Page 1


ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ

Η Πειθήνια ΒΙΝΑ ΤΖΑΚΣΟΝ

Ογδόντα Ημέρες Κίτρινο Ογδόντα Ημέρες Μπλε ΤΖΑΝΑΝ ΤΑΝ

Αιχμάλωτη του Έρωτα ΚΑΘΛΙΝ ΤΕΣΑΡΟ

Μικρά Μυστικά Κομψότητας ΚΑΝΤΑΣ ΜΠΑΣΝΕΛ

Sex and the City

Kuriarxos_001s006.indd 2

9/30/13 3:37:19 PM


ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

Μετάφραση από τα αγγλικά ΕΦΗ ΤΣΙΡΩΝΗ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ

Kuriarxos_001s006.indd 3

9/30/13 3:37:19 PM


Σειρά: ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Tίτλος πρωτοτύπου: THE DOMINANT Συγγραφέας: TARA SUE ME Γλωσσική επιμέλεια: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΣΗΜΟΥ Copyright © Tara Sue Me, 2013 Copyright © 2013 για την ελληνική γλώσσα EKΔOTIKOΣ OPΓANIΣMOΣ ΛIBANH ABE Σόλωνος 98 – 106 80 Aθήνα. Tηλ.: 210 3661200, Fax: 210 3617791 http://www.livanis.gr Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Nόμος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Eλλάδα. Παραγωγή: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη ISBN 978-960-14-2739-3

Kuriarxos_001s006.indd 4

9/30/13 3:37:19 PM


Στους γονείς μου, οι οποίοι μου εμφύσησαν την αγάπη για τα βιβλία, και στα πεθερικά μου, για τη στήριξή τους στη συγγραφική δραστηριότητά μου. Ίσως μια μέρα μοιραστώ με όλους σας το αληθινό όνομά μου. Αλλά μάλλον όχι.

Kuriarxos_001s006.indd 5

9/30/13 3:37:19 PM


Kuriarxos_001s006.indd 6

9/30/13 3:37:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

7

Κεφάλαιο 1 ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ πάνω στο γραφείο μου χτύπησε μ’ ένα σιγανό, δι-

πλό μπιπ. Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου. Τέσσερις και μισή. Η γραμματέας μου είχε λάβει αυστηρή εντολή να μη με διακόψει παρά μόνο για δύο πολύ συγκεκριμένα τηλεφωνήματα. Από δύο συγκεκριμένους ανθρώπους. Ήταν πολύ νωρίς για να μου τηλεφωνεί ο Γιανγκ Κάι από την Κίνα, οπότε αυτό άφηνε μόνο έναν. Πάτησα το κουμπί της ανοιχτής ακρόασης. «Ναι, Σάρα;» «Ο κύριος Γκόντουιν είναι στη γραμμή, κύριε». Εξαιρετικά. «Ήρθε κανένα πακέτο απ’ αυτόν σήμερα;» ρώτησα. Άκουσα χαρτιά να θροΐζουν. «Μάλιστα, κύριε. Να σας το φέρω τώρα;» «Θα το πάρω μετά». Αποσύνδεσα την ανοιχτή ακρόαση και γύρισα την κλήση στο ασύρματο ακουστικό μου. «Γκόντουιν, περίμενα να με πάρεις νωρίτερα. Έξι μέρες νωρίτερα». Και για το πακέτο τόσο περίμενα. «Ζητώ συγνώμη, κύριε Γουέστ, αλλά είχατε μία αργοπορημένη αίτηση και ήθελα να τη συμπεριλάβω στην αποστολή». Εντάξει – εγώ είχα θέσει μια προθεσμία, αλλά οι υποψήφιες βέβαια δεν το ήξεραν. Αυτό ήταν κάτι που θα συζητούσα αργότερα με τον Γκόντουιν.

Kuriarxos_007s157.indd 7

9/30/13 3:37:32 PM


8

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Πόσες είναι αυτή τη φορά;» ρώτησα. «Τέσσερις». Ακουγόταν ανακουφισμένος που είχα αλλάξει θέμα, κλείνοντας αυτό της αργοπορίας του. «Τρεις έμπειρες και μία χωρίς προηγούμενη πείρα ή συστάσεις». Ακούμπησα την πλάτη μου πίσω και τέντωσα τα πόδια μου. Πραγματικά, αυτή τη συζήτηση δεν έπρεπε να την κάνουμε. Μετά από τόσο καιρό, ο Γκόντουιν θα έπρεπε να ξέρει τις προτιμήσεις μου. «Γνωρίζεις την άποψή μου για τις άπειρες υποτακτικές». «Μάλιστα, κύριε, τη γνωρίζω», είπε, και ήταν σαν να τον έβλεπα να σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του. «Η συγκεκριμένη όμως είναι διαφορετική – σας ζήτησε». Τέντωσα το ένα πόδι κι ύστερα το άλλο. Χρειαζόμουν ένα γερό τρέξιμο, το τζόγκινγκ, όμως, θα έπρεπε να περιμένει μέχρι αργότερα το απόγευμα. «Όλες με ζητάνε». Δεν ήταν ματαιοδοξία από μέρους μου, απλώς η αλήθεια. «Ναι, αλλά η συγκεκριμένη θέλει να υπηρετήσει εσάς και μόνο εσάς. Δεν ενδιαφέρεται για κανέναν άλλο». Ανακάθισα στην πολυθρόνα μου. «Αλήθεια;» «Το ξεκαθαρίζει στην αίτησή της ότι επιθυμεί την υποταγή σε εσάς και σε κανέναν άλλο». Είχα κανόνες σχετικά με την προηγούμενη εμπειρία και τις συστάσεις γιατί, για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα χρόνο να εκπαιδεύω υποτακτικές. Προτιμούσα κάποια με εμπειρία, κάποια που θα με μάθαινε γρήγορα. Κάποια που θα μπορούσα εγώ να μάθω γρήγορα. Πάντοτε περιλάμβανα μία μακροσκελή λίστα ενδιαφερόντων στην αίτηση για να διασφαλίσω ότι οι υποψήφιες ήξεραν πού ακριβώς έμπλεκαν. «Να υποθέσω ότι συμπλήρωσε τη λίστα όπως έπρεπε; Ότι δεν έγραψε απλώς πως είναι πρόθυμη για τα πάντα;» Κάποτε είχε συμβεί κι αυτό. Έκτοτε, βέβαια, ο Γκόντουιν είχε μάθει το μάθημά του. «Μάλιστα, κύριε».

Kuriarxos_007s157.indd 8

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

9

«Ε, τότε, ας ρίξω μια ματιά και σ’ αυτή την αίτηση». «Είναι η τελευταία στο πακέτο που σας έστειλα, κύριε». Γι’ αυτή την αίτηση, λοιπόν, είχε καθυστερήσει η αποστολή. «Ευχαριστώ, Γκόντουιν». Τερμάτισα την κλήση και βγήκα στον προθάλαμο. Η Σάρα μού έδωσε το πακέτο. «Δεν πας σπίτι σου, Σάρα;» είπα χώνοντας το φάκελο κάτω από τη μασχάλη μου. «Δε φαίνεται να έχει τίποτα για το υπόλοιπο της ημέρας». Η Σάρα με ευχαρίστησε και σηκώθηκε να ετοιμαστεί καθώς έκανα μεταβολή για να επιστρέψω μέσα. Πήρα ένα μπουκάλι νερό, κάθισα στο γραφείο μου και άνοιξα το πακέτο. Ξεφύλλισα τις πρώτες τρεις αιτήσεις. Τίποτα το ιδιαίτερο. Τίποτα το ασυνήθιστο. Το πιθανότερο ήταν ότι δε θα καταλάβαινα διαφορά με όποια από τις τρεις κι αν κανόνιζα ένα δοκιμαστικό Σαββατοκύριακο. Έτριψα τον αυχένα μου κι αναστέναξα. Ίσως, μετά από τόσα χρόνια, το πράγμα να με είχε πια κουράσει. Ίσως έπρεπε να προσπαθήσω ξανά να «ηρεμήσω» και να γίνω «φυσιολογικός». Αυτή τη φορά με κάποια που δε θα ήταν η Μέλανι. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι είχα ανάγκη τον κυριαρχικό τρόπο ζωής μου. Απλώς, ήθελα κάτι το ιδιαίτερο, κάποια ξεχωριστή γυναίκα για να τον ζωντανέψει. Ήπια μια μεγάλη γουλιά νερό και κοίταξα το ρολόι μου. Πέντε ακριβώς. Το θεωρούσα απίθανο να βρω την υποτακτική που έψαχνα στην τελευταία αίτηση. Αφού δεν είχε καθόλου εμπειρία, μάλλον ήταν χάσιμο χρόνου ακόμα και να κοιτάξω τα στοιχεία της. Πήρα την αίτησή της και την έβαλα πάνω στη στοίβα με τα προς καταστροφή έγγραφα. Έπειτα άπλωσα τις άλλες τρεις τη μια δίπλα στην άλλη και διάβασα ξανά τις αρχικές σελίδες τους. Τίποτα. Ουσιαστικά, δεν υπήρχε τίποτα που να διαφοροποιεί μεταξύ τους τις τρεις γυναίκες. Μάλλον έπρεπε να κλείσω τα μάτια και να διαλέξω μία στην τύχη. Τη μεσαία, ας πούμε.

Kuriarxos_007s157.indd 9

9/30/13 3:37:32 PM


10

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Καθώς όμως κοίταζα τα στοιχεία της, το βλέμμα μου ξεστράτισε στη στοίβα με τα προς καταστροφή έγγραφα. Η απορριφθείσα αίτηση αντιπροσώπευε κάποια που ήθελε να γίνει υποτακτική μου. Η γυναίκα είχε κάνει τον κόπο να συμπληρώσει διεξοδικά την πολύ λεπτομερειακή λίστα μου, και ο Γκόντουιν είχε καθυστερήσει να μου στείλει το πακέτο εξαιτίας της κυρίας-δεν-έχωεμπειρία-αλλά-θέλω-μόνο-τον-Ναθάνιελ-Γουέστ. Το λιγότερο που μπορούσα να κάνω ήταν να αντιμετωπίσω τη φιλόδοξη υποψήφια με τον ανάλογο σεβασμό διαβάζοντας τουλάχιστον τα στοιχεία της. Πήρα την πεταμένη αίτηση και διάβασα το όνομα. Άμπιγκεϊλ Κινγκ. Τα χαρτιά γλίστρησαν απ’ τα χέρια μου κι έπεσαν θροΐζοντας στο πάτωμα.

Στα μάτια του κόσμου, αποτελούσα την προσωποποίηση της επιτυχίας. Ήμουν ιδιοκτήτης και διευθύνων σύμβουλος μιας μεγάλης χρηματιστηριακής εταιρίας. Είχα στην υπηρεσία μου εκατοντάδες υπαλλήλους. Έμενα σε μια έπαυλη που είχε κοσμήσει τις σελίδες του Architectural Digest. Είχα μια καταπληκτική οικογένεια. Κατά ενενήντα εννέα τοις εκατό, ήμουν ευχαριστημένος με τη ζωή μου. Υπήρχε όμως αυτό το ένα τοις εκατό... Αυτό το ένα τοις εκατό που έλεγε ότι ήμουν η προσωποποίηση της αποτυχίας. Ότι περιτριγυριζόμουν από εκατοντάδες ανθρώπους, αλλά ελάχιστοι απ’ αυτούς με γνώριζαν πραγματικά. Ότι ο τρόπος ζωής μου δεν ήταν αποδεκτός. Ότι δε θα έβρισκα ποτέ κάποια που θα μπορούσα να αγαπήσω και που θα με αγαπούσε κι εκείνη. Ποτέ μου δε μετάνιωσα για την απόφασή μου να ζήσω τη ζωή

Kuriarxos_007s157.indd 10

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

11

του κυρίαρχου. Τις περισσότερες φορές, αυτή η ζωή με γέμιζε, με έκανε να νιώθω ολοκληρωμένος, και οι φορές που δεν ένιωθα έτσι σπάνιζαν. Αισθανόμουν ανολοκλήρωτος όταν πήγαινα στη Δημόσια Βιβλιοθήκη και το μάτι μου έπιανε την Άμπι. Φυσικά, μέχρι την ημέρα που η αίτησή της βρέθηκε στο γραφείο μου, δεν είχα τρόπο να ξέρω αν εκείνη γνώριζε ακόμα και την ύπαρξή μου. Μέχρι τότε, η Άμπι συμβόλιζε για μένα αυτό το ένα τοις εκατό που έλειπε. Οι κόσμοι μας απείχαν τόσο πολύ, που το θεωρούσα απίθανο να συναντηθούν, σ’ αυτή τη ζωή ή στην επόμενη. Αν όμως η Άμπι ήταν υποτακτική, κι αν ήθελε να γίνει η υποτακτική μου... Επέτρεψα στο μυαλό μου να περιπλανηθεί σε μονοπάτια που είχα αποκλείσει εδώ και χρόνια. Άνοιξα τις πύλες της φαντασίας μου κι άφησα τις εικόνες να με κατακλύσουν. Η Άμπι γυμνή και δεμένη στο κρεβάτι μου. Η Άμπι γονατισμένη εμπρός μου. Η Άμπι να εκλιπαρεί για το μαστίγιό μου. Ω, ναι. Σήκωσα την αίτησή της από το πάτωμα κι άρχισα να διαβάζω. Το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και το επάγγελμα τα πέρασα με μια ματιά. Γύρισα τη σελίδα στο ιατρικό ιστορικό της – φυσιολογικά τα αποτελέσματα των εξετάσεων για τη λειτουργία του συκωτιού και τα επίπεδα ερυθρών και λευκών στο αίμα, αρνητικά τα αποτελέσματα για AIDS και ηπατίτιδα, καθώς και για ουσίες στα ούρα. Το μόνο φάρμακο που έπαιρνε ήταν αντισυλληπτικά χάπια, τα οποία ούτως ή άλλως έθετα πάντα ως προϋπόθεση. Πέρασα στην επόμενη σελίδα, στη συμπληρωμένη λίστα της. Ο Γκόντουιν δεν έλεγε ψέματα όταν μου είπε ότι η Άμπι δεν είχε εμπειρία. Είχε τσεκάρει μόνο εφτά πράγματα στη λίστα: κολπικό

Kuriarxos_007s157.indd 11

9/30/13 3:37:32 PM


12

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

σεξ, αυνανισμός, δέσιμο ματιών, πυγοράπισμα, κατάποση σπέρματος, ικανοποίηση με τα χέρια και σεξουαλική αποστέρηση. Στο πεδίο των σχολίων δίπλα στη σεξουαλική αποστέρηση, είχε γράψει: «Χα χα. Δεν είμαι σίγουρη ότι ο ορισμός μας είναι ίδιος». Χαμογέλασα. Η Άμπι είχε χιούμορ. Σε αρκετά από τα στοιχεία υπήρχε η ένδειξη: «Όχι. Σκληρό όριο». Το σεβόμουν αυτό – είχα κι εγώ τα σκληρά όριά μου. Κοιτάζοντας τη λίστα, ανακάλυψα ότι αρκετά από τα ενδιαφέροντά μας συνέπιπταν. Ορισμένα δε συνέπιπταν. Δεν ήταν κακό αυτό – τα όρια άλλαζαν, οι λίστες άλλαζαν. Αν η σχέση μας εδραιωνόταν... Μα τι ήταν αυτά που σκεφτόμουν; Εξέταζα σοβαρά την πιθανότητα να καλέσω την Άμπι για δοκιμή; Ναι, ανάθεμά με, την εξέταζα. Ήξερα όμως, το ήξερα με απόλυτη βεβαιότητα, ότι, αν η αίτηση ήταν οποιασδήποτε άλλης, δε θα της είχα ρίξει δεύτερη ματιά. Θα την είχα σπρώξει στον καταστροφέα εγγράφων και θα είχα ξεχάσει την ύπαρξή της. Δεν εκπαίδευα υποτακτικές. Τελεία και παύλα. Η αίτηση όμως ήταν της Άμπι και δεν ήθελα να την καταστρέψω. Ήθελα να τη διαβάσω και να την ξαναδιαβάσω ώσπου να την αποστηθίσω. Ήθελα να φτιάξω έναν κατάλογο με όσα είχε συμπληρώσει ότι ήταν «πρόθυμη να δοκιμάσει» και να της δείξω πόση ηδονή μπορούσαν αυτά τα πράγματα να της προσφέρουν. Ήθελα να μελετήσω το σώμα της μέχρι οι καμπύλες του να χαραχτούν ανεξίτηλα στο μυαλό μου. Μέχρι τα χέρια μου να μάθουν ν’ αναγνωρίζουν την παραμικρή αντίδραση του κορμιού της. Ήθελα να δω την Άμπι να παραδίδεται στην πραγματική υποτακτική φύση της. Ήθελα να γίνω ο κυρίαρχός της. Μπορούσα να το κάνω; Μπορούσα να παραμερίσω τις σκέψεις μου για την Άμπι Κινγκ, τη φαντασίωση που δε θα γινόταν

Kuriarxos_007s157.indd 12

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

13

ποτέ πραγματικότητα, και να έχω αντί γι’ αυτήν την Άμπιγκεϊλ ως υποτακτική μου; Ναι. Ναι, μπορούσα. Γιατί ήμουν ο Ναθάνιελ Γουέστ, και ο Ναθάνιελ Γουέστ τα μπορούσε όλα. Κι αν η Άμπι έπαυε να υπάρχει... Αν την αντικαθιστούσε η Άμπιγκεϊλ Κινγκ... Πήρα το τηλέφωνο και σχημάτισα τον αριθμό του ­Γκόντουιν. «Μάλιστα, κύριε Γουέστ», μου είπε. «Αποφασίσατε;» «Στείλε στην Άμπιγκεϊλ Κινγκ την προσωπική μου λίστα. Αν ενδιαφέρεται ακόμα αφού τη μελετήσει, πες της να τηλεφωνήσει στη Σάρα και να κλείσει ένα ραντεβού για την ερχόμενη εβδομάδα».

Kuriarxos_007s157.indd 13

9/30/13 3:37:32 PM


14

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 2 Η ΑΜΠΙΓΚΕΪΛ ΕΚΛΕΙΣΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ για την Τρίτη στις τέσσερις το

απόγευμα. Πέρασα τη Δευτέρα περιμένοντας τη Σάρα να μου πει ότι η κυρία Κινγκ είχε τηλεφωνήσει για να ματαιώσει το ραντεβού της, όταν όμως φτάσαμε στη μία το μεσημέρι της Τρίτης χωρίς να έχει συμβεί κάτι τέτοιο, αναγκάστηκα να αποδεχτώ το γεγονός ότι υπήρχαν πράγματι πάρα πολλές πιθανότητες να εμφανιστεί. Βημάτιζα από το παράθυρο στο γραφείο μου και τανάπαλιν, με την εικόνα της Άμπιγκεϊλ στο μυαλό μου όπως ήταν την τελευταία φορά που την είχα δει: να κάνει με απεριόριστη υπομονή μάθημα σε ένα μαθητή λυκείου και να γελάει απαλά με κάτι που της είχε πει ο έφηβος. Ύστερα τη φαντάστηκα όπως μπορούσα τώρα να επιτρέψω στον εαυτό μου να τη φανταστεί: ως υποτακτική μου, έτοιμη και πρόθυμη να με υπηρετήσει. Να υπακούσει στην κάθε διαταγή μου. Γύρισα στο γραφείο μου και κάθισα. Για τρίτη φορά μέσα στα τελευταία εξήντα λεπτά, έβγαλα το πακέτο με τις πληροφορίες που είχα ετοιμάσει για εκείνη και το ξαναδιάβασα. Έλεγξα μία και δύο και τρεις φορές ότι τα πάντα ήταν όπως έπρεπε να είναι. Ο ξάδερφός μου, ο Τζάκσον, μου τηλεφώνησε στις τρεισήμισι, ανακόπτοντας την ανεξέλεγκτη πορεία της προϊούσας φρενίτιδάς μου.

Kuriarxos_007s157.indd 14

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

15

«Γεια», μου είπε. «Ισχύει ακόμα το παιχνίδι για το Σάββατο; Θα πάμε να σε γονατίσω στις ρακέτες;» Βόγκηξα. Είχα ξεχάσει ότι είχα υποσχεθεί στον Τζάκσον έναν επαναληπτικό αγώνα γι’ αυτό το Σάββατο. Αν η Άμπιγκεϊλ συμφωνούσε σ’ ένα δοκιμαστικό Σαββατοκύριακο, θα ήθελα να την αφήσω για να πάω να παίξω ρακέτες με τον Τζάκσον; Από την άλλη, βέβαια, ίσως ήταν καλό να φύγω από κοντά της για μερικές ώρες. Να κάνω ένα διάλειμμα από αυτό που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα ήταν ένα έντονο Σαββατοκύριακο. Ο Τζάκσον έπιασε το δισταγμό μου. «Δεν υπάρχει πρόβλημα αν δεν μπορείς. Ίσως πάω για καμιά ελεύθερη πτώση». Η τελευταία ελεύθερη πτώση του παραλίγο να του κοστίσει την καριέρα του στο φούτμπολ, οπότε ήξερα ότι ο Τζάκσον αστειευόταν. Τουλάχιστον, ήλπιζα ότι αστειευόταν. «Μη μ’ εκβιάζεις», του είπα. «Δεν προσπαθούσα να ξεφύγω, απλώς κοίταζα την ατζέντα μου για να βεβαιωθώ ότι δεν είχα κάτι για το Σάββατο. Παίζει η πιθανότητα ενός ραντεβού». «Με γυναίκα; Μη μου πεις ότι θα ξανακάνεις κατάσταση με τη Μαντάμ Περλέ;» «Το παρατσούκλι είναι πολύ υποτιμητικό για τη Μέλανι, και το ξέρεις». Και ο Τζάκσον είχε πέσει πολύ έξω. Από τη Μέλανι και μετά, είχα κάνει κατάσταση με κάμποσες. «Ήθελα απλώς να πω ότι χάρηκα που τη σούταρες». «Αρκετά μ’ εμένα και την ερωτική ζωή μου, Τζάκσον», είπα, γιατί ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι ο Τζάκσον δεν είχε ιδέα για το πραγματικό περιεχόμενο της σεξουαλικής μου ζωής. «Ποια θα φέρεις στη φιλανθρωπική εκδήλωση της μαμάς;» «Προς το παρόν, καμία. Κι ευχαριστώ που μου το θύμισες», απάντησε με μια μικρή δόση σαρκασμού. Μιλήσαμε λιγάκι ακόμα, κι ύστερα κλείσαμε, αφού συμφωνήσαμε να συναντηθούμε το Σάββατο για έναν επαναληπτικό αγώνα. Με πολλούς τρόπους, ο Τζάκσον ήταν ο αδερφός που ποτέ δεν

Kuriarxos_007s157.indd 15

9/30/13 3:37:32 PM


16

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

είχα. Οι γονείς μου είχαν σκοτωθεί σ’ ένα τροχαίο δυστύχημα όταν ήμουν δέκα χρονών. Μετά απ’ αυτό, με μεγάλωσε η αδερφή της μητέρας μου, η Λίντα. Ο Τοντ Γουέλινγκ ήταν το τρίτο μέλος της παρέας των αδελφικών μου φίλων, μαζί με τη γυναίκα του, την Ιλάινα. Όταν ήμασταν μικροί, ο Τοντ έμενε με την οικογένειά του στο διπλανό σπίτι από αυτό των Κλαρκ. Η Ιλάινα ήταν επίσης γειτόνισσα, και είχε γίνει ζευγάρι με τον Τοντ από το λύκειο. Συνέχισαν να είναι μαζί στο πανεπιστήμιο και παντρεύτηκαν ένα μήνα μετά την αποφοίτηση της Ιλάι­να. Τώρα ο Τοντ ήταν ψυχίατρος και η Ιλάινα σχεδιάστρια μόδας. Ζήλευα τη σχέση του Τοντ και της Ιλάινα – τη συντροφικότητα που τη χαρακτήριζε, το σχεδόν απτό πάθος, την αγάπη. Είχα εγκαταλείψει από καιρό την ελπίδα ότι θα έβρισκα ποτέ μια σχέση σαν τη δική τους, αλλά έτσι ήταν η ζωή που ζούσα εγώ. Το να έχω την Άμπι για υποτακτική μου σχεδόν θα αναπλήρωνε το κενό. Το τηλέφωνό μου χτύπησε μ’ ένα σιγανό, διπλό μπιπ. «Ναι, Σάρα;» Κοίταξα το ρολόι μου: τέσσερις παρά τέταρτο. Η Άμπιγκεϊλ ήταν συνεπής. Άλλο ένα θετικό. «Ήρθε η κυρία Κινγκ, κύριε». «Ευχαριστώ, Σάρα. Θα σε ειδοποιήσω όταν είμαι έτοιμος να τη δω». Τερμάτισα τη σύνδεση. Ήπια λίγο νερό και πέρασα άλλη μία φορά τις σημειώσεις μου. Όλα ήταν έτοιμα. Πήρα την αίτησή της και την ξαναδιάβασα, αν και δεν ήξερα το γιατί. Την είχα ήδη αποστηθίσει. Όταν το ρολόι έδειξε τέσσερις και πέντε, κάλεσα τη Σάρα και της είπα να στείλει την Άμπιγκεϊλ μέσα. Πήρα βαθιά ανάσα, άνοιξα ένα κενό έγγραφο στον υπολογιστή μου και άρχισα να δακτυλογραφώ. Ο Ναθάνιελ Γουέστ είναι ο μεγαλύτερος ηλίθιος, ο μεγαλύτερος μαλάκας του κόσμου.

Kuriarxos_007s157.indd 16

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

17

Τι σκατά νομίζεις ότι κάνεις; Ηλίθιε. Η Άμπιγκεϊλ άνοιξε την πόρτα, μπήκε αθόρυβα μέσα και την ξανάκλεισε πίσω της. Ηλίθιε. Μαλάκα. Δεν έπρεπε να τη φέρεις εδώ. Αυτό θ’ αποδειχτεί το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Πήγε στο κέντρο το δωματίου και, με την περιφερειακή όρασή μου, την είδα να στέκει με τα χέρια στα πλευρά της, τα πόδια ανοιγμένα στο πλάτος των ώμων της. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Ανάθεμα. Να πάρει. Να πάρει. Να πάρει. Ανάθεμα. Συνέχισα να δακτυλογραφώ κρυφοκοιτάζοντάς την. Ήρθε για σένα. Για να γίνει υποτακτική σου. Το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να μη φέρεσαι σαν χέστης. Τόσες φορές το έχεις κάνει αυτό. Θέλει να γίνει υποτακτική σου. Δεν είναι κάτι καινούριο για σένα. Ή κάτι ιδιαίτερο. Είναι πολύ, πάρα πολύ απλό, οπότε πάψε να προσπαθείς να το κάνεις περίπλοκο. Δώσ’ της αυτό που θέλει. Αυτό που χρειάζεται. Πάρε ό,τι σου δώσει. Και μερικά απ’ αυτά που δεν ξέρει ότι έχει να προσφέρει. Η δακτυλογράφηση βοηθούσε το μυαλό μου να καθαρίσει. Σχεδόν όπως και το πιάνο. Πληκτρολόγησα μερικές ακόμα αράδες, πήρα βαθιά ανάσα και σήκωσα το κεφάλι να την κοιτάξω. «Άμπιγκεϊλ Κινγκ», είπα. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Το περίμενα. Κρατούσε το κεφάλι της κατεβασμένο, αλλά ένα ελαφρύ τρέμουλο διαπερνούσε το σώ-

Kuriarxos_007s157.indd 17

9/30/13 3:37:32 PM


18

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μα της. Ήθελα ν’ απλώσω το χέρι και να την αγγίξω, να τη διαβεβαιώσω ότι ποτέ δε θα της έκανα κακό. Αντί γι’ αυτό, πήρα την αίτησή της και τα χαρτιά που θα της έδινα αν η συνάντηση πήγαινε καλά και τα στοίβαξα μαζί. Το κεφάλι της εξακολουθούσε να είναι κατεβασμένο. Πολύ ωραία. Έσπρωξα προς τα πίσω την πολυθρόνα μου, σηκώθηκα κι άρχισα να προχωρώ προς το μέρος της. Το τρέμουλό της εντάθηκε, απειροελάχιστα όμως. Στάθηκα πίσω της και άπλωσα το χέρι. Είχε έρθει η ώρα να την αγγίξω και να συνειδητοποιήσω ότι δεν ήταν παρά μια ακόμα γυναίκα με σάρκα και οστά. Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο. Έσπρωξα μαλακά τα μακριά, σκούρα μαλλιά της στον ένα ώμο κι έγειρα κοντά της. «Δεν έχεις συστάσεις». Το είπα επειδή έτσι ήταν κι επειδή ήθελα να δω το σφυγμό να επιταχύνεται σ’ αυτό το ευαίσθητο σημείο στη βάση του λαιμού της. Ναι. Ακριβώς. Έτσι. Έγειρα ακόμα κοντύτερα, τόσο που τα χείλη μου να ακουμπήσουν σχεδόν στο λαιμό της. «Θα έπρεπε να γνωρίζεις ότι η εκπαίδευση δεν εμπίπτει στο φάσμα των ενδιαφερόντων μου. Όλες οι υποτακτικές μου ως τώρα ήταν πλήρως εκπαιδευμένες». Θα ήθελε άραγε να μάθει γιατί έκανα την εξαίρεση μ’ εκείνη; Μήπως τα λόγια μου της είχαν δώσει να καταλάβει ότι υπήρχε κάτι διαφορετικό στην περίπτωσή της; Μάλλον όχι. Αλλά θα έπρεπε. Συνήθως δε λειτουργούσα έτσι. Άλλαζα όλους τους κανόνες για χάρη της. Κι εκείνη δεν το ήξερε καν. Έπιασα τα μαλλιά της και τα τράβηξα. «Είσαι σίγουρη ότι αυτό θέλεις, Άμπιγκεϊλ; Πρέπει να είσαι σίγουρη». Ένα μικρό μέρος του εαυτού μου ήθελε να τη δει να ­απαντάει αρνητικά, να σηκώνει το κεφάλι της, να κάνει μεταβολή, να ­φεύγει.

Kuriarxos_007s157.indd 18

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

19

Και να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μου όμως ήθελε να τη δει να μένει. Το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μου την ήθελε. Δεν κουνήθηκε. Δεν έφυγε. Μ’ ένα πνιχτό γελάκι, γύρισα στο γραφείο μου. Είχαμε κι οι δυο τόσο μεγάλο πείσμα. Ίσως τελικά το όλο πράγμα να λειτουργούσε. Να πάρει, ήθελα να λειτουργήσει. «Κοίταξέ με, Άμπιγκεϊλ». Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά. Τα μάτια της ήταν βαθυγάλανα, περιτριγυρισμένα από πυκνές βλεφαρίδες. Και καθρέφτιζαν την κάθε σκέψη της. Τη νευρικότητα, τη λαχτάρα, την απροκάλυπτη περιέργειά της καθώς το βλέμμα της με αποτιμούσε, σαρώνοντάς με απ’ την κορφή ως τα νύχια. Άρχισα να παίζω ρυθμικά τα δάχτυλά μου στην επιφάνεια του γραφείου μου. Τα μάτια της σκούρυναν και κάτι σαν αμηχανία εμφανίστηκε στο πρόσωπό της. Α, έκανε βρόμικες, πολύ βρόμικες σκέψεις. Κι αυτό μ’ έκανε να χαμογελάσω, αλλά μόνο για μια στιγμή. Έκοψα το χαμόγελο μαχαίρι. «Οι λόγοι που σε ώθησαν να υποβάλεις την αίτησή σου μου είναι αδιάφοροι. Αν σε επιλέξω, και συμφωνήσεις με τους όρους μου, το παρελθόν σου δε θα έχει σημασία». Γιατί το παρελθόν δεν υπήρχε πια. Αυτό που είχε σημασία ήταν το παρόν. «Ξέρω τι χρειά­ ζεται να κάνω». Δεν κουνήθηκε. Ούτε μίλησε. «Δεν έχεις εκπαίδευση», είπα. «Αλλά είσαι πολύ καλή». Γύρισα να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο. Το σκοτάδι έπεφτε σαν μανδύας στο δρόμο από κάτω, αλλά το φως στο γραφείο μου μετέτρεπε το τζάμι σε καθρέφτη, Μπορούσα να δω ό,τι έβλεπε η Άμπιγκεϊλ. Το βλέμμα της συνάντησε για ένα δευτερόλεπτο το δικό μου κι έπειτα χαμήλωσε ξανά.

Kuriarxos_007s157.indd 19

9/30/13 3:37:32 PM


20

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ανεπίτρεπτο. «Θα έλεγα ότι μάλλον μου αρέσεις, Άμπιγκεϊλ Κινγκ. Αν και δε θυμάμαι να σου είπα να κοιτάξεις αλλού». Ναι, σκέφτηκα, όταν το βλέμμα της συνάντησε και πάλι το δικό μου. Θα προχωρούσαμε. Την είχα στα χέρια μου και δε θα την άφηνα να φύγει. «Ναι, νομίζω ότι μία δοκιμή αυτό το Σαββατοκύριακο θα ήταν χρήσιμη». Γύρισα την πλάτη μου στο παράθυρο και χαλάρωσα τη γραβάτα μου. «Αν συμφωνείς, θα έρθεις στο εξοχικό μου την Παρασκευή, στις έξι ακριβώς. Θα στείλω αυτοκίνητο να σε πάρει. Θα φάμε για βράδυ... κι ύστερα βλέπουμε». Άφησα τη γραβάτα μου στον καναπέ και ξεκούμπωσα το πάνω κουμπί του πουκαμίσου μου. Η Άμπιγκεϊλ δε φαινόταν αμήχανη ούτε θορυβημένη. Ίσως να ένιωθε έξαψη ή ενθουσιασμό, δυσφορία πάντως όχι. «Έχω συγκεκριμένες απαιτήσεις από τις υποτακτικές μου». Η υποτακτική μου. Η Άμπιγκεϊλ Κινγκ ετοιμαζόταν να γίνει δική μου. «Θα κοιμάσαι τουλάχιστον οχτώ ώρες από την Κυριακή έως και την Πέμπτη το βράδυ. Η διατροφή σου θα είναι ισορροπημένη – θα παραλάβεις το πρόγραμμα της δίαιτάς σου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Επίσης, θα τρέχεις ένα μίλι την ημέρα, τρεις φορές την εβδομάδα. Δύο φορές την εβδομάδα θα κάνεις ασκήσεις ενδυνάμωσης και αντοχής στο γυμναστήριό μου. Η συνδρομή σου θα τακτοποιηθεί άμεσα, και από αύριο θα είσαι μέλος. Αντιρρήσεις;» Δε μίλησε. Υπέροχα. «Μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα». Έγλειψε τα χείλη της, περνώντας τη ροζ γλώσσα της στις άκρες τους. Το θέαμα έκανε το καυλί μου να συσπαστεί. Ήσυχα τώρα, σκέφτηκα. Έχουμε ώρα γι’ αυτά αργότερα. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, κάνε να έχουμε ώρα γι’ αυτά αργότερα.

Kuriarxos_007s157.indd 20

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

21

«Δεν είμαι... ιδιαίτερα αθλητική, κύριε Γουέστ. Ούτε έχω καλές σχέσεις με το τρέξιμο». «Θα πρέπει να μάθεις να μην αφήνεις τις αδυναμίες σου να σε κυβερνούν, Άμπιγκεϊλ». Αφού το είχε αναφέρει, θα τη βοηθούσα. Επέστρεψα στο γραφείο μου και σημείωσα το όνομα και το τηλέφωνο του δασκάλου της γιόγκα στο γυμναστήριο. «Τρεις φορές την εβδομάδα, θα παρακολουθείς επίσης μαθήματα γιόγκα. Υπάρχει σχετικό πρόγραμμα στο γυμναστήριο. Τίποτ’ άλλο;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Πολύ καλά. Θα σε δω την Παρασκευή το βράδυ». Της έτεινα τα χαρτιά. «Εδώ θα βρεις ό,τι πρέπει να ξέρεις». Πλησίασε στο γραφείο μου και πήρε τα χαρτιά. Έπειτα περίμενε. Τέλεια. «Ελεύθερη».

Kuriarxos_007s157.indd 21

9/30/13 3:37:32 PM


22

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 3 ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΠΟΤΕ ΜΟΥ πρόσκοπος όταν ήμουν μικρός, ο τρό-

πος που οργάνωνα τη ζωή μου, όμως, αποδείκνυε πόσο σύμφωνος ήμουν μ’ αυτόν το βασικό νόμο του προσκοπισμού, το περίφημο «έσο έτοιμος». Η προετοιμασία ήταν κατά το ήμισυ ο λόγος της επιτυχίας μου ως επιχειρηματία. Και, εν μέρει, ο λόγος για τον οποίο δεν είχα ποτέ λέξη ασφαλείας για τις υποτακτικές μου. Αν οι άνθρωποι φρόντιζαν απλώς να προετοιμάζονται καλύτερα, ο κόσμος στο σύνολό του θα λειτουργούσε ομαλότερα. Γι’ αυτό, λοιπόν, πέρασα ένα μέρος του απογεύματος της Τετάρτης στον κοσμηματοπώλη της προτίμησής μου. Ήθελα να είμαι προετοιμασμένος μ’ ένα κολάρο για την περίπτωση που η δοκιμή του Σαββατοκύριακου πήγαινε καλά. Και ήμουν σίγουρος ότι θα πήγαινε καλά. Η Άμπιγκεϊλ είχε περάσει με επιτυχία το τεστ στο γραφείο μου. Έριξα μια ματιά στην προθήκη με τα περιδέραια. Οι προηγούμενες υποτακτικές μου φορούσαν απλά ασημένια τσόκερ, για την Άμπιγκεϊλ όμως ήθελα κάτι καλύτερο. «Κύριε Γουέστ», είπε ο διευθυντής του καταστήματος πλησιάζοντάς με. «Τι μπορώ να κάνω για σας σήμερα;» Τίποτα απ’ όσα έβλεπα δε με είχε εντυπωσιάσει. «Ψάχνω ένα τσόκερ. Από πλατίνα. Με διαμάντια ίσως;» Στα μάτια του διευθυντή άστραψε ο ενθουσιασμός. «Έχω

Kuriarxos_007s157.indd 22

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

23

ακριβώς αυτό που ζητάτε. Το παρέλαβα το πρωί, και δεν είχα ακόμα την ευκαιρία να το βγάλω στην προθήκη». Έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι επέστρεψε αμέσως κρατώντας ένα δερμάτινο κουτί. Μέσα υπήρχε ένα υπέροχο περιδέραιο, καμωμένο από δύο πλατινένια κορδόνια πλεγμένα μεταξύ τους, καλυμμένα με διαμάντια. Ήταν σαν να το έβλεπα στο λαιμό της Άμπιγκεϊλ. Το κολάρο μου. Η υποτακτική μου. «Τέλειο», είπα στο διευθυντή.

Την Παρασκευή, αποφάσισα να μαγειρέψω για την Άμπιγκεϊλ και να φάμε μαζί μόλις ερχόταν. Ήθελα να χαλαρώσει πριν περάσουμε στο προκείμενο. Να της δώσω την ευκαιρία να μου κάνει ερωτήσεις ή να μου εκθέσει τυχόν ανησυχίες της. Ήθελα να νιώθει άνετα στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου – ή, τέλος πάντων, όσο άνετα ήταν δυνατό. Ετοίμασα ένα από τα αγαπημένα μου φαγητά και ανέτρεξα για άλλη μια φορά στα σχέδιά μου για το Σαββατοκύριακο. Δε θα προχωρούσα ακόμα σε διεισδυτικό σεξ. Αυτό μπορούσε να περιμένει μέχρι να δοκιμάσω άλλα πράγματα. Και θα ήταν ένας τρόπος για να θέσω υπό δοκιμή τον αυτοέλεγχό μου – να την έχω τόσο κοντά κι όμως να μην την αγγίζω... Έφτιαξα επίσης έναν καινούριο κανόνα – δε θα τη φιλούσα στο στόμα. Μου φαινόταν δίκαιο να φτιάξω έναν καινούριο κανόνα, αφού καταστρατηγούσα τόσο πολλούς άλλους. Βαθιά μέσα μου ήξερα πως ήταν ανόητο να πιστεύω ότι, αν δεν τη φιλούσα στο στόμα, θα διασφάλιζα την κατάλληλη συναισθηματική απόσταση. Η αλήθεια όμως ήταν ότι η Άμπιγκεϊλ ήθελε να είναι η υποτακτική μου. Δε με ήθελε για εραστή. Κι αν ξεκινούσα το Σαββατοκύριακο έχοντας κατά νου ότι η σχέση μας

Kuriarxos_007s157.indd 23

9/30/13 3:37:32 PM


24

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

θα ήταν σεξουαλική και τίποτα παραπάνω απ’ αυτό, θα ήμουν εντάξει. Το μισθωμένο αυτοκίνητο σταμάτησε στο τέρμα του ιδιωτικού δρόμου μου στις πέντε και σαράντα πέντε ακριβώς. Άνοιξα την εξώπορτα και βρήκα την Άμπιγκεϊλ πεσμένη στα γόνατα, να χαϊδεύει τον Απόλλωνα. Περίμενα ότι ο σκύλος μου θα την απέφευγε, αφού συνήθως απέφευγε τις επαφές με τους ξένους. Ήταν πολύ ασυνήθιστο που είχε νιώσει ασφαλής με την ­Άμπιγκεϊλ. Αν και έλεγαν ότι τα σκυλιά διέθεταν μια έκτη αίσθηση σχετικά με τους ανθρώπους... Το γεγονός ότι ο Απόλλωνας φαινόταν να τη συμπαθεί με έπεισε ότι η ιδέα του Σαββατοκύριακου ήταν καλή. «Απόλλωνα», είπα. «Έλα». Δε με είχε ακούσει ν’ ανοίγω την πόρτα. Το κατάλαβα από τον τρόπο που τίναξε το κεφάλι της ακούγοντας τη φωνή μου. Χαμογέλασε καθώς ο Απόλλωνας της έγλειφε το πρόσωπο. «Βλέπω ότι γνωρίστηκες με τον Απόλλωνα», είπα. «Ναι». Σηκώθηκε και τίναξε το παντελόνι της. Ο ήλιος που έδυε έκανε τα μαλλιά και τα μάτια της να φαντάζουν ακόμα πιο σκούρα, ακόμα πιο μυστηριώδη. «Είναι πολύ γλυκό σκυλί». «Δεν είναι. Συνήθως δεν είναι ευγενικός με τους ξένους. Τυχερή είσαι που δε σε δάγκωσε». Ο Απόλλωνας, βέβαια, δε θα τη δάγκωνε. Δε θα τον άφηνα μόνο του έξω αν υπήρχε περίπτωση να τη δαγκώσει. Δεν ήμουν σίγουρος γιατί το είχα πει αυτό. Ίσως ένα κομμάτι του εαυτού μου να ήθελε να τη δει να φεύγει. Την οδήγησα στο εσωτερικό του σπιτιού. «Απόψε θα φάμε στο τραπέζι της κουζίνας. Μπορείς να θεωρείς το τραπέζι της κουζίνας ως τον ελεύθερο χώρο σου. Εκεί θα γευματίζεις τις περισσότερες φορές, και μπορείς να εκλαμβάνεις την περιστασιακή παρουσία μου σε αυτό ως πρόσκληση από μέρους μου για να μιλήσεις ελεύθερα. Στις περισσότερες περιπτώ-

Kuriarxos_007s157.indd 24

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

25

σεις θα με σερβίρεις στην τραπεζαρία, σκέφτηκα όμως ότι θα έπρεπε να ξεκινήσουμε τη βραδιά λιγότερο τυπικά. Έγινα σαφής;» «Μάλιστα, Αφέντη». Έκανα απότομη μεταβολή, αιφνιδιασμένος από το ολίσθημά της. «Όχι. Δεν έχεις κερδίσει ακόμα το δικαίωμα να με προσφωνείς έτσι. Μέχρι να γίνει αυτό, θα με αποκαλείς “κύριο” ή “κύριο Γουέστ”». «Μάλιστα, κύριε. Συγνώμη, κύριε». Συνέχισα να προχωρώ, ξαφνιασμένος ακόμα με το λάθος της. Ήλπιζα ότι το υπόλοιπο Σαββατοκύριακο θα πήγαινε καλύτερα. Την πήγα στην κουζίνα και περίμενα να καθίσει. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς τραβούσε την καρέκλα της. Ένιωθε νευρικότητα, αυτό ήταν όλο. Και ήταν απόλυτα κατανοητό. Αλλά βρισκόταν εδώ. Στην κουζίνα μου. Είχε έρθει για να γίνει υποτακτική μου. Η παραδοξότητα του όλου πράγματος μου έκοψε τη μιλιά. Αρχίσαμε να τρώμε, μένοντας σιωπηλοί για αρκετά λεπτά. Εκείνη καταβρόχθιζε το κοτόπουλό της. Αναδεύτηκα στη θέση μου κοιτάζοντάς τη στο τραπέζι μου, να απολαμβάνει το φαγητό που είχα ετοιμάσει για εκείνη. «Εσύ το μαγείρεψες αυτό;» Μιλάει. Επιτέλους. «Έχω πολλά ταλέντα, Άμπιγκεϊλ». Και ανυπομονώ να τα μοιραστώ μαζί σου. Δεν ξαναμίλησε. «Χαίρομαι που δεν το βρίσκεις απαραίτητο να γεμίζεις τη σιωπή με ατελείωτη φλυαρία», είπα όταν είχαμε τελειώσει σχεδόν το φαγητό μας. «Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που πρέπει να σου εξηγήσω. Μην ξεχνάς ότι σ’ αυτό το τραπέζι μπορείς να μιλάς ελεύθερα». Σταμάτησα και περίμενα.

Kuriarxos_007s157.indd 25

9/30/13 3:37:32 PM


26

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Μάλιστα, κύριε». Μπράβο, καλό κορίτσι. «Γνωρίζεις από τη λίστα μου ότι είμαι μάλλον συντηρητικός ως Αφέντης. Δεν πιστεύω στη δημόσια ταπείνωση, δε συμμετέχω σε ακραία παιχνίδια πόνου και δε μοιράζομαι την υποτακτική μου με άλλους. Ποτέ». Λες και, αν η Άμπιγκεϊλ ήταν δική μου, θα τη μοιραζόμουν ποτέ με κάποιον άλλο. «Αν και, ως Αφέντης, φαντάζομαι ότι αυτό θα μπορούσα να το αλλάξω ανά πάσα στιγμή». «Καταλαβαίνω, κύριε». Καταλαβαίνεις; παραλίγο να ρωτήσω. «Το άλλο που θα πρέπει να ξέρεις», είπα, «είναι ότι δε φιλάω στο στόμα». Αυτό φάνηκε να την προβληματίζει. «Όπως στο Pretty Woman; Επειδή είναι πολύ προσωπικό;» «Το Pretty Woman;» «Ξέρεις... η ταινία;» «Όχι, δεν ξέρω», είπα. «Δεν την έχω δει. Δε φιλάω στο στόμα επειδή είναι περιττό». Περιττό για μας. Ρώτησέ με γιατί. Αν και φάνηκε ν’ αναστατώνεται, περιορίστηκε στο να φάει άλλη μία μπουκιά κοτόπουλο, κι έτσι συνέχισα: «Αναγνωρίζω το γεγονός ότι είσαι μια ξεχωριστή προσωπικότητα με τις δικές της ελπίδες, προσδοκίες, επιθυμίες, ανάγκες και απόψεις. Όλα αυτά τα παραμέρισες για να υποταχθείς σε μένα αυτό το Σαββατοκύριακο. Το να θέσεις τον εαυτό σου σ’ αυτή τη θέση αποτελεί μία επιλογή άξια σεβασμού, και θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι αυτό το σεβασμό τον έχεις από εμένα στο ακέραιο. Ό,τι κάνω για, ή σε, εσένα το κάνω έχοντας εσένα κατά νου. Οι κανόνες μου σε ό,τι αφορά τον ύπνο, το φαγητό και την άσκησή σου είναι προς όφελός σου. Ο σωφρονισμός που σου επιβάλλω είναι προς βελτίωσή σου». Έσυρα το δάχτυλό μου στο χείλος του ποτηριού μου, απολαμβάνοντας κρυφά τον τρόπο που το βλέμμα της ακολούθησε την κίνησή μου. «Και η όποια ηδονή σου προσφέρω...» και να ξέρεις,

Kuriarxos_007s157.indd 26

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

27

Άμπιγκεϊλ, ότι θα σου χαρίσω ηδονή, μεγάλη ηδονή «... ε, φαντάζομαι ότι δε θα έχεις ενδοιασμούς σε ό,τι αφορά την ηδονή». Ναι. Καταλάβαινε. Τα μάτια της σκούρυναν και ο ρυθμός της αναπνοής της άλλαξε. Την είχα εκεί ακριβώς που ήθελα. Έσπρωξα πίσω την καρέκλα μου, έτοιμος να συνεχίσω τη βραδιά μας. «Τελείωσες με το φαγητό σου;» «Μάλιστα, κύριε». «Πρέπει να βγάλω βόλτα τον Απόλλωνα. Το δωμάτιό μου είναι επάνω, η πρώτη πόρτα αριστερά. Θα είμαι εκεί σε δεκαπέντε λεπτά. Κι εσύ θα με περιμένεις. Πέμπτη σελίδα, πρώτη παράγραφος».

Έβγαλα τον Απόλλωνα βόλτα για να καθαρίσω το μυαλό μου, να προετοιμαστώ όσο καλύτερα μπορούσα για ό,τι επρόκειτο να συμβεί στο υπνοδωμάτιό μου. Ανέτρεξα νοερά στο σχέδιό μου. Στην Άμπιγκεϊλ άρεσε να προσφέρει στοματικό σεξ –το είχε σημειώσει στη λίστα της–, κι αφού αυτό ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα με τις υποτακτικές μου, θεώρησα λογικό να ξεκινήσουμε από εκεί. Το στοματικό σεξ υπενθύμιζε σε μία υποτακτική τη θέση και τα καθήκοντά της: γονατισμένη στα πόδια μου, όργανο της ηδονής μου. Ενώ θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω μία υποτακτική με όποιον τρόπο ήθελα, η επιλογή ήταν μία ευθύνη που έπαιρνα πολύ στα σοβαρά. Έφερα κατά νου την κρεβατοκάμαρά μου όπως την είχα αφήσει: αναμμένα κεριά παντού, το μαξιλάρι στο κέντρο του δωματίου, το νυχτικό που της είχα αγοράσει. Θα την έβρισκα άραγε γονατισμένη στο μαξιλάρι, ντυμένη με το νυχτικό; Αυτό ήταν που ήλπιζα. Μπορεί όμως να την έβρισκα στο χολ, έτοιμη να μου πει ότι είχε αλλάξει γνώμη. Αυτό ήταν που φοβόμουν. «Έλα, Απόλλωνα».

Kuriarxos_007s157.indd 27

9/30/13 3:37:32 PM


28

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Όταν ξαναμπήκαμε στο σπίτι, σταμάτησα στο δωμάτιο του πλυντηρίου, έβγαλα το πουλόβερ μου και το πέταξα στο καλάθι με τα ρούχα που η οικονόμος μου έστελνε στο καθαριστήριο. Η Άμπιγκεϊλ δεν ήταν στο χολ, κι έτσι ανέβηκα στο πάνω πάτωμα, με τον Απόλλωνα να με ακολουθεί. Του έδειξα το σημείο έξω από το κατώφλι του δωματίου μου κι εκείνος σωριάστηκε μ’ έναν αναστεναγμό ακουμπώντας το κεφάλι στα πόδια του. Μπήκα στο δωμάτιο και τη βρήκα να περιμένει. Είχε φορέσει το νυχτικό και είχε γονατίσει στο μαξιλάρι. Ναι. Έκλεισα την πόρτα. «Πολύ ωραία, Άμπιγκεϊλ. Μπορείς να σηκωθείς». Σηκώθηκε αργά. Το νυχτικό έφτανε ως το πάνω μέρος των μηρών της, και το ελαφρύ κοκκίνισμα της επιδερμίδας της κάτω από το διάφανο ύφασμα πρόδιδε τη διέγερσή της. «Βγάλε το νυχτικό και άφησέ το στο πάτωμα». Έβγαλε το νυχτικό περνώντας το πάνω από το κεφάλι της με χέρια που έτρεμαν. Η νευρικότητά της ήταν ολοφάνερη, αλλά οι ρώγες της ήταν ορθωμένες και τα χείλη της μισάνοιχτα. «Κοίταξέ με». Μόλις το βλέμμα της συνάντησε το δικό μου –ναι, ήταν τόσο ερεθισμένη όσο κι εγώ–, έβγαλα τη ζώνη μου και πήγα κοντά της. «Τι νομίζεις, Άμπιγκεϊλ; Πρέπει να σε συνετίσω για την άστοχη προσφώνησή σου; Για κείνο το “Αφέντη”;» Τίναξα τη ζώνη και η άκρη της προσγειώθηκε στο πάνω μέρος του μηρού της. Δεν ήμουν ακόμα ο αφέντης της, κι αυτό έπρεπε να το καταλάβει. Μια μέρα ίσως – μια μέρα που δε θ’ αργούσε να ’ρθει... «Ό,τι επιθυμείς, κύριε», ψιθύρισε. Καλή απάντηση. «Ό,τι επιθυμώ;» Επιθυμούσα πολλά πράγματα, προς το παρόν όμως... Στάθηκα μπροστά της, ξεκούμπωσα το παντελόνι μου και το

Kuriarxos_007s157.indd 28

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

29

έσπρωξα προς τα κάτω μαζί με το μποξεράκι μου. Η στύση μου ελευθερώθηκε μ’ ένα τίναγμα. «Πέσε στα γόνατα». Περίμενα, ξέροντας ότι με περιεργαζόταν. Πράγμα που δεν ήταν πρόβλημα. Έπρεπε να δει. «Υπηρέτησέ με με το στόμα σου». Έγειρε προς τα μπρος και το καυλί μου πέρασε μέσα απ’ τα χείλη της. Το στόμα της ήταν ζεστό και υγρό, πράγμα που μ’ έκανε ακόμα πιο σκληρό. Ανάθεμά την, ήταν καλή. Χτύπησα το λαρύγγι της. «Όλο». Μπορούσε να το κάνει. Θα το έκανε. Παρ’ όλ’ αυτά δίστασε, ανεβάζοντας τα χέρια για να πιάσει τη βάση του φαλλού μου. Ο δισταγμός δε μου άρεσε. «Αν δεν μπορείς να τον πάρεις στο στόμα σου, δεν μπορείς να τον έχεις πουθενά αλλού», είπα, επειδή ήξερα πού ακριβώς τον ήθελε. Η σκέψη μ’ έκανε να σπρώξω κι άλλο, με αποτέλεσμα να γλιστρήσω βαθύτερα στο λαρύγγι της. «Ναι. Μ’ αρέσει αυτό». Κοίταξα προς τα κάτω, και η εικόνα της Άμπιγκεϊλ πεσμένης στα γόνατα με το καυλί μου στο στόμα της παραλίγο να με κάνει να χύσω. Δε θα άντεχα πολύ. «Μ’ αρέσουν τα σκληρά και άγρια παιχνίδια, και δεν πρόκειται να σου χαριστώ μόνο και μόνο επειδή είσαι καινούρια». Την άρπαξα απ’ τα μαλλιά. «Κρατήσου γερά». Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από τους μηρούς μου και βγήκα για να ξανασπρώξω αμέσως μέσα στο στόμα της. Κινούσα το κεφάλι της με τα χέρια μου, γαμώντας το στόμα της, άγρια και σκληρά. Ακριβώς όπως μου άρεσε. «Χρησιμοποίησε τα δόντια σου», είπα κι εκείνη άρχισε να με γδέρνει σε όλο το μήκος μου καθώς μπαινόβγαινα. Πιάνοντας το νόημα, άρχισε να με ρουφάει και να με γλείφει από τη βάση ως το κεφάλι. «Ναι», βόγκηξα, κλείνοντας τα μάτια και χρησιμοποιώντας την ακόμα πιο σκληρά.

Kuriarxos_007s157.indd 29

9/30/13 3:37:32 PM


30

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ναι. Να πάρει. Ένιωσα τ’ αρχίδια μου να σφίγγουν και κατάλαβα ότι ήμουν κοντά. Κρατήθηκα, θέλοντας να δώσω διάρκεια στην αίσθηση – στην αίσθηση του στόματός της γύρω μου, στην υπόσχεση για την απελευθέρωση που θα έφερνε ο οργασμός, στην απόλαυση του να είμαι τόσο κοντά και να μην αφήνω τον εαυτό μου να ενδώσει. Με ρούφηξε ακόμα πιο δυνατά και κατάλαβα ότι δε θα κρατούσα για πολύ ακόμα. «Κατάπιε το όλο», είπα, προετοιμάζοντάς την. «Κατάπιε και την τελευταία σταγόνα». Έχυσα πολύ, σε μεγάλες δόσεις, εκείνη όμως τα πήρε όλα. Καταπίνοντάς τα διψασμένα, μέχρι και την τελευταία σταγόνα. Τραβήχτηκα βαριανασαίνοντας, γιατί, ανάθεμά την, ήταν καλή. «Αυτό, Άμπιγκεϊλ», είπα, «αυτό είναι που επιθυμώ». Ανέβασα το παντελόνι μου, παρατηρώντας ότι περίμενε την επόμενη διαταγή μου. Ήθελα να τη ρίξω στο κρεβάτι και να την ξεσκίσω στο πήδημα. Ήθελα να κρατήσω τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της και να τη γαμήσω ώσπου να ουρλιάξει από ηδονή. Ήθελα... Αρκετά! Για εκείνη ήταν αρκετά για ένα βράδυ. Χρειαζόταν χρόνο για να συνηθίσει. Όσο κι αν το λαχταρούσε όλο αυτό, εξακολουθούσε να είναι πολύ καινούρια στον κόσμο μου. Δεν έπρεπε να το ξεχνάω, και δε θα το ξεχνούσα. Περίμενα μέχρι να ηρεμήσει η αναπνοή μου. «Το δωμάτιό σου είναι δυο πόρτες παρακάτω, στ’ αριστερά», είπα. «Στο κρεβάτι μου κοιμάσαι μόνο κατόπιν πρόσκλησης. Ελεύθερη». Ξαναφόρεσε το νυχτικό της και μάζεψε τα ρούχα της. «Θα πάρω το πρόγευμά μου στην τραπεζαρία στις εφτά ακριβώς».

Kuriarxos_007s157.indd 30

9/30/13 3:37:32 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

31

Κεφάλαιο 4 ΠΟΤΕ ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΟΜΟΥΝ πολύ ύπνο. Τις περισσότερες νύχτες μού

αρκούσαν τέσσερις ή πέντε ώρες, κι αυτό ήταν καλό, αφού, έχοντας μόλις νιώσει τα χείλη της Άμπιγκεϊλ τυλιγμένα γύρω απ’ το καυλί μου, δεν υπήρχε ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να με πάρει εύκολα ο ύπνος. Πέρασα τα δάχτυλα στα μαλλιά μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ στον αναλυτικό πίνακα στην οθόνη του φορητού υπολογιστή μου, οι αριθμοί όμως απλώς ανακατεύονταν άναρχα στο μυαλό μου. Βλαστήμησα αγανακτισμένος. Γαμώτο! Τι είχα κάνει; Είχα αναγκάσει την Άμπιγκεϊλ να πέσει στα γόνατα και της είχα γαμήσει το στόμα χωρίς να τη ρωτήσω τι σκεφτόταν γι’ αυτό ή πώς θα της φαινόταν ή αν το ήθελε. Ναι, αλλά, αντέταξα στον εαυτό μου, αυτό ήθελε. Διέθετε ελεύθερη βούληση: θα μπορούσε να μου πει να σταματήσω ανά πάσα στιγμή, κι εγώ θα το έκανα. Γι’ αυτό ήμουν σίγουρος. Το θέμα όμως ήταν ότι δεν ήθελε να σταματήσω. Ήθελε να κυριαρχήσω πάνω της, διαφορετικά δε θα βρισκόταν στο σπίτι μου και, σίγουρα, δε θα κοιμόταν αυτή τη στιγμή δυο πόρτες μακριά από το δωμάτιό μου. Έκλεισα τον υπολογιστή και βγήκα στο διάδρομο. Η πόρτα της ήταν κλειστή και το φως σβηστό. Κοιμόταν. Άλλη μία απόδειξη του τι ήθελε.

Kuriarxos_007s157.indd 31

9/30/13 3:37:32 PM


32

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Δεν το αμφισβήτησα ξανά. Μπήκα στο δωμάτιο των παιχνιδιών και το ετοίμασα για το επόμενο βράδυ.

Τελικά, έπεσα για ύπνο πολύ μετά τα μεσάνυχτα και ξύπνησα τεσσερισήμισι ώρες αργότερα, στις πέντε και μισή. Έκανα μερικές δια­ τάσεις πριν βγω στο διάδρομο και πάω στο δωμάτιο της Άμπιγκεϊλ. Η πόρτα ήταν κλειστή – η Άμπιγκεϊλ κοιμόταν ακόμα. Αναρωτήθηκα αν θα σηκωνόταν έγκαιρα για να ετοιμάσει το πρόγευμα, και μου πέρασε από το μυαλό να την ξυπνήσω εγώ. Μετά όμως κατέληξα στο ότι δεν ήθελα να δημιουργήσω προηγούμενο, κι έτσι έκανα μεταβολή και κατέβηκα στο κάτω πάτωμα με προορισμό το γυμναστήριο του σπιτιού μου. Τελείωσα το τρέξιμό μου στις εφτά παρά είκοσι και άκουσα την Άμπιγκεϊλ να κοπανάει ντουλάπια και κατσαρολικά στην κουζίνα. Μπορεί να είχε ξυπνήσει αργότερα απ’ ό,τι υπολόγιζε, ήταν όμως αποφασισμένη να έχει το πρωινό μου έτοιμο στην προκαθορισμένη ώρα. Βγήκα από το γυμναστήριο και πήγα να κάνω ένα γρήγορο ντους. Στις εφτά ακριβώς, μπήκα στην τραπεζαρία και βρήκα το πρόγευμά μου να με περιμένει. Την παρατηρούσα με την άκρη του ματιού μου όσο έτρωγα. Ήταν ντυμένη πρόχειρα και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε μια ακόμα πιο πρόχειρη αλογοουρά. Μάλλον δεν είχε κάνει ντους. Η αναπνοή της ήταν λιγάκι βαριά, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να την ελέγξει, σαν να μην ήθελε να αποκαλύψει ότι είχε ετοιμάσει το πρωινό υπό το κράτος πανικού. Η Άμπιγκεϊλ είχε βάλει τα δυνατά της και είχε πετύχει το στόχο της. Πράγμα που άφηνε πολλές υποσχέσεις για το υπόλοιπο του Σαββατοκύριακου. Έφαγα με το πάσο μου. Δεν υπήρχε λόγος βιασύνης – ήθελα να δώσω στην Άμπιγκεϊλ χρόνο να ηρεμήσει και να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της.

Kuriarxos_007s157.indd 32

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

33

«Φτιάξε ένα πιάτο και φάε στην κουζίνα», της είπα μόλις τελείωσα. «Να είσαι στο υπνοδωμάτιό μου σε μία ώρα. Πέμπτη σελίδα, παράγραφος δύο».

Τηλεφώνησα στον Τζάκσον όσο έβγαζα τον Απόλλωνα βόλτα. «Δεν πιστεύω να μου τηλεφωνείς για να ακυρώσεις;» με ρώτησε. «Όχι, σου τηλεφωνώ για να δω αν θέλεις να πάμε για φαγητό μετά το παιχνίδι». «Και βέβαια θέλω». Χαμήλωσε την ένταση της φωνής του. «Δεν πήγε καλά το ραντεβού;» Γέλασα. Πού να ’ξερε. «Μια χαρά πήγε το ραντεβού – για την ακρίβεια, περισσότερο από μια χαρά. Κάναμε σχέδια για το βράδυ». «Μάλιστα!» είπε. «Ένας πόντος υπέρ σου». Ούτε να το φανταστείς δεν μπορείς. «Πώς είναι λοιπόν;» ρώτησε. «Όμορφη; Μήπως έχει καμιά αδερφή;» Άπλωσα το χέρι να χαϊδέψω τον Απόλλωνα. «Θα σου τα πω το μεσημέρι».

Όσο κι αν είχα προσπαθήσει να φανταστώ πώς θα ήταν να έχω την Άμπιγκεϊλ ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, η πραγματική εικόνα με άφησε εμβρόντητο. Ο πρωινός ήλιος έπεφτε λαμπρός στο κρεβάτι – φωτίζοντας το σώμα της, κάνοντάς τη να λάμπει. Τα μάτια της ήταν κλειστά, γεγονός που μου έδινε μερικά δευτερόλεπτα για να την περιεργαστώ χωρίς να με καταλάβει. Ξεκίνησα με το στόμα της – είχε τα χείλη της μισάνοιχτα, σαν να μιλούσε στον εαυτό της. Το βλέμμα μου ταξίδεψε στον ντελικάτο λαιμό της. Την κοίταξα να καταπίνει, είδα τους μυς να αναδεύονται κάτω από την επιδερμίδα της. Η σχεδόν ανεπαίσθητη κίνη-

Kuriarxos_007s157.indd 33

9/30/13 3:37:33 PM


34

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ση των χεριών της τράβηξε την προσοχή μου, διαπίστωσα όμως ότι το μόνο που έκανε ήταν να περνάει τα ακροδάχτυλά της πάνω στο κάλυμμα του κρεβατιού. Τα μάτια της εξακολουθούσαν να είναι κλειστά. Τα στήθη της είχαν το ιδανικό μέγεθος για να ταιριάξουν στις παλάμες μου και, καθώς τα κοίταζα, η Άμπιγκεϊλ πήρε μια βαθιά ανάσα, ανασηκώνοντας το στέρνο της. Οι ρώγες της είχαν σκούρο ρόδινο χρώμα και ήταν ορθωμένες, σε προφανή διέγερση. Λαχταρούσα να πάρω μία στο στόμα μου. Να δοκιμάσω τη γεύση της... Αργότερα. Έσφιξα τη γροθιά μου και κατέβασα το βλέμμα μου στην απαλή εσοχή της κοιλιάς της, κι ακόμα πιο κάτω, στα ανοιγμένα γόνατά της. Κοίταξα ανάμεσα στα πόδια της, για να διαπιστώσω ότι ήταν ήδη υγρή. Υγρή για μένα. Έτοιμη για μένα. Το καυλί μου σκλήρυνε ακόμα περισσότερο στη σκέψη. Αργότερα, Γουέστ, είπα στον εαυτό μου. Υπάρχει και κάτι που λέγεται αυτοέλεγχος. Ήξερα ότι, αν δεν προχωρούσα στην άμεση εφαρμογή του σχεδίου μου, θα πετούσα από πάνω μου τα ρούχα και θα την έπαιρνα επιτόπου. Αλλά δεν ήταν αυτό το σχέδιό μου, κι εγώ βάδιζα πάντα βάσει σχεδίου. Σχεδόν πάντα. Η παρουσία της Άμπιγκεϊλ στο σπίτι μου παραβίαζε το σύνολο σχεδόν των κανόνων μου και ακύρωνε κάθε σχέδιό μου. Το θέμα εδώ δεν είσαι εσύ, είπα στον εαυτό μου. Ή, τουλάχιστον, δεν είσαι κυρίως εσύ. Απλώς δώσ’ της αυτό που χρειάζεται. Χαλάρωσα τη γροθιά μου και πλησίασα στο κρεβάτι. «Κράτα τα μάτια σου κλειστά». Τινάχτηκε. Ήταν τόσο απορροφημένη από τις σκέψεις της, που δε με είχε ακούσει να μπαίνω.

Kuriarxos_007s157.indd 34

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

35

«Μ’ αρέσεις απλωμένη έτσι. Σήκωσε τα χέρια σου και προσποιήσου ότι είναι τα δικά μου. Χαϊδέψου». Δείξε μου τι σου αρέσει, τι θέλεις. Δίστασε. Ξανά. «Τώρα, Άμπιγκεϊλ». Έπρεπε να είμαι πιο υπομονετικός απ’ ό,τι συνήθως. Στο κάτω κάτω, ήταν καινούρια σ’ αυτό. Άρχισε να χαϊδεύει τα στήθη της, κι ενώ στην αρχή τα χάδια ήταν απαλά, σύντομα κλιμάκωσε την ένταση αρχίζοντας να στρίβει τις ρώγες της ανάμεσα στα δάχτυλά της. Πρώτα τη μια κι ύστερα την άλλη. Έπειτα τσίμπησε με δύναμη τη μία βγάζοντας μια πνιχτή κραυγούλα ηδονής. Ναι, που να πάρει. Της άρεσαν τα άγρια. Ερεθίζοντας με το ένα χέρι τις ρώγες της, κατέβασε το άλλο χαμηλά στην κοιλιά της. Και γλίστρησε ένα δάχτυλο ανάμεσα στα πόδια της. Μόνο ένα; «Με απογοητεύεις, Άμπιγκεϊλ». Πλησίασα τόσο κοντά της, που ένιωθα την ανάσα της στο πρόσωπό μου. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν. «Κράτα τα μάτια σου κλειστά». Χαμήλωσα το βλέμμα μου, παρακολουθώντας το γρήγορο χτύπο της καρδιάς της. Μπορούσα άραγε να την κάνω να χτυπήσει γρηγορότερα; «Χτες βράδυ, μετά βίας κατάφερες να με πάρεις ολόκληρο στο στόμα σου και τώρα χρησιμοποιείς μόνο ένα δάχτυλο για να αναπαραστήσεις το καυλί μου;» Α, ναι, να που μπορούσα. Πόσο γρήγορα μπορούσε να χτυπήσει αυτή η καρδιά... Γλίστρησε άλλο ένα δάχτυλο μέσα της. «Κι άλλο». Η αναπνοή της κόπηκε, αλλά πρόσθεσε ένα ακόμα δάχτυλο κι άρχισε να τα κινεί, βάζοντας και βγάζοντάς τα αργά. Το αργά δε μας έκανε.

Kuriarxos_007s157.indd 35

9/30/13 3:37:33 PM


36

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Πιο δυνατά. Εγώ θα σε γαμούσα πιο δυνατά». Το είπα γιατί ήταν η αλήθεια. Πολύ σύντομα, θα της έδειχνα πόσο δυνατά. Ένα ελαφρύ κοκκίνισμα απλώθηκε στο στέρνο της. Ναι, της άρεσε όταν της μιλούσα βρόμικα. Της άρεσαν τα βρόμικα και τα άγρια και τα κυριαρχικά. Αισθάνθηκα τη στύση μου να σκληραίνει καθώς φανταζόμουν τον εαυτό μου στη θέση των δαχτύλων της. Το καυλί μου να μπαινοβγαίνει με δύναμη μέσα της. Το καυλί μου να είναι η αιτία των βογκητών της. Ήταν κοντά. Είχε λαχανιάσει, και το κοκκίνισμα στο στέρνο της είχε ενταθεί. Τα χείλη της άνοιξαν κι ύστερα έκλεισαν. Έγειρα ακόμα πιο κοντά της. «Τώρα». Αφέθηκε, και, ανάθεμά με, δεν υπήρχε στον κόσμο εικόνα πιο όμορφη από αυτήν της Άμπιγκεϊλ σε οργασμό – η συγκέντρωση στο πρόσωπό της, οι σφιγμένες γραμμές του κορμιού της καθώς οι αισθήσεις την κατέκλυζαν, το απαλό βογκητό που δραπέτευσε απ’ τα χείλη της. Ήταν όλα πανέμορφα. Την επόμενη φορά, υποσχέθηκα στο επαναστατημένο καυλί μου. Την επόμενη φορά που θα χύνει, θα είσαι εσύ μέσα της. Άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε. Το βλέμμα της χαμήλωσε στο τσιτωμένο παντελόνι μου. Βλέπεις; Ήθελα να της πω. Βλέπεις τι μου κάνεις; «Αυτός ήταν ένας εύκολος οργασμός, Άμπιγκεϊλ», είπα αντί γι’ αυτό, καθώς το βλέμμα της επέστρεφε στο δικό μου. «Μην περιμένεις ότι θα έχεις συχνά τέτοιους οργασμούς. »Έχω μία ανειλημμένη υποχρέωση το μεσημέρι και δε θα φάω εδώ. Στο ψυγείο έχει φιλέτα. Θα με σερβίρεις στην τραπεζαρία στις έξι το απόγευμα». Κοίταξα το ακόμα αναψοκοκκινισμένο σώμα της, τώρα καλυμμένο από μία υποψία ιδρώτα. «Πρέπει να κάνεις ένα ντους, αφού δεν είχες χρόνο το πρωί. Και υπάρχουν DVD με ασκήσεις γιόγκα στο γυμναστήριο. Χρησιμοποίησέ τα. Ελεύθερη».

Kuriarxos_007s157.indd 36

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

37

Όχι να το παινευτώ, αλλά τον Τζάκσον τον έκανα αλοιφή στο γήπεδο. Ήταν ολοφάνερο, πάντως, ότι όφειλα την επιτυχία μου στα τεράστια σεξουαλικά απωθημένα μου. «Γαμώτο, άνθρωπέ μου», είπε ο Τζάκσον καθώς καθόμασταν σ’ ένα από τα σεπαρέ του αγαπημένου του αθλητικού μπαρ. «Μπορείς να μου πεις τι σ’ έπιασε κι έπαιξες σαν μανιακός;» «Η Άμπιγκεϊλ Κινγκ μ’ έπιασε». «Άμπιγκεϊλ», είπε στοχαστικά κοιτάζοντας τον κατάλογο. «Για σένα Άμπι. Με αφήνει να τη λέω Άμπιγκεϊλ, αλλά όλοι οι υπόλοιποι τη φωνάζουν Άμπι». Ο Τζάκσον με κοίταξε ανασηκώνοντας το φρύδι. «Κάτι δικό μας είναι – ιδιωτικό». Κοίταξα κι εγώ τον κατάλογο, θέλοντας ν’ αλλάξω θέμα. «Το συνηθισμένο θα πάρεις;» «Ναι. Γιατί ν’ αλλάξεις κάτι καλό;» Ο διευθυντής του καταστήματος ήρθε να πιάσει κουβέντα στον Τζάκσον. Μερικές φορές ήταν ενοχλητικό να έχεις διάσημους συγγενείς. Όσο η ψιλοκουβέντα συνεχιζόταν, κοίταξα τα ηλεκτρονικά μηνύματα στο κινητό μου. Τίποτα το επείγον. «Για πες μου λοιπόν γι’ αυτή την Άμπι», είπε ο Τζάκσον μόλις ο διευθυντής έφυγε με την παραγγελία μας. «Πού γνωριστήκατε;» «Δουλεύει στη Βιβλιοθήκη του Κεντρικού Μανχάταν». «Μια βιβλιοθηκάριος; Δεν ήξερα ότι είχες τέτοιες φαντασιώσεις». «Είναι πολλά αυτά που δεν ξέρεις για μένα». Γέλασε σαν να μη με πίστευε. «Θα τη φέρεις στην εκδήλωση της μαμάς;» «Αν θέλει. Εσύ ποια θα φέρεις;» «Δεν μπορώ να σκεφτώ καμία. Αν βρεις καμιά κατάλληλη, ενημέρωσέ με». Λες κι ήξερα πολλές αδέσμευτες. Σκέφτηκα εκείνη που είχε ακολουθήσει μετά τη διάλυση της σχέσης μου με τη Μέλανι – μία

Kuriarxos_007s157.indd 37

9/30/13 3:37:33 PM


38

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

υποτακτική με πολύ έντονες μαζοχιστικές τάσεις. Περιττό να πω ότι η συμφωνία μας δεν κράτησε πολύ. «Εντάξει, Τζάκσον. Θα σου τηλεφωνήσω».

Μετά το φαγητό, πέρασα απ’ το γραφείο. Για κάποιο λόγο, δεν ήθελα να γυρίσω ακόμα στο σπίτι. Ήθελα να εγκλιματιστεί η Άμπιγκεϊλ στο χώρο, και πίστευα ότι είχε περισσότερες πιθανότητες να το πετύχει αν δεν ήμουν παρών. Στις έξι, μπήκα στην τραπεζαρία, για να βρω την Άμπιγκεϊλ να με περιμένει μ’ ένα λαχταριστό φιλέτο σερβιρισμένο στη θέση μου. «Φτιάξε ένα πιάτο κι έλα να φάμε μαζί», είπα, κόβοντας μια μπουκιά φιλέτο. Ήταν το πρώτο πραγματικό γεύμα που μαγείρευε για μένα, και κάθε άλλο παρά με απογοήτευσε – το κρέας ήταν τρυφερό και ζουμερό. Κάθισε δίπλα μου, αλλά φάγαμε σιωπηλοί. Φαινόταν βυθισμένη σε σκέψεις, κι αυτό με ανησύχησε λιγάκι. Αναρωτήθηκα σε τι οφειλόταν η στοχαστική διάθεσή της. Ίσως σκεφτόταν να φύγει. Ίσως δεν άντεχε άλλο. Ίσως, τελικά, αυτό που της πρόσφερα να μην ήταν αυτό που ήθελε. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να μάθω. «Έλα μαζί μου, Άμπιγκεϊλ», της είπα όταν τελειώσαμε το φαγητό. Βγήκαμε από την τραπεζαρία και ανεβήκαμε στο δωμάτιο των παιχνιδιών. Παραμέρισα στο κατώφλι και της έκανα νόημα να περάσει πρώτη. Έκανε τρία βήματα κι ύστερα γύρισε απότομα προς το μέρος μου και με κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Ήταν ακριβώς η αντίδραση που περίμενα. «Με εμπιστεύεσαι, Άμπιγκεϊλ;» Με κοίταξε κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα της στις χειροπέδες που κρέμονταν από το ταβάνι. «Εγώ... δεν... δεν...»

Kuriarxos_007s157.indd 38

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

39

Πέρασα από δίπλα της και άνοιξα τη μία χειροπέδη. «Τι ­πίστευες ότι θα περιλάμβανε ο διακανονισμός μας; Νόμιζα ότι είχες απόλυτη επίγνωση όλων των παραμέτρων. Ότι ήξερες πού έμπλεκες». Φυσικά, δεν περίμενα να μου απαντήσει. Απλώς ήθελα να χωνέψει ότι δεν ήμασταν εραστές. «Αν θέλουμε να κάνουμε πρόοδο, θα πρέπει να με εμπιστευτείς». Έχε μου εμπιστοσύνη, Άμπιγκεϊλ. Σε παρακαλώ. «Έλα δω». Δίστασε ξανά, δίνοντάς μου να καταλάβω ότι, αργά ή γρήγορα, έπρεπε να κάνω κάτι γι’ αυτούς τους δισταγμούς. «Ή», είπα, θέλοντας να της δώσω επιλογή, «μπορείς να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις». Προχώρησε προς το μέρος μου. Δεν ήθελε να φύγει. «Πολύ ωραία. Γδύσου». Έτρεμε καθώς έβγαζε την μπλούζα της. Χωρίς να με κοιτάζει, κατέβασε μέχρι κάτω το μπλουτζίν και το κιλοτάκι της και βγήκε από μέσα τους. Έπιασα τα χέρια της και τα αλυσόδεσα πάνω απ’ το κεφάλι της. Κινούμουν αργά, απολαμβάνοντας το κάθε δευτερόλεπτο. Θέλοντας να το απολαύσει κι εκείνη. Έπειτα στάθηκα μπροστά της για να βγάλω το πουκάμισό μου, κι εκείνη βάλθηκε να με παρακολουθεί με μάτια που έλαμπαν από έξαψη. Δεν ήθελα να παρακολουθεί. Όχι ακόμα. Πήγα στο μεγάλο τραπέζι στα δεξιά μου κι άνοιξα ένα συρτάρι. Εκεί ήταν – ένα μαύρο φουλάρι από βαρύ ύφασμα. Να ο τρόπος για να πάψει να με παρακολουθεί. Το σήκωσα για να το δει, για να καταλάβει τι σχεδίαζα. «Οι υπόλοιπες αισθήσεις σου θα ενταθούν όταν σου δέσω τα μάτια». Έδεσα το μαντίλι γύρω από το κεφάλι της, φροντίζοντας να καλύψω καλά τα μάτια της. Ναι, πολύ καλύτερα έτσι. Άφησα το βλέμμα μου να ταξιδέψει στην ευάλωτη φιγούρα της. Τώρα βρισκόταν ολοκληρωτικά στο έλεός μου. Δεμένη, περιμένοντας αυτά που θα της έκανα.

Kuriarxos_007s157.indd 39

9/30/13 3:37:33 PM


40

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Αχ, Άμπιγκεϊλ, αν ήξερες πόσα θέλω να σου κάνω. Πόσα θα σου κάνω... Ξαναπήγα στο τραπέζι και πήρα το αγαπημένο μου μαστίγιο. Με μαλακά βήματα, πήγα πίσω από την Άμπιγκεϊλ κι έδιωξα απαλά τα μαλλιά από τον αυχένα της. Το άγγιγμά μου την έκανε να τιναχτεί. Αναρωτήθηκα πότε θα έπαυε να τινάζεται κάθε φορά που την άγγιζα. «Τι νιώθεις, Άμπιγκεϊλ;» τη ρώτησα. «Να είσαι ειλικρινής». «Φόβο. Νιώθω φόβο». Φυσικό ήταν. Ποιος λογικός άνθρωπος δε θα φοβόταν; «Κατανοητό, αλλά εντελώς περιττό», προσπάθησα να την καθησυχάσω. «Ποτέ δε θα σου έκανα κακό». Πήγα και στάθηκα μπροστά της. Η αναπνοή της ήταν βαριά, και ήταν ολοφάνερο ότι πάσχιζε να αποκρυπτογραφήσει τις κινήσεις μου μέσω της ακοής. Να καταλάβει τι ακριβώς έκανα. Αλλά ακόμα δε με εμπιστευόταν. Κύκλωσα το στήθος της με το μαστίγιο. Η αίσθηση της έκοψε την ανάσα. «Τι νιώθεις τώρα;» «Προσμονή». Πολύ καλύτερα. Κύκλωσα ξανά το στήθος της. «Κι αν σου έλεγα ότι αυτό είναι ένα μαστίγιο ιππασίας, τι θα ένιωθες;» Το συγκεκριμένο μαστίγιο είναι από τα πιο αγαπημένα μου παιχνίδια. Άφησέ με να σου δείξω τι μπορώ να κάνω μ’ αυτό. Πώς μπορώ να σε κάνω να νιώσεις. Άφησέ με να σου δείξω τις ηδονές του κόσμου μου. Πήρε μια απότομη εισπνοή. «Φόβο». Τράβηξα το μαστίγιο προς τα πίσω κι ύστερα το κατέβασα απαλά μ’ ένα μικρό γύρισμα του καρπού μου ώστε να προσγειωθεί με δύναμη στο στήθος της. Κάποια πράγματα εξηγούνται καλύτερα χωρίς λόγια. Άφησε μια πνιχτή κραυγή, αλλά δεν ήταν κραυγή πόνου. Μάλλον έκπληξης.

Kuriarxos_007s157.indd 40

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

41

«Βλέπεις; Κανένας λόγος να φοβάσαι. Δε θα σου κάνω κακό». Ανάλαφρα, χτύπησα με το μαστίγιο τα γόνατά της. «Άνοιξε τα πόδια σου». Κανένας δισταγμός αυτή τη φορά. Υπάκουσε αμέσως. Τέλεια. Μελέτησα το πρόσωπό της: έξαψη, δέος και προθυμία. Ανέβασα το μαστίγιο από τα γόνατα στο φύλο της, χωρίς να σηκώνω στιγμή την πέτσινη άκρη του από το δέρμα της. «Θα μπορούσα να σε μαστιγώσω εδώ. Πώς θα σου φαινόταν;» Το μέτωπό της ζάρωσε από σύγχυση. «Δεν... δεν ξέρω». Άφησέ με να σε βοηθήσω να μάθεις. Ο καρπός μου λύγισε απότομα, τινάζοντας το μαστίγιο πάνω στην πρησμένη, έτοιμη σάρκα της. Μία. Η Άμπιγκεϊλ κράτησε ξανά την ανάσα της. Δύο. Άφησε την αναπνοή της να βγει μ’ ένα βογκητό. Τρεις. «Και τώρα;» τη ρώτησα, αν και στην πραγματικότητα δεν υπήρχε λόγος: το πρόσωπό της ήταν σαν ανοιχτό βιβλίο. Παρ’ όλ’ αυτά, ήθελα να ξέρει ότι ενδιαφερόμουν για το πώς ένιωθε, ότι πάντα θα λάβαινα υπόψη μου τις σκέψεις και τις επιθυμίες της. «Κι άλλο. Θέλω κι άλλο». Την κύκλωσα ξανά με το μαστίγιο κι ύστερα το κατέβασα πάνω στην κλειτορίδα της. Ήταν αδύνατο να συγκρατήσει την αντίδρασή της και φώναξε, τραβώντας τις αλυσίδες της. Ήθελα να την κρατήσω αλυσοδεμένη όλη νύχτα, φέρνοντάς την ξανά και ξανά στα όρια της ηδονής πριν της επιτρέψω την απελευθέρωση. Θύμισα όμως στον εαυτό μου πόσο καινούριο ήταν όλο αυτό για εκείνη, ότι το πρωί ίσως αμφισβητούσε την αντίδρασή της, και κατάλαβα ότι δεν έπρεπε να την πιέσω πολύ. «Είσαι τόσο όμορφη αλυσοδεμένη έτσι μπροστά μου, δεμένη στα δεσμά μου, μέσα στο σπίτι μου, να παρακαλάς με κραυγές

Kuriarxos_007s157.indd 41

9/30/13 3:37:33 PM


42

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

απόγνωσης για το μαστίγιό μου». Ανέβασα ξανά το μαστίγιο στο στήθος της. «Το σώμα σου θέλει απεγνωσμένα την εκτόνωση. Την εκλιπαρεί – έτσι δεν είναι;» «Ναι», είπε βογκώντας. «Και θα την έχεις». Μαστίγωσα ξανά την κλειτορίδα της, γιατί μου ήταν αδύνατο να συγκρατηθώ. «Όχι απόψε όμως». Πήγα και άφησα το μαστίγιο πάνω στο τραπέζι, κι ύστερα πήρα μία λοσιόν από το συρτάρι και την έβαλα στην τσέπη μου. Πίσω μου, άκουσα τις αλυσίδες να τεντώνουν κροταλίζοντας. Εκτός από μένα, υπήρχε και κάποιος άλλος που υπέφερε αναζητώντας σεξουαλική ικανοποίηση. «Θα σε λύσω τώρα», είπα επιστρέφοντας κοντά της. «Και θα πας κατευθείαν στο κρεβάτι σου. Θα κοιμηθείς γυμνή και δε θ’ αγγίξεις καθόλου τον εαυτό σου. Αν δεν υπακούσεις, οι επιπτώσεις θα είναι βαριές». Άνοιξα τις χειροπέδες κι έβγαλα το μαντίλι από τα μάτια της. «Κατάλαβες;» Ξεροκατάπιε. «Μάλιστα, κύριε», είπε, και είδα ότι είχε καταλάβει. «Ωραία». Έβγαλα το μπουκάλι με τη λοσιόν από την τσέπη μου, το άνοιξα, έριξα λίγη στις παλάμες μου κι έτριψα μαλακά τους καρπούς της, έναν έναν. Δεν είχε τραβήξει με τόση δύναμη τις αλυσίδες της ώστε να τραυματιστεί, η πρόληψη όμως ήταν πάντα η καλύτερη θεραπεία. «Έτοιμη», της είπα όταν τελείωσα. «Μπορείς να πας στο δωμάτιό σου». Κοίταξα τη λεπτή, γυμνή φιγούρα της να βγαίνει από το δωμάτιο και κατάλαβα ότι την είχα πατήσει. Ότι την είχα πατήσει άσχημα. Κι ότι θα έκανα τα πάντα για να κρατήσω την ­Άμπιγκεϊλ κοντά μου.

Kuriarxos_007s157.indd 42

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

43

Κεφάλαιο 5 ΘΑ ΕΚΑΝΑ ΚΑΤΙ ΚΑΚΟ.

Κι ενώ σιχαινόμουν τον εαυτό μου γι’ αυτό, ήξερα ότι θα το έκανα έτσι κι αλλιώς. Θα έδινα στην Άμπιγκεϊλ μία πλαστή λέξη ασφαλείας. Σηκώθηκα από το κρεβάτι κι άρχισα να βηματίζω στο δωμάτιο. Ήταν λάθος. Ήταν μεγάλο λάθος. Με τις προηγούμενες υποτακτικές μου είχα χρησιμοποιήσει το κλασικό σύστημα λέξεων ασφαλείας: πράσινο/κίτρινο/κόκκινο. Η λέξη που θα σήμαινε τον τερματισμό της σχέσης και την οποία σχεδίαζα να δώσω στην Άμπιγκεϊλ ήταν παραπλανητική. Και ήταν λάθος. Τόσο λάθος, που, αν μαθευόταν στην κοινότητα, θα με πετούσαν έξω. Πώς όμως θα μαθευόταν; Η Άμπιγκεϊλ δε θα το έλεγε σε κανέναν. Και σίγουρα ούτε κι εγώ. Καμία υποτακτική μου δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ λέξη ασφαλείας. Είπα στον εαυτό μου ότι μπορούσα να διαβάσω εύκολα τα σημάδια της Άμπιγκεϊλ, πράγμα που σήμαινε ότι ποτέ δε θα την πίεζα υπερβολικά. Θα την παρακολουθούσα σε μόνιμη βάση, ανιχνεύοντας και ερμηνεύοντας και την παραμικρή αντίδρασή της. Κι αν το πράγμα γινόταν έτσι, ποιος είχε ανάγκη από λέξεις ασφαλείας; Οι λογικοί άνθρωποι, που βάσιζαν τις σχέσεις τους στην ασφάλεια και στη συναίνεση.

Kuriarxos_007s157.indd 43

9/30/13 3:37:33 PM


44

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Μπορούσα όμως να είμαι λογικός, και η σχέση μου με την Άμπιγκεϊλ μπορούσε να είναι ασφαλής και συναινετική και χωρίς τις κλασικές λέξεις ασφαλείας. Το ήξερα ότι γινόταν. Και η Άμπιγκεϊλ θα το σκεφτόταν δύο και τρεις φορές να χρησιμοποιήσει τη λέξη που θα της έδινα, αν ήξερε ότι, αρθρώνοντάς τη, θα τερμάτιζε αυτόματα τη σχέση μας. Ήταν ο ιδανικός τρόπος για να διασφαλίσω ότι θα έμενε μαζί μου. Ναι, κατέληξα. Θα ήμασταν μια χαρά χωρίς λέξεις ασφαλείας. Θα ήμασταν απόλυτα ασφαλείς. Πήγα στο κομοδίνο μου και άνοιξα το πάνω συρτάρι. Το δερμάτινο κουτί με κοίταξε. Σήκωσα το καπάκι του. Την επομένη, σχεδίαζα να περάσω στην Άμπιγκεϊλ το κολάρο μου. Παραβιάζοντας άλλον ένα κανόνα: ποτέ δε φορούσα το κολάρο μου σε μία υποτακτική πριν την πηδήξω. Ποτέ. Τι ακριβώς έκανα προσφέροντας το κολάρο μου στην Άμπιγκεϊλ χωρίς να την έχω πάρει; Αυτό δεν μπορούσα να το απαντήσω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήθελα να το κάνω. Κράτησα το περιδέραιο στην παλάμη μου και προσπάθησα να φανταστώ πώς θα ήταν πάνω της. Πώς θα ήταν ο μακρύς, ντελικάτος λαιμός της με το κολάρο μου γύρω του. Θα το φορούσε όλη την εβδομάδα και, μολονότι ο κόσμος θα το έβλεπε ως ένα ακόμα όμορφο κολιέ, εκείνη κι εγώ θα ξέραμε την αλήθεια. Θα ξέραμε ότι ήταν δική μου. Ότι μπορούσα να της φέρομαι όπως ήθελα. Να την ηδονίζω όπως ήθελα. Να με ηδονίζει όπως ήθελα. Ξανάβαλα το κολάρο στο κουτί κι έκλεισα το συρτάρι. Να φοράς το κολάρο σου σε μία υποτακτική... Πήγαινε πάνω από χρόνος από την τελευταία φορά που είχα περάσει το κολάρο μου σε κάποια. Η σχέση μου με την Μπεθ είχε λήξει αμέσως πριν αποφασίσω ν’ αρχίσω να βγαίνω με τη Μέλανι. Η Μπεθ ήθελε περισσότερα, εγώ όχι. Στο τέλος, αποφασί-

Kuriarxos_007s157.indd 44

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

45

σαμε ότι οι δρόμοι μας έπρεπε να χωρίσουν. Η Μπεθ έφυγε και, λίγο μετά, η Μέλανι μου τηλεφώνησε. Τι διάολο, είχα σκεφτεί, ας δοκιμάσω μια φυσιολογική σχέση. Λες και το οτιδήποτε είχα με τη Μέλανι μπορούσε να θεωρηθεί φυσιολογικό. Από κάποιο διεστραμμένο καπρίτσιο της μοίρας, η Μέλανι αποφάσισε ότι ήθελε να κυριαρχηθεί. Ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζε. «Δέσε με, Ναθάνιελ». «Χτύπα με, Ναθάνιελ». Η σχέση μας ήταν καταδικασμένη από εκείνο το πρώτο τηλεφώνημα. Η Μέλανι είχε όσες τάσεις υποταγής είχα κι εγώ. Ήταν σημαντικό για μένα να περνάω το κολάρο μου σε κάποια. Μόλις το έκανα, μεταφερόμουν αυτόματα στο σύμπαν των μονογαμικών. Και έμενα μονογαμικός για όσο διαρκούσε η σχέση. Ποτέ δε μοιραζόμουν τις υποτακτικές μου με άλλους κυρίαρχους, και ποτέ δεν έπαιζα με τις δικές τους. Οι υποτακτικές μου δε χρειαζόταν ν’ ανησυχούν για άλλες γυναίκες. Αναστέναξα, κάθισα στο κρεβάτι, πήρα το δερματόδετο τόμο του μυθιστορήματος Η Ένοικος του Γουάιλντφελ Χολ, της Αν Μπροντέ* κι άρχισα να τον ξεφυλλίζω. Το μάτι μου έπεσε σ’ ένα τυχαίο απόσπασμα. Τα σύνεργα της ζωγραφικής μου ήταν απλωμένα πάνω στο γωνιακό τραπέζι, έτοιμα για την αυριανή χρήση και σκεπασμένα μόνο μ’ ένα πανί. Δεν άργησε να τα πάρει είδηση και, αφήνοντας κατά μέρος το κερί του, άρχισε να τα ρίχνει ένα ένα στη φωτιά: παλέτα, μπογιές, δοχεία, μολύβια, πινέλα, βερνίκι: είδα τις φλόγες να τα καταβροχθίζουν όλα: οι σπάτουλες για το χρώμα έσπαγαν στα δυο, τα λάδια και το νέφτι πυρπολούσαν τη φωτιά που θέριευε σφυρίζοντας προς την καμινάδα. Μετά, πήγε και χτύπησε το κουδούνι της υπηρεσίας. * The Tenant of Wildfell Hall. Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά η βασισμένη σ’ αυτό ταινία έχει κυκλοφορήσει με τον τίτλο Η Μυστηριώδης Ένοικος της Έπαυλης Γουάιλντφελ. (Σ.τ.Μ.)

Kuriarxos_007s157.indd 45

9/30/13 3:37:33 PM


46

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Πώς πρέπει να ένιωσε η Έλεν όταν ο Άρθουρ έκαψε τα σύνεργά της... Όπως θα ένιωθα κι εγώ αν έφευγε η Άμπιγκεϊλ. Νέφτι. Νέφτι σε φωτιά. Είδα τη φωτιά να τα καταβροχθίζει όλα. Παράδοξο, αλλά ήταν η ιδανική λέξη ασφαλείας.

Στις πεντέμισι το επόμενο πρωί είχα ξυπνήσει για τα καλά, κι έπειτα από ένα γρήγορο ντους κατέβηκα στην κουζίνα να ετοιμάσω πρωινό. Η Άμπιγκεϊλ είχε να πάρει μια σημαντική απόφαση, κι εγώ θα έκανα ό,τι μπορούσα για να διευκολύνω τη λήψη αυτής της απόφασης. Στις εξίμισι την άκουσα να τριγυρίζει στο πάνω πάτωμα. Σίγουρα θ’ αναρωτιόταν τι σκάρωνα. Αχ, Άμπιγκεϊλ, αν ήξερες τα σχέδιά μου... Μάλλον έπρεπε να της είχα πει από το βράδυ ότι σήμερα θα έφτιαχνα εγώ το πρόγευμα, χτες όμως είχα άλλα πράγματα στο μυαλό μου, και το πρωινό φαγητό δε συγκαταλεγόταν σ’ αυτά. Έβαλα δύο σερβίτσια στο τραπέζι της κουζίνας, γιατί ήθελα να μπορεί η Άμπιγκεϊλ να μιλήσει ελεύθερα. Ήμουν σίγουρος ότι είχε ερωτήσεις. Ερωτήσεις για τον κανόνα του φιλιού στο στόμα, για το γεγονός ότι ακόμα δεν είχα κάνει σεξ μαζί της, ερωτήσεις για τις σκέψεις και τις προσδοκίες μου. Στις εφτά, μπήκε φουριόζα στην κουζίνα για να με βρει καθισμένο στο τραπέζι. Σήμερα είναι η μέρα, Άμπιγκεϊλ. Σήμερα θα γίνεις δική μου. «Καλημέρα, Άμπιγκεϊλ». Έδειξα τη θέση απέναντί μου. «Κοιμήθηκες καλά;» Τα μάτια της ήταν στεφανωμένα από μαύρους κύκλους. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου καλά, αλλά με κοίταξε κατάματα. Κατά-

Kuriarxos_007s157.indd 46

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

47

λαβα αμέσως ότι είχε υπακούσει στη διαταγή μου – δεν είχε αγγίξει τον εαυτό της. «Όχι. Για να είμαι ειλικρινής, όχι». «Μπορείς να φας». Έριξε μια ματιά στα φαγητά που ήταν απλωμένα στο τραπέζι κι ύστερα με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. «Κοιμάσαι ποτέ;» «Καμιά φορά». Την παρακολουθούσα όσο έτρωγε, απολαμβάνοντας τον τρόπο που μασούσε, την τέρψη της κάθε φορά που έτρωγε μια μπουκιά μάφιν. Μίλα μου, ήθελα να της πω. Κάνε μου ερωτήσεις. Μήπως όμως, αν της ζητούσα να μιλήσει, με θεωρούσε πολύ πιεστικό; Μήπως μου μιλούσε απλώς και μόνο επειδή ήμουν ο κυρίαρχος που ζητούσε από μία υποτακτική να του μιλήσει; Άγνωστο. Έπρεπε να δοκιμάσω διαφορετική τακτική. «Πέρασα ωραίο Σαββατοκύριακο, Άμπιγκεϊλ. Θα ήθελα να συνεχίσουμε τη σχέση μας». Πνίγηκε με την μπουκιά της. «Θα ήθελες;» «Είμαι πολύ ικανοποιημένος από σένα. Κρατάς μια πολύ ενδιαφέρουσα στάση απέναντι στα πράγματα, και δείχνεις πρόθυμη να μάθεις». «Ευχαριστώ, κύριε». Τη σκέφτηκα όπως ήταν χτες, γυμνή στο κρεβάτι μου, αναψοκοκκινισμένη και λαχανιασμένη. Μόλις της περνούσα το κολάρο μου... Κόφ’ το! Θα πρέπει να τη ρωτήσεις πρώτα. «Έχεις να πάρεις μια σημαντική απόφαση σήμερα», είπα. «Τις λεπτομέρειες μπορούμε να τις κουβεντιάσουμε μετά το πρόγευμα και το ντους σου. Είμαι σίγουρος ότι έχεις να μου κάνεις μερικές ερωτήσεις».

Kuriarxos_007s157.indd 47

9/30/13 3:37:33 PM


48

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι, κύριε;» Δεν της είχα μόλις πει να μου κάνει ερωτήσεις; «Φυσικά», τη διαβεβαίωσα ξανά. «Βρισκόμαστε στο τραπέζι σου». «Πώς ξέρεις ότι δεν έκανα ντους χτες το πρωί ή σήμερα; Μένεις εδώ στη διάρκεια της εβδομάδας ή έχεις άλλο σπίτι στην πόλη; Πώς κατάλα...» «Μία ερώτηση τη φορά, Άμπιγκεϊλ», είπα, και παραλίγο να γελάσω. Ναι, μπορούσε να μιλήσει. «Είμαι ασυνήθιστα παρατηρητικός. Τα μαλλιά σου δε φαίνονταν λουσμένα χτες. Όσο για σήμερα, υπέθεσα ότι δεν έκανες ντους γιατί όρμησες εδώ μέσα λες και σε κυνηγούσε ο ίδιος ο διάβολος. Μένω εδώ τα Σαββατοκύριακα και έχω σπίτι στην πόλη». «Δε ρώτησες αν ακολούθησα τις οδηγίες σου χτες βράδυ». Σωστά. Μάλλον θα έπρεπε να είχα ρωτήσει, αν και ήξερα ότι το έκανε. «Τις ακολούθησες;» «Ναι». Ήπια μια γουλιά καφέ. «Σε πιστεύω». «Γιατί;» «Γιατί δεν μπορείς να πεις ψέματα – το πρόσωπό σου είναι σαν ανοιχτό βιβλίο». Αλλά αυτό μάλλον το ήξερε ήδη. «Μην παίξεις ποτέ πόκερ, θα χάσεις». «Μπορώ να σου κάνω άλλη μια ερώτηση;» Όσες θέλεις. «Είμαι ακόμα στο τραπέζι σου». «Μίλησέ μου για την οικογένειά σου». Σοβαρολογείς; ήθελα να της πω. Απ’ όλα όσα θα μπορούσες να με ρωτήσεις, με ρωτάς για την οικογένειά μου; Αυτό όμως ήθελε, κι έτσι της μίλησα λίγο για τους γονείς μου, το θάνατό τους, και για τη θεία μου τη Λίντα. Αιφνιδιάζοντας με, η Άμπιγκεϊλ ανέφερε ότι η καλύτερή της φίλη, η Φελίσια, μπορεί να ενδιαφερόταν για τον Τζάκσον. Είχα υποθέσει πως είχε μελετήσει τα χαρτιά που της

Kuriarxos_007s157.indd 48

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

49

έστειλε ο Γκόντουιν και ότι είχε καταλάβει πως δεν έπρεπε να συζητήσει τη συμφωνία μας με κανέναν, ούτε καν τους συγγενείς ή τους στενούς φίλους της. «Πόσα είπες στη φίλη σου για μένα; Νομίζω ότι στο πληροφοριακό υλικό που έλαβες από τον Γκόντουιν περιγράφεται σαφώς η στάση μου σε θέματα εχεμύθειας», είπα, όσο πιο ανέκφραστα μπορούσα. «Όχι, δεν πρόκειται γι’ αυτό», βιάστηκε να πει. «Η Φελίσια είναι το τηλεφώνημα ασφαλείας μου· έπρεπε να της μιλήσω για σένα. Καταλαβαίνει, όμως, και θα κρατήσει το στόμα της κλειστό. Πίστεψέ με, τη Φελίσια την ξέρω από το δημοτικό». «Το τηλεφώνημα ασφαλείας σου;» Αυτό εξηγούσε πώς το ήξερε η φίλη της. «Είναι κι αυτή στο Χώρο;» «Δε θα μπορούσε να βρίσκεται μακρύτερα. Ξέρει, όμως, πόσο πολύ το ήθελα αυτό το Σαββατοκύριακο, κι έτσι δέχτηκε να μου κάνει τη χάρη». Σκέφτηκα το είδος της φίλης που πρέπει να ήταν η Φελίσια για να στηρίζει την Άμπιγκεϊλ παρότι διαφωνούσε με την απόφασή της. «Ο Τζάκσον δε γνωρίζει για τον τρόπο ζωής μου και, ναι, είναι ελεύθερος. Πρέπει να σου πω, όμως, ότι έχω την τάση να είμαι υπερπροστατευτικός με τον ξάδερφό μου – είχε κι αυτός το δικό του μερίδιο από αρπακτικά. Θηλυκού γένους». Πριν ακόμα η Άμπιγκεϊλ μου πει όλα όσα είχε να μου πει για τη φίλη της, είχα αποφασίσει να δώσω το όνομα και το τηλέφωνο της Φελίσια στον Τζάκσον. Στο κάτω κάτω, με είχε ρωτήσει αν ήξερα κάποια για να τον συνοδεύσει στην εκδήλωση του Σαββάτου και, απ’ ό,τι φαινόταν, η κολλητή της Άμπιγκεϊλ μπορεί και να του ταίριαζε. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν ήθελα να κουβεντιάσω ούτε για τον Τζάκσον ούτε για τη Φελίσια. Ήθελα να κουβεντιάσω για μας. «Για να γυρίσουμε σ’ αυτό που είπα προηγουμένως, θα ήθελα να φορέσεις το κολάρο μου, Άμπιγκεϊλ. Σκέψου το, σε παρακαλώ, όσο θα

Kuriarxos_007s157.indd 49

9/30/13 3:37:33 PM


50

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

κάνεις το μπάνιο σου. Έλα στο δωμάτιό μου σε μία ώρα, και θα το συζητήσουμε πιο διεξοδικά». Όταν έφυγε από την κουζίνα, μάζεψα τα πιάτα κι ύστερα πήγα στο δωμάτιό μου για να ετοιμαστώ. Περίμενα μέχρι ν’ ακούσω το νερό να τρέχει στο μπάνιο της κι ύστερα έβγαλα μία ρόμπα με ασορτί σετ εσωρούχων και τα ακούμπησα πάνω στο κρεβάτι της. Ήρθε στο δωμάτιό μου στην ώρα της. Το ασημί χρώμα της ρόμπας αναδείκνυε την ωχρή ομορφιά της επιδερμίδας της, κάνοντάς τη να λάμπει ολόκληρη. Τα σκούρα μαλλιά της έπεφταν ανάλαφρα στους ώμους της. Το βλέμμα της σάρωνε με ταχύτητα το χώρο. Η νευρικότητά της είχε επιστρέψει. «Κάθισε», της είπα, κι εκείνη κάθισε στον ταπετσαρισμένο πάγκο στα πόδια του κρεβατιού με χάρη πριγκίπισσας. Έβγαλα το κολάρο από το κουτί και την κοίταξα. «Αν επιλέξεις να το φορέσεις αυτό, θα είσαι μαρκαρισμένη ως δική μου. Δική μου για να σε κάνω ό,τι θέλω. Θα με υπακούς και ποτέ δε θα αμφισβητείς αυτό που σου λέω να κάνεις. Τα Σαββατοκύριακά σου θα είναι δικά μου για να τα γεμίζω όπως επιθυμώ. Το σώμα σου θα είναι δικό μου για να το χρησιμοποιώ όπως επιθυμώ. Ποτέ δε θα σου φερθώ με σκληρότητα ούτε θα σου προξενήσω μόνιμη βλάβη, αλλά δεν είμαι εύκολος αφέντης, Άμπιγκεϊλ. Θα σε βάλω να κάνεις πράγματα που ποτέ σου δε φαντάστηκες πιθανά, αλλά μπορώ επίσης να σου χαρίσω ηδονή που ποτέ σου δε φαντάστηκες εφικτή». Σε θέλω, της έλεγα. Και θέλω επίσης να είμαι δικός σου. «Κατάλαβες;» ρώτησα. «Κατάλαβα, κύριε». Αν και ήξερα ότι δεν καταλάβαινε, όχι απόλυτα, η έξαψη άρχισε να σφυροκοπάει στις φλέβες μου. Μια ερώτηση ακόμα... «Θα το φορέσεις αυτό;»

Kuriarxos_007s157.indd 50

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

51

Κατένευσε ξανά. Ναι, γαμώτο, ναι. Το ήθελε. Πήγα πίσω της, μη θέλοντας να δει πόσο με είχε ενθουσιάσει η απάντησή της. Είχε συμφωνήσει να είναι η υποτακτική μου. Κούμπωσα το κολάρο στο λαιμό της κι έστρωσα τα μαλλιά της στον ένα ώμο. Ανάθεμά με, της πήγαινε το κολάρο μου. Το κολάρο μου. Ήθελα να τη γυρίσω και να τη φιλήσω με πάθος στο στόμα, να της πω πόση χαρά μού είχε δώσει, αλλά φοβόμουν ότι τα μάτια μου θα με πρόδιδαν – κι όσο για το φιλί στα χείλη, εγώ είχα φτιάξει τον κανόνα... «Σαν βασίλισσα είσαι», της είπα κατεβάζοντας τη ρόμπα απ’ τους ώμους της. Να πάρει, ήταν υπέροχη στην αφή. Το δέρμα της ήταν απαλό σαν μετάξι, ακόμα λιγάκι υγρό από το ντους. «Και τώρα είσαι δική μου». Θέλοντας να αποδείξω του λόγου το αληθές, γλίστρησα τα χέρια μου μέσα από το σουτιέν της κι έπιασα τα στήθη της, πανηγυρίζοντας σιωπηλά όταν αισθάνθηκα τις ρώγες της να σκληραίνουν. «Αυτά είναι δικά μου». Τα χέρια μου συνέχισαν την κάθοδό τους, γλιστρώντας κατά μήκος των πλευρών της. «Δικά μου», είπα, γιατί ολόκληρο το σώμα της ήταν δικό μου. Ατόφια λαγνεία με κατέκλυσε κι έσκυψα να φιλήσω το λαιμό και ν’ απολαύσω τη γεύση της. Τη δάγκωσα. Βόγκηξε. Έτρεμε σύγκορμη στο άγγιγμά μου. «Δικά μου», είπα ξανά. Ποτέ μην το ξεχάσεις αυτό. Τα δάχτυλά μου έφτασαν στον προορισμό τους. Έσπρωξα στην άκρη το λεπτό σατέν της κιλότας της. «Κι αυτό;» Γλίστρησα ένα δάχτυλο μέσα της. «Όλο δικό μου». Ναι, διάολε, αυτό ήταν δικό μου. Ήταν σφιχτή και υγρή, και η αίσθηση που άφηνε γύρω απ’ το δάχτυλό μου ήταν ακόμα καλύτερη απ’ ό,τι είχα ελπίσει. Το καυ-

Kuriarxos_007s157.indd 51

9/30/13 3:37:33 PM


52

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

λί μου σκλήρυνε και γλίστρησα άλλο ένα δάχτυλο μέσα της. Σφιχτή και καυτή. Έσπρωξα τα δάχτυλά μου βαθύτερα – όσο βαθύτερα μπορούσα. Η Άμπιγκεϊλ βόγκηξε κι έριξε πίσω το κεφάλι. Ναι, Άμπιγκεϊλ. Νιώσε τι μπορώ να σου κάνω. Συνέχισα να τη χαϊδεύω ώσπου ένιωσα τους μυς της να σφίγγονται γύρω από τα δάχτυλά μου. Τότε τα τράβηξα. «Ακόμα και οι οργασμοί σου είναι δικοί μου». Αυτό ήταν κάτι που καλύτερα να το συνειδητοποιούσε γρήγορα παρά αργά. Βόγκηξε αγανακτισμένη. «Σύντομα», της ψιθύρισα. «Πολύ σύντομα. Σου το υπόσχομαι». Σήκωσε το χέρι ν’ αγγίξει το περιλαίμιο. «Είναι πολύ όμορφο πάνω σου». Γύρισα και πήρα ένα μαξιλάρι από το κρεβάτι. Θα δεχόταν το επόμενο που είχα να της πω ή απλώς θα μου το πετούσε στα μούτρα; «Η λέξη ασφαλείας σου είναι νέφτι. Τη λες και ακυρώνεις τα πάντα. Βγάζεις το κολάρο, μπαίνεις στο αυτοκίνητο, φεύγεις, και δεν επιστρέφεις ποτέ. Διαφορετικά, θα έρχεσαι εδώ κάθε Παρασκευή. Μερικές φορές θα έρχεσαι στις έξι και θα τρώμε μαζί στην κουζίνα. Άλλες, θα έρχεσαι στις οχτώ και θα ανεβαίνεις κατευθείαν στο δωμάτιό μου. Οι εντολές μου όσον αφορά τον ύπνο, το φαγητό και την άσκηση παραμένουν ως έχουν. Έγινα κατανοητός;» Περίμενα κρατώντας την ανάσα μου. Κατένευσε. «Ωραία. Με καλούν συχνά σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, στις οποίες θα με συνοδεύεις. Έχω μια τέτοια υποχρέωση το επόμενο Σάββατο: ένα φιλανθρωπικό δείπνο για κάποιον από τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς της θείας μου. Αν δεν έχεις βραδινή τουαλέτα, θα σου προμηθεύσω μία. Τα κατάλαβες όλα; Ρώτησέ με αν έχεις απορίες». Ή πες μου πόσο μεγάλη τρέλα είναι αυτή η λέξη ασφαλείας. Δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Δεν έχω απορίες».

Kuriarxos_007s157.indd 52

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

53

Μμμμ. Το κάτω χείλος της. Έγειρα ακόμα πιο κοντά της. «Δεν έχω απορίες...» Πες το. Θέλω να σ’ ακούσω να το λες. Θέλω να το πεις. Δεν καταλάβαινε όμως τι ήθελα. «Πες το, Άμπιγκεϊλ», της ψιθύρισα. «Το κέρδισες». Έγειρε προς τα μπρος. Είχε καταλάβει. «Δεν έχω απορίες, Αφέντη». «Ναι. Πολύ καλά». Το καυλί μου ήταν αφόρητα ερεθισμένο και πίεζε με δύναμη το μπροστινό μέρος του παντελονιού μου. Ξεκούμπωσα τα κουμπιά. «Έλα τώρα να μου δείξεις πόσο χαίρεσαι που φοράς το κολάρο μου». Σηκώθηκε από τον πάγκο και γονάτισε μπροστά μου πάνω στο μαξιλάρι. Η γλώσσα της πετάχτηκε έξω και τριγύρισε τα χείλη της. Ανάθεμά την. Το ήθελε όσο κι εγώ. Με κάτι ανάμεσα σε αναστεναγμό και βογκητό, έγειρε προς τα μπρος για να με πάρει στο στόμα της. Ακούμπησα τις παλάμες μου στο κεφάλι της για να κρατήσω την ισορροπία μου καθώς μ’ έπαιρνε βαθύτερα. «Όλον, Άμπιγκεϊλ. Πάρε με ολόκληρο». Και ήξερα ότι δε θα της ήταν δύσκολο να πάρει μέσα της περισσότερα απ’ το καυλί μου. Μόνο εκείνη είχε τη δύναμη να πάρει και το κορμί και την ψυχή μου. Δεν μπορούσα όμως να το σκεφτώ αυτό – στο μόνο που μπορούσα να εστιάσω ήταν η αίσθηση του στόματός της καθώς με καταβρόχθιζε. Χτύπησα το πάνω μέρος του λαιμού της κι άρχισα να μπαινοβγαίνω. «Σ’ αρέσει αυτό;» ρώτησα. «Σ’ αρέσει να σου γαμάω το καυτό στοματάκι σου;» Ένα πνιχτό βογκητό βγήκε απ’ το λαρύγγι της κι η δόνησή του απλώθηκε σε όλο μου το σώμα. Έσφιξα στις παλάμες μου τα μαλλιά της, τραβώντας τα.

Kuriarxos_007s157.indd 53

9/30/13 3:37:33 PM


54

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Με ρούφηξε με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και, κοιτάζοντας προς τα κάτω, είδα το καυλί μου να μπαινοβγαίνει στο στόμα της. Τα μάτια της ήταν χαμηλωμένα. Ανατρίχιασα κοιτάζοντάς τη να με παίρνει ολόκληρο. Τέντωσε τα χείλη της προς τα πίσω για να με γδάρει με τα δόντια της. Το είχε θυμηθεί. «Γαμώτο, Άμπιγκεϊλ». Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στην αίσθηση που γινόταν όλο και πιο έντονη στα καρύδια μου κι έκλεισα τα μάτια για να μη βλέπω το στόμα της γύρω μου. Η εικόνα όμως είχε εντυπωθεί πύρινη στη μνήμη μου: ήταν ολωσδιόλου μάταιο να αρνούμαι το τι μου έκανε αυτή η γυναίκα. «Χύνω», είπα καθώς το καυλί μου τιναζόταν στο στόμα της. «Δεν μπορώ...» Έσπρωξα άλλη μια φορά κι ύστερα έμεινα ακίνητος, βαθιά μέσα της, κι έχυσα στο στόμα της. Εκείνη κατάπιε, και νιώθοντας το λαρύγγι της να κινείται καθώς το έκανε, βόγκηξα από ευχαρίστηση. Όταν είχε καταπιεί και την τελευταία σταγόνα, τραβήχτηκα και σήκωσα το παντελόνι μου. «Μπορείς να πας να ντυθείς τώρα». Σηκώθηκε, με το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο από την έξαψη. Ξέρω, ήθελα να της πω. Κι εγώ έτσι νιώθω.

Έφυγε αργά εκείνο το μεσημέρι, έχοντας πάρει την οδηγία να επιστρέψει την Παρασκευή το απόγευμα στις έξι. Έκανα ό,τι μπορούσα για να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου όταν της μιλούσα για το επόμενο Σαββατοκύριακο. Στο κάτω κάτω, δεν μπορούσε να ξέρει τι είχα ήδη σχεδιάσει. Από τη μεριά μου, πάντως, ήξερα πόσο ατελείωτη θα μου φαινόταν η εβδομάδα όσο περίμενα τη στιγμή που θα διεκδικούσα επιτέλους το σώμα της.

Kuriarxos_007s157.indd 54

9/30/13 3:37:33 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

55

Τη ρώτησα αν είχε να μου πει τίποτα πριν φύγει, κι εκείνη με παρακάλεσε να της φέρω ένα βραδινό φόρεμα για το ερχόμενο Σάββατο, αν δε μου έκανε κόπο. Η γυναίκα του παιδικού φίλου μου του Τοντ, η Ιλάινα, ήταν σχεδιάστρια μόδας, και ήξερα ότι θα μου πρότεινε το ιδανικό φόρεμα για την περίσταση. «Φυσικά. Θα σου έχω κάτι να φορέσεις το Σάββατο. Όσο για το μέγεθος, μην ανησυχείς – έχω τις διαστάσεις σου στην αίτηση». «Ευχαριστώ, Αφέντη». «Δεν κάνει τίποτα – κι αν θελήσεις να με ρωτήσεις κάτι, ή αν έχεις την οποιαδήποτε ανησυχία στη διάρκεια της εβδομάδας, μη διστάσεις να με καλέσεις στο κινητό μου». Ευχόμουν να μου τηλεφωνήσει, ήξερα όμως ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα το έκανε. Τηλεφώνησέ μου, Άμπιγκεϊλ. Θέλω να το κάνεις.

Kuriarxos_007s157.indd 55

9/30/13 3:37:33 PM


56

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 6 «ΙΛΑΪΝΑ», ΕΙΠΑ, όταν της τηλεφώνησα τη Δευτέρα. «Η συνοδός μου χρειάζεται μια τουαλέτα για την εκδήλωση του Σαββάτου – μπορείς να μου φέρεις κάτι;» «Μη μου πεις ότι θα συνοδεύεσαι;» με ρώτησε. «Δε σοβαρολογείς!» Κεραυνοβόλησα με το βλέμμα το κινητό μου, σύντομα όμως παραιτήθηκα από την προσπάθεια. Τα βλοσυρά βλέμματα είχαν αξία μόνο όταν ο συνομιλητής σου μπορούσε να τα δει. «Αυτό αποφάσισα να μην το εκλάβω ως προσβολή», της είπα. «Απλώς ξέρω ότι δεν έβγαινες με καμία από τότε που τα χαλάσατε με τη Μέλανι. Εξάλλου, σε κάτι τέτοια, συνήθως εμφανίζεσαι μόνος σου». Είχε δίκιο – σ’ αυτό δεν μπορούσα να διαφωνήσω. Συνήθως, όμως, δεν είχα την Άμπιγκεϊλ για υποτακτική μου, και μάλιστα με κολάρο. Έτσι κι αλλιώς, δεν το συνήθιζα να παίρνω τις υποτακτικές μου σε οικογενειακές συγκεντρώσεις, ακόμα κι όταν τους είχα περάσει το κολάρο μου. Η Πέιτζ και η Μπεθ ήταν οι μόνες που είχα γνωρίσει στους συγγενείς μου. «Πάψε να χάσκεις, Ιλάινα –και, ναι, ξέρω ότι χάσκεις–, και βρες ένα φόρεμα», είπα, «γιατί το Σάββατο θα έχω συνοδό». «Καιρός ήταν». Παραλίγο να της κλείσω το τηλέφωνο στα μούτρα. Δεν άξι-

Kuriarxos_007s157.indd 56

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

57

ζε τον κόπο. Η Άμπιγκεϊλ όμως μου είχε ζητήσει φόρεμα, και φόρεμα θα είχε, ακόμα κι αν χρειαζόταν να υποστώ τους εξυπνακισμούς της γυναίκας του καλύτερού μου φίλου. Ήξερα ότι η Ιλάινα είχε καλές προθέσεις. Απλώς, της άρεσε να με πειράζει. «Το φόρεμα», της θύμισα. «Ναι, ναι, εντάξει», είπε, κι αμέσως μετά άκουσα χαρτιά να θροΐζουν στην άλλη άκρη της γραμμής. «Τι θέλει να φορέσει;» Ό,τι της δώσω εγώ, ήθελα να πω. Δεν το είπα όμως. Η Ιλάινα αγνοούσε παντελώς τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής μου ζωής. «Κάτι σέξι, αλλά όχι πολύ αποκαλυπτικό. Κομψό σέξι». «Αχ, Ναθάνιελ, πες το ξανά». «Ποιο πράγμα;» «Το σέξι. Θέλω να σ’ ακούσω να λες σέξι». «Κόφ’ το, Ιλάινα. Έχεις ή δεν έχεις κάτι;» «Τι μέγεθος;» «Τέσσερα». «Περίμενε». Κι άλλα θροΐσματα. Τώρα η Ιλάινα τριγύριζε στο γραφείο της, μάλλον κοιτάζοντας φορέματα στις κρεμάστρες. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. «Έχω το ιδανικό φόρεμα», είπε τελικά. «Σε μαύρο». «Ασημί», είπα, φέρνοντας κατά νου την ασημιά ρόμπα. «Το ασημί ταιριάζει με το δέρμα της». «Εκείνη ζήτησε ασημί ή μήπως ο εργασιομανής επιχειρηματίας φίλος μου κατάφερε επιτέλους να προσέξει πόσο ταιριάζει ένα χρώμα με το δέρμα μιας γυναίκας;» Χτύπησα το στιλό μου πάνω στο γραφείο μου. «Εντάξει, με τσάκωσες. Είμαι ένας εργασιομανής επιχειρηματίας που κατάφερε επιτέλους να προσέξει πόσο ταιριάζει ένα χρώμα με το δέρμα μιας γυναίκας». Αναστέναξα. «Το έχεις σε ασημί ή όχι;» «Λυπάμαι. Μόνο σε μαύρο. Σε διαβεβαιώνω, όμως, ότι, αν είχα

Kuriarxos_007s157.indd 57

9/30/13 3:37:34 PM


58

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μερικές ακόμα μέρες στη διάθεσή μου, θα έφτιαχνα μια ασημιά τουαλέτα για τη φίλη σου με το υπέροχο δέρμα». «Ευχαριστώ, Ιλάινα». Αναρωτήθηκα πόσο γρήγορα θα διαδίδονταν η συγκεκριμένη πληροφορία στους υπόλοιπους. Ήμουν σίγουρος ότι, μόλις κλείναμε, η Ιλάινα θα τηλεφωνούσε στον Τοντ. «Θα χρειαστεί παπούτσια και τσάντα;» ρώτησε η Ιλάινα. «Θα με υποχρέωνες. Νούμερο παπουτσιού τριάντα εφτά». Κι άλλα θροΐσματα. «Μαύρο ψηλοτάκουνο τριανταεφτάρι στη διάθεσή σας». «Ευχαριστώ, Ιλάινα». «Πότε θα τη γνωρίσω;» με ρώτησε. «Το Σάββατο το βράδυ, μαζί με όλους τους υπόλοιπους». Μιλήσαμε λίγο ακόμα για το Σαββατοκύριακο, και είπαμε κάνα δυο πράγματα για τη δουλειά του Τοντ. Όταν κλείσαμε, προσπάθησα να συγκεντρωθώ στην αναφορά που είχα μπροστά μου, δεν άργησα όμως να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσω να δουλέψω, και το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να το αποδεχτώ. Τηλεφώνησα στον ξάδερφό μου. «Τζάκσον», είπα όταν το σήκωσε. «Πάμε να τσιμπήσουμε για μεσημέρι;» «Σήμερα;» «Ναι». Κοίταξα το ρολόι – ήταν μόλις έντεκα. «Μπορείς να είσαι στο Ντελφίνα’ς σε μία ώρα;» «Ναι – τα λέμε εκεί». Είχα διαλέξει το Ντελφίνα’ς επειδή ήταν από τα αγαπημένα μου μπιστρό και επειδή δεν ήταν αθλητικό μπαρ. Όσο κι αν αγαπούσα τον Τζάκσον, μερικές φορές ήθελα απλώς να φάω κάπου όπου δε θα είχαν αναμμένες δέκα τηλεοράσεις με δέκα διαφορετικούς αγώνες να σου παίρνουν τ’ αφτιά. «Γεια», είπε ο Τζάκσον μία ώρα αργότερα, γλιστρώντας στον καναπέ απέναντί μου. «Πώς πάει;»

Kuriarxos_007s157.indd 58

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

59

«Όπως συνήθως. Η οικονομία κάνει βουτιά. Οι υπάλληλοί μου ανησυχούν. Κι εγώ θα συνοδεύομαι στην εκδήλωση του Σαββάτου». «Το ότι θα συνοδεύεσαι το Σάββατο δεν είναι καθόλου “όπως συνήθως”». Ο Τζάκσον πήρε τον κατάλογο και του έριξε μια ματιά. «Μόνο αδερφίστικο φαΐ έχουν εδώ μέσα;» «Σε μερικούς από εμάς αρέσει το αδερφίστικο φαΐ», είπα. «Δε θα σε σκότωνε να τρως πότε πότε και καμιά σαλάτα». «Ότι θα με σκότωνε, αυτό είναι σίγουρο». Γύρισε τον κατάλογο από την άλλη μεριά. «Α, μάλιστα, έχουν και κρέας». Ο σερβιτόρος ήρθε να πάρει την παραγγελία μας, πριν όμως ξαναπιάσουμε την κουβέντα μας με τον Τζάκσον, το τηλέφωνό μου άρχισε να χτυπάει. Ενεργοποίησα τη λειτουργία του αθόρυβου και αναστέναξα. Ο συγκεκριμένος επιχειρηματικός συνεργάτης μπορούσε να περιμένει – δεν είχα καμιά όρεξη ν’ ασχοληθώ με τη Γουόλ Στριτ αυτή τη στιγμή. «Δε με πειράζει αν θέλεις να το πάρεις», είπε ο Τζάκσον παρατηρώντας το συνοφρύωμά μου. «Δε σκοπεύω να καταστρέψω το μεσημεριανό μου συζητώντας την καθοδική πορεία των χρηματιστηριακών μετοχών». «Η οικονομία έχει πραγματικά το μαύρο της το χάλι, ε;» «Δεν είναι όλοι σαν κι εσένα, ξέρεις. Ο περισσότερος κόσμος δεν έχει ετήσιο εισόδημα εκατομμυρίων δολαρίων». «Μη με κάνεις να νιώθω άσχημα», με προειδοποίησε. «Βγάζεις όσα κι εγώ, και μάλλον περισσότερα». «Όχι φέτος». «Τι;» «Φέτος δεν παίρνω μισθό». Ανασήκωσα τους ώμους. «Δεν τον χρειάζομαι, έτσι κι αλλιώς. Τα φετινά έσοδα από το μισθό μου θα πάνε στους υπαλλήλους μου. Αυτοί έχουν ανάγκη, όχι εγώ». Με κοίταξε δύσπιστα. «Σοβαρολογείς, ε;» «Απολύτως».

Kuriarxos_007s157.indd 59

9/30/13 3:37:34 PM


60

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Το ξέρουν αυτό οι υπάλληλοί σου; Ξέρουν τι κάνεις;» Ο σερβιτόρος ήρθε με τα ποτά μας κι ήπια μια γουλιά νερό. «Όχι», απάντησα. «Αν και είμαι σίγουρος ότι θα το προσέξουν σύντομα, όταν βγει ο ετήσιος προϋπολογισμός». «Κινδυνεύει η εταιρία;» «Όχι», είπα. «Με κανένα τρόπο. Για την ακρίβεια, πηγαίνουμε καλύτερα από τους περισσότερους. Απλώς προσέχω». «Ο Κύριος Έσο Έτοιμος με σάρκα και οστά». Ο Τζάκσον γέλασε κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε. «Για τη Φελίσια, τώρα...» «Ναι;» Ο Τζάκσον χαμογέλασε, μ’ ένα χαμόγελο που έφτανε μέχρι τ’ αφτιά. «Το ξέρω ότι είναι νωρίς, αλλά σ’ ευχαριστώ. Από το τηλέφωνο ακούγεται τέλεια». «Της τηλεφώνησες;» ρώτησα. «Χτες βράδυ. Της ζήτησα να με συνοδεύσει το Σάββατο». «Η Άμπιγκεϊλ μου είπε ότι είναι κοκκινομάλλα και νηπιαγωγός». «Τι άλλο να ζητήσεις από μια γυναίκα;» «Χαίρομαι που μπόρεσα να βοηθήσω». Ο Τζάκσον ακούμπησε την πλάτη του πίσω. «Πες μου για την Άμπι σου». Την Άμπι σου. Την Άμπι μου. Καθάρισα το λαιμό μου. «Είναι μια όμορφη, έξυπνη γυναίκα που φτιάχνει γαμάτο φιλέτο». «Σου μαγείρεψε κιόλας;» Ο Τζάκσον με κοίταξε παραξενεμένος. «Σοβαρά;» Και μου πήρε πίπα. Δύο φορές. Σοβαρά. Μου σηκώθηκε και μόνο στη σκέψη. Αναδεύτηκα στη θέση μου. «Όσο σοβαρά μπορεί να είναι τα πράγματα μετά από ένα μόνο Σαββατοκύριακο». Ο σερβιτόρος έφερε το φαγητό μας: σαλάτα με ψητό κοτόπου-

Kuriarxos_007s157.indd 60

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

61

λο για μένα, χάμπουργκερ για τον Τζάκσον. Άπλωσα την πετσέτα στα πόδια μου και κοίταξα τον ξάδερφό μου. Με κάρφωνε μ’ ένα παράξενο βλέμμα. «Γάμησέ τα, δικέ μου». «Δεν είναι εντάξει το μπέργκερ σου;» Μου φαινόταν μια χαρά, ποτέ όμως δεν μπορούσες να ξέρεις. «Γάμα τα με μεγάλα γράμματα», είπε σαν να ήξερε κάτι που αγνοούσα εγώ. «Τι;» Με κοίταξε ξανά, κι ύστερα κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα. Ξέχασέ το». Συνοφρυώθηκα κι άρχισα να τρώω. Συνήθως ο Τζάκσον δεν έκανε τέτοια περίεργα. Ίσως να είχε χτυπήσει πολύ το κεφάλι του στο ματς της προηγουμένης.

Το απόγευμα της Πέμπτης έφυγα από το γραφείο νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως, λέγοντας στη Σάρα να μη με περιμένει την Παρασκευή. Η γραμματέας μου με κοίταξε χάσκοντας από κατάπληξη, αλλά συνήλθε γρήγορα και περιορίστηκε στο να κατανεύσει. Πέρασα ένα μέρος του πρωινού της Παρασκευής τριγυρίζοντας στο κτήμα μου με τον Απόλλωνα, προσπαθώντας ν’ αποφασίσω τι ήθελα να φυτέψω για την άνοιξη. Ήταν πολύ αργά για τουλίπες, ο κηπουρός μου όμως είχε προτείνει να βάλουμε λίλιουμ. Δίσταζα, αφού φοβόμουν ότι το εξωτικό λουλούδι δε θα ταίριαζε με τα μάλλον ταπεινά φυτά μου. Κάποια στιγμή στη διάρκεια του περιπάτου, όμως, με τη σκέψη μου στη βραδιά που με περίμενε, άρχισα ν’ αλλάζω γνώμη. Το ταπεινό ήταν βαρετό – ο κήπος μου χρειαζόταν μια νότα εξωτισμού. Ακριβώς όπως η Άμπιγκεϊλ είχε φέρει τον εξωτισμό στη ζωή μου από τη στιγμή που φόρεσε το κολάρο μου. Δε μου είχε τηλεφωνήσει και, όσο κι αν ήθελα να μάθω νέα

Kuriarxos_007s157.indd 61

9/30/13 3:37:34 PM


62

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

της, δεν της τηλεφώνησα ούτε εγώ. Δεν ήθελα να νιώσει πιεσμένη. Ήθελα να της δώσω χρόνο να το ξανασκεφτεί. Γύρω στις δύο το μεσημέρι, άκουσα ένα αυτοκίνητο να σταματάει στον κυκλικό ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού και πήγα στην είσοδο. Πρέπει να ήταν ο Τοντ με την Ιλάινα. Ο Απόλλωνας με ακολούθησε κρατώντας απόσταση ασφαλείας από τους επισκέπτες. «Ναθάνιελ!» είπε η Ιλάινα τρέχοντας να με αγκαλιάσει. «Τι κάνεις;» «Καλά», είπα. «Ευχαριστώ». Ο Τοντ μου έτεινε μία πάνινη σακούλα για ρούχα κι ένα κουτί παπουτσιών. «Ναθάνιελ», μου είπε χαμογελώντας. «Πώς πάει, Τοντ;» Πήρα τη σακούλα και το κουτί. «Να υποθέσω ότι αυτά είναι για μένα;» «Φυσικά, δικέ μου», είπε ο Τοντ. «Το μαύρο είναι το χρώμα σου». Να πάρει. Η Ιλάινα του το είχε πει. «Έμαθα ότι ταιριάζει υπέροχα με την επιδερμίδα σου», συνέχισε στο ίδιο μοτίβο ο Τοντ. Η Ιλάινα του έχωσε μια γροθιά στο μπράτσο. «Κόσμια». «Ελάτε», είπα μπαίνοντας στο σπίτι και αγνοώντας το σχόλιο περί επιδερμίδας. Κρέμασα τη σακούλα στην ντουλάπα του χολ –θα την ανέβαζα αργότερα στο δωμάτιο της Άμπιγκεϊλ–, και πήγαμε να καθίσουμε στην κουζίνα. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι ότι σε λίγες ώρες θα καθόμουν σ’ αυτό το τραπέζι με την Άμπιγκεϊλ. Κι ότι μετά απ’ αυτό θα πηγαίναμε πάνω... «Για λέγε λοιπόν», είπε η Ιλάινα διακόπτοντας τις σκέψεις μου. «Πώς και έμεινες σπίτι σήμερα;» Σηκώθηκα και σέρβιρα και στους τρεις μας από ένα ποτήρι τσάι. «Είπα να πάρω ένα ρεπό». «Εσύ δεν παίρνεις ποτέ ρεπό», είπε ο Τοντ. «Και βέβαια παίρνω», είπα ακουμπώντας μπροστά στον Τοντ

Kuriarxos_007s157.indd 62

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

63

και στην Ιλάινα τα ποτήρια τους. «Πήρα ρεπό την Πρωτοχρονιά. Πήρα ρεπό τα Χριστούγεννα». Συνοφρυώθηκα, σαν να είχα πέσει σε μεγάλη περίσκεψη. «Και είμαι σίγουρος ότι πήρα ρεπό και την Ημέρα των Ευχαριστιών. Και την επομένη επίσης, τώρα που το σκέφτομαι». Ξανάβαλα την κανάτα με το τσάι στο ψυγείο. «Ξέρεις τι εννοώ», είπε ο Τοντ. Ανασήκωσα τους ώμους. «Απλώς ήθελα να ξεκουραστώ κι εγώ λιγάκι. Να κάνω τις βόλτες μου με τον Απόλλωνα, να χαζέψω... τέτοια». Ο Τοντ και η Ιλάινα αντάλλαξαν ένα βλέμμα. Γαμώτο. Ήταν ίδιο με το βλέμμα του Τζάκσον εκείνη την ημέρα στο Ντελφίνα’ς. Ήξεραν όλοι οι άλλοι κάτι που δεν ήξερα εγώ; «Τι;» ρώτησα. «Τίποτα», είπε ο Τοντ. Έκλεισε το μάτι στην Ιλάινα. «Ισχύει ακόμα το γκολφ για αύριο;» Πριν περάσω το κολάρο μου στην Άμπιγκεϊλ, είχα κανονίσει να παίξω γκολφ με τον Τζάκσον και τον Τοντ αυτό το Σάββατο. «Βέβαια», είπα. «Αύριο παίζουμε γκολφ». Πώς ήταν δυνατό να μιλάει κανείς για το αύριο; Προσπερνώντας έτσι αβασάνιστα την αποψινή νύχτα; Πόση ώρα ακόμα μέχρι να πάει έξι; Κοίταξα το ρολόι μου. Διαολεμένα πολλή. «Όλα εντάξει;» με ρώτησε η Ιλάινα. «Ανήσυχος φαίνεσαι». Και βέβαια είμαι ανήσυχος, ανάθεμά με! ήθελα να φωνάξω. Ποιος δε θα ’ταν στη θέση μου; Αντί γι’ αυτό, κάθισα στο τραπέζι και ήπια μια γουλιά τσάι. Ήμουν ήρεμος – η ηρεμία ήταν το σήμα κατατεθέν μου. «Καθόλου», είπα. «Τι σας έδωσε τέτοια εντύπωση;» Δε νομίζω ότι με πίστεψαν.

Kuriarxos_007s157.indd 63

9/30/13 3:37:34 PM


64

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Άνοιξα την πόρτα όταν άκουσα το ταξί να μπαίνει στο δρομάκι. Βγαίνοντας από το αμάξι, η Άμπιγκεϊλ έριξε μια ματιά στην εξώπορτα και μου χαμογέλασε ντροπαλά. «Άμπιγκεϊλ», είπα. «Χαίρομαι που σε βλέπω». «Ευχαριστώ». Ένιωθε νευρικότητα – το καταλάβαινα από το βλέμμα της που σάρωνε ανήσυχο τα πάντα. Τις λίγες φορές, ωστόσο, που αυτό το βλέμμα στάθηκε πάνω μου, είδα τα μάτια της να σκουραίνουν από πόθο και προσμονή. Ίσως η εβδομάδα της να ήταν τόσο ατελείωτη όσο και η δική μου. Καταλάβαινα χωρίς να χρειαστεί να ρωτήσω ότι είχε ακολουθήσει την τελευταία εντολή που της είχα δώσει πριν φύγει την προηγούμενη Παρασκευή – να μην αγγίξει τον εαυτό της στη διάρκεια της εβδομάδας. Την πήγα στην κουζίνα και καθίσαμε να φάμε τα νουντλς με τη σάλτσα μυδιών που είχα ετοιμάσει όταν έφυγαν ο Τοντ με την Ιλάινα. Το μαγείρεμα με είχε ηρεμήσει. «Πώς ήταν η εβδομάδα σου;» τη ρώτησα όταν άρχισε να ­τρώει. Ένα χαμόγελο έπαιξε στις άκρες των χειλιών της. «Ατελείωτη. Και η δική σου;» Δεν μπορούσα να της πω ότι τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Ότι μετρούσα τις ώρες μέχρι να τη ξαναδώ. Ότι είχα περάσει υπερβολικά πολύ χρόνο σχεδιάζοντας την αποψινή βραδιά, προσπαθώντας να τη φανταστώ. Μια τέτοια παραδοχή θα με πρόδιδε. Κι έτσι, απλώς ανασήκωσα τους ώμους, παίζοντάς το άνετος. Η Άμπιγκεϊλ χρειαζόταν να έχω τον έλεγχο της κατάστασης. Και να μην τον χάνω ποτέ. Συνεχίσαμε το φαγητό μας. «Ο Απόλλωνας σκότωσε ένα τρωκτικό», είπα. Φάνηκε αιφνιδιασμένη, και στα μάγουλά της εμφανίστηκε μια υποψία χρώματος. Δεν το περίμενε από μένα αυτό, να κάνω ψιλοκουβέντα. Το γεγονός την είχε ιντριγκάρει, μεγαλώνοντας τη λαχτάρα της, θεριεύοντας τον πόθο της. Α, το παιχνίδι με την

Kuriarxos_007s157.indd 64

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

65

Άμπιγκεϊλ προμηνυόταν εξαιρετικά ενδιαφέρον. Κι εγώ θα απολάμβανα την κάθε στιγμή του. Το σεξ δεν αρχίζει στο κρεβάτι. Το σεξ αρχίζει με τον τρόπο που κινείσαι, τον τρόπο που μιλάς. Δεν αρχίζεις το σεξ κάνοντάς το. Το αρχίζεις μ’ έναν ψίθυρο, μ’ ένα διακριτικό βλέμμα. «Νωρίτερα, η γυναίκα του φίλου μου του Τοντ, η Ιλάινα, σου έφερε ένα φόρεμα», είπα γιατί μετά το φαγητό δε θα είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για την εκδήλωση. «Ανυπομονούν να σε γνωρίσουν». «Οι φίλοι σου; Το ξέρουν όλοι για μας;» Ακουγόταν ανήσυχη, αγχωμένη. Τύλιξα με την ησυχία μου μια μπουκιά ζυμαρικά στο πιρούνι μου. Τα πάντα είναι υπό έλεγχο, Άμπιγκεϊλ. Έχε μου εμπιστοσύνη. Έφαγα την μπουκιά μου πριν απαντήσω. «Ξέρουν ότι βγαίνουμε. Δεν ξέρουν για τη συμφωνία μας». Ακούμπησα την πλάτη μου πίσω και βάλθηκα να την παρακολουθώ να τρώει. Έκοβε νευρικά τα ζυμαρικά της και τα κατέβαζε με μικρές μπουκιές. Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε, κι ύστερα χαμήλωσε ξανά το βλέμμα στο πιάτο της. Λίγα δευτερόλεπτα ακόμα, και θα την είχα εκεί ακριβώς που ήθελα. Ξαφνικά, άφησε κάτω το πιρούνι της. «Για πες μου, λοιπόν. Σχεδιάζεις να μ’ αγγίξεις αυτό το Σαββατοκύριακο ή όχι;» είπε με μια ανάσα. Ναι. «Κάνε μου την ερώτηση επιδεικνύοντας τον πρέποντα σεβασμό, Άμπιγκεϊλ. Δεν μπορείς να μου μιλάς όπως θέλεις, απλώς και μόνο επειδή βρισκόμαστε στο τραπέζι σου». Κατέβασε ξανά το βλέμμα της. «Θα με αγγίξεις αυτό το Σαββατοκύριακο, Αφέντη;» «Κοίταξέ με», είπα, επειδή ήθελα να δω τα μάτια της. Η σύγκρουση, η εσωτερική πάλη της, ήταν ολοφάνερη στο

Kuriarxos_007s157.indd 65

9/30/13 3:37:34 PM


66

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ύφος της – η Άμπιγκεϊλ αντιδρούσε, από την άλλη μεριά όμως ήξερε ότι δεν είχε μιλήσει όπως έπρεπε. Αποφάσισα να το αφήσω να περάσει. Αυτή τη φορά. Κι αφού είχε ρωτήσει... «Σχεδιάζω να κάνω περισσότερα από το να σ’ αγγίξω. Σχεδιάζω να σε γαμήσω. Να σε ξεσκίσω στο πήδημα». Τα χείλη της μισάνοιξαν και τα μάτια της διαστάλθηκαν από έξαψη. Είχε ήδη ξεχάσει το φαγητό της. Ναι... Έσπρωξα την καρέκλα μου προς τα πίσω και σηκώθηκα. «Ας αρχίσουμε σιγά σιγά, ε; Σε θέλω γυμνή στο κρεβάτι μου σε δεκαπέντε λεπτά».

Kuriarxos_007s157.indd 66

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

67

Κεφάλαιο 7 ΕΙΧΕ ΕΡΘΕΙ Η ΩΡΑ.

Ανέβηκα αργά τη σκάλα, θέλοντας να παρατείνω τη στιγμή. Άφησα τον Απόλλωνα έξω απ’ την πόρτα και μπήκα στο φωτισμένο με κεριά δωμάτιο. Η Άμπιγκεϊλ με περίμενε στο κρεβάτι. Γυμνή, όπως το είχα ζητήσει. Από την αρχή κιόλας της εβδομάδας, είχα συνειδητοποιήσει ότι δε θα μπορούσα να την πάρω για πρώτη φορά χωρίς να της καλύψω τα μάτια. Θα έπρεπε να προσπαθήσω πολύ σκληρά για να το κάνω αφήνοντάς τη να με βλέπει, και πάλι, όμως, φοβόμουν ότι κάτι θα με πρόδιδε. Ούτε ήθελα να με αγγίξει. Θα ήταν πολύ... προσωπικό. Ήθελα πρώτα να τη μάθω, να δώσω στον εαυτό μου το χρόνο που χρειαζόταν για να συνηθίσει το σώμα της. Αργότερα θα είχαμε χρόνο για να με αγγίξει. Για να με περιεργαστεί και να με παρακολουθήσει. Το βλέμμα της μ’ ακολουθούσε καθώς πλησίαζα στο κρεβάτι, επιβεβαιώνοντας ότι είχα πάρει τη σωστή απόφαση. Πήγα στη μια γωνιά του κρεβατιού και σήκωσα τη μία χειροπέδη. Τα μάτια της ορθάνοιξαν και, για μια στιγμή, μου φάνηκε πανικόβλητη. Έτοιμη να σηκωθεί και να φύγει. Κάτι μέσα της της έλεγε ότι αυτό ήταν λάθος, ότι δεν έπρεπε να μου επιτρέψει να της το κάνω. Το μεγαλύτερο κομμάτι του εαυτού της όμως ήξερε τι ήθελε, και η Άμπιγκεϊλ άφησε αυτό το κομμάτι να νικήσει.

Kuriarxos_007s157.indd 67

9/30/13 3:37:34 PM


68

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Δεν είχα σκοπό να το κάνω αυτό απόψε», της είπα καθώς την έδενα στις τέσσερις γωνιές του κρεβατιού, «βλέπω όμως ότι εξακολουθείς να μην καταλαβαίνεις εντελώς. Είσαι δική μου, και πρέπει να κάνεις ό,τι σου λέω, να συμπεριφέρεσαι όπως ορίζω εγώ. Την επόμενη φορά που θα μου φερθείς με ασέβεια, θα σ’ τις βρέξω. Κατάνευσε αν με καταλαβαίνεις». Η δικαιολογία φαινόταν θεμιτή για να την ακινητοποιήσω και να της δέσω τα μάτια –ή τουλάχιστον, τόσο θεμιτή όσο και οποιαδήποτε άλλη–, κι όσο για το κομμάτι με το ξύλισμα, αυτό το εννοούσα πραγματικά. Έτσι κι αλλιώς, την είχα ήδη αφήσει πολλές φορές να τη γλιτώσει. Κατένευσε κι ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Η πιο πρόσφατη υποτακτική μου μ’ έκανε να τελειώνω τρεις φορές τη βραδιά». Ήθελα η Άμπιγκεϊλ να την ξεπεράσει. «Θέλω να δοκιμάσω για τέσσερις. Και σε θέλω ολοκληρωτικά στο έλεός μου». Έβγαλα ένα μαύρο μαντίλι από την τσέπη μου, και είδα τη γνώριμη πια εσωτερική πάλη να καθρεφτίζεται μαινόμενη στα μάτια της. Έχε μου εμπιστοσύνη. Έδεσα το μαντίλι γύρω από τα μάτια της και τραβήχτηκα. Η Άμπιγκεϊλ μου είχε μόλις επιτρέψει –σ’ εμένα, έναν σχεδόν άγνωστό της άντρα– να τη δέσω χειροπόδαρα και να της καλύψω τα μάτια. Μου προσέφερε τον εαυτό της με τον πιο προσωπικό, τον πιο ιδιωτικό τρόπο που υπήρχε. Με εμπιστευόταν. Δεν ήμουν άξιος αυτής της εμπιστοσύνης. Το βλέμμα μου ταξίδεψε στο γυμνό κορμί της, κι ένιωσα να θεριεύει μέσα μου η ανάγκη να της δώσω ό,τι ήθελε. Ό,τι χρειαζόταν. Ό,τι αναζητούσε. Κατέβασα το φερμουάρ του παντελονιού μου και η στύση μου πετάχτηκε ελευθερωμένη. Ανάθεμα. Μου είχε σηκωθεί τόσο πολύ, που πονούσα.

Kuriarxos_007s157.indd 68

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

69

Ανέβηκα στο κρεβάτι και κάθισα δίπλα της. Τώρα ήταν δική μου για να την αγγίξω. Ήμασταν και οι δύο έτοιμοι. Επιτέλους. Ακούμπησα τα χέρια μου στους ώμους της, παρατηρώντας πώς χτυπούσε η καρδιά της. Σφυροκοπούσε. Ακριβώς όπως και η δική μου. Έσυρα τα ακροδάχτυλά μου κατά μήκος των πλευρών της, περνώντας τα από το έξω μέρος του στήθους της, κατεβάζοντας μετά και τα δύο χέρια στην κοιλιά της. Πολύ καλύτερα από την περασμένη εβδομάδα. Πάρα πολύ καλύτερα. Τότε την είχα γονατισμένη μπροστά μου, τώρα όμως... τώρα ήταν γυμνή στο κρεβάτι μου, ολόκληρη στη διάθεσή μου. Πέρασα το δάχτυλό μου στο μουνί της – ήταν ήδη υγρή. «Πόσο καιρό, Άμπιγκεϊλ;» Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος άλλος διεκδίκησε ό,τι ήταν τώρα δικό μου; «Απάντησέ μου». Έφερα το δάχτυλό μου στο στόμα μου και τη γεύτηκα. Τόσο γλυκιά. Ήθελα να χώσω το πρόσωπό μου ανάμεσα στα πόδια της για να τη χορτάσω, και θα το έκανα αν το καυλί μου δεν είχε άλλα σχέδια. «Τρία χρόνια». Τρία χρόνια; Σκατά. Γι’ αυτό ήταν τόσο σφιχτή. Γλίστρησα ένα δάχτυλο μέσα της κι έγειρα στο αφτί της για να της ψιθυρίσω: «Δεν είσαι έτοιμη ακόμα. Πρέπει να είσαι έτοιμη, διαφορετικά δε θα μπορώ να σε ξεσκίσω όπως θέλω». Πήρα βαθιά ανάσα και την πλησίασα ξανά, επιτρέποντας αυτή τη φορά στον εαυτό μου να γευτεί το λαιμό της. Το δέρμα της ήταν απαλό σαν μετάξι. Μισάνοιξα τα χείλη και κατέβηκα με φιλιά ως την κλείδα της. Το φως των κεριών λαμπύριζε στα διαμάντια του κολάρου της, και το σήκωσα με το ένα χέρι για να μπορέσω να στριφογυρίσω τη γλώσσα μου στο λακκάκι στη βάση του λαιμού της. Έπειτα άρχισα να γλιστράω προς τα κάτω, παρακολουθώντας το σταθερό ανεβοκατέβασμα του στέρνου της, τον τρό-

Kuriarxos_007s157.indd 69

9/30/13 3:37:34 PM


70

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

πο που τα στήθη της ορθώνονταν, με τις ρώγες σηκωμένες. Έφτασα με φιλιά στο ένα στήθος και κύκλωσα με τη γλώσσα μου τη ρώγα. Ω Θεέ μου. Η γεύση της. Τη βύζαξα, ρουφώντας τη στο στόμα μου, απολαμβάνοντας τον τρόπο που με γέμιζε. Μμ. Έγλειψα τη ρώγα της, παιχνίδισα πάνω της τη γλώσσα μου. Η Άμπιγκεϊλ αναδεύτηκε στο στρώμα, μετακινώντας ασυναίσθητα τη λεκάνη της, αφήνοντας ένα βογκητό. Τράβηξα μαλακά τη ρώγα με τα δόντια μου κι ύστερα μετακινήθηκα στο άλλο στήθος. Το ρούφηξα ακόμα πιο βαθιά στο στόμα μου, δάγκωσα τη ρώγα με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Το σώμα της Άμπιγκεϊλ άρχισε να τρέμει. Από ασυγκράτητο πόθο, από ακατανίκητη λαχτάρα. Της έδωσα μια γεύση απ’ αυτό που λαχταρούσε, σέρνοντας με δύναμη τα δάχτυλά μου στην κοιλιά της πριν τα βυθίσω μέσα της. Χαμογέλασα όταν την είδα να ανασηκώνει ξανά τη λεκάνη της. Ήταν έτοιμη. Επιτέλους. Ξεκόλλησα απ’ το στήθος της και την καβάλησα, ανεβάζοντας το σώμα μου έτσι που το καυλί μου να ακουμπήσει ανάμεσα στα στήθη της, ακριβώς εκεί που η καρδιά της βροντοχτυπούσε. «Πιστεύεις ότι είσαι έτοιμη, Άμπιγκεϊλ; Γιατί κουράστηκα να περιμένω. Είσαι έτοιμη; Απάντησέ μου!» «Ναι, Αφέντη. Παρακαλώ. Ναι». Έσπρωξα το καυλί μου στο στόμα της, θέλοντας να το νιώσει. «Φίλα το καυλί μου. Φίλα το πριν σε γαμήσει». Τα χείλη της πλησίασαν και με χάιδεψαν απαλά, καθώς όμως κοίταζα, είδα τη γλώσσα της να βγαίνει και να με γλείφει. Παραλίγο να χύσω στο πρόσωπό της. Γαμώτο. Δεν μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα, να με παρακούει.

Kuriarxos_007s157.indd 70

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

71

Την μπάτσισα μαλακά στο μάγουλο. «Δε σου είπα να το κάνεις αυτό». Κατέβασα το σώμα μου ώσπου να βρεθώ ανάμεσα στα πόδια της. Με το ένα χέρι ανασήκωσα τους γοφούς της και με το άλλο οδήγησα το καυλί μου στην είσοδό της. Πήρα βαθιά ανάσα. Η Άμπιγκεϊλ κρατούσε τη δική της. Πολύ, πάρα πολύ αργά, έσπρωξα και μπήκα μέσα της. Ήταν σφιχτή και υγρή και καυτή και άφηνε την ωραιότερη αίσθηση που μπορούσε ν’ αφήσει ποτέ γυναίκα. Έσπρωξα βαθύτερα, θέλοντας να κλείσω τα μάτια για ν’ απολαύσω τη στιγμή και ταυτόχρονα να τα κρατήσω ανοιχτά για να μπορώ να την κοιτάζω καθώς θα την έπαιρνα. Καθώς θα έπαιρνα επιτέλους την Άμπιγκεϊλ Κινγκ. Σφιχτή. Ήταν τόσο σφιχτή. Γαμώτο. Η γωνία ήταν λάθος. Δε χωρούσα να μπω ολόκληρος. «Γαμώτο». Άρχισα να κλυδωνίζομαι μπρος πίσω, γλιστρώντας λίγο βαθύτερα, αλλά όχι αρκετά βαθιά. «Κουνήσου μαζί μου». Ανασήκωσε τους γοφούς της και, ναι, αυτό ήταν. Γλίστρησα βαθύτερα. Κοίταξα προς τα κάτω – είχα μπει σχεδόν ολόκληρος. Έκλεισα τα μάτια κι έσπρωξα με δύναμη. Ένα βογκητό δραπέτευσε απ’ το λαρύγγι μου καθώς έμπαινα μέχρι μέσα. Έμεινα ακίνητος για μια στιγμή, απολαμβάνοντας την υγρή και καυτή αίσθησή της, προσπαθώντας ν’ αποτυπώσω στη μνήμη μου τον τρόπο που μ’ έκλεινε γύρω της. Κοίταξα κάτω, στο σημείο όπου ενώνονταν τα σώματά μας, κι ύστερα επέτρεψα στο βλέμμα μου να ρουφήξει την εικόνα της. Την εικόνα της Άμπιγκεϊλ δεμένης στο κρεβάτι μου. Η πραγματικότητα ήταν καλύτερη κι απ’ την καλύτερη φαντασίωσή μου. Μόνο που, είπα στον εαυτό μου, αυτό συνέβαινε στ’ αλήθεια.

Kuriarxos_007s157.indd 71

9/30/13 3:37:34 PM


72

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Τραβήχτηκα κι ύστερα κοίταξα το καυλί μου να βυθίζεται ξανά. Από κάτω μου, η Άμπιγκεϊλ ανασήκωσε ξανά τους γοφούς της. Πεινασμένη. Αχόρταγη. Και ξαφνικά, έγινα κι εγώ πεινασμένος, αχόρταγος. «Πιστεύεις ότι είσαι έτοιμη;» Τραβήχτηκα σχεδόν ολόκληρος, κι ύστερα σταθεροποίησα το σώμα μου και χώθηκα με δύναμη μέσα της, για να ξαναβγώ σχεδόν αμέσως. Έριξα μια ματιά προς τα κάτω για να βεβαιωθώ ότι η Άμπιγκεϊλ ήταν εντάξει, και ήταν. Τραβούσε τα δεσμά της. Έτσι μπράβο το κορίτσι μου. Το άτακτο, άτακτο κορίτσι μου. Από κείνη τη στιγμή αφέθηκα, βυθίζοντας τον εαυτό μου μέσα της, αφήνοντας το σώμα μου να με οδηγήσει. Εκείνη ανταποκρίθηκε με ζέση, ανασηκώνοντας τη λεκάνη της για να με συναντήσει. Σταγόνες ιδρώτα σχηματίστηκαν στο μέτωπό μου. Ήξερα ότι δε θα μπορούσα να κρατηθώ για πολύ ακόμα. Από κάτω μου, η Άμπιγκεϊλ είχε τα χείλη μισάνοιχτα. Ο οργασμός της πλησίαζε. Έσπρωξα με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και επιτάχυνα το ρυθμό, θέλοντας να τη φέρω μαζί μου στα όρια. Η αναπνοή της βάρυνε – το λαχάνιασμά της ήταν σιγανό αλλά αισθητό. «Χύσε όταν θέλεις», είπα, και οι μύες της σφίχτηκαν γύρω μου καθώς ο οργασμός την κατέκλυζε. Έσπρωξα μέσα της κι έμεινα ακίνητος, με την πλάτη μου τεντωμένη σε τόξο, απολαμβάνοντας την ηδονή της εκτόνωσης μέσα της. Ήξερα όμως ότι θα της έδινα κι άλλο, κι έτσι έσπρωξα ξανά και ξανά, και ανταμείφθηκα με την αίσθηση του δεύτερου οργασμού της. Άφησα το κεφάλι μου να πέσει και αγωνίστηκα να ξαναβρώ την ανάσα μου. Όταν μπόρεσα να αναπνεύσω κανονικά, πλησίασα τα χείλη μου στο αφτί της και της ψιθύρισα: «Μία».

Kuriarxos_007s157.indd 72

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

73

Το δέρμα της έκαιγε –η ηδονή που της είχα χαρίσει του είχε βάλει φωτιά–, κι ένα χαμόγελο χόρευε στα χείλη της. Μετακίνησε το σώμα της, κι εγώ έριξα μια ματιά για να βεβαιωθώ ότι τα δεσμά της ήταν εντάξει. Ότι δεν της προκαλούσαν ιδιαίτερη δυσφορία. Αλλά όχι. Η Άμπιγκεϊλ φαινόταν μια χαρά. Και με το μια χαρά εννοούσα μια χαρά έτοιμη για πήδημα. Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα στη συρταριέρα. Πήρα το μπουκάλι με τη λοσιόν από το πάνω μέρος της και πήγα στα πόδια του κρεβατιού. Της έλυσα το δεξί πόδι, το πήρα απαλά στα χέρια μου κι έτριψα μαλακά λίγη λοσιόν στο σημείο της ποδοπέδης. Συνέχισα το μασάζ χωρίς να βιάζομαι, θέλοντας να βεβαιωθώ ότι δεν είχε τραυματιστεί και ότι το δέρμα δεν είχε ερεθιστεί. Έπειτα έκανα το ίδιο και στο αριστερό της πόδι. «Ξέρεις γιατί σου λύνω τα πόδια;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ξανάβαλα τη λοσιόν στη θέση της και πήγα να σταθώ δίπλα της στο κεφαλάρι του κρεβατιού, θέλοντας να βεβαιωθώ ότι με άκουγε όταν μιλούσα. «Γιατί όταν τυλίξεις αυτά τα πόδια γύρω από τη μέση μου, το καυλί μου θα χωθεί τόσο βαθιά μέσα σου, που θα το νιώσεις στο λαρύγγι σου». Μουρμούρισε κάτι, αλλά το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο και η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπάει. «Τέντωσε τα πόδια σου», είπα, και στάθηκα δίπλα της, δίνοντάς της χρόνο να ξεπιαστεί. Όταν ανέβηκα ξανά στο κρεβάτι, έτριψα τους ώμους της, θέλοντας να βεβαιωθώ ότι τα δεσμά της δεν ήταν πολύ τεντωμένα και ότι οι χειροπέδες δεν την πονούσαν. Έριξα μια ματιά στο πρόσωπό της και την είδα να μισανοίγει τα χείλη. Έφερα το στόμα μου στη βάση του λαιμού της και τη φίλησα απαλά, νιώθοντας την υφάλμυρη γεύση του ιδρώτα που γυάλιζε στο σώμα της. Μετά, κλείνοντας τα μάτια για να συγκεντρωθώ, δάγκωσα μαλακά το τρυφερό δέρμα στην άκρη της μασχάλης της.

Kuriarxos_007s157.indd 73

9/30/13 3:37:34 PM


74

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Την άκουσα να κρατάει την ανάσα της. «Νιώθεις καλά, Άμπιγκεϊλ;» Κλαψούρισε. «Θέλεις να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα;» «Ναι, Αφέντη», είπε, τόσο σιγανά, που σχεδόν δεν την άκουσα. Πήρα τη μία ρώγα της ανάμεσα στα δάχτυλά μου και την έστριψα, ικανοποιημένος από τον τρόπο που το σώμα της αντιδρούσε στο άγγιγμά μου. «Καλύτερα τώρα;» «Ναι, Αφέντη», είπε ξανά, τεντώνοντας την πλάτη της. «Πες μου αν αυτό σου αρέσει», είπα και δάγκωσα μαλακά το ερεθισμένο δέρμα της. Κράτησε την ανάσα της και τη δάγκωσα ακόμα πιο δυνατά, ρουφώντας και γλείφοντας ταυτόχρονα την κορυφή της ρώγας της. «Α... α... ναι», τραύλισε. Κατέβασα το ένα χέρι μου στην κοιλιά της και γλίστρησα ένα δάχτυλο μέσα της. Ανασήκωσε τη λεκάνη της, προσπαθώντας να το πάρει βαθύτερα. «Έτοιμη να δεις πόσο βαθιά μπορώ να φτάσω;» τη ρώτησα. «Αν... αν σ’ ευχαριστεί». «Αχ, Άμπιγκεϊλ», είπα, καβαλώντας την. «Εσύ μ’ ευχαριστείς». Έσπρωξα τους γοφούς μου προς τα μπρος, έτσι που η στύση μου να πιέσει την κοιλιά της. Ακόμα κι εγώ είχα ξαφνιαστεί από το πόσο γρήγορα είχα ανακάμψει μετά την πρώτη μας φορά. «Νιώσε πόσο πολύ μ’ ευχαριστείς». Κλαψούρισε ξανά και ανασήκωσε τη λεκάνη της. Οδήγησα με το ένα χέρι το καυλί μου στην υγρή σχισμή της και γλίστρησα μέσα της. «Τα πόδια σου. Τα θέλω δεμένα γύρω μου. Θέλω να με πάρεις μέχρι μέσα». Υπάκουσε, κι εγώ βυθίστηκα στην υγρή, σφιχτή θέρμη της. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα μήπως έπρεπε να περιμένω λίγο ακόμα, οι ανησυχίες μου όμως εξανεμίστηκαν όταν την είδα να ρίχνει

Kuriarxos_007s157.indd 74

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

75

πίσω το κεφάλι βογκώντας. Βυθίστηκα ακόμα βαθύτερα κι άκουσα τον εαυτό μου να βρυχάται. Τραβήχτηκα, κι ύστερα άρχισα να μπαινοβγαίνω με σταθερό ρυθμό, όχι τόσο απεγνωσμένα γρήγορο όσο ήταν αυτός της πρώτης φοράς, αλλά πάντως σταθερό. Ήθελα να το κάνω πιο αργά τώρα, να φτάσω βαθύτερα. Ήθελα να την κάνω να νιώσει πόσο βαθιά ήταν η σύνδεσή μας. Ανασήκωσε τη λεκάνη της κι έσφιξε γύρω μου τα πόδια της καθώς έσπρωχνα. Να πάρει. Επιτάχυνα το ρυθμό μου. Να πάρει, τι μου έκανε αυτή η γυναίκα. Αισθάνθηκα κάθε έλεγχο να με εγκαταλείπει καθώς οι φτέρνες της χτυπούσαν τους γλουτούς μου, απόλυτα συγχρονισμένες με τις βυθίσεις μου. Άρχισα να μπαινοβγαίνω πιο γρήγορα. Η Άμπιγκεϊλ στέναξε, και σταμάτησα όσο χρειαζόταν για να κοιτάξω την έκφρασή της. Ήταν η προσωποποίηση της απόλυτης ηδονής. Άρχισα να μπαινοβγαίνω ακόμα πιο γρήγορα, κι όταν την ένιωσα να κουνάει κυκλικά τους γοφούς της, παραλίγο να το χάσω. «Χύσε για μένα, Άμπιγκεϊλ». Έσπρωξα όσο βαθύτερα μπορούσα κι ένιωσα τους μυς της να σφίγγονται γύρω μου. «Αυτό είναι», είπα, σπρώχνοντας ξανά. «Τώρα». Έχυσε. Την ακολούθησα δευτερόλεπτα αργότερα, κι έπειτα σωριάστηκα στο πλευρό της, προσέχοντας να μην την πλακώσω με το βάρος μου. Ξεκουράστηκα λίγο, απολαμβάνοντας την αίσθηση του κορμιού της δίπλα μου, και μετά σηκώθηκα. Πήρα το χοντρό πάπλωμα κι ένα ζευγάρι βαμβακερά σεντόνια από το κάτω μέρος της συρταριέρας μου, τα έστρωσα στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι μου κι έπειτα έριξα πάνω τους ένα από τα μαξιλάρια μου. Ήταν το πιο άνετο αυτοσχέδιο κρεβάτι που μπορούσα να φτιάξω στο πάτωμα.

Kuriarxos_007s157.indd 75

9/30/13 3:37:34 PM


76

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Απόψε θα κοιμηθείς στο δωμάτιό μου, Άμπιγκεϊλ», είπα, λύνοντας τα χέρια της και βγάζοντάς της το μαντίλι από τα μάτια. Αμέσως μόλις έκανα αυτό το τελευταίο, εκείνη βάλθηκε να παρακολουθεί την κάθε μου κίνηση. «Θα σε πάρω ξανά κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα, και δε θέλω να μπω στον κόπο να βγω στο διά­ δρομο. Σου έστρωσα εδώ». Με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. Κάποια στιγμή, αυτή η ιστορία έπρεπε να σταματήσει. «Έχεις πρόβλημα με τη διαταγή μου;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι, κι εγώ ήμουν ευγνώμων που δεν είχε επιλέξει να με αμφισβητήσει. Παρ’ όλ’ αυτά... Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, δοκιμάζοντας επιφυλακτικά να σταθεί στα πόδια της, χάνοντας για μια στιγμή την ισορροπία της, πριν καθίσει στο πάτωμα, πάνω στο πάπλωμα και γλιστρήσει ανάμεσα στα σεντόνια. Έμεινα στο κρεβάτι ώσπου η βαριά, ρυθμική αναπνοή της να με βεβαιώσει ότι είχε αποκοιμηθεί. Μετά σηκώθηκα κι έσβησα όλα τα κεριά εκτός από ένα. Κόντευαν μεσάνυχτα κι έπρεπε να κοιμηθεί μερικές ώρες. Δεν άντεχαν όλοι στις λίγες ώρες ύπνου που είχα συνηθίσει να αρκούμαι εγώ. Ξανάπεσα στο κρεβάτι, έβαλα το μπράτσο κάτω απ’ το κεφάλι μου και στύλωσα το βλέμμα στο ταβάνι. Μόνο τότε επέτρεψα στον εαυτό μου να σκεφτεί ότι η Άμπιγκεϊλ Κινγκ κοιμόταν στο δωμάτιό μου. Ότι την είχα μόλις πάρει. Δύο φορές. Γύρισα να την κοιτάξω. Τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα και τα ανάστατα μαλλιά της απλωμένα πάνω στο μαξιλάρι. Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχα δει στη ζωή μου. Άρχισε να βογκάει στον ύπνο της. Στην αρχή, ο ήχος ήταν σιγανός, σχεδόν σαν ψίθυρος, σταδιακά όμως δυνάμωσε. Έπειτα άρχισε να αναδεύεται και το σεντόνι γλίστρησε από τους ώμους της γυμνώνοντας τα στήθη της.

Kuriarxos_007s157.indd 76

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

77

Ξαναγύρισα ανάσκελα κι έκλεισα τα μάτια. Δε θα την ξυπνήσεις ακόμα. Δε θα την ξυπνήσεις ακόμα. Δε θα την ξυπνήσεις ακόμα. Προσπάθησα να ανατρέξω στις χρηματιστηριακές τιμές της ημέρας. Μόνο μέχρι τις δύο. Μπορείς να την ξυπνήσεις στις δύο. Αναστέναξα. Οι επόμενες δύο ώρες προμηνύονταν ατελείωτες.

«Ξύπνα, Άμπιγκεϊλ». Ήταν δύο και τέταρτο. Περίμενα πάνω από δύο ώρες όσο κοιμόταν. Περίμενα δύο ώρες ακούγοντας τα σιγανά, ερωτικά βογκητά της, δύο ώρες ξαπλωμένος στο σκοτάδι με το σχεδόν γυμνό σώμα της στο πάτωμα δίπλα μου. Ήμουν πιο ντούρος απ’ όσο είχα δικαίωμα να είμαι έχοντας τελειώσει μέσα της δύο φορές ήδη. «Παλάμες και γόνατα στο κρεβάτι. Γρήγορα». Ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια, αλλά σύρθηκε στο κρεβάτι χωρίς καν να με κοιτάξει. Ένιωσα το καυλί μου να σκληραίνει ακόμα περισσότερο βλέποντάς τη να με περιμένει στα τέσσερα. «Ρίξε το βάρος στους αγκώνες σου». Έριξε αμέσως το βάρος της στους αγκώνες της, έτσι που ο πισινός και το γλυκό μουνάκι της να βλέπουν προς εμένα. Αυτό δε θα ήταν μαλακό. Αυτό δε θα ήταν τρυφερό. Έσυρα τις παλάμες μου κατά μήκος της πλάτης της, κι ύστερα τις κατέβασα και άνοιξα τα πόδια της με μια σπρωξιά. «Ήσουν σφιχτή προηγουμένως, έτσι όμως θα είσαι ακόμα σφιχτότερη». Ανέβασα ξανά τις παλάμες μου κι έκλεισα μέσα τους τα στήθη της. Τα μάλαξα κι έπαιξα μαζί τους. Ήταν ήδη υγρή όταν βύθισα το δάχτυλό μου μέσα της.

Kuriarxos_007s157.indd 77

9/30/13 3:37:34 PM


78

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Είδες γλυκά όνειρα, Άμπιγκεϊλ; Πήρα λίγα από τα υγρά της και ανέβασα το δάχτυλό μου στον πρωκτό της. «Σ’ έχει πάρει κανείς από δω;» Όχι, όχι, δεν την είχε πάρει. Το ήξερα ήδη από τη λίστα της, ήθελα όμως να την ακούσω να μου το λέει. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Θα σε πάρω εγώ». Την ένιωσα να σφίγγεται στο άγγιγμά μου, πράγμα που με παραξένεψε. Δεν είχε σημειώσει το πρωκτικό σεξ ως σκληρό όριο – ή μήπως δε θυμόμουν καλά; Ανέτρεξα νοερά στις απαντήσεις της. Όχι. Δεν το είχε επισημάνει ως σκληρό όριο. «Σύντομα», είπα, τραβώντας το δάχτυλό μου και νιώθοντας την ανακούφισή της στην τρεμάμενη εκπνοή της. Φοβόταν. Κανένα πρόβλημα μ’ αυτό. Μπορούσα να χειριστώ το φόβο. Θα ήμουν υπομονετικός και τρυφερός καθώς θα τον δια­ περνούσα, διαλύοντάς τον. Στο τέλος, θα την έκανα να με παρακαλάει για πρωκτικό σεξ. Γι’ απόψε όμως... Οδήγησα το καυλί μου στο υγρό μουνί της και τύλιξα τα μαλλιά της γύρω από τους καρπούς μου. Τα μαλλιά που ήταν απλωμένα στο μαξιλάρι μου τις τελευταίες δύο ώρες. Τα μαλλιά που ήθελα ν’ απλώσω τα χέρια μου και ν’ αγγίξω, να περάσω μέσα τους τα δάχτυλά μου. Ήταν πιο απαλά απ’ όσο τα θυμόμουν. Μ’ ένα τράβηγμα αυτών των μαλλιών, βυθίστηκα μέσα της για τρίτη φορά. Θα κουραζόμουν άραγε ποτέ απ’ αυτή την αίσθηση; Από το πώς ένιωθα κάθε φορά που έμπαινα μέσα της; Ήλπιζα πως όχι. Τραβήχτηκα και ξαναχώθηκα βαθύτερα. Γαμώτο – ήταν σφιχτή. Το κεφάλι μου έπεσε πίσω καθώς μπαινόβγαινα. Σφιχτή και καυτή και υγρή. Όταν άρχισε να σπρώχνει τη λεκάνη της προς το μέρος μου, βόγκηξα. Φοβόμουν ότι παραήμουν άγριος, οι ήχοι που έβγαιναν όμως από το λαρύγγι της με καθησύχαζαν. Συνέχι-

Kuriarxos_007s157.indd 78

9/30/13 3:37:34 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

79

σα στον ίδιο ρυθμό, μπαίνοντας μέσα της με ακόμα μεγαλύτερη ορμή. Μ’ ένα γρύλισμα, έσπρωξε προς τα πίσω τη λεκάνη της για να με συναντήσει. Ω, ναι. Χώθηκα άλλη μια φορά μέσα της με δύναμη κι ύστερα έμεινα ακίνητος να την ακούω να φωνάζει την ηδονή της καθώς έχυνε. Οι μύες της σφίχτηκαν, πυροδοτώντας το δικό μου οργασμό, έναν οργασμό που με άφησε άφωνο με τη σφοδρότητά του. Μόλις τραβήχτηκα, την είδα να σωριάζεται στο κρεβάτι. Έμεινα για αρκετά λεπτά να την κοιτάζω, διερωτώμενος αν το είχα παρακάνει, αν είχα φορτώσει τη βραδιά με υπερβολικά πολλή δραστηριότητα. Ίσως – η Άμπιγκεϊλ όμως έχυνε κάθε φορά. Τις είχε απολαύσει όλες. Γαμώτο – μου σηκωνόταν ξανά. Ήξερα όμως πως δεν μπορούσα να την ξαναπάρω. Και μόνο μ’ όσα είχαμε κάνει ως τώρα, αύριο θα πονούσε και θα ήταν πιασμένη – αυτό ήταν σίγουρο. Αλλαγή σχεδίων λοιπόν... Τη γύρισα ανάσκελα και τα μάτια της άνοιξαν απότομα. Είχε κοιμηθεί; Δεν μπορούσα να πω με σιγουριά, πάντως τώρα είχε ξυπνήσει για τα καλά. Έσπρωξα τη λεκάνη μου προς το πρόσωπό της. «Τέταρτος γύρος, Άμπιγκεϊλ». Κοίταξε γύρω της στο δωμάτιο. Μα καλά, τι έκανε; «Κοίταξέ με». Έπιασα το κεφάλι της και γύρισα το πρόσωπό της προς το μέρος μου. «Το μόνο που σε νοιάζει τώρα είμαι εγώ. Εγώ, και τα όσα σου λέω. Κι αυτή τη στιγμή, θέλω να με υπηρετήσεις με το στόμα σου». Άνοιξε το στόμα της υπάκουα –πρόθυμα– κι έπεσα στα γόνατα, καβάλα από πάνω της, ακουμπώντας το μέτωπό μου στο κεφαλάρι του κρεβατιού.

Kuriarxos_007s157.indd 79

9/30/13 3:37:34 PM


80

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Εκείνη έριξε πίσω το κεφάλι παίρνοντάς με βαθιά στο στόμα της. Σήκωσε τα χέρια κι άρχισε να χαϊδεύει τ’ αρχίδια μου καθώς μπαινόβγαινα. Ανάθεμα. Τα χέρια της, ανάθεμά τα, ήταν σκέτη μαγεία έτσι όπως με χάιδευαν και με ερέθιζαν όσο το στόμα της έκανε τα δικά του κόλπα. Άφησα ένα βογκητό καθώς οι κινήσεις μας άρχισαν να συγχρονίζονται στην εντέλεια, με τα χείλη της να δημιουργούν την πιο γλυκιά τριβή πάνω στο καυλί μου. Σύντομα, υπερβολικά σύντομα, ένιωσα τον οργασμό μου να κλιμακώνεται. «Θα χύσω», την προειδοποίησα, σπρώχνοντας μια τελευταία φορά. Έφτασα βαθιά, ως το λαρύγγι της κι ύστερα έμεινα ακίνητος καθώς έχυνα εκσφενδονίζοντας μέσα της πίδακες σπέρματος. Να πάρει – αυτό δε θα έπρεπε καν να είναι δυνατό, από βιολογική άποψη δηλαδή. Όχι μετά από τρεις διαδοχικούς οργασμούς. Στράφηκε προς το μέρος μου, κι εγώ την πλησίασα. «Νομίζω ότι μόλις έσπασες το ρεκόρ μου», είπα. Εκείνη χαμογέλασε και περίμενε. «Μπορείς να επιστρέψεις στο πάτωμα». Ένιωθα λίγο άσχημα, ενώ όμως την ήθελα στο δωμάτιό μου, δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να το μοιραστώ μαζί της. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ, πολύ πρόωρο. Έπρεπε να διατηρήσω κάποιου είδους έλεγχο. Η Άμπιγκεϊλ σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και κουλουριάστηκε ξανά στο στρώμα της. Χώθηκα κάτω απ’ τα σκεπάσματά μου και, σχεδόν αμέσως, βυθίστηκα σ’ ένα βαθύ ύπνο.

Kuriarxos_007s157.indd 80

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

81

Κεφάλαιο 8 ΠΑΡΑΚΟΙΜΗΘΗΚΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΡΩΙ, και δεν ξύπνησα πριν το

ρολόι δείξει εφτά. Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και τεντώθηκα, νιώθοντας υπέροχα. Η προηγούμενη νύχτα μού είχε εξασφαλίσει έναν από τους πιο ξεκούραστους ύπνους της ζωής μου. Σίγουρα οι τέσσερις οργασμοί θα είχαν κάποια σχέση μ’ αυτό. Η Άμπιγκεϊλ κοιμόταν βαθιά, κουλουριασμένη στο πλευρό της. Απ’ όσο είχα ακούσει, δεν είχε βογκήξει άλλο. Καθώς την κοίταζα, χαμογέλασε στον ύπνο της. Αναρωτήθηκα τι όνειρο να έβλεπε, τι την είχε κάνει να χαμογελάσει έτσι. Ίσως να μην το θυμόταν ούτε εκείνη όταν ξυπνούσε. Κάποια στιγμή στη διάρκεια της νύχτας, το σεντόνι είχε γλιστρήσει ξανά από τους ώμους της, εκθέτοντας τα τέλεια στήθη της. Είχα απλώσει το χέρι και είχα τραβήξει το σεντόνι ως το λαιμό της – δεν ήθελα να κρυώσει. Μουρμουρίζοντας κάτι, η Άμπιγκεϊλ είχε γυρίσει πλευρό. Αν και έπρεπε να κάνω ένα ντους και να ετοιμαστώ για το παιχνίδι του γκολφ, αποφάσισα πρώτα να φτιάξω μια φουρνιά φρέσκα μάφιν με μύρτιλα. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είχα προσέξει πόσο άρεσαν στην Άμπιγκεϊλ. Η ώρα ήταν σχεδόν εννιά όταν την άκουσα στις σκάλες. Είχε αργήσει να σηκωθεί, αλλά δεν της το κρατούσα – την είχα κρατή-

Kuriarxos_007s157.indd 81

9/30/13 3:37:35 PM


82

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

σει άγρυπνη ως αργά την περασμένη νύχτα, και της είχα κόψει και τον ύπνο στη μέση. Απόψε θα πηγαίναμε στην εκδήλωση, πράγμα που σήμαινε άλλο ένα ξενύχτι, οπότε, είχε ανάγκη από ξεκούραση. Όσο έκανε το ντους της, έβρασα δυο αβγά, κι όταν ετοιμάστηκαν, τα κράτησα ζεστά στο θερμοθάλαμο. Ο Τζάκσον μου έστειλε μήνυμα ακριβώς τη στιγμή που τα βήματά της ακούστηκαν στη σκάλα. Έριξα μια ματιά στην οθόνη του κινητού μου – είχε αγωνία για τη συνάντησή του με τη Φελίσια. Πραγματικά, μου φαινόταν αστείο ότι ο παγκοσμίου φήμης αθλητής ξάδερφός μου αγωνιούσε για το πρώτο του ραντεβού μ’ ένα κορίτσι, ήξερα όμως ότι αυτό το θέμα ήταν δύσκολο για τον Τζάκσον. Πάντα ανησυχούσε για το αν οι γυναίκες που τον πλησίαζαν ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν ή για τον τραπεζικό λογαριασμό και τη φήμη του. Του απάντησα λέγοντάς του πως ήμουν σίγουρος ότι η Φελίσια θα αισθανόταν την ίδια νευρικότητα. Ότι απόψε θα ήμασταν όλοι μαζί του και ότι, στο κάτω κάτω, ήταν η κολλητή της Άμπιγκεϊλ. Πόσο χάλια μπορούσε να είναι; Πώς είναι η βιβλιοθηκάριος των πιο τρελών φαντασιώσεών σου; μου έγραψε. Θα σου κάνω τα μούτρα κρέας έτσι και της το πεις αυτό, τον προειδοποίησα, ενώ την ίδια στιγμή η Άμπιγκεϊλ έμπαινε στην κουζίνα, κυριολεκτικά σέρνοντας τα βήματά της. Φαινόταν κουρασμένη και μια μικρή φωνή μεταμέλειας ακούστηκε κάπου στο βάθος του μυαλού μου. Στο κάτω κάτω, εγώ ήμουν η αιτία που είχε στερηθεί τον ύπνο της, ο λόγος που περπατούσε τόσο επιφυλακτικά. Παρ’ όλ’ αυτά, εξακολουθούσα να αισθάνομαι την ευφορία που μου είχε προκαλέσει το απίστευτο, ανεπανάληπτο σεξ της προηγούμενης νύχτας. «Δύσκολη νύχτα;» τη ρώτησα κρατώντας το βλέμμα καρφωμένο στο τηλέφωνό μου.

Kuriarxos_007s157.indd 82

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

83

«Αυτό ξαναπές το». Χαμογέλασα. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Ήταν κουρασμένη, πιασμένη, αγουροξυπνημένη, και παρ’ όλ’ αυτά δεν είχε χάσει το χιούμορ της. «Δύσκολη νύχτα;» ξαναρώτησα. Πήρε ένα μάφιν από τον πάγκο και κάθισε απέναντί μου. Καλή σκέψη τα μύρτιλα, Γουέστ – αλλά η Άμπιγκεϊλ χρειαζόταν κάτι περισσότερο από ένα μάφιν. «Χρειάζεσαι πρωτεΐνες», είπα. «Μια χαρά είμαι», απάντησε, πριν προλάβω να της πω ότι της είχα φτιάξει αβγά. «Άμπιγκεϊλ», είπα σε προειδοποιητικό τόνο. Ανάθεμά με, δεν ήθελα να την τιμωρήσω. Όχι μετά από μια τέτοια νύχτα. Σηκώθηκε, πήγε αποφασιστικά στο ψυγείο κι έβγαλε μια συσκευασία μπέικον. Με ευχαρίστησε αυτό. Μολονότι πονούσε, ήταν πρόθυμη να μπει στον κόπο να μαγειρέψει κάτι πρωτεϊνούχο επειδή της το είχα ζητήσει εγώ. «Σου έχω δύο βραστά αβγά στο θερμοθάλαμο», είπα. Μια έκφραση ανακούφισης απλώθηκε στο πρόσωπό της καθώς ξανάβαζε το μπέικον στο ψυγείο. «Τα αναλγητικά είναι στο πρώτο ράφι, στο δεύτερο ντουλάπι δίπλα στο φούρνο των μικροκυμάτων». «Συγνώμη». Πήρε το μπουκάλι με τα αναλγητικά από το ράφι κι έριξε δύο στην παλάμη της. «Απλώς... είχε περάσει πολύς καιρός». «Τι γελοίος λόγος για να ζητάς συγνώμη», είπα. «Περισσότερο με τάραξε η σημερινή σου στάση. Δεν έπρεπε να σ’ αφήσω να κοιμηθείς τόσο πολύ». Ξανακάθισε, με το κεφάλι κατεβασμένο και τα μαλλιά της να κρέμονται γύρω απ’ πρόσωπό της, κρύβοντας τα μάτια της. «Κοίταξέ με», είπα. «Πρέπει να φύγω. Να με περιμένεις στο χολ, ντυμένη κι έτοιμη για την εκδήλωση, στις τέσσερις και μισή». Κατένευσε κι εγώ αναρωτήθηκα πώς θα ήταν με το φόρεμα

Kuriarxos_007s157.indd 83

9/30/13 3:37:35 PM


84

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

που της είχε φέρει η Ιλάινα. Μετάνιωσα, όχι για πρώτη φορά, που είχα κανονίσει να παίξω γκολφ και να φάω για μεσημέρι με την οικογένειά μου. Μετάνιωσα που δεν μπορούσα να περάσω την ημέρα με την Άμπιγκεϊλ. Ευχήθηκα να μπορούσα να είμαι φυσιολογικός. Τι νόημα θα είχε όμως το «φυσιολογικό»; Εκείνη δεν το ήθελε, κι εγώ δεν μπορούσα να το υποστηρίξω. Αναστέναξα. «Στον ξενώνα απέναντι από το δωμάτιό σου υπάρχει μια μεγάλη μπανιέρα. Χρησιμοποίησέ τη». Ίσως ένα καλό μούλιασμα να τη βοηθούσε να νιώσει καλύτερα.

Όπως το υποψιαζόμουν, το γεύμα κράτησε πολύ και το παιχνίδι του γκολφ ακόμα περισσότερο. Συνήθως απολάμβανα το χρόνο που περνούσα με την οικογένειά μου και τον Τοντ, το γεγονός όμως ότι η Άμπιγκεϊλ ήταν στο σπίτι μόνη της έκανε τη μέρα να μου φανεί ατελείωτη. Ναι, είπα στον Τοντ, η περί ης ο λόγος ήταν βιβλιοθηκάριος. Όχι, είπα για πέμπτη φορά στον Τζάκσον, δεν είχα καμία περίεργη φαντασίωση με βιβλιοθηκάριους. Γύρισα σπίτι στις τρεισήμισι και πήγα κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρά μου, παρατηρώντας καθώς το έκανα ότι η πόρτα του δωματίου της Άμπιγκεϊλ ήταν κλειστή. Στις τέσσερις και τέταρτο βρισκόμουν ήδη στο χολ, περιμένοντας. Στράφηκα όταν άκουσα τα τακούνια της στη σκάλα, και λίγο έλειψε να μου πέσει η εσάρπα που κρατούσα. Το φόρεμα αγκάλιαζε τις καμπύλες της σε όλα τα σωστά σημεία, και το χαμηλό ντεκολτέ αναδείκνυε την ντελικάτη κλείδα της. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σ’ έναν απλό, χαλαρό κότσο, με λίγες τούφες να ξεφεύγουν χαϊδεύοντας το λαιμό της. «Είσαι πολύ όμορφη». Για την ακρίβεια, ήταν εκθαμβωτική. «Ευχαριστώ, Αφέντη».

Kuriarxos_007s157.indd 84

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

85

Της έτεινα την εσάρπα. «Να πηγαίνουμε;» Ήρθε κοντά μου και σταμάτησε δίπλα μου. Έριξα την εσάρπα στους ώμους της χωρίς να βιάζομαι, χαϊδεύοντας το απαλό δέρμα της με τ’ ακροδάχτυλά μου, ανασαίνοντας το απαλό, λουλουδάτο άρωμά της. Να μπορούσαμε μόνο να μείνουμε σπίτι... Αλλά όχι. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχε αναρρώσει εντελώς από το προηγούμενο βράδυ – αυτό δεν έπρεπε να το ξεχνάω. Καθώς προχωρούσαμε προς το αυτοκίνητο, συνειδητοποίησα ξαφνικά πόσο μοιάζαμε εκείνη τη στιγμή με φυσιολογικό ζευγάρι σε μια συνηθισμένη σαββατιάτικη έξοδο. Γι’ απόψε, κατέληξα μέσα μου, θα ήμασταν αυτό ακριβώς. Συνηθισμένοι και φυσιολογικοί. Οδηγώντας στη σιωπή, με την Άμπιγκεϊλ δίπλα μου, έφερα κατά νου τις δύο άλλες υποτακτικές που είχα παρουσιάσει στην οικογένειά μου. Και η Μπεθ και η Πέιτζ είχαν γνωρίσει τη θεία μου τη Λίντα, τον Τζάκσον, τον Τοντ και την Ιλάινα, τους τις είχα συστήσει όμως απλώς ως φιλενάδες μου και τίποτα παραπάνω. Δεν ήξερα αν κάποιος από τους τέσσερίς τους είχε υποπτευθεί κάτι διαφορετικό στη σχέση μου μ’ αυτές τις δύο γυναίκες, ακόμα κι έτσι να ήταν, όμως, δεν είχε υπάρξει το παραμικρό σχόλιο. Πριν παρουσιάσω την Μπεθ και την Πέιτζ στην οικογένειά μου, είχα δώσει και στις δύο ένα μακροσκελή κατάλογο με οδηγίες, επισημαίνοντας τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να μιλήσουν στους συγγενείς και τους φίλους μου, το ποια συμπεριφορά ήταν αποδεκτή και ποια όχι. Στην Άμπιγκεϊλ δεν έδωσα τέτοιου είδους οδηγίες. Ήθελα να είναι ο εαυτός της. Ήθελα να δω πώς θα φερόταν στους δικούς μου ανθρώπους. Ήθελα να τη δω να μιλάει και να αστειεύεται με την καλύτερή της φίλη. Ήθελα ένα μερίδιο στο φυσιολογικό. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Έπαιζε ένα από τα αγαπημένα μου κονσέρτα για πιάνο, ένα κομμάτι στην τελειοποίηση του οποίου εξα-

Kuriarxos_007s157.indd 85

9/30/13 3:37:35 PM


86

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

σκούμουν στο δικό μου πιάνο εδώ και καιρό. Αναρωτήθηκα τι είδους μουσική άκουγε η Άμπιγκεϊλ. Με την εξαίρεση των όσων είχε συμπληρώσει στην αίτησή της, ήξερα πολύ λίγα γι’ αυτήν. «Τι μουσική ακούς;» «Αυτή είναι μια χαρά». Ήθελα να τη ρωτήσω κι άλλα – πώς ήταν η παιδική της ηλικία, πώς είχε μάθει να μαγειρεύει, ποιο ήταν το αγαπημένο της χρώμα. Ασήμαντες λεπτομέρειες, ίσως, που όλες μαζί ωστόσο είχαν δημιουργήσει την προσωπικότητά της. Τη γυναίκα που ήταν σήμερα η Άμπιγκεϊλ. Αν της έκανα αυτές τις ερωτήσεις, θα μου απαντούσε ειλικρινά ή θα μου έλεγε αυτά που πίστευε ότι ήθελα ν’ ακούσω; Γι’ αυτό απέχεις από το φυσιολογικό, είπα στον εαυτό μου. Επειδή το φυσιολογικό εμπεριέχει υπερβολικά πολλές γκρίζες ζώνες. Δε μου άρεσε το γκρι – η ζωή ήταν καλύτερη σε άσπρο και μαύρο. Όταν φτάσαμε, και αφού έδωσα το παλτό μου και την εσάρπα της Άμπιγκεϊλ στην γκαρνταρόμπα, είδα την Ιλάινα να έρχεται προς το μέρος μας. «Ναθάνιελ! Άμπι! Ήρθατε!» είπε σέρνοντας πίσω της τον Τοντ. «Καλησπέρα, Ιλάινα», είπα, ξαφνιασμένος με τον τρόπο που αγκάλιασε την Άμπιγκεϊλ. Σήκωσα απορημένος το φρύδι μου. Είχαν γνωριστεί πρόσφατα ή μήπως γνωρίζονταν από παλιά; «Βλέπω ότι με την Άμπι έχετε ήδη γνωριστεί». «Α, έλα τώρα, Ναθάνιελ. Ξεκόλλα», είπε η Ιλάινα χτυπώντας με στο στέρνο. «Με την Άμπι ήπιαμε μαζί ένα τσάι το μεσημέρι, που πέρασα απ’ το σπίτι σου – οπότε, ναι, έχουμε ήδη γνωριστεί». Η Άμπιγκεϊλ δε μου είχε αναφέρει την επίσκεψη, αλλά πάλι, δεν είχαμε βρεθεί σχεδόν όλη τη μέρα. Και, επιπλέον, δεν ήταν από τις γυναίκες που μοιράζονται εύκολα τις σκέψεις τους. Αντί να πω οτιδήποτε άλλο, βάλθηκα να την παρακολουθώ σιωπηλός να συστήνεται με τον Τοντ. Αντάλλαξε μαζί του τις κλασικές αβρό-

Kuriarxos_007s157.indd 86

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

87

τητες κι ύστερα η ψιλοκουβέντα γενικεύτηκε. Η Άμπιγκεϊλ χαμογελούσε και φαινόταν να νιώθει άνετα με όλους. Ενώ ο Τοντ με είχε ακούσει να μιλάω για την Άμπιγκεϊλ στο παρελθόν, δεν είχε ιδέα για το γεγονός ότι επρόκειτο για την ίδια γυναίκα, αυτήν που γνώριζε για πρώτη φορά απόψε. Η Λίντα μας πλησίασε και τη σύστησα στην Άμπιγκεϊλ, η οποία επέμεινε να την αποκαλεί η θεία μου Άμπι. Δεν μπόρεσα να μη χαμογελάσω μ’ αυτό. Όσο η Λίντα και η Άμπιγκεϊλ κουβέντιαζαν για βιβλία, πρόσεξα τον Τοντ και την Ιλάινα να ανταλλάσσουν κάτι περίεργα βλέμματα, ακριβώς όπως είχαν κάνει και την προηγουμένη στο σπίτι μου. Ήταν όμως η έκφραση της Λίντα, της γλυκιάς, λατρεμένης μου θείας που με αγαπούσε σαν γιο της, αυτή που μου προκάλεσε τη μεγαλύτερη σύγχυση – μία έκφραση υπέρτατης ανακούφισης και χαράς, την οποία μου ήταν αδύνατο να αποκρυπτογραφήσω. Θέλω να πω, δεν είχαν πιάσει και καμιά προσωπική συζήτηση με την Άμπιγκεϊλ. Για βιβλία μιλούσαν... Έκανα ένα βήμα προς το μέρος τους, προσπαθώντας να κρυφακούσω. Ναι, μόνο για βιβλία μιλούσαν, εξακολουθούσα όμως να μη βγάζω νόημα από το ύφος της Λίντα. Κρασί. Η βραδιά το καλούσε. «Πάω να φέρω κρασί», είπα στην Άμπιγκεϊλ. «Λευκό ή κόκκινο;» Είδα το σώμα της να γεμίζει ένταση και την κοίταξα ξαφνιασμένος. Η ερώτηση ήταν τόσο τετριμμένη. Και μετά κατάλαβα. Δεν είσαι φυσιολογικός, Γουέστ. Είσαι ο κυρίαρχός της. Κι εκείνη σκέφτεται ότι πρέπει ν’ απαντήσει μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο. Να πάρει. «Δεν έχω καμιά κρυφή ατζέντα», έσπευσα να τη δια­ βεβαιώσω ψιθυριστά. «Απλώς θέλω να μάθω». «Κόκκινο». Ορίστε, σκέφτηκα. Τόσο δύσκολο ήταν; Ναι, γαμώτο μου, ήταν. Η ερώτηση για το είδος του κρασιού

Kuriarxos_007s157.indd 87

9/30/13 3:37:35 PM


88

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

που προτιμούσε δεν έπρεπε να είναι πηγή άγχους. Έπρεπε να είναι μια απλή ερώτηση, απ’ αυτές που κάνουν όλοι οι άνθρωποι όταν βρίσκονται στη φάση της γνωριμίας. Τι το απλό, όμως, είχε η δική μας γνωριμία; ρώτησα τον εαυτό μου. Απολύτως τίποτα. Πηγαίνοντας να φέρω τα ποτά, είδα τον Κάιλ να έρχεται τρέχοντας να με χαιρετήσει. Έχοντας υπογράψει ως δωρητής στον κατάλογο του Συλλόγου Δωρητών Μυελού των Οστών της Νέας Υόρκης από τότε που ήμουν ακόμα φοιτητής, είχα λάβει πριν από λίγα χρόνια ένα τηλεφώνημα μέσω του οποίου πληροφορήθηκα ότι ο μυελός των οστών μου ήταν συμβατός με αυτόν ενός οχτάχρονου αγοριού με άμεση ανάγκη μεταμόσχευσης. Η επέμβαση ήταν δύσκολη, πριν από ένα χρόνο όμως είχα γνωρίσει τον Κάιλ –το λήπτη του μυελού μου–, και η γνωριμία μαζί του με είχε κάνει να συνειδητοποιήσω πόσο πολύ άξιζε ο κόπος μου. Τώρα ο Κάιλ ήταν ζωντανός και υγιής. Η όλη εμπειρία με είχε διδάξει με τον καλύτερο τρόπο τη σημασία της ταπεινοφροσύνης. «Νέιτ», μου είπε, ρίχνοντας τα μπράτσα του γύρω μου σε μια αντρική αγκαλιά. «Κάιλ», είπα γελώντας. «Τι κάνεις;» «Τέλεια, δικέ μου. Τέλεια». Τράβηξε με μια γκριμάτσα τα πέτα του σακακιού του. «Παρ’ όλο που αναγκάστηκα να κοστουμαριστώ». «Σου πάει πολύ το κοστούμι. Πού να σ’ έβλεπαν τώρα οι συμμαθήτριές σου!» Ο Κάιλ άφησε ένα αμήχανο γελάκι και στύλωσε το βλέμμα στα παπούτσια του. Θυμόμουν πολύ καλά τα ζόρια της εφηβείας, και δε θα ’θελα να ξαναζήσω αυτή την ηλικία για τίποτα στον κόσμο. «Αν δεις τον Τζάκσον», του είπα, «μην ξεχάσεις να τον ζαλίσεις για τον τελικό του πρωταθλήματος. Πιστεύω ότι θα μπορέσει να μας βρει μερικά εισιτήρια αν οι Τζάιαντς τα καταφέρουν να περάσουν».

Kuriarxos_007s157.indd 88

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

89

Ο Κάιλ χαμογέλασε κι έτρεξε να βρει τον Τζάκσον. Πήρα δύο ποτήρια κρασί από το μπαρ κι επέστρεψα στην Άμπιγκεϊλ. Δέχτηκε το ποτήρι της μ’ ένα χαμηλόφωνο «ευχαριστώ» και ήπιε μια μικρή γουλιά. Στη διάρκεια του δείπνου, την είδα να συμμετέχει αβίαστα στις συζητήσεις γύρω της, άλλες φορές μιλώντας ζωηρά κι άλλες απλώς ακούγοντας. Η σχέση της με τη Φελίσια ήταν στενή – ήταν φανερό από τον τρόπο που πείραζαν διαρκώς η μία την άλλη. Την είδα να νιώθει άβολα μόνο όταν σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα και όλοι οι άντρες του τραπεζιού σηκώθηκαν σε ένδειξη αβροφροσύνης. Με θύμωνε η σκέψη ότι κανένας από τους προηγούμενους εραστές της δεν της είχε φερθεί όπως έπρεπε να φέρεται ένας άντρας σε μια κυρία. Ναι, σάρκασε μέσα μου η φωνή της συνείδησής μου, γιατί εσύ χτες βράδυ την αντιμετώπισες σαν κυρία. Μ’ αυτό δεν μπορούσα να διαφωνήσω, είχα μεγαλώσει όμως μαθαίνοντας να φέρομαι ιπποτικά όταν συνόδευα δημόσια μια γυναίκα. Ευτυχώς, η Ιλάινα έπιασε την αμηχανία της και σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα μαζί της. Κράτησα μια νοερή σημείωση να την ευχαριστήσω για την πρωτοβουλία της. «Φελίσια», είπα, γυρίζοντας στην κολλητή της Άμπιγκεϊλ. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, είσαι νηπιαγωγός. Σωστά;» «Ναι». Η Φελίσια περιορίστηκε στο να μου ρίξει μια ματιά, κι αυτή με το ζόρι. «Είναι δύσκολο να δουλεύει κανείς με τόσο μικρά παιδιά;» «Μερικές φορές», μου απάντησε παγερά. Αναρωτήθηκα γιατί η Φελίσια φερόταν τόσο ψυχρά. Απ’ ό,τι φαινόταν, ο Τζάκσον της άρεσε πραγματικά, και οι δυο τους είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς κουβεντιάζοντας, απορροφημένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Αλλά κι όταν μιλούσε στη Λίντα ή στην Ιλάινα, η Φελίσια ήταν φιλική. Δεν είχα πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για να σκεφτώ τη συ-

Kuriarxos_007s157.indd 89

9/30/13 3:37:35 PM


90

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μπεριφορά της Φελίσια – η Άμπιγκεϊλ με την Ιλάινα δεν άργησαν να επιστρέψουν στο τραπέζι. Ένα ελαφρύ κοκκίνισμα χρωμάτιζε το πρόσωπο της Άμπιγκεϊλ. Αναρωτήθηκα τι της είχε πει η Ιλάινα όσο είχαν λείψει. Τι ήταν αυτό που θα μπορούσε να φέρει την Άμπιγκεϊλ σε δύσκολη θέση; Της τράβηξα την καρέκλα για να καθίσει. Δυσκολευόμουν να κρατήσω τα χέρια μου από πάνω της – στο πίσω μέρος, το φόρεμα ήταν κομμένο όσο χαμηλά χρειαζόταν για να προβάλλει τους απαλούς, θηλυκούς ώμους και την πλάτη της και, κοιτάζοντάς την, ήθελα να κάνω περισσότερα από το να χαϊδέψω απλώς την ντελικάτη επιδερμίδα της. Αργότερα. Αυτό μπορείς να το κάνεις αργότερα. Τελειώσαμε το φαγητό, κι όταν τα πιάτα μαζεύτηκαν, η ορχήστρα άρχισε να παίζει. Συνήθως δε χόρευα. Μπορούσα να μετρήσω στα δάχτυλα του ενός χεριού –και με δάχτυλα να περισσεύουν– τις φορές που είχα ζητήσει από κάποια γυναίκα να χορέψει μαζί μου. Απλώς, ο χορός δεν ήταν το φόρτε μου. Απόψε, όμως, όλα ήταν αλλιώς. Η Άμπιγκεϊλ ήταν αλλιώς. Εγώ ένιωθα αλλιώς. Και ήθελα να χορέψω. Όταν η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα αργό κομμάτι, σηκώθηκα από τη θέση μου. «Θα χορέψεις μαζί μου, Άμπιγκεϊλ;» τη ρώτησα κοιτάζοντάς την. Δεν τη ρωτούσα ως κυρίαρχός της. Τη ρωτούσα ως συνοδός της, και δεν ένιωθα καθόλου άνετα σ’ αυτό το ρόλο. Κι αν έλεγε όχι; Κι αν έλεγε ναι; Από την απέναντι μεριά του τραπεζιού, άκουσα τη Λίντα να κρατάει την ανάσα της και είδα την Ιλάινα να σκύβει για να ψιθυρίσει κάτι στον Τοντ. Αναθεματισμένοι παλαβιάρηδες. Μετά, όμως, η Άμπιγκεϊλ πήρε το χέρι μου, και δε μ’ ένοιαζε πια τι έλεγαν και τι έκαναν οι υπόλοιποι.

Kuriarxos_007s157.indd 90

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

91

«Ναι», μου είπε. Μόλις ανεβήκαμε στην πίστα, πέρασα το μπράτσο μου γύρω της, την τράβηξα κοντά μου και πήρα το χέρι της στο δικό μου. Την ένιωσα να τρέμει πάνω μου. «Περνάς ωραία;» τη ρώτησα για να την ηρεμήσω. «Ναι. Πολύ ωραία». «Οι πάντες έχουν κατενθουσιαστεί μαζί σου». Κι εγώ το ίδιο. Την τράβηξα ακόμα πιο κοντά μου καθώς το τραγούδι συνεχιζόταν. Όταν γυρίζαμε στο σπίτι, θα της έδειχνα πόσο πολύ. Αργότερα, πήγα με τον Τζάκσον και τον Τοντ να πάρουμε τα πανωφόρια από την γκαρνταρόμπα, όσο οι γυναίκες περίμεναν στο τραπέζι. Ο Τοντ μου έχωσε μια φιλική μπουνιά στον ώμο. «Μ’ αρέσει», μου είπε. «Η Άμπιγκεϊλ;» «Και η Φελίσια επίσης», απάντησε. «Αλλά ναι, μιλούσα για την Άμπι». «Ευχαριστώ», είπα, παράδοξα ικανοποιημένος. «Σ’ ευχαριστώ, μεγάλε», μου είπε ο Τζάκσον πλησιάζοντάς με. «Η Φελίσια είναι τρομερή». «Αλήθεια;» ρώτησα. Ο Τζάκσον περιορίστηκε στο να χαμογελάσει. «Και η Άμπι σου είναι το κάτι άλλο επίσης». Αυτό σίγουρα ήταν.

Ο Απόλλωνας έτρεξε καταπάνω μας μόλις άνοιξα την εξώπορτα. Η Άμπιγκεϊλ τραβήχτηκε απότομα, κι εγώ αναστέναξα. Έπρεπε να βγάλω τον Απόλλωνα έξω πριν μπορέσω να αφοσιωθώ απερίσπαστος στην Άμπιγκεϊλ. «Μη βγάλεις το φόρεμα και περίμενέ με στο δωμάτιό μου», είπα. «Όπως με περίμενες στο γραφείο μου». Δέκα λεπτά αργότερα, μπήκα στην κρεβατοκάμαρά μου, για

Kuriarxos_007s157.indd 91

9/30/13 3:37:35 PM


92

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

να βρω την Άμπι να στέκει με το κεφάλι κατεβασμένο. Μου σηκώθηκε και μόνο που την κοίταξα. Έκανα έναν κύκλο γύρω της. Αργά, παρατηρώντας το ελαφρύ τρέμουλο του κορμιού της. Στάθηκα πίσω της κι έσυρα το ακροδάχτυλό μου στο πάνω μέρος του φορέματός της, στο σημείο που ήθελα ν’ αγγίξω νωρίτερα. «Ήσουν εκθαμβωτική απόψε». Έσκυψα και μύρισα τα μαλλιά της. Μμμμ. Αργά, πάρα πολύ αργά, έβγαλα τις φουρκέτες που συγκρατούσαν τις μπούκλες της και τις κοίταξα καθώς έπεφταν ανάλαφρα στους ώμους της. «Και τώρα οι συγγενείς μου θα μιλάνε μόνο για σένα». Ακόμα έτρεμε. Φοβόταν; «Με ικανοποίησες απόψε, Άμπιγκεϊλ», είπα, με τα χείλη μου τόσο κοντά στο δέρμα της, που μπορούσα σχεδόν να τη γευτώ. «Τώρα είναι η δική μου σειρά να σε ικανοποιήσω». Κατέβασα το φερμουάρ της κι ύστερα έσπρωξα το φόρεμα από τους ώμους της. Επέτρεψα στον εαυτό μου να τη φιλήσει, να γευτεί την επιδερμίδα της πλάτης της. Η γεύση ήταν γλυκιά, με μια ιδέα αλμύρας. Το σώμα της εξακολουθούσε να τρέμει, ήξερα όμως ότι τώρα ριγούσε από προσμονή. Το φόρεμα έπεσε στο πάτωμα κι εγώ σήκωσα την Άμπιγκεϊλ στα χέρια και την πήγα στο κρεβάτι. «Ξάπλωσε». Έκανε όπως της είπα κι εγώ σύρθηκα κοντά της και της έβγαλα τα παπούτσια. Την κοίταξα στα μάτια πριν χαμηλώσω το κεφάλι για να φιλήσω τον αστράγαλό της. Την άκουσα ν’ αφήνει μια πνιχτή κραυγή. Καθώς ανέβαινα με φιλιά το πόδι της, θυμήθηκα ότι κανείς άλλος δεν της το είχε ξανακάνει αυτό. Με τι ηλίθιους είχε μπλέξει που δεν είχαν μπει στον κόπο να δώσουν σημασία στο μουνάκι της; Πώς είχαν αντέξει να μην το κάνουν; Άπλωσα το χέρι για να βγάλω το κιλοτάκι της. Εκείνη ακούμπησε την παλάμη της στο κεφάλι μου. «Μη».

Kuriarxos_007s157.indd 92

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

93

Έτριξα τα δόντια μου, αλλά θύμισα στον εαυτό μου ότι ήταν κάτι καινούριο γι’ αυτήν και ήταν φυσικό να φοβάται. «Μη μου λες τι να κάνω, Άμπιγκεϊλ». Κατέβασα με μια κίνηση το κιλοτάκι, το έβγαλα, κι ύστερα βολεύτηκα ανάμεσα στα πόδια της. Ήταν ήδη υγρή. Υγρή και πρησμένη. Την κοίταξα, έτοιμος να της δείξω πόσο πολύ με είχε ικανοποιήσει. Να της δείξω πώς θα την επιβράβευα κάθε φορά που η συμπεριφορά της με ικανοποιούσε. Άρχισα μ’ ένα φιλί στην κλειτορίδα της. Η Άμπιγκεϊλ τινάχτηκε τόσο απότομα, που παραλίγο να πέσει απ’ το κρεβάτι. Ήρεμα τώρα... Φύσηξα πάνω στην κλειτορίδα της κι ύστερα απόθεσα απαλά φιλιά κατά μήκος της σχισμής της. Δε βιάστηκα, περιμένοντάς τη να με συνηθίσει. Θέλοντας να την κάνω να απολαύσει την εμπειρία. Θέλοντας να της χαρίσω ηδονή. Μαλακά, την άνοιξα με τα δάχτυλα, ετοιμάζοντάς τη για τη γλώσσα μου. Μετά, με μια συνεχόμενη, απολαυστική κίνηση, έγλειψα ολόκληρη την είσοδό της. Η γεύση της ήταν υπέροχη. Γλυκιά σαν μέλι. Την έγλειψα ξανά. Μμμμμμμ. Γύμνωσα τα δόντια μου κι άρχισα να τη δαγκώνω απαλά. Το δέρμα της ήταν ακόμα ερεθισμένο από τις χτεσινοβραδινές δραστηριότητές μας – έπρεπε να προσέχω. Νιώθοντας τα πόδια της να κλείνουν γύρω απ’ το κεφάλι μου, έσπρωξα κι άλλο τα γόνατά της, ανοίγοντάς τα. «Μη με κάνεις να σε δέσω», της είπα. Συνέχισα με το στόμα μου, γλείφοντας τα υγρά της, πίνοντας κάθε σταγόνα της. Έριξα μια ματιά προς τα πάνω και την είδα να σφίγγει στις παλάμες της το πάπλωμα. Τα πόδια της έτρεμαν καθώς δάγκωνα απαλά την πρησμένη κλειτορίδα της. Η ­Άμπιγκεϊλ το απολάμβανε – επιτέλους. Διπλασίασα τις προσπάθειές μου, γλιστρώντας μέσα της τη γλώσσα μου όσο ανέβαζα τις παλάμες μου στο κορμί της. Χάιδε-

Kuriarxos_007s157.indd 93

9/30/13 3:37:35 PM


94

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ψα την κοιλιά της και προχώρησα στα στήθη της, για να περάσω ανάλαφρα τα δάχτυλά μου στις ρώγες της. Έβγαλε μια πνιχτή κραυγή έκπληξης, και οι μύες του κορμιού της σφίχτηκαν. Ναι, ομορφιά μου. Χύσε για μένα. Ρούφηξα την κλειτορίδα της παίρνοντάς τη στο στόμα μου, γδέρνοντάς την απαλά με τα δόντια μου καθώς το έκανα, γλείφοντάς την ακριβώς εκεί που ήξερα ότι το ήθελε περισσότερο. «Ω...» Τέντωσε την πλάτη της, σπρώχνοντας τη λεκάνη της στο πρόσωπό μου. Κατέβασα τις παλάμες μου στον κορμό της κι ύστερα τύλιξα τα μπράτσα μου γύρω από τους μηρούς της, κρατώντας την κοντά μου καθώς ο οργασμός συντάραζε το σώμα της. Έπειτα έμεινε ακίνητη για κάμποσα λεπτά, και θα είχα νιώσει πολύ περήφανος για τον εαυτό μου, αν το καυλί μου δε μου είχε φτάσει ως το λαιμό. Ανακάθισα αργά κι έστρωσα τον καβάλο του παντελονιού μου. «Νομίζω ότι είναι ώρα να πας στο δωμάτιό σου», της ψιθύρισα. «Κι εσύ; Δε θα έπρεπε να...;» «Μια χαρά είμαι». «Ναι, αλλά η θέση μου είναι να σε υπηρετώ». Ήθελε να μ’ ευχαριστήσει. Πώς ήταν δυνατό να μην ξέρει ότι δεν είχε πάψει μ’ ευχαριστεί όλη τη βραδιά; Ότι ήθελα αυτή η στιγμή να είναι δική της και μόνο δική της. Ότι ήθελα να της δείξω πως η συμφωνία μας ήταν κάτι παραπάνω από το να κάνει εκείνη πράγματα για μένα – ότι μ’ αυτή τη συμφωνία εγώ είχα δεσμευτεί να τη φροντίζω. Ότι μου είχε αναθέσει την ευθύνη να ξέρω τι χρειαζόταν, κι απόψε ήξερα ότι χρειαζόταν ανανταπόδοτη ηδονή; «Όχι. Η θέση σου είναι να κάνεις ό,τι σου λέω, και τώρα σου λέω πως είναι ώρα να πας στο δωμάτιό σου». Δε διαφώνησε ξανά, παρά σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο, κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Βόγκηξα. Ο Απόλλωνας ήταν ακόμα έξω, στο διάδρομο.

Kuriarxos_007s157.indd 94

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

95

Έβγαλα το σμόκιν μου και πήγα στο μπάνιο. Μπήκα στην ντουσιέρα, άνοιξα το νερό στο καυτό –όσο πιο καυτό άντεχα– και στάθηκα κάτω από την κεφαλή του ντους για κάμποσα λεπτά, αφήνοντάς το να τρέξει πάνω μου όσο ξανάπαιζα στην οθόνη του μυαλού μου τη σκηνή του οργασμού της Άμπιγκεϊλ. Σήκωσα το πρόσωπό μου προς το τρεχούμενο νερό και θυμήθηκα πώς είχα νιώσει το προηγούμενο βράδυ όταν την αισθάνθηκα να χύνει όσο ήμουν ακόμα μέσα της. Έπιασα το καυλί μου και με τα δυο χέρια κι έκλεισα τα μάτια. Η Άμπιγκεϊλ ήταν στο δωμάτιο των παιχνιδιών, δεμένη, σκυμμένη πάνω στο ταπετσαρισμένο τραπέζι. Παίζαμε επί ώρες και, τώρα πια, ανυπομονούσαμε κι οι δυο για εκτόνωση. «Είσαι έτοιμη, Άμπιγκεϊλ;» τη ρώτησα, χαϊδεύοντας τον πισινό της με το καυλί μου. «Αν σε ευχαριστεί», μου απάντησε, με τη φωνή της κομμένη από πόθο. Τραβήχτηκα από κοντά της για ν’ αφήσω το δροσερό αέρα να περάσει ανάμεσά μας. «Μ’ ευχαριστεί το να μου λες τι θέλεις». «Θέλω...» «Πες μου». Έσπρωξε τους γλουτούς της προς το μέρος μου. «Θέλω το καυλί σου». Μ’ ένα γελάκι, έγειρα πάνω της, πιέζοντας το στέρνο μου στην πλάτη της. «Και βέβαια το θέλεις. Πες μου πού». Σιωπή. Μπάτσισα το γοφό της. «Πες μου, αλλιώς θα σε στείλω όπως είσαι στο δωμάτιό σου». «Στον κώλο μου», ψιθύρισε. «Πιο δυνατά». Τη χτύπησα ξανά, στο ίδιο σημείο, δυνατότερα αυτή τη φορά. «Δεν άκουσα». «Σε παρακαλώ, Αφέντη», είπε, δυναμώνοντας την ένταση της φωνής της. «Σε παρακαλώ, γάμα μου τον κώλο». «Όπως θέλεις», είπα, παίρνοντας το λιπαντικό και απλώνοντάς το στα δάχτυλά μου. Χάιδεψα απαλά την τρύπα της πριν χώσω βαθιά μέσα της ένα,

Kuriarxos_007s157.indd 95

9/30/13 3:37:35 PM


96

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

κι έπειτα δύο δάχτυλα. Έσπρωξε προς τα πίσω, ζητώντας κι άλλο. Ζητώντας εμένα. «Υπομονή». Την άνοιξα απαλά. «Πρέπει να έχεις υπομονή». Όταν ήταν έτοιμη, γλίστρησα αργά το υγραμένο κεφάλι του καυλιού μου μέσα της, περνώντας το σημείο της αντίστασής της, μπαίνοντας εντέλει ολόκληρος. Την άκουσα να βογκάει. Έσπρωξε ξανά τον πισινό της προς το μέρος μου, παίρνοντάς με βαθύτερα μέσα της, τινάζοντας προς τα πίσω το κεφάλι. «Έτσι ακριβώς, Άμπιγκεϊλ», είπα, αρχίζοντας να κινούμαι πιο γρήγορα. «Τόσο βαθιά. Τόσο ωραία». Λαχάνιαζε από ηδονή. «Γαμώτο». Έσπρωξα ακόμα δυνατότερα. «Χύνω. Χύνω στο όμορφο κωλαράκι σου». Έχυσα στο χέρι μου μ’ ένα μουγκρητό.

Τέλειωσα το ντους μου, σκουπίστηκα, ντύθηκα, κι ύστερα βγήκα στο διάδρομο, όπου ο Απόλλωνας εξακολουθούσε να περιμένει ήσυχος ήσυχος. Η πόρτα της Άμπιγκεϊλ ήταν κλειστή. Κατέβηκα τη σκάλα και πήγα στη βιβλιοθήκη με τον Απόλλωνα δίπλα μου. Η βιβλιοθήκη ήταν από τα πιο αγαπημένα μου δωμάτια στο σπίτι. Ήταν το αγαπημένο δωμάτιο των γονιών μου, και το είχα αφήσει ανέγγιχτο όταν έκανα την ανακαίνιση. Κάτι μου έλεγε ότι η βιβλιοθήκη θα άρεσε εξίσου και στην Άμπιγκεϊλ, και αποφάσισα να της τη δείξω το ερχόμενο Σαββατοκύριακο. Προς το παρόν, όμως, ήθελα να παίξω πιάνο. Κάθισα στο σκαμπό κι άφησα τα δάχτυλά μου να διατρέξουν το κλαβιέ παίζοντας κλίμακες. Έπειτα έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα την Άμπιγκεϊλ όπως ήταν νωρίτερα απόψε – απαλή, τρυφερή, παραδομένη στην αγκαλιά μου όταν χορεύαμε. Με την πλάτη τεντωμένη και το κεφάλι ριγμένο πίσω όταν την ηδόνιζα. Τη φαντάστηκα, κι

Kuriarxos_007s157.indd 96

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

97

άφησα τα δάχτυλά μου να παίξουν τη μελωδία που στριφογύριζε στο μυαλό μου. Το τραγούδι της Άμπιγκεϊλ. Το τραγούδι της Άμπι.

Kuriarxos_007s157.indd 97

9/30/13 3:37:35 PM


98

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 9 ΠΡΙΝ ΚΑΤΕΒΩ στο γυμναστήριο το επόμενο πρωί, πήγα στο δω-

μάτιο των παιχνιδιών και μετέφερα τον πάγκο του μαστιγώματος στην κρεβατοκάμαρά μου. Το θεώρησα απαραίτητο – το γεγονός ότι χτες βράδυ είχα σκεφτεί την Άμπιγκεϊλ ως Άμπι με διαβεβαίω­σε ότι είχε έρθει η ώρα να βάλω τη σχέση στη σωστή της διάσταση. Είχα φανεί υπερβολικά γενναιόδωρος – αγνοώντας τα γλωσσικά ολισθήματά της, τους δισταγμούς, τις αντιδράσεις της. Ποτέ δεν είχα κάνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν, και δε μου άρεσε καθόλου που άφηνα την Άμπιγκεϊλ να τη γλιτώνει έτσι. Αποφάσισα να την προειδοποιήσω – διακριτικά. Θα της έδειχνα τον πάγκο του μαστιγώματος, υπενθυμίζοντάς της ότι ήμουν ο κυρίαρχός της, ότι, ως τέτοιος, είχα συγκεκριμένες προσδοκίες από κείνη. Ίσως αυτό να ήταν αρκετό και ο σωφρονισμός να αποδεικνυόταν περιττός. Από το δωμάτιο των παιχνιδιών πήρα επίσης μια σφήνα. Η φαντασίωσή μου στο ντους είχε εδραιώσει την επιθυμία μου να της δείξω πόση και τι είδους ηδονή μπορούσα να της χαρίσω. Ηδονή αναπάντεχη. Άφησα τη σφήνα στη συρταριέρα, μαζί μ’ ένα σωληνάριο λιπαντικό. Στις εφτά ακριβώς, η Άμπιγκεϊλ μου σέρβιρε το πρόγευμά μου στην τραπεζαρία. Περιέχυσε με μια λαχταριστή σάλτσα δύο φέ-

Kuriarxos_007s157.indd 98

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

99

τες άψογα σοταρισμένου γαλλικού τοστ. Ανυπομονούσα να δοκιμάσω. «Φτιάξε ένα πιάτο για τον εαυτό σου και κάθισε». Η ­Άμπιγκεϊλ έφυγε για την κουζίνα κι εγώ άρχισα να τρώω. Μμμμ... σάλτσα μπανάνας. Ανάθεμά την, ήξερε να μαγειρεύει. Επέστρεψε στην τραπεζαρία με το πιάτο της, κάθισε, κι άρχισε κι εκείνη να τρώει. «Σήμερα έχω σχέδια για σένα, Άμπιγκεϊλ. Σχέδια για το πώς θα σε προετοιμάσω για την ικανοποίησή μου». Για την ικανοποίησή σου. «Μάλιστα, Αφέντη». «Φάε, Άμπιγκεϊλ. Δεν μπορείς να με υπηρετήσεις με άδειο στομάχι». Έφαγε λιγάκι ακόμα, αλλά όχι πολύ. Όχι αρκετά. Επιβράδυνα τους ρυθμούς μου για να συγχρονιστώ μαζί της. Τελειώσαμε σχεδόν ταυτόχρονα το πρόγευμά μας κι εκείνη πετάχτηκε αμέσως πάνω για να μαζέψει τα πιάτα. Ναι, το σχέδιό μου θα λειτουργούσε μια χαρά. Ο πάγκος του μαστιγώματος από μόνος του θα ήταν αρκετός. Και ο σωφρονισμός θα αποδεικνυόταν περιττός. Όταν τελείωσε τη δουλειά της στην κουζίνα, ήρθε ξανά στην τραπεζαρία και στάθηκε δίπλα μου. Το σώμα της έτρεμε ελαφρά. «Φοράς υπερβολικά πολλά ρούχα. Πήγαινε στο δωμάτιό μου και βγάλ’ τα όλα». Όσο η Άμπιγκεϊλ εκτελούσε τη διαταγή μου, πήρα τον Απόλλωνα για τη βόλτα του. Αμέσως μόλις βγήκαμε στην αυλή, άρχισε να μυρίζει το χώμα, κι αφού οσφράνθηκε για κάμποσο, ξεκίνησε τρέχοντας για το δάσος, ανυπόμονος να κυνηγήσει ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε μυρίσει. Ξαναγύρισα μόνος μου στο σπίτι, αποφασίζοντας ότι το σκυλί δε θα πάθαινε τίποτα αν έμενε μια δυο ώρες έξω.

Kuriarxos_007s157.indd 99

9/30/13 3:37:35 PM


100

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Όταν μπήκα στο δωμάτιό μου, βρήκα την Άμπιγκεϊλ να στέκει γυμνή στο κέντρο του, με το βλέμμα στυλωμένο στον πάγκο. «Είναι πάγκος μαστίγωσης», είπα, κι ο ήχος της φωνής μου την έκανε να τιναχτεί. «Τον χρησιμοποιώ για σωφρονισμό, αλλά έχει κι άλλες χρήσεις». Μη με αναγκάσεις να τον χρησιμοποιήσω για σωφρονισμό. Η Άμπιγκεϊλ συνέχισε να κοιτάζει τον πάγκο, προσπαθώντας ίσως να καταλήξει στο τι ακριβώς σήμαιναν τα λόγια μου. «Ανέβα», είπα, «και ξάπλωσε μπρούμυτα». Πάρε μια ιδέα, Άμπιγκεϊλ. Κατάλαβε ότι δε θέλω να χρησιμοποιήσω τον πάγκο για τιμωρία, αλλά ότι θα το κάνω αν χρειαστεί. Άγγιξέ τον. Συνειδητοποίησε ότι οι κανόνες μου ισχύουν. Ότι η ανυπακοή έχει τις επιπτώσεις της. Και μετά θα σ’ αφήσω να κατέβεις για να σε ηδονίσω στο κρεβάτι μου. «Άμπιγκεϊλ», είπα αναστενάζοντας. «Αρχίζει να γίνεται κουραστικό. Ή κάν’ το ή πες τη λέξη ασφαλείας σου. Δε θα σου το ξαναζητήσω». Δεν πιστεύω να χρησιμοποιούσε τη λέξη ασφαλείας της, ε; Κι αν το έκανε; Ήταν αναμενόμενο να διστάσει πριν ανέβει στον πάγκο, περίμενα όμως ότι θα ακολουθούσε τη διαταγή μου. Κι αν είχα πέσει έξω; Τι θα έκανα; Πριν προλάβω να καταλήξω, την είδα να παίρνει βαθιά ανάσα, να ανεβαίνει στον πάγκο και να ξαπλώνει όπως την είχα διατάξει. Ναι. Πήγα στη συρταριέρα κι έβγαλα τη σφήνα. Την άλειψα με λιπαντικό, την πήγα στον πάγκο και την άφησα δίπλα της. «Θυμάσαι τι σου είπα την Παρασκευή το βράδυ;» Κοίταξα το γυμνό κορμί της, ξαπλωμένο κι έτοιμο για μένα. Ένιωσα το καυλί μου να τσιτώνει το παντελόνι μου. Δεν περίμενα, φυσικά, να μου απαντήσει, αλλά ήθελα να καταλάβει πού το πήγαινα. Την κοίταζα προσεκτικά, περιμένοντας ένα σημάδι κατανόησης, ένα νεύμα. Αλλά δεν υπήρξε τίποτα.

Kuriarxos_007s157.indd 100

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

101

Ίσως έπρεπε να φρεσκάρω τη μνήμη της. Ακούμπησα τις παλάμες μου στη μέση της και τις κατέβασα στους γλουτούς της. Την ένιωσα να σφίγγεται. Ναι, καταλάβαινε. «Χαλάρωσε». Ανέβασα ξανά τα χέρια μου στην πλάτη της, μαλάζοντάς την απαλά. Φυσικά, δε χαλάρωσε. Τραβήχτηκα για να βγάλω τα ρούχα μου. Όπως το περίμενα, την είδα να σφίγγεται ακόμα πιο πολύ. Το πείραμά μου με τον πάγκο του μαστιγώματος είχε πάρει τέλος. Ίσως τώρα να είχε καταλάβει και να μη χρειαζόταν να τον ξαναβγάλω για σωφρονισμό. Ήταν ώρα να προχωρήσω στη δεύτερη φάση του σχεδίου μου. Για μια στιγμή, όμως, καθώς γύριζα το κεφάλι να την κοιτάξω, γυμνή και ξαπλωμένη στον πάγκο μου, επέτρεψα στον εαυτό μου να φαντασιωθεί. Το μαστίγιο από γούνα κουνελιού. Για την πρώτη της φορά, θα ξεκινούσα με κάτι απλό. Απαλό κι ανάλαφρο, το μαστίγιο θα χάιδευε τους μηρούς, τους γλουτούς, τη μέση της. Θα πυροδοτούσα μέσα της τη φωτιά, θα την έφερνα στα όρια της ηδονής, θα την άφηνα να βασανίζεται εκεί, και τέλος –επιτέλους–, θα ξεπερνούσαμε μαζί αυτά τα όρια. Έπιασα το καυλί μου και το έπαιξα με δύναμη, αφήνοντας τη φαντασίωση να συνεχιστεί λιγάκι ακόμα, εγκαταλείποντάς τη μετά μ’ έναν αναστεναγμό. Κάποια μέρα. Κάποια μέρα στο άμεσο μέλλον, ίσως. «Πήγαινε στο κρεβάτι, Άμπιγκεϊλ». Κατέβηκε όπως όπως απ’ τον πάγκο. Ναι, καταλάβαινε. Και δεν ήθελε να ξαναγυρίσει εκεί. Την κοίταξα να ξαπλώνει στο κρεβάτι τρέμοντας, γεμάτη νευρικότητα. Ξάπλωσα δίπλα της και την πήρα στην αγκαλιά μου, αφήνοντας τη σφήνα δίπλα της. «Πρέπει να χαλαρώσεις. Διαφορετικά, δεν πρόκειται να λειτουργήσει».

Kuriarxos_007s157.indd 101

9/30/13 3:37:35 PM


102

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Τη φίλησα στο λαιμό κι εκείνη αρπάχτηκε με δύναμη από πάνω μου. Συνέχισα τα φιλιά, κατεβαίνοντας στην κλείδα της κι ύστερα στον κορμό της. Καθώς έσερνα τα χείλη μου στο δέρμα της, ένιωσα την έντασή της να εξανεμίζεται. Κι ένιωσα ισχυρός – ισχυρός για την επίδραση που ασκούσα πάνω της. Επιστράτευσα τα χέρια μου για να διώξω το φόβο της, και το στόμα μου για να κάνω τη σπίθα του πόθου της να θεριέψει σε μια φαντασμαγορική πυρά. Η Άμπιγκεϊλ έριξε το κεφάλι της πίσω. «Ναι, έτσι». Ανέβηκα ξανά, κι έφερα το πρόσωπό μου κοντά στο δικό της. «Ό,τι κάνω, το κάνω τόσο για δική σου ευχαρίστηση όσο και για δική μου. Έχε μου εμπιστοσύνη, Άμπιγκεϊλ». Ποτέ δε θα σου πω ψέματα – έχω μεγάλη, υπερβολικά μεγάλη ανάγκη την εμπιστοσύνη σου. Θέλω να ξέρεις, να είσαι σίγουρη ότι θα σου δώσω την ηδονή που λαχταράς. Την ηδονή που σου αξίζει. «Θέλω το καλύτερο για σένα», είπα με στόμα πάνω στην κοιλιά της. «Άφησέ με να σου το δώσω». Αναστέναξε καθώς τη χάιδευα με το δάχτυλό μου, θέλοντας να δω πόσο υγρή ήταν. «Μπορώ να σου χαρίσω ηδονή, Άμπιγκεϊλ». Της άνοιξα τα πόδια και πέρασα ανάμεσά τους. «Τέτοια που δε διανοήθηκες ποτέ ότι υπάρχει». Αυτή τη φορά, ήθελα να βλέπω τα μάτια της. Ήθελα να κοιτάζουν τα δικά μου καθώς έμπαινα μέσα της. Ήταν σημαντικό – αυτό το μάθημα έπρεπε να το καταλάβει. Έπρεπε να συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικό ήταν για μένα να είναι καλά, να είναι ικανοποιημένη, να καταλάβει ότι η ευζωία και η ικανοποίησή της βρίσκονταν πάντα στην κορυφή των προτεραιοτήτων μου. Κι ότι, όταν ήμασταν μαζί στο κρεβάτι μου, θα υπήρχε μονάχα ηδονή. Παρότι στα μάτια της διάβαζα δεκάδες ερωτήσεις για τις ­οποίες

Kuriarxos_007s157.indd 102

9/30/13 3:37:35 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

103

δεν είχα απάντηση, πίεσα τον εαυτό μου να τα κοιτάξω καθώς βυθιζόμουν μέσα της. Θα ήταν τόσο εύκολο να κλείσω τα βλέφαρα, να εστιάσω μονάχα στην αίσθηση που μου άφηνε το κορμί της, το σφιχτό και καυτό και υγρό κέντρο της. Αλλά δεν μπορούσα. Εκείνη είχε ανάγκη να νιώσει αυτόν το δεσμό, την εγγύτητά μας καθώς γινόμασταν ένα. Ένιωσα τα μπράτσα της να σφίγγονται γύρω μου, κι ύστερα την είδα να με κοιτάζει απορημένη, σέρνοντας την παλάμη της στην πλάτη μου. Ναι. «Αφήσου, Άμπιγκεϊλ». Γαμώτο, ήταν υπέροχη. Ήταν υπέροχη έτσι όπως άφηνε και το άλλο χέρι της να μου χαϊδέψει την πλάτη, ήταν υπέροχη έτσι όπως το καυλί μου χωνόταν βαθιά μέσα της. «Ο φόβος δεν έχει θέση στο κρεβάτι μου». Και δε θα έχει ποτέ. Την τράβηξα πιο κοντά μου καθώς η λεκάνη μου επιτάχυνε το ρυθμό της. «Ναι, Άμπιγκεϊλ». Έσπρωξα με δύναμη μέσα της. «Νιώσε τι μπορώ να σου δώσω». Την αισθάνθηκα να σφίγγεται γύρω μου. «Δεν είναι ωραίο;» Ξανάσπρωξα βαθιά μέσα της. Λειτουργούσε. Η Άμπιγκεϊλ είχε αφήσει το φόβο πίσω της, πολύ πίσω της, μάλλον έχοντας ήδη ξεχάσει ποια ήταν τα σχέδιά μου. Ανασηκώθηκα, σηκώνοντας μαζί και τους γλουτούς της, βυθίζοντας το καυλί μου ακόμα πιο βαθιά. Εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω μου, τραβώντας με κοντά της. Πήρα τη σφήνα που είχα αφήσει δίπλα στα γόνατά της και, καθώς έμπαινα ξανά μέσα της, τη γλίστρησα στην πίσω τρύπα της. Την άκουσα να ουρλιάζει καθώς έχυνε, και η κραυγή της πυροδότησε το δικό μου οργασμό. Βαριανασαίνοντας, σωριαστήκαμε με τα μέλη μπλεγμένα στο κρεβάτι. Όταν ο σφυγμός μου ηρέμησε, ανακάθισα και κοίταξα τα διά­ πλατα ανοιγμένα, απορημένα μάτια της. «Σφήνα είναι», είπα, ακόμα λίγο λαχανιασμένος. «Να τη φο-

Kuriarxos_007s157.indd 103

9/30/13 3:37:36 PM


104

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ράς λίγες ώρες κάθε μέρα. Θα σε βοηθήσει ν’ ανοίξεις. Θα σε προετοιμάσει». Δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Έχε μου εμπιστοσύνη», είπα. Κατένευσε, είδα όμως ότι δε με πίστευε απόλυτα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτ’ άλλο – η εμπιστοσύνη θα εδραιωνόταν με τον καιρό. Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και φόρεσα το παντελόνι μου. «Πρέπει να φέρω τον Απόλλωνα μέσα. Ας φάμε για μεσημέρι στην κουζίνα».

Δε μίλησε πολύ όσο τρώγαμε, αλλά είχε περισσότερη όρεξη απ’ ό,τι το πρωί. Ίσως το μάθημά μου να είχε πιάσει τόπο. Κοιτάζοντας στο μέλλον, στις επόμενες λίγες εβδομάδες, μπορούσα σχεδόν με βεβαιότητα να δω τα πράγματα να εξομαλύνονται. Κάθε σχέση είχε τις δυσκολίες της στην αρχή, όσο οι εμπλεκόμενοι προσπαθούσαν να νιώσουν πιο άνετα ο ένας με τον άλλο, όσο μάθαιναν ο ένας τον άλλο. Εντάξει, μπορεί η Άμπιγκεϊλ να μη μιλούσε, ήταν κάτι όμως που με τον καιρό θα άλλαζε. Και ήξερα ότι, με το πέρασμα του χρόνου, θα μου ήταν ευκολότερο να τη βλέπω περισσότερο ως Άμπιγκεϊλ, ν’ αφήνω σιγά σιγά πίσω μου το όραμα που ονομαζόταν Άμπι. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε χρειαστεί να υπερκεράσω τις αρχικές δυσκολίες μιας καινούριας σχέσης. Είχα περάσει κατευθείαν από τη μακροχρόνια σχέση μου με την Μπεθ σ’ εκείνη με τη Μέλανι, την οποία γνώριζα από μικρό παιδί. Και, βέβαια, δε μετρούσα καν την υποτακτική με την οποία είχα σχετιστεί μετά το χωρισμό μου από τη Μέλανι, αυτήν που τόσο πολύ αγαπούσε τον πόνο και που ποτέ μου δε θεώρησα αντάξια για το κολάρο μου. Ουσιαστικά, αυτή η συγκεκριμένη σχέση είχε τελειώσει πριν καν ξεκινήσει.

Kuriarxos_007s157.indd 104

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

105

«Την Παρασκευή στις έξι», είπα στην Άμπιγκεϊλ την ώρα που έφευγε. Κατένευσε για να μου δείξει ότι είχε καταλάβει.

Εκείνο το βράδυ κάλεσα τον Τζάκσον να φάμε μαζί. Το σπίτι μού φαινόταν άδειο και σιωπηλό, και ήθελα κάποιον για να το ζωντανέψει. Ο Τζάκσον ήταν ο ιδανικός άνθρωπος. Μιλούσε ασταμάτητα όσο τρώγαμε, κάνοντάς με να χαμογελάσω κάμποσες φορές με τις αστείες ιστορίες από την ομάδα του. Συνήθως, έπαυα να τον προσέχω όταν άρχιζε να μιλάει για φούτμπολ, αυτή τη φορά όμως τον άκουσα. Ο Τζάκσον ήταν αλλαγμένος, και είχα την υποψία ότι η Φελίσια συνδεόταν άμεσα μ’ αυτή την αλλαγή. «Τι κάνει η Φελίσια;» τον ρώτησα καθώς αράζαμε στον καναπέ μετά το φαγητό. Ο Τζάκσον άρχισε να κάνει ζάπινγκ, ψάχνοντας τα αποτελέσματα των αγώνων της ημέρας. «Μια χαρά». Έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έβγαλε το κινητό του. «Κατά φωνή». Διάβασε το γραπτό μήνυμα που του είχε στείλει. «Βλέπει μια ταινία στην τηλεόραση με τη βιβλιοθηκάριό σου». «Τζάκσον, μα την Παναγία, έτσι και...» «Εντάξει, εντάξει». Σήκωσε ψηλά το χέρι. «Μην ανησυχείς, δε θα το πω μπροστά της». Όσο ο Τζάκσον έστελνε την απάντησή του στη Φελίσια, το μάτι μου έπεσε στο ρολόι πάνω από την τηλεόραση. Δέκα και τριάντα τρία πρώτα λεπτά. Δέκα και τριάντα τρία; Έκανα στα γρήγορα τον υπολογισμό. Συνήθως η Άμπιγκεϊλ ξυπνούσε στις έξι για να ετοιμαστεί για τη δουλειά – αυτό το ήξερα από την αίτησή της. Αν η ταινία τελείωνε στις έντεκα, τότε θα κοιμόταν μόνο εφτά ώρες. Σκατά.

Kuriarxos_007s157.indd 105

9/30/13 3:37:36 PM


106

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ένιωσα το θυμό να φουντώνει μέσα μου. Την ίδια μέρα που είχα βγάλει τον πάγκο του μαστιγώματος για να την προειδοποιήσω, εκείνη παραβίαζε έναν από τους κανόνες μου κάνοντας το δικό της; Αποφασίζοντας να κοιμηθεί λιγότερο απ’ όσο απαιτούσα; Τι διάολο! Βόγκηξα φέρνοντας κατά νου το επόμενο Σαββατοκύριακο, ευχαριστημένος αίφνης που είχα πέντε ολόκληρες μέρες για να προετοιμαστώ. Πέντε μέρες για να προετοιμάσω τον εαυτό μου.

Kuriarxos_007s157.indd 106

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

107

Κεφάλαιο 10 «ΝΑΘΑΝΙΕΛ», ΕΙΠΕ Ο ΤΖΑΚΣΟΝ, διακόπτοντας τις σκέψεις μου. «Είσαι καλά; Σ’ έχασα εντελώς για μια στιγμή». «Τι;» Ανοιγόκλεισα μερικές φορές τα μάτια. «Καλά είμαι, λίγο κουρασμένος μόνο». «Εσύ; Κουρασμένος;» Δε φαινόταν να έχει πειστεί. «Μπα. Αποκλείεται». Ξαφνικά, δεν ήθελα πια τη ζωντάνια, ήθελα την ησυχία. Ησυχία για να μπορέσω να σκεφτώ. «Για την ακρίβεια, Τζάκσον, λέω να πάω να την πέσω για ύπνο. Καλή τύχη με τον αγώνα αύριο». Ο Τζάκσον με κοίταξε παραξενεμένος, παρ’ όλ’ αυτά σηκώθηκε και πήρε το πανωφόρι του. «Εντάξει, ό,τι πεις». Τον πήγα μέχρι την πόρτα, έβγαλα μια τελευταία φορά τον Απόλλωνα έξω κι ύστερα ανέβηκα πάνω. Ο πάγκος του μαστιγώματος ήταν ακόμα στο δωμάτιό μου. Καλύτερα να τον άφηνα εκεί. Το πιθανότερο ήταν ότι θα τον χρειαζόμουν την Παρασκευή το βράδυ. Ανάθεμά σε, Άμπιγκεϊλ. Ίσως, ίσως να κατάφερνε τελικά, με κάποιο τρόπο, να κοιμηθεί το οχτάωρό της. Απίθανο, αλλά μπορούσα ακόμα να ελπίζω. Κάθισα στο κρεβάτι μου και ανέτρεξα στον καιρό που είχα περάσει με το μέντορά μου, τον Πολ, τον κυρίαρχο ο οποίος είχε αναλάβει την εκπαίδευσή μου. Το μόνο άτομο στο οποίο είχα υπάρξει ποτέ «υποτακτικός». Ο Πολ μου είχε δώσει αρκετές οδη-

Kuriarxos_007s157.indd 107

9/30/13 3:37:36 PM


108

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

γίες σχετικά με το σωφρονισμό, και ο πρώτος κανόνας ήταν να μην τιμωρείς ποτέ από θυμό. Μέχρι στιγμής, δεν είχα τιμωρήσει ποτέ κάποια υποτακτική εν θερμώ, και ήμουν σίγουρος ότι μέχρι την Παρασκευή το βράδυ θα είχα ηρεμήσει. Λίγο. Το πακέτο οδηγιών που είχα δώσει στην Άμπιγκεϊλ περιείχε έναν κατάλογο με τις επιπτώσεις της ανυπακοής. Δίπλα στο ατόπημα «έλλειψη ύπνου» είχα σημειώσει το πυγοράπισμα, είκοσι ξυλιές για κάθε χαμένη ώρα. Όταν έφτιαχνα τον κατάλογο, αυτή η τιμωρία μού είχε φανεί λογική. Τώρα που το ξανασκεφτόμουν, μου φαινόταν υπερβολική. Οι ξυλιές παραήταν πολλές. Να την άλλαζα μήπως; Θα το πρόσεχε η Άμπιγκεϊλ; Όχι, δε θα άλλαζα την τιμωρία. Ήμουν ο κυρίαρχός της, και ήθελα να με σέβεται. Είχα ανάγκη από το σεβασμό της. Είκοσι ξυλιές. Ούτε μία λιγότερη. Θυμήθηκα και κάτι άλλο που μου είχε πει ο Πολ. Κάνε την πρώτη τιμωρία αξιομνημόνευτη, και είναι σίγουρο ότι δε θα χρειαστεί να την επαναλάβεις στο άμεσο μέλλον. Ναι, θα την έκανα αξιομνημόνευτη, και κάνοντάς την, ίσως διόρθωνα και τα υπόλοιπα σφάλματα στη συμπεριφορά της Άμπιγκεϊλ – τέρμα τα ανασηκωμένα φρύδια και οι δισταγμοί. Η φωνή στο βάθος του μυαλού μου μου έλεγε ότι δεν μπορούσα να την τιμωρήσω γι’ αυτά τα τελευταία, αφού ανήκαν στο παρελθόν. Τα είχα αφήσει να περάσουν, κι αυτό ήταν δικό μου σφάλμα. Θα ήταν ένα ακόμα λάθος να τα επικαλεστώ. Μια αρκετά αξιομνημόνευτη τιμωρία, όμως, θα λειτουργούσε αποτρεπτικά. Αναστενάζοντας, πήγα στο δωμάτιο των παιχνιδιών, απ’ όπου διάλεξα μια πέτσινη λωρίδα. Γύρισα στην κρεβατοκάμαρά μου και την ακούμπησα πάνω στη συρταριέρα μου. Αν την κοίταζα όλη την εβδομάδα, και αυτήν και τον πάγκο, ίσως μέχρι την Παρασκευή να ένιωθα έτοιμος.

Kuriarxos_007s157.indd 108

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

109

Μπορούσα να το κάνω. Το ήξερα ότι μπορούσα. Στο κάτω κάτω, ήμουν ο κυρίαρχος της Άμπιγκεϊλ, και ήταν ώρα να το αποδείξω.

Ο Πολ με είχε διδάξει τρία είδη ξυλίσματος – το ερωτικό, το ξύλισμα της προθέρμανσης και αυτό του σωφρονισμού. Στο πρώτο μας Σαββατοκύριακο, είχα δώσει στην Άμπιγκεϊλ μια γεύση του ερωτικού ξυλίσματος χρησιμοποιώντας το μαστίγιο. Το ερωτικό ξύλισμα ερέθιζε τον αποδέκτη, αύξανε τα επίπεδα της ηδονής, τον ανέβαζε σε άλλα ύψη. Αντίθετα με τα άλλα δύο. Το ξύλισμα προθέρμανσης θα ήταν πολύ σημαντικό για την Άμπιγκεϊλ. Η επιδερμίδα της ήταν χλομή, ανοιχτόχρωμη και λεπτή. Μελάνιαζε εύκολα. Αυτό έπρεπε να το λάβω υπόψη μου, να βεβαιω­ θώ ότι δε θα της άφηνα σημάδια που θ’ αργούσαν να φύγουν. Είκοσι ραπίσματα με το μαστίγιο θα της άφηναν σημάδια, αν δεν προετοίμαζα πρώτα με τον κατάλληλο τρόπο τα οπίσθιά της. Ακόμα και με την προθέρμανση, υπήρχε κίνδυνος να τη σημαδέψω: έπρεπε να σταθμίζω διαρκώς τη συμπεριφορά της επιδερμίδας της, την αυθόρμητη αντίδρασή της σε κάθε ξυλιά, τα συναισθήματά της. Τα συναισθήματά της... Θα έκλαιγε. Θα την έκανα να κλάψει. Μπορούσα να το κάνω; Έπρεπε, αν ήθελα να προχωρήσει η σχέση μας. Αν δεν άντεχα να τη βλέπω να κλαίει, δεν είχα καμιά δουλειά να συνεχίσω να την κρατάω για υποτακτική μου. Κι αυτό ήταν μία από τις ωμές αλήθειες της σχέσης μας.

Την Τετάρτη, έβαλα τη Σάρα να τηλεφωνήσει στην Άμπιγκεϊλ. Αντίθετα με τα προηγούμενα, αυτό το Σαββατοκύριακο δε θ’ άρχι-

Kuriarxos_007s157.indd 109

9/30/13 3:37:36 PM


110

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ζε με ένα γεύμα στο τραπέζι της κουζίνας. Καταρχήν, αμφέβαλλα για το αν ήμουν ικανός να καθίσω και να φάω με την ­Άμπιγκεϊλ λίγο πριν την τιμωρήσω. Κατά δεύτερον, λέγοντάς της να έρθει στις οχτώ και να πάει κατευθείαν στο δωμάτιό μου, της έδινα μια καλή ιδέα για την εξέλιξη της βραδιάς. Τηλεφώνησα στο τοπικό κυνοκομείο και κανόνισα τα της δια­ νυκτέρευσης του Απόλλωνα. Αν ο Τζάκσον και η ομάδα του κατάφερναν να περάσουν στα πλέι οφ, θα έπρεπε να τον πάω να μείνει εκεί το μεθεπόμενο Σαββατοκύριακο. Και η διαμονή θα του ήταν ευκολότερη αν είχε κάνει πρώτα μια δοκιμή. Επιπλέον, παραδέχτηκα μέσα μου, δεν ήθελα το σκυλί να είναι στο σπίτι. Την Παρασκευή το βράδυ, στάθηκα στο παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο να περιμένω την Άμπιγκεϊλ. Επιτέλους, κάποια στιγμή άκουσα το ταξί να μπαίνει στο δρόμο του σπιτιού. Έκλεισα τα μάτια. Μπορείς να το κάνεις. Πρέπει να το κάνεις. Οι μύες μου σφίχτηκαν όταν άκουσα την πόρτα του αυτοκινήτου να κλείνει. Ξαφνιάστηκε άραγε που ο Απόλλωνας δε βγήκε να την υποδεχτεί; Και η αλλαγή ώρας; Την είχε κάνει να υποψιαστεί ότι ήξερα πως με είχε παρακούσει; Θα έβλεπα τη μεταμέλεια στο πρόσωπό της όταν την αντίκριζα; Το κουδούνι χτύπησε. Της άνοιξα, και την είδα να στέκει στο κατώφλι απορημένη, όχι όμως μεταμελημένη. Ίσως να είχε κοιμηθεί περισσότερο τη Δευτέρα το πρωί και να είχε συμπληρώσει κανονικά το οχτάωρό της. «Άμπιγκεϊλ», είπα, κάνοντάς της νόημα να περάσει στο χολ. Μπήκε και κοίταξε γύρω της. «Ήταν καλή η εβδομάδα σου;» τη ρώτησα, θέλοντας να μου το πει. «Μπορείς να απαντήσεις». «Μια χαρά ήταν».

Kuriarxos_007s157.indd 110

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

111

Μπορεί η δική της να ήταν μια χαρά, αλλά η δική μου δεν ήταν. Η δική μου ήταν μια απαίσια βδομάδα, όλο σύγχυση και αμφιβολία, γεμάτη εσωτερικές συγκρούσεις. Συγκρούσεις για το πώς έπρεπε να χειριστώ αυτό που είχε συμβεί την Κυριακή το βράδυ. «Μια χαρά;» ρώτησα, λίγο ενοχλημένος από την απάντησή της. Ίσως, όμως, ίσως να μην είχε παραβεί τους κανόνες. Θα της έδινα μία ακόμα ευκαιρία. Κι ύστερα θα τη ρωτούσα στα ίσια. «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το μια χαρά είναι η κατάλληλη απάντηση». Η σύγχυση συννέφιασε το πρόσωπό της. Ναι. Όλα ήταν εντάξει. Δε με είχε παρακούσει. Η τιμωρία δεν ήταν απαραίτητη. Για πρώτη φορά μετά από πέντε μέρες, ένιωθα ότι μπορούσα ν’ αναπνεύσω. Και τότε την είδα να παίρνει μια απότομη, κοφτή εισπνοή και οι ελπίδες μου καταποντίστηκαν. «Άμπιγκεϊλ». Πήρα βαθιά ανάσα. «Υπάρχει κάτι που θέλεις να μου πεις;» Χαμήλωσε το βλέμμα της στο πάτωμα. «Κοιμήθηκα μόνο εφτά ώρες την Κυριακή το βράδυ». Έκλεισα τα μάτια. Ανάθεμα τον Τζάκσον που έβγαινε με τη Φελίσια. Ανάθεμα την Άμπιγκεϊλ που είχε παραβεί κανόνα. Ανάθεμά με που είχα ορίσει ότι η πρέπουσα τιμωρία για κάθε χαμένη ώρα ύπνου ήταν είκοσι ξυλιές. Αλλά... Εγώ της είχα δώσει τους κανόνες, εγώ είχα ορίσει την τιμωρία και, ανάθεμά τα όλα, εγώ ήμουν ο κυρίαρχός της. Ίσιωσα τους ώμους μου. «Κοίταζέ με όταν μου μιλάς». «Κοιμήθηκα μόνο εφτά ώρες την Κυριακή το βράδυ», είπε, πιο καθαρά αυτή τη φορά. Η Άμπιγκεϊλ ήταν από τις γυναίκες που παραδέχονταν τα λάθη τους.

Kuriarxos_007s157.indd 111

9/30/13 3:37:36 PM


112

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Εφτά ώρες;» Την πλησίασα. «Νομίζεις ότι κάθομαι και σχεδιάζω προγράμματα για την υγεία και την καλή φυσική σου κατάσταση επειδή βαριέμαι και δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω; Απάντησέ μου». Ίσως αυτό να ήταν. Ίσως όλα αυτά να μην ήταν για εκείνη παρά ένα αστείο. Ποτέ δε θα ’παιρνε τη σχέση μας στα σοβαρά αν δεν την τιμωρούσα. «Όχι, Αφέντη». Ζήτα συγνώμη για το ότι παραβίασες έναν από τους κανόνες μου. Εκείνη όμως έμεινε να στέκει αμίλητη εκεί, αναψοκοκκινισμένη και φοβισμένη. «Είχα σχέδια γι’ απόψε, Άμπιγκεϊλ», είπα. «Πράγματα που ήθελα να σου δείξω». Η βιβλιοθήκη θα έπρεπε να περιμένει. «Κι αντί γι’ αυτό, τώρα θα πρέπει να περάσουμε τη βραδιά στο δωμάτιό μου, ασχολούμενοι με την τιμωρία σου». Ήθελα να καταλάβει ότι τα πράγματα δεν έπρεπε να πάρουν τέτοια τροπή. Ότι η ανυπακοή της είχε αλλάξει τα πάντα. Θα ζητούσε συγνώμη; «Λυπάμαι που σε απογοήτευσα, Αφέντη». Ναι, ευχαριστώ. Αυτό είχε κάνει. Με είχε απογοητεύσει. «Θα λυπάσαι ακόμα περισσότερο όταν τελειώσω μαζί σου. Στο δωμάτιό μου. Τώρα». Την κοίταξα ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά με κατεύθυνση το δωμάτιό μου. Μετά θύμισα στον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να ενεργήσω βιαστικά ή με κίνητρο το θυμό, και ανασύνταξα τις δυνάμεις μου. Η Άμπιγκεϊλ θα τρόμαζε – ήταν καθήκον μου να διατηρήσω τον έλεγχο της κατάστασης. Σήκωσα τα μανίκια μου και προχώρησα προς τη σκάλα.

Περίμενε στον πάγκο του μαστιγώματος, γυμνή. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, η εικόνα των γυμνών γλουτών της είχε πυροδοτήσει τις φαντασιώσεις μου. Αυτό το Σαββατοκύριακο μου

Kuriarxos_007s157.indd 112

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

113

υπενθύμιζε ότι, όσο ωραίες κι αν ήταν οι φαντασιώσεις, η σχέση μας είχε κανόνες και η Άμπιγκεϊλ είχε παραβεί έναν από αυτούς. Η παράβαση κανόνων είχε συνέπειες. Ως δημιουργός των κανόνων, ήμουν αυτός που φρόντιζε για την επιβολή τους και που εκτελούσε την τιμωρία για την παράβασή τους. Πέρασα τα δάχτυλα στα μαλλιά μου. Δεν ήταν ανάγκη να μου αρέσει, και δεν ήταν ανάγκη να το απολαύσω, αλλά έπρεπε να το κάνω. Πλησίασα την Άμπιγκεϊλ στον πάγκο και χάιδεψα απαλά τα οπίσθια της. Τινάχτηκε. Είχε νευρικότητα. Δεν ήταν η μόνη. «Χρησιμοποιώ τρία διαφορετικά είδη ξυλίσματος», είπα, θέλοντας να της εξηγήσω τις μεθόδους μου. «Το πρώτο είναι ερωτικό. Το χρησιμοποιώ ως ενισχυτικό της ηδονής, για να σε ερεθίσω. Όπως με το μαστίγιο της ιππασίας, για παράδειγμα». Έσυρα τα δάχτυλά μου κατά μήκος των γλουτών της ως κάτω, στο ζεστό φύλο της, σταθμίζοντας την αντοχή της επιδερμίδας της, σχεδιάζοντας πού και πότε να χτυπήσω όταν ερχόταν η ώρα. Όσο άσχημη κι αν ήταν η αποψινή τιμωρία –και θα ήταν–, ήθελα να της δώσω να καταλάβει ότι οι ξυλιές μπορούσαν να την κάνουν να νιώσει ωραία, ότι μ’ ένα ξύλισμα μπορούσα όχι μόνο να τη συνετίσω, αλλά και να την ερεθίσω. Τα χάδια μου γίνονταν όλο και πιο άγρια, και, σκληραίνοντάς τα, παρακολουθούσα το δέρμα της για τυχόν χρωματικές αλλαγές. Την τσίμπησα για να δω πόσο θα κοκκίνιζε. Ακόμα δε γνώριζα τόσο καλά το σώμα της, κι αυτή η προετοιμασία θα με βοηθούσε να κρίνω την αντίδραση της επιδερμίδας της. «Το δεύτερο είναι για συνετισμό. Δε θα νιώσεις καμία ευχαρίστηση. Ο σκοπός αυτού του ξυλίσματος είναι να σου υπενθυμίσει τις συνέπειες της ανυπακοής. Τους κανόνες τους φτιάχνω για το καλό σου, Άμπιγκεϊλ. Πόσες ώρες υποτίθεται ότι πρέπει να κοι-

Kuriarxos_007s157.indd 113

9/30/13 3:37:36 PM


114

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μάσαι καθημερινά από την Κυριακή ως την Πέμπτη; Απάντησέ μου». «Οχτώ», είπε πνιχτά. «Ναι, οχτώ. Όχι εφτά». Η ασέβεια προς τους κανόνες σήμαινε ασέβεια προς το πρόσωπό μου. «Προφανώς, το ξέχασες, οπότε ίσως ο πονεμένος πισινός σου βοηθήσει μελλοντικά τη μνήμη σου». Ίσως να είχαμε ξεχάσει και οι δύο ορισμένα πράγματα, και τούτο εδώ να μας βοηθούσε να τα θυμηθούμε. «Το τρίτο είδος είναι το ξύλισμα προθέρμανσης. Χρησιμοποιείται πριν από αυτό του συνετισμού». Έσκυψα και πήρα τη δερμάτινη λωρίδα από το πάτωμα. «Ξέρεις γιατί πρέπει να εφαρμόσω ξύλισμα προθέρμανσης;» Σιωπή. Ακούμπησα τη λωρίδα στον πάγκο, δίπλα ακριβώς στο πρόσωπό της. Έπρεπε να τη δει. «Γιατί ο πισινός σου δε θ’ αντέξει τις ξυλιές του συνετισμού χωρίς αυτό». Γιατί, αλλιώς, μπορεί να κάνεις σημάδια. «Είκοσι χτυπήματα με τη δερμάτινη λωρίδα, Άμπιγκεϊλ». Έπρεπε όμως να της υπενθυμίσω ότι είχε οδό διαφυγής. «Εκτός κι αν έχεις κάτι να πεις». Αν είχε κάνει αυτή τη συμφωνία μαζί μου για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από το να είναι η υποτακτική μου, αν δεν ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι ήθελε να κυριαρχηθεί, θα το μάθαινα τώρα. Δεν είχε παρά ν’ αρθρώσει τη λέξη για να τερματίσει τη σχέση μας. Δε μίλησε. «Πολύ καλά». Αν μπορούσε να το αντέξει εκείνη, τότε μπορούσα κι εγώ. Ίσιωσα την πλάτη μου κι άρχισα να της μπατσίζω τα οπίσθια. Ξεκίνησα μαλακά, φροντίζοντας η παλάμη μου να προσγειώνεται σε διαφορετικό σημείο κάθε φορά, ζεσταίνοντας σταδιακά τις

Kuriarxos_007s157.indd 114

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

115

περιοχές όπου θα χρησιμοποιούσα τη λωρίδα – όχι πολύ ψηλά, αλλά πιο κοντά στο κέντρο της ηδονής, εκεί ακριβώς όπου οι γλουτοί της συναντούσαν τους μηρούς της. Κατάλαβα πότε οι ξυλιές μετατράπηκαν από ευχάριστες σε οδυνηρές όταν η Άμπιγκεϊλ άρχισε να μαζεύεται πριν από την καθεμιά. Ο πισινός της έγινε ροζ, κι άρχισα να τη χτυπάω λίγο δυνατότερα. Σταμάτησα μετά από μερικά λεπτά. Πέρασα την παλάμη μου πάνω στους γλουτούς της, δοκιμάζοντας, νιώθοντας τη θέρμη, θέλοντας να είμαι βέβαιος ότι μπορούσα να συνεχίσω. Η Άμπιγκεϊλ δεν τραβήχτηκε στο άγγιγμά μου. Το δέρμα της ήταν κόκκινο, ήξερα όμως ότι μπορούσε ν’ αντέξει αυτό που θ’ ακολουθούσε. Ήλπιζα μόνο να μπορούσα να το αντέξω κι εγώ. Πήρα τη λωρίδα από δίπλα της. «Μέτρα, Άμπιγκεϊλ». Σήκωσα το χέρι μου κι άφησα τη λωρίδα να ανεμίσει. Προσγειώθηκε πάνω της μ’ έναν ξερό ήχο. «Άου!» «Τι;» ρώτησα σηκώνοντας ξανά το χέρι μου. «Ένα», βιάστηκε να πει. «Εννοούσα ένα». Ξανακατέβασα τη λωρίδα. «Σκατά!» είπε, για να διορθώσει αμέσως μετά τον εαυτό της. «Δύο ήθελα να πω». «Πρόσεχε πώς μιλάς», είπα με το τρίτο χτύπημα. «Τρ... ία», τραύλισε. Μετακινήθηκα έτσι που το τέταρτο χτύπημα να πέσει σε διαφορετικό σημείο των γλουτών της. Συγκεντρώθηκα, σχεδιάζοντας πού θα έριχνα το επόμενο. «Τε... τέσσερα», είπε, αλλά έβαλε το χέρι της για να καλυφθεί ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να ξανακατεβάσω τη λωρίδα. Σταμάτησα και κοίταξα το κοκκινισμένο δέρμα. Εντάξει ήταν ακόμα. Αλλά δεν έπρεπε να βάλει το χέρι της, δεν έπρεπε να κουνηθεί καθόλου. Ανάθεμά την... ποτέ της δε θα μάθαινε;

Kuriarxos_007s157.indd 115

9/30/13 3:37:36 PM


116

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Πλησίασα στο αφτί της και της ψιθύρισα: «Ξανακάν’ το αυτό, και θα σε δέσω. Προσθέτοντας άλλα δέκα χτυπήματα». Η απείθειά της με είχε κουράσει. Και αυτή η απείθεια θα σταματούσε. Σήμερα. Τώρα. Κατέβασα τη λωρίδα πέμπτη, έκτη και έβδομη φορά. Γρήγορα και αποτελεσματικά. Η Άμπιγκεϊλ μετρούσε. Την όγδοη φορά, η λωρίδα προσγειώθηκε σε καινούριο σημείο. Η Άμπιγκεϊλ άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Ο... οχ... οχτώ». Πώς ήταν ποτέ δυνατό ν’ αποφασίσω ότι είκοσι χτυπήματα συνιστούσαν αποδεκτή τιμωρία; Σταμάτησα για μια στιγμή και πέρασα την παλάμη μου στο δέρμα της. Ακόμα εντάξει. Δε θα μελάνιαζε. Έβαλα τα δυνατά μου για να πάψω να σκέφτομαι όσο τη ράπιζα για ένατη, δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατη φορά, δεν μπορούσα όμως να κατεβάσω εντελώς τους διακόπτες του μυαλού μου. Έπρεπε να είμαι συγκεντρωμένος σε κείνη, στις αντιδράσεις της, να βεβαιώνομαι διαρκώς ότι δεν ήμουν πολύ σκληρός μαζί της. Από το σοκ φώναζε; Ή μήπως ο πόνος ήταν στ’ αλήθεια αβάσταχτος; «Δεκα... τρία». Σταμάτησα ξανά. Γαμώτο. Άλλα εφτά. Μήπως έπρεπε να σταματήσω; Μήπως έπρεπε να χρησιμοποιήσω τη λέξη ασφαλείας; Όχι, όχι ακόμα. Η Άμπιγκεϊλ ήταν μια χαρά. Έπρεπε να συνεχίσω. «Δεκατέσσερα». Στα δεκαπέντε, έπαψε να μετράει. «Άμπιγκεϊλ», είπα πνιχτά. «Συγνώμη», είπε παλεύοντας να πάρει ανάσα. «Δε... κα... πέντε». Άλλα πέντε. Η συγκέντρωσή μου είχε πάει στο διάολο. Κι εκεί

Kuriarxos_007s157.indd 116

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

117

μπροστά μου βρισκόταν η Άμπιγκεϊλ Κινγκ, η γυναίκα που λαχταρούσα και θαύμαζα για τόσο πολλά χρόνια ώστε να έχω χάσει πια τον αναθεματισμένο το λογαριασμό. Την είχα κάνει να κλάψει. Και θα την έκανα να κλάψει ακόμα περισσότερο. Τελείωνε, Γουέστ. Απλώς τελείωνε. Τώρα τα χτυπήματά μου δεν ήταν τόσο δυνατά, ήξερα όμως ότι η Άμπιγκεϊλ δεν μπορούσε πια να το καταλάβει. Ακόμα κι ένα χάδι θα την πονούσε μετά από τα όσα την είχα αναγκάσει να υπομείνει. «Αχ, Θεούλη μου. Δεκάξι». Πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. «Παρακαλώ». Σταμάτησα κι ακούμπησα τα χέρια μου δεξιά κι αριστερά της. Τώρα πια, δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα. Δεν ήξερα αν μπορούσα να συνεχίσω. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Θα χρησιμοποιούσε τελικά τη λέξη ασφαλείας της; Αυτό ήταν που θα την έκανε να σπάσει; Είκοσι χτυπήματα με μια δερμάτινη λωρίδα; Για μία ώρα χαμένου ύπνου; Έκανα πίσω, σήκωσα το χέρι μου και το ξανακατέβασα. Το σώμα της τινάχτηκε. «Δεκαεφτά. Ω, παρακαλώ», είπε με λυγμούς. «Καλύτερη. Θα είμαι καλύτερη». Απλώς τελείωνε. Για άλλη μια φορά, πέρασα την παλάμη μου πάνω της, σταθμίζοντας την κατάστασή της. Θα άντεχε άλλα τρία χτυπήματα; Ίσως. Αν ήταν μαλακά. «Δεκαοχτώ», ψιθύρισε. «Θα κοιμάμαι δέκα ώρες». Δύο ακόμα, Γουέστ. Τελείωνε. «Πάψε να ικετεύεις». Δεν άντεχα να την ακούω να ικετεύει. Χτύπησα ξανά. Όσο πιο μαλακά μπορούσα. «Δε... κα... εννιά». Ίσιωσα ξανά την πλάτη μου. Πότε θα τέλειωνε αυτό το μαρτύριο;

Kuriarxos_007s157.indd 117

9/30/13 3:37:36 PM


118

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Καθάρισα το λαιμό μου. Πίεσα τον εαυτό μου να μιλήσει. «Πόσες ώρες πρέπει να κοιμάσαι κάθε βράδυ, Άμπιγκεϊλ;» Το σώμα της έτρεμε και σφάδαζε πάνω στον πάγκο. «Ο... οχ... οχτώ», άρθρωσε σαν να πνιγόταν. Ένα ακόμα, είπα στον εαυτό μου. Ένα ακόμα. Σίγουρα μπορείς ν’ αντέξεις ένα ακόμα. Και ήξερα ότι μιλούσα μόνο για τον εαυτό μου, γιατί δεν είχα πια καμία απολύτως αμφιβολία ότι η Άμπιγκεϊλ ήταν δυνατότερη από μένα. Πως μπορούσε να χειριστεί και να αντέξει ό,τι κι αν της έδινα. Κατέβασα τη λωρίδα μια τελευταία φορά. «Εί... κοσι». Οι λυγμοί της γέμιζαν τον αέρα. Θεέ μου, Γουέστ. Τι έκανες; Κοίτα τι έκανες σ’ αυτό το πανέμορφο πλάσμα. Ήμουν αηδιασμένος. Αηδιασμένος με τον εαυτό μου και μ’ αυτό που είχα κάνει. Έψαξα απεγνωσμένα μέσα μου και βρήκα την πιο αυστηρή φωνή που μπορούσα να επιστρατεύσω. «Πλύνε το πρόσωπό σου και πήγαινε στο δωμάτιό σου. Έχεις ύπνο ν’ αναπληρώσεις». Περίμενα μέχρι να βγει κουτσαίνοντας έξω κι ύστερα σωριάστηκα πάνω στον πάγκο, κρύβοντας το πρόσωπό μου στα χέρια μου.

Kuriarxos_007s157.indd 118

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

119

Κεφάλαιο 11 Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟΥ ΝΕΡΟΥ διαπέρασε σταδιακά το συ-

νειδητό μου. Αργά, πολύ αργά, σηκώθηκα απ’ τον πάγκο. Φαινόταν ότι για άλλη μια φορά η Άμπιγκεϊλ είχε αποδειχτεί δυνατότερη από μένα. Όταν της είπα να καθαρίσει το πρόσωπό της και να πάει στο δωμάτιό της, είχε πάει χωρίς δισταγμό. Αντίθετα από μένα. Από μένα, που είχα μείνει κλεισμένος στο δικό μου, να βουλιάζω στην αυτολύπηση. Μια εσωτερική φωνή μού ψιθύριζε ότι έπρεπε να πάω κοντά της. Να της προσφέρω το είδος της μετέπειτα φροντίδας που τόσο απεγνωσμένα χρειαζόταν. Ο εγωισμός μου όμως με κράτησε εκεί που ήμουν. Αν πήγαινα κοντά της κι έσπαγα, όπως φοβόμουν ότι θα έκανα, η Άμπιγκεϊλ θα ήθελε να μάθει γιατί ένας κυρίαρχος με τόσα χρόνια εμπειρία κατέρρεε μετά από μια συνεδρία σωφρονισμού. Η μια κουβέντα θα οδηγούσε στην άλλη, και σύντομα θα ανακάλυπτε την αλήθεια – ότι την ήξερα πολλά χρόνια πριν η αίτησή της φτάσει στο γραφείο μου. Περίμενα μέχρι το νερό να πάψει να τρέχει στο μπάνιο, κι ύστερα έμεινα να αφουγκράζομαι για μερικά λεπτά πριν βγω τελικά στο διάδρομο. Η Άμπιγκεϊλ έκλαιγε. Ξανά.

Kuriarxos_007s157.indd 119

9/30/13 3:37:36 PM


120

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Πήγα στην πόρτα της και το κλάμα σταμάτησε. Έβαλα το χέρι μου στο πόμολο, οι τύψεις όμως δε μ’ άφησαν να το γυρίσω. Ήξερα τι εικόνα θα παρουσίαζε. Μύτη που έτρεχε. Κοκκινισμένα μάτια. Αυλακωμένα από τα δάκρυα μάγουλα. Το χειρότερο απ’ όλα όμως θα ήταν η έκφρασή της. Τι θα πρόδιδε άραγε το πρόσωπό της; Μίσος; Φόβο; Πόνο; Αν άπλωνα το χέρι, θα προσπαθούσε άραγε να αποφύγει το άγγιγμά μου; Αν της μιλούσα, θα με άκουγε; Αναστέναξα. Δεν μπορούσα να το κάνω. Δεν μπορούσα να την αντιμετωπίσω. Ακούμπησα την παλάμη μου πάνω στο ξύλο της πόρτας. Δεν μπορώ, Άμπιγκεϊλ. Δεν είμαι αρκετά δυνατός. Συγχώρεσέ με.

Ήταν ακόμα πολύ νωρίς για ύπνο –ούτε καν εννιά– και το σπίτι παραήταν ήσυχο. Άρχισα να μετανιώνω για την απόφασή μου ν’ αφήσω τον Απόλλωνα να διανυκτερεύσει στο κυνοκομείο. Πήγα στην κουζίνα κι έβγαλα το κινητό μου. Ήθελα να δω πώς τα πήγαινε. «Γεια σας, κύριε Γουέστ», είπε η τηλεφωνήτρια όταν της συστήθηκα. «Τι κάνετε;» Δεν έχω κέφι για ψιλοκουβέντα, αυτό κάνω. «Πώς είναι ο Απόλλωνας;» ρώτησα. «Τα πάει πολύ καλά, κύριε. Πολύ καλύτερα από την προηγούμενη φορά». Δεν μπορούσα καν να επιστρατεύσω την απαιτούμενη ενέργεια για να χαρώ. «Θα τον πάρετε αύριο το πρωί στις δέκα και μισή;» με ρώτησε. «Ναι». «Και θα τον ξαναφέρετε την επόμενη Παρασκευή – σωστά;» Μπορούσα ν’ ακούσω το χαμόγελο στη φωνή της. «Με την προ-

Kuriarxos_007s157.indd 120

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

121

ϋπόθεση, φυσικά, ότι θα νικήσουμε αυτό το Σαββατοκύριακο». Αυτό ήταν το σημείο όπου υποτίθεται ότι έπρεπε να αποδυθώ σε έναν πνευματώδη σχολιασμό σχετικά με το φούτμπολ και τον επικείμενο αγώνα του πρωταθλήματος. Δυστυχώς, δεν υπήρχε μέσα μου τίποτα το πνευματώδες. Σχεδόν δεν υπήρχε καν πνεύμα. «Τα λέμε αύριο», είπα, και τερμάτισα την κλήση. Τριγύρισα στο σπίτι, διπλοτσεκάροντας τις κλειδαριές και τους συναγερμούς. Μετά, αφουγκράστηκα για βήματα στη σκάλα, αλλά δεν άκουσα τίποτα. Κανένα πρόβλημα μ’ αυτό. Αν ήταν να κοιμηθεί μόνο ο ένας απ’ τους δυο μας εκείνο το βράδυ, αυτός ο ένας ήθελα να είναι εκείνη. Τα βήματά μου με οδήγησαν στη βιβλιοθήκη και στο πιάνο μου. Ένας νυγμός οδύνης με διαπέρασε καθώς κοίταζα το δωμάτιο και ανέτρεχα στα αρχικά μου σχέδια γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο. Αν στεκόμουν τυχερός και η Άμπιγκεϊλ αποφάσιζε να μείνει μαζί μου, ίσως μπορούσα να της δείξω τη βιβλιοθήκη κάποια άλλη στιγμή. Κάθισα στο πιάνο, προσπαθώντας ν’ αποφασίσω τι να παίξω. Το κομμάτι που είχα συνθέσει το περασμένο Σαββατοκύριακο, αυτό που είχα εμπνευστεί από την ομορφιά της Άμπιγκεϊλ, μου έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Πώς θα τολμούσα να παίξω για την ομορφιά της; Τι δικαίωμα είχα μετά απ’ ό,τι είχα κάνει; Κανένα. Δεν είχα κανένα δικαίωμα. Ο θυμός με κατέκλυσε και ξέσπασα την αγανάκτησή μου στα πλήκτρα του πιάνου, παίζοντας τις εξοργισμένες νότες που αντηχούσαν με δύναμη στο μυαλό μου. Έμεινα χαμένος στο θυμό για ώρα πολλή, όπως συνήθως όμως, το πιάνο με βοήθησε να ηρεμήσω. Τελικά, η γλυκύτητά της, η ίδια η ουσία της Άμπιγκεϊλ επικράτησε, αναγκάζοντάς με να συνειδητοποιήσω ότι δεν μπορούσα παρά να την αφήσω να με κατακυριεύσει.

Kuriarxos_007s157.indd 121

9/30/13 3:37:36 PM


122

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Δεν ήμουν δειλός, είπα στον εαυτό μου το επόμενο πρωί. Απλώς, έδινα στην Άμπιγκεϊλ το χρόνο που χρειαζόταν. Για τι πράγμα, δεν ήξερα να πω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι δεν ήμουν έτοιμος να την αντιμετωπίσω, και υποψιαζόμουν ότι το ίδιο ακριβώς ίσχυε και για κείνη. Μπήκα στο αυτοκίνητό μου λίγο μετά τις έξι και πήγα στο γραφείο μου στην πόλη. Τρεις ώρες αργότερα, είχα κάνει μια τρύπα στο νερό. Δεν είχα ολοκληρώσει ούτε μία δουλειά. Σκέφτηκα το σημείωμα που της είχα αφήσει στην κουζίνα. Θα το είχε βρει; Θα ήταν ακόμα στο σπίτι μου όταν επέστρεφα το μεσημέρι; Έπρεπε να μιλήσω σε κάποιον, κάποιον που θα με καταλάβαινε. Κοίταξα το ρολόι, άρπαξα το τηλέφωνό μου κι έκανα κάτι που είχα να κάνω μήνες: τηλεφώνησα στον Πολ. «Ναι;» είπε μια πρόσχαρη γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. «Γεια σου, Κριστίν», είπα. «Ο Ναθάνιελ είμαι». Ο Πολ ήταν παντρεμένος με την Κριστίν εδώ και τρία χρόνια. Εκτός από γυναίκα του, η Κριστίν ήταν επίσης υποτακτική του. «Ναθάνιελ! Χάθηκες!» «Το ξέρω», είπα. Εξακολουθούσα να μην είμαι έτοιμος για ψιλοκουβέντα. «Είναι εκεί ο Πολ;» «Δίπλα μου είναι, περίμενε». Άκουσα πνιχτές ομιλίες και το χαρακτηριστικό ήχο ενός φιλιού. «Ναθάνιελ», είπε ο Πολ. «Τι τρέχει;» Και τότε ξέσπασα. Του μίλησα με λεπτομέρειες για την Άμπιγκεϊλ, για την απειρία της, για το ότι την είχα δεχτεί ως υποτακτική μου, κι αφού τελείωσα με όλα αυτά, του μίλησα για την περασμένη νύχτα – για τους κανόνες που είχα ορίσει, για εκείνον που η Άμπιγκεϊλ είχε παραβεί, για την τιμωρία που ακολούθησε. Ο Πολ με άφησε να μιλήσω, κάνοντας ωστόσο τις απαραίτητες παρατηρήσεις. Ναι, είπε, η τιμωρία ήταν απαραίτητη. Ναι,

Kuriarxos_007s157.indd 122

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

123

ήταν πάντα δύσκολο να τιμωρείς την υποτακτική σου. Ναι, ήμουν φυσιολογικός. Ναι, θα το ξεπερνούσα. Ναι, η σχέση μας μόνο οφέλη θα αποκόμιζε από αυτή την εμπειρία. Ήξερα τι έκανα όταν τηλεφωνούσα στον Πολ. Ο άνθρωπος ήξερε τι χρειαζόμουν. Και μ’ έκανε να νιώσω καλύτερα μέσα σε λίγα λεπτά. «Τι έκανες για μετέπειτα φροντίδα;» με ρώτησε. «Σε πήρα τηλέφωνο», είπα χωρίς να το σκεφτώ. Συνειδητοποίησα το λάθος μου αμέσως μόλις τα λόγια βγήκαν απ’ το στόμα μου. «Αυτό το κατάλαβα», είπε. «Ρώτησα τι έκανες χτες βράδυ για εκείνη». Μου ήταν αδύνατο να μιλήσω. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, είχα στερέψει από λόγια. «Ναθάνιελ», είπε ο Πολ σπάζοντας την επίμονη σιωπή. «Πες μου, σε παρακαλώ, ότι ερμηνεύω λάθος τη σιωπή σου. Πώς πήγε η φάση της μετέπειτα φροντίδας;» «Δεν... θέλω να πω... δεν μπορούσα...» «Μετέπειτα φροντίδα, Ναθάνιελ», είπε ο Πολ, πιο αυστηρά αυτή τη φορά. «Τι έκανες για να φροντίσεις την υποτακτική σου μετά την τιμωρία;» Έκλεισα τα μάτια. «Τίποτα». «Ράπισες είκοσι φορές με μια πέτσινη λωρίδα μία άπειρη υποτακτική και δεν έκανες τίποτα για να την περιποιηθείς μετά;» «Δεν μπορούσα να την αντιμετωπίσω... νόμιζα ότι δε θα ήθελε να...» Σταμάτησα. Δεν υπήρχε δικαιολογία για τη συμπεριφορά μου. «Δεν μπορούσα, δε νόμιζα, δεν έκανα... Εγώ, εγώ, εγώ», είπε σαρκαστικά ο Πολ. «Το θέμα δεν είσαι εσύ, Ναθάνιελ, κι αν δεν το καταλάβεις αυτό, δεν έχεις καμιά δουλειά να το παίζεις κυρίαρχος. Δε δικαιούσαι να υιοθετείς το ρόλο του κυρίαρχου». Είχε δίκιο. Δεν μπορούσα να διαφωνήσω.

Kuriarxos_007s157.indd 123

9/30/13 3:37:36 PM


124

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Αυτή η γυναίκα σού χάρισε την υποταγή της, και είναι δική σου ευθύνη να αντιμετωπίσεις αυτή την υποταγή με το σεβασμό που της αρμόζει». Τον άκουσα να χτυπάει τη γροθιά του σε μια σκληρή επιφάνεια. «Γαμώτο, Ναθάνιελ, νόμιζα ότι σε είχα εκπαιδεύσει καλύτερα! Με την ίδια αδιαφορία φέρεσαι σε όλες τις υποτακτικές σου; Ξεχνώντας ότι οι ανάγκες τους έρχονται πάντα πρώτες; Πριν από τις δικές σου;» «Όχι», ψιθύρισα. «Θέλω να καταλάβεις κάτι», είπε μ’ εκείνο τον ψυχρό, ήρεμο τόνο φωνής που ήξερα ότι υποδήλωνε τη δυσαρέσκειά του. «Ότι ο μόνος λόγος που δεν παίρνω το αεροπλάνο για να έρθω στη Νέα Υόρκη και να σου μαυρίσω τον πισινό χτυπώντας σε σαράντα φορές μ’ ένα πέτσινο κουπί είναι ότι σε λίγες μέρες η Κριστίν θα φέρει στον κόσμο το πρώτο μας παιδί». Θα το είχε κάνει. Το ήξερα ότι ήταν ικανός να το κάνει. Και μολονότι δεν υπήρξε ποτέ αφέντης μου, θα τον είχα αφήσει. Θα το προτιμούσα χίλιες φορές από τον πόνο που με κατέτρωγε τώρα. Σαράντα ξυλιές μ’ ένα πέτσινο κουπί, και το βασανιστήριό μου θα έπαιρνε τέλος. Δε θα ’μενα με την οδύνη να με κατατρώει. «Δε σε πιστεύω. Πραγματικά, δε σε πιστεύω». Ο Πολ έκανε μια παύση. «Πού είναι η κοπέλα; Δώσ’ τη μου να της μιλήσω». «Δεν είναι εδώ. Είμαι στο γραφείο μου, στην πόλη». «Την άφησες στο σπίτι; Ολομόναχη;» «Ναι». Σιωπή έπεσε στη γραμμή. «Από μια μεριά», είπε εντέλει ο Πολ, «εύχομαι να μην τη βρεις εκεί όταν γυρίσεις. Εύχομαι να σ’ αφήσει». Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος φόβος μου. «Από την άλλη όμως», συνέχισε, «σκέφτομαι ότι κάτι τέτοιο θα παραήταν εύκολο για σένα. Κι έτσι, εύχομαι να είναι εκεί, και ν’ αναγκαστείς να την αντιμετωπίσεις». Παρέμεινα σιωπηλός.

Kuriarxos_007s157.indd 124

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

125

«Τι θα κάνεις;» ρώτησε ο Πολ. «Πώς θα επανορθώσεις;» Πήρα βαθιά ανάσα και του μετέφερα τα σχέδιά μου για την ημέρα. Αφού του περιέγραψα λεπτομερειακά τα πάντα και του υποσχέθηκα να του τηλεφωνήσω αργότερα, τερμάτισα την κλήση.

Πέρασα από το κυνοκομείο, πήρα τον Απόλλωνα και γύρισα στο σπίτι. Η ανακούφιση με πλημμύρισε όταν είδα κίνηση από το παράθυρο της κουζίνας. Μπήκα μέσα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα, ο Απόλλωνας όμως με προσπέρασε κι άρχισε να τρέχει προς την κουζίνα, γδέρνοντας με τα νύχια του το ξύλινο πάτωμα του διαδρόμου. Ένα πνιχτό ξεφωνητό ακούστηκε από το βάθος του, ακολουθούμενο από ένα δυνατό γουφ. Χαμογέλασα άθελά μου. Η Άμπιγκεϊλ ήταν ακόμα στο σπίτι. Και μάλιστα στην κουζίνα. Ετοιμάζοντας το μεσημεριανό. Ψωμί, αν έκρινα σωστά από τη μυρωδιά που είχε πλημμυρίσει το διάδρομο. Αυτό από μόνο του επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους μου: ότι η Άμπιγκεϊλ δεν είχε μπορέσει να καθίσει όλη τη μέρα. Και έπρεπε να καθίσει, έπρεπε να καθίσει για να διαπιστώσει ότι ο τραυματισμός της δεν ήταν τόσο άσχημος, ότι απλώς η ίδια τον είχε μεγαλοποιήσει στο μυαλό της. Πήγα στο καθιστικό και πήρα ένα μαξιλάρι από τον καναπέ. Από τη λινοθήκη του κάτω ορόφου πήρα μια στοίβα πετσέτες και τις έβαλα στο στεγνωτήριο να ζεσταθούν. Έπειτα πήγα στην τραπεζαρία και ακούμπησα το μαξιλάρι στο κάθισμα της καρέκλας που βρισκόταν δίπλα στη δική μου. Έπρεπε να πάψω να ασχολούμαι με τον εαυτό μου, και να εστιάσω την προσοχή μου σ’ εκείνη. Και έπρεπε να το κάνω άμεσα. Ένιωσα την καρδιά μου να σκίζεται στα δυο όταν είδα την Άμπιγκεϊλ να μπαίνει στην τραπεζαρία στις δώδεκα ακριβώς. Και

Kuriarxos_007s157.indd 125

9/30/13 3:37:36 PM


126

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

η καρδιά μου σκίστηκε στα δυο γιατί αίφνης συνειδητοποίησα πως υπήρχαν πολύ χειρότερα πράγματα από μια Άμπιγκεϊλ με ύφος που φανέρωνε οδύνη, φόβο, ακόμα και μίσος. Το χειρότερο ήταν η εντελώς ανέκφραστη Άμπιγκεϊλ. Αυτή που είχα τώρα εμπρός μου. Το χέρι της έτρεμε ελαφρά καθώς με σέρβιρε ακουμπώντας το πιάτο μου στο τραπέζι, το βλέμμα της όμως ήταν κενό. Είδες τι έκανες; Σκότωσες το φως της. «Φάε μαζί μου», είπα, γιατί ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσα ν’ αρθρώσω. Ξαναπήγε στην κουζίνα, δίνοντάς μου την ευκαιρία να κλείσω για μια στιγμή τα μάτια και να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου. Η Άμπιγκεϊλ ήταν ακόμα εδώ. Ήθελε να μείνει. Εξακολουθούσε να με θέλει για κυρίαρχο. Επέστρεψε στην τραπεζαρία, κι όταν τράβηξε την καρέκλα της για να καθίσει και είδε το μαξιλάρι, κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Κάθισε, Άμπιγκεϊλ. Κάθισε να δεις ότι δεν είναι τόσο άσχημα όσο νομίζεις. Κάθισε αργά, επιφυλακτικά, δοκιμάζοντας τον εαυτό της. Μπορούσα σχεδόν ν’ ακούσω τον αναστεναγμό της ανακούφισης που βγήκε από τα χείλη της καθώς καθόταν. Αν ήμουν ο κυρίαρχος που έπρεπε να είμαι, θα είχα μείνει στο σπίτι για το πρόγευμα και θα την είχα βάλει να καθίσει τότε. Φάγαμε σιωπηλοί. Και βέβαια φάγαμε σιωπηλοί – η ­Άμπιγκεϊλ δεν μπορούσε να μιλήσει σ’ αυτό το τραπέζι. Γιατί είχα διαλέξει την τραπεζαρία αντί για την κουζίνα; Γιατί είσαι δειλός. Γιατί δεν ήθελες να την ακούσεις να λέει τη γνώμη της. Κάν’ το γαργάρα τώρα και μίλησέ της. «Κοίταξέ με, Άμπιγκεϊλ». Τινάχτηκε. Σκατά. Είχαμε ξαναγυρίσει σ’ αυτό.

Kuriarxos_007s157.indd 126

9/30/13 3:37:36 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

127

Το κενό βλέμμα της συνάντησε το δικό μου. Επιστράτευσα το κουράγιο μου και συνέχισα. «Δε μου άρεσε που αναγκάστηκα να σε συνετίσω». Το σχήμα λιτότητας της χρονιάς. «Έχω κανόνες, όμως, κι όταν τους παραβαίνεις, θα σε τιμωρώ. Άμεσα και αποτελεσματικά». Όσο οδυνηρό κι αν ήταν το χτεσινό βράδυ και για τους δυο μας, αυτό το τελευταίο η Άμπιγκεϊλ έπρεπε να το βάλει καλά στο μυαλό της. Αν βέβαια ήθελε να συνεχίσει τη σχέση μας. «Και δε συνηθίζω να κάνω αναίτιες φιλοφρονήσεις, αλλά τα πήγες καλά χτες βράδυ. Πολύ καλύτερα απ’ όσο περίμενα». Τα λόγια μου πρέπει να είχαν αγγίξει μια χορδή, γιατί μια μικρούλα σπίθα τρεμόπαιξε στα μάτια της για μια ελάχιστη στιγμή. Δεν ήμουν αντάξιος αυτής της σπίθας. «Τελείωσε το φαγητό σου κι έλα να με βρεις στο χολ σε μισή ώρα. Ντυμένη μόνο με το μπουρνούζι σου». Σηκώθηκα από το τραπέζι, πήρα τις πετσέτες από το στεγνωτήριο, τις πήγα έξω, κι ύστερα άνοιξα τις βρύσες του τζακούζι. Έπειτα ξαναμπήκα στο σπίτι, πήγα στο δωμάτιό μου ν’ αλλάξω και περίμενα την Άμπιγκεϊλ στο χολ, ντυμένος μόνο με το μπουρνούζι μου. «Ακολούθησέ με», της είπα όταν εμφανίστηκε. Τα μάτια της ήταν γεμάτα ερωτηματικά, αλλά δεν είπε ούτε μια λέξη όσο διασχίζαμε το καθιστικό προς τη βεράντα. Δε δίστασε ούτε όταν άνοιξα την μπαλκονόπορτα – απλώς πέρασε το κατώφλι σαν να ήταν απόλυτα φυσιολογικό να βγαίνει κανείς έξω μόνο με το μπουρνούζι Γενάρη μήνα. Όταν φτάσαμε στο τζακούζι, στάθηκε και περίμενε οδηγίες. Την πλησίασα και οσφράνθηκα το υπέροχο άρωμά της. Ναι, η Άμπιγκεϊλ ήταν ακόμα εδώ. Ναι, μπορούσα να τα καταφέρω. Έλυσα τη ζώνη της ρόμπας της, ανυπομονώντας να δω αν η τιμωρία τής είχε αφήσει σημάδια.

Kuriarxos_007s157.indd 127

9/30/13 3:37:37 PM


128

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Σε παρακαλώ, Θεέ μου, ας μην έχει σημάδια. «Γύρνα», της είπα. Γύρισε αργά, σχεδόν ντροπαλά. «Ωραία», είπα, περνώντας την παλάμη μου στο ωχρό δέρμα των γλουτών της. «Δε θα μελανιάσει». Έβγαλα το μπουρνούζι μου κι ύστερα την έπιασα απ’ το χέρι και την οδήγησα στο τζακούζι. «Θα τσούξει λιγάκι», την προειδοποίησα. «Το τσούξιμο όμως θα περάσει γρήγορα». Έπρεπε να τη βάλω στο νερό, να την κάνω να χαλαρώσει. Άφησε μια πνιχτή κραυγούλα όταν μπήκε μέσα. Σίγουρα η επαφή με το νερό θα την έτσουζε, η δυσφορία όμως δε θα κρατούσε πολύ. Ήξερα τι χρειαζόταν το σώμα της. Ήξερα ότι μετά θα ένιωθε καλύτερα. «Δεν έχει πόνο σήμερα. Μόνο ηδονή», της είπα τραβώντας τη να καθίσει με το πλάι στα πόδια μου, έτσι που να μην πιέζονται οι γλουτοί της. Δε μου άξιζε να την έχω καθισμένη στα πόδια μου. Δεν είχα το δικαίωμα. Αλλά ήμουν ένα άπληστο κάθαρμα, και ήθελα κι άλλα. Ήθελα να μ’ αγγίξει. Ήθελα να νιώσω τα χέρια της πάνω μου. Τη φίλησα στο λαιμό. «Άγγιξέ με», της ψιθύρισα. Άγγιξέ με. Πες μου ότι είμαστε εντάξει. Πες μου ότι μπορούμε ν’ αφήσουμε πίσω μας τα χτεσινοβραδινά. Σε παρακαλώ. Ένα διστακτικό χέρι με χάιδεψε στο στέρνο, κάνοντάς με να βογκήξω από ευχαρίστηση. Ναι. Τα χέρια της κατέβηκαν πιο χαμηλά, με άδραξαν. Κράτησα την ανάσα μου. «Δύο χέρια». Έπιασε το καυλί μου και με τα δύο χέρια και το έσφιξε με δύναμη. Γαμώτο, πόσο καλά με ήξερε.

Kuriarxos_007s157.indd 128

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

129

«Μαθαίνεις γρήγορα». Τη γύρισα μαλακά για να με καβαλήσει, προσέχοντας η στάση της να είναι τέτοια ώστε να μην πέφτει πολύ βάρος στους γλουτούς της. Είχα μεθύσει από αγαλλίαση. Αγαλλίαση για το ότι ήταν ακόμα μαζί μου και αγαλλίαση για το ότι οι δυο μας μπορούσαμε να είμαστε έτσι μαζί για άλλη μια φορά. Χάιδεψα τα μπράτσα της. «Είσαι εντάξει; Αν θέλεις, μπορούμε απλώς να καθίσουμε». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Μίλησέ μου», την ικέτεψα. Βρισκόταν καθισμένη ακριβώς πάνω απ’ το καυλί μου, πράγμα που δυσκόλευε εξαιρετικά τη δια­ δικασία της λογικής σκέψης. Αν ήθελε απλώς να καθίσει, έπρεπε να μου το πει σύντομα. Πολύ σύντομα. «Θέλω...» άρχισε, ευφραίνοντάς με με τον ήχο της φωνής της «...θέλω να μ’ αγγίξεις». Δε χρειαζόταν να το πει δεύτερη φορά. Κατέβασα τα χέρια μου στην πλάτη της, χαϊδεύοντας και μαλάζοντάς τη στη διαδρομή. Οι μύες της ήταν σφιγμένοι και γεμάτοι ένταση, και ήθελα όσο τίποτα να τη νιώσω να χαλαρώνει στο άγγιγμά μου. Να χαρίσω στο σώμα της ευχαρίστηση. Τα χείλη της μισάνοιξαν καθώς κύκλωνα αργά τα στήθη της και χάιδευα τα πλευρά της. Με κοίταξε ερωτηματικά. «Τι είναι;» ρώτησα. «Μίλησέ μου». Έγλειψε τα χείλη της. «Μπορώ να σ’ αγγίξω;» Χαμογέλασα, πήρα τα χέρια της και τα ανέβασα στο στέρνο μου. «Όσο θέλεις». Για τα επόμενα λίγα λεπτά, εξερευνήσαμε ο ένας το σώμα του άλλου με απαλά χάδια, τόσο πάνω όσο και κάτω απ’ το νερό. Δε βιάστηκα, και σιγά σιγά αισθάνθηκα το κορμί της να χαλαρώνει. Εντέλει, η ένταση και η οδύνη της εξανεμίστηκαν, δίνοντας τη θέση τους στον όλο φλόγα πόνο του πόθου. Και καθώς το κορμί της ανταποκρινόταν στο άγγιγμά μου, ένιωσα και τη δική μου οδύνη

Kuriarxos_007s157.indd 129

9/30/13 3:37:37 PM


130

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

να διαλύεται. Ένιωσα και το δικό μου πόθο να αναζωπυρώνεται. Μπορείς να το κάνεις, είπα στον εαυτό μου. Ναι, μπορούσα να είμαι ο κυρίαρχός της. Είχαμε επιβιώσει από την πρώτη τιμωρία, και τώρα μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Γλίστρησα ένα δάχτυλο μέσα της κι ένιωσα την άμεση ανταπόκρισή της. «Έτοιμη είσαι, Άμπιγκεϊλ;» την πείραξα. «Ναι. Ναι, παρακαλώ», μου ψιθύρισε. Την έπιασα από τους γοφούς και την κατέβασα αργά στο καυλί μου. Ήταν πιο ζεστή απ’ το νερό. Άρχισα να την ανεβοκατεβάζω με τα χέρια μου, φροντίζοντας να μην αγγίζω τα οπίσθιά της. Εκείνη τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό μου κι έσπρωξε πάνω μου τη λεκάνη της, παίρνοντάς με ακόμα πιο βαθιά. Κράτησα σταθερούς τους γοφούς της, έτσι που να μη χρειάζεται να κινείται, κι άρχισα να μπαινοβγαίνω μαλακά μέσα της. «Άσε τη δουλειά σ’ εμένα, Άμπιγκεϊλ. Εσύ μονάχα νιώσε». Έριξε το κεφάλι της προς τα μπρος, χώνοντας τα χέρια στα μαλλιά μου και ψιθυρίζοντας ένα σιγανό «Εντάξει». Έσπρωχνα τους γοφούς μου προς τους δικούς της, ερεθίζοντάς την, βασανίζοντάς τη γλυκά. Φροντίζοντας να νιώθει όσο περισσότερη ηδονή μπορούσε μια γυναίκα στη θέση της να νιώσει. Την ένιωθα αβαρή στα χέρια μου – το νερό είχε κάνει τα μαγικά του. Είδα ιδρώτα να σχηματίζεται στο μέτωπό της κι έσπρωξα με περισσότερη δύναμη μέσα της, θέλοντας να προκαλέσω τον οργασμό της. Θέλοντας όσο τίποτα να αντικαταστήσω το χτεσινοβραδινό πόνο με ηδονή. «Χύσε για μένα», είπα καθώς μετακινούσα τη λεκάνη μου για να χωθώ ακόμα βαθύτερα μέσα της. «Άσε με να σε δω να χύνεις». Δάγκωσε το κάτω χείλος της καθώς συγκεντρωνόταν, κι ύστερα άφησε ένα βογκητό, σφίγγοντας τους μυς της γύρω μου. Βυθίστηκα ξανά μέσα της, νιώθοντας τον οργασμό της να πυροδοτεί το δικό μου, κι άφησα το σπέρμα μου να τη γεμίσει.

Kuriarxos_007s157.indd 130

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

131

Το κεφάλι της ακουμπούσε στον ώμο μου καθώς χαλαρώναμε. Όταν οι αναπνοές μας ξαναβρήκαν το φυσιολογικό ρυθμό τους, τη γύρισα να καθίσει ξανά με το πλάι στα πόδια μου, απολαμβάνοντας το ζεστό νερό και τους ατμούς, αγαλλιάζοντας με την υπέροχη αίσθηση της ηδονής που μόλις είχαμε μοιραστεί. «Ας καθίσουμε λίγο εδώ να χαλαρώσουμε», της είπα, αίφνης κουρασμένος, τόσο από τη συναισθηματική αναταραχή της προηγούμενης νύχτας όσο και από τα αντιφατικά συναισθήματα του πρωινού. Καθίσαμε σιωπηλοί στο νερό. Κανείς μας δεν ήταν έτοιμος για βαθυστόχαστες συζητήσεις – το μόνο που αποζητούσαμε ήταν η διαβεβαίωση ότι όλα εξακολουθούσαν να είναι εντάξει ανάμεσά μας. Μετά από λίγη ώρα, πρόσεξα ότι το πρόσωπό της είχε αρχίσει να κοκκινίζει και κατάλαβα ότι έπρεπε να βγει απ’ το νερό. Σηκώθηκα πρώτος, παίρνοντας μια πετσέτα και τείνοντάς την προς το μέρος της. «Άμπιγκεϊλ». Περίμενα να βγει από το τζακούζι, κι ύστερα την τύλιξα με την πετσέτα και τη σκούπισα απαλά. Πήρα μια δεύτερη πετσέτα για να σκουπιστώ κι εγώ. «Πώς νιώθεις;» τη ρώτησα, σκουπίζοντας τις γάμπες μου και προχωρώντας προς τα πάνω. Χασμουρήθηκε. «Κουρασμένη». Και βέβαια ήταν κουρασμένη – μάλλον δεν είχε κοιμηθεί πολύ το βράδυ, και μάλλον ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. «Θέλεις να πάρεις έναν υπνάκο;» τη ρώτησα. Με κοίταξε έκπληκτη και χαμογέλασε. «Ναι». Την οδήγησα πίσω στο σπίτι και της κράτησα την πόρτα να περάσει. «Άντε λοιπόν να ξεκουραστείς, και μην ανησυχείς για το αποψινό δείπνο. Θα μαγειρέψω εγώ».

Kuriarxos_007s157.indd 131

9/30/13 3:37:37 PM


132

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 12 ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟ ΒΡΑΔΥ, έκανα μια αναδρομή στο υπόλοιπο του Σαββατοκύριακου με την Άμπιγκεϊλ. Σκέφτηκα πόσο ξεκούραστη φαινόταν το Σάββατο το απόγευμα. Πόσο την είχε ενθουσιάσει το φαγητό που έφτιαξα. Πάνω απ’ όλα όμως, σκέφτηκα τη συζήτηση που είχα με τον Πολ το βράδυ του Σαββάτου. Ήταν πιο ήρεμος και, αυτή τη φορά, δε με απείλησε με σαράντα ραπίσματα. Ήξερα όμως ότι μου άξιζαν. Η Άμπιγκεϊλ έφυγε στις τρεις, και λίγο μετά ξεκίνησα για το σπίτι της Λίντα και το καθιερωμένο οικογενειακό δείπνο. Μία φορά το μήνα, ο Τζάκσον, ο Τοντ, η Ιλάινα κι εγώ συγκεντρωνόμασταν στο σπίτι της θείας μου για να φάμε μαζί. Εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ θα συζητούσαμε για το ερχόμενο Σαββατοκύριακο στη Φιλαδέλφεια. Ήθελα να κάνω έκπληξη στην Άμπιγκεϊλ, κι έτσι δεν της είχα αναφέρει τίποτα σχετικά. Όταν ερχόταν την Παρασκευή το απόγευμα, θα πηγαίναμε στο αεροδρόμιο και θα παίρναμε το ιδιωτικό μου αεροπλάνο για τη Φιλαδέλφεια. Θα περνούσαμε το Σαββατοκύριακο στην πόλη, θα παρακολουθούσαμε τον αγώνα την Κυριακή και θα γυρίζαμε στη Νέα Υόρκη την Κυριακή το βράδυ. Το τέλειο Σαββατοκύριακο. Η Ιλάινα με περίμενε στο χολ του σπιτιού της Λίντα.

Kuriarxos_007s157.indd 132

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

133

«Πού είναι η Άμπι;» με ρώτησε καθώς κρεμούσα το παλτό μου στην ντουλάπα. Και μόνο το άκουσμα του ονόματός της μ’ έκανε να χαμογελάσω. «Είχε άλλα σχέδια γι’ απόψε». Δεν την κάλεσα, ήθελα να της πω. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει υποχρεωμένη να αποδεχτεί την πρόσκληση. «Έφερε ο Τζάκσον τη Φελίσια;» Η Ιλάινα αναστέναξε, γυρίζοντας τα μάτια της στο ταβάνι. «Ο Τζάκσον δεν επέστρεψε ακόμα». «Ε, τότε, πάλι καλά που δεν ήρθε η Άμπιγκεϊλ», είπα. «Θα ένιωθε άσχημα να είναι εκείνη εδώ αλλά όχι και η Φελίσια». «Πώς είναι η Άμπι;» «Μια χαρά». Ήταν αλήθεια. Όταν έφυγε για το σπίτι της, φαινόταν να έχει συνέλθει εντελώς. Θυμήθηκα τον αποχαιρετισμό μας. «Να έχεις μια καλή εβδομάδα, Άμπιγκεϊλ», της είχα πει, περνώντας τα ακροδάχτυλά μου κατά μήκος του μπράτσου της. «Ευχαριστώ». Χαμήλωσε το βλέμμα της. «Κοίταξέ με», τη διέταξα. Της χαμογέλασα όταν το έκανε. «Στις έξι την Παρασκευή;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Στις έξι ακριβώς». «Τα λέμε τότε», είπα ανοίγοντάς της την εξώπορτα και κοιτάζοντάς τη μετά να μπαίνει στο αυτοκίνητο που περίμενε. Πέντε μέρες ακόμα. «Ναθάνιελ;» είπε η Ιλάινα. «Ε;» είπα εγώ. «Συγνώμη, είχα αφαιρεθεί. Σκεφτόμουν, εεε... το γαλλικό τοστ της Άμπιγκεϊλ». «Α, το γαλλικό τοστ. Έτσι το λέμε τώρα;» Ανοιγόκλεισα τα μάτια. «Όχι, το πραγματικό γαλλικό τοστ. Η Άμπιγκεϊλ είναι καταπληκτική μαγείρισσα». «Αστειευόμουν, Ναθάνιελ. Για όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου, χαλάρωσε λίγο». Πήγαμε στην τραπεζαρία. Αγκάλιασα τη Λίντα και τη φίλησα στο μάγουλο.

Kuriarxos_007s157.indd 133

9/30/13 3:37:37 PM


134

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Ναθάνιελ», είπε. «Ήλπιζα ότι θα έφερνες και την Άμπι». «Ίσως την επόμενη φορά. Χρειάζεσαι βοήθεια με το φαγητό;» «Όχι, με βοηθάει ο Τοντ». Ο Τοντ μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας μια πιατέλα με λαχταριστά ψητά κοτοπουλάκια, δίνοντας το σύνθημα για να κατευθυνθούμε ομαδόν προς το τεράστιο τραπέζι. «Δεν είχες πει, Ναθάνιελ», είπε η Ιλάινα καθώς έπαιρνε τη θέση της, «ότι η Άμπι δουλεύει στο παράρτημα του Κεντρικού Μανχάταν;» «Ναι, εκεί δουλεύει». «Ωραία». Άπλωσε την πετσέτα στην ποδιά της. «Θα την καλέσω να φάμε μαζί για μεσημέρι την Πέμπτη. Τι λες; Θα δεχτεί;» Κάποιο κομμάτι του εαυτού μου αναρωτιόταν πόσα ήξερε η Ιλάινα για την ιδιωτική μου ζωή. Πίστευα ότι είχα καταφέρει να κρατήσω κρυφές τις ιδιαιτερότητές της, αλλά υπήρχε κάτι στον τρόπο που με κοίταζε η Ιλάινα. Και ορισμένα από τα σχόλιά της μ’ έκαναν ν’ αναρωτιέμαι... «Είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιαστεί με την πρόσκληση», είπα. «Να σου δώσω το τηλέφωνό της;» «Όχι. Θα περάσω από κει, να της κάνω έκπληξη».

Η Ιλάινα μου τηλεφώνησε την Πέμπτη το μεσημέρι. «Μόλις μίλησα με την Άμπι. Θα βρεθούμε στο Ντελφίνα’ς σε μισή ώρα. Και θα της αποκαλύψω όλα τα σκοτεινά μυστικά σου». «Αποκάλυψέ τα», είπα γελώντας, σίγουρος ότι τίποτα απ’ αυτά που θα μπορούσε να πει η Ιλάινα στην Άμπιγκεϊλ δεν ήταν ικανό να την κάνει να το βάλει στα πόδια. Όχι μετά απ’ όλα όσα είχαν γίνει το περασμένο Σαββατοκύριακο. «Πάρε με μετά να μου πεις πώς πήγε». Κάθισα στο γραφείο μου και σκέφτηκα το ενδεχόμενο να πάω κι εγώ μια μέρα την Άμπιγκεϊλ στο Ντελφίνα’ς. Μήπως είχα φυ-

Kuriarxos_007s157.indd 134

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

135

λακίσει τον εαυτό μου –και μαζί την Άμπιγκεϊλ– σε μια σχέση που θα οριζόταν πάντα από τη σεξουαλική φύση μας; Μπορούσα να της ζητήσω να βγούμε και να περιμένω ότι θα δεχόταν; Ότι θα ήθελε κάτι παραπάνω από μένα, κάτι άλλο εκτός από το να την εξουσιάζω; Ότι θα με έβλεπε σαν άντρα και όχι μόνο σαν κυρίαρχο; Ο Πολ και η Κριστίν τα είχαν καταφέρει, ο Πολ και η Κριστίν όμως δεν είχαν το ιστορικό που είχα εγώ με την Άμπιγκεϊλ. Είχαν ξεκινήσει ως κυρίαρχος και υποτακτική και σταδιακά η σχέση τους είχε ωριμάσει σε κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Και ποιο ήταν δηλαδή το ιδιαίτερο ιστορικό που είχα εγώ με την Άμπιγκεϊλ, αναρωτήθηκα. Το ότι ονειρευόμουν ένα κορίτσι που ποτέ δεν είχα τα κότσια να πλησιάσω όπως θα έκανε κάθε φυσιολογικός άντρας; Δεν ήμουν όμως φυσιολογικός. Και ήξερα ότι δε θα γινόμουν ποτέ. Θα ήμουν πάντα κυρίαρχος. Ίσως μια μέρα κατόρθωνα να εναρμονίσω αυτές τις δύο τάσεις, ήθελα όμως πραγματικά να δοκιμάσω να το κάνω με την Άμπιγκεϊλ; Κι εκείνη; Θα ήθελε εκείνη να δοκιμάσουμε; Όχι, είπα στον εαυτό μου, ήταν καλύτερα να σκέφτομαι τη ζωή του Πολ και της Κριστίν σαν κάτι βγαλμένο από παραμύθι – κάτι που εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να έχω. Είχα αποτύχει με τη Μέλανι. Και η εμπειρία εξακολουθούσε να με στοιχειώνει. Είχα μιλήσει στη Μέλανι για τη σεξουαλική φύση μου από την αρχή κιόλας της σχέσης μας. Γνώριζε τα πάντα για τις υποτακτικές μου, τόσο γι’ αυτές στις οποίες είχα περάσει το κολάρο μου όσο και για τις υπόλοιπες. Η Μέλανι είχε πλήρη επίγνωση του σεξουαλικού παρελθόντος μου και ήταν κατενθουσιασμένη με το γεγονός ότι ήθελα να δοκιμάσω μαζί της κάτι πιο παραδοσιακό. Το σεξ με τη Μέλανι ήταν απλώς σεξ. Υπήρχε. Συνέβαινε. Και δεν είχε τίποτα το αξιοσημείωτο. Αποδίδοντας αυτό το τελευταίο

Kuriarxos_007s157.indd 135

9/30/13 3:37:37 PM


136

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

στην κυριαρχική φύση μου, είχα προσπαθήσει να πείσω τον εαυτό μου ότι το σεξ με τη Μέλανι θα καλυτέρευε με τον καιρό. Απλώς, χρειαζόμουν χρόνο για να προσαρμοστώ στο φυσιολογικό. Ποτέ δεν είχα μιλήσει στη Μέλανι για το πόσο ανικανοποίητο με άφηνε η ερωτική ζωή μας, υποπτευόμουν όμως ότι το ήξερε. Υπήρχαν φορές που με παρότρυνε να τη δέσω ή να την ξυλίσω, και πάντα αποκρινόμουν χαμογελώντας ότι ίσως το έκανα σύντομα, βέβαιος ότι αυτό το «σύντομα» δε θα ερχόταν ποτέ. Επί πέντε μήνες προσπαθούσα ν’ απαρνηθώ τον εαυτό μου, και επί πέντε μήνες η ανάγκη μου μεγάλωνε διαρκώς. Εντέλει, συνειδητοποίησα ότι είχα αρχίσει να αντιδρώ. Ότι γινόμουν απότομος με τη Μέλανι, απότομος και σκληρός. Περίμενα να έρθει η Πέμπτη. Τις Πέμπτες, η Μέλανι πάντα έτρωγε με τους γονείς της κι ύστερα περνούσε το υπόλοιπο της βραδιάς με τη γιαγιά της, η οποία ζούσε σ’ ένα συγκρότημα με ειδικές παροχές για ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Περίμενα μέχρι η ώρα να πάει εφτά, κι ύστερα πήρα το κλειδί του δωματίου των παιχνιδιών και μπήκα στο χώρο που απέφευγα όπως ο διάβολος το λιβάνι τους τελευταίους πέντε μήνες. Τριγύρισα στο δωμάτιο, αγγίζοντας τον εξοπλισμό μου, αφήνοντας τις αναμνήσεις να με κατακλύσουν. Μπήκα στον πειρασμό να καλέσω μερικούς γνωστούς από την κοινότητα και να παίξουμε λίγο –μόνο για μια φορά–, ήξερα όμως ότι τελικά δε θα μπορούσα να το κάνω. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο στη Μέλανι. Κι αν έπαιζα ξανά, θα ένιωθα εντελώς αποτυχημένος. Είχα πει στη Μέλανι ότι είχα αφήσει το παρελθόν πίσω μου, και το εννοούσα. Αν ήταν έτσι, γιατί διατηρούσα το δωμάτιο των παιχνιδιών; Γιατί δεν είχα πετάξει τα πάντα στα σκουπίδια; Γιατί ήξερα ότι δεν μπορούσα να τα απαρνηθώ. Ότι δεν μπορούσα ν’ απαρνηθώ τη φύση μου.

Kuriarxos_007s157.indd 136

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

137

Πήρα ένα καστόρινο μαστίγιο από τον τοίχο και πέρασα τα δάχτυλά μου στις ουρές του, αναπολώντας την τελευταία φορά που το είχα χρησιμοποιήσει. Λίγο καιρό μετά από το χωρισμό μου με την Μπεθ, είχα καλέσει στο σπίτι δύο καλούς φίλους μου από το Χώρο, έναν κυρίαρχο με την υποτακτική του. Δεν αργήσαμε να βρεθούμε στο δωμάτιο των παιχνιδιών και, λίγες ώρες μετά, η σκηνή είχε ανάψει. Η Τζεν ήταν γονατισμένη μπροστά στον Κάρτερ, με το καυλί του στο στόμα της. Ανταποκρινόμενος στο αίτημα του Κάρτερ, εγώ χτυπούσα την Τζεν μ’ ένα καστόρινο μαστίγιο. Συγχρόνιζα τα ραπίσματά μου με τις βυθίσεις του Κάρτερ στο στόμα της Τζεν, έχοντας όλη μου την προσοχή εστιασμένη σ’ εκείνη – στο ρυθμό της αναπνοής της, στις αντιδράσεις, στις κινήσεις της. Η στύση μου γινόταν όλο και πιο οδυνηρή καθώς περίμενα τον Κάρτερ να τελειώσει στο στόμα της. Ο Κάρτερ, όμως, δε φαινόταν να βιάζεται. Είχε τα χέρια του χωμένα στα μαλλιά της και προσπαθούσε να παρατείνει τη σκηνή όσο περισσότερο μπορούσε. «Γαμώτο, Ναθάνιελ», είπε. «Το στόμα της είναι τόσο καυτό. Αν θέλεις να σε υπηρετήσει, δεν έχω κανένα πρόβλημα». Γνώριζα πολλούς κυρίαρχους που μοιράζονταν με άλλους τις υποτακτικές τους και, ενώ αυτό δε μ’ ενοχλούσε, ποτέ μου δε θέλησα ν’ ακολουθήσω το παράδειγμά τους. Άραγε θα ήταν υποκριτικό από μέρους μου να δεχτώ την προσφορά του Κάρτερ; Εστίασα ξανά την προσοχή μου στην Τζεν. Η ένταση του κορμιού της πρόδιδε την προσπάθειά της να ελέγξει τη διέγερσή της. Γαμώτο. Την ερέθιζα με το μαστίγιο. Την καύλωνα. Η στύση μου τσίτωνε το μπλουτζίν μου. Θα το έκανα; «Έτσι, Τζένι μου», είπε ο Κάρτερ. «Έτσι, κορίτσι μου – άγρια και δυνατά». Η Τζεν μετακίνησε το σώμα της και οι κινήσεις μας συγχρο-

Kuriarxos_007s157.indd 137

9/30/13 3:37:37 PM


138

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

νίστηκαν – οι βυθίσεις του Κάρτερ, οι κινήσεις της Τζεν και το μαστίγιό μου. «Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο», είπε λαχανιασμένος ο Κάρτερ. «Πες μου, Ναθάνιελ, τι θες, αλλά πες το τώρα. Είναι κρίμα να το χάσεις αυτό – κρίμα να μη γαμήσεις το στόμα της». Κατέβασα το φερμουάρ του παντελονιού μου. «Ναθάνιελ!» Η φωνή της Μέλανι διέκοψε την ανάμνησή μου. Άνοιξα τα μάτια. Κατέβασα το μαστίγιο. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει, αλλά κάποια στιγμή στη διάρκεια της ονειροφαντασίας μου, είχα ξεκουμπώσει το παντελόνι μου και τον έπαιζα. «Τι διάολο!» στρίγκλισε η Μέλανι. Είχε μπει στο δωμάτιο των παιχνιδιών και στεκόταν απέναντί μου, με τις γροθιές φυτεμένες στους γοφούς της και το αίμα να έχει στραγγίσει εντελώς από το πρόσωπό της. «Περίμενέ με κάτω», είπα, κουμπώνοντας το παντελόνι μου. «Δεν πάω πουθενά αν δε μου πεις...» «Τώρα!» Ξεφυσώντας, η Μέλανι έκανε μεταβολή κι έφυγε βροντώντας με δύναμη τα πόδια της. Βγήκα απ’ το δωμάτιο κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Τη βρήκα να με περιμένει στο καθιστικό βηματίζοντας νευρικά. «Θέλεις να μου εξηγήσεις τι στο διάβολο ήταν αυτό που μόλις είδα;» Σωριάστηκα στον καναπέ. Ένιωθα εκατό χρονών. «Το ήξερες. Ήξερες ποιος ήμουν. Δεν το κράτησα μυστικό». «Μου είπες ότι θα προσπαθούσες. Ότι θα έπαυες να το κάνεις». Στάθηκε πλάι στο τζάκι. «Δεν έκανα τίποτα, Μέλανι». «Δε μου φάνηκε για “τίποτα”. Τι... τι... ήταν αυτό το πράγμα που κρατούσες;»

Kuriarxos_007s157.indd 138

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

139

«Μαστίγιο». «Μαστίγιο;» ρώτησε κατάπληκτη. «Μαστιγώνεις τον κόσμο;» «Μη με κοιτάς έτσι. Η αίσθηση είναι ωραία αν ο μαστιγωτής ξέρει τι κάνει». «Και να υποθέσω ότι εσύ ξέρεις, ε;» «Και βέβαια ξέρω!» Ένιωσα το θυμό να φουντώνει μέσα μου. «Ασχολούμαι μ’ αυτό εδώ και πάρα πολύ καιρό». Η Μέλανι ξεφύσηξε ξανά και μου γύρισε την πλάτη. «Αυτό το δωμάτιο. Αυτό το δωμάτιο με όλα εκείνα τα πράματα... δεν ήξερα...» Οι ώμοι της κρέμασαν. «Πέρασα χωρίς να τηλεφωνήσω για να σου κάνω έκπληξη. Δεν πήγα στη γιαγιά – ήθελε να πάει η μαμά μου. Ε, τώρα, φαντάζομαι ότι η έκπληκτη είμαι εγώ, ε;» Σηκώθηκα απ’ τον καναπέ και την αγκάλιασα. «Με συγχωρείς, Μέλανι. Δεν περίμενα να έρθεις. Απλώς ήθελα... απλώς ήθελα να θυμηθώ. Πίστευα ότι θα με βοηθούσε. Ότι θα μας βοηθούσε. Δεν ήθελα να ξέρεις». Η Μέλανι έκλαιγε. Ήμουν η αιτία των δακρύων της, και μισούσα τον εαυτό μου γι’ αυτό. «Μέλανι», της ψιθύρισα. «Γι’ αυτό δεν ήθελα ποτέ να δοκιμάσω τέτοια πράγματα μαζί σου. Ήξερα ότι δε θα σου άρεσαν. Ότι απλώς δε θα... δε θα μπορούσε να λειτουργήσει». Όπως ακριβώς και η σχέση μας. Η σχέση μας δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Γύρισε να με κοιτάξει, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. «Μπορώ να προσπαθήσω, Ναθάνιελ. Σε παρακαλώ, άφησέ με να προσπαθήσω». «Μη. Εγώ σε παρακαλώ. Το λάθος δεν είναι δικό σου. Εγώ φταίω». Χάιδευα την πλάτη της όσο έκλαιγε. «Το λάθος είναι όλο δικό μου». Συνεχίσαμε τις προσπάθειες για ένα μήνα ακόμα. Προσποιούμενοι ότι όλα ήταν καλά. Κοιμόμασταν μαζί, βγαίναμε, προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε εκείνη τη συγκεκριμένη Πέμπτη. Δεν πέτυχε.

Kuriarxos_007s157.indd 139

9/30/13 3:37:37 PM


140

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Εγώ ήμουν αυτός που ήμουν και η Μέλανι ήταν αυτή που ήταν. Της είπα ότι της άξιζε κάποιος καλύτερος από μένα. Κάποιος που θα μπορούσε να την αγαπήσει με τον τρόπο που της άξιζε ν’ αγαπηθεί. Κάποιος που δε θα είχε ανάγκη τον τρελό τρόπο ζωής που είχα ανάγκη εγώ. Με ικέτεψε να της περάσω κολάρο, να δοκιμάσουμε να παίξουμε, μου ήταν αδύνατο όμως να το κάνω. Βαθιά μέσα μου, ήξερα ότι η Μέλανι δεν είχε τάσεις υποταγής. Δε θα γινόταν ποτέ της υποτακτική. Όπως ήξερα ότι εγώ θα ήμουν πάντα κυρίαρχος. Το τηλέφωνό μου χτύπησε, επαναφέροντάς με στο παρόν. Κοίταξα την αναγνώριση κλήσης. Ήταν η Ιλάινα. «Έλα, Ιλάινα», είπα. «Τι γίνεται;» «Αποκάλυψα στην Άμπι όλα τα φρικτά μυστικά σου, και δεν την ένοιαξε στο ελάχιστο». «Ήμουν σίγουρος. Τζάμπα ο κόπος σου, ε;» «Αυτή η κοπέλα μ’ αρέσει πολύ, Ναθάνιελ. Κοίτα να μην τη χάσεις». «Δεν έχω σκοπό. Πού είσαι;» «Μόλις φύγαμε από το Ντελφίνα’ς. Εγώ πηγαίνω να δω τη Λίντα, και η Άμπι μόλις μπήκε σ’ ένα... Άμπι!» ούρλιαξε ξαφνικά η Ιλάινα. «Σταμάτα!» Τινάχτηκα πάνω, στέλνοντας την καρέκλα του γραφείου μου να κοπανήσει πάνω στο παράθυρο. «Ιλάινα!» Από την άλλη άκρη της γραμμής, άκουσα ένα δυνατό τρακάρισμα κι ύστερα ένα σιγανό βογκητό από τα χείλη της Ιλάινα: «Ω Θεέ μου. Άμπι». «Ιλάινα!» φώναξα στο ακουστικό. «Πού είναι η Άμπι; Τι έγινε;» Δε μου απαντούσε. «Ιλάινα!» «Ω Θεέ μου, Ναθάνιελ», μου είπε. «Η Άμπι. Είναι... είναι άσχημα». Ένιωσα λες και η καρδιά μου βρισκόταν σφιγμένη στη γροθιά

Kuriarxos_007s157.indd 140

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

141

του πιο δυνατού ανθρώπου του κόσμου. Δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω, και στο μυαλό μου υπήρχε μονάχα μια σκέψη. Η Άμπι. Η Άμπι. Η Άμπι.

Kuriarxos_007s157.indd 141

9/30/13 3:37:37 PM


142

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 13 «ΙΛΑΪΝΑ!» ΦΩΝΑΞΑ ΞΑΝΑ, αλλά δε μου απάντησε. Από την άλλη άκρη της γραμμής άκουσα πανικόβλητες φωνές και μια πόρτα αυτοκινήτου να κλείνει με δύναμη. «Ιλάινα!» Τι είχε πάθει η Άμπι; Τι εννοούσε η Ιλάινα λέγοντας ότι ήταν «άσχημα»; Ήταν η Άμπι στο τρακάρισμα που μόλις είχα ακούσει; Και τότε άκουσα τις φωνές. «Καλέστε ασθενοφόρο!» «Αναπνέει η κοπέλα;» «Πιάνεις σφυγμό;» Αν αναπνέει; Αν έχει σφυγμό; Η Άμπι; «Ιλάινα!» φώναξα. Τίποτα. «Άμπι», άκουσα εντέλει την Ιλάινα να λέει. Ο τόνος της φωνής της δε με καθησύχασε. Τέντωσα τ’ αφτιά μου για ν’ ακούσω κι άλλα. «Ξύπνα, Άμπι. Ξύπνα». «Μην τη μετακινείτε», άκουσα κάποιον άλλο να λέει. «Μπορεί να έσπασε ο αυχένας της». Άρχισα να τρέμω σύγκορμος. Τα γόνατά μου είχαν κοπεί. Να έσπασε ο αυχένας της; Της Άμπι; Άπλωσα να πάρω τα κλειδιά μου με χέρια που έτρεμαν. Να έπαιρνα το αυτοκίνητο ή καλύτερα ταξί;

Kuriarxos_007s157.indd 142

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

143

«Ιλάινα!» προσπάθησα ξανά. Σήκωσα τα κλειδιά μου κι αυτά ξανάπεσαν στο γραφείο μου. «Ιλάινα! Μίλα μου, που να πάρει!» Ξανασήκωσα τα κλειδιά, κι αυτή τη φορά κατάφερα να τα κρατήσω. Το αυτοκίνητο. Θα έπαιρνα το αυτοκίνητο. «Είναι ζωντανή, Ναθάνιελ», είπε η Ιλάινα κλαίγοντας με λυγμούς. Τα κλειδιά ξανάπεσαν απ’ το χέρι μου. Ζωντανή; Γιατί; Υπήρχε καμιά αμφιβολία για το αν θα ήταν; Βούτηξα τα κλειδιά και τα έχωσα στην τσέπη μου. «Πού είσαι;» ρώτησα την Ιλάινα καθώς έβγαινα σκοντάφτοντας στον προθάλαμο. «Κύριε Γουέστ!» Η Σάρα πετάχτηκε απ’ το γραφείο της. «Φεύγω! Δεν ξέρω πότε θα γυρίσω». Μίλησα ξανά στο τηλέφωνο. «Πού, Ιλάινα;» «Στο Λένοξ», μου απάντησε μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή. «Θα τους πω να την πάνε εκεί. Και θα τηλεφωνήσω στη Λίντα».

Δε θυμάμαι πολλά από το νοσοκομείο. Στη διαδρομή, προσπάθησα αρκετές φορές να τηλεφωνήσω στην Ιλάινα, αλλά δεν απαντούσε. Ούτε κι η Λίντα σήκωνε το τηλέφωνό της. Πάρκαρα στο χώρο στάθμευσης, βγήκα όπως όπως από το αυτοκίνητο κι έτρεξα στα Επείγοντα. Είχε φτάσει άραγε, ή ακόμα; Γιατί δεν απαντούσε στο τηλέφωνο η Ιλάινα; Γιατί η Άμπι είχε χειροτερέψει. Ήθελα να κάνω εμετό. Είχε χειροτερέψει. Ή είχε σπάσει τον αυχένα της. Ή ο σφυγμός της... Δεν μπορούσα να το σκέφτομαι αυτό. Απλώς δεν μπορούσα. Όρμησα στην Υποδοχή του νοσοκομείου και η ρεσεψιονίστ σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε. Ευτυχώς, την ήξερα. Την αναγνώριζα από προηγούμενες επισκέψεις μου στη Λίντα. «Κύριε Γουέστ», μου είπε. «Πώς εί...»

Kuriarxos_007s157.indd 143

9/30/13 3:37:37 PM


144

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Ήρθα να δω μια ασθενή». Το βλέμμα μου σάρωνε πανικόβλητο την αίθουσα. «Όνομα;» «Άμπιγκεϊλ Κινγκ». «Δεν τη βρίσκω εδώ», είπε η γυναίκα κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή της. «Ίσως να την έφεραν πριν από λίγο και να μην έχει γίνει ακόμα εισαγωγή». «Ναι!» φώναξα χωρίς να το θέλω. Ανάθεμά τους, πότε θα με άφηναν να περάσω στα Επείγοντα; «Τώρα την έφεραν». «Περιμένετε». Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου της. Να περιμένω; Να περιμένω; Είχαν τρελαθεί όλοι; Η ρεσεψιονίστ άρχισε να μιλάει χαμηλόφωνα στο ακουστικό της, κάνοντας μια συζήτηση που μου φάνηκε ότι κράτησε αιώνες. Εντέλει, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε. «Είναι στα Επείγοντα, στην Αίθουσα 4. Θα σας περάσω, αλλά θα πρέπει να περιμένετε στο διάδρομο». Επιτέλους. Η ρεσεψιονίστ πάτησε ένα κουμπί, η πόρτα στα δεξιά μου άνοιξε κι εγώ όρμησα μέσα. Είχα ξαναπάει στα Επείγοντα, τις περισσότερες φορές για να δω τη Λίντα. Διέσχισα τρέχοντας το διάδρομο κι έστριψα αριστερά. Γιατροί και νοσοκόμες κινούνταν βιαστικά γύρω μου, το δικό μου βλέμμα όμως ήταν καρφωμένο στην αίθουσα στο τέρμα του διαδρόμου. Άμπι! Να μπορούσα μόνο να φτάσω σ’ αυτή την αίθουσα. Μόνο να φτάσω ως εκεί. Πόσο μακρύς ήταν πια αυτός ο διάδρομος; «Ναθάνιελ!» Η Ιλάινα ήρθε κοντά μου σχεδόν τρέχοντας. «Είναι καλά. Θα γίνει καλά». Την έσπρωξα στην άκρη και άνοιξα την πόρτα. «Άμπι! Άμπι!» Κι έπειτα κοκάλωσα στη θέση μου. Η ιατρική ομάδα εργαζόταν πυρετωδώς. Γιατροί και νοσοκό-

Kuriarxos_007s157.indd 144

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

145

μες μετακινούνταν διαρκώς στο δωμάτιο, μιλώντας ασταμάτητα. Στο επίκεντρο της προσοχής τους βρισκόταν η Άμπι. Κειτόταν γυμνή, ακίνητη σαν τον ίδιο το θάνατο, και το αίμα που έτρεχε απ’ το κεφάλι της είχε μουλιάσει το λευκό σεντόνι στο κρεβάτι. Το σώμα της κινούνταν μόνο όταν κάποιος την άγγιζε. Φαινόταν τόσο ευάλωτη. Τόσο εύθραυστη. Άμπι; Κρατήθηκα από το κούφωμα της πόρτας για να στηριχτώ. Μπερδεμένες φωνές. Κάτι μεταλλικό. «Έλαβα την κλήση πριν από ώρες», είπε μια βαθιά ανδρική φωνή. «Μας πήρε πολύ χρόνο να κατεβούμε στο χαντάκι. Δύσκολο να έχουν επιζήσει – πολύ δύσκολο». Δεν μπορούσα ν’ ανοίξω τα μάτια μου. Το κεφάλι μου πονούσε τόσο πολύ. Πού ήταν η μαμά; Πού ήταν ο μπαμπάς; Γιατί είχαν πάψει να μιλάνε; «Μάλλον χτύπησαν στον πάγο. Κι απ’ τη στιγμή που έπεσαν στο χαντάκι, δεν είχαν ελπίδα». «Ένας άντρας και μία γυναίκα. Φαίνονται τελειωμένοι. Κι όλο αυτό το αίμα... Χριστέ μου...» «Είναι ένα παιδί στην πίσω θέση!» Οι φωνές δεν ήταν του μπαμπά ή της μαμάς. Πού ήταν η μαμά μου και ο μπαμπάς μου; Ποιοι ήταν αυτοί οι ξένοι; Τι είχε γίνει; Μισάνοιξα το ένα μάτι. Το κεφάλι μου πονούσε λιγότερο αν κουνούσα μόνο το μάτι μου. «Ε, εσύ! Βγες έξω! Απαγορεύεται η είσοδος εδώ!» Ανάγκασα τον εαυτό μου να επιστρέψει στο παρόν και κοίταξα την Άμπι. Ανέπνεε; Έλεγχαν τον ορό της, της έπαιρναν την πίεση, τη συνέδεαν με μηχανήματα. Καλό δεν ήταν αυτό; Το κακό ήταν όταν όλα αυτά σταματούσαν. «Είμαι ο Ναθάνιελ Γουέστ», κατάφερα εντέλει να πω. «Ο ανιψιός της Λίντα». «Δε με νοιάζει ποιος είσαι! Και ο Θεός ο ίδιος να ’σαι, απαγορεύεται να βρίσκεσαι εδώ!»

Kuriarxos_007s157.indd 145

9/30/13 3:37:37 PM


146

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έμεινα στη θέση μου, ανίκανος να πάρω τα μάτια μου από την Άμπι και το αίμα. Απ’ όλο αυτό το αίμα... «Γιατί δεν...» άρχισα. «Μη με κάνεις να φωνάξω την ασφάλεια!» Δύο χέρια μ’ έπιασαν μαλακά απ’ τους ώμους. «Νέιτ». «Λίντα!» Γύρισα απότομα. «Είναι καλά; Θα γίνει καλά; Γιατί δε σταματάνε την αιμορραγία;» «Μην ανησυχείς για την Άμπι. Και άσε τους γιατρούς να κάνουν τη δουλειά τους». Μ’ έσπρωξε προς την πόρτα. «Δεν επιτρέπεται να είσαι εδώ. Θα έρθω κι εγώ έξω σε λίγο». Η πόρτα έκλεισε πίσω μου και γύρισα να κοιτάξω την Ιλάινα. Τα βαμμένα μάτια της είχαν μουντζουρωθεί απ’ το κλάμα, και ρουφούσε διαρκώς τη μύτη της. «Είναι εντάξει;» Γύρισα ξανά προς την κλειστή πόρτα. «Δεν ξέρω». Ο χρόνος σταμάτησε. Μετρούσα το πέρασμά του με τις αναπνοές μου. Μετρούσα προσπαθώντας να κάνω την Άμπι να συνεχίσει ν’ αναπνέει με τη δύναμη της θέλησής μου. Κανείς δεν έμπαινε στην αίθουσα. Αλλά ούτε έβγαινε. Ήταν καλό αυτό; Τι θα έκανα αν πάθαινε κάτι η Άμπι; Δε θα πάθαινε τίποτα. Δε γινόταν να πάθει. Όχι τώρα. Όχι τώρα που είχε επιτέλους μια θέση στη ζωή μου. Αν δεν την ξανάβλεπα ποτέ... Κόφ’ το! Έσκυψα και άδραξα τα γόνατά μου. Δεν έπρεπε να σκέφτομαι έτσι. Δε θα σκεφτόμουν έτσι. Εντέλει, η πόρτα άνοιξε. Η Άμπι βγήκε, πάνω στο κυλιόμενο φορείο. «Τι συμβαίνει;» ρώτησα, τρέχοντας κοντά της. Εξακολουθούσε να μην έχει τις αισθήσεις της, αλλά το αίμα είχε καθαριστεί. Ή, τέλος πάντων, το περισσότερο. «Είναι καλά;» Γιατί δε μου απαντούσε κανείς; «Άμπι», είπα, προχωρώντας δίπλα στο φορείο.

Kuriarxos_007s157.indd 146

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

147

«Ναθάνιελ. Ιλάινα», είπε η Λίντα πίσω μας. «Ελάτε να καθίσουμε». Έδειξα προς το φορείο, που συνέχιζε την πορεία του κατά μήκος του διαδρόμου. «Θέλω να...» «Το ξέρω, αλλά δεν μπορείς να πας». Η Λίντα κάθισε σ’ έναν πάγκο, χτυπώντας την παλάμη της στη θέση δίπλα της. «Έλα να καθίσεις». «Ω Θεέ μου». Ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται ξανά και αγωνίστηκα να πάρω ανάσα. «Είναι άσχημα. Τα νέα είναι άσχημα». «Ναθάνιελ!» είπε η Λίντα, πιο αυστηρά αυτή τη φορά. «Η Άμπι θα γίνει καλά. Κάθισε». Κάθισα. «Δεν έχει σπάσει τίποτα», άρχισε η Λίντα καθώς η Ιλάινα καθόταν στ’ αριστερά της. «Πιστεύουμε ότι έπαθε διάσειση, αλλά μόνο με μία αξονική θα μπορέσουμε να εξακριβώσουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης». «Γιατί δεν ξυπνάει;» ρώτησε η Ιλάινα. «Ο εγκέφαλος είναι αξιοθαύμαστο όργανο», είπε η Λίντα, σε απαλό, παρηγορητικό τόνο. «Ξέρει τι χρειάζεται το σώμα, ακόμα κι όταν εμείς οι υπόλοιποι δεν το καταλαβαίνουμε. Είμαι σίγουρη ότι η Άμπι θα ξυπνήσει σύντομα. Θα την πάνε στον πέμπτο όροφο, στην έβδομη πτέρυγα. Γιατί δεν πάτε να την περιμένετε εκεί;» Η Λίντα σηκώθηκε. «Και κάποιος πρέπει να ειδοποιήσει τη Φελίσια».

Μία ώρα αργότερα, μετέφεραν την Άμπι στο δωμάτιό της. Ακολούθησα το φορείο, αγωνιώντας να τη δω, αγωνιώντας να την αγγίξω. Την έβαλαν στο κρεβάτι, και μία νοσηλεύτρια έμεινε για να ελέγξει τα ζωτικά της σημεία. «Ξύπνησε;» τη ρώτησα. «Όχι ακόμα, κύριε Γουέστ», είπε η νοσοκόμα σκεπάζοντας την

Kuriarxos_007s157.indd 147

9/30/13 3:37:37 PM


148

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Άμπι με το σεντόνι και γυρίζοντας μετά να φύγει. «Θα ξαναπεράσω αργότερα. Ειδοποιήστε με αν ξυπνήσει». Πλησίασα αργά στο κρεβάτι της. Το σεντόνι ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό της αναπνοής της. Το κεφάλι της είχε επιδέσμους σ’ ένα σημείο. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο αμυχές. Άπλωσα το χέρι κι έδιωξα μ’ ένα χάδι τα μαλλιά από το μέτωπό της. Η Άμπι βόγκηξε. «Ξύπνα, ομορφιά μου», την ικέτεψα. «Κάνε μου τη χάρη να ξυπνήσεις». Τίποτα. «Τι στο διάβολο γυρεύεις εδώ;» Γύρισα απότομα. Η Φελίσια. «Καλά είναι», είπα χαμογελώντας. «Η Άμπιγκεϊλ θα γίνει καλά». «Η Άμπιγκεϊλ», σάρκασε η Φελίσια, φτύνοντας τις λέξεις. «Άμπι τη λένε. Σε κρεβάτι νοσοκομείου είναι, κι εσύ δεν μπορείς καν να πεις το όνομά της. Από την αρχή το ήξερα ότι έχεις την καρδιά ενός γαμημένου κτήνους». Έβαλε τα χέρια στους γοφούς της. «Δεν ξέρω καν γιατί έκανες τον κόπο να εμφανιστείς!» Έσφιξα τα δόντια. «Κι εγώ δεν ξέρω τι είναι αυτά που λες!» Η Φελίσια έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου. «Τα ξέρω όλα για σένα και την Άμπι. Για τα παιχνιδάκια που παίζετε τα Σαββατοκύριακα. Απλώς ικανοποιεί τις διεστραμμένες ορέξεις σου – κι αυτό είν’ όλο». Δεν είχε νόημα να διαφωνήσω, να προσπαθήσω να δικαιολογηθώ για τη ζωή μου. Ήταν λάθος να μαλώνουμε μπροστά στην Άμπι, ακόμα κι αν δεν είχε τις αισθήσεις της. «Δεν ξέρεις τίποτα για μας», είπα. «Ωραία λοιπόν!» είπε χτυπώντας το πόδι της κάτω. «Γιατί δε με διαφωτίζεις;» Απομακρύνθηκα από το προσκέφαλο της Άμπι. «Αρνούμαι να σου δώσω λογαριασμό, Φελίσια», είπα, κατακεραυνώνοντάς τη με

Kuriarxos_007s157.indd 148

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

149

το βλέμμα. «Σε κανέναν δε δίνω λογαριασμό. Για την περίπτωση όμως που δεν το έχεις καταλάβει, νοιάζομαι πολύ γι’ αυτήν εδώ τη γυναίκα και δε θα σ’ αφήσω να...» «Κύριε Γουέστ!» με διέκοψε μια νοσοκόμα. «Ακούγεστε σε όλο το διάδρομο. Θα πρέπει να σας παρακαλέσω και τους δύο να ηρεμήσετε, και τον έναν από εσάς να βγει απ’ το δωμάτιο. Ενοχλείτε τους ασθενείς. Και η αναστάτωση δεν κάνει καλό στην κυρία Κινγκ». Η Φελίσια μ’ έδειξε με το δάχτυλο. «Εσύ να φύγεις. Εγώ μόλις ήρθα». Κατένευσα. «Έχεις είκοσι λεπτά». Βγήκα να βρω την Ιλάινα και τη Λίντα στην αίθουσα αναμονής. «Τι έδειξε η αξονική;» ρώτησα. «Ναθάνιελ», είπε η Λίντα. «Αν εσύ και η Φελίσια δεν μπορείτε να συγκρατηθείτε, ένας από τους δυο σας θα πρέπει να φύγει». Με κοίταξε αυστηρά. «Κι αυτός ο ένας θα είσαι εσύ, αφού η Άμπι έχει καταχωρίσει τη Φελίσια ως πλησιέστερη επαφή». Αναστέναξα. «Κατάλαβα». «Χαίρομαι γι’ αυτό. Όσο για την αξονική, έδειξε μετρίου βαθμού διάσειση. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε τώρα είναι να την ξυπνήσουμε». «Πότε θα γίνει αυτό; Πότε θ’ ανοίξουν αυτά τα όμορφα μάτια;» «Λογικά, όπου να ’ναι. Θα πάω να τη δω μόλις φύγει η Φελίσια». Μ’ έπιασε απ’ τον ώμο. «Η Άμπι θα γίνει καλά, Ναθάνιελ. Μην ανησυχείς». «Ευχαριστώ». Η Λίντα έφυγε κι εγώ στράφηκα στην Ιλάινα. «Πες μου τι έγινε».

Ο αναθεματισμένος ο οδηγός είχε παραβιάσει το στοπ. Εξακολουθούσα να βγάζω καπνούς από το θυμό μου όταν η Φελίσια βγήκε απ’ το δωμάτιο της Άμπι.

Kuriarxos_007s157.indd 149

9/30/13 3:37:37 PM


150

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Με κοίταξε γυρίζοντας το κάτω χείλος της προς τα έξω. «Είκοσι λεπτά. Πάω να τηλεφωνήσω στον πατέρα της». Πίσω μου, η Λίντα άφησε ένα γελάκι και σπρώξαμε μαζί την πόρτα για να μπούμε στο δωμάτιο. Η Άμπι κειτόταν ακίνητη. Εστίασα στην κίνηση του σεντονιού. Εξακολουθούσε να αναπνέει. Ήταν καλά. Παραμέρισα για ν’ αφήσω τη Λίντα να την εξετάσει. Πότε θα ξυπνούσε; Γιατί δεν ξυπνούσε; Κι αν ο εγκέφαλός της είχε πάθει κάποια βλάβη που δεν είχε φανεί στην αξονική; Κι αν δεν ξυπνούσε ποτέ; Άρχισα ν’ απαγγέλω μέσα μου, ταιριάζοντας τη μονολεκτική παράκλησή μου στο ρυθμό της αναπνοής της. Ξύπνα. Ξύπνα. Ξύπνα. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν. Έλα, σε παρακαλώ. «Άμπι;» ρώτησε η Λίντα. Τα μάτια της άνοιξαν. Παραλίγο να πέσω στα γόνατα από ευγνωμοσύνη. Έγλειψε τα χείλη της. «Δόκτορ Κλαρκ;» Η φωνή της ήχησε βραχνή. «Είσαι στο νοσοκομείο, Άμπι. Πώς αισθάνεσαι;» Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά ο πόνος την έκανε να μορφάσει. Μην κουνιέσαι, Άμπι, δεν είναι ανάγκη. Είσαι καλά, κι αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία. Η ανακούφιση με πλημμύρισε. Ήρεμα, Άμπι, ήρεμα. «Δεν πρέπει να είμαι και τόσο καλά, για να έχω τη διευθύντρια του νοσοκομείου στο δωμάτιό μου». «Ή αυτό ή είσαι πολύ σημαντική». Η Λίντα παραμέρισε για να μπορέσει η Άμπι να με δει.

Kuriarxos_007s157.indd 150

9/30/13 3:37:37 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

151

Ο ενθουσιασμός έκανε τα μάτια της να λάμψουν. Θεέ μου, πόσο όμορφη ήταν. Το μισό κεφάλι της ήταν μπανταρισμένο, οι μώλωπες και τα γδαρσίματα στο πρόσωπό της θα έκαναν μέρες να εξαφανιστούν, και παρ’ όλ’ αυτά ήταν το ομορφότερο πλάσμα που είχα δει στη ζωή μου. Κι αυτό το πλάσμα χαιρόταν που μ’ έβλεπε. «Γεια», μου είπε. Προχώρησα αργά προς το μέρος της, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα συναισθήματα που με πλημμύριζαν. Πήρα το χέρι της στο δικό μου. Ήταν τόσο ωραίο να την αγγίζω. «Με τρόμαξες». «Συγνώμη». Συνοφρυώθηκε. «Τι έγινε;» Δε θυμόταν. Κι αν είχε πάθει αμνησία; Αλλά θυμόταν εμένα, θυμόταν τη Λίντα. Ήταν μια χαρά. Αυτό δεν έπρεπε να πάψω να το θυμίζω στον εαυτό μου. «Ένα απορριμματοφόρο τράκαρε το ταξί σου», είπα. «Ο αναθεματισμένος ο οδηγός δε σταμάτησε στο στοπ». «Υπέστης μετρίου βαθμού διάσειση, Άμπι», είπε η Λίντα. «Θα σε κρατήσω απόψε. Ήσουν περισσότερο βυθισμένη απ’ ό,τι συνηθίζεται στις περιπτώσεις απλής διάσεισης, αλλά δεν υπάρχει εσωτερική αιμορραγία. Και δεν έσπασες τίποτα. Θα πονάς για λίγες μέρες – αυτό είναι όλο». «Είναι εδώ η Φελίσια; Μου φάνηκε ότι την άκουσα», είπε η Άμπι. Ζάρωσα. Όχι ακόμα. Ακόμα δεν ήμουν έτοιμος να την παραδώσω στη Φελίσια. Η Λίντα την κοίταξε χαμογελώντας. «Καινούριος κανονισμός του νοσοκομείου. Απαγορεύεται ο συγχρωτισμός του Ναθάνιελ και της Φελίσια σε χώρους όπου είναι ανέφικτο να τηρηθεί μεταξύ τους απόσταση μεγαλύτερη των έξι μέτρων». Έτσι, ρίχ’ το στην πλάκα. Καλή κίνηση, Λίντα. «Μια μικρή παρεξήγηση ήταν», είπα. «Η Φελίσια είναι με την Ιλάινα – ειδοποίησαν τον μπαμπά σου, και βρίσκονται σε τηλεφωνική επαφή μαζί του».

Kuriarxos_007s157.indd 151

9/30/13 3:37:38 PM


152

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Μπορώ να...;» ρώτησε η Άμπι. Τι; Τι ήθελε; Τι μπορούσα να κάνω; «Πρέπει να ξεκουραστείς», είπε η Λίντα. «Θα πω στους υπόλοιπους ότι ξύπνησες. Ναθάνιελ;» Θα έλεγε στη Φελίσια ότι η Άμπι είχε ξυπνήσει. Είχα λίγα λεπτά στη διάθεσή μου. Κι αυτό ήταν όλο. Η Άμπι μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Τι ήθελε; Τι χρειαζόταν; Θα έκανα τα πάντα γι’ αυτήν. «Έχασα το μάθημα της γιόγκα το απόγευμα». Ήταν σοβαρή; Πίστευε ότι θα την τιμωρούσα επειδή είχε χάσει το μάθημα της γιόγκα; Στερέωσα μια τούφα μαλλιών πίσω απ’ το αφτί της. «Νομίζω ότι αυτή τη φορά μπορώ να το παραβλέψω», είπα, για την περίπτωση που σοβαρολογούσε. «Και μάλλον θα χάσω και το πρωινό τρέξιμό μου αύριο». Τα φάρμακα. Τα φάρμακα έφταιγαν. Την είχαν πειράξει. «Μάλλον», αστειεύτηκα. «Το καλό όμως είναι», είπε μ’ ένα χασμουρητό, «ότι θα κοιμηθώ πολλές ώρες». Σοβαρολογούσε. Μου έλεγε στα σοβαρά ότι δε θα παραβίαζε τον κανόνα του ύπνου. Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω ή να κλάψω. «Σσσς», είπα αντί για οτιδήποτε άλλο, χαϊδεύοντας το μέτωπό της. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν κι έκλεισαν. Η Άμπι βυθίστηκε ξανά στον ύπνο. Κάθισα για κάμποσα λεπτά κοιτάζοντάς την. Υπήρξε ποτέ τελειότερο πλάσμα απ’ αυτήν; Ένιωσα την καρδιά μου να φουσκώνει στο στήθος μου. Ήταν καλά. Θα γινόταν καλά. Έσυρα την παλάμη μου κατά μήκος του μπράτσου της, κι ύστερα πήρα το χέρι της στα δικά μου και το κοίταξα. Αυτό το απαλό, ωχρό δέρμα... Σήκωσα το χέρι της στο πρόσωπό μου και

Kuriarxos_007s157.indd 152

9/30/13 3:37:38 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

153

φίλησα το μέσα μέρος του καρπού της, στο σημείο όπου ο σφυγμός της χτυπούσε δυνατός και σταθερός. «Άμπι», ψιθύρισα. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε. «Έμαθα ότι ξύπνησε», είπε η Φελίσια. «Πότε σκόπευες να μ’ αφήσεις να τη δω;» Σκούπισα τα μάτια μου. «Έφευγα». «Ναι, καλά». «Ξανακοιμήθηκε». Η Φελίσια ήρθε στο κρεβάτι κι έπιασε το άλλο χέρι της Άμπι. «Είναι εντάξει λοιπόν;» Κι εκείνη τη στιγμή, όποιες κι αν ήταν οι διαφορές μας, όποια κι αν ήταν η προσωπική ζωή του καθενός, η Φελίσια κι εγώ βρήκαμε επιτέλους ένα σημείο επαφής. Ένα πολύ δυνατό σημείο. «Μια χαρά».

Μία ώρα αργότερα, καθόμασταν όλοι στο δωμάτιο της Άμπι. Η Λίντα και η Φελίσια κουβέντιαζαν στην πόρτα. Η Ιλάινα κι εγώ είχαμε μείνει δίπλα στο κρεβάτι. «Πήρα το κολιέ της Άμπι», είπε με άνεση η Ιλάινα. «Το έχω στην τσάντα μου». «Ευχαριστώ», της είπα. «Μου το δίνεις αργότερα». Ήξερε η Ιλάινα; Το ήξερε ότι ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό κολιέ; Μ’ ένοιαζε; Όχι. «Απλώς ήθελα να το ξέρεις». Έπαιξε με μια κλωστή που ξέφευγε απ’ το σεντόνι. «Η Άμπι το φοράει συνέχεια, οπότε καταλαβαίνω ότι είναι σημαντικό γι’ αυτήν». Κατένευσα, ανίκανος να σκεφτώ το κολάρο. Το μόνο που ήθελα ήταν να δω την Άμπι να ξυπνάει ξανά.

Kuriarxos_007s157.indd 153

9/30/13 3:37:38 PM


154

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Όλοι κοιτάξαμε προς την πόρτα, όταν ένας τραπεζοκόμος μπήκε στο δωμάτιο μ’ ένα δίσκο. «Μισό λεπτό», του είπα, αφού άφησε το δίσκο στο κομοδίνο. Σήκωσα το σκέπασμα. «Τι είναι αυτό;» «Κοτόσουπα». «Αυτό δεν είναι κοτόσουπα». Πήρα το κουτάλι, το γέμισα κι άφησα το υγρό να ξανατρέξει στο μπολ. «Αυτό είναι νερό με αλατοπίπερο». Ξανασκέπασα το μπολ και του έδωσα το δίσκο. «Ούτε στο σκυλί μου δε θα το ’δινα αυτό». «Εγώ απλώς παραδίδω», είπε απτόητος ο τραπεζοκόμος. «Και δεν πρόκειται να το γυρίσω πίσω». «Τότε θα το γυρίσω εγώ», του είπα. Η Ιλάινα έβαλε τα γέλια. Η Φελίσια γύρισε τα μάτια στο ταβάνι. «Έρχομαι αμέσως», είπα βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο. Κάποιος, μάλλον η Λίντα, είχε προειδοποιήσει το προσωπικό της κουζίνας για την άφιξή μου. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μαγειρέψεις εδώ μέσα», μου είπε ένας από τους μάγειρες, που στεκόταν μπροστά στην εστία του με τα μπράτσα διπλωμένα στο στήθος, σαν να φρουρούσε θησαυρό. Του έδειξα το δίσκο. «Και δεν υπάρχει επίσης περίπτωση να την αφήσω να φάει αυτό το πράμα». «Αυτό μας φέρνει σε αδιέξοδο». «Όχι. Εγώ μιλάω κι εσύ μαγειρεύεις». Ο μάγειρας αναστέναξε, αλλά εγώ συνέχισα. «Πάρε δύο κομμάτια κοτόπουλο με κόκκαλο...»

Άκουσα τη διαφορά καθώς πλησίαζα στο δωμάτιο της Άμπι. Φωνές. Ενθουσιώδεις φωνές. Αλλά, το πιο σημαντικό απ’ όλα – η φωνή της Άμπι. Είχε ξυπνήσει!

Kuriarxos_007s157.indd 154

9/30/13 3:37:38 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

155

«Ξύπνησε η Ωραία Κοιμωμένη;» είπα χαμογελώντας καθώς έμπαινα στο δωμάτιο. Ακούμπησα το δίσκο στο κομοδίνο. «Πρέπει να δεις τι αποκαλούν φαγητό σε τούτο το μέρος. Η κοτόσουπα είναι από κονσέρβα». «Εσύ το έφτιαξες αυτό;» «Όχι. Δε με άφηναν. Αλλά έδωσα τις οδηγίες». Η Άμπι χαμογέλασε. Έπαιρνα όρκο ότι αυτό το χαμόγελο μπορούσε να φωτίσει τους ουρανούς. «Κοίταξα τη Λίντα. «Της το είπατε;» Είχαμε αποφασίσει με τη Λίντα ότι μέχρι η Άμπι να αναρρώσει, θα περνούσε το Σαββατοκύριακο στο σπίτι μου, όσο όλοι οι υπόλοιποι θα βρίσκονταν στη Φιλαδέλφεια. Η Φελίσια είχε φέρει κάποιες αντιρρήσεις, τελικά όμως συμφώνησε. Η Λίντα κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι. Μόλις ξύπνησε. Έλα, Ιλάινα, πάμε στην καφετέρια να φάμε κάτι. Θέλεις να έρθεις μαζί μας, Φελίσια;» «Πηγαίνετε εσείς και θα έρθω να σας βρω σε λίγο». Έπιασα δουλειά, ανοίγοντας το τραπεζάκι στο κομοδίνο του κρεβατιού, βάζοντας το δίσκο επάνω, ετοιμάζοντας το κουτάλι και τη χαρτοπετσέτα της Άμπι, ελέγχοντας την πλάτη του κρεβατιού για να βεβαιωθώ ότι ήταν στη σωστή θέση. «Φάε». «Γαμώτο, Ναθάνιελ», είπε η Φελίσια. «Δεν είναι σκυλί». Την κοίταξα στενεύοντας τα μάτια. «Το ξέρω». «Το ξέρεις;» Φερόμουν στην Άμπι σαν να ήταν σκυλί; Τι είχα κάνει για να αξίζω τέτοια κριτική; «Φελίσια», είπε η Άμπι. Η Φελίσια με κατακεραύνωσε άλλη μία φορά με το βλέμμα και βγήκε απ’ το δωμάτιο βροντώντας τα πόδια της. Ο Τζάκσον θα περνούσε δύσκολα με τούτην εδώ, η Άμπι όμως είχε μια φίλη που νοιαζόταν πραγματικά για κείνη, και γι’ αυτό το τελευταίο χαιρόμουν πραγματικά.

Kuriarxos_007s157.indd 155

9/30/13 3:37:38 PM


156

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Συγνώμη γι’ αυτό. Η Φελίσια είναι...» η Άμπι αναστέναξε «...η Φελίσια». Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού, θέλοντας να είμαι όσο πιο κοντά της γινόταν. Έχοντας ανάγκη να είμαι όσο πιο κοντά της γινόταν. «Μη ζητάς συγνώμη. Νοιάζεται για σένα, σε προσέχει, και θέλει το καλό σου. Δεν είναι κακό αυτό». Έδειξα το μπολ. «Πρέπει να φας». Έφαγε μια κουταλιά. «Ωραίο είναι». «Ευχαριστώ». Έμεινα στη θέση μου να την κοιτάζω. Απολαμβάνοντας το γεγονός ότι ήταν ξύπνια. Ζωντανή. Ότι μπορούσε να κινηθεί. Να αναπνεύσει. Να είναι η Άμπι. «Η Ιλάινα έχει το κολάρο μου». Εντάξει, δε μου έφτανε που ήμουν κοντά της – ήθελα και να την αγγίξω. «Το ξέρω. Μου το είπε. Θα το πάρουμε αργότερα». Άρχισα να διαγράφω με την παλάμη μου τεμπέλικους κύκλους στο πόδι της, κι ύστερα να της χαϊδεύω τη γάμπα. Να την αγγίζω. Να διαβεβαιώνω τον εαυτό μου ότι ήταν καλά, ότι ήταν ζωντανή. «Τι εννοούσες προηγουμένως όταν ρώτησες αν μου το είπαν; Τι να μου πουν;» «Για το Σαββατοκύριακο». Την κοίταξα στα μάτια – έλαμπαν από ευφυΐα και εγρήγορση. «Αύριο, η Φελίσια και όλοι οι υπόλοιποι θα πάνε στη Φιλαδέλφεια, όπως ήταν κανονισμένο. Αφού όμως εσύ θα είσαι μόνη σου, θα μείνεις μαζί μου το Σαββατοκύριακο». «Α, λυπάμαι. Θα χάσεις τον αγώνα του Τζάκσον εξαιτίας μου». Λες και μ’ ένοιαζε ο αγώνας του Τζάκσον μ’ εκείνη στο νοσοκομείο. «Ξέρεις πόσες φορές έχω δει τον Τζάκσον να παίζει;» «Ναι, αλλά τώρα είναι τα πλέι οφ».

Kuriarxos_007s157.indd 156

9/30/13 3:37:38 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

157

«Και τον έχω δει αμέτρητες φορές να παίζει στα πλέι οφ επίσης. Δε με πειράζει να χάσω αυτό τον αγώνα – εξάλλου, μπορούμε να τον δούμε στην τηλεόραση». Χαμογέλασα. Δεν ήξερε για την έκπληξή μου. «Απογοητεύτηκα όμως που θα τον χάσεις εσύ». «Εγώ;» ρώτησε μπερδεμένη, και απίστευτα χαριτωμένη. «Εσύ κι εγώ θα πηγαίναμε με το ιδιωτικό μου αεροπλάνο στη Φιλαδέλφεια αύριο το βράδυ. Θα περνούσαμε το Σαββατοκύριακο εκεί. Και θα πηγαίναμε στον αγώνα την Κυριακή». Χτύπησα μαλακά το πόδι της, εξακολουθώντας να μη θέλω να πάψω να την αγγίζω. «Τώρα θα πρέπει να συμβιβαστούμε με καναπέ, τηλεόραση, και φαγητό σε πακέτο». Ακόμα αυτό το ύφος της σύγχυσης. «Μη στενοχωριέσαι», είπα, προσπαθώντας να μη χαμογελάσω. «Αν νικήσουν την Κυριακή, υπάρχει πάντα ο τελικός του πρωταθλήματος». Ξανάρχισε να τρώει. Σκέφτηκα τα σχόλια που είχε κάνει νωρίτερα, αυτά για τη γιόγκα και το τρέξιμο, και ένιωσα αίφνης την ανάγκη να ξεκαθαρίσω τα πράγματα. «Και, Άμπιγκεϊλ... Το μόνο που θα κάνεις αυτό το Σαββατοκύριακο θα είναι να ξεκουραστείς».

Kuriarxos_007s157.indd 157

9/30/13 3:37:38 PM


158

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 14 ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΤΗΣ κι έσπρωξε το τραπεζάκι μακριά.

«Υπάρχει κανένας καθρέφτης εδώ μέσα;» «Δεν ξέρω», είπα. Ήθελε να κοιταχτεί. Ήταν καλή ιδέα αυτό; Σ’ εμένα φαινόταν πανέμορφη, τι θα σκεφτόταν όμως εκείνη; «Δε... δε νομίζω...» Πέρασε το χέρι στο μάγουλό της και μόρφασε. «Τόσο άσχη­ μα είναι; Τόσο χάλια έγινα;» Σηκώθηκα και πήγα στο νιπτήρα. Αν δεν της έδινα εγώ καθρέ­ φτη, θα της τον έδινε η Φελίσια. Βρήκα έναν, της τον έδωσα, κι έμεινα να την παρακολουθώ να εξετάζει το είδωλό της. «Το κακόμοιρο το παιδί έμεινε εγκλωβισμένο σε κείνο το αυτοκίνητο σχε­ δόν τρεις ώρες, βλέποντας και ακούγοντας τους γονείς του να πεθαίνουν». Οι φωνές ήταν σιγανές και απαλές. Οι κάτοχοί τους δεν ήξεραν ότι τους άκου­ γα. Δεν ήξεραν ότι είχα ξυπνήσει. «Αναρωτιέμαι πώς θα τον επηρεάσει αυ­ τό, τι τραύματα θα του αφήσει». «Οχ», είπε η Άμπι. «Το μάτι μου θα μαυρίσει. Θα είμαι σαν να έφαγα ξύλο». «Σε κάνει να σκέφτεσαι πως μπορεί και να ’ταν καλύτερο να...» Πού ήμουν; Ήταν εδώ η μαμά και ο μπαμπάς; «Για στάσου – κοίτα. Νομίζω ότι ο μικρός ξύπνησε». «Τι είναι αυτό; Τι έγινε;» ρώτησε η Άμπι. Την κοίταξα. Άγγιζε τον επίδεσμό της.

Kuriarxos_158s302.indd 158

9/30/13 3:37:53 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

159

«Κρανιακό τραύμα», της είπα. «Έχασες πολύ αίμα. Η αιμορ­ ραγία δε σταματούσε, και ούτε προσπαθούσαν να τη σταματή­ σουν. Το μόνο που τους ένοιαζε στην αρχή ήταν αν είχες σπάσει το λαιμό σου ή αν είχες εσωτερική αιμορραγία». Έβγαζαν τη μαμά και τον μπαμπά από το αυτοκίνητο. Τι ήταν όλο αυ­ τό το κόκκινο πάνω τους; Αίμα; «Τα κρανιακά τραύματα αιμορραγούν πολύ. Το θυμάμαι». «Πάρτε το παιδί! Πάρτε το από δω!» Η Άμπι είπε κάτι, αλλά δεν το άκουσα. «Τι;» ρώτησα. «Η αιμορραγία μου. Τελικά σταμάτησε». Ναι, για την Άμπι η αιμορραγία είχε σταματήσει. Ήταν καλά. Ήταν ζωντανή και ήταν μαζί μου. «Ναι. Μόλις κατέληξαν ότι δεν είχες σπάσει τον αυχένα σου, έκαναν την περίδεση». Σηκώθηκα και πήρα το δίσκο. «Να τον πάω έξω». Η Λίντα ήταν στη στάση αδελφών και μιλούσε με τη νοσοκό­ μα της Άμπι. Άφησα το δίσκο σ’ ένα τροχήλατο έξω από την κουζίνα και πή­ γα κοντά της. «Καλά πάει. Έφαγε όλη τη σούπα της». Η Λίντα χαμογέλασε. «Θα μείνεις εδώ τη νύχτα;» Τι άλλο θα έκανα, δηλαδή; «Έτσι σχεδίαζα». «Θα σου στείλω μια χειρουργική μπλούζα κι ένα παντελόνι. Είναι πιο άνετα απ’ αυτό το κοστούμι που φοράς». «Ναι, σωστά». Είχα ξεχάσει ότι ήμουν ακόμα με το κοστούμι μου. «Πότε θα πάρει εξιτήριο;» «Ανυπομονείς να την πάρεις σπίτι σου;» «Ξέρεις πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από ενδονο­ σοκομειακές λοιμώξεις;» Η Λίντα άφησε στην άκρη τα χαρτιά που κοίταζε. «Για την ακρίβεια, ναι, ξέρω. Η Άμπι όμως είναι υγιέστατη. Δεν πρόκειται να πεθάνει από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη».

Kuriarxos_158s302.indd 159

9/30/13 3:37:53 PM


160

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Αν την έχω στο σπίτι μου, θα μπορώ να την ταΐζω φαγητό της προκοπής». «Ήρεμα με το προσωπικό της κουζίνας μου, Ναθάνιελ, ε; Τέ­ τοιοι καλοί υπάλληλοι είναι δυσεύρετοι». «Μήπως να πας να βρεις εκείνη τη χειρουργική φόρμα που έλεγες;» βρυχήθηκα. «Όλα θα πάνε καλά. Περίμενε και θα δεις». Όχι για πρώτη φορά, ευχήθηκα να είχα την αισιοδοξία της Λί­ ντα.

Η Ιλάινα και η Φελίσια επέστρεψαν στο δωμάτιο λίγο μετά απ’ αυτό. Σηκώθηκα από το προσκέφαλο της Άμπι για ν’ αφήσω τη Φελίσια να καθίσει δίπλα της. «Έφαγες, Άμπι;» ρώτησε η Φελίσια. «Μμμμ», κατένευσε η Άμπι. «Την καλύτερη κοτόσουπα του κό­ σμου». Η Ιλάινα με χτύπησε μαλακά στο μπράτσο. «Έλα λίγο έξω». Βγήκαμε απ’ το δωμάτιο και κλείσαμε πίσω μας την πόρτα. «Πρέπει να φύγω, αλλά ήθελα να σου δώσω αυτό». Έβγαλε από την τσάντα της το κολάρο της Άμπι και μου το έδωσε. «Θα σ’ αφήσω να της το επιστρέψεις εσύ». Και εκείνη τη στιγμή βεβαιώθηκα ότι η Ιλάινα ήξερε. «Ευχα­ ριστώ». «Θα έρθω το πρωί να της φέρω ρούχα». Με φίλησε στο μάγου­ λο. «Θα μείνεις εδώ απόψε;» «Ναι». Η Ιλάινα γέλασε. «Καλή τύχη με τη Φελίσια». Βόγκηξα. Φυσικά. Η Φελίσια θα ήθελε να μείνει. Όταν ξαναμπήκα στο δωμάτιο, η Φελίσια στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι και μιλούσε με την Άμπι. Την κοίταξα να της σφίγγει το χέρι και να της ψιθυρίζει κάτι στ’ αφτί.

Kuriarxos_158s302.indd 160

9/30/13 3:37:53 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

161

Πήγα κοντά και χάιδεψα την Άμπι στο μάγουλο. «Θα μείνω απόψε». Η Φελίσια ξεφύσηξε. «Έχεις πρόβλημα;» τη ρώτησα. «Εγώ θα μείνω να προσέχω την Άμπι». «Αλήθεια;» αντιγύρισα. «Ε, τότε, θα μείνω κι εγώ». Έδειξε το σακ βουαγιάζ που ήταν ακουμπισμένο σε μια γωνιά του δωματίου. «Έχω φέρει ήδη μια αλλαξιά και την οδοντόβουρ­ τσά μου». Τρωγόταν πάλι για καβγά. Μπροστά στην Άμπι. Ευτυχώς, αυ­ τή τη φορά δε μ’ ένοιαζε. «Η Λίντα θα μου φέρει μια χειρουργι­ κή φόρμα». «Νομίζω ότι αυτό συνιστά ανάρμοστη χρήση νοσοκομειακού εξοπλισμού». Μ’ έδειξε με το δάχτυλο. «Ίσως το καταγγείλω στο συμβούλιο». Και καβγά ήθελε και με απειλούσε. Ή, τουλάχιστον, προσπα­ θούσε να με απειλήσει. «Η Λίντα είναι στο συμβούλιο», είπα. Μία νοσοκόμα μπήκε να ελέγξει τα ζωτικά σημεία της Άμπι, παρακάμπτοντάς μας με νόημα καθώς η Φελίσια άραζε πεισμω­ μένη στην πολυθρόνα των επισκεπτών. «Θα μείνουμε και οι δύο». Μπορούσα να περάσω ένα βράδυ στο ίδιο δωμάτιο με τη Φελίσια. Δε θα πέθαινα. «Λυπάμαι, κύριε Γουέστ», είπε η νοσοκόμα. «Μόνο ένας συνο­ δός επιτρέπεται να διανυκτερεύσει. Αυτό λέει ο κανονισμός». Ο κανονισμός. Δε γινόταν να παραβώ ένα νοσοκομειακό κανό­ να. Όχι όταν είχα τιμωρήσει την Άμπι για παράβαση ενός δικού μου. «Μάλιστα». Έριξα μια ματιά στην Άμπι και είδα ότι είχε κοκ­ κινίσει. «Φελίσια, μπορείς να μείνεις». Πλησίασα στο προσκέφα­ λο της Άμπι. «Καλύτερα να φύγω, πριν φωνάξουν την ασφάλεια. Θα σε δω το πρωί», είπα, σκύβοντας στο αφτί της για να της ψι­ θυρίσω. «Όνειρα γλυκά».

Kuriarxos_158s302.indd 161

9/30/13 3:37:54 PM


162

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Μέχρι η ώρα να πάει δέκα, οι πάντες είχαν φύγει από το νοσοκο­ μείο εκτός από το προσωπικό και τους διανυκτερεύοντες συνο­ δούς των ασθενών. Η νυχτερινή νοσοκόμα της Άμπι ήταν μια κο­ ντή, γεροδεμένη γυναίκα με φιλικό βλέμμα και ζεστό χαμόγελο. Όταν την είδα να περνάει από την αίθουσα αναμονής, πήρα τη χειρουργική φόρμα μου και την ακολούθησα. Έμεινε στο δωμάτιο της Άμπι πέντε περίπου λεπτά. Είχε αφή­ σει την πόρτα μισάνοιχτη, κι έριξα μια ματιά μέσα. Μισοκοιμι­ σμένη, η Άμπι σήκωσε το χέρι για να της πάρει η νοσοκόμα το σφυγμό. Η Φελίσια ήταν κουλουριασμένη στην πολυθρόνα της γωνίας. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για μια στιγμή. Σταμάτησα τη νοσοκόμα όταν βγήκε από το δωμάτιο. «Είναι καλά;» τη ρώτησα φράζοντάς της το δρόμο. «Είστε ο Ναθάνιελ Γουέστ. Χαίρομαι για τη γνωριμία». «Ναι, συγνώμη». Της έτεινα το χέρι. «Απλώς, να... ανησυχώ». «Η Άμπι είναι μια χαρά. Πάω στοίχημα ότι αύριο θα πάρει εξιτήριο». «Ευχαριστώ», της είπα. Η γυναίκα μού έκλεισε το μάτι. «Θα ξαναπεράσω να τη δω σε λίγο». Η νοσοκόμα έφυγε και η Φελίσια άνοιξε την πόρτα του δωμα­ τίου. «Το επισκεπτήριο έχει τελειώσει». «Δεν επισκέπτομαι», είπα δείχνοντας την αίθουσα αναμονής. «Περιμένω». «Θα μείνεις εδώ όλη νύχτα;» «Εδώ, στο διάδρομο; Όχι. Εδώ, στο νοσοκομείο; Ναι». Της έδειξα τη φόρμα μου. «Μόλις ετοιμαζόμουν ν’ αλλάξω. Να βάλω την εγκεκριμένη από το συμβούλιο χειρουργική στολή». «Όπως θέλεις. Μόνο φρόντισε να μην ενοχλήσεις την Άμπι. Έχει ανάγκη από ξεκούραση». «Να πάρει ο διάολος, Φελίσια, νομίζεις ότι θα ορμήσω στο δω­ μάτιο για να της κάνω τα δικά μου; Ότι θα αναγκάσω μία τραυ­

Kuriarxos_158s302.indd 162

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

163

ματία που είχε μείνει αναίσθητη σχεδόν όλο το απόγευμα να υπο­ ταχθεί στις ορέξεις μου;» Έκανα ένα βήμα προς το μέρος της. «Αυτό πιστεύεις για μένα; Ότι νοιάζομαι μόνο για τον εαυτό μου; Ότι μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι ανάγκες μου; Τη φίλη σου τη βάζω πάνω απ’ όλα. Με κατάλαβες; Όποτε είμαστε μαζί, η Άμπιγκεϊλ είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι. Αυτή και οι επιθυμίες της. Αυτή και οι ανάγκες της». Για πρώτη φορά στα χρονικά, αισθάνθηκα μια αλλαγή στη Φε­ λίσια. Τίποτα το σπουδαίο, βέβαια. Ήξερα ότι εξακολουθούσα να μην της αρέσω, όπως δεν της άρεσαν κι αυτά που έκανα με την Άμπι, αλλά ίσως, ίσως, είχα αρχίσει να της αλλάζω γνώμη για μέ­ να. Αναρωτήθηκα γιατί αυτή η σκέψη μ’ έκανε να χαίρομαι. Η Φελίσια σήκωσε τη μύτη της. «Δε σε πιστεύω». «Δεν περίμενα κάτι τέτοιο».

Δεν κοιμήθηκα καλά εκείνο το βράδυ. Ο καναπές της αίθουσας αναμονής δε με χωρούσε, και οι κουβέρτες που μου είχε βρει η Λίντα ήταν τραχιές και με τσιμπούσαν. Αλλά, βέβαια, ο πραγμα­ τικός λόγος της αϋπνίας μου βρισκόταν τρεις πόρτες παρακάτω. Και ήταν η Άμπι. Δεν μπορούσα πια να τη σκεφτώ ως Άμπιγκεϊλ. Όχι μετά τα σημερινά. Όχι έχοντας κινδυνεύσει να τη χάσω. Η νοσοκόμα της Άμπι φάνηκε στο διάδρομο, και σηκώθηκα από τον καναπέ να την ακολουθήσω. Και πάλι, η Άμπι κοιμόταν και η Φελίσια καθόταν κουλουριασμένη στην πολυθρόνα. Οι τέσσερίς μας ξαναπαίξαμε αυτή τη σκηνή αρκετές φορές στη διάρκεια της νύχτας. Στις εφτά παρά τέταρτο, η νοσοκόμα πέρασε μια τελευταία φορά από το δωμάτιο πριν την αλλαγή βάρ­ διας. Η Φελίσια λαγοκοιμόταν ανήσυχη. Ήταν ώρα να κατέβω στην κουζίνα για να επιβλέψω το πρόγευμα της Άμπι. «Όχι πάλι εσύ», είπε ο μάγειρας όταν με είδε να μπαίνω μέσα.

Kuriarxos_158s302.indd 163

9/30/13 3:37:54 PM


164

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Ήρθα να επιβλέψω το πρόγευμα». «Σήμερα έχουμε λουκάνικο γαλοπούλας με αβγά τηγανητά ή βάφλες». «Ομελέτα με ζαμπόν και τυρί», είπα. «Αληθινά αβγά, φρεσκο­ τριμμένο τυρί, κι εκείνο εκεί το ζαμπόν». Έδειξα το ολόκληρο χοι­ ρομέρι που είχα δει όταν μπήκα στην κουζίνα. «Αυτό είναι για το μεσημεριανό». «Και μια δυο λεπτές φέτες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το πρωινό». Ο μάγειρας αναστέναξε. «Αν φτιάξω την ομελέτα, μου υπόσχε­ σαι να παραγγείλεις το μεσημεριανό από κάποιο εστιατόριο εδώ κοντά;» «Και να χάσω την κουβεντούλα μας;» «Μεσημεριανό από εστιατόριο, και θα σου φτιάξω μια ομελέ­ τα τόσο ελαφριά και αφράτη, που θα σε κάνει να κλάψεις». Πή­ ρε μια καρτέλα αβγά. «Εσύ αποφασίζεις». Ήμουν αρκετά καλός επιχειρηματίας για να μπορώ να ξεχω­ ρίζω μια συμφέρουσα προσφορά όταν μου την έδιναν στο πιάτο. «Δέχομαι. Μεσημεριανό από εστιατόριο». Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, προχωρούσα προς το δωμάτιο της Άμπι μεταφέροντας το δίσκο. Από στιγμή σε στιγμή θα της σέρ­ βιραν το άλλο πρόγευμά της. «Ορίστε», είπα σπρώχνοντας το δίσκο στα χέρια του τραπεζο­ κόμου. «Αυτό θα φάει». Ο άνθρωπος κοίταξε το δίσκο, αλλά δεν είπε τίποτα. «Ώρα για πρόγευμα», είπα, μπαίνοντας στο δωμάτιο και πη­ γαίνοντας να ετοιμάσω το τραπέζι της Άμπι. Φαινόταν κουρασμέ­ νη. Μαύροι κύκλοι στεφάνωναν τα μάτια της και οι μώλωπές της ήταν πιο έντονοι σήμερα. Δεν έβλεπα την ώρα να την πάρω από κει μέσα. «Το μενού σήμερα έχει ομελέτα με ζαμπόν και τυρί». «Πρέπει να φύγω, Άμπι». Η Φελίσια φίλησε την Άμπι στο μά­ γουλο, αγνοώντας με παντελώς. «Ακόμα δεν έχω φτιάξει τη βαλί­

Kuriarxos_158s302.indd 164

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

165

τσα μου. Περαστικά, και κοίτα να ξεκουραστείς. Θα σου τηλεφω­ νήσω όταν μπορέσω». Γύρισε απότομα προς το μέρος μου, κατα­ κεραυνώνοντάς με με το βλέμμα. «Τόλμα να την πειράξεις, και θα σου κόψω το πουλί να σ’ το δώσω να το φας. Αυτό θα έχει το δικό σου μενού». «Φελίσια Κέλι!» τη μάλωσε η Άμπι. Προσωπικά, βρήκα το ξέσπασμα της Φελίσια μάλλον διασκε­ δαστικό. «Συγνώμη», είπε η Φελίσια, αλλά ήξερα ότι δε λυπόταν καθό­ λου. «Μου ξέφυγε». Μ’ έδειξε με το δάχτυλο. «Το εννοώ όμως». Η Φελίσια πήρε το σακ βουαγιάζ της κι έφυγε. «Δεν ξέρω τι την έπιασε», είπε η Άμπι. Κάθισα δίπλα της, ευχαριστημένος που την είχα όλη δική μου. «Ήταν πολύ αναστατωμένη χτες. Απλώς, δε θέλει να υποφέρεις». «Θα μου πεις γιατί μαλώσατε;» «Όχι». Έφαγε μια μπουκιά ομελέτα. «Ομελέτα με ζαμπόν και τυρί τρώνε για πρωινό οι υπόλοιποι ασθενείς στα νοσοκομεία;» «Δε μ’ ενδιαφέρει τι τρώνε οι υπόλοιποι ασθενείς». Δε μ’ ενδι­ έφερε τίποτ’ άλλο πέρα από την Άμπι. Από την υγεία και την ασφάλειά της.

Όσο η Άμπι μεταφερόταν στο υπόγειο γι’ αυτό που ήλπιζα ότι θα ήταν η τελευταία αξονική τομογραφία της, η Ιλάινα κατέφθασε με τα ρούχα. «Θα πάτε σπίτι σήμερα;» με ρώτησε. «Προς το παρόν, αυτό είναι το σχέδιο». «Θα μας λείψετε στη Φιλαδέλφεια». «Ίσως βρεθούμε όλοι μαζί στην Τάμπα». Μ’ αγκάλιασε, κρατώντας με σφιχτά στο στέρνο της. «Να προ­ σέχεις την Άμπι».

Kuriarxos_158s302.indd 165

9/30/13 3:37:54 PM


166

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Κι εσύ να ’χεις το νου σου στη Φελίσια. Δε θέλω να τηλεφω­ νεί συνέχεια στην Άμπι. Η Άμπι πρέπει να ξεκουραστεί».

Φύγαμε λίγο πριν τις έντεκα. Η Άμπι διαμαρτυρήθηκε όταν ο νο­ σοκόμος επέμενε να τη βγάλει έξω σε αναπηρική πολυθρόνα, οι δια­μαρτυρίες της όμως έπεσαν σε κωφεύοντα ώτα. Πήγα στο χώ­ ρο στάθμευσης να πάρω το αυτοκίνητό μου και το έφερα στην εί­ σοδο του νοσοκομείου για να την παραλάβω. Βγήκα για να βεβαιω­θώ ότι θα έμπαινε χωρίς πρόβλημα στο αμάξι και ρύθμι­ σα τη θέση της ώστε η πλάτη να είναι πιο κατεβασμένη απ’ ό,τι συνήθως. «Τι έγινε ο οδηγός του ταξί; Χτύπησε πολύ;» με ρώτησε καθώς βγαίναμε στο δρόμο. Ήξερα ότι θα με ρωτούσε γι’ αυτόν κάποια στιγμή, και είχα τηλεφωνήσει νωρίτερα στη Λίντα για να μάθω. Επίσης, είχα πά­ ρει και ορισμένες άλλες αποφάσεις. «Κάτι αμυχές μόνο – πήρε εξιτήριο χτες. Δε μ’ αρέσουν τα τα­ ξί. Θα σου αγοράσω αυτοκίνητο». «Τι; Όχι». Όχι; Είχε διαφωνήσει μαζί μου; Ένιωθε επιτέλους αρκετά άνε­ τα ώστε να μου μιλήσει; Να μου μιλήσει πραγματικά; «Είναι κακό να σου πάρω αυτοκίνητο;» «Όχι, αλλά δε θα ένιωθα καλά». Ρούφηξε τη μύτη της και γύ­ ρισα να την κοιτάξω. Ήταν υγρά τα μάτια της; Ανάθεμα. «Κλαις;» τη ρώτησα. «Όχι», είπε, αλλά το ρούφηγμα της μύτης την πρόδιδε. Έκλαι­ γε για ένα αυτοκίνητο; Ήταν σοβαρή; «Κλαις. Γιατί;» «Δε θέλω να μου πάρεις αμάξι». Πήγα να διαμαρτυρηθώ, αλλά η Άμπι ξαναμίλησε. «Γιατί θα μ’ έκανε να νιώσω...»

Kuriarxos_158s302.indd 166

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

167

«Πώς;» «Γιατί θα μ’ έκανε να νιώσω βρόμικη, σαν πόρνη». Έσφιξα το τιμόνι με δύναμη για να κρατήσω το αυτοκίνητο στο δρόμο. Πόρνη; Ένιωθε σαν πόρνη; «Αυτό πιστεύεις ότι είσαι;» Μεγαλοδύναμε Θεέ. Τι της είχα κά­ νει; «Όχι», είπε τελικά. «Αλλά εγώ είμαι μια βιβλιοθηκάριος. Κι εσύ... ο πλουσιότερος άντρας της Νέας Υόρκης. Πώς νομίζεις ότι θα φανεί;» Αγωνίστηκα να κρατήσω την ψυχραιμία μου, ν’ αντισταθώ στην παρόρμηση να τηλεφωνήσω στη Φελίσια, να της ζητήσω να ακυρώσει το ταξίδι στη Φιλαδέλφεια και να παραλάβει την Άμπι για να τη φιλοξενήσει στο σπίτι της. Η Άμπι δεν ήταν πόρνη. Θα διέλυα και την ίδια στιγμή τη σχέση μας προκειμένου να διασφα­ λίσω ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αισθανθεί ποτέ της έτσι. «Άμπιγκεϊλ». Ορίστε, μπορούσα να μιλήσω. Και μάλιστα η φω­ νή μου ακουγόταν λογική. «Το πώς θα φανεί το οτιδήποτε θα έπρεπε να το έχεις σκεφτεί εδώ και πολύ καιρό. Φοράς το κολά­ ρο μου κάθε μέρα». «Άλλο αυτό». Κούνησα το κεφάλι. «Το ίδιο είναι. Είναι ευθύνη μου να σε φροντίζω». Πώς γινόταν να μην το ξέρει αυτό; «Αγοράζοντάς μου αυτοκίνητο;» Αν χρειαζόταν. «Φροντίζοντας να ικανοποιούνται οι ανάγκες σου». Ήταν αυτό που είχα πει και στη Φελίσια στο νοσοκομείο. Η φροντίδα της Άμπι ήταν η σημαντικότερη ευθύνη μου. Γιατί δεν εννοούσε η ίδια να το καταλάβει; Δεν ξαναμίλησε. Μετά από λίγο, έκλεισε τα μάτια, ήξερα όμως ότι δεν κοιμόταν. Παρ’ όλ’ αυτά, η σιωπή μού έδωσε χρό­ νο να σκεφτώ. Για κάποιο λόγο, το ατύχημα την είχε κάνει να νιώ­ σει πιο άνετα μαζί μου, την είχε βοηθήσει να μου ανοιχτεί και να

Kuriarxos_158s302.indd 167

9/30/13 3:37:54 PM


168

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μου μιλήσει. Η Άμπι που είχε εμφανιστεί στο γραφείο μου πριν από μερικές εβδομάδες δε θα είχε τολμήσει να μου φέρει αντιρ­ ρήσεις, και μάλιστα για ένα τέτοιο θέμα όπως ήταν το αυτοκίνη­ το. Χαιρόμουν που τώρα ένιωθε αρκετά άνετα μαζί μου για να το κάνει. Την άρνησή της, ωστόσο, δεν την καταλάβαινα. Ήμουν ο κυ­ ρίαρχός της, και είχα τα μέσα για να τη βοηθήσω. Γιατί να μην το κάνω; Επειδή θα ήταν σαν να την πλήρωνα για το σεξ. Όπως θα πλή­ ρωνε κάποιος μία πόρνη. Έπνιξα ένα βογκητό. Οι εμπειρίες που μοιραζόμασταν την έκαναν να νιώθει φτη­ νή; Η αλήθεια, βέβαια, ήταν ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε σχέση όπως η δική μας. Το όλο πράγμα ήταν εντελώς καινούριο γι’ αυ­ τήν. Ανέτρεξα στις συζητήσεις που είχαμε κάνει στο τραπέζι της κουζίνας – στην πραγματικότητα, η Άμπι δε μου είχε ανοιχτεί ποτέ. Να μπορούσα μόνο να την κάνω να νιώσει άνετα, να μου ανοί­ ξει την καρδιά της όπως μου άνοιγε το κορμί της... Φτάσαμε στο σπίτι και, μόλις έσβησα τη μηχανή του αυτοκι­ νήτου, βγήκα και της άνοιξα την πόρτα. «Η συζήτηση για το αυ­ τοκίνητο δεν έληξε, προς το παρόν όμως πρέπει να πας να ξαπλώ­ σεις. Θα μιλήσουμε αργότερα». Την οδήγησα μέσα, προσπαθώντας να κρατήσω τον Απόλλω­ να για να μην πηδήξει πάνω της απ’ τη χαρά του, την τακτοποί­ ησα στον καναπέ του καθιστικού κι ύστερα πήγα στην κουζίνα. Νωρίτερα το πρωί, είχα τηλεφωνήσει από το νοσοκομείο στην οικονόμο μου και την είχα στείλει να φροντίσει για προμήθειες. Ήθελα το ψυγείο και τα ντουλάπια μου γεμάτα για το Σαββατο­ κύριακο. Έφτιαξα ένα σάντουιτς με γαλοπούλα, τυρί και αβοκάντο για την Άμπι, και γέμισα το πιάτο της με σταφύλια και φέτες μήλου.

Kuriarxos_158s302.indd 168

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

169

Μετά, πήρα ένα μπουκάλι νερό από το ψυγείο κι επέστρεψα στο καθιστικό. Πήρε το πιάτο απ’ τα χέρια μου. «Πολύ ωραίο φαίνεται, ευχα­ ριστώ». Αντιστάθηκα στην παρόρμηση να της χαϊδέψω το μέτωπο. «Φάε ό,τι σου αρέσει». Έριξα μια ματιά στον Απόλλωνα, που εί­ χε εγκατασταθεί δίπλα της στον καναπέ. «Μπορείς να ξεκουρα­ στείς εδώ ή στο δωμάτιό σου. Κι αν σ’ ενοχλεί ο Απόλλωνας, θα τον βγάλω έξω». Τον χάιδεψε στο κεφάλι. «Όχι, είναι πολύ φρόνιμος». Άναψα την τηλεόραση και της έδωσα το τηλεχειριστήριο. «Πάω να φτιάξω κι εγώ ένα σάντουιτς. Επιστρέφω αμέσως». Λίγα λεπτά αργότερα, κάθισα με το μεσημεριανό μου στο γραφείο του καθιστικού και άνοιξα τον υπολογιστή μου. Έστει­ λα ένα σύντομο μήνυμα στη Σάρα, λέγοντάς της ότι θα επέστρε­ φα τη Δευτέρα, κι έριξα μια γρήγορη ματιά στα εισερχόμενά μου. Διάβασα ένα μήνυμα από τον Γιανγκ Κάι και αναστέναξα. Το πιθανότερο ήταν ότι κάποια στιγμή μέσα στους επόμενους μήνες θα έπρεπε να προγραμματίσω ένα ταξίδι στην Κίνα. Του απάντη­ σα, υποσχόμενος να επανέλθω με περισσότερες λεπτομέρειες την ερχόμενη εβδομάδα. Όταν σήκωσα το κεφάλι από την οθόνη, η Άμπι είχε κοιμηθεί. Σηκώθηκα, πήρα το πιάτο της, το άφησα στο τραπέζι και τη σκέ­ πασα καλά καλά με την κουβέρτα. Ύστερα ξανακάθισα κι έμεινα να την κοιτάζω να κοιμάται. Το περασμένο Σαββατοκύριακο ήθελα να της δείξω τη βιβλι­ οθήκη. Κι αν το πήγαινα ένα βήμα μακρύτερα; Σπάνια εκμεταλ­ λευόταν την ελευθερία που είχε στο τραπέζι της κουζίνας – μήπως θα ένιωθε πιο άνετα αν της παραχωρούσα ένα ολόκληρο δωμά­ τιο; Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να το μάθω.

Kuriarxos_158s302.indd 169

9/30/13 3:37:54 PM


170

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ξύπνησε στις τρεισήμισι, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, ρίχνο­ ντας μια ματιά γύρω της και χαμογελώντας όταν με είδε. «Νιώθεις καλύτερα;» ρώτησα. «Λιγάκι». Άπλωσε το χέρι στο τραπέζι, πήρε τα αναλγητικά που της είχα φέρει όσο κοιμόταν, κατάπιε δύο με λίγο νερό κι ύστερα σηκώθηκε και τεντώθηκε. «Έλα μαζί μου». Σηκώθηκα και πήγα κοντά της, απλώνοντάς της το χέρι. «Θέλω να δεις τη νότια πλευρά του σπιτιού». Πήρε το χέρι μου χωρίς ερωτήσεις, κι εγώ πέρασα τον αντί­ χειρά μου στους κόμπους των δαχτύλων της. Βγήκαμε στο διά­ δρομο και προχωρήσαμε προς τη βιβλιοθήκη. Θα της άρεσε; Άφησα το χέρι της, άνοιξα τις διπλές πόρτες και παραμέρισα για να περάσει πρώτη. Η ανάσα της κόπηκε. «Αυτό θέλω να είναι το δωμάτιό σου», της είπα. «Όταν βρίσκε­ σαι εδώ, είσαι ελεύθερη να είσαι ο εαυτός σου. Με τις σκέψεις και τις επιθυμίες σου. Είναι όλο δικό σου. Εκτός από το πιάνο. Το πιάνο είναι δικό μου». Χρησιμοποίησε το δωμάτιο, Άμπι. Σε παρακαλώ, θέλω να είσαι ο εαυ­ τός σου. Σε παρακαλώ, θέλω να μου ανοιχτείς. Τριγύρισε στο χώρο μαγεμένη. Χαϊδεύοντας με τ’ ακροδάχτυ­ λά της τις ράχες των βιβλίων, σταματώντας εδώ κι εκεί για να δια­ βάσει κάποιον τίτλο. Το φως του ήλιου αντανακλούσε στα μαλλιά της φωτίζοντάς την. Μα, τι σκεφτόταν; «Άμπιγκεϊλ;» Γύρισε προς το μέρος μου. Σιωπηλά δάκρυα κυλούσαν στα μά­ γουλά της. Ήταν καλό σημάδι αυτό; Ή μήπως όχι; «Κλαις», ψιθύρισα, πλημμυρισμένος από συναισθήματα, αυ­ τά που εκείνη είχε ξυπνήσει μέσα μου. «Ξανά».

Kuriarxos_158s302.indd 170

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

171

«Είναι τόσο όμορφο». Της άρεσε. Χαμογέλασα. «Σου αρέσει;» Χωρίς να πει λέξη, ήρθε κοντά μου και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω μου. «Σ’ ευχαριστώ». «Παρακαλώ», ψιθύρισα με το στόμα στα μαλλιά της.

Kuriarxos_158s302.indd 171

9/30/13 3:37:54 PM


172

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 15 ΠΕΡΑΣΑ ΤΙΣ ΔΥΟ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ φροντίζοντας την Άμπι. Κοι­

τάζοντάς τη να ξεκουράζεται, εξασφαλίζοντας ότι είχε όλες τις ανέσεις που χρειαζόταν. Περνούσε αρκετές ώρες στη βιβλιοθή­ κη, τρώγοντας μάλιστα μερικά από τα γεύματά της στον ένα από τους καναπέδες που υπήρχαν εκεί, απορροφημένη στην ανάγνω­ ση κάποιου βιβλίου. Πήγαινα πότε πότε να τη δω και προσπαθού­ σα να της πιάσω κουβέντα, ποτέ της όμως δε μιλούσε ελεύθερα. Ίσως να είχα δώσει μεγαλύτερες διαστάσεις σ’ εκείνο που εί­ χε πει, ότι, αν της αγόραζα αυτοκίνητο, θα ένιωθε σαν πόρνη. Αν η σχέση μας την ικανοποιούσε ως είχε, τότε ικανοποιούσε κι εμέ­ να. Οι ανάγκες της. Αυτές έρχονταν πάντα πρώτες. Την Κυριακή το μεσημέρι, καθόμουν στο γραφειάκι της βιβλι­ οθήκης, περιμένοντας να δω αν η Άμπι θα ερχόταν να με βρει. Και να που σε λίγο ήρθε. «Όλα εντάξει;» τη ρώτησα. «Θέλεις τίποτα;» «Ναι. Εσένα». Έβγαλε την μπλούζα της. Να πάρει. «Άμπιγκεϊλ», είπα, προσπαθώντας να αγνοήσω τη στύση μου, «έχεις ανάγκη από ξεκούραση». Δε μ’ άκουσε. Αντί γι’ αυτό, έβγαλε το παντελόνι της. Κατάπια ένα βογκητό.

Kuriarxos_158s302.indd 172

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

173

Με ήθελε. Μου ζητούσε σεξ. Κι άλλες υποτακτικές μού είχαν ζητήσει σεξ στο παρελθόν. Μερικές φορές συμφωνούσα, μερικές όχι, φροντίζοντας πάντα να κρατάω τη λεπτή ισορροπία που υπήρχε ανάμεσα στο καθήκον μου για την ικανοποίηση των αναγκών τους και στην υπενθύμιση ότι ήμουν ο κυρίαρχός τους. Αν ήθελα, μπορούσα να τις απορρί­ ψω. Μπορούσα, και το είχα κάνει. Την Άμπι δεν ήθελα να την απορρίψω. Ναι, αλλά ήταν έτοιμη; Μήπως αισθανόταν υποχρεωμένη να το κάνει επειδή τη φρό­ ντιζα; Ήξερα ότι μάλλον έπρεπε να της αρνηθώ. Είχε ανάγκη από ξεκούραση και, επιπλέον, δεν ήθελα να μου προσφέρει σεξ από υποχρέωση. Αν την απέρριπτα τώρα, θα τολμούσε να μου το ξαναζητήσει ποτέ; Έφερε τα χέρια στην πλάτη της, ξεκούμπωσε το σουτιέν της κι έσπρωξε αργά τις τιράντες από τους ώμους της. Το εσώρουχο έπεσε στο πάτωμα, αποκαλύπτοντας περισσότερα – περισσότερα, ίσως, απ’ όσα ήθελε και η ίδια να αποκαλύψει. Στο δεξιό της ώμο υπήρχε μια μαβιά μελανιά. Αποφάσισα να της αρνηθώ. Εξηγώντας της ότι δεν το έκανα από έλλειψη επιθυμίας –την ήθελα σαν τρελός–, αλλά επειδή έπρεπε να ξεκουραστεί για να αναρρώσει. Γάντζωσε τους αντίχειρές της στο λάστιχο του σλιπ της και τρά­ βηξε το εσώρουχο προς τα κάτω. Σηκώθηκα. Δεν μπορούσα να της αρνηθώ. Όχι όταν της είχα δώσει αυτό το δωμάτιο λέγοντάς της ότι εδώ μέσα μπορούσε να είναι ο εαυτός της. Όχι όταν είχε γδυθεί έτσι μπροστά μου. Αν με ήθελε, αν ήθελε την ηδονή που μπορούσε το σώμα μου να της προσφέρει, τότε θα με είχε. Άνοιξα το συρτάρι του γραφείου κι έβγαλα ένα προφυλακτικό.

Kuriarxos_158s302.indd 173

9/30/13 3:37:54 PM


174

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Πήγα κοντά της με αργά βήματα. Όλα έπρεπε να γίνουν μαλα­ κά. Θα την άφηνα να πάρει τον έλεγχο, να θέσει τα όρια και το ρυθμό. Ακούμπησα τις παλάμες μου στους ώμους της, προσέχοντας να μην πιέσω το μώλωπα, και κατέβασα τα ακροδάχτυλά μου ως τα χέρια της, απολαμβάνοντας την άμεση ανταπόκρισή της, πρό­ δηλη στο ανατριχιασμένο δέρμα της. Το βλέμμα μου σάρωσε τις απαλές γραμμές της μορφής της – την καμπύλη του λαιμού της, το φούσκωμα του στήθους της, την κοιλάδα της κοιλιάς της. Πή­ ρα μαλακά τα χέρια της στα δικά μου και γλίστρησα το προφυ­ λακτικό στην παλάμη της. Με κοίταξε ερωτηματικά. Αχ, Άμπι. Πώς θα μπορούσα ποτέ να σε αρνηθώ; Ποτέ, και για τίποτα στον κόσμο. Το κορμί μου είναι δικό σου. Πάρ’ το. Έφερα τα χέρια της στο στέρνο μου, δείχνοντάς της ότι αυτή τη φορά ήθελα να πάρει εκείνη τον έλεγχο. «Εντάξει», είπα μόνο. Άνοιξε την παλάμη της, έριξε μια ματιά στο προφυλακτικό κι άφησε μια πνιχτή κραυγή. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Νόμιζε ότι θα την απέρριπτα. Παραλίγο να το κάνεις. Βλάκα. Άφησε το προφυλακτικό να πέσει στο πάτωμα και βάλθηκε να μου ξεκουμπώνει το πουκάμισο. Μου το έβγαλε, κι όταν έσυρε τις παλάμες της κατά μήκος του στέρνου μου, αναγκάστηκα να δα­ γκωθώ για να μη βογκήξω. Όσο κι αν στο νοσοκομείο λαχταρού­ σα να την αγγίξω, δεν είχα σκεφτεί πόσο μεγάλη ήταν ανάγκη μου να νιώσω το δικό της άγγιγμα. Να νιώσω τα χέρια της πάνω μου. Πήγε πίσω μου και πέρασε τις παλάμες της στις ωμοπλάτες μου. Έκλεισα τα μάτια για να συγκεντρωθώ καλύτερα στα χέρια της και κράτησα την ανάσα μου όταν την ένιωσα να με φιλάει.

Kuriarxos_158s302.indd 174

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

175

Κι ύστερα, την αισθάνθηκα να διατρέχει γλείφοντας –γλείφο­ ντας ανάθεμά την– τη σπονδυλική μου στήλη, ολοκληρώνοντας την πορεία της μ’ ένα απαλό φιλί ακριβώς πάνω από τη ζώνη του πα­ ντελονιού μου. Έσφιξα τις γροθιές μου για να συγκρατηθώ – για να μην την αρπάξω και την πετάξω στον καναπέ. Με το δικό της τρόπο, Γουέστ. Άφησέ τη να το κάνει με το δικό της τρόπο. Ο δικός της τρόπος θα με σκότωνε. Έπεσε στα γόνατα μπροστά μου και χάιδεψε τη στύση μου. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το βογκητό που ξέφυγε απ’ τα χεί­ λη μου. Μου ξεκούμπωσε τη ζώνη και, με ένα κάθε άλλο παρά τυ­ χαίο άγγιγμα, χάιδεψε ξανά τον ορθωμένο φαλλό μου πριν αρχί­ σει να ξεκουμπώνει το παντελόνι μου. Χαμήλωσα το βλέμμα για να τη δω ν’ ανοίγει τα κουμπιά, σέρ­ νοντας με δύναμη τα δάχτυλά της πάνω στο σηκωμένο καυλί μου. Τα γόνατά μου είχαν κοπεί, τα βλέφαρά μου βάραιναν, και να σκεφτεί κανείς ότι ακόμα δεν είχα καν γδυθεί. Πίεσα τον εαυτό μου να συνεχίσει να παρακολουθεί, να απολαύσει την ανταπόκρι­ σή της, τις ενέργειές της. Πριν τραβήξει το παντελόνι και το μπο­ ξεράκι μου προς τα κάτω, την είδα να γλείφει τα χείλη της. Κι έπειτα με πήρε στο στόμα της. Διάολε! Αυτό το στόμα της... Αυτό το στόμα της πάνω μου. Τύλιξε τα μπράτσα της στους γλουτούς μου και με τράβηξε προς το μέρος της για να μπω βαθύτερα. Παραλίγο να πέσω, και κράτησα την ισορροπία μου ακουμπώντας τα χέρια μου στο κε­ φάλι της. Μαλακά, υπενθύμισα στον εαυτό μου. Είναι τραυματισμένη. Με ρούφηξε μερικές φορές. Παρακαλούσα μέσα μου να στα­ ματήσει σύντομα, γιατί αλλιώς θα έχυνα στο στόμα της. Κι αυτό

Kuriarxos_158s302.indd 175

9/30/13 3:37:54 PM


176

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

δεν το ήθελα. Όταν θα τελείωνα, ήθελα να είμαι βυθισμένος μέ­ σα της. Βαθιά μέσα της, με τα μπράτσα μου τυλιγμένα γύρω της, δίνοντάς της την ηδονή που της άξιζε. Ακριβώς τη στιγμή που σκεφτόμουν ότι ίσως έπρεπε να τη ση­ κώσω από το πάτωμα, εκείνη με άφησε και άνοιξε το προφυλα­ κτικό. Μου το φόρεσε με σίγουρο χέρι, σφίγγοντας με δύναμη το καυλί μου καθώς το έκανε. Μετά σηκώθηκε, χαμογέλασε και μ’ έσπρωξε στο στέρνο. Στον καναπέ. Με ήθελε στον καναπέ. Και, ανάθεμά τα όλα, νομίζω ότι θα με καβαλήσει. Το καυλί μου ήταν τόσο σκληρό, που πονούσε, αλλά προχώ­ ρησα αδέξια προς τα πίσω κι έπεσα στο μαλακό δερμάτινο κανα­ πέ. Η Άμπι με καβάλησε. Ναι, διάολε. Τα στήθη της χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια μου. Ήταν αδύνατο να κρατηθώ. Έγειρα και πήρα το ένα στο στόμα μου. Μμμμ. Είχα ξεχάσει πόσο αναθεματισμένα γλυκιά ήταν η γεύση της. Στριφογύρισα τη γλώσσα μου στη ρώγα της, νιώθοντάς τη να σκληραίνει στο στόμα μου. Η Άμπι σήκωσε το χέρι και μ’ έσπρωξε να πέσω προς τα πί­ σω, απομακρύνοντας με την κίνηση το στήθος της απ’ το στόμα μου. Μετά, ακούμπησε τα χέρια της δεξιά κι αριστερά μου και ανασήκωσε τη λεκάνη της. Το καυλί μου πονούσε από τη λαχτάρα να βρεθεί μέσα της. Κινούνταν αργά, υπερβολικά αργά, κατεβαίνοντας πάνω μου εκατοστό το εκατοστό, κλείνοντάς με εξουθενωτικά αργά στη σφι­ χτή θέρμη της. «Άμπιγκεϊλ». Άρχισα να κουνάω τους γοφούς μου, θέλοντας να την πάρω βαθύτερα, εκείνη ωστόσο δεν ενέδωσε, παρά συνέχισε την αργή κάθοδό της. Εντέλει, όμως, βρέθηκα βυθισμένος μέσα της. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Βόγκηξε, κάνοντάς με να ανοίξω απότομα τα μάτια. Πονούσε;

Kuriarxos_158s302.indd 176

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

177

Τα μάτια της ήταν κλειστά, το στόμα της ανοιχτό, το κεφάλι της έγερνε προς τα πίσω. Ήταν μια χαρά. Δόξα τω Θεώ. Άρχισε να κινείται, κι έπειτα δεν ήξερα άλλο, δεν ένιωθα άλ­ λο από το κορμί της καβάλα στο δικό μου, από την ύπαρξή της μέσα μου. Δεν μπορούσα να κρατήσω τα χέρια μου από πάνω της, δεν μπορούσα να μην την αγγίξω. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι ήταν εντάξει. Και την άγγιξα. Άγγιξα τη λεπτή μέση της, τη δυνατή πλά­ τη της, τα υπέροχα στήθη της... Ναι, ήταν καλά, παραπάνω από καλά... κι εκείνη τη στιγμή ήταν δική μου. Ήταν δική μου. Την κράτησα από τη μέση και τη βοήθησα να κινηθεί, σπρώ­ χνοντας βαθύτερα μέσα της. Δε θ’ άντεχα πολύ ακόμα, αλλά ήθε­ λα να χύσει πρώτη. Πονούσα από ανάγκη για εκτόνωση, αλλά κρατήθηκα, παροτρύνοντάς την, ώσπου ένιωσα το ρυθμό της να επιταχύνεται. Τότε άρχισα να σπρώχνω όλο και πιο γρήγορα, ωθώντας την προς τον οργασμό που ήξερα ότι πλησίαζε. Κι όταν ήρθε, την ένιωσα να ακινητοποιείται σφίγγοντας τους μυς της γύρω μου κα­ θώς η ηδονή την κατέκλυζε. Έσπρωξα μια τελευταία φορά κι έμεινα ακίνητος, βαθιά μέσα της, χύνοντας στο προφυλακτικό. Έτρεμε σύγκορμη. Τύλιξα τα μπράτσα μου γύρω της και την κράτησα σφιχτά πάνω μου. Τελικά, το σεξ μάλλον δεν ήταν καλή ιδέα. Μας γύρισα έτσι που να βρεθεί ανάμεσα σ’ εμένα και στην πλάτη του καναπέ – αν έπεφτε κάποιος από τους δυο μας, αυτός ο κάποιος θα ήμουν εγώ. Χάιδεψα την πλάτη της και είδα τα μάτια της ν’ ανοίγουν. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησα. Εξακολουθούσε να βαριανασαίνει, αλλά μου χαμογέλασε πο­ νηρά. «Τώρα είμαι». Μια αλεπού – αυτό ήταν.

Kuriarxos_158s302.indd 177

9/30/13 3:37:54 PM


178

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Μετά, κατέβασε την παλάμη της στο στέρνο μου και τότε συ­ νειδητοποίησα ότι η παρομοίωση ήταν πολύ φτωχή για να την πε­ ριγράψει. Έτσι, για την περίπτωση που της είχε μπει κάποια και­ νούρια ιδέα στο μυαλό και η παλάμη της συνέχιζε την κάθοδό της, τη σταμάτησα. Πήρα το χέρι της και το κράτησα στο δικό μου. «Θέλω να ξεκουραστείς για το υπόλοιπο της ημέρας». Συμφώνησε, αλλά μ’ ένα μικρό, αυτάρεσκο χαμόγελο ικανο­ ποίησης. Έπρεπε να φύγω από κοντά της, διαφορετικά θα έμπαινα στον πειρασμό να κρατήσω αυτό το χαμόγελο ικανοποίησης στο πρό­ σωπό της παίρνοντάς την ξανά. Έπειτα, έκανα το λάθος να την ξανακοιτάξω – γυμνή και με τα μέλη απλωμένα ράθυμα στον κα­ ναπέ μου. Στον καναπέ της. Ανάθεμα, Γουέστ. Σκέψου κάτι. Γρήγορα. Έριξα μια ματιά στο ρολόι. Ο αγώνας. Έπρεπε να ετοιμάσω για τον αγώνα. «Τι είδους πίτσα τρως;» τη ρώτησα, κρατώντας την προσοχή μου εστιασμένη στα κουμπιά του πουκαμίσου μου. Δεν απάντησε, αλλά κατάλαβα ότι δίσταζε. Ναι. Εντάξει. Πίτσα. Όχι ακριβώς ό,τι υπήρχε στο υγιεινό δια­ τροφικό πρόγραμμά της. «Η οικογένεια Κλαρκ πρέπει να τρώει πίτσα και καυτερές φτε­ ρούγες κοτόπουλου σε κάθε αγώνα των πλέι οφ. Αν δεν το κάνου­ με και οι Τζάιαντς χάσουν, ο Τζάκσον θα μας αποκηρύξει». Σηκώθηκε από τον καναπέ με το πάσο της. «Έχω ακούσει και πιο τρελές προλήψεις. Μόνο μη μου πεις ότι φοράει το ίδιο άπλυ­ το εσώρουχο». Παραλίγο να γελάσω, μετά όμως θυμήθηκα εκείνο τον παίκτη που όντως φορούσε το ίδιο άπλυτο εσώρουχο σε κάθε αγώνα. «Τα χείλη μου είναι σφραγισμένα». «Μμ». Πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά της. «Με μανιτάρια. Μου αρέσει η πίτσα με μανιτάρια. Και μπέικον».

Kuriarxos_158s302.indd 178

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

179

«Με μανιτάρια και μπέικον λοιπόν. Πώς σου φαίνεται ένα πι­ κνίκ στο πάτωμα;» Τα δάχτυλά της ακινητοποιήθηκαν και το βλέμμα της πήρε μια απόμακρη έκφραση. Εμάς σκεφτόταν; Στο πάτωμα; «Άμπιγκεϊλ;» Κοκκίνισε. «Ναι;» Γαμώτο. Εμάς σκεφτόταν, στο πάτωμα. «Το πικνίκ στο πάτωμα θα ήταν τέλειο», είπε. Με περισσότερους από έναν τρόπους, ήθελα να πω, ήξερα όμως ότι είχαμε ήδη υπερβεί τα εσκαμμένα. «Θα ξεκουραστείς όλη την υπόλοιπη ημέρα», της είπα.

Πριν αρχίσει ο αγώνας και λίγο πριν την ώρα που θα έφταναν οι φτερούγες του κοτόπουλου και η πίτσα, ανέβηκα στο δωμάτιό μου να πάρω το κολάρο της Άμπι. Η κλειδωμένη κοσμηματοθήκη στην οποία το είχα ασφαλίσει την Παρασκευή περιείχε αρκετά κοσμήματα της μητέρας μου. Την ξεκλείδωσα κι έριξα το κολά­ ρο στην τσέπη μου, αντί όμως να ξαναβάλω την μπιζουτιέρα στη θέση της, έβγαλα έξω μερικά κοσμήματα. Μέσα σ’ ένα βελούδινο κουτί, φωλιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ήταν τα σκουλαρίκια που θυμόμουν τον πατέρα μου να χα­ ρίζει στη μητέρα μου κάποια Χριστούγεννα. Εκείνη τη χρονιά, ο Άγιος Βασίλης μού είχε φέρει ένα ποδήλατο, και ήμουν τόσο εν­ θουσιασμένος, που δε θυμόμουν πολλά από την ιστορία με τα σκουλαρίκια. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα ν’ ανακαλέσω τη σκηνή στη μνήμη μου. Είχαν φιληθεί, αυτό το θυμόμουν, τότε όμως πίστευα ότι τα φιλιά ήταν σκέτη αηδία, οπότε είχα στρέψει ξανά την προσοχή μου στο ποδήλατο. Ξανάβαλα τα σκουλαρίκια στη θέση τους και πήρα τη βέρα του μπαμπά. Ήταν δυνατή και γερή – όπως κι εκείνος. Θα ήταν

Kuriarxos_158s302.indd 179

9/30/13 3:37:54 PM


180

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

περήφανος σήμερα για τον άντρα που είχε γίνει ο γιος του; Για το πώς είχε επεκτείνει και εξελίξει την εταιρία του; Φόρεσα τη βέρα στον αριστερό παράμεσό μου. Φαινόταν παράξενη πάνω μου, κι έτσι την έβγαλα και την ξανάβαλα στο κουτί. Έπειτα πήρα τη βέρα της μαμάς και την κράτησα ανάμεσα στον αντίχειρα και στο δείκτη μου. Τόσο μικροσκοπική. Την έβα­ λα στο μικρό μου δάχτυλο και δεν προχώρησε ούτε ως την άρθρω­ ση. Παράξενο – τη μαμά τη θυμόμουν πολύ πιο μεγαλόσωμη. Αλ­ λά, βέβαια, μεγαλόσωμη θα φαινόταν σε οποιοδήποτε δεκάχρο­ νο αγόρι. Έβγαλα τη βέρα, και ετοιμαζόμουν να τη βάλω στη θέση της, όταν κάτι τράβηξε την προσοχή μου – κάτι που ήταν γραμμένο μέ­ σα στο δαχτυλίδι. Το έφερα κοντά στα μάτια μου και διάβασα: Αλλά εγώ σου στέλνω ένα μπουμπούκι λευκό σαν κρέμα. Γύρισα το δαχτυλίδι, ψάχνοντας για κάτι ακόμα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Απολύτως τίποτα. Ένα μπουμπούκι λευκό σαν κρέμα; Ξαναπήρα τη βέρα του μπαμπά. Ναι, κι εκείνη είχε κάτι χα­ ραγμένο μέσα. Και ρόδινο στων πετάλων του την άκρη. Άφησα τη βέρα στη θέση της. Τι σήμαινε πάλι αυτό; Το κουδούνι χτύπησε. Αναστέναξα κι άφησα το κουτί στο κρεβάτι μου. Οι βέρες θα έπρεπε να περιμένουν.

Η Άμπι δεν είχε ιδέα από φούτμπολ, οπότε, ανάμεσα σε μπουκιές κοτόπουλου και πίτσας, έβαλα τα δυνατά μου να της εξηγήσω ορι­ σμένα πράγματα. Εντέλει, κούνησε το κεφάλι της κι αναστέναξε. «Χαμένη υπό­ θεση είμαι. Δεν πρόκειται να το καταλάβω ποτέ αυτό το παιχνίδι». Ήθελα να της πω ότι είχε άφθονο χρόνο στη διάθεσή της για

Kuriarxos_158s302.indd 180

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

181

να μάθει τους κανόνες του φούτμπολ, ότι το συγκεκριμένο άθλη­ μα κατείχε σπουδαία θέση στην οικογένειά μου, δεν το θεώρησα σωστό όμως να προτρέξω. Ίσως να μην ήθελε να ξαναφορέσει το κολάρο μου. Ίσως να το κοίταζε και να μου έλεγε να πάω να πνι­ γώ. Ή ίσως να αντιδρούσε όπως η Μπεθ και να μου έλεγε ότι δεν ήθελε το κολάρο επειδή ήθελε «περισσότερα». Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας. Κι αν η Άμπι ήθελε περισσότερα; Μπορούσα να της τα δώσω; Κοίταξα το χρονόμετρο του γηπέδου να μετράει αντίστροφα στην οθόνη της τηλεόρασης. Όταν έφτασε στο μηδέν, σηκώθηκα και την έκλεισα. Δεν ήξερα καν ποιος κέρδιζε. Η Άμπι καθόταν στο πάτωμα, με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ ένα βουνό από μαξιλάρια. Πήγα δίπλα της κι έβγαλα το κολάρο από την τσέπη μου. «Μου το έδωσε η Ιλάινα, στο νοσοκομείο», είπα. Με κοίταξε στα μάτια. «Η Ιλάινα ξέρει. Αλλά δεν το έμαθε από μένα. Δεν της το είπα εγώ». Καλά το είχα καταλάβει. Αναρωτήθηκα πώς το είχε μάθει. Η Άμπι; Αποκλείεται. Ήταν τόσο ειλικρινής, που δεν μπορού­ σε να πει ψέματα. Αντίθετα από σένα. Ψεύτη. Κάθαρμα. «Το φαντάστηκα. Σ’ ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου». Δί­ στασα, επιστράτευσα το κουράγιο μου. «Θα ήθελα να βεβαιωθώ ότι εξακολουθείς να το θέλεις αυτό – δεν ήμουν σίγουρος...» Την κοίταξα στα μάτια. «Τώρα ξέρεις περισσότερα, οπότε ίσως... να μην το θέλεις». «Το θέλω». Σηκώθηκε στα γόνατά της κι έσκυψε το κεφάλι. Το ήθελε; Έτσι; Χωρίς ερωτήσεις; Χωρίς τίποτα; «Κοίταξέ με, Άμπιγκεϊλ».

Kuriarxos_158s302.indd 181

9/30/13 3:37:54 PM


182

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Σήκωσε το κεφάλι καθώς γονάτιζα μπροστά της. Ήθελε το κο­ λάρο. Ήθελε εμένα. Κούμπωσα το περιδέραιο στο λαιμό της κι ύστερα πέρασα τα δάχτυλά μου στα μαλλιά της. Γαμώτο. Πόσο της πήγαινε το κολάρο μου. Αισθάνθηκα δραστηριότητα στον καβάλο μου, και την πλησί­ ασα ακόμα περισσότερο. Ένα φιλί. Ένα τόσο δα φιλί δε θα πείραζε. Ανάγκασα τον εαυτό μου να σταματήσει. Η Άμπι δεν ήθελε πε­ ρισσότερα. Ήθελε αυτό που είχαμε, και γι’ αυτό δεν μπορούσα να τη φιλήσω. Έπρεπε να συγκρατηθώ. Αναστέναξα. Ανάθεμά τα όλα. Σηκώθηκα και ξανάναψα την τηλεόραση. Το δεύτερο ημίχρο­ νο είχε αρχίσει.

Kuriarxos_158s302.indd 182

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

183

Κεφάλαιο 16 ΗΤΑΝ ΤΕΤΑΡΤΗ, και άρα κατάλληλη μέρα για να περάσω να δω

την Άμπι στη δουλειά. Ήταν Τετάρτη την πρώτη φορά που την είχα δει. Για την ακρίβεια, έξω από μια βιβλιοθήκη. Έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου ότι αυτή η επίσκεψη έπρεπε να γίνει, αφού αποτελούσε κομβικό κομμάτι των σχεδίων μου για το ταξίδι μας στην Τάμπα και τον τελικό του πρωταθλή­ ματος. Ίσως με το πες πες να κατάφερνα τελικά να το πιστέψω. Το σεξ σε δημόσιο χώρο, και πολύ περισσότερο σ’ ένα γήπεδο του φούτμπολ, δεν ήταν μικρή υπόθεση. Έπρεπε να προετοιμάσω την Άμπι με τον κατάλληλο τρόπο. Βήμα πρώτο: το σεξ στο ­δημόσιο -αλλά-πολύ-λιγότερο-πιθανό-να-μας πιάσουν-στα-πράσα χώρο του Τμήματος Σπάνιων Βιβλίων της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης. Αυτό όμως δεν ήταν απλώς το πρώτο βήμα του ευρύτερου σχε­ δίου μου. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να βάλω το χέρι μου στην εσωτερική τσέπη του παλτού μου για να βεβαιωθώ ότι η επί­ σκεψη της Τετάρτης σήμαινε περισσότερα. Γιατί εκεί, κρυμμένο σε σημείο όπου να μην μπορεί να το δει, βρισκόταν ένα τέλειο τριαντάφυλλο στο χρώμα της κρέμας. Με ρόδινες πινελιές στις άκρες των πετάλων του. Την Κυριακή, όταν η Άμπι έφυγε απ’ το σπίτι, αναζήτησα στο Google τα λόγια που είχα βρει χαραγμένα στις βέρες των γονιών

Kuriarxos_158s302.indd 183

9/30/13 3:37:54 PM


184

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μου. Ήταν στίχοι από ένα ποίημα του Τζον Μπόιλ Ο’ Ράιλι. Συ­ νεπαρμένος, κατέβηκα στη βιβλιοθήκη και βρήκα ένα λεπτό τό­ μο με τα έργα του ποιητή. Πέρασα το απόγευμά μου διαβάζοντας αρκετά ποιήματά του, παρ’ όλ’ αυτά, έπιανα τον εαυτό μου να επιστρέφει τόσο συχνά στο «Λευκό Ρόδο», που στο τέλος της βραδιάς το βιβλίο άνοιγε μό­ νο του σ’ εκείνη τη σελίδα. Στοχάστηκα πάνω στο νόημα του ποι­ ήματος και αναρωτήθηκα αν η Άμπι γνώριζε την ύπαρξή του. Αν της έδινα ένα τριαντάφυλλο στο χρώμα της κρέμας με ρό­ δινες πινελιές στις άκρες των πετάλων του, θα μάντευε το νόημα πίσω από τη χειρονομία; Θα καταλάβαινε ότι είχα αρχίσει να νιώ­ θω για κείνη πράγματα που ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα ένιωθα; Για οποιαδήποτε γυναίκα; Ήθελα να το καταλάβει; Ο φόβος σφυροκοπούσε μέσα μου, και το συναίσθημα ήταν πρωτόγνωρο. Πρωτόγνωρο και απρόσμενο. Όσο φοβισμένος κι αν ήμουν όμως, έπρεπε να μάθω. Να μάθω αν η Άμπι ένιωθε όπως εγώ. Αν υπήρχε πιθανότητα να νιώσει έτσι. Τελικά, αποφάσισα να πάρω ένα τριαντάφυλλο στη βιβλιοθή­ κη μαζί μου. Θα το κρατούσα κρυμμένο στο παλτό μου. Και με­ τά θα έβλεπα αν ήθελα να της το δώσω. Στάθηκα για λίγο στο εσωτερικό της βιβλιοθήκης, παρακολου­ θώντας την Άμπι επί τω έργω. Στεκόταν στην Υποδοχή, με την πλάτη προς το μέρος μου, και μια στοίβα βιβλία στον πάγκο δί­ πλα της. Δούλευε με επιμέλεια. Κάποια στιγμή, την πλησίασε κά­ ποιος, της είπε κάτι κι εκείνη γέλασε. Όταν ο άντρας έφυγε, την είδα να ανεβάζει το χέρι στο λαιμό της και να ψηλαφίζει μηχανι­ κά το κολάρο μου. Η ζήλια, μια αναπάντεχη, άγρια ζήλια, φούντωσε μέσα μου. Εκείνος ο τύπος την είχε κάνει να γελάσει. Κι εγώ; Την είχα κάνει ποτέ να γελάσει; Ανέτρεξα στο λίγο καιρό της σχέσης μας. Όχι, δεν την είχα κάνει να γελάσει ούτε μία φορά.

Kuriarxos_158s302.indd 184

9/30/13 3:37:54 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

185

Με ανανεωμένη αποφασιστικότητα, προχώρησα προς την Υποδοχή. Η Άμπι εξακολουθούσε να έχει την πλάτη της γυρισμέ­ νη. «Θα ήθελα να επισκεφτώ το Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων», είπα. Δε γύρισε καν να με κοιτάξει. Δεν κατάλαβε καν ότι ήμουν εγώ. «Λυπάμαι. Το Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων ανοίγει μόνο κατόπιν ρα­ ντεβού, και αυτή τη στιγμή πάσχουμε από έλλειψη προσωπικού. Δυστυχώς, έχω πολλή δουλειά και δεν μπορώ να σας εξυπηρετή­ σω σήμερα». Ίσως να μην είχε αναγνωρίσει τη φωνή μου «Πολύ απογοητευτικό αυτό, Άμπιγκεϊλ». Ακούγοντάς με να χρησιμοποιώ το πλήρες όνομά της, έκανε απότομη μεταβολή. Με κοίταξε με το στόμα ανοιχτό και τα μά­ τια διάπλατα από το σοκ. «Πραγματικά ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή;» τη ρώτησα. «Όχι. Είμαι σίγουρη όμως ότι έχεις ακριβώς τα ίδια βιβλία στο σπίτι σου». Ναι, αλλά εσύ δεν είσαι εκεί. Είσαι εδώ. Και θεωρούσα ότι αυτή η ειδο­ ποιός διαφορά θα ήταν προφανής. «Μάλλον τα έχω», είπα. «Και», συνέχισε, χωρίς στην πραγματικότητα να με ακούει, «κάποιος από το προσωπικό της βιβλιοθήκης θα πρέπει να σε συ­ νοδεύσει στο εν λόγω τμήμα και να μείνει μαζί σου όσο θα χρη­ σιμοποιείς τα βιβλία». Εκεί ακριβώς είναι το θέμα, Άμπι. Σε θέλω, και θέλω να σε πά­ ρω στη Δημόσια Βιβλιοθήκη. Αυτή τη στιγμή. «Το εύχομαι και το ελπίζω. Θα ήταν πολύ βαρετό να βρεθώ μόνος μου στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων». Έβγαλα το ένα γάντι και το έχωσα στην τσέπη μου. «Το ξέρω ότι δεν είναι Σαββατοκύ­ ριακο, οπότε μη διστάσεις να μου αρνηθείς. Δε θα υπάρξουν επι­ πτώσεις». Μπορείς να με απορρίψεις. Της χάρισα ένα αδύναμο χα­ μόγελο. «Θα με συνοδεύσεις στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων;»

Kuriarxos_158s302.indd 185

9/30/13 3:37:54 PM


186

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Ν... ν... ναι», τραύλισε, καθώς άρχιζε να καταλαβαίνει περί τίνος επρόκειτο. «Τέλεια». Δεν κουνήθηκε όμως. Στεκόταν και με κοίταζε κοκαλωμένη, λες και από στιγμή σε στιγμή θα γινόμουν καπνός. «Άμπιγκεϊλ», είπα δείχνοντας μία άλλη βιβλιοθηκάριο, «μήπως εκείνη εκεί η κυρία μπορεί να σε αντικαταστήσει στην Υποδοχή όσο εσύ θα είσαι... κατά άλλο τρόπο απασχολημένη;» Ήθελα να της το ξεκαθαρίσω. Έπρεπε να καταλάβει ότι, αν άφηνε για χάρη μου το πόστο της, θα βρισκόμουν βυθισμένος μέ­ σα της το συντομότερο δυνατό. «Άμπιγκεϊλ;» «Μάρθα;» φώναξε εκείνη, κάνοντας το γύρο του πάγκου της Υποδοχής. «Μπορείς να έρθεις, σε παρακαλώ, για λίγο; Ο κύριος Γουέστ έχει κλείσει ραντεβού για το Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων». Έτσι μπράβο το κορίτσι μου. Προχωρήσαμε προς τις σκάλες. Η Άμπι προπορευόταν, δίνο­ ντάς μου την ευκαιρία να θαυμάσω για λίγο τα εξαιρετικής ομορ­ φιάς οπίσθιά της. «Εντελώς πληροφοριακά μιλώντας», είπα, κρατώντας την προσοχή μου εστιασμένη στις καμπύλες των γλουτών της, στον τρόπο που λικνίζονταν καθώς η κάτοχός τους βάδιζε, «αναρω­ τιέμαι αν το Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων τυχαίνει να διαθέτει τρα­ πέζι». «Διαθέτει». Και βέβαια διέθετε. «Είναι γερό;» ρώτησα. «Φαντάζομαι». «Ωραία. Γιατί σχεδιάζω ν’ απλώσω μπροστά μου κάτι περισ­ σότερο από βιβλία». Ανεβήκαμε στον πάνω όροφο και διασχίσαμε το διάδρομο, ώσπου φτάσαμε σε μια διπλή πόρτα. Η Άμπι πήρε κάτι κλειδιά

Kuriarxos_158s302.indd 186

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

187

από την τσέπη της κι άρχισε να τα δοκιμάζει στην κλειδαριά. Εντέλει βρήκε το σωστό και άνοιξε την πόρτα. «Α, όχι. Μετά από σας», είπα όταν μου κράτησε την πόρτα να περάσω. Κλείδωσα πίσω μας την πόρτα. Έβγαλα το παλτό μου κοιτά­ ζοντας γύρω μου το δωμάτιο. Στο κέντρο του υπήρχε ένα τραπέ­ ζι που έφτανε ως το ύψος της μέσης. Αυτό. Δε βιάστηκα, όμως, παρά τριγύρισα στο δωμάτιο, περνώντας το χέρι μου πάνω στα άλλα τραπέζια, προσποιούμενος ότι διάβα­ ζα τίτλους βιβλίων. Η καθυστέρησή μου ήταν σκόπιμη. Ήθελα να δώσω στην Άμπι χρόνο να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς ετοι­ μαζόμασταν να κάνουμε. «Αυτό», είπα, δείχνοντας το τραπέζι που είχα διαλέξει. Εκείνο που είχε το κατάλληλο ύψος. «Είναι ακριβώς ό,τι είχα κατά νου». Η Άμπι χαμογελούσε μ’ ένα πανούργο χαμόγελο. «Γδύσου από τη μέση και κάτω, Άμπιγκεϊλ, κι ανέβα στο τρα­ πέζι». Δεν άργησε να εκτελέσει την εντολή μου και, καθώς ανέβαινε στο τραπέζι, κοίταξα τα γυμνά οπίσθιά της. Να πάρει, δεν έβλε­ πα την ώρα να βρεθώ μέσα της. Η στύση μου μεγάλωνε και μόνο που το σκεφτόμουν. Ξεκούμπωσα τη ζώνη μου. «Πολύ ωραία. Στήριξε τις φτέρνες και τον πισινό σου στην άκρη του τραπεζιού και άνοιξέ μου τα όμορφα γόνατά σου». Κοιτάζοντάς την έτσι, να περιμένει με τα πόδια ανοιχτά, ένιω­ σα τ’ αρχίδια μου να σφίγγονται οδυνηρά. Πήρα το προφυλακτικό από την τσέπη μου κι έβγαλα το πα­ ντελόνι μου. Δε βιαζόμουν, θέλοντας να βεβαιωθώ ότι η Άμπι πα­ ρακολουθούσε τα πάντα. Και πάλι, η σκοπιμότητα ήταν το άλφα και το ωμέγα της κάθε κίνησής μου. Φόρεσα το προφυλακτικό, αντιστεκόμενος στην παρόρμηση να χαϊδευτώ.

Kuriarxos_158s302.indd 187

9/30/13 3:37:55 PM


188

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Όμορφα», είπα, γιατί όλα πάνω της ήταν όμορφα. Γιατί εκεί­ νη ήταν όμορφη, προσφέροντάς μου την υποταγή της, προσφέ­ ροντάς μου τον εαυτό της. Πλησίασα αργά στο τραπέζι και άνοιξα ακόμα περισσότερο τα πόδια της. «Πες μου, Άμπιγκεϊλ», είπα σμίγοντας τα φρύδια μου, σαν να μελετούσα επιδεικνύοντας την ύψιστη σπουδή τη στάση των κορ­ μιών μας. «Σ’ έχουν ξαναγαμήσει στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων;» Το σώμα της έτρεμε από προσμονή. Άρπαξα με δύναμη τους γοφούς της. «Όχι». Σήκωσα το κεφάλι και την κοίταξα. «Όχι, τι;» Ήθελα να το ακού­ σω – να την ακούσω να με λέει Αφέντη ή κύριο. Όποιο απ’ τα δυο. «Όχι, κύριε». Έσπρωξα προς τα μπρος, μπαίνοντας μέσα της. «Πολύ καλύ­ τερα». Τα μάτια της έκλεισαν όταν έμεινα ακίνητος. Δάγκωσε το κά­ τω χείλος της μ’ ένα μικρό βογκητό, και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Έσπρωξα με δύναμη, μπαίνο­ ντας βαθιά μέσα της. Την έπιασα απ’ τους γοφούς και την τράβηξα προς το μέρος μου. «Στηρίξου στους αγκώνες σου, Άμπιγκεϊλ. Θα σε ξεσκίσω τό­ σο πολύ, που την Παρασκευή το βράδυ θα το νιώθεις ακόμα». Έκανε όπως της είπα, με τα μαλλιά της να πέφτουν στο τρα­ πέζι, την πλάτη της να σχηματίζει τόξο, παίρνοντάς με ακόμα βα­ θύτερα μέσα της. Βγήκα και ξαναμπήκα με δύναμη. Τα φώτα της οροφής έκα­ ναν τα διαμάντια του κολάρου της να στραφταλίζουν. Ήταν λες και οι λαμπερές πέτρες μού έκλειναν το μάτι. Δική μου. Ήταν δική μου. Φορούσε το κολάρο μου.

Kuriarxos_158s302.indd 188

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

189

Δική μου. Έσπρωξα ξανά, κι εκείνη ανασήκωσε τη λεκάνη της για να με πάρει βαθύτερα. Μπορεί να μην την είχα κάνει ποτέ να γελάσει, αλλά μπορού­ σα να της κάνω αυτό – να την κάνω να λιώνει από πόθο, κι ύστε­ ρα να κάνω αυτό τον πόθο να θεριέψει σαν πυρκαγιά πριν τον αφήσω να εκτονωθεί σ’ ένα φαντασμαγορικό οργασμό. Μπορού­ σα να την ανεβάσω στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού κι ύστε­ ρα να τη δω να απογειώνεται από κει. «Είσαι δική μου», βρυχήθηκα, με μια ακόμα βύθιση. Άνοιξε κι άλλο τα πόδια της, παίρνοντάς με βαθύτερα. «Δική μου. Πες το, Άμπιγκεϊλ». Πες τις λέξεις. «Δική σου». Κράτησα το ρυθμό μου σταθερό, μπαινοβγαίνοντας μέσα της καθώς εκείνη επαναλάμβανε ξανά και ξανά τα λόγια. Δική σου. Δική σου. Δική σου. Δική μου. Δική μου. Δική μου. Άφησε ένα σιγανό βογκητό και ξαναπίεσε τη λεκάνη της προς τα πάνω, δίνοντάς μου να καταλάβω ότι ο οργασμός της πλησία­ ζε. Έσπρωξα ξανά και την ένιωσα να εκρήγνυται γύρω μου. Συ­ νέχισα να μπαινοβγαίνω με δύναμη, πλησιάζοντας κι εγώ στον ορ­ γασμό. Κι έπειτα έμεινα ακίνητος και τον άφησα να με κυριεύσει, χύνοντας με δύναμη μέσα στο προφυλακτικό. Τραβήχτηκα από μέσα της κι έσκυψα το κεφάλι, ακουμπώ­ ντας το μέτωπό μου στην κοιλιά της, προσπαθώντας να ξαναβρώ την ανάσα μου. Ιδρώτας γυάλιζε στο κορμί της. Ρούφηξα μια στα­ γόνα του μ’ ένα φιλί.

Kuriarxos_158s302.indd 189

9/30/13 3:37:55 PM


190

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Ευχαριστώ για την ξενάγηση στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων», είπα ανάμεσα σε δυο φιλιά στην κοιλιά της. Έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου κι έπνιξε ένα βογκητό. «Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου», είπε. Τη φίλησα άλλη μια φορά στην κοιλιά, ποθώντας να τη φιλή­ σω χαμηλότερα, μη θέλοντας ωστόσο να προκαλέσω την τύχη μου. Το Σαββατοκύριακο που έρχεται, είπα στον εαυτό μου. Θα έχεις όλο το χρόνο στη διάθεσή σου γι’ αυτό. Τραβήχτηκα αργά από πάνω της και ντύθηκα. Η Άμπι κατέ­ βηκε μ’ ένα σάλτο απ’ το τραπέζι. Μόλις ντυθήκαμε, πήρε το προφυλακτικό απ’ το χέρι μου. «Θα το φροντίσω εγώ αυτό», είπε καθώς βγαίναμε στο διάδρομο. «Θα σε δω την Παρασκευή στις έξι». Έβαλα το χέρι στην εσω­ τερική τσέπη του παλτού μου για να βεβαιωθώ ότι το τριαντάφυλ­ λο ήταν ακόμα εκεί. «Μάλιστα, κύριε».

Όταν κατέβηκα στην κυρίως αίθουσα της βιβλιοθήκης, δεν υπήρ­ χε κανείς στην Υποδοχή. Έβγαλα το τριαντάφυλλο από την τσέ­ πη μου. Να το άφηνα; Θα έφτανε ποτέ στα χέρια της; Ήμουν ένας άντρας που άφηνε ένα τριαντάφυλλο για μια γυναίκα. Σπουδαία υπόθεση. Μόνο που ήταν. «Βρήκατε αυτά που θέλατε, κύριε;» Γύρισα απότομα. Η Μάρθα στεκόταν μπροστά μου χαμογε­ λώντας. «Εεε, ναι», τραύλισα. «Ναι, τα βρήκα όλα». Η Μάρθα χαμήλωσε το βλέμμα στο τριαντάφυλλο και ανασή­ κωσε το φρύδι. «Α, ευχαριστώ πολύ – δεν ήταν ανάγκη».

Kuriarxos_158s302.indd 190

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

191

«Για την Άμπι είναι». «Και βέβαια είναι για την Άμπι». Είχε καταλάβει τι κάναμε τόση ώρα στον πάνω όροφο; «Θα το άφηνα εδώ για να το βρει», είπα. Ακούμπησα το τρια­ ντάφυλλο πάνω στη στοίβα των βιβλίων με τα οποία δούλευε η Άμπι όταν μπήκα στη βιβλιοθήκη. «Τζον Μπόιλ Ο’ Ράιλι;» Να λοιπόν που με είχαν τσακώσει. Ήταν πολύ αργά για να πάρω πίσω το τριαντάφυλλο. Η Άμπι θα το μάθαινε. Τι θα μάθαινε όμως; Ότι της είχα αφήσει ένα τριαντάφυλλο; Ίδιο μ’ αυτό που περιέγραφε ο Ο’ Ράιλι σ’ ένα ποίημά του; Και λοιπόν; Τα γόνατά μου έτρεμαν. Μπορούσα βέβαια πάντα να υποβαθμίσω τη σημασία του. Να προσποιηθώ ότι δεν ήταν τίποτα. Εκτός... Εκτός κι αν η Άμπι ήθε­ λε να σημαίνει το τριαντάφυλλο ό,τι ήθελα εγώ να σημαίνει. Και τι ακριβώς ήταν αυτό; Ενεργώντας με ψυχραιμία που δεν είχα, τράβηξα ένα πέταλο από το τριαντάφυλλο κι έκλεισα το μάτι στη Μάρθα. «Φυσικά».

Kuriarxos_158s302.indd 191

9/30/13 3:37:55 PM


192

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 17 ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟ ΒΡΑΔΥ, ο Απόλλωνας άρχισε να γαβγίζει μό­

λις άκουσε το ταξί να μπαίνει στο δρομάκι του σπιτιού. Του είπα να σωπάσει και κοίταξα έξω από το παράθυρο. «Έτοιμος να δεις την Άμπι;» Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και κλαψούρισε. Πήγα τα πιά­ τα με το φαγητό μας στο τραπέζι και βγήκα να την προϋπαντή­ σω. Άνοιξα την εξώπορτα και την κοίταξα ν’ ανεβαίνει τα εξωτερι­ κά σκαλιά. Φορούσε ένα χοντρό καφέ πουλόβερ που τόνιζε το χρώμα των ματιών της. Το βλέμμα της κλείδωσε στο δικό μου. Της χαμογέλασα. Είχε πάρει το τριαντάφυλλο; Θα μου έλεγε κά­ τι σχετικά; Μάλλον όχι. Καιγόμουν όμως να μάθω πώς της είχε φανεί. «Καλή Παρασκευή, Άμπιγκεϊλ». Τα μάτια της έλαμψαν από ενθουσιασμό. Καλό σημάδι. Πήγαμε στην κουζίνα και της τράβηξα την καρέκλα να καθί­ σει. Αυτή ήταν η ώρα της. Η ώρα της να κάνει ομαλά τη μετάβα­ ση στο Σαββατοκύριακο, να εκφράσει τυχόν ανησυχίες, να θέσει τυχόν ερωτήσεις. Δεν είπε τίποτα, πότε πότε όμως το βλέμμα της γινόταν από­ μακρο. Και τι δε θα ’δινα για να μάθω τι γινόταν μέσα σ’ αυτό το

Kuriarxos_158s302.indd 192

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

193

όμορφο κεφάλι. Ίσως κάποια μέρα να τη ρωτούσα τι σκεφτόταν. Γι’ απόψε, όμως, είχε φτάσει η ώρα να πάμε επάνω. Δεν άντεχα στη σκέψη ότι η πρώτη γεύση ξυλίσματος που εί­ χε πάρει από μένα η Άμπι ήταν για τιμωρία. Νωρίτερα εκείνη την εβδομάδα, είχα ανατρέξει στο πρώτο μας Σαββατοκύριακο – στα όσα είχαμε κάνει στο δωμάτιο των παιχνιδιών. Η Άμπι είχε απολαύσει το μαστίγιο. Και ήξερα ότι έπρεπε να της τις βρέξω ξανά. Για διασκέδαση αυτή τη φορά – είχα ήδη βγά­ λει τα μαξιλάρια και τα είχα τοποθετήσει στο κέντρο του κρεβατιού. «Πώς αισθάνεσαι σήμερα;» ρώτησα. Μπορούσε να εκλάβει την ερώτηση με δύο τρόπους – ή να θεωρήσει ότι αναφερόμουν στο ατύχημα ή να θυμηθεί αυτό που της είχα πει την Τετάρτη, για το πόσο πιασμένη θα ήταν ακόμα την Παρασκευή. «Πιασμένη σε όλα τα σωστά μέρη». Εξαιρετικά. «Άμπιγκεϊλ», είπα με προσποιητή έκπληξη. «Ήσουν άτακτο κορίτσι αυτή την εβδομάδα;» Με κοίταξε ανοιγοκλείνοντας απορημένη τα μάτια. Ακλόνητος, της αντιγύρισα το βλέμμα. «Ξέρεις τι παθαίνουν τα άτακτα κορίτσια, ε;» Μισάνοιξε τα χείλη και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Τρώνε ξυλιές στα μαλακά». Ο φόβος συννέφιασε το πρόσωπό της. «Μα, δεν έχασα ούτ’ ένα μάθημα γιόγκα, ούτε μια ώρα ύπνου, και αντί για τζόγκινγκ έκα­ να περπάτημα, όπως μου είπες». Έπαψε να μιλάει κι άρχισε να δαγκώνει νευρικά το κάτω χείλος της. Γαμώτο. Και βέβαια φοβόταν – γι’ αυτό τα αποψινά σχέδιά μου ήταν τόσο σημαντικά. «Άμπιγκεϊλ», είπα όσο πιο καθησυχαστικά μπορούσα. «Πόσα είδη ξυλίσματος υπάρχουν;» Δεν απάντησε. Απλώς συνέχισε να με κοιτάζει με σαστισμένη έκφραση.

Kuriarxos_158s302.indd 193

9/30/13 3:37:55 PM


194

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Τρία», είπα, θέλοντας να την κάνω να καταλάβει το σκεπτι­ κό μου. «Ποιο ήταν το πρώτο;» Έλα, Άμπι. Κάνε μου τη χάρη να θυμηθείς. Το κατάλαβα αμέσως μόλις θυμήθηκε τη λέξη «ερωτικό», για­ τί ο φόβος και η σύγχυση στο βλέμμα της αντικαταστάθηκαν αυ­ τόματα από τη λάμψη της προσμονής. Ω, ναι. Απόψε θα το διασκεδάζαμε. «Κούνα τον πισινό σου κι ανέβα πάνω». Τινάχτηκε απ’ την καρέκλα πριν καν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου. Πήρα τα πιάτα μας από το τραπέζι και τα έβαλα στο πλυντή­ ριο. Είχα βγάλει τον Απόλλωνα για τη βόλτα του πριν από το δεί­ πνο, κι έτσι τον άφησα να με ακολουθήσει επάνω και να μείνει στο κατώφλι έξω απ’ την κρεβατοκάμαρά μου. Μπήκα στο δωμά­ τιο κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Η Άμπι έστεκε γυμνή δίπλα στο κρεβάτι, περιμένοντάς με. Τα χέρια της κρέμονταν στο πλάι και το κορμί της έτρεμε ελαφρά. Για άλλη μια φορά, η υπακοή της με εντυπωσίαζε. Φυσικά, ήταν αναμενόμενη, αλλά, με κάποιο τρόπο, το γεγονός ότι ερχόταν από εκείνη σήμαινε για μένα περισσότερα. Πολύ περισσότερα. Ξεκούμπωσα το πουκάμισό μου. «Μπρούμυτα πάνω στα μαξι­ λάρια». Μαξιλάρια απόψε. Όχι πάγκος του μαστιγώματος. Κανείς από τους δυο μας δεν ήταν ακόμα έτοιμος να δει τον πάγκο του μαστι­ γώματος να ξαναβγαίνει απ’ το δωμάτιο των παιχνιδιών. Ανέβηκε στο κρεβάτι, δείχνοντάς μου τα όμορφα, γυμνά οπί­ σθιά της. Έβγαλα ένα προφυλακτικό από την τσέπη μου και το άφησα δίπλα της, πάνω στο κρεβάτι. Ανάθεμά την, ήταν κούκλα. Και ήταν ξαπλωμένη εκεί. Περι­ μένοντάς με. Έβγαλα το παντελόνι μου και πήγα στο κεφαλάρι του κρεβα­ τιού. Φροντίζοντας πρώτα να βεβαιωθώ ότι με έβλεπε, τράβηξα

Kuriarxos_158s302.indd 194

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

195

έναν ιμάντα κι έπιασα τα χέρια της. «Δε γίνεται να σ’ έχουμε να προσπαθείς να καλυφθείς, έτσι δεν είναι;» Στερέωσα τους καρπούς της, την τράβηξα μαλακά βάζοντάς τη να στηριχτεί στους αγκώνες της κι έκανα ένα βήμα πίσω. Η προσωποποίηση της τελειότητας, σκέφτηκα, αφήνοντας το βλέμ­ μα μου να ταξιδέψει στην ευάλωτη φιγούρα της. Ανέβηκα στο κρεβάτι, γονάτισα πίσω της κι έπιασα τα οπίσθιά της. «Τη χρησιμοποιείς τη σφήνα σου, Άμπιγκεϊλ;» Δεν την ένιωσα να σφίγγεται όπως άλλες φορές. Απλώς κατέ­ νευσε. «Ωραία», είπα, πιάνοντας τα πόδια της κι ανοίγοντάς τα για να έχει καλύτερη ισορροπία. «Γιατί σε θέλω ανοιχτή». Έσυρα το δάχτυλό μου κατά μήκος της εκτεθειμένης σχισμής της. «Μα, τι έχουμε εδώ, Άμπιγκεϊλ;» Έγλειψα τα αποδεικτικά στοιχεία του ερεθισμού της από το δάχτυλό μου. «Τόσο υγρή ήδη... Σε ερεθί­ ζει η σκέψη ότι θα σου κοκκινίσω τον πισινό;» Δεν απάντησε, αλλά το ίδιο ρίγος που είχα προσέξει νωρίτερα εξακολουθούσε να υπάρχει. Το ήθελε αυτό. Έτριψα την κωλοτρυ­ πίδα της κι ύστερα σήκωσα το χέρι και το κατέβασα στα μαλακά της τρεις φορές, σε γρήγορη διαδοχή. Την άκουσα να βογκάει. Τη χτύπησα ξανά, κοιτάζοντας το ροδαλό αποτύπωμα που άφηνε η παλάμη μου στο δέρμα της. «Οι καλοί πολίτες της ­Νέας Υόρκης πληρώνουν το μισθό σου για να εργάζεσαι στη βιβλιο­ θήκη τους, όχι για να τρυπώνεις εν ώρα εργασίας στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων και να κάνεις τα ανομολόγητα». Χτυπούσα σε διαφορετικό σημείο κάθε φορά, φροντίζοντας οι ξυλιές να μην είναι υπερβολικά δυνατές. Δεν ήθελα να το παρακάνω με τον πόνο. Όχι πόνος αυτή τη φορά, Άμπι. Μόνο ηδονή. Μόνο ηδονή. Βόγκηξε ξανά κι έσπρωξε τους γλουτούς της προς το μέρος μου. Άρπαξα τα οπίσθιά της και τα μάλαξα με δύναμη, νιώθοντας

Kuriarxos_158s302.indd 195

9/30/13 3:37:55 PM


196

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

τη διέγερσή της καθώς τα δάχτυλά μου κατέβαιναν χαμηλότερα. «Είσαι τόσο υγρή». Έγλειψα ξανά τα ακροδάχτυλά μου κι ύστερα τραβήχτηκα για να μπατσίσω το μουνί της. Η Άμπι βόγκηξε δυνατότερα. Ναι, διάολε. «Σ’ αρέσει αυτό, Άμπιγκεϊλ;» ρώτησα, μπατσίζοντάς την ξανά στο υγρό κέντρο της. Δεν περίμενα να μου απαντήσει. Χτύπησα την απαλή σάρκα ανάμεσα στα πόδια της άλλη μια φορά. Αν συνέχιζα, θα την πο­ νούσα, και δεν ήθελα να την πονέσω. Με αποφασιστικά χτυπήμα­ τα, συνέχισα το ξύλισμα στον πισινό της ώσπου το δέρμα και στα δύο μάγουλα να πάρει την ίδια απόχρωση. «Ο πισινός σου έχει πάρει μια υπέροχη ρόδινη απόχρωση». Μετακινήθηκα για να μπορέσει να νιώσει τη στύση μου. «Σύντο­ μα θα κάνω περισσότερα από το να τον ξυλίζω. Σύντομα, θα τον γαμήσω». Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο, και αμφέβαλλα αν μπορού­ σε κι εκείνη. Έβγαλα το προφυλακτικό από τη συσκευασία και το πέρασα πάνω στη στύση μου. Μπήκα στην Άμπι με μια κίνηση. Βόγκηξε. Τραβήχτηκα, λαχταρώντας να βυθιστώ με ορμή μέσα της. «Μη φωνάζεις, αλλιώς δε θα σου ξαναδώσω το καυλί μου». Τη χτύπη­ σα ξανά. «Με κατάλαβες; Αν ναι, κούνησε το κεφάλι». Κατένευσε φρενιασμένα. «Ωραία». Χώθηκα άλλη μια φορά μέσα της, τη στιγμή που εκείνη έσπρωχνε προς τα πίσω για να με πάρει βαθύτερα. «Πολύ άπληστη σε βρίσκω απόψε», είπα μπαίνοντας στην υγρή θέρμη της. «Ε, δεν είσαι η μόνη». Την άρπαξα απ’ τους γοφούς και ανέπτυξα ένα σταθερό ρυθ­ μό, βυθίζοντας μέσα της το καυλί μου όσο πιο δυνατά και βαθιά γινόταν. Εκείνη ανταποκρίθηκε άμεσα, σφίγγοντας τους εσωτερι­

Kuriarxos_158s302.indd 196

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

197

κούς μυς της σε κάθε βύθιση. Χαμήλωσα το βλέμμα και κοίταξα το σημείο της ένωσής μας, παρακολουθώντας με για λίγο να μπαι­ νοβγαίνω μέσα της. Αναρωτήθηκα τι θα έκανε αν... Γλίστρησα το ένα χέρι μου ανάμεσα στα κορμιά μας κι έτρι­ ψα την κλειτορίδα της. Η Άμπι τέντωσε την πλάτη της και ο κο­ σμογονικός οργασμός της πυροδότησε το δικό μου. Σωριάστηκε ξέπνοη πάνω στα μαξιλάρια κι εγώ ξάπλωσα δί­ πλα της, βγάζοντας το προφυλακτικό και πετώντας στο πάτωμα. Μετά, ακούμπησα την παλάμη μου στη μέση της κι ανέβηκα μ’ ένα χάδι στον κορμό της, πέρασα πάνω απ’ το στήθος της κι έτρι­ ψα των ώμο της, θέλοντας να βεβαιωθώ ότι δεν έριχνε πολύ βά­ ρος στα μπράτσα της. Ήταν μια χαρά. «Δε νομίζω ότι στην προηγούμενη επίσκεψή μου στη βιβλιο­ θήκη είδα όλα όσα ήθελα να δω», είπα. «Έχεις την καλοσύνη, πα­ ρακαλώ, να μου κλείσεις ένα ραντεβού για το Τμήμα Σπάνιων Βι­ βλίων την ερχόμενη Τετάρτη;» Σήκωσα το κεφάλι και την κοίτα­ ξα. «Στη μία και μισή;» «Μάλιστα, κύριε», συμφώνησε μ’ ένα πανούργο μειδίαμα. «Αχ, Άμπιγκεϊλ, τι άτακτο κορίτσι που είσαι!» Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο κι εγώ σηκώθηκα στα γόνατα για να τη λύσω. «Νομίζω ότι σου αξίζει ένα μικρό βραβείο γι’ αυτό. Τις λες κι εσύ;» Έσπρωξα τα μαξιλάρια στην άκρη και γύρισα το σώμα της ανάσκελα. «Σου έκανα μια ερώτηση, Άμπιγκεϊλ: Τι θα έλεγες για ένα βραβείο;» «Ό,τι σε ευχαριστεί, Αφέντη», ψιθύρισε. Της τέντωσα ξανά τα χέρια πάνω από το κεφάλι και τα ξανά­ δεσα. «Ό,τι μ’ ευχαριστεί», μουρμούρισα μέσ’ απ’ τα δόντια μου. Άρχισα να γλιστράω προς το κάτω μέρος του κορμιού της, σέρ­ νοντας πάνω του τις παλάμες μου – πρώτα στα μπράτσα και την

Kuriarxos_158s302.indd 197

9/30/13 3:37:55 PM


198

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

κλείδα της, έπειτα στα στήθη της, σταματώντας για να τρίψω τις ορθωμένες ρώγες της, κι ύστερα στα πλάγια της κοιλιάς της, ώσπου να φτάσω στους μηρούς της. Τους άνοιξα. «Μάντεψε τι θα με ευχαριστούσε τώρα, Άμπιγκεϊλ». Δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Αυτό, άτακτο κορίτσι μου». Φύσηξα πάνω στην κλειτορίδα της. «Θα με ευχαριστούσε να σε κάνω να χύσεις πάνω στη γλώσ­ σα μου. Να μου δείξεις πόσο πολύ απόλαυσες το βραβείο σου. Χωρίς να κρατηθείς». Την έγλειψα με δύναμη, χώνοντας τη γλώσσα μου μέσα της, στριφογυρίζοντάς την. Η Άμπι ανασήκωσε τη λεκάνη της με μια μικρή κραυγή. Άρχισα να βυζαίνω το τρυφερό δέρμα, δαγκώνο­ ντάς το πότε πότε. Με τα δάχτυλά μου έτριψα την κλειτορίδα της, αρχίζοντας αργά, αλλά επιταχύνοντας όλο και περισσότερο το ρυθμό μου. Την άκουσα να λαχανιάζει κι έπειτα την ένιωσα να σηκώνει ξανά τους γοφούς της προς το μέρος μου, πιέζοντας το κέντρο της στο πρόσωπό μου. «Ω, παρακαλώ», βόγκηξε, καθώς ρουφούσα την κλειτορίδα της, στριφογυρίζοντας γύρω της τη γλώσσα μου. Σήκωσα το κεφάλι. «Πιο δυνατά, Άμπιγκεϊλ. Δεν έχω γείτο­ νες». Για να τη βοηθήσω, έχωσα μέσα της δυο δάχτυλα και τα γύρι­ σα. Εκείνη ανταποκρίθηκε με μια κραυγή. «Καλύτερα έτσι», είπα, ανασηκώνοντας και πάλι τους γοφούς της στο στόμα μου και ξαναγλείφοντάς την καθώς τα δάχτυλά μου βυθίζονταν βαθύτερα στον κόλπο της. Το κάτω μέρος του κορμιού της σφίχτηκε και κοίταξα προς τα πάνω καθώς έχυνε. Η πλάτη της είχε σχηματίσει τόξο. Τροποποί­ ησα τις κινήσεις μου έτσι που τα δάχτυλά μου να χαϊδεύουν την κλειτορίδα της και η γλώσσα μου να μπαινοβγαίνει μέσα της. Η ξαφνική αλλαγή πυροδότησε ένα δεύτερο οργασμό, και η Άμπι έχυσε με δύναμη στο στόμα μου.

Kuriarxos_158s302.indd 198

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

199

Χαμήλωσα μαλακά τους γοφούς της στο κρεβάτι, κοιτάζοντάς τη να βαριανασαίνει. Έπειτα φύσηξα και πάλι την ευαίσθητη σάρκα, κι εκείνη βόγκηξε ξανά καθώς οι σπασμοί συνέχισαν να συγκλονίζουν το σώμα της. «Να υποθέσω ότι απόλαυσες το βραβείο σου;» ρώτησα καθώς σερνόμουν προς τα πάνω για να ελευθερώσω τα χέρια της από τα δεσμά τους. «Ναι, Αφέντη, ευχαριστώ», είπε, με τα μάτια κλειστά, προσπα­ θώντας ακόμα να ηρεμήσει την αναπνοή της. Έτριψα τα μπράτσα της, αρχίζοντας από τους ώμους και φτά­ νοντας ως τους καρπούς της, κι ύστερα έσκυψα στ’ αφτί της για να της ψιθυρίσω: «Μπορείς να μ’ ευχαριστήσεις καλύτερα την άλ­ λη Τετάρτη».

Έκανα ένα ντους, κι ύστερα έσβησα το φως της κρεβατοκάμαράς μου και περίμενα. Δεν ήμουν σίγουρος τι – η Άμπι δεν είχε ανα­ φερθεί καθόλου στο τριαντάφυλλο. Ίσως η Μάρθα να μην της εί­ χε πει τίποτα. Ένιωθα σαν έφηβος που προσπαθούσε να βρει το κουράγιο να ζητήσει από ένα κορίτσι να βγουν το πρώτο τους ρα­ ντεβού. Στείλ’ της σημείωμα, που να πάρει, Γουέστ. Σου αρέσω; Τσέκαρε το κου­ τάκι με το «ναι» ή το «όχι». Αφουγκράστηκα για τυχόν κινήσεις στο διάδρομο. Τίποτα. Τι περιμένεις δηλαδή να κάνει; Να ορμήσει στο δωμάτιό σου και να σου πει: «Εεε, με συγχωρείς, μήπως εννοούσες κάτι με το τριαντάφυλλο που μου άφησες;» Ανασηκώθηκα κι έχωσα μια μπουνιά στο μαξιλάρι. Βλάκα. Αυτό που χρειαζόμουν ήταν ένα ωραίο, εξουθενωτικό τρέξιμο στο μηχάνημα του γυμναστηρίου μου. Ή το πιάνο. Ένα από τα δύο. Σηκώθηκα κι άρχισα να βηματίζω, πηγαίνοντας από το κρε­

Kuriarxos_158s302.indd 199

9/30/13 3:37:55 PM


200

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

βάτι στο παράθυρο και πίσω ξανά. Ο Απόλλωνας σήκωσε το κε­ φάλι του από το πάτωμα, αναστέναξε κι ανέβηκε μ’ ένα σάλτο στο κρεβάτι. Καλά το κατάλαβες, ακόμα κι ο σκύλος σου σε θεωρεί παλαβό. Γονάτισα δίπλα στο κρεβάτι και τον χάιδεψα, ανακατώνοντάς του τη γούνα. Καθώς σηκωνόμουν, άκουσα το ανεπαίσθητο τρίξι­ μο της πόρτας της Άμπι. Κράτησα την αναπνοή μου. Και μέτρησα. Δεν ερχόταν στο δωμάτιό μου. Πού πήγαινε; Η απάντηση μου έκοψε την ανάσα. Στη βιβλιοθήκη.

Kuriarxos_158s302.indd 200

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

201

Κεφάλαιο 18 ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ. Στοιχημάτιζα τη ζωή μου. Για τέσ­

σερα δευτερόλεπτα, σκέφτηκα να μείνω στο δωμάτιό μου, αλλά δεν μπορούσα. Ήξερα ότι έπρεπε να πάω κι εγώ. Μόνο για να δω. Για να δω αν θα την έβρισκα να κοιμάται κουλουριασμένη σ’ έναν από τους δερμάτινους καναπέδες ή όρθια, δίπλα στο τμήμα της ποίησης, με το βιβλίο του Τζον Μπόιλ Ο’ Ράιλι ανοιχτό στα χέρια της. Αν έβρισκε το ποίημα, θα έβρισκε και το ροδοπέταλο. Το εί­ χα βάλει στο βιβλίο, σημαδεύοντας τη σελίδα, την Τετάρτη το βράδυ. Τι θα έβλεπα στα μάτια της; Απορία ή λαχτάρα; Στάθηκα δίπλα στην πόρτα και πήρα βαθιά ανάσα. Πριν βγω απ’ το δωμάτιό μου, έβαλα ένα προφυλακτικό στην τσέπη μου. Ποτέ δεν έβλαπτε να είναι κανείς προετοιμασμένος, κατέληξα, φέρνοντας κατά νου την τελευταία φορά που ήμουν με την Άμπι στη βιβλιοθήκη. Κατέβηκα τη σκάλα αργά, προσπαθώντας ν’ αποφασίσω τι θα έλεγα μόλις έμπαινα στη βιβλιοθήκη. Αλλά αυτό ήταν ανόητο – δεν ήταν; Το τι θα έκανα και το τι θα έλεγα εξαρτόνταν από το τι έκανε και θα έλεγε η Άμπι. Κι έτσι, κατέληξα στην απόφαση ότι, για μια φορά, θα αφηνόμουν να πάω με το ρεύμα. Θα αυτοσχεδίαζα.

Kuriarxos_158s302.indd 201

9/30/13 3:37:55 PM


202

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ελπίζοντας ότι δε θα τα θαλάσσωνα εντελώς. Όταν μπήκα στη βιβλιοθήκη, το βλέμμα μου στράφηκε κατευ­ θείαν στο τμήμα της ποίησης. Και να που η Άμπι ήταν εκεί. Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, με τις καμπύλες του κορμιού της να διαγράφονται ολοκάθαρα μέσα από το διάφανο ύφασμα του νυχτικού της. Ήταν σαν να φορούσε μονάχα το φως του φεγ­ γαριού, αφού τίποτα δεν έμενε κρυφό: ούτε η ρόδινη απόχρωση των θηλών της, ούτε το ανεπαίσθητο κοκκίνισμα των παρειών της. Ούτε το δέος και η κατάπληξη στο πρόσωπό της. Ήξερε. Η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο. Άναψα το μικρό πορτατίφ που βρισκόταν στο γωνιακό ­τραπέζι. «Άμπιγκεϊλ». Με κοίταξε, στερεώνοντας μια τούφα μαλλιών πίσω απ’ τ’ αφτί της. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ». Εντάξει, δεν ήθελε να ξέρω ότι ήξερε. «Και σκέφτηκες ότι λίγη ποίηση θα σ’ έριχνε ξερή;» ρώτησα, κι έπειτα, το αμέσως επόμενο λεπτό, αποφάσισα να δοκιμάσω κά­ τι καινούριο. «Ας παίξουμε ένα παιχνίδι, ε; »Βαδίζει μες στην ομορφιά, σαν νύχτα Τόπων ανέφελων, ξάστερων ουρανών, Και ό,τι καλύτερο απ’ το φως και το σκοτάδι Πάνω στα μάτια της και στη μορφή της σμίγει».* Της χάρισα ένα πανούργο χαμόγελο. «Βρες τον ποιητή». Έγειρε το κεφάλι στο πλάι και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. «Λόρδος Μπάιρον. Η σειρά σου τώρα: * Λόρδος Μπάιρον, «Βαδίζει Μες στην Ομορφιά». Μετάφραση Θωμάς Παπα­ στεργίου. (Σ.τ.Μ.)

Kuriarxos_158s302.indd 202

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

203

»Κοιμάμαι μαζί σου, και ξυπνώ μαζί σου, Κι όμως, δεν είσαι εκεί· Γεμίζω την αγκαλιά μου με τις σκέψεις σου, Και σφίγγω τον κοινό αέρα».* Με σκεφτόταν. Με ονειρευόταν. Με ήθελε. Αν και η νύχτα ήταν ήδη προχωρημένη, αυτές οι σκέψεις έκαναν το σώμα μου ν’ αφυπνιστεί σαν να είχα πιει μια ολόκλη­ ρη κανάτα καφέ. Δυστυχώς, δεν ήξερα ποιος ήταν ο ποιητής και, αν έκρινα από το γεμάτο αυτοπεποίθηση ύφος της Άμπι, δεν ίσχυε το ίδιο και για εκείνη. «Θα έπρεπε να προσέχω περισ­ σότερο και να μην προτείνω ένα τέτοιο διαγωνισμό σε μια από­ φοιτο της Αγγλικής Φιλολογίας και βιβλιοθηκάριο. Αυτό δεν το ξέρω». «Τζον Κλερ. Ένας πόντος για μένα». Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να σκεφτώ ένα ποίημα, οποιοδήποτε ποίημα. Χαμογέλασα ικανοποιημένος όταν το βρή­ κα. «Για άκου κι αυτό», της είπα. «Μην αφήσεις την προφήτισσα καρδιά σου Να μαντέψει για μένα το κακό Η μοίρα μπορεί να σ’ ευνοήσει Και να εκπληρώσει τους φόβους σου».** Δώσε μου χρόνο, Άμπι. Θέλω να δοκιμάσω, αλλά φοβάμαι τόσο πολύ μήπως μας καταστρέψω. Και δε θα ξέρω τι να κάνω αν μας καταστρέψω. Στένεψε τα μάτια και πήρε ένα ύφος... ανήσυχο, ίσως; «Τζον Ντον», είπε. «Η σειρά σου», είπα κατανεύοντας. * John Clare, «To Mary». (Σ.τ.Μ.) ** John Donne, «Song». (Σ.τ.Μ.)

Kuriarxos_158s302.indd 203

9/30/13 3:37:55 PM


204

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Παρέθεσε ένα ποίημα του Τζον Μπόιλ Ο’ Ράιλι. Ήταν ένα από αυτά που είχα διαβάσει την Τετάρτη το βράδυ. «Μου ’δωσες της καρδιάς σου το κλειδί, αγάπη μου· Τότε γιατί με κάνεις να χτυπώ πάνω της με γροθιά;» Το βλέμμα της ήταν απαλό, γεμάτο λαχτάρα. Κι εγώ έλιωσα. Και κατάλαβα. Ό,τι και να γινόταν μετά, ό,τι κι αν έκανα, ό,τι κι αν κάναμε ή ό,τι κι αν κατέστρεφα, ήμουν ήδη φευγάτος. Ήμουν ήδη δικός της και μόνο δικός της. Κι αυτό με τρόμαζε όσο τίπο­ τα. Δεν έπρεπε να βιαστώ. Δεν έπρεπε να βιαστούμε. Δεν είχα εμπειρία σ’ αυτό, και δεν ήξερα τι να περιμένω ή τι να κάνω. Αλ­ λά είχαμε χρόνο – δεν είχαμε; Είχαμε όλο τον καιρό μπροστά μας. Σίγουρα θα τη βρίσκαμε την άκρη. «Τζον Μπόιλ Ο’ Ράιλι», είπα. «Δίνω έναν πόντο στον εαυτό μου για το ότι γνωρίζω τον επόμενο στίχο: »Ω, μα αυτό ήτανε ως τα χτες, καλή μου! Τη νύχτα που μας πέρασε, άλλαξα κλειδαριά». Πάλι καλά που στεκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου. Ίσως από κει που βρισκόταν να μην μπορούσε να δει πόσο δυνατά χτυ­ πούσε η καρδιά μου. Έπρεπε να είχα φορέσει μια μπλούζα. Έδε­ σα τα χέρια μου στο στήθος προσπαθώντας να καλυφθώ. «Ισοπαλία λοιπόν». Έφυγε από τα ράφια με την ποίηση και, με αργά και υπολογισμένα βήματα, πλησίασε στο πίσω μέρος του καναπέ σέρνοντας το δάχτυλό της στη δερμάτινη ράχη του. «Για πες μου όμως... Εσύ γιατί επισκέπτεσαι τη βιβλιοθήκη μου στη μέ­ ση της νύχτας;» Ήρθα να σε δω. Όπως έκανα και την Τετάρτη. Γιατί είσαι στις σκέψεις μου. Εσύ. Πάντα εσύ.

Kuriarxos_158s302.indd 204

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

205

«Ήρθα να παίξω», είπα, δείχνοντας με το κεφάλι το πιάνο. Θα έπαιζα, θα προσπαθούσα να ηρεμήσω, να καταλάβω τι σήμαιναν όλα αυτά, με βοηθό τη μουσική. Κάθισε στον καναπέ. «Μπορώ ν’ ακούσω;» «Φυσικά». Πήγα στο σκαμπό του πιάνου και κάθισα. Έκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Το τραγούδι της Άμπι. Ήταν ο μόνος σκοπός που μπορούσα ν’ ακούσω, ο μόνος σκοπός που μπορούσα να παίξω. Το μόνο πράγμα που είχε κάποιο νόημα εκείνη την τρελή, παράλογη στιγμή. Το μόνο πράγμα που μπο­ ρούσα να κάνω μέσα στην τεράστια σύγχυσή μου, στην αμφιβο­ λία μου για το τι θα έπρεπε να κάνω. Όπως πάντα, οι νότες με αιχμαλώτισαν. Εστίασα στην έκφρα­ ση των συναισθημάτων μου. Σκέφτηκα την απαλή επιδερμίδα της Άμπι, τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της, την ντελικάτη χάρη του κορμιού της, τον τρόπο που είχε να κάνει την καρδιά μου να σφίγ­ γεται από οδύνη – και τ’ άφησα όλα να ξεχυθούν. Ήξερα ότι πο­ τέ δε θα κατάφερνα να πω με λόγια όλα όσα μπορούσα να πω με τη μουσική, κι έτσι άφησα το πιάνο να μιλήσει για μένα. Παίζοντας, οι ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές του μαύρου και του άσπρου που ανέκαθεν όριζαν τον κόσμο μου άρχισαν να θολώνουν και να μετατρέπονται στην πιο σαγηνευτική και υπέρο­ χη απόχρωση του γκρίζου. Όσο κράτησε το τραγούδι, το γκρίζο ήταν θεσπέσιο. Το γκρίζο ήταν δυο άνθρωποι από διαφορετικούς κόσμους που είχαν συναντηθεί απρόσμενα και δημιουργούσαν κάτι καινούριο. Το γκρίζο είχε πάρει τα καλύτερα κομμάτια απ’ τον καθένα μας και τα είχε ταιριάξει σε κάτι μεγαλύτερο από μας, πολύ σπουδαιότερο από τις δύο μονάδες. Η μουσική σταμάτησε και κάθισα σιωπηλός στη θέση μου. Βρισκόμασταν στο δωμάτιό της. Της είχα πει να είναι ο εαυτός της εδώ. Το ίδιο θα έκανα κι εγώ. Σ’ αυτό το δωμάτιο, θα έδινα το ελεύθερο στον εαυτό μου, και στο διάολο οι συνέπειες. «Έλα σε μένα», της ψιθύρισα.

Kuriarxos_158s302.indd 205

9/30/13 3:37:55 PM


206

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Σηκώθηκε κι άρχισε να βαδίζει προς το μέρος μου. «Είναι η δική μου βιβλιοθήκη». «Είναι το δικό μου πιάνο», είπα, γιατί, εκείνη τη στιγμή, πα­ ραχωρούσαμε κι οι δυο μας κάτι. Ο καθένας μας άφηνε τον άλλο να μπει και να περπατήσει στα βαθιά, μυστικά μονοπάτια της ψυ­ χής του. Όταν στάθηκε εμπρός μου, τύλιξα γύρω της το μπράτσο μου και την τράβηξα στην αγκαλιά μου. Ήταν τόσο μικροκαμωμένη, τόσο εύθραυστη. Άγγιξα τα μαλλιά της, χάιδεψα τους ώμους της, κατέβασα τις παλάμες μου στην καμπύλη της μέσης της. Μετά, αναστέναξα, ακούμπησα το κεφάλι μου στο στέρνο της κι οσφράν­ θηκα το υπέροχο άρωμά της. Εκείνη βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου και, για μια ελά­ χιστη στιγμή, προσπάθησε να τραβήξει το κεφάλι μου προς τα πάνω. Ήθελα όσο τίποτ’ άλλο να σηκώσω το πρόσωπό μου και να λιώσω τα χείλη της με τα δικά μου. Όχι, όχι να τα λιώσω – να τα απολαύσω. Να γευτώ το στόμα της, να το εξερευνήσω. Αλλά εγώ ήμουν αυτός που είχε φτιάξει τον κανόνα, και δεν ήμουν έτοιμος να τον παραβώ. Διακυβεύονταν πάρα πολλά για να το κάνω. Κι έτσι, αντί γι’ αυτό, γύρισα το κεφάλι και πήρα τη ρώ­ γα της στο στόμα μου, γλείφοντάς την πάνω από το λεπτεπίλεπτο ύφασμα του νυχτικού. Τραβήχτηκα και την κοίταξα στα μάτια. «Σε θέλω. Σε θέλω εδώ. Πάνω στο πιάνο μου. Στη μέση της βιβλιοθήκης σου». Τώρα, Άμπι. Αυτή τη στιγμή. Είναι ο μόνος τρόπος για να εκφράσω αυ­ τό που νιώθω, όλα εκείνα τα συναισθήματα που δεν καταλαβαίνω. Τώρα, και εδώ, σ’ αυτό το δωμάτιο όπου ο καθένας μας μπορεί να είναι ο εαυτός του. «Ναι», ψιθύρισε με τα μάτια κλειστά. Ήταν το μόνο που χρειαζόμουν ν’ ακούσω. Τη βοήθησα να σηκωθεί και της έβγαλα το νυχτικό τραβώντας το πάνω απ’ το κε­ φάλι της. Εκείνη κατέβασε τις παλάμες της στο στέρνο μου κι έλυ­ σε το κορδόνι της φόρμας μου.

Kuriarxos_158s302.indd 206

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

207

«Στην τσέπη μου», της είπα πριν προλάβει να μου κατεβάσει το παντελόνι. «Πολύ σίγουρος για τον εαυτό σου δεν είσαι;» Πήρε τη συσκευ­ ασία και την άνοιξε. Όχι, δεν είμαι. Κάποτε ήμουν σίγουρος για τον εαυτό μου, αλλά όχι πια. Όταν είμαι μαζί σου, δεν είμαι σίγουρος για τίποτα. Μου φόρεσε το προφυλακτικό με σίγουρα χέρια που σφίχτη­ καν στη βάση της στύσης μου, ακριβώς πάνω απ’ τ’ αρχίδια μου. Κάθισα στο σκαμπό του πιάνου και την τράβηξα στην αγκαλιά μου. Η Άμπι με κοίταξε και τύλιξε τα πόδια της γύρω μου. «Παίξε για μένα», μου είπε καθώς με αγκάλιαζε. Το δικό της δωμάτιο. Οι δικές της επιθυμίες. Η μελωδία που κυλούσε από τα δάχτυλά μου και πότιζε το κλα­ βιέ ήταν καινούρια – παιχνιδιάρα και αισθησιακή, όπως και η Άμπι στη βιβλιοθήκη της. Σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση, θα είχα βγάλει χαρτί από το μπλοκ που φυλούσα στο σκαμπό μου για να σημειώσω τις νότες, με την Άμπι στην αγκαλιά μου, όμως, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να παίζω. Με μια αργή κίνηση, πήρε το καυλί μου μέσα της. «Συνέχισε», μου είπε, όταν τα δάχτυλά μου απείλησαν να στα­ ματήσουν. Με καβαλούσε αργά, παίρνοντάς με βαθύτερα με κά­ θε κατέβασμα των γοφών της. Τραβώντας με βαθύτερα στο γκρί­ ζο που γινόμασταν. Πιπίλισε τ’ αφτί μου. Η ζεστή ανάσα της μ’ έκανε να ριγήσω σύγκορμος. «Τρελαίνομαι όταν σ’ έχω μέσα μου», μου ψιθύρισε. Χριστέ μου. Μιλούσε βρόμικα. «Στη διάρκεια της εβδομάδας, φαντασιώνομαι το καυλί σου – τη γεύση του». Κατέβηκε με δύναμη πάνω μου, σφίγγοντας τους εσωτερικούς μυς της γύρω μου. Βόγκηξα. Με σκεφτόταν στη διάρκεια της εβδομάδας. Όχι εσένα, είπα στον εαυτό μου. Μόνο το καυλί σου. «Την αίσθησή του», συνέχισε, και αναγκάστηκα να επιστρα­

Kuriarxos_158s302.indd 207

9/30/13 3:37:55 PM


208

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

τεύσω όλο μου το σθένος για κρατηθώ πάνω της. «Μετράω τις ώρες μέχρι να σε ξαναδώ. Μέχρι να μπορέσω να είμαι μαζί σου έτσι». Ξέχνα το παίξιμο. Η μουσική σταμάτησε όταν τύλιξα τα μπρά­ τσα μου γύρω της θέλοντας όσο τίποτα να την αγγίξω. Έμεινε ακίνητη. «Συνέχισε να παίζεις». Ξανάρχισα να παίζω. Πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Απεγνωσμέ­ να. «Ποτέ δεν έχω νιώσει έτσι», μου είπε. «Μόνο με σένα. Μόνο εσύ μπορείς να μου το κάνεις αυτό». Ήταν πάρα πολύ. Δεν μπορούσα να το κάνω άλλο. Δεν άντε­ χα πια να αρνούμαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν άντεχα πια να μας αρνούμαι. Και ούτε το ήθελα. Ποτέ δεν έχω νιώσει έτσι, είπε. Ήταν κι εκείνη μπερδεμένη. Ήταν και για εκείνη καινούριο. Φυσικά. Τα χέρια μου έπεσαν από το κλαβιέ, και επιτέλους, την είχα στην αγκαλιά μου. «Νομίζεις ότι είναι διαφορετικά για μένα;» ρώτησα. Πώς γι­ νόταν να μην ξέρει τι μου έκανε; Γλίστρησα τις παλάμες μου για να τις κλείσω γύρω απ’ τους ώμους της κι έσπρωξα μέσα της με όλη μου τη δύναμη. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι διαφορε­ τικά;» Μετράω τις ώρες ως το Σαββατοκύριακο. Σε σκέφτομαι όλη την εβδο­ μάδα. Είναι το ίδιο ακριβώς και για μένα. Ούτε εγώ έχω νιώσει έτσι. Ποτέ. Μείνε μαζί μου, Άμπι. Ανέξου με μέχρι να ξεμπλέξω το κουβάρι που εί­ ναι τα συναισθήματά μου. Σε παρακαλώ. Άρχισε να κινείται πιο γρήγορα, και το σώμα μου πήρε τα ηνία, συναντώντας τη με μια δυνατή σπρωξιά προς τα πάνω. Θέ­ λοντας. Ποθώντας. Την ένιωσα να σφίγγεται γύρω μου και γλί­ στρησα το χέρι μου ανάμεσα στα κορμιά μας για να της δώσω τον

Kuriarxos_158s302.indd 208

9/30/13 3:37:55 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

209

οργασμό που λαχταρούσε. Άρπαξε στις χούφτες της τα μαλλιά μου και τα τράβηξε. Έτριψα ακόμα πιο γρήγορα την κλειτορίδα της, θέλοντας απε­ γνωσμένα να νιώσω τον οργασμό της. Ανασήκωσε τη λεκάνη της και, όταν έσπρωξα προς τα πάνω για να τη συναντήσω, αισθάν­ θηκα την κορύφωση να συγκλονίζει το κορμί της. Βυθίστηκα όσο πιο βαθιά μπορούσα μια τελευταία φορά κι ύστερα έμεινα ακίνη­ τος κι έχυσα με δύναμη μέσα στο προφυλακτικό. Για λίγο μείναμε έτσι, ακίνητοι κι αγκαλιασμένοι. Μετά, κα­ θώς οι παλμοί μου επέστρεφαν στο φυσιολογικό, η πραγματικό­ τητα με χτύπησε σαν χαστούκι. Τι είχαμε κάνει; Τι είχα κάνει; Πού μας είχαν οδηγήσει οι πράξεις μας; Και πώς θα προχωρούσαμε από εκεί; Κάποιος πιο θαρραλέος από μένα θα το είχε συζητήσει μαζί της. Εγώ δεν ήμουν θαρραλέος. Και δεν ήθελα να το συζητήσω ακό­ μα. Είχαμε άφθονο καιρό μπροστά μας, είπα στον εαυτό μου. Θα σκεφτόμουν γι’ αυτό, για μας, αργότερα. Αργότερα μέσα στην εβδομάδα, όταν δε θα την είχα μπροστά μου. Προς το παρόν, όμως, έπρεπε να μας επαναφέρω στην τάξη. Να μας ετοιμάσω για το υπόλοιπο του Σαββατοκύριακου. «Πρόγευμα στις οχτώ στην τραπεζαρία, Άμπιγκεϊλ», είπα, κα­ τεβάζοντάς την από τα πόδια μου και βάζοντάς τη να σταθεί όρ­ θια. Δεν ήμουν έτοιμος να φάω στο τραπέζι της κουζίνας μαζί της. Όχι πριν μπορέσω να επεξεργαστώ αυτό που είχε μόλις συμβεί. «Γαλλικό τοστ;» με ρώτησε, φορώντας το νυχτικό της. «Ό,τι προτιμάς». Απαλλάχτηκα από το προφυλακτικό και την κοίταξα να βγαίνει από τη βιβλιοθήκη για να επιστρέψει στο δω­ μάτιό της.

Kuriarxos_158s302.indd 209

9/30/13 3:37:56 PM


210

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 19 ΠΕΡΑΣΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΩΡΑ βηματίζοντας πέρα δώθε. Ξανά.

Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε μόλις συμβεί, ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχα μοιραστεί με την Άμπι, έπρεπε να μπει στην άκρη και να εξερευνηθεί αργότερα. Όταν θα ήμουν σε θέση να το σκε­ φτώ. Προς το παρόν, οι δυο μας έπρεπε να διαχειριστούμε το υπό­ λοιπο του Σαββατοκύριακου, κι εγώ να προχωρήσω με τα σχέδιά μου για τον τελικό στην Τάμπα. Αν ήθελα να ολοκληρώσω αυτά τα σχέδια, ήταν απαραίτητο να επιστρέψω στην κατάλληλη ψυ­ χική διάθεση. Και, κυρίως, έπρεπε η Άμπι να επιστρέψει στην κατάλληλη ψυχική διάθεση. Το πρόγευμα στην τραπεζαρία θα ήταν ένα πρώ­ το βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Είχα αλλάξει την ώρα του γεύματος στις οχτώ – συνήθως παίρναμε το πρόγευμά μας στις εφτά. Είχε προσέξει άραγε ότι ήθελα να κοιμηθεί περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως; Για να αναπληρώσει το χαμένο ύπνο της χτεσι­ νής νύχτας; Μάλλον θα έπρεπε να είχα πει κάτι σχετικά. Να είχα ξεκαθα­ ρίσει τι έκανα. Μάλλον θα έπρεπε να είχα πει και πολλά άλλα πράγματα. Αναρωτήθηκα, όχι για πρώτη φορά, πώς τα κατάφερναν ο Πολ και η Κριστίν. Πώς από κυρίαρχος και υποτακτική μεταμορφώ­

Kuriarxos_158s302.indd 210

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

211

νονταν σε κάτι... περισσότερο. Τους προκαλούσε σύγχυση η αλλα­ γή; Πώς είχαν καταφέρει να συνδυάσουν τα δύο; Βέβαια, γνώριζα αρκετά παντρεμένα ζευγάρια κυρίαρχων και υποτακτικών, αλλά ποτέ πριν δεν είχα αναρωτηθεί για τις λεπτο­ μέρειες της σχέσης τους. Για τα πώς και τα γιατί. Όχι απόψε, είπα στον εαυτό μου. Αργότερα. Έχεις άφθονο χρόνο. Η κατάλληλη διάθεση. Χρειαζόμασταν και οι δύο μια υπενθύμιση. Αυτή τη στιγμή έπρεπε να εστιάσουμε στη σχέση μας ως είχε. Πριν πέσω για ύπνο, ακούμπησα ένα μαξιλάρι στο πάτωμα κι ένα σωληνάριο με λιπαντικό πάνω στη συρταριέρα μου.

Το επόμενο πρωί, η Άμπι μπήκε αγέρωχα στην τραπεζαρία, κρα­ τώντας ένα πιάτο με το πεντανόστιμο γαλλικό τοστ της. Εξακο­ λουθώντας να θέλει να με υπηρετεί και να με ευχαριστεί. Η σκέψη μ’ έκανε να χαμογελάσω. «Φτιάξε ένα πιάτο και έλα να καθίσεις εδώ». Περιμένοντάς τη να γυρίσει, έφαγα ένα κομμάτι τοστ βουτηγμένο στην υπέροχη σάλτσα μπανάνας. Στην κατάλληλη διάθεση. Φτάσε επιτέλους εκεί. «Το χτεσινό βράδυ δεν αλλάζει τίποτα», της είπα καθώς καθό­ ταν. «Είμαι ο κυρίαρχός σου και είσαι η υποτακτική μου». Κράτησα τον τόνο της φωνής μου ουδέτερο και ήρεμο. Ήμουν ο αφέντης και είχα τον έλεγχο, και η συγκεκριμένη περίσταση δε διέφερε σε τίποτα από άλλες. «Η αλήθεια είναι ότι νοιάζομαι για σένα». Η επιτομή των σχη­ μάτων λιτότητας από καταβολής σχημάτων λιτότητας. «Αλλά αυ­ τό δεν είναι ανήκουστο. Για την ακρίβεια, είναι αναμενόμενο». Στο κάτω κάτω, νοιαζόμουν και για όλες τις προηγούμενες υποτακτικές μου – τουλάχιστον γι’ αυτές στις οποίες είχα περάσει το κολάρο μου. Διάολε, ακόμα και για τη Μέλανι νοιαζόμουν, αυ­

Kuriarxos_158s302.indd 211

9/30/13 3:37:56 PM


212

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

τό που ένιωθα όμως για την Άμπι ήταν... σφοδρό. Υπερβολικά σφοδρό. Δεν μπορούσα όμως να της το πω τώρα. Ήταν πάρα πο­ λύ – πάρα πολύ πρόωρο, πάρα πολύ φορτισμένο, και μου δημι­ ουργούσε μια πάρα πολύ μεγάλη, μια τεράστια, αναθεματισμένη σύγχυση. «Το σεξ όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον έρωτα». Τον έρωτα; Η σκέψη με σόκαρε. Αυτό ένιωθα; Ήμουν ερωτευμένος; «Αν και υποθέτω ότι πολλοί τα συγχέουν». Κατά το αναμενόμενο, η Άμπι δεν είπε κουβέντα στη διάρκεια του προγεύματος. Καθόταν ήσυχα ήσυχα στο τραπέζι κι έτρωγε. Ένιωσα καλύτερα για το μαξιλάρι που περίμενε στο πάτωμα της κρεβατοκάμαράς μου. Το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να της θυμίσω το λόγο για τον οποίο βρισκόταν εδώ, και να της το θυμί­ σω γρήγορα. Την κοίταζα καθώς τελείωνε το φαγητό της. «Μάζεψε το τραπέζι κι ανέβα στο δωμάτιό μου», της είπα. «Έρχομαι σε λίγο». Πήγε τα πιάτα μας στην κουζίνα. Άκουσα νερό να τρέχει. Έβγαλα τον Απόλλωνα έξω. Το τηλέφωνό μου χτύπησε και κοίταξα την οθόνη. Ο Κάιλ. «Καλημέρα», είπα. «Ναθάνιελ», είπε η μητέρα του Κάιλ. «Χίλια συγνώμη που σ’ ενοχλώ, αλλά ήθελα να σου πω ότι ο Κάιλ έχει πυρετό εδώ και λί­ γες μέρες. Δεν είμαι σίγουρη ότι οι γιατροί θα τον αφήσουν να πά­ ει στον αγώνα το Σαββατοκύριακο». Το στομάχι μου σφίχτηκε. Ο Κάιλ περίμενε πώς και πώς τον τελικό. «Λυπάμαι που το ακούω, αλλά ας μην προδικάσουμε τί­ ποτα. Αν το παιδί μπορεί να έρθει, έχουμε εισιτήρια για θεωρείο, και είστε όλοι ευπρόσδεκτοι να πετάξετε μαζί μου, με το αερο­ πλάνο μου». «Ευχαριστώ, Ναθάνιελ. Θα σε κρατώ ενήμερο». «Θα περιμένω νεότερα». Έκανα νόημα στον Απόλλωνα να με

Kuriarxos_158s302.indd 212

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

213

ακολουθήσει και ξεκινήσαμε για να γυρίσουμε μέσα. «Και πες του ότι του βρήκα εισιτήρια για τους Γιάνκις». «Τον κακομαθαίνεις, Ναθάνιελ», είπε συγκινημένη, ρουφώ­ ντας τη μύτη της. «Σ’ ευχαριστώ». Γυρίσαμε με τον Απόλλωνα στο σπίτι και ανεβήκαμε μαζί τη σκάλα. Όταν φτάσαμε στο δωμάτιό μου, τον άφησα στο κατώφλι και μπήκα μέσα, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Η Άμπι ήταν γονατισμένη στο μαξιλάρι και με κοίταζε. Ναι, η χτεσινή νύχτα ήταν παράξενη, αλλά εξακολουθούσαμε να είμαστε όπως πάντα εδώ, ο καθένας στο ρόλο του. Εξακολου­ θούσαμε να μπορούμε να υποδυθούμε αυτούς τους ρόλους. Κι εκείνη εξακολουθούσε να το θέλει. Τα υπόλοιπα θα έρχονταν με τον καιρό. Ίσως. Πήγα να σταθώ μπροστά της. «Πολύ ωραία, Άμπιγκεϊλ. Προ­ λαβαίνεις τις επιθυμίες μου, κι αυτό με ικανοποιεί». Κατέβασα το παντελόνι μου κι άφησα τη στύση μου ελεύθερη. Χωρίς δισταγμό, εκείνη έγειρε προς τα μπρος και με πήρε στο στόμα της. Έχωσα τα δάχτυλά μου στα μαλλιά της κι άρχισα να πηδάω αργά το στόμα της. Χωρίς βιασύνη. Θέλοντας να μας φέρω ξανά εκεί που έπρεπε να βρισκόμαστε. Κουνούσε το κεφάλι της σε συγχρονισμό με τις βυθίσεις μου, ακολουθώντας με καθώς τραβούσα τα μαλλιά της. Χτύπησα το λαρύγγι της και την ένιωσα να χαλαρώνει γύρω μου, παίρνοντάς με βαθιά μέσα της. Ένα διστακτικό χέρι σηκώθηκε και χάιδεψε τ’ αρχίδια μου. Μ’ έκανε να νιώθω τόσο καλά... Τόσο καλά, που ήξερα ότι δεν ήμουν αντάξιός της. Δεν ήμουν αντάξιος του δώρου της υποταγής της. Αλλά ήμουν ένα άπληστο κάθαρμα, και θα έπαιρνα το δώρο έτσι κι αλλιώς. Θα συνέχιζα να το παίρνω όσο εκείνη θα μου το έδινε.

Kuriarxos_158s302.indd 213

9/30/13 3:37:56 PM


214

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Επιτάχυνα τις κινήσεις μου, χτυπώντας διαρκώς το λαρύγγι της, και τα χείλη μου μισάνοιξαν από ηδονή. Έσφιξα τα μαλλιά της στις χούφτες μου κι άρχισα να μπαινοβγαίνω ακόμα πιο γρή­ γορα, οδεύοντας προς τον οργασμό. Αυτή τη φορά δε θα την προειδοποιούσα. Ήθελα να δω αν θα καταλάβαινε τα σημάδια του κορμιού μου. Έσπρωξα βαθιά, εκ­ σπερματώνοντας στο λαρύγγι της. Δεν της ξέφυγε σταγόνα. Χαλάρωσα τη λαβή μου στα μαλλιά της κι αναστέναξα. Ναι, ήταν όμορφα. Ήμασταν όμορφα. Της άπλωσα το χέρι για να τη βοηθήσω να σηκωθεί, διερωτώ­ μενος αν είχε προσέξει το σωληνάριο με το λιπαντικό όταν μπή­ κε στο δωμάτιο. Είχε άραγε ιδέα για την επόμενη κίνησή μου; Ξεκούμπωσα το πουκάμισό της, της το έβγαλα και το πέταξα στο πάτωμα. Το παντελόνι της ακολούθησε, κι εκείνη βγήκε με χάρη από μέσα του. Το βλέμμα της σάρωσε νευρικά το δωμάτιο και το σώμα της γέμισε ένταση όταν εντόπισε το σωληνάριο. «Κοίταξέ με, Άμπιγκεϊλ», είπα ήρεμα, σέρνοντας τις παλάμες μου κατά μήκος των μπράτσων της και παίρνοντας τα χέρια της στα δικά μου. «Θέλω να απαντήσεις στις ερωτήσεις μου». Θα τη βοηθούσε να διατυπώσει τις απαντήσεις, να ακούσει τον εαυτό της να τις αρθρώνει. Την έσπρωξα να πέσει στο κρεβάτι και πήρα το σωληνάριο με το λιπαντικό από τη συρταριέρα. «Πού είμαστε;» Ανέβηκε στο κρεβάτι κι έστρεψε πάνω μου το βαθύ, σκοτεινια­ σμένο από πόθο βλέμμα της. Θέλοντας τόσο πολύ να με εμπιστευ­ τεί. «Στο δωμάτιό σου». Πήγα μαζί της στο κρεβάτι. «Σε ποιο σημείο του δωματίου μου;» «Στο κρεβάτι σου». Κάθισε στις φτέρνες της. Μου ξανασηκώθηκε, αλλά αγνόησα τη στύση μου. Τώρα ήταν η δική της ώρα. Ήθελα να εστιάσω σ’ εκείνη. Να την κάνω να χα­

Kuriarxos_158s302.indd 214

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

215

λαρώσει, να την προετοιμάσω. Οι επιθυμίες μου θα έπρεπε να πε­ ριμένουν. «Και τι υπάρχει στο κρεβάτι μου;» Έσυρα την παλάμη μου στο πλευρό της, κοιτάζοντας το δέρμα της ν’ ανατριχιάζει. Τα βλέφαρά της βάρυναν από προσμονή. «Ηδονή». «Ναι». Την πήρα στην αγκαλιά μου και, πολύ μαλακά, την ξά­ πλωσα ανάσκελα. Ναι. Στο κρεβάτι μου υπάρχει μόνο ηδονή. Και τίποτ’ άλλο. Ποτέ δε θα υπάρξει κάτι άλλο. Έσκυψα το κεφάλι κι άρχισα να πιπιλάω το λαιμό της όσο τα χέρια μου απέδιδαν τιμές στα στήθη της. Τα έκλεισα στις παλά­ μες μου και ανασήκωσα τους αντίχειρές μου έτσι που μόλις ν’ αγ­ γίζω τις ρώγες της. Η πλάτη της τεντώθηκε, σπρώχνοντας τον κορ­ μό της προς τα πάνω. Κατέβασα τα χείλη μου χαμηλότερα, στριφογυρίζοντας τη γλώσσα μου στο λακκάκι του λαιμού της, ρουφώντας μαλακά το τρυφερό δέρμα. Την άκουσα να παίρνει μια κοφτή ανάσα. «Αφήσου στην αίσθηση, Άμπιγκεϊλ», της ψιθύρισα. Ανέβασα ξανά την παλάμη μου στο στέρνο της κι αισθάνθηκα την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Ναι. Το σχέδιο λειτουργούσε. Κατέβασα τα ακροδάχτυλά μου χαμηλά, βυθίζοντάς τα στις πτυχές της, δοκιμάζοντας την ετοιμότητά της. Κι άλλο. Χρειαζόταν κι άλλο. Γλίστρησα προς τα κάτω, με τα χείλη μου να κινούνται αβία­ στα πάνω στο λείο δέρμα της κοιλιάς της. Είδα τα χέρια της να ψηλαφίζουν νευρικά το πάπλωμα. Έγλειψα τον αφαλό της. Τόσο γλυκός. Ολόκληρο το κορμί της ήταν γλυκό. Ιχνηλάτησα τη γραμμή της κοιλιάς της, βυθίζοντας τα δάχτυ­ λά μου χαμηλότερα, περνώντας τα απαλά πάνω από την πρησμέ­ νη σάρκα της. Αργά, πολύ αργά, έσπρωξα ένα δάχτυλο μέσα της. Την ένιωσα να τρίβεται πάνω στην παλάμη μου. «Ναι», είπα, με τα χείλη πάνω στην κοιλιά της. «Απλώς νιώσε». Πέρασα ανάμεσα στα πόδια της κι έσπρωξα τα γόνατά της

Kuriarxos_158s302.indd 215

9/30/13 3:37:56 PM


216

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

προς τα πάνω και έξω, ανοίγοντάς την εμπρός μου. Οι γοφοί της ανασηκώθηκαν απ’ το κρεβάτι, προδίδοντας προσμονή. «Περίμενε», της είπα, αποθέτοντας φιλιά στο μηρό της, προ­ χωρώντας προς τα εκεί όπου με ήθελε να είμαι. Την άκουσα να βογκάει. «Περίμενε». Έσπρωξα τη γλώσσα μου μέσα της κι έγλειψα. Έφερα τα χέ­ ρια μου κάτω από τα πόδια της και την ανασήκωσα έτσι που τα γόνατά της να στηρίζονται στους ώμους μου. Την άκουσα να κλαψουρίζει. Ω, ναι. Ξανάρχισα να τη γλείφω, παίρνοντας γεύση από την υπέροχη απόδειξη της διέγερσής της όσο κύκλωνα με το ένα δάχτυλο την κλειτορίδα της. Έριξα μια ματιά προς τα πάνω. Οι παλάμες της έσφιγγαν το πάπλωμα κι είχε τεντώσει το σώμα της σε τόξο προ­ σπαθώντας να έρθει όσο κοντύτερα γινόταν στο στόμα μου. Πήρα το σωληνάριο που είχα αφήσει δίπλα μας στο κρεβάτι. Όσο έριχνα λιπαντικό στα δυο δάχτυλά μου, έγλειφα την περιο­ χή γύρω από την κλειτορίδα της, σχεδόν αγγίζοντάς την. Το πρωκτικό σεξ ήταν κάτι καινούριο γι’ αυτήν, κι ένιωθε άβο­ λα σε κάθε αναφορά του. Ήθελα λοιπόν να κάνω την εμπειρία όσο πιο ικανοποιητική γινόταν. Να της δείξω πόση πολλή ηδονή μπορούσα να της χαρίσω όταν μ’ εμπιστευόταν. Συνέχισα να πιπιλάω το μουνί της. Αργά, έφερα τα δάχτυλά μου στο πίσω άνοιγμά της, αγγίζοντάς την απαλά, μόνο όσο χρει­ αζόταν για να συνειδητοποιήσει ότι βρίσκονταν εκεί. Τη χάιδε­ ψα. Κι έπειτα, άρχισα να γλείφω την κλειτορίδα της, προσφέρο­ ντάς της επιτέλους την τριβή που λαχταρούσε, σπρώχνοντας ταυ­ τόχρονα την άκρη του ενός δαχτύλου μου στον πρωκτό της. Άκουσα την ανάσα της να κόβεται. «Ηδονή, Άμπιγκεϊλ. Μόνο ηδονή», της θύμισα. Το ακροδάχτυ­ λό μου άρχισε να μπαινοβγαίνει αργά, όλο και πιο βαθιά με κά­ θε ώθηση.

Kuriarxos_158s302.indd 216

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

217

Συγχρόνισα το ρυθμό του δαχτύλου μου με αυτόν της γλώσσας μου, ηδονίζοντάς τη με δύο τρόπους. Την άκουσα να λαχανιάζει, και τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. «Χαλάρωσε», ψιθύρισα, γιατί αυτό που θ’ ακολουθούσε θα πο­ νούσε λίγο. Μαλακά, γλίστρησα ένα δεύτερο δάχτυλο μέσα της, φροντίζοντας η γλώσσα μου να συνεχίζει στον ίδιο ρυθμό. «Ω». Το σώμα της σφίχτηκε. Έγδαρα απαλά με τα δόντια μου την κλειτορίδα της – η Άμπι έσπρωξε τη λεκάνη της προς το μέρος μου. Και τα δύο δάχτυλά μου κινούνταν τώρα μέσα της καθώς βυθίζονταν μαλακά, ανοίγο­ ντάς την. «Α!» φώναξε λαχανιασμένη. «Αυτό είναι, Άμπιγκεϊλ», την ενθάρρυνα. «Αφήσου. Άφησέ με να το κάνω ωραίο». Εμπιστέψου με. Δε θ’ άντεχε πολύ ακόμα. Έτρεμε σύγκορμη. Άλλο ένα πέρα­ σμα, κατέληξα γλείφοντας την κλειτορίδα της, ένα ή δύο. Στην επόμενη γλειψιά μου, τράβηξα προς τα πίσω τα χείλη μου και την έγδαρα με τα δόντια μου, βυθίζοντας τα δάχτυλά μου όσο πιο βα­ θιά μπορούσα μέσα της. Αφήνοντας μια μικρή κραυγή έκπληξης, έχυσε στο πρόσωπό μου. Μαλακά, ακούμπησα τα πόδια της στο κρεβάτι και την κοίτα­ ξα ικανοποιημένος να τρέμει από τους μετασεισμούς του οργα­ σμού της. Εγώ το είχα κάνει αυτό. Εγώ της είχα προσφέρει αυτή την ηδονή. Εγώ. Άνοιξε αργά τα μάτια και με κοίταξε απορημένη. «Είσαι εντάξει;» τη ρώτησα. Βέβαια, δε χρειαζόταν ν’ απαντή­ σει – ήταν ηλίου φαεινότερο το πόσο εντάξει ήταν. «Μμμμμ», μουρμούρισε, γυρίζοντας στο πλάι.

Kuriarxos_158s302.indd 217

9/30/13 3:37:56 PM


218

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Την έκλεισα στην αγκαλιά μου. «Να το εκλάβω ως ναι αυτό;» Κατένευσε αδύναμα κι έκρυψε το κεφάλι της στο στήθος μου. Κάτι που δεν είχα νιώσει ποτέ ως τότε με κατέκλυσε και την έσφιξα με δύναμη στα μπράτσα μου. Δεν ήθελα να την αφήσω. Ποτέ.

Kuriarxos_158s302.indd 218

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

219

Κεφάλαιο 20 ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ, όταν έφτασα στη βιβλιοθήκη, βρήκα την Άμπι

όρθια στο πόστο της στην Υποδοχή, αυτή τη φορά όμως στραμ­ μένη προς την είσοδο. Να τολμούσα να ελπίσω ότι με περίμενε; «Καλησπέρα», είπα. «Καλησπέρα, κύριε», είπε μ’ ένα σαγηνευτικό χαμόγελο. Γαμώτο. Και μόνο που την άκουγα να λέει αυτό το «κύριε», μου σηκωνόταν. «Εξακολουθεί να είναι κατάλληλη η ώρα;» Δεν ήθελα να την πιέσω. Οι Τετάρτες δε συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική συμφω­ νία μας, και ήθελα να νιώθει ελεύθερη να μου αρνηθεί. Ήλπιζα πέρα από κάθε ελπίδα ότι δε θα το έκανε, όπως και να ’χε, όμως, η επιλογή παρέμενε δική της. «Μία και μισή». Έδειξε στην οθόνη του υπολογιστή. «Το λέει εδώ». Την κοίταξα βαθιά στα μάτια, ανίκανος και απρόθυμος να κρύψω αυτά που αισθανόμουν, σίγουρος όμως ότι δεν τα πρόδι­ δα. «Θα με συνοδεύσεις στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων;» «Ναι», μου ψιθύρισε. Της έτεινα το χέρι. Εκείνη το πήρε κι έκανε το γύρο του πά­ γκου για να σταθεί εμπρός μου. Έμεινα ακίνητος για μια στιγμή, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω της. Σήμερα φορούσε ένα μακρυμάνικο εφαρμοστό φόρεμα, που

Kuriarxos_158s302.indd 219

9/30/13 3:37:56 PM


220

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

αγκάλιαζε τις καμπύλες της, αναδεικνύοντας τα στήθη και τους γοφούς της. «Είσαι πολύ όμορφη», είπα. Χαμογέλασε με τη φιλοφρόνηση. «Ευχαριστώ». Ήταν παράξενο. Να στεκόμαστε εκεί και να κάνουμε ψιλο­ κουβέντα, γνωρίζοντας και οι δύο πού είχαμε σκοπό να πάμε. Και τι είχαμε σκοπό να κάνουμε. Κοίταξα γύρω μου αναζητώντας τη Μάρθα. Στεκόταν δίπλα στις καινούριες αυτοβιογραφίες. «Σε καλύπτω, Άμπι», είπε κάνοντάς της σήμα από το πόστο της. «Πήγαινε». Η Άμπι άφησε το χέρι μου. «Ακολουθήστε με». Λες και μπορούσα να κάνω τίποτ’ άλλο. Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα, με την Άμπι να προπορεύεται. Όταν φτάσαμε στην αίθουσα, άνοιξε την πόρτα και μπήκε πρώ­ τη μέσα. Έκλεισα και κλείδωσα την πόρτα πίσω μας. Η Άμπι πε­ ρίμενε. «Βγάλε τα παπούτσια σου», της είπα. Υπάκουσε, βγάζοντας πρώτα το ένα παπούτσι και ύστερα το άλλο. Γαμώτο. Ακόμα κι όταν έβγαζε τα παπούτσια της, αυτή η γυναίκα ήταν σέξι. Μετά κατέβασε το χέρι και, με το ένα δάχτυ­ λο, έβγαλε τα καλτσάκια που φορούσε μέσα από τα παπούτσια της. Έπνιξα ένα βογκητό. Όταν έβγαζε τις κάλτσες της, η Άμπι ήταν ακόμα πιο σέξι. «Γύρισε», της είπα, κι εκείνη στράφηκε προς το τραπέζι που είχαμε χρησιμοποιήσει την περασμένη εβδομάδα. Πήγα πίσω της και ακούμπησα τις παλάμες μου στους ώμους της, νιώθοντάς τη να τρέμει από προσμονή. «Στο τραπέζι», είπα, σπρώχνοντάς τη μαλακά. Προχώρησε ώσπου βρέθηκε σε απόσταση εκατοστών από το τραπέζι. Πίεσα το σώμα μου στο δικό της, φροντίζοντας να νιώ­ σει τη στύση μου.

Kuriarxos_158s302.indd 220

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

221

Έγειρα πάνω της, σέρνοντας τις παλάμες μου κατά μήκος των μπράτσων της καθώς έπαιρνε θέση. Την έσπρωξα να στηριχτεί στους αγκώνες της και πίεσα με περισσότερη δύναμη το καυλί μου πάνω της. «Μ’ αρέσει το φόρεμά σου», είπα καθώς τραβιόμουν για να σύ­ ρω τα δάχτυλά μου στα οπίσθιά της. «Και δεν είναι παρά ένα λε­ πτό κομμάτι ύφασμα ανάμεσά μας». Έσπρωξε τη λεκάνη της προς το μέρος μου, κάνοντάς με να χαμογελάσω. Άτακτο κορίτσι. «Και ξέρεις τι άλλο;» είπα, γλιστρώντας τα χέρια μου στο στρί­ φωμα της φούστας της και ανασηκώνοντάς τη για ν’ αποκαλύψω το ροζ βρακάκι και να το σπρώξω προς τα κάτω. Ένα βήμα, και πίεσα ξανά τη στύση μου πάνω της. «Δε χρειαζόμαστε πια το προ­ φυλακτικό». Το μεσαίο δάχτυλό μου διέτρεξε τη σχισμή της. Η Άμπι ήταν ήδη ερεθισμένη. «Θα νιώσω τα πάντα όταν μπω μέσα σου». Ξε­ κούμπωσα το παντελόνι μου και το άφησα να πέσει. Την άκουσα να βογκάει. «Σ’ αρέσει αυτό, ε, Άμπιγκεϊλ;» «Ναι, κύριε. Παρακαλώ». Έχωσα δυο δάχτυλα μέσα της, δοκιμάζοντας ξανά τη διέγερ­ σή της. «Με σκέφτηκες καθόλου σήμερα; Με φαντάστηκες να σου το κάνω αυτό;» Κράτησε την ανάσα της και κατένευσε. Άρχισα να κουνάω αργά τα δάχτυλά μου μέσα έξω. «Πες μου. Πες το μου με λόγια». «Σε σκεφτόμουν όλη μέρα, κύριε. Φανταζόμουν τι θα μου έκα­ νες». «Την ώρα που υποτίθεται ότι έπρεπε να δουλεύεις;» ρώτησα δήθεν έκπληκτος, τραβώντας τα δάχτυλά μου. «Μάλιστα, κύριε».

Kuriarxos_158s302.indd 221

9/30/13 3:37:56 PM


222

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Της έδωσα μια ξυλιά στα μαλακά. «Ντροπή σου». Τη χτύπη­ σα ξανά, και βόγκηξε. «Είσαι τόσο άτακτο κορίτσι, Άμπιγκεϊλ». Τη χτύπησα μια τελευταία φορά κι ύστερα έγειρα κοντά της για να της ψιθυρίσω στ’ αφτί: «Ξέρεις τι παθαίνουν τα άτακτα κορί­ τσια αφού τους τις βρέξουν στα μαλακά;» «Όχι, κύριε». Μπάτσισα άλλη μια φορά τον πισινό της. «Τα πηδάνε». Μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο. «Άπλωσε τα χέρια, πιάσε την άκρη του τραπεζιού και ετοιμά­ σου». Την κοίταξα να μαγκώνει την άκρη του τραπεζιού. «Δεν ξέ­ ρεις πόσο καυτή είσαι έτσι. Σκέτη καύλα». Πήρα το καυλί μου στο ένα χέρι κι έπαιξα μαζί της, πιέζοντάς το στην είσοδό της, χωρίς όμως να προχωρήσω μέσα. Την άκου­ σα να κλαψουρίζει. Με μια συνεχόμενη κίνηση, μπήκα μέσα της και βογκήξαμε κι οι δυο. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν έτσι. Ποτέ. Με τις προηγούμενες υπο­ τακτικές μου, η συμφωνία του Σαββατοκύριακου μου αρκούσε. Ποτέ δεν είχα νιώσει την ανάγκη να τις αναζητήσω στη διάρκεια της εβδομάδας. Γιατί με την Άμπι ήταν όλα τόσο διαφορετικά; Γιατί δεν άντεχα να μην τη δω για πέντε μέρες; Να μην την αγγί­ ξω από την Κυριακή ως την Παρασκευή; Άρχισα να μπαινοβγαίνω, αδειάζοντας το μυαλό μου από τα πάντα. Τα πάντα εκτός απ’ αυτήν. Από την αίσθησή της γύρω μου. Από τον τρόπο που οι μύες της σφίγγονταν κάθε φορά που βυθι­ ζόμουν μέσα της. Τα σώματά μας κοπανούσαν στο τραπέζι. Δεν έπρεπε να το κάνουμε αυτό. Μπορεί να την έβαζα σε μπελάδες. Μου ήταν αδύ­ νατο όμως να σταματήσω. Και τότε, καθώς μας οδηγούσα και τους δυο στην κορύφωση, κατάλαβα. Κατάλαβα ότι δε θα τη χόρταινα ποτέ, ότι δε θα μπο­ ρούσα ποτέ να σταματήσω. Έπρεπε να το είχα καταλάβει από χρόνια, απ’ όταν έγινε αδύνατο να μείνω μακριά της. Έπρεπε να

Kuriarxos_158s302.indd 222

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

223

το είχα αναγνωρίσει βδομάδες τώρα, από τη στιγμή που πάτησε το πόδι της στο γραφείο μου. Έπρεπε να το είχα παραδεχτεί την πρώτη φορά που την πήρα. Την είχα πατήσει πολύ άσχημα. Το άρωμά της, το άγγιγμά της, η ίδια της η ύπαρξη... είχαν γίνει πια κομμάτι μου. Αργότερα, όσο μαζεύαμε τα ρούχα μας και ντυνόμασταν, ανα­ φέρθηκα ξανά στο ζήτημα του αυτοκινήτου. «Σκέφτηκα λίγο αυτό που είπες για το θέμα του αυτοκινή­ του». Σφοδρή αποφασιστικότητα έβαψε κόκκινο το πρόσωπό της. Όταν μίλησε όμως, η φωνή της ακούστηκε ήρεμη. «Αλήθεια;» Μιμήθηκα τον ήρεμο τόνο της, σίγουρος ότι είχα πάρει τη σω­ στή απόφαση. «Αποφάσισα να μην επιμείνω». «Τι;» «Είδα πόσο άβολα σ’ έκανε να νιώσεις η ιδέα μου και, μολο­ νότι εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι ασφαλέστερο για σένα να οδηγείς, η ψυχική σου υγεία είναι εξίσου σημαντική για μένα. Αρ­ νούμαι να σ’ αφήσω να παρομοιάζεις τον εαυτό σου με πόρνη». Φαινόταν σοκαρισμένη. «Ευχαριστώ». «Δούναι και λαβείν, Άμπιγκεϊλ – αυτό είναι οι σχέσεις». Της γύρισα την πλάτη για να μη δει πόσο πολύ μου κόστιζε η επόμε­ νη παραδοχή. «Το εκτιμώ που είσαι ειλικρινής μαζί μου σε ό,τι αφορά τα συναισθήματά σου. Προσωπικά, στο συγκεκριμένο το­ μέα δυσκολεύομαι». Κατέβηκε μ’ ένα σάλτο απ’ το τραπέζι. «Ίσως μπορούμε να δουλέψουμε μαζί πάνω σ’ αυτό». Ένα δυσάρεστο ρίγος με διαπέρασε, αλλά το έδιωξα και άνοι­ ξα την πόρτα. «Ίσως». Την οδήγησα στις σκάλες, κι από εκεί στο κάτω πάτωμα. «Την Παρασκευή, θέλω να φύγω από το αεροδρόμιο στις τέσσερις. Ει­ δοποίησέ με σε περίπτωση που δε σε βολεύει η ώρα. Το τηλέφω­ νό μου το έχεις».

Kuriarxos_158s302.indd 223

9/30/13 3:37:56 PM


224

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Δε νομίζω να έχω πρόβλημα. Αν όμως παρουσιαστεί κάτι, θα σου τηλεφωνήσω». Σταθήκαμε στην είσοδο ο ένας απέναντι στον άλλο. «Θα τα πούμε τότε λοιπόν», είπα, σηκώνοντας το χέρι για να χαϊδέψω το μάγουλό της.

Η Άμπι δεν τηλεφώνησε, αλλά τηλεφώνησε η μητέρα του Κάιλ. Ο πυρετός του δεν είχε πέσει, πράγμα που σήμαινε ότι δε θα μπο­ ρούσε να έρθει στον τελικό. Μίλησα μαζί του την Πέμπτη το από­ γευμα, του είπα ότι υπήρχε πάντα η επόμενη σεζόν και ότι, αν οι Γιάνκις περνούσαν στο Παγκόσμιο, θα έκανα τα πάντα για να βρω εισιτήρια. Την Παρασκευή στις τέσσερις, η Άμπι με συνάντησε στον το­ μέα του αεροδρομίου όπου άφηνα το τζετ μου. Το βλέμμα της σά­ ρωσε το αεροπλάνο. «Καλησπέρα, Άμπιγκεϊλ. Ευχαριστώ που φρόντισες να φύγεις νωρίτερα από τη δουλειά σου». Πήρε το χέρι μου, ανεβήκαμε τη σκάλα και μπήκαμε στην κα­ μπίνα. Ο κυβερνήτης έγνεψε από το πιλοτήριο. «Εντός ολίγου εί­ μαστε έτοιμοι για απογείωση, κύριε Γουέστ». Την οδήγησα στις θέσεις μας και κάθισε δίπλα μου, με τα χέ­ ρια διπλωμένα στην ποδιά της. Κάθε τόσο, κοίταζε γύρω της κι ύστερα έστρωνε τις ανύπαρκτες ζάρες στο παντελόνι της. Ήταν φυσικό να έχει άγχος, σκέφτηκα. Όλ’ αυτά ήταν πολύ καινούρια για εκείνη. Έπρεπε να την καθησυχάσω, να της δώσω μια ιδέα για το τι να περιμένει. Στο κάτω κάτω, θα περνούσαμε το Σαββατοκύριακο έξω, στον κόσμο, και, στο μεγαλύτερο μέρος του, με τους συγγενείς και τους στενούς φίλους μου. Είχαμε λίγα λεπτά πριν μπει στην καμπίνα η συνοδός πτή­ σης. Η Άμπι πήρε βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια.

Kuriarxos_158s302.indd 224

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

225

«Θέλω να συζητήσω μαζί σου για το Σαββατοκύριακο», είπα και τα μάτια της άνοιξαν. Ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη. «Θα συνε­ χίσεις να φοράς το κολάρο σου. Εξακολουθείς να είσαι η υποτα­ κτική μου. Ο Τζάκσον και η θεία μου, όμως, δε χρειάζεται να ξέ­ ρουν για την ιδιωτική μας ζωή». Αναρωτήθηκα αν η Φελίσια είχε μιλήσει στον Τζάκσον, μετά όμως κατέληξα ότι δεν πρέπει να είχε πει τίποτα. Η σεξουαλική ζωή του ξαδέρφου του μάλλον δεν ήταν ψηλά στη λίστα των θε­ μάτων που η Φελίσια θα ήθελε να συζητήσει μαζί του. «Επίσης, δε θα με αποκαλείς Αφέντη, κύριο ή κύριο Γουέστ. Με λίγη προσπάθεια, μπορείς να αποφύγεις την οποιαδήποτε προσφώνηση». Συνάντησα το βλέμμα της. Η ισορροπία σίγουρα ήταν λεπτή, δεδομένου του τρόπου ζωής μας, η Άμπι όμως μπο­ ρούσε να την κρατήσει «Δε θα με αποκαλέσεις με το μικρό μου όνομα, εκτός κι αν κάτι τέτοιο κριθεί αναπόφευκτο». Κατένευσε. «Όσο για τα άμεσα σχέδιά μου», είπα, «σήμερα θα διδαχτείς τον έλεγχο». Η συνοδός πτήσης μπήκε στην καμπίνα. «Μπορώ να φέρω σε εσάς ή στην κυρία Κινγκ κάτι, κύριε Γουέστ;» «Όχι. Θα σε καλέσουμε στην τηλεειδοποίηση αν χρειαστούμε κάτι». Χαμογέλασε. «Πολύ καλά, κύριε». «Θα περάσει το υπόλοιπο της πτήσης στο πιλοτήριο, εκτός κι αν τη χρειαστούμε», είπα λύνοντας τη ζώνη μου και απλώνοντάς της το χέρι. «Που δε θα τη χρειαστούμε. Έλα μαζί μου». Την πήγα στη μικρή κρεβατοκάμαρα του αεροπλάνου κι έκλει­ σα την πόρτα. «Βγάλε τα ρούχα σου και ξάπλωσε στο κρεβάτι». Στην αίτησή της, στην αναφορά για τα παιχνίδια με λιωμένο κερί, η Άμπι είχε συμπληρώσει ότι ήταν «πρόθυμη να δοκιμάσει». Τα παιχνίδια με πραγματικά κεριά μπορούσαν να γίνουν πολύ έντονα, και δεν ήθελα να την εισαγάγω απότομα σ’ αυτά χρησιμο­

Kuriarxos_158s302.indd 225

9/30/13 3:37:56 PM


226

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ποιώντας τα συνηθισμένα κεριά μου από σόγια ή παραφίνη. Αντί γι’ αυτό, παρήγγειλα για την Άμπι ένα ειδικό κερί που μετατρε­ πόταν σε λάδι σώματος όταν ζεσταινόταν, αφού το σημείο τήξης του ήταν χαμηλότερο τόσο από τη σόγια όσο και από την παρα­ φίνη. Ήταν ο τέλειος τρόπος για να την εισαγάγω στο θέμα. Όσο η Άμπι γδυνόταν, πήγα στη μικρή συρταριέρα της γωνί­ ας και πήρα το μάτι μπαταρίας που είχα βάλει σε λειτουργία πριν από λίγο. Το κερί μέσα στο ειδικό μπολ είχε λιώσει ωραία. Δοκί­ μασα τη θερμοκρασία του με το δάχτυλό μου. Ό,τι έπρεπε. Έβγα­ λα από την τσέπη μου ένα μαντίλι για τα μάτια. Ολόγυμνη, η Άμπι ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, η προσωπο­ ποίηση της ιδανικής υποταγής. Δε διέκρινα πάνω της ίχνος δι­ σταγμού. Ακόμα και με τη συνοδό πτήσης σε απόσταση βολής. Ακούμπησα τη συσκευή στο πάτωμα κι ύστερα πήρα τα χέρια της και τα τέντωσα στο πλάι. «Μείνε έτσι, και δε θα σε δέσω». Πήρα το μάτι με το μπολ και κάθισα στην άκρη του κρεβα­ τιού. «Είναι ένα ηλεκτρικό μάτι κουζίνας που λειτουργεί με μπα­ ταρία. Κανονικά χρησιμοποιώ αναμμένο κερί, αλλά ο πιλότος δεν το επιτρέπει. Και οι κανόνες είναι κανόνες». Και, τις περισσότερες φορές, τους ακολουθούσα. Ένα ρίγος έξαψης διέτρεξε το κορμί της και οι ρώγες της σκλήρυναν. Η ανάσα της κόπηκε. Μόνο για μια στιγμή. Ω, ναι. Το ήθελε αυτό. Το ήθελε πολύ. Έβγαλα το μαντίλι από την τσέπη μου. «Λειτουργεί καλύτερα με δεμένα μάτια». Έδεσα το μαντίλι γύρω απ’ τα μάτια της, σταθμίζοντας για άλ­ λη μια φορά την αντίδρασή της, φροντίζοντας να βεβαιωθώ ότι ήθελε να συνεχίσει. Το σώμα της έτρεμε από προσμονή. «Οι πε­ ρισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν την αίσθηση της θερμότητας πο­ λύ ευχάριστη». Έγειρα το μπολ, και μια σταγόνα κεριού προσγειώθηκε στο πάνω μέρος του μπράτσου της. Μία σταγόνα μόνο, σε ασφαλές

Kuriarxos_158s302.indd 226

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

227

σημείο του σώματός της – στο καλύτερο μέρος για να σταθμίσω τόσο τη συμπεριφορά του κεριού όσο και την αντίδραση της Άμπι. Κάτι σαν συριγμός βγήκε από τα χείλη της, αλλά ήταν έκφραση ευχαρίστησης. Έτριψα το κερί στο σώμα της, εξηγώντας της τι ήταν και πώς συμπεριφερόταν. Έγειρα ξανά το μπολ, έριξα μια σταγόνα στο άλλο μπράτσο της και την έτριψα στο δέρμα της. Η επιδερμίδα της ήταν τόσο απαλή, τόσο ελαστική κάτω από τα δάχτυλά μου. Άρχισα να αυ­ ξάνω τη ροή του λαδιού, πάντα αργά, πάντα μαλακά, χαλαρώνο­ ντάς την, πυροδοτώντας χωρίς βιασύνη τη φωτιά μέσα της, αντα­ μείβοντας την εμπιστοσύνη της με κάθε χάδι των χεριών μου. Δεί­ χνοντάς της πώς θα ανταμειβόταν η απόλυτη υποταγή της. Αυτό το βήμα ήταν πολύ σημαντικό για τα αποψινά μου σχέδια: να φτά­ σω τη διέγερσή της σε τέτοια φρενίτιδα, που να απολαύσει στο έπακρο αυτό που θα συνέβαινε μετά το δείπνο. Έριξα μια ματιά στο ρολόι. Άλλα δέκα λεπτά, και μετά θα έπρεπε να ντυθεί. Πώς θα αντιδρούσε άραγε στο επόμενο στάδιο; Βούτηξα το δάχτυλό μου στο μπολ μαζεύοντας λιωμένο κερί και το έσταξα στη ρώγα της. Μια πνιχτή κραυγή ανακατεμένη με βο­ γκητό ξέφυγε από μέσα της. Έτριψα το λάδι στη ρώγα της, μαλάζοντας το στήθος της. «Σου αρέσει η θερμότητα, Άμπιγκεϊλ;» της ψιθύρισα στ’ αφτί, πετώντας μια σταγόνα στην άλλη ρώγα της. Βόγκηξε. Ναι, της άρεσε. Τη λαχταρούσε. Έγειρα το μπολ λίγο περισσότερο κι ένα λεπτό ρυάκι κεριού έσταξε πάνω στα στήθη της. Έπειτα ακούμπησα κάτω το μπολ και την καβάλησα, μαλάζοντας το σώμα της με δυνατές κινήσεις, περνώντας τα χέρια μου πάνω στα στήθη της, κατά μήκος του ψη­ λού κορμού της, τρίβοντας κάθε φορά το λάδι ωσότου απορρο­ φηθεί εντελώς. Και πάλι κάνοντας ό,τι μπορούσα για να τη χαλα­ ρώσω, για να αυξήσω την προσμονή της.

Kuriarxos_158s302.indd 227

9/30/13 3:37:56 PM


228

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Έλεγχος, Άμπιγκεϊλ. Σε ποιον ανήκεις; Απάντησέ μου». «Σ’ εσένα», ψιθύρισε. «Ακριβώς. Και μέχρι να τελειώσει η αποψινή νύχτα, θα εκλι­ παρείς για το καυλί μου». Με την προϋπόθεση ότι θα τα έκανα όλα όπως έπρεπε, δηλαδή. «Αν είσαι καλή, μπορεί να σου επιτρέ­ ψω να το πάρεις». Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι, δίνοντάς της χρόνο να χαλαρώσει και να σκεφτεί τη νύχτα που θα ερχόταν. Πήγα στα παράθυρα και κοίταξα έξω. Πλησιάζαμε στο αεροδρόμιο της Τάμπα – η Άμπι έπρεπε να ντυθεί. Το πλήρωμα του αεροπλάνου μου είχε γεμίσει το ψυγείο του αεροσκάφους πριν από την απογείωση. Πήρα ένα μπουκάλι κρύο νερό κι επέστρεψα στην κρεβατοκάμαρα. Η Άμπι ήταν ακόμα στο κρεβάτι, με τα χέρια τεντωμένα στο πλάι, τα μάτια καλυμμένα. Κάθισα δίπλα της κι έσυρα το ακροδάχτυλό μου στον ώμο της. «Άμπιγκεϊλ». Γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μου. Έλυσα το μαντίλι, το έβγαλα, κι εκείνη με κοίταξε με τα γεμά­ τα εμπιστοσύνη μάτια της. «Είναι ώρα να ντυθείς». Πήρα τα μπράτσα της και τα κατέβασα στα πλευρά της. «Σου έφερα λίγο νερό». Έγλειψε τα χείλη της κι εγώ χαμογέλασα.

Πήγαμε στο ξενοδοχείο, ανεβήκαμε στη σουίτα μας κι έδειξα στην Άμπι το δωμάτιό της. Είχαμε μία ώρα στη διάθεσή μας μέ­ χρι να συναντήσουμε τους υπόλοιπους για φαγητό, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσαμε να ετοιμαστούμε με την ησυχία μας. Η Άμπι εμφανίστηκε στο καθιστικό της σουίτας λίγο αργότε­ ρα, ντυμένη για τη βραδινή έξοδό μας και πανέμορφη. «Πολύ ωραία», της είπα, «πήγαινε όμως στο δωμάτιό σου και βγάλε το καλσόν». Με κοίταξε ερωτηματικά. «Σε θέλω εντελώς γυ­

Kuriarxos_158s302.indd 228

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

229

μνή κάτω απ’ αυτό το φόρεμα. Θέλω να βγεις έξω γνωρίζοντας ότι μπορώ να σηκώσω τη φούστα σου και να σε πάρω ανά πάσα στιγ­ μή». Δε θα το έκανα, βέβαια. Όχι απόψε. Όχι με τους συγγενείς και τους φίλους μου μαζί μας, αλλά την Κυριακή... Είχα στοιχηματί­ σει όλα τα λεφτά μου στο γήπεδο. Έκανε μεταβολή, πήγε στο δωμάτιό της κι επέστρεψε σχεδόν αμέσως. «Σήκωσε τη φούστα». Τα χέρια της πρόδιδαν τη νευρικότητά της, αλλά σήκωσε τη φούστα ως τη μέση, και κάτω από το φόρεμα δεν είδα άλλο από την Άμπι όπως τη γέννησε η μάνα της. «Τώρα είμαστε έτοιμοι», της είπα, απλώνοντάς της το χέρι.

Ο Τζάκσον είχε φροντίσει να κλείσει τραπέζι σ’ ένα εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Εξαιρετική επιλογή, αν σκεφτόταν κανείς πόσο συνωστισμένο θα ήταν απόψε το κέντρο. Ανοίξαμε δρόμο ανάμεσα στις ορδές των επισκεπτών και των ντόπιων, καταφέρ­ νοντας εντέλει να φτάσουμε στο εσωτερικό του εστιατορίου. Η παρέα μας καθόταν σ’ ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση της αί­ θουσας. Πολλοί από τους θαμώνες κάρφωναν τον Τζάκσον, κα­ νείς τους όμως δεν τον πλησίαζε. Καθίσαμε, και η Άμπι έπιασε κουβέντα με τη Λίντα, την Ιλάινα και τους υπόλοιπους. Βολεύτη­ κα στην καρέκλα μου και βάλθηκα να την παρακολουθώ να συν­ διαλέγεται με φυσικότητα, άνεση, ευγένεια και χάρη, μπαίνοντας στην κουβέντα μόνο για να την πειράξω όταν είπε, απαντώντας σε κάποια σχετική ερώτηση, ότι η πτήση μας ήταν «μια χαρά». Ο σερβιτόρος γέμισε τα ποτήρια μας με κρασί. Τέλεια. Όταν θα ερχόταν η ώρα να επιστρέψουμε στο δωμάτιό μας, η Άμπι έπρεπε να είναι πολύ χαλαρωμένη. Από την άλλη μεριά, εγώ θα περιοριζόμουν στο ένα ποτήρι. Ποτέ δεν έπινα περισσότερο από

Kuriarxos_158s302.indd 229

9/30/13 3:37:56 PM


230

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ένα ποτήρι όταν ήξερα ότι θ’ ακολουθούσε σκηνή – ήταν ο προ­ σωπικός και απαράβατος κανόνας μου. Εξάλλου, αυτό που είχα σχεδιάσει γι’ απόψε χρειαζόταν μεγάλη συγκέντρωση· δεν μπο­ ρούσα ν’ αφήσω το αλκοόλ να μου θολώσει την κρίση. Έριξα μια ματιά δίπλα μου. Η Άμπι κοίταζε τον κατάλογο με προβληματισμένο ύφος, και επέπληξα σιωπηρά τον εαυτό μου που δεν είχα φροντίσει να την καθοδηγήσω σχετικά. «Το μπισκ αστακού είναι εξαιρετικό εδώ», της είπα. «Το ίδιο και η σαλάτα του Καίσαρα, η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού. Και θα πρότεινα επίσης είτε το φιλέτο είτε το στριπ στέικ». Ολοφάνερα ανακουφισμένη, η Άμπι έκλεισε τον κατάλογο. «Μπισκ αστακού και φιλέτο, λοιπόν». Η συζήτηση κυλούσε αβίαστα και όλα πήγαιναν καλά, ώσπου ο Τοντ ανακάλυψε ότι η Άμπι είχε αποφοιτήσει από το Κολού­ μπια. Οι δυο τους πέρασαν κάμποσα λεπτά μιλώντας για τις ανα­ μνήσεις τους από το πανεπιστήμιο και τα αγαπημένα τους στέ­ κια. Ένα προειδοποιητικό καμπανάκι σήμανε μέσα μου. Έπρε­ πε ν’ αλλάξω θέμα, και να το αλλάξω γρήγορα. Κι αν ο Τοντ θυ­ μόταν την εμμονή μου με μια συγκεκριμένη φοιτήτρια του Κο­ λούμπια; Θα το ανέφερε άραγε εν τη ρύμη του λόγου; Δεν ήμουν σίγουρος. Η Ιλάινα και ο Τοντ τρελαίνονταν να με πειράζουν. Μπορεί και να το έκανε. Διέκοψα τη συζήτησή τους, συνεισφέρο­ ντας τις δικές μου ιστορίες από το Ντάρτμουθ, μιλώντας για τα αγαπημένα μου στέκια και τις αναμνήσεις μου. Η Ιλάινα με μι­ μήθηκε και, αργά αλλά σταθερά, η συζήτηση απομακρύνθηκε από την μπαρουταποθήκη που ήταν το Κολούμπια. Αναστέναξα ανακουφισμένος και έστρεψα την προσοχή μου στην Άμπι. Ήταν ώρα για το δεύτερο στάδιο του σχεδίου μου.

Kuriarxos_158s302.indd 230

9/30/13 3:37:56 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

231

Κεφάλαιο 21 ΚΑΘΩΣ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ στο τραπέζι συνεχιζόταν, γλίστρησα το χέ­

ρι μου κάτω απ’ το τραπέζι και άγγιξα το γόνατο της Άμπι. Χαϊ­ δεύοντας. Τρίβοντας. Ερεθίζοντας. «Άμπι», είπε η Λίντα, «Όλο σκέφτομαι να σου τηλεφωνήσω για να κάνουμε εκείνη την έξοδο που λέγαμε. Την ερχόμενη εβδομά­ δα θα έχω πολλή δουλειά, τι θα έλεγες όμως να πηγαίναμε να φά­ με για μεσημέρι τη μεθεπόμενη Τετάρτη;» Συνέχισα να χαϊδεύω το γόνατό της, περιμένοντας με ενδιαφέ­ ρον την απάντησή της. «Οι Τετάρτες δεν είναι καλές για μένα», είπε. «Έχω ένα χορη­ γό που έρχεται κάθε Τετάρτη και βλέπει τη συλλογή στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων, και καθώς δεν αφήνουμε τους ερευνητές ασυ­ νόδευτους, πρέπει να είμαι εκεί μέσα μαζί του». Παραλίγο να βάλω τα γέλια. «Κουραστικό ακούγεται αυτό», είπε η Λίντα. «Υποθέτω όμως ότι η ικανοποίηση των επισκεπτών έρχεται πάντα πρώτη». «Δε με πειράζει», είπε η Άμπι. «Είναι ευχάριστη αλλαγή να εξυ­ πηρετώ έναν τόσο σχολαστικό ερευνητή». Γλίστρησα το χέρι μου πιο κάτω στο γόνατό της και χάιδεψα τη μέσα μεριά. Με έβρισκε σχολαστικό; Δεν κρατιόμουν να της δείξω πόσο σχολαστικός μπορούσα να γίνω.

Kuriarxos_158s302.indd 231

9/30/13 3:37:56 PM


232

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Πώς σου φαίνεται η Τρίτη τότε;» ρώτησε η Λίντα. «Δεν έρχε­ ται τις Τρίτες, έτσι δεν είναι;» Η καρδιά μου σκίρτησε από χαρά. Η θεία μου επιζητούσε τη συντροφιά της Άμπι. Η οικογένειά μου την αποδεχόταν... «Η Τρίτη είναι μια χαρά», είπε η Άμπι. «Τότε, το κλείσαμε». Η Λίντα χαμογέλασε. Κατέβασα πάλι το χέρι μου κάτω απ’ το τραπέζι και χάιδεψα ξανά το γόνατο της Άμπι. Ο Τοντ με ρώτησε κάτι για τις επερχό­ μενες τοπικές εκλογές. Ήξερε ότι μου ήταν αδύνατο ν’ αντιστα­ θώ στις πολιτικές συζητήσεις. Αλλά δε με πείραζε – μια τέτοια συ­ ζήτηση θα κρατούσε την προσοχή των πάντων μακριά από τη θέ­ ση του αριστερού χεριού μου. Είσαι δική μου, της έλεγα με τα δάχτυλά μου. Ακόμα και σε τούτο εδώ το τραπέζι. Μπορώ να σου κάνω ό,τι θέλω. Κι εκείνη θα με άφηνε. Έδωσα το καλάθι με το ψωμί στη Φελίσια. Σε καμία περίπτω­ ση δεν μπορούσα ν’ αποκαλέσω τη στάση της απέναντί μου φιλι­ κή, σίγουρα όμως δε με αντιμετώπιζε με την ψυχρότητα που με εί­ χε αντιμετωπίσει στο νοσοκομείο. Ίσως τελικά να άλλαζε γνώμη. Ακούμπησα το χέρι στο πόδι μου κι ύστερα στο πόδι της Άμπι. Ανεβαίνοντας ψηλότερα στο μηρό της αυτή τη φορά. Απλώς σαν υπενθύμιση. Η Ιλάινα μου έκανε μια ερώτηση και, απαντώντας της, έπιασα και με τα δυο χέρια τα μαχαιροπίρουνά μου. Ήθελα να υπενθυμίσω την ουσία της βραδιάς στην Άμπι, όχι να τραβήξω τα βλέμματα της παρέας πάνω της. Αυτό που κάναμε θα έμενε μεταξύ μας. Στα μάτια της οικογένειας και των φίλων μου, θα ήμασταν απλώς ένα συνηθισμένο ζευγάρι στο τραπέζι ενός φιλικού δείπνου. Κάτω απ’ το τραπέζι όμως... Άπλωσα ξανά το χέρι για ν’ αγγίξω το γόνατό της, διαπίστωσα όμως ότι καθόταν σταυροπόδι. Α, αυτό δεν μπορούσα να το επι­ τρέψω. Έσπρωξα το πόδι που ήταν από πάνω κι εκείνη άνοιξε για μένα τα γόνατά της.

Kuriarxos_158s302.indd 232

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

233

Πολύ καλύτερα. Ανέβηκα ψηλότερα, έσπρωξα τη φούστα της προς τα πάνω, και, κρατώντας με το δεξί χέρι το πιρούνι μου, συνέχισα να τρώω τη σαλάτα μου. Έριξα μια ματιά στο τραπέζι μας – η Φελίσια γελούσε με κά­ τι που είχε πει ο Τζάκσον, η Λίντα μιλούσε με την Ιλάινα. Άφησα τις σκέψεις μου να ταξιδέψουν στα σχέδιά μου για το υπόλοιπο της βραδιάς. Είχα αφήσει οδηγίες στο ξενοδοχείο για να... Το πνίξιμο της Άμπι με επανέφερε στο παρόν. Τη χτύπησα κάμποσες φορές στην πλάτη. «Είσαι καλά;» «Μια χαρά», είπε, κοκκινίζοντας από ντροπή. «Συγνώμη». «Ξέρεις», είπε ο Τοντ από την απέναντι μεριά του τραπεζιού. «Υποτίθεται ότι δεν πρέπει να χτυπάς τους άλλους στην πλάτη όταν πνίγονται. Μπορεί ν’ αποδειχτεί επικίνδυνο». «Ευχαριστώ για την πληροφορία, δόκτορ Γουέλινγκ», είπα. «Να βοηθήσω ήθελα». «Μη βοηθήσεις τόσο πολύ την επόμενη φορά». Ο Τοντ μου χαμογέλασε πειρακτικά. «Πολύ αστείο». Ο σερβιτόρος μάζεψε τα πιάτα μας. Το ποτήρι της Άμπι ήταν άδειο και της έβαλα λίγο ακόμα κρασί. Την ήθελα εντελώς χαλα­ ρωμένη. «Τι άλλο διαβάζεις εκτός από ποίηση;» ρώτησα τρίβοντας το πάνω μέρος του μηρού της. Ήμασταν όπως και κάθε άλλο ζευγά­ ρι σε μια τρυφερή στιγμή. Ναι, καλά. Πες πως ήμασταν. Η Άμπι ήπιε μια γουλιά κρασί. «Σχεδόν τα πάντα. Οι αγαπη­ μένοι μου είναι οι κλασικοί». Χαμογέλασα. Είχα απολαύσει τον ποιητικό διαγωνισμό μας στη βιβλιοθήκη, κι έτσι όλη την προηγούμενη εβδομάδα είχα αφι­ ερώσει ένα μέρος του μεσημεριανού μου διαλείμματος στην ανά­ γνωση αποφθεγμάτων διάσημων συγγραφέων. Ανυπομονούσα να επιδείξω τις νεοαποκτηθείσες γνώσεις μου.

Kuriarxos_158s302.indd 233

9/30/13 3:37:57 PM


234

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Κλασικό», είπα, «είναι το βιβλίο που οι πάντες επαινούν και κανένας δε διαβάζει. Μαρκ Τουέιν». Η Άμπι χαμογέλασε μ’ ένα πανούργο χαμόγελο και τα μάτια της έλαμψαν από ευχαρίστηση. «Δεν μπορώ να εκτιμήσω έναν άντρα που παίζει με τα αισθήματα οποιασ­ δήποτε γυναίκας», είπε. «Τζέιν Όστεν». Ναι, υποθέτω ότι ήταν λιγάκι ριψοκίνδυνο από μέρους μου να την προκαλέσω έτσι. Αλλά να παραθέσει την Τζέιν Όστεν σε αντι­ διαστολή με τον Μαρκ Τουέιν; Δεν μπορεί να μην είχε ακουστά για τη θρυλική έχθρα τους. Της χαμογέλασα. «Όταν όμως είναι γραφτό για μια νεαρή γυναίκα να γίνει ηρωίδα, ούτε ο παραλογισμός σαράντα οικογενειών δεν μπορεί να την εμποδίσει». Άρπα την τώρα. «Τζέιν Όστεν». Δεν ανοιγόκλεισε καν τα μάτια όταν γλίστρησα το χέρι μου ακόμα ψηλότερα στο μηρό της, παρά περιορίστηκε να παραθέ­ σει ήρεμα: «Η αλήθεια είναι πολύ πιο παράξενη από το μύθο. Μαρκ Τουέιν». Α, μου την είχε φέρει. Μου την είχε φέρει για τα καλά. Γέλα­ σα, τραβώντας την προσοχή των υπολοίπων. «Παραδίδομαι». Ακούμπησα και τα δυο χέρια μου πάνω στο τραπέζι. «Κέρδισες. Αλλά μόνο σ’ αυτόν το γύρο». «Έι, εσείς οι δυο», είπε η Ιλάινα στην Άμπι και τη Φελίσια. «Η Λίντα κι εγώ θα πάμε στο σπα του ξενοδοχείου αύριο, για μασάζ, περιποίηση προσώπου και μανικιούρ-πεντικιούρ. Κλείσαμε και σε σας ραντεβού. Κερνάμε. Θα έρθετε;» Είχα τηλεφωνήσει στην Ιλάινα νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα και της το είχα προτείνει. Αλλά με είχε αιφνιδιάσει λέγοντάς μου ότι είχε ήδη κλείσει ραντεβού για την Άμπι και τη Φελίσια. «Πολύ ωραία η σκέψη σας, Ιλάινα», είπα χαϊδεύοντας ξανά το γόνατό της Άμπι. Καθόλου δε μου άρεσε η προοπτική να περάσω τη μέρα μακριά της, ήθελα όμως να γνωριστεί καλύτερα με τη Λί­ ντα και την Ιλάινα. «Υποθέτω ότι ο Τοντ κι εγώ μπορούμε να σκο­

Kuriarxos_158s302.indd 234

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

235

τώσουμε την ώρα μας παίζοντας γκολφ. Θα ήθελες να πας με τα κορίτσια, Άμπιγκεϊλ;» «Βέβαια. Με μεγάλη μου ευχαρίστηση». Φυσικά και το ήθελε. Ποια γυναίκα δε θα ’θελε μια μέρα γε­ μάτη περιποιήσεις; Κοίταξα τον Τοντ. Μου έκλεισε το μάτι. «Την έχεις πατήσει άσχημα, Γουέστ», άρθρω­ σε άηχα. «Θα σου πάρω τα σώβρακα στο γρασίδι, γιατρέ», του αντιγύρισα με τον ίδιο τρόπο. «Για δοκίμασε», μου είπε. Η Λίντα έβηξε. «Συγνώμη», είπα. Συνέχισα να τρώω, παρακολουθώντας την Άμπι με την άκρη του ματιού μου. Χαμογελούσε σε όλη τη διάρκεια του δείπνου και μιλούσε με τους πάντες. Ούτε ντρεπόταν ούτε ένιωθε άβολα. Ήταν υπέροχη. Ήταν επίσης τόσο καυλωμένη, που δεν ήθελε και πολύ για να εκραγεί. Αλλά αυτό δεν το ήθελα εγώ. Όχι ακόμα. Την άφησα ήσυχη όσο τρώγαμε το κυρίως πιάτο. Ήμουν δί­ πλα της. Αυτό έφτανε. Ακόμα και τις αναπνοές της μπορούσα να νιώσω – την ανεπαίσθητη μετακίνηση του κορμιού της, το απαλό ανεβοκατέβασμα του στέρνου της. Γέλασε με κάτι που είπε η Φελίσια, σπρώχνοντας πίσω τα μαλ­ λιά της με μια κομψή κίνηση. Το μυαλό μου ξεστράτισε. Φαντά­ στηκα αυτά τα χέρια πάνω μου. Ήθελα αυτά τα χέρια πάνω μου. Της έβαλα κι άλλο κρασί και την κοίταξα να πίνει μια γουλιά. Ήθελα αυτό το στόμα πάνω μου. Έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό της κι ύστερα το πήρα και το ακούμπησα μαζί με το δικό μου πάνω στη στύση μου. Πολύ αργά, για να μην τραβήξω την προσοχή των υπολοίπων, έσπρω­

Kuriarxos_158s302.indd 235

9/30/13 3:37:57 PM


236

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ξα προς τα πάνω τη λεκάνη μου πιέζοντας το καυλί μου στην πα­ λάμη της. Βλέπεις; ήθελα να της πω. Βλέπεις τι μου κάνεις; Το έβλεπε. Δάγκωσε το κάτω χείλος της και άφησε το χέρι της πάνω μου. Δεν μπορούσα να το αντέξω. Έσφιξα μαλακά το χέρι της και το απόθεσα ξανά πάνω στο πόδι της. Σύντομα, της υποσχέθηκα μέσα μου. Σύντομα. Ευχήθηκα ν’ αντέχαμε και οι δυο.

Την ερέθισα κι άλλο στο αυτοκίνητο, σηκώνοντας τη φούστα της, εκθέτοντας το γυμνό φύλο της. «Θα κάνεις χάλια την ταπετσαρία του νοικιάρικου», της είπα σέρνοντας το δάχτυλό μου στην ερεθισμένη σχισμή της και χώνο­ ντάς το έπειτα μέσα. «Έτσι υγρή που είσαι». Με την άκρη του ματιού μου, την είδα να δαγκώνει το μέσα μέρος του μάγουλού της. Ναι, το σχέδιό μου είχε επιτυχία. Αν τη ρωτούσα, πήγαινα στοίχημα ότι θα με εκλιπαρούσε εκείνη την ίδια στιγμή. Έπαιξα μαζί της λίγο ακόμα, γλιστρώντας τα δάχτυ­ λά μου στις πτυχές της, ερεθίζοντας την κλειτορίδα της. Σταματώντας το αυτοκίνητο μπροστά στον υπάλληλο του πάρ­ κινγκ του ξενοδοχείου, κατέβασα τη φούστα της Άμπι. Μετά, έδω­ σα τα κλειδιά στον άνθρωπο και πήγα να της ανοίξω την πόρτα. Εκείνη πήρε το προτεταμένο χέρι μου και, για άλλη μια φορά, ήμασταν όπως και κάθε άλλο ζευγάρι. Μπήκαμε στο ασανσέρ με προορισμό τη σουίτα μας. Απλώς και μόνο επειδή μπορούσα, έσφιξα τον πισινό της στις παλάμες μου, κι εκείνη ανταποκρίθηκε μ’ ένα βογκητό. «Όχι ακόμα», της είπα. Τη συνόδευσα ως την πόρτα μας κρατώντας την παλάμη μου στη μέση της. Την ένιωθα να τρέμει από αδημονία. Αχ, Άμπι, σκέφτηκα. Δεν έχεις ιδέα τι σε περιμένει απόψε.

Kuriarxos_158s302.indd 236

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

237

Ή ίσως είχε. Άνοιξα την πόρτα της σουίτας και την άφησα να περάσει πρώ­ τη. Είδα ότι οι οδηγίες μου είχαν εκτελεστεί – όλα τα φώτα ήταν σβηστά εκτός από μία επιτραπέζια λάμπα στο καθιστικό. Μέσα από το μικρό διάδρομο, οδήγησα την Άμπι στο δωμάτιό μου, που ήταν φωτισμένο μόνο από ένα μικρό πορτατίφ. Το κρεβάτι ήταν έτοιμο για ύπνο. Τέλεια. Την άφησα να περιμένει στα πόδια του κρεβατιού και άνοιξα το φερμουάρ του σακ βουαγιάζ μου. Έβγαλα από μέσα ένα δονη­ τή και ένα θερμαντικό τζελ και τα ακούμπησα στο κρεβάτι. Είδα τα μάτια της ν’ ανοίγουν διάπλατα. Τώρα που το ξανασκεφτόμουν, ίσως να μην είχε καταλάβει τι σχεδίαζα. «Ήμουν υπομονετικός, Άμπιγκεϊλ», είπα. «Και θα είμαι όσο πιο προσεκτικός μπορώ, η ώρα όμως ήρθε. Είσαι έτοιμη». Έχε μου εμπιστοσύνη. Δε θα το έκανα αυτό αν δεν ήμουν σίγουρος ότι είσαι. Πήγα στην άκρη του κρεβατιού, εκεί όπου στεκόταν – ακόμα κοκαλωμένη από το σοκ. «Γδύσε με», της είπα, εν μέρει για να απασχολήσω με κάτι άλ­ λο το μυαλό της. Όχι χωρίς νευρικότητα, μου έβγαλε το σακάκι και κατέβασε τις παλάμες της στα μπράτσα μου. Γαμώτο, λάτρευα το άγγιγμά της. Μετά, ξεκούμπωσε βιαστικά το πουκάμισό μου και το πέταξε στο πάτωμα, για να συνεχίσει με το παντελόνι μου. Το τράβηξε μαζί με το μποξεράκι μου προς τα κάτω, με μια κίνηση. «Όλο για σένα», της είπα καθώς η στύση μου ελευθερωνόταν. «Επειδή τα πήγες πολύ καλά απόψε στο δείπνο, θα σε αφήσω να πάρεις μια γεύση». Έπεσε αμέσως στα γόνατα και με πήρε στο στόμα της. Την ένιωσα να βογκάει καθώς βυθιζόμουν στη θέρμη της.

Kuriarxos_158s302.indd 237

9/30/13 3:37:57 PM


238

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Πεσμένη στα γόνατα, θα εστίαζε σε μένα. Και όχι τόσο πολύ στα πράγματα που είχα ακουμπήσει στο κρεβάτι. Έτσι ήλπιζα τουλάχιστον. Αν μη τι άλλο, θα της θύμιζε ότι ολόκληρη η βραδιά βρισκόταν υπό τον έλεγχό μου. Θα τα κατάφερνα. Θα το πετύχαι­ να. Και για τους δυο μας. Έκλεισα τα μάτια κι έστρεψα την προ­ σοχή μου σε κείνη. Στην αίσθηση που μου άφηνε το στόμα της, στον τρόπο που χτυπούσα με κάθε βύθιση στο λαρύγγι της, στις μεταξένιες τούφες των μαλλιών της στα δάχτυλά μου. Μετά από λίγο τραβήχτηκα, μη θέλοντας να χύσω ακόμα. Της άπλωσα το χέρι για να τη βοηθήσω να σηκωθεί. Κλυδωνίστηκε λι­ γάκι, και ευχήθηκα να μην είχε ζαλιστεί πολύ απ’ το κρασί. «Γδύσου για μένα», της είπα. «Αργά». Έβγαλε ένα ένα τα παπούτσια της. Γαμώτο. Γιατί, όταν γινό­ ταν από εκείνη, ακόμα κι αυτή η απλή κίνηση ήταν τόσο αισθη­ σιακή; Κρατώντας το βλέμμα της πάνω μου, άπλωσε τα χέρια στην πλάτη και κατέβασε το φερμουάρ της. Ύστερα ακούμπησε την αριστερή παλάμη της στο δεξιό ώμο της και κατέβασε αργά το μανίκι του φορέματος. Έπρεπε να τη βάζω πιο συχνά να μου κάνει στριπτίζ. Μόλις το φόρεμα έπεσε στο πάτωμα, άπλωσε ξανά τα χέρια στην πλάτη και ξεκούμπωσε το σουτιέν της. Μάζεψε το εσώρου­ χο στο ένα χέρι, το σήκωσε, κι ύστερα το άφησε να πέσει μαλακά στο πάτωμα. Έλαμπε ολόκληρη στο φως του φεγγαριού. Το κορμί της κλυ­ δωνιζόταν ελαφρά, ρίχνοντας σκιές στο κρεβάτι. Κάθισα. «Χαϊδέψου». Το έκανε, χωρίς αναστολές, μαλάζοντας τα στήθη της, στρίβο­ ντας τις ρώγες της ώσπου να σκληρύνουν. Τσιμπώντας πρώτα τη μία κι ύστερα την άλλη. Έκλεισε τα μάτια και βόγκηξε από ηδο­ νή, με το σώμα της να κλυδωνίζεται ελαφρά. Κατέβασε το ένα χέρι στην κοιλιά της κι ακόμα πιο κάτω, κι άρχισε να χαϊδεύεται, συνεχίζοντας με το άλλο να ερεθίζει το στή­

Kuriarxos_158s302.indd 238

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

239

θος της. Ήταν το πιο ερωτικό θέαμα που είχα αντικρίσει στη ζωή μου. «Αρκετά», της είπα, όταν άρχισε να τρίβεται στην παλάμη της. «Έλα δω». Λικνίστηκε προς το κρεβάτι, κι όταν έφτασε κοντά μου, την άρπαξα απ’ τη μέση. Άφησε έναν μικρό αναστεναγμό όταν την ξάπλωσα ανάσκελα καβαλώντας την. Έτριψα το πρόσωπό μου στο λαιμό της, για να ανασάνω το άρωμά της, να οσφρανθώ τη γλυκιά αναπνοή της, κι εκείνη ανα­ στέναξε ξανά. Με χείλη και δόντια, ιχνηλάτησα τη γραμμή του πιγουνιού της. Βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου. Η εξερεύνησή μου άρχισε να γίνεται πιο τολμηρή. Γεύτηκα το δέρμα κάτω απ’ το πιγούνι της όσο οι παλάμες μου κύκλωναν τα στήθη της. Κι ύστερα τα χέρια μου άρχισαν να κατεβαίνουν, τσι­ μπώντας μια ρώγα, μαλάζοντας ένα γοφό καθώς συνέχιζαν την κάθοδό τους. Το στόμα μου ακολούθησε την ίδια καθοδική πορεία, απολαμ­ βάνοντάς τη γεύση της καθώς η γλώσσα μου τριγύριζε τον αφαλό της και ερέθιζε την πρησμένη κλειτορίδα της. Το κεφάλι της τι­ νάχτηκε προς τα πίσω. Ήταν έτοιμη. Ανέβηκα ξανά στο κορμί της, σέρνοντας πάνω του τα χέρια μου, αλλά πιο απαλά αυτή τη φορά. Τρυφερά. Με δέος. Και τα φιλιά μου ήταν πιο τρυφερά. Την άκουσα να βογκάει. Ανυπομο­ νώντας. Τη γύρισα αργά στο πλευρό, σέρνοντας τις παλάμες μου κατά μήκος των μπράτσων της. Είσαι μια χαρά. Θα είσαι μια χαρά. Έχε μου εμπιστοσύνη. Αυτά της έλεγε το άγγιγμά μου, κι εκείνη έριξε πίσω το κεφά­ λι της, πιέζοντάς το πάνω μου, τεντώνοντας την πλάτη της. Πήρα το θερμαντικό τζελ από δίπλα μου και πίεσα το γλιστε­ ρό σωληνάριο πάνω στα δυο δάχτυλά μου. Έριξα κι άλλο τζελ κα­ τά μήκος του πονεμένου από τη διέγερση καυλιού μου.

Kuriarxos_158s302.indd 239

9/30/13 3:37:57 PM


240

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Αργά, αναθεματισμένα αργά, το ένα χέρι μου άρχισε να δια­ γράφει μικρούς κύκλους γύρω από την κλειτορίδα της, ενώ το άλ­ λο γλιστρούσε ανάμεσα στους γλουτούς της για να πιέσει τον πρω­ κτό της. Η Άμπι τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Υπέθεσα ότι ο λόγος του αιφνιδιασμού της ήταν η θερμοκρασία του τζελ. Το προηγούμε­ νο Σαββατοκύριακο δεν είχα χρησιμοποιήσει θερμαντικό λιπα­ ντικό. Για κάθε περίπτωση, επιβράδυνα ακόμα περισσότερο τις κι­ νήσεις μου και γλίστρησα αργά, πολύ αργά, το ένα δάχτυλο μέσα της, χωρίς να παύω στιγμή τα χάδια στην κλειτορίδα της. Συγκε­ ντρώθηκα στην αντίδραση της, αναζητώντας σημάδια δυσφορί­ ας. Δεν υπήρχε ούτε ένα, μονάχα ένας αναστεναγμός ηδονής κα­ θώς το δάχτυλό μου γλιστρούσε μέχρι μέσα. Έκανα το ίδιο και με το δεύτερο δάχτυλο, θέλοντας να την ανοίξω αργά, να την προετοιμάσω καλά για το καυλί μου. Την ένιωσα να τρίβεται πάνω στο δάχτυλο που χάιδευε την κλειτορί­ δα της, βυθίζοντας ακόμα πιο βαθιά τα δάχτυλα του άλλου χεριού μου στον πρωκτό της καθώς πίεζε τη λεκάνη της προς το μέρος μου. Συνέχισα να κινούμαι αργά. Είχαμε όλο το χρόνο του κόσμου. Όλη τη νύχτα, αν χρειαζό­ ταν. Μπορούσαμε να κινηθούμε με ρυθμό σαλιγκαριού, αν αυτό ήταν απαραίτητο για να διασφαλιστεί η δική της απόλαυση. Έσπρωξε ξανά τη λεκάνη της πάνω στα δάχτυλά μου. Μείνε μαζί μου, Άμπι. Τράβηξα τα δάχτυλά μου και σήκωσα το πόδι της. Με το ένα χέρι, πίεσα το καυλί μου πάνω της. Με το άλλο, συνέχισα να χαϊ­ δεύω την κλειτορίδα της, να βυθίζω τα δάχτυλά μου στις υγρές πτυχές της. Πίεσα λίγο περισσότερο το καυλί μου στην είσοδο του πρωκτού της, θέλοντας να της δώσω ένα σήμα για το πού ακρι­ βώς βρισκόμουν, να την προειδοποιήσω για το τι ετοιμαζόμουν να κάνω. Έμεινε ακίνητη. Δίνοντάς μου το πράσινο φως.

Kuriarxos_158s302.indd 240

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

241

Το σώμα της δεν αντιδρούσε αρνητικά, δεν έτρεμε. Δε μου έδι­ νε κανένα σημάδι δυσφορίας. Έσπρωξα μαλακά, έτσι που να βυθιστεί μέσα της μόνο η κο­ ρυφή μου. Αργά, είπα στον εαυτό μου. Η παρόρμηση να σπρώξω μέσα της ήταν δυνατή, αλλά κρατήθηκα, γνωρίζοντας ότι όλη μου η προσοχή έπρεπε να είναι εστιασμένη πάνω της. Παραμέρισα τις ανάγκες μου στο βάθος του μυαλού μου. Μέχρι εδώ, η Άμπι με εί­ χε εμπιστευτεί, και θα έκανα ό,τι μπορούσα για να ανταμείψω αυ­ τή την εμπιστοσύνη. Έσπρωξα δυνατότερα και την άκουσα να κρατάει την ανάσα της. Διπλασίασα τις προσπάθειές μου στην κλειτορίδα της, κρα­ τώντας το κάτω μέρος του σώματός μου ακίνητο, φέρνοντας ξα­ νά τη διέγερσή της στο όριο. Σπρώχνοντας ξανά προς τα μπρος όταν την ένιωσα να χαλαρώνει. Σταματώντας ξανά. Ερεθίζοντάς τη για άλλη μια φορά με τα δάχτυλά μου. Πίεσα κόντρα στη φυσική της αντίσταση και, με μια μαλακή σπρωξιά, γλίστρησα όλη τη βάλανό μου μέσα της. Και πάλι αι­ σθάνθηκα την παρόρμηση να μπω ολόκληρος, αλλά και πάλι αντι­ στάθηκα, εστιάζοντας στη γυναίκα που κρατούσα στην αγκαλιά μου, στην εμπιστοσύνη που μου είχε δείξει. Δε θα πρόδιδα αυτή την εμπιστοσύνη. Κράτησε την ανάσα της. Γαμώτο, πονούσε. Τράβηξα το χέρι μου από την κλειτορίδα της κι έπιασα το δι­ κό της. «Είσαι εντάξει;» ρώτησα. Ήταν οδυνηρό, μολονότι όμως δεν μπορούσα να εξαλείψω εντελώς τον πόνο, μπορούσα να της δείξω ότι καταλάβαινα. Πήρε άλλη μια κοφτή ανάσα. «Ναι». Δε θα έλεγε ψέματα. Αν ήθελε να σταματήσω, θα σταματούσα. Αν μου έλεγε ότι δεν ήταν εντάξει, θα έδινα τέλος στη βραδιά.

Kuriarxos_158s302.indd 241

9/30/13 3:37:57 PM


242

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έσφιξα το χέρι της στο δικό μου κι έγειρα να φιλήσω τον αυ­ χένα της. «Τα πας τέλεια», της ψιθύρισα. Η ένταση εγκατέλειψε το σώμα της μαζί με το βαθύ αναστε­ ναγμό της. Την ένιωσα να λιώνει στην αγκαλιά μου. Πήρα το δονητή και τον έβαλα σε λειτουργία. Με το ένα χέρι την τράβηξα ξανά πάνω στο στέρνο μου, αφήνοντας την παλάμη μου ανάμεσα στα στήθη της για να μπορώ να νιώθω την αναπνοή της. Με το άλλο χέρι, έσυρα το δονητή κατά μήκος του κορμιού της, για να της δώσω να καταλάβει τι έκανα. Το σώμα μου έτρε­ με από την ανάγκη για ώθηση, την ανάγκη να βυθιστεί εντελώς στον πρωκτό της, αντί να ενδώσω όμως σ’ αυτή την ανάγκη, γλί­ στρησα το δονητή στον κόλπο της. Την άκουσα να λαχανιάζει κα­ θώς έμπαινα αργά μέσα της και από τις δυο εισόδους της, σπρώ­ χνοντας το καυλί μου και το δονητή πιο βαθιά, με συγχρονισμέ­ νες κινήσεις. Την κράτησα σφιχτά πάνω μου. Η προσπάθεια, ο ανεκπλήρω­ τος πόθος γέμιζε τα σώματα και των δυο μας με ένταση. Λίγο ακόμα. Μείνε μαζί μου, Άμπι. Σχεδόν. Κι έπειτα, επιτέλους, ήμουν μέσα. Άφησα την αναπνοή που κρατούσα. «Ακόμα εντάξει;» ρώτησα, ξαφνιασμένος από τη βραχνάδα της φωνής μου. «Ναι», μου απάντησε, εξίσου βραχνά. Έμεινα για μία ακόμα φορά ακίνητος, δίνοντάς της χρόνο να προσαρμοστεί στην αίσθηση αυτής της απόλυτης πληρότητας. Ήταν σκέτη κόλαση. Χωρισμένος μόνο από ένα λεπτό κομμάτι δέρματος, ο δονη­ τής έστελνε τους κραδασμούς του στο καυλί μου, τρελαίνοντάς με από επιθυμία ν’ αρχίσω τις βυθίσεις. Από την ανάγκη να σπρώξω. Να κάνω οτιδήποτε για να ικανοποιήσω αυτό τον οδυνηρό πόθο.

Kuriarxos_158s302.indd 242

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

243

Η καρδιά της όμως βροντοχτυπούσε κάτω από την παλάμη μου και η αναπνοή της έβγαινε κοφτή. Κι εγώ δε θα την πονούσα, δεν υπήρχε περίπτωση να την πονέσω. Έσφιξα λοιπόν τα δόντια και περίμενα να χαλαρώσει. Τράβηξα λίγο έξω το δονητή κρατώντας το σώμα μου ακίνη­ το, κι έπειτα τον ξανάσπρωξα μέσα καθώς τραβούσα τη λεκάνη μου προς τα πίσω. Μέσα κι έξω έσπρωχνα και τραβούσα το δο­ νητή, μαζί και το καυλί μου – με τον τεχνητό φαλλό να μπαίνει καθώς ο δικός μου έβγαινε. Ήταν τόσο σφιχτή, τόσο γαμημένα σφιχτή. Βόγκηξα καθώς έσπρωχνα και ο δονητής με χτυπούσε ξανά. Την τράβηξα ακόμα πιο κοντά μου. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Άρχισα να κινούμαι λίγο πιο γρήγορα, με το δονητή και το καυλί μου σε αντιδιαστολή. Ακίνητη, η Άμπι βόγκηξε. Άλλαξα γω­ νία στο δονητή, έτσι που να ακουμπάει στην κλειτορίδα της, και επιβραβεύτηκα μ’ ένα απειροελάχιστο κλαψούρισμα. Κινήθηκα ταχύτερα, σπρώχνοντας το δονητή πιο βαθιά. Την ένιωσα να σφίγγει τους μυς της γύρω μου και παραλίγο να το χά­ σω. Ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό μου καθώς μας οδηγούσα και τους δύο στον οργασμό, θέλοντας να την κάνω να απολαύσει και το παραμικρό ίχνος ηδονής μέχρι το τέλος. Τίναξε το κεφάλι της προς τα πίσω και βόγκηξε. Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Έσπρωξα ξανά, κι εκείνη βόγκηξε καθώς οι σπασμοί του οργασμού της έριχναν το κορμί της πάνω μου. Οι μύες της σφίχτηκαν γύρω μου, τραβώντας με βαθύτερα, πιέζοντας το δονητή πάνω στο καυλί μου. Γαμωωωωώτο. Ο οργασμός έσκασε μέσα μου σαν βόμβα κι έσπρωξα με όλη μου τη δύναμη, δαγκώνοντας το τρυφερό δέρμα της πλάτης της. Ούρλιαξε ξανά – η δεύτερη κορύφωσή της ήταν εξίσου έντονη με την πρώτη.

Kuriarxos_158s302.indd 243

9/30/13 3:37:57 PM


244

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έμεινε ακίνητη για κάμποσα δευτερόλεπτα, αλλά η καρδιά της βροντοχτυπούσε ακόμα κάτω από την παλάμη μου και η ανά­ σα της έβγαινε βαριά και λαχανιασμένη. «Άμπιγκεϊλ;» «Ω Θεέ μου». «Είσαι καλά;» Μουρμούρισε κάτι, αλλά δεν κουνήθηκε. Ήθελα όσο τίποτα να μείνω εκεί ακριβώς που ήμουν και να μην ξανακουνηθώ ποτέ πια, αλλά έπρεπε να τη φροντίσω. Να τη βοηθήσω να ηρεμήσει και να χαλαρώσω το σώμα της όσο χρειαζόταν για να μη σηκω­ θεί πιασμένη το πρωί. Να της δώσω να καταλάβει πόσα σήμαινε για μένα η εμπιστοσύνη της. «Έρχομαι αμέσως», της ψιθύρισα καθώς σηκωνόμουν από το κρεβάτι και πήγαινα προς το μπάνιο. Μπήκα στο δωμάτιο, χαμήλωσα το ρεοστάτη του ηλεκτρικού για να γλυκάνω το δυνατό φως, κι ύστερα πήγα στην μπανιέρα. Είχα φέρει από το σπίτι τα είδη τουαλέτας της Άμπι και, καθώς το νερό γέμιζε την μπανιέρα, έριξα μέσα μια γερή δόση από το αφρόλουτρό της. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, το μπάνιο γέμισε από μια υγρή, όλο ατμούς, αρωματισμένη από Άμπι θέρμη. Γύρισα στο υπνοδωμάτιο και τη βρήκα να κείτεται στο κρεβά­ τι, στην ίδια στάση που την είχα αφήσει. Γλίστρησα τα μπράτσα μου κάτω από το σώμα της και τη μετέφερα στο μπάνιο για να την ακουμπήσω μαλακά στην μπανιέρα. Αναστέναξε καθώς το ζεστό νερό τύλιγε το κορμί της. Πήρα ένα πετσετάκι του πλυσίματος, το βούτηξα στο νερό κι ύστερα το έστυψα πάνω στους ώμους της, πλένοντάς την απαλά. Καθαρίζο­ ντας πρώτα το ένα μπράτσο κι ύστερα το άλλο. Έγειρα προς τα μπρος κι έπλυνα την πλάτη της. Με ευλάβεια, έσπρωξα τα μαλλιά της στον ένα ώμο κι έτριψα το λαιμό της, αφή­ νοντας απαλά φιλιά στο σημάδι που της είχα κάνει. Όταν τελεί­ ωσα με την πλάτη της, πέρασα το πετσετάκι πάνω στα στήθη της

Kuriarxos_158s302.indd 244

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

245

και κοίταξα τις φυσαλίδες του σαπουνιού να γλιστρούν ανάμεσά τους. Μετά έπλυνα την κοιλιά της, φέρνοντας κατά νου πώς είχε σφι­ χτεί από ηδονή στο άγγιγμά μου. Κατέβασα κι άλλο τα χέρια μου και τράβηξα τα γόνατά της προς τα πάνω για να της πλύνω τα πό­ δια. Όλη αυτή την ώρα, η Άμπι κειτόταν με την πλάτη ακουμπι­ σμένη πίσω και τα μάτια κλειστά. Ένα μικρό χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της. Γλίστρησα το πετσετάκι ανάμεσα στα πόδια της, όσο πιο μα­ λακά μπορούσα. «Ανασηκώσου λίγο για μένα, ομορφιά μου», είπα. Ανασήκωσε τη λεκάνη της, και γλίστρησα χαμηλότερα το πε­ τσετάκι, διώχνοντας και τα τελευταία ίχνη του λιπαντικού και του σπέρματός μου. Μετά, τράβηξα την τάπα της μπανιέρας, αφήνο­ ντας το νερό να στραγγίσει. Σήκωσα την Άμπι και την έβαλα να καθίσει στο χείλος της μπανιέρας. Τύλιξα μια πετσέτα γύρω από τους ώμους της κι ύστε­ ρα πήρα μια άλλη και στέγνωσα τα πόδια της. Ανέβηκα αργά προς τα πάνω, στεγνώνοντας κάθε εκατοστό του τέλειου κορμιού της. Όταν τελείωσα, πήρα μια βούρτσα από τον πάγκο του νιπτή­ ρα και βούρτσισα τα μαλλιά της με απαλές, αργές κινήσεις. «Ήσουν υπέροχη. Το ήξερα ότι θα ήσουν». Χαμογέλασε ξανά. Πήρα το νυχτικό που είχα κρεμάσει στο γάντζο του μπάνιου και της το φόρεσα. Μετά, την ξανασήκωσα στην αγκαλιά μου και τη μετέφερα στο δωμάτιό της. Είχε ήδη αποκοιμηθεί όταν τα χείλη μου χάιδεψαν το μέτωπό της.

Kuriarxos_158s302.indd 245

9/30/13 3:37:57 PM


246

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 22 ΞΥΠΝΗΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΝΤΕΜΙΣΙ και βγήκα αθόρυβα από τη σουίτα για

να πάω κάτω, στο γυμναστήριο του ξενοδοχείου. Πριν φύγω, πέ­ ρασα να δω την Άμπι. Κοιμόταν βαθιά και μάλλον δε θα ξυπνού­ σε πριν επιστρέψω. Οι σκέψεις μου ταξίδεψαν στη νύχτα που μόλις είχε περάσει, στον τρόπο που η Άμπι είχε λιώσει στην αγκαλιά μου, στην από­ λυτη και ολοκληρωτική εμπιστοσύνη της. Αυτή η νύχτα ήταν κομ­ βική για τη σχέση μας. Τώρα μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε να μπαί­ νουμε βαθύτερα στο παιχνίδι μας. Θα της μάθαινα κι άλλα ηδο­ νικά παιχνίδια. Θα την έκανα να ουρλιάζει συχνότερα από ευχα­ ρίστηση. Παραπάνω από μια ώρα μετά, όταν επέστρεψα στη σουίτα, κάλεσα την υπηρεσία δωματίου και πήγα να κάνω ένα ντους. Πριν επιστρέψω στο καθιστικό, σταμάτησα ξανά στο δωμάτιο της Άμπι και άφησα στο κομοδίνο της ένα μπουκάλι κρύο νερό και δύο αναλγητικά. Ίσως όταν ξυπνούσε να ανακάλυπτε ότι πονούσε. Το χτύπημα στην πόρτα ακούστηκε καθώς έβγαινα από το δω­ μάτιό της. Πήγα ν’ ανοίξω στον υπάλληλο του ξενοδοχείου, κι όταν έφυ­ γε, άκουσα νερό να τρέχει στο μπάνιο της Άμπι. Τέλεια. Όσο περίμενα, κάθισα στο τραπέζι κι έφαγα το δικό μου πρό­

Kuriarxos_158s302.indd 246

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

247

γευμα. Όχι πως μετρούσα, αλλά η Άμπι μπήκε στο καθιστικό εί­ κοσι λεπτά αργότερα. «Έλα να καθίσεις και να φας πρωινό, Άμπιγκεϊλ». Κάθισε στο τραπέζι κι άρχισε να τρώει. «Η Λίντα και η Ιλάινα σας θέλουν με τη Φελίσια στο σπα στις εννιάμισι», είπα. «Δεν ξέρω τι ακριβώς έχουν σχεδιάσει, προφα­ νώς όμως δεν πρόκειται να τελειώσετε πριν από το μεσημέρι». Έφαγε σιωπηλά όσο εγώ έπινα το δεύτερο καφέ μου. Αναρωτή­ θηκα τι σκεφτόταν. Για μια στιγμή, μου πέρασε από το μυαλό να της ζητήσω να περάσει τη μέρα μαζί μου αντί να πάει στο σπα – θα έβρισκα μια δικαιολογία για να μην πάω στο γκολφ, και θα μπο­ ρούσαμε να κάνουμε κάτι μαζί. Μετά όμως θυμήθηκα ότι ήθελα να γνωριστεί καλύτερα με τη Λίντα και την Ιλάινα και άλλαξα γνώμη. «Έλα δω», της είπα όταν τελείωσε το φαγητό της. Πήγα στο καθιστικό κι εκείνη με ακολούθησε. Πήγα πίσω της. Η Ιλάινα και η Φελίσια γνωρίζουν για τον τρό­ πο ζωής μας. Εύχομαι να μην ισχύει το ίδιο και για τη θεία μου, αν όμως ξέρει...» ξεκούμπωσα το κολάρο «...δεν υπάρχει λόγος να της το κουνάμε μπροστά στα μούτρα της». Έκανα το γύρο και στάθη­ κα μπροστά της. «Θα ξαναπάρεις το κολάρο σου το απόγευμα». Κατέβασε το κεφάλι. Είχε αναστατωθεί που της το έβγαλα; Ήθελε να πάει στο σπα με το κολάρο; Να την κοιτάζει περίεργα όλος ο κόσμος; Και να κάνει τη θεία μου να αναρωτηθεί γιατί επέμενε να φοράει το κο­ λιέ της ακόμα και σε ένα τέτοιο μέρος; Ή ίσως... Ίσως να μην ήθελε να το βγάλει εξαιτίας των όσων αντιπρο­ σώπευε. Ανασήκωσα το πιγούνι της και την κοίταξα στα μάτια. «Εξα­ κολουθείς να είσαι δική μου», τη διαβεβαίωσα. «Ακόμα και χωρίς το κολάρο».

Kuriarxos_158s302.indd 247

9/30/13 3:37:57 PM


248

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ο Τζάκσον καθόταν κάτω, στην αίθουσα υποδοχής. Τουλάχιστον, μου φάνηκε πως ήταν ο Τζάκσον. Φορούσε ένα φούτερ με κουκούλα, σκούρα γυαλιά ηλίου, και μια μαύρη ράστα περούκα. «Δικέ μου», είπε. «Ήρθες». «Τι στο διάολο είναι αυτά που φοράς;» «Είμαι μεταμφιεσμένος». Κοίταξα γύρω μου στην αίθουσα – τραβούσαμε πάνω μας όλων των ειδών τα περίεργα βλέμματα. «Δε νομίζω ότι η μεταμφίεσή σου είναι και τόσο πετυχημένη. Μοιάζεις απλώς με μεταμφιεσμέ­ νο παίκτη του φούτμπολ». «Ναι, αλλά ποιον παίκτη του φούτμπολ;» είπε κουνώντας τα φρύδια του. «Κανείς δεν ξέρει, και κανείς δε μου έχει ζητήσει ακό­ μα αυτόγραφο». «Αυτό δε σημαίνει ότι η μεταμφίεσή σου είναι καλή. Σημαίνει απλώς ότι τρομάζεις τον κόσμο». Χαμογέλασα. «Τώρα όμως που σε πλησίασα εγώ, ίσως το τολμήσουν κι άλλοι». «Γαμώτο». Έσπρωξε προς τα πίσω την κουκούλα του, αποκα­ λύπτοντας κι άλλες τζίβες. «Μήπως σε χτύπησαν πολύ στο κεφάλι στην προπόνηση; Και τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου;» «Ήθελα να σου μιλήσω πριν εγώ φύγω με την ομάδα κι εσύ με τον Τοντ». Κοίταξα γύρω μου την ευρύχωρη σάλα. Στην πέρα γωνία υπήρ­ χε ένα ήσυχο τραπέζι με δύο καρέκλες. «Έχω είκοσι λεπτά στη διάθεσή μου». Έδειξα το τραπέζι της γωνίας. «Πάμε να καθίσουμε εκεί». «Τι τρέχει;» ρώτησα μόλις καθίσαμε. «Χτες το βράδυ, η Φελίσια κι εγώ...» «Βγάλε τα γυαλιά. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σ’ αυτά που λες έτσι όπως είσαι». Ο Τζάκσον έβγαλε τα γυαλιά. «Η Φελίσια κι εγώ...»

Kuriarxos_158s302.indd 248

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

249

Δεν είχα την παραμικρή ιδέα πού το πήγαινε. Του είχε πει κά­ τι η Φελίσια; Μήπως είχαν χωρίσει; Πώς θα επηρεαζόταν η σχέ­ ση μου με την Άμπι αν ο Τζάκσον χώριζε με τη Φελίσια; «Ναι;» είπα. «Ποτέ δεν έχω ξανακάνει τέτοιο πράγμα. Θέλω να πω, απλώς μιλήσαμε – ξέρεις... Μιλήσαμε. Και μετά μιλήσαμε κι άλλο. Κι άλλο». Κούνησε το κεφάλι του, σαν να μην μπορούσε να το πιστέ­ ψει. «Είναι τρομερή. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ τέτοια γυναίκα. Και βέβαια, είναι κούκλα και... καυτή. Φωτιά και λαύρα». Κατένευσα. Υπέθετα ότι ήταν κούκλα και καυτή. Αν σου άρε­ σαν οι κοκκινομάλλες, δηλαδή. Σκέφτηκα την Άμπι – τα πυκνά, λαμπερά καστανά μαλλιά της, τις γεμάτες χάρη καμπύλες της. Η Φελίσια Κέλι δεν έπιανε χαρτωσιά μπροστά στην Άμπι Κινγκ. «Μεγάλωσα βλέποντας πώς ήταν ο μπαμπάς με τη μαμά», εί­ πε ο Τζάκσον. «Βλέποντας τον Τοντ και την Ιλάινα να γίνονται ζευγάρι. Θέλω να πω...» το ύφος του σοβάρεψε «... ποτέ δεν πί­ στευα ότι θα έβρισκα αυτό που είχαν ο μπαμπάς και η μαμά, αυ­ τό που έχουν ο Τοντ με την Ιλάινα». Καταλάβαινα ακριβώς τι εννοούσε. «Τώρα όμως», συνέχισε, «όποτε είμαι μαζί της, νιώθω ότι αυ­ τό το κάτι είναι εκεί. Ότι μπορώ ν’ απλώσω το χέρι και να το αγ­ γίξω». Κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω, ίσως θα έπρεπε να μιλήσω στον Τοντ. Σκέφτηκα όμως ότι, αν εσύ με καταλάβαινες, αν το θε­ ωρούσες πιθανό να βρω...» Πώς ήταν δυνατό να πιστεύει ότι ήξερα κάτι για όλα αυτά; Εγώ; Όχι, δεν ήμουν σε θέση να δώσω τέτοιες συμβουλές. Δεν μπορεί να μην το ήξερε αυτό ο Τζάκσον. Δεν ήξερα τίποτα από σχέσεις. Τίποτα απολύτως. Και γι’ αυτό ακριβώς, τα αμέσως επό­ μενα λόγια μου μας αιφνιδίασαν και τους δυο. «Και βέβαια πιστεύω ότι αυτού του είδους η σχέση υπάρχει», είπα. «Ότι ο καθένας μας μπορεί να τη βρει. Κι αν εσύ την έχεις

Kuriarxos_158s302.indd 249

9/30/13 3:37:57 PM


250

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

βρει στο πρόσωπο της Φελίσια, τότε, πραγματικά Τζάκσον, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι για σένα».

Ο Τοντ με νίκησε στο γκολφ. Με μικρή διαφορά, βέβαια αλλά, όπως του είπα, τελικά ήταν αλήθεια αυτό που έλεγαν όλοι, ότι, στην πραγματικότητα, οι γιατροί δε δούλευαν. Απλώς έπαιζαν γκολφ όλη μέρα. Και, με τόση εξάσκηση, δεν μπορεί παρά να κερδίζεις. Μετά το παιχνίδι, τον ρώτησα αν ήθελε να πάμε να πιούμε μια μπίρα. Δεν ήμουν σίγουρος γιατί αποφάσισα να του μιλήσω – ίσως η απόφασή μου να οφειλόταν στη διάθεσή μου, στα κατάλοιπα της χτεσινοβραδινής ευφορίας. Ή ίσως να ήταν επειδή ο Τοντ γνώριζε για τον τρόπο ζωής μου και είχα αισθανθεί επιτέλους ότι μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτόν σε κάποιο φίλο. Ουσιαστικά, πάντως, δεν ήξερα γιατί το έκανα. Ίσως απλώς να είχα την ανάγκη να μιλήσω. Είχαμε ήδη κανονίσει να βγούμε οι τέσσερίς μας για φαγητό το βράδυ –εκείνος, η Ιλάινα, η Άμπι κι εγώ–, θα περνούσαν όμως ώρες μέχρι τότε, κι αυτές τις ώρες δεν ήθελα να τις σκοτώσω μέ­ νοντας μόνος μου στο δωμάτιο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πι­ στεύω ότι εκείνο το ποτό με τον Τοντ ήταν η καλύτερη και ταυτό­ χρονα η χειρότερη απόφαση που πήρα ποτέ μου. Καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι, κι έμεινα για λίγο να σκέφτομαι τον καλύτερο τρόπο για να προσεγγίσω το θέμα του τρόπου ζωής μου. Τελικά, αποφάσισα να μιλήσω χωρίς περιστροφές. «Η Άμπι μου είπε ότι ξέρεις για τον τρόπο ζωής μας», είπα αφού ο σερβιτόρος πήρε την παραγγελία μας. Ο Τοντ με κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια. Προφανώς δεν πε­ ρίμενε να του μιλήσω στα ίσια. Ανασήκωσα τους ώμους. «Ήθελα απλώς να το πω. Ξέρεις, δε θέλω να γίνει ο ελέφαντας στο δωμάτιο. Το τεράστιο θέμα που όλοι ξέρουν ότι είναι εκεί και όλοι κάνουν ότι δεν το βλέπουν».

Kuriarxos_158s302.indd 250

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

251

Ο Τοντ ακούμπησε την πλάτη του πίσω. «Είναι και γαμώ τους ελέφαντες, Ναθάνιελ... Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να μιλήσουμε γι’ αυτό;» «Γιατί όχι; Δεν έχω να κρύψω τίποτα. Ήθελα να σε ρωτήσω όμως – πώς το έμαθες;» «Μια μέρα πριν από μερικούς μήνες, η Μέλανι έκανε μια αιφ­ νιδιαστική επίσκεψη στο σπίτι μας». Ο Τοντ σταμάτησε για λίγο κι εγώ κατένευσα. «Ο χωρισμός σας πρέπει να της κόστισε πολύ. Εκείνη τη μέρα νομίζω ότι απλώς είχε την ανάγκη να δει γνώρι­ μα πρόσωπα... μόλις μας είδε, όμως, κατέρρευσε». «Το ήξερα ότι δεν ήταν καλή ιδέα να μπλέξω μαζί της». «Γιατί το έκανες;» Τον κοίταξα ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. «Δεν πιστεύω ν’ αρ­ χίσεις τώρα να με ψυχαναλύεις;» Γέλασε. «Είσαι ο καλύτερός μου φίλος. Θα ήταν αντιδεοντο­ λογικό από μέρους μου να σε ψυχαναλύσω». Είδα τη γωνία των χειλιών του ν’ ανασηκώνεται. «Αν και θα είχε πολύ πλάκα». «Κόφ’ το, Τοντ». «Συγνώμη, δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ», είπε, αλλά αμέσως με­ τά σοβαρεύτηκε. «Γιατί το έκανες;» «Γιατί ήθελα να δω αν θα μπορούσα να κάνω μια “φυσιολογι­ κή” σχέση. Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχα μια τέτοια σχέση». «Πόσος;» Ο Τοντ έριξε μια ματιά στο σχεδόν άδειο μπαρ. «Άκου, μεγάλε, δε χρειάζεται να απαντάς σε ό,τι σε ρωτάω αν δεν το θέλεις. Αν δεις ότι πλησιάζω επικίνδυνα κοντά σε απαγορευμέ­ να εδάφη, απλώς μου λες να το βουλώσω και η ιστορία λήγει εκεί. Εντάξει;» Κατένευσα. «Εντάξει. Έκανα τα μεταπτυχιακά μου στο Ντάρ­ τμουθ. Μέχρι τότε, είχα μερικές περιπέτειες, αλλά τίποτα το σο­ βαρό ή ιδιαίτερα συναρπαστικό. Δεν ήμουν γκομενομαγνήτης όπως ο Τζάκσον. Και ούτε είχα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής μου

Kuriarxos_158s302.indd 251

9/30/13 3:37:57 PM


252

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

στις κούνιες, όπως εσύ. Η Λίντα δεν έλεγε τίποτα, ήξερα όμως ότι δεν της άρεσε που ήμουν συνέχεια μόνος». «Δεν είχες φέρει ούτε μία κοπέλα στο σπίτι». «Γιατί δεν είχα βρει καμία που να θέλω να τη φέρω. Είχα ένα φίλο, τον Πολ, που ήταν κυρίαρχος. Πήγα σε μερικά πάρτι μαζί του, άρχισα να μπαίνω στο Χώρο». Έκλεισα τα μάτια, ανατρέχο­ ντας σ’ εκείνο τον πρώτο καιρό. «Και δεν επέστρεψα ποτέ στα πα­ λιά. Απολάμβανα αυτό τον τρόπο ζωής – μου ταίριαζε, τον χρεια­ ζόμουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που αναρωτήθηκα, βέβαια, αν αυτό έχει να κάνει με την παιδική μου ηλικία». «Μάλλον όχι». «Νόμιζα ότι δε θα με ψυχανέλυες». Ο Τοντ σήκωσε ψηλά τα χέρια. «Δεν είναι ψυχανάλυση αυτό. Οι σκέψεις μου μόνο». «Έχεις πείρα σ’ αυτό; Επαγγελματικά, εννοώ». «Όχι, αλλά δε νομίζω ότι ο θάνατος των γονιών σου σχετίζεται με τις σεξουαλικές προτιμήσεις σου. Και δεν πιστεύω ότι μπορού­ με να τις αποδώσουμε σε ένα μόνο πράγμα. Θέλω να πω, γιατί σε μερικούς ανθρώπους αρέσει το γαλάζιο και σε άλλους το πράσι­ νο; Είναι απλώς ο τρόπος που λειτουργεί ο εγκέφαλός μας». «Δεν πιστεύεις ότι προέρχεται από κάποια ακατανίκητη πα­ ρόρμηση να ελέγχω τα πάντα;» «Εσύ το πιστεύεις;» Σκέφτηκα την ερώτηση. Ανέτρεξα στη σχέση μου με τη Μέλα­ νι, σ’ εκείνη με την Πέιτζ και την Μπεθ. Και με την Άμπι. «Όχι», απάντησα ειλικρινά. «Εντάξει τότε. Ορίστε η απάντησή σου». Άφησα έναν αναστεναγμό ανακούφισης. «Ανέκαθεν σκεφτό­ μουν ότι μπορεί να έχω κάποιο πρόβλημα». «Το ξέρεις ότι δεν έχεις». «Το ξέρω. Το ξέρω». Έπαιξα με τα φιστίκια στο μπολ. «Απλώς, μερικές φορές είναι δύσκολο».

Kuriarxos_158s302.indd 252

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

253

«Δε φαίνεται να είναι και τόσο δύσκολο τώρα τελευταία». Χα­ μογέλασε. «Εσύ κι η Άμπι, ε;» Έσκυψα το κεφάλι, με τις εικόνες της περασμένης νύχτας να πλημμυρίζουν το μυαλό μου. «Είναι... διαφορετική απ’ οποιαδή­ ποτε άλλη». «Και είναι καλό αυτό;» «Πραγματικά καλό». Μετά από την περασμένη νύχτα, η σχέ­ ση μας μόνο καλύτερη μπορούσε να γίνει. «Πραγματικά καλό... μόνιμο;» «Διάολε, Τοντ, μόνο ένα μήνα και κάτι είμαστε μαζί. Μην αρ­ χίζεις αυτό το τροπάρι». «Καλά, καλά, μη βαράς». Έριξε μερικά φιστίκια στο στόμα του. «Αλλά υπάρχουν προοπτικές;» «Δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν έχω τα προσόντα για σχέση με... προ­ οπτικές». «Το βλέπεις τώρα αυτό;» είπε δείχνοντάς με. «Ακούς τι λες; Ε, αυτό ακριβώς νομίζω ότι οφείλεται στην παιδική σου ηλικία». «Κι αυτό...» είπα δείχνοντάς τον με τη σειρά μου «... αυτό ακρι­ βώς είναι το σημείο που σου λέω να το βουλώσεις». Χαμογέλασα για να καταλάβει ότι δεν το είχα πάρει προσωπικά, αλλά ότι εν­ νοούσα αυτό που είχα μόλις πει. «Συγνώμη, επαγγελματική συνήθεια. Δύσκολο να την κό­ ψεις». «Δε χρειάζομαι τρελογιατρό». Ο Τοντ δε μου έδωσε σημασία. «Απλώς, όταν ο εργασιομανής καλύτερός μου φίλος φέρνει στην παρέα μια γυναίκα, λάμποντας ολόκληρος και χαμογελώντας όλη την ώρα...» «Κόφ’ το, Τοντ». «Κι αυτά τα διαμάντια στο κολάρο της;» Ανασήκωσε τα φρύ­ δια, και το μέτωπό του ζάρωσε. «Δε θυμάμαι καμία άλλη από τις φιλενάδες σου να φορούσε διαμάντια». «Το εννοώ».

Kuriarxos_158s302.indd 253

9/30/13 3:37:57 PM


254

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Και πόσο την ξέρεις; Μερικές εβδομάδες;» Σηκώθηκα. «Εντάξει, εντάξει», είπε. «Θα σταματήσω. Κάτσε να τελειώσεις την μπίρα σου». Ήπια μια μεγάλη γουλιά και κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν ακό­ μα πολύ νωρίς για να έχουν τελειώσει οι γυναίκες από το σπα. Ανάθεμα. Γιατί το είχα βρει καλή ιδέα να μείνει τόσο πολλές ώρες μακριά μου η Άμπι μέσα στο Σαββατοκύριακο; Σκέφτηκα ξανά το περασμένο βράδυ. Θυμήθηκα την Άμπι στην αγκαλιά μου, να ουρλιάζει από ηδονή... «Ήθελα να σε ρωτήσω», είπε ο Τοντ, τραβώντας με ξανά από τις ευχάριστες σκέψεις μου. «Τι απέγινε εκείνο το κορίτσι που σου άρεσε στο Κολούμπια; Αναρωτιέμαι μήπως η Άμπι την ήξερε». Το μυαλό μου ήταν ακόμα θολωμένο από την αναπόληση. Κι αυτός ήταν ο μόνος λόγος που μπόρεσα να βρω αργότερα για να εξηγήσω την απροσχεδίαστη παραδοχή μου. «Η Άμπι ήταν». Ο Τοντ άφησε το μπουκάλι της μπίρας του στο τραπέζι κι έγει­ ρε προς το μέρος μου. «Αλήθεια;» «Αλήθεια». «Ουάου». Ήπιε μια γουλιά μπίρα, έστριψε το μπουκάλι στα χέρια του. «Τι είπε όταν της το είπες;» Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας. Να πάρει. «Εεε, δεν... χμ...» τραύλισα. Ο Τοντ με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. «Της είπες ότι ήσουν... κολλημένος μαζί της – έτσι δεν είναι;» «Όχι ακριβώς». «Τι εννοείς “όχι ακριβώς”;» «Όσο ήταν ακόμα στο Κολούμπια, δεν μπορούσα να της το πω», απάντησα. «Είχα ήδη μπει στο παιχνίδι, ήμουν ήδη κυρίαρ­ χος, και δεν ήθελα να τη διαφθείρω. Ήξερα ότι δεν μπορούσαμε

Kuriarxos_158s302.indd 254

9/30/13 3:37:57 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

255

να έχουμε μια φυσιολογική σχέση. Και γι’ αυτό δεν την πλησία­ σα ποτέ». «Ναι, αλλά αυτό ήταν πριν από έξι χρόνια. Δεν μπορεί να μην της το είπες όταν... όταν έγινε υποτακτική σου». «Ούτε τότε της το είπα. Όχι ακριβώς». «Τι;» Είχα ήδη παραδεχτεί τα πάντα. Δεν υπήρχε λόγος να πω ψέ­ ματα. «Δεν της το έχω πει». Δεν πρόσθεσα το ακόμα. Δεν ήξερα αν θα της το έλεγα ποτέ. Είδα το σαγόνι του Τοντ να σφίγγεται. «Δεν της το είπες;» «Όχι. Και μη μου αρχίσεις τις ηθικολογίες τώρα». «Για μισό λεπτό». Ο Τοντ σήκωσε το χέρι. «Παρακολουθούσες αυτή τη γυναίκα επί χρόνια...» «Ποτέ δεν την παρακολούθησα». «Ήταν σαν να το έκανες». Αναστέναξε. «Ήξερα ότι μια μέρα θα έβρισκες τον μπελά σου, αυτό όμως... σκατά». «Μην ανακατεύεσαι». «Μη μου λες εμένα να μην ανακατευτώ! Δε θα παραστήσω τον ειδήμονα στον τρόπο ζωής σου, Ναθάνιελ, κι ούτε θα πω ότι τον καταλαβαίνω απόλυτα, απ’ ό,τι ξέρω, όμως, μια σχέση όπως η δι­ κή σας προϋποθέτει απόλυτη ειλικρίνεια και εντιμότητα». «Ακριβώς», είπα. «Δεν είσαι ειδήμονας, γι’ αυτό πάψε να τον παριστάνεις. Τι ξέρεις για όλα αυτά; Ό,τι διάβασες σε κάνα δυο βιβλία; Ή ό,τι έψαξες στο Ίντερνετ;» «Ξέρω, πάντως», είπε ο Τοντ, με τον τόνο της φωνής του να δυ­ ναμώνει ανεπαίσθητα, «ότι εξαπάτησες την Άμπι». «Δεν την εξαπάτησα». «Την εξαπατάς κάθε στιγμή που περνάει χωρίς να της λες την αλήθεια». Είχε δίκιο. Είχε δίκιο, και το ήξερα. Ο Τοντ είχε δώσει φωνή στο χειρότερο φόβο μου. Είχε εκφράσει με λόγια τις ανησυχίες που μ’ έτρωγαν κάθε βράδυ όταν έπεφτα να κοιμηθώ.

Kuriarxos_158s302.indd 255

9/30/13 3:37:58 PM


256

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Αυτό που κάνεις είναι μεγάλο λάθος, έλεγαν οι ανησυχίες. Πες της το, επέμεναν. Τις είχα αγνοήσει και είχα προσποιηθεί ότι δεν τις άκουγα, αλλά δεν μπορούσα πια να αντιστέκομαι. Δεν είχα τις δυνάμεις. Κι έτσι, έκανα το μόνο που μπορούσα να κάνω – πήρα το θυ­ μό που ένιωθα για τον εαυτό μου και τον έστρεψα στον Τοντ. «Βούλωσέ το», είπα. «Δεν ξέρεις τίποτα. Τίποτα. Όλα πάνε μια χαρά, και...» «Μια χαρά;» με διέκοψε. «Μια χαρά; Πιστεύεις ότι η Άμπι θα θεωρήσει πως έκανες καλά να μην της το πεις; Την έχω δει, Να­ θάνιελ. Κι έχω δει κι εσένα. Η γυναίκα είναι ερωτευμένη, κι αν νομίζεις πως, όταν μάθει τι έκανες...» «Ποιος θα της το πει; Εσύ;» «Μπορεί και να το κάνω». «Δε θα τολμήσεις». «Θες να με δοκιμάσεις;» Μείναμε να κοιταζόμαστε για κάμποσα ατελείωτα δευτερόλε­ πτα, με τις μπίρες και τα φιστίκια ανέγγιχτα πάνω στο τραπέζι. «Δεν μπορώ να το κάνω», παραδέχτηκα τελικά. Όχι τώρα. Ει­ δικά όχι τώρα. Αν της το έλεγα, μπορεί να με μισούσε. Και... ήταν ερωτευμένη μαζί μου; Ανάθεμα. Έπρεπε να φύγω απ’ αυτό το μπαρ. Έπρεπε να σκεφτώ. «Δεν έχεις επιλογή», είπε ο Τοντ. «Δεν έχω, που να με πάρει ο διάολος». «Σ’ αγαπάω σαν αδερφό, Ναθάνιελ. Αυτό το ξέρεις. Αλλά δεν μπορώ να μείνω με σταυρωμένα τα χέρια κοιτάζοντάς σε να της κάνεις κακό. Έκανα λάθος να μη μιλήσω έξι ολόκληρα χρόνια. Κι αυτό το λάθος δε θα το ξανακάνω». «Δώσε μου χρόνο», ικέτεψα, νιώθοντας τα θεμέλια του κόσμου μου να τρίζουν. «Πόσο;» «Δεν ξέρω».

Kuriarxos_158s302.indd 256

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

257

«Καλά θα κάνεις να μάθεις». Ο Τοντ σηκώθηκε και πέταξε με­ ρικά χαρτονομίσματα στο τραπέζι. «Αλλιώς, θα το κάνω εγώ για λογαριασμό σου». «Γαμώτο, Τοντ». «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος». Στάθηκε δίπλα μου στο τραπέζι. «Αλλά θα κρατήσω το μυστικό σου. Δε θα το πω στην Ιλάινα». «Σ’ ευχαριστώ για τη χάρη», σάρκασα. «Κάποια μέρα θα μ’ ευχαριστείς πραγματικά», είπε και γύρι­ σε να φύγει. «Τα λέμε το βράδυ». Όταν ο Τοντ έφυγε, έκρυψα το πρόσωπο στις παλάμες μου.

Kuriarxos_158s302.indd 257

9/30/13 3:37:58 PM


258

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 23 ΤΕΛΙΚΑ, ΕΠΕΣΤΡΕΨΑ ΣΤΗ ΣΟΥΙΤΑ, κι αφού ήταν ακόμα νωρίς για

να γυρίσει η Άμπι από το σπα, κάθισα στον καναπέ και βάλθηκα να κοιτάζω το κολάρο της. Ο Τοντ ήξερε. Ο Τοντ ήξερε, και θα με πίεζε να το πω, κι όταν το έλεγα, η Άμπι θα πάθαινε σοκ. Τι άλλο θα έκανε δηλαδή όταν μάθαινε ότι την παρακολουθούσα; Της είχα πει ψέματα. Ήταν ψέμα παρά­ λειψης, βέβαια, αλλά ψέμα παρ’ όλ’ αυτά. Πώς θα μπορούσε να μ’ εμπιστευτεί ξανά μετά από κάτι τέτοιο; Θα έπρεπε να της εξηγήσω με ποιο τρόπο την παρακολουθούσα, κι αυτό θα οδηγούσε στην αποκάλυψη και της αλήθειας για το κατα­ σκεύασμά μου, αυτή τη γελοία λέξη ασφαλείας που είχα επινοήσει. Θα καταλάβαινε ότι την είχα εξαπατήσει σχετικά με τους κώδικες κυρίαρχων-υποτακτικών, και ότι το είχα κάνει προς ίδιο συμφέρον. Όχι, θα έχανα για πάντα την εμπιστοσύνη της. Κι ενώ δεν μπορούσα να την κατηγορήσω γι’ αυτό... μπορού­ σα να μην της το πω. Κι όσο για τον Τοντ, ας έκανε ό,τι νόμιζε. Ας το έκανε. Η τελευταία νύχτα είχε αλλάξει τη σχέση μου με την Άμπι, την είχε οδηγήσει σε καλύτερα μονοπάτια. Κι αυτό δεν μπορούσα, δεν ήθελα, να το καταστρέψω. Όχι μετά απ’ όσα είχαμε περάσει, και όχι για κάτι τόσο ανόητο όσο μια νεανική εμμονή.

Kuriarxos_158s302.indd 258

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

259

Έτσι κι αλλιώς, τι σημασία είχε; Ωραία, την παρακολουθού­ σα. Και λοιπόν; Ποτέ δεν την είχα ενοχλήσει. Ποτέ δεν προσπά­ θησα να την εκμεταλλευτώ. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Μόνο που ήταν. Η δική μας σχέση, περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη, προϋπέθετε απόλυτη εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια. Αυτό το ήξε­ ρα. Το είχα ζήσει. Και ήξερα ότι η Άμπι το άξιζε. Αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Έφερα κατά νου την απόλυ­ τη εμπιστοσύνη που μου είχε δείξει το προηγούμενο βράδυ, και συνειδητοποίησα ότι δε θα μπορούσα να την κοιτάξω στα μάτια και να της το πω. Παραήμουν δειλός. Ανάθεμά με. Το βράδυ, μετά την κοινή μας έξοδο, θα έπιανα τον Τοντ και θα του το έλεγα. Η Άμπι θα παρέμενε στο σκοτάδι. Τελεία και παύλα. Πήρα την εφημερίδα και κοίταξα την πρώτη σελίδα. Τίποτα το αξιόλογο. Η δεύτερη ήταν ακόμα χειρότερη. Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου. Η Άμπι θα έφτανε από στιγμή σε στιγμή. Ανυπομονούσα να τη δω. Εντέλει, άκουσα το κλειδί στην πόρτα. Μπήκε στη σουίτα, η ίδια η προσωποποίηση της ομορφιάς. Τελικά, η επίσκεψη στο σπα ήταν πολύ καλή ιδέα· η Άμπι έλα­ μπε ολόκληρη. Οι απαλές μπούκλες της χάιδευαν τους ώμους της και το πρόσωπό της άστραφτε. «Πέρασες καλά;» τη ρώτησα. «Ναι, Αφέντη», είπε, χαμηλώνοντας λίγο το κεφάλι. Γαμώτο. Τρελαινόμουν όταν με αποκαλούσε αφέντη. Γιατί μου σηκωνόταν κάθε φορά που άκουγα αυτή τη λέξη από το στόμα της; Σηκώθηκα από τον καναπέ τείνοντας προς το μέρος της το κο­ λάρο. «Σου έλειψε κάτι;» Κατένευσε. Πήγα κοντά της. «Το θέλεις πίσω;»

Kuriarxos_158s302.indd 259

9/30/13 3:37:58 PM


260

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κατένευσε ξανά. «Πες το». Ήθελα να τ’ ακούσω. Είχα ανάγκη να το ακούσω. «Πες ότι το θέλεις». «Το θέλω», ψιθύρισε. «Θέλω το κολάρο σου». Το κολάρο μου. Ακριβώς. Η Άμπι φορούσε το κολάρο μου. Ήταν δική μου. Και δε θ’ άφηνα τον Τοντ να μου την πάρει. Της έβγαλα την μπλούζα, κοιτάζοντας το σημάδι στον ώμο, αυτό που της είχα κάνει το περασμένο βράδυ. Έριξα τα μαλλιά της στη μια μεριά και φίλησα το μωλωπισμένο από τη δαγκωνιά μου δέρμα. «Σε σημάδεψα χτες βράδυ. Σε σημάδεψα ως δική μου. Και θα το ξανακάνω». Έγδαρα με τα δόντια μου την απαλή επι­ δερμίδα της. «Υπάρχουν τόσοι τρόποι για να σε σημαδέψω». Πέρασα το κολάρο στο λαιμό της. Γαμώτο. Μου σηκωνόταν ακόμα περισσότερο βλέποντας το κολάρο μου πάνω της. Τίποτα δεν ήθελα περισσότερο εκείνη τη στιγμή από το να τη σπρώξω πάνω στο μπράτσο του καναπέ και να την ξεσκίσω στο πήδημα. Αντί γι’ αυτό, κούμπωσα το κολάρο στο λαιμό της. «Δυστυχώς, πρέπει να βγούμε για φαγητό με τον Τοντ και την Ιλάινα. Πήγαι­ νε ν’ αλλάξεις. Σου έβγαλα τα ρούχα σου στο κρεβάτι». Ήμουν όρθιος δίπλα στον καναπέ όταν η Άμπι γύρισε στο κα­ θιστικό φορώντας το βαμβακερό φόρεμα που είχα διαλέξει για κείνη όταν έφυγε το πρωί. «Σκύψε πάνω στο μπράτσο του κανα­ πέ, Άμπιγκεϊλ». Έκανε όπως της είπα, στηρίζοντας το βάρος στα μπράτσα της. Της σήκωσα τη φούστα. Δε φορούσε εσώρουχο. Άφησα ένα γελά­ κι. «Πόσο καλά διαβάζεις τις σκέψεις μου». Χάιδεψα τα απαλά οπίσθιά της. «Κρίμα. Και ανυπομονούσα να σου τις βρέξω πριν το φαγητό».

Νωρίτερα εκείνη την εβδομάδα, η Ιλάινα είχε κλείσει τραπέζι σ’ ένα μικρό, παραλιακό μπιστρό. Ήμασταν πια στο αυτοκίνητο και

Kuriarxos_158s302.indd 260

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

261

πηγαίναμε προς τα κει, όταν θυμήθηκα ότι το προηγούμενο βρά­ δυ η Άμπι είχε φάει κόκκινο κρέας. Λίγο ψάρι θα της έκανε κα­ λό, κι έτσι της έδωσα τις σχετικές οδηγίες για την παραγγελία της. Ο Τοντ και η Ιλάινα δεν είχαν φτάσει ακόμα όταν μπήκαμε στο εστιατόριο. Έκανα νόημα στην Άμπι να περάσει στον κανα­ πέ του σεπαρέ και καθίσαμε. Έπειτα βάλθηκα να κοιτάζω διαρ­ κώς την πόρτα. Ο Τοντ μπήκε πρώτος μέσα και μας εντόπισε αμέσως. Η Ιλά­ ινα φαινόταν προβληματισμένη. Άρα, ήξερε ότι κάτι είχε συμβεί. Έριξα μια ματιά στην Άμπι – κοίταζε ακόμα τον κατάλογο. «Δε θα της το πω», σχημάτισα άηχα τις λέξεις κοιτάζοντας τον Τοντ να πλησιάζει στο τραπέζι. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Άμπι», είπε τραχιά. Η Άμπι σήκωσε ανήσυχη το κεφάλι. Σκατά. Είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Τοντ δεν πήρε τα μάτια του από πά­ νω μου όσο εκείνη απαντούσε στον κοφτό χαιρετισμό του, και συ­ νέχισε να με καρφώνει με το παγερό βλέμμα του καθώς καθόταν με την Ιλάινα απέναντί μας. Ο σερβιτόρος ήρθε να μας ρωτήσει τι θα πιούμε. «Πρέπει να της το πεις», άρθρωσε άηχα ο Τοντ καθώς η Ιλάινα και η Άμπι κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Όταν ο σερβιτόρος έφυγε, ο Τοντ κοπάνησε τον κατάλογό του στο τραπέζι. «Για πες λοιπόν, Ναθάνιελ», είπε η Ιλάινα, βάζοντας εμφανέ­ στατα τα δυνατά της για να βελτιώσει το κλίμα και να επαναφέ­ ρει την ειρήνη στο τραπέζι. «Πού άφησες τον Απόλλωνα για το Σαββατοκύριακο;» «Σ’ ένα κυνοκομείο», είπα. Ορίστε. Να που μπορούσα να μι­ λήσω κανονικά. Να πάρω μέρος σε μια λογική συζήτηση. Ναι, μπορούσα να το κάνω.

Kuriarxos_158s302.indd 261

9/30/13 3:37:58 PM


262

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Ώστε τα πάει καλύτερα τώρα;» με ρώτησε. «Μπορείς να τον αφήνεις σε ξένους;» Είδες; Για το σκύλο σου μιλάτε. Για κάτι απόλυτα φυσιολογι­ κό και συνηθισμένο. «Έχει κάνει κάποιες προόδους», είπα. «Χαίρομαι που κάποιος τις έκανε», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του ο Τοντ. Και να που το φυσιολογικό και το συνηθισμένο είχε πάει πε­ ρίπατο. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή κατέφθασε ο σερβιτόρος με τα πο­ τά μας. «Είστε έτοιμοι να παραγγείλετε;» Σωστά. Η παραγγελία. Μάλλον έπρεπε να είχα κοιτάξει τον κατάλογο για να ξέρω τι ήθελα να παραγγείλω. Κι ενώ σκεφτόμουν αυτό, πρόσεξα ότι ο σερβιτόρος έτρωγε με τα μάτια την Άμπι. Την κοίταζε και του έτρεχαν τα σάλια. Την Άμπι. «Κυρία μου;» τη ρώτησε με περισσή ευγένεια, λες και δεν τη φανταζόταν ολόγυμνη κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. «Θα πάρω το σολομό». Θα έπαιρνε το σολομό επειδή της εί­ χα πει να παραγγείλει ψάρι, κι επειδή πάντα έκανε ό,τι της έλε­ γα. Μου πέρασε τον κατάλογο. «Εξαιρετική επιλογή», είπε ο σερβιτόρος. Δεν το πίστευα πό­ σο μαλάκας ήταν. «Ο σολομός είναι ένα από τα πιο δημοφιλή πιά­ τα μας». Και μετά της έκλεισε το μάτι. Της έκλεισε το γαμημένο το μάτι του. Στην Άμπι. Ξερόβηξα. «Παρακαλώ, κύριε», είπε. «Εσείς τι θα πάρετε;» «Το σολομό», είπα, δίνοντάς του τους καταλόγους μας καθώς σημείωνε την παραγγελία του Τοντ και της Ιλάινα. Τώρα θα έφευγε. Επιτέλους. Αντί γι’ αυτό, όμως, ο σερβιτόρος έμεινε. Μας κοίταξε μετατο­ πίζοντας το βάρος του στις φτέρνες. «Για τον αγώνα ήρθατε;»

Kuriarxos_158s302.indd 262

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

263

Απευθυνόταν σε όλους μας, αλλά το βλέμμα του ήταν καρφω­ μένο στην Άμπι. Την ένιωσα να γέρνει προς το μέρος μου. Έτσι ακριβώς, μαλάκα, ήθελα να του πω. Η κοπέλα ήρθε μαζί μου. Κά­ θεται δίπλα μου. Όταν φύγουμε, θα φύγει μαζί μου. Κι όταν θα μείνουμε μόνοι απόψε, πάλι μαζί μου θα ’ναι. «Φυσικά. Οπαδοί των Τζάιαντς ως το μεδούλι!» είπε η Ιλάινα, κάνοντας άλλη μια προσπάθεια να φέρει την ειρήνη στο τραπέ­ ζι. Η κακομοίρα είχε δύσκολο έργο... Το γκαρσόνι μειδίασε. «Ξέρεις», του είπα, «όσο πιο γρήγορα δώσεις την παραγγελία στην κουζίνα, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσουμε να φάμε και να φύγουμε από δω μέσα». Ο τύπος έφυγε τελικά, αφού έριξε μια τελευταία παθιάρικη ματιά στην Άμπι. Η ένταση ανάμεσά μας ήταν τόσο αισθητή μετά την αναχώ­ ρησή του, που σχεδόν ευχήθηκα να ξαναγύριζε. Αν μη τι άλλο, για να τραβήξει την προσοχή των γυναικών μακριά από εμένα και τον Τοντ. Η Ιλάινα σηκώθηκε. «Πρέπει να πάω στην τουαλέτα. Άμπι;» «Βέβαια», απάντησε η Άμπι, με ολοφάνερη την ανακούφιση στη φωνή της. Ο Τοντ κι εγώ σηκωθήκαμε μέχρι να φύγουν οι γυναίκες από το τραπέζι κι έπειτα καθίσαμε και μείναμε να τις κοιτάζουμε να κατευθύνονται προς τις τουαλέτες. «Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος», μου είπε ο Τοντ όταν η Ιλάινα και η Άμπι εξαφανίστηκαν από το οπτικό μας πεδίο. «Δική μου υπόθεση». «Μπορεί, όταν όμως αυτό το λάθος πληγώσει την Άμπι, δε θα είναι πια μόνο δική σου υπόθεση». «Η Άμπι δε θα πληγωθεί, γιατί δε θα το μάθει ποτέ». Από την απέναντι μεριά του τραπεζιού, ο Τοντ έγειρε προς το

Kuriarxos_158s302.indd 263

9/30/13 3:37:58 PM


264

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μέρος μου. «Μη βάζεις και στοίχημα. Θα το μάθει όπως και να ’χει, αλλά είναι καλύτερα να το ακούσει από σένα. Και είναι κα­ λύτερα να το μάθει γρήγορα παρά αργά». «Ξέ-χα-σέ το», είπα, γέρνοντας με τη σειρά μου προς το μέρος του. «Είσαι ένας ευφυής άνθρωπος, Ναθάνιελ», είπε ο Τοντ, «ο οποίος χαίρει της εκτίμησης και του σεβασμού της κοινωνίας. Έχτισες την επιχείρησή σου στα θεμέλια της εντιμότητας και της ακεραιότητας, ζεις ολόκληρη τη ζωή σου σύμφωνα με αυτές τις αξίες και απαιτείς το ίδιο από τους υπαλλήλους και τους ανθρώ­ πους του ευρύτερου κοινωνικού σου κύκλου. Τι θα έκανες αν ήξε­ ρες ότι κρατούσα μυστικό από την Ιλάινα;» «Θα σε εμπιστευόμουν. Θα σε εμπιστευόμουν αρκετά για να ξέρω ότι θα έπαιρνες τη σωστή απόφαση. Ότι θα έκανες το κα­ λύτερο για την προσωπική σου ζωή». «Σιγά μη μ’ εμπιστευόσουν!» είπε ο Τοντ υψώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Θα πήγαινες να της το πεις!» Βρόντηξα τη γροθιά μου στο τραπέζι. «Δε θα σ’ αφήσω να μου την πάρεις». «Ανάθεμά με, Ναθάνιελ», είπε. «Δε θέλω να σου την πάρω. Θέ­ λω να μείνει μαζί σου γιατί ξέρω ότι είσαι αντάξιος της εμπιστο­ σύνης που σου δείχνει». Έριξε μια ματιά στο πλάι. «Προς το πα­ ρόν, προτείνω να χαλαρώσεις. Έρχονται». Είχα καταφέρει να ηρεμήσω την αναπνοή μου όταν η Ιλάινα και η Άμπι επέστρεψαν στο τραπέζι. Ενώ ήμουν σίγουρος πως η Άμπι είχε καταλάβει ότι κάτι έτρεχε, ήξερα ότι δεν υπήρχε περί­ πτωση να με ρωτήσει σχετικά. Θεωρητικά, οι φίλοι μου και το τι έκανα μ’ αυτούς δεν ήταν δικό της θέμα. Δεν καταλάβαινα τι έτρωγα, αν και, στο τέλος του γεύματος, το πιάτο μου είχε αδειάσει. Το μόνο που θυμόμουν από το δείπνο ήταν η αντιπαράθεση με τον εαυτό μου. Πες της το.

Kuriarxos_158s302.indd 264

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

265

Μην της το πεις. Θα τη χάσεις. Θα την κρατήσεις. Οι επιλογές στριφογύριζαν διαρκώς στο μυαλό μου. Δεν ήξε­ ρα τι να κάνω. Δεν μπορούσα ν’ αποφασίσω. Αργότερα, καθώς ανεβαίναμε με το ασανσέρ στη σουίτα μας, συνειδητοποίησα ένα πράγμα: ότι εκείνη τη στιγμή, και για όσο κρατούσε η νύχτα, η Άμπι ήταν δική μου. Βρόντηξα πίσω μας την πόρτα αμέσως μόλις μπήκαμε στο δω­ μάτιο. Έπειτα άρπαξα την Άμπι απ’ το χέρι, την κόλλησα με την πλάτη στην πόρτα κι έχωσα το χέρι μου κάτω απ’ το φουστάνι της. «Γαμώτο. Γαμώτο. Γαμώτο». Οσφράνθηκα το άρωμά της. Ήταν δική μου. Η μυρωδιά της ήταν δική μου. Το σώμα της ήταν δικό μου. Η ψυχή της, πανάθεμα, ήταν δική μου. Με μια απότο­ μη κίνηση, τράβηξα το φόρεμά της, το πέταξα στο πάτωμα και με μια δεύτερη της έβγαλα το σουτιέν. Νομίζω σκίζοντάς το. Σε χρόνο μηδέν, την είχα γυμνή μπροστά μου. Με μια σπρωξιά, κατέβασα το παντελόνι και το εσώρουχό μου, και άνοιξα το πουκάμισό μου τραβώντας το, αδιαφορώντας για τα κουμπιά που πετάγονταν παντού. Η Άμπι με κοίταζε με μάτια ανοιγμένα διάπλατα, μάτια που έλαμπαν λάγνα κι αγριεμένα. Τη σήκωσα και την πίεσα πάνω στην πόρτα. «Το επόμενο Σαβ­ βατοκύριακο θα μείνεις εντελώς γυμνή από την ώρα που θα πα­ τήσεις το πόδι σου στο σπίτι μέχρι την ώρα που θα φύγεις». Ήταν τέτοια η ανάγκη μου, που δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουμε να φτάσουμε στην κρεβατοκάμαρα. Θα την έπαιρ­ να εκεί. Πάνω στην πόρτα. Γλίστρησα δυο δάχτυλα μέσα της. Πάλι καλά που ήταν ήδη υγρή. Δεν είχα όρεξη για προκαταρκτικά. «Θα σε παίρνω όπου και όποτε θέλω. Μόνο την Παρασκευή το βράδυ, θα σε γαμήσω πέντε φορές».

Kuriarxos_158s302.indd 265

9/30/13 3:37:58 PM


266

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Γιατί μπορώ, γαμώ το κέρατό μου. «Σε θέλω εντελώς αποτριχωμένη το επόμενο Σαββατοκύριακο, Άμπιγκεϊλ. Να μην έχει μείνει ούτε τρίχα». Με κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Άνοιξε τα πόδια σου και λύγισέ τα», της είπα. «Δεν περιμένω άλλο». Χωρίς δισταγμό, άνοιξε τα πόδια της και τα λύγισε. Λύγισα κι εγώ τα δικά μου και, με μία συνεχόμενη κίνηση, οδήγησα μέσα της το καυλί μου, σπρώχνοντας ταυτόχρονα προς τα πάνω. Ναι, γαμώτο. Ναι. Τραβήχτηκα και ξανάσπρωξα μέσα της, κοπανώντας την πά­ νω στην πόρτα. Η Άμπι τινάχτηκε προς τα πάνω και τύλιξε τα πό­ δια της γύρω μου. Τα μάτια μου ήταν έτοιμα να πεταχτούν έξω. Αλλά δε μου ήταν αρκετό. Ξανά και ξανά, μας κοπανούσα και τους δυο πάνω στην πόρτα – σπρώχνοντας μέσα της όσο πιο βα­ θιά μπορούσα, προσπαθώντας με όλες μου τις δυνάμεις να την κατακτήσω ολοκληρωτικά. Τα χέρια της, που ήταν δεμένα στον αυχένα μου, γλίστρησαν πιο χαμηλά, στην πλάτη μου. «Ναι», φώναξα, νιώθοντας τα νύχια της να με γδέρνουν. Σημά­ δεψέ με. Κατάκτησέ με. «Γαμώτο. Ναι». Κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι όσο ολοκληρωτικά κι αν την κατακτούσα, εξίσου ολοκληρωτικά με κατακτούσε κι εκείνη. Αυτή η σκέψη, η σκέψη ότι ήμουν δικός της, με φρένιασε ακόμα περισσότερο. Έσπρωξα ξανά μέσα της, προσπαθώντας να μπω βαθύτερα. Βογκούσε στην αγκαλιά μου. «Όχι ακόμα, Άμπιγκεϊλ». Την κοπάνησα ξανά πάνω στην πόρ­ τα, γλιστρώντας ακόμα βαθύτερα μέσα της. «Δεν έχω τελειώ­ σει». Ανάθεμά με, ποτέ δε θα τελείωνα μαζί της.

Kuriarxos_158s302.indd 266

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

267

Βόγκηξε ξανά καθώς οι μύες της σφίχτηκαν γύρω από το καυ­ λί μου. «Κανόνισε να χύσεις πριν σου πω», είπα, σπρώχνοντας ξανά. «Έχω μαζί μου την πέτσινη λωρίδα». Κατέβασε ξανά τα νύχια της στην πλάτη μου, κι ένιωσα τα ση­ μάδια που άφηναν στο πέρασμά τους. Η επίγνωση των σημαδιών, η επίγνωση ότι η Άμπι με σημάδευε ως δικό της, πυροδότησε τη μανία μου. Κοπανήσαμε ξανά πάνω στην πόρτα. Εκείνη βόγκηξε για άλλη μια φορά, και ήξερα ότι ήμουν άδικος που δεν την άφη­ να να χύσει. Αλλά, ήταν τόσο ωραίο να είμαι μέσα της. Λύγισα κι άλλο τα γόνατά μου, τοποθετώντας τη λεκάνη μου σε άλλη γωνία, χτυπώντας με την επόμενη βύθισή μου διαφορετικό σημείο μέσα της. Εκείνη ανταποκρίθηκε μ’ έναν βαθύ, τραχύ στεναγμό. Έτσι μπράβο, Άμπι. Τα βογκητά και οι στεναγμοί σου είναι για μένα. Και μόνο για μένα. Έσπρωξα το καυλί μου μέσα της άλλες τρεις φορές, κι έπειτα κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Να κρατηθώ από εκείνη. Κι από τον εαυτό μου. Κλαψούρισε ξανά, με τα ίχνη της σκληρής προσπάθειας να κρατηθεί και να μη χύσει ολοφάνερα στο πρόσωπό της. «Τώρα», είπα ψιθυριστά. Ελευθέρωσε την ανάσα της σ’ έναν αναστεναγμό ανακούφισης καθώς ο οργασμός συγκλόνιζε το σώμα της, κάνοντάς το να σφα­ δάζει στα χέρια μου. Ξανά και ξανά, οι μύες της σφίγγονταν γύ­ ρω από το καυλί μου. Χαμήλωσα λίγο το κεφάλι και τη δάγκωσα στον ώμο καθώς έχυνα βαθιά μέσα της, ανίκανος να κρατηθώ άλ­ λο. Με χέρια που έτρεμαν, την κράτησα κολλημένη πάνω στην πόρτα όσο πάλευα να ξαναβρώ την αναπνοή μου. Εκείνη έγειρε το κορμί της πάνω μου, και τραβήχτηκα να την κοιτάξω. Έδιωξα μ’ ένα χάδι τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Φαινόταν ολοκληρωτικά και απόλυτα πηδημένη.

Kuriarxos_158s302.indd 267

9/30/13 3:37:58 PM


268

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Την έβαλα να σταθεί στα πόδια της και πήγα παραπατώντας στο κοντινότερο μπάνιο. Κάμποσες πετσέτες και πετσετάκια κρέ­ μονταν στη ράγα δίπλα στο νιπτήρα. Πήρα ένα πετσετάκι και το μούλιασα με ζεστό νερό. Όταν επέστρεψα στην είσοδο, είδα ότι η Άμπι δεν είχε μετα­ κινηθεί. Της άνοιξα τα πόδια και σκούπισα τα ίχνη της διέγερσής της κι εκείνα του οργασμού μου. Απαλά. Μετά από το περασμέ­ νο βράδυ κι από αυτό που είχε μόλις συμβεί, ήμουν σίγουρος ότι πονούσε. Ή ότι θα πονούσε. Την έπλυνα, κοίταξα βαθιά μέσα στα τρυφερά, γεμάτα εμπι­ στοσύνη μάτια της, και κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω. Έπρεπε να της το πω. «Με συγχωρείς», της είπα, χωρίς να ξέρω για τι πράγμα της ζητούσα συγνώμη – για το άγριο σεξ, για την αλήθεια που δεν της είχα πει, ή για την οδύνη που θα ένιωθε όταν της το έλεγα; Ίσως για όλα αυτά μαζί. Για όλα αυτά, και για μερικά ακόμα. «Πρέπει να βγω. Θα γυρίσω αργότερα». Αυτό είπα κι έφυγα, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να την κοιτάξω στα μάτια, γνωρίζοντας ότι της είχα πει ψέματα.

Kuriarxos_158s302.indd 268

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

269

Κεφάλαιο 24 ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΡΩΙ, την ώρα που έκανα το τζόγκινγκ μου, ανέ­

τρεξα στην προηγούμενη νύχτα και στη συζήτησή μου με τον Τοντ. Είχα χτυπήσει την πόρτα του όταν έφυγα από τη σουίτα αφήνο­ ντας μόνη την Άμπι. Με υποδέχτηκε ξαφνιασμένος, αλλά δέχτη­ κε να μιλήσουμε σε ένα από τα σαλόνια του ξενοδοχείου. Φάνηκε ανακουφισμένος με την απόφασή μου να αποκαλύψω το μυστικό μου στην Άμπι, εγώ όμως ήξερα ότι τη μεγαλύτερη δυ­ σκολία θα την αντιμετώπιζα όταν ερχόταν η στιγμή της αποκάλυ­ ψης. Ο Τοντ μίλησε μαζί μου αρκετές ώρες, επαναλαμβάνοντάς μου διαρκώς ότι είχα πάρει τη σωστή απόφαση. Μέχρι και το χρο­ νοδιάγραμμά μου φάνηκε να τον ευχαριστεί – του υποσχέθηκα ότι θα της το έλεγα μέσα στις επόμενες τρεις βδομάδες. Κι όση ώρα συζητούσαμε, μία και μοναδική σκέψη γύριζε στο βάθος του μυαλού μου: Δεν έχω πια όλο το χρόνο στη διάθεσή μου. Έχω μόνο τρεις βδομάδες. Τρεις βδομάδες. Άφησα τον Τοντ και κατέβηκα στην αίθουσα υποδοχής να παί­ ξω στο πιάνο του ξενοδοχείου. Φυσικά, το μόνο κομμάτι που μου ερχόταν στο μυαλό ήταν το τραγούδι της Άμπι. Μετρούσα καθώς έπαιζα: Τρεις βδομάδες. Είκοσι μία μέρες.

Kuriarxos_158s302.indd 269

9/30/13 3:37:58 PM


270

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Πεντακόσιες τέσσερις ώρες. Ακόμα δεν ήξερα πώς ακριβώς θα της το έλεγα, ήξερα όμως ένα πράγμα: το σίγουρο ήταν ότι δε θα της το έλεγα αυτό το Σαβ­ βατοκύριακο. Έπαιξα για ώρες, αφήνοντας τη μουσική να κυριεύσει το μυα­ λό μου, ακριβώς όπως η Άμπι είχε κυριεύσει την ψυχή μου. Ηρε­ μούσα όλο και περισσότερο με κάθε νότα που έπαιζα. Κι όταν επέστρεψα πια στη σουίτα, είχα ξαναβρεί τον εαυτό μου. Ένιω­ θα όπως δεν είχα νιώσει εδώ και βδομάδες. Ήμουν ακόμα ο ίδιος, είπα μέσα μου. Ο ίδιος ακριβώς άντρας. Μόνο που τώρα είχα στη ζωή μου την Άμπι. Θα της έλεγα την αλή­ θεια κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες τρεις εβδομάδες και... Ε, δεν ήξερα τι θα γινόταν μετά. Και δεν ήθελα να το σκεφτώ τώρα. Γιατί τώρα είχαμε ακόμα μπροστά μας το Σαββατοκύρια­ κο. Τελείωσα το τρέξιμο και γύρισα στη σουίτα. Περνώντας από το δωμάτιο της Άμπι, είδα ότι κοιμόταν ακόμα. Ωραία. Είχα χρό­ νο για ένα ντους πριν ξυπνήσει. Όταν η Άμπι μπήκε στο καθιστικό, είχα κάνει το ντους μου και είχα ντυθεί. Στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας που συνέδεε το καθιστικό της σουίτας με την τραπεζαρία, φορώντας παντελόνι, γκρίζο πουλόβερ κι ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο. Αναστέναξα ανακουφισμένος. Τουλάχιστον δε φαινόταν τρο­ μαγμένη μετά το χτεσινοβραδινό άγριο σεξ. Αντίθετα. Φαινόταν... ανανεωμένη... ικανοποιημένη... και απολύτως γαμιστερή. Πήγε στην καφετιέρα λικνίζοντας τους γοφούς της, έριξε κα­ φέ σε μια κούπα και μετά, ο Θεός ας με βοηθούσε, κούνησε σχε­ δόν ανεπαίσθητα τον πισινό της. Παραλίγο να χύσω το δικό μου καφέ. Το μαρκάρισμα της κιλότας της, βλάκα. Σου δείχνει ότι φοράει κιλοτά­ κι. Η Άμπι ήθελε να της τις βρέξω. Μου σηκώθηκε σε λιγότερο από τρία δευτερόλεπτα.

Kuriarxos_158s302.indd 270

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

271

«Άμπιγκεϊλ», είπα ήρεμα. «Κιλοτάκι είναι αυτό που βλέπω να μαρκάρει μέσα απ’ το παντελόνι σου;» Έμεινε ακίνητη για ένα μόνο δευτερόλεπτο. Στάθηκε απλώς εκεί που ήταν, αφήνοντάς με να θαυμάσω λίγο ακόμα τον πισινό της. Ακούμπησα την κούπα με τον καφέ μου στο τραπέζι εμπρός μου. «Έλα δω». Έκανε μεταβολή, με το σκανταλιάρικο χαμόγελο να βρίσκε­ ται ακόμα στη θέση του. «Φοράς κιλοτάκι». Πήγα πίσω της. «Βγάλ’ το. Τώρα». Με τρεμάμενα χέρια, ξεκούμπωσε το παντελόνι της και το έβγαλε. Το κιλοτάκι της ακολούθησε. «Στο μπράτσο του καναπέ, Άμπιγκεϊλ». Έπεσε πρηνηδόν στο μπράτσο του καναπέ, ανασηκώνοντας προς το μέρος μου τα οπίσθιά της. Της έδωσα μια γερή ξυλιά στον πισινό. «Τέρμα τα κιλοτάκια για το υπόλοιπο Σαββατοκύριακο». Κι άλλη ξυλιά. «Όταν τελειώ­ σω, θα πας στο δωμάτιό σου και θα μου τα φέρεις όλα». Ξυλιά. «Θα τα πάρεις πίσω όταν πω εγώ». Ξυλιά. «Πράγμα που δε θα γί­ νει ούτε το επόμενο Σαββατοκύριακο». Ξυλιά. «Σου είπα χτες βρά­ δυ τι θα γίνει το επόμενο Σαββατοκύριακο». Τη χτύπησα ξανά. Το δέρμα της είχε αρχίσει να παίρνει μια υπέροχη ρόδινη απόχρωση. Γλίστρησα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της. Ανάθεμά την, ήταν υγρή. Έσπρωξε ξανά τον πισινό της προς το μέρος μου. «Όχι τώρα». Της έριξα άλλη μια ξυλιά. Πίστεψέ με, μακάρι να είχαμε χρόνο. «Φόρεσε το παντελόνι σου και φέρε αυτό που σου ζή­ τησα». Σηκώθηκε αργά και φόρεσε το παντελόνι της, χωρίς το κιλο­ τάκι αυτή τη φορά. Η έκφρασή της πρόδιδε την επιθυμία της, τον ανικανοποίητο πόθο της. Το επόμενο Σαββατοκύριακο, Άμπι. Σου το υπόσχομαι. Θα έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας.

Kuriarxos_158s302.indd 271

9/30/13 3:37:58 PM


272

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Τουλάχιστον για τις επόμενες τρεις εβδομάδες. Μου χάρισε άλλο ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο και πήγε με ζωηρό βήμα στο δωμάτιό της, για να επιστρέψει σχεδόν αμέσως κρατώντας μια αγκαλιά κιλοτάκια. «Σκοπεύεις να μείνεις πολύ στην Τάμπα, Άμπιγκεϊλ;» είπα, παίρνοντάς τα στα χέρια μου. «Μου αρέσει να είμαι προετοιμασμένη, Αφέντη», απάντησε χαμηλώνοντας το βλέμμα. Ανάθεμά την.

Όταν μπήκαμε στην αίθουσα δεξιώσεων για το μπραντς, έριξα μια ματιά γύρω μου. Πολλοί από τους επιχειρηματικούς συνερ­ γάτες μου ήταν παρόντες. Αρκετοί από τους φίλους του Τζάκσον κουβέντιαζαν μαζεμένοι σ’ ένα πηγαδάκι και, στην πίσω γωνία της αίθουσας, η Φελίσια μιλούσε με τη Λίντα. Ένας άντρας και μια γυναίκα έστεκαν λίγο πιο πέρα. Αναστέναξα. Ήταν οι γονείς της Μέλανι. Και μας είχαν δει να μπαίνουμε. Δεν ήθελα ν’ αφήσω την Άμπι από κοντά μου, ήξερα όμως ότι έπρεπε τουλάχιστον να πάω να τους χαιρετήσω, κάτι που προτι­ μούσα να κάνω χωρίς εκείνη. Η Άμπι ήξερε για τη σχέση μου με τη Μέλανι. Υποπτευόμουν επίσης ότι ήξερε πως η Μέλανι δεν ήταν υποτακτική μου. Οι γονείς της Μέλανι όμως αγνοούσαν τον τρόπο ζωής μου. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα. «Λίγο νωρίς ήρθαμε». Ακούμπησα το χέρι μου στη μέση της Άμπι. Ήθελα να δείξω στους Τόμπκιν ότι ήμουν μαζί της, για την περίπτωση που είχαν αμφιβολίες. Φυσικά, θα το έλεγαν στη Μέ­ λανι. Κι ίσως επιτέλους εκείνη αποφάσιζε να κλείσει το κεφάλαιο της σχέσης μας και να γυρίσει σελίδα στη ζωή της. «Πρέπει να πάω να χαιρετήσω κάποιους», είπα στην Άμπι. Να σε πάω στη Φελίσια και τη Λίντα, ή είσαι εντάξει εδώ;»

Kuriarxos_158s302.indd 272

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

273

«Μια χαρά θα είμαι εδώ». Κοίταξε προς τα εκεί όπου έστεκαν ο Τοντ και η Ιλάινα. Ήθελε να μιλήσει στην Ιλάινα, μάλλον, για να δει αν θα της έλεγε τίποτα για το προηγούμενο βράδυ. Καλή προσπάθεια, αλ­ λά δε θα πετύχαινε. Ήξερα ότι ο Τοντ δε θα πρόδιδε την εμπι­ στοσύνη μου. Πέρασα το δάχτυλό μου στον ώμο της. «Δε θ’ αργήσω». Οι Τόμπκιν με κοίταζαν καθώς πλησίαζα. Προσπάθησα να πνίξω το χαμόγελό μου. Είχα να τους δω από τότε που διέλυσα τη σχέση μου με τη Μέλανι. «Ιβάν», είπα, σφίγγοντας το χέρι του πατέρα της. «Τι κά­ νεις;» «Ναθάνιελ». Μου μιλούσε πολύ πιο πολιτισμένα απ’ όσο θα του είχα μιλήσει εγώ αν ήμουν στη θέση του. «Χαίρομαι πολύ που μπορέσατε να έρθετε», είπα ρίχνοντας μια πλάγια ματιά στη μητέρα της Μέλανι, τη Σάρα. «Ε», είπε ο Ιβάν χτυπώντας με στην πλάτη. «Αποφασίσαμε ν’ αφήσουμε το παρελθόν στο παρελθόν. Κάποια πράγματα απλώς δεν είναι προορισμένα να λειτουργήσουν». Πρόσεξα ότι η Σάρα δε φαινόταν να επικροτεί και να επαυξά­ νει. «Πώς είναι η Μέλανι;» ρώτησα. «Ακόμα στη Νέα Υόρκη», απάντησε ο Ιβάν. Ναι, και βέβαια ήταν στη Νέα Υόρκη. Αν δεν ήταν, δε θα εί­ χε αποκαλύψει στην Ιλάινα και στον Τοντ τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής μου ζωής, κι εγώ ίσως να μην είχα την προθεσμία των τριών εβδομάδων να κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω απ’ το κεφάλι μου. «Της εύχομαι κάθε ευτυχία», είπα. «Χμμ», είπε η Σάρα εν είδει απάντησης. «Το ξέρουμε ότι το εύχεσαι πραγματικά, Ναθάνιελ», είπε ο Ιβάν. «Η σχέση των οικογενειών μας είναι πολύ παλιά και πολύ

Kuriarxos_158s302.indd 273

9/30/13 3:37:58 PM


274

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

καλή για να χαλάσει απλώς και μόνο επειδή τα πράγματα ανάμε­ σα σε σένα και στη Μέλανι δεν είχαν ευτυχή κατάληξη». «Κοίτα, Ιβάν», είπε η γυναίκα του. «Ο Σάμιουελ δεν είναι αυ­ τός εκεί;» «Α, ναι. Είναι όντως». Ο Ιβάν στράφηκε προς το μέρος μου. «Μας συγχωρείς, ε, Ναθάνιελ;» «Βεβαίως». Ο Ιβάν μου έκλεισε το μάτι. «Θα περάσω αργότερα να γνωρί­ σω την καινούρια σου φίλη». Αυτό με ανακούφισε. Η Σάρα θα το έλεγε στη Μέλανι, και η Μέλανι θα αποφάσιζε ότι ήταν ώρα να κοιτάξει μπροστά. Να βρει κάποιον που θα μπορούσε να την αγαπήσει όπως της άξιζε. Όταν το ζεύγος Τόμπκιν έφυγε, κουβέντιασα για λίγο με με­ ρικούς συναδέλφους που είχαν ταξιδέψει στην Τάμπα για τον αγώνα. Το θεωρείο στο γήπεδο το είχα κλείσει εγώ, αλλά την κρά­ τηση για την αίθουσα δεξιώσεων την είχε κάνει η Ιλάινα. Δεν ήταν τυχαίο ότι κανείς από τους δυο μας δεν είχε καλέσει τη Μέλανι στον αγώνα ή στο μπραντς. Ωστόσο, είχα ζητήσει από τη Λίντα να καλέσει τους γονείς της, με την ελπίδα ότι οι σχέσεις ανάμεσα στις οικογένειες θα εξομαλύνονταν. Φαινόταν ότι η αποστολή εί­ χε στεφθεί με επιτυχία. Η Λίντα με πλησίασε καθώς πήγαινα στην Άμπι. «Πώς πήγε με τους Τόμπκιν;» «Όσο καλά μπορούσε να πάει. Ο Ιβάν δεν είχε πρόβλημα, νο­ μίζω όμως ότι η Σάρα είναι ακόμα φουρκισμένη που δε θα μπο­ ρέσει να παραγγείλει πετσέτες με μονόγραμμα». «Της τα έχω πει εδώ και καιρό. Ακόμα και την Άμπι ανέφερα...» «Λίντα». «Έλα τώρα». Χτύπησε καθησυχαστικά το μπράτσο μου. «Κα­ λύτερα να το συνειδητοποιήσει γρήγορα παρά αργά. Η Μέλανι δε θα γίνει ποτέ Γουέστ». «Δεν ξέρω αν το πρόσεξες, αλλά δεν παντρεύομαι με καμία».

Kuriarxos_158s302.indd 274

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

275

«Δεν τ’ αφήνεις τώρα αυτά, να πας να σώσεις την Άμπι; Η Ιλά­ ινα την έχει ζαλίσει στην πολυλογία». Πήρα την Άμπι από την Ιλάινα και τον Τοντ, και οι τέσσερίς μας πήγαμε να στηθούμε στην ουρά του μπουφέ. Όταν σερβιρι­ στήκαμε και καθίσαμε, η Φελίσια ήρθε στο τραπέζι μας. Ήξερα, όπως και όλοι μας, ότι ο Τζάκσον θα ήταν με τους άλλους παίκτες μέχρι να τελειώσει ο αγώνας. «Ναθάνιελ», είπε η Φελίσια καθώς καθόταν. Φαινόταν φιλική όσο ποτέ. Θα με μισούσε γι’ αυτό που είχα κάνει στην καλύτερή της φίλη. Αν μάθαινε ότι παρακολουθούσα την Άμπι χρόνια... Ακόμα κι αν η Άμπι με συγχωρούσε, η Φελίσια δε θα το έκανε ποτέ. «Φελίσια», είπα, ανταποκρινόμενος στο χαιρετισμό της. Είχα τρεις βδομάδες. Για τρεις βδομάδες, μπορούσα να προσποιούμαι ότι όλα ήταν εντάξει. «Πώς είναι ο Τζάκσον;» Η Φελίσια μίλησε κάμποσο για τον Τζάκσον, για τον αγώνα, τους παίκτες που είχε γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ, για τις συ­ ζύγους τους. Η αλήθεια ήταν ότι αυτή η κοπέλα είχε πράγματι... κάτι, κι αυτό το κάτι φαινόταν να είναι απόλυτα συμβατό με τον Τζάκσον. Αλλά, βέβαια, Άμπι δεν ήταν. «Πόσο καιρό δουλεύεις στη βιβλιοθήκη, Άμπι;» ρώτησε ο Τοντ. Η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο. Τι σκατά;! Η Άμπι κάρφωσε ένα κομμάτι ανανά με το πιρούνι της. «Στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, εφτά χρόνια», απάντησε. «Πριν απ’ αυτό, όμως, είχα δουλέψει σε μία από τις βιβλιοθήκες του πανεπιστη­ μίου». «Ναι, ε;» είπε ο Τοντ. «Αναρωτιέμαι αν σε είχα δει ποτέ. Περ­ νούσα μεγάλο μέρος του χρόνου μου στις βιβλιοθήκες του πανε­ πιστημίου». Τον κλότσησα κάτω από το τραπέζι. «Τι στο διάβολο;» άρθρω­

Kuriarxos_158s302.indd 275

9/30/13 3:37:58 PM


276

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

σα άηχα γυρίζοντας όσο πιο διακριτικά μπορούσα προς το μέρος του. Ευτυχώς, η Άμπι δε με είδε. «Δεν ξέρω», είπε. «Μάλλον θα σε θυμόμουν». «Αυτό θα περίμενα κι εγώ», είπε ο Τοντ, για να φάει μια ακό­ μα πιο δυνατή κλοτσιά. «Άντε γαμήσου», του είπα άηχα. Ο Τοντ ανασήκωσε τα φρύδια. Η Ιλάινα κοίταξε τον άντρα της, κοίταξε εμένα, κι ύστερα κοί­ ταξε ξανά τον άντρα της. Φρόντισα να κρατήσω το ύφος μου ου­ δέτερο, γνωρίζοντας ότι η Άμπι θα κοίταζε επίσης. Ο Τοντ καθάρισε το λαιμό του. «Σου αρέσει περισσότερο η δουλειά στη Δημόσια Βιβλιοθήκη; Ή ήταν καλύτερα στο πανεπι­ στήμιο;» «Από άποψη επισκεπτών, η Δημόσια Βιβλιοθήκη διαθέτει πο­ λύ μεγαλύτερη ποικιλία», απάντησε η Άμπι. «Και, επιπλέον, οι φοιτητές συχνά μπορεί να γίνουν κομματάκι ενοχλητικοί». Χαμο­ γέλασε, καταλάβαινα όμως ότι οι κεραίες της είχαν πιάσει την ένταση στο τραπέζι. «Δεν πιστεύω να αναγκάστηκα να σου πω πο­ τέ να μιλάς πιο σιγά για να μην ενοχλείς τους υπόλοιπους ή να πά­ ψεις να σκίζεις σελίδες από τα βιβλία αναφοράς;» Ο Τοντ γέλασε και η ένταση διαλύθηκε. «Όχι. Αυτό σίγουρα θα το θυμόμουν». Η Ιλάινα ρώτησε κάτι τη Φελίσια για τον Τζάκσον, και η συ­ ζήτηση επέστρεψε αβίαστα στον απογευματινό αγώνα. Ο Τοντ σηκώθηκε για να ξαναγεμίσει το πιάτο του. Πήγα μα­ ζί του. «Τι στο διάβολο ήταν αυτό;» τον ρώτησα. «Απλώς, είπα να σε βοηθήσω». Πήρε ένα κομμάτι μπέικον από τον ασημένιο δίσκο σερβιρίσματος. «Σου φαίνεται αρκετά τραγα­ νό αυτό;» «Δε με νοιάζει το αναθεματισμένο το μπέικον». Τον κοίταξα

Kuriarxos_158s302.indd 276

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

277

να παίρνει ένα ακόμα κομμάτι και να το βάζει στο πιάτο του. «Πώς να με βοηθήσεις δηλαδή;» Ο Τοντ προχώρησε στα αβγά. «Αν η Άμπι θυμηθεί κάποιον που τη γλυκοκοίταζε πριν από χρόνια, η δουλειά μας θα γίνει ευ­ κολότερη». «Και γαμώ τις ευκολίες». «Ίσως θα ήταν καλή ιδέα να βάλεις λίγο φαγητό στο πιάτο σου, αλλιώς θα καταλάβει ότι ήρθες στον μπουφέ μόνο και μόνο για να μου τα ψάλεις». Μου πρότεινε μια κουταλιά τηγανισμένα χτυ­ πητά αβγά. «Θέλεις;» «Γιατί όχι». Ο Τοντ έβαλε τα αβγά στο πιάτο μου. «Κοίτα, Ναθάνιελ – αν θες να πάψω να ανακατεύομαι, πες το μου και θα το κάνω». «Πάψε να ανακατεύεσαι», βρυχήθηκα. «Παύω». Κρατώντας το λόγο του, ο Τοντ δεν αναφέρθηκε ξανά στο Κο­ λούμπια για όσο κράτησε η δεξίωση, κι εγώ δε χρειάστηκε να τον ξανακλοτσήσω.

Όταν μπήκαμε στο θεωρείο με την Άμπι, πρόσεξα το σακ βουα­ γιάζ στη γωνία. Έσκυψα από πάνω του. Ναι, ήταν η τσάντα που είχα ζητήσει να φέρουν στο θεωρείο. Ήξερα τι υπήρχε μέσα: δύο κουβέρτες, ένα εισιτήριο για το μεσαίο διάζωμα, μία πλαστική σακούλα με αεροστεγές κλείσιμο και μία κοντή φούστα. Έκλεισα τα μάτια και εστίασα στο σχέδιό μου. Σεξ σε δημόσιο χώρο. Στην αίτησή της, η Άμπι είχε σημειώσει ότι ήταν πρόθυμη να το δοκιμάσει. Επιτέλους, θα της δινόταν η ευκαιρία. Ήμουν ευγνώμων για τον ασυνήθιστα κρύο καιρό της Φλόρι­ ντα. Αν ήταν ένας Φεβρουάριος όπως όλοι οι άλλοι, θα στεκόταν αδύνατο να εφαρμόσω το σχέδιό μου – τουλάχιστον όχι στο γήπε­

Kuriarxos_158s302.indd 277

9/30/13 3:37:58 PM


278

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

δο όπου θα διεξαγόταν ο τελικός. Σίγουρα θα είχα βρει άλλους τρόπους για να εισαγάγω την Άμπι στις χαρές του σεξ σε δημόσιο χώρο, έτσι όμως... Θα ήταν αξέχαστο. Στη διάρκεια του πρώτου ημιχρόνου, η Άμπι παρακολουθού­ σε τον αγώνα και κουβέντιαζε με τη Φελίσια και τη Λίντα. Κάθε τόσο, έριχνε ματιές προς το μέρος μου, μ’ ένα ντροπαλό χαμόγε­ λο να παίζει στα χείλη της. Δεν ήξερα καν με τι σκορ τελείωσε το πρώτο δεκαπεντάλεπτο. Τόσο πολύ με είχε απορροφήσει η όμορφη καστανομάλλα δίπλα μου. Λίγο πριν το τέλος του δεύτερου δεκαπεντάλεπτου, έπιασα την Άμπι από το χέρι και πήγαμε στη Λίντα. Είπα ότι είχαμε κάτι να κάνουμε και ότι θα επιστρέφαμε αργότερα. Η Άμπι δε με αμφι­ σβήτησε. Δε ρώτησε τίποτα ούτε όταν με είδε να σηκώνω το σακ βουαγιάζ από το πάτωμα. «Το σχέδιο που σου έλεγα; Η εφαρμογή του αρχίζει αυτή τη στιγμή». Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε απορημένη. Της έδωσα το σακ βουαγιάζ. «Πήγαινε ν’ αλλάξεις. Έχω ένα επιπλέον εισιτήριο στην τσάντα – έλα να με βρεις πριν αρχίσει το δεύτερο ημίχρονο». Χωρίς να πει λέξη, η Άμπι πήρε την τσάντα κι άρχισε να κα­ τευθύνεται προς τις τουαλέτες. Έλεγξα τις τσέπες μου για να βεβαιωθώ ότι είχα το προφυλα­ κτικό και το επιπλέον εισιτήριο, κι ύστερα ξεκίνησα για τις και­ νούριες θέσεις μας. Ανέβηκα μερικές κερκίδες ψηλότερα απ’ ό,τι χρειαζόταν – ήθελα να τη δω να έρχεται. Λίγα λεπτά αργότερα, η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα. Η Άμπι προχώρησε προς τις καινούριες θέσεις μας, ανοίγοντας δρόμο μέσα στο πλήθος, κοιτάζοντας γύρω της σαν να προσπα­ θούσε να με εντοπίσει. Φορούσε τη φούστα. Μπορούσα να μείνω

Kuriarxos_158s302.indd 278

9/30/13 3:37:58 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

279

εκεί που ήμουν και να την κοιτάζω όλο το απόγευμα, αλλά έκανε κρύο. Χρειαζόταν την κουβέρτα γύρω της. Κι εγώ χρειαζόμουν εκείνη. Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλιά, ανυπομονώντας να ξαναβρεθώ κοντά της. Να την έχω κοντά μου. Κάθισα δίπλα της και πέρασα το μπράτσο μου γύρω απ’ τους ώμους της, διερωτώμενος πώς θα αντιδρούσε σε ό,τι είχα να της πω. «Γνωρίζεις ότι τρεις στους τέσσερις ανθρώπους φαντασιώνο­ νται το σεξ σε δημόσιο χώρο;» Κοκάλωσε στη θέση της. Έγλειψα το εσωτερικό του αφτιού της, κοιτάζοντάς τη ν’ ανα­ τριχιάζει. «Εγώ, πάλι», συνέχισα, «είμαι της άποψης ότι δε χρειά­ ζεται να το φαντάζεσαι όταν μπορείς να το βιώσεις». Ήρθε κοντύτερά μου. «Θα σε γαμήσω στον τελικό του πρωταθλήματος, Άμπιγκεϊλ». Δάγκωσα το λοβό του αφτιού της και ανταμείφθηκα μ’ ένα βογκη­ τό. «Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα, αρκεί να μη φωνάξεις». Σταύρωσε και ξεσταύρωσε τα πόδια της, κι ύστερα έριξε μια ματιά γύρω μας. Φυσικά, κανείς δε μας κοίταζε. Δεν ενδιαφέρα­ με κανέναν. Οι πάντες ήταν απορροφημένοι στον εαυτό τους και στις σκέψεις τους. Της χάιδεψα τον ώμο, τη μάλαξα. Ένα αχνό χαμόγελο φάνη­ κε στο πρόσωπό της. Ναι, το ήθελε. Ήθελε να το κάνει. «Θέλω να σηκωθείς και να τυλίξεις γύρω σου τη μία κουβέρ­ τα. Αφήνοντάς την ανοιχτή στο πίσω μέρος», της είπα. «Και να βάλεις το ένα σου πόδι στο κιγκλίδωμα μπροστά σου». Τινάχτηκε αμέσως πάνω και τύλιξε γύρω της την κουβέρτα, έτσι ακριβώς όπως το είχα ζητήσει. Κοίταξα γύρω μας, μελετώ­ ντας προσεκτικά το πλήθος. Και πάλι, δε μας κοίταζε κανείς. Θα ήμασταν ένα ακόμα ζευγάρι όπως τόσα άλλα στο γήπεδο, ένας άντρας και μια γυναίκα που αγκαλιάζονται για να ζεσταθούν.

Kuriarxos_158s302.indd 279

9/30/13 3:37:59 PM


280

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Το βλέμμα μου ταξίδεψε από τον κόσμο γύρω μας στον ηλε­ κτρονικό πίνακα του γηπέδου. Το δεκαπεντάλεπτο τελείωνε. Πή­ ρα την άλλη κουβέρτα, σηκώθηκα και πήγα πίσω από την Άμπι. Ο Τζάκσον και οι συμπαίκτες του έβγαιναν από τον αγωνιστικό χώρο. Τύλιξα γύρω μου την κουβέρτα, περνώντας τις άκρες της γύρω από την Άμπι. Το χέρι μου βρήκε το δρόμο του κάτω από την μπλούζα της και χάιδεψε το ένα στήθος της. Τράβηξε τη ρώγα της. Η Άμπι κράτησε την ανάσα της. «Πρέπει να κάνεις ησυχία», της είπα ξανά. Τι σκατά θα έκανα αν φώναζε; Αν μας ανακάλυπταν; Αλλά ήταν πολύ αργά πια για τέτοιες σκέψεις – ήμασταν κι οι δυο πολύ συνεπαρμένοι από τη στιγμή για να μας νοιάζει. Κι έτσι, αφέθηκα να απολαύσω το παρόν. Την πλησίασα ακόμα περισσότερο. «Ανυπομονώ να βρεθώ μέ­ σα σου». Κάτω από τις κουβέρτες, τα χέρια μου εξερεύνησαν το σώμα της, έκλεισαν γύρω από τα στήθη της. «Είσαι τόσο αναθε­ ματισμένα όμορφη. Και με καυλώνεις τόσο αναθεματισμένα πο­ λύ». Έσπρωξα πάνω της τη λεκάνη μου. «Νιώσε τι μου κάνεις», είπα, πιέζοντας τη στύση μου στον πισινό της. «Πόσο πολύ με καυ­ λώνεις». Τα φώτα του γηπέδου χαμήλωσαν, και τραβήχτηκα τόσο όσο χρειαζόταν για να ξεκουμπώσω το παντελόνι μου και να φορέσω το προφυλακτικό. «Γείρε λίγο πάνω στο κιγκλίδωμα». Κοίταξε πρώτα στα δεξιά κι ύστερα στ’ αριστερά της, τελικά όμως ακούμπησε στο κιγκλίδωμα κι έσκυψε προς τα μπρος. «Δεν το έχει καταλάβει κανείς». Σήκωσα τη φούστα της. «Οι άνθρωποι είναι τόσο απορροφημένοι ο καθένας στο μικρόκοσμό του, που δεν προσέχουν τι γίνεται γύρω τους». Όπως είχε συμβεί όταν εσύ σταμάτησες να βοηθήσεις κάποια συμφοιτητήτριά σου στα σκαλιά μιας βιβλιοθήκης πριν από τόσα χρόνια. Την ώρα που πήγαινες σε μια ανάγνω­ ση του Άμλετ. «Το πιο κοσμοϊστορικό γεγονός μπορεί να συμβεί μπροστά στα μάτια τους, κι αυτοί να μην το πάρουν είδηση. Βέ­

Kuriarxos_158s302.indd 280

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

281

βαια, στην προκειμένη περίπτωση, αυτή η έλλειψη παρατηρητι­ κότητας μας βολεύει». Σφυρίγματα, χειροκροτήματα και φωνές αντιλάλησαν στο γή­ πεδο. Η παράσταση άρχιζε. Εκμεταλλεύτηκα τον πανζουρλισμό και βυθίστηκα στην Άμπι. Την άκουσα ν’ αφήνει μια κραυγούλα. Άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της στο ρυθμό της μουσικής. Γαμώτο, ήταν τόσο ωραία να είμαι τόσο βαθιά μέσα της... Έπια­ σα τις άκρες της κουβέρτας και τύλιξα ακόμα πιο σφιχτά τα μπρά­ τσα μου γύρω από το σώμα της, τραβώντας την πάνω μου. Χωρίς να της το ζητήσω, εκείνη άνοιξε λίγο ακόμα τα πόδια της, επιτρέ­ ποντάς μου να βυθιστώ ακόμα βαθύτερα. Κοίταξα ξανά τους θεατές γύρω μας. «Τόσοι άνθρωποι, και κανείς δεν ξέρει τι κάνουμε». Τραβήχτηκα κι ύστερα χώθηκα ξα­ νά μέσα της. «Ακόμα και να φωνάξεις θα μπορούσες». Αποφάσι­ σα να τη δοκιμάσω και προσπάθησα να την κάνω να βγάλει κά­ ποιον ήχο τραβώντας τη ρώγα της, η Άμπι όμως δεν έβγαλε άχνα. Επιβράδυνα τις κινήσεις μου για το επόμενο τραγούδι. Δεν ήταν άσχημο αυτό. Μπορούσα να το κάνω αργά – να απολαύσω για λίγο την αίσθηση του να είμαι απλώς μέσα της. Να καταγρά­ ψω στη μνήμη μου αυτή την αίσθηση που μου έδινε η Άμπι τού­ τη ακριβώς τη στιγμή. Το σώμα της στην αγκαλιά μου. Η θέρμη της που με τύλιγε. Η αναπνοή της που είχε επιβραδυνθεί λίγο, και η καρδιά της που εξακολουθούσε να βροντοχτυπάει κάτω απ’ τα χέρια μου. Άπλωσα τις παλάμες μου πάνω στα στήθη της κι ένιω­ σα την καρδιά να χτυπάει γρήγορα από κάτω τους. Και, γαμώ το κέρατό μου, το επόμενο τραγούδι ήταν ακόμα πιο αργό. Κινούμουν ελάχιστα, αλλά η σύνδεση, η σύνδεσή μας, ήταν ακόμα εκεί. Αν δεν είχαμε τίποτ’ άλλο, είχαμε αυτό, και για τώρα, για τούτη τη στιγμή, ήταν αρκετό. Μπορούσα να το απο­ λαύσω, να πάρω τούτο το κομμάτι της Άμπι –την υποταγή που μου χάριζε αυτή τη στιγμή, και την εμπιστοσύνη της– χωρίς ν’ ανησυ­ χώ για το μέλλον.

Kuriarxos_158s302.indd 281

9/30/13 3:37:59 PM


282

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έπαψα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου καθώς άρχιζε το τελευταίο τραγούδι. Οι βυθίσεις μου άρχισαν να γίνονται ταχύ­ τερες και ήξερα ότι δε θ’ άντεχα για πολύ. Πέρασα το χέρι μου στο μπροστινό μέρος του κορμιού της Άμπι κι έτριψα την κλειτορίδα της. Εκείνη έσπρωξε με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη τους γοφούς της προς το μέρος μου, και την ένιωσα να σφίγγεται γύρω μου. Άρχισα να μπαινοβγαίνω γρήγορα, κοπανώντας την πάνω στο κιγκλίδωμα, βυθίζοντας τον εαυτό μου ακόμα πιο βαθιά της. Οι γοφοί μου κλυδωνίζονταν μπρος πίσω και διέγραφαν κύκλους κα­ θώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του. Φώτα αναβόσβησαν γύρω μας. Την τράβηξα με δύναμη πάνω μου, μπαίνοντας μέσα της για άλλη μια φορά καθώς στο γήπεδο αντηχούσαν οι τελευταίες νό­ τες του τραγουδιού. «Χύσε μαζί μου», της ψιθύρισα και μπήκα ξανά μέσα της, για να μείνω ακίνητος καθώς εγώ άδειαζα στο προφυλακτικό κι εκεί­ νη τελείωνε πάνω μου. Κράτησα το στέρνο μου κολλημένο στην πλάτη της, μη θέλο­ ντας να τραβήξω πάνω μας την προσοχή, περιμένοντας το πλή­ θος να ηρεμήσει λίγο. Πάνω απ’ όλα, όμως, απολαμβάνοντας την αίσθηση της Άμπι στα χέρια μου, στο κορμί μου. Ένιωθε άραγε πόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου; Ένιωθε άραγε πώς με συ­ ντάραζε; Καθώς οι θεατές ξανακάθονταν στις θέσεις τους, τράβηξα την Άμπι από το κιγκλίδωμα, κρατώντας όμως τα χέρια μου γύρω της. Έβγαλα το προφυλακτικό, το έριξα στην πλαστική σακούλα που περίμενε στο σακ βουαγιάζ και ξανακούμπωσα το παντελόνι μου. Έπειτα την τράβηξα στα γόνατά μου – αφού δεν ήθελα και δεν μπορούσα να την αφήσω ακόμα. Έτριψα τη μύτη μου στο πλάι του λαιμού της. Μύριζε σεξ. «Ε, λοιπόν», είπα, «τέτοιο καταπληκτικό σόου, πρώτη φορά βλέπω σε ημίχρονο».

Kuriarxos_158s302.indd 282

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

283

Κεφάλαιο 25 ΕΝΙΩΘΑ ΠΑΡΑΖΑΛΙΣΜΕΝΟΣ σαν έφηβος στο πρώτο του ραντεβού. Βέβαια, στο παρελθόν, είχα κάνει πολλές φορές σεξ σε δημόσι­ ους χώρους: σε έρημα πάρκα, άδεια πάρκινγκ, στην πάντα δημο­ φιλή πίσω σειρά των καθισμάτων κάποιου κινηματογράφου, πο­ τέ όμως δεν είχα συμμετάσχει σε κάτι τόσο φιλόδοξο και αδιά­ ντροπο όσο το σεξ σ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο γήπεδο, στη διάρκεια ενός από τα πιο δημοφιλή αθλητικά γεγονότα της χώρας. Εκα­ τομμύρια άνθρωποι παρακολουθούσαν αυτό τον αγώνα στην τη­ λεόραση. Κι αν μας είχαν πιάσει οι κάμερες; Πέρασα τα δάχτυλά μου μέσα στα μαλλιά της Άμπι και το λου­ λουδένιο άρωμα του σαμπουάν της με τύλιξε. Και ποιος νοιαζόταν; Ήταν τόσο σκοτεινά στη διάρκεια του ημιχρόνου, που αποκλείεται να μας είχαν προσέξει. Ίσως όμως μας πρόσεχαν όταν αφήναμε τις κερκίδες για να επιστρέψουμε στο θεωρείο... Ανέκαθεν διέθετα την ικανότητα να διατηρώ ένα ουδέτερο ύφος, όποια κι αν ήταν τα συναισθήματά μου, κρύβοντάς τα πί­ σω από ένα προσεκτικά κατασκευασμένο προσωπείο, στη συγκε­ κριμένη περίσταση, όμως, ακόμα κι εγώ αμφέβαλλα αν θα μπο­ ρούσα να κρύψω αυτή την έκφραση που βροντοφώναζε μόλις έκα­ να καταπληκτικό σεξ!

Kuriarxos_158s302.indd 283

9/30/13 3:37:59 PM


284

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Η Άμπι αναστέναξε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου. Ήξερα ότι ούτε εκείνη θα μπορούσε να κρύψει το ύφος της. Εξάλλου, είχαμε περάσει υπερβολικά μεγάλο μέρος του Σαββα­ τοκύριακου με τους συγγενείς και τους φίλους μου. Ήθελα λίγο χρόνο με την Άμπι, ακόμα κι αν μοιραζόμασταν αυτό το χρόνο με τους ξένους που κάθονταν δίπλα μας. Κι έτσι, στο τρίτο δεκαπεντάλεπτο, απλώς καθίσαμε. Απολαμ­ βάνοντας ο ένας τη συντροφιά του άλλου. Παριστάνοντας ότι πα­ ρακολουθούσαμε τον αγώνα. Προς το τέλος του δεκαπεντάλεπτου, η Άμπι αναδεύτηκε στην αγκαλιά μου και συνειδητοποίησα ότι, αν δεν επιστρέφαμε σύντο­ μα στο θεωρείο, θα έπρεπε να κρύψω περισσότερα απ’ αυτά που είχαμε ήδη κάνει. Είχε αρχίσει να μου σηκώνεται ξανά. «Πρέπει να γυρίσουμε στο θεωρείο», της είπα, αλλά συνέχισα να την κρατάω σφιχτά. Δεν ήθελα να την αφήσω. «Ξέρεις γιατί έπρεπε να περιμένουμε;» Ένα γαλήνιο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Τι στο διάβο­ λο σκεφτόταν; «Επειδή στο πρόσωπό σου φαίνονται τα πάντα», απάντησα για λογαριασμό της. «Επειδή είσαι σαν ανοιχτό βιβλίο». Το αντίθετο, δηλαδή, απ’ ό,τι είσαι αυτή τη συγκεκριμένη στιγ­ μή. Αυτή τη στιγμή, δεν έχω ιδέα τι σκέφτεσαι. Γέλασε, και ο ήχος μ’ έκανε να χαμογελάσω. Ορίστε λοιπόν που τα είχα καταφέρει: την είχα κάνει να γελάσει. Επιτέλους. Μό­ λο που δεν είχα ιδέα γιατί. «Καλύτερα ν’ αλλάξεις». Έδειξα με το κεφάλι τα ρούχα της. «Η Φελίσια θα μου πάρει το κεφάλι αν σε δει μ’ αυτή τη φού­ στα».

Γυρίσαμε στο θεωρείο, αλλά δεν έδωσα σημασία στο υπόλοιπο του αγώνα. Κατάλαβα ότι η ομάδα της Νέας Υόρκης είχε κερδί­

Kuriarxos_158s302.indd 284

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

285

σει μόνο όταν ο Τζάκσον κοίταξε προς το μέρος μας κι έστειλε στη Φελίσια ένα φιλί. Ήλπιζα πως ήξερε ότι μου χρωστούσε με­ γάλη χάρη. Με την Άμπι φύγαμε λίγο μετά την απονομή του κυπέλλου. Εί­ πα στη Λίντα ότι θα την έβλεπα την Τρίτη το βράδυ, όταν θα πή­ γαινα να φάμε μαζί, και αποχαιρέτισα τον Τοντ και την Ιλάινα. Αγκάλιασα τον Τοντ, λίγο τσατισμένος ακόμα με τις ακροβασίες του στην πρωινή δεξίωση, θέλοντας παρ’ όλ’ αυτά να πιστεύω ότι είχε τις καλύτερες των προθέσεων. Μόλις επιβιβαστήκαμε με την Άμπι στο αεροπλάνο μου, έρι­ ξα μια ματιά στην ώρα. Ήταν αργά. Κάθε άλλη Κυριακή, τέτοια ώρα η Άμπι θα είχε ήδη φύγει από το σπίτι μου. Ήθελα όσο τί­ ποτα να την πάω στην κρεβατοκάμαρα και να την πάρω ξανά, αλ­ λά δεν το έκανα. Κάτι τέτοιο θα ήταν έξω από τη συμφωνία μας, και τη συμφωνία μας την είχα ήδη παραβεί με πολλούς και διά­ φορους τρόπους. Πράγμα που μου θύμισε... «Μου έκλεισες ραντεβού για την Τετάρτη;» ρώτησα, γνωρίζο­ ντας ότι θα έπρεπε να περιμένω τουλάχιστον μέχρι την Τετάρτη για να την ξαναπάρω. «Ή απλώς το έλεγες έτσι στη Λίντα; Μου χάρισε ένα ντροπαλό χαμόγελο. «Ήλπιζα ότι θα ήθελες να περάσεις». Μου είχε κλείσει ραντεβού. Έβαλα το ένα πόδι πάνω στο άλ­ λο, θέλοντας να κρύψω τη στύση μου, και χαμογέλασα. «Την Τε­ τάρτη λοιπόν». Θυμήθηκα αυτό που είχε πει στη Λίντα. «Έρευ­ να;» «Χρειάζεσαι πράγματι βοήθεια με τη λογοτεχνία. Με σκληρή δουλειά και προσπάθεια, πιστεύω ότι την επόμενη φορά θα μπο­ ρέσεις να κάνεις κάτι καλύτερο από τον Μαρκ Τουέιν και την ­Τζέιν Όστεν». «Αλήθεια;» Νόμιζα ότι ο Μαρκ Τουέιν ήταν έξυπνη κίνηση. «Ποιον θα πρότεινες;»

Kuriarxos_158s302.indd 285

9/30/13 3:37:59 PM


286

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Τον Σαίξπηρ». Ακούμπησε την πλάτη της πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Ευτυχώς, είχα πάρα πολλούς τόμους με έργα του Σαίξπηρ στο σπίτι.

Ο Τοντ μου τηλεφώνησε την Τρίτη το μεσημέρι και μου ζήτησε συγνώμη για τη συμπεριφορά του στο μπραντς της Κυριακής. Εί­ πε ότι προσπαθούσε απλώς να βοηθήσει, να κάνει την Άμπι να θυμηθεί. Δέχτηκα τη συγνώμη του. Με ευχαρίστησε και μου είπε ότι ήξερε πως ήταν δύσκολο, αλλά πως είχα πράξει ορθά αποφα­ σίζοντας να το πω στην Άμπι. Μου πέρασε απ’ το μυαλό να τηλεφωνήσω στον Πολ, μετά όμως θυμήθηκα τις επιπλήξεις του για την αδιαφορία που είχα δείξει μετά την τιμωρία της Άμπι και συνειδητοποίησα ότι, αν παρ’ ελπίδα ερχόταν να με βρει στη Νέα Υόρκη, θα μ’ έκανε τσα­ κωτό. Θα καταλάβαινε ότι της είχα πει ψέματα. Δε θα είχε άδικο, βέβαια, αλλά είχα μόλις αναγκαστεί να αντιμετωπίσω τον Τοντ για το ίδιο ζήτημα. Δεν ήθελα άλλον ένα φίλο μου να μου λέει τι να κάνω. Εκείνο το βράδυ, έφαγα με τη Λίντα. Ήταν κατενθουσιασμέ­ νη με την προοπτική της επικείμενης μεσημεριανής εξόδου της με την Άμπι, και μιλούσε διαρκώς γι’ αυτό. Κάποια στιγμή, συνο­ φρυώθηκε και με ρώτησε γιατί δεν την έφερνα ποτέ για φαγητό, κατάφερα όμως να το καλύψω λέγοντας ότι η Άμπι δε θα ένιωθε άνετα σε μια οικογενειακή συγκέντρωση από την οποία θα απου­ σίαζε η Φελίσια. Η Λίντα κούνησε το κεφάλι και μου είπε ότι η Φελίσια ήταν εξίσου ευπρόσδεκτη. Ήταν η ευκαιρία που χρειαζόμουν: γύρισα την κουβέντα στον αγώνα του τελικού, και, μέσα σε λίγα λεπτά, κάθε συζήτηση για την παρουσία της Άμπι στα οικογενειακά δείπνα είχε ξεχαστεί.

Kuriarxos_158s302.indd 286

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

287

Όταν εμφανίστηκα για το ραντεβού της Τετάρτης στο Τμήμα Σπάνιων Βιβλίων, διαπίστωσα ότι η Άμπι δεν είχε κάνει αποτρί­ χωση, κι αυτό μου δημιούργησε ανησυχία που κράτησε ως την Παρασκευή. Κι αν δεν έκανε καθόλου αυτό που της είχα ζητήσει; Μου ερχόταν ν’ αρχίσω να κοπανάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Θ’ αναγκαζόμουν να την τιμωρήσω. Ανάθεμα, και τρεις φορές ανάθεμα. Τι τρόπος να ξεκινήσουμε το γυμνό Σαββατοκύριακό μας – με την Άμπι στον πάγκο του μαστιγώματος... Αν οι φόβοι μου γίνονταν πραγματικότητα, δε θα είχα άλλη επιλογή από την τιμωρία. Κι αφού στη συμφωνία μας δεν αναφε­ ρόταν συγκεκριμένη ποινή για την άρνηση σε αποτρίχωση, θα έπρεπε να σκεφτώ κάτι. Είκοσι ραπίσματα για μία χαμένη ώρα ύπνου ήταν πάρα πολ­ λά. Τώρα το ήξερα. Ποια θα ήταν η αποδεκτή τιμωρία για την ανυπακοή σε μία άμεση διαταγή; Όχι είκοσι, πάντως. Δεκαπέντε; Δέκα; Κάπου στη μέση; Δεκατρία, ας πούμε; Θ’ άντεχα δεκατρία ραπίσματα; Ναι. Ναι, θα τα άντεχα. Γιατί αυτή τη φορά θα της παρείχα την απαραίτητη μετέπει­ τα φροντίδα. Αυτή τη φορά θα ήμουν καλύτερα προετοιμασμέ­ νος. Αυτή η φορά δε θα ήταν όπως η προηγούμενη. Έφυγα από την πόλη την Παρασκευή το πρωί, αποφασίζοντας να δουλέψω από το κτήμα ώστε να μπορέσω να ετοιμαστώ καλύ­ τερα για το Σαββατοκύριακο. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ανεβάσω το θερμοστάτη του καλοριφέρ. Η Άμπι θα ήταν δι­ αρκώς γυμνή και δεν ήθελα να κρυώσει. Έλεγξα τη θερμοκρασία στο τζακούζι και βεβαιώθηκα ότι υπήρχαν καθαρές πετσέτες στην καμπάνα του κήπου. Έφτιαξα παέγια για βραδινό. Πήγα τον πάγκο μαστιγώματος στο δωμάτιό μου. Έβγαλα τον Απόλλωνα έξω κι έπαιξα μαζί του για λίγο πετώ­

Kuriarxos_158s302.indd 287

9/30/13 3:37:59 PM


288

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

ντας του το μπαλάκι του. Μετά από την τόσο πρόσφατη επίσκε­ ψή του στο κυνοκομείο, δε μου έκανε καρδιά να τον ξαναστείλω να μείνει εκεί, ούτε και για δύο βράδια. Ετοίμασα τα πάντα όσο καλύτερα μπορούσα κι ύστερα άρχι­ σα να βηματίζω νευρικά. Στον κάτω διάδρομο του σπιτιού. Από το χολ ως την κουζίνα κι απ’ την κουζίνα ως την εξώπορτα. Τεντώνοντας τ’ αφτιά μου για τον ήχο αυτοκινήτου στην μπροστινή αυλή μου. Για την Άμπι. Ο Απόλλωνας την άκουσε πριν από μένα. «Φρόνιμα, αγόρι μου», είπα, καθώς έτρεχε στην εξώπορτα κι άρχιζε να τη νυχιάζει. Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε κλαψου­ ρίζοντας. Δεν ήταν καλή ιδέα αυτό. Πήγα γρήγορα τον Απόλλωνα στην κουζίνα κι έκλεισα την πόρ­ τα. Μπαίνοντας ξανά στο χολ, άκουσα το κουδούνι να χτυπάει. Άνοιξα σιγά σιγά την πόρτα. Παρακαλώ, παρακαλώ, παρακαλώ. Η Άμπι μπήκε μέσα, με το αγαπημένο μου πονηρό χαμογελά­ κι της στα χείλη. Αχ, Άμπι, δεν είναι το ίδιο όπως με το κιλοτάκι. Την περασμένη Κυρια­ κή δε σου είπα να μη φορέσεις κιλοτάκι. Σου είπα να κάνεις αποτρίχωση. Έδειξα τα ρούχα της. «Βγάλ’ τα. Θα τα ξαναπάρεις την Κυ­ ριακή». Έβγαλε αργά το πουλόβερ της, έκανε μεταβολή και το ακού­ μπησε κάτω. Ύστερα με κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της και ξεκού­ μπωσε το σουτιέν της. Γαμώτο. Μου έκανε ένα αυτοσχέδιο, μικρό στριπτίζ. Αυτό σήμαινε ότι ήταν αποτριχωμένη – σωστά; Μετατόπισα το βάρος μου από το ένα πόδι στο άλλο. Γύρισε ξανά προς το μέρος μου κι ένιωσα το καυλί μου να ση­ κώνεται στη θέα του γυμνού κορμού της. Τα χέρια της γλίστρη­

Kuriarxos_158s302.indd 288

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

289

σαν στη μέση της κι ακόμα πιο χαμηλά. Άρχισε να ξεκουμπώνει το μπλουτζίν της. Ναι, βγάλ’ το. Άσε με να δω. Με επιδέξια δάχτυλα, άνοιξε όλα τα κουμπιά. Μου έριξε μια ματιά κι ύστερα άρχισε να κατεβάζει το παντελόνι. Ένα δυο λι­ κνίσματα των γοφών της και... Γαμώτο. Δε φορούσε κιλοτάκι. Το μπλουτζίν γλίστρησε χαμηλότερα. Είχε κάνει αποτρίχωση. Ένιωσα το βάρος του κόσμου να σηκώνεται απ’ τους ώμους μου. Το μπλουτζίν της έπεσε στο μαρμάρινο πάτωμα, ξεχασμέ­ νο, κι εγώ διέσχισα το χολ για να την πάρω στην αγκαλιά μου. Ένιωθα το καυλί μου να πονάει στη θέα του άτριχου εφηβαίου της – τόσο διεγερτική ήταν η εικόνα. Δε θα υπήρχε τιμωρία. Κα­ μία τιμωρία. Θα υπήρχαμε μονάχα εμείς οι δυο. Μαζί. Την έσπρωξα προς τα πίσω, στον ταπετσαρισμένο με βελούδο πάγκο που υπήρχε στο κέντρο του χολ. «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που εκτέλεσες τη διαταγή μου». Η Άμπι κάθισε στην άκρη του πά­ γκου κι εγώ της άνοιξα τα πόδια μ’ ένα σπρώξιμο. «Πρέπει να πα­ ραδεχτώ ότι την Τετάρτη με ανησύχησες λιγάκι». Έσκυψα έτσι που το πρόσωπό μου να έρθει στο ίδιο επίπεδο με το μουνί της. «Θα έπρεπε να σου τις βρέξω γι’ αυτό, κι ίσως το κάνω αργότερα». Σή­ κωσα το κεφάλι και χαμογέλασα ώστε να καταλάβει σε ποιο ακρι­ βώς είδος ξυλίσματος αναφερόμουν. «Προς το παρόν, όμως, νομί­ ζω ότι θα πάρω μια γεύση απ’ αυτό το υπέροχα γυμνό μουνάκι». Απόθεσα ένα φιλί στην κορυφή της κλειτορίδας της. Η Άμπι βόγκηξε κι έπεσε προς τα πίσω πάνω στον πάγκο. Την άνοιξα με τα δάχτυλα κι έγλειψα τα υγρά που είχαν μαζευτεί ανάμεσα στα χείλη της. Γαμώτο. Τόσο γλυκιά. Ήταν πάντα τόσο γλυκιά. Δε βιάστηκα, κατενθουσιασμένος που δεν υπήρχε ανάγκη τιμωρίας, και συγκεντρώθηκα σε κείνη. Θέλοντας για άλλη μια φορά να της δείξω πόσο γλυκιά ήταν η επιβράβευση της υπακοής.

Kuriarxos_158s302.indd 289

9/30/13 3:37:59 PM


290

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έπιασα τα γόνατά της και τα έσπρωξα προς τα πάνω, έτσι που οι φτέρνες της ν’ ακουμπήσουν στην άκρη του πάγκου. Η στάση της μου έδινε μεγαλύτερη πρόσβαση στο σώμα της. Έσυρα τις παλάμες μου προς τα πάνω, κατά μήκος των πλευρών της, για να παίξω με τις ρώγες της. Εκείνη τέντωσε την πλάτη της, φέρνοντας τη λεκάνη της κοντύτερα στο στόμα μου. Έσυρα τη γλώσσα μου στη σχισμή της, καταλήγοντας στην κλειτορίδα της, όπου άφησα ένα ακόμα φιλί. Σιγά σιγά, την ένιωθα να χαλαρώνει και να αφήνει τον εαυτό της στα χέρια μου καθώς η ηδονή πλημμύριζε το κορμί της. Την έγλειψα ξανά, θέλοντας να τη στραγγίξω, θέλοντας να τη γευτώ όταν έχυνε. Την πιπίλισα παιχνιδιάρικα, απολαμβάνοντας τον τρόπο που τα φιλιά μου την έκαναν να τρέμει. Εξέφρασα την ανακούφισή μου χαρίζοντάς της την ηδονή. Με τα δάχτυλα και το στόμα μου, της έδειξα πόσο πολύ με είχε κάνει να χαρώ. Χάιδευα με τ’ ακροδάχτυλά μου, ερέθιζα με τα χείλη μου, δάγκωνα απαλά με τα δόντια μου. Απαντώντας, εκείνη ανα­ ριγούσε στα χέρια μου. Τα βογκητά της αντηχούσαν στο ανοιχτό δωμάτιο, χτυπώντας στο μαρμάρινο πάτωμα για να επιστρέψουν με δεκαπλάσια ένταση. Έσπρωξα ακόμα βαθύτερα τη γλώσσα μου μέσα της, νιώθο­ ντας τους μυς της να σφίγγονται γύρω μου. Ναι. Επιτάχυνα τις κινήσεις μου, θέλοντας όσο τίποτα να τη νιώσω να χύνει πάνω μου. «Ω, παρακαλώ...» βόγκηξε. Ναι. Η αναπνοή της άρχισε να κόβεται. Ρούφηξα την κλειτορίδα της και οι γοφοί της τινάχτηκαν προς τα πάνω. Το σώμα της σφί­ χτηκε για μια στιγμή, κι ύστερα ο οργασμός το κυρίευσε. Έπιασα τα πόδια της, ακούμπησα μαλακά τα πέλματά της στο πάτωμα κι έπειτα έκλεισα τα γόνατά της. Η Άμπι αναστέναξε ανα­ κουφισμένη.

Kuriarxos_158s302.indd 290

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

291

«Μ’ αρέσεις έτσι». Πέρασα το ακροδάχτυλό μου στο γυμνό δέρμα της κι ένα ακόμα ρίγος συντάραξε το σώμα της. «Γυμνή για μένα. Πόνεσε πολύ;» «Τίποτα που δεν μπορούσα ν’ αντέξω». Προτιμούσα τις υποτακτικές μου αποτριχωμένες. Δεν το απαιτούσα, συνήθως, όμως, έπειτα από λίγους μήνες το ζητού­ σα. Μια φωνή στο βάθος του μυαλού μου μου έλεγε ότι θα έπρε­ πε να νιώθω άσχημα που το είχα πετάξει έτσι απότομα στην Άμπι. Αρκούσε όμως να την κοιτάξω για να ξεχαστεί αμέσως αυτή η φωνή. Σηκώθηκα και της άπλωσα το χέρι. «Έτοιμη για φαγητό;» Περίμενα ότι θα ντρεπόταν. Ότι θα ένιωθε άβολα με τη γύ­ μνια της. Η Άμπι, όμως, με ξάφνιασε. Ανακάθισε στον πάγκο και πέρασε με άνεση το χέρι στα μαλλιά της. Το βλέμμα μου έπεσε στα στήθη της. «Ναι, παρακαλώ, Αφέντη». Ναι, παρακαλώ; Ναι, παρακαλώ, τι; Πήρε το χέρι μου και σηκώθηκε. «Τι μαγείρεψες;» Σωστά. Το δείπνο. Το φαγητό. Έπρεπε και να φάμε. Δε θα ’βγαινα ζωντανός απ’ αυτό το Σαββατοκύριακο.

Η παέγια αποδείχτηκε εξαιρετική επιλογή. Το πικάντικο ρύζι και οι ζουμερές γαρίδες και το κοτόπουλο φάνηκαν να ευχαριστούν ιδιαίτερα την Άμπι. Καθάρισε σχεδόν το πιάτο της. Εντάξει, κατέληξα μέσα μου, στο φαγητό δε θα κάναμε βαθυ­ στόχαστες συζητήσεις. Κι ίσως να μην κάναμε τέτοιες συζητήσεις ολόκληρο το Σαββατοκύριακο. Όχι με την Άμπι να κυκλοφορεί γυμνή. Μου είχε περάσει απ’ το μυαλό να την ξαναπάω στο δωμάτιο των παιχνιδιών, και μάλιστα είχα αρχίσει να κάνω και τα σχετικά

Kuriarxos_158s302.indd 291

9/30/13 3:37:59 PM


292

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

σχέδια. Βέβαια, όλα αυτά πριν από την Τάμπα και τον Τοντ. Τε­ λικά, αποφάσισα να κρατήσω τα πράγματα ως είχαν – με παιχνί­ δια στην κρεβατοκάμαρα. Τουλάχιστον μέχρι να της πω την αλή­ θεια και ν’ αποφασίσει ότι ήθελε παρ’ όλ’ αυτά να μείνει. Ας έμενε, Θεέ μου. Παρακαλώ. Παρακαλώ. Αφού όμως είχα αποφασίσει να μην της το πω ακόμα, έσπρω­ ξα αυτές τις σκέψεις στο βάθος του μυαλού μου και εστίασα στο εδώ και στο τώρα. Στην Άμπι, που ήταν γυμνή στο τραπέζι μου. Σ’ αυτό που είχα αποφασίσει ότι θα κάναμε απόψε... «Άμπιγκεϊλ», είπα αφήνοντας κάτω το πιρούνι μου. Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε, περιμένοντας να συνεχίσω. «Φοβάμαι ότι στην κατάσταση... εξαιρετικά έντονης διέγερσης που βρισκόμουν το περασμένο Σαββατοκύριακο, ίσως, χμ, προχώρησα σε λεκτι­ κές υπερβολές, υπερεκτιμώντας τις ικανότητές μου». Το πιρούνι της σταμάτησε στα μισά του δρόμου για το στόμα της. «Τι εννοείς;» «Ότι πέντε φορές θα ήταν...» καθάρισα το λαιμό μου «... πραγ­ ματικός άθλος». Με κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι. «Νομίζω ότι έχεις ήδη τελειώσει με τη μία από τις πέντε». Κοκκίνισε και χαμήλωσε το βλέμμα στο πιάτο της. «Καλά, ναι», είπα. «Το τι θα κάνουν οι πέντε φορές σε μένα εί­ ναι άσχετο – εσένα, όμως, είναι βέβαιο ότι θα σε κουράσουν». Σή­ κωσα το ποτήρι μου και ήπια μια μεγάλη γουλιά κρασί. «Κι αυτό σίγουρα θα παρεμποδίσει τα σχέδιά μου για αύριο». Μπορεί να έλεγα ό,τι έλεγα, αυτό που σκεφτόμουν όμως ήταν ότι ήθελα να την πάω επάνω, να τη ρίξω στο κρεβάτι και να την κρατήσω εκεί για κάμποσες, βουτηγμένες στον ιδρώτα ώρες. Ση­ κώθηκα, έχοντας κάθε πρόθεση ν’ ακολουθήσω το σχέδιό μου του­ λάχιστον για δύο ή τρεις ακόμα φορές, όταν θυμήθηκα ξαφνικά κάτι: τον πάγκο του μαστιγώματος. Ήταν ακόμα στο δωμάτιό μου.

Kuriarxos_158s302.indd 292

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

293

«Άμπιγκεϊλ. Μάζεψε το τραπέζι και περίμενέ με στο χολ. Επι­ στρέφω αμέσως». Την άφησα στην κουζίνα, ανέβηκα πάνω τρέχοντας και ξανα­ πήγα τον πάγκο στο δωμάτιο των παιχνιδιών. Αναρωτήθηκα αν είχε ακούσει τι έκανα. Όταν κατέβηκα ξανά κάτω, στεκόταν στο χολ περιμένοντάς με. Το ντελικάτο χέρι της χάιδευε το μπράτσο του ντυμένου με βελούδο πάγκου. Είχε την πλάτη της γυρισμένη σε μένα και, ακού­ γοντάς με να επιστρέφω, γύρισε αργά το κεφάλι για να κοιτάξει πάνω απ’ τον ώμο της. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Ο χρόνος επιβραδύνθηκε. Κι έπειτα σταμάτησε εντελώς. Η θέση της είναι εδώ. Η ζωή μου ήταν ένα παζλ μ’ ένα χαμένο κομμάτι, κι ύστερα το κομμάτι αυτό είχε πέσει στη θέση του. Το κομμάτι ήταν η Άμπι. Το ένα τοις εκατό μου. Το παζλ είχε ολοκληρωθεί. Έμεινα μαγνητισμένος να την κοι­ τάζω καθώς έκανε πλήρη μεταβολή προς το μέρος μου. Το κομψό φρύδι της ανασηκώθηκε ελαφρά. Μου χαμογέλα­ σε. Κρατώντας το βλέμμα μου πάνω της, έβγαλα το πουκάμισο και το παντελόνι μου. Παραλίγο να χύσω όταν ελευθερώθηκε η στύ­ ση μου. Η Άμπι περίμενε. Δε θα προλαβαίναμε να φτάσουμε στο κρεβάτι. «Έλα δω», είπα, σχεδόν βρυχώμενος, κι εκείνη υπάκουσε, δι­ ανύοντας με ανάλαφρο βήμα την απόσταση που μας χώριζε. Δε θα προλαβαίναμε να φτάσουμε στο κρεβάτι. Το χαμηλό φως των φωτιστικών του χολ έπεφτε στα διαμάντια του κολάρου της. Δική μου. Την έπιασα με το ένα δάχτυλο από το κολάρο και την τράβη­ ξα προς το μέρος μου. «Σε θέλω. Και θα σε έχω. Εδώ».

Kuriarxos_158s302.indd 293

9/30/13 3:37:59 PM


294

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Μάλιστα, Αφέντη». «Κάθισε στο τρίτο σκαλί». Όσο η Άμπι εκτελούσε την εντολή μου, εγώ χάιδευα τεμπέλι­ κα το καυλί μου. Τα σκαλιά δεν ήταν στα σχέδιά μου, αλλά δεν υπήρχε πρόβλη­ μα. Τα σχέδια άλλαζαν. Η αλλαγή ήταν καλή. Ειδικά όταν η αλλαγή σήμαινε ότι θα έπαιρνα την Άμπι στα σκαλιά. «Πάτα τα πόδια σου στο δεύτερο σκαλί και στηρίξου στους αγκώνες σου». Άρχισα να αυνανίζομαι ακόμα πιο γρήγορα. Γα­ μώτο. Αυτό δε θα ήταν αργό. Ίσως ο τρίτος γύρος να ήταν αργός. Ο δεύτερος γύρος, πάντως, θα ήταν γρήγορος και άγριος, πάνω στα σκαλιά. Χαμήλωσα το σώμα μου, προσέχοντας να μη ρίξω το βάρος μου πάνω της. «Σ’ αρέσει έτσι;» Σ’ αυτή τη στάση, το στέρνο της ήταν προτεταμένο – γυμνό κι ευάλωτο. «Θέλεις να σε πάρω στα σκαλιά;» «Το μόνο που θέλω είναι να σε υπηρετήσω». Τα μάτια της ήταν σκούρα κι ανεξιχνίαστα. «Με όποιο τρόπο επιθυμείς». «Μείνε ακίνητη». Έκλεισα την παλάμη μου γύρω από το ένα στή­ θος της κι έτριψα με τον αντίχειρά μου τη ρώγα της. Το σώμα της σφίχτηκε, αλλά έμεινε ακίνητη. «Υπηρέτησέ με λοιπόν στη σκάλα». Θα μπορούσα να την τρώω για ώρες με τα μάτια, έτσι ανοιχτή κι έτοιμη για μένα, αλλά ήμουν σηκωμένος κι έτοιμος. Ήξερα ότι σε λίγο θα ήταν κι εκείνη τόσο έτοιμη όσο εγώ. Έπαιξα με το κορ­ μί της, χρησιμοποιώντας όλες τις κινήσεις που ήξερα ότι λάτρευε – αρχίζοντας με ανάλαφρα, τρυφερά αγγίγματα και προχωρώντας σε πιο άγρια, δυνατά χάδια. Τη γεύτηκα – από την αλμύρα της καμπύλης του στήθους της ως την ανεπαίσθητα μεταλλική γεύση του λαιμού της. Κι όσο εγώ έκανα αυτά, εκείνη έμενε εντελώς ακί­ νητη – βαριανασαίνοντας, παρ’ όλ’ αυτά, και με την καρδιά της να βροντοχτυπάει.

Kuriarxos_158s302.indd 294

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

295

Εντέλει χαμήλωσα το βάρος μου πάνω της κι έπιασα τους καρ­ πούς της στο ένα μου χέρι. «Χαλάρωσε, Άμπιγκεϊλ». Το σώμα της τεντώθηκε από κάτω μου. «Κινήσου όπως θέλεις». Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση μου και με τράβηξε κο­ ντά της. «Είσαι έτοιμη για το καυλί μου;» Ξεροκατάπιε. «Ναι, Αφέντη», απάντησε με μια μικρή, ελάχι­ στη φωνούλα. Ήθελα όμως να τη βασανίσω λίγο ακόμα. Πέρασα το ελεύθε­ ρο χέρι μου στον πισινό της. «Κάποια απ’ αυτές τις μέρες, θα σου γνωρίσω το καστόρινο μαστίγιό μου». Η ανάσα της κόπηκε. Τσί­ μπησα το άλλο μάγουλό της. «Θα το λατρέψεις. Σου το εγγυώ­ μαι». Ελευθέρωσα τα χέρια της και στήριξα τους αγκώνες μου δεξιά κι αριστερά του κεφαλιού της. Μετακίνησα τη λεκάνη μου κι ένιω­ σα την υγρασία της πάνω μου. «Πάρε το καυλί μου και βάλ’ το μέ­ σα σου». Το χέρι της γλίστρησε ανάμεσά μας και τα ζεστά δάχτυλά της τυλίχτηκαν γύρω μου, με τον αντίχειρα να τρίβει τη βάλανό μου. Με οδήγησε μέσα της σε χρόνο μηδέν και βογκήξαμε κι οι δυο μας καθώς ανασήκωνε τη λεκάνη της για να με πάρει βαθύτερα. «Ναι», είπα. «Έτσι ακριβώς». Λάτρευα όσο τίποτα να μπαινοβγαίνω μέσα της, πίεσα όμως τον εαυτό μου και έμεινα ακίνητος. «Κουνήσου πάνω μου. Δείξε μου πόσο πολύ θέλεις το καυλί μου». Ανταποκρίθηκε ανασηκώνοντας τους γοφούς της, παίρνοντάς με ακόμα βαθύτερα και εγκαινιάζοντας ένα γρήγορο ρυθμό. Έσκυψα το κεφάλι στο λαιμό της και οσφράνθηκα το άρωμά της καθώς με τύλιγε στην υγρή θέρμη της. Δεν άντεχα άλλο να μένω ακίνητος. Ξανά και ξανά, άρχισα να σπρώχνω με δύναμη μέσα της. Τα πόδια της λύθηκαν κι έπεσαν από τη μέση μου και, καθώς τα πατούσε με δύναμη πάνω στα σκα­

Kuriarxos_158s302.indd 295

9/30/13 3:37:59 PM


296

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

λοπάτια, κατάλαβα ότι δε θ’ άντεχα για πολύ ακόμα. Κατέβασα το ένα χέρι μου ανάμεσά μας κι έτριψα την κλειτορίδα της. «Χύσε δυνατά για μένα», είπα και την ένιωσα να σφίγγεται γύ­ ρω μου. «Γαμώτο. Τώρα». Τσίμπησα μαλακά την κλειτορίδα της, πυροδοτώντας τον οργασμό της. Έσπρωξα μέσα της άλλη μια φορά και επέτρεψα στον οργα­ σμό να με κυριεύσει. Η Άμπι έριξε το κεφάλι της πίσω, στα σκαλιά, και το σώμα της σφίχτηκε γύρω μου για δεύτερη φορά. Την τράβηξα κοντά μου και την κράτησα πάνω στο στέρνο μου καθώς οι αναπνοές μας ηρεμούσαν. «Μπορείς να σηκωθείς;» Τέντωσε δοκιμαστικά τα πόδια της. «Νομίζω». Μάλαξα τους γοφούς και τους μηρούς της, θέλοντας να διώξω την όποια δυσφορία μπορεί να ένιωθε. «Έλα». Σηκώθηκα και της άπλωσα το χέρι. «Πάμε πάνω. Υπάρχει κάτι που θέλω να δοκιμάσω». Κράτησα την παλάμη μου χαμηλά στη μέση της καθώς ανε­ βαίναμε τα σκαλιά, απολαμβάνοντας το λίκνισμα των γοφών της. Όταν φτάσαμε στο δωμάτιό της, γύρισα προς το μέρος της. «Κάνε ένα γρήγορο διάλειμμα. Έλα να με βρεις στο δωμάτιό μου σε δέκα λεπτά». Όσο η Άμπι ήταν στο μπάνιο, έστησα το σκηνικό στην κρεβα­ τοκάμαρά μου – ανάβοντας κεριά, ξεστρώνοντας το κάλυμμα του κρεβατιού. Έπειτα κατέβηκα στο χολ και μάζεψα τα ρούχα μας, βάζοντας τα δικά μου στο δωμάτιο της πλύσης και ακουμπώντας εκείνα της Άμπι στο κρεβάτι της. Ο επόμενος γύρος ήθελα να είναι αργός – ήθελα να απολαύ­ σουμε ο ένας τον άλλο. Δεν ήμουν σίγουρος πόσο καιρό είχαμε ακόμα, αν όμως ο χρόνος μας τελείωνε, ήθελα η Άμπι να έχει ευ­ χάριστες αναμνήσεις απ’ αυτόν. Και ήθελα και κάτι άλλο. Ήθελα απεγνωσμένα να την κρατή­ σω στο κρεβάτι μου όλη τη νύχτα, να κοιμηθώ έχοντάς τη στην

Kuriarxos_158s302.indd 296

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

297

αγκαλιά μου, είπα όμως στον εαυτό μου ότι η ώρα γι’ αυτό δεν εί­ χε φτάσει ακόμα. Αν μετά από δύο εβδομάδες η Άμπι εξακολου­ θούσε να είναι μαζί μου, τότε θα την καλούσα να μοιραστεί ως το πρωί το κρεβάτι μου. Δε φαινόταν να νιώθει καθόλου άβολα όταν μπήκε στο δωμά­ τιο. Με κοίταξε κι ύστερα έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα. «Έβαλα μαξιλάρια στο κρεβάτι», της είπα. «Ανέβα πάνω τους και στηρίξου στα χέρια και τα γόνατά σου». Χωρίς να διστάσει στιγμή, πήγε στο κρεβάτι κι ανέβηκε πάνω. «Ακούμπησε το κεφάλι σου στο μαξιλάρι», της είπα. Ακολούθησε την οδηγία μου, ακουμπώντας το κεφάλι της στο πλάι πάνω στο μαξιλάρι και στηρίζοντας τους βραχίονές της δε­ ξιά κι αριστερά του. Άπλωσα το χέρι κάτω απ’ το μαξιλάρι. «Ξέρεις τι έκρυψα εδώ;» Δεν είπε τίποτα, κι εγώ έβγαλα έξω το παιχνίδι. «Το μαστίγιο της ιππασίας». Ανατρίχιασε ολόκληρη. «Μμμμμ». Διέτρεξα με το μαστίγιο τη ραχοκοκαλιά της. Ανά­ λαφρα. Μόνο και μόνο για να το νιώσει. «Θυμάσαι τι σου είπα στο χολ;» Και πάλι σιωπή. «Όλο το απόγευμα και το βράδυ της Τετάρτης, κι όλη την Πέ­ μπτη, και σχεδόν όλη τη μέρα σήμερα, ανησυχούσα». Διέτρεξα ξανά τη ραχοκοκαλιά της με το μαστίγιο, προς την αντίθετη κα­ τεύθυνση αυτή τη φορά. «Νομίζω ότι σου αξίζει ένα ράπισμα για το ότι με ανησύχησες τόσο». Γλίστρησα το μαστίγιο ανάμεσα στα πόδια της. «Άνοιξε κι άλλο τα γόνατά σου». Άνοιξε κι άλλο τα πόδια της κι άρπαξε το μαξιλάρι και με τα δυο χέρια. Χτύπησα ανάλαφρα τους μηρούς της με το μαστίγιο. «Τόσο άτακτο κορίτσι, να με κάνεις ν’ ανησυχήσω έτσι». Ανέβασα το μα­ στίγιο στον πισινό της και τη χτύπησα λίγο πιο δυνατά. Εκείνη βό­

Kuriarxos_158s302.indd 297

9/30/13 3:37:59 PM


298

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

γκηξε κι έκλεισε τα μάτια. «Σ’ αρέσει αυτό, ε;» Την ξαναχτύπησα και την είδα να δαγκώνει το μαξιλάρι. Γλίστρησα ένα δάχτυλο στην περίμετρο του κόλπου της. «Τι άτακτη που είσαι, Άμπιγκεϊλ». Έγλειψα τα υγρά της από το δά­ χτυλό μου. «Να καυλώνεις με το μαστίγιο». Το κατέβασα πάνω της. «Εδώ ακριβώς το θέλεις – έτσι δεν είναι;» Εξακολουθούσε να δαγκώνει το μαξιλάρι. Γέλασα, και κατέβασα μερικές φορές ακόμα το μαστίγιο στο μουνί της. Μουρμούρισε κάτι, αλλά δεν κατάλαβα τι ήταν, αφού το μαξιλάρι έπνιγε τη φωνή της. Έσυρα το μαστίγιο πάνω στον κώλο της και τον ράπισα μερικές φορές. Μόνο όσο χρειαζόταν για να μείνει ένα αχνορόδινο σημάδι. Όσο χρειαζόταν για να τη φέρω στα όρια. Ύστερα ακούμπησα το μαστίγιο στη άκρη και τραβήχτηκα, αφήνοντάς τη να συνειδητοποιήσει ότι είχα σταματήσει. Όταν η αναπνοή της ηρέμησε, πήρα τη θέση μου πίσω της κι έγειρα το σώμα μου πάνω στο δικό της. «Πες μου, Άμπιγκεϊλ», της ψιθύρισα. «Έχει βρει ποτέ κανείς το σημείο G σου;» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Απάντησέ μου». Έκλεισα στις παλάμες μου τα στήθη της. «Θέλεις να δεις αν μπορώ να το βρω εγώ;» «Ναι, παρακαλώ». Την μπάτσισα στον πισινό. «Ναι, παρακαλώ, τι;» «Ναι, παρακαλώ, Αφέντη». «Μμμ». Άπλωσα το χέρι μου, το πέρασα πάνω στη γυμνή είσο­ δό της και η στύση μου μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. «Εδώ λες να είναι;» Τίποτα. Γλίστρησα ένα δάχτυλο μέσα της. «Ή μήπως εδώ;» Και πάλι σιωπή. Πρόσθεσα ένα δεύτερο δάχτυλο. Λύγισα τα δάχτυλά μου και τα πίεσα βαθύτερα. «Ή εδώ;» Οι γοφοί της τινάχτηκαν προς τα πίσω, κι άφησε μια μικρή κραυγή.

Kuriarxos_158s302.indd 298

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

299

Α, ναι. Εδώ. «Νομίζω ότι το βρήκα». Χάιδεψα ξανά το σημείο με τα δάχτυ­ λά μου, κι εκείνη τινάχτηκε με τέτοια δύναμη, που παραλίγο να πέσει απ’ το κρεβάτι. Έβγαλα τα δάχτυλά μου και τα αντικατέ­ στησα με το καυλί μου. «Για να δούμε αν μπορώ να το ξαναβρώ». Με μια σπρωξιά, μπήκα βαθιά μέσα της. Άφησε έναν στεναγμό ικανοποίησης. Χρειάστηκε να επιστρατεύσω όλη μου την αυτοσυγκράτηση για να μην αρχίσω να μπαινοβγαίνω με δύναμη μέσα της, αυτή η φορά όμως ήθελα να είναι αργή. Ράθυμη. Ήθελα να την κάνω να κρατήσει. Τραβήχτηκα λίγο κι έσυρα τα χέρια μου στην πλάτη της. Άπλω­ σα τις παλάμες μου πάνω στις ντελικάτες ωμοπλάτες της κι ύστε­ ρα έχωσα τα δάχτυλά μου στις ρίζες των μαλλιών της, στον αυχέ­ να της. «Είσαι τόσο ωραία από κάτω μου». Ξανάσπρωξε τους γοφούς της προς το μέρος μου. «Και τόσο άπληστη». Έπιασα τα στήθη της. «Κι έχουμε όλη τη νύχτα μπροστά μας. Όλο το Σαββατοκύριακο». Τα χέρια μου άρχισαν να γλιστράνε προς τη μέση της. «Θέλω να απομνημονεύ­ σω κάθε λεπτομέρειά σου. Ν’ αγγίξω κάθε σου κομμάτι. Να δω το κάθε εκατοστό σου». Κράτησα τους γοφούς της κι άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της μ’ ένα σταθερό, αργό ρυθμό, φροντίζοντας κάθε φορά να χτυ­ πάω το ευαίσθητο σημείο βαθιά μέσα της. «Αυτό είναι;» τη ρώτη­ σα όταν οι γοφοί της ανταποκρίθηκαν μ’ ένα σπρώξιμο. «Το βρή­ κε το καυλί μου;» Άλλαξα τη γωνία της λεκάνης μου και βυθίστη­ κα ξανά μέσα της. Την άκουσα να γουργουρίζει. «Α, ναι, νομίζω ότι τώρα το βρήκα». Τ’ αρχίδια μου πονούσαν και το καυλί μου εκλιπαρούσε για ανακούφιση, κράτησα όμως τον αργό ρυθμό μου, χτυπώντας τη με όση ορμή χρειαζόταν για να τη φέρω στα όρια, αλλά όχι με τό­ ση που να την κάνω να τα ξεπεράσει. Τα όρια ήταν το σημείο όπου ακροβατούσαμε επικίνδυνα και οι δύο.

Kuriarxos_158s302.indd 299

9/30/13 3:37:59 PM


300

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κράτησα τον ίδιο ρυθμό για μερικά ακόμα ατελείωτα λεπτά, ήξερα όμως ότι θέλαμε κι οι δυο περισσότερα. Άρχισα να ανεβά­ ζω την ταχύτητά μου αργά, μπαινοβγαίνοντας λίγο πιο γρήγορα, σπρώχνοντας λίγο πιο δυνατά. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα, και τα κορμιά μας ανέλαβαν τα ηνία. Άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της με όλη μου τη δύναμη. Την καημένη την Άμπι. Τη βασάνιζα εδώ και ώρα με τα πει­ ράγματά μου, την είχα φέρει υπερβολικά πολλές φορές στο όριο. Το σώμα της σφίχτηκε κι άρχισε να τρέμει από κάτω μου, το κε­ φάλι της τινάχτηκε απ’ το μαξιλάρι. «Αυτό είναι», είπα, απλώνοντας το χέρι και τραβώντας τα μαλ­ λιά της καθώς συνέχιζα να βυθίζομαι μέσα της. «Χύσε δυνατά για μένα». Το σώμα της ανταποκρίθηκε κι έχυσε αμέσως, σφίγγοντας τους μυς της και πυροδοτώντας έτσι το δικό μου οργασμό. Τρά­ βηξα προς τα πίσω το κεφάλι της καθώς έχυνα με ορμή μέσα της. Αυτή η γυναίκα, σκέφτηκα καθώς σωριαζόμασταν κι οι δυο στο κρεβάτι. Αυτή η γυναίκα θα είναι το τέλος μου.

Την επόμενη μέρα, η αυτοπεποίθησή της αυξήθηκε. Την έβλεπα να αισθάνεται όλο και πιο άνετα με το σώμα της καθώς τριγύρι­ ζε γυμνή στο σπίτι. Αργά το πρωί του Σαββάτου, την τύλιξα σ’ ένα χοντρό, αφράτο μπουρνούζι και πήγαμε έξω, να μουλιάσουμε στο τζακούζι. Καθίσαμε και χαλαρώσαμε στο ζεστό νερό. Ο ουρανός ήταν παράξενος –σκληρός και γκρίζος σαν το ατσάλι– κι έκανε πολύ κρύο, αλλά ήμασταν πολύ απορροφημένοι ο ένας από τον άλλο για να δώσουμε σημασία. Εκείνο το ίδιο απόγευμα, ικανοποιημένος με τον τρόπο που είχε χειριστεί τη γύμνια της, της έδωσα μια ρόμπα και της είπα ότι μπορούσε να πάει στη βιβλιοθήκη. Για τις επόμενες λίγες ώρες

Kuriarxos_158s302.indd 300

9/30/13 3:37:59 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

301

έμεινε εκεί διαβάζοντας, κουλουριασμένη σ’ έναν καναπέ, με τα δάχτυλα των ποδιών της να ξεπροβάλλουν από τη χοντρή, ζεστή ρόμπα. Πήγα να τη βρω αργότερα, έπαιξα λίγο πιάνο κι ύστερα περάσαμε το απόγευμα χαμένοι στον κόσμο μας.

Το κουδούνισμα του κινητού μου με ξύπνησε το επόμενο πρωί. Ανοιγόκλεισα μερικές φορές τα μάτια, γύρισα πλευρό και το σή­ κωσα. «Τι;» ρώτησα, χωρίς καν να κοιτάξω την οθόνη για να δω ποιος ήταν. «Πες στην Άμπι ότι πήγα και πήρα τη Φελίσια». Ήταν ο Τζάκ­ σον. «Ότι είναι μαζί μου». «Τι;» Ανάθεμά με, χρειαζόμουν καφέ. Ο Τζάκσον αναστέναξε. «Πες. Στην. Άμπι. Ότι. Πήρα. Τη. Φε­ λίσια». «Τζάκσον». Ανακάθισα κι έτριψα τα μάτια μου. «Τι διάολο σ’ έπιασε και μου τηλεφωνείς στις...» έριξα μια ματιά στο ρολόι στο κομοδίνο μου «... πεντέμισι το πρωί; Και μάλιστα κυριακάτικα;» Ένας βαθύς αναστεναγμός ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής. «Για την περίπτωση που σου διέφυγε, η Νέα Υόρκη μό­ λις χτυπήθηκε από τη χειρότερη χιονοθύελλα στη σύγχρονη ιστο­ ρία της». Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι και πήγα στο παράθυρο. «Τι;» «Τη νύχτα έγινε. Τους έπιασε όλους εξαπίνης». Λευκό. Όσο έβλεπε το μάτι μου δεν υπήρχε άλλο από λευκό, κι ακόμα περισσότερο λευκό έπεφτε πυκνό απ’ τον ουρανό. «Μα πότε... πώς;» τραύλισα. «Δεν είδες ειδήσεις χτες; Υπήρχε πρόβλεψη για χιόνι, αλλά αυ­ τό δεν το περίμεναν. Αυτό είναι το κάτι άλλο». Όχι. Δεν είχα δει ειδήσεις. Δεν είχα ανοίξει τον υπολογιστή μου ούτε είχα ελέγξει το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου. Ήμουν

Kuriarxos_158s302.indd 301

9/30/13 3:37:59 PM


302

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

πολύ απορροφημένος από την Άμπι για ν’ ασχοληθώ με οτιδήπο­ τε άλλο. Γάμησέ τα. Χμ, ναι. Ίσως έφταιγε λιγάκι και αυτό... «Ναθάνιελ;» έλεγε ο Τζάκσον. «Μ’ ακούς;» Ξανάτριψα τα μάτια μου. «Σ’ ακούω. Ναι, θα το πω στην Άμπι». Ξαφνικά, χίλιες σκέψεις άρχισαν να στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου. «Κοιμάται ακόμα». «Εντάξει. Πες της να τηλεφωνήσει στη Φελίσια όταν ξυπνήσει». «Θα το κάνω. Ευχαριστώ, Τζάκσον». Φόρεσα καθαρά ρούχα και κατέβηκα στην κουζίνα να φτιάξω καφέ. Το χιόνι είχε φτάσει ως το παράθυρο –το ύψος ήταν γύρω στο ενάμισι μέτρο– και συνέχιζε να πέφτει πυκνό. Χιονοθύελλα. Είχαμε αποκλειστεί. Όταν ξυπνούσε η Άμπι, θα την έβαζα να ντυθεί ώστε να νιώ­ θει άνετα όσο θα συζητούσαμε. Αυτό που μόλις είχε συμβεί σή­ μαινε καινούριους κανόνες, καινούριες καταστάσεις – όλα θα ήταν καινούρια. Είχα αποκλειστεί με την Άμπι στο σπίτι μου ένας Θεός ήξερε για πόσο. Μου ήταν αδύνατο να διώξω απ’ το μυαλό μου την υποψία ότι η κατάληξη αυτού του αποκλεισμού κάθε άλλο παρά καλή θα ήταν.

Kuriarxos_158s302.indd 302

9/30/13 3:38:00 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

303

Κεφάλαιο 26 ΠΡΙΝ ΜΙΛΗΣΩ ΣΤΗΝ ΑΜΠΙ, έβαλα τα δυνατά μου να κάνω το πρό-

γραμμα της εβδομάδας. Θα μαγειρεύαμε εναλλάξ. Εκτός Σαββατοκύριακου, η Άμπι δε θα με υπηρετούσε. Ναι, ήταν η υποτακτική μου, αλλά ήμασταν ίσοι με κάθε έννοια της λέξης. Δε θα της επέτρεπα να με υπηρετεί στη διάρκεια της εβδομάδας. Η Άμπι δε φάνηκε να ταράζεται από τα νέα δεδομένα. Έκανε ορισμένες ερωτήσεις, αλλά σε γενικές γραμμές φάνηκε να δέχεται την κατάσταση με ηρεμία. Από την άλλη μεριά, εγώ ήμουν ανήσυχος όλη την Κυριακή. Το να πει κανείς ότι η χιονοθύελλα είχε παρεμποδίσει τα σχέδιά μου θα ήταν ένα πολύ τραβηγμένο σχήμα λιτότητας. Παρ’ όλ’ αυτά, έκρυψα όσο μπορούσα καλύτερα την ανησυχία μου, ευελπιστώντας ότι η Άμπι δε θα την ψυχανεμιζόταν. Δεν είχα τρόπο να ξέρω για πόσο θα κρατούσε ο αποκλεισμός – υπολόγισα μία εβδομάδα. Μπορείς να τα καταφέρεις για μια βδομάδα, έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου. Το σπίτι ήταν μεγάλο, και, επιπλέον, μπορούσα θαυμάσια να δουλέψω από εκεί. Τόσος πολύς χρόνος όμως με μία υποτακτική –και συγκεκριμένα με την Άμπι– με τρόμαζε. Φοβόμουν ότι δε θα μπορούσα να κρατήσω τα συναισθήματά μου κρυμμένα για μία ολόκληρη βδομάδα. Κάποια στιγμή κάτι θα τσάκιζε. Κι αυτό το κάτι μάλλον θα ήμουν εγώ.

Kuriarxos_303s462.indd 303

9/30/13 3:38:18 PM


304

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Νωρίς την Κυριακή το απόγευμα, έστειλα την Άμπι να ντυθεί και πήγα στην κουζίνα. Σπιτικά ψωμάκια και μια πλούσια σούπα με βοδινό και λαχανικά φαινόταν το ιδανικό μενού για μια τέτοια μέρα. Επιπλέον, το ζύμωμα θα κρατούσε το μυαλό μου απασχολημένο. Θα ήταν σαν να παίζω πιάνο. Η Άμπι μπήκε στην κουζίνα στις εξίμισι. Ήταν ντυμένη απλά, μ’ ένα ζιβάγκο και μπλουτζίν. Είχα περάσει ολόκληρο το Σαββατοκύριακο παρακολουθώντας το γυμνό σώμα της να περιφέρεται στο σπίτι μου, τώρα όμως συνειδητοποιούσα ότι ο πλήρως ενδεδυμένος εαυτός της μου προκαλούσε το ίδιο δέος. Της έριξα μια ματιά και, με τα μάτια του μυαλού μου, είδα όλα αυτά τα υπέροχα που έκρυβαν τα ρούχα. «Πείνασες;» τη ρώτησα, τραβώντας της μια καρέκλα για να καθίσει. «Ναι. Ευχαριστώ», είπε, παίρνοντας τη θέση της. «Μυρίζει υπέροχα». Πράγματι, η κουζίνα ευωδίαζε φρεσκοψημένο ψωμί, μαζί με νότες σκόρδου, κρεμμυδιού και σιγομαγειρεμένου βοδινού. Το ιδανικό συνοδευτικό για το χιόνι που έπεφτε έξω. Χαμήλωσα τα φώτα της κουζίνας και άναψα τα εξωτερικά. Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει και, φωτισμένο καθώς ήταν τώρα, έλαμπε γιορτινό. Φάγαμε σιωπηλά για λίγο, κοιτάζοντάς το. Κάν’ το, είπα στον εαυτό μου. Έσφιξα τη λαβή του κουταλιού μου, νιώθοντας τους παλμούς μου ν’ ανεβαίνουν. Καθάρισα το λαιμό μου. «Στη Νέα Υόρκη μεγάλωσες;» «Κυρίως». Κατάπιε μια κουταλιά ζωμό. «Μου αρέσει η πόλη. Το πώς είναι πάντα ίδια και πάντα διαφορετική». Ακούμπησα την πλάτη στην καρέκλα μου. Είδες; είπα στον εαυτό μου. Μπορείς να κάνεις συζήτηση. «Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι», της είπα. «Κι εσύ; Θέλησες ποτέ να ζήσεις κάπου αλλού;» Το σκέφτηκα για μια στιγμή. «Όχι. Κάποτε βέβαια είχα σκε-

Kuriarxos_303s462.indd 304

9/30/13 3:38:18 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

305

φτεί το Σικάγο, απλώς για να βιώσω την εμπειρία μιας διαφορετικής πόλης, αλλά οι ρίζες μου είναι εδώ: το σπίτι, η επιχείρηση, η οικογένειά μου. Δε θέλω να φύγω». Αναρωτήθηκα αν εκείνη είχε σκεφτεί να ζήσει κάπου αλλού. Η ιδέα με γέμισε ανεξήγητη θλίψη. «Εσύ;» «Όχι. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου πουθενά αλλού». Σωπάσαμε για μια στιγμή, κοιτάξαμε το χιόνι και κουβεντιάσαμε λιγάκι ακόμα περί ανέμων και υδάτων. Μετά το δείπνο, μάζεψα τα πιάτα και τα έβαλα στο πλυντήριο. Η Άμπι σκούπισε το τραπέζι και τους πάγκους, αν και της είπα ότι δεν ήταν ανάγκη να το κάνει. Μετά κι απ’ αυτό, εγώ πήγα στο καθιστικό κι εκείνη συνέχισε για τη βιβλιοθήκη. Καλύτερα, σκέφτηκα – έπρεπε να ενημερωθώ για το τι γινόταν στον έξω κόσμο. Απ’ ό,τι φαινόταν, η Άμπι ήθελε να μείνει μόνη. Ετοίμασε το πρόγευμα το επόμενο πρωί, φτιάχνοντας τη σπεσιαλιτέ της: γαλλικό τοστ με σάλτσα μπανάνας. Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει, αν και λιγότερο πυκνό τώρα. Η Άμπι μου είπε ότι το προηγούμενο βράδυ είχε τηλεφωνήσει στη Φελίσια και, απ’ ό,τι φαινόταν, ήταν μια χαρά με τον Τζάκσον. Τη διαβεβαίωσα ότι το ρετιρέ του ήταν απόλυτα ασφαλές – το ιδανικό μέρος για να περάσει κανείς μια χιονοθύελλα. Θα είχαν παρέα, και ο Τζάκσον θα τη φρόντιζε. Όταν τελειώσαμε το φαγητό, έβγαλα τον Απόλλωνα έξω κι ύστερα πήγα πάνω, στο δωμάτιό μου. Έκανα μερικά τηλεφωνήματα, διάβασα μερικά ηλεκτρονικά μηνύματα κι ύστερα έμεινα να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο, διερωτώμενος τι να ετοιμάσω για το μεσημεριανό. Είχα μόλις καταλήξει σε μια σαλάτα με κοτόπουλο, όταν δυνατά μπάσα άρχισαν ν’ ακούγονται από κάτω. Η Άμπι; Κατέβηκα τη σκάλα με τον Απόλλωνα δίπλα μου.

Kuriarxos_303s462.indd 305

9/30/13 3:38:18 PM


306

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Η Άμπι ξεσκόνιζε. Τουλάχιστον, αυτό μου φάνηκε ότι έκανε. Μ’ ένα φτερό του ξεσκονίσματος στο χέρι, στριφογύριζε στο ρυθμό της μουσικής που ξεχυνόταν δυνατή από τα ηχεία. Μαγνητισμένος, έμεινα να την κοιτάζω να χορεύει. Ήξερα ότι η Άμπι ήταν πανέμορφη, αλλά βλέποντάς τη να κινείται έτσι, παρακολουθώντας το χορό της... ένιωσα μια σχεδόν αρχέγονη παρόρμηση να ξυπνάει μέσα μου. Το τραγούδι συνεχίστηκε για κάμποσα λεπτά ακόμα, και η Άμπι ξεσκόνισε ολόκληρο το καθιστικό μου χωρίς να με πάρει καν είδηση. Καλύτερα δηλαδή – κατά πάσα πιθανότητα θα είχε σταματήσει αν είχε αντιληφθεί την παρουσία μου. Όλα τα ωραία πράγματα τελειώνουν κάποτε, όμως, και τον ίδιο κανόνα ακολούθησε και το τραγούδι. Η Άμπι πέρασε το φτερό για μια τελευταία φορά στο γωνιακό τραπεζάκι κι έκανε μεταβολή προς την πόρτα. Τινάχτηκε όταν με είδε. Την είχα πιάσει στα πράσα. «Άμπιγκεϊλ», της είπα. «Μπορείς να μου πεις τι κάνεις;» Ήταν δύσκολο να μη γελάσω. «Ξεσκονίζω». Ξεσκόνιζε. Σαν υπάλληλος. «Πληρώνω οικιακή βοηθό γι’ αυτές τις δουλειές». Κι εκείνη δεν ήταν οικιακή βοηθός μου, δεν ήταν υπάλληλός μου. «Ναι. Αλλά δε θα μπορέσει να έρθει αυτή την εβδομάδα – σωστά;» Εντάξει, δεν είχε άδικο σ’ αυτό. «Φαντάζομαι πως όχι. Αν και, αφού επιμένεις να φανείς χρήσιμη, θα μπορούσες να πλύνεις τα σεντόνια μου». Τα σεντόνια ήθελαν πράγματι πλύσιμο, ειδικά μετά από τις πρόσφατες δραστηριότητές μας, παρότι απολάμβανα το γεγονός ότι μύριζαν Άμπι. «Κάποια μου τα λέρωσε το Σαββατοκύριακο». Έβαλε τη γροθιά στο γοφό της. «Μη μου πεις! Τι θράσος!» Μου σηκώθηκε και μόνο στη σκέψη των όσων είχαμε κάνει το

Kuriarxos_303s462.indd 306

9/30/13 3:38:18 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

307

Σαββατοκύριακο. Στην κουβέντα της Κυριακής, είχα τονίσει στην Άμπι ότι δε θα πρόβαλλα σεξουαλικές απαιτήσεις στη διάρκεια της εβδομάδας – ότι θ’ αφήναμε τα πράγματα να εξελιχθούν φυσικά. Η αλήθεια όμως ήταν ότι δεν έβρισκα το σεξ καλή ιδέα. Έπρεπε να κρατήσω την αρχική συμφωνία μας, κι αυτό σήμαινε ότι δε θα κάναμε σεξ όσο μέναμε αποκλεισμένοι από το χιόνι. «Α, και μια που το ’φερε ο λόγος», είπα, καθώς μια καινούρια σκέψη έκανε την εμφάνισή της στο μυαλό μου, «θα αφαιρέσω τη γιόγκα από το πρόγραμμα εκγύμνασής σου». «Αλήθεια;» ρώτησε, και ποτέ δεν την είχα ακούσει τόσο ανακουφισμένη. «Ναι. Και θα προσθέσω το ξεσκόνισμα». Την άφησα και πήγα να ετοιμάσω το μεσημεριανό. Το μενού είχε σαλάτα κοτόπουλο. Το ίδιο πιάτο που είχε ετοιμάσει η Άμπι την επομένη της τιμωρίας της. Η δική της σαλάτα είχε κράνα και πεκάν – η δική μου ήταν πιο παραδοσιακή, αλλά όχι τόσο νόστιμη. «Δεν είναι τόσο καλή όσο η δική σου», της είπα, ακουμπώντας το πιάτο της στο τραπέζι της κουζίνας, «αλλά τρώγεται». «Σου αρέσει η σαλάτα μου;» ρώτησε. «Είσαι καταπληκτική μαγείρισσα». Δεν της το είχα πει ποτέ; «Και το ξέρεις». «Δε βλάπτει, πάντως, να το ακούω πότε πότε». Τα μάτια της... τα μάτια της μου γελούσαν περιπαικτικά. «Ναι», συμφώνησα, χαμογελώντας με νόημα. «Δε βλάπτει». Για μια στιγμή φάνηκε απορημένη, μετά όμως συνειδητοποίησε ότι την πείραζα και βιάστηκε να πει: «Κι εσύ είσαι καταπληκτικός μάγειρας». «Ευχαριστώ. Αλλά με είχες επαινέσει άλλη μία φορά στο παρελθόν για το κοτόπουλό μου». Θυμήθηκα το πρώτο μας Σαββατοκύριακο. Έπρεπε να της φτιάξω ξανά εκείνο το κοτόπουλο με το μέλι.

Kuriarxos_303s462.indd 307

9/30/13 3:38:19 PM


308

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Αναρωτιόμουν», είπε, τρώγοντας μια μπουκιά σαλάτα, «αν θα μπορούσα να βγάλω λίγο τον Απόλλωνα το μεσημέρι». Σήκωσα το κεφάλι και την κοίταξα. Είχε λίγη μαγιονέζα στη γωνία των χειλιών της. Ήθελα ν’ απλώσω το χέρι και να τη σκουπίσω. Ή να τη γλείψω. Θα μπορούσα να καθαρίσω τη μαγιονέζα γλείφοντάς την. Ο Απόλλωνας σήκωσε το κεφάλι του. Ναι, σωστά. Η Άμπι ήθελε να τον πάει βόλτα. «Καλή ιδέα. Έτσι κι αλλιώς πρέπει να βγει έξω, και φαίνεται να σε συμπαθεί». «Αν δε σε πειράζει που ρωτάω, ποια είναι η ιστορία του; Η Ιλάινα ανέφερε κάτι στην Τάμπα που μ’ έκανε να σκεφτώ ότι ίσως είχε κάποιο πρόβλημα υγείας». Πήρε την πετσέτα της και σκούπισε τη μαγιονέζα. Ε, εντάξει. Ίσως την επόμενη φορά. Συγκεντρώσου, Γουέστ. Θέλει να μιλήσετε για τον Απόλλωνα. Άπλωσα το χέρι και του έτριψα το κεφάλι. «Ο Απόλλωνας ήταν αδέσποτο. Τον πήρα πριν από περίπου τρία χρόνια. Είχε κακοποιηθεί όταν ήταν κουτάβι, πράγμα που του δημιούργησε επιθετικότητα. Αν και ποτέ δεν είχε πρόβλημα μαζί σου. Ίσως από ένστικτο – ίσως να διαθέτει κάποια έκτη αίσθηση για τους ανθρώπους». Μιλήσαμε λίγο ακόμα για τον Απόλλωνα – τα προβλήματα που είχε όταν έμενε μακριά μου για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πόσο δύσκολη υπήρξε η εκπαίδευσή του, αλλά και πόσο πολύ άξιζε τελικά τον κόπο. Η Άμπι με αιφνιδίασε με την κατηγορηματική έκφραση της αποστροφής της για τους ανθρώπους που βασάνιζαν τα ζώα. Με κάποιο τρόπο, η κουβέντα για τον Απόλλωνα μας οδήγησε στο θέμα της δωρεάς μυελού των οστών και στην απόφασή μου να γίνω δωρητής αν κρινόμουν συμβατός με κάποιο λήπτη. Ή, για να ακριβολογώ, στο ότι δεν επρόκειτο καν για απόφαση. Στο ότι δεν υπήρχε καν δίλημμα όταν κρατούσες τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου στα χέρια σου.

Kuriarxos_303s462.indd 308

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

309

«Κάποιοι δε θα το έβλεπαν έτσι», είπε η Άμπι. «Θέλω να πιστεύω ότι δε συγκαταλέγομαι στους κάποιους», είπα, προσπαθώντας να ελαφρύνω το κλίμα. Εκείνη όμως το παρεξήγησε. «Συγνώμη, κύριε». Φαινόταν έντρομη. «Δεν το εννοούσα έτσι...» «Ξέρω πώς το εννοούσες. Σε πείραζα». Χαμήλωσε το βλέμμα στο πιάτο της. «Μερικές φορές δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω αν αστειεύεσαι ή όχι». «Ε, τότε, την άλλη φορά να κρεμάσω μια ταμπέλα». Εξακολουθούσε να κρατάει το κεφάλι της κατεβασμένο. Άπλωσα το χέρι πάνω απ’ το τραπέζι και ανασήκωσα μαλακά το πιγούνι της. «Δε θέλω να μου κρύβεις τα μάτια σου όταν μου μιλάς. Είναι πολύ εκφραστικά». Μου ήταν αδύνατο να κοιτάξω αλλού μόλις το βλέμμα μου συνάντησε το δικό της. Στα βάθη των γαλανών ματιών της βρήκα τις απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που είχε θέσει ποτέ η καρδιά μου. Είδα την ίδια μου τη λαχτάρα, την ίδια μου τη μοναξιά να καθρεφτίζονται μέσα τους. Αχ, Άμπι. Εσύ ήσουν το χαμένο μου ένα τοις εκατό; Κατέβασα το χέρι μου. Θα μπορούσα άραγε να είμαι αυτό που έψαχνε η Άμπι; Τι μπορούσα να της προσφέρω; Πώς μπορούσα να γίνω το άλλο της μισό; Ήταν παράδοξο. Ήταν υπέροχο. Ήταν τρομακτικό. Πρώτη εκείνη κοίταξε αλλού, και με ρώτησε για τον Κάιλ. Ασφαλές θέμα συζήτησης. Ο Κάιλ δε συνιστούσε κίνδυνο για κανέναν. «Έχουμε έρθει κοντά», της είπα. «Κάνουμε παρέα. Πέρσι τον πήγα σε κάμποσους αγώνες μπέιζμπολ. Και ήλπιζα ότι θα κατάφερνε να έρθει στον τελικό. Ανυπομονούσε γι’ αυτό τον αγώνα». Κάθε φορά που μιλούσα για τον Κάιλ, ένιωθα ότι είχα πετύχει

Kuriarxos_303s462.indd 309

9/30/13 3:38:19 PM


310

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

πραγματικά κάτι. Κάτι σημαντικό. Φυσικά, δεν είχα κάνει τίποτα – ήταν απλώς θέμα τύχης: ο μυελός των οστών μου ήταν συμβατός με τον δικό του. Οποιοσδήποτε στη θέση μου θα είχε κάνει το ίδιο. «Γιατί δεν μπόρεσε να έρθει στον τελικό;» ρώτησε η Άμπι. «Ήταν άρρωστος», είπα, φέρνοντας κατά νου την απογοήτευση στη φωνή του όταν του τηλεφώνησα την ημέρα της αναχώρησής μας για την Τάμπα. Του χρόνου ίσως». «Η Φελίσια είπε κάτι σχετικά με το ενδεχόμενο απόσυρσης του Τζάκσον από την αγωνιστική δράση. Θα παίζει του χρόνου;» «Έτσι πιστεύω, αλλά ίσως να είναι η τελευταία του σεζόν. Ο Τζάκσον είναι έτοιμος να μαζευτεί και να νοικοκυρευτεί». Θυμήθηκα τη συζήτηση που είχα μαζί του την περασμένη βδομάδα. «Αν, δηλαδή, το θέλει και η Φελίσια». «Κι εσύ; Είσαι έτοιμος να δεχτείς τη Φελίσια ως μέλος της οικογένειας;» Δε θα το έλεγα. «Για χάρη του Τζάκσον, θα τη δεχτώ». Συνάντησα και πάλι το βλέμμα της. «Άσε που έχει και μια καταπληκτική κολλητή».

Μετά το μεσημεριανό, πήγα στο δωμάτιό μου. Ήθελα να τηλεφωνήσω στους υπαλλήλους μου, να βεβαιωθώ ότι ήταν όλοι εντάξει. Όχι κι εύκολη δουλειά, με τόσους υπαλλήλους που είχα, αλλά θα ησύχαζα μόλις μάθαινα ότι ήταν όλοι τους καλά. Και μόνο γι’ αυτό, η προσπάθεια άξιζε τον κόπο. Είχα προχωρήσει αρκετά στον κατάλογό μου, όταν άκουσα γέλιο να έρχεται απέξω. Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο. Η Άμπι κι ο Απόλλωνας έπαιζαν στο χιόνι. Η Άμπι έφτιαξε μια χιονόμπαλα και του την πέταξε. Ο Απόλλωνας άρχισε να τρέχει για να την πιάσει, μόνο και μόνο για να σταματήσει απορημένος όταν την είδε να διαλύεται μπροστά στα μάτια του.

Kuriarxos_303s462.indd 310

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

311

Αυτή η γυναίκα ανήκει εδώ, σκέφτηκα. Είναι το ένα τοις εκατό μου. Διάολε, ακόμα και το σκυλί μου είχε την ίδια γνώμη. Η αλήθεια δε θα της αρέσει καθόλου. Όταν τη μάθει, θα σε μισήσει. Ίσως όχι. Ίσως να μην την ένοιαζε. Έριξα μια ματιά στον κατάλογο με τους αριθμούς των τηλεφώνων πάνω στο γραφείο μου κι ύστερα κοίταξα ξανά έξω, την ενσάρκωση της κάθε μου ανάγκης. Οι υπάλληλοί μου θα έπρεπε να περιμένουν. Φόρεσα πιο ζεστά ρούχα και άναψα το τζάκι στη βιβλιοθήκη πριν βγω έξω. Η Άμπι έπαιζε με τον Απόλλωνα κοντά στο γκαράζ. Φαινόταν ξέγνοιαστη, χωρίς αναστολές. Ήθελα κι εγώ να νιώσω έτσι. «Μπερδεύεις το σκυλί μου», της είπα όταν του πέταξε μια ακόμα χιονόμπαλα. Γύρισε να με κοιτάξει και μου χαμογέλασε. «Λατρεύει τις χιονιές». Ο Απόλλωνας άρχισε να τρέχει, αποφασισμένος να πιάσει αυτή τη φορά το παράξενο μπαλάκι, και η Άμπι ξεκαρδίστηκε όταν τον είδε να σταματάει φρενάροντας. «Νομίζω ότι απλώς αγαπάει αυτήν που του τις πετάει». Αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου στο καινούριο παιχνίδι της. Το πείραμα πέτυχε – ο Απόλλωνας κοίταξε προς τα πίσω, είδε ότι έριξα τη χιονόμπαλα κι άρχισε να στριφογυρίζει ξετρελαμένος. «Μου έκλεψες το παιχνίδι», είπε η Άμπι. «Τώρα δε θα θέλει να παίξει μαζί μου». Ενθουσιασμένος, την κοίταξα να φτιάχνει μια χιονιά και να μου την πετάει. Είχα μεγαλώσει μ’ έναν ξάδερφο που κατέληξε επαγγελματίας παίκτης του φούτμπολ – περίμενα ότι η χιονιά της θα με πετύχαινε. Αλλά δε με πέτυχε. «Αχ, Άμπιγκεϊλ», είπα, πλησιάζοντάς την. «Αυτό που έκανες ήταν μεγάλο λάθος». «Δεν υπάρχει πιθανότητα να φοράς καμιά ταμπέλα, ε;» ρώτησε.

Kuriarxos_303s462.indd 311

9/30/13 3:38:19 PM


312

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έφτιαξα μια χιονόμπαλα. «Ούτε μία στο εκατομμύριο». Η Άμπι οπισθοχώρησε, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια. «Μου πέταξες χιονιά». Άρχισα να περνάω τη χιονόμπαλά μου από το ένα χέρι στο άλλο. Το βλέμμα της ακολουθούσε τις κινήσεις μου. «Αστόχησα». «Προσπάθησες όμως». Τράβηξα προς τα πίσω το μπράτσο μου, παριστάνοντας ότι θα της πετούσα τη χιονόμπαλα, αλλά την τελευταία στιγμή γύρισα και την πέταξα στον Απόλλωνα. Ήταν πολύ αργά όμως. Η Άμπι στρίγκλισε κι άρχισε να τρέχει πριν η χιονιά φύγει καλά καλά απ’ το χέρι μου και, την αμέσως επόμενη στιγμή, σωριάστηκε μπρούμυτα στο χιόνι. Κάλυψα τρέχοντας την απόσταση που μας χώριζε, ανυπομονώντας να βεβαιωθώ ότι δεν είχε χτυπήσει. Κι αν είχε σπάσει τίποτα; Καθώς πλησίαζα, γύρισε ανάσκελα βογκώντας. «Είσαι εντάξει;» Της άπλωσα το χέρι μου. Φαινόταν μια χαρά. Βρεγμένη, αλλά μια χαρά. Ανατρίχιασε. «Τίποτα δεν πληγώθηκε εκτός από την περηφάνια μου». Η βιβλιοθήκη θα είχε ζεσταθεί τώρα, αφού η φωτιά έκαιγε εδώ και κάμποση ώρα. Η Άμπι πήρε το χέρι μου και σηκώθηκε. «Ώρα να πάμε μέσα;» τη ρώτησα. «Για κάτι ζεστό δίπλα στο τζάκι;» Έδιωξα τις εικόνες που ξεπήδησαν αίφνης στο μυαλό μου – η Άμπι κι εγώ δίπλα στο τζάκι, με τα μέλη μπλεγμένα, με τη λάμψη της φωτιάς να παιχνιδίζει στο δέρμα της. Θυμήσου το σχέδιο, είπα στον εαυτό μου. Δεν έχει σεξ αυτή την εβδο­ μάδα. Πολύ αργά, αλλά πολύ σταθερά, το σχέδιό μου πήγαινε κατευθείαν στο διάβολο.

Kuriarxos_303s462.indd 312

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

313

Κεφάλαιο 27 ΒΟΥΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ, γυρίσαμε στο σπίτι, με την Άμπι να

φταρνίζεται διαρκώς, μουλιασμένη καθώς ήταν απ’ την κορφή ως τα νύχια. Την πήγα στη βιβλιοθήκη, την έβαλα να καθίσει κοντά στη φωτιά κι ανέβηκα πάνω να της βρω κάτι στεγνό να φορέσει. Κατεβαίνοντας, έριξα μια ματιά στην κουζίνα. Θα χρειαζόταν και κάτι ζεστό να πιει. Να έφτιαχνα καφέ; Πήγα τα ρούχα στη βιβλιοθήκη και, μπαίνοντας, το μάτι μου έπεσε στο τραπέζι που φιλοξενούσε τις καράφες με τα ποτά. Μπράντι. Όσο η Άμπι ντυνόταν, σέρβιρα δύο ποτά, κι όταν βολεύτηκε ξανά μπροστά στο τζάκι, της έδωσα το ένα ποτήρι και κάθισα δίπλα της. Το μύρισε. «Τι είναι αυτό;» «Μπράντι. Σκέφτηκα να βάλω καφέ, κατέληξα όμως ότι αυτό θα μας ζέσταινε γρηγορότερα». Στριφογύρισε το ποτήρι της. «Μάλιστα. Προσπαθείς να με μεθύσεις». «Δε συνηθίζω να προσπαθώ τίποτα, Άμπιγκεϊλ». Έδειξα με το κεφάλι το ποτό της. «Αλλά η περιεκτικότητά του σε οινόπνευμα είναι πάνω από σαράντα τοις εκατό, οπότε καλύτερα να μείνεις μόνο σ’ αυτό το ένα ποτήρι». Ήπιε μια δοκιμαστική γουλιά, και πνίγηκε λίγο καθώς το δυ-

Kuriarxos_303s462.indd 313

9/30/13 3:38:19 PM


314

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

νατό ποτό κατέβαινε στο λαρύγγι της. Μετά με κοίταξε, ανασήκωσε τους ώμους, και ήπιε μια ακόμα γουλιά. «Μμ», είπε, τόσο σιγανά, που σχεδόν δεν την άκουσα. Έγειρα στον καναπέ κι έκλεισα τα μάτια καθώς το αλκοόλ ζέσταινε αργά το σώμα μου. Ο Απόλλωνας διέσχισε το δωμάτιο κι ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια μου. Ένα συναίσθημα πληρότητας με πλημμύρισε – είχα την Άμπι δίπλα μου, απολαμβάναμε ασφαλείς τη ζεστασιά του σπιτιού μου, και ο Απόλλωνας ήταν καλά. Για μια στιγμή, μπορούσα να κλείσω τα μάτια και να σκεφτώ ότι η ζωή μου ήταν σχεδόν τέλεια. Η φωνή της Άμπι διέκοψε την ονειροπόλησή μου. «Τη βιβλιοθήκη τη βρήκες έτσι όταν αγόρασες το σπίτι ή την έφτιαξες μετά;» Άνοιξα τα μάτια. Η Άμπι καθόταν δίπλα μου, στριφογυρίζοντας ακόμα το μπράντι στο ποτήρι της. Και ήθελε να μιλήσουμε. Επιτέλους. «Το σπίτι δεν το αγόρασα», είπα, κοιτάζοντάς τη με προσοχή. «Το κληρονόμησα». Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Το πατρικό σου είναι; Εδώ μεγάλωσες;» «Ναι. Αλλά έκανα μεγάλες αλλαγές όταν το ανακαίνισα. Τότε έφτιαξα, για παράδειγμα, το δωμάτιο των παιχνιδιών». Μετακινήθηκε κοντύτερά μου. «Σου είναι δύσκολο να μένεις εδώ;» Το ίδιο με είχε ρωτήσει και η Λίντα όταν τελείωσα τις σπουδές μου και της ανακοίνωσα την απόφασή μου να μετακομίσω στο πατρικό μου. Της είχα απαντήσει μιλώντας της για την ανακαίνιση που σκόπευα να κάνω. «Έτσι νόμιζα, αλλά άλλαξα τόσο πολλά πράγματα εδώ μέσα, που το σπίτι δε θυμίζει πια εκείνο της παιδικής μου ηλικίας. Η βιβλιοθήκη, βέβαια, είναι σχεδόν όπως ήταν και τότε». Ειδικά μ’ εκείνη μέσα – η βιβλιοθήκη είχε ξαναγίνει η καρδιά του σπιτιού. Η Άμπι τη γέμιζε με φως και ζεστασιά και ζωή.

Kuriarxos_303s462.indd 314

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

315

«Οι γονείς σου πρέπει να λάτρευαν τα βιβλία», είπε. Κοίταξα γύρω μου. Οι γονείς μου αγαπούσαν πολύ τούτη τη βιβλιοθήκη. Αναρωτήθηκα αν αυτός ήταν ο λόγος που είχα παραχωρήσει το δωμάτιο στην Άμπι, αν το είχα κάνει για να ξαναδώσω στο σπίτι λίγη από την ενέργεια που είχε χαθεί με το θάνατο των γονιών μου. Η μαμά και ο μπαμπάς θα λάτρευαν την Άμπι. Οι τρεις τους θα τα πήγαιναν πολύ καλά. Με κάποιο τρόπο, ήμουν σίγουρος γι’ αυτό, παρότι ήμουν πολύ μικρός ακόμα όταν τους έχασα. «Οι γονείς μου ήταν μανιώδεις συλλέκτες. Και ταξίδευαν συχνά». Έδειξα προς το τμήμα της βιβλιοθήκης που φιλοξενούσε τους χάρτες και τους άτλαντες, φέρνοντας κατά νου τη χαρά του πατέρα μου και τον ενθουσιασμό της μητέρας μου κάθε φορά που πρόσθεταν έναν καινούριο τόμο στη συλλογή τους. «Πολλά από τα βιβλία τα βρήκαν στην Ευρώπη. Μερικά υπήρχαν για γενιές στις οικογένειές τους». «Η μητέρα μου αγαπούσε το διάβασμα, κυρίως όμως προτιμούσε τα λαϊκά αναγνώσματα». Η Άμπι άφησε το ποτήρι της στην άκρη και αγκάλιασε τα γόνατά της. «Τα λαϊκά αναγνώσματα έχουν θέση σε όλες τις βιβλιοθήκες. Στο κάτω κάτω, το σημερινό λαϊκό ανάγνωσμα μπορεί να γίνει το κλασικό του αύριο». Γέλασε σιγανά. «Κι αυτό από κάποιον που είπε ότι κανείς δε διαβάζει τους κλασικούς». Α, ώστε το θυμόταν. «Δεν το είπα εγώ». Ακούμπησα το χέρι στο στέρνο μου. «Ο Μαρκ Τουέιν το είπε. Και το ότι παρέθεσα τα λόγια του δε σημαίνει ότι συμφωνώ μαζί του». «Πες μου κι άλλα για τους γονείς σου», μου είπε, και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν εκείνη η μέρα στο νοσοκομείο, μετά το ατύχημά της. «Το απόγευμα του θανάτου τους επιστρέφαμε από το θέατρο».

Kuriarxos_303s462.indd 315

9/30/13 3:38:19 PM


316

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Χρόνια είχα να μιλήσω για το θάνατο των γονιών μου – από τότε που, μικρό αγόρι ακόμα, η Λίντα με είχε στείλει σ’ έναν ειδικό σύμβουλο. «Χιόνιζε. Οδηγούσε ο πατέρας μου. Η μητέρα μου γελούσε με κάτι. Ήταν όλα πολύ φυσιολογικά. Υποθέτω ότι συνήθως έτσι είναι». Η μαμά ήταν τόσο όμορφη. Ο μπαμπάς την κοίταξε και χαμογέλασε. Εκείνη γέλασε με κάτι που της είπε. Το αυτοκίνητο ανατράπηκε... «Ο πατέρας μου έστριψε απότομα για να αποφύγει ένα ελάφι», είπε. «Το αυτοκίνητο έπεσε σ’ ένα χαντάκι και τούμπαρε... ή, τουλάχιστον, νομίζω ότι τούμπαρε. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, και προσπαθώ να μην το σκέφτομαι». «Δεν πειράζει», μου είπε. «Δεν είναι ανάγκη να μου πεις». Ήθελα όμως να της πω. Ήθελα να μοιραστώ αυτό το κομμάτι της ζωής μου μαζί της. Το μυστικό κομμάτι. «Όχι», είπα, «δεν έχω πρόβλημα. Με βοηθάει το να μιλάω. Ο Τοντ ανέκαθεν μου έλεγε ότι έπρεπε να μιλάω περισσότερο». Το αυτοκίνητο έπεφτε για πολλή ώρα. Όταν τελικά η πτώση σταμάτησε, αναρωτήθηκα γιατί. Τι το είχε κάνει να σταματήσει; Θα ξανάρχιζε να πέφτει; «Ναθάνιελ;» «Ναθάνιελ;» Η μαμά εξακολουθούσε να ουρλιάζει. «Δεν τα θυμάμαι όλα», είπα. «Αλλά θυμάμαι τα ουρλιαχτά. Τους γονείς μου να μου φωνάζουν για να βεβαιωθούν ότι ήμουν καλά. Κι ύστερα τα βογκητά τους. Και τα ψιθυρίσματά τους. Ένα χέρι απλώθηκε προς το μέρος μου». Το χέρι της μαμάς. Δεν μπορού­ σα να το φτάσω. «Και μετά, τίποτα». Ο μπαμπάς δεν κουνιόταν πια. Γιατί ήταν τόσο σιωπηλός; Τόσο ακίνητος; «Ένας γερανός τράβηξε το αυτοκίνητο. Η μαμά και ο μπαμπάς είχαν ήδη πεθάνει, αλλά, όπως είπα, δεν τα θυμάμαι όλα». Το νοσοκομείο δε μου άρεσε. Όλοι με κοίταζαν λυπημένοι και μιλούσαν συνέχεια έξω από το δωμάτιό μου.

Kuriarxos_303s462.indd 316

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

317

Κάποιος μου έφερε ένα αρκουδάκι. Ήμουν δέκα χρονών. Πολύ μεγά­ λος για αρκουδάκια. Δεν ήθελα αρκουδάκι. Ήθελα τη μαμά μου. «Η Λίντα ήταν καταπληκτική. Της χρωστάω τόσο πολλά», είπα. «Με στήριξε πολύ». Ήπια άλλη μια γουλιά μπράντι. «Και το γεγονός ότι μεγάλωσα με τον Τζάκσον βοήθησε επίσης. Και με τον Τοντ. Και με την Ιλάινα, όταν μετακόμισε στη γειτονιά». Ήταν και οι τρεις πάντα έτοιμοι για πλάκες και παιχνίδι. Τόσο καλοί, τόσο χαρούμενοι... «Η οικογένειά σου είναι θαυμάσια», είπε η Άμπι. «Τόσο καλή, που να μη μου αξίζει», είπα καθώς σηκωνόμουν. «Και τώρα να με συγχωρείς, αλλά με περιμένει η δουλειά μου». Έπρεπε να τελειώσω μ’ εκείνα τα τηλεφωνήματα, γιατί δεν ήμουν πια δέκα χρονών. Ήμουν ολόκληρος άντρας. Και είχα ευθύνες. Η ώρα του απογευματινού παιχνιδιού είχε φτάσει στο τέλος της. Σηκώθηκε κι εκείνη. «Κι εγώ πρέπει να μαγειρέψω για βράδυ. Δώσε μου κι αυτό να το πάω στην κουζίνα». Άπλωσε το χέρι να πάρει το ποτήρι μου. Την κοίταξα βαθιά στα μάτια. Σήμερα είχα μοιραστεί μαζί της περισσότερα απ’ όσα είχα μοιραστεί ποτέ με τον οποιονδήποτε. Κι εκείνη με είχε ακούσει με προσοχή, προσφέροντάς μου την παρηγοριά της παρουσίας της. «Ευχαριστώ», της ψιθύρισα.

Όσο η Άμπι ετοίμαζε το δείπνο, τελείωσα τα τηλεφωνήματα στους υπαλλήλους μου, φροντίζοντας να βεβαιωθώ ότι ήταν όλοι τους σώοι και αβλαβείς. Πριν κατέβω για φαγητό, τηλεφώνησα στον Τζάκσον. Ήταν κατενθουσιασμένος από τη συμβίωση με τη Φελίσια, και, απ’ ό,τι φαινόταν, δεν είχε πια καμία απολύτως αμφιβολία για τη γνησιότητα των συναισθημάτων του για εκείνη. Τέλος, τηλεφώνησα στη Λίντα. Ήταν στο σπίτι όταν χτύπησε

Kuriarxos_303s462.indd 317

9/30/13 3:38:19 PM


318

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

η χιονοθύελλα, και προσπάθησε να πάει στο νοσοκομείο, τελικά όμως αναγκάστηκε να γυρίσει στη βάση της. Καταλάβαινα από τον τόνο της φωνής της ότι δεν της άρεσε καθόλου που είχε αναγκαστεί να μείνει στο σπίτι, μακριά από την ενεργό δράση στο νοσοκομείο. Μια γαργαλιστική μυρωδιά με υποδέχτηκε καθώς κατέβαινα τις σκάλες. Η Άμπι είχε φτιάξει ρολό με κιμά. Ούτε να θυμηθώ δεν μπορούσα από πότε είχα να φάω ρολό. Μου άρεσε πολύ αυτό το φαγητό, αλλά ποτέ δεν είχα κάνει τον κόπο να το φτιάξω για μένα. Μύρισα ξανά τον αέρα. Μμ, και πουρές επίσης... «Κάτι μυρίζει καταπληκτικά», είπα, παίρνοντας τη θέση μου στο τραπέζι. «Ευχαριστώ», είπε η Άμπι φέρνοντας τα πιάτα μας. «Είχα πολύ καιρό να μαγειρέψω ρολό». «Κι εγώ έχω πάρα πολύ καιρό να το φάω». Είχε τραβήξει την καρέκλα της, έτοιμη να καθίσει, το τελευταίο σχόλιό μου όμως την ακινητοποίησε. «Δε σ’ αρέσει το ρολό;» «Παρακαλώ». Της έκανα νόημα να καθίσει. «Τρελαίνομαι για το ρολό, απλώς δεν το μαγειρεύω για μένα». Άπλωσε την πετσέτα της στην ποδιά της. «Ούτ’ εγώ το φτιάχνω συχνά, αλλά είναι το αγαπημένο φαγητό του πατέρα μου». Ο πατέρας της – το άνοιγμα που έψαχνα. «Πες μου για τους γονείς σου. Τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;» Η Άμπι κατάπιε την μπουκιά της κι εγώ έφαγα μια πιρουνιά πουρέ – κόκκινες πατάτες βρασμένες με τη φλούδα, μια ιδέα σκόρδο και λίγη παρμεζάνα. Απλώς τέλειο. «Εργολάβος είναι», απάντησε η Άμπι. «Χτίζει σπίτια από τότε που τον θυμάμαι». «Και η μητέρα σου;» ρώτησα, προσπαθώντας να ακουστώ όσο πιο άνετος γινόταν. Είχα περάσει σε επικίνδυνο έδαφος. Η Άμπι με περιεργαζόταν με προσοχή. «Η μαμά έχει πεθάνει. Καρδιοπάθεια».

Kuriarxos_303s462.indd 318

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

319

Αυτό δεν το ήξερα. «Λυπάμαι». «Όλα στο πρόγραμμα είναι... Αλλά ήταν ακόμα πολύ νέα. Και μόλις είχε αρχίσει να ξαναφτιάχνει τη ζωή της μετά το χωρισμό της με τον μπαμπά». Φαινόταν απόλυτα φυσικό να τη ρωτήσω με ποιο τρόπο είχε αρχίσει να ξαναφτιάχνει η μητέρα της τη ζωή της, αλλά φοβόμουν ότι δε θα κατάφερνα να κρατήσω μυστική την ανάμειξή μου. Κι έτσι, αντί γι’ αυτό, έφαγα μια μπουκιά ρολό κι έσπευσα ν’ αλλάξω θέμα.

Την Τρίτη, μετά το πρόγευμα πήγαμε στο καθιστικό. Η Άμπι τηλεφώνησε στον πατέρα της κι εγώ κάθισα να διαβάσω τα πανταχού παρόντα ηλεκτρονικά μηνύματά μου. Ο Γιανγκ Κάι γινόταν όλο και πιο ανυπόμονος – δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι θα πήγαινα στην Κίνα. Το μόνο ερώτημα ήταν το πότε. Έριξα μια ματιά στην ατζέντα μου – τον Ιούνιο ίσως. Ή τον Ιούλιο. Η Άμπι πρέπει να βγήκε κάποια στιγμή από το δωμάτιο – το κατάλαβα ότι είχε λείψει μόνο όταν σήκωσα το κεφάλι και την είδα να επιστρέφει. Ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο έκανε το πρόσωπό της να λάμπει. «Ναι;» είπα. «Θα με βοηθήσεις με το μεσημεριανό;» Κάτι σχεδίαζε, ήμουν σίγουρος. Ό,τι και να ’ταν, όμως, σίγουρα ήταν πολύ προτιμότερο απ’ το ν’ ανησυχώ για τον Γιανγκ Κάι. «Αν μου δώσεις δέκα λεπτά». «Δέκα λεπτά είναι ό,τι πρέπει». Έφυγε, κι εγώ τέντωσα τ’ αφτιά μου, προσπαθώντας ν’ ακούσω κάτι από την κουζίνα. Μήπως χόρευε ξανά; Ήθελε πραγματικά να τη βοηθήσω να μαγειρέψει; Τι τα ήθελα τα δέκα λεπτά; Δεν μπορούσα πια να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Κάθισα στο γραφείο μου κοιτάζοντας άσκοπα τον

Kuriarxos_303s462.indd 319

9/30/13 3:38:19 PM


320

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

υπολογιστή μου, κι όταν είχαν περάσει τα οχτώ από τα δέκα λεπτά, πήγα στην κουζίνα. Η Άμπι στεκόταν μπροστά στον πάγκο, κοιτάζοντας δύο κονσέρβες χωρίς ετικέτες. «Άμπιγκεϊλ;» Δεν κουνήθηκε. «Προσπαθώ να καταλάβω τι δουλειά έχουν κονσέρβες χωρίς ετικέτες στην κουζίνα κάποιου σαν εσένα». «Η μικρή έχει ιταλικές πιπεριές», είπα πλησιάζοντας στον πάγκο. «Και η μεγάλη τα λείψανα της τελευταίας αδιάκριτης υποτακτικής που με ζάλιζε για τις χωρίς ετικέτες κονσέρβες μου». «Αλήθεια;» «Αλήθεια». «Σοβαρά τώρα», είπε και τα μάτια της άστραψαν παιχνιδιάρικα, «τι δουλειά έχουν τέτοιες κονσέρβες στα ντουλάπια σου; Η παρουσία τους και μόνο δεν παραβιάζει τουλάχιστον καμιά εκατοστή απ’ αυτούς τους αυστηρούς κανόνες που έχεις για τα πάντα;» Χαμογέλασα, ευχαριστημένος που ένιωθε αρκετά άνετα για να με πειράζει. «Η μικρή έχει στ’ αλήθεια ιταλικές πιπεριές. Κι αυτή, η μεγάλη, πρέπει να περιέχει ντομάτες από την ίδια εταιρία. Τις παρήγγειλα από το Ίντερνετ». «Τι έγιναν οι ετικέτες;» Θυμήθηκα τη μέρα που είχε φτάσει η συγκεκριμένη παραγγελία – είχαν περάσει μήνες από τότε. «Έτσι τις παρέλαβα τις κονσέρβες – γυμνές. Μάλλον είναι πιπεριές και ντομάτες, αλλά δίσταζα να τις ανοίξω, και ούτε μπήκα ποτέ στον κόπο να τις επιστρέψω. Κι αν είναι μοσχαρίσιες γλώσσες τουρσί;» Αναστέναξα. «Υποθέτω ότι δεν έχω όση πίστη χρειάζεται για να τις ανοίξω». Το ύφος της σοβάρεψε. «Ολόκληρη η ζωή είναι βασισμένη στην πίστη. Και οι ετικέτες δε συμβαδίζουν απαραίτητα με το περιεχόμενο». Όπως η δική σου ετικέτα, μου έλεγε.

Kuriarxos_303s462.indd 320

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

321

«Μερικές φορές», είπε, «πρέπει να επιστρατεύσεις όλη την πίστη σου για να δεχτείς αυτό που λέει η ετικέτα. Μη φοβάσαι το περιεχόμενο. Μπορώ να φτιάξω αριστουργήματα με το περιεχόμενο». Αχ, Άμπι. Δεν μπορείς. Απλώς δεν μπορείς. Ένα κομμάτι μου ήθελε να την πιστέψει, κι έτσι άπλωσα το χέρι κι έκλεισα την παλάμη μου γύρω απ’ το μάγουλό της. «Πάω στοίχημα ότι μπορείς», είπα, και είδα στα μάτια της ότι εκείνη πίστευε ακράδαντα σ’ αυτό που μόλις είχε πει. Δεν μπορούσα να το αντέξω – κατέβασα το χέρι μου. «Πες μου τώρα – σε τι θέλεις να σε βοηθήσω;» Με ήξερε αρκετά καλά για να μη με πιέσει. Αντί γι’ αυτό, γύρισε στον πάγκο και άνοιξε το κουτί που είχε βγάλει μαζί με τα υπόλοιπα υλικά. «Θέλω να φτιάξω ένα ριζότο με μανιτάρια, αλλά δεν μπορώ ν’ ανακατεύω το ρύζι και ταυτόχρονα να ετοιμάζω όλα τ’ άλλα. Μπορείς ν’ ανακατέψεις;» Πραγματικά ήθελε να μαγειρέψουμε μαζί; «Αν είναι για ριζότο με μανιτάρια, πολύ ευχαρίστως». Η Άμπι ακούμπησε στον πάγκο το ζωμό κοτόπουλου και το κρασί δίπλα στα λαχανικά που βρίσκονταν ήδη εκεί.«Ίσως είναι καλύτερα να βγάλεις το πουλόβερ σου. Μάλλον θα παραζεστάνει εδώ μέσα». Μη μου πεις ότι σκέφτεται να το κάνουμε...; Στην κουζίνα; Έβγαλα το πουλόβερ μου και το πέρασα στην πλάτη μιας καρέκλας. «Εγώ θα ψιλοκόψω το κρεμμύδι και τα μανιτάρια», είπε. Εσύ ξεκίνα το ρύζι». Το μπλαζέ ύφος της. Ο άνετος τρόπος της. Η κυριαρχία της στην κουζίνα. «Μας αρέσει να κάνουμε κουμάντο, βλέπω», την πείραξα. Με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι και φυτεύοντας τη γροθιά στο γοφό της. «Στην κουζίνα μου είμαστε».

Kuriarxos_303s462.indd 321

9/30/13 3:38:19 PM


322

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Τα λόγια της ξεχύθηκαν μέσα μου, διεγείροντάς με περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πιθανό. Την έσπρωξα πάνω στον πάγκο και πίεσα τη λεκάνη μου πάνω της. «Όχι. Είπα ότι το τραπέζι είναι δικό σου. Η υπόλοιπη κουζίνα είναι δική μου». Τα μάτια της σκούρυναν και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ποιο ακριβώς ήταν το σχέδιό της. Το μόνο που έμενε τώρα ν’ απαντηθεί ήταν το τι θα έκανα εγώ γι’ αυτό. «Για θύμισέ μου», είπα. «Τι ήταν αυτό που μου είπες για το ρύζι;» Άναψα το μάτι κι ετοίμασα την κατσαρόλα. Η Άμπι σήκωσε ένα μπουκάλι κρασί δείχνοντάς το μου. «Ναι, παρακαλώ», είπα, κι εκείνη σέρβιρε και στους δυο μας από ένα ποτήρι πριν αρχίσει να ψιλοκόβει το κρεμμύδι. Έβαλα το ρύζι στην κατσαρόλα και το ανακάτεψα λίγο, λαδώνοντάς το. Μετά, έριξα λίγο κρασί από το μπουκάλι. «Είσαι έτοιμος γι’ αυτό;» με ρώτησε δείχνοντάς μου τα κρεμμύδια. «Πάντα είμαι έτοιμος». Απλώς δε θα έκανα κάτι για την ετοιμότητά μου. Άλλαξα πόδι, μετακινώντας τους γοφούς μου. Ανάθεμα τη στύση μου που είχε άλλη γνώμη. Η Άμπι πέρασε κάτω απ’ το μπράτσο μου κι έριξε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι στην κατσαρόλα. «Ορίστε». Ο πισινός της πέρασε ξυστά απ’ το καυλί μου, κάνοντας τη στύση μου ακόμα πιο ανυπόφορη. Κι έπειτα έφυγε και πήγε να ψιλοκόψει τα μανιτάρια, αφήνοντάς με κολλημένο μπροστά στην κατσαρόλα, ν’ ανακατεύω. Έριξα μια ματιά στο ζωμό του κοτόπουλου. Μήπως ήταν ώρα να βάλουμε λίγο; Το πρόσεξε. «Θέλεις να σου ρίξω λίγο ζωμό;» Χωρίς να περιμένει, ξαναπέρασε κάτω απ’ το μπράτσο μου και πήρε την κανάτα. Με άγγιξε στον δικέφαλο καθώς έριχνε το ζωμό. Τυχαία.

Kuriarxos_303s462.indd 322

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

323

Γαμώτο. Ποιο είπαμε ότι ήταν το σχέδιο; Καθόλου σεξ. Όχι στη διάρκεια της εβδομάδας. Σωστά. Επιστροφή στο σχέδιο. Ίσως να είχε προσέξει πόσο αποφασισμένος ήμουν και να ετοιμαζόταν να παραδώσει τα όπλα, γιατί πέρασε τα επόμενα λίγα λεπτά ψιλοκόβοντας απλώς τα μανιτάρια. Μέχρι που ένα έπεσε στο πάτωμα και κύλησε στα πόδια μου. «Ουπς», είπε. «Θα το πιάσω εγώ». Όσο εγώ συνέχιζα το ανακάτεμα, εκείνη στριμώχτηκε ανάμεσα στο σώμα μου και στην εστία κι έσκυψε να σηκώσει το μανιτάρι, περνώντας ξυστά από το μηρό μου κι ύστερα πιάνοντάς με από τη μέση για να σηκωθεί. Ήξερα ακριβώς τι έκανε. Ναι, αλλά το σχέδιο, υπενθύμισα στον εαυτό μου. Όχι σεξ στη διάρ­ κεια της εβδομάδας. Αν όμως η Άμπι το ήθελε... Όχι. Όχι στη διάρκεια της εβδομάδας. Η αντιπαράθεση με τον εαυτό μου συνεχίστηκε όσο το ριζότο σιγόβραζε. Σκεφτόμουν ένα πράγμα κι ύστερα αποφάσιζα το εντελώς αντίθετό του. Σκεφτόμουν ότι το κουζινάτο σεξ δε θα ήταν και τόσο άσχημο κι ύστερα υπενθύμιζα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να κρατήσουμε το σεξ έξω από την άλλη, την καθημερινή σχέση μας. Και πάλι, με κάποιο τρόπο, η Άμπι πρέπει να κατάλαβε το δισταγμό μου, γιατί δεν έκανε κάποια άλλη κίνηση. Αντί γι’ αυτό, ετοίμασε τα στήθη του κοτόπουλου για το φούρνο και μου έδωσε τα ψιλοκομμένα μανιτάρια για να τα ρίξω στο φαγητό. Έπειτα έβγαλε το πουλόβερ της και συνειδητοποίησα ότι κάθε άλλο παρά είχε καταλάβει το δισταγμό μου. Σήκωσε ξανά την κανάτα με το ζωμό κοτόπουλου. «Χρειάζεσαι άλλο ζωμό;» Δεν υπήρχε πρόβλημα, μπορούσα να της αντισταθώ. «Λιγάκι». Κάτω από το πουλόβερ φορούσε μόνο ένα λευκό αμάνικο φανελάκι. Την κάρφωνα όσο έριχνε ζωμό – δεν είχε βάλει σουτιέν;

Kuriarxos_303s462.indd 323

9/30/13 3:38:19 PM


324

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Με κάποιο τρόπο, κατάφερε να ρίξει περισσότερο ζωμό πάνω της παρά στην κατσαρόλα. «Γαμώτο», είπε. «Κοίτα τι έκανα». Οι ρώγες της ξεχώριζαν κάτω από το λεπτό λευκό ύφασμα. Ήθελα να τις γευτώ... Να γευτώ εκείνη... «Μάλλον πρέπει να το βγάλω και να του ρίξω λίγο νερό πριν στεγνώσει ο λεκές, γιατί μετά θα έχω πρόβλημα. Δε θα καθαρίζει με τίποτα». Πήγε στο νεροχύτη και, ανάθεμά τη, έβγαλε το φανελάκι. Η τελευταία λογική σκέψη μου ήταν να σβήσω το φούρνο και το μάτι της κουζίνας για να μην πιάσει φωτιά το σπίτι. Κι αφού τα έκανα αυτά, την πλησίασα με μεγάλες δρασκελιές και την άρπαξα απ’ τη μέση. «Σου έχω ένα μεγαλύτερο πρόβλημα εδώ». Ήξερε για τι ακριβώς μιλούσα, αφού το βλέμμα της κατέβηκε αμέσως στη στύση μου που τσίτωνε επικίνδυνα το μπροστινό μέρος του μπλουτζίν μου. Τη σήκωσα στα χέρια και την έβαλα να καθίσει στον πάγκο, αφού έριξα στο πάτωμα ό,τι μ’ εμπόδιζε. Άκουσα κάτι να σπάει, αλλά δε γύρισα να κοιτάξω τι ήταν. Δε μ’ ένοιαζε. Ξεκούμπωσα το μπλουτζίν της και της το έβγαλα μ’ ένα τράβηγμα. Να πάρει. Δε φορούσε κιλοτάκι. Έκανα ένα βήμα πίσω για να βγάλω και το δικό μου μπλουτζίν. «Αυτό θέλεις;» Χωρίς να περιμένω απάντηση, κάλυψα ξανά την απόσταση που μας χώριζε κι εκείνη τύλιξε γύρω μου τα πόδια της. «Ναι». Τα χέρια της χώθηκαν κάτω από την μπλούζα μου κι εγώ έσυρα τον αντίχειρά μου στη ρώγα της. «Παρακαλώ», είπε. «Παρακαλώ. Τώρα». Πέρασα τις παλάμες μου στο σώμα της, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω το γεγονός ότι η Άμπι βρισκόταν ολόγυμνη στην κουζίνα μου μια τυχαία Τρίτη. Πραγματικά, αυτό δεν ήταν μέρος

Kuriarxos_303s462.indd 324

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

325

των σχεδίων μου. Δεν ήθελα να την πιέσω. Ούτε να μας μπερδέψω. «Δεν ήθελα... νόμιζα ότι...» άρχισα να λέω, αλλά τα χείλη της ήταν ήδη στο λαιμό μου. «Σκέφτεσαι υπερβολικά πολύ», μου ψιθύρισε. Ανάθεμά την, είχε δίκιο. Θα έπαυα να σκέφτομαι για το υπόλοιπο του απογεύματος. Έπιασα τα πόδια της, τα άνοιξα κι άλλο και μπήκα με μια σπρωξιά μέσα της. Η γωνία ήταν λίγο άβολη, κι έτσι μετακίνησα τους γοφούς μου κι έσπρωξα ξανά, αυτή τη φορά βαθύτερα. «Ω, διάολε, ναι. Κι άλλο», είπε καθώς τραβιόμουν. «Κι άλλο, παρακαλώ». Άρχισα να μπαινοβγαίνω με αγριότητα μέσα της, έτσι, καθισμένη καθώς ήταν στον πάγκο, σπρώχνοντας όλο και πιο δυνατά, θέλοντας να φτάνω όλο και πιο βαθιά. Προσπαθώντας να της δώσω αυτό που ήθελε, παίρνοντας ό,τι ήθελε να μου δώσει. Το κεφάλι της χτύπησε στο ντουλάπι από πάνω, και επιβράδυνα τις κινήσεις μου. Αλλά η επιβράδυνση δεν ήταν στα σχέδιά της. «Πιο δυνατά», ικέτεψε. «Παρακαλώ, πιο δυνατά». «Γαμώτο, Άμπιγκεϊλ». Την κράτησα γερά κι έσπρωξα ακόμα πιο βαθιά μέσα της. «Ξανά». Μου δάγκωσε το αφτί. «Γαμώτο. Ξανά». Τα λόγια της με κέντρισαν κι άρχισα να μπαινοβγαίνω ακόμα πιο γρήγορα και δυνατά. Ήταν τόσο ωραία να βρίσκομαι μέσα της. Ήθελα κι άλλο. Ήθελα περισσότερη Άμπι. Μετατόπισα τους γοφούς μου, κι αυτή τη φορά χτύπησα πολύ βαθιά. «Ναι», είπε ξέπνοη, με το κεφάλι της να κρέμεται πίσω. «Εκεί ακριβώς». Τα λόγια της με καύλωσαν ακόμα περισσότερο. «Εδώ;» είπα σπρώχνοντας, χτυπώντας ξανά το σημείο. «Εδώ;» Ήξερα ότι είχα χτυπήσει το ευαίσθητο σημείο της, γιατί την

Kuriarxos_303s462.indd 325

9/30/13 3:38:19 PM


326

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

άκουσα να κλαψουρίζει. Επιτάχυνα κι άλλο το ρυθμό μου οδηγώντας μας και τους δυο στο δρόμο για τον οργασμό και γλίστρησα το χέρι μου ανάμεσά μας για να τρίψω την κλειτορίδα της. «Πιο δυνατά», βόγκηξε. «Χύνω». Χώθηκα μέσα της όσο πιο δυνατά μπορούσα, πιέζοντας τον εαυτό μου να μη χύσει μέχρι να δω εκείνη να το κάνει. «Τω... τω... τώρα», τραύλισε. Σφίχτηκε γύρω μου κι εγώ βυθίστηκα όσο πιο βαθιά γινόταν, χύνοντας μέσα της, με τους μυς μου να τρέμουν καθώς επέτρεπα επιτέλους στον οργασμό να κυριεύσει το σώμα μου. Δεν μπόρεσα να μιλήσω για κάμποσα λεπτά. Γύρω μας γινόταν χαμός. Η κουζίνα είχε το χάλι της, το ριζότο είχε κρυώσει, και το κοτόπουλο μάλλον είχε παραψηθεί. Δεν έδινα δεκάρα. «Γαμώτο», είπα, όταν βρήκα επιτέλους τη φωνή μου. «Αυτό ήταν...» Τρομερό. Απίστευτο. Υπέροχο. «Ξέρω», είπε η Άμπι. «Συμφωνώ». Τη σήκωσα από τον πάγκο και την έβαλα να σταθεί. Στο συρτάρι δίπλα στο φούρνο υπήρχαν καθαρές πετσέτες, κι έτσι πήρα μία από εκεί και την καθάρισα απαλά. Ναι, ήταν τρομερό, απίστευτο, υπέροχο. Αλλά δεν μπορούσε να ξανασυμβεί.

Kuriarxos_303s462.indd 326

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

327

Κεφάλαιο 28 ΣΙΓΟΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ καθώς ετοίμαζα το δεί-

πνο. Ίσως το να μείνουμε αποκλεισμένοι για λίγες μέρες ακόμα να μην ήταν και τόσο τρομερό. Μέχρι στιγμής, τα πράγματα πήγαιναν καλά. Νωρίτερα, το μεσημέρι, είχαμε δει με την Άμπι λίγο τηλεόραση. Όταν βαρεθήκαμε να βλέπουμε ειδήσεις και δελτία καιρού, πήγαμε στη βιβλιοθήκη. Η Άμπι κάθισε μπροστά στο τζάκι κι εγώ στο γραφείο μου – παριστάνοντας ότι δούλευα, αλλά στην πραγματικότητα διαβάζοντας μια συλλογή από αποφθέγματα του Σαίξπηρ. Ο Απόλλωνας μας ακολουθούσε όπου κι αν πηγαίναμε, και τον βγάζαμε έξω εναλλάξ, πότε η Άμπι και πότε εγώ. Θα άνοιγα μία από τις χωρίς ετικέτες κονσέρβες μου. Θα έκλεινα τα μάτια, θα ευχόμουν το καλύτερο και, αν όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, θα έφτιαχνα μια πεντανόστιμη σάλτσα μαρινάρα. Η Άμπι καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας, πίνοντας ένα ποτήρι κρασί. Με ξάφνιασε που θέλησε να μου κάνει παρέα στην κουζίνα όσο μαγείρευα. Συνήθως έμενε στη βιβλιοθήκη. Όταν έπιασα το ανοιχτήρι για τις κονσέρβες, ήρθε πίσω μου και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να κρυφοκοιτάξει το περιεχόμενο της κονσέρβας. «Μια ματιά να ρίξω μόνο», είπε. Κονσέρβες χωρίς ετικέτες – ποιος να το φανταζόταν ότι θα μας διασκέδαζαν και θα κέντριζαν το ενδιαφέρον μας μ’ αυτό τον τρό-

Kuriarxos_303s462.indd 327

9/30/13 3:38:19 PM


328

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

πο. Άφησα το ανοιχτήρι στον πάγκο και σήκωσα προσεκτικά το καπάκι. «Ντομάτες», είπαμε εν χορώ όταν το κόκκινο λαχανικό αποκαλύφθηκε. «Φτου!» είπα. «Ήλπιζα ότι θα είχε μοσχαρίσια γλώσσα τουρσί ή ενοχοποιητικά κομμάτια από ανθρώπινα μέλη». Τρύπησα μια ντομάτα με το πιρούνι και τη σήκωσα. «Σκέτη απογοήτευση, ε;» «Όχι». Η Άμπι κατέβηκε ξανά στις φτέρνες της. «Είναι πάντα καλύτερα να ξέρεις». Είναι πάντα καλύτερα να ξέρεις. Πες της, επέμεινε η ενοχλητική φωνή μέσα μου. «Έχεις δίκιο», είπα. «Και θα κάνει το φαγητό μας πεντανόστιμο». Έριξα το περιεχόμενο της κονσέρβας στο τηγάνι που ήδη περίμενε. Η μυρωδιά της ζουμερής ντομάτας ενώθηκε με το άρωμα του σοταρισμένου κρεμμυδιού και των μανιταριών. Η Άμπι δε γύρισε στο τραπέζι, παρά έμεινε να στέκει πίσω μου. Έριξα μια ματιά στον πάγκο, φέρνοντας κατά νου την εικόνα της εκεί, κι αυτά που μου είχε πει όσο την έπαιρνα. Πιο δυνατά. Παρακαλώ, πιο δυνατά. «Ωραία μυρίζει», είπε, κοιτάζοντας ξανά πάνω απ’ τον ώμο μου. Αν γύριζα, θα την είχα γδύσει σε λιγότερο από δέκα δευτερόλεπτα. «Πήγαινε να καθίσεις», είπα. «Θα ήθελα να φάω τουλάχιστον ένα ζεστό γεύμα σήμερα». Δεν κουνήθηκε. «Το πρωινό ήταν ζεστό. Και το μεσημεριανό ήταν ζεστό». Έκανε μια στιγμιαία παύση. «Τουλάχιστον το κομμάτι πριν από το μεσημεριανό». «Άμπιγκεϊλ». «Κάθομαι», είπε προχωρώντας προς το τραπέζι. «Κάθομαι».

Kuriarxos_303s462.indd 328

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

329

Κατέβασα το ένα χέρι για να στρώσω διακριτικά τον καβάλο του παντελονιού μου όσο συνέχιζα ν’ ανακατεύω με το άλλο. Η σάλτσα έδενε ωραία, αλλά ήθελε λίγη ώρα ακόμα. Όσο γινόταν, θα έβγαζα τα πιάτα, κι ίσως κι ένα δεύτερο μπουκάλι... «Σήμερα, ξέρεις», μου είπε, «έκανες ένα πραγματικό άλμα προόδου». «Και ποιο ήταν αυτό;» ρώτησα, μην μπορώντας να καταλάβω πού ακριβώς το πήγαινε. «Άνοιξες τη μία από τις κονσέρβες που δεν είχαν ετικέτα», είπε, κι αμέσως ένιωσα το σώμα μου να χαλαρώνει. «Νομίζω ότι πρέπει να το γιορτάσουμε». «Τι έχεις κατά νου;» Το χαμόγελό της ήταν η προσωποποίηση της κατεργαριάς. Μπελάς. Αυτή η γυναίκα ήταν σκέτος μπελάς. «Να κάνουμε ένα πικνίκ στη βιβλιοθήκη. Γυμνοί». Όπως ήδη είπα... Άναψα το μάτι πάνω στο οποίο βρισκόταν η κατσαρόλα με το νερό. «Αυτή είναι η αντίληψή σου περί γιορτής;» «Έπρεπε να είχα ζυμώσει ψωμί για το δείπνο», είπε. Τι; Ψωμί; Τι ήταν αυτά που έλεγε; Και τι σήμαινε η ιστορία με το ψωμί; Ότι ακυρωνόταν το γυμνό πικνίκ; «Αρκετά έκανες σήμερα», είπα. Αλλά ας κάνουμε περισσότερα, έτσι κι αλλιώς. «Ναι», είπε σοβαρή σοβαρή, «αυτή είναι η αντίληψή μου περί γιορτής». Δόξα τω Θεώ. «Εντάξει. Γυμνό πικνίκ στη βιβλιοθήκη. Σε μισή ώρα». Τινάχτηκε την ίδια στιγμή απ’ την καρέκλα. «Πάω να ετοιμάσω». «Θα βρεις κουβέρτες στην ντουλάπα με τα ασπρόρουχα», της φώναξα καθώς έφευγε.

Kuriarxos_303s462.indd 329

9/30/13 3:38:19 PM


330

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Σέρβιρα τα μακαρόνια στα πιάτα μας κι ύστερα έριξα από πάνω μπόλικη μαρινάρα. Γυμνό πικνίκ στη βιβλιοθήκη... Και πήγαινε περίπατο το σχέδιο. Για άλλη μια φορά. Αλλά είχε σημασία; Και τι θα γινόταν, δηλαδή, αν κάναμε σεξ; Στο κάτω κάτω, η βιβλιοθήκη ήταν το δωμάτιό της. Και είχαμε ξανακάνει σεξ εκεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει τότε. Γιατί το αποψινό να είναι διαφορετικό; Η φωνή του Τοντ ήχησε στ’ αφτιά μου: «Μια σχέση όπως η δική σας προϋποθέτει απόλυτη ειλικρίνεια και εντιμότητα...» Αγνόησα τη φωνή του Τοντ. Ήταν ώρα για πικνίκ. Γδύθηκα στο δωμάτιο του πλυντηρίου και μπήκα στη βιβλιοθήκη. Χοντρές κουβέρτες κάλυπταν το πάτωμα και μισή ντουζίνα μαξιλάρια ήταν ριγμένα μπροστά στη βιβλιοθήκη. Και η Άμπι... Η Άμπι καθόταν στο κέντρο όλων αυτών – με τα μακριά μαλλιά της ν’ αγγίζουν τις κορυφές των θηλών της, το ένα πόδι ανασηκωμένο, να αποκαλύπτει το γυμνό, γυαλιστερό... «Χρειάζεσαι βοήθεια;» με ρώτησε. Κατάπια. Με δυσκολία. «Όχι, τα καταφέρνω. Μισό λεπτό ν’ αφήσω το δίσκο και θα φέρω τα ποτά μας. Θα συνεχίσεις με κρασί;» «Παρακαλώ». Το κόλπο έπιασε. Ο μικρός περίπατος ως το κάτω πάτωμα όπου βρισκόταν το κελάρι με ηρέμησε όσο χρειαζόταν για να μπορέσω να κρατήσω υπό έλεγχο το καυλί μου. Επέστρεψα στην Άμπι και σέρβιρα και στους δυο μας κρασί. Την κοίταξα να φέρνει μια πιρουνιά μακαρόνια στο στόμα της και να δοκιμάζει τη χωρίς ετικέτα σάλτσα μαρινάρα μου. Έφαγε αμέσως και δεύτερη μπουκιά, κι ύστερα τρίτη.

Kuriarxos_303s462.indd 330

9/30/13 3:38:19 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

331

«Καταπληκτική είναι», είπε, τυλίγοντας στο πιρούνι της μία ακόμα μπουκιά. «Τα συγχαρητήριά μου στον σεφ». «Στις χωρίς ετικέτες κονσέρβες», είπα, σηκώνοντας το πιρούνι μου και προσπαθώντας να πάρω τα μάτια μου από το στόμα της και από άλλα σημεία του σώματός της. «Στις χωρίς ετικέτες κονσέρβες», επανέλαβε, σηκώνοντας το δικό της πιρούνι. Μα, τι διάολο... Με κάποιο τρόπο, σάλτσα με ντομάτες από κονσέρβα χωρίς ετικέτα διένυσε πετώντας τη μικρή απόσταση από το πιρούνι της Άμπι στο... Χαμήλωσα το βλέμμα. «Λέρωσες με σάλτσα το πουλί μου». Στη φωνή της κρυβόταν ένα χαμόγελο. «Ουπς». «Καθάρισέ το. Αμέσως». Ανέβασα το βλέμμα μου. Δεν προσπαθούσε καν να κρύψει το χαμόγελο. «Ξάπλωσε». Μου πήρε το πιάτο και το ακούμπησε δίπλα μου. Τρελό. Ήταν τρελό. Για κάποιο λόγο, είχα φανταστεί το σεξ να συμβαίνει μετά το φαγητό. «Άμπιγκεϊλ». Ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους μου και μ’ έσπρωξε. «Θέλεις να χρησιμοποιήσω πετσέτα;» Όχι, διάολε. Ήθελα να καθαρίσει τη σάλτσα γλείφοντάς την. Ακούμπησα το κεφάλι μου στα μαξιλάρια κι έκλεισα τα μάτια νιώθοντας το ένα χέρι της να κατεβαίνει στο στέρνο μου. «Τη μαρινάρα, Άμπιγκεϊλ». Τα δάχτυλά της άγγιξαν τις ρώγες μου. «Θα φτάσω κι εκεί». «Φτάσε. Πιο γρήγορα». Δεν άκουγε. Ξεκίνησε από το στέρνο μου κι άρχισε να κατεβαίνει χωρίς να βιάζεται, φιλώντας και γλείφοντας και πιπιλώντας και γδέρνοντας με τα δόντια της τους κοιλιακούς μου. Μετά με δάγκωσε, κάτω ακριβώς από τον αφαλό μου.

Kuriarxos_303s462.indd 331

9/30/13 3:38:19 PM


332

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έσφιξα τις γροθιές μου. Εντέλει έφτασε εκεί που την ήθελα – και φύσηξε ζεστό αέρα στο κεφάλι του καυλιού μου. Με βασάνιζε η αναθεματισμένη. Το σώμα μου έτρεμε από προσμονή για το στόμα της. Κι έπειτα, επιτέλους, επιτέλους, έβγαλε τη γλώσσα της και μ’ έγλειψε. Γαμώτο. Μη σταματάς. Δε σταμάτησε, αλλά ούτε με πήρε στο στόμα της. Αντί γι’ αυτό, έπαιξε μαζί μου – ρουφώντας μόνο την άκρη μου, γλείφοντάς την, και παίζοντας το υπόλοιπο καυλί μου με τα χέρια της. Με τρέλαινε. Ήθελα όσο τίποτα να σπρώξω και να χωθώ ως το λαρύγγι της, έμεινα ακίνητος όμως, με τις γροθιές μου ακόμα σφιγμένες. Και ακριβώς τη στιγμή που δεν το περίμενα, με πήρε ως μέσα. Με πήρε ολόκληρο στο στόμα της, χαλαρώνοντάς το καθώς το κεφάλι μου χτυπούσε το λαρύγγι της. «Γαμώτο», είπα. Με άφησε. «Μπορώ να σταματήσω». «Όχι, διάολε, όχι. Γύρνα προς τα δω. Θέλω να γευτώ το γλυκό μουνάκι σου». Υπάκουσε στην εντολή μου. Άρπαξα τους γοφούς της, γυρίζοντας τα σώματά μας στη στάση του εξήντα εννιά, κι ύστερα έχωσα τη γλώσσα μου βαθιά μέσα της. Εκτόνωσα την ανάγκη μου ηδονίζοντάς την. «Μμμμ». Έγλειψα την κλειτορίδα της. «Πιο γλυκό κι απ’ το καλύτερο κρασί. Και θα σε πιω μέχρι την τελευταία σταγόνα». Άρχισα να κάνω ακριβώς αυτό, κι εκείνη με πήρε ως το λαρύγγι. Οι κινήσεις του ενός καθρέφτιζαν εκείνες του άλλου – οι γλειψιές και τα ρουφήγματά της αντικατόπτριζαν τα δικά μου. Όποτε δάγκωνα την κλειτορίδα της, τα δόντια της σέρνονταν κατά μήκος του καυλιού μου. Την έγλειψα ξανά, κι εκείνη κατέβασε τη λεκάνη της κοντύτερα στο πρόσωπό μου.

Kuriarxos_303s462.indd 332

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

333

Μας γύρισα στο πλάι για να έχουμε καλύτερη πρόσβαση ο ένας στον άλλο. Έτσι, μπορούσα να χωθώ βαθύτερα μέσα της, κι εκείνη ανταποκρίθηκε κουνώντας τη λεκάνη της πάνω στη γλώσσα μου. Έχωσα τρία δάχτυλα μέσα της και την ένιωσα να βογκάει γύρω απ’ το καυλί μου. Σ’ αρέσει αυτό, ε; Έγλειψα την κλειτορίδα της και κούνησα τα δάχτυλά μου μέσα της. Προσπάθησα να φτάσω στο σημείο που είχα βρει το περασμένο Σαββατοκύριακο, αλλά ήταν πολύ δύσκολο σ’ αυτή τη στάση. Έπειτα την ένιωσα να σέρνει το δάχτυλό της απ’ τ’ αρχίδια μου ως τον πισινό μου και, ενστικτωδώς, έσπρωξα βαθύτερα μέσα στο στόμα της. Η τριβή που δημιουργούσε το στόμα της στο καυλί μου ήταν εκπληκτική. Απίστευτη. Και το ότι ήξερα πως την ικανοποιούσα ταυτόχρονα –το ότι ένιωθα τους γοφούς της να κουνιούνται πάνω στα δάχτυλά μου– μ’ έκανε να σπρώχνω ακόμα πιο δυνατά μέσα της. Βόγκηξε ξανά, στέλνοντας δονήσεις σ’ όλο το μήκος μου, και ρούφηξα την κλειτορίδα της σέρνοντας απαλά τα δόντια μου πάνω της. Η Άμπι άρχισε να τρέμει κι ύστερα το σώμα της σφίχτηκε καθώς ο οργασμός την κατέκλυζε. Τη δάγκωσα απαλά κι έχυσε ξανά, παίρνοντάς με βαθύτερα στο στόμα της. Βόγκηξα νιώθοντας την επέλαση του δικού μου οργασμού κι έχυσα στο στόμα της. Το κατάπιε όλο. Απόθεσα μικρά φιλιά στο γυμνό μουνί της και άπλωσα να την τραβήξω στην αγκαλιά μου. Την κράτησα τυλίγοντας τα αδύναμα τώρα μπράτσα μου γύρω της. «Τα μακαρόνια κρύωσαν», είπε, με το στόμα της στο στέρνο μου. Χάιδεψα την πλάτη της. «Ποιος τα γαμεί τα μακαρόνια». Εντέλει, όμως, ανακάθισα, τραβώντας τη μαζί μου. «Πρέπει να φάμε».

Kuriarxos_303s462.indd 333

9/30/13 3:38:20 PM


334

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Η ερώτηση χόρευε στα μάτια της, δεν τη διατύπωσε όμως. Ναι, Άμπι. Φαγητό αυτή τη φορά. Της έδωσα το πιάτο της και πήρα το δικό μου. Τα μακαρόνια δεν ήταν και τόσο άσχημα κρύα – φαντάσου δηλαδή πώς θα ήταν ζεστά. Μόλο που, αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε ζεστά μακαρόνια και στην Άμπι... ε, η Άμπι θα κέρδιζε με διαφορά. Όπως κάθε φορά. Τώρα, κοίταζε τα μακαρόνια της συνοφρυωμένη, σχεδόν βλοσυρή. Τι σκεφτόταν; Τι είχε φέρει αυτό το ύφος της απόλυτης συγκέντρωσης στο πρόσωπό της; Μου έριξε μια ματιά και κατέβασα γρήγορα το βλέμμα στο πιάτο μου. «Πόσο καιρό είσαι στο ρόλο του κυρίαρχου;» Α, ήθελε να κάνει προσωπικές ερωτήσεις. Ένιωσα κάτι δυσάρεστο, σαν σφίξιμο στο στομάχι μου. «Σχεδόν δέκα χρόνια». «Είχες πολλές υποτακτικές;» Με κολάρο ή χωρίς; Και όρισε το πολλές. Διάλεξα όμως την εύκολη διαφυγή. «Υποθέτω ότι αυτό εξαρτάται από το πώς ορίζεις το “πολλές”». Γύρισε τα μάτια της στο ταβάνι, απτόητη. «Ξέρεις τι εννοώ». Μολονότι με ευχαριστούσε το γεγονός ότι ένιωθε αρκετά άνετα για να μου κάνει τέτοιες ερωτήσεις, έπρεπε να θέσω ορισμένους βασικούς κανόνες αν δεν ήθελα η κουβέντα να πάρει ανεξέλεγκτη τροπή. «Δε με πειράζει να κάνουμε αυτή τη συζήτηση, Άμπιγκεϊλ. Στο κάτω κάτω, βρισκόμαστε στη βιβλιοθήκη σου. Δεν είμαι υποχρεωμένος, όμως, να απαντάω σε όλες τις ερωτήσεις σου». Και πάλι, το ύφος της πρόδινε την αποφασιστικότητά της. «Σωστό». «Ρώτα λοιπόν». Η πρώτη ερώτησή της με ξάφνιασε. «Ήσουν ποτέ στο ρόλο του υποτακτικού;»

Kuriarxos_303s462.indd 334

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

335

Θυμήθηκα την περίοδο της εκπαίδευσής μου με τον Πολ – τις διάφορες σκηνές στις οποίες με είχε εκπαιδεύσει, τις λίγες φορές που μου είχε αναθέσει το ρόλο του υποτακτικού. Η σχέση μας δεν ήταν σεξουαλική, ο Πολ όμως πίστευε ότι ένας κυρίαρχος έπρεπε να έχει βιώσει την εμπειρία της υποταγής. «Ναι», είπα, και είδα τα μάτια της ν’ ανοίγουν διάπλατα. «Αλλά όχι για πολύ – για μια δυο σκηνές μόνο», βιάστηκα να προσθέσω. Παράξενο, αλλά η Άμπι δεν επέμεινε στο συγκεκριμένο θέμα. Δε με ρώτησε τίποτα γι’ αυτές τις σκηνές. «Χρησιμοποίησε ποτέ κάποια υποτακτική σου τη λέξη ασφαλείας της;» είπε αντί για οτιδήποτε άλλο. «Όχι», απάντησα, θέλοντας να δω την αντίδρασή της. «Ποτέ;» «Ποτέ, Άμπιγκεϊλ». Πρώτα εκείνη απέστρεψε το βλέμμα. «Κοίταξέ με», είπα, γιατί ήθελα να συνειδητοποιήσει την αλήθεια των λόγων μου. «Ξέρω πόσο καινούρια είσαι σε όλο αυτό, Άμπιγκεϊλ, και θέλω να σε ρωτήσω: έφτασα ποτέ στο σημείο να σε πιέσω περισσότερο απ’ όσο αντέχεις;» «Όχι», είπε. «Σε αντιμετώπισα με υπομονή και ενδιαφέρον; Φρόντισα να καλύψω όλες σου τις ανάγκες;» «Ναι». «Πιστεύεις ότι δεν αντιμετώπισα με υπομονή και ενδιαφέρον τις προηγούμενες υποτακτικές μου; Ότι δε φρόντισα να καλύψω όλες τους τις ανάγκες;» Είχε καταλάβει. Το έβλεπα στα μάτια της. «Ω». «Σε ξεκίνησα μαλακά, γιατί αντιμετωπίζω τη σχέση μας ως σχέση διαρκείας, υπάρχουν όμως τόσο πολλά που μπορούμε να κάνουμε μαζί». Έσυρα το ακροδάχτυλό μου κατά μήκος του μπράτσου της. «Τόσο πολλά πράγματα για τα οποία είναι ικανό το σώμα σου, κι εσύ δεν το γνωρίζεις καν. Και ακριβώς όπως εσύ

Kuriarxos_303s462.indd 335

9/30/13 3:38:20 PM


336

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

θα πρέπει να μάθεις να με εμπιστεύεσαι, έτσι κι εγώ θα πρέπει να γνωρίσω το κορμί σου». Ξεροκατάπιε και αναρίγησε. «Πρέπει να μάθω τα όριά σου, γι’ αυτό προχωρώ αργά. Υπάρχουν όμως ακόμα πολλά, πάρα πολλά άγνωστα νερά που περιμένουν να τα ανακαλύψουμε». Τύλιξα τα δάχτυλά μου γύρω από το μπράτσο της και το έσφιξα. «Κι εγώ θέλω να τα εξερευνήσω όλα». Αρκετά, Γουέστ. «Απαντάει στην ερώτησή σου αυτό;» «Ναι». «Άλλες ερωτήσεις;» Η Άμπι ίσιωσε την πλάτη της. «Αφού οι προηγούμενες υποτακτικές σου δε χρησιμοποίησαν τη λέξη ασφαλείας τους, τότε πώς έληξε η σχέση σας;» Ήταν η στιγμή να της πω ότι η Μπεθ έφυγε επειδή δεν μπορούσα να της προσφέρω αυτό που ήθελε; Ή μήπως με ψάρευε για τη λέξη ασφαλείας; «Όπως λήγει κάθε σχέση», είπα, δίνοντάς της την πιο ακίνδυνη απάντηση που μπορούσα να της δώσω. «Απομακρυνθήκαμε, κι ύστερα τράβηξε ο καθένας το δρόμο του». «Είχες ποτέ ερωτική σχέση με κάποια που δεν ήταν υποτακτική σου;» Ανάθεμά σε, Ιλάινα. Μόλις σε πιάσω στα χέρια μου... «Ναι», απάντησα κοφτά. Δύο σκοτεινιασμένα μπλε μάτια με κρυφοκοίταξαν. «Πώς πήγε αυτό;» Δεν πήγε. Ήταν μια φρικτή αποτυχία. Εγώ ήμουν μια φρικτή αποτυχία. Εγώ, ο Ναθάνιελ Γουέστ, που δεν αποτύγχανα ποτέ σε τίποτα, είχα αποτύχει με τη Μέλανι. «Για να είσαι εσύ εδώ τώρα, πώς λες να πήγε;» είπα, επιλέγοντας ξανά την ασφαλέστερη λύση. «Να υποθέσω ότι η ερώτησή σου ήταν ρητορική».

Kuriarxos_303s462.indd 336

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

337

«Η Μέλανι ήταν;» Εντάξει – αυτό ήταν. Μόλις τελειώναμε το φαγητό, θα τηλεφωνούσα στην Ιλάινα. Δεν είχε καμιά δουλειά να μιλάει στην Άμπι για την προσωπική μου ζωή. «Τι σου είπε η Ιλάινα;» «Ότι η Μέλανι δεν ήταν υποτακτική σου». Αναστέναξα ανακουφισμένος. Η Ιλάινα δεν μπορούσε να ξέρει τους λόγους του χωρισμού μου με τη Μέλανι. Μπορούσε; «Προτιμώ ν’ αφήνω τις τελειωμένες σχέσεις μου στο παρελθόν. Το τι έκανε ή δεν έκανε η Μέλανι δεν έχει καμία απολύτως επίπτωση στη δική μας σχέση». Χαμήλωσε το βλέμμα της κι άρχισε να σπρώχνει με το πιρούνι όσα μακαρόνια είχαν απομείνει στο πιάτο της. Την είχα αναστατώσει. «Αν ήθελα να είμαι με τη Μέλανι, Άμπιγκεϊλ, θα ήμουν με τη Μέλανι. Αλλά είμαι εδώ, μαζί σου». «Έκανες ποτέ γυμνό πικνίκ με τη Μέλανι;» Γυμνό πικνίκ με τη Μέλανι; Προσπάθησα να το φανταστώ. Στο πάτωμα εννοείς, Ναθάνιελ; Χωρίς ρούχα; Αστειεύεσαι, ε; Πες μου ότι αστειεύεσαι. «Όχι», απάντησα. «Ποτέ». Χαμογέλασε θριαμβευτικά. «Άλλες ερωτήσεις;» «Όχι. Προς το παρόν, όχι». Δόξα τω Θεώ. Γιατί, όσο και να με ευχαριστούσε το γεγονός ότι η Άμπι ένιωθε αρκετά γενναία για μου κάνει τόσο προσωπικές ερωτήσεις, υπήρχαν κάποια πράγματα που δεν ήμουν έτοιμος να συζητήσω. Κι ακόμα είχα μιάμιση βδομάδα στη διάθεσή μου πριν αναγκαστώ να το κάνω.

Kuriarxos_303s462.indd 337

9/30/13 3:38:20 PM


338

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 29 Η ΙΛΑΪΝΑ ΤΟ ΣΗΚΩΣΕ στο δεύτερο κουδούνισμα.

«Εμπρός», είπε. «Ιλάινα Γκραντ Γουέλινγκ», είπα, όσο πιο αυστηρά μπορούσα. «Τι; Τι έκανα;» «Αν ήθελα να μάθει η Άμπι τις λεπτομέρειες της σχέσης μου με τη Μέλανι, θα τις της είχα πει ο ίδιος». Πήγα στο παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου και κοίταξα έξω, εκεί όπου η Άμπι έπαιζε με τον Απόλλωνα. Ήθελε να τον βγάλει μια τελευταία φορά πριν πέσει για ύπνο, και δεν είχα καμία απολύτως αντίρρηση: για την ακρίβεια, δεν την ήθελα μέσα στο σπίτι όσο θα μιλούσα με την Ιλάινα. «Α, αυτό». «Ναι, αυτό». «Δεν είπα τίποτα στην Άμπι, εκτός από το ότι η Μέλανι δεν ήταν υποτα...» Έκανε μια παύση. «Σου το είπε η Άμπι». «Δε με πειράζει να ξέρεις για τον τρόπο ζωής μου. Με πειράζει όμως ν’ ανακατεύεσαι». «Πώς ανακατεύτηκα, δηλαδή, λέγοντας στην Άμπι ότι η Μέλανι δεν ήταν υποτακτική σου;» Ανακατεύτηκες επειδή, λέγοντάς της για τη Μέλανι, την έκανες να ανα­ ρωτηθεί γιατί απέτυχε η σχέση μου μαζί της. Και γιατί από ορκισμένος κυ­

Kuriarxos_303s462.indd 338

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

339

ρίαρχος, αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι “φυσιολογικό”, μόνο και μόνο για να επιστρέψω έπειτα από λίγο στην προηγούμενη κατάστασή μου. «Ανακατεύεσαι κάθε φορά που λες στην υποτακτική μου κάτι που έχω επιλέξει να μην της πω εγώ». «Στην υποτακτική σου;» «Ναι, στην υποτακτική μου». «Μόνο αυτό είναι η Άμπι για σένα;» «Τι σκατά εννοείς, Ιλάινα; Δεν έχεις ιδέα πώς είναι να έχει κανείς υποτακτική. Τι σημαίνει». Έριξα άλλη μια ματιά έξω απ’ το παράθυρο και είδα την Άμπι να σκύβει και να χαϊδεύει το κεφάλι του Απόλλωνα. Αναστέναξα – ο καβγάς μου δεν ήταν με την Ιλάινα. «Δε θέλω να το συζητήσω μαζί σου. Δεν έχεις ιδέα για τον τρόπο ζωής μου, και δεν έχω καμία διάθεση να σου εξηγήσω απόψε τις λεπτομέρειες». «Απλώς σκέφτηκα ότι κάποια στιγμή ίσως η Άμπι θελήσει περισσότερα. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν για σένα... κάτι ξεχωριστό, ιδιαίτερο». Αυτό το κάτι στη ζωή μου. Έκλεισα τα μάτια. «Η ζωή μου είναι δική μου, Ιλάινα», είπα. «Άφησέ με να τη χειριστώ όπως νομίζω καλύτερα». «Εντάξει, έχεις δίκιο. Με συγχωρείς. Σου υπόσχομαι να μην ανακατευτώ ξανά». Κλείσαμε αφού κουβεντιάσαμε λιγάκι για τη χιονοθύελλα. Στο τέλος, η Ιλάινα με ρώτησε αν ήθελα να μιλήσω στον Τοντ, αλλά της είπα απλώς να του δώσει τους χαιρετισμούς μου. Άνοιξα μια ιδέα το παράθυρο. Μόνο όσο χρειαζόταν για να μπει λίγος καθαρός αέρας στο δωμάτιο, μαζί με τον αέρα, όμως, μπήκε και το γέλιο της Άμπι. Ο ήχος του μου ζέσταινε την καρδιά, ακριβώς όπως ο κρύος αέρας μού πάγωνε το σώμα. Πήγα στο κρεβάτι μου και κάθισα. Γιατί να είναι όλα τόσο περίπλοκα; Γιατί είχα βάλει την Άμπι στη ζωή μου; Θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν την είχα αφήσει εκεί όπου βρισκόταν τόσα χρόνια:

Kuriarxos_303s462.indd 339

9/30/13 3:38:20 PM


340

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

στη σφαίρα των ονείρων μου. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να την ονειρεύομαι χωρίς ποτέ να τη γνωρίσω. Να την παρακολουθώ χωρίς ποτέ να την πλησιάσω. Εκείνη σε πλησίασε. Επειδή σε ήθελε. Με ήθελε για κυρίαρχο, και μόλις πριν από λίγο της είχα πει στη βιβλιοθήκη ότι είχα φροντίσει για όλες της τις ανάγκες, ότι τις είχα ικανοποιήσει. Αλλά ήταν ψέμα. Δεν ήμουν πάντα υπομονετικός και τρυφερός. Είχα αποτύχει μαζί της όπως είχα αποτύχει και με τη Μέλανι. Ίσως και περισσότερο. Σίγουρα περισσότερο. Και παρ’ όλ’ αυτά, είναι ακόμα εδώ. Επειδή δεν ξέρει. Βόγκηξα κι έχωσα με δύναμη τα δάχτυλα στα μαλλιά μου. Δεν μπορούσα πια να σκεφτώ λογικά. Τίποτα δεν ήταν λογικό. Τίποτα. Είχα μιάμιση βδομάδα στη διάθεσή μου για να της πω την αλήθεια, κι εγώ περνούσα την ώρα μου διαβάζοντας Σαίξπηρ και κάνοντας γυμνά πικνίκ. Άκουσα βήματα στη σκάλα και σηκώθηκα να συναντήσω την Άμπι στην πόρτα. Ο Απόλλωνας μπήκε πρώτος στο δωμάτιό μου κι έτριψε την κρύα μύτη του στο απλωμένο χέρι μου. Η Άμπι μπήκε πίσω του. «Μούσκεμα έγινε», μου είπε. «Προσπάθησα να τον στεγνώσω, αλλά...» Ο Απόλλωνας ακούμπησε τη βρεγμένη πατούσα του στο γόνατό μου κι ένιωσα την υγρασία να περνάει μέσα απ’ το παντελόνι μου. «Ε, τι να περιμένεις μ’ αυτό τον καιρό», είπα. «Ευχαριστώ που τον έβγαλες». Τον χάιδεψε μια τελευταία φορά. «Μ’ αρέσει να παίζω μαζί του – έχει πολλή πλάκα». Γύρισε να φύγει. Δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από το να την πάρω στην αγκαλιά μου και να της ομολογήσω τα πάντα. Να μουρμουρίσω στ’ αφτί της πόσο πολύ την ήθελα. Να της πω ότι ήταν το ένα τοις

Kuriarxos_303s462.indd 340

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

341

εκατό μου – αυτό το κάτι που έλειπε απ’ τη ζωή μου. Να τη φιλήσω, γαμώ το κέρατό μου. «Άμπιγκεϊλ;» Γύρισε και με κοίταξε με προσμονή. «Μάλιστα, κύριε;» Το λάθος όνομα είπες, μαλάκα. Αν ήθελες να της πεις ότι είναι το ένα τοις εκατό σου, κι αν ήθελες να το πιστέψει, έπρεπε να την αποκαλέσεις όπως την αποκαλεί όλος ο κόσμος: Άμπι. Ούτ’ ένα πράγμα δεν μπορείς να κάνεις σωστά. Και γι’ αυτό δε θα ’πρεπε καν να προσπαθήσω. «Καληνύχτα», ψιθύρισα. Ένα γλυκό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της. «Καληνύχτα».

Το επόμενο πρωί, έμεινα στο δωμάτιό μου ώσπου να την ακούσω να κατεβαίνει στην κουζίνα. Μόλις άκουσα ντουλάπια ν’ ανοιγοκλείνουν, πέταξα το βιβλίο μου στο κομοδίνο και πήγα να τη βρω. Το φως του ήλιου ξεχυνόταν απ’ τα παράθυρα της κουζίνας, φωτίζοντας ιδανικά την Άμπι που χόρευε με μια πιρούνα στο χέρι. Μπήκα μέσα κι ακούμπησα στον πάγκο. «... θα της επιμείνω πως λάμπει σαν τριαντάφυλλο πρωινό λουσμένο απ’ τη δροσιά...»* είπα και χαμογέλασα. Σταμάτησε το χορό και πήγε στην εστία για να γυρίσει ατάραχη το μπέικον στο τηγάνι. «Έχεις μαγεία στα χείλη σου!»** Της άρεσε. Ήθελε να παίξει. «Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή», είπα, «κι οι ανθρώποι κι οι άντρες κι οι γυναίκες όλοι παίζουν...»*** * Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Το Ημέρωμα της Στρίγκλας, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2001. (Σ.τ.Μ.) ** Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ερρίκος ο Εʹ, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2006. (Σ.τ.Μ.) *** Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Όπως Αγαπάτε, μτφρ. Βασίλης Ρώτας, εκδ. Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2009. (Σ.τ.Μ.)

Kuriarxos_303s462.indd 341

9/30/13 3:38:20 PM


342

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Η ζωή δεν είναι παρά μια σκιά που περπατά, ένας φτωχός ηθοποιός που παίρνει πόζες». Πήρε το τηγάνι κι άδειασε τα αβγά σε μια πιατέλα. «Και σπαταλά το χρόνο του πάνω στη σκηνή και μετά δεν ακούγεται πια».* Ήταν ώρα για το βαρύ πυροβολικό. Πήγα στην εστία και στάθηκα εκεί όπου θ’ αναγκαζόταν να με κοιτάξει. Παίρνοντας την πιο δραματική πόζα που μπορούσα να πάρω, ακούμπησα το ένα χέρι στο στέρνο μου και τέντωσα το άλλο προς το παράθυρο. «Σιγά! Ποιο φως χαράζει σ’ εκείνο το παράθυρο; Είναι η ανατολή, ο ήλιος μου, η Ιουλιέτα! Πρόβαλε, ωραίε ήλιε, και σκότωσε τη φθονερή σελήνη Που ήδη αρρώστησε και χλόμιασε απ’ το κακό της Γιατί εσύ, η ακόλουθός της, είσαι ομορφότερη!»** Η Άμπι γέλασε, και το γέλιο της ήταν βάλσαμο στ’ αφτιά μου. Τι ήταν αυτό που με είχε ανησυχήσει; Δεν μπορούσα να θυμηθώ πια. Με κοίταξε γεμάτη σοβαρότητα. «Να κάτσω πάνω σε γαϊδούρι εγώ; Ποτέ!» Από το Ημέρωμα της Στρίγκλας ήταν αυτό; «Οι γυναίκες είναι φτιαγμένες για να μας κάθονται», παρέθεσα τον επόμενο στίχο, ανίκανος να κρύψω την περηφάνια απ’ τη φωνή μου.*** Η Άμπι έσβησε το αναμμένο μάτι, ακούμπησε το τηγάνι πάνω σ’ ένα ξύλο κοπής στον πάγκο και γύρισε να με κοιτάξει. «Δεν έχω άλλο λόγο, παρά μόνο τον γυναικείο: τον κρίνω έτσι γιατί, απλούστατα, τον κρίνω έτσι».**** * Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Μακμπέθ, μτφρ. Γιάννης Κόντος-Αντρέας Θεοχάρης. (Σ.τ.Μ.) ** Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2007. (Σ.τ.Μ.) *** Από το Ημέρωμα της Στρίγκλας. (Σ.τ.Μ.) **** Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Οι Δύο Άρχοντες Από τη Βερόνα, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2002. (Σ.τ.Μ.)

Kuriarxos_303s462.indd 342

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

343

Γέλασα. Ανάθεμά την, ήταν καλή. Κι εγώ είχα αρχίσει να στεγνώνω επικίνδυνα από σαιξπηρικά παραθέματα. Είχα ένα ακόμα. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποιο που να ταιριάζει απόλυτα, αλλά εκείνο που βρήκα, ελαφρώς προσαρμοσμένο, ήταν εξίσου καλό: «Αχ, κακούργα, κακούργα... που δείχνεις συνέχεια να χαμογελάς, καταραμένη κακούργα!»* «Με αποκάλεσες κακούργα!» «Κι εσύ με αποκάλεσες γαϊδούρι». «Ισοπαλία;» Προσποιήθηκα ότι το σκεφτόμουν. «Αυτή τη φορά», είπα τελικά. «Θα ήθελα όμως να καταγραφεί ότι κοντεύω να σε φτάσω». Μετέφερε το μπέικον σε μια μικρή πιατέλα. «Σύμφωνοι. Και μια που αναφέρθηκες μεταφορικά στο τρέξιμο, πρέπει να χρησιμοποιήσω το γυμναστήριό σου σήμερα. Πρέπει να γράψω μερικά χιλιόμετρα στο διάδρομο». «Κι εγώ πρέπει να κάνω τζόγκινγκ». Είχε τηγανίσει στην εντέλεια το μπέικον, κρατώντας το τραγανό χωρίς να το κάψει. «Έχω δύο διαδρόμους. Μπορούμε να γυμναστούμε μαζί».

Αφού μάζεψα τα πιάτα του μεσημεριανού, πήγα στη βιβλιοθήκη. Κατά το αναμενόμενο, η Άμπι καθόταν κουλουριασμένη στο πάτωμα μ’ ένα βιβλίο στα χέρια και τον Απόλλωνα στο πλευρό της. Κάθισα στο γραφειάκι της γωνίας. Κάτι το ριζότο με μανιτάρια, κάτι το γυμνό πικνίκ, την προηγούμενη μέρα είχα δουλέψει ελάχιστα. Άνοιξα το φορητό υπολογιστή μου κι άρχισα να απαντάω σε ηλεκτρονικά μηνύματα. Λίγες ώρες αργότερα, χτύπησε το κινητό μου. Κοίταξα την οθόνη. Ήταν ο Τζάκσον. * Παράφραση από τον Άμλετ, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2007. (Σ.τ.Μ.)

Kuriarxos_303s462.indd 343

9/30/13 3:38:20 PM


344

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Τζάκσον», είπα, κοιτάζοντας την Άμπι να σηκώνεται και να βγαίνει απ’ το δωμάτιο. «Ναθάνιελ», ψιθύρισε ο Τζάκσον. «Τι παίζει;» Χαμήλωσα την ένταση της φωνής μου για να τον μιμηθώ. «Γιατί ψιθυρίζεις;» «Δε θέλω να μ’ ακούσει η Φελίσια». Ω, όχι. Είχε στραβώσει κάτι; Κοίταξα έξω. Το χιόνι είχε αρχίσει να λιώνει. Αν η Φελίσια είχε μαλώσει με τον Τζάκσον, μάλλον θα μπορούσε να επιστρέψει χωρίς πρόβλημα στο διαμέρισμά της. Αναρωτήθηκα για μια στιγμή αν η Άμπι θα ήθελε να μείνει ως την Κυριακή χωρίς να επιστρέψει καθόλου στο δικό της... «Ναθάνιελ;» είπε ο Τζάκσον. «Συγνώμη, αφαιρέθηκα. Τι έλεγες;» Άφησε ένα νευρικό γελάκι. «Θα το κάνω». Ειλικρινά δεν είχα ιδέα για τι πράγμα μιλούσε. «Τι θα κάνεις;» Η ένταση της φωνής του χαμήλωσε ακόμα περισσότερο. «Θα της κάνω πρόταση». «Τι πρόταση;» «Έλα, Ναθάνιελ, συγκεντρώσου. Πρόταση. Θα ζητήσω από τη Φελίσια να με παντρευτεί». «Αλήθεια;» Εστίασα την προσοχή μου στην οθόνη του υπολογιστή μπροστά μου περιμένοντας τον εγκέφαλό μου να επεξεργαστεί αυτό που μόλις είχα ακούσει. «Θα το κάνεις;» «Τρελό, ε;» Δεν περίμενε να του απαντήσω. «Αλλά μου φαίνεται τόσο σωστό. Απλώς ξέρω ότι είναι σωστό. Ξέρεις αυτό που λένε όλοι – ότι απλώς το καταλαβαίνεις όταν βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος; Ε, εγώ το κατάλαβα». Η καρδιά μου άρχισε να βροντοχτυπάει. Το καταλαβαίνεις; Έτσι απλά; Τόσο εύκολο είναι; Αναρωτιέσαι αν έχεις δίπλα σου τον κατάλληλο άνθρωπο και μετά –μπαμ– ξέρεις ότι τον έχεις; «Εεε... Τζάκσον... δεν ξε...» τραύλισα. «Δεν ξέρω τι να... συγχαρητήρια».

Kuriarxos_303s462.indd 344

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

345

«Ευχαριστώ, δικέ μου, αλλά άκου – μην το πεις στην Άμπι. Ας αφήσουμε τη Φελίσια να της κάνει έκπληξη». «Υποθέτεις ότι θα δεχτεί». «Και βέβαια θα δεχτεί. Δεν υποθέτω – το ξέρω». Καθώς κλείναμε, ένιωσα τον εαυτό μου να ετοιμάζεται για την επικείμενη μάχη. Τη μάχη ανάμεσα στον Ναθάνιελ που ήξερε ότι δε θα τα κατάφερνε σε μια φυσιολογική σχέση και στον Ναθάνιελ που ήθελε απεγνωσμένα να προσπαθήσει. Πήρα μια στοίβα χαρτιά απ’ το γραφείο και τα ξεφύλλισα, χωρίς στην πραγματικότητα να καταλαβαίνω τι κοίταζα. Δεν είσαι φυσιολογικός και δε θα γίνεις ποτέ, είπα στον εαυτό μου. Δέξου το και συνέχισε τη ζωή σου. Αυτό που έχεις τώρα με την Άμπι είναι καλό – γιατί να το καταστρέψεις; Η Άμπι είναι ευχαριστημένη. Το ίδιο κι εσύ. Απόλαυσε αυτό που έχετε. Ξεφύλλισα ξανά τα χαρτιά. Σύνελθε, Γουέστ. Δεν αλλάζει τίποτα επειδή ο Τζάκσον και η Φελίσια θα παντρευτούν. Τον έχεις σαν αδερφό, θα έπρεπε να χαίρεσαι για κείνον. Και χαιρόμουν. Χαιρόμουν για τον Τζάκσον και τη Φελίσια. Γιατί όμως να μην μπορώ να έχω... «Ναθάνιελ Γουέστ».

Kuriarxos_303s462.indd 345

9/30/13 3:38:20 PM


346

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 30 ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ τινάχτηκε προς τα πάνω.

Τι διάολο...; Μόνο αυτό μου έλειπε. Δε μου έφτανε η σύγχυσή μου, τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσω και την Άμπι που είχε τη φαεινή ιδέα να εμφανιστεί στη βιβλιοθήκη αποκαλώντας με με τ’ όνομά μου. Δεν της είχα πει να με αποκαλεί «κύριο» σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας; Στένεψα τα μάτια και προσπάθησα να θυμηθώ – ναι, της το είχα πει. Ήταν ένας από τους κανόνες που είχα θέσει την Κυριακή το πρωί. Ποτέ της δεν είχε παρακούσει σκόπιμα δια­ ταγή μου, οπότε, τι στο διάβολο σκάρωνε τώρα; Και γιατί είχε τα χέρια της κρυμμένα πίσω; «Να υποθέσω ότι θα ζητήσεις συγνώμη γι’ αυτό το ολίσθημα, Άμπιγκεϊλ», είπα. «Δε θα κάνω τίποτα τέτοιο». Έφερε τα χέρια της μπροστά και μου έδειξε το κουτί με τις σοκολάτες που φυλούσα στην κουζίνα. «Τι είναι αυτό;» Τι σκατά είχαν πάθει όλοι σήμερα! Η μέρα γινόταν όλο και πιο παρανοϊκή με κάθε λεπτό που περνούσε. Με αποκαλούσε με το μικρό μου όνομα εξαιτίας ενός κουτιού με σοκολάτες; Σοβαρά τώρα; Ίσως το μόνο που χρειαζόταν για να επαναφέρω την τάξη να ήταν ένα αυστηρό βλέμμα. Άφησα τα χαρτιά κατά μέρος και της

Kuriarxos_303s462.indd 346

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

347

έριξα μια θανατηφόρα ματιά. «Σοκολάτες είναι, Άμπιγκεϊλ. Το λέει και στο κουτί». Δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση της, ούτε όταν με είδε να σηκώνομαι από τη δική μου. «Ξέρω τι είναι, Ναθάνιελ. Αυτό που θέλω να μάθω είναι τι γυρεύουν στην κουζίνα». Η μέρα δε γινόταν απλώς όλο και πιο παρανοϊκή – πήγαινε εντελώς κατά διαόλου! Τι σκατά την είχε πιάσει και με ρωτούσε γιατί φυλούσα σοκολάτες στην κουζίνα μου; «Το τι γυρεύουν στην κουζίνα μου δεν είναι δική σου δουλειά», της είπα. Μου κούνησε το κουτί. «Είναι και παραείναι», είπε, «γιατί οι σοκολάτες δεν περιλαμβάνονται στη δίαιτά σου». Δεν περιλαμβάνονται στη δίαιτά μου; Μα, εγώ δεν είχα δίαιτα. Εκείνη είχε πρόγραμμα διατροφής... Α... Α! Ήθελε παιχνίδι ρόλων. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι η Άμπι δεν ήταν κυριαρχικός τύπος, αν όμως ήθελε να παίξει λιγάκι, ε, τότε... Ένα κομμάτι μου μου έλεγε ότι ήταν επικίνδυνο να θολώσω κι άλλο τα όρια. Ένα άλλο όμως ήθελε να διαπιστώσει πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει η Άμπι. Της είχα πει ότι η κρεβατοκάμαρά μου και το δωμάτιο των παιχνιδιών ήταν εκτός ορίων όλη τη βδομάδα, μέχρι την Παρασκευή το απόγευμα. Πού θα έκανε ό,τι σκόπευε να κάνει; Το είχε σχεδιάσει ή ήταν αυθόρμητο; Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να μάθω. «Νομίζεις ότι κάθομαι και σχεδιάζω προγράμματα για την υγεία και την καλή φυσική σου κατάσταση επειδή βαριέμαι και δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω;» είπε, με το θρίαμβο να λάμπει στο βλέμμα της. «Απάντησέ μου». Αυτά ακριβώς της είχα πει το βράδυ που την είχα τιμωρήσει. Ξεσταύρωσα τα χέρια μου και τα άφησα να πέσουν στο πλάι. «Όχι, Αφέντρα».

Kuriarxos_303s462.indd 347

9/30/13 3:38:20 PM


348

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Άφησε έναν βαθύ, θεατρινίστικο αναστεναγμό. «Είχα σχέδια γι’ απόψε, Ναθάνιελ. Αντί γι’ αυτό, τώρα θα πρέπει να περάσουμε το απόγευμα κλεισμένοι μέσα, ασχολούμενοι με την τιμωρία σου». Δεν ήξερα τι είχε σχεδιάσει, για εκείνη τη μία στιγμή όμως, ούτε που μ’ ένοιαζε. «Λυπάμαι τόσο πολύ που σε απογοήτευσα, Αφέντρα». «Θα λυπάσαι ακόμα περισσότερο όταν τελειώσω μαζί σου. Ανεβαίνω στο δωμάτιό μου. Έχεις δέκα λεπτά για να έρθεις να με βρεις». Έκανε μεταβολή και βγήκε από τη βιβλιοθήκη. Έριξα μια ματιά στον Απόλλωνα και χαμογέλασα. «Πήγαινε στην κουζίνα, Απόλλωνα». Ο Απόλλωνας με κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι του στο πλάι κι ύστερα σήκωσε το πόδι του κι έξυσε τον αέρα. «Το εννοώ». Μ’ ένα βαρύ αναστεναγμό, ο Απόλλωνας βγήκε από τη βιβλιο­ θήκη αφήνοντάς με μόνο. Περιττό να πω ότι οι σκέψεις μου είχαν σκορπίσει. Τι σκάρωνε η Άμπι; Μέχρι πού θα την άφηνα να το τραβήξει; Αν επρόκειτο για πραγματική σκηνή στην οποία είχα το ρόλο του υποτακτικού, έπρεπε να μπω στο δωμάτιο της Άμπι γυμνός. Αφού όμως απλώς παίζαμε, αποφάσισα να μη γδυθώ. Ανέβηκα τις σκάλες με χίλιες σκέψεις να γυρίζουν στο κεφάλι μου. Χρειαζόμουν ένα σχέδιο. Έπρεπε ν’ αποφασίσω για πόσο θα άφηνα το παιχνίδι να συνεχιστεί και τι ακριβώς θα επέτρεπα στην Άμπι να κάνει. Να προσδιορίσω σε ποια χρονική στιγμή θα έβαζα τέλος στο αστειάκι της. Πώς όμως μπορούσα να σχεδιάσω οτιδήποτε χωρίς να ξέρω τι είχε σχεδιάσει εκείνη; Θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει στην κουζίνα: Σκέφτεσαι υπερ­ βολικά πολύ. Είχε δίκιο, βέβαια. Πράγματι σκεφτόμουν υπερβολικά πολύ. Γι’ απόψε, λοιπόν, θα έπαυα να σκέφτομαι και απλώς θα άφηνα

Kuriarxos_303s462.indd 348

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

349

τον εαυτό μου ελεύθερο – θα φερόμουν αυθόρμητα. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε σχεδιάσει η Άμπι, ήξερα ότι μπορούσα να το χειριστώ, κι αν χρειαζόταν κάποια στιγμή να σταματήσω το παιχνίδι, θα το έκανα. Ήταν απλό αν το καλοσκεφτόσουν. Στεκόταν κοντά στα πόδια του κρεβατιού της, ντυμένη με την ασημιά ρόμπα που φορούσε εκείνη τη μέρα. Τη μέρα που της είχα περάσει το κολάρο μου. Ήταν ακόμα πιο όμορφη σήμερα, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό. Σταύρωσε τα μπράτσα της στο στήθος και χτύπησε το πόδι της στο πάτωμα. «Τι έχεις να πεις για τη συμπεριφορά σου, Ναθάνιελ;» Ναθάνιελ. Ο τρόπος που άρθρωνε τ’ όνομά μου. Ο τρόπος που έβγαινε από τα χείλη της. Έσκυψα το κεφάλι για να μη φανεί πόσο με επηρέαζε. «Τίποτα, Αφέντρα». «Κοίταξέ με». Ω, όχι, παρακαλώ, όχι. Οτιδήποτε εκτός απ’ αυτό. Αν την κοίταζα, θα καταλάβαινε. Θα καταλάβαινε τα πάντα. Δε θα μπορούσα πια να της κρυφτώ. Αλλά πάλι, δεν ήθελα πια να της κρύβομαι. Είχα κουραστεί να της κρύβομαι. «Δεν είμαι αφέντρα», μου είπε. «Είμαι θεά». Έσπρωξε τη ρόμπα απ’ τους ώμους της, αποκαλύπτοντας το υπέροχο σώμα της. «Και θα με λατρέψεις». Για μια στιγμή, η αλήθεια των λόγων της με καθήλωσε. Είχε δίκιο. Ποτέ της δεν είχε περισσότερο δίκιο. Ήταν θεά. Και έπρεπε να τη λατρεύουν. Απόψε δε θα έκανα τίποτα λιγότερο από το να της το αποδείξω. Θα της έδειχνα ακριβώς τι μου έκανε, τι μ’ έκανε να νιώθω. Και ίσως, σε αντάλλαγμα, θα μου έδειχνε κι εκείνη.

Kuriarxos_303s462.indd 349

9/30/13 3:38:20 PM


350

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ξεχνώντας εντελώς το παιχνίδι των ρόλων, πήγα κοντά της, εκμηδενίζοντας την απόσταση που μας χώριζε. Την αγκάλιασα και την τράβηξα να καθίσουμε στο κρεβάτι της. Την κοίταξα βαθιά στα μάτια. Τι ήταν αυτό το πράγμα που ένιωθα κάθε φορά που την κοιτούσα; Τι ήταν αυτό που μόνο εκείνη μπορούσε να μου κάνει; Εκείνη και καμία άλλη; Τι είχα κάνει για να αξίζω όσα μου έδινε; Μόνο για ένα ήμουν σίγουρος: η Άμπι ήταν το ένα τοις εκατό μου, κι ανάθεμά με αν συνέχιζα να το αρνούμαι. Με δική του βούληση, το χέρι μου σηκώθηκε για να χαϊδέψει το μάγουλό της. «Άμπι», ψιθύρισα, αγαλλιάζοντας στην ελευθερία που έκρυβε το όνομά της. «Αχ, Άμπι». Μόνο λέγοντάς το. Λέγοντας τ’ όνομά της... Πώς γινόταν κάτι τόσο απλό να συγκλονίζει ολόκληρη την ύπαρξή μου; Να νιώθω λες και είχα βρει τελικά αυτό που αναζητούσα σ’ όλη μου τη ζωή; Ήταν δική μου και ήμουν δικός της, κι αν ο κόσμος καταστρεφόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, θα πέθαινα γνωρίζοντας την πιο ιερή αλήθεια. Και παρ’ όλ’ αυτά λαχταρούσα περισσότερα. Χρειαζόμουν περισσότερα. Είχα ανάγκη... Τα χείλη της. Ιχνηλάτησα το στόμα της με τον αντίχειρά μου. «Φιλί του πό­ θου...» Δεν μπορούσα να τελειώσω το στίχο. Ήταν πολύ – πάρα πολύ για μένα. Έτρεμα ολόκληρος από την προσπάθεια να συγκρατηθώ. Κι επειδή η Άμπι ήταν το ένα τοις εκατό μου, κατάλαβε αμέσως τι εννοούσα. Ήξερε τι ήταν αυτό που δεν είχα καταφέρει ν’ αρθρώσω. «...έχει στα χείλη», ολοκλήρωσε. Δεν άντεχα άλλο. Είχα απαρνηθεί την πιο σφοδρή επιθυμία μου για πάρα πολύ καιρό. Είχα αρνηθεί τον εαυτό μου – προσπαθώντας να τον πείσω ότι το φιλί στο στόμα θα έκανε τη σχέση μας

Kuriarxos_303s462.indd 350

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

351

πολύ προσωπική, είχα δημιουργήσει έναν κανόνα που δεν είχε νόη­ μα και που δεν μπορούσε να τηρηθεί. Έτσι κι αλλιώς, ο κανόνας δεν είχε φέρει κανένα αποτέλεσμα. Έγειρα προς τα μπρος, προσπαθώντας να μη βιαστώ, θέλοντας να απολαύσω και να τιμήσω τη στιγμή. Ήμουν τόσο κοντά της, που μπορούσα σχεδόν να τη γευτώ, να νιώσω την ανάσα της ζεστή πάνω στα χείλη μου. Ανάσανα βαθιά κι ύστερα, πολύ απαλά, ακούμπησα τα χείλη μου στα δικά της. Ω Θεέ μου. Σίγουρα το σώμα μου δε θ’ άντεχε την αγαλλίαση που ανάβλυζε μέσα μου. Σίγουρα αυτό το εύθραυστο σαρκίο δεν ήταν φτιαγμένο για ν’ αντέξει τόσο βαθύ συναίσθημα. Η καρδιά μου όμως εξακολουθούσε να χτυπάει στο στήθος μου, κι έτσι πήρα κουράγιο και τη φίλησα ξανά. Ζούσα ακόμα – ή, μάλλον, η ζωή μου μόλις άρχιζε. Δεν ήμουν σίγουρος τι απ’ τα δυο. Ήξερα ότι ποτέ δε θα μπορούσα να τη χορτάσω. Ποτέ δε θα κουραζόμουν να νιώθω τα χείλη της στα δικά μου, ποτέ δε θα κουραζόμουν να την κρατάω στην αγκαλιά μου. Το άπληστο κάθαρμα μέσα μου ικέτεψε για περισσότερα, και δεν ήταν πια αρκετό ν’ αγγίζω απλώς τα χείλη της – έπρεπε να την καταβροχθίσω. Και να την αφήσω να με καταβροχθίσει κι εκείνη. Κράτησα το πρόσωπό της στις παλάμες μου και τη φίλησα ξανά. Για περισσότερη ώρα. Και πάλι όμως απαλά – ήταν μια θεά αντάξια λατρείας, κι εγώ δεν ήμουν παρά ένας ταπεινός μαθητής που λαχταρούσε το δώρο του αγγίγματός της. Η γλώσσα μου ιχνηλάτησε το περίγραμμα των χειλιών της, δοκιμάζοντας τη γεύση τους, ερεθίζοντάς τα. Η Άμπι μισάνοιξε τα χείλη της και η καρδιά μου σφίχτηκε από κατάπληξη. Θα μου έκανε αυτή την τιμή. Μετά απ’ όλα όσα είχα πάρει από εκείνη, ήταν διατεθειμένη να μου χαρίσει ακόμα περισσότερα. Συνειδητοποίησα αμέσως ότι η γεύση της θα εντυπωνόταν στη

Kuriarxos_303s462.indd 351

9/30/13 3:38:20 PM


352

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μνήμη μου μέχρι το τέλος της ζωής μου. Τα δάχτυλά της χώθηκαν στα μαλλιά μου. Βόγκηξα καθώς με τραβούσε κοντά της. Μου ξεκούμπωσε το πουκάμισο χωρίς να διακόψει το φιλί μας και, εξίσου γρήγορα, το κατέβασε από τους ώμους μου κι έσυρε τις παλάμες της πάνω στο στέρνο μου. Ω Θεέ μου. Ναι, Άμπι. Άγγιξέ με. Κατάφερα εντέλει να τραβηχτώ από την αγκαλιά της και σηκώθηκα να βγάλω το παντελόνι μου, μη σταματώντας στιγμή να την κοιτάζω. Μου άνοιξε την αγκαλιά της. «Αγάπησέ με, Ναθάνιελ». Να την αγαπήσω; Τι ήταν αυτό; Αγαπούσα την Άμπι; Αυτό εννοούσε ο Τζάκσον; Αυτό ήταν που είχαν ο Τοντ με την Ιλάινα; Όχι βέβαια. Κανείς άλλος δεν είχε βιώσει ποτέ τόσο έντονα συναισθήματα όσο αυτά που βίωνα εκείνη τη στιγμή εγώ. Αλλά αν η λέξη αγάπη ήταν ο μόνος τρόπος για να περιγραφούν... ας ήταν κι έτσι. Αγάπη. Αγαπούσα την Άμπι. Πόσο ανόητος υπήρξα. «Πάντα το έκανα, Άμπι». Τη σήκωσα όρθια και την έσφιξα άλλη μια φορά στην αγκαλιά μου. «Πάντα». Την ξάπλωσα μαλακά στο κρεβάτι, φιλώντας την ξανά, επιτρέποντας στην αλήθεια των όσων ένιωθα για κείνη να μας κατακλύσει. Αυτή τη φορά, αντίθετα με τις άλλες, δεν ακούστηκαν λόγια, γιατί τα λόγια ήταν περιττά. Ήταν σαν να την άγγιζα για πρώτη φορά. Ακόμα και τα χέρια της στο σώμα μου μου έδιναν την αίσθηση του πρωτόγνωρου. Άγγιζαν όπως το είχαν κάνει τόσες φορές, και ερέθιζαν και εξερευνούσαν –ναι–, αυτή τη φορά όμως πίσω από το κάθε άγγιγμα, πίσω από το κάθε χάδι υπήρχε ένα καινούριο νόημα. Σ’ αγαπώ, έλεγαν τα δάχτυλά μου καθώς σέρνονταν ανάλαφρα στα μπράτσα της.

Kuriarxos_303s462.indd 352

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

353

Σ’ αγαπώ, αποκρίνονταν τα δικά της, διατρέχοντας την πλάτη μου. Τα χείλη της χόρευαν πάνω στα δικά μου, και τα στόματά μας κινούνταν μαζί στο χορό μιας χωρίς όρια και χωρίς τέλος αγάπης. Η ένωσή μας ήταν αργή, γεμάτη ένταση. Έκλεισα τα μάτια καθώς το συναίσθημα ξεχυνόταν ορμητικό μέσα μου, έκλεισα τα μάτια γιατί μου ήταν αδύνατο να το αντέξω. Όλη μου τη ζωή χρησιμοποιούσα το σεξ ως μέσο σωματικής ικανοποίησης. Πάντα φρόντιζα να ανταποδίδω αυτή την ικανοποίηση στις παρτενέρ και τις υποτακτικές μου, αλλά ήταν μόνο αυτό – ανούσια ηδονή. Τώρα ήξερα την αλήθεια. Το σεξ μπορούσε να είναι, έπρεπε να είναι πολύ περισσότερα. Κάνοντας σεξ, έπρεπε να χρησιμοποιώ το σώμα μου όχι μόνο για να δίνω ή να παίρνω ηδονή, αλλά για να δείχνω αγάπη, να δίνω αγάπη, να δίνω τον εαυτό μου. Αυτή η αλήθεια έσκασε μέσα μου καθώς τελείωνα, κι ένα δάκρυ ξέφυγε απ’ τα μάτια μου. Έπειτα κράτησα την Άμπι σφιχτά στην αγκαλιά μου. Χάιδεψα τα μαλλιά της, ανίκανος να πάρω τα χέρια μου από πάνω της. Μ’ ένα στεναγμό ικανοποίησης, εκείνη γύρισε, ακούμπησε το κεφάλι της στο μέρος της καρδιάς μου και μέσα σε λίγα λεπτά αποκοιμήθηκε. Ο ύπνος δεν ήταν το ίδιο εύκολος για μένα. Η πραγματικότητα δεν άργησε να με συνθλίψει. Τι είχαμε κάνει; Τι είχα κάνει; Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα απεγνωσμένα να κρατηθώ απ’ το συναίσθημα που ένιωθα μέχρι πριν από λίγα λεπτά να με κατακλύζει. Αλλά δεν ήμουν αρκετά δυνατός, και οι δαίμονες γύρισαν να με κυνηγήσουν. Θα με μισούσε γι’ αυτό που είχα μόλις κάνει. Θα με μισούσε όταν ανακάλυπτε ότι την είχα εξαπατήσει. Μπορεί να έμενε μαζί

Kuriarxos_303s462.indd 353

9/30/13 3:38:20 PM


354

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

μου για ένα διάστημα, τελικά όμως θα κατέληγε να νιώθει για μένα μονάχα οίκτο. Και ήξερα ότι τον οίκτο δεν μπορούσα να τον αντέξω. Τα βλέμμα της θα σκλήραινε με κάθε μέρα που περνούσε, καθώς θα ανακάλυπτε ότι δεν μπορούσα να είμαι αυτό που ήθελε εκείνη να είμαι. Και τι σήμαινε η προηγούμενη επιφοίτησή μου; Ότι ολόκληρη η ζωή μου ως κυρίαρχος ήταν κάτι λιγότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε να είναι; Πώς ήταν δυνατό να συμφιλιώσω αυτό που ήμουν με αυτό που ένιωθα; Έσφιξα τα μπράτσα μου γύρω από το παραδομένο στον ύπνο σώμα της. Πώς μπορούσα να της προσφέρω κάτι λιγότερο απ’ αυτό που άξιζε; Και καθώς η νύχτα βάθαινε, κατάλαβα. Την αγαπούσα. Θα έκανα τα πάντα, τα πάντα, γι’ αυτήν. Θα την άφηνα να φύγει.

Kuriarxos_303s462.indd 354

9/30/13 3:38:20 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

355

Κεφάλαιο 31 ΚΟΙΤΑΞΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ της Άμπι το ξυπνητήρι στο κομο-

δίνο – δύο ακριβώς. Τέσσερις περίπου ώρες ακόμα πριν αναγκαστώ ν’ αφήσω το κρεβάτι της. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να εντυπώσω στη μνήμη μου ολόκληρη την ύπαρξή της. Πήρα βαθιά ανάσα και οσφράνθηκα τη γλυκιά μυρωδιά των μαλλιών της· κατέβασα το κεφάλι μου και αγαλλίασα στο λουλουδάτο άρωμα της επιδερμίδας της. Χάιδεψα την πλάτη της, φέρνοντας κατά νου το πώς τεντωνόταν σε τόξο όταν κάναμε έρωτα, κάθε φορά που εκείνη προσπαθούσε να με τραβήξει κοντύτερά της, το πώς το σώμα της έτρεμε καθώς τα κύματα της ηδονής μάς κατέκλυζαν και τους δυο. Τώρα το σώμα της ήταν χαλαρό, παραδομένο στην ηρεμία του ύπνου, παρότι τα χάδια μου συγχρονίζονταν στο ρυθμό της ομαλής, σταθερής αναπνοής της. Ανέβασα ξανά το χέρι μου κι ακούμπησα την παλάμη μου στον αυχένα της. Το δέρμα της ήταν τόσο απαλό, τόσο αψεγάδιαστο. Τέλειο, όπως και καθετί άλλο πάνω της. Κοιμόταν με τα χείλη της να σχηματίζουν ένα άψογο όμικρον. Έγειρα το κεφάλι μου έτσι που τα δικά μου σχεδόν να τα αγγίξουν, πριν το κάνουν όμως, σταμάτησα τον εαυτό μου – δεν είχα πια δικαίωμα στα χείλη της. Όχι μ’ αυτό που θα έκανα σε λίγες ώρες από τώρα. Κι έτσι, αντί να τη φιλήσω στα χείλη, φίλησα απα-

Kuriarxos_303s462.indd 355

9/30/13 3:38:20 PM


356

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

λά το λαιμό της. Είχε τη γεύση του σεξ και του ιδρώτα – μια γλυκόπικρη υπενθύμιση αυτών που είχαμε βιώσει μαζί. «Συγχώρεσέ με», ψιθύρισα με τα χείλη πάνω στο δέρμα της. «Δε θα εννοώ λέξη απ’ αυτά που θα πω. Ελπίζω μόνο...» Σταμάτησα. Τι ήλπιζα; Ότι θα καταλάβαινε; Δεν μπορούσα να το περιμένω αυτό. Ότι κάποια μέρα θα με συγχωρούσε; Ίσως. Ίσως, πολλά χρόνια μετά. Ήλπιζα ότι δε θα πληγωνόταν; Δεν ήμουν τόσο τυφλός ή ανόητος ώστε να πιστεύω ότι δε θα πληγωνόταν. Το ήξερα ότι θα την πλήγωνα. Ή μήπως κάποιο μικρό κομμάτι μου ήλπιζε ότι θα καταλάβαινε πως δεν το εννοούσα; Ήμουν βέβαιος ότι η Άμπι δε θα παρέδιδε αμαχητί τα όπλα, στο τέλος όμως ήξερα τι έπρεπε να κάνω για να την αναγκάσω να φύγει. Δεν είχα αποκτήσει τη φήμη του άκαρδου καθάρματος χωρίς να πάρω ορισμένα πολύ χρήσιμα μαθήματα. Έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να ανακόψω την επέλαση των καυτών δακρύων που απειλούσαν να ξεχυθούν από τα μάτια μου. Πώς μπορούσα να το κάνω αυτό στον εαυτό μου; Πώς μπορούσα να το κάνω αυτό σ’ εκείνη; Μπορούσα γιατί ήταν για καλό. Μετά απ’ ό,τι είχαμε μόλις ζήσει, δεν ήμουν πια σίγουρος για τίποτα – για το αν θα μπορούσα να συνεχίσω τον τρόπο ζωής μου ως κυρίαρχος, για το τι θα έκανε η Άμπι αν της έλεγα την αλήθεια, αν της έλεγα ότι την είχα εξαπατήσει, ότι της είχα πει ψέματα, ότι είχα εκμεταλλευτεί την αθωότητά της. Δεν τολμούσα να της ζητήσω να μείνει μαζί μου όσο θα προσπαθούσα να ξεμπλέξω αυτό το κουβάρι. Θα ήταν καλύτερα και για τους δυο μας αν έφευγε. Αν την ανάγκαζα να φύγει. Θα ήταν το πιο αισχρό πράγμα που είχα κάνει στη ζωή μου, αλλά θα το έκανα για την Άμπι.

Kuriarxos_303s462.indd 356

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

357

Αναστέναξε στον ύπνο της και χώθηκε ακόμα πιο βαθιά στην αγκαλιά μου. Κοίταξα ξανά το ρολόι – άλλες δύο ώρες. Δύο ώρες για να απολαύσω την αίσθηση της ύπαρξής της στα χέρια μου.

Στις έξι ακριβώς, τραβήχτηκα μαλακά από κάτω της, σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και τη σκέπασα. Έπειτα έμεινα δίπλα της να την κοιτάζω καθώς χωνόταν βαθύτερα στα σκεπάσματα. Άγγιξα με τα χείλη μου το μέτωπό της κι έπνιξα τα λόγια που τόσο απεγνωσμένα ήθελα να πω. Ξέχασέ το, δεν έχεις το δικαίωμα να της το πεις. Το ούρλιαξα όμως μέσα μου. Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ.

Κατέβηκα στην κουζίνα κι έβαλα τον καφέ να γίνεται. Όχι επειδή τον ήθελα, αλλά επειδή αυτή η φυσιολογική, συνηθισμένη καθημερινή κίνηση με ηρεμούσε. Έβγαλα τον Απόλλωνα έξω. Την προηγούμενη μέρα είχε έρθει το προσωπικό του κτήματος και είχε καθαρίσει την αυλή και τον ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού από τα κομμάτια του πάγου που είχαν αρχίσει να λιώνουν. Η Άμπι δε θα είχε κανένα πρόβλημα να επιστρέψει στο σπίτι της. Μέχρι και η εφημερίδα είχε παραδοθεί. Την πήρα μέσα, κάθισα στο τραπέζι της τραπεζαρίας κι έμεινα να κοιτάζω για κανένα μισάωρο την πρώτη σελίδα, πριν συνειδητοποιήσω ότι δεν είχα διαβάσει ούτε μια λέξη. Έκλεισα τα μάτια και εστίασα σ’ αυτά που έπρεπε να πω, σ’ αυτά που θα έλεγα. Λίγο αργότερα, άκουσα τα βήματά της στο πάνω πάτωμα. Έμεινα να αφουγκράζομαι καθώς η Άμπι διέσχιζε το διάδρομο και κατέβαινε τις σκάλες. Πρώτα θα πήγαινε στη βιβλιοθήκη. Την

Kuriarxos_303s462.indd 357

9/30/13 3:38:21 PM


358

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

εβδομάδα του αποκλεισμού μας, εκεί ήταν που ξεκινούσα τα περισσότερα πρωινά τη μέρα μου – ανυπομονώντας να βρεθώ στο δωμάτιό της, περιτριγυρισμένος απ’ όσα ήταν δικά της. Ήταν κοντύτερα τώρα. Την άκουσα στην κουζίνα. Τα πατήματα σταμάτησαν. Μετά κι απ’ αυτό, θα ερχόταν στην τραπεζαρία. Άνοιξα την εφημερίδα σε μια τυχαία σελίδα και προσποιήθηκα ότι διάβαζα. Τώρα μας χώριζαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα... «Γεια», είπε από το άνοιγμα της πόρτας. Έκλεισα τα μάτια. Η παράσταση άρχιζε. Γύρισα μία σελίδα στην εφημερίδα. «Α, εδώ είσαι». Η εικόνα της με θάμπωσε. Ήταν ακόμα πιο όμορφη στο πρωινό φως – με τα μαλλιά λίγο ανακατεμένα, τα χείλη χυμώδη και πρησμένα. Ήθελα να πετάξω την εφημερίδα, να την πάρω στην αγκαλιά μου και να τη φιλήσω μέχρι να μας κοπεί η ανάσα. «Μόλις σκεφτόμουν ότι σήμερα μάλλον θα καταφέρεις να γυρίσεις σπίτι». Μια ρυτίδα φάνηκε ανάμεσα στα φρύδια της. «Τι;» Άφησα την εφημερίδα στο τραπέζι. «Οι δρόμοι είναι καθαροί. Δε θα έχεις πρόβλημα να φτάσεις στο διαμέρισμά σου». Η ρυτίδα βάθυνε. «Μα γιατί να πάω σπίτι;» ρώτησε. «Αφού αύριο το απόγευμα θα είμαι πάλι εδώ». Εστίασα στο σημείο ανάμεσα στα φρύδια της. «Σχετικά μ’ αυτό... Θα περάσω το μεγαλύτερο μέρος του Σαββάτου και της Κυριακής στο γραφείο, προσπαθώντας ν’ αναπληρώσω το χρόνο που έχασα λόγω της χιονοθύελλας. Μάλλον θα ήταν καλύτερο να μην έρθεις αυτό το Σαββατοκύριακο». Ήταν ψέμα. Είχα τηλεφωνήματα να κάνω, τίποτα όμως που θα με κρατούσε απασχολημένο όλο το Σαββατοκύριακο. «Κάποια στιγμή θα πρέπει να γυρίσεις σπίτι». «Όχι για αρκετή ώρα...» Σταμάτησα. Πες το. Κάν’ τη να φύγει. «Άμπιγκεϊλ».

Kuriarxos_303s462.indd 358

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

359

Η ανάσα της κόπηκε, σαν της είχα χώσει γροθιά στο στομάχι. «Γιατί με αποκάλεσες έτσι;» ψιθύρισε. «Πάντα έτσι σε αποκαλώ. Άμπιγκεϊλ». Τα λόγια απλώς βγήκαν απ’ το στόμα μου. Μέσα μου ήμουν νεκρός. «Χτες βράδυ με είπες Άμπι». Χτες βράδυ... Ω Θεέ μου... Επιστράτευσα όλες μου τις δυνάμεις. «Ήταν η σκηνή». «Τι εννοείς;» ρώτησε. «Αλλάξαμε ρόλους». Νόμιζα ότι τα ψέματα θα γίνονταν ευκολότερα καθώς θα αράδιαζα το ένα μετά το άλλο, αλλά δεν ήταν. «Και ήθελες να σε αποκαλώ Άμπι». «Δεν αλλάξαμε ρόλους». Έρεβος. Έρεβος και θάνατος με είχαν κυριεύσει. Με κατέτρωγαν. «Αλλάξαμε. Αυτό ήθελες όταν ήρθες στη βιβλιοθήκη με τις σοκολάτες». «Αυτή ήταν η αρχική πρόθεσή μου», είπε, και κατάλαβα ότι κάθε άλλο παρά έτοιμη ήταν να καταθέσει τα όπλα. «Μετά όμως με φίλησες. Και με είπες Άμπι. Κοιμήθηκες στο κρεβάτι μου. Όλη νύχτα». Τελείωσε το. Τώρα. Κατέβασα τα χέρια μου από το τραπέζι κι έσφιξα τις γροθιές μου όσο περισσότερο μπορούσα. Κάν’ το. Πήρα βαθιά ανάσα. «Και ποτέ δε σε προσκάλεσα να κοιμηθείς στο δικό μου». Τα λόγια μου βρήκαν στόχο. Η οδύνη απλώθηκε κατά κύματα στο πρόσωπό της. «Παράτα το, γάμησέ το. Μην το κάνεις αυτό». «Πρόσεχε πώς μιλάς». «Μη μου λες, γαμώ το κέρατό μου, πώς να μιλάω όταν κάθεσαι εκεί παριστάνοντας ότι η χτεσινή νύχτα δε σήμαινε τίποτα».

Kuriarxos_303s462.indd 359

9/30/13 3:38:21 PM


360

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Έσφιξε τις γροθιές της. «Το ότι άλλαξε η δυναμική της σχέσης μας δε σημαίνει πως αυτό που έγινε είναι κακό. Παραδεχτήκαμε μερικά πράγματα – και λοιπόν; Τι έγινε; Απλώς προχωράμε στο επόμενο στάδιο. Σε μια καλύτερη σχέση». «Σου έχω πει ποτέ ψέματα, Άμπιγκεϊλ;» Της έλεγα τώρα. Και μόνο που την αποκαλούσα Άμπιγκεϊλ, της έλεγα ψέματα. Κέρδιζα όμως. Η ζημιά είχε γίνει. Δε θ’ αργούσε τώρα. Δε θ’ αργούσε να το πει. Σκούπισε τη μύτη της. «Όχι». «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι σου λέω τώρα;» «Το ότι φοβάσαι. Μ’ αγαπάς, κι αυτό σε φοβίζει. Ξέρεις κάτι όμως; Δεν πειράζει. Κι εγώ φοβάμαι λιγάκι». «Δε φοβάμαι». Κι άλλο ψέμα. «Είμαι ένα άκαρδο κάθαρμα». Νόμιζα ότι αυτό το ήξερες». Τα μάτια της έκλεισαν και οι ώμοι της έπεσαν. Το πράγμα είχε πάρει τέλος. Η Άμπι είχε παραδοθεί ευκολότερα απ’ όσο πίστευα, τελικά όμως ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Είδα πόσο αποφασισμένη ήταν. Τα χέρια της ανέβηκαν στο λαιμό της. Για άλλη μια φορά, επιστράτευσα το κουράγιο μου. Το κολάρο έπεσε στο τραπέζι μ’ ένα μεταλλικό ήχο. «Νέφτι». Οι λέξεις που είχα διαβάσει βδομάδες πριν αντήχησαν με δύναμη μέσα μου. Νέφτι. Νέφτι σε φωτιά. Είδα τη φωτιά να τα καταβροχθίζει όλα.

Kuriarxos_303s462.indd 360

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

361

Κεφάλαιο 32 ΤΟ ΕΙΧΑ ΣΧΕΔΙΑΣΕΙ. Το περίμενα. Παρ’ όλ’ αυτά, υπήρχε κάτι το

τόσο οριστικό στον τρόπο που η Άμπι είχε βγάλει το κολάρο της, στον τρόπο που το κόσμημα κειτόταν τώρα πάνω στο τραπέζι, ανοιγμένο, κατακερματισμένο. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Δεν μπορούσα να αντικρίσω την Άμπι με γυμνό λαιμό. Δεν είναι πια δική σου. Έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να διώξω την οδύνη. Δε γινόταν να σκέφτομαι τον πόνο, όχι ακόμα. Ακόμα είχα ένα ρόλο να παίξω. «Πολύ καλά, Άμπιγκεϊλ», είπα κοιτάζοντάς την εντέλει. «Αφού αυτό θέλεις». «Ναι», είπε. «Αν είναι να συνεχίσεις να προσποιείσαι ότι η χτεσινή νύχτα δε συνέβη ποτέ, αυτό θέλω». Ήξερε. Ήξερε ότι έπαιζα θέατρο. Ίσως αυτό να το έκανε ευκολότερο για κείνη. Να γλύκαινε τον πόνο. Κατένευσα. «Γνωρίζω πολλούς κυρίαρχους στην περιοχή της Νέας Υόρκης. Πολύ ευχαρίστως να σου δώσω ορισμένα ονόματα». Το προηγούμενο βράδυ είχα σκεφτεί διάφορους. Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα η Άμπι θα χρειαζόταν έναν κυρίαρχο, δεν είχα μπορέσει όμως να καταλήξω σε κάποιον αρκετά καλό γι’ αυτήν.

Kuriarxos_303s462.indd 361

9/30/13 3:38:21 PM


362

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ήλπιζα ότι δε θα αποκάλυπτε την μπλόφα μου – δεν είχα ονόματα να της προτείνω. «Ή να τους δώσω το δικό σου», πρόσθεσα. Η προσφορά μου είχε γίνει με τις καλύτερες των προθέσεων, το βλέμμα που μου έριξε όμως... τόσο πληγωμένο, τόσο θλιμμένο. Δεν καταλάβαινε. Δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο οδυνηρό ήταν για μένα να της προτείνω κάτι τέτοιο; Να τη ρίχνω στα χέρια φίλων μου; Να τη φαντάζομαι, έστω και για μια στιγμή, με κάποιον άλλο; «Θα το έχω υπόψη», μου πέταξε, φτύνοντας τις λέξεις. Έμεινα εκεί, σιωπηλός, ακίνητος. «Πάω να πάρω τα πράγματά μου», είπε, κι ύστερα έκανε μεταβολή κι έφυγε. Όταν άκουσα τα βήματά της στις σκάλες, έριξα το κεφάλι στα χέρια μου. Ω Θεέ μου. Το έκανε. Με άφηνε. Θα την έβλεπα πριν φύγει ή θα έμενα μ’ εκείνη την εικόνα του πόνου στο πρόσωπό της, εκείνη την οδύνη που είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της καθώς τα λόγια μου βύθιζαν το μαχαίρι βαθιά στην καρδιά της; Ο Απόλλωνας σηκώθηκε από τη θέση του στα πόδια μου και με κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι. «Πήγαινε», του ψιθύρισα. «Πήγαινε κοντά της». Αλλά δε μ’ άκουσε. Έμεινε δίπλα μου. Λίγα λεπτά αργότερα, την άκουσα να κατεβαίνει τις σκάλες. Ο Απόλλωνας σηκώθηκε να πάει να τη βρει. «Αχ, Απόλλωνα», την άκουσα από το χολ να του λέει. «Να είσαι καλό παιδί». Έριξα το κεφάλι μου μπροστά και τράβηξα τα μαλλιά μου. Αυτό που ζούσα ήταν χειρότερο κι απ’ το χειρότερο εφιάλτη μου. «Θα μου λείψεις», είπε η Άμπι. «Δεν μπορώ να μένω πια εδώ, οπότε δε θα σε ξαναδώ. Εσύ όμως να είσαι καλό σκυλί... και να μου υποσχεθείς ότι θα προσέχεις τον Ναθάνιελ. Εντάξει;»

Kuriarxos_303s462.indd 362

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

363

Ένας λυγμός μού ξέσκισε το στέρνο. Οι τελευταίες σκέψεις της ήταν για μένα. Η εξώπορτα άνοιξε κι ύστερα έκλεισε. Μάζεψα όσο κουράγιο μου είχε απομείνει και σηκώθηκα. Είχα ένα τελευταίο καθήκον ως κυρίαρχος της Άμπι – να βεβαιωθώ ότι θα έφτανε ασφαλής στο σπίτι της.

Ώρες αργότερα, αφού την ακολούθησα με το αυτοκίνητο ως την πόλη χωρίς εκείνη να το υποψιαστεί, γύρισα στο άδειο σπίτι μου. Το είχα κάνει. Η Άμπι είχε φύγει. Μπήκα στο χολ, με τα βήματά μου να αντηχούν στη σιωπή. Ποτέ πριν το σπίτι δε μου είχε δώσει τέτοια αίσθηση ερήμωσης, ακόμα κι όταν η Άμπι έφευγε τις Κυριακές. Ήταν επειδή αυτή τη φορά δε θα ξαναγύριζε. Ποτέ. Από δω και μπρος, το σπίτι θα φαινόταν πάντα άδειο. Άδειο κι έρημο. Δεν άντεχα αυτή την αίσθηση του απόλυτου κενού – έπρεπε να τη διώξω. Ο Απόλλωνας κοίταξε πίσω μου, σαν να περίμενε την Άμπι να μπει, αλλά δεν του έριξα παρά μια ματιά καθώς προχωρούσα προς τη βιβλιοθήκη. Διάφορα μπουκάλια με ποτά υπήρχαν πάνω στο μπαρ. Πήγα κατευθείαν εκεί, χωρίς καν να μπω στον κόπο να κοιτάξω γύρω μου στο δωμάτιο. Δεν άντεχα ούτε να κοιτάξω. Η περιεκτικότητα του μπράντι σε αλκοόλ άγγιζε το σαράντα τοις εκατό – ναι, το μπράντι δε θ’ αργούσε να κάνει τη δουλειά του. Όσο περισσότερο έπινα, τόσο πιο εύκολα κατέβαιναν τα ποτήρια. Για να είμαι ειλικρινής, έχασα το μέτρημα μετά το τρίτο. Αν έπινα αρκετά, αν μεθούσα αρκετά, ίσως να μην πονούσε τόσο πολύ. Ίσως να μην ένιωθα σαν να μου είχαν ξεριζώσει την καρδιά. Αλλά, βέβαια, το ποτό δε βοήθησε. Απλώς έκανε τον πόνο χειρότερο.

Kuriarxos_303s462.indd 363

9/30/13 3:38:21 PM


364

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Ο Απόλλωνας καθόταν δίπλα μου και κλαψούριζε. «Δεν πειράζει, Απόλλωνα», μουρμούρισα μπερδεύοντας τα λόγια μου καθώς ξαναγέμιζα το ποτήρι μου. «Είναι καλύτερα έτσι. Πίστεψέ με». Το δωμάτιο γύριζε λίγο, κι έτσι πήγα παραπατώντας στο δερμάτινο καναπέ και σωριάστηκα κακήν κακώς πάνω του. Χρειαζόμουν κι άλλο. Τώρα πια, το μπράντι δεν έκαιγε καν καθώς κατέβαινε στο λαρύγγι μου. Άκουσα το ποτήρι να πέφτει στο πάτωμα κι έπειτα... τίποτα.

Το φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο με τύφλωνε και μισόκλεισα με δύναμη τα μάτια. Κάτι κουνιόταν στις κουρτίνες. Στράφηκε προς το μέρος μου. «Άμπι;» είπα πνιχτά. Ανείπωτη χαρά με πλημμύρισε. Ανακάθισα. «Άμπι!» Η φωνή μου αντήχησε πιο δυνατή. Η Άμπι μού χαμογέλασε. «Το ήξερα ότι δε θα με πίστευες. Το ήξερα. Και να που γύρισες. Αχ, Άμπι. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Συγχώρεσέ με που δε σου το είπα». Σηκώθηκα για να την πάρω στην αγκαλιά μου. Επιτέλους. Επιτέλους, θα της τα έλεγα όλα. Άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου, εξακολουθώντας να χαμογελάει. Την κοίταζα μαγνητισμένος. Το φως του ήλιου τρεμόπαιζε ολόγυρά της. Το φόρεμά της ήταν πανέμορφο και κυμάτιζε με την κάθε της κίνηση. Βάδιζε με τέτοια χάρη, που ήταν σαν να περπατούσε στα σύννεφα. Όταν στάθηκε εμπρός μου, σήκωσα το χέρι και το ακούμπησα στο μάγουλό της. Το δέρμα της. Ήταν τέλειο. «Με συγχώρεσες;»

Kuriarxos_303s462.indd 364

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

365

Κατένευσε. Έπεσα στο πάτωμα. «Λυπάμαι τόσο πολύ, Άμπι. Τόσο πολύ». Της χάιδεψα τα πόδια και τα φίλησα. «Και σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ που γύρισες». Οι πιθανότητες γι’ αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε, για το πώς θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί, στριφογύριζαν στο μυαλό μου. Όπως και να ’μασταν, ό,τι και να γινόταν, θα ήταν καλό. Το σημαντικό ήταν πως ήμασταν μαζί. Στο κάτω κάτω της γραφής, μόνο αυτό είχε σημασία. Ένας τελευταίος λυγμός βγήκε απ’ το στήθος μου. Σκούπισα τα μάτια μου και σήκωσα το κεφάλι να την κοιτάξω. Και να που ήταν εκεί – να σκύβει το κεφάλι και να με κοιτάζει χαμογελώντας. Σηκώθηκα αργά πάνω. «Άμπι». Τα χείλη μας ενώθηκαν απαλά. Η γεύση της ήταν ακόμα πιο γλυκιά απ’ ό,τι τη θυμόμουν. Βόγκηξα και την έσφιξα πάνω μου. Εκείνη έλιωσε στην αγκαλιά μου, τυλίχτηκε γύρω μου. Δεν ήταν παράξενο που δε μιλούσε; Δεν έπρεπε να μιλάει; Θα μπορούσαμε, βέβαια, να μιλήσουμε αργότερα. Είχαμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας γι’ αυτό. Τη φίλησα ξανά, βαθαίνοντας αυτή τη φορά το φιλί μου, κρατώντας το πρόσωπό της στα χέρια μου, μπλέκοντας τα δάχτυλά μου στα μαλλιά της. Πού ήταν η μυρωδιά της; Γιατί δε μύριζε τίποτα; Τα δάχτυλά της χόρεψαν στην πλάτη μου παιχνιδιάρικα. Τραβήχτηκα. Κάθισα στον καναπέ και χτύπησα την άδεια θέση δίπλα μου. «Έλα, κάθισε. Θέλω να σου τα πω όλα». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Σε παρακαλώ, Άμπι». Έκανε ένα βήμα πίσω. «Είναι πολύ αργά». «Αφού με συγχώρεσες. Το είπες. Γύρισες πίσω».

Kuriarxos_303s462.indd 365

9/30/13 3:38:21 PM


366

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Πολύ αργά, Ναθάνιελ». Κι άλλο βήμα προς τα πίσω. «Μα, θέλω να σου πω», την ικέτεψα. «Πρέπει να σου πω. Στάσου. Μη μ’ αφήνεις». Έκανε άλλο ένα βήμα προς τα πίσω –φτάνοντας σχεδόν στο παράθυρο– και ξανακούνησε το κεφάλι. «Άμπι;» είπα, αλλά είχε εξαφανιστεί. «Άμπι;» Οι κουρτίνες αναδεύτηκαν. «Άμπι, γύρνα πίσω! Σ’ αγαπώ, Άμπι!» Κάτι ζεστό και απαλό και υγρό έγλειψε το μάγουλό μου. Ξύπνησα μ’ ένα τίναγμα και ανακάθισα. Ο Απόλλωνας κλαψούρισε και μ’ έγλειψε ξανά. Κοίταξα γύρω μου τη βιβλιοθήκη. Άδεια. Ήταν όνειρο. Ένα αναθεματισμένο όνειρο. Η Άμπι δεν είχε γυρίσει. Με είχε πιστέψει, και δε θα γύριζε ποτέ. Έσπρωξα τον Απόλλωνα στην άκρη και πήγα να βάλω άλλο ένα ποτήρι μπράντι. Ήπια μια μεγάλη γουλιά και πέταξα κι αυτό το ποτήρι στο πάτωμα. Το κοίταξα να γίνεται χίλια κομμάτια. Ακριβώς όπως η ζωή μου. Όπως η καρδιά μου. Ακριβώς όπως είχα κάνει χίλια κομμάτια την Άμπι. Πήρα άλλο ποτήρι, το γέμισα, και το άδειασα σχεδόν αμέσως. Κοίταξα ξανά στο παράθυρο – στο σημείο που είχε σταθεί η Άμπι του ονείρου. Κοίταξα λες και περίμενα να τη δω εκεί. Να εμφανίζεται από το πουθενά. Λες και θα έμπαινε σαν το αερικό στο σπίτι μου, στη βιβλιοθήκη, έτσι απλά. Σαν να μην της είχα ξεριζώσει την καρδιά. Ήταν σαν να κοίταζα τη βιβλιοθήκη μέσα από πυκνή ομίχλη. Τα πάντα ήταν θολά και στρεβλωμένα. Το μυαλό μου, ωστόσο,

Kuriarxos_303s462.indd 366

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

367

δούλευε με τη μεγαλύτερη διαύγεια, γιατί θυμόμουν το κάθε δευτερόλεπτο του χρόνου που είχα περάσει με την Άμπι σε τούτο το δωμάτιο. Εκεί, στο πάτωμα, όπου είχαμε κάνει το γυμνό πικνίκ μας. Εκεί, στον καναπέ, όπου είχε γδυθεί για χάρη μου. Κι εκεί, στο σκαμπό του πιάνου, όπου με είχε πάρει όταν έπαιξα για κείνη. Άδραξα τα μαλλιά μου και τα τράβηξα. Αν προσπαθούσα αρκετά, ίσως κατάφερνα να ξεριζώσω τις αναμνήσεις. Τώρα οι εικόνες μπερδεύονταν στο μυαλό μου – η Άμπι κι εγώ στη βιβλιοθήκη, εγώ να της παίζω πιάνο, η Άμπι να διαβάζει, η Άμπι όρθια δίπλα στα ράφια με την ποίηση, το τριαντάφυλλο που της είχα χαρίσει... Ποτέ δε με ρώτησε για το τριαντάφυλλο. Γιατί όμως; Θα είχε άραγε σημασία; Κάτι πρέπει να ήξερε για το τριαντάφυλλο. Η Άμπι ήξερε τα πάντα. Εδώ ήξερε για τη Μέλανι. Αν ήταν ποτέ δυνατόν... Ένιωσα τη δόνηση του κινητού μου. Το έβγαλα απ’ την τσέπη μου και κοίταξα την οθόνη μισοκλείνοντας τα μάτια. Ο Τζάκσον; Δεν ήθελα να του μιλήσω. Πέταξα το τηλέφωνο στο πάτωμα και σάρωσα με το βλέμμα τη βιβλιοθήκη. Το τζάκι ήταν άδειο. Είδα τη φωτιά να τα καταβροχθίζει όλα. Η βιβλιοθήκη χρειαζόταν μια φωτιά. Μια γαμημένη φωτιά για να τα καταβροχθίσει όλα – το πιάνο, τους καναπέδες, τη γαμημένη την ποίηση. Όλα. Γέλασα. Δε θα χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια. Το χυμένο μπράντι στο πάτωμα θα βοηθούσε. Πού ήταν τα σπίρτα; Πήγα παραπατώντας στην κουζίνα, διερωτώμενος γιατί το πάτωμα κουνιόταν μ’ αυτό τον τρόπο. Γιατί κουνιόταν εμποδίζοντάς

Kuriarxos_303s462.indd 367

9/30/13 3:38:21 PM


368

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

με να περπατήσω. Τράβηξα με δύναμη ένα συρτάρι και το περιεχόμενό του άδειασε στο πάτωμα. Κάτι βροντούσε στο άλλο δωμάτιο. Σήκωσα το κεφάλι από το χάος στο πάτωμα. Η Άμπι; Όχι. Η Άμπι είχε φύγει και δε θα γύριζε ποτέ. Ο πόνος στην καρδιά μου δε θα μαλάκωνε ποτέ. Τον πόνο έπρεπε να τον χειριστώ μόνος μου. Α, ναι. Τα δάχτυλά μου έκλεισαν γύρω απ’ το κουτί με τα σπίρτα. Ακριβώς αυτό που έψαχνα. Πήρα τα σπίρτα και ξεκίνησα για να γυρίσω στη βιβλιοθήκη. Το μόνο που χρειαζόμουν για να μπορέσω να διασχίσω το διάδρομο ήταν λίγη βοήθεια από τον τοίχο. Άκουσα βήματα πίσω μου. «Ναθάνιελ», φώναξε ο Τζάκσον. Γέλασα. Μπορούσαμε να βάλουμε μαζί τη φωτιά. Προσποιήθηκα ότι δεν τον άκουσα και συνέχισα να προχωρώ. «Ναθάνιελ;» Ανάθεμά τον, ήταν γρήγορος. Πώς είχε φτάσει αμέσως πίσω μου; Γύρισα. Ήμασταν έξω ακριβώς από τη βιβλιοθήκη. «Συγχα... συγχαρη...» Κούνησα τα σπίρτα στον αέρα. «Να ζήσε... να ζήσετε... φτυχισμέ...» Πώς ήταν η λέξη; «Αυτό». «Γαμώ το κέρατό μου, Ναθάνιελ», είπε η μουντζούρα που ήταν ο Τζάκσον. «Είσαι τύφλα». Γύρισα και μπήκα στη βιβλιοθήκη. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε. «Καίω». «Τι καις;» Τώρα προχωρούσε δίπλα μου. «Τη βι... βιλβι... βιβλι... οθήκη». Με άρπαξε απ’ τους ώμους και με γύρισε προς το μέρος του. «Τι διάβολο κάνεις; Τι έχεις κάνει εδώ μέσα;» Γέλασα.

Kuriarxos_303s462.indd 368

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

369

«Ναθάνιελ... γαμώτο». Με ταρακούνησε. «Πάψε να γελάς. Με τρομάζεις». Έπαψα να γελάω και προσπάθησα να εστιάσω στο πρόσωπό του. Αυτό έπρεπε να το πω, να το βγάλω από μέσα μου. Έπρεπε να προσπαθήσω. «Η Άμπι... με... άφησε». Ο πόνος έσκασε σαν πυροτέχνημα στην καρδιά μου. Ξεκίνησα παραπατώντας για τον καναπέ. Μόνο που γλίστρησα στο μπράντι. Τα γυαλιά απ’ το σπασμένο ποτήρι μπήχτηκαν στα γόνατά μου. Ναι. Καλύτερα έτσι. Με τον πόνο στα γόνατά μου. Δεν ήταν τόσο άσχημος όσο αυτός στην καρδιά μου. Στηρίχτηκα στο πάτωμα για να μπορέσω να σηκωθώ, το μόνο που κατάφερα όμως ήταν να χώσω κι άλλα γυαλιά στην παλάμη μου. Σήκωσα το χέρι μου και το έδειξα στον Τζάκσον. «Ανάθεμά σε, Ναθάνιελ». Κούνησα το κεφάλι. «Δε θα ξανά... δε θα ξανάρθει ποτέ». Κοίταξα το αίμα να τρέχει απ’ το χέρι μου. «Δε θα ξανά... ξανάρθει ποτέ». Το δωμάτιο διαλύθηκε στο σκοτάδι.

Ήταν σκοτάδι όταν ξύπνησα. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου όλα στον κόσμο μου ήταν εντάξει, μετά όμως η πραγματικότητα έπεσε πάνω μου και με διέλυσε. Η Άμπι είχε φύγει. Για πάντα. Δεν μπορούσα ν’ αποφασίσω τι με πονούσε περισσότερο – το κεφάλι ή η καρδιά μου. «Ναθάνιελ;» ρώτησε από κάπου ο Τζάκσον. Το κεφάλι μου πονούσε διαολεμένα, αυτός ο πόνος όμως σίγουρα δεν μπορούσε να συγκριθεί μ’ εκείνον στην καρδιά μου. Ο πόνος στην καρδιά μου ήταν αβάσταχτος.

Kuriarxos_303s462.indd 369

9/30/13 3:38:21 PM


370

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Προσπάθησα ν’ ανακαθίσω, αλλά το δωμάτιο στριφογύριζε, κι έτσι ξαναξάπλωσα. Πού ήμουν; Γύρισα το κεφάλι μου. Στο καθιστικό. Ο Τζάκσον πρέπει να με είχε κουβαλήσει στο καθιστικό. «Είσαι ξύπνιος;» ρώτησε. «Συνήθως αυτό συμβαίνει όταν κάποιος έχει τα μάτια του ανοιχτά. Είναι ξύπνιος». Παρ’ όλ’ αυτά, πονούσα όταν άνοιγα τα μάτια, κι έτσι τα ξανάκλεισα. «Πού είναι το ποτό μου;» «Τα μάζεψα όλα, και...» «Γιατί;» «Τι γιατί;» Άνοιξα το ένα μάτι. «Γιατί μάζεψες το ποτό μου;» «Γιατί θεώρησα ότι είχες πιει αρκετά». «Τον αν έχω πιει αρκετά θα το αποφασίσω εγώ». Άνοιξα το άλλο μάτι. Α, ναι, να ο Τζάκσον – καθόταν στην πολυθρόνα. «Όταν μπήκα στο σπίτι, προσπαθούσες να κάψεις τη βιβλιοθήκη». «Και με σταμάτησες;» Είχα προσπαθήσει στ’ αλήθεια να κάψω τη βιβλιοθήκη; Αυτό δεν το θυμόμουν. Η Άμπι είχε φύγει, και στην καρδιά μου είχε ανοίξει μια τεράστια τρύπα. Αυτό το θυμόμουν. «Και γι’ αυτό δεν πρόκειται να σε αφήσω να πιεις άλλο». Πήρε το τηλεχειριστήριο κι άλλαξε κανάλι στην τηλεόραση. «Σ’ έχει παρατήσει ποτέ γυναίκα;» Με κοίταξε με την άκρη του ματιού του. «Τέρμα το μπράντι». «Ε, τότε, θα πιω κόκκινο κρασί», είπα. «Που κάνει καλό στην καρδιά». Δεν επιχείρησε να με σταματήσει. Τις επόμενες λίγες μέρες τις πέρασα σε κατάσταση μέθης. Ένιωθα καλύτερα έτσι. Αν έπινα αρκετά, έπεφτα σε τόσο βαθύ λήθαργο, που η Άμπι δεν επισκεπτόταν τα όνειρά μου.

Kuriarxos_303s462.indd 370

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

371

Το χειρότερο ήταν όταν ξυπνούσα. Όσο ήμουν ξύπνιος, την έβλεπα παντού. Αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στα όνειρά μου, ήξερα ότι στην πραγματικότητα η Άμπι δεν ήταν στο σπίτι, την ένιωθα όμως παντού. Την αισθανόμουν όπου κι αν πήγαινα – στην κουζίνα, στο καθιστικό, στο διάδρομο. Είχε αφήσει το αποτύπωμά της σχεδόν σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού. Μετά από κείνη την πρώτη μέρα, δεν ξαναπάτησα στη βιβλιο­ θήκη και αρνούμουν να κοιμηθώ στην κρεβατοκάμαρά μου. Αφού ο Τζάκσον επέμεινε να μείνει μαζί μου, του έδωσα το δωμάτιό μου κι εγώ εγκαταστάθηκα στον ξενώνα, στην απέναντι μεριά του δια­δρόμου. Τουλάχιστον εκεί δεν είχα αναμνήσεις από την Άμπι. Τη Δευτέρα, ο Τζάκσον τηλεφώνησε εκ μέρους μου στη Σάρα και της είπε ότι θα έλειπα για λίγες μέρες απ’ το γραφείο. Δεν ήμουν σίγουρος τι δικαιολογία τής ξεφούρνισε, αλλά δε μ’ ένοιαζε. Η αναθεματισμένη η εταιρία μπορούσε να λειτουργήσει κι από μόνη της. Ήξερα ότι ο Τζάκσον βρισκόταν σε επαφή με τη Λίντα – τον άκουγα πότε πότε να της τηλεφωνεί. Αλλά η Λίντα δεν πέρασε καθόλου απ’ το σπίτι, οπότε μπορούσα να φανταστώ τι της έλεγε κάθε φορά που την ενημέρωνε για την κατάστασή μου. Το σιχαινόμουν να τον ακούω να μιλάει στη Φελίσια. Το σιχαινόμουν και το λάτρευα. Το λάτρευα επειδή η Φελίσια ήταν ένας κρίκος με την Άμπι. Το σιχαινόμουν επειδή η Φελίσια ήταν ένας κρίκος με την Άμπι. Αναρωτιόμουν πώς τα πήγαινε. Ο Τζάκσον δεν έλεγε ποτέ τίποτα σχετικά, κι εγώ δεν τον ρώτησα ούτε μια φορά. Ούτε ανέφερε ποτέ το όνομα της Άμπι. Όταν μ’ έβλεπε να κρυφακούω τις συνδιαλέξεις του, είτε τερμάτιζε την κλήση είτε έβγαινε από το δωμάτιο. Ευχόμουν να μπορούσα να τα ξανακάνω όλα από την αρχή. Ευχόμουν να μπορούσα να δεχτώ την Άμπι στο γραφείο μου εκείνη την πρώτη μέρα και να της μιλήσω – να της τα πω όλα. Αν ήμουν εξαρχής ειλικρινής μαζί της...

Kuriarxos_303s462.indd 371

9/30/13 3:38:21 PM


372

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Όποτε όμως ξεκινούσα αυτή την ιστορία του «αν», ξανάρχιζα να πίνω κι έπεφτα ξανά στον ίδιο φαύλο κύκλο. Μια μέρα εκείνη τη βδομάδα –ένας Θεός μόνο ήξερε ποια–, ξύπνησα στο καθιστικό και άκουσα τον Τζάκσον να μιλάει στο τηλέφωνο. «Δεν ξέρω, δικέ μου», έλεγε. «Νόμιζα ότι θα είχε συνέλθει πια. Αλλά... δε συνήλθε». Ακολούθησε σιωπή, όσο ο συνομιλητής από την άλλη άκρη της γραμμής έλεγε προφανώς τα δικά του. «Δε θέλω να φέρω εδώ τη μαμά – ξέρω ότι απλώς θα τα κάνω χειρότερα», είπε. «Και δε μιλάει – ή θα κάθεται να κοιτάζει το κενό ή θα πίνει ή θα κοιμάται». Σιωπή ξανά. «Ποιος;» ρώτησε. «Περίμενε». Τον άκουσα να πηγαίνει στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ και να παίρνει το κινητό μου. «Πολ είπες;» Με πήρε ο διάολος. Άπλωσα το χέρι στο ποτήρι που ήξερα ότι ήταν δίπλα μου και άφησα το οινόπνευμα να κάνει τη δουλειά του.

«Ναθάνιελ Μάθιου Γουέστ», είπε μία αγριεμένη, δυνατή φωνή, ώρες, ίσως μέρες αργότερα. Έκανα ότι δεν άκουσα. Έβλεπα το ωραιότερο όνειρο. Είχε έρθει η Άμπι και... «Το ξέρω ότι με άκουσες», είπε η φωνή. «Ξύπνα». Γύρισα από την άλλη μεριά. Ήμουν στο κρεβάτι. Είναι καλό να ξέρεις πού βρίσκεσαι. Το κρεβάτι ήταν ωραίο μέρος – μπορούσες να κοιμηθείς εκεί. «Φύγε». Υπήρχε φως όταν ξύπνησα ξανά. Δε μου άρεσε το φως. Το σκοτάδι ήταν καλύτερο. «Είπα στον Τζάκσον να μη σου δώσει άλλο αλκοόλ».

Kuriarxos_303s462.indd 372

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

373

Η φωνή είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει. Γιατί δε μ’ άφηνε στην ησυχία μου; «Άντε γαμήσου», είπα στη φωνή. «Έβαλα έναν ωραίο καφέ να γίνεται κάτω...» Τράβηξα τα σεντόνια πάνω από το κεφάλι μου. «Δε θέλω καφέ». «Κούνα τον άχρηστο, αξιολύπητο πισινό σου και σήκω αυτή τη στιγμή απ’ το κρεβάτι». Γαμώτο. Δεν έλεγε να το βουλώσει. «Μη μου λες τι να κάνω, Πολ». «Κάποιος πρέπει να το κάνει, γαμώτο σου». «Δεν είμαι μωρό». «Απόδειξέ το τότε», είπε. «Και μια που μιλάμε για μωρά, άφησα το νεογέννητο γιο μου και την ταλαιπωρημένη από την έλλειψη ύπνου γυναίκα μου για να έρθω να σε δω, οπότε καλύτερα να σηκωθείς απ’ αυτό το γαμημένο το κρεβάτι πριν σε σηκώσω εγώ με τις κλοτσιές». Εξέτασα τις επιλογές μου για κάτι λιγότερο από πέντε δευτερόλεπτα, κι ύστερα ανακάθισα. «Κακός μπελάς είσαι, ε; Δε σε θυμόμουνα έτσι». Ο Πολ χαμογέλασε. «Ε, τότε, δε με θυμόσουνα καλά».

Καθισμένος απέναντι από τον Πολ στην κουζίνα, του μιλούσα για ώρες. Του είπα τα πάντα. Τα πάντα για την Άμπι και το πώς την είχα γνωρίσει, πώς την είχα παρακολουθήσει, πώς της είχα πει ψέματα. Του είπα ακόμα και για τη γελοία λέξη ασφαλείας που είχα επινοήσει. Ο Πολ ήξερε, βέβαια, πόσο άσχημα της είχα φερθεί μετά από εκείνη την πρώτη τιμωρία, οπότε δε μίλησα καθόλου γι’ αυτό. Αλλά του είπα για το πώς την είχα ερωτευτεί. Και για το πώς με είχε ερωτευτεί κι εκείνη. Κατένευε σοβαρός καθώς του περιέγραφα τις λεπτομέρειες

Kuriarxos_303s462.indd 373

9/30/13 3:38:21 PM


374

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

της τελευταίας μας νύχτας κι εκείνου του μοιραίου πρωινού, τότε που την έδιωξα μακριά μου. «Ωραίο λαγούμι έσκαψες για την πάρτη σου, ε;» μου είπε τελικά. Τύλιξα την παλάμη μου γύρω από την κούπα του καφέ μου κι άφησα τη θέρμη της να περάσει στα δάχτυλά μου. «Ναι, έσκαψα ένα ωραίο λαγούμι και μπήκα μέσα». «Τι θα κάνεις λοιπόν γι’ αυτό;» Σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα. Σοβαρολογούσε; «Το εννοώ, Ναθάνιελ. Θα καθίσεις εδώ να κλαις για τα λάθη σου, ή θα φερθείς σαν άντρας και θα κάνεις κάτι για να τα διορθώσεις;» «Έφυγε. Η Άμπι έφυγε. Τι άλλο μου μένει να κάνω;» «Έχεις μεγαλύτερα προβλήματα από την Άμπι». «Τι;» Τι ήταν αυτά που έλεγε; Η Άμπι ήταν το κέντρο των πάντων. «Πρέπει να στρώσεις τον εαυτό σου πριν στρώσεις την κατάσταση με την Άμπι». Σηκώθηκε και πήγε να πλύνει την κούπα του στο νεροχύτη. «Η κατάσταση με την Άμπι δε στρώνει. Με τίποτα». Τον κατακεραύνωσα με το βλέμμα. «Μόλις σου είπα ότι με άφησε». «Και για πολύ καλό λόγο επίσης». Ο Πολ έκανε μεταβολή από το νεροχύτη και με κοίταξε. «Η ρίζα των προβλημάτων σου με την Άμπι όμως δεν ήταν η εξαπάτησή σου. Η ρίζα των προβλημάτων σου με την Άμπι είσαι εσύ. Το πώς αισθάνεσαι με τον εαυτό σου». Τι διάολο... «Τώρα, ειδικός δεν είμαι, ξέρω όμως ότι έχεις πίσω σου μια δυνατή και υπέροχη οικογένεια, έτοιμη να σε στηρίξει με κάθε τρόπο. Έχεις ιδέα τι έκανε για σένα ο Τζάκσον όσο έπνιγες τον πόνο σου στο πιοτό; Κατάλαβες πόσο φοβήθηκε για σένα;» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.

Kuriarxos_303s462.indd 374

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

375

«Είσαι ένα εγωκεντρικό αγοράκι παγιδευμένο στο σώμα ενός φοβισμένου άντρα». Μ’ έδειξε με το δάχτυλο. «Ώρα να μεγαλώσεις και να δεις την πραγματικότητα. Σε ρωτάω λοιπόν, Ναθάνιελ: Τι θα κάνεις γι’ αυτό;» Κατέβασα το κεφάλι και κοίταξα το τραπέζι – τα λόγια του, τόσο αληθινά λόγια, είχαν βρει στόχο. Είχαν καρφωθεί σαν μαχαίρι στην καρδιά μου. Γνωρίζοντας τι έπρεπε να κάνω, πήρα το κινητό μου και τηλεφώνησα στον Τοντ. «Τοντ;» είπα όταν το σήκωσε. «Μπορείς να μου δώσεις μερικά ονόματα; Χρειάζομαι βοήθεια».

Kuriarxos_303s462.indd 375

9/30/13 3:38:21 PM


376

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

Κεφάλαιο 33 Ο ΤΟΝΤ ΕΚΑΝΕ ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΤΟΥ και μου έκλεισε ραντεβού για την

επομένη με έναν εξαιρετικής φήμης ψυχίατρο. Επέστρεψα στο σπίτι μου από τη συνεδρία νιώθοντας καλύτερα απ’ όσο είχα νιώσει εδώ και πολύ καιρό. Η τρύπα στην καρδιά μου ήταν ακόμα εκεί, και εξακολουθούσε να πονάει, αλλά το ότι είχα μπορέσει να μιλήσω ελεύθερα σε κάποιον μου είχε κάνει καλό. Μπήκα στο χολ, αποφεύγοντας να κοιτάξω το βελούδινο πάγκο – υπήρχαν ορισμένα πράγματα για τα οποία δεν ήμουν ακόμα έτοιμος. Μπορεί να ένιωθα καλύτερα για τον εαυτό μου, ήξερα όμως ότι είχα πολλά να κάνω σε ό,τι αφορούσε την Άμπι. Πέταξα τα κλειδιά μου στον πάγκο της κουζίνας. Ο Πολ καθόταν στο τραπέζι, μιλώντας στο τηλέφωνο. «Έχω κλείσει θέση σε μια πτήση για μεθαύριο». Πρέπει να μιλούσε στην Κριστίν. Σήκωσε το κεφάλι βλέποντάς με να μπαίνω μέσα και μου έκλεισε το μάτι. Πήγα στο ψυγείο κι έβγαλα ένα μπουκάλι παγωμένο νερό. Δεν είχα πιει σταγόνα αλκοόλ εδώ και σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες και, μολονότι το κεφάλι μου εξακολουθούσε να πονάει σαν τρελό, η όραση και η σκέψη μου είχαν αρχίσει να καθαρίζουν. Σκέφτηκα ότι ο Πολ μάλλον θα ήθελε να μιλήσει με την ησυχία του, οπότε πήγα να βγω από το δωμάτιο, αλλά μου έκανε νόημα να μείνω.

Kuriarxos_303s462.indd 376

9/30/13 3:38:21 PM


Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

377

«Όταν γυρίσω σπίτι θα έχω τη νυχτερινή βάρδια και το άλλαγμα της πάνας για μια βδομάδα;» ρώτησε. Ανάθεμά με. Είχα στερήσει με τα τερτίπια μου τον Πολ από το νεογέννητο γιο του. «Βέβαια, αγάπη», είπε γελώντας. «Αμέσως μόλις κατεβάσω γάλα». Η τρυφερότητα στη φωνή του μ’ έκανε να νιώσω άβολα. Σκέφτηκα ξανά να φύγω και να περιμένω να τελειώσει το τηλεφώνημα στο καθιστικό, καταλάβαινα όμως ότι η συνδιάλεξη έφτανε στο τέλος της. «Δώσε στο γιο μου ένα φιλί από τον μπαμπά». Οι γωνίες των χειλιών του ανασηκώθηκαν σ’ ένα χαμόγελο. «Κι εγώ σ’ αγαπώ», είπε, κι έκλεισε μ’ έναν αναστεναγμό. «Συγνώμη», είπα, ακουμπώντας στον πάγκο. «Η Κριστίν πρέπει να με μισεί». «Η αλήθεια είναι ότι μου είπε πως πρέπει να φοβάμαι για τη ζωή μου αν δε γυρίσω σύντομα σπίτι». Κάθισα στο τραπέζι. «Παράξενο, ε;» «Ποιο πράγμα;» Νόμιζα ότι η ερώτηση ήταν προφανής. «Ότι η υποτακτική σου σου μιλάει έτσι». «Δεν είναι υποτακτική μου εικοσιτέσσερις ώρες τη μέρα, εφτά μέρες τη βδομάδα». Ανασήκωσα τους ώμους. «Απλώς σκέφτηκα ότι θα ήταν παράξενο». «Επειδή δεν το έχεις κάνει». «Ίσως». Με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα φρύδι. «Είσαι έτοιμος γι’ αυτή την κουβέντα; Αν είσαι, μπορούμε να την κάνουμε». «Ποια κουβέντα;» «Είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος, Ναθάνιελ, και σκέφτομαι πάντα θετικά. Ακόμα κι αν η σχέση σου με την Άμπι δεν έχει ευτυχή κατάληξη, μπορεί πάντα να βρεις κάποια άλλη».

Kuriarxos_303s462.indd 377

9/30/13 3:38:21 PM


378

ΤΑΡΑ ΣΟΥ ΜΙ

«Γαμώτο, Πολ». Πέρασα τα δάχτυλα στα μαλλιά μου. «Δεν μπορώ να το σκεφτώ αυτή τη στιγμή». «Ίσως όχι. Αν ήσουν προετοιμασμένος, όμως, ίσως να είχες λειτουργήσει διαφορετικά με την Άμπι. Να είχες κάνει αλλιώς τα πράγματα». «Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου με οποιαδήποτε άλλη εκτός από την Άμπι, και δεν πιστεύω ότι η Άμπι θα μου δώσει δεύτερη ευκαιρία». «Είπες ότι είναι ερωτευμένη μαζί σου. Αν αυτό ισχύει πράγματι, ίσως το κάνει». Η ελπίδα έφερνε μαζί της αβάσταχτο πόνο. Ήταν οδυνηρό να σκέφτομαι ότι κάποια μέρα θα κατάφερνα να ξεμπερδέψω το κουβάρι του εαυτού μου τόσο όσο χρειαζόταν για να βρω την άκρη της σχέσης μου με την Άμπι. Ότι ίσως κι εκείνη να έφτανε στο σημείο να θέλει να μου μιλήσει. Διάολε, εδώ που βρισκόμουν αυτή τη στιγμή, θα ήμουν ικανοποιημένος ακόμα κι αν καταδεχόταν απλώς να με κοιτάξει. Κάποτε. Βέβαια, για να συμβεί αυτό, θα έπρεπε να είμαστε στο ίδιο δωμάτιο, και το να βρεθούμε στο ίδιο δωμάτιο με την Άμπι δε μου φαινόταν καθόλου πιθανό. «Πες μου πώς τα καταφέρνετε εσείς οι δυο», είπα. «Πώς κάνατε τη σχέση σας να λειτουργήσει». «Στην αρχή δοκιμάσαμε την εκδοχή του είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, εφτά μέρες τη βδομάδα, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι ήταν δύσκολο». Με κοίταξε ζυγιάζοντας την αντίδρασή μου. «Ήταν δύσκολο για μένα επειδή ποτέ δεν ένιωσα ότι η Κριστίν μπορούσε να είναι εντελώς ανοιχτή και ειλικρινής μαζί μου, και ήταν δύσκολο για την Κριστίν επειδή ποτέ δεν ένιωσε ότι μπορούσε να είναι εντελώς ανοιχτή και ειλικρινής επίσης». Ανέτρεξα στις φορές που ήθελα απεγνωσμένα να κάνω την Άμπι να μου μιλήσει. Θυμήθηκα το βράδυ της φιλανθρωπικής εκδήλωσης, το πόσο δύσκολο ήταν για εκείνη να μου πει τι κρασί προτιμούσε. «Αυτό μπορώ να το καταλάβω».

Kuriarxos_303s462.indd 378

9/30/13 3:38:21