Page 1


Η ΠΤΩΣΗ του ΠΕΝΤΕ


Tο παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Aπαγορεύεται απολύτως άνευ γραπτής αδείας του εκδότη η κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.

Εκδόσεις Πατάκη – Σύγ χρονη λογ οτεχνία γ ια παιδιά και γ ια νέους Σειρά: Περιπέτειες Πίττακους Λόρι, Η πτώση του Πέντε P ittacus Lore, The fall of Five Μετάφραση: Λένα Ταχμαζίδου Eπιμέλεια-διορθώσεις: Μαρία Σεβαστιάδου Εξώφυλλο: Δάφνη Μπέη Σελιδοποίηση: Aλέξιος Δ. Mάστορης Φιλμ-μοντάζ: Μαρία Ποινιού-Ρ ένεση Copyright © P ittacus Lore, 2013 All rights throughout the world are reserved to FULL FATHOM FIVE LLC c/o William Morris Endeavor Entertainment Copyright © γ ια την ελληνική γ λώσσα Σ. Πατάκης AEΕΔΕ (Eκδόσεις Πατάκη), 2014 Πρώτη έκδοση από τις Eκδόσεις Πατάκη, Aθήνα, Οκτώβριος 2015 ΚΕΤ 9559 • ΚΕΠ 809/15 • ISBN 978-960-16-6284-8 Πρώτη ψηφιακή έκδοση από τις Eκδόσεις Πατάκη, Aθήνα, Δεκέμβριος 2015 ΚΕΤ 9562 • ISBN 978-960-16-6122-3 ΠANAΓH TΣAΛΔAPH (ΠPΩHN ΠEIPAIΩΣ) 38, 104 37 AΘHNA ΤΗΛ.: 210.36.50.000, 210.52.05.600, 801.100.2665 – ΦAΞ: 210.36.50.069 ΚΕNΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: ΕΜΜ. ΜΠΕNΑΚΗ 16, 106 78 ΑΘΗNΑ, ΤΗΛ.: 210.38.31.078 ΥΠOΚATAΣTHΜΑ: ΚΟΡΥΤΣΑΣ (ΤΕΡΜΑ ΠΟΝΤΟΥ – ΠΕΡΙΟΧΗ Β´ ΚΤΕΟ), 570 09 ΚΑΛΟΧΩΡΙ ΘΕΣΣΑΛONΙΚΗΣ, ΤΗΛ.: 2310.70.63.54, 2310.70.67.15 – ΦAΞ: 2310.70.63.55 Web site: http://www.patakis.gr • e-mail: info@patakis.gr, sales@patakis.gr


ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ. ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΑ ΟΝΟΜ ΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΠΟΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΟΥΝ ΟΙ ΛΟΡΙΑΝ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΓΗ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΑΓΜ ΑΤΙ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜ ΟΙ ΣΤΟ ΣΥΜ ΠΑΝ. Μ ΕΡΙΚΟΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΝ.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

7

KEΦAΛAIO ΕΝΑ

ΣΤΗΝ ΑΠΟΨΙΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ διαφυγής πρωταγωνιστεί η Έξι. Μ ια ορδή Μ ογκαντόρι στέκεται ανάμεσα σ’ αυτήν και στο κελί μου – κάτι που, από τεχνικής άποψης, δεν είναι ρεαλιστικό. Συνήθως οι Μ ογκαντόρι δεν αφιερώνουν καθόλου εργατικό δυναμικό στην παρακολούθησή μου, αλλά εδώ πρόκειται για όνειρο, οπότε ό,τι να ’ναι. Οι Μ ογκαντόρι πολεμιστές γυμνώνουν τα στιλέτα που κρατούν και επιτίθενται ουρλιάζοντας. Σε απάντηση, η Έξι τινάζει τα μαλλιά της και γίνεται αόρατη. Την παρακολουθώ καρέ καρέ μέσα από τα κάγκελα του κελιού μου να ανοίγει δρόμο πετσοκόβοντας Μ ογκαντόρι, πότε ορατή και πότε αόρατη, να στρέφει τα ίδια τους τα όπλα εναντίον τους. Βαδίζει και στροβιλίζεται μέσα σ’ ένα σύννεφο στάχτης που όλο και μεγαλώνει, και σύντομα οι Μ ογκαντόρι αποδεκατίζονται τελείως. «Καταπληκτικό ήταν αυτό!» της λέω όταν φτάνει στην πόρτα του κελιού μου. Χαμογελάει ατάραχη. «Έτοιμος να την κάνουμε;» ρωτάει. Και τότε ξυπνάω. Ή βγαίνω απότομα από το ονειροπόλημά μου. Είναι φορές που δεν καταλαβαίνω αν κοιμάμαι ή αν είμαι ξύπνιος· κάθε στιγμή τείνει να αποκτά μια νυσταλέα ομοιομορφία όταν σε κρατούν σε απομόνωση εβδομάδες ολόκληρες. Ή, τουλάχιστον, νομίζω ότι πρόκειται για


8

PITTACUS LORE

εβδομάδες. Είναι δύσκολο να κρατάω λογαριασμό για τον χρόνο από τη στιγμή που δεν υπάρχουν παράθυρα στο κελί μου. Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι βέβαιος είναι πως οι φαντασιώσεις μου περί διαφυγής δεν είναι αληθινές. Καμιά φορά, σαν την αποψινή, έρχεται να με σώσει η Έξι, άλλες φορές ο Τζον, κι άλλες έχω αναπτύξει δικά μου Χαρίσματα και φεύγω πετώντας από το κελί μου, γρονθοκοπώντας ταυτόχρονα και Μ ογκαντόρι. Φαντασιώσεις όλα. Ένας τρόπος απλώς να περνάει την ώρα του το στρεσαρισμένο μου μυαλό. Το βουτηγμένο στον ιδρώτα στρώμα με τα σπασμένα ελατήρια που σκάβουν την πλάτη μου; Αυτό είναι αληθινό. Οι κράμπες στα πόδια και ο πόνος στη μέση; Αληθινά κι αυτά. Απλώνω το χέρι να πιάσω τον κουβά με το νερό από το πάτωμα δίπλα μου. Ένας φρουρός φέρνει τον κουβά μία φορά τη μέρα, μαζί με ένα σάντουιτς με τυρί. Δε μιλάμε και για υπηρεσία δωματίου, αν και, απ’ όσο ξέρω, είμαι ο μόνος κρατούμενος σ’ αυτή την πτέρυγα κελιών – ατέλειωτες σειρές από άδεια κελιά, που συνδέονται με ατσάλινους διαδρόμους, και μόνο εγώ. Ο φρουρός αφήνει πάντα τον κουβά κάτω, ακριβώς δίπλα στην τουαλέτα από ανοξείδωτο ατσάλι του κελιού μου, κι εγώ πάντα τον σέρνω δίπλα στο κρεβάτι μου, ό,τι πιο κοντινό σε γυμναστική έχω. Εννοείται πως τρώω το σάντουιτς αμέσως. Ούτε που θυμάμαι πώς είναι να μη λυσσάς από την πείνα. Πλαστικό τυρί μέσα σε μπαγιάτικο ψωμί, μια τουαλέτα χωρίς κάθισμα και πλήρης απομόνωση. Αυτή ήταν η ζωή μου. Όταν πρωτοήρθα εδώ, προσπάθησα να θυμάμαι κάθε πότε ερχόταν ο φρουρός ώστε να μετράω τις μέρες, αλλά καμιά φορά νομίζω ότι με ξεχνούν. Ή με αγνοούν επίτηδες. Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ότι θα με αφήσουν εδώ μέσα ώσπου να λιώσω, ότι θα λιποθυμήσω από την αφυδάτωση, χωρίς καν να προλάβω να συνειδητοποιήσω ότι ζω την τελευταία μου στιγμή. Θα προτιμούσα να πεθάνω ελεύθερος, πολεμώντας τους Μ ογκαντόρι.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

9

Ή, ακόμα καλύτερα, να μην πεθάνω καθόλου. Κατεβάζω μια μεγάλη γουλιά ζεστό νερό που έχει γεύση σκουριάς. Είναι αηδιαστικό, αλλά καταφέρνω να αποκτήσω λίγη υγρασία ξανά στο στόμα μου. Τεντώνω τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι, και οι αρθρώσεις μου διαμαρτύρονται τρίζοντας. Ένας ξαφνικός πόνος έρχεται από τους καρπούς μου, επειδή το τέντωμα τράβηξε το δέρμα με τις φρέσκες ακόμα ουλές εκεί. Και τότε είναι που το μυαλό μου αρχίζει ξανά να περιπλανιέται – όχι στη φαντασία αυτήν τη φορά, αλλά στη μνήμη. Σκέφτομαι τη Δυτική Βιρτζίνια κάθε μέρα. Τη ζω και πάλι. Θυμάμαι να τρέχω σαν βέλος μέσα σ’ εκείνες τις γαλαρίες, να κρατάω σφιχτά την κόκκινη πέτρα που μου είχε δανείσει ο Εννιά, να ρίχνω το εξωγήινο φως της πάνω σε δεκάδες πόρτες κελιών. Σε καθένα από αυτά ήλπιζα να βρω τον πατέρα μου και κάθε φορά απογοητευόμουν. Ύστερα ήρθαν οι Μ ογκαντόρι, αποκόπτοντάς με από τον Τζον και τον Εννιά. Θυμάμαι τον φόβο που μου προκάλεσε ο χωρισμός μου από τους άλλους – αυτοί ίσως μπορούσαν να πολεμήσουν τόσους Μ ογκαντόρι και Πάικεν με τα Χαρίσματά τους. Δυστυχώς, το μόνο που είχα εγώ ήταν ένα κλεμμένο κανόνι των Μ ογκαντόρι. Έκανα ό,τι μπορούσα. Πυροβολούσα κάθε Μ ογκαντόρι που πλησίαζε πολύ και ταυτόχρονα προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να γυρίσω στον Τζον και στον Εννιά. Άκουγα τον Τζον να φωνάζει το όνομά μου πάνω από τον αχό της μάχης. Ήταν κοντά, αρκεί να μη μας χώριζε μια ορδή εξωγήινων τεράτων. Η ουρά ενός τέρατος έσκασε στα πόδια μου. Έχασα την ισορροπία μου. Η πέτρα του Εννιά μού έπεσε από τα χέρια και κουτρουβάλησα καταγής. Έπεσα με τα μούτρα, κόπηκα πάνω από το φρύδι. Αμέσως το αίμα άρχισε να τρέχει μέσα στα μάτια μου. Σύρθηκα μισότυφλος, ψάχνοντας για κάλυψη. Φυσικά, αν αναλογιστείς τη μεγάλη τύχη που είχα από τη στιγμή που έφτασα στη Δυτική Βιρτζίνια, δεν είναι να απορείς


10

PITTACUS LORE

που κατέληξα ακριβώς μπροστά στα πόδια ενός Μ ογκαντόρι πολεμιστή. Μ ε σημάδεψε με το κανόνι του, θα μπορούσε να με σκοτώσει εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αλλά το ξανασκέφτηκε προτού πατήσει τη σκανδάλη. Και αντί να με πυροβολήσει, με χτύπησε στον κρόταφο με το πίσω μέρος του όπλου. Όλα μαύρισαν. Ξύπνησα κρεμασμένος με χοντρές αλυσίδες από το ταβάνι. Ήμουν ακόμα στη σπηλιά, κι όμως με κάποιον τρόπο ήξερα ότι με είχαν πάει πιο βαθιά, σε μια πιο ασφαλή ζώνη. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος όταν συνειδητοποίησα πως η σπηλιά ήταν ακόμα στη θέση της, ότι ήμουν αιχμάλωτος – τι σήμαινε αυτό για τον Τζον και τον Εννιά; Είχαν βγει έξω τελικά; Δεν είχα και τόση δύναμη στα μέλη μου, αλλά δοκίμασα να τραβήξω τις αλυσίδες. Δεν υποχώρησαν καθόλου. Ένιωσα απελπισία, κλειστοφοβία. Ήμουν έτοιμος να βάλω τις φωνές, όταν ένας θεόρατος Μ ογκαντόρι μπήκε με μεγάλες δρασκελιές στο δωμάτιο. Ήταν ο πιο σωματώδης που είχα δει ποτέ, είχε μια άσχημη μαβιά ουλή στον λαιμό και κρατούσε σφιχτά σ’ ένα από τα ογκώδη χέρια του ένα αλλόκοτο στην όψη χρυσό μπαστούνι. Ήταν εντελώς αποκρουστικός, σαν εφιάλτης, αλλά δεν μπορούσα να τραβήξω τη ματιά μου από πάνω του. Μ ε κάποιον τρόπο, τα άδεια μαύρα μάτια του αιχμαλώτιζαν το βλέμμα μου. «Γεια σου, Σάμιουελ» είπε βαδίζοντας αγέρωχα προς το μέρος μου. «Ξέρεις ποιος είμαι;» Κούνησα το κεφάλι μου, ενώ το στόμα μου ήταν πια κάτι παραπάνω από στεγνό. «Είμαι ο Σετράκους Ρα. Ανώτατος διοικητής της Αυτοκρατορίας των Μ ογκαντόρι, σχεδιαστής της Μ εγάλης Επέκτασης, λατρευτός ηγέτης». Αποκάλυψε τα δόντια του, και απ’ ό,τι κατάλαβα, αυτό υποτίθεται πως ήταν χαμόγελο. «Και τα λοιπά». Ο διευθυντής τσίρκου μιας πλανητικής γενοκτονίας και ο εγκέφαλος πίσω από μια επικείμενη εισβολή στη Γη μού είχε μόλις απευθύνει τον λόγο, προσφωνώντας με δε και με το όνομά


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

11

μου. Προσπάθησα να φανταστώ τι θα έκανε ο Τζον σε μια τέτοια περίσταση – ποτέ δε θα δείλιαζε μπροστά στον μεγαλύτερο εχθρό του. Εγώ, από την άλλη, άρχισα να τρέμω, οι αλυσίδες που έδεναν τους καρπούς μου κροτάλιζαν μεταξύ τους. Ήταν ολοφάνερο πως ο φόβος μου ευχαριστούσε τον Σετράκους. «Αυτό μπορεί να είναι ανώδυνο, Σάμιουελ. Διάλεξες τη λάθος πλευρά, αλλά εγώ είμαι κάτι παραπάνω από επιεικής. Πες μου αυτό που θέλω και θα σ’ αφήσω ελεύθερο». «Ποτέ…» τραύλισα, τρέμοντας ακόμα πιο πολύ καθώς προέβλεπα τι θα επακολουθούσε. Άκουσα έναν συριστικό ήχο από ψηλά, και σηκώνοντας τα μάτια, είδα μια γλοιώδη μαύρη μύξα να στάζει κατά μήκος της αλυσίδας. Ήταν καυστική και χημική, σαν πλαστικό που καιγόταν. Θα ορκιζόμουν ότι η γλίτσα άφηνε σημάδια σκουριάς στην αλυσίδα καθώς έσταζε κάτω προς το μέρος μου. Σύντομα έφτασε να καλύπτει τους καρπούς μου. Ούρλιαζα. Ο πόνος ήταν μαρτυρικός και η μύξα τόσο κολλώδης που χειροτέρευε τα πράγματα, σαν να ήταν οι καρποί μου καλυμμένοι με ζεματιστό χυμό δέντρου. Ήμουν έτοιμος να λιποθυμήσω από τον πόνο, όταν ο Σετράκους άγγιξε με το ραβδί του τον λαιμό μου και σήκωσε το πιγούνι μου. Ένα παγωμένο μούδιασμα κύλησε σε όλο μου το κορμί, και ο πόνος στους καρπούς μου μαλάκωσε προς στιγμήν. Ήταν ένα διεστραμμένο είδος ανακούφισης· ένα θανάσιμο μούδιασμα το οποίο απλωνόταν ακτινωτά από το ραβδί του Σετράκους, θαρρείς κι όλο το αίμα είχε στραγγίξει από τα μέλη μου. «Εσύ απάντα στις ερωτήσεις μου» γρύλισε ο Σετράκους, «κι όλα αυτά θα τελειώσουν…». Οι πρώτες ερωτήσεις του ήταν για τον Τζον και τον Εννιά – πού θα πήγαιναν, τι θα έκαναν μετά. Ένιωσα ανακούφιση μαθαίνοντας ότι το είχαν σκάσει και ακόμα μεγαλύτερη ανακούφιση επειδή δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το πού κρύβονταν. Εγώ ήμουν αυτός που κρατούσε το χαρτί με τις


12

PITTACUS LORE

οδηγίες της Έξι, κάτι που σήμαινε πως ο Τζον και ο Εννιά θα έπρεπε να επινοήσουν κάποιο νέο σχέδιο, ένα σχέδιο το οποίο ήταν αδύνατο να προδώσω, όσο κι αν με βασάνιζαν. Το χαρτί έλειπε τώρα, οπότε έβαζα στοίχημα πως οι Μ ογκαντόρι με είχαν ψάξει όσο ήμουν αναίσθητος και μου πήραν τη διεύθυνση. Ας ελπίσουμε πως η Έξι θα πλησίαζε επιφυλακτικά. «Όπου κι αν πήγαν, δε θ’ αργήσουν να γυρίσουν και να σας σαπίσουν στο ξύλο!» είπα στον Σετράκους. Κι αυτή ήταν η μόνη ζόρικη, ηρωική στιγμή μου, επειδή ο Μ ογκαντόρι ηγέτης ξεφύσηξε και τράβηξε αμέσως μακριά μου το ραβδί του. Ο πόνος στους καρπούς μου επέστρεψε – ήταν λες και η μογκαντοριανή γλίτσα με κατέτρωγε ως το κόκαλο. Άσθμαινα κι έκλαιγα την επόμενη στιγμή που ο Σετράκους με άγγιξε με το ραβδί, προσφέροντάς μου μια ανάπαυλα. Η μαχητικότητά μου, η λίγη που υπήρχε δηλαδή, είχε εξαφανιστεί εντελώς από μέσα μου. «Και η Ισπανία;» ρώτησε. «Τι έχεις να μου πεις σχετικά;» «Η Έξι…» μουρμούρισα και το μετάνιωσα. Έπρεπε να κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Οι ερωτήσεις έρχονταν η μια μετά την άλλη. Μ ετά την Ισπανία ήρθε η σειρά της Ινδίας και κατόπιν οι ερωτήσεις για το πού βρίσκονταν οι Λοραλίτες λίθοι, που ούτε καν τους είχα ακουστά. Στο τέλος με ρώτησε για «τον δέκατο», κάτι για το οποίο ο Σετράκους έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θυμήθηκα πως ο Χένρι είχε γράψει για έναν δέκατο στο γράμμα του στον Τζον και πώς ο τελευταίος Γκάρντι δεν τα είχε καταφέρει να φύγει από τον Λόριεν. Όταν το είπα αυτό στον Σετράκους –μια πληροφορία που ήλπιζα ότι για κάποιον λόγο δε θα έκανε ζημιά στους απομείναντες Γκάρντι– έγινε έξαλλος. «Μ ου λες ψέματα, Σάμιουελ! Το ξέρω πως είναι εδώ. Πες μου πού!» «Δεν ξέρω…» συνέχιζα να επαναλαμβάνω, και η φωνή μου έτρεμε όλο και περισσότερο. Σε κάθε απάντηση, ή σε κάθε έλλειψη απάντησης, ο Σετράκους τραβούσε πίσω το ραβδί του


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

13

και με άφηνε να νιώθω πάλι εκείνο τον πυρακτωμένο πόνο. Τελικά ο Σετράκους τα παράτησε και στάθηκε απλώς να με κοιτάζει αηδιασμένος. Σ’ αυτήν τη φάση παραληρούσα. Λες και είχε δικό του μυαλό, το σκούρο υγρό σύρθηκε αργά προς τα πάνω στην αλυσίδα και εξαφανίστηκε μέσα στη σκοτεινή εσοχή απ’ όπου είχε έρθει. «Είσαι άχρηστος, Σάμιουελ!» μου είπε περιφρονητικά. «Φαίνεται πως οι Λόριαν σε θεωρούν απλώς θυτήριο αμνό, έναν αντιπερισπασμό που τον αφήνεις πίσω όταν πρέπει να το σκάσεις βιαστικά». Ο Σετράκους βγήκε από το δωμάτιο, και αργότερα, αφού κρεμόμουν εκεί επί κάμποση ώρα χάνοντας κάθε τόσο τις αισθήσεις μου, ήρθαν μερικοί στρατιώτες του να με πάρουν. Μ ε πέταξαν σ’ ένα σκοτεινό κελί, όπου ήμουν βέβαιος ότι θα με άφηναν να πεθάνω. Έπειτα από μέρες οι Μ ογκαντόρι με έσυραν έξω από το κελί μου και με παρέδωσαν σε δύο τύπους κουρεμένους με την ψιλή, οι οποίοι φορούσαν σκούρα κοστούμια και είχαν όπλα κάτω από τα πανωφόρια τους. Γήινοι. Έμοιαζαν με πράκτορες του FBI ή της CIA, κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί να θέλει κάποιος άνθρωπος να δουλέψει με τους Μ ογκαντόρι. Και μόνο που σκέφτομαι αυτούς τους πράκτορες να ξεπουλάνε έτσι την ανθρωπότητα, το αίμα μου βράζει. Πάντως οι πράκτορες ήταν πιο ευγενικοί από τους Μ ογκαντόρι. Ο ένας μάλιστα μουρμούρισε και μια συγγνώμη την ώρα που περνούσε ένα ζευγάρι χειροπέδες γύρω από τους καμένους μου καρπούς. Κατόπιν μου έβαλαν κουκούλα στο κεφάλι, κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τους είδα. Οδηγούσαν ασταμάτητα τουλάχιστον επί δύο μέρες, με μένα αλυσοδεμένο στο πίσω μέρος ενός βαν. Έπειτα από αυτό με έχωσαν σ’ ένα άλλο κελί. Αυτό το κελί, το νέο μου σπίτι, ήταν μια ολόκληρη πτέρυγα σε κάποια μεγάλη βάση, όπου ήμουν ο μοναδικός κρατούμενος. Ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι τον Σετράκους Ρα, κάτι που δεν


14

PITTACUS LORE

μπορώ να αποφύγω κάθε που ρίχνω μια ματιά στις επίμονες φουσκάλες και στις ουλές στους καρπούς μου. Προσπάθησα να βγάλω από το μυαλό μου αυτήν τη φρικτή συνάντηση, λέγοντας στον εαυτό μου πως όσα είχε πει δεν ήταν αλήθεια. Ξέρω πως ο Τζον δε με χρησιμοποίησε για να καλύψει την απόδρασή του και ξέρω πως δεν είμαι άχρηστος. Μ πορώ να βοηθήσω τον Τζον και τους άλλους Γκάρντι, ακριβώς όπως έκανε ο πατέρας μου προτού εξαφανιστεί. Ξέρω πως έχω κάποιον ρόλο να παίξω, όσο κι αν δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο τι είδους ρόλος είναι. Όταν βγω από δω –αν βγω ποτέ από δω– ο νέος μου στόχος στη ζωή είναι να αποδείξω πως ο Σετράκους Ρα είχε άδικο. Νιώθω τέτοια απογοήτευση, που χτυπάω το στρώμα μπροστά μου. Αμέσως ένα σύννεφο σκόνης απελευθερώνεται από το ταβάνι κι ένα αμυδρό βουητό περνάει μέσα από το πάτωμα. Λες και η γροθιά μου έστειλε ένα κρουστικό κύμα σε όλο το κελί. Κατεβάζω γεμάτος δέος το βλέμμα στο χέρι μου. Ίσως εκείνα τα ονειροπολήματα σχετικά με την ανάπτυξη των δικών μου Χαρισμάτων δεν ήταν τόσο απίθανα. Προσπαθώ να θυμηθώ την πίσω αυλή του Τζον στο Παραντάιζ, όταν ο Χένρι τον επέπληττε λέγοντάς του να αυτοσυγκεντρώνεται στις δυνάμεις του. Μ ισοκλείνω με δύναμη τα μάτια και σφίγγω γερά τη γροθιά μου. Παρότι μου φαίνεται τρελό και κάπως ντροπιαστικό, χτυπάω ξανά το στρώμα, απλώς για να δω τι θα συμβεί. Τίποτα. Μ όνο ένας πόνος στα χέρια μου επειδή είχα μέρες να χρησιμοποιήσω αυτούς τους μυς. Δεν αναπτύσσω Χαρίσματα. Αυτό είναι αδύνατο για ένα ανθρώπινο πλάσμα, και το ξέρω. Απλώς έχω αρχίσει και απελπίζομαι. Μ πορεί και να τρελαίνομαι λιγάκι. «Εντάξει, Σαμ…» λέω στον εαυτό μου με βραχνή φωνή. «Σύνελθε». Αμέσως μόλις ξαπλώνω ξανά, παραιτημένος σ’ ένα ατέλειωτο ίσιωμα του κορμιού μου μόνος με τις σκέψεις μου, ένα δεύτερο τίναγμα περνάει κυματιστό μέσα από το πάτωμα. Κι αυτό εδώ


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

15

είναι πολύ μεγαλύτερο από το πρώτο· το νιώθω έως τα κόκαλά μου. Πέφτει κι άλλος σοβάς από το ταβάνι. Καλύπτει το πρόσωπό μου, μπαίνει στο στόμα μου, είναι πικρός κι έχει γεύση κιμωλίας. Έπειτα από λίγες στιγμές ακούω πνιχτούς πυροβολισμούς σαν τύμπανα. Δεν είναι όνειρο αυτό. Ακούω από απόσταση τους ήχους μιας μάχης από κάπου βαθιά μέσα στη βάση. Το πάτωμα τρέμει ξανά – άλλη μία έκρηξη. Όσο καιρό είμαι εδώ, δεν έκαναν ποτέ κάποια εκπαίδευση ή γυμνάσια. Διάολε, δεν ακούω ποτέ τίποτε άλλο εκτός από την ηχώ των βημάτων του φρουρού όταν μου φέρνει φαγητό. Και τώρα ξαφνικά όλη αυτή η δράση; Τι μπορεί να συμβαίνει; Για πρώτη φορά –εδώ και μέρες; Εβδομάδες;– επιτρέπω στον εαυτό μου να ελπίζει. Είναι οι Γκάρντι. Πρέπει να είναι. Ήρθαν να με σώσουν. «Αυτό είναι, Σαμ» λέω στον εαυτό μου, επιβάλλοντάς του να κινηθεί. Σηκώνομαι όρθιος και πηγαίνω τρέμοντας στην πόρτα του κελιού μου. Τα πόδια μου είναι σαν ζελέ. Δεν είχα και πολλούς λόγους να τα χρησιμοποιώ από τότε που με έφεραν εδώ. Ακόμα και η μικρή απόσταση μέσα στο κελί μου έως την πόρτα είναι αρκετή για να με ζαλίσει. Πιέζω το μέτωπό μου στο δροσερό μέταλλο των κάγκελων, περιμένοντας να περάσει η ζαλάδα. Αισθάνομαι τις αντηχήσεις της μάχης πιο κάτω να περνούν μέσα από το μέταλλο, να γίνονται όλο και πιο δυνατές, όλο και πιο έντονες. «Τζον!» φωνάζω, και ο ήχος είναι τραχύς. «Έξι, κάποιος! Εδώ είμαι. Εδώ είμαι!» Ένα μέρος μου πιστεύει πως είναι ανόητο να φωνάζω, λες και οι Γκάρντι θα μπορούσαν να ακούσουν τις κραυγές μου μέσα από τη φοβερή μάχη που φαίνεται πως δίνουν. Είναι το ίδιο κομμάτι μου που ήθελε να τα παρατήσει, να κουλουριαστεί μέσα στο κελί περιμένοντας την έσχατη μοίρα. Είναι το ίδιο κομμάτι μου που πιστεύει πως οι Γκάρντι θα ήταν αρκετά ανόητοι αν


16

PITTACUS LORE

προσπαθούσαν να με σώσουν. Είναι το κομμάτι του εαυτού μου που πίστεψε τον Σετράκους Ρα. Δεν μπορώ να υποχωρήσω μπροστά σ’ αυτή την αίσθηση απελπισίας. Πρέπει να αποδείξω πως έκανε λάθος. Πρέπει να κάνω λίγο θόρυβο. «Τζον!» φωνάζω ξανά. «Εδώ είμαι, Τζον!» Παρόλο που νιώθω αδύναμος, χτυπάω τις γροθιές μου στα ατσάλινα κάγκελα όσο πιο δυνατά μπορώ. Ο ήχος αντηχεί στην άδεια πτέρυγα, αλλά αποκλείεται να μπορούν να τον ακούσουν οι Γκάρντι πάνω από τους πνιχτούς πυροβολισμούς που ακούγονται μέσα από τους τοίχους. Δεν είμαι βέβαιος, με αυτούς τους όλο και δυνατότερους ήχους της μάχης, αλλά νομίζω πως ακούω βήματα να κροταλίζουν στον ατσάλινο διάδρομο που ενώνει τα κελιά. Κρίμα που δεν μπορώ να δω τίποτα πέρα από τα λιγοστά μέτρα μπροστά ακριβώς από το κελί μου. Αν υπάρχει κανείς εδώ μέσα μαζί μου, πρέπει να του τραβήξω την προσοχή και να ελπίζω ότι δεν είναι κάποιος φρουρός Μ ογκαντόρι. Αρπάζω τον κουβά με το νερό και αδειάζω με δύναμη ό,τι έχει απομείνει από τα αποθέματα της μέρας. Το σχέδιό μου –το καλύτερο που έχω– είναι να τον χτυπάω πάνω στα κάγκελα του κελιού μου. Όταν ξανακάνω μεταβολή, ένας τύπος στέκεται έξω από την πόρτα μου.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

17

KEΦAΛAIO ΔΥΟ

ΕΙΝΑΙ ΨΗΛΟΣ ΚΑΙ ΛΙΠΟΣΑΡΚΟΣ, ίσως λίγα χρόνια μεγαλύτερός μου, με πλούσια μαύρα μαλλιά που πέφτουν μπροστά στο πρόσωπό του. Δείχνει σαν να έρχεται από μάχη, το χλωμό του πρόσωπο είναι λεκιασμένο από τη σκόνη και τον ιδρώτα. Τον κοιτάζω με ορθάνοιχτα μάτια – έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έχω να δω κάποιο άλλο πρόσωπο. Φαίνεται σχεδόν το ίδιο έκπληκτος που με βλέπει. Υπάρχει κάτι αλλόκοτο πάνω του. Κάτι που δε μου πάει καλά. Το κάπως υπερβολικά χλωμό δέρμα. Το μαύρο γύρω από τις άκρες των ματιών του. Είναι ένας από αυτούς. Οπισθοχωρώ μέσα στο κελί μου, κρύβοντας τον άδειο κουβά πίσω από την πλάτη μου. Αν μπει μέσα, θα τον χτυπήσω με όση δύναμη μου έχει απομείνει. «Ποιος είσαι;» ρωτάω, προσπαθώντας να κρατήσω σταθερή τη φωνή μου. «Είμαστε εδώ για να βοηθήσουμε» απαντάει ο τύπος. Ακούγεται σαν να αισθάνεται άβολα, σαν να μην ξέρει τι να πει. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω τι εννοεί με το «είμαστε», ένας άντρας τον σπρώχνει στο πλάι. Έχει βαθιές γραμμές στο πρόσωπο, που τις καλύπτει μια ατημέλητη γενειάδα. Ανοίγω το στόμα μου από την έκπληξη και κάνω άλλο ένα βήμα προς τα πίσω στο κελί μου, ξαφνιασμένος και πάλι, αλλά για διαφορετικό λόγο αυτήν τη φορά. Δεν ξέρω γιατί τον περίμενα ίδιο με τις


18

PITTACUS LORE

φωτογραφίες που κρέμονταν στο καθιστικό μας, αλλά αυτή η στιγμή είναι όπως ακριβώς τη φανταζόμουν πάντα. Έχουν περάσει χρόνια, κι όμως κάτω από τις βαθιές ρυτίδες αναγνωρίζω ακόμη αυτό τον άντρα, ιδίως όταν μου χαμογελάει. «Μ παμπά;» «Εδώ είμαι, Σαμ. Γύρισα». Το πρόσωπό μου πονάει και μου παίρνει μια στιγμή να συνειδητοποιήσω γιατί. Χαμογελάω. Χασκογελάω, στην πραγματικότητα. Είναι η πρώτη φορά εδώ και εβδομάδες που χρησιμοποιώ αυτούς τους μυς. Αγκαλιαζόμαστε μέσα από τα κάγκελα, το μέταλλο χώνεται ενοχλητικά στα πλευρά μου, αλλά δε με νοιάζει. Είναι εδώ. Είναι πραγματικά εδώ. Είχα φανταστεί τους Γκάρντι να έρχονται να με σώσουν. Ποτέ, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα, δε σκέφτηκα πως αυτός που θα με έσωζε από αυτό το μέρος θα ήταν ο πατέρας μου. Μ άλλον επειδή πάντα σκεφτόμουν πως εγώ θα ήμουν εκείνος που θα τον έσωζε. «Σε… σ’ έψαχνα» του λέω. Σκουπίζω με το χέρι τα μάτια μου· αυτός ο παράξενος Μ ογκαντόρι σέρνεται ακόμα εκεί δίπλα και δε θέλω να με δει να κλαίω. Ο πατέρας μου με σφίγγει μέσα από τα κάγκελα. «Πόσο μεγάλωσες…» λέει, με ένα ίχνος θλίψης στη φωνή του. «Παιδιά» μας διακόπτει ο Μ ογκαντόρι, «έχουμε παρέα». Τους ακούω να έρχονται. Στρατιώτες που ξεχύνονται μέσα στην πτέρυγα των κελιών πιο κάτω, με τις μπότες τους να κροταλίζουν στον διάδρομο καθώς ανεβαίνουν τρέχοντας τη μεταλλική σκάλα προς το μέρος μας. Βρήκα επιτέλους τον πατέρα μου, βρίσκεται ακριβώς εδώ, μπροστά μου, κι όπου να ’ναι, όλα αυτά θα χαθούν βίαια. Ο Μ ογκαντόρι τραβάει τον πατέρα μου μακριά από την πόρτα του κελιού μου. Στρέφεται προς το μέρος μου, η φωνή του είναι προστακτική. «Στάσου στο κέντρο του κελιού σου και κάλυψε το κεφάλι σου!»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

19

Το ένστικτό μου λέει να μην τον εμπιστεύομαι. Αλλά γιατί ένας Μ ογκαντόρι να φέρει τον πατέρα μου εδώ; Γιατί να προσπαθήσει να μας βοηθήσει; Δεν έχω χρόνο να το σκεφτώ αυτό τώρα, ενώ οι υπόλοιποι Μ ογκαντόρι –και γι’ αυτούς μπορώ να εγγυηθώ ότι δε βρίσκονται εδώ για να βοηθήσουν– πλησιάζουν. Κάνω αυτό που με πρόσταξε. Ο Μ ογκαντόρι απλώνει τα χέρια μέσα από τα κάγκελα του κελιού μου και εστιάζει στον τοίχο πίσω μου. Ίσως είναι επειδή το σκεφτόμουν πρόσφατα, αλλά για κάποιον λόγο θυμάμαι εκείνες τις πρώτες μέρες, όταν δοκιμάζαμε στην πίσω αυλή τα Χαρίσματα του Τζον. Έχει σχέση με το πώς αυτός ο Μ ογκαντόρι αυτοσυγκεντρώνεται – η αποφασιστικότητα στα μάτια του, που υπονομεύεται από τα τρεμάμενα χέρια του, λες και δεν ξέρει ακριβώς τι κάνει. Αισθάνομαι κάτι να διασχίζει το πάτωμα από κάτω μου, σαν ένα κυματάκι ενέργειας. Μ ετά, με έναν διαπεραστικό κρότο, ο τοίχος πίσω μου σωριάζεται. Ένα κομμάτι της οροφής σείεται και πέφτει, διαλύοντας τη λεκάνη μου. Το πάτωμα κουνιέται, μετατοπίζεται κάτω από τα πόδια μου, και πέφτω καταγής. Είναι θαρρείς κι όλη η πτέρυγα των κελιών χτυπήθηκε από έναν μικρό σεισμό. Όλα πήραν κλίση. Το στομάχι μου ανακατεύεται, κι αυτό δεν οφείλεται εξολοκλήρου στο ασταθές πάτωμα. Είναι φόβος. Μ ε κάποιον τρόπο, αυτός ο Μ ογκαντόρι έριξε μόλις κάτω έναν τοίχο με τον νου του. Λες και χρησιμοποιούσε κάποιο Χάρισμα. Αλλά είναι αδύνατο κάτι τέτοιο, ε; Έξω από το κελί μου ο πατέρας μου και ο Μ ογκαντόρι έχουν πέσει προς τα πίσω, πάνω στο κιγκλίδωμα του διαδρόμου. Η πόρτα του κελιού μου έχει στραβώσει τώρα, το μέταλλο λύγισε. Υπάρχει αρκετός χώρος για να στριμωχτούν και να περάσουν. Ενώ ο Μ ογκαντόρι σπρώχνει τον πατέρα μου να περάσει από την πόρτα του κελιού μου, δείχνει το άνοιγμα του τοίχου πίσω μου. «Φύγε!» φωνάζει. «Τρέχα!»


20

PITTACUS LORE

Διστάζω για μια στιγμή, κοιτάζω τον πατέρα μου. Στριμώχνεται κιόλας να περάσει μέσα από τα κάγκελα. Διαβεβαιώνω τον εαυτό μου ότι θα έρθει πίσω μου. Βήχω, καθώς λίγη σκόνη από τον κατεστραμμένο τοίχο μπαίνει στα πνευμόνια μου. Από το άνοιγμα στον τοίχο μπορώ να δω τις εσωτερικές εγκαταστάσεις της βάσης· σωλήνες και φρεάτια εξαερισμού, όγκοι ολόκληροι από καλωδιώσεις και μονώσεις. Τυλίγοντας τα πόδια μου σ’ έναν από τους μεγαλύτερους σωλήνες, ξεκινάω να κατεβαίνω. Καρφίτσες τσιμπούν τα αδύναμα πόδια μου και για μια στιγμή φοβάμαι ότι θα ξεσφίξω τη λαβή μου και θα γλιστρήσω. Αλλά μετά αναλαμβάνει η αδρεναλίνη, και η λαβή μου σφίγγει. Η διαφυγή είναι τόσο κοντά, και πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου. Βλέπω τη σκιά του πατέρα μου στο άνοιγμα από πάνω μου. Διστάζει. «Τι κάνεις;» φωνάζει ο πατέρας μου στον Μ ογκαντόρι. «Άνταμ;» Ακούω τον Μ ογκαντόρι –τον Άνταμ– να απαντάει, η φωνή του αποφασισμένη. «Πήγαινε με τον γιο σου. Τώρα!» Ο πατέρας μου αρχίζει να κατεβαίνει πίσω μου, αλλά εγώ έχω σταματήσει. Σκέφτομαι τι σημαίνει να μείνει κάποιος πίσω σ’ ένα τέτοιο μέρος. Μ ογκαντόρι ή όχι, αυτός ο Άνταμ με έβγαλε μόλις από τη φυλακή και με ένωσε ξανά με τον πατέρα μου. Δε θα έπρεπε να είναι αναγκασμένος να αντιμετωπίσει μόνος του αυτούς τους στρατιώτες. Φωνάζω στον πατέρα μου. «Και δηλαδή θα τον αφήσουμε έτσι;» «Ο Άνταμ ξέρει τι κάνει…» απαντάει ο πατέρας μου, αλλά η φωνή του ακούγεται αβέβαιη. «Προχώρα, Σαμ!» Άλλη μία δόνηση χτυπάει και παραλίγο να με ρίξει από τον σωλήνα. Σηκώνω το βλέμμα να τσεκάρω τον πατέρα μου, ακριβώς τη στιγμή που ένα ακόμα κρουστικό κύμα πετάει το όπλο που ήταν σφηνωμένο στο πίσω μέρος της ζώνης του.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

21

Κρατιέμαι πολύ σφιχτά στον σωλήνα για να το πιάσω, αλλά το όπλο κατρακυλάει στο σκοτάδι κάτω. «Το καταραμένο…» γρυλίζει. Οι Μ ογκαντόρι πρέπει να πλησίασαν τον Άνταμ, κι αυτός αντεπιτίθεται. Αμέσως μετά το κρουστικό κύμα ακολουθεί ένας ήχος σαν να ξεσκίζεται κάτι μεταλλικό, ένας ήχος που μπορεί να είναι μόνο ο διάδρομος που διαλύεται – σαν να τον βλέπω να αποκόπτεται από τα κελιά, κάνοντας όλο το κτίσμα να καταρρεύσει μαζί του. Ένα δυο αποκολλημένα τούβλα κατρακυλούν από πάνω, και ο μπαμπάς κι εγώ σκύβουμε μαζί ώσπου να περάσει ο κίνδυνος. Τουλάχιστον ο Άνταμ δεν παραδίδεται αμαχητί εκεί πίσω. Αλλά πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, προτού ρίξει πάνω στο κεφάλι μας όλο το κτίριο. Συνεχίζω να κουνιέμαι πέρα δώθε κατεβαίνοντας. Ο χώρος μέσα στα τοιχώματα είναι στενός, ο χειρότερος εφιάλτης του κλειστοφοβικού, με βίδες και λυτά καλώδια να ξεσκίζουν τα ρούχα μου. «Σαμ, εδώ πάνω. Βοήθησέ με με αυτό!» Ο πατέρας μου έχει σταματήσει μπροστά σ’ ένα φρεάτιο εξαερισμού που δεν είχα προσέξει. Γλιστράω λιγάκι καθώς πάω να σκαρφαλώσω προς τα πάνω, αλλά απλώνει το χέρι και με σταθεροποιεί. Χώνουμε και οι δύο τα δάχτυλα στο μεταλλικό πλέγμα και το ανοίγουμε τραβώντας το. «Αυτό πρέπει να μας οδηγήσει έξω». Σε χρόνο μηδέν σερνόμαστε με τους αγκώνες μέσα στο φρεάτιο, όταν μια τεράστια έκρηξη μας ταρακουνάει. Σταματάμε να κινούμαστε, μιας και ο μεταλλικός αγωγός τρίζει και τσιρίζει, και προετοιμαζόμαστε και οι δύο για την κατάρρευση όλης της δομής, αλλά αυτή αντέχει. Ακούμε ουρλιαχτά και σειρήνες που διαπερνούν τους τοίχους της βάσης. Ο θόρυβος της μάχης που άκουγα νωρίτερα τώρα δυνάμωσε. «Λες και γίνεται κανονικός πόλεμος εκεί έξω…» λέει ο


22

PITTACUS LORE

πατέρας μου καθώς σέρνεται και πάλι προς τα εμπρός. «Έχεις φέρει τους Γκάρντι;» τον ρώτησα γεμάτος ελπίδα. «Όχι, Σαμ. Είμαστε μόνο ο Άνταμ κι εγώ». «Καταπληκτικός συγχρονισμός, μπαμπά! Να καταφέρετε να εμφανιστείτε εσύ και οι Γκάρντι την ίδια ακριβώς στιγμή;» «Νομίζω πως ήταν ώρα γι’ αυτή την οικογένεια να έχει λίγη καλοτυχία» απαντάει ο πατέρας μου. «Ας είμαστε ευγνώμονες για τον αντιπερισπασμό και πάμε να φύγουμε από δω πέρα». «Αυτοί πολεμούν εκεί έξω… Το ξέρω. Είναι οι μόνοι που θα τολμούσαν να επιτεθούν σε βάση των Μ ογκαντόρι». Σταματάω, ξεχνώντας τον κίνδυνο για μια στιγμή, κι ένα χαζό χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό μου καθώς συνειδητοποιώ πως ο πατέρας μου εισέβαλε μόλις σε μια βάση των Μ ογκαντόρι. «Μ παμπά» του λέω, «πολύ χαίρομαι που σε βλέπω κι άλλα τέτοια, αλλά έχεις να μου δώσεις έναν σωρό εξηγήσεις».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

23

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑ

ΕΝΑ ΚΑΥΣΤΙΚΟ ΚΥΜ Α μαύρου καπνού υψώνεται έξω από τη βάση. Οι σειρήνες ουρλιάζουν πάνω από το τριζοβόλημα της φωτιάς. Ακούω βήματα ρυθμικά στο πεζοδρόμιο εκεί κοντά, γήινοι και Μ ογκαντόρι φωνάζουν διαταγές έκτακτης ανάγκης. Χάος. Και από τον ήχο των εκρήξεων που είναι σε απόσταση, είμαι βέβαιος ότι η μάχη δεν περιορίζεται στον δικό μας τομέα της βάσης. Κάτι μεγάλο γινόταν εδώ κοντά – κι αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα. Τέλεια. Είναι πολύ απασχολημένοι αυτήν τη στιγμή για να ψάξουν εμάς. «Πού στον διάολο είμαστε;» ψιθυρίζω. «Στη Βάση Ντούλτσε» λέει ο πατέρας μου. «Άκρως μυστική κυβερνητική βάση στο Νέο Μ εξικό που έχουν καταλάβει οι Μ ογκαντόρι». «Πώς με βρήκες;» «Είναι μεγάλη ιστορία, Σαμ. Θα σου πω όταν την κάνουμε απ’ αυτό το μέρος». Αργά, εκατοστό το εκατοστό, ακολουθούμε έναν πίσω τοίχο, προσπαθώντας να μείνουμε μακριά από τις φασαρίες. Παραμένουμε στις σκιές, μην τυχόν και κάποιος φρουρός ξεφύγει από την τρέλα που επικρατεί μέσα. Ο πατέρας μου είναι μπροστά, κρατώντας σφιχτά το λυγισμένο ατσάλινο πλέγμα του φρεατίου εξαερισμού από το οποίο βγήκαμε. Δεν πρόκειται για


24

PITTACUS LORE

κάνα σπουδαίο όπλο, αλλά όλο και κάποια ζημιά θα μπορούσε να κάνει. Πάντως θα ήταν καλύτερο αν αποφεύγαμε τις μάχες. Δεν ξέρω πόση ενέργεια έχει απομείνει έπειτα απ’ όσα περάσαμε μόλις. Ο πατέρας μου δείχνει μέσα στο σκοτάδι, πέρα από τα σωριασμένα ερείπια ενός πρώην παρατηρητηρίου, μέσα στην έρημο. «Το όχημά μας είναι εκεί έξω» λέει. «Ποιος έριξε το παρατηρητήριο;» «Εμείς» απαντάει ο πατέρας μου. «Δηλαδή ο Άνταμ». «Μ α πώς…; Πώς γίνεται αυτό; Υποτίθεται ότι δεν έχουν τέτοιες δυνάμεις». «Δεν ξέρω πώς γίνεται, Σαμ. Μ α ξέρω πως είναι διαφορετικός απ’ τους άλλους». Ο πατέρας μου απλώνει το χέρι και με σφίγγει στο μπράτσο. «Μ ε βοήθησε να σε βρω. Και… Καλά, θα σου πω τα υπόλοιπα όταν φύγουμε από δω». Τρίβω το πρόσωπό μου· τα μάτια μου πονούν από τον καπνό. Επίσης, ακόμα δεν πιστεύω όλο αυτό που γίνεται. Ο πατέρας μου κι εγώ να βγαίνουμε κρυφά από μια κυβερνητική βάση, να το σκάμε από εχθρικούς εξωγήινους. Παραδόξως, είναι σαν ένα όνειρο που βγαίνει αληθινό. Συνεχίζουμε να προχωράμε λίγο λίγο, να προσπαθούμε να φτάσουμε σε κάτι σκιές απ’ όπου θα τρέξουμε με μεγάλη ταχύτητα προς την περίφραξη, και από κει προς την έρημο. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εσύ και οι Γκάρντι καταφέρατε να φτάσετε μαζί εδώ την ίδια στιγμή». «Δεν είμαστε βέβαιοι πως είναι οι Γκάρντι». «Έλα τώρα, μπαμπά…» λέω, κουνώντας τον αντίχειρά μου μπροστά στις φλόγες που ορθώνονταν από τη βάση. «Εσύ είπες ότι αυτό είναι μέρος των Μ ογκαντόρι και πως η κυβέρνηση τα έχει βρει με τους Μ ογκαντόρι, άρα ξέρουμε ότι δεν είναι ο στρατός. Τι άλλο θα μπορούσε να προκαλέσει τέτοιο πράγμα;» Ο πατέρας μου με κοιτάζει, δείχνει κάπως έκπληκτος. «Τους ξέρεις. Δεν το πιστεύω ότι τους ξέρεις…» ψιθυρίζει, κουνώντας


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

25

ένοχα το κεφάλι του. «Ποτέ δεν το είχα σκοπό να σε ανακατέψω σ’ αυτές τις φασαρίες». «Δεν το έκανες εσύ, μπαμπά. Δε φταις εσύ που ο κολλητός μου αποδείχθηκε εξωγήινος. Τέλος πάντων, τώρα είμαι χωμένος μέσα για τα καλά, και πρέπει να τους βοηθήσουμε». Μ έσα στο σκοτάδι και στον καπνό δεν μπορώ να είμαι βέβαιος, αλλά είναι λες και ο πατέρας μου με βλέπει πρώτη φορά. Κατά τη βιαστική μας επανένωση εκεί στη βάση μάλλον με είδε σαν το μικρό παιδάκι που ήμουν όταν εξαφανίστηκε σε πρώτη φάση. Αλλά δεν είμαι παιδί πια. Από την έκφραση στο πρόσωπό του –ένα μείγμα θλίψης και περηφάνιας– νομίζω ότι το συνειδητοποιεί αυτό. «Έγινες ένας γενναίος νεαρός άντρας» λέει, «αλλά ξέρεις ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε εκεί πίσω… Σωστά; Ακόμα κι αν οι Γκάρντι βρίσκονται εδώ, δε θα το ρισκάρω – δε θα ρισκάρω να σε χάσω». Αρχίζει και πάλι να κινείται, κι εγώ ακολουθώ. Η πλάτη μας είναι κολλημένη στον τοίχο καθώς πλησιάζουμε μια γωνία του εξωτερικού τοίχου της βάσης. Τα πόδια μου κινούνται νωθρά, αλλά όχι από την εξάντληση. Κατά βάθος ξέρω ότι δε θα έπρεπε να το σκάσουμε, και το σώμα μου συμμετέχει στη διαμαρτυρία. Το χάος γύρω από τη βάση μού θυμίζει τη σπηλιά στη Δυτική Βιρτζίνια κι αυτό που συνέβη μετά –τις αλυσίδες, τα βασανιστήρια– και θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο στον Άνταμ, αν τον αφήσουμε πίσω, ή στους Γκάρντι, αν είναι αυτοί που πολεμούν. Κάτι άλλο θέλω να κάνω, όχι να το σκάσω. «Μ πορούμε να τους βοηθήσουμε» πετάω. «Πρέπει!» Ο πατέρας μου συμφωνεί. «Και θα το κάνουμε. Αλλά δε θα βοηθήσουμε κανέναν αν σκοτωθούμε όσο τρέχουμε πίσω στα τυφλά σε μια βαριά οχυρωμένη στρατιωτική βάση που επιπλέον έχει πάρει και φωτιά». Αυτά τα λόγια ακούγονται οικεία. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ πως τέτοιες συμβουλές έδινα κι εγώ στον Τζον, ακριβώς προτού φύγει τρέχοντας για να κάνει κάτι γενναίο και


26

PITTACUS LORE

ανόητο. Καθώς παλεύω να σκεφτώ ένα σοβαρό επιχείρημα για να ξαναγυρίσουμε στη βάση, ο πατέρας μου ρίχνει μια ματιά πίσω από τη γωνία και επανέρχεται γρήγορα στη θέση του. Έπειτα από ένα δευτερόλεπτο ακούω δύο ζευγάρια βημάτων να πλησιάζουν τρέχοντας. «Μ ογκαντόρι…» μουρμουρίζει συριστικά καθώς σκύβει. «Δύο. Μ άλλον θα στήνουν φρουρούς στην περίμετρο». Καθώς ο πρώτος Μ ογκαντόρι φρουρός στρίβει τρέχοντας από τη γωνία, ο πατέρας μου στριφογυρίζει χαμηλά το ατσάλινο πλέγμα και τον χτυπάει ακριβώς στις γάμπες. Αυτός σωριάζεται καταγής και προσγειώνεται βαριά πάνω στην άσχημη μούρη του. Ο δεύτερος φρουρός προσπαθεί να σηκώσει το όπλο του, αλλά ο πατέρας μου πέφτει πάνω του. Αρχίζουν να παλεύουν πάνω από το κανόνι· ο πατέρας μου έχει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και της αδρεναλίνης. Ο Μ ογκαντόρι, όμως, είναι πιο δυνατός, οπότε ρίχνει τον πατέρα μου στον τοίχο, με το όπλο ακόμα χωμένο ανάμεσά τους. Ακούω τη γρήγορη ανάσα του πατέρα μου. Ρίχνομαι στον πρώτο φρουρό πριν προλάβει να συνέλθει. Τον κλοτσάω δυνατά στο πλάι του κεφαλιού του, τόσο δυνατά, που αισθάνομαι τα δάχτυλα του ποδιού μου να πρήζονται αμέσως μέσα στα φθαρμένα μου αθλητικά. Αρπάζω το κανόνι του, το γυρίζω από την άλλη και πυροβολώ. Η βολή σφυρίζει και σκάει στον τοίχο, δίπλα στο κεφάλι του πατέρα μου. Διορθώνω το σημάδι μου και πυροβολώ ξανά. Ο πατέρας μου φτύνει μαύρη στάχτη την ώρα που ο Μ ογκαντόρι αποσυντίθεται μπροστά του. Μ η θέλοντας να το ρισκάρω καθόλου, πυροβολώ τον Μ ογκαντόρι που κείτεται στα πόδια μου. Κοιτάζω το σώμα του να σκάει και να γίνεται αιθάλη που απλώνεται σε όλο το έδαφος. Πολύ ικανοποιητικό θέαμα. Όταν σηκώνω το βλέμμα μου, ο πατέρας μου με κοιτάζει με ένα μείγμα θαυμασμού και περηφάνιας. «Ωραίες βολές!» λέει. Παίρνει από κάτω το δεύτερο κανόνι


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

27

των Μ ογκαντόρι και κρυφοκοιτάζει ξανά από τη γωνία. «Το πεδίο είναι ελεύθερο, μα θα έρθουν κι άλλοι. Πρέπει να πηγαίνουμε». Κοιτάζω πίσω στη βάση και αναρωτιέμαι αν οι φίλοι μου μάχονται ακόμα για τη ζωή τους εκεί μέσα. Νιώθοντας τον δισταγμό μου, ο πατέρας μου με πιάνει απαλά από τον ώμο. «Σαμ, το ξέρω πως ίσως δε μετράει και πολύ αυτήν τη στιγμή, αλλά έχεις τον λόγο μου ότι θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για τους Γκάρντι. Το να τους σώζω, να προστατεύω τη Γη… είναι το έργο της ζωής μου». «Και το δικό μου» αποκρίνομαι, συνειδητοποιώντας, καθώς το ξεστομίζω, ότι τα λόγια μου είναι αληθινά. Χώνει το κεφάλι του και πάλι στη γωνία και μετά μου κάνει νόημα. Τρέχουμε γρήγορα στον εκτεθειμένο χώρο, κατευθυνόμαστε προς το πεσμένο παρατηρητήριο, όπου ο πατέρας μου λέει πως υπάρχει ένα άνοιγμα στην περίφραξη του Ντούλτσε. Σχεδόν περιμένω τα πυρά να σκάσουν πίσω μας ανά πάσα στιγμή, αλλά δεν έρχονται ποτέ. Κοιτάζω στα νώτα μου τον καπνό, που ανεβαίνει φιδογυριστός από τη βάση. Ελπίζω οι Γκάρντι και ο Άνταμ να κατάφεραν να βγουν ζωντανοί. ❦ Η παλιά Chevy Rambler του πατέρα μου είναι παρκαρισμένη εκεί όπου είπε ότι θα ήταν. Οδηγούμε προς τα ανατολικά μέσα από την έρημο, ώσπου μπαίνουμε στο Τέξας. Δεν πέφτουμε σε κανένα μπλόκο στον δρόμο και δε μας κυνηγάει κανένα σκούρο κυβερνητικό αμάξι· οι δρόμοι είναι σκοτεινοί, άδειοι ώσπου να φτάσουμε στην Οντέσσα. «Λοιπόν» ξεκινάει αδιάφορα ο μπαμπάς, σαν να με ρωτούσε πώς ήταν η μέρα μου στο σχολείο. «Πώς κι έγινες κολλητός με έναν Γκάρντι;» «Τον λένε Τζον» του απαντάω. «Ο Σεπάν του μάλιστα ήρθε στο Παραντάιζ ψάχνοντας για σένα. Γνωριστήκαμε στο σχολείο και είχαμε… χμμμ… κάποιους κοινούς φίλους».


28

PITTACUS LORE

Κοίταξα έξω από το παράθυρο, έβλεπα το Τέξας να περνάει από δίπλα μας. Πάει καιρός που έχω να σκεφτώ το λύκειο, τον Μ αρκ Τζέιμς, την κοπριά στο ντουλαπάκι μου κι εκείνη την ψυχωτική αχυροδρομία. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποτε θεωρούσα τον Μ αρκ και τη συμμορία του τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους στον κόσμο μου. Γελάω αχνά, και ο πατέρας μου με κοιτάζει. «Πες μου τα όλα, Σαμ. Αισθάνομαι σαν να έχασα πάρα πολλά». Και τα λέω. Ξεκινάω με το πώς γνώρισα τον Τζον στο σχολείο, συνεχίζω με τη μάχη στο γήπεδο του ράγκμπι και τελειώνω με τον καιρό που ήμαστε στο τρέξιμο, καθώς και τη σύλληψή μου. Έχω έναν σωρό ερωτήσεις να κάνω στον πατέρα μου, αλλά τελικά νιώθω πολύ ωραία που μιλάω εγώ. Δεν είναι μόνο που πέρασα εβδομάδες μόνος μου σ’ εκείνο το κελί· μου έλειψε να λέω τα μυστικά μου στον πατέρα μου. Η ώρα είναι περασμένη όταν παρκάρουμε σ’ ένα μοτέλ στις παρυφές της πόλης. Παρότι τόσο ο πατέρας μου όσο κι εγώ είμαστε βρομεροί –δείχνουμε λες και σκάψαμε ένα τούνελ για να βγούμε από τη φυλακή, κάτι που πάνω κάτω κάναμε– ο κουρασμένος γέρος που νοικιάζει τα δωμάτια δε μας κάνει καθόλου ερωτήσεις. Το δωμάτιό μας βρίσκεται στον δεύτερο όροφο κι έχει θέα την παραμελημένη πισίνα του μοτέλ, που είναι γεμάτη με ένα ζοφερό καφετί νερό, νεκρά φύλλα και περιτυλίγματα γρήγορου φαγητού, σε ίσα μέρη. Προτού πάμε πάνω, σταματάμε και πάλι στο αυτοκίνητο, να πάρουμε μαζί μας κάποιον εξοπλισμό. Ο μπαμπάς βγάζει ένα σακίδιο από το πορτμπαγκάζ και μου το δίνει. «Αυτά ήταν τα πράγματα του Άνταμ…» ξεκινάει να μου λέει, νιώθοντας κάπως άβολα. «Όλο και κάποια καθαρά ρούχα θα έχει εκεί μέσα». «Ευχαριστώ» αποκρίνομαι κοιτάζοντάς τον. Στο πρόσωπό του διακρίνω μια έκφραση ανησυχίας. «Θα του τα φυλάξω».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

29

Ο πατέρας μου συγκατανεύει, αλλά καταλαβαίνω ότι σκέφτεται τα χειρότερα. Ανησυχεί για τον Μ ογκαντόρι φίλο του, κι εκείνη τη στιγμή αναρωτιέμαι αν ανησυχούσε τόσο και για μένα όλα αυτά τα χρόνια που έλειπε. Μ ε ένα βογκητό ρίχνω στον ώμο το σακίδιο του Άνταμ και κατευθύνομαι προς το δωμάτιο του μοτέλ. Απ’ ό,τι φαίνεται, υπήρχε ένα δέσιμο ανάμεσα στον πατέρα μου και στον Άνταμ που δεν μπορώ πραγματικά να καταλάβω, κι ένα μέρος μου αρχίζει να αισθάνεται ζήλια. Αλλά μετά, καθώς περπατάμε, ο πατέρας μου βάζει το χέρι του στον ώμο μου και θυμάμαι πόσο καιρό τον έψαχνα, πώς με έσωσε και πως, για να το κάνει αυτό, άφησε πίσω τον Άνταμ. Εγκατέλειψε τον Μ ογκαντόρι, που με κάποιον τρόπο ανέπτυξε ένα Χάρισμα, προκειμένου να με σώσει. Βάζω στην άκρη τις μικροπρεπείς σκέψεις μου και προσπαθώ να σκεφτώ λογικά τι σημαίνουν όλα αυτά. «Πώς γνώρισες τον Άνταμ;» ρωτάω καθώς ξεκλειδώνει την πόρτα μας. «Μ ’ έσωσε. Οι Μ ογκαντόρι με κρατούσαν αιχμάλωτο. Έκαναν πειράματα πάνω μου». Το δωμάτιο του μοτέλ είναι μικρό και σχεδόν όσο σιχαμερό το περίμενα. Μ ια κατσαρίδα τρέχει, κι όταν ανάβουμε το φως, χάνεται από το οπτικό μας πεδίο κάτω από το κρεβάτι. Το μέρος μυρίζει μούχλα. Υπάρχει ένα μικρό μπάνιο, και παρόλο που η μπανιέρα είναι διάστικτη από νησίδες μούχλας, δε βλέπω την ώρα να κάνω ένα ντους. Σε σύγκριση με το πλύσιμο με το παγωμένο νερό ενός μεταλλικού κουβά, αυτό το μέρος είναι σκέτος παράδεισος. «Τι είδους πειράματα;» Ο πατέρας μου κάθεται στα πόδια του κρεβατιού. Κάθομαι δίπλα του και κοιτάζουμε μαζί τα είδωλά μας στον λερωμένο καθρέφτη του μοτέλ. Τι ζευγάρι που είμαστε – και οι δύο βρομεροί και κάτισχνοι από την πρόσφατη φυλάκισή μας. Πατέρας και γιος. «Προσπαθούσαν να μπουν στο μυαλό μου, προκειμένου να


30

PITTACUS LORE

αποσπάσουν ό,τι χρήσιμο μπορεί να ήξερα για τους Γκάρντι». «Επειδή ήσουν ένας από κείνους που υποδέχτηκαν τους Γκάρντι όταν ήρθαν στη Γη, ε; Βρήκαμε το υπόγειο καταφύγιό σου στην πίσω αυλή. Έκανα τη σύνδεση…» «Επί της υποδοχής…» μουρμούρισε λυπημένος ο πατέρας μου. «Γνωρίσαμε τους Λόριαν όταν προσγειώθηκαν, τους βοηθήσαμε να σταθούν στα πόδια τους και να το σκάσουν. Αυτά τα εννιά παιδιά, τι φοβισμένα που ήταν όλα τους… Κι όμως, εκείνο το αστρόπλοιο που προσγειώθηκε ήταν ένα από τα πιο εκπληκτικά πράγματα που είδα ποτέ». Χαμογελάω καθώς σκέφτομαι την πρώτη φορά που είδα τον Τζον να χρησιμοποιεί τα Χαρίσματά του. Ήταν λες και άνοιξε μια κουρτίνα και αποκαλύφθηκε ένα νέο σύμπαν δυνατοτήτων. Όλα τα σπασικλίδικα βιβλία περί εξωγήινων που είχα διαβάσει και ήθελα τόσο πολύ να είναι αληθινά εντελώς ξαφνικά ήταν. «Εμείς αποδειχθήκαμε πιο εύκολο θήραμα απ’ τους Γκάρντι, υποθέτω… Είχαμε οικογένειες. Ζωές που δεν μπορούσαν να ξεριζωθούν έτσι απλά. Οι Μ ογκαντόρι μάς βρήκαν». «Τι συνέβη στους άλλους;» Τα χέρια του πατέρα μου τρέμουν λιγάκι. Αναστενάζει. «Σκοτώθηκαν όλοι, Σαμ… Εγώ είμαι ο τελευταίος». Κοιτάζω στον καθρέφτη το στοιχειωμένο βλέμμα στο πρόσωπό του. Αιχμάλωτος των Μ ογκαντόρι όλα αυτά τα χρόνια· νιώθω άσχημα που του ζητάω να επιστρέψει σε αναμνήσεις που θα πρέπει να είναι φρικτές. «Λυπάμαι…» του λέω. «Δεν είναι ανάγκη να το συζητήσουμε». «Όχι» αποκρίνεται αποφασιστικά. «Πρέπει να ξέρεις τον λόγο που μ’ έκανε να μην είμαι… που μ’ έκανε να μην είμαι στη ζωή σου όσο θα έπρεπε». Το πρόσωπο του πατέρα μου συσπάται σαν να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Του αφήνω όσο χρόνο θέλει, σκύβω να λύσω τα παπούτσια μου. Τα δάχτυλα του ποδιού μου είναι πρησμένα από την ώρα που κλότσησα εκείνο τον Μ ογκαντόρι κατάμουτρα.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

31

Αρχίζω να τα τρίβω απαλά, βεβαιώνομαι ότι δεν έχει σπάσει κάποιο κόκαλο. «Προσπαθούσαν να αποσπάσουν πράγματα απ’ τις αναμνήσεις μας. Οτιδήποτε μπορούσε να τους βοηθήσει να κυνηγήσουν τους Γκάρντι». Περνάει το χέρι από τα μαλλιά του, τρίβει το κεφάλι του. «Αυτά που μου έκαναν… άφησαν κενά. Υπάρχουν πράγματα που δε θυμάμαι. Υπάρχουν σημαντικά πράγματα που ξέρω ότι θα έπρεπε να θυμάμαι, αλλά δεν μπορώ». Τον χτυπάω μαλακά στην πλάτη. «Θα βρούμε τους Γκάρντι και ίσως… Δεν ξέρω… Ίσως έχουν κάποιον τρόπο να αναιρέσουν αυτά που σου έκαναν οι Μ ογκαντόρι». «Αισιοδοξία…» λέει ο πατέρας μου χαμογελώντας μου. «Πάει πολύς καιρός από τότε που θυμάμαι να ένιωσα κάτι τέτοιο». Ο πατέρας μου σηκώνεται πάνω και αρπάζει το σακίδιό του. Βγάζει ένα από αυτά τα φτηνιάρικα πλαστικά κινητά που πουλάνε στους πάγκους των βενζινάδικων και κοιτάζει γεμάτος απελπισία την οθόνη. «Ο Άνταμ τον έχει αυτό τον αριθμό» συνεχίζει. «Θα έπρεπε να έχει τηλεφωνήσει μέχρι τώρα για να τσεκάρει». «Επικρατούσε μια τρέλα εκεί πέρα. Ίσως έχασε το τηλέφωνό του». Ο πατέρας μου πατάει κιόλας έναν αριθμό. Κρατάει το κινητό στο αυτί του, ακούει. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής το κλείνει. «Τίποτα» λέει και ξανακάθεται. «Νομίζω πως απόψε οδήγησα αυτό το αγόρι στον θάνατο, Σαμ…»


32

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΤΕΣΣΕΡΑ

ΚΑΝΩ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ να είναι το ωραιότερο ντους στη ζωή μου σ’ εκείνο το σιχαμερό μπάνιο του μοτέλ. Ακόμα και η σκούρα μούχλα που απλώνεται από το σιφόνι έως τις κατσαρωμένες άκρες στο λαστιχένιο πατάκι του μπάνιου δεν μπορεί να μου χαλάσει αυτή την εμπειρία. Το ζεστό νερό μού δίνει μια καταπληκτική αίσθηση, καθώς ξεπλένει εβδομάδες ολόκληρες αιχμαλωσίας από τους Μ ογκαντόρι. Αφού σκουπίζω τον ατμό από τον σπασμένο καθρέφτη του μπάνιου, κοιτάζω επί ώρα το είδωλό μου. Τα πλευρά μου διακρίνονται, οι μύες της κοιλιάς μου είναι αρκετά εμφανείς και μου χαρίζουν τους κοιλιακούς ενός πεθαμένου της πείνας. Έχω μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, και τα μαλλιά μου έχουν μακρύνει περισσότερο από ποτέ. Να λοιπόν πώς μοιάζει ένας άνθρωπος που πολεμάει για την ελευθερία! Βγάζω ένα μπλουζάκι κι ένα τζιν που βρήκα στο σακίδιο του Άνταμ· πρέπει να χρησιμοποιήσω την τελευταία τρύπα της ζώνης για να μη μου πέσει το τζιν, κι όμως ακόμα κρέμεται στους γοφούς. Το στομάχι μου γουργουρίζει και αρχίζω να αναρωτιέμαι τι είδους υπηρεσία δωματίου μπορεί να έχει ένα ελεεινό μοτέλ σαν κι αυτό. Στοίχημα πως ο γέρος πίσω από τη ρεσεψιόν ευχαρίστως θα μας έστελνε ένα σάντουιτς γεμιστό με τυρί ψημένο και αποτσίγαρα.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

33

Πίσω στο δωμάτιο ο πατέρας μου έχει στήσει ένα μέρος του εξοπλισμού του. Ένα λάπτοπ είναι ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι, όπου τρέχει ένα πρόγραμμα που σαρώνει ειδήσεις. Προσπαθεί κιόλας να βρει την επόμενη κίνησή μας. Είναι αργά, περασμένα κατά πολύ τα μεσάνυχτα, και δεν έχω κοιμηθεί. Παρ’ όλα αυτά, όσο κι αν θέλω να βρεθώ με τους Γκάρντι, ήλπιζα πως η επόμενη κίνησή μας θα ήταν μια στοίβα τηγανίτες στο πιο κοντινό εστιατόριο. «Τίποτα;» ρωτάω, μισοκλείνοντας τα μάτια και δείχνοντας το λάπτοπ. Ο πατέρας μου δεν προσέχει καθόλου το πρόγραμμα. Κάθεται με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο κρατώντας ακόμα σφιχτά το φτηνιάρικο κινητό και δείχνει αναποφάσιστος. Κοιτάζει άτονα το λάπτοπ. «Όχι ακόμα». «Μ άλλον δε θα τηλεφωνήσει προτού βρεθεί κάπου όπου θα ’ναι ασφαλής» λέω. Απλώνω το χέρι να του πάρω το τηλέφωνο, αλλά το τραβάει. «Δεν είναι αυτό» λέει. «Υπάρχει κι άλλο ένα τηλεφώνημα που πρέπει να κάνω. Όση ώρα έκανες ντους, σκέφτομαι τι να πω… Και ακόμα δεν ξέρω». Ο αντίχειράς του σχηματίζει ένα οικείο μοτίβο πάνω στο πληκτρολόγιο του τηλεφώνου, σαν να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του να πάρει πραγματικά. Είμαι τόσο κολλημένος στη σκέψη να βρούμε τους Γκάρντι και να πολεμήσουμε τους Μ ογκαντόρι, που στην αρχή δεν ξέρω καν σίγουρα για ποιον μιλάει. Όταν ξαφνικά το συνειδητοποιώ, πέφτω βαρύς στο κρεβάτι, άφωνος όσο και ο πατέρας μου. «Πρέπει να τηλεφωνήσουμε στη μητέρα σου, Σαμ». Συγκατανεύω, αλλά χωρίς να ξέρω πραγματικά τι να πω στη μαμά μου σ’ αυτήν τη φάση. Την τελευταία φορά που με είδε, είχα μόλις πάρει μέρος σε μια μάχη εναντίον των Μ ογκαντόρι στο Παραντάιζ και το ’σκασα μες στη νύχτα με τον Τζον και την Έξι. Νομίζω ότι στράφηκα και της φώναξα πως την αγαπάω. Δεν ήταν και η πιο ευαίσθητη έξοδός μου, αλλά πραγματικά πίστευα


34

PITTACUS LORE

πως θα γύριζα πίσω σύντομα. Πού να φανταστώ ότι θα με έπιανε αιχμάλωτο μια φυλή εχθρικών εξωγήινων. «Θα είναι πολύ θυμωμένη, ε;» «Είναι θυμωμένη μαζί μου» λέει ο πατέρας μου. «Όχι με σένα. Θα χαρεί ν’ ακούσει τη φωνή σου και να μάθει πως είσαι ασφαλής». «Περίμενε… Την είδες;» «Σταματήσαμε στο Παραντάιζ προτού πάμε στο Νέο Μ εξικό. Έτσι ανακάλυψα πως αγνοείσαι». «Και είναι καλά; Δεν την κυνήγησαν οι Μ ογκαντόρι;» «Απ’ ό,τι φαίνεται, όχι, αλλά αυτό δε σημαίνει πως είναι καλά. Πέρασε πολύ δύσκολα τώρα που έλειπες. Κατηγόρησε εμένα, κι όσο γι’ αυτό, δεν έχει και τόσο άδικο. Δε μ’ άφησε να μπω μέσα στο σπίτι, όπως καταλαβαίνεις, οπότε αναγκαστήκαμε να κοιμηθούμε στο καταφύγιό μου». «Μ ε τον σκελετό;» «Ναι. Άλλο ένα απ’ τα κενά της μνήμης μου – δεν έχω ιδέα σε ποιον ανήκουν αυτά τα οστά». Ο πατέρας μου με κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια. «Μ ην αλλάζεις θέμα». Ένα μέρος του εαυτού μου ανησυχεί μήπως η μαμά μου με τιμωρήσει από το τηλέφωνο, κι ένα άλλο κομμάτι μου ανησυχεί μήπως ο ήχος της φωνής της με κάνει να θέλω να ξεχάσω όλο αυτό τον πόλεμο και να τρέξω πίσω στο σπίτι αμέσως. Ξεροκαταπίνω. «Είναι μαύρα μεσάνυχτα. Μ ήπως να περιμένουμε μέχρι αύριο;» Ο πατέρας μου κουνάει το κεφάλι του. «Όχι. Δεν μπορούμε να το αναβάλουμε, Σαμ. Ποιος ξέρει τι μπορεί να μας συμβεί αύριο…» Και με αυτά τα λόγια, αποφασισμένος ξαφνικά, σχηματίζει τον αριθμό του σπιτιού μας. Κρατάει όλο νευρικότητα το τηλέφωνο στο αυτί του καθώς περιμένει. Έχω αναμνήσεις της μαμάς και του πατέρα μου μαζί – παλιές αναμνήσεις, προτού αυτός εξαφανιστεί. Αναρωτιέμαι τι να περνάει από το μυαλό του


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

35

πατέρα μου τώρα, που θα πρέπει να της πει πως δε θα γυρίσουμε στο σπίτι ακόμα. Μ άλλον θα αισθάνεται το ίδιο ένοχος όπως κι εγώ. «Τηλεφωνητής…» λέει ο πατέρας μου έπειτα από μια στιγμή. Δείχνει σχεδόν ανακουφισμένος. Στη συνέχεια καλύπτει το τηλέφωνο με το χέρι του. «Μ ήπως να…;» Η φωνή του σβήνει καθώς το αχνό μπιπ του τηλεφωνητή ακούγεται στο αυτί του. Το στόμα του κινείται χωρίς να βγάζει ήχο, προσπαθεί να βρει τι να πει. «Μ πεθ, είμαι ο…» τραυλίζει, περνώντας το ελεύθερο χέρι του μέσα από τα μαλλιά του. «Ο Μ άλκολμ. Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω –αυτός ο τηλεφωνητής ίσως δεν είναι ο καλύτερος τρόπος– αλλά είμαι ζωντανός. Είμαι ζωντανός και λυπάμαι και μου λείπεις τρομερά…» Ο πατέρας μου σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει, τα μάτια του είναι βουρκωμένα. «Ο γιος μας είναι μαζί μου. Αυτός… Σου υπόσχομαι να τον κρατήσω ασφαλή. Μ ια μέρα, αν μ’ αφήσεις, θα σ’ τα εξηγήσω όλα. Σ’ αγαπάω». Μ ου απλώνει το τηλέφωνο με χέρι που τρέμει. Εγώ το παίρνω. «Μ αμά;» ξεκινάω να λέω, προσπαθώντας να μην πολυσκέφτομαι όσα θα πω. Απλώς τα αφήνω να βγουν. «Να… βρήκα επιτέλους τον μπαμπά. Ή αυτός με βρήκε. Κάνουμε κάτι καταπληκτικό, μαμά. Κάτι για να μείνει ο κόσμος ασφαλής, κάτι που… εεε… δεν είναι καθόλου επικίνδυνο, σ’ το ορκίζομαι. Σ’ αγαπάω. Θα γυρίσουμε σπίτι σύντομα». Κλείνω το τηλέφωνο και το κοιτάζω για μια στιγμή προτού σηκώσω το βλέμμα στον πατέρα μου. Τα μάτια του γυαλίζουν ακόμα έτσι όπως απλώνει το χέρι και με χτυπάει τρυφερά στο γόνατο. «Ωραία τα είπες» λέει. «Ελπίζω να ήταν όλα αλήθεια» αποκρίνομαι. «Κι εγώ το ίδιο».


36

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΠΕΝΤΕ

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΧΤΙΔΕΣ της καινούριας μέρας γλίστρησαν ανάμεσα από τα κτίρια, διώχνοντας τον δροσερό νυχτερινό αέρα και ζωγραφίζοντας τον ουρανό του Σικάγου πρώτα με ένα μοβ και ύστερα με ένα ρόδινο χρώμα. Από την ταράτσα του Κέντρου Τζον Χάνκοκ παρακολουθώ τον ήλιο να υψώνεται αργά πάνω από τη λίμνη Μ ίσιγκαν. Είναι η τρίτη νύχτα στη σειρά που έρχομαι εδώ πάνω χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ. Καταφέραμε να γυρίσουμε στο Σικάγο πριν από μερικές μέρες, κάνοντας το πρώτο μισό του ταξιδιού με ένα κλεμμένο κυβερνητικό βανάκι και το δεύτερο πάνω σε μια εμπορική αμαξοστοιχία. Είναι αρκετά εύκολο να διασχίσεις κρυφά τη χώρα όταν ο ένας από τους συντρόφους σου μπορεί να γίνει αόρατος και ο άλλος να τηλεμεταφέρεται. Διασχίζω την ταράτσα κοιτάζοντας από την άκρη της το Σικάγο, που αρχίζει να παίρνει ζωή. Οι δρόμοι, οι αρτηρίες της πόλης γεμίζουν σύντομα με αργόσυρτη κίνηση και ανθρώπους που πηγαίνουν στη δουλειά τους και περπατούν βιαστικοί στα πεζοδρόμια. Κουνάω το κεφάλι μου καθώς κοιτάζω κάτω προς το μέρος τους. «Δεν έχουν ιδέα τι τους περιμένει». Ο Μ πέρνι Κόσαρ έρχεται περπατώντας αργά προς το μέρος μου, με τη μορφή του μπιγκλ. Τεντώνεται, χασμουριέται και μετά


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

37

τρίβει τη μύτη του στο χέρι μου. Θα έπρεπε να νιώθω χαρούμενος που είμαστε ζωντανοί. Παλέψαμε με τον Σετράκους Ρα στο Νέο Μ εξικό και δεν είχαμε καθόλου απώλειες. Όσοι Γκάρντι έχουν απομείνει –με εξαίρεση το Νούμερο Πέντε, ο οποίος αγνοείται ακόμα– βρίσκονται όλοι κάτω, σώοι και αβλαβείς, κι έχουν σε γενικές γραμμές συνέλθει από τα τραύματά τους. Η Σάρα είναι κι αυτή κάτω. Την έσωσα. Κοιτάζω τα χέρια μου. Εκεί κάτω στο Νέο Μ εξικό ήταν καλυμμένα με αίμα. Μ ε το αίμα της Έγια και το αίμα της Σάρας. «Το τέλος του κόσμου τους είναι τόσο κοντά, κι αυτοί ούτε που το ξέρουν». Ο Μ πέρνι Κόσαρ μεταμορφώνεται σε σπουργίτι, πετάει πάνω από το κενό ανάμεσα στο Κέντρο Τζον Χάνκοκ και στο πιο κοντινό του κτίριο και τελικά προσγειώνεται στον ώμο μου. Κοιτάζω κάτω τους γήινους, αλλά αυτό που σκέφτομαι πραγματικά είναι οι Γκάρντι. Από τη στιγμή που ήρθαμε στο περιποιημένο ρετιρέ του Εννιά, όλοι κάθονται και χαλαρώνουν. Λίγη ξεκούραση και ανάρρωση ήταν οπωσδήποτε απαραίτητες· ελπίζω μόνο να μην έχουν ξεχάσει πόσο κοντά στην έσχατη ήττα ήρθαμε εκεί στο Νέο Μ εξικό, επειδή εγώ δε σκέφτομαι τίποτε άλλο. Αν η Έγια δεν είχε καταφέρει με κάποιον τρόπο να τραυματίσει τον Σετράκους κι αν εκείνη η έκρηξη σε μια άλλη πλευρά της βάσης δεν είχε απομακρύνει τους υπόλοιπους Μ ογκαντόρι, δεν είμαι βέβαιος ότι θα την είχαμε γλιτώσει. Κι αν δεν είχα αναπτύξει το Χάρισμα της θεραπείας, η Σάρα και η Έγια θα είχαν πεθάνει στα σίγουρα. Δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου την εικόνα των καμένων προσώπων τους. Δε θα σταθούμε ποτέ ξανά τόσο τυχεροί. Έτσι και πάμε απροετοίμαστοι την επόμενη φορά που θα συναντήσουμε τον Σετράκους Ρα, δε θα επιζήσουμε όλοι. ❦ Την ώρα που κατεβαίνω πια από την ταράτσα, οι περισσότεροι


38

PITTACUS LORE

έχουν ξυπνήσει. Η Μ αρίνα είναι στην κουζίνα και κάνει χρήση της τηλεκίνησης για να χτυπήσει ένα μπολ γεμάτο αυγά και γάλα, ενώ ταυτόχρονα σκουπίζει μερικούς λεκέδες από έναν πάγκο με πλακάκια που παλιά ήταν πεντακάθαρος. Από τη στιγμή που εμείς οι εφτά (μαζί και ο Μ πι Κέι) ήρθαμε να μείνουμε εδώ, δεν είναι ότι φροντίζουμε και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σικάτο διαμέρισμα του Εννιά. Η Μ αρίνα μού κάνει ένα νεύμα όταν με βλέπει. «Καλημέρα. Αυγά;» «Μ έρα… Εσύ δε μαγείρεψες χτες βράδυ; Θα έπρεπε να ’ναι κάποιου άλλου η σειρά». «Δε με πειράζει, αλήθεια» λέει η Μ αρίνα. Κατεβάζει κεφάτα ένα μπλέντερ από ένα ράφι. «Ακόμα δεν πιστεύω πως υπάρχει αυτό το μέρος. Σαν να ζηλεύω λιγάκι που ο Εννιά είχε την τύχη να μείνει τόσο καιρό εδώ. Είναι πολύ διαφορετικό απ’ αυτά που έχω συνηθίσει εγώ. Είναι αλλόκοτο που θέλω να τα δοκιμάσω όλα;» «Δεν είναι καθόλου αλλόκοτο». Τη βοηθάω στο σκούπισμα του πάγκου. «Αφού θα μείνουμε εδώ, πρέπει τουλάχιστον να μαγειρεύουμε και να καθαρίζουμε με τη σειρά». «Ναι» γνέφει η Μ αρίνα κοιτάζοντάς με λοξά. «Πρέπει να το οργανώσουμε αυτό». «Τι βλέμμα είναι αυτό;» «Τίποτα. Είναι καλή ιδέα να μοιράσουμε τις δουλειές» απαντάει η Μ αρίνα και μετά κοιτάζει νευρικά κάπου αλλού. Σίγουρα κάτι άλλο έχει στο μυαλό της. «Έλα τώρα, Μ αρίνα… Τι τρέχει;» «Απλώς…» Πιάνει μια πετσέτα της κουζίνας και τη σφίγγει στα χέρια της όσο μιλάει. «Εδώ και πολύ καιρό ζούσα χωρίς σκοπό, χωρίς να ξέρω πραγματικά πώς θα έπρεπε να είναι ένας Γκάρντι. Ύστερα ήρθε να με βρει η Έξι στην Ισπανία και μου έδειξε. Και μετά συναντηθήκαμε με σένα και τον Εννιά, ακριβώς προτού μας οδηγήσεις στη μάχη εναντίον του πιο κακού


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

39

Μ ογκαντόρι εν ζωή. Ήταν λες και… Ποπό, αυτοί οι τρεις ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν! Μ πορούν να τα βγάλουν πέρα». «Εεε… Ευχαριστώ». «Αλλά τώρα έχουν περάσει μέρες από τότε που επιστρέψαμε και αρχίζω να έχω ξανά την ίδια αίσθηση. Σαν να μην ξέρουμε τι κάνουμε. Οπότε αυτό που με απασχολεί μάλλον είναι αν υπάρχει κάποιο σχέδιο πέρα απ’ τις δουλειές του σπιτιού». «Το δουλεύουμε…» μουρμουρίζω. Δε θέλω να πω στη Μ αρίνα πως η επόμενη κίνησή μας –ή η έλλειψή της– είναι αυτό που με κρατάει ξύπνιο τα βράδια. Δεν έχουμε ιδέα πού μπορεί να έχει τρυπώσει ο Σετράκους Ρα μετά τη μάχη στο Νέο Μ εξικό, και ακόμα κι αν το ξέραμε, δε νομίζω πως είμαστε έτοιμοι να τον πολεμήσουμε. Θα μπορούσαμε να πάμε να ψάξουμε το Νούμερο Πέντε· ο πίνακας εντοπισμού που βρήκαμε στο υπόγειο κρησφύγετο του Μ άλκολμ Γκούντι μάς έδειξε μια κουκκίδα στα ανοιχτά της Φλόριντα και μάλλον πρέπει να είναι αυτός. Άλλωστε είναι και ο Σαμ. Η Σάρα ορκίζεται πως τον είδε στο Νέο Μ εξικό, αλλά δεν τον συναντήσαμε ποτέ στο Ντούλτσε. Μ ε τον Σετράκους Ρα ικανό, κατά τα φαινόμενα, να παίρνει τη μορφή άλλων ατόμων, αρχίζω να πιστεύω πως αυτόν είδε και πως ο Σαμ κρατείται κάπου αλλού. Υπό τον όρο βέβαια να είναι ακόμα ζωντανός. Πρέπει να παρθούν έναν σωρό αποφάσεις, για να μη μιλήσω και για την εκπαίδευση που θα έπρεπε να κάνουμε. Και να που αυτές τις τελευταίες μέρες εγώ σέρνω τα πόδια μου, είμαι κολλημένος σ’ αυτή την παραλίγο ήττα μας στο Νέο Μ εξικό και δεν μπορώ να εστιάσω στην κατάστρωση ενός σχεδίου. Ίσως είναι η αίσθηση ανακούφισης στο ρετιρέ του Εννιά έπειτα από μια εμπειρία παραλίγο θανάσιμη κι όλα αυτά τα χρόνια που όλοι μας είμαστε στο τρέξιμο, αλλά φαίνεται πως η ομάδα χρειάζεται ένα μικρό διάλειμμα. Αν υπήρχε κάποιος που τον βασάνιζε η έλλειψη ενός κανονικού σχεδίου, δεν το έδειχνε. Α, υπάρχει και κάτι άλλο που μου αποσπά την προσοχή. Είναι μάλλον η Μ αρίνα, που θέλει να δοκιμάσει όλες τις συσκευές στη


40

PITTACUS LORE

φανταχτερή κουζίνα του Εννιά· εγώ θέλω να περάσω λίγο χρόνο με τη Σάρα, έτσι απλά. Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτόταν ο Χένρι σχετικά με αυτό. Θα απογοητευόταν από την έλλειψη αφοσίωσης που δείχνω, αυτό το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Κατά φωνή: η Σάρα τυλίγει τα χέρια της στη μέση μου, φωλιάζοντας το πρόσωπό της στον αυχένα μου. Ήμουν τόσο βουτηγμένος στις σκέψεις μου, που δεν την άκουσα καν να μπαίνει στην κουζίνα. «Καλημέρα, κούκλε!» λέει η Σάρα. Στρέφομαι και της δίνω ένα αργό, γλυκό φιλί. Έτσι αγχωμένος που ήμουν όλο αυτό τον καιρό, σαν να αρχίζω να συνηθίζω σε τέτοια πρωινά, όπου μπορώ να ξυπνάω και να φιλάω τη Σάρα, μετά να περνάω μια φυσιολογική μέρα μαζί της και να πέφτω στο κρεβάτι ξέροντας ότι θα είναι εκεί όταν ξυπνήσω. Η Σάρα πλησιάζει το πρόσωπό της στο δικό μου ψιθυρίζοντας: «Νωρίς ξύπνησες πάλι…». Μ ορφάζω. Νόμιζα πως είχα καταφέρει να γλιστρήσω αθόρυβα από το κρεβάτι το πρωί, για να πάω να σκεφτώ την κατάσταση διεξοδικά στην ταράτσα. «Όλα καλά;» ρωτάει η Σάρα. «Ναι, ασφαλώς» απαντάω, προσπαθώντας να της αποσπάσω την προσοχή δίνοντάς της άλλο ένα φιλί. «Είσαι εσύ εδώ. Πώς να μην είναι όλα καλά;» Η Μ αρίνα ξεροβήχει, μάλλον επειδή ανησυχεί μήπως αρχίσουμε να φιλιόμαστε στην κουζίνα. Η Σάρα μού κλείνει το μάτι και φεύγει από κοντά μου. Αρπάζει τον αυγοδάρτη της Μ αρίνας που αιωρείται στον αέρα και αναλαμβάνει εκείνη τα αυγά. «Α…» λέει η Σάρα, κοιτάζοντάς με ξανά. «Σε ψάχνει ο Εννιά». «Τέλεια!» αποκρίνομαι. «Τι θέλει;» Η Σάρα σηκώνει τους ώμους. «Δε ρώτησα. Ίσως θέλει να


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

41

μοιραστείτε τίποτα συμβουλές μόδας». Αγγίζει σκεφτική τα χείλη της με το δάχτυλό της μελετώντας με. «Βασικά, δε θα ήταν και τόσο κακό αυτό». «Τι εννοείς;» Η Σάρα μού κλείνει το μάτι. «Έβγαλε το μπλουζάκι του… Ξανά». Βογκάω και βγαίνω από την κουζίνα, για να πάω να βρω τον Εννιά. Καταλαβαίνω ότι το ρετιρέ είναι το σπίτι του κι έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται άνετα εκεί μέσα, αλλά κυκλοφορεί μισόγυμνος σχεδόν σε κάθε ευκαιρία που του δίνεται. Δεν είμαι βέβαιος αν περιμένει από τα κορίτσια να αρχίσουν ξαφνικά να του την πέφτουν ή αν κάνει όλη αυτή την παράσταση για να με εκνευρίσει. Κατά πάσα πιθανότητα και τα δύο. Βρίσκω την Έξι στο ευρύχωρο καθιστικό του ρετιρέ. Κάθεται άνετα με τα πόδια πάνω στον πολυτελή λευκό καναπέ, ενώ στα χέρια κρατάει ένα φλιτζάνι καφέ. Δεν έχουμε κουβεντιάσει ιδιαίτερα από τότε που γυρίσαμε από το Νέο Μ εξικό. Δε νιώθω ακόμα εντελώς άνετα που βρίσκομαι κοντά και σ’ αυτήν και στη Σάρα ταυτόχρονα. Νομίζω ότι και η Έξι αισθάνεται το ίδιο, επειδή έχω την αίσθηση ότι με αποφεύγει. Σηκώνει το βλέμμα όταν μπαίνω· τα μάτια της είναι μισόκλειστα και νυσταγμένα. Φαίνεται τόσο κουρασμένη όσο κι εγώ. «Γεια» λέω. «Πώς ήταν η μικρή χτες βράδυ;» Η Έξι κουνάει το κεφάλι της. «Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Μ όλις τώρα άρχισε να ξεκουράζεται στ’ αλήθεια». Να προσθέσω τους εφιάλτες της Έγια στον κατάλογο των προβλημάτων που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Είναι καθημερινότητα από τότε που φύγαμε από το Νέο Μ εξικό και πάει τόσο άσχημα, ώστε η Έξι και η Μ αρίνα κοιμούνται με τη σειρά στο δωμάτιό της, φροντίζοντας να μη φρικάρει πάρα πολύ. Χαμήλωσα τη φωνή μου. «Σου λέει τι βλέπει;» «Μ έσες άκρες» απαντάει η Έξι. «Δεν είναι και πολύ ομιλητική, ξέρεις». «Πριν απ’ το Νέο Μ εξικό ο Εννιά κι εγώ βλέπαμε οράματα


42

PITTACUS LORE

που έμοιαζαν πολύ με εφιάλτες» λέω, προσπαθώντας να σκεφτώ αυτό το θέμα απ’ όλες τις πλευρές. «Κάτι παρόμοιο ανέφερε και ο Οχτώ». «Στην αρχή νομίζαμε πως ήταν ο Σετράκους Ρα, που με κάποιον τρόπο μάς χλεύαζε, αλλά έδειχναν επίσης και σαν προειδοποίηση. Τουλάχιστον για κάτι τέτοιο τα πέρασα εγώ. Ίσως πρέπει να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τι σημαίνουν αυτά της Έγια». «Ναι, ίσως είναι πράγματι τίποτα κωδικοποιημένα μηνύματα» αποκρίνεται ξερά η Έξι. «Αλλά μήπως σου πέρασε απ’ το μυαλό πως υπάρχει μια πιο απλή εξήγηση;» «Όπως;» Η Έξι στρέφει τα μάτια της ψηλά. «Όπως το ότι είναι παιδί, Τζον. Ο Σεπάν της πέθανε μόλις, παραλίγο να σκοτωθεί και η ίδια πριν από μια δυο μέρες, και ποιος ξέρει τι την περιμένει μετά. Διάολε, εμένα μου κάνει εντύπωση που δε βλέπουμε όλοι εφιάλτες κάθε σκατονύχτα!» «Πολύ παρήγορη η σκέψη σου…» «Δε ζούμε σε παρήγορες εποχές». Πριν προλάβω να απαντήσω, ο Οχτώ εμφανίζεται στον καναπέ, δίπλα στην Έξι. Εκείνη αναπηδάει, παραλίγο να χύσει τον καφέ της και αμέσως καρφώνει τον Οχτώ με ένα ατσάλινο βλέμμα. Ο Οχτώ σηκώνει αμυντικά τα χέρια του ψηλά. «Συγγνώμη, ντε…» λέει. «Μ η με σκοτώσεις κιόλας!» «Πρέπει να σταματήσεις να το κάνεις αυτό» αντιγυρίζει η Έξι ακουμπώντας κάτω τον καφέ της. Ο Οχτώ φοράει φόρμα γυμναστικής, τα σγουρά μαλλιά του είναι χωμένα κάτω από μια χνουδωτή μπαντάνα. Μ ου κάνει νόημα, ενώ ρίχνει το πιο αφοπλιστικό του χαμόγελο στην Έξι. «Εμπρός» της λέει, «μπορείς να ξεσπάσεις πάνω μου στην Αίθουσα Διαλέξεων». Η Έξι σηκώνεται, ευχαριστημένη με αυτή την ιδέα. «Θα σε τσακίσω!» «Σε τι εκπαιδεύεστε;» ρωτάω.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

43

«Μ άχη σώμα με σώμα» απαντάει ο Οχτώ. «Σκέφτηκα πως, αφού η Έξι παραλίγο να με δολοφονήσει στο Νέο Μ εξικό…» «Για τελευταία φορά, δεν ήμουν εγώ!» τον διακόπτει η Έξι εκνευρισμένη. «Το λιγότερο που μπορεί να κάνει είναι να μου δείξει μερικές νέες κινήσεις, ώστε, την επόμενη φορά που θα μου επιτεθεί, να μπορώ ν’ αμυνθώ». Η Έξι κάνει να δώσει μια στο μπράτσο του Οχτώ, αλλά εκείνος τηλεμεταφέρεται ταχύτατα πίσω από τον καναπέ. «Είδες;» Ο Οχτώ χαμογελάει πειραχτικά. «Είμαι κιόλας πολύ γρήγορος για σένα!» Η Έξι βουτάει πάνω από τον καναπέ κυνηγώντας τον, και ο Οχτώ το βάζει στα πόδια προς την Αίθουσα Διαλέξεων. Προτού τρέξει πίσω του, η Έξι στρέφεται και με κοιτάζει. «Ίσως πρέπει να δοκιμάσεις να μιλήσεις στην Έγια» μου λέει. «Εγώ;» «Ναι» απαντάει. «Ίσως εσύ καταλάβεις αν τα οράματά της σημαίνουν κάτι ή είναι απλώς τραυματισμένη ψυχικά». Αμέσως μόλις η Έξι βγαίνει από το δωμάτιο, νιώθω έναν βαρύ γδούπο στο πάτωμα πίσω μου. Στρέφομαι και βλέπω τον Εννιά να μου χαμογελάει περιπαικτικά, χωρίς μπλουζάκι, όπως είχε πει η Σάρα ότι θα ήταν, κρατώντας σφιχτά στα γεροδεμένα χέρια του ένα μπλοκ ζωγραφικής. Υψώνω το βλέμμα μου στο ταβάνι. «Πόση ώρα στεκόσουν εκεί;» Ο Εννιά σηκώνει τους ώμους. «Σκέφτομαι καλύτερα όταν είμαι ανάποδα, φίλε». «Δεν ήξερα ότι σκέφτεσαι κιόλας». «Εντάξει, έχεις κάποιο δίκιο. Συνήθως εσύ σκέφτεσαι για όλους μας». Πετάει το μπλοκ προς το μέρος μου. «Για τσέκαρε, όμως, αυτό». Παίρνω το μπλοκ και αρχίζω να φυλλομετρώ τις σελίδες του. Είναι γεμάτες με κατόψεις, σχεδιασμένες με το σταθερό χέρι του Εννιά. Θυμίζουν αρχιτεκτονικά σχέδια κάποιας στρατιωτικής βάσης, κι όμως φαντάζουν παράδοξα οικεία.


44

PITTACUS LORE

«Είναι…;» «Η Δυτική Βιρτζίνια!» δηλώνει περήφανα ο Εννιά. «Κάθε λεπτομέρεια που μπόρεσα να θυμηθώ. Θα μας φανεί χρήσιμο όταν επιτεθούμε στο μέρος. Είμαι βέβαιος ότι εκεί κρύβεται εκείνος ο χοντρομαλάκας, ο Σετράκους». Κάθομαι στον καναπέ πετώντας το μπλοκ στη μαξιλάρα δίπλα μου. «Όταν ήθελα να επιτεθώ στη σπηλιά, ήσουν εντελώς αντίθετος». «Αυτό έγινε αφού έτρεξες μέσα σε μια ηλεκτρομαγνητική ασπίδα σαν χαζός!» αντιγυρίζει. «Εγώ είπα ότι πρέπει να είμαστε πολλοί. Είμαστε πολλοί». «Επί τη ευκαιρία… Τσέκαρες το τάμπλετ σήμερα το πρωί;» Ο Εννιά γνέφει καταφατικά. «Ο Πέντε παραμένει στη θέση του προς το παρόν». Παρακολουθούμε τον πίνακα εντοπισμού από τότε που επιστρέψαμε από το Σικάγο. Ο Πέντε –ο μόνος Γκάρντι με τον οποίο δεν είχαμε κάνει ακόμα επαφή– βρισκόταν τις τελευταίες μέρες σε κάποιο νησί στα ανοιχτά της Φλόριντα. Προτού φύγουμε για το Νέο Μ εξικό, βρισκόταν στην Τζαμάικα. Οι περιπλανήσεις του εδώ κι εκεί αποτελούν το σύνηθες λοριανό πρωτόκολλο εκείνου που είναι στο τρέξιμο προσπαθώντας να ξεφύγει. Ο εντοπισμός του, ακόμα και με έναν πίνακα που μας δείχνει τη σωστή κατεύθυνση, μπορεί και να μην ήταν εύκολη υπόθεση. «Τώρα που μας δόθηκε μια ευκαιρία να ξεκουραστούμε, νομίζω ότι πρέπει να το θεωρήσουμε προτεραιότητα. Όσο περισσότεροι, τόσο το καλύτερο. Έτσι δεν είναι;» «Και ίσως, όσο εμείς αναζητούμε τον Πέντε, ο Σετράκους Ρα εξαπολύσει μια εισβολή πλήρους κλίμακας στη Γη». Ο Εννιά χτυπάει με δύναμη το μπλοκ για να δώσει έμφαση. «Τον έχουμε στριμώξει. Τώρα θα πρέπει να τον αποτελειώσουμε!» «Τον έχουμε στριμώξει;» τον ρωτάω κοιτάζοντάς τον. «Εγώ δεν τα θυμάμαι έτσι ακριβώς». «Μ α τι; Υποχώρησε. Σωστά;» Κουνάω το κεφάλι μου. «Νομίζεις ότι είσαι έτοιμος για τη


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

45

ρεβάνς;» «Εσύ να μου πεις». Ο Εννιά βάζει το ένα χέρι πίσω του και ανεβάζει το άλλο πάνω από το κεφάλι του σε μια πόζα μποντιμπιλντερά. Δεν μπορώ παρά να βάλω τα γέλια. «Ναι, σίγουρα θα τον τρομάξουν οι κάμψεις!» «Όπως και να ’χει, είναι πιο τρομακτικές απ’ το να κάθεσαι αραχτός» αντιγυρίζει ο Εννιά καθώς σκάει στον καναπέ δίπλα μου. «Πιστεύεις πραγματικά πως θα έπρεπε να κάνουμε εφόρμηση στη Δυτική Βιρτζίνια; Μ ετά το ξύλο που φάγαμε στο Ντούλτσε;» Ο Εννιά κατεβάζει το βλέμμα στις γροθιές του, τις σφίγγει και τις χαλαρώνει, μιας και μάλλον θυμόταν ότι λίγο έλειψε να τον αποτελειώσει ο Σετράκους. Λίγο έλειψε να μας αποτελειώσει όλους. «Δεν ξέρω…» λέει έπειτα από μια μικρή σιωπή. «Ήθελα μόνο να σου δώσω αυτό, ώστε να ξέρεις ότι υπάρχει και μια εναλλακτική. Οκέι; Μ πορεί να μην πιστεύεις ότι είμαι ικανός να μάθω τα όρια των δυνατοτήτων μου κι αυτές τις μαλακίες. Στο Νέο Μ εξικό… ίσως τα έβαλα με κάτι που με ξεπερνούσε όταν προσπάθησα να πολεμήσω μόνος μου τον Σετράκους. Και η Έξι πήγε μόνη της. Τον Οχτώ τον ρήμαξαν, κι όλοι οι άλλοι δέχτηκαν πυρά. Αλλά εσύ κρατήθηκες, ρε φίλε. Και μας κράτησες και μας. Όλοι το ξέρουν. Ακόμα δεν πιστεύω τις μαλακίες σου πως είσαι η μετενσάρκωση του Πίττακους κι όλα αυτά, αλλά τη στόφα του αρχηγού την έχεις. Οπότε κάνε εσύ τον αρχηγό, κι εγώ θα αναλάβω να βαράω. Είμαστε οι καλύτεροι σ’ αυτά». «Οι καλύτεροι; Δεν είμαι σίγουρος… Και η Έξι μια χαρά βαράει». Ο Εννιά ξεφυσάει. «Ναι… Ήταν σούπερ ζόρικη στο σκατοκουκούλι της στο ταβάνι. Το θέμα δεν είναι αυτό, Τζόννυ. Το θέμα είναι ότι σε χρειάζομαι για να μου λες τι να βαρέσω. Και πρέπει να μου το πεις γρήγορα, επειδή θα τα παίξω εδώ μέσα».


46

PITTACUS LORE

Ρίχνω άλλη μία ματιά στο μπλοκ του Εννιά. Απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά για να φτιάξει αυτά τα σχέδια αμέσως μόλις γυρίσαμε από το Νέο Μ εξικό. Παρά την αλαζονεία του, τουλάχιστον έβαλε τα δυνατά του να βρει έναν τρόπο να επιτεθούμε στους Μ ογκαντόρι. Στο μεταξύ εγώ έχω κολλήσει σ’ αυτήν τη ρουτίνα, ανίκανος να κοιμηθώ, μόνος στην ταράτσα, ανακυκλώνοντας τις ίδιες σκέψεις ξανά και ξανά. «Μ ακάρι να ήταν εδώ ο Χένρι» μουρμουρίζω «ή ο Σαντόρ… Ένας Σεπάν, οποιοσδήποτε. Κάποιος που θα μας έλεγε τι να κάνουμε μετά». «Ναι, μόνο που είναι νεκροί» αποκρίνεται κοφτά ο Εννιά. «Τώρα είναι στο χέρι μας, κι εσύ ήσουν πάντα αυτός που κατέβαζε ιδέες. Διάολε, την τελευταία φορά που δε συμφώνησα με το σχέδιό σου, παραλίγο να σε ρίξω από μια ταράτσα!» «Δεν είμαι Σεπάν». «Όχι. Αλλά είσαι ένας σκατοξερόλας». Ο Εννιά με χτυπάει δυνατά στην πλάτη, κάτι που, όπως έχω καταλάβει, είναι η πιο τρυφερή του εκδήλωση. «Παράτα τις κλάψες, κόψε τους χαριεντισμούς με τη γήινη φιλενάδα σου και κοίτα να βρεις ένα πανέξυπνο σχέδιο». Μ ία εβδομάδα νωρίτερα θα έδειχνα τα νύχια μου στον Εννιά αν με έλεγε κλαψιάρη και με έπρηζε με τη Σάρα. Τώρα ξέρω ότι προσπαθεί απλώς να με κινητοποιήσει. Αυτός είναι ο δικός του τρόπος να πει μια εμψυχωτική κουβέντα, κι όσο κι αν ντρέπομαι να το ομολογήσω, μου χρειάζεται να την ακούσω. «Κι αν δεν έχω σχέδιο;» ρωτάω, και η φωνή μου βγαίνει σιγανή. «Αυτό, αγόρι μου, πολύ απλά δεν είναι επιλογή».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

47

KEΦAΛAIO ΕΞΙ

ΓΥΡΙΣΑ ΞΑΝΑ στην ταράτσα του Κέντρου Τζον Χάνκοκ. Αυτήν τη φορά, όμως, δεν είμαι μόνος μου. «Δε χρειάζεται να το κουβεντιάσουμε αν δεν είσαι έτοιμη» λέω ευγενικά στην κουλουριασμένη μορφή που κάθεται οκλαδόν στην ταράτσα δίπλα μου. Η Έγια έχει μια κουβέρτα τυλιγμένη στους ώμους της, παρότι δεν κάνει και τόσο κρύο στην ταράτσα. Για κάποιον λόγο, δείχνει μικρότερη απ’ ό,τι συνήθως, και αναρωτιέμαι αν το στρες την κάνει να επανέρχεται σε μια πιο νεαρή ηλικία. Κάτω από την κουβέρτα φοράει ένα από τα παλιά φανελένια πουκάμισα του Εννιά. Της φτάνει έως τα γόνατα. Τελευταία φαίνεται πως η μόνη ώρα που μπορεί να κοιμηθεί γαλήνια είναι τα απογεύματα. Μ άλλον δε θα σηκωνόταν καθόλου από το κρεβάτι της σήμερα αν η Μ αρίνα δεν την είχε παρακινήσει ευγενικά να έρθει εδώ πάνω να μιλήσουμε. «Θα προσπαθήσω…» μου αποκρίνεται, και η φωνή της ακούγεται με δυσκολία πάνω από τον άνεμο. «Η Μ αρίνα είπε πως ίσως μπορείς να βοηθήσεις». Να ’σαι καλά, Μ αρίνα, σκέφτομαι. Μ όνοι μας, η Έγια κι εγώ, έχουμε μιλήσει ελάχιστα από τότε που γνωριστήκαμε στο Νέο Μ εξικό. Υποθέτω πως αυτή είναι μια καλή ευκαιρία να μπορέσω να τη γνωρίσω καλύτερα. Μ ακάρι, όμως, να ήταν οι συνθήκες ευνοϊκότερες. Θέλω πολύ να τη βοηθήσω· μόνο που δεν ξέρω


48

PITTACUS LORE

πώς – δε θεωρούμαι δα και ειδικός σ’ αυτά τα οράματα ούτε είμαι ψυχίατρος, αν είναι αυτό που χρειάζεται. Αυτή είναι από τις κουβέντες που κανονικά αφήνονται στους Σεπάν, αλλά όπως μου θύμισε νωρίτερα και ο Εννιά, έχουμε ξεμείνει πλέον από αυτούς. Προσπαθώ να ακουστώ γεμάτος αυτοπεποίθηση. «Η Μ αρίνα έχει δίκιο. Έβλεπα κι εγώ όνειρα παλιά». «Όνειρα με αυτόν;» ρωτάει η Έγια, και, από τον τρόπο με τον οποίο χαμηλώνει τη φωνή της, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σε ποιον αναφέρεται. «Ναι» απαντάω. «Αυτό το σιχαμερό φρικιό έμεινε τόσο καιρό μέσα στο κεφάλι μου, που θα έπρεπε να τον βάλω να πληρώσει νοίκι!» Η Έγια χαμογελάει αχνά. Σηκώνεται όρθια, κλοτσάει μερικά χαλίκια στην ταράτσα. Βάζω επιφυλακτικά το χέρι μου στον ώμο της. Αναστενάζει, σχεδόν σαν να ανακουφίζεται. «Ξεκινάει πάντα με τον ίδιο τρόπο» αρχίζει να λέει η Έγια. «Βρισκόμαστε πάλι σ’ εκείνη τη βάση, πολεμάμε τον Σετράκους και τα τσιράκια του. Και… χάνουμε». Γνέφω καταφατικά. «Ναι, αυτό το σημείο το θυμάμαι». «Σηκώνω ένα κομμάτι μέταλλο απ’ το πάτωμα. Δεν ξέρω τι είναι ακριβώς… Ένα σπασμένο κομμάτι σπαθιού ίσως. Όταν το αγγίζω, αρχίζει να λάμπει στο χέρι μου». «Μ ισό…» λέω, προσπαθώντας να καταλάβω καλά αυτό το σημείο. «Αυτά που λες συνέβησαν ή γίνονται απλώς στο όνειρο;» «Συνέβησαν» απαντάει. «Φοβόμουν και άρπαξα το πρώτο πράγμα που βρήκα. Το μεγάλο μου σχέδιο ήταν να του πετάω διάφορα μέχρι να σταματήσει να χτυπάει τον Εννιά». «Από το σημείο όπου στεκόμουν εγώ φαινόταν σαν βέλος» λέω καθώς θυμάμαι τη μάχη, τον καπνό και το χάος. «Ένα βέλος που έλαμπε. Σκέφτηκα πως θα ήταν κάτι που πήρες απ’ το Σεντούκι σου». «Δεν είχα ποτέ Σεντούκι εγώ…» αποκρίνεται σκυθρωπά η


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

49

Έγια. «Φαίνεται ότι ξέχασαν να μου ετοιμάσουν και μένα ένα». «Έγια, ξέρεις τι νομίζω;» Προσπαθώ να την ηρεμήσω, αλλά είναι δύσκολο να κρύψω τον ενθουσιασμό από τη φωνή μου. «Νομίζω πως ανέπτυξες ένα νέο Χάρισμα εκεί πέρα, και ήμαστε όλοι πολύ πανικοβλημένοι για να το συνειδητοποιήσουμε». Η Έγια κατεβάζει το βλέμμα στα χέρια της. «Δεν καταλαβαίνω…» Σηκώνω μια χούφτα πετραδάκια από την ταράτσα και της τα δίνω απλώνοντας το χέρι μου. «Νομίζω ότι κάτι έκανες σ’ εκείνο το σπασμένο κομμάτι σπαθιού. Κι όταν χτύπησες τον Σετράκους Ρα με αυτό, τον τραυμάτισες». «Ω…» μουρμουρίζει και δεν ακούγεται καθόλου ενθουσιασμένη. «Νομίζεις ότι μπορείς να το ξανακάνεις;» Κρατάω τις πέτρες προς το μέρος της. «Δε θέλω» απαντάει κοφτά. «Για κάποιον λόγο… δε μου φαινόταν σωστό». «Ήσουν απλώς φοβισμένη…» αποκρίνομαι προσπαθώντας να την ενθαρρύνω, αλλά όταν κάνει ένα βήμα μακριά μου, συνειδητοποιώ πως έκανα λάθος. Είναι ακόμα ταραγμένη από τη μάχη, αυτά τα όνειρα, τα Χαρίσματά της. Αφήνω τις πέτρες να πέσουν ξανά στην ταράτσα. «Όλοι φοβόμασταν. Δεν πειράζει. Μ πορούμε να ασχοληθούμε αργότερα με αυτό. Ολοκλήρωσε πρώτα με τα όνειρα». Μ ένει σιωπηλή για μια στιγμή και φαίνεται σαν να αποτραβιέται τελείως. Αλλά έπειτα από λίγο αρχίζει να μιλάει και πάλι: «Του εκσφενδονίζω το μεταλλικό κομμάτι» λέει, «κι αυτό χώνεται μέσα του. Όπως ακριβώς στη βάση. Μ όνο που στο όνειρό μου, αντί να υποχωρήσει, ο Σετράκους γυρίζει και με κοιτάζει. Όλοι οι άλλοι –όλοι εσείς– εξαφανίζονται, και είμαστε μόνο εγώ κι αυτός μέσα σ’ εκείνο το γεμάτο καπνό δωμάτιο». Η Έγια τυλίγει το κορμί της με τα χέρια της, ανατριχιάζει. «Βγάζει το βέλος και μου χαμογελάει… Μ ου χαμογελάει με


50

PITTACUS LORE

αυτά τα φρικτά δόντια. Εγώ είμαι κολλημένη εκεί, στέκομαι σαν ηλίθια όσο αυτός έρχεται προς το μέρος μου και αγγίζει το πρόσωπό μου. Το χαϊδεύει με την ανάστροφη της παλάμης του. Το άγγιγμά του είναι παγωμένο. Και μετά μου μιλάει». Βασικά αισθάνομαι κι εγώ να ανατριχιάζω. Η σκέψη του Σετράκους Ρα να πηγαίνει έως την Έγια και να ακουμπάει το αηδιαστικό του χέρι πάνω της μου ανακατεύει το στομάχι. «Τι λέει;» ρωτάω. «Χμμμ…» κάνει και σταματάει, χαμηλώνει τη φωνή της. «Λέει: “Εδώ είσαι λοιπόν”. Και μετά: “Σ’ έψαχνα”». «Και τι γίνεται ύστερα;» «Πέφτει… Πέφτει στα γόνατα». Η φωνή της γίνεται ένας παγωμένος ψίθυρος. «Κρατάει το χέρι μου μέσα στα δικά του και με ρωτάει αν έχω διαβάσει το γράμμα…» «Ποιο γράμμα; Ξέρεις τι εννοεί;» Η Έγια σφίγγει την κουβέρτα πιο πολύ γύρω από τους ώμους της. Δε με κοιτάζει. «Όχι». Από τον τρόπο με τον οποίο απαντάει καταλαβαίνω ότι δεν είναι απόλυτα ειλικρινής. Υπάρχει κάτι σχετικά με αυτό το γράμμα –ό,τι κι αν είναι αυτό– που την ταράζει σχεδόν όσο και τα οράματα με τον Σετράκους Ρα. Από την περιγραφή της δεν καταλαβαίνω αν αυτά τα όνειρα είναι σαν και τα δικά μου, όπως εκείνο όπου ο Σετράκους μού έδειχνε τον Σαμ την ώρα που τον βασάνιζαν, για να τσιμπήσω και να ριχτώ στη μάχη μαζί του, ή είναι όπως τα λέει η Έξι, ότι δηλαδή αυτοί οι εφιάλτες είναι απλώς το αποτέλεσμα όλων των πραγματικά φρικτών καταστάσεων που πέρασε τελευταία η Έγια. Δε θέλω να την πιέσω περισσότερο· φαίνεται κιόλας έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Μ ακάρι να μπορούσα να σου πω ότι μπορώ να διώξω αυτά τα όνειρα» ξεκινάω να λέω, ανακαλύπτοντας ότι μιμούμαι όσο καλύτερα μπορώ τον Χένρι, «αλλά δεν μπορώ. Δεν ξέρω τι τα προκαλεί. Ξέρω μόνο πόσο οδυνηρά μπορεί να είναι». Η Έγια κουνάει το κεφάλι της, δείχνει απογοητευμένη. «Εντάξει».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

51

«Αν τον ξαναδείς σε όνειρο, να θυμάσαι μόνο ότι δεν μπορεί να σου κάνει κακό. Κι όταν προσπαθήσει να σου πιάσει το χέρι, δώσ’ του μια μπουνιά στην ασχημόφατσά του». Η Έγια χαμογελάει λιγάκι. «Θα προσπαθήσω…» ❦ Δεν είμαι βέβαιος αν κάτι από αυτά που είπα βοήθησε πραγματικά την Έγια, αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω μια λεπτομέρεια της συζήτησής μας. Ό,τι κι αν ήταν αυτό με το οποίο χτύπησε τον Σετράκους Ρα, είμαι βέβαιος ότι ήταν αποτέλεσμα της ανάπτυξης ενός νέου Χαρίσματος. Εκτόξευσε εκείνο το βλήμα και, με κάποιον τρόπο, τον τραυμάτισε ή τουλάχιστον του τράβηξε την προσοχή αρκετά, ώστε να καταφέρουμε να επαναφέρουμε τα Χαρίσματά μας. Τώρα έπρεπε μόνο να την πείσω να δοκιμάσει να το ξανακάνει, κι αν όλα πήγαιναν καλά, θα ανακαλύπταμε ακριβώς τι μπορεί να κάνει αυτό το νέο Χάρισμα. Αν δούλεψε μία φορά, ίσως δουλέψει και πάλι. Αν πρόκειται να στήσω ένα σχέδιο για να σκοτώσουμε επιτέλους τον Σετράκους Ρα, θα χρειαστώ κάθε όπλο που έχουμε στη διάθεσή μας. Κατεβαίνω στην Αίθουσα Διαλέξεων, ελπίζοντας να βρω κάτι στο Σεντούκι μου ή στο οπλοστάσιο του Εννιά που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να βγάλουμε στην επιφάνεια το Χάρισμα της Έγια. Θυμάμαι τότε που ο Χένρι χρησιμοποίησε τη θερμαινόμενη πέτρα πάνω μου για να με βοηθήσει να πρωτοπάρω τον έλεγχο του Λούμεν μου. Αναρωτιέμαι αν κάτι τέτοιο θα βοηθούσε και την Έγια. Είμαι χαμένος στις σκέψεις μου, όταν ακούω τον πνιχτό ήχο των πυροβολισμών. Μ αζεύομαι αυτόματα, σκύβω, τα χέρια μου αρχίζουν να ζεσταίνονται καθώς το Λούμεν μου παίρνει μπρος. Καθαρό ένστικτο. Ξέρω τη διαφορά ανάμεσα στα κανόνια των Μ ογκαντόρι και στη συλλογή όπλων του Εννιά, μερικά από τα οποία έχουν πάρει οι άλλοι για να εξασκηθούν. Ξέρω επίσης ότι


52

PITTACUS LORE

είμαστε ασφαλείς σ’ αυτό το μέρος, τουλάχιστον προς το παρόν· αν οι Μ ογκαντόρι ήξεραν ότι είμαστε εδώ όλοι μαζί, η επίθεσή τους θα ήταν πολύ πιο θορυβώδης από αυτό το μεμονωμένο όπλο που εκπυρσοκροτεί. Και παρότι τα σκέφτομαι όλα αυτά, η καρδιά μου σφυροκοπάει ακόμα και νιώθω έτοιμος για μάχη. Τελικά δεν είναι μόνο η Έγια που έχει νευρικότητα μετά τη μάχη στο Νέο Μ εξικό. Διασχίζω τη βαριά δίφυλλη πόρτα της Αίθουσας Διαλέξεων, και τα χέρια μου λάμπουν αμυδρά, μιας και είμαι ακόμα σε ένταση. Περιμένω να βρω τον Εννιά να στριφογυρίζει ένα όπλο σε στιλ παράνομου και να το χώνει στη θήκη του, να σκοτώνει την ώρα του πυροβολώντας χάρτινους στόχους. Αντίθετα, βρίσκω τη Σάρα να αποτελειώνει τον γεμιστήρα ενός μικρού περιστρόφου. Η σφαίρα σκίζει τον ώμο ενός χάρτινου Μ ογκαντόρι που κρέμεται στην άλλη άκρη της αίθουσας. «Καθόλου άσχημα» λέει η Έξι καθώς βγάζει ένα ζευγάρι ωτοκαλύπτρες. Στέκεται δίπλα στη Σάρα, κοιτάζοντας προς τα πίσω. Φέρνει με τηλεκίνηση πιο κοντά τον χάρτινο Μ ογκαντόρι. Οι περισσότερες βολές της Σάρας χτύπησαν τον Μ ογκαντόρι στις άκρες ή τον βρήκαν στα χέρια και στα πόδια. Μ ία πάντως έσκισε το σημείο ακριβώς ανάμεσα στα μάτια του. Η Σάρα χώνει το δάχτυλό της μέσα σ’ εκείνη την τρύπα. «Μ πορώ να τα καταφέρω και καλύτερα» αποκρίνεται. «Δεν είναι τόσο εύκολο όσο το να είσαι μαζορέτα, ε;» ρωτάει η Έξι καλόβουλα τη Σάρα. Η Σάρα βγάζει τον άδειο γεμιστήρα και χώνει έναν καινούριο. «Προφανώς δε δοκίμασες ποτέ να κάνεις ένα πλήρες πρόγραμμα κυβιστήσεων και ανακυβιστήσεων». «Δεν ξέρω καν τι είναι αυτό». Βλέποντας αυτήν τη σκηνή να εκτυλίσσεται, αισθάνομαι ξαφνικά ανεξήγητα νευρικός. Ομολογουμένως, κάτι στον τρόπο με τον οποίο η Σάρα ανεμίζει ένα όπλο την κάνει σέξι με έναν επικίνδυνο τρόπο που δεν είχα σκεφτεί ποτέ. Αλλά με κάνει


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

53

επίσης να νιώθω ενοχές, σαν να είμαι εγώ ο λόγος εξαιτίας του οποίου βρίσκεται κολλημένη εδώ να εξασκείται στη σκοποβολή αντί να είναι πίσω στο Παραντάιζ ζώντας μια φυσιολογική ζωή. Επιπλέον είναι και το γεγονός ότι δεν έχω αναφέρει ποτέ στη Σάρα πως έχω φιλήσει την Έξι. Ούτε με την Έξι το έχω συζητήσει ποτέ, και να που τώρα αυτές οι δύο κάνουν παρέα. Ξέρω ότι θα έπρεπε να τα ξεράσω όλα αυτά στη Σάρα. Κάποτε. Όταν δε θα κρατάει ένα γεμάτο όπλο ίσως. Ξεροβήχω, θέλοντας να ακουστώ ανέμελος. «Λοιπόν, τι παίζει εδώ;» Τα κορίτσια γυρίζουν και τα δύο και με κοιτάζουν. Η Σάρα χαμογελάει πλατιά και γνέφει με το χέρι που δεν κρατάει το όπλο. «Γεια σου, μωρό μου» λέει. «Η Έξι με βοηθάει να μάθω να πυροβολώ». «Ναι, τζάμι! Δεν είχα καταλάβει πως ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο». Η Έξι μού ρίχνει μια παράξενη ματιά σαν να λέει: Και ποιος δε θα ’θελε να μάθει να ρίχνει; Σε μια αμήχανη για όλους μας στιγμή αισθάνομαι σχεδόν έξαλλος που κάνει αυτό το μάθημα στη Σάρα χωρίς την άδειά μου. Όχι πως η Σάρα χρειάζεται την άδειά μου για να κάνει οτιδήποτε. Η όλη φάση με έχει αναστατώσει, και μάλιστα αυτό πρέπει να φαίνεται κιόλας, επειδή η Έξι παίρνει το όπλο από το χέρι της Σάρας, βάζει την ασφάλεια και το χώνει στη θήκη του. «Νομίζω ότι φτάνει προς το παρόν» δηλώνει η Έξι. «Συνεχίζουμε αύριο». «Ω…» μουρμουρίζει η Σάρα και ακούγεται απογοητευμένη. «Εντάξει». Η Έξι χτυπάει φιλικά τη Σάρα στο μπράτσο. «Ωραίες βολές». Κατόπιν μου ρίχνει ένα σφιχτό χαμόγελο, που δεν ξέρω καθόλου πώς να το εκλάβω. «Τα λέμε αργότερα, παιδιά» προσθέτει και βγαίνει από την πόρτα περνώντας βιαστικά από δίπλα μου.


54

PITTACUS LORE

Η Σάρα κι εγώ στεκόμαστε σιωπηλοί για μια στιγμή, με τα φώτα της Αίθουσας Διαλέξεων να βουίζουν πάνω από το κεφάλι μας. «Λοιπόν…» τραυλίζω αδέξια. «Γίνεσαι κάπως αλλόκοτος» λέει κοιτάζοντάς με κατάματα, με το κεφάλι της γερτό στο πλάι. Σηκώνω τον χάρτινο Μ ογκαντόρι εξετάζοντας τη χειροτεχνία της Σάρας, ενώ σκέφτομαι τι να πω. «Το ξέρω. Συγγνώμη… Απλώς δε σε είχα φανταστεί ποτέ οπλισμένη και επικίνδυνη». Η Σάρα συνοφρυώνεται. «Αν πρόκειται να είμαι μαζί σου, δε θέλω να το παίζω δυστυχισμένη κορασίδα». «Δεν είσαι». «Έλα τώρα…» ρουθουνίζει. «Ποιος ξέρει πόσο καιρό θα σάπιζα στο Νέο Μ εξικό αν δεν είχες εμφανιστεί. Και ύστερα, θέλω να πω, Τζον, στην ουσία εσύ με επανέφερες στη ζωή». Την αγκαλιάζω, δε θέλω να σκέφτομαι τη Σάρα στα πόδια μου, σχεδόν νεκρή. «Δε θ’ αφήσω να σου συμβεί ποτέ τίποτα». Μ ε αγνοεί. «Δεν μπορείς να το πεις αυτό με σιγουριά. Δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα, Τζον». «Ναι» λέω, «αυτό αρχίζω να το συνειδητοποιώ». Η Σάρα με κοιτάζει. «Ξέρεις, σήμερα σκεφτόμουν να τηλεφωνήσω στους γονείς μου. Έχουν περάσει εβδομάδες. Θέλω να τους πω πως είμαι καλά». «Δεν είναι και τόσο καλή ιδέα. Οι Μ ογκαντόρι ή η κυβέρνηση ίσως παρακολουθούν το τηλέφωνο του σπιτιού σου. Μ πορεί να μας εντοπίσουν». Οι λέξεις αντήχησαν τόσο ψυχρές, και αμέσως μετάνιωσα που τις ξεστόμισα. Τι γρήγορα που μπαίνω στη θέση του παρανοϊκού και πρακτικού ηγέτη. Αλλά η Σάρα δε δείχνει προσβεβλημένη. Βασικά φαίνεται σαν να περίμενε να πω αυτό ακριβώς. «Το ξέρω» αποκρίνεται συγκατανεύοντας. «Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ, γι’ αυτό και δεν το έκανα. Δε θέλω να πάω


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

55

σπίτι. Θέλω να μείνω εδώ μαζί σας και να πολεμήσω. Αλλά δεν έχω τις υπερδυνάμεις των Λόριαν. Είμαι ένα ψόφιο βάρος. Θέλω να εξασκηθώ στη σκοποβολή για να γίνω κάτι περισσότερο απ’ αυτό». Αρπάζω το χέρι της. «Είσαι περισσότερο απ’ αυτό… Σε χρειάζομαι εδώ, μαζί μου. Εσύ είσαι το μόνο πράγμα που με κρατάει απ’ την πλήρη διάλυση». «Το ’πιασα» λέει. «Εσύ θα σώσεις τον κόσμο, κι εγώ θα σε βοηθήσω. Εκείνη η παροιμία που λέει ότι πίσω από κάθε σπουδαίο άντρα υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα; Μ πορώ να γίνω αυτό για σένα. Απλώς θέλω να είμαι μια σπουδαία γυναίκα που γνωρίζει άψογο σημάδι». Δεν μπορώ παρά να γελάσω, και η ένταση ανάμεσά μας διαλύεται. Σηκώνω το χέρι της και το φιλάω. Τυλίγει τα χέρια της γύρω από τη μέση μου και αγκαλιαζόμαστε. Δεν ξέρω γιατί ήμουν τόσο μπερδεμένος· το ότι έχω τη Σάρα εδώ κάνει τα πάντα να φαίνονται ευκολότερα. Να επινοήσω ένα σχέδιο μάχης για να τσακίσουμε τους Μ ογκαντόρι; Κανένα πρόβλημα. Κι όσο για κείνο το φιλί με την Έξι, είναι σαν να μην έχει πλέον καμία σημασία. Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται στο δωμάτιο, και ακούμε το πουφ του αέρα που μετατοπίζεται. Είναι ενθουσιασμένος, τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα, αλλά όταν μας βλέπει, παίρνει ύφος ντροπαλό. «Όπα…» λέει ο Οχτώ. «Συγγνώμη, δεν περίμενα να δω σαλιαρίσματα». Η Σάρα κρυφογελάει, κι εγώ κοιτάζω παιχνιδιάρικα τον Οχτώ. «Για το καλό σου, ελπίζω ν’ αξίζει τον κόπο». «Τραβάτε στο εργαστήριο να δείτε και μόνοι σας. Εγώ πρέπει να πάω να φέρω τους άλλους». Και με αυτό το κρυπτογραφημένο μήνυμα, ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται και εξαφανίζεται. Η Σάρα κι εγώ κοιταζόμαστε, βγαίνουμε τρέχοντας από την Αίθουσα Διαλέξεων και ορμάμε στο παλιό εργαστήριο του Σαντόρ. Ο Εννιά βρίσκεται ήδη εκεί με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά


56

PITTACUS LORE

του καθώς παρακολουθεί τη σειρά με τις τηλεοπτικές οθόνες στον τοίχο. Είναι όλες συντονισμένες στην ίδια εικόνα, ένα δελτίο ειδήσεων κάποιου τοπικού σταθμού στη Νότια Καρολίνα. Όταν μπαίνουμε, ο Εννιά σταματάει τη μετάδοση, που παγώνει στην ακίνητη εικόνα ενός γκριζομάλλη δημοσιογράφου. «Τις προάλλες άνοιξα μερικά παλιά προγράμματα του Σαντόρ» μας εξηγεί ο Εννιά. «Σκανάρουν δελτία ειδήσεων για τίποτε αλλόκοτες αηδίες που μπορεί να έχουν σχέση με τους Λόριαν». «Ναι, το ίδιο πράγμα είχε στήσει και ο Χένρι». «Μ άλιστα… Τα συνηθισμένα βαρετά πράγματα των Σεπάν, ε; Μ όνο που κοίτα τι εμφανίστηκε απόψε». Ο Εννιά ξαναβάζει την εκπομπή· ο δημοσιογράφος αρχίζει να διαβάζει από το οτοκιού. «Οι Αρχές δεν μπορούν να εξηγήσουν τους βανδαλισμούς στη σοδειά ενός ντόπιου αγρότη νωρίς χτες το πρωί. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι πρόκειται για σχολική φάρσα. Άλλοι, όμως, είπαν ότι…» Ξεχνάω τις θεωρίες του δημοσιογράφου, αφού η εικόνα αλλάζει και δείχνει από ψηλά ένα σπειροειδές λαβυρινθώδες έμβλημα που καίγεται στο καλαμποκοχώραφο. Μ πορεί για τον δημοσιογράφο αυτό να παραπέμπει σε νεανική πλάκα, αλλά εμείς το αναγνωρίζουμε αμέσως. Αυτό που καίγεται μέσα στα σπαρτά με τρομερή ακρίβεια είναι το λοριανό σύμβολο του Πέντε.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

57

KEΦAΛAIO ΕΦΤΑ

«ΑΝ Ο ΠΕΝΤΕ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ να μας βρει, αυτός είναι ο πιο ηλίθιος δυνατός τρόπος!» δηλώνει ο Εννιά. «Μ πορεί να είναι τρομαγμένη και μόνη…» μουρμουρίζει η Μ αρίνα. «Να προσπαθεί να το σκάσει». «Κανένας Σεπάν που είναι στα καλά του δε θα έβαζε φωτιά σε σπαρτά, άρα θα είναι μόνη της. Πάντως…» λέει ο Εννιά, και η φωνή του σβήνει, το μέτωπό του ρυτιδιάζει. «Μ ισό… Τι θα πει “τρομαγμένη”; Γκόμενα είναι ο Πέντε;» Η Μ αρίνα σηκώνει τα μάτια ψηλά ακούγοντας τη λέξη «γκόμενα» και μετά κουνάει το κεφάλι. «Δεν ξέρω. Μ ια μαντεψιά, απλώς». «Το να βάζεις φωτιά σ’ ένα χωράφι φαντάζει αντρική δουλειά» μπαίνει στη μέση η Έξι. «Θυμάμαι τον Χένρι όταν διάβαζε μια ιστορία για ένα κορίτσι το οποίο σήκωσε ένα αμάξι που είχε πλακώσει κάποιον στην Αργεντινή» λέω εγώ. «Πάντα πιστεύαμε πως θα μπορούσε να είναι η Πέντε». «Για μένα είναι απ’ τα παραμύθια που διαβάζεις στις φυλλάδες της δεκάρας» αντιγυρίζει η Έξι. «Αγόρι ή κορίτσι δεν έχει σημασία» διακόπτει ο Εννιά ανεμίζοντας το χέρι προς τις ηλεκτρονικές οθόνες. «Φοβισμένος δε σημαίνει ηλίθιος ντε και καλά». Πιάνω τον εαυτό μου να συμφωνεί με τον Εννιά. Αν


58

PITTACUS LORE

υποθέσουμε πως αυτό το μήνυμα είναι πράγματι από τον Πέντε και όχι κάποια καλοστημένη παγίδα των Μ ογκαντόρι, είναι στ’ αλήθεια ένας κακός τρόπος να μας τραβήξει την προσοχή. Επειδή, αν το προσέξαμε εμείς, τότε σίγουρα το πρόσεξαν και οι Μ ογκαντόρι. Είμαστε όλοι συνωστισμένοι στο εργαστήριο του Σαντόρ. Ο Εννιά έχει παγώσει τη μετάδοση στη λήψη από ψηλά του λοριανού συμβόλου, ενώ εμείς σκεφτόμαστε τι πρέπει να κάνουμε. Έχω τον μακρόκοσμο του Σεντουκιού μου ανοιχτό, και το ολογραφικό λοριανό ηλιακό σύστημα αιωρείται ειρηνικά στον χώρο πάνω από το τραπέζι. «Δεν πρέπει να έχει ανοιχτό το Σεντούκι του…» λέω. «Αλλιώς αυτό θα μετατρεπόταν στην υδρόγειο». Ο Οχτώ στέκεται δίπλα μου κρατώντας σφιχτά έναν κόκκινο κρύσταλλο επικοινωνίας που έβγαλε από το Σεντούκι του. Είναι ο ίδιος που βρήκαμε και στου Εννιά και τον χρησιμοποιήσαμε για να προσπαθήσουμε να στείλουμε στην Έξι ένα μήνυμα όταν βρισκόταν στην Ινδία. «Είσαι εκεί έξω, Πέντε;» Ο Οχτώ μιλάει στον κρύσταλλο. «Αν είσαι, μάλλον πρέπει να σταματήσεις να βάζεις φωτιές». «Νομίζω ότι μπορεί να σ’ ακούσει μόνο αν το Σεντούκι του είναι ανοιχτό» εξηγώ. «Κι αν ήταν έτσι, θα εμφανιζόταν στον μακρόκοσμο». «Α…» λέει ο Οχτώ κατεβάζοντας τον κρύσταλλο. «Δεν μπορούσαν να μας βάλουν και τίποτα κινητά τηλέφωνα;» Στο μεταξύ ο Εννιά συνέδεσε σ’ έναν υπολογιστή του Σαντόρ τον πίνακα εντοπισμού. Το δελτίο ειδήσεων εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από έναν χάρτη της Γης. Μ ια συστοιχία μπλε κουκκίδων αναβοσβήνει στο Σικάγο – αυτοί είμαστε εμείς. Λίγο νοτιότερα άλλη μία κουκκίδα κινείται εξαιρετικά γρήγορα από τις δύο Καρολίνες προς τα κεντρικά της χώρας. Ο Εννιά κοιτάζει προς το μέρος μου. «Έκανε πολλά χιλιόμετρα από τότε που τον τσέκαρα σήμερα το πρωί. Και μάλιστα είναι η πρώτη φορά που έρχεται στα


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

59

ηπειρωτικά απ’ τα νησιά». Η Έξι δείχνει στην οθόνη, χαράζοντας μια γραμμή προς τα πίσω, έως το σημείο όπου είχαν καεί τα σπαρτά. «Βγάζει νόημα. Όποιος κι αν είναι, το έχει βάλει στα πόδια». «Πάντως κινείται πολύ γρήγορα» μπαίνει στη μέση η Σάρα. «Να έχει πάρει κάνα αεροπλάνο από κάπου;» Η κουκκίδα στην οθόνη κάνει ξαφνικά μια απότομη στροφή προς τα βόρεια, διασχίζοντας το Τεννεσσί. «Δε νομίζω ότι κινούνται έτσι τα αεροπλάνα…» λέει συνοφρυωμένη η Έξι. «Σούπερ ταχύτητα;» ρωτάει ο Οχτώ. Παρακολουθούμε την μπλε κουκκίδα να διασχίζει το Νάσβιλ, χωρίς ποτέ να κατεβάζει ταχύτητα ή να αλλάζει κατεύθυνση. «Αποκλείεται να διέσχισε έτσι μια πόλη με αυτή την ταχύτητα και σε ευθεία γραμμή» απαντάει η Έξι. «Ο μπάσταρδος…» μουγκρίζει ο Εννιά. «Νομίζω πως αυτός ο ηλίθιος μπορεί να πετάει». «Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι να πάψει να κινείται» λέω. «Ίσως τότε ανοίξει το Σεντούκι του και μπορέσουμε να στείλουμε ένα μήνυμα. Θα τον παρακολουθούμε με βάρδιες. Πρέπει να βρούμε τον Πέντε προτού τον βρουν οι Μ ογκαντόρι». ❦ Η Μ αρίνα προσφέρεται να κάνει την πρώτη βάρδια. Εγώ χασομεράω στο εργαστήριο αφού φεύγουν οι υπόλοιποι. Ακόμα και με όλη αυτή την έξαψη για τον Πέντε δεν ξέχασα τα άλλα μας προβλήματα, και ιδίως την Έγια και τους εφιάλτες της. «Μ ίλησα με την Έγια σήμερα» ξεκινάω να λέω. «Στους εφιάλτες της ο Σετράκους Ρα τη ρωτάει αν έχει ανοίξει κάποιο γράμμα. Έχεις ιδέα τι μπορεί να εννοεί;» Η Μ αρίνα σηκώνει το βλέμμα της από την παλλόμενη κουκκίδα του Πέντε που ταξιδεύει πάνω από την Οκλαχόμα. «Το γράμμα του Κρέυτον ίσως;»


60

PITTACUS LORE

«Του Σεπάν της;» «Πίσω στην Ινδία, ακριβώς προτού πεθάνει, ο Κρέυτον της έδωσε ένα γράμμα…» απαντάει συνοφρυωμένη η Μ αρίνα. «Μ ε όλα όσα συνέβησαν σχεδόν το ξέχασα». «Δεν το έχει διαβάσει;» ρωτάω, νιώθοντας την οργή μέσα μου να φουντώνει. «Κάνουμε πόλεμο εδώ πέρα· μπορεί να είναι σημαντικό!» «Δε νομίζω πως είναι εύκολο γι’ αυτήν, Τζον» λέει η Μ αρίνα άχρωμα. «Μ ιλάμε για τα τελευταία λόγια του Κρέυτον. Διαβάζοντάς τα, είναι σαν να παραδέχεται πως έχει χαθεί στ’ αλήθεια και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει». «Μ α έχει χαθεί!» αντιγυρίζω γρήγορα. Πολύ γρήγορα. Σταματάω και θυμάμαι τότε που σκοτώθηκε ο Χένρι. Μ ου στάθηκε σαν πατέρας και, το πλέον σημαντικό, υπήρξε το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς σε μια ζωή που την πέρασα διαρκώς στο τρέξιμο. Για μένα η ιδέα του Χένρι σήμαινε σχεδόν την ιδέα του σπιτιού – όπου ήταν εκείνος, ήμουν εκεί κι εγώ ασφαλής. Όταν τον έχασα, ήταν σαν να έχανα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Και ήμουν και μεγαλύτερος από την Έγια όταν συνέβη. Δεν περίμενα πως θα ήταν ικανή να το ξεχάσει σαν να μην τρέχει τίποτα. Κάθομαι αναστενάζοντας δίπλα στη Μ αρίνα. «Ο Χένρι –ο Σεπάν μου– άφησε και σε μένα ένα γράμμα… Μ ου το έδωσε την ώρα που πέθαινε. Ήμαστε στο τρέξιμο μέρες ολόκληρες προτού καταφέρω να το διαβάσω». «Βλέπεις; Δεν είναι τόσο εύκολο. Άσε που, αν ο Σετράκους Ρα εμφανιζόταν στα όνειρά μου και μου έλεγε να κάνω κάτι, εγώ θα έκανα σίγουρα το αντίθετο». Κουνάω το κεφάλι. «Το καταλαβαίνω. Αλήθεια. Έχει ανάγκη να πενθήσει. Δε θέλω ν’ ακουστώ άκαρδος. Όταν όλα αυτά τελειώσουν, όταν νικήσουμε, θα έχουμε χρόνο να θρηνήσουμε αυτούς που χάσαμε. Αλλά μέχρι τότε πρέπει να συγκεντρώσουμε όσες πληροφορίες μπορούμε και να βρούμε καθετί που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ μας». Κουνάω το χέρι μου προς την οθόνη με


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

61

τη θέση του Πέντε. «Πρέπει να πάψουμε να περιμένουμε απλώς την επόμενη κρίση και να αρχίσουμε να δρούμε». Η Μ αρίνα σκέφτεται τα λόγια μου χαζεύοντας τον ολογραφικό μακρόκοσμο της Γης, τον οποίο έχουμε αφήσει ανοιχτό για την περίπτωση που ο Πέντε ανοίξει το Σεντούκι του. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό περίμενε να ακούσει από μένα σήμερα το πρωί, όταν με ρώτησε ευγενικά αν είχα κάποιο σχέδιο. Τότε δεν είχα –ούτε και τώρα έχω κάτι συγκεκριμένο– αλλά σίγουρα το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνουμε είναι να ανακαλύψουμε τι μπορεί να μας βοηθήσει, και η Έγια είναι το κλειδί γι’ αυτό. «Θα μιλήσω στην Έγια» λέει. «Αλλά δε θα την αναγκάσω να κάνει οτιδήποτε». Σηκώνω τα χέρια ψηλά. «Δε σου ζητάω να κάνεις κάτι τέτοιο. Έχετε στενή σχέση οι δυο σας. Δεν μπορείς να τη σπρώξεις λιγάκι;» «Θα προσπαθήσω» απαντάει τελικά. Ο Οχτώ εμφανίζεται στην πόρτα του εργαστηρίου κρατώντας δύο φλιτζάνια τσάι. Το πρόσωπο της Μ αρίνας φωτίζεται όταν τον βλέπει, παρόλο που αποστρέφει γρήγορα το βλέμμα της, κάνοντας ότι ξαφνικά ενδιαφέρεται πολύ για τον μακρόκοσμο. Προσέχω το κοκκίνισμα που ανεβαίνει στα μάγουλά της. «Γεια» λέει ο Οχτώ αφήνοντας κάτω τα φλιτζάνια. «Συγγνώμη… Έκανα μόνο δύο κούπες». «Δεν πειράζει» αποκρίνομαι, πιάνοντας το όλο νόημα βλέμμα του, που ξαφνικά με κάνει να αισθάνομαι λες και κρατάω φανάρι. «Ό,τι έφευγα». Σηκώνομαι, και ο Οχτώ κάθεται στη θέση μου, μπροστά στον μακρόκοσμο. Προτού καν βγω από την πόρτα, ψιθυρίζει ένα αστείο στη Μ αρίνα, κι αυτή βάζει τα γέλια αμέσως. Ήμουν τόσο επικεντρωμένος στη Σάρα και στον βασανιστικό προγραμματισμό της μάχης, που δε σκέφτηκα και ιδιαίτερα τον χρόνο που περνούσαν παρέα η Μ αρίνα και ο Οχτώ. Καλό είναι αυτό. Σε όλους μας αξίζει λίγη ευτυχία, αν σκεφτεί κάποιος τα


62

PITTACUS LORE

όσα αντιμετωπίζουμε. ❦ Έχει ξημερώσει σχεδόν όταν ο Οχτώ έρχεται στο δωμάτιό μας, ξυπνώντας εμένα και τη Σάρα. Οι άλλοι έχουν μαζευτεί κιόλας στο εργαστήριο. Η Έξι κάθεται μπροστά στους υπολογιστές, η Μ αρίνα δίπλα της. «Άλλη μία ηλίθια μανούβρα απ’ τον αγνοούμενο σύντροφό μας» λέει ο Εννιά αντί για χαιρετισμό. Στέκεται πάνω στον τοίχο, χρησιμοποιώντας το Χάρισμά του της αντιβαρύτητας. Η Έγια κάθεται οκλαδόν πάνω του, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Υψώνω το φρύδι και της μιλάω. «Κοιμήθηκες καθόλου;» «Δε θέλω» λέει η Έγια. «Μ ε βοηθάει στην προπόνηση αντοχής» δηλώνει ο Εννιά. Μ ε τους ώμους του τινάζει την Έγια. Παραλίγο να πέσει από την πλάτη του, αλλά γελάει –σπάνιο γέλιο– και κρεμιέται πάνω του. Τον χτυπάει εκνευρισμένη στην πλάτη. «Ούτε που το ένιωσα αυτό». Αγνοώντας τους άλλους, η Έξι στρέφεται σε μένα. «Ο Πέντε σταμάτησε να κινείται πριν από μία ώρα. Μ ετά ξεκίνησε ξανά». Κοιτάζω την οθόνη του πίνακα. Η κουκκίδα του Πέντε κινείται τώρα δυτικά από την τελευταία φορά που κοίταξα. Τώρα αιωρείται γύρω από τα ανατολικά σύνορα του Άρκανσο. «Το εξυπνοπούλι σταμάτησε αρκετά για να μας στείλει άλλο ένα μήνυμα…» γκρινιάζει ο Εννιά. Η Μ αρίνα κοιτάζει τον Εννιά με μισόκλειστα μάτια. «Είναι ανάγκη να είμαστε τόσο επικριτικοί απέναντι σε ό,τι κάνει το Πέντε; Αγόρι ή κορίτσι, μάλλον είναι μόνος και τρομαγμένος». «Γλυκιά μου, πέρασα μήνες σ’ ένα κελί φυλακής των Μ ογκαντόρι λόγω της ανοησίας μου. Έχω κερδίσει το δικαίωμα να σχολιάζω όπως θέλω. Άουτς!» Η Έγια χτυπάει ξανά τον Εννιά στην πλάτη, κι αυτός το βουλώνει. Μ ένω με επικεντρωμένη την προσοχή μου στην Έξι και στην οθόνη του υπολογιστή.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

63

«Πες μου τι συνέβη». «Πριν από μία ώρα να τι ανέβηκε στο τμήμα με τα σχόλια ενός ρεπορτάζ για τη φωτιά στα σπαρτά» λέει η Έξι, κρατώντας, ευτυχώς, ουδέτερη τη φωνή της. Ανοίγει ένα παράθυρο και το σέρνει στη μεγάλη οθόνη, όπου μπορούμε να το βλέπουμε όλοι: Ανώνυμος: Πέντε αναζητά 5. Είστε εκεί έξω; Πρέπει να συναντηθούμε. Θα είμαι με τα τέρατα στο Άρκανσο. Βρείτε με. «Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάει η Σάρα. «Σαν αίνιγμα φαίνεται». Η Έξι ανοίγει ένα πρόγραμμα περιήγησης και ανεβάζει τη φτηνιάρικη ιστοσελίδα ενός πράγματος που λέγεται «Τέρας του Μ πόγκυ Κρικ». «Το βρήκαμε στο Google. Είναι ένα βλακώδες τουριστικό αξιοθέατο στο Άρκανσο, ένα σουπερμάρκετ που έχει το όνομα Μ όνστερ Μ αρτ». «Και λέτε πως ο Πέντε κατευθύνεται εκεί;» «Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι μέχρι να σταματήσει να κινείται» απαντάει η Έξι, δείχνοντας με το χέρι την μπλε κουκκίδα στον πίνακα. «Αλλά βάζω στοίχημα πως ναι». «Μ ήπως νομίζει πως οι Μ ογκαντόρι δεν έχουν πρόσβαση στο Google;» ρωτάει ο Εννιά σαν να φτύνει. «Μ ιλώντας από προσωπική εμπειρία» απαντάει η Έξι, «οι Μ ογκαντόρι ελέγχουν το διαδίκτυο σαν τα γεράκια. Και αφού το βλέπουμε εμείς αυτό, τότε να είστε σίγουροι ότι το έχουν δει κι εκείνοι και προσπαθούν να βρουν τι σημαίνει. Μ άλλον θα εντοπίσουν πρώτα τη διεύθυνση IP και μετά θα ξοδέψουν λίγο χρόνο στον εντοπισμό της· κι αυτό είναι καλό, μιας και το τάμπλετ μάς λέει πως ο Πέντε έφυγε απ’ το σημείο απ’ όπου έστειλε το μήνυμα. Αλλά ακόμα κι έτσι, θα το ανακαλύψουν στο τέλος». «Τότε καλά θα κάνουμε να βιαστούμε» αποκρίνομαι. «Και βέβαια» λέει ο Εννιά πηδώντας από τον τοίχο και πιάνοντας την Έγια καθώς εκείνη κουτρουβαλάει πίσω του. Την


64

PITTACUS LORE

ακουμπάει κάτω και κάνει στράκα με τα δάχτυλά του. «Επιτέλους λίγη δράση, γαμώτο!» Είναι σαν κάτι μέσα μου να βγάζει τώρα νόημα, κι έπειτα από μέρες που ανακύκλωνα τις ίδιες σκέψεις για την κατάστασή μας, ένα σχέδιο αρχίζει να ξεχειλίζει από μέσα μου. «Η υπεροχή μας εδώ είναι πως εμείς ξέρουμε την ακριβή θέση του Πέντε. Ελπίζω αυτό να μας δίνει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους Μ ογκαντόρι. Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα και πονηρά. Στο Άρκανσο θα πάμε εγώ και η Έξι. Μ ε τη δυνατότητά της να γίνεται αόρατη, θα πρέπει να καταφέρουμε να ξετρυπώσουμε τον Πέντε χωρίς να το πάρουν χαμπάρι οι Μ ογκαντόρι. Θα πάρουμε μαζί και τον Μ πέρνι Κόσαρ». «Α, το σκυλί μπορεί να έρθει, ε;» λέει άχρωμα ο Εννιά. «Το ότι αλλάζει μορφές θα μας βοηθήσει να κάνουμε πρώτα μια αναγνωριστική έρευνα» απαντάω. «Και μπορεί να έρθει ξανά πίσω σε σας αν πάει κάτι στραβά. Οχτώ, αν συλληφθούμε, περιμένω να τηλεμεταφέρεις τον ζόρικο φίλο μας τον Εννιά στο κελί μου μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο. Κι αν συμβεί το αδιανόητο…» «Δε θα συμβεί» διακόπτει η Έξι. «Το ’χουμε». Ρίχνω μια ματιά ολόγυρα στο δωμάτιο. «Συμφωνούν όλοι;» Ο Οχτώ και η Μ αρίνα συγκατανεύουν με πρόσωπο βλοσυρό, αλλά γεμάτο αυτοπεποίθηση. Η Έγια μού χαρίζει ένα μικρό χαμόγελο από κει όπου κάθεται δίπλα στη Μ αρίνα. Ο Εννιά δε δείχνει και τόσο ενθουσιασμένος που μένει έξω από την αποστολή, αλλά μουγκρίζει δίνοντας την έγκρισή του. Η Σάρα δε λέει τίποτα, κοιτάζει αλλού. «Ωραία» λέω. «Σε δύο μέρες το πολύ θα πρέπει να έχουμε γυρίσει. Έξι, πάρε ό,τι χρειάζεσαι και πάμε». Χρειάστηκαν μερικές μέρες, αλλά για πρώτη φορά νιώθω πραγματικά σαν ηγέτης. ❦ Φυσικά, αυτή η αίσθηση της ηγεσίας δεν κρατάει και τόσο πολύ.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

65

Είμαι πίσω στο δωμάτιό μου, γεμίζω ένα σακίδιο με μια αλλαξιά ρούχα και μερικά πράγματα από το Σεντούκι μου: το εγχειρίδιό μου, το βραχιόλι μου, μια ιαματική πέτρα. Η Σάρα μπαίνει μέσα κρατώντας ένα πιστόλι σε θήκη από το οπλοστάσιο του Εννιά και, χωρίς να πει λέξη, το χώνει σ’ ένα δικό της σακίδιο και το σκεπάζει με μια αλλαξιά ρούχα. «Τι κάνεις εκεί;» ρωτάω. «Θα έρθω μαζί σου» απαντάει και μου ρίχνει ένα προκλητικό βλέμμα, σαν να περιμένει καβγά. Κουνάω το κεφάλι μου, δεν μπορώ να το πιστέψω. «Δεν ήταν έτσι το σχέδιο». Η Σάρα αφήνει το σακίδιο και με κοιτάζει, με τα χέρια στους γοφούς. «Ναι, καλά… Και στα δικά μου τα σχέδια δεν ήταν να ερωτευτώ έναν εξωγήινο, αλλά καμιά φορά τα σχέδια αλλάζουν». «Μ πορεί να είναι επικίνδυνο» της λέω. «Προσπαθούμε να προλάβουμε τους Μ ογκαντόρι στον εντοπισμό της θέσης του Πέντε, αλλά δεν ξέρουμε αν θα το πετύχουμε στα σίγουρα. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε πονηριά, και η Έξι μπορεί να κάνει μόνο δύο άτομα αόρατα με τη μία». Υψώνει τους ώμους. «Η Έξι λέει ότι μπορούμε να φέρουμε τη Ζιδά… πώς-τη-λένε. Εκείνη την πέτρα. Μ πορεί να τη χρησιμοποιήσει για να αντιγράψει τις δυνάμεις της». Σηκώνω τα φρύδια μου τόξο. Καλή ιδέα. Αλλά περισσότερο με ενδιαφέρει κάτι άλλο που είπε. «Το κουβέντιασες κιόλας με την Έξι;» «Ναι, και δεν έχει πρόβλημα» απαντάει η Σάρα. «Καταλαβαίνει. Δεν υπάρχει τίποτα σ’ αυτήν τη ζωή που να μην είναι επικίνδυνο πια. Αρχίζω να συνηθίζω στην ιδέα ότι το αγόρι μου συμμετέχει σ’ έναν διαγαλαξιακό πόλεμο, αλλά δε θα συνηθίσω ποτέ στην ιδέα ότι θα κάθομαι να κοιτάζω απ’ τον πάγκο των αναπληρωματικών και να ελπίζω πως όλα θα πάνε καλά». «Ναι, αλλά στον πάγκο υπάρχει ασφάλεια» αποκρίνομαι


66

PITTACUS LORE

άτονα, όσο κι αν ξέρω ήδη πως αυτό το επιχείρημα είναι αποτυχημένο. «Θα αισθάνομαι μεγαλύτερη ασφάλεια μαζί σου. Μ ετά απ’ όλα όσα συνέβησαν δε θέλω να χωρίσουμε πια, Τζον. Ό,τι κινδύνους κι αν είναι να αντιμετωπίσεις, θέλω να είμαι στο πλευρό σου». «Ούτε κι εγώ θέλω να είμαστε χωριστά, αλλά…» Πριν προλάβω να προβάλω άλλες διαμαρτυρίες, η Σάρα έρχεται μπροστά και μου κλείνει το στόμα με ένα γρήγορο φιλί. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι δίκαιο να το κάνει αυτό κατά τη διάρκεια ενός καβγά. «Κόφ’ το τώρα…» μου λέει χαμογελώντας. «Έπαιξες όλο το νούμερο του ιππότη… Εντάξει; Είναι γλυκούλι, μ’ αρέσει, μα δε θα μου αλλάξεις γνώμη». Αναστενάζω. Υποθέτω ότι μέρος του να είσαι καλός ηγέτης είναι και το να ξέρεις πότε να αποδέχεσαι την ήττα σου. Μ άλλον πρέπει να πάρω και την πέτρα Ζιδάρις από το Σεντούκι μου. ❦ Ο Εννιά κατεβαίνει μαζί μας με το ασανσέρ στο γκαράζ. Το βλέπω ότι βγάζει ακόμα καπνούς. Και τώρα που κατάλαβε πως η Σάρα θα έρθει μαζί μας στην αποστολή, ακόμα περισσότερο. «Αφήνουμε εδώ το τάμπλετ, σε περίπτωση που πάει κάτι στραβά και πρέπει να μας εντοπίσεις» λέω στον Εννιά. «Ελπίζω πως ο Πέντε θα μείνει ακίνητος για λίγο. Αν δεν μπορέσουμε να τον βρούμε μόλις φτάσουμε στο Άρκανσο, θα έρθουμε σε επαφή μαζί σας για μια ενημέρωση». «Ναι, ναι» αποκρίνεται ο Εννιά ρίχνοντας ένα λοξό βλέμμα στη Σάρα. «Αυτή η αποστολή αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με αποστολή διάσωσης και περισσότερο με ταξίδι αναψυχής παρέα με δύο σέξι γκόμενες…» γρυλίζει. Η Σάρα σηκώνει τα μάτια ψηλά. Κοιτάζω τον Εννιά. «Καμία σχέση. Το ξέρεις ότι σε χρειαζόμαστε εδώ σε περίπτωση που


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

67

συμβεί κάτι». «Ναι, είμαι εφεδρεία…» ρουθουνίζει. «Τζόννυ, μήπως πρέπει να τα φτιάξω μαζί σου αν θέλω να πάρω μέρος σε λίγη δράση εδώ πέρα;» Η Σάρα τού κλείνει το μάτι. «Μ πορεί να βοηθούσε…» Ο Εννιά με κοιτάζει καλά καλά. «Μ πα… Δεν αξίζει τον κόπο». Η Έξι και ο Μ πέρνι Κόσαρ μάς περιμένουν κιόλας κάτω. Ο Εννιά μάς συνοδεύει έως τη μεγάλη συλλογή αυτοκινήτων του Σαντόρ και στο τέλος βγάζει τη λινάτσα από ένα ασημί Honda Civic. Είναι το λιγότερο φανταχτερό αμάξι που έμεινε στη συλλογή του Σαντόρ· δε θέλουμε να τραβήξουμε πάνω μας περιττή προσοχή όσο είμαστε στον δρόμο. Ο Μ πι Κέι πηδάει αμέσως στη θέση του συνοδηγού, ενθουσιασμένος που φεύγουμε. «Είναι γρήγορο» εξηγεί ο Εννιά. «Ο Σαντόρ τα έχει εξοπλίσει όλα ανάλογα, σε περίπτωση που χρειαζόταν να κινηθούμε γρήγορα». «Έχει νίτρο1»; ρωτάει η Σάρα. «Και τι ξέρεις εσύ για το νίτρο, γλυκιά μου;» της λέει ο Εννιά. Η Σάρα σηκώνει τους ώμους. «Έχω δει τους Μαχητές των δρόμων.2 Δείξε μου πώς δουλεύει. Πάντα ήθελα να οδηγήσω κάτι πραγματικά γρήγορο». «Καλά λοιπόν…» αποκρίνεται ο Εννιά και μου χασκογελάει. «Ίσως τελικά σου φανεί λιγάκι χρήσιμο το κορίτσι σου, Τζον αγόρι μου…» Ενώ ο Εννιά δείχνει στη Σάρα το σύστημα χειρισμού μέσα στο Civic, εγώ πηγαίνω με την Έξι στο πορτμπαγκάζ, όπου φορτώνουμε τον εξοπλισμό μας. Αισθάνομαι ακόμα αιφνιδιασμένος που η Σάρα θα έρθει μαζί μας, και απ’ ό,τι φαίνεται, φταίει η Έξι γι’ αυτό. «Είσαι θυμωμένος μαζί μου» λέει προτού καν ξεκινήσω. «Θα το εκτιμούσα αν, την επόμενη φορά που θα καλέσεις το


68

PITTACUS LORE

κορίτσι μου σε μια επικίνδυνη αποστολή, με ενημέρωνες πρώτα». Η Έξι βογκάει, χτυπάει δυνατά το καπό και μου τα χώνει. «Κάνε μου τη χάρη, Τζον! Ήθελε να έρθει μαζί. Μ πορεί να σκεφτεί και μόνη της!» «Το ξέρω ότι μπορεί…» της λέω ψιθυρίζοντας, επειδή δε θέλω να μας ακούσει η Σάρα. «Και ο Εννιά, όμως, ήθελε να έρθει μαζί… Πρέπει να σκεφτόμαστε ποιο είναι το καλύτερο για την ομάδα». «Δε θες να νιώθει ψόφιο κρέας… Σωστά; Να ένας καλός τρόπος να της δείξεις ότι δεν είναι». «Μ ισό… Ψόφιο κρέας;» Ξανασκέφτομαι τη συζήτησή μου με τη Σάρα στην Αίθουσα Διαλέξεων. Αυτές ακριβώς ήταν οι λέξεις που χρησιμοποίησε. «Μ ας κρυφάκουγες;» Η Έξι δείχνει κάπως ένοχη που ξεμπροστιάστηκε, αλλά κυρίως φαίνεται όλο και πιο θυμωμένη μαζί μου· τα μάτια της αστράφτουν. «Και λοιπόν; Νόμιζα ότι θα γινόσουν επιτέλους άντρας και θα της έλεγες ότι φιληθήκαμε». «Γιατί να το κάνω αυτό;» της λέω απότομα, παλεύοντας να κρατήσω τη φωνή μου σε χαμηλούς τόνους. «Επειδή, όσο περισσότερο το αναβάλλεις, τόσο πιο αλλόκοτο γίνεται, και αρχίζω να το βαριέμαι. Επειδή της αξίζει να…» Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της η Έξι, το Civic ζωντανεύει μουγκρίζοντας, καθώς η Σάρα ανεβάζει στροφές. Ο Εννιά οπισθοχωρεί από το παράθυρο του οδηγού, ευχαριστημένος από το πώς μαρσάρει η Σάρα. Η Σάρα γέρνει έξω από το παράθυρο, – κοιτάζοντας την Έξι και μένα. «Θα έρθετε εσείς οι δύο τελικά;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

69

KEΦAΛAIO ΟΧΤΩ

Μ ΟΛΙΣ Ο ΤΖΟΝ, η Έξι και η Σάρα φεύγουν, το ρετιρέ δίνει την αίσθηση πως είναι ακόμα μεγαλύτερο. Δεν έχω συνηθίσει, όμως, το μέγεθος του σπιτιού· είναι τόσο μεγάλο, που θα χωρούσε σχεδόν όλη τη μονή της Σάντα Τερέζα. Το ξέρω πως είναι ανόητο, αλλά πιάνω τον εαυτό μου να περπατάει στις μύτες των ποδιών εδώ μέσα, νιώθοντας πως ενοχλώ διαρκώς τα πλούτη που μάζεψαν ο Εννιά και ο Σεπάν του. Τα πλακάκια στο μπάνιο του Εννιά είναι ζεστά – ζεσταίνουν και στεγνώνουν τα πόδια σου όταν βγαίνεις από το ντους. Θυμάμαι όλες εκείνες τις φορές που καθόμουν στο στρώμα μου κι έβγαζα αγκίδες από τα πέλματά μου, αφού είχα περπατήσει στο τραχύ ξύλινο πάτωμα της Σάντα Τερέζα. Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτόταν γι’ αυτό το μέρος ο Έκτορ και χαμογελάω. Κατόπιν αναρωτιέμαι τι είδους άτομο θα ήμουν αν Σεπάν μου ήταν ο Σαντόρ αντί για την Αντελίνα· ένας επιδειξίας, αλλά αφοσιωμένος φύλακας, ρηχός στις αγορές του, αλλά όχι από αυτούς που θα εγκατέλειπαν τα καθήκοντά τους. Είναι μάταιο να σκέφτομαι τέτοια πράγματα. Δεν μπορώ, όμως, να κάνω αλλιώς. Από την άλλη, αν δεν είχα κολλήσει τόσο καιρό στη Σάντα Τερέζα, δε θα είχαν συναντηθεί ποτέ οι δρόμοι μας με την Έγια. Δε θα είχα ταξιδέψει ποτέ στα βουνά με την Έξι ούτε θα γνώριζα τον Οχτώ. Τελικά όλες οι κακουχίες άξιζαν τον κόπο.


70

PITTACUS LORE

Πνίγω ένα χασμουρητό με την ανάστροφη της παλάμης μου. Κανένας από μας δεν κοιμήθηκε πολύ χτες τη νύχτα, τέτοια έξαψη είχαμε που βρήκαμε το Νούμερο Πέντε. Υποτίθεται πως ήταν η σειρά μου να κοιμηθώ στο δωμάτιο της Έγια, για να την ξυπνάω σκουντώντας την όταν οι εφιάλτες θα αγρίευαν πολύ. Βασικά δε νομίζω πως η Έγια έκλεισε μάτι, μεταξύ της συνάντησης και της παρέας που έκανε στον Εννιά, στη διάρκεια της βάρδιάς του, όπου παρακολουθούσε την κουκκίδα του Πέντε. Φαίνεται ότι, κατά τη γνώμη της, το να περνάει τον χρόνο της με τον Εννιά είναι καλύτερο από το να ξεκουραστεί λιγάκι. Μ ακάρι να ήξερα πώς να τη βοηθήσω, αλλά το θεραπευτικό μου Χάρισμα δε φτάνει έως τον κόσμο των ονείρων. Βρίσκω την Έγια κουλουριασμένη σε μια καρέκλα στο καθιστικό του ρετιρέ. Ο Εννιά είναι αραχτός στον κοντινότερο καναπέ και ροχαλίζει δυνατά, ενώ τα χέρια του είναι τυλιγμένα γύρω από τον κοντό μεταλλικό σωλήνα ο οποίος μετατρέπεται στο ραβδί που τον έχω δει να χρησιμοποιεί με τέτοια θανάσιμη αποτελεσματικότητα. Πρέπει να το έβγαλε από το Σεντούκι του όταν ακόμα νόμιζε πως υπήρχε περίπτωση να τον πάρει ο Τζον μαζί του στην αποστολή. Ο Εννιά σφίγγει το όπλο σαν να ήταν αρκουδάκι και κατά πάσα πιθανότητα ονειρεύεται ότι σκοτώνει Μ ογκαντόρι. «Πρέπει να κοιμηθείς κι εσύ λίγο…» ψιθυρίζω. Η Έγια κοιτάζει πρώτα εμένα και ύστερα τον κοιμισμένο Εννιά. «Είπε ότι θα ξεκούραζε λιγάκι τα μάτια του και μετά θα μου έδειχνε μερικές τεχνικές για να βαράω». Χαχανίζω. Είναι ξεκαρδιστικό να ακούς την Έγια να επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος τη γλώσσα του Εννιά. «Έλα τώρα… Θα έχουμε μετά χρόνο για προπόνηση». Ο Εννιά μουρμουρίζει κάτι μέσα στον ύπνο του και γυρίζει από την άλλη, χώνοντας το πρόσωπό του μέσα στις μαξιλάρες του καναπέ. Η Έγια σηκώνεται όρθια αργά και βγαίνουμε από το δωμάτιο στα νύχια των ποδιών.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

71

«Μ ’ αρέσει ο Εννιά» δηλώνει καθώς περπατάμε στον διάδρομο. «Δε νοιάζεται για πολλά πράγματα». Συνοφρυώνομαι. «Τι εννοείς;» «Δε με ρωτάει ποτέ πώς τα πάω ούτε –τι να πω– ούτε ανησυχεί για μένα. Απλώς λέει χοντροκομμένα αστεία και μ’ αφήνει να περπατάω στους ώμους του καθώς ανεβαίνει στο ταβάνι». Γελάω, αλλά αισθάνομαι κάπως πληγωμένη. Όλοι μας ανησυχούσαμε τόσο πολύ για την Έγια, πάντα προσπαθούσαμε να την κάνουμε να ανοιχτεί για τον Κρέυτον –ακόμα έχω να κάνω αυτό που μου ζήτησε ο Τζον και να διαλευκάνω το θέμα του γράμματος– και να που εμφανίζεται ο Εννιά, ο οποίος με τις φωνές και τις φασαρίες τής αποσπά την προσοχή από τα προβλήματά της. «Απλώς ανησυχούμε για σένα» λέω. «Το ξέρω» αποκρίνεται η Έγια. «Είναι που καμιά φορά νιώθω καλύτερα άμα δεν το σκέφτομαι». Ίσως αυτή είναι μια καλή στιγμή να δώσω στην Έγια αυτή την ελαφριά ώθηση για την οποία μιλούσε ο Τζον. «Η Σεπάν μου, η Αντελίνα, πέρασε πολύ καιρό προσπαθώντας να μη σκέφτεται το πεπρωμένο μου – το πεπρωμένο μας. Αλλά τελικά δεν είχε επιλογή. Έπρεπε να το αντιμετωπίσει». Η Έγια δε λέει τίποτε, αλλά καταλαβαίνω, από το πώς ζάρωσε το πρόσωπό της, ότι σκέφτεται τα λόγια μου. Πιάνω τον εαυτό μου να απομακρύνεται από τις κρεβατοκάμαρες και, αντίθετα, να ξαναπηγαίνει στο εργαστήριο του Σαντόρ. Στέκομαι πάνω από τον συνδεδεμένο πίνακα και παρακολουθώ τις κουκκίδες που εκπροσωπούν τον Τέσσερα και την Έξι να σέρνονται αργά προς τη στάσιμη κουκκίδα του Πέντε, στο Άρκανσο. «Ανησυχείς γι’ αυτούς;» ρωτάει η Έγια. «Λιγάκι» απαντάω, παρότι ξέρω ότι δε θα πάθουν τίποτε. Ακόμα και μετά τη γνωριμία μου με τον Εννιά, η Έξι είναι πάντα το πιο ζόρικο και πιο γενναίο άτομο που έχω γνωρίσει ποτέ μου.


72

PITTACUS LORE

Και ο Τέσσερα είναι όλα όσα είχε πει η Έξι ότι θα είναι – ένας καλός τύπος, ο ηγέτης που χρειαζόμαστε, όσο κι αν, καμιά φορά, είναι φανερό πως αισθάνεται όλα αυτά να τον ξεπερνούν. «Ελπίζω να είναι αγόρι ο Πέντε» δηλώνει η Έγια. «Δεν υπάρχουν αρκετά αγόρια για όλες μας». Μ ένω με το στόμα ανοιχτό για μια στιγμή και ύστερα αρχίζω να γελάω. «Άρχισες κιόλας να μας ζευγαρώνεις, Έγια;» Γνέφει καταφατικά, κοιτάζοντάς με σκανταλιάρικα. «Έχουμε τον Τζον και τη Σάρα… Και σένα με τον Οχτώ». «Για μισό λεπτό…» λέω. «Τίποτα δε συμβαίνει με μένα και τον Οχτώ». «Ναι, καλά!» με διακόπτει η Έγια και συνεχίζει: «Κι αν εγώ μεγαλώσω και παντρευτώ τον Εννιά, ποιος μένει για την Έξι;». «Ποιος παντρεύεται;» Ο Οχτώ στέκεται στην πόρτα πίσω μας· αυτό το γοητευτικό αυτάρεσκο χαμόγελό του φωτίζει το πρόσωπό του. Πόση ώρα στέκεται εκεί; Η Έγια κι εγώ κοιταζόμαστε έκπληκτες και αρχίζουμε να γελάμε. «Πολύ καλά» λέει ο Οχτώ, περνώντας από δίπλα μας για να κοιτάξει τον πίνακα. «Μ η μου λέτε». Οι ώμοι μας αγγίζονται μόλις πλησιάζει, κι εγώ δεν απομακρύνομαι. Ακόμα σκέφτομαι εκείνο το γεμάτο απελπισία φιλί που μοιραστήκαμε στο Νέο Μ εξικό. Αυτή μάλλον ήταν η πιο τολμηρή κίνηση σε όλη μου τη ζωή. Όσο κι αν το ήθελα, δεν είχαμε ξαναφιληθεί από τότε. Μ ιλήσαμε πολύ, μοιραστήκαμε ιστορίες για τα χρόνια που ήμαστε στην τσίτα, συγκρίναμε τα θραύσματα των αναμνήσεών μας από τον Λόριεν. Η εποχή δεν έδειχνε κατάλληλη για κάτι περισσότερο. «Πάνε πραγματικά με το πάσο τους, ε;» λέει ο Οχτώ παρακολουθώντας τον Τέσσερα και την Έξι να κινούνται προς τα νότια. «Είναι μεγάλο ταξίδι» απαντάω. «Καλώς…» λέει χαμογελώντας πλατιά. «Αυτό μας δίνει λίγο χρόνο».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

73

Ο Οχτώ φοράει ένα κοκκινόμαυρο μπλουζάκι με μια στάμπα για κάτι που λέγεται Chicago Bulls3 κι ένα τζιν παντελόνι. Κάνει πίσω και δείχνει με το χέρι τα ρούχα που φοράει, σαν να ζητάει την έγκριση της Έγια και τη δική μου. «Μ οιάζω αρκετά Αμερικανός με αυτά;» ❦ «Είσαι βέβαιος ότι πρέπει να το κάνουμε αυτό;» Νιώθω νευρικότητα όσο το ασανσέρ γλιστράει κάτω, από το ρετιρέ προς την είσοδο. Ο Οχτώ στέκεται δίπλα μου και κυριολεκτικά χοροπηδάει από την έξαψή του. «Τόσες μέρες είμαστε εδώ, και ακόμα δεν έχουμε δει την πόλη» λέει. «Θα ήθελα να δω κάτι παραπάνω απ’ την Αμερική, όχι μόνο στρατιωτικές βάσεις και διαμερίσματα». «Κι αν συμβεί κάτι όσο λείπουμε;» «Θα έχουμε επιστρέψει προτού καν φτάσουν στο Άρκανσο. Τίποτα δε θα συμβεί όσο ταξιδεύουν προς τα κει. Αλλά κι αν συμβεί, η Έγια μπορεί να χρησιμοποιήσει τηλεπάθεια και να μας καλέσει να γυρίσουμε πίσω». Σκέφτομαι τον Εννιά, που κοιμόταν ακόμα του καλού καιρού στον καναπέ όταν ο Οχτώ κι εγώ ξεγλιστρήσαμε από δίπλα του. Η Έγια μάς παρακολουθούσε να φεύγουμε χαμογελώντας μου συνωμοτικά, ενώ κουλουριαζόταν και πάλι στην καρέκλα της δίπλα στον Εννιά. «Δε θα θυμώσει ο Εννιά αν ξυπνήσει και δε μας βρει εκεί;» «Και τι είναι; Η μπέιμπι σίτερ μας;» Ο Οχτώ ξεσπάει χαρούμενος σε γέλια, απλώνει το χέρι και με τραντάζει απαλά από τους ώμους. «Χαλάρωσε… Ας γίνουμε τουρίστες για κάνα δίωρο». Κοιτάζοντας κάτω από τα παράθυρα του ρετιρέ του Εννιά, δεν είχα καταλάβει πραγματικά πόσο γεμάτοι κόσμο είναι οι δρόμοι στο κέντρο του Σικάγου. Βγαίνουμε στον μεσημεριάτικο ήλιο και μας χτυπάει αμέσως ένα κύμα θορύβου, άνθρωποι που


74

PITTACUS LORE

μιλούν, κόρνες αυτοκινήτων που ουρλιάζουν. Μ ου θυμίζει το παζάρι στην Ισπανία, αλλά είναι χίλιες φορές εντονότερο. Ο Οχτώ κι εγώ τεντώνουμε τον λαιμό και κοιτάζουμε προς τα πάνω, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος των κτιρίων που υψώνονται από πάνω μας. Περπατάμε αργά, οι άνθρωποι μας ρίχνουν εκνευρισμένες ματιές καθώς είναι αναγκασμένοι να μας παρακάμπτουν. Παραείναι έντονα για μένα εδώ έξω. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, η φασαρία… Δεν είμαι συνηθισμένη σ’ αυτό. Χώνω το χέρι μου στην καμπύλη του αγκώνα του Οχτώ, για να είμαι σίγουρη ότι δε θα χωριστούμε κατά λάθος και δε θα χαθούμε μέσα στο πλήθος. Μ ου χαμογελάει. «Προς τα πού;» ρωτάει. «Από κει» δείχνω, διαλέγοντας μια κατεύθυνση στην τύχη. Καταλήγουμε στην προκυμαία. Είναι πολύ πιο ήσυχα εδώ. Οι γήινοι που περιδιαβάζουν στις όχθες της λίμνης Μ ίσιγκαν είναι σαν και μας – δε βιάζονται να πάνε πουθενά. Κάποιοι κάθονται σε παγκάκια, τρώνε το μεσημεριανό τους, ενώ άλλοι ασκούνται τρέχοντας ή κάνοντας ποδήλατο δίπλα μας. Ξαφνικά νιώθω θλίψη γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Τόσο πολλά κρέμονται από μια κλωστή, κι αυτοί δεν έχουν ιδέα. Ο Οχτώ μού αγγίζει απαλά το χέρι. «Συνοφρυώθηκες». «Συγγνώμη…» αποκρίνομαι με ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Απλώς σκεφτόμουν». «Άσ’ τα αυτά!» λέει, δήθεν αυστηρά. «Μ ια βόλτα βγήκαμε μόνο. Δεν έγινε και τίποτα». Προσπαθώ να διώξω τη μαυρίλα από το μυαλό μου και να το παίξω τουρίστρια, όπως είπε ο Οχτώ. Η λίμνη είναι κρυστάλλινη και όμορφη, μερικές βάρκες διασχίζουν τεμπέλικα την επιφάνειά της. Περιπλανιόμαστε δίπλα από αγάλματα και υπαίθρια καφέ. Ο Οχτώ ενδιαφέρεται για τα πάντα, προσπαθεί να καταναλώσει όσο περισσότερη τοπική κουλτούρα γίνεται και δοκιμάζει χαρωπά να με κάνει και μένα να ενδιαφερθώ. Στεκόμαστε μπροστά σ’ ένα μεγάλο ασημένιο γλυπτό που


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

75

μοιάζει με διασταύρωση δορυφορικού πιάτου και μισοκαθαρισμένης πατάτας. «Πιστεύω πως αυτό εδώ το ανθρώπινο έργο έχει επηρεαστεί μυστικά απ’ τον σπουδαίο Λοριανό καλλιτέχνη Χιούγκο Βον Λόρι…» λέει ο Οχτώ τρίβοντας σκεφτικός το σαγόνι του. «Απ’ το μυαλό σου το έβγαλες». Ο Οχτώ σηκώνει τους ώμους. «Προσπαθώ απλώς να γίνω καλύτερος ξεναγός». Ο ανέμελος ενθουσιασμός του είναι κολλητικός, και πολύ σύντομα βρίσκομαι μπλεγμένη σ’ αυτό το παιχνίδι επινόησης ανόητων ιστοριών για τα διάφορα ορόσημα απ’ όπου περνάμε. Όταν τελικά συνειδητοποιώ ότι περάσαμε παραπάνω από μία ώρα στην προκυμαία, αισθάνομαι ενοχές. «Ίσως πρέπει να επιστρέψουμε» λέω στον Οχτώ, νιώθοντας σαν να αποφεύγουμε τις ευθύνες μας, παρότι ξέρω καλά ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο εκτός από το να περιμένουμε. «Μ ισό…» λέει δείχνοντας. «Κοίτα εκεί…» Από τον χαμηλό τόνο με τον οποίο μιλάει ο Οχτώ περιμένω να δω έναν Μ ογκαντόρι ανιχνευτή στα ίχνη μας. Αντίθετα, ακολουθώντας το βλέμμα του, βλέπω έναν παχουλό ηλικιωμένο άντρα πίσω από ένα καρότσι, να πουλάει αυτό που διαφημίζει σαν «Χοτ ντογκ αλά Σικάγο». Δίνει ένα σε κάποιον πελάτη· το χοτ ντογκ είναι σκεπασμένο με πίκλες και φέτες ντομάτας και κρεμμυδιού, που με το ζόρι χωρούν στο ψωμάκι. «Δεν έχω δει κάτι πιο τερατώδες!» δηλώνει ο Οχτώ. Γελάω πνιχτά, κι όταν το στομάχι μου ξαφνικά γουργουρίζει, το γελάκι μου μετατρέπεται σε τρανταχτά χάχανα. «Σαν καλό μού φαίνεται…» καταφέρνω να πω. «Σου έχω αναφέρει πως είμαι χορτοφάγος;» ρωτάει ο Οχτώ, κοιτάζοντάς με δήθεν με αποστροφή. «Αλλά αν αυτό που επιθυμείς είναι ένα χοτ ντογκ αλά Σικάγο, τότε ας είναι. Δε σ’ έχω ευχαριστήσει ποτέ καταλλήλως». Ο Οχτώ κατευθύνεται προς τον πωλητή, αλλά τον αρπάζω από το μπράτσο και τον τραβάω πίσω. Αυτός μου χαμογελάει


76

PITTACUS LORE

πλατιά. «Άλλαξες γνώμη;» «Τι εννοείς όταν λες ότι δε μ’ έχεις ευχαριστήσει ποτέ καταλλήλως; Να με ευχαριστήσεις για ποιο πράγμα;» «Που μου έσωσες τη ζωή στο Νέο Μ εξικό. Έσπασες την προφητεία, Μ αρίνα. Ο Σετράκους Ρα με διαπέρασε με το σπαθί του, κι εσύ… Εσύ με επανέφερες στη ζωή». Κοκκινίζω και κατεβάζω το βλέμμα στα πόδια μου. «Δεν ήταν τίποτα…» «Για μένα ήταν κυριολεκτικά τα πάντα». Σηκώνω το βλέμμα, μιμούμενη όσο καλύτερα μπορώ το πειραχτικό χαμόγελο του Οχτώ. «Σ’ αυτή την περίπτωση νομίζω ότι μου αξίζει κάτι περισσότερο από ένα αηδιαστικό χοτ ντογκ…» Ο Οχτώ σφίγγει τα χέρια στο στήθος του σαν να τον πλήγωσα. «Έχεις δίκιο! Είμαι ανόητος να πιστέψω ότι το αντάλλαγμα για τη ζωή μου είναι ένα χοτ ντογκ». Μ ου αρπάζει το χέρι και πέφτει καταγής στο ένα του γόνατο, πιέζοντας το μέτωπό του στο πίσω μέρος της παλάμης μου. «Σωτήρα μου, τι μπορώ να κάνω για να σ’ το ξεπληρώσω;» Ντρέπομαι, αλλά δεν μπορώ να μη γελάσω. Ρίχνω απολογητικές ματιές στους ανθρώπους γύρω μας, οι περισσότεροι εκ των οποίων παρακολουθούν την παράσταση του Οχτώ με χαμόγελα γεμάτα περιέργεια. Θα πρέπει να τους φαινόμαστε σαν δύο φυσιολογικοί έφηβοι που σαχλαμαρίζουν και φλερτάρουν. Τραβάω τον Οχτώ να σηκωθεί, και κρατώντας ακόμα το χέρι του, συνεχίζουμε να περπατάμε στην όχθη της λίμνης. Ο ήλιος τρεμοσβήνει πάνω στην επιφάνειά της. Δεν είναι θάλασσα, απ’ όπου πήρα το όνομά μου, αλλά είναι το ίδιο όμορφη. «Μ πορείς να μου υποσχεθείς περισσότερες μέρες σαν κι αυτή» λέω στον Οχτώ. Μ ου σφίγγει δυνατά το χέρι. «Πες πως έγινε».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

77

❦ Ο Οχτώ κι εγώ γυρίζουμε επιτέλους στο ρετιρέ, με την κοιλιά μας γεμάτη από μια λιπαρή πίτσα Σικάγου. Έχουμε ακόμα ώρες προτού ο Τέσσερα και η Έξι φτάσουν στο Άρκανσο, και η Έγια δεν έστειλε κανέναν τηλεπαθητικό συναγερμό. Όλα είναι ακριβώς όπως τα αφήσαμε. Μ όνο που ο Εννιά είναι ξύπνιος και στέκεται τόσο κοντά στην πόρτα του ασανσέρ, ώστε παραλίγο να πέσουμε πάνω του όταν μπαίναμε. Ο Εννιά δεν κινείται, στέκεται απλώς εκεί με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και μας κοιτάζει. «Πού είχατε πάει;» «Χριστέ μου!» λέει ο Οχτώ περνώντας αργά δίπλα από τον μεγαλόσωμο Εννιά. «Πόση ώρα στέκεσαι εδώ περιμένοντάς μας; Δεν κουράστηκαν τα πόδια σου;» «Βγήκαμε για λίγο έξω…» εξηγώ, νιώθοντας αρκετά συνεσταλμένη κοντά στον Εννιά. Μ ου θυμίζει τότε που με έπιαναν να χώνομαι κρυφά πίσω στο ορφανοτροφείο μετά την ώρα του ύπνου και προς στιγμήν φαντάζομαι τον Εννιά να προσπαθεί να με χτυπήσει στις αρθρώσεις με έναν χάρακα. «Όλα καλά;» «Όλα καλά!» πετάει απότομα ο Εννιά, εστιάζοντας περισσότερο στον Οχτώ παρά σε μένα. «Δεν μπορείτε να βγαίνετε σεργιάνι στην πόλη χωρίς να μου το λέτε». «Και γιατί όχι;» αντεπιτίθεται ο Οχτώ. «Επειδή αυτά είναι παπαριές!» του γρυλίζει ο Εννιά. Αντιλαμβάνομαι ότι το μυαλό του δουλεύει σαν να προσπαθεί να βρει κάτι άλλο να πει. «Είναι ανεύθυνο και απρόσεκτο. Είναι ανόητο!» «Μ ιλάμε για κάνα δίωρο…» διαμαρτύρεται ο Οχτώ υψώνοντας το βλέμμα. «Παράτα μας με τις διαλέξεις των Σεπάν!» Είναι κάπως αστείο να βλέπω τον Εννιά τόσο εξοργισμένο που ξεπεράσαμε τα όρια, ιδίως αν σκεφτώ τις ιστορίες που έχω


78

PITTACUS LORE

ακούσει από τον Τέσσερα για την εποχή που πέρασαν μαζί στον δρόμο. Παραδόξως, όμως, είναι και τρυφερό συνάμα. Παίζει ολόκληρη παράσταση ότι δήθεν είναι σκληρό και απρόβλεπτο αντράκι, αλλά όταν ξύπνησε και είδε πως λείπαμε, ανησύχησε για μας. Αγγίζω τον Εννιά στο μπράτσο, προσπαθώντας να εκτονώσω την ένταση. «Συγγνώμη που σε ανησυχήσαμε…» «Ό,τι να ’ναι. Δεν ανησύχησα!» πετάει ο Εννιά. Τινάζει το χέρι του για να με απομακρύνει και τα χώνει ξανά στον Οχτώ. «Νομίζεις ότι επρόκειτο για διάλεξη; Ίσως χρειάζεται να σου δείξω τι είδους διαλέξεις μού έκαναν συνήθως, παλιά, τότε που ήμουν ένα ξιπασμένο, αλαζονικό πιτσιρίκι!» Ο Οχτώ κουνάει τα δάχτυλα στον Εννιά σαν να του λέει «Έλα», εξοργίζοντάς τον ακόμα περισσότερο. Τις περισσότερες φορές είναι γοητευτικός όταν κάνει πλάκα, αλλά αυτήν τη φορά εύχομαι να το κόψει. Ο Εννιά πάει μπροστά στη μούρη του Οχτώ· θα είχαν ακουμπήσει τις μύτες τους αν ο Οχτώ ήταν λίγα εκατοστά ψηλότερος. Ο Οχτώ δεν κάνει πίσω, χαμογελάει ακόμα, λες κι όλα αυτά είναι σαχλαμάρες. «Έλα λοιπόν…» λέει ο Εννιά χαμηλόφωνα. «Σ’ έχω δει στην Αίθουσα Διαλέξεων να παίζετε παλαμάκια με την Έξι. Δεν έχεις προπονηθεί μαζί μου ακόμα». Ο Οχτώ κοιτάζει προς τα κάτω, σ’ ένα φανταστικό ρολόι. «Εντάξει, φιλαράκο. Έχω λίγο χρόνο να σκοτώσω». Ο Εννιά χαμογελάει. Μ ε κοιτάζει πάνω από τον ώμο του. «Κι εσύ μαζί, νοσοκόμα Μ αρίνα… Το αγόρι σου θα σε χρειαστεί».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

79

KEΦAΛAIO ΕΝΝΙΑ

«ΘΑ ΣΑΣ Μ ΑΣΤΙΓΩΣΩ μέχρι να σας ξαναφέρω σε φόρμα!» δηλώνει ο Εννιά. «Έτσι, την επόμενη φορά που θα υπάρξει μια αποστολή, δε θα είμαστε αυτοί που θα μείνουν καθισμένοι στον κώλο τους». Ο Οχτώ κι εγώ στεκόμαστε δίπλα δίπλα στην Αίθουσα Διαλέξεων κοιτάζοντας τον Εννιά να κάνει κύκλους γύρω μας, να μας μετράει σαν να είναι στρατιωτικός εκπαιδευτής. Θέλω να σηκώσω ψηλά τα μάτια μου και είμαι σίγουρη πως ο Οχτώ ίσα που καταφέρνει να πνίξει ένα ξέσπασμα γέλιου. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνομαι και κάπως ένοχη, αφού στην ουσία το σκάσαμε με τον Οχτώ, και είμαι σίγουρη πως λίγη εξάσκηση δε θα μας κάνει κακό. Επιπλέον πιστεύω πως ο Εννιά είναι ακόμη απογοητευμένος επειδή τον άφησαν έξω από την αποστολή διάσωσης που οργάνωσε ο Τέσσερα και φαίνεται ότι γουστάρει πολύ όλη αυτή την ιστορία της εκπαίδευσης. Αποφασίζω να τον σιγοντάρω. «Εκτός βέβαια κι αν προτιμάτε να κάθεστε στον πάγκο. Θέλετε να κόβετε βόλτες και να τρώτε πίτσα όσο εμείς οι υπόλοιποι σκοτώνουμε τον Σετράκους Ρα;» Ο Εννιά γρυλίζει και σταματάει μπροστά μας κοιτάζοντάς μας αφ’ υψηλού. «Όχι, κύριε» απαντάω, προσπαθώντας να ακουστώ σοβαρή. Ο Οχτώ ξεσπάει αμέσως σε γέλια. Ο Εννιά τον αγνοεί προς στιγμήν και επικεντρώνεται σε μένα.


80

PITTACUS LORE

«Θεραπεία και νυχτερινή όραση. Αυτά είναι όλα κι όλα, ε;» «Μ πορώ και να αναπνέω κάτω απ’ το νερό» συμπληρώνω εξυπηρετικά. «Εντάξει» αποκρίνεται ο Εννιά καθώς συλλογίζεται τα Χαρίσματά μου. «Ίσως κάποια μέρα αναπτύξεις κάποιο καλό μαχητικό Χάρισμα. Ίσως και όχι. Πάντως θα ήμαστε όλοι νεκροί αν δεν ήσουν εσύ. Ξέρω πως υποτίθεται ότι και ο Τζόννυ έχει πλέον αυτό με τη θεραπεία, αλλά νομίζω ότι θεραπεύει μόνο τα κορίτσια με τα οποία βγαίνει, οπότε οι υπόλοιποι σε χρειαζόμαστε ακόμα. Τέλος πάντων, θέλουμε να εξασκήσεις την ταχύτητα και τη σβελτάδα σου, ώστε, αν κάποιος από μας τραυματιστεί, να καταφέρεις να φτάσεις κοντά μας. Και ίσως η θεραπεία σου εξελιχθεί και σε τίποτε άλλο αν εξασκηθούμε αρκετά με αυτήν». Προς έκπληξή μου, τα περισσότερα απ’ όσα λέει ο Εννιά είναι λογικά. Μ όνο ένα πράγμα με ενοχλεί. «Πώς θα εξασκήσουμε τη θεραπεία μου;» Το χαμόγελο του Εννιά είναι απειλητικό, κάτι που πραγματικά θα φοβόμουν να δω σ’ έναν αντίπαλό μου στο πεδίο της μάχης. «Θα δεις. Όσο για σένα» συνεχίζει και στρέφεται στον Οχτώ, «νόμιζα πως ήσουν πολύ ζόρικος όταν πρωτογνωριστήκαμε, και μετά, με την πρώτη ευκαιρία, άφησες να σου δώσουν μια με το σπαθί στο στήθος. Ωραία τα κατάφερες». Η έκφραση του Οχτώ σκοτεινιάζει καθώς θυμάται τη μάχη του με τον Σετράκους Ρα. «Μ ε παραπλάνησε…» «Μ άλιστα» αποκρίνεται ο Εννιά. «Απ’ όσο θυμάμαι εγώ, ήσουν τόσο αφοσιωμένος στο να βάζεις χέρι –να αγκαλιάζεις, θέλω να πω– την ψεύτικη Έξι, που άφησες να σε μαχαιρώσουν. Αγκαλιάζεις συχνά κόσμο στη μάχη, αδέρφι; Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει!» «Απ’ ό,τι φαίνεται, θα σου χρειαζόταν μια αγκαλιά αυτήν τη στιγμή…» λέει ο Οχτώ, γελώντας σκανταλιάρικα. Προτού ο Εννιά καταλάβει τι συμβαίνει, ο Οχτώ αλλάζει σχήμα και παίρνει τη μορφή του Βισνού με τα τέσσερα χέρια,


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

81

δίνει έναν πήδο μπροστά και τυλίγει τον Εννιά σε μια σφιχτή αγκαλιά. Βλέπω τους μυς στον λαιμό και στους ώμους του Εννιά να τεντώνονται έτσι όπως ο Οχτώ τον σφίγγει. «Άσε με…» προειδοποιεί ο Εννιά με σφιγμένα δόντια. «Ό,τι πει το αφεντικό!» Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται παίρνοντας και τον Εννιά μαζί του. Εμφανίζεται ξανά λίγα εκατοστά από το ταβάνι και ελευθερώνει τον Εννιά. Αποπροσανατολισμένος αυτός, δεν έχει καν την ευκαιρία να συνέλθει και σκάει καταγής με την πλάτη. Πριν καν προσγειωθεί ο Εννιά, ο Οχτώ έχει τηλεμεταφερθεί και πάλι δίπλα μου. «Τζα!» λέει ξαναπαίρνοντας την κανονική του μορφή. «Το μόνο που θα πετύχεις είναι να τον εκνευρίσεις…» ψιθυρίζω, και ο Οχτώ σηκώνει απλώς τους ώμους. Ο Εννιά πηδάει όρθιος και κουνάει το κεφάλι του αριστερά δεξιά για να ισιώσει τον λαιμό του. Γνέφει, δείχνει σχεδόν εντυπωσιασμένος. «Πολύ καλή κίνηση!» λέει. «Ίσως θα έπρεπε να προπονήσω εγώ εσένα…» ειρωνεύεται ο Οχτώ. «Δοκίμασέ το ξανά». Ο Οχτώ σηκώνει τους ώμους και αλλάζει πάλι μορφή. Τυλίγει τον Εννιά στην ίδια λαβή, πλησιάζοντας προσεκτικά αυτήν τη φορά, σαν να περίμενε από τον Εννιά να εξαπολύσει κάποια αντεπίθεση. Το ίδιο πράγμα περιμένω κι εγώ και μαζεύομαι, με τη σκέψη πως ο Εννιά θα ρίξει μια αγκωνιά στη μούρη του Οχτώ. Παραδόξως, ο Εννιά δεν ανταποδίδει καθόλου. Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται μαζί με τον Εννιά και πάλι στο ταβάνι, αλλά αυτήν τη φορά, όταν ο Εννιά ελευθερώνεται από τη λαβή του Οχτώ, απλώνει γρήγορα το χέρι του και αγγίζει το ταβάνι. Ζαλίζομαι και μόνο που το βλέπω· ο Εννιά αλλάζει βαρύτητα, έτσι που, αντί να πέσει καταγής, στηρίζεται στην οροφή. Όλα αυτά δεν κρατούν περισσότερο από ένα


82

PITTACUS LORE

δευτερόλεπτο. Ο Οχτώ έχει τηλεμεταφερθεί κιόλας και στέκεται πάλι δίπλα μου. Ό,τι ακριβώς περίμενε ο Εννιά. Τινάζεται από το ταβάνι και, αμέσως μόλις ο Οχτώ εμφανίζεται, πέφτει κατακόρυφα προς το μέρος του. Ο Οχτώ έχει στη διάθεσή του μόνο μια στιγμή για να προσέξει πως ο Εννιά δεν είναι ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο πάτωμα, εκεί όπου περίμενε να είναι. Το επόμενο πράγμα που νιώθει είναι το πόδι του Εννιά πάνω στο στέρνο του, να τον στέλνει πετώντας στο πάτωμα. Ο Οχτώ σηκώνεται αγκομαχώντας στους αγκώνες του, του έχει κοπεί η ανάσα. Ο Εννιά στέκεται από πάνω του, με τα χέρια στους γοφούς. «Προβλέψιμο…» λέει ο Εννιά. «Γιατί να τηλεμεταφερθείς στο ίδιο σημείο;» Αντί για απάντηση, ο Οχτώ βήχει τρίβοντας το στήθος του. Ο Εννιά σκύβει και τον βοηθάει να σηκωθεί όρθιος. «Ρε φίλε, το θέμα με το Χάρισμά σου είναι η έκπληξη» εξηγεί ο Εννιά. «Πρέπει να τους βάζεις να μαντεύουν διαρκώς». Ο Οχτώ σηκώνει το μπλουζάκι του. Μ ια μελανιά σε σχήμα πέλματος σχηματίζεται ήδη στα πλευρά του. «Γαμώτο… Σαν να με χτύπησε βαριοπούλα!» «Ευχαριστώ» λέει ο Εννιά και με κοιτάζει. «Ορίστε και λίγη εξάσκηση για σένα». Βάζω απαλά τα χέρια μου στο στήθος του Οχτώ. Η παγωμένη αίσθηση του Χαρίσματός μου φαγουρίζει τα ακροδάχτυλά μου, περνώντας από μέσα μου και πηγαίνοντας στον Οχτώ. Δεν είναι παρά μια μελανιά, οπότε είναι εύκολο· δε χρειάζεται καν να αυτοσυγκεντρωθώ. Ευτυχώς δηλαδή, επειδή κάτι τέτοιο δε μου είναι και τόσο εύκολο όσο αγγίζω το στήθος του Οχτώ. Αν πρόκειται να είναι έτσι η εξάσκηση, θα μπορούσα και να τη συνηθίσω. «Ευχαριστώ» λέει ο Οχτώ όταν κάνω ένα βήμα πίσω. Στην άλλη πλευρά του δωματίου ο Εννιά έχει αρπάξει έναν από τους παραγεμισμένους ψεύτικους Μ ογκαντόρι για την


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

83

εξάσκηση και τον πετάει στο έδαφος. Στέκεται από πάνω του και μας κοιτάζει. «Εντάξει, να πώς πάει το παιχνίδι. Θα κάνουμε ότι τάχα αυτή η κούκλα είναι… δεν ξέρω… το Νούμερο Τέσσερα. Αυτός δεν είναι που τραυματίζεται διαρκώς; Οπότε, αφού είναι τραυματισμένος, Μ αρίνα, εσύ πρέπει να πας κοντά του και να κάνεις τα μαγικά σου. Οχτώ, εσύ θα τη βοηθήσεις». «Και τι θα κάνεις εσύ;» ρωτάω. «Θα είμαι ο παραδόξως όμορφος Μ ογκαντόρι που σου κόβει τον δρόμο». Ο Οχτώ κι εγώ κοιταζόμαστε. «Δύο με έναν;» λέει. «Εύκολο ακούγεται». «Άψογα!» αναφωνεί ο Εννιά απλώνοντας το ραβδί του και ανεμίζοντάς το απειλητικά πάνω από το κεφάλι του. «Για να σας δω». Ο Οχτώ σηκώνει το χέρι του προς το μέρος μου για ένα γρήγορο «κόλλα πέντε» και μετά στρέφεται σαν σβούρα προς τον Εννιά. «Έτοιμος;» «Δώσε!» Ο Οχτώ τινάζεται μπροστά, και ο Εννιά τον καταδιώκει έως το κέντρο του δωματίου. Αμέσως μόλις παρέσυρε τον Εννιά λίγα μέτρα μακριά από την κούκλα, ο Οχτώ εξαφανίζεται και εμφανίζεται ξανά από πάνω της. Δεν είναι πως ο Εννιά δεν καταλαβαίνει τι σκαρώνει ο Οχτώ – απλώς δε νοιάζεται. Κάνει μερικά πηδηχτά βήματα μπροστά και έρχεται κατευθείαν προς τα πάνω μου. Αιφνιδιασμένη και αρκετά νευρική που δέχομαι την επίθεση του Εννιά, υποχωρώ. Παραείναι γρήγορος για μένα. Όταν ο Οχτώ εμφανίζεται και πάλι κρατώντας την κούκλα, ο Εννιά στέκεται με την άκρη του ραβδιού του να πιέζει το πλάι του λαιμού μου. «Καλά τα κατάφερες» λέει στον Οχτώ. «Τώρα έχεις έναν τραυματισμένο φίλο και μια νεκρή θεραπεύτρια». Δεν έχω ξανακάνει τέτοιου είδους εξάσκηση, οπότε τρόμαξα όταν ο Εννιά ήρθε καταπάνω μου. Πρέπει να το ξεπεράσω αυτό


84

PITTACUS LORE

το συναίσθημα. Ξέρω πως η Έξι δε θα τον άφηνε έτσι εύκολα να βάλει αυτό το ραβδί στον λαιμό της. Πρέπει να αποδείξω σ’ αυτά τα αγόρια ότι, παρόλο που δεν έχω την επιθετική δύναμη πυρός που έχουν αυτοί, μπορώ ακόμα να ανταποδώσω τα χτυπήματα. Ο Εννιά έχει στραμμένη την προσοχή του στον Οχτώ, κι εγώ χτυπάω και απομακρύνω τη μύτη του ραβδιού του από τον λαιμό μου. «Δεν πέθανα ακόμα» λέω καθώς χιμάω μπροστά και του δίνω μια γροθιά στο στόμα. Αμέσως νιώθω έναν δυνατό πόνο, που διασχίζει το χέρι και τον καρπό μου. Ο Εννιά κάνει παραπατώντας ένα βήμα πίσω, και ο Οχτώ αφήνει μια κραυγή ευχάριστης έκπληξης. Ο Εννιά στρέφει πίσω το κεφάλι του να με κοιτάξει, ενώ το αίμα βάφει τα δόντια του καθώς χαμογελάει πλατιά. «Ωραία!» φωνάζει ικανοποιημένος. «Αρχίζεις και το πιάνεις!» «Νομίζω πως έσπασα τον αντίχειρά μου…» μουρμουρίζω κατεβάζοντας το βλέμμα στις πρησμένες αρθρώσεις μου. «Την άλλη φορά να κρατάς τον αντίχειρα έξω απ’ τα δάχτυλα όταν ρίχνεις μπουνιά» προτείνει ο Οχτώ τινάζοντας τη γροθιά του για να μου δείξει. Συγκατανεύω, νιώθοντας κάπως χαζή που έκανα τέτοιο βασικό λάθος αλλά και λίγο ενθουσιασμένη που έριξα μόλις μια γροθιά στη μούρη του Εννιά. Φαίνεται ότι το εκτίμησε κι αυτός και με κοιτάζει με έναν πρωτόγνωρο σεβασμό έτσι όπως σκουπίζει το αίμα από το πρόσωπό του. Αγγίζω το χέρι μου, αισθάνομαι ξανά την παγωμένη αίσθηση του Χαρίσματός μου, με μεγαλύτερη ένταση αυτήν τη φορά, αφού περνάει στο ίδιο μου το χέρι. Ο Εννιά σήκωσε την κούκλα και την πέταξε και πάλι στην άλλη άκρη του δωματίου. «Έτοιμοι να ξαναδοκιμάσουμε;» Για δεύτερη φορά αγκαλιαζόμαστε με τον Οχτώ όπως κάνουν οι παίκτες μιας ομάδας για να συνεννοηθούν. «Μ ήπως πρέπει να του συστήσω τον παλιόφιλό μας, τον Ναρασίμχα;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

85

«Ποιος απ’ όλους είναι αυτός;» «Πολλά όπλα, πολλά νύχια». «Ακούγεται τέλειος» λέω. «Κράτα τον απασχολημένο, κι εγώ θα τον πλευροκοπήσω». Λύνουμε το αγκάλιασμά μας, και ο Οχτώ μεταμορφώνεται αμέσως σ’ ένα από τα μνημειώδη αβατάρ του. Τα όμορφα χαρακτηριστικά του λιώνουν και χάνονται, τα αντικαθιστά η οργισμένη μούρη και η χρυσή χαίτη ενός λιονταριού. Ψηλώνει γύρω στα τέσσερα μέτρα, δέκα χέρια ξεφυτρώνουν από τα πλευρά του, καθένα από τα οποία έχει στην άκρη νύχια μυτερά σαν ξυράφια. Ο Εννιά σφυρίζει μέσα από τα δόντια του. «Έτσι μπράβο!» αναφωνεί ο Εννιά. «Ένας απ’ τους γονείς σου θα ήταν Χίμαιρα. Μ άλλον η μάνα σου». «Πολύ αστείο…» σαρκάζει ο Οχτώ, και η φωνή του βγαίνει σαν βραχνός βρυχηθμός όσο έχει αυτήν τη μορφή. Μ ένω πίσω από τον Οχτώ καθώς κυνηγάει τον Εννιά, περιμένοντας μια ευκαιρία για να καταφέρω να πάω προς την κούκλα. Ο Οχτώ τινάζεται μπροστά, μαστιγώνει τον Εννιά με όλα του τα χέρια, αναγκάζοντάς τον να σκύψει και να φύγει με ελιγμούς, ενώ ανταποδίδει κάποια χτυπήματα με το ραβδί του. Ο Εννιά σκουντάει τον Οχτώ με το ραβδί, προσπαθώντας να τον κρατήσει μακριά, ψάχνοντας κι αυτός με τη σειρά του μια ευκαιρία. Όσο ο Εννιά στριφογυρίζει το ραβδί του για την αντεπίθεση κι έχει εστιάσει στον Οχτώ, εγώ βρίσκω την ευκαιρία να κάνω τη διαφορά. Του τραβάω με τηλεκίνηση το ραβδί από τα χέρια. Δεν το περιμένει, οπότε η δύναμη τον κάνει να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί κατευθείαν στα νύχια του Οχτώ, που βρίσκονταν σε αναμονή. Ο Εννιά είναι κατακομμένος στο στήθος, το μπλουζάκι του έχει σκιστεί λωρίδες, ενώ το δέρμα από κάτω έχει τόσο βαθιές πληγές, που χρειάζονται ράμματα. Στη θέα αυτών των τραυμάτων, διστάζουμε τόσο εγώ όσο και ο Οχτώ. «Δεν ήθελα να σου κάνω τέτοια ζημιά» λέει ο Οχτώ, αν και


86

PITTACUS LORE

στο μουγκρητό της λεοντοκεφαλής δε διακρινόταν ο παραμικρός οίκτος. Τα μάτια, όμως, του Εννιά λάμπουν. «Δεν τρέχει τίποτα!» φωνάζει. «Συνεχίστε!» Ποτέ μου δεν έχω δει κάποιον τόσο ενθουσιασμένο βλέποντας το ίδιο του το αίμα. Και ξαφνικά ο Εννιά το βάζει στα πόδια. Ο Οχτώ τον κυνηγάει, αλλά με αυτήν τη μορφή κινείται αδέξια, και ο Εννιά είναι αλλόκοτα γρήγορος με το Χάρισμα της σούπερ ταχύτητας. Ο Εννιά τρέχει έως τον κοντινότερο τοίχο και αναποδογυρίζει πάνω στον επιτιθέμενο Οχτώ. Καταφέρνει να προσγειωθεί ακριβώς πάνω στη ράχη του Οχτώ, με το ένα του χέρι να γαντζώνεται γύρω από τον λαιμό του. Ο Οχτώ παραείναι μεγαλόσωμος, δεν μπορεί να γυρίσει και να πιάσει τον Εννιά, κι έτσι ακριβώς πρέπει να το είχε σχεδιάσει ο τελευταίος. Μ ε το ελεύθερο χέρι του ο Εννιά αρχίζει να γρονθοκοπάει τον Οχτώ, στοχεύοντας τα μυτερά αυτιά που ξεμυτίζουν από τις τούφες της χαίτης του. Ο Οχτώ μουγκρίζει από τον πόνο και τότε επανέρχεται στην κανονική του μορφή. Καταρρέει κάτω από το βάρος του Εννιά. Στο μεταξύ, με την προσοχή του Εννιά αποσπασμένη, τρέχω για την κούκλα. «Πρόσεχε, Μ αρίνα!» φωνάζει ο Οχτώ. Ακούω τα βαριά βήματα του Εννιά στα νώτα μου. Πίσω και από πάνω μου. Κυλάω στο πλάι ακριβώς τη στιγμή που ο Εννιά βουτάει από το ταβάνι, δοκιμάζοντας την ίδια κίνηση πήδημακλοτσιά που είχε χρησιμοποιήσει νωρίτερα για να αιφνιδιάσει τον Οχτώ. Αστοχεί και κυλιέται στη μέση, ανάμεσα σε μένα και στην κούκλα. Το ραβδί του Εννιά είναι μόλις λίγα μέτρα μακριά. Καθώς αρχίζει να βαδίζει προς το μέρος μου, το αρπάζω με τηλεκίνηση και το στέλνω πετώντας προς το κεφάλι του. Το χτύπημα βρίσκει τον Εννιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού κάνοντάς τον να τρεκλίσει και δίνοντάς μου την ευκαιρία να


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

87

περάσω από δίπλα του σαν βέλος. Συνέρχεται γρήγορα, όμως, και βρίσκεται πάλι στο κατόπι μου. Μ ε τη γωνία του ματιού μου βλέπω πως ο Οχτώ έχει σηκωθεί με δυσκολία όρθιος. «Κάνε γλίστρα!» φωνάζει. Δε σκέφτομαι, μόνο ενεργώ. Κάνω ό,τι λέει ο Οχτώ. Γλιστράω στο πάτωμα όπως θα έκανε ένας παίκτης του μπέιζμπολ. Βλέπω τον Οχτώ να ξεκινάει να ρίχνει μια μπουνιά στον αέρα, αλλά στη μέση της κίνησης τηλεμεταφέρεται. Εμφανίζεται ξανά ακριβώς μπροστά μου. Περνάω γλιστρώντας μέσα από τα πόδια του, και η γροθιά του τινάζεται πάνω από το κεφάλι μου, ακριβώς στο σαγόνι του Εννιά. Τρέχοντας με φουλ γκάζια στην αρχή, αλλά σταματημένος ξαφνικά από ένα δεξί κροσέ, ο Εννιά πέφτει κάτω με τα μούτρα. Σηκώνομαι με τη μία και τρέχω στην κούκλα. Βάζω τα χέρια μου πάνω σε μια φανταστική πληγή και φωνάζω: «Θεραπεύτηκε!». Ακολουθεί μια στιγμή όπου το δωμάτιο είναι εντελώς σιωπηλό, αν εξαιρέσεις τις βαριές ανάσες και των τριών μας. Ο Οχτώ πέφτει κάτω βαριά, τρίβοντας απαλά το πλάι του προσώπου του. Παρατηρώ ότι το αυτί του έχει πρηστεί τόσο ώστε έχει κλείσει, και ο λαιμός του είναι φουσκωμένος με καινούριες εκδορές στα σημεία όπου τον γρονθοκόπησε ο Εννιά. Άρα η ζημιά που υφίσταται στις άλλες μορφές του πρέπει να μεταφέρεται και στην κανονική του. Ο Εννιά είναι ξαπλωμένος ανάσκελα και βογκάει. Το στήθος του είναι ξεσκισμένο εκεί όπου τον χτύπησε ο Οχτώ, έχει ένα μάτι μελανιασμένο, και νομίζω ότι βλέπω κι ένα ρυάκι αίμα στο σημείο όπου τον χτύπησα με το ραβδί του. Ξαφνικά τα βογκητά του γίνονται γέλια. «Καλά, ήταν τέλειο!» κραυγάζει ο Εννιά. Όσο ψυχωτική κι αν φαίνεται αυτή η αγάπη του για τη βία, πιάνω τον εαυτό μου να γελάει και να συμφωνεί μαζί του. Ήταν πραγματικά πολύ καλή γυμναστική. Ένιωθα καταπληκτικά που


88

PITTACUS LORE

κατάφερα να πιέσω τον εαυτό μου με αυτό τον τρόπο σ’ ένα περιβάλλον όπου αυτό δεν ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. «Ποπό, μάγκα μου!» αναφωνεί ο Εννιά και σηκώνεται από το έδαφος. «Ήταν αδύνατο να αποφύγω αυτή την τελευταία γροθιά. Καλή κίνηση, φίλε!» Ο Οχτώ σηκώνει το μελανιασμένο πρόσωπό του προς τον Εννιά. «Ναι. Σου χρωστούσα μία. Ή δέκα». Γονατίζω δίπλα στον Οχτώ και αρχίζω να θεραπεύω τα τραύματά του. Η παγωμένη αίσθηση δε με αιφνιδιάζει πια· αντίθετα, τώρα είναι που τη νιώθω όλο και πιο φυσική. «Γιατί δε μεταμορφώθηκες ξανά;» ρωτάει ο Εννιά, πειράζοντας τις χαρακιές στο στήθος του. «Αυτό το σκατολιοντάρι μού έφερνε τρόμο». «Πρέπει να είμαι πολύ αυτοσυγκεντρωμένος για να κρατήσω μια άλλη μορφή» εξηγεί ο Οχτώ. «Το τσακισμένο κεφάλι μου δε μ’ άφηνε ούτε για αστείο να εστιάσω». «Εντάξει…» λέει ο Εννιά και το ξανασκέφτεται. «Ο Σαντόρ κάπου έχει στοιβάξει μερικά μη θανατηφόρα όπλα. Άσε με να σε πυροβολώ με αυτά και θα δουλέψουμε την αυτοσυγκέντρωσή σου». «Ναι» του αποκρίνεται ξερά ο Οχτώ. «Θα έχει πολλή πλάκα». Μ ε το πρόσωπο του Οχτώ να έχει ξαναπάρει την πολύ πιο γοητευτική μορφή του χωρίς τις μελανιές, αρχίζω να ασχολούμαι με τα τραύματα του Εννιά. «Ξέρεις» του λέω, «είσαι πραγματικά πολύ καλός σ’ αυτό». «Στη μάχη; Ε, ναι, το ξέρω». «Όχι απλώς στη μάχη. Εννοώ σε όλη αυτήν τη σκέψη για τη μάχη». «Στρατηγική» με βοηθάει ο Οχτώ. «Έχει δίκιο. Δε νομίζω ότι θα μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη γροθιά με τηλεμεταφορά αν δε με είχες πιέσει. Κι όσο κι αν ακούγεται φρικτό να σε πυροβολούν, πιστεύω πραγματικά πως η εξάσκηση ίσως είναι καλή ιδέα».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

89

Ο Εννιά φουσκώνει σαν παγόνι, περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως. «Παρακαλώ». «Μ ην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα» λέω, κοιτάζοντας το τελευταίο κόψιμο στο στήθος του να κλείνει κάτω από τα ακροδάχτυλά μου. Σηκώνω το βλέμμα μου στον Εννιά και τον βλέπω να κοιτάζει πίσω μου, προς την πόρτα της Αίθουσας Διαλέξεων. «Γεια σου, Έγια» λέει. «Σε ξυπνήσαμε;» Στρέφομαι και βλέπω την Έγια να στέκεται στην πόρτα. Είναι ντυμένη με ρούχα για έξω, είναι η πρώτη φορά εδώ και μέρες που τη βλέπω χωρίς πιτζάμες ή κάποιο φαρδύ φανελάκι του Εννιά. Θα έλεγα πως το ότι ντύθηκε είναι πρόοδος, μόνο που τα μάτια της είναι κόκκινα από το κλάμα. Η Έγια δεν κοιτάζει κανέναν μας, το βλέμμα της είναι καρφωμένο στο πάτωμα. «Τι τρέχει, Έγια;» ρωτάω, κάνοντας μερικά βήματα προς το μέρος της. «Ήθελα… Ήθελα μόνο να σας πω αντίο» απαντάει η Έγια. «Φεύγω». «Σιγά μη φύγεις» λέει ο Εννιά. «Τέλος οι εκδρομές για σήμερα». Η Έγια κουνάει το κεφάλι της, τα μαλλιά της τινάζονται γύρω από το πρόσωπό της. «Όχι. Πρέπει. Και δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω». «Τι σ’ έπιασε;» ρωτάω. Και τότε είναι που το βλέπω. Σφιγμένο γερά στα χέρια της Έγια, τσαλακωμένο από τον τρόπο με τον οποίο επιμένει να το στρίβει, είναι ένα κομμάτι χαρτί. Το γράμμα του Κρέυτον. «Δεν είμαι μια από σας…» ψιθυρίζει η Έγια, και στα μάγουλά της κυλούν φρέσκα δάκρυα.


90

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑ

Λατρευτή μου Έγια, Αν το διαβάζεις αυτό, τότε φοβάμαι πως έγινε κιόλας το χειρότερο. Σε παρακαλώ, μάθε πως σε αγάπησα σαν να ήσουν δική μου κόρη. Ποτέ δεν ήταν να είμαι ο Σεπάν σου. Ο ρόλος μού επιβλήθηκε τη νύχτα που έπεσε ο πλανήτης μας, και ήταν κάτι για το οποίο δεν ήμουν ούτε προετοιμασμένος ούτε εκπαιδευμένος. Πάντως αυτά τα χρόνια που πέρασα μαζί σου δε θα τα άλλαζα ποτέ και με τίποτα στον Λόριεν ή στη Γη. Ελπίζω πως έκανα αρκετά για σένα. Ξέρω πως είσαι προορισμένη για σπουδαία πράγματα. Πιστεύω πως μια μέρα θα μπορέσεις να καταλάβεις τα πράγματα που έκανα, τα ψέματα που σου είπα και θα βρεις στην καρδιά σου τη δύναμη να με συγχωρήσεις. Όταν ήσουν μικρή, σου είπα ένα ψέμα. Σύντομα αυτό το ένα ψέμα έγιναν πολλά ψέματα, κι αυτά τα ψέματα έγιναν η ζωή μας. Λυπάμαι, Έγια. Είμαι δειλός. Είσαι το δέκα, με την έννοια ότι μόλις δέκα Γκάρντι επέζησαν από την επίθεση στον Λόριεν, αλλά δεν είσαι η Δέκατη. Δεν είσαι μέρος του σχεδίου των Γηραιών να διασώσουν τη λοριανή φυλή, γι’ αυτό και δε σε έστειλαν στη Γη με τους άλλους. Γι’ αυτό και δε φέρεις τις ίδιες ουλές με τη Μαρίνα και την Έξι. Δεν ήσουν ποτέ κάτω από την προστασία του Λοριανού Φυλαχτού.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

Δε σε επέλεξαν οι Γηραιοί. Ο πατέρας σου ήταν αυτός που σε επέλεξε. Κατάγεσαι από μια από τις πιο παλιές και περήφανες οικογένειες του Λόριεν. Ο προπάππους σου ήταν ένας από τους δέκα Γηραιούς που κυβερνούσαν τον κόσμο μας. Μιλάω για την εποχή προτού φτάσει ο πλανήτης μας στο πλήρες δυναμικό του, προτού ο λαός μας ξεκλειδώσει τη δύναμη του Λόριεν και προικιστεί με Χαρίσματα ζώντας σε απόλυτη αρμονία με τον πλανήτη. Ο νεαρός τότε πλανήτης μας βρισκόταν σ’ ένα σταυροδρόμι, εγκλωβισμένος ανάμεσα στην επιθυμία για γρήγορη ανάπτυξη και στην ανάγκη να προστατέψει ό,τι ήταν φυσικό και βιώσιμο. Ήταν μια εποχή θανάτου, μια εποχή τυλιγμένη στο μυστήριο ακόμα και για τους σπουδαιότερους ιστορικούς μας. Κατά τη διάρκεια αυτών των σκοτεινών καιρών ο πόλεμος μαινόταν ανάμεσα στους Λόριαν. Πολλοί χάθηκαν σε άσκοπες συγκρούσεις, αλλά τελικά υπερίσχυσαν οι δυνάμεις της ειρήνης. Μια νέα εποχή ξημέρωσε στον Λόριεν – η χρυσή εποχή κατά την οποία γεννήθηκες και στην οποία οι Μογκαντόρι έδωσαν ένα τέτοιο βάρβαρο τέλος. Ο προπάππους σου ήταν ένα από τα θύματα των Μυστικών Πολέμων, της σύγκρουσης μεταξύ των Μογκαντόρι και των Λόριαν, που η κυβέρνησή μας κουκούλωσε για να διατηρήσει τις ψευδαισθήσεις μιας λοριανής ουτοπίας. Ως νεαρός άντρας, ο πατέρας σου, ο Ράυλαν, είχε εμμονή με αυτό τον πόλεμο. Βλέπεις, μετά τον πόλεμο, όταν οι επιζήσαντες Γηραιοί συνεδρίασαν ξανά, περιόρισαν τον αριθμό τους σε Εννιά αντί για τους αρχικούς δέκα. Ο πατέρας σου πίστευε πως η κενή θέση μεταξύ των Γηραιών ανήκε στην οικογένειά σου. Οι Γηραιοί μας ποτέ δεν επιλέγονταν βάσει γενεαλογίας ή κληρονομικότητας, αλλά ο πατέρας σου πίστευε ακόμα πως ο οίκος σας είχε αδικηθεί από την ιστορία. Αυτές οι εμμονές του τον μετέτρεψαν σ’ έναν άντρα

91


92

PITTACUS LORE

πικρόχολο και καχύποπτο. Ο Ράυλαν έγινε κάτι σαν ερημίτης. Έφτιαξε ένα σπίτι για τον ίδιο χωμένο στα βουνά – μάλλον φρούριο παρά σπίτι. Για συντρόφους επέλεξε ένα θηριοτροφείο γεμάτο Χίμαιρες. Ο πατέρας σου με προσέλαβε για να φροντίζω τα τερατώδη ζώα του. Λίγα πράγματα τον ενδιέφεραν πέρα από τις μυστικές ιστορίες του και τα ζώα του. Ώσπου γνώρισε τη μητέρα σου. Η Ιρίνα ήταν Γκάρντι, οι Γηραιοί τής είχαν αναθέσει να παρακολουθεί τον πατέρα σου. Ορισμένοι πίστευαν ότι ήταν επικίνδυνος για τον λαό μας. Η Ιρίνα είδε κάτι άλλο σ’ αυτόν. Είδε έναν άντρα που θα μπορούσε να σωθεί από τον εαυτό του. Η μητέρα σου ήταν πολύ όμορφη. Μου τη θύμιζες κάθε μέρα και περισσότερο. Είχε το Χάρισμα να πετάει, καθώς και το Ελεκόμουν, τη δύναμη να χειραγωγεί το ρεύματα του ηλεκτρισμού. Πετούσε λοιπόν πάνω από το σπίτι του πατέρα σου και δημιουργούσε κάτι πανέμορφες παραστάσεις που θύμιζαν πυροτεχνήματα φτιαγμένα με αστραπές. Ο πατέρας σου ήταν καχύποπτος με την Ιρίνα και αμφισβητούσε ανοιχτά τους λόγους για τους οποίους είχε πάει εκείνη στα βουνά. Και παρ’ όλα αυτά, κάθε νύχτα ανεξαιρέτως έβγαινε στην αυλή να παρακολουθήσει τη μητέρα σου να πετάει με τις Χίμαιρες. Ένα από τα Χαρίσματα του πατέρα σου του επέτρεπε να χειραγωγεί το φάσμα του φωτός. Φαντάζει σαν κάτι ανόητο –όπως το Ετέρνους σου– αλλά έχει πολλές χρήσεις. Μπορούσε να σκοτεινιάσει τον κόσμο γύρω από έναν εχθρό, δυσκολεύοντάς τον να βλέπει. Ή, τότε που φλέρταρε τη μητέρα σου, μπορούσε να αλλάξει τα χρώματα των αστραπών της. Φωτεινά ροζ και πορτοκαλί έσκιζαν τον ουρανό τη νύχτα. Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια ο πατέρας σου το διασκέδαζε. Ερωτεύτηκαν και σύντομα παντρεύτηκαν. Και μετά ήρθες εσύ.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

Η Ιρίνα είχε κάνει πολλούς φίλους υπηρετώντας με τους Γκάρντι, κι αυτοί έρχονταν για επίσκεψη, καλοδεχούμενοι από τους γονείς σου. Τώρα χάθηκαν πλέον. Ήρθαν οι Μογκαντόρι. Ο πλανήτης μας κάηκε. Κατά τη διάρκεια της εποχής όπου ζούσε σαν ερημίτης, ο πατέρας σου είχε συγκεντρώσει μια μεγάλη συλλογή ενθυμίων τα οποία ανήκαν στην οικογένειά σου. Είχε ξοδέψει μάλιστα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, ανακαινίζοντας ένα παλιό διαστημόπλοιο που λειτουργούσε με καύσιμα και πίστευε πως το είχε χρησιμοποιήσει ο προπροπάππους σου στον τελευταίο λοριανό πόλεμο. Όταν η Ιρίνα ήρθε να μείνει εκεί, έπεισε τον πατέρα σου να προσφέρει πολλά από αυτά τα αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένου του διαστημόπλοιου, σ’ ένα μουσείο. Μόλις ήρθαν οι Μογκαντόρι, το πρώτο που έκαναν ήταν να καταστρέψουν τα λιμάνια μας, στερώντας μας κάθε συμβατικό μέσο διαφυγής. Ο πατέρας σου σκέφτηκε αμέσως το παλιό διαστημόπλοιο που περίμενε κοιμισμένο στο μουσείο. Ενώ οι άλλοι στον πλανήτη μας πολεμούσαν τους εισβολείς, ο πατέρας σου σχεδίαζε να το σκάσει. Με κάποιον τρόπο, γνώριζε πως ο λαός μας ήταν καταδικασμένος. Η μητέρα σου δεν ήθελε να διαφύγει. Επέμεινε να πάνε να συμμετάσχουν στη μάχη. Τσακώθηκαν, ήταν ο πιο άγριος καβγάς που είχαν κάνει ποτέ. Εσύ ήσουν ο συμβιβασμός. Ο Ράυλαν υποσχέθηκε να μείνει μόνο αν άφηναν εσένα να το σκάσεις. Θυμάμαι ακόμα το γεμάτο δάκρυα πρόσωπο της μητέρας σου καθώς σε αποχαιρετούσε φιλώντας σε. Ο πατέρας σου σε έβαλε στην αγκαλιά μου και με διέταξε να τρέξω στο μουσείο. Οι Χίμαιρες του Ράυλαν μας συνόδεψαν ως φρουροί, και πολλές πέθαναν στον δρόμο. Έτσι, έγινα ο Σεπάν σου. Παρακολούθησα τον θάνατο του πλανήτη μας από τα φινιστρίνια ενός διαστημόπλοιου που αναχωρούσε.

93


94

PITTACUS LORE

Αισθανόμουν δειλός. Οι μόνες φορές που παύω να νιώθω ντροπή είναι όταν κοιτάζω εσένα, Έγια, και βλέπω τι έσωσε αυτή η δειλία. Ό,τι έγινε έγινε. Δεν ήσουν μέρος του σχεδίου των Γηραιών. Αυτό δε σε κάνει λιγότερο Λόριαν ή λιγότερο Γκάρντι. Οι αριθμοί δεν έχουν σημασία. Είσαι ικανή για σπουδαία πράγματα, Έγια. Είσαι από αυτούς που μπορούν να επιβιώνουν. Μια μέρα, το ξέρω, θα κάνεις τον λαό σου περήφανο. Σ’ αγαπάω. Για πάντα ο πιστός σου υπηρέτης, Κρέυτον Σταματάω να διαβάζω φωναχτά το γράμμα του Κρέυτον και το χαμηλώνω με τρεμάμενα χέρια. Τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ένιωθα αν μου αποσπούσαν τόσο βίαια ένα τεράστιο κομμάτι της ταυτότητάς μου. Όλοι είναι σιωπηλοί, ακόμα και ο Εννιά. Η Έγια αφήνει έναν μικρό ήχο σαν ρουθούνισμα, τα χέρια της είναι τυλιγμένα σφιχτά γύρω από το σώμα της. «Είσαι ακόμα μία από μας…» της ψιθυρίζω. «Είσαι μια Λόριαν». Η Έγια αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, πνιχτές λέξεις βγαίνουν από το στόμα της σαν χείμαρρος. «Είμαι… Είμαι μια απατεώνισσα. Δεν είμαι σαν και σας. Είμαι απλώς η κόρη ενός πλούσιου που την εκτόξευσαν από έναν πλανήτη επειδή ο μπαμπάς της ήταν ένα κάθαρμα!» «Δεν είναι αλήθεια αυτό…» λέει ο Οχτώ αγκαλιάζοντας την Έγια. «Δεν ήμουν απ’ τους εκλεκτούς!» φωνάζει η Έγια. «Δεν είμαι – ήταν όλα ψέματα». Ο Εννιά παίρνει το γράμμα από τα χέρια μου και το κοιτάζει. «Και λοιπόν;» ρωτάει αδιάφορα. Η Έγια τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. «Και λοιπόν;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

95

«Το Φυλαχτό έχει σπάσει πλέον» συνεχίζει ο Εννιά. «Οι αριθμοί δε σημαίνουν τίποτα. Μ πορείς να είσαι η Δέκα, η Πενήντα Τέσσερα, δεν έχει σημασία. Ποιος νοιάζεται;» Ο Εννιά ακούγεται τόσο αναίσθητος. Συμπεριφέρεται σαν να αδιαφορεί γι’ αυτό που για την Έγια πρέπει να είναι ένα χτύπημα τρομερό. Εκείνη δείχνει κατάπληκτη. Δεν ξέρω καν αν ακούει τον Εννιά. «Αυτό που τόσο χοντροκομμένα προσπαθεί να πει ο Εννιά» μπαίνει στη μέση ο Οχτώ «είναι ότι δεν έχει σημασία πώς έφτασες εδώ. Το γεγονός ότι ταξιδέψαμε με διαφορετικά διαστημόπλοια δε σημαίνει ότι δεν είμαστε το ίδιο». «Σκατά…» μουγκρίζει ο Εννιά. «Μ ακάρι να υπήρχαν περισσότεροι εγωιστές σαν τον πατέρα σου. Τώρα θα είχαμε ολόκληρο στρατό!» Ρίχνω ένα βλέμμα στον Εννιά, κι αυτός σηκώνει τα χέρια του ψηλά, κάνοντας την κίνηση που σημαίνει «φερμουάρ» μπροστά στο στόμα του. Ακόμα και με την παντελή έλλειψη τακτ από μέρους του, φαίνεται ότι, και οι τρεις μαζί, καταφέραμε να ηρεμήσουμε την Έγια. Τα κλάματά της στεγνώνουν κι έπειτα από λίγο αφήνει το βιαστικά γεμισμένο σακίδιό της στο πάτωμα. «Νιώθω τόσο χαμένη χωρίς τον Κρέυτον…» μου ψιθυρίζει με βραχνή φωνή. «Πέθανε νομίζοντας ότι ήταν δειλός επειδή δε μου είχε πει ποτέ την αλήθεια ενώ… ενώ δεν ήταν. Ήταν καλός. Μ ακάρι να μπορούσα να του το πω». Η φωνή της σβήνει, ενώ μια νέα παρτίδα δακρύων μουσκεύει τον λαιμό μου καθώς κλαίει. Να λοιπόν περί τίνος πρόκειται στ’ αλήθεια· δεν είναι τόσο γι’ αυτά που η Έγια έμαθε για τον εαυτό της, παρότι είμαι βέβαιη πως ήταν κι αυτό συγκλονιστικό, αλλά γι’ αυτά που έμαθε σε σχέση με τον Κρέυτον. Της χαϊδεύω τα μαλλιά και την αφήνω να κλάψει. «Κάθε μέρα εύχομαι να μπορούσα να κάνω άλλη μία κουβέντα με τον Σεπάν μου» λέει ήσυχα ο Οχτώ. «Κι εγώ το ίδιο» συμφωνεί ο Εννιά. «Δε γίνεται ποτέ πιο εύκολο» συνεχίζει ο Οχτώ. «Πρέπει


96

PITTACUS LORE

απλώς να συνεχίσουμε. Να φανούμε αντάξιοι των προσδοκιών τους. Ο Κρέυτον είχε δίκιο, Έγια. Μ ια μέρα θα κάνεις τον λαό μας περήφανο». Η Έγια τραβάει εμένα και τον Οχτώ κοντά και μας αγκαλιάζει. Μ ένουμε λίγη ώρα έτσι, ώσπου ο Εννιά κάνει μπροστά και δίνει ένα αδέξιο χτυπηματάκι στην πλάτη της Έγια. Εκείνη σηκώνει το βλέμμα και τον κοιτάζει. «Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις;» Ο Εννιά αναστενάζει δραματικά. «Πολύ καλά…» Τυλίγει τα χέρια του γύρω από τους τρεις μας και μας σφίγγει, σηκώνοντάς μας ουσιαστικά από το πάτωμα. Ο Οχτώ βογκάει, και η Έγια αφήνει έναν ήχο που είναι εν μέρει γέλιο και εν μέρει αγκομαχητό. Αισθάνομαι κι εγώ να συνθλίβομαι, αλλά δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω. Το βλέμμα μου συναντάει αυτό της Έγια, κι εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω πως δεν υπάρχει άλλο μέρος στο οποίο θα προτιμούσε να βρίσκεται.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

97

KEΦAΛAIO ΕΝΤΕΚΑ

ΤΟ Μ ΕΣΗΜ ΕΡΙ ΔΙΑΣΧΙΖΟΥΜ Ε πια το Μ ιζούρι· λίγες μόνο ώρες μάς χωρίζουν από το Άρκανσο. Μ ας πήρε περισσότερο απ’ όσο περιμέναμε να βγούμε από το Σικάγο, αφού το πειραγμένο όχημα του Εννιά δεν είχε κανένα σούπερ κατασκοπικό χαρακτηριστικό για να εξαφανίζει το μποτιλιάρισμα. Στην αρχή είμαι λίγο νευρικός με τη Σάρα πίσω από το τιμόνι, έτσι που ελίσσεται από λωρίδα σε λωρίδα και δείχνει να κολλάει πίσω από άλλα αμάξια κάθε φορά που μπορεί, ώσπου συνειδητοποιώ ότι το ίδιο κάνουν κι όλοι οι άλλοι οδηγοί. Έτσι οδηγούν, φαίνεται, στις μεγάλες πόλεις. Μ ε το Σικάγο πίσω μας, ο αυτοκινητόδρομος ανοίγει. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά σταροχώραφα και από τις δύο πλευρές. Ταξιδεύουμε περνώντας γρήγορα δίπλα από ημιφορτηγάκια που τραβούν μπροστά βουίζοντας, με καλή ταχύτητα πλέον, χωρίς καν να χρειαζόμαστε το νίτρο που είχε εγκαταστήσει ο Σαντόρ. Το τελευταίο πράγμα στον κόσμο που χρειαζόμαστε είναι να μας σταματήσουν οι μπάτσοι. Βάζω στοίχημα πως είμαι ακόμα το κόκκινο πανί στις περισσότερες κρατικές τράπεζες δεδομένων. Επιπλέον, κανένας από μας δεν έχει δίπλωμα για να το ελέγξει κάποιος τροχονόμος, που είναι από μόνο του άλλο ένα εν δυνάμει πρόβλημα. Όταν τα καταφέρουμε να γυρίσουμε πίσω στο Σικάγο, πρέπει να δω αν ο Σαντόρ άφησε κάποιον εξοπλισμό για πλαστογραφίες.


98

PITTACUS LORE

Χρειαζόμαστε καινούριες ψεύτικες ταυτότητες. «Προσπάθησες ποτέ να κάνεις αόρατο ένα ολόκληρο αυτοκίνητο;» ρωτάει η Σάρα την Έξι, που δεν έχει μιλήσει και πολύ από την ώρα που ξεκινήσαμε. Χαλαρώνει στο πίσω κάθισμα με τον Μ πέρνι Κόσαρ στην αγκαλιά της. «Θέλω να πω, επειδή το αγγίζεις». «Μ μμ…» απαντάει η Έξι. «Δεν το δοκίμασα ποτέ». «Μ η!» της λέω, ίσως λίγο πιο απότομα απ’ ό,τι έπρεπε. «Μ η σκάσει κάποιος πάνω μας». «Ευχαριστώ, Τζον. Αν δε μου το έλεγες, πιθανόν να μας έκανα αόρατους εδώ, δημοσίως, ενώ πετάμε με εκατόν δέκα χιλιόμετρα την ώρα. Ευτυχώς που είσαι εδώ να κρατάς εμένα υπό έλεγχο και τη Σάρα απ’ την πολύ γρήγορη οδήγηση». Ανοίγω το στόμα για μια έξυπνη απάντηση, κάτι για το ότι η Έξι είναι αψυχολόγητη και δεν μπορώ να προβλέψω την επόμενη κίνησή της –όπως το να καλέσει το κορίτσι μου σε μια επικίνδυνη αποστολή– αλλά το ξανασκέφτομαι όταν παίρνω χαμπάρι πως η Σάρα με κοιτάζει. Το φρύδι της είναι σηκωμένο, σαν να την έχει μπερδέψει ο τόνος της Έξι. Κατά πάσα πιθανότητα θα έχει αντιληφθεί το κακό κλίμα ανάμεσα σε μένα και στην Έξι από τη στιγμή που φύγαμε από το Σικάγο. Όπως και να ’χει, δε θέλω να αρχίσω τις εξηγήσεις, οπότε σηκώνω απλώς τους ώμους και απαξιώ. Η Έξι είχε δίκιο όταν είπε ότι τσεκάρω με μανία την ταχύτητά μας. Κάθε φορά που το πέλμα της Σάρας πατάει βαρύ στο γκάζι, τη χτυπάω απαλά στο πόδι. Κατεβάζει ταχύτητα και με κοιτάζει απολογητικά, σαν να μην φταίει αυτή, λες και απλώς το αμάξι την ικετεύει να το οδηγήσει ταχύτερα. Ίσως θα έπρεπε να είμαι λιγότερο ψείρας και να την αφήσω να τρέξει στον αυτοκινητόδρομο, κι ας πάνε στον διάολο οι συνέπειες. Αυτό θα έκαναν η Έξι ή ο Εννιά μάλλον. Φοβάμαι συνεχώς την αίσθηση μιας νέας ουλής που θα καίγεται μόνη της στη σάρκα του ποδιού μου. Κι αν οι Μ ογκαντόρι φτάσουν στον Πέντε πριν από μας, απλώς επειδή


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

99

δεν αφήνω τη Σάρα να το σανιδώσει; Τέτοιες ήταν και οι σκέψεις που με έκαναν να χάσω τον ύπνο μου τις τελευταίες νύχτες – όχι συγκεκριμένα για τον Πέντε, αλλά που ηγούμαι της ομάδας μας γενικώς. Είναι αδύνατο να οργανώσω σχέδια για κάθε ενδεχόμενο, όσο κι αν σκέφτομαι τα πράγματα ξανά και ξανά. Πόσο πιο εύκολο θα ήταν αν υιοθετούσα τη στάση του Εννιά, όπου θα μπορούσα απλώς να βγαίνω έξω και να βαράω διάφορα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχουμε και δράματα με την Έξι. Κι αυτό εξαιτίας ενός ηλίθιου φιλιού. Βασικά, αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει κάποια πλευρά της ζωής μου που να μη νιώθω ότι με ξεπερνάει. Σταματάμε σ’ ένα βενζινάδικο στο Μ ιζούρι. Η Έξι πέφτει με τα μούτρα στο γέμισμα του ρεζερβουάρ. Ο Μ πέρνι Κόσαρ σουλατσάρει στο πάρκινγκ μυρίζοντας το έδαφος και τεντώνοντας τα πόδια του. Η Σάρα κι εγώ πηγαίνουμε στο μαγαζί να πάρουμε μερικά μπουκάλια νερό και να πληρώσουμε τη βενζίνη. Στη μέση περίπου της διαδρομής σταματάει απότομα. «Λοιπόν, ίσως πρέπει να πας να μιλήσεις με την Έξι» μου προτείνει. Ανοιγοκλείνω τα μάτια ξαφνιασμένος. Κοιτάζω πίσω μας την Έξι. Αν είναι δυνατόν να βάζει κάποιος θυμωμένα βενζίνη, το κατάφερε εκείνη. Ο τρόπος με τον οποίο χώνει το στόμιο μέσα στο ρεζερβουάρ είναι σαν να μαχαιρώνει έναν Μ ογκαντόρι. «Γιατί;» «Είναι εμφανές ότι για κάποιον λόγο είστε έξαλλοι ο ένας με τον άλλο» λέει η Σάρα. «Πήγαινε να τα βρείτε». Δεν ξέρω τι να πω, οπότε στέκομαι απλώς εκεί σαν χαζός. Δεν μπορώ να πω στη Σάρα τον λόγο για τον οποίο μαλώνουμε με την Έξι, επειδή, πρώτα πρώτα, δεν είμαι και τελείως βέβαιος και, δεύτερον, έχει κάπως να κάνει και με τη δική μας σχέση. Πραγματικά δε θέλω να ξεκινήσω τέτοιες ιστορίες αυτήν τη στιγμή, ιδίως τώρα που έχουμε πιο ουσιαστικά πράγματα να μας απασχολούν.


100

PITTACUS LORE

Η Σάρα δε συγκινείται από τη σιωπηλή μου διαμαρτυρία και μου χαμογελάει ανάλαφρα καθώς με σπρώχνει πίσω, προς την Έξι. «Άντε, πρέπει να είστε σε θέση να συνεργαστείτε οι δυο σας». Έχει δίκιο φυσικά. Δεν μπορούμε να αφήσουμε ό,τι αλλόκοτο υπάρχει ανάμεσα σε μένα και στην Έξι να βάλει σε κίνδυνο αυτή την αποστολή. Η Έξι με βλέπει να πλησιάζω με μισόκλειστα μάτια. Χώνει πάλι την αντλία στη θέση της με πολύ μεγαλύτερη ορμή απ’ όση έπρεπε. Στεκόμαστε κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο από τις δύο μεριές του αυτοκινήτου. «Πρέπει να μιλήσουμε» λέω. «Η Σάρα σ’ έβαλε να έρθεις εδώ… Έτσι δεν είναι;» «Κοίτα… Ξέρω πως στην πραγματικότητα δεν τη συμπαθείς». «Αυτό είναι το θέμα, Τζον» με διακόπτει. «Τη συμπαθώ τη Σάρα. Και σ’ αγαπάει». Την κοιτάζω προσπαθώντας να καταλάβω. «Εντάξει, καταλαβαίνω πως είσαι έξαλλη μαζί μου επειδή δε συζητήσαμε τα πάντα απ’ τη στιγμή που πήγαμε στο Σικάγο. Μ ε τη Σάρα κοντά έδειχνε… αλλόκοτο». «Τζον, δεν είμαι έξαλλη μαζί σου επειδή φιληθήκαμε και τώρα είσαι ξανά με το κορίτσι σου. Νόμιζα ότι μ’ άρεσες, Τζον. Ξέρεις, όχι σαν φίλος, αλλά σαν κάτι περισσότερο. Αλλά μετά με πέταξαν σ’ εκείνο το κελί με τη Σάρα και είδα με τι τρόπο μιλούσε για σένα. Και τώρα, κάθε μέρα, σας βλέπω εσάς τους δύο μαζί. Ό,τι κι αν υπήρξε ανάμεσά μας τότε που ήμαστε στο τρέξιμο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που έχετε με τη Σάρα. Βλέποντας εσάς τους δύο, είναι σχεδόν αρκετό ώστε να πιστέψω τις βλακείες του Χένρι για το ότι οι Λόριαν ερωτεύονται μόνο μία φορά». Γνέφω συμφωνώντας με την Έξι. Αυτά που λέει είναι οπωσδήποτε σωστά. Αλλά πώς πρέπει να απαντήσω; Ναι, έχεις δίκιο, σίγουρα μου αρέσει η Σάρα περισσότερο από σένα;


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

101

Μ άλλον είναι καλύτερο απλώς να το βουλώσω. «Νομίζω» συνεχίζει η Έξι «πως αισθάνομαι τιποτένια που σε φίλησα ενώ ήσουν με τη Σάρα». «Προς υπεράσπισή σου» λέω, «πιστέψαμε ότι μας είχε πουλήσει στην κυβέρνηση». «Και ήταν και η πρώτη φορά που γνωρίσαμε έναν άλλο Γκάρντι. Μ όλις πέρασε εκείνη η έξαψη, περίμενες πάντα να γυρίσεις στη Σάρα… Σωστά;» «Δεν είναι καθόλου έτσι, Έξι. Δε σκεφτόμουν εκ των προτέρων ούτε και σκότωνα την ώρα μου περιμένοντας κάτι τέτοιο». Το μυαλό μου γυρίζει πίσω σ’ εκείνο τον φεγγαρόλουστο περίπατο που κάναμε με την Έξι, πιασμένοι από το χέρι ώστε να είμαστε αόρατοι. «Ήμαστε παρέα και δεν πιστεύω πως είχα ξανανιώσει ποτέ τόσο άνετα με κάποιον άλλο. Ήταν λες και μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου». Για μια στιγμή η σκληρή φωνή της Έξι γίνεται σχεδόν νοσταλγική. «Ναι, κι εγώ το ίδιο…» «Αλλά είναι διαφορετικό με τη Σάρα…» συνεχίζω μαλακά. «Την αγαπάω. Τώρα είμαι πιο σίγουρος από ποτέ». Η Έξι χτυπάει τα χέρια της σαν να έκλεισε το θέμα. «Ωραία. Οπότε, ας το ξεχάσουμε. Εσύ κι εγώ είμαστε απλώς φίλοι, ενώ εσύ και η Σάρα είστε το ευτυχισμένο ζευγάρι. Δε με πειράζει αυτό. Εκείνο που μου φέρνει εμετό είναι όλες αυτές οι αηδίες με τα ερωτικά τρίγωνα». «Έξι…» αρχίζω να λέω, χωρίς να είμαι βέβαιος τι να πω. Έχω την αίσθηση ότι με απαγκιστρώνει ή προσπαθεί να με διώξει μακριά. «Όχι. Άκου» λέει η Έξι διακόπτοντάς με. «Λυπάμαι που ανακατεύτηκα στην ιστορία σου με τη Σάρα. Είναι δικό σου θέμα αν θες να της πεις ή όχι για το φιλί μας. Δε με νοιάζει. Απλώς…» Κοιτάζει πέρα στο βενζινάδικο, απ’ όπου βγαίνει επιτέλους η Σάρα. «Όταν με πέταξαν σ’ εκείνο το κελί μαζί της, ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε για σένα… Παραιτήθηκε από πάρα πολλά πράγματα για να είναι μαζί σου, Τζον. Στην ουσία


102

PITTACUS LORE

ποντάρει τη ζωή της πάνω σου. Μ πορεί να είμαι λίγο αδιάκριτη και να μην είναι δική μου δουλειά, αλλά θέλω μόνο να βεβαιωθώ ότι το αξίζεις». «Προσπαθώ να το αξίζω» της αποκρίνομαι και γυρίζω, παρακολουθώντας τη Σάρα να πλησιάζει. Όσα είπε η Έξι ακούγονται σωστά. Το ξέρω πως η Σάρα παραιτήθηκε από μια φυσιολογική ζωή και αντιμετωπίζει έναν σωρό κινδύνους για να είναι εδώ μαζί μου. Την αγαπάω, αλλά δε βρήκα ακόμα πώς θα πετύχω τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στο να την κρατάω ασφαλή και στο να της επιτρέψω να ανακατευτεί στη χαοτική ζωή μου. Μ πορεί και να μην το βρω ποτέ. Προς το παρόν μού αρκεί που βρίσκεται εδώ μαζί μου. Η Έξι φωνάζει τον Μ πέρνι Κόσαρ και μπαίνουν πάλι στο αυτοκίνητο. Η Σάρα σταματάει μπροστά μου με σηκωμένα φρύδια. «Όλα εντάξει;» Αισθάνομαι την ξαφνική παρόρμηση να την κλείσω στην αγκαλιά μου και το κάνω. Αφήνει μια έκπληκτη φωνούλα και τη φιλάω στο μάγουλο. Μ ε σφίγγει κι εκείνη με τη σειρά της. «Όλα εντάξει» απαντάω. Αναλαμβάνω εγώ την οδήγηση όταν φεύγουμε από το βενζινάδικο. Ο Μ πι Κέι σέρνεται στην αγκαλιά της Σάρας και βάζει το πόδι στο παράθυρο, ώσπου εκείνη το κατεβάζει. Το αμάξι πλημμυρίζει με ανοιξιάτικο δροσερό αέρα. Ο Μ πι Κέι κρεμάει το κεφάλι του έξω από το παράθυρο, η γλώσσα κρέμεται χαλαρά από το στόμα του. Φαντάζομαι πως ό,τι κι αν είσαι, Χίμαιρα ή σκυλί, σου δίνει ωραία αίσθηση ο άνεμος που χτυπάει το πρόσωπό σου καθώς τρέχεις σ’ έναν αυτοκινητόδρομο. Ο δροσερός αέρας μού δίνει και μένα ωραία αίσθηση. Δεν ξέρω αν όλα θα κανονιστούν ποτέ ανάμεσα στην Έξι και σε μένα, αλλά νιώθω καλύτερα μετά την κουβέντα μας. Τουλάχιστον, τώρα ξέρω πού στέκομαι. Η διάθεση μέσα στο αυτοκίνητο έχει αλλάξει· δεν υπάρχει πλέον τόση ένταση ανάμεσα στους τρεις μας. Χαλαρώνω λιγάκι ακουμπάω πίσω στο


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

103

κάθισμά μου, παρατηρώντας τις πινακίδες με τα χιλιόμετρα να περνούν. Η Σάρα με χτυπάει απαλά στο πόδι. «Πολύ γρήγορα». Χαμογελάω ένοχα και κατεβάζω ταχύτητα. Η Σάρα έχει το χέρι της έξω από το παράθυρο, η παλάμη της είναι επίπεδη, σαν να κάνει σέρφινγκ πάνω στα ρεύματα του αέρα. Τα ξανθά της μαλλιά τινάζονται άγρια γύρω από το πρόσωπό της. Είναι όμορφη. Για μια στιγμή φαντάζομαι πως είμαστε μόνοι οι δυο μας και πάμε ένα ταξίδι κάπου διασκεδαστικά και φυσιολογικά. Πιστεύω ακόμα ότι μπορεί και να συμβεί κάποια μέρα. Αν δεν το πίστευα, δε θα υπήρχε λόγος να συνεχίσω να μάχομαι. Η Σάρα συναντάει το βλέμμα μου, και παίρνω όρκο ότι πρέπει να διαβάζει το μυαλό μου. Αφήνει το χέρι της πάνω στο πόδι μου. «Ξέρω ότι βρισκόμαστε σε σοβαρή αποστολή εδώ» λέει. «Αλλά αν κάναμε απλώς ένα συνηθισμένο ταξίδι με το αυτοκίνητο, σαν φυσιολογικοί άνθρωποι, πού θα πήγαινες;» «Χμμμ…» κάνω καθώς το σκέφτομαι. Η φαντασία μου με τη Σάρα και μένα δεν είχε προορισμό. Μ ου ήταν αρκετό να βρίσκομαι απλώς σ’ ένα αυτοκίνητο μαζί της. «Πόσες επιλογές υπάρχουν…» Πριν προλάβω να αποφασίσω, η Έξι σκύβει μπροστά από το πίσω κάθισμα. «Δεν κατάφερα να δω μεγάλο μέρος της Ισπανίας όταν ήμαστε εκεί, επειδή ήμαστε όλο τρέξιμο και μάχες, αλλά μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρουσα». Η Σάρα χαμογελάει πλατιά. «Πάντα ήθελα να ταξιδέψω στην Ευρώπη… Οι γονείς μου τη γύρισαν με οτοστόπ μετά το κολέγιο. Έτσι γνωρίστηκαν». «Δηλαδή και η δική σου απάντηση είναι Ευρώπη;» ρωτάω τη Σάρα. «Ναι» απαντάει. «Υπάρχουν ακόμα μέρη που θα ήθελα να δω στην Αμερική βέβαια. Το γεγονός, όμως, ότι το κράτος με κλείδωσε σ’ ένα κελί μ’ έχει ξινίσει κάπως…» «Πράγματι, είναι ένα μειονέκτημα!» συμφωνώ χαχανίζοντας.


104

PITTACUS LORE

Η Σάρα γυρίζει στη θέση της για να δει την Έξι. «Θα μπορούσαμε να πάμε μαζί στην Ευρώπη. Όταν δε θα έχετε τόση δουλειά με την αποκατάσταση του πλανήτη σας και τα ρέστα». Η Σάρα είναι τόσο ενθουσιασμένη, ώστε η Έξι δεν μπορεί παρά να της ανταποδώσει το χαμόγελο. «Πλάκα θα είχε…» «Εκεί θα ήθελα να πάω» λέω στη Σάρα βάζοντας το χέρι μου πάνω στο δικό της. «Στην Ευρώπη;» «Στον Λόριεν». «Α…» αποκρίνεται η Σάρα, με μια νότα θλίψης στη φωνή της που με ξαφνιάζει. Προσπαθώ να της εξηγήσω. «Θα ήθελα να σου δείξω τον Λόριεν έτσι όπως τον έχω δει στα οράματά μου, όπως συνήθιζε να μου τον περιγράφει ο Χένρι». Στο καθρεφτάκι πιάνω την Έξι να ανεβάζει ψηλά τα μάτια της. «Δεν πάει έτσι το παιχνίδι…» λέει. «Διάλεξε ένα μέρος όπου μπορείς να πας χωρίς να φτιάξεις διαστημόπλοιο». Το σκέφτομαι για μια στιγμή. «Δεν ξέρω… Στην Ντισνεϋλάντ;» Η Έξι και η Σάρα ανταλλάσσουν μια ματιά και κατόπιν βάζουν τα γέλια. «Στην Ντισνεϋλάντ;» κραυγάζει η Έξι. «Τι κιτσαριό που είσαι, Τζον!» «Όχι. Είναι γλυκό…» μουρμουρίζει η Σάρα χτυπώντας το χέρι μου. «Είναι το πιο μαγικό μέρος της γης». «Ξέρεις, δεν έχω ανέβει ποτέ σε τρενάκι του τρόμου. Ο Χένρι δε γούσταρε καθόλου τα λούνα παρκ. Εγώ έβλεπα τις διαφημίσεις και ήθελα πάντα να πάω». «Τι κρίμα!» αναφωνεί η Σάρα. Θα σε πάμε οπωσδήποτε στην Ντισνεϋλάντ. Ή έστω σ’ ένα τρενάκι του τρόμου. Είναι καταπληκτικά!» Η Έξι χτυπάει τα δάχτυλα. «Πώς το λένε εκείνο το παιχνίδι; Που μοιάζει με πύραυλο;» «Διαστημικό Βουνό» απαντάει η Σάρα.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

105

«Ναι» αποκρίνεται η Έξι και μετά διστάζει, σαν να ανησυχεί ότι θα αποκαλύψει πάρα πολλά. «Θυμάμαι ότι το κοιτούσα στο ίντερνετ όταν ήμουν μικρή. Επέμενα στην Καταρίνα πως είχε κάποια σχέση μαζί μας». Η σκέψη μιας μικρής Έξι να εξερευνά την Ντισνεϋλάντ είναι ανεκτίμητη. Γελάσαμε και οι τρεις. «Εξωγήινοι…» λέει περιπαικτικά η Σάρα. «Πρέπει να βγαίνετε περισσότερο έξω».


106

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΔΩΔΕΚΑ

Η ΝΥΧΤΑ ΕΧΕΙ ΠΕΣΕΙ ΠΛΕΟΝ την ώρα που διασχίζουμε τα σύνορα της πολιτείας του Άρκανσο. Ευτυχώς, ξέρουμε ακριβώς πού πηγαίνουμε. Οι πινακίδες άρχισαν να εμφανίζονται πριν από τριάντα περίπου χιλιόμετρα. Το τεράστιο και τριχωτό πρόσωπο του Μ πόγκυ Κρικ μάς καλούσε να επισκεφθούμε το ένα και μοναδικό Μ όνστερ Μ αρτ στο Φάουκ. Είμαστε κοντά τώρα, και ο αυτοκινητόδρομος με τις τρεις λωρίδες είναι μάλλον έρημος, οπότε παραβιάζω τον ίδιο μου τον κανόνα και αρχίζω πραγματικά να το σανιδώνω. Η Σάρα παρατηρεί έξω από το παράθυρό της και ξελαιμιάζεται μόλις βλέπει μια από τις ξεθωριασμένες πινακίδες για το Μ όνστερ Μ αρτ. «Δυο τρία χιλιόμετρα ακόμα» λέει ήρεμα. «Είσαι έτοιμη;» ρωτάω, νιώθοντας κάποια ανησυχία στη φωνή της. «Το ελπίζω» απαντάει. Κάνω το αμάξι στην άκρη ακριβώς πριν από την έξοδο για το Φάουκ. Δεν πρόκειται για κάποιον ακμάζοντα τουριστικό προορισμό. Είναι μάλλον από αυτές τις ασήμαντες κωμοπόλεις όπου οι όλο βαρεμάρα οικογένειες που ταξιδεύουν θα σταματήσουν για να τραβήξουν μερικές φωτογραφίες και να κάνουν ένα διάλειμμα για ένα ντους. «Ίσως είναι καλή ιδέα να συνεχίσουμε με τα πόδια από δω»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

107

προτείνω κοιτάζοντας την Έξι. «Θέλουμε να είμαστε αόρατοι». Η Έξι γνέφει καταφατικά. «Σύμφωνοι». Βγαίνουμε άτακτα από το αυτοκίνητο και μπαίνουμε στο σκοτεινό δάσος που χωρίζει τον αυτοκινητόδρομο από την πόλη. Ο Μ πέρνι Κόσαρ τεντώνει για λίγο τα πόδια του προτού πάρει τη μορφή σπουργιτιού. Προσγειώνεται στον ώμο μου και περιμένει οδηγίες. «Τράβα για αναγνώριση, Μ πι Κέι» λέω. «Δες τι υπάρχει εκεί πέρα». Κι ενώ ο Μ πι Κέι φεύγει σαν σφαίρα μέσα στη νύχτα, εμείς οι τρεις ετοιμαζόμαστε. Βάζω το βραχιόλι μου στον καρπό· σε καμία περίπτωση δε μου έχει λείψει το οδυνηρό μυρμήγκιασμα που αισθάνομαι κάθε φορά που το φοράω, αλλά σίγουρα θα νιώθω ασφαλέστερος φορώντας το. Χώνω το εγχειρίδιό μου στο πίσω μέρος του παντελονιού μου. Βλέποντάς με, η Σάρα βγάζει το όπλο της από το σακίδιο και το χώνει κι αυτή στη ζώνη του τζιν της. Όλες αυτές οι φαντασιώσεις για το ταξίδι ενός ζευγαριού με το αυτοκίνητο που κάναμε μια δυο ώρες νωρίτερα έχουν εξαφανιστεί. Ώρα για δράση. Μ παίνουμε στο δάσος, με τα αχνά φώτα του Φάουκ περίπου ενάμισι χιλιόμετρο μακριά μέσα από τα δέντρα. Η Σάρα με αρπάζει από το μπράτσο. «Λες να δούμε το Μ πόγκυ Κρικ;» ρωτάει, γουρλώνοντας τα μάτια της δήθεν τρομοκρατημένη. «Απ’ τις φωτογραφίες μοιάζει λίγο με τον Μ εγαλοπόδαρο… Ίσως μπορούμε να γίνουμε φίλοι». Η Έξι σαρώνει επιφυλακτικά το δάσος γύρω μας με το βλέμμα. «Αυτό που φοβάμαι μήπως συναντήσω δεν είναι το τέρας ενός χαζού λαϊκού θρύλου». «Άλλωστε» προσθέτω, προσπαθώντας να κρατήσω ανάλαφρη την κατάσταση για χάρη της Σάρας, «ποιος χρειάζεται έναν πλατυπόδη πίθηκο όταν έχουμε τον Εννιά να μας περιμένει πίσω στο Σικάγο;». Σαν την Έξι, ψάχνω κι εγώ στο δάσος για κάποιο ενδεχόμενο σημάδι ενέδρας από τους Μ ογκαντόρι. Είναι απόκοσμα ήσυχα


108

PITTACUS LORE

εδώ πέρα, τα νεκρά κλαδιά που σπάνε κάτω από τα πόδια μας ακούγονται σαν πυροτεχνήματα. Ελπίζω ότι προλάβαμε τους Μ ογκαντόρι και ήρθαμε νωρίτερα στην τοποθεσία όπου βρίσκεται ο Πέντε, ότι δεν ήταν τόσο γρήγοροι στη λύση του αλλόκοτου αινίγματός του όπως εμείς. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει νέα ουλή στον αστράγαλό μου και πως η κωμόπολη μπροστά μας δε φαίνεται να είναι τυλιγμένη στις φλόγες από κάποια πρόσφατη μάχη είναι και τα δύο πολύ καλά σημάδια. Πρέπει, όμως, να είμαστε επιφυλακτικοί. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι μας περιμένει. Καθώς πλησιάζουμε, η Έξι απλώνει τα χέρια προς το μέρος μας. Η Σάρα πρέπει να αφήσει το μπράτσο μου για να πιάσει την Έξι. Μ ακάρι να υπήρχε χρόνος για μια τελευταία αγκαλιά, ίσα για να την καθησυχάσω. Πιάνουμε και οι δύο τα χέρια της Έξι και γινόμαστε αόρατοι. Συνεχίζουμε το περπάτημα. Είμαστε βαθιά στο δάσος, ο αυτοκινητόδρομος πολύ πίσω μας, όταν βλέπω τον Μ πι Κέι να πετάει κάνοντας κύκλους μέσα στα δέντρα. Εδώ κάτω! του φωνάζω. Αφήνω το χέρι της Έξι, ώστε ο Μ πι Κέι να μπορεί να μας δει. Κατεβαίνει φτερουγίζοντας και μεταμορφώνεται σε σκίουρο αμέσως μόλις πιάνει γη. «Ο Μ πι Κέι λέει πως είναι ένας τύπος πιο πέρα» τους ανακοινώνω. «Καμία ένδειξη κινδύνου». «Ωραία. Προχωράμε». Πιάνω το χέρι της Έξι και επιταχύνουμε το βήμα μας. Σύντομα βγαίνουμε από το δάσος και μπαίνουμε στην κωμόπολη του Φάουκ. Στην ουσία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια στάση ανεφοδιασμού. Ο δρόμος που συνδέεται με την έξοδο του αυτοκινητόδρομου συνεχίζει ανατολικά. Βλέπω μερικά μικρά σπίτια προς εκείνη την κατεύθυνση κι αυτό που υποθέτω πως είναι το κέντρο της πόλης. Εμείς βρισκόμαστε στις παρυφές της, στο σημείο ακριβώς όπου θα σταματούν οι ταξιδιώτες. Δίπλα μας υπάρχει ένα βενζινάδικο με δύο αντλίες, ενώ στην απέναντι


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

109

μεριά του δρόμου ένα ταχυδρομείο. Όλα τα παράθυρα είναι σκοτεινά, τα πάντα είναι κλειστά και κλειδωμένα για τη νύχτα. Και μετά υπάρχει το Μ όνστερ Μ αρτ. Οι πινακίδες στον δρόμο προς την πόλη υπερέβαλλαν. Το Μ όνστερ Μ αρτ είναι ένα απλό μπακάλικο που έχει στη βιτρίνα του μπλουζάκια και καπέλα με το τέρας Μ πόγκυ Κρικ. Η κύρια ατραξιόν του είναι το τετράμετρο ξύλινο άγαλμα του Μ πόγκυ Κρικ, ένα τριχωτό ζώο που μοιάζει λίγο με άνθρωπο, λίγο με αρκούδα και λίγο με γορίλλα. Ακόμα και από αυτή την απόσταση μπορώ να δω ότι το άγαλμα είναι καλυμμένο σχεδόν ολόκληρο από κουτσουλιές. «Εκεί…» ψιθυρίζει η Σάρα γεμάτη έξαψη. Το βλέπω κι εγώ. Ένα αγόρι κάθεται σταυροπόδι στη βάση του αγάλματος. Ξετυλίγει ένα σάντουιτς από ένα κομμάτι λαδόχαρτο και δείχνει να βαριέται. Έχει ένα σακίδιο δίπλα του, αλλά κανένα ίχνος ενός λοριανού Σεντουκιού, απ’ όσο βλέπω. Θα περίμενα να έχει τουλάχιστον αυτό. Έτσι, θα μπορούσαμε να τον αναγνωρίσουμε εύκολα. Από την άλλη, θα τον αναγνώριζαν πιο εύκολα και οι Μ ογκαντόρι. Κάνω να ξεκινήσω, αλλά η Έξι παραμένει καρφωμένη στο έδαφος και δεν αφήνει το χέρι μου. «Τι είναι;» ρωτάω σιγανά. «Δεν ξέρω» απαντάει ήρεμα. «Να είναι έτσι ολομόναχος εδώ έξω; Παραείναι εύκολα όλα αυτά. Σαν παγίδα». «Μ πορεί» λέω κοιτάζοντας ξανά γύρω μου, γεμάτος αμφιβολίες. Δεν υπάρχουν άλλα σημάδια ζωής εκτός από μας και το αγόρι στο άγαλμα. Αν οι Μ ογκαντόρι περιμένουν, τότε τα καταφέρνουν μια χαρά στο κρύψιμο. «Μ πορεί απλώς να στάθηκε τυχερός…» ψιθυρίζει η Σάρα. «Η αλήθεια είναι πως κατάφερε να παραμείνει κρυμμένος περισσότερο απ’ ό,τι εσείς οι υπόλοιποι». «Πώς ξέρουμε ότι είναι αυτός που λέει πως είναι;» συνεχίζει η Έξι. «Μ όνο ένας τρόπος υπάρχει να το ανακαλύψουμε…»


110

PITTACUS LORE

απαντάω. Αφήνω λοιπόν το χέρι της Έξι και αρχίζω να διασχίζω τον δρόμο. Δεν προσπαθώ να κρύψω την προσέγγισή μου. Μ ε παίρνει χαμπάρι σχεδόν τη στιγμή που απομακρύνομαι από την Έξι και μπαίνω στην κίτρινη λάμψη που αφήνουν οι λάμπες του δρόμου. Πετάει το σάντουιτς και πηδάει γρήγορα όρθιος, βάζοντας και τα δυο του χέρια στις τσέπες. Για μια στιγμή νομίζω πως είναι έτοιμος να τραβήξει κάποιου είδους όπλο και νιώθω το Λούμεν μου να αρχίζει να θερμαίνεται εν αναμονή. Αντίθετα, βγάζει δύο μικρά μπαλάκια από τις τσέπες του, το ένα λαστιχένιο, από αυτά που αναπηδούν, και το άλλο μια ατσάλινη μπίλια. Τα περιστρέφει επιδέξια στην παλάμη του, κοιτάζοντάς με αγχωμένος να πλησιάζω. Είναι σαν νευρικό τικ. Σταματάω μερικά μέτρα μακριά του. «Γεια». «Εεε… Γεια» αποκρίνεται. Από αυτή την απόσταση μπορώ επιτέλους να κοιτάξω καλά τον υποτιθέμενο Πέντε μας. Είναι στην ηλικία μου πάνω κάτω, πιο κοντός και πιο γεροδεμένος, όχι απαραίτητα παχουλός, αλλά οπωσδήποτε έχει την κοψιά βαρελιού. Τα μαλλιά του είναι καστανά και κοντά, ένα στρατιωτικό κούρεμα με την ψιλή. Φοράει ένα από κείνα τα χαζά μπλουζάκια με τη στάμπα του τέρατος Μ πόγκυ Κρικ κι ένα ξεχειλωμένο τζιν. «Εμένα περιμένεις;» ρωτάω, μη θέλοντας να φανερωθώ αμέσως ρωτώντας τον αν είναι Λόριαν. Θα μπορούσε, φαντάζομαι, να είναι και κάνα παράξενο επαρχιωτόπουλο που τρώει ένα σάντουιτς τη νύχτα ολομόναχο. «Δεν ξέρω» απαντάει. «Για να δω το πόδι σου». Διστάζω για μια στιγμή και μετά σκύβω και ανεβάζω το μπατζάκι του παντελονιού μου. Αφήνει μια ανάσα ανακούφισης καθώς κοιτάζει τις ουλές μου. Στη συνέχεια σηκώνει το τζιν του και μου δείχνει τις δικές του, που είναι ίδιες. Μ ε κάποιο επιδέξιο κόλπο του χεριού, τα δύο μπαλάκια εξαφανίζονται στις τσέπες


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

111

του, και τότε ο Πέντε κάνει μπροστά, με απλωμένο το άδειο πια χέρι του. «Είμαι ο Πέντε» δηλώνει. «Τέσσερα» αποκρίνομαι. «Οι φίλοι μου με λένε Τζον». «Ανθρώπινο όνομα…» μουρμουρίζει. «Φίλε, είχα τόσο πολλά από δαύτα, που ούτε καν τα θυμάμαι». Δίνουμε τα χέρια. Η λαβή του είναι σαν μέγκενη, σε τέτοια έξαψη βρίσκεται. Για μια στιγμή φοβάμαι ότι δε θα μου το αφήσει. Ξεροβήχω και προσπαθώ να τραβήξω διακριτικά το χέρι μου. «Συγγνώμη» λέει και με αφήνει αδέξια. «Έχω φτιαχτεί τώρα. Περίμενα πολύ καιρό γι’ αυτό. Δεν ήμουν βέβαιος ότι θα έβλεπε κάποιος το μήνυμά μου. Δεν είναι εύκολο να κάνεις κύκλους στα χωράφια, ξέρεις. Δε θα ήθελα να το ξανακάνω». «Ναι. Δεν ήταν και τόσο σπουδαία αυτή η ιδέα» αποκρίνομαι. Αρχίζω να κοιτάζω ξανά γύρω μου, ανησυχώντας ακόμα πως ανά πάσα στιγμή θα εμφανιστούν οι Μ ογκαντόρι. Τα τριζόνια σιγοκελαηδούν εκεί κοντά, και πιο πέρα ακούω τον ήχο μηχανών από τον αυτοκινητόδρομο. Τίποτα το ανησυχητικό, αλλά δεν μπορώ ακόμα να διώξω την αίσθηση πως είμαι εκτεθειμένος. «Δεν ήταν σπουδαία ιδέα;» αναφωνεί γεμάτος έξαψη ο Πέντε. «Μ α αφού με βρήκες. Πέτυχε! Έκανα κάποιο λάθος;» Ο Πέντε δείχνει ανυπόμονος να τον συμπαθήσω, σαν να περιμένει από μένα να τον συγχαρώ για το κόλπο με τα καμένα σπαρτά. Σαν να μη σκέφτηκε ποτέ ότι θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή κάποιου ανεπιθύμητου, κι αυτό μου φαίνεται αφελές. Ίσως τον κρίνω πολύ αυστηρά, αλλά δείχνει μαλακός. Προστατευμένος. Ή ίσως πέρασα πολύ καιρό παρέα με ζόρικες περιπτώσεις, όπως η Έξι και ο Εννιά. «Μ ην σε απασχολεί» του λέω, «δεν πειράζει. Πρέπει να πηγαίνουμε». «Ω…» μουρμουρίζει, και το πρόσωπό του σκυθρωπιάζει. Παίρνει το βλέμμα του από μένα και σαρώνει ολόγυρα την


112

PITTACUS LORE

περιοχή. «Μ όνο εσύ είσαι; Ήλπιζα ότι θα είχες βρεθεί με κάποιους απ’ τους άλλους». Εκείνη την ώρα η Έξι και η Σάρα εμφανίζονται στο πλάι μου. Ο Πέντε κάνει πίσω τρεκλίζοντας, παραλίγο να πέσει πάνω στο σακίδιό του. Η Έξι κάνει μπροστά. «Είμαι η Έξι» λέει, απότομα όπως πάντα. «Ο Τζον παραείναι ευγενικός για να σου πει ότι το κόλπο σου με τα καμένα σπαρτά θα μπορούσε να σε σκοτώσει. Ήταν ηλίθιο. Είσαι τυχερός που ήρθαμε εμείς πρώτοι». Ο Πέντε συνοφρυώνεται, κοιτάζοντας πότε την Έξι και πότε εμένα. «Ποπό. Συγγνώμη… Δεν ήθελα να προκαλέσω μπελάδες. Είναι απλώς που… δεν ήξερα τι άλλο να κάνω». «Δεν πειράζει» αποκρίνομαι δείχνοντας με ένα νεύμα προς το σακίδιό του. «Πάρε τα πράγματά σου. Μ πορούμε να τα κουβεντιάσουμε στον δρόμο». «Πού πηγαίνουμε;» «Θα σε πάμε πίσω στους άλλους» απαντάω. «Είμαστε όλοι μαζί τώρα. Είναι ώρα να ξεκινήσουμε τη μάχη». «Είστε όλοι μαζί;» Γνέφω καταφατικά. «Εσύ είσαι ο τελευταίος». «Ποπό…» μουρμουρίζει ο Πέντε και φαίνεται σχεδόν ντροπιασμένος. «Συγγνώμη που άργησα στο πάρτι». «Εμπρός» λέω, δείχνοντας ξανά το σακίδιό του. «Σοβαρά, πρέπει να φεύγουμε». Ο Πέντε σκύβει, παίρνει το σακίδιό του και ύστερα κοιτάζει τη Σάρα, η οποία στεκόταν εκεί δίπλα σιωπηλή. «Ποιο νούμερο είσαι εσύ;» Κουνάει το κεφάλι της. «Εγώ είμαι απλώς η Σάρα…» απαντάει εκείνη χαμογελώντας. «Μ ια γήινη σύμμαχος» λέει ο Πέντε και κουνάει το κεφάλι του. «Παιδιά, τα ’χω παίξει επισήμως». Η Έξι μού ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο σαστιμάρα. Έχω κι εγώ την ίδια αίσθηση. Ίσως έχουμε περάσει πολλές μάχες και παραλίγο θανάτους, αλλά ο Πέντε δείχνει υπερβολικά χαλαρός.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

113

Θα έπρεπε να έχουμε φύγει ήδη μακριά από αυτό το μέρος, κι αυτός το μόνο που θέλει είναι να στέκεται εκεί και να χαζοκουβεντιάζει. «Κοίτα!» αναφωνεί απότομα η Έξι. «Δεν μπορούμε να στεκόμαστε εδώ και να φλυαρούμε. Μ πορεί να έρχο…» Ένα ξαφνικό μουγκρητό από πάνω μας διακόπτει την Έξι. Δε βγάζει ανθρώπινη μηχανή τέτοιον ήχο. Σηκώνουμε όλοι το βλέμμα ακριβώς τη στιγμή που το ασημί σκάφος των Μ ογκαντόρι ρίχνει τους προβολείς του, τυφλώνοντάς μας προσωρινά. Ο Πέντε καλύπτει τα μάτια του και στρέφεται να με κοιτάξει. «Αυτό είναι το σκάφος σας;» ρωτάει. «Μ ογκαντόρι!» του φωνάζω. Σκούρες φιγούρες κατεβαίνουν κιόλας από το σκάφος, το πρώτο κύμα πολεμιστών Μ ογκαντόρι που ετοιμάζονται για επίθεση. «Ω…» αποκρίνεται ο Πέντε ανοιγοκλείνοντας μπερδεμένος τα μάτια του ενώ κοιτάζει το σκάφος. «Έτσι μοιάζουν λοιπόν».


114

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑΤΡΙΑ

«ΒΓΑΛΕ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΖΙΔΑΡΙΣ!» φωνάζω στην Έξι. «Αν γίνουμε όλοι αόρατοι τώρα, μπορούμε να ξεφύγουμε προτού πέσουν πάνω μας». Αρχίζει να ψαχουλεύει στην τσάντα της και τη βγάζει, αλλά είναι πολύ αργά. Πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, ο αέρας γύρω μας κροταλίζει καθώς σκάει το πρώτο κύμα των Μ ογκαντόρι με τα πυρά τους. Το βραχιόλι μου διαστέλλεται πάνω στην ώρα και εξοστρακίζει δύο βολές που θα με χτυπούσαν κατευθείαν στο στήθος. Αντίθετα, τα πυρά χτυπούν στο έδαφος τόσο κοντά στην Έξι, που τη ρίχνουν τρεκλίζοντας προς τα πίσω. Πέφτοντας, ρίχνει στον Πέντε τη Ζιδάρις, αλλά αυτός κάθεται και την κοιτάζει, εμφανώς αβέβαιος για το τι είναι. Δεν υπάρχει χρόνος να του κάνω μαθήματα. Πέρα από την πρώτη ομάδα Μ ογκαντόρι βλέπω περισσότερους από δαύτους να κατεβαίνουν ταχύτατα με σκοινιά από την κοιλιά του σκάφους τους. Πολύ σύντομα θα υπερτερούν αριθμητικά κατά πολύ. Η Σάρα έχει χωθεί κιόλας πίσω από ένα παρκαρισμένο εκεί κοντά αυτοκίνητο. Ξαπλωμένη στο πλευρό της καταγής, ρίχνει βολές με το πιστόλι της. Βλέπω τις πρώτες δύο να σηκώνουν χώμα στα πόδια του πιο κοντινού Μ ογκαντόρι και μετά μια τρίτη να τον πετυχαίνει ακριβώς στο στέρνο. Ο Μ ογκαντόρι


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

115

αποσυντίθεται, και η Σάρα σημαδεύει κάποιον άλλο. Η Έξι έγινε αόρατη αμέσως μόλις έπεσε στο χώμα. Δεν είμαι βέβαιος για το πού είναι τώρα, αλλά σύννεφα καταιγίδας σηκώνονται ξαφνικά πάνω από το κεφάλι μας, ενώ πριν από λίγες μόλις στιγμές η νύχτα ήταν ήρεμη και ξάστερη. Σίγουρα ετοιμάζεται να χτυπήσει. Ο Πέντε είναι δίπλα μου, ριζωμένος στη θέση του, και κοιτάζει ακόμα την πέτρα στα χέρια του. Η ασπίδα μου δέχεται πολλά πυρά κανονιών αυτήν τη στιγμή. Ο Πέντε θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα νεκρός τώρα αν δε βρισκόταν ακριβώς δίπλα μου. «Τι κάνεις;» του ουρλιάζω γραπώνοντάς τον βίαια από το μπράτσο. «Πρέπει να φύγουμε!» Τα μάτια του Πέντε είναι γουρλωμένα, δεν αντιδρά. Μ ε αφήνει να τον τραβήξω προς τα πίσω. Τον ρίχνω στο έδαφος πίσω από το άγαλμα του Μ πόγκυ Κρικ. Το ξύλινο άγαλμα εκρήγνυται γρήγορα σε χίλια καρβουνιασμένα κομματάκια, αλλά η τσιμεντένια βάση κρατάει προς το παρόν μακριά μας τα υπόλοιπα πυρά των κανονιών τους. Αφήνω το Λούμεν μου να αναφλεγεί στο δίχως ασπίδα χέρι μου, ώσπου να γίνει μια μεγάλη μπάλα φωτιάς. Ο Πέντε με κοιτάζει, παρακολουθεί σοκαρισμένος τις περιδινούμενες φλόγες. Τον αγνοώ προς στιγμήν και βγαίνω σκύβοντας από την κάλυψή μου, εκτοξεύω την μπάλα φωτιάς στην πιο κοντινή ομάδα των Μ ογκαντόρι. Καταβροχθίζει τους τρεις τους, μετατρέποντάς τους σε στάχτη στη στιγμή. Οι υπόλοιποι διασκορπίζονται. Ακούω τις ψιχάλες που αρχίζουν να πέφτουν, παρότι καμία δεν πέφτει πάνω μου. Η βροχή μάλιστα δείχνει εντοπισμένη πάνω από το σκάφος των Μ ογκαντόρι. Κεραυνοί μουγκρίζουν. Όποιο κι αν είναι το παιχνίδι της Έξι, την εμπιστεύομαι. «Είσαι καλά;» φωνάζω στη Σάρα. Το αυτοκίνητο πίσω από το οποίο κρύβεται είναι μόλις λίγα μέτρα μακριά, αλλά σου δίνει την αίσθηση πως απέχει όσο το μήκος ενός ολόκληρου γηπέδου. «Μ ια χαρά!» απαντάει αυτή. «Εσύ;»


116

PITTACUS LORE

«Καλά είμαι, αλλά νομίζω πως ο Πέντε έχει πάθει το σοκ της μάχης ή κάτι τέτοιο!» Παρατηρώ τρεις Μ ογκαντόρι να διασχίζουν τον δρόμο προσπαθώντας να πλευροκοπήσουν τη Σάρα. Πριν προλάβουν, τους φτάνω με τηλεκίνηση και αρπάζω τα κανόνια από τα χέρια τους. Βλέποντάς τους, η Σάρα πυροβολεί τον πιο κοντινό της ανάμεσα στα μάτια. Πριν προφτάσουν οι άλλοι να τραβήξουν τα σπαθιά τους, μια ευκίνητη μορφή έρχεται από τις σκιές και πέφτει πάνω τους. Ο Μ πέρνι Κόσαρ με τη μορφή πάνθηρα, που η μαύρη γούνα του είναι σχεδόν απαράλλαχτη με τη νύχτα, καρφώνει κάτω έναν Μ ογκαντόρι ξεσκίζοντάς του τον λαιμό και μετά χαρακώνει τον άλλο κατάμουτρα. Μ όλις αποδεκατίζει την ομάδα, ο Μ πι Κέι γλιστράει στο πλάι του αμαξιού και μένει κοντά στη Σάρα. Του στέλνω τη σκέψη μου. Κράτησέ την ασφαλή. Οι Μ ογκαντόρι που είχα διασκορπίσει νωρίτερα συγκεντρώνονται κιόλας ξανά ή μπορεί και να είναι μία ακόμα ομάδα που κατέβηκε από το σκάφος. Στέλνω άλλες δύο μπάλες φωτιάς προς την κατεύθυνσή τους. Αυτό θα πρέπει να τους κρατήσει απασχολημένους για λίγο. Αρπάζω τον Πέντε και τον ταρακουνάω ώσπου να με κοιτάξει. Ο ώμος της μπλούζας του καψαλίζεται από το σημείο όπου το χέρι μου ήταν ακόμα πολύ καυτό από το Λούμεν. Ζαρώνει και με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. «Τι στον διάολο έχεις πάθει;» ουρλιάζω. «Συγγνώ… συγγνώμη…» τραυλίζει. «Δεν έχω ξαναδεί Μ ογκαντόρι». Τον κοιτάζω χωρίς να μπορώ να τον πιστέψω. «Πλάκα μου κάνεις;» «Όχι! Ο Άλμπερτ, ο Σεπάν μου, μου μίλησε γι’ αυτούς. Εξασκηθήκαμε για… για μάχη. Απλώς δεν το έχω κάνει ποτέ μου». «Θαυμάσια!» γρυλίζει η Έξι, που ξαφνικά εμφανίζεται δίπλα


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

117

μας. «Μ ας έτυχε ο απόλυτος ψάρακας». «Μ πορώ… Μ πορώ να βοηθήσω…» ψελλίζει ο Πέντε. «Απλώς αιφνιδιάστηκα». Δεν είμαι και τόσο πεπεισμένος, και παρότι αποκρούσαμε το πρώτο κύμα Μ ογκαντόρι, μπορώ ακόμα να δω τις φιγούρες τους να κινούνται μες στο σκοτάδι εκεί κοντά. «Τέλειωσε;» φωνάζει η Σάρα από τη θέση της. «Επειδή σχεδόν ξέμεινα από σφαίρες!» «Έρχονται κι άλλοι!» φωνάζω με τη σειρά μου στη Σάρα και ύστερα κοιτάζω την Έξι. «Μ πορείς να καταρρίψεις το σκάφος τους;» Η Έξι αυτοσυγκεντρώνεται για μια στιγμή. Αστραπές σκίζουν τον νυχτερινό ουρανό, δίπλα ακριβώς στο σκάφος των Μ ογκαντόρι. Αυτό ταρακουνιέται πίσω εμπρός, και βλέπω μερικούς στρατιώτες Μ ογκαντόρι να μην μπορούν πλέον να κρατηθούν στα σκοινιά και να πέφτουν από ύψος είκοσι μέτρων στο έδαφος. Η Έξι έχει στήσει μια άγρια καταιγίδα και περιμένει απλώς να εξαπολύσει πλήρως την οργή της. «Μ πορεί να ήρθαν πετώντας μέχρι εδώ» λέει η Έξι, «αλλά να είναι βέβαιοι ότι δεν πρόκειται να φύγουν με τον ίδιο τρόπο». Κατεβάζω το βλέμμα μου στον Πέντε. Τα τρεμάμενα χέρια του έχουν βγάλει για άλλη μία φορά εκείνα τα δύο μπαλάκια από τις τσέπες του. Δε σου εμπνέουν και ιδιαίτερη σιγουριά. Κοιτάζω τη Σάρα και τη βλέπω να σημαδεύει και να χτυπάει έναν Μ ογκαντόρι που προσπαθούσε να μας επιτεθεί αθόρυβα. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που θα προσπαθούσαμε να το σκάσουμε από τέτοιου είδους μάχες, ευτυχισμένοι αν γλιτώναμε τη ζωή μας. Τώρα, όμως, νιώθω πως είναι μια μάχη που μπορούμε να κερδίσουμε. Τα βλέμμα μου συναντιέται με αυτό της Έξι. «Ας στείλουμε στον Σετράκους Ρα ένα μήνυμα. Αν θέλει να πιάσει έναν δικό μας, θα χρειαστεί να στείλει παραπάνω από ένα σκάφος!» «Έτσι ακριβώς!» αποκρίνεται η Έξι και σηκώνει και τα δυο χέρια της στον ουρανό.


118

PITTACUS LORE

Τα μαύρα σύννεφα γύρω από το σκάφος των Μ ογκαντόρι αρχίζουν να στροβιλίζονται και να περιδινούνται. Τρεις αστραπές κόβουν φέτες τον θυελλώδη ουρανό, αλληλοδιαδέχονται γρήγορα η μια την άλλη χτυπώντας το πλευρό του σκάφους. Βλέπω κομμάτια του μεταλλικού σκαριού να σπάνε, να ξεκολλάνε και να πέφτουν κουτρουβαλώντας στο έδαφος. Καταλαβαίνοντας μάλλον ότι βρίσκονται σε μπελάδες, οι Μ ογκαντόρι προσπαθούν να κερδίσουν κάποιο ύψος και να ξεφύγουν από την καταιγίδα, που μαίνεται σ’ εκείνο το συγκεκριμένο σημείο. Όσοι βρίσκονται κιόλας στο έδαφος εντείνουν τις προσπάθειές τους να μας πιάσουν, με τα πυρά των κανονιών τους να καίνε την ατμόσφαιρα. Πλησιάζω την Έξι, ώστε η ασπίδα μου να εξοστρακίζει τις αδέσποτες βολές που πηγαίνουν προς το μέρος της. Η Σάρα κάθεται οκλαδόν πίσω από το αμάξι και πυροβολεί στα τυφλά πάνω από το καπό. «Πρέπει να βιαστείς!» φωνάζω στην Έξι μέσα από τα δόντια μου. «Τελειώνω!» μου πετάει, με πρόσωπο σφιγμένο από την αυτοσυγκέντρωση. Χαλάζι στο μέγεθος γροθιάς χτυπάει ξανά και ξανά το σκάφος, κάνοντάς το να τραντάζεται σπασμωδικά. Κι εκεί που φαίνεται πως ίσως καταφέρει να ανέβει ψηλότερα, η Έξι συστρέφει τα χέρια πάνω από το κεφάλι της. Τα σύννεφα ξαφνικά ενώνονται – αισθάνομαι τη δύναμη των ανέμων ακόμα και από δω πίσω όπου βρίσκομαι– κι ένας ανεμοστρόβιλος σχηματίζεται ακριβώς κάτω από το σκάφος. Το σκάφος κλυδωνίζεται, κατόπιν γέρνει στο πλάι, και οι πιλότοι του χάνουν τον έλεγχο. Το σκάφος σκάει στο έδαφος και συντρίβεται με έναν βροντερό κρότο στο δάσος, δίπλα στον αυτοκινητόδρομο. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα ένας πύργος από φλόγες εκτοξεύεται στον νυχτερινό ουρανό, και ακολουθεί μια ηχηρή έκρηξη. Μ ετά πέφτει ησυχία. Η καταιγίδα πάνω από το κεφάλι μας διαλύεται, και η νύχτα γαληνεύει ξανά.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

119

«Ποπό…» μουρμουρίζει ο Πέντε. «Μ πράβο!» κραυγάζω στην Έξι. Τα μάτια της έχουν στραφεί κιόλας στους επόμενους στόχους. Μ πορεί να ρίξαμε το σκάφος τους, αλλά υπάρχουν ακόμα έναν σωρό Μ ογκαντόρι που πλησιάζουν. Τουλάχιστον δύο ντουζίνες. Μ ε τα κανόνια και τα σπαθιά τους έτοιμα. «Ας τους αποτελειώσουμε!» φωνάζει η Έξι και γίνεται αόρατη. Ανυπομονώ να ριχτώ στη μάχη. Πρώτα κατεβάζω το βλέμμα μου στον Πέντε. Κρυφοκοιτάζει αβέβαιος τους Μ ογκαντόρι που έρχονται. «Δεν πειράζει αν δεν είσαι έτοιμος γι’ αυτό» του λέω. «Κάτσε πίσω». Ο Πέντε συγκατανεύει βουβά. Βγαίνω έξω απ’ ό,τι απέμεινε από το άγαλμα του Μ πόγκυ Κρικ. Αμέσως βλέπω έναν Μ ογκαντόρι ο οποίος κατευθύνει το κανόνι του προς το μέρος μου. Πριν προλάβει να πυροβολήσει, κάτι τον χτυπάει πίσω από τα γόνατα. Το σπαθί που κρατάει δεμένο ανάμεσα στις ωμοπλάτες του ανασπάται από αόρατα χέρια που το βυθίζουν στη ραχοκοκαλιά του. Αποσυντίθεται, και στιγμιαία, μέσα από το σύννεφο της στάχτης, ξεχωρίζω τη σιλουέτα της Έξι. Τρέχω εκεί όπου είναι ακόμα κουλουριασμένη η Σάρα, πίσω από το παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Η πλευρά που βλέπει προς τους Μ ογκαντόρι είναι λιωμένη σε μερικά σημεία, αλλά η Σάρα φαίνεται σώα και αβλαβής. Αμέσως μόλις γλιστράω στο έδαφος δίπλα της, ο Μ πέρνι Κόσαρ βγάζει φτερά και απογειώνεται, εκσφενδονίζοντας τον εαυτό του πάνω σ’ ένα ζευγάρι Μ ογκαντόρι. Όσοι έχουν απομείνει από δαύτους δείχνουν σχεδόν σαστισμένοι. Το σκάφος τους κατεστραμμένο, οι μισοί σκοτωμένοι κιόλας – αμφιβάλλω αν περίμεναν μια τέτοια μάχη. Ωραία, για μια φορά ας είναι αυτοί οι φοβισμένοι. «Είσαι καλά;» ρωτάω τη Σάρα. «Ναι…» μου απαντάει ξέπνοη. Σηκώνει το όπλο της. «Ξέμεινα».


120

PITTACUS LORE

Ψαρεύω με τηλεκίνηση ένα από τα πεταγμένα κανόνια των Μ ογκαντόρι. Η Σάρα το αρπάζει στον αέρα. «Κάλυψέ με» της λέω. «Ας τελειώνουμε με αυτό». Πηδάω έξω από την κάλυψη του αυτοκινήτου, προκαλώντας τους Μ ογκαντόρι να με πλησιάσουν. Δύο από δαύτους, που είναι σκυμμένοι μπροστά στο βενζινάδικο, με πυροβολούν. Η ασπίδα μου αναπτύσσεται αμέσως, απορροφώντας τις βολές τους. Σκέφτομαι να τους εξακοντίσω μια μπάλα φωτιάς, αλλά δε θέλω να τινάξω στον αέρα το βενζινάδικο. Αρκετές ζημιές κάναμε κιόλας στο καημένο το Φάουκ του Άρκανσο. Χρησιμοποιώ τηλεκίνηση για να αρπάξω τα κανόνια τους και να τα τσακίσω καταγής. Στη συνέχεια σηκώνω το χέρι μου στους Μ ογκαντόρι και τους κάνω νόημα να πλησιάσουν. Χαμογελούν πλατιά, τα μικροσκοπικά τους δόντια λάμπουν στο φεγγαρόφωτο, και γυμνώνουν τα σπαθιά τους. Αρχίζουν να τρέχουν γρήγορα προς το μέρος μου. Αμέσως μόλις βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση από το βενζινάδικο, τους εκτοξεύω μια μπάλα φωτιάς, που τους καταπίνει και τους δύο. Ηλίθιοι. Άλλη μία ομάδα Μ ογκαντόρι έχει ανασχηματιστεί για μια συντονισμένη επίθεση. Μ ου επιτίθενται όλοι με τη μία, προσπαθώντας να με περικυκλώσουν. Προτού καταφέρουν να με κλείσουν, νιώθω κάτι λαστιχένιο να τυλίγεται γύρω από τη μέση μου και να με τραβάει πίσω, μακριά από τους Μ ογκαντόρι που έρχονται. Ξαφνιασμένος, κατεβάζω το βλέμμα. Ένα χέρι είναι τυλιγμένο γύρω μου. Ένα πραγματικά μακρύ τεντωμένο χέρι. Αμέσως μόλις απομακρύνομαι, η Σάρα αρχίζει να βάζει φωτιά με τα κανόνια στην ομάδα των Μ ογκαντόρι. Κατεβάζω ξανά το βλέμμα και μόλις που προλαβαίνω να δω το χέρι του Πέντε να ξαναμαζεύεται στο φυσιολογικό του σχήμα και να επιστρέφει στο μπλουζάκι του. Μ ε κοιτάζει ντροπαλά. «Συγγνώμη αν διέκοψα» λέει, «μα σκέφτηκα ότι μπορεί να παγιδευόσουν εκεί πέρα».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

121

«Τι έκανες μόλις τώρα;» ρωτάω και είμαι περίεργος αλλά και κάπως αηδιασμένος. «Ο Σεπάν μου το έλεγε Εξτέρνα» εξηγεί ο Πέντε. Κρατάει το λαστιχένιο μπαλάκι που χαϊδεύει από τη στιγμή που εμφανιστήκαμε. «Είναι ένα απ’ τα Χαρίσματά μου. Μ πορώ να πάρω τα χαρακτηριστικά των πραγμάτων που αγγίζω». «Καλό» αποκρίνομαι. Τελικά, ίσως ο νέος να μην είναι και τόσο άχρηστος. Ένας Μ ογκαντόρι καταφέρνει να παρακάμψει τα πυρά του κανονιού της Σάρας και να μας επιτεθεί. Ο Πέντε μπαίνει μπροστά μου. Το δέρμα του ξαφνικά αστράφτει στο φεγγαρόφωτο, λαμπερό και ασημί. Θυμάμαι το άλλο μπαλάκι που κουβαλούσε – μια ατσάλινη μπίλια. Ο Μ ογκαντόρι ανεμίζει το σπαθί του στον Πέντε με μια τροχιά που κανονικά θα έπρεπε να του κόψει το μέτωπο στη μέση, αλλά με μια ηχηρή κλαγγή το σπαθί αναπηδά και απομακρύνεται από το κεφάλι του Πέντε. Ο Μ ογκαντόρι μένει εμβρόντητος καθώς ο Πέντε τού δίνει μια απίστευτα δυνατή γροθιά, και το καλυμμένο με ατσάλι χέρι του διαλύει το κρανίο του Μ ογκαντόρι. Ο Πέντε γυρίζει πάλι προς το μέρος μου. «Βασικά, ποτέ δεν το έχω ξαναδοκιμάσει αυτό!» Αρχίζει να γελάει ανακουφισμένος. «Σοβαρά;» Δεν μπορώ παρά να γελάσω κι εγώ. Η γεμάτη νευρικότητα ενέργεια του Πέντε είναι μεταδοτική. «Κι αν δεν πετύχαινε;» Ο Πέντε σηκώνει απλώς τους ώμους, τρίβοντας το σημείο στο μέτωπό του όπου τον είχε πετύχει το σπαθί του Μ ογκαντόρι. Γυρίζουμε και βλέπουμε δύο Μ ογκαντόρι να το σκάνε προς το δάσος και τον Μ πέρνι Κόσαρ να γρυλίζει πίσω τους. Προτού φτάσουν στα πρώτα δέντρα, η Έξι εμφανίζεται μπροστά τους. Τους κόβει και τους δύο με το δανεισμένο μογκαντοριανό σπαθί. Κοιτάζω γύρω μου. Το πεδίο είναι καθαρό. Το Μ όνστερ Μ αρτ και ο περιβάλλων χώρος έχουν καταστραφεί από τα πυρά


122

PITTACUS LORE

των κανονιών, και η μεγάλη στήλη καπνού που ανεβαίνει σπειροειδώς από το δάσος υπάρχει ακόμη. Αν εξαιρέσεις τους μαύρους λεκέδες στο έδαφος, εκεί όπου οι νεκροί Μ ογκαντόρι μετατράπηκαν σε στάχτη, δεν υπάρχει κανένα ίχνος των επιτιθέμενων. Τους εξολοθρεύσαμε. Η Σάρα έρχεται προς το μέρος μας με το μογκαντοριανό κανόνι ριγμένο στον ώμο. «Αυτό ήταν;» «Έτσι νομίζω» απαντάω αδιάφορα. Θέλω να χτυπήσουμε τις γροθιές μας, να κολλήσουμε πέντε, αλλά προτιμώ να το παίζω χαλαρός. «Για πρώτη φορά νομίζω ότι τους αιφνιδιάσαμε εμείς». «Είναι πάντα τόσο εύκολο;» ρωτάει ο Πέντε. «Όχι» του λέω. «Τώρα που είμαστε όλοι μαζί, όμως…» προσθέτω και σταματάω, δε θέλω να το γρουσουζέψω. Αυτή η μάχη δε θα μπορούσε να πάει καλύτερα. Εντάξει, ήταν απλώς όσοι Μ ογκαντόρι χωρούσαν σ’ ένα μόνο σκάφος· έχουν στρατιές ολόκληρες σταθμευμένες στη Δυτική Βιρτζίνια κι αλλού, για να μη μιλήσω για τον Σετράκους Ρα. Παρ’ όλα αυτά, τους θερίσαμε σε χρόνο μηδέν, και δε νομίζω ότι τραυματίστηκε κανένας από μας. Χτες, όταν ο Εννιά επέμενε με ζήλο να επιτεθούμε στη Δυτική Βιρτζίνια και να ζητήσουμε τη ρεβάνς από τον Σετράκους Ρα, προσπάθησα να τον πείσω ότι δεν πίστευα πως ήμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο. Τώρα, έπειτα από αυτή την απόδοση, ίσως είναι ώρα να αναθεωρήσω τις πιθανότητές μας. «Πού είναι η Έξι;» ρωτάω κοιτάζοντας γύρω. «Όλο και κάποιος θ’ άκουσε το σκάφος που έπεσε. Πρέπει να φύγουμε από δω προτού εμφανιστούν οι μπάτσοι». Αντί για απάντηση, ένα χαμηλό βουητό έρχεται από τα πρώτα δέντρα, από την κατεύθυνση όπου έπεσε το μογκαντοριανό σκάφος. Φωτίζω με το Λούμεν μου προς τα κει και μόλις που προλαβαίνω να δω την Έξι να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μας, ανεμίζοντας τα χέρια. «Έρχεται!» φωνάζει. «Τι έρχεται;» ρωτάει ο Πέντε ξεροκαταπίνοντας.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

123

«Σαν Πάικεν μου ακούγεται» απαντάω. Ακούγεται ένας διαπεραστικός ήχος σπασίματος – ο θόρυβος ενός δέντρου που κάποιος το ξεριζώνει και το σπάει. Κάτι τεράστιο έρχεται από κει. Βάζω το χέρι μου στον ώμο της Σάρας. «Κάνε πίσω» της λέω. «Πρέπει να μείνεις πίσω μας!» Μ ε κοιτάζει, πιάνει σφιχτά το μογκαντοριανό κανόνι. Για μια στιγμή ανησυχώ ότι θα φέρει αντιρρήσεις, παρότι ξέρει ότι το να πολεμήσεις ένα Πάικεν είναι πολύ διαφορετικό από το να βρεθείς σε μια ανταλλαγή πυρών με τους Μ ογκαντόρι. Άλλο να πυροβολείς πίσω από κάποια κάλυψη κι άλλο να τα βάζεις ένας προς έναν με ένα τέρας που θεωρεί γαργαλητό τα πυρά των κανονιών – αυτό είναι τελείως διαφορετικό. Η Σάρα αγγίζει το χέρι μου, αφήνει τα δάχτυλά της να χασομερήσουν εκεί για μία στιγμή μόνο και ύστερα φεύγει τρέχοντας για κάλυψη κοντά στο ταχυδρομείο. «Τι στον διάολο είναι αυτό;» ρωτάει ο Πέντε. Στέκεται ακόμα δίπλα μου και τώρα δείχνει προς τη γραμμή των πρώτων δέντρων. Βλέπουμε και οι δυο μας το τέρας την ίδια στιγμή να ορμάει από τα δέντρα και να πλησιάζει γρήγορα την Έξι. Αλλά δεν απαντάω στον Πέντε. Βασικά δεν μπορώ να απαντήσω, μιας και, ό,τι κι αν είναι αυτό το πράγμα, δεν έχω όνομα γι’ αυτό. Είναι σαν σαρανταποδαρούσα σε μέγεθος βυτιοφόρου, το σκωληκοειδές κορμί του είναι καλυμμένο με σκασμένο σκληρό δέρμα. Εκατοντάδες μικροσκοπικά ροζιασμένα χέρια βγαίνουν από το σώμα του και αναδεύουν το χώμα καθώς τραβάει εμπρός με εκπληκτική γρηγοράδα. Μ προστά υπάρχει ένα πρόσωπο που θυμίζει κάπως πιτ μπουλ – επίπεδο, με υγρό ρύγχος κι ένα στόμα γεμάτο σάλια, που, όταν ανοίγει, φαίνονται σειρές ολόκληρες από πριονωτά δόντια. Στο κέντρο του προσώπου του έχει ένα και μοναδικό μάτι που δεν κλείνει ποτέ, κατακόκκινο και γεμάτο μοχθηρία. Θυμάμαι τις ορδές των πλασμάτων που οι Μ ογκαντόρι κρατούσαν σε κλουβιά στη Δυτική Βιρτζίνια· όσον αφορά τα αηδιαστικά τέρατα, αυτός ο τύπος βρίσκεται μάλλον


124

PITTACUS LORE

στην κορυφή της λίστας μου. Όσο γρήγορη κι αν είναι η Έξι, δεν είναι γρηγορότερη από αυτό το πράγμα. Η σαρανταποδαρούσα τη φτάνει και ύστερα τινάζεται στο πλάι. Το πίσω μισό της –η ουρά– περιστρέφεται προς τα πάνω, ενώ ο μεγαλύτερος όγκος της πυργώνεται πάνω από την Έξι για μια στιγμή προτού σκάσει κάτω. Η Έξι ρίχνεται στο πλάι, ίσα που προλαβαίνει να γλιτώσει το λιώσιμο. Ολόκληρα κομμάτια του εδάφους εξακοντίζονται από το σημείο όπου έσκασε η ουρά, και μια μεγάλη τρύπα σχηματίζεται στο χώμα. Η Έξι σηκώνεται γρήγορα όρθια και χώνει το σπαθί στο σώμα της σαρανταποδαρούσας. Αυτή, πάλι, ούτε που το καταλαβαίνει. Το συστρεφόμενο σώμα της συσπειρώνεται με αρκετή ταχύτητα, για να τινάξει το σπαθί από τα χέρια της Έξι. «Πώς μπορούμε να σκοτώσουμε αυτό το πράγμα;» ρωτάει ο Πέντε κάνοντας ένα βήμα πίσω. Το μυαλό μου τρέχει με γρήγορο ρυθμό για να βρει μια απάντηση. Τι πλεονέκτημα έχουμε σε σχέση με αυτό το μονόφθαλμο σκωληκοειδές πράγμα; Είναι γρήγορο, αλλά ογκώδες και κολλημένο στο έδαφος… «Εσύ μπορείς να πετάς… Έτσι δεν είναι;» ρωτάω τον Πέντε. «Πώς το ξέρεις;» λέει με το βλέμμα καρφωμένο στο τέρας. «Ναι, μπορώ». «Σήκωσέ με ψηλά» του απαντάω. «Πρέπει να μείνουμε πάνω απ’ αυτό το πράγμα». Καθώς η σαρανταποδαρούσα περικυκλώνει ξανά την Έξι, βλέπω τον Μ πέρνι Κόσαρ να πηδάει στη ράχη της. Έχει μεταμορφωθεί ξανά σε πάνθηρα και με τα νύχια του σκάβει βαθιά το τομάρι του τέρατος. Μ ε ένα εκνευρισμένο τσίριγμα, η σαρανταποδαρούσα κυλιέται στο χώμα, αναγκάζοντας τον Μ πι Κέι να πηδήσει για να μην τον λιώσει κάτω από τον όγκο της. Αυτός ο αντιπερισπασμός είναι αρκετός για να βρεθεί η Έξι σε κάποια απόσταση από το τέρας. Γίνεται αόρατη. «Είναι πιο εύκολο αν ανέβεις στην πλάτη μου» λέει ο Πέντε


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

125

γονατίζοντας μπροστά μου. Θα ένιωθα γελοίος έτσι και πηδούσα πάνω στην πλάτη του Πέντε αν δεν ήταν θέμα ζωής ή θανάτου. Αμέσως μόλις ανεβαίνω, ο Πέντε εκσφενδονίζεται στον αέρα. Δεν είναι σαν την τρεμάμενη αιώρηση που μπορούμε όλοι να καταφέρουμε με την τηλεκίνηση· αυτός είναι γρήγορος, ακριβής, έχει τον έλεγχο. Ο Πέντε ανεβαίνει περίπου δέκα μέτρα ψηλά στον αέρα, ακριβώς πάνω από τη σαρανταποδαρούσα. Αρχίζω να βομβαρδίζω το πλάσμα με μπάλες φωτιάς, πετώντας τις κάτω όσο γρήγορα μπορώ να τις δημιουργήσω. Καρβουνιασμένες πληγές ανοίγουν στη ράχη της, και μια φρικτή βρόμα σηκώνεται στην ατμόσφαιρα. «Αηδία…» μουρμουρίζει ο Πέντε. Η σαρανταποδαρούσα μουγκρίζει από τον πόνο και κουλουριάζεται. Το θεόρατο μάτι της σαρώνει ξέφρενα το πεδίο της μάχης. Ο μικροσκοπικός της εγκέφαλος δεν μπορεί να καταγράψει πραγματικά από πού έρχεται ο πόνος. Συνεχίζω την επίθεση ελπίζοντας ότι μπορώ να σκοτώσω αυτό το πράγμα από πάνω, προτού καν καταλάβει τι του συμβαίνει. Η επόμενη μπάλα φωτιάς χάνει τον στόχο της ενόσω ο Πέντε βουτάει ξαφνικά προς το έδαφος. Παλεύω να πιαστώ από το πίσω μέρος της μπλούζας του, ώσπου πετάει και πάλι κανονικά. Η μπλούζα του είναι μούσκεμα στον ιδρώτα. «Είσαι καλά;» ρωτάω φωνάζοντας, για να ακουστεί η φωνή μου πάνω από τον θόρυβο που κάνει ο αέρας ενώ τον σκίζουμε και η σαρανταποδαρούσα που ουρλιάζει. «Δεν είναι εύκολο να κουβαλάς κάποιον όταν αυτός εκσφενδονίζει φωτιές!» λέει προσπαθώντας να αστειευτεί, αλλά η φωνή του ακούγεται καταπονημένη. «Μ όνο ένα λεπτό ακόμα. Κρατήσου!» Το μάτι της σαρανταποδαρούσας γυρίζει πίσω και πάνω, μας εντόπισε. Βρυχιέται ξανά, αυτήν τη φορά σχεδόν κεφάτα, και ύστερα το σώμα της εκτινάσσεται προς τα πάνω, όλα τα μικροσκοπικά της χέρια κάνουν να γραπώσουν τον αέρα. Το


126

PITTACUS LORE

απαίσιο πρόσωπό της τινάζεται προς το μέρος μου, τρίζει τα δόντια της. Ο Πέντε ουρλιάζει και κάνουμε γρήγορα πίσω· το τέρας καταπίνει το κενό που υπάρχει τώρα στο σημείο όπου βρισκόμασταν. Η ξαφνική αλλαγή κατεύθυνσης με ρίχνει από την πλάτη του Πέντε. Το χέρι μου σφίγγει ένα σκισμένο κομμάτι της μπλούζας του. Πέφτω. Καταφέρνω με τηλεκίνηση να βάλω κόντρα στο έδαφος, για να μετριάσω κάπως την προσγείωσή μου. Αλλιώς, μάλλον θα έσπαγα κάνα πόδι όπως θα έσκαγα στη γη. Αλλά ακόμα κι έτσι, μου κόπηκε η ανάσα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σκάω στο έδαφος ακριβώς μπροστά από το τέρας. Από μακριά ακούω την Έξι και τη Σάρα να μου φωνάζουν να τρέξω. Είναι πολύ αργά γι’ αυτό. Η σαρανταποδαρούσα είναι μόλις σαράντα μέτρα μακριά κι έρχεται καταπάνω μου. Το στόμα της είναι ορθάνοιχτο, μια άσχημη βρόμα αναδίδεται από τα σκοτάδια του οισοφάγου της. Προετοιμάζομαι και ανάβω το Λούμεν μου σε όλο μου το σώμα. Αν αυτό το πράγμα θέλει να γίνω το επόμενο γεύμα του, θα φροντίσω να καίγομαι καθώς θα με καταπίνει. Αν καταφέρω να περάσω πηδώντας αυτές τις σειρές των δοντιών, μάλλον θα μπορώ να καίγομαι την ώρα που θα κατεβαίνω μέσα του. Το να με καταπιεί μια μογκαντοριανή σαρανταποδαρούσα δεν είναι το καλύτερό μου σχέδιο, το ομολογώ, αλλά στα δευτερόλεπτα που έχω προτού σκάσει πάνω μου είναι το καλύτερο που μπορώ να σκεφτώ. Καθώς πλησιάζει κι άλλο, βλέπω μια κόκκινη κουκκίδα να αντανακλάται στο μάτι της σαρανταποδαρούσας από τον κέρσορα ενός λέιζερ. Από πού έρχεται, πάλι, αυτό; Ένας πυροβολισμός σκάει από κάπου πίσω μου. Το μάτι του τέρατος εκρήγνυται. Είναι μόλις λίγα μέτρα μακριά μου και με πιτσιλάει αυτή η βρομερή γλίτσα του ματιού. Τσιρίζει και ανασηκώνεται, ξεχνάει τα πάντα για μένα. Εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία για να οπισθοχωρήσω, πετώντας


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

127

μπάλες φωτιάς στην κοιλιά του πλάσματος. Το τέρας αρχίζει να συσπάται, η ουρά του κοπανιέται με τέτοια δύναμη, που κάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια μου να σείεται. Έπειτα από έναν τελευταίο, τεράστιο σπασμό η σαρανταποδαρούσα καταρρέει στο χώμα και αρχίζει να αποσυντίθεται αργά. Ο Πέντε προσγειώνεται δίπλα μου, έχει και τα δυο χέρια στο κεφάλι του. «Ρε φίλε, συγγνώμη που σ’ έριξα…» «Μ η σε απασχολεί…» αποκρίνομαι αφηρημένος. Τον σπρώχνω στην άκρη και τρέχω προς το Μ όνστερ Μ αρτ. Κανένας μας δεν είχε πάρει μαζί τουφέκι ελεύθερου σκοπευτή. Από πού ήρθε αυτή η βολή; Η Έξι και η Σάρα τρέχουν προς το μέρος ενός ψηλού μεσόκοπου άντρα με γένια όσο εκείνος κατεβαίνει από την οροφή μιας σακαράκας. Κρατάει ένα τουφέκι με σκόπευτρο λέιζερ. Στην αρχή σκέφτομαι πως ίσως είναι κάνας καλός Σαμαρείτης – ποιος δε θα πυροβολούσε ένα γιγάντιο σκωληκοειδές πλάσμα αν είχε αφηνιάσει στη γειτονιά του; Από την άλλη, κάτι έχει αυτός ο τύπος, που φαίνεται πραγματικά οικείο. Και μετά προσέχω και κάποιον άλλο που στέκεται δίπλα στο αμάξι. Βοηθάει τον μεγαλύτερο άντρα να κατέβει από τη θέση που είχε πάρει σαν ελεύθερος σκοπευτής. Όταν η Έξι πλησιάζει, παραλίγο να τον ρίξει κάτω αγκαλιάζοντάς τον. Το σαγόνι μου πέφτει και αρχίζω αμέσως να τρέχω. Είναι ο Σαμ.


128

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ

Η ΕΞΙ Μ Ε ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ με τέτοια βία, που λίγο έλειψε να πέσω κάτω. Τα δικά της χέρια είναι τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό μου, και τα δικά μου έχουν απλωθεί στην πλάτη της. Το πίσω μέρος της μπλούζας της είναι μούσκεμα στον ιδρώτα από τη μάχη που έδωσαν μόλις οι Γκάρντι, αλλά δε με πειράζει καθόλου. Εστιάζω κυρίως στον τρόπο με τον οποίο τα μαλλιά της χαϊδεύουν απαλά το μάγουλό μου. Τέτοιες ήταν οι ονειροπολήσεις με τις οποίες απασχολούσα το μυαλό μου όταν ήμουν αιχμάλωτος; Πολλές από αυτές περιλάμβαναν μια σκηνή σαν κι αυτήν εδώ. «Σαμ…» ψιθυρίζει η Έξι έκπληκτη, κρατώντας με λες και επρόκειτο να εξαφανιστώ. «Ήρθες…» Αντί για απάντηση, τη σφίγγω περισσότερο. Μ ένουμε αγκαλιασμένοι μάλλον πιο πολύ απ’ όσο θα έπρεπε έτσι που είναι όλοι γύρω μας. Ακούω δίπλα μου τον πατέρα μου να ξεροβήχει. «Τι λες, Έξι; Δεν αφήνεις και κάποιον άλλο να πάρει σειρά;» Είναι η Σάρα, που έχει έρθει δίπλα μας. Η Έξι με αφήνει, ξαφνικά το παίζει αδιάφορη. Δεν είμαι βέβαιος αν έχω ξαναδεί τη ζόρικη πανοπλία της να ραγίζει τόσο πολύ. Αισθάνομαι τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν σιγά σιγά. Χαίρομαι που είναι σκοτεινά εδώ έξω. «Γεια σου, Σαμ» λέει η Σάρα και με αγκαλιάζει κι αυτή. «Γεια…» αποκρίνομαι. «Παράξενο που σε συναντάω εδώ.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

129

Είμαστε πολύ μακριά απ’ το Παραντάιζ». «Τι μου λες...» αντιγυρίζει η Σάρα. Πάνω από τον ώμο της Σάρας βλέπω τον Τζον να τρέχει προς το μέρος μας. Είναι παρέα με έναν μεγαλόσωμο καστανό τύπο που υποθέτω πως είναι το Νούμερο Πέντε, ο οποίος είχε ανεβάσει εκείνο το μήνυμα στο διαδίκτυο. Αυτό μας έφερε, τον πατέρα μου και μένα, στο Άρκανσο, όταν το πρόγραμμά του που σαρώνει το δίκτυο έπιασε αυτή την ιστορία στο δελτίο ειδήσεων. Οδηγήσαμε χωρίς στάση από το Τέξας, για να προλάβουμε τελικά το τέλος της μάχης. Ενώ ο Πέντε παραμένει πιο πίσω από την παρέα, δείχνοντας νευρικός που γνωρίζει τόσο πολύ νέο κόσμο, ο Τζον έρχεται κοντά μου με μεγάλες δρασκελιές. Ένα χαμόγελο κόβει στη μέση το πρόσωπό μου – δεν είναι μόνο που ξανασυναντιέμαι με τον κολλητό μου, αλλά είναι και η αίσθηση ότι μαζί θα πάρουμε μέρος σε κάτι σπουδαίο. Θα σώσουμε τον κόσμο. Ο Τζον μού ανταποδίδει το πλατύ χαμόγελο, εμφανώς ενθουσιασμένος που είμαι εδώ. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι στα μάτια του που δεν μπορώ να το αποκρυπτογραφήσω πλήρως. Μ ου σφίγγει το χέρι γερά. «Απάντησέ μου μόνο σε μία ερώτηση!» λέει απότομα ο Τζον, χωρίς να μου αφήσει το χέρι. «Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο δωμάτιό σου, όταν σκέφτηκες για πρώτη φορά ότι μπορεί να είμαι εξωγήινος;» «Εεε… Ναι». «Τι έκανες;» Μ ισοκλείνω τα μάτια, δεν είμαι βέβαιος γιατί με ρωτάει κάτι τέτοιο. Κοιτάζω τον πατέρα μου, ο οποίος παρακολουθεί τη συνομιλία μας γεμάτος περιέργεια, περιμένοντάς με να τον συστήσω στους Λόριαν. «Σε σημάδεψα με ένα όπλο. Αυτό εννοείς;» «Αχ, Σάμιουελ…» μουρμουρίζει επιτιμητικά ο πατέρας μου, αλλά ο Τζον χαμογελάει πλατιά στην απάντησή μου. Αμέσως με τραβάει στην αγκαλιά του.


130

PITTACUS LORE

«Συγγνώμη γι’ αυτό, Σαμ. Απλώς έπρεπε να βεβαιωθώ ότι δεν είσαι ο Σετράκους Ρα μεταμφιεσμένος» εξηγεί ο Τζον. «Δεν έχεις ιδέα πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!» «Το ίδιο κι εγώ» του λέω. «Μ ου είχαν λείψει πολύ οι μάχες με γιγάντια σκωληκοειδή πλάσματα». Ο Τζον χαχανίζει κάνοντας ένα βήμα μακριά μου. Ο Πέντε σηκώνει διερευνητικά το χέρι του και κάνει μπροστά. «Τα ’χω χαμένα. Ο Σετράκους Ρα μπορεί και αλλάζει μορφή;» Αυτό είναι καινούριο και για μένα. Πιάνω τον εαυτό μου να αγγίζει υποσυνείδητα τα καψίματα στους καρπούς μου. Ξέρω από πρώτο χέρι τι κακό είναι ικανός να κάνει ο Σετράκους Ρα. «Πώς το ξέρεις αυτό; Τα ’βαλες ποτέ μαζί του;» Ο Τζον γνέφει καταφατικά με σοβαρότητα, κοιτάζοντας προς την κατεύθυνση του Πέντε. «Ναι. Θα το έλεγα ισοπαλία. Θα σας ενημερώσω και τους δύο, αλλά πρώτα…» Το βλέμμα του Τζον πηγαίνει στον πατέρα μου. «Σαμ, είναι αυτός που νομίζω πως είναι;» Το χαμόγελό μου μεγαλώνει και πάλι. Νιώθω σαν να περίμενα χρόνια για να συστήσω τους φίλους μου στον πατέρα μου. «Παιδιά» λέω περήφανα, «από δω ο πατέρας μου, ο Μ άλκολμ! Μ πορώ να επιβεβαιώσω πως σίγουρα δεν είναι ο Σετράκους Ρα, αν σας ανησυχεί αυτό». Ο πατέρας μου κάνει μπροστά, δίνοντας το χέρι σε κάθε Γκάρντι και στη Σάρα. «Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθεια εκεί πέρα» λέει ο Τζον δείχνοντας το τουφέκι του πατέρα μου. «Χαίρομαι που έφερες και μερικά εργαλεία». «Εμένα μου φάνηκε ότι τα είχες όλα υπό έλεγχο» αποκρίνεται ο πατέρας μου στον Τζον. «Πάει πολύς καιρός, όμως, που ήθελα να πυροβολήσω κάτι μογκαντοριανό». «Υπό έλεγχο;» χαχανίζει η Έξι κουνώντας το κεφάλι. «Εμένα μου φάνηκε πως από στιγμή σε στιγμή θα σε κατάπινε, Τζον!» «Καλά, δεν ήταν και το καλύτερο σχέδιό μου…» Ο Τζον


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

131

σηκώνει τους ώμους χαμογελώντας. Η Σάρα τον χτυπάει στην πλάτη ενθαρρυντικά. Ο Πέντε μελετάει τον πατέρα μου και μένα. «Δεν είστε Λόριαν» λέει κατηγορηματικά, σαν να το κατάλαβε μόλις τώρα. «Νόμιζα πως ήσουν Σεπάν, μιας και είσαι τόσο μεγάλος και τα ρέστα». Ο πατέρας μου γελάει. «Συγγνώμη που σε απογοητεύω! Είμαι απλώς ένας γήινος γέρος που ελπίζει να βοηθήσει». Ο Πέντε στρέφεται και κοιτάζει τον Τζον κάνοντας νόημα. «Έχεις ολόκληρο στρατό εδώ». Η Έξι κι εγώ ανταλλάσσουμε μια ματιά. Δεν είμαι βέβαιος αν αυτός ο καινούριος τύπος μάς χλευάζει ή αν είναι πραγματικά κάπως αργόστροφος. Αν κρίνω και από την έκφραση της Έξι, ούτε κι εκείνη είναι σίγουρη. «Είμαστε έξι εδώ, κι άλλοι τέσσερις μας περιμένουν πίσω στο Σικάγο» αποκρίνεται ο Τζον υπομονετικά. «Δε νομίζω ότι δέκα άτομα πληρούν τις προϋποθέσεις για να λέγονται στρατός, αλλά ευχαριστώ». «Μ άλλον όχι…» μουρμουρίζει ο Πέντε. «Θέλω να μάθω τα πάντα για το πώς βρήκατε ο ένας τον άλλο» λέει ο Τζον. Κοιτάζει τον πατέρα μου σχεδόν επιφυλακτικά, σαν να χτύπησε μόλις την πόρτα της οικογένειάς μας και να ρώτησε αν μπορούσα να βγω έξω και να παίξουμε εισβολή των εξωγήινων. «Πρώτον, κύριε Γκούντι, θέλω να ξέρετε ότι ποτέ δεν είχα την πρόθεση να ανακατέψω τον Σαμ σε όλα αυτά. Λυπάμαι που τον έβαλα σε κίνδυνο, αλλά δε νομίζω ότι θα τα καταφέρναμε να φτάσουμε μέχρι εδώ χωρίς αυτόν». «Σίγουρα όχι!» συμφωνεί η Έξι χαμογελώντας μου. Κοιτάζω αλλού, αισθάνομαι τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν. Ο πατέρας μου δείχνει συγκινημένος. «Είναι παράδοση της οικογένειας Γκούντι να βάζουμε τον εαυτό μας σε κίνδυνο για την ασφάλεια της Γης… Μ α σας ευχαριστώ που το λέτε». Βάζει το χέρι του στον ώμο μου. «Χαίρομαι που βρεθήκατε. Και τέλος με τα “κύριε”. Το Μ άλκολμ είναι μια χαρά».


132

PITTACUS LORE

Ακούγονται σειρήνες εκεί κοντά, που όλο και πλησιάζουν. Μ πορεί να βρισκόμαστε σε μια αγροτική περιοχή του Άρκανσο, αλλά οι τοπικές Αρχές θα πάρουν οπωσδήποτε χαμπάρι ένα διαστημόπλοιο που έπεσε από τον ουρανό. Σύντομα θα βρίσκονται εδώ. «Πρέπει να φεύγουμε» προτείνει η Έξι. Ο Τζον συγκατανεύει και αρχίζει κιόλας να τρέχει προς τα δέντρα. «Το αμάξι μας είναι παρκαρισμένο δίπλα στον αυτοκινητόδρομο». «Εγώ θα πάω με τον Σαμ και τον Μ άλκολμ» λέει η Έξι, «να τους δείξω τον δρόμο». Ο Τζον, η Σάρα και ο Πέντε κατευθύνονται προς το αυτοκίνητό τους. Εν τω μεταξύ, κι ενώ κάποια αναλάμποντα φώτα αρχίζουν να σέρνονται στους δρόμους του Φάουκ, ο πατέρας μου κι εγώ πάμε προς το Rambler μαζί με την Έξι. Ενώ εκείνος κάθεται στη θέση του οδηγού, η Έξι μού αγγίζει το μπράτσο. «Συγγνώμη αν σε… αν σ’ έφερα σε δύσκολη θέση όταν σε αγκάλιασα νωρίτερα. Μ προστά στον μπαμπά σου και τα ρέστα. Ελπίζω να μη φάνηκε αλλόκοτο». «Ούτε κατά διάνοια!» αποκρίνομαι βιαστικά, θέλοντας να ξέρει πως εκείνη η αγκαλιά ήταν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη εδώ και πολύ καιρό. «Ήταν πολύ ωραία». «Μ η νομίζεις τώρα πως θα με βλέπεις συχνά γεμάτη ευαισθησίες» λέει η Έξι κοιτάζοντάς με. Νομίζω ότι με πειράζει. «Απλώς η εμφάνισή σου εδώ με αιφνιδίασε». «Λες δηλαδή πως, αν θέλω κι άλλη αγκαλιά, πρέπει να εξαφανιστώ ξανά;» «Ακριβώς» απαντάει η Έξι και ύστερα κάνει να μπει στο πίσω κάθισμα. Διστάζει, σκέφτεται κάτι για μια στιγμή και μετά, ξαφνικά, με αγκαλιάζει ξανά. «Εντάξει. Άλλη μία». Αγκαλιάζω σφιχτά την Έξι, ενώ ο πατέρας μου βάζει μπρος το αυτοκίνητο. Το πρόσωπό του φωτίζεται από το ταμπλό του αμαξιού, και παρότι παριστάνει πως δε μας κοιτάζει, το ξέρω ότι


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

133

βλέπει. Αν ήταν στο χέρι μου, δε θα την άφηνα ποτέ – θα μέναμε αγκαλιασμένοι ώσπου να έρθουν οι ντόπιοι μπάτσοι να μας συλλάβουν. Η Έξι αποτραβιέται κοιτάζοντάς με στα μάτια. Προσπαθώ να κρατήσω την έκφρασή μου αδιάφορη και ψύχραιμη, αλλά μάλλον δεν τα καταφέρνω. «Να σημειωθεί» λέει «ότι ποτέ δε σκέφτηκα πως ήσουν ο Σετράκους Ρα. Σε κατάλαβα αμέσως». «Ευχαριστώ…» αποκρίνομαι αξιολύπητα, ψάχνοντας να βρω να πω κάτι καλύτερο, όπως πόσο μου έλειψε ή τι καταπληκτικό είναι που τη βλέπω τώρα. Πριν προλάβω να βρω κάτι, η Έξι έχει καθίσει στο πίσω κάθισμα. Είναι έτοιμη να δέσει τη ζώνη της, όταν βλέπουμε τον Πέντε να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μας. Ξεροβήχει. «Εεε…» κάνει. «Τι ήταν εκείνη η πέτρα που μου πέταξες;» Γυρίζουμε όλοι και τον κοιτάζουμε. «Εννοείς την πέτρα Ζιδάρις;» ρωτάει η Έξι. «Ναι» απαντάει ο Πέντε. «Αυτή. Να… μου έπεσε».


134

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ

«Α, ΡΕ ΤΖΟΝΝΥ… Σε στέλνω για ενισχύσεις και γυρίζεις με έναν γέρο, ένα σπασικλάκι κι αυτό το μικρό χόμπιτ. Καλά τα κατάφερες!» Ο Εννιά βρίσκεται εκεί να υποδεχτεί γεμάτος σαρκασμό την ομάδα μας αμέσως μόλις μπαίνουμε στον προθάλαμο του γελοίου του ρετιρέ στο Σικάγο. Έτσι, η πρώτη εντύπωση που μου έδωσε στη σύντομη συνάντησή μας στη Δυτική Βιρτζίνια δεν ήταν λανθασμένη τελικά. Είναι πραγματικά μαλάκας. Γυρίσαμε αργότερα από την ώρα που πιστεύαμε ότι θα γυρίσουμε. Ψάξαμε την πέτρα Ζιδάρις, αλλά είχε χαθεί, και δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν. Κι ενώ κανένας δε φαίνεται πολύ ευχαριστημένος με το γεγονός, είναι σαν να προσπαθούν να μην κατηγορήσουν τον Πέντε, που την έχασε. Προς το παρόν, τουλάχιστον. Μ όλις συνειδητοποιήσαμε πως είχε χαθεί, και αφού ο Πέντε είχε ζητήσει συγγνώμη εκατό φορές, η Έξι τίναξε απλώς τα μαλλιά της και σήκωσε τους ώμους. «Μ ια πέτρα είναι» είπε και ακουγόταν σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της. «Μ ια ισχυρή πέτρα, αλλά είμαστε πανίσχυροι και μόνοι μας». Πάντως είναι ολοφάνερο πως η όλη φάση δεν κατέστησε αγαπητό τον Πέντε σε κανέναν. Ιδίως στον Εννιά. «Να είσαι ευγενικός…» τον προειδοποιεί η Σάρα. Οι άλλοι προφανώς έχουν συνηθίσει τα όχι και τόσο έξυπνα χωρατά του.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

135

Από τον τρόπο μάλιστα με τον οποίο αυτός και ο Τζον χτύπησαν τα χέρια τους αντί για χαιρετισμό, θα έλεγα πως έχουν γίνει και φίλοι. Ο Πέντε πάντως δείχνει πληγωμένος. Στέκεται δίπλα μου και προσπαθεί διακριτικά να ρουφήξει την κοιλιά του. «Άκου χόμπιτ…» επαναλαμβάνει χαμηλόφωνα. «Είναι από ένα βιβλίο» αρχίζω να εξηγώ, αλλά με διακόπτει. «Ξέρω πού αναφέρεται» αποκρίνεται ο Πέντε. «Δεν είναι και τόσο ευγενικό». «Έτσι είναι ο Εννιά» εξηγεί ο Τζον, που άκουσε τη συζήτηση. «Θα τον συμπαθήσεις. Ή, τέλος πάντων, θα τον συνηθίσεις». Ο Πέντε μού ρίχνει ένα βλέμμα ανέκφραστο λες και αμφιβάλλει, και δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω. Νομίζω ότι και οι δύο νιώθουμε παρείσακτοι σ’ αυτό το ρετιρέ. Η Έξι προσπάθησε να με ενημερώσει όσο καλύτερα μπορούσε στον δρόμο της επιστροφής, αλλά υπάρχουν πολλά νέα πρόσωπα και ιστορίες εδώ στο Σικάγο, για να μην αναφέρω ότι πρόκειται για το πιο σουρεαλιστικό κρησφύγετο στην ιστορία. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πως οι Γκάρντι ζουν σ’ ένα τέτοιο μέρος. Είναι το είδος των πολυτελών σπιτιών όπου σε ξεναγούσε εκείνη η εκπομπή του M TV η οποία ασχολιόταν με τις πάμπλουτες διασημότητες και τον τρόπο ζωής τους, που προξενούσε φθόνο. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό που ο Εννιά και ο Σεπάν του κατάφεραν να φτιάξουν ένα τέτοιο μέρος και να το κρατήσουν μακριά από τα μογκαντοριανά ραντάρ. Ο Τζον συστήνει τους πάντες στον Εννιά, που σταμάτησε να λέει άνοστα αστεία, τουλάχιστον για όση ώρα χρειάστηκε να γνωρίσει τον Πέντε και τον πατέρα μου. «Τον Σαμ τον θυμάσαι, ε;» τελειώνει ο Τζον. «Εννοείται!» απαντάει ο Εννιά και κάνει ένα βήμα εμπρός για να μου σφίξει το χέρι. Η λαβή του είναι δυνατή, κι αυτός πυργώνεται μπροστά μου ώστε να αναγκαστώ να σηκώσω τον λαιμό μου ψηλά. Χαμηλώνει τη φωνή του, επειδή δε θέλει να τον ακούσουν οι άλλοι. «Σοβαρά τώρα, αδέρφι, συγγνώμη που σ’ άφησα στη σπηλιά… Εγώ έφταιγα».


136

PITTACUS LORE

«Όλα καλά» του λέω, κάπως ξαφνιασμένος από τη συγγνώμη. Ο Εννιά γυρίζει ανάποδα το χέρι μου προτού με αφήσει, προσέχοντας τις φρέσκιες ρόδινες ουλές στους καρπούς μου. «Ώστε σε βασάνισαν, ε;» ρωτάει με σοβαρό ύφος. Από τον τόνο του είναι σαν να συνειδητοποιεί μόλις τώρα πως έχουμε κάτι κοινό. Φαίνεται ότι μπήκα πια κι εγώ στη μυστική αδελφότητα των θυμάτων των μογκαντοριανών βασανιστηρίων. Δεν ξέρω τι να πω. Κουνάω απλώς το κεφάλι μου. «Τα έβγαλες πέρα» λέει ο Εννιά χτυπώντας με δυνατά στον ώμο. «Μ πράβο σου, αδέρφι!» Ο Τζον μάς οδηγεί δίπλα από τον Εννιά, που στην ουσία στεκόταν ακριβώς πάνω στον δρόμο μας. Μ ου θυμίζει κάπως εκείνα τα μεγάλα σκυλιά που πηδούν σε όλους τους επισκέπτες αμέσως μόλις οι τελευταίοι περάσουν την πόρτα. Όταν επιτέλους κάνει στην άκρη, προσέχω τους άλλους τρεις Γκάρντι για τους οποίους μας μίλησε η Έξι – την Εφτά, τον Οχτώ και τη μικρότερη, τη Δέκα. Περιμένουν στην είσοδο του καθιστικού, λίγο περισσότερο υπομονετικοί από τον Εννιά, αφού αυτοί τουλάχιστον μας αφήνουν να περάσουμε μέσα. «Αν αναρωτιέστε τι είναι αυτή η φρικτή μυρωδιά, είναι το χορτοφαγικό φαγητό που ετοιμάζει η Μ αρίνα για βραδινό» λέει ο Εννιά. «Ε!» αναφωνεί με καλή διάθεση η μελαχρινή Εφτά – η Μ αρίνα. «Θα είναι καλό, το υπόσχομαι!» «Βραδινό…» αποκρίνεται ξεφυσώντας ο Εννιά. «Τέλος πάντων. Ποιος νοιάζεται; Καταφέραμε να ενώσουμε όλη την ομάδα! Είναι πιο τροφαντοί και πιο βλαμμένοι απ’ ό,τι περίμενα, αλλά δε με πειράζει. Πάμε να ανατινάξουμε καμιά μαλακία στον αέρα». «Πρέπει να χαλαρώσεις, φιλάρα. Δώδεκα ώρες οδηγούσαμε» αντιγυρίζει η Έξι στον Εννιά, πετώντας του μια τσάντα με εξοπλισμό στο στήθος. «Ορίστε. Κάνε καμιά δουλειά». Η Σάρα ακολουθεί αμέσως, πετώντας και τη δική της τσάντα στον Εννιά. Πολύ σύντομα βρίσκεται φορτωμένος με σχεδόν


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

137

όλα τα πράγματα που ανεβάσαμε από το αυτοκίνητο. «Καλώς. Θα βάλω λοιπόν στη θέση τους όλα αυτά τα πράγματα!» λέει χαρωπά ο Εννιά καθώς πηγαίνει με βαριά βήματα να τακτοποιήσει τον εξοπλισμό μας. «Μ ετά, όμως, θα κουβεντιάσουμε τουλάχιστον για το ξύλο που θα ρίξουμε». Προσέχω πως ο Πέντε παρακολουθεί τον Εννιά να βγαίνει από το δωμάτιο. Στη συνέχεια στρέφεται στον Τζον. «Δεν πιστεύω να πάμε να πολεμήσουμε ξανά, ακόμα δεν ήρθαμε… Έτσι δεν είναι;» Ο Τζον κουνάει το κεφάλι του. «Ο Εννιά είναι απλώς σε υπερδιέγερση. Η συνάντησή μας ήταν ένα τεράστιο πρώτο βήμα. Τώρα μένει να βρούμε πώς θα συνεχίσουμε». «Κατάλαβα» αποκρίνεται ο Πέντε κατεβάζοντας το βλέμμα στα χέρια του. «Υποθέτω ότι ποτέ δεν είδα τη βία σαν κάτι που μπορεί να σου προκαλέσει υπερδιέγερση». «Δεν είμαστε όλοι σαν τον Εννιά…» λέει απολογητικά η Μ αρίνα κάνοντας ένα βήμα μπροστά. Μ ας χαιρετάει θερμά, τραβάει μάλιστα τον Πέντε και τον αγκαλιάζει, κάτι που νομίζω πως τον ξαφνιάζει και τον χαλαρώνει λιγάκι. Οπωσδήποτε με κάνει να αισθάνομαι πιο ήσυχος μετά τη βάρβαρη παράσταση του Εννιά. Κατόπιν μας συστήνεται ο Οχτώ. Αυτός μου δίνει μια πραγματικά χαλαρή αίσθηση, μια ευχάριστη αλλαγή ρυθμού μετά το νούμερο του άλφα αρσενικού που έπαιξε ο Εννιά αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε. Παρ’ όλα αυτά, καταλαβαίνω πως είναι το ίδιο ενθουσιασμένος με τον Εννιά, απλώς είναι λίγο πιο διακριτικός. «Έχω έναν σωρό ερωτήσεις να σας κάνω. Σε όλους σας!» λέει ο Οχτώ. «Πέντε, πεθαίνω να μάθω πού ήσουν, να μάθω όλα όσα σου συνέβησαν». «Ε…» γρυλίζει ο Πέντε. «Εντάξει». «Είμαι βέβαιος ότι υπερπήδησες πολλά εμπόδια μέχρι να βρεθείς εδώ!» συνεχίζει ενθαρρυντικά ο Οχτώ. «Στο αυτοκίνητο, το μόνο που καταφέραμε να βγάλουμε απ’


138

PITTACUS LORE

αυτόν εγώ και ο Τζον είναι μουγκρητά…» μου ψιθυρίζει η Σάρα. Τον καταλαβαίνω που νιώθει κάπως συγκλονισμένος από αυτήν την κατάσταση· συνάντησε για πρώτη φορά τα τελευταία ζωντανά απομεινάρια του λαού του, και τελικά αποδεικνύεται πως αυτοί έχουν κάνει παρέα καιρό. Μ ε κάποιον τρόπο, είναι ωραίο να έχω τον Πέντε μαζί μου, παρόλο που και οι δυο μας δε μιλάμε πολύ· είναι καλό να έχεις μαζί σου κάποιον το ίδιο αδέξιο σ’ αυτές τις κοινωνικές καταστάσεις. «Ζούσες στην Τζαμάικα παλιά, ε;» ρωτάει τον Πέντε ο Οχτώ. «Σωστά» απαντάει αυτός. «Για λίγο δηλαδή». Ο Οχτώ δείχνει σαν να περιμένει από τον Πέντε να συνεχίσει. Αφού δεν το κάνει, μπαίνει στη μέση ο Τζον. «Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μακρύ, και νομίζω πως όλοι μας είμαστε κάπως κουρασμένοι. Ίσως μπορούμε να πούμε τις ιστορίες μας την ώρα του βραδινού» προτείνει. Ο Οχτώ συγκατανεύει και δεν πιέζει τον Πέντε για περισσότερες λεπτομέρειες. Καταλαβαίνω πως ο Τζον προσπαθεί να χειριστεί τον Πέντε με το γάντι, επιτρέποντάς του να εγκλιματιστεί ακολουθώντας τους υπόλοιπους με τον δικό του ρυθμό. Μ ε σαστίζει λιγάκι το γεγονός ότι ο Πέντε δεν κάνει περισσότερες ερωτήσεις για τους άλλους. Ίσως, όμως, δεν το κάνει επειδή διστάζει να απαντήσει και ο ίδιος σε ερωτήσεις για το παρελθόν του. Κρίνοντας από το ότι εμφανίστηκε χωρίς Σεπάν ή Σεντούκι, είμαι σίγουρος ότι έχει κι εκείνος μια ζοφερή ιστορία, όπως όλοι αυτοί οι Γκάρντι. Τώρα που ο Οχτώ παράτησε την προσπάθεια να αποσπάσει πληροφορίες από τον Πέντε, η τελευταία από τους νέους Γκάρντι μπορεί να έρθει μπροστά και να συστηθεί. Όσο κι αν η Έξι μού είπε πως είναι η μικρότερη, μου κάνει ακόμα εντύπωση το πόσο μικρόσωμη είναι η Έγια. Δεν μπορώ να φανταστώ αυτό το κοριτσάκι να ισιώνει το ανάστημά του και να αντιστέκεται στον Σετράκους Ρα, πολύ περισσότερο να είναι αυτή που τον έδιωξε τρομάζοντάς τον, αλλά η Έξι λέει πως έτσι έγινε. Μ ε έχει εντυπωσιάσει.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

139

«Δεν ήξερα ότι θα υπήρχε και δέκατος Γκάρντι» λέει ο Πέντε καθώς σφίγγει το χέρι της Έγια. Είναι ό,τι πιο κοντινό σε ερώτηση για τους άλλους ξεστόμισε από την ώρα που μπήκαμε μέσα. «Δεν υπήρχε. Εγώ ήμουν κάτι σαν ατύχημα». Βλέπω τον Τζον να κοιτάζει παραξενεμένος τη Μ αρίνα. Εκείνη, αντί για απάντηση, σηκώνει το φρύδι, και το στόμα της σχηματίζει άηχα τη φράση Θα σου πω μετά. Ο Πέντε κουνάει το κεφάλι του ακούγοντας την απάντηση της Έγια και τη μελετάει μία ακόμα στιγμή προτού κατεβάσει το βλέμμα του στο πάτωμα. «Εμμμ…» λέει ο Πέντε ψάχνοντας τις κατάλληλες λέξεις. «Βασικά, έτσι ένιωθα κι εγώ για τον εαυτό μου. Οι αριθμοί μας, οι Κληρονομιές μας, η όλη αποστολή στη Γη. Θέλω να πω, πόσο τη σκέφτηκαν οι σπουδαίοι Γηραιοί όλη αυτή την υπόθεση; Λέτε απλώς να τράβηξαν τα ονόματά μας από ένα καπέλο;» Όλοι μένουν σιωπηλοί για μια στιγμή και κοιτάζουν τον Πέντε. Είναι αρκετά παράξενα τα λόγια του, ιδίως αν λάβεις υπόψη πως είναι η πρώτη φορά που ενώνονται οι εναπομείναντες Γκάρντι. Θα έπρεπε να είναι μια γιορταστική περίσταση, αλλά ο Πέντε δείχνει αποφασισμένος να χαλάσει την ατμόσφαιρα. «Ε… Ναι!» λέει ο Οχτώ, σπάζοντας κεφάτα τη σιωπή. «Όταν το θέτεις έτσι, έχει την πλάκα του». Ο πατέρας μου ξεροβήχει, η φωνή του βγαίνει απαλή. «Σας βεβαιώ ότι χρειάστηκε αρκετή σκέψη για την επιλογή σας. Δεν ήταν μια τυχαία κλήρωση». Στρέφεται στην Έγια, κοιτάζοντάς τη με το ίδιο καθησυχαστικό βλέμμα που κοιτούσε και μένα όταν γύριζα στο σπίτι έπειτα από τσαμπουκάδες εις βάρος μου. «Και η δική σου απόδραση απ’ τον Λόριεν ήταν σίγουρα κάτι παραπάνω από ένα ατύχημα. Εγώ θα έλεγα πως ήταν ευλογία». «Α, μάλιστα…» αποκρίνεται ο Πέντε, κοιτάζοντας ακόμα το πάτωμα ενώ απευθυνόταν στον πατέρα μου. «Φαίνεται πως ο γερο-γήινος είναι ειδικός στον Λόριεν». Και μετά σηκώνει τα


140

PITTACUS LORE

μάτια και χαμογελάει βεβιασμένα όταν παρατηρεί πως εμείς οι υπόλοιποι τον καρφώνουμε παραξενεμένοι. «Συγγνώμη» προσθέτει βιαστικά, «απλώς σκέφτομαι φωναχτά… Και άλλωστε δεν ξέρω καν τι λέω». «Δε θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό» του λέει διπλωματικά ο πατέρας μου. «Συγγνώμη αν σε πρόσβαλα… Αλλά πιστεύω στο έργο των Γηραιών σας. Αν δεν πίστευα…» Σταματάει, μάλλον σκέφτεται τον χρόνο που πέρασε ως αιχμάλωτος των Μ ογκαντόρι. Ο Πέντε δείχνει αδιάφορος τώρα. «Τέσσερα –δηλαδή Τζον– είμαι πολύ κουρασμένος. Υπάρχει κάνα μέρος να ξαπλώσω για λίγο;» «Και βέβαια, φίλε…» απαντάει ο Τζον χτυπώντας τον Πέντε στην πλάτη. «Θα σας δείξω τα δωμάτιά σας. Εντάξει;» Πριν από λίγα λεπτά συμμεριζόμουν τον Πέντε, μιας κι αυτή η κατάσταση πρέπει να ήταν πολύ αμήχανη για κείνον. Αλλά δεν ξέρω… Κάτι στον τρόπο με τον οποίο μίλησε στον πατέρα μου με εκνεύρισε. Σχεδόν υπήρχε μια νότα περιφρόνησης στη φωνή του, λες και ο πατέρας μου ήταν αδύνατο να έχει κάποια χρήσιμη πληροφορία για τους Γκάρντι. Όλη η ομάδα –πλην του Εννιά– μας οδήγησε σ’ έναν διάδρομο γεμάτο έργα τέχνης που θα απέφεραν μια μικρή περιουσία σε κάποια δημοπρασία μουσείου. Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω πως ένας τύπος σαν τον Εννιά μένει εδώ. Αισθάνομαι ότι, και μόνο για να περιπλανηθώ εδώ μέσα, θα έπρεπε να φοράω σμόκιν. Ενώ διασχίζουμε το ρετιρέ, η Σάρα και η Έξι φεύγουν να πάνε να πλυθούν μετά το ταξίδι, και η Έγια ζητάει συγγνώμη και πηγαίνει να βοηθήσει τον Εννιά στην τακτοποίηση του εξοπλισμού. Τελικά ο Τζον σταματάει στη μέση του διαδρόμου. «Αυτό εδώ είναι ελεύθερο» λέει ο Τζον ανοίγοντας την πόρτα ενός δωματίου για τον Πέντε. «Υπάρχουν και ρούχα στα συρτάρια αν θες ν’ αλλάξεις». «Ευχαριστώ» αποκρίνεται ο Πέντε και μπαίνει μέσα


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

141

σέρνοντας τα πόδια του. Είναι έτοιμος να κοπανήσει την πόρτα, αλλά συνειδητοποιεί ότι περιμένουμε όλοι απέξω και τον κοιτάζουμε. «Εεε… Θα σας δω στο βραδινό, παιδιά…» μουρμουρίζει προτού κλείσει την πόρτα. «Καλώς, μεγάλε» λέει ξερά ο Οχτώ. Η Μ αρίνα τού δίνει μια αγκωνιά στα πλευρά και του γνέφει να κάνει ησυχία. Κοιτάζω την κλειστή πόρτα και βάζω στοίχημα πως ο Πέντε στέκεται ακόμα πίσω της, έχοντας στήσει αυτί. Νιώθω ξανά να τον λυπάμαι λιγάκι. Δεν είναι εύκολο να είσαι παρείσακτος. Ο Τζον στρέφεται σε μένα και στον πατέρα μου. «Είστε κι εσείς ψόφιοι; Ή μήπως προτιμάτε τη μεγάλη ξενάγηση;» «Μ πα…» λέω. «Προχώρα. Είναι το πρώτο ρετιρέ μου». «Και το δικό μου!» προσθέτει χαμογελώντας ο πατέρας μου. «Τέλεια!» αναφωνεί ο Τζον, ανακουφισμένος που δεν είμαστε τόσο αντικοινωνικοί όσο ο Πέντε. «Νομίζω ότι θα σας αρέσει πολύ η επόμενη στάση μας!» Ο πατέρας μου ακολουθεί την ομάδα για μερικά μέτρα, θαυμάζοντας τα έργα τέχνης. Μ όλις προχωρήσαμε λίγο ακόμα στον διάδρομο και απομακρυνθήκαμε αρκετά από το δωμάτιο του Πέντε ώστε να μην μπορεί να μας ακούσει, ο Οχτώ κάνει την ερώτηση που νομίζω ότι σκεφτόμασταν οι περισσότεροι από μας. «Τι τρέχει με τον καινούριο;» Μ ε κοιτάζει. «Όχι με σένα, Σαμ. Εσύ φαίνεσαι αρκετά φυσιολογικός». «Ευχαριστώ». Ο Τζον κουνάει το κεφάλι, δείχνοντας λιγάκι μπερδεμένος. «Αλήθεια, δεν ξέρω… Είναι κάπως παράξενος, ε; Όχι ακριβώς αυτό που περίμενα». «Μ άλλον είναι απλώς αγχωμένος» λέει η Μ αρίνα. «Θα συνηθίσει». «Πού είναι ο Σεπάν του;» ρωτάω. «Τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια;» «Ήταν πολύ κλειστός σε όλο το ταξίδι του γυρισμού» απαντάει ο Τζον. «Ούτε καν η Σάρα δεν κατάφερε να του


142

PITTACUS LORE

αποσπάσει τίποτα, και ξέρετε τη Σάρα». «Ναι. Είναι αρκετά κοινωνική για να κάνει εσάς τους μυστικοπαθείς Λόριαν να μιλάτε για τα πάντα». Ο Τζον χαχανίζει, πιάνοντας αμέσως το αστείο μου. «Η Σάρα είναι τόσο γλυκούλα, ώστε θα μπορούσε να πείσει έναν εξωγήινο που είναι στο τρέξιμο να κάτσει και να φωτογραφηθεί για τη σχολική εφημερίδα». «Τόσο γλυκούλα, ώστε ο ίδιος εξωγήινος θα μπορούσε να πετάξει πετραδάκια στο παράθυρό της μες στην άγρια νύχτα, ακόμα κι αν οι ομοσπονδιακοί παρακολουθούν το σπίτι της». Ο Οχτώ και η Μ αρίνα ανταλλάσσουν ένα μπερδεμένο βλέμμα καθώς εγώ και ο Τζον βάζουμε τα γέλια. «Πέταξες πετραδάκια στο παράθυρο της Σάρας;» ρωτάει η Μ αρίνα τον Τζον με σηκωμένο το φρύδι, διασκεδάζοντάς το. «Σαν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα;» «Φέρομαι ότι πέταξα, σύμφωνα με το FBI… Α, για δείτε, φτάσαμε!» λέει ο Τζον, ανυπόμονος να αλλάξει θέμα. Ρίχνω ένα πονηρό χαμόγελο στη Μ αρίνα και γνέφω καταφατικά. Στο βάθος του διαδρόμου ο Τζον μάς βάζει σ’ ένα δωμάτιο που μάλλον οι Γκάρντι το χρησιμοποιούν ως βάση επιχειρήσεων. Στον έναν τοίχο υπάρχουν γιγάντιες ηλεκτρονικές οθόνες· σε μια από αυτές τρέχει ένα πρόγραμμα παρόμοιο με το ρομπότ4 του πατέρα μου. Τα λοριανά Σεντούκια είναι αποθηκευμένα εδώ, μαζί με τον πίνακα που πήραμε από το εργαστήριο του πατέρα μου. Το υπόλοιπο δωμάτιο είναι τελείως φίσκα από διάφορα κομμάτια τεχνολογίας· κάποια είναι καινούρια, έχουν μόλις βγει από το κουτί τους, ενώ άλλα φαίνονται σαν να τα μάζεψαν από μάντρα με παλιοσίδερα. Σε ορισμένα σημεία στους τοίχους τα γκάτζετ και τα ανταλλακτικά είναι στοιβαγμένα έως το ταβάνι. Το πρόσωπο του πατέρα μου φωτίζεται αμέσως. «Καταπληκτική συλλογή!» αναφωνεί, και τα μάτια του


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

143

σαρώνουν το δωμάτιο σαν να είναι παιδί ανήμερα τα Χριστούγεννα. «Αυτό ήταν το εργαστήριο του Σεπάν του Εννιά, του Σαντόρ» εξηγεί ο Τζον. «Χρησιμοποιούμε ένα μέρος του υλικού, αλλά για κανέναν από μας δε θα έλεγες ότι παίζει την τεχνολογία στα δάχτυλα». Ο Τζον στρέφεται στον πατέρα μου. «Ελπίζω πως εσείς θα μπορούσατε να δείτε αν υπάρχει κάτι χρήσιμο, κύριε Γκούντι. Δηλαδή Μ άλκολμ». Ο πατέρας μου τρίβει τις παλάμες του. «Ευχαρίστως, Τζον. Έχει περάσει πάρα πολύς καιρός από τότε που είχα ένα τέτοιο μέρος στη διάθεσή μου. Έχω πολλά να αναπληρώσω». «Και αναρωτιέμαι επίσης αν θα μπορούσες να ρίξεις μια ματιά σ’ αυτό» λέει ο Τζον κάνοντάς μας νόημα να περάσουμε από μια διπλή πόρτα. «Ο Εννιά το λέει Αίθουσα Διαλέξεων». Μ παίνουμε σ’ ένα θεόρατο, ψηλοτάβανο λευκό δωμάτιο, περνάμε δίπλα από ράφια με τρομακτικά όπλα, που κάνουν τα όπλα που αγόρασε στο Τέξας ο πατέρας μου να μοιάζουν με παιχνιδάκια. Το δωμάτιο έχει το μέγεθος του γυμναστηρίου του σχολείου μας και με κάνει να αρχίσω να θαυμάζω ξανά τις τεράστιες διαστάσεις του ρετιρέ. Στη μια άκρη του δωματίου ένα σύστημα που θυμίζει μεγάλο πιλοτήριο αεροπλάνου είναι ενσωματωμένο στον τοίχο κι έχει μια σειρά κονσόλες γύρω του. Η καρέκλα δείχνει κάπως τσακισμένη, σαν να έπεσε πάνω της κάτι τεράστιο. «Καταπληκτικό!» σχολιάζει ο πατέρας μου. «Χρησιμοποιούμε αυτό το δωμάτιο για εκπαίδευση. Ο Εννιά λέει ότι σε κάποια φάση ο Σαντόρ είχε στήσει πολλές παγίδες και εμπόδια». Χτυπάει ένα ταμπλό στον τοίχο, όπου φαίνεται ότι κάτι θα έπρεπε να τιναχτεί έξω, αλλά δε συμβαίνει τίποτα. «Μ όνο που ο Εννιά είχε μια κρίση νεύρων κι έσπασε τα συστήματα ελέγχου. Τώρα δουλεύει και δε δουλεύει». «Λογικό ακούγεται» αποκρίνομαι. Δεν είναι δύσκολο να φανταστώ τον Εννιά να τα παίρνει στο κρανίο. «Αυτό το πράγμα» λέει δείχνοντας την καρέκλα «το λένε


144

PITTACUS LORE

Λέκτερν. Αν μπορούσαμε να το ξανακάνουμε να δουλέψει, νομίζω ότι θα βελτιώναμε πραγματικά την εκπαίδευσή μας». Ο πατέρας μου έχει γονατίσει κιόλας μπροστά στο Λέκτερν και πιάνει διάφορα ξεφτισμένα καλώδια και λυγισμένες ατσάλινες πλάκες. «Πολύ εντυπωσιακή δουλειά!» επισημαίνει. Εξετάζω τα μηχανήματα πάνω από τον ώμο του, παρότι δεν έχω ιδέα τι βλέπω. «Μ πορείς να το φτιάξεις;» «Μ πορώ να δοκιμάσω» απαντάει ενώ στρέφεται και πάλι στον Τζον. «Θα βοηθήσω με όποιον τρόπο μπορώ». «Κι εγώ» λέω, χαιρετώντας στρατιωτικά τον Τζον. Χαχανίζει. «Ξέρω ότι τώρα ήρθατε εδώ» λέει ο Τζον. «Ελπίζω να μην είμαι πολύ πιεστικός. Στ’ αλήθεια, είναι πολύ καλό που σας έχουμε μαζί μας. Και χωρίς να θέλω ν’ αρχίσω τα μελοδραματικά, χαίρομαι που βρήκατε ο ένας τον άλλο». Όταν ο Τζον μιλάει για μένα και τον πατέρα μου, διακρίνω μια νότα νοσταλγίας στη φωνή του. Αναρωτιέμαι αν σκέφτεται ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτήν τη συζήτηση στο Παραντάιζ: ο πατέρας μου και ο Χένρι θα συζητούσαν σαν σπασικλάκια για τεχνολογία, αρκεί τα πράγματα να είχαν έρθει λίγο διαφορετικά. Ο πατέρας μου σφίγγει ξανά το χέρι του Τζον και τον χτυπάει φιλικά στο μπράτσο. «Χαιρόμαστε που σε βρήκαμε, Τζον. Ξέρω ότι περάσατε ζόρικα όλοι σας, αλλά δεν είστε μόνοι σ’ αυτό… Όχι πια».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

145

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑΕΞΙ

Η Μ ΑΡΙΝΑ ΞΕΠΕΡΝΑΕΙ πραγματικά τον εαυτό της με το βραδινό. Υπάρχουν πιάτα φορτωμένα ρύζι, φασόλια και φρέσκες τορτίγες, μια παγωμένη σουπιέρα με γκασπάτσο, ένα πιάτο με τηγανητές μελιτζάνες με μέλι και καμιά ντουζίνα άλλα ισπανικά πιάτα, που ούτε το όνομά τους δεν ξέρω. Είχα ξεχάσει πόσο νόστιμη είναι η σπιτική κουζίνα και τρώω σαν λύκος. Βάζω και δεύτερη μερίδα και τρίτη. Καθόμαστε όλοι στην τραπεζαρία του Εννιά, κάτω από τον αστραφτερό πολυέλαιο. Ο Τζον κάθεται στη μια άκρη, ο πατέρας μου στην άλλη και ενδιάμεσα όλοι οι υπόλοιποι. Εγώ κάθομαι ανάμεσα στον πατέρα μου και στον Εννιά. «Είναι τρελό…» μουρμουρίζει ο Εννιά την ώρα που χώνει μια τορτίγια στο στόμα του. «Δεν είχα ποτέ τόσο κόσμο σ’ αυτό το τραπέζι». Όλοι είναι χαλαροί, κουβεντιάζουν και αστειεύονται. Ο Πέντε τρώει πολύ, αλλά δε λέει πολλά. Δίπλα του, η Έγια πειράζει το φαγητό της, δείχνει κουρασμένη, αλλά χαμογελάει, και κάθε φορά που κάποιος λέει ένα πετυχημένο αστείο, γελάει. Η Έξι κάθεται ακριβώς απέναντι από μένα. Προσπαθώ να το παίξω χαλαρός και να μην την κοιτάζω και τόσο πολύ. Όταν τελειώνουμε το φαγητό, ο Τζον σηκώνεται και ζητάει την προσοχή όλων. Κοιτάζει τη Σάρα και δέχεται ένα ενθαρρυντικό χαμόγελο. Ξεροβήχει, και καταλαβαίνω ότι


146

PITTACUS LORE

σκέφτηκε πάρα πολύ αυτά που πρόκειται να πει. «Είναι πραγματικά απίστευτο να μας βλέπω όλους μαζί. Όλοι μας έχουμε κάνει μεγάλο ταξίδι για να βρεθούμε εδώ κι έχουμε περάσει πάρα πολλά. Το ότι είμαστε εδώ με κάνει να ελπίζω ότι τελικά μπορούμε να νικήσουμε αυτό τον πόλεμο». Ο Εννιά αφήνει ένα τσιριχτό γιούπι που κάνει τους πάντες να γελάσουν, αλλάζοντας ακόμα και του Τζον τη σοβαρή έκφραση ομιλητή για μια στιγμή. Ο Πέντε κοιτάζει τους πάντες έχοντας ένα ήρεμο χαμόγελο στο πρόσωπό του, σαν να αρχίζει επιτέλους να νιώθει πιο άνετα. «Ξέρω ότι μερικοί από μας συναντιούνται για πρώτη φορά» συνεχίζει ο Τζον. «Οπότε σκέφτηκα πως μπορεί να βοηθούσε αν λέγαμε όλοι την ιστορία μας με τη σειρά». «Να ένα ευχάριστο θέμα συζήτησης…» μουρμουρίζει η Έξι. Ο Τζον δεν πτοείται. «Ξέρω ότι μερικές απ’ τις ιστορίες – εντάξει, μάλλον όλες– δεν είναι και οι πιο χαρούμενες. Αλλά νομίζω πως είναι σημαντικό για μας να θυμόμαστε πώς φτάσαμε εδώ και για ποιο πράγμα πολεμάμε». Κοιτάζω τον Πέντε και καταλαβαίνω τι κάνει ο Τζον. Ελπίζει ότι, λέγοντας τις ιστορίες τους, οι Γκάρντι μπορεί να κάνουν το νεότερο μέλος τους να ανοιχτεί λιγάκι. «Μ ιλώντας ως ένας από τους νεοαφιχθέντες, πολύ θα ήθελα ν’ ακούσω αυτά που περάσατε όλοι σας» λέει ο πατέρας μου. «Ναι» παρεμβαίνει και ο Πέντε, αιφνιδιάζοντας τους πάντες. «Κι εγώ». «Εντάξει» λέει ο Τζον. «Μ πορώ ν’ αρχίσω εγώ». Ο Τζον ξεκινάει μια ιστορία που για μένα είναι κάτι περισσότερο από οικεία. Αρχίζει από την άφιξή του στο Παραντάιζ, έπειτα από χρόνια στο τρέξιμο. Λέει πώς γνώρισε τη Σάρα και μένα και πόσο γινόταν όλο και πιο δύσκολο να κρατήσει μυστικά τα Χαρίσματά του. Ο Τζον ολοκληρώνει την ιστορία του με τη μάχη στο λύκειό μας, την άφιξη πάνω στην ώρα της Έξι και τον θάνατο του Χένρι. Μ ένουμε όλοι σιωπηλοί έπειτα από αυτό, κανένας μας


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

147

δεν ξέρει τι να πει. «Διάολε…» λέει ο Εννιά. «Παραλίγο να το ξεχάσω». Τεντώνει το χέρι κάτω από την καρέκλα του και βγάζει ένα μπουκάλι σαμπάνια που πάγωνε μέσα σ’ έναν κουβά με πάγο. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στον πατέρα μου, αλλά δε μου φαίνεται πως έχει διάθεση να το παίξει υπεύθυνος ενήλικας. Αντίθετα, κρατάει απλωμένο το ποτήρι του. Ο Εννιά κάνει γρήγορα τον κύκλο του τραπεζιού, σερβίροντας τους πάντες. Ακόμα και η Έγια βάζει λίγη στο ποτήρι της. «Από πού ήρθε αυτό;» ρωτάει ο Οχτώ. «Απ’ το μυστικό μου απόθεμα. Μ η σε απασχολεί…» Μ όλις τέλειωσε το σερβίρισμα, ο Εννιά σηκώνει το ποτήρι του. «Στον Χένρι». Όλοι σηκώνουν το ποτήρι τους και πίνουν για τον Χένρι. Ο Τζον το παίζει ψύχραιμος, αλλά εγώ καταλαβαίνω πως είναι συγκινημένος από τη χειρονομία. Κατεβάζει το βλέμμα στο τραπέζι και γνέφει στον Εννιά «ευχαριστώ». Διάολε, ακόμα και μένα με έχει ξαφνιάσει κάπως ο Εννιά – μεταξύ αυτής της φάσης και της μικρής εξομολόγησής μας νωρίτερα στην είσοδο, ίσως πρέπει να τον αναβαθμίσω από εντελώς μαλάκα σε ασήμαντο βλάκα. «Ίσως πρέπει να στρατολογήσετε όλο το Παραντάιζ ώστε να πολεμήσει για μας» λέει ο Πέντε. «Ακούγεται σαν ένα μέρος πραγματικά φιλικό για τους εξωγήινους». «Θα πρέπει να το γράψουμε σε αυτοκόλλητα» προσθέτω εγώ. «Ο Επίτιμος Μ αθητής πολέμησε Εξωγήινους στο Λύκειο του Παραντάιζ». «Ας συνεχίσω εγώ» δηλώνει η Έξι. Αφηγείται γρήγορα την ιστορία της, ξεκινώντας από τη σύλληψή τους με την Καταρίνα. Ύστερα πέρασε στη φυλάκισή τους και σύντομα κατέληξε στη διαφυγή της. «Στην Καταρίνα…» Αυτήν τη φορά κάνει ο Τζον την πρόποση. Όλοι σηκώνουμε ξανά τα ποτήρια και πίνουμε για τη Σεπάν της Έξι, που έπεσε στον αγώνα.


148

PITTACUS LORE

«Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν ανεβάζουμε μαλακίες στο ίντερνετ» πετάγεται ο Εννιά αναφερόμενος στην ιστορία της Έξι, αλλά ρίχνοντας μια έντονη ματιά προς την κατεύθυνση του Πέντε. Αυτός ανταποδίδει το βλέμμα, αλλά δε λέει τίποτα. «Είχατε και οι δυο σας στενή σχέση με τους Σεπάν σας» λέει η Μ αρίνα. «Η δική μου ιστορία είναι κάπως διαφορετική». Η Μ αρίνα μάς περιγράφει πώς μεγάλωσε στην Ισπανία, πώς η Σεπάν της, η Αντελίνα, βασικά την παραμελούσε και δεν της πρόσφερε την εκπαίδευση ή τις γνώσεις της, πράγματα που οι άλλοι Γκάρντι θεωρούν δεδομένα. Σαστίζω που μια Λόριαν μπορεί να συμπεριφερθεί έτσι. Δε μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι θα ήταν δυνατόν να λουφάρουν και να μην αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Θα μπορούσε να είναι μια ιστορία γεμάτη θυμό, αλλά με τον τρόπο που την περιγράφει η Μ αρίνα είναι κυρίως γεμάτη θλίψη, παρά οτιδήποτε άλλο. Η φωνή της γίνεται πιο ζεστή όταν μιλάει για τον Έκτορ, τον άνθρωπο που ανέλαβε να την προστατέψει. Μ ε έναν αλλόκοτο τρόπο, η ιστορία έχει σχεδόν ευτυχές τέλος, με την Αντελίνα να αποδέχεται τα καθήκοντά της στο τέλος, όσο κι αν αυτό οδήγησε στον θάνατό της. Βασικά, το τέλος δεν είναι και ιδιαίτερα χαρούμενο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα λέει η Μ αρίνα το κάνει να φαίνεται τουλάχιστον ηρωικό. Ο Οχτώ σηκώνει το ποτήρι του. «Στον Έκτορ και στην Αντελίνα» λέει. Μ ετά συνεχίζει ο Εννιά. Απ’ ό,τι φαίνεται, έφταιγε ο ίδιος που όλα κατέρρευσαν στη ζωή του. Ερωτεύτηκε μια γήινη κοπέλα που δούλευε μυστικά για τους Μ ογκαντόρι και τους οδήγησε, αυτόν και τον Σεπάν του, σε παγίδα. Ο Εννιά παραλείπει διάφορα για τα όσα τους συνέβησαν από τη στιγμή που αιχμαλωτίστηκαν. Έχοντας κάποια εμπειρία από πρώτο χέρι για τις φρικαλεότητες που γίνονται στη Δυτική Βιρτζίνια, δε με ξαφνιάζει καθόλου το σκοτεινό βλέμμα στα μάτια του όταν τελειώνει.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

149

«Στον Σαντόρ…» κάνει πρόποση ο Τζον. «Στον Σαντόρ και στη σαμπάνια του!» προσθέτει ο Οχτώ, κάτι που αποσπά ένα χαμόγελο από τον Εννιά. «Φαντάζομαι πως εσύ στάθηκες τυχερός» λέει ο Πέντε απευθυνόμενος στον Τζον, δείχνοντας με τον αντίχειρά του τη Σάρα. «Θα μπορούσε να είναι κι αυτή κατάσκοπος των Μ ογκαντόρι». «Έι!» αναφωνεί η Σάρα. «Δεν είναι αστείο!» «Την ανάγκασαν…» γρυλίζει ο Εννιά, αναφερόμενος στο κορίτσι που είχε ερωτευτεί. «Κανένας γήινος που είναι στα σωστά του δε θα δούλευε με τη θέλησή του γι’ αυτούς τους μπάσταρδους». «Μ όνο που το κάνει η κυβέρνηση…» συμπληρώνω, καθώς θυμάμαι τους πράκτορες που με μετέφεραν από τη Δυτική Βιρτζίνια στο Ντούλτσε. Ο Εννιά στρέφεται προς το μέρος μου. «Τέλος πάντων, κάθε άνθρωπος που δουλεύει με αυτά τα αλμπίνο σταχτοτέρατα δεν μπορεί να είναι με τα καλά του». «Ή ίσως δεν το κάνουν με τη θέλησή τους» σχολιάζει ο Τζον. «Πιστεύω πως οι περισσότεροι άνθρωποι, αν ήξεραν την αλήθεια, θα ήταν με το μέρος μας». «Παλιά δεν είχα εμπιστοσύνη στους ανθρώπους» λέει ο Οχτώ. «Ο Ρέινολντς, ο Σεπάν μου, προδόθηκε από μια γυναίκα την οποία είχε ερωτευτεί. Χρειάστηκα καιρό για να το ξεπεράσω, αλλά στο τέλος έμαθα να πιστεύω στην έμφυτη καλοσύνη της ανθρωπότητας». Ο Οχτώ συνεχίζει να μας εξιστορεί πώς έμαθε να ελέγχει τα Χαρίσματά του, λέγοντας ότι στο τέλος ήρθε σε επαφή με τους ντόπιους χωρικούς, οι οποίοι πίστεψαν πως ήταν η μετενσάρκωση του ινδουιστικού θεού Βισνού. Παρότι οι Μ ογκαντόρι ήξεραν σε ποιο σημείο βρισκόταν, δεν κατάφεραν να τον πλησιάσουν, επειδή υπήρχε ένας στρατός γήινων που τον προστάτευε. Ο Πέντε μελετάει τον Οχτώ και κάνει ένα νεύμα σαν να


150

PITTACUS LORE

ανακάλυψε κάτι καινούριο και καταπληκτικό. «Αυτό είναι σπουδαίο!» λέει. «Τους ξεγέλασες και τους έκανες να πιστέψουν ότι ήσουν ένας απ’ τους θεούς τους!» «Δεν είχα σκοπό να τους ξεγελάσω ακριβώς…» αποκρίνεσαι αμυντικά ο Οχτώ. «Μ ετανιώνω που δεν ήμουν περισσότερο ειλικρινής». «Δε θα έπρεπε» συνεχίζει ο Πέντε. «Θέλω να πω, είναι τέλειο να μπορείς να γίνεις φίλος με τους ανθρώπους, όπως έκαναν ο Τζον και η Μ αρίνα. Αλλιώς, καλύτερα να τους βάζεις να πολεμούν για σένα αντί να συνωμοτούν εναντίον σου. Σωστά;» Κοιτάζει τον Εννιά. «Καλύτερα να έχεις τον έλεγχο παρά να κυνηγάς στα τυφλά όμορφα γήινα κορίτσια». Ο Εννιά γέρνει μπροστά, σαν να είναι έτοιμος να σηκωθεί από τη θέση του. «Τι προσπαθείς να πεις;» «Έχουν γίνει και λάθη» επεμβαίνει πολύ προσεκτικά ο Τζον, «αλλά πρέπει να θυμόμαστε πως οι γήινοι πολεμούν τον ίδιο εχθρό με μας, παρόλο που δεν το συνειδητοποιούν ακόμα. Δεν μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας αυτό τον πόλεμο». «Στην ανθρωπότητα!» λέω αστειευόμενος σηκώνοντας το ποτήρι μου. Όλοι με κοιτάζουν, κι εγώ ακουμπάω κάτω το ποτήρι μου, νιώθοντας λίγο ζαλισμένος. Επικρατεί ένταση για μια στιγμή. Ο Εννιά κοιτάζει ακόμη από ψηλά τον Πέντε. Η Έγια σηκώνει το χέρι της. «Θα ήθελα να μιλήσω κι εγώ» λέει. Η ιστορία της είναι διαφορετική απ’ όλων των υπολοίπων. Δεν την έστειλαν στη Γη με τους άλλους Γκάρντι. Αντίθετα, ο λοξός πλούσιος πατέρας της την έχωσε σ’ ένα διαστημόπλοιο μαζί με τον οικονόμο της οικογένειας κι έναν σωρό Χίμαιρες. Κοιτάζοντας έναν γύρο το τραπέζι, έχω την αίσθηση πως υπάρχουν και κάποιοι Γκάρντι που δεν έχουν ακούσει ολόκληρη την ιστορία. Ο Τζον δείχνει ιδιαίτερα μπερδεμένος, ενώ η Έξι ακούει προσεκτικά. «Ποπό, Έγια…» απορεί ο Τζον. «Πότε τα έμαθες όλα αυτά;» «Χτες» απαντάει, χωρίς να φανερώνει κάποιο συναίσθημα.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

151

«Τα έλεγε ο Κρέυτον στο γράμμα του». Η Μ αρίνα υψώνει το ποτήρι της. «Στον Κρέυτον… Έναν σπουδαίο Σεπάν». Όλοι τη μιμούνται αμέσως. Η Έγια μένει σιωπηλή. Καταλαβαίνω πως ο Κρέυτον σήμαινε πολλά γι’ αυτήν. «Για σκέψου…» στοχάζεται ο Πέντε. «Αν το διαστημόπλοιό μας δεν είχε καταφέρει να φτάσει στη Γη, θα έπρεπε να σώσεις ολομόναχη τον πλανήτη». Η Έγια γουρλώνει τα μάτια. «Δεν το είχα σκεφτεί αυτό!» «Θα μπορούσες να τα καταφέρεις!» αποκρίνεται γελαστά ο Εννιά. «Λοιπόν…» λέει ο Τζον κοιτάζοντας τον Πέντε. «Σου είπαμε όλοι πώς έγινε και βρισκόμαστε εδώ. Σειρά σου – πώς κατάφερες να μείνεις κρυμμένος τόσο καιρό;» «Ναι, ρε φίλε» μπαίνει στη μέση ο Οχτώ. «Ξέρασέ τα όλα!» Ο Πέντε χώνεται πιο βαθιά στην καρέκλα του. Για μια στιγμή έχω την αίσθηση ότι θα μείνει απλώς σιωπηλός ελπίζοντας πως όλοι θα τον ξεχάσουν, σαν παιδί που κρύβεται στο πίσω μέρος της τάξης. Τα καταφέρνει στα αιχμηρά σχόλια όταν μιλούν οι άλλοι, αλλά όταν έρθει η ώρα να πει τη δική του ιστορία, είναι κάτι παραπάνω από απρόθυμος. «Δεν είναι… χμμμ… συναρπαστική όπως ήταν οι δικές σας ιστορίες» αρχίζει να λέει ο Πέντε έπειτα από μια μικρή σιωπή. «Δεν κάναμε τίποτα ξεχωριστό για να μείνουμε κρυμμένοι. Απλώς σταθήκαμε τυχεροί, φαντάζομαι. Βρήκαμε μέρη όπου οι Μ ογκαντόρι δε μας έψαχναν». «Και πού ακριβώς ήταν αυτά;» ρωτάει ο Τζον. «Νησιά» του απαντάει ο Πέντε. «Μ ικροσκοπικά νησιά όπου κανένας δε θα σκεφτόταν να ψάξει. Ορισμένα δεν υπάρχουν ούτε στον χάρτη. Πηγαίναμε από νησί σε νησί, περίπου όπως εσείς πηγαίνατε από πόλη σε πόλη. Κάθε λίγους μήνες πηγαίναμε σε μέρη με μεγαλύτερο πληθυσμό –καμιά φορά στην Τζαμάικα ή στο Πουέρτο Ρίκο– και ανταλλάσσαμε μερικές απ’ τις πολύτιμες πέτρες μας με προμήθειες. Κατά τα άλλα ήμαστε μόνοι οι δυο


152

PITTACUS LORE

μας». «Τι συνέβη στον Σεπάν σου;» τον ρωτάει ευγενικά η Μ αρίνα. «Ναι, τελικά έχω και κάτι κοινό με σας τους υπόλοιπους… Πέθανε. Τον έλεγαν Άλμπερτ». «Οι Μ ογκαντόρι;» ρωτάει ο Εννιά με τραχιά φωνή. «Όχι, όχι, τίποτα τέτοιο…» απαντάει ο Πέντε διστάζοντας. «Δεν επρόκειτο για κάποια επική μάχη ούτε για καμιά γενναία θυσία. Απλώς αρρώστησε και μετά από λίγο πέθανε. Έτσι που περιγράφετε εσείς τους Σεπάν σας, νομίζω πως ο δικός μου ήταν πιο μεγάλος. Θα μπορούσε να περάσει και για παππούς μου. Ήταν άρρωστος. Βοήθησε και το ζεστό κλίμα λιγάκι, φαντάζομαι. Ήμαστε σ’ ένα μικρό νησί της Νότιας Καραϊβικής όταν η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ. Δεν ήξερα πώς να τον βοηθήσω…» Η φωνή του Πέντε σβήνει. Μ ένουμε όλοι σιωπηλοί, χωρίς να τον πιέζουμε. «Αδύνατον να μ’ αφήσει να καλέσω γιατρό. Ανησυχούσε πολύ πως, αν τον εξέταζαν, όλο και θα ανακάλυπταν κάτι για κείνον, κι αυτό θα μας πρόδιδε στους Μ ογκαντόρι. Δεν είχα δει ποτέ Μ ογκαντόρι… Για μένα ήταν όλα σαν ψέματα». Ο Πέντε γελάει πικρά, σχεδόν σαν να είναι θυμωμένος με τον εαυτό του. «Για ένα μικρό διάστημα είχα πείσει μάλιστα τον εαυτό μου πως ήταν ένας τρελός που με είχε απαγάγει! Πως είχε χαράξει αυτές τις ουλές στο πόδι μου ενώ εγώ κοιμόμουν». Προσπαθώ να φανταστώ τι ζωή πρέπει να πέρασε ο Πέντε χωρίς να αλληλεπιδρά ποτέ με κανέναν, αν εξαιρέσεις έναν άρρωστο γέρο. Εξηγεί και κάπως τον λόγο που τον κάνει τόσο αντικοινωνικό όταν βρίσκεται με κόσμο. «Μ όνο όταν αναπτύχθηκε η τηλεκίνησή μου άρχισα πραγματικά να πιστεύω τον Άλμπερτ. Ήταν η ίδια εποχή που αρρώστησε βαριά. Στο νεκροκρέβατό του μ’ έβαλε να του υποσχεθώ πως, μόλις αναπτύσσονταν πλήρως τα Χαρίσματά μου, θα προσπαθούσα να σας βρω. Μ έχρι τότε μου ζήτησε να του υποσχεθώ ότι θα παρέμενα κρυμμένος».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

153

«Τα κατάφερες καλά σ’ αυτό» λέει η Έξι. «Λυπάμαι για τον Άλμπερτ…» προσθέτει η Έγια. «Ευχαριστώ» αποκρίνεται ο Πέντε. «Ήταν καλός τύπος και μακάρι να τον άκουγα περισσότερο. Αφού πέθανε, ήταν εύκολο για μένα να κάνω ό,τι κάναμε και πρωτύτερα. Συνέχισα να πηγαίνω από νησί σε νησί, κρατώντας τις αποστάσεις μου απ’ τους πάντες. Ήταν… χμμμ… μοναχικά, θα έλεγα. Οι μέρες περνούσαν μέσα σε μια θολούρα. Τελικά αναπτύχθηκαν και τα άλλα μου Χαρίσματα και ήρθα στην Αμερική ελπίζοντας να σας βρω». «Τι απέγινε το Σεντούκι σου;» ρωτάει ο Τζον. «Α, ναι, αυτό…» απαντάει νευρικά ο Πέντε, ξύνοντας το πλάι του κεφαλιού του. «Ταξίδευα κυρίως με πλοίο. Ο Άλμπερτ με είχε μάθει να βρίσκω το είδος των πλοίων όπου δε θα… ξέρετε… δε θα μου έκαναν πολλές ερωτήσεις. Όταν έφτασα αρχικά στη Φλόριντα, υπήρχαν πολλοί περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσο είχα συνηθίσει. Ένα μοναχικό παιδί που κουβαλούσε αυτό το αναθεματισμένο το Σεντούκι – ένιωθα λες κι όλοι με κοιτούσαν. Σαν να είχα μόλις βρει έναν θαμμένο θησαυρό σε κάποιο νησί, κάτι τέτοιο. Ίσως ήμουν παρανοϊκός, αλλά σκεφτόμουν ότι όλοι προσπαθούσαν να το κλέψουν». «Και τι το έκανες λοιπόν;» τον πιέζει ο Τζον. «Σκέφτηκα πως δε θα ήταν έξυπνο να συνεχίσω να το κουβαλάω εδώ κι εκεί. Βρήκα ένα απομονωμένο σημείο στα Εβεργκλέιντς5 και το έθαψα εκεί». Ο Πέντε κοιτάζει γύρω του όλη την ομάδα. «Κακή ιδέα;» «Έθαψα κι εγώ το δικό μου για τους ίδιους λόγους πάνω κάτω» απαντάει η Έξι. «Όταν πήγα να το αναζητήσω, κάποιος το είχε πάρει ήδη». «Ω…» Ο Πέντε φτύνει. «Σκατά!» «Αν η ικανότητά σου να κρύβεις Σεντούκια είναι τόσο καλή όσο και η ικανότητά σου να κρύβεσαι, είμαι σίγουρος ότι είναι ακόμα εκεί!» λέει αισιόδοξα ο Οχτώ.


154

PITTACUS LORE

«Πρέπει να το πάρουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα» προτείνει ο Τζον. Ο Πέντε συγκατανεύει πρόθυμα. «Ναι, φυσικά! Θυμάμαι ακριβώς πού το έβαλα». «Τα Σεντούκια είναι απαραίτητα» ξεφουρνίζει ο πατέρας μου. Τσιμπάει τη γέφυρα της μύτης του, κάτι που έχω προσέξει ότι κάνει κάθε φορά που παλεύει να θυμηθεί κάτι. «Καθένα απ’ τα Σεντούκια περιέχει κάτι –δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς ούτε πώς δουλεύει– αλλά υπάρχουν πράγματα σ’ εκείνα τα Σεντούκια που θα σας βοηθήσουν να επανασυνδεθείτε με τον Λόριεν όταν έρθει εκείνη η ώρα». Όλοι τον κοιτάζουν μαγεμένοι. «Πώς το ξέρεις αυτό;» ρωτάει ο Τζον. «Απλώς… απλώς το θυμήθηκα» απαντάει ο πατέρας μου. Ο Εννιά κοιτάζει εμένα και ύστερα πάλι τον πατέρα μου. «Ε; Τι;» «Υποθέτω πως ήρθε η ώρα για τη δική μου ιστορία…» λέει, κοιτάζοντας όλα αυτά τα πρόσωπα που περιμένουν. «Σας προειδοποιώ πως υπάρχουν κενά στις αναμνήσεις μου. Κάτι μου έκαναν οι Μ ογκαντόρι. Προσπάθησαν να αποσπάσουν απ’ τον εγκέφαλό μου όλα όσα ήξερα. Οι μνήμες επανέρχονται τώρα τμηματικά. Θα σας πω ό,τι μπορώ». «Μ α πώς το έμαθες αυτό αρχικά;» ρωτάει ο Οχτώ. «Εδώ ούτε εμείς καταλαβαίνουμε καλά καλά τι υπάρχει στα Σεντούκια μας». Ο πατέρας μου σταματάει και κοιτάζει γύρω του την ομάδα. «Το ξέρω επειδή μου το είπε ο Πίττακους Λόρι».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

155

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑΕΦΤΑ

ΚΑΙ ΚΑΡΦΙΤΣΑ ΝΑ ΕΠΕΦΤΕ, θα την άκουγες. Ο Τζον είναι ο πρώτος που μιλάει. «Πώς σ’ το είπε δηλαδή; Τι εννοείς;» «Μ ου το είπε αυτοπροσώπως» απαντάει ο πατέρας μου. «Εννοείς ότι γνώρισες τον Πίττακους Λόρι;» αναφωνεί ένας σκεπτικιστής Εννιά, όλος δυσπιστία. «Πώς είναι δυνατόν αυτό;» ρωτάει η Μ αρίνα. «Βρήκαμε έναν σκελετό στο εργαστήριό σου, που φορούσε ένα λοριανό μενταγιόν…» Ο Τζον ξεροκαταπίνει προτού συνεχίσει. «Αυτός ήταν;» Ο πατέρας μου κατεβάζει το βλέμμα. «Φοβάμαι πως ναι… Όταν έφτασε, τα τραύματά του ήταν τόσο βαριά, που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτόν». Τώρα οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή. «Τι σου είπε;» «Πώς έφτασε στη Γη;» «Γιατί διάλεξε εσένα;» «Το ξέρεις ότι ο Τζόννυ πιστεύει πως είναι η μετενσάρκωση του Πίττακους;» Ο πατέρας μου κουνάει τα χέρια του προς τα κάτω, όπως θα έκανε ένας μαέστρος προσπαθώντας να ησυχάσει μια φασαριόζικη ορχήστρα. Δείχνει να απολαμβάνει όλες αυτές τις ερωτήσεις και συνάμα σαν να παλεύει να θυμηθεί τις


156

PITTACUS LORE

απαντήσεις. «Δεν ξέρω γιατί επιλέχθηκα εγώ απ’ όλο τον πληθυσμό της Γης» εξηγεί ο πατέρας μου. «Ήμουν αστρονόμος. Ο συγκεκριμένος τομέας του ενδιαφέροντός μου ήταν το μακρινό διάστημα, ιδίως η προσπάθεια να έρθω σε επαφή με εξωγήινες μορφές ζωής. Πίστευα πως υπήρχαν σημάδια εδώ στη Γη από επισκέψεις εξωγήινων, κάτι το οποίο δε μ’ έκανε και ιδιαίτερα δημοφιλή σε ορισμένους συναδέλφους μου με πιο περιορισμένη φαντασία…» «Είχες δίκιο πάντως» λέει ο Οχτώ. «Ο Λοραλίτης είναι εδώ. Εκείνες οι ζωγραφιές στη σπηλιά που βρήκαμε στην Ινδία…» «Ακριβώς» συνεχίζει ο πατέρας μου. «Οι περισσότεροι συνάδελφοί μου της επιστημονικής κοινότητας με θεώρησαν τρελό και με απομάκρυναν. Πρέπει να φερόμουν και σαν τρελός, έτσι που παραληρούσα συνεχώς για εξωγήινους επισκέπτες…» Κοιτάζει γύρω του. «Κι όμως, να που είστε εδώ». «Ευχαριστούμε για το βιογραφικό» διακόπτει ο Εννιά. «Αλλά μπορούμε να περάσουμε στο σημείο με τον Πίττακους;» Ο πατέρας μου χαμογελάει. «Είχα αρχίσει να στέλνω άπειρα μηνύματα στο διάστημα απ’ το εργαστήριό μου, χρησιμοποιώντας ραδιοκύματα… Πίστευα πως είχα βρει κάτι. Αυτό το έκανα στον ελεύθερο χρόνο μου. Μ ε είχαν… χμμμ… απολύσει απ’ τη θέση μου στο πανεπιστήμιο». «Σαν να το θυμάμαι αυτό…» αποκρίνομαι. «Η μαμά ήταν έξαλλη». «Δεν ξέρω τι περίμενα απ’ τα πειράματά μου… Μ ια απάντηση, οπωσδήποτε. Ίσως μια ομοβροντία εξωγήινης μουσικής ή εικόνες από έναν παράξενο γαλαξία». Ο πατέρας μου ξεφυσάει, κουνάει το κεφάλι του που ήταν τόσο απροετοίμαστος. «Μ ου δόθηκαν περισσότερα απ’ όσα ζήτησα. Μ ια νύχτα εμφανίστηκε ένας άντρας στην πόρτα μου. Ήταν τραυματισμένος και ασυνάρτητος – στην αρχή τον πέρασα για παλαβό ή αλήτη. Και ύστερα, μπροστά στα ίδια μου τα μάτια, μεγάλωσε».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

157

«Ψήλωσε;» ρωτάει η Έξι με υψωμένο το φρύδι. Ο πατέρας μου γελάει χαρούμενα. «Ακριβώς! Μ πορεί να μη φαίνεται σπουδαίο τώρα, αν λάβεις υπόψη τα όσα έχουν δει τα μάτια μου, μα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα ένα Χάρισμα επί το έργον. Μ ακάρι να μπορούσα να πω πως αντέδρασα με ορθή επιστημονική περιέργεια, αλλά νομίζω πως έβαλα κανονικά τις φωνές». Συγκατανεύω. Αυτός είναι ο τρόπος των Γκούντι. «Ένας Γκάρντι στη Γη!» λέει με μία ανάσα η Μ αρίνα. «Ποιος ήταν;» «Είπε ότι λεγόταν Πίττακους Λόρι». Ο Εννιά ρίχνει μια ματιά στον Τζον και χλευάζει. «Καθένας εδώ πιστεύει πως αυτός είναι ο Πίττακους!» «Λες δηλαδή ότι γνώρισες έναν Γηραιό;» τον ρωτάει ο Τζον, αγνοώντας τον Εννιά. «Ή κάποιον που ισχυριζόταν πως ήταν Γηραιός;» «Πώς ήταν; Τι είπε;» συμπληρώνει η Έγια. «Στην αρχή μού είπε πως τα τραύματά του τα είχε προκαλέσει μια εχθρική εξωγήινη φυλή που θα ερχόταν σύντομα στη Γη. Μ ου είπε ότι δεν επρόκειτο να βγάλει τη νύχτα και… δεν έκανε λάθος». Ο πατέρας μου κλείνει τα μάτια, επιβάλλοντας στο μυαλό του να δουλέψει. «Ο Πίττακους μου είπε πολλά στον λιγοστό χρόνο που του είχε απομείνει, αλλά φοβάμαι πως οι λεπτομέρειες είναι θολές. Μ ου ζήτησε να προετοιμάσω μια ομάδα ανθρώπων να σας υποδεχτούν, να βοηθήσουν τους Σεπάν σας να κρυφτούν, να προσφέρουν καθοδήγηση. Ήμουν ο πρώτος απ’ αυτούς επί της Υποδοχής». «Τι άλλο σού είπε;» ρωτάει ο Τζον και κάθεται ανυπόμονος πιο μπροστά στο κάθισμά του. «Ένα πράγμα που θυμάμαι είναι σχετικά με τα Σεντούκια σας. Οι Κληρονομιές. Μ ου είπε ότι καθένα θα περιέχει κάτι –τα ονόμαζε Πέτρες Φοίνικες, νομίζω– παρμένο απ’ την καρδιά του Λόριεν. Παρότι τα αποκαλούσε πέτρες, δε νομίζω ότι πρέπει να το πάρουμε κυριολεκτικά. Οι Πέτρες Φοίνικες μπορεί να έχουν


158

PITTACUS LORE

κάθε σχήμα ή μορφή. Κι όταν αποκατασταθούν στον πλανήτη σας, αυτά τα αντικείμενα θα βάλουν αμέσως μπρος το οικοσύστημα. Πιστεύω τώρα πια πως έχετε στα χέρια σας τα εργαλεία να ξαναφέρετε στη ζωή τον κόσμο σας, το σπίτι σας». Η Μ αρίνα και ο Οχτώ ανταλλάσσουν ένα βλέμμα γεμάτο έξαψη· ίσως σκέφτονται αυτό τον καταπράσινο Λόριεν για τον οποίο φλυαρεί πάντα ο Τζον. «Αλλά τι γίνεται με τα Σεντούκια που έχουμε χάσει ήδη;» ρωτάει η Έξι. «Νόμιζα ότι το περιεχόμενό τους καταστράφηκε όταν πέθαναν οι Γκάρντι τους». Ο πατέρας μου κουνάει το κεφάλι. «Λυπάμαι, δεν έχω απάντηση σ’ αυτό… Μ πορώ μόνο να ελπίζω πως ό,τι απομένει απ’ τη δική σας Κληρονομιά θα είναι αρκετό». «Κοιτάξτε, η αποκατάσταση του Λόριεν είναι και γαμώ τις φάσεις και τα ρέστα» πετάγεται ο Εννιά, «αλλά δεν ακούω κάτι που θα μας βοηθήσει να σκοτώσουμε Μ ογκαντόρι ή να προστατέψουμε τη Γη». «Ο Σεπάν μου μου είπε ότι καθένας από μας θα κληρονομήσει τα Χαρίσματα ενός Γηραιού» λέει ο Οχτώ. «Πάντα πίστευα πως ήμουν ο Πίττακους, αλλά…» Κοιτάζει τον Τζον και στη συνέχεια σηκώνει τους ώμους. «Σου είπε κάτι σχετικά;» «Όχι…» απαντάει ο πατέρας μου. «Τουλάχιστον, όχι απ’ όσο θυμάμαι αυτήν τη στιγμή. Όταν ο Σεπάν σου είπε ότι θα κληρονομήσετε τα Χαρίσματα ενός Γηραιού, μπορεί να μη μιλούσε κυριολεκτικά. Μ πορεί να ήταν μια μεταφορά για τους ρόλους που θα αναλάβετε μεγαλώνοντας σε μια οικοδομημένη εκ νέου λοριανή κοινωνία. Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό, να γίνετε δηλαδή εσείς οι Γηραιοί, αφού τρεις από σας έχουν χαθεί ήδη. Και η παρουσία της Έγια εδώ φαίνεται να υποδηλώνει πως τίποτα δεν είναι τόσο συνηθισμένο και τελειωτικό». «Οπότε είμαστε στο σκοτάδι όσο και πρωτύτερα…» αποκρίνεται τραχιά η Έξι και ύστερα με κοιτάζει. «Όχι πως δεν είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία». «Μ ισό…» λέει ο Τζον, που συλλογίζεται ακόμα τα όσα είπε ο


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

159

πατέρας μου. «Υπάρχουν σίγουρα πληροφορίες που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. Τα Σεντούκια, για παράδειγμα. Πρέπει να κάνουμε μια απογραφή, να δούμε μήπως μπορέσουμε να καταλάβουμε ποια από τα πράγματά μας είναι εκείνοι οι Φοίνικες». «Μ άλλον οτιδήποτε που δε μαχαιρώνει, πυροβολεί ή εκρήγνυται» του αποκρίνεται, θέλοντας να βοηθήσει, ο Εννιά. «Σ’ αυτό θα προσπαθήσω να σας βοηθήσω αν μπορώ» προσφέρεται ο πατέρας μου. «Ίσως ξυπνήσει λιγάκι η μνήμη μου αν δω το περιεχόμενο των Σεντουκιών σας». «Τι συνέβη στους άλλους επί της Υποδοχής;» ρωτάει ο Πέντε. «Ζουν ακόμα;» Η έκφραση του πατέρα μου σκοτεινιάζει. Τώρα φτάνουμε στο σημείο της ιστορίας που ψιλογνωρίζω. Πολύ σύντομα θα φτάσουμε σε όλο αυτό το κομμάτι του καλού Μ ογκαντόρι που μας έσωσε από βέβαιο θάνατο. Ο πατέρας μου δεν εγκατέλειψε ακόμα τις ελπίδες του για τον Άνταμ· τσέκαρε το τηλέφωνό του αμέσως πριν από το βραδινό. Και αφού δεν ήρθε τόσο καιρό σε επαφή, αρχίζω να πιστεύω πως δεν τα κατάφερε. Νεκρός ή ζωντανός, δεν είμαι βέβαιος πώς η ύπαρξη του Άνταμ και η σχέση μας μαζί του είναι κάτι που οι Γκάρντι θα χωνέψουν εύκολα. «Μ άζεψα τους επί της Υποδοχής μόνος μου. Ήταν άνθρωποι που μπορούσα να εμπιστευτώ – επιστήμονες με τις δικές μου απόψεις, οι οποίοι δούλευαν στο περιθώριο. Αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά τους ή έστω το πρόσωπό τους. Οι Μ ογκαντόρι φρόντισαν γι’ αυτό». Ο πατέρας μου υψώνει το ποτήρι με τη σαμπάνια με χέρι που τρέμει και πίνει μια γρήγορη γουλιά. Παίρνει μια έκφραση πικρή, σαν να μην τον βοήθησε να ανακουφίσει τον πόνο της μνήμης. Ή της έλλειψής της. «Ξέραμε όλοι τα ρίσκα» συνεχίζει ο πατέρας μου τελικά. «Τα αναλάβαμε με χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να συμμετάσχουμε σε κάτι καταπληκτικό. Ακόμα το πιστεύω αυτό!» λέει με μια χροιά


160

PITTACUS LORE

περηφάνιας, κοιτάζοντας ολόγυρα τους Γκάρντι. «Ακριβώς όπως οι Μ ογκαντόρι έψαχναν εσάς, έτσι έψαχναν και μας. Προφανώς, εμείς ήμαστε πιο εύκολος στόχος – ζούσαμε στη Γη όλη μας τη ζωή, βλέπετε. Είχαμε οικογένειες. Τον έναν μετά τον άλλο μάς εντόπισαν. Μ ας έδεσαν σε μηχανήματα, προσπάθησαν να μας κλέψουν τις αναμνήσεις, ψάχνοντας για οτιδήποτε θα μπορούσε να τους βοηθήσει στο κυνήγι τους. Γι’ αυτό αισθάνομαι τόσο θολωμένος σ’ έναν σωρό πράγματα. Δεν ξέρω αν το κακό που μου έκαναν μπορεί ποτέ να επανορθωθεί…» Η Έγια ρίχνει μια ματιά στη Μ αρίνα και ύστερα στον Τζον. «Μ πορείτε να τον θεραπεύσετε εσείς;» «Μ πορούμε να προσπαθήσουμε» απαντάει η Μ αρίνα μελετώντας τον πατέρα μου. «Αλλά δεν έχω ξαναδοκιμάσει ποτέ να θεραπεύσω το μυαλό κάποιου». Ο πατέρας μου περνάει συνοφρυωμένος το χέρι από τα γένια του. «Είμαι ο μόνος που επέζησε… Έχασα έναν σωρό χρόνια εξαιτίας αυτών των μπάσταρδων». Μ ε κοιτάζει. «Έχω σκοπό να τους το ξεπληρώσω». «Πώς τους ξέφυγες;» ρωτάει ο Τζον. «Είχα βοήθεια. Οι Μ ογκαντόρι με κρατούσαν ναρκωμένο επί χρόνια σε κατατονική κατάσταση, ξυπνώντας με μόνο όταν είχαν ένα νέο πείραμα να τρέξουν στο μυαλό μου. Στο τέλος, όμως, ένα αγόρι με απελευθέρωσε». «Ένα αγόρι;» ρωτάει η Μ αρίνα με υψωμένο το φρύδι. «Δεν καταλαβαίνω…» λέει ο Οχτώ. «Πώς κατάφερε κάποιος να μπει σε μια μογκαντοριανή βάση; Ήταν κυβερνητικός πράκτορας; Και γιατί σε βοήθησε;» Πριν προλάβει να απαντήσει ο πατέρας μου, μιλάει ο Πέντε. Ο τρόπος με τον οποίο ζυγίζει με το βλέμμα τον πατέρα μου δείχνει πως έχει καταλάβει όλη την ιστορία. «Δεν ήταν άνθρωπος, ε;» Ο πατέρας μου κοιτάζει πρώτα τον Πέντε και ύστερα τον Τζον προτού στρέψει το βλέμμα του σε μένα. «Αυτοαποκαλούνταν Άνταμ, αλλά στην πραγματικότητα τον


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

161

έλεγαν Άνταμους. Ήταν Μ ογκαντόρι». «Σε βοήθησε ένας Μ ογκαντόρι;» ρωτάει ήσυχα η Μ αρίνα, ενώ όλοι οι άλλοι κοιτάζουν τον πατέρα μου μέσα σε μια έκπληκτη σιωπή. Ο Εννιά τινάζεται απότομα όρθιος και κοιτάζει τον Τζον. «Μ εγάλε, όλο αυτό βρομάει παγίδα… Πρέπει να κλείσουμε αυτό το μέρος». Ο Τζον υψώνει το χέρι του, προσπαθώντας να καθησυχάσει τον Εννιά. Κανένας από τους άλλους δεν παίρνει το μέρος του δεύτερου, κι αυτό είναι ανακουφιστικό. Παρ’ όλα αυτά, κοιτάζονται μεταξύ τους αγχωμένοι, και παρότι εγώ εμπιστεύομαι τους Γκάρντι, ανησυχώ ξαφνικά ότι μπορεί εκείνοι να μην εμπιστεύονται τον πατέρα μου. «Ηρέμησε…» συστήνει ο Τζον στον Εννιά. «Πρέπει να ακούσουμε όλη την ιστορία. Μ άλκολμ, αυτά που λες είναι τελείως παλαβά». «Το ξέρω, πίστεψέ με» αποκρίνεται εκείνος. «Αυτό που έμαθα είναι πως υπάρχουν δύο είδη Μ ογκαντόρι. Μ ερικοί απ’ αυτούς είναι γεννημένοι μέσω γενετικής μηχανικής – τους ονομάζουν Εργαστηριογενείς. Πιστεύω πως είναι σαν τους αναλώσιμους στρατιώτες που έχετε συναντήσει τυχαία τόσες φορές. Αυτούς τους σιχαμερούς, που δε θα μπορούσαν ποτέ να θεωρηθούν άνθρωποι. Τους εκτρέφουν μόνο για να σκοτώνουν. Και ύστερα υπάρχουν οι άλλοι, εκείνοι που αυτοαποκαλούνται Γνήσιοι. Αποτελούν την κυρίαρχη τάξη. Ο Άνταμ ήταν ένας απ’ αυτούς, γιος μογκαντοριανού στρατηγού». «Ενδιαφέρον…» λέει ο Οχτώ. «Δε σκέφτηκα ποτέ πώς είναι οργανωμένη η κοινωνία τους». «Ποιος νοιάζεται;» γρυλίζει ο Εννιά. Στέκεται με τα χέρια στην πλάτη της καρέκλας του, σαν να είναι έτοιμος να την εκσφενδονίσει. «Πήγαινε στο σημείο που αποδεικνύει πως όλο αυτό δεν είναι παγίδα των Μ ογκαντόρι». «Έκαναν πειράματα πάνω στον Άνταμ με τα ίδια μηχανήματα που χρησιμοποίησαν και στη δική μου μνήμη» συνεχίζει ο


162

PITTACUS LORE

πατέρας μου, χωρίς να πτοηθεί από την αυξανόμενη ένταση. «Είχαν το σώμα μιας Γκάρντι –της Νούμερο Ένα, νομίζω– και προσπάθησαν να αποθηκεύσουν τη μνήμη της σ’ αυτόν, θεωρώντας ότι θα τους βοηθούσε να βρουν τους υπόλοιπους από σας». «Το σώμα της» λέει ήρεμα η Μ αρίνα. «Εντελώς άρρωστο». Ο πατέρας μου συγκατανεύει. «Δεν πέτυχε όπως ήθελαν οι Μ ογκαντόρι. Όταν εκτέθηκε στις αναμνήσεις της Ένα, πιστεύω πως ο Άνταμ ανέπτυξε αμφιβολίες για τον λαό του. Εξεγέρθηκε. Και ταυτόχρονα με βοήθησε να το σκάσω και να βρω τον Σαμ». Ο Εννιά κουνάει το κεφάλι. «Ακριβώς τέτοιες ιστορίες με διπλούς πράκτορες είναι που γουστάρουν να στήνουν!» επιμένει. «Εσύ το γνώρισες αυτό το μογκαντοριανό παιδί;» με ρωτάει η Έξι. Τώρα κοιτάζουν όλοι εμένα τόσο εξεταστικά, όσο και τον πατέρα μου πριν από λίγο. Ξεροβήχω, νιώθω άβολα. «Ναι. Ήταν στη βάση Ντούλτσε… Κράτησε μακριά μας μια μοίρα Μ ογκαντόρι, ενώ ο πατέρας μου κι εγώ το σκάγαμε». Ο πατέρας μου σκοτεινιάζει, κατεβάζει το βλέμμα στο τραπέζι. «Φοβάμαι ότι δεν επέζησε απ’ τη μάχη…» «Να και κάτι ανακουφιστικό!» μουγκρίζει ο Εννιά και ξανακάθεται επιτέλους στην καρέκλα του. «Υπάρχει και κάτι άλλο…» λέω κοιτάζοντας διστακτικά τον πατέρα μου, ενώ αναρωτιέμαι πώς ακριβώς θα έπρεπε να διατυπώσω την επόμενη αποκάλυψή μου. «Τι είναι, Σαμ;» ρωτάει ο Τζον. «Κατά τη διάρκεια της μάχης, έκανε… το έδαφος να τρέμει. Λες και είχε κάποιο Χάρισμα». «Μ αλακίες και κόντρα μαλακίες…» ξεφυσάει ο Εννιά. «Είναι αλήθεια» αντιπαραθέτει ο πατέρας μου. «Το είχα ξεχάσει αυτό. Κάτι του συνέβη κατά τη διάρκεια του πειράματος». Η Έγια μιλάει, ενώ μια χροιά φόβου διακρίνεται στη φωνή


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

163

της. «Είναι αλήθεια; Μ πορούν να κλέψουν τις δυνάμεις μας;» «Δε νομίζω πως έκλεψε το Χάρισμα» ξεκαθαρίζει ο πατέρας μου. «Είπε πως ήταν ένα δώρο απ’ τους Λόριαν». Ο Οχτώ κοιτάζει γύρω του. «Θυμάστε να δώσατε κάνα δώρο στους Μ ογκαντόρι;» Ο Τζον σταυρώνει τα χέρια στο στήθος του. «Δε μου φαίνεται πιθανό». «Λυπάμαι που σας ταράζουν αυτά τα νέα» λέει ο πατέρας μου κοιτάζοντας τριγύρω. «Ήθελα να σας πω τα πάντα, ακόμα και τις δυσάρεστες λεπτομέρειες». «Είναι στ’ αλήθεια τόσο άσχημα;» ρωτάει η Μ αρίνα. «Θέλω να πω, αν ένας Μ ογκαντόρι μπόρεσε να καταλάβει πως αυτό που κάνουν δεν είναι σωστό, μήπως κι άλλοι…» «Μ ήπως θες να βασιστείς στο ότι θα γίνουν συμπονετικοί ξαφνικά;» πετάει απότομα ο Εννιά, και η Μ αρίνα σταματάει να μιλάει. Και τότε μου έρχεται κάτι στον νου, ίσως επειδή τόση ώρα κουβεντιάζαμε για το πώς οι Γκάρντι ανέπτυξαν τα Χαρίσματά τους και άκουγα τις νέες λεπτομέρειες που είπε ο πατέρας μου για τον κόσμο τους. «Τα Χαρίσματά σας προέρχονται απ’ τον Λόριεν. Έτσι δεν είναι;» «Αυτό μου είπε ο Χένρι» απαντάει ο Τζον. «Το ίδιο και η Καταρίνα» προσθέτει η Έξι. «Αν λοιπόν είναι έτσι, δεν πρέπει να είναι κάτι που θα μπορούσαν να κλέψουν οι Μ ογκαντόρι με την τεχνολογία τους. Θέλω να πω, αν μπορούσαν να το κάνουν αυτό, θα είχαν κλέψει περισσότερες δυνάμεις απ’ τους Λόριαν τώρα πια… Σωστά;» «Τι ακριβώς θες να πεις;» ρωτάει ο Τζον υψώνοντας τα φρύδια του. «Αυτό που μάλλον θέλω να πω είναι… Μ ήπως ο Άνταμ κληρονόμησε αυτό το Χάρισμα επειδή το ήθελε η Ένα;» Στη μια πλευρά μου, ο Εννιά ξεφυσάει περιφρονητικά. Στην άλλη πλευρά μου, ο πατέρας μου αφήνει έναν λαρυγγικό ήχο, το σκέφτεται τρίβοντας το σαγόνι του. «Ενδιαφέρουσα θεωρία…»


164

PITTACUS LORE

παραδέχεται. «Ναι, καλά…» λέει ο Εννιά σκύβοντας μπροστά για να κοιτάξει προσεκτικά τον πατέρα μου. «Είσαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται για κάποια καλοστημένη παγίδα των Μ ογκαντόρι; Είσαι βέβαιος ότι δε σε παρακολούθησαν;» «Είμαι βέβαιος» απαντάει ανέκκλητα ο πατέρας μου. Στο βάθος του τραπεζιού ο Πέντε γελάει. Ήταν σιωπηλός στο μεγαλύτερο μέρος της κουβέντας μας για τον Άνταμ. Τώρα κοιτάζει γύρω του δύσπιστος. «Λυπάμαι, αλλά οι μισές ιστορίες που μου είπατε μόλις έχουν να κάνουν με γήινους που σας προδίδουν στους Μ ογκαντόρι». Ανεμίζει το χέρι του προς το μέρος μας. «Μ άλιστα αυτοί οι δύο ήρθαν σε επαφή με τους Μ ογκαντόρι πριν από λίγες εβδομάδες. Έκαναν παρέα. Κι εσείς θα τους εμπιστευτείτε;» Ο Τζον δε διστάζει. «Ναι» απαντάει κοιτάζοντας κατάματα τον Πέντε. «Τους εμπιστεύομαι ακόμα και τη ζωή μου. Κι αν αυτός ο αποστάτης Μ ογκαντόρι ζει ακόμα, τότε θα τον βρούμε».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

165

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑΟΧΤΩ

ΔΕΝ Μ ΠΟΡΩ ΝΑ ΚΟΙΜ ΗΘΩ αυτό το βράδυ. Ξαπλωμένος στον εξαιρετικό καναπέ στο καθιστικό του Εννιά που θυμίζει αίθουσα έκθεσης, θα έπρεπε να έχω κοιμηθεί σαν μωρό. Ήταν μια τεράστια αναβάθμιση μετά τα σκληρά, γεμάτα ψύλλους κρεβάτια των μοτέλ που ο πατέρας μου κι εγώ υπομέναμε, για να μην αναφέρω τα υπέροχα καταλύματα του Σετράκους Ρα. Είναι πάρα πολλά αυτά που έχω να σκεφτώ. Ξαναβρήκα επιτέλους τους Γκάρντι και τον πατέρα μου, είμαι έτοιμος να ξεκινήσω πραγματικά τον αγώνα κατά των Μ ογκαντόρι, αλλά αισθάνομαι ανήσυχος. Ανησυχώ για το μέλλον. Ανησυχώ για το αν θα καταφέρω να ταιριάξω με τους Λόριαν. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί και κοιμάται ο πατέρας μου. Φαινόταν εξουθενωμένος μετά το δείπνο· ξέρω ότι το να απαντάει στις ερωτήσεις των Γκάρντι με τη μνήμη του κατακερματισμένη ήταν κάτι που τον καταπόνησε πολύ. Ίσως ένιωθα αμήχανα επειδή γνώρισα τόσους νέους Γκάρντι. Μ ε τον Τζον και την Έξι είχα χρόνο να σφυρηλατήσω τη φιλία μου, είχα χρόνο να συνηθίσω όλη αυτή την ιστορία με τους εξωγήινους. Το ότι βρέθηκα κοντά στους υπόλοιπους σαν να ανέτρεψε την ισορροπία μου. Τις ψευτοπαλικαριές του Εννιά μπορώ να τις αντιμετωπίσω. Η Μ αρίνα και η Έγια μού φάνηκαν αρκετά φυσιολογικές. Αλλά μετά υπήρχε ο Οχτώ, που βασικά ξεγέλασε τους γήινους ώστε να μάχονται για χάρη του. Και ο


166

PITTACUS LORE

Πέντε – τέλος πάντων, δε νομίζω να κατάλαβε ακόμα κανένας τι παίζει πραγματικά με αυτόν. Καμιά φορά φέρεται σαν το πιο ανόητο κοινωνικά άτομο στον κόσμο, κι άλλες φορές κοροϊδεύει ύπουλα τους πάντες. Ποιος θα ήταν ο ρόλος μου εδώ; Ο φιλαράκος του Τζον από το λύκειο, το θαρραλέο τσιράκι του; Θέλω να συμμετάσχω περισσότερο από αυτό. Απλώς δεν είμαι βέβαιος για το πώς μπορώ να το κάνω. Πρέπει να κοιμήθηκα, τουλάχιστον λιγάκι, στριφογυρίζοντας πάνω στον καναπέ. Οι διακοσμημένοι δείκτες αυτού του απίστευτα ακριβού στην όψη επιδαπέδιου ρολογιού-αντίκα στη γωνία δείχνουν πως είναι νωρίς. Καλύτερα να σηκωθώ, να κάνω και κάτι. Έχω τέτοια νευρικότητα, ώστε δεν ξέρω τι να κάνω με τα χέρια μου. Ίσως μπορώ να κατέβω στην Αίθουσα Διαλέξεων και να ξεκινήσω κάποιες από τις δουλειές που ήθελε να τελειώσει ο πατέρας μου. Δεν μπορώ βέβαια να ξαναστήσω από την αρχή μια κεντρική μονάδα υπολογιστή, αλλά είμαι βέβαιος ότι μπορώ να συνδέσω μόνος μου μερικά από τα κομμένα καλώδια. Το ρετιρέ είναι απόκοσμα σιωπηλό καθώς το διασχίζω. Τα σανίδια του πατώματος τρίζουν στον διάδρομο, και σχεδόν αμέσως η πόρτα του Πέντε ανοίγει απότομα και με ξαφνιάζει. Είναι πλήρως ντυμένος ακόμα, πράγμα παράξενο, σαν να ήταν καθισμένος οκλαδόν πίσω από την πόρτα του, περιμένοντας να πηδήσει έξω με την πρώτη ένδειξη κινδύνου. Το ένα του χέρι κινείται νευρικά, στριφογυρίζει ένα ζευγάρι μπαλάκια σε μέγεθος μπίλιας στην παλάμη του. «Γεια…» ψιθυρίζω. «Εγώ είμαι. Συγγνώμη αν σε ξύπνησα…» «Γιατί είσαι ακόμα στο πόδι;» ψιθυρίζει με τη σειρά του καχύποπτα. «Θα μπορούσα να σου κάνω την ίδια ερώτηση» του απαντάω. Αναστενάζει και δίνει την εντύπωση ότι κάνει λιγάκι πίσω, σαν να μη θέλει αντιπαραθέσεις. «Ναι, συγγνώμη… Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Αυτό το μέρος με φρικάρει. Παραείναι μεγάλο». Ο


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

167

Πέντε σταματάει, τρίβοντας το πρόσωπό του σαν να ντρέπεται. «Απ’ το Άρκανσο και ύστερα όλο σκέφτομαι πως ένα απ’ αυτά τα τέρατα θα εμφανιστεί και θα με σκοτώσει». «Ναι, την ξέρω αυτή την αίσθηση. Δεν πειράζει. Νομίζω πως είμαστε ασφαλείς εδώ…» Δείχνω με το χέρι μου τον διάδρομο. «Θα πάω να δουλέψω στην Αίθουσα Διαλέξεων. Θες να έρθεις;» Ο Πέντε κουνάει το κεφάλι του. «Όχι, ευχαριστώ». Ξεκινάει να κλείνει την πόρτα του, μετά σταματάει. «Ξέρεις, δεν πιστεύω πραγματικά πως εσύ και ο μπαμπάς σου είστε κατάσκοποι των Μ ογκαντόρι, τίποτα τέτοιο. Στο βραδινό έπαιζα… εεε… τον δικηγόρο του διαβόλου». «Ναι. Ευχαριστώ». «Θέλω να πω, αν ήμουν Μ ογκαντόρι και στρατολογούσα κατασκόπους, θα επέλεγα γήινους που θα φαίνονταν κάπως πιο ζόρικοι. Κατάλαβες;» «Μ άλιστα…» αποκρίνομαι και σταυρώνω τα χέρια. «Βασικά δεν ξέρεις πότε να σταματήσεις να μιλάς όταν ζητάς συγγνώμη… Έτσι;» «Εεε… Μ ε συγχωρείς… Ακούστηκε λάθος» απολογείται ο Πέντε χτυπώντας το κεφάλι με το χέρι του. «Η κοινωνική μου ευαισθησία έχει πραγματικά τα χάλια της. Λες να το πρόσεξε κανείς άλλος;» «Εεε…» Ο Πέντε χαμογελάει. «Πλάκα κάνω, Σαμ… Φυσικά και το πρόσεξαν. Ξέρω πως είμαι ένας κόπανος του κερατά. Όπως είπες, καμιά φορά δεν μπορώ να το βουλώσω». «Αφού συνήθισαν τον Εννιά, μπορούν να συνηθίσουν και σένα» αποκρίνομαι. «Ναι. Αυτό είναι… ενθαρρυντικό μάλλον». Ο Πέντε αναστενάζει. «Καληνύχτα, Σαμ… Μ ην καταστρώσεις τίποτα σατανικά σχέδια στην Αίθουσα Διαλέξεων». Ο Πέντε κλείνει την πόρτα του. Στέκομαι στον διάδρομο και τον ακούω να κινείται στο δωμάτιό του. Είναι κάπως


168

PITTACUS LORE

αντιπαθητικός, αυτό, ναι, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί νιώθει αγχωμένος κοντά στους άλλους Γκάρντι. Κι εγώ έτσι αισθάνομαι. Έκπληκτος, βρίσκω κιόλας τα φώτα αναμμένα στην Αίθουσα Διαλέξεων. Η Σάρα είναι εκεί, στέκεται στο τμήμα της σκοποβολής. Φοράει ένα φανελάκι και το παντελόνι μιας φόρμας. Κρατάει επίσης ένα τόξο, το οποίο παίζει να είναι ένα από τα πιο παράξενα πράγματα που έχω δει ποτέ μου. Την παρακολουθώ που ετοιμάζεται να ρίξει ένα βέλος. «Να σου τραβήξω μια φωτογραφία για το σχολικό λεύκωμα;» ρωτάω. Η φωνή μου κάνει ηχώ στον αχανή χώρο. Η Σάρα τινάζεται. Το βέλος που ήταν έτοιμη να ρίξει πάει βουίζοντας μακριά από τον χάρτινο Μ ογκαντόρι που κρέμεται στην άλλη άκρη του δωματίου. Στρέφεται με ένα πλατύ χαμόγελο, κραδαίνοντας το τόξο και τρίζοντας τα δόντια της απειλητικά. Τραβάω μια φωτογραφία με μια φανταστική κάμερα. «Να κάτι που αποκλείεται να το πιστέψουν τα παιδιά στο Παραντάιζ» λέω. «Αλλά εσύ είσαι σίγουρα το φαβορί για το βραβείο “Η πιο πιθανή να σακατεύει”». Η Σάρα γελάει. «Θεέ μου, απέχουμε πολύ απ’ τις συναντήσεις για το λεύκωμα της χρονιάς! Έτσι δεν είναι;» «Ναι, χωρίς πλάκα». Η Σάρα ακουμπάει κάτω το τόξο και με ξαφνιάζει αγκαλιάζοντάς με. «Γιατί αυτό;» «Μ ου φάνηκε ότι το χρειαζόσουν» απαντάει σηκώνοντας τους ώμους. «Επίσης, και μην πεις στους άλλους ότι το είπα, είναι πολύ ωραίο να έχω κοντά μου ακόμα έναν γήινο». Συνειδητοποιώ πως η Σάρα, λίγο πολύ, είναι η μόνη άλλη έφηβη στη Γη που γνωρίζει τι σημαίνει να είσαι φίλος με ένα κάρο εξωγήινους οι οποίοι μετέχουν σ’ έναν διαγαλαξιακό πόλεμο. Δεν το έχουμε συζητήσει ποτέ· έχουμε μοιραστεί, όμως, έναν σωρό αλλόκοτες εμπειρίες. «Θα έπρεπε να στήσουμε μια διμελή ομάδα στήριξης»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

169

προτείνω. «Ξέρεις, αν με ρωτούσες πέρυσι, θα έλεγα ότι το πιο τρομακτικό πράγμα που είδα ποτέ ήταν ένα τελικό διαγώνισμα χημείας!» λέει γελώντας η Σάρα. «Και τώρα, μόλις χτες, παρακολούθησα το αγόρι μου να πολεμάει ένα τερατώδες, γιγάντιο σκουλήκι». Γελάω. «Το σίγουρο είναι πως η ζωή έγινε σκέτη τρέλα, και μάλιστα πολύ γρήγορα!» «Δεν είναι ν’ απορείς που αρχίζουμε να πάσχουμε από αϋπνίες…» Πηγαίνω προς το Λέκτερν και αρχίζω να εξετάζω μερικά καλώδια με τα οποία δούλευε ο πατέρας μου νωρίτερα. Η Σάρα κάθεται δίπλα μου σταυροπόδι και παρακολουθεί. «Δηλαδή, όταν δεν μπορείς να κοιμηθείς, κατεβαίνεις εδώ και ρίχνεις με το τόξο;» «Είναι τόσο καλό όσο κι ένα ζεστό ποτήρι γάλα» απαντάει. «Βασικά μαθαίνω σκοποβολή, αλλά δεν ήθελα να ξυπνήσω τους πάντες με τους πυροβολισμούς». «Ναι. Δε θα ήταν και τόσο καλή ιδέα… Είναι όλοι λίγο τσιτωμένοι, ε;» «Και λίγα λες…» Κοιτάζω τη Σάρα. Είναι τόσο δύσκολο να πιστέψω πως πρόκειται για την ίδια συμμαθήτριά μου στο λύκειο. Αυτό που πραγματικά με σαστίζει είναι ότι κάνουμε μια συζήτηση για εκπαίδευση στα όπλα. «Έρχομαι πολύ συχνά εδώ, πράγματι» συνεχίζει. «Ο Τζον δεν κοιμάται πολύ. Κι όταν κοιμάται, όλο στριφογυρίζει. Και ύστερα γλιστράει απ’ το κρεβάτι το πρωί και πάει να μελαγχολήσει στην ταράτσα. Νομίζει ότι δεν το έχω προσέξει, μα εγώ το πρόσεξα». Χαμογελάω πονηρά στη Σάρα σηκώνοντας το φρύδι. «Κοιμάστε στο ίδιο κρεβάτι, ε;» Μ ε κλοτσάει παιχνιδιάρικα. «Ό,τι να ’ναι, Σαμ… Δεν υπάρχουν και πολλές κρεβατοκάμαρες. Πάντως δεν είναι αυτό


170

PITTACUS LORE

που νομίζεις. Υπάρχει κάτι που δεν είναι καθόλου ρομαντικό όταν κρύβεσαι από εξωγήινους εισβολείς με δολοφονικά ένστικτα, ξέρεις… Για να μην αναφέρω ότι δε μ’ αρέσει η ιδέα πως ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται στο δωμάτιο ή κάτι τέτοιο». Μ ισοκλείνει τα μάτια. «Εσύ πάντως μην το πεις στους γονείς μου». «Το μυστικό σου είναι ασφαλές μαζί μου» της λέω. «Εμείς οι γήινοι πρέπει να μείνουμε ενωμένοι σαν μια γροθιά». Τελειώνω την επανασύνδεση των καλωδίων, και κάτι ξυπνάει στο Λέκτερν. Ένα από τα ταμπλό στον τοίχο τινάζεται έξω σαν πιστόνι και μετά συστέλλεται. «Τι κάνει αυτό;» ρωτάει η Σάρα. «Είναι σαν προσομοίωση μάχης, φαντάζομαι, κάτι τέτοιο. Ο Εννιά μού είπε πως ο Σεπάν του είχε στήσει κάθε είδους εμπόδια και παγίδες εδώ μέσα». Η Σάρα χτυπάει το πάτωμα μπροστά της. Κάτι μεταλλικό κροταλίζει κάτω από το χέρι της και τινάζεται πίσω. «Πρέπει να προσέχω πού κάθομαι, μου φαίνεται». Σταματάω να πειράζω τα καλώδια, θέλοντας να περιμένω τον πατέρα μου προτού συνεχίσω περαιτέρω· και επίσης δε θέλω να πυροδοτήσω κατά λάθος καμιά παγίδα με καρφιά κάτω από τη Σάρα. Μ ε αγγίζει απαλά στο μπράτσο. «Λοιπόν; Γιατί δεν κοιμάσαι, Σαμ;» Χωρίς να το συνειδητοποιώ, πιάνω τον εαυτό μου να τρίβει τις ουλές στους καρπούς μου. «Είχα πολύ χρόνο να σκεφτώ όταν ήμουν αιχμάλωτος…» της απαντάω. «Ξέρω τι εννοείς». Να και κάτι άλλο που έχουμε κοινό με τη Σάρα. «Πέρασα πολύ καιρό σκεφτόμενος τον Τζον και τους άλλους. Τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσα να τους βοηθήσω». «Και;» Ανοίγω τα χέρια μου, δείχνοντας στη Σάρα πού κατέληξα: στο απόλυτο τίποτα.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

171

«Ω…» λέει. «Ε, καλά… Υπάρχει πάντα το τόξο». «Ανησυχώ μήπως δεν καταφέρω να βοηθήσω. Μ ήπως, αργά ή γρήγορα, καταλήξω αιχμάλωτος ξανά ή κάτι χειρότερο, κι αυτό θα δυσκολέψει τα πράγματα για τους άλλους. Μ ετά ακούω μια ιστορία σαν αυτήν που είπε απόψε ο Οχτώ και αναρωτιέμαι μήπως θα ήταν καλύτερο να με έχει παρατήσει ο Τζον στο Παραντάιζ, όπως παράτησε ο Οχτώ εκείνους τους στρατιώτες. Μ ήπως θα ήταν σε καλύτερη φάση αν δεν είχε να ανησυχεί και για μένα». «Ή για μένα…» προσθέτει συνοφρυωμένη η Σάρα. «Δεν εννοούσα αυτό» λέω βιαστικά. «Δεν πειράζει…» αποκρίνεται η Σάρα αγγίζοντας το μπράτσο μου. «Δεν πειράζει, επειδή κάνεις λάθος, Σαμ. Ο Τζον και οι υπόλοιποι μας χρειάζονται. Και υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να κάνουμε». Συγκατανεύω, θέλω να την πιστέψω, αλλά μετά κατεβάζω το βλέμμα μου στις ουλές των καρπών μου και θυμάμαι αυτό που μου είπε ο Σετράκους Ρα στη Δυτική Βιρτζίνια. Μ ένω σιωπηλός. Η Σάρα πηδάει όρθια, απλώνοντας το χέρι της. «Κατ’ αρχάς» λέει «θα μπορούσαμε να πάμε να ετοιμάσουμε πρωινό. Μ άλλον δε θα μας κάνουν επίτιμους Λόριαν γι’ αυτό, μα είναι μια αρχή…» Ρίχνω ένα βεβιασμένο χαμόγελο και σηκώνομαι όρθιος. Η Σάρα δε μου αφήνει το χέρι. Κοιτάζει τις σκούρες, μαβιές ουλές στους καρπούς μου. «Ό,τι κι αν σου συνέβη, Σαμ» συνεχίζει χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω μου, «τέλειωσε πια. Είσαι ασφαλής». Πριν προλάβω να απαντήσω, ένα διαπεραστικό τσίριγμα ακούγεται από μια κρεβατοκάμαρα.


172

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ

ΞΥΠΝΑΩ ΚΑΙ ΤΙΝΑΖΟΜ ΑΙ αμέσως μόλις η Έγια αρχίζει να ουρλιάζει. Ήταν η σειρά μου να μείνω τη νύχτα μαζί της, και το βράδυ είχε περάσει γαλήνια. Μ είναμε ξύπνιες έως αργά μιλώντας για τους νεοαφιχθέντες κι αυτά που μας είπε ο Μ άλκολμ Γκούντι για τον Πίττακους Λόρι και την πιθανότητα να υπάρχουν Μ ογκαντόρι που θα μας βοηθούσαν. Τελικά η Έγια αποκοιμήθηκε, και ήλπιζα πως οι εφιάλτες που τη βασάνιζαν από την εποχή του Νέου Μ εξικού θα είχαν επιτέλους εξαφανιστεί για πάντα. Δεν είχε δει κανέναν από τότε που διάβασε το γράμμα του Κρέυτον. Ίσως τελικά είχε να κάνει με το άγχος. Τώρα που ξεπέρασε την αγωνία για κείνο το γράμμα που δεν έλεγε να ανοίξει, ίσως τα πράγματα ξαναγίνονταν φυσιολογικά. Πού να ήξερα… «Έγια. Έγια, ξύπνα!» της φωνάζω, προσπαθώντας να αποφασίσω αν έπρεπε να την ταρακουνήσω. Νιώθω να πανικοβάλλομαι λιγάκι, ιδίως όταν δεν ξυπνάει με τη μία. Η Έγια σκάβει τις κουβέρτες με τα δάχτυλα, χώνει τις φτέρνες της μέσα στο στρώμα, ενώ ταυτόχρονα αφήνει όλο και πιο τραχιά ουρλιαχτά. Κουνιέται τόσο πολύ, που παραλίγο να πέσει από το κρεβάτι. Απλώνω το χέρι να την κρατήσω. Αμέσως μόλις αγγίζω τον ώμο της Έγια, μια εικόνα σκάει στο μυαλό μου. Δεν είμαι βέβαιη από πού προέρχεται. Το αισθάνομαι όπως όταν η Έγια μού μιλάει τηλεπαθητικά, μόνο που δεν


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

173

υπήρχαν ποτέ οπτικές εικόνες μαζί με τη νοερή φωνή της. Αυτό που βλέπω είναι φρικτό. Είναι στο Σικάγο, στην ίδια παραλίμνια περιοχή όπου ο Οχτώ κι εγώ περιπλανηθήκαμε τις προάλλες. Πτώματα διασκορπισμένα παντού. Ανθρώπινα πτώματα. Ο ουρανός είναι γεμάτος στήλες καπνού από φωτιές εκεί γύρω. Η επιφάνεια της λίμνης είναι σκεπασμένη με κάτι γλοιώδες και μαύρο, σαν πετρέλαιο. Ακούω ουρλιαχτά. Μ υρίζω καμένο. Ακούω εκρήξεις σε απόσταση… Αποτραβιέμαι από την Έγια με κομμένη την ανάσα. Το όραμα χάνεται με τη μία. Είμαι λαχανιασμένη, τρέμω, το στομάχι μου ανακατεύεται. Η Έγια έχει πάψει να ουρλιάζει. Τώρα είναι ξύπνια, με κοιτάζει με ορθάνοιχτα, τρομαγμένα μάτια. Ρίχνω μια ματιά στο ρολόι και συνειδητοποιώ πως έχει περάσει λιγότερο από ένα λεπτό από τη στιγμή που η Έγια πρωτοάρχισε να ουρλιάζει. «Το είδες κι εσύ;» ψιθυρίζει. Γνέφω καταφατικά, δεν ξέρω τι να απαντήσω, πόσο μάλλον να περιγράψω αυτό που είδα. Πώς είναι δυνατόν να βρήκα μόλις τον εαυτό μου στο όνειρο της Έγια; Κάποιος χτυπάει την πόρτα. Χωρίς να πάρει απάντηση, η Σάρα χώνει μέσα το κεφάλι της. Βλέπω τον Σαμ να στέκεται πίσω της στον διάδρομο. Δείχνουν ανήσυχοι και οι δύο. «Είναι όλα κα…» Πριν προλάβει να ολοκληρώσει η Σάρα, η Έγια κάνει μια ξαφνική κίνηση προς την πόρτα και, με τηλεκίνηση, την κοπανάει και την κλείνει. «Έγια! Γιατί το έκανες αυτό;» «Δεν πρέπει να με πλησιάζουν!» απαντάει, με τα μάτια της ορθάνοιχτα και αλαφιασμένα. Κάποιος τραβάει την πόρτα, αλλά αυτή δεν κουνάει ρούπι. Τώρα ακούω τη φωνή του Τζον, που φαίνεται πως ήρθε ακούγοντας τις φωνές και τη φασαρία. «Μ αρίνα; Όλα εντάξει εκεί μέσα;» «Καλά είμαστε!» φωνάζω μέσα από την πόρτα. «Δώστε μας


174

PITTACUS LORE

ένα λεπτό!» Η Έγια τραβάει γύρω της την κουβέρτα και κουλουριάζεται στο κεφάλι του κρεβατιού, πιέζοντας την πλάτη της στον τοίχο. Τα μάτια της είναι ακόμα ορθάνοιχτα και τρέμει σαν το φύλλο. Προσπαθώ να την αγγίξω και τινάζεται μακριά μου. «Μ η!» λέει απότομα. «Κι αν σε στείλω πάλι εκεί;» «Ηρέμησε, Έγια…» της λέω παρηγορητικά. «Τέλειωσε πια. Τα όνειρα δεν μπορούν να σου κάνουν κακό, ιδίως όταν είσαι ξύπνια». Μ ε αφήνει να της κρατήσω το χέρι. Δεν ακολουθεί κανένα τηλεπαθητικό τίναγμα τώρα, και νιώθω ευγνώμων γι’ αυτό. Όποια παράξενη επίδραση κι αν είχε ο εφιάλτης στην τηλεπάθεια της Έγια, τέλειωσε πια. «Πόσα… πόσα είδες;» ρωτάει, και το βλέμμα της εκτοξεύεται εδώ κι εκεί στο δωμάτιο, σαν να υπήρχαν ακόμα περισσέματα του εφιάλτη που παραμόνευαν στις σκιές προκειμένου να την πιάσουν. «Δεν ξέρω καν τι είδα ακριβώς» απαντάω. «Ήταν η πόλη. Σαν να είχε συμβεί κάτι τρομερό». Η Έγια γνέφει καταφατικά. «Είναι μετά τον ερχομό τους». «Ποιων;» τη ρωτάω, αλλά έχω κιόλας μια ιδέα για το ποιους εννοεί. «Των Μ ογκαντόρι. Μ ου δείχνει τι συμβαίνει αφού έρθουν. Μ ε… με ανάγκασε να του πιάσω το χέρι και περπατήσαμε μέσα απ’ όλα αυτά». Η Έγια ανατριχιάζει και αποτραβιέται από τον τοίχο, πέφτει στην αγκαλιά μου. Ανατριχιάζω κι εγώ. Η σκέψη να πρέπει να περπατήσω μέσα σε όλο αυτό το μακελειό χέρι χέρι με τον Σετράκους Ρα είναι αρκετή για να με ταρακουνήσει. Προσπαθώ να δείχνω δυνατή για χάρη της Έγια. «Σσσσς…» ψιθυρίζω. «Όλα καλά τώρα. Τέλειωσε». «Θα συμβεί!» φωνάζει η Έγια. «Δεν μπορούμε να τον σταματήσουμε». «Δεν είναι αλήθεια αυτό» λέω και τη σφίγγω γερά. Προσπαθώ να σκεφτώ τι θα έλεγαν ο Τζον ή η Έξι σ’ αυτή την κατάσταση.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

175

«Οι εφιάλτες είναι ψέματα, Έγια». «Πού το ξέρεις εσύ;» «Θυμάσαι τις ζωγραφιές στη σπηλιά που μας έδειξε ο Οχτώ στην Ινδία; Εκείνες που έδειχναν τον Οχτώ να πεθαίνει; Υποτίθεται πως ήταν μια προφητεία, αλλά εμείς τη σπάσαμε. Δεν υπάρχει προκαθορισμένο μέλλον, μόνο το μέλλον που φτιάχνουμε εμείς». Η Έγια με αφήνει και παίρνει μια σταθεροποιητική ανάσα καθώς συνέρχεται. «Θέλω μόνο να τελειώσουν οι εφιάλτες…» λέει. «Δεν ξέρω γιατί μου συμβαίνει αυτό». «Ο Σετράκους Ρα προσπαθεί να σε φοβίσει» της αποκρίνομαι. «Προσπαθεί να σε φοβίσει επειδή μας φοβάται ο ίδιος». Χαίρομαι που κατάφερα να την ηρεμήσω και που απέπνεα σιγουριά ενώ το έκανα, μιας και στην πραγματικότητα έχω φρικάρει. Το φως του ήλιου αρχίζει να ξεμυτίζει από τις κουρτίνες, και πέρα από αυτό το παράθυρο υπάρχει μια πανέμορφη πόλη γεμάτη αθώους ανθρώπους που την είδα μόλις τώρα ρημαγμένη. Αυτό το όνειρο φάνταζε τόσο αληθινό, που δεν μπορώ να πάψω να το σκέφτομαι. Κι αν τελικά δεν καταφέρουμε να σταματήσουμε τα όσα έρχονται;


176

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ

ΠΙΟ Μ ΕΤΑ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΙ τούς μαζεύω όλους στο καθιστικό γι’ αυτό που ελπίζω ότι θα είναι μια συνεδρίαση στρατηγικής. Χτες βράδυ στο δείπνο βγήκαν στην επιφάνεια μερικά σημαντικά πράγματα, και ήρθε η ώρα να σχεδιάσουμε την επόμενη κίνησή μας. Αν και το πρώτο πράγμα που έπρεπε να αντιμετωπίσει η κουρασμένη ομάδα μας, πολλά μέλη της οποίας είχαν ξυπνήσει από ουρλιαχτά πριν από μερικές ώρες, είναι το θέμα με τους εφιάλτες της Έγια. Ο Μ άλκολμ χαϊδεύει περίσκεπτος τα γένια του. «Ας υποθέσουμε πως αυτοί οι εφιάλτες προκαλούνται απ’ τον Σετράκους Ρα. Το βρίσκω εξαιρετικά ενοχλητικό που είναι ικανός να τους μεταδίδει με κάποιον τρόπο, πιθανόν μέσω κάποιας μορφής μογκαντοριανής τηλεπάθειας, χωρίς να ξέρει την ακριβή μας τοποθεσία. Μ άλιστα είπες ότι είδες το Σικάγο να καίγεται… Σωστά;» Η Έγια γνέφει καταφατικά, δε δείχνει ανυπόμονη να ανασκοπήσει τον τελευταίο της εφιάλτη. Ο Μ πέρνι Κόσαρ, κουλουριασμένος στα πόδια της, την πιέζει με τη μουσούδα του. «Ήταν το Σικάγο μετά από μεγάλη μάχη» αποσαφηνίζει η Μ αρίνα. «Μ ας δουλεύει;» ρωτάει η Έξι. «Ή μήπως είναι κάτι σαν προφητεία;» «Νόμιζα πως είχαμε τελειώσει με τις προφητείες» λέει ο


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

177

Οχτώ υψώνοντας το βλέμμα. «Μ ερικές φορές υπάρχουν κάποια ψήγματα αλήθειας στους εφιάλτες» δηλώνω. «Όπως τότε που είδαμε εκείνο το όραμα για το Νέο Μ εξικό» μπαίνει στη μέση ο Εννιά. «Ναι, αλλά άλλες φορές είναι σαν να προσπαθεί να μας μπερδέψει». «Δε με ανησυχεί τόσο το περιεχόμενο, όσο το γεγονός ότι ο Σετράκους Ρα μπορεί να τους μεταδώσει» συμπληρώνει ο Μ άλκολμ, και βαθιές γραμμές χαράζονται στο μέτωπό του καθώς το σκέφτεται διεξοδικά. «Λέτε να είναι δυνατόν να μπορεί να μας εντοπίσει μέσω των ονείρων;» «Αν μπορούσε να το κάνει αυτό, δε θα πολεμούσαμε ήδη τους Μ ογκαντόρι;» ρωτάει ο Οχτώ. «Γιατί να μπει στον κόπο να παρασύρει τον Τζον και τον Εννιά στο Νέο Μ εξικό;» Κάνω ένα καταφατικό νεύμα, ενώ ξανασκέφτομαι τα οράματα που είχαμε μοιραστεί ο Εννιά κι εγώ. «Παρότι οι εφιάλτες μπορεί να είναι ανατριχιαστικά συγκεκριμένοι, δε νομίζω πως ξέρει πού βρισκόμαστε. Μ άλλον προσπαθεί να μας κάνει να προδοθούμε». «Το θέμα τότε είναι πώς σταματάμε τους εφιάλτες» λέει ο Μ άλκολμ. «Έχω μια λύση» αποκρίνεται η Έξι, κι όλοι κοιτάζουν προς το μέρος της. Πίνει μια μεγάλη γουλιά από τον καφέ της. «Πάμε να σκοτώσουμε τον Σετράκους Ρα». Ο Εννιά χτυπάει τα χέρια και δείχνει την Έξι. «Μ ’ αρέσει όπως σκέφτεται αυτό το γκομενάκι…» «Μ άλιστα. Και είναι τόσο εύκολο;» ρωτάει ο Πέντε, μιλώντας για πρώτη φορά. «Το κάνεις να ακούγεται λες και πρόκειται απλώς να βγάλουμε έξω τα σκουπίδια». «Μ ακάρι να ήταν τόσο απλό…» απαντάω. «Αλλά δεν ξέρουμε πού βρίσκεται, και ακόμα κι αν μπορούσαμε να τον βρούμε, δε θα είναι καμιά εύκολη μάχη. Την τελευταία φορά που τα βάλαμε μαζί του, παραλίγο να μας σκοτώσει». «Μ πορούμε να τον κάνουμε να έρθει αυτός σε μας»


178

PITTACUS LORE

προτείνει ο Εννιά κοιτάζοντας τον Πέντε. «Βάζοντας, ας πούμε, φωτιά και σε άλλα σπαρτά». «Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά!» αντιγυρίζει ο Σαμ. Τον πρόσεξα που ανακάθισε στην καρέκλα του όταν αναφέρθηκε ο Σετράκους Ρα. «Δε μιλάει σοβαρά» λέει ο Πέντε κοιτάζοντας τον Εννιά. «Εμένα κοροϊδεύει». Ο Εννιά υψώνει τους ώμους και παριστάνει πως χασμουριέται. «Ό,τι να ’ναι… Πραγματικά πιστεύω ότι πρέπει να πάμε να πολεμήσουμε με κάτι». «Εσύ μόνο αυτό θες να κάνεις» επεμβαίνει ο Οχτώ. «Ναι, τέτοια γουστάρω!» «Για πρώτη φορά είμαστε μαζί» λέω κρατώντας μετρημένη τη φωνή μου. «Έχουμε το στοιχείο του αιφνιδιασμού με το μέρος μας. Έχουμε μια ευκαιρία να προετοιμαστούμε και να επιλέξουμε την επόμενη μάχη μας. Ας μην κάνουμε τίποτα βιαστικά». «Ο Τζον έχει δίκιο» συμφωνεί η Μ αρίνα. «Υπάρχουν ακόμα έναν σωρό πράγματα που δεν ξέρουμε για τον εαυτό μας, τις δυνάμεις μας, τα Σεντούκια μας». «Καλό θα ήταν να ξέρουμε τι έχουμε στη διάθεσή μας» λέει ο Οχτώ. «Κάναμε λίγη εξάσκηση με τον Εννιά στην Αίθουσα Διαλέξεων τις προάλλες. Μ ας βοήθησε. Παραδόξως…» Ο Εννιά χασκογελάει. «Δέχομαι το κομπλιμέντο και αγνοώ την προσβολή!» «Ναι» παρεμβαίνει η Σάρα. «Νομίζω ότι μιλάω εκ μέρους όλων των γήινων όταν λέω πως λίγη παραπάνω εκπαίδευση στη μάχη δε θα μας έκανε κακό». «Θα μας βοηθούσε επίσης αν μαθαίναμε τι περιέχουν τα Σεντούκια μας» συμπληρώνω. «Ίσως θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιες είναι αυτές οι Πέτρες Φοίνικες για τις οποίες μίλησε ο Μ άλκολμ». «Είναι ανάγκη να γίνει μια απογραφή» αποκρίνεται ο Μ άλκολμ. «Κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να βάλουμε σε πρώτη


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

179

προτεραιότητα την εύρεση του Σεντουκιού σου» δηλώνω κοιτάζοντας τον Πέντε. «Οπωσδήποτε!» λέει ο Πέντε και δείχνει πιο σίγουρος από ποτέ. «Ξέρω ακριβώς πού να πάμε. Μ πορούμε να το κάνουμε όποτε θέλετε». «Αυτή ίσως είναι μια καλή πρώτη αποστολή» λέει ο Οχτώ. «Ιδίως αν καταφέρουμε να την ολοκληρώσουμε κάτω απ’ τη μύτη των Μ ογκαντόρι». «Εγώ νομίζω ακόμα ότι πρέπει απλώς να τινάξουμε στον αέρα την παλιομύτη τους…» μουγκρίζει ο Εννιά. «Σύντομα, φίλε» αποκρίνομαι. «Προς το παρόν πρέπει να παίξουμε το παιχνίδι με ασφάλεια. Να μαζέψουμε τις δυνάμεις μας. Μ άλκολμ. Τι λες γι’ αυτό τον Μ ογκαντόρι; Τον Άνταμ;» Ο Μ άλκολμ κουνάει το κεφάλι, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του κρέμασαν. «Έστησα ένα πρόγραμμα ιχνηλασίας ώστε να ειδοποιηθούμε αν το κινητό του ενεργοποιηθεί, αλλά δεν έχει γίνει τίποτε ακόμα. Φοβάμαι τα χειρότερα…» «Μ πορεί απλώς να ξεφορτώθηκε το τηλέφωνό του…» λέει ο Σαμ, προσπαθώντας να δώσει κουράγιο στον κακοδιάθετο μπαμπά του. «Βγήκαμε λιγάκι εκτός θέματος εδώ πέρα… Έτσι;» προσθέτει η Έξι. «Τι γίνεται με τους εφιάλτες της Έγια;» Εκείνη που απαντάει είναι η Έγια, η οποία άκουγε τόση ώρα ήσυχη. «Θα τα βγάλω πέρα. Την επόμενη φορά που εκείνο το μεγαλόσωμο κτήνος θα μπει στο μυαλό μου, θα του δώσω μια μπουνιά στα μπαλάκια!» «Όπα!» «Εντάξει!» λέω γελώντας. «Λύεται η συνεδρίαση».


180

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ

ΑΡΓΟΤΕΡΑ Μ ΑΖΕΥΟΜ ΑΣΤΕ ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ που έχουμε ακόμα τα Σεντούκια μας στο εργαστήριο με τον Μ άλκολμ. Χαίρομαι που βοηθάω – απλώς δεν ξέρω πόσο χρήσιμη μπορώ να φανώ. Δεν κάναμε και πολλή παρέα με την Αντελίνα ώστε να μου εξηγήσει τι κάνουν όλα αυτά που έχω μέσα στο Σεντούκι μου. Από την Αίθουσα Διαλέξεων φτάνει ο πνιχτός ήχος της Έξι, που εκπαιδεύεται στη σκοποβολή μαζί με τον Σαμ, τη Σάρα και την Έγια. Νομίζω πως είναι και ο Πέντε εκεί, παρόλο που δε φάνηκε και τόσο ενθουσιασμένος μπροστά στην προοπτική να μάθει να πυροβολεί. Ο Εννιά κοιτάζει γεμάτος λαχτάρα την πόρτα της Αίθουσας Διαλέξεων. Αναστενάζει δραματικά και αρχίζει να ψαχουλεύει στο Σεντούκι του. «Για δείτε αυτό» λέει. Σηκώνει μια μικρή μοβ πέτρα να τη δούμε και ύστερα τη βάζει στην ανάστροφη της παλάμης του. Η πέτρα γλιστράει μέσα από το χέρι του, το διαπερνά. Ο Εννιά γυρίζει ανάποδα το χέρι του ακριβώς τη στιγμή που η πέτρα πέφτει μέσα στην παλάμη του. «Πολύ πρώτο, ε;» με ρωτάει κουνώντας πάνω κάτω τα φρύδια του. «Εεε… Ναι. Αλλά τι κάνει ακριβώς;» ρωτάει ο Οχτώ σηκώνοντας το βλέμμα από το δικό του Σεντούκι. «Δεν ξέρω. Εντυπωσιάζει κορίτσια;» Ο Εννιά με κοιτάζει. «Πέτυχε;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

181

«Εεε…» Διστάζω, ενώ προσπαθώ να μη σηκώσω τα μάτια ψηλά. «Δε θα το έλεγα. Αλλά έχω δει τύπους να τηλεμεταφέρονται, οπότε δεν εντυπωσιάζομαι και τόσο εύκολα». «Ζόρικο κοινό». «Πώς νιώθεις όταν περνάει μέσα από το χέρι σου;» ρωτάει ο Μ άλκολμ. Κρατάει ένα στιλό πάνω από ένα ντοσιέ. «Κάπως παράξενα μάλλον… Το χέρι μου μουδιάζει μέχρι να περάσει η πέτρα». Ο Εννιά σηκώνει τους ώμους και κοιτάζει γύρω του. «Θέλετε να δοκιμάσετε;» «Βασικά, ναι» λέει ο Μ άλκολμ. Όταν βάζει την πέτρα στο χέρι του, δε συμβαίνει τίποτα. «Χμμμ… Μ άλλον είναι μόνο για Λόριαν». Ο Μ άλκολμ επιστρέφει την πέτρα στον Εννιά. Αυτός, αντί να τη βάλει και πάλι πίσω στο Σεντούκι του, τη χώνει στην τσέπη του. Ίσως έχει σκοπό να βγει αργότερα και να προσπαθήσει να εντυπωσιάσει τίποτα κορίτσια. Ο Τζον μάς δείχνει μια συλλογή από φύλλα που φαίνονται έτοιμα να θρυμματιστούν· ένας κιτρινισμένος σπάγκος κρατάει δεμένο τον σωρό. Τα λικνίζει απαλά στο χέρι του. Δεν μπορεί να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. «Πρέπει να έχει σχέση με τον Λόριεν… Σωστά;» «Ίσως είναι μια υπενθύμιση απ’ τον Χένρι να κουρέψεις το γκαζόν» απαντάει ο Εννιά, ψαχουλεύοντας και πάλι μέσα στο Σεντούκι του. «Εγώ δεν έχω καθόλου χαζοφύλλα εδώ μέσα». Ο Μ άλκολμ κοιτάζει τον σωρό στα χέρια του Τζον. Περνάει ελαφρώς τον δείκτη του κατά μήκος της άκρης ενός φύλλου. Σχεδόν περιμένω πως αυτό το ντελικάτο πραματάκι θα διαλυθεί. Ξαφνικά ο ήχος μιας λεπτής αύρας γεμίζει το δωμάτιο. Σταματάει μόλις ο Μ άλκολμ τραβάει το δάχτυλό του. «Το ακούσατε όλοι αυτό;» ρωτάει. «Ακούστηκε σαν να άφησε κάποιος ένα παράθυρο ανοιχτό» απαντάει ο Οχτώ κοιτάζοντας γύρω μας τους τέσσερις, φίσκα στον εξοπλισμό τοίχους. Ούτε μία ακτίνα φωτός δεν έρχεται από πουθενά.


182

PITTACUS LORE

«Ήταν ο ήχος του ανέμου στον Λόριεν» λέει ο Τζον, και το βλέμμα του γίνεται απόμακρο. «Δεν ξέρω πώς, αλλά ξέρω πως ήταν αυτό…» «Κάν’ το πάλι» προτείνει ο Εννιά, και με ξαφνιάζει η ειλικρίνεια στη φωνή του. Πραγματικά, όμως, θέλω κι εγώ να ακούσω πάλι τον άνεμο. Είχε κάτι το παρήγορο. Ο Τζον περνάει τα χέρια του από τα φύλλα, κι αυτήν τη φορά ο ήχος είναι πιο γεμάτος. Το δέρμα μου ανατριχιάζει· είναι λες και αισθάνομαι το δροσερό λοριανό αεράκι πάνω του. Πανέμορφο. «Καταπληκτικό!» αναφωνεί ο Οχτώ. «Ναι. Αλλά πού χρησιμεύει;» ρωτάει ο Εννιά, επιστρέφοντας στη συνήθη του τραχύτητα. «Είναι μια υπενθύμιση» απαντάει ο Τζον. Η φωνή του είναι χαμηλή, σαν να πνίγεται κάπως και να προσπαθεί να το κρύψει. «Μ ια υπενθύμιση για το τι έχουμε αφήσει πίσω μας. Για ποιον λόγο πολεμάμε». «Ενδιαφέρον…» Ο Μ άλκολμ γράφει μια σημείωση στο ντοσιέ του. «Θα χρειαστεί περαιτέρω μελέτη». Ο Μ άλκολμ στέκεται πάνω από τον ώμο μας καθώς ένας ένας αδειάζουμε τα Σεντούκια μας. Καταγράφει τα πάντα, κρατάει σημειώσεις για τα αντικείμενα που ξέρουμε με ποιον τρόπο δουλεύουν και υπογραμμίζει εκείνα που δεν ξέρουμε. Από τα σκούρα γάντια που αχνοφέγγουν όταν τα αγγίζω έως την κυκλική συσκευή που θυμίζει κάπως πυξίδα, στην ουσία κάθε αντικείμενο της Κληρονομιάς μου υπογραμμίζεται. «Τι λέτε να κάνει αυτό;» ρωτάει ο Οχτώ δείχνοντάς μας ένα κυρτό κέρατο που μοιάζει σαν να το έσπασαν από το κεφάλι μικρού ελαφιού. «Είναι το μόνο πράγμα εδώ μέσα που δεν ξέρω να το δουλεύω». Πέντε δευτερόλεπτα αφότου ο Οχτώ μάς έδειξε το κέρατο, ο Μ πέρνι Κόσαρ ορμάει από την πόρτα του εργαστηρίου με το ρύγχος του στον αέρα. Είναι γεμάτος έξαψη, κουνάει την ουρά του. Πηδάει κατευθείαν πάνω στον Οχτώ, τον σπρώχνει με τις


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

183

πατούσες του. «Θέλει το κέρατο» λέει ο Τζον. «Σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες…» Ο Οχτώ υψώνει τους ώμους, κατεβάζει το κέρατο, και ο Μ πι Κέι το παίρνει στα σαγόνια του. Πέφτει ανάσκελα και αρχίζει να κυλιέται πίσω εμπρός. Αφήνει ένα χαρούμενο γουργουρητό, που οπωσδήποτε δεν ταιριάζει με τη σκυλίσια μορφή του. Επιπλέον, η μορφή του αρχίζει να τρεμοφέγγει, σχεδόν σαν να έχει πρόβλημα να ελέγξει τον εαυτό του. «Τι αλλόκοτα που φέρεται!» Ο Εννιά γελάει υστερικά. «Αν δεν κρυβόμασταν, θα το ανέβαζα οπωσδήποτε στο ίντερνετ!» «Όπα, όπα!» λέει ο Τζον τρίβοντας τα μηνίγγια του. «Ηρέμησε, Μ πι Κέι». Ο Μ άλκολμ κοιτάζει πρώτα τον Μ πι Κέι και κατόπιν τον Τζον. «Μ πορείς να επικοινωνήσεις μαζί του;» «Ναι» απαντάει ο Τζον. «Τηλεπαθητικά. Το ίδιο και ο Εννιά. Έχει φτιαχτεί κανονικά. Λέει ότι το κέρατο είναι –δεν ξέρω πώς να το θέσω, μου έρχεται σε μια αλλόκοτη γλώσσα– κάτι σαν τοτέμ, κάτι τέτοιο. Για τις Χίμαιρες». «Ε, αφού είναι η μόνη μας Χίμαιρα, μπορεί να το κρατήσει» αποκρίνεται ο Οχτώ και σκύβει να τρίψει την κοιλιά του Μ πι Κέι. «Η Έγια ήρθε εδώ με ένα σκάφος γεμάτο Χίμαιρες» λέω. «Μ ήπως θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε για να τις φέρουμε εδώ; Ίσως έχουν χαθεί και πρέπει να μάθουν πού θα μας βρουν». Ο Μ άλκολμ ξεκινάει αμέσως να γράφει στο ντοσιέ του. «Πολύ καλή σκέψη, Μ αρίνα…» Χαμογελάω, φουσκώνω από περηφάνια. Αν μπορούσα να καταλάβω τι κάνουν και τα πράγματα του δικού μου Σεντουκιού… «Αν ψάχνετε για βαρετές αηδίες με θέμα τη φύση, έχω αυτό» λέει ο Εννιά δείχνοντας ένα μικρό δερμάτινο πουγκί. Το δείχνει γύρω γύρω και κοιτάζουμε όλοι μέσα. Είναι γεμάτο με πλούσιο,


184

PITTACUS LORE

καφέ στο χρώμα της σοκολάτας, χώμα. «Όταν ο Σαντόρ μού εξηγούσε την Κληρονομιά μου, μου είπε πως είναι για να φυτεύεις πράγματα. Αλλά ότι δε θα το χρειαζόμασταν για αρκετό καιρό». Ο Εννιά δένει πάλι τα δερμάτινα κορδόνια στο πάνω μέρος του πουγκιού και το ξαναρίχνει περιφρονητικά στο Σεντούκι του. Μ άλλον δεν ενδιαφέρεται καθόλου για πράγματα που δε σκοτώνουν Μ ογκαντόρι. Κοιτάζω στο Σεντούκι μου. Παραμερίζω τη συλλογή από πετράδια που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τη δική μου ισπανική εκδοχή του ρετιρέ του Εννιά, αν βέβαια ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο η Αντελίνα, και ψάχνω για οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει κάποια σχέση με την ανοικοδόμηση του Λόριεν. «Τι λέτε γι’ αυτό;» ρωτάω και τους δείχνω ένα λεπτό φιαλίδιο με κρυστάλλινο νερό. Το γυαλί είναι δροσερό καθώς το αγγίζουν τα ακροδάχτυλά μου. «Πιες το» προτείνει ο Εννιά. Ο Μ άλκολμ κουνάει το κεφάλι του. «Σας συνιστώ να μην καταπιείτε τίποτε απ’ τα αντικείμενα που υπάρχουν στα Σεντούκια σας μέχρι να μάθουμε τι κάνουν». «Άκουσες;» Ο Οχτώ ρίχνει μια αγκωνιά στον Εννιά. «Μ η φας καμιά απ’ τις πέτρες σου». Ξεβουλώνω το φιαλίδιο. Αμέσως μόλις το αγγίζει ο αέρας, το υγρό παίρνει μια μπλε απόχρωση, ίδια ακριβώς με αυτήν του Λοραλίτη. Είναι μόνο μια σύντομη αντίδραση, αν και το μπλε ξεθωριάζει γρήγορα και ξαναγίνεται καθαρό νερό. Σέρνω το δάχτυλο στο πλάι του φιαλιδίου, κι ένα ίχνος λαμπερού μπλε εμφανίζεται στο υγρό, το οποίο ξεθωριάζει αμέσως μόλις παίρνω το δάχτυλό μου. Παρατηρώ μερικές μικρές μπλε σπείρες να στροβιλίζονται κάτω από τα ακροδάχτυλά μου εκεί όπου κρατάω το φιαλίδιο. «Το βλέπετε αυτό;» κραυγάζω. «Λες και το υγρό νιώθει το άγγιγμά σου μέσα απ’ το γυαλί» απαντάει ο Τζον.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

185

«Μ πορώ;» ρωτάει ο Μ άλκολμ. Το δίνω στον Μ άλκολμ. Όταν πιάνει στα χέρια του το φιαλίδιο, το χρώμα του υγρού δεν αλλάζει. «Χμμμ…» μουρμουρίζει και απλώνει το χέρι για να δώσει το φιαλίδιο στον Τζον. «Δοκίμασε εσύ». Αμέσως μόλις ο Τζον παίρνει το φιαλίδιο από τον Μ άλκολμ, το υγρό αστράφτει με τη λαμπερή απόχρωση κοβαλτίου του Λοραλίτη. Το παρακολουθούμε όλοι να ξεθωριάζει, εκτός από το σημείο όπου το αγγίζει ο Τζον. Ο τρόπος με τον οποίο το υγρό πάλλεται δίνει την αίσθηση ότι θέλει να βγει από το φιαλίδιο· είναι σαν να ανυπομονεί να βρεθεί σε επαφή μαζί μας. «Οπότε εντοπίζει τους Λόριαν» λέει ο Οχτώ. «Αλλά ποιο το όφελος αν είμαστε οι μόνοι που έχουμε απομείνει;» «Θα δοκιμάσω κάτι» προτείνω, παίρνοντας πίσω το φιαλίδιο από τον Τζον. Χτυπάω προσεκτικά το φιαλίδιο, ώστε να πέσει μόνο μία σταγόνα στην παλάμη μου. Το υγρό γίνεται μπλε, και μια γαργαλιστική αίσθηση διαπερνά όλη μου την παλάμη. Κατόπιν η σταγόνα τρεμουλιάζει και απλώνεται, κερδίζοντας σε όγκο και πυκνότητα, ώσπου κρατάω στο χέρι μου ένα απαλό ψήγμα Λοραλίτη. «Όπα!» αναφωνεί ο Οχτώ παίρνοντας την πέτρα από το χέρι μου και αναποδογυρίζοντάς τη για να την εξετάσει. «Όπα, δε λες τίποτα…» Ο Μ άλκολμ σκύβει και κοιτάζει έκπληκτος την πέτρα. «Ό,τι υλικό κι αν είναι αυτό, αψηφά τους νόμους της φυσικής». «Ώστε με αυτό μπορούμε να δημιουργήσουμε Λοραλίτη…» ψιθυρίζει συλλογισμένος ο Τζον. «Ο Εννιά κι εγώ έχουμε και οι δύο κάτι που, απ’ ό,τι φαίνεται, μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε στη γεωργία, και ο Οχτώ έχει ένα αντικείμενο που μπορεί να καλέσει τις Χίμαιρες. Δε σας φαίνεται πως αυτά είναι τα πράγματα που μπορούν να μας βοηθήσουν να ενεργοποιήσουμε τον Λόριεν;» «Πράγματι» απαντάει ο Μ άλκολμ. Βάζω το καπάκι πάλι στο φιαλίδιο. Δε θέλω να σπαταλήσω


186

PITTACUS LORE

άλλο από αυτό τον πολύτιμο υγρό Λοραλίτη μας. Η απογραφή συνεχίζεται για λίγο ακόμα, με τον Μ άλκολμ να κρατάει πραγματικά σχολαστικές σημειώσεις. Ανυπομονούμε όλοι να μάθουμε όσο περισσότερα μπορούμε για τις Κληρονομιές μας – εκτός από τον Εννιά δηλαδή. Αυτός συνεχίζει να ρίχνει ματιές προς την πόρτα της Αίθουσας Διαλέξεων. Μ ας βάζει να υποσχεθούμε ότι θα εκπαιδευτούμε μαζί του μόλις τελειώσουμε με όλα τα «εγκεφαλικά» πράγματα. Για να είμαι ειλικρινής, ανυπομονώ κι εγώ για μια συνεδρία εκεί μέσα. Νιώθω πως έχω πολλά να μάθω προτού βρεθώ στο ίδιο επίπεδο μαχητικής ετοιμότητας με τους άλλους. Όταν οι άλλοι φεύγουν, ο Οχτώ κι εγώ καθυστερούμε λιγάκι και βάζουμε τα λίγα τελευταία πράγματα πίσω στο Σεντούκι μας. Βάζω και την πέτρα από Λοραλίτη που δημιούργησα, αλλά ο Οχτώ τη βγάζει. Την κρατάει σφιχτά στη γροθιά του και αυτοσυγκεντρώνεται. «Τι κάνεις;» Ανοίγει τα μάτια και αναστενάζει. «Ήθελα να δω αν θα κατάφερνα να τη χρησιμοποιήσω για να τηλεμεταφερθώ σε κάποιον απ’ τους άλλους Λοραλίτες. Το έχω ξαναδοκιμάσει χρησιμοποιώντας το μενταγιόν μου, αλλά ούτε και με κείνο πέτυχε. Μ πορεί να μην είναι αρκετά μεγάλα τα κομμάτια». «Τι; Ήθελες να πεταχτείς μια εκδρομούλα μέχρι το Στόουνχετζ; Τη Σομαλία μήπως;» Παίρνω πίσω την πέτρα και τη βάζω στο Σεντούκι μου. Το κλειδώνω. «Τα πράγματα θα προχωρούν γρήγορα τώρα πια, αυτό είναι όλο. Ήθελα μόνο να είχαμε περισσότερο χρόνο οι δυο μας για κείνες τις εξερευνήσεις». «Οι δυο μας;» λέω, νιώθοντας μια ξαφνική κάψα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. «Θα με τηλεμετέφερες και μένα μαζί σου;» Ο Οχτώ μού ρίχνει αυτό το αφοπλιστικό χαμόγελό του. «Για να κάνουμε ένα μικρό διαλειμματάκι… Τι δηλαδή; Δεν το χρειάζεσαι;» Ο Οχτώ έχει δίκιο, αυτό να λέγεται. Αφού ξύπνησα προτού


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

187

χαράξει από τα ουρλιαχτά της Έγια και αφού υπήρξα μάρτυρας εκείνου του φρικαλέου οράματος για το Σικάγο, σίγουρα θα χρειαζόμουν μια ανάπαυλα από τις υποθέσεις του Λόριεν. Αλλά δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια τώρα. Αγγίζω το μπράτσο του Οχτώ. «Λυπάμαι…» του απαντάω. «Αλλά πρέπει να είμαστε σοβαροί. Όπως είπε ο Εννιά, δεν έχουμε χρόνο για σεργιάνια ούτε σε εξωτικές χώρες ούτε καν στην προκυμαία». Ο Οχτώ αναστενάζει με καλόβουλη απογοήτευση. «Ε, καλά…» λέει. «Μ ας μένει η πίτσα». Σταματάει για μια στιγμή, δείχνει σαν να θέλει να πει και κάτι ακόμη, αλλά μετά εμφανίζεται στο δωμάτιο ο Εννιά. Έχει αλλάξει ήδη ρούχα και φοράει φόρμα. «Είστε έτοιμοι για δουλειά, ρε κορόιδα;»


188

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΔΥΟ

«ΝΑ ΠΑΡΟΥΜ Ε ΤΟΝ ΠΕΝΤΕ!» αναφωνεί απότομα ο Εννιά μόλις ο Οχτώ κι εγώ αλλάξαμε. «Χρειάζεται λίγη γυμναστική ο τύπος». Βρίσκουμε τον Πέντε αραχτό σ’ έναν καναπέ στο καθιστικό. Έχει βάλει κάποιο βιντεοπαιχνίδι της συλλογής του Εννιά στη μεγάλη οθόνη της τηλεόρασης. Δεν έχω καμία εμπειρία από αυτά τα πράγματα και ζαλίζομαι βλέποντάς τον να παίζει. Το παιχνίδι είναι σε προοπτική πρώτου προσώπου, ο χαρακτήρας του Πέντε τρέχει σε κάποιο πεδίο μάχης με ένα οπλοπολυβόλο θερίζοντας στρατιώτες. Δε μας παίρνει καν χαμπάρι όταν μπαίνουμε στο δωμάτιο, ώσπου ο Οχτώ ξεροβήχει δυνατά. «Γεια σας, παιδιά» λέει ο Πέντε, χωρίς να μπει στον κόπο να σταματήσει το παιχνίδι. «Είναι καταπληκτικό αυτό το πράγμα! Δεν είχαμε ποτέ κάτι τέτοιο στα νησιά. Κοιτάξτε εδώ!» Στην οθόνη ο χαρακτήρας του Πέντε εκσφενδονίζει μια χειροβομβίδα. Μ ια ομάδα εχθρικών στρατιωτών, που κρύβεται πίσω από έναν σωρό σακιά με άμμο, ανατινάζεται μέσα σε μια βροχή από ακρωτηριασμένα μέλη. Κοιτάζω αλλού. Μ ετά τη συμμετοχή μου στο όνειρο της Έγια σήμερα το πρωί, το βιντεοπαιχνίδι μού φαίνεται υπερβολικά ρεαλιστικό. «Πρώτο!» λέει ευγενικά ο Οχτώ. Ο Εννιά χασμουριέται. Στέκεται μπροστά στην τηλεόραση, ώστε ο Πέντε να αναγκαστεί επιτέλους να σταματήσει το


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

189

παιχνίδι. «Τα γούσταρα πολύ αυτά όταν ήμουν πιτσιρίκι» λέει. «Τώρα γουστάρω περισσότερο την αληθινή φάση. Θες να έρθεις μαζί μας;» Ο Πέντε σηκώνει το φρύδι του. «Στην αληθινή φάση; Θα πάμε να σκοτώσουμε στρατιώτες του… Εεε…» Μ ισοκλείνει τα μάτια διαβάζοντας το ανοιχτό κουτί του βιντεοπαιχνιδιού. «Του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου; Μ άλλον οι γνώσεις μου για την ιστορία της Γης δεν πρέπει να είναι και σπουδαίες, μιας και πίστευα πως αυτό είχε τελειώσει». «Θα πάμε για εκπαίδευση» απαντάει ο Εννιά, χωρίς να το διασκεδάζει καθόλου. «Απ’ όσα άκουσα για το Άρκανσο, καταλαβαίνω ότι πρέπει να δουλέψεις λιγάκι τις ικανότητές σου». Παρατηρώ μια λάμψη οργής στα μάτια του Πέντε και για μια στιγμή νομίζω ότι θα τιναχτεί όρθιος από τον καναπέ. Αλλά στη συνέχεια βολεύεται πίσω, σταυρώνει τα χέρια και κάνει μια συντονισμένη προσπάθεια να κρατήσει ουδέτερα τα χαρακτηριστικά του. «Δεν έχω όρεξη αυτήν τη στιγμή» αποκρίνεται ο Πέντε. Επιδεικτικά, απλώνεται ακόμα περισσότερο στον καναπέ. «Κι όπως και να ’χει, αυτό το παιχνίδι είναι ό,τι πρέπει για τον συντονισμό χεριού-ματιού. Μ άλλον είναι η καλύτερη εκπαίδευση που μπορώ να βρω εδώ πέρα». Τώρα συνειδητοποιώ πως αυτή μπορεί και να ήταν κακή ιδέα. Ο Εννιά είναι το λιγότερο διπλωματικό άτομο που έχω γνωρίσει ποτέ. Έχοντας περάσει κάποιο διάστημα μαζί του, έχω μάθει να μην τον παίρνω και τόσο στα σοβαρά. Καταλαβαίνω, όμως, ότι ο Πέντε δεν έχει αναπτύξει ακόμα την ίδια ανοχή. «Παραδόξως, είναι πολύ διασκεδαστικό» λέω, προσπαθώντας να εκτονώσω την ένταση. Ίσως, αν ο Πέντε αισθανθεί ότι δεν τον πιέζουμε, είναι πιο πιθανό να έρθει να εξασκηθεί μαζί μας. «Μ ας δίνει τη δυνατότητα να δουλέψουμε μαζί, σαν ομάδα. Και επίσης θα θέλαμε πραγματικά μια ευκαιρία να σε γνωρίσουμε καλύτερα».


190

PITTACUS LORE

Για μια στιγμή η όψη του Πέντε μαλακώνει. Όπως το φαντάστηκα· αν είσαι καλός μαζί του, κατεβάζει τις άμυνές του. Σε κανέναν δεν αρέσει να του λες τι να κάνει, ιδίως όταν έχει μείνει τόσο καιρό μόνος του, όπως ο Πέντε. Είμαι σίγουρη ότι θα υποχωρήσει και θα έρθει να προπονηθεί μαζί μας. Δυστυχώς, ο Εννιά δεν τα καταφέρνει και τόσο να πιάνει τα σημάδια ή ίσως είναι απλώς ανυπόμονος. Πηγαίνει δήθεν χαλαρός πίσω από τον καναπέ του Πέντε και, με το ένα χέρι, τον αναποδογυρίζει. Ο Πέντε πέφτει φαρδύς πλατύς καταγής. Ο Οχτώ κουνάει το κεφάλι του, παρότι ένα μικρό χαμόγελο παίζει στις άκρες των χειλιών του. Ξέρω πως ο Πέντε δεν του έκανε και την καλύτερη πρώτη εντύπωση, έτσι που του έβγαλε στην επιφάνεια όλες τις αναμνήσεις των όσων έκανε στην Ινδία. Οπωσδήποτε, όμως, δεν είναι τρόπος αυτός να φέρεται στον πιο καινούριο Γκάρντι μας. «Έλα τώρα, Εννιά…» του λέω, χρησιμοποιώντας αυτό τον, απογοητευμένο μεν, αλλά όχι θυμωμένο, τόνο με τον οποίο μου μιλούσαν οι μοναχές. «Κάνεις τσαμπουκάδες τώρα». Ο Εννιά με αγνοεί. Ο Πέντε έχει σηκωθεί κιόλας στα πόδια του με ένα τίναγμα και τον κοιτάζει. «Γιατί το έκανες αυτό;» «Δικός μου είναι ο καναπές» του απαντάει ο Εννιά. «Τον κάνω ό,τι θέλω». Ο Πέντε ξεφυσάει αηδιασμένος. «Τι παιδιαρίσματα… Είσαι γελοίος». «Μ πορεί…» αποκρίνεται ο Εννιά και σηκώνει χαρωπά τους ώμους. «Μ πορείς να μου δείξεις στην προπόνηση πόσο γελοίος είμαι…» Να λοιπόν το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο Εννιά για να δώσει κίνητρο στον Πέντε: προσπαθεί να τον εξαγριώσει, ώστε να έρθει να παλέψει στην Αίθουσα Διαλέξεων. Τι παιδιάστικο σχέδιο! Θα μπορούσαμε απλώς να του το ζητήσουμε ευγενικά. Ο Πέντε συνεχίζει να καρφώνει με το βλέμμα τον Εννιά, ζυγίζοντάς τον. Χαμογελάει πονηρά, έχει μια λάμψη στα μάτια


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

191

από κάτι σκανταλιάρικο. Έχω την αίσθηση ότι κατάλαβε πολύ καλά το κόλπο του Εννιά. «Θα σου πω πώς θα το κάνουμε…» λέει ο Πέντε. «Θα σου δώσω μια ευκαιρία, ένα χτύπημα εδώ πέρα. Αν καταφέρεις να με πονέσεις, θα έρθω να προπονηθώ μαζί σου… Αν δεν τα καταφέρεις, θα εξαφανιστείς κι εσύ και η βαρβατίλα σου από μπροστά μου για το υπόλοιπο της μέρας». Ένα χαμόγελο σαν του λύκου φωτίζει το πρόσωπο του Εννιά. «Θες να σε χτυπήσω, πιτσιρίκο;» «Και βέβαια!» απαντάει ο Πέντε με τα χέρια στις τσέπες και το σαγόνι προτεταμένο. «Για δοκίμασε». «Αυτά είναι χαζομάρες, παιδιά» λέω, προσπαθώντας να ηρεμήσω μια κατάσταση που ξαφνικά έγινε τελείως παράλογη. Και ο Πέντε και ο Εννιά έχουν εμπλακεί σε μια εκνευριστική διαμάχη, ενώ θα έπρεπε να μαθαίνουμε να συνεργαζόμαστε. Κοιτάζω τον Οχτώ για λίγη υποστήριξη. Ένα μικρό χαμόγελο τραβάει τις άκρες των χειλιών του, λες κι όλη αυτή η φάση τον διασκεδάζει. Όταν βλέπει το αποδοκιμαστικό μου βλέμμα, το χαμόγελό του γίνεται κάπως συνεσταλμένο και βάζει το χέρι του στον ώμο του Εννιά. «Πάμε να εξασκηθούμε εμείς» λέει με ανάλαφρη φωνή. «Κι όταν είναι έτοιμος, ας έρθει και ο Πέντε». Ο Εννιά τινάζει το χέρι του Οχτώ από τον ώμο του και τραβάει πίσω τη γροθιά του. Σηκώνει τα φρύδια στον Πέντε. «Είσαι βέβαιος ότι θες να με δοκιμάσεις, Φρόντο;» «Ελπίζω οι γροθιές σου να είναι καλύτερες απ’ τις προσβολές σου!» απαντάει απότομα ο Πέντε. Ομολογώ ότι θαυμάζω κάπως τα κότσια του. Φυσικά, όλα αυτά θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν είχε καταπιεί απλώς την περηφάνια του. Ο τρόπος με τον οποίο φέρονται και ο Πέντε και ο Εννιά είναι αξιολύπητος. Δύο από τους τελευταίους εναπομείναντες Λόριαν στο σύμπαν πρέπει να μπουν τιμωρία. Όπως κι εγώ, έτσι παραιτείται και ο Οχτώ και αφήνει τη φάση να εξελιχθεί. Κάνουμε και οι δύο ένα βήμα πίσω.


192

PITTACUS LORE

Ο Εννιά παίρνει τον χρόνο του, το τραβάει όσο μπορεί. Κάνει στράκα με τα δάχτυλά του, στρίβει τον λαιμό του, φροντίζει οι ώμοι του να είναι ίσιοι. Νομίζω πως εγώ έχω μεγαλύτερη νευρικότητα από τον Πέντε, που στέκεται εκεί παθητικά, περιμένοντας τον Εννιά να του ρίξει μπουνιά. Τελικά ο Εννιά ρίχνει τη γροθιά του. Είναι ένα χτύπημα από ψηλά, και παρότι αρκεί για να βγάλει νοκάουτ κάποιον, νομίζω πως έχω δει τον Εννιά να ρίχνει πιο δυνατές και πιο γρήγορες μπουνιές. Υποθέτω πως αφαίρεσε λίγη δύναμη από το χέρι του, επειδή δεν ήθελε να χτυπήσει και τόσο άσχημα τον Πέντε. Στη μέση της γροθιάς το δέρμα του Πέντε μεταμορφώνεται σε λαμπερό ατσάλι. Η γροθιά του Εννιά σκάει στο μεταλλικό σαγόνι του Πέντε και μεμιάς βγάζει μια φωνή. Είναι σαν να χτυπάει σε μεταλλικό δοκάρι. Βάζω το χέρι στο στόμα μου να πνίξω μια κραυγή έκπληξης. Δίπλα μου ο Οχτώ αναγκάζεται να φιμώσει το έκπληκτο γέλιο του όταν συνειδητοποιεί ότι το χέρι του Εννιά έχει σπάσει στα σίγουρα. Κάνει μεταβολή και απομακρύνεται από τον Πέντε, φέρνοντας το χέρι του στο στήθος. Το δέρμα του Πέντε ξαναγίνεται φυσιολογικό. «Αυτό ήταν όλο;» Ο Εννιά μουγκρίζει έναν σωρό βρισιές. Τρέχω κοντά του να ρίξω μια ματιά στο χέρι του, αλλά με σπρώχνει μακριά, βγαίνει αγέρωχα από το δωμάτιο και κατευθύνεται προς την Αίθουσα Διαλέξεων. Είμαι βέβαιη πως, μόλις ηρεμήσει, θα θέλει να του θεραπεύσω το χέρι. Τέλος πάντων, αφού φέρθηκε σαν ηλίθιος, του αξίζει λίγος πόνος. «Αν άκουγε πραγματικά τον Τέσσερα όταν μιλούσε για τη μάχη μας στο Άρκανσο, θα έπρεπε να το περιμένει αυτό» λέει ο Πέντε βλέποντας τον Εννιά να βγαίνει σαν σίφουνας. Η φωνή του ξύλινη, σχεδόν σαν να βαριέται. «Δεν είναι και ο πιο έξυπνος του χωριού» αποκρίνεται ο Οχτώ ψυχρά. «Λοιπόν, καλώς ήρθες στην ομάδα. Απόλαυσε το βιντεοπαιχνίδι σου». Ο Οχτώ ακολουθεί τον Εννιά και βγαίνει από το δωμάτιο. Ο


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

193

Πέντε τον παρακολουθεί να φεύγει, δείχνοντας κάπως σαστισμένος που ο Οχτώ τον αγνόησε έτσι εύκολα. Τον βοηθάω να σηκώσει τον καναπέ που ο Εννιά είχε αναποδογυρίσει. «Δεν είμαι βέβαιος για το πού έκανα λάθος» λέει ήσυχα ο Πέντε. «Γιατί είμαι εγώ ο κακός;» «Δεν είσαι» απαντάω. «Απλώς τα πράγματα ξέφυγαν απ’ τον έλεγχο. Φερθήκατε και οι δύο πολύ ανόητα». «Μ ε τσιγκλάει απ’ τη στιγμή που πέρασα την πόρτα» συνεχίζει ο Πέντε. «Φαντάστηκα πως, αν δεν ύψωνα το ανάστημά μου, θα εξακολουθούσε να κάνει τα ίδια». Κάθομαι στον καναπέ δίπλα του. «Καταλαβαίνω» του λέω. «Ο Εννιά καταφέρνει πάντα να ενοχλεί τους άλλους… Ο Τζον μού είπε μια ιστορία όπου αυτός και ο Εννιά παραλίγο να ξεσκίσουν ο ένας τον άλλο. Θα το συνηθίσεις». «Αυτό είναι το θέμα. Δε θέλω να το συνηθίσω». Ο Πέντε πιάνει το τηλεκοντρόλ του βιντεοπαιχνιδιού, αλλά δεν παίζει. Πατάει μερικά κουμπιά, και η οθόνη μαυρίζει. «Και να σκεφτείς ότι ήθελα να προπονηθώ μαζί σας. Δε θέλω να μένω απέξω. Αντίθετα, θέλω να δω τι μπορείτε να κάνετε και να μάθω να δουλεύω ομαδικά. Ήταν ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο το ζήτησε. Δεν μπορούσα να μην αντιδράσω». Χτυπάω τον Πέντε φιλικά στην πλάτη. «Ξέρεις, εσύ και ο Εννιά δεν είστε και τόσο διαφορετικοί…» Δείχνει να το σκέφτεται, κατεβάζει το βλέμμα του στο χαλί. «Όχι, μάλλον δεν είμαστε… Πρέπει να ζητήσω συγγνώμη που του τσάκισα το χέρι;» Κουνάω το κεφάλι μου γελώντας λιγάκι. «Αυτό που πληγώθηκε περισσότερο είναι κατά πάσα πιθανότητα η περηφάνια του, αλλά δε θα έπρεπε να ζητήσεις συγγνώμη ούτε και γι’ αυτό». Σηκώνομαι και τον αρπάζω από το χέρι να σηκωθεί κι αυτός. «Έλα. Πάμε για προπόνηση». Ο Πέντε διστάζει. «Νομίζεις ότι θα είμαι καλοδεχούμενος μετά απ’ αυτό;» «Είσαι ένας από μας. Έτσι δεν είναι;» λέω αποφασιστικά.


194

PITTACUS LORE

«Υπάρχει καλύτερη ώρα να μάθουμε να συνεργαζόμαστε μετά από μια γροθιά στη μούρη ενός συντρόφου;» Ο Πέντε σχεδόν επιτρέπει στον εαυτό του να γελάσει. Γνέφει καταφατικά και περπατάμε παρέα προς την Αίθουσα Διαλέξεων. «Ευχαριστώ, Μ αρίνα…» λέει. «Ξέρεις, είσαι το πρώτο άτομο που με κάνει πραγματικά να νιώθω καλοδεχούμενος εδώ». Να και κάτι καλό τουλάχιστον. Μ πορεί να μην καταφέρνω να βοηθήσω την Έγια με τα όνειρά της ούτε να αναγνωρίσω τα μισά αντικείμενα της Κληρονομιάς μου ούτε και να πολεμήσω τόσο καλά όσο οι άλλοι. Αλλά τουλάχιστον είμαι καλή στο να τουμπάρω τους ανόητους και να τους κάνω πιο ευχάριστους. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι Χάρισμα.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

195

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ

Ο ΤΖΟΝ ΚΡΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ της πολιτείας του Ιλλινόι ψηλά στο φως. Τη λυγίζει ανάμεσα στα δάχτυλά του και πειράζει τη φωτογραφία με τον αντίχειρα. Κατόπιν στρέφεται σε μένα χαμογελώντας πλατιά. «Σπουδαία δουλειά, Σαμ! Τόσο καλή όσο κι αυτές που έκανε και ο Χένρι». «Επιτέλους…» Αναστενάζω ανακουφισμένος. Καμιά ντουζίνα παρόμοιες ταυτότητες, όλες με κάποιο ασήμαντο ελάττωμα, είναι στοιβαγμένες δίπλα στον κύριο υπολογιστή του Σαντόρ. Όλες τους έχουν το πρόσωπο του Τζον παρέα με το όνομα Τζον Κεντ. «Μ ήπως να κάνεις και μία για τον εαυτό σου;» λέει ο Τζον. «Μ ε το ψευδώνυμο Σαμ Γουέιν». «Σαμ Γουέιν;» «Ναι, σαν τον Μ πρους Γουέιν.6 Ο φιλαράκος του Σούπερμαν όταν δεν είχε καθόλου δυνάμεις. Γι’ αυτό δε διάλεξες το Κεντ7 για επίθετό μου; Είναι μια αναφορά στον Σούπερμαν». «Δε φανταζόμουν ότι θα το έπιανες» του αποκρίθηκα. «Δεν το ήξερα ότι σ’ αρέσουν τα κόμικς». «Πράγματι, αλλά σε μας τους εξωγήινους αρέσει να κρατάμε λογαριασμό ο ένας για τον άλλο». Ο Τζον κάνει τον κύκλο του γραφείου, πηδώντας μια από τις πολλές στοίβες με


196

PITTACUS LORE

παλιοπράγματα του εργαστηρίου, για να κοιτάξει την οθόνη πάνω από τον ώμο μου. «Κι όλα αυτά υπήρχαν κιόλας στον υπολογιστή του Σαντόρ;» «Ναι» του απαντάω, οδηγώντας τον κέρσορα στα διάφορα λογισμικά πλαστογραφίας και σπασίματος κωδικών των κυβερνητικών τραπεζικών δεδομένων που ήταν εγκατεστημένα στο μηχάνημα του Σαντόρ. «Η πρόσβαση ήταν το θέμα. Και… εεε… το να βρω τρόπο να τα χρησιμοποιήσω σωστά…» Δείχνω τον σωρό των ταυτοτήτων όπου τα είχα κάνει θάλασσα. «Καταπληκτικό!» λέει ο Τζον. «Ας ετοιμάσουμε νέες ταυτότητες για όλους. Έτσι, θα είναι πιο εύκολο το ταξίδι όταν πάμε να πάρουμε το σεντούκι του Πέντε». «Δε θα μπορούσε απλώς να σας τηλεμεταφέρει εκεί ο Οχτώ;» Ο Τζον κουνάει το κεφάλι του. «Μ εγάλες αποστάσεις μπορεί να κάνει μόνο ανάμεσα σ’ εκείνες τις ογκώδεις πέτρες από Λοραλίτη που ανέφερε χτες βράδυ. Κι όσο για τις μικρές αποστάσεις, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να σε δουν αν εμφανιστείς από το πουθενά. Όπως και ο κίνδυνος να μας τηλεμεταφέρει σε κάναν τοίχο». «Ναι, αυτό θα πονούσε». Προσαρμόζω τη συνδεδεμένη σε μια οθόνη ηλεκτρονική κάμερα, ώστε να δείχνει προς το μέρος μου. Όταν η εικόνα εμφανίζεται στην οθόνη, καθυστερώ για μια στιγμή ώστε να φτιάξω τα μαλλιά μου και μετά μοστράρω το πιο σαχλό μου χαμόγελο. «Καλό…» λέει ο Τζον, παρακολουθώντας ακόμα. «Τι να σου πω… Έχω φωτογένεια». «Κι εγώ που αναρωτιόμουν πάντα γιατί η μέρα φωτογράφισης στο Λύκειο Παραντάιζ λεγόταν Μ έρα Εκτίμησης του Σαμ Γκούντι…» «Ε, τώρα ξέρεις». Σέρνω τη φωτογραφία σ’ ένα από τα προγράμματα που εγκατέστησε ο Σαντόρ, κι αυτό πιάνει αμέσως δουλειά και την προσαρμόζει στο σωστό μέγεθος για μια καινούρια άδεια οδήγησης. «Λοιπόν…» ξεκινάω να λέω σαν βλάκας, αφού δεν


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

197

είχα ετοιμάσει μια καλύτερη ατάκα. «Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι». «Ναι;» «Τι συμβαίνει ανάμεσα σε σένα και στην Έξι τώρα που η Σάρα δεν είναι… εεε… προδότρα;» Ο Τζον γελάει. «Βασικά το συζητήσαμε πηγαίνοντας στο Άρκανσο! Νομίζω πως είμαστε μια χαρά τώρα. Ήταν κάπως αμήχανα για λίγο. Πάντως είμαι με τη Σάρα. Εκατό τοις εκατό». «Εντάξει, τζάμι» αποκρίνομαι, τάχα αδιάφορος. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τον Τζον να μου δώσει μια αγκωνιά. «Είναι όλη δική σου» λέει, και το πρόσωπό μου παίρνει αμέσως φωτιά. «Δε ρώτησα γι’ αυτό». «Ναι, καλά…» λέει ο Τζον και πιάνει ένα χύμα μπουλόνι από το γραφείο και μου το πετάει. «Θα κάνεις τώρα ότι τάχα ξέχασες τι είχε συμβεί προτού πάει στην Ισπανία; Που είπε ότι σαν να της αρέσεις; Που σε φίλησε;» Σηκώνω τους ώμους και πετάω πίσω το μπουλόνι προς τον Τζον. «Χμμμ… Κάτι μου θυμίζει αυτό, αλλά δεν το είχα καθόλου στον νου μου». Τη στιγμή που το ξεστομίζω, σκέφτομαι τον τρόπο με τον οποίο με αγκάλιασε η Έξι όταν ξαναβρεθήκαμε στο Άρκανσο. Το πρόσωπό μου καίει ακόμα περισσότερο. Ευτυχώς, πριν προλάβει ο Τζον να με δουλέψει κι άλλο, μπαίνει ο πατέρας μου. Μ ας χαμογελάει καθώς σκουπίζει τα λιγδιασμένα χέρια του σ’ ένα παλιό κουρέλι. Δείχνει κουρασμένος από τη δουλειά στα μηχανήματα της Αίθουσας Διαλέξεων, αλλά έχει κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό του. Το να ψαχουλεύει τεχνολογία φτιαγμένη από Λόριαν είναι σίγουρα καλύτερο από το να αργοσβήνει κανείς σε μια μογκαντοριανή φυλακή. «Πώς πήγε;» τον ρωτάω. «Το ανθρώπινο μυαλό είναι καταπληκτικό πράγμα, Σαμ…» λέει σκεφτικός ο πατέρας μου. «Όταν έχεις κενά στη μνήμη σου όπως εγώ, εκτιμάς περισσότερο τα πράγματα που θυμάσαι. Αυτό


198

PITTACUS LORE

τον τρόπο με τον οποίο τα χέρια σου επαναλαμβάνουν με ευκολία μια δουλειά που έκαναν αρκετές φορές, χωρίς καν να χρειάζεται να σκεφτείς! Ποιος χρειάζεται Χαρίσματα όταν έχουμε στη διάθεσή μας την άπειρη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού, ε;» «Βασικά δε θα με πείραζε να έχω και μερικά Χαρίσματα…» λέω και κοιτάζω τον Τζον. «Συγγνώμη, αλλά όταν μιλάει για επιστημονικούρες, μπορεί ν’ αρχίσει τις φιλοσοφίες». «Δε με πειράζει καθόλου…» λέει ο Τζον με ένα μελαγχολικό χαμόγελο, κοιτάζοντας μία εμένα και μία τον πατέρα μου. «Οι επισκευές δεν είναι εύκολες» συνεχίζει ο πατέρας μου. «Η δουλειά του Σαντόρ είναι εντυπωσιακή, κι εγώ –αλίμονο– ήμουν έξω απ’ το παιχνίδι για καιρό. Όλα δουλεύουν όπως τα θυμάμαι, απλώς είναι όλα πολύ μικρότερα. Το Λέκτερν ίσως είναι αρκετά πολύπλοκο για μένα ώστε να το καταστήσω πλήρως λειτουργικό. Κατάφερα να κάνω μερικές επισκευές στο σύστημα χειρισμού. Μ ερικές απ’ τις παγίδες εκρηκτικών πρέπει επίσης να δουλεύουν. Σε καμία περίπτωση δεν είναι τέλειο, μα είναι κάτι». «Είμαι βέβαιος ότι είναι σπουδαίο!» αποκρίνεται ο Τζον. «Οτιδήποτε μπορεί να βελτιώσει την εκπαίδευσή μας θα μας βοηθήσει. Θα ήθελα να καλέσουμε την ομάδα για μια συνεδρίαση απόψε, προτού πάμε στη Φλόρ…» Ο Εννιά ανοίγει την πόρτα του εργαστηρίου με τέτοια δύναμη, που παραλίγο να τη βγάλει από τους μεντεσέδες της. Κάνει μια μεγάλη δρασκελιά μπροστά και ύστερα κλοτσάει βίαια μια στοίβα παλιοπράγματα, στέλνοντας πλάκες κυκλωμάτων και παλιοσίδερα προς το μέρος μας. Κάνω την κίνηση να προστατέψω το πρόσωπό μου με τα χέρια, αλλά ο Τζον πιάνει τα θραύσματα του μπουρινιού του Εννιά με τηλεκίνηση. «Τι στον διάολο;» φωνάζει ο Τζον. «Ηρέμησε!» Ο Εννιά σηκώνει το βλέμμα ξαφνιασμένος, σαν να μην είχε καν συνειδητοποιήσει πως ήμαστε εκεί μέσα. «Συγγνώμη…» μουρμουρίζει και μετά πηγαίνει με βαριά βήματα στον Τζον. Σηκώνει το φρικτά πρησμένο δεξί του χέρι. «Θεράπευσέ το!»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

199

«Διάολε…» λέω. «Τι σου συνέβη;» «Έδωσα μια γροθιά στο κεφάλι του Πέντε» απαντάει ο Εννιά σαν να μην τρέχει τίποτα. «Δεν πήγε καλά». Δεν αργήσαμε καθόλου τελικά, σκέφτομαι. Ο Εννιά προσπαθούσε να τσατίσει τον Πέντε από τη στιγμή που περάσαμε την πόρτα. Βασικά είμαι έκπληκτος που αυτός ο οποίος χρειάζεται θεραπεία είναι ο Εννιά. Δεν είχα φανταστεί έτσι την έκβαση αυτού του καβγά. Κρατάω το στόμα μου κλειστό, αφήνοντας τον Τζον να αντιμετωπίσει τον πληγωμένο του επιθετικό σκύλο. Πιάνει το χέρι του Εννιά, ίσως με περισσότερη δύναμη απ’ ό,τι έπρεπε, και απλώνει το δικό του χέρι πάνω από τον τσακισμένο καρπό του Εννιά. Αλλά δεν τον θεραπεύει. «Πρέπει να χαλαρώσεις» του συστήνει ο Τζον καρφώνοντάς τον κατάματα. «Δε δίνουμε γροθιές στους φίλους μας. Δεν τους προκαλούμε σε μονομαχίες στην ταράτσα. Και όχι μαλακίες». Ο Εννιά κοιτάζει τον Τζον αφ’ υψηλού, και για ένα δευτερόλεπτο νομίζω ότι μπορεί να δώσει και σ’ αυτόν μια γροθιά. Δεν το κάνει. Αντίθετα, χαμογελάει πλατιά, λες και το όλο ζήτημα δεν ήταν παρά ένα αστείο. «Είμαι η χειρότερη επιτροπή υποδοχής που υπήρξε ποτέ, ε;» «Στο Παραντάιζ η μαμά της Σάρας έψηνε ένα γλυκό για κάθε νεοφερμένο που μετακόμιζε στη γειτονιά. Ίσως εσύ πρέπει να ψήνεις κάνα κουλουράκι κάθε φορά που δίνεις μπουνιά σε κάποιον» προτείνω. Ο Τζον γελάει καθώς αρχίζει να θεραπεύει το χέρι του Εννιά. «Μ ’ αρέσει πολύ αυτή η ιδέα, Σαμ». «Δε φτιάχνω γλυκά εγώ…» γρυλίζει ο Εννιά και με καρφώνει με ένα βλέμμα θανατηφόρο. Ο πατέρας μου ξεροβήχει. Τον κοιτάζουμε όλοι. Στέκεται όρθιος, τα χέρια του είναι πλεγμένα στην πλάτη του· έχει το ίδιο βλέμμα που είμαι βέβαιος ότι συνήθιζε να ρίχνει και στους φοιτητές του στο πανεπιστήμιο. «Εννιά, αναρωτιέμαι αν θα ήθελες να με βοηθήσεις στην Αίθουσα Διαλέξεων».


200

PITTACUS LORE

«Σε τι;» «Ο Σεπάν σου έστησε τον εξοπλισμό. Ήλπιζα ότι θα ήξερες μερικά πράγματα για τη λειτουργία του». Ο Εννιά γελάει, δεν πιστεύει στα αυτιά του. «Μ άλιστα. Λυπάμαι, ρε φίλε… Τα σπασικλίδικα τα άφησα σ’ αυτόν». «Κατάλαβα» αποκρίνεται ο πατέρας μου, απτόητος από τις ψευτοπαλικαριές του Εννιά. «Τότε, μήπως θα μπορούσαμε να δουλέψουμε ομαδικά, για να ανακαλύψουμε πώς δουλεύει; Εκτός κι αν είσαι πολύ απασχολημένος δίνοντας γροθιές εδώ κι εκεί». Προς έκπληξή μου, ο Εννιά το σκέφτεται. Βλέπω το ίδιο νοσταλγικό βλέμμα στο πρόσωπό του που είχα προσέξει νωρίτερα στο πρόσωπο του Τζον και αντιλαμβάνομαι ότι σκέφτονται και οι δύο τους Σεπάν τους. Τότε συνειδητοποιώ τι κάνει ο πατέρας μου: απλώνει το χέρι του στον οργισμένο νεαρό, προσπαθώντας να τον εμπλέξει σε κάποια δουλειά, στο στιλ του «Afterschool Special».8 Είναι μια κίνηση εντελώς γονεΐστικη, αλλά τη θαυμάζω. «Εντάξει, ναι» απαντάει ο Εννιά. «Είναι δικές μου αυτές οι μαλακίες. Θα έπρεπε να ξέρω πώς δουλεύουν. Ξεκίνα πρώτος». Καθώς ο Εννιά και ο πατέρας μου κατευθύνονται προς την Αίθουσα Διαλέξεων, ο Τζον στρέφεται σε μένα. «Ο μπαμπάς σου είναι καλός τύπος» λέει. «Ίσως πρέπει να τον κάνουμε επίτιμο Σεπάν». «Ευχαριστώ…» τραυλίζω, με ένα χαμόγελο έτοιμο να σβήσει. Ένας ψυχρός κόμπος φόβου σχηματίζεται στο στομάχι μου, επειδή ξέρω τι συμβαίνει στους Σεπάν των Γκάρντι, τι συμβαίνει στους ενήλικες. Είναι μια σκοτεινή σκέψη, το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να την καταπνίξω. Μ όλις τώρα ξαναβρήκα τον πατέρα μου – δε θέλω να τον χάσω. Χωρίς να το συνειδητοποιώ, αρχίζω να τρίβω τις ουλές στους καρπούς μου. Ο Τζον πρέπει να διαισθάνεται τι νιώθω, επειδή βάζει το χέρι του στον ώμο μου. «Μ ην ανησυχείς, Σαμ…» μου λέει. «Δε θα χάσουμε κανέναν


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

άλλο». Ελπίζω να έχει δίκιο.

201


202

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ

«ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΑΤΕ ΣΤΗ ΦΛΟΡΙΝΤΑ;» με ρωτάει κάπως αδιάφορα η Σάρα, σαν να οργάνωνα μερικές μέρες διακοπές. Είμαι ψόφιος. Είναι ένα καλό είδος κούρασης πάντως – ήταν παραγωγική μέρα η σημερινή. Δεν ξοδέψαμε καθόλου χρόνο στο τρέξιμο ή στο κρυφτό, δε σπαταλήσαμε τζάμπα χρόνο. Καταρτίσαμε έναν κατάλογο με το περιεχόμενο των Σεντουκιών μας, ο Σαμ κατάφερε να τυπώσει μερικές καλοφτιαγμένες ψεύτικες ταυτότητες, ενώ εγώ έκανα και λίγη προπόνηση στην προσφάτως ανακαινισμένη Αίθουσα Διαλέξεων. «Σε δύο μέρες από τώρα, ελπίζω» απαντάω στη Σάρα και πέφτω στο πάτωμα για να κάνω ένα γρήγορο σετ πουσάπς προτού πέσω στο κρεβάτι. «Θέλω να τους συγκεντρώσω όλους στην Αίθουσα Διαλέξεων αύριο, να δω πώς τα πάει η ομάδα. Δεν περιμένω πολλά προβλήματα όταν θα πάμε για το Σεντούκι του Πέντε, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Θα είναι καλό να αποκτήσουμε κάποια εμπειρία μαζί. Και μετά φεύγουμε». Η Σάρα είναι σιωπηλή. Βρίσκεται στην άκρη του κρεβατιού – του δικού μας κρεβατιού, ακόμα παραξενεύομαι όταν το σκέφτομαι αυτό– και κάθεται πάνω στα κουλουριασμένα πόδια της. Φοράει τις πιτζάμες της – ένα γκρίζο μπλουζάκι με V κι ένα δικό μου μποξεράκι. Μ ε κοιτάζει, αλλά δεν προσέχει ούτε λέξη απ’ όσα λέω. Ξεροβήχω και ανοιγοκλείνει τα μάτια της, ρίχνοντάς μου ένα λοξό χαμόγελο. «Συγγνώμη, αφαιρέθηκα με


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

203

τα πουσάπς… Τι λέγαμε;» Κάθομαι δίπλα της στο κρεβάτι και περνάω τα δάχτυλά μου από τα φρεσκοχτενισμένα της μαλλιά. Μ ου χαμογελάει και ξαφνικά δεν αισθάνομαι πλέον τόσο κουρασμένος. Θα ήμουν ψεύτης αν έλεγα πως δεν είχα σκεφτεί τι θα μπορούσε να γίνει έτσι που μοιραζόμαστε το ίδιο κρεβάτι. Η κατάσταση ήταν ξέφρενη από τότε που ήρθαμε στο Σικάγο, με την Έγια και τους εφιάλτες της, το κάλεσμα του Πέντε για βοήθεια και τις δικές μου αϋπνίες. Επιπλέον, με τους άλλους να κοιμούνται όλοι στα διπλανά δωμάτια, δεν το έβρισκα σωστό. «Για τη Φλόριντα» της θυμίζω. «Α, ναι» λέει η Σάρα. «Έζησες κάποιο διάστημα εκεί… Έτσι δεν είναι;» «Ναι, μερικούς μήνες. Γιατί;» «Προσπαθώ απλώς να γεμίσω μερικά κενά. Υπάρχουν ακόμα πολλά που δεν ξέρω για σένα, Τζον Σμιθ». Βάζει το χέρι της στο μάγουλό μου, τα δάχτυλά της κατεβαίνουν τον λαιμό μου και ύστερα στον ώμο μου. «Επίσης, η κουβέντα μού αποσπά την προσοχή απ’ αυτό που θέλω πραγματικά να κάνω». Το χέρι μου γλιστράει μέσα από τα μαλλιά της, κάτω στον αυχένα της και χορεύει αργά αργά κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της. Η Σάρα ανατριχιάζει λιγάκι, κι εγώ την πλησιάζω και γέρνω το κεφάλι μου προς το δικό της. «Ξέρεις, όλα είναι πολύ ήσυχα απόψε. Νομίζω πως όλοι κοιμούνται…» Και ακριβώς εκείνη τη στιγμή κάποιος μας χτυπάει την πόρτα. Τα μάτια της Σάρας γουρλώνουν και βάζει τα γέλια, το πρόσωπό της κοκκινίζει. «Μ ήπως ο φρικτός συγχρονισμός είναι ένα απ’ τα Χαρίσματά σου;» Ανοίγω την πόρτα και βρίσκω την Έξι να περιμένει. Φοράει το πανωφόρι της σαν να γύρισε μόλις απέξω. Κοιτάζει πάνω από τον ώμο μου τη Σάρα, κατόπιν αντιλαμβάνεται τη φουρκισμένη μου όψη και σκάει ένα διαβολικό χαμόγελο. «Ουπς!» λέει. «Διακόπτω;» «Όλα καλά» απαντάω, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. «Τι


204

PITTACUS LORE

τρέχει;» «Αυτό πρέπει να έρθετε στην ταράτσα και να το δείτε. Ο Μ πι Κέι τα ’χει παίξει». Ρίχνουμε μερικά ρούχα πάνω από τις πιτζάμες και μετά τρέχουμε στο βάθος του διαδρόμου πίσω από την Έξι. Ακούω τον Μ πι Κέι προτού φτάσω καν στη σκάλα που οδηγεί στην ταράτσα. Ο ήχος του είναι μια διασταύρωση λύκου που ουρλιάζει και ελέφαντα που φυσάει μέσα από την προβοσκίδα του – είναι δυνατός και εκφραστικός, καθόλου κακός ήχος, αλλά σε καμία περίπτωση γήινος. «Δε λέει να το βουλώσει» δηλώνει ο Εννιά, αμέσως μόλις εμφανίζομαι στην ταράτσα. Τρίβει τα μηνίγγια του, μάλλον ξεθεωμένος από την προσπάθεια να ηρεμήσει τον Μ πι Κέι μέσω τηλεπάθειας. Έχει τη μορφή του μπιγκλ, αν και το σχήμα του φουσκώνει και τεντώνεται σπασμωδικά, σαν να πρόκειται να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο από στιγμή σε στιγμή. Στα δόντια του κρατάει σφιχτά το κέρατο από το Σεντούκι του Οχτώ, χωρίς αυτό να πνίγει καθόλου τον ήχο. Σταγόνες από σάλια στάζουν πάνω στο κέρατο και στη γούνα του. Στέκεται στα πίσω πόδια, το ρύγχος του είναι στραμμένο προς το φεγγάρι, ο παράδοξα μελωδικός ήχος ρέει από μέσα του. Δείχνει σαν να είναι σε έκσταση. Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται από κάτω. «Έβαλα τον Σαμ και τον Μ άλκολμ να καταγράφουν τα κανάλια έκτακτης ανάγκης, μήπως και κάποιος αδιάκριτος γείτονας καλέσει τους μπάτσους» λέει. «Δεν ξέρω τι τον έπιασε, Τζον, μα νομίζω πως έχει κάποια σχέση με αυτό το κέρατο». «Σώπα!» αναφώνει η Έξι. Κάνει στράκα με τα δάχτυλά της στον Μ πι Κέι. «Ησύχασε, Μ πέρνι Κόσαρ!» Ο Μ πι Κέι ούτε που της δίνει σημασία. Εντοπίζω τη Μ αρίνα στην άκρη της στέγης να χρησιμοποιεί τη νυχτερινή της όραση, ελέγχοντας μήπως μας πάρει χαμπάρι κάποιος. Ευτυχώς, είμαστε αρκετά ψηλά, και το Σικάγο είναι τόσο θορυβώδες, που δε νομίζω ότι θα ακούσει κανένας τον Μ πι Κέι. Αλλά όπως και να


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

205

’χει, δε θέλω να το ρισκάρω. «Προσπαθήσατε να του πάρετε το κέρατο;» ρωτάω. «Ναι» απαντάει ο Εννιά. «Δεν του άρεσε. Μ ου γρύλιζε και δεν το άφηνε. Δεν ήθελα να τον πονέσω». «Δεν τα κάνει αυτά ο Μ πι Κέι…» λέει η Σάρα, με μάτια ορθάνοιχτα από την ανησυχία. «Λέτε να είναι κάνας εφιάλτης απ’ αυτούς που βλέπουν οι Χίμαιρες;» ρωτάει η Έξι. Κουνάω το κεφάλι μου. Όλη αυτή η παραξενιά με τον Μ πι Κέι ξεκίνησε όταν έπιασε αυτό το κέρατο. Δε νομίζω να υπάρχει κάτι στα Σεντούκια μας που να δουλεύει εναντίον μας. Ακόμα και το βραχιόλι μου, που με πονούσε διαβολικά στην αρχή, τελικά αποδείχθηκε χρήσιμο. Όλο και θα υπάρχει κάποια λογική εξήγηση γι’ αυτό. «Πού είναι η Έγια;» ρωτάει η Σάρα. «Να είναι κάτι σαν κι αυτό που συμβαίνει σ’ εκείνη, αλλά για Χίμαιρες;» «Κοιμάται όλη την ώρα» απαντάει η Μ αρίνα. «Κι αυτό εδώ φαίνεται εντελώς διαφορετικό». Του απευθύνομαι τηλεπαθητικά –Μπέρνι Κόσαρ, τώρα πρέπει να ησυχάσεις– αλλά δεν παίρνω καμία απάντηση. Μ η βλέποντας άλλη επιλογή παρά να δοκιμάσω να παλέψω μαζί του για να του πάρω το κέρατο, κάνω ένα βήμα μπροστά. Πριν προλάβω να κάνω και δεύτερο, ο Μ πέρνι πέφτει στα τέσσερα και το αφήνει. Το αλύχτημά του αντηχεί στα αυτιά μου επί μερικά δευτερόλεπτα ακόμα ώσπου να σταματήσει. Αρπάζω το κέρατο με τηλεκίνηση και το νιώθω γεμάτο σάλια στα δάχτυλά μου. Ο Μ πι Κέι ασθμαίνει χαρωπά καθώς κοιτάζει γύρω του τους πάντες. Το βλέμμα μου συναντάει αυτό του Εννιά – είμαστε συνδεδεμένοι τηλεπαθητικά και οι δύο με τον Μ πι Κέι. «Λες και δεν έχει ιδέα τι έγινε μόλις» λέω. «Είσαι μεθυσμένος, Μ πι Κέι;» ρωτάει ο Εννιά, μπερδεμένος. Ο Μ πι Κέι πηδάει προς το μέρος μας κουνώντας την ουρά του. Έχει το ίδιο βλέμμα σκυλίσιας ευφορίας όπως όταν


206

PITTACUS LORE

επιστρέφει από ένα πραγματικά ικανοποιητικό τρέξιμο έξω. «Μ ας φρίκαρες» του λέω. «Ξέρεις ότι ήσουν εδώ πάνω κι έκανες τον άπειρο θόρυβο, ε;» Ο Μ πι Κέι ξαπλώνει στα πόδια μου. Η Σάρα κάθεται κάτω οκλαδόν να του ξύσει τα αυτιά. «Μ πορείτε να τον ρωτήσετε τι έκανε;» προτείνει η Σάρα κοιτάζοντάς εμένα και τον Εννιά. «Προσπαθώ» απαντάω, και ο Εννιά γνέφει καταφατικά κι αυτός, μισοκλείνοντας τα μάτια καθώς κοιτάζει τον Μ πι Κέι. «Είναι πολλές εικόνες και συναισθήματα. Κατάλαβες; Όχι ακριβώς λέξεις». «Τηλεπαθητικό γάβγισμα» παρατηρεί ο Οχτώ. «Πάνω κάτω…» αποκρίνεται ο Εννιά. «Λέει…» Σταματάω, θέλοντας να βεβαιωθώ πως ερμηνεύω σωστά τις σκέψεις του Μ πι Κέι. «Λέει ότι καλούσε τις άλλες». Δείχνω το κέρατο σηκώνοντάς το ψηλά. «Να τι κάνει μάλλον αυτό». «Τις άλλες;» με ρωτάει η Μ αρίνα. «Εννοείς τις Χίμαιρες απ’ το σκάφος της Έγια;» «Μ άλλον» απαντάω, κατεβάζοντας το βλέμμα στον Μ πι Κέι. Νομίζεις ότι σε άκουσαν; Ο Μ πι Κέι κυλιέται στη ράχη του, ζητώντας από τη Σάρα να του τρίψει την κοιλιά. Φαντάζομαι ότι, για τις Χίμαιρες, αυτό είναι το αντίστοιχο του σηκώματος των ώμων. «Δεν ξέρει» λέω. Ο Εννιά κουνάει το κεφάλι του. «Η κρίση αποφεύχθηκε λοιπόν. Πάω να την πέσω. Μ πορούμε να έχουμε μια βραδιά χωρίς ουρλιαχτά και αλυχτήματα, παρακαλώ;» Όλοι οι άλλοι ακολουθούν τον Εννιά κάτω, αφήνοντας πάνω μόνο τη Σάρα, τον Μ πι Κέι και μένα. Το βραδινό αεράκι είναι δροσερό, και τώρα που ο Μ πι Κέι σταμάτησε τη φασαρία, επικρατεί γαλήνη. Γονατίζω δίπλα στη Σάρα και την αγκαλιάζω. «Κρυώνεις;» «Μ πα, όχι…» λέει χαμογελώντας. «Αλλά μπορείς ν’ αφήσεις


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

207

τα χέρια σου εκεί που είναι. Καταλαβαίνω για ποιον λόγο σ’ αρέσει τόσο πολύ εδώ πάνω». Καθόμαστε έτσι για λίγο, με τη Σάρα στην αγκαλιά μου, να βλέπουμε και οι δύο τον ορίζοντα του Σικάγου. Αυτή είναι μια από κείνες τις τέλειες στιγμές που πρέπει να την κρατήσω και να τη θυμάμαι όταν τα πράγματα γίνονται ζοφερά. Και τότε, ίσως επειδή η Σάρα έχει δίκιο και ο κακός συγχρονισμός είναι πράγματι ένα από τα Χαρίσματά μου, μια σκοτεινή σκιά αποσπάται από τον νυχτερινό ουρανό κι έρχεται καταπάνω μας.


208

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ

«ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;» φωνάζει η Σάρα. «Δεν ξέρω» απαντάω και τινάζομαι όρθιος σαν ελατήριο, μπαίνοντας ενστικτωδώς ανάμεσα στη Σάρα και στη μαύρη κηλίδα που κατεβαίνει καταπάνω μας. Ανάβω το Λούμεν μου. Η καινούρια αυτή ζέστη με ανακουφίζει, αισθάνομαι έτοιμος για τα πάντα. Η μαύρη μορφή κατεβάζει ταχύτητα. Μ εμιάς συνειδητοποιώ πως πρόκειται οπωσδήποτε για κάποιο άτομο. Η μορφή προσγειώνεται με χάρη στην άλλη πλευρά της ταράτσας, με τα χέρια της σηκωμένα σε μια χειρονομία ειρήνης. «Πέντε». «Γεια σας, παιδιά» λέει ο Πέντε. «Τέτοια ώρα, και είστε στο πόδι; Σας τρόμαξα;» «Εσύ τι λες;» ρωτάει η Σάρα δείχνοντας τις μπάλες φωτιάς που κρατάω ακόμα στα χέρια μου. Τσιτωμένος, τις αφήνω τελικά να διαλυθούν. Ο Πέντε, που φοράει μια μαύρη φόρμα γυμναστικής, κατεβάζει την κουκούλα του για να δω την απολογητική του έκφραση. «Γαμώτο. Συγγνώμη… Δε φανταζόμουν ότι θα με πάρει χαμπάρι κάποιος». Είχα κάθε λόγο να πιστεύω, για ένα δευτερόλεπτο, ότι δεχόμασταν επίθεση, οπότε οι λέξεις μου βγαίνουν πιο σκληρές απ’ όσο ήθελα. «Τι στον διάολο έκανες;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

209

«Πετούσα εδώ κι εκεί. Καμιά φορά μ’ αρέσει να βλέπω πόσο ψηλά μπορώ να πάω». Προσπαθώ να σκεφτώ κάποια απάντηση που δε θα με κάνει να ακουστώ και τόσο αυταρχικός. Είμαι υπέρ της προπόνησης, αλλά η ιδέα των πτήσεων πάνω από την πόλη του Σικάγου μού φαίνεται πολύ ανόητη. Άλλο πράγμα να κρύβεσαι σε κοινή θέα κι άλλο να κρύβεσαι εκεί όπου κάποιοι έφηβοι εκτοξεύονται στον αέρα γύρω από τη βάση σου. «Δεν ανησυχείς μήπως σε δει κανείς;» ρωτάει η Σάρα, παίρνοντας τις λέξεις από το στόμα μου. Ο Πέντε κουνάει το κεφάλι του. «Δε θέλω να σε προσβάλω, Σάρα, αλλά θα έμενες έκπληκτη αν ήξερες πόσο λίγοι απ’ τους δικούς σου μπαίνουν στον κόπο να κοιτάξουν ψηλά. Κι όπως και να ’χει, είναι νύχτα και φοράω σκούρα ρούχα. Πιστέψτε με, παιδιά, παίρνω τις προφυλάξεις μου». «Πάντως πρέπει να σκεφτείς τις κάμερες, τα αεροπλάνα και ποιος ξέρει τι άλλο» λέω, προσπαθώντας να μην ακούγομαι σαν να του κάνω διάλεξη. Ο Πέντε αναστενάζει βαθιά και απλώνει τα χέρια του σαν να βαρέθηκε να λογοφέρνει. Έτσι που καβγάδισε με τον Εννιά πριν από λίγη ώρα, φαντάζομαι ότι δε θέλει να προκαλέσει κι άλλες φασαρίες. «Θα σταματήσω αν αυτό θες να κάνω» αποκρίνεται. «Να ξέρεις πάντως ότι βελτιώνομαι. Καλύπτω μεγαλύτερη απόσταση. Μ άλιστα θα μπορούσα να πεταχτώ μέχρι τα Εβεργκλέιντς, να πάρω το Σεντούκι μου και να έχω γυρίσει προτού πάρουμε πρωινό». Μ ου αρέσει αυτή η σιγουριά του Πέντε· ξαφνικά δε δείχνει σαν ένας τυπάκος που θα πρέπει να ανησυχούμε μήπως κάνει κοπάνα από την προπόνηση για να παίξει βιντεοπαιχνίδια. Παρ’ όλα αυτά, κουνάω το κεφάλι μου. «Θα πάμε ως ομάδα, Πέντε. Δε χρειάζεται ποτέ πια να κάνουμε κάτι μόνοι μας». «Η ασφάλεια βρίσκεται στους αριθμούς. Έχεις δίκιο». Ο Πέντε χασμουριέται, τεντώνει τα χέρια. «Εντάξει, πάω να ξαπλώσω. Στην Αίθουσα Διαλέξεων πρωί πρωί. Σωστά;»


210

PITTACUS LORE

«Σωστά». Μ όλις ο Πέντε κατεβαίνει κάτω, στρέφομαι στη Σάρα. Κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό, κι ένα μικροσκοπικό χαμόγελο παίζει στα χείλη της. Πιάνω το χέρι της. «Πώς σου φάνηκε αυτό;» τη ρωτάω. Σηκώνει τους ώμους. «Αν μπορούσες να πετάξεις έτσι, δε θα το έκανες;» «Μ όνο αν πετούσες κι εσύ μαζί μου». Η Σάρα στρέφει τα μάτια της ψηλά, δίνοντάς μου μια απαλή αγκωνιά στα πλευρά. «Εντάξει, σαχλέ… Πάμε να πέσουμε προτού συμβεί καμιά παλαβομάρα πάλι».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

211

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ

«ΕΙΣΑΙ ΒΕΒΑΙΗ ΠΩΣ ΤΟ ΑΝΤΕΧΕΙΣ;» Η Έγια κουνάει καταφατικά το κεφάλι ενώ πηγαίνουμε μαζί προς την Αίθουσα Διαλέξεων. Είναι χλωμή, έχει μαύρους κύκλους κάτω από τα ορθάνοιχτα μάτια της, σαν να συνήλθε μόλις από μια φρικτή αρρώστια. Κατάφερε να βγάλει τη χτεσινή νύχτα χωρίς εφιάλτες και κρίσεις ουρλιαχτών, αλλά δείχνει ακόμα εξαντλημένη. «Μ πορώ να το κάνω» απαντάει η Έγια και ισιώνει το κορμί της. «Κανένας δε θα σε παρεξηγήσει αν μείνεις απέξω…» της αποκρίνομαι. «Δε χρειάζεται να με νταντεύεις!» λέει απότομα. «Μ πορώ να προπονηθώ όσο σκληρά προπονείστε κι εσείς». Συγκατανεύω και αφήνω το θέμα. Λίγη σωματική δραστηριότητα μπορεί να της κάνει και καλό. Αν μη τι άλλο, θα την εξαντλήσει, έτσι που να μπορέσει να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί λιγάκι όπως πρέπει. Είμαστε οι τελευταίες δύο που φτάνουμε στην Αίθουσα Διαλέξεων. Όλοι στέκονται στη μέση του δωματίου, ντυμένοι με φόρμες. Ο Μ άλκολμ κάθεται πίσω από την κονσόλα του Λέκτερν και εξετάζει τα φωτεινά κουμπάκια και τους μοχλούς μέσα από τα γυαλιά του. Ο Εννιά χτυπάει τα χέρια του μόλις μας βλέπει. «Ωραία


212

PITTACUS LORE

λοιπόν! Πάμε να αρχίσουμε. Ώρα για την Αρπαγή της Σημαίας, μάγκες! Το υπέρτατο τεστ της ομαδικής δουλειάς και… εεε… της ικανότητας για ανελέητο ξύλο». Η Έξι γυρίζει τα μάτια ψηλά, και ο Πέντε πνίγει ένα βογκητό. Στέκομαι δίπλα στον Οχτώ, που μου ρίχνει ένα γρήγορο χαμόγελο. Ελπίζω να βρεθούμε στην ίδια ομάδα. «Οι κανόνες είναι απλοί» λέει ο Εννιά. Δείχνει προς την απέναντι άκρη του γυμναστηρίου, όπου έχει στήσει δύο χειροποίητες σημαίες φτιαγμένες από παλιά μπλουζάκια των Chicago Bulls. «Νικήτρια είναι η ομάδα που θα αρπάξει πρώτη τη σημαία της άλλης ομάδας και θα τη φέρει πίσω στη δική της πλευρά. Πρέπει να κρατάτε τη σημαία διαρκώς, απαγορεύεται η τηλεκίνηση. Επίσης, όχι τηλεμεταφορά της σημαίας στην πλευρά σας – χμμμ… εσένα εννοώ, Οχτώ». Ο Οχτώ χαμογελάει αυτάρεσκα. «Κανένα πρόβλημα… Μ ’ αρέσουν οι προκλήσεις». Στο πάτωμα είναι στοιβαγμένα τα τέσσερα μογκαντοριανά τουφέκια που είχα αρπάξει όταν φεύγαμε από το Άρκανσο. Σκέφτηκα ότι μπορεί να τα θέλαμε για καμιά άσκηση του είδους. Προσέχω πως ο Σαμ τα κοιτάζει διστακτικός. «Τι τα θέλουμε αυτά;» ρωτάει. «Κάθε ομάδα θα πάρει δύο όπλα» εξηγεί ο Τζον, μπαίνοντας στη συζήτηση. «Ο Μ άλκολμ τα ’χει πειράξει ώστε να μην είναι θανατηφόρα. Είναι σαν όπλα ακινητοποίησης. Πάντα στο τέλος της μάχης χρησιμοποιούμε τα όπλα των Μ ογκαντόρι εναντίον τους· σκέφτηκα πως αυτή θα είναι καλή προπόνηση». «Και θέλαμε να δώσουμε και σε σας, τους μη Γκάρντι, μια ευκαιρία να πολεμήσετε» συμπληρώνει ο Εννιά κοιτάζοντας τον Σαμ και τη Σάρα. Ο Μ άλκολμ απομακρύνεται από το Λέκτερν, με τα χέρια πλεγμένα στην πλάτη του. «Εγώ θα χρησιμοποιώ τα συστήματα της Αίθουσας Διαλέξεων για να ρίξω στη μάχη μερικά εμπόδια» λέει. «Να θυμάστε πως, αν χτυπήσει κανείς, δεν πειράζει να ζητήσει μια διακοπή, ώστε η Μ αρίνα ή ο Τζον να τον


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

213

θεραπεύσουν». Ο Εννιά ρουθουνίζει εκνευρισμένος. «Δεν υπάρχουν διακοπές στη μάχη, οπότε ας προσπαθήσουμε να περιορίσουμε τις κλάψες στο ελάχιστο!» Ο Τζον κοιτάζει τριγύρω, επιλέγει μια λιγότερο ανέμελη προσέγγιση. «Να θυμάστε πως κάνουμε απλώς προπόνηση. Δεν προσπαθούμε πραγματικά να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο». ❦ Ο Τζον και ο Εννιά είναι οι αρχηγοί και μας χωρίζουν σε δυο ομάδες. Ο Τζον διαλέγει την Έξι με την πρώτη του επιλογή, και ο Εννιά επιλέγει τον Οχτώ. Κατόπιν ο Τζον παίρνει τον Πέντε, και ο Εννιά διαλέγει τη Μ αρίνα. Η τρίτη επιλογή του Τζον είναι ο Μ πέρνι Κόσαρ, και ύστερα ο Εννιά ξαφνιάζει τους πάντες επιλέγοντας τη Σάρα. Το περίμενα πως θα έμενα στον τελευταίο γύρο· δεν υπάρχει καμία ντροπή σ’ αυτό όταν οι υπόλοιποι παίκτες είναι φουλ στις σούπερ δυνάμεις. Ο Τζον με διαλέγει, μάλλον επειδή θέλει να μοιράσει δίκαια τους γήινους, κάτι που αφήνει την Έγια στην ομάδα του Εννιά. Αγκαλιαζόμαστε σαν αθλητές πριν από τον αγώνα, στη δική μας πλευρά του γυμναστηρίου. «Θα γίνω αόρατη αμέσως» λέει η Έξι. «Αν μπορέσετε να τους κρατήσετε απασχολημένους, θα καταφέρω να φτάσω στη σημαία τους χωρίς κανένα πρόβλημα». Ο Τζον γνέφει καταφατικά. «Ανησυχώ κυρίως για τον Οχτώ. Μ άλλον θα τηλεμεταφερθεί αμέσως στη μεριά μας και θα πάει για τη σημαία. Σαμ, θέλω εσύ και ο Μ πέρνι Κόσαρ να αναλάβετε φρουροί». Χτυπάω ελαφρά τον Μ πι Κέι στο κεφάλι. Κάτω από τα δάχτυλά μου η γούνα του μπιγκλ μεταμορφώνεται σε απαλό τρίχωμα τίγρης. «Χμμμ… Ναι. Μ πορούμε να το κάνουμε». «Πέντε, εσύ κι εγώ πάμε για επίθεση. Θα τους κρατήσουμε απασχολημένους μέχρι να βρει η Έξι μια ευκαιρία». Ο Πέντε κοιτάζει πίσω του, εκεί όπου είναι αγκαλιασμένη η


214

PITTACUS LORE

άλλη ομάδα. «Εγώ θέλω να αναλάβω τον Εννιά». Ο Τζον κι εγώ ανταλλάσσουμε μια γρήγορη ματιά καθώς θυμόμαστε και οι δύο το χτεσινό γεγονός. Δε συμβαίνει κάθε μέρα να πηγαίνει κάποιος εθελοντικά κόντρα στον παλαβωμένο με τις μάχες θεότρελο Γκάρντι. Ο Τζον σηκώνει τους ώμους. «Και βέβαια. Θα προσέχω τα νώτα σου. Αλλά μην είσαι πολύ σκληρός μαζί του αυτήν τη φορά. Εντάξει;» Ο Πέντε χαμογελάει, έχοντας μια ιπποτική λάμψη στο βλέμμα του. «Δε δίνω υποσχέσεις…» Το αγκάλιασμά μας διαλύεται, κι εγώ χαμογελάω στην Έξι. «Καλή τύχη εκεί πέρα… Δε θα ξέρουν από πού θα τους έρθεις!» Τι σαχλαμάρα! Αχ, μπράβο, Σαμ. Η Έξι μού ανταποδίδει γρήγορα το χαμόγελο. Αρπάζει ένα κανόνι των Μ ογκαντόρι και μου το πετάει. «Ευχαριστώ, Σαμ. Βασίζομαι σε σένα να με καλύπτεις. Οκέι;» ❦ «Θα τηλεμεταφερθώ εκεί πέρα, θ’ αρπάξω τη σημαία τους και θα βρω την ευκαιρία να τη φέρω» λέει ο Οχτώ χτυπώντας τα δάχτυλά του. «Ούτε που θα ιδρώσουμε!» Ο Εννιά κουνάει το κεφάλι του. «Αυτό ακριβώς περιμένουν. Οπότε, ναι, κάν’ το. Αλλά θα είναι ένας απλός αντιπερισπασμός». Η Σάρα σηκώνει το κεφάλι της διακόπτοντας. «Συγγνώμη, Εννιά, αλλά πρέπει να σε ρωτήσω. Γιατί με διάλεξες;» Ο Εννιά τής χαμογελάει πλατιά. «Είσαι το μυστικό μου όπλο, Χαρτ… Αποκλείεται να είναι αποτελεσματικός ο Τζον αν του στέλνεις φιλάκια». «Φιλάκια;» επαναλαμβάνει ανέκφραστα η Σάρα, οπλίζοντας το μογκαντοριανό κανόνι που είχε σηκώσει από κάτω. «Θες να σε πυροβολήσω;» «Την έχω δει να πυροβολεί. Δε θα αστοχήσει…» λέω. Έχω δει τη Σάρα να πυροβολεί στις εκπαιδεύσεις. Ζηλεύω το σημάδι της. Δεν κατάφερα να προσαρμοστώ στα πυροβόλα όπλα όσο


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

215

γρήγορα τα κατάφερε αυτή. Εμένα μου προκαλούν νευρικότητα. «Ξέρω ότι δε θα αστοχήσει» αποκρίνεται ο Εννιά σοβαρεύοντας. «Γι’ αυτό και θα προσέχει την Έξι». «Αφού ξέρεις ότι θα γίνει αόρατη» λέει ο Οχτώ. «Πώς μπορούμε να το σταματήσουμε αυτό;» «Και σ’ αυτό το σημείο μπαίνει στη μέση η Έγια» απαντάει ο Εννιά. Η Έγια σηκώνει το βλέμμα της από το κανόνι που πασπατεύει, έκπληκτη που ακούει το όνομά της. Νομίζω πως έχει πληγωθεί λιγάκι που την επέλεξαν τελευταία. «Εγώ;» ρωτάει χωρίς να το πιστεύει. «Εσύ βέβαια!» απαντάει ο Εννιά. «Θα χρησιμοποιήσεις το τηλεπαθητικό ταλέντο σου για να εντοπίσεις τη θέση της Έξι όταν είναι αόρατη. Τότε εσύ και η Σάρα θα της βάλετε φωτιά!» «Εεε… Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να το κάνω αυτό». «Την εντόπισες σ’ εκείνη τη γαμάτη βάση στο Νέο Μ εξικό. Κι αυτό εδώ είναι μόνο ένα δωμάτιο». Ο Εννιά ταρακουνάει ενθαρρυντικά την Έγια. «Δοκίμασέ το για χάρη μου. Εντάξει;» «Κι εγώ τι θα κάνω;» ρωτάω. Ο Εννιά έχει στο πρόσωπο εκείνη την περήφανη έκφραση – νομίζω πως έχω ακούσει τον Τζον να αναφέρεται σ’ αυτό αποκαλώντας το «σκατοχαμόγελο»– που παίρνει όταν νομίζει πως έχει βρει κάτι πραγματικά ζουμερό. Αρπάζει το χέρι μου, και οι τριχούλες στο μπράτσο μου ορθώνονται, ένα ηλεκτρικό σοκ με διαπερνά. «Εσύ, Μ αρίνα, είσαι το πραγματικό μυστικό μου όπλο…» ❦ «Είναι έτοιμες και οι δύο πλευρές;» φωνάζει ο Μ άλκολμ από το Λέκτερν. Οι δύο ομάδες στέκονται περίπου δέκα μέτρα μακριά η μια από την άλλη, κοντά στο κέντρο της Αίθουσας Διαλέξεων. Κοιτάζω γύρω μου. Όλοι αυτοί από την πλευρά μου φαίνονται αποφασισμένοι. Ο Σαμ έχει αρχίσει ήδη να ιδρώνει λιγάκι, διορθώνοντας διαρκώς τον τρόπο με τον οποίο κρατάει το


216

PITTACUS LORE

κανόνι. Απέναντί μου η Σάρα μού ρίχνει ένα αθώο χαμόγελο καθώς κραδαίνει το δικό της. Η καρδιά μου ανταποκρίνεται φτερουγίζοντας, αλλά προσπαθώ να παραμείνω σοβαρός. «Έτοιμοι!» λέω στον Μ άλκολμ. «Ας ρίξουμε λίγο ξύλο!» φωνάζει ο Εννιά. Ο Μ άλκολμ πατάει μερικά κουμπιά στο Λέκτερν. Το δωμάτιο παίρνει ζωή και βουίζει γύρω μας. Τμήματα του πατώματος αρχίζουν να ανασηκώνονται, δημιουργώντας όγκους κάλυψης για να κρυφτούμε πίσω τους. Δύο μπάλες γυμναστικής κρέμονται με αλυσίδες από το ταβάνι. Ακροφύσια προβάλλουν από τους τοίχους, εκπέμποντας σύννεφα καπνού. «Ξεκινήστε!» προστάζει ο Μ άλκολμ. Για μια στιγμή δεν κινείται κανένας. Στη συνέχεια το βραχιόλι μου ξαφνικά με γαργαλάει και ζωντανεύει. Η κόκκινη ακτίνα μου αναπτύσσεται πάνω στην ώρα για να μπλοκάρει ένα ξέσπασμα πυρών. Κοιτάζω στην απέναντι μεριά του γυμναστηρίου και βλέπω τη Σάρα να μου χαμογελάει πλατιά· το στόμιο της κάννης της καπνίζει. «Συγγνώμη, μωρό μου!» φωνάζει προτού βουτήξει για να καλυφθεί. Δίπλα μου, από τη μια μεριά, βλέπω την Έξι να εξαφανίζεται. Στην άλλη πλευρά ο Σαμ πέφτει πίσω προς τη σημαία μας. Όλοι κινούνται, και ξαφνικά είναι σαν να βρίσκεσαι σε πραγματική μάχη. Χάος. Και να ο Εννιά. Έρχεται κατευθείαν πάνω μου. Είναι τόσο γρήγορος, ώστε ίσα που προλαβαίνω να ανάψω το Λούμεν μου και να πετάξω μια μικρή μπάλα φωτιάς προς το μέρος του. Την υπερπηδάει και σκάει πάνω μου. Πέφτω προς τα πίσω, η ασπίδα μου βρίσκεται ανάμεσά μας καθώς με καρφώνει στο πάτωμα. Ο Εννιά τη σφυροκοπάει με όλη του τη δύναμη. Βαθουλώματα σχηματίζονται πάνω στο κόκκινο υλικό, αλλά η ασπίδα αντέχει. Απογοητευμένος, ο Εννιά σηκώνεται πηδώντας από πάνω μου, και η ασπίδα μου μαζεύεται μέσα στο βραχιόλι μου. Σηκώνομαι κι εγώ όρθιος όσο πιο γρήγορα μπορώ, αλλά


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

217

όσο κι αν με προστάτευε η ασπίδα μου, το μαρκάρισμα του Εννιά με έκανε να λαχανιάσω. Είμαι πιο αργός απ’ όσο θα έπρεπε. «Εσύ και τα καταραμένα σου κοσμήματα, Τζόννυ…» γρυλίζει ο Εννιά. «Σκεφτόμουν εκείνο το πράγμα απ’ την τελευταία φορά που παλέψαμε. Μ ε τίναξε όταν προσπάθησα να το τραβήξω με το χέρι για να το βγάλω, οπότε αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν…» Νιώθω την τηλεκίνησή του να δουλεύει. Είναι πολύ αργά για να κάνω κάτι γι’ αυτό. Αρπάζει το βραχιόλι από το χέρι μου και το εκσφενδονίζει στην άκρη. «Χα!» φωνάζει κεφάτα ο Εννιά. «Και τώρα;» Ακριβώς τη στιγμή που ο Εννιά είναι έτοιμος να μου επιτεθεί, το λαστιχένιο χέρι του Πέντε γλιστράει γύρω από τη μέση του και τον εκσφενδονίζει στην άκρη. Ο Εννιά τινάζεται και πάλι όρθιος σαν ελατήριο. Ο Πέντε στέκεται μπροστά του, στριφογυρίζει στην παλάμη του το λαστιχένιο και το επιχρωμιωμένο μπαλάκι. Το δέρμα του μεταμορφώνεται από λάστιχο σε ατόφιο ατσάλι. «Έτοιμος να δοκιμάσεις ξανά;» ρωτάει ο Πέντε. «Ω, δεν έχεις ιδέα…» απαντάει γρυλίζοντας ο Εννιά. ❦ Συμβαίνει ακριβώς όπως είχε πει ο Τζον ότι θα συμβεί. Σχεδόν αμέσως μόλις βρήκα κάλυψη κάπου δίπλα στη σημαία μας, ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται εκεί κοντά. Θυμάμαι τους κανόνες, ότι δεν μπορεί να τηλεμεταφέρει τη σημαία πίσω στην άλλη πλευρά του δωματίου, και περιμένω τον Οχτώ να αρπάξει τη σημαία μας από τον τοίχο. Αμέσως μόλις το κάνει, τον ραντίζω με πυρά. Ο Οχτώ τσιρίζει από το ξάφνιασμα την ώρα που η πρώτη βολή μου ηλεκτρίζει την πλάτη του και τον ρίχνει κάτω. Κυλιέται και γυρίζει. «Διάολε, Σαμ! Πυροβολείς κάποιον στην πλάτη; Δεν είναι ωραίο!» Τον σημαδεύω με το κανόνι. «Άσε κάτω τη σημαία!» «Δε νομίζω…» λέει και τινάζεται όρθιος. Ρίχνω μια δυο βολές ακόμη, αλλά ο Οχτώ τις αποφεύγει


218

PITTACUS LORE

γοργά, χορεύοντας πίσω από έναν όγκο κάλυψης. Ακόμα κι έτσι, τον έχω ακινητοποιήσει και το ξέρει. Αποκλείεται να γυρίσει πίσω διασχίζοντας τον χώρο με τη σημαία μας. «Εντάξει, Σαμ! Τι λες να δοκίμαζες αυτό;» φωνάζει ο Οχτώ. Χώνει τη σημαία στο στόμα του και μεταμορφώνεται σ’ ένα απαίσιο πλάσμα, σαν λιοντάρι με δέκα χέρια. Περπατάει βαριά πάνω από το εμπόδιο προς το μέρος μου, χτυπάει και μου αποσπά το κανόνι με τα νύχια του ενός ποδιού. «Άρπαξέ τον, Μ πι Κέι!» ουρλιάζω. Πριν ο Οχτώ προλάβει να κάνει έστω και μία κίνηση ακόμα, ο Μ πέρνι Κόσαρ σκάει πάνω του. Ο Μ πι Κέι έχει μεταμορφωθεί κι αυτός. Έχει πάρει το σχήμα ενός γιγάντιου βόα σφιγκτήρα. Τυλίγει το σώμα του γύρω από τον Οχτώ, ακινητοποιώντας τα χέρια του τελευταίου στα πλευρά του. Όταν ο Οχτώ προσπαθεί να αναπνεύσει, η σημαία πέφτει από το στόμα του. Την αρπάζω και την κρεμάω ξανά στον τοίχο. ❦ Βλέπω τη Σάρα και την Έγια, καλυμμένες και κουλουριασμένες στο πάτωμα και οι δύο, κοντά στη σημαία μας, να σημαδεύουν με τα κανόνια τους παντού το δωμάτιο. Αναζητούν έναν στόχο που δεν μπορούν να δουν. «Άντε, Έγια…» λέει η Σάρα αισιόδοξα. «Μ πορείς να τα καταφέρεις!» Το πρόσωπο της Έγια είναι σφιγμένο από την αυτοσυγκέντρωση όσο προσπαθεί τηλεπαθητικά να εντοπίσει την Έξι. Ελπίζω να μην είναι μεγάλος κόπος γι’ αυτή μετά τη χτεσινή της δοκιμασία. Ξαφνικά το πρόσωπο της Έγια φωτίζεται. «Εκεί!» φωνάζει και αρχίζει να ρίχνει με το κανόνι της στο κενό στα δεξιά της. Η Σάρα ακολουθεί αμέσως χωρίς να σημαδεύει πραγματικά, προσπαθώντας απλώς να καλύψει την ίδια περιοχή με την Έγια. Τα περισσότερα πυρά πέφτουν άκακα στον τοίχο. Έπειτα από μερικές βολές, όμως, ένα ηλεκτρικό φορτίο δείχνει να σταματάει


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

219

καταμεσής στον αέρα. Τσιτσιρίζει για μια στιγμή, και βλέπω το περίγραμμα του σκελετού της Έξι, σχεδόν σαν ακτινογραφία, καθώς πέφτει στο πάτωμα. Η μορφή της Έξι εμφανίζεται ξανά, δείχνει κατάπληκτη και μπερδεμένη που πιάστηκε. Αναγκάζεται να περπατήσει προς τα πίσω σαν τον κάβουρα για να αποφύγει άλλη μία ομοβροντία βολών από τη Σάρα και την Έγια. «Μ πράβο, παιδιά!» φωνάζω. Η Έγια και η Σάρα σταματούν για μια στιγμή για ένα κόλλα πέντε προτού αρχίσουν να σημαδεύουν ξανά την Έξι. Γλιστράω κολλημένη στον τοίχο, παρακολουθώντας τη δράση από το περιθώριο. Κανένας δε μου δίνει σημασία ακόμα, κι αυτό ακριβώς θέλει η ομάδα μας. Στο κέντρο του δωματίου ο Εννιά σκύβει να αποφύγει την ατσάλινη γροθιά του Πέντε, του αρπάζει το μπράτσο έτσι όπως περνάει πάνω από το κεφάλι του και του στριφογυρίζει το χέρι, εξαρθρώνοντάς το πίσω στην πλάτη του. Αρχίζει να ανοίγει τα δάχτυλα του Πέντε. «Μ πορεί να είσαι από μέταλλο» ακούω τον Εννιά να βρυχιέται, «αλλά ούτε έτσι είσαι δυνατότερος από μένα!». Ο Εννιά αναγκάζει τον Πέντε να ανοίξει το χέρι του. Ακούω τον μεταλλικό θόρυβο που κάνει το ατσάλινο μπαλάκι του Πέντε όταν χτυπάει στο πάτωμα. Αμέσως το δέρμα του ξαναγίνεται φυσιολογικό. Ο Εννιά τον εκσφενδονίζει μακριά, πάνω σε μια από τις μπάλες γυμναστικής που κρέμονται. Ο Πέντε χτυπάει στο πρόσωπο και πέφτει ανάσκελα κάτω. Βογκάει κρατώντας το κεφάλι του. «Ουπς!» λέει ο Εννιά. «Σαν να έχασε κάποιος τα μπαλάκια του…» Η μάχη μού αποσπά την προσοχή και παραλίγο να πατήσω το βραχιόλι του Τζον, που ο Εννιά τού απέσπασε από το χέρι. Σκέφτομαι ότι μπορεί να φανεί χρήσιμο, οπότε το σηκώνω και το φοράω στον δικό μου καρπό. Η παγωμένη του αίσθηση απλώνεται ως πάνω στο μπράτσο μου και με ξαφνιάζει τόσο πολύ, ώστε παραλίγο να το βγάλω και να το πετάξω. Αναγκάζω


220

PITTACUS LORE

τον εαυτό μου να αυτοσυγκεντρωθεί και συνεχίζω να γλιστράω κολλημένη στον τοίχο, να μένω εκτός θέας. «Έι!» φωνάζει ο Τζον και μου παίρνει μια στιγμή να συνειδητοποιήσω ότι μιλάει σε μένα. «Έχεις κάτι που μου ανήκει!» Και οι δυο γροθιές του Τζον λάμπουν από τη φωτιά. Στέλνει δύο φλεγόμενες σφαίρες σε μέγεθος μπάλας του μπάσκετ κατευθείαν πάνω μου. ❦ Δε θα είχα ρίξει τόσο μεγάλες μπάλες φωτιάς στη Μ αρίνα αν δεν ήμουν βέβαιος ότι το βραχιόλι μπορούσε να τις αντιμετωπίσει. Η ασπίδα ανοίγει εγκαίρως ώστε να τις απορροφήσει, αλλά η δύναμή τους την πετάει στον τοίχο ξαφνιάζοντάς τη. Δεν ξέρω τι σκαρώνει, έτσι που κινείται μουλωχτά στις παρυφές της μάχης, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα είναι μέρος κάποιου σχεδίου που επινόησε η ομάδα τους. Κοιτάζω πάνω από τον ώμο μου τον Πέντε, που προσπαθεί να λακίσει προς τα πίσω ενώ τον καταδιώκει ο Εννιά. Δεν πάμε καλά. Πετάω μια μπάλα φωτιάς στον Εννιά, κι αυτός βουτάει να την αποφύγει. Αυτό δίνει στον Πέντε την ευκαιρία να ξανασηκωθεί όρθιος και να απομακρυνθεί λιγάκι από κοντά του. Φυσικά, αμέσως μόλις ο Πέντε τινάζεται όρθιος, μια ριπή πυρών της Σάρας τον ρίχνει και πάλι κάτω. Παρόλο που κάνει μαντάρα την ομάδα μου, δεν μπορώ παρά να είμαι τρελός από χαρά βλέποντας πόσο καλά τα καταφέρνει. Προς το παρόν ο Πέντε θα πρέπει να υπερασπιστεί μόνος τον εαυτό του. Πρέπει να ανακαλύψω τι σκαρώνει η Μ αρίνα και να πάρω πίσω το βραχιόλι μου. Τρέχω κοντά της ακριβώς τη στιγμή που ξεκολλάει από τον τοίχο. Τα μάτια της γουρλώνουν όταν με βλέπει να πλησιάζω και πάει να μου ρίξει μια κλοτσιά στα πόδια. Αποφεύγω το χτύπημα και την κολλάω στον τοίχο, προσπαθώντας να της πάρω το βραχιόλι. «Ποιο είναι το σχέδιό σου, Μ αρίνα;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

221

«Δε θα μιλήσω ποτέ!» ουρλιάζει. Έχει μπει για τα καλά στο πνεύμα και προσπαθεί να μου δώσει μια κεφαλιά. Κάποιος παίρνει οπωσδήποτε μαθήματα βρόμικων χτυπημάτων από τον Εννιά. «Τζον!» ακούω τον Σαμ να φωνάζει από την άλλη πλευρά του δωματίου. «Πρόσεχε!» Αμέσως μόλις φωνάζει ο Σαμ, ξέρω τι επακολουθεί, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγω. Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται δίπλα μου, με χτυπάει στο σαγόνι και με απομακρύνει από τη Μ αρίνα. Γυρίζω να τον αντιμετωπίσω, κι αυτός τηλεμεταφέρεται πίσω μου, κλοτσώντας με στην πλάτη και με τα δυο πόδια. Τρεκλίζω, πέφτω στο ένα γόνατο. Πώς να νικήσω κάποιον που μπορεί να τηλεμεταφέρεται σε μια μάχη σώμα με σώμα; ❦ Προσπαθώ να σημαδέψω και να ρίξω στον Οχτώ, αλλά κινείται πολύ γρήγορα. Όλο τηλεμεταφέρεται γύρω από τον Τζον, του ρίχνει από μια γρήγορη γροθιά και ύστερα εξαφανίζεται πριν προλάβει ο Τζον να αντεπιτεθεί. Δίπλα μου ο Μ πέρνι Κόσαρ έχει ακόμα τη μορφή του βόα, όπως όταν ο Οχτώ τηλεμεταφέρθηκε και γλίτωσε από τη σφιχτή λαβή του. «Μ πι Κέι, τράβα να βοηθήσεις τον Τζον. Θα κρατήσω εγώ το οχυρό!» Μ εταμορφώνεται σε τεράστιο γεράκι και εκτοξεύεται για να βοηθήσει τον Τζον. Κι έτσι, μένω μόνος να φυλάω τη σημαία. Η καλύτερή μας πιθανότητα για νίκη είναι πάντα η Έξι. Είναι καλυμμένη και καρφωμένη στη θέση της, ενώ η Σάρα και η Έγια ρίχνουν ασταμάτητα για να την κρατήσουν εκεί. Από τη θέση όπου είμαι τη βλέπω καθαρά. Είναι κουλουριασμένη, αυτοσυγκεντρώνεται, κι ένα απαλό αεράκι χαϊδεύει τα μαλλιά της. Για μισό λεπτό… Από πού έρχεται αυτό το αεράκι; Ξαφνικά αισθάνομαι την πίεση της ατμόσφαιρας να αλλάζει στο δωμάτιο. Η Έξι σηκώνεται πίσω από την κάλυψή της και


222

PITTACUS LORE

τινάζει τα χέρια προς το μέρος της Σάρας και της Έγια. Η Έγια εκτοξεύεται πίσω, κάνει μια ανάποδη τούμπα και πέφτει πάνω στον τοίχο. Η Σάρα πέφτει κι εκείνη πίσω, χάνοντας το κανόνι της από τα χέρια. Προτού τελειώσει το κουτρουβάλημά τους, η Έξι τρέχει σαν τον άνεμο μπροστά. Η Σάρα απλώνει το χέρι να ξαναπάρει το κανόνι της, αλλά η Έξι χρησιμοποιεί τηλεκίνηση και το τινάζει ακόμα πιο μακριά στο πάτωμα. Η Έξι πηδάει, αρπάζει τη σημαία από τον τοίχο και ξεκινάει να επιστρέφει στη μεριά μας. «Τρέξε, Έξι!» φωνάζω, νιώθοντας να φουσκώνω από περηφάνια· κανένας άλλος εκεί μέσα δε θα έκανε αυτήν τη διάκριση, αλλά θεωρώ πως ο Τζον, η Έξι κι εγώ είμαστε οι αυθεντικοί που μάχονται τους ψάρακες. Και κερδίζουμε! Καθώς η Έξι τρέχει προς τη μεριά μας στην Αίθουσα Διαλέξεων, κρατάω το κανόνι μου έτοιμο για να την καλύψω. Ο Οχτώ είναι πολύ απασχολημένος στην προσπάθειά του να ξεγελάσει και τον Τζον και τον Μ πι Κέι, οπότε δεν προσέχει την προσπάθεια της Έξι. Ο Εννιά, όμως, τη βλέπει. Πετάει στην άκρη έναν ταλαιπωρημένο και ξεθεωμένο Πέντε και πάει βιαστικά να συναντήσει την Έξι στο κέντρο του χώρου. Θέλω η Έξι να γίνει αόρατη την ώρα που ο Εννιά πάει καρφί πάνω της. Δεν το κάνει. Μ άλιστα φαίνεται λες και θέλει να τα βάλει μαζί του. Ο Εννιά ρίχνει πρώτα ένα μεγάλο δεξί πλάγιο χτύπημα από ψηλά, το οποίο η Έξι αποφεύγει εύκολα. Του δίνει γρήγορα δύο μικρές γροθιές στο πλευρό και μετά προσπαθεί να του σαρώσει τα πόδια και να τον ρίξει κάτω. Ο Εννιά πηδάει πάνω από το πόδι της Έξι και γραπώνει τους καρπούς της όταν προσπαθεί να τον χτυπήσει με την άκρη της παλάμης της στη μύτη. Μ ε το ελεύθερο χέρι του ο Εννιά τής ρίχνει μια γροθιά, αλλά η Έξι μπλοκάρει το χτύπημα και του ακινητοποιεί το χέρι. Παλεύουν με τέτοιον τρόπο, που καθένας τους ελέγχει το ένα χέρι του άλλου. Η Έξι συστρέφεται και αγωνίζεται, αλλά είναι φανερό πως ο Εννιά αρχίζει να την καταβάλλει.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

223

Για μια στιγμή παγώνω παρακολουθώντας την Έξι και τον Εννιά να παλεύουν. Είναι φυσικό, μάλλον, να κάνω πίσω όταν παλεύουν οι Γκάρντι, είτε είναι εναντίον των Μ ογκαντόρι είτε μεταξύ τους. Μ ετά, όμως, συνειδητοποιώ πως ο Εννιά είναι μπροστά μου ακάλυπτος. Οι φαρδιές του πλάτες αποτελούν τον τέλειο στόχο. Θα μπορούσα να τελειώσω αυτό το παιχνίδι στη στιγμή. Μ ε ένα τράβηγμα της σκανδάλης ο Εννιά θα πέσει, και η Έξι θα ελευθερωθεί οπωσδήποτε, καταφέρνοντας να έρθει στη μεριά μας. Σημαδεύω και ρίχνω. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει. Ίσως είναι η κακή μου η τύχη. Ακριβώς τη στιγμή που ρίχνω, ο Εννιά γυρίζει την Έξι από την άλλη. Τα πυρά μου τη χτυπούν στην πλάτη και καταρρέει με σπασμούς καταγής. Η σημαία αποσπάται από τη λαβή της και την πιάνει ο Εννιά. «Έξι!» φωνάζω ξαφνιασμένος. «Συγγνώμη!» Δε βλέπω καν τη Μ αρίνα να έρχεται. ❦ Τώρα είναι η ευκαιρία σου, Μαρίνα. Τρέχα! Μ ε τον Σαμ να έχει στραμμένη αλλού την προσοχή του, περνάω τρέχοντας από δίπλα του και αρπάζω τη σημαία τους από τον τοίχο. Μ ε παρατηρεί ακριβώς τη στιγμή που ξεκινάω να τρέχω πάλι πίσω στη μεριά μας, μένοντας κολλημένη στον τοίχο. Προσπαθεί να με σημαδέψει, αλλά τραβάω το κανόνι από τα χέρια του χρησιμοποιώντας τηλεκίνηση. Δε θα αποτελεί πρόβλημα πλέον. Ο Πέντε είναι ξαπλωμένος μόλις λίγα μέτρα μακριά, ζαβλακωμένος από το κουβάριασμά του με τον Εννιά. Ούτε κι αυτός θα αποτελεί πρόβλημα. Μ όνο για τον Τζον και τον Μ πέρνι Κόσαρ πρέπει να ανησυχώ. Αυτοί οι δύο απομακρύνονται από τον Οχτώ αμέσως μόλις με βλέπουν να τρέχω με τη σημαία. Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται γρήγορα στον δρόμο του Μ πι Κέι, του βάζει τρικλοποδιά και


224

PITTACUS LORE

τον τηλεμεταφέρει μαζί του στην άλλη άκρη του δωματίου. Κι έτσι, μένει μόνο ο Τζον. Ο Εννιά προσπαθεί να τον αναχαιτίσει, αλλά η Έξι, παρότι δεν έχει συνέλθει ακόμη από τα πυρά του κανονιού, καταφέρνει να απλώσει το πόδι της και να τον ρίξει κάτω. Κι έτσι, ο Τζον έχει πλέον το πεδίο ελεύθερο να έρθει προς το μέρος μου. Φοράω ακόμα το βραχιόλι του, οπότε γνωρίζει πως δε θα έχει καμία επιτυχία αν μου ρίξει μπάλες φωτιάς. Αντίθετα, αυτός έρχεται και μου κόβει τον δρόμο. Στην αρχή με αποπροσανατολίζει λίγο το Χάρισμα της αντιβαρύτητας που μου μετέφερε ο Εννιά στην έναρξη του παιχνιδιού και που τώρα χρησιμοποιώ. Είναι παράξενο να νιώθω τον κόσμο να μετατοπίζεται στο πλάι καθώς τρέχω πάνω στον τοίχο, με τα πέλματά μου να προσγειώνονται σε σημεία που κανονικά θα ήταν αδύνατο. Ο Τζον έρχεται καταπάνω μου τόσο γρήγορα που δεν έχει τον χρόνο να προσαρμοστεί και σκάει στον τοίχο από κάτω μου. Κάνω σπριντ στο ταβάνι προς τον τοίχο όπου είναι η βάση μας και πέφτω πάλι στο πάτωμα, κρατώντας ψηλά τη σημαία. Ένα μέρος του εαυτού μου δεν μπορεί να το πιστέψει, ούτε καν όταν ο Μ άλκολμ φυσάει μια σφυρίχτρα σημαίνοντας το τέλος του παιχνιδιού. Τα κατάφερα. Νικήσαμε! ❦ «Διάολε…» λέω τρίβοντας το κεφάλι μου σ’ εκείνο το σημείο όπου χτύπησα στον τοίχο. «Δεν το προέβλεψα αυτό». Δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω παρακολουθώντας τη Μ αρίνα να το γιορτάζει. Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται στην άλλη πλευρά του δωματίου ώστε να την τυλίξει στην αγκαλιά του, και η Έγια τρέχει να χωθεί κι εκείνη μέσα. Ο Εννιά έρχεται κοντά μου κουτσαίνοντας και απλώνει το χέρι του. «Ωραίο παιχνίδι, αφεντικό…» λέει. «Ναι, κι εσείς το ίδιο» αποκρίνομαι πιάνοντας το χέρι του. Δύο εβδομάδες νωρίτερα η ιδέα να χάσω από τον Εννιά θα με


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

225

παλάβωνε. Τώρα δεν έχει και τόση σημασία. Το σημαντικό είναι πως και οι δύο πλευρές συνεργάστηκαν καλά. Τα Χαρίσματα που παρουσιάστηκαν, οι πολεμικές ικανότητες, το γεγονός ότι φύλαγαν όλοι τα νώτα των άλλων – το ξέρω πως πρόκειται απλώς για ένα παιχνίδι, αλλά με κάνει να πιστεύω ότι μπορούμε να τα βάλουμε με τα πάντα. Ο Εννιά απομακρύνεται για να πάει να βοηθήσει τον Πέντε να σηκωθεί όρθιος. Ο τελευταίος δείχνει αποκαμωμένος, έχει μελανιές σε όλο το πλαϊνό μέρος του προσώπου του, ενώ το ένα του χέρι κρέμεται κουλό στο πλευρό του. Ο Εννιά κάνει τάχα πως τον ξεσκονίζει. «Δεν κρατάμε κακίες…» λέει ο Εννιά χαμογελώντας πονηρά. «Ναι, σίγουρα…» αντιγυρίζει σκυθρωπός ο Πέντε. Βλέπω τον Σαμ να γονατίζει δίπλα στην Έξι. Τρέμει ακόμη από την ηλεκτρική εκκένωση του κανονιού. Είμαι σίγουρος ότι ο Σαμ αισθάνεται ένοχος. «Έξι» αρχίζει να λέει, «λυπάμαι, δεν το ήθελα…». Η Έξι τού κάνει ένα νεύμα που σημαίνει «εντάξει». «Ξέχνα το, Σαμ. Ένα ατύχημα ήταν». «Μ πα, δεν ήταν…» διακόπτει ο Εννιά πηγαίνοντας χαλαρά προς τα κει. «Η Έγια με προειδοποίησε τηλεπαθητικά πως ερχόταν. Έτσι, το κατάλαβα και σε γύρισα». Στρεφόμαστε όλοι και κοιτάζουμε την Έγια. Το πρόσωπό της είναι αναψοκοκκινισμένο από την έξαψη. Δείχνει πιο υγιής απ’ όσο ήταν όταν ξεκινήσαμε. Και σε μεγαλύτερη εγρήγορση. Καθώς οι άλλοι διασχίζουν το δωμάτιο για να πάνε να συγχαρούν τη Μ αρίνα και να τους θεραπεύσει, ο Μ άλκολμ έρχεται κοντά μου με μεγάλες δρασκελιές. Μ ε χτυπάει φιλικά στην πλάτη. «Καλά τα πήγατε» λέει. «Όχι ακριβώς. Χάσαμε…» Ο Μ άλκολμ κουνάει το κεφάλι του. «Δεν εννοούσα αυτό. Καλά τα πήγατε όλοι μαζί. Ξέρεις τι είδα καθώς τα παρακολουθούσα όλα αυτά, Τζον;»


226

PITTACUS LORE

Κοιτάζω τον Μ άλκολμ περιμένοντας μια απάντηση. «Μ ια δύναμη που δεν μπορείς να την αγνοήσεις!»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

227

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΕΦΤΑ

Μ ΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ, όταν τελειώνω το ντους, ο Σαμ με περιμένει στον διάδρομο έξω από το μπάνιο. Είναι συνοφρυωμένος, έχει πάνω κάτω το ίδιο βλέμμα που είχε μετά την Αρπαγή της Σημαίας, λες και νομίζει πως έχασε μόνος του τον δικό μας πόλεμο και όχι πως έκανε απλώς ένα λάθος σε μια προπόνηση. «Τα έκανα θάλασσα εκεί πέρα…» λέει. «Καταλαβαίνω γιατί δε με παίρνεις μαζί στα Εβεργκλέιντς». Μ ε το που θεραπεύτηκαν όλοι, η ομάδα συγκεντρώθηκε και ψήφισε ομόφωνα ότι την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε αεροπορικώς στα Εβεργκλέιντς. Το γεγονός ότι ο Σαμ θα μείνει πίσω δεν έχει καμία σχέση με την απόδοσή του στην Αίθουσα Διαλέξεων· απλώς είναι λογικό να αφήσουμε αυτόν και τον Μ άλκολμ στο Σικάγο, να μας συντονίζουν χρησιμοποιώντας τον πίνακα σε περίπτωση που χωριστούμε και να παρακολουθούν τα δελτία ειδήσεων αν τυχόν προκύψει κάποιο πρόβλημα. Είναι σημαντική δουλειά, αλλά όχι από αυτές για τις οποίες θα προσπαθούσα να πείσω κάποιον άλλο να την κάνει. Κανένας δε θέλει να μείνει πίσω στην πρώτη μας αποστολή ως ενωμένων Γκάρντι. «Ξέρεις ότι δεν είναι αυτός ο λόγος, Σαμ». «Ναι, ναι…» μουρμουρίζει με μισή καρδιά. «Έλα τώρα, ένα παιχνίδι ήταν μόνο. Ξέχνα το» αποκρίνομαι


228

PITTACUS LORE

και του δίνω μια στο μπράτσο. Αναστενάζει. «Καταντράπηκα εκεί έξω, φίλε… Μ προστά στην Έξι». «Ααα…» λέω πιάνοντάς το. «Ε καλά, πυροβόλησες στην πλάτη το κορίτσι που γουστάρεις. Δεν έγινε και τίποτα». «Ε, πώς δεν έγινε…» επιμένει ο Σαμ. «Έδωσα την εντύπωση του βλάκα που δεν μπορεί να προστατέψει τον εαυτό του. Ή, ακόμα χειρότερα, αυτού που βάζει σε μπελάδες τα άτομα για τα οποία νοιάζεται». Δεν ξέρω τι να πω στον Σαμ. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε κορίτσι. Το να προσπαθεί να τα φτιάξει με την Έξι είναι σαν να αποφασίζει να ασχοληθεί με την ορειβασία και να διαλέγει το Έβερεστ για πρώτο βουνό. «Κοίτα… Μ ακάρι να είχα να σου πω κάτι που θα σε βοηθούσε, ρε φίλε. Αλλά να σου πω την αλήθεια; Η Έξι με μπερδεύει όσο τίποτε. Αν πραγματικά σ’ αρέσει, να είσαι ειλικρινής μαζί της. Την εκτιμάει την ειλικρίνεια. Ή μάλλον την αμεσότητα. Την τραχύτητα». «Η τραχύτητα μου θυμίζει τους ανθρώπους των σπηλαίων». Χτυπάω φιλικά τον Σαμ στην πλάτη. «Να είσαι άμεσος, αλλά ξέρεις, μην τη βαρέσεις και με ρόπαλο… Δε θα επιζήσεις μετά!» Αστειεύομαι, αλλά οι ρυτίδες στο μέτωπο του Σαμ βαθαίνουν. «Μ ήπως έχω και καμιά πιθανότητα, Τζον; Θα τα φτιάξει με τον Εννιά σε χρόνο μηδέν μάλλον. Αυτός τουλάχιστον ξέρει από μάχες». «Τον Εννιά;» Αυτό με κάνει να βάλω τα γέλια. Χτυπάω πάλι τον Σαμ στην πλάτη. «Έλα τώρα, ρε φίλε… Η Έξι δεν τον αντέχει τον Εννιά!» «Αλήθεια;» Ο Σαμ με κοιτάζει. Το χαμόγελό του είναι τώρα πιο χαλαρό, αν και ακόμα κάπως αμήχανο. «Συγγνώμη που σ’ ενοχλώ με όλα αυτά…» λέει. «Φαίνεται πως έχω ανάγκη από μια σπρωξιά στην αυτοπεποίθησή μου ή κάτι τέτοιο». Τώρα στεκόμαστε έξω από την πόρτα μου. Βάζω τα χέρια μου στους ώμους του Σαμ, κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Σαμ,


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

229

κυνήγησέ το. Τι έχεις να χάσεις;» Αφήνω τον Σαμ στον διάδρομο να μελετάει την επόμενη κίνησή του. Ελπίζω να τα καταφέρει. Μ ε κάποιον τρόπο, πιστεύω πως αυτός και η Έξι θα ήταν ό,τι πρέπει μαζί, αλλά δε θέλω να σπαταλήσω άλλο χρόνο προσπαθώντας να το παίξω προξενήτρα. Έχω πιο σημαντικά πράγματα για να ανησυχώ. Για να μην αναφέρω κι ένα κορίτσι δικό μου που πρέπει να σκεφτώ. Η Σάρα περιμένει στο δωμάτιό μου, στεγνώνει τα μαλλιά της με μια πετσέτα. Μ ου ρίχνει ένα βλέμμα που λέει «ξέρω», και μόλις κλείνω την πόρτα πίσω μου, το πρόσωπό της φωτίζεται από ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. «Πολύ καλή η συμβουλή σου…» μουρμουρίζει. Κοιτάζω πίσω μου προς τον διάδρομο και αναρωτιέμαι πόσα να άκουσε από τη συζήτησή μου με τον Σαμ. «Έτσι λες;» Συγκατανεύει. «Μ εγάλωσε και ο Σαμ. Αν το ήξερε η Έμιλυ, θα της ράγιζε η καρδιά». Μ ου παίρνει κάνα λεπτό για να θυμηθώ τη φίλη της Σάρας από το Παραντάιζ, αυτήν που μαζί της είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα ο Σαμ, τότε που κάναμε εκείνη την αχυροδρομία. Πόσος καιρός φαίνεται να έχει περάσει από τότε! «Ελπίζω να μη ραγίσει η καρδιά του Σαμ εξαιτίας μου. Λες να έχει πραγματικά πιθανότητες με την Έξι;» «Μ πορεί» απαντάει η Σάρα κι έρχεται προς το μέρος μου. «Κάτω απ’ τη ζόρικη πανοπλία της είναι πάντα ένα κορίτσι. Ο Σαμ είναι γλυκούλης και αστείος και είναι φανερό ότι νοιάζεται γι’ αυτή. Γιατί να μην της αρέσει;» Βάζει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και την τραβάω κοντά μου. «Ίσως πρέπει να του δώσεις εσύ μερικές συμβουλές για το πώς να γοητεύει εμάς τους Λόριαν… Τα καταφέρνεις μια χαρά». «Αλήθεια;» λέει κουνώντας πάνω κάτω τα φρύδια της. Μ ου δίνει ένα παρατεταμένο φιλί στα χείλη, ενώ τα δάχτυλά της μπλέκονται μέσα στα μαλλιά μου. Εκείνη τη στιγμή ξεχνάω εντελώς τον Σαμ και όλα τα σοβαρά προβλήματα που


230

PITTACUS LORE

αντιμετωπίζουμε. Είναι καταπληκτικό· μακάρι να μπορούσα να ζήσω μέσα σ’ αυτό το φιλί. Η Σάρα αποτραβιέται αργά, σηκώνει το βλέμμα της και με κοιτάζει χαμογελώντας. «Αυτό ήταν επειδή σε πυροβόλησα». «Αν είναι να κερδίζω κάτι τέτοιο, μπορείς να με πυροβολείς όποτε θες». «Λοιπόν, τι ακολουθεί σήμερα;» ρωτάει η Σάρα, μετρώντας τα συνηθισμένα μου καθήκοντα με τα δάχτυλα. «Κι άλλα οργανωτικά; Σχεδιασμός χαρτών; Σωτηρία του κόσμου;» Κουνάω το κεφάλι μου. «Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσαμε να φύγουμε από δω πέρα». ❦ Η Σάρα κι εγώ πηγαίνουμε τελικά στον Ζωολογικό Κήπο Λίνκολν. Πέρασα πολύ καιρό στην ταράτσα του Κέντρου Τζον Χάνκοκ, οπότε δεν ήμουν και τελείως κλεισμένος μέσα σε τέσσερις τοίχους από τότε που γυρίσαμε στο Σικάγο. Κι όμως, είναι διαφορετικό να βιώνεις την πόλη εδώ κάτω, παρέα με τους ανθρώπους. Ακόμα και με όλα τα καυσαέρια των αυτοκινήτων και τις μυρωδιές των σκουπιδιών που υπάρχουν στις μεγάλες πόλεις, ο αέρας για κάποιον λόγο είναι πιο φρέσκος. Ίσως είναι ακριβώς επειδή νιώθω ελεύθερος, πιο ζωντανός εδώ κάτω παρά πάνω στην ταράτσα με τα προβλήματά μου. Μ ε το χέρι της Σάρας στον αγκώνα μου, μπορώ να φαντασιώνομαι πως είμαστε ένα φυσιολογικό ζευγάρι που βγήκε ραντεβού. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν παίρνω τις προφυλάξεις μου. Φοράω το βραχιόλι μου κάτω από ένα ελαφρύ μπουφάν, για την περίπτωση που συλλάβει κάποιο σημάδι κινδύνου. Σταματάμε μπροστά στην περίφραξη των λιονταριών, αλλά δεν μπορούμε να δούμε τίποτα εκτός από τον χρυσόμαλλο πισινό ενός λιονταριού που λαγοκοιμάται πίσω από ένα μασημένο λάστιχο. «Αυτή είναι η φόλα με τους ζωολογικούς κήπους» λέει η Σάρα. «Τα ζώα γίνονται τόσο τεμπέλικα και υπναράδικα, που καμιά φορά δεν τα βλέπεις καν».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

231

«Εμείς δεν αντιμετωπίζουμε τέτοιο πρόβλημα» αποκρίνομαι. Έρχομαι σε επαφή τηλεπαθητικά και καλοπιάνω το λιοντάρι να ξυπνήσει. Σηκώνεται όρθιο, τινάζει τη χαίτη του και κινείται κατευθείαν προς το μέρος μας. Μ ας κοιτάζει από κει όπου στέκεται δίπλα στον νερόλακκό του, με τα μαύρα του μάτια να ανοιγοκλείνουν όλο περιέργεια. Του ζητάω να βρυχηθεί και το κάνει· βγάζει ένα μεγάλο, πηγαίο μουγκρητό, που κάνει μερικά παιδάκια εκεί κοντά να απομακρυνθούν από την περίφραξη τσιρίζοντας και γελώντας. «Μ πράβο, αγόρι μου…» ψιθυρίζω. Η Σάρα μού σφίγγει το χέρι. «Είσαι κανονικός δόκτωρ Ντούλιτλ…9» σχολιάζει. «Αν χρειαστεί ξανά να κρυφτείς, το τσίρκο θα ήταν ό,τι πρέπει για σένα». Χρησιμοποιώ τη ζωική μου τηλεπάθεια και σε μερικά ακόμα κλουβιά. Ενθαρρύνω μια φώκια, που δείχνει να βαριέται, να στήσει μια αυτοσχέδια παράσταση με μια θαλάσσια μπάλα. Ζητάω από τις μαϊμούδες να έρθουν κοντά και να πιέσουν τα χέρια τους πάνω στο τζάμι, ώστε η Σάρα να μπορέσει να κάνει μαζί τους κόλλα πέντε. Είναι μια καλή προπόνηση για ένα Χάρισμα που συνήθως χρησιμοποιώ μόνο για να επικοινωνήσω με τον Μ πι Κέι. Ο ζωολογικός κήπος κλείνει την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Καθώς πηγαίνουμε προς την έξοδο, η Σάρα ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο μου και αναστενάζει. Είμαι βέβαιος ότι κάτι τη βασανίζει. «Χρειάζομαι περισσότερες μέρες σαν κι αυτές μαζί σου…» λέει. «Το ξέρω. Κι εγώ το θέλω αυτό. Μ όλις νικήσουμε τους Μ ογκαντόρι, σου υπόσχομαι ότι θα έχουμε όλο τον χρόνο του κόσμου». Το βλέμμα της Σάρας γίνεται απόμακρο, σχεδόν σαν να φαντάζεται αυτό το μέλλον και να μην είναι απαραίτητα


232

PITTACUS LORE

συναρπαστικό γι’ αυτήν. «Τι θα γίνει μετά, όμως; Θα πας πίσω στον Λόριεν… Έτσι δεν είναι;» «Αν όλα πάνε καλά. Πρέπει ακόμα να βρούμε έναν τρόπο να γυρίσουμε. Και πρέπει να ελπίζουμε πως ο Μ άλκολμ έχει δίκιο γι’ αυτά τα φοινικοπράγματα που υπάρχουν στα Σεντούκια μας, πως έχουμε αρκετά από δαύτα και πως είναι ικανά να ξυπνήσουν τον πλανήτη μας». «Και θες να έρθω μαζί σου;» «Και βέβαια!» απαντάω στη στιγμή. «Δε θέλω να πάω πουθενά χωρίς εσένα». Η Σάρα μού χαμογελάει με μια νότα θλίψης που δεν την περίμενα. «Είσαι γλυκός, Τζον, αλλά δεν το εννοώ όπως το παιχνιδάκι που κάναμε στην αυτοκινητάδα με την Έξι… Μ ιλάω σοβαρά. Θα γυρίσουμε ποτέ πίσω;» ρωτάει η Σάρα. «Στη Γη;» «Ναι, βέβαια» λέω, επειδή ξέρω πως αυτό πρέπει να πω σ’ αυτή την περίσταση, όσο κι αν δεν είμαι σίγουρος πως είναι αλήθεια. Κατεβάζω το βλέμμα στα πόδια μου. «Είμαι βέβαιος ότι θα γυρίσουμε πίσω». «Σοβαρά; Μ ιλάμε για χρόνια ολόκληρα μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο, Τζον. Μ η με παρεξηγείς, ένα μέρος μου θέλει πραγματικά να πάει. Δεν έχουν όλα τα κορίτσια ένα αγόρι που τους ζητάει να τις πάρει σε άλλον γαλαξία. Αλλά έχω οικογένεια εδώ, Τζον. Ξέρω ότι δεν έχει την ικανότητα να επαναφέρει έναν ολόκληρο πλανήτη στην πρότερη δόξα του, αλλά είναι σημαντική για μένα». Συνοφρυώνομαι τώρα, η καλή μου διάθεση αλλάζει και γίνεται κάτι άλλο. Είναι μια αίσθηση θλίψης· μια αίσθηση χαμένου. «Δε θέλω να σε πάρω μακριά απ’ την οικογένειά σου, Σάρα… Η επιστροφή στον Λόριεν υποτίθεται πως είναι κάτι καλό, κάτι θριαμβευτικό». Διστάζω, προσπαθώντας να βρω τις λέξεις για να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι. «Πάντα το σκεφτόμουν σαν αυτό που συμβαίνει στο τέλος. Κατάλαβες; Μ ετά απ’ όλες τις μάχες θα επιστρέφαμε εκεί και θα βρίσκαμε έναν τρόπο να αρχίσουμε απ’ την αρχή. Είναι σαν πεπρωμένο.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

233

Απ’ την άλλη, όμως, δεν το αισθανόμουν ποτέ μου σαν κάτι που μπορεί πραγματικά να γίνει, αν βγάζει νόημα αυτό που λέω. Δεν κάθισα ποτέ να σκεφτώ διεξοδικά τις λεπτομέρειες. Ίσως θα έπρεπε, μάλλον…» Σταματάμε το περπάτημα, απλώνει το χέρι και μου αγγίζει το πρόσωπο. «Δε θέλω να σε πάρω μακριά απ’ το πεπρωμένο σου. Σε παρακαλώ, μη νομίσεις ότι προσπαθώ να κάνω κάτι τέτοιο…» «Όχι. Και βέβαια όχι. Αλλά δε θέλω να γυρίσω πίσω στον Λόριεν χωρίς εσένα». «Δεν είμαι βέβαιη ότι θα ήθελα να μείνω στη Γη χωρίς εσένα…» μουρμουρίζει. «Οπότε, πού βρισκόμαστε;» «Δεν ξέρω τι μας επιφυλάσσει το μέλλον» λέει η Σάρα. «Αλλά σ’ αγαπάω, Τζον. Προς το παρόν, μόνο αυτό έχει σημασία. Θα βρούμε τα υπόλοιπα όταν έρθει η ώρα». «Κι εγώ σ’ αγαπάω» αποκρίνομαι. Την τραβάω κοντά και τη φιλάω. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή το βραχιόλι μου αρχίζει να με γαργαλάει.


234

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΟΧΤΩ

«ΤΙ ΣΥΜ ΒΑΙΝΕΙ;» ρωτάει η Σάρα μόλις αποτραβιέμαι ξαφνικά από κοντά της. «Το βραχιόλι μου με προειδοποιεί. Κάτι τρέχει» απαντάω και περιστρέφομαι προσπαθώντας να συλλάβω τα πάντα γύρω μας με τη μία. «Κάτι κακό…» «Σοβαρά τώρα, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί» λέει η Σάρα, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. Αναφέρεται στην έκτακτη κατάσταση χτες βράδυ με τον Μ πι Κέι. «Όχι. Αυτό είναι διαφορετικό. Χειρότερο». Αγγίζω ενστικτωδώς το βραχιόλι μου καθώς στέλνει παγοκρυστάλλους πάνω κάτω στο μπράτσο μου. Βρισκόμαστε σ’ έναν αρκετά πολύβουο δρόμο στο κέντρο του Σικάγου. Σκανάρω τα πρόσωπα γύρω μας· κόσμος που επιστρέφει στο σπίτι μετά τη δουλειά, ζευγάρια που βγαίνουν για φαγητό, όλοι τους γήινοι. Δε διακρίνω ούτε ένα χλωμό πρόσωπο με προτίμηση στα σκουρόχρωμα ρούχα. Παρ’ όλα αυτά, το βραχιόλι δε με έστειλε ποτέ στη λάθος κατεύθυνση στο παρελθόν. Κάπου εδώ τριγύρω υπάρχει κίνδυνος. «Να γυρίσουμε σπίτι» αποκρίνεται η Σάρα. «Να προειδοποιήσουμε τους άλλους». Κουνάω το κεφάλι μου. «Όχι. Αν μας παρακολουθούν και δεν τους ξεφορτωθούμε, θα καταλήξουμε να τους οδηγήσουμε στους άλλους».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

235

«Διάολε, έχεις δίκιο… Τι κάνουμε λοιπόν;» «Πρέπει να τους βρούμε». Αρπάζω το χέρι της Σάρας και περπατάμε μερικά βήματα προς το τέλος του τετραγώνου. Η αίσθηση του τσιμπήματος στον καρπό μου αρχίζει να χάνεται, κι αυτό σημαίνει πως ο κίνδυνος βρίσκεται προς την άλλη κατεύθυνση. Κάνουμε μεταβολή και πάμε προς τα κει, παρόλο που δε βλέπω τίποτα το ασυνήθιστο. «Τζον…» λέει προειδοποιητικά η Σάρα και παίρνει το χέρι μου μέσα στα δυο δικά της. Προσπαθεί να κρύψει τη λάμψη που εκπέμπει ξαφνικά το δέρμα μου. Το Λούμεν μου πυροδοτήθηκε, τα χέρια μου είναι φωτισμένα και τα δυο, έτοιμα για μάχη. Παίρνω βαθιά αναπνοή και ηρεμώ, θέλω τα χέρια μου να γυρίσουν στο φυσιολογικό. Ευτυχώς, κανένας εκεί γύρω δε δείχνει να το παίρνει χαμπάρι. «Εδώ…» ψιθυρίζω και οδηγώ τη Σάρα στην είσοδο ενός σκοτεινού σοκακιού. Το βραχιόλι μου είναι πια σαν να ουρλιάζει, όλο μου το χέρι είναι μουδιασμένο από τις βελονίτσες. Γλιστράω κόντρα στον τοίχο και προβάλλω το κεφάλι μου από τη γωνία του σοκακιού. Είναι τρεις. Μ ογκαντόρι ανιχνευτές, απ’ ό,τι φαίνεται. Δεν κάνουν καν προσπάθεια να περάσουν για άνθρωποι· το χλωμό κεφάλι τους είναι ξυρισμένο, αλλά δεν έχει τατουάζ και φορούν σκούρες καμπαρντίνες που θα μπορούσαν να κοψοχολιάσουν τους πάντες. Ό,τι κι αν κάνουν εδώ, είναι φανερό πως δεν περιμένουν να τους εντοπίσει κανένας. Οι δύο κρατούν τσίλιες όσο ο τρίτος χώνει τα χέρια του κάτω από έναν κάδο σκουπιδιών. Βγάζει κάτι από το μέταλλο, έναν φάκελο. «Είναι τρεις…» λέω χαμηλόφωνα στη Σάρα. Στέκεται δίπλα μου, με την πλάτη κόντρα στον τοίχο. «Πρέπει να είναι απ’ αυτούς τους εργαστηριογενείς που μας έλεγε ο Μ άλκολμ… Χλωμοί και άσχημοι, ως συνήθως». «Τι κάνουν εδώ;» «Δεν ξέρω» απαντάω. «Αλλά αποτελούν εύκολο στόχο». «Δεν έφερα όπλο στο ραντεβού μας…» μου αποκρίνεται


236

PITTACUS LORE

ψιθυριστά. «Έπρεπε να το φανταστώ». «Δεν πειράζει» της λέω. «Δε μας έχουν εντοπίσει…» Η Σάρα κοιτάζει προς τα κάτω τα χέρια μου. «Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε να κάνουν αυτό που κάνουν… Έτσι δεν είναι;» «Όχι βέβαια» της απαντάω, συνειδητοποιώντας ότι οι γροθιές μου έχουν σφίξει. Για μια φορά έχω εγώ το πλεονέκτημα σε σχέση με τους Μ ογκαντόρι. Θέλω να μάθω τι σκαρώνουν. Τέρμα το τρέξιμο μέσα στον φόβο. «Αν τα πράγματα πάνε άσχημα, τρέξε για βοήθεια». «Τα πράγματα δε θα πάνε άσχημα!» αναφωνεί αποφασιστικά η Σάρα, και η αυτοπεποίθηση ρέει μέσα μου. «Βάλε φωτιά σ’ αυτούς τους μαλάκες!» Βγαίνω στο κέντρο του σοκακιού και πάω καρφωτός προς τους Μ ογκαντόρι. Τα άδεια μάτια τους εστιάζουν πάνω μου όλα μαζί. Για μια στιγμή αυτό το παλιό και οικείο σύγκρυο με διαπερνά, αυτή η αίσθηση του φυγά. Την καταπνίγω· αυτήν τη φορά επιλέγω μάχη αντί για φυγή. «Χαθήκατε, παιδιά;» ρωτάω δήθεν αδιάφορα ενώ πλησιάζω. «Πάρε δρόμο μικρέ…» απαντάει συριστικά ο ένας τους, φανερώνοντας μια σειρά μικροσκοπικών δοντιών. Ο Μ ογκαντόρι δίπλα του ανοίγει το πανωφόρι του και μου δείχνει ένα κανόνι χωμένο μέσα στο παντελόνι του. Προσπαθούν να με τρομάξουν για να φύγω, σαν να είμαι απλώς ένας γήινος που κόβει δρόμο από ένα κακόφημο σοκάκι για να πάει στο σπίτι του. Δεν καταλαβαίνουν τι είμαι. Κι αυτό σημαίνει πως ό,τι κι αν κάνουν εδώ, δε με κυνηγούν. «Σαν να ψύχρανε λιγάκι» λέω, σταματώντας καμιά δεκαριά περίπου μέτρα μακριά τους. «Είστε αρκετά ζεστά;» Χωρίς να περιμένω απάντηση, πυροδοτώ το Λούμεν μου. Μ ια μπάλα φωτιάς παίρνει μορφή και στριφογυρίζει πάνω από την παλάμη μου. Την πετάω στον κοντινότερο Μ ογκαντόρι. Δεν έχει καν την ευκαιρία να αντιδράσει προτού του τυλίξει το πρόσωπο. Για μια στιγμή ανάβει ολόκληρος σαν σπίρτο και


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

237

αμέσως αποσυντίθεται και γίνεται στάχτη. Ο δεύτερος Μ ογκαντόρι προλαβαίνει τουλάχιστον να απλώσει το χέρι και να πιάσει το κανόνι του, αλλά έως εκεί. Τον χτυπάω με μια μπάλα φωτιάς ακριβώς στο στήθος. Αφήνει μια σύντομη κραυγή και ύστερα πάει να βρει τον πρώτο Μ ογκαντόρι με τη μορφή σκόνης πάνω στο βρόμικο έδαφος του σοκακιού. Δε χτυπάω τον τελευταίο Μ ογκαντόρι με το Λούμεν μου. Είναι αυτός που κρατάει τον φάκελο· δε θέλω να ρισκάρω να τον κάψω. Θέλω να δω τι ψάχνουν οι Μ ογκαντόρι, ποια μυστική αποστολή έχουν και παραμονεύουν στο Σικάγο. Μ ε κοιτάζει σχεδόν σαν να θέλει να τον στείλω κι αυτόν αδιάβαστο όπως τους άλλους και κρατάει σφιχτά τον φάκελο στο στήθος του. Όταν συνειδητοποιεί ότι διστάζω, αρχίζει να τρέχει σαν τον άνεμο στο βάθος του σοκακιού. Ένας Μ ογκαντόρι που προσπαθεί να μου ξεφύγει. Να μια καλοδεχούμενη αλλαγή ρουτίνας. Αρπάζω τον κάδο σκουπιδιών με τηλεκίνηση και τον εκσφενδονίζω στον Μ ογκαντόρι προτού απομακρυνθεί πολύ. Το μέταλλο του κάδου τρίζει καθώς τρίβεται πάνω στον τοίχο του σοκακιού. Χτυπάει τον Μ ογκαντόρι και τον καρφώνει πάνω στον τοίχο, τσακίζοντάς του τα κόκαλα. «Πες μου τι κάνετε εδώ, και θα το τελειώσω γρήγορα» λέω πηγαίνοντας κοντά του. Για να του το αποδείξω, βάζω λίγη τηλεκινητική πίεση στον κάδο, λιανίζοντας ακόμα περισσότερο το τσακισμένο του κορμί. Μ ια φυσαλίδα σκούρου αίματος κατεβαίνει στάζοντας το σαγόνι του. Το ουρλιαχτό της ταραχής και του πόνου του με κάνουν να διστάσω. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο. Έχω σκοτώσει Μ ογκαντόρι, αλλά μόνο σε αυτοάμυνα και γρήγορα. Ελπίζω να μην ξεπερνάω τα όρια. «Θα… θα πεθάνετε όλοι!» αντιγυρίζει φτύνοντας τις λέξεις ο Μ ογκαντόρι. Σπαταλάω την ώρα μου. Δε νομίζω να μάθω τίποτα σημαντικό από κάποιον κατώτερο ανιχνευτή. Σπρώχνω τον


238

PITTACUS LORE

κάδο άλλη μία φορά με τηλεκίνηση και τον αποτελειώνω. Κατόπιν τραβάω τον κάδο από τον τοίχο και παίρνω τον φάκελο από τον σωρό της στάχτης του Μ ογκαντόρι. Τον περιστρέφω στα χέρια μου – είναι γεμάτος χαρτιά. «Τι είναι;» ρωτάει η Σάρα πλησιάζοντας επιφυλακτικά από το στόμιο του σοκακιού. Ανάβω το ένα χέρι μου, ώστε να δω τα χαρτιά μες στο σκοτάδι. Κρατάω τρεις σελίδες γεμάτες άκαμπτα γραμμένο κείμενο που μοιάζει με διασταύρωση ιερογλυφικών με κινέζικα. Φυσικά είναι γραμμένο στα μογκαντοριανά. Φαντάζομαι ότι θα παραήμαστε τυχεροί αν πιάναμε τους Μ ογκαντόρι να στέλνουν μυστικές εντολές στα αγγλικά. Σηκώνω ψηλά τα χαρτιά για να μπορέσει να τα δει και η Σάρα. «Ξέρεις κάναν καλό μεταφραστή απ’ τα μογκαντοριανά;» ρωτάω. ❦ Πίσω στο ρετιρέ μαζεύω τους πάντες στην τραπεζαρία, για να τους περιγράψω τη συνάντησή μου με τους Μ ογκαντόρι. Ο Εννιά με χτυπάει φιλικά στην πλάτη όταν φτάνω στο σημείο όπου σκότωσα εκείνους τους τρεις. «Τον τελευταίο έπρεπε να τον φέρεις εδώ» λέει. «Θα μπορούσαμε να βγάλουμε κάτι από δαύτον βασανίζοντάς τον, όπως έκαναν κι αυτοί με μας». Κουνάω το κεφάλι μου. Κοιτάζω τον Σαμ, που έχει αρχίσει προληπτικά να τρίβει τους σημαδεμένους καρπούς του. «Δεν κάνουμε τέτοια πράγματα εμείς» αποκρίνομαι. «Είμαστε καλύτεροι απ’ αυτούς». «Έχουμε πόλεμο, Τζόννυ!» αντιγυρίζει ο Εννιά. «Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάει η Μ αρίνα. «Λες να ξέρουν πού βρισκόμαστε;» «Αμφιβάλλω» απαντάω. «Αν είχαν έρθει εδώ για μας, θα είχαν στείλει περισσότερους από τρεις. Δε με αναγνώρισαν καν όταν πλησίασα».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

239

«Ναι, και είσαι ένας πασίγνωστος δολοφόνος Μ ογκαντόρι» λέει ο Οχτώ. «Περίεργο…» «Αν ήταν να έρθουν, θα είχαν έρθει μέχρι τώρα» προσθέτει η Έξι. «Δε φημίζονται ακριβώς για τη λεπτότητά τους. Πρέπει να καταλάβουμε τι λένε αυτά τα χαρτιά. Μ πορεί να είναι κάποιο σχέδιο εισβολής». «Όπως ακριβώς στο όνειρό μου» συμπληρώνει η Έγια. Τα επίμαχα χαρτιά κάνουν τον γύρο του τραπεζιού. Ρίχνουν όλοι μια ματιά στα σύμβολά τους, που για μας δε σημαίνουν τίποτα. Ο Μ άλκολμ παίρνει τα χαρτιά συνοφρυωμένος. «Πέρασα πολύ καιρό αιχμάλωτος, αλλά δεν έμαθα ποτέ τη γλώσσα τους…» «Σίγουρα θα υπάρχει κάποιο πρόγραμμα μετάφρασης στον υπολογιστή του Σαντόρ» λέει ο Εννιά. «Αμφιβάλλω, όμως, αν έχει και μογκαντοριανά». Ο Μ άλκολμ περνάει το χέρι μέσα από τα γένια του, κοιτάζοντας ακόμα τα χαρτιά. «Υπάρχουν μοτίβα εδώ, όπως σε όλες τις γλώσσες. Μ πορεί να σπάσει. Αν μου δείξεις εκείνο το πρόγραμμα, ίσως καταφέρω να το χρησιμοποιήσω». Όλοι στο τραπέζι δείχνουν νευρικοί. Είναι η πρώτη μυρωδιά από Μ ογκαντόρι από τότε που τους πολεμήσαμε στο Άρκανσο. «Αυτό δεν αλλάζει τίποτε» αποκρίνομαι. «Ό,τι κι αν γράφουν αυτά τα έγγραφα, είμαι σίγουρος πως είναι κάτι που οι Μ ογκαντόρι δε θέλουν να μάθουμε. Είναι κάτι που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας. Αλλά μέχρι να είμαστε σίγουροι, συνεχίζουμε με το σχέδιο που έχουμε καταστρώσει ήδη. Ξεκουραστείτε, παιδιά. Το πρωί φεύγουμε για Φλόριντα».


240

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΝΙΑ

ΣΤΕΚΟΜ ΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΩΜ Ο του πατέρα μου όσο σκανάρει τα μογκαντοριανά έγγραφα στον υπολογιστή του Σαντόρ. Μ όλις τελειώνει με το σκανάρισμα, φορτώνει μερικά μεταφραστικά προγράμματα, μαζί με κάποιο πειρατικό λογισμικό που υποτίθεται ότι θα καταφέρει να σπάσει προγράμματα προστασίας κι άλλες τέτοιες αηδίες. «Λες να καταφέρεις να τα μεταφράσεις;» ρωτάω. «Το πρώτο βήμα ήταν να βρω ποιο πρόγραμμα πρέπει να χρησιμοποιήσω». «Και το βρήκες;» Παρατηρώ πως ο πατέρας μου έχει ανοίξει και ελαχιστοποιήσει το iTunes. Χτυπάω την οθόνη με το δάχτυλο. «Θ’ άκουγες μουσική;» «Δεν… δεν υπήρχε το iTunes όταν μ’ έπιασαν. Σκέφτηκα πως ίσως…» Ο πατέρας μου σηκώνει τους ώμους σαν να κοροϊδεύει τον εαυτό του. «Παραδέχομαι ότι χρησιμοποιώ τη μέθοδο πειραματισμού και λάθους. Εντάξει;» «Και τώρα λοιπόν, τι;» «Το προσεγγίζω από κάθε πλευρά. Όλες οι γλώσσες –ακόμα και οι εξωγήινες– έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Το θέμα είναι να απομονώσεις ένα και να το χρησιμοποιήσεις για να αποκωδικοποιήσεις το υπόλοιπο κείμενο». Μ ε κοιτάζει πάνω από τον ώμο του. «Είναι πολύ βαρετά πράγματα αυτά, Σαμ. Δε χρειάζεται να μου κάνεις παρέα».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

241

«Όχι. Όλα καλά» λέω. «Θέλω να μείνω». «Αλήθεια;» ρωτάει κοιτάζοντάς με κατάματα. «Εμένα μου φαίνεται πως είχες άλλα σχέδια». Παρατηρητικός όπως πάντα. Φοράω αυτά που θεωρητικά είναι τα καλύτερά μου ρούχα, αν λάβεις υπόψη πως έχω μόνο τρεις επιλογές. Ένα πληκτικό γκρίζο πουλόβερ και το λιγότερο βρόμικο τζιν μου. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου να ακολουθήσει τη συμβουλή του Τζον, να κάνω μια κουβέντα με την Έξι για τα συναισθήματά μου – άδραξε τη μέρα και τα ρέστα. Αυτή η τελευταία κρίση, παρότι αφορά μόνο μερικά χαρτιά, είναι μια καλή δικαιολογία για να το αναβάλω. «Μ πορούν να περιμένουν…» απαντάω αξιολύπητα, κάνοντας δήθεν ότι μελετάω την οθόνη του υπολογιστή, απ’ όπου περνούν διάφορα δείγματα γλωσσών. «Χμμμ…» Ο πατέρας μου χαμογελάει ευγενικά, κοιτάζοντας και ο ίδιος την οθόνη. «Ξέρεις, φεύγουν για τη Φλόριντα αύριο. Μ ετά από δω θα υπάρξει σίγουρα κάποια άλλη αποστολή. Και ποιος ξέρει τι πληροφορίες μπορεί να σταχυολογήσουμε απ’ αυτά τα έγγραφα. Ένα κάρο πράγματα τρέχουν». «Πού το πας;» «Μ πορεί να περάσει καιρός μέχρι να έρθει άλλη μία ήρεμη νύχτα σαν κι αυτή…» λέει. «Μ ην το αναβάλλεις, Σαμ». ❦ Βρίσκω την Έξι στην ταράτσα του ρετιρέ, το οποίο δείχνει να είναι το πιο δημοφιλές μέρος για τους Γκάρντι που θέλουν να μείνουν μόνοι τους. Είναι νύχτα, και ο άνεμος είναι πιο δυνατός εδώ πάνω απ’ ό,τι συνήθως, ίσως επειδή η Έξι κάνει βλακείες με τον καιρό. Έχει και τα δυο της χέρια σηκωμένα, και καθώς τα κινεί εμπρός πίσω, ο ουρανός ανταποκρίνεται· μου θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο τα χρώματα στροβιλίζονταν μαζί, στο μάθημα των καλλιτεχνικών, όταν ανακατεύαμε τις νερομπογιές. Η Έξι κάνει το ίδιο με τα σύννεφα. Αν υπάρχουν μετεωρολόγοι που κοιτάζουν απόψε τον ουρανό, μάλλον θα έχουν φρικάρει.


242

PITTACUS LORE

Στην αρχή δε λέω τίποτα, δε θέλω να τη διακόψω. Στέκομαι δίπλα της και την παρακολουθώ. Ο αέρας κάνει τα μαλλιά της να τη μαστιγώνουν στο πρόσωπο, λουσμένα στο κόκκινο φως που αφήνουν τα παραταγμένα στην ταράτσα φωτάκια που αναβοσβήνουν. Ένα μικρό χαμόγελο ανασηκώνει τις γωνίες του στόματός της. Αν δεν την ήξερα τόσο καλά, θα έλεγα πως η Έξι ένιωθε πραγματικά χαρούμενη. Αργά, σχεδόν σαν να μετανιώνει που σταματάει, η Έξι κατεβάζει τα χέρια της και με κοιτάζει. Ο άνεμος εξαφανίζεται αμέσως, τα σύννεφα αρχίζουν πάλι τη συνηθισμένη τεμπέλικη πορεία τους έτσι όπως διασχίζουν τον νυχτερινό ουρανό. Αισθάνομαι σαν να διακόπτω κάτι. «Γεια σου. Δεν ήταν ανάγκη να σταματήσεις». «Κανένα πρόβλημα. Τι τρέχει;» λέει. «Κατάλαβε κιόλας ο μπαμπάς σου τι λένε εκείνα τα έγγραφα;» «Μ πα, όχι, τίποτα δεν τρέχει. Απλώς ήθελα να σου μιλήσω». «Ω…» μουρμουρίζει η Έξι κοιτάζοντας πάλι τον ουρανό. «Ό,τι θες». «Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο» αποκρίνομαι βιαστικά, νιώθοντας ανόητος. «Μ πορείς να ξαναγυρίσεις στην προπόνηση ή σε ό,τι έκανες. Θα σ’ αφήσω μόνη σου». «Όχι! Μ είνε» λέει ξαφνικά. «Είναι ζόρικο για μένα να είμαι πάντα κλεισμένη σ’ αυτό το ρετιρέ. Από τότε που ανέπτυξα αυτό το Χάρισμα, αισθάνομαι συνδεδεμένη με τον καιρό. Μ ’ αρέσει να έχω επαφή μαζί του, αν βγάζει νόημα αυτό που λέω». «Ναι, οπωσδήποτε…» ψιθυρίζω, χωρίς να καταλαβαίνω γρι από αυτό το αισθάνομαι συνδεδεμένη με τον καιρό. «Τα πήγες πολύ καλά στην προπόνηση σήμερα. Μ ε συγχωρείς που εγώ τα έκανα θάλασσα». «Έλα τώρα, Σαμ» αποκρίνεται και υψώνει το βλέμμα της. «Φτάνουν πλέον οι συγγνώμες. Σοβαρά τώρα… Γι’ αυτό ήθελες να μιλήσεις και ανέβηκες εδώ πάνω;» «Όχι…» λέω αναστενάζοντας. Ας πάει στον διάολο. Αποφασίζω να ακολουθήσω τη συμβουλή του Τζον και να το


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

243

κυνηγήσω. «Αναρωτιέμαι αν θα ήθελες να… εεε… δεν ξέρω… να βρεθούμε καμιά φορά». Εντάξει, δεν ήταν και η πιο πετυχημένη μου προσπάθεια να ζητήσω από κάποια να βγούμε. Η Έξι σηκώνει το φρύδι παιχνιδιάρικα. «Να βρεθούμε; Εδώ μέσα ζούμε ο ένας πάνω στον άλλο. Βρισκόμαστε διαρκώς». «Εννοώ δηλαδή… μόνοι μας». «Αυτό δεν κάνουμε αυτήν τη στιγμή;» «Ναι. Θέλω να πω… εεε…» τραυλίζω και μετά προσέχω το πονηρό χαμόγελο στο πρόσωπο της Έξι. «Μ ε δουλεύεις;» «Λιγάκι» απαντάει σταυρώνοντας τα χέρια της. «Δηλαδή μου ζητάς να βγούμε ραντεβού; Αυτό είναι;» «Ναι. Και τα καταφέρνω θαυμάσια…» «Δεν τα πας και τόσο άσχημα…» αποκρίνεται ευγενικά κι έρχεται λίγο πιο κοντά μου. «Αλλά εδώ κάνουμε πόλεμο, Σαμ. Δεν έχουμε τον άπειρο χρόνο για να βγαίνουμε ραντεβού. Το ξέρεις». «Εεε… Ο Τζον και η Σάρα πήγαν στον ζωολογικό κήπο σήμερα». «Ναι. Αλλά δε θέλω να έχω μαζί σου αυτό που έχουν ο Τζον και η Σάρα» αποκρίνεται η Έξι, σαν να ήταν το πιο προφανές πράγμα του κόσμου. «Ω…» Κάνω πίσω, νιώθοντας σαν να έχω φάει μπουνιά στο στομάχι. «Απλώς σκέφτηκα… Όταν πήγες στην Ισπανία, ο Τζον μού είπε πώς ένιωθες για μένα, και πίσω στο Άρκανσο, έτσι που αγκαλιαστήκαμε… Οχ, γαμώτο, είμαι ηλίθιος. Θα έπρεπε να το ξέρω πως δε θα ενδιαφερόσουν για κάποιον σαν και μένα». «Όπα!» λέει η Έξι και μου αρπάζει το χέρι πριν προλάβω να πάω προς την πόρτα. «Συγγνώμη, Σαμ, δεν το εννοούσα έτσι… Μ ’ αρέσεις στ’ αλήθεια». «Απλώς δε σ’ αρέσω με κείνο τον τρόπο…» λέω, ολοκληρώνοντας την κλασική ατάκα. «Δεν είπα αυτό. Μ ’ αρέσεις. Θα μπορούσες να μ’ αρέσεις δηλαδή». Η Έξι σηκώνει τα χέρια ψηλά. «Δεν ξέρω! Κοίτα… Το


244

PITTACUS LORE

θέμα είναι πως… ο Τζον και η Σάρα νομίζουν ότι τα πράγματα γίνονται έτσι πιο εύκολα γι’ αυτούς, μα δεν είναι αλήθεια. Θα τους δημιουργήσει μπελάδες». «Εμένα μου φαίνονται ευτυχισμένοι» αποκρίνομαι. «Ναι, βέβαια, προς το παρόν» λέει η Έξι. «Τι θα γίνει, όμως, όταν συμβεί κάτι; Εντάξει, ο Τζον είναι καλός ηγέτης και τα ρέστα, αλλά δεν είναι ρεαλιστής. Νομίζεις ότι θα πάμε να πολεμήσουμε ολόκληρο στρατό από Μ ογκαντόρι χωρίς καμία απώλεια;» «Χριστέ μου, πολύ σκοτεινές σκέψεις…» «Αυτή είναι η αλήθεια. Όλα θα πάνε σκατά στο τέλος, Σαμ». Απλώνει το χέρι και πιάνει μια θηλιά από το μπροστινό μέρος του πουλόβερ μου. «Μ ακάρι να έμενες μακριά από μας. Να πήγαινες σε κάποιο ασφαλές μέρος. Όταν όλα τελειώσουν, ίσως τα πράγματα είναι διαφορετικά…» Δεν πιστεύω στα αυτιά μου και γελάω. «Καλά, σοβαρά μιλάς; Τέτοιες αηδίες λέει ο Σπάιντερμαν στη Μ έρι Τζέιν όταν προσπαθεί να τα χαλάσει μαζί της. Ξέρεις τι ντροπή είναι να σου μιλούν σαν να είσαι η φιλενάδα ενός σούπερ ήρωα;» Η Έξι γελάει κι εκείνη κουνώντας το κεφάλι της. «Συγγνώμη… Δεν το εννοούσα έτσι. Απλώς συνειδητοποιώ τι υποκρίτρια είμαι. Έδωσα στον Τζον την αντίθετη ακριβώς συμβουλή για τη Σάρα». «Μ πορεί να έχεις δίκιο και τα πράγματα να στραβώσουν στ’ αλήθεια» λέω. «Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει να απομονωθείς. Να είσαι διαρκώς με την προσοχή στραμμένη στον πόλεμο; Αποκλείεται να είναι καλό αυτό. Ίσως θα έπρεπε να περνάς το ενενήντα πέντε τοις εκατό του χρόνου σου ως Έξι και… εεε… το πέντε τοις εκατό μαζί μου ως Μ άρεν». Δεν είχα σχεδιάσει αυτό το μικρό λογύδριο· το παλιό ανθρώπινο όνομα της Έξι απλώς ξεπετάχτηκε στον νου μου. Το στόμα της ανοίγει λίγο, αλλά στην αρχή δε λέει τίποτα· το όνομα την αιφνιδίασε. «Μ άρεν…» ψιθυρίζει. «Δεν είμαι καν βέβαιη ότι μπορώ να


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

245

θυμηθώ πώς είναι να είμαι εκείνη». Υπάρχει κάτι στον τρόπο με τον οποίο με κοιτάζει τώρα, σχεδόν σαν να πετάει τη σύνεσή της στον αέρα. Δεν έχει αυτό το ανέμελο βλέμμα που θα περίμενα από την Έξι, αλλά κάτι πιο ευάλωτο, σαν να έχει αποφασίσει να κατεβάσει, έστω και λίγο, τις άμυνές της. Δεν αφήνω το χέρι της. «Υποσχέσου μου πως δε θα πεθάνεις» λέει τραχιά. Εκείνη τη στιγμή θα της υποσχόμουν τα πάντα. «Το υπόσχομαι». Η λαβή της στο χέρι μου σφίγγει, τα δάχτυλά της μπλέκονται με τα δικά μου. Έρχεται πιο κοντά μου. Ο άνεμος σηκώνεται ξανά. Απλώνω το χέρι να διώξω τα μαλλιά της από το πρόσωπό της και αφήνω το χέρι μου εκεί, πάνω στο μάγουλό της. Και τότε ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται στην ταράτσα. Η Έξι τινάζεται μακριά μου σαν ζεματισμένη. Εκείνη τη στιγμή θα μπορούσα να στραγγαλίσω τον Οχτώ και να μην αισθανθώ καθόλου τύψεις. Περιμένω να πει κάνα αστείο εις βάρος μας, αλλά το πρόσωπό του είναι σταθερό και σοβαρό. «Παιδιά, σας χρειαζόμαστε κάτω». «Τι τρέχει;» ρωτάει η Έξι, ξεκινώντας να πηγαίνει προς το μέρος του. «Μ ογκαντόρι;» Εκείνος κουνάει το κεφάλι του. «Η Έγια». Μ άλλον ο πατέρας μου έκανε λάθος όταν είπε πως αυτή θα ήταν μια ήρεμη νύχτα. Ο Οχτώ μας πιάνει από το χέρι, και αμέσως έχω την αποπροσανατολιστική αίσθηση ότι χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και ξαφνικά βρισκόμαστε στο δωμάτιο που η Μ αρίνα μοιράζεται με την Έγια. Η Έγια είναι ανάσκελα στο κρεβάτι, έχει κλοτσήσει από πάνω της τις κουβέρτες και είναι άκαμπτη σαν σανίδα. Τα μάτια της είναι σφιχτά κλεισμένα. Το πιο τρομακτικό ίσως πράγμα είναι το μικρό ρυάκι αίμα που στάζει από τη γωνία του στόματός της. Έχει δαγκώσει τόσο δυνατά το χείλος της, που μάτωσε. Η Μ αρίνα είναι γονατισμένη δίπλα στο κρεβάτι και σκουπίζει


246

PITTACUS LORE

το στόμα της Έγια με ένα χαρτομάντιλο. Συνεχίζει να ψιθυρίζει το όνομά της ξανά και ξανά, προσπαθώντας να την ξυπνήσει. Η Έγια δεν κινείται, παρά μόνο μία σφίγγει και μία χαλαρώνει τις γροθιές της στα σεντόνια. «Πόση ώρα είναι έτσι;» ρωτάει ο πατέρας μου. «Δεν ξέρω!» απαντάει η Μ αρίνα και ακούγεται πανικόβλητη. «Έπεσε για ύπνο πριν από μένα, λέγοντας πως είχε κουραστεί απ’ την προπόνηση… Τη βρήκα έτσι και δε λέει να ξυπνήσει!» Κοιτάζω γύρω μου, χωρίς να είμαι βέβαιος τι πρέπει να κάνω. Πάνω κάτω όλοι δείχνουν να μοιράζονται την ίδια αίσθηση. Όλοι είναι στριμωγμένοι μέσα στο δωμάτιο ή στέκονται στην πόρτα και κοιτάζονται αβέβαιοι. «Δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ αυτό;» ρωτάω τη Μ αρίνα. «Ήσουν εδώ στη χειρότερη φάση, τότε που ούρλιαζε» απαντάει. «Πάντα ξυπνούσε τις άλλες φορές». «Δε μ’ αρέσει αυτό…» βρυχιέται ο Εννιά από την πόρτα. Ο Μ πέρνι Κόσαρ δείχνει να συμφωνεί· στέκεται στα πόδια του κρεβατιού, μυρίζοντας τον αέρα σαν σκυλί-φύλακας που πιάνει μια άσχημη μυρωδιά. «Ιδρώνει πάρα πολύ» λέει η Μ αρίνα. «Να έχει πυρετό;» ρωτάει ο Τζον. «Δεν ήταν ποτέ έτσι στα δικά μου οράματα» λέει ο Οχτώ. «Εσείς, παιδιά;» Ο Τζον και ο Εννιά κουνάνε και οι δύο το κεφάλι. Η Μ αρίνα αρπάζει μια πετσέτα από το συρτάρι του κομοδίνου και αρχίζει να σκουπίζει το μέτωπο της Έγια. Τα χέρια της τρέμουν τόσο άσχημα, που η Σάρα τής παίρνει απαλά την πετσέτα. «Άσε» λέει, «θα το κάνω εγώ». Ο Οχτώ αγκαλιάζει τη Μ αρίνα καθώς εκείνη απομακρύνεται από το κρεβάτι, τρίβοντας τη μέση της. Εκείνη γέρνει πάνω του γεμάτη ευγνωμοσύνη. «Να προσπαθήσουμε να τη θεραπεύσουμε;» ρωτάει η Έξι. «Ή να χρησιμοποιήσουμε κάποια απ’ τις θεραπευτικές πέτρες;» «Δεν υπάρχει τίποτα να θεραπεύσουμε» απαντάει ο Τζον.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

247

«Τίποτα που να μπορούμε να δούμε τέλος πάντων. Και το να χρησιμοποιήσουμε την πέτρα… Ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί, έτσι που διπλασιάζει τον πόνο και τα ρέστα». «Δοκιμάσατε να της ανοίξετε τα μάτια με τα χέρια;» ρωτάει ο Πέντε. Όλοι του ρίχνουν μια παράξενη ματιά, σαν να πρόκειται για μια άκαρδη πρόταση, αλλά στην πραγματικότητα δε είναι και πολύ χειρότερο από το να αφήνουμε την Έγια να υποφέρει από ποιος ξέρει τι εφιάλτη. «Τι; Έχετε καμιά καλύτερη ιδέα εσείς;» Ο πατέρας μου σηκώνει απαλά ένα βλέφαρο της Έγια. Το μάτι της είναι εντελώς γυρισμένο στο πίσω μέρος· βλέπουμε μόνο λευκό. Θυμάμαι κάποτε που ο Μ αρκ Τζέιμς στη γυμναστική με είχε πετάξει από το σκοινί κι έπρεπε να κάνω εξετάσεις για διάσειση. Μ ου είχαν ρίξει το φως ενός φακού στα μάτια. «Τζον, μήπως μπορείς να χρησιμοποιήσεις το Λούμεν σου;» προτείνω. «Είναι λαμπερό, μπορεί να την ξυπνήσει». Ο Τζον πλησιάζει, φωτίζει το χέρι του σαν φακό και το ρίχνει στο μάτι της Έγια. Για μια στιγμή το σώμα της σταματάει τους συνεχείς σπασμούς και δείχνει να χαλαρώνει. «Κάτι γίνεται…» λέω ψιθυριστά. «Έγια, ξύπνα…» την παροτρύνει η Σάρα. Το χέρι της Έγια τινάζεται προς τα πάνω και αρπάζει τον καρπό του Τζον με μια δύναμη που τον ξαφνιάζει. Μ ου θυμίζει εκείνες τις ταινίες θρίλερ, που το κοριτσάκι έχει καταληφθεί από κάποιον δαίμονα. Το χέρι της λάμπει κόκκινο εκεί όπου αγγίζει το δέρμα του Τζον. «Μ α τι κάνει;» αναρωτιέται η Σάρα με κομμένη την ανάσα. Για μια στιγμή ο Τζον δείχνει μπερδεμένος. Πάει να πει κάτι, αλλά τα μάτια του γυρίζουν πίσω και το σώμα του στρεβλώνεται, λες και οι μύες του παθαίνουν κράμπα όλοι μαζί – και ύστερα, σαν να εξαφανίζεται από μέσα του κάθε ένταση, καταρρέει καταγής σαν μαριονέτα με τα σκοινιά κομμένα, ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι της Έγια. «Τζον!» φωνάζει η Σάρα. Το χέρι της Έγια σφίγγει ακόμα τον καρπό του Τζον σαν


248

PITTACUS LORE

μέγκενη. Ο Εννιά ορμάει μέσα στο δωμάτιο. «Τραβήξτε τη να τον αφήσει!» Η Μ αρίνα μπλοκάρει τον δρόμο του Εννιά. «Περίμενε. Μ ην την αγγίζεις!» Χωρίς να ακούει, η Σάρα σκύβει και παίρνει το χέρι της Έγια από τον καρπό του Τζον. Αυτός δεν κινείται, δε συνέρχεται καθόλου, ούτε όταν η Σάρα τον κυλάει ανάσκελα και τον ταρακουνάει. Φαίνεται πως ό,τι έκανε το άγγιγμα της Έγια στον Τζον δεν έχει το ίδιο αποτέλεσμα στους ανθρώπους, επειδή η Σάρα μένει απρόσβλητη. Η Έξι κάνει μπροστά να δει από πιο κοντά, και βλέπω το χέρι της Έγια να απλώνεται προς το μέρος της, με δάχτυλα που ανοιγοκλείνουν. «Πρόσεχε» λέω αρπάζοντας την Έξι από το πίσω μέρος της μπλούζας της και τραβώντας την προς τα πίσω. Οι υπόλοιποι Γκάρντι παίρνουν χαμπάρι το χέρι της Έγια που προσπαθεί κάτι να γραπώσει και κάνουν όλοι ένα επιφυλακτικό βήμα μακριά από το κρεβάτι. Αμέσως μόλις δεν υπάρχουν πια καθόλου Γκάρντι στην ακτίνα δράσης της, το χέρι της πέφτει άψυχο πάνω στο κρεβάτι. Τώρα φαίνεται όπως και προηγουμένως, παγιδευμένη μέσα σε εφιάλτη. Μ όνο που τώρα είναι μαζί της και ο Τζον. «Τι στον διάολο συμβαίνει εδώ;» ρωτάει ο Εννιά. «Κάτι του έκανε…» ψιθυρίζει ο Πέντε. Η Σάρα λικνίζει το κεφάλι του Τζον στην αγκαλιά της, χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά. Εκεί κοντά ο πατέρας μου σηκώνει απαλά τα χέρια της Έγια και τα βάζει κάτω από τα σκεπάσματα. Κοιτάζω τους Γκάρντι. Είναι συνηθισμένοι να βρίσκονται στο τρέξιμο, είναι συνηθισμένοι στις φυσικές απειλές τις οποίες μπορούν να πολεμήσουν και να καταστρέψουν. Αλλά πώς μπορούν να ξεφύγουν ή να νικήσουν κάτι που τους επιτίθεται από μέσα;


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

249

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΚΟΙΜ ΑΤΑΙ εκείνη τη νύχτα. Δηλαδή εκτός από τους δύο που δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε. Νομίζω ότι κανένας άλλος δε βιάζεται να συμμετάσχει σε τέτοιον ύπνο. Ο πατέρας μου κι εγώ σηκώσαμε τον Τζον και τον βάλαμε στο κρεβάτι πλάι στην Έγια, τους ξαπλώσαμε τον ένα δίπλα στον άλλο και κάπου κάπου τους ταρακουνάμε. Η Σάρα αρνείται να φύγει από το δωμάτιο· κρατάει το χέρι του Τζον και το χαϊδεύει απαλά, του γλυκομιλάει προσπαθώντας να τον ξυπνήσει. Ούτε και ο Μ πέρνι Κόσαρ λέει να φύγει· κουλουριάζεται στα πόδια του κρεβατιού, κλαψουρίζει πότε πότε και σπρώχνει με τη μουσούδα του τα πόδια του Τζον και της Έγια. Χώνω το κεφάλι μου μέσα στο δωμάτιο λίγες ώρες αφότου κατέρρευσε και ο Τζον. Η Σάρα έχει σκυμμένο το κεφάλι, το ακουμπάει στη ράχη του χεριού του. Δεν είμαι βέβαιος αν κοιμάται ή όχι και δε θέλω να την ενοχλήσω. Τίποτα δεν άλλαξε με τον Τζον και την Έγια. Οι μύες του προσώπου τους κινούνται σπασμωδικά, το σώμα τους τινάζεται κάπου κάπου, σαν να σκόνταψαν μέσα στο όνειρό τους και να αγωνίζονται να ανακτήσουν την ισορροπία τους. Έχω δει κι εγώ τέτοια όνειρα, από αυτά που σκοντάφτεις ή πέφτεις από το ποδήλατο, και ξυπνάω πάντα προτού χτυπήσω στο έδαφος. Δε φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο με τον Τζον και την Έγια. Κοιτάζω πιο προσεκτικά τον Τζον. Έχουν περάσει μόλις λίγες


250

PITTACUS LORE

ώρες, αλλά το δέρμα του πήρε κιόλας μια χλωμάδα παρόμοια με της Έγια, ενώ μαύροι κύκλοι έχουν σχηματιστεί κάτω από τα μάτια του. Είναι λες και, με κάποιον τρόπο, έχει στραγγίξει. Τώρα που το σκέφτομαι, η Έγια έδειχνε πολύ κουρασμένη πριν από την προπόνηση σήμερα το πρωί. Ανησυχώ μήπως οι εφιάλτες έχουν και σωματικές συνέπειες, μήπως εξασθενίζουν τον Τζον και την Έγια ή κάτι χειρότερο. «Σάρα;» ψιθυρίζω και ύστερα συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει λόγος να κάνω ησυχία. Αυτό που θέλουμε είναι να ξυπνήσουν. Θα έπρεπε να κοπανάω κατσαρολικά. «Μ αζευόμαστε όλοι στο καθιστικό». Η Σάρα σαλεύει, κουνάει το κεφάλι της. «Θα μείνω εδώ» λέει ήρεμα. «Δε θέλω να τους αφήσω». Γνέφω καταφατικά και δεν επιμένω. Φεύγω από το δωμάτιο και κατευθύνομαι προς το εργαστήριο, όπου ο πατέρας μου πέρασε την υπόλοιπη νύχτα καμπουριασμένος πάνω από έναν υπολογιστή. Όταν μπαίνω, δείγματα γλωσσών τρέχουν στην οθόνη, αλλά δε φαίνεται να πλησιάζει στο σπάσιμο των μογκαντοριανών εγγράφων. «Κάνα νέο;» ρωτάω. «Όχι ακόμη…» απαντάει και γυρίζει να με κοιτάξει. Αναγκάζεται να ανοιγοκλείσει μερικές φορές τα μάτια του, που έχουν διασταλεί από το επίμονο κοίταγμα στην οθόνη. «Δούλεψα έναν αυτο-αποκωδικοποιητή, οπότε δε χρειάζεται να κάτσω εδώ παρακολουθώντας την πρόοδο. Είναι αρκετά… αχ… παλιομοδίτικο. Έχω μείνει λίγο πίσω όσον αφορά τα λογισμικά, αλλά θα πρέπει να καταφέρει τελικά να το σπάσει. Ελπίζω μόνο να το κάνει αρκετά γρήγορα». Κοιτάζω τις σκαναρισμένες μογκαντοριανές σελίδες. «Λες να έχουν καμιά σχέση με τους εφιάλτες;» «Δεν ξέρω… Ο συγχρονισμός πάντως δείχνει να ταιριάζει». «Ναι». Προσέχω το κινητό του πατέρα μου επάνω στο γραφείο. «Δοκίμαζες πάλι να καλέσεις τον Άνταμ;» Δεν πίστευα ότι γίνεται, αλλά το πρόσωπο του πατέρα μου


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

251

κρεμάει ακόμα παραπάνω. «Ναι. Ούτε κι εκεί υπάρχει κάποια πρόοδος…» Τον χτυπάω στον ώμο. «Άντε… Οι άλλοι έχουν συνάντηση και θέλουν να πάμε κι εμείς». Οι υπόλοιποι Γκάρντι περιμένουν στο καθιστικό του ρετιρέ. Συζητούν κιόλας το πρόβλημα του εφιάλτη, κάτι το οποίο, πάνω κάτω, είναι αυτό που κάνουμε όλοι τις τελευταίες ώρες, χωρίς καμία πρόοδο. «Μ ου το έχει ξανακάνει αυτό η Έγια…» λέει χαμηλόφωνα η Μ αρίνα. «Μ ε ρούφηξε μέσα στο όνειρό της. Θα έπρεπε να τον προειδοποιήσω, θα έπρεπε να σας προειδοποιήσω όλους. Αλλά την άγγιζα νωρίτερα, όταν πρωτοπροσπάθησα να την ξυπνήσω, και δε συνέβη τίποτα. Ήμουν τόσο πανικόβλητη…» Καθισμένος δίπλα της στον καναπέ, ο Οχτώ την πιάνει από τους ώμους. Γέρνει πάνω του καθώς αυτός της λέει «Δεν πειράζει. Πού να ξέρεις ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο…» Ο Εννιά βηματίζει πάνω κάτω κατά μήκος του δωματίου, κι αυτό είναι μια βελτίωση από το να περπατάει κατά μήκος του ταβανιού. Θα είχε φτιάξει μονοπάτι στον χώρο γύρω από τον πολυέλαιο αν η Έξι δεν του είχε βάλει τις φωνές επειδή γινόταν εκνευριστικός. Για μία φορά δεν της αντιγύρισε κάποια απάντηση και άρχισε και πάλι απλώς το πάνω κάτω σε κάποιο σημείο λιγότερο ενοχλητικό. Σηκώνει το βλέμμα του και με κοιτάζει γεμάτος ελπίδα όταν ξαναμπαίνω. «Λοιπόν;» ρωτάει ο Εννιά. Κουνάω το κεφάλι μου. «Καμία αλλαγή. Δεν έχουν ξυπνήσει ακόμα». Ο Πέντε χτυπάει τα χέρια πάνω στα πόδια του, γεμάτος εκνευρισμό. «Σκατά! Νιώθω άχρηστος έτσι που κάθομαι εδώ». Το μέτωπο της Έξι ήταν ρυτιδιασμένο από την ανησυχία όταν πρωτομπήκα, αλλά σηκώνει το βλέμμα της όταν μιλάει ο Πέντε. Κουνάει το κεφάλι της αργά και συλλογίζεται. «Πρέπει να το συζητήσουμε». «Ποιο πράγμα;» ρωτάει η Μ αρίνα.


252

PITTACUS LORE

«Για το αν θα συνεχίσουμε την αποστολή. Το Σεντούκι του Πέντε δε θα έρθει μόνο του». Ο Εννιά σταματάει να βηματίζει και συλλογίζεται αυτό που είπε μόλις η Έξι. Η Μ αρίνα φαίνεται τρομοκρατημένη στη σκέψη να πάει σε αποστολή. «Θες να φύγεις τώρα;» λέει η Μ αρίνα. «Τρελάθηκες;» «Έχει δίκιο η Έξι» πετάγεται ο Πέντε. «Δεν ωφελεί σε τίποτα το να καθόμαστε εδώ». «Οι φίλοι μας είναι σε κώμα εκεί μέσα, κι εσείς θέλετε να τους αφήσετε;» φωνάζει η Μ αρίνα. «Έτσι που το λες, ακούγεται άκαρδο, αλλά εγώ προσπαθώ να είμαι απλώς πρακτική» απαντάει η Έξι. Τα λόγια της θυμίζουν όσα έλεγε στην ταράτσα, ότι διστάζει να ξεκινήσει μια σχέση επειδή φοβάται εκείνη τη στιγμή όπου τα πράγματα θα γίνουν σκατά. Φαίνεται πως αυτή η στιγμή ήρθε. «Πρακτικό μπορεί να είναι, μα αυτό δε σημαίνει πως είναι και σωστό…» μουρμουρίζω. Δεν είχα σκοπό να το πω φωναχτά αυτό, αλλά η νύχτα ήταν ατέλειωτη, κι έχω πολλά στο μυαλό μου. Μ ια σκιά πόνου περνάει από το πρόσωπο της Έξι, αλλά εξαφανίζεται αμέσως μόλις παίρνει το βλέμμα της από πάνω μου. Στρέφεται στον Εννιά. «Τι λες εσύ;» «Δεν ξέρω» απαντάει ο Εννιά. «Δε θα μ’ άρεσε να εγκαταλείψω τον Τζον και την τσιλιβήθρα». «Αφού ακόμα και ο Εννιά κάνει πίσω σε μια αποστολή, τότε ξέρεις ότι δεν είναι σωστή ιδέα!» πετάει η Μ αρίνα εξοργισμένη. «Τι θα γίνει αν μας χρειαστούν, Έξι;» «Δε θα τους εγκαταλείψουμε» απαντάει η Έξι με ήρεμη φωνή. «Τουλάχιστον δε θα τους εγκαταλείψουμε περισσότερο απ’ όσο τώρα που καθόμαστε εδώ πέρα και κάνουμε αυτή την άσκοπη συζήτηση. Θα τους φροντίσουν οι γήινοι, όπως κάνουν και τώρα». «Εννοείται!» δηλώνει ο πατέρας μου. «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

253

«Πρέπει να βρούμε γιατί συμβαίνει αυτό» προτείνει η Μ αρίνα. «Αν όχι αυτό που προκαλεί τους εφιάλτες, τότε αυτό που έκανε η Έγια κι έριξε νοκάουτ τον Τζον». «Παιδιά, προσέξατε πώς έλαμπε το χέρι της όταν τον άγγιξε;» ρωτάω. «Ήταν σαν Χάρισμα ή κάτι τέτοιο». «Τι είδους Χάρισμα κάνει τέτοιο πράγμα;» ρωτάει ο Εννιά, δείχνοντας προς την κρεβατοκάμαρα. «Ο Τζον πίστευε πως χρησιμοποίησε κάποιο νέο Χάρισμα για να τρομάξει και να διώξει τον Σετράκους Ρα στο Νέο Μ εξικό» απαντάει η Μ αρίνα, καθώς το σκεφτόταν διεξοδικά. «Δε βρήκαμε την ευκαιρία να το δοκιμάσουμε». «Ή μπορεί και η τηλεπάθειά της να τα ’παιξε. Ίσως μπήκε στο κεφάλι του κι έχασε τον έλεγχο» λέει ο Οχτώ. «Μ όλις τώρα ξεκίνησε να παίρνει τα Χαρίσματά της. Ποιος ξέρει για τι πράγμα είναι ικανή…» Σκέφτομαι τον καιρό που ήμαστε στο Παραντάιζ, θυμάμαι πόση δουλειά χρειάστηκε ο Τζον για να ελέγξει το Λούμεν του τις πρώτες λίγες εβδομάδες. Φαίνεται πως η τηλεπάθεια της Έγια ήταν ένα Χάρισμα ακόμα πιο δύσκολο να τιθασευτεί. Προσέχω τον Πέντε, ο οποίος κουνάει αργά το κεφάλι του, σαν να θυμήθηκε κι εκείνος κάτι. «Παλιά, όταν πρωτοανέπτυξα το Εξτέρνα μου, δυσκολευόμουν να κάνω και πάλι το δέρμα μου φυσιολογικό» λέει ο Πέντε. «Ο Άλμπερτ χρησιμοποίησε ένα πράγμα σαν πρίσμα απ’ το Σεντούκι μου, κι αυτό… δεν ξέρω… κάπως με χαλάρωσε. Κατάφερα ν’ αλλάξω πάλι το δέρμα μου». Η Έξι δείχνει τον Πέντε. «Ορίστε. Άλλο ένα επιχείρημα για να πάμε στα Εβεργκλέιντς και να το πάρουμε, ό,τι κι αν ήταν». Ο Εννιά συγκατανεύει. «Δεν μπορώ να το πιστέψω, αλλά ίσως βρήκες κάτι εδώ, Πέντε». Ο Πέντε κρατάει ψηλά το κεφάλι του. «Μ ισό… Δεν ξέρω αν θα πετύχαινε με τη Έγια. Ούτε πώς δουλεύει δεν ξέρω». «Επιμένω ότι δεν πρέπει να τους αφήσουμε έτσι» λέει η Μ αρίνα.


254

PITTACUS LORE

«Βασικά, εγώ νομίζω πως είναι καλή ιδέα να απομακρυνθείτε όλοι από τον Τζον και την Έγια» προτείνει ο πατέρας μου. «Ίσως αυτό το πράγμα αρχίσει να εξαπλώνεται με κάποιον τρόπο, ιδίως αν έχει σχέση με την τηλεπάθειά της. Δε μας παίρνει να πέσουν κι άλλοι από σας σε φάση κατατονίας». «Πώς να το πολεμήσουμε;» ρωτάει τραχιά ο Εννιά συνοφρυωμένος, έχοντας εξαντλήσει ίσως κάθε πιθανό τρόπο να διώξει έναν εφιάλτη με μια μπουνιά. «Θέλω να πω, αν ο Σετράκους Ρα μπορεί να μας ρίξει σε κάποιο κώμα με όνειρα, πώς μπορούμε να το πολεμήσουμε;» «Μ ας επιτέθηκε ξανά με τέτοια όνειρα» απαντάει ο Οχτώ. «Και ξυπνήσαμε χωρίς κανένα πρόβλημα». «Αυτήν τη φορά είναι διαφορετικό» επιμένει η Μ αρίνα. «Την τελευταία φορά ο Τζόννυ ξύπνησε» συνεχίζει ο Εννιά. «Άρα αυτή η παπαριά έγινε δυνατότερη». «Ή ίσως το διαφορετικό τώρα είναι η Έγια…» λέει η Έξι. «Ίσως ο Σετράκους Ρα επικεντρώθηκε σ’ αυτήν επειδή ήξερε πως οι ψυχικές της δυνάμεις θα τα ’παιζαν». Κοιτάζω τον Πέντε. «Και νομίζεις ότι αυτό το πρίσμα απ’ το Σεντούκι σου μπορεί να βοηθήσει;» Αντί για απάντηση, σηκώνει τους ώμους. «Δεν είμαι καν βέβαιος τι κάνει ακριβώς, μόνο πως εμένα με βοήθησε. Μ ου φαίνεται πιο παραγωγικό να πάμε να το πάρουμε αντί να καθόμαστε εδώ με σταυρωμένα χέρια». Ο Εννιά χτυπάει τα χέρια του. «Είμαι με τον Πέντε. Πάμε να φύγουμε από δω, διάολε!» Η Μ αρίνα, μετά τις εναντιώσεις της στην αρχή για τα Εβεργκλέιντς, έχει μείνει σιωπηλή. Τώρα η Έξι απλώνει το χέρι και την ακουμπάει στο μπράτσο. «Συμφωνείς με αυτό;» ρωτάει. Η Μ αρίνα κάνει ένα αργό καταφατικό νεύμα. «Αν πιστεύετε πως αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να τους βοηθήσουμε, τότε είμαι μαζί σας». ❦


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

255

Κατεβαίνω στο πάρκινγκ να αποχαιρετήσω τους Γκάρντι. Η Σάρα δε λέει να το κουνήσει από το πλευρό του Τζον, και ο πατέρας μου γύρισε να τσεκάρει τον μογκαντοριανό μεταφραστή. Κρατάω ένα ντοσιέ γεμάτο έγγραφα που ο Τζον με έβαλε να ετοιμάσω χρησιμοποιώντας τον υπολογιστή του Σαντόρ – πλαστές άδειες οδήγησης για κάθε Γκάρντι, μερικά χαρτιά που τεκμηριώνουν μια ψεύτικη σχολική εκδρομή, τη διαδρομή της κατευθείαν πτήσης τους από το Σικάγο στο Ορλάντο. Θα πρέπει να μπορέσουν να ταξιδέψουν απαρατήρητοι. Ψαρεύω τα έγγραφα του Τζον, τα βγάζω από τον σωρό και τα χώνω μέσα στην τσέπη μου. «Δε θα τα χρειαστείτε αυτά, φαντάζομαι» λέω και δίνω τα υπόλοιπα στην Έξι. Κρατάω τον φάκελο ένα δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, και η Έξι αναγκάζεται να τον τραβήξει από το χέρι μου. «Συγγνώμη… Είμαι κάπως νευρικός με όλα αυτά». «Είναι η σωστή κίνηση, Σαμ. Όλα θα πάνε καλά». Ο Εννιά με χτυπάει φιλικά στον ώμο και φεύγει να διαλέξει ένα αμάξι για να πάνε ως το αεροδρόμιο. Ο Πέντε τον ακολουθεί, χωρίς καν να μπει στον κόπο να πει ένα γεια. Προς έκπληξή μου, η Μ αρίνα με τυλίγει στην αγκαλιά της. «Να τους προσέχεις… Εντάξει;» λέει. «Φυσικά!» απαντάω, προσπαθώντας να ακουστώ καθησυχαστικός. «Θα είναι μια χαρά. Εσείς βιαστείτε να γυρίσετε πίσω». Ο Οχτώ μού γνέφει και ύστερα αυτός και η Μ αρίνα ακολουθούν τον Εννιά. Έτσι, μένουμε εγώ και η Έξι. Κάνει πως δήθεν φυλλομετράει τα έγγραφα που της έδωσα, αλλά είμαι βέβαιος πως καθυστερεί επειδή θέλει να πει κάτι. «Είναι όλα εκεί» της λέω. «Το ξέρω. Απλώς διπλοτσεκάρω» αποκρίνεται, σηκώνοντας το βλέμμα για να με δει. «Αύριο βράδυ το αργότερο θα είμαστε πίσω». «Να προσέχεις…» μουρμουρίζω.


256

PITTACUS LORE

«Ευχαριστώ» λέει αγγίζοντάς με στο μπράτσο. Πέφτει μια αμήχανη σιωπή, κανένας από τους δυο μας δεν ξέρει τι να κάνει. Μ ακάρι να είχαμε μείνει άλλα δεκαπέντε λεπτά μόνοι μας στην ταράτσα. Πιστεύω ότι θα ήταν αρκετά για να καταλάβουμε τι συμβαίνει μεταξύ μας. Τώρα στεκόμαστε εδώ σαν ένα ζευγάρι που γύρισε μόλις από ένα αλλόκοτο πρώτο ραντεβού, χωρίς κανένας μας να είναι σίγουρος για το τι σκέφτεται ο άλλος ούτε αν είναι η κατάλληλη στιγμή να κάνει μια κίνηση. Δηλαδή μπορεί η Έξι να ξέρει ακριβώς τι σκέφτομαι, αλλά απλώς να μην ξέρει τι να κάνει με αυτή την πληροφορία. Το σίγουρο είναι πως εγώ δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό της. Αισθάνομαι σαν να πρέπει να πω ή να κάνω κάτι, αλλά μετά η στιγμή περνάει, το χέρι της πέφτει από το μπράτσο μου και κάνει μεταβολή για να πάει να συναντήσει τους άλλους. Ό,τι κι αν υπάρχει μεταξύ μας πρέπει να περιμένει. ❦ Το ρετιρέ του Εννιά δείχνει ακόμα μεγαλύτερο τώρα που έχει αδειάσει. Περιφέρομαι στους έρημους διαδρόμους και στα πολυτελή δωμάτια χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Στο τέλος γυρίζω στο δωμάτιο της Έγια για να ρίξω μια ματιά και πετυχαίνω τη Σάρα τη στιγμή που φεύγει. Από τότε που ο Τζον κατέρρευσε, είναι η πρώτη φορά που απομακρύνεται από κοντά του. «Ο μπαμπάς σου επιμένει να φάω κάτι…» μου εξηγεί βαρύθυμα. Δείχνει ξεθεωμένη από το ξενύχτι. «Ναι, έχει ένα θέμα… Δε θέλει να πεθαίνει κανένας απ’ την πείνα» απαντάω. Η Σάρα μού ρίχνει ένα αδύναμο χαμόγελο και βάζω το χέρι μου στην πλάτη της, οδηγώντας την προς την κουζίνα. Ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο μου καθώς περπατάμε. «Άπειρες φορές κουβεντιάσαμε την πιθανότητα να πάθει κάτι κάποιος απ’ τους δυο μας. Είναι ο πιο συχνός καβγάς στη σχέση μας». Γελάει πικρά. «Το αστείο είναι πως πάντα πίστευα πως θα είμαι εγώ, όχι ο Τζον! Υποτίθεται πως αυτός είναι άτρωτος».


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

257

«Χριστέ μου, Σάρα! Κάνεις λες και τον έκοψαν στη μέση ή κάτι τέτοιο. Το πιο πιθανό είναι να ξυπνήσει, να τιναχτεί όρθιος σε καμιά ωρίτσα και να τα πάρει στο κρανίο που οι άλλοι έφυγαν σε αποστολή χωρίς αυτόν». Προσπαθώ να ακούγομαι αισιόδοξος. Η Σάρα είναι μάλλον πολύ κουρασμένη για να προσέξει την αβεβαιότητα στη φωνή μου. «Αν είχε κοπεί στη μέση, θα μπορούσαν να τον θεραπεύσουν» λέει. «Αυτό είναι κάτι άλλο… Βλέπω τον πόνο στο πρόσωπό του. Είναι σαν να τον βασανίζουν μπροστά στα μάτια μου, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό». Βάζω στη Σάρα ένα ποτήρι νερό και βγάζω από το ψυγείο λίγο κινέζικο που έχει περισσέψει. Δεν μπαίνω στον κόπο να το ζεστάνω. Τρώμε σιωπηλοί κρύο τηγανητό ρύζι και παϊδάκια χωρίς κόκαλο κατευθείαν από το κουτί. Επαναλαμβάνω τη φράση θα είναι μια χαρά ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου, σαν μάντρα, ώσπου νιώθω βέβαιος ότι μπορώ να το πω με σιγουριά, όσο κι αν δεν είμαι εντελώς σίγουρος πως είναι αλήθεια. «Θα είναι μια χαρά» λέω σταθερά στη Σάρα. Η Σάρα επιστρέφει στον Τζον και στην Έγια για να τους προσέχει, κι εγώ προσπαθώ να ξεκουραστώ λιγάκι στο καθιστικό. Φαντάζομαι πως, όταν βλέπεις τον κολλητό σου να βουλιάζει σε μια κατάσταση αέναου ύπνου, η ιδέα να πάρεις έναν υπνάκο μπορεί να σου κάνει τα νεύρα τσατάλια. Παρ’ όλα αυτά, η εξάντληση του κορμιού μου είναι πιο δυνατή από το άγχος μου και πρέπει να αποκοιμήθηκα έστω και για λίγες ώρες. Μ ε το που ξυπνάω, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να τσεκάρω τον Τζον και την Έγια. Καμία αλλαγή ακόμα. Κατεβαίνω στην Αίθουσα Διαλέξεων, σκέφτομαι ότι λίγη γυμναστική θα μου κάνει καλό. Αν διαλέξω τα πιο θορυβώδη όπλα από το οπλοστάσιο του Εννιά για να κάνω σκοποβολή, μπορεί και να ταράξω τον ύπνο του Τζον και της Έγια. Πηγαίνοντας προς τα κει, σταματάω στο εργαστήριο. Είναι άδειο. Ο πατέρας μου πρέπει να είναι στο δωμάτιό του και να ξεκουράζεται.


258

PITTACUS LORE

Ο πίνακας είναι ακόμα συνδεδεμένος, και βλέπω ότι πέντε μπλε κουκκίδες κατάφεραν να φτάσουν στη Φλόριντα. Τώρα κινούνται αργά κατά μήκος των νότιων συνόρων. Αυτό είναι καλό. Σημαίνει πως η Έξι και οι άλλοι δεν είχαν κανένα πρόβλημα με τις νέες πλαστές τους ταυτότητες στο αεροδρόμιο κι ότι δεν τους περίμεναν ανιχνευτές Μ ογκαντόρι για να τους πιάσουν. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν ακριβώς όπως τα σχεδίασε ο Τζον. Μ ακάρι να ήταν ξύπνιος και να το έβλεπε. Παρατηρώ, όμως, ότι κάτι αναβοσβήνει στη γωνία κάποιας από τις οθόνες. Είναι το πρόγραμμα μετάφρασης που έστησε ο πατέρας μου. Πρέπει να ήταν στον αυτόματο πιλότο όλη αυτή την ώρα. Μ εγιστοποιώ το παράθυρο, κι έχει εμφανιστεί ένα πλαίσιο διαλόγου. Μ ΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ. ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΤΩΡΑ; Καταπίνω με δυσκολία. Δεν είμαι βέβαιος αν πρέπει να είμαι εγώ ο πρώτος που θα δει αυτές τις μογκαντοριανές μεταφράσεις, αλλά κλικάρω το ΝΑΙ. Ένας εκτυπωτής κάτω από το γραφείο συρίζει και παίρνει ζωή, φτύνοντας το έγγραφο. Αρπάζω την πρώτη σελίδα προτού καν εκτυπωθούν οι υπόλοιπες. Μ ερικές από τις λέξεις είναι ανακατεμένες ή μπερδεμένες, κάτι που δείχνει πως το μεταφραστικό πρόγραμμα δεν είναι εκατό τοις εκατό ακριβές. Αλλά ακόμα και με κάποιες άστοχες λέξεις, αναγνωρίζω αμέσως το έγγραφο. Το έχω ξαναδεί. Συνειδητοποιώ ότι κρατάω την ανάσα μου, ότι τα δάχτυλά μου έχουν αρπάξει τόσο σφιχτά τα χαρτιά, που αυτά διπλώνονται και τσαλακώνονται. Έχω καρφωθεί στη θέση μου, η δυσπιστία και ο φόβος σταματούν κάθε κινητική μου λειτουργία που χρειάζομαι τόσο. Κρατάω στα χέρια ένα αντίγραφο των σημειώσεων που είχε πάρει ο πατέρας μου για την Κληρονομιά των Γκάρντι. Κάτω κάτω είναι γραμμένη η διεύθυνση του Κέντρου Τζον Χάνκοκ.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

259

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΝΑ

ΟΡΜ ΑΩ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ, και η πόρτα κλείνει με πάταγο πίσω μου. Οι παλάμες μου ιδρώνουν λες και τα έγγραφα που κρατάω εκπέμπουν ζέστη. Το μυαλό μου τρέχει. Τι δουλειά είχαν οι Μ ογκαντόρι με τα αντίγραφα των σημειώσεων του πατέρα μου; Πώς βρέθηκαν στα χέρια τους; Ξανασκέφτομαι το δείπνο της πρώτης νύχτας, τότε που ο πατέρας μου αράδιασε τις λεπτομέρειες της μακρόχρονης φυλάκισής του. Θυμάμαι ότι μερικοί Γκάρντι φάνηκαν καχύποπτοι, ιδίως όταν ο πατέρας μου μίλησε για το πείραγμα του μυαλού του από τους Μ ογκαντόρι. Ο Εννιά μάλιστα βγήκε μπροστά και είπε πως θα μπορούσε να είναι παγίδα. Δεν ήταν δυνατόν αυτό. Είναι ο πατέρας μου. Μ πορούμε να τον εμπιστευτούμε. Διασχίζω τρέχοντας τον διάδρομο έως το δωμάτιο του πατέρα μου. Δεν είμαι καν βέβαιος τι θα κάνω όταν τον βρω. Να τον αντιμετωπίσω; Να του πω ότι πρέπει να εξαφανιστούμε αμέσως από κει; Το δωμάτιό του είναι άδειο. Πιάνω τον εαυτό μου να ρίχνει μια βιαστική ματιά τριγύρω, χωρίς να είμαι καν βέβαιος τι ψάχνω. Κάποιο είδος μογκαντοριανού μηχανήματος επικοινωνίας; Ένα αγγλο-μογκαντοριανό λεξικό; Τίποτα δε φαίνεται ασυνήθιστο. Πρέπει να υπάρχει κάποια λογική εξήγηση γι’ αυτό. Έτσι δεν


260

PITTACUS LORE

είναι; Μ ήπως δεν είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια τα παιχνίδια μυαλού για τα οποία είναι ικανοί οι Μ ογκαντόρι; Είχα δει τον Άνταμ να χρησιμοποιεί ένα Χάρισμα, που μάλλον ήταν μια παρενέργεια της αρπαγής της μνήμης μιας νεκρής Γκάρντι από τους Μ ογκαντόρι. Ακόμα και τώρα ο Τζον και η Έγια βρίσκονται σε κώμα εξαιτίας κάποιας τηλεπαθητικής επίθεσης που διαιωνίζει ο Σετράκους Ρα. Οι Μ ογκαντόρι κρατούσαν χρόνια τον πατέρα μου κι έκαναν ακατονόμαστα πειράματα στο μυαλό του. Είναι στ’ αλήθεια έξω από το βασίλειο της πραγματικότητας η πιθανότητα να του έχουν κάνει οι Μ ογκαντόρι πλύση εγκεφάλου; Ο πατέρας μου μπορεί να μην ξέρει καν ότι τον ελέγχουν. Μ πορεί να έκαναν κάτι στον εγκέφαλό του και μετά να τον άφησαν επίτηδες να το σκάσει, ξέροντας ότι θα ήταν περισσότερο πολύτιμος έξω, στον κόσμο, μαζεύοντας πληροφορίες. Οι Μ ογκαντόρι μπορεί να τον έχουν προγραμματίσει έτσι ώστε να τους δίνει αναφορά κρυφά όταν κοιμάται – θυμάμαι ότι διάβασα κάτι σχετικά με διπλούς πράκτορες που υπνωτίζονται για να ξεχνούν τα ίδια τους τα τεχνάσματα. Μ α ήταν πραγματικό άρθρο ή κάνα κόμικ; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Πίσω στον διάδρομο φωνάζω: «Μ παμπά; Πού είσαι;». Προσπαθώ να κρατήσω τη φωνή μου φυσιολογική και σταθερή. Γιατί, τι γίνεται αν είναι μογκαντοριανός κατάσκοπος; Δε θέλω να τον υποψιάσω. «Εδώ μέσα!» απαντάει ο πατέρας μου από το δωμάτιο της Έγια και του Τζον. Ο πατέρας μου εξωγήινος κατάσκοπος; Μ α έλα τώρα. Σύνελθε, Σαμ. Θεωρίες συνωμοσίας του είδους μπορείς να βρεις στο Περπατούν ανάμεσά μας. Είναι γελοίο. Και το πλέον σημαντικό: κατά βάθος το ξέρω πως δεν είναι αλήθεια. Οπότε, γιατί αισθάνομαι τέτοια νευρικότητα;


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

261

Στέκομαι στην πόρτα του δωματίου της Έγια, κρατώντας σφιχτά τα μεταφρασμένα έγγραφα. Η Σάρα πήγε στο δικό της δωμάτιο να κοιμηθεί λιγάκι, οπότε μόνο αυτός και ο Μ πέρνι Κόσαρ φυλάνε τον Τζον και την Έγια. Ο Μ πι Κέι είναι κουλουριασμένος, κοιμάται, και ο πατέρας μου τον ξύνει τεμπέλικα πίσω από τα αυτιά του. «Τι συμβαίνει, Σαμ;» ρωτάει. Πρέπει να κατάλαβε από τα γουρλωμένα μάτια μου πως κάτι δεν πάει καλά. Αφήνει τον Μ πι Κέι κι έρχεται προς το μέρος μου, αλλά πιάνω τον εαυτό μου να κάνει ενστικτωδώς πίσω, στον διάδρομο. Κρατάω απόσταση ασφαλείας από τον τρυφερό πατέρα που με έσωσε από το κελί μιας φυλακής. Ωραία! Του πετάω τα έγγραφα. «Πώς και τα είχαν αυτά οι Μ ογκαντόρι;» Φυλλομετράει τα χαρτιά, γυρίζοντας τις σελίδες όλο και πιο γρήγορα καθώς καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται. «Μ α αυτές… αυτές είναι οι σημειώσεις μου». «Το ξέρω. Πώς βρέθηκαν στα χέρια των Μ ογκαντόρι;» Πρέπει να συνειδητοποιεί τον υπαινιγμό στην ερώτησή μου, επειδή μια πληγωμένη έκφραση συννεφιάζει για λίγο το πρόσωπό του. «Σαμ, δεν το έκανα εγώ αυτό…» λέει, προσπαθώντας να ακουστεί πειστικός, αλλά υπάρχει μια χροιά αβεβαιότητας στη φωνή του. «Μ πορείς να είσαι βέβαιος; Κι αν… κι αν σου έκαναν κάτι, μπαμπά; Κάτι που δε θυμάσαι;» «Όχι… Αδύνατον!» απαντάει κουνώντας το κεφάλι του, σχεδόν σαν να προσπαθεί να πείσει τον ίδιο του τον εαυτό. Καταλαβαίνω από τον τόνο του ότι δεν πιστεύει στ’ αλήθεια πως είναι αδύνατο. Μ άλιστα νομίζω πως τον τρομάζει αυτή η σκέψη. «Είναι ακόμα στο δωμάτιό μου τα πρωτότυπα;» Τρέχουμε μαζί πίσω στο δωμάτιό του. Το σημειωματάριο είναι πάνω στο γραφείο του, ακριβώς εκεί όπου έπρεπε να είναι. Ο πατέρας μου το φυλλομετράει, σαν να ψάχνει ένα σημάδι που


262

PITTACUS LORE

να δείχνει πως κάποιος το πείραξε. Τα χαρακτηριστικά του σφίγγονται, όπως όταν προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Νομίζω ότι συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να εμπιστευτεί τον εαυτό του, πως οι Μ ογκαντόρι μπορεί στ’ αλήθεια να του έχουν κάνει κάτι. Στρέφεται σε μένα με μια ζοφερή έκφραση στο πρόσωπό του. «Αφού οι σημειώσεις μου έπεσαν στα χέρια των Μ ογκαντόρι, πρέπει να υποθέσουμε πως αυτό το μέρος έχει εκτεθεί. Πρέπει να οπλιστείς, Σαμ. Και η Σάρα το ίδιο». «Κι εσύ;» ρωτάω, με το στομάχι να ανακατεύεται. «Δεν… μπορώ να θεωρηθώ… άτομο εμπιστοσύνης» τραυλίζει. «Πρέπει να με κλειδώσεις εδώ μέχρι να επιστρέψουν οι Γκάρντι». «Πρέπει να υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση…» λέω, και η φωνή μου σπάει. Δεν είμαι βέβαιος αν το πιστεύω πραγματικά ή αν απλώς θέλω να είναι αλήθεια. «Δε θυμάμαι να βγαίνω έξω» μου αποκρίνεται. «Αλλά υποθέτω πως η μνήμη μου δεν αξίζει και πολλά σ’ αυτήν τη φάση…» Πέφτει βαριά στο κρεβάτι του δωματίου του. Σταυρώνει τα χέρια μπροστά του και κατεβάζει το βλέμμα πάνω τους. Φαίνεται ηττημένος με κάποιον τρόπο, κλονισμένος, τόσο από το μυαλό του όσο και από τον γιο του. Κατευθύνομαι προς την πόρτα. «Κοίτα… Πάω να πάρω τη Σάρα και μερικά όπλα. Αλλά δεν πρόκειται να σε κλειδώσω. Απλώς μείνε εδώ… Εντάξει;» «Περίμενε». Μ ε σταματάει σηκώνοντας το ένα χέρι. «Τι είναι αυτό;» Το ακούω κι εγώ. Ένα χαμηλό βουητό που έρχεται από το συρτάρι του κομοδίνου του. Πάω πρώτος εκεί και ανοίγω με ορμή το συρτάρι. Είναι το τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε για να επικοινωνήσει με τον Άνταμ. Η οθόνη είναι φωτισμένη, έχει μια εισερχόμενη κλήση από άγνωστο αριθμό. Στη γωνία της οθόνης βλέπω ότι το τηλέφωνο έχει δεκαεννιά αναπάντητες κλήσεις. Το σηκώνω να


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

263

το δει ο πατέρας μου. Το πρόσωπό του φωτίζεται, αλλά εγώ νιώθω όλο και μεγαλύτερη νευρικότητα. Πάρα πολλά συμβαίνουν με τη μία. Αισθάνομαι τους τοίχους να κλείνουν γύρω μου. Πατάω το κουμπί και πιέζω το τηλέφωνο στο αυτί μου, η φωνή μου τρέμει. «Εμπρός;» «Μ άλκολμ…» λέει μια ξέπνοη φωνή στο τηλέφωνο. «Πού ήσουν;» «Είμαι ο Σαμ» τον διορθώνω. Μ ια αίσθηση φόβου γιγαντώνεται στο στομάχι μου καθώς αναγνωρίζω τη φωνή. «Άνταμ, εσύ είσαι;» Ο πατέρας μου τινάζεται όρθιος και μου σφίγγει τους ώμους, ενθουσιασμένος που ο Άνταμ είναι ακόμα ζωντανός. Μ ακάρι να μπορούσα να νιώσω κι εγώ ανακούφιση, αλλά έτσι όπως ακούγεται στο τηλέφωνο, είναι σαν να μου λέει πως έρχονται κι άλλα κακά νέα. «Σαμ; Σαμ! Πού είναι ο πατέρας σου;» «Είναι…» «Άσ’ το, δεν έχει σημασία!» φωνάζει. «Άκουσέ με, Σαμ. Είστε στο Σικάγο. Έτσι δεν είναι; Στο Κέντρο Τζον Χάνκοκ;» «Πώς… πώς το ξέρεις αυτό;» «Το ξέρουν, Σαμ!» ουρλιάζει ο Άνταμ. «Το ξέρουν κι έρχονται να σας πιάσουν!»


264

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ

«ΚΡΑΤΗΘΕΙΤΕ!» Γέρνουμε όλοι στη μια πλευρά καθώς ο Εννιά οδηγεί όπως όπως το ελικοσκάφος μας –ακριβώς αυτό που λέει η λέξη: ένα μικρό σκάφος που προωθείται από μια γιγάντια φτερωτή– γύρω από έναν κορμό που επιπλέει στο θολό, καφετί νερό του βάλτου. Ο Οχτώ παραλίγο να χάσει την ισορροπία του και αναγκάζεται να γραπωθεί από το μπράτσο μου για να σταθεροποιηθεί. Μ ου ρίχνει ένα ντροπαλό χαμόγελο όταν με αφήνει για να λιώσει ένα κουνούπι. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και υγρή, γεμάτη βουητά εντόμων που ακούγονται ακόμα και πάνω από τον βρυχηθμό της φτερωτής του σκάφους μας. Αυτό το μέρος μυρίζει γόνιμο έδαφος, πλούσια φύση. «Κοιτάξτε εκεί!» φωνάζει ο Οχτώ για να ακουστεί πάνω από τον θόρυβο. Κοιτάζω στο πλάι προς τη μεριά όπου κάτι κινείται στο νερό και αναταράζει έναν σωρό από νούφαρα. Στην αρχή νομίζω πως είναι άλλος ένας κορμός, αλλά μετά προσέχω τις τραχιές φολίδες μιας ουράς που λικνίζεται μέσα στο νερό και καταλαβαίνω ότι πρόκειται για αλιγάτορα. «Κρατήστε μέσα τα χέρια σας!» ουρλιάζει ο Οχτώ. Παρακολουθώ τον αλιγάτορα να εξαφανίζεται μέσα σε μια συστάδα δέντρων στα αριστερά μας. Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο Πέντε σκέφτηκε ότι τα Εβεργκλέιντς θα ήταν ασφαλές μέρος να κρύψει την Κληρονομιά του· είναι ένας λαβύρινθος από ψηλό


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

265

γρασίδι και λασπωμένο νερό, ενώ είναι και έρημο, αν εξαιρέσεις τα έντομα και τα ζώα που παραμονεύουν. Κατεβαίνουμε αυτό που είναι στην ουσία ένας υδάτινος δρόμος, ένα μέρος όπου τα πυκνά χόρτα και τα δέντρα που φυτρώνουν αριστερά και δεξιά μας χωρίζουν για να επιτρέψουν την κίνηση των σκαφών. Όχι πως υπάρχει κάποιος άλλος εδώ έξω – δεν είδαμε ούτε ένα ανθρώπινο πλάσμα από τη στιγμή που πήραμε το σκάφος μας από το γραφείο ενοικιάσεων πριν από μία ώρα. Και ακόμα κι εκείνο ήταν απλώς μια ετοιμόρροπη καμπίνα σφηνωμένη ανάμεσα στο τέλος ενός επαρχιώτικου δρόμου και στην όχθη του βάλτου. Είχαμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε τρία σκουριασμένα ελικοσκάφη, δεμένα στην ξεχαρβαλωμένη αποβάθρα. Ο μοναχικός τύπος που ζει εδώ έξω ήταν ηλιοκαμένος και μύριζε έναν συνδυασμό αλκοόλ και βενζίνης. Παρά τον λόξιγκα, κατάφερε να μας δώσει ένα μάθημα χειρισμού του σκάφους προτού δεχτεί μερικά μετρητά για έναν χάρτη της περιοχής με τσακισμένες σελίδες και τα κλειδιά του σκάφους. Δεν έκανε καθόλου ερωτήσεις, και του ήμαστε υπόχρεοι γι’ αυτό. Η Έξι ασχολείται με τον χάρτη του ντόπιου. Τον συγκρίνει με τον χάρτη των Εβεργκλέιντς που είχαμε τυπώσει από το διαδίκτυο, εκείνον στον οποίο ο Πέντε είχε μαρκάρει το σημείο όπου βρισκόταν το Σεντούκι του. Μ ία κοιτάζει τον δικό μας χάρτη και μία τον μουτζουρωμένο, αλλά πιο λεπτομερή χάρτη με τους τοπικούς παραπόταμους και τους απομονωμένους βάλτους. Κρατάει τα χαρτιά μακριά της, εκνευρισμένη. «Δε βγάζω νόημα εδώ!» μουγκρίζει. «Μ η σε απασχολεί» αποκρίνεται ο Εννιά οδηγώντας προς το ηλιοβασίλεμα. «Ο Πέντε είπε ότι ξέρει πού πάμε. Άσ’ τον να φανεί κι αυτός χρήσιμος για μία φορά». Κοιτάζω τον ουρανό ψάχνοντας για τον Πέντε. Πέταξε πριν από κάνα τέταρτο, ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να βρει καλύτερα το Σεντούκι από ψηλά. Η άκρη του ουρανού αρχίζει


266

PITTACUS LORE

να παίρνει μια ρόδινη απόχρωση, που συνήθως θα την έβρισκα όμορφη, αλλά εδώ έξω, για κάποιον λόγο, μου φαίνεται δυσοίωνη. «Δε θέλω ν’ ακουστώ σαν κότα» λέω ανήσυχη και βάζω μια υγρή τούφα μαλλιά πίσω από το αυτί μου, «αλλά σοβαρά τώρα, δε θέλω να βρίσκομαι εδώ έξω μετά τη δύση του ήλιου…». «Ούτε κι εγώ» προσθέτει ο Οχτώ χτυπώντας ελαφρά τον χάρτη στα χέρια της Έξι. «Ιδίως αν η αξιοσέβαστη πλοηγός μας δεν έχει ιδέα πώς να μας οδηγήσει πίσω στον πολιτισμό». Η Έξι κοιτάζει τον Οχτώ στενεύοντας τα μάτια, αλλά δεν απαντάει. Ο Εννιά απλώς βάζει τα γέλια. Τεράστιοι λεκέδες ιδρώτα σκουραίνουν το μπλουζάκι του, και τα έντομα βουίζουν ασταμάτητα γύρω του, αλλά δε φαίνεται να τον ενοχλεί. Αντίθετα, δείχνει να το απολαμβάνει – την υγρασία, τον ιδρώτα, που σε κάνει να κολλάς, την αίσθηση του κινδύνου. Βρίσκεται στο φυσικό του στοιχείο. «Σκεφτόμουν μήπως πηγαίναμε για κάμπινγκ μετά…» προτείνει. Ο Οχτώ κι εγώ βογκάμε. Αν δεν υπήρχαν αλιγάτορες να επιπλέουν εκεί γύρω στο νερό από κάτω μας, θα εκμεταλλευόμουν οπωσδήποτε αυτή την ευκαιρία για να καταβρέξω τον Εννιά. Κοιτάζω τον ουρανό ξανά, κρατώντας τα μάτια μου ανοιχτά για τον Πέντε. «Είμαι βέβαιη πως, όπου να ’ναι, θα γυρίσει» λέω. Δεν υπάρχει λόγος να μην είμαστε αισιόδοξοι. Έως τώρα αυτή η αποστολή πήγε ομαλά, χωρίς κανένα σημάδι προβλήματος. Ακόμα δεν αισθάνομαι καλά που αφήσαμε τον Τζον και την Έγια πίσω, αλλά οι υπόλοιποι είχαν δίκιο. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτούς στο Σικάγο. Δεν έφτασα στα επίπεδα ενθουσιασμού του Εννιά, αλλά οπωσδήποτε νιώθω καλύτερα εδώ κάνοντας κάτι, ψάχνοντας έναν τρόπο να βοηθήσουμε τους φίλους μας και να κερδίσουμε αυτό τον πόλεμο. Αρκεί βέβαια να μη χαθούμε σ’ αυτό τον βάλτο. Τίποτα καλό δε θα έβγαινε από κάτι τέτοιο. Μ ια σκιά περνάει από πάνω μας. Ο Πέντε. Αιωρείται πάνω


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

267

από τη βάρκα για μια στιγμή, προτού πέσει απαλά κάτω, δίπλα μας. Στάζει ιδρώτα, το λευκό του μπλουζάκι είναι τελείως μούσκεμα. Ο Εννιά γελάει ειρωνικά. «Αν μείνουμε αρκετά εδώ πέρα, όλο και θα χάσεις μερικά κιλά… Έτσι δεν είναι, χοντρούλη;» Ο Πέντε τρίζει τα δόντια και βγάζει το βρεγμένο μπλουζάκι του, έχοντας πλήρη επίγνωση του σώματός του. Είμαστε όλοι ιδρωμένοι και αηδιαστικοί, αλλά για κάποιον λόγο ο Εννιά δεν μπορεί να αντισταθεί και πειράζει τον Πέντε. Είχα τολμήσει να ελπίσω πως ίσως η Αρπαγή της Σημαίας τούς βοηθούσε να δουλέψουν κάποια από τα θέματά τους, αλλά η ένταση ανάμεσά τους είναι σαν κακοφορμισμένη πληγή. «Μ ην του δίνεις σημασία» λέω στον Πέντε. «Βρήκες το Σεντούκι σου;» Ο Πέντε γνέφει καταφατικά, δείχνοντας προς τα κει όπου πηγαίνουμε. «Γύρω στο ενάμισι χιλιόμετρο μπροστά υπάρχει ένα κομμάτι στέρεας γης. Εκεί είναι». Ο Εννιά αναστενάζει. «Και γιατί, ρε φίλε, δε βούτηξες το Σεντούκι σου να το φέρεις εδώ;» Ο Πέντε τού χαμογελάει χαιρέκακα. «Δεν άκουσες καλά το σχέδιο, ε; Ψηφίσαμε πως εσύ θα αναλάμβανες ό,τι έχει να κάνει με χειρωνακτική εργασία…» «Ε;» Μ περδεμένος ο Εννιά, κοιτάζει τον Οχτώ. «Σοβαρά μιλάει;» Ο Οχτώ σηκώνει τους ώμους, συνεχίζοντας κι αυτός το παιχνίδι. Η Έξι αφήνει έναν ήχο όλο φούρκα. «Εσύ οδήγησε το καταραμένο σκάφος, Εννιά!» «Μ άλιστα, καπετάνιε!» συμφωνεί ο Εννιά κουνώντας τα δάχτυλα. «Ένα Σεντούκι έ-έ-έρχεται!» Η Έξι στρέφει το βλέμμα της στον Πέντε. Ήταν πιο σιωπηλή απ’ ό,τι συνήθως. «Γιατί δεν πήρες το Σεντούκι;» ρωτάει απότομα. Ο Πέντε σηκώνει τους ώμους. «Νυχτώνει, και είναι ένα καλό


268

PITTACUS LORE

μέρος για να ξεκουραστούμε αν χρειαστεί». «Βλέπετε;» φωνάζει ο Εννιά κατευχαριστημένος. «Κάμπινγκ!» «Αποκλείεται!» αντιγυρίζει ο Οχτώ, κουνώντας έντονα το κεφάλι του. «Οδήγησε αυτό το πράγμα πιο γρήγορα, για να φύγουμε από δω!» Ο Εννιά επιταχύνει το σκάφος. Το αποτέλεσμα; Το νερό μάς πιτσίλισε από το πλάι. Θα μπορούσες να περιγράψεις σαν νησί το μέρος όπου μας οδηγεί ο Πέντε αν ήσουν σπλαχνικός. Στην πραγματικότητα είναι απλώς ένας σωρός από λάσπη στο κέντρο του βάλτου, το σύστημα στήριξης ενός θεόρατου και ροζιασμένου δέντρου που φαίνεται σαν να είναι φυτρωμένο εκεί από την αυγή του χρόνου. Οι ρίζες του είναι τόσο τεράστιες και απλωμένες, ώστε ο Εννιά πρέπει να οδηγήσει το σκάφος κοντά με προσοχή αν δε θέλει να κολλήσει κάπου πάνω τους. Κατεβαίνουμε από το σκάφος· τα πόδια μας πλατσουρίζουν μέσα στη λάσπη και γλιστρούν πάνω στις ακανόνιστες προεξοχές του δέντρου. Ένας δακτύλιος ψηλού γρασιδιού βγαίνει από το νερό γύρω μας, και τα κλαδιά του δέντρου από πάνω μας είναι τόσο πολλά και πυκνά, που όλο το νησάκι περνάει στη σκιά αμέσως μόλις πατήσεις το πόδι σου εκεί. Εδώ πέρα είναι σχεδόν δέκα βαθμούς πιο δροσερά απ’ ό,τι ήταν στο νερό. «Πραγματικά είναι σπουδαίο σημείο αυτό» λέω στον Πέντε. Το στήθος του Πέντε φουσκώνει λιγάκι ακούγοντας το σπάνιο αυτό κομπλιμέντο. «Ναι. Έχω κάνει κάμπινγκ εδώ μια νύχτα. Αυτό το γέρικο δέντρο είναι εκπληκτικό! Και σκέφτηκα ότι δε θα αντιμετώπιζα πρόβλημα να το ξαναβρώ». «Συγχαρητήρια…» μουρμουρίζει ο Εννιά, χτυπώντας δυνατά ένα έντομο στον σβέρκο του. «Πού είναι λοιπόν το αναθεματισμένο το Σεντούκι σου;» Ο Πέντε μάς πηγαίνει κατευθείαν στη βάση του δέντρου. Κάτω από τα πόδια μας υπάρχει ένα περίπλοκο πλέγμα από ρίζες· το δέντρο είναι σαν μια γροθιά χωμένη στη γη και οι ρίζες


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

269

τα δάχτυλά του, και η λάσπη βγαίνει ζουληγμένη από τη σφιχτή λαβή του δέντρου. Ο Πέντε γονατίζει κάτω από έναν κόμπο από ρίζες, ένα μέρος όπου σχηματίζουν σωρό, σχεδόν σαν άρθρωση. Απλώνει το χέρι κάτω από τις ρίζες, όπου περιμένει ένας απαλός θύλακας από λάσπη. «Εδώ κάτω είναι» λέει ο Πέντε ψαχουλεύοντας. «Το έπιασα σχεδόν». Η λάσπη κάνει έναν υγρό ήχο αναρρόφησης όταν ο Πέντε τραβάει και απελευθερώνει το Σεντούκι, σαν να είναι απρόθυμη να παραδώσει το τρόπαιό μας. Γονατίζει μπροστά του και σκουπίζει τη λάσπη από τη γνωστή ξύλινη επιφάνεια. Ο Οχτώ με χτυπάει απαλά στον ώμο και δείχνει προς τη μεριά όπου το ψηλό γρασίδι χωρίζεται. Βλέπω το επίπεδο κεφάλι και τα κίτρινα μάτια ενός αλιγάτορα· ίσως είναι αυτός που είδαμε νωρίτερα. «Σαν να πεινάει κάποιος…» αστειεύεται. «Μ ας ακολουθεί;» ρωτάω λίγο στα αστεία, αλλά και αρκετά φρικαρισμένη. Πλησιάζω περισσότερο τον Οχτώ. «Έχει πολλούς αλιγάτορες εδώ» λέει αφηρημένα ο Πέντε σηκώνοντας το Σεντούκι του. «Εσύ μιλάς με τα ζώα… Έτσι δεν είναι;» ρωτάω τον Εννιά. «Πες σ’ αυτό το κτήνος ότι δε θέλουμε φασαρίες». «Ίσως το πάρω για κατοικίδιο. Ή ίσως κάνω ένα και γαμώ τα πανωφόρια με δαύτο» απαντάει ο Εννιά, μισοκλείνοντας τα μάτια καθώς εστιάζει στο ζώο, το οποίο πλησιάζει. Κάτι στο πρόσωπό του αλλάζει ξαφνικά. «Μ ισό…» Το κεφάλι ενός δεύτερου αλιγάτορα εμφανίζεται δίπλα στο πρώτο, κι έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα αναδύεται κι ένα τρίτο κεφάλι μέσα από τη λάσπη. Στην αρχή νομίζω ότι μας καταδιώκει μια αγέλη από αλιγάτορες, αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά ύστερα τα τρία κεφάλια βγαίνουν από το νερό σαν ένα· ένας παχύς καλυμμένος με φολίδες λαιμός τα συνδέει όλα σ’ ένα και μοναδικό σώμα. Οι φολίδες εξαφανίζονται κάτω από ένα μαύρο και λιπαρό μουσκεμένο τρίχωμα στον θώρακα του τέρατος, ενώ σταγόνες νερού τινάζονται βίαια έτσι όπως


270

PITTACUS LORE

τεντώνει ένα ζευγάρι σκληρά φτερά νυχτερίδας. Στο τέλος στέκεται σχεδόν πέντε μέτρα ψηλό πάνω σ’ ένα ζευγάρι πόδια σχεδόν ανθρώπινα. Καμπουριάζει προς τα εμπρός, και έξι ζευγάρια κιτρινισμένα μάτια μάς κοιτάζουν πεινασμένα. «Προσέξτε!» φωνάζει η Έξι, ακριβώς τη στιγμή που το πλάσμα τινάζει τα φτερά του και απογειώνεται. Το πλάσμα κρέμεται στον αέρα από πάνω μου. Είναι αστείο τι προσέχει κάποιος τέτοιες στιγμές. Τα πόδια του τέρατος είναι θεόρατα, τα νύχια του, γαμψά, απλώνονται από τα τρία δάχτυλα κάθε ποδιού, όπως και από τις φτέρνες. Αλλά τα μαξιλαράκια των ποδιών του μοιάζουν σχεδόν απαλά, ένα ζευγάρι ουλές σε σχήμα s χαραγμένες μέσα στον ιστό εκεί, θαρρείς και κάποιος μογκαντοριανός επιστήμονας υπέγραψε το έργο του. Όλα αυτά τα βλέπω λίγο πριν προσπαθήσει να πέσει πάνω μου και να με ποδοπατήσει. «Πρόσεχε!» Ο Οχτώ με αρπάζει από τη μέση και τηλεμεταφερόμαστε προς τα πίσω. Τα νύχια του μεταλλαγμένου αλιγάτορα κλαδεύουν ολόκληρο κομμάτι από τη ρίζα πάνω στην οποία στεκόμουν. «Πώς στον διάολο μας βρήκαν;» βρυχιέται ο Εννιά τεντώνοντας το ραβδί του. «Δε βλέπω καθόλου Μ ογκαντόρι!» φωνάζω και στρέφομαι ολόγυρα προσπαθώντας να δω όλο τον βάλτο. «Μ ήπως είναι μόνο του;» «Πάω να το ρωτήσω». Ο Εννιά επιτίθεται. Το τέρας ανοίγει και κλείνει απότομα το ένα του στόμα. Ο Εννιά σηκώνει το ραβδί του και το σφηνώνει κατευθείαν στο κλειστό στόμα, σπάζοντας κάνα δυο κιτρινισμένους κυνόδοντες. Μ ε το ένα κεφάλι να βρυχιέται από τον πόνο, το τέρας τινάζει το ένα του φτερό, αναγκάζοντας τον Εννιά να οπισθοχωρήσει. Ο Πέντε ρίχνει καταγής το Σεντούκι του και το ξεκλειδώνει. Η Έξι τον αρπάζει από τον ώμο. «Τι στον διάολο; Δεν είδες αυτό το πράγμα όταν βγήκες για ιχνηλασία;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

271

«Βγήκε απ’ το νερό. Πώς να το έβλεπα;» Η φωνή του Πέντε είναι ήρεμη, δε δείχνει καθόλου ταραγμένος, σε αντίθεση με το πώς τον περιέγραψε ο Τζον στην τελευταία τους μάχη. «Μ ην ανησυχείς» συνεχίζει. «Εδώ μέσα έχω ό,τι ακριβώς χρειάζεται». «Λίγη βοήθεια;» φωνάζει ο Εννιά καθώς τινάζεται και αποφεύγει ένα από τα στόματα του τέρατος που ανοιγοκλείνει. Ο Οχτώ τηλεμεταφέρεται ακριβώς πάνω από τα τρία κεφάλια του τέρατος. Κλοτσάει δυνατά ένα ρύγχος και κατόπιν τηλεμεταφέρεται για να βρεθεί πλάι στον Εννιά. Το πλάσμα αφήνει έναν εκνευρισμένο βρυχηθμό, χτυπάει τα φτερά του και προσπαθεί να απογειωθεί. Ο Εννιά και ο Οχτώ ξεχωρίζουν, προσπαθώντας να το πλευρίσουν. Καθώς ο Πέντε ψαχουλεύει στο Σεντούκι του, η Έξι τινάζει τα χέρια της στον αέρα. «Μ αρίνα, φύλα τα νώτα μου όσο το κάνω αυτό». Ακούω τις πρώτες σταγόνες μιας καταιγίδας να βρίσκουν τον δρόμο τους μέσα στα φυλλώματα. Ο Πέντε βγάζει κάτι σαν δερμάτινο μανίκι από το Σεντούκι του. Το χώνει στο χέρι του. Όταν το λυγίζει, μια στιλπνή λεπίδα τριάντα εκατοστών επεκτείνεται κάτω από τον καρπό του. Ο Πέντε χαμογελάει πλατιά. «Μ ου έλειψες» λέει στο μανίκι, και η λεπίδα γλιστράει πάλι πίσω όταν το λυγίζει ξανά. «Άντε να βιαστούμε με αυτές τις αστραπές, Έξι!» ουρλιάζει ο Εννιά. Το τέρας τον πιέζει. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σηκώσει το ραβδί του, αποκρούοντας μια σειρά δαγκωματιές από το τρίο των γεμάτων σκυλόδοντα στομάτων. Οπισθοχωρώντας στα τυφλά, ο Εννιά σκοντάφτει πάνω σ’ ένα κλαδί και σωριάζεται ανάσκελα. Το τέρας είναι έτοιμο να πηδήσει πάνω του, όταν ο Οχτώ αλλάζει μορφή και παίρνει το σχήμα ενός πλάσματος τεράστιου, που είναι μισό άνθρωπος, μισό αγριογούρουνο – κάποιο αβατάρ του Βισνού, φαντάζομαι. Αρπάζει το πλάσμα από την ουρά και το τινάζει πίσω, εμποδίζοντάς το να καταβροχθίσει τον Εννιά. Το τέρας περιστρέφεται και χώνει τα δόντια του στον ώμο του Οχτώ. Αυτός βρυχιέται με το ρύγχος του αγριογούρουνου,


272

PITTACUS LORE

και η μορφή του αρχίζει να τρεμοσβήνει. Είναι φανερό πως ο πόνος από τη δαγκωματιά τον δυσκολεύει να κρατήσει την αυτοσυγκέντρωσή του. «Οχτώ!» ουρλιάζω. Θέλω να πάω κοντά του να τον θεραπεύσω, αλλά δεν μπορώ να αφήσω την Έξι ενώ αυτοσυγκεντρώνεται για να δημιουργήσει την καταιγίδα. «Άντε να τον βοηθήσεις…» λέει εκείνη μέσα από σφιγμένα δόντια. «Είμαι έτοιμη». Τρέχω μπροστά, με σκοπό να πάω στον Οχτώ. Πριν ο ιπτάμενος αλιγάτορας προλάβει να του κόψει άλλο ένα κομμάτι, πέφτει μια αστραπή κόβοντας τον ουρανό στη μέση. Χτυπάει το πλάσμα και το ρίχνει κάτω, κι εκείνο συστρέφεται και καπνίζει. Τώρα βρέχει πιο δυνατά, η Έξι ενισχύει την καταιγίδα. Ο Εννιά είναι και πάλι όρθιος. Πάει βολίδα μπροστά, ενώ το τέρας παλεύει ακόμα να σηκωθεί στα δυο του πόδια. Ο Εννιά χτυπάει με το ραβδί το πλάσμα, αλλά τα χτυπήματα ίσα που προκαλούν ένα βαθούλωμα στο γεμάτο φολίδες πετσί. Μ ε τον Εννιά πάλι πίσω στην επίθεση, ο Οχτώ απομακρύνεται από το τέρας τρικλίζοντας, διατηρώντας πάντα τη μορφή του Βισνού. Μ εταμορφώνεται στην κανονική του μορφή όταν τον φτάνω και βλέπω βαθιές και οδοντωτές χαρακιές να καλύπτουν τον δεξιό του ώμο. Πιέζω τα χέρια μου στον ώμο του, αφήνω την παγωμένη αίσθηση να ρέει από μέσα μου και να περνάει σ’ αυτόν και παρακολουθώ τα τραύματά του να κλείνουν. «Θα μπορούσα να σε φιλήσω» λέει ο Οχτώ. «Αφού σκοτώσουμε αυτό το πράμα, ίσως» του αποκρίνομαι. Το τέρας οπισθοχωρεί και κραδαίνει ένα από τα σκληρά φτερά του στον Εννιά, τινάζοντάς τον πίσω. Αμέσως μόλις ο Εννιά φεύγει από τη μέση, η Έξι καλεί άλλους δύο κεραυνούς, που ξαναρίχνουν κάτω το τέρας και σκίζουν τη μεμβράνη του φτερού του, αλλά αυτό σηκώνεται και πάλι όρθιο με δυσκολία και βρυχιέται. Απ’ ό,τι φαίνεται, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να το εξαγριώνουμε περισσότερο.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

273

«Τι χρειάζεται για να σταματήσουμε αυτό τον παπάρα;» φωνάζει ο Εννιά. Ένα τσιριχτό σφύριγμα γεμίζει τον αέρα, τόσο δυνατό και οξύ, που το δέρμα μου ανατριχιάζει· είναι σαν νυχιά πάνω σε μαυροπίνακα. Κάνω μεταβολή και βλέπω τον Πέντε να φυσάει ένα περίτεχνο φλάουτο, λαξεμένο από καθαρό οψιδιανό. Καθώς η διαπεραστική νότα γεμίζει την ατμόσφαιρα, κοιτάζει το τέρας με βλέμμα απαθές. Εντελώς ξαφνικά όλη η διάθεση για μάχη εξαφανίζεται μέσα από αυτό το πράγμα. Τυλίγει τα τεράστια φτερά του γύρω από το σώμα του και βουλιάζει στο έδαφος, με τα τρία κεφάλια του χωμένα στο στήθος του, σχεδόν σαν να κάνει υπόκλιση. «Όπα!» αναφωνεί με μια ανάσα ο Οχτώ. «Είδατε;» λέει ο Πέντε κατεβάζοντας τη σφυρίχτρα και κοιτάζοντας γύρω του. «Ευκολάκι…» «Και αφού είχες όλη την ώρα αυτό το πράγμα, γιατί δεν το χρησιμοποίησες;» πετάει απότομα ο Εννιά. «Σκέφτηκα μήπως ήθελες λίγη γυμναστική…» του απαντάει ο Πέντε χαμογελώντας του ψυχρά. Η Έξι κουνάει το κεφάλι. «Μ πορεί κάποιος απ’ τους δυο σας να σκοτώσει αυτό το πράγμα για να πάμε να φύγουμε από δω;» «Ευχαρίστως!» λέει ο Πέντε, και το δέρμα του μετατρέπεται σε λαμπερό ατσάλι. Κάνει δύο βήματα προς το γονατισμένο τέρας, αλλά σταματάει ακριβώς δίπλα στην Έξι. «Εγώ το έφτιαξα το καταραμένο…» λέει αφηρημένα ο Πέντε. «Το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να το σκοτώσω». «Τι έκανες, λέει;» ρωτάω, χωρίς να πιστεύω στα αυτιά μου. Η καλυμμένη με ατσάλι γροθιά του Πέντε τινάζεται μπροστά με μια δύναμη που δεν έχω ξαναδεί ποτέ από αυτόν και χτυπάει την Έξι με ένα άπερκατ. Η δύναμη τινάζει στον αέρα το κορμί της Έξι, που μετά προσγειώνεται στα πόδια μου· βλέπω τα μάτια της γυρισμένα στο πίσω μέρος τους, ενώ διπλά ρυάκια αίμα κυλούν από τα ρουθούνια της. Μ ια διάσειση στην καλύτερη περίπτωση,


274

PITTACUS LORE

σπασμένο κρανίο στη χειρότερη. Ενστικτωδώς, πηγαίνω να τη θεραπεύσω, αλλά όταν προσπαθώ να σκύψω, κάτι με χτυπάει στον θώρακα –όχι δυνατά ούτε καν με αρκετή δύναμη για να μου κόψει την ανάσα– αλλά δεν μπορώ να κάνω μπροστά. Τηλεκίνηση. Ο Πέντε με κρατάει απαλά μακριά. Τον κοιτάζω. Δάκρυα γεμάτα σαστιμάρα γεμίζουν τα μάτια μου. Ο Οχτώ σπάει τη γεμάτη κατάπληξη στιγμή σιωπής, φωνάζοντας: «Γιατί το έκανες αυτό;». Η φωνή του πνίγεται από το ουρλιαχτό του Εννιά. Το σώμα του Πέντε έχει πάρει την υφή του λάστιχου, και το χέρι του τεντώνεται σαν πλοκάμι, τυλίγεται δύο φορές γύρω από τον λαιμό του Εννιά. Ο Εννιά παλεύει, αλλά ο Πέντε τον σηκώνει ψηλά με άνεση. Το χέρι του τεντώνεται κι άλλο, σηκώνει τον Εννιά τρία μέτρα πάνω από το έδαφος και ύστερα τον ρίχνει κάτω. Τον χώνει στον βάλτο και τον κρατάει εκεί. Τον πνίγει. Τόσο ο Οχτώ όσο κι εγώ παγώνουμε καθώς ο Πέντε γυρίζει και μας κοιτάζει. Η έκφρασή του είναι ανησυχαστικά φιλική αν λάβεις υπόψη την τεντωμένη απόφυσή του, που κρατάει τον Εννιά κάτω από το νερό, ενώ η Έξι είναι ξαπλωμένη αναίσθητη στα πόδια μου εξαιτίας μιας άγριας γροθιάς. Βλέπω το τεντωμένο χέρι του Πέντε να πάλλεται, εκεί όπου ο Εννιά μάλλον τον χτυπάει προσπαθώντας να ελευθερωθεί. Τα χτυπήματα δεν πρέπει να τον πονούν καθόλου, επειδή δε δείχνει καν να τα προσέχει. Κάθεται πάνω στο Σεντούκι του και μας κοιτάζει. «Μ άλλον πρέπει να μιλήσουμε εμείς οι τρεις…» προτείνει ήρεμα ο Πέντε.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

275

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΡΙΑ

Η ΣΥΝΔΕΣΗ Μ Ε ΤΟΝ ΑΝΤΑΜ κόβεται ξαφνικά. Κατεβάζω το βλέμμα στην οθόνη του κινητού, αλλά ο Άνταμ τηλεφώνησε με απόκρυψη. Δεν υπάρχει τρόπος να τον καλέσω εγώ. Όπου κι αν ήταν, ακουγόταν σαν να κινούνταν γρήγορα, στην ουσία φώναζε πάνω από τον άνεμο που φυσούσε στο φόντο. Στο τρέξιμο και πανικόβλητος. Εγώ είμαι το ακριβώς αντίθετο: καρφωμένος στη θέση μου και σχεδόν μουδιασμένος. Τι θα έκανε ο Τζον σ’ αυτή την περίσταση; Θα αντιδρούσε, αυτό θα έκανε. Χώνω το τηλέφωνο στην κωλότσεπη και περνάω γρήγορα μπροστά από τον πατέρα μου τραβώντας για τον διάδρομο. «Είπε πως οι Μ ογκαντόρι ξέρουν πού είμαστε και πως έρχονται! Πρέπει να φύγουμε από δω. Τώρα!» φωνάζω στον πατέρα μου, που είναι πλέον πίσω μου. Όταν κοιτάζω πάνω από τον ώμο μου, στέκεται ακόμα δίπλα στο κρεβάτι. «Άντε!» λέω. «Τι περιμένεις;» «Κι αν…» Ο πατέρας μου σφίγγει τη γέφυρα της μύτης του. «Κι αν δεν πρέπει να με εμπιστεύεστε;» Α, σωστά. Η πιθανότητα να είναι ο πατέρας μου άθελά του διπλός πράκτορας των Μ ογκαντόρι. Σίγουρα θα υπάρχει κάποια καλύτερη εξήγηση για το πώς έπεσαν οι σημειώσεις του στα χέρια τους. Μ πορεί να μην είναι βέβαιος αν πρέπει να


276

PITTACUS LORE

εμπιστευτεί τον εαυτό του, μπορεί να ανησυχεί πως η μνήμη του τα ’παιξε ή δουλεύει εναντίον του. Δεν έχει σημασία. Αποφασίζω εδώ και τώρα. Τον εμπιστεύομαι. «Θυμάσαι τότε έξω απ’ τη βάση Ντούλτσε, όταν ήθελα να γυρίσω πίσω τρέχοντας για να βοηθήσω τους Γκάρντι στη μάχη τους; Μ ου είπες ότι θα έρχονταν κι άλλες στιγμές όπου θα μπορούσα να φανώ χρήσιμος στους Λόριαν. Νομίζω λοιπόν ότι τώρα είναι μια απ’ αυτές τις στιγμές. Σε εμπιστεύομαι, μπαμπά. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό χωρίς εσένα». Συγκατανεύει με σοβαρό ύφος. Χωρίς άλλη κουβέντα, απλώνει το χέρι κάτω από το κρεβάτι του, τραβάει το τουφέκι που χρησιμοποίησε για να σκοτώσει το τέρας στο Άρκανσο και το γεμίζει. «Σου είπε ο Άνταμ πόσο χρόνο έχουμε;» ρωτάει. Αντί για απάντηση, το κτίριο τρέμει, όλα τα φώτα τρεμοσβήνουν. Ο θόρυβος μιας μηχανής δυναμώνει απέξω, έρχεται από πάνω μας και επικίνδυνα κοντά, και ακολουθεί ένα οξύ μεταλλικό σύρσιμο. Κάτι προσγειώθηκε μόλις στην ταράτσα. «Απ’ ό,τι φαίνεται, καθόλου». Ριχνόμαστε στον διάδρομο, όπου η Σάρα βγήκε μόλις από το δωμάτιό της. Τα μάτια της γουρλώνουν μόλις βλέπει πως ο πατέρας μου κρατάει τουφέκι. «Τι ήταν αυτός ο ήχος;» ρωτάει. «Τι συμβαίνει;» «Ήρθαν οι Μ ογκαντόρι» απαντάω. «Οχ, όχι…» λέει η Σάρα και οπισθοχωρεί προς το δωμάτιο όπου ο Τζον και η Έγια κείτονται ανυπεράσπιστοι. Από τον διάδρομο έχω πλήρη θέα προς τα μεγάλα παράθυρα από το πάτωμα έως το ταβάνι που καλύπτουν όλο το καθιστικό του ρετιρέ. Μ ισή ντουζίνα σκοινιά γλιστρούν από τη στέγη, και οι Μ ογκαντόρι κατεβαίνουν με ραπέλ από το πλάι του κτιρίου. «Πρέπει να πάω στον Τζον!» συνεχίζει η Σάρα. Την αρπάζω από τον καρπό. «Δεν έχουμε καμία πιθανότητα αν δεν πάμε να πάρουμε τα όπλα». Τα παράθυρα θρυμματίζονται από μια ομοβροντία


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

277

συγχρονισμένων εκρήξεων των μογκαντοριανών κανονιών. Ένα κύμα ψυχρού αέρα εισβάλλει στο ρετιρέ. Οι Μ ογκαντόρι μπαίνουν ταλαντευόμενοι μέσα, λύνονται επιδέξια από τα σκοινιά τους και αρχίζουν να σαρώνουν τον χώρο γύρω τους ψάχνοντας στόχους. Βρίσκονται στο καθιστικό, στέκονται ανάμεσα σε μας και στο ασανσέρ του ρετιρέ – τη μοναδική μας έξοδο. Είμαι έκπληκτος που δεν είναι περισσότεροι. Αν έκανα εγώ επίθεση σ’ ένα κρησφύγετο των Γκάρντι, θα είχα στείλει ολόκληρο στρατό. Είναι λες και δεν περιμένουν και τόση αντίσταση. Ορμάμε και οι τρεις μας πίσω, στο δωμάτιο του πατέρα μου. «Εγώ θα πάω στον Τζον και στην Έγια» δηλώνει ο πατέρας μου. «Εσείς οι δύο βρείτε μια ευκαιρία να πάτε στην Αίθουσα Διαλέξεων». Ακούω τους Μ ογκαντόρι να βγαίνουν από το καθιστικό και να κατεβαίνουν τον διάδρομό μας. «Έρχονται. Πάμε, με το τρία. Ένα…» Πριν προλάβω να πω δύο, ένας θηριώδης βρυχηθμός σκάει από το χολ, και αμέσως απαντούν τα άγρια πυρά των Μ ογκαντόρι. Βγάζω το κεφάλι μου στον διάδρομο εγκαίρως, για να δω τον Μ πέρνι Κόσαρ, με τη μορφή αρκούδας γκρίζλι, να κατασπαράζει δύο Μ ογκαντόρι. Είχα ξεχάσει εντελώς τον Μ πι Κέι! Ίσως τελικά τα πράγματα δεν είναι τόσο απελπιστικά όσο δείχνουν. «Πηγαίνετε!» φωνάζει ο πατέρας μου, ενώ βρίσκει την ευκαιρία και πηγαίνει προς το δωμάτιο της Έγια. «Εσείς πάρτε όπλα, κι εμείς θα τους κρατήσουμε εδώ!» Ο Μ πι Κέι ορμάει από Μ ογκαντόρι σε Μ ογκαντόρι, τους ξεσκίζει με τα νύχια του, πετάει στην άκρη τα έπιπλα που πίσω τους προσπαθούν να κρυφτούν. Τον χτυπούν μερικές βολές στα πλευρά, και η ατμόσφαιρα γεμίζει με τη μυρωδιά καμένων τριχών, αλλά αυτό δείχνει απλώς να τον εξαγριώνει ακόμα περισσότερο. Στην πόρτα του δωματίου της Έγια, ο πατέρας μου, καθισμένος στις φτέρνες, σημαδεύει και αρχίζει να ξεπαστρεύει


278

PITTACUS LORE

Μ ογκαντόρι. Η Σάρα κι εγώ ξεκινάμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την Αίθουσα Διαλέξεων και το οπλοστάσιο. Πίσω μου ακούω πυρά κανονιών να σφυρίζουν στους τοίχους και το τουφέκι του πατέρα μου να απαντάει. Πρέπει να κάνουμε γρήγορα. Σίγουρα θα πέσουν κι άλλοι από τη στέγη, δε θα μπορούν να τους κρατήσουν για πάντα. Ξαφνικά η πόρτα της κρεβατοκάμαρας στα δεξιά μου ανοίγει διάπλατα. Έχω ένα δευτερόλεπτο να αισθανθώ το κύμα του δροσερού αέρα που μπαίνει από το σπασμένο παράθυρο, κι αμέσως μετά ένας Μ ογκαντόρι βρίσκεται πάνω μου. Χώνει τον ώμο του στο πλευρό μου, με καρφώνει κόντρα στον τοίχο. Το χέρι του πιέζει τον λαιμό μου, φέρνει το χλωμό του πρόσωπο κοντά στο δικό μου, και τα άψυχα μαύρα μάτια του γεμίζουν το οπτικό μου πεδίο. «Γήινε…» λέει συριστικά ο Μ ογκαντόρι. «Πες μου πού είναι το κορίτσι, και θα σε σκοτώσω γρήγορα». Πριν προλάβω να ρωτήσω για ποιο κορίτσι μιλάει, η Σάρα σπάει ένα άδειο βάζο στο κεφάλι του. Ο Μ ογκαντόρι κουνάει το κεφάλι να συνέλθει από το χτύπημα και γυρίζει προς τη Σάρα. Ο θυμός φουντώνει μέσα μου – για όλο τον καιρό που πέρασα αιχμάλωτος, γι’ αυτό που έκαναν στον Τζον και στην Έγια. Αρπάζω τη λαβή του σπαθιού του Μ ογκαντόρι και το τραβάω από τη θήκη του. Μ ε ένα ουρλιαχτό το χώνω στο στήθος του, μετατρέποντάς τον σε στάχτη. «Όπα!» ζητωκραυγάζει η Σάρα. Ακούω παντού στο ρετιρέ γυαλιά να σπάνε. Οι πόρτες των δωματίων κατά μήκος όλου του διαδρόμου ανοίγουν διάπλατα, και εμφανίζονται Μ ογκαντόρι που επιτίθενται, αποκόβοντας εμένα και τη Σάρα από τον πατέρα μου και τον Μ πέρνι Κόσαρ. Θυμάμαι που σκέφτηκα νωρίτερα ότι το άδειο ρετιρέ ήταν ανατριχιαστικό, αλλά αυτό είναι τρομακτικό. Δε βλέπω πλέον τον πατέρα μου στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Ακούω ακόμα το τουφέκι του να ρίχνει, οι βολές γίνονται όλο και πιο συχνές.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

279

Από το δωμάτιο της Έγια ακούγεται ένας δυνατός κρότος, ο ήχος ενός πράγματος που αναποδογυρίζει. «Κυνηγάτε το κορίτσι;» φωνάζω τραβώντας την προσοχή τους, ελπίζοντας να αφαιρέσω λίγη πίεση από τον πατέρα μου. «Από δω είναι!» Η Σάρα κι εγώ τρέχουμε στο εργαστήριο, και καμιά δεκαριά Μ ογκαντόρι εφορμούν πίσω μας από το βάθος του διαδρόμου. Σκορπίζουμε μαζί έναν σωρό από παλιές συσκευές και ανταλλακτικά μηχανημάτων που βρίσκονται δίπλα στην είσοδο· τα μαζεμένα σκουπίδια του Σαντόρ αποδεικνύονται χρήσιμα. Ένας Μ ογκαντόρι προσπαθεί να παραβιάσει την πόρτα και να την ανοίξει, αλλά αυτή έχει μπλοκάρει απ’ όλες τις αηδίες στο πάτωμα. «Αυτό θα τους καθυστερήσει για λίγο» λέω. «Λες να είμαι εγώ το κορίτσι που κυνηγούν;» ρωτάει λαχανιασμένη η Σάρα. «Ή μήπως έχουν έρθει για την Έγια;» Ένα κομμάτι της πόρτας του εργαστηρίου σκάει μέσα σε μια έκρηξη πυρών, καυτές σκλήθρες τινάζονται στο μάγουλό μου και παραλίγο και στο μάτι μου. Φαντάζομαι πως αυτό το λίγο τέλειωσε. Η Σάρα με αρπάζει από το μπράτσο και περπατάμε τρικλίζοντας μέσα στο εργαστήριο, ενώ η πόρτα πίσω μας κονιορτοποιείται από τους Μ ογκαντόρι που εισβάλλουν. Μ ια αδέσποτη ριπή χτυπάει το πάτωμα ανάμεσά μας και μας χωρίζει, η Σάρα πέφτει πάνω σ’ ένα τραπέζι. Έρχονται κι άλλες ριπές τώρα. Σκύβω και αρπάζω το χέρι της Σάρας, τη βοηθάω να σηκωθεί. «Είμαι καλά!» φωνάζει και τρέχουμε σκυμμένοι προς την Αίθουσα Διαλέξεων. Η πόρτα του εργαστηρίου είναι τώρα μια τρύπα που καπνίζει στον τοίχο, λόγω όλων αυτών των πυρών από τους Μ ογκαντόρι. Χώνονται μέσα, σκοντάφτουν πάνω στα σκουπίδια που σκορπίσαμε κάτω, αλλά προχωρούν. Δίπλα μου η οθόνη που δείχνει τη θέση των Γκάρντι εκρήγνυται σε μια βροχή από λάμψεις – ένα μογκαντοριανό κανόνι παραλίγο να με πετύχει. «Πώς θα καταφέρουμε να νικήσουμε τόσο πολλούς;»


280

PITTACUS LORE

φωνάζει η Σάρα καθώς ορμάμε μέσα στην Αίθουσα Διαλέξεων. «Προπονήθηκα, αλλά όχι εναντίον δέκα στόχων ταυτόχρονα!» «Έχουμε το πλεονέκτημα ότι βρισκόμαστε στη βάση μας». Μ όλις μπαίνουμε στην Αίθουσα Διαλέξεων, η Σάρα κατευθύνεται προς το ράφι με τα όπλα, κι εγώ σκαρφαλώνω στο Λέκτερν. Ο πρώτος Μ ογκαντόρι ορμάει στο δωμάτιο ακριβώς τη στιγμή που βάζω μπρος το λογισμικό της Αίθουσας Διαλέξεων, ένα από τα παλιά προγράμματα εκγύμνασης του Σαντόρ – αυτό με βαθμό δυσκολίας «παράνοια». Οι Μ ογκαντόρι δε μου δίνουν καν σημασία ακόμα, έτσι που κάθομαι πίσω από τη μεταλλική κονσόλα πατώντας κουμπιά. Εστιάζουν κυρίως στη Σάρα. Παρότι συνειδητοποιούν ότι δεν είναι το κορίτσι που ψάχνουν, αποτελεί την πιο εμφανή απειλή, είναι εκεί ακάλυπτη και τους σημαδεύει με δύο πιστόλια. Εμφανής απειλή αλλά και εύκολος στόχος. «Σάρα, στα αριστερά σου!» φωνάζω και σηκώνω έναν όγκο κάλυψης από το πάτωμα, για να κρυφτεί πίσω του. Βουτάει στην ασφαλή αυτή θέση ακριβώς τη στιγμή που οι Μ ογκαντόρι ανοίγουν πυρ. Καπνός αρχίζει να γεμίζει την αίθουσα από τα ακροφύσια στους τοίχους. Μ ερικοί Μ ογκαντόρι δείχνουν σαστισμένοι· οι περισσότεροι θέλουν μόνο να ρίχνουν με την οκά στη Σάρα. Κάποιες βολές αρχίζουν να εξοστρακίζονται μπροστά στο Λέκτερν, ενώ εγώ μαζεύομαι στο κάθισμα, προσπαθώντας να γίνω όσο πιο μικρός μπορώ. Ελπίζω πως αυτό το πράγμα είναι αρκετά δυνατό ώστε να αντέξει μερικά πυρά κανονιών. Πάνω από τους πυροβολισμούς ακούω την Αίθουσα Διαλέξεων να βουίζει και να παίρνει ζωή. Μ ισή ντουζίνα πάνελ κατά μήκος και των τεσσάρων τοίχων γλιστρούν και ανοίγουν, και εμφανίζονται πυργίσκοι γεμάτοι με ατσάλινα ρουλεμάν. «Μ είνε κάτω!» φωνάζω στη Σάρα. «Ξεκινάμε!» Διασταυρούμενα πυρά σκάνε σε όλη την Αίθουσα Διαλέξεων, και οι Μ ογκαντόρι πιάνονται στη μέση. Αυτό το κόλπο έχει


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

281

στόχο να εξασκήσουν οι Γκάρντι την τηλεκίνησή τους και όχι να τους σακατέψει, οπότε τα πυρομαχικά σε μέγεθος μπίλιας που ρίχνουν οι τοίχοι δεν κινούνται αρκετά γρήγορα ώστε να σκοτώσουν τους Μ ογκαντόρι. Πάντως πρέπει να πονούν διαβολικά. Ανάμεσα σ’ αυτά και στις μπάλες που ξαφνικά πέφτουν από το ταβάνι, θα έλεγα ότι βρέθηκαν με μια δουλειά πλήρους απασχόλησης. Βουτάω έξω από το Λέκτερν. Ένα ρουλεμάν με χτυπάει γερά στον ώμο πριν προλάβω να πέσω καταγής. Το χέρι μου πονάει, αλλά καταφέρνω να πέσω μπρούμυτα. Παρακολουθώ τους Μ ογκαντόρι να δέχονται χτυπήματα από κάθε μεριά. Μ όλις με βλέπει, η Σάρα κυλάει στο πάτωμα προς το μέρος μου ένα από τα όπλα της. Το σηκώνω και κάθομαι στις φτέρνες πίσω από το Λέκτερν. Η Σάρα κι εγώ έχουμε τους δύο μοναδικούς όγκους κάλυψης στο δωμάτιο. Ανοίγουμε πυρ. Δεν έχει σημασία ότι δεν είμαστε και οι πρώτοι στο σημάδι. Οι Μ ογκαντόρι είναι στην ουσία εύκολος στόχος. Μ ε όλα τα πυρά που έρχονται από τους τοίχους αρχίζουν να πανικοβάλλονται. Πολλοί από αυτούς πέφτουν στα γόνατα χτυπημένοι από τα ακροφύσια ή τις μπάλες και τότε τους κανονίζουμε εγώ και η Σάρα. Μ ερικοί τρέχουν προς την πόρτα. Αν καταφέρουν να φτάσουν τρικλίζοντας έως εκεί, το μόνο που παίρνουν σαν δώρο για τα ζόρια που πέρασαν είναι μια σφαίρα στην πλάτη. Μ ε το πρόγραμμα προπόνησης στην Αίθουσα Διαλέξεων χρειάστηκε μόνο ένα λεπτό για να αδειάσει παντελώς ο χώρος από τους Μ ογκαντόρι. Συνήθως οι Γκάρντι πρέπει να αντέξουν εφτά λεπτά προτού κάνουν ένα διάλειμμα κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Βέβαια δεν έχουν κανέναν να τους ρίχνει αληθινές σφαίρες. Σηκώνομαι και χτυπάω δυνατά το σύστημα χειρισμού του Λέκτερν ώσπου να κλείσει. «Πέτυχε!» φωνάζει η Σάρα και ακούγεται σχεδόν έκπληκτη. «Τους νικήσαμε, Σαμ!» Την ώρα που η Σάρα σηκώνεται όρθια, παρατηρώ ένα σημάδι


282

PITTACUS LORE

από κάψιμο στην έξω πλευρά του αριστερού της ποδιού. Το τζιν της είναι σκισμένο, το δέρμα από κάτω έχει ένα καμένο ρόδινο χρώμα εκεί όπου δεν αιμορραγεί. «Τραυματίστηκες!» κραυγάζω. Η Σάρα κοιτάζει κάτω. «Γαμώτο… Ούτε που το πρόσεξα. Θα μ’ έγδαραν μόνο». Ενώ η αδρεναλίνη πέφτει, η Σάρα έρχεται κοντά μου κουτσαίνοντας. Την παίρνω αγκαλιά για να τη στηρίξω και βγαίνουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε από την Αίθουσα Διαλέξεων. Βγαίνοντας, παίρνουμε κι άλλα όπλα. Χώνω ένα δεύτερο πιστόλι στο πίσω μέρος του τζιν μου μήπως και ξεμείνω από πυρομαχικά. Η Σάρα πετάει το άδειο της περίστροφο και αρπάζει ένα τρελιάρικο στην όψη ελαφρύ οπλοπολυβόλο, από το είδος των όπλων που παλιά πίστευα πως υπάρχουν μόνο στις ταινίες δράσης. «Ξέρεις πώς δουλεύει αυτό το πράγμα;» ρωτάω. «Όλα με τον ίδιο τρόπο δουλεύουν πάνω κάτω» απαντάει. «Απλώς σημαδεύεις και πατάς τη σκανδάλη». Θα μπορούσα και να γελάσω αν δεν ανησυχούσα τόσο για τον πατέρα μου, τον Τζον και την Έγια, που βρίσκονται σε κωματώδη κατάσταση. Δεν ακούμε ήχους μάχης καθώς διασχίζουμε το ρημαγμένο εργαστήριο περπατώντας προσεκτικά πάνω από τα σκουπίδια που ρίξαμε κάτω. Το ρετιρέ είναι απόκοσμα σιωπηλό. Δεν είμαι βέβαιος αν αυτό είναι καλό ή κακό σημάδι. Βγάζω το κεφάλι μου στον διάδρομο. Κανένα ίχνος κανενός. Το πάτωμα είναι καλυμμένο με στάχτες από τους Μ ογκαντόρι, αλλά κατά τα λοιπά όλα είναι ήσυχα. Ο πιο δυνατός ήχος είναι ο άνεμος που φυσάει μέσα στο κτίριο, αφού οι Μ ογκαντόρι έσπασαν όλα τα παράθυρα έτσι όπως έμπαιναν μέσα. «Λες να τους φάγαμε όλους;» ψιθυρίζει η Σάρα. Αντί για απάντηση, ακούμε ένα σύρσιμο που έρχεται από την ταράτσα, σαν μπότες που τη διασχίζουν τρέχοντας. Θα πρέπει να υπάρχουν κι άλλοι Μ ογκαντόρι εκεί πάνω, τώρα θα συγκεντρώνονται για ένα δεύτερο κύμα επίθεσης από στιγμή σε


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

283

στιγμή, αμέσως μόλις καταλάβουν ότι η πρώτη ομάδα τους απέτυχε. «Πρέπει να φύγουμε από δω τώρα» λέω, βοηθώντας τη Σάρα, που κουτσαίνει. Διασχίζουμε βιαστικά τον διάδρομο. Εμφανίζεται ο Μ πέρνι Κόσαρ. Περπατάει βαριά, έχει ακόμα τη μορφή της αρκούδας. Δείχνει πληγωμένος, όλη του η δεξιά πλευρά καπνίζει από τα καψίματα των πυρών. Μ ε κοιτάζει σαν να θέλει να μου πει κάτι. Μ ακάρι να είχα την τηλεπαθητική ικανότητα του Τζον ώστε να μιλάω με τα ζώα. Μ ου φαίνεται κάπως θλιμμένος. Θλιμμένος, αλλά αποφασισμένος. «Είσαι καλά, Μ πέρνι;» ρωτάει η Σάρα. Ο Μ πι Κέι γρυλίζει και παίρνει τη μορφή γερακιού. Εκτοξεύεται προς το παράθυρο και βγαίνει, πετάει ψηλά. Θα πηγαίνει να συγκρατήσει τους υπόλοιπους Μ ογκαντόρι στην ταράτσα όσο εμείς παίρνουμε τον Τζον και την Έγια από κει όπου βρίσκονται. Τώρα συνειδητοποιώ τι σήμαινε το βλέμμα που μου έριξε ο Μ πι Κέι· με αποχαιρετούσε, για την περίπτωση που αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον βλέπαμε. Παίρνω βαθιά ανάσα. «Έλα, πάμε» λέω ήρεμα. Μ ια αναποδογυρισμένη βιβλιοθήκη μπλοκάρει την πόρτα του δωματίου της Έγια. Είναι γεμάτη τρύπες από σφαίρες. Προφανώς τη χρησιμοποίησε ο πατέρας μου για κάλυψη. «Μ παμπά;» ψιθυρίζω. «Πεδίο ελεύθερο. Πάμε…» Καμία απάντηση. «Μ παμπά;» επαναλαμβάνω πιο δυνατά, με ένα τρέμουλο στη φωνή. Τίποτε ακόμα. Χτυπάω γερά τον ώμο μου πάνω στη βιβλιοθήκη, αλλά είναι καλά σφηνωμένη. Νιώθω ναυτία, απελπισία. Γιατί δεν απαντάει; «Εκεί πάνω!» αναφωνεί η Σάρα δείχνοντας. Υπάρχει ένα άνοιγμα αρκετά μεγάλο για να συρθείς ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο κούφωμα της πόρτας. Σκαρφαλώνω ψηλά και περνάω, γδέρνοντας τα γόνατά μου στα ράφια που προεξέχουν, και


284

PITTACUS LORE

προσγειώνομαι αδέξια στην άλλη πλευρά. Μ ου παίρνει μερικά δευτερόλεπτα, αλλά αυτός ο χρόνος είναι αρκετός για να φανταστώ τον πατέρα μου γαζωμένο από τα πυρά, τον Τζον και την Έγια δολοφονημένους στον ύπνο τους. «Μ παμπά…;» Η ανάσα μου κόβεται. Αισθάνομαι τον χρόνο να επιβραδύνει. Ζαλισμένος, πηγαίνω με πόδια που τρέμουν έως το κρεβάτι. «Μ παμπά;» Ο Τζον και η Έγια φαίνονται σώοι και αβλαβείς, είναι ακόμα σε κώμα, χωρίς να έχουν ιδέα για το χάος που ξετυλίγεται γύρω τους. Και δίχως να ξέρουν ότι το σώμα του πατέρα μου είναι πεσμένο πάνω τους. Τα μάτια του είναι κλειστά. Αιμορραγεί από μια ανοιχτή πληγή πάνω από την κοιλιά του. Και τα δυο του χέρια είναι σφιγμένα εκεί, σαν να προσπαθεί να κρατηθεί. Το άδειο τουφέκι του είναι πεταγμένο στο πάτωμα, με τα ματωμένα του αποτυπώματα παντού στη λαβή. Αναρωτιέμαι πόση ώρα συνέχισε να μάχεται αφού τον πυροβόλησαν. Η Σάρα αφήνει μια κραυγή καθώς σκαρφαλώνει πάνω από τη βιβλιοθήκη. «Ω, όχι. Σαμ…» Δεν ξέρω τι να κάνω, εκτός από το να του πιάσω το χέρι. Είναι κρύο. Δάκρυα αρχίζουν να γεμίζουν τα μάτια μου. Συνειδητοποιώ ότι σε μια από τις τελευταίες κουβέντες που είχα κάνει με τον πατέρα μου στην ουσία τον είχα αποκαλέσει προδότη. «Πόσο λυπάμαι…» τραυλίζω. Παραλίγο να μου κοπεί η χολή όταν ο πατέρας μου σφίγγει το χέρι μου. Τα μάτια του είναι ανοιχτά. Καταλαβαίνω ότι δυσκολεύεται να εστιάσει πάνω μου και συνειδητοποιώ ότι τα γυαλιά του λείπουν, κάπου θα έσπασαν κατά τη διάρκεια της μάχης. «Τους προστάτεψα όσο πιο πολύ μπορούσα…» ψελλίζει. Η φωνή του πνιχτή, υγρό ανεβαίνει από μέσα του και ρέει από τη γωνία του στόματός του. «Έλα, φεύγουμε από δω…» αποκρίνομαι γονατίζοντας δίπλα του.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

285

Μ ια σκιά πόνου περνάει από το πρόσωπό του. Κουνάει το κεφάλι του. «Όχι εγώ, Σαμ… Πρέπει να πας μόνος σου». Ένα ουρλιαχτό ηχεί πάνω από τον ορυμαγδό της μάχης στην ταράτσα. Ο Μ πέρνι Κόσαρ, γεμάτος απελπισία και πόνο. Η Σάρα αγγίζει απαλά τον ώμο μου. «Σαμ, λυπάμαι… Δεν έχουμε πολύ χρόνο». Τινάζω τον ώμο μου για να απομακρύνω το χέρι της Σάρας και κουνάω το κεφάλι. Κοιτάζω τον πατέρα μου, και δάκρυα τρέχουν τώρα ελεύθερα στα μάγουλά μου. «Όχι!» φωνάζω θυμωμένος. «Δε θα μ’ αφήσεις πάλι!» Η Σάρα προσπαθεί να χωθεί δίπλα μου για να τραβήξει το σώμα της Έγια από κάτω του. Δε βοηθάω. Ξέρω ότι φέρομαι ανόητα και εγωιστικά, αλλά δεν μπορώ να τον αφήσω τόσο εύκολα. Πέρασα όλη μου τη ζωή ψάχνοντας γι’ αυτόν, και τώρα όλα χάνονται. «Σαμ, πήγαινε…» ψιθυρίζει. «Σαμ…» με ικετεύει η Σάρα κουνώντας την Έγια στην αγκαλιά της. «Πρέπει να πάρεις τον Τζον και να φύγουμε από δω…» Τον κοιτάζω. Γνέφει αργά, ενώ κι άλλο αίμα κυλάει από την άκρη των χειλιών του. «Πήγαινε, Σαμ…» τραυλίζει. «Δε φεύγω!» αντιγυρίζω κουνώντας το κεφάλι μου. Το ξέρω πως είναι λάθος και δε με νοιάζει. «Μ όνο αν έρθεις κι εσύ θα φύγω». Αλλά έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ αργά. Το σκοινί που κρέμεται έξω από το παράθυρο τεντώνεται καθώς ένας Μ ογκαντόρι μπαίνει μέσα. Καθυστερήσαμε πολύ, και ο Μ πέρνι Κόσαρ δεν κατάφερε να τους σταματήσει. Το δεύτερο κύμα πέφτει πάνω μας.


286

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ

ΟΙ ΦΥΣΑΛΙΔΕΣ ΣΠΑΝΕ την επιφάνεια του βάλτου, εκεί όπου ο Εννιά είναι ακόμα κάτω από το νερό. Είναι καρφωμένος εκεί κάτω επί σχεδόν ένα λεπτό. Κάνω ένα βήμα προς την όχθη θέλοντας να βουτήξω και να σώσω τον Εννιά, αλλά δεν είμαι βέβαιη πως ο Πέντε θα με αφήσει. Μ ε παρακολουθεί στενά, με το ένα του φρύδι σηκωμένο, σαν να αναρωτιέται πώς θα αντιδράσουμε ο Οχτώ κι εγώ. «Πού είναι το πραγματικό Νούμερο Πέντε;» ρωτάει ο Οχτώ χαμηλόφωνα. «Τι του έκανες;» Ο Πέντε συνοφρυώνεται, δεν καταλαβαίνει στην αρχή την ερώτηση και κατόπιν χαμογελάει. «Α, νομίζεις ότι είμαι ο Σετράκους Ρα…» λέει κουνώντας το κεφάλι του. «Όλα εντάξει, Οχτώ. Είμαι η αληθινή φάση. Όχι κόλπα μεταμόρφωσης». Για να το αποδείξει, ο Πέντε απλώνει το ελεύθερο χέρι του και ανοίγει την κλειδαριά του Σεντουκιού του. Το κλείνει ξανά με ένα κλικ και μας κοιτάζει. «Βλέπετε;» Ο Οχτώ κι εγώ παραμένουμε ακίνητοι και παγωμένοι, χωρίς να ξέρουμε τι να κάνουμε. «Άσε τον Εννιά να βγει απ’ το νερό, Πέντε» λέω, προσπαθώντας να κρατήσω ήρεμη τη φωνή μου, όσο πιο μακριά από τον πανικό γίνεται. «Σε λίγο» αποκρίνεται. «Πρώτα θέλω να μιλήσω σε σας τους δύο, χωρίς να έχω στα πόδια μου την Έξι και τον Εννιά να


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

287

διακόπτουν». «Μ α γιατί… γιατί να μας επιτεθείς;» τον ρωτάει ο Οχτώ και ακούγεται θυμωμένος και σαστισμένος. «Εμείς είμαστε φίλοι σου!» Ο Πέντε σηκώνει τα μάτια ψηλά. «Είμαστε απ’ το ίδιο είδος» απαντάει. «Αυτό δε μας κάνει φίλους». «Βγάλε τον Εννιά απ’ το νερό, και θα μιλήσουμε…» τον ικετεύω. Ο Πέντε αναστενάζει και σηκώνει πάνω τον Εννιά. Αυτός αγκομαχάει, τα μάτια του είναι κατακόκκινα και έξαλλα, ενώ είναι παγιδευμένος ακόμα στη λαβή του Πέντε, που τον στραγγαλίζει. Όσο κι αν το παλεύει, ο Εννιά δε βρίσκει τρόπο να ελευθερωθεί. «Δε σε βλέπω και τόσο δυνατό τώρα, ε;» τον δουλεύει ο Πέντε. «Εντάξει, πάρε βαθιά ανάσα, αδέρφι». Και χώνει τον Εννιά ξανά κάτω από το νερό. Στο μεταξύ η Έξι είναι ακίνητη. Το κεφάλι της γέρνει σε μια άβολη γωνία, και μια τεράστια μελανιά σχηματίζεται στο σαγόνι της. Η ανάσα της είναι κοφτή. Ξεκινάω να πάω προς το μέρος της θέλοντας να τη θεραπεύσω, αλλά νιώθω την τηλεκίνηση του Πέντε να με σκουντάει απαλά πίσω. «Μ α γιατί το κάνεις αυτό;» του φωνάζω, με τα δάκρυα να θολώνουν τα μάτια μου. Δείχνει σχεδόν έκπληκτος όταν του βάζω τις φωνές. «Επειδή εσείς οι δύο ήσαστε καλοί μαζί μου» λέει, σαν να ήταν προφανές. «Επειδή, σε αντίθεση με τον Εννιά και την Έξι, δε νομίζω ότι σας έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου οι Σεπάν σας, για να νομίζετε πως η αντίσταση είναι ο μόνος τρόπος να τραβήξουμε μπροστά. Οχτώ, εσύ το απέδειξες αυτό στην Ινδία, όταν άφησες εκείνους τους στρατιώτες να πεθάνουν για σένα». «Μ η μου μιλάς γι’ αυτό…» αποκρίνεται συριστικά ο Οχτώ. «Ποτέ δε θέλησα να πάθει κάποιος κακό». «Πλύση εγκεφάλου;» κραυγάζω. «Είπες ότι μας έκαναν πλύση εγκεφάλου;»


288

PITTACUS LORE

«Δεν πειράζει» λέει καθησυχαστικά ο Πέντε. «Ο Λατρευτός Ηγέτης είναι επιεικής. Θα σας καλωσορίσει… Υπάρχει ακόμα καιρός να έρθετε στη νικηφόρα ομάδα». Τη νικηφόρα ομάδα; Δεν πιστεύω στα αυτιά μου. Το στομάχι μου γυρίζει ανάποδα· είμαι έτοιμη να κάνω εμετό. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. «Συνεργάζεσαι μαζί τους;» «Λυπάμαι που σας είπα ψέματα γι’ αυτό, αλλά ήταν απαραίτητο. Ήμουν έξι μήνες σ’ αυτό τον πλανήτη όταν με βρήκαν…» λέει ο Πέντε και ακούγεται σκεφτικός. «Ο Σεπάν μου είχε κιόλας πεθάνει από κάποια σιχαμερή ανθρώπινη αρρώστια – αυτό το κομμάτι ήταν αλήθεια, μόνο που δεν έγινε όταν είπα πως έγινε. Οι Μ ογκαντόρι με πήραν μαζί τους. Μ ε βοήθησαν. Μ όλις διαβάσετε το Καλό Βιβλίο, θα καταλάβετε ότι δεν πρέπει να τους πολεμάμε. Όλος αυτός ο πλανήτης… όλο το σύμπαν μπορούν να γίνουν δικά μας». «Κάτι σου έχουν κάνει, Πέντε…» καταφέρνω να πω, ψιθυρίζοντας σχεδόν. Από τη μια αισθάνομαι θλίψη γι’ αυτόν, από την άλλη με έχει τρομοκρατήσει. «Δεν πειράζει. Μ πορούμε να σε βοηθήσουμε». «Άσε τον Εννιά» προσθέτει ο Οχτώ. «Δε θέλουμε να σου κάνουμε κακό». «Να μου κάνετε κακό;» επαναλαμβάνει γελώντας ο Πέντε. «Καλό κι αυτό!» Τραβάει τον Εννιά από το νερό και εκσφενδονίζει το σώμα του πάνω στο ροζιασμένο δέντρο. Προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τηλεκίνηση για να σταματήσω την πτητική πορεία του Εννιά, αλλά όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα, και ο Πέντε παραείναι ισχυρός. Ο Εννιά χτυπάει με τη ράχη στον κορμό με τέτοια δύναμη, που κουνιούνται ακόμα και τα πιο ψηλά κλαδιά. Ουρλιάζει, το σώμα του στρεβλώνει, και είμαι βέβαιη πως έσπασε μερικά πλευρά, ίσως ακόμα και τη μέση του. «Έχετε ιδέα πόσο βαρετό ήταν να παριστάνω τον αδύναμο;» ρωτάει ο Πέντε. Το λαστιχένιο του χέρι γλιστράει πάλι στο σώμα του, γίνεται ξανά φυσιολογικό. «Στην καλύτερη περίπτωση, εσάς


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

289

σας εκπαίδευσαν αξιολύπητοι Σεπάν. Κοπροσκυλιάζατε με τα Σεντούκια και τα Χαρίσματά σας, πάντα στο σκοτάδι. Εμένα με εκπαίδευσε η πιο ισχυρή πολεμική δύναμη του σύμπαντος. Και απειλείτε να μου κάνετε κακό;» «Πάνω κάτω, ναι» απαντάει ο Οχτώ. Ο Οχτώ παίρνει τη μορφή του λιονταριού με τα δέκα χέρια και σκύβει πάνω από τον Πέντε. Αλλά πριν καν προλάβει να επιτεθεί, ο Πέντε φυσάει το φλάουτό του. Ο μεταλλαγμένος αλιγάτορας, ενώ τόση ώρα περίμενε υπομονετικά, ξαφνικά τινάζεται στον αέρα και σκάει πάνω στον Οχτώ. Ο τόπος γεμίζει φτερά που χτυπιούνται, σαγόνια που ανοιγοκλείνουν, τα νύχια του Οχτώ ανταποκρίνονται ξεσκίζοντας, τα δύο τεράστια τέρατα πέφτουν στη λάσπη και κυλιούνται το ένα πάνω στο άλλο. Μ ε μια έκφραση ότι το διασκεδάζει ελαφρώς, ο Πέντε στρέφεται να παρακολουθήσει τον Οχτώ, που παλεύει με το κατοικίδιο τέρας του. «Μ ην πληγώσετε ο ένας τον άλλο!» τους φωνάζει ο Πέντε. «Μ πορούμε ακόμα να γίνουμε φίλοι». Δεν είμαι σίγουρη αν ο Πέντε αστειεύεται ή αν είναι πραγματικά τόσο παρανοϊκός. Το σημαντικό είναι πως η προσοχή του είναι στραμμένη αλλού. Στη βάση του δέντρου ο Εννιά βογκάει. Προσπαθεί να στηριχτεί και να σηκωθεί, αλλά τα πόδια του δε δείχνουν να τον υπακούουν. Στο μεταξύ η Έξι δεν κινείται ακόμα. Δεν είμαι βέβαιη για το ποιος χρειάζεται τη φροντίδα μου πιο άμεσα. Η Έξι βρίσκεται πιο κοντά μου, οπότε πάω με τα τέσσερα εκεί και πέφτω στα γόνατα δίπλα της, πιέζοντας τα χέρια μου στο τραυματισμένο της κεφάλι. Ξαφνικά σηκώνομαι πάνω από το έδαφος. Τα πόδια μου κρέμονται στον αέρα. Είναι ο Πέντε. Μ ε κρατάει με τηλεκίνηση. «Σταμάτα!» του φωνάζω. «Άσε με να τη θεραπεύσω!» Ο Πέντε κουνάει το κεφάλι του απογοητευμένος. «Δεν τη θέλω θεραπευμένη… Είναι σαν τον Εννιά – δε θα καταλάβει ποτέ. Μ η με πολεμάς, Μ αρίνα». Ένα κλαδί χτυπάει τον Πέντε στο πίσω μέρος του κεφαλιού


290

PITTACUS LORE

του. Χάνει προς στιγμήν την αυτοσυγκέντρωσή του, κι εγώ πέφτω στο έδαφος. Ο Πέντε κάνει μεταβολή και προλαβαίνει να δει τον Εννιά να σκίζει άλλο ένα κλαδί με τηλεκίνηση. «Χαριτωμένο» λέει ο Πέντε, αποκρούοντας εύκολα το βολέ του Εννιά. «Εμπρός…» γρυλίζει ο Εννιά, που έχει καταφέρει να βρεθεί με δυσκολία καθιστός, κόντρα στο δέντρο. «Δε χρειάζομαι τα πόδια μου για να σου ρίξω κλοτσιά στον χοντρό σου κώλο!» «Λες μαλακίες μέχρι την τελευταία στιγμή…» αποκρίνεται αναστενάζοντας ο Πέντε. «Ξέρεις τι συμβαίνει τώρα στο Σικάγο; Η πολυτελής σου σουίτα δέχεται επίθεση απ’ τους Μ ογκαντόρι. Θέλω να πεθάνεις ξέροντας ότι το ηλίθιο παλάτι σου γίνεται στάχτη, Εννιά». «Τους είπες για το Σικάγο;» ουρλιάζω. Το σοκ μου είναι πραγματικό, αλλά όταν ο Πέντε γυρίζει να με κοιτάξει, βρίσκω μια ευκαιρία. Του αρέσει ο ήχος της φωνής του – λοιπόν κι εγώ θα χρησιμοποιήσω αυτό το στοιχείο για να του τραβήξω την προσοχή. Ο Εννιά δεν είναι σε θέση να πολεμήσει. Πρέπει να κερδίσω χρόνο για χάρη του. «Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό; Και τι απέγιναν η Έγια και οι άλλοι;» «Η Έγια δε θα πάθει τίποτε» απαντάει ο Πέντε. «Ο Λατρευτός Ηγέτης τη θέλει ζωντανή». «Τη θέλει ζωντανή; Για ποιον λόγο; Νόμιζα ότι μας ήθελε όλους νεκρούς». Ο Πέντε απλώς χαμογελάει. Στρέφεται και πάλι στον Εννιά. «Τι τη θέλει, Πέντε;» κραυγάζω, νιώθοντας ένα νέο κύμα πανικού. Μ ε αγνοεί και πηγαίνει απειλητικά προς τον Εννιά. Ελπίζω αυτός να μπορεί να του αντισταθεί αρκετά, ώστε να προλάβω να θεραπεύσω την Έξι. Πάω πάλι στα τέσσερα κοντά της και παίρνω το κεφάλι της στα πόδια μου. Το κρανίο της είναι χτυπημένο, η μύτη και το σαγόνι έχουν σπάσει. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και να της διοχετεύσω την παγωμένη ενέργεια του Χαρίσματός μου. Μ ια άγρια στριγκλιά μού αποσπά την προσοχή. Πάνω στη


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

291

λάσπη ο Οχτώ κατάφερε να καρφώσει κάτω το τέρας. Δύο από τα κεφάλια του κρέμονται κιόλας άτονα. Το μεσαίο κεφάλι δουλεύει ακόμα πάντως και κάνει να δαγκώσει τον Οχτώ. Αυτός καταφέρνει να αρπάξει τα σαγόνια με έξι από τα πόδια του και τα ανοίγει ώσπου χωρίζουν. Το κεφάλι του τέρατος κόβεται ουσιαστικά στα δύο· τα τερατώδη φτερά του τινάζονται άλλη μία φορά και μετά μένει επιτέλους εντελώς ακίνητο, προτού αρχίσει σιγά σιγά να αποσυντίθεται. Ο Πέντε γύρισε να κοιτάξει. «Μ πράβο!» φωνάζει στον Οχτώ. «Αλλά πίστεψέ με, εκεί απ’ όπου ήρθε αυτό υπάρχουν πολύ περισσότερα». Ο Οχτώ μένει γονατιστός στη λάσπη. Έχει πάρει τη φυσιολογική του μορφή, ανίκανος να κρατήσει πια τη μορφή του αβατάρ. Το βλέπω πως είναι τραυματισμένος, έχει ματωμένες δαγκωματιές παντού στο στήθος και στα μπράτσα, ακόμα και στις παλάμες του. Ζόρισε πολύ τον εαυτό του για να νικήσει αυτό το τέρας, αλλά τα καταφέρνει τρέμοντας να σηκωθεί και πάλι όρθιος. Ο Πέντε σκύβει πάνω από τον Εννιά, με το ατσάλινο δέρμα του να λάμπει στο αχνό φεγγαρόφωτο. Ο Εννιά τον χλευάζει περιφρονητικά. «Θα χτυπήσεις έναν άοπλο άντρα, βρε σκατοπροδότη;» Πριν προλάβει εκείνος να απαντήσει, ο Εννιά απλώνει το χέρι και σηκώνει με τηλεκίνηση από τη λάσπη το ραβδί του, που πρέπει να του έπεσε όταν τον πρωτοάρπαξε ο Πέντε, και το φέρνει γρήγορα προς το μέρος του. Ο Πέντε αρπάζει το ραβδί στον αέρα. Σχηματίζω μια νοερή εικόνα ότι το πιάνει με το δεξί του χέρι, άρα τις πέτρες που χρησιμοποιεί για να τροφοδοτήσει το Χάρισμά του πρέπει να τις κρατάει σφιχτά στο αριστερό. Ο Πέντε σηκώνει το ραβδί και το κατεβάζει πάνω στο μεταλλικό του γόνατο, σπάζοντάς το στη μέση σαν να ήταν ξυλαράκι για προσάναμμα. «Ναι. Αυτό θα κάνω». Πριν προλάβει ο Πέντε να κάνει την κίνησή του, ο Οχτώ


292

PITTACUS LORE

τηλεμεταφέρεται ανάμεσά τους. Είναι σκυμμένος μπροστά, ανασαίνει βαριά και αιμορραγεί από πολυάριθμα τραύματα. Αλλά ακόμα κι έτσι, στέκεται στο ύψος του. «Σταμάτα αυτή την παράνοια, Πέντε…» Προσπαθώ να παρακολουθώ τη σκηνή που διαδραματίζεται δίπλα στο δέντρο, ενώ ταυτόχρονα επικεντρώνομαι στην Έξι. Αισθάνομαι το κρανίο της να αρχίζει να δένει, το πρήξιμο στο πρόσωπό της μειώνεται. Ελπίζω να δουλεύω αρκετά γρήγορα. Την έχουμε μεγάλη ανάγκη. «Άντε λοιπόν, Έξι…» ψιθυρίζω. «Ξύπνα». Ο Πέντε διστάζει με τον Οχτώ μπροστά του, ενώ ένα μέρος από τον θυμό του που κατευθυνόταν στον Εννιά χάθηκε. «Φύγε απ’ τη μέση, Οχτώ. Η προσφορά που σου έκανα ισχύει ακόμη, αλλά μόνο αν μ’ αφήσεις να αποτελειώσω αυτό τον ηλίθιο φαφλατά!» «Άσ’ τον να δοκιμάσει, ρε φίλε!» φωνάζει ο Εννιά από το έδαφος. «Σκάσε!» πετάει ο Οχτώ πάνω από τον ώμο του. Σηκώνει τα χέρια μπροστά στον Πέντε. «Δε σκέφτεσαι καθαρά, Πέντε. Κάτι σου έχουν κάνει. Βαθιά μέσα σου το ξέρεις πως αυτό δεν είναι σωστό». Ο Πέντε χλευάζει. «Θες να μιλήσουμε για το σωστό; Είναι σωστό να στέλνεις έναν σωρό παιδιά σ’ έναν ξένο πλανήτη για να κάνουν έναν πόλεμο που δεν καταλαβαίνουν καν; Είναι σωστό να δίνεις σ’ αυτά τα παιδιά αριθμούς αντί για ονόματα; Είναι αρρωστημένο!» «Το ίδιο είναι και η εισβολή σ’ έναν άλλο πλανήτη» τον αποστομώνει ο Οχτώ. «Η εξολόθρευση ενός ολόκληρου λαού!» «Όχι! Πόσο λίγα καταλαβαίνεις…» αποκρίνεται ο Πέντε γελώντας. «Η Μ εγάλη Επέκταση έπρεπε να γίνει». «Έπρεπε να γίνει μια τέτοια γενοκτονία; Αυτό είναι παρανοϊκό!» Η Έξι κουνιέται στα πόδια μου. Ακόμα δεν έχει ξυπνήσει, αλλά φαίνεται πως η θεραπεία πέτυχε. Την ακουμπάω απαλά


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

293

κάτω και σηκώνομαι, πλησιάζω σιγά τους άλλους. Ο Πέντε δε με παίρνει χαμπάρι· τώρα παραληρεί, ακούγεται σχεδόν έξαλλος. «Πολεμάτε επειδή οι Σεπάν σας είπαν πως αυτό θέλουν οι Γηραιοί σας! Αναρωτηθήκατε ποτέ για ποιον λόγο; Ή ποιοι είναι πραγματικά οι Γηραιοί σας; Όχι φυσικά! Απλώς παίρνετε διαταγές από πεθαμένους γέρους και δεν τις αμφισβητείτε ποτέ. Και λέτε εμένα παρανοϊκό;» «Ναι!» γρυλίζει ο Εννιά. «Ακούς τι λες, αδερφέ;» «Είσαι μπερδεμένος. Ήσουν αιχμάλωτός τους χρόνια, χωρίς καν να το καταλαβαίνεις. Ηρέμησε και θα μπορέσουμε να το κουβεντιάσουμε» λέει ο Οχτώ. «Δεν πρέπει να πολεμάμε μεταξύ μας». Αλλά ο Πέντε δεν ακούει πλέον τον Οχτώ. Πίστευα πως ο Οχτώ είχε ίσως μια πιθανότητα να τουμπάρει τον Πέντε, αλλά αυτό το τελευταίο σχόλιο του Εννιά ήταν αρκετό για να τον εξαγριώσει και πάλι. Ο Πέντε κατεβάζει τους ώμους και προσπαθεί να περάσει εμβολίζοντας τον Οχτώ. Αρπάζω το αριστερό χέρι του Πέντε με τηλεκίνηση, προσπαθώ να του ανοίξω τα δάχτυλα για να του πέσουν τα μπαλάκια. Τινάζεται μακριά από τον Οχτώ κατάπληκτος και παλεύει εναντίον μου. «Το αριστερό του χέρι!» κραυγάζω. «Βοηθήστε με να του το ανοίξω!» Είναι φανερό από την έκφραση στο πρόσωπό τους ότι ο Οχτώ και ο Εννιά πιάνουν την ιδέα. Ο Πέντε ουρλιάζει από πόνο και οργή. Για μια στιγμή νιώθω σχεδόν άσχημα· βρισκόμαστε πάλι όλοι μαζί εναντίον του. Έτσι πρέπει να ένιωθε από τη στιγμή που ήρθε μαζί μας – ένας παρείσακτος. Είναι χαμένος και μπερδεμένος και θυμωμένος. Αλλά θα προσπαθήσουμε αργότερα να ξαναχτίσουμε τη φιλία μας και να διορθώσουμε τις μπερδεμένες απόψεις του για τον κόσμο. Προς το παρόν πρέπει να τον σταματήσουμε. «Σε παρακαλώ, μη μας πολεμάς!» φωνάζω. «Χειροτερεύεις απλώς τα πράγματα!»


294

PITTACUS LORE

Ο Πέντε ουρλιάζει ξανά καθώς οι αρθρώσεις του κάνουν έναν δυνατό θόρυβο. Τα μικρά κόκαλα του χεριού του μάλλον έσπασαν από τη συνδυασμένη τηλεκινητική μας επίθεση. Τα δύο μπαλάκια που κρατούσε πέφτουν στο έδαφος και κυλούν κάτω από τις ρίζες του δέντρου. Ο Πέντε σφίγγει το χέρι στο στήθος του και πέφτει στα γόνατα. Μ ε κοιτάζει σαν να ξέρει πως ήμουν η πρώτη που επιτέθηκε στο χέρι του, κι αυτό κάνει την ήττα του ακόμα πιο πικρή. «Όλα θα πάνε καλά…» του λέω, αλλά τα λόγια μου ακούγονται κούφια. Προσπαθώ να τον πείσω να μη συνεχίσει, αλλά όταν τον κοιτάζω, έχω την ίδια αίσθηση αποστροφής όπως όταν βλέπω τους Μ ογκαντόρι. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει τον Εννιά – έναν από τους δικούς του, έναν από μας. Πώς να τον επαναφέρουμε από μια τέτοια κατάσταση; Ο Οχτώ κάνει ένα βήμα μπροστά και ακουμπάει το χέρι του στον ώμο του Πέντε. Φαίνεται πως κάθε διάθεση για μάχη έχει φύγει από μέσα του. Ο Πέντε κλαίει με αναφιλητά, κουνάει το κεφάλι του. «Δεν έπρεπε να πάνε έτσι τα πράγματα…» μουρμουρίζει. «Να τος που κλαίει σαν κοριτσάκι…» λέει ο Εννιά. Αμέσως η έκφραση του Πέντε σκοτεινιάζει. Πριν προλάβουμε να τον σταματήσουμε, σπρώχνει τον Οχτώ μακριά του. Ο Οχτώ σκοντάφτει, πέφτει, και ο Πέντε τού ξεγλιστράει. «Μ η!» φωνάζω, αλλά ο Πέντε ορμάει κιόλας προς τον Εννιά. Η μονταρισμένη στον καρπό του λεπίδα, που άρπαξε από το Σεντούκι του, επεκτείνεται με ένα σκληρό μεταλλικό τρίξιμο· είναι τριάντα εκατοστά μακριά και μυτερή σαν βελόνα, θανάσιμη και ακριβής. Ο Εννιά προσπαθεί να κυλήσει στο πλάι, αλλά είναι άσχημα χτυπημένος και δεν μπορεί να κινηθεί. Το γρασίδι γύρω του είναι πατημένο, και συνειδητοποιώ πως ο Πέντε τον κρατάει στη θέση του με τηλεκίνηση. Δοκιμάζω κι εγώ με τηλεκίνηση να τραβήξω τον Εννιά προς το μέρος μου, αλλά δεν κάνει ρούπι. Η τηλεκινητική λαβή του


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

295

Πέντε παραείναι ισχυρή. Όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα. Ο Πέντε πέφτει κατακόρυφα με τη λεπίδα ανοιγμένη. Ο Εννιά, με τα δόντια σφιγμένα, ανίκανος να κινηθεί, παρακολουθεί το μοιραίο χτύπημα να κατεβαίνει. Ξαφνικά ο Οχτώ εμφανίζεται μπροστά στον Εννιά – τηλεμεταφέρθηκε. «ΟΧΙ!» ουρλιάζει ο Εννιά. Η λεπίδα του Πέντε χώνεται κατευθείαν στην καρδιά του Οχτώ. Ο Πέντε γέρνει προς τα πίσω σοκαρισμένος μόλις συνειδητοποιεί τι έκανε. Τα μάτια του Οχτώ γουρλώνουν, μια κουκκίδα αίμα σχηματίζεται στο στήθος του. Απομακρύνεται τρικλίζοντας από τον Πέντε κι έρχεται προς το μέρος μου με τα χέρια απλωμένα. Προσπαθεί να πει κάτι, αλλά δε βγαίνουν λέξεις. Σωριάζεται καταγής. Ουρλιάζω την ώρα που η καινούρια ουλή καίει τον αστράγαλό μου.


296

PITTACUS LORE

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ

ΔΙΑΣΧΙΖΩ ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ μια αποδεκατισμένη πόλη. Βρίσκομαι ακριβώς στη μέση του δρόμου, αλλά δεν υπάρχει καθόλου κίνηση. Σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα είναι στοιβαγμένα στα πεζοδρόμια, πολλά από αυτά είναι σκέτα καμένα κελύφη. Τα κτίρια εκεί κοντά –αυτά που τέλος πάντων στέκονται ακόμα– καταρρέουν και είναι γεμάτα σημάδια από φωτιά. Τα αθλητικά μου πατούν λιανίζοντας ένα στρώμα σπασμένων γυαλιών. Η πόλη δε μου είναι οικεία. Δεν είναι το Σικάγο. Είμαι κάπου αλλού. Πώς έφτασα εδώ; Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι την Έγια να μου αρπάζει το χέρι και μετά… αυτό το μέρος. Μ ια αψιά μυρωδιά καμένου γεμίζει την ατμόσφαιρα και δεν μπορείς να της ξεφύγεις. Τα μάτια μου καίνε από το σύννεφο της στάχτης που αιωρείται πάνω από τους άδειους δρόμους. Κάπου μακριά ακούω τριζοβόλημα, μια φωτιά καίει ακόμα. Συνεχίζω να προχωράω μέσα στην ερημωμένη πολεμική ζώνη. Στην αρχή, νομίζω ότι δεν υπάρχουν καθόλου άνθρωποι. Στη συνέχεια προσέχω μια χούφτα βρομερούς άντρες και γυναίκες στριμωγμένους μέσα στα ξεκοιλιασμένα απομεινάρια μιας πολυκατοικίας. Στέκονται γύρω από ένα βαρέλι σκουπιδιών, όπου καίει μια φωτιά, για να ζεσταθούν. Σηκώνω το χέρι μου σε χαιρετισμό και φωνάζω. «Γεια! Τι έγινε εδώ;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

297

Μ όλις με βλέπουν, οι γήινοι ζαρώνουν προς τα πίσω. Είναι φοβισμένοι, κι ένας ένας χάνονται στις σκιές του κτιρίου. Φαντάζομαι ότι θα ήμουν κι εγώ επιφυλακτικός με τους ξένους αν είχα επιζήσει έπειτα απ’ ό,τι συνέβη εδώ. Συνεχίζω. Ο άνεμος ουρλιάζει μέσα από τα σπασμένα παράθυρα και τις ξεχαρβαλωμένες πόρτες. Τα αυτιά μου τεντώνονται· αν κάνω προσπάθεια, ίσα που ακούω μια φωνή που μεταφέρει ο άνεμος. Τζον… Βοήθησέ με, Τζον… Η φωνή είναι αδύναμη και απόμακρη, αλλά την αναγνωρίζω. Η Έγια. Συνειδητοποιώ πού βρίσκομαι – δηλαδή όχι πού είμαι γεωγραφικά, αλλά πού είναι το μυαλό μου. Μ ε κάποιον τρόπο, έχω συρθεί μέσα στον εφιάλτη της Έγια. Το αισθάνομαι τόσο αληθινό. Αλλά, πάλι, το ίδιο αληθινά έδειχναν κι εκείνα τα φρικτά χλευαστικά οράματα που συνήθιζε να μου στέλνει ο Σετράκους Ρα. Κλείνω τα μάτια, αυτοσυγκεντρώνομαι και προσπαθώ να αναγκάσω τον εαυτό μου να ξυπνήσει. Δεν πετυχαίνει. Όταν ανοίγω τα μάτια μου, βρίσκομαι ακόμα σ’ αυτήν τη ρημαγμένη πόλη. «Έγια;» λέω, νιώθοντας και λίγο ανόητος που μιλάω στο κενό. «Πού είσαι; Πώς θα βγούμε από δω μέσα;» Καμία απάντηση. Ένα σκισμένο κομμάτι εφημερίδας πετάει μπροστά μου. Σκύβω και την αρπάζω. Είναι το πρωτοσέλιδο της Washington Post, οπότε εκεί πρέπει να είμαι. Η εφημερίδα έχει ημερομηνία μερικά χρόνια έπειτα από τώρα. Αυτό είναι ένα όραμα του μέλλοντος, που ελπίζω να μη γίνει ποτέ πραγματικότητα. Υπενθυμίζω στον εαυτό μου πως έτσι παίζει μαζί μας ο Σετράκους Ρα. Όλα εδώ πέρα είναι δικό του δημιούργημα. Όσο κι αν το ξέρω αυτό, η φωτογραφία στην πρώτη σελίδα μου κόβει την ανάσα. Μ ια αρμάδα μογκαντοριανών σκαφών εμφανίζεται στον συννεφιασμένο ουρανό της Ουάσιγκτον και ίπταται πάνω ακριβώς από τον Λευκό Οίκο. Ο κύριος τίτλος είναι μόνο μία λέξη με παχιά κεφαλαία γράμματα.


298

PITTACUS LORE

ΕΙΣΒΟΛΗ. Ακούω βουητό μπροστά μου, πετάω την εφημερίδα και αρχίζω να τρέχω προς τα κει. Ένα σκουρόχρωμο στρατιωτικό καμιόνι διασχίζει τη διασταύρωση, κινείται αργά, έχοντας Μ ογκαντόρι σε κάθε του πλευρά. Σταματάω αμέσως και σκέφτομαι να χωθώ σε κάποιο από τα σοκάκια εκεί γύρω για ασφάλεια, αλλά οι Μ ογκαντόρι δε δείχνουν να με προσέχουν. Πλήθος άνθρωποι σέρνουν τα πόδια τους πίσω από το φορτηγό. Είναι γήινοι· κάτισχνοι και χλωμοί, με τα ρούχα τους κουρέλια, όλοι τους βρόμικοι και πεινασμένοι, πολλοί τραυματισμένοι. Περπατούν με το κεφάλι σκυφτό, το πρόσωπο σκυθρωπό, προελαύνουν βαρύθυμοι. Μ ογκαντόρι πολεμιστές οπλισμένοι με κανόνια περπατούν δίπλα τους, επιδεικνύουν περήφανοι τα σκούρα τατουάζ που καλύπτουν το κρανίο τους. Σε αντίθεση με τους γήινους, οι Μ ογκαντόρι χαμογελούν όλοι. Κάτι συμβαίνει – κάποιου είδους εκδήλωση, κάτι που οι Μ ογκαντόρι θέλουν οι γήινοι να δουν. Ο άνεμος σηκώνεται ξανά. Τζον, από δω… Γλιστράω μέσα στο πλήθος και περπατάω μαζί με τους γήινους, κρατώντας το κεφάλι σκυμμένο. Κάπου κάπου ρίχνω μια κλεφτή ματιά τριγύρω. Το Μ νημείο Ουάσιγκτον προβάλλει πριονωτό στον ορίζοντα, το πάνω μισό του είναι κομμένο. Μ ια αίσθηση φόβου πλημμυρίζει το στομάχι μου. Να πώς θα είναι το μέλλον αν αποτύχουμε. Το πλήθος οδηγείται στο Μ νημείο Λίνκολν. Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι εκεί που περιμένουν να ξεκινήσει αυτό το αρρωστημένο τσίρκο των Μ ογκαντόρι. Οι αμερικανικές σημαίες, που υπό κανονικές συνθήκες θα κρέμονταν πάνω από το μνημείο, έχουν κατέβει· έχουν αντικατασταθεί από μαύρες σημαίες με ένα κόκκινο μογκαντοριανό σύμβολο. Ακόμα χειρότερες είναι οι στοιβαγμένες πέτρες κατά μήκος των δρόμων – δηλαδή αρχικά νομίζω πως είναι πέτρες. Έπειτα από μια πιο προσεκτική εξέταση ξεχωρίζω το σμιλεμένο πρόσωπο του Λίνκολν· μια τεράστια ρωγμή κατεβαίνει στο κέντρο του


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

299

μετώπου του. Οι Μ ογκαντόρι έσπασαν το άγαλμα και το πέταξαν έξω από το μνημείο. Ανοίγω δρόμο σπρώχνοντας, για να βρεθώ στις πρώτες σειρές του πλήθους. Κανένας από τους γήινους δε δείχνει να επιθυμεί διακαώς να βρίσκεται μπροστά, οπότε με αφήνουν να περάσω χωρίς πρόβλημα. Μ ια σειρά Μ ογκαντόρι πολεμιστών στέκεται στη βάση της σκάλας, με τα κανόνια τους να σημαδεύουν, επιτηρώντας αυτούς τους αποκαρδιωμένους ανθρώπους. Ο Σετράκους Ρα είναι αραχτός στον θρόνο που βρίσκεται στην κορυφή του Μ νημείου Λίνκολν. Το ογκώδες σώμα του φοράει μια μαύρη στολή γεμάτη επωμίδες και μετάλλια. Ένα γιγάντιο μογκαντοριανό σπαθί, με το διακοσμημένο θηκάρι του, στέκεται απλωμένο στα πόδια του. Εφτά λοριανά μενταγιόν κρέμονται από τον λαιμό του, με την επιφάνειά τους από κοβάλτιο να λάμπει στο απογευματινό φως. Τα μαύρα μάτια του σαρώνουν αφηρημένα το πλήθος. Περνούν ακριβώς από πάνω μου, κι εγώ μαζεύομαι, έτοιμος να το βάλω στα πόδια, αλλά δε δείχνει να με προσέχει. Τζον, με βλέπεις; Πρέπει να πνίξω το βογκητό μου. Η Έγια είναι καθισμένη σ’ έναν μικρότερο θρόνο δίπλα στον Σετράκους Ρα. Δείχνει μεγαλύτερη και πιο χλωμή. Τα μαλλιά της είναι βαμμένα κατάμαυρα και πιασμένα σε μια σφιχτή κοτσίδα που κατεβαίνει στον ώμο της. Είναι τόσο κομψό το φόρεμά της, που λες και στόχος του ήταν να χλευάσει τους κουρελιάρηδες γήινους που την κοιτάζουν με δέος. Το πρόσωπό της είναι πέτρινο, σαν να έχει από καιρό γίνει απρόσβλητη απέναντι σε θλιβερές σκηνές σαν κι αυτήν. Ο Σετράκους Ρα τής κρατάει το χέρι. Πολεμάω την παρόρμηση να ανέβω τρέχοντας τα σκαλιά και να προσπαθήσω να τον σκοτώσω, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι αληθινό. Και άλλωστε, ακόμα κι αν ήταν, δε θα είχα καμία πιθανότητα. Ανάμεσα σε


300

PITTACUS LORE

μένα και στον Σετράκους Ρα στέκεται ένας ολόκληρος στρατός Μ ογκαντόρι. Το πλήθος ανοίγει για να αφήσει να περάσει το στρατιωτικό καμιόνι που είδα νωρίτερα να παρκάρει μπροστά στα σκαλιά του Μ νημείου Λίνκολν. Το πίσω μέρος του είναι ανοιχτό, και βλέπω δύο αιχμαλώτους στριμωγμένους μέσα, με το κεφάλι κατεβασμένο, τα χέρια δεμένα με χειροπέδες. Κάτι έχουν που μου φαίνεται οικείο. Όταν το καμιόνι παρκάρει, ο Σετράκους Ρα σηκώνεται όρθιος. Σιωπή πέφτει στο πλήθος. «Φέρτε τους μπροστά!» φωνάζει. Ένας γεροδεμένος Μ ογκαντόρι πολεμιστής βγαίνει από τη σειρά. Δεν είναι σαν τους άλλους· δεν είναι τόσο χλωμός, και τα σκούρα τατουάζ στο κρανίο του φαίνονται σχεδόν καινούρια. Φοράει επικάλυμμα στο ένα του μάτι, και το γερό του μάτι δεν είναι από αυτά τα άψυχα μαύρα των Μ ογκαντόρι. Κάνω άθελά μου ένα βήμα πίσω όταν συνειδητοποιώ πως αυτός που κοιτάζω δεν είναι Μ ογκαντόρι. Είναι ο Πέντε. Τι στον διάολο συμβαίνει εδώ; Γιατί φοράει τη στολή τους; Ο Πέντε κατεβάζει τον πρώτο αιχμάλωτο από το πίσω μέρος του καμιονιού. Είναι λίγο μεγαλύτερος, και μια μεγάλη ουλή χαράζει οριζόντια τη μύτη και τα μάγουλά του, αλλά αναγνωρίζω αμέσως τον Σαμ. Κρατάει σκυφτό το κεφάλι χωρίς να κοιτάζει κατάματα τον Πέντε· δείχνει στοιχειωμένος και νικημένος. Παρατηρώ πως ο Σαμ κουτσαίνει άσχημα, κάτι που φαίνεται πολύ περισσότερο όταν τον αναγκάζουν να ανέβει τα σκαλιά του Μ νημείου Λίνκολν. Σκοντάφτει, παραλίγο να πέσει, και μερικοί Μ ογκαντόρι θεατές χαχανίζουν μπροστά σ’ αυτή την ταπεινωτική παράσταση. Αισθάνομαι την οργή να βράζει μέσα μου και πρέπει να πάρω βαθιά ανάσα, καθώς το Λούμεν μου αρχίζει να ενεργοποιείται. Η δεύτερη αιχμάλωτη δεν είναι τόσο μειλίχια. Ακόμα και με δεμένα τα χέρια και τα πόδια, η Έξι στέκεται στο ύψος της. Της


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

301

έχουν κόψει τα μαλλιά σε αγορίστικα καρφάκια, και το πρόσωπό της συσπάται σε μια μόνιμη μάσκα θυμού, αλλά είναι ακόμα εντυπωσιακά όμορφη. Σαρώνει με το βλέμμα της το πλήθος των γήινων, και πολλοί από αυτούς κατεβάζουν το κεφάλι γεμάτοι ντροπή. Ο Πέντε τής λέει κάτι που δεν ακούω, αλλά τα λεία χαρακτηριστικά του είναι σχεδόν απολογητικά. Σε απάντηση η Έξι τον φτύνει καταπρόσωπο. Καθώς ο Πέντε σκουπίζει τη φτυσιά από το μάγουλό του, μια ομάδα μογκαντοριανών φρουρών αρπάζει την Έξι και τη σέρνει πάνω στα σκαλιά. Αγωνίστρια έως το τέλος. Βάζουν την Έξι και τον Σαμ να γονατίσουν μπροστά στον Σετράκους Ρα. Αυτός τους αγριοκοιτάζει για μια στιγμή και μετά στρέφεται και απευθύνεται στο πλήθος. «Ιδού!» φωνάζει, και η φωνή του απλώνεται πάνω από τα βουβά πλήθη. «Οι τελευταίοι της αντίστασης του Λόριεν. Σήμερα η κοινωνία μας γιορτάζει μια μεγάλη νίκη εναντίον όσων στάθηκαν εμπόδιο στην πρόοδο των Μ ογκαντόρι!» Οι Μ ογκαντόρι ζητωκραυγάζουν όλοι. Οι γήινοι παραμένουν σιωπηλοί. Το μυαλό μου τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αν η Έξι και ο Σαμ είναι η τελευταίοι εναπομείναντες, τότε αυτό σημαίνει ότι σ’ αυτό το μέλλον είμαι κιόλας νεκρός, το ίδιο κι όλοι οι άλλοι. Από αυτά τα μενταγιόν που κρέμονται στον λαιμό του Σετράκους Ρα, το ένα είναι το δικό μου. Υπενθυμίζω και πάλι στον εαυτό μου πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι αλήθεια, αλλά εξακολουθώ να νιώθω τρομοκρατημένος. Ο Πέντε ανεβαίνει τα σκαλιά και στέκεται δίπλα στον Σετράκους Ρα. Κρατάει το διακοσμημένο θηκάρι, ενώ ο Σετράκους ελευθερώνει τη λαμπερή του σπάθα. Κραδαίνει το σπαθί για να το δουν όλοι και ύστερα το κουνάει δοκιμαστικά ακριβώς πάνω από το κεφάλι του Σαμ. Κάποιος από το πλήθος ουρλιάζει· τον κάνουν αμέσως να σωπάσει. «Σήμερα παγιώνουμε μια μακροχρόνια φιλία μεταξύ γήινων και Μ ογκαντόρι» συνεχίζει ο Σετράκους. «Επιτέλους θα


302

PITTACUS LORE

εξαλείψουμε την τελευταία απειλή για τη λαμπρή μας ύπαρξη!» Οπωσδήποτε όλα αυτά δε φαίνονται λαμπρά. Οι γήινοι είναι τσακισμένοι εδώ και μήνες από τη μογκαντοριανή κατοχή. Αναρωτιέμαι πόσοι θα έρχονταν μαζί μου αν προσπαθούσα να επιτεθώ στον Σετράκους Ρα. Κανένας πιθανώς. Δεν αισθάνομαι οργή γι’ αυτούς, αλλά για μένα. Θα έπρεπε να τους σώσω, θα έπρεπε να τους προετοιμάσω καλύτερα γι’ αυτά που έρχονται. Ο Σετράκους δεν είχε τελειώσει την ομιλία του. «Αυτή την ιστορική μέρα έχω επιλέξει να παράσχω την τιμή της επιβολής της ποινής σ’ εκείνη που μια μέρα θα με διαδεχτεί ως Λατρευτή σας Ηγέτιδα». Μ ε μια μεγαλειώδη χειρονομία ο Σετράκους Ρα δείχνει την Έγια. «Κληρονόμε, τι διατάσσεις;» Κληρονόμος; Αυτό είναι εντελώς παράλογο! Η Έγια δεν είναι Μ ογκαντόρι. Είναι μια από μας. Δεν έχω χρόνο να ανακαλύψω τι σημαίνουν όλα αυτά. Παρακολουθώ την Έγια να σηκώνεται τρεμάμενη από τον θρόνο της, δείχνει σχεδόν μαστουρωμένη. Κατεβάζει το βλέμμα της στην Έξι και στον Σαμ, με τα μάτια της σκούρα και απαθή. Στη συνέχεια κοιτάζει το πλήθος, και το βλέμμα της σταματάει σε μένα. «Εκτελέστε τους!» διατάζει η Έγια. «Πολύ καλά» αποκρίνεται ο Σετράκους. Υποκλίνεται βαθιά και τότε, με μια ρευστή κίνηση, κόβει το κεφάλι της Έξι με το σπαθί του. Το πλήθος παραμένει θανάσιμα σιωπηλό καθώς το σώμα της καταρρέει τόσο αθόρυβα, που ακούω τον Σαμ να ουρλιάζει. Πέφτει πάνω στο σώμα της Έξι κλαίγοντας και φωνάζοντας. Νιώθω τον οξύ πόνο στον αστράγαλό μου. Μ ια νέα ουλή σχηματίζεται. Κλείνω τα μάτια μου καθώς ο Πέντε σηκώνει τον Σαμ και τον στρέφει προς τη λάμα του Σετράκους Ρα. Δε θέλω να δω τι ακολουθεί, πόσο πολύ τους απογοήτευσα όλους. Δεν είναι αληθινό, επαναλαμβάνω στον εαυτό μου. Δεν είναι αληθινό, δεν είναι αληθινό. Δεν είναι αληθινό…


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

303

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΞΙ

ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΦΥΓΕ. Αισθάνομαι ακόμα τον επίμονο πόνο της νέας μου ουλής στο πόδι. Ίσως δεν πάψω ποτέ να τον νιώθω· μπορεί να μείνει μαζί μου σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Πρέπει να προσπαθήσω. Πέφτω με τα γόνατα στη λάσπη πλάι στο σώμα του Οχτώ. Η πληγή δε δείχνει καν τόσο άσχημη. Το αίμα δεν είναι τόσο πολύ όσο στο Νέο Μ εξικό, και ο Οχτώ είχε επιζήσει τότε. Πρέπει να μπορώ να το θεραπεύσω αυτό το τραύμα. Σωστά; Θα πρέπει να πετύχει. Πρέπει να πετύχει. Αλλά αυτό το τραύμα είναι ακριβώς στην καρδιά του, τη διαπέρασε. Πιέζω τα χέρια μου πάνω στην τρύπα και αφήνω το Χάρισμά μου να επέμβει. Το έχω ξανακάνει. Μ πορώ να το κάνω και πάλι. Πρέπει να το κάνω. Τίποτα δε συμβαίνει. Νιώθω παντού παγωμένη, αλλά δεν είναι η ψύχρα του Χαρίσματός μου. Μ ακάρι να μπορούσα να ξαπλώσω κάτω, δίπλα στον Οχτώ, εδώ, μέσα στη λάσπη, και να κλείσω απέξω καθετί που συμβαίνει γύρω μου. Δεν κλαίω καν – λες και τα δάκρυα εξαφανίστηκαν από μέσα μου και τώρα αισθάνομαι απλώς άδεια. Λίγα μόνο μέτρα μακριά μου ο Πέντε ουρλιάζει, αλλά δεν μπορώ να επεξεργαστώ αυτά που λέει. Η λάμα που χρησιμοποίησε για να μαχαιρώσει τον Οχτώ έχει υποχωρήσει πίσω στο μονταρισμένο στον καρπό θηκάρι της. Κρατάει το κεφάλι με τα χέρια του, σαν να μην μπορεί να πιστέψει αυτό που


304

PITTACUS LORE

έκανε μόλις. Στη βάση του δέντρου ο Εννιά έχει μείνει βουβός, είναι σε κατάσταση σοκ. Αν απλώς το είχε βουλώσει πριν από λίγο και δεν οδηγούσε τον Πέντε στα άκρα… Η Έξι σηκώνεται επιτέλους με δυσκολία στα πόδια της, είναι ζαβλακωμένη, προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτή η νέα ουλή στον αστράγαλό της. Όλα έχουν τιναχτεί στον αέρα. «Ήταν ατύχημα…» τραυλίζει ο Πέντε. «Δεν ήθελα να το κάνω. Μ αρίνα, λυπάμαι, δεν το ήθελα…» «Σιωπή…» αντιγυρίζω συριστικά. Τότε είναι που ακούω το τρομακτικό βουητό της μηχανής ενός μογκαντοριανού σκάφους. Το ψηλό γρασίδι γύρω μας αρχίζει να ανεμίζει άγρια καθώς το στιλπνό ασημί σκάφος κατεβαίνει λίγο λίγο από τον ουρανό. Όλο αυτό το σκηνικό το είχε ενορχηστρώσει ο Πέντε, οπότε, φυσικά, θα είχε προβλέψει τη συνέχεια και θα είχε ζητήσει να περιμένουν και ενισχύσεις με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Σκύβω και φιλάω απαλά τον Οχτώ στο μάγουλο. Θέλω να πω κάτι, να του πω πόσο υπέροχο πλάσμα ήταν και πόσο καλύτερη έκανε αυτήν τη φρικτή ζωή που είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε. «Δε θα σε ξεχάσω ποτέ…» ψιθυρίζω. Νιώθω ένα χέρι στον ώμο μου. Γυρίζω και βλέπω τον Πέντε να στέκεται από πάνω μου. «Δεν είναι ανάγκη να γίνει έτσι…» λέει εκλιπαρώντας με. «Ήταν ένα φρικτό λάθος αυτό, το ξέρω! Αλλά όλα όσα είπα είναι αλήθεια». Είναι παρανοϊκός. Παρανοϊκός που με αγγίζει. Μ ου είναι τελείως αδύνατο να πιστέψω πως έχει το θράσος να κάνει κάτι τέτοιο έπειτα από αυτήν του την πράξη. «Βούλωσ’ το!» τον προειδοποιώ. «Δεν μπορείς να νικήσεις, Μ αρίνα!» συνεχίζει. «Θα είσαι σε καλύτερη μοίρα αν έρθεις μαζί μου. Εσύ… εσύ…» Τραυλίζει, ενώ η ανάσα του βγαίνει σαν πάχνη μπροστά από το στόμα του, η υγρασία γύρω μας κόβεται από μια ξαφνική παγωνιά. Τα δόντια του χτυπούν. «Τι κάνεις;»


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

305

Κάτι μέσα μου σπάει. Δεν έχω ξανανιώσει τέτοιο θυμό, και είναι σχεδόν ανακουφιστικό. Η παγωμένη αίσθηση του ιαματικού Χαρίσματός μου απλώνεται μέσα μου, αλλά για κάποιον λόγο είναι διαφορετική· παγερή και πικρή και νεκρή. Ακτινοβολώ ψύχος. Κοντά στον Πέντε και σε μένα τα λασπερά νερά του βάλτου τρίζουν έτσι όπως η επιφάνεια γίνεται πάγος στη στιγμή. Τα φυτά στην ακτίνα δράσης μου αρχίζουν να μαραίνονται, πέφτουν κάτω από το απότομο ψύχος. «Μ αρί… Μ αρίνα… Σταμάτα…» Ο Πέντε αγκαλιάζει το σώμα με τα χέρια του για να ζεσταθεί, κάνει ένα βήμα μακριά μου. Παραλίγο να πέσει, καθώς γλιστράει πάνω στον πάγο. Μ ε αυτό το νέο Χάρισμα να ρέει μέσα μου δρω με καθαρό μανιασμένο ένστικτο. Τινάζω το χέρι ψηλά, και ο πάγος παίρνει σχήμα κάτω από τον Πέντε· ένας οδοντωτός κρύσταλλος σχηματίζεται ξεκινώντας από το έδαφος και ανεβαίνει προς τα πάνω. Ο Πέντε δεν είναι αρκετά γρήγορος για να φύγει από κει, ο κρύσταλλος του τρυπάει το πόδι και βγαίνει από την άλλη, καρφώνοντάς τον στο σημείο όπου βρίσκεται. Ο Πέντε ουρλιάζει, αλλά δε με νοιάζει. Τινάζεται προς τα εμπρός και πιάνει σφιχτά το παλουκωμένο πόδι του ακριβώς τη στιγμή που ένας άλλος κρύσταλλος βγαίνει από το έδαφος. Τον χτυπάει καταπρόσωπο. Λίγο μεγαλύτερος να ήταν, πιθανόν να τον είχε σκοτώσει. Τελικά, όμως, του βγάζει απλώς το ένα μάτι. Ο Πέντε πέφτει άτσαλα στο παγωμένο έδαφος, με το πόδι του ακόμα παλουκωμένο. Γραπώνει το πρόσωπό του με τα χέρια φωνάζοντας: «Σταμάτα. Σε παρακαλώ, σταμάτα!» Είναι ένα κτήνος και του αξίζει. Αλλά όχι. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν είμαι σαν κι αυτόν. Δε θα σκοτώσω κανέναν από τους δικούς μου εν ψυχρώ, ακόμα κι έπειτα από αυτό που έκανε. «Μ αρίνα!» φωνάζει η Έξι. «Έλα!» Το μογκαντοριανό σκάφος έχει προσγειωθεί, και οι πόρτες του ανοίγουν. Δίπλα στο δέντρο, που τα κλαδιά του διπλώνονται τώρα κάτω από το βάρος του φρέσκου πάγου, η Έξι


306

PITTACUS LORE

έχει ρίξει τον Εννιά στον ώμο της. Μ ου απλώνει το χέρι. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στον Πέντε. Κρατάει το πρόσωπό του και με τα δυο χέρια, πιέζει το κατεστραμμένο μάτι του. Κλαίει, τα δάκρυα γίνονται πάγος πάνω στα μάγουλά του. «Αν σε ξαναδώ, μπάσταρδε προδότη» ουρλιάζω, «θα σου βγάλω και το άλλο γαμημένο μάτι!». Ο Πέντε αφήνει ένα αδύναμο κλαψούρισμα. Αξιολύπητο. Είμαι έτοιμη να τρέξω προς την Έξι, αλλά σταματάω. Στα πόδια μου, κλεισμένο μέσα σ’ ένα στέρεο κομμάτι πάγου, βρίσκεται το σώμα του Οχτώ. Συνειδητοποιώντας τι έχω κάνει, η ατμόσφαιρα γύρω μου αρχίζει να θερμαίνεται. Γονατίζω και πιέζω τα χέρια μου στο στρώμα του πάγου που με χωρίζει από τον Οχτώ και τώρα έχει αρχίσει να λιώνει. Θέλω να τον πάρω μαζί μας, να τον κρατήσω μακριά από τους Μ ογκαντόρι και να τον αφήσω να ξεκουραστεί όπως του αξίζει, αλλά δεν υπάρχει χρόνος να περιμένουμε τον πάγο να λιώσει. Η Έξι μού φωνάζει, και οι Μ ογκαντόρι πλησιάζουν. «Λυπάμαι…» ψιθυρίζω και αισθάνομαι να έχω μουδιάσει ολόκληρη. Τρέχω προς την Έξι και αρπάζω το απλωμένο της χέρι. Γινόμαστε αόρατοι.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

307

KEΦAΛAIO ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΦΤΑ

ΞΥΠΝΑΩ ΑΠΟΤΟΜ Α και ανακάθομαι άκαμπτος σ’ ένα κρεβάτι που δεν είναι δικό μου. Καταλαβαίνω αμέσως πως είμαι πίσω στην πραγματικότητα, ο οξύς πόνος μιας νέας ουλής που καίει στον αστράγαλό μου είναι αρκετός για να με ξυπνήσει. Αλλά μισό λεπτό… Υποτίθεται πως αυτός ο εφιάλτης δεν είναι αληθινός, δε θα έπρεπε να δημιουργηθεί πραγματικά η ουλή. Κι όμως, εγώ νιώθω το καμένο και ερεθισμένο δέρμα. Τσουχτερός και τραχύς, ο πόνος δε μένει στην επιφάνεια. Αυτό το σημείο του εφιάλτη ήταν αληθινό – χάσαμε κάποιον. Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ τα πράγματα διεξοδικά· ίσα που προλαβαίνω να αξιολογήσω την κατάστασή μου. Ο Σαμ μού φωνάζει. «ΤΖΟΝ, ΠΕΣΕ ΚΑΤΩ!» Ένας Μ ογκαντόρι στέκεται μπροστά από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας – ένα σπασμένο παράθυρο, ο ψυχρός αέρας έρχεται απέξω. Πότε έγινε αυτό; Μ ε σημαδεύει με ένα κανόνι. Αναλαμβάνει το ένστικτό μου, και κυλάω στα αριστερά ακριβώς τη στιγμή που ο Μ ογκαντόρι πυροβολεί το σημείο όπου μόλις πριν από μερικά δευτερόλεπτα βρισκόμουν σε κώμα. Από το πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι τον σπρώχνω με τηλεκίνηση. Πετάει προς τα πίσω, βγαίνει από το παράθυρο και πέφτει στο κενό, σκάζοντας σαν βαρίδι κάτω στον δρόμο. Γίνεται χαμός, το χάος στον πραγματικό κόσμο είναι πιο


308

PITTACUS LORE

έντονο απ’ ό,τι στον ολοζώντανο εφιάλτη του Σετράκους Ρα. Η κρεβατοκάμαρα έχει διαλυθεί εντελώς από πυρά κανονιών. Η Σάρα στέκεται στην πόρτα, χρησιμοποιεί ένα σπασμένο ράφι για κάλυψη. Μ ε το ένα χέρι κρατάει το αναίσθητο ακόμα σώμα της Έγια, και με το άλλο ρίχνει με το οπλοπολυβόλο στον διάδρομο χωρίς να σημαδεύει, παντού. Κάτω από τα πυρά, με την οξυμένη ακοή μου, ακούω τους Μ ογκαντόρι να κατακλύζουν το ρετιρέ. Είναι πάρα πολλοί, αλλά για κάποιον λόγο δεν ανταποδίδουν τα πυρά στη Σάρα. Επειδή κρατάει την Έγια, συνειδητοποιώ. Ο Σετράκους Ρα θέλει –δεν το πιστεύω ότι σκέφτομαι κάτι τέτοιο, δεν είχα καν τον χρόνο να επεξεργαστώ τι σημαίνει– να του πάνε ζωντανή την κληρονόμο του. Γι’ αυτό δεν πυροβολούν οι Μ ογκαντόρι τη Σάρα· φοβούνται μη χτυπήσουν την Έγια. Ο Σαμ είναι στο πάτωμα δίπλα μου. Κουνάει στην αγκαλιά του τον Μ άλκολμ, ο οποίος έχει ένα τεράστιο τραύμα στην κοιλιά. Η αναπνοή του είναι γρήγορη, ίσα που έχει τις αισθήσεις του· δε μου φαίνεται ότι του μένει πολύς χρόνος. «Τι στον διάολο συνέβη εδώ;» φωνάζω στον Σαμ. «Μ ας βρήκαν» απαντάει ο Σαμ. «Κάποιος μας πρόδωσε». Θυμάμαι πως είδα τον Πέντε με μογκαντοριανή στολή και καταλαβαίνω αμέσως την αλήθεια. «Πού είναι οι άλλοι;» «Πήγαν στα Εβεργκλέιντς για την αποστολή». Ο Σαμ δείχνει το πόδι μου, τα μάτια του είναι γουρλωμένα και φοβισμένα. «Είδα τον αστράγαλό σου ν’ ανάβει. Τι… τι σημαίνει αυτό;» Πριν προλάβω να απαντήσω, ακούω τη Σάρα να ουρλιάζει. Το όπλο της κάνει ένα σκέτο κλικ, και συνειδητοποιώντας πως είναι άδειο, οι Μ ογκαντόρι πέφτουν πάνω της. Ένας από αυτούς απλώνει το χέρι του από την πόρτα και θάβει ένα εγχειρίδιο βαθιά μέσα στον ώμο της. Αυτή πέφτει καταγής πιάνοντας σφιχτά τον ώμο της, ενώ ένας άλλος μπαίνει μέσα και αρπάζει βίαια την Έγια από την αγκαλιά της. Ανάβω το Λούμεν μου, αλλά είναι πολύ επικίνδυνο να


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

309

πετάξω μια μπάλα φωτιάς όσο οι Μ ογκαντόρι κρατούν την Έγια. Απομακρύνονται γρήγορα από την ακτίνα δράσης μου και εξαφανίζονται στο βάθος του διαδρόμου οπισθοχωρώντας. Τραβάω τη Σάρα προς το μέρος μας με τηλεκίνηση. «Είσαι καλά;» ρωτάω, εξετάζοντας γρήγορα το τραύμα στον ώμο της. Δείχνει άσχημο, αλλά όχι μοιραίο. Η Σάρα φαίνεται έκπληκτη και ανακουφισμένη που με βλέπει ξυπνητό. «Τζον!» κραυγάζει και με τραβάει κοντά της με το γερό της χέρι. Δεν είναι ούτε καν μισό δευτερόλεπτο αγκαλιάς. Η Σάρα με σπρώχνει μακριά της καθώς συνειδητοποιεί τον κίνδυνο. «Πήγαινε! Πρέπει να τους σταματήσεις!» Τινάζομαι όρθιος, έτοιμος να τρέξω πίσω από τους Μ ογκαντόρι, που οπισθοχωρούν. Σταματάω, κατεβάζω το βλέμμα στον Σαμ και στον πατέρα του· ο Μ άλκολμ είναι ακόμα ζωντανός, αλλά χάνεται γρήγορα. Ο τρόπος με τον οποίο ο Σαμ είναι σκυμμένος από πάνω του και του κρατάει το χέρι μού θυμίζει εκείνη τη νύχτα στο Λύκειο Παραντάιζ, τότε που στάθηκα ανίκανος να εμποδίσω τον θάνατο του Χένρι. Μ πορώ να τον σώσω, συνειδητοποιώ. Παρ’ όλα αυτά, αν θεράπευα τον Μ άλκολμ, θα έπρεπε να αφήσω τους Μ ογκαντόρι να το σκάσουν με την Έγια. Θα έφερνε τον Σετράκους Ρα πιο κοντά σ’ αυτό που θέλει – ένα μέλλον το οποίο δεν καταλαβαίνω ακόμα εντελώς, αλλά ένα μέλλον όπου η Έγια κυβερνάει την ανθρωπότητα στο πλευρό του. Ο Σαμ σηκώνει το βλέμμα, και τα μάγουλά του είναι μουσκεμένα από τα δάκρυα. «Τζον, τι περιμένεις; Πήγαινε να βοηθήσεις την Έγια!» Σκέφτομαι εκείνο τον Σαμ που είδα στον εφιάλτη, πόσο κουρασμένος και τσακισμένος φαινόταν, χωρίς καθόλου ψυχή μέσα του πια. Σκέφτομαι πόσο πολύ πόνεσα όταν έχασα τον Χένρι. Δεν μπορώ να αφήσω τον φίλο μου να περάσει τα ίδια, όχι τώρα που αυτός και ο Μ άλκολμ βρήκαν μόλις ο ένας τον άλλο. Αν αφήσω την Έγια να φύγει, την καταδικάζω σ’ ένα


310

PITTACUS LORE

μέλλον… Όχι. Θα υπάρξει χρόνος αργότερα να το σταματήσω αυτό, λέω στον εαυτό μου. Τώρα πρέπει να βοηθήσω τον Μ άλκολμ. Γονατίζω πάλι και πιέζω τα χέρια μου στην κοιλιά του, και το τραύμα του κλείνει αργά αργά κάτω από το άγγιγμά μου. Επιτέλους το πρόσωπο του Μ άλκολμ αρχίζει να παίρνει λίγο χρώμα, και τα μάτια του ανοίγουν. Ο Σαμ με κοιτάζει. «Τους άφησες να την πάρουν». «Έκανα μια επιλογή» αποκρίνομαι. «Δε θα της κάνουν κακό». «Πώς… πώς το ξέρεις αυτό;» ρωτάει η Σάρα. «Επειδή η Έγια…» Κουνάω το κεφάλι. «Θα τη σώσουμε. Θα τους σταματήσουμε. Όλοι μας, όλοι μαζί, το ορκίζομαι». Ο Σαμ με πιάνει από τον ώμο. «Σ’ ευχαριστώ, Τζον…» Αμέσως μόλις τελειώνω με τον Μ άλκολμ, στρέφω την προσοχή μου στην ίαση της Σάρας. Το τραύμα στον ώμο της είναι καθαρό. Αγγίζει το μάγουλό μου με τα δάχτυλά της όσο δουλεύει το Χάρισμά μου. «Τι σου συνέβη;» ρωτάει. «Τι είδες;» Κουνάω το κεφάλι μου, επειδή δε θέλω να μιλήσω για το όραμα ώσπου να βρω πραγματικά τον χρόνο να καταλάβω τι συνέβη. Σε αντίθεση με τον Σαμ, δε νομίζω πως η Σάρα πρόσεξε τη νέα ουλή που εμφανίστηκε στον αστράγαλό μου και δε θέλω να αναφέρω ούτε κι αυτό. Είναι ήσυχα τώρα –οι Μ ογκαντόρι έχουν οπισθοχωρήσει με την Έγια– αλλά πρέπει να φύγουμε από δω. Αποκλείεται να μην αντιλήφθηκαν τη μάχη οι μπάτσοι. Θέλω μόνο να θεραπεύσω τη Σάρα και να πάμε όλοι σε κάποιο ασφαλές μέρος. «Φαίνεται ότι ρίξατε το ξύλο της ζωής σας όσο ήμουν αναίσθητος» λέω. «Κάναμε ό,τι μπορούσαμε…» αποκρίνεται. Μ όλις θεραπεύεται το τραύμα της Σάρας, κοιτάζω τριγύρω. «Πρέπει να κάνουμε γρήγορα. Πού είναι ο Μ πι Κέι;» Βλέπω τη Σάρα και τον Σαμ να ανταλλάσσουν ένα δυσοίωνο βλέμμα. Η καρδιά μου βουλιάζει. «Πήγε στην ταράτσα να τους συγκρατήσει» απαντάει ο Σαμ.


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

311

«Δε γύρισε πίσω…» «Είναι σκληρό καρύδι. Μ πορεί να είναι ακόμα ζωντανός» λέει η Σάρα. «Ναι, βέβαια…» μουρμουρίζει ο Σαμ, αλλά δεν ακούγεται και τόσο σίγουρος. Η σκέψη του Μ πι Κέι κι όποιου από τους Γκάρντι έχει πεθάνει στα Εβεργκλέιντς με κάνει σχεδόν να καταρρεύσω. Δαγκώνω δυνατά το μάγουλό μου και εστιάζω στον πόνο. Σηκώνομαι όρθιος – θα υπάρξει χρόνος για να πενθήσω αργότερα. Προς το παρόν πρέπει να φύγουμε από δω προτού οι Μ ογκαντόρι αποφασίσουν να επιστρέψουν και να μας σκοτώσουν. «Ώρα να φεύγουμε» λέω βοηθώντας τον Μ άλκολμ να σηκωθεί. «Σ’ ευχαριστώ που μου έσωσες τη ζωή, Τζον… Ας πάρουμε τώρα δρόμο απ’ αυτό το μέρος». Τρέχουμε και οι τέσσερις έξω από την κρεβατοκάμαρα· ο Σαμ βοηθάει τον Μ άλκολμ. Τα φώτα έχουν σβήσει όλα, μάλλον κάποιο κύκλωμα θα τινάχτηκε στον αέρα την ώρα της μάχης. Δε μας περιμένει κανένας Μ ογκαντόρι στο καθιστικό, αλλά έπειτα από τέτοια καταστροφή βλέπω πως άλλαξαν σίγουρα λιγάκι τη διακόσμηση. Για μια στιγμή σκέφτομαι πόσο έξαλλος θα είναι ο Εννιά όταν γυρίσει. Αν δηλαδή είναι ζωντανός. Και τότε συνειδητοποιώ ότι δε θα καταφέρουμε ποτέ να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό το μέρος. Ήταν ένα καλό σπίτι για λίγο, αλλά τώρα πάει πια, καταστράφηκε, όπως τόσα άλλα που κατέστρεψαν οι Μ ογκαντόρι. Από τα σπασμένα παράθυρα ακούω τις σειρήνες να ουρλιάζουν κάτω στον δρόμο. Αυτή η επίθεση των Μ ογκαντόρι ήταν πολύ πιο αναίσχυντη απ’ ό,τι συνήθως. Θα είναι πολύ δύσκολο να το σκάσουμε χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι. Σαν από θαύμα, το ασανσέρ του ρετιρέ δουλεύει ακόμα. Σπρώχνω τη Σάρα, τον Σαμ και τον Μ άλκολμ μέσα και πατάω το κουμπί για το πάρκινγκ, αλλά εγώ δεν μπαίνω μαζί τους.


312

PITTACUS LORE

«Τι κάνεις;» φωνάζει η Σάρα αρπάζοντας το μπράτσο μου. «Δε θα μπορέσουμε να έρθουμε ξανά εδώ. Το μέρος θα πλημμυρίσει με μπάτσους και κατά πάσα πιθανότητα με τους ομοσπονδιακούς που δουλεύουν για τους Μ ογκαντόρι. Πρέπει να πάρω τα Σεντούκια μας και να δω μήπως βρω τον Μ πι Κέι». Ο Σαμ κάνει ένα βήμα μπροστά. «Μ πορώ να βοηθήσω κι εγώ». «Όχι» αποκρίνομαι. «Πήγαινε με τη Σάρα και τον πατέρα σου. Μ πορώ να τα κουβαλήσω μόνος μου με τηλεκίνηση». «Υποσχέθηκες ότι θα μέναμε μαζί…» τραυλίζει η Σάρα. Την τραβάω κοντά μου. «Εσύ είσαι ο οδηγός της απόδρασής μας» της λέω. «Πάρε το πιο γρήγορο αμάξι του Εννιά και συνάντησέ με στον ζωολογικό κήπο. Εσείς δε θα πρέπει να αντιμετωπίσετε πρόβλημα για να βγείτε, αλλά εμένα μπορεί να με ψάχνουν. Θα μπορέσω να πηδήσω στη διπλανή ταράτσα και να κατέβω από κει». Κάνω πίσω από το ασανσέρ, αλλά στη συνέχεια τεντώνομαι να φιλήσω μία τελευταία φορά τη Σάρα. «Σ’ αγαπάω» της λέω. «Κι εγώ σ’ αγαπάω…» αποκρίνεται. Οι πόρτες του ασανσέρ κλείνουν συρίζοντας. Διασχίζω τρέχοντας το κατεστραμμένο ρετιρέ και επιστρέφω στο εργαστήριο. Είναι κι αυτό ρημαγμένο – τόση σκληρή δουλειά, και η Αίθουσα Διαλέξεων δε θα χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά. Προσπαθώ να κάνω μόνο πρακτικές σκέψεις. Τι πρέπει να πάρω μαζί μου; Το πρώτο πράγμα που αρπάζω είναι ο πίνακας που δείχνει τη θέση μας. Τέσσερις κουκκίδες αναβοσβήνουν ακόμα στη Φλόριντα – διάολε, είναι μία λιγότερη. Δεν είμαι έτοιμος να εστιάσω στην ταυτότητα εκείνου που χάσαμε ή τι να κάνω για την Έγια ή για το γεγονός ότι ο Σετράκους Ρα μπορεί τελικά να είναι Λόριαν. Αρπάζω μια αδέσποτη υφασμάτινη τσάντα κάτω από ένα αναποδογυρισμένο τραπέζι και τρέχω στην Αίθουσα Διαλέξεων για να τη γεμίσω με όπλα. Ρίχνω εκεί μέσα και τον πίνακα και την πετάω στον ώμο μου. Θέλω να έχω τα χέρια μου ελεύθερα


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

313

για την περίπτωση που κάποιος Μ ογκαντόρι έχει στήσει καρτέρι κάπου εδώ γύρω, οπότε ανυψώνω όλα τα Σεντούκια μας με τηλεκίνηση. Μ ε όλα τα παράθυρα θρυμματισμένα, ακούω εύκολα τις σειρήνες να ουρλιάζουν από κάτω. Δεν μπορώ να κουβαλήσω τίποτε άλλο. Ώρα να αρχίσω ξανά το τρέξιμο. Οι Κληρονομιές αιωρούνται πίσω μου, κι εγώ βγαίνω τρέχοντας από το εργαστήριο και διασχίζω ξανά το ρετιρέ. Πρέπει να πάω στην ταράτσα, να δω αν ο Μ πι Κέι κατάφερε να μείνει ζωντανός. Προτού φτάσω στη σκάλα, το ασανσέρ κουδουνίζει και ανοίγει. Διάολε, ήμουν πολύ αργός. Κοιτάζω πάνω από τον ώμο μου περιμένοντας να δω κάποιους από τους καλύτερους του Σικάγου με απασφαλισμένα όπλα. Αντίθετα, είναι ένας μοναχικός Μ ογκαντόρι. Χλωμός όπως όλοι τους, με σκούρες τρίχες στο πρόσωπό του, νεότερος απ’ ό,τι συνήθως. Δείχνει διαφορετικός από άλλους Μ ογκαντόρι που έχω δει· αυτός εδώ είναι πιο ανθρώπινος. Κρατάει προτεταμένο ένα όπλο και σημαδεύει… εμένα. Όλα τα Σεντούκια πέφτουν με γδούπο καταγής καθώς αλλάζω κατεύθυνση στην τηλεκίνησή μου και αρπάζω το όπλο από το χέρι του. «Έι!» φωνάζει, κι αν είπε και κάτι άλλο, δεν το ακούω. Σκέφτομαι τους φίλους που έχασα απόψε. Το σκοτεινό μέλλον που αναγκάστηκα να υπομείνω έως το τέλος. Το να σκοτώσω αυτό τον Μ ογκαντόρι που ξέμεινε πίσω δεν αλλάζει τίποτε απ’ όλα αυτά, αλλά είναι μια αρχή. Ρίχνω μια μπάλα φωτιάς προς το μέρος του, αλλά βουτάει κάτω και την αποφεύγει, κρύβεται πίσω από το διαλυμένο περίβλημα ενός καναπέ. Το σηκώνω με τηλεκίνηση και το πετάω στην άκρη. Σηκώνει τα χέρια ψηλά και παραδίδεται. Πιθανώς σκεφτόμουν ότι κάτι τέτοιο είναι αλλόκοτο, αν βέβαια μπορούσα να σκεφτώ καθόλου. «Πολύ αργά γι’ αυτό…» γρυλίζω. Ακριβώς τη στιγμή που είμαι έτοιμος να εκσφενδονίσω άλλη μία μπάλα φωτιάς πάνω του, ο Μ ογκαντόρι ποδοκροτεί στο πάτωμα. Όλο το δωμάτιο σείεται, τα έπιπλα αναποδογυρίζουν, το


314

PITTACUS LORE

χαλί ρυτιδώνεται σαν να περνάει κύμα από κάτω του. Και τότε το σεισμικό αυτό ταρακούνημα με ρίχνει πίσω τρικλίζοντας, αισθάνομαι τα ψυχρά δάχτυλα του κενού να γραπώνουν τη ράχη μου. Ο ανόητος, στεκόμουν μπροστά ακριβώς από ένα σπασμένο παράθυρο. Ανεμίζω τα χέρια μου, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξαναβρώ την ισορροπία μου. Αλλά δεν πέφτω. Μ ε έχει πιάσει. Ο Μ ογκαντόρι με έχει αρπάξει από το μπροστινό μέρος της μπλούζας μου. «Δε θέλω να σε πολεμήσω!» ουρλιάζει μπροστά στη μούρη μου. «Σταμάτα να μου επιτίθεσαι!» Αμέσως μόλις με τραβάει ξανά μέσα, τον σπρώχνω μακριά. Δεν έρχεται καταπάνω μου, αλλά παραμένει σκυφτός, έτοιμος να αποφύγει οτιδήποτε του εκσφενδονίσω. «Είσαι ο Τέσσερα» λέει. «Πώς το ξέρεις;» «Ξέρουν πώς είσαι, Τζον Σμιθ. Πώς είστε όλοι σας. Το ίδιο κι εγώ…» Διστάζει. «Μ όνο που θυμάμαι ότι σ’ έχω δει και τότε που ήσουν παιδί… Έτρεχες να μπεις σ’ ένα σκάφος ενώ ο λαός μου δολοφονούσε τον δικό σου». «Είσαι αυτός για τον οποίο μας είπαν ο Μ άλκολμ και ο Σαμ…» Η φωνή μου βγαίνει μέσα από τα σφιγμένα μου δόντια. Δεν μπορώ να αποτινάξω την αίσθηση ότι πρέπει να το βάλω στα πόδια ή να πολεμήσω όταν βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με πλάσματα του είδους του. Είναι ριζωμένο μέσα μου, αλλά προσπαθώ να το ελέγξω. «Άνταμους Σούτεκ» συστήνεται ο Μ ογκαντόρι. «Προτιμώ το Άνταμ». «Ο λαός σου σκότωσε έναν φίλο μου απόψε, Άνταμ…» λέω σαν να φτύνω. Ξέρω πως ο θυμός μου είναι παράλογος, αλλά δεν μπορώ να συγκρατηθώ. «Κι έχουν απαγάγει ακόμα έναν!» «Λυπάμαι…» αποκρίνεται. «Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Είναι ασφαλείς ο Μ άλκολμ και ο Σαμ;» «Εγώ…» Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω μπροστά σ’ αυτό. Ένας Μ ογκαντόρι που δείχνει συμπόνια. Παρότι ο Σαμ και ο


Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΕ

315

Μ άλκολμ μού είπαν πως είναι έτσι, στην πραγματικότητα δεν το είχα φανταστεί ποτέ μου. «Ναι, είναι μια χαρά». «Ωραία» αποκρίνεται ο Άνταμ. Η φωνή του έχει ακόμα την τραχύτητα των Μ ογκαντόρι. «Πρέπει να φύγουμε κι εμείς από δω». «Εμείς;» «Είσαι πληγωμένος, θυμωμένος» απαντάει ο Άνταμ πλησιάζοντάς με επιφυλακτικά, λες και θα μπορούσα να του ρίξω ξαφνικά μια μπουνιά. «Το καταλαβαίνω. Αλλά αν θες να τους αντιγυρίσεις το χτύπημα, μπορώ να βοηθήσω». «Σ’ ακούω». Ο Άνταμ απλώνει το χέρι του προς το μέρος μου. «Ξέρω πού ζουν». Κάτι κλοτσάει μέσα μου στη θέα αυτού του χλωμού χεριού που περιμένει το δικό μου. Αλλά αν ό,τι είδα στο όραμα είναι αληθινό –αν ο Πέντε δουλεύει για τους Μ ογκαντόρι– τότε γιατί να μην έχουμε κι εμείς έναν δικό τους να δουλεύει για μας; Παίρνω το χέρι του Άνταμ, το σφίγγω δυνατά. Δε μαζεύεται, μόνο με κοιτάζει κατάματα. «Καλώς, Άνταμ» λέω. «Θα με βοηθήσεις να κερδίσω αυτό τον πόλεμο».


316

PITTACUS LORE

Σημειώσεις 1. Το Nitrous Oxide System ή «μαγικό φίλτρο» ή «νίτρο» στα ελληνικά αποτελείται από ένα kit που περιλαμβάνει νιτρώδες οξείδιο και είναι από τα καλύτερα βελτιωτικά επιδόσεων. Παρέχει εκτόξευση της ιπποδύναμης από 50 έως και 500 άλογα τη φορά. (Σ.τ.Μ .) 2. Οι Μαχητές των δρόμων είναι μια σειρά αμερικανικών ταινιών δράσης που πραγματεύονται παράνομες κούρσες αγώνων. (Σ.τ.Μ .) 3. Αμερικανική επαγγελματική ομάδα μπάσκετ με έδρα το Σικάγο του Ιλλινόι. (Σ.τ.Μ .) 4. Ρομπότ ή αράχνη είναι ένα πρόγραμμα που διατρέχει όλο το web και διαβάζει όλες τις ιστοσελίδες. (Σ.τ.Μ .) 5. Βαλτότοποι στη νότια Φλόριντα με μικρά καταπράσινα νησιά και άγρια είδη ζώων και πτηνών. Είναι μια τεράστια έκταση που συγκαταλέγεται στα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. (Σ.τ.Μ .) 6. Ένας πάμπλουτος χαρακτήρας των κόμικς που μυστικά μεταμορφωνόταν σε Μ πάτμαν. (Σ.τ.Μ .) 7. Ο Σούπερμαν στην κανονική του ζωή είναι ο δημοσιογράφος Κλαρκ Κεντ. (Σ.τ.Μ .) 8. Σειρά τηλεοπτικών ταινιών με κοινωνικά θέματα που μεταδίδονταν αργά το απόγευμα για μαθητές του σχολείου, ιδίως εφήβους. (Σ.τ.Μ .) 9. «Dr. Dolittle» (ελληνικός τίτλος: «Ο γιατρός τρελάθηκε»): ταινία με τον Έντι Μ έρφι στον ρόλο ενός γιατρού που αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι μπορεί να επικοινωνήσει με τα ζώα. (Σ.τ.Μ .)

Profile for Μενέλαος Τσαλκιτζής

Pittacus Lore - Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤE  

Pittacus Lore - Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤE

Pittacus Lore - Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤE  

Pittacus Lore - Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤE

Profile for 9221072
Advertisement