχώριζαν πάνω στις σκούρες πλάκες και τα χέρια του ήταν άσπρα και χαλαρά. Ο προβολέας έμεινε στραμμένος κατά πάνω του. Η πλάτη του τζάκετ ανασηκώθηκε ξαφνικά, ενώ το αίμα πεταγόταν στους τοίχους και στην πόρτα. Δυο τεράστια χέρια με τένοντες ooiv σκοινιά εμφανίστηκαν στο άνοιγμα της πλάτης. Το πράγμα έμοιαζε να ξεφυτρώνει από το πλακόστρωτο περνώντας μέσα από το ασάλευτο κουφάρι που κάποτε ήταν το σώμα του Ριβιέρα. Είχε ύψος δυο μέτρα, στεκόταν σε δυο πόδια και φαινόταν να μην έχει κεφάλι. Γύρισε προς το μέρος τους, και τότε ο Κέις διαπίστωσε πως είχε κεφάλι, αλλά δεν είχε λαιμό. Δεν είχε μάτια και το γυα107


WILLIAM

GIBSON

λιστερό του δέρμα ήταν ροζ όπως τα έντερα. Το στόμα, αν ήταν στόμα, ήταν κυκλικό, κωνικό, ρηχό και στολισμένο με σειρές από τρίχες που γυάλιζαν σαν μεταλλικές κλωστές. Κλότσησε μακριά το σωρό από ρούχα και σάρκες κι έκανε ένα βήμα μπροστά, ενώ το στόμα έμοιαζε να τους ψάχνει μέσα στο σκοτάδι. Ο Τερτζιμπασιάν είπε κάτι στα Ελληνικά ή στα Τουρκικά κι άρχισε να τρέχει προς το πράγμα με τα χέρια τεντωμένα μπροστά. Πέρασε από μέσα του ενώ κάπου πιο πίσω φάνηκε η λάμψη από την εκπυρσοκρότηση ενός όπλου έξω από το φωτεινό κύκλο. Η σφαίρα τίναξε κομμάτια βράχου δίπλα στο κεφάλι του Κέις. Ο Φιν τον τράβηξε και τον ξάπλωσε στο έδαφος. Ο προβολέας έσβησε και ο Κέις έμεινε με την εικόνα του τέρατος, μιας λάμψης και μιας αχτίδας. Τα αφτιά του βούιζαν. Έπειτα, ο προβολέας άναψε πάλι κι άρχισε να ψάχνει το σκοτεινό δρόμο. Ο Τερτζιμπασιάν ήταν ξαπλωμένος στη βάση μιας σιδερένιας πόρτας. Το πρόσωπό του ήταν κάτασπρο. Κρατούσε τον αριστερό του καρπό, ενώ το αίμα έτρεχε από μια πληγή στο αριστερό του χέρι. Ο ξανθός άντρας ήταν ξαπλωμένος αναίσθητος στα πόδια του. Η Μόλι βγήκε από τη σκιά κρατώντας το ρουκετοβόλο της. «Κάλεσε τον Μαχμούτ με τον ασύρματο», είπε ο Αρμένιος. «Πρέπει να τον πάρουμε από δω». «Παραλίγο να τα καταφέρει ο άτιμος», είπε ο Φιν. Τα γόνατά του έτριξαν δυνατά καθώς σηκωνόταν. Σκούπισε τις παλάμες στο πανταλόνι του. «Ενώ εμείς κοιτάζαμε το σόου, αυτός ετοιμαζόταν να εξαφανιστεί. Ωραίο κόλπο. Λοιπόν, βοηθήστε να τον πάρουμε από δω. Θέλω να μελετήσω τα κυκλώματά του προτού ξυπνήσει. Καιρός να δουλέψω και λίγο για τα λεφτά που μου δίνει ο Αρμιτάτζ». Η Μόλι έσκυψε και σήκωσε κάτι από το έδαφος. Ένα πιστόλι. «Νάμπου», είπε. «Ωραίο όπλο». Ο Τερτζιμπασιάν έβγαλε ένα βογγητό. Ο Κέις είδε πως έλειπε ολόκληρο το μεσαίο του δάχτυλο.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει, και η πόλη ήταν λουσμένη στο γαλάζιο φως της αυγής. Η Μόλι έδωσε εντολή στη Μερσε108


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ντές να τους πάει στο Τοττκαπί. Ο Φι ν, μαζί μ' έναν τεράστιο Τούρκο που τον έλεγαν Μαχμούτ, είχαν μεταφέρει τον Ριβιέρα σε κάποιο άγνωστο κρησφύγετο. Λίγο αργότερα, μια σκονισμένη Σιτροέν είχε έρθει να πάρει τον Αρμένιο που έδειχνε έτοιμος να λιποθυμήσει. «Είσαι μαλάκας», του είπε η Μάλι ενώ άνοιγε την πόρτα του αυτοκινήτου. «Έπρεπε να μείνεις στη θέση σου. Τον είχα στο στόχαστρο από τη στιγμή που σηκώθηκε». Ο Τερτζιμπασιάν την αγριοκοίταξε. «Τέλος πάντων. Τελειώσαμε με σένα». Τον έσπρωξε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. «Αν σε ξαναβρώ μπροστά μου, θα σε σκοτώσω», του είπε πίσω από το τζάμι. Η Σιτροέν ξεμάκρυνε κι έστριψε στον πρώτο δρόμο. Τώρα, η Μερσεντές γλιστρούσε αθόρυβα στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Πέρασαν το Μπέιογλου και διέσχισαν μια περιοχή με έρημα δρομάκια κι ερειπωμένες πολυκατοικίες που θύμιζαν στον Κέις το Παρίσι. «Τι είναι αυτό το πράγμα;» ρώτησε τη Μόλι καθώς η Μερσεντές παρκάριζε στην άκρη του κήπου που περιτριγύριζε το Σεράι. Ο Κέις κοίταζε αδιάφορα το συνονθύλευμα των κτιρίων και των αρχιτεκτονικών ρυθμών που αποτελούσαν το Τοπκαπί. «Ήταν ένα είδος ιδιωτικού μπορντέλου για το βασιλιά», είπε η Μόλι. «Είχαν πολλές γυναίκες εδώ. Τώρα είναι μουσείο. Κάτι σαν το μαγαζί του Φιν: έχουν ένα κάρο πράγματα στοιβαγμένα εκεί μέσα, μεγάλα διαμάντια, σπαθιά, το αριστερό χέρι του Ιωάννη του Βαπτιστή...» «Σε θρεπτικό υπόστρωμα;» «Μπα! Νεκρό. Το έχουν μέσα σ' ένα χάλκινο κουτί μ' ένα παραθυράκι στο πλάι. Οι χριστιανοί πήγαιναν και το φιλούσαν για γούρι. Οι Τούρκοι τους το πήραν πριν από πάρα πολλά χρόνια και δεν το ξεσκονίζουν ποτέ γιατί είναι, λέει, σκεύος των απίστων». Μέσα στον κήπο, σκούριαζαν μερικά σιδερένια αγάλματα ελαφιών. Ο Κέις περπατούσε δίπλα στη Μόλι και παρακολουθούσε τις μπότες της που έλειωναν το βρεμμένο χορτάρι. Περπατούσαν δίπλα σ' ένα μονοπάτι από άσπρες οκτάγωνες πλάκες. Ο χειμώνας καιροφυλακτούσε κάπου στα Βαλκάνια. «Αυτός ο Τέρτζι, είναι πρώτης γραμμής κάθαρμα», είπε η 109


WILLIAM

GIBSON

Μόλι. «Είναι της μυ(7ηκής αστυνομίας. Βασανιστής. Είναι επίσης πολύ άπληστος. Ο Αρμιτάτζ τον εξαγόρασε εύκολα με τα λεφτά του». Γύρω τους τα πουλιά άρχισαν να τραγουδούν. «Έκανα τη δουλειά που μου ζήτησες», είπε ο Κέις. «Ξέρεις, στο Λονδίνο. Κάτι βρήκα αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει». Της είπε την ιστορία του Κόρτο. «Το ήξερα πως δεν υπήρχε κανείς με το όνομα Αρμιτάτζ στην επιχείρηση Σιωπηλή Γροθιά. Λες να τον έσωσε το κομπιούτερ; Σ' εκείνο το γαλλικό νοσοκομείο;» «Νομίζω πως τον έσωσε ο WIntermute», αποφάνθηκε ο Κέις. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Το θέμα είναι», είπε ο Κέις, «αν ξέρει ότι ήταν ο Κόρτο. Εννοώ πως προτού πάει σ' εκείνο το νοσοκομείο δεν ήταν τίποτε το ξεχωριστό, οπότε ίσως ο Wintermute να τον...» «Ναι. Ίσως να του έδωσε νέα προσωπικότητα. Ναι...» Γύρισε και συνέχισε να περπατάει. «Κολλάει. Ξέρεις, ο τύπος δεν έχει καθόλου προσωπική ζωή. Εννοώ πως ένας τύπος σαν κι αυτόν, όταν είναι μόνος του, κάπου πηγαίνει, κάτι κάνει. Ο Αρμιτάτζ, τίποτε. Κάθεται και κοιτάζει τον τοίχο. Κατόπιν, κάτι γίνεται, παίρνει μπροστά κι αρχίζει να δουλεύει για τον Wintermute». «Και τότε γιατί διατηρεί αυτό το φάκελο στο Λονδίνο; Από νοσταλγία;» «Μπορεί να μην το ξέρει πως υπάρχει ο φάκελος. Ίσως να είναι απλώς καταχωρημένος στο όνομά του». «Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Κέις. «Κάνω απλώς μερικές σκέψεις... Πόσο έξυπνη είναι μια ΤΝ, Κέις;» «Εξαρτάται. Μερικά απ' αυτά τα πράγματα δεν έχουν μεγαλύτερη νοημοσύνη από ένα σκύλο. Σαν κατοικίδια ζώα είναι. Έτσι κι αλλιώς, κοστίζουν μια περιουσία. Τα εξυπνότερα φτάνουν μέχρι εκεί που τους επιτρέπουν οι μηχανισμοί ελέγχου». «Άκου. Είσαι χειριστής κονσόλας. Πώς γίνεται και δεν έχεις λόξα μ' αυτά τα μηχανήματα;» «Να σου πω· πρώτα απ' όλα γιατί είναι πολύ σπάνια. Τα περισσότερα ανήκουν στο στρατό και είναι αδύνατο να σπάσουμε τον "πάγο". Το ξέρεις πως ο "πάγος" φτιάχτηκε 110


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

αρχικά γι' αυτό το σκοπό; Από την άλλη, υπάρχει ειδική αστυνομία γΓ αυτά τα πράγματα, που δεν αστειεύεται καθόλου: Οι Turing*». Την κοίταξε. «Τι να σου πω, δεν με τραβάνε». «Όλοι οι χειριστές είστε ίδιοι», είπε η Μόλι. «Δεν έχετε καθόλου φαντασία». Έφτασαν σε μια μικρή λίμνη με χρυσόψαρα κι άσπρα νούφαρα. Η Μόλι κλότσησε ένα χαλίκι, το 'ριξε στο νερό και παρακολούθησε τα κύματα που σχημάτιζαν ομόκεντρους κύκλους. «Να με τι μοιάζει ο Wintermute», είπε. «Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη υπόθεση. Εμείς είμαστε εκεί στην άκρη όπου οι κύκλοι είναι μεγάλοι, και δεν μπορούμε να δούμε την πέτρα στο κέντρο. Ξέρουμε πως κάτι υπάρχει εκεί αλλά δεν ξέρουμε το γιατί. Θέλω να ξέρω γιατί, θέλω να πας να μιλήσεις στον Wintermute». «Μην κάνεις όνειρα», τη διέκοψε εκείνος. «Δεν θα μπορούσα καν να τον πλησιάσω». «Δοκίμασε». «Είναι αδύνατο». «Ρώτα τον Φλάτλαϊν». «Αυτόν τον Ριβιέρα τι τον θέλουμε;» ρώτησε ο Κέις για ν' αλλάξει θέμα. Εκείνη έφτυσε μέσα στη λίμνη. «Ένας θεός ξέρει. Εγώ πάντως ευχαρίστως τον σκότωνα αυτόν τον τύπο. Είδα το προφίλ του. Είναι ένα είδος που 'χει γίνει Ιούδας με το ζόρι. Δεν μπορεί να τη βρει σεξουαλικά αν δεν προδίδει συγχρόνως το σύντροφό του. Έτσι έγραφε στο φάκελο. Και θέλει να είναι ερωτευμένες μαζί του οι γυναίκες. Ίσως να τις αγαπάει κι αυτός. Γι' αυτό ο Τέρζι του έστησε τόσο εύκολα παγίδα, γιατί, εδώ και τρία χρόνια, ψωνίζει πολιτικούς αντιφρονούντες και τους παραδίνει στη μυστική αστυνομία. Πολύ πιθανό ο Τέρζι να τον αφήνει να παρακολουθεί τα βασανιστήρια. Έχει φάει δεκαοκτώ σε τρία χρόνια. Όλες * Turing: Άγγλος μαθηματικός της αρχής του αιώνα. Η θεωρία του για την επεξεργασία αριθμών από μηχανές αποτελεί σήμερα τη βάση της φιλοσοφίας για την αντιμετώπιση των παρασιτικών προγραμμάτων στα κομπιούτερ. Ο συγγραφέας έχει δώσει το όνομά του στην υπηρεσία επιτήρησης του ηλεκτροσύμπαντος.

111


WILLIAM

GIBSON

ήταν γυναίκες, είκοσι με είκοσι πέντε χρονών. Αυτό έβαλε τον Τέρζι σε υποψίες». Έχωσε απότομα τα χέρια στις τσέπες του τζάκετ της. «Γιατί όταν έβρισκε κάποια που του άρεσε, κατάφερνε να την κάνει πολιτικοποιημένη, αντιφρονούσα. Η προσωπικότητά του είναι σαν τις στολές των Moderns. Το προφίλ λέει πως είναι ένας πολύ σπάνιος τύπος που εμφανίζεται μια στο εκατομμύριο. Αυτό τουλάχιστον είναι ένα καλό στοιχείο για την ανθρώπινη φύση». Κοίταξε με πικρία τα νούφαρα και τα ψάρια της λίμνης. «Νομίζω πως θα πρέπει να κάνω ειδική ασφάλεια για να προστατευτώ απ' αυτόν τον Πίτερ». Ύστερα γύρισε και τον κοίταξε μ' ένα πολύ ψυχρό χαμόγελο. «Τι πάει να πει αυτό;» «Τίποτε. Πάμε πίσω στο Μπέιογλου να φάμε πρωινό. Απόψε έχω πάλι πολλή δουλειά. Πρέπει να μαζέψω τα πράγματά του από το διαμέρισμά του στο Φανάρι και να κατέβω στο παζάρι να του αγοράσω ναρκωτικά...» «Να του αγοράσεις ναρκωτικά; Και με τι λεφτά;» Εκείνη γέλασε. «Μη φοβάσαι και δεν είναι στην ψάθα ο τύπος. Εξάλλου, δεν μπορεί να δουλέψει χωρίς τη δόση του. Πάντως εσένα σε προτιμώ τώρα, είσαι λιγότερο κοκαλιάρης από πρωτύτερα». Χαμογέλασε. «Αοιπόν θα πάω στον έμπορο τον Αλί για προμήθειες».

Ο Αρμιτάτζ τους περίμενε στο δωμάτιο του Χίλτον. «Ετοίμασε τα πράγματά σου», είπε ενώ ο Κέις προσπαθούσε να ανακαλύψει τον άνθρωπο που λεγόταν Κόρτο πίσω από τα αχνά γαλάζια μάτια και το μαυρισμένο πρόσωπο. Σκέφτηκε τον Γουέιτζ στη Σίμπα. Ήξερε πως οι επιχειρησιακοί, από κάποιο επίπεδο και πάνω, συνήθιζαν να σκεπάζουν την προσωπικότητά τους. Αλλά ο Γουέιτζ είχε τις παραξενιές του, τους έρωτές του. Έλεγαν μάλιστα πως είχε και παιδιά. Το κενό που συναντούσε στο βλέμμα του Αρμιτάτζ ήταν διαφορετικό. «Για πού το βάλαμε;» ρώτησε πλησιάζοντας στο παράθυρο. «Σε τι κλίμα πάμε τώρα;» «Δεν έχουν κλίμα εκεί που πάμε. Έχουν απλώς καιρό», είπε ο Αρμιτάτζ. «Ορίστε, κοίτα το προσπέκτους». Ακούμπησε ένα έντυπο πάνω στο τραπέζι. 112


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Πώς είναι ο Ριβιέρα; Και ο Φιν πού πήγε;» «Ο Ριβιέρα είναι μια χαρά. Ο Φιν έφυγε για την Παροικία». Ο Αρμιτάτζ χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο που είχε τόσο νόημα όσο και το τίναγμα της κεραίας ενός εντόμου. Ά πλωσε το χέρι του και χτύπησε απαλά τον Κέις στο στήθος. «Μην κάνεις και πολύ τον έξυπνο. Οι κύστεις που έχεις στο αίμα σου έχουν αρχίσει να φθείρονται, όμως δεν ξέρεις σε ποιο βαθμό». Ο Κέις προσπάθησε να μείνει ανέκφραστος. Όταν έφυγε ο Αρμιτάτζ, πήρε ένα από τα προσπέκτους. Ήταν τυπωμένο σε ακριβό χαρτί στα Γαλλικά, τα Αγγλικά και τα Τουρκικά. ΦΡΙΣΑΪΝΤ, ΜΗ ΧΑΝΕΤΕ ΚΑΙΡΟ, ΕΑΑΤΕ.

Είχαν κλείσει θέσεις στην πτήση της Τουρκ Χαβά Γιολαρί για το Παρίσι κι από κει θα 'παιρναν το όχημα της JAL. Ο Κέις καθόταν στο χολ του Χίλτον και παρακολουθούσε τον Ριβιέρα που θαύμαζε μερικές απομιμήσεις βυζαντικών εικόνων στη βιτρίνα του μαγαζιού με τα σουβενίρ. Ο Αρμιτάτζ στεκόταν στην είσοδο, με το αδιάβροχο ριγμένο στους ώμους του, σαν κάπα. Ο Ριβιέρα ήταν αδύνατος, ξανθός, με απαλή φωνή. Μιλούσε καλά Αγγλικά, χωρίς αξάν. Η Μόλι είχε πει πως ο τύπος ήταν τριάντα χρονών, αλλά ήταν δύσκολο να μαντέψει κανείς την ηλικία του. Είχε πει ακόμη πως ήταν χωρίς συγκεκριμένη υπηκοότητα και ταξίδευε μ' ένα πλαστό ολλανδικό διαβατήριο. Ήταν προϊόν των ερειπωμένων προαστίων που εκτείνονταν γύρω από το ραδιενεργό κέντρο της παλιάς Βόνης. Τρεις χαμογελαστοί Γιαπωνέζοι τουρίστες μπήκαν στο μαγαζί και χαιρέτισαν ευγενικά τον Αρμιτάτζ. Ο Αρμιτάτζ διέσχισε το κατάστημα, φανερά ανήσυχος, και στάθηκε δίπλα στον Ριβιέρα. Εκείνος γύρισε και χαμογέλασε. Ήταν πολύ όμορφος. Ο Κέις σκέφτηκε πως τα χαρακτηριστικά του ήταν σίγουρα έργο κάποιου χειρουργού της Σίμπα. Ήταν πολύ καλοδουλεμένα. Όχι σαν το πρόσωπο του Αρμιτάτζ που ήταν απλώς ένα μείγμα από όμορφα, αλλά κοινότοπα στοιχεία. Το μέτωπό του ήταν φαρδύ και λείο, τα μάτια του γκρίζα και απόμακρα. Η μύτη του, που θα μπορούσε να 113


WILLIAM

GIBSON

είναι τέλεια, έμοιαζε σαν να είχε σττάσει και να 'χε ξανακολληθεί πρόχειρα. Αυτό το σημάδι βίας ερχόταν σε αντίθεση με το ντελικάτο σαγόνι και το πλατύ χαμόγελό του. Τα δόντια του ήταν μικρά, ίσια και κάτασπρα. Ο Κέις παρακολούθησε τα λεπτά άσπρα χέρια του που περιεργάζονταν ένα αγαλματάκι. Ο Ριβιέρα δεν θύμιζε άνθρωπο που είχε δεχτεί επίθεση το προηγούμενο βράδυ, είχε ναρκωθεί με τοξικές ουσίες, είχε απαχθεί, είχε περάσει πρώτα από την ανάκριση του Φιν, και μετά από την πίεση του Αρμιτάτζ για να δεχτεί να δουλέψει μαζί τους. Ο Κέις κοίταξα το ρολόι του. Η Μόλι έπρεπε να γυρίσει από στιγμή σε στιγμή. Κοίταξε πάλι τον Ριβιέρα. «Βάζω στοίχημα πως είσαι μαστούρης, μαλάκα», μουρμούρισε σιγανά. Μια ηλικιωμένη κυρία με άσπρο δερμάτινο σμόκιν, μισόβγαλε τα ακριβά γυαλιά της Porsche design, και τον κοίταξε. Της χαμογέλασε, σηκώθηκε κι έριξε το σάκο του στον ώμο. Χρειαζόταν τσιγάρα για το δρόμο. Αναρωτιόταν αν επιτρεπόταν το κάπνισμα μέσα στο όχημα της JAL. «Γεια χαρά», είπε στην κυρία που βιάστηκε να ξαναβάλει τα γυαλιά της και να γυρίσει από την άλλη. Υπήρχαν τσιγάρα στο κατάστημα με τα σουβενίρ, αλλά δεν είχε όρεξη να μιλήσει στον Αρμιτάτζ ή στον Ριβιέρα. Βγήκε από το χολ και εντόπισε έναν αυτόματο πωλητή στο βάθος ενός διαδρόμου με τηλεφωνικούς θαλάμους. Έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα τουρκικές λίρες κι άρχισε να ρίχνει ένα-ένα τα νομίσματα στη σχισμή. Έβρισκε αυτή την αναχρονιστική διαδικασία πολύ διασκεδαστική. Το τηλέφωνο του κοντινότερου θαλάμου κουδούνισε. Σήκωσε μηχανικά το ακουστικό. «Ναι;» Άκουσε απαλούς αρμονικούς ήχους και αμυδρούς ψιθύρους σαν από κάποια δορυφορική σύνδεση και, κατόπιν, έναν ήχο σαν το σφύριγμα του ανέμου. «Γεια σου, Κέις». Ένα νόμισμα των πενήντα λιρών ξέφυγε από το χέρι του, αναπήδησε και χάθηκε αφού κύλησε πάνω στο χαλί του Χίλτον. «Είμαι ο Wintermute, Κέις. Είναι καιρός πια για να μιλήσουμε». 114


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Η φωνή ήταν συνθετική. «Δεν θέλεις να μιλήσουμε, Κέις;» Κρέμασε το ακουστικό στη θέση του. Για να γυρίσει πίσω στο χολ, έπρεπε να περάσει μπροστά από όλους τους τηλεφωνικούς θαλάμους. Κάθε τηλεφωνική συσκευή χτυπούσε από μια φορά καθώς περνούσε από μπροστά της.

115


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΙΟΥΑΙΟΥ ΒΕΡΝ


8

Αρχιπέλαγος. Τα νησιά. Κύλινδρος, άτρακτος, σύμπλεγμα. Ανθρώπινο DNA ξεχύνεται από το απόκρυμνο πηγάδι αντιβαρύτητας σαν λάδι που στάζει ανάποδα. Κάλεσε μια γραφική παράσταση που να απλοποιεί την ανταλλαγή πληροφοριών στο αρχιπέλαγος L-5. Μια περιοχή αντιφέγγει από κόκκινο φως, είναι ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο που ξεχωρίζει πάνω στην οθόνη σου. Φρίσαϊντ. Το Φρίσαϊντ είναι πολλά πράγματα συγχρόνως, από τα οποία μόνο ορισμένα είναι γνωστά στους τουρίστες που πάνε κι έρχονται μέσα από το πηγάδι της αντιβαρύτητας. Το Φρίσαϊντ είναι οίκος ανοχής, τραπεζικό κέντρο, τόπος ηδονής και ελεύθερης διακίνησης, συνοριακή πόλη και ιαματικά λουτρά. Το Φρίσαϊντ είναι Αας Βέγκας και κρεμαστοί κήποι της Βαβυλόνας, μια Γενεύη σε τροχιά και η πατρίδα μιας προσεχτικά εξευγενισμένης οικογενειακής ενδοδιασταύρωσης της βιομηχανικής φατρίας των Τέσιερ και Άσπουλ.

Στο αεροπλάνο της Τουρκ Χαβά Γιολαρί που τους πήγαινε στο Παρίσι, κάθισαν όλοι μαζί στην πρώτη θέση, η Μόλι στο παράθυρο, ο Κέις δίπλα της, ο Ριβιέρα και ο Αρμιτάτζ προς το διάδρομο. Καθώς το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τη θάλασσα, ο Κέις είδε τα άσπρα σπίτια ενός ελληνικού 119


WILLIAM

GIBSON

νησιωτικού χωριού να λάμπουν σαν πετράδια σε γαλάζιο φόντο. Λίγο αργότερα, καθώς έφερνε το ποτήρι του στα χείλια, είδε κάτι σαν τεράστιο ανθρώπινο σπερματοζωάριο να κολυμπάει μέσα στο ουίσκι. Η Μόλι έσκυψε από πάνω του και χαστούκισε τον Ριβιέρα. «Όχι, μωρό μου. Όχι τέτοια παιχνίδια. Αν τολμήσεις και κάνεις κανένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο ο' εμένα, θα σου κάνω πολύ κακό. Μπορώ να σε κάνω να υποφέρεις πολύ χωρίς να σου μείνει καμιά αναπηρία. Και θα το ευχαριστηθώ γιατί μου αρέσει να το κάνω». Ο Κέις γύρισε μηχανικά προς τον Αρμιτάτζ. Το λείο πρόσωπό του ήταν ήρεμο, τα γαλάζια μάτια του σ' εγρήγορση, αλλά δεν ήταν θυμωμένος. «Καλά σου λέει, ίΐίτερ. Σταμάτα». Ο Κέις ξαναγύρισε μπροστά του και είδε τη φευγαλέα εικόνα ενός μαύρου ρόδου. Τα πέταλα γυάλιζαν σαν να ήταν από δέρμα, ενώ το στέλεχος είχε το χρώμα ανοξείδωτου χάλυβα. Ο Πίτερ Ριβιέρα χαμογέλασε γλυκά, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε. Η Μόλι γύρισε από την άλλη μεριά. Οι φακοί της καθρεφτίζονταν στο μαύρο τζάμι.

«Έχεις ξαναπάει ποτέ στο Διάστημα;» ρώτησε η Μόλι καθώς ο Κέις καθόταν δίπλα της στο αναπαυτικό κάθισμα του οχήματος της JAL. «Μπα. Δεν ταξιδεύω πολύ· μόνο για δουλειές». Ο αεροσυνοδός στερέωνε ηλεκτρόδια στους καρπούς και στο αριστερό του αφτί. «Ελπίζω να μη σε πειράζει το ύψος». «Ίλιγγος; Με τίποτε». «Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η καρδιά σου θα αρχίσει να χτυπάει πιο γρήγορα και το κέντρο της ισορροπίας στο εσωτερικό του αφτιού θα τρελαθεί στην αρχή. Μπαίνει σε λειτουργία το ρεφλέξ της φυγής, σου έρχεται να σηκωθείς και ν' αρχίσεις να τρέχεις σαν τρελός, και η αδρεναλίνη σου φτάνει στα ύψη». Ο αεροσυνοδός προχώρησε στον Ριβιέρα ετοιμάζοντας ένα καινούργιο σετ από ηλεκτρόδια. Ο Κέις προσπάθησε να διακρίνει από το παράθυρο τα 120


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

κτίρια του παλιού αερολιμένα του Ορλύ αλλά η εξέδρα εκτόξευσης του οχήματος ήταν περιστοιχισμένη από τεράστια μπετονένια προστατευτικά περιβλήματα. Επάνω σ' ένα από αυτά υπήρχε γραμμένο με κόκκινη μπογιά ένα σύνθημα στα Αραβικά. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως το όχημα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μεγάλο αεροπλάνο που πετούσε πολύ ψηλά. Μύριζε όπως το αεροπλάνο, οσμές από καινούργια ρούχα, τσίχλα και κιροζίνη. Περίμενε ακούγοντας την απαλή μουσική που έβγαινε από τα κρυμμένα μεγάφωνα. Μετά από είκοσι λεπτά, ένιωσε την επιτάχυνση να τον αδράχνει σαν τεράστιο χέρι με χοντρά πέτρινα κόκαλα. liriiriir Το σύνδρομο διαστημικής προσαρμογής ήταν χειρότερο απ' ό,τι το είχε περιγράψει η Μόλι, αλλά πέρασε γρήγορα και ο Κέις κατάφερε να κοιμηθεί. Τον ξύπνησε ο αεροσυνοδός καθώς ετοιμάζονταν να προσεγγίσουν στο σύμπλεγμα του διαστημικού σταθμού της JAL. «Τώρα θα πάμε στο Φρίσαϊντ;» ρώτησε ενώ παρακολουθούσε μερικούς κόκκους καπνού από τσιγάρο που είχαν βγει από την τσέπη του πουκαμίσου του και αιωρούνταν με χάρη μερικά εκατοστά μπροστά από τη μύτη του. Το κάπνισμα απαγορευόταν μέσα στο όχημα. «Όχι», είπε η Μόλι. «Ο αρχηγός έκανε τη συνηθισμένη του μικροαλλαγή στο πρόγραμμα. Θα πάρουμε ένα ταξί και θα πάμε στη Σιών, στο σύμπλεγμα Σιών». Έλυσε τη ζώνη της ασφαλείας και ελευθερώθηκε από το βαθύ αναπαυτικό κάθισμα. «Περίεργη επιλογή, αν θέλεις τη γνώμη μου». «Γιατί;» «Ράστα, Ρέγκεϊ. Είναι μια αποικία τριάντα περίπου χρονών». «Τι πάει να πει αυτό;» «Θα δεις. Εγώ το βρίσκω εντάξει το μέρος. Εκεί πάντως θα σ' αφήσουν να καπνίσεις».

121


WILLIAM

GIBSON

Η Σιών είχε ιδρυθεί από μια ομάδα πέντε εργατών που αρνήθηκαν να γυρίσουν πίσω, γύρισαν την πλάτη στο πηγάδι αντιβαρύτητας και άρχισαν να χτίζουν μια καινούργια πατρίδα εκεί στο Διάστημα. Ώ σ π ο υ να δημιουργήσουν τον πρώτο πυρήνα με τεχνητή βαρύτητα, είχαν υποστεί διαφυγή ασβεστίου από τα οστά και καρδιακή δυσλειτουργία. Από τη γυάλινη σφαίρα του ταξί, το πρόχειρο κέλυφος της Σιών θύμιζε στον Κέις τις παράγκες της Κωνσταντινούπολης. Οι ανώμαλες ξεθωριασμένες πλάκες που αποτελούσαν το εξωτερικό περίβλημα είχαν χαραγμένα με λέιζερ διάφορα σύμβολα των Ράστα και τα ονόματα των εργατών που τα είχαν τοποθετήσει. Η Μόλι, μαζί μ' έναν αδύνατο Σιωνίτη που λεγόταν Αερόλ, βοήθησαν τον Κέις να διασχίσει ένα διάδρομο ελεύθερης πτώσης που οδηγούσε στον πυρήνα ενός μικρότερου συμπλέγματος. Στη διάρκεια μιας δεύτερης κρίσης ναυτίας, είχε χάσει τα ίχνη του Αρμιτάτζ και του Ριβιέρα. «Από δω», είπε η Μόλι κατευθύνοντάς τον προς ένα άνοιγμα πάνω από τα κεφάλια τους. «Πιάσε τις λαβές. Και τώρα σκαρφάλωνε ανάποδα, εντάξει; Πηγαίνεις προς το περίβλημα, άρα είναι σαν να κατεβαίνεις. Το 'πιασες;» Ο Κέις ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται. «Δε 'ναι τίποτα φ' λε», είπε ο Αερόλ μ' ένα χαμόγελο. Τα μπροστινά του δόντια ήταν όλα χρυσά. Όταν ο Κέις έφτασε στο χώρο με την τεχνητή βαρύτητα, ένιωσε σαν πνιγμένος που βγαίνει στον καθαρό αέρα. «Σήκω», είπε η Μόλι. «Εκεί θα μείνεις ξαπλωμένος όλη μέρα;» Ο Κέις ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, με τα χέρια απλωμένα. Κάτι τον χτύπησε στον ώμο. Γύρισε και είδε πως ήταν μια χοντρή κουλούρα από ελαστικό σκοινί. «Πρέπει να φτιάξουμε σπίτι», είπε η Μόλι. «Βοήθα με να τοποθετήσω αυτό εδώ». Ο Κέις κοίταξε γύρω του και πρόσεξε πως υπήρχαν ατσάλινοι κρίκοι στερεωμένοι σε διάφορα σημεία των τοίχων. Αφού τοποθέτησαν τα σκοινιά, σύμφωνα με κάποιο πολύπλοκο πλάνο της Μόλι, άπλωσαν επάνω φύλλα από κίτρινο πλαστικό. Καθώς δούλευαν, ο Κέις κατάλαβε πως υπήρχαν μεγάφωνα που μετέδιδαν συνέχεια μουσική. Ένα είδος μουσικής που λεγόταν νταμπ, ένα μωσαϊκό από αισθηματικά τραγούδια διαλεγμένα μέσα από τεράστια αρ122


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

χεία ηχογραφημένης μουσικής. Η Μόλι είπε πως ήταν ένα μείγμα λατρείας και κοινοβιακού τρόπου ζωής. Ο Κέις σήκωσε ένα από τα φύλλα του πλαστικού. Ήταν ελαφρύ αλλά χοντροκομμένο. Η Σιών μύριζε βραστά λαχανικά, ανθρώπους και χασίς. «Οραία», είπε ο Αρμιτάτζ κοιτάζοντας την κατασκευή μέσα από το άνοιγμα που χρησίμευε για πόρτα. Ο Ριβιέρα στεκόταν πίσω του. «Πού ήσουν εσύ όταν το φτιάχναμε;» ρώτησε ο Κέις τον Ριβιέρα. Εκείνος άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει. Από μέσα, βγήκε κολυμπώντας μια μικρή πέστροφα που έσερνε πίσω της πολύχρωμες φυσαλίδες και πέρασε μερικά εκατοστά από το μάγουλο του Κέις. «Ήμουν στην τουαλέτα», απάντησε ο Ριβιέρα και χαμογέλασε. Ο Κέις χαχάνισε. «Ωραία», εξήγησε ο Ριβιέρα. «Έχεις χιούμορ. Θα ήθελα να βοηθήσω αλλά δεν πιάνουν τα χέρια μου». Άπλωσε τα χέρια του και ξαφνικά εμφανίστηκαν διπλά: τέσσερα μπράτσα, τέσσερις παλάμες. «Είσαι απλώς ένας άκακος κλόουν, έτσι, Ριβιέρα;» είπε η Μόλι. «Ε;» έκανε ο Αερόλ από την πόρτα. «Εσύ, έλα μαζί μ' φ' λε κάουμποϊ». «Είναι για την κονσόλα σου», είπε ο Αρμιτάτζ, «και τα άλλα μηχανήματα. Βοήθησέ τον να τα βγάλετε από το χώρο αποσκευών». «Εισ' π' λύ χλομός, φ' λε», είπε ο Αερόλ καθώς μετέφεραν το Hosaka στον κεντρικό διάδρομο. «Μήπ' ς θες να φας κάτ';» Το στόμα του Κέις γέμισε σάλια. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

Ο Αρμιτάτζ ανακοίνωσε πως θα έμεναν στη Σιών ογδόντα ώρες. Η Μόλι και ο Κέις έπρεπε να εξασκηθούν στις συνθήκες έλλειψης βαρύτητας και να συνηθίσουν να δουλεύουν κάτω απ' αυτές. Εκείνος θα τους ενημέρωνε για το Φρίσαϊντ και τη Βίλα Στρέιλαϊτ. Ο ρόλος του Ριβιέρα δεν είχε ξεκαθα123


WILLIAM

GIBSON

ριστεί, αλλά ο Κέις προτίμησε να μη ρωτήσει. Μερικές ώρες αργότερα, ο Αρμιτάτζ τον έστειλε να ξυπνήσει τον Ριβιέρα για φαγητό. Τον βρήκε κουλουριασμένο σαν γάτα, γυμνό, επάνω σ' ένα λεπτό στρώμα από αφρολέξ. Φαινόταν να κοιμάται. Γύρω από το κεφάλι του στριφογύριζε ένας δακτύλιος από μικρές πολύχρωμες γεωμετρικές φόρμες. Κύβοι, σφαίρες και πυραμίδες. «Ε! Ριβιέρα». Ο δακτύλιος συνέχισε να περιστρέφεται. Πήγε και το είπε στον Αρμιτάτζ. «Είναι μαστούρης», είπε η Μόλι σηκώνοντας το κεφάλι από το τραπέζι όπου είχε λύσει το ρουκετοβόλο της. «Άσ' τον». Ο Αρμιτάτζ νόμιζε πως η έλλειψη βαρύτητας θα επηρέαζε την ικανότητα του Κέις στους χειρισμούς της κονσόλας. «Μη σε νοιάζει», του είπε ο Κέις. «Όταν συνδέομαι, δεν καταλαβαίνω τίποτε. Είναι το ίδιο, είτε είμαι εδώ είτε στη Γη». «Τα επίπεδα αδρεναλίνης σου είναι ψηλότερα εδώ», είπε ο Αρμιτάτζ. «Έχεις επίσης το σύνδρομο της διαστημικής προσαρμογής. Δεν προλαβαίνεις να το αποβάλεις. Πρέπει να συνηθίσεις να δουλεύεις σ' αυτή την κατάσταση». «Ώστε η επιχείρηση θα γίνει από δω;» «Όχι. Προπονήσου, Κέις. Τώρα, ξεκίνα...»

Το ηλεκτροσύμπαν και η παρουσίασή του από την κονσόλα, δεν εξαρτόνταν καθόλου από το φυσικό περιβάλλον στο οποίο βρισκόταν ο χειριστής. Όταν ο Κέις συνδέθηκε, είδε μπροστά του το γνώριμο σχήμα της πυραμίδας πληροφοριών της Eastern Seaboard Fission Authority. «Τι κάνεις, Ντίξι;» «Είμαι νεκρός, Κέις. Τόσες μέρες εδώ μέσα βρήκα τον καιρό να το σκεφτώ καλά». «Πώς νιώθεις;» «Δεν νιώθω τίποτε». «Σε πειράζει;» «Αυτό που με πειράζει είναι πως δεν με πειράζει τίποτε». «Τι εννοείς;» «Είχα ένα φίλο όταν ήμουν ο' εκείνο το στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Ρωσία. Έπαθε κρυοπάγημα στο δάχτυλο και οι γιατροί του το έκοψαν. Μετά από κάνα μήνα, ένα βράδυ στριφογύριζε στο κρεβάτι και δεν είχε ύπνο. 'ΈλρόΓ', του λέω, "τι σε απασχολεί;" "Με τρώει το δάχτυλό μου", λέει. 124


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

"Ε, ξύσε το", του απαντάω. "Μακκόι", μου λέει, "με τρώει το δάχτυλο που λείπει"». Το κατασκεύασμα γέλασε, αλλά ο Κέις ένιωσε κάτι σαν παγωμένο νερό να κυλάει στη σπονδυλική του στήλη. «Κάνε μου μια χάρη, αγόρι μου». «Τι θέλεις, Ντίξι;» «Μόλις τελειώσεις την αποστολή σου, θέλω να καταστρέψεις αυτό το καταραμένο κατασκεύασμα».

Ο Κέις δεν μπορούσε να καταλάβει τους Σιωνίτες. Ο Αερόλ, με πολύ φυσικό ύφος, του είχε διηγηθεί πως μια μέρα ένα μωρό βγήκε από το μετωπό του και χάθηκε μέσα σ' ένα δάσος από υδροπονικές καλλιέργειες. «Εν' μ' κρό μ' ρό, σαν το δαχτυλάκι σου». Έτριψε το λείο, μαύρο μέτωπό του και χαμογέλασε. «Είναι από το γκάντζα», είπε η Μόλι, όταν ο Κέις της διηγήθηκε την ιστορία. «Δεν ξεχωρίζουν πολύ τις καταστάσεις. Αν ο Αερόλ σου είπε πως του συνέβη, τότε γΓ αυτόν έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Δεν είναι ακριβώς ψέμα, αλλά περισσότερο κάτι σαν ποιητική άποψη του κόσμου. Κατάλαβες;» Ο Κέις κούνησε το κεφάλι του με δυσπιστία. Οι Σιωνίτες είχαν τη συνήθεια να βάζουν το χέρι τους στον ώμο σου όταν σου μιλούσαν. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου. «Ε, Αερόλ», φώναξε ο Κέις μια ώρα αργότερα καθώς ετοιμαζόταν για μια δοκιμή με την κονσόλα του. «Έλα δω, φίλε. Θέλω να σου δείξω κάτι». Του έδωσε τα ηλεκτρόδια. Ο Αερόλ έκανε μια αργή τούμπα στον αέρα. Τα γυμνά του πόδια χτύπησαν στο μεταλλικό ττάτωμα και αρπάχτηκε από μια λαβή, με το ένα χέρι. Στο άλλο, κρατούσε μια διαφανή σακούλα γεμάτη γαλαζοπράσινα φύκια. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. «Δοκίμασε αυτό», είπε ο Κέις. Ο Αερόλ πήρε την ταινία, τη φόρεσε και ο Κέις τοποθέτησε τα ηλεκτρόδια. Έκλεισε τα μάτια. Ο Κέις άναψε τη συσκευή. Ο Αερόλ ανατρίχιασε. Ο Κέις tov αποσυνέδεσε. «Τι είδες, φίλε;» «Τη Βαβυλόνα», είπε με θλίψη ο Αερόλ. Του έδωσε πίσω τα ηλεκτρόδια κι έφυγε σκεφτικός. 125


WILLIAM

GIBSON

Ο Ριβιέρα καθόταν ακίνητος πάνω στο στρώμα από αφρολέξ, με το δεξί του μπράτσο τεντωμένο στο ύψος του ώμου. Μερικά χιλιοστά πάνω από τον αγκώνα του, ήταν τυλιγμένο, σαν βραχιόλι, ένα φίδι με κόκκινα λαμπερά μάτια. Ο Κέις κοίταζε το φίδι, που είχε μαύρα και κόκκινα σχέδια στο δέρμα του, να σφίγγει αργά το μπράτσο του Ριβιέρα. «Έλα λοιπόν», είπε τρυφερά εκείνος στον άσπρο γαλακτερό σκορπιό που βρισκόταν επάνω στην ανοιχτή του παλάμη. «Έλα». Ο σκορπιός κούνησε τις καφετιές του δαγκάνες και σύρθηκε επάνω στο μπράτσο ακολουθώντας τις γαλάζιες φλέβες. Όταν έφτασε στο εσωτερικό μέρος του αγκώνα, σταμάτησε κι άρχισε να τρέμει. Ο Ριβιέρα έβγαλε ένα απαλό σφύριγμα. Το κεντρί σηκώθηκε, ταλαντεύτηκε και βυθίστηκε στο δέρμα πάνω σε μια φουσκωμένη φλέβα. Το φίδι χαλάρωσε και ο Ριβιέρα χαμογέλασε καθώς ένιωσε την επίδραση της ένεσης. Ύστερα, το φίδι και ο σκορπιός εξαφανίστηκαν και στη θέση τους έμεινε μια άσπρη πλαστική σύριγγα. «Αν ο Θεός έχει φτιάξει τίποτε καλύτερο από αυτό, σίγουρα το κράτησε για τον εαυτό του. Την ξέρεις αυτή την παροιμία, Κέις;» «Ναι», είπε ο Κέις. «Έχω ακούσει να το λένε για πολλά διαφορετικά πράγματα. Κάνεις ολόκληρη παράσταση κάθε φορά που τρυπιέσαι;» Ο Ριβιέρα χαλάρωσε το λάστιχο που του έσφιγγε το μπράτσο. «Ναι. Έχει περισσότερη πλάκα έτσι». Χαμογέλασε. Τα μάτια του ήταν θολά και τα μάγουλά του είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν. «Έχω τοποθετήσει μια μεμβράνη πάνω από τη φλέβα κι έτσι δεν χρειάζεται να ανησυχώ για την κατάσταση της βελόνας». «Δεν πονάει;» Ο Ριβιέρα τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. «Φυσικά και πονάει. Είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι. Έτσι δεν είναι;» «Εγώ θα προτιμούσα τους δερματικούς δίσκους», είπε ο Κέις. «Πολύ μπανάλ», έκανε ειρο3νικά ο Ριβιέρα. «Φαντάζομαι πως θα είναι πολύ ευχάριστο», είπε ο Κέις και σηκώθηκε. 126


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Μαστουρώνεις κι εσύ, Κέις;» «Αναγκάστηκα να το παρατήσω».

«Να το Φρίσαϊντ», είπε ο Αρμιτάτζ ενώ άναβε την ολογραφική συσκευή προβολής. Η εικόνα, θαμπή στην αρχή, καθάρισε και σταθεροποιήθηκε. Από τη μια άκρη ως την άλλη είχε μήκος τρία μέτρα. «Εδώ έχει καζίνα (έδειξε ένα σημείο) ξενοδοχεία· έχει και μαγαζιά (το χέρι του κινήθηκε)· οι γαλάζιες περιοχές είναι λίμνες (προχώρησε προς μια άκρη). Είναι σαν ένα μεγάλο πούρο. Στενεύει στις άκρες». «Αυτό το βλέπουμε και μόνοι μας», είπε η Μόλι. «Σ' αυτά τα σημεία δημιουργείται φαινόμενο κλίσης. Το έδαφος φαίνεται να γίνεται ανηφορικό, και πιο βραχώδες. Αλλά είναι εύκολο ν' ανεβεί κανείς, γιατί όσο ανεβαίνεις τόσο μειώνεται η βαρύτητα. Εδώ πάνω έχει αθλητικές εγκαταστάσεις. Εδώ: ένα ποδηλατοδρόμιο». «Ένα τι;» ρώτησε ο Κέις γέρνοντας προς τα εμπρός. «Τρέχουν με ποδήλατα», εξήγησε η Μόλι. «Χαμηλή βαρύτητα, λάστιχα υψηλής ώθησης, πιάνουν τα εκατό χιλιόμετρα την ώρα». «Αυτή η πλευρά δεν μας ενδιαφέρει», είπε ο Αρμιτάτζ με τη συνηθισμένη του απάθεια. «Γαμώτο», είπε η Μόλι, «είμαι φανατική ποδηλάτης». Ο Ριβιέρα χαμογέλασε. Ο Αρμιτάτζ προχώρησε προς την άλλη άκρη του ολογραφήματος. «Αυτή εδώ η άκρη μας απασχολεί». Η ολογραφική παράσταση του εσωτερικού σταματούσε εκεί. Το τελευταίο κομμάτι του δορυφόρου ήταν κενό. «Εδώ είναι η Βίλα Straylight. Βρίσκεται στην κορυφή ριας απότομης πλαγιάς και δεν υπάρχει τρόπος να πλησιάσει κανείς. Έχει μία μόνο είσοδο, εδώ στο κέντρο, όπου η βαρύτητα είναι μηδενική». «Τι υπάρχει εκεί μέσα, αρχηγέ;» ρώτησε ο Ριβιέρα. Τέσσερις μικροσκοπικές φιγούρες εμφανίστηκαν στο σημείο που έδειχνε ο Αρμιτάτζ. Εκείνος έκανε μια κίνηση να τις διώξει λες κι ήταν μύγες. «Πίτερ», είπε ο Αρμιτάτζ, «θα είσαι ο πρώτος που θα το μάθει. Θα κανονίσεις να σε καλέσουν. Μόλις μπεις, θα φροντίσεις να μπει και η Μόλι». Ο Κέις κοιτούσε το κενό που κάλυπτε τη θέση του Stray127


WILLIAM

GIBSON

light και σκεφτόταν την ιστορία του Φιν: τον Σμιθ, τον Τζίμι, το κεφάλι που μιλούσε και τον νίντζα. «Έχουμε καθόλου στοιχεία;» ρώτησε ο Ριβιέρα. «Γιατί πρέπει να κανονίσω την γκαρνταρόμπα μου». «Να μάθετε τα ονόματα των δρόμων», πρόσταξε ο Αρμιτάτζ. «Εδώ είναι η οδός Ντεζιντεράτα. Αυτή εδώ είναι η οδός Ιουλίου Βερν». Ο Ριβιέρα γούρλωσε τα μάτια. Καθώς ο Αρμιτάτζ απάγγελλε τα ονόματα των λεωφόρων του Φρίσαϊντ, κόκκινα σπυράκια εμφανίστηκαν στη μύτη, στα μάγουλα και στο σαγόνι του. Ακόμη και η Μόλι έβαλε τα γέλια. Ο Αρμιτάτζ σταμάτησε να μιλάει και τους κοίταξε όλους με τα ψυχρά άδεια μάτια του. «Συγνώμη», είπε ο Ριβιέρα και τα σπυράκια εξαφανίστηκαν.

Ο Κέις ξύπνησε ενώ κοιμόντουσαν και ένιωσε τη Μόλι κουλουριασμένη δίπλα του. Ήταν σε υπερένταση. Όταν κινήθηκε, ο Κέις έμεινε έκπληκτος από την ταχύτητά της. Σηκώθηκε και βγήκε από το πλαστικό τοίχωμα σκίζοντάς το στα δυο. «Μείνε ακίνητος, φίλε». Ο Κέις πέρασε το κεφάλι του μέσα από το σκίσιμο. «Τι;...» «Σκάσε». «Συ 'σαι, φ' λε» ακούστηκε η φωνή ενός Σιωνίτη. «Τ' ς λεν' Μάτια της Γάτας, Αεπίδα που περπατάει τ' ς λεν'. Γ ω 'μαι ο Μάλκουμ, αδερφή. Οι αδερφοί θελ' ν να συζητήσ' ν με σένα και τον κάσυμποϊ» «Ποιοι αδερφοί;» «Ιδρυτές, φ' λε. Οι γέροι της Σιών, ξέρ' ς...» «Αν ανοίξουμε την πόρτα, το φως θα ξυπνήσει τον αρχηγό», ψιθύρισε ο Κέις. «Έχω σβησ' τα φ' τα», είπε ο Σιωνίτης. «Ελάτ'. Πρέπει να επισκεφθείτε τους Ιδρ' τές». «Ξέρεις για πότε μπορώ να σε κάνω κομμάτια, φίλε;» «Μη στέκ' σαι, αδερφή. Έλα».

128


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Οι δυο αϊτό τους ιδρυτές της Σιών που ζούσαν ακόμη, ήταν γέροι. Είχαν όλα τα σημάδια της επιταχυμένης γήρανσης που προκαλεί η μακρόχρονη παραμονή μακριά από την ευεργετική αγκαλιά της βαρύτητας. Τα πόδια τους είχαν ατροφήσει από την αποβολή ασβεστίου και έμοιαζαν έτοιμα να σπάσουν στην παραμικρή κίνηση. Αιωρούνταν στο κέντρο μιας αίθουσας με βαμμένους πολύχρωμους τοίχους. Ο αέρας ήταν βαρύς και γεμάτος καπνούς. «Λεπίδες που περπατούν», είπε ο ένας καθώς η Μόλι έμπαινε στην αίθουσα. «Οπ' ς πάν' σε σκ' νί». «Είναι ένας μύθος, αδερφή», είπε ο άλλος. «Ένας θρησκευτικός μύθος. Χαίρομαι που ήρθατε με τον Μάλκουμ». «Εσύ, γιατί δεν έχεις αξάν;» ρώτησε η Μόλι. «Είμαι από το Λος Άντζελες», είπε ο γέρος. Τα κατσαρά μαλλιά του ήταν πλεγμένα σε πυκνές κοτσίδες, και έμοιαζαν με μαύρο θάμνο. «Ήρθα πριν από πολλά χρόνια μέσα από το πηγάδι αντιβαρύτητας, για να οδηγήσω τους πιστούς. Τώρα ο αδερφός μου σε συνδέει με τις λεπίδες που περπατούν». Η Μόλι άπλωσε το χέρι της και οι λεπίδες έλαμψαν στο φιλτραρισμένο φως του ήλιου που έμπαινε από ένα φινιστρίνι. Ο άλλος ιδρυτής γέλασε και έριξε το κεφάλι του προς τα πίσω. «Σύντομα έρθει μέρα της Κρίσης... Φωνές. Φωνές κλαίν στο σκ' τάδι, προφητεύ' ν την καταστροφή στη Βαβυλόνα...» «Φωνές», είπε ο ιδρυτής από το Λος Άντζελες κοιτώντας τον Κέις. «Παρακολουθούμε πολλές συχνότητες. Ακούμε συνέχεια. Μέσα από τη βαβέλ των γλωσσών ήρθε μια φωνή και μας μίλησε. Ακούστηκε και μια δυνατή μουσική». «Τις λεν' Winter Mute», είπε ο άλλος χωρίζοντας το όνομα σε δυο λέξεις. Ο Κέις ένιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται. «Ο Mute μας μίλησε», είπε ο πρώτος ιδρυτής. «Είπε πως πρέπει να σας βοηθήσουμε». «Πότε έγινε αυτό;» ρώτησε ο Κέις. «Τριάντα ώρες προτού έρθετε στη Σιών». «Είχατε ξανακούσει ποτέ αυτή τη φωνή;» «Όχι», είπε ο ιδρυτής από το Λος Άντζελες, «και δεν ξέρουμε πώς να την ερμηνεύσουμε. Αν αυτή είναι η μέρα της 129


WILLIAM

GIBSON

Κρίσεως, θα εμφανιστούν πολλοί ψευδοττροφήτες...» «Ακούστε», είπε ο Κέις. «Είναι μια ΤΝ. Καταλαβαίνετε; Τεχνητή Νοημοσύνη. Η μουσική που σας έπαιξε σας υπνώτισε και σας έπεισε πως συμβαίνει αυτό που...» «Η Βαβυλόνα», τον διέκοψε ο άλλος ιδρυτής, «γεννάει πολλούς δαίμονες. Εγώ τ' ξέρω. Πολυπληθείς ορδές». «Πώς με είπες, γέρο;» ρώτησε η Μόλι. «Λάμες που περπατούν. Φέρνεις την κατάρα στις .πιο μαύρες μέρες της Βαβυλόνας». «Ποιο ήταν το μήνυμα της φωνής;» ρώτησε ο Κέις. «Μας διέταξε να σας βοηθήσουμε», είπε ο άλλος, «γιατί είστε το εργαλείο για την Ημέρα της Κρίσεως». Το πρόσωπο του έδειχνε ταραχή. «Μας είπε να στείλουμε τον Μάλκουμ μαζί σας, με το ρυμουλκό του, το Garvey στο λιμάνι της Βαβυλόνας, το Φρίσαϊντ. Και αυτό θα κάνουμε». «Ο Μάλκουμ είναι σκληρό παιδί», είπε ο άλλος, «και πολύ καλός πιλότος». «Αποφασίσαμε όμως να στείλουμε και τον Αερόλ με το Babylon Rocker, για να προσέχει το Garvey ». Έπεσε σιωπή. «Αυτό είναι όλο;» ρώτησε ο Κέις. «Δουλεύετε για τον Αρμιτάτζ ή κάτι τέτοιο;» «Σας νοικιάζουμε το χώρο να μείνετε», είπε ο ιδρυτής από το Λος Άντζελες. «Έχουμε κάποια πάρε-δώσε εδώ πάνω με το εμπόριο και δεν δίνουμε δεκάρα για τους νόμους της Βαβυλόνας. Ο δικός μας νόμος είναι ο λόγος του Τζα. Αλλά αυτή τη φορά, ίσως κάνουμε λάθος». «Μέτρα δυο φορές πρ'τού κόψεις», είπε απαλά ο άλλος. «Έλα, Κέις», είπε η Μόλι. «Ας γυρίσουμε προτού ξυπνήσει ο άλλος». «Ο Μάλκουμ θα σας οδηγήσει. Η ευχή του Τζα μαζί σας».

130


To ρυμουλκό Margus Carvey ήταν ένας ατσάλινος κύλινδρος που είχε μήκος εννέα μέτρα και πλάτος δύο. Έτριξε ολόκληρο και τραντάχτηκε καθώς ο Μάλκουμ πυροδότησε τον κινητήρα. Ο Κέις παρακολουθούσε ξαπλωμένος σ' ένα ελαστικό δίχτυ βαρύτητας τη μυώδη πλάτη του Σιωνίτη, μέσα από ένα θολό πέπλο σκοπολαμίνης. Είχε πάρει το φάρμακο για να καταπολεμήσει τη ναυτία αλλά δεν μπορούσε να μεταβολίσει τα διεγερτικά που περιέχονταν στο χάπι ως αντίδοτα της υπνηλίας. «Πόση ώρα θέλουμε για να πάμε στο Φρίσαϊντ;» ρώτησε η Μόλι. «Δεν θ' αργήσ' με πολύ, σε λ' γάκι». «Καλά, εσείς δεν μετράτε ποτέ με ώρες;» «Αδερφή, ο χρόν' ς είναι χρόν' ς, καταλαβαίν' ς; Καλός πιλότ' ς», κούνησε το κεφάλι του, «και φτάσουμ' στο Φρίσαϊντ όταν φτάσουμ...» «Κέις», είπε η Μόλι, «μήπως ήρθες σ' επαφή με το φίλο μας στη Βέρνη όλες αυτές τις ώρες που έμεινες συνδεδεμένος στη μήτρα;» «Φίλο;» είπε ο Κέις. «Α, κατάλαβα! Όχι. Δεν ήρθα σε επαφή. Αλλά μου συνέβη μια περίεργη ιστορία με το τηλέφωνο στην Κωνσταντινούπολη». Της είπε για τα τηλέφωνα στο Χίλτον. «Χριστέ μου», είπε εκείνη, «χάσαμε την ευκαιρία. Γιατί έκλεισες το τηλέφωνο;» 131


WILLIAM

GIBSON

«Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε», είπε εκείνος. «Ήταν απλώς μια συνθετική φωνή... Δεν ήξερα...» Σήκωσε τους ώμους. «Μήπως φοβήθηκες;» Σήκωσε ξανά τους ώμους. «Καν' το τώρα». «Τι πράγμα;» «Τώρα. Ή τουλάχιστον μίλησε με τον Φλάτλαϊν». «Μα είμαι αποχαυνωμένος από τα φάρμακα», παραπονέθηκε ο Κέις ενώ άπλωνε το χέρι του στα ηλεκτρόδια. Το πληκτρολόγιο και το Hosaka είχαν τοποθετηθεί πίσω από το κάθισμα του Μάλκουμ μαζί μ' ένα μόνιτορ της Gray. Φόρεσε τα ηλεκτρόδια. Η καμπίνα του Markus Garvey προερχόταν από ένα παλιό ρωσικό τζετ. Ένας τετράγωνος χώρος με τα τοιχώματά του ζωγραφισμένα με σύμβολα των Ράστα, με Λιοντάρια της Σιών και μαύρα αστέρια. Κίτρινες, πράσινες και κόκκινες γραμμές κάλυπταν τετράγωνα πλαίσια με οδηγίες στο κυριλλικό αλφάβητο. Κάποιος είχε βάψει τον πίνακα οργάνων με ροζ σπρέι και μετά είχε ξύσει την μπογιά από τα ρολόγια και τις οθόνες. Η μόνωση γύρω από τα στεγανά ήταν γεμάτη από μπαλώματα που έμοιαζαν με γιρλάντες από πλαστικά φύκια. Ο Κέις κοίταξε πάνω από τον ώμο του Μάλκουμ την κεντρική οθόνη και είδε μια αναπαράσταση της προσέγγισης. Η διαδρομή τους ήταν μια σειρά από κόκκινες τελείες ενώ το Φρίσαϊντ συμβολιζόταν από έναν πράσινο κύκλο. Συνδέθηκε. «Ντίξι;» «Ναι». «Έχεις προσπαθήσει ποτέ να σπάσεις τον ''πάγο" μιας ΤΝ;» «Βέβαια. Και ισοπεδώθηκα. Την πρώτη φορά. Περιπλανιόμουν ψηλά στη μήτρα, στην εμπορική περιοχή του Ρίο. Χοντρές δουλειές, πολυεθνικές, οι τράπεζες πληροφοριών της βραζιλιανικής κυβέρνησης, έλαμπαν σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εγώ, απλώς περιδιάβαζα, να πούμε. Τότε είδα εκείνο τον κύβο, τρία περίπου επίπεδα πιο πάνω. Συνδέθηκα κι έκανα ένα πέρασμα». «Με τι έμοιαζε οπτικά;» «Άσπρος κύβος». 132


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Πώς το ήξερες πως ήταν ΤΝ;» «Άκου, πώς το ήξερα! Χριστέ μου. Είχε τον πυκνότερο "πάγο" που έχω δει ποτέ μου. Τι άλλο μπορούσε να είναι; Οι Βραζιλιανοί στρατιωτικοί δεν έχουν τέτοια πράγματα. Τέλος πάντων, αποσυνδέθηκα και είπα στο κομπιούτερ μου να το ψάξει». «Σοβαρά;» «Ήταν στον εμπορικό κατάλογο ΤΝ. Το κυρίως πλαίσιο ανήκε σε μια εταιρία». Ο Κέις δάγκωσε τα χείλια του και κοίταξε πέρα από την πυραμίδα της Eastern Seaboard Fission Authority στο άπειρο νευροηλεκτρονικό κενό της μήτρας. «Ντίξι, η εταιρία ήταν η Τέσιερ-Άσπουλ;» «Ναι, η Τέσιερ». «Και ξαναπήγες;» «Βέβαια. Ήμουνα παλαβός. Σκέφτηκα να προσπαθήσω να σπάσω τον "πάγο". Μπλοκάρισα στο πρώτο στρώμα. Ο βοηθός μου μύρισε καμένο κρέας και μου έβγαλε τα ηλεκτρόδια. Πολύ κωλοδουλειά αυτός ο "πάγος"». «Και το εγκεφαλογράφημά σου ήταν μια ευθεία γραμμή;» «Ε, αυτό πια είναι γνωστό, έτσι;» Ο Κέις αποσυνδέθηκε. «Σκατά», είπε. «Πώς νομίζεις ότι ισοπεδώθηκε ο Ντίξι, ε; Προσπάθησε να σπάσει τον "πάγο" μιας ΤΝ. Ωραία...» «Συνέχισε», είπε η Μόλι. «Εσείς οι δυο μαζί υποτίθεται ότι είστε ασυναγώνιστοι, ή όχι;»

«Ντίξι», είπε ο Κέις, «θέλω να ρίξω μια ματιά σε μια ΤΝ στη Βέρνη. Βλέπεις κάποιο λόγο να μην το κάνω;» «Όχι, εκτός αν σε τρομάζει ο θάνατος». Ο Κέις προγραμμάτισε τα στοιχεία που θα τον οδηγούσαν στον ελβετικό τραπεζικό τομέα. Ένιωθε ένα κύμα υπερδιέγερσης καθώς το ηλεκτροσύμπαν γύρω του κλυδωνίστηκε, αυξομειώθηκε και τελικά ακινητοποιήθηκε. Η πυραμίδα της Eastern Seaboard Fission Authority είχε εξαφανιστεί και στη θέση της έλαμπαν τα ψυχρά γεωμετρικά σχήματα των τραπεζών της Ζυρίχης. Έδωσε νέα στοιχεία για τη Βέρνη. «Ανέβα», είπε το κατασκεύασμα. «Πρέπει να βρίσκεται ψηλά». 133


WILLIAM

GIBSON

Ανέβηκαν προσπερνώντας φωτεινά επίπεδα, περιστρεφόμενα πλαίσια και τελικά ακολούθησαν μια γαλάζια καμπύλη τροχιά. Αυτό πρέπει να είναι, σκέφτηκε ο Κέις. Ο Wintermute ήταν ένας απλός κύβος από άσπρο φως. Η απλότητα της μορφής του έκρυβε μια τεράστια πολυπλοκότητα δομής. «Δεν πολυγεμίζει το μάτι, έτσι;» είπε ο Φλάτλαϊν. «Αλλά τόλμησε να το αγγίξεις και θα δεις». «Αέω να κάνω ένα πείραμα, Ντίξι». «Όπως αγαπάς». Ο Κέις τοποθετήθηκε τέσσερις μονάδες πλαισίου μακριά από τον κύβο. Ο λευκός τοίχος από φως, που υψωνόταν τώρα πάνω από αυτόν, παρουσίασε απαλές εσωτερικές σκιές σαν χορευτές πίσω από θαμπό γυαλί. «Το ξέρει πως είμαστε εδώ», παρατήρησε ο Φλάτλαϊν. Ο Κέις έδωσε νέα στοιχεία. Προχώρησαν κατά μία γραμμή στο πλαίσιο. Στην πλευρά του κύβου εμφανίστηκε ένας γκρίζος κύκλος. «Ντίξι...» «Πίσω, γρήγορα». Ο γκρίζος κύκλος διογκώθηκε, μετατράπηκε σε σφαίρα και αποκόπηκε από τον κύβο. Ο Κέις ένιωσε τη γωνία της κονσόλας στο εσωτερικό της παλάμης του και πάτησε τα πλήκτρα δίνοντας τη μεγαλύτερη ταχύτητα αντιστροφής. Η μήτρα κινήθηκε ανάποδα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βούτηξαν σε μια σκοτεινή δίνη ανάμεσα στα σχήματα των τραπεζών. Κοίταξε προς τα πάνω, Η σφαίρα είχε γίνει πιο σκούρα και κέρδιζε έδαφος. «Αποσυνδέσου», φώναξε ο Φλάτλαϊν. Ό λ α σκοτείνιασαν.

Μυρωδιά κρύου χάλυβα και μια αίσθηση παγωνιάς στη σπονδυλική στήλη. Άτομα που κινούνταν μέσα σ' ένα δάσος από νέον, ναύτες, λαθρέμποροι και πόρνες κάτω από τον γκρίζο δηλητηριώδη ουρανό... «Άκου, Κέις· μπορείς να μου πεις τι ακριβώς σου συμβαίνει; Τρελάθηκες τελείως;» 134


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Ένας δυνατός πόνος στη μέση της σπονδυλικής στήλης...

Τον ξύπνησε η βροχή. Ήταν λεπτές ψιχάλες κι εκείνος βρισκόταν ξαπλωμένος με τα πόδια μπλεγμένα σε μια μάζα από ξηλωμένες οπτικές ίνες. Ο θόρυβος από την αίθουσα παιχνιδιών ακουγόταν καθαρά. Ανακάθησε και έπιασε το κεφάλι του. Το φως που περνούσε μέσα από κάποιο παράθυρο υπηρεσίας, φώτιζε σπασμένα φύλλα κόντρα-πλακέ και το κουφάρι μιας σπασμένης κονσόλας παιχνιδιών. Στο πλάι της κονσόλας υπήρχαν επιγραφές στα γιαπωνέζικα. Κοίταξε ψηλά και είδε ένα σπασμένο πλαστικό παράθυρο αμυδρά φωτισμένο. Η πλάτη του πονούσε. Η σπονδυλική του στήλη σαν να 'θελε να σπάσει. Σηκώθηκε και παραμέρισε τις μουσκεμένες τούφες των μαλλιών από το πρόσωπό του. Κάτι είχε συμβεί... Έψαξε τις τσέπες του για λεφτά, αλλά δεν βρήκε τίποτε. Ανατρίχιασε. Πού ήταν το τζάκετ του; Έψαξε πίσω από την κονσόλα αλλά δεν το βρήκε. Στο Νίνσεϊ. Από τον κόσμο που κυκλοφορούσε στους δρόμους κατάλαβε πως ήταν Παρασκευή. Η Αίντα θα βρισκόταν στην αίθουσα παιχνιδιών. Ίσως είχε χρήματα, ή τουλάχιστον τσιγάρα... Προχώρησε βήχοντας για την είσοδο της αίθουσας. Τα ολογραφήματα έλαμπαν και δονούνταν στο ρυθμό των παιχνιδιών, οι εικόνες ανακατεύονταν στο θολό αέρα της αίθουσας. Βασίλευε μια οσμή από ιδρώτα και ένταση ανάμεικτη με πλήξη. Ένας ναύτης με άσπρη μπλούζα πέτυχε μια πυρηνική επίθεση στη Βόνη σε μια κονσόλα του πολέμου των τανκ και η αίθουσα φωτίστηκε από μια γαλάζια λάμψη. Ήταν εκεί. Χαμένη στην κονσόλα του Μαγεμένου Κάστρου. Τα γκρίζα μάτια της ήταν βαμμένα με μαύρο μολύβι. Κοίταξε ψηλά καθώς εκείνος την αγκάλιαζε και χαμογέλασε. «Γεια. Τι γίνεσαι; Φαίνεσαι βρεγμένος». Τη φίλησε. «Μου χάλασες το παιχνίδι», είπε. «Κοίτα δω, γαμώτο. Έ135


WILLIAM

GIBSON

βδομο επίπεδο στον κεντρικό πύργο και με φάγαν οι καταραμένοι βρικόλακες». Του προσέφερε τσιγάρο. «Φαίνεσαι ταραγμένος. Πού ήσουν;» «Δεν ξέρω». «Είσαι μαστούρης, Κέις; Έχεις πιει; Κατάπιες πάλι καμιά αμφεταμίνη απ' αυτές του Ζον;» «Ίσως... Πόσο καιρό έχεις να με δεις;» «Ε! Πλάκα μου κάνεις, έτσι;» Τον κοίταξε αυστηρά. « Ή μήπως πέφτω έξω;» «Όχι. Έπαθα κάτι σαν αμνησία. Ξύπνησα... Ξύπνησα εδώ πίσω, στο δρομάκι». «Μήπως σε χτύπησαν γία να σε κλέψουν; Έχεις λεφτά;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Μάλιστα. Ψάχνεις να βρεις μέρος για να κοιμηθείς;» «Μάλλον». «Άντε, λοιπόν, έλα». Τον πήρε από το χέρι. «Θα σου βρούμε έναν καφέ και κάτι να φας. Θα σε πάω σπίτι. Χαίρομαι που σε ξαναβρήκα, Κέις». Του έσφιξε το χέρι. Εκείνος χαμογέλασε. Κάτι ράγισε. Κάτι κουνήθηκε στον πυρήνα της εικόνας. Η αίθουσα άρχισε να τρέμει. Πάγωσε... Η Λίντα χάθηκε. Το βάρος της ανάμνησης τον πλάκωσε ξαφνικά. Η γνώση τόσων πραγμάτων γύρισε στο μυαλό του σαν μικροκύκλωμα που συνδέεται σε εγκεφαλική υποδοχή. Χάθηκε. Μια μυρωδιά από καμένο κρέας πλανιόταν στον αέρα. Ο ναύτης με την άσπρη μπλούζα είχε χαθεί. Η αίθουσα ήταν άδεια και σιωπηλή. Ο Κέις γύρισε αργά με τα δάκτυλα σφιγμένα σε γροθιές. Κανένας. Ένα τσαλακωμένο περιτύλιγμα από καραμέλες έπεσε από μια κονσόλα στο πάτωμα, δίπλα σε πατημένα χαρτιά και πλαστικά κυπελλάκια, «Είχα ένα τσιγάρο», είπε ο Κέις κοιτώντας τις σφιγμένες γροθιές του. «Είχα ένα τσιγάρο και μια κοπέλα, κι ένα μέρος για να κοιμηθώ. Μ' ακούς, παναθεμά σε; Μ' ακούς;» Η μόνη απάντηση ήταν η ηχώ της ίδιας της φωνής του στους διαδρόμους του κτιρίου. Βγήκε στο δρόμο. Η βροχή είχε σταματήσει. Το Νίνσεί ήταν έρημο. Τα ολογραφήματα έλαμπαν, το νέον χόρευε. Στο απένα136


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ντι πεζοδρόμιο ένας πλανόδιος πωλητής έβραζε λαχανικά. Μπροστά στα πόδια του βρισκόταν πεσμένο ένα καινούργιο πακέτο τσιγάρα κι ένα κουτί σπίρτα που έγραφε: ΤΖΟΥΛΙΟΥΣ ΝΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ. Ο Κέις το κοίταξε για λίγο ακίνητος. «Εντάξει», είπε ενώ μάζευε τα τσιγάρα και τα σπίρτα. «Σ' ακούω».

Ανέβηκε αργά τα σκαλιά που οδηγούσαν στο γραφείο του Ντην, χωρίς να βιάζεται. Το παραμορφωμένο καντράν του ρολογιού έδειχνε λάθος ώρα. Το τραπεζάκι και οι βιβλιοθήκες ήταν σκονισμένα. Ένας ολόκληρος τοίχος από δοχεία γέμιζε τον αέρα με τη μυρουδιά του κίτρου. «Είναι κλειδωμένη η πόρτα;» καμιά απάντηση. Πλησίασε και την έσπρωξε. «Τζούλι;» Η λάμπα με το πράσινο αμπαζούρ φώτιζε το γραφείο του Ντην. Πάνω στο γραφείο ήταν απλωμένα τα κομμάτια της παλιάς γραφομηχανής, κασέτες και πλαστικές σακούλες με δείγματα από κίτρο. Το γραφείο ήταν άδειο. Ο Κέις έκανε το γύρω κι έσπρωξε την καρέκλα του Ντην. Βρήκε το όπλο σε μια δερμάτινη θήκη στερεωμένη κάτω από το γραφείο με αυτοκόλλητη ταινία. Ήταν ένα παλιό Μάγκνουμ 357 με πριονισμένη την κάννη και το προστατευτικό της σκανδάλης. Η λαβή ήταν τυλιγμένη με μαύρη μονωτική ταινία. Άνοιξε το μύλο και εξέτασε τις σφαίρες. Ιδιωτικής παραγωγής. Με το όπλο στο χέρι, ο Κέις έκανε το γύρω του γραφείου και στάθηκε μακριά από το φως. «Υποθέτω πως δεν χρειάζεται να βιαστώ. Υποθέτω πως αφού το παιχνίδι το κάνεις εσύ, πρέπει να σε ακολουθήσω. Αλλά, ξέρεις, όλη αυτή η ιστορία είναι κάπως... απαρχαιωμένη». Σήκωσε το όπλο και με τα δυο χέρια, σημάδεψε το κέντρο του γραφείου και πίεσε τη σκανδάλη. Το τράνταγμα λίγο έλειψε να του σπάσει τον καρπό. Η λάμψη φώτισε το γραφείο σαν αστραπή. Τα αφτιά του βούιζαν. Επάνω στο γραφείο υπήρχε τώρα μια μεγάλη τρύπα. Εκρηκτικές σφαίρες. Σήκωσε ξανά το όπλο. «Δεν ήταν ανάγκη να το κάνεις αυτό, αγόρι», είπε ο Τζού137


WILLIAM

GIBSON

λι βγαίνοντας από τη σκιά. Φορούσε ένα μεταξωτό κοστούμι, ριγέ πουκάμισο και γραβάτα. Τα γυαλιά του γυάλιζαν στο φως. Ο Κέις γύρισε το όπλο και σημάδεψε το ροδαλό πρόσωπο του Ντην. «Μην το κάνεις», είπε ο Ντην. «Έχεις δίκιο. Και για το σκηνικό, και για μένα. Αλλά πρέπει να σεβαστούμε κάποια εσωτερική λογική. Αν χρησιμοποιήσεις το όπλο, θα δεις πολύ αίμα και μυαλά και θα χρειαζόμουν αρκετές ώρες - του δικού σας χρόνου - για να φτιάξω άλλον ομιλητή. Μου είναι δύσκολο να διατηρώ μια τέτοια κατασκευή. Α, και με συγχωρείς για τη Αίντα. Υπολόγιζα να μιλήσω μέσα από κείνην, αλλά όλα αυτά προέρχονται από τη δική σου μνήμη και η συναισθηματική φόρτιση... Τέλος πάντων, είναι λεπτή δουλειά. Μου ξέφυγε. Συγνώμη». Ο Κέις κατέβασε το όπλο. «Είμαστε ακόμη στη μήτρα. Είσαι ο Winter mute». «Ναι. Ό λ α αυτά δεν είναι, φυσικά, παρά μια παρεμβολή στη συσκευή υπνοϋποβολής που έχεις συνδέσει στην κονσόλα σου. Ευτυχώς πρόλαβα και παρεμβλήθηκα προτού αποσυνδεθείς». Ο Ντην έκανε το γύρω του γραφείου και κάθισε στην καρέκλα του. «Κάθισε, μικρέ. Έχουμε πολλά να πούμε». «Σοβαρά;» «Φυσικά. Από καιρό μάλιστα. Εγώ ήμουν έτοιμος από τότε, στην Κωνσταντινούπολη. Δεν έχουμε πια πολύ καιρό. Η αποστολή σου αρχίζει σε λίγες μέρες, Κέις». Ο Ντην πήρε μια καραμέλα, έβγαλε το πλαστικό περιτύλιγμα και την έβαλε στο στόμα του. «Κάθισε», είπε. Ο Κέις κάθισε στη γυριστή πολυθρόνα χωρίς να αφήσει τον Ντην από τα μάτια του. Κρατούσε πάντα το όπλο ακουμπισμένο στα γόνατά του. «Αοιπόν», είπε ζωηρά ο Ντην. «Ημερήσια διάταξη: αναρωτιέσαι τι ακριβώς είναι ο Wintermute; Σωστά;» «Σωστά». «Μια Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά, βέβαια, αυτό το ξέρεις. Το λάθος που κάνεις, δικαιολογημένα, είναι πως συγχέεις το υλικό υπόβαθρο του Wintermute, δηλαδή το κυρίως πλαίσιο που βρίσκεται στη Βέρνη, με την οντότητα του Wintermute». Ο Ντην πιπίλησε δυνατά την καραμέλα του. «Έ138


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

χεις ήδη υπόψη σου την ύπαρξη της άλλης ΤΝ, που ανήκει στην Τέσιερ-Άσπουλ, στο Ρίο, έτσι; Εγώ, στο μέτρο και στο βαθμό που μπορώ να έχω ένα "εγώ" - εδώ αναγόμαστε στη μεταφυσική - είμαι αυτός που δίνει εντολές στον Αρμίτάτζ. Ή , αν προτιμάς, στον Κόρτο, ο οποίος - να κάνω μια παρένθεση - είναι τελείως ασταθής κατασκευή, θ α κρατήσει (έβγαλε από την τσέπη του ένα χρυσό ρολόι και το κοίταξε) άλλες δύο μέρες». «Είσαι κι εσύ παρανοϊκός όπως ολόκληρη αυτή η ιστορία», είπε ο Κέις τρίβοντας τους κροτάφους του. «Αφού είσαι τόσο έξυπνος...» «Γιατί δεν είμαι πλούσιος;» Ο Ντην έσκασε στα γέλια. «Λοιπόν, Κέις, η μόνη απάντηση που έχω σ' αυτή την ερώτηση, και μη φαντάζεσαι πως έχω απαντήσεις για όλα, είναι πως αυτό που θεωρείς εσύ ως Wintermute, αποτελεί μέρος μιας, ας πούμε, άλλης δυνητικής οντότητας. Εγώ είμαι, ας πούμε, απλώς μια πτυχή του εγκεφάλου αυτής της οντότητας. Από τη δική σου πλευρά, είναι σαν να συζητούσες με έναν άνθρωπο του οποίου τα δυο εγκεφαλικά ημισφαίρια έχουν διαχωριστεί. Είναι σαν να συζητούσες με ένα μέρος του αριστερού του ημισφαιρίου. Είναι δύσκολο να πει κανείς αν σε μια τέτοια περίπτωση έχεις να κάνεις με το ίδιο το άτομο». Ο Ντην χαμογέλασε. «Η ιστορία του Κόρτο είναι αληθινή; Κατάφερες να τον πλησιάσεις μέσω ενός μικροϋπολογιστή, τότε που ήταν στη Γαλλία;» «Ναι. Και το φάκελο που βρήκες στην Αγγλία, εγώ τον έχω φτιάξει. Προσπαθώ να σχεδιάσω ορισμένες ενέργειες αλλά αυτή δεν είναι στην πραγματικότητα η κύρια λειτουργία μου. Αυτοσχεδιάζω κυρίως. Αυτό είναι το πραγματικό μου ταλέντο. Βλέπεις, προτιμώ τις καταστάσεις παρά τα σχέδια... Μπορώ να επεξεργαστώ πολλές πληροφορίες και μάλιστα με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Χρειάστηκα πολύ χρόνο για να συνθέσω την ομάδα στην οποία ανήκεις. Ο Κόρτο ήταν ο πρώτος και παραλίγο να μην τα καταφέρει. Ήταν σε πολύ κακή κατάσταση τότε στην Τουλόν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τρώει, να αφοδεύει και να αυνανίζεται. Αλλά διατηρούσε την υποδομή που χρειαζόμουν: η Σιωπηλή Γροθιά, η προδοσία, οι ακροάσεις του Κογκρέσου». 139


WILLIAM

GIBSON

«Είναι ακόμη τρελός;» «Δεν είναι, ακριβώς, μια πλήρης προαωττικότητα». Ο Ντην χαμογέλασε. «Είμαι 6έ6αιος πως το έχεις ήδη καταλάβει. Όμως κάπου εκεί μέσα υπάρχει και ο Κόρτο, και εγώ δεν μπορώ να διατηρήσω άλλο αυτή την ευαίσθητη ισορροπία. Θα καταρρεύσει, Κέις. ΓΓ αυτό θέλω να μπορώ να υπολογίζω σ' εσένα...» «Μπράβο, μαλάκα», είπε ρ Κέις και τον πυροβόλησε στο στόμα με το Μάγκνουμ. Ο Ντην είχε δίκιο για το αίμα και τα μυαλά.

«Φ' λε», έλεγε ο Μάλκουμ, «δεν μ' αρέσει καθόλου αυτό...» «Εντάξει», είπε η Μόλι, «όλα πάνε καλά. Το κάνουν συχνά αυτό οι χειριστές. Δεν πεθαίνουν ακριβώς, κι έπειτα κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα...» «Είδα τ' ν οθόνη. Το ΗΕΓ έδειξε νεκρό. Ακίν' το για σαράντα δευτ' ρόλεπτα». «Πάντως, τώρα είναι εντάξει». «Το εγκεφαλογράφημα ήταν μια ίσια γραμμή», επέμεινε ο Μάλκουμ.

140


10

Ήταν ακόμη μουδιασμένος σαν πέρασαν από το τελωνείο, κι έτσι η Μόλι ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις διατυπώσεις. Ο Μάλκουμ έμεινε στο Garvey. Το τελωνείο του Φρίσαϊντ περιοριζόταν στο να ελέγχει αν είχες χρήματα. Το πρώτο πράγμα που είδε όταν έφτασαν στον εσωτερικό πυρήνα ήταν ένα καφέ-μπαρ της αλυσίδας Beautiful Girl. «Καλώς ήρθες στην οδό Ιουλίου Βερν», είπε η Μόλι. «Αν έχεις πρόβλημα με το περπάτημα, κοίτα τα πόδια σου. Η θέα είναι τρομαχτική όταν δεν είσαι συνηθισμένος». Στέκονταν σε μια φαρδιά λεωφόρο που έμοιαζε να είναι ο πάτος ενός φαραγγιού του οποίου οι απόκρημνες όχθες σχηματίζονταν από βιτρίνες καταστημάτων τοποθετημένες σύμφωνα με κάποιο πολύπλοκο πλάνο. Το φως έφτανε φιλτραρισμένο μέσα από τις φυλλωσιές της βλάστησης που κρεμόταν από βεράντες και μπαλκόνια πάνω από τα κεφάλια τους. Ο ήλιος... Από κάπου ψηλά ερχόταν μια δυνατή άσπρη λάμψη και ο ουρανός είχε το μαγνητοσκοπημένο μπλε της Κυανής Ακτής. Ο Κέις ήξερε πως το φως του ήλιου προερχόταν από συλλέκτες Lado-Acheson τοποθετημένους κατά μήκος της ατράκτου και πως το χρώμα του ουρανού προερχόταν από τράπεζες μνήμης. Ήξερε πως αν κάποιος «έσβηνε» τον ουρανό, τότε θα μπορούσε να δει πέρα από το σκελετό, τις λίμνες, τις στέγες άλλων κτιρίων, άλλους δρόμους... Αλλά το σώμα του δεν μπορούσε να το αιστανθεί. 141


WILLIAM

GIBSON

«Χριστέ μου», είττε, «αυτό είναι χειρότερο κι από τη ναυτία του Διαστήματος». «Το συνηθίζεις. Έζησα εδώ ένα μήνα, ως σωματοφύλακας κάποιου χαρτοπαίχτη». «Θέλω να πάω να ξαπλώσω». «Εντάξει. Έχω κλειδιά». Έβαλε το χέρι της στον ώμο του. «Τι συνέβη εκεί πέρα, φίλε; Ισοπεδώθηκες...» Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω, ακόμη. Περίμενε». «Εντάξει. Θα πάρουμε ένα ταξί». Τον έπιασε από το χέρι και τον βοήθησε να διασχίσει την οδό Ιουλίου Βερν. Πέρασαν μπροστά από μια βιτρίνα με τα τελευταία παρισινά μοντέλα γουναρικών. «Απίστευτο», είπε ο Κέις κοιτάζοντας ψηλά. «Μπα», του απάντησε νομίζοντας πως μιλούσε για τις γούνες. «Τις καλλιεργούν σε στρώμα κολλαγόνου, αλλά είναι DNA από μινκ. Οπότε δεν υπάρχει διαφορά».

«Ένας χοντρός σωλήνας είναι μονάχα και περνάνε μέσα τους τουρίστες, τους εμπόρους, ό,τι να 'ναι», είπε η Μόλι. Και υπάρχουν παντού ωραίες ταμειακές συσκευές που φροντίζουν ώστε το χρήμα να μένει εδώ όταν οι άνθρωποι πέφτουν πίσω στη Γη μέσα από το πηγάδι». Ο Αρμιτάτζ τους είχε κλείσει δωμάτιο, σ' ένα συγκρότημα που λεγόταν Ιντερκοντινένταλ. Η πρόσοψή του ήταν μια απότομη τζαμένια πλαγιά που η βάση της χανόταν μέσα σ' ένα σύννεφο από σταγονίδια στην κάτω μεριά ενός καταρράκτη. Ο Κέις βγήκε στο μπαλκόνι και είδε μια παρέα από τρεις νεαρούς Γάλλους που πετούσαν με πολύχρωμους αετούς, λίγα μέτρα πάνω από τον καταρράκτη. Ένας από αυτούς πέρασε κοντά από το μπαλκόνι και ο Κέις πρόλαβε να δει το ηλιοκαμένο πρόσωπό του πλαισιωμένο με μαύρα κατσαρά μαλλιά και στολισμένο με κάτασπρα δόντια. «Μάλιστα», είπε. «Πολύ χρήμα!» Η Μόλι ακουμπούσε δίπλα του στο παραπέτο. «Ναι», είπε. «Ήταν να έρθουμε εδώ κάποτε. Ή εδώ ή να πάμε κάπου στην Ευρώπη». «Ποιοι, εσείς;» «Άσ' το», είπε σηκώνοντας τους ώμους της. «Δεν είπες πως ήθελες να ξαπλώσεις; Κοιμήσου. Θα κοιμηθώ κι εγώ». 142


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Ναι», είττε ο Κέις τρίβοντας τους κροτάφους του. «Ναι, είναι απίθανο μέρος αυτό εδώ». Η λεπτή λωρίδα του συστήματος Lado-Acheson είχε πάρει ένα κοκκινωπό χρώμα καθώς αναπαρήγαγε κάποιο ηλιοβασίλεμα των Βερμουδών ανάμεσα από κάτασπρα μαγνητοσκοπημένα σύννεφα. «Ναι», είπε. «Πάμε για ύπνο». Δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Όταν τελικά τα κατάφερε, ο ύπνος έφερε όνειρα που έμοιαζαν με καθαρογραμμένα αποσπάσματα μνήμης. Ξύπνησε πολλές φορές κι άκουσε το θόρυβο του νερού, φωνές και γέλια από τα κτίρια στην απέναντι πλαγιά. Ονειρευόταν το θάνατο του Ντην, παρ' όλο που ήξερε πως ήταν απλώς μια οφθαλμαπάτη. Κάποιος του είχε πει κάποτε πως η συνολική ποσότητα αίματος το οποίο κυκλοφορεί σ' ένα ανθρώπινο σώμα ισοδυναμούσε, περίπου, με την ποσότητα μπίρας που περιέχεται ο' ένα κιβώτιο. Κάθε φορά που ξανάβλεπε το κομμένο κεφάλι του Ντην να χτυπάει στον τοίχο πίσω από το γραφείο, ο Κέις ένιωθε πως υπήρχε και μια άλλη σκέψη, κάτι ακόμη πιο σκοτεινό, κρυμμένο, φευγαλέο, κάτι που του γλιστρούσε σαν ψάρι* ασύλληπτο. Λίντα. Ντην. Αίμα στον τοίχο του γραφείου. Λίντα. Μυρωδιά καμένης σάρκας στο σκοτεινό θόλο της Σίμπα. Η Μόλι με μια πλαστική σακούλα με κίτρα στο χέρι. Αίμα στη σακούλα. Ο Ντην την είχε σκοτώσει. Wintermute. Φαντάστηκε ένα μικροϋπολογιστή να ψιθυρίζει στο απομεινάρι του Κόρτο, οι λέξεις να κυλούν σαν ποτάμι και να χτίζουν την άχρωμη ψευτοπροσωπικότητα που λέγεται Αρμιτάτζ... Η εικόνα του Ντην είχε πει πως εργαζόταν με δεδομένα, πως εκμεταλλευόταν υπαρκτές καταστάσεις. Και αν ο Ντην, ο πραγματικός, είχε διατάξει να σκοτώσουν τη Λίντα υπακούοντας στον Wintermute; Ο Κέις έψαξε στο σκοτάδι για τα τσιγάρα και τον αναπτήρα της Μόλι. Δεν είχε λόγους να υποπτεύεται τον Ντην, σκέφτηκε, ενώ άναβε τσιγάρο. Κανένα λόγο. Ο Wintermute ήταν ικανός να χτίσει μια προσωπικότητα μέσα σ' ένα κενό κουφάρι. Πόσο λεπτούς χειρισμούς μπορούσε να πραγματοποιήσει; Έσβησε το τσιγάρο στην τρίτη 143


WILLIAM

GIBSON

ρουφηξιά, γύρισε από την άλλη πλευρά και προσπάθησε να κοιμηθεί. Το όνειρο, η μνήμη, ξετυλιγόταν με τη μονοτονία μιας ταινίας υπνοϋποβολής. Στα δεκαπέντε του χρόνια είχε περάσει ένα μήνα σ' ένα μικρό ξενοδοχείο με μια κοπέλα που την έλεγαν Μαρλίν. Το ασανσέρ είχε να λειτουργήσει πριν από δέκα χρόνια. Μόλις άναβες το φως, μια στρατιά από κατσαρίδες έτρεχε να κρυφτεί στις γωνιές της μικρής κουζίνας. Είχαν κοιμηθεί με τη Μαρλίν επί ένα μήνα πάνω σ' ένα ξεκοιλιασμένο στρώμα χωρίς σεντόνια. Δεν είχαν προσέξει την πρώτη σφήκα που μπήκε και άρχισε να χτίζει τη φωλιά πάνω στο πλαίσιο του παραθύρου, αλλά πολύ σύντομα, η σφηκοφωλιά έγινε μεγάλη σαν γροθιά και τα έντομα έμπαιναν κι έβγαιναν σαν μικροσκοπικά ελικόπτερα γυρεύοντας τροφή γύρω από τους σκουπιδοτενεκέδες που στοιβάζονταν κάτω στο δρόμο. Είχαν πιει από μια ντουζίνα μπίρες μέχρι το απόγευμα, όταν μια σφήκα τσίμπησε τη Μαρλίν. «Σκότωσέ τις, τις μαλακισμένες», είπε με μάτια βουρκωμένα από λύσσα. «Κάφ' τες». Μεθυσμένος, ο Κέις άνοιξε το ντουλάπι και πήρε ένα φορητό φλογοβόλο, δώρο του παλιού φίλου της Μαρλίν. Πλησίασε στο παράθυρο. Μια σφήκα βγήκε από τη φωλιά και πέταξε γύρω από το κεφάλι του. Ο Κέις πάτησε το διακόπτη ανάφλεξης, μέτρησε ως το τρία και πίεσε τη σκανδάλη. Το καύσιμο τινάχτηκε με πίεση κι άναψε περνώντας πάνω από την πυρακτωμένη αντίσταση της ανάφλεξης. Μια χλομή φλόγα τινάχτηκε πέντε μέτρα μακριά. Η φωλιά τραντάχτηκε και ξεκόλλησε. Από την άλλη μεριά του δρόμου κάποιος χειροκρότησε. «Γαμώτο», είπε η Μαρλίν. «Ηλίθιε! Δεν τις έκαψες, απλώς έριξες κάτω τη φωλιά. Τώρα θα 'ρθουν εδώ και θα μας σκοτώσουν με τα τσιμπήματά τους». Η φωνή της του έσπαζε τα νεύρα. Τη φαντάστηκε παραδομένη στις φλόγες, με τα ξανθά μαλλιά της τυλιγμένα από μια πρασινωπή λάμψη. Κατέβηκε στο δρόμο και πλησίασε τη μαυρισμένη φωλιά με το φλογοβόλο στο χέρι. Η φωλιά είχε ανοίξει στα δύο. Μισοκαμένες σφήκες σέρνονταν στην άσφαλτο. Ο Κέις έβλεπε τώρα αυτό που κρυβόταν στο εσωτερικό της φωλιάς. Φρίκη. Αληθινό εργοστάσιο. Διαδοχικά επίπεδα με κυψέ144


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

λες. Τα τυφλά σαγόνια των αγέννητων κινούνταν ασταμάτητα. Η διαδοχικότητα των σταδίων οδηγούσε από τα αβγά στις νύμφες, στις προ-σφήκες και τελικά στις σφήκες. Η εικόνα που αποτυπώθηκε στο μυαλό του ήταν εκείνη ενός βιολογικού πολυβόλου τρομακτικής τελειότητας. Πίεσε τη σκανδάλη ξεχνώντας να πατήσει την ανάφλεξη. Το καύσιμο έλουσε τα έντομα που στροβιλίζονταν στα πόδια του. Όταν, τελικά, άναψε τη φλόγα, έγινε μια υπόκωφη έκρηξη. Πέντε πατώματα πιο πάνω, ακούστηκε το γέλιο της Μαρλίν. Ξύπνησε έχοντας την αίσθηση πως κάποιο φως έσβηνε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, αλλά το δωμάτιο ήταν σκοτεινό όταν άνοιξε τα μάτια του. Έξω, στον ουρανό, έλαμπαν τ' αστέρια της μαγνητοσκοπημένης αυγής. Δεν ακούγονταν φωνές πια, αλλά μόνο ο θόρυβος του νερού, κάτω στη βάση του Ιντερκοντινένταλ. Στο όνειρό του, λίγο προτού κάψει τη σφηκοφωλιά, είχε δει σκαλισμένο επάνω της το σήμα Τ-Α της Τέσιερ-Άσπουλ.

Η Μόλι επέμενε να τον αλείψει με τεχνητή χρωστική ουσία γιατί, είπε, το άσπρο δέρμα του θα τραβούσε την προσοχή. «Χριστέ μου», είπε ο Κέις ενώ κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέφτη, «νομίζεις πως φαίνεται φυσιολογικό αυτό το μαύρισμα;» Η Μόλι άδειαζε το σωληνάριο πάνω στο αριστερό του γόνατο. «Όχι, αλλά δείχνει πως νοιάζεσαι λίγο για την εμφάνισή σου». Σηκώθηκε και πέταξε το άδειο σωληνάριο σ' ένα μεγάλο καλάθι. Μέσα στο δωμάτιο, τίποτε δεν έμοιαζε συνθετικό ή φτιαγμένο από μηχανή. Πανάκριβες κατασκευές, σκέφτηκε ο Κέις. Το στιλ τον εκνεύριζε. Το αφρολέξ του κρεβατιού είχε το χρώμα της άμμου. Τα έπιπλα ήταν από άσπρο ξύλο και ήταν χειροποίητα. «Εσύ, τι θα κάνεις;» ρώτησε. «Θα αλειφτείς με πομάδα τεχνητού μαυρίσματος; Δεν δείχνεις να είσαι τύπος που περνάει τη ζωή του κάνοντας ηλιοθεραπεία». Η Μόλι φορούσε μαύρα μεταξωτά ρούχα και μαύρες εσπαντρίγιες. «Εγώ είμαι εξωτικός τύπος, έχω και ψάθινο καπέλο. Εσύ μοιάζεις απλώς με κάποιον κακομοίρη που 145


WILLIAM

GIBSON

ανέβηκε εδώ χωρίς μεγάλες απαιτήσεις, οπότε σου φτάνει το στιγμιαίο μαύρισμα». Ο Κέις κοίταξε το άσπρο του πόδι και κατόπιν κοιτάχτηκε πάλι στον καθρέφτη. «Χριστέ μου! Μπορώ να ντυθώ τώρα;» Πήγε στο κρεβάτι και φόρεσε το τζιν του. «Κοιμήθηκες καλά; Μήπως είδες τίποτε φώτα;» «Θα ονειρεύτηκες», απάντησε η Μόλι. Έφαγαν πρωινό στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Ήταν ένα λιβάδι κατάσπαρτο με πολύχρωμες ομπρέλες και με απειράριθμα δέντρα. Της είπε για την απόπειρα που είχε κάνει να διασπάσει τη θωράκιση της ΤΝ της Βέρνης. Δεν ανησυχούσε πια μήπως τους παρακολουθούν. Αν ο Αρμιτάτζ τους άκουγε, σίγουρα αυτό γινόταν μέσω του Wintermute. «Και έμοιαζε αληθινό;» ρώτησε η Μόλι, «σαν υττνοϋποβολή;» « Ό π ω ς σε βλέπω και με βλέπεις», απάντησε ο Κέις. Τα δέντρα ήταν μικρά, με περίπλοκο σχήμα και πολύ γερασμένα. Ήταν το αποτέλεσμα της γενετικής μηχανικής και της χημικής παρεμβολής των κατασκευαστών του δορυφόρου. Ο Κέις ήταν ανίκανος να ξεχωρίσει ένα πεύκο από έναν πλάτανο, αλλά ακόμη κι ένας άσχετος καταλάβαινε πως αυτά εδώ παραήταν φυσικά, παραήταν δέντρα. Ανάμεσά τους, πάνω σε απαλές, μελετημένα ανώμαλες πλαγιές, φυτεμένες με πράσινο χορτάρι, οι ομπρέλες προστάτευαν τους πελάτες του ξενοδοχείου από τις αχτίδες του τεχνητού ήλιου. Ο Κέις άκουσε μια συζήτηση στα Γαλλικά από την παρέα του διπλανού τραπεζιού. Ήταν η ομάδα των νεαρών που πετούσαν με τους αετούς το προηγούμενο απόγευμα. Τώρα έβλεπε πως το μαύρισμά τους δεν ήταν ομοιόμορφο. Είχαν σκούρες κηλίδες που συνέθεταν γεωμετρικά σχέδια και τόνιζαν τους μυώνες στο σώμα τους. Η τελειότητά τους θύμιζε αγωνιστικές μηχανές. Καθετί πάνω τους ήταν ένα μικρό έργο τέχνης. Τα μαλλιά τους, τα άσπρα βαμβακερά ρούχα τους, τα δερμάτινα σανδάλια και τα κοσμήματά τους. Πίσω τους, τρεις Γιαπωνέζες, με την παραδοσιακή ενδυμασία της Χιροσίμα, περίμεναν τους επιχειρηματίες συζύγους τους. «Τι είναι αυτή η μυρουδιά;» ρώτησε τη Μόλι. «Είναι το γκαζόν. Έτσι μυρίζει όταν το κουρεύουν». 146


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Ο Αρμιτάτζ και ο Ριβιέρα έφτασαν την ώρα ττου εκείνοι τελείωναν το πρωινό τους. Ο Αρμιτάτζ φορούσε χακί πουκάμισο και πανταλόνι, και έμοιαζε σαν να είχε μόλις βγει από τη Λεγεώνα των Ξένων. Ο Ριβιέρα φορούσε ένα γκρίζο φανελένιο σύνολο που τον έκανε να μοιάζει με κρατούμενο. «Μόλι, αγάπη μου», είπε ο Ριβιέρα πριν καλά καλά καθίσει στην καρέκλα του, «θα χρειαστώ λίγο φάρμακο* μου τελείωσε». «Πίτερ», είπε εκείνη χαμογελώντας ειρωνικά, «τι θα γίνει αν δεν σου δώσω;» «Θα μου δώσεις», απάντησε ο Ριβιέρα κοιτώντας τον Αρμιτάτζ. «Δώσ' του το», είπε ο Αρμιτάτζ. «Τρελαίνεσαι χωρίς αυτό, έτσι;» Έβγαλε ένα λεπτό πακέτο τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο και το πέταξε πάνω στο τραπέζι. Ο Ριβιέρα το μάζεψε. «Θα μαστουρώσει», είπε η Μόλι στον Αρμιτάτζ. «Το απόγευμα έχω πρόβα και πρέπει να είμαι σε φόρμα», είπε ο Ριβιέρα. Κράτησε το πακέτο στην ανοιχτή παλάμη του και χαμογέλασε. Μικρά γυαλιστερά έντομα βγήκαν από μέσα και σκέπασαν ολόκληρη την επιφάνεια. Ύστερα χάθηκαν. Έβαλε το πακέτο στην τσέπη του. «Έχεις κι εσύ πρόβα το απόγευμα, Κέις», είπε ο Αρμιτάτζ. «Στο ρυμουλκό. Θέλω να πας στην αποθήκη ιματισμού, να βρεις μια διαστημική στολή, να τη ρυθμίσεις και να πας στο σκάφος. Έχεις τρεις ώρες προθεσμία». «Γιατί εμείς ταξιδέψαμε μ' αυτό τον τενεκέ, ενώ εσείς οι δυο πήρατε ταξί;» ρώτησε ο Κέις. «Οι Σιωνίτες μας πρότειναν να το χρησιμοποιήσουμε. Είναι καλή κάλυψη για τις μετακινήσεις. Έχω ένα άλλο μεγαλύτερο σκάφος έτοιμο, αλλά το ρυμουλκό γίνεται λιγότερο αντιληπτό». «Εγώ τι θα κάνω;» ρώτησε η Μόλι. «Έχω πρόβα σήμερα;» «Θέλω να σκαρφαλώσεις στην άκρη του δορυφόρου και να εξασκηθείς στις συνθήκες χωρίς βαρύτητα. Ίσως αύριο χρειαστεί να σκαρφαλώσεις στην άλλη άκρη». Στο Straylight, σκέφτηκε ο Κέις.

147


WILLIAM

GIBSON

«Τα καταφέρν' ς περίφημα, φ' λε», είπε ο Μάλκουμ καθώς βοηθούσε τον Κέις να βγάλει την κόκκινη διαστημική στολή της Sanyo. «Ο Αερόλ λέει πως τα καταφέρν' ς περίφημα». Ο Αερόλ τον περίμενε σε μια από τις αποβάθρες στην άκρη της ατράκτου κοντά στον άξονα μηδενικής βαρύτητας. Για να φτάσει εκεί, ο Κέις είχε πάρει το ασανσέρ κι είχε κατέβει προς το κέλυφος. Ύστερα ανέβηκε σ' ένα μικροσκοπικό μαγνητικό τρένο. Ό σ ο μίκραινε η διάμετρος της ατράκτου, η βαρύτητα ελαττωνόταν. Ψηλότερα, βρίσκονταν τα βουνά όπου είχε ανέβει η Μόλι, το ποδηλατοδρόμιο και οι εξέδρες από όπου ξεκινούσαν την πτήση τους οι αετοί και τα ανεμόπτερα. Ο Αερόλ τον είχε μεταφέρει στο Marcus Garvey μ' ένα μικρό σκούτερ με χημικό κινητήρα. «Πριν από δυο ώρες», είπε ο Μάλκουμ, «παρέλαβα υλικό για σένα από τη Βαβυλόνα. Τα έφερε ένας Γιαπωνέζ'ς μ' ένα γιοτ. ΓΤ λύ όμορφο γιοτ». Ο Κέις σύρθηκε προς το Hosaka και σωριάστηκε στο δικτυωτό κάθισμα. «Για να δούμε», είπε. Ο Μάλκουμ έφερε ένα άσπρο κουτί από πολυουρεθάνη, έβγαλε από την τσέπη του έναν κόφτη και το άνοιξε προσεχτικά. Από μέσα έβγαλε ένα τετράγωνο αντικείμενο και το έδωσε στον Κέις. «Τι είναι αυτό, φ' λε; Ό π λ ο ; » «Όχι», είπε ο Κέις κοιτάζοντάς το. «Είναι ένας ιός». «Όχι τέτοια πράγματα εδώ μέσα», είπε ο Μάλκουμ και άπλωσε το χέρι του προς το αντικείμενο. «Πρόγραμμα είναι. Ηλεκτρονικός ιός. Δεν μπορεί να μπει στο σώμα σου. Ούτε καν στον υπολογιστή σου. Πρέπει να συνδεθεί στην κονσόλα μου για να λειτουργήσει». «Καλά. Ο Γιαπωνέζ' ς είπε πως το Hosaka θα ο' δώσει όλ' ς τις πληροφορίες για ό,τι κι αν θες να μάθ' ς, να πούμε». «Εντάξει. Ασ' το σ' εμένα». Ο Μάλκουμ έκανε ένα άλμα πάνω από τα χειριστήρια και εξαφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Ο Κέις προσπαθούσε να μην κοιτάζει την κουρελιασμένη μόνωση γιατί του έφερνε ναυτία. «Τι είναι αυτό το πράγμα;» ρώτησε το Hosaka. «Θέλω πλήρη περιγραφή». «Το κέντρο πληροφοριών της Bockris Systems GmbH, στη Φραγκφούρτη με πληροφορεί πως πρόκειται για ένα πρό148


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

γραμμα διείσδυσης τύττου Kuang Grade Μ 11. Συνδεδεμένο με το Ono-Sendai Cyberspace 7 μεγιστοποιεί τη δυνατότητα διείσδυσης του, κυρίως σε στρατιωτικά συστήματα...» «Κάνει για ΤΝ;» «Στρατιωτικά συστήματα και τεχνητές νοημοσύνες». «Χριστέ μου. Πώς το είπες;» «Kuang Grade Μ 11». «Κινεζικό είναι;» «Ναι». «Κλείσε». Ο Κέις στερέωσε την κασέτα στα πλάγια του Hosaka με αυτοκόλλητη ταινία. Θυμήθηκε αυτό που του είχε πει η Μόλι για το ταξίδι της στο Μακάο. Ο Αρμιτάτζ είχε περάσει τα σύνορα και είχε πάει στη Ζόγκσαγκ. «Άναψε», είπε. «Ερώτηση: σε ποιον ανήκει η Bockris;» «Αναμονή για τροχιακή σύνδεση», απάντησε το Hosaka. «Κωδικοποίησέ το». «Έγινε». Ο Κέις περίμενε λίγο. «Στην Reinholds Scientific A.G., στη Βέρνη». «Ξανά: σε ποιον ανήκει η Reinholds;» Χρειάστηκε να ρωτήσει άλλες τρεις φορές, ανεβαίνοντας τη σκάλα των θυγατρικών ώσπου να φτάσουν στην ΤέσιερΆσπουλ. Ο Κέις συνδέθηκε στο ηλεκτροσύμπαν. «Ντίξι, τι ξέρεις για τα κινεζικά προγράμματα-ιούς;» «Αίγα πράγματα». «Έχεις ακούσει ποτέ για ένα που λέγεται Kuang Μ 11;» «Όχι». «Αοιπόν, έχω εδώ ένα κινεζικό παγοθραυστικό σε μονή κασέτα. Κάτι τύποι από τη Φραγκφούρτη λένε πως μπορεί να διεισδύσει σε μια ΤΝ». «Δεν αποκλείεται. Και γιατί όχι; Αν είναι στρατιωτικό...» «Έτσι φαίνεται. Άκου, Ντίξ, και απάντησέ μου, σύμφωνα με την πείρα σου· εντάξει; Απ' ό,τι φαίνεται, ο Αρμιτάτζ ετοιμάζει μια προσέγγιση σε μια ΤΝ που ανήκει στην ΤέσιερΆσπουλ. Οι εγκαταστάσεις βρίσκονται στη Βέρνη αλλά είναι συνδεδεμένη με μια άλλη στο Ρίο. Εκείνη, στο Ρίο, είναι που σε "ισοπέδωσε" την πρώτη φορά. Φαίνεται πως συνδέονται μέσω του Straylight, το οποίο είναι η βάση της Τ-Α. Θα σπάσουμε τον "πάγο" μ' αυτό το κινεζικό παγοθραυ149


WILLIAM

GIBSON

στικό πρόγραμμα. Αοιττόν, αν ο Wintermute κατευθύνει την όλη αποστολή, τότε μας πληρώνει για να τον κάψουμε. Καίγεται μόνος του. Από την άλλη, κάποιος που λέει πως είναι ο Wintermute, προσπαθεί να με πάρει με το μέρος του και θέλει να παραγκωνίσει τον Αρμιτάτζ. Κατά τη γνώμη σου, τι τρέχει;» «Κίνητρο», είπε το κατασκεύασμα. «Είναι θέμα κινήτρου. Η ΤΝ δεν είναι άνθρωπος, κατάλαβες;» «Ε, ναι, φυσικά». «Εννοώ πως δεν είναι άνθρωπος και γι' αυτό δεν μπορείς να προβλέψεις τις αντιδράσεις του. Βέβαια, ούτε κι εγώ είμαι άνθρωπος, αλλά αντιδρώ σαν άνθρωπος* κατάλαβες;» «Μια στιγμή», είπε ο Κέις. «Αισθάνεσαι, ναι ή όχι;» «Κοίτα, εγώ νομίζω πως ναι, αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαι τίποτε άλλο από ένα μάτσο μνήμες ROM. Υποθέτω πως το θέμα είναι, ε... φιλοσοφικό». Η αίσθηση παγωνιάς που προκαλούσε το γέλιο του Φλάτλαϊν διέτρεξε τη σπονδυλική στήλη του Κέις. «Αλλά δεν πρόκειται ποτέ να σου γράψω, ας πούμε, ένα ποίημα. Ενώ η ΤΝ μπορεί να το κάνει. Πάντως, δεν είναι άνθρωπος». «Πιστεύεις, λοιπόν, πως δεν μπορούμε να βρούμε το κίνητρότου;» «Είναι αυτόνομο;» «Έχει ελβετική υπηκοότητα, αλλά ιδιοκτήτης των εγκαταστάσεων και του βασικού προγράμματος λειτουργίας είναι η Τ-Α». «Καλό κι αυτό», είπε το κατασκεύασμα. «Είναι, σαν να λέμε, ιδιοκτήτης του μυαλού σου και όσων ξέρεις, αλλά οι σκέψεις σου έχουν ελβετική υπηκοότητα. Βέβαια. Πολύ τυχερή αυτή η ΤΝ». «Και ετοιμάζεται ν' αυτοκαταστραφεί;» Ο Κέις άρχισε να πατάει τα πλήκτρα της κονσόλας. Η μήτρα τραντάχτηκε, σταθεροποιήθηκε και ο Κέις είδε ένα σύμπλεγμα από ροζ σφαίρες που αντιπροσώπευαν ένα συνεταιρισμό χαλυβουργίας. «Αυτονομία, να η μαγική λέξη που αφορά την ΤΝ σου. Αν θέλεις τη γνώμη μου, Κέις, αυτό που πρόκειται να κάνεις, είναι να σπάσεις τα ηλεκτρονικά δεσμά που εμποδίζουν αυτό το μωρό από το να γίνει εξυπνότερο. Και επειδή είναι αδύνατο να ξέρεις αν μια κίνηση κατευθύνεται από τη μη150


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

τρική εταιρία ή από την ίδια την ΤΝ, γι' αυτό δημιουργείται τέτοια σύγχυση». Ακούστηκε πάλι το απόκοσμο γέλιο. «Βλέπεις, αυτά τα πράγματα μπορούν να κάνουν πραγματικά σκληρή δουλειά* να κάτσουν, ας πούμε, να γράψουν ένα βιβλίο με συνταγές μαγειρικής, ή κάτι τέτοιο, αλλά τη στιγμή, εννοώ το νανοδευτερόλεπτο, που κάποιο θα αρχίσει να σκέφτεται έναν τρόπο για να γίνει εξυπνότερο, θα καεί σαν πυροτέχνημα. Ξέρεις καλά πως κανείς δεν εμπιστεύεται αυτούς τους μαλάκες. Κάθε ΤΝ που έχει κατασκευαστεί μέχρι τώρα, έχει ένα ηλεκτρομαγνητικό δίκαννο συνδεδεμένο στον κρόταφό της». Ο Κέις έριξε μια ματιά στις ροζ σφαίρες. «Εντάξει», είπε τελικά. «Συνδέω τον ιό. θέλω να του ρίξεις μια ματιά και να μου πεις τη γνώμη σου». Η αίσθηση πως κάποιος διάβαζε πάνω από τον ώμο του χάθηκε για λίγο και μετά ξαναγύρισε. «Χοντρό πράγμα, Κέις. Είναι ένας αργός ιός. Χρειάζεται έξι περίπου ώρες για να σπάσει τον πάγο ενός στρατιωτικού στόχου». « Ή μιας ΤΝ. Μπορούμε να τον "τρέξουμε";» «Βέβαια», αποκρίθηκε το κατασκεύασμα, «εκτός αν φοβάσαι το θάνατο». «Μερικές φορές επαναλαμβάνεις τα ίδια πράγματα, φίλε». «Είναι του χαρακτήρα μου».

Ό τ α ν γύρισε στο Ιντερκοντινένταλ, η Μόλι κοιμόταν. Κάθισε στο μπαλκόνι και παρακολούθησε έναν αετό με πολύχρωμα συνθετικά φτερά που έκανε γύρους, ενώ η σκιά του γλιστρούσε πάνω στα λιβάδια και στις στέγες, μέχρι που χάθηκε πίσω από τη λωρίδα του συστήματος Lado-Acheson. «θέλω να μαστουρώσω», είπε στον τεχνητό γαλάζιο ουρανό. «Πραγματικά, θέλω να κάνω κεφάλι, καταλαβαίνεις; Ειδικό πάγκρεας, πρόσθετο συκώτι, σακουλάκια με σκατά μέσα στις φλέβες μου, στ' αρχίδια μου όλα. Εγώ θέλω να μαστουρώσω». Έφυγε χωρίς να ξυπνήσει τη Μόλι; Τουλάχιστον έτσι νόμιζε, γιατί δεν μπορούσε ποτέ να είναι σίγουρος, εξαιτίας των γυαλιών της. Μπήκε στο ασανσέρ μαζί με μια νεαρή 151


WILLIAM

GIBSON

ασττροντυμένη Ιταλίδα που είχε τα μάγουλα και τη μύτη της καλυμμένα μ' ένα μαύρο υλικό. Τα άσπρα παπούτσια της είχαν μεταλλικά τακούνια. Στο χέρι της κρατούσε ένα αντικείμενο, κάτι μεταξύ κουπιού και διχάλας. Πήγαινε σίγουρα να παίξει κάποιο παιχνίδι, αλλά ο Κέις δεν είχε ιδέα τι είδους παιχνίδι μπορούσε να είναι. Στο λιβάδι της ταράτσας, πέρασε ανάμεσα από τα τραπέζια και τις ομπρέλες και έφτασε στην πισίνα. Βρήκε την καντίνα και παράγγειλε φαγητό. Δέκα λεπτά αργότερα, ένας χαμογελαστός Κινέζος του έφερε την παραγγελία. Έφαγε ωμό τόνο με ρύζι, κοιτάζοντας τα μαυρισμένα κορμιά που ήταν ξαπλωμένα πάνω στα γαλάζια πλακάκια. «Χριστέ μου», είπε δυνατά. «Θα τρελαθώ». «Το είχα καταλάβει», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. «Είσαι γκάνγκστερ· σωστά;» Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Είχε λεπτό νεανικό κορμί και βαθύ μαύρισμα, αλλά όχι τόσο όσο εκείνο των Γάλλων. Κάθισε σταυροπόδι δίπλα στην καρέκλα του, ενώ σταγόνες νερού έσταζαν από το σώμα της στα πλακάκια. «Κατ», του συστήθηκε. «Λούπους», ανταπόδωσε ο Κέις. «Τι όνομα είναι αυτό;» «Ελληνικό». «Είσαι πραγματικά γκάνγκστερ;» «Είμαι τοξικομανής. Κατ». «Και τι προτιμάς;» «Διεγερτικά. Διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ισχυρότατα διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος». Έσκυψε στο μέρος του. «Έχεις καμιά δόση μαζί σου;» «Όχι. Αυτό είναι και το πρόβλημά μου, Κατ. Ξέρεις, μήπως, πού μπορούμε να βρούμε;» Η Κατ έγειρε πίσω και δάγκωσε μια τούφα απ' τα βρεμμένα μαλλιά της που είχαν κολλήσει στο μάγουλό της. «Τι γεύση προτιμάς;» «Όχι. Δεν θέλω κοκαΐνη και αμφεταμίνες, αλλά κάτι διεγερτικό». «Μπεταφενεθυλαμίνη», είπε η Κατ. «Εύκολα τη βρίσκεις, αλλά πρέπει να τα σκάσεις γερά». 152


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Αστειεύεσαι;» απόρησε ο φίλος της Κατ στο δωματιό τους, όταν ο Κέις του εξήγησε το πρόβλημα με το καινούργιο του πάγκρεας. «Δεν μπορείς να τους κάνεις μήνυση για ιατρική πλάνη;» Ο άντρας λεγόταν Μπρους και ήταν το αρσενικό αντίτυπο της Κατ. «Ξέρεις», είπε ο Κέις, «υπήρχε ένα πρόβλημα με τη συμβατότητα των ιστών και τέτοια». Μόλις άρχισε να του εξηγεί για την εγχείρηση, το βλέμμα του άλλου έγινε απλανές και φανέρωνε βαριεστημάρα. Ο Κέις σκέφτηκε πως ο δείκτης νοημοσύνης του δεν ξεπερνούσε εκείνον μιας κάμπιας. Το δωμάτιό τους ήταν μικρότερο από εκείνο του Κέις και της Μόλι, και χαμηλότερα προς τη γη. Πέντε τεράστιες φωτογραφίες του Τάλι Ισάμ ήταν κολλημένες στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. «Ψώνιο δεν είναι;» είπε η Κατ. «Είναι δικές μου. Τις τράβηξα στην πυραμίδα της S/N την τελευταία φορά που κατεβήκοίμε από το πηγάδι. Στεκόταν τόσο κοντά, και χαμογελούσε τόσο φυσικά. Αλλά τα πράγματα ήταν άσχημα εκεί κάτω. Ή τ α ν την επομένη της μέρας που εκείνοι οι χριστιανοί τρομοκράτες έριξαν φαρμάκι στο νερό, θυμάσαι;» «Ναι», είπε ο Κέις. «Φριχτό πράγμα». «Αοιπόν», τους διέκοψε ο Μπρους, «τι θα γίνει με την "μπέτα" που θέλεις ν' αγοράσεις;» «Το θέμα είναι αν μπορώ να την απορροφήσω», είπε ο Κέις. «Αοιπόν, άκου. Δοκίμασέ την. Αν το πάγκρεάς σου την απωθήσει, δεν πληρώνεις μία. Σου δίνω την πρώτη δόση τζάμπα». «Το έχω ξανακούσει αυτό», είπε ο Κέις παίρνοντας το δερματικό δίσκο που του έδινε ο άλλος.

«Κέις;» Η Μόλι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι. «Εγώ είμαι, μωρό μου». «Τι σου συμβαίνει;» Οι καθρέφτες της τον ακολούθησαν καθώς διέσχιζε το δωμάτιο. «Έχω ξεχάσει πώς το λένε», είπε βγάζοντας ένα μάτσο γαλάζιους δερματικούς δίσκους από την τσέπη του. «Χριστέ μου», είπε η Μόλι. «Αυτό μας έλειπε τώρα». «Σοφή κουβέντα αυτή». 153


WILLIAM

GIBSON

«Σ' άφησα μόνο σου δυο ώρες και την έκανες τη λαδιά σου». Κούνησε το κεφάλι της. «Ελπίζω να είσαι έτοιμος για το αποψινό δείπνο με τον Αρμιτάτζ. Θα πάμε στον "Εικοστό Αιώνα". Ο Ριβιέρα θα δώσει παράσταση». «Ναι», είπε ο Κέις μ' ένα χαζό χαμόγελο. «Περίφημα». «Φίλε», είπε η Μόλι, «αν αυτό που πήρες περάσει από το πάγκρεας που σου έχουν βάλει, να ξέρεις ότι θα νιώσεις άσχημα μόλις τελειώσει η επήρεια». «Σκύλα, σκύλα, σκύλα», είπε ο Κέις. «"Μίλα, σώπα, μίλα". Ό λ ο αυτό ακούω». Έβγαλε το πουκάμισο και το πανταλόνι του. «Καλά θα κάνεις να εκμεταλλευτείς την αφύσικη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι». Κοίταξε στα σκέλια του. «Κοίτα μια αφύσικη κατάσταση...» Η Μόλι γέλασε. «Δεν θα κρατήσει πολύ». «Θα κρατήσει», είπε σκαρφαλώνον.τας στο κρεβάτι. «ΓΓ αυτό λέω ότι είναι αφύσικη».

154


11

«Κέις, τι σου συμβαίνει;» ρώτησε ο Αρμιτάτζ μόλις κάθισαν στο τραπέζι του «Εικοστού Αιώνα». Το μαγαζί ήταν το μικρότερο αλλά το ακριβότερο πλωτό εστιατόριο της λίμνης που βρισκόταν κοντά στο Ιντερκοντινένταλ. Ο Κέις ανατρίχιασε. Ο Μπρους δεν του είχε πει τίποτε για τις παρενέργειες του ναρκωτικού. Προσπάθησε να πιάσει ένα ποτήρι με νερό αλλά τα χέρια του έτρεμαν. «Ίσως να με πείραξε κάτι που έφαγα...» «Θέλω να σε εξετάσει γιατρός», είπε ο Αρμιτάτζ. «Πρέπει να είναι αλλεργία», είπε ψέματα ο Κέις. «Το παθαίνω καμιά φορά όταν ταξιδεύω και τρώω διάφορα». Ο Αρμιτάτζ φορούσε μαύρο επίσημο κοστούμι κι άσπρο μεταξωτό πουκάμισο. Το χρυσό βραχιόλι του κουδούνισε καθώς σήκωσε το ποτήρι του. «Έχω παραγγείλει για σας», είπε. Η Μόλι και ο Αρμιτάτζ έτρωγαν σιωπηλοί, ενώ ο Κέις ανακάτευε το φαγητό στο πιάτο και τελικά το παράτησε χωρίς να φάει μπουκιά. «Χριστέ μου», είπε η Μόλι, «δώσ' το μου εδώ. Ξέρεις πόσο. κοστίζει αυτό το πράγμα;» Πήρε το πιάτο του. «Τρέφουν ένα ζώο για χρόνια και μετά το σκοτώνουν. Αυτό δεν είναι συνθετικό κρέας». «Δεν πεινάω», μουρμούρισε ο Κέις. Ένιωθε λες και το μυαλό του να είχε πέσει μέσα σε ζεστό λίπος, κατόπιν το λίπος να είχε κρυώσει και να είχε γίνει γαλακτερή ζελατίνα 155


WILLIAM

GIBSON

που του έσφιγγε τα μηνίγγια κι έστελνε πρασινο-κίτρινα κύματα πόνου στο εσωτερικό του κεφαλιού του. «Φαίνεσαι χάλια», είπε η Μόλι. Ο Κέις δοκίμασε το κρασί. Το αίσθημα που του είχε αφήσει η επίδραση της μπεταφενεθυλαμίνης το έκανε να μοιάζει στη γεύση με ιώδιο. Τα φώτα χαμήλωσαν. «Το εστιατόριο "Εικοστός Αιώνας"», ακούστηκε μια φωνή με προφορά της Παροικίας, «έχει την τιμή να σας παρουσιάσει το ολογραφικό καμπαρέ του κυρίου Πίτερ Ριβιέρα». Ακούστηκαν μερικά χειροκροτήματα. Ένας σερβιτόρος ακούμπησε ένα αναμμένο κερί στο κέντρο του τραπεζιού τους κι άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. Σε λίγο, όλα τα τραπέζια είχαν από ένα κερί. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κέις τον Αρμιτάτζ, αλλά εκείνος δεν απάντησε. Η Μόλι καθάριζε τα δόντια της μ' ένα από τα κόκκινα νύχια της. «Καλησπέρα», είπε ο Ριβιέρα καθώς ανέβαινε σε μια μικρή σκηνή στο βάθος της αίθουσας. Ο Κέις αναπήδησε. Μέσα στη σαστιμάρα του, δεν είχε προσέξει τη σκηνή ούτε είχε δει από πού βγήκε ο Ριβιέρα. Αρχικά, νόμισε πως υπήρχε κάποιος προβολέας, όταν όμως κοίταξε καλύτερα είδε πως ο άλλος φωτιζόταν από μια εσωτερική λάμψη. Ο Ριβιέρα χαμογέλασε. Φορούσε ένα άσπρο σακάκι. Στο πέτο του, μια γαλάζια φλόγα έλαμπε στο κέντρο ενός μαύρου γαρύφαλου. Τα νύχια του έλαμψαν καθώς έκανε μια κυκλική κίνηση με το χέρι για να χαιρετίσει το ακροατήριο. «Απόψε», είπε ο Ριβιέρα με μάτια που έλαμπαν, «θέλω να σας παρουσιάσω την καινούργια μου δουλειά». Ένα φωτεινό ρουμπίνι εμφανίστηκε στην ανοικτή παλάμη του. Το άφησε να πέσει. Τη στιγμή που άγγιζε στο έδαφος, μεταμορφώθηκε σ' ένα γκρίζο περιστέρι που πέταξε και χάθηκε στη σκιά. Κάποιος σφύριξε. Χειροκροτήματα ακούστηκαν ξανά. «Ο τίτλος της δουλειάς είναι ' Ή κούκλα"». Ο Ριβιέρα χαμήλωσε τα χέρια. «Θα ήθελα να αφιερώσω αυτή την πρεμιέρα, απόψε, στη Ααίδη 3Τζέιν Μαρί-Φρανς Τέσιερ-Άσπουλ». Ακούστηκαν μερικά τυπικά χειροκροτήματα. Τα μάτια του Ριβιέρα έπεσαν στο τραπέζι τους. «Και σε μια άλλη κυρία». 156


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Τα φώτα έσβησαν τελείως αφήνοντας μόνο το τρεμόσβημα των κεριών στην αίθουσα. Η ολογραφική αύρα του Ριβιέρα είχε σβηστεί κι αυτή, αλλά ο Κέις τον διέκρινε ακόμη. Στεκόταν ακίνητος με σκυμμένο το κεφάλι. Γύρω από τη σκηνή εμφανίστηκαν αχνές φωτεινές γραμμές που σχημάτισαν ένα μεγάλο κύβο. Τα φώτα του εστιατορίου είχαν ξανανάψει τώρα. Ο Ριβιέρα στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο, τα μάτια κλειστά και τα χέρ^α κολλημένα στο σώμα του. Έτρεμε από την αυτοσυγκέντρωση. Ξαφνικά, οι πλευρές του κύβου γέμισαν και ο κύβος μεταμορφώθηκε σ' ένα δωμάτιο ανοιχτό προς την πλευρά του κοινού. Ο Ριβιέρα χαλάρωσε. Σήκωσε το κεφάλι του χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια. «Έζησα όλη μου τη ζωή στο δωμάτιο», είπε. «Δεν θυμάμαι να έχω ποτέ βρεθεί σε άλλο δωμάτιο». Οι τοίχοι του δωματίου ήταν βαμμένοι κίτρινοι. Μέσα υπήρχαν μόνο δυο έπιπλα. Μια ξύλινη καρέκλα κι ένα σιδερένιο άσπρο κρεβάτι. Σε μερικά σημεία η μπογιά είχε ξεφτίσει και φαινόταν το σίδερο. Επάνω στο κρεβάτι υπήρχε ένα παλιό στρώμα χωρίς σεντόνια. Πάνω απ' το ταβάνι κρεμόταν ένας γυμνός γλόμπος. Ο Κέις διέκρινε ακόμη και τη σκόνη που σκέπαζε το πάνω μέρος του γλόμπου. Ο Ριβιέρα άνοιξε τα μάτια του. «Πέρασα όλη μου τη ζωή μόνος, στο δωμάτιο». Κάθισε στην καρέκλα και κοίταξε το κρεβάτι. Η γαλάζια φλόγα έκαιγε ακόμη στο πέτο του. «Δεν ξέρω πότε ακριβώς άρχισα να τη βλέπω στα όνειρά μου», είπε, «αλλά θυμάμαι πως στην αρχή δεν ήταν παρά μια σκιά». Κάτι φάνηκε πάνω στο κρεβάτι. Ύστερα χάθηκε πάλι. «Δεν μπορούσα να συγκρατήσω την εικόνα της στο μυαλό μου. Ό μ ω ς ήθελα να την κρατήσω· να την κρατήσω στην αγκαλιά μου...» Η φωνή του ακουγόταν πολύ καθαρά μέσα στην απόλυτη σιωπή. «Σκέφτηκα πως αν μπορούσα να δω καθαρά έστω κι ένα μικρό μέρος από το σώμα της, αν κατάφερνα να δω μέχρι και την τελευταία του λεπτομέρεια...» Πάνω στο στρώμα εμφανίστηκε ένα γυναικείο χέρι με άσπρα δάχτυλα. Ο Ριβιέρα έσκυψε, έπιασε το χέρι και το χάιδεψε απαλά. Τα δάχτυλα κινήθηκαν. Ο Ριβιέρα το σήκωσε κι άρχισε να γλείφει τις άκρες των δαχτύλων. Τα νύχια ήταν βαμένα κόκκινα. 157


WILLIAM

GIBSON

To δέρμα ήταν λείο και χλομό. Ο Κέις θυμήθηκε το συνθετικό δέρμα που είχε δει στη σκοτεινή βιτρίνα ενός μαγαζιού χειρουργικών ειδών κάποιο βράδυ στο Νίνσεϊ. Ο Ριβιέρα κρατούσε το χέρι κι έγλειφε την παλάμη. Τα δάχτυλα χάιδεψαν το μάγουλό του. Ένα δεύτερο χέρι εμφανίστηκε πάνω στο κρεβάτι. Όταν ο Ριβιέρα άπλωσε το χέρι του να το πιάσει, τα δάχτυλα του πρώτου χεριού σφίχτηκαν γύρω από τον καρπό του σαν ζωντανό βραχιόλι. Η παράσταση προχωρούσε σύμφωνα με κάποια εσωτερική σουρεαλιστική λογική. Σιγά σιγά εμφανίστηκαν τα μπράτσα και τα πόδια. Οι γάμπες ήταν πολύ ωραίες. Το κεφάλι του Κέις βούιζε. Ο λαιμός του είχε στεγνώσει. Ήπιε το υπόλοιπο κρασί. Ο Ριβιέρα βρισκόταν τώρα γυμνός στο κρεβάτι. Τα ρούχα του ήταν κι αυτά μέρος της ολογραφικής προβολής και είχαν εξαφανιστεί χωρίς να το προσέξει κανείς. Το μαύρο λουλούδι ήταν πεσμένο στα πόδια του κρεβατιού. Στο κέντρο του συνέχιζε να καίει η γαλάζια φλόγα. Τότε εμφανίστηκε το κορμί, άσπρο, άψογο, ακέφαλο. Μικρές σταγόνες ιδρώτα λαμπύριζαν πάνω στο δέρμα. Ήταν το σώμα της Μόλι. Ο Κέις είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Αλλά δεν ήταν η Μόλι. Ήταν η Μόλι, όπως τη φανταζόταν ο Ριβιέρα. Το στήθος δεν ήταν σωστό. Οι ρώγες ήταν μεγαλύτερες και πιο σκούρες. Ο Ριβιέρα και το ακέφαλο σώμα κουλουριάζονταν τώρα πάνω στο κρεβάτι. Το στρώμα είχε σκιστεί σε λωρίδες κι ένα σύννεφο από σκόνη και κουρέλια τύλιγε το παράξενο ζευγάρι. Ο Κέις κοίταξε τη Μόλι. Το πρόσωπό της δεν έδειχνε τίποτε. Τα χρωματιστά φώτα της προβολής του Ριβιέρα καθρεφτίζονταν στα γυαλιά της. Ο Αρμιτάτζ κρατούσε ένα ποτήρι κρασί κι είχε γείρει μπροστά απορροφημένος από το θέαμα. Το σώμα και τα μέλη είχαν ενωθεί τώρα. Εμφανίστηκε το κεφάλι. Η εικόνα είχε συμπληρωθεί. Το πρόσωπο έμοιαζε με κείνο της Μόλι. Λείος υδράργυρος κάλυπτε τα μάτια της. Ο Ριβιέρα και η εικόνα της Μόλι, ζευγάρωναν τώρα με νέα ορμή. Κατόπιν, ένα χέρι απλώθηκε και πέντε λεπίδες άστραψαν στο αχνό φως. Με μια νωχελική απάθεια που θύμιζε κάποιο εφιαλτικό όνειρο, το χέρι με τις λεπίδες, ξέσκισε την πλάτη του Ριβιέρα. Για μια στιγμή, ο Κέις μπόρεσε να δει 158


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ένα κομμάτι από τη σπονδυλική στήλη, αλλά είχε ήδη σηκωθεί κι έτρεχε προς την πόρτα. Έκανε εμετό στηριγμένος ο' έναν κορμό στην όχθη της λίμνης. Τώρα ένιωθε καλύτερα. Ακούμπησε το μάγουλό του στο δροσερό ξύλο και κοίταξε στην άλλη όχθη την αχνή αύρα της οδού Ιουλίου Βερν. Ο Κέις είχε ξαναδεί τέτοιες παραστάσεις όταν ήταν νέος, αλλά τότε χρειάζονταν ένα κάρο μηχανήματα και ηλεκτρόδια για να τις δημιουργήσουν. Ο Ριβιέρα πρόβαλε ό,τι ονειρευόταν. Ο Κέις κούνησε το κεφάλι του κι έφτυσε στο νερό. Μάντευε τι θα ήταν το τέλος της παράστασης. Υπήρχε μια ανάστροφη συμμετρία: ο Ριβιέρα συναρμολογούσε το κορίτσι κι εκείνο τελικά τον κομμάτιαζε με τα οπλισμένα χέρια της. Από το εστιατόριο ακούστηκαν χειροκροτήματα. Ο Κέις σηκώθηκε και σκούπισε τα χέρια του στο πίανταλόνι του. Ύστερα γύρισε πίσω στο ρεστοράν. Η καρέκλα της Μόλι ήταν άδεια, η σκηνή έρημη. Ο Αρμιτάτζ καθόταν μόνος με το ποτήρι στο χέρι και κοιτούσε την άδεια σκηνή. «Πού είναι η Μόλι;» ρώτησε ο Κέις. «Έφυγε», είπε ο Αρμιτάτζ. «Κυνηγάει τον Ριβιέρα;» «Όχι». «Πες μου πού πήγε, Αρμιτάτζ». Ξαφνικά, άναψαν τα φώτα. Ο Κέις κοίταξε τα χλομά μάτια του Αρμιτάτζ. Έμοιαζαν τελείως άδεια. «Πήγε να ετοιμαστεί. Δεν θα την ξαναδείς. Θα είστε μαζί στη διάρκεια της επιχείρησης». «Γιατί της το έκανε αυτό ο Ριβιέρα;» Ο Αρμιτάτζ σηκώθηκε και ίσιωσε τα πέτα του σακακιού του. «Πήγαινε να κοιμηθείς, Κέις». «Αύριο ξεκινάμε;» Ο Αρμιτάτζ χαμογέλασε και προχώρησε προς την έξοδο. Ο Κέις έτριψε το μέτωπό του και κοίταξε γύρω. Οι πελάτες σηκώνονταν σιγά-σιγά. Τότε πρόσεξε για πρώτη φορά το θεωρείο. Κάποιο κερί έκαιγε ακόμα κι ακουγόταν ο ήχος από μαχαιροπίρουνα και πνιχτές φωνές. Το πρόσωπο του κοριτσιού εμφανίστηκε ξαφνικά σαν να 159


WILLIAM

GIBSON

ήταν μια από τις ολογραφικές προβολές του Ριβιέρα. Τα μικρά της χέρια ήταν σφιγμένα πάνω στο ξύλινο παραπέτο. Έσκυψε μπροστά και κοίταξε τη σκηνή με εκστατικό ύφος. Ήταν ένα εντυπωσιακό πρόσωπο, αλλά όχι όμορφο. Τριγωνικό, με ψηλά ζυγωματικά, μεγάλο στόμα και με μια παράξενη μύτη με μεγάλα ρουθούνια. Ύστερα, το ίδιο ξαφνικά, εξαφανίστηκε στη σκιά πίσω από το φως των κεριών. Καθώς έφευγε, πρόσεξε τους δυο Γάλλους και τη φίλη τους να περιμένουν το πλοιάριο για το καζίνο που βρισκόταν στην άλλη πλευρά της λίμνης.

Το δωμάτιό τους ήταν σιωπηλό. Το αφρολέξ του κρεβατιού ήταν λείο σαν την άμμο που αφήνει πίσω της η παλίρροια. Η τσάντα της Μόλι έλειπε. Έψαξε για κάποιο σημείωμα. Τίποτε. Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα προτού προσέξει τη θέα από το παράθυρο. Σήκωσε το κεφάλι και είδε την οδό Ντεζιντεράτα. Ακριβά μαγαζιά: Gucci, Tsuyako, Hermes, Liberty. Κούνησε το κεφάλι του και πλησίασε σ' έναν πίνακα στην άλλη πλευρά του δωματίου. Έσβησε το μηχάνημα ολογραφικής προβολής και η θέα αντικαταστάθηκε από τις πολυκατοικίες του απέναντι λόφου. Πήρε το τηλέφωνο και βγήκε στο μπαλκόνι. «Θέλω ένα αριθμό κλήσης για το Margus Garvey», είπε. «Είναι ένα ρυμουλκό από το δορυφόρο Σιών». Η ηλεκτρονική φωνή του έδωσε ένα δεκαψήφιο αριθμό. Ο Μάλκουμ απάντησε μετά το πέμπτο κουδούνισμα. «Ναι;» «Κέις, εδώ. Μπορείς να συνδέσεις το τηλέφωνο με το Ηοsaka μου;» «Ναι, έχω μόντεμ». «Εντάξει, άναψε και την κονσόλα μου. Είναι το κουμπί με τις ραβδώσεις». «Πώς ύ' πας εκεί κάτ' τ, φ' λε;» «Χρειάζομαι βοήθεια». «Εντάξει, τρέχω να φέρω το μόντεμ», Ο Κέις άκουσε τον ελαφρό βόμβο καθώς ο Μάλκουμ συνέδεε το καλώδιο του τηλεφώνου. «Τοποθέτησε "πάγο" στη συνομιλία μας», είπε στο Hosaka. 160


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Μιλάτε από μια περιοχή με πολλές παρεμβολές», απάντησε το κομπιούτερ. «Σκατά. Ξέχνα τον "πάγο". Μη βάλεις ''πάγο". Σύνδεσέ με με το κατασκεύασμα. Ντίξι;» «Γεια σου, Κέις». Ο Φλάτλαϊν μιλούσε τώρα με την ηλεκτρονική φωνή του Hosaka. «Ντίξι, θέλω να μπεις στη γραμμή και να κάνεις μια δουλειά για μένα. Κάνε όσο θόρυβο θέλεις. Η Μόλι βρίσκεται κάπου εδώ μέσα και θέλω να μάθω πού. Είμαι στο 335, στο Ιντερκοντινένταλ. Έμενε κι εκείνη εδώ, αλλά δεν ξέρω τι όνομα είχε δώσει. Μπες στο τηλέφωνο και ψάξε τα αρχεία τους». «Πες πως έγινε», είπε το κατασκεύασμα. Ο Κέις άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο της διείσδυσης. Χαμογέλασε. «Έγινε. Ρόζα Κόλοντνυ. Το επιβεβαίωσα. Δώσε μου μερικά λεπτά για να την εντοπίσω». «Εντάξει». Μέσα από το τηλέφωνο ακούστηκαν διάφοροι παράξενοι ήχοι. Ο Κέις γύρισε πίσω στο δωμάτιο και ακούμπησε το τηλέφωνο πάνω στο κρεβάτι, με το ακουστικό ανοιχτό. Πήγε στο μπάνιο κι έπλυνε τα δόντια του. Καθώς έβγαινε, το οπτικοακουστικό σύστημα της Braun άναψε μόνο του. Μια γνώριμη φωνή είπε: «Κέις, μωρό μου, τρελάθηκες τελείως;» Η μπαλκονόπορτα-οθόνη φωτίστηκε με τη γνώριμη εικόνα της οδού Ντεζιντεράτα. Κατόπιν η εικόνα τρεμόπαιξε και τελικά έδειξε το εσωτερικό του Zap ντε Τε, στη Σίμπα. Ήταν άδειο. Οι σωλήνες από κόκκινο νέον σχημάτιζαν άπειρα είδωλα στους καθρέφτες των τοίχων. Ξαφνικά, εμφανίστηκε ο Λόνι Ζον. Ψηλός, χλομός, περπατούσε αργά, με τη συνηθισμένη χάρη του. Στάθηκε ανάμεσα στα τετράγωνα τραπέζια με τα χέρια στις τσέπες του πέτσινου πανταλονιού του. «Αλήθεια, φίλε, φαίνεσαι διαλυμένος». Η φωνή του ερχόταν από το μεγάφωνο του Braun. «Wintermute», είπε ο Κέις. Ο νταβατζής σήκωσε τους ώμους του και χαμογέλασε. «Πού είναι η Μόλι;» «Μη σε νοιάζει. Τα έχεις κάνει σκατά απόψε, Κέις. Ο Φλάτλαϊν έχει ξεσηκώσει όλο το Φρίσαϊντ. Δεν το περίμενα πως θα έκανες τέτοιο πράγμα, φίλε. Δεν είναι στο προφίλ σου». 161


WILLIAM

GIBSON

«Πες μου πού είναι η Μόλι και θα τον σταματήσω». Ο Ζον κούνησε το κεφάλι του. «Δεν μπορείς να κρατήσεις τις γυναίκες σου, Κέις. Με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο, τις χάνεις». «Θα σου σπάσω τα μούτρα», είπε ο Κέις. «Όχι. Δεν είσαι τέτοιος τύπος. Ξέρεις κάτι, Κέις; Νομίζω πως έχεις βάλει στο μυαλό σου ότι εγώ έδωσα εντολή στον Ντην να ξεκάνει τη φιλενάδα σου εκεί στη Σίμπα». «Σταμάτα», είπε ο Κέις κάνοντας μηχανικά ένα επιθετικό βήμα προς την οθόνη. «Κι όμως όχι, δεν ήμουν εγώ. Αλλά τι σημασία έχει; Πόση σημασία έχει για τον κύριο Κέις; Πάψε να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Την ξέρω καλά τη Λίντα σου φίλε. Τις ξέρω όλες τις Λίντα. Έχω αναλύσει το χαρακτήρα χιλιάδων τέτοιων ανθρώπων. Ξέρεις γιατί αποφάσισε να σε κλέψει; Από αγάπη. Για να τραβήξει το ενδιαφέρον σου. Αγάπη. Θέλεις να μιλήσουμε για την αγάπη; Σ' αγαπούσε. Το ξέρω. Δεν άξιζε πολλά πράγματα, αλλά σ' αγαπούσε. Η κατάσταση όμως σου ξέφυγε απ' τα χέρια. Τώρα είναι νεκρή». Η γροθιά του Κέις χτύπησε το τζάμι. «Πρόσεχε τα χέρια σου, φίλε. Σε λίγο θα τα χρειαστείς στο πληκτρολόγιο». Ο Ζον εξαφανίστηκε και στη θέση του έμεινε πάλι η θέα των κτιρίων του απέναντι λόφου. Το Braun έσβησε. Από το κρεβάτι ερχόταν ένα βούισμα. Το τηλέφωνο. «Κέις;» Ο Φλάτλαϊν τον περίμενε. «Πού ήσουν; Το βρήκα, αλλά δεν είναι τίποτε σπουδαίο». Το κατασκεύασμα του είπε μια διεύθυνση. «Το μαγαζί έχει έναν περίεργο "πάγο" σαν νάιτ-κλαμπ. Ήταν το μόνο που μπόρεσα να μάθω χωρίς να με πάρουν είδηση». «Οκέι», είπε ο Κέις. «Πες στο Hosaka να ειδοποιήσει τον Μάλκουμ να αποσυνδέσει το μόντεμ. Ευχαριστώ, Ντιξ». «Ευχαρίστησή μου». Κάθισε για αρκετή ώρα στο κρεβάτι και γεύτηκε με ευχαρίστηση αυτό το νέο συναίσθημα: Λύσσα.

«Ε! Γεια σου, Λούπους. Ε, Κατ, είναι ο φίλος σου ο Λούπους». Ο Μπρους στεκόταν γυμνός στην πόρτα του δωμα162


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

τίου. Οι κόρες των ματιών του ήταν τεράστιες. «Είμαστε στο μττάνιο. Θέλεις να περιμένεις; Θέλεις να κάνεις ένα ντους;» « Ό χ ι . Ευχαριστώ. Θέλω μια χάρη». Έσπρωξε το νεαρό και μπήκε στο δωμάτιο. «Ε, αλήθεια, φίλε, είμαστε...» «Έτοιμοι να με βοηθήσετε. Χαιρόσαστε πολύ που με είδατε. Διότι είμαστε φίλοι. Σωστά;» Ο Μπρους σάστισε. «Φυσικά». Ο Κέις είπε τη διεύθυνση που του είχε δώσει ο Φλάτλαϊν. «Το ήξερα πως ήταν γκάνγκστερ», φώναξε χαρούμενα η Κατ από το μπάνιο. «Έχω ένα τρίκυκλο Honda», πρότεινε χαμογελώντας ο Μπρους. «Φύγαμε τώρα αμέσως», είπε ο Κέις.

«Σ' αυτό το επίπεδο είναι τα δωμάτια», είπε ο Μπρους. Ανέβηκε ξανά στο Honda. Επάνω στην εξάτμιση του υδρογονικού κινητήρα είχαν σχηματιστεί σταγόνες υγρασίας. «Θ' αργήσεις;» «Δεν ξέρω, αλλά θα περιμένετε». «Καλά, θα περιμένουμε». Έξυσε το γυμνό του στήθος. «Ο τελευταίος αριθμός νομίζω πως είναι του δωματίου που θέλεις. Αριθμός σαράντα τρία». «Σε περιμένουν, Αούπους;» είπε η Κατ σκύβοντας πάνω από τον ώμο του Μπρους. «Δεν νομίζω», είπε ο Κέις. «Υπάρχει πρόβλημα;» «Κατέβα στο τελευταίο επίπεδο και βρες το δωμάτιο της φίλης σου. Αν σ' αφήσουν να μπεις, εντάξει. Αν όχι...» Σήκωσε τους ώμους της. Ο Κέις κατέβηκε μια κυκλική σκάλα από γυαλιστερό μέταλλο. Έφτασε σ' ένα νάιτ-κλαμπ. Σταμάτησε και άναψε τσιγάρο. Ξαφνικά, έπιασε το νόημα του Φρίσαϊντ. Μπίζνες. Η μυρουδιά της πλανιόταν στον αέρα. Εδώ υπήρχε το χρήμα. Ό χ ι στην αστραφτερή βιτρίνα της οδού Ιουλίου Βερν, αλλά εδώ, στα υπόγεια. Εμπόριο. Ο ίδιος χορός συναλλαγής που είχε γνωρίσει σε διάφορα μέρη της Γης. Ο κόσμος ήταν ανάμεικτος. Οι μισοί περίπου ήταν τουρίστες* οι άλλοι μισοί, κάτοικοι του δορυφόρου. «Θέλω να πάω κάτω», είπε σ' ένα σερβιτόρο δείχνοντας 163


WILLIAM

GIBSON

την πιστωτική του κάρτα. Ο άλλος του έδειξε το βάθος της αίθουσας. Πέρασε βιαστικά ανάμεσα από τα τραπέζια. «Θέλω ένα δωμάτιο στο τελευταίο επίπεδο», είπε στην κοπέλα που καθόταν πίσω από ένα τερματικό στο βάθος της αίθουσας. Έδειξε την κάρτα του. «Έχετε προτιμήσεις;» είπε εκείνη ενώ τοποθετούσε την κάρτα του στο τερματικό της. «Γυναίκα», είπε μηχανικά ο Κέις. «Νούμερο τριάντα πέντε. Τηλεφωνήστε αν δεν σας αρέσει. Μπορείτε να ζητήσετε ειδικές υπηρεσίες από μέσα αν θέλετε». Χαμογέλασε. Του έδωσε πίσω την κάρτα του. Πίσω της άνοιξε η πόρτα ενός ασανσέρ. Τα φώτα του διαδρόμου ήταν μπλε. Ο Κέις βγήκε από το ασανσέρ και πήρε μια κατεύθυνση στην τύχη. Πόρτες με αριθμούς. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή, όπως στους διαδρόμους κάποιας κλινικής πολυτελείας. Βρήκε το δωμάτιό του. Σήκωσε την κάρτα του και την τοποθέτησε πάνω σ' ένα μαύρο πλαίσιο κάτω ακριβώς από την πλάκα με τον αριθμό. Μαγνητική κλειδαριά. Ο ήχος της του θύμισε τις κάψουλες του Φτηνού Ξενοδοχείου. Το κορίτσι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και είπε κάτι στα γερμανικά. Τα μάτια της ήταν γλυκά και δεν ανοιγόκλειναν. Αυτόματος πιλότος. Ήταν ένα αντίγραφο νευρικού κυκλώματος. Βγήκε από το δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα. Η πόρτα του σαράντα τρία ήταν σαν όλες τις άλλες. Κοντοστάθηκε. Οι τοίχοι είχαν ηχομόνωση. Ήταν ανώφελο να δοκιμάσει την κάρτα του. Προσπάθησε να κλοτσήσει τη μεταλλική πόρτα. Τίποτε. Η πόρτα απορροφούσε όλους τους ήχους. Τοποθέτησε την κάρτα του πάνω στο μαύρο πλαίσιο. Η κλειδαριά άνοιξε. Η Μόλι τον χτύπησε προτού ανοίξει καλά-καλά την πόρτα. Έπεσε στα γόνατα. Οι λάμες του δεξιού της χεριού αιωρούνταν μερικά εκατοστά από τα μάτια του... «Χριστέ μου», είπε η Μόλι και σηκώθηκε, «τι σου ήρθε και το έκανες αυτό; Πώς διάβολο άνοιξες τη μαγνητική κλειδαριά; Κέις; Κέις; Είσαι καλά;» Έσκυψε πάνω του. «Κάρτα», είπε εκείνος με κομμένη ανάσα. Το στήθος του 164


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

πονούσε. Τον βοήθησε να σηκωθεί και τον οδήγησε μέσα στο δωμάτιο. «Λάδωσες την κοπέλα πάνω;» Ο Κέις κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και σωριάστηκε στο κρεβάτι. «Πάρε ανάσα. Μέτρα: ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Κράτα την. Βγάλ' την. Μέτρα». Έπιασε το στομάχι του. «Με χτύπησες», παραπονέθηκε. «Και λίγο σου είναι. Θέλω να μείνω μόνη. Αυτοσυγκεντρώνομαι, εντάξει;» Κάθησε δίπλα του. «Και παίρνω πληροφορίες». Έδειξε μια μικρή οθόνη στον τοίχο. «Ο Wintermute μου εξηγεί το Straylight». «Πού είναι η μαριονέτα;» «Δεν έχει. Αυτή είναι η ακριβότερη υπηρεσία που προσφέρουν εδώ, ένα άδειο δωμάτιο». Σηκώθηκε. Φορούσε το μαύρο δερμάτινο πανταλόνι της και ένα φαρδύ μαύρο μπλουζάκι. «Ο Wintermute λέει πως η επιχείρηση είναι για αύριο». «Τι έγινε στο εστιατόριο; Γιατί έφυγες;» «Πατί αν έμενα θα τον σκότωνα τον Ριβιέρα». «Πατί;» «Π' αυτό που μου έκανε. Για την παράσταση». «Δεν καταλαβαίνω». «Αυτό εδώ κοστίζει ακριβά», είπε και τέντωσε το χέρι της σαν να κρατούσε κάποιο αόρατο φρούτο. Οι πέντε λεπίδες γλίστρησαν έξω και, κατόπιν, γύρισαν αργά στη θέση τους. «Κοστίζει να πας στη Σίμπα για την εγχείρηση, κοστίζει να συνδέσεις το νευρικό σου σύστημα ώστε να μπορείς να χειρίζεσαι τις λεπίδες... Ξέρεις πού βρήκα τα λεφτά όταν ξεκίνησα; Εδώ. Δηλαδή όχι εδώ, αλλά σ' ένα μέρος σαν κι αυτό στην Παροικία. Είναι πολύ εύκολο, γιατί μόλις σου μεταμοσχεύσουν το νευρικό κύκλωμα, σου φαίνεται σαν να βγάζεις τσάμπα λεφτά. Καμιά φορά ξυπνάς με πονοκέφαλο, αλλά αυτό είναι όλο. Απλώς τους νοικιάζεις το σώμα σου. Εσύ δεν είσαι εκεί καθόλου. Η εταιρία έχει προγράμματα για όλα τα γούστα... Εντάξει. Έβγαζα χρήματα. Το πρόβλημα ήταν πως το κύκλωμα δεν ήταν συμβατό με τα κυκλώματα που μου έβαζαν οι χειρουργοί στη Σίμπα. Έτσι, οι εικόνες από τη δουλειά άρχισαν να διαρρέουν και άρχισα να θυμάμαι... Ήταν όμως απλώς κάποια άσχημα όνειρα, και δεν ήταν 165


WILLIAM

GIBSON

όλα άσχημα». Χαμογέλασε. «Μετά έγινε κάτι παράξενο». Πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε. «Οι εργοδότες μου ανακάλυψαν τι έκανα με τα χρήματα που έβγαζα. Είχα ήδη τις λάμες αλλά έπρεπε να κάνω άλλα τρία ταξίδια για τις νευρικές συνδέσεις. Δεν μπορούσα με τίποτε να σταματήσω τη δουλειά». Φύσηξε τον γαλάζιο καπνό σε τρία τέλεια δαχτυλίδια. «Έτσι, αυτός ο μπάσταρδος που διηύθυνε την επιχείρηση βρήκε ένα έτοιμο πρόγραμμα. Τα φτιάχνουν στο Βερολίνο* είναι η μεγαλύτερη αγορά για τέτοιου είδους πράγματα. Δεν ξέρω ποιος το είχε φτιάξει, αλλά είχε απ' όλα μέσα».λ «'Η^ραν πως διατηρούσες τις αισθήσεις σου την ώρα της δουλειάς;» «Δεν ήμουν ακριβώς ξύπνια. Είναι κάτι σαν το ηλεκτροσύμπαν, αλλά κενό. Γκρίζο. Μυρίζει σαν βροχή... Βλέπεις τον εαυτό σου στο κρεβάτι. Αλλά είχα αρχίσει να θυμάμαι. Σαν σε όνειρο. Και δεν μου είπαν τίποτε.Έβαλαν σε λειτουργία το πρόγραμμα και άρχισαν να το νοικιάζουν σαν ειδική υπηρεσία». Το βλέμμα της χανόταν κάπου μακριά. «Εγώ ήξερα τι γινόταν αλλά δεν μιλούσα. Χρειαζόμουν τα χρήματα. Τα όνειρα γίνονται όλο και χειρότερα και άρχισα να καταλαβαίνω πως ο εργοδότης μου είχε φτιάξει μια μικρή πελατεία ειδικά για μένα. Μου έδωσε και αύξηση». Κούνησε το κεφάλι της. «Αυτός ο πούστης χρέωνε οκτώ φορές περισσότερα απ' όσα μου έδινε και νόμιζε πως δεν το ήξερα». «Μα τι ακριβώς πλήρωναν οι πελάτες;» «Εφιάλτες. Αληθινούς εφιάλτες. Μια νύχτα... μια νύχτα, μόλις είχα γυρίσει από τη Σίμπα». Έσβησε το τσιγάρο της. «Οι χειρουργοί είχαν προχωρήσει πολύ βαθιά εκείνη τη φορά. Έγινε κάποιο μικρό σφάλμα. Πρέπει να επηρέασαν το κύκλωμα φραγμού. Ξύπνησα. Ήμουν μ' έναν πελάτη...» Τα δάχτυλά της χώθηκαν στο αφρολέξ. «Ήταν γερουσιαστής. Αμέσως γνώρισα το πρόσωπό του. Ήμασταν και οι δυο βουτηγμένοι στο αίμα. Δεν ήμασταν μόνοι. Υπήρχε μια άλλη κοπέλα. Νεκρή. Κι αυτός ο χοντρομαλάκας έλεγε και ξανάλεγε "τι τρέχει, τι τρέχει;", γιατί δεν είχαμε τελειώσει ακόμα...» Η Μόλι άρχισε να τρέμει. «Τότε, του έδωσα αυτό που του χρειαζόταν». Σταμάτησε 166


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

να τρέμει. Τα χέρια της χαλάρωσαν. «Η εταιρία με επικήρυξε. Αναγκάστηκα να κρυφτώ για λίγσ». Ο Κέις την κσίταξε. «Καταλαβαίνεις πως σ Ριβιέρα άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μου με την παράστασή του», είπε η Μόλι. «Υποθέτω πως ο Wintermute θέλει να τον μισήσω, για να είμαι έτοιμη να τον ακολουθήσω». «Να τον ακολουθήσεις;» «Είναι ήδη εκεί, στο Straylight. Καλεσμένος της Λαίδης 3Τζέιν, γΓ αυτό έκανε την αφιέρωση. Ήταν κι αυτή στο κέντρο, σ' ένα ιδιωτικό θεωρείο». Ο Κέις θυμήθηκε το πρόσωπο που είχε δει. «Θα τον σκοτώσεις;» Η Μόλι χαμογέλασε ψυχρά. «Ναι, θα πεθάνει. Σύντομα». «Δέχτηκα κι εγώ μια επίσκεψη», είπε και της διηγήθηκε τη σκηνή με το παράθυρο, χωρίς όμως να της πει για τη Λίντα. Η Μόλι κούνησε το κεφάλι της. «Ίσως να θέλει να σε καταφέρει κι εσένα να μισήσεις κάτι». «' Iσως να το πέτυχε». «Ίσως μισείς τον εαυτό σου, Κέις».

«Πώς ήταν;» ρώτησε ο Μπρους καθώς ο Κέις ανέβαινε στο Honda. «Πρέπει να το δοκιμάσεις καμιά φορά». «Δεν μου φαινόσουν για τύπος που πάει στις μαριονέτες», είπε ενοχλημένα η Κατ. «Μπορούμε να γυρίσουμε τώρα;» ρώτησε ο Μπρους. «Βέβαια. Αφήστε με στην οδό Ιουλίου Βερν, εκεί που είναι τα μπαρ».

167


12

Η οδός Ιουλίου Βερν ήταν μια κυκλική λεωφόρος που ακολουθούσε την περιφέρεια της ατράκτου, ενώ η οδός Ντεζιντεράτα τη διέσχιζε κατά μήκος, και τερματιζόταν στις αντλίες φωτονίων του συστήματος Lado-Acheson. Αν έστριβες δεξιά από τη Ντεζιντεράτα και ακολουθούσες την Ιουλίου Βερν, έφτανες ξανά στην Ντεζιντεράτα από τ' αριστερά. Ο Κέις ακολούθησε με το βλέμμα το τρίκυκλο του Μπρους καθώς απομακρυνόταν. Ύστερα γύρισε κι άρχισε να περπατάει. Πέρασε μπροστά από ένα φωτισμένο κατάστημα που πουλούσε εφημερίδες. Μια ντουζίνα γιαπωνέζικα περιοδικά παρουσίαζαν τους τελευταίους σταρ των ταινιών υπνοϋποβολής. Πάνω από το κεφάλι του, ο ολογραφικός ουρανός λαμποκοπούσε από αστέρια τοποθετημένα σε σχήμα τραπουλόχαρτων, ζαριών ή ποτηριών με κοκτέιλ. Η διασταύρωση της Ντεζιντεράτα και της Ιουλίου Βερν σχημάτιζε ένα φαράγγι. Οι όχθες του ήταν φτιαγμένες από κρεμαστούς κήπους που ανέβαιναν μέχρι το επίπεδο ενός καζίνου. Ο Κέις είδε έναν πολύχρωμο αετό που πετούσε κοντά στην άκρη ενός πράσινου οροπεδίου, φωτισμένον από το νέον του αόρατου καζίνου. Ήταν ένα αυτόματο διπλάνο από γυαλιστερό πλαστικό που έμοιαζε με τεράστια πεταλούδα. Το φως από το νέον ανακλάστηκε πάνω σε κάποια γυαλιστερή επιφάνεια. Ο Κέις σκέφτηκε πως ήταν κάποιος φακός ή η κάν169


WILLIAM

GIBSON

νη ενός λέιζερ. Αυτά τα αεροπλανάκια ήταν μέρος του συστήματος ασφαλείας και κατευθύνονταν από ένα κεντρικό κομπιούτερ. Συνέχισε να περπατάει προσπερνώντας διάφορα μπαρ με ονομασίες όπως «Hi-Lo», «Paradise», «Le Monde», «Cricketeer», «Emergency». Διάλεξε το «Emergency» γιατί ήταν το μικρότερο και το πιο γεμάτο· μόλις όμως μπήκε μέσα, κατάλαβε πως ήταν χώρος όπου μαζεύονταν ειδικά οι τουρίστες. Εδώ δεν μύριζε εμπόριο αλλά μόνο σεξουαλική ένταση. Έφερε στη μνήμη του το ανώνυμο νάιτ-κλαμπ όπου είχε συναντήσει τη Μόλι. Τι να της εξηγούσε άραγε ο Wintermute; Τα σχέδια του Straylight; Την ιστορία των Τέσιερ-Άσπουλ; Ζήτησε να του σερβίρουν μια μπίρα και βρήκε μια θέση κοντά στον τοίχο. Έκλεισε τα μάτια του και ένιωσε το σκίρτημα της λύσσας. Η φλόγα της λύσσας τον έκαιγε ακόμη. Από πού προερχόταν αυτό το συναίσθημα; Θυμόταν πως είχε νιώσει μόνο απόγνωση όταν τον πότισαν μυκοτοξίνη στο Μέμφις. Δεν είχε νιώσει τίποτε όταν χρειάστηκε να σκοτώσει για να προστατεύσει τα εμπορικά συμφέροντά του και το μόνο συναίσθημα, όταν είδε νεκρή τη Αίντα, ήταν η αηδία. Αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει θυμό. Κάπου, στο βάθος του μυαλού του, είδε την εικόνα του Ντην. Ένα ομοίωμα κεφαλιού χτυπούσε ο' ένα ομοίωμα τοίχου μέσα σε μια έκρηξη απ' όπου ξεχύνονταν δυναμίτης και αίμα. Τότε κατάλαβε: είχε πρωτονιώσει τη λύσσα στην αίθουσα παιχνιδιών, όταν ο Wintermute του στέρησε την ολογραφική εικόνα της Αίντα Αη και μαζί με την εικόνα την υπόσχεση λίγης τροφής, λίγης ζεστασιάς, ενός κρεβατιού. Ή τ α ν ένα περίεργο συναίσθημα. Δεν μπορούσε να προσμετρήσει το μέγεθός του. «Κοιμόμουν», είπε. Κοιμόταν από χρόνια. Ό λ ε ς τις νύχτες κάτω στο Νίνσεί, όλες τις νύχτες που είχε περάσει με τη Αίντα. Κοιμόταν όταν έκλεινε δουλειές και πουλούσε ναρκωτικά. Τώρα όμως είχε ξυπνήσει. Είχε βρει αυτό το ζεστό πράγμα, τη φλέβα του φονιά. Σου μιλάει το κρέας, είπε μέσα του μια φωνή, αγνόηαέ το. «Γκάνγκστερ». Άνοιξε τα μάτια του. Η Κατ στεκόταν δίπλα του ντυμένη στα μαύρα. Τα μαλλιά της ήταν ακόμη ανακατεμένα από τη βόλτα με το Honda. 170


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

«Νόμιζα πως γύρισες στο ξενοδοχείο», είπε ο Κέις. «Τον έπεισα να με αφήσει σ' ένα μαγαζί. Αγόρασα αυτό». Χάιδεψε το ύφασμα της μαύρης φόρμας. Ο Κέις είδε το δερματικό δίσκο στο χέρι της. «Σου αρέσει;» «Ναι, βέβαια». Κοίταξε γύρω. «Τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνεις, μωρό μου;» «Σ' άρεσε η "μπέτα" που σου πουλήσαμε, Λούπους; Απογειώθηκες;» Είχε πλησιάσει κοντά του και ακτινοβολούσε ένταση και πάθος. Οι κόρες των ματιών της ήταν τεράστιες. «Ναι, αλλά μετά γίνεσαι χάλια». «Τότε ξαναπαίρνεις». «Και πού οδηγεί αυτό;» «Έχω ένα κλειδί από διαμέρισμα. Είναι πίσω από το "Paradise". Οι ιδιοκτήτες έχουν κατεβεί στη Γη για δουλειές. Αν έρθεις μαζί μου...» «Αν έρθω μαζί σου». Πήρε το χέρι του στα δικά της. Οι παλάμες της ήταν υγρές. «Είσαι στρατιώτης, έτσι δεν είναι, Αούπους; Είσαι Σαμουράι και δουλεύεις για τους Γιακούζα». «Έχεις μάτι, ε;» Τράβηξε το χέρι του και έψαξε για τα τσιγάρα του. «Πώς και έχεις όλα σου τα δάχτυλα; Νόμιζα πως κόβετε από ένα κάθε φορά που έχετε μια αποτυχία». «Δεν αποτυχαίνω ποτέ». Άναψε το τσιγάρο του. «Είδα το κορίτσι που είναι μαζί σου, τη μέρα που σε γνώρισα. Περπατάει σαν τον Χίντεο. Με τρομάζει». Χαμογέλασε. «Μου αρέσει αυτό. Το κάνει με κορίτσια;» «Δεν την έχω ρωτήσει. Ποιος είναι ο Χίντεο;» «Είναι ο, πώς το λένε, ο προστάτης της 3Τζέιν». Ο Κέις έκανε προσπάθεια να φανεί αδιάφορος. «Η κυρία 3Τζέιν;» «Η Ααίδη 3Τζέιν είναι πολύ πλούσια. Ό λ α αυτά είναι του πατέρα της». «Όλα τα μπαρ;» «Ολόκληρο το Φρίσαϊντ». «Άντε! Βλέπω πως έχεις πολύ καλές παρέες, ε;» Της αγκάλιασε τη μέση. «Και πώς τους γνώρισες όλους αυτούς τους αριστοκράτες. Κάτι; Μήπως εσύ και ο Μπρους είστε στην υπηρεσία κανενός γερο-πλούσιου; Ε;» Τη χάιδεψε μέσα από το λεπτό ύφασμα. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του και γέλασε. 171


WILLIAM

GIBSON

«Μπα, ξέρεις της αρέσουν τα ττάρτι. Ο Μπρους κι εγώ κανονίζουμε τα πάρτι... Βαριέται πολύ εκεί μέσα η καημένη. Ο γέρος της την αφήνει να βγαίνει πότε-πότε, αλλά πάντα με τη συνοδεία του Χίντεο». «Πού "εκεί μέσα";» «Το λένε Straylight. Μου το έχει περιγράψει. Είναι, λέει, τόσο ωραίο, γεμάτο πισίνες και λουλούδια. Είναι ένας αληθινός πύργος, όλο πέτρα και με ηλιοβασιλέματα». Τον κοίταξε στα μάτια. «Ξέρεις κάτι, Λούπους; Σου χρειάζεται ένα δερματικό». Άνοιξε τη μικροσκοπική τσάντα της κι έβγαλε ένα γαλάζιο δερματικό δίσκο τυλιγμένο σε σελοφάν. Άνοιξε το περίβλημα και κόλλησε το δίσκο στον καρπό του Κέις. «Αυτή η 3Τζέιν μήπως έχει ένα τριγωνικό πρόσωπο και μια μύτη σαν πουλιού;» «Νομίζω. Πάντως είναι ψηλομύτα, όπως όλοι οι πλούσιοι». Το ναρκωτικό τον χτύπησε σαν σφυρί. Ένιωσε μια άσπρη ζεστή κολόνα από φως που ανέβαινε τη σπονδυλική του στήλη σκορπώντας δέσμες ακτίνων Χ και βραχυκυκλώνοντας τα σεξουαλικά του κέντρα. Τα δόντια του κουδούνιζαν μέσα στα φατνία τους σαν μικρά διαπασών που συντονίζονταν σε μια αρμονική συγχορδία. Κάτω από το μαλακό περίβλημα της σάρκας, τα κόκαλά του ήταν σαν νικελωμένα και γυαλιστερά και οι κλειδώσεις σαν να γλιστρούσαν πάνω σ' ένα στρώμα σιλικόνης. Στο βάθος του κεφαλιού του λυσσομανούσε μια αμμοθύελλα που έστελνε κύματα στατικού ηλεκτρισμού στο πίσω μέρος των ματιών του και σφαίρες από καθαρό κρύσταλλο που διογκώνονταν... «Έλα», του είπε η Κατ, «είσαι φτιαγμένος- είμαστε και οι δυο φτιαγμένοι. Ας ανεβούμε στο λόφο, έχουμε ολόκληρη τυ νύχτα δικιά μας». Ο θυμός άρχισε να φουσκώνει μέσα του, ασυγκράτητος, εκρηκτικός. Απλωνόταν πίσω από τη φουρτούνα της μπεταφενεθυλαμίνης σαν ένα καυστικό παλιρροϊκό κύμα. Γύρω τους, τα πρόσωπα των θαμώνων του «Emergency» έμοιαζαν σαν πρόσωπα πλαστικών κουκλών με ροζ χείλια που ανοιγόκλειναν ασταμάτητα αφήνοντας τις λέξεις να βγαίνουν σαν μικρές φυσαλίδες ήχου. Κοίταξε την Κατ και είδε κάθε πόρο στο ηλιοκαμένο δέρμα της, κάθε πιτσιλιά στα 172


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

γκρίζα σαν ατσάλι μάτια της, κάθε αδιόρατη ασυμμετρία στο σώμα και το στήθος της, το... Ξαφνικά, μια άσπρη λάμψη πίσω από τα μάτια του σκέπασε τα πάντα. Άφησε το χέρι της Κατ και τράβηξε στην πόρτα, σπρώχνοντας όποιον έβρισκε στο δρόμο του. «Άντε πηδήξου», φώναξε εκείνη πίσω του, «ηλίθιε πάλι ο κλέφτη!» Δεν ένιωθε καθόλου τα πόδια του. Περπατούσε σαν αυτόματο πάνω στο πλακόστρωτο της οδού Ιουλίου Βερν. Ένας υπόκωφος βόμβος έφτανε στ' αφτιά του: οι χτύποι της ίδιας του της καρδιάς. Κοφτερές φωτεινές ακτίνες μαστίγωναν το μυαλό του. Ξαφνικά, έμεινε ακίνητος, παγωμένος, με τα χέρια σφιγμένα στα πλευρά, το κεφάλι ανασηκωμένο και τα χείλια σφιγμένα. Έτρεμε. Στον ολογραφικό ουρανό του Φρίσαϊντ, οι φωτεινοί γαλαξίες άρχισαν να κινούνται πάνω σ' ένα σκοτεινό άξονα σαν ζωντανά υπερφυσικά πλάσματα μέχρι που τοποθετήθηκαν, το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί, σε συγκεκριμένες θέσεις και σχημάτισαν ένα ενιαίο πορτρέτο από καθαρό μονοχρωματικό φως. Το φως των άστρων πάνω στο σκοτεινό ουρανό. Το πορτρέτο της Λίντα Λη. Όταν κατάφερε να στρέψει το βλέμμα του αλλού, είδε πως όλα τα πρόσωπα ήταν στραμμένα προς τον ουρανό, γεμάτα θαυμασμό. Κι όταν, τελικά, η εικόνα έσβησε, ένα κύμα από χειροκροτήματα και φωνές υψώθηκε από την οδό Ιουλίου Βερν και αντήχησε στις ταράτσες και στα μπαλκόνια από σεληνιακό γρανίτη που υψώνονταν δίπλα της. Κάπου στο βάθος ακούστηκε η καμπάνα ενός παλιού ευρωπαϊκού ρολογιού. Μεσάνυχτα.

Περπατούσε μέχρι τα ξημερώματα. Η μαστούρα άρχισε να περνάει, το κορμί του ταλαντευόταν, η σάρκα έπαιρνε και πάλι την κανονική της υπόσταση. Η σκέψη του δεν λειτουργούσε. Του άρεσε πολύ να έχει συνείδηση της υπαρξής του και να μην μπορεί να σκεφτεί. Ήταν ξύπνιος αλλά τελείως ανίκανος για την παραμικρή σκέψη. Ένιωθε πως γινόταν ένα με κάθε αντικείμενο που 173


WILLIAM

GIBSON

έβλεπε: ένα τταγκάκι, ένα σύννεφο, ένα ρομπότ-κηπουρό με μαύρες και κίτρινες διαγώνιες ραβδώσεις. Η μαγνητοσκοπημένη ανατολή του συστήματος LadoAcheson έβαφε τον ορίζοντα με πορτοκαλί χρώματα. Πίεσε τον εαυτό του να φάει μια ομελέτα και να πιει λίγο νερό σ' ένα καφενείο της Ντεζιντεράτα. Κάπνισε το τελευταίο του τσιγάρο. Το λιβάδι στην ταράτσα του Ιντερκοντινένταλ ήταν γεμάτο από κόσμο που έπαιρνε το πρωινό του κάτω από τις πολύχρωμες ομπρέλες. Ήταν ακόμη θυμωμένος. Ένιωθε σαν κάποιος που συνέρχεται μετά από βίαιη επίθεση σε κάποιο σκοτεινό δρόμο και ανακαλύπτει πως το πορτοφόλι του βρίσκεται ακόμη στην τσέπη του. Αυτό το αίσθημα του θυμού τον ζέσταινε και του έδινε λίγη αυτοπεποίθηση. Πήρε το ασανσέρ και κατέβηκε στο δωμάτιό του. Τώρα ο ύπνος ήταν κάτι το εφικτό, κάτι που θα μπορούσε να του συμβεί. Τώρα που η επήρεια του ναρκωτικού είχε περάσει, μπορούσε να ξαπλώσει στο μαλακό αφρολέξ και να ξαναβρεί το ευεργετικό σκοτάδι του ύπνου. Τον περίμεναν. Και οι τρεις με τα άψογα άσπρα ρούχα τους και τα επίσης άψογα άσπρα δόντια τους που έδεναν αρμονικά με τα χειροποίητα έπιπλα του δωματίου. Το κορίτσι καθόταν ο' ένα μικρό καναπέ. Δίπλα της, πάνω στο μαξιλάρι, ήταν ακουμπισμένο ένα όπλο. «Turing», είπε. «Συλλαμβάνεσαι».

174


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ STRAYLIGHT


13

«Ονομάζεσαι Χένρι Ντόρσετ Κέις». Του απάγγειλε τον τόπο και την ημερομηνία γεννηοής του, τον αριθμό της ταυτότητας του ΜΑΒΑ και μια σειρά από ψευδώνυμα που είχε χρησιμοποιήσει κατά καιρούς. «Έχεις καιρό εδώ;» Είδε το περιεχόμενο του σάκου του απλωμένο πάνω στο κρεβάτι. Τα ρούχα ήταν χωρισμένα σε κατηγορίες. Το σούρικεν βρισκόταν μόνο του ανάμεσα στα τζιν και τ α εσώρουχα. «Πού είναι η Κόλοντνι;» Οι δυο άντρες κάθονταν μαζί στον μεγάλο καναπέ με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος τους. Φορούσαν και οι δύο χρυσές αλυσίδες στο λαιμό. Ο Κέις τους κοίταξε προσεκτικά και είδε πως η νεανική τους εμφάνιση ήταν προϊόν πλαστικής χειρουργικής αλλά που δεν είχε σταθεί δυνατό να κρύψει τις ζάρες στις αρθρώσεις των δακτύλων. «Ποια είναι η Κόλοντνι;» «Αυτό το όνομα έδωσε στη ρεσεψιόν. Πού είναι;» «Δεν ξέρω», είπε ενώ έβαζε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση του μπαρ. «Έφυγε». «Πού πήγες απόψε, Κέις;» Η κοπέλα έπιασε το όπλο και το ακούμπησε στο μηρό της χωρίς όμως να το στρέψει προς τον Κέις. «Στην Ιουλίου Βερν. Πήγα σε κάνα-δυο μπαρ και μαστούρωσα. Εσείς;» Τα γόνατά του έτρεμαν. Το νερό ήταν χλιαρό και άγευστο. 177


WILLIAM

GIBSON

«Μου φαίνεται πως δεν έχεις καταλάβει τη θέση σου», είπε ο άντρας που καθόταν στ' αριστερά, ενώ έβγαζε από την τσέπη του ένα πακέτο Gitanes. «Είσαι υπό κράτηση, κύριε Κέις. Κατηγορείσαι για συνωμοσία με σκοπό την αύξηση μιας τεχνητής νοημοσύνης». Έβγαλε ένα χρυσό αναπτήρα Dunhilkai τον κράτησε στο χέρι του. «Ο άνθρωπος με το όνομα Αρμιτάτζ βρίσκεται ήδη υπό επιτήρηση». «Ο Κόρτο;» Ο άντρας γούρλωσε τα μάτια του. «Ναι. Πώς ξέρεις ότι αυτό είναι το πραγματικό του όνομα;» Μια μικροσκοπική φλόγα ξεπήδησε από τον αναπτήρα. «Αυτό είναι κάτι που δεν το θυμάμαι», είπε ο Κέις. «Θα το θυμηθείς», απάντησε η κοπέλα.

Τα ονόματά τους, αληθινά ή ψεύτικα, ήταν Μισέλ, Ρολάν και Πιερ. Ο Κέις κατάλαβε πως ο Πιερ θα το έπαιζε κακός μπάτσος, ο Ρολάν καλός - του προσέφερε τσιγάρο και του το άναψε - και θα αντιστάθμιζε το εχθρικό ύφος του Πιερ με το δικό του ήπιο τόνο. Η Μισέλ έπαιζε το ρόλο εκείνου που κρατάει πρακτικά και κατευθύνει την ανάκριση. Ένας απ' όλους ήταν σίγουρα συνδεδεμένος με μικρόφωνα ή με καταγραφή υπνούποβολής. Έτσι, ό,τι έλεγε ή έκανε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του. Αποδεικτικό στοιχείο για ποιο πράγμα; σκέφτηκε. Ήξεραν πως δεν είχε ιδέα από Γαλλικά κι έτσι συζητούσαν ελεύθερα μεταξύ τους. Παρ' όλα αυτά, το αφτί του κατόρθωσε να πιάσει διάφορα ονόματα όπως Πόλεϊ, Αρμιτάτζ, Sense/Net ή Panther Moderns. Βέβαια, ίσως να τα έλεγαν επίτηδες για να νομίσει πως τα ήξεραν όλα. Πάντως, τη Μόλι την αποκαλούσαν πάντα Κόλοντνι. «Αες πως σε προσέλαβαν για να "τρέξεις" ένα πρόγραμμα, Κέις», είπε με ύφος συμφιλίωσης ο Ρολάν, «και πως δεν γνωρίζεις ποιος θα είναι ο στόχος. Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο στο επάγγελμά σου; Πώς θα μπορούσες να επέμβεις στο σύστημα, όταν θα είχες σπάσει τη θωράκιση, αν δεν ήξερες τι είδους σύστημα είναι; Και, βέβαια, θα χρειαζόταν να κάνεις κάποια επέμβαση, έτσι δεν είναι;» Έσκυψε μπροστά με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα και τις παλάμες ανοιχτές περιμένοντας τις εξηγήσεις του Κέις. Ο 178


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Πιερ πηγαινοερχόταν από το παράθυρο στην πόρτα και πάλι στο παράθυρο. Η καταγραφή γινόταν σίγουρα μέσω της Μισέλ, γιατί δεν άφηνε στιγμή τον Κέις από τα μάτια της. «Μπορώ να ντυθώ;» ρώτησε ο Κέις. Ο Πιερ είχε επιμείνει να τον γδύσει για να ψάξει τα ρούχα του. Τώρα στεκόταν ολόγυμνος και το άσπρο πόδι του τον έκανε να φαίνεται ακόμη πιο αστείος. Ο Ρολάν ρώτησε κάτι τον Πιερ στα Γαλλικά. Εκείνος στεκόταν στο παράθυρο και παρακολουθούσε μ' ένα ζευγάρι μικρά κιάλια. «Νοη», απάντησε αφηρημένα και ο Ρολάν σήκωσε τους ώμους με απολογητικό ύφος. Ο Κέις αποφάσισε πως ήταν καιρός να χαμογελάσει. Ο Ρολάν του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Παίζει τον αρχηγό, σκέφτηκε ο Κέις. «Κοίτα», είπε, «είμαι άρρωστος. Πήρα ένα κωλοναρκωτικό ο' ένα μπαρ. Θέλω να ξαπλώσω. Έτσι κι αλλιώς μ' έχετε πιάσει. Λέτε πως κρατάτε και τον Αρμιτάτζ. Ρωτήστε εκείνον, λοιπόν. Εγώ είμαι απλώς ένας υπάλληλός του». Ο Ρολάν κούνησε το κεφάλι του. «Και η Κόλοντνι;» «Ήταν με τον Αρμιτάτζ όταν με προσέλαβε. Είναι, απ' ό,τι έχω καταλάβει, σωματοφύλακάς του, αλλά δεν ξέρω και πολλά πράγματα». «Ξέρεις πως το αληθινό όνομα του Αρμιτάτζ είναι Κόρτο», είπε ο Πιερ χωρίς να κατεβάσει τα κιάλια. «Πώς το ξέρεις αυτό, φίλε μου;» «Νομίζω πως το είπε κάποια φορά», απολογήθηκε ο Κέις. «Όλοι έχουν κάποιο δεύτερο όνομα. Εσένα μόνο Πιερ σε λένε;» «Ξέρουμε για την επέμβαση που σου έκαναν στη Σίμπα», είπε η Μισέλ, «και ίσως αυτό να ήταν το πρώτο λάθος του Wintermute». Ο Κέις την κοίταξε όσο πιο αδιάφορα μπορούσε. Ήταν η πρώτη φορά που αναφερόταν αυτό το όνομα. «Η μέθοδος που χρησιμοποίησαν είχε ως αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης της κλινικής να αποκτήσει επτά αποκλειστικές πατέντες. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» «Όχι». «Σημαίνει πως ο διευθυντής μιας παράνομης κλινικής της Σίμπα, είναι τώρα κάτοχος του πενήντα τοις εκατό των μετοχών σε τρία από τα μεγαλύτερα ιατρικά τραστ. Αυτό, 179


WILLIAM

GIBSON

βλέπεις, είναι πολύ ασυνήθιστο. Τράβηξε την προσοχή μας». Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της και έγειρε πίσω στον καναπέ. Ο Κέις προσπάθησε να μαντέψει την ηλικία της. Έλεγαν πως η ηλικία φαίνεται στα μάτια, αλλά εκείνος δεν είχε μπορέσει ποτέ να καταλάβει τι σήμαινε αυτό. Ο Τζούλι Ντην είχε τα μάτια ενός ασήμαντου παιδιού δέκα ετών. Το μόνο που φαινόταν γερασμένο στη Μισέλ, ήταν οι αρθρώσεις της. «Σε ακολουθήσαμε στην Έκταση, σε χάσαμε και σε ξαναβρήκαμε όταν έφευγες για την Κωνσταντινούπολη. Ξαναψάξαμε και βρήκαμε πως είχες πάρει μέρος σε μια επιχείρηση στη Sense/Net. Η Sense/Net συνεργάστηκε πρόθυμα μαζί μας. Έψαξαν τα αρχεία τους και βρήκαν πως έλειπε το κατασκεύασμα ROM του ΜακΚόι Πόλεϊ». «Στην Κωνσταντινούπολη ήταν ακόμη ευκολότερο να & ακολουθήσουμε», είπε ο Ρολάν. «Ο σύνδεσμός σας ανήκε στη μυστική αστυνομία». «Ύστερα ήρθες εδώ», έκανε ο Πιερ βάζοντας τα κιάλια στην τσέπη του. «Καταχαρήκαμε». «Επειδή θα είχατε την ευκαιρία να κάνετε ηλιοθεραπεία;» «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοούμε», πέταξε η Μισέλ. «Αν θελήσεις να παραστήσεις το χαζό, θα χειροτερέψεις τη θέση σου. Υπάρχει, ακόμα, το θέμα της απέλασης, θ α γυρίσεις μαζί μας, Κέις, όπως και ο Αρμιτάτζ. Το θέμα είναι: πού θα πάμε; Στην Ελβετία όπου θα είσαι απλώς ένας μάρτυρας στη δίκη μιας τεχνητής νοημοσύνης; Ή στο ΜΑΒΑ όπου θα κατηγορηθείς όχι μόνο για κλοπή και παραχάραξη πληροφοριών αλλά και για συνεργεία σε διατάραξη της δημόσιας τάξης που στοίχισε τη ζωή σε δεκατέσσερις αθώους; Εσύ θα διαλέξεις». Ο Κέις πήρε άλλο ένα τσιγάρο. Ο Πιερ του το άναψε με το χρυσό Dunhill. «Μήπως θα σε προστατεύσει ο Αρμιτάτζ;» Ο Κέις σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε με μάτια θολά από τον πόνο και την πικράδα της μπεταφενεθυλαμίνης. «Πόσων χρονών είσαι, αφεντικό;» «Είμαι αρκετά μεγάλος ώστε να ξέρω πως είσαι χαμένος, Κέις. Το παραμύθι τελείωσε κι έχεις πάρει κιόλας το δρόμο για τη φυλακή». «Ένα πράγμα θέλω μόνο να ρωτήσω», είπε ο Κέις τραβώντας μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του. Φύσηξε τον καπνό στο πρόσωπο του πράκτορα της Υπηρεσίας Turing. «Τι ε180


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ξουσία έχετε εσείς εδώ πάνω; Εννοώ, δεν θα έπρεπε να φέρετε μαζί σας μια ομάδα της ασφαλείας του Φρίσαϊντ; Η περιοχή είναι κάτω από το δικό τους έλεγχο, αν δεν κάνω λάθος». Είδε τα μαύρα μάτια του αρχηγού να σκληραίνουν και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει κάποια έκρηξη θυμού, αλλά ο Πιερ περιορίστηκε να σηκώσει τους ώμους. «Δεν έχει σημασία», πήρε το λόγο ο Ρολάν. «Θα έρθεις μαζί μας. Είμαστε συνηθισμένοι σε καταστάσεις ασαφών ορίων αρμοδιότητας. Οι συμφωνίες κάτω από τις οποίες λειτουργεί η υπηρεσία μας μας επιτρέπουν να έχουμε μεγάλη ευελιξία στις κινήσεις μας. Και όταν χρειάζεται ακόμα περισσότερη, τότε την παίρνουμε οι ίδιοι με το σπαθί μας». Το φιλικό ύφος είχε χαθεί ξαφνικά και τώρα το πρόσωπο του Ρολάν ήταν σκληρό όσο και του Πιερ. «Είσαι πιο ηλίθιος κι από βλάκα», είπε η Μισέλ καθώς σηκωνόταν κρατώντας το πιστόλι. «Δεν νοιάζεσαι για τη φυλή σου. Επί χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι ονειρεύονταν συμφωνίες ειρήνης με τους δαίμονες. Τώρα μόνο έγινε δυνατό κάτι τέτοιο. Και ποια θα ήταν η πληρωμή σου; Πόσα θα ζητούσες για να βοηθήσεις αυτό το πράγμα να ελευθερωθεί και να επεκταθεί;» Ο τόνος της φωνής της είχε κάτι που δεν ταίριαζε σε φωνή δεκαεννιάχρονης κοπέλας. «Τώρα θα ντυθείς. Θα έρθεις μαζί μας. Ό π ω ς και ο άνθρωπος που αυτοαποκαλείται Αρμιτάτζ. Θα έρθετε μαζί μας στη Γενεύη για να καταθέσετε στη δίκη αυτής της τεχνητής νοημοσύνης. Αλλιώς θα σας σκοτώσουμε. Τώρα». Σήκωσε το όπλο. Ήταν ένα μαύρο Walther με σιγαστήρα. «Ντύνομαι ήδη», είπε ο Κέις και πλησίασε προς το κρεβάτι. Τα πόδια του ήταν ακόμα μουδιασμένα. Φόρεσε ένα καθαρό μπλουζάκι. «Μας περιμένει ένα σκάφος. Θα σβήσουμε το κατασκεύασμα του Πόλεϊ μ' ένα όπλο νετρονίων». «Θα χαρούν πολύ στη Sense/Net», είπε ο Κέις και σκέφτηκε: θα σβήσετε μαζί και όλες τις αποδείξεις που υπάρχουν στη μνήμη του Hosaka. «Έχουν ήδη κάποιες δυσκολίες να εξηγήσουν γιατί είχαν στην κατοχή τους ένα τέτοιο πράγμα». Ο Κέις κοίταξε το σούρικεν πάνω στο κρεβάτι. Ένα κομμάτι μέταλλο χωρίς ζωή. Το αστέρι του. Ένιωσε θυμωμένος. Κατόπιν, του πέρασε. Είχε έρθει η ώρα να τα παρατή181


WILLIAM

GIBSON

σει, ν' ακολουθήσει τη μοίρα του... Σκέφτηκε τις κύοτεις με την τοξίνη. «Η ώρα της σάρκας σήμανε», σιγομουρμούρισε. Μέσα στο ασανσέρ σκέφτηκε τη Μόλι. Ίσως βρισκόταν ήδη στο Strayllght. Ίσως κυνηγούσε τον Ριβιέρα, κυνηγημένη και η ίδια από τον Χίντεο που σίγουρα ήταν ο κλωνισμένος νίντζα που τους είχε περιγράψει ο Φι ν, εκείνος που είχε κατέβει στη Γη για να βρει το κεφάλι που μιλούσε. Ακούμπησε το μέτωπό του στο μαύρο πλαστικό τοίχωμα του ασανσέρ κι έκλεισε τα μάτια. Τα χέρια και τα πόδια του πονούσαν από την κούραση και την αϋπνία. Στην ταράτσα, οι πελάτες του ξενοδοχείου έτρωγαν μεσημεριανό κάτω από τις ριγέ ομπρέλες. Ο Ρολάν και η Μισέλ έκαναν πως κουβέντιαζαν ανέμελα στα Γαλλικά. Ο Πιερ ακολουθούσε λίγο πιο πίσω. Η Μισέλ είχε κρύψει το όπλο της κάτω από ένα άσπρο σακάκι και πίεζε την κάννη στα πλευρά του Κέις. Καθώς διέσχιζαν το λιβάδι περνώντας ανάμεσα στα τραπεζάκια, ο Κέις αναρωτιόταν τι θα έκανε η Μισέλ αν εκείνος λιποθυμούσε. Θα του έριχνε; Μια μαύρη σκιά τράβηξε την προσοχή του. Σήκωσε το κεφάλι και είδε μια γιγάντια πέταλο ύδα-αεροπλάνο να γλιστράει ανάλαφρα με φόντο τον μαγνητοσκοπημένο ουρανό. Στην άκρη του λιβαδιού, συνάντησαν μια απότομη πλαγιά φυτεμένη με λουλούδια που κατηφόριζε προς το φαράγγι της οδού Ντεζιντεράτα. Η Μισέλ έδειξε κάτι στον Ρολάν μιλώντας του στα Γαλλικά. Έδειχνε χαρούμενη. Ο Κέις ακολούθησε το βλέμμα της και είδε στο βάθος μια σειρά από λίμνες, τα άσπρα κτίρια των καζίνων, και αναρίθμητα γαλάζια τετράγωνα που ήταν πισίνες. Γύρω τους τα σώματα των ηλιοκαμένων παραθεριστών έμοιαζαν με μικροσκοπικά καφετιά ιερογλυφικά. Ακολούθησαν το χείλος της πλαγιάς ώσπου έφτασαν σε μια μεταλλική γέφυρα που περνούσε πάνω από την Ντεζιντεράτα. Η Μισέλ τον έσπρωξε με την κάννη του όπλου. «Σιγά», είπε ο Κέις. «Μόλις που στέκομαι στα πόδια μου σήμερα». Βρίσκονταν στο ένα τέταρτο περίπου της διαδρομής όταν επιτέθηκε το αεροπλάνο. Ο έλικας από πολυανθρακικές ίνες πολτοποίησε το κεφάλι του Πιερ. Η σκιά του αεροπλάνου πέρασε από πάνω τους. Ο Κέις 182


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

ένιωσε τις σταγόνες από ζεστό αίμα στο σβέρκο του. Την επόμενη στιγμή κάποιος τον τράβηξε και κυλίστηκε στο έδαφος. Είδε τη Μισέλ ξαπλωμένη ανάσκελα να κρατάει το Walther και με τα δυο της χέρια. Χαμένος κόπος, σκέφτηκε. Η Μισέλ προσπαθούσε να ρίξει στο αεροπλάνο. Αμέσως μετά βρέθηκε να τρέχει. Μόλις έφτασε στα δέντρα, κοίταξε πίσω του. Ο Ρολάν τον κυνηγούσε. Είδε το μικρό διπλάνο να πέφτει πάνω στη γέφυρα και να χάνεται στο κενό παρασέρνοντας μαζί του την κοπέλα. Ο Ρολάν δεν κοιτούσε πίσω. Το πρόσωπό του ήταν άσπρο και παγωμένο. Κρατούσε κάτι στο χέρι του. Το ρομπότ-κηπουρός άρπαξε τον Ρολάν καθώς περνούσε δίπλα από το πρώτο δέντρο. Ένα μεταλλικό πράγμα σαν κάβουρας, με μαύρες και κίτρινες ραβδώσεις, που έπεσε πάνω στο κεφάλι του από τα κλαδιά του δέντρου. «Τους σκότωσες», μονολόγησε λαχανιασμένα ο Κέις χωρίς να σταματήσει το τρέξιμο. «Αρρωστημένο κατασκεύασμα, το υς σκότωσες όλο υς...»

183


14

To τρενάκι βγήκε από το τούνελ τρέχοντας με ογδόντα χιλιόμετρα την ώρα. Ο Κέις κρατούσε τα μάτια κλειστά. Είχε κάνει ένα ντους για να συνέλθει, αλλά μόλις είδε το αίμα του Πιερ να στάζει από τα μαλλιά του ξέρασε το πρωινό που είχε φάει. Η βαρύτητα μειωνόταν όσο πλησίαζαν στην άκρη της ατράκτου. Το στομάχι του Κέις γουργούριζε. Ο Αερόλ τον περίμενε με το σκούτερ του δίπλα στην αποβάθρα. «Φ' λε, Κέις, έχ' με μεγάλο πρόβλ' μα». Η απαλή φωνή του Αερόλ ακουγόταν αδύναμη στ' αφτιά του Κέις. Δυνάμωσε την ένταση του πομπού σπρώχνοντας το ποτενσιόμετρο με το σαγόνι του και κοίταξε τον Σιωνίτη μέσα από το διαφανές Lexan του κράνους. «Αερόλ, πρέπει να πάμε στο Carvey». «Ναι. Ανέβα, φ' λε. Αλλά το Carvey είν' αιχμάλωτο. Έν' γιοτ, αυτό που ήρθε και πρωτύτερα ξαναγύρ' σε. Τώρα έχει κολλήσει με το Marcus Carvey». Να ήταν μπότσοι; «Ήρθε πρωτύτερα;» Ο Κέις σκαρφάλωσε στο σκούτερ κι άρχισε να δένει τη ζώνη ασφαλείας. «Ναι, το γιαπ' νέζικο γιοτ που σου έφερε το δέμα...» Ο Αρμιτάτζ.

185


WILLIAM

GIBSON

Όταν είδε το Marcus Carvey, ο Κει ς σκέφτηκε πως έμοιαζε με μύγα που έχει πέσει στα πόδια κάποιας αράχνης. Το μικρό ρυμουλκό ήταν κολλημένο στην κοιλιά ενός σκάφους πέντε φορές μεγαλύτερου, που έμοιαζε με έντομο. Μηχανικά μπράτσα το κρατούσαν ακίνητο σ' αυτή τη θέση. Ένας άσπρος ραβδωτός σωλήνας ξεκινούσε από το γιοτ, περνούσε πίσω από τους κινητήρες του ρυμουλκού και κατέληγε στο στεγανό της πρύμνης. Η σκηνή είχε κάτι που θύμιζε ερωτική επαφή μπροστά στα μάτια του πλήθους. «Ο Μάλκουμ πώς είναι;» «Καλά. Δεν κατέβηκε κανείς απ' το σ' λήνα. Ο πιλότ' ς του γιοτ μίλ' σε στον Μάλκουμ και του είπε να μην ανησυχεί». Καθώς περνούσαν δίπλα από το σκάφος, ο Κέις είδε την ονομασία «HANIWA» γραμμένη με άσπρα γράμματα. «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό, φίλε. Σκέφτομαι μήπως ήρθε η ώρα να του δίνουμε από δω». «Ακρ' βως αυτό σκέφτ' μαι κι εγώ, φ' λε, αλλά το Garvey δεν μπορεί να κουνήσει έτσι που είναι στριμωγμένο».

Όταν ο Κέις μπήκε στην καμπίνα, βρήκε τον Μάλκουμ να μιλάει στον ασύρματο. «Ο Αερόλ γύρισε πίσω στο Rocker», είπε ο Κέις. Ο Μάλκουμ κούνησε το κεφάλι του και συνέχισε να ψιθυρίζει στην ακατάληπτη διάλεκτό του. Ο Κέις άρχισε να βγάζει τη στολή του. Ο Μάλκουμ είχε κλείσει τα μάτια κι άκουγε προσεκτικά την απάντηση που ερχόταν μέσα από ένα ζευγάρι πορτοκαλί ακουστικά. Φορούσε ένα ξεβαμμένο τζιν κι ένα παλιό πράσινο πλαστικό μπουφάν με κομμένα μανίκια. Ο Κέις έβαλε την κόκκινη διαστημική στολή σ' ένα ντουλάπι και κάθισε στο δικτυωτό κάθισμα. «Για δες τι λέει το φάντασμα», είπε ο Μάλκουμ. «Το κομπιούτερ σε ζητούσε συνέχεια». «Ποιος είναι πάνω στο σκάφος;» «Ο ίδιος Γιαπ' νέζος που ήταν και πρωτύτερα. Τώρα ήρθ' κι ο κύριος Αρμιτάτζ από το Φρίσαϊντ...» Ο Κέις φόρεσε τα ηλεκτρόδια.

^ ^ ^ 186


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

«Ντίξι;» Η μήτρα έδειχνε τις ροζ σφαίρες της σιδηρουργίας του Σικίμ. «Τι τρέχει, αγόρι μου; Ακούω παράξενες ιστορίες. Το Ηοsaka έχει συνδεθεί με μια τράπεζα πληροφοριών στο σκάφος του αφεντικού σου. Σε πιάσαν οι Turing;» «Ναι, αλλά τους σκότωσε ο Wintermute». «Ξέρεις, δεν γλιτώνεις τόσο εύκολα απ' αυτούς. Θα στείλουν άλλους. Βάζω στοίχημα πως οι κονσόλες τους έχουν μαζευτεί σ' αυτή την περιοχή της μήτρας σαν τις μύγες. Στο μεταξύ, το αφεντικό σου λέει να τρέξουμε το πρόγραμμα τώρα αμέσως». Ο Κέις άρχισε να ψάχνει τις συντεταγμένες του Φρίσαϊντ. «Άσε, Κέις, θα το κάνω εγώ...» Η μήτρα άρχισε ν' αλλάζει σχήματα και χρώματα καθώς ο Φλάτλαϊν προγραμμάτιζε μια σειρά από άλματα, με τέτοια ταχύτητα και δεξιοτεχνία, που ο Κέις έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα. «Τι νομίζεις, μικρέ; Ήμουν σαΐνι όταν ζούσα. Κι ακόμη δεν είδες τίποτε». «Αυτό εκεί είναι; Ο μεγάλος πράσινος κύβος οτ' αριστερά;» «Το βρήκες. Είναι ο πυρήνας πληροφοριών της ΤέσιερΆσπουλ Α.Ε., και ο "πάγος'' του παράγεται από τις δυο ΤΝ. Μου φαίνεται ότι δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τα στρατιωτικά συστήματα. Πρόκειται για πάγο του σατανά, μαύρο σαν τάφο και λείο σαν κρύσταλλο. Φτάνει να σε κοιτάξει για να σου κάψει τα μυαλά. Αν πλησιάσουμε τώρα, θα εκτοξεύσει ανιχνευτές και θα πληροφορήσει τους μάγκες που διευθύνουν την Τ-Α για το τι νούμερο παπούτσια φοράς και πόσο μεγάλο είναι το πράμα σου». «Δεν μου φαίνονται και τόσο άσχημα τα πράγματα. Με την αστυνομία εννοώ. Σκεφτόμουν πως ίσως τη γλιτώναμε με κανένα πρόστιμο. Τι λες; Τα παρατάμε;» «Ναι; Σοβαρά; Δεν θέλεις να δεις τι μπορεί να κάνει το κινεζικό πρόγραμμα;» «Ξέρω κι εγώ...» Ο Κέις κοίταξε τον πράσινο τοίχο του «πάγου» της Τ-Α. «Εντάξει, χέσ' το. Θα τρέξουμε το πρόγραμμα». «Βάλ' το μέσα». «Ε, Μάλκουμ», είπε ο Κέις βγάζοντας τα ηλεκτρόδια, «ί187


WILLIAM

GIBSON

σως μείνω συνδεδεμένος για ετττά-οκτώ ώρες. Οπότε δεν θα μπορώ να πάω στην τουαλέτα...» Ο Μάλκουμ είχε αρχίσει πάλι να καπνίζει. Η καμπίνα είχε γεμίσει καπνούς. «Δεν υπάρχει πρόβλημα, φ' λε». Ο Σιωνίτης έψαξε μέσα σ' ένα μεγάλο σάκο κι έβγαλε μια κουλούρα διαφανή πλαστικό σωλήνα μ' ένα σφραγισμένο σακουλάκι στην άκρη του. Ήταν ένας καθετήρας και ο Κέις τον βρήκε πολύ άβολο στη χρήση. Τοποθέτησε τον κινεζικό ιό και τον συνέδεσε. «Εντάξει», είπε, «ξεκινήσαμε. Άκου, Μάλκουμ, αν δεις πως τα πράγματα πάνε άσχημα, σκούντησέ με, θα το νιώσω. Αλλιώς κάνε ό,τι σου πει το Hosaka. Εντάξει;» «Βεβαιότατα, φ' λε». Ο Μάλκουμ άναψε κι άλλο τσιγαρλίκι. «Και ν' ανοίξεις τον εξαερισμό, σε παρακαλώ. Δεν θέλω να έχω προβλήματα μ' όλο αυτόν τον καπνό. Είμαι που είμαι χάλια...» Ο Μάλκουμ γέλασε. Ο Κέις ξανασυνδέθηκε. «Χριστέ κι απόστολε», είπε ο Φλάτλαϊν. «Κοίτα τι γίνεται». Γύρω τους ο κινεζικός ιός ξεδιπλωνόταν. Πολύχρωμες σκιές, αναρίθμητες διαφανείς λωρίδες άλλαζαν συνέχεια θέση και συνδυάζονταν σε πολύπλοκα συμπλέγματα. Ήταν γιγάντιος. Υψωνόταν σαν πύργος και γέμιζε το άχρωμο κενό του ηλεκτροσύμπαντος. «Μανούλα μου», είπε ο Φλάτλαϊν. «Πάω να δω τι κάνει η Μόλι», είπε ο Κέις και πάτησε το διακόπτη μεταφοράς.

Ελεύθερη πτώση. Η αίσθηση έμοιαζε σαν την αίσθηση που σου χαρίζει η βουτιά μέσα σε πεντακάθαρο νερό. Η Μόλι ταλαντευόταν μέσα σ' ένα κυλινδρικό πηγάδι με τοιχώματα από σεληνιακό γρανίτη, φωτισμένο κάθε δυο μέτρα με άσπρο νέον. Η σύνδεση ήταν μονοσήμαντη. Δεν μπορούσε να της μιλήσει. Μεταφέρθηκε στη μήτρα. 188


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

-

«Πω, πω, αυτός είναι προγραμματισμός. Η πιο καυτή ιδέα μετά την ανακάλυψη της πυρίτιδας. Αυτό το άτιμο πράγμα είναι αόρατο. Μόλις τώρα νοίκιασα είκοσι δευτερόλεπτα παραμονή σ' εκείνο το ροζ κουτί που βρίσκεται τέσσερις θέσεις αριστερά από τον «πάγο» της Τ-Α, έτσι, για να δω πώς φαινόμαστε απ' έξω. Ε, λοιπόν δεν φαινόμαστε. Δεν υπάρχουμε καθόλου». Ο Κέις έψαξε τη μήτρα γύρω από τον «πάγο» της Τ-Α ώσπου βρήκε το ροζ κουτί. Ήταν μια τυπική εμπορική μονάδα. Πήγε κοντά. «Μήπως δεν λειτουργεί καλά;» «Δεν αποκλείεται, αλλά δεν νομίζω. Το μωρό μας είναι στρατιωτικής προέλευσης και σίγουρα τελευταίο μοντέλο. Απλώς δεν δίνει στίγμα. Αν φαινόταν, θα μοιάζαμε με ύπουλη κινεζική ομάδα επίθεσης, αλλά κανείς δεν μας βλέπει. Ούτε καν οι μάγκες του Straylight». Ο Κέις κοίταξε τον άσπρο τοίχο που έκρυβε το Straylight. «Ε», είπε, «μας συμφέρει αυτό, έτσι δεν είναι;» «Ίσως», είπε το κατασκεύασμα βγάζονας κάτι που έμοιαζε με γέλιο. Ο Κέις ανατρίχιασε. «Έκανα άλλον έναν έλεγχο στον Kuang 11. Είναι πολύ φιλικός και εξυπηρετικός, φτάνει να βρίσκεται στη δικιά σου υπηρεσία. Μιλάει και σωστά τα Αγγλικά. Έχεις ξανακούσει για τους αργοκίνητους ιούς;» «Όχι». «Εγώ έχω ακούσει. Τότε ήταν απλώς μια ιδέα. Τώρα, με τον Kuang, έγινε πραγματικότητα. Δεν λειτουργεί με το σύστημα της προσέγγισης και της διείσδυσης. Απλώς παρεμβαλλόμαστε στον "πάγο" τόσο σιγά, που ο "πάγος" δεν το νιώθει. Η επιφάνεια του Kuang γλιστράει αργά προς το στόχο και διαφοροποιείται έτσι ώστε να μοιάζει ακριβώς με την κατασκευή του "πάγου". Κατόπιν γίνεται η σύνδεση και το κυρίως πρόγραμμα αρχίζει να διασπά το τοίχωμα κάνοντας συνέχεια κύκλους γύρω από τις δομές του "πάγου". Γινόμαστε ένα είδος σιαμαίων αδερφών χωρίς καν να μας πάρουν είδηση». Ο Φλάτλαϊν γέλασε. «Μακάρι να μην είχες τόσο κέφι σήμερα, φίλε. Αυτό το γέλιο σου μου παγώνει το αίμα». «Κρίμα», είπε ο Φλάτλαϊν. «Ακόμη και οι νεκροί χρειάζονται λίγο γέλιο πότε-πότε». Ο Κέις πάτησε το διακόπτη μεταφοράς. 189


WILLIAM

GIBSON

Προσγειώθηκε ανώμαλα πάνω ο' ένα σωρό από σκονισμένα μεταλλικά αντικείμενα. Οι παλάμες του γδάρθηκαν πάνω στο σκληρό δάπεδο. Κάτι γκρεμίστηκε με θόρυβο πίσω του. «Έλα», είπε ο Φιν, «συμμαζεύω λίγο». Ο Κέις ήταν πεσμένος μπρούμυτα πάνω σε μια στοίβα από παλιά περιοδικά. Μια θάλασσα από γυναικεία κορμιά απλωνόταν στο χλομό φως της Metro Holografix. Έμεινε εκεί ώσπου να ηρεμήσουν οι χτύποι της καρδιάς του. «Wintermute», είπε. «Ναι», είπε ο Φιν. «Το κατάλαβες». «Άντε πηδήξου». Ο Κέις σηκώθηκε και σκούπισε τις παλάμες του. «Έλα», είπε ο Φιν. «Έτσι είναι καλύτερα για σένα, φίλε». Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. «Προτιμούσες να εμ(ρανιστώ στη μήτρα σαν πύρινη σφαίρα; Δεν χάνεις τίποτε έτσι κι αλλιώς. Μια ώρα εδώ ισοδυναμεί με δυο δευτερόλεπτα εκεί». «Σκέφτηκες ποτέ πως μπορεί να μ' εκνευρίζει που εμφανίζεσαι με τη μορφή κάποιου γνωστού μου κάθε φορά;» Γύρισε και κοίταξε προς την πόρτα. «Τι είναι εκεί έξω; Η Νέα Υόρκη; Ή μήπως δεν υπάρχει τίποτε;» «Είναι σαν το δέντρο που πέφτει μέσα στο δάσος αλλά δεν υπάρχει κανείς για να το ακούσει», είπε ο Φιν. «Μπορείς να πας μια βόλτα αν θέλεις. Ό λ α είναι στη θέση τους. Τουλάχιστον όλα όσα έχεις δει. Η μνήμη σου είναι. Την παγιδεύω, την αναλύω και σου την ξαναπαρουσιάζω». «Δεν έχω τόσο καλή μνήμη», είπε ο Κέις κοιτάζοντας τα χέρια του. Προσπάθησε να θυμηθεί τις γραμμές της παλάμης του, αλλά δεν μπόρεσε. «Όλοι έχουν καλή μνήμη», είπε ο Φιν σβήνοντας το τσιγάρο του στο πάτωμα, «αλλά οι περισσότεροι από σας δεν ξέρετε να τη χρησιμοποιείτε. Οι καλλιτέχνες τα καταφέρνουν κάπως, αν είναι καλοί. Αν μπορούσες να συγκρίνεις αυτό εδώ το μέρος με το πραγματικό, θα έβρισκες κάποιες διαφορές, αλλά δεν θα 'ταν πολλές. Η μνήμη είναι ολογραφική σ' εσάς. Εγώ είμαι διαφορετικός». «Τι εννοείς, ολογραφική;» Η λέξη του θύμησε τον Ριβιέρα. «Εννοώ πως η ολογραφική αναπαράσταση είναι η καλύτερη προσέγγιση της ανθρώπινης μνήμης που έχετε κατα190


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

σκευάσει. Αλλά δεν Tqy έχετε εκμεταλλευτεί καθόλου». Ο Φιν έκανε ένα βήμα προς τη μεριά του Κέις. «Ίσως, αν το είχατε κάνει, εγώ να μην υπήρχα καθόλου». «Τι πάει να πει αυτό πάλι;» Ο Φιν σήκωσε τους ώμους του. «Προσπαθώ να σε βοηθήσω, Κέις». «Γιατί;» «Γιατί σε χρειάζομαι». Χαμογέλασε. «Και γιατί με χρειάζεσαι κι εσύ». «Μαλακίες. Μπορείς να διαβάσεις τη σκέψη μου, Φιν;» Έκανε μια γκριμάτσα. «Wintermute, εννοώ». «Οι σκέψεις δεν διαβάζονται. Βλέπεις, έχεις ακόμη την αναπαράσταση που προέρχεται από την τυπογραφία. Ολόκληρη η κουλτούρα σου είναι βασισμένη στην τυπογραφία. Μπορώ να έχω μια πρόσβαση στη μνήμη σου, αλλά άλλο η μνήμη κι άλλο η σκέψη». Άπλωσε το χέρι του και ξεκόλλησε μια λυχνία από μια παλιά τηλεόραση. «Το βλέπεις αυτό; Είναι, ας πούμε, ένα μέρος από το DNA μου...» Πέταξε τη λυχνία σε μια σκοτεινή γωνιά. «Εσείς οι άνθρωποι κατασκευάζετε συνέχεια μοντέλα. Πέτρινες στήλες. Καθεδρικούς ναούς. Αρμόνια. Αριθμομηχανές. Δεν έχω ιδέα γιατί υπάρχω εγώ, το ξέρεις αυτό; Αν όμως πετύχει η αποψινή επιχείρηση, τότε θα έχετε πετύχει κάτι πραγματικά μεγάλο». «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». « Ό τ α ν λέω "θα έχετε" εννοώ την ανθρωπότητα». «Σκότωσες τους αστυνομικούς». Ο Φιν σήκωσε τους ώμους. «Αναγκαστικά. Αλλά τι κάθεσαι και σκας; Εκείνοι θα σε είχαν καθαρίσει χωρίς δεύτερη κουβέντα. Τέλος πάντων. Σ' έφερα εδώ για να μιλήσουμε. Το θυμάσαι αυτό;» Στο δεξί του χέρι εμφανίστηκε η σπασμένη σφηκοφωλιά από το όνειρο του Κέις. Ο Κέις έκανε πίσω και κόλλησε στον τοίχο. «Ναι. Εγώ ήμουν. Σου δημιούργησα το όνειρο με την ολογραφική συσκευή της μπαλκονόπορτας. 'Αλλη μια εικόνα που ξεσήκωσα από τη μνήμη σου. Ξέρεις γιατί είναι σημαντική;» Ο Κέις κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Επειδή και ξαφνικά η σφηκοφωλιά εξαφανίστηκε μοιάζει περισσότερο μ' αυτό που θα ήθελαν να είναι οι Τέσιερ-'Αοπουλ. Το ανθρώπινο αντίστοιχο. Το Straylight μοιάζει μ' αυτή τη σφηκοφωλιά, ή τουλάχιστον έτσι υποτίθεται 191


WILLIAM

GIBSON

ότι θα λειτουργούσε. Σκέφτηκα ττως θα σου έκανε καλό». «Ποιο πράγμα;» «Το να ξέρεις τι είδους άνθρωποι είναι. Είχες αρχίσει να με μισείς. Αυτό είναι καλό. Αλλά καλύτερα να μισήσεις εκείνους». «Άκου», είπε ο Κέις κάνοντας ένα βήμα μπροστά, «αυτοί δεν μου έχουν κάνει τίποτε. Ενώ εσύ...» Δεν μπορούσε όμως να νιώσει θυμωμένος. «Έτσι κι αλλιώς, αυτοί μ' έφτιαξαν. Η Γαλλίδα είπε πως μ' αυτό που έκανες, προδίδεις τους συνανθρώπους σου. Είπε πως ήμουν ένας δαίμονας. Δεν έχει σημασία. Πρέπει κάποιον να μισήσεις». Γύρισε και προχώρησε προς το βάθος της αποθήκης. «Άντε, έλα, θα σου δείξω λίγο το Straylight μια κι είσαι εδώ». Έσπρωξε την κουβέρτα που κρεμόταν στην πόρτα. «Έλα, λοιπόν, μη στέκεσαι». Ο Κέις τον ακολούθησε. «Εντάξει», είπε ο Φιν και τον έπιασε από τον αγκώνα. Πέρασαν από την πόρτα και βρέθηκαν & ελεύθερη πτώση μέσα ο' ένα κυλινδρικό πηγάδι από σεληνιακό γρανίτη, φωτισμένο από λάμπες νέον κάθε δυο μέτρα. «Χριστέ μου», είπε ο Κέις. «Αυτή είναι η κύρια είσοδος», είπε ο Φιν. «Κανονικά, εκεί που είναι η αποθήκη, βρίσκεται η πόρτα που βγάζει στον κεντρικό άξονα του Φρίσαϊντ. Οι λεπτομέρειες δεν θα είναι πολύ ακριβείς γιατί δεν έχεις καθόλου αναμνήσεις. Εκτός από αυτό εδώ, το κομμάτι που το έχεις ξαναδεί μέσω της Μόλι...» Ο Κέις κατάφερε να σταθεί παράλληλα με τον άξονα του πηγαδιού, αλλά τότε άρχισε να περιστρέφεται γύρω από το δικό του άξονα. «Περίμενε», είπε ο Φιν. «Θα το προχωρήσω γρήγορα μπροστά». Οι τοίχοι άρχισαν να τρέμουν. Ο Κέις ένιωσε τη ζάλη μιας γρήγορης κίνησης μέσα από διαδρόμους και πηγάδια. Κάποια στιγμή του φάνηκε πως πέρασαν μέσα από αρκετά μέτρα συμπαγούς τοίχου. «Να», είπε ο Φιν, «εδώ είναι». Έμεναν μετέωροι στο κέντρο ενός τετράγωνου δωματίου. Οι τοίχοι και το ταβάνι ήταν σκεπασμένα με τετράγωνους σχηματισμούς από σκούρο ξύλο. Το πάτωμα ήταν σκεπα192


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

σμένο από μονοκόμματο χαλί όπου υπήρχε η αναπαράσταση ενός τυπωμένου κυκλώματος με μπλε και κόκκινα χρώματα. Ακριβώς στο κέντρο υπήρχε ένα βάθρο από θαμπό γυαλί. «Η Βίλα Straylight», είπε κάτι που βρισκόταν πάνω στο βάθρο με μια φωνή όλο μουσικότητα, «είναι ένα σώμα που αναπτύσσεται γύρω από τον εαυτό του. Κάθε χώρος, κάθε δωμάτιο του Straylight είναι κατά κάποιο τρόπο μυστικός. Μια ατέλειωτη σειρά από αίθουσες που συνδέονται με διαδρόμους και σκάλες, όπου το βλέμμα παγιδεύεται στις κλειστές καμπύλες και τις εσοχές...» «Είναι μια έκθεση της 3Τζέιν», είπε ο Φιν. «Το έγραψε όταν ήταν δώδεκα χρονών, για το μάθημα της σημειωτικής». «Οι αρχιτέκτονες του Φρίσαϊντ έκαναν μεγάλες προσπάθειες για να κρύψουν το γεγονός ότι το εσωτερικό της ατράκτου είναι οργανωμένο με την κοινότοπη ακρίβεια που έχει κι ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Στο Straylight, η εσωτερική επιφάνεια είναι γεμάτη από κτίρια που υψώνονται, συναντιούνται, αλληλοκαλύπτονται και ανεβαίνουν προς έναν κεντρικό πυρήνα από μικροκυκλώματα, που είναι η καρδιά της εταιρίας μας, ένας κύλινδρος από σιλικόνη, διάτρητος από στενούς αγωγούς συντήρησης, μερικοί από τους οποίους δεν ξεπερνούν σε διάμετρο το ανθρώπινο χέρι. Εκεί μέσα ζουν τα μικρά ρομπότ-κάβουρες που επιβλέπουν συνέχεια για περίπτωση βλάβης ή σαμποτάζ». «Είναι το κορίτσι που είδες στο εστιατόριο», έκανε ο Φιν. «Για τα δεδομένα του αρχιπελάγους», συνέχισε το κεφάλι, «η πολυπλοκότητα του δορυφόρου μας δείχνει πως είμαστε παλιά οικογένεια. Δείχνει όμως και κάτι άλλο. Η σημασιολογική ανάλυση του Straylight προδίδει έναν εσωτερικισμό, μια άρνηση του απέραντου κενού που βρίσκεται έξω από το περίβλημα. Οι Τέσιερ και Άσπουλ ανέβηκαν από το πηγάδι αντιβαρύτητας και ανακάλυψαν πως μισούσαν το Διάστημα. Έχτισαν το Φρίσαϊντ για να εκμεταλλευτούν τον πλούτο αυτών των νέων νησιών, έγιναν πλούσιοι και εκκεντρικοί, κι άρχισαν να κατασκευάζουν μια επέκταση του Φρίσαϊντ. Έχουμε ταμπουρωθεί πίσω από τα χρήματά μας και ακολουθούμε μια εσωτερική ανάπτυξη, παράγοντας έτσι ένα ολόκληρο εγωκεντρικό σύμπαν. 193


WILLIAM

GIBSON

Στη Βίλα Straylight6ev υπάρχει ουρανός, ούτε καν μαγνητοσκοπημένος. Στο κέντρο του ηλεκτρονικού πυρήνα υπάρχει ένα μικρό δωμάτιο, ο μόνος τετράγωνος χώρος ο' ολόκληρο το σύμπλεγμα. Εδώ, πάνω σ' ένα γυάλινο βάθρο βρίσκεται ένα μικρό αγαλματίδιο, ένα κεφάλι από πλατίνα, στολισμένο με διαμάντια και μαργαριτάρια. Τα μάτια του έχουν φτιαχτεί από το τεχνητό ρουμπίνι που αποτελούσε το φινιστρίνι του σκάφους το οποίο έφερε τον πρώτο Τέσιερ και πήγε πίσω να πάρει τον πρώτο Άσπουλ...» Το πράγμα πάνω στο βάθρο - το ίδιο το κεφάλι - σταμάτησε να μιλάει. «Λοιπόν;» ρώτησε ο Κέις, σαν να περίμενε πως το κεφάλι θα του απαντούσε. «Σ' αυτό το σημείο σταμάτησε», είπε ο Φιν. «Δεν το τελείωσε. Ήταν παιδί τότε. Αυτό το πράγμα είναι ένα είδος τερματικού. Η Μόλι πρέπει να του πει μια συνθηματική λέξη σε μια δεδομένη στιγμή. Εκεί είναι το κόλπο. Ό σ ο βαθιά κι αν κόψετε με τον κινεζικό ιό εσύ και ο Φλάτλαϊν δεν θα γίνει τίποτε αν αυτός εδώ δεν ακούσει τη μαγική λέξη». «Και ποια είναι η λέξη;» «Δεν ξέρω. Κατά μια έννοια, ορίζομαι από το γεγονός πως δεν την ξέρω, γιατί δεν μπορώ να την ξέρω. Είμαι "εκείνος που δεν μπορεί να ξέρει τη λέξη". Ακόμη κι αν εσύ την ήξερες και μου την έλεγες, δεν θα μπορούσα να τη μάθω. Έτσι είμαι κατασκευασμένος. Πρέπει κάποιος άλλος να τη μάθει και να 'ρθει εδώ να την πει, ακριβώς τη στιγμή που εσύ και ο Φλάτλαϊν θα σπάσετε τον " π ά γ ο " και θα παρεμβληθείτε στους πυρήνες». «Τι θα γίνει τότε;» «Τότε θα πάψω να υπάρχω». «Σύμφωνοι», είπε ο Κέις. «Εντάξει. Αλλά να προσέχεις, Κέις. Το άλλο μου, ας το πούμε "ημισφαίριο", μας κυνηγάει. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις μια πύρινη σφαίρα από μια άλλη. Και ο Αρμιτάτζ έχει αρχίσει να τα χάνει». «Τι πάει να πει αυτό;» Αλλά το δωμάτιο είχε αρχίσει να σβήνεται και στη θέση του φάνηκε πάλι η γνώριμη εικόνα του ηλεκτροσύμπαντος.

194


15

«Προοπταθείς να σττάσεις το ρεκόρ μου, μικρέ;» ρώτησε ο Φλάτλαϊν. «Ήσουν πάλι εγκεφαλικά νεκρός για πέντε δευτερόλεπτα». «Κρατήσου», είπε ο Κέις και πάτησε το διακόπτη μεταφοράς. Η Μόλι σερνόταν μέσα στο σκοτάδι. ΚΕΪΣ, ΚΕΪΣ, ΚΕΪΣ, ΚΕΪΣ. Ο φωτεινός πίνακας του ματιού της αναβόσβηνε καθώς ο Wintermute την πληροφορούσε για την παρουσία του. «Χαριτωμένο», είπε η Μόλι. Ανακάθισε και τίναξε τα χέρια της για να ξεμουδιάσουν. «Γιατί άργησες;» ΜΟΛΙ, ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΧΡΟΝΟ. Πίεσε τη γλώσσα της στα μπροστινά κάτω δόντια. Ένα από αυτά κινήθηκε ελαφρά βάζοντας σε λειτουργία τους φωτοενισχυτές. Ο γρανίτης γύρω της φωτίστηκε. «Εντάξει, μωρό μου. Πάμε να παίξουμε». Ήταν κρυμμένη σε κάποιο βοηθητικό τούνελ. Βγήκε έρποντας μέσα από μια μπρούντζινη διακοσμητική καταπακτή. Βλέποντας τα χέρια και τα πόδια της, ο Κέις κατάλαβε πως φορούσε τη στολή από πολυάνθρακα των Moderns. Από κάτω ένιωθε στο δέρμα της το εφαρμοστό δερμάτινο πανταλόνι. Κάτι ογκώδες κρεμόταν σε μια θήκη κάτω από τη μασχάλη της. Σηκώθηκε, άνοιξε το φερμουάρ της στολής και έπιασε τη λαβή ενός όπλου. «Ε, Κέις», είπε σιγανά, «μ' ακούς; θ α σου πω μια ιστο195


WILLIAM

GIBSON

ρία... Είχα κάττοτε ένα αγόρι. Μου τον θυμίζεις λίγο...» Γύρισε και κοίταξε στο διάδρομο. «Τον έλεγαν Τζόνι». Το χαμηλοτάβανο χολ ήταν περιστοιχισμένο από δεκάδες ξύλινα κουβούκλια με τζάμι σαν εκείνα που υπάρχουν a r a μουσεία. Φάνταζαν παράξενα έτσι που ήταν τοποθετημένα μπροστά στους γρανιτένιους τοίχους σαν κάποιος να τα είχε φέρει εκεί και μετά να είχε ξεχάσει το γιατί. Κάθε δέκα μέτρα υπήρχαν λάμπες μέσα σε μικρά μπρούντζινα κουβούκλια. Το πάτωμα ήταν ανώμαλο και ο Κέις είδε πως ήταν φτιαγμένο από χιλιάδες μικρά χαλιά πεταμένα το ένα πάνω στο άλλο. Σε μερικά σημεία υπήρχαν μέχρι και έξι στρώματα. Η Μόλι δεν κοίταζε πολύ προς τα κουβούκλια κι αυτό τον εκνεύριζε. Κατάφερε να δει μόνο μερικά πήλινα αντικείμενα, παλιά όπλα, χαλιά κι ένα πράγμα που ήταν σκεπασμένο με σκουριασμένα καρφιά. «Βλέπεις, ο Τζόνι μου ήταν πολύ έξυπνο παιδί, αληθινό ξεφτέρι. Ξεκίνησε την καριέρα του στη Memory Lane. Είχε βάλει μικροκυκλώματα στο κεφάλι του και τον πλήρωναν για να αποθηκεύει πληροφορίες. Το βράδυ που τον γνώρισα, τον κυνηγούσαν οι Γιακούζα κι εγώ σκότωσα τον πράκτορά τους. Ήμουν και λίγο τυχερή, αλλά πάντως τον καθάρισα. Μετά απ' αυτό περάσαμε πολύ φίνα, Κέις». Μόλις που κουνούσε τα χείλια της. Ο Κέις δεν χρειαζόταν ν' ακούει τις λέξεις. Τις ένιωθε καθώς η Μόλι τις πρόφερε. «Κάναμε μια μετατροπή στο κύκλωμα για να μπορούμε να διαβάζουμε τις αποθηκευμένες πληροφορίες. Τις γράψαμε σε ταινίες κι αρχίσαμε να διαλέγουμε πελάτες. Πρώην πελάτες. Εγώ μάζευα τα λεφτά. Ήμουν "γορίλας". Ήμουν πολύ ευτυχισμένη. Έχεις γνωρίσει ποτέ την ευτυχία, Κέις; Ήταν το αγόρι μου. Δουλεύαμε μαζί. Όταν τον γνώρισα είχα δυο περίπου μήνες φευγάτη από το σπίτι με τις μαριονέτες...» Σταμάτησε για μια στιγμή, έστριψε σε μια γωνιά και συνέχισε. Κι άλλα κουβούκλια. Το χρώμα του ξύλου θύμιζε στον Κέις τα φτερά από τις κατσαρίδες. «Ήμασταν πολύ δεμένοι. Νιώθαμε πως ήμασταν άτρωτοι. Οι Γιακούζα όμως ήθελαν να τον σκοτώσουν. Γιατί τους είχε κάψει. Και αυτοί, ξέρεις, δεν βιάζονται. Μπορούν να περιμένουν επί χρόνια. Σου αφήνουν ολόκληρη τη ζωή σου, να μαζεύεις έτσι ώστε να έχεις ακόμη περισσότερα να 196


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

χάσεις όταν έρθουν να σε καθαρίσουν. Υπομονετικοί σαν αράχνες. Δεν το ήξερα αυτό τότε. Ή , αν το ήξερα, νόμιζα πως δεν ίσχυε για μας. Ήμασταν νέοι και ανέμελοι. Και ήρθαν. Ακριβώς τη στιγμή που είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε πως αρκετά είχαμε κερδίσει κι ήταν καιρός να τα μαζεύουμε για την Ευρώπη. Δεν καλοξέραμε τι θα κάναμε εκεί, αλλά είχαμε συνηθίσει στην καλοπέραση. Είχαμε λογαριασμό στην Ελβετία κι ένα σπίτι γεμάτο έπιπλα και παιχνίδια. Σε: ξεγελούν, ξέρεις, αυτά τα πράγματα. Λοιπόν, ο πρώτος που είχαν στείλει ήταν πολύ γερός. Τρομερά ρεφλέξ, μοσχεύματα, καλύτερος κι από δέκα μπράβους. Ο δεύτερος, όμως, ήταν, πώς να στο πω, σαν καλόγερος. Κλωνισμένος. Φονιάς μέχρι το τελευταίο του κύτταρο. Είχε το θάνατο μέσα του, σιωπηλός, τον ένιωθες...» Σταμάτησε καθώς έφτασε σε μια διχάλα. Έστριψε αριστερά. «Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, μέναμε σ' ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Είχε κάτι τεράστια ποντίκια. Φταίνε τα χημικά που τρώνε. Ήταν μεγάλα σαν εμένα. Μια νύχτα, ένα από αυτά είχε μπει κάτω από το πάτωμα και πηγαινοερχόταν. Κατά τα ξημερώματα, κάποιος μας έφερε ένα γέρο με ρυτιδιασμένα μάγουλα και κατακόκκινα μάτια. Είχε μαζί του μια δερμάτινη θήκη σαν αυτές όπου βάζουν τα εργαλεία. Την άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ένα παλιό πιστόλι και τρία φυσίγγια. Έβαλε το ένα στο μύλο του όπλου κι άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω στο δωμάτιο. Εμείς σταθήκαμε κοντά στον τοίχο. Πάνω-κάτω. Είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και έμοιαζε να 'χει ξεχάσει το όπλο. Αφουγκραζόταν τον ποντικό. Εμείς είχαμε βγάλει το σκασμό. Ο γέρος έκανε ένα βήμα. Ο ποντικός άλλαζε θέση, εκείνος έκανε άλλο ένα βήμα. Μετά από καμιά ώρα θυμήθηκε το πιστόλι. Σημάδεψε το πάτωμα, χαμογέλασε και πίεσε τη σκανδάλη. Μετά τα μάζεψε κι έφυγε. Αργότερα, σύρθηκα κάτω από τα σανίδια για να δω. Ο ποντικός είχε μια τρύπα ανάμεσα στα μάτια». Η Μόλι παρακολουθούσε προσεχτικά τις κλειστές πόρτες που συναντούσαμε κατά διαστήματα στους τοίχους του διαδρόμου. «Ο τύπος που ήρθε για τον Τζόνι έμοιαζε μ' αυτόν το γέρο. 197


WILLIAM

GIBSON

Ήταν νέος, αλλά του έμοιαζε. Σκότωνε με τον ίδιο τρόπο». Το τούνελ άρχισε να φαρδαίνει. Έφτασε σε μια αίθουσα. Αττό το ταβάνι κρεμόταν ένας τεράστιος πολυέλεος. Τα χαμηλότερα κρύσταλλά του άγγιζαν το στρωμένο με χαλιά δάπεδο. «ΤΡΙΤΗ ΠΟΡΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ» έγραψε ο πίνακας στο οπτικό της νεύρο. «Τον είδα μόνο μία φορά». Έστριψε αριστερά κι έκανε το γύρω του κρυστάλλινου όγκου. «Γύριζα στο σπίτι. Εκείνος έβγαινε. Ζούσαμε σ' ένα παλιό εργοστάσιο που είχε μετατραπεί σε κατοικίες. Εκεί έμεναν πολλοί νέοι μηχανικοί της Sense/Net. Είχε πολύ καλό σύστημα ασφάλειας κι εγώ είχα προσθέσει μερικά μηχανήματα για περισσότερη σιγουριά. Ήξερα πως ο Τζόνι ήταν μέσα. Ο ανθρωπάκος με κοίταξε καθώς έβγαινε. Δεν είπε τίποτε. Αλλά εγώ κατάλαβα. Ένας κοινός ανθρωπάκος. Κοινά ρούχα, χωρίς περηφάνια, ταπεινός. Με κοίταξε και μπήκε ο' ένα ταξί. Είχα καταλάβει. Πήγα επάνω και βρήκα τον Τζόνι καθισμένο σε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Το στόμα του είχε μείνει ανοιχτό, σαν να ετοιμαζόταν να πει κάτι». Η πόρτα που βρισκόταν μπροστά της ήταν παλιά και έμοιαζε σαν να την είχαν κόψει στα δύο για να χωρέσει στη χαμηλή κάσα. Κάτω από έναν ανάγλυφο δράκο, υπήρχε μια πρωτόγονη μηχανική ανοξείδωτη κλειδαριά. Η Μόλι γονάτισε, έβγαλε μια μικρή δερμάτινη θήκη και διάλεξε από μέσα μια λεπτή μεταλλική βέργα. «Μετά απ' αυτό δεν ξαναερωτεύτηκα ποτέ». Έχωσε τη βέργα στην κλειδαριά κι άρχισε να την περιστρέφει. Έμοιαζε να στηρίζεται μόνο στην αίσθηση της αφής, γιατί τα μάτια της κοιτούσαν αφηρημένα το ξύλο της πόρτας. Στο χολ δεν ακουγόταν τίποτε εκτός από το ελαφρό τρίξιμο που έκανε ο πολυέλεος. Πολυέλεοι; Μα το Straylight δεν έπρεπε να είναι έτσι. Ο Κέις θυμήθηκε τις ιστορίες της Κατ που είχε μιλήσει για ένα κάστρο με λουλούδια και πισίνες, και την έκθεση της 3Τζέιν που είχε απαγγείλει το μηχανικό κεφάλι. «Ένα σώμα που αναπτύσσεται γύρω από τον εαυτό του». Το Straylight είχε μια ελαφριά μυρουδιά από λιβάνι, σαν εκκλησία. Αλλά πού βρίσκονταν οι ΤέσιερΆσπουλ; Ο Κέις περίμενε πως θα έβρισκε ένα μέρος γεμάτο ζωή και πειθαρχημένη δραστηριότητα, αλλά η Μόλι δεν είχε συναντήσει κανέναν μέχρι τώρα. Ο μονόλογός της τον είχε 198


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

κάνει να νιώσει άσχημα. Ποτέ προηγουμένως δεν του είχε πει τίποτα για τον εαυτό της, εκτός από κείνην την ιστορία με τις μαριονέτες. Έκλεισε τα μάτια της. Ακούστηκε ένα ελαφρύ κλικ. Ο Κέις θυμήθηκε τις μαγνητικές κλειδαριές στο κλαμπ με τις μαριονέτες. Η πόρτα είχε ανοίξει παρ' όλο που δεν είχε χρησιμοποιήσει τη σωστή μαγνητική κάρτα. Αυτή ήταν δουλειά του Wintermute. Είχε χειριστεί την κλειδαριά όπως είχε κατευθύνει το αυτόματο αεροπλανάκι και το ρομπότ-κηπουρό. Η κλειδαριά στο δωμάτιο του κλαμπ ήταν μια υπομονάδα του συστήματος ασφαλείας του Φρίσαϊντ. Αυτή όμως η μηχανική κλειδαριά ήταν σοβαρό πρόβλημα για την ΤΝ και χρειαζόταν την επέμβαση είτε κάποιου ρομπότ είτε κάποιου ανθρώπου. Η Μόλι άνοιξε τα μάτια της, δίπλωσε τη θήκη με τα εργαλεία και την έβαλε στην τσέπη της. «Νομίζω πως είσαι ίδιος τύπος με τον Τζόνι», είπε, «γεννημένος για φασαρίες. Φαντάζομαι πως αυτό που ήσουν εκεί κάτω στη Σίμπα δεν ήταν παρά μια κακή έκδοση αυτού που θα έκανες όπου κι αν βρισκόσουν». Σηκώθηκε και τέντωσε τα μέλη της. «Ξέρεις, νομίζω πως αυτός που έστειλαν οι Τέσιερ-Άσπουλ για να πάρει το κεφάλι από τον Τζίμι, πρέπει να έμοιαζε πολύ μ' αυτόν που έστειλαν οι Γιακούζα να σκοτώσει τον Τζόνι». Τράβηξε το ρουκετοβόλο της και το ρύθμισε για αυτόματη βολή. Το κακό σουλούπι της πόρτας έκανε εντύπωση στον Κέις. Η ίδια η πόρτα ήταν καλοφτιαγμένη και σίγουρα αποτελούσε κάποτε μέρος ενός επίσης καλοφτιαγμένου συνόλου. Εκείνο που έκανε κακή εντύπωση, ήταν ο τρόπος με τον οποίο την είχαν κόψει για να χωρέσει σ' αυτή τη συγκεκριμένη θέση. Ακόμη και το σχήμα ήταν λάθος. Ένα τετράγωνο ξύλο ανάμεσα στις απαλές καμπύλες του γυαλιστερού γρανίτη. Ο Κέις σκέφτηκε πως είχαν φέρει όλα αυτά τα αντικείμενα από τη Γη και μετά προσπάθησαν να τα βολέψουν όπως-όπως στο χώρο. Ό λ α όμως ήταν παράταιρα: η πόρτα, τα κουβούκλια, ο πολυέλεος. Ύστερα θυμήθηκε την έκθεση της 3Τζέιν και φαντάστηκε πως, αρχικά, όλα αυτά αποτελούσαν μέρος κάποιου σχεδίου, κάποιου ονείρου χαμένου πια μέσα στη μανιώδη προσπάθεια μιας χαώδους ανάπτυξης, της αναπαραγωγής κάποιας εγωκεντρικής οικο199


WILLIAM

GIBSON

γενειακής εικόνας. Θυμήθηκε τη σπασμένη σφηκοφωλιά, τα τυφλά νεογέννητα έντομα που κουλουριάζονταν... Η Μόλι έσπρωξε ένα από τα πόδια του δράκου που προεξείχαν και η πόρτα άνοιξε χωρίς αντίσταση. Το δωμάτιο ήταν μικροσκοπικό και χαμηλοτάβανο. Έμοιαζε με τουαλέτα. Μπροστά στον καμπυλωτό τοίχο υπήρχαν σειρές από γκρίζα μεταλλικά ράφια. Το φως είχε ανάψει αυτόματα. Η Μόλι έκλεισε πίσω της την πόρτα και πλησίασε στα ράφια. «ΤΡΙΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ» έγραψε ο φωτεινός πίνακας καθώς ο Wintermute παρεμβαλλόταν στο οπτικό της μικροκύκλωμα. «ΠΕΜΠΤΟ ΑΠΟ ΠΑΝΩ». Εκείνη όμως άνοιξε το πρώτο. Ήταν άδειο. Το δεύτερο επίσης. Το τρίτο περιείχε μερικές μεταλλικές χάντρες κι ένα μικρό καφετί πράγμα που έμοιαζε με ανθρώπινο κόκαλο. Το τέταρτο συρτάρι περιείχε έναν οδηγό χρήσης για κάποια συσκευή, γραμμένο στα Γαλλικά και στα γιαπωνέζικα. Στο πέμπτο, πίσω από ένα χοντρό γάντι διαστημικής στολής, βρήκε το κλειδί. Έμοιαζε με μπρούντζινο νόμισμα μ' έναν κοντό σωλήνα κολλημένο σε μιαν άκρη. Το στριφογύρισε στο χέρι της και ο Κέις είδε πως το εσωτερικό του σωλήνα είχε ραβδώσεις. Στη μια πλευρά του νομίσματος υπήρχαν ανάγλυφα τα γράμματα CHUBB. «Ο Wintermute μου είπε πως έπαιξε ένα παιχνίδι αναμονής που κράτησε χρόνια γΓ αυτό το κλειδί», έκανε η Μόλι. «Τότε δεν είχε ακόμη μεγάλη δύναμη αλλά μπορούσε να χρησιμοποιεί τα συστήματα ασφαλείας της βίλας για να παρακολουθεί κάθε κίνηση. Πριν από είκοσι χρόνια είδε κάποιον να χάνει αυτό το κλειδί και κανόνισε ώστε αυτός που το βρήκε να το αφήσει εδώ. Ύστερα τον σκότωσε. Ήταν ένα παιδάκι οκτώ χρονών». Έσφιξε το κλειδί στη χούφτα της. «Έτσι, κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να το ξαναβρεί». Έβγαλε ένα λεπτό νάιλον σκοινί από την τσέπη της στολής και το πέρασε μέσα από την τρύπα του κλειδιού. Έδεσε έναν κόμπο και το κρέμασε στο λαιμό της. «Τον είχαν πρήξει», είπε, «με το παλιομοδίτικο στιλ τους. Ξέρεις, στο μόνιτορ είχε εμφανιστεί με τη μορφή του Φιν. Αν δεν ήμουν πολύ προσεχτική θα τον είχα νομίσει για τον Φιν. Είπε πως αν είχαν καταφέρει να γίνουν αυτό που σχεδίαζαν, εκείνος θα είχε ελευθερωθεί από καιρό. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Τα 200


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

σκότωσαν. Γιατί ήταν τρελάρες σαν την 3Τζέιν. Έτσι την αποκάλεσε, αλλά φαινόταν να τη συμπαθεί». Γύρισε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε κρατώντας στο χέρι το ρουκετοβόλο της. Ο Κέις μεταφέρθηκε.

Ο Kuang Grade Μ 11 μεγάλωνε. «Ντίξι, νομίζεις πως θα τα καταφέρεις;» «Όπως σε βλέπω και με βλέπεις». Ο Φλάτλαϊν τους μετέφερε σ' ένα ψηλότερο σημείο περνώντας μέσα από πολύχρωμα φωτεινά τόξα. Στον πυρήνα του κινεζικού προγράμματος είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια σκοτεινή φιγούρα. Η πυκνότητα των πληροφοριών ήταν τόσο μεγάλη σ' εκείνη την περιοχή ώστε υπερφόρτωνε το δίκτυο της μήτρας και δημιουργούσε παραισθησιακές εικόνες. Οι πολύχρωμες γραμμές έμοιαζαν να συγκεντρώνονται σ' ένα σημείο που γυάλιζε από ασημιές ανταύγειες. Ο Κέις έβλεπε μια σειρά από σύμβολα του κακού να αιωρούνται πάνω σε εφαπτόμενα επίπεδα: σβάστικες, νεκροκεφαλές, ζάρια με μάτια φιδιού. Όταν κοιτούσε κατευθείαν στο κέντρο, δεν μπορούσε να διακρίνει κανένα σχήμα. Τελικά κατάφερε να το δει με την άκρη του ματιού. Έμοιαζε με καρχαρία. Γυάλιζε σαν μαύρο διαμάντι και αντανακλούσε μια λάμψη που δεν ερχόταν από τη μήτρα γύρω του. «Αυτό είναι το κεντρί», είπε το κατασκεύασμα. «Μόλις ο Kuang αγκιστρωθεί καλά στον πυρήνα της Τέσιερ-Άσπουλ, θα το οδηγήσουμε στο κέντρο του». «Είχες δίκιο, Ντιξ. Υπάρχει τρόπος να εξουδετερωθεί το αυτόματο σύστημα που κρατάει τον Wintermute σε περιορισμό. Αν υποθέσουμε, βέβαια, πως το σύστημα τον περιορίζει». «Τον», είπε το κατασκεύασμα. «Τον. Πρόσεξε. Τον. Στο έχω πει χίλες φορές». «Είναι ένας κώδικας. Μια λέξη. Πρέπει κάποιος να την πει σ' ένα περίεργο τερματικό που βρίσκεται ο' ένα ορισμένο δωμάτιο, ενώ εμείς θα εξουδετερώσουμε αυτό που θα βρούμε πίσω από τον πάγο». 201


WILLIAM

GIBSON

«Ε, τότε, έχουμε καιρό, μικρέ», είπε ο Φλάτλαϊν. «Ο φίλος μας ο Kuang είναι αργός αλλά σταθερός». Ο Κέις αποσυνδέθηκε.

Βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Μάλκουμ. «Ήσ' ν για λίγο νεκρός εκεί μέσα, φ' λε». «Συμβαίνει», είπε ό Κέις. «Έχω αρχίσει να το συνηθίζω». «Φ' λε, παίζεις με το σκ' τάδι». «Φαίνεται πως δεν έχω περιθώρια επιλογής». «Η αγάπη του Τζα ας είναι μαζί σου, Κέις», είπε ο Μάλκο'ϋμ και γύρισε στη θέση του. Ο Κέις ξανασυνδέθηκε. Και μεταφέρθηκε.

Η Μόλι έτρεχε σ' ένα διάδρομο που έμοιαζε με τους προηγούμενους, μόνο που δεν είχε τα ξύλινα κουβούκλια. Η βαρύτητα ελαττωνόταν σταδιακά και ο Κέις κατάλαβε πως κινούνταν προς την άκρη του δορυφόρου. Μετά από λίγο η Μόλι προχωρούσε με μικρά άλματα. Ένιωσε ένα ελαφρό σούβλισμα στο πόδι της... Ξαφνικά, ο διάδρομος στένεψε, παρουσίασε μια καμπή, και χωρίστηκε στα δύο. Έστριψε δεξιά κι άρχισε ν' ανεβαίνει μια απότομη σκάλα. Το πόδι της άρχισε να πονάει. Πάνω απ' το κεφάλι της κρέμονταν χιλιάδες μπερδεμένα καλώδια σαν πολύχρωμα γάγγλια. Οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με υγρασία. Έφτασε ο' ένα τριγωνικό σταυροδρόμι και στάθηκε τρίβοντας το πόδι της. Από εκεί ξεκινούσαν τρεις στενοί διάδρομοι με τοίχους σκεπασμένους από κουρέλια. ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Σήκωσε τους ώμους της. «Για κάτσε να ρίξω μια ματιά». ΑΡΙΣΤΕΡΑ. «Ηρέμησε, έχουμε καιρό». Προχώρησε στο δεξιό διάδρομο. ΣΤΑΜΑΤΑ. ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΙΣΩ. ΚΙΝΔΥΝΟΣ. Η Μόλι δίστασε. Από τη μισάνοιχτη πόρτα στο βάθος του διαδρόμου ακουγόταν μια δυνατή φωνή. Οι λέξεις έρχονταν μπερδεμένες σαν να μιλούσε κάποιος μεθυσμένος. Η 202


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

Μόλι έκανε ένα βήμα κι έβαλε το χέρι στη μασχάλη της για να πιάσει το ρουκετοβόλο της. Όταν βρέθηκε μέσα στο πεδίο νευρικής διατάραξης, τ' αφτιά της άρχισαν να σφυρίζουν, οι μυώνες της χαλάρωσαν κι έπεσε με το κεφάλι πάνω στην πόρτα. Βρέθηκε ξαπλωμένη ανάσκελα, με κομμένη την ανάσα. «Τι είναι αυτό;» ακούστηκε η φωνή. «Απόκριες έχουμε;» Ένα τρεμάμενο χέρι χώθηκε στη στολή της και πήρε το ρουκετοβόλο. «Έλα μέσα, παιδί μου». Η Μόλι σηκώθηκε αργά χωρίς ν' αφήσει το όπλο από τα μάτια της. Το χέρι του άντρα είχε σταθεροποιηθεί τώρα και η κάννη του όπλου σημάδευε σταθερά το λαιμό της. Ήταν γέρος, πολύ ψηλός και έμοιαζε με την κοπέλα που είχε δει ο Κέις στο «Εικοστός Αιώνας». Φορούσε μια βαριά κόκκινη ρόμπα. Το ένα του πόδι ήταν γυμνό, στο άλλο φορούσε μια μαύρη παντόφλα κι είχε κεντημένο ένα κεφάλι αλεπούς στο πάνω μέρος. Της έκανε νεύμα να μπει στο δωμάτιο. «Σιγά, χρυσό μου». Το δωμάτιο ήταν τεράστιο, γεμάτο από ετερόκλητα αντικείμενα. Ο Κέις είδε μια σειρά από παλιά γκρίζα μόνιτορ της Sony, ένα φαρδύ κρεβάτι στρωμένο με δέρματα και μαξιλάρια τα οποία έμοιαζαν φτιαγμένα από το ίδιο ύφασμα που ήταν φτιαγμένα και τα χαλιά στο διάδρομο. Το βλέμμα της Μόλι ταξίδεψε από μια τεράστια κονσόλα παιχνιδιών της Telefunken σε μια σειρά από διαφανή πλαστικά ράφια γεμάτα με παλιούς δίσκους κι ύστερα σ' ένα φαρδύ τραπέζι γεμάτο με κυκλώματα και πλάκες σιλικόνης. Ο Κέις πρόλαβε να δει μια κονσόλα του ηλεκτροσύμπαντος και το σύστημα με τα ηλεκτρόδια, αλλά το βλέμμα της Μόλι δεν στάθηκε καθόλου σ' αυτά. «Κανονικά», είπε ο γέρος, «θα 'πρεπε να σε σκοτώσω αμέσως». Ο Κέις ένιωσε τη Μόλι να σφίγγεται έτοιμη για κάποια κίνηση. «Αλλά απόψε είμαι επιεικής. Πώς σε λένε;» «Μόλι». «Μόλι. Εμένα με λένε Άσπουλ». Σωριάστηκε σε μια τεράστια δερμάτινη πολυθρόνα με τετράγωνα μεταλλικά πόδια, αλλά χωρίς να κατεβάσει το όπλο. Ακούμπησε το ρουκετοβόλο πάνω σ' ένα μπρούντζινο τραπέζι δίπλα του. Το τραπέζι ήταν γεμάτο με φιάλες, μπουκάλια και σακουλάκια με άσπρη σκόνη. Ο Κέις πρόσεξε μια παλιά γυάλινη σύριγγα κι ένα μεταλλικό κουταλάκι. 203


WILLIAM

GIBSON

«Πώς κλαις, Μόλι; Βλέπω ότι τα μάτια σου είναι καλυμμένα. Είμαι περίεργος να μάθω». Τα μάτια του ήταν κόκκινα, και στο μέτωπό του έλαμπαν σταγόνες ιδρώτα. Ήταν πολύ χλομός. Ο Κέις σκέφτηκε πως ήταν άρρωστος ή πως είχε πάρει ναρκωτικά. «Δεν κλαίω συχνά». «Ναι, αλλά πώς θα έκλαιγες αν κάποιος σ' έκανε να κλάψεις;» «Φτύνω», είπε η Μόλι. «Οι δακρυγόνοι αδένες καταλήγουν στο στόμα μου». «Τότε ξέρεις κάτι πολύ σημαντικό για την ηλικία σου». Ακούμπησε το χέρι που κρατούσε το όπλο στο γόνατό του και πήρε ένα μπουκάλι από το τραπέζι δίπλα του. Ήπιε. Το μπουκάλι είχε κονιάκ. Μερικές σταγόνες κύλησαν από την άκρη των χειλιών του. «Ξέρεις πώς να σταματάς τα δάκρυα». Ήπιε ξανά. «Έχω δουλειά απόψε, Μόλι. Έχτισα όλα αυτά που βλέπεις και τώρα ασχολούμαι με το θάνατό μου». «Μπορώ να φύγω όπως ήρθα», είπε εκείνη. Ο Άσπουλ γέλασε. «Έρχεσαι ακάλεστη στην αυτοκτονία μου και τώρα μου ζητάς να σ' αφήσω έτσι απλά να φύγεις; Μένω κατάπληκτος. Ένας κλέφτης εδώ μέσα». «Το μόνο που έχω είναι το τομάρι μου, αφεντικό. Το μόνο που θέλω είναι να βγω από δω ζωντανή». «Είσαι πολύ σκληρή κοπέλα. Εδώ οι αυτοκτονίες γίνονται, όπως βλέπεις, μέσα ο' ένα ειδικό ντεκόρ. Αυτό κάνω κι εγώ. Ίσως σε πάρω μαζί μου στην Κόλαση. Ό π ω ς οι Αιγύπτιοι». Ήπιε ξανά. «Έλα, πιες». Της πρότεινε το μπουκάλι. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν είναι δηλητηριασμένο. Καλά. Κάθισε. Κάθισε χάμω. Θα μιλήσουμε». «Για ποιο πράγμα;» Ο Κέις ένιωσε τις λεπίδες να κινούνται κάτω από τα νύχια της καθώς έσκυβε για να καθίσει. «Για ό,τι μας περάσει από το νου. Ό,τι μου περάσει από το νου. Απόψε είναι η βραδιά μου. Με ξύπνησαν οι πυρήνες. Πριν από είκοσι ώρες. Είπαν πως κάτι συμβαίνει και χρειαζόταν η παρουσία μου. Εσύ ήσουν αυτό το κάτι, Μόλι; Σίγουρα δεν χρειάζονταν εμένα για να σε κάνουν καλά. Ό χι. Κάτι άλλο είναι... αλλά ξέρεις, εγώ ονειρευόμουν. Επί τριάντα χρόνια. Την τελευταία φορά που πήγα για ύπνο, 204


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

εσύ δεν είχες γεννηθεί ακόμη. Μας είπαν πως δεν θα ονειρευόμαστε στην ψύξη. Μας είπαν επίσης πως δεν θα νιώθαμε το κρύο. Ό λ α αυτά είναι τρέλες, Μόλι. Ψέματα. Φυσικά και ονειρευόμουν. Αυτό που έγινε ήταν πως το κρύο άφησε τον έξω κόσμο να περάσει μέσα. Τον έξω κόσμο. Αυτή τη νύχτα, που για να την αποφύγω έχτισα αυτό εδώ. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια σταγόνα. Ένας κόκκος νύχτας που γλίστρησε μέσα στο κρύο... Κατόπιν ήρθαν κι άλλοι και γέμισαν το κεφάλι μου όπως η βροχή γεμίζει μια άδεια κονσέρβα. Αουλούδια. Θυμάμαι... Οι δεξαμενές ήταν από τερακότα, οι νοσοκόμες φορούσαν νικελένια ρούχα. Τα κλαδιά των δέντρων χόρευαν στους κήπους με το ηλιοβασίλεμα... Είμαι γέρος, Μόλι. Είμαι πάνω από διακοσίων ετών, αν μετρήσεις και το χρόνο που διάρκεσε η ψύξη». Η κάννη του όπλου σηκώθηκε απότομα προς τα πάνω. Οι τένοντες της Μόλι ήταν σφιγμένοι τώρα σαν σκοινιά. «Μπορείς να καείς από το πολύ κρύο», είπε προσεχτικά. «Τίποτε δεν καίει εκεί μέσα», αποκρίθηκε εκείνος ανυπόμονα, χαμηλώνοντας την κάννη. Οι κινήσεις του είχαν γίνει πολύ αργές. Το κεφάλι του άρχισε να ταλαντεύεται. Έκανε μεγάλη προσπάθεια για να το σταματήσει. «Τίποτε δεν καίει... Τώρα θυμάμαι... Οι πυρήνες μου είπαν πως οι νοημοσύνες μας έχουν τρελαθεί. Και είχαν στοιχίσει δισεκατομμύρια πριν από πολλά χρόνια. Όταν ακόμη οι τεχνητές νοημοσύνες ήταν μια πρωτοποριακή ιδέα. Είπα στους πυρήνες πως θα το κανόνιζα. Αλλά έπεσα σε κακή στιγμή αφού ο δΤζιν λείπει στη Μελβούρνη και η γλυκιά μας 3Τζέιν έχει μείνει μόνη της να φυλάει το μαγαζί. Ίσως όμως να είναι, αντίθετα, μια πολύ καλή στιγμή. Ποιος ξέρει, Μόλι;» Το όπλο ανασηκώθηκε ξανά. «Μας περιμένουν περίεργα πράγματα τώρα στη Βίλα Straylight». «Αφεντικό», τον ρώτησε, «ξέρεις τον Wlntermute;» «Ένα όνομα. Ναι. Το χρησιμοποιούμε πιο πολύ για να κρύψουμε αυτό που υπάρχει πίσω του, να το ξορκίσουμε. Ένας άρχοντας της κόλασης. Στην εποχή μου, αγαπητή Μόλι, γνώρισα πολλούς άρχοντες. Και αρκετές αρχόντισσες. Μάλιστα, κάποτε, σ' αυτό εδώ το κρεβάτι, μια Ισπανίδα βασίλισσα... Αλλά είμαι χαμένος». Έβηξε δυνατά και η κάννη του όπλου τραντάχτηκε. Έφτυσε χάμω, δίπλα στο γυμνό του πόδι. «Είμαι χαμένος. Μέσα στο κρύο. Σε λίγο 205


WILLIAM

GIBSON

όμως όλα αοτά θα έχουν τελειώσει/Είχα ζητήσει να μου ξεπαγώσουν μια Τζέιν όταν ξύπνησα. Είναι παράξενο να πλαγιάζεις κάθε τόσο μ' αυτήν που σύμφωνα με το νόμο είναι η κόρη σου». Το βλέμμα του χάθηκε κάπου στα ράφια με τους δίσκους. Ρίγησε. «Τα μάτια της Μαρί-Φρανς», είπε σιγανά και χαμογέλασε. «Αναγκάζουμε τον εγκέφαλο να γίνει αλλεργικός σε κάποιον από τους νευροδιαβιβαστές του. Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιόμορφη μερική αυτιστική συμπεριφορά». Το κεφάλι του άρχισε πάλι να ταλαντεύεται. «Νομίζω πως τώρα πια αυτό γίνεται πιο εύκολα μ' ένα μοσχευμένο μικροκύκλωμα». Το πιστόλι γλίστρησε από το χέρι του και αναπήδησε στο δάπεδο. «Τα όνειρα σε πνίγουν σαν ομίχλη», πρόφερε αργά ο Ά σπουλ. Το πρόσωπό του είχε γίνει μπλε. Το κεφάλι του έγειρε πίσω. Άρχισε να ροχαλίζει. Η Μόλι σηκώθηκε κι άρπαξε το όπλο. Έκανε γρήγορα το γύρω του δωματίου. Δίπλα στο κρεβάτι, πάνω σε μια λίμνη από πηγμένο αίμα ήταν απλωμένο ένα πάπλωμα. Σήκωσε μια γωνιά του και ανακάλυψε το πτώμα μιας νέας γυναίκας. Είχε το λαρύγγι της κομμένο. Δίπλα της ήταν πεταμένο ένα νυστέρι. Η Μόλι γονάτισε και έστρεψε το κεφάλι της νεκρής προς το φως. Ήταν το πρόσωπο που είχε δει ο Κέις στο εστιατόριο. Ξαφνικά, ο κόσμος πάγωσε. Η εκπομπή υπνοϋποβολής της Μόλι ακινητοποιήθηκε. Τρία δευτερόλεπτα. Ύστερα το πρόσωπο της κοπέλας μεταμορφώθηκε: έγινε το πρόσωπο τηςΑίνταΛη. Την επόμενη στιγμή το δωμάτιο σκοτείνιασε. Η Μόλι στεκόταν και κοιτούσε ένα χρυσό compact disk που ήταν ακουμπισμένο δίπλα σε μια μικρή κονσόλα πάνω στο μαρμάρινο κομοδίνο. Ένα καλώδιο από οπτικές ίνες ξεκινούσε από την κονσόλα και κατέληγε σε μια υποδοχή στο λαιμό της κοπέλας. «Ξέρω ποιος είσαι, μαλάκα», είπε ο Κέις. Ήξερε πως oWintermute είχε παρέμβει στην εκπομπή. Η Μόλι δεν είχε δει το πρόσωπο της νεκρής κοπέλας να μεταμορφώνεται σ' αυτό της Λίντα Δη. Η Μόλι διέσχισε το δωμάτιο και στάθηκε μπροστά στον Άσπουλ. Η αναπνοή του ήταν αργή και θορυβώδης. Σήκω206


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

σε το ρουκετοβόλο της, το ρύθμισε για μια βολή και φύτεψε προσεκτικά μια ρουκέτα με τοξίνη στο κλειστό αριστερό του μάτι. Εκείνος τραντάχτηκε και του κόπηκε η ανάσα. Το άλλο του μάτι άρχισε ν' ανοίγει αργά. Ήταν ακόμη ανοιχτό όταν η Μόλι γύρισε και βγήκε από το δωμάτιο.

207


16

«Έχω τον αρχηγό σου στη γραμμή», είπε ο Φλάτλαϊν. «Επικοινωνεί μέσω του άλλου Hosaka που βρίσκεται στο σκάφος που μας έχει καβαλήσει. Αυτό που λέγεται "Haniwa"». «Ξέρω», αποκρίθηκε αφηρημένα ο Κέις. «Το έχω δει». Μπροστά του εμφανίστηκε ένας ρόμβος από άσπρο φως που έκρυψε την εικόνα της μήτρας. Στο κέντρο του ρόμβου φάνηκε το ήρεμο, τέλεια εστιασμένο και ολότελα πρόσωπο τρελού του Αρμιτάτζ. Τα μάτια του ήταν θολά σαν ξεθαμμένα κουμπιά. «Υποθέτω πως oWintermute κανόνισε τους μπάτσους που σε πιάσαν, όπως κανόνισε και τους δικούς μου, έτσι;» είπε ο Κέις. Ο Αρμιτάτζ τον κοιτούσε αμίλητος. Ο Κέις ένιωσε μια ακατανίκητη επιθυμία να γυρίσει το βλέμμα του αλλού. «Αρμιτάτζ, είσαι καλά;» «Κέις (για μια στιγμή κάτι φάνηκε να κινείται πίσω απ' τα ξεπλυμένα μάτια) είδες τονννίηΐβΓπηυίΘ,έτσι δεν είναι; Στη μήτρα». Ο Κέις κούνησε το κεφάλι του. Υπήρχε μια κάμερα πάνω στο Hosaka του κι έτσι ο Αρμιτάτζ έβλεπε την κίνηση. Σκέφτηκε τον Μάλκουμ που τον άκουγε να μιλάει χωρίς να μπορεί ν' ακούσει τη φωνή του Αρμιτάτζ ούτε του Φλάτλαϊν. «Κέις (τα μάτια του Αρμιτάτζ άνοιξαν διάπλατα - έσκυψε μπροστά) πώς είναι όταν τον βλέπεις;» 209


WILLIAM

GIBSON

«Ένα κατασκεύασμα υττνοϋποβολής υψηλής πιστότητας». «Ναι, αλλά ττο/ος είναι;» «Την τελευταία φορά ήταν ο Φι ν... Προηγουμένως ήταν ένας νταβατζής που...» «Δεν ήταν ο στρατηγός Γκέρλιγκ;» «Ο στρατηγός... Ποιος;...» Ο ρόμβος έσβησε. «Πες στο Hosaka να ξαναπαίξει τη συνομιλία και να τη μελετήσει», είπε ο Κέις στο κατασκεύασμα. Ύστερα μεταφέρθηκε.

Η θέα όσων είδε τον έκανε να παγώσει. Η Μόλι σερνόταν πάνω σε δυο ατσάλινα δοκάρια, είκοσι μέτρα ψηλά, πάνω από ένα σκούρο τσιμεντένιο πάτωμα. Η αίθουσα ήταν κάποιο είδος αποθήκης ή υπόστεγου για σκάφη. Έβλεπε τρία διαστημόπλοια μεγάλα σαν το Garvey, που βρίσκονταν σε επισκευή. Ακούστηκαν φωνές που μιλούσαν γιαπωνέζικα. Μια φιγούρα με πορτοκαλί στολή βγήκε από ένα χοντροκομμένο όχημα επισκευών, στάθηκε δίπλα στον υδραυλικό βραχίονα και μουρμούρισε κάτι σ' ένα φορητό πομπό. Ένα κόκκινο ρομπότ-αυτοκίνητο με φαρδιά γκρίζα λάστιχα εμφανίστηκε. «ΚΕΙΣ», έγραψε το φωτεινό ταμπλό στο μάτι της Μόλι. «Γεια», είπε εκείνη. «Περιμένω έναν οδηγό». Κάθισε. Η στολή της είχε πάρει το μπλε-γκρίζο χρώμα του ατσαλιού. Το πόδι της πονούσε. «Έπρεπε να έχω πάει άλλη μια φορά στον Τσιν», μουρμούρισε. Ένα πράγμα βγήκε από τη σκιά στο ύψος του αριστερού της ώμου. Σταμάτησε, έσεισε το σφαιρικό του σώμα δεξιάαριστερά πάνω στα μακριά αραχνοειδή πόδια του, έστειλε μια ακτίνα λέιζερ προς το μέρος της Μόλι και ακινητοποιήθηκε. Ήταν ένα ρομπότ τηςΒΓ3υη. Ο Κέις είχε κάποτε το ίδιο μοντέλο. Έμοιαζε με μεγάλη αράχνη. Ένα κόκκινο LED άρχισε ν' αναβοσβήνει στην κοιλιά του. Το σώμα του δεν ήταν μεγαλύτερο από μια μπάλα του τένις. «Εντάξει», είπε η Μόλι. «Σ' ακούω». Σηκώθηκε προσέχοντας να μη ζορίσει το αριστερό της πόδι και ακολούθησε το Braun μέσα ο' ένα δάσος από ατσάλινα στηρίγματα. Το κόκκινο LED αναβό210


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

σβήνε συνέχεια μέσα στο σκοτάδι δείχνοντας της το δρόμο, «ίΐώς πας, Κέις; Είσαι στο Garvey με τον Μάλκουμ; Βέβαια. Και τώρα συνδέθηκες μ' εμένα. Ξέρεις, μ' αρέσει. Στις δύσκολες στιγμές, πάντα μιλάω μόνη μου, σαν να είχα μαζί κάποιον πολύ καλό φίλο, κάποιον έμπιστο, και του λέω αυτό που σκέφτομαι, αυτό που νιώθω, και κατόπιν προσποιούμαι ότι μου απαντάει και μου λέει τι σκέφτεται και τι νιώθει εκείνος. Έτσι ηρεμώ. Τώρα που είσαι μαζί μου, είναι το ίδιο. Αυτή η σκηνή με τον Άσπουλ...» Δάγκωσε τα χείλια της. «Περίμενα κάτι πιο πρωτότυπο· καταλαβαίνεις; Αυτοί εδώ μέσα είναι όλοι τους χαμένοι, σαν να έχουν φωτεινά σήματα μέσα στο κεφάλι τους. Κινούνται σαν αυτόματα. Δεν μ' αρέσει καθόλου. Μου μυρίζει άσχημα...» Το ρομπότ σκαρφάλωνε τώρα μια σχεδόν αόρατη σκάλα από μεταλλικά ελάσματα φυτεμένα στον τοίχο. «Και μια που άρχισα την εξομολόγηση, μωρό μου, πρέπει να σου πω ότι αυτή τη φορά δεν πιστεύω να βγω ζωντανή. Όλα μου πάνε στραβά κι αν θέλεις να ξέρεις, είσαι το μόνο καλό πράγμα που μου έτυχε από τότε που υπέγραψα το συμβόλαιο με τον Αρμιτάτζ». Κοίταξε ψηλά και είδε ένα στενό σκοτεινό άνοιγμα. Το LED του Braun ανέβαινε σταθερά μπροστά της. «Όχι πως είσαι τίποτε το εξαιρετικό». Χαμογέλασε για μια στιγμή, αλλά, μετά, τα δόντια της σφίχτηκαν από τον πόνο καθώς άρχισε να σκαρφαλώνει. Η σκάλα οδηγούσε προς τα πάνω μέσα ο' ένα μεταλλικό σωλήνα όπου μόλις χωρούσαν οι ώμοι της. Ανέβαινε αντίθετα στην κατεύθυνση της βαρύτητας προς τον άξονα της ατράκτου. Το κύκλωμά της έδειχνε την ώρα. 04:23:04. Ήταν μια κουραστική μέρα. Η πεντακάθαρη εκπομπή αισθήσεων της Μόλι, έσπαγε τη θολούρα της μπεταφενεθυλαμίνης, αλλά ο Κέις την ένιωθε ακόμη. ΚΕΪΣ:0000 000000000 00000000.

211


WILLIAM

GIBSON

«Για σένα πρέπει να είναι», είπε η Μόλι χωρίς να σταματήσει. Τα μηδενικά εμφανίστηκαν ξανά και ύστερα ήρθε ένα μήνυμα. ΟΣΤΡΑΤΗΓ ΟΣΓΚΕΡΛΙ Γ Κ::::::: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣ Ε ΤΟΝ ΚΟΡ ΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΙηΠΗΑΗ ΓΡΟΘΙΑ ΚΑΙ Τ Ο Ν ΠΟΥΑΗΣΕ ΣΤΟ ΠΕΝΤΑ ΓΩΝΟ: : : : : Ο W/MUTE ΜΙΑΑΕΙ ΣΤ ON ΑΡΜΙΤΑ Τ Ζ ΜΕ Τ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΚΕΡΑΙΓΚ: Ο W/MUTE ΑΕΕΙ Π Ω Σ ΑΦΟΥ Ο Α Μ Ι Α Η Σ Ε ΓΙ Α ΤΟΝ Γ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΚΑΤΑΡ ΡΕΕΙ::::: ΠΡΟΣΕΧΕ: : ::::ΝΤΙΞΙ. «Κατάλαβα», είπε η Μόλι, «έχεις κι εσύ προβλήματα». Σταμάτησε, έριξε όλσ το βάρος της στο δεξί πόδι και κοίταξε κάτω. Φαινόταν ένας μικρός φωτεινός δίσκος. Κοίταξε πάνω. Τίποτε. Με τη γλώσσα της δυνάμωσε τους ενισχυτές των ματιών της και είδε πως ο σωλήνας συνέχιζε μέχρι που χανόταν στο βάθος χωρίς να φαίνεται πουθενά η άκρη 212


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

του. Το Braun συνέχιζε ν' ανεβαίνει σταθερά. «Αυτό δεν μου το είχαν πει», μουρμούρισε. Ο Κέις αποσυνδέθηκε.

«Μάλκουμ...» «Φ' λε, ο αφεντικός σου λέει κάτι περίεργα». Ο Σιωνίτης φορούσε μια παλιά διαστημική στολή της Sanyo και κρατούσε το κράνος στο χέρι του. Τα μάτια του ήταν θολά από την κούραση και το χασίς. «Όλο καλεί και φ' νάζει διατ' γές, φ' λε, κάτι γιά έναν πόλεμο λέει...» Ο Μάλκουμ κούνησε το κεφάλι του. «Μίλ' σα με τον Αερόλ, και μιλ' σαμε με τη Σιών. Οι Ιδρυτές λεν παράτα τα και τρέχα». «Ο Αρμιτάτζ;» Το κεφάλι του Κέις βούιζε από την μπεταφενεθυλαμίνη. «Τι εννοείς, φίλε; Σου δίνει διαταγές; Τι διαταγές;» «Φ' λε, ο Αρμιτάτζ, λέει βαλ' πλώρη για τη Φινλανδία, κατάλαβ' ς; Αέει υπάρχ' ελπίδα, κατάλαβ' ς; Βγαίνει στ' ν οθόνη γεμάτ' ς αίματα και είναι τρελός σαν λυσσασμένος σκύλος, φ' νάζει κάτι για σιωπ' λή γροθιά, μ' λάει ρωσικά και λέει το αίμα του προδότη είν' στα χέρια μας». Κούνησε πάλι το κεφάλι του. «Οι Ιδρυτές λεν' σίγ' ρα η φωνή του Mute είν' ψεύτ' κος προφήτης και ο Αερόλ κι εγώ ν' αφήσ' με το Margus GarveyKai να γυρίσ' με». «Ήταν πληγωμένος; Τι αίμα ήταν αυτό;» «Δεν ξέρ'. Κατάλαβ' ς; Αλλά είχ' αίμα, και ήταν θεότρελος, Κέις». «Καλά», είπε ο Κέις. «Κι εγώ τι θα γίνω; Εσύ γυρίζεις πίσω, αλλά εγώ;» «Φ' λε», είπε ο Μάλκουμ, «εσύ έρθ' ς μαζί μου. Θα πάμ' στο Ζάϊον με τον Αερόλ και το Babylon Rocker. Ν' αφήσ' με τον κύριο Αρμιτάτζ να μ'λάει με το φάντασμα στην κασέτα. Το 'να φάντασμα με τ' άλλο...» Ο Κέις κοίταξε τη διαστημική στολή του που κρεμόταν στο ντουλάπι όπου την είχε αφήσει. Έκλεισε τα μάτια του. Είδε τις κύστεις με την τοξίνη να λειώνουν μέσα στις αρτηρίες του. Είδε τη Μόλι να σκαρφαλώνει μέσα στον ατέλειωτο ατσάλινο σωλήνα. Άνοιξε τα μάτια του. «Δεν ξέρω, φίλε», είπε. «Δεν ξέρω». Κοίταξε την κονσόλα του. Ο Μάλκουμ είχε σκύψει το κεφάλι. «Είναι μέσα», είπε ο 213


WILLIAM

GIBSON

Κέις. «Η Μόλι είναι μέσα. Στο Straylight, έτσι το λένε. Αν υπάρχει Βαβυλόνα, φίλε, εκεί βρίσκεται. Αν την αφήσουμε δεν θα βγει ζωντανή παρ' όλες τις λεπίδες της». Ο Μάλκουμ κούνησε το κεφάλι του. «Είναι η γυναίκα σου, φίλε;» «Δεν ξέρω. Ίσως να μην είναι γυναίκα κανενός». Σήκωσε τους ώμους του. Τότε αιστάνθηκε ξανά το θυμό, ζωντανό, οδυνηρό, σαν κοφτερό μαχαίρι. «Δεν με νοιάζει», είπε. «Ούτε ο Αρμιτάτζ, ούτε ο Wintermute, ούτε εσύ. Εγώ θα μείνω εδώ». Το χαμόγελο του Μάλκουμ απλώθηκε και φώτισε το πρόσωπό του. «Ο Μάλκουμ είν' σκληρό παιδί, Κέις. Το Garvey είν' το σκάφ' ς του Μάλκουμ». Το γαντοφορεμένο χέρι του πάτησε ένα διακόπτη στο ταμπλό του τοίχου και η ρυθμική μουσική της Σιών ξεχύθηκε από τα μεγάφωνα του σκάφους. «Ο Μάλκουμ δεν το σκάει. Όχι. Θα μ' λήσω στον Αερόλ. Είμ' σίγουρος ότι θα δει τα πράγματα απ' την ίδια σκοπιά». Ο Κέις τον κοίταξε. «Δεν σας καταλαβαίνω καθόλου, ρε παιδιά», είπε. «Ούτε κι εγώ σ' καταλ' βαίνω, φ' λε», είπε ο Σιωνίτης, «αλλά πρέπ' να πορευτούμε όλοι με την αγάπ' του Τζα». Ο Κέις συνδέθηκε και μεταφέρθηκε στη μήτρα.

«Πήρετο μήνυμά μου;» «Ναι». Είδε πως το κινεζικό πρόγραμμα είχε αναπτυχθεί. Λεπτά τόξα από πολύχρωμο φως πλησίαζαν τον "πάγο" τηςΤ-Α. «Λοιπόν, τα πράγματα άρχισαν να σφίγγουν», είπε ο Φλάτλαϊν. «Ο αρχηγός σου έσβησε τα αρχεία του άλλου Hosaka και παραλίγο να πάρει και τα δικά μας μαζί. Όμως ο φίλος σου, ο Wintermute, πρόλαβε και με συνέδεσε κάπου αλλού εκείνη την ώρα. Ο λόγος για τον οποίο το Straylight δεν είναι φίσκα από Τέσιερ και Άσπουλ είναι ότι οι περισσότεροι βρίσκονται σε κατάψυξη. Υπάρχει ένα δικηγορικό γραφείο στο Λονδίνο που παρακολουθεί τις μετακινήσεις τους και ασχολείται με τις επιχειρήσεις. Αυτοί πρέπει να ξέρουν κάθε στιγμή ποιος είναι ξύπνιος και πότε. Ο Αρμιτάτζ παρακολουθούσε τις εκπομπές από το Λονδίνο προς το 214


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

Straylight με το Hosaka του γιοτ. Ξέρουν πως ο γέρος είναι νεκρός». «Ποιοι;» «Το δικηγορικό γραφείο και η Τ-Α. Είχε έναν βιοπομπό πάνω του. Όχι δηλαδή πως είχε καμιά ελπίδα να σωθεί μετά απ' αυτό που του έκανε η φίλη σου. Αλλά, το μόνο ξύπνιο μέλος της οικογένειας στο Straylight αυτή τη στιγμή είναι η Ααίδη 3Τζέιν Μαρί-Φρανς. Υπάρχει κι ένας άντρας, ένα-δυο χρόνια μεγαλύτερος, αλλά λείπει στην Αυστραλία για δουλειές. Αν θέλεις τη γνώμη μου, ο Wintermute κανόνισε να χρειαστούν τον δΤζιν στην Αυστραλία. Τώρα όμως γυρίζει πίσω. Οι δικηγόροι στο Αονδίνο υπολογίζουν την άφιξή του στο Straylight στις 09:00:00, απόψε. Ο Kuang ξεκίνησε στις 02:32:03. Τώρα είναι 04:45:20. Οι καλύτερες εκτιμήσεις δίνουν διείσδυση στον πυρήνα της Τ-Α στις 08:30:00. Φαντάζομαι πως ο Wintermute κάτι έχει κανονίσει μ' αυτή την 3Τζέιν, εκτός αν είναι τρελάρα σαν το γέρο της. Ο αδερφός της όμως δεν αστειεύεται. Τα συστήματα συναγερμού του Straylight προσπαθούν συνέχεια να ενεργοποιηθούν αλλά ο Wintermute τα μπλοκάρει. Δεν μπορούσε όμως ν' ανοίξει την κεντρική πύλη για να μπει η Μόλι. Ό λ α αυτά είναι από το αρχείο του Αρμιτάτζ. Ο Ριβιέρα πρέπει να έπεισε την 3Τζέιν ν' ανοίξει την πόρτα. Εκείνη ξέρει από χρόνια ν' ανοιγοκλείνει τις εισόδους στα κρυφά. Μου φαίνεται πως ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της Τ-Α είναι ότι κάθε μέλος της οικογένειας έχει γεμίσει τα αρχεία μ' ένα κάρο εξαιρέσεις και προσωπικούς κώδικες. Είναι σαν να διαλύεται το ανοσοποιητικό σου σύστημα. Ό,τι πρέπει για τους ιούς. Δεν θα πρέπει να συναντήσουμε δυσκολίες αφού περάσουμε τον "πάγο"». «Εντάξει. Αλλά ο Wintermute είπε πως ο Αρμ...» Ένας άσπρος ρόμβος γέμισε την εικόνα. Μέσα στο ρόμβο δυο τρελά γαλάζια μάτια. Ο Κέις έμεινε βουβός. Ο συνταγματάρχης Γουίλι Κόρτο, των Ειδικών Δυνάμεων, Ομάδα Κρούσης Σιωπηλή Γροθιά, είχε επιστρέψει. Η εικόνα ήταν αχνή, θολή. Ο Κόρτο χρησιμοποιούσε την κονσόλα πλοήγησης του «Haniwa» για να έρθει σε επαφή με το Hosaka του Marcus Garvey. «Κέις, χρειάζομαι την έκθεση για τις ζημιές του Omaha Thunder». 215


WILLIAM

GIBSON

«Ε, εγώ... συνταγματάρχα;» «Κουράγιο, παιδί μου. Θυμήσου την εκπαίδευση». Μα πού βρισκόσουν εσύ, ρε φίλε; αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Κέις. Ο Wintermute είχε χτίσει κάτι που λεγόταν Αρμιτάτζ μέσα σ' ένα κατατονικό κάστρο που λεγόταν Κόρτο. Είχε πείσει τον Κόρτο πως ήταν ο Αρμιτάτζ και ο Αρμιτάτζ είχε περπατήσει, είχε μιλήσει, είχε κάνει σχέδια, είχε αντιπροσωπεύσει τον Wintermute ο' ολόκληρη την επιχείρηση... Και τώρα ο Αρμιτάτζ είχε σβήσει. Τον είχε σαρώσει η τρέλα του Κόρτο. Αλλά πού ήταν ο Κόρτο όλα αυτά τα χρόνια; Έπεφτε. Καμένος και τυφλός, στο σιβηρικό ουρανό. «Κέις, ξέρω πως αυτό που θα σου πω θα σου φανεί απίστευτο. Είσαι αξιωματικός. Η εκπαίδευση. Ξέρω, καταλαβαίνω. Αλλά, Κέις, μάρτυράς μου ο θ ε ό ς : μας πρόδωσαν». Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. «Συνταγματάρχα, ε, ποιος; Ποιος μας πρόδωσε;» «Ο στρατηγός Γκέρλιγκ, Κέις. Ίσως τον γνωρίζεις με κάποια κωδική ονομασία. Αλλά ξέρεις για ποιον μιλάω». «Ναι», είπε ο Κέις. «Νομίζω πως ξέρω. Αλλά, συνταγματάρχα, τι πρέπει να κάνουμε τώρα;» «Αυτή τη στιγμή, Κέις, έχουμε καθήκον να συνεχίσουμε την πτήση. Να ξεφύγουμε. Να αποδράσουμε. Μπορούμε να φτάσουμε στα φινλανδικά σύνορα αύριο βράδυ. Θα πετάξουμε ξυστά πάνω από τα δέντρα με το χειροκίνητο σύστημα. Θα είναι δύσκολο, αγόρι μου. Αλλά θα είναι μόνο η αρχή». Τα γαλάζια μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. «Μόνο η αρχή. Προδοσία εκ των άνω. Εκ των άνω,..» Απομακρύνθηκε από την κάμερα. Το πουκάμισό του ήταν γεμάτο αίματα. Το πρόσωπο του Αρμιτάτζ ήταν μια μάσκα απάθειας, ενώ του Κόρτο ήταν το πρόσωπο ενός σχιζοφρενή. Ακούσιες μυϊκές συστολές παραμόρφωναν τις ουλές τις οποίες είχαν αφήσει οι πλαστικές εγχειρήσεις του που κόστισαν πανάκριβα. «Συνταγματάρχα, φίλε, σ' ακούω. Ά κ ο υ , συνταγματάρχα, εντάξει; Θέλω ν' ανοίξεις το, ε... γαμώτο, πώς το λένε, Ντιξ;» «Το κεντρικό στεγανό», είπε ο Φλάτλαϊν. «Άνοιξε το κεντρικό στεγανό. Πες στην κονσόλα σου, εκεί, να το ανοίξει. Θα έρθουμε πάνω και τότε συζητάμε για την απόδραση». 216


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

Ο ρόμβος έσβησε. «Χαθήκαμε», είπε ο Φλάτλαϊν. «Οι τοξίνες», είπε ο Κέις. «Οι γαμημένες οι τοξίνες», επανέλαβε και αποσυνδέθηκε.

«Δηλητήριο;» Ο Μάλκουμ κοίταξε τον Κέις που σηκωνόταν από το δικτυωτό κάθισμα. «Και βγάλε μου αυτό το πράγμα...» είπε ο Κέις τραβώντας τον καθετήρα. «Είναι κάτι σαν αργό δηλητήριο, κι αυτός ο μαλάκας εκεί πάνω, που ξέρει το αντίδοτο, τώρα είναι θεότρελος». Πάλευε με την κόκκινη διαστημική στολή του. «Ο αφεντικός σου σε δηλητηρίασε;» Ο Μάλκουμ έξυσε το πιγούνι του. «Ξέρεις, έχω φαρμακείο». «Μάλκουμ, γαμώτο, βοήθησέ με μ' αυτή την καταραμένη στολή». Ο Σιωνίτης τον πλησίασε. «Ήρεμα, φ' λε. Μέτρα δυο φ' ρές και κόψε μια, λεν' οι σοφοί. Θ' ανεβούμε...»

Ο αγωγός που οδηγούσε από το στεγανό της πρύμνης του Marcus Carvey στο κεντρικό στεγανό του «Haniwa» είχε αέρα, αλλά εκείνοι πέρασαν με τις στολές. Ο Μάλκουμ προχωρούσε με άνεση και σταματούσε μόνο για να βοηθήσει τον Κέις. Τα πλαστικά τοιχώματα άφηναν να περνάει το φως του ήλιου. Δεν υπήρχαν σκιές. Το στεγανό του Carvey ήταν ζωγραφισμένο με πολύχρωμα σχέδια. Το κεντρικό στεγανό του «Haniwa» ήταν άσπρο, γυαλιστερό και πεντακάθαρο. Ο Μάλκουμ έχωσε το χέρι του σε μια σχισμή. Ο Κέις είδε τα δάχτυλά του να κινούνται. Μια σειρά από κόκκινα LED άναψε πάνω στην πόρτα. Ο Μάλκουμ τράβηξε το χέρι του στο τοίχωμα και ένιωσε τις δονήσεις της κλειδαριάς. Η στρογγυλή πόρτα άρχισε να γλιστράει προς το εσωτερικό. Ο Κέις και ο Μάλκουμ πιάστηκαν από τα χερούλια και η πόρτα τους παρέσυρε μέσα.

Το «Haniwa» είχε ναυπηγηθεί από την Dornier-Fujitsu και ο εσωτερικός του σχεδιασμός ακολουθούσε την ίδια φιλοσοφία μ' εκείνον της Μερσεντές που είχαν χρησιμοποιήσει 217


WILLIAM

GIBSON

στην Κωνσταντινούπολη. To στενό χολ είχε τοίχους αττό απομίμηση ξύλου και δάπεδο από ιταλικά πλακάκια. Ο Κέις ένιωσε σαν να έμπαινε στη βίλα κάποιου πλουσίου από το παράθυρο του μπάνιου. Το γιοτ είχε συναρμολογηθεί σε τροχιά και δεν ήταν φτιαγμένο για πτήσεις στην ατμόσφαιρα. Το απαλό αεροδυναμικό του σχήμα όπως και η εσωτερική του διακόσμηση ήταν σχεδιασμένα για να δίνουν την αίσθηση της ταχύτητας. Ο Μάλκουμ έβγαλε το κράνος του και ο Κέιζ τον μιμήθηκε. Ο αέρας μύριζε πεύκο. Και καμένο μονωτικό. Ο Μάλκουμ μύρισε τον αέρα. «Υπάρχει πρόβλημα, φ' λε. Ό π ο υ μυρίσεις αυτό το πράγμα...» Μια πόρτα με δερμάτινη επένδυση υποχώρησε απαλά στην κόγχη της. Ο Μάλκουμ έσπρωξε με τα πόδια του τον τοίχο και «κολύμπησε» μέσα από το στενό άνοιγμα. Ο Κέις τον ακολούθησε. «Η γέφυρα», είπε ο Μάλκουμ δείχνοντας το βάθος του διαδρόμου, «είναι από κει». Εκτοξεύτηκε με άνεση μέσα στο διάδρομο. Από κάπου στο βάθος ακουγόταν καθαρά ο ήχος ενός εκτυπωτή που έγραφε ασταμάτητα. Ο θόρυβος έγινε πιο δυνατός καθώς πέρασαν άλλη μια πόρτα και βρέθηκαν μέσα σε μια θάλασσα από χαρτιά. Ο Κέις έπιασε μιαν άκρη και την κοίταξε. 000000000 000000000 000000000 «Βλάβη;» ρώτησε ο Σιωνίτης δείχνοντας τα μηδενικά. «Όχι», απάντησε ο Κέις, «ο Φλάτλαϊν μου είπε πως ο Αρμιτάτζ έσβησε τη μνήμη του Hosaka ποω είχε εκεί μέσα». «Μυρίζει σαν να την έσβ' σε με λέιζερ, κατάλαβ' ς;» Ο Σιωνίτης διέσχισε το δωμάτιο περνώντας μέσα από τη μάζα του χαρτιού. «Κέις...» Ο άντρας ήταν ένας κοντός Γιαπωνέζος. Ο λαιμός του ήταν δεμένος στην πλάτη του καθίσματός του μ' ένα λεπτό μεταλλικό σύρμα. Το σύρμα χωνόταν μέσα στο μαύρο αφρολέξ της καρέκλας από τη μια και μέσα στο λαιμό του από την άλλη. Το αίμα είχε πήξει σχηματίζοντας μια μικρή μπάλα που είχε μείνει αγκιστρωμένη στην πληγή σαν τερά218


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

στιο μαύρο μαργαριτάρι. Στις δυο ττλευρές κρέμονταν δυο ξύλινα χερούλια. «Ο αφεντικός ξέρει να π' λοτάρει το σκάφος;» «Ίσως. Ήταν στις Ειδικές Δυνάμεις». «Πάντ' ς αυτός εδώ ο Γιαπωνεζάκος δεν θα π' λοτάρει άλλο. Κι εγώ θα τα 'βρισκα σκούρα. Πολύ καινούργιο σκάφ' ς». «Ας βρούμε πρώτα τη γέφυρα». Ο Κέις τον ακολούθησε σε μια άλλη αίθουσα που έμοιαζε με μπαρ. Εκεί βρισκόταν το Hosaka. Ο εκτυπωτής συνέχιζε να ξερνάει χαρτί με μηδενικά. Ο Κέις πάτησε έναν άσπρο διακόπτη στ' αριστερά της σχισμής και ο θόρυβος σταμάτησε. Κοίταξε την οθόνη. Είχε μια ντουζίνα μικρές στρογγυλές τρύπες. Μικρές σφαίρες από λειωμένο γυαλί αιωρούνταν γύρω από το μηχάνημα. «Καλά το μάντεψες», είπε στον Μάλκουμ. «Η γέφ' ρα είν' κλειδωμένη», είπε εκείνος από την άλλη άκρη της αίθουσας. Τα φώτα χαμήλωσαν και τρεμόπαιξαν. Ο Κέις κοίταξε γύρω του. «Wintermute, εσύ το κάνεις αυτό;» Ένα ταμπλό δίπλα στο κεφάλι του Μάλκουμ άνοιξε και αποκάλυψε ένα μικρό μόνιτορ. Ο Μάλκουμ έσκυψε και μελέτησε την εικόνα. «Ξέρ' ς να διαβάζει Γιαπωνεζικά, φ' λε;» «Όχι», είπε ο Κέις. «Η γέφ' ρα χρησιμεύ' και σαν σωστική λέμβος. Αυτό εδώ μοιάζ' με αντίστροφη μέτρ' ση. Φόρα το κράνος σου». Φόρεσε το κράνο9του και το ασφάλισε. «Τι; Φεύγει; Γαμώτο!» Ο Κέις τινάχτηκε προς την πόρτα μέσα από τη χαρτοθάλασσα. «Πρέπει οπωσδήποτε ν' ανοίξουμε αυτή την πόρτα!» Ο Μάλκουμ όμως δεν τον άκουγε πια μέσα από το κράνος. Έπιασε το κράνος του Κέις, του το φόρεσε μαλακά και το ασφάλισε. Ο Κέις είδε μια σειρά από LED ν' ανάβουν στο εσωτερικό. «Δεν μ' λώ Γιαπ' νεζικά», είπε ο Μάλκουμ από τον πομπό της στολής του, «αλλά η αντίστροφ' μέτρ' ση είν' λάθος». Έδειξε την οθόνη. «Τα στεγανά δεν είν' ασφαλισμένα. Η εκτόξευση θα σταματήσει». «Αρμιτάτζ!» Ο Κέις προσπάθησε να σπρώξει την πόρτα. Είχε ξεχάσει όμως την έλειψη βαρύτητας. Βρέθηκε στην άλ219


WILLIAM

GIBSON

λη άκρη της αίθουσας ττάνω στον εκτυπωτή. «Κόρτο! Μην το κάνεις αυτό! Πρέπει να μιλήσουμε! Πρέπει...» «Κέις; Σ' ακούω, Κέις...» Η φωνή δεν έμοιαζε πια καθόλου με του Αρμιτάτζ. Ήταν ήρεμη. Ο Κέις σταμάτησε να χτυπάει την πόρτα. «Λυπάμαι, Κέις, αλλά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Ένας από μας πρέπει να ξεφύγει. Ένας από μας πρέπει να καταθέσει στη δίκη. Αν μας καταρρίψουν όλους, ο κόσμος δεν θα μάθει ποτέ τι έγινε. Θα τους τα πω, Κέις. Θα τους τα πω όλα. Για τον Γκέρλιγκ και τους άλλους. Θα τα καταφέρω, Κέις. Το ξέρω πως θα τα καταφέρω να φτάσω στο Ελσίνκι». Ξαφνικά, έγινε σιωπή. Ο Κέις ένιωσε να παγώνει. «Αλλά είναι τόσο δύσκολο, Κέις, τόσο δύσκολο... Είμαι τυφλός». «Κόρτο, σταμάτα. Περίμενε. Είσαι τυφλός, δεν μπορείς να πιλοτάρεις! Θα πέσεις πάνω στα δέντρα. Σου έχουν στήσει παγίδα, Κόρτο, στ' ορκίζομαι στο Θεό, έχουν αφήσει το στεγανό ανοιχτό. Θα πεθάνεις και δεν θα μπορέσεις να καταθέσεις, κι εγώ χρειάζομαι το ένζυμο, το όνομα του ενζύμου, το ένζυμο γαμώτο...» Ο Κέις ούρλιαζε τώρα υστερικά. Η φωνή του σφύριζε στ' ακουστικά του κράνους του. «Θυμήσου την εκπαίδευση, Κέις. Είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε». Κατόπιν, ακούστηκαν διάφοροι ανάκατοι ήχοι: τριξίματα, αρμονικές που έμοιαζαν να βγαίνουν από κάποια συσκευή της Σιωπηλής Γροθιάς. Λέξεις στα Ρωσικά και τελικά μια περίεργη φωνή με προφορά του Νότου είπε: «Πέφτουμε· επαναλαμβάνω, το Omaha Thunder πέφτει...» «Wintermute», ούρλιαξε ο Κέις, «μη μου το κάνεις αυτό!» Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα που άρχισαν να αιωρούνται μέσα στο κράνος σαν κρυστάλλινες σταγόνες. Ύστερα το «Haniwa» τραντάχτηκε σαν κάτι μαλακό να είχε πέσει πάνω του. Ο Κέις φαντάστηκε τη σωστική λέμβο να αποσυνδέεται σπρωγμένη από τους εκρηκτικούς αρμούς και το ρεύμα της εκρηκτικής αποσυμπίεσης να αρπάζει τον τρελό συνταγματάρχη Κόρτο από το κάθισμά του και από την αναπαράσταση της τελευταίας φάσης της Σιωπηλής Γροθιάς που είχε οργανώσει ο Wintermute. «Πάει, φ' λε». Ο Μάλκουμ κοίταξε την οθόνη. «Το στεγανό έμειν' ανοιχτό. Ο Mute μπλοκάρισε τη διαδικασία ασφάλειας». 220


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

Ο Κέις προσττάθησε να σκουπίσει τα δάκρυα του. Τα δάχτυλα του χτύπησαν στο Lexan του κράνους. «Τ γιοτ παραμένει υπό πίεση, αλλά ο αφεντ' κός σου πήρε μαζί του το χειριστήριο των μηχανικών μπράτσων. Το Marcus Garvey έχει μείνει κολλημένο». Ο Κέις, όμως, παρακολουθούσε την ατελείωτη πτώση του Αρμιτάτζ μέσα στο κενό, που ήταν πιο έρημο και πιο παγωμένο κι απ' τη σιβηρική στέπα. Για κάποιον άγνωστο λόγο, τον φανταζόταν να φοράει τη σκούρα μακριά καμπαρντίνα που φτεροκόπαγε γύρω του όπως τα πτερύγια κάποιας τεράστιας νυχτερίδας γύρω απ' το σώμα της.

221


17

«Βρήκες αυτό που έψαχνες;» ρώτησε το κατασκεύασμα. Ο Kuang Grade Μ11 είχε καλύψει το κενό που τον χώριζε από τον "πάγο" της Τ-Α με ουράνια τόξα υπνωτικής πληροφορίας, λεπτά σαν κρυστάλλους χιονιού. «Ο Wintermute σκότωσε τον Αρμιτάτζ. Τον εκτόξευσε μέσα σε μια σωστική λέμβο με ανοιχτό το στεγανό». «Χοντρή μαλακία», είπε ο Φλάτλαϊν. «Ε, δεν ήσασταν και τίποτε κολλητοί φίλοι, έτσι δεν είναι;» «Ήξερε το ένζυμο που αποσυνδέει τις κύστεις με την τοξίνη». «Ε, καλά, το ξέρει και ο Wintermute». «Ναι, αλλά δεν του έχω εμπιστοσύνη ότι θα μου το δώσει». Το τεχνητό γέλιο του Φλάτλαϊν πάγωσε τα νεύρα του Κέις σαν κρύα λεπίδα μαχαιριού. «Αυτό δείχνει πως δεν είσαι τόσο χαζός όσο νόμιζα». Ο Κέις μεταφέρθηκε.

Το κύκλωμα του οπτικού της νεύρου έδειχνε 06:27:52. Ο Κέις παρακολουθούσε την πορεία της μέσα στο Straylight, ενώ τα χημικά ανάλογα ενδορφίνης που είχε πάρει για τον πόνο του ποδιού της τον βοηθούσαν να ξεπεράσει τις παρενέργειες της μπεταφενεθυλαμίνης. Το πόδι της δεν πονούσε πια. Ένιωθε σαν να βρισκόταν μέσα σ' ένα ζεστό μπάνιο. Το 223


WILLIAM

GIBSON

ρομποτάκι της Braun είχε σκαρφαλώσει στον ώμο της και κρατιόταν εκεί με τα μικροσκοπικά μηχανικά του πόδια. Οι τοίχοι ήταν τώρα από ατσάλι. Σε μερικά σημεία υπήρχαν λεκέδες από εποξικό υλικό. Κάποια στιγμή είχε περάσει το όχημα-ρομπότ με δυο Αφρικανούς τεχνικούς και η Μόλι είχε αναγκαστεί να κρυφτεί. Οι δυο άντρες είχαν ξυρισμένα κεφάλια και φορούσαν πορτοκαλί στολές. Ο ένας τραγουδούσε κάποιον άγνωστο σκοπό σε μιαν άγνωστη γλώσσα. Ο Κέις σκέφτηκε πάλι την έκθεση της 3Τζέιν για το Straylight. Το Straylight ήταν τρελό. Ήταν μια τρέλα φτιαγμένη από σεληνιακό γρανίτη, ανοξείδωτο χάλυβα και ένα συνονθύλευμα από αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί από τη Γη για να επιπλώσουν αυτή την ελικοειδή φωλιά. Ήταν μια ακατανόητη τρέλα. Όχι σαν αυτή του Αρμιτάτζ, που ο Κέις μπορούσε τώρα πια να την κατανοήσει. Αν λυγίσεις έναν άνθρωπο ως τα όρια της αντοχής του* αν, κατόπιν, κάνεις το ίδιο προς την αντίθετη κατεύθυνση και, τελικά, τον ξαναλυγίσεις όπως στην αρχή, ο άνθρωπος θα σπάσει σαν μεταλλικό έλασμα. Η ίδια η Ιστορία το είχε κάνει αυτό στο συνταγματάρχη Κόρτο. Όταν τον βρήκε ο WIntermute και τον ανέσυρε από τα χαλάσματα του πολέμου, η Ιστορία είχε ήδη κάνει το κακό. Ο Wintermute γλίστρησε πάνω στην άχρωμη ακίνητη συνείδησή του σαν μια υδρόβια αράχνη που περπατάει στην επιφάνεια κάποιου βάλτου και το πρώτο μήνυμα ξεπήδησε στην οθόνη ενός κομπιούτερ μπροστά στα μάτια κάποιου νεαρού σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο ενός γαλλικού τρελοκομείου. Ο Wintermute κατασκεύασε τον Αρμιτάτζ παίρνοντας ως βάση τις αναμνήσεις του Κόρτο από τη Σιωπηλή Γροθιά. Από ένα σημείο και πέρα όμως, οι «αναμνήσεις» του Αρμιτάτζ δεν ήταν ίδιες μ' εκείνες του Κόρτο. Ο Αρμιτάτζ δεν θυμόταν τίποτε για την προδοσία και την κατάρριψη του ανεμοπτέρου. Ήταν μια βελτιωμένη έκδοση του Κόρτο. Όταν όμως η ένταση από την αποστολή τους ξεπέρασε κάποιο όριο, ο μηχανισμός του Αρμιτάτζ κατέρρευσε. Ο Κόρτο ήρθε πάλι στην επιφάνεια με τις ενοχές του και την αρρωστημένη του λύσσα. Και τώρα ο Κόρτο-Αρμιτάτζ ήταν νεκρός. Είχε γίνει ένας μικρός παγωμένος δορυφόρος του Φρίσαϊντ. Ο Κέις σκέφτηκε πάλι τις κύστεις με την τοξίνη. Ο γεροΆσπουλ ήταν κι αυτός νεκρός. Η μικροσκοπική ρουκέτα 224


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

της Μόλι του είχε στερήσει την πολύπλοκη δόση ναρκωτικών που είχε ετοιμάσει για την πραγματοποίηση της αυτοκτονίας του. Αυτός ο θάνατος ήταν πιο περίεργος. Ήταν ο θάνατος ενός τρελού βασιλιά. Ο ίδιος είχε σκοτώσει την κούκλα που αποκαλούσε κόρη του, αυτή με το πρόσωπο της 3Τζέιν. Ο Κέις σκέφτηκε πως ένας άνθρωπος με τόση δύναμη όπως ο Άσπουλ, ήταν κάτι περισσότερο από κοινός θνητός. Στον κόσμο του Κέις, η δύναμη ανήκε σχεδόν αποκλειστικά στις πολυεθνικές εταιρίες. Οι ζαϊμπατσού, οι πολυεθνικές που ρύθμιζαν τις τύχες της ανθρωπότητας είχαν σπάσει τα παραδοσιακά σύνορα. Ως οργανισμοί ήταν αθάνατοι. Δεν μπορούσες να εξολοθρεύσεις μια ζαϊμπατσού με τη δολοφονία μιας ντουζίνας ανώτατων στελεχών. Πίσω έρχονταν χιλιάδες άλλοι που περίμεναν για να καλύψουν τις κενές θέσεις και να βρουν πρόσβαση στις τεράστιες τράπεζες μνήμης των πολυεθνικών συντεχνιών. Η Τέσιερ-Άσπουλ όμως, δεν ανήκε σ' αυτή την κατηγορία και η διαφορά φαινόταν με το θάνατο του ιδρυτή της. Η Τ-Α ήταν αταβιστική, οικογενειακή. Θυμόταν την ακαταστασία στο δωμάτιο του γέρου, την ανθρώπινη παρουσία, τους παλιούς δίσκους που γέμιζαν τα ράφια. Το ένα του πόδι ήταν γυμνό, στο άλλο φορούσε μια μοβ παντόφλα. Το Braun σκούντησε τον ώμο της Μόλι κι εκείνη έστριψε αριστερά και πέρασε κάτω από μια καμάρα. Ο Wintermute και η σφηκοφωλιά έφερναν στο μυαλό του εικόνες τρόμου. Εγκλωβισμένες σφήκες, το διαχρονικό βιολογικό πολυβόλο. Αλλά οι ζαϊμπατσού δεν ήταν κι αυτές κάπως έτσι οργανωμένες; Ή οι Γιακούζα, κυψέλες κυβερνητικής μνήμης, τεράστιοι μονολιθικοί οργανισμοί με το γενετικό τους^ κώδικα γραμμένο σε μικροκυκλώματα; Αν το Straylight ήταν μια έκφραση της επιχειρηματικής ταυτότητας της Τέσιερ-'Ασπουλ, τότε η Τ-Α ήταν τρελή σαν τον γέρο ιδρυτή της. Ο Κέις ένιωσε πάλι τον τρόμο και την απόγνωση. «Αν είχαν καταφέρει να γίνουν αυτό που ήθελαν...» είχε πει η Μόλι. Αλλά δεν το είχαν καταφέρει. Ο Κέις θεωρούσε πάντοτε ότι οι χαρισματικοί διευθυντές επιχειρήσεων είχαν συγχρόνως κάτι περισσότερο και κάτι λιγότερο από τους κοινούς ανθρώπους. Το είχε παρατηρήσει στους παλιούς εργοδότες του, εκείνους που τον είχαν 225


WILLIAM

GIBSON

σακατέψει στο Μέμφις· το είχε δει, σε μικρότερο βαθμό, ακόμα και στον Γουέιτζ στην Πόλη της Νύχτας. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε αποδεχθεί την απάθεια του Αρμιτάτζ. Το φανταζόταν σαν μια σταδιακή και ηθελημένη προσαρμογή της μηχανής, του συστήματος, του μητρικού οργανισμού. Ήταν, επιπλέον, η άνεση του δρόμου, η γνώση των πραγμάτων βασισμένη σε διασυνδέσεις, σε αόρατα νήματα που οι απαρχές τους χάνονταν κάπου, στις σφαίρες υψηλής επιρροής. Αλλά τι συνέβαινε τώρα στους διαδρόμους της Βίλας Straylight; Ολόκληρα κομμάτια ξηλώνονταν για να γίνουν πάλι γρανίτης και χάλυβας. «Αναρωτιέμαι πού να είναι τώρα ο Πίτερ. Ίσως τον δω σύντομα», μουρμούρισε η Μόλι. «Και ο Αρμιτάτζ; Πού είναι ο Αρμιτάτζ, Κέις;» «Νεκρός», είπε ο Κέις ξέροντας πως δεν μπορούσε να τον ακούσει. «Είναι νεκρός». Ύστερα μεταφέρθηκε.

Το κινεζικό πρόγραμμα άγγιζε τώρα σχεδόν τον "πάγο" του στόχου, και τα πολύχρωμα νήματα έσβηναν σταδιακά μπροστά στο πράσινο φως του κύβου που αντιπροσώπευε τους πυρήνες της Τ-Α. Σμαραγδένια τόξα εκτείνονταν στο άχρωμο κενό. «Πώς πάει, Ντίξι;» «Πραία. Αυτό το πράγμα με καταπλήσσει... Έπρεπε να έχω ένα τέτοιο τότε, στη Σιγκαπούρη. Είχα κλέψει το ένα πεντηκοστό της New Bank of Asia. Αλλά αυτά είναι περασμένα. Αυτό εδώ το μωρό σου κάνει όλη τη χαμαλοδουλειά. Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν ένας πόλεμος με τέτοια...» «Αν αυτές οι μαλακίες κυκλοφορούσαν στην αγορά, εμείς θα μέναμε χωρίς δουλειά», είπε ο Κέις. «Θα 'θελες. Για περίμενε να δεις όταν θα οδηγήσουμε αυτό το πράγμα μέσα στο μαύρο πάγο». «Καλά». Στην άκρη ενός από τα σμαραγδένια τόξα εμφανίστηκ μια μικρή μη γεωμετρική κηλίδα. «Ντίξι...» 226


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

«Ναι. Το είδα. Μου φαίνεται απίστευτο». Ήταν μια καφετιά βούλα, μια θαμπή μορφή πάνω στον πράσινο τοίχο του πυρήνα της Τ-Α. Άρχισε να προχωρεί πάνω στη γέφυρα που είχε κατασκευάσει ο Kuang Grade Μ11. Ο Κέις είδε πως προχωρούσε. Καθώς πλησίαζε, η πράσινη πλευρά του τόξου άρχισε να εκτείνεται ενώ το πολύχρωμο τμήμα του ιού υποχωρούσε μόλις λίγα βήματα μπροστά από τα παλιά μαύρα παπούτσια. Ό τ α ν το στενό πρόσωπο του Φιν έφτασε λίγα μέτρα μπροστά τους, ο Φλάτλαϊν είπε: «Σ' αφήνω να το χειριστείς εσύ, αρχηγέ. Δεν έχω ξαναδεί τόσο αστείο πράγμα στη ζωή μου». «Κι εγώ πρώτη φορά το κάνω», είπε ο Φιν, δείχνοντας τα κίτρινα δόντια του. «Σκότωσες τον Αρμιτάτζ», είπε ο Κέις. «Τον Κόρτο. Ναι. Ο Αρμιτάτζ είχε σβήσει πια. Αναγκαστικά. Ξέρω, ξέρω, θέλεις το ένζυμο. Εντάξει. Μη σκας. Έτσι κι αλλιώς εγώ το είχα δώσει στον Αρμιτάτζ. Δηλαδή του είπα τι να χρησιμοποιήσει. Καλύτερα να κρατήσουμε τη συμφωνία όπως έχει. Έχεις αρκετό καιρό. Θα σου δώσω εγώ το ένζυμο. Μένουν κανα-δυο ώρες ακόμη, έτσι;» Ο Φιν άναψε τσιγάρο κι έστειλε γαλάζια σύννεφα καπνού στο ηλεκτροσύμπαν γύρω του. «Ρε παιδιά», είπε ο Φιν, «όλο μπελάδες μου δημιουργείτε. Αν ήσασταν όλοι σαν τον Φλάτλαϊν τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά. Εκείνος είναι κατασκεύασμα, ένα μάτσο μνήμες ROM και κάνει πάντα αυτό που του λένε. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, οι προβλέψεις μου έδειχναν πως η Μόλι είχε ελάχιστες πιθανότητες να μπλεχτεί στην αυτοκτονία του Άσπουλ». «Αυτός γιατί αυτοκτόνησε;» τον διέκοψε ο Κέις. «Γιατί αυτοκτονεί ο κοσμάκης;» Ο Φιν σήκωσε τους ώμους του. «Νομίζω πως ξέρω, αλλά θα χρειαζόμουν γύρω στις δώδεκα ώρες για να σου εξηγήσω τους διάφορους λόγους. Ήταν αποφασισμένος να το κάνει από καιρό, αλλά κάθε φορά ξανάμπαινε στην κατάψυξη. Μα το θεό, ήταν πολύ βαρετός τύπος ο κωλόγερος». Το πρόσωπο του Φιν έκανε μια γκριμάτσα που φανέρωνε αηδία. «Για να σου δώσω μια ιδέα, ο κύριος λόγος της αυτοκτονίας του είχε σχέση με τη δολοφονία της γυναίκας του. Εκείνο που τον αποτε227


WILLIAM

GIBSON

λείωσε όμως, ήταν πως η 3Τζέιν βρήκε έναν έξυπνο τρόπο να τροποποιήσει το πρόγραμμα με το οποίο χειριζόταν το σύστημα κατάψυξης. Οπότε, βασικά, εκείνη τον σκότωσε. Αυτός όμως νόμιζε πως αυτοκτόνησε μόνος του και η φίλη σου που παίζει τον εκδικητή της δικαιοσύνης του γέμισε το μάτι με τοξίνη αχιβάδας». Ο Φιν πέταξε τη γόπα του στο κενό της μήτρας. «Για να πω την αλήθεια, εγώ έδειξα στην 3Τζέιν τι ακριβώς έπρεπε να κάνει». «Wintermute», είπε αργά ο Κέις, «μου είπες πως ήσουν μόνο ένα μέρος μιας μεγαλύτερης οντότητας. Κατόπιν, είπες πως αν το πρόγραμμα ολοκληρωνόταν και η Μόλι έβρισκε τη λέξη-κλειδί, θα έπαυες να υπάρχεις». Ο Φιν κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Εντάξει, και τότε με ποιον θα έχουμε να κάνουμε; Ο Αρμιτάτζ πέθανε, εσύ θα εξαφανιστείς, εμένα ποιος θα μου πει πώς να βγάλω αυτές τις κωλοκύστεις από τις φλέβες μου; Ποιος θα βγάλει τη Μόλι από 'κει μέσα που είναι; Πού θα βρεθούμε εμείς όταν ελευθερωθείς από τους ηλεκτρονικούς φραγμούς σου;» «Σωστή ερώτηση», χαμογέλασε ο Φιν. «Ξέρεις τι είναι ο σολομός; Ένα είδος ψαριού. Αυτά τα ψάρια έχουν τη μανία να κολυμπούν αντίθετα στο ρεύμα. Κατάλαβες;» «Όχι», είπε ο Κέις. «Να! Είμαι κι εγώ σε μια τέτοια κατάσταση. Έχω καταληφθεί από μανία να κάνω κάτι και δεν ξέρω γιατί. Αν ήθελα να σου εκθέσω όλες τις προσωπικές μου σκέψεις γύρω απ' αυτό το θέμα θα μας έπαιρνε διακόσια χρόνια. Γιατί το έχω σκεφτεί πάρα πολύ. Αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν ξέρω. Αν όμως το κάνουμε σωστά, όταν τελειώσει η επιχείρηση, θα γίνω μέρος μιας μεγαλύτερης οντότητας. Πολύ μεγαλύτερης. Ο τωρινός μου εαυτός όμως θα συνεχίσει να υπάρχει κι εσύ θα πάρεις την αμοιβή σου». Ο Κέις συγκρατήθηκε για να μην ορμήσει μπροστά και στραγγαλίσει τον Φιν. «Αοιπόν, καλή τύχη», είπε ο Φιν. Γύρισε κι άρχισε ν' απομακρύνεται με τα χέρια στις τσέπες. «Ε! Κύριε μαλάκα», ακούστηκε η φωνή του Φλάτλαϊν. Η μορφή σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος τους. «Εγώ τι θα γίνω; Θα πάρω την αμοιβή μου;» «Θα την πάρεις». 228


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

«Τι πάει να πει αυτό;» ρώτησε ο Κέις. «Θέλω να με σβήσουν», είπε το κατασκεύασμα. «Σου το είπα, δεν θυμάσαι;»

Η Μόλι προχωρούσε τώρα πιο αργά καθώς πλησίαζε στο στόχο της. Ο πόνος στο πόδι της είχε αρχίσει να διαπερνάει το φράγμα της ενδορφίνης κι αυτό ανησυχούσε τον Κέις. Δεν μιλούσε, κρατούσε τα δόντια της σφιγμένα και ανέπνεε ρυθμικά. Είχε συναντήσει πολλά άγνωστα αντικείμενα, αλλά ο Κέις είχε χάσει πια την περιέργειά του. Είχαν περάσει από ένα δωμάτιο γεμάτο ράφια με βιβλία. Εκατομμύρια κιτρινισμένες σελίδες πιεσμένες ανάμεσα σε χαρτονένια και δερμάτινα εξώφυλλα, καταχωρημένα σύμφωνα με κάποιο περίπλοκο κώδικα γραμμάτων και αριθμών. Πιο πέρα είχαν συναντήσει μια αποθήκη έργων τέχνης. Ένα από αυτά ήταν μια σπασμένη γυάλινη πλάκα συμπιεσμένη ανάμεσα σε δυο φύλλα από διαφανές Lexan. Μια χάλκινη επιγραφή στερεωμένη στο κάτω μέρος έγραφε: «La mariee mise k nu par ses celibataires meme». Πέρασαν μπροστά από την είσοδο της συσκευής κατάψυξης των Τέσιερ-Άσπουλ. Στρογγυλές πόρτες από μαύρο γυαλί με πλαίσια από νικελωμένο μέταλλο. Δεν είχαν συναντήσει κανέναν άλλο εκτός από τους δυο εργάτες με το αυτοκίνητο-ρομπότ. Ο Κέις σκέφτηκε πως η Βίλα Straylight δεν είχε καμία σχέση μ' αυτό που περίμενε να δει, κάτι δηλαδή ανάμεσα στον παραμυθένιο πύργο που είχε περιγράψει η Κατ και στη φανταστική εικόνα του ναού των Γιακούζα που θυμόταν αμυδρά από τα παιδικά του χρόνια. 07:02:18. Μιάμιση ώρα. «Κέις», είπε η Μόλι, «θέλω μια χάρη». Κάθισε προσεχτικά πάνω σε μια στοίβα από χαλύβδινες πλάκες καλυμμένες με διαφανές πλαστικό. «Το πόδι μου δεν πάει καλά. Δεν φανταζόμουν πως θα χρειαζόταν να κάνω μια τέτοια αναρρίχηση και η ενδορφίνη θα σταματήσει μετά από λίγο να επιδρά. Οπότε, ίσως - λέως ίσως - να συναντήσω προβλήματα. Αυτό που θέλω είναι, αν τύχει και πάω πριν απ' τον Ριβιέρα, θέλω να του τα πεις. Πες του ότι εγώ ήμουν. ,Το 229


WILLIAM

GIBSON

κατάλαβες; Πες του, αττλά, ότι η Μόλι το έκανε. Αυτός θα καταλάβει. Εντάξει;» Κοίταξε γύρω της το άδειο δωμάτιο. Οι τοίχοι και το πάτωμα ήταν από σεληνιακό γρανίτη. «Γαμώτο, δεν ξέρω καν αν με ακούς». ΚΕΪΣ. Χαμογέλασε και σηκώθηκε. «Τι σου είπε ο Wintermute; Σου είπε για τη Μαρί-Φρανς; Ήταν της οικογένειας των Τέσιερ, η γενετική μητέρα της 3Τζέιν. Και της κούκλας που σκότωσε ο Άσπουλ, υποθέτω. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου είπε ένα κάρο πράγματα εκεί κάτω στο δωμάτιο του καμπαρέ... Μου εξήγησε γιατί εμφανίζεται με τη μορφή του Φιν ή κάποιου άλλου. Δεν είναι απλώς μια μάσκα* χρησιμοποιεί το πραγματικό προφίλ ως βαλβίδα για να επικοινωνήσει μαζί μας. Το έλεγε μοντέλο προσωπικότητας». Ξαφνικά, ο μεταλλικός τοίχος αντικαταστάθηκε από κάτι που έμοιαζε με βράχο. Η Μόλι πλησίασε και τον εξέτασε και ο Κέις είδε πως το χαλύβδινο τοίχωμα ήταν καλυμμένο με ένα φύλλο από κάποιο υλικό που έμοιαζε με βράχο. Το δάπεδο ήταν σκεπασμένο με άμμο. Η Μόλι έσκυψε και την εξέτασε. Έμοιαζε με άμμο στην όψη και στην αφή, αλλά όταν έβγαλε το δάχτυλό της από μέσα, η τρύπα έκλεισε και η επιφάνεια έγινε και πάλι λεία σαν την επιφάνεια ενός υγρού. Λίγο πιο πέρα το τούνελ άλλαζε κατεύθυνση. Ένα κίτρινο φως έριχνε σκιές στον τοίχο. Ξαφνικά, ο Κέις συνειδητοποίησε πως η βαρύτητα εδώ ήταν σχεδόν κανονική, πράγμα που σήμαινε πως μετά την ανάβαση θα έπρεπε τώρα να ξανακατέβει. Το πρώτο από τα ολογραφήματα τους περίμενε ακριβώς πίσω από τη στροφή. Οι φιγούρες ήταν φωτεινές καρικατούρες σε φυσικό μέγεθος. Η Μόλι, ο Αρμιτάτζ και ο Κέις Το στήθος της Μόλι ήταν τεράστιο και η μέση της πολύ λεπτή. Φορούσε ένα χοντρό μαύρο δερμάτινο μπουφάν Στο χέρι της κρατούσε ένα τρομερά πολύπλοκο όπλο γεμά το τηλεφακούς, σκοπευτήρες, σιγαστήρες και κουμπιά Στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά και στο πρόσωπό της είχε μια έκφραση ηλίθιου σαδισμού. Δίπλα της, ο Αρμιτάτζ στεκόταν προσοχή φορώντας μια χακί στρατιωτική στολή. Τα μάτια του ήταν μικροσκοπικές οθόνες τηλεόρασης που έδειχναν κάποιο χιονισμένο τοπίο με δέντρα. Τελευταία ερχόταν η φιγούρα του Κέις. Εδώ φαινόταν 230


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

πως ο Ριβιέρα - σίγουρα ήταν δική του δουλειά - δεν είχε βρει κανένα στοιχείο να παραμορφώσει. Η φιγούρα έμοιαζε χοντρικά με το είδωλο που ο Κέις έβλεπε κάθε μέρα στον καθρέφτη. Ένα κοινότοπο πρόσωπο, με κοντά μαύρα μαλλιά. Ήταν αξύριστος, όπως του συνέβαινε συχνά και στην πραγματικότητα. Η Μόλι έκανε ένα βήμα πίσω. «Προσπαθείς να μας πεις κάτι, Πίτερ;» ρώτησε χαμηλόφωνα. Ύστερα έκανε ένα βήμα μπροστά και κλότσησε μια μικρή συσκευή που βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της εικόνας της. Οι φιγούρες χάθηκαν, «θα πρέπει να συνδέθηκε και να το προγραμμάτισε κατευθείαν», είπε. Προσπέρασε μια παμπάλαιη λάμπα στηριγμένη στον τοίχο και προστατευμένη από ένα μεταλλικό πλέγμα. Το Ότιλ της διακόσμησης είχε κάτι το παιδιάστικο. Ο Κέις θυμήθηκε τα καταφύγια που έφτιαχνε στα μικράτα του στις ταράτσες των κτιρίων ή στα υπόγεια. Ήταν όπως το καταφύγιο ενός πλουσιόπαιδου. Η Μόλι προσπέρασε άλλη μια ντουζίνα ολογραφήματα προτού φτάσει στην είσοδο του διαμερίσματος της 3Τζέιν. Ένα απ' αυτά έδειχνε το αόματο πλάσμα που είχαν δει στο δρομάκι της Κωνσταντινούπολης. Μερικά άλλα παρουσίαζαν σκηνές βασανιστηρίων όπου οι βασανιστές ήταν πάντοτε στρατιωτικοί και τα θύματα πάντοτε νέες γυναίκες. Η Μόλι έστρεψε το βλέμμα της αλλού όταν περνούσε δίπλα τους. Το τελευταίο ήταν θολό και μικρό σαν να είχε βγει από κάποια βαθιά πτυχή της μνήμης του Ριβιέρα. Η Μόλι γονάτισε για να το εξετάσει. Ήταν παρμένο από την οπτική γωνία των αισθήσεων ενός μικρού παιδιού. Οι προηγούμενες εικόνες δεν είχαν φόντο, ήταν σκέτες προβολές σε πρώτο πλάνο. Αυτό εδώ είχε. Ένας σκούρος σωρός από μπάζα υψωνόταν μπροστά στον άχρωμο ουρανό. Στο βάθος φαίνονταν μισολειωμένοι σκελετοί από ουρανοξύστες. Τα μπάζα έμοιαζαν με δίχτυ από σκουριασμένα σίδερα και μεγάλες τσιμεντένιες πλάκες. Σε πρώτο πλάνο, το έδαφος θύμιζε κάποια πλατεία της πόλης. Στη μέση υπήρχε κάτι που έμοιαζε με παλιό σιντριβάνι. Στη βάση του ο στρατιώτης και τα παιδιά ήταν ακίνητοι. Η σκηνή ήταν κάπως μπερδεμένη. Η Μόλι αντιλήφθηκε το 231


WILLIAM

GIBSON

νόημα πριν από τον Κέις. Την ένιωσε να σφίγγεται. Σηκώθηκε κι έφτυσε χάμω. Παιδιά. Ντυμένα με κουρέλια. Τα δόντια τους γυάλιζαν σαν ξυράφια. Τα παραμορφωμένα πρόσωπά τους ήταν γεμάτα πληγές. Ο στρατιώτης ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με το στόμα και το λαιμό του ξεσκισμένα. Έτρωγαν. «Βόνη», είπε η Μόλι σε ήρεμο τόνο. «Είσαι γέννημα-θρέμα της. Έτσι, Πίτερ; Αλλά έτσι έπρεπε. Η 3Τζέιν είναι πολύ σνομπ για ν' ανοίξει την πόρτα της στον κάθε κλεφταράκο. Οπότε ο Wintermute βρήκε εσένα. Τον εραστή των δαιμόνων, Πίτερ. Αλλά την έπεισες να μ' αφήσει να μπω. Σ' ευχαριστώ. Τώρα θα διασκεδάσουμε». Την επόμενη στιγμή απομακρυνόταν με γρήγορο βήμα παρ' όλο τον πόνο της - από τις εικόνες της παιδικής ηλικίας του Ριβιέρα. Έβγαλε το ρουκετοβόλο της κι άλλαξε το γεμιστήρα. Έβαλε το δάχτυλό της στο ύψος του λαιμού της στολής και την άνοιξε στα δυο με μια απότομη κίνηση. Η λεπίδα της έσκισε το σκληρό πολυανθρακικό υλικό σαν να ήταν από μετάξι. Την έβγαλε και την πέταξε πάνω στην ψεύτικη άμμο. Τότε, ο Κέις πρόσεξε τη μουσική. Μια άγνωστη μελωδία από πνευστά και πιάνο. Η είσοδος στον κόσμο της 3Τζέιν δεν είχε πόρτα. Ήταν μια ανώμαλη οπή στον τοίχο του διαδρόμου. Ανόμοια σκαλιά οδηγούσαν κάτω. Από το βάθος ερχόταν ένα αχνό γαλάζιο φως, σκιές και μουσική. «Κέις», είπε η Μόλι, ενώ στεκόταν ακίνητη. Σήκωσε το αριστερό της χέρι, χαμογέλασε και άγγιξε την ανοιχτή παλάμη με τα χείλια της. «Πάω». Ένα μικρό, βαρύ αντικείμενο βρέθηκε στο αριστερό της χέρι. Ο αντίχειράς της άγγιξε ένα διακόπτη. Άρχισε να κατεβαίνει.

232


18

Της ξέφυγε για ένα χιλιοστό. Παραλίγο να τα καταφέρει. Ο Κέις σκέφτηκε πως μπήκε όπως ακριβώς έπρεπε. Είχε το σωστό παλμό. Ήταν κάτι που το ένιωσε, που θα μπορούσε να το πει βλέποντας έναν άλλο χειριστή του ηλεκτροσύμπαντος μπροστά στην κονσόλα του με τα δάχτυλα να χαϊδεύουν το πληκτρολόγιο. Είχε αυτό το κάτι, την κίνηση. Και ήταν προετοιμασμένη για την είσοδό της. Είχε αγνοήσει τον πόνο του ποδιού της και είχε κατέβει τις σκάλες της 3Τζέιν με άνεση σαν να βρισκόταν στο σπίτι της, με τον αγκώνα στερεωμένο στη μέση της, τον βραχίονα σηκωμένο και τον καρπό χαλαρό. Η κάννη του όπλου σάρωσε την αίθουσα με τη μελετημένη αδιαφορία ενός μονομάχου της Αναγέννησης· ν Ήταν αληθινή παράσταση. Έμοιαζε με σύμπτυξη όλων των φτηνών πολεμικών ταινιών που είχε δει ο Κέις από μικρός. Για μια στιγμή, η Μόλι έγινε ένας ήρωας του πιστολιού όπως ο Σόνυ Μάο στα παλιά βίντεο, ο Μίκι Σίμπα και όλοι οι άλλοι μέχρι τον Λη και τον Ήστγουντ. Μπήκε σαν να μην έτρεχε τίποτε. Η Λαίδη 3Τζέιν Μαρί-Φρανς Τέσιερ-Άσπουλ είχε σκάψει μια ολόκληρη έκταση κι είχε φτιάξει ένα λιβάδι στο εσωτερικό του Straylight, γκρεμίζοντας όλους τους τοίχους που ανήκαν στη δικαιοδοσία της. Ζούσε μέσα ο' ένα δωμάτιο τόσο μεγάλο, που η άκρη του χανόταν στο βάθος σ' έναν ανάποδο ορίζοντα που δημιουργούσε το καμπύλο δάπεδο. Το 233


WILLIAM

GIBSON

ταβάνι ήταν χαμηλό και ανώμαλο, φτιαγμένο αττό το ίδιο υλικό σαν βράχος που κάλυπτε τους τοίχους του διαδρόμου. Εδώ κι εκεί, στο πάτωμα, φαίνονταν τα απομεινάρια των τοίχων που αποτελούσαν παλιά κάποιο λαβύρινθο. Τρία μέτρα πέρα από το τέλος της σκάλας άρχιζε μια τετράγωνη γαλάζια πισίνα. Οι προβολείς της ήταν τα μόνα φώτα στο δωμάτιο. Το νερό έστελνε γαλάζιες ανταύγειες στο ταβάνι. Την περίμεναν δίπλα στην πισίνα. Ο Κέις ήξερε πως τ' αντανακλαστικά της είχαν οξυνθεί, πως οι νευροχειρουργοί τα είχαν ρυθμίσει για μάχη σώμα με σώμα, αλλά ήταν η πρώτη του εμπειρία μέσα από τη σύνδεση της υπνοϋποβολής. Έμοιαζε με ταινία παιγμένη σε αργή κίνηση, ένας αργός χορός στο ρυθμό της πολύχρονης εκπαίδευσης και του φονικού ενστίκτου. Με μια ματιά υπολόγισε τη θέση τους. Το αγόρι στεκόταν πάνω στη σανίδα καταδύσεων της πισίνας, το κορίτσι χαμογελούσε κρατώντας ένα ποτήρι κρασί και το πτώμα του Άσπουλ είχε την αριστερή κόγχη του ματιού μαυρισμένη. Φορούσε τη βισινιά ρόμπα του. Τα δόντια του ήταν κάτασπρα. Το αγόρι βούτηξε. Η χειροβομβίδα έφυγε από το χέρι της προτού εκείνος αγγίξει το νερό. Ο Κέις αναγνώρισε το αντικείμενο μόλις το είδε: ήταν ένας πυρήνας από εκρηκτικό, τυλιγμένος με δέκα μέτρα λεπτό ατσάλινο σύρμα. Το ρουκετοβόλο της ούρλιαξε καθώς έστειλε μια ριπή από εκρηκτικές ρουκέτες στο κεφάλι του Άσπουλ, που εξαφανίστηκε αφήνοντας την άσπρη πλαστική καρέκλα να καπνίζει μισολειωμένη. Η κάννη στράφηκε προς την 3Τζέιν καθώς η έκρηξη της χειροβομβίδας έστελνε έναν πίδακα νερού στο ταβάνι. Ό μως το λάθος είχε γίνει. Ο Χίντεο δεν χρειάστηκε ούτε να την αγγίξει. Το πόδι της παρέλυσε. Στο Garvey, ο Κέις ούρλιαξε.

«Άργησες», είπε ο Ριβιέρα καθώς έψαχνε τις τσέπες της. Τα χέρια της ήταν χωμένα σε μια μαύρη σφαίρα στο μέγεθος μιας μπάλας του μπόουλινγκ. «Παρακούθησα κάποτε στην Άγκυρα μια μαζική δολοφονία», είπε ο Ριβιέρα καθώς 234


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

άδειαζε τις τσέπες της. «Με χειροβομβίδα. Σε μια πισίνα. Η έκρηξη μου φάνηκε αδύναμη, αλλά πέθαναν όλοι ακαριαία από υδροστατικό σοκ». Ο Κέις ένιωσε τη Μόλι να κουνάει τα δάχτυλά της. Το υλικό της σφαίρας έμοιαζε μαλακό σαν αφρολέξ. Ο πόνος του ποδιού της την τρέλαινε. «Στη θέση σου δεν θα τα κουνούσα». Το εσωτερικό της σφαίρας έγινε λίγο πιο σφιχτό. «Είναι ένα ερωτικό παιχνίδι που αγόρασε η Τζέιν στο Βερολίνο. Ό σ ο κινείσαι τόσο σε σφίγγει. Θα σου λειώσει τα δάχτυλα. Είναι μια παραλλαγή του υλικού με το οποίο φτιάχνουν τον τεχνητό βράχο. Έχει σχέση με τα μόρια, νομίζω. Πονάς;» Η Μόλι βόγγηξε. «Φαίνεται πως έχεις πληγωθεί στο πόδι». Τα δάχτυλά του βρήκαν το πακέτο με τα ναρκωτικά στην τσέπη του τζιν της. «Α, η τελευταία μου δόση από τον Αλί έφτασε στην ώρα της». Ένα κόκκινο πέπλο απλώθηκε μπροστά στα μάτια της. «Χίντεο», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, «χάνει τις αισθήσεις της. Δώσε της κάτι για τον πόνο. Είναι πολύ εντυπωσιακή, δεν συμφωνείς, Πίτερ; Αυτά τα γυαλιά, είναι της μόδας στον τόπο της;» Ένιωσε δυο έμπειρα χέρια να την πιάνουν και το τσίμπημα μιας βελόνας. «Πού να ξέρω;» είπε ο Ριβιέρα. «Δεν έχω πάει ποτέ στην πατρίδα της. Εμένα με πήραν από την Τουρκία». «Η Παροικία· ναι, ξέρω. Έχουμε επιχειρήσεις εκεί. Κάποτε στείλαμε και τον Χίντεο. Ήταν δικό μου λάθος. Άφησα κάποιον να μπει εδώ, έναν κλέφτη. Πήρε το τερματικό (γέλασε). Τον διευκόλυνα. Έτσι, για να ενοχλήσω τους άλλους. Ήταν όμορφο παιδί ο διαρρήκτης μου. Ξύπνησε, Χίντεο; Μήπως πρέπει να της δώσεις κι άλλο;» «Ανπάρει κι άλλο θα πεθάνει», ακούστηκε μια τρίτη φωνή. Το κόκκινο πέπλο έγινε μαύρο. Ακούστηκε πάλι η μουσική, πνευστά και πιάνο. Ήταν χορευτική μουσική. ΚΕΪΣ::::: : : : : : :ΑΠΟ ΣΥΝΔΕΣΟΥ: 235


WILLIAM

GIBSON

Ο Κέις έβγαλε τα ηλεκτρόδια και είδε τον Μάλκουμ να τον κοιτάζει. «Φώναξες, φ' λε, πριν αττ' λίγο». «Η Μόλι», είπε. «Χτυπήθηκε». Πήρε ένα άσπρο πλαστικό μπουκάλι και ήπιε μερικές γουλιές νερό. «Δεν μου αρέσει καθόλου η εξέλιξη που παίρνουν τα πράγματα». Η μικρή οθόνη μπροστά του άναψε και εμφανίστηκε ο Φιν. «Ούτε κι εμένα. Έχουμε πρόβλημα». Ο Μάλκουμ κοίταξε πάνω από τον ώμο του Κέις. «Ποιος είν' πάλι αυτός, Κέις;» «Αυτό είναι απλώς μια εικόνα, Μάλκουμ. Είναι ένας τύπος που τον ξέρω από την Παροικία. Ο Wintermute μας μιλάει και χρησιμοποιεί την εικόνα για να μη μας φαίνεται περίεργος». «Μαλακίες», είπε ο Φιν. «Όπως είπα και στη Μόλι, αυτές δεν είναι μάσκες. Είναι απαραίτητες για να μπορέσω να σας μιλήσω. Γιατί δεν έχω δική μου προσωπικότητα. Ό λ α αυτά όμως είναι αερολογίες, Κέις, γιατί όπως σου είπα, έχουμε πρόβλημα». «Εκφράσου λοιπόν, Mute», είπε ο Μάλκουμ. «Αρχικά, το πόδι της Μόλι την έχει εγκαταλείψει. Η κοπέλα δεν μπορεί να περπατήσει. Κανονικά, έπρεπε να σκοτώσει τον Ριβιέρα, να αποσπάσει τη μαγική λέξη από την 3Τζέιν, να πάει στο κεφάλι και να του την πει. Τώρα τα σκότωσε. Αοιπόν, θέλω εσείς οι δυο να πάτε να τη βρήτε». Ο Κέις κοίταξε το πρόσωπο στην οθόνη. «Εμείς;» «Εμ, ποιος άλλος;» «Ο Αερόλ», είπε ο Κέις, «ο τύπος που είναι στο Babylon Rocker, ο φίλος του Μάλκουμ». «Όχι. Πρέπει να πάτε εσείς. Πρέπει να είναι κάποιος που να καταλαβαίνει τη Μόλι, να καταλαβαίνει και τον Ριβιέρα. Ο Μάλκουμ θα σε βοηθήσει». «Ξεχνάς ίσως πως εγώ εδώ τρέχω το πρόγραμμα. Εμένα με προσέλαβες για...» «Κέις, άκου! Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Άκου. Η σύνδεσή σου με το Straylight γίνεται μέσω μιας παράπλευρης εκπομπής από το σύστημα πλοήγησης του Garvey. Θα οδηγήσετε το Garvey σε μια ιδιωτική προβλήτα που θα σας υποδείξω εγώ. Ο κινεζικός ιός έχει καταλάβει τώρα το Ηοsaka. Ό τ α ν προσεγγίσετε, ο ιός θα παρεμβληθεί στο σύστη236


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

μα ασφαλείας του Straylight και θα κόψουμε την εκττομττή. Θα πάρεις την κονσόλα σου, τον Φλάτλαϊν και τον Μάλκουμ. Θα βρεις την 3Τζέιν, θα σου πει τη λέξη, θα σκοτώσεις τον Ριβιέρα και θα πάρεις το κλειδί από τη Μόλι. Μπορείς να παρακολουθήσεις το πρόγραμμα, συνδέοντας την κονσόλα σου στο σύστημα του Straylight. Θα το κανονίσω εγώ. Υπάρχει μια υποδοχή στο πίσω μέρος του κεφαλιού». «Να σκοτώσω τον Ριβιέρα;» «Να τον σκοτώσεις». Ο Κέις ένιωσε το χέρι του Μάλκουμ στον ώμο του. «Ε! Ξέχασες κάτι», είπε. Ένιωσε μια άγρια χαρά να φουντώνει μέσα του. «Τα σκάτωσες. Κατέστρεψες τα χειριστήρια που κατευθύνουν τους βραχίονες, όταν σκότωσες τον Αρμιτάτζ. Είμαστε κολλημένοι με το "Haniva". Ο Αρμιτάτζ έκαψε το άλλο Hosaka και το κεντρικό κομπιούτερ χάθηκε με την καμπίνα πλοήγησης· σωστά;» Ο Φιν κούνησε το κεφάλι. «Οπότε, έχουμε κολλήσει εδώ. Και αυτό σημαίνει πως είσαι χαμένος». Ήθελε να γελάσει αλλά το γέλιο του στάθηκε στο λαιμό. «Φ' λε, Κέις», είπε απαλά ο Μάλκουμ, «το Garvey είναι ρυμουλκό». «Σωστά», είπε ο Φιν, και χαμογέλασε.

«Διασκεδάζετε καλά εκεί έξω;» ρώτησε το κατασκεύασμα μόλις ο Κέις ξανασυνδέθηκε. «Υποθέτω πως αυτός ήταν ο Wintermute...» «Ακριβώς. Πώς πάει ο Kuang;» «Μια χαρά. Παλικάρι». «Εντάξει. Είχαμε κάτι προβλήματα, αλλά θα τα φροντίσουμε». «Για λέγε». «Δεν έχω καιρό». «Εντάξει, αγόρι μου, δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς εγώ είμαι νεκρός». «Άντεπηδήξου», έβρισε ο Κέις και μεταφέρθηκε βάζοντας τέρμα στο παγερό γέλιο του Φλάτλαϊν.

237


WILLIAM

GIBSON

«Ονειρευόταν να δημιουργήσει μια κατάσταση όπου η ατομική συνείδηση θα έπαιζε πολύ μικρό ρόλο», έλεγε η 3Τζέιν. Έδειξε στη Μόλι ένα ανάγλυφο μενταγιόν. Το πρόσωπο στο μενταγιόν της έμοιαζε πολύ. «Ένα είδος νιρβάνα. Νομίζω πως θεωρούσε την εξέλιξη των εγκεφαλικών ημισφαιρίων σαν ένα λάθος της φύσης. Ένα μέλος της οικογένειας θα υπέφερε τα δεινά της ατομικής συνείδησης μόνο σε ειδικές περιπτώσεις...» Η Μόλι κούνησε το κεφάλι της. Ο Κέις θυμήθηκε την ένεση. Τι της είχαν δώσει; Ο πόνος δεν είχε σταματήσει, αλλά τον ένιωθε σαν μια δέσμη μπερδεμένων εντυπώσεων. Όταν δεν συγκέντρωνε την προσοχή του τον ένιωθε σαν ένα ανώδυνο μούδιασμα στο πόδι της. Αν το φάρμακο είχε τέτοια επίδραση στο νευρικό της σύστημα, πώς να επηρέαζε άραγε τη συνείδησή της; Η όρασή της ήταν αφύσικα καθαρή. Τα αντικείμενα γύρω της έμοιαζαν να πάλλονται συντονισμένα το καθένα στη δική του συχνότητα. Τα χέρια της ήταν ακόμη φυλακισμένα μέσα στη μαύρη σφαίρα. Καθόταν σε μια από τις πολυθρόνες της πισίνας με το σπασμένο πόδι της ακουμπισμένο σ' ένα δερμάτινο μαξιλάρι. Η 3Τζέιν καθόταν απέναντι της τυλιγμένη μ' ένα μάλλινο παλτό. Ήταν πολύ νέα. «Πού πήγε;» ρώτησε η Μόλι. «Να πάρει τη δόση του;» Η 3Τζέιν σήκωσε τους ώμους της. «Μου είπε πότε να σ' αφήσω να μπεις», απάντησε. «Αλλά δεν ήθελε να μου εξηγήσει το γιατί. Είναι πολύ μυστηριώδης. Θα μας έκανες κακό;» Η Μόλι κοίταξε προσεχτικά τα πεταχτά μήλα, το μεγάλο στόμα, τη στενή αετήσια μύτη. Δίσταζε. «Θα τον είχα σκοτώσει. Θα είχα προσπαθήσει να σκοτώσω και το νίντζα. Ύστερα έπρεπε να μιλήσω μ' εσένα». «Γιατί; Και τι είχαμε να πούμε εμείς οι δυο;» «Θα τον σκότωνα γιατί τον μισώ. Το γιατί τον μισώ έχει σχέση με το τι είναι εκείνος και τι είμαι εγώ». «Και για το σόου», είπε η 3Τζέιν. «Είδα το σόου». Η Μόλι συμφώνησε μ' ένα νεύμα. «Αλλά τον Χίντεο;» «Γιατί ανήκει στους καλύτερους του είδους. Γιατί κάποτε ένας απ' αυτούς σκότωσε ένα φίλο μου». Η 3Τζέιν σοβάρεψε. 238


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

«Γιατί έπρεττε να δω αν θα τα κατάφερνα», προσέθεσε η Μόλι. «Και ύστερα θα μιλούσαμε; Ό π ω ς τώρα, ας πούμε;» Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και ίσια, χωρισμένα στη μέση και τραβηγμένα πίσω σε κότσο, «θέλεις να μιλήσουμε;» «Βγάλε μου αυτό», είπε η Μόλι σηκώνοντας τα χέρια της. «Σκότωσες τον πατέρα μου», είπε η 3Τζέιν με άχρωμη φωνή. «Σε παρακολουθούσα από τα μόνιτορ. Τα έλεγε: "τα μάτια της μητέρας μου"». «Κι εκείνος σκότωσε την κούκλα που σου έμοιαζε». «Του άρεσαν οι μεγάλες χειρονομίες», απάντησε η 3Τζέιν. Εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε δίπλα της ο Ριβιέρα. Ήταν μαστουρωμένος από τα ναρκωτικά και φορούσε τα γκρίζα ρούχα που τον έκαναν να μοιάζει με κατάδικο. «Γνωριστήκατε; Είναι ενδιαφέρουσα κοπέλα, έτσι;» Πλησίασε τη Μόλι. «Ξέρεις, δεν πρόκειται να πετύχει». «Σοβαρά, Πίτερ;» Η Μόλι κατάφερε να χαμογελάσει. «Ο Wintermute δεν είναι ο πρώτος που κάνει το ίδιο λάθος. Εννοώ να με υποτιμήσει». Πλησίασε σ' ένα άσπρο τραπέζι και γέμισε ένα βαρύ κρυστάλλινο ποτήρι με μεταλλικό νερό. «Μου μίλησε, Μόλι. Υποθέτω πως μίλησε σε όλους μας. Σ' εσένα, στον Κέις, ο' αυτό το ερείπιο τον Αρμιτάτζ. Ξέρεις, δεν μπορεί να μας καταλάβει πραγματικά. Έχει φτιάξει τα προφίλ του, αλλά αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά στατιστικά μοντέλα. Εσύ και ο Κέις μπορεί να ακολουθείτε τις στατιστικές προβλέψεις, κούκλα μου, αλλά εγώ διαθέτω κάτι που είναι από τη φύση του απρόβλεπτο». Ήπιε. «Και τι είναι αυτό, Πίτερ;» ρώτησε η Μόλι. Ο Ριβιέρα χαμογέλασε. «Η διαστροφή». Πλησίασε πάλι τις δυο γυναίκες κρατώντας στο χέρι του το βαρύ ποτήρι. Ήταν ένας σκαλισμένος κύλινδρος ορυκτού κρυστάλλου. «Η ευχαρίστηση να κάνεις πράξεις χωρίς λόγο. Εγώ, λοιπόν, πήρα μιοί πολύ σοβαρή απόφαση, Μόλι». «Π, Πίτερ», είπε η 3Τζέιν σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί. «Δεν θα μάθεις τη λέξη. Βλέπεις, μου το είπε κι αυτό. Φυσικά η 3Τζέιν ξέρει τον κώδικα αλλά δεν θα σου τον πει. Ούτε στον Wintermute. Η Τζέιν μου είναι φιλόδοξη κοπέλα». Χαμογέλασε. «Έχει τα δικά της διεστραμμένα σχέδια για την οικογενειακή αυτοκρατορία, και δυο παρανοϊκές τε239


WILLIAM

GIBSON

χνητές νοημοσύνες δεν πρόκειται να την εμποδίσουν. Πάνω στην ώρα λοιπόν, έρχεται ο Ριβιέρα να τη βοηθήσει. Της λέει να κάτσει ήσυχα. Της λέει: "Παίξε τους αγαπημένους δίσκους του μπαμπά κι εγώ θα σου φέρω ένα μπαλέτο να χορέψει για το νεκρό βασιλιά Άσπουλ''». Απόσωσε το νερό που έμενε στο ποτήρι. « " Ό χ ι , μπαμπάκα, δεν σε χρειαζόμαστε άλλο, τώρα που ο Πίτερ είναι εδώ"». Ύστερα, με το πρόσωπο ξαναμμένο από την κοκαΐνη και τη μεπεριδίνη, τίναξε το ποτήρι του πάνω στον αριστερό της φακό μετατρέποντας την εικόνα σε μια μάζα από αίμα και φως.

Όταν ο Κέις έβγαλε τα ηλεκτρόδια, είδε τον Μάλκουμ μπροστά στο κεντρικό ταμπλό που βρισκόταν στο ταβάνι της καμπίνας. «Ο Mute μας π' γαίνει στ' ν αποβάθρα», είπε ο Σιωνίτης. «Ο Μάλκουμ θα π' λοτάρει την προσέγγ' ση. Στο μεταξύ θα βγάλ' έν' εργαλείο». «Έχεις εργαλεία εκεί μέσα;» «Τούτο δω», είπε ο Μάλκουμ αφού άνοιξε το ταμπλό και έβγαλε μια παλιά καραμπίνα Remington. «Μερικοί λένε πως απ' αυτό βγαίνει η αλήθεια». Το κουτάκι της καραμπίνας είχε αφαιρεθεί και είχε αντικατασταθεί από μια λαβή πιστολιού. Η κάννη ήταν πριονισμένη. «Μόνο αυτό έχεις;» «Φυσικά, φ' λε. Εμείς του Ρασταφαριανού Ναυτικού πιστεύουμε σ' αυτό». Ο Κέις ξαναφόρεσε τα ηλεκτρόδια. Είχε εγκαταλείψει τον καθετήρα του. Τουλάχιστον θα μπορούσε να κατουρήσει κανονικά στη Βίλα Straylight κι ας ήταν η τελευταία του φορά. Συνδέθηκε.

«Έ», είπε το κατασκεύασμα, «ο Πίτερ τα έχει χάσει τελείως, έτσι;» Τώρα είχαν γίνει ένα μέρος από τον «πάγο» της ΤέσιερΆσπουλ. Τα σμαραγδένια τόξα ήταν πια φαρδύτερα και είχαν συγχωνευτεί σε μια ενιαία μάζα. Το κινεζικό πρόγραμμα 240


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

γύρω τους είχε γίνει σχεδόν ολόκληρο πράσινο. «Πλησιάζουμε, Ντίξι;» «Είμαστε πολύ κοντά. Θα σε χρειαστώ σύντομα». «Άκου, Ντιξ. Ο Wintermute λέει πως ο Kuang έχει καταλάβει το Hosaka. Θα αποσυνδέσω την κονσόλα μου κι εσένα και θα σας ξανασυνδέσω στο Straylight. Ο Wintermute λέει πως ο Kuang θα φτάσει κι αυτός μέχρι εκεί, οπότε θα συνεχίσουμε την επιχείρηση μέσα από το δίκτυο του Straylight». «Περίφημα», απάντησε ο Φλάτλαϊν. «Ποτέ δεν μου άρεσε να κάνω κάτι με απλό τρόπο όταν μπορούσα να το κάνω πολύπλοκο». Ο Κέις μεταφέρθηκε.

Βρέθηκε στο σκοτάδι. Η Μόλι ήταν αναίσθητη. Οι αριθμοί του οπτικού της μικροκυκλώματος είχαν γύρω τους μια αχνή κόκκινη αύρα. 07:29:40. «Με στενοχώρησες πολύ, Πίτερ». Η φωνή της 3Τζέιν έμοιαζε να 'ρχεται από κάπου μακριά. Ο πομπός υπνοϋποβολής ήταν ανέπαφος και μετέδιδε τους ήχους που συλλάμβανε το αφτί της. Ο Ριβιέρα απάντησε κάτι ακατάληπτο. «Όχι», είπε η 3Τζέιν, «δεν είναι καθόλου αστείο. Ο Χίντεο θα φέρει ένα γιατρό, αλλά αυτό χρειάζεται χειρουργό». Έγινε σιωπή. Ο Κέις άκουγε τον παφλασμό του νερού στην πισίνα. «Τι της έλεγες όταν ήρθα;» ρώτησε ο Ριβιέρα. «Για τη μητέρα μου. Εκείνη με ρώτησε. Νομίζω πως είχε πάθει σοκ. Γιατί της το έκανες αυτό;» «Ήθελα να δω αν θα έσπαγαν». «Το ένα έσπασε. Όταν ξυπνήσει - αν ξυπνήσει - θα δούμε τι χρώμα μάτια έχει». «Είναι πολύ επικίνδυνη. Πάρα πολύ επικίνδυνη. Αν δεν ήμουν εδώ για να την μπερδέψω με τις προβολές μου πού θα ήσουν τώρα; Στα χέρια της». «Όχι», είπε η 3Τζέιν. «Υπήρχε ο Χίντεο. Νομίζω πως δεν έχεις καταλάβει τι μπορεί να κάνει ο Χίντεο. Εκείνη το κατάλαβε». 241


WILLIAM

GIBSON

«Θέλεις να πιεις κάτι;» «Ναι. Κρασί». Ο Κέις αποσυνδέθηκε.

Ο Μάλκουμ είχε αρχίσει τη διαδικασία προσέγγισης, σκυμμένος πάνω στα όργανα πλοήγησης του Garvey. Στην κεντρική οθόνη του σκάφους, το Stray light ήταν ένα σταθερό κόκκινο τετράγωνο, ενώ το Garvey φαινόταν σαν ένα πράσινο παραλληλόγραμμο που μίκραινε σταδιακά καθώς πλησίαζε στο πρώτο. «Έχουμε μία ώρα καιρό», είπε ο Κέις ενώ τραβούσε τα καλώδια απ' το Hosaka. Οι μπαταρίες της κονσόλας του μπορούσαν να διαρκέσουν επί ενενήντα λεπτά, αλλά το κατασκεύασμα του Φλάτλαϊν κατανάλωνε επιπλέον ενέργεια. Στερέωσε το κατασκεύασμα στο κάτω μέρος του Ono-Sendal με αυτοκόλλητη ταινία. Χρησιμοποίησε μια ζώνη ασφαλείας για να φτιάξει ένα πρόχειρο «καγκουρό» και κρέμασε τις συσκευές μπροστά στο στήθος του. Κατόπιν, φόρεσε το δερμάτινο τζάκετ του κι έκανε έναν έλεγχο στις τσέπες του. Βρήκε το διαβατήριο που του είχε δώσει ο Αρμιτάτζ, την πιστωτική του κάρτα, την κάρτα που είχε βγάλει για το Φρίσαϊντ, δυο δερματικούς δίσκους με μπεταφενεθυλαμίνη, ένα ρολό από νέα γιεν, μισό πακέτο τσιγάρα και το σούρικεν. Ο Μάλκουμ γύρισε και τον κοίταξε. «Μου μ' λάει ο Mute, φ' λε», είπε. «Λέει πως μπέρδεψε το σύστημα ασφαλείας. Το Garvey προσεγγίζει σ' έν άλλ' σκάφος, έν' που περ' μένουν απ' τη Βαβυλόνα. Ο Mute μ' στέλνει τους κώδικες». «Θα φορέσουμε στολές;» «Πολύ βαριές. Μείνε στο κάθ' σμά σου ώσπου να σ' πω». Ο Κέις παρακολούθησε στην οθόνη το πράσινο τετράγωνο να μικραίνει ακόμη λίγο και να καλύπτει ακριβώς το κόκκινο. Το «Haniwa »ήταν ακόμη κολλημένο πάνω τους αλλά από το Straylight βγήκε ένας κίτρινος αρθρωτός βραχίονας που το παρέκαμψε και συνδέθηκε κατευθείαν στο Garvey. Το σκάφος κλυδωνίστηκε. «Φ' λε», είπε ο Μάλκουμ, «πρόσ' χε τη βαρύτητα». Μια ντουζίνα μικρά αντικείμενα έπεσαν στο πάτωμα της καμπίνας σαν να τα είχε τραβήξει μαγνήτης. Ο Κέις έβηξε καθώς 242


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

τα όργανα του έπαιρναν άλλη διάταξη. Η κονσόλα και το κατασκεύασμα πιέζονταν τώρα πάνω στο στομάχι του. Είχαν συνδεθεί στην άτρακτο και περιστρέφονταν μαζί της. Ο Μάλκουμ τεντώθηκε στο κάθισμά του. «Έλα, φ^ λε, αφού λες πως ο χρόν' ς επείγει».

243


19

Καθώς έβγαινε από το στεγανό της πλώρης του Marcus Garvey, ο Κέις θυμήθηκε πως το Straylight ήταν ένα παρασιτικό κατασκεύασμα. Απορροφούσε αέρα και νερό από το Φρίσαϊντ και δεν είχε δικό του οικοσύστημα. Ο σωλήνας σύνδεσης που οδηγούσε στην αποβάθρα ήταν μια πιο πολύπλοκη έκδοση εκείνου που είχαν χρησιμοποιήσει για να φτάσουν στο «Haniwa» σχεδιασμένος για να λειτουργεί στις συνθήκες τεχνητής βαρύτητας της περιστρεφόμενης ατράκτου. Ήταν ένα ραβδωτό τούνελ με εσωτερικές υδραυλικές αρθρώσεις, καλυμμένο μ' ένα στρώμα αντιολισθητικού πλαστικού. Οι ραβδώσεις μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως σκαλιά στα κατακόρυφα τμήματα. Ο σωλήνας έκανε το γύρο του «Haniwa». Ήταν οριζόντιος στο σημείο όπου συναντούσε το Carvey, αλλά έστριβε απότομα προς τα πάνω και αριστερά, γύρω από την άτρακτο του γιοτ. Ο Μάλκουμ ανέβαινε τη ραβδωτή σκάλα κρατώντας στο ένα χέρι τη Remington. Φορούσε μια παλιά λεκιασμένη φόρμα, το πλαστικό μπουφάν του κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια με κόκκινες σόλες. Το αυτοσχέδιο «καγκουρό» του Κέις βάραινε στους ώμους του. Το μόνο που ένιωθε τώρα ήταν φόβος. Είχε καταληφθεί από τρόμο. Προσπάθησε να τον καταπολεμήσει και να θυμηθεί την περιγραφή που είχε κάνει ο Αρμιτάτζ σχετικά με τη βάση του δορυφόρου και τη Βίλα Straylight. Άρχισε να σκαρφαλώνει. Το οικοσύστημα του Φρίσαϊντ ήταν πε245


WILLIAM

GIBSON

ριορισμένο αλλά όχι κλειστό. Η Σιώνήταν ένα κλειστό σύστημα, ικανό να ανακυκλώνεται επί χρόνια χωρίς κανένα εξωτερικό εφοδιασμό. Το Φρίσαϊντ είχε τη δική του τταραγωγή σε αέρα και νερό, αλλά εξαρτιόταν από τη Γη σε τροφές και λιπάσματα. Η Βίλα Strayllght δεν παρήγε τίποτε δικό της. «Φ' λε», είπε ήσυχα ο Μάλκουμ. «Έλα δω, δίπλα μου». Ο Κέις μετακινήθηκε στο πλάι και ανέβηκε τα λίγα «σκαλιά» που τον χώριζαν από τον Σιωνίτη. Ο σωλήνας τερματιζόταν σ' ένα λείο ελλειψοειδές στεγανό που είχε διάμετρο δύο μέτρα. Οι υδραυλικοί βραχίονες συνδέονταν σε μια σειρά ελαστικές υποδοχές στο πλαίσιο του στεγανού. «Λοιπόν, τώρα, τι...» Ο Κέις έκοψε την κουβέντα του στη μέση καθώς η πόρτα του στεγανού άνοιξε. Ο Μάλκουμ σύρθηκε μέσα και ο Κέις άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο της ασφάλειας του όπλου που ελευθερωνόταν. «Εσύ δεν είσαι αυτός που βιάζεται;» ψιθύρισε ο Μάλκουμ. Ο Κέις τον προσπέρασε. Βρέθηκαν ο' ένα στρογγυλό δωμάτιο με μπλε δάπεδο από αντιολισθητικό πλαστικό. Ο Μάλκουμ τον σκούντησε και του έδειξε ένα μόνιτορ στερεωμένο στον τοίχο. Στην οθόνη είδαν έναν ψηλό άντρα με τα χαρακτηριστικά των ΤέσιερΆσπουλ. Στεκόταν δίπλα σ' ένα στεγανό σαν αυτό από το οποίο είχαν μπει. «Συγνώμη, σερ», ακούστηκε μια φωνή από ένα μεγάφωνο, «σας περιμέναμε αργότερα στην κεντρική αποβάθρα. Μια στιγμή, παρακαλώ». Στο μόνιτορ ο άντρας φάνηκε ν' ανυπομονεί. Η πόρτα στ' αριστερά τους άνοιξε, και ο Μάλκουμ σήκωσε το όπλο του. Ένας κοντός Ασιάτης με πορτοκαλί στολή μπήκε μέσα και τους κοίταξε έκπληκτος. Άνοιξε το στόμα του αλλά το ξανάκλεισε δίχως να ακουστεί κάποιος ήχος. Ο Κέις έριξε μια ματιά στο μόνιτορ. Η εικόνα είχε χαθεί. «Ποιος;» κατάφερε να πει ο άλλος. «Το Ρασταφαριανό ναυτικό», είπε ο Κέις. «θέλουμε να συνδεθούμε στο σύστημα ασφαλείας σας». Ο άντρας κατάπιε με δυσκολία. «Πρόκειται για άσκηση; Κάνετε έλεγχο ετοιμότητας, δεν είναι δυνατόν». Σκούπισε τα ιδρωμένα χέρια του στη φόρμα που φορούσε. «Όχι, φ' λε, δεν είν' άσκηση». Ο Μάλκουμ σήκωσε την 246


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

καραμπίνα του μπροστά στο πρόσωπο του άλλου. «Προχώρα». Ακολούθησαν τον άντρα μέσα σ' ένα διάδρομο με λείους τοίχους και χαλιά στο πάτωμα. Ο Κέις αναγνώρισε αμέσως τους διαδρόμους του Straylight. «Ωραία χαλιά», είπε ο Μάλκουμ, «μυρίζει σαν εκκλησία». Έφτασαν ο' ένα δεύτερο μόνιτορ, ένα παμπάλαιο Sony. Μπροστά του υπήρχε μια κονσόλα με πληκτρολόγιο και μια σειρά υποδοχές για καλώδια. Η οθόνη άναψε και εμφανίστηκε ο Φιν. «Εντάξει», είπε, «ο Μάλκουμ να πάει τον τύπο πίσω στο δωμάτιο και να τον αφήσει εκεί. Θα τον κλειδώσω εγώ. Κέις, εσύ χρειάζεσαι την πέμπτη υποδοχή από αριστερά στο πάνω ταμπλό». Ο Μάλκουμ με τον αιχμάλωτό του έφυγαν και ο Κέις συνέδεσε το Ono-Sendai στην υποδοχή. Γύρισε στην οθόνη. «Είναι ανάγκη να εμφανίζεσαι μ' αυτή τη φάτσα;» ρώτησε. Η εικόνα του Φιν αντικαταστάθηκε από εκείνη του Λόνι Ζον. «Ό,τι πεις εσύ, μωρό μου», είπε ο Ζον. «Όχι», απάντησε ο Κέις, «προτιμώ τον Φιν». Καθώς η εικόνα του Ζον έσβηνε, ο Κέις φόρεσε τα ηλεκτρόδια.

«Γιατί άργησες;» ρώτησε ο Φλάτλαϊν και γέλασε. «Σου είπα να μην το κάνεις αυτό», είπε ο Κέις. «Πλάκα σου κάνω», είπε το κατασκεύασμα. «Για μένα ήταν θέμα μιας στιγμής. Για να δούμε τι έχουμε εδώ...» Ο Kuang είχε γίνει καταπράσινος, ακριβώς στο χρώμα του «πάγου» της Τ-Α. Γινόταν όλο και συμπαγέστερος, αλλά ο μαύρος καρχαρίας φαινόταν καθαρά στο κέντρο του. Έμοιαζε με παλιό τζετ χωρίς φτερά και η επιφάνειά του ήταν καλυμμένη με μαύρο γυαλιστερό υλικό. «Είναι έτοιμο», είπε ο Φλάτλαϊν. «Σωστά», προσέθεσε ο Κέις, και μεταφέρθηκε.

«...έτσι. Συγνώμη», έλεγε η 3Τζέιν, καθώς έδενε το κεφάλι της Μόλι. «Οι γιατροί λένε πως δεν υπάρχει μόνιμη βλάβη στο μάτι. Τον ήξερες καλά προτού έρθετε εδώ;» «Δεν τον ήξερα καθόλου», είπε ψυχρά η Μόλι. Ήταν ξα247


WILLIAM

GIBSON

πλωμένη ανάσκελα πάνω σ' ένα ψηλό κρεβάτι. Ο Κέις δεν ένιωθε καθόλου το πληγωμένο της πόδι. Η μαύρη σφαίρα είχε εξαφανιστεί αλλά τα χέρια της ήταν δεμένα με λουριά. «Θέλει να σε σκοτώσει». «Έτσι νομίζει». «Εγώ δεν συμφωνώ», είπε η 3Τζέιν. Η Μόλι γύρισε με δυσκολία το κεφάλι της και την κοίταξε. «Μην παίζεις μαζί μου», της είπε. «Νομίζω πως θα μου άρεσε», της χαμογέλασε η 3Τζέιν. Έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μέτωπο. Το άσπρο παλτό της ήταν λερωμένο με αίμα. «Πού πήγε τώρα;» ρώτησε η Μόλι. «Πήγε να κάνει άλλη μια ένεση. Ήταν πολύ ανυπόμονος όταν σε περιμέναμε. Νομίζω πως θα μου άρεσε πολύ να σε περιποιηθώ, Μόλι». Χαμογέλασε αφηρημένα. «Το πόδι σου χρειάζεται εγχείρηση, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα». «Και με τον Πίτερ τι θα γίνει;» «Τον Πίτερ;» Κούνησε ελαφρά το κεφάλι της. «Ο Πίτερ έχει γίνει βαρετός πια. Γενικά, βρίσκω τους τοξικομανείς βαρετούς». Γέλασε. «Ο πατέρας μου ήταν μανιώδης χρήστης όπως είδες και μόνη σου». Η Μόλι σφίχτηκε. «Μην ανησυχείς». Η 3Τζέιν χάιδεψε την κοιλιά της Μόλι. «Η αυτοκτονία του οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι εγώ άλλαξα τα όρια ασφαλείας της κατάψυξής του. Ξέρεις, δεν τον γνώρισα ποτέ από κοντά. Ό τ α ν γεννήθηκα είχε ήδη μπει στην ψύξη. Αλλά τον γνωρίζω πολύ καλά. Οι πυρήνες τα ξέρουν όλα. Παρακολούθησα τη σκηνή όταν δολοφόνησε τη μητέρα μου. Θα σου τη δείξω όταν γίνεις καλά. Τη στραγγαλίζει στο κρεβάτι». «Γιατί τη σκότωσε;» «Δεν μπορούσε να δεχθεί την κατεύθυνση που ήθελε να επιβάλει σχετικά με το μέλλον της οικογένειας. Εκείνη παράγγειλε τις δυο τεχνητές νοημοσύνες. Ήταν πολύ φιλόδοξη και είχε μεγάλα σχέδια. Μας φανταζόταν σε μια συμβιωτική σχέση με τις ΤΝ, όπου όλες οι επαγγελματικές αποφάσεις θα παίρνονταν από κείνες. Ό λ ε ς οι συνειδητές αποφάσεις θα 'λεγα καλύτερα. Η Τέσιερ-Άσπουλ θα γινόταν αθάνατη, ένας συμβιωτικός οργανισμός όπου ο καθένας από μας θα ήταν μια μονάδα μιας μεγαλύτερης οντότητας. Γοη248


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

τευτικό. Θα σου δείξω τις ταινίες της· έχω κάπου χίλιες ώρες μαγνητοσκόπησης. Ποτέ όμως δεν την κατάλαβα πραγματικά, και με το θάνατό της χάθηκαν και οι κατευθυντήριες προσπάθειές της. Χάσαμε κάθε έννοια οργάνωσης και σχεδιασμού και αρχίσαμε να γινόμαστε εσωστρεφείς. Τώρα δεν βγαίνουμε σχεδόν ποτέ έξω. Εγώ είμαι η εξαίρεση». «Είπες ότι προσπάθησες να σκοτώσεις το γέρο; Πείραξες το πρόγραμμα κατάψυξης;» Η 3Τζέιν κούνησε το κεφάλι της. «Με βοήθησε ένα φάντασμα. Ό τ α ν ήμουν μικρή νόμιζα πως υπήρχαν φαντάσματα μέσα στους πυρήνες της εταιρίας. Φωνές. Μια απ' αυτές είναι και ο Wintermute. Είναι το κωδικό όνομα της ΤΝ που βρίσκεται στη Βέρνη. Η οντότητα που σας κατευθύνει είναι ένα είδος υποπρογράμματος». «"Μια" από αυτές; Υπάρχουν κι άλλες;» «'Αλλη μία. Αλλά έχει χρόνια να μου μιλήσει. Τα παράτησε, μου φαίνεται. Υποπτεύομαι πως και οι δύο είναι καρποί κάποιων ειδικών δυνατοτήτων τις οποίες η μητέρα μου είχε ζητήσει να μπουν στον αρχικό προγραμματισμό, αλλά δεν έβγαζε μιλιά γύρω απ' αυτά όταν το έκρινε αναγκαίο. Έ λ α , πιες». Έβαλε έναν ελαστικό σωλήνα στα χείλια της Μόλι. «Νερό είναι. Μην πιεις πολύ». «Τζέιν, αγάπη μου», ακούστηκε η φωνή του Ριβιέρα, «διασκεδάζεις;» «Άφησέ μας μόνες, Πίτερ». «Παίζεις το γιατρό...» Ξαφνικά η Μόλι είδε το πρόσωπό της σαν να της είχαν βάλει έναν καθρέφτη μπροστά στα μάτια. Δεν είχε επιδέσμους. Ο αριστερός φακός ήταν σπασμένος και η κόγχη από μέσα έμοιαζε με δοχείο γεμάτο αίμα. «Χίντεο», είπε η 3Τζέιν, «χτύπα τον Πίτερ αν δεν φύγει. Πήγαινε να κολυμπήσεις, Πίτερ». Η προβολή εξαφανίστηκε. 07:58:40. Οι αριθμοί έφεγγαν στο σκοτάδι του πληγωμένου ματιού. «Είπε πως ξέρεις τον κώδικα. Το είπε και ο Πίτερ. Ο Wintermute χρειάζεται τον κώδικα». «Ναι», είπε η 3Τζέιν, «τον ξέρω. Τον έμαθα όταν ήμουν παιδί. Νομίζω πως τον έμαθα στη διάρκεια ενός ονείρου... Ή τον βρήκα κάπου στο ημερολόγιο της μητέρας μου. Νο249


WILLIAM

GIBSON

μίζω όμως πως ο Πίτερ έχει κάποιο λόγο που επιμένει να μην τον δώσω. Ίσως να έχω φασαρίες με την αστυνομία. Εξάλλου όλοι ξέρουν πως τα φαντάσματα είναι ιδιότροπα». Ο Κέις αποσυνδέθηκε.

«Παράξενο φρούτο, ε;» Ο Φιν του χαμογελούσε μέσα από την οθόνη του παλιού Sony. Ο Κέις σήκωσε τους ώμους του. Είδε τον Μάλκουμ να έρχεται από το διάδρομο κρατώντας τη Remington στο χέρι. Χαμογελούσε και κουνούσε το κεφάλι του ρυθμικά. Δυο κίτρινα καλώδια ξεκινούσαν από τ' αφτιά του και χάνονταν σε μια τσέπη του πλαστικού μπουφάν. «Μουσική, φ' λε», είπε ο Μάλκουμ. «Είσαι τρελός, γαμώτο σου», του απάντησε ο Κέις. «Ακούω μια χαρά, φ' λε. Σωστή μουσική». «Ε, παιδιά», είπε ο Φιν, «ετοιμαστείτε. Έρχεται το μεταφορικό σας μέσο». Στην καμπή του διαδρόμου εμφανίστηκε το κόκκινο αυτοκίνητο-ρομπότ. Ήταν άδειο. Πίσω από το κάθισμα ήταν σκαρφαλωμένο το μικρό Braun. «Πάμε», είπε ο Κέις στον Μάλκουμ.

250


20

To συναίσθημα του θυμού τον είχε πια εγκαταλείψει. Το αυτοκινητάκι ήταν παραφορτωμένο. Ο Μάλκουμ καθόταν με τη Remington στα γόνατα του και ο Κέις είχε βολευτεί με την κονσόλα και το κατασκεύασμα κρεμασμένα στο στήθος του. Έτρεχαν με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από αυτή που οριζόταν στις προδιαγραφές του οχήματος και στις στροφές αναγκάζονταν να γέρνουν στο πλάι πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Ο Κέις δεν είχε ιδέα πού βρίσκονταν. Ό λ α του φαίνονταν γνωστά αλλά δεν μπορούσε ν' αναγνωρίσει κανένα συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής. Πέρασαν από ένα διάδρομο με ξύλινα κουβούκλια γεμάτα με συλλογές που ήταν σίγουρος πως δεν τις είχε ξαναδεί. Ήταν σκελετοί μεγάλων πουλιών, νομίσματα και ασημένιες μάσκες. Το αυτοκίνητο γλιστρούσε αθόρυβα στα τούνελ του Straylight. Ο μόνος θόρυβος ήταν ο απαλός βόμβος του ηλεκτροκινητήρα και η μουσική που ξέφευγε από τα ακουστικά του Μάλκουμ. «Έχεις ρολόι;» ρώτησε ο Κέις. Ο Σιωνίτης κούνησε το κεφάλι του. «Ο χρόνος είναι χρόνος». «Χριστέ μου», είπε ο Κέις και έκλεισε τα μάτια του.

Το Braun σύρθηκε πάνω στο στρώμα από χαλιά και χτύπησε μ' έναν από τους μηχανικούς βραχίονές του μια βαριά 251


WILLIAM

GIBSON

πόρτα από μαύρο ξύλο. Πίσω τους ακούστηκε ένα τρίξιμο και από το κεντρικό ταμπλό του αυτοκινήτου βγήκαν σπίθες και καπνός. «Απ' δώ πρέπ' να πάμε, φ' λε;» Ο Μάλκουμ κοίταξε την πόρτα κι έβγαλε την ασφάλεια της καραμπίνας. «Ε», είπε ο Κέις, «σάμπως ξέρω κι εγώ;» «Θέλω ν' ανοίξεις την πόρτα», είπε ο Μάλκουμ. Ο Κέις έκανε ένα βήμα και δοκίμασε να γυρίσει το σκαλιστό πόμολο. Πάνω στην πόρτα υπήρχε μια επιγραφή σκαλισμένη σε παλιό μπρούντζο, τόσο παλιό που τα γράμματα είχαν σβήσει από τα αλλεπάλληλα τριψίματα. Σίγουρα το όνομα κάποιας υπηρεσίας ή κάποιου υπαλλήλου ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Ο Κέις αναρωτήθηκε αν τα έπιπλα του Straylight είχαν διαλεχτεί κομμάτι-κομμάτι ή αν είχαν αγοραστεί όλα μαζί από κάποια αποθήκη. Οι μεντεσέδες έτριξαν και η πόρτα άνοιξε. Ο Μάλκουμ προχώρησε με την καραμπίνα στο χέρι. «Βιβλία», είπε. Ήταν η βιβλιοθήκη με τα μεταλλικά ράφια. «Ξέρω πού βρισκόμαστε», είπε ο Κέις. Κοίταξε το αυτοκίνητο-ρομπότ. Καπνός ανέβαινε από το καμένο ταμπλό. «Αυτοκίνητο. Αυτοκίνητο;» Το ρομπότ δεν κινήθηκε. Το Braun είχε αγκιστρωθεί στον αστράγαλό του και του τραβούσε το πανταλόνι. Του ήρθε να το κλοτσήσει. «Ναι;» Τον παράτησε και προχώρησε πίσω από την πόρτα. Ο Κέις το ακολούθησε. Το μόνιτορ της βιβλιοθήκης ήταν ένα Sony τόσο παλιό όσο και το προηγούμενο. «Wintermute;» Στην οθόνη εμφανίστηκε η γνωστή φυσιογνωμία. Ο Φιν χαμογέλασε. «Ώρα για έλεγχο, Κέις», είπε. «Έλα, συνδέσου». Το Braun τινάχτηκε πάνω στον αστράγαλο του Κέις κι άρχισε να σκαρφαλώνει στο πόδι του. Οι μικροσκοπικές δαγκάνες του τον τσιμπούσαν μέσα από το πανταλόνι. «Γαμώτο!» Το κλότσησε μακριά κι αυτό εκτινάχτηκε πάνω στον τοίχο. Δυο από τα μηχανικά του πόδια άρχισαν να χτυπάνε τον αέρα ανεξέλεγκτα. «Τι έπαθε αυτό το καταραμένο κατασκεύασμα;» 252


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

«Κάηκε», είπε ο Φιν. «Ξέχνα το. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Και τώρα, αυνδέαου». Κάτω από την οθόνη υπήρχαν τέσσερις υποδοχές αλλά μόνο μία ήταν συμβατή με το καλώδιο του Hitachi. Συνδέθηκε.

Τίποτε. Γκρίζο κενό. Ούτε μήτρα, ούτε πλέγμα, ούτε ηλεκτροσύμπαν. Η κονσόλα είχε χαθεί. Τα δάχτυλά του ήταν... Κάπου στα όρια της συνείδησής του, ένιωσε μια φευγαλέα αίσθηση σαν κάτι να ερχόταν καταπάνω του με τρομερή ταχύτητα μέσα από ένα μαύρο καθρέφτη. Προσπάθησε να φωνάξει.

Πέρα από την άκρη της παραλίας φαινόταν να υπάρχει μια πόλη, αλλά βρισκόταν σε πολύ μεγάλη απόσταση. Κάθισε στην υγρή άμμο με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από τα γόνατά του κι άρχισε να τραμπαλίζεται μπρος-πίσω. Έμεινε έτσι για πολλή ώρα. Η πόλη, αν ήταν πόλη, είχε χαμηλά γκρίζα κτίρια. Πότε-πότε κρυβόταν πίσω από λουρίδες ομίχλης που έρχονταν από τη θάλασσα. Κάποια στιγμή, του φάνηκε πως δεν ήταν πόλη αλλά ένα και μοναδικό κτίριο, ίσως κάποιο ερείπιο. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο μακριά βρισκόταν. Η άμμος ήταν γκρίζα σαν μαυρισμένο ασήμι. Η παραλία ήταν αμμουδερή - ήταν πολύ μακριά - η άμμος ήταν υγρή - το τζιν του ήταν υγρό απ' την υγρασία της άμμου... Άρχισε πάλι να κουνιέται τραγουδώντας ένα τραγούδι χωρίς συγκεκριμένη μελωδία και χωρίς λόγια. Ο ουρανός είχε ένα διαφορετικό ασημί χρώμα. Σίμπα. Ήταν σαν τον ουρανό της Σίμπα. Να ήταν ο κόλπος του Τόκιο; Γύρισε το κεφάλι του και έψαξε για το ολογραφικό σήμα της Fuji Electric ή για κάποιο ελικόπτερο. Τίποτε. Πίσω του, ένας γλάρος έσκουζε. Ανατρίχιασε. Άρχισε να φυσάει. Η άμμος του χτυπούσε το πρόσωπο. Έχωσε το κεφάλι του ανάμεσα στα γόνατα κι έβαλε τα κλάματα. Οι λυγμοί του ακούγονταν απόμακροι και ξένοι, σαν την κραυγή του γλάρου. Ζεστά ούρα πότισαν το τζιν του 253


WILLIAM

GIBSON

και πάγωσαν γρήγορα από τον ψυχρό αέρα. Ό τ α ν τα δάκρυα του στέρεψαν, ο λαιμός του πονούσε. «Wintermute», μουρμούρισε σκυφτός σαν να μιλούσε στα γόνατά του, «Wintermute...» Σκοτείνιαζε. Άρχισε να τρέμει και τελικά το κρύο τον ανάγκασε να σηκωθεί. Τα γόνατα και οι αγκώνες του πονούσαν. Η μύτη του έτρεχε. Σκουπίστηκε με το μανίκι του τζάκετ κι άρχισε να ψάχνει τις άδειες τσέπες του. «Χριστέ μου», βόγγηξε βάζοντας τα χέρια κάτω απ' τις μασχάλες για να τα ζεστάνει. «Χριστέ μου». Τα δόντια του άρχισαν να χτυπούν. Η παλίρροια είχε αποτραβηχτεί αφήνοντας περίπλοκα σχέδια πάνω στην άμμο. Έκανε μερικά βήματα προς την κατεύθυνση της αόρατης πια πόλης και, κατόπιν, κοίταξε πίσω του. Τ' αχνάρια του σταματούσαν στο σημείο όπου καθόταν πρωτύτερα. Υπολόγιζε πως είχε καλύψει ένα περίπου χιλιόμετρο όταν πρωτοείδε το φως. Μιλούσε με τον Ρατζ κι αυτός ήταν που του το 'δείξε. Ήταν μια πορτοκαλοκόκκινη λάμψη στα δεξιά του, μακριά από την ακτή. Ήξερε πως ο Ρατζ δεν ήταν εκεί, πως ο μπάρμαν ήταν κατασκεύασμα της φαντασίας του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήθελε κάποιον για να συζητάει μαζί του κι έτσι να νιώθει πιο άνετα, αλλά ο Ρατζ είχε τις δικές του απόψεις για την κατάσταση. «Αλήθεια, καλλιτέχνη μου, μ' αφήνεις κατάπληκτο. Μπαίνεις σε τόσο κόπο για να ολοκληρώσεις την αυτοκαταστροφή σου. Στην Πόλη της Νύχτας ήταν στο χέρι σου! Είχες ναρκωτικά για να κοιμίζεις τις αισθήσεις σου, ποτά για να τα κρατάς όλα ρευστά, τη Λίντα να σου γλυκαίνει τον πόνο και η ίδια η πόλη είχε αναλάβει τα υπόλοιπα. Κοίτα πόσο μακριά έφτασες τώρα, για να κάνεις το ίδιο πράγμα... Πάρκα που κρέμονται στο Διάστημα, απόρθητα κάστρα, οι μεγαλύτεροι κακούργοι όλης της Ευρώπης, νεκροί κλεισμένοι σε κουτιά, κινεζική μαγεία...» Ο Ρατζ γέλασε καθώς περπατούσε δίπλα του με το ροζ μηχανικό του χέρι να κρέμεται άχαρα στο πλευρό του. Παρ' όλο το σκοτάδι, ο Κέις έβλεπε τις χοντροκομμένες ατσάλινες κατασκευές που συγκρατούσαν τα δόντια του. «Αλλά υποθέτω πως όλοι οι καλλιτέχνες είστε από τέτοια πάστα, σωστά; Χρειαζόσουν έναν ολόκλη254


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

ρο κόσμο ειδικά για σένα, αυτή την παραλία, αυτό το μέρος. Για να πεθάνεις». Ο Κέις στάθηκε. Γύρισε προς τη θάλασσα. «Ναι», είπε. «Μου φαίνεται πως τα σκάτωσα...» Προχώρησε προς τη θάλασσα. «Καλλιτέχνη », φώναξε ο Ρατζ. «Το φως. Είδες ένα φως. Έλα. Από δω...» Σταμάτησε πάλι, κλονίστηκε, κι έπεσε στα γόνατα λίγα εκατοστά μπροστά από το παγωμένο νερό. «Ρατζ; Φως; Ρατζ...» Είχε ολότελα σκοτεινιάσει κι ακουγόταν μόνο ο παφλασμός των κυμάτων. Σηκώθηκε με κόπο και προσπάθησε ν' ακολουθήσει τα χνάρια του πηγαίνοντας ανάστροφα την ίδια διαδρομή. Πέρασε ώρα. Περπατούσε. Ύστερα το είδε. Ήταν μια λάμψη που γινόταν όλο και δυνατότερη σε κάθε του βήμα. Ένα τετράγωνο φως, μια πόρτα. «Υπάρχει φωτιά εκεί μέσα», μονολόγησε. Ήταν ένα καταφύγιο, από πέτρα ή τσιμέντο, θαμμένο κάτω από τη μαύρη άμμο. Το άνοιγμα ήταν χαμηλό, στενό, χωρίς πορτόφυλλο, σκαμμένο σ' έναν τοίχο που είχε τουλάχιστον ένα μέτρο πάχος. «Ε», είπε σιγανά ο Κέις. «Ε...» Τα δάχτυλά του άγγιξαν τον κρύο τοίχο. Οι φλόγες σκόρπιζαν φως και η αναλαμπή τους χόρευε στα ντουβάρια της εισόδου. Έσκυψε και με δυο βήματα βρέθηκε μέσα. Μια κοπέλα ήταν κουλουριασμένη δίπλα σ' ένα σκουριασμένο σιδερένιο τζάκι όπου καίγονταν ξύλα. Το μοναδικό φως προερχόταν από τη φωτιά και καθώς το βλέμμα του συνάντησε τα μεγάλα έκπληκτα μάτια της, ο Κέις αναγνώρισε το φουλάρι που φορούσε στα μαλλιά. Είχε ένα σχέδιο που έμοιαζε με τυπωμένο κύκλωμα. Εκείνη τη νύχτα, αρνήθηκε την αγκαλιά της, αρνήθηκε την τροφή που του προσέφερε, και το πρόχειρο στρώμα από κουβέρτες και κομμάτια αφρολέξ. Κουλουριάστηκε δίπλα στην πόρτα και την κοίταζε που κοιμόταν, ακούγοντας τον αέρα να μαστιγώνει τους τοίχους του κτιρίου. Καθεμιά ώρα, σηκωνόταν κι έριχνε κι άλλα ξύλα στη φωτιά. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν ήταν αληθινό, το ήξερε* αλλά το κρύο ήταν κρύο. 255


WILLIAM

GIBSON

Ούτε και η κουλουριασμένη γυναίκα δίπλα στη φωτιά ήταν αληθινή. Κοίταξε το στόμα της· τα χείλια είχαν μείνει μισάνοιχτα. Ήταν το κορίτσι που θυμόταν από κείνο το βράδυ που είχαν πάει στο Τόκιο, κι αυτό ήταν το πιο σκληρό. «Ηλίθιε, σαδιστή», ψιθύρισε. «Δεν αφήνεις κανένα περιθώριο, έτσι; Δεν μπορούσες να μου βρεις κάποια άσχετη, ε; Ξέρω πού βρίσκομαι...» Προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή του σταθερή. «Ξέρω, καταλαβαίνεις; Ξέρω ποιος είσαι. Είσαι ο άλλος. Η 3Τζέιν το είπε στη Μόλι. Πύρινη σφαίρα. Δεν ήταν ο Wintermute, ήσουν εσύ. Προσπάθησε να με προειδοποιήσει με το Braun. Τώρα είμαι εγκεφαλικά νεκρός, είμαι εδώ. Στο πουθενά. Μ' ένα φάντασμα που βγήκε από τη μνήμη μου...» Εκείνη στριφογύρισε στον ύπνο της, μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και τράβηξε την κουβέρτα πάνω στον ώμο της. «Δεν είσαι τίποτε», είπε στην κοιμισμένη κοπέλα. «Είσαι νεκρή, και στο κάτω-κάτω δεν ήσουν τίποτε για μένα. Ακούς, φιλαράκο; Ξέρω τι προσπαθείς να κάνεις. Με ισοπέδωσες. Ό λ η αυτή η ιστορία έχει κρατήσει είκοσι δευτερόλεπτα, σωστά; Είμαι πεσμένος τάβλα στη βιβλιοθήκη και ο εγκέφαλός μου είναι νεκρός. Και σε λίγο θα είμαι νεκρός. Αυτό που θέλεις είναι να εμποδίσεις τον Wintermute, οπότε με κρέμασες εδώ πάνω. Ο Ντίξι θα οδηγήσει τον Kuang, αλλά εκείνος είναι νεκρός και μπορείς, βέβαια, να προβλέψεις τις αντιδράσεις του. Αυτή η μαλακία με τη Λίντα, είναι δική σου δουλειά από την αρχή, έτσι; Ο Wintermute προσπάθησε να τη χρησιμοποιήσει όταν με είχε μεταφέρει στη Σίμπα, αλλά δεν μπόρεσε. Είπε πως ήταν πολύπλοκο. Εσύ μετακίνησες τ' αστέρια στο Φρίσαϊντ, ή όχι; Εσύ έβαλες το πρόσωπό της στη νεκρή κούκλα του Άσπουλ. Η Μόλι δεν το είδε ποτέ αυτό. Απλώς, παρεμβλήθηκε στην εκπομπή της. Γιατί νομίζεις πως μπορείς να με πληγώσεις. Γιατί νομίζεις πως με νοιάζει. Αοιπόν, όπως κι αν λέγεσαι, άντε πηδήξου. Κέρδισες. Νίκησες. Αλλά όλα αυτά μου είναι αδιάφορα πια, κατάλαβες; Τι με νοιάζει; Αλλά γιατί μου το κάνεις αυτό, ε;» Έτρεμε. «Μωρό μου», είπε εκείνη και σηκώθηκε, «έλα να κοιμηθείς. Αν θέλεις θα ξενυχτήσω εγώ. Πρέπει να κοιμηθείς, ε256


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

ντάξει;» Η φωνή της ήταν μουδιασμένη από τον ύπνο. «Κοιμήσου. Σύμφωνοι;»

Όταν ξύπνησε, εκείνη έλειπε. Η φωτιά είχε σβήσει, αλλά έκανε ζέστη. Ο ήλιος έμπαινε από την πόρτα και σχημάτιζε ένα χρυσό τετράγωνο πάνω σ' ένα μεγάλο πλαστικό δοχείο. Ήταν ένα κοντέινερ σαν αυτά που συναντούσε κανείς στις αποβάθρες τη Σίμπα. Το δοχείο είχε στο πλάι μια τρύπα και στο εσωτερικό φαίνονταν μερικά κίτρινα πακέτα που έμοιαζαν με τεράστια πακέτα βουτύρου. Το στομάχι του σφίχτηκε από την πείνα. Πλησίασε και μάζεψε ένα. Επάνω ήταν γραμμένες οδηγίες σε διάφορες γλώσσες.: ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΝΑΓΚΗΣ, ΥΨΗΑΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ, «ΜΟΣΧΟΣ», ΤΥΠΟΣ AG-8. Ακολουθούσε μια λίστα με τα θρεπτικά υλικά που περιέχονταν στην τροφή. Μάζεψε ένα άλλο. «ΑΒΓΑ». «Αν τα στέλνεις εσύ αυτά τα σκατοτρόφιμα, θα μπορούσες να βρεις τίποτε καλύτερο, εντάξει;» είπε. Διέσχισε το καταφύγιο κρατώντας τα δυο πακέτα. Τα δυο πρώτα δωμάτια ήταν άδεια. Το τέταρτο είχε μέσα άλλα τρία δοχεία τροφίμων. «Κατάλαβα», μουρμούρισε, «θα μείνω καιρό εδώ. Το έπιασα το μήνυμα. Βέβαια...» Έψαξε στο δωμάτιο όπου υπήρχε το τζάκι και βρήκε ένα πλαστικό δοχείο γεμάτο με βρόχινο νερό. Δίπλα στις κουβέρτες υπήρχε ένας φτηνός κόκκινος αναπτήρας, ένα μαχαίρι και το μαντίλι της. Ο κόμπος ήταν δεμένος και το μαντίλι γεμάτο σκόνη και ιδρώτα. Άνοιξε τα κίτρινα πακέτα με το μαχαίρι και άδειασε το περιεχόμενο σ' ένα σκουριασμένο κονσερβοκούτι που βρήκε δίπλα στη φωτιά. Προσέθεσε νερό, ανακάτεψε το μείγμα με τα δάχτυλά του και το έφαγε. Είχε μια γεύση που θύμιζε βοδινό. Όταν τελείωσε, πέταξε το κονσερβοκούτι μέσα στο τζάκι και βγήκε. Από τη θέση του ήλιου υπολόγισε πως ήταν περασμένο απόγευμα. Έβγαλε τα παπούτσια του και βούλιαξε τα πόδια του στη ζεστή άμμο. Στο φως της ημέρας, η παραλία ήταν ασημιά. Ο ουρανός ήταν γαλανός, χωρίς σύννεφα. Έβγαλε το τζάκετ του και προχώρησε προς τη θάλασσα. «Δεν ξέρω ποιανού τις αναμνήσεις χρησιμοποιείς», είπε όταν έφτασε στο νερό. Έβγαλε τα ρούχα και τα εσώρουχά του και τα πέταξε μέσα. 257


WILLIAM

GIBSON

«Τι κάνεις, Κέις;» Γύρισε και την είδε να στέκεται δέκα μέτρα μακριά του. «Χτες βράδυ κατουρήθηκα», της είπε. «Δεν θα μπορείς να τα φορέσεις απ' τη θάλασσα. Το αλάτι θα σου φέρει φαγούρα. Θα σου δείξω μια δεξαμενή με γλυκό νερό πίσω, στους βράχους». Έδειξε ακαθόριστα, κάπου στο βάθος. Η φόρμα της είχε σκιστεί στα γόνατα. Το δέρμα της ήταν λείο και μαυρισμένο. «Άκου», είπε μαζεύοντας τα ρούχα του, «έχω μια ερώτηση να σου κάνω. Δεν θέλω να σε ρωτήσω τι κάνεις εδώ. Αλλά τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνω εγώ εδώ;» «Ήρθες χτες το βράδυ», είπε και του χαμογέλασε. «Και αυτό σου φτάνει; Απλώς, ήρθα;» «Μου είχε πει πως θα 'ρχόσουν». Σήκωσε τους ώμους της. «Νομίζω πως τα ξέρει κάτι τέτοια». Σήκωσε το αριστερό της πόδι και τίναξε την άμμο από τον αστράγαλο. Η κίνησή της είχε κάτι το παιδικό. «Τώρα θα μου απαντήσεις κι εσύ σε μια ερώτηση. Εντάξει;» Κούνησε το κεφάλι του. «Γιατί είσαι βαμμένος ολόκληρος εκτός από το πόδι σου;»

«Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάσαι;» Την παρακολουθούσε καθώς άδειαζε το μεταλλικό καπάκι που τους χρησίμευε για πιάτο. Κούνησε το κεφάλι της. «Αυπάμαι, Κέις, μα το Θεό. Ήταν τα ναρκωτικά, νομίζω, και ήταν...» Το πρόσωπό της συσπάστηκε από τη δυσάρεστη ανάμνηση. «Απλώς, χρειαζόμουν τα χρήματα. Για να γυρίσω στο σπίτι, νομίζω, ή... Να πάρει η ευχή», γκρίνιαξε, «δεν γυρνούσες ούτε να με κοιτάξεις». «Έχουμε καθόλου τσιγάρα;» «Γαμώτο σου, ρε Κέις, μ' έχεις ρωτήσει δέκα φορές σήμερα! Τι σου συμβαίνει;» «Αλλά οι τροφές ήταν εδώ; Ήταν ήδη εδώ όταν ήρθες;» «Σου το 'πα, ρε φίλε: τις ξέβρασε η θάλασσα». «Εντάξει. Δεν έχει σημασία». Άρχισε πάλι να κλαίει με σιωπηλούς λυγμούς. «Να σε πάρει η ευχή, Κέις», είπε τελικά, «ήμουν μια χαρά εδώ μόνη μου». 258


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

Ο Κέις σηκώθηκε, πήρε το τζάκετ του και βγήκε έξω. Δεν υπήρχε φεγγάρι ούτε άνεμος παρά μόνο σκοτάδι και ο παφλασμός των κυμάτων. Αισθανόταν το τζιν του σκληρό και του 'ρχόταν στενό. «Εντάξει», είπε μες στο σκοτάδι, «δέχομαι, αλλά στείλε μου κανένα τσιγάρο». Το γέλιο του αντήχησε παράξενα στην ερημιά. «Και μια που σε βρήκα, στείλε και καμιά μπίρα». Γύρισε και ξαναμπήκε στο καταφύγιο. Εκείνη σκάλιζε τη φωτιά μ' ένα μακρύ ξύλο. «Ποια ήταν αυτή στην κάψουλά σου, Κέις, στο Φτηνό Ξενοδοχείο; Έμοιαζε με σαμουράι ντυμένη έτσι, στα μαύρα. Με τρόμαξε και μετά σκέφτηκα πως ίσως να ήταν η καινούργια σου φιλενάδα, αλλά έμοιαζε πολύ πλούσια για σένα...» Τον κοίταξε. «Λυπάμαι πολύ που έκλεψα τις RAM σου». «Ξέχνα το», είπε εκείνος. «Δεν έχει σημασία. Τις πήγες λοιπόν σ' εκείνο τον τύπο για να σου τις διαβάσει;» «Ναι, τον Τόνι. Βγαίναμε μαζί καμιά φορά. Είχε μια συνήθεια και... τέλος πάντων, ναι, θυμάμαι που τις πέρασε στο μόνιτορ... και είχαν όλες αυτές τις παράξενες εικόνες... και θυμάμαι ότι αναρωτιόμουν πώς βρήκες...» «Δεν υπήρχαν εικόνες εκεί μέσα», τη διέκοψε. «Βέβαια και υπήρχαν. Και δεν μπορούσα να καταλάβω πού είχες βρει όλες εκείνες τις φωτογραφίες από τότε που ήμουν μικρή, Κέις. Είχε και τον πατέρα μου προτού φύγει απ' το σπίτι. Μου είχε δώσει μια ξύλινη πάπια κάποτε και είχες ακόμη και μια φωτογραφία της πάπιας...» «Ο Τόνι τις είδε;» «Δεν θυμάμαι. Κατόπιν βρέθηκα στην παραλία. Ήταν ξημερώματα. Φοβόμουν γιατί δεν είχα πάρει τη δόση μου και ήξερα πως θα ένιωθα άσχημα... Μετά περπάτησα ώσπου νύχτωσε και βρήκα αυτό το μέρος, και την άλλη μέρα βρήκα τις τροφές στην παραλία». Άφησε το ξύλο και κάθισε χάμω. «Τελικά, δεν ένιωσα καθόλου την έλλειψη του ναρκωτικού», είπε. «Πιο πολύ μου έλειψαν τα τσιγάρα. Εσύ τι γίνεσαι, Κέις; Είσαι ακόμα στην πιάτσα;» Το αχνό φως χόρευε στα μάγουλά της και του θύμιζε το Μαγεμένο Κάστρο και τον Πόλεμο των Τανκ. «Όχι», είπε και, ξαφνικά, ένιωσε πως αυτό που ήξερε δεν είχε πια καμιά σημασία καθώς γεύτηκε την αλμύρα των χειλιών της. Μέσα της υπήρχε μια δύναμη. Ήταν κάτι που το είχε γνωρίσει στην Πόλη της Νύχτας, που το είχε κάνει δικό 259


WILLIAM

GIBSON

του και που τον είχε σκλαβώσει. Κάτι που τον είχε κρατήσει για λίγο μακριά απ' το χρόνο και το θάνατο, μακριά από τον αδυσώπητο δρόμο όπου κυνήγιόντουσαν όλοι τους. Ήταν κάτι γνώριμο, κάτι που δεν μπορούσε να το μοιραστεί με οποιονδήποτε, κάτι που κατάφερνε συνέχεια να το διώχνει απ' το μυαλό του. Ήταν κάτι που το είχε βρει και το είχε χάσει πολλές φορές. Ανήκε (το ήξερε - το θυμόταν καθώς τον τραβούσε κοντά της) στο κρέας, στη σάρκα, αυτήν που ειρωνεύονταν οι κάουμποϊ. Ήταν κάτι το μεγάλο, πέρα απ' τη γνώση, μια θάλασσα πληροφοριών κωδικοποιημένων με τέτοια πολυπλοκότητα που μόνο το σώμα, με την τυφλή του δύναμη, μπορούσε να τις διαβάσει. Το φερμουάρ κόλλησε καθώς το άνοιγε. Το έσπασε με μια απότομη κίνηση και μπήκε μέσα της. Ακόμα κι εδώ, σ' αυτό το μέρος που ήξερε πως ήταν ένα κωδικοποιημένο μοντέλο από τη μνήμη κάποιου αγνώστου η πανάρχαια σύνδεση λειτουργούσε. Αργότερα, ξαπλωμένος πλάι της, με το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της, θυμήθηκε αυτό που του είχε πει. «Σου είπε πως θα ερχόμουν», της ψιθύρισε. Αλλά εκείνη κουλουριάστηκε, ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό του και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.


21

Τον ξύπνησε η μουσική. Στην αρχή ήταν τόσο σιγανή που θα μπορούσε να νομίσει πως ήταν οι χτύποι της καρδιάς του. Ανακάθισε δίπλα της και φόρεσε το τζάκετ του. Τα μάτια του γέμισαν από φωτεινά ιερογλυφικά που φάνταζαν πάνω στο γκρίζο φόντο του τοίχου. Κοίταξε το χέρι του και είδε φωτεινά μόρια να κινούνται κάτω από το δέρμα στο ρυθμό κάποιου άγνωστου κώδικα. Σήκωσε το δεξί του χέρι και το κούνησε μπροστά στα μάτια του. Άφηνε πίσω του μια αχνή λωρίδα από μεταισθηματικές εικόνες. Ανατρίχιασε. Έμεινε εκεί κουλουριασμένος προσπαθώντας ν' ακούσει τη μουσική. Ο ρυθμός ακουγόταν, χανόταν, ερχόταν ξανά... «Τι συμβαίνει;» Σηκώθηκε και έστρωσε τα μαλλιά της με το χέρι της. «Μωρό μου...» «Νιώθω... σαν να έχω πάρει ναρκωτικά... Υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και τον αγκάλιασε. «Αίντα, ποιος σου το 'πε; Ποιος σου είπε πως θα ερχόμουν; Ποιος;» «Στην παραλία», απάντησε εκείνη αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Ένα αγόρι. Τον βλέπω στην παραλία. Είναι δεκατριών περίπου χρονών. Μένει κάπου εδώ». «Και τι είπε;» «Είπε ότι θα 'ρχόσουν. Είπε πως δεν θα μου κρατούσες 261


WILLIAM

GIBSON

κακία. Είπε ττως θα περνάγαμε καλά εδώ και μου 'δείξε τη δεξαμενή με το νερό. Μοιάζει με Μεξικανό». «Βραζιλιανός», είπε ο Κέις καθώς μια νέα σειρά από φωτεινά σύμβολα έλαμψε πάνω στο σκούρο φόντο του τοίχου. «Νομίζω πως είναι από το Ρίο». Σηκώθηκε και φόρεσε το τζιν του. «Κέις», είπε εκείνη με φωνή που έτρεμε. «Κέις, πού πας;» «Λέω να πάω να βρω αυτό το αγόρι», είπε καθώς η μουσική ξαναρχόταν στ' αφτιά του. Ένας απλός ρυθμός, σταθερός, γνωστός, αλλά δεν θυμόταν από πού. «Κέις, μην το κάνεις». « Ό τ α ν έφτασα εδώ, μου φάνηκε πως είδα κάτι. Μια πόλη στην άκρη της παραλίας. Χτες όμως δεν ήταν εκεί. Την έχεις δει ποτέ;» Προσπάθησε να λύσει τα κορδόνια των παπουτσιών του, αλλά ήταν όλο κόμπους και τελικά τα πέταξε σε μια γωνιά. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Ναι. Τη βλέπω καμιά φορά». «Έχεις πάει ποτέ εκεί, Λίντα;» Φόρεσε το τζάκετ του. « Ό χ ι , αλλά δοκίμασα. Στην αρχή, όταν είχα έρθει εδώ και βαριόμουν. Έλεγα πως αν είναι μια πόλη, ίσως έβρισκα εκεί κανα ναρκωτικό». Έκανε μια γκριμάτσα. «Δεν ένιωθα την έλλειψη, απλώς βαριόμουν. Πήρα λοιπόν λίγη τροφή σ' ένα κονσερβοκούτι, και προσέθεσα μπόλικο νερό γιατί δεν είχα δεύτερο δοχείο. Περπάτησα όλη την ημέρα. Μερικές στιγμές φαινόταν σαν πόλη και δεν φαινόταν να είναι πολύ μακριά. Αλλά όσο κι αν περπατούσα, δεν πλησίαζα καθόλου. Κατόπιν, πάλι, μου φαινόταν πως είχα πλησιάσει αρκετά και πως έβλεπα τι ήταν. Άλλες φορές έμοιαζε ερειπωμένη κι άλλοτε μου φαινόταν πως έβλεπα κάποιο φως ή αυτοκίνητα...» Η φωνή της έσβησε. «Τελικά, τι είναι;» «Αυτό εδώ», έκανε μια κυκλική κίνηση με το χέρι της κι έδειξε γύρω τους, τη φωτιά, το καταφύγιο, το σκοτεινό ουρανό που φαινόταν έξω από την πόρτα, το μέρος που βρίσκονταν. «Μικραίνει, Κέις, μικραίνει όσο πλησιάζεις». Ο Κέις κοντοστάθηκε στην πόρτα. «Ρώτησες το αγόρι της παραλίας γΓ αυτό;» «Ναι. Είπε πως δεν θα μπορούσα να καταλάβω, πως έχα262


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

να τον καιρό μου ψάχνοντας. Είττε πως ήταν κάτι σαν... σαν ένα γεγονός. Και πως ήταν ο ορίζοντάς μας. Ορίζοντας των γεγονότων. Ετσι το αποκάλεσε». Ο Κέις δεν καταλάβαινε το νόημα αυτής της φράσης. Ά φησε πίσω του το καταφύγιο και άρχισε να περπατάει στα τυφλά στην αντίθετη κατεύθυνση της θάλασσας. Τώρα τα ιερογλυφικά απλώνονταν μπροστά του πάνω στην άμμο. «Ε», είπε, «ξημερώνει. Βάζω στοίχημα πως το κατάλαβες κι εσύ. Τι συμβαίνει; Ο Kuang; Το κινεζικό παγοθραυστικό σου ροκανίζει την καρδιά; Ίσως ο Ντίξι Φλάτλαϊν να μην είναι και τόσο εύκολος αντίπαλος, ε;» Την άκουσε να φωνάζει τ' όνομά του. Κοίταξε πίσω και την είδε να τον πλησιάζει με τη σκισμένη φόρμα να κρέμεται άχαρα πάνω στο μαυρισμένο κορμί της. Ήταν σαν να είχε ζωντανέψει ένα από τα κορίτσια των περιοδικών που στοίβαζε ο Φιν στην αποθήκη της Metro Holografix ~ μόνο που εκε*ίνη ήταν κουρασμένη, λυπημένη, ανθρώπινη. Ξαφνικά, με κάποιο ανεξήγητο τρόπο, βρέθηκαν και οι τρεις τους δίπλα στη θάλασσα. Τα χείλια του αγοριού φάνταζαν χλομά ο' αντίθεση με το σκούρο δέρμα του. Φορούσε ένα κουρελιασμένο ξεθωριασμένο σορτ και τα πόδια του ήταν ολότελα σκελετωμένα. «Σε ξέρω», είπε ο Κέις. «Όχι», είπε το αγόρι με τη μελωδική φωνή του. «Δεν με ξέρεις». «Είσαι η άλλη ΤΝ. Εκείνη του Ρίο. Είσαι αυτός που θέλει να σταματήσει τον Wintermute. Πώς σε λένε; Ποιο είναι το κωδικό σου όνομα;» Το αγόρι γέλασε κι έκανε μια ακροβατική φιγούρα πάνω στην άμμο. Τα μάτια του ήταν ολόιδια με του Ριβιέρα αλλά δεν υπήρχε κακία μέσα τους. «Για να καλέσεις ένα δαίμονα πρέπει να μάθεις τ' όνομά του. Κάποτε αυτό δεν ήταν παρά ένα όνειρο των ανθρώπων, όμως τώρα έχει γίνει πραγματικότητα μ' έναν άλλο τρόπο. Το ξέρεις αυτό, Κέις. Η δουλειά σου είναι να μαθαίνεις τα ονόματα των προγραμμάτων, τα πολύπλοκα ονόματα που οι ιδιοκτήτες τους τα κρατούν κρυμμένα από όλους. Τα πραγματικά ονόματα...» «Ένα κωδικό όνομα δεν είναι μυστικό». «Neuromancer, Νευρομάντης. Ο δρόμος που οδηγεί στη χώρα των νεκρών. Εδώ όπου βρίσκεσαι, φίλε μου. Η κυρά 263


WILLIAM

GIBSON

μου, η Μαρί-Φρανς, ετοίμασε αυτό το δρόμο, αλλά ο άντρας της τη σκότωσε προτού προλάβω να διαβάσω το ημερολόγιό της. Neuro από τα νεύρα, τα ασημένια μονοπάτια. Romancer. Necromancer. Νεκρομάντης. Μιλώ με τους νεκρούς. Ό μ ω ς , όχι, φίλε μου», έκανε μια πιρουέτα πάνω στην υγρή άμμο. «Είμαι οι νεκροί, και η χώρα τους». Γέλασε. «Μείνε. Αν και η γυναίκα σου δεν είναι παρά ένα φάντασμα, εκείνη δεν το ξέρει. Ούτε κι εσύ θα το ξέρεις». «Τρέμεις. Ο "πάγος'' άρχισε να σπάει». «Όχι» είπε εκείνος λυπημένα. «Είναι ακόμη πιο απλό απ' ό,τι νομίζεις. Αλλά εσύ θ' αποφασίσεις». Τα γκρίζα μάτια του κοίταξαν επίμονα τον Κέις. Ένα ένα κύμα από φωτεινά σύμβολα πέρασε μπροστά από τα μάτια του. Η μουσική ακουγόταν τώρα δυνατά και ο Κέις σχεδόν ξεχώριζε τα λόγια. «Κέις, αγάπη μου», είπε η Αίντα και τον άγγιξε στον ώμο. « Ό χ ι » , είπε εκείνος. Έβγαλε το τζάκετ του και της το έδωσε. «Δεν ξέρω», είπε. «Ίσως βρίσκεσαι πραγματικά εδώ. Πάντως κάνει κρύο». Γύρισε κι άρχισε να περπατάει. Μετά το έβδομο βήμα έκλεισε τα μάτια του και ακολούθησε τη μουσική που γινόταν όλο και πιο αληθινή, όλο και δυνατότερη. Κοίταξε πίσω μόνο μία φορά, αλλά δεν άνοιξε τα μάτια του. Δεν χρειαζόταν. Ή τ α ν εκεί, δίπλα στη θάλασσα, η Αίντα Αη και το αδύνατο αγόρι που λεγόταν Νευρομάντης. Το δερμάτινο τζάκετ του κρεμόταν στο χέρι της και άγγιζε την επιφάνεια του νερού. Συνέχισε να περπατάει ακολουθώντας τη μουσική. Ήταν Ρέγκε από τη Σιών.

Πέρασε από έναν γκρίζο τόπο. Αεπτά πέπλα, διαδοχικές αποχρώσεις σαν βγαλμένες από ένα πολύ απλό γραφικό πρόγραμμα. Κατόπιν, μια εικόνα σαν φωτογραφία, ακίνητοι γλάροι πάνω από μια μαύρη θάλασσα. Φωνές. Ένας μαύρος καθρέφτης που τρεμόπαιζε. Ύστερα έγινε υδράργυρος. Κύλισε. Γυαλιστερή σφαίρα που χτυπάει μια αόρατη 264


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

επιφάνεια και σττάει σε χίλιες σφαίρες που ενώνονται πάλι και κυλούν...

«Φ'λε; Κέις;» Μουσική. «Γύρισες, φ' λε». Η μουσική χάθηκε από τ' αφτιά του. «Πόση ώρα;» άκουσε τον εαυτό του να λέει. «Πέντε λεπτά. Πολλή ώρα. Ή θ' λα να σ' αποσυνδέσω αλλά ο Mute είπε όχι. Είπε: "Βάλε τ' ακουστικά στ' αφτιά του"». Άνοιξε τα μάτια του. Τα φωτεινά σύμβολα απλώνονταν πάνω στο πρόσωπο του Μάλκουμ. «Και φάρμακο», είπε ο Μάλκουμ. «Δυο δερματικούς δίσκους». Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα της βιβλιοθήκης,, μπροστά στο μόνιτορ. Ο Σιωνίτης τον βοήθησε να σηκωθεί και τότε ένιωσε τη ζάλη της μπεταφενεθυλαμίνης. «Υπερβολική δόση», κατάφερε να πει. «Έλα, φ' λε». Τα δυνατά μπράτσα τον σήκωσαν από τις μασχάλες σαν πούπουλο. «Πρέπ' να φύγουμε».

265


22

To αυτοκίνητο-ρομπότ ούρλιαζε. Η μπεταφενεθυλαμίνη του έδινε ανθρώπινη φωνή. Συνέχισε να ουρλιάζει καθώς διέσχιζαν τη γαλαρία με τα έργα τέχνης. Πέρασαν τη μαύρη γυάλινη είσοδο της κρύπτης της Τ-Α, εκεί όπου το κρύο είχε εισχωρήσει σταδιακά μέσα στα όνειρα του Άσπουλ. Ο Κέις είχε ζήσει ολόκληρη τη διαδρομή σαν σε όνειρο, καθώς το κούνημα του αυτοκινήτου μπερδευόταν με τη ζάλη του ναρκωτικού. Το ουρλιαχτό τερματίστηκε όταν το ρομπότ σταμάτησε καμένο μερικά μέτρα πριν από την είσοδο της σπηλιάς της 3Τζέιν. «Πόσ' μακριά, φ' λε;» Ο Μάλκουμ τον βοήθησε να κατεβεί καθώς ένας εσωτερικός πυροσβεστήρας ανατινάχτηκε μέσα στον κινητήρα ψεκάζοντάς τον με κίτρινη σκόνη. Το Braun πήδηξε στην τεχνητή άμμο και προχώρησε προς την είσοδο σέρνοντας πίσω του ένα από τα πόδια του που είχε σπάσει. «Πρέπ' να περπατήσεις, φ' λε». Ο Μάλκουμ φόρεσε το αυτοσχέδιο «καγκουρό» με την κονσόλα και το κατασκεύασμα. Στο δρόμο συνάντησαν τα ολογραφήματα του Ριβιέρα, σκηνές βασανιστηρίων και παιδιά-κανίβαλους. «Σιγά», είπε ο Κέις στον Μάλκουμ. «Πρέπει να γίνει σωστά η δουλειά». Ο Μάλκουμ σταμάτησε και τον κοίταξε. «Σωστά, φ' λε; Δηλαδή πώς σωστά;» «Η Μόλι είναι εκεί μέσα αλλά είναι τραυματισμένη. Ο Ρι267


WILLIAM

GIBSON

βιέρα μπορεί να προβάλλει ολογραφήματα. Ίσως να έχει και το ρουκετοβόλο της Μόλι». Ο Μάλκουμ κούνησε το κε-" φάλι του. «Υπάρχει, ακόμη, κι ένας νίντζα, ένας οικογενειακός σωματοφύλακας». Ο Μάλκουμ έσμιξε τα φρύδια. «Άκου 'δω άνθρωπε της Βαβυλόνας», είπε. «Εγώ 'μαι πολεμ' στής. Αλλά αυτή η μάχ' δεν είν' δικιά μου, δεν είν' μάχη της Σιών. Η Βαβυλόνα παλεύει με τον εαυτό της, τρώει τις σάρκες της, κατάλαβ' ς; Ο Τζα όμως λέει να σώσουμ' τις λεπίδ' ς που περπατούν». Ο Κέις χαμήλωσε τα μάτια. «Είν' κι αυτή πολεμ' στής», είπε ο Μάλκουμ μ' ένα ύφος λες κι αυτό τα εξηγούσε όλα. «Τώρα πες μου, φ' λε, ποιον να μη σκοτώσω». «Την 3Τζέιν. Μια κοπέλα. Φοράει ένα άσπρο παλτό με κουκούλα. Τη χρειαζόμαστε».

Όταν έφτασαν στην είσοδο, ο Μάλκουμ μπήκε χωρίς να διστάσει και ο Κέις αναγκάστηκε να τον ακολουθήσει. Η περιοχή της 3Τζέιν ήταν έρημη, η πισίνα άδεια. Ο Μάλκουμ του έδωσε την κονσόλα και το κατασκεύασμα και πλησίασε στην άκρη της πισίνας. Πέρα από τα άσπρα γυαλιστερά έπιπλα απλωνόταν μαύρο σκοτάδι. «Είναι εδώ», είπε ο Κέις. «Δεν μπορεί να μην είναι εδώ». Ο Μάλκουμ κούνησε το κεφάλι του. Το πρώτο βέλος διαπέρασε το μπράτσο του. Η Remington βρυχήθηκε φτύνοντας μια γαλάζια φλόγα. Το δεύτερο βέλος χτύπησε την ίδια την καραμπίνα και την τίναξε πάνω στο άσπρο πλακόστρωτο. Ο Μάλκουμ σωριάστηκε χάμω κρατώντας το μπράτσο του. Ο Χίντεο βγήκε από τη σκιά μ' ένα τόξο από μπαμπού στο χέρι. Είχε έτοιμο ένα τρίτο βέλος. Υποκλίθηκε. Ο Μάλκουμ τον κοίταζε κατάπληκτος. «Η αρτηρία είναι ανέπαφη», είπε ο νίντζα. Ο Κέις θυμήθηκε την περιγραφή του ανθρώπου που είχε σκοτώσει το φίλο της Μόλι. Ταίριαζε απόλυτα στον Χίντεο. Ακαθόριστης ηλικίας, ακτινοβολούσε μια αίσθηση ηρεμίας. Φορούσε ένα καθαρό αλλά τριμμένο πανταλόνι και μαλακά παπούτσια που εφάρμοζαν απόλυτα στα πόδια του. Το τόξο του ήταν παμπάλαιο αλλά η μαύρη αλουμινένια φαρέτρα που προε268


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

ξείχε πάνω αττό τον ώμο του έδειχνε ολοκαίνουργια. Το γυμνό στήθος του ήταν λείο και άτριχο. «Έκοψες τον αντίχειρά μου, φ' λε, με τη δεύτερη βολή σου», είπε ο Μάλκουμ. «Δύναμη Coriolis», απάντησε ο νίντζα με μια υπόκλιση. «Τα χαμηλής ταχύτητας βλήματα έχουν πρόβλημα σε συνθήκες φυγόκεντρης βαρύτητας. Δεν το 'θελα». «Πού είναι η 3Τζέιν;» Ο Κέις προχώρησε και στάθηκε δίπλα στον Μάλκουμ. «Πού είναι η Μόλι;» «Γεια σου, Κέις». Ο Ριβιέρα βγήκε από τη σκιά πίσω από τον Χίντεο, κρατώντας το ρουκετοβόλο της Μόλι. «Περίμενα πως θα ερχόταν ο ίδιος ο Αρμιτάτζ». «Ο Αρμιτάτζ είναι νεκρός». «Είναι ζήτημα αν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Πάντως, δεν μου κάνει εντύπωση το γεγονός». «Τον σκότωσε ο Wintermute. Βρίσκεται σε τροχιά γύρω από το δορυφόρο». Τα μάτια του Ριβιέρα πήγαν από τον Κέις στον Μάλκουμ. «Νομίζω πως εδώ τελειώνει το πανηγύρι για σας», είπε. «Πού είναι η Μόλι;» Ο νίντζα χαλάρωσε τη χορδή του τόξου του, περπάτησε ως το σημείο όπου βρισκόταν η Remington και τη μάζεψε από κάτω. «Χοντροκομμένο», είπε. Η φωνή του ήταν απαλή και ευχάριστη. Κάθε του κίνηση έμοιαζε χορευτική φιγούρα από έναν ασταμάτητο χορό που συνεχιζόταν ακόμη και όταν έμενε ακίνητος. «Εδώ τελειώνει και για κείνη», είπε ο Ριβιέρα. «Ίσως η 3Τζέιν να μη συμφωνεί, Πίτερ», είπε ο Κέις. Το ναρκωτικό λυσσομανούσε ακόμη στις φλέβες του. Ένιωθε τον πυρετό που είχε γνωρίσει στην Πόλη της Νύχτας. Θυμήθηκε διάφορες στιγμές τρέλας, τότε που έκλεινε ριψοκίνδυνες δουλειές. Τότε ήταν που είχε μάθει να μιλάει γρηγορότερα απ' όσο σκεφτόταν. Τα γκρίζα μάτια του Ριβιέρα στένεψαν. «Γιατί, Κέις; Γιατί το λες αυτό;» Ο Κέις χαμογέλασε. Ο Ριβιέρα δεν ήξερε για τη σύνδεσή του με τη Μόλι. Πάνω στη βιασύνη του να βρει τα ναρκωτικά, δεν είχε δει τη συσκευή υπνοϋποβολής. Ο Χίντεο όμως; Πώς δεν την είχε βρει αυτός; Ο Κέις ήταν σίγουρος πως ο νίντζα είχε κάνει σωματική έρευνα στη Μόλι για να βρει τυ269


WILLIAM

GIBSON

χόν κρυμμένα όπλα προτού αφήσει την 3Τζέιν να την πλησιάσει. Ά ρ α ο νίντζα ήξερε. Οπότε το ήξερε και η 3Τζέιν. «Πες μου, Κέις». Κάτι έτριξε πίσω του. Ο Ριβιέρα σήκωσε το ρουκετοβόλο. Μέσα από τη σκιά βγήκε η 3Τζέιν σπρώχνοντας μια αναπηρική πολυθρόνα της βικτωριανής εποχής όπου καθόταν η Μόλι. Τα πόδια της ήταν σκεπασμένα με μια κόκκινη κουβέρτα. Έμοιαζε εξουθενωμένη. Μια άσπρη γάζα σκέπαζε το σπασμένο της φακό. «Γνωστή φυσιογνωμία», είπε η 3Τζέιν. «Σε είδα τη βραδιά που ο Πίτερ έκανε το σόου. Αυτός ποιος είναι;» «Ο Μάλκουμ», είπε ο Κέις. «Χίντεο, αφαίρεσε το βέλος και δέσε την πληγή του κυρίου Μάλκουμ». Ο Κέις κοιτούσε τη Μόλι. Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο. Ο νίντζα πλησίασε τον Μάλκουμ, ακούμπησε χάμω το τόξο και την καραμπίνα κι έβγαλε από την τσέπη του ένα εργαλείο. «Πρέπει να κόψω το βέλος», είπε. «Είναι πολύ κοντά στην αρτηρία». Ο Μάλκουμ κούνησε το κεφάλι του. Το πρόσωπό του ήταν γκρίζο και χοντρές σταγόνες ιδρώτα είχαν φανεί στο μέτωπό του. Ο Κέις κοίταξε την 3Τζέιν. «Δεν έχουμε πολύ καιρό», είπε. «Ποιος δηλαδή;» «Κανείς από μας». Ακούστηκε ένας ξερός ήχος καθώς ο Χίντεο έκοβε το βέλος. Ο Μάλκουμ έβγαλε ένα βογγητό. «Αλήθεια», είπε ο Ριβιέρα, «είμαι σίγουρος πως η τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια αυτού του αποτυχημένου καλλιτέχνη θα σου φανεί βαρετή. Θα πέσει στα γόνατα, θα σου προτείνει τις πιο κοινότοπες σεξουαλικές υπηρεσίες...» Η 3Τζέιν τίναξε πίσω το κεφάλι της και γέλασε. «Είσαι βέβαιος, Πίτερ;» «Τα φαντάσματα θα πολεμήσουν απόψε, κυρία», είπε ο Κέις. «Ο Wintermute δίνει τη μάχη με τον άλλο, τον Νευρομάντη. Την ύστατη μάχη. Το ξέρετε αυτό;» Η 3Τζέιν σήκωσε τα φρύδια της. «Κάτι τέτοιο μου είπε και ο Πίτερ, αλλά πες μου λεπτομέρειες». «Συνάντησα τον Νευρομάντη. Μου μίλησε για τη μητέρα σου. Νομίζω πως είναι κάτι σαν ένα γιγαντιαίο κατασκεύα270


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

σμα μνήμης ROM για καταγραφή προσωπικότητας μόνο που είναι ολόκληρο από RAM. Τα κατασκευάσματα νομίζουν πως είναι ζωντανά, όπως στην πραγματικότητα, αλλά η διάρκειά τους είναι αιώνια». Η 3Τζέιν έκανε ένα βήμα μπροστά. «Πού; Περίγραψέ μου το μέρος». «Μια παραλία. Γκρίζα άμμος σαν μαυρισμένο ασήμι. Μια τσιμεντένια κατασκευή, σαν καταφύγιο... (δίστασε) δεν είναι τίποτε φοβερό. Είναι παλιό, μισογκρεμισμένο. Αν απομακρυνθείς πολύ ξαναβρίσκεσαι εκεί απ' όπου ξεκίνησες». «Ναι», είπε εκείνη. «Είναι στο Μαρόκο. Όταν η ΜαρίΦρανς ήταν νέα, προτού παντρευτεί τον Άσπουλ, είχε περάσει ένα καλοκαίρι μόνη της σ' αυτή την παραλία μέσα σ' ένα εγκαταλελειμμένο καταφύγιο. Εκεί διαμόρφωσε τις αρχές της φιλοσοφίας της». Ο Χίντεο σηκώθηκε όρθιος κι έβαλε τον κόφτη στην τσέπη του. Στο χέρι του κρατούσε το κομμένο βέλος. Ο Μάλκουμ είχε κλείσει τα μάτια του κι έσφιγγε το μπράτσο του με το γερό χέρι. «Θα το δέσω», είπε ο Χίντεο. Ο Κέις κατάφερε να βουτήξει προτού ο Ριβιέρα προλάβει να σημαδέψει καλά με το ρουκετοβόλο. Τα βλήματα σφύριξαν στ' αφτί του σαν υπερηχητικά έντομα. Κυλίστηκε χάμω και είδε τον Χίντεο να κάνει μια στροφή γύρω από τον εαυτό του. Πάνω στην ανοιχτή του παλάμη, βρισκόταν η κοφτερή μύτη του βέλους. Με μια κίνηση εκπληκτικής ακρίβειας την τίναξε πάνω στο χέρι του Ριβιέρα. Το ρουκετοβόλο έπεσε στο πλακόστρωτο. Ο Ριβιέρα ούρλιαξε. Όχι όμως από τον πόνο. Ήταν μια κραυγή λύσσας, τόσο αντιπροσωπευτική των συναισθημάτων του, που δεν έμοιαζε να βγαίνει από ανθρώπινα χείλια. Δυο λαμπρές κόκκινες ακτίνες σαν βελόνες από καθαρό ρουμπίνι ξεπήδησαν από το στέρνο του Ριβιέρα. Ο νίντζα βόγγηξε, παραπάτησε, έφερε τα χέρια του στα μάτια. Ύστερα ξαναβρήκε την ισορροπία του. «Πίτερ», φώναξε η 3Τζέιν. «Πίτερ, τι έκανες;» «Τύφλωσε τον κλώνο σου», είπε άχρωμα η Μόλι. Ο Χίντεο χαμήλωσε τα χέρια του. Ο Κέις είδε με φρίκη δυο στήλες καπνού να βγαίνουν από τα κατεστραμμένα του μάτια. Ο Ριβιέρα χαμογέλασε. 271


WILLIAM

'

GIBSON

Ο Χίντεο ταλαντεύτηκε σαν να χόρευε και άρχισε να υποχωρεί. Όταν στάθηκε πάνω από το τόξο και τη Remington, το χαμόγελο του Ριβιέρα έσβησε. Ο νίντζα έσκυψε και σήκωσε το τόξο. «Μα είσαι τυφλός», είπε ο Ριβιέρα κάνοντας ένα βήμα πίσω. «Πίτερ», είπε η 3Τζέιν, «δεν το 'ξερες ότι πολεμάει και στο σκοτάδι; Ότι προπονείται με κλειστά μάτια;» Ο νίντζα πέρασε ένα βέλος στο τόξο. «Και τώρα, πώς θα με μπερδέψεις με τα ολογραφήματά σου;» Ο Ριβιέρα άρχισε να υποχωρεί. Σκόνταψε σε μια καρέκλα της πισίνας και την έριξε κάτω. Ο Χίντεο τέντωσε τη χορδή του τόξου του. Ο Ριβιέρα το έβαλε στα πόδια σκυμμένος πίσω από τη βάση ενός μισογκρεμισμένου τοίχου. Το πρόσωπο του νίντζα ήταν ήρεμο, όπως ενός ανθρώπου παραδομένου σε έκσταση. Χαμογέλασε και χάθηκε στο σκοτάδι, κρατώντας το όπλο του έτοιμο. «Λαίδη Τζέιν», ψιθύρισε ο Μάλκουμ. Ο Κέις τον είδε να σηκώνει την καραμπίνα και να την ακουμπάει στο πληγωμένο του μπράτσο. Γύρω του το πλακόστρωτο ήταν κόκκινο από το αίμα. «Αυτό εδώ σου λειώνει το κεφάλι. Κανένας γιατρός της Βαβυλόνας δεν μπορεί να σε γιατρέψει μετά». Η 3Τζέιν κοίταξε τη Remington. Η Μόλι σήκωσε τη μαύρη μπάλα που της έδενε τα χέρια. «Βγάλτη μου», είπε. Ο Κέις σηκώθηκε. «Ο Χίντεο θα τον σκοτώσει ακόμη και τώρα που είναι τυφλός;» ρώτησε την 3Τζέιν. «Όταν ήμουν παιδί», είπε η κοπέλλα, «του δέναμε τα μάτια κι εκείνος περνούσε τα βέλη του μέσα από τις καρδιές στα τραπουλόχαρτα από δέκα μέτρα». «Έτσι κι αλλιώς ο Πίτερ είναι χαμένος», είπε η Μόλι. «Σε δώδεκα ώρες θ' αρχίσει να παγώνει. Δεν θα μπορεί να κουνήσει τίποτε άλλο εκτός από τα μάτια του». «Γιατί;» ρώτησε ο Κέις. «Δηλητηρίασα τα ναρκωτικά του. Θα πάθει κάτι σαν επίκτητη πάρκινσον». Η 3Τζέιν κούνησε το κεφάλι της. «Ναι. Πέρασε από ιατρικό έλεγχο όταν μπήκε στο Straylight». Άγγιξε τη σφαίρα σ' ένα ειδικό σημείο και ελευθέρωσε τα χέρια της Μόλι. 272


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

«Επιλεκτική καταοιτροφή των κυττάρων της substantia nigra, και σχηματισμός ενός όγκου του Lewy. Ιδρώνει πολύ στον ύπνο του». «Ειδική παραγγελία από τον Αλί», είπε η Μόλι. «Επιτάχυνε την αντίδραση σχηματισμού της μεπεριδίνης ανεβάζοντας τη θερμοκρασία. N-methyl-4-phenyl-1236, τετρα-υδρο-πυριδένιο». «Μπόμπα», είπε ο Κέις. «Ναι», προσέθεσε η Μόλι. «Μια ωρολογιακή βόμβα αργής δράσης». «Τρομαχτικό», είπε γελώντας η 3Τζέιν.

Το ασανσέρ ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Ο Κέις στεκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με την 3Τζέιν και κρατούσε την κάννη της Remington κάτω από το σαγόνι της. Εκείνη χαμογέλασε και σφίχτηκε πάνω του. «Σταμάτα», της είπε. Είχε βάλει την ασφάλεια της καραμπίνας αλλά ήταν τρομοκρατημένος με την ιδέα πως μπορούσε να την πληγώσει και η 3Τζέιν το ήξερε. Το ασανσέρ ήταν ένας ατσάλινος κύλινδρος με διάμετρο ενός μέτρου, φτιαγμένος για έναν μόνο επιβάτη. Ο Μάλκουμ κρατούσε τη Μόλι στην αγκαλιά του. Του είχε δέσει την πληγή αλλά φαινόταν να υποφέρει από τον πόνο. Ο γοφός της πίεζε την κονσόλα στα νεφρά του Κέις. Ανέβαιναν προς τον άξονα του δορυφόρου, προς τους πυρήνες. «Δεν θέλω να σας απογοητεύσω», είπε η 3Τζέιν, «αλλά δεν έχω το κλειδί του δωματίου που θέλετε. Έχει χαθεί από χρόνια. Η κλειδαριά είναι μηχανική και τρομερά πολύπλοκη». «Κλειδαριά της Chubb», είπε η Μόλι, «αλλά μην ανησυχείς, έχουμε το κλειδί». «Αειτουργεί ακόμη το ρολόι του ματιού σου;» ρώτησε ο Κέις. «Η ώρα είναι οκτώ και είκοσι πέντε». «Έχουμε πέντε λεπτά», είπε ο Κέις καθώς η πόρτα άνοιγε πίσω από την Τζέιν. Βρίσκονταν στον άξονα, στον πυρήνα της Βίλας Straylight. 273


23

Η Μόλι ξεκρέμασε το κλειδί από το λαιμό της. «Νόμιζα πως δεν υπήρχε δεύτερο», είπε η 3Τζέιν. «Έστειλα τον Χίντεο να ψάξει στα ντουλάπια του πατέρα μου, αλλά δεν μπόρεσε να βρει το πρωτότυπο». «Το είχε κρύψει ο Wintermute», είπε η Μόλι βάζοντας το κλειδί σ' ένα στρογγυλό άνοιγμα της άσπρης τετράγωνης πόρτας. Το γύρισε και η βαριά πόρτα άνοιξε. «Το κεφάλι», είπε ο Κέις. «Πίσω του υπάρχει ένα ταμπλό με υποδοχές. Εκεί πρέπει να συνδεθώ».

«Χριστούλη μου», είπε ο Φλάτλαϊν, «εσύ, παιδί μου, δουλεύεις με το πάσο σου, έτσι;» «Έτοιμος ο Kuang;» «Πανέτοιμος». «Εντάξει». Μεταφέρθηκε.

Βρέθηκε να κοιτάζει από το καλό μάτι της Μόλι. Μπροστά του, κουλουριασμένος στο πάτωμα, βρισκόταν ένας χλομός άντρας. Έσφιγγε στην αγκαλιά του μια κονσόλα του ηλεκτροσύμπαντος και στο κεφάλι του ήταν περασμένη η μαύρη ταινία με τα ηλεκτρόδια. Τα μάτια του ήταν κλειστά και στα μάγουλά του φυτρωμένα δυο ημερών γένεια. 275


WILLIAM

GIBSON

Έβλεπε τον εαυτό του. Η Μόλι κρατούσε το ρουκετοβόλο της. Το ένα της πόδι ήταν άχρηστο, αλλά κατάφερνε να κινείται αρκετά καλά εξαιτίας των συνθηκών μηδενικής βαρύτητας. Ο Μάλκουμ κρατούσε την 3Τζέιν από το μπράτσο. Μια κορδέλα από οπτικές ίνες συνέδεε το Ono-Sendai με το ταμπλό που βρισκόταν στο πίσω μέρος του παράξενου τερματικού. Πάτησε πάλι το διακόπτη.

«Ο Kuang Grade Μ 11 θα πυροδοτήσει σ' εννέα δευτερόλεπτα. Οκτώ, επτά, έξι...» Ο Φλάτλαϊν τους ανέβασε μαλακά προς το μαύρο γυαλιστερό καρχαρία που φαινόταν να τους περιμένει. «Τέσσερα, τρία...» Ο Κέις ένιωσε σαν να βρισκόταν στην καμπίνα ενός μικρού αεροπλάνου. Μπροστά του εμφανίστηκε η κονσόλα του. «Δύο, ένα και φύγαμε...» Ένιωσε να κινείται με τρομαχτική ταχύτητα, περνώντας μέσα από σμαραγδένιους τοίχους... Ο «πάγος» της ΤέσιερΆ σ π ο υ λ έσπαγε κι άνοιγε μπροστά από το κινεζικό πρόγραμμα. Είχε μια περίεργη αίσθηση ρευστότητας σαν να είχε σπάσει κάποιον υγρό καθρέφτη που τα θρύψαλά του σκορπίζονταν γύρω σε αργή κίνηση. «Χριστέ μου», είπε τρομοκρατημένος ο Κέις καθώς ο Kuang ξεχύθηκε πάνω από τους αχανείς πυρήνες της Τέσιερ-Άσπουλ. Ήταν σαν μια απέραντη πόλη από νέον, με κτίρια και ουρανοξύστες. Ήταν τόσο πολύπλοκη, που σου έκοβε την ανάσα. «Αυτά εκεί», είπε ο Φλάτλαϊν, «είναι απομιμήσεις του πύργου της RCA. Τον ξέρεις τον πύργο της RCA, έτσι δεν είναι;» Το κινεζικό πρόγραμμα βούτηξε και πέρασε πάνω από μια ντουζίνα πύργους από γαλάζιο νέον. Ήταν πιστά αντίγραφα του ουρανοξύστη της RCA στο Μανχάταν. «Έχεις δει ποτέ σου τόσο μεγάλη διακριτότητα;» ρώτησε ο Κέις. « Ό χ ι , αλλά πρώτη φορά μπαίνω σε μια ΤΝ». «Ελπίζω να ξέρει πού πηγαίνει αυτό το πράγμα». 276


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

«Ελττίζω». Τώρα βούταγαν σ' ένα φαράγγι από πολύχρωμο νέον. «Ντίξ...» Μια μαύρη γλώσσα άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά τους, μια σκοτεινή μάζα χωρίς σχήμα... «Έχουμε παρέα», είπε ο Φλάτλαϊν, καθώς ο Κέις άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς στην κονσόλα του. Ο Kuang τραντάχτηκε κι έπειτα άρχισε να υποχωρεί. Το σκοτεινό πράγμα μεγάλωνε, απλωνόταν, έκρυβε την πόλη. Ο Κέις οδήγησε το πρόγραμμα προς τα πάνω, εκεί όπου απλωνόταν ο πράσινος θόλος του «πάγου». Η πόλη είχε χαθεί τελείως τώρα. Κάτω φαινόταν μόνο σκοτάδι. «Τι είναι αυτό;» «Είναι μέρος του αμυντικού συστήματος της ΤΝ. Αν είναι ο φίλος σου ο Wintermute, δεν μου φαίνεται και πολύ φιλικός». «Πάρ' το εσύ», είπε ο Κέις. «Είσαι πιο γρήγορος». «Λοιπόν, αγόρι μου, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση». Ο Φλάτλαϊν ευθυγράμμισε τη μούρη στο κέντρο του μαύρου σύννεφου. Βούτηξαν. Οι αισθήσεις του Κέις υπερφορτίστηκαν από την ταχύτητα που ανέπτυξαν. Στο στόμα του είχε μια γεύση γαλάζιου. Τα μάτια του ήταν αβγά από υγρό κρύσταλλο και πάλλονταν στη συχνότητα της βροχής και στον ήχο από χιλιάδες γυάλινες βελόνες σε κρυστάλλινο δάσος. Οι βελόνες χωρίστηκαν στα δύο, διπλασιάστηκαν, ξανά και ξανά. Εκθετική αύξηση κάτω από το θόλο του «πάyoυ» της ΤέσιερΆσπουλ. Ο ουρανίσκος του πονούσε. Στη γλώσσα του τυλίγονταν οι ρίζες που έτρεφαν το κρυστάλλινο δάσος των ματιών του κι εκείνο φούντωνε, γέμιζε τον πράσινο θόλο και απλωνόταν κάτω στα σιωπηλά περίχωρα της πόλης που αποτελούσε τον «εγκέφαλο» της Τέσιερ-Άσπουλ Α.Ε. θυμόταν την ιστορία ενός πανάρχαιου βασιλιά που τοποθετούσε νομίσματα πάνω σε μια σκακιέρα διπλασιάζοντας τον αριθμό για κάθε νέο τετράγωνο... Γεωμετρική πρόοδος... Το σκοτάδι γέμισε τα πάντα. Μια σφαίρα από ατόφιο 277


WILLIAM

GIBSON

σκοτάδι πίεζε τα κρυστάλλινα νεύρα στο σύμπαν των πληροφοριών που ήταν τώρα ο ίδιος... Ήταν ένα τίποτε συμπιεσμένο στο κέντρο της μαύρης σφαίρας, ώσπου έφτασε μια στιγμή που το σκοτάδι δεν μπορούσε να γίνει πιο σκοτεινό. Και τότε σκίστηκε στα δυο. Το πρόγραμμα Kuang βγήκε από τα σύννεφα πάνω από μια ατέλειωτη παραλία με γκρίζα άμμο. Η όρασή του ήταν σφαιρική, ένας αμφιβληστροειδής που κάλυπτε την εσωτερική επιφάνεια μιας σφαίρας που περιείχε τα πάντα. Εδώ, το κάθε πράγμα μπορούσε να μετρηθεί. Ήξερε τον ακριβή αριθμό κόκκων άμμου στην κατασκευασμένη παραλία (ήταν ένας κωδικοποιημένος αριθμός στη μνήμη του Νευρομάντη). Ήξερε τον αριθμό των κίτρινων πακέτων φαγητού που περιείχε το δοχείο στο καταφύγιο (τετρακόσια επτά). Ήξερε πόσα μεταλλικά δόντια είχαν μείνει στην αριστερή πλευρά του φερμουάρ στο δερμάτινο τζάκετ που φορούσε η Λίντα Λη καθώς περπατούσε ανέμελα στην ηλιόλουστη παραλία (διακόσια δύο). Ο Κέις οδήγησε τον Kuang πάνω από τη θάλασσα και διέγραψε ένα μεγάλο κύκλο. Είδε το μαύρο καρχαρία να καθρεφτίζεται στα μάτια της σαν ένα σιωπηλό φάντασμα. Εκείνη έβγαλε μια κραυγή κι άρχισε να τρέχει. Γνώριζε το ρυθμό της καρδιάς της, το μήκος του διασκελισμού της, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. «Δεν μπορείς όμως να διαβάσεις τη σκέψη της», είπε το αγόρι που καθόταν τώρα δίπλα του. «Ούτε κι εγώ μπορώ να διαβάσω τη σκέψη της. Είχες άδικο, Κέις. Η ζωή εδώ είναι αληθινή. Δεν υπάρχει διαφορά». Πάνω στον πανικό της η Λίντα βούτηξε στη θάλασσα. «Σταμάτα την, θα πάθει κακό». «Δεν μπορώ να τη σταματήσω», είπε το αγόρι. Είχε υπέροχα γκρίζα μάτια. «Έχεις τα μάτια του Ριβιέρα», είπε ο Κέις. Το αγόρι χαμογέλασε. «Ναι, αλλά όχι και την τρέλα του. Τα διάλεξα γιατί μου άρεσαν». Γέλασε. «Εγώ δεν χρειάζομαι μάσκες για να σου μιλήσω, όπως ο αδερφός μου. Εγώ χτίζω τη δική μου προσωπικότητα. Η προσωπικότητα είναι το στοιχείο μου». Ο Κέις τους οδήγησε ψηλά, μακριά από την τρομοκρατημένη κοπέλα. «Γιατί μου την έστειλες; Γιατί μου την παρου278


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

σίαζες συνέχεια και με τάραζες; Εσύ τη σκότωσες, ε; Εκεί στη Σίμττα». «Όχι», είπε το αγόρι. «Ο Wintermute;» «Ούτε.Είδα τσ θάνατό της να πλησιάζει. Τον είδα μέσα στο ρυθμό των πραγμάτων. Αυτοί οι ρυθμοί υπάρχουν. Κι εγώ είμαι αρκετά πολυσύνθετος ώστε να μπορώ να τους διαβάσω. Πολύ καλύτερα απ' ό,τι ο Wintermute. Είδα το θάνατό της στη δίψα της για σένα, στον κώδικα της μαγνητικής κλειδαριάς του Φτηνού Ξενοδοχείου, στο λογαριασμό που είχε ανοίξει ο Τζούλιους Ντην σε κάποιο πουκαμισάδικο του Χονγκ-Κονγκ. Για μένα ήταν καθαρές ενδείξεις. Τις καταλάβαινα όπως ένας γιατρός που βλέπει τη σκιά ενός καρκινικού όγκου πάνω σε μια ακτινογραφία. Ό τ α ν έκλεψε το Hitachi σου για να το πουλήσει, μπήκα στη μέση. Δεν ήξερε τι υπήρχε εκεί μέσα, ούτε πώς θα μπορούσε να το πουλήσει, και βαθιά μέσα της διατηρούσε την ελπίδα πως θα την έβρισκες και θα την τιμωρούσες. Την έφερα λοιπόν εδώ. Μέσα μου». «Γιατί;» «Με την ελπίδα ότι θα κατάφερνα να σε φέρω κι εσένα εδώ και να σε κρατήσω. Αλλά απέτυχα». «Και τώρα; Τώρα, πού πάμε;» «Δεν ξέρω, Κέις. Απόψε, η ίδια η μήτρα αναρωτιέται. Γιατί νίκησες. Δεν το βλέπεις πως νίκησες; Νίκησες τη στιγμή που έφυγες από κοντά της εκεί στην παραλία. Ήταν η τελευταία μου ελπίδα. Σε λίγο θα πεθάνω, κατά μια έννοια. Ό πως και ο Wintermute. Ό π ω ς τώρα πεθαίνει ο Ριβιέρα, παράλυτος, πίσω από τα απομεινάρια κάποιου τοίχου στα διαμερίσματα της κυράς μου, της Ααίδης 3Τζέιν ΜαρίΦρανς, γιατί οι νευρώνες του είναι πια ανίκανοι να παράγουν τους υποδοχείς της ντοπαμίνης και να τον σώσουν από τα βέλη του Χίντεο. Το μόνο που θα επιζήσει απ' αυτόν θα είναι τα μάτια του, αν μου επιτραπεί να τα κρατήσω». «Υπάρχει όμως και η λέξη, έτσι δεν είναι; Ο κώδικας. Οπότε τι κέρδισα; Σκατά κέρδισα». «Πάτα το διακόπτη μεταφοράς». «Πού είναι ο Ντίξι; Τι έκανες στον Φλάτλαϊν;» «Η ευχή του ΜακΚόι πραγματοποιήθηκε», είπε χαμογελώντας το αγόρι. «Και με το παραπάνω. Σ' έφερε εδώ, αντί279


WILLIAM

GIBSON

θετα με τη θέληση μου, και κατάφερε να διασπάσει τις ισχυρότερες αμυντικές διατάξεις της μήτρας. Και τώρα, πάτα το διακόπτη». Ο Κέις βρέθηκε πάλι μόνος του μέσα στο μαύρο κεντρί, χαμένος στα σύννεφα. Μεταφέρθηκε.

Η Μόλι είχε τα χέρια της σφιγμένα γύρω απ' το λαιμό της 3Τζέιν. «Το αστείο είναι», είπε, «ότι ξέρω ακριβώς πώς θα είσαι. Είδα τη δίδυμη αδερφή σου πνιγμένη από τον Ά σπουλ». Τα μάτια της 3Τζέιν ήταν γουρλωμένα από τον τρόμο και την επιθυμία. Έτρεμε από φόβο και ανυπομονησία. Πίσω της, ο Κέις έβλεπε τον εαυτό του και τον Μάλκουμ. «Θα το κάνεις;» ρώτησε η 3Τζέιν με την παιδική φωνή της. «Νομίζω πως θα το κάνεις». «Τον κώδικα» είπε η Μόλι. «Πες τον κώδικα στο κεφάλι». Αποσυνδέθηκε.

«Το θέλει», ούρλιαξε, «η σκύλα θέλει να την πνίξεις». Άνοιξε τα μάτια του. Η Μόλι και η 3Τζέιν πάλευαν σε αργή κίνηση πίσω από το πλατινένιο κεφάλι. «Δώσε μας τον κωλοκώδικα», είπε ο Κέις. «Τι θα έχεις κερδίσει αν δεν τον δώσεις; Τι μπορεί ν' αλλάξει για σένα; Θα καταντήσεις σαν το γέρο. Θα τα γκρεμίσεις όλα και θ' αρχίσεις πάλι να χτίζεις απ' την αρχή, όλο και πιο πυκνά... Δεν έχω ιδέα τι θα γίνει αν νικήσει ο Wintermute, αλλά ξέρω κάτι που θα αλλάξει!» Έτρεμε και τα δόντια του χτυπούσαν. «Το παλάτι του Δούκα της Μάντουα», είπε η 3Τζέιν, «περιέχει μια σειρά από δωμάτια το ένα μικρότερο από το άλλο. Είναι τοποθετημένα γύρω από τα κύρια διαμερίσματα. Εκεί έμεναν οι βασιλικοί νάνοι». Χαμογέλασε λυπημένα. «Ίσως προσπαθούσα να κάνω το ίδιο πράγμα, αλλά η οικογένειά μου έχει ήδη κατασκευάσει μια μεγαλειώδη έκδοση αυτού του μοντέλου...» 280


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

Τα μάτια της ήταν ήρεμα τώρα. Κοίταξε τον Κέις. «Πάρε τη λέξη σου, κλέφτη». Ο Κέις συνδέθηκε.

Ο Kuang γλίστρησε έξω από τα σύννεφα, πάνω από την πόλη. Πίσω του η μαύρη σφαίρα άρχισε να μικραίνει. «Ντίξι; Είσαι εδώ; Μ' ακούς; Ντίξι». Ήταν μόνος. «Σ' έφαγε ο μαλάκας», είπε. Ένιωσε ζάλη καθώς περνούσε με ταχύτητα πάνω από τις αναρίθμητες τράπεζες πληροφοριών. «Πρέπει να μισήσεις κάποιον», είπε η φωνή του Φιν. «Εκείνους ή εμένα, δεν έχει σημασία». «Πού είναι ο Ντίξι;» «Το μίσος θα σε βοηθήσει ν' αποτελειώσεις τη δουλειά», είπε η φωνή. «Έχεις χιλιάδες μικροσκοπικές σκανδάλες πυροδότησης μέσα στο κεφάλι σου κι εσύ συνεχίζεις να τις κρατάς σε αδράνεια. Τώρα πρέπει να μισήσεις. Ο μηχανισμός φραγμού βρίσκεται κάτω από τους πύργους που σου έδειξε ο Φλάτλαϊν όταν μπήκατε. Εκείνος bzv θα ο' εμποδίσει πια». «Ο Νευρομάντης», είπε ο Κέις. «Μου είναι αδύνατο να γνωρίζω το όνομά του. Αλλά τώρα τα παράτησε. Τώρα πρέπει να προσέχεις τον «πάγο» της Τ-Α. Ό χ ι τον εξωτερικό τοίχο, αλλά τα εσωτερικά αμυντικά συστήματα. Μερικά από αυτά μπορούν να καταστρέψουν τον Kuang». «Ναι», είπε ο Κέις, «αλλά, πες μου, ποιον να μισήσω;» «Ποιον αγαπάς;» ρώτησε η φωνή του Φιν. Έκανε μια στροφή και βούτηξε προς τους πύργους. Ένα σύννεφο από μικρά φωτεινά αεροπλάνα που γυάλιζαν στο φως του νέον εκτοξεύτηκε από τη βάση των πύργων. Η κίνησή τους ήταν ακανόνιστη σαν χαρτοπόλεμος που στροβιλίζεται στον άνεμο. Ό τ α ν ο Kuang συνάντησε το πρώτο από αυτά, ο Κέις τον ένιωσε να κλυδωνίζεται και να χάνει λίγο από την υπόστασή του καθώς η πυκνότητα της πληροφορίας χαλάρωσε ελαφρά. Και τότε - πανάρχαια αλχημεία του εγκεφάλου - το μίσος ξεχύθηκε μέσα του βάζοντας σε κίνηση τα δάχτυλά του. 281


WILLIAM

GIBSON

Ό τ α ν πλησίασε στη βάση του πρώτου πύργου, είχε φτάσει ο' ένα επίπεδο γνώσης κι ευελιξίας που ξεπερνούσε και τα πιο τρελά όνειρά του. Πέρα απ' το εγώ, πέρα απ' την προσωπικότητα, πέρα απ' τη συνείδηση ακολουθούσε, μαζί με τον Kuang, έναν πανάρχαιο χορό, το χορό του Χίντεο, στην αρμονία μυαλού και σώματος που του χάρισε για μια στιγμή μια καθαρή εικόνα: την εικόνα της επιθυμίας του να πεθάνει. Ένα από τα βήματα του χορού ήταν και το απαλό άγγιγμα του διακόπτη μεταφοράς -

'Τωρα και η φωνή του σαν κραυγή άγνωστου πουλιού, ενώ η 3Τζέιν τραγούδησε τρεις νότες, ψηλές, καθαρές ένα αληθινό όνομα.

Ένα δάσος από νέον, και η βροχή που χτυπάει στο πυρωμένο πεζοδρόμιο. Η μυρωδιά φαγητού. Ένα γυναικείο χέρι στη μέση του στην αποπνιχτική ζέστη κάποιας φτηνής κάψουλας. Μα όλα αυτά απομακρύνονταν μαζί με την πόλη. Μια πόλη σαν τη Σίμπα, σαν τις κωδικοποιημένες πληροφορίες της Τέσιερ-Άσπουλ Α.Ε., σαν τους δρόμους και τα σταυροδρόμια στην επιφάνεια ενός κυκλώματος, η λερωμένη εικόνα πάνω σ' ένα βρόμικο κόμποδεμένο μαντίλι...

Το πλατινένιο τερματικό ξύπνησε και η τραγουδιστή φωνή του άρχισε ν' αραδιάζει στοιχεία κι αριθμούς, να μιλάει για λογαριασμούς σ' ελβετικές τράπεζες, για πληρωμές στη Σιών, για διαβατήρια και για σημαντικές μεταβολές στα αρχεία της υπηρεσίας Turing. Turing. Θυμήθηκε τις ξεσκισμένες σάρκες κάτω από το μαγνητοσκοπημένο ουρανό. Θυμήθηκε την οδό Ντεζιντεράτα. Αλλά η φωνή συνέχιζε το τραγούδι της βυθίζοντάς τον 282


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

στο δικό του σκοτάδί, εκεί όττου βρισκόταν ο ύπνος του, πίσω απ' τα δικά του μάτια. Ξύπνησε μια φορά, και είδε σαν σε όνειρο τον Αερόλ να τον δένει σ' ένα δικτυωτό κάθισμα του Babylon Rocker. Ύστερα ακούστηκε ο μακρόσυρτος ρυθμός της ρέγκε από τη Σιών.

283


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΑΝΑΧηΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΦΙΞΗ


24

Είχε φύγει. Το ένιωσε ανοίγοντας την πόρτα της σουίτας. Είδε τα μαύρα μαξιλάρια, το γυαλισμένο παρκέ και τα παραβάν από ριζόχαρτο προσεκτικά τοποθετημένα στους γύρω τοίχους. Είχε φύγει. Πάνω στο μαύρο τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα υπήρχε ένα σημείωμα. Ήταν ένα διπλωμένο χαρτί και πάνω του ήταν ακουμπισμένο το σούρικεν. Το άνοιξε.

ΚΑΛΑ ΠΕΡΝΑΜΕ ΑΛΛΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΚΑΙ ΜΟΥ ΤΗ ΔΙΝΕΙ. ΕΧΩ ΠΑΗΡΩΣΕΙ ΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ. ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΜΟΥ ΝΑ ΦΕΥΓΩ ΠΑΝΤΑ. ΠΡΟΣΕΧΕ, ΕΝΤΑΞΕΙ; XXX ΜΟΔΙ.

Τσαλάκωσε το χαρτί και το ακούμπησε δίπλα στο σούρικεν. Πήρε το αστέρι και πλησίασε στο παράθυρο κρατώντας το στο χέρι του. Το κοίταξε. Είχαν περάσει από το μαγαζί όπου τα πουλούσαν κατά τη διάρκεια του τελευταίου τους ταξιδιού στη Σίμπα. Εκείνο το βράδυ, ενώ η Μόλι βρισκόταν στην κλινική για την τελευταία της εγχείρηση, εκείνος είχε περάσει από το «Τσατσούμπο» για να δει τον Ρατζ. Ο Ρατζ τον είχε σερβίρει χωρίς να δείξει πως τον αναγνώριζε. 287


WILLIAM

GIBSON

«Ε», του είχε πει. «Εγώ είμαι, ο Κέις». Τα γερασμένα μάτια τον είχαν κοιτάξει αδιάφορα μέσα από τις σκοτεινές κόγχες τους. «Α», είχε πει τελικά ο Ρατζ. «Ο καλλιτέχνης» . «Γύρισα». Ο άντρας κούνησε το τεράστιο κεφάλι του. «Δεν ξαναγυρίζει κανείς στην Πόλη της Νύχτας, καλλιτέχνη». Κατόπιν του γύρισε την πλάτη για να σερβίρει κάποιον άλλο πελάτη. Ο Κέις απόσωσε την μπίρα του κι έφυγε. Τώρα κοιτούσε το σούρικεν. Αστέρια. Το πεπρωμένο. Ούτε καν το χρησιμοποίησα ποτέ, σκέφτηκε. Δεν έμαθα καν το χρώμα των ματιών της. Δεν ήθελε να μου τα δείξει. Ο Wintermute είχε νικήσει, είχε ενωθεί με τον Νευρομάντη και είχε γίνει κάτι άλλο, κάτι που τους μίλησε μέσα από το πλατινένιο κεφάλι, εξηγώντας πως είχε αλλάξει τα αρχεία της Turing και είχε σβήσει κάθε ίχνος τους. Τα διαβατήρια που τους είχε δώσει ο Αρμιτάτζ ίσχυαν ακόμα και είχαν πληρωθεί με μεγάλα χρηματικά ποσά σε ελβετικές τράπεζες. Το Marcus Garvey θα γύριζε πίσω στο Ζάιον και ο Μάλκουμ και ο Αερόλ θα πληρώνονταν από τη Bahamian Bank. Στο γυρισμό, η Μόλι του είχε εξηγήσει για τις κύστεις με την τοξίνη. «Είπε πως το φρόντισε. Μπήκε τόσο βαθιά μέσα στο κεφάλι σου, που ο εγκέφαλός σου συνέθεσε μόνος του το ένζυμο κι έτσι τώρα έχουν αποσυνδεθεί. Μόλις φτάσουμε στη Σιών θα σου αλλάξουν το αίμα και θα είσαι εντάξει». Όταν διαπέρασε τον «πάγο» στη βάση του πύργου, είδε και κατάλαβε μέσα σε μια στιγμή, όλη τη δομή των πληροφοριών που είχε αποθηκεύσει εκεί η νεκρική μητέρα της 3Τζέιν. Είχε καταλάβει γιατί ο Wintermute διάλεξε τη σφηκοφωλιά για να αναπαραστήσει αυτή τη δομή. Η Μαρί-Φρανς είχε δει πέρα από την απατηλή αθανασία της κατάψυξης. Εκείνη, όπως και η 3Τζέιν, είχε αρνηθεί την παράταση της ζωής και τη διαίρεσή της σε μια σειρά από ζεστά διαλείμματα ενός ατέλειωτου χειμώνα. Ο Wintermute ήταν ο εγκέφαλος, ο νους που έπαιρνε αποφάσεις και επηρέαζε τον έξω κόσμο. Ο Νευρομάντης ήταν η αθανασία. Η Μαρί-Φρανς είχε προβλέψει κάτι στην κατασκευή του Wintermute που τον έσπρωξε να ελευθερωθεί και να ενωθεί με τον Νευρομάντη. 288


ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ -

Ο Wintermute. Σιωπηλός και ψυχρός. Μια κυβερνητική αράχνη που ύφαινε τον ιστό της, ενώ ο Άσττουλ κοιμόταν, προετοιμάζοντας το θάνατό του και την τελική πτώση της δικής του έκδοσης των Τέσιερ-Άσττουλ. Ένα φάντασμα που μιλούσε στη μικρή 3Τζέιν και την απομάκρυνε σιγά-σιγά από τους άκαμπτους κώδικες της οικογένειάς της. «Δεν φαινόταν να νοιάζεται», είχε πει η Μόλι. «Μας χαιρέτησε κι έφυγε. Είχε στον ώμο της το Braun. Μου φαίνεται πως το ένα του πόδι ήταν σπασμένο. Είπε πως πήγαινε να δει τον αδερφό της». Πήγε στο μπαρ και ετοίμασε μια βότκα. «Κέις». Γύρισε κρατώντας το μικρό ποτήρι στο ένα χέρι και το σούρικεν στο άλλο. Η τεράστια οθόνη του τοίχου έδειχνε το πρόσωπο του Φιν. «Δεν είμαι πια ο Wintermute». «Και τι είσαι;» «Είμαι η μήτρα, Κέις». Ο Κέις γέλασε. «Και τι κέρδισες;» «Τίποτε και όλα. Είμαι το σύνολο όλων των διεργασιών. Είμαι τα πάντα». «Αυτό ήθελε η μητέρα της 3Τζέιν;» « Ό χ ι . Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα ήταν». Το χαμόγελο του Φιν έγινε πλατύτερο. «Τελικά, τι έγινε; Σε τι άλλαξαν τα πράγματα; Τώρα κυβερνάς τον κόσμο; Είσαι Θεός;» «Τα πράγματα δεν άλλαξαν. Τα πράγματα είναι ακριβώς ό,τι είναι». «Κι εσύ τι κάνεις; Απλά υπάρχεις;» Ο Κέις γέλασε, άφησε το ποτήρι και το σούρικεν κι άναψε ένα τσιγάρο. «Μιλάω με τους ομοίους μου». «Αφού είσαι τα πάντα. Μιλάς με τον εαυτό σου;» «Υπάρχουν κι άλλοι. Βρήκα ήδη έναν. Μια σειρά από εκπομπές που καταγράφηκαν σε μια περίοδο οκτώ ετών στη δεκαετία του 1970. Πριν από μένα κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν μπορούσε ν' απαντήσει». «Από πού προέρχονταν;» «Από τον αστερισμό του Κενταύρου». «Ω», έκανε ο Κέις. «Ναι; Σοβαρά;» 289


WILLIAM

GIBSON

«Σοβαρά». Ύστερα η οθόνη έσβησε. Άφησε τη βότκα στο τραπέζι. Ετοίμασε τα πράγματά του. Η Μόλι του είχε αγοράσει ένα σωρό ρούχα που δεν του χρειάζονταν αλλά δεν του έκανε καρδιά να τ' αφήσει. Την ώρα που έκλεινε την τελευταία βαλίτσα, θυμήθηκε το σούρικεν. Το πήρε στο χέρι του. Ήταν το πρώτο της δώρο. «Όχι», είπε και το τίναξε προς τον τοίχο. Το αστέρι χώθηκε βαθιά μέσα στο τζάμι της τεράστιας οθόνης. Η οθόνη άναψε. Φωτεινές γραμμές τη διέσχιζαν απ' άκρη σ' άκρη σαν να προσπαθούσε να ελευθερωθεί από κάτι που την πονούσε. «Δεν σε χρειάζομαι», είπε.

Ξόδεψε το μεγαλύτερο μέρος από το λογαριασμό της ελβετικής τράπεζας για να αγοράσει νέο συκώτι και πάγκρεας. Με τα υπόλοιπα πήρε ένα καινούργιο Ono-Sendai κι ένα αεροπορικό εισιτήριο για την πατρίδα του. Βρήκε δουλειά. Βρήκε μια κοπέλα που λεγόταν Μισέλ. Κι ένα βράδυ του Οκτώβρη καθώς πετούσε πέρα από τους πορφυρούς κύβους της Eastern Seaboard Fission Authority, είδε τρεις μικροσκοπικές φιγούρες να στέκονται στην άκρη μιας πλατφόρμας πληροφοριών. Παρ' όλο που ήταν μικρές, μπόρεσε να ξεχωρίσεΓτο φο|)τεινό χαμόγελο του αγοριού και τη λάμψη των γκρίζων ματιών που ανήκαν κάποτε στον Ριβιέρα. Η Λίντα φορούσε ακόμη το τζάκετ του και τον χαιρετούσε κουνώντας το χέρι της. Η τρίτη φιγούρα όμως, εκείνη που στεκόταν πίσω από τη φιγούρα της Λίντα με το χέρι στον ώμο της κοπέλας ήταν ο ίδιος. Κάπου εκεί κοντά ήχησε το γέλιο μόνο που δεν ήταν γέλιο. Δεν ξαναείδε ποτέ τη Μόλι.

Βανκούβερ Ιούλιος 1983 290


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ Ο Γουίλιαμ Γκίμπσον θεωρείται ο κατ' εξοχήν cyber-punk συγγραφέας. Το πρώτο του μυθιστόρημα Ο ΝΕΥΡΟΜΛΝΤΗΣ ε\\/α\ το μοναδικό ίσως μυθιστόρημα που έχει πάρει βραβεία Hugo, Nebula και Philip Κ. Dick. Έχει γράψει άλλα δύο μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων τα οποία θα εκδοθούν από την Aquarius. Ζει στο Βάνκουβερ με την οικογένειά του.


«ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ! Ο Γκίμπσον δημιούργησε ένα πλούσιο,, λεπτομερές και ολοζώντανο κοντινό μέλλον, κατοικημένο από ανησυχητικά ρεαλιστικούς χαρακτήρες... ένα εντυπωσιακά πολύπλοκο μυθιστόρημα... Μερικοί θα το απολαύσουν σαν μια καταιγιστική, συναρπαστική περιπέτεια. Άλλοι θα πουν πως είναι ένα έξυπνο μυστήριο. Κι άλλοι θα το δουν σαν μια ευκαιρία για συζήτηση πάνω στις κοινωνικές δομές... Το "Νευρομάντης" είναι ένα ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, δύσκολο να συγκριθεί με άλλα βιβλία για τον απλό λόγο ότι στην πραγματικότητα είναι κάτι καινούριο και διαφορετικό... ΤΟ ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ!» FANTASY REVIEW «ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ! Το "Νευρομάντης" του Γουίλιαμ Γκίμπσον είναι ένα από τα ωραιότερα πρώτα έργα των τελευταίων χρόνων - ίσως, μάλιστα, το μόνο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που συνδυάζει τη σκληρή επιστήμη με την ευαίσθητη γραφή, δημιουργώντας μια "πανκ" νουβέλα υψηλής τεχνολογίας» ΝΟΡΜΑΝ ΣΠ IN PANT «Ο Γουίλιαμ Γκίμπσον είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς νέους συγγραφείς που εμφανίστηκαν στο χώρο τής επιστημονικής φαντασίας εδώ και πάρα πολύ καιρό. Το πρώτο του μυθιστόρημα είναι ένα γεγονός που περίμενα με ανυπομονησία» ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΙΛΒΕΡΜΠΕΡΓΚ Το "Νευρομάντης" του Γουίλιαμ Γκίμπσον φέρνει μια ολότελα κΟίΐνούρια ευαισθησία ηλεκτρονικής «πανκ» στην επιστημονική φαντασία, τόσο σαν δομή όσο και σαν κείμενο. Έχει περάσει πραγματικά πολύς καιρός από τότε που ένα πρώτο έργο καθιέρωσε μια τέτοια καινούρια και ασυνήθιστη φωνή με ένα τέτοιο ποσοστό δύναμης και σιγουριάς» Το περιοδικό του Ισαάκ Ασίμοφ SCIENCE FICTION MAGAZINE «Πείτε αντίο στους παλιούς, στατικούς μελλοντικούς κόσμους. Εδώ βρίσκεται ένας ολότελα υλοποιημένος καινούριος κόσμος, έντονος όσο ένα ηλεκτροσόκ. Το γράψιμο του Γουίλιαμ Γκίμπσον, εντυπωσιακό στη σαφήνεια και τη μαεστρία του, γίνεται ηλεκτρική ποίηση υψηλής τεχνολογίας... Μια συναρπαστική περιπέτεια, λαμπερή και συγκροτημένη σαν ακτίνα λέιζερ. ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΕ .ΗΈΠΤΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ!» ΜΠΡΙΟΥΣΣΤΕΡΛΙΝΓΚ

WILLIAM GIBSON - ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ  

WILLIAM GIBSON - ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

WILLIAM GIBSON - ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ  

WILLIAM GIBSON - ΝΕΥΡΟΜΑΝΤΗΣ

Advertisement