Page 1


Η εποχn τπς δωρεάς


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


ΠΑΤΡΙΚ ΛΗ ΦΕΡΜΟΡ ,

n εποχπ . τπς

Μεταφραση

Μαίρη Βοσταντζή

δ

' ωρεας

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Πρώτη έκδοση Ιούνιος 2004

ΤΙτλος πρωτοπ;ποιι Patctck Leigh Fennor, Α Time ofGifts, Penguin Books, 1977

Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Elrχαριστoι;ν την κι'ρία Μαίρη Boσrαντζή τ6σο Υια την παρα­ χώρηση της μετάφρασης 6σο και Υια τη σημαντική σιιμβολή της στην πραΥματοποίη­ ση αι'τής της έκδοσης.

© 1977, Patctck Leigh Fennor © 2003, ΕκδόσειςΜΕΤΑIΧΜIΟ

(γι.α την ελληνικήγλώσσα)

ISBN 960-375-715-2 ΒΟΗθ. KQΔ. ΜΙΙΧ/ΣΙΙΣ 3715 K.EJJ.

763 Κ.Π. 118/04 ,

Το παρόν έργο πνει'ματικής ιδιοκτησίας προοταΠ\IΕται κατά τις διατάξΕις το\! Eλληνuιoιi Νόμο\l (Ν. 2121/1993 όπως έχει τρoπoπoιηθfί και ισχί,η

σήμιρα) και τις διεθνείς σιrμβ(1σεις περΙ πνει'μα­

τικής ιδιοκτησίας. ΑπαΥορη,εται απολί,τως η (ινη' γραπτής άδειας το\! εκδότη κατά οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτoαναηrπωση και ινγένη αναπαραγωγή, ικμίσθωση ή δανεισμός, με­ τάφιχιση, δι.ασΚΗ,ή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήΠΟΤΕ μορφή (ηλεκΤριΜκή, μηχανική ή άλλη) και η εν Υινει εκμετάλλη1Οη ΤΟ\l σιrνόλo\l ή μέρο\l ς ΤΟ\l έργΟ\I.

Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Βιβλιοπωλεία 1.

Ασκληπιο\! 18, 106 80 ΑΟήνα Τηλ.: 210 3647433, 210 3621274, Fax: 210 3610750

2. Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλσυ 5, 105 64 Αθήνα Τηλ./Fax:21Ο3319195 hnp//: www.metaixmlo.gr .e-mail: metaixmlo@metaixmio.gr


Την πατρική σου γη αφήνοντας γίιρεψε ξενικά ακρογι{ιλια, παλικάρι. Καλύτερη μια τίιχη σε προσμένει εκεΙ Στα ενάντια μη λιγοψυχάς: τον απροσπέλαστο θα συναντήσεις Ίστρο. Τον παγερό βοριά και της Κανώπου το ατάραχο βασίλειο. Και όλους που τη γέννηση θωρούν του Φοίβου και το γέρμα. Πιο ξακουστός που περπατά στα πέρατα του κόσμου. ΤΠΌΣ ΠΕΤΡΩΝΙΟΣ ΑΡΜΠΙΤΕΡ

Την πρ<ίιτη αλλάζω γν<ί)μη και φωνάζω «Φτάνει' το δρόμο παίρνω για την ξενιτιά». Μα τι λοιπόν, νυχτοήμερα θα σβήνω; Οι στίχοι μου ανεμπόδιστοι' η ζήση μου, σαν τον αγέρα λεύτερη, σαν τρίστρατο ανοιχτή. ΤΖΟΡΤΖ ΧΕΡΜΠΕΙ'Τ

Τ<ί)ιχl φευγάτη 'ναι η εποχή της δωρεάς - αγόρια, που μεστ<ΟΟατε, λιωμένα χιόνια, άβυσσε, που τα χρόνια θα γιομίσουν. Τ<ί)ρα σε στέρφα γη θα οικοδομήσουμε Χωρίς στολίδια' ζυγιίJσαμε Τη Νίιχτα τη Δωδέκατη, το σύνορο του πόθου. ΛΟΥΙΣ ΜΑΚ ΝΙΣ


Περιεχόμενα Εισαγωγικό γράμμα στον Ζαν Φίλντινγκ

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

11

.

.

31

l.

Κάτω χ(σρες .

2.

Ανεβαίνοντας τον Ρήνο .. . . . .. . ... . . . . . . . ... . . . ..... . .. 4 9

3.

Στην Άνω Γερμανία

4.

Winterreise

5.

Ο Δούναβης: Εποχές και κάστρα

6.

Ο Δούναβης: Ζυγ(σνοντας μιαν αυτοκρατορική πόλη

7.

Β ιέννη

8..

Το σύνορο του σλαβικού κόσμου

9.

Η χιονισμένη Π ράγα

10.

Σλοβακία: Επ ιτέλους ένα βήμα μπροστά !

11.

Η ουγγρική μεθόριος . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. 363

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

. . .

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

. . .

.

.

.

.

. . .

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.. . .

.

..

. .

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

127

.

.

.

.

.

.

.

.

.

168

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

. .

.

82

.

.

.

.

.

.

211

.

.

.

.

.

.

.

248

.

.

.

.

.

.

.

291

.

.

.

.

.

.

.

314

.

.

.

.

.

.

.

341

.

Σημει(σσεις της μεταφράστριας. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... . . . . . 393 .

χάρτης

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

402


<w'-��.E

S Τ R Ι Α Ν

D

HUNGARY

J


Εισαγωγικό γράμμα στον Ιαν Φίλντινγκ Αγαπητέ μου Ζαν, Καθιος τισρα μόλις κατάφερα να (Χίλω σε τάξη τις λεπτομέρειες αυ­ τιον των ταξιδιιον μου, οι μέρες εκείνες ξανάρχονται στη μνήμη και πολ­ λά κατοπινά γεγονότα μοιάζουν σαν να έγιναν χθες. Έτσι, δυσκολεύο μαι να π ιστέψω πως έχουν περάσει τρεις δεκαετίες από τη χρονιά του

'42,

όταν πρωτοσμίξαμε στην Κρήτη φοριοντας και οι δυο μαύρα κροσσωτά κεφαλομάντιλα, στιβάλια, κρατιί)ντας χαντζάρια με λαβές από ασήμι και φίλντισι, ζωνάρια και αρνίσιες ΠΡΟ(1ιές, βουτηγμένοι στη μουντζούρα ως το λαιμό. Κάμποσες άλλες συναντήσεις και περιπέτειες ακολούθησαν το πριοτο εκείνο αντάμωμά μας στις πλαγιές του όρους Κέντρος και ευτυ­ χώς το είδος του άτακτου πολέμου μαςl έκρυβε μέσα του μεγάλα διαστή­ ματα απραξίας στα καταφύγια των βουνιον: στις ψηλές αετοκορφές, κά­ τω από σμήνη αστεριιον ή χειμωνιάτ ικους σταλαγμίτες ξαπλιοναμε ανά­ μεσα στα βράχια και αναπολούσαμε τη ζωή μας πριν από τον πόλεμο. Π ραγματικά, η αδιαφορία για τη ρυπαρότητα των σπηλαίων και η άμεση αντίδραση στον κ ίνδυνο θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα καταλ­ ληλότερα εφόδια για να επιβιώσει κανείς στην κατεχό μ ενη Κρήτη. Εκεί­ νο ωστόσο που μας είχε κυριολεκτικά φυτέψει στον νησιωτ ικό ασβεστό­ λιθο ήταν -πράγμα παράδοξο γ ια έναν σύγχρονο πόλεμο- η επιλογή του μαθήματος των αρχαίων ελληνικιον στα σχολεία όπου είχαμε φοιτή­ σει. Με μια διαίσθηση που θεωρήθηκε κάποτε μοναδική, ο Στρατός είχε συνειδητοποιήσει πως η αρχα ία γλιοσσα, έστω και αν δεν την κατείχαμε απόλυτα, ήταν το συντομότερο μονοπάτι για τη νεοελληνική. Έτσι, τα βράχια της ηπειρωτ ικής χώρας και των νησιών ραντίστηκαν έξαφνα με όλα εκείνα τα παράξενα πρόσωπα · παράξενα, επειδή τα ελληνικά είχαν 1 1


Η Ειι ο χ l l ΤΙΙΣ Δω'I'ΛΣ

12

πάψει από κα ιρό να είνα ι υποχρεωτ ικό μάθημα στα σχολεία όπου διδά­ σκονταν ακόμη: Ήταν απλιος μια ε ύκολη λύση -ίσως ενθαρρυμένη υποσυνείδητα από την ακρόαση κάποιων σελίδων των Hρ(ίJων τoυ Κ ίν­ γκσλε"ί κατά την παιδ ική μας ηλικία- μιας εκκεντρικής και ιδιόρρυθ­ μης μειοψηφίας: εφηβικές φιλοδοξί ες που άφησαν μιαν αόριστη αλλά ευχάριστη σφραγίδα πάνω σε μας, τους αυτοσχέδ ιο υς κατοίκους των σπηλαίων. Όμως καμιά από τ ις δυο σται�ιoδρoμίες μας στο σχολείο δεν ήταν προορισμένη να ευδοκιμήσει: Ένα οικογενειακό ατύχημα είχε πρόωρα διακόψει τις σπουδές σου και μένα μου έδωσαν τα παπούτσια στο χέρι «λόγω απειθαρχία Ψ έτσι βγήκαμε στο δρόμο νωρίτερα από τους περισ­ σότερους συνομηλίκους μας. Οι πριοτες περιπέτειές μας -χωρίς δεκά­ ρα στην τσέπη, με αδιάκοπες μετακ ινήσεις, αντιρρήσεις από τους κηδε­ μόνες, αλλά σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό μας- είχαν ξεδιπλωθεί παράλληλα' και όπως ξαναφέρναμε στη μνήμη τα προπολεμικά εφηβικά μας χρόνια διασκεδάζοντας ο ένας τον άλλον, δεν αργήσαμε να συμφω­ νήσουμε πως εκείνες οι ατυχίες, που μας είχαν τόσο νωρίς ωθήσει στο δρό μο, δεν ήταν πραγματικές ατυχίες, αλλά μάλλον τρελές συμπτιοσεις μιας τύχης αγαθής. Στο βιβλίο αυτό πσοσπάθησα να συμπληριοσω και να ταξινομήσω με τη μεγαλύτεση δυνατή ακρίβεια τα πσιίnα από τα ταξίδια εκείνα που αποσπασματικά σου ε ίχα εξιστορήσει. Η αφήγηση, που θα έπρεπε να ολοκλησωθεί στην Κωνσταντινούπολη, απλιοθηκε περισσότερο από όσο πεσίμενα' την έχω χωρίσει σε δυο μέση και το πσιίJΤΟ σταματά καταμε­ σής μιας σημαντ ικής, αν και επιλεγμένης με πσοσωπικά κσιτήρια, γέφυ­ ρας που ζεύει τις όχθες του Μέσου Δούναr�η. Τα υπόλοιπα εξιστορού­ νται στο δεύτεσο μέσος. Από την πσιοτη στιγμή, ήθελα να την αφιεριίJσω σε σένα και το κάνω σήμερα με βαθιά ικανοποίηση και μια δόση από την τελετουργική χειρονομία του ταυρομάχου που πετά το καπέλο του σ' έναν φίλο πσοτού ριχτεί στην αρένα. Μποριο να επωφεληθώ από την ευ­ κα ισία για να διοσω στην επιστολή μου αυτή το ύφος μιας εισαγωγής: θα ήθελα η διήγησή μου, όταν ξεκινήσει, να βουτήξει αμέσως βαθιά , χωρίς


ι,:ΙΣΛΓUΠΚΟ Ι"Ι'Λ Μ ΜΛ

13

πολλές επεξηγήσεις. Χρειάζ εται ωστόσο μια σύντομη αναφορά στον τρόπο που άρχισαν αυτά τα ταξίδια. Ας πάμε λ ίγο πίσω: Τον δεύτερο χρόνο από το ξέσπασμα του Α' Πα­ γκοσμίου Π ολέμου, αμέσως μετά τη γέννησή μου, η μητέρα και η αδερφή μου μπαρκάρ ισαν για την Ινδία (ό που ο πατ έρας μου υπηρετούσε ως υπάλληλος της αποικ ιακής κυβέρνησης) και εγώ έμεινα πίσω, ώστε να σωθεί τουλάχιστον ένα μέλος της οικ ογένειας, αν τύχαινε να βυθιστεί το πλοίο τους από εχθρικό υποβρύχιο. Σ κόπευαν να με πάρουν κοντά τους όταν οι ωκεανοί θα ήταν ασφαλέστερ οι ή, αν αυτό δεν γινόταν δυνατό, να με αφήσουν στην Αγγλία (οσπου να τελει(οσει αίσια ο πόλεμος. Όμως ο πόλεμος δεν τελείωνε και τα επ ιβατικά πλοία που ταξίδευαν σπάνι­ ζαν. Π έρασαν έτσι τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ, με μια λύση προσωρινή που η ανάγκη την έκανε μονιμότερη, με εμπ ιστεύτηκαν στη φροντίδα μιας εξα ιρετικά καλοσυνάτης και απλο'ίκής ο ικογένειας. Η περίοδος αυτή που έζησα μακριά από τους δικοί'ς μου ήταν για μένα το άκρο αντί­ θετο της ταλαίπωρης ζωής που περιγράψει ο Κ ίπλινγκ στο δ ιήγημά του « Μπέε μπέε μαύρο προβατάκ ι». Ήμουν ελεύθερος να κάνω το κέφι μου. Δεν υπήρχε λόγος παρακοής, αψού κανείς ποτέ δεν μου έλεγε τι να κά­ νω ' επιπλέον, δεν με μάλωσαν ποτέ, δεν μου έδωσαν ποτέ ούτε ένα πα­ ραινετικό μπατσάκ ι. Αυτή η καινούργ ια οικογένεια και το σκηνικό από αχυραποθήκες, θημωνιές και νεράγκαθα, . που τα σκ ίαζε η αλόη και οι χλοεροί κυματισμοί των λιβαδι(ον του Νορθάμπτονσα'ίρ, ήταν τα πρ(ο­ τα πράγματα που θυμάμαι να αντίκρισαν τα μάτ ια μου ' έτσι πέρασα εκείνα τα πρ(ίnα χρόνια -χρόνια που λένε πως επ ιδρούν πάρα πολύ στη διαμόρφωση του χαρακτήρα ενός παιδιού- περίπου σαν χωριατό­ πουλο που δεν γν(ορισε χαλινάρι: Μου έχουν αφήσει την ανάμνηση αμέ­ ριστης και ανόθευτης χαράς. Όταν τέλος η μητέρα και η αδερφή μου γύ­ ρισαν στην πατρίδα, εγ(ίl �ρεξα να χωθώ στα λ ιβάδια και αντιστάθηκα

στις αγκαλιές και στα χά"'α τους μπήγοντας άναρθρα επαρχι(ίnικα ξε­

φωνητά' και κείνες κατάλαβα\' αμέσως πως είχαν να κάνουν μ ' ένα μι­ κρό αγρίμι που δεν έπιανε εί,κολα ψιλίες- η χαρά του ξανανταμ(οματος μπολιάστηκε με π ικρή απογοήτευση. Ωστόσο, κρυφά μέσα μου, ένιωθα


14

Η r.IIoxII ΤΙΙΣ ΛΙΗ'ΕΛΣ

να με συνεπαίρνουν οι όμορφες ξένες : Η εμφάνισή τους ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας μου. Με γοήτευαν τα κομψά κρ οκοδειλένια παπού­ τσια που συμπλήρωναν την αμφίεση της μιας και το ναυτ ικό κοστοί,μι της άλλης, που με περνούσε τέσσερα χρόνια: η πλισέ φούστα, οι τρεις λευκές ρίγες στον μπλεμαρέν γιακά, το μαύρο μεταξωτό μαντίλ ι με το λευκό κορδόνι, η σφυρίχτρα και το κορδελ ιαστό κασκέτο με τα ανερμή­ νευτα για μένα ακόμη χρυσά γράμματα Π.Α.Μ. Βίκτορι.2 Ένα μαύρο πε­ κινουά με άσπρα πατουσάκια σαν γκέτες μπερδευόταν στα πόδια τους και γάβγιζε τρελά πηδώντας στο ψηλό χορτάρι. Φα ίνετα ι πως εκείνα τα υπέροχα αναιιχικά χρόνια με ε ίχαν κάνει ανεπ ίδεκτο σε κάθε είδους πειθαναγκασ μό. Με διακριτικότητα, γοητεία και επιδεξιοσύνη, που ήρθαν να ενισχύσουν η συνα ινετ ική προδοσ ία μου, η επίδραση του Λονδίνου, ο Πίτερ Παν, αναγνώσματα όπως Η άκ ρη του ουράνιου τόξου και τα πα ιδικά σκετς του Ταου Ται ν Ταόο υ, η μητέ­ ρα κατάφερε να πετύχει την ολοκληρωτική αφύπνιση της στοργής μου,

εξημερώνοντάς με για ο ικογενειακή χρήση. Όμως οι πρώτες σχολικές εμπειρίες μου, όταν ήρθε η ώρα -πρ(ίΗα στο νηπιαγωγείο, ύστερα στο σχολείο της αδερφής μου, όπου γίνονταν δεκτά και αγόρια της ηλικ ίας μου, και τέλος σε ένα απαίσιο προπαρασκευαστικ ό σχολείο κοντά στο Μέιντενχεντ που είχε το όνομα ενός κέλτη αγ Ιου3_, κατέληξαν σε πα­ νωλεθρ ία. Άκακος εξωτερικά, π ιο εμφανίσιμος τώρα, με δροσερή αυ­ θόρμητη ομιλητ ικότητα, στην αρχή κέρδ ιζα αμέσως τη συμπάθεια των άλλων. Μόλις όμως άρχιζαν να βγαίνουν στη φόρα οι παλιότερες κατα­ βολές μου, εκείνες οι εφήμερες χάρες άρχισαν να μο ιάζουν με κυνικό λούστρο προορισμένο να καμουφλάρει τον διαβολάκο που καραδοκού­ σε αποκάτω : Μάλιστα χρωμάτιζαν μελανότερα το σωρό από σκανταλιές που είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται. Σήμερα, όταν πέφτουν στην αντΙ­ ληψή μου κάτι τέτοια τρελόπαιδα, πλημ μυρ �ω αμέσως από αισθήματα αλληλεγγύης αλλά και τρόμου. \ Η ο ικογένεια στην αρχή ξαφνιάστηκε και στη συνέχεια απελπίστη­ κε. Ύστερα ιδίως από ένα ανησυχητ ικό ΚQούσμα απειθαρχίας στα δέκα μου χQόνια, ΧQε ιάστηκε να με πάνε σε έναν ψυχίαΤQΟ, ο οποίος τους σύ-


15

στησε ένα πολύ πρωτοποριακό ειδικό σχολείο στην περιοχή του Μπάρι Σεντ Έντμουντς.4 Το Σάλσαμ Χολ, στο Σάλσαμ-λε-Σάλο ους, ήταν μια χαριτωμένη έπαυ­ λη χωρίς συγκεκριμένο αρχιτεκτονικ ό ύφος κοντά σε ένα δάσος και μια φυσική λ ίμνη στην περιφέρεια του Σάφοκ, με τον ανοιχτό ορίζοντα και τα πολλά καμπαναριά. Εκεί το πρόσταγμα είχε ο ταγματάρχης Τρούθφουλ, ένας γκριζομάλλης με αγριωπό βλέμμα. Όσο για μένα, όταν πήρε το μάτι μου δύο σπάνιες για την εποχή γενειάδες, κάτι χοντρά βραχιόλια, κεχρ ι­ μπαρένιες χάντρες, φούντες και υφαντά ρούχα, που όλα ανήκαν σε διά­ φορα μέλη του ετερόκλητου εκκεντρικού προσωπικού, και γνιόρισα από κοντά τους συμμαθητές μου -καμιά τριανταριά κορίτσια και αγόρια από τεσσάρων έως είκοσι χρόνων, όλα ντυμένα με καφετιές μάλλινες φαρδιές πουκαμίσες και πέδιλα-, την παραλίγο μουσική ιδιοφυ'ία με τις περιοδι­ κές κρίσεις, τον ανιψιό του εκατομμυρ ιούχου που κυνηγούσε αυτοκίνητα στους χωματόδρομους με μια βέργα, την όμορφη και ανεπαίσθητα κλε­ πτομανή κόρη του ναυάρχου, το γιο αξ ιωματούχου του Εραλδικού Κολε­ γίΟ'IΡ που τον βασάνιζαν εφιάλτες και ένα μεταδοτικό κληρονομημένο πά­ θος για οικόσημα, τους υπνοβάτες και τους μυθομανείς (δηλαδή, όσους, σύμφωνα με μένα, διέθεταν μιαν υπέρμετρη ικανότητα να εφευρίσκουν παραμύθια, που στο κάτω κάτω δεν έκαναν και μεγάλη ζημιά αφού κανέ­ νας δεν τα πίστευε) και τέλος κάμποσους μικρούς ταραξίες του είδους μου που ήταν απλιός πολύ άτακτοι, 11εβαιώθηκα πως θα περνούσα καλά εκεί. Στην αρχή, οι ασκήσεις φυσιολατρικής ρυθμικής, προσαρμοσμένες στο χώρο μιας σιταποθήκης, και οι τοπικοί χορο ί, όπου ο ίδιος ο ταγμα­ τάρχης έσερνε πίσω του προσωπικό και μαθητές, με έκαναν να σαστίζω κάπως, επειδή όλοι τους χόρευαν χωρίς να φορούν ούτε ένα ρούχο πάνω \ .

τους. Με ευλυγισία και σοβαρότητα καθώς και τη βοήθεια του πιανου και του όμποε εκτελούσαμε μία μία όλες τις φολκλορικές φ ιγούρες. Ήταν μεσοκαλόκαιρο. ΔΙΠλα μας υπήρχαν περιφραγμένοι κήποι και θάμνοι με χρυσοκόκκινα αγριομούρα και διχτυωτά που προστάτευαν τις κατάφορτες φραγκοσταφυλιές κρατιίJντας μακριά τα ψαρόνια αλλά όχι και μας και λ ίγο παραπέρα, τα δέντρα και το νερό κατηφόριζαν σχημα-


16

Η r.IIOX 11 TII� ΛOI'EΛ�

τίζοντας αχνά ξέφωτα που μας καλούσαν κοντά τους. Από την πρ(ίnη στ ιγμή κ ιόλας, κατάλαβα το μυστικό νόη μα του τοπίου: Ήταν η επι

­

στροφή στα σκ ιερά λημέρια του Ρομπέν των Δασ(ί)ν. Να διαλέξεις τη Μα­ ριάννα σου και μια συντροφιά παλ ικαρι(ί)ν, να βάλεις τα κορ ίτσια να υφάνουν μέτρα ολόκληρα πράσινο της χλόης στους ψυχοθεραπευτικούς αργαλειούς και ύστερα να το κόψεις σε λουρίδες και να ράψεις τσόχινα μυτερά σκουφιά και οδοντωτές τραχηλιές, να φτιάξεις τόξα και να τους περάσεις χορδή, να μαζέψεις φραουλόβεργες για σαΤτες και να εγκατα­ σταθείς στο Μσος - ήταν υπόθεση ημεριί)ν. Κανείς δεν μας εμπόδιζε. Ο κανονισμός του σχολείου συνοψιζόταν σε τέσσερις λέξεις: «Fay ce que voudras »." Π ραγματ ικά, όταν τα [�ρετανικά σχολεία απαρνιούνται τον συμβατικό χαρακτήρα τους μετατρέπονται σε οάσεις παραδοξότητας και ιλαρότητας και σε κάνουν να μην θέλεις να τα εγκαταλείψεις. Ωστόσο κάποιες αόριστες φήμες για ανάρμοστες σχέσεις μεταξύ δασκάλων ή μα­ θητιί)ν μεγαλύτερης ηλικίας ή και των δύο -κουτσομπολιά που δεν έβα­ ζε ο νους μας εκεί στα [�άθη του πράσινου βασιλείου μας- έγιναν αφορ­ μή να κλείσει το ίδρυμα και να [�ρεθιί) ξανά, για μια δεύτερη ευκαιρία, εξόριστος από το δάσος μου, ανάμεσα στις φιδίσιες πόρπες που είχαν οι ζιί)νες της ποδιάς του φριχτού προπαρασκευαστικού σχολείου και στο λάδι που με αυτό έτρ ιβαν τα μπαστούνια του κρ ίκετ. Επόμενο ήταν, ύστερα από τη μεθυστική ελευθερία που είχα γνωρίσει, η τύχη μου να μην διαρκέσει και πολύ. Κάθε φορά η μητέρα ήταν υποχρεωμένη να τα βγάζει πέρα με τα ξε­ σπάσματά μου. Ξεφύτρωνα απροειδοποίητα μπροστά της στη μέση του τριμήνου : άλλοτε στο εξοχικό μας στο Ντόντφορντ, ένα αχυροσκέπαστο χωριουδάκ ι στην άκρη ενός απόκρημνου μικρού δάσους, γεμάτο αλεπο­ νουρές7 (αλλά και αληθινές αλεπούδες), με ένα ρυάκι αντί για δρόμο, όπου η μητέρα καταγινόταν με τη συγγραφή θεατρικ(ί)ν έργων και παρά τις οικονομικές δυσκολίες της μάθαινε παράλληλα να πιλοτάρει ένα δι­ πλάνο Μοθ σε ένα αεροδρόμιο σαράντα χιλιόμετρα πιο πέρα' και άλλο­ τε στα ατελιέ ζωγραφικής του Πρίμροουζ Χ ιλ κοντά στο Ρ ίντζενς Παρκ, ένα [�ήμα από τους νυχτερινούς βρυχηθμούς των λιονταριών του ζωολο-


17

γικού κήπου, όπου η μητέρα μου είχε καταφέρει τον Άρθουρ Ράκαμ, γεί­ τονά της σε κείνο το ασκηταρ ιό, να ζωγραφίσει εκπληκτικές εικόνες, ιπτάμενες φωλιές πουλιών με λιλ ιπούτειους π ιλότους μέσα σε ανεμο­ θύελλα, αλισβερίσια καλικάντζαρων κάτω από τερατόμορφες ρίζες και ποντικούς που κρασοπίναν έχοντας για κούπες βελανίδια - όλα πάνω στην επιφάνεια μιας εσωτερικής πόρτας και περισσότερες από μία φο­ ρές, στο νούμερο 213 της πλατε ίας Π ικαντίλι, όπου μετακομίσαμε αργό­ τερα και όπου η σκάλα που μου έφερνε ίλ ιγγο οδηγούσε σε ένα διαμέρι­ σμα, πραγματική σπηλιά του Αλαντίν, που ψηλαντ ίκριζε τ ις αλυσιδωτές σειρές από φανάρια του δρόμου και τις ακροβατικές ουρανομήκεις ρε­ κλάμες. Στεκόμουν κατσουφιασμένος στην είσοδο, τ ιμωρημένος από το δάσκαλο, έτοιμος να ξεφουρνίσω τη μελαγχολική ιστορία μου. Π αρά την ταραχή της, η μητέρα ήταν προικισμένη με αρκετή φαντασία και χιούμορ για να μην παραδίνεται στη μελαγχολ ία της για πολύ. Όμως η καταστροφική τούτη αταξία μου έτυχε να συμπέσει με μια από τις σπάνιες άδειες του πατέρα, που ήταν διευθυντής της Υπηρεσίας Γεωλογικών Ερευν(ον των Ινδιά)ν.Η Η μητέρα και αυτός είχαν πια χωρίσει την εποχή εκείνη, και γω μόλις που είχα ΠQολάβει να τον γνωρίσω, αφού έπαιρνε την άδειά του μόνο κάθε τρ ία χρόνια. Ξαφνικά, σαν από σάλεμα μαγικού ραβδιού στον αέρα, βρέθηκα, σκαρφαλωμένος ψηλότερα από τις ορεινές λίμνες Ματζόρε και Κόμο, ν ' ακολουθώ λαχανιασμένος τ ις γιγά­ ντιες δρασκελιές του στα κατάμεστα από λουλούδια της γεντιανής βουνά. Ήταν ένας ολοκληρωμένος φυσιοδίφης, δικαιολογημένα περήφανος για την ιδιότητά του ως μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών. Μάλι­ στα είχε ανακαλύψει ένα ορυκτό των Ινδιών, που σήμερα έχει το όνομά του, καθώς και ένα άγνωστο σκουληκάκι με οκτώ τρίχες στη ράχη του' και ακόμα -τι εύθραυστο εύρημα, αλήθεια!- έναν τύπο χιονονιφάδας. (Π ολλά χρόνια αργότερα, κάθε φορά που τα λευκά χιλ ιοστημόρια του χιονιού χόρευαν γύρω μου στις Άλπεις, τις Άνδεις ή τα Ιμαλάια, αναρω­ τιόμουν ποια να ήταν τάχα τα δικά του.) Εκείνη η πανύψηλη σπαθάτη φι­ γούρα με ριχτό σακάκι Νόρφοκ και τουίντ παντελόνι σφιγμένο στο γόνα­ το ήταν εφοδιασμένη με ειδικά σύνεργα. Φορτωμένος τα κιάλια εκστρα-


18

Η "ι ι ο χ ιι Τ Ι ΙΙ AUI'EAI

τείας του και ένα δίχτυ για πεταλούδες, κοντοστεκ όμουν να πάρω ανάσα, καθώς αυτός με το γεωλογικό σφυρί του χτυπούσε ελαφρά το χαλαζία και τον μεικτό βασάλτη στους πρόποδες του Μόντε Ρόζα ή ξεδίπλωνε με ένα κλικ έναν μεγεθυντικό φακό τσέπης για να περιεργαστεί διάφορα απολι­ θώματα και έντομα του Μόντε ντε λα Κρότσε. Η φωνή του τέτοιες στιγ­ μές ηχούσε βαθιά και ταυτόχρονα γεμάτη ενθουσιασμό . Καρφίτσωνε προσεκτικά τα αγριολούλουδα για κατοπινή ταξινόμηση σε ένα βοτανο­ λογικό κουτί επενδυμένο με [�ρύα και με\,!ικές φορές σταματούσε για να σκιτσάρει κάτι με τις νερομπογιές του ζυγιασμένες σε ένα βράχο. Τι δια­ φορά, συλλογιζόμουν, από τις ζούγκλες με τις τίγρεις και τους πιθήκους, όπου τον έβλεπα με τη φαντασία μου να κατασκηνώνει, ή με τους ελέφα­ ντες, που θα πρέπει να ήταν σχεδόν το μόνο μεταφορικό του μέσο. Όταν κατεI�α ίναμε από τα βουνά, έτρεχα ξοπίσω του, μέσα στους δαιδάλους των μισιί)ν τουλάχιστον από τις πινακοθήκες της Ιταλ ίας. ***

Ακολούθησαν τρία χρόνια ηρεμίας. Ο Γκ ίλμπερτ και η Φίλις Σκοτ-Μάλ­ ντεν, με τα τρία αγόρια τους και μισή ντουζίνα σχολειαρόπουλα, που έκανα μαζί τους φροντιστήριο για εισαγωγικές εξετάσεις στο κολέγιο,9 έμεναν σε ένα ευρύχωρο σπίτι με χορταριασμένο κήπο στο Σάρε·ί. (Δεν μπορ(ί) να μην τους θυμηθώ δίχως τη μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη και συ­ μπάθεια. ) Εκε ίνος ήταν ένας εξα ίρετος κλασικός φιλόλογος και μαζί ένας καλοσυνάτος και υπομονετικός εγκυκλοπα ιδικός δάσκαλος, εν(ί) εκείνη συμπλήρωνε τη γενική παιδεία του μ ' ένα πάθος για τη λογοτε­ χνία, τη ζωγραφική και την ποίηση. Δεν είχα πάψει να έχω περιοδικές κρίσεις απειθαρχίας, αλλά μέσα μου ξημέρωνε μια π ιο ήμερη υπόσταση κα ι σημείωνα εντυπωσιακή πρόοδο στα μαθήματα που μου άρεσαν: Σε όλα δηλαδή, εκτός από τα μαθηματικά, όπου η αφηρημάδα μου άγγιζε την καθυστέρηση. Αυτοσχεδ ιάζαμε θεατρικές παραστάσε ις, πα ίζαμε σκηνές από σα ιξπηρικά έργα και ξαπλ(ί:ιναμε στο χορτάρι κάτω από μιαν αγΡιoI�αλανιδιά μασουλώντας δαμάσκηνα μέσα από ένα μπολ, κα­ θώς ο κύριος Σκοτ-Μάλντεν μάς διάβαζε τους Βατράχους του Αριστο-


ΕΙ Σ λ Ι'ΩΙ'Ι Κ Ο ΓΙ' λ ΜΜλ

19

φάνη στη μετάφραση του Γκ ί λ μπερτ Μόρε 'ί' αναφερόταν συχνά στο πρωτότυπο γ ια να εξηγήσει και ν' αναδείξει πιο καθαρά τα κωμικά στοι­ χεία και την ονοματοποιία. Είχαμε φτ ιάξει ένα καλυβάκ ι στα κ λαριά μιας γιγάντιας καρυδιάς, όπου σκαρφαλ (οναμε με σχο ινένιες σκάλες ως τη μέση του δέντρου και αποκεί και πάνω με τα δυο μας χέρια ' μάλ ιστα με άφησαν να κοιμάμαι μόνο εκεί στη διάρκεια του τε λευταίου μου κα­ λοκαιρ ινού τριμήνου. Τελ ικά , κατάφερα να περάσω τις εξετάσεις σε πεί­ σμα των μαθηματ ικ(ί>ν και βά λθηκα να περιμένω την κα ινούργ ια μου ζωή στο κολ έγιο με λαχτάρα και συγκρατημένη αυτοπεπο ίθηση . Τα αθρόα μου διαβάσματα γύρω από τα σκοτεινά χρόνια και το από­ γειο του Μεσαίωνα είχαν ρομαντικά χρωματίσει την άποψή μου γ ια το παρελθόν, και η Βασιλική Σχολή του Καντέρμπουρι ξυπνούσε μέσα μου συγκ ινήσεις εκ διαμέτρου αντ ίθετες με κείνες του Σόμερσετ ΜομΙΟ σε σχέση με το ίδιο σκηνικό. Ή ταν πλησιέστερες στα συναισθήματα του Ουόλτερ ΠατέρΙΙ πριν από εΙ�δoμήντα τόσα χρόνια , και μάλλον ταυτί­ ζονταν; όπως μου άρεσε να π ιστεύω, με τον Κρίστοφερ Μάρ λ οου,Ι2 τε­ τρακόσια πενήντα χρόνια νωρίτερα. Δεν μπορούσα να ξεχάσω πως το σχολ είο μου είχε ιδρυθεί κατά την πρωταρχή του αγγλοσαξονικού χρι­ στιανικού κόσμου, δηλαδή πριν από το τέλος του 60υ μ.Χ . αι(ονα , όταν τα απομεινάρια από τα πυρπολημένα είδωλα του Θορ και του Όντιν \ 3 κάπνιζαν ακόμη στα δάση του Κεντ: Μ ε παρόμοιο κριτήριο αρχαιότη­ τας, μερικά από τα πιο παλ ιά κτίσματα της Σχολής, που ανάγονταν στις πρώτες δεκαετίες μετά τη νορμανδική εισβολή του 1066, θα μπορούσαν να θεωρηθούν μοντέρνα. Μ ια συναρπαστική αραχνιασμένη ατμόσφαιρα πλανιόταν πάνω από την απίστευτη και μεθυστ ική τούτη αρχαιοπρέ­ πεια, ένα περιβάλλον αγέρωχο και γεμάτο μυστήριο που έκανε κάποιες άλλες περιλάλητες έδρες της σοφίας, θεμελιωμένες οχτακόσια ή και χί­ λ ια χρόνια μετά, να μοιάζουν με φανταχτερά μανιτάρια, και ήταν σαν να τύλιγε εκείνα τα σεβάσμια, φραγμένα με τοίχους, χιοματα και τις κα­ ταπράσινες εκτάσεις που τα πλαισίωναν, τις ψηλόκορμες φτε λ ιές, τη Σκοτεινή Π ύλη, τ ις ερειπωμένες αψίδες με τα μεσαύλ ια -και στ ις μέρες μου τους κατάμεστους από κοράκια βουερούς πυργίσκους του λαμπρού


Η ""ΟΧ"

20

Τ Ι ΙΙ Δ ΩΡΕ ΛΙ

ανδεγαυικού καθεδρικού ναού με το φάντασμα του αγίου Τόμας Μπέκετ και το σκήνωμα του Μαύρου Π ρ ίγκ ιπα- με την αύρα ενός σχεδόν προ'ίστορικού μύθου. Αν και το πάθος μου δεν έμελ λε να βρει ανταπ όκριση, τα πράγματα στην αρχή πήγαν αρκετά καλά. Τους συμπαθούσα όλους, από το διευθυ­ ντή και τον υπεύθυνο του οικοτ ροφείου μου ως τον τελευταίο κλητήρα, και με τον δικό μου τρόπο σημείωνα πρόοδο σε νεκρές και ζωντανές γλιί)σσες ---α ρ χαία ελληνικά, λατ ινικά ,κ αι γαλ λικά καθιί>ς και στην ιστο­ ρία και τη γεωγραφία-, δηλαδή για άλλη μια φορά στα πάντα εκτός από τα μαθηματικά. Στα σπορ έπ ιανα τον εαυτό μου να χασμουριέται, αλλά μου άρεσε το μποξ και τα κατάφερνα καλά σ ' αυτό' έχοντας διαλέξει την κωπηλασία αντί γ ια το κρίκετ, ξάπλωνα ήσυχα ήσυχα στις όχθες του πο­ ταμού Στουρ -σε ασφαλή απόσταση από τα ηχηρά παραγγέ λματα και το ρυθμικό τρίξιμο των κουπιιί>ν- διαΙ�άζoντας τη Λιλή Κρι στίνΙ4 και Γκί­ μπονΙ5 ή κουτσομπολεύοντας με αδελφούς λωτοφάγους κάτω από τις ιτιές. Οι αδέξιοι και μιμητικοί στ ίχοι μου πάντως, δημοσιευμένοι στο πε­ ριοδικό του σχολείου, ξεχύνονταν κρουνηδόν σαν εκτόπλασμα. Έγραφα και διάβαζα με θέρμη , τραγουδούσα, λογομαχούσα, σχεδίαζα και ζωγρά­ φιζα ' είχα αρκετές επιτυχίες στην υποκριτική, τη σκηνοθεσία και τη σκη­ νογραφία και απόκτησα ταλαντούχους και δραστήριους φίλους. Ένας από αυτούς, ο Άλαν Ουότς, που με περνούσε ένα χρόνο, ήταν ένας λα­ μπρός ελ ληνιστής και λατινιστής που έγραψε και τύπωσε, ενόσω φοι­ τούσε ακόμη στο σχολείο, ένα αξιόλογο βιβλίο για το Βουδισμό Ζεν πο­ λ ύ πριν η πίστη αυτή γίνει του συρμού στην Ευρώπη. Αργότερα εξελί­ χθηκε σε αυθεντία της θρησκειολογίας (στην αυτοβιογραφία του με τ ίτλ ο Ιπ my own wayι-,

που εκδόθηκε λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατό του

εδώ και μερικά χρόνια, αναφέρεται εκτενώς στα προβλήματά μου στα θρανία -ιδίως στην ξαφνική κατάληξη που είχαν- παίρνοντας γενναι­ όψυχα το μέρος μου' και αν δεν κατόρθωσε απόλυτα να εξηγήσει τ ις αι­ τίες, το λ άθος ασφαλώς δεν ήταν δικό του). •

Με τον δικί> μου τρόπο.


ε ΙΙΛΓΩ"κσ ΙΊ' Λ Μ Μ Λ

21

Αλήθεια, τ ι έφταιξε; Θαρρώ πως τισ ρα π ια ξέρω : Μ ια βιI�λιoμανής προσπάθεια να εξομοι<σσω οπωσδήποτε την καθημερινή ζωή με τη λογο ­ τεχνία, ενισχυμένη, όπως ήταν φυσικό, από το φάσμα της προσχολικής μου αναρχίας, Το πάθος μου να μεταμορφισνω αστραπιαία την ιδέα σε πράξη εξόντωνε μέσα μου κάθε α ίσθημα κ ινδύνου ή φόβο τ ιμωρίας. Όντας ασυνήθιστα δραστήριος και ανήσυχος, έφτανα συχνά στην από­ λυτη σύγχυση , Το αποτέ λ εσμα με γέμιζε αμηχανία και προβ λη μάτ ιζε τους δασκάλους μου . . . Η καταστροφή καθυστέρησε μερικούς μήνες ακόμα. Μ ε τ ο πρόσχημα πως ε ίχα χτυπήσε ι ελ αφρά κάνοντας σκι στ ις EλI�ετικές Άλπεις, λίγο πριν συμπληρ<σσω τα δεκάξι μου, μου έδωσαν άδεια ενός και μισού τρι­ μήνου από τα μαθήματα και όταν πια επέστρεψα στα θρανία απαλλάχτη­ κα προσωρινά από όλα τα αθλήματα. Έτσι, όταν όλοι οι άλλοι έτρεχαν ο μαδικά να παίξουν ράγκμπι τα απογεύματα, εγ(ί) τριγυρνούσα με ποδή­ λατο στο Κεντ -που ως εκκλησιαστική πρωτεύουσα της Αγγλίας είναι γ εμάτο-από ιστορικά μνημεία- εξερευν(ί)ντας τ ις νορμανδικές εκκ λ η­ σίες και κάθε απόμακρη γωνιά του Καντέρμπουρι. Ό μως το ουρανό­ σταλτο αυτό διί)ρο της τρυφηλ ής ελευθερ ίας δεν άργησε να συ μπ έσει με μιαν ύστατη φουρνιά από τρέλ ες που έσΙ�ησαν αμέσως κάθε προηγούμενη καλή εντύπωση. Ένα διορατικό μάτι θα είχε κιό λας αντιληφθεί ότι 'η υπο­ μονή στην κορυφή ήταν εξαντλημένη και ότι αποδώ και μπρος το παρα­ μικρό στραβοπάτημα θα γινόταν η σταγόνα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι. '" '" '"

Π ολλές ρομαντ ικές σχέσεις συχνά γεννιούνται και ευδοκ ιμούν στους κλειστούς τόπους της μάθησης, ωστόσο η ιδιοτροπία της τύχης οδήγησε το βλέμμα μου έξω από τα τείχη και γ ια μια ακόμα φορά πέρα από σύ­ νορα. Ή μουν ακριβιί)ς στην ηλικία που ερωτεύεται κανείς συχνά πυκνά κα ι με πάθος, και από καιρό οι αισθητ ικές προτ ιμήσεις μου, ολοκληρω­ τ ικά γαλουχημένες από τα Εικονογραφημένα παραμύθια του Άντριου Λαγκ, ήταν στραμμένες στα κορι τσόπουλ α που είχα δει στις ζωγραφιές του Χ ένρι Φορντ με τους κύκνειους λ αιμούς και τα αγγε λ ικά μάτια της


22

Η " ι ιοχ ι ι ΤII� ΔαPEA�

προραφαηλ ιτ ικής σχολής, πότε βασ ιλοπούλες και πότε νεράιδες του χιονιού ή χωριατοπούλες που έβοσκαν χήνες και πότε ξωτικά των πη­ γ<ον, και τα τελευταία μου περπατήματα με είχαν φέρει ως το βάθος μιας πράσινης και ευωδιαστής σπηλ ιάς στολισμένης με λουλούδια και ποικι­ λόχρωμα φρούτα και λαχανικά - με δυο λόγια, σε ένα μανάβικο που το φρόντ ιζε, στο πόδι του πατέρα της, μια τέτοια θεσπέσια ύπαρξη. ΤΟ αποτέλεσμα ήταν ακαριαίο. Στα είκοσι τέσσερά της ήταν μια μαγευτική καλλονή, ικανή να εμπνεύσει σονέτα σε έναν ποιητή και νομίζω πως ακόμη τη βλέπω και ακούω τη Ι-kιθιά, με κείνους τους χα'ίδευτικούς τό­ νους, προφορά του Κ εντ. 16.Η ξαφνική εκείνη και παράλογη λατρεία μου ίσως της έφερνε πλήξη, αλλά ήταν πολύ καλόκαρδη για να το δείξει και ίσως ακόμα να είχε σαστίσει με τους καταρράκτες των στίχων που έτρε­ χαν πάνω της. Ήξερα βέβαια πως μια παρόμοια φιλία στην πόλη, όσο αθώα και αν ήταν, καταστρατηγούσε ορισμένα πολύ βαθιά ριζωμένα τα­ μπού, τόσο αυτονόητα που δεν χρειάζονταν ρητή απαγόρευση ' παρ ' όλα αυτά εγιί>, κάθε φορά που κατάφερνα να το σκάσω, τραβούσα ολόισια στο μαγαζί της. Αλλά το μαύρο σχολικό κοστούμι μου, το σκληρό κολά­ ρο και το πλατύγυρο πουαντιγέ ψαθάκι μου, με τη γαλανόλευκη κορδέ­ λα, χτυπούσαν αμέσως στο μάτι. Τα βήματά μου παρακολουθήθηκαν κρυφά, τα σχέδιά μου ήρθαν στο φως και ύστερα από μια βδομάδα με τσάκωσαν στα πράσα να κρατ<ί> το χεράκ ι της Νέλι - με άλλα λόγια στην πιο τολμηρή φάση από όσες γν<ορισε το πάθος μου εκείνο' καθόμα­ σταν στο π ίσω μέρος του μαγαζιού πάνω σε κάτι αναποδογυρισμένα κα­ φάσια μήλων. Έτσ ι πήραν τέλος οι μέρες μου στο σχολείο. ***

Λ ίγους μήνες μετά το πάθημα αυτό, η ιδέα της καριέρας στο στρατό, που τον τελευταίο καιρό πλανιόταν αόριστα στον αέρα, άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά' και η εισαγωγή στη Σχολή Ευελπίδων πρόβαλε μπροστά μου σαν ε μπόδιο που έπρεπε να υπερπηδηθεί. Π ώς θα δικαιολογούσα όμως την αποβολή μου από το κολέγιο; Ύ στερα από τη σχετική αίτηση, ο πρώην υπεύθυνος του οικοτροφείου μου, ένας ιδιόρρυθμος και πανέξυ-


" Ι Σ Α Ι Ώ Ι ' ΙΚΟ ΓΡ Α Μ Μ Α

2�

πνος άνθρωπος, έγραψε και έστειλε ο ίδιος την απαραίτητη συστατ ική επ ιστολή. (Σε αυτήν δεν υπήρχε ίχνος μνησικακ ίας οι υπεύθυνοι της Σχολής ήταν απογοητευμένοι και ανακουφισμένοι συνάμα· εγιί) ένιωθα απελπισμένος. Τους ευγνωμονούσα όμως, επειδή, για να εξηγή σουν την εξαφάνισή μου, επικαλέστηκαν αιτίες πιο ήπιες από το γεγονός ότι δεν ήμουν παρά κακός μπελάς γ ι ' αυτούς. Μάλιστα, η πρόφα ση που υιοθέτη­ σαν είχε ένα στοιχείο δυναμισμού κα ι ρομαντικής διάθεσης.) Δεν είχα δ(οσει ακόμη απολυτήριες εξετάσεις -όπου ασφαλιί)ς θα τα έβρισκα σκούρα εξαιτίας των μαθηματικ(ον- και, αφού το χαρτί ήταν απαραίτητο σε κάθε υποψήφιο εύελπι, βρέθηκα δεκαεφτά ετιον πια να κά­ νω φροντ ιστήριο για ένα ειδικό πτυχίο που ονομαζόταν Δίπλωμα του Λονδίνο υ. Για δυο χρόνια, έμεινα στη συνοικία του Λάνκαστερ Γκέιτ και αργότερα στο Λάντμπροουκ Γκρόουβ, σε δικό μου διαμέρισ μα, που αντ ί­ κριζε τις κορυφές των δέντρων, με κηδεμόνα τον φιλικό και υπομονετικό Ν τένις Π ριντό. Μαζί του μελετούσα μαθηματικά, γαλλικά, αγγλικά και γ ε ωγραφία, ενι .Ο παράλληλα προγυμναζόμουν στα λατινικά, τα αρχαία ελ­ λ ηνικά, την αγγλική λογοτεχνία και ιστορία ξαπλωμένος συνήθως στις αναπαυτικές σεζ λονγκ του πάρκου του Κένσ ινγκτον κοντά στο Λ όρενς Γκούντμαν. (Ασυμβίβαστος και ποιητής, με έπαιρνε μαζί του σε όλες τις σαιξπηρικές παραστάσεις της σεζόν.) Τον πρώτο χρόνο έβαλα μια τάξη στη ζωή μου, έκανα αρκετούς φίλους, φιλοξενήθηκα στην εξοχή, α σχολή­ θηκα με τις χαρές της ζωής κοντά στη φύση και καταβρόχθισα περισσότε­ ρα βιβλία από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή της ζωής μου στον ανάλο­ γο χρόνο. Τελικά, πήρα το Δίπλωμα με πολύ καλούς βαθμούς στα περισ­ σότερα μαθήματα και αρκετά ικανοποιητικούς σε κείνα που φοβόμουν. Μπροστά μου όμως ανοιγόταν ακόμα ένα μακρύ μεσοδιάστημα. '" '" '"

Ένα από τα πρώτα κεφάλαια αυτού του β ιβλίου αναφέρεται αρκετά διε­ ξοδικά στον τρόπο που τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν· π(ος δηλαδή απομακρύνθηκα από τη λίγο πολύ συμβατική συντροφιά των συνυπο­ ψήφιών μου νεαρών ευέλπιδων γ ια να εισχωρήσω σ ε κύκλους ωριμότε-


24

Η !;1I0XII Τιιι ΔΩΡΙ:Λ Σ

ρων ανθριόπων που ήταν ταυτόχρονα πιο κοσμικοί, πιο μποέμ και π ιο ανορθόδοξο ι· τα απομε ινάρ ια, σαν να λέμε, της παλ ιάς χρυσής νεο­ λαίας, που πάντως δεν είχε χάσει τη φόρμα της, μια ολόκληρη δεκαετ ία και είκο σ ι χιλιάδες διπλές δόσεις ουίσκι μετά το μεσουράνημά της. Αυ­ τός ο νέος γοητευτικός κόσμος μού φαινόταν γεμάτος λάμψη και αρκε­ τή σκανταλ ιά · μου άρεσε που ήμουν ο μικρότερος της παρέας , ιδίως όταν αρχίζαμε τα άσωτα νυχτοπερπατήματα, με τα οποία τέλειωναν τα βράδια μας: «Δεν θα 'χει πού να πάει ο νεαρός φασαρίας! Ας τον πά­ ρουμε μαζί μας» . Ή μουν σε ηλικ ία που αλλάζει κανείς αστραπ ια ία: Ένας και μόνο χρόνος κρύβει μέσα του εκατό μεταμορφώσεις και ενιό τις έβλεπα να προσπερνούν σπ ινθηρίζοντας καλειδοσκοπικά, άρχισα να αμφιβάλλω αν ήμουν πράγματ ι κατάλληλος για το στρατό σε καιρό ει­ ρήνης. Το π ιο σπουδα ίο ήταν πως η αποδοχή δυο ποιημάτων μου και η δημο σ ίευση του ενός -που πρέπει να πω πως περιοριζόταν να εξυμνεί το παραδοσιακό κυνήγι της αλεπούς- είχαν ξυπνήσει μέσα μου τον πό­ θο της συγγραφικής δημιουργίας. Στο τέλος του καλοκαιριού του

1933

με την άδεια του κ. Πριντό μετα­

κόμισα βιαστικά σε ένα παλιό ετοιμόρροπο σπίτι του Σέφερντ Μάρκετ όπου είχαν κ ιόλας εγκατασταθεί ένας δυο φίλοι. Εκείνη η παράμερη γω­ νιά της πόλης, με τ ις στοές, τα μικρομάγαζα, τα γεωργιανά και βικτορια­ νά παμπ, είχε όλη τη γοητεία -εξανεμισμένη σήμερα- ενός χωριού aπο­ ξεχασμένου μέσα στις ανέπαφες ακόμη ομορφιές του Μέιφεαρ. Έβλεπα κιόλας τον εαυτό μου εγκατεστημένο να στρώνεται με απόλυτη πειθαρ­ χία και τυφλή αφοσίωση στο γράψιμο. Αντί γι' αυτό, το σπίτι δεν άργησε να μετατραπεί σε τόπο τρελ(όν και ατέλειωτων διασκεδάσεων, που με χα­ ροποιούσαν πρό σκαιρα αλλά σε τελική ανάλυση μου χαλούσαν όλα μου τα σχέδια. Δίναμε ψιλοπράματα για το νοίκι στην καλόβολη σπιτονοικο­ κυρά μας, τη δεσπο σύνη Μπέατρις Στιούαρτ, και πάντοτε καθυστερημέ­ να. Όχι πως την πείραζε αυτό, αλλά μας ικέτευε κάθε τόσο να κάνουμε λιγότερη φασαρία τ ις μικρές ιόρες της νύχτας. Άλλοτε φίλη και μοντέλο πολλιόν διάσημων ζωγράφων και γλυπτών, ήταν μαθημένη στην π ιο εκλεπτυσμένη μποέμικη ζωή της προηγούμενης γενιάς. Είχε ποζάρει για


ε Ι Σ Λι·υπκο ΓΙ'Λ Μ Μ Λ

25

καλλιτέχνες όπως ο Σάρτζεντ, ο Σ ίκερτ, ο Σάνον, ο Στίαρ, ο Τονκς και ο Αύγουστος Τζον, και οι τοίχο ι της αντικαθρέφτ ιζαν τα ενθυμήματα εκεί­ νων των καιρών' αλλά ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, που της στέρησε το ένα της πόδι, την είχε σκληρά καθηλι.οσει. Χ ρόνια αργότερα, ένας φί­ λος μού είπε πως η μορφή της είχε αποτελέσει το μοντέλο για το χάλκινο άγαλμα της Ειρήνης του Άντριαν Τζόουνς, στο σύμπλεγμα της Αψίδας του Ουέλιγκτον του Δέκψου Μπάρτον. Από τότε δεν μποριί) να προσπε­ ράσω την Αψίδα χωρίς να τη θυμηθιί) και να υψιί)σω το βλέμμα στη φτε­ ρωτή δαφνοστεφανωμένη θεά που διασχίζει μέσα στο άρμα της τον ου­ ρανό. Από το σημείο αυτό ένα περιστέρι, ανοίγοντας τα φτερά του, θα έφτανε στο περβάζι του παράθυρού της σε λιγότερο από ένα λεπτό. Το σχέδιό μου δεν ευδοκιμούσε. Εκείνη η απερίσκεπτη φυγή από το σπίτι του κηδεμόνα μου με τα τακτικά γεύματα και τις ανέσεις που τα συ­

νόδευαν είχε περιο ρ ίσει το εισόδημά μου σε μία λίρα 17 την εβδομάδα, και όπως έδειχναν τα πράγματα τα κέρδη από τις συγγραφικές επιδόσεις μου θα καθυστερούσαν γ ια κάμποσο καιρό ακόμη. Κουτσά στραβά τα έβγαζα πέρα, αλλά με το έμπα του χειμώνα με κυρίεψε η ακεφιά και η αμηχανία. Περιοδικές μόνο αναλαμπές υποσχέσεων, διάφορες δυσκολίες και σκα­ μπανεβάσματα είχαν σφραγίσει την πορεία μου ως τη στιγμή εκείνη' συ­ νεχίζονταν και τι.ορα, μόνο που ξαφνικά ένιωσα να παρασύρομαι στην αποσύνθεση μέσα από ένα πλέγμα μοιραίων υφάλων. Οι προοπτικές μου γίνονταν όλο και πιο σκοτεινές και δυσοίωνες. Ένα βροχερό βράδυ του Νοέμβρη, κοντά στα λυχνανάμματα, χάζευα μελαγχολικά πότε τις γωνια­ σμένες σελίδες στο τραπέζι μου, ποτέ τ ις ιριδιστές αντανακλάσεις από τ ις φωτεινές ρεκλάμες του Σέφερντ Μάρκετ πάνω στα τζάμια και, ακού­ γοντας το γραμμόφωνο να παίζει το «Day and night» και αμέσως μετά το «Stoπny weather», περίμενα να φτάσει στα αυτιά μου το «Lazybone»18, που χωρίς άλλο ακολουθούσε' όταν ξαφνικά, με την ορμή που έχουν οι στίχοι του Τζορτζ Χέρμπερτ στη λευκή σελίδα της αρχής του Ι�ιβλίoυ, ήρ­ θε η έμπνευση ! Ένα σχέδιο ξεδιπλώθηκε μπροστά μου με την εντέλεια και τη γρηγοράδα γιαπωνέζικου χαρτολούλουδου σε ποτήρι. Να αλλάξω σκηνικό' να εγκαταλείψω το Λονδίνο και την Αγγλία και


26

Η !:ιιοχll

ΤΙΙΣ ΔΩρεΑΣ

να σεργιανίσω στην Ευρ(ί)πη σαν αλητάκος - ή, σύμφωνα με μια πιο προσωπ ική διατύπωση , σαν φτωχός προσκυνητής ή περιπλαν(σμενος καλόγερος, ένας περιηγητής φιλόσοφος, ένας μοναχικός ιππότης ή ο κε­ ντρικός ήρωας του Μοναστηριού και της ε στίας.19 Έτσ ι ανέλπ ιστα, η λύση αυτή μου φάνηκε όχι μόνο αυτονόητη αλλά και μοναδική. Θα ταξί­ δευα πεζός, θα κοιμόμουν στις θημωνιές το καλοκαίρι και όταν έβρεχε ή χιόνιζε θα λημέριαζα σε αχούρια και θα συναναστρεφόμουν μόνο χωρι­ κούς και πλάνητες. Αν τρεφόμουν μόνο με ψωμί, τυρί και μήλα φέρνο­ ντάς τα βόλτα με πενήντα λίρες το χρόνο -δηλαδή όσες και ο λόρδος Ντάρχαμ μείον τρία μηδενικά2Ο_, θα περίσσευαν μερικά κέρματα για χαρτί, μολύβια και κανένα ποτήρι μπ ίρα. Μ ια νέα ζωή! Η Ελευθερία! Ένα θέμα γ ια να γράψει κανείς! Π ρ ιν καλά καλά κοιτάξω το χάρτη, ο νους μου έβλεπε δυο μεγάλα ποτάμια να οριοθετούν τη διαδρομή μου: Το πρώτο, ο Ρήνος, ξετύλιγε τα νερά του ως τις Άλπεις, που τις ακολουθούσαν η λυκοτρόφα κορυ­ φογραμμή των Καρπαθίων και οι οροσειρές των Βαλκανίων· και κει, στο τέρμα των μαιάνδρων του άλλου ποταμού, του Δούναβη, η Μαύρη Θάλασσα άρχιζε να απλ(σνει το μυστηριακό και ασύμμετρο σχήμα της όσο για τον τελικό προορισμό του ταξιδιού μου, αυτός δεν αμφισβητή­ θηκε ποτέ. Ο εξαϋλωτικός ορίζοντας της Κωνσταντινούπολης κεντούσε με λεπτούς κυλίνδρους και ημισφαίρια τη θαλασσινή καταχνιά· π ιο πέ­ ρα, το όρος Άθως όρθωνε τις κορυφές του· και το Ελληνικό Αρχιπέλα­ γος21 σκόρπ ιζε αχνάρ ια από κυνηγητό νησι(σν στην απεραντοσύνη του Αιγαίου. (Τη βεβαιότητα των εικόνων αντλούσα από τη γνωριμία μου με τα βιβλία του Ρόμπερτ Μπάιρον22: Το δρακοντοπράσινο Βυζάντιο πρό­ βαλλε μπροστά μου φιδοστοιχειωμένο και σημαντροσταυρωμένο.23 Κά­ ποτε μάλιστα είχα σκοντάψει τυχαία πάνω στον ίδιο το συγγραφέα μέ­ σα σ' ένα νυχτερινό κέντρο, πνιγμένο στον καπνό και τον ήχο του σαξό­ φωνου και σκοτεινό σαν τα Τάρταρα). Τις πρ(στες μέρες αναρωτήθηκα μήπως θα ήταν π ιο σωστό να στρα­ τολογήσω ένα σύντροφο· κατά βάθος όμως ήξερα πως η επιχείρηση έπρε­ πε να είναι μοναχική και η ρήξη απόλυτη. Ήθελα να στοχαστ(σ, να γρά-


Γ.IΙΛΓιIΙ·IΚΟ ΙΊ'ΛΜΜΛ

27

ψω, να αργοπορήσω ή να επιταχύνω το Ι�ήμα σύμφωνα με το κέφι μου χω­ ρίς περ ισπασμούς , ν' ατενί σ ω τα πράγματα με καινοί,ργια ματ ιά, να αφουγκραστιί) γλιί:Jσσες που να μην τις σπιλιί)νει ούτε μια γνωστή λέξη. Αν ήμουν τυχερός, οι λιτές συνθήκες του ταξ ιδ ιού μου δεν θα άφηναν πε­ ρ ιθά)ρια να χρησιμοπο ιή σω τα αγγλικά ή τα γαλλικά μου. Σ μήνη από πρωτάκουστες συλλαβές θα τρύπωναν σε παρθένα και ανυπόμονα αυτ ιά. Η ιδέα συνάντησε εμπόδ ια στην αρχή : Γιατ ί να μην περιμ ένω την άνοιξη; ( Εκείνη την ά)ρα το Λονδίνο τουρτούριζε τυλιγμένο σε πέπλα δεκεμβριάτ ικης βροχής.) Όταν όμως κατάλαl�αν πως ήταν όλα αποφα­ σισμένα, οι αντιρρησίες έγιναν σύμμαχοι. Ο ίδ ιος ο κ. Π ρ ιντό, που δί­ σταζε στην αρχή, άρχισε να l�λέπει με συμπάθεια το σχέδιό μου και ανέ­ λαβε να γράψει στον πατέρα μου στην Ινδία υποστηρ ίζοντας το διάβημά μου με τον καλύτερο τρόπο ' σκόπευα και εγιί) ο ίδιος να το κάνω γνωστό αλλά ως «γεγονός τετελε σ μένο » , ταχυδρομιί)ντας ένα γράμμα, αφού πρ(ίηα θα είχα κάνει αρκετό δρόμο - ίσως από την Κολονία . . . Ύστερα κανονΙσαμε τα σχετικά με την αποστολή της βδομαδιάτ ικης λ ίρας μου - θα λάβα ι να τέσσ ερις λίρες κάθε μήνα με συστημένο γράμμα στα ποστ ρεστάντ κάπο ιων προγραμματ ισμένων σταθμ(ί:Jν του ταξ ιδ ιού μου. (Πριί:JΤOς σταθμός ήταν το Μόναχο ' στη συνέχεια θα έγραφα για να ορί­ σω τον επόμενο . ) Μ ετά, δανείστηκα δεκαπέντε λίρες από τον πατέρα ενός φίλου μου για να εφοδιαστιί) με τα απαραίτητα του ταξιδιού αλλά και γ ια να έχω χαρτζιλίκι στην τσέπη προτού ξεκ ινή σω. Τηλεφ(ί:Jνησα στην αδερφή μου, τη Βανέσα, που είχε γυρίσ ει από την Ινδία πριν από λ ίγα χρόνια, είχε παντρευτεί και τώρα ζούσ ε στο Γκλό στερσα·ίρ. Όσο για τη μητέρα, ήταν όλο ανη συχία στην αρχή' ανο ίξαμε μαζί έναν άτλα­ ντα και, όπως τον περ ιεργαζόμα σταν, όλα τα κωμικά π ιθανά συμl�άντα του ταξιδιού μου άρχισαν να διαγράφονται μέσα από εξωφρενικά, φα­ ντα στικά επει σόδια που μας έκαναν σύντομα να σπαρταράμε από τα γέ­ λια' και ως την ά)ρα που μπήκα στο τρένο για το Λονδ ίνο το επόμενο πρωί, είχα καταφέρει να της μεταδώσω τον πυρετό της έξαψής μου. ***


28

Η εποχll Τ Ι ΙΙ ΔιιρεΑΙ

Τις τελευταίες μέρες πριν από την αναχιί>ρηση ο εξοπλισμός μου συ­ μπληριδθηκε στα γρήγορα. Το μεγαλύτερο μέρος του προερχόταν από το στοκατζίδικο στρατιωτικιί,ν ειδιί)ν του Μ ίλετ στην οδό Στραντ: Μ ια πα­ λιά στρατιωτική χλαίνη, κάμποσα πλεχτά, γκρίζα φανελένια πουκάμισα μαζί με δύο άσπρα λινά για πιο επίσημες εμφαν ίσεις, ένα μαλακό δερμά­ τινο μπουφάν, υφασμάτινες στρατιωτικές γκέτες, ένα ζευγάρι άρβυλα, ένας υπνόσακος (που σε λίγο θα τον έχανα χωρίς να τον αποζητήσω ή να τον αντικαταστήσω)· τετράδια και μπλοκ ιχνογραφίας, γομολάστιχες, ένας αλουμινένιος κύλινδρος με μoλύΙ�ια σχεδίου και μια παλιά Ποιητι­ κή ανθολογία της Οξφόρδης (που σύντομα θα έκανε επίσης φτερά και, πράγμα καταπληκτ ικό, αφού ήταν κάτ ι σαν Β ίβλος για μένα, δεν θα τη νοσταλγούσα περισσότερο από τον υπνόσακο). Το υπόλοιπο της πολύ συμβατικής κ ινητής Ι�ιΙ�λιoθήκης μου το αποτελούσε ο πριί>τος τόμος από τις Ωδές του Οράτιου σε έκδοση του Λόεμπ, τον οποίο η μητέρα, σύμφω­ να με την επιθυμία μου, είχε αγοράσει και ταχυδρομήσει στο Γκίλφορντ. (Στην αρχική λευκή σελίδα είχε σημειιί>σει ένα σύντομο μεταφρασμένο ποίημα του Π ετριί)νιου24 που το είχε Ι�ρει τυχαία, όπως μου είπε, σε έναν άλλο τόμο στο ίδιο ράφι και το είχε αντιγράψει:25 Την πατρική σου γη αφήνοντας / Γύρεψε ξενικά ακρογιάλια, παλ ικάρι / Κ αλ ύτερη μ ια τύχη σε προσμένει εκεί / Στα ενάντια μ η λιγοψυχάς: τον απροσπέλαστο θα συνα­ ντήσεις "IσrQd6 / Τον παγερό βοριά και της Καν(ί)πσιΡ το ατάραχο βασί­ λειο / Και όλους που τη γέννηση θωρούν του Φο ίβο υ και το γέρμα. Ήταν φανατ ική Ι� ιI�λιόφιλη, μα ο Π ετριί>νιος δεν συγκαταλεγόταν στους συγ­

γραφείς που την ενδιέφεραν· ωστόσο, μόλις που είχε αρχίσει να ενδιαφέ­ ρει εμένα. Η χειρονομία της αυτή με εντυπωσίασε και με συγκίνησε.) Τέ­ λος, έκοψα εισιτήριο για ένα μικρό ολλανδέζικο βαποράκ ι που έκανε δρο­ μολόγιο από το Τάουερμπριτζ ως το Αγκίστρι της Ολλανδίας.28 Αυτά τα έξοδα είχαν κιόλας καταβροχθίσει ένα γερό κομμάτι από το δανεικό μου κεφάλαιο, αν και περίσσευε ακόμα ένα μικρό μάτσο χαρτονομίσματα. Το πρωί της μεγάλης μέρας ξύπνησα με μια στάλα πονοκέφαλο από το αποχα ιρετιστήριο πάρτι της προηγουμένης, φόρεσα την καινούργια μου εξάρτυση και κίνησα νοτ ιοδυτ ικά κάτω από έναν ουρανό που προ-


Γ.IΣAΓaIΊKO ΓΡΑΜΜΑ

29

μηνούσε βροχή. Ένιωθα απ ίστευτα ελαφρός, λες και Ι�ρισκόμoυν κιόλας μακριά, μετεωρισμένος στην εκθαμβωτική στρατόσφαιρα σαν τελιί)νιο που είχε δραπετεύσει από το μπουκάλ ι του καθιί)ς η Ευριί)πη ξεδιπλω­ νόταν στα πόδια του. Αλλά οι τριζάτες αρβύλες μου με πήγαν μόνο ως το Κλίβεντεν Π λέις για να παραλάβω ένα σακ ίδιο που είχε αφήσει εκεί για μένα ο Μαρκ Όγκιλβι-Γκραντ. Επιθεωριί)ντας τον εξοπλ ισμό μου, είχε ρίξει μια ματ ιά όλο οίκτο σε κείνο που είχα κ ιόλας αγοράσε ι. (ΤΟ δι­ κό του, ένα υπέροχο νορβηγικό μοντέλο ενισχυμένο με τριγωνικό σκελε­ τό και ημικυκλικό μεταλλικό υποστήριγμα για τη μέση, τον είχε συνο­ δεύσει -σ.ν και όπως ομολογούσε ο ίδιος συχνά φορτωμένο στη ράχη ενός μουλαρ ιού- στο αθωνικό ταξίδι του μαζί με τον Ρόμπερτ Μπάι­ ρον και τον Ντέιβιντ Τάλμποτ Ράις, την εποχή που ο Μπάιρον έγραφε τον Σταθμ6. Ανεμοδαρμένο, ξέθωρο από τον μακεδονίτ ικο ήλιο, το φα­ νταζόμουν κατάμεστο από ουράνιο μάννα .) Αμέσως μετά, προμηθεύτη­ κα μια καλοζυγισμένη μαγκούρα από ξύλο φλαμουριάς για εννιά πένες στο γων ιακό καπνοπωλείο της πλατείας Σλόαν και τράΙ�ηξα για την οδό Βικτόρια και την Υπηρεσία Εκδόσεως Διαβατηρ ίων του Π έτ ι Φρανς, όπου με περίμενε το φρέσκο μου διαβατήριο. Μ ία μέρα πριν, ενιί'ι συ­ μπλήρωνα τα στοιχεία μου στην αίτηση -Τόπος γεννήσεως: Λονδίνο' ημερομηνία γεννήσεως:

11 Φεβρovαρίoυ 1915' ύψος: 1,80' μάτια : κασ τα­ νά' μαλλιά: καστανά' ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: κανένα- είχα αφήσει

το επάγγελμα κενό, μην ξέροντας τι να γράψω. «Λο ιπόν, τ ι θες να γρά­ ψουμε; » ριίηησε ο υπάλληλος δείχνοντας το κενό. Το μυαλό μου δεν κα­ τέβαζε τ ίποτα. Τον τελευταίο καιρό ήταν της μόδας ένα λα'ίκό αμερικα­ νικό τραγούδι με τίτλο « Hallelujah, Ι am a bum » . Αυτός ο σκοπός μού εί­ χε κολλήσει εκείνες τ ις μέρες σαν είδος προσωπ ικού λάιτ μότιφ και θα πρέπει να το μουρμούριζα αφηρημένος, προσπαθιοντας να συγκεντρω­ θιί), γιατί ο υπάλληλος έβαλε τα γέλια. « Ε, δεν μπορείς βέβαια να γρά­ ψεις αυτ6» ε ίπε. Κ α ι πρόσθεσε: « Γιατ ί δεν βάζεις απλιί'ις φοι τη τής;». Έτσι έκανα. Με το κολλαριστό μου ντοκουμέντο στην τσέπη , σφραγ ίδα και ημερομηνία 8 Δεκεμβρίο υ 1933 τράβηξα βόρεια προσπερνιί)ντας το Γκριν Π αρκ κάτω από ένα μαύρο σύννεφο που γινόταν όλο και πιο πυ-


Η r.IIOX II ΤΙΙΣ Λυl'ΕΛΣ

κνό. Καθιός διέσχιζα το Π ικαντ ίλ ι γ ια να τρυπιί)σω στην οδό Ουάιτ Χορς, με ξάφνιασε μια χοντρή ψιχάλα που ως το τέλος της διαδρομής, στο Σέφερντ Μάρκετ, έγινε περονιαστή βροχή. Μόλις που πρόλαI�α το ραντεI�oύ μου γ ια ένα τελευταίο γεύμα με τη δεσποινίδα Στιούαρτ και τρεις φίλους - δυο συγκάτοικους και ένα κορίτσι. Ύστερα, δρόμο. Το νερό τιόρα έπεφτε με το τουλούμι. '" '" '"

Η επόμενη κ ίνηση ήταν και η πριότη ελεύθερη πράξη της ζωής μου και, όπως η τύχη έμελλε να αποδείξε ι, η πριότη που είχε κάποιο νόημα. Όσα ακολούθη σαν, που τα ξέρεις μόνο όπως μέσες άκρες τα διηγήθηκα, προ­ σπάθη σα να τα βάλω τι.ί:ιρα σε σειρά. Ελπίζω οι αναφορές στην Κρήτη να ξυπνήσουν στη μνήμη σου, με την ίδια ζωντάνια που ξυπνούν στη δική μου, τα δάση των πρίνων, τις σπηλ ιές και τις στάνες, όπου για πριότη φορά εξομολογηθήκαμε ο ένας στον άλλο τ ις περιπέτειες της πριίπης νιότης μας. Καρδαμlίλη, 1977


1

Κάτω Χώρες

Π «

ρώτης τάξεως απόγευμα για να ξεκινήσει κανείς» είπε κοιτά­ ζοντας τη βροχή ένα από τα φιλαράκ ια που με ξεπροβόδ ιζαν και κατέβασε τα ρολά του παράθυρου.

Οι άλλοι δυο συμφώνησαν. Π ροστατευμένοι από το στεγασμένο πεζο­ δρόμιο του Σέφερντ Μάι))(ετ που βγάζει στην α�ό Κάρζον I�ρήκαμε επιτέ­ λους ένα ταξί. Στην οδό Χαφ Μουν όλοι οι γιακάδες ήταν σηκωμένοι. Στο Π ικαντίλι, χίλιες γυαλιστερές ομπρέλες έγερναν πάνω σε άλλα τόσα με­ λόν καπέλα· οι μπουτίκ της οδού Τζέρμιν, παραμορφωμένες από τη νερο­ ποντή, θύμιζαν υπol�ρύχιες σπηλιές και οι κοσμικοί κύριοι του Πολ Μολ. με το μυαλό τους στο κινέζικο τσάι και στις φρυγανιές αντζούγιας, ανα­ ζητούσαν καταφύγιο στα σκαλοπάτια της λέσχης τους. Τα νερά στα σι­ ντριβάνια της πλατείας Τραφάλγκαρ στροβιλίζονταν στη φορά του ανέ­ μου σαν νηματόσκουπες το ταξί μας, αναχαιτισμένο από το συνωστισμό των καθημερινών επιβατών του μετρό που σκόνταφταν τρέχοντας κατά το Τσάρινγκ Κρος, χώθηκε στη Στραντ και, ανοίγοντας δρόμο μέσα στο πανδαιμόνιο της κυκλοφορίας, ανηφόρισε, τσαλαβουτώντας, το Λά­ ντγκε·ίτ Χ ιλ: Ο θόλος του Αγίου Π αύλου σαν να βούλιαζε στους κολονά­ τους ώμους του. Οι τροχοί μας προσπέρασαν τη μισοναυαγισμένη μητρό­ πολη και ένα λεπτό αργότερα, η σκιά του Μνημείου29 π ίσω από τα πέπλα της liροχής έδειχνε να ξεκόβει από την κατακόρυφη φορά της σε ένα τρί­ στρατο που έλεγες πως ξεδιπλωνόταν σε σαράντα οργιές βάθος. Ο οδηγός μας, καθώς έπαιρνε τη στροφή στη μουσκεμένη άσφαλτο για να μπει στην οδό Άμπερ Τέιμς, έγειρε πίσω και είπε: «Καλός βροχάρης για παπάκ ια ! ». 31


32

Η Ειιοχll Τ Ι Ι Σ Δ ΟΡΕ Λ Σ

Μυρωδιά ψαριού χάιδεψε φευγαλέα τ α ρουθούνια μας. Οι καμπάνες του Αγίου Μάγνου του Μάρτυρα και του Αγίου Ντάνστανς στα Ανατο­ λικά σήμαιναν επ ιτακτικά την ιορα ' ανάμεσα στό Νομισματοκοπείο και τον Π ύργο του Λονδίνου οι μπροστ ινές ρόδες μας εκσφενδόνισαν κα­ ταρράκτες νερού. Αθρόα σκοτε ινά κτ ίσματα, δεντροκορφές και ακρό­ πυργα ξεχιίJρ ιζαν με δυσκολία από τη μια πλευρά μας και αμέσως, ίσια μπροστά, είδαμε να υψιίJνονται οι χαλύβδινες αψιδιοσεις και τα βέλη της Τάουερμπρι τζ. Το ταξί σταμάτησε πάνω στη γέφυρα μόλις ένα βήμα από τον πριίπο πύργο και ο οδηγός έδειξε τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδη­ γούσαν στην αποβάθρα του Άιρονγκε·ίτ. Μ ια στιγμή αργότερα τα είχαμε κατέβει: πέρα από το βοτσαλωτό λιθόστρωτο, με τη μουσκεμένη τρίχρω­ μη ολλανδική σημαία του να ανεμίζει νοτισμένη στην πρύμνη και μια ξε­ φτισμένη βεντάλια καπνού να ξεχύνεται πάνω στο ποτάμι, ήταν αγκυρο­ βολημένο το ατμόπλοιο Στά τχουντερ Βίλεμ. Εκεί που τερμάτ ιζαν ατέ­ λειωτες οργιές αλυσίδας, ο στρόβιλος της παλίρροιας το είχε υψ ιόσει με ένα στεναγμό στη στάθμη της προβλήτας: Κατάστιλπνο από τη βροχή, με τις μηχανές αναμμένες για την εκκίνηση, έπλεε ζωσμένο από ένα φωνα­ κλάδ ικο τσίρκο γλάρων. Η ανυπομονησία μου και ο κατακλυσμός συ­ ντόμεψαν τις αγκαλιές και τ ις χαιρετούρες, και γω κατέβηκα το διάδρο­ μο κρατιίJντας σφιχτά το ραβδί και το σάκο μου, ενώ οι άλλοι ορμούσαν πίσω στα σκαλοπάτια - τέσσερα λασπωμένα μπατζάκια και ένα ζευγά­ ρι ψηλά τακούνια που δρασκέλιζαν λακκούβες με λασπόνερα τρέχοντας προς το ταξί που περίμενε' μισό λεπτό αργότερα, τους είδα ψηλά στο κ ι­ γκλίδωμα της γέφυρας με τεντωμένους λαιμούς να ανεμίζουν τα χέρια πίσω από τα σφυρήλατα τετράφυλλα. Για να προφυλάξει τα μαλλιά της από τη βροχή η δεσποινίς Ψηλά Τακούνια είχε φορέσει μουσαμαδένια κουκούλα σαν του καρΙ�oυνιάρη. Εγ(ο έκανα τρελά σινιάλα καθώς λύνο­ νταν τα σκοινιά και η σκάλα σηκωνόταν. Ξαφνικά τους έχασα από τα μά­ τια μου. Η αλυσίδα της άγκυρας κροτάλισε στο αριστερό πλευρό μας, και το καράβι μπήκε στο ρέμα με ένα σκούξιμο της σειρήνας του. Αναζητιί)­ ντας άσυλο στο μικρό σαλόνι με ένα αίσθημα απροσδόκητης μοναξιάς παροδικό είναι αλήθεια-, σκεφτόμουν τι παράξενο που ήταν να σαλπά-


ΚΛΤΙΙ ΧΙΙΡΕΙ

33

ρω ttOL από την καρδLά του Λονδίνου χωρίς τα αστρα φτερά ανεμόβραχα και το θρουψάλιασμα των κoχλαδιιίJν της παραλ ίας του Ντόβερ-'ΙΟ. Σαν να μην έφευγα YLa το Βυζάνηο αλλά YLa το Ρ ίτσμοντ ή YLa ένα δείπνο με ψα­ ρομεζέδες στο ΓκρέLβσεντ. Τα μεγάλα σκάφη από ΤLς Κάτω Χιί>ρες tQL­ χναν συνήθως άγκυρα στο λψάνL του ΧάργουLτς - είπε ο καμαρότος. Όμως τα μLκρότερα όπως το Στάτχoυvτερ πάντοτε rnLavav εδιί>. Από τον καLρό της πριίnης βασίλLσσας ΕλLσάβετ , καράβLα από το Ζουίντερ Ζέε ξεφόρτωναν χέλLα ανάμεσα στον Π ύργο καL τη Γέφυρα του Λονδίνου. ***

Ύστερα από ώρες ανελέητου κατακλυσμού, η βροχή σταμάτησε σαν από θαύμα. Πάνω από τα κύματα του καπνού είχα μLα φευγαλέα εLκόνα από γοργόφτερα πεΡLστέΡLα, σποραδLκούς θόλους καL καμπαναρLά, μεΡLκά παλαντLανά31, κάτασπρα σαν κόκαλο, που πυργιί>νονταν βροχοπλυμένα σε έναν ουρανό από καλάL, ασήμL καL παηναΡLσμένο ορείχαλκο. Π ίσω τους, OL χαλύβδLνες τραβέρσες έδLναν σχήμα στον ολοένα σκουρότερο όγκο της Γέφυρας του Λονδίνου · ΠLΟ πέρα, OL σΚLές των γεφυΡLιί>ν του Σάουθγουοκ κω του Μπλάκφρα·ίαρ έσΧLζαν τη νεροπλημμύρα. Στο μετα­ ξύ, η αποβάθρα της Αγ ίας ΑLκατερίνης χανόταν, γλLστρώντας από το προσκήνLΟ, YLa να διΟΟΗ τη θέση της σης προβλήτες των Εκτελέσεων, του ΟυάπLνγκ καL του Π ρόσπεκτ οφ ΟυίτμπL, καL την ώρα που αφήναμε πίσω μας εκείνα τα οροθεηκά σημάδLα, ο ήλως έγερνε βLασηκά κω OL καπνο­ κόκΚLνες ρωγμές στα συννεφομαζιί>ματα της δύσης βάφονταν βωλεηές. Στα κενά, ανάμεσα στους σLδερένιους υπερυψωμένους διαδρόμους που γεφύρωναν τ ις αποθήκες των εμπορευμάτων, το σκοτάδL συναζόταν και οι σειρές των φορτοθυρίδων έχασκαν σαν σπηλιές. Κρεμασμένα από αλυσίδες και καλΙΟΟLα, ενισχυμένα με βάρη, αναβατόρια που ισορροπού­ σαν σε τροχαλίες προεξείχαν από απόκρημνα τοιχισματα, και τα ονόμα­ τα των εποπτιί>ν κάθε πλατφόρμας; με τα πελισΡLα λευκά γράμματα μαυ­ ρισμένα από εκατοχρονίτικο φούμο, γίνονταν κάθε σηγμή πιο δυσανά­ γνωστα. Στα ρουθούνLα μου έφτανε αποφορά από λάσπη, φύκια, βουρ­ κόνερα, αλάτι, καπνό και πίσσα και κάθε λογής σαβούρα, και οι μισοβυ-


34

Η !: Ι Ι Ο Χ 11 Τ Ι Ι Σ Λ a Ρ Ε Λ Σ

θισμένες μαούνες μαζί μ ε τ α πασσαλιοματα από κορμούς δέντρων ανάδι­ ναν διάχυτη την οσμή σάπιου ξύλου - ίσως και μυρωδιά μπαχαρικιον; Ήταν αργά πια για να ξέρω. Το πλοίο ξεμάκραινε από την ακτή αυξάνο­ ντας ολοένα ταχύτητα και οι λεπτομέρειες πέρα από την απλωμένη μπροστά μου έκτααη του νερού κα ι το στροΙ1ίλισμα των γλάρων ξεθιί>­

ριαζαν σιγά σιγά. Το Ρόδερχα·ίθ, το Μ ίλγουολ, το Λάι μχαουζ Ριτς, οι

αποΙ-\άθρες των Δυτικ(ί>ν Ινδι(ί>ν, το Ντέτφορντ και το Νησί των Σκύλων κάλπαζαν ακάθεκτα κόντρα στο ρεύμα πασαλειμμένα με σκοτάδι. Καμι­ νάδες και γερανοί φτερουγοστόλιζαν τις όχθες, ωστόσο τα καμπαναριά αραίωναν. Ένα αχτιδοστέφανο αναΙ�όσβηνε πάνω στο λόφο του Γκρί­ νουιτς. Το αστεροσκοπείο μετεωρ ιζόταν στη σκιά και το καράΙ1ι μας άνοιγε αθόρυβα δρόμο μέσα από τον μηδενικό μεσημΙ�ρινό. Οι αντανακλάσε ις από τα φιίπα της όχθης σχημάτιζαν έλικες και τε­ θλασμένες στη νεροσυρμή, που κάθε τόσο αναστατωνόταν από το φω­ σφορισμό των φινιστρινι(ον περαστικιον πλοίων, τις πένθιμες μάζες των φορτηγίδων που διακρίνονταν από τα δεξιά και αριστερά φανάρια τους ή τα περιπολ ικά του ποταμού που πηδούσαν από κύμα σε κύμα εύστοχα και γρήγορα σαν γουμπριά. Κάποια στιγμή παραμερίσαμε για να περά­ σει ένα επιΙ�ατ ικό, υψωμένο σαν φωταγωγημένη πολυκατοικία πάνω στο νεgό - από το Χονγκ Κονγκ είπε ο καμαρότος, καθιος γλιστρούσε δίπλα μας οι ποικίλες νότες των σειρήνων του αντηχούσαν τριγύgω μας λες και μυθικά μαστόδοντα στοίχειωναν ακόμη τα έλη του Τάμεση. ·Ενα κουδουνάκι σήμανε και ο καμαρότος με οδήγησε πίσω στην τρα­ πεζαρία. Ή μουν ο μοναδικός επιΙ-\άτης. «Δεν έχουμε πολλούς τον Δεκέμ­ Ι1 ριο» είπε. «Τέτοια εποχή κοπάζει η κίνηση». "Ωταν τέλειωσε το σερΙ1ίρι­ σμα, έΙ�γαλα από το σάκο μου ένα καινούργιο καλοδεμένο ημερολόγιο, το άνοιξα πάνω στην πράσινη τσόχα κάτω από ένα ρόδινο αμπαζούρ και έγραψα τις πρ(ίπες αράδες μου, καθ(ος το αλατοπίπερο και η φιάλη του κρασιού τριζοΙ10λούσαν στις βάσεις n,υς. Ύστερα βγήκα στο κατάστρω­ μα. Τα φ(ί>τα της όχθης από τις δύο πλευρές της κουπαστής είχαν αραι(ί)­ σει, αλλά το μάτι ξεχιοριζε τη μακρινή φεγγοβολή από άλλα πλεούμενα και --στις εκΙ�oλές του ποταμού- από μικρές πόλεις που η απόσταση εί-


K AT D X D P F. I

χ ε συρρ ικν(ί)(ιει σε χλωμούς αστερισμούς . Εδ(ί) και κει δ ιακρ ίνονταν σκόρπιες σημαδούρες και η ανιχνευτική λάμψη ενός φάρου. Σφραγισμέ­ νο πίσω από τους μαιάνδρους του νερού, το Λονδίνο είχε εξαφαν ιστεί και μονάχα μια πυρρόχρωμη καταχνιά μαρτυρούσε τα κατατόπια του. Αναρωτιό μουν πότε θα ξαναγύρ ιζα . Η έξαψή μου κρατούσε τον ύπνο μακριά' πόσο σημαντική φάνταζε η νύχτα ! Και ήταν πράγματ ι από κάθε άποψη : Η 9η Δεκεμf�ρίoυ του 1 933 έφτανε στο τέλος της κ α ι δεν θα έπαιρνα το δρόμο της επιστροφής πριν από τον Ιανουάριο του 1 937 - διάστημα που αργότερα μου φάνηκε ολόκληρη ζωή ' θα γύριζα πίσω σαν τον Οδυσσέα p/ein d' usage et de raί.50nJ 2 και, για καλό ή για κακό, εντελ(ί)ς μεταμορφωμένος από τα ταξίδια μου. Ωστόσο, παρά τη συγκίνησή μου, πρέπει να πήρα έναν υπνάκο, για­ τί, όταν άνοιξα τα μάτια, το μόνο φως που αντίκρισα ήταν η δ ική μας αντανάκλαση στα κύματα. Το Βασίλειο είχε αποτραβηχτεί στη δύση και στη σκιά. Ένας τσουχτερός άνεμος μαστίγωνε την αQ ματωσιά του πλοίου μας και μισή νύχτα μάς χ(όριζε πια από την ευρωπα 'ίκή ήπειρο. ** *

Δύο (ί)ρες πριν από το χάραμα, Qίξαμε άγκυρα στο ολλανδικό Αγκ ίστρι. Το χιόνι σκέπαζε τα πάντα κα ι η λοξή ανεμοσυQμή έπαιρνε σr�άQνα τους κ(ονους των φαναρι(ί)ν, αμαυρ(ί)νοντας τους φωτε ινούς δίσκους που ισομοίραζαν τον έρημο μόλο : Δεν ήξερα πως η πόλη του Ρότερνταμ ήταν χτ ισμένη λίγα χιλιόμετρα πιο μέσα από την ακτή. � μoυν και πάλι ο μο­ ναδικός επιI�της του τρένου και τούτη η ασυντρόφευτη είσοδός μου, κουκουλωμένη από σκοτάδι και φιμωμένη από χιονοβολή, συμπλήρωνε τ ην ψευδαίσθηση πως τρύπωνα στο Ρότερνταμ και στην Ευρ(οπη από ένα κρυφό πισωπόρτι. Π εQιπλανήθηκα εκστατ ικός στα σιωπηλά δρομάκ ια όπου τα κρεμα­ στά πατιί)ματα των σπιτι(ί)ν έσμιγt'1ν σχεδόν πάνω από το κεφάλι μου ' πιο πέρα, τα ακρόστεγα αποχωρίζονταν και παγωμένα κανάλ ια έπλεκαν το διάβα τους κάτω από μια σε ιρά καμπουρ ιαστά γεφύρ ια. Το χιόνι στo ιI�αζόταν στους (ί)μους ενός αγάλματος του Έρασμου. Τούφες από


36

Η !ό ι ι ο χ ι ι T ι l Σ Λ ΙΙ Ι' Ε Λ Σ

δέντρα και κατάρτ ια πρόΙiαλλαν εδιί) και κ ε ι και η πολυγωνική κλιμά­ κωση ενός πελιί)ρ ιου και περ ίτεχνου γοτθικού καμπαναριού δέσποζε πάνω στις κάθετες σκεπές, Τη στιγμή που το περιεργαζόμουν άκουσα το ρολόι του να σημαίνει πέντε φορές. Τα στενορύμια οδηγούσαν στο Μπούμγες, μια μακρ ιά προκυμαία με δεντροστο ιχίες και αγκυροΙiόλια που με τη σειρά της έΙiγαζε σ' έναν φαρδύ παραπόταμο του Μόζα και ένα στόλο από αχνοδιάκρ ιτα σκάφη. Γλάρο ι έκρωζαν γυροφέρνοντας πάνω μου και μετά βουτούσαν στην ανταύγεια των φαναριιί)ν αφήνοντας μικροσκοπικά χνάρια στο χιονι­ σμένο πλακόστρωτο ή θρονιάζονταν στα ξάρτια των δεμένων καρα(3ιιί)ν προκαλιοντας μικρές εκρήξεις χιονιού. Τα καφενεία και οι ταβέρνες των ναυτ ικιον στο πίσω μέρος της προκυμαίας ήταν όλα κλειστά εκτός από ένα μοναδικό μαγαζί που έριχνε μια γεμάτη υποσχέσεις ακτίνα φωτός. Το στόρι ανέ βηκε και ένας γεροδεμένος άντρας με ξυλοπάπουτσα άνοι­ ξε την τζαμόπορτα, ακούμπησε έναν ριγωτό γάτο στο χιόνι και ξανα­ μπήκε στο μαγαζί για να ανάψει τη σόμπα. Ο γάτος τον ακολούθησε αμέ­ σως εγιί) τον μιμήθηκα, και ο καφές με τα τηγανητά αυγά που στη συνέ­ χε ια παράγγειλα με νοήματα ήταν τα νοστιμότερα της ζωής μου. Π ρό­ σθεσα και δεύτερη μεγάλη παράγραφο στο ημερολόγιό μου -είχε αρχί­ σει κιόλας να μου γίνεται πάθος- και, καθώς ο μαγαζάτορας γυάλιζε τα ποτήρια και τα φλιτζάνια του για να τα τοποθετήσει σε αστραφτερές σειρές, άρχισε να ξημερώνει, με το χιόνι ακόμη να πέφτει στο χλωμό φό­ ντο του ουρανού. Ξαναφόρεσα τη χλαίνη μου, φορτώθηκα το σακίδιό μου, χούφτ ιασα το ραβδί μου και προχώρησα προς την πόρτα. Τότε ο μαγαζάτορας με ρώτησε πού πήγα ινα. «Στην Κωνσταντινούπολη» είπα. Τα φρύδια του σηκώθηκαν και μου έγνεψε να περιμένω' πήρε δυο ρακο­ πότηρα και τα γέμισε με διάφανο ποτό από ένα ψηλό κεραμικό μπουκά­ λι. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρ ια' εκείνος άδειασε το δικό του μονοκοπανιά και έκανα και εγώ το ίδιο. Με τα κατευόδια του να κουδουνίζουν στ ' αυ­ τιά μου, ένα σύφλογο από γουλιές του μπολς στα σωθικά μου και το χέ­ ρι μου να τσούζει από το αποχα ιρετιστήριο σφίξιμο, έβαλα μπροστά. Αυτή ήταν η επίσημη έναρξη του ταξιδιού μου.


Κ ΛΗΙ Χ ΙΙ Ι' Ε Σ

:"1

Δεν είχα απομακρυνθεί πολύ όταν αισθάνθηκα την ανοιχτή πύλη της Γκρότε Κ ερκ -του συσσωματωμένου στο τεράστιο καμπαναριό καθε­ δ ρ ικού ναού- να με προσκαλεί. Π λ ημμ υρισμένη από αχνό πρωινό φως, η κοίλη επιφάνεια της γκρίζας λιθοδομής και του ασβέστη ολοκληρωνό­ ταν σε οξυγιί>νιες αψίδες πάνω από το κεφάλ ι μου, ενιί), κάτω από τα [�ή­ ματά μου, το δάπεδο σχημάτιζε σκακ ιέρα από άσπρες και μαύρες πλά­ κες. Το θέαμα ανταποκρινόταν πειστικά σε ένα πλήθος μισοξεχασμένους ολλανδικούς πίνακες και η φαντασία μου αυτόματα γέμισε το κενό με συ­ ντροφιές από φιγούρες του 1 70υ αιιί>να που θα πρέπει να κάθονταν ή να περιφέρονταν εκεί μέσα: αστούς με μυτερές σταράτες γενειάδ ες -και τ ' αθεόφοβα σκυλάκ ια τους που δ εν εννοούσαν να περιμ ένουν απέξω- να συζητούν σοβαρά με τις γυνα ίκες και τα παι δ ιά τους , ασάλευτοι σαν πιόνια σκακ ιού, με επίσημες μαύρες τσόχινες φορεσιές και απαράλλα­ χτες κολλαριστές τραχηλιές, κάτω από τις μεγαλόπρεπες και στολισμέ­ νες με οικόσημα κολόνες. Εκτός από τούτη την εκκλησιά, η όμορφη πό­ λη ήταv γραφτό να μεταμορφωθεί σε ερείπ ια από τους βομ[mρδ ισμούς λίγα χρόνια αργότερα : Η βιασύνη μου να την αφήσω θα ήταν μικρότερη αν το ήξερα τότε. Δεν είχε περάσει ούτε μια ιί>ρα που βάδιζα με σταθερό τριζάτο βήμα δίπλα σε παγωμένα χνάρια τροχιί)ν ενός επ ιχωματωμένου δ ρόμου και τα περίχωρα του Ρότερνταμ είχαν κιόλας χαθεί στη χιονιά. Μετέωρος και πλαισιωμένος από ιτιές, ο δρόμος προχωρούσε ολόισια ως εκεί που έ φτανε το μάτι -που όμως δεν έφτανε μακριά- ενιί> η καταχνιά δεξιά και αριστερά μου μεταμόρφωνε τ ις ιτιές σε φαντάσματα για να τ ις κα­ τ απιεί λίγο μετά. Π ού και πού κάπο ιος ποδηλάτης με ξυλοπάπουτσα, μυτερό σκουφί και προστατευτ ικά μαξιλαράκ ια γ ια τα αυτ ιά έπαιρνε σάρκα και οστά μπροστά μου και το πούρο του άφηνε μια υποψία μυ­ ρ ωδιάς από την Iά[�α ή τη Σουμάτρα που πλανιόταν στον αέρα κάμποση ώ ρα μετά το πέρασμά του. Ή μουν ικανοποιημένος από την εξάρτυσή μου : Το σακίδιό μου ισορροπούσε στους ιί)μους μου αναπαυτικά και ο ση κωμένος γιακάς της παλιάς χοντρής χλαίνης μου , σφιχτοθηλυκωμέ­ νος από έναν πρόσθετο λαιμοδέτη που είχα μόλις ανακαλύψει, με προ-


38

Η Ε ι l O χ ι ι ΤΙΙΣ Λ ΙΙΙ' ΕΛΣ

στάτευε σαν ζεστό τούνελ ' η παλιά βελουδένια κυνηγετική κ ιλότα μου, με το δερμάτ ινο υπογονάτιο ντουμπλάρ ισμα που είχε μαλακ(οσει από τη χρήση, οι γκρίζες στρατιωτικές περικνημίδες μου και οι αρβύλες με

τ'1

πολλά καρφιά με θωράκ ιζαν ερμητ ικά από την κορυφή ως τα νύχια ' δεν απόμενε σχισμή γ ια το ξεροβόρι. Σύντομα φορτώθηκα με χιόνι και ένιω­ θα τα αυτ ιά μου να κουδουνίζουν, ήμουν όμως αποφασισμένος να μ.ην υποκύψω σε εκείνα τα αποκρουστ ικά μαξιλαράκια. Όταν σταμάτησε να χιονίζει, το καθάριο πρωινό φως μού αποκάλυψε μια υπέροχη επίπεδη γεωμετρία από κανάλια, πόλντερυ και ιτιές, αμέ­ τρητα πανιά ανεμόμυλων που η πνοή του ανέμου είχε βάλει σε .κ ίνηση κα­ θιίJς και σύννεφα - και όχι μόνο αυτά ' σύντομα, οι παγα'Ίρόμοι των κα­ ναλι(ον ---ως εκείνη τη στιγμή κρυμμένοι από τις χιονονιφάδες- σκόρπι­ σαν εδιί> και κει, σαν ένας άγριος φτερωτός δράκοντας από τα Ι�άθη του ορίζοντα να είχε ορμήσει συρίζοντας ανάμεσά τους. Ήταν ένα παγοθραυ­ στικό σκάφος - μια ξύλινη σχεδ ία πάνω σε τέσσερις σαμπρέλες με τε­ ντωμένο πανί που την πιλοτάρ ιζαν τρία ριψοκίνδυνα αγόρια . Ταξίδευε κυριολεκτικά με την ταχύτητα του ανέμου καθώς ο πρώτος νεαρός μα­ νoυΙ�ράριζε το πανί και ο δεύτερος κωπηλατούσε με μια μπάρα. Ο τρίτος είχε πέσει με όλο το Ι�άρoς του πάνω σε ένα φρένο σαν σαγόνι καρχαρία που εξακόντιζε πίδακες από θρύμματα πάγου στον αέρα. Π έρασε δίπλα μου ουρλιάζοντας, με τα δόντια του να δαγκώνουν τον πάγο και μια βοή σαν να σκίζονταν την ίδια στιγμή εκατό χασεδένια πουκάμισα που έγιναν χίλια καθιί>ς η σχεδία έστριβε δεξιά για να μπει σε ένα εφεδρικ ό κανάλι. . Ένα λεπτό αργότερα, μεταμορφώθηκε σε μακρινή κουκκίδα, και το τοπ ίο, με τους ανάλαφρους σαν μύγες παγοδρόμους να διαγράφουν κύκλους σε κανάλια και πόλντερ, όπως στις ζωγραφιές του Μπρέγκελ, φάνταζε τώρα ακόμα πιο ήμερο και σιωπηλό. Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα με σπιν­ θηροβόλο πέπλο και η σταχτογάλανη επιφάνεια του πάγου ήταν ορατή μονάχα στα θηλιαστά αραΙ�oυργήματα των παγοδρόμων. Οι δεντροστοι­ χίες με τις ιτιές που πλαισίωναν τα λευκά παραλληλόγραμμα των δρόμων αραίωναν σιγά σιγά σαν αναθυμιάσεις καπνού. Η αύρα που έσπρωχνε κείνα τα βιαστικά σύννεφα δεν είχε βρει εμπόδιο μπροστά της για χίλια


Κ ΛΤ Ω Χ Ω Ι ' Ε Ι

) 1)

τόσα χιλιόμετρα κ α ι ο ταξιδιιί)της που προχωρούσε μ ε κανονικό [�ηματι­ σμό στην κορυφή ενός φράγματος, πάνω από την αχλ ή των σύννεφων και την ισόπεδη πεδιάδα, πλημμύριζε από τη συγκίνηση του απείρου . • • •

Το ηθικό μου, που ήταν κιόλας πολύ καλό, αναπτερωνόταν σταθερά με κάθε [�ήμα. Δεν μπορούσα να π ιστέψω πως ε ίχα φ θάσει ως εδιί!' πως έμπαινα στην Ευριί)πη ολομόναχος, τρ ιγυρισμένος από πολυμορφία και απεραντοσύνη που υπόσχονταν αμέτρητα θαύματα. Ίσως γι ' αυτό , όλα όσα έκανα τις αμέσως επόμενες μέρες μοιάζουν σκόρπ ια και συγκεχυμέ­ να μέσα στην ανταύγεια της ευφορίας μου. Έκανα μια στάση πλάι σε μ ια πινακίδα για να φάω μια μεγάλη φέτα ψωμί και ένα κομμάτι κ ίτρινο τυ­ ρί που ο μπακάλης του χωρ ιού είχε κόψει από μια κόκκ ινη μπάλα. Το ένα βέλος της π ινακίδας έδειχνε προς Άμστερνταμ και Ουτρέχτη, το άλ­ λο προς Ντόντρεχτ , Μπρέντα και Aμ[�έρσα και γω υπάκουσα στο δεύτε­ ρο. Η διαδρομή ξετυλ ιγόταν παράλληλα μ' ένα ποτάμι τόσο ορμητ ικό, που το νερό του δεν πρόφταινε να παγιί)σει, και οι όχθες του ήταν γεμά­ τες πυκνά αγκαθόβατα, φουντουκ ιές και [-\ούρλα . Από την κουπαστή μιας γέφυρας είδα μια ολόκληρη πομπή από μαούνες που γλ ιστρούσαν με τη φορά του ρέματος στα απόνερα ενός Ι-\ρυχώμενου ρυμουλκού που τ ις οδηγούσε στο Ρότερνταμ' λ ίγο π ιο κάτω, ένα νησάκ ι, λ ιγνό σαν σαίτα υφάντρας, χιί!ριζε τα νερά στη μέση. Φάνταζε σαν πλωτό άλσος ζωσμένο με καλαμιές ένα μικρό κάστρο με πυραμιδωτή στέγη από ξυ­ λοκέραμα και πυργόπουλα με κωνικά σκέπαστρα αναδυόταν ειδυλλια­ κά από το μαγνάδι της φυλλωσιάς. Ουρανομήκη καμπαναριά ήταν σπαρμένα στο τοπίο. Φαίνονταν με γυμνό μάτι από απόσταση και μέσα στο απομεσήμερο ξεχιί)ρισα ένα σαν σημάδι και προορισμό μου. Είχε πια νυχτώσει όταν πλησίασα αρκετά για να ανακαλύψω πως ο πύργος, που είχε συναθροισμένη στα πόδια του την πόλη του Ντόντρεχτ, βρισκόταν στην απέναντι όχθη ενός φαρδύ ποταμού. Π έρασα αντίκρυ μ' ένα φέρι μπόουτ αφού είχα ξαστοχήσει τη γέφυρα μες στο σκοτάδι. Κάτω από το καμπαναριό με τις κάργιες ξεδιπλωνόταν μια πολυάσχολη αμφί-


40

Η Ε I1ΟΧ " Τ Ι Ι Σ ΛΙ21' ΕΛΙ

Ι�ια πόλη ' ήταν καμωμένη από καιροφαγωμένο τoύΙ�λo, σμιχτά αετιί>ματα, πέταυρα και χιονισμένα κεραμίδια, διαιρεμένη από κανάλια και συνδε­ μένη ξανά με γεφύρια. Π λήθος αγκυροβολημένες σχεδίες φορτωμένες ξυ� λεία σχημάτ ιζαν χαλαρές πσοεκτάσεις μόλων που ταλαντεύονταν από άκρη σε άκρη όταν ο κυματ ισμός από περαστικά σκάφη άγγιζε την πλιόρη τους. Μ ετά το βραδινό φαγητό σ' ένα μπαρ του λιμανιού με πήρε ο ύπνος ανάμεσα στα ποτήρια της μπίρας και, όταν ξύπνησα, δεν ήξερα πια πού Ι�ρισκόμoυν. Π οιοι ήταν αυτοί οι μαουνιέρηδες με τα μυτερά σκουφιά, τις φανέλες και τις ναυτικές γαλότσες; Έπαιζαν ένα είδος ουίστ, πνιγμένοι σε ομίχλη σέρτ ικου καπνού, και τα σημαδεμένα χαρτιά που χτυπούσαν στο τραπέζι ήταν στολισμένα με κούπες, σπαθιά και μπαστούνια' οι: βα­ σίλ ισσες φορούσαν ακιδωτές κορόνες, οι ρηγάδες και οι βαλέδες είχαν μανίκια ψαλ ιδισμένα και ντουμπλαρισμένα με στόφες διαφορετ ικού χριίψατος και καπέλα με φτερά στρουθοκαμήλου σαν του Φραγκίσκου του Α' ή του γερμανού αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού. Τα βλέφαρά μου πρέ­ πει να βάρυναν πάλι, γιατί με τα πολλά κάποιος με ξύπνησε και με οδή­ γησε σαν υπνοβάτη στο αν(όγειο, για να με μπάσει σε μια καμαρούλα με χαμηλή λοξή στέγη και ένα πάπλωμα σαν γιγάντια μαρέγκα. Χιόθηκα αμέ­ σως αποκάτω. Δεν πρόλαβα να παρατηρήσω άλλο από μια ελαιογραφία της βασίλισσας Β ιλελμίνης στο κεφαλάρι και μια γκραβούρα της Συνό­ δου του NtootJ4 στα πόδια του κρεβατιού προτού σβήσω το κερί. Εκτός από το χιονόλευκο τοπίο, τα σύννεφα και τη δεντροσκίαστη νε­ ροσυρμή του ποταμού Μέρβεντε, οι δυο μέρες που ακολούθησαν δεν άφη­ σαν πίσω τους σχεδόν τίποτα άλλο από τα ονόματα των μικρ(όν πόλεων όπου διανυκτέρευσα. Π ρέπει να ήταν περασμένη η ιί>ρα όταν κινούσα από το Ντόντρεχτ. Ο επόμενος σταθμός μου, το Σλίντρεχτ, βρίσκεται ελάχιστα χιλιόμετρα πιο πέρα και ο μεθεπόμενος όχι πολύ περισσότερα. Στη μνήμη μου έχουν χαραχτεί τμήματα από παλιά τείχη, λιθόστρωτες ρούγες, ένας προμαχ(όνας και φορτηγίδες ρυμουλκημένες στην ακροποταμιά, προπά­ ντων όμως η φυλακή της πόλης: Κάποιος μου είχε πει πως οι φτωχοί ταξι­ δι(ότες στην Ολλανδία μπορούσαν να ζητήσουν κατάλυμα σε αστυνομικά τμήματα - και ήταν αλήθεια. Ένας πολισμάνος με οδήγησε στο κελί μου


Κ ΛΙΏ Χ ω' Ε Σ

41

χωρίς άλλη κουβέντα και γω κοιμήθηκα κουκουλωμένος ως τα αυτιά σε μια ξυλοσανίδα στερεωμένη στον τοίχο με δυο μεντεσέδες και ασφα λισμέ­ νη

με αλυσίδες, κάτω από ένα δάσος πορνοζωγσαφιές και γκράψιτι. Μά­

λιστα προτού φύγω μου έδωσαν μια κούπα καφέ και ένα τέταρτο φσα­ ντζόλας. Ευτυχ(ός που είχα γράψει φοι τη τής στο διαl1ατήριό μου' πραγμα­ τικό φυλαχτό και «Σουσάμι άνοιξε!». Στην ευρωπα'ίκή παράδοση, η λέξη υποδήλωνε έναν ευάλωτο και πρόθυμο έφηβο σπσωγμένο στις πλατ ιές στράτες της Δύσης από τη δίψα του για μάθηση που, παρά το τσακίσ κέψ ι του και κάποια κρασοκατανυκτικά τενοριλίκια του σε κουτσολατι νική γλώσσα, είχε αναμφισβήτητο δικαίωμα στη γενική συμπασάσταση. Εκείνες τις πρ(ότες τρεις μέρες πρόσεχα να μην ξεμακσαίνω από τα παρόχθια μονοπάτια, όμως τόσο πολλοί και πε σ ίπλοκοι είναι οι δρόμοι του νερού που χωρίς να το καταλάβω άλλαξα τρεις φορές ποτάμι: ο Νούρβεντε ήταν το πρώτο, ακολούθησε ο Μέρβεντε και τέλος ο Βάαλ' στο Γκόρινχεμ όμως ο Βάαλ έσμιγε με τον Μόζα. Π ρωί πρωί αντίκρισα την πλατιά ' του κοίτη να τέμνει την πεδιάδα τραl1ιίΝτας για τούτη τη συνά­ ντηση' οι πηγές του βρίσκονταν στη Γαλλία, όπου ήταν γνωστός με το πιο φημισμένο όνομα Μεζ,3S και στη συνέχεια διέσχιζε ολόκληρο το Βέλγιο ' ποτάμι δεύτερο σε μεγαλοπρέπεια μόνο μπροστά στον Βάαλ που στις όχθες του βάδισα για το υπόλοιπο του ολλανδικού ταξιδιού μου. Ο Βάαλ εντυπωσιάζει, πράγμα όχι παράξενο αφού πρόκειται γ ια τον Ρήνο. Ο ολ­ λανδικός Rijn , το ρέμα της γενέτειρας του Ρέμπραντ , είναι μια μικσότεση βορινή διακλάδωση του κύριου όγκου που διαιρείται άπειρες φορές, χά­ νεται στο δέλτα και τέλος χύνεται από ένα αποξηραντικό κανάλι στη Βό­ ρεια Θάλασσα' παράλληλα ο Βάαλ, μπουκωμένος με χιόνια των Άλπεων και νερά της λίμνης Κωνσταντίας και του Μέλανα Δρυμού αλλά και με­ ταγγ ίσεις από χίλια ρυάκια του Ρήνου, κυλά προς τη θάλασσα μέσα σε επ ιβλητική --σφετερισμένη ωστόσο- λαμπρότητα. Π άντως, παρά το σύ­ μπλεγμα των ποταμ(όν, που οι αποστασίες και τα ξανανταμιίJματά τους αγκάλιαζαν νησιά μεγάλα σαν αγγλικές επαρχίες, ο γεωμετρικός δεσπο­ τισμός πόλντερ-καναλιού-ανεμόμυλου καλά κρατούσε' εκείνα τα ανεμ ο­ γύριστα πανιά είχαν στόχο την αποξήρανση, όχι το άλεσμα του σιτασιού.


Η !ό ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

42

Η έκταση που είχα διανύσει ω ς εκείνη τ η στιγμή βρισκόταν κάτω από τη στάθμη της θάλασσας και, χωρίς τα συστήματα πειθαρχίας που αΠUΚα­ θισωύσαν συνεχ(ος την ισορροπία στερε(ί)ν και υγρών, ολόκληρη η περιο­ χή θα ήταν πλημμυρισμένο τέλμα ή αγριεμένη θάλασσα. Από το ύψος του υδατοφράχτη, τα αμέτρητα κανάλ ια, τα πόλντερ και οι μαίανδροι από ένα πλήθος ποταμάκια ξεχ(ί)ριζαν ολοκά θαρα' από χαμηλότερη σκοπιά, όμως, μόνο τα κοντ ινότερα ρέματα ήταν ορατά. Σε επίπεδο εδάφους τα νερά ήταν άφαντα. Καθόμουν σε μια μυλόπετρα ρουφά)ντας το τσιγάρο μου δί­ πλα σε μιαν αχυραποθήκη έξω από την παλιά πόλη του Τσαλτμπόμελ, ,

όταν με ξάφνιασε το ουρλιαχτό μιας σειρήνας. Εκεί στο χωράφι, καμιά διακοσαριά μέτρα πιο πέρα, ανάμεσα σε μια εκκλησιά και κάτι δάση, ένα λευκό ψηλό σημαιοστόλιστο καράβι σιγαρμένιζε αθέατο σων κρυμμένο Μόζα μουκανίζοντας σαν αγελάδα κάτω από ένα σμήνος γλάρων. Όλη μέρα ο Μ όζας άλλοτε προχωρούσε, άλλοτε υποχωρούσε και προς το σούρουπο εξαφανίστηκε σων νότο. Στο σημείο που τον έχασα από τα μάτ ια μου

η

φαρδιά του κοίτη τρύπωνε στ ις αόρατες υπ(ί)ρειες

της Βρα[-\άντης και του Λίμπουργκ με κατεύθυνση την απρόσιτη καρο­ λιγγε ιανή EvbOXIi)QaJ6 πέρα από τις Αρδένες. Το σκοτάδι απλωνόταν καθ ιί)ς [1άδιζα αργά σε ένα ατέλειωτο μονοπά­ τι δίπλα στον Βάαλ, πλαισιωμένο από σκελετωμένα δέντρα' παγωμένοι νερόλακκοι έτριζαν κάτω από τα αρβυλόκαρφά μου' μέσα από τα κλωνά­ ρια, η Μεγάλη Άρκτος και μια χορεία χειμεριν(ί)ν αστερισμών λαμπύρι­ ζαν στον κρύο, καθαρό ουρανό. Επιτέλους τα μακρινά φιίnα του ΤΙλ στην κορυφή του πρ(οτου λόφου που αντίκριζα στην Ολλανδία πρόβαλλαν ένα ένα στην άλλη όχθη. Ένα πρόσφορο γεφύρι με πέρασε απέναντι, για να φθάσω στην αγορά της πόλης λίγο μετά τις δέκα, υπνοβατώντας από την κούραση ύστερα από τόσο μακρινή πορεία. Δεν θυμάμαι κάτω από ποια [-\ουνίσια σκέπη ή μέσα σε τι σκοτεινό μπουντρούμι πέρασα τη νύχτα. '" '" '"

Η χιί)ρα άλλαζε σιγά σιγά όψη. Για πρ(ίnη φορά η γη ξεπέρασε το επίπεδο της θάλασσας και με κάθε [-\ήμα μου η πλάστιγγα των στοιχείων έκλινε


43

όλο και περισσότερο προς το μέρος της ξηράς. Αντίκρισα ένα τοπίο με απαλή κυμάτωση, με ποτιστικά λ ιβάδια, οργωμένο χ(ί)μα ή χερσότοπο, με χιόνι που έλιωνε εδ(ί) και κει να απλά)νεται προς το βορρά εισχωρ(οντας στην επαρχία της Γουελδερλάνδης και νότια, στη Βραβάντη. Τα προσκυ­ νήματα του δρόμου και το σπιθοβόλημα των αναμμένων καντηλι(ον στις εκκλησίες μαρτυρούσαν πως είχα περάσει όχι μόνο ένα γεωγραφικό αλλά και ένα θρησκευτ ικό σύνορο. ΈΙ�λεπα αγροτόσπιτα αρμονικά ζωσμένα απ ό φτελιές, καστανιές, σημύδες και λεωφόρους με ανεμοδαρμένα δέ­ ντρα, όπως σε πίνακες του Μάιντερτ X όμπεμα ,�7 που οδηγούσαν στις εξώθυρες όμορφων αρχοντικ(ί)ν, κατοικημένων ---Όπ ως έλπιζα τουλάχι­ στον- από φ ιλήσυχους ευπατρίδες της εξοχής, τους .jonkheers. Τα ημι­ κυκλικά αετιίψατά τους σχημάτιζαν σπαστές γωνίες από παλιό κεραμίδι πλαισιωμένο με λευκή πέτρα. Π ερ ιστεροφωλιές σαμάρωναν τις βαθμίδες της οροφής και το αεράκ ι έκανε τους ανεμοδείκτες να στριφογυρ ίζουν ασταμάτητα' και όπως τα μολυβοδεμένα παράθυρα ζωντάνευαν με τα πρ(οτα φιίηα, η φαντασία μου εξερευνούσε τους εσωτερ ικούς χ(ί)ρους. Ένα διακριτικό κιαροσκούρο χάιδευε απαλά τις άσπρες και μαύρες πλά­ κες του δαπέδου' υπήρχαν δρύινα μασίφ τραπέζια με αυγουλωτά πόδια και τούρκικα κιλίμια ριγμένα πάνω τους μαγικοί καθρέφτες παραμόρ­ φωναν τα είδωλα' ξεθωριασμένοι ναυτικοί χάρτες κρέμονταν στους τοί­ χους υδρόγειες σφαίρες, κλαβεσίνα και ξυλόγλυπτα λαγούτα κείτονταν σκόρπια τριγύρω' οι προεστοί της Γουελ(') ερλάνδης, με τα ξανθά μουστά­ κια τους και τ ις γυναίκες τους με τις εφαρμοστές σκούφιες και τις πλ ισα­ ριστές τραχηλιές, ύ ψ ωναν λεπτά κρυστάλλινα ποτήρια στο φως κλαδω­ τών καντηλερι(όν, κρεμασμένων από τα δοκάρια ή τις αψίδες της οροφής, γ ια να παρατηρήσουν το χράψα του κρασιού. Φανταστικοί εσωτερικοί χ<ί)ροι .. , Δεν είναι παράξενο που βρήκαν την έκφρασή τους στη ζωγραφική. Από τις πρ<ίηες (ί)ρες στο Ρότερνταμ, η τρισδιάστατη Ολλανδία που ανάΙ�λυζε και ξεδιπλωνόταν γύρω μου συ­ γκεραζόταν μέσα μου με μιαν άλλη Ολλανδία, γνωστή και ολοκληρωμέ­ νη ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Γιατί, αν υπάρχει ένα ευρωπα'ίκό το­ π Ιο που να είναι έμμεσα οικείο στα εγγλέζικα μάτια, αυτό είναι ασφαλ(ί)ς


44

Η " " ο χ " Τ Ι Ι Σ Λ Ι Ι Ι' Ε Λ Σ

τ ο ολλανδικό ' προτού τ α μάτια μου αντικρίσουν τ ο ζωντανό πρότυπο, εκατό πρωινά και άλλα τόσα απογεύματα σε μουσεία, πινακοθήκες και παλατάκια της εξοχής είχαν πιάσει τόπο. Αυτές οι αναμετρήσεις και οι αναγνωρίσιμες εικόνες γέμιζαν με έξαψη και χαρά το ταξίδι μου. Η ίδια η φύση του τοπίου, το χρ(ί)μα, το φως, ο ουρανός, ο ανοιχτός ορίζοντας, η απλοτοπ ιά και η παιχνιδιάρα χαριτωμένη λεπτομέρεια σε πόλεις και χωριά ύφαιναν μια θαυματουργή και ιαματική μαγεία. Η θλίψη εξορκί­ ζεται, το χάος εξοστρακ ίζετα ι και η ευφορία, η πνευματική εγρήγορση και η νηφαλιότητα παίρνουν τη θέση τους. Στην περίπτωσή μου, αυτή η συγγένεια ανάμεσα στη γν(ί)ριμή μου τοπιογραfll.ί α και στην πραγματικό­ τητα έβαζε τις σκέψεις μου σε καινούργιο δρόμο. Ένα άλλο, εντελ(ί)ς διαφορετ ικό σκηνικό -εκείνο της Ιταλίας- εί­ ναι εξίσου γνωστό στους Άγγλους ως αποτέλεσμα της φανατ ικής περι­ διάΙ-kIσής τους σε πινακοθήκες. Μέσα από αυτή τη δευτερoΙ�άθμια σχέση, πόσο κοντά μας φαντάζουν οι πιάτσες και οι κιονωτές στοές! Τους πύρ­ γους κα ι τους συναρμοσμένους με αψίδες θόλους σκιάζουν οι γεφυρο­ ζεμένοι ελ ιγμο ί ενός ποταμού' οι ποταμοί με τη σειρά τους φιδοσέρνο­ ντα ι σε καστανοκόκκ ινες κo ιλά(�ες ανάμεσα σε καστελωτούς λόφους και τε ιχοζωσμένες πολιτείες υπάρχουν ακόμα καλύβες βοσκών και σπη­ λιές ακολουθεί η μαλλιαρή προβιά των δασ(ον και το πανόραμα ολο­ κλ ηρ(ί)νετα ι με αυλακωτά μισοσκότεινα ή ολόφεγγα βουνά κάτω από ου­ ρανούς που, αντί για σύννεφα, τους στολίζει ένα λευκό στεφάνι άχνας. Ωστόσο αυτή η σκηνογραφία δεν είναι παρά το φόντο για κρινοφόρα αγ­ γελούδια που πεταλουδίζουν προς τη γη ή παίζουν βιολιά και λαγούτα σε αναπαραστάσεις της Γέννησης στο ίδιο φόντο διαδραματ ίζοντα ι μαρτύρια. θαύματα, ιεροί γάμο ι, σκηνές βασανιστηρ ίων, σταυρώσεις , νεκρικές πομπές και αναστάσεις λιτανείες ξεδιπλώνονται αργά, εχθρι­ κοί στρατ ο ί παγ ιδεύονται σε ένα δάσος από ραβδωτές λόγχες , ένας ασκητικός γέροντας τύπτει τα στήθη του με μια πέτρα ή γράφει στο ανα­ λόγιο με ένα λιοντάρι κουρνιασμένο στα πόδια του · 38 ένας σεπτός έφη­ Ι�oς τρυπιέτα ι από Ι�έλη Ι-kIλλ ιστρίδας39 και γαντοφορεμένοι ιεράρχες λι­ ποθυμούν με τα μάτια στραμμένα ψηλά καθώς λεπίδες σπαθι ( ον σφην(ο -


Κ ΛΗΙ X U I ' H

45

νονται στην καλογερίστικη κουρά τους. Είναι αλήθεια πως αυτά τα φρι­ χτά δριί)μενα αιχμαλωτ ίζουν την οπτική μνήμη μας για περ ισσότερο απ ό πέντε αιιονες, μέσα από πολλές χιλιάδες κο σ νίζες, έκλεβαν τις εντυ­ πώσεις και. όταν απουσιάζουν, η ιταλική ζωγραφ ική είνα ι πολύ λιγότε­ ρο αναγνωρίσιμη από την αντίστοιχη ολλανδική , ό π ου η προτεραιότητα ανατρέπεται. Στην Ολλανδία πρωταγωνιστεί το τοπίο, ενιί) τα ανθριοπ ι­ να περ ιστατικά -ακόμα κα ι η αλλόκοτη κατακό σ υφη πτιί)ση του Ίκ α­ ρου στη θάλασσα όταν λιιί)νουν τα κέ σ ι να φτερά του- έχουν δευτερεύ­ ουσα σημασία' πλάι στο νιόσκαφτο χωράφι, τα δ έντρα, το πλοίο που αρ­ μενίζει και το σκαφτ ιά του Μπρέγκελ, ο καταποντ ιζόμενος αεροναύτης περνά σε δεύτερη μοίρα. Όσο προχωρούσα , τα αμέτρητα αργόσχολα απογεύματά μου σε διάφορα μουσεία γύριζαν π ίσω για να κάνουν αυτή τη σύγκλ ιση τέχνης και πραγ ματ ικότητας μέσα μου πιο δυνατή . Κάθε βήμα μου το επιβεβαίωνε. Η ηχ(ο τους ξυπνούσε με κάθε κα ινούργια σκηνή. Τα κατάρτια, τα μουράγια, τα αετώματα στα ποταμίσια λ ιμάνια, οι π ίσ ω αυλές με το σκουπόξυλο ακουμπ ισμένο στον τοίχο, τα δάπεδα των εκκλησιιί:ιν που θύμιζαν σκακιέρες - εκεί β σ ίσκονταν όλα, ολόκλη­ ρη η γκάμα των ολλανδ ικών θεμάτων ως τις ταβέρνες, όπου περίμενα να συναντήσω διάφορους τύπους του λιμανιού να τα π ίνουν, όπως και έγι­ νε. Σε κάθε περίσταση το όνομα του ζωγράφου αναδυόταν μαγικά στο νου μου . Για τ ις ιτιές, τις στέγες, τους καμπανόπυργους, τις αγελά δες σε πρώτο πλάνο που έβοσκαν συνεσταλμένα στα λιβάδ ια δ εν χρειαζόταν να αναρωτηθ(ί) τίνος το καβαλέτο πρόσμεναν καθιί)ς μασουλούσαν. Η ονειροπόλησή μου δεν άργησε να με οδηγήσει κάπου μεταξύ Τιλ και ' Να ίμέγκεν, στα πόδια ενός από κείνα τα πανύ ψηλα συμπαγή καμπανα­ ριά που δείχνουν σχεδόν διάφανα από μακριά. Χώθηκα μέσα για να ανέ­ βω έξι σειρές σκαλοπατιών σε ένα λεπτό και να περιεργαστιο τη θέα από τους αραχνιασμένους φεγγίτες. Το βασίλειο πρόβαλε μπροστά μου ατό­ φιο . Οι δυο μεγάλοι ποταμοί με τα παραπόταμά τους, αρμαθιές καραβό­ σκαρα και παράτες από σχεδίες το διέσχιζαν χωρίς βιασύνη. Παντο ίι τα βαθύπεδα, τα φράγματα και τα οριοθετημένα από ιτιές, αγριάδα και αρό­ σιμη γη κανάλια καθ(ίJς και λ ιβάδια σπαρμένα με αγελάδες σε προσμονή,


Η Ι; Ι Ι Ο Χ L L Τ Ι Ι Σ Λ Ι2 1 ' Ε Λ Σ

46

φάρμες, ανεμόμυλοι κ α ι μαύρες κουκκ ιδίτσες π ο υ φτερούγ ιζαν γύρω από κουρουνοφωλ ιές σε γυμνά δέντρα σαν απόκριση στους ήχους της καμπάνας και ακόμα ένα δύο καστέλ ια κουρνιασμένα στις χνουδωτές μασχάλες του δάσους, Το χιόνι εδι ί) είχε λ ιιί)σει ή είχε πέσει απαλότερο : μπλε και πράσινο, καλά ι, κεραμιδί και ασημί συνέθεταν ένα απέραντο πανόραμα από χορτάρ ι, πλημμύρα και ουρανό ! Ξεχι ο ρ ιζα μια χαμηλή λοφοσειρά στα ανατολικά και γύρω μου αντικαθρέφτισμα από παρείσα­ κτα νερά α λ λά και το θαμπό αντιφέγγισμα του κόλπου του Ζουίντερ Ζέε, Λουσμένη στο παράξενο φως της, η γαλήνια και αρμονική χώρα γλι­ στρούσε προς τον ορίζοντα κάτω από τη δίνη των σύννεφων. Στο ισόγειο του καμπαναριού, ένα οκτέτο από συναθροισμένους κω

­

δωνοκρούστες με ξυλοπάπουτσα έφτυναν στις χούφτες τους προτού αρ­ πάξουν σφιχτά τα καμπανόσκοινα και η κλαγγή των ηχητικιί)ν χρωμά­ των, που η απόσταση τη μεταμόρφωνε σε απαλή μελαγχολία, σερνόταν πίσω μου στα λιγοστά χιλιόμετρα που απόμενε να διανύσω καθιί)ς με τύ­ λιγαν η παγωνιά και η νύχτα . ***

Είχε πια σκοτεινιάσει όταν έφθασα στις απoI�άθρες του Να ·ίμέγκεν. Για πριίnη φορά ύστερα από μέρες σκαρφάλωσα μιαν ανηφοριά για να προ­ σγειωθιί) και πάλι σε λίγο. Δρομάκια με σκαλοπάτια οδηγούσαν από τα στριμωγμένα πλοία στην προκυμαία πανύψηλοι πύργοι και τεθλασμέ­ '

νες προσόψεις ορθώνονταν ανάμεσα στο σκοτάδι και τη νεροφεγγιά. Τα ψιίnα της ΠΡoI�λήτας απομακρύνονταν κυνηγιί)ντας τη μουντή ροή του Πάαλ και στα ανάντη μια τεράστια σιδερένια γέφυρα έζευε το ποτάμι και κάμποσα χιλ ιόμετρα γης πέρα απ ' αυτό. Τσίμπησα για το βράδυ και αφού συμπλήρωσα το ημερολόγιό μου I�άλθηκα να ψάχνω το μόλο για κανέναν ναυτ ικό ξεν ι ί)να , ιί)σπου I�oλεύτηκα σε μια καμαρο ύ λα πάνω από ένα σιδεράδικο. Ί Ιξερα πως ήταν η τελευταία μου νύχτα στην Ολλανδία και με ξάφ­

νιαζε

η

σκέψη πως είχα τόσο σύντομα διασχίσει τη χιΟρα. Σαν να είχαν

φυτριί)σει φτερά στις φτέρνες μου. Στεκόμουν άφωνος μπροστά στην


Κ ΛΤ Ω Χ α Ι' Ε Ι

47

έντονη καθάρια ομορφιά της μ ε την τόση ποικιλία, το εκτυφλωτ ικό φως, τη ζωογόνα και συνωμοτική γοητεία της. Καθόλου παράξενο πι;)ς γέν­ νησε τόσους ζωγράφους. Όσο για τους ίδιους τους ανθριί)πους της, αν κα ι οι γλιοσσες μας ήταν αμοιβαία δεμένες, η επ ικοινωνία μου μαζί τους δεν στάθηκε τόσο επ ιπόλαιη όσο ίσως αφήνουν αυτές οι σελίδες να εν­ νοηθεί. Αντίθετα με άλλες μορφές ταξιδιού, όταν πεζοπορείς, είνα ι αδύ­ νατο να μην μετέχεις στη ζωή γύρω σου' και οι δοσοληψίες μας στη διάρ­ κεια της ολ ιγοήμερης πορείας μου ήταν αρκετές για να αφήσουν πίσω τ ους ένα απόθεμα συμπάθειας και θαυμασμού που άντεξε ως τα σήμερα. Ο ύπνος με πήρε τόσο I�ιαστικά και δίχως όνειρα που, ανοίγοντας τα μάτια γύρω στις έξι το επόμενο πρωί, νόμισα πως η νύχτα είχε κυλήσει μέσα σε λίγα λ επτά. Με είχε ξυπνήσει η σφύρα του σιδερά κάτω από το σανιδένιο πάτωμα. Π λάγιαζα μέσα σε λήθαργο καθι ί)ς αφουγκραζόμουν τα διακεκομμένα χτυπήματα που εναλλάσσονταν με ηχηρές νότες από αλογοπέταλα στο αμόνι και, όταν σταμάτησε το ρυθμικό σφυροκόπημα, τα αυτ ίά μου άρπαξαν το λ αχάν ισμα του φυσερού , το σφύσιγμα του ατμού και ένα νευρικό χαρχάλεμα από πελιί)σιες οπλές ύστεσα ένιωσα τη μυρωδ ιά του καψαλισμένου ποΜνυχου να τρυπά τις χασαμάδες του πατώματος, άκουσα πάλι το μεταλλικό σφυσοκόπημα και τέλος το ξύ­ σιμο της λ ίμας. Ο οικοδεσπότης μου καλίγωνε ένα μεγαλόσωμο ξανθό άλογο εργασίας με χαίτη και ουρά σαν από ξέπλεκο λ ινάσι. Σαν μπήκα στο εργαστήρι του, μου έγνεψε και μουσμούρισε «καλημέσα» με το στό­ μα του γεμ� τo αλογόκασφα. ** *

Χ ιόνιζε. Το βέλος μιας πινακ ίδας έδειχνε πέρα από τη γέφυσα κατά το Ά ρνεμ, αλλά εγώ, προσηλωμένος στη νότια όχθη , τράβηξα για τα γερμα­ νικά σύνορα. Ο δρόμος δεν άργησε να απομακρυνθεί από το ποτάμι και μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω ξεχιί)ρισα δυο σιλουέτες ήταν τα τελευταία πρόσωπα που συναντούσα στην Ολλανδία προτού πεσάσω τα σύνoσcι : Δυο καλόγριες του Αγίου Βενσάν ντε Π ολ που περίμεναν το λεωψοσε ίο. Φο ρούσαν ξυλοπέδ ιλα, είχαν ρ ιγμένες στους ιί)μους μαύσες μάλλινες


Η Ειιοχ ι ι ΤΙΙΣ ΔΩΡΕΛΣ

48

εσάρπες κ α ι τ α μπλε υcrαντά ράσα τους, σφιγμένα στη μέση, σχημάτ ιζαν το φλαμανδικό πλισάρισμα. Π αρατήρησα στη ζιδνη τους κάτι κρεμάμε­ να ροζάρια από πυξάρι κα ι εσταυρωμένους σφηνωμένους σαν σπαθιά. Όμως οι ανο ιχτές ομπρέλες τους ήταν ανώφελες αφού το χιόνι τρύπω­ νε λοξά στα εφαρμοστά κεcrαλοκαλύμματά τους με τα φαρδιά τριγωνι­ κά φτερά. Οι φρουροί των συνόρων μού ξανάδωσαν σφραγισμένο το διαβατή­ ριό μου και σύντομα δρασκέλιζα τ ις τελευταίες εκατοντάδες μέτρα της ουδέτερης ζιί)νης, εν(ί) η γερμανική μεθοριακή ταμπέλα πλησίαζε ολοένα μέσα στο στρόβιλο των νιφάδων. Η μπάρα ήταν βαμμένη μα";ρη, άσπρη και κόκκ ινη και σε λίγο αντίκρισα την πορφυρή σημαία με τη μαύρη σβά­ στικα στο στρογγυλό, λευκό φόντο. Το έμβλημα αυτό κυμάτιζε στη Γερ­ μανία εδ(ί) και δέκα μήνες. Ένα [�ήμα πιο πέρα με περίμεναν χιονισμένα δέντρα και τα πρώτα λευκά χιλιόμετρα της Βεστφαλίας.


2 Α νεβαίνον τας τον Ρήνο

Η

ΠΡ(ίΗη εκείνη μέρα μου στη Γερμανία έχει αφήσει πίσω της μια μπερδεμένη ανάμνηση από δάση, χιόνι και χωριά σκορπισμένα στο θαμπό βεστφαλικό τοπίο και συννεφοσκ ίαστες χλωμές

ηλ ιαχτίδες. Αρχικός σταθμός της διαδρομής μου ήταν η πόλη του Γκοχ όπου έφθασα κατά το βράδυ' εδώ, σε ένα μικρό καπνοπωλείο, η θολού­ ρα αρχίζει να διαλύεται. Αγόρασα τσιγάρα χωρ ίς δυσκολ ία, αλλά όταν ο μαγαζάτορας με ριότησε: "Wollen Sie einen Stocknagel?"*, τα έχασα . Από μια καλοβαλμένη συλλογή σε ένα συρτάρι διάλεξε μια μικρή ανά­ γλυφη αλουμινένια πλακέτα, περ ίπου ένα χιλιοστό μακριά, με άποψη της πόλης και τα όνομά της χαραγμένο επάνω. Κ όστ ιζε ένα πφένιχ, μου είπε. Π αίρνοντας το μπαστούνι μου, πέρασε από μια πρόκα στις τρυπί­ τσες που είχαν οι δύο άκρες του μικροσκοπ ικού μενταγ ιόν και την κάρ­ φωσε στο ξύλο. Κάθε πόλη της Γερμανίας έχει το δικό της μπαστουνό­ σημο, και όταν -ένα μήνα αργότερα- έχασα το ραβδί μου, οστρακο­ πλουμισμένο κιόλας με είκοσι εφτά παρόμοιες πλακέτες, άστραφτε ολό­ κληρο σαν ασημένια μαγική μπαγκέτα. Η πόλη ήταν καταστόλιστη με εθνικοσοσιαλ ιστ ικές σημαίες και σε

μια κοντινή βιτρίνα μαγαζιού στρατιωτικών ειδ(όν έβλεπες εκτεθειμένα όλα τα αξεσουάρ του κόμματος: περιβραχιόνια με σβάστικες, εγχειρίδια

« Θέ λετε ένα μπα στο ι ινό σ ημο ; »

49


Η ι,: ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Δ α l' Ε λ Σ

50

της χιτλερικής νεολαίας, μπλουζάκ ια για τ α κορίτσια του Χ ίτλερ κ α ι κα­ φέ πουκάμισα για ενήλικες των Ταγμάτων Εφόδου ' κουμπότρυπες που θύμιζαν σ[Χiστικες ήταν με τέτοιο τρόπο ραμμένες ιοστε να σχηματίζουν τις λέξεις Χάιλ Χίτλερ και μια ανδρόγυνη κέρινη κούκλα με μαργαριτα­ ρένιο χαμόγελο ήταν ντυμένη ως το λαιμό με την επίσημη στολή των ομά­ δων κρούσεως. Αναγνιορισα μερικά πρόσωπα στις εκτεθειμένες φωτο­ γραφίες τα σχόλια των περαστ ικιον μού φανέρωσαν τα ονόματα των υπολοίπων' «Κοίταξε, αυτός είναι ο Ρεμ» είπε κάποιος δείχνοντας τον αρχηγό των Ταγμάτων Εφόδου να σφίγγει το χέρι εκείνου που θα τον έβγαζε από τη μέση τον επόμενο Ιούνιο. «Σφίγγει το χέρι του Φύρερ ! » Σε άλλη φωτογραφία, ο Μπάλντουρ φον Σίραχ δεχόταν τιμητικό χαιρετι­ σμό από μια ομάδα χιτλερικής νεολαίας ο Γκέμπελς εμφανιζόταν καθι­ στός στο γραφείο του' ο Γκέρινγκ πόζαρε με αμφίεση φαιοχίτωνα: άσπρη στολή, με πλατύφαρδο πέτσινο κοντό παντελόνι, με ένα νεογέννητο λιο­ νταράκι στα γόνατα, με φράκο και λευκή γρα[Χiτα και τέλος, με γούνινο γιακά και τυρολέζικο κυνηγετικό καπέλο, να στοχεύει με ένα δίκαννο. Αλλά οι φωτογραφίες του Χ ίτλερ, ξεσκούφωτου με περιβολή φαιοχίτω­ να, ή ζωστή καμπαρντίνα, ή στολή με διπλά σταυρωτά πέτα και δίκοχο, ή χα'ίδεύοντας ένα κουτσοδόντικο κοριτσάκι με ανοιχτοκίτρινα κοτσίδια που του πρόσφερε ένα μπουκέτο μαργαρίτες, ήταν ασυναγιΟνιστες. «Τι όμορφος άντρας ! » παρατήρησε μια γυνα ικούλα. Η συντρόφισσά της συμφιονησε αναστενάζοντας και πρόσθεσε ότι είχε υπέροχα μάτια. Η ηχηρή τανάλια του στρατιωτικού βηματισμού και ο ρυθμός ενός

πολεμικού εμβατηρίου αντιβούιζαν σε μια πάροδο. Με το σημαιοφόρο επικεφαλής, μια φάλαγγα φαιοχιτιί>νων άνοιγε δρόμο στην πλατεία. Το θούριο που χρονομετρούσε τη δρασκελιά τους, «Vo\k, ans Gewehr! »* -το είχα τόσο συχνά στ ' αυτιά μου τ ις εβδομάδες που ακολούθησαν-, το διαδεχόταν ο βίαιος ρυθμός του « H orst Wesse\ Lied»:*· Μ ια φορά να τα

Στα όπλα , λαέ !

••

«Το τραγοίιδι του Χορστ Πέ σ ελ » . Έγινε γνωστό ως εμβατήριο των ναζί.


Α Ν IΞ U Λ Ι ΝΟΝ Τ Λ Σ Τ Ο Ν Ρ Ι Ι Ν Ο

51

άκουγες, δεν τα ξεχνούσες ποτέ' και όταν τέλειωσαν, ο ι τραγουδιστές παρατάχθηκαν σχηματίζοντας τετράγωνο σε στάση ανάπαυσης. Είχε νυ­ χτ(σσει τιί)ρα και πυκνές νιφάδες διαπερνούσαν το φαναρόφωτο. Οι άντρες των Ταγμάτων Εφόδου ήταν όλοι ντυμένοι με μπότες, κ ιλότες κα ι σκληρούς καφέ σκούφους σκιέρ, στερεωμένους στο σαγόνι με λου­ ριά σαν εκείνα των μοτοσικλετιστισν, ζισνες με θήκη περ ιστρόφου και διαγισνιο ενισχυτικό λουρί στο στήθος. Τα πουκάμισά τους, με κόκκινο περιβραχιόνιο στο αριστερό μανίκι, έμοιαζαν καμωμένα από καφέ χαρ­ τί' τα πρόσωπά τους, προσηλωμένα στην ομιλία του διοικητή τους, απο­ κτούσαν μια βαρυσήμαντη, απειλητική έκφραση. Εκείνος στεκόταν στη μέση της κενής πλευράς του τετραγισνου ' και το λιμάρισμα της άρθρω­ σής του, αν και στερημένο από κάθε νόημα, ξυπνούσε ανατριχίλες. Τα ειρωνικά κρεσέντα ήταν έτσι υπολογισμένα ισστε να επιτρέπουν τ ις κα­ τάλληλες παύσεις για την αντίδραση του γέλιου και κάθε χαχανητό ξε­ σπούσε πάντα πριν από κάποια σοβαρή, παραινετ ική πτιί)ση του τόνου. Όταν έξαντλήθηκε και ο τελευτα ίος γύρος της αγόρευσης, ο ομιλητής θηλύκωσε το αριστερό χέρι στην πόρπη της ζιί)νης του, εκσφενδόνισε το δεξί του μπράτσο ψηλά κι ευθύς ένα δάσος από υψωμένα χέρια αποκρί­ θηκαν μαζικά με τριπλό ''Heί l ! '' στο κοφτό εισαγωγικό "Sieg ! ".* Έλυσαν τους ζυγούς και πλημμύρισαν την πλατεία τινάζοντας το χιόνι από τους σκούφους τους και σφίγγοντας τα λουριά στο πιγούνι καθ(σς ο σημαιο­ φόρος τύλιγε το σκουροκόκκ ινο λάΙ:ΚΙρό του και απομακρυνόταν βια­ στικά φορτωμένος το κοντάρι του. ***

Θαρριί) πως το πανδοχείο όπου βρήκα καταφύγιο είχε το όνομα «ο μαύ­ ρο ς αετός». Ήταν το πρότυπο τόσων άλλων που συναντούσα στο τέλος της καθημερινής πεζοπορίας μου ιί)στε αξίζει τον κόπο να αναπλάσω την εικ όνα του.

Η ναζιστική κραυγή "Sieg Heil ! " - «Ν ίκη. χαίρε ! » .


Η !; ι ι ο χ 1 1 Τ Ι Ι Σ Λ Ω l ' ε λ Σ

52

Το αδ ιαφανές σπείρωμα από μολυβοδεμένους φεγγ ίτες έκρυβε το χιόνι που έπεφτε μαζί και τα αυτοκ ίνητα που τραμπαλίζονταν έξω στο λασπόχιονο , και μια δερμάτ ινη κουρτ ίνα, κρεμασμένη σε ημικυκλική βέργα πάνω από την εξώπορτα, προστάτευε το δωμάτ ιο από ψυχρά ρεύ­ ματα. Βαριά δρύινα τραπέζια ήταν στημένα ολόγυρα με πάγκους στο πλάι τους, καρδιές και ρόμβοι τρυπούσαν την πλάτη των καθισμάτων, μια θεόρατη πορσελάνινη θερμάστρα άγγιζε τα δοκάρια της οροφής, τα καυσόξυλα σχημάτιζαν σωρό , και σκόνη από ροκανίδι ήταν σκορπ ισμέ­ νη στα καστανοκόκκινα τoύI�λα του πατιΟματος. Π οτήρια της μπίρας με αλουμινένια καπάκ ια ήταν παραταγμένα σε ράφια που σκαρφάλωναν ψηλά. Μ ια έγχρωμη τυπωμένη ζωγραφιά σε κορνίζα έδειχνε τον Φρειδε­ ρίκο τον Μέγα καβάλα σ' ένα ατ ίθασο άλογο, με ένα κοκορόφτερο στο λοξά φορεμένο δ ίκοχο καπέλο του. Ο Μπίσμαρκ , λευκοντυμένος και γουρλομάτης, με θώρακα, κράνος και αετό αντ ί για λοφίο, ήταν αναρτη­ μένος στο πλά ι του' ο Χ ίντεμπουργκ , με σταυρωμένα χέρια πάνω στη λαβή του σπαθιού, είχε την υπναλέα μονολιθικότητα ενός ιπποπόταμου ' κα ι από μια τέταρτη κορνίζα ο ίδιος ο Χ ίτλερ σε καθήλωνε με ένα μορ­ φασμό απέραντης κακεντρέχειας. Αφ ίσες με κόκκινες καρδιές διαφήμι­ ζαν τον καφέ ΧαΥΚ. Μ ια ντουζίνα εφημερίδες κρέμονταν αραδ ιαστά από σιδερόβεργες και σε όλη την επιφάνεια των τοίχων έβλεπες κεφά­ τες, καλλιγραφημένες ρίμες με μαύρα στοιχεία γοτθικής γραφής: Wer Jiebt nicht Wein, Weib und Gesang Der b/eibt ein ΝΒΠ sein Leben /ang!* Μπ ίρα, κύμινο, παρκετ ίνη, καφές, κούτσουρα και μισολιωμένο χιό­ νι ανακατώνονταν με καπνό από κοντόχοντρα πούρα σε ένα κοκτέιλ οσμιον που το δ ιαπερνούσε πότε πότε μια οσμή ξινολάχανου .

Όποιος τραΥΟlίδι, κορίτσι και κρασί δεν αΥαπ(ί μΠιιιίφος θα μείνει στη ζωή παντοτιVd.-ο

� ί.jΙσ1 ι μβολικες 5mQΠαζίές 1ιφαιναν ένα πέπλο ζοφερής μελαγ­

χολίας στα χαριτωμένα κατ(! τα (!λλα εκείνα στέκια. Όλο ι μιλούσαν για κρα­ σί. αλλ(! τσ01ιγκριζαν μπιροπότηρα και όχι ποτήρια του κρασιού στο τραπέζι.


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν ΊΆ Σ Τ Ο Ν Ι' Ι Ι Ν "

Έκανα τόπο ανάμεσα στην ψ ωμιέρα, το μπουκάλι της κόκκ ινης σάλ­ τσα ς και τον σκεπαστό μαστραπά πάνω στο στρογγυλό, σταμπωτό με αε­ τούς, σουβέρ και στρ(ί>θηκα στη δουλειά. Βρισκόμουν στο τέλος της κα­ ταγραφής των εντυπώσεων της ημέρας με μια δραματική περιγραφή της πα ρέλασης, όταν μια ντουζίνα φαιοχίτωνες όρμησαν μέσα στο μαγαζί και θρονιάστηκαν σε ένα μακρύ τραπέζι. Έδειχναν λιγότερο αγρ ιωποί χωρίς τα φρικτά καπέλα τους. Ένας ή δύο που φορούσαν ματογυάλια θα πρ έπει να ήταν υπάλληλοι ή φοιτητές. Σε λίγο βάλθηκαν να τραγουδούν: 1m Wald, im grϋnen Walde Da steht ein Forsterhau.�"* Τα λόγια που είχαν να κάνουν με την όμορφη κόρη του δασοφύλακα στο πράσινο δάσος ξετυλίγον;ταν χοροπηδ(ί>ντας και τέλειωναν με ένα σαρωτ ικό και στακάτο διαφοροποιημένο χορωδ ιακό ρεφρέν. Το τρα­ γούδι αυτό με τίτλο Λ όρε, Λ όρε, Λ όρε είχε σηκ(ί>σει στο πόδι τη Γερμα­ νία εκείνη τη χρονιά. Το ακολούθησε ένα δεύτερο που δεν θα αργούσε και αυtό να γίνει κοσμαγάπητο. Όπως όλα τα τραγούδια του είδους του, εξυμνούσε τον έρωτα κάτω από τις φλαμουριές: Darum wink, mein Miidel, wink ! wink! wink!** Ο στίχος που ομοιοκαταληκτούσε με αυτόν ήταν: !iitzt ein kleiner Fink, Fink,

Fink .••• (Χρειάστηκαν βδομάδες για να ανακαλύψω πως η λέξη Fink

σήμαινε το σπιτάκι πάνω σε δέντρο φλαμουριάς.) Γρονθοκόπημα συνό­ δευε το ρυθμό' ο σαματάς πρέπει να θύμιζε ποδοσφαιρική λέσχη ύστερα από ματς, αν και το τραγούδισμα ήταν τονικά σωστό. Αργότερα, η φασα­ ρΙα κόπασε και το γρονθοκόπημα ημέρεψε καθ(ί>ς το τραγούδισμα έγινε απαλ ότερο και οι μελωδίες και οι σουρντίνες άρχισαν να κλ(οθουν πιο πε­ ρ ΙΠλοκες παραλλαγές. Η Γερμανία διαθέτει μια πλούσια ανθολογία τοπι-

Στο δάσος, στο χλωρ6 δασιικι τοll δασοφlιλακα είναι το σπιτάκι.

••

Γι ' αιιτ6

•• •

yVΈφε μο1l, αΥάπη μο!l, κolιvΙδντας το χεριχκι ! Φωλιάζει ένα μ ικροιιλικο ιιπι τιΙ κι.


54

Η " I I u x I I Τ Ι Ι Σ Δ υ Ι' Ε Λ Σ

κιί)ν τραγουδιιί)ν κ α ι κείνα μου φαίνονταν ρομαντικά εγκιί)μια των δρυ­ μιί)ν και των κάμπων της Βεστφαλίας, μακρόσυρτοι στεναγμοί νοσταλ­ γίας που εκφράζονταν με τη γλιί)σσα της μουσικής. Αληθινή απόλαυση ! Για την ιί)ρα, η γοητεία τους με εμπόδιζε να σ υνδέσω τους τραγουδιστές αυτούς με την οργανωμένη τρομοκρατία, τη λεηλασία των εI�ρα 'ίκιί)ν μα­ γαζιιδν και το ολονύκτιο κάψιμο των βιI�λίων σε μεγάλες πυρές. '" '" '"

Οι πράσινες και σποραδικά δενδροφυτεμένες πεδιάδες της Βεστφαλίας ξεδιπλιί)θηκαν την άλλη μέρα μπροστά μου με ίχνη από παγωμένο [�αλ­ τότοπο κα ι μετέωρη την απειλή μιας νέας χιoνoI�oλής. Μ ια ομάδα εργα­ τιδν με σκουφιά σαν του Ρομπέν των Δασά)ν και τραγούδι στο στόμα κα­ τηφόρ ιζαν έναν απόμερο χωματόδρομο κoυI�αλιδντας στον ιίψο τα φτυάρια τους σαν τουφέκ ια. 'Ενα παρόμοιο συνεργε ίο τσάπ ιζε ένα κρεμ μυδοχιδραφο με καταπληκ τ ική, σχεδόν μηχανική, σI�ελ τοσύνη . Ήταν άνθρωποι των ταγμάτων εργασ ίας, μου είπε κάποιος χωρ ικός. Φορούσε τα ίδια ξυλοπάπουτσα που πάντα τα συνέδεα με τους Ολλαν­ δούς - χαρακτηριστ ικό υπόδημα της γερμανικής εξοχής μέχρ ι τον νό­ το. Θυμόμουν ακόμη λίγες γερμανικές φράσεις από τ ις χειμωνιάτικες δ ιακοπές μου στην Ελβετία και έτσι η γλώσσα μου δεν ήταν ολότελα δε­ μένη όπως στην Ολλανδ ία. Καθιδς τους επόμενους μήνες δεν μιλούσα άλλο από γερμανικά, εκείνα τα λεξιλογικά λείψανα καρποφόρησαν κου­ τσά στραI�ά, αν και μου είναι αδύνατο να προσδιορίσω με ακρίβεια σε αυτές τ ις σελίδες το βαθμό της ολοένα μικρότερης δυσκολίας μου να προφέρω την κατάλληλη λέξη. Εκείνο το δειλινό σταμάτησα στην κωμόπολη του Κεβελάερ. Κατα­ γράφηκε στο μνημονικό μου ως γοτθικό παρεκκλήσι που μεγάλωσε με την εκπλήρωση παλ ιιί>ν ταμάτων. Μ ια μορφή της Π αναγ ίας του K εI�ελά­ ερ, έργο του 1 70υ α ιιί)να, φεγγοβολούσε μέσα στο άδυτό της ντυμένη με [�ιoλετ ιά [�ελoύδα για τα προεόρτ ια των Χριστουγέννων, πνιγμένη σε χρυσή δαντέλα, στεμμένη με [�αρύτιμη κορόνα και ακτ ινωτό φωτοστέ­ φανο γύρω από ένα πρόσωπο που θύμιζε νεαρή Ινφάντα. Βεστφαλοί


Α Ν Ι; ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Ι Τ Ο Ν Ι' Ι Ι Ν Ο

5S

π ροσκυνητές μαζεύονταν κοπάδι στο εκκλησάκ ι τις ιερές μέρες του χρό­ νου και τα μικρά θαύματα αφθονούσαν. Η εικόνα της σφράγισε το δεύ­ τερο μπαστουνόσημό μου το επόμενο πρωί. Μ ια π ινακίδα στο δρόμο έδειχνε στην κατεύθυνση της K λέΙ�ης, την πατρίδα της Άννας της Κλέβης40, και μια άλλη σε εκε ίνη του Άαχεν. Αν είχα συνειδητοποιήσει πως αυτό ήταν το γερμανικό όνομα της Α ιξ-λα­ Σαπέλ, της πρωτεύουσας του κράτους του Καρλομάγνου, θα είχα τρα­ βήξει γ ια κει χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως, έτσι που είχαν τα πράγματα, πήρα το δρόμο για την Κολονία διασχίζοντας την πεδιάδα. Απρόσωπη, διχως ιδιαίτερη σημασία, κύλησε από μπροστά μου, ιί)σπου οι παρυφές της Ρουρ όρθωσαν στο βάθος ένα φράχτη από καμινάδες εργοστασίων σε όλο το μήκος του ορ ίζοντα και καγκελόφραξαν τον ουρανό με ένα πυ­ κνό μονοκόμματο φλάμπουρο καπνού. ***

Η Γερμανία ! . . . Δεν μπορούσα να το πιστέψω πως βρ ισκόμουν εδιί).

Για όποιον γεννήθηκε τη δεύτερη χρονιά του Α' Παγκοσμίου Π ολέ­ μου, αυτές οι συλλαΙ�ές είχαν ειδικό βάρος. Ακόμα και τιί)ρα που έσερνα πάνω της τα βήματά μου, παλιότερες υποσυνείδητες αντιλήψεις που εί­ χαν την τάση να συγχέουν τους Γερμανούς με τα μικρόβια4 \ και η πεποί­ θηση πως και τα δυο ήταν εξίσου ολέθρια εξακολουθούσαν να σιγοβρά­ ζουν μέσα μου' τα επόμενα χρόνια πλήθυναν κι έγιναν σύννεφα , τόσο απειλητικά όσο και ο καπνός των καμινάδων της Ρουρ που σκέπαζε τον ορίζοντα, ικανά να μεταγγίζουν στο τοπίο μια παράξενη ψυχική διάθεση - τι είδους διάθεση, αλήθεια; Ένα συναίσθημα εξαιρετικά απροσδιόρι­ στο για να το συλλάβει και να το αναλύσει κανείς στα πεταχτά. Π ρέπει να πάω δεκατέσσερα χρόνια π ίσω, στο πρ(ίnο ολοκληρωμένο πε ρ ιστατικό που σώζεται στη μνήμη μου. Με κρατούσε από το χέρ ι η Μάργκαρετ, η κόρη της θετής οικογένειάς μου"', μέσα στα χωράφια του

Βλ . Ειιτα ΥωΥικι ί ΥριΙμμ α .


56

Η Ε ιι ο χ l l Τ Ι Ι Σ Δ α Ρ Ε Α Σ

Νορθάμπτονσα 'ίρ, αργά το απομεσήμερο της 1 8ης Ιουνίου του 1 9 1 9 . Ήταν η γιορτή της Ειρήνης κ α ι η Μάργκαρετ πρέπει ν α ήταν τότε δ(όδε­ κα χρόνων κι εγ(ί> να είχα πατήσει τα τέσσερα. Π λήθος χωρικοί είχαν συ­ ναχθεί στο λιβάδι γύρω από έναν πελ(ί>ριο σωρό καυσόξυλων έτοιμων για το άναμμα, που στην κορφή του κρέμονταν δυο ομοι(ί>ματα του Κάι­ ζερ και του Δ ιαδόχου. Ο Κάιζερ φορούσε αυθεντικό σφηνωτό κράνος και υφασμάτ ινο προσωπείο με τεράστ ια μουστάκ ια' ο Μ ικρός Ουίλι ήταν εφοδιασμένος με χαρτ ονένιο μονόκλ και ένα καπέλο ουσάρου φτιαγμένο από ξέφτια κουρελούς και οι δυο τους ήταν παπουτσωμένοι με αληθινές γερμανικές μπότες. Όλος ο κόσμος είχε ξαπλώσει στο χορ­ τάρι τραγουδ(ί>ντας μπαλάντες της εποχής του πολέμου. Π εριμέναμε να σουρουπώσει γ ια να ανάψουμε την πυρά. (Και μια λεπτομέρεια που έρ­ χεται στο νου μου: Όταν είχε σχεδόν νυχηί>σει, ένας ανθρωπάκο ς που τον έλεγαν Θάτσερ Μπράουν, φωνάζοντας « Μ ισό λεπτό ! », ακούμπησε μια ανεμόσκαλα στο σωρό των ξύλων, σκαρφάλωσε και ξερίζωσε τις μπότες, αφήνοντας έτσι να ξεπεταχτούν φούντες από άχυρο κάτω από τα γόνατα. Ακούστηκαν διαμαρτυρίες. « Γιατί να χαραμιστούν; » αποκρί­ θηκε.) Τέλος, κάποιος έβαλε φωτιά στα ξερά ρείκια ---στ η βάση του σω­ ρού- και ο ι φλόγες τινάχτηκαν ψηλά σ ' ένα ζωηρό λαμπάδιασμα. Όλοι έδωσαν τα χέρια και βάλθηκαν να χορεύουν γύρω της τραγουδ(ί>ντας το «Δεσποινίδα από το Αρμαντιέρ» και « Βάλε τους καημούς στο γέρικο γυ­ λιό σου». Ο τόπος γέμισε φως και όταν οι φλόγες άγγιξαν τα δυο σκιά­ χτρα, ένα σ ιντριβάνι από αδέσποτες εκρήξεις εκσφεντονίστηκε στον αέ­ ρα' πρέπει να ήταν παραγεμισμένα με βεγγαλικά! Ρουκέτες και αστερά­ κια ξεχύθηκαν στο σκοτάδι. Ακολούθησαν παλαμάκια και ζητωκραυγές: « Αποδώ πάει ο Κάιζερ Μπιλ ! ». Για τα παιδιά σαν εμένα, που τα είχαν καθίσει πάνω στους (ί>μους, ήταν μια στιγμή εκστατική και φρικτή μαζί. Στην ανταύγεια της φωτιάς, οι φιγούρες των σταματημένων χορευτ(ί>ν έριχναν ομόκεντρες δεσμίδες σκιάς πάνω στο χορτάρι. Τα δυο ομοι(ί>μα­ τα είχαν αρχίσει να ρεύουν σαν εφιαλτικο ί μπαμπούλες από κόκκ ινη στάχτη. Τσιρ ίζοντας, ανεμοσβουρίζοντας φωσφοριστά αστεράκ ια και σφεντονίζοντας τρακατρούκες, παιδιά έτρεχαν μέσα έξω από τον κλοιό


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Ι Τ Ο Ν Ρ Ι Ι Ν Ο

57

τ ων θεατιί)ν, ιί)σπου ξάφνου οι χαρούμενες φωνές τους πάγωσαν. Έγι­ ναν σκληριές και ύστερα κραυγές που ζητούσαν [�oήθεια. Α μέσως το πλήθος μαζεύτηκε σε ένα μοναδικό σημείο και κάρφωσε τα μάτια κατα­ γής. Η Μάργκαρετ έκανε να πλησιάσει και τ ινάχτηκε π ίσω. ΈI�αλε τα χέ­ ρια της πάνω στα μάτια μου και αρχίσαμε να τρέχουμε. Αφού είχαμε κά­ πως ξεμακρύνει, με φορτ(ί)θηκε στην πλάτη με τα πόδια μου μανταλωμέ­ να γύρω στη μέση της φωνάζοντας « Μην κοιτάς, μην κοιτάς ! » . Συνέχισε να κόI�ει δρόμο όσο π ιο γρήγορα μπορούσε μέσα από σκοτεινά χωράφια και θημωνιές και πάνω από σανιδένιους φράχτες. Ωστόσο, εγι ί) έριξα πί­ σω μου μια κλεφτή ματιά. Η εγκαταλειμμένη φωτιά φιίηιζε το ανθρωπο­ μάνι που ήταν στριμωγμένο κάτω από τις ιτιές. Όταν φτάσα με σπίτι εκείνη όρμησε στο επάνω πάτωμα, με ξέντυσε, με έβαλε στο κρεI�άτι της και χ(οθηκε κάτω από τα σκεπάσματα σφίγγοντάς με πάνω στο φανελέ­ νιο νυχτικό της με τρέμουλο και αναφιλητά χωρίς να αποκρ ίνεται στις ερωτήσεις μου. Μόνο ύστερα από ατέλειωτη πολιορκ ία, δέχτηκε μέρες αργότερα να ομολογήσει τι είχε συμβεί: Ένα αγοράκ ι του χωριού κλο­ τσοχόρευε στη χλόη με το κεφάλι γερμένο π ίσ ω και ένα κεράκ ι-I�αρελότo στο στόμα. Το βαρελότο είχε γλιστρήσει από τα δόντια και είχε σφηνωθεί στο λαιμό του. Το κουβάλησαν αμέσως κάτω στο ρυάκ ι καθιος εκείνο σφάδαζε από αγωνία «ξερνιοντας άστρα». Όμως ήταν πολύ αργά . . . Εφιαλτικό ξεκίνημα. Λίγο αργότερα , η Μάργκαρετ μ ε πήγε να δ ω κά­ τι φορτηγά γεμάτα γερμανούς αιχμαλιίηους που γύριζαν στην πατρίδα τους και ύστερα την ταινία Οι τέσσερις ιππότες της Αποκαλ ύψεως που άφησε π ίσω της μια συγκεχυμένη εντύπωση από βλήματα που έσκαγαν, κορμιά παγιδευμένα σε αγκαθωτά σύρματα και μια νύχτα οργ ίων με πρ(οσους αξιωματικούς σε έναν πύργο. Π ολύ καιρό μετά , παλιά τεύχη του σατιρικού περιοδικού Punch και το Βιβλίο ΤC;JV (j(ίJρωv της βασίλ ισ­ σας Μαίρης και λευκ(οματα με γελο ιογραφίες του πολέμου ήρθαν να

εν ισχύσουν το ζοφερό κλ ίμα της μυστικοπάθειας με μια νέα συλλογή από θεατρικά στοιχεία: Ιστορ ίες φρίκης, πυρπολημένα αγροτόσπιτα, ερ ειπωμένες γαλλικές εκκλησιές, Ζέπελιν42 και ο Ι�ηματ ισμός της χήνας λογχοφόροι που κάλπαζαν έφιπποι στα φθινοπωρινά δάση, ουσάροι με


Η " " Ο Χ 11 Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

58

έμΙ�λημά τους τ η νεΚQοκεψαλή. θωQακοψόροι αξιωματικοί με το σημ ο το υ Σιδερένι ο υ Στα υρού

Παρά­

και επιδέξιους χεΙQ ισμούς της σπάθης,

μονόκλ και oaQMvιo γέλιο ... (Π όσο διαψορετ ικοί, αλήθεια, από τους δι­ κούς μας ανέμελους υπαξιωματικούς σε παρόμοιες απεικονίσεις: σκυ­ λάκια ψοξ-τεQιέ, πεQικνημίδες, μΠQιγιαντίνη και τούQκικα τσιγάρα' και ο γεQο- Μπιλ, ο καραβανάς που άναβε το τσιμπούκι του με τη λάμψη του μπαQουτ ιού! ) Οι γεQμανο ί αξιωματικοί πεQιβάλλονταν από ανατριχια­ στική αίγλη που ωστόσο δεν χαQακτήQ ιζε τους απλούς πολίτες. Αλλά και ο πολυάσχολος οικογενε ιάQχης. η σψιχτοκουμπωμένη συμI�ία του, τα σχολαστ ικά, μυωπ ικά παιδιά τους, μαζί και ο αποκρουστικός τους σκύλος ντάχσουντ, που εκψωνούσαν την «Ωδή του Μ ίσους» ανάμεσα σε λουκάνικα και μαστραπάδες, δεν κατάφερναν να απαλύνουν την ξενό­ τροπη ιδιορρυθμία των πρ(δτων εντυπώσεων. Αργότερα, καθ(ί>ς μεγά­ λωνα, όλοι οι κακοποιοί στα I�ιI�λία μου (όταν δεν ήταν Κ ινέζοι) ήταν πάντα Γερ μανο ί - αρχικατάσκοποι ή μεγαλομανείς επ ιστήμονες με βλέψεις κυριαρχίας. (Π ότε ακριΙ%ς αυτές οι φανταστικές εικόνες πήραν τη θέση του μοντέλου των γQαφικ(ίJν πριγκ ιπάτων του 1 90υ α ι(ί>να που, με εξαίρεση την Π ρωσία, τα κατοικούσαν αποκλειστικά φιλόσοφοι και συνθέτες, μουσικοί , αγρότες και φο ιτητές που το έριχναν αδελφωμένοι στο πιοτό και στο ΤQαγούδι; Ίσως μετά τον γαλλΟΠQωσικό πόλεμο.) Τε­ λευτα ία, είχε ΠQοβληθεί η ταινία Ουδέν νειVτερoν από το Δ υτικό Μέτω ­ πο. Ακολούθησαν ιστορίες της βεQολ ινέζικης νυχτερινής ζωής. Δεν είχε

μεσoλαI�ήσει τίποτε άλλο αξΙΟΠQόσεκτο ως τη στ ιγμή που οι ναζί ήρθαν στην εξουσία. Π (ί>ς μου φα ίνονταν οι ΓεQμανοί τώρα που βρ ισκό μουν ανάμεσά τους; Κανένας λαός δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μια τόσο μελο­ δραματική εικόνα. Αντ ιδρ(ί>ντας ψυσικά σε αυτή την κλιμάκωση άρχισα να τους I�ρίσκω συμπαθητικούς. Υπάρχει στη Γερμανία μια πατροπαρά­ δοτη τάση παροχής προστασ ίας σε κάθε περιπλαν(δμενο νεαρό άτομο: Η ίδια η ταπεινή μου υπόσταση λειτουργούσε σαν «Σουσάμ ι άνοιξε» απέναντι στη συμπαράσταση και τη φιλοξενία τους. Μάλιστα μου έκανε


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Σ Τ Ο Ν Ι' Ι Ι Ν Ο

59

εν τύπωση πως η αγγλική καταγωγή μου Ι�oηθoύσε σ ' αυτό' ήμουν ένα σπάνιο πουλ ί και αντικείμενο γενικής πεQιέQγειας. Όμως ακόμα και αν έβρ ισκα λιγότεQα ΠQάγματα να μου αQέσουν, πάλι θα ένιωθα φιλικά απέ­ ναντί τους ! Ή μουν, επιτέλους, στο εξωτεQικό, μαΚQιά από τα γνΙ\JQιμα λ ημέρια μου και η θάλασσα με χιί>ριζε από τους παλ ιούς (') εσμούς μου ' όλα αυτά, συγκερασμένα με την ξέφρενη κ ι ολοένα ζωηρότερη αγαλλίαση του ταξιΙΊιού, έριχναν μια χρυσή φεγγoΙ�oλή στο νέο πεQιΙ�άλλον μου. Ακόμα και ο μολ υ/�ένιoς ουρανός και το μονότονο τοπίο γύQ(ι) από το Κρ έφελντ φάνταζαν μυστηρ ιιί>δη και γοητευτικά, αν και η μεγάλη αυτή βιο μηχανική πόλη έχει καταγραφεί στη μνήμη απλιί>ς ως τόπος διανυκτέ­ ρευσης. Ωστόσο, προς το τέλος της επόμενης μέQας, το vυxtEQLνό αντι­ φέγγισμα του Ντίσελντορφ μαρτυρούσε πως Ι�ρισκόμoυν και πάλι κοντά στον Ρήνο. Για άλλη μια φορά το τρανό ποτάμι κυλούσε χαλιναγωγημέ­ νο από ένα πελιδριο μοντέρνο γεφύρι (που είχε το προκλητικό όνομα Γέ­ φυρα του ΣκαΥεράκη σε ανάμνηση της μάχης της Γιουτλάνδης) και όχι λι­

γότερο ' πλατύ από την τελευταία φορά που το ε ίδα. ΦαρΙΊιές λεωφόροι ξετυλίγονταν στην αντικρινή όχθη. Υπήρχαν πάQκα, ένα κάσΤQΟ και μια τεχνητή λίμνη όπου μια λίγο πολύ ασάλευτη και αναπόφευκτα φιλάQε­ σκη ομάδα κύκνων καθQεφτιζόταν στους νεQόλακκους που είχαν σκα­ φτεί ειδικά γι' αυτούς πάνω στον πάγο ' όμως δεν είΙΊα μαύQΟ κύκνο ανά­ μεσά τους, όπως ο Τόμας May4J στην ίΙΊια εκείνη έκταση του ποταμού. Ριδτησα έναν αστυφύλακα κατά πού έπεφτε το φτωχοκομείο. Μ ιας ιόρας περπάτημα οδηγούσε σε ένα μισοσκότεινο τετράγωνο. Αποθήκες, ε ργοστάσια κι έQημες αυλές ήταν Ι�υθισμένα σε παχύ αμάλαγο χιόνι. Χ τύπησα το κουδούνι' ένας γενάτος φραγκ ισκανός καλόγεQος με ξυλο­ πέδιλα ξεμαντάλωσε την πόρτα και μου έδειξε το δQόμο ΠQος έναν κοι­ τ(δνα εφοδιασμένο με αχυροστρωμνές πάνω σε aLhEQtVLa ΚQεβάτ ια, γε­ μάτο αποφΟQά μούχλας και ανάQια μουQμουQητά . Το φανάQΙ του (') Qό­ μου έδειχνε π ιασμένα όλα τα ΚQεΙ�τ ια γύρω από τη σόμπα. Έβγαλα τα άρβυλά μου και ξάπλωσα καπνίζοντας σε κατάσταση αυτοάμυνας. Είχα να κοιμηθώ στο ίδιο δωμάτιο μαζί με τόσους άλλους από τότε που άφη­ σα το σχολείο. Καθιί>ς βασίλευαν τα μάτ ια μου, σκεφτόμουν πως την


60

Η Ε ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Λ Ο Ι' Ε Λ Σ

ιί)ρα εκε ίνη κάποιοι συμμαθητές μου βρίσκονταν ακόμη εκεί περιμένο­ ντας τη λήξη του τελευτα ίου τριμήνου, βολεμένοι αναπαυτικά στα κρε­ [�άτια τους με ουρανό και πράσινα παραπετάσματα, μετά τον νυχτερινό γύρο του επιτηρητή μας. Τα ψιίπα θα είχαν σβήσει, το ρολόι του κολε­ γίου του Καντέρμπουρι, ο Χάρι, θα σήμαινε την ιί>ρα και η φωνή του νυ­ χτοφύλακα στο δ ιάδρομο θα ανάγγελνε μιαν ήσυχη νύχτα. Ένας μακρόσυρτος ρόγχος κα ι μια λαρυγγική κορόνα από το διπλα­ νό κρεI�άτι με τίναξαν αλαφιασμένο επάνω. Η σόμπα είχε σI�ήσει. Ροχα­ λητά, γρυλ ίσματα και στεναγμοί έσμιγαν σε χορωδία. Αν και όλοι κοι­ μούνταν [�αθιά, το αυτί μου έπ ιανε μισοτελειωμένες φράσεις και σκόρ­ π ια χαχανητά' ξεσπάσματα εδιί) και κει. Κάπο ιος βάλθηκε να μουρμου­ ρ ίζει ένα σκοπό που ξάφνου κόπηκε στη μέση. Κουρνιασμένοι στα δο­ κάρια της οροφής, όλο ι ο ι εφιάλτες της Ρηνανίας πλάκωναν ένας ένας πάνω σ' εκείνους τους κοιμισμένους. Ήταν ακόμη σκοτάδι στην αυλή και χιόνιζε, όταν ο καλόγερος της [�άρδ ιας μας προμήθεψε τσεκούρ ια και πρ ιόνια. Στο φως της λάμπας πιάσαμε δουλειά σ' ένα σωρό στοιβαγ μένα ξύλα και, αφού τα πελεκήσα­ με, σταθήκαμε στην ουρά μπροστά σε έναν άλλο σιωπηλό μοναχό που έδωσε στον καθένα από μια κούπα καφέ παίρνοντας π ίσω τα εργαλεία μας. Ένας τρίτος μοίρασε φέτες μαύρο. ψωμί και, όταν επιστρέψαμε τις κο ί!πες, ο σύντροφός μου στη δουλειά θρoυI�λιασε τ ις παγωμένες στα­ λαγματ ιές γύρω από την κάνουλα της τρόμπας και βάλαμε ένας ένας τη χειρoλαI�ή σε κ ίνηση για να ξεπλύνουμε τη νύχτα από τα μάτια μας. Η εξώθυρα ξεμανταλιί:Jθηκε πάλι. Ο λοτόμος συνάδελφός μου ήταν Σάξονας από το Μπρούνσβικ. Πή­ γαινε στο Άαχεν, όπου, αφού είχε σταθεί άτυχος στην Κολονία, το Ντούι­ σμπουργκ, το Έ σεν και το Ντίσελντορφ και είχε κυριολεκτικά χτενίσει ολάκερη την περιοχή της Ρουρ, έλπ ιζε να βρει δουλειά σε ένα εργοστά­ σιο που έφτιαχνε [�ελόνες και καρφίτσες. «Δεν έχω στον ήλιο μοίρα ! » μου είπε. Χώθηκε καμπουριάζοντας στο εργατικό πανωφόρι του και κα­ τέI�ασε τα πτερύγια του σκούφου του ως τα αυτιά. Λιγοστοί μόνο διαI�ά­ τες είχαν απομείνει στο δρόμο κι έσκυβαν όπως εμείς για να φυλαχτούν


Α Ν ε lΙ λ Ι Ν Ο Ν Τ λ Σ Τ Ο Ν Ρ Ι Ι Ν Ο

61

από τις ψ ιχαλ ιστές νιφάδες. Χ ιόνι σκέπαζε με ομο ιόμορφο χαλί τις πρ οεξοχές των σπ ιτ ιιον και τα περβάζια και τα πεζοδρόμια. Ένα τραμ μάς προσπέρασε με κλαγγή και αναμμένα τα φιίnα του, αν και είχε αρχί­

σει να χαράζει. Όταν φτάσαμε στην καρδιά της πόλης είδαμε τους λευ­

κούς ασπ ίλωτους κήπους και τα κρουσταλλιασμένα δέντρα να αγκαλιά­ ζουν το άγαλμα ενός έφιππου εκλέκτορα. « Κ α ι τι κάνε ι η κυβέρνηση; » ρ ώτησα. «Δεν παίρνει μέτρα; » « Α , σαπίλα ! » έκανε εκε ίνος σηκιί)νοντας τους ιί)μους σαν το θέμα να ήταν περ ίπλοκο γ ια την απλουστευμένη γλώσσα της επικοινωνίας μας. Ε ίχε περάσει δ ύσκολες μέρες και δεν έλ­

πιζε στο καλύτερο . . . Ο ουρανός ξαστέρωνε' ένα λεμονί φως ξεχυνόταν από τ ι ς ρωγμές των

σύννεφων, καθ(ος διαβαίναμε τη Γέφυρα του Σκαγεράκη και οι σει­

ρήνες της κατωποταμιάς ανάγγελναν πως κάποιο φορτηγό πολλιί)ν τό­ νων είχε μόλις σαλπάρει. Στο σταυροδρόμι της απέναντ ι όχθης ανάψα­ με τα δυο τελευταία πούρα από το κουτί που είχα αγοράσει στο Στάτ­ χο υντερ . Ξεφύσηξε ένα πυκνό σύννεφο καπνού και έσκασε στα γέλ ια : «Ώρα είναι να με πάρουν για γαλαζοαίματο ! » είπε. Όταν είχε κάνει με­

ρικ ά βήματα , στράφηκε π ίσω και φιί)ναξε κουν(ί)ντας το χέρ ι : "Gute Reise, Kamerad ! " κι ύστερα συνέχισε δυτικά, προς το Άαχεν. Εγιί) τρά­

βηξα νότια, αντίθετα από το ρέμα , προς την Κολονία. ***

Ύστερα από μια πρ(ί)τη εντύπωση, τα δυο περίφημα καμπαναριά άρχι­ ζαν να ψηλιί)νουν καθιος τα χιλιόμετρα που μας χ(ί)ριζαν εξουδετεριί)νο­ νταν σιγά σιγά. Τέλος κυριάρχησαν στη νεφοσκέπαστη πεδιάδα όπως τα ιριάζει σε ακρόπυργα καθεδρ ικού ναού - χάνονταν μόνον εκεί που παρεμβάλλονταν τα περίχωρα της πόλης, για να ψηλαρμενίσουν και πά­ λ ι μέσα στο σούρουπο, καθιος εγιί) περιεργαζόμουν τα συμπλέγματα των αγ ίων πάνω από τους τρεις γοτθικούς πυλώνες. Στο εσωτερικό, όπου ήτ αν κιόλας πολύ σκοτε ινά γ ια να ξεχωρίσει κανείς τα χρ(οματα του γυαλιού, συνειδητοποίησα πως Ι�ρισκόμoυν μέσα στην πιο μεγάλη γοτ­

θ ική μητρόπολη της βόρειας ΕυριΟπης. Εκτός από έναν μικροσκοπικό


Η r. I I o x ι ι Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

62

αστεQισμό από κεQάκ ια στο Ι�άθoς ενός σκιεQού παQεκκλησιού, τ α πά­ ντα μόλις δ ιαΚQίνονταν, Γυνα ίκες, ανάμεσά τους και καλόγQ ιες, ΠQΟ­ σεύχονταν γονατ ιστές και η μουQμουριστή τους αντιφιίJνηση αΠΟΚQινό­ ταν χορωδ ιακά στο ΠQοο ιμιακό σόλο του ιεQέα: Α ve Maria, gratia,s p/ena'

ένα διαΚQιτικό πλατάγ ισμα από χάνΤQες μαQτυQούσε το πλήθος

των ΠQοσευχιίJν. Σε εκκλησιές με δ ιαμπερείς κιίJνους όπως της Κολο­ νίας, μπορούσες να κατανοήσεις την πεποίθηση των π ιστιίJν πως οι ΠQΟ­ σευχές ευδοκ ιμούν περ ισσότεQΟ από κείνες που αναπέμποντα ι κάτω από ΤQούλους, όπου οι συλλαΙ�ές φτεQουγίζουν ('ΗαγQάφοντας κύκλους για ιίJQες ατέλειωτες. Εδιί) ακολουθούν την ΟQμητ ική φΟQά των λογχω­ tIiJV τόξων και φθάνουν ολόισια στον ΠQοορισμό τους. Γιρλάντες από ΧQυσόχαρτο και αστέρια λαμποκοπούσαν στις Βι τρίνες των καταστημάτων και πανό με την επιγQαφή Καλά Χριστούγεννα ήταν αναρτημένα στους δρό�ωυς. Χωρικοί με ξυλοπάπουτσα και γυναίκες με μαλακή μάλλινη επένδυση στις γαλότσες τους γλιστρούσαν στα παγωμέ­ να πεζοδρόμια, με εγκάρδιες χαιρετούρες και φωνούλες, σκορπ ίζοντας briJQa. Το χιόνι στoιΙ�αζόταν όπου έΙ�ρισκε και η ηλεκτρισμένη ατμόσφαι­ ρα κα ι η φωτοχυσία έδιναν στην πόλη αυθεντική όψη χριστουγεννιάτικης κάρτας. Επιτέλους, είχα μπροστά μου το πρωτότυπο! Τα Χριστούγεννα ήταν μόνο πέντε μέρες μακριά. Αναγεννησιακές πύλες, χιλιοτρυπημένοι τοίχοι από παμπάλαιο τoύf�λo, ανιογεια με αιχμηρές απολήξεις από γυα­ λί και πελεκητό ξύλο, τριγωνικά ακροκέραμα πλαισίωναν τα λοξόγειρτα αετιίJματα και αετοί, λιοντάρια και κύκνοι κρέμονταν από στριφτές σιδε­ ρένιες μπάρες πάνω σε ένα λαΙ�ύρινθο από δρομάκια. ΚαθιίJς σήμαιναν τα τέταρτα της (ίJρας, οι περίγλυφοι με μορφές αγίων πύργοι των κωδωνο­ στασίων προκαλούσαν ο ένας τον άλλο στο ανεμόχιονο και ο ανταγωνι­ σμός ανάμεσα στις Ι�αριές καμπάνες γέμιζε δονήσεις τον αέρα. Π έρα από τη μητρόπολη κι ακριΙ�(ίJς κάτω από τα φτερωτά αντερεί­ σματα του ιερού, ένας δρόμος με απότομη κλ ίση οδηγούσε στις απoΙ�ά­ θρες. Π εραστ ικά βαποράκια, ρυμουλκά και φορτηγίδες καθώς και μεγα­ λύτερα σκάφη ήταν αραγμένα κάτω από τα μάκρη των γεφυριών ενι.ο τα γειτονικά μπαρ και καφενεία Ι�oύιζαν από τους ήχους μουσικής. Μου εί-


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν ΙΆ Ι Τ Ο Ν Ι' Ι Ι Ν Ο

63

χε κολλήσει η ιδέα να κάνω τις κατάλληλες γνωριμίες που θα εξασcrάλι­ ζαν τη δωρεάν μεταcrορά μου με crορτηγίδα, για να ανέΙ�ω και γω επιτέ­ λους το ποτάμι με κάπο ια αξιοπρέπεια. Φυσικά, έπιασα γρήγορα φιλίες. Δεν γινόταν αλλ ιιίJς. Το πριίnο στέ­ κι ήταν ένα μπαρ όπου σύχναζαν γεμιτζήδες και μαουνιέρηδες με ψηλές ναυτ ικές μπότες γυρισμένες ως κάτω στο γόνατο, ενισχυμένες με πρε­ σα ρ ιστή φόδρα και χοντρές ξυλόσολες. KατέΙ�αζαν νερ6 το ένα σναπς μετά άλλο και κάθε σφηνάκι το ακολουθούσε μπιροποσία, πράγμα που μιμήθηκα αμέσως. Τα κορίτσ ια που μπαινόΙ�γαιναν εκεί ήταν ελκυστικά αλλ ά ζόρ ικα · ανάμεσά τους κυκλοφορούσε ένας τροφαντός θηλυκός μπαμπούλας με παραφουσκωμένο εφαρμοστό μπλουζάκ ι και στραΙ\ο­ φορεμένο ναυτικό κασκέτο που τον έλεγαν Μάγκ ι -χα·ίδευτικό του Μάγδα- κα ι καλωσόρ ιζε κάθε νεοφερμένο με τη κραυγή « Χάλοου Μπούμπι ! » μαζί με μια διαβολεμένα τσουχτερή τσ ιμπ ιά στο μάγουλο . Μου άρεσε το μαγαζί, ιδίως ύστερα από κάμποσα σναπς, και έκανα πα­ ρέα με δυο χαμογελαστούς μαουνιέρηδες που η νότια γερμανική ντο­ πιολαλιά τους, ακόμα και χωρίς την επ ίδραση του π ιοτού, ξεπερνούσε τις μαντ ικές ικανότητες και του ε μπε ιρότερου γλωσσολόγου. Ονομάζο­ νταν Ούλι και Π έτερ. « Μα γ ιατ ί μας μιλάς στον πληθυντ ικό ; » επέμεινε προβληματ ισμένος ο Ούλι προτείνοντας ένα τρεμάμενο παρα ινετ ικό δάχτυλο: « Να λες συ και όχι σεις». Αυτή η μετάβαση από τη χρήση του πληθυντικού στη θερμότερη οικειότητα του ενικού επ ισφραγίστηκε από το τελετουργικό της συναδέλφωσης, του BrUderschal·t : Κ ρατιίJντας ο καθένας το ποτήρι του και πλέκοντας το λυγισμένο δεξ ί του μπράτσο στ α μπράτσα των δυο άλλων, σε στάση που θύμιζε σύμπλεγμα tQLIiJV χαρ ίτων παρ ιζιάνικου σ ιντρ ιΙ�ανιoύ, ήπιαμε όλοι ενωμένοι. Ύστερα, επαναλάβαμε τ ις κινήσεις με το αριστερό μπράτσο σαν ε ίδος εισαγωγής σε μια ολοκλήρωση με τρ ιπλό ασπασμό στα δυο μάγουλα, τελετουργ ία τόσο μεγαλόπρεπη όσο και η απονομή του ιπποτικού χρίσματος ή του Π αράσημου του Χ ρυσόμαλλου Δέρατος. Το πριί'ι το μέρος της τελετής έληξε χωρίς επεισόδια, αλλά μια καραμπόλα στη δ ιάρκεια του δεύτε­ ρου, ενόσω οι Ι�ραχίoνές μας ήταν ακόμη σφιχτοκλειδωμένοι, μας προ-


Η Γ. 1 Ι 0 Χ I l Τι ι ι Λ α Ρ Ε Λ Ι

64

σγείωσε όλους, ένα κουΙiάρι σουρωμένους, στο ψιλό ροκανίδι . Αργότε­ ρα, με την επ ιπόλαιη αστοχασ ιά των πιοτήδων, οι δυο τους το έσκασαν τρεκλίζοντας μες στη νύχτα , αφήνοντας πίσω τον μόλις χειροτονημένο αδελφοποιτό τους να χορεύει με ένα κορίτσ ι που είχε προστεθεί στην τρελή παρέα : Σκέφτηκα πως τα αρβυλόκαρφά μου δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερη ζη μιά στα γυαλιστερά γοβάκ ια της από κείνες τις ναυτ ικές μπότες που φτερνοκοπούσαν γύρω μας. Ήταν πολύ χαρι­ τωμένη αλλά της έλειπαν δυο μπροστ ινά δόντια. Τα είχε χάσει, μου εί­ πε, σ ' έναν καΙiγά την προηγούμενη Ιiδομάδα. ***

Άνοιξα τα μάτια σε μια πανσιόν-στέκ ι ναυτικών, πάνω από μια αρμαθιά κατάρτια, με την απόφαση να μείνω μια μέρα ακόμα σε αυτή την υπέρο­ χη πόλη . Π ίστευα πως θα κατάφερνα να μάθω πιο γρήγορα τα γερμανικά δια­ βάζοντας Σαίξπηρ στην περίφημη γερμανική του μετάφραση. Ο νεαρός υπάλληλος του ΙiιΙiλ ιοπωλείου ήξερε λίγα αγγλικά. « Μα είναι στ ' αλή­ θεια τόσο καλή; » ρ(ίηησα. Ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό. Η απόδοση των Σλέγκελ και Τικ, μου είπε, είναι σχεδόν ισάξια με το πρωτότυπο' έτσι, αγόρασα τον Άμλετ, ΠρίΥκ ιπα της Δανίας σε χαρτόδετη έκδοση τσέπης . Ήταν τόσο εξυπηρετικός, που θέλησα να μάθω ακόμα αν υπήρ­ χε τρόπος να ανέβει κανείς τον Ρήνο πάνω σε καμιά σχεδία. Συμβουλεύ­ τηκε ένα φίλο που ήταν π ιο προχωρημένος στα αγγλικά. Τους εξήγησα τότε πως ήμουν ένας φοιτητής με ταπεινό χαρτζιλίκ ι που πήγαινε πεζή στην Κωνσταντ ινούπολη και δεν πολυσκοτ ιζόταν για ανέσεις. Ο φίλος με ριίηησε τι ακριβώς σπούδαζα. Μα, λογοτεχνία - τι άλλο ! Ήθελα να γράψω ένα Ιiιβλ ίο. « Α , έτσ ι ! Δηλαδή αλωνίζεις την Ευρώπη όπως να πούμε ο Τσάιλντ Χάρολντ; »44 έκανε. «Ω, ναι ! Ακριβιος όπως ο Τσάιλντ Χάρολντ ! ». Και πού έμενα λοιπόν; Τους είπα. « Π ω, πω! » Το /iρήκαν φρικαλέο και διασκεδαστικό μαζί. Ήταν κι οι δυο τους αξ ιαγάπητοι και κοντά σε όλα αυτά ο ένας πρότεινε να με φιλοξενήσει. Το ραντεβού μας ορίστηκε για το άλλο απόγευμα.


Α Ν Ε 8 Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Σ ΊΌ Ν Ρ Ι Ι ΝΟ

65

Π έρασα τη μέρα εξερευνιί)ντας εκκλησίες και πινακοθήκες και πεvι­ δ ιαβάζοντας σε παλιά κτίσματα με τη βοήθεια ενός δανε ικού ταξιδιωτι­ κ ού οδηγού. Ο Χανς, ο οικοδεσπότης μου, ήταν συμφο ιτητής του Καvλ , του βι­ βλ ιοπώλη, στο πανεπιστήμιο της Κολονίας. Το βράδυ στο τvαπέζι είπε πως μου είχε κλείσει δωρεάν θέση σε μια φάλαγγα από μαούνες, για να αν έβω το ποτάμι ως τον Μέλανα Δρυμό αν το επιθυμούσα. Ήπιαμε γευ­ στικ ό κρασί του Ρήνου και πιάσαμε κουβέντα γύρω από την αγγλική λο­ γοτεχνία. Απ ' ό,τι κατάλαβα, τα πιο γνωστά ονόματα στη Γερμανία ήταν ο Σαίξπηρ, ο Μπάιρον, ο Π όε, ο Γκαλσγουόρθι , ο Ουάιλντ, ο Μομ, η Βιρτζ ίνια Γουλφ, ο Τσαρλς Μόργκαν και υστερότερα η Ρόζαμουντ Λί­ μαν. Ή θελαν να μάθουν π ιο πολλά για τον Π ρίσλε·ί, τους Καλούς συ­ vτρ6φoυς και το Χρονικ6 του Σαν Μικέλε. Π ριίnη φορά τολμούσα να περιεργαστ(ί) το εσωτερικό ενός γερμανι­ κού σπιτιού. Ή ταν επ ιπλωμένο με [� ικτoρ ιανά έπιπλα, δαντελωτές κουρτίνΈς, μια θερμάστρα καμωμένη από πvάσ ινα τούβλα πορσελάνης και άφθονα βιβλ ία με χαρακτηρ ιστικά γερμανικά εξ(ί)φυλλα. Η κεφάτη σπιτονοικοκυρά του Χανς, χήρα επιμελητή του πανεπ ιστημίου, μας συ­ ντρόφεψε πίνοντας τσάι και κονιάκ . Απάντησα σ' ένα σωρό αυθόρμη­ τ ες ερωτήσεις γύρω από την Αγγλ ία. Με θεωρούσαν τυχερό και αξιοζή­

λ ευτο που ερχόμουν από ένα τόσο ευτυχισμένο βασίλειο όπου τα πάντα ήταν οργανωμένα με λογική και δικαιοσύνη ! Η συμμαχική κατοχή της Ρηνανίας είχε λήξει περίπου δέκα χρόνια πριν και οι Βρετανοί ε ίχαν αφή σει πίσω τους, είπε κείνη, άριστες εντυπώσεις. Μας μίλησε γ ια μια ζωή που είχε να κάνει με ποδόσφαιρο, αγώνες πυγμαχίας, κυνήγια αλε­ π ούς και θεατρικές παραστάσεις. Βέβαια, οι Τόμηδες το έτσουζαν και πλ ακώνονταν μεταξύ τους στο ξύλο -έσφιξε τις γροθιές της σαν πυγ­ μάχος, υποδηλώνοντας το ξεκαθάρισμα λογαριασμ(ον-, αλλά σχεδόν ποτ έ δεν ενοχλούσαν τους ντόπ ιους. Όσο για τον άγγλο συνταγματάρχη, με τα σκυλάκια και την πίπα του, που τον είχε οικότροφο στο σπ ίτ ι της χρόνια ολόκληρα - μα τι τζέντλεμαν, αλήθεια ! Τι ευγένεια και χιούμορ κα ι τ ακτ ! « Κύρ ιος πέρα για πέρα ! » Και η ορντ ινάντσα του --σωστός


Η E I I O X I I Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ι' Ε Α Σ

66

άγγελος! - είχε παντρευτεί μια γερμανιδούλα, Αυτός ο ειδυλλιακός κό­ σμος των γελαστιί>ν Τόμηδ ων και των ιπποτ ικ(ί)ν συνταγματαρχιί)ν φά­ νταζε πάρα πολύ καλός για να είναι αληθινός, κι εγ(ί) από σπόντα ευ­ φραινόμουν με τη λάμψη του, Όλοι ωστόσο συμφωνούσαν πως με τους Γάλλους τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μαζί τους, όπως κατάλαβα, είχαν έρθει στα χέρ ια, με αποτέλεσμα να χυθεί ακόμα και αίμα, και η μνησικακία εναντίον τους εξακολουθούσε να κοχλάζει. Π ήγαζε κυρίως από την παρουσία σενεγαλέζικων μονάδων ανάμεσα στις δυνάμεις κα­ τοχής η συγκατάταξή τους είχε ερμηνευτεί ως πράξη προμελετημένης εκδίκησης.· Ύστερα έγινε λόγος γ ια την υποτ ίμηση του Ράιχσμαρκ και τις πολεμικές αποζημι(ί>σεις ο Χ ίτλερ βγήκε στη μέση. Η χήρα του κα­ θηγητή δεν μπορούσε να τον υποφέρει: "So ein gemeines Gesicht ! " -τ ι μοχθηρό πρόσωπο ! - και κείνη η φωνή του! Οι άλλοι δυο επίσης τον αντιπαθούσαν, αυτόν και σύσσωμο το ναζιστικό κίνημα: Δεν ήταν η λύ­ ση στα πρoΙ�λήματα της χ(ί>ρας κάθε άλλο μάλιστα . Η συζήτησή μας . .

έκανε μια καταθλ ιπτική κοιλιά. (Μάντευα πως το θέμα ήταν συνεχ(ί>ς σε όλα τα στόματα κα ι πως όλοι το απεχθάνονταν, αλλά με διαφορετ ι­ κό τρόπο και για δ ιαφορετικούς λόγους ο καθένας. Ήταν μία περ ίοδος που οικογένειες και φιλίες δ ιαλύονταν σε όλη την επικράτεια. ) Η κου­ Ι�έντα μας αναζωπυρ(ί>θηκε γύρω από τη γερμανική λογοτεχνία: Εκτός από τον Ρεμάρκ , το μόνο γερμανικό βιβλίο που είχα διαβάσει ήταν μια μετάφραση του Ζαρατούστρα. 4 S Κανένας τους δεν αγαπούσε ιδ ιαίτερα τον Νίτσε «αλλά είναι μέσα στο πετσί κάθε Γερμανού» είπε ο Χανς με δ ιφορούμενο ύφος. Ή ρθε η σειρά της ερασμιακής προφοράς των λατ ι­ νικιί)ν , που τη δ ιαδέχτηκε η απαγγελία αντίστο ιχων αποσπασμάτων από αρχαία ελληνικά και λατινικά κείμενα: Αθώα επιδε ιξιομανία κα ι από τους τρεις μας, που δεν άφηνε ούτε στιγμή τη γλ(ί>σσα κανενός να στερέψε ι. Ανάψαμε και κορώσαμε και κάναμε σαματά και η σπιτονο ι-

Γαλλ6φιλος καθιί,ς ήμουν από κοιινια, δεν μΠΟQOιισα BέI1ιtια να παραδεχτι;) κ{ιτι τέτο ιο .


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Ι Τ Ο Ν Ι' Ι Ι Ν Ο

67

κοκυρά μας έμεινε κατενθουσιασμένη . Π όσο θα χα ιρόταν αν ζούσε ο μακαρίτης! Η /�ραδιά ολοκληριί)θηκε με έναν τρ ίτο γύρο από χειραψ ίες . (Ο πριοτος σημειιοθηκε όταν μπήκαμε στο σπίτ ι, ο δεύτερος όταν καθί­

σαμε στο τραπέζι, όπου η λέξη Mahlzeit - ψαγητό- προψέρθηκε τελε­ το υργικά. Ολόκληρη σειρά από παρόμο ιες εθι μοτυπικές λεπτομέρειες σηματοδοτεί μια γερμανική μέρα . ) Γ ι α μένα ωστόσο η μέρα έκλεισε με τ η ν υπέρτατη απόλαυση ενός μπάνιου, του πριί>του μετά το Λονδίνο. Αναρωτιόμουν αν το ψηλό μπα­ κιρ ένιο καζάνι είχε διακριτικά ζεσταθεί εξαιτίας της αναψοράς μου στη μ ικροβιοψόρα, σύμψωνα με όλες τ ις ενδείξεις, νύχτα μου στο ψτωχοκο­ μείο . . . «Το γραψείο του άντρα μου» αναστέναξε η οικοδέσπο ινά μου δεί­ χνοντας το δωμάτιό μου. Και εδιο, κάτω από ένα ακόμα γιγάντ ιο αψρά­ το πάπλωμα, βρέθηκα επιτέλους ξαπλωμένος σε καθαρά σεντόνια πάνω σε έναν δερμάτινο καναπέ με ένα αμπαζούρ στο πλάι μου και μπόλικα ράψια βιβλιοθήκης στο κεψάλι μου, κατάμεστα από έλληνες και λατί­ νους κλασικούς. Τα έργα του Λέσινγκ, του Μόμσεν, του Καντ, του Ράν­ κε, του Ν ίμπουρ και του Γρηγoρό/�ιoυ απογειιί)νονταν ως ένα ψηλό τα­ βάνι διακοσμημένο με σταμπωτές απεικονίσεις από σψίγγες και μούσες. Υπήρχαν γύψινες προτομές του Π ερικλή και του Κ ικέρωνα, ένα βικτο­ ριανό τοπίο με τον κόλπο της Νάπολης πίσω από ένα επ ιβλητ ικό έπι­ πλο-γραψείο και γύρω στους τοίχους, στα ενδιάμεσα των τόμων, τερά­ στιες ξέθωρες, μεγεθυμένες φωτογραψίες αρχαίων ελληνικιί)ν πόλεων της κάτω Ιταλίας και Σικελίας.46 Άρχισα να π ιστεύω πως η γερμανική μεσοαστική ζωή έκρυβε θέλγητρα που δεν είχα ποτέ μου υποψιαστεί. ***

l

Τα ακρόστεγα στα μουράγια του Ρήνου ξεμάκραιναν γοργά και, καθιί)ς π ε ρνούσαμε αυξάνοντας ταχύτητα κάτω από την καμάρα της πριί>της γέ­ φυρας, τα ψιοτα της Κολονίας άναψαν όλα την ίδια στιγμή. Με αστρα­ ποβόλημα, η μουντή πολιτεία ξεπήδησε ψηλόκορμη από το σκοτάδι κα ι απ λώθηκε σε μια γεωμετρική απεραντοσύνη από ηλεκτρικά λαμπ ιόνια . Σκ ελ εθρωμένες κί τρι νες κουκκίδες που ψυχορραγούσαν πρό/iαλαν στην


68

Η r. 1 I 0 X I I Τ Ι Ι Σ Δ υ l' Ε Λ Σ

ακροποταμιά για ν α σμίξουν πάνω στη νεροπλημμύρα μ ε μια σειρά φω­ ταγωγημένα γεφύρια. Αφήναμε π ίσω μας την Κολονία. Τα κωνικά κα­ μπαναριά της απόμειναν τελευταία, και την ώρα που άρχισαν και κείνα να αργοσβήνουν, ένας σκουροκόκκινος ήλιος βυθιζόταν πίσω από κε­ χριμπαρένιες μπάρες σε μια χιμαιρική Abendland που κατρακυλούσε ως τ ις παρυφές των Αρδεν(ίJν. Είχα καρφώσει το βλέμμα στη σκηνή του λυ­ κόφωτος από την πλ(ορη της πρ(οτης φορτηγίδας. Το καινούργ ιο σήμα στο ραβδί μου ήταν αφιερωμένο στη μνήμη των tQL(iJV Μάγων -που τα οστά τους είχε φέρε ι από τους Αγίους Τόπους ο Φρειδερίκος Βαρβαρό­ σα47_ και στο θρύλο της αγίας Ούρσουλας και της ακολουθίας της των έντεκα χιλιάδων παρθένων. · . Οι μαούνες κουβαλούσαν μια καραβιά τσιμέντο στην Καρλσρούη, όπου θα φόρτωναν ξυλεία από τον Μέλανα Δρυμό, για να κατέβουν πά­ λι το ρέμα με πιθανό προορισμό την Ολλανδία. Τα ύφαλά τους ήταν κ ιό­ λας χωμένα l-κχθιά στο νερό: ο ι σάκοι του τσιμέντου ήταν δεμένοι μετα­ ξύ τους κάτω από μουσαμά αλειμμένο με π ίσσα για να μην πετρ(ίJσουν από κάποιον ξαφνικό κατακλυσμό. Κοντά στην πρύμνη της φορτηγίδας μου, το φουγάρο ξεφυσούσε ντουμάνι καπνό ντίζελ και πίσω του ακρι­ βώς η τύχη διαφέντευε το λαμπερό ακτ ινωτό τ ιμόνι. Το πλήρωμα δεν ήταν άλλο από τα φιλαράκ ια μου του μπαρ ! Το πή­ ρα είδηση πρώτος. Εκε ίνοι τρόμαξαν να με αναγνωρίσουν' έβαλαν σα­ στισμένοι τις φωνές καθιί)ς η μνήμη τους δεν τους βοηθούσε. Τέσσερις ασυγύριστες κουκέτες κάλυπταν τους τοίχους της καμπίνας και ένα μα­ γκάλι ήταν στημένο στη μέση . Κ αρτ ποστάλ με τα πρόσωπα της Άνι Όντρα, της Λ ίλιαν Χάρβε 'ί, της Μπριγκ ίτε Χ ελμ και της Μάρλεν Ντί­ τριχ ήταν καρφιτσωμένα στις σανίδες αυτού του άντρου' έβλεπες ακόμα

Κ ατιίγονταν όλες από τη Βρετανία. Ανέβηκαν τον Ρήνο για να κάνουν τους γιίμους τους, αλλά βρήκαν μαρτυρικό θίινατο , ίσως από τον Αττίλα ή τον ει­ δωλολιίτρη αυτοκράτορα Μ αξ ι μιανό . Αργότερα ανακηρίιχθηκαν μαζικι! αγ ίες και απαθανιηίστηκαν από τον ζΙιJΎράφo Καρπιίτσιο.


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Σ ΊΌ Ν Ρ Ι Ι Ν Ο

69

τον πρωτοπυγμάχο Μαξ Σμέλινγκ με τα γάντια της πάλης να ετοιμάζε­ τα ι για ένα θανάσιμο αγκάλ ιασμα και δυο χιμπατζήδες καΙ�άλα σε μια κα μηλοπάρδαλη. Ο Ούλι, ο Π έτερ καθιος και ο θερμαστής μας είχαν όλοι γεννηθεί στο Αμβούργο. Καθίσαμε στις κάτω κουκέτες και φάγαμε τη­ γανητές πατάτες ανακατεμένες με σπεκ, βόλους κρύου χοιρινού λίπους που μου φάνηκαν ό,τι πιο αηδιαστικό είχα δοκ ιμάσει στη ζωή μου. Η συ μβολή μου στο γεύμα ήταν ένα σκορδολουκάνικο και ένα μπουκάλι σναπς -αποχαιρετιστήρια διορα από την Κ ολονία- και στη θέα της μποτίλιας ο Ούλι πάτησε ένα ουρλιαχτό σαν πληγωμένο κυνηγόσκυλο. Ε ίχαν και οι τρεις περάσει δύσκολες (ίJρες στην Κ ολονία έπειτα από ένα ξέφρενο μεθύσι, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να αδειάσουν το μπου­ κάλι σε χρόνο μηδέν. Ύστερα ο Π έτερ πήρε στα χέρια ένα όργανο σαν πολύπλοκη φυσαρμόνικα. Ψάλαμε την «Άγια νύχτα» και γω έμαθα απέ­ ξω τα λόγια του «Λόρε Λόρε Λόρε» και του «Στο χωριό, στο χωριουδά­ κι θα γυρίσω»' τον καιρό του πολέμου, μου ε ίπαν, τούτο το δεύτερο τρα­ γουδάκι ήταν κάτι σαν το δικό μας «Tipperary». Ακολούθησε ένας τοπι­ κός σκοπός του AμΙ�oύργoυ' τραβισντας προς τα κάτω ένα τσουλούφι από τα μαλλ ιά του και κολλισντας την άκρη μιας μικρής τσατσάρας στα ρουθούνια, για να μιμηθεί το χαρακτηριστικό μουστάκ ι. ο Ούλ ι μάς πα­ ράστησε τον Χ ίτλερ που έβγαζε λόγο. Ή ταν μια φεγγερή αστροκέντητη νύχτα, κατάψυχρη όμως, και με I�ε­ βα ίωναν πως θα ξύλ ιαζα πάνω στους σάκους του τσιμέντου. Σκόπευα να κουλουριαστιί) μέσα στον υπνόσακό μου και να βγάλω τη νύχτα χα­ ζεύοντας τα άστρα. Τελικά βολεύτηκα σε μια κουκέτα και πεταγόμουν πότε πότε στο κατάστρωμα να κάνω τσιγάρο μαζί με όποιον ήταν βάρ­ δ ια στο τιμόνι. Οι φο ρτηγίδες είχαν όλες από ένα κόκκινο δεξί και ένα αριστερό φα­ νά ρι . Κάθε φορά που μια άλλη πομπή κατέβαινε από την αντίθετη κα­ τ εύθυνση, οι δυο μικρές αρμάδες αντάλλαζαν μεταξύ τους φωτεινά σι­ νιάλα και, με τα σκάφη τους στοιχισμένα σ' ένα ζυγό, προχωρού σαν με στ ιγ μιαίο ταλάντεμα μέσα στο αφρισμέν ο αυλάκι που άνο ιγε καθεμιά π ίσω της. Κάποια στιγμή προσπεράσαμε ένα ρυμουλκ ό που έσερνε εν-


Η Ι': ι ι ο χ ι ι Τ ΙΙ Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

70

νιά φορτηγίδες, όλες διπλάσιες σε μήκος από τ η δική μας π ιο πέρα , το σπιθo(�όλo στίγμα ενός ατμόπλοιου αναβόσβηνε από μακριά. Μεγάλωνε συνεχ(ί)ς καθιί)ς πλησίαζε , (οσπου πυργιί)θηκε πάνω από τα κεφάλ ια μας κι ύστερα ζάρωσε πάλι και χάθηκε. Τετράβαθα νταμάρια ήταν ορυγμένα στις όχθες ανάμεσα σε αστρόφεγγα χωριουδάκ ια που έμοιαζαν να γλυ­ καρμενίζουν ακολουθ(ί)ντας το ρέμα. Χλωμή ανταύγεια από χωριά και πολ ιτείες ξεχυνόταν σε όλη την πεδιάδα. Για κάποιους όμως που έπλε­ αν ακόμα και στο αντίρεμα, όπως εμείς, χασομερούσαμε πολύ' ο θερμα­ στής ανησυχούσε με τον ήχο της μηχανής: Αν πάθα ινε ανεπανόρθωτη (�λά(�η, η μικρή λ ιτανεία μας θα έχανε τα νερά της και θα παρασυρόταν προς τα πίσω. Φάλαγγες από άλλες μαούνες έμπαιναν συνεχώς μπροστά μας. Καθ(ί)ς χάραζε, ποδ ίσαμε, κουνώντας σκεφτικά τα κεφάλ ια, στις απo(�θρες της Βόννης. Ο ουρανός ήταν ανταριασμένος και τα αρχαιόπρεπα οικοδομήματα, τα δημοτικά πάρκα και τα γυμνά δέντρα της πόλης πρόβαλαν κατασκο­ νισμένα μέσα στο φόντο του χιονιού' αλλά δεν τολμούσα να ξεμακρύνω πολύ, αφού μπορούσε από στιγμή σε στιγμή να βάλουμε και πάλι μπρος. Κάθε φορά που ξαναγύρ ιζα, έβρισκα τους συντρόφους μου πασαλειμ­ μένους με φρέσκο στρ(ομα λαδιού' η μηχανή κείτονταν διαλυμένη στην κoυ(�έρτα ανάμεσα σε πένσες και σιδεροπρ ίονα μέσα σε χάος που πήγαι­ νε από το κακό στο χειρότερο και, όταν έπεσε το σκοτάδι, όλα έδειχναν πως δεν είχε γιατρειά. Τσιμπήσαμε κάτι εκεί κοντά κι ύστερα ο Ούλι , ο Π έτερ και η αφεντιά μου, παρατιί)ντας το θερμαστή μονάχο πλάι στη λά­ μπα θυέλλης του, πήραμε ομαδικά το δρόμο για μια ταινία με Χοντρό­ Λιγνό που είχαμε βάλει από νωρίς στο μάτι, με την οποία βαλθήκαμε να κάνουμε τούμπες από τα γέλια ως το τέλος. Με το ξημέρωμα, τα πράγματα διορθ(ί)θηκαν ! Η μηχανή μας έβγαλε ένα φρέσκο, ολοζ(οντανο ήχο. Το τοπίο άρχισε πάλι ν' ακολουθεί τρέχο­ ντας το ρέμα και η Siebengebirge , η Επτάορη Οροσειρά, και το (�oυνί) Drachenl"els -το στοιχειωμένο λημέρι του δράκου που έσφαξε ο Ζίγκ­ φριντ4Η_ άρχιζαν να σκαρφαλώνουν μέσα στο ηλιοστάλαχτο πρωινό, και τα πριονωτά δόντια των κορυφών τους τρυπούσαν με αδράχτι απί)


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Σ Τ Ο Ν Ρ Ι Ι Ν Ο

71

μεταβλητές φωτοσκ ιάσεις τ ο νερό. Π λέαμε ανάμεσα σ ε δεντρόφυτα νη­ σάκια . Ο Ρήνος ρυτίδιαζε ολόγυρά μας εκεί που η ροή του φούσκωνε, και οι π ριί)ρες των πλοίων πτύχωναν τα νερά με φαρδιές σα"ίτες καθιί)ς κάθε π ροπέλα βολόσερνε το δικό της μακρύ χαντάκι μέσα από τις φελιαστές ραβδώσεις τους. Όσο για τις τρίχρωμες σημαιούλες που ανέμιζαν από το κατάρτι κάθε πρύμνης, η ολλανδική κόκκινη, λευκή και γαλάζια ήταν το ίδιο συχναπάντητη με τη γερμανική μαύρη, λευκή και κόκκ ινη. Άλλες πα­ ντιέ ρες με τα ολλανδικά χριόματα, αλλά με κάθετες αντί για οριζόντιες λουρίδες, πετάριζαν από γαλλικά σκάφη μικρού εκτοπίσματος που είχαν σαλπάρει από τ ις αποΙiάθρες του Στρασβούργου. Ο πιο ακριΙiοθιi)ρητος συνδυασμός ήταν το μαύρο, κ ίτρινο και κόκκινο του Βελγίου. Αυτά τα σκαριά με πλήρωμα Ι-\αλόνους ναύτες της Λιέγης είχαν IiYEL στο μεγάλο ποτάμι λίγο πιο κάτω από το Γκόρινχεμ, αφού είχαν διατρέξει το Μεζ. (Πόσο μακρινή σε τόπο και χρόνο έμοιαζε κ ιόλας η μικρή πολιτεία ! ) Ένα αυστηρό τυπ ικό ρύθμιζε όλο αυτό το πηγαινέλα. Π ολύ προτοί, ένα πλοίο προσπεράσει το άλλο ή ανταμωθεί μαζί του, ύψωνε τις κατάλληλες ση­ μαιούλες με προκαθορισμένο πρόγραμμα · και κάθε ανταλλαγή σινιάλων συνοδευόταν από μακρόσυρτα σφυρίγματα σειρήνων · κάθε νότα αποκρι­ νόταν σε άλλη· και οι ανταποδοτικές χαιρετούσες και τα αντικριστά ψη­ λανεμίσματα των χρωμάτων δη μιουργούσαν μαγευτική ατμόσψαισα στην ποτά μια κυκλοφορία, όπως το τελετουργικό βγάλσιμο καπέλου ανάμεσα σε ισπανούς ευπατρίδες. Πότε πότε ένα SchIeppzug --αλυσίδα από μαούνες- βάραινε τόσο από το φορτίο, ιι)στε ο στροβιλοειδής κυ­ ματισμός της πλιόρης το εξαφάνιζε, για να το ξαναφέρε ι προς στ ιγμή στην επιφάνεια και να το καταπιεί και πάλι με ένα νέο βοστρύχισμα. Γλά­ ροι ψηλάγγιζαν και μπρουμύτ ιζαν και ζυγ ιάζονταν με τρεμοσάλευτα φτ ερά γύρω από πεταμένα αποφάγ ια ή προσγειιί)νονταν στις κουπαστές και έμεναν εκεί συλλογισμένοι για ένα δυο λεπτά. Παρακολουθούσα όλη αυτή την κίνηση από τη φωλιά μου ανάμεσα στους σάκους του τσιμέντου με μ ια κούπα καφέ στο ένα χέρι και μια ψέτα ψωμί στο άλλο. Τι αγαλλίαση να ξεμακραίνει κανείς από την πεδιάδα ! Με κάθε λε­ Πτό που περνούσε, τα Ι-\ουνά ψήλωναν αποφασ ιστ ικά. Γεφύρια αρμό<-'ε-


Η r. I I O X I I Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ι' Ε Α Σ

72

ναν τ ι ς μικρές πόλεις από άκρη σε άκρη του ποταμού κ α ι τ ο νερό άφρι­ ζε πλημμυριστό γύρω από τους κυματοθραύστες δεξιά και ζερβά μας όπως κλ(ίJθαμε το δρόμο μας. Κλειστά για το χειμ(ίJνα ξενοδοχεία υψ(ό­ νονταν πάνω από τις στέγες των σπ ιτιών και σκάλες για το πόδισμα των επ ιI�ατ ικ(όν εξείχαν από το νερό. Δίχως τη λάμψη του θρύλου που έμελ­ λε να γνωρίσει αργότερα, το Μπαντ Γκόντεσμπεργκ49 μας προσπέρασε. Δρακοντόκαστρα ρήμαζαν σε αγκαθωτές βραχοκορφές. Έχασκαν μπηγ­ μένα στις πασσαλωτές [�άσεις τους σαν τα ακρόπυργα του Π ράσινου Ιππότη μπροστά στον σερ ΓκάβινSΟ ' ένα από αυτά, όπως με πληροφο­ ρούσε ο ξεδιπλωμένος χάρτης μου του ποταμού, ίσως είχε χτ ιστεί από τον ΡολάνδοS Ι • Ο Καρλομάγνος είχε να κάνει με τον επόμενο. Ριζωμένα ανάμεσα σε πανύψηλα δέντρα, παλάτ ια εκλεκτόρων και πριγκίπων και ηδονόχαρων αρχιεπ ισκόπων αντανακλούσαν το ηλ ιόφωτο από αναρίθ­ μητα παράθυρα. Το καστέλι των πριγκ ίπων του Β ιντ ξενέρισε από το παρασκήνιο, αρμένισε στο κέντρο της σκηνής και γλίστρησε πάλι αργά στην αφάνεια. Εδ(ί) λοιπόν είχε μεγαλ(ίJσει εκείνος ο [�ασιλ ιάς της Αλβα­ νίας που ανέβηκε στο θρόνο μόνο για λίγα χρόνια; Αναρωτιόμουν αν σε κάποια από αυτά τα κάστρα είχαν ζήσει οι παλιοί άρχοντες που τα ονό­ ματά τους ακούγονται τόσο ρομαντικά, οι Rheingrafen και WίldgraI'en -

Κόμητες του Ρήνου ή της Ερημιάς του Δάσους ή των Ελαφιών. Αν

έπρεπε να γεννηθ(ο Γερμανός, συλλογιζόμουν, δεν θα με πείραζε καθό­ λου να ήμουν ένας από αυτούς . . . Μ ια φωνάρα από τη μερ ιά της κα μπ ί­ νας έκοψε την ονειροπόλησή μου: Ο Ούλι μού έβαλε στο χέρι ένα τενε­ κεδένιο π ιάτο με κάτ ι νόστ ιμα φουρνιστά φασόλ ια γαρνιρ ισμένα με κομμάτια από φριχτό σπεκ, που φρόντισα να καταχωνιάσω κάπου βια­ στικά, για να τα στείλω να συναντήσουν το χρυσάφι του Ρήνου όταν δεν έI�λεπε κανείς. Πάνω στην πλισαριστή σαν κονσερτίνας επ ιφάνεια του ταξιδιωτικού χάρτη μου αυτή η σχολιασμένη γυροποταμιά έμοιαζε να βάζει, με αφορ­ μή την Ιστορία, εμπόδια στο δρόμο μου. Π ροχωρούσαμε αγκομαχ(οντας πάνω στη μεθοριακή γραμμή που χώριζε τον Ιούλιο Καίσά ρα από τους Φράγκους. Ο Καίσαρ έριξε μια γέφυρα στο ν Ρήνο. Ναι, αλλά πού ακρι..


Α Ν Ε ΙJ Λ Ι Ν Ο Ν Τ Λ Σ ΊΌ Ν Ι' Ι Ι Ν Ο

βώς ; * Κατοπινοί αυτοκράτορες μετατόπ ισαν τ α σύνορα ανατολικά, στην κα ρδιά των βουνιον, πολύ μακριά από την αριστερή όχθη, εκεί που, κα­ θιί)ς έλεγαν, το Ερκύνιο δάσος, πατρίδα των μονόκερων, ήταν πολύ πυ­ κνό για να μπορέσει να αναπτυχθεί μέσα του μια κοόρτη και φυσικά μια ολόκληρη λεγειΟνα. (Φτάνει να αναλογιστεί κανείς τη μοίρα των λεγειί)­ νων του Κουιντιλίου Bάρσ\,.�2 εκατό χιλιόμετρα βορειοανατολικά ! ) Τού­ τες ήταν σκοτεινές περ ιοχές, πολύ διαφορετικές από τ ις αστραφτερές όχθες του Ρήνου: Το λίκνο των θειί)ν του γερμανικού μύθου5J• ένα δασί, ρουμάνι που δεν αρκούσαν εξήντα μέρες να το διαβείς, κατοικητήριο λ ύ­ κ ων, γιγάντιων ελαφιών, ταράνδων και βισόνων - αφότου οι μονόκεροι ε ίχαν περάσει στη σφαίρα των παραμυθιιί)ν. Στους τόπους αυτούς ο σκο­ τεινός Μ εσαίωνας, που δεν τον επισκέφθηκε ποτέ κανένα φως, δεν βσήκε τίποτα να σβήσει. Δυτικά ο χάρτης χάραζε τα σύνοσα του βασιλείου του Λοθάριου54 μετά τη διάλυση της δυναστείας των Καρολ ιγγε ιανιί)ν55• Με­ ταγενέστεροι διαμελισμοί ήταν εραλδικά εικονογσαφημένοι με διασταυ­ ρωμένα αντίπαλα σπαθιά, πατερίτσες, ασπίδες με ημισφαισικά στέμματα και μικρές κορόνες με μίτρες στην κοσφή καθιος και σκούφους εκλεκτό­ ρων γασνισισμένους με ερμίνα. Τα πλατύγυσα καπέλα των κασδιναλίων ήταν μερικές φορές μετεωρισμένα πάνω σε δίδυμες πυραμίδες από κροσ­ σάτες φούντες και ένα περήφανο I�λαστoλόγημα λοφίων ξεπηδούσε από τις περικεφαλαίες των ληστρικών ιπποτιί)ν. Κάθε έμβλημα συμβόλιζε ένα ακόμα πετραδάκι στο ψηφιδωτό των μικσιί)ν εκείνων αλλά αγέρωχων φε­ ουδαρχιον που είχαν διί)σει όρκο υποτέλειας μόνο στο πρόσωπο του Ηγε­ μόνα της Αγίας Ρωμα 'ίκής Αυτοκρατορίας ο καθένας αξίωνε φόρο από τα δύστυχα πλοία που τύχαινε να ζυγιί)νουν τ ις πολεμίστσες τους κα ι όταν η προέλαση του Ναπολέοντα εξόρκ ισε τα στοιχειωμένα απομεινά­ ρια του κράτους του Καρλομάγνου, εκείνο ι επιβίωσαν και βρ ίσκονται ακό μη στη ζωή χάρη σ ' ένα χαρτοπόλεμο από συγχωνεύσεις και προσαρ-

Π ερίπου σ' l1υτ6 το σημε ίο ! Μ6λις πριν απ6 ένα λεπτ6 το βρήκα δες του Γαλατικού Πολέμου του .

<ττις οελί­


74

Η Ι; ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Λ ΙΙ Ι' Ε Λ Σ

τήσε ις. Σ τ η βεράντα ενός παρόχθιου πύργου, ένας απόγονός τους μ ε σπορ σακάκι έκανε τον πρωινό του περίπατο ανάβοντας τ ο πούρο του, Η καταπληκτική παρέλαση συνεχίστηκε όλη μέρα. Η τειχισμένη πόλη Άλντερναχ ερχόταν με φόρα καταπάνω μας, Ο θερ­ μαστής ροχάλ ιζε στην κουκέτα του. Ο Π έτερ κάπνιζε στο πηδάλιο και γω, σκαρφαλωμένος στη σκεπή της καμπ ίνας, ραχάτευα στη λ ιακάδα, καθιί)ς ο Ούλι ξεφυσούσε καταρράχτες από παιχνιδιάρικες τρίλιες με το όργανό του. Δυο ή τρία γεcrύρια και μισή ντουζίνα κάστρα παραπέρα, και έπειτα από μία, τελευταία , ι ί)ρα χιονοσκέπαστων βουνοπλαγιιί)ν, η μηχανή μας άρχισε να αγκομαχά κάτω από τον οχυρό ίσκιο του Ερεν­ μπράιτστα 'ίν. Αυτό το κολοσσια ίο και εμπορικά τόσο δραστήριο σύγ­ χρονο φρούριο ήταν μια χτισμένη I�ραχόπετρα, κατάσπαρτη από φυλά­ κια και κοσκινισμένη με πολεμότρυπες, Στην αντικρινή όχθη αναδυόταν με αI�ρό ταλάντεμα η πόλη του Κόμπλεντζ, Γυρίσαμε λοξά το τιμόνι προς ένα αγκυροβόλιο της δυτικής όχθης πηγαίναμε με I�ήμα σημειωτόν, για να αποφύγουμε το στρίμωγμα ή κα­ μιά καραμπόλα, αφού χάναμε συνεχιί)ς ταχύτητα, Ολόκληρη αυτή η μα­ νoύΙ�ρα ήταν ωφέλιμη μόνο σε μένα, αφού οι άλλο ι δεν είχαν καιρό γ ια χάσιμο. Ή ταν ένας μελαγχολικός αποχωρισμός: «Δεν θα ' ρθεις μαζί μας ; » μου φιί)ναξαν, Καθιί)ς πλευρ ίζαμε αργά στο μουράγ ιο, πήδηξα έξω. Αποχαιρετ ιστήκαμε κουνιδντας το χέρι , καθιδς εκείνοι έστριβαν πάλι το δο ιάκ ι προς το μεσαίο ρέμα και ο Ούλι έβγαλε μια σειρά εκκω­ φαντ ικές τσιρίδες από το φουγάρο και ύστερα ένα μακρόσυρτο μπου­ μπουνητό κατευόδιου με εκπληκτικό αντίλαλο στους βράχους του Κό­ μπλεντζ. Ύστερα. ευθυδρόμησαν και, γλιστριδντας κάτω από ένα γεφύ­ ρωμα καμωμένο από ποταμόπλο ια, τράI�ηξαν νότια ολοταχιi)ς, Μια γλιί)σσα γης, μυτερή σαν σίδερο σιδεριδματος, εκτεινόταν μέσα στο ποτάμι, και η πλ ίνθινη I�άση στην άκρη της στήρ ιζε ένα τεράστιο χάλκ ινο άγαλμα του αυτοκράτορα Γουλιέλμου που υψωνόταν ανάμεσα σε σπουργ ίτες και γλάρους , Αυτή η προεξοχή βράχου και λ ιθοδομής ήταν κάποτε μια ακριτική νότια αποικία τευτόνων ιπποτιί)ν' την περιερ­ γάστηκα έκπληκτος: Στη φαντασία μου, αυτοί ο ι πολεμιστές είχαν μο-


Α Ν Ε ΙΙ Α Ι Ν Ο Ν Τ Α Ι Ί Ό Ν !' Ι Ι Ν "

75

ναδLκό τους έργο να μακελεύουν ΜοσχοβίτεςSr. μέσα σε ακατάπαυστο χ ωνοστρόβLλο σης ακτές της Βαλ ΤLκής ή σης λίμνες της Μαζουρίας57. Σ την περωχή αυτή, ο Τρ ιακονταετής Π όλεμοςSΗ σκόρπισε κάποτε τον όλε θρο. Εδιο κοντά γεννήθηκε ο Μ έτερνLχS9. Ωστόσο μω χρονολογ ία αρ­ χα Lότερη , πω κοσμογονική, χαρακτηρ ίζε ι επ ίσης αυτά τα κατατόπια. Δυ ο τρανά ποτάμLα που χλ ΨLντρίζουν τυψλά μέσα σης συγκλ ίνουσες κο ίτες τους μονομαχούν κάτω από την αιχμή αυτής της πλάκας και το ανάκατο πηλάλημα του νερού αναδLΠλιί>νετω καL ρουΨLέτω κατηψορί­ ζοντας, ιοσπου η μεγάλη λασπωμένη νεροσυρμή του Ρήνου i"ιαμάζε L την καθαρότερη ροή του νεοψερμένου : Ο Μοζέλας! ·Ηξερα πως το /-\ροχομά­ vL που σέρνεται κάτω από τα γεψύρια του γ ια να εξαψανιστεί πω κάτω ήταν το τελευταίο απομεινάρι μLας ανΟ Lχτής κο ιλάδας με απέραντη ομορψιά και σπουδωότητα. Ένας γλάρος πετιοντας στο αντ ίρεμα μπο­ ρούσε να ατενίσει γ ια πολλά χιλιόμετρα ελικόμορψα, αραΙ'Ηαστά αμπέ­ λια, ύστερα να κάνει μακρο/-\ούη σης μεγάλες μαύρες ρωμα·ίκές Π ύλες των Τρεβήρων"ο και, ψτερουγίζοντας πάνω από το αμψιθέατρο, να (') ια­ βεί τα σύνορα γ ια τη Λορένη. Αγγίζοντας τους ανεμοδείκτες της αρχα ί­ ας μερo[-\ιγκ ιανήςfιl πόλης του Μ ετς θα θρονωζόταν στα ορθολίθια των Βοσγίων όπου βρίσκοντα ι οι πηγές του νερού. Για μια σηγμή μπήκα στον πειρασμό να τον ακολουθήσω, αλλά το μονοπάη του τρα/-\ούσε (')υ­ τικά - έτσL δεν θα έψθανα ποτέ στην Κ ωνστανηνούπολη . Ο Αυσό­ νιος,δ2 αν τον είχα δια/-\άσει τότε, ίσως να είχε αλλάξΗ την απόψασή μου . Το Κόμπλεντζ εί νω χησμένο αμψιθεατρικά. ΟλΟL οι δρόμοι του ήταν κατηψορικοί και γω συνεχιος αντίκριζα πύργους καL καπέλα καμινάδων και κάτω στο [-\άθος ης δύο στενές βουνίσιες διαβάσΗς που ο(')ηγούσαν τα δύο ρέματα στον τόπο της συνάντησής τους. Ήταν ένα ανοιχτόκαρδο τοπίο κάτω από ολοκάθαρο ουρανό με έναν αέρα που σου ψιθύριζε πως οι πε('Ηάδες βρίσκονταν κιόλας μακριά· το φως του ήλιου έριχνε σπίθα χρυσή και αντανακλάσεις που καθρεφτίζονταν στο χιόνι · δυο ακόμα αό­ ρατες αλλά σημαντ Lκές οριακές γραμμές είχαν υπερπηi"ιηθεί: Η τοπική προφορά είχε αλλάξεL και κελάρια με κρασιά είχαν πάρει τη θέση των lUt ιρ αριιΟν. Αντ ί για κείνα τα γκρ ίζα τερατόμορφα κύπελλα , τιί>ρα λα-


76

Η r. I I o x ι ι Τ Ι Ι Σ Λ I1 Ι' Ε Λ Σ

μποκοπούσαν κρασοπότηρα πάνω στα δρύινα τραπέζια. (Βολεύτηκα σ ε ένα κελάρι μ ε τ ο ημερολόγιό μου κάτω από μια πανοραμική διάταξη πα­ λιιί)ν [-\αρελιών ως την ιίJρα του ύπνου. ) Οι απλές, ημισφαιρικές κούπες αυτιί)ν των ποτηριών του κρασιού ισορροπούσαν σε ντελικάτα γυάλινα κοτσάνια ή παγόδες από σταδιακά μικρότερες μπάλες και τα δύο αυτά γένη των μίσχων ήταν χρωματ ιστά: σμαραγδί γ ια το Μόζελ, και για το κ ρασί του Ρήνου ένα χάλκ ινο χρυσό που έφερνε στο κεχριμπαρένιο. Όταν υψιί)νονταν από ροζιασμένα χέρια, το καθένα έστελνε το λαμπερό­ χρωμο μήνυμά του στο φως της λάμπας. Όποιος πίνει από τέτοιο ποτή­ ρι στα καπηλειά εκείνα και τα πανδοχεία με τα γουστόζικα ονόματα, δεν μπορεί παρά να πιει γενναία. Π λανερά και επίβουλα, τα φαινομενικά αθιί)α δισκοπότηρα χωρούσαν σχεδόν μισό μπουκάλι και απλά, με μικρές ρουφηξιές, ένιωθες να εξερευνάς τα μεγάλα ποτάμια που κυλούσαν στα πόδια σου, αλλά έμμεσα και τον Δούνα[-\η, και ολάκερη τη ΣουηΙ-\ία63, και τη Φραγκονία64, και τις ρηχές κοιλάδες του Ίμχοφ, και τις μακρινές Ι-\ου­ νοπλαγιές του Β ίρτζμπουργκ . Ταξ ιδεύοντας στο χρόνο από έτος σε έτος με γουλιές δροσερές σαν πηγαδίσιες, ολοδιάφανες, με χριί> μα που ποί­ κ ιλλε από βαθύχρυσο σε πλατινένιο, κα ι αρτυμένες με αριίJματα από γρα­ σιδωτό λι[-\άδι, λουλούδια και ξέφωτα. Γοτθικές επ ιγραφές στον τοίχο χτυπούσαν ακό μη στο μάτ ι, αλλά εδιί) ήταν άκακες και απαλλαγμένες από την κατάθλ ιψη που σου προκαλούσαν εκείνες οι μεγαλόστομες πει­ θαναγκαστικές παραινέσεις, γραμμένες με μαύρα στοιχεία, στις μπιρα­ ρίες του Ι-\ορρά. Και το ύφος ήταν Ι-\ελτιωμένο: λιγότερο εμφαντικό, π ιο λακωνικό και συγκεκριμένο, παρηγορητικό συνάμα και φιλοσοφημένο στο περιεχόμενό του - ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν καθιίJ ς περνούσαν οι ιίJρες. Glaub, wa.� wahr ι�ι, υπαγόρευε το μήνυμα από έναν τοίχο στολι­ σμένο με κέρατα ελαφιιί)ν, Lieb, wa.� rar isC" Trink was klar ist: n ίστευε 6, τι είναι αλ ηθινό' αγάπα 6, τι είναι σπάΥΙΟ' πίνε ό, τι είναι καθαρό. Μόνο κα­ θιί)ς έπεφτα σκοντάφτοντας στο κρεβάτι. συνειδητοποίησα με πόση προ­ θυμία είχα υπακούσει στην προτροπή αυτή. Ήταν η πιο Ι-\ραχύβια μέρα του χρόνου και τα διακριτικά σημάδ ια της εποχής ώρα με την ιίJρα γ ίνονταν καθαρότερα. Ένας στους δυο πε -


Α Ν Ε ΙΙ Λ Ι Ν Ω Ν Τ Λ Σ T U N Ρ Ι Ι Ν Ο

77

ρα στικούς στο δρόμο τραβούσε για το σπ ίτι μ ' ένα φρεσκοκομμένο νεα­ ρό έλατο στον ιόμο , και γω την άλλη μέρα βρέθηκα χωμένος στην εκκλη­ σία της Θεοτόκου Μαρίας κάτ ω από ένα μαγνάδι χριστουγεννιάτικης δ ιακ όσμησης . Το ρωμανικό καθολικό κλ ίτος ήταν κατάμεστο από κόσμο κα ι ένας λα μπ ρός ύμνος αντηχούσε από τα γοτθικά στασίδια της χορω­ δ ίας, ενώ τα θυσανωτά σύννεφα του θυμιάματος ακολουθούσαν προς τα πά ν ω τη μονωδ ία του ψάλτη τέ μνοντας την απόκλιση των ακτ ίνων. Έ να ς δομινικανός μοναχός με κοκάλινα ματογυάλια εκφωνούσε με δυ­ να μισμό το κήρυγμα. Κάμποσοι φαιοχίτωνες -είχα προσωρινά ξεχάσει την ύπαρξή τους- ήταν σκορπισμένοι μέσα στο εκκλησίασμα με χαμη­ λωμένα μάτια κρατιόντας στο χέρι τα καπέλα τους. Φάνταζαν αλλόκο­ τοι. Η θέση τους ήταν έξω στα δάση να σέρνουν το χορό γύρω από τον Όντιν και τον Θορ ή τον κακό θεό Λόκ ι . Το Κόμπλεντζ με το τρανό του φρούριο έμεινε π ίσω μας και τα βου­ νά προχώρησαν ένα βήμα μπροστά . Π υκνές αράδες αμπελιιίJν έντυναν τώρα την ακροποταμιά σκαρφαλιίJνοντας ψηλά ως εκε ί που έβρ ισκαν στυλοπάτ ι . Π ροστατευμένες με φροντ ίδα από πέτρινα χτ ιστά υποστη­ ρίγματα, οι πεζούλες καβαλίκευαν η μια την άλλη με χυτές και φιδογυρι­ ατές πτυχιίJσεις . Κλαδεμένα ξυστά, τα σκούρα κληματοβλάσταρα ξεμύτι­ ζαν από το χιόνι σε σειρές από κοκαλιάρικες γροθιές που, καθώς σκαρ­ φάλωναν, μεταμορφώνονταν σε χιαστούς σχηματισμούς από ζαρωμένα μαύρα στ ίγματα πάνω στο χιονόβλητο περίγραμμα των αμπελιίJνων, ώσπου το απότομο κυμάτ ισμα των προεκβολιίJν και αναδιπλιίJσειίJν τους ξ εθύ μαινε στα ύ ψη ανάμεσα σε άγρια βράχια. Στα όρη που δέσποζαν πά­ νω σε αυτές τ ις χυμένες πεζούλες δεν έΙ�λεπες κορυφή χωρίς καστέλι. Στο

Στόλτζενφελς, όπου σταμάτησα να κολατσίσω, ένα υστερογοτθικό δυνα­ μάρι σκαρφάλωνε σε σκάλα από αμπελόφυτα που άγγιζε τον ουρανό και ένα αντικρινό καστρόπυργο στο Ομπερλανστάιν, στην απέναντ ι όχθη , ακολουθούσε το παράδειγμά του . Μετά, ορθιόθηκε ένα τρίτο κ ι ένα τέ­ ταρτ ο και ακόμα ένα: ερείπιο πάνω σε ερείπ ιο, α μπ έλι πάνω σε αμπέλι . . . Έ μοιαζαν να διαγράφουν κύκλους παράλληλα με τη φορά των νερών κ ι

ύστ ερα ν α μετεωρ ίζονται . Τέλος, ένα γοργογύρισμα τ ο υ ποταμού τα


Η Ε Ι Ι Ο Χ Η Τ ΙΙ Σ Δ g Ρ Ε Α Σ

78

έσπρωξε μακριά, ιί)σπου το βραδιάτ ικο σύθαμπο τα σκίασε όλα και τα φιίnα του ποταμού άρχισαν να τρεμοπαίζουν μέσα στις μουντές αντανα­ κλάσεις τους. Κατ(ι το σούρουπο, σταμάτησα στο Μπόπαρντ. Ήταν κα­ θισμένο στην πλευρά του βουνού και το άλλο πρωί μια ακόμα κορδέλα του ποταμού ξετυλίχτηκε νότια εν(ο οι κυριακάτικες καμπάνες απαντού­ σαν στον ήχο γειτονικιί)ν σήμαντρων σε όλη την επ ιφάνεια του νερού. Όπου οι πετροράχες ήταν πολύ απόκρημνες για να συγκρατήσουν το χιόνι, δασάκ ια και βεντάλιες από θάμνο ρέλιαζαν τις μαρκίζες του σχι­ στόλιθου. Π ιο ψηλά, οι ξεδοντιασμένοι και βασταγεροί πύργοι, πνιγμένοι σ' ένα δεντρομάνι και αλ υσοδεμένοι μεταξύ τους με κ ισσό, βελόνιαζαν με τ ις γωνίες τους τον αέρα ακολουθιοντας τη ροπή των βράχων όπου ήταν κουρνιασμένοι' τα ονόματά τους τέλειωναν όλα στις ανάλογες γερμανι­ κές λέξεις που σήμαιναν τη γωνία, το βράχο, το χαράκι ή το φρούριο: Hoheneck, Reichenstein , Stolzenfels, Falkenburg 65 Κάθε γύρισμα του πο­ ...

ταμού έφερνε στο φως ένα καινούργιο σκηνικό και κάποτε έναν ολόκληρο θίασο από νησίδες, που η ανεξάντλητη ορμή του νΕ(.1Ού είχε αποσαρκ(ΟΟει και ζυμ(οσει μέσα στο στροβίλισμα του ρέματος. Έ μοιαζαν να κολυμπούν εκεί, κάτω από ένα δικτυωτό αποψιλωμένων κλαδι(Ov και ένα φόρτωμα από μοναστηριακά ή κοσμικά χαλάσματα. Μερικά από αυτά τα νησάκια ήταν κόχες γ ια μπούρτζια που έφραζαν το ποτάμι ρίχνοντας αλυσίδες από άκρη σε άκρη για να αιχμαλωτίζουν τα πλοία και να αποσπούν λη­ στρικό φόρο, λύτρα ή λάφυρα. Ζοφερές ιστορίες αφθονούν εδιΟ.·

Μ ία από αυτές αναφέ ρεται στο M iiuseturm

-

τον Πο ντικόπυΡΥΟ, το λη­

στρικ6 οχυιχ) καταμεσής του ποταμού. έξω απ6 το Μπ ίνγκεν, 6πο" πέρασα τη νύχτα . Σ\'ιμφωνα με το θρίιλο. εκεί μέσα ξεψύχησε ο Χάτο, αρχιεπίσκοπος της Μαγεντίας. τον 100 αιιίινα. Τον κατασπάραξαν τα ποντίκια τιμωριίιντας τον γ ια τη σκληρ6τητά το,,' το επε ισόδ ιο έχει εμπνείισε ι στον άγγλο ρομα­ ντικ6 π ο ιητή H.obt:rt Southey ένι ι σχετικ6 ποίημα. Τα τρωκτικ(ι παίζουν με­ γάλο ρ6λο στη γερμανική παράδοση και μυθολογία. Παράδειγμα. ο μί,Οος το" αρο"ραιοκτ6νο" Πι τσιλωτο ιί Α ιιλητή το ιι Χάμελι ν. θέμα ποιήματος Ρ6μπερτ Μ πράουνινγκ .

tO l '


Α Ν Ε lΙ λ l Ν Ο Ν Τ λ Σ Τ Ο Ν Ρ Ι Ι Ν Ο

79

Κομμάτια τειχ(ί)ν τρυπημένα από αρχαίες καστρόπορτες έζωναν τα πε ρισσότερα χωριά. Κοντοστάθηκα σε πολλά για ένα κρασί μέσα σε εκεί­ να τα ποτήρια με τα χρωματιστά πόδια και για μια ψέτα μαύρο ψωμί με βούτυρο μασουλώντας και ρουψιί)ντας δίπλα στη σόμπα, ενιί) κάθε τόσο οι μουσκεμένες αρβύλες μου στάλαζαν χοντρούς [�όλoυς χιονιού στερεο­ ποιημένους στα καρψιά μου. Στο μεταξύ, η κοίτη του ποταμού στένευε γοργά και τα [�oυνά τραβούσαν μπροστά γέρνοντας απότομα, (ί)σπου μό­ λις απόμενε πια χιορος για το δρόμο. Στην κορυψή ενός τεράστιου αντι ­ τειχίσματος που κόρμιαζε αγριωπό στην απέναντι όχθη κατάψερα, με τη βο ήθεια του ξενοδόχου, να διακρίνω την αχνή σκιά της Λορελάι που είχε δώσει το όνομά της στο [�ράχo. Το ποτάμι, αψού πρ(ίnα στενεύει αναπά­ ντεχα, εδ(ο γίνεται πολύ βαθύ και αναδεύεται τρομακτικά ζωντανεύο­ ντας ιστορίες για πλοία και ναυτικούς που σύρθηκαν μοιραία στον αψα­ νισμό τους. Η σειρήνα μιας ψορτηγίδας ήχησε επίμονα' και ο hρόμος, ύστερα από μικρές ανάπαυλες, με οδήγησε το δειλινό στο Μπ ίνγκεν. Μοναδικός πελάτης, ξεψορτιί)θηκα το σακίδιό μου σε ένα μικρό παν­ δοχείο. Όρθια σε καρέκλες, τα χαριτωμένα κορίτσια του ξενοδόχου, ηλι­ κίας από πέντε ως δεκαπέντε χρόνων, βοηθούσαν τον πατέρα τους να στολ ίσει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο' να κρεμάσουν πολύχρωμες μπάλες, να θηλuκ(ί)σoυν γιρλάντες από ασημόχαρτο , να στερε(ί)σουν κε­ ράκια στα κλωνιά και να στέψουν με εξα ίσιο άστρο την κορυψή του. Μου ζήτησαν να δ(οσω ένα χέρι και όπως τελει(ί)ναμε, ο πατέρας , ένας ψηλός άντρας με στοχαστικό βλέμμα , ξεσψράγ ισε ένα ψίνο μπουκάλ ι κ ρασί από το γειτονικό αμπέλι του RUdesheim . Το ήπιαμε όλοι μαζί και είχαμε σχεδόν αδειάσει και δεύτερο μπουκάλι όταν μπήκαν οι τελευ­ ταίες π ινελιές στο δέντρο. Τότε η οικογένεια συνάχθηκε γύρω του και έψαλε τα κάλαντα. Μόνο φως, η λάμψη των κερι(ί)ν και η κατανυκτική όσο και γοητευτική τελετή έμεινε αξέχαστη χάρη στα περ ιχυμένα με φεγ­ γοβολή προσωπάκ ια των κοριτσι(ί)ν και τις όμορψες, γάργαρες ψωνές τους. Μου έκανε εντύπωση που δεν είπαν την «Άγια νύχτα»: την είχα τό­ σο συχνά στα αυτιά μου τις μέρες εκείνες είναι ωστόσο λουθηρανικός ύμνος και θαρρ(ί) πως η μεριά τούτη του Ρήνου ήταν μάλλον καθολική.


80

Η lΞ I 1 0 X I I Τ ι ι ι Δ Ο ΡΕ Λ Σ

Δυο από τους ύμνους που τραγούδησαν γράφτηκαν ανεξίτηλα στη μνή­ μη μου: Ο Du HeiΙige -Ω, συ Ά Υιε- και

Es

ist ein Reis entsprungen ­

Ένα κλωνάρι βλάστησε. Και οι δυο ήταν συναρπαστικοί - ιδιαίτερα ο

δεύτερος, πολύ παλιός όπως μου είπαν. Στο τέλος, πήγα μαζί τους στην εκκλησία κι έμεινα σπ ίτ ι τους το βράδυ. Την (ί)ρα που οι κάτοικοι του Μπίνγκεν αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές στο προαύλιο, αραιές νιφάδες άρχισαν να πέφτουν και πάλ ι. Το πρωί, όλα τα μέλη της οικογένειας αγκαλ ιάστηκαν και φιλήθηκαν, έδωσαν τα χέρια κι ευχήθηκαν ο ένας στον άλλο « Καλά Χρ ιστούγεννα» . Το πιο μικρό από τα κορ ίτσια μού έδωσε ένα μανταρίνι και ένα κουτ ί τσ ιγάρα δεμένο με γ ιρλάντα και όμορφα τυλιγμένο σε ασημένιο χαρτί. Ήθελα τόσο πολύ να είχα και γω κάτι να της δώσω έτσι γ ιορτινά πλεγμένο με κορδέλα και γκι' αργότερα θυμήθηκα την αλουμινένια κασετ ίνα μου με τα μολύβια της ζωγραφικής αλλά ήταν αργά : Εποχή δωρεάς. Ο Ρήνος δεν αργεί να στραφεί ανατολικά και τα τειχίσματα της κοι­ λάδας υποχωρούν και πάλ ι . Π έρασα αντ ίπερα, στο Ρ ίντεσχα 'ίμ, ήπια ένα ποτήρι κρασί κοντά στο περ ίφημο αμπέλι κα ι συνέχισα το δρόμο μου. Το χιόνι στοιβαζόταν παχύ, σπυρωτό και ομοιόμορφο. Καθώς βά­ διζα κάτω από την ψιλή χιονοβολή, αναρωτιόμουν αν είχα κάνει καλά που άφησα το Μπ ίνγκεν. Οι καλοσυνάτοι οικοδεσπότες μου με είχαν προσκαλέσει να μείνω' όμως περίμεναν συγγενείς και, ύστερα από τόση φιλοξενία , φοβόμουν πως, παρά την καλή τους διάθεση, ένα ξένο πρό­ σωπο στην οικογενειακή γ ιορτή θα έπεφτε πολ·ύ. Έτσι λοιπόν βρέθηκα εκείνο το ηλιόχαρο χριστουγεννιάτ ικο πρωινό να περπατώ βουλιάζο­ ντας σε μια φρέσκ ια στρ(ί)ση χιονιού. Δεν υπήρχε ίχνος πανιού στο πο­ τάμι, μόλις που περνούσε κάποιο αυτοκίνητο, οι δρόμοι ήταν έρημοι και στις μικρές πολιτείες δεν σάλευε φύλλο. Όλοι ήταν κλεισμένοι στα σπ ί­ τια τους. Με ένα αίσθημα μοναξιάς και κάποιας μεταμέλειας για τη φυ­ γή μου αναρωτ ιόμουν τι να έκαναν εκείνη την ώρα η οικογένεια και οι φίλοι μου' ξεφλούδισα και έφαγα με βαριά καρδιά το μανταρίνι. Τα πε­ ταμένα φλούδια που σκάλωσαν στο παγερό κράσπεδο έγιναν μεμιάς

ο

στόχος μιας απροσδόκητης συνάθροισης γλάρων του Ρήνο υ. Χαζεύο -


Α Ν Ε Ο Α Ι Ν Ο ΝΤΑ Σ Τ Ο Ν Ρ Ι Ι ΝΟ

81

ντας την έφοδό τους ξετύλ ιξα το κουτί, άναψα ένα από τα χριστουγεν­ νιάτ ικα τσιγάρα μου κι ένιωσα λίγο ανακουφισμένο ς. Στο πανδοχείο όπου σταμάτησα για να περάσω το μεσημέρι -πού ν ήτα α λήθε ια; στο Γκάιζενχα·ίμ ; στο Β ίνκελ ; στο Έστριχ; στο Χάτεν­ χα·ίμ ;- ένα μακρύ τραπέζι ήταν λαμπρά στρωμένο για φαγοπότ ι και ένα φωταγωγημένο χριστουγεννιάτικο δέντρο αναβόσβηνε στη μια του άκρη. Κάπου τριάντα καλεσμένοι ετοιμάζοντα ν να πάρουν τις θέσεις τους με φασα ριόζικο κέφι, όταν κάποια συμπονετική ψυχή πρέπει να πρόσεξε το μοναχικό αγόρι στο άδειο μπαρ. Χωρίς τσιριμόνιες άφησα να με σύρουν στη γιορτή· και εδ ιίJ , καθι ίJς οι μπουκάλες του κρασιού σωριάζονταν η μια πάνω στην άλλη, τα πράγματα άρχισαν να μπερδεύονται στο μυαλό μου. Ένα φωνακλάδικο και διψασμένο κρασοσφούγγαρο εξακολουθούσε να σουρώνει εκεί στα πόδια του τραπεζιού ως αργά το βράδυ. γ στερα , θυ μάμαι ένα αυτοκίνητο ασφυκτ ικά γεμάτο, μια εκδρομούλα και μια ευ­ ρύχωρη κάμαρη γεμάτη κόσμο και τον Ρήνο που αχνογυάλιζε μακριά στο βάθος. Μπορεί και να βρεθήκαμε μέσα σε κάστρο . . . λ ίγο αργότερα το σκηνικό αλλάζει: Ακολούθησε κα ι άλλη βόλτα με το αυτοκ ίνητο, νυχτε­ ρινή τούτη τη φορά, με τους φωσφορισμούς γύρω μου να πολλαπλασιά ­ ζονται και τα λάστιχα να μεταμορφώνουν το χιόνι σε πηλό · έρχονται και άλλα πρόσωπα στο νου μου και απόηχος χορού και μουσικής και ποτήρια που ξεχειλίζουν, αδειάζουν ή χύνονται καταγής. Το άλλο πρωί άνοιξα ζαλισμένος τα μάτια σε έναν φιλικό καναπέ. Π έρα από τις δαντελωτές κουρτίνες και αρκετά βήματα παραπέρα, το χ ιόνι γύρω από τ ις ράγες του τραμ φάνταζε απαράδεκτα σταχτί και κλο­ τσοπ ατημένο για μια τόσο χαρμόσυνη γ ιορτή όπως του αγίου Στεφάνου.


3

Στη ν Ά νω Γερμα νία

Π

έρα από το λασπόχωνο και τις σιδηροτροχιές, έλεγες πως η κα­ ταχνιά των Νιμπελούνγκεν είχε σηκωθεί από το κρεΙ�άτι του Ρή­ νου για να σκεπάσει την πόλη' και όχι μόνο τη Μαγεντία: Οι δα­

χτυλιδωτοί ατμοί της λήθης είχαν ακολουθήσει το ανάντη του ποταμού τυλίγοντας στο διάβα τους το Όπενχα 'ίμ, τη Βορμς και το Μάνχα ·ίμ. Π έ­ ρασα μια νύχτα στην καθεμιά παίρνοντας μαζί μου Ψίχουλα αναμνή­ σεων. Ένα δυο πύργους, λούκ ια που έχασκαν, γεφύρια, ακρόστεγα, αντε­ ρείσματα και μια καμαροσειρά που έσβηνε προοπτ ικά μέσα στις σκιές. Θυμάμαι και έναν ανδρ ιάντα του Λούθηρου, ίσως στη Βορμς αλλά και περιστύλ ια μοναστηριών και μια Β ίβλο γοτθικής γουτεμβεργιανής γρα­ φής, μια εικόνα του αγίου Βονιφάτιου και ένα πλήθος ιησουίτικων κει­ μένων σε στήλες. Το αχνό φως μιας λάμπας φωσφορίζει ακόμη πάνω σε γυαλοπόurr υ ρους θυρεούς κοσμημένους με μολυβοδεμένα χρυσά ημικύ­ κλια ' μα η αψίδα που τους πλαισίωνε έχει χαθεί. Μαζί της και κάποια ξε­ χασμένα πρόσωπα: ένας καπνοδοχοκαθαριστής με χιτλερικό μουστάκι, τα ξανθά μαλλιά μιας κοπέλας κάτω από έναν φαρδύ σκοτσέζικο μπερέ. Είναι σαν να προσπαθιί> να ξαναφέρω στη ζωή ένα βροντόσαυρο από μια λειψή κόγχη ματιού και ένα μάτσο κόκαλα. Το σύννεφο τελικά διαλύεται κάπου στη μέση της γέφυρας ΛoύντΙ�ιχσχαφεν-Mάνχα ·ίμ. Έχοντας λίγο πολύ κυνηγήσει τον Ρήνο από την ιορα που πάτησα στη στεριά, ετο ιμαζόμουν τιορα να τον εγκαταλείψω. Η κοιλάδα είχε γί­ νει φαρδύτερη μετά το Μπίνγκεν και έβγαζε στον χιονισμένο κάμπο της Έσσης τα Ι�oυνά φάνταζαν πάντοτε απόμακρα καθώς το ποτάμι κου11 2


Σ Τ Ι Ι Ν Α Ν Ο Ι ' Ε Ι' Μ Λ Ν Ι Λ

λου ριαζόταν κατά τ ο νότο , για ν α εξαφανιστεί λίγο πιο κάτω. Ωστόσο ο χάρτης του Ρήνου που ξεδίπλωσα πάνω στη γέφυρα έδειχνε πως η πο­ ρε ία του συνεχιζόταν στο αντ ίρεμα εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη δική μου εμβέλεια. Μ ετά το Σπάγερ και το Στρασl�oύργo, ο Μέλανας Δ ρυμός λοξοκοίταζε από την άλλη πλευρά του νερού τη γαλάζια κορυ­ φογραμμή των Βοσγίων. Είχα ακουστά πως οι λύκοι, τους Μσκολους χειμά>νες όπως αυτός, ροβολούσαν από τα ελατοδάση και σαλτάριζαν στους δρόμους. Ακολουθούσε το Φράιμπουργκ κι ύστερα τα ελβετ ικά σύνορα και οι καταρράχτες του Σαφχάουζεν, όπου το ποτάμι ελευθεQω­ νόταν από τα νερά της λίμνης Κωνσταντ ίας. Ακόμα πιο πέρα, ο χάQτης τελε ίωνε σ' ένα στενό, αδιάρρηκτο παγωμένο χάος. ***

Στην άκρη της γέφυρας παράτησα τον Ρήνο για τον παραπόταμό του, τον Ν έκαρ, και λ ίγα χιλιόμετρα πιο κάτω είδα συναγμένα τα αμφιθεα­ τρικά φιί>τα της Χα ·ίδελβέργης. Βράδιαζε καθιί>ς ανηφόQιζα τον κεντρι­ κό δρόμο της πόλης και σύντομα κάτι απαλόφεγγα χρωματιστά τζάμια κάτω από μια μετέωρη ταμπέλα με την επ ιγραφή «Το κόκκινο βόδι» μου έγνεψαν να μπω μέσα. Με ξεπαγιασμένα μάγουλα και μια κρούστα χιό­ νι στα μαλλιά έσυρα τα βήματά μου σε ένα μαγευτικό καταφύγιο από δρύινη δοκαρωσιά, με ξυλόγλυπτα σχέδια, αχηβαΜσχημες εντοιχισμέ­ νες κόχες και ανισόπεδα πατιί>ματα. Σωστή ζούγκλα από ποιΧίλα εξαρ­ τήματα έντυνε το εσωτερικό του: κούπες με λαβή, μπουκάλες, ποτήρια

κα ι ελαφοκέρατα -αθώα συσσά>ρευση του χρόνου, όχι θεατρικά αξε­ σουάρ μιας συμβατικά γ ιορτινής ατμόσφαιρας- και όλος ο τόπος λα­ μποκοπούσε πατόκορφα από την πατ ίνα. Έ μοιαζε περισσότερο με κά­

μαρη μεσαιωνικού πύργου και, εκτός από ένα γάτο ξαπλωμένο μπροστά στη φωτιά, ήταν εντελιί>ς άδειο. Ήταν η στιγμή που με ανυπομονησία πεQίμενα κάθε μέρα. Να στρω­ θιί> σε ένα βαρύ τραπέζι πανδοχείου, ξεπαγιί>νοντας και αναψοκοκκινί­ ζοντας, με κρασί, ψωμί και τυρί και απλωμένα πρόχειρα μπροστά μου τα

χαρτ ιά , τα βιβλία και το τεφτέρι μου' για να καταγράψω τα έργα της ημέ-


84

Η E l l o x l l Τ Ι Ι Σ ΛΩΡ ΕΛΣ

ρας, ν α ψάξω με τ ο κερί τ ι ς λέξεις μου στο λεξικό, ν α φτιάξω τ α σκίτσα μου, να παλέψω με αυτοσχέδιους στίχους ή και μόνο να r�υθισt( ί) σε ανέκ­ φραστη και ληθαργική μακαριότητα καθ(σς το χιόνι στάλαζε από τα άρ­ βυλά μου. Μ ια ηλικιωμένη γυναίκα κατέβηκε στο ισόγειο και κάθισε κο­ ντά στη σόμπα με τα ραφτικά της. Π αρατηρ(σντας το ραβδ ί και το γυλιό μου και τη λιμνούλα από λιωμένο χιόνι μουρμούρισε με χαμόγελο Wer reitet 50 .spiit durch Nacht und Wind? Τα μόλις δεκαπέντε ημερ(σν γερμα­ νικά μου έφταναν ίσα ίσα για να μεταφράσω: Ποιος νυχτοπάρωρα γυρ­ νά, καβάλα σε άτι με ανεμ οκαιριά; Όμως με μπέρδευε η κατάληξη του

τρίτου ενικού προσ(ί)που reitet. (Π (ος μπορούσα να μαντέψω ότι αυτός ήταν ο πρ(οτος στ ίχος από τον περίφημο Σκλ ηθροβασιλ ιά του Γκαίτε που τον λάμπρυνε περισσότερο η μουσική του Σούμπερτ; ) « Είσαι ξένος λοιπόν ; » Εδ(ο ήξερα ακριβ(ί)ς τι έπρεπε να απαντήσω και είπα απνευ­ σ τ ί: 'Έngι ischer Student" -άγγλος σπουδαστής-

..

..

.

ZU

Fuss nach

K onstantin opel" - πεζός γ ια την Κωνσταντινούπολη . . . Το είχα μάθει νε­ ράκ ι πια. « Κωνσταντινούπολη; » έκανε εκείνη. «Πω, πω! Τόσο μακριά, χειμωνιάτ ικα ! » Ρώτησε πού σκόπευα να περάσω την επομένη, παραμονή Π ρωτοχρονιάς. « Μα, κάπου στο δρόμο» είπα. «Δεν είναι σωστό να περι­ πλανιέσαι στα χιόνια, χρονιάρα μέρα ! » αποκρίθηκε. «Και πού σκέφτεσαι να μείνεις απόψε για να 'χουμε καλό ρώτημα;» Δεν το είχα σκεφτεί. Ο άντρας της είχε μπει μέσα πριν από λίγο και το αυτί του πήρε την κουβέ­ ντα μας. « Μ ε ίνε μαζί μας» είπε. «Θα είσαι ο μουσαφίρης μας» . Ήταν τ α αφεντικά του μαγαζιού κ α ι ονομάζονταν κύριος κ α ι κυρία Σπένγκελ. Στο επάνω πάτωμα, με διαταγή της οικοδέσποινάς μου, ξέθα­ ψα όσα ρούχα ήθελαν πλύσιμο -ήταν η πρώτη μπουγάδα μου μετά το Λονδίνο- και τα έδωσα στην καμαριέρα, ενώ μέσα μου αναρωτιόμουν π(ος θα τα έφερνε βόλτα ένα γερμανόπουλο αν τύχαινε να βρεθεί σ' ένα πανδοχείο της Οξφόρδης μια χιονισμένη νύχτα του Δεκέμβρη. Ένα από τα οικόσημα στα υαλογραφήματα των παραθυριών είχε πά­ νω του τη λοξή ελιγμογραμμία των Φράγκων. Αυτό το παλιό προπύργιο των Σαλίων Φράγκωyιi6 αποτελεί σήμερα περιοχή της βόρειας Βαυαρία ς και το πανδοχείο του «Κόκκινου βοδιού» ήταν το στρατηγείο των φοι τη -


}: ΤΙ Ι Ν A N U Ι ' Ε Ι' Μ Α Ν Ι Α

115

τ ικών συλλόγων της Φραγκονίας. Όλα τα παλιά πανδοχεία της Χα 'ίδελ­ βέργης είχαν ανάλογες διασυνδέσεις και ο πιο φημισμένος σύλλογος, η Σαξοβορούσια, ήταν κάτ ι ανάλογο με την Μπούλινγκον (ή σύλλογο των Συνδαιτυμόνων της Οξφόρδης), ενιί) τα μέλη της προέρχονταν από την αφρόκρεμα της κοινωνίας της Π ρωσίας και της Σαξονίας . Οργάνωναν τ ι ς συγκεντριοσεις τους στο γειτονικό χάνι του «Σεπλ», όπου οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με ξέθωρες δαγκεροτυπίες από σημαδεμένους με ουλές και πρ ά)ιμες φαβορίτες νεαρούς βλαστούς της πρωσικής αριστοκρατ ίας , αγέρωχους μέσα στις ψηλές μπότες τους και τ ις μεταξένιες τρ ίχρωμες φαρδιές ζιονες τους. Τα σιδερόπλεχτα χερόχτια χούφτιαζαν λαβές σπα­ θιών στο σχήμα καλαθιού. Π άνω στα χλωμά κούτελά τους καπελάκ ια φορεμένα λοξά, σαν ζουληγμένα πηλήκια, έφερναν το αρχικό του Σιί)μα­ τος κεντημένο πάνω στο στέμμα - ένα στρεI�λό γοτθικό μονόγραμμα με θαυμαστικό στο πλάι, υπογραμμισμένο με χρυσή συρματοκλωστή. Έφα­ γα τα αυτιά του Φριτς Σπένγκελ, γιου του οικοδεσπότη μου, με ερωτήσεις γύρω από τη φοιτητική ζωή, τα τραγούδια, το τελετουργικό της ζυθοπο­ σίας και προπάντων τις μονομαχίες με σπάθη, που δεν είχαν στόχο την πραγματική αναμέτρηση αλλά έναν πρωτόγονο φυλετικό σκαρ ιφισμό . Εκείνες οι εντυπωσιακές γρατσουνιές ήταν μια επ ικύρωση δεσμιον των φοιτητικών χρόνων που δεν εξαλείφονταν ποτέ, το σύμβολο και η σφρα­ γίδα της λατρείας των ανθρωπιστικι ί)ν επιστημιΟν.· Με μια σπάθη που ξεκρέμασε από τον τοίχο, ο Φριτς μού έδειξε διάφορες στάσεις και νύξεις και μου εξήγησε πως οι αντίπαλοι μάχονταν γαντοφορεμένοι, μασκοφό­ ρο ι και θωρακισμένοι ως το λαιμό, ιοστε κάθε χιλιοστό αναντικατάστα­ του δέρματος να προστατεύετα ι από τα πλήγματα. Η απόσταση ήταν υπολογισμένη' τα κυρτά λεπίδια δ ιασταυριί)νονταν στην άκρη των τε­ ντωμένων μπράτσων' μόνο οι καρποί σάλευαν' η παραμικρή υποχι ί)ρηση

Ο Χ ίτλερ απαγόρευσε αυτές τις πρακτικές όχι από αντιπι!θεια στα αιματηριί

αθλήματα, αλλι! επειδή οι φατρίες με τις συναρπαστικές τους συνήθειες αντα γωνίζονταν την επίσημη νεολαία και τις κομματικές φοιτητικές οργανιίΚJε ις.

­


86

Η ε ι ι ο χ l l Τ Ι Ι Σ Δ Ω ι' ε Λ Σ

σήμαινε ατίμωση' κ α ι οι λάμες κατάφερναν αλλεπάλληλα χτυπήματα , ιί)σπου οι ακονισμένες αιχμές άνοιγαν αρκετά βαθιά τραύματα που στη συνέχεια τα έτριβαν με αλάτι, ιόστε οι ουλές να μην κλείνουν ποτέ. Είχα προσέξει εκείνα τα ακαδημα 'ίκά στ ίγματα σε πρόσωπα με ματογυάλια γιατριόν και δικηγόρων' μέτωπο, μάγουλο ή πιγούνι -μερικές φορές και τα τρία- ήταν σημαδεμένα από αυτή την πρόχειρη εγχείρηση με απότο­ μες ή γυαλιστερές χαρακιές, παράδοξα αταίριαστες με τ ις ρυτίδες που η ωριμότητα της ηλικίας είχε καταγράψει εκεί. Νομίζω πως ο Φριτς, που ήταν ανθρωπιστής συνετός και καλλιεργημένος και μερικά χρόνια μεγα­ λ ύτερός μου, πρέπει να ένιωθε περιφρόνηση για τούτη την απαρχαιωμέ­ νη συνήθεια και να απαντούσε στις ερωτήσεις μου από αίσθημα συμπό­ νιας, Ήξερε δυστυχιός πολύ καλά τη σκοτε ινή έλξη που ασκούσε το Men,�ur -κριτήριο καθορισμού της

ανδρείας- στους αμύητους ξένους,

Η μελαγχολική γοητεία ενός πανεπ ιστημίου σε περίοδο διακοπιί)ν ήταν διάχυτη στην όμορφη πόλη, Εξερευνήσαμε τις σχολές, τα οικοτρο­ φεία, τις βιΙ�λιoθήκες και το μουσείο και σεργιανίσαμε τις εκκλησίες, Πα­ λιά ακρόπολη της Μ εταρρύθμισης, η Χα 'ίδελβέργη, τιόρα περιθάλπει τα αντίμαχα δόγματα σε ειρηνική πλέον αντιπαράθεση, και τις Κυριακές το γρηγοριανό άσμα αναβλ ύζει από τ ις πύλες μιας εκκλησίας εν(ό η μελωδία του λουθηρανικού ύμνου « Είπ ' feste Burg» από κείνες μιας άλλης, Το ίδιο απομεσήμερο με συντροφ ιά τον Φριτς και ένα φίλο του ανέ­ βηκα, διασχίζοντας το δάσος, να περιεργαστ(ό τα ερείπια του παλατιού που δέσποζε πάνω στην πόλη: ένα πελώριο σύμπλεγμα πορφυρόχρωμης πέτρας που μεταλλασσόταν σε ρόδινη , καστανοκόκκ ινη ή μενεξελ ιά σύμφωνα με την ιδ ιοτροπ ία του φωτός και της ώρας, Ο κύριος όγκος του είνα ι μεσαιωνικού ρυθμού, αλλά η Αναγέννηση ξεσπά αναρίθμητες φορές στις εξιόθυρες, τις εσωτερικές αυλές και τ ις θολωτές στοές και αναπτύσσετα ι στις λεπτοδουλεμένες ξυλόγλυπτες δ ιακοσμήσεις του 1 60υ αιιόνα, Π λήθος αγάλματα ποζάρουν στις κελυφωτές κόχες τους. Ανατινάξεις και πολιορκίες το είχαν σε μεγάλο μέρος ερειπ(όσει, όταν οι Γάλλοι λεηλάτησαν την περιοχή, Π ότε; Μα στον Τριακονταετή Π όλε­ μο, ήταν εύκολο να το μαντέψει κανείς . . , Και ποιος το είχε χτίσει; Δεν το


Σ Τ Ι Ι Ν Α Ν Ω Ι' Ε Ι' Μ Λ Ν Ι Λ

87

ήξ ε ρα λοιπόν; Οι παλατίνο ι εκλέκτορες . . . Βρισκόμασταν στην παλιά πρ ωτεύουσα του Π αλατ ινάτου.67 Ψ ιθυριστά καμπανάκ ια , που τα άκουγα να ντιντ ινίζουν από μακρι­ νές αγγλικές σχολικές αίθουσες, πάσχιζαν μάταια να μεταδιίισουν ένα ξ εχασμένο μήνυμα' « Μάντεψε το όνομα αυτής της πύλης» είπε ο Φριτς χτυπώντας 'έναν πορφυρό κίονα με την παλάμη του. « Ε ίναι η Π ύλη της Ελ ισάβετ ή Αγγλική Π ύλη! Έχει πάρει την ονομασία της από την αγγλ ί­ δα πριγκίπ ισσα». Μα βέβαια ! Επ ιτέλους θυμήθηκα: Η Κ υρά της Χειμω­ νιάς! Η Ελισάβετ, παιχνιδιάρα θυγατέρα του Ιακιί)βου του Α', εκλεκτο­ ρέσ σα του Π αλατ ινάτου και για ένα χρόνο I�ασίλ ισσα της Βοημίας. Ήρθε σε τούτα τα μέρη νυφούλα στα δεκαεφτά και η Χα 'ίδελβέργη, μου ε ΙΠαν, δεν ξανάδε τόσες παντομίμες, χορούς και ξεφαντι1ιματα όσα στα πέντε χρόνια της βασιλείας της. Ωστόσο πριν περάσει πολύς καιρός, και

αφότου έχασε το Π αλατ ινάτο και τη Βοημία, και το κεφάλι του αδερφού της έπεσε στο ικρίωμα, και η ίδια καταδικάστηκε σε εξορία και ανέχεια από την Αγγλία του Κρόμγουελ, δοξάστηκε με το όνομα

Ρήγισσα των

KαρδιrίJν από ένα γαλαξ ία θαυμαστών της. Η από αδερφή εγγονή της, η βασίλισσα Άννα, ήταν η τελευταία της δυναστείας των Στ ιούαρτ που φόρεσε το στέμμα ενώ ο εγγονός της, ο Γειί:ιργιος ο Α' , ανέβηκε στο θρό­

νο όπου σήμερα κάθεται ακόμη η απόγονός του. Οι φίλοι μου ήξεραν πολύ περισσότερα για αυτό το θέμα από μένα τον ίδιο . · •

Το κάστρο αυτό ξανάρθε πολλές φορές στο νου μου αργότερα κυρίως με αφορμή την Παλατι νή Α νθολογία, που φυλιίχθηκε εκε ί σαν πολ1ηιμος θη­ σαυρός για πολΜ χρόνια, αλλά και για τις συναρπαστ ικές, αν και αόριστες, σχέσεις της πριγκίπισσας με το κίνημα των Εριιθροσταυρι τιίιν, δια φ ωτ ωτιίιν του Ι 70υ αιιίJνα . Σχεδιάζοντας τη διαμόρφωση των βασ ιλικιίνν κήπων, η Ελι­ σάβετ καταπιιίστηκε με διάφορες « έξυπνες» μηχανές, ομ ιλΟ1ιντα αγιiλμΙΠΙί, πηγές που τραγουδούσαν, υδραυλικά όργανα και άλλα παρόμοια. Ε ίχε ανα­ τραφεί με τα θεατρικά έργα του Σαίξπηρ κω του Μπεν Τζόνσον και τα μ υ­ στικιστικά πο ιήματα του Τζον Ντον και ε ίχε πιίρει μέρος σε μουσικές αυλ ι­ κές μάσκες με εντυπωσιακά σκηνικιί κοστοίιμια καμωμένα από το χέ ρι του πρωτοπόρου σκηνογράφου Ίνιγκο Τζόουνς.


88

Η E l l o x / l Τ Ι / Σ Δ ΙΙ Ρ Ι; Λ Σ

Παρά τη σαγήνη του, το τοπίο τη στιγμή εκείνη ανάδινε παγερή μολυ­ βένια αίσθηση. Σαβανωμένα με τσουβάλια για προστασία από το κρύο, με­ λαγχολικά ροδόδεντρα άνοιγαν τρύπες στις χιονοσκέπαστες αλέες. Τα μόνα χνάρια ολόγυρα ήταν τα δ ικά μας και οι μικροσκοπικές, στο σχήμα της σα·ίτας, πατημασιές ενός κοκκινολαίμη. Κάτω από το τελευταίο κι­ γκλίδωμα πρόβαλλαν αρμαθιαστές οι στέγες της πολιτείας και στο βάθος ο Νέκαρ με τον Ρήνο ξοπίσω του, εν(ο στον ορίζοντα ξεδιπλ(ονονταν οι κυματισμοί των βoυνιίrν Χάαρντ και του Παλατινού Δάσους. Ένας ήλιος σαν πελ(οριο φλογάτο μπαλόνι ετοιμαζόταν να βυθιστεί στο χλωμό τοπίο. Στη μνήμη μου ήρθε η φορά που πρωταντίκρισα αυτό το χειμωνιάτικο θαύμα: ντυμένο τα ναυτικά μου, με την επιγραφή n.A . M. Α νίκ η τος στην κορδέλα του κασκέτου μου, με γύριζαν βιαστικά σπίτι γ ια το τσάι μέσα από το Ρίτζεντς Π αρκ την (ίιρα που οι φύλακες ανακοίνωναν μεγαλόφω­ να το κλείσιμο του ζωολογικού κήπου. Μέναμε τόσο κοντά, που τη νύχτα αφουγκραζόμασταν τους βρυχηθμούς των λιονταρι(ίιν. Ο ήλιος του Π αλατ ινάτου ήταν το ετο ιμόσβηστο φιτίλι του 1 93 3 · απομεινάρι της κατακλείδας των εποχ(ον που απλ(ονεται από το χειμε­ ρινό ηλιοστάσιο ως το νέο έτος: τ ο μεσο νύχτι ναι το υ χρό νο υ. . . Της πλ ά ­ σης ο ζωοπάροχο ς χυμός έχει σ τερέψει . 68 Στην επιστροφή μας προσπε­ .

.

ράσαμε μια ομάδα νεαρ(ον καθισμένων σε ένα μαντρότοιχο που τεμπέ­ λιαζαν σιγοσφυρίζοντας το «Τραγούδι του Χορστ Βέσελ» - είχε μετα­ μορφωθεί σε ναζιστικό εμβατήριο λίγα χρόνια πριν. «Κάπου το έχω ξα­ νακούσει αυτό» γκρίνιαξε ο Φριτς. Το ίδιο βι1άδυ, στο πανδοχείο, πρόσεξα πως ένας κιτρινοτρίχης νεα­ ρός από το διπλανό τραπέζι είχε καρφώσει πάνω μου το ,((γερό του βλέμ­ μα. Χωρίς τα ξεπλυμένα γαλανά μάτια που φωσφόριζαν στο λαγίσιο κε­ φάλι του, θα τον έπαιρνε κανείς για αλμπίνο. Έξαφνα σηκώθηκε παραπα­ τ(οντας, μας ζύγωσε με σαρδόνιο χαμόγελο και είπε: «Ώστε έτσι! Ένας Εγγλέζος! Υπέροχα! ». Το πρόσωπό του μεταμορφώθηκε σε μάσκα μίσους. Γιατί στερήσαμε τη Γερμανία από τις αποικίες της; Γιατί δεν είχε δικαίω­ μα η Γερμανία να διαθέτει στόλο και στρατό της προκοπής; Νόμιζα λοι­ πόν πως η Γερμανία θα δεχόταν διαταγές από μια χ(ορα που την κ�ερ-


Σ Τι Ι Ν Α Ν Ω Ι ' Ε Ι' Μ Λ Ν Ι Λ

89

νούσαν E/� ραίoι; Ακολούθησε ένα μακρύ κατηγορητήριο, όχι πολύ φωνα­ χτά, αλλά ορθά κοφτά διατυπωμένο. Το πρόσωπό του, κολλημένο σχεδόν στο δικό μου, με γάζωνε με παρατεταμένες αχνιστές ριπές από σναπς. «ο Αδόλφος Χ ίτλερ θα τα αλλάξει αυτά» είπε τέλος. «Ίσως έχεις ακούσει το όνομα». Ο Φριτς σφάλισε τα I�λέφαρα μ ' ένα στεναγμό βαρεμάρας και ψι­ θύρισε: « Για τ ' όνομα του Θεού ! » . Ύστερα τον άρπαξε από τον αγκιίινα λέγοντας: «Άντε, άντε, Φράντσι ! » . Ο κατήγορός μου άφησε αναπάντεχα να τον σύρουν ως την εξώπορτα. Ο Φρι τς κάθισε πάλι. « Μ ε συγχωρείς» εί­ πε. « Βλέπεις πιίις είναι τα πράγματα» . Ευτυχ(ός οι συντροφιές στα άλλα τραπέζια δεν είχαν πάρει είδηση και η απαίσια στιγμή υποχ(ορησε δίνο­ ντας γρήγορα θέση στο γλέντ ι, τη συζήτηση και το κρασί και αργότερα σε τραγούδια για την έλευση του νέου χρόνου' και την (ίιρα πια που ηχούσαν οι πρώτες καμπάνες του

Ι 934,

όλα είχαν γίνει ένα με το ολόφωτο πανδαι­

μόνιο από χαιρετούρες, προπόσεις και μουσική. ***

Η κυρία Σπένγκελ επέμενε πως ήταν παράλογο να ταξιδέψω πρωτοχρο­

νιάτικα' έτσι συνέχισα ακόμα ένα εικοσιτετράωρο να τριγυρν(ό στην πό­ λη και στο κάστρο, να διαβάζω, να κρατιίι σημει(όσεις και να συζητιίι με αυτή την καλοσυνάτη, καλλιεργημένη οικογένεια. (Η παραμονή μου στο « Κόκκ ινο βόδι» έγ ινε αργότερα μια από τις πιο σημαντικές αφορμές αναπόλησης που αντ ιστάθηκαν στην ισοπεδωτική κατήφεια του πολέ­ μου. Τη σκεφτόμουν συχνά.·) ..

Ενιίι έγραφα αυτές τις λέξε ις και αναρωτ ιόμουν

γ ια την ορθογραφία του

ονιΊματος ΣπένΥκελ, αιοθιινθηκα την ξαφνική επιθυμία να στείλω ένα γρι'ιμ­ μα στο « Κ όκκινο

βόδι»,

με παιχχλήπτη τον σημερινιΊ ιδιοκτήτη του πανδο ­

χείου. Μ ια ευγενική απάντηση απι) το γιο του Φριτς, που γεννήθηκε το 1 9 39, με πληροφόρησε πως ο ι ο ικοδεσπότες μου έχουν πεθιινει πια. Ο π α τέ ρι ι ς του είχε σκοτωθε ί πολεμώντας στη Νορβηγ ία (όπου το πριί)το τι'ιγμα του δι­

γραμ­ τη συνιιντηοή

καί, μου συντιιγματος την εποχή εκε ίνη πολεμαί,σε επ ίσης στην πριί)τη μή) και ε ίχε θαφτεί στο Τρόντχα'ίμ το 1 940, έξι χρίJνια μετιί.

μας. Ο σημερινός κί,ριος Σπένγκελ ε ίναι ο έκτος κατιι σειριί απόγονο ς της ο ικογένε ιας που έχει πιιντα στην κατοχή της το υπέροχο αυτι) πανδοχε ίο .


90

« Μην ξεχνάς το treuer Wanderstab»· είπε η κυρ ία Σπένγκελ δ ίνο­ ντάς μου το αστραφτερό μπαστούνι μου καθιί)ς φορτωνόμουν τα μπα­ γκάζια για να κινήσω στις δύο του Γενάρη. Ο Φριτς με συντρόφεψε ως την άκρη της πόλης. Φρεσκοσιδερωμένα ασπρόρουχα είχαν τοποθετη­ θεί με φροντίδα μέσα στο γυλιό μου' μαζί και ένα μεγάλο πακέτο μπι­ σκότα και νόστ ιμα αγ ιoΙ�ασ ιλιάτικα τσουρεκάκ ια που είχαν γεύση σκο­ τσέζικων κουλουρ ιιί)ν κα ι τα μασουλούσα καθιός δρασκέλιζα το χιόνι. Οι προσδοκ ίες μου δ ιαγράφονταν λαμπρές αφού η διαμονή μου στον επόμενο σταθμό, το Μπρούχτσαλ, αρκετά πιο πέρα, είχε τακτοποιηθεί. Π ρ ιν αφήσω το Λονδ ίνο, ένας φίλος, που είχε φιλοξενηθεί εδιί) το πε­ ρασμένο καλοκαίρι και είχε κάνει τραβερσάδα στον Νέκαρ με ένα πτυσ­ σόμενο βαρκάκ ι παρέα με έναν από τους γ ιους της ο ικογένειας που τον φιλοξενούσε, μου είχε διί)σει μια συστατ ική επιστολή για το δήμαρχο. Ο Φρ ιτς είχε τηλεφωνήσει επίσης, και προς το σούρουΠό βρέθηκα καθι­ σμένος μαζί με τον δόκτορα Άρνολντ και την ο ικογένειά του να πίνω τσάι γαρνιρισμένο με ρούμι σε μια από τις απέραντες αίθουσες του πύργου Μπρούχτσαλ . Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτ ια μου από τον με­ γαλόπρεπο περίγυρο . Το Μπρούχτσαλ είναι ένα από τα ωραιότερα πα­ λάτ ια ρυθμού μπαρόκ σε όλη τη Γερμανία. Χτ ίστηκε τον 1 80 αιιόνα από τους πρίγκιπες επισκόπους του Σπάγερ . Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριΙ�ιί)ς έπαψαν να ζουν εδιί)' ίσως όταν καταλύθηκε η κοσμική εξου­ σία τους . Αλλά γ ια πολλές δεκαετ ίες καθιερώθηκε ως κατοικία των δη­ μάρχων της πόλης. Κοιμήθηκα δυο νύχτες στο δωμάτιο ενός γιου που έλειπε. Ύστερα από ένα μπάνιο δ ιαρκείας, έψαξα στη συλλογή του των εκδόσεων Τauchnitz και βρήκα αυτό ακρ ιβώς που είχα όρεξη να δ ιαβά­ σω στο κρεβάτι -μια νουβέλα του P.G. Wodehouse-, και σύντομα δεν Ι�ρ ισκόμoυν π ια στο γερμαν ικό καστέλ ι αλλά στο γων ιακό κάθισμα ενός βαγονιού της πριότης θέσης στο τρένο των

3 .45 ' ,

από το σταθμό

Το πιστό ταξιδιωτικό ραβδί: από στίχο του Β ίλχελμ Μ ίλερ για τον άγνωστιJ μου ακόμη Κ1ικλο τραγουδιών του Σοίιμπερτ που ε ίχε τίτλο : DJe Winterrei.�e.


Σ Τ Ι Ι Ν A N U Ι ' Ε Ι' Μ Α Ν Ι Α

91

Πάντ ινγκτον στο Μάρκετ Μπλάντινγκς, με προορ ισμό ένα πολύ δια­ φο ρετικό κάστρο, ***

Ήταν η πρ<οτη φορά που τα μάτια μου αντίκριζαν παρόμοια αρχιτεκτο­ νική. Ολόκληρη την επόμενη μέρα περιπλανιόμουν στο κτίριο, ανεI�α ίνo­ ντα ς αναποφάσιστα άβαθες σκάλες με υπέροχα σφυρήλατα κάγκελα . σεργιανίζοντας μέσα από διπλές πόρτες που οδηγούσαν από τη μια αί­ θουσα τελετ<ί)ν στην άλλη και χαζεύοντας με ακηδεμόνευτα θαμπωμένα μάτια κατόψεις που τις έτεμναν οι μεταβλητές αποκλίσεις των χειμωνιά­ τικων ηλιαχτίδων. Βουκολικές σκηνές με απαλά χρ<ί)ματα ξετυλ ίγονταν στο πλάτος ταβανιιί)ν που τα αγκάλιαζε ένα μελετημένο ασύμμετρο γκλα­ σάρισμα από ελικωτά και ακτινωτά ποικίλματα' όστρακα και γιρλάντες και φυλλωσιές και κορδέλες απεικόνιζαν μυθολογ ικά θέματα , αQκετά εξωφρενικά γ ια να κεραυνοβολήσουν τον ανύποπτο επισκέπτη. Η εντυ­ πωσιακή αίσθηση του παγεQού αλλά πάμφωτου εσωτεQικού x(i)Qou, η αι­ θέρια υπόσταση των χιονάτων περιδινήσεων, το σΤQοβίλισμα της μεταλ­ λικής φυλλωσιάς και η επιχρύσωση των αραI�oυργημάτων ζωντάνευαν από τις αντανακλάσεις του πραγματ ικού χιονιού που απλωνόταν απά­ τητο έξω' σαίτευαν λοξά τα τζάμια ξεχύνοντας μια βουβή, ασάλευτη φω­ τοβολή : μια βόρεια παραλλαγή -σκεφτόμουν χρόνια αργότερα- του παλλόμενου αντικατοπτρισμού των καναλιιον την ώρα της βενετσιάνι­ κης σιέστας, που φτάνει ψηλά ως τις νεφελογέννητες «αποθειί)σεις και τους βιασμούς» στα ταβαν(ί)ματα. Αγάλματα μονάχα, σκελετωμένα δέ­ ντρα και πλήθος κοράκ ια ράγιζαν τη λευκή απεQαντοσύνη του. Στην Αγγλ ία, αυτός ο Bu rgomaster, ο γερμανός δήμαρχος με 1 0 ασπρόμαλλο κεφάλι και τα μουστάκ ια του, το στητό παQάστημα και το γκρίζο τουίντ κοστούμι, θα μπορούσε να είναι ένας διακεκριμένος συ­ νταγματάρχης. Μετά το δείπνο έχωσε ένα πούρο σε μια θήκη καμωμένη

από χαρτονένιο χωνί και φτερά χήνας, άλλαξε ματογυάλια και, ψαχου­ λεύοντας ένα σωρό παρτιτούρες πάνω στο π ιάνο, ρ ίχτηκε με τα μούτρα στα πλήκτρα και βάλθηκε να παίζει τη σονάτα Wa/dstein με αυθεντ ία και


Η Ε ι ι ο χ ι ι Τ ΙΙ Σ A 'l l' E A I

92

ζήλο. Η απόλαυσή μας ήταν μεγαλύτερη από την ικανοποίηση που ένιω­ θε ο ίδιος [�λέπoντας πόσο καλά τα έβγαζε πέρα με το κομμάτι. Η χα­ ρούμενη έκφρασή του καθ(ί)ς έχωνε τη μύτη του στις νότες μέσα σε προ­ πέτασμα καπνού κα ι σκόρπιας στάχτης ήταν ασυμβίI�αστη με τη σoI�α­ ρότητα της σονάτας. Π ραγματική έκπληξη' πόσο διαφορετική θα ήταν η βραδιά μου κοντά στον υποθετικό άγγλο ομόλογό του! Όταν ήχησε και η τελευταία νότα, πήδησε από το σκαμνί του με χαμόγελο νεανικής, εκ­ στατικής σχεδόν, αγαλλίασης για να εισπράξει τα καλοπροαίρετα χει­ ροκροτήματα της οικογένειάς του. Ακολούθησε χείμαρρος επαίνων και φλογερή λογομαχία για πιθανές εναλλακτικές ερμηνείες. ***

Χ ωρίς αμφιI�oλία, είπα μέσα μου την επομένη, είχα πάρει "λάθος δρόμο. Αντ ί να φθάσω στο Π φόρτσχα 'ίμ το ηλιοβασίλεμα, περπατούσα ακόμη με κόπο μέσα σε ξέφραγα χιονισμένα χωράφια ενώ το σκοτάδι με τύλιγε βιαστικά. Τιί)ρα ο καινούργιος στόχος μου ήταν ένα φως, που σύντομα αποδείχθηκε το παράθυρο ενός αγροτόσπ ιτου στην άκρη του δάσους. Ένα σκυλ ί [�άλθηκε να γαI�γ ίζει. Καθώς πλησ ίαζα, η σκιά ενός άντρα διαγράφηκε στο κατώφλ ι της πόρτας, πρόσταξε το σκυλί να σωπάσει και φ(ί>ναξε: "Wer ist da?". Αποφασίζοντας πως ήμουν ακ ίνδυνος, με άφησε να μπω μέσα. Μια ντουζίνα πρόσωπα κάρφωσαν έκπληκτα μάτια πάνω μου' με τα κουτάλια ακινητοποιημένα στον αέρα και τα χαρακτηριστικά τους φω­ τισμένα από μια λάμπα, φάνταζαν τόσο γδαρμένα όσο και τα σανιδόξυ­ λα του τραπεζιού. Τα ξυλοπάπουτσά τους ήταν κρυμμένα στο σκοτάδι και όλο το υπόλοιπο δωμάτ ιο, εκτός από τον Εσταυρωμένο στον το ίχο, είχε [�oυλ ιάξει στη σκιά. Η μαγική στιγμή εξανεμίστηκε από την αναπά­ ντεχη εισI�oλή μου: Ένας άγνωστος νοπ A u,s/and! Ντροπαλή, σαστισμένη φιλοξενία διαδέχθηκε την αρχική τους επιφύλαξη και πριν περάσει πολ­ λή (δρα [�ρέθηκα και γω καθισμένος σε έναν πάγκο ανάμεσά τους να κα­ ταγ ίνομαι με το κουτάλι μου. Η συνήθεια να αρπάζω αμέσως και να χρησιμοποι(ί> γερμανικές λέ-


Σ Τ Η Ν Α Ν !) Ι ' Ε Ι' Μ Λ Ν Ι Λ

93

ξ ει ς είχε ατονήσει τις τελευτα ίες μέρες από μια νέα αλλαγή στην προφο­ ρά και στη διάλεκτο γύρω μου. Εκείνες οι φράσεις του αγροτόσπ ιτου ήταν άπιαστες για μένα. Όμως ένα καινούργιο στοιχείο εδ(ί) μου φαινό­ ταν αινιγματικά γν(ί)ριμο. Χοντροί ρόζο ι από κάτι χερούκλες σκεβρω­ μένες από το αλέτρι, το φτυάρι και το κλαδευτήρι ήταν πλαδαρά ακου­ μπ ισμένα ανάμεσα σε κομμένα κρεμμύδια, ραγ ισμένα κανάτ ια και ένα τε μαχισμένο μαύρο καρβέλι. Ο καπνός είχε μουντζουρ(ί:ισει την πήλινη γα βάθα και το φως άγγιζε την καλάινη κουτάλα και τόνιζε τα αυλακω­ μένα πρόσωπα και τα κεραμιδιά μάγουλα εκε ίνων των άγουρων λινο­ τρίχηδων γ ιγάντων . Μ ια ζαρωμένη μπάμπω με εφαρμοστό πτυχωτό σκουφάκι καθόταν στην άκρη του τραπεζιού' σεμνά φωτεινά μάτια στις οστέινες τρύπες τους, αμήχανα χαρακτηριστικά, πεταγμένα ολόγλυφα έξω χάρη στο μοναδικό φιτίλι που έφεγγε αποκάτω τους. Δε ίπνο στο Εμμαούς ή στη Βηθανία; Καμωμένα από ποιο χέρι ζωγράφου;

. . .

Μ ετά τ ο φαγητό, η οικογένεια, κατάκοπη από τ α χωράφια, αποταυ­ ρΙστηκε κι ετοιμάστηκε για ύπνο σέρνοντας νωχελικά τα ξυλοπάπουτσά της ως το κρεβάτι. Ένας εγγονός, παρακαλ(ί)ντας με να τον συγχωρήσω που δεν υπήρχε χ(ί)ρος στο σπ ίτι, φορτ(ί)θηκε ένα μαξιλάρι και δυο μπα­ τανίες, πήρε τη λάμπα και μου έδειξε το δρόμο μέσα από την αυλή. Απέ­ ναντι, στον αχυρώνα, βολοκόποι, σI�άρνες δρεπάνια και κόσκ ινα ορθ(ί:ι ­ ,

νονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους π ου έπ ιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλ ιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. Το κεφάλι ενός άλογου, με χαίτη και ουρά ωχρή και αυτιά τσουλωμένα στο πλη­ σίασμά μας, σχεδόν άγγιζε τα δοκάρια της σκεπής. Μόλις έμεινα μόνος τεντιί:ι θηκα στο στρ(ί:ιμα μου από σανό , σαν σταυροφόρος στο μνήμα του, τυλιγμένος την πατατούκα μου και τ ις κ ουβέ ρτες, με πόδια δ ιπλωμένα, που δεν ε ίχαν αποχωρ ιστεί τ ις υφα­ σμάτ ινες περικνημίδες, ούτε τα άρβυλά τους. Χ ουχούτ ισμα από δυο κουκουβάγιες τρυπούσε τα αυτιά μου. Ανάκατη μπόχα από χιόνι, πατό­ ξυλα, σκόνη, αράχνες, ζωοτροφές, φOΡI�ή αλόγων και αγελαδίσια χνότα έσμ ιγ ε με το τσούξιμο της αμμωνίας από πλατσουρίσματα και πιτσιλί-


Η lΞ ι ι ο χ l l Τ Ι Ι Σ Λ U Ι' E Λ Σ

94

σματα που αντέκοβαν εδιί) κ α ι κ ε ι το ρυθμό του μασουλήματος κ α ι του τριγμού των κεράτων. Α<rουγκραζόμουν ακόμα σύρσιμο από αλυσιδω­ τές πέ<')ες στις κρικέλες τους και πέτρινα βάρη καταγής, σκόρπια μουκα­ νητά κι αλογοπέταλα που έξυναν ή έγ δ ερναν το λιθόστρωτο. Αυτό και αν ήταν ζωή ! Το άλλο πρωί, το γείσο της σκεπ ής είχε πετρ<οσει από μικροσκοπ ι­ κούς παγωμένους σταλακτ ίτες. Η κουζίνα ήταν άδεια κ ι όλοι έλειπαν στη δουλειά εκτός από τη σκου<rάτη γριούλα. Μου έδωσε ένα κύπελλο ζεματιστό κα<rέ με γάλα γεμάτο μπουκιές μαύρου ψωμιού. Άραγε θα το θεωρούσαν αγένεια αν π ροσ<rε ρ όμουν να πληριί)σω; Το πρότεινα διστα­ κτικά. Δεν πειράχτηκε' αρνήθηκε όμως χωρίς δεύτερη κουβέντα : "Nee, ηee ! " είπε με ένα ελα<rρό χτύπημα του διά<rανου χεριού της. (ΤΟ όχι της θύμιζε το αγγλικό nay). Το χαμόγελο από τα ολόγυμνα γούλια της είχε μια μωρουδίστικη αθωότητα : "Gar ηίχ ! ". Είχαμε αποχαιρετιστεί όταν με <rιi)ναξε πάλι για να μου δ<ί>σει μια πλούσια <rέτα μαύρο ψωμί με βούτυ­ ρο. Άρχισα να καταI�ρoχθίζω το τεράστιο νόστιμο βουτυρόψωμο καθιί)ς π ρ οχωρούσα και διακόσια μέτρα παρακάτω το μάτι μου πήρε τους υπό­ λοιπους που κουνούσαν τα χέρια <rωνάζοντας "Gute Reise ! ". Τσάπ ιζαν με αξίνες το κρουσταλλ ιασμένο χιόνι ξελακκά)νοντας ένα χωρά<rι με χιί)μα ντούρο σαν σίδερο . Μ ια <rετιχιστική μανία με παράσυρε δυο ολόκληρα χιλιόμετρα έξω από το δρόμο μου, ως το χωριό Μ ιλάκερ, για να μου καρ ψί)σουν το το­ πικό μπαστουνόσημο, δέκατο έI�δoμo στη σειρά. Μου είχε γίνει πια έμ­ μονη ιδέα. Από το Π <rόρτσχα 'ίμ, όπου πέρασα την επόμενη νύχτα, δεν έχω συ­ γκρατήσει τ ίποτα. Ωστόσο το άλλο βράδυ βρέθηκα στην καρδ ιά της Στουτγάρδης, εκε ί γύρω στα λυχνανάμματα, μοναδικός πελάτης ενός κα<rενείου αντίκρυ στον γεωμετρικό κολοσσό του ξενοδοχείου « Γκρα<r Ζέπελιν». Η παγωνιά, το χιονόνερο και οι τσουχτεροί άνεμοι είχαν αδει­ άσει τους δρόμους εκτός από μερικές βιαστικές <rιγούρες και δυο αγέλα ­ στα αγόρια που κουδούνιζαν επίμονα ένα κ ιβ<οτιο εράνου. Τελικά εξα­ <rανίστηκαν όλοι έξω από μένα και το μαγαζάτορα, μοναδικά πρόσωπα


Σ Τ Ι Ι Ν Α Ν Ω Ι ' ΙΙ ' Μ Λ Ν Ι Λ

95

σε ολόκληρη την πρωτεύουσα της B υρτεμr�έργης. Αποτελε ίωνα την κα­ ταγρα φή των γεγονότων της ημέρας και είχα αρχίσε ι να σκέφτομαι πού θα έκανα κονάκι, όταν δυο χαρούμενα και εμφανιί)ς καλοαναθρεμμένα κ ο ρίτσια μπήκαν στο μαγαζί για να κάνουν προμήθειες. Ήταν ντυμένες αστεία, σα � αρκουδ ίτσες, με κουκούλες Εσκ ιμιόων, γούνινα μποτ ίνια κα ι μαύρα γάντια που τα έτριβαν για να δι(όξουν το κρύο. Π ( ί)ς ήθελα να τις ήξερα ! . .. Το χιονόνερο, που τιόρα ε ίχε γίνει χαλάζι, κροτάλιζε στο πα­ ράθυρο σαν φισεκλίκι. Η μια κοπέλα που φορούσε γυαλ ιά από ταρτα­ ρούγα πήρε μυρωδ ιά το γερμανο-αγγλ ικό λεξ ικό μου και μου πέταξε θαρρετά: ''How do you do, Mr B rown?". (Αυτός ήταν ο μοναδικός και συ­ νεχώς επαναλαμβανόμενος στίχος ενός χαζού και ευτυχ(ί)ς ξεχασμένου τραγουδιού που εκείνα τα δυο τελευταία χρόνια ε ίχε γ ίνει επ ιτυχία . ) Έσκασε αμέσως ένα αμήχανο γελάκι για την τόλμη της ενιί) η φίλη της την αποδοκίμαζε διακριτικά. Π ήδησα πάνω προτείνοντας να προσφέρω έναν καφέ ή ό,τι άλλο . . . Ξαφνικά έγιναν π ιο επιφυλακτικές : «Όχι, όχι. ευχαριστούμε, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε ! ». Μου κόπηκαν τα φτερά ' ωστόσο, αφού ανταλλάξαμε ένα "Warum nicht" , συγκατατέθηκαν να μεί­ νουν για πέντε λεπτά ακόμα, αν και δεν θέλησαν να πιουν καφέ. Η φράση του τραγουδιού ήταν όλα τα αγγλικά που ήξεραν. Η πριίπη συνομιλήτριά μου, που είχε βγάλει τα γυαλιά της, ήθελε να μάθει την ηλικία μου. «Δεκαεννιά» αποκρίθηκα, πράγμα που δεν θα αλήθευε παρά μόνο ύστερα από πέντε εβδομάδες. « Κ ι εμείς το ίδιο ! » είπαν. « Κα ι με τι καταγ ίνεσαι; » . « Είμα ι σπουδαστής». « Αλήθεια; Κι εμείς ! Υπέσοχα ! » . Τα ονόματά τους ήταν Eλισάr�ετ Καρλότα Λιζελότε -ή Λ ίζα για συντο­ μ ία- και Άνι . Η Λ ίζα ήταν από το Ντονάουεσ ιγκεν, εκεί που βρίσκο­ νται οι πηγές του Δούναβη, στον Μέλανα Δρυμό, αλλά ζούσε με τους γο­

νείς της Άνι στο σπίτι τους στη Στουτγάρδη όπου σπούδαζε, όπως και η Άνι, μουσική. Ήταν χαριτωμένες. Η Λ ίζα είχε ατίθασα καστανά μαλλιά και θελκτικό ζωηρό πρόσωπο, απ ' όπου το χαμόγελο δεν έλειπε σχεδόν Ποτέ ' η ματ ιά της, όταν έβγαζε τα γυαλιά, ήταν πλατ ιά, ανεστίαστη και

μεστή από καλόπιστη γοητεία. Τα ξανθά μαλλ ιά της Άνι ήταν πλεγμένα

σε κουλουριαστές κοτσίδες γύρω από κάθε αυτί -ένα χτένισμα που δεν


96

Η r. I I O X I I Τ Ι Ι Σ Λ Ο Ρ Ε Λ Σ

χιι)νευα καθόλου αλλά που όμως ταίριαζε στη χλωμάδα του προσιόπου της και στον μακρύ λαιμό της- και την έκαναν να μοιάζει με ζωγραφιά σε πύλη γοτθικού παρεκκλησιού. Μ ου ε ίπαν πως ψιόνιζαν δ ιάφορα πράγματα για το πάρτι της I�ραδιάς εκείνης που ήταν η δη Ιανουαρίου, τα Θεοφάνια ή Dreikonigsfest - η γιορτή των Τριιι)ν Μάγων. Ύστερα από μια κρυφοκουβεντούλα, αποφάσισαν να με σπλαχνιστούν και να με πάρουν μαζί τους. Η Λίζα πρότεινε να επινοήσουμε μια κοινωνική σχέ­ ση με την οικογένειά της - "faI Is sie fragen , wo wir Sie aufgegabeIt haben" (<<Μπας και μας ρωτήσουν πού σε ψαρέψαμε»). Σε λίγο, μέσα στο άνετο μπάνιο των γονιι()ν της Άνι -ο πατέρας της ήταν διευθυντής τράπεζας κι έλειπε μαζί με τη μητέρα της στη Βασιλεία για δουλειές- πάσχιζα να γ ίνω εμφανίσιμος : χτένισα τα μαλλιά μου, δοκ ίμασα το καθαρό πουκά­ μισο και το φανελένιο παντελόνι που είχα φροντίσει να πάρω μαζί μου πριν αφήσω το σακίδιό μου για φύλαξη στο μαγαζί. Δεν είχα κανονίσει τη διανυκτέρευσή μου, μου είπαν, όταν επέστρεψα κοντά τους: Ήταν ασφαλι()ς ανορθόδοξο, ίσως και άβολο, αλλά δεν θα μπορούσα να κοι­ μηθ«() εκεί στον καναπέ τους; «Όχι, όχι, όχι ! » φώναξα: Δεν θα ήθελα να τους γ ίνω φόρτωμα ύστερα από τόση καλοσύνη· δεν επέμε ινα πολύ. « Μην το πεις σε κανέναν πως μένεις σπίτ ι μας ! » είπε η Άνι. Υπήρχε μυ­ στικοπάθεια σε όλα αυτά, σαν να υφαίναμε σενάριο για μια μεσονύκτια τελετή . Ήταν κατενθουσιασμένες με την τόλμη τους. Και γω επίσης. Ωστόσο η μυστικότητα λίγο έλειψε να πάει περίπατο όταν φτάσαμε στο πάρτ ι. « Μπορ«() να σας συστήσω τον . . . » άρχισε η Άνι. Το μέτωπό της συνοφρυι()θηκε με τρόμο · δεν είχαμε προλάβει να ανταλλάξουμε επίθε­ τα. Τότε πετάχτηκε η Λ ίζα: « . . . τον κ. Μπράουν, οικογενειακό μας φίλο». Μου φάνηκε σαν λοχαγός των ουσάρων που άλλαξε την έκβαση της μά­ χης με έναν έξυπνο ελ ιγμό. Αργότερα έκοψαν τελετουργικά την τούρτα και έστεψαν μια κοπέλα με χρυσή χαρτονένια κορόνα . Έψαλαν ένας ένας και όλοι μαζί τραγούδια και ύμνους για την Επιφάνεια και τους Μάγους. Όταν ρωτήθηκα αν υπήρχαν αντίστοιχά τους αγγλικά (όπως περίμενα, για να αποδείξω στις φίλες μου πως δεν ήμουν κανένας ειδω­ λολάτρης I�άρβαρoς ) τραγούδησα τους «Τρεις βασιλιάδες της Ανατο-


}; Τι I Ν A N U l" ε Ρ Μ Λ Ν I Λ

97

λοής». Ένα άλλο τραγούδι με περΙπλοκη αρμονΙα, που υμνούσε τις ομορ­ φιές της κοιλάδας του Νέκαρ και της ΣουηβΙας, το εΙπαμε όλοι μαζ Ι Από τότε έχει σφηνωθεΙ στο μυαλό μου και θέλω να το καταγράψω εδ < ί), μιας και δεν συνάντησα ποτέ κανέναν που να το ξέρει: Kennt Ihr das Land ίπ deutschen Gauen, Das schOnste dort am Neckarstrand? Die grUnen RebenhUge/ schauen Iπ.� Ta/ ΥΟΠ hoher Fel.sen wand. E.s ist das Land, das mich gebar, Wo meiner Viiter Wiege stand. Drum .sing ich heut ' und immerdar: Da.s schOne Sch waben ω mein Heimat/andl*

Ύστερα, κάποιος έβαλε δυο δΙσκους στο γραμμόφωνο και το ρίξαμε

όλο ι στο χορό. "' ''' '''

Όταν, πολύ αργότερα, άνοιξα τα μάτια μου στον καναπέ -είχαμε ξημε­ ρωθεί κουβεντιάζοντας και πίνοντας το κρασΙ του πατέρα της Άνι προ­

τού πάμε για ύπνο- δεν είχα πια ιδέα πού βρισκόμουν' ήταν κάτ ι που μου συνέβαινε συχνά σε αυτό το ταξίδι. Βλέποντας ωστόσο τα χέρια μου χωμένα σαν του π ιερότου στα άλ ικα μεταξωτά μανίκια της πιτζά μας

του πατέρα της Άνι, τα θυμήθηκα όλα. Π ρέπει να ήταν γ ίγαντας σωστός - ένα όμορφο τρίο με πέδιλα του σκι και φόντο το χιόνι στη φωτογρα­ φία πάνω στο πιάνο (ο οικοδεσπότης μου με τη γυνα ίκα και την κόρη

Ξέρεις έναν τόπο στις γερμανικές κοιλάδες Πανιίιριο, στην ακροποταμιά το υ Νέκαρ Όπου θωρείς να πρασινίζει αμπέλι Από γκρεμό σε βαθουλό φαράγγι; Σ ' ωπόν είδα το φως της μέρας Όποιι είναι ακιSμη του γονιοιί μοιι η κοιίνια Για τοιίτο roαyo!Jδcv τιiJρα και πάντα: Η ΣΟlιηβία είναι η πεντάμορφη πατρίδα.


98

Η E n o x H Τ ΙΙ Σ Δ ΩΡΕ Λ Σ

του) τ ο επιβεβαίωνε. Οι κουρτίνες ήταν ακόμη κλειστές και δυο σιλουέ­ τες με ρόμπες του σπιτιού με πλησίασαν στο μισοσκόταδο πατώντας στις μύτες των ποδιών. Όταν είδαν πως είχα ξυπνήσει, καλημερίσαμε ο ένας τον άλλο και τραβήξαμε τ ις κουρτίνες. Το δωμάτιο έδειχνε ελάχι­ στα πιο φωτεινό ! «Κοίτα ! » μου είπε η Λ ίζα «δεν είναι μέρα για πορείες αυτή! ». Και ήταν αλήθεια ! Ρ ιπές βροχόνερου μαστίγωναν αλύπητα τη ράχη της σκεπής. « Κα ιρός για κολύμπ ι ! Καημενούλη μου» πρόσθεσε «θες δεν θες είσαι α ιχμάλωτός μας ως αύριο». Έβαλε ακόμα ένα κού­ τσουρο στη φωτιά και η Άνι έφερε τον καφέ. Καθώς παίρναμε το πρωι­ νό μας , οι κυριακάτ ικες κα μπάνες άρχισαν να παραβγαίνουν μεταξύ τους από καμπαναριό σε καμπαναριό. Ήταν σαν να ταξιδεύαμε με υπο­ βρύχιο ανάμεσα σε ναυαγισμένες εκκλησιές. «Πω πω! » φώναξε η Λ ίζα. «Έπρεπε να ήμουν κ ιόλας στην εκκλησία»' κι ύστερα, με τα μάτ ια της στα κάθυγρα τζάμια: « Π ολύ αργά πια ! ». «Π ολύ αργά για να εξομολογη­ θείς, μήπως; » ρ(ί)τησε η Άνι. «Και γιατί παρακαλ(ί); » έκανε η Λ ίζα. « Π ου μπάζεις αγνώστους στο σπίτι σου». (Η Λ ίζα ήταν καθολική, η Άνι δια­ μαρτυρόμενη και η διαφορά αυτή γινόταν συχνά αφορμή για αμοιβαία πειράγματα. ) Εγώ πάντως, ανεμίζοντας το κρεμεζί μανίκ ι μου για να στηρίξω το επιχείρημά μου, ισχυρίστηκα πως έπρεπε να τους δοθεί άφε­ ση, αφού είχαν στεγάσει τους ανέστιους και θρέψει τους πεινώντες. Μέ­ σα στο βουητό από πλήθος καμπάνες ξάφνου ξεχώρισε η υπέροχη μελω­ δ ία μιας κωδωνοστο ιχίας. Π ρόκειτα ι για ένα από τα περιφημότερα αξιοπερ ίεργα της Στουτγάρδης. Τεντώσαμε τα αυτιά μας ώσπου οι πο­ λύπλοκες τονικές παραλλαγές της έσβησαν σ ιγά σιγά. Το βράδυ παρουσίαζε ένα πρόβλημα. Ήταν αναπόφευκτα προσκε­ κλημένες στη δεξίωση ενός πελάτη του πατέρα της Άνι που τα κορίτσια δεν χά>νευαν διόλου, αλλά και που δεν μπορούσαν χωρίς συνέπειες να αποφύγουν. Όμως τι θα γινόταν με μένα; Τελ ικά η Άνι, οπλισμένη με όλο το θάρρος της, τηλεφώνησε στη σύζυγό του: Μήπως επιτρεπόταν να φέρουν μαζί τους έναν νεαρό Άγγλο ---ο ι κογενειακό φίλο- χωρίς επ ί ­ σημο ένδυμα που έκανε χειμωνιάτικα το γύρο της Ευρώπης; (Δεν ακου­ γόταν πολύ πειστικό. ) Έ να συναινετικό τ ιτίβισμα ήρθε από την άλλη με-


ΣΤΗΝ AND ΙΈΡΜ Λ Ν Ι Λ

99

ριά. Το ακουστικό μπήκε στη θέση του θριαμβευτικά. Η κυρία φαινόταν καθωσπρέπει. Εκείνος ήταν βιομήχανος -steinreich, πνΙΥμένος στο φλουρί- «θα φας και θα πιεις με την ψυχή σου ! ». Η Άνι πρόσθεσε πως ήταν θαυμαστής της Λ ίζας. «Όχι, όχι ! » φιδναξε η Λ ίζα, «της Άνι είναι!

Σκέτη φρίκη, θα δεις ! Εσύ θ ' αναλάβεις την προστασία μας» . ·Η μασταν εκτός κ ινδύνου ως το άλλο πρωί στις

10,

ιδρα που επέ­

στρεφε το λεωφορείο της καθαρίστριας είχε πάει στο σουηβικό χωριό της γ ια τη γιορτή των Τριιί)ν Μάγων. Κλείσαμε τις κουρτίνες για να ξε­ χάσουμε την καταιγίδα και ανάψαμε τα φιδτα -καλύτερα να αντιμετω­ πίζα με την καταθλιπτική θέα έξω σαν να ήταν νύχτα--.:... και το ρ ίξαμε στο χουζούρι φοριδντας τα νυχτ ικά μας ακόμη και φλυαριδντας κοντά στη φωτιά. Έβαλα τραγούδια στο γραμμόφωνο -« 5t. Louis blues», «5ιonηy weather» , «Night and day» - ενιί) τα κορίτσια σιδέρωσαν τ ις τουαλέτες τους για τη δεξίωση και το πρωινό κύλησε γρήγορα ιί)σπου ήρθε η στιγ­ μή για την Άνι και μένα να αναμετρηθούμε με τον παλιόκαιρο: εκείνη έπρεπε να πάει σε ένα συγγενικό τραπέζι, εγιδ να παραλάβω το σάκο και το μπαστούνι μου και να ψωνίσω λίγα αυγά για μια ο μελέτα. Έξω από το σπίτι η βροχή μαινόταν και ο άνεμος σάρωνε. Όταν, κατά τις πέντε, γύρισε η Άνι, είχα καταπιαστεί με το σκίτσο της Λ ίζας ύστερα ήρθε η σειρά της Άνι· στη συνέχεια τους έμαθα να παίζουν ένα παιχνίδι που λε­ γόταν Κ ορμ ιά, Κανιά και Κούτρες.69 Αφοσιιδθηκαν με έξαψη στο παι­ χνίδι και συνεχίσαμε ιδσπου οι καμπάνες του εσπερινού μάς θύμισαν πως ήταν περασμένη ώρα. Όσο για μένα, ό,ΤΙ καλύτερο μπορούσαν να κάνουν ένα σ ίδερο μαλλιιδν, μια βούρτσα και μια χτένα είχε γ ίνει κιό­ λας. Τα κορίτσια ωστόσο πρόβαλαν από τ ις κάμαρές τους όμορφα σαν υπέ ροχοι κύκνοι. Ακούσαμε το κουδούνι της εξώπορτας: Π ριδτο σημά­ δ ι από τον έξω κόσμο από τη στιγμή της εισβολής μου και μια στάλα δυ­ σο ίωνο. «Η λιμουζίνα ! Π άντα τη στέλνει. Όλα στην εντέλεια ! » Κάτω στην είσοδο, ένας σοφέρ με γκέτες μάς έβγαλε τ ο καπέλο κα­ θώς άνοιγε την πόρτα της μαύρης Μερσεντές. Γλιστρήσαμε θροίζοντας στο εσωτερικό και κείνος μας τύλιξε ζεστά με αρκουδοπροβιές από τ η μέση και κάτω. «Είδες, είδες;» είπαν τα κορίτσια. « Η μεγάλη ζωή ! »


1 00

Η " ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Λ Ω ι' ε λ Σ

Απογειωθήκαμε αφήνοντας π ίσω μας τ η μουσκεμένη πόλη κ α ι ανε­ βήκαμε τους δασόφυτους λόφους για να αράξουμε μπροστά σε μια με­ γάλη έπαυλη από μπετόν κα ι γυαλ ί. Ο οικοδεσπότης μας ήταν ένας ξαν­ θός μεγαλόσωμος άντρας με κόκκ ινα μάτια κα ι μια ουλή στο μέτωπο. Υποδέχτηκε πολύ περιπο ιητικά τ ις συντρόφισσές μου και με κάποια επ ιφύλαξη εμένα. Το σμόκιν του με έκανε να νιιίJθω κουρελής. (Έτρεφα πάθος για κάτ ι τέτοια, αλλά το γεγονός ότ ι είχα μετονομαστεί σε Μάικλ Μπράουν* ---€ π ρεπε τώρα να μείνω προσκολλημένος σε αυτό- γεννού­ σε μέσα μου ένα παρηγορητικό αίσθημα εξαϋλωσης. ) Ίσως για να δικαι­ ολογήσει την ταπεινή περιβολή μου πλάι σε τόσο εντυπωσιακές εμφανί­ σεις με σύστησε στις κυρίες σαν τον εγγλέζο Globetrotter (κοσμοτρεχα­ λητής), λέξη που δεν μου άρεσε και πολύ. Οι κύριοι που δεν είχαν ακό­ μη συστηθεί μεταξύ τους έκαναν το γύρο της αίθουσας σύμφωνα με το γερμανικό έθιμο ανταλλάσσοντας αμοιβα ίες χειραψίες και ονόματα, πράγμα που έκανα και γω: « Μ ίλερ ! » « Μπράουν ! » «Στρέμπελ ! » « Μπρά­ ουν ! » «Τσούντ ι ! » « Μπράουν ! » «Ρέντερ ! » « Μπράουν! » «Αλτμάγερ ! » « Μπράουν ! » «φον Σρέντερ ! » « Μπράουν! » . . . Ένας σεβάσμιος κύριος με χοντρά ματογυάλια και γενειάδα -καθηγητής από το Τίμπιγκεν θαρ­ ριδ- συζητούσε με τη Λ ίζα. Δώσαμε τα χέρια με ένα σχεδόν ταυτόχρονο γάβγισμα « Μπράουν ! » . . . « Μπράουν ! ». Δάγκωσα τη γλώσσα μου απο­ φεύγοντας το [�λέμμα των XOOLtOLriJV. Εκτός από το φωτε ινό πανόραμα της Στουτγάρδης π ίσω από τ ις συμπαγείς πλάκες του γυαλιού, το σπίτι ήταν ένα χάρμα κακογουστιάς - πλούσ ιο, κατακα ίνουργ ιο, λουστραρ ισ μένο και αποκαρδ ιωτ ικό . Ανο ιχτόχρωμα ξύλα και πλαστικά ήταν άχαρα ενσωματωμένα σε ένα\' ξεπερασμένο και εξεζητημένο κυβισμό και τα καθίσματα έμο ιαζαν με

*

Π ριν l1πΙ> λίγο καιρό ε ίχα προσωρινά εγκαταλείψε ι τη χρήση του κανονικιηΊ μου ονόματος και , για λόγους που δεν θυμ(ιμαι πια, είχα υιοθετήσε ι το bEl' ­ τερο όνομ(ι μ ο υ Michael ( Μ ιχάλης), π ο υ το αντικατέστησα πάλι μ ε το πρ( ίJ­ το στο τέλος του ταξιδιού μου. Αργότερα, στην Ελλ(ιδα το όνομα Μ ιχ(iλη� επικριiτησε και π{ιλι ιιχ; πιο ο ικείο στην ελληνική γλώσσα και παράδοση.


Σ Τ Ι Ι Ν Α Ν 12 Ι' Ε Ι' Μ Λ Ν Ι Λ

101

σαηνένια γάντ ια πυγμαχίας κ α ι νικέλινες σωληνιί)σε ις. Σκαλιστο ί νά­ νοι με κόκκ ινες μύτες πωμάτιζαν τ ις μπουκάλες σε ένα ωοε ιδές μπαρ κα ι γυάλινες μπαλαρίνες έκαναν π ιρουέτες πάνω σε τασάκ ια από αχά­ τη που Ι�λάσταιναν από μίσχους χρωμίου πάνω σε κανελόχρωμα χαλ ιά. Υ π ήρχαν ζωγραφικοί π ίνακες και περασμένες με τ ίντα φωτογραφίες _

ηλιoΙ�ασιλέματα των Άλπεων και γυμνά μωρά καβάλα σε θεόρατους

μολ οσσούς : Τα πράγματα έδε ιξαν καλύτερα αφότου κατέβασα δυο γεν­ ναία κοκτέιλ από ένα δ ίσκο περ ιφερόμενο στα χέρια ενός γαντοφορε­ μ ένου μπάτλερ. Βούτηξα και τσιγάρα από έναν δερματόδετο τόμο του Δάντη με ημερομηνία του 1 70υ α ι(ί)να, κολλημένες τις σελ ίδες του και σκα μμένο κούφιο στο εσωτερικό, το μόνο βιβλ ίο στο χ(ί)ρο. Κατά μή­ κος του τραπεζιού, πλάι σε διπλωμένες πετσέτες φαγητού -κάτι μετα­ ξύ αρχιερατικής μίτρας και ινδικού σαρικιού- άστραφτε ένα πολλά υποσχόμενο οπλοστάσιο ποτηρ ι(ί)ν και, ως την (ί)ρα που τα τ ιμ ήσαμε όλα, η ατμόσφαιρα ε ίχε θολ(ί)σει απολαυστικά. Από κα ιρό σε καιρό ενόσω τρ(ί)γαμε τσάκωνα μια σαστισμένη ερευνητική ματιά λαγωνικού στην άλλη άκρη . Ο οικοδεσπότης μου εξακολουθούσε να με βλέπει σαν ερωτηματ ικό' ίσως και σαν κανέναν κοκορόμυαλο ' αλλά και μένα μου καθόταν στο στομάχι. Στοίχημα πως είναι ναζί μέχρι το κόκαλο, σκέ­ φτηκα. Ρ(ί>τησα αργότερα τα κορίτσια και κε ίνες έκαναν ζωηρά: « Μα και βέβαια ! » . Π ρέπει να με υποψιάστηκε επειδή απευθυνόμουν με Du στις ακούσιες ευνοούμενές του εν(ί) εκείνος, τηρ(ί)ντας το πρωτόκολλο , ήταν αναγκασ μένος να χρησιμοποιεί το Sie. ( Μ ε τα κορ ίτσια ε ίχαμε τσουγκρίσει ποτήρια τρεις φορές απανωτά και αγκαλιαστεί σε μια τε­ λετή συναδέλφωσης στιλ Κολονίας την προηγούμενη νύχτα.) Όταν επι­ στρέψαμε στο σαλόνι, αφού πρ(οτα ο ι κύριοι εφοδιάστηκαν με πούρα χοντρά σαν ρόπαλα και κονιάκ που στροβιλιζόταν σε τεράστια σφαιρι­ κ ά ποτήρια, το πάρτι έδειχνε να χάνει τη συνοχή του. Ο ο ικοδεσπότης μαστ ίγωνε το χ(ί)ρο με ένα εκνευριστικό γέλιο, πιο δ ιαπεραστικό από το επίμονο βούισμα του γραμμοφ(ονου, εν(ί) στα δ ιαλείμματα στρίμω­ Χ'V ε Πρ(οτα τη Λίζα και ύστερα την Άνι στη γωνιά κάποιου παραθύρου, από όπου εκείνες ξεγλιστρούσαν καλοσυνάτα, σαν δυο καλόβολες Σύ-


Η ΕΙΙ 0 Χ Η Τ ΗΙ Δ ΩΡΕ λ Ι

1 02

ριγγες κυνηγημένες από τον Πάνα. Τις παρακολουθούσα καθώς άκου­ γα τον συνεπώνυμό μου δόκτορα Μπράουν -διαβασμένο και ευχάρ ι­ στο γεροπαράξενο- να μου μιλάει γ ια τα γερμανικά φύλα των Σουη­ βών και των Αλαμάνων, τη δυναστεΙα των Χοενστάουφεν και τον γερ­ μανό ουμανιστή του 1 80υ αιώνα Έ μπερχαρντ τον Γενειοφόρο, δούκα της Βυρτεμβέργης. Όταν διαλύθηκε η εσπερ Ιδα και η ΛΙζα με την Άνι βρέθηκαν πάλ ι στο αυτοκ Ινητο , ο οικοδεσπότης μας , ακουμπώντας στην πόρτα , παρατήρησε ηλΙθια πως έμοιαζαν με δυο Χάριτες. Έκανα βουτιά κάτω από το τεντωμένο μπράτσο του και τρύπωσα ανάμεσα στα κορΙτσια. «Τώρα γ Ιναμε τρεις ! » εΙπε η Λ Ιζα. ΕκεΙνος μου έριξε μια πα­ γερή ματιά. « Μάλιστα ! Και πού θα πω στον οδηγό να σας κατεβάσει, νεαρέ ; » «Στο ξενοδοχείο " Γκραφ Ζέπελιν", παρακαλώ». Ένιωσα ένα ρΙγος θαυμασμού να έρχεται από δεξιά και αριστερά μου. Ακόμα και η Λ Ιζα δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα . «Α, έτσ ι ! » Η εντύπωσή του γ ια μένα βελτιιί:ι θηκε κάπως. « Π ώς σας φαΙνεται λοιπόν το καλύτερο ξενο­ δοχεΙο μας; » «Καθαρό, άνετο και ήσυχο». «ΑποταθεΙτε στο διευθυντή, αν έχετε παράπονα. ΕΙναι προσωπικός μου φΙλος». «ΧωρΙς άλλο. Σας ευχαριστώ πολύ». Έπρεπε να προσέχουμε τα λόγια μας λόγω του σοφέρ. ΛΙγο αργότε­ ρα, μου άνοιγε την πόρτα βγάζοντας επΙσημα το καπέλο με την κονκάρ­ δα μπροστά στην εΙσοδο του ξενοδοχεΙου και ύστερα από δήθεν αποχαι­ ρετ ισμούς βάλθηκα να κόβω βόλτες στο ισόγειο του « Γκραφ Ζέπελιν» , τραβιί)ντας μ ι α τελευτα Ια ρουφηξ ιά από ένα πούρο-μαμούθ. Μόλις ελευθερώθηκε το πεδΙο, το έβαλα στα πόδια σαν λαγός, έτρεξα ως

το

σπΙτ ι των κοριτσιών και τρύπωσα στο ασανσέρ. Μ ε περΙμεναν με ανοι­ χτή πόρτα και στήσαμε χορό. * * *

Στις εννιάμισ ι το πρωΙ αποχαιρετ ιστήκαμε μέσα στην παλΙρροια της δευτεριάτ ικης κυκλοφορΙας. Καθώς aπoμακρυνόμoυν συνέχιζα να ρΙ-


ΣΤΗΝ ΑΝ\} ΓεΡΜ Λ Ν I Λ

1 03

χνω ματιές π ίσω μου, ανεμίζοντας ψηλά το γυαλιστερό ραβδί μου, σκου­

ντουφλώντας πάνω σε βιαστικούς διαβάτες, (οσπου οι μορφές τους, που έσβηναν σιγά σιγά καθ(ος μου έγνεφαν ξέφρενα από το παράθυρο, χάθη­ κ αν ορ ιστ ικά . Έν ιωθα σαν τον Οδυσσέα που αγνάντευε όρθιος στην π ρύμνη ένα ευτυχισμένο νησί χαμένο στο βάθος του ορ ίζοντα. Συνέχισα να βαδίζω κατά μήκος του Νέκαρ, πέρασα στην απέναντ ι όχθη κα ι τέλος τον άφησα π ίσω μου γ ια τα καλά . Ξαφνικά , και μόνο αφού ήταν πια πολύ αργά, θυμήθηκα το Μουσείο Kitsch της Στουτγάρ­ δης ένα μουσείο δηλαδή γερμανικής και παγκόσμιας κακογουστ ιάς που τα κορίτσια με είχαν συμβουλέψει να μην το χάσω με κανέναν τρόπο. (Γο θέμα είχε προκύψει με αφορμή το ντεκόρ της χθεσινής νύχτας που θα μπορούσε αυτούσιο να ενταχθεί σε ένα τέτοιο μουσείο.) Π έρασα τη νύ­ χτα στο Γκέπ ινγκεν και με τη βοήθεια του λεξ ικού προσπάθησα να συ­ ντάξω τρία γράμματα στα γερμανικά: για τη Χα'ίδελβέργη , το Μπρού­ χτσαλ και τη Στουτγάρδη. Αργότερα στο δρόμο μου, έλαβα μια χιουμο­ ριστική δίδυμη απάντηση από τη Λίζα και την Άνι ' φαίνεται πως έγινε φασαρία όταν οι γονείς της Άνι γύρισαν πίσω' όχι επειδή φιλοξενήθηκα στο διαμέρισμα - αυτό έμεινε ως το τέλος μυστ ικό. Αλλά τα μπουκάλια που είχαμε απερίσκεπτα στραγγίξει ήταν τα τελευταία μιας απ ίστευτα σπάνιας και εκλεκτής σοδειάς που ο πατέρας της Άνι περίμενε πώς και πώς να δοκιμάσει. Ένας θεός μόνο ήξερε τι ανεκτίμητο είδος κρασιού

από τις όχθες του Άνω Μοζέλα ήταν εκείνο: νέκταρ απαράμιλλο. Π ολύ συνετά εκείνες έριξαν σε μένα το φταίξιμο. Η αγανάκτησή του είχε κα­ τασταλάξει τελικά σε αυτά τα λόγια: « Πάντως, ο διψασμένος φίλος σας ξέρει αρκετά από κρασιά»! (Γελείως ανακριβές.) « Ελπίζω να το ευχαρι­ στήθηκε» . (Μάλιστα. ) Π έρασαν χρόνια για να συνε ιδητοπο ιήσω τις Πραγματικές δ ιαστάσεις εκείνης της λεηλ ασίας μας. Τώρα το μονοπάτ ι μου προχωρούσε νότ ια-νοτ ιοανατολικά, μέσα από τη Σουηβία. Κωνοφόρα δέντρα πρόβαλλαν εδώ και κει και δάση σκ ίαζαν την πορεία μου γ ια εκατοντάδες μέτρα. Ήταν συμπτωματ ικά αΚ ροτελεύτια φυλάκια που τα χ(οριζαν ολόκληρα χιλιόμετρα λ ιβαδότο­ Που και αρόσιμης γης από τη μεγάλη μάζα που εκτεινόταν σκοτεινή στα


104

Η ι,: ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Ι Λ ΩΡΕ Λ Ι

νοτιοδυτικά: τον Μέλανα Δρυμό. Π έρα από αυτή άρχιζαν ν α σχηματί­ ζονται οι κυματισμοί των Άλπεων. Στα ισόπεδα τμήματα της διαδρομής, όπου το σκηνικό εξελισσόταν αργά, το τραγούδι γινόταν συχνά σανίδα σωτηρίας όταν μου τελείωναν τα τραγούδια, είχε σειρά η ποίηση. Στην πατρίδα και στα διάφορα εκπαι­ δευτήριά μου και κοντά στους δασκάλους που με αναλάμβαναν κατ' οί­ κον όποτε τα θαλάσσωνα στο σχολείο, είχα συνηθίσει το μεγαλόφωνο διάI�ασμα. (Η μητέρα μου ήταν προικισμένη με πραγματικό ταλέντο για αυτή τη δύσκολη τέχνη, είχε και φαντασία αλλά και τεράστια γκάμα επ ι­ λογής ακόμη συνόδευε πάντα στο πιάνο την αδερφή μου και μένα όταν τραγουδούσαμε.) Στο σχολείο, η απομνημόνευση ήταν υποχρεωτική, αν και καθόλου ανιαρή. Ωστόσο η ποσότητα και η ποιότητα συχνά επ ισκ ιά­ ζονταν, όπως συμβαίνει πάντα με όσους αγαπούν την ποίηση, από μια ιδιωτική ανθολογία που την αποτελούσαν όχι μόνο τα ποιήματα που αποστηθίζαμε μηχανικά αλλά και άλλα πολλά, συνειδητά επιλεγμένα και αφομοιωμένα, σαν να επρόκειτο για ένα απόθεμα που συσσωρευόταν για κάποιο ακατοίκητο νησί ή μια απόξενη φυλακή. (Ήμουν στην ηλικία που τα ποιήματα, οι ξένες γλιίJσσες και καθετί άλλο χαράσσονται στη μνήμη όπως πάνω σε κερί για να διαρκέσουν όπως πάνω σε μάρμαρο.) Η εμβέλεια αυτής της μνήμης είναι μάλλον προβλέψιμη και αποκαλύ­ πτει τους ενθουσιασμούς και τα όρ ια μιας ειδικού τύπου ενηλικ ίωσης που αγγ ίζει το δέκατο όγδοο σκαλοπάτι της. Περιλάμβανε πλούσια σο­ δειά από σαιξπηρικά κείμενα - πολλούς μονολόγους, τα περισσότερα χορικά του Ερρίκου του Ε', εκτεταμένα κομμάτια από το Όνειρο καλυ­ καιρι νής νύχτας (υποσυνείδητα ρουφηγμένα και μισοχωνεμένα από τότε που σε ηλ ικία έξι χρόνων υποδύθηκα τον μικρότερο ρόλο του έργου, το ράφτη Βελόνη)· έναν αριθμό σονέτων, πολλά μεμονωμένα αποσπάσμα­ τα, αναγνιί:ισματα λ ίγο πολύ γνωστά σε όλους. Π εριλάμβανε ακόμα κά­ μποσους μονόλογους του Μάρλοου και στίχους από το Προθαλάμιο κα ι Επιθαλάμιο του Σπένσερ, τις περισσότερες ωδές του Κ ιτς, στροφές από τον Τένισον, τον Μπράουνινγκ και τον Κόλεριτζ, λ ίγο Σέλε·ί και καθό­ λου Μπάιρον (προς μεγάλη μου έκπληξη σήμερα, τότε. μόλις που τον


ΣΤΗΝ AN'� Ι'ΕΡΜ Λ Ν Ι Λ

l()�

υπολ όγιζα ως ποιητή), Τίποτα από έργα του 180υ αι(ί)να, εκτός από την Ελεγεία του Γκρέι και την Αρπαγή της Μπούκλας του Αλεξάντερ Π όουπ' μ ικ ρή δόση Μπλέικ' την Ταφή του σερ Τζον Μουρ και ψήγματα από τον λόγιο Τσιγγάνο του Άρνολντ, Κλάσ ματα του Σκοτ και του Σου ίν­ μπουρν, μεγάλο μέρος του Ροσέτι - έτρεφα τότε πάθος για αυτόν, που σή μερα έχει εξατμιστεί' στροφές του Φράνσις Τόμσον και του Ντόουζον ' ένα σονέτο του Ουόρντσγουορθ' ψίχουλα του Χόπκινς και όπως όλο ι οι Άγγλοι που έχουν δεσμούς με την ιρλανδική παράδοση, τη μετάφραση των Νεκρ(ίJν του Kλoμαvκoυά' σωρεία από Κ ίπλινγκ και κάποιους στ ί­ χους από τον Χασάντου Φλέκερ, Ακολουθούσαν πιο πρόσφατα αποκτή ­ ματα : αποσπάσματα από τον Ντον, τον Χέρικ και τον Κουάρλς, ένα πο ίημα του Ράλε'ί, ένα του σερ Τόμας Ουάιατ, ένα του Χ έμπερτ, δυο του Μάρβελ' μερικές μπαλάντες των σκοτσέζικων συνόρων' αφθονία από Α. Ε . Χάουσμαν' κάτι αδιάκριτες στροφές του Τσόσερ (που είχα μάθει απ έξω φαρσί για λόγους δημοτικότητας στο σχολείο) ' μπόλικο Κάρολ και Λιρ. Ωστόσο, από τον 2Οό αι(ί'ινα, είχα κρατήσει πολ ύ λίγα πράγματα, Κάποιο ποίημα του Γέιτς μεταγενέστερο των «Π αράφραση του Ρονσάρ», «Ίνισφρ» και « Κάτω στα πεΡιI�όλια του Σάλε 'ί» - αν και αυτό το τελευ­ ταίο ανήκει μάλλον στα τραγούδια παρά στα ποιήματα' ούτε λέξη από Πάουντ ή Έλιοτ (που αργότερα αγάπησα πολύ), Από τους νεότερους μο ­ ντέρνους ποιητές, καθιερωμένους σήμερα, ούτε κόκκος, Α ν κάποιος με ρωτούσε ποιους σύγχρονους ποιητές προτιμούσα, θα αποκρινόμουν τον Σάσβερελ και τους Ίντιθ και Όσμπερτ Σ ίτγουελ, με αυτή τη σειρά, Με τους πεζογράφους που αγαπούσα περισσότερο, τον Άλντους Χάξ­ λε'ί, τον Νόρμαν Ντάγκλας και τον Ίβλιν Γουόου, φθάνουμε στο τέλος του μικρού αυτού κεφαλαίου ' αν ήθελα ωστόσο να το επεκτείνω ατελείω­

τα , τότε άλλα μακροσκελέστερα χωρία θα έρχονταν στην επιφάνεια, Το σύνολο του «Μονόφθαλμου Οράτιου» και ένα μεγάλο μέρος της «Λίμνης Ρήγ ιλας» του Μακόλε'ί επιβι(ί'ινουν ανάμεσα στις παλιότερες αγάπες μου' ακόμα το « Ρουμπαγιάτ» του Ομάρ Καγιάμ - αυτούσιο τότε, σωρός από θραύσματα σήμερα. Αποδ(ί'ι και πέρα η ποιότητα αλλάζει: Καθ(ί)ς έσερνα

τα βήματά μου διασκέδαζα με σκαμπρόζικα πεντάστιχα συναγμένα από


106

Η Ι; ι ι ο χ ι ι ΤΙ Ι Ι Δ Ω Ι'Ε Λ Σ

κάθε γωνιά του πλανήτη, από τη Σιβηρία ως το ακρωτήριο Χορν, με σκα­ νταλιάρικες και εξωφρενικές ιστορ ίες, και όταν σώνονταν και αυτές κά­ τι άλλο παραπλήσιο λουλούδιζε με ένα πλήθος ποικίλα μέτρα' μάλλον ένας τομέας όπου η Αγγλία κατέχει αναμφισβήτητο προβάδισμα. Το προγεφύρωμά μου στη γαλλ ική πο ίηση δεν προχωρούσε βαθιά : ανάρ ιες πα ιδικές ρίμες, ένα ποίημα του Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, δυο του Μποντλέρ, μερίδιο από ένα άλλο του Βερλέν, το σονέτο του Ρονσάρ που είχε διασκευάσει ο Γέιτς και ένα ακόμα του Ντι Μπελέ' τέλος, σε μεγα­ λύτερο αριθμό από το σύνολο των υπολοίπων, μια σωρεία στίχων του Βιγιόν (πρόσφατη ανακάλυψη και πραγματικό πάθος μου. Είχα μετα­ φράσει στα αγγλ ικά κάμποσες μπαλάντες του και μικρότερα ομοιοκα­ τάληκτα rondeaux από τη Μεγάλ η Δ ιαθήκη, που έδειχναν μάλιστα π ιο αξιόλογα από κάθε ανάλογη προσπάθειά μου.) Όσο για την προσφορά των Λατ ίνων , είνα ι και τούτη αυτονόητη στο μεγαλύτερο μέρος της: Αποσπάσματα από τον Β ιργ ίλιο, αφομοιωμένα κυρίως από αναγκαστι­ κή και αδιάκοπη αντ ιγραφή στο σχολείο' η τιμωρία παραγραφόταν πιο γρήγορα, αν κατάφερνες να απομνημονεύσεις το κείμενο. Μ ια και κανέ­ νας επιτηρητής δεν σκοτ ιζόταν για την ταυτότητα του συγγραφέα, αρκεί ν ' αράδιαζα εξάμετρα, προτ ιμούσα να αντιγράφω από τα Φαρσάλια του Λουκανού που με βόλευαν περ ισσότερο χάρη στην επ ιφανειακή τους ρευστότητα' γρήγορα όμως υπαναχ(ί)ρησα στον Β ιργ ίλιο με τη σωστή πεποίθηση πως οι στίχοι του θα χαράσσονταν βαθύτερα μέσα μου: Π ε­ δίο δράσης μου ήταν το δεύτερο και έκτο βιβλίο της Αινειάδας με περι­ στασιακές εφόδους στα Γεωργικά και τις Εκλογές. Οι άλλοι σημαντικό­ τεροι Ρωμαίοι ήταν ο Κάτουλος και ο Οράτιος: ο Κάτουλος, με μια δω­ δεκάδα πο ιηματάκ ια κα ι αποσπάσματα του Αττιδος, επειδή τα νιάτα μου είχαν τη τάση να ταυτίζονται μαζί του όταν τα κυρίευε θυμός, μο-' ναξιά, αποχαύνωση ή απογοήτευση στον έρωτα. Ίσως όμως λάτρευα τον Οράτιο γ ια τον αντίθετο ακριβ(ί>ς λόγο' έτσι δίδαξα στον εαυτό μου αρ­ κετές ωδές του και μετέφρασα κάποιες σε αδέξια αγγλικά, σαπφικά και αλκα'ίκά μέτρα . Εκτός από τ ις άλλες χάρες τους, είχαν την αλάθητη ιδιότητα να μεταμορφώνουν την ψυχική μου διάθεση. (Μια α.πό τις ωδές


ΙU7

αυτ ές, η ενάτη του πρ(ίnου βιβλίου Στον Θαλίαρχο, μου παραστάθηκε κάτω από παράδοξες συνθήκες μερικά χρόνια αργότερα . Οι τύχες του π ο λ έμου με ε ίχαν προσγειιοσει 70 στις βουνοκορφές της κατ εχό μενης Κρήτης, με μια ομάδα από κρητικούς αντάρτες και έναν αιχμάλωτο γερ ­ μανό στρατηγό, που τον είχαμε αρπάξει με ενέδρα και μεταφέρει με τη βία στα βουνά τρεις μέρες πριν. Η γερμανική φρουρά του νησιού μάς εί­ χε στου κούκου το σημάδι, αν και για καλή μας τύχη είχε χάσει προσω­

ρινά τα ίχνη μας. Ζούσαμε έναν εφιάλτη αγωνίας και κ ινδύνου και ο αιχμάλωτός μας δοκιμαζόταν από τη θλίψη και τις κακουχίες. Σε μια στιγ μιαία ανάπαυλα της καταδίωξης, ξυπνήσαμε ανάμεσα στα βράχια τη στιγμή ακριβώς που μια χρυσή αυγή χάραζε πάνω στο φρύδι του Ψη­ λορείτη. Τις τελευταίες δυο μέρες παλεύαμε να σκαρφαλώσουμε ως εκεί ανο ίγ οντας δρόμο μέσα στο χιόνι και τη νεροποντή . Με το βλέμμα στυ­ λωμένο αντίκρυ πέρα από την κοιλάδα, στο φλογισμένο εκείνο κορφο­ βούνι, ο στρατηγός ψιθύρισε στον εαυτό του : Vides υΙ alta stet nive candidum $oracte· Ήταν ο πριοτος στ ίχος μιας από τις ωδές που ήξερα πολύ καλά . Έτσι πήρα το νήμα από το σημείο που το άφησε εκείνος: Nec jam sustineant onu.�· 5ϊ/vae /aborantes, ge/uque F/umina constiterint acuto.

. .

**

Και δεν σταμάτησα παρά μόνο αφού είχα απαγγείλει και τις άλλες πέ­ ντε στροφές ως το τέλος. Τα γαλανά μάτια του στρατηγού είχαν στραφεί

τώρα πάνω μου και αφού με κοίταξε άφωνος για κάμποση !ί)ρα μου είπε: Ach 80, Ηeπ Major! *.* Ήταν απίστευτο. Για μια μετέωρη στιγμή ο πόλε-

Για δε ς πως η Σοράκτη ορθιίJvε ται χιο νοσκεπής. τ' ακρόκλωνα με βια σηκιίJνollν το φορτίο· πικ ρι5 μα ρyιίJνε ι τις κροιισταλλοπηΥές τ' α γιάζΙ. Ι:•• «Ώστε έτσι , κιίριε τα Υμα τάρχα!»

••


108

Η i;rιoxlf ΤΙΙΣ Δ ΩΙ'ΕΛΣ

μος είχε πάψει να υπάρχει. Είχαμε και οι δυο ξεδιψάσει με νάματα από τις ίδιες πηγές σε πιο τρυφερά χρόνια ' και οι σχέσεις μεταξύ μας ήταν πολύ διαφορετικές πια για το υπόλοιπο διάστημα που ζήσαμε μαζί. Μετά τον Οράτιο, έρχονταν οι στίχοι του Αδριανού με αποδέκτη την ψυχή του -Η ανθολογία των λατίνων πo ιηπίJν της Οξφόρδης ήταν πε­ ρίπου το μόνο βραI�είo που είχα δρέψει στο σχολείο- και το ισοστάθμι­ στο δεκάστιχο του Π ετρ(ί)νιου με άξονα την υπέροχη φράση: sed sic, .�ic, sine fίne ferίati· καθ(ί)ς και ενότητες από την Ευλαβητική αγρυπνία. ,

Σε άλλο ύφος ακολουθούν δυο παλαιοχριστ ιανικοί ύμνοι καθ(ί)ς και οι ακολουθίες Die.5 /rae και Stabat Mater. (Από τους ποιητές της μετα­ κλασικής και πρωτοχριστιανικής εποχής δεν ήξερα σχεδόν τίποτα ' ήταν εδάφη που έμελλε να εκπορθήσω και να εξερευνήσω μονάχος πολύ αρ­ γότερα με πραγματική κατάπληξη.) Τέλος φθάνουμε σε ένα πασάλειμμα από βέβηλα μεσαιωνικά λυρικά στ ιχουργήματα που προέρχονταν κυ­ ρίως από το μοναστήρι του Benediktbeuem ••. όταν έρχεται η σειρά του ελληνικού καταλόγου, η κουτάλα γδέρνει τον πάτο του π ιθαριού. Αρχί­ ζει με τον πρόλογο της Οδύσσειας -γνωστό σε όλους όσοι έχουν μια επιπόλα ιη επαφή με τη γλ(οσσα- και την περιγραφή της απόδρασης του Οδυσσέα από τη σπηλιά του Π ολύφημου ' ούτε σταγόνα από τραγικούς (πολύ δυσανάγνωστοι)' ψίχουλα Αριστοφάνη ' μερικά επιγράμματα του Σιμωνίδη, δυο ποιήματα της Σαπφούς για το φεγγάρι και ύστερα σιωπή. Μ ια συλλογή που μιλάει μόνη της. Καλύπτει δεκατρία χρόνια, απί) τα πέντε ως τα δεκαοχτ(ο της ζωής μου, γιατί τους τελευταίους μή:νες ρ ι­ πριν την αναχ(ί)ρησή μου η αδιάκοπη εναλλαγή από ολονύκτιες διασκε­ μ τ μ τ υ μ μ τ νηφαλιότητα υ οδηγήσε δάσεις και επ ιστροφές στη είχε στ ι την αφομοιωτική σ όδ

. π

π

ι α ό ο τ ατ α ο κοράμέρος ονα των υ κσο τοαυτ(ον σ ι αγν(οσεων μου δύναμη εν ερ στην αδράνεια. Μ εγάλο εί εσ ν πηγάΊ έ μ α

­ ο ο β ήρ ό ο χ ν σήιυ ιόμε α νο οανα γο ικά ό το ν τον εναρι μεί π υ ρι κ λ τό χ ξλ β τ όε το π κ η α ρ μ κ ο κ ρ ο η ι π ως

• ••

Aδιrίκoπα έτσι σ' ερωτικ() ξεφάντωμα γυρνάμε. Δ


�Τ I I N Α Ν Ω Ι' Ε Ι'Μ Α Ν Ι Α

1 09

ζει από το περιορισμένο απόθεμα των ανθολογιιί)ν της Οξφόρδης. Απο­ τελο ύν ένα συνονθύλευμα από συμjiατικό ρομαντισμό και ηρωικούς στί­ χους και μπόλικη κατεργαριά με στοιχεία θρησκευτικής έξαρσης, προ­ σω ρινά σε λήθαργο, προραφαηλιτική μελαγχολία και πλασματικό μεσαί­ ωνα, βελτιωμένο ή έστω τροποποιημένο κάπως από μια δόση τραχύτη­ τας και μια κλίση προς τη ζωή του υποκόσμου. Να μια αρκετά πιστή πε­ ριγραφή του επιπ έδου της γν(οσης μου: με αναχρονιστικές τάσεις, ανορ­ γάνωτη, χωρίς εμβρίθεια και στιγματ ισμένη, ιδίως στα ελληνικά, από το ελάττωμα της πρόωρης διακοπής της συνέχειας. (Από τότε πάσχισα να αναπ ληρ(ί)σω τα κενά με μέτρια αποτελέσματα.) Δεν λείπουν ωστόσο οι ελπ ιδοφόρες ακτ ίνες κα ι πρέπει, υπερασπιζόμενος τον εαυτό μου, να το­ ν ίσω πως ο Σαίξπηρ, τόσο σε ποσότητα όσο και σε βαθμό αφομοίωσης, επισκίαζε όλο το υπόλοιπο αυτού του εξοπλισμού μου. Ένα μεγάλο μέ­ ρος εξανεμίστηκε από την αχρησία' ένα μικρότερο παραμένει' κάποιες προσθήκες έχουν γίνει, αλλά το μεταγενέστερο υλικό είναι πιο πενιχρό, για τον-θλιβερό λόγο ότ ι το ταλέντο της απομνημόνευσης ξεφτ ίζει με τον καιρό. Το κερί γίνεται στιφρό και η πένα σκαλίζε ι του κάκου. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον πολυσύχναστο σουηβικό δρόμο. Το τραγούδι συνηθίζεται στη Γερμανία' δεν ανησυχεί κανένα. Οι μπαλάντες που τραγουδούσα προκα λ ούσαν μόνο χαμόγελο ανοχής. Με τους στ ί­

χους όμως ήταν α λ λιώς τα πράγματα. Το μουρμουρητό στη δημοσιά προκαλούσε σμίξιμο των φρυδι(ί)ν και μια έκφραση ανήσυχου οίκτου. Φράσεις που aπαγγέλλoνταν με ανάλ ογες κινήσεις και κάποτε με στόμ­

φο, ξυπνούσαν βλέμματα πανικού. Ο ρωμα ίος στρατηγός Ρήγουλος, που, αψηφιδντας τον τεμπέλ ικο όχλο των Καρχηδονίων, βάδ ιζε αγέρω­ χος προς το ικρίωμα σαν να επισκεπτόταν εξοχική έπαυλη του Τάραντα ή να σουλατσάριζε στους ελα ιιί>νες του Βεναφρίου, δεν είχε ανάγκη βέ­ βα ια από εντυπωσιακ ές χειρονομίες αλλά όταν έπρεπε κανείς να παρο­ τρύνει τα παλ ικάρια που έκαναν έφοδο στο Χαρφλέρ 71 να φράξουν τον

τοίχο με τα κορμιά των συμπολεμιστ(ον τους που έπεφταν στη μάχη ,

έπρεπε αυτόματα να ανεβάσει τη φωνή και να πολλαπλασιάσει τ ις κινή­ σεις, πράγμα που διπλασίαζε την αμηχανία μου όποτε π ιανόμουν στα


1 10

Η r.II 0 X ll Τ Ι Ι Σ ΔΙΙΡΕΛΣ

πράσα . Σε μια τέτοια περ ίπτωση έβαζα τα δυνατά μου να πν ίξω την ένταση με ένα βηχάκι ή να υφάνω τις λέξεις σε ένα άτονο ψαλμούδισμα και να μετριάσω την παντομίμα προσποιούμενος ότι διορθώνω τα μαλ­ λ ιά μου. Υπάρχουν όμως και αποσπάσματα που χρειάζονται όλη την ανοιχτοσύνη του δρόμου για να ξεδιπλωθούν. Για παράδειγμα, εκείνο το τρομερό πάλεμα στους νεκρικούς αγ(όνες του Αγχίση, όπου ο Έντελ­ λος εκτοξεύει τον Δάρητα, αλαλιασμένο και φτύνοντας αίμα και δόντια -ore ejectantem mixtosque in sanguine dentes(Tl-, πέρα από το πέλα­ γος, πάνω στην ακτή της Σικελίας, και κατόπιν με τη θωρακ ισμένη γρο­ θιά του τινάζει στον αέρα τα μυαλά ενός μοσχαριού με ένα μόνο χτύπη­ μα ανάμεσα στα κέρατα, θέλει ασφαλ(ός ειδική μεταχείριση. Και όσο για τη φονική σπαθιά στο κατιόφλι της γέφυρας που σωριάζει χάμω κεραυ­ νόπληκτο τον ηρωικό Άστορα, άρχοντα της Λούνα, καταμεσής της ομή­ γυρης των οιωνοσκόπων, σαν τσακ ισμένη βαλανιδιά στο Αλβέρνιο όρος (στο ποίημα του Μακόλε·ί «Πώς ο Οράτιος κράτησε τη γέφυρα»), εδ(ί) οι κραυγές, οι μπαστουνιές που αυλακ(όνουν τον αέρα, η λικνιστή περπα­ τησιά και η βίαιη ανάταση των χεριών δεν είναι βολετό να συγχωρεθούν αν κάποιος περαστικός προβάλλει ξαφνικά εκείνη την ώρα. Στο αμύητο μάτ ι περνούσες για παλαβός ή μεθυσμένος. Και αυτό ακριβ(ός έγινε σήμερα. Ίσα ίσα που άγγιζα το κορύφωμα της υποκριτικής μου έξαρσης, όταν μια γριούλα φάνηκε να βγαίνει τρεκλίζο­ ντας από το δάσος όπου μάζευε ξύλα. Σκορπίζοντας καταγής το φορτίο της, το έβαλε έντρομη στα πόδια. Ευχήθηκα μεμιάς να με κατάπινε η γη ή να με άρπαζε κανένα σύννεφο. (Γιατί να μην είχα προτιμήσει τον Χέρικ ή ακόμα καλύτερα τον Βαλερί; - αν τον ήξερα τότε: «Η γαλήνη . ») .

.

***

Το μαστίγιο της Ι�ρoχής είχε μετατρέψει το χιόνι σε λασπόνερο και οι ρι­ πές ανέμου από τα Ι�oυνά το είχαν παχτ(όσει μετατρέποντάς το σε φο\!­ σκαλιασμένο σωρό από πάγο. Τιόρα, ύστερα από μια ξαφνική προειδο­ ποιητική πνοή, ο άνεμος ξερνούσε εκατομμύρια νιφάδες στο οδόστρω­ μα. Σκοτείνιαζαν το τοπίο μεταμορφώνοντας τη μια πλευρά του ταξ ι-


ΣΤΗΝ Α Ν ' Ι Γ Ε ΡΜΑ Ν Ι Α

111

διώτη σ ε χιονοστ ιβάδα , ταρατσ(δνοντας το κεφάλ ι του μ ε κατάλευκη κ ρούστα και μπερδεύοντας τα βλέφαρά του με κολλητικά λέπια. Το μο­ νοπάτι ξεδιπλωνόταν σύρριζα σε ένα απροστάτευτο κοντοράχι και ο βο­ ρ ιάς έμοιαζε πότε να ακουμπά μια αναχαιτιστ ική παλάμη στο στήθος μου και πότε, αλλάζοντας κατεύθυνση, να με σπινάρει και να με κάνει να παραπαηί). Κανένα χωριό δεν φα ινόταν πουθενά ακόμα και πριν από τη βίαιη επίθεσή του. Σπάνια μόνο περνούσε κάποιο αυτοκ ίνητο. Αποστρεφόμουν το οτοστόπ και είχα μάλιστα ξεκάθαρη στρατηγική πά­ νω σε αυτό: να αποφεύγω κατηγορηματικά τη δωρεάν μεταφορά, εκτός βέβαια αν το περπάτημα γινόταν αβάσταχτο· και τότε πάλι να μην δια­ νύω με αυτοκίνητο απόσταση μεγαλύτερη από κείνη που θα κάλυπτε η πορεία μιας ημέρας. (Σε αυτό ήμουν ανυποχιί)ρητος.) Τώρα όμως δεν φαινόταν τίποτα, μόνο χιονιάς και ανεμοζάλη. Ώσπου μια θολή κηλίδα, που τελ ικά έγινε όγκος, σταμάτησε δίπλα μου φρενάροντας δαιμονισμ έ­ να. Ήταν ένα βαρύ πετρελαιοκίνητο φορτηγό με αλυσίδες στα λάστιχα και ένα-φορτ ίο σιδερόβεργες. Ο οδηγός άνοιξε την πόρτα και άπλωσε το χέρι του λ έγοντας "Spring hinein ! " - Π ήδα μέσα ! Σαν κάθισα πλάι του στη γεμάτη ατμούς καμπίνα πρόσθεσε: "Du bist ein Schneemann" - Εί­ σαι ένας χιονάνθρωπος. Και, αλήθεια, αυτό ήμουν. Βάλαμε μπροστά με θό ρυβο. Δείχνοντας τις νιφάδες του χιονιού που κάλ υπταν το παρμπρίζ παρόλο που οι υαλοκαθαριστήρες δούλευαν ασταμάτητα, είπε: «Χάλια, έτσι;». Ξέθαψε μια μποτ ίλια με σναπς και μου έδωσε να τραβήξω μια γε­ ρή ρουφηξιά. Π αρηγοριά του ταξιδι(ί>τη. "Wohin gehst Du?" - Πού πη­ γαίνεις; (Θαρρώ πως κάπου σε αυτό το σημείο του ταξιδιού άρχισα να παρατηρώ τη διαφορά στη χρήση του ρήματος. Στο βορρά όλοι με ρω­ τούσαν "Wohin laufen Sie?" -Πού πηγαίνετε;- και "Warum laufeπ Sie zu Fuss?". Εδώ το ρήμα είχε γίνει gehen . Γιατί laufeπ στο νότο σημαίνει τρέχω - ίσως από την ίδια ρίζα με την αγγλική λέξη lope, καλπάζω. Η Προφορά επίσης παρουσίαζε διαφορ ές στη Σουηβία· η πιο αξιοσημείω­ τη ήταν η αντικατάσταση με την κατάλ ηξη -Ie στο τέλος του υποκοριστι­ Κού του ονόματος: Hausle και Hundle αντί για Hauschen και HUndchen, γ ια το σπιτάκι και το σκυλάκι, αντίστοιχα. Ένιωθα πως έκανα βήματα


112

Η ε ι ι ο χ l l Τ Ι Ι Ι ΛΩ Ι' Ε Λ Ι

μπροστά τόσο στη γλιόσσα όσο xaL στη γεωγραφία καθιί)ς εισχωρούσα όλο και [�αθύτερα στην καρδιά της Γερμανίας . . . Η χρήση του δεύτερου ενικού προσώπου από τον οδηγό ήταν σημάδι οικειότητας ανάμεσα στα μέλη της εργατ ικής τάξης και τη συναντούσα συχνά. Σήμαινε αποδοχή και συναδελφικότητα. ) ***

Όταν με άφησε στο παγωμένο λ ιθόστρωτο της Ουλμ, ήξερα πως είχα φθάσεL σε μια σημαντική καμπή της πορείας μου. ΓLατί εκεί, στην προ­ στατευτική σκ ιά των επάλξεων, ανήλ ιαγος κάτω από τις τολύπες του χιονLού, πελLδνός από τη λάσπη, κυλούσε ο Δούναβης. Ήταν ένα ξεχωΡLστό αντά μωμα. M La τεράστ ια γέφυρα έζευε τ ις όχθες του και ο πάγος άρχιζε σιγά σ ιγά να διαστέλλεταL ξεΚLνώντας από τις όχθες για να σμίξει στη μέση του ρέματος. Π LO πέρα από τα αναχιό­ ματά του, οι στέγες που υποχωρούσαν άτακτα είχαν πολύ απότομη κλί­ ση για να συγκρατήσουν το xLόVL. Οι νιφάδες συσσωρεύονταν και ύστε­ ρα γλLστρούσαν στα στενορύμLα με σφυΡLχτό θρόLσμα. Στην καρδLά του λαβύΡLνθου υψωνόταν η μητρόπολη της Ουλμ, φορτωμένη το ψηλότερο καμπαναΡLό του κόσμου, που καβαλίκευε ένα οκτάγωνο σκαρφαλωμ ένο στο δυτ ικό άκρο του τεράστιου κενΤΡLκού κλίτους του ναού, με το δLά­ φανο [�έλoς του εξαφανωμένο μέσα σε ένα ξεπουπουλLασμένο πάπλωμα από σύννεφα. Η αγορά έκλεLνε. Το χLόνι τιναζόταν από μουσαμαδένιες τέντες κα ι το ένα καλάθL έπαιρνε τη θέση του μέσα στο άλλο. Καταρράκτες λαχανι ­ κιόν γουργούΡLζαν σε πάτους από καρότσες xaL τα αγωγLάΤLκα άλογα με κείνες τις όμορφες λL ναρένιες χαίτες και τις ουρές σπρώχνονταν στα κα­ πούλLα με άτσαλα χουγLαχτά ανάμεσα στους ζυγούς. Κυράδες με ροδαλιΊ μάγουλα από είκοσL τόσα χωριά φορούσαν στο κεφάλι σκουφιά από κο λ­ λαΡLστή μαύρη κορδέλα - φοβερές χιονοπαγίδες. Συνάζονταν γύρω απ ι) μπακιρένιες φουφούδες και φτέρνLαζαν το χώμα με κάτι παράξενες μΠ ΙJ­ τες σαν κουβάδες, που όμοιές τους δεν είχα δεL ποτ έ, ούτε ξανάδα από ttJ­ τε: γιγάνΤΙΟL κύλινδροι, φαρδLοί σαν ποδεσιά αμαξάδων του Ι Ίου αιιί)ν((.


ΣΤ Ι Ι Ν ANU Ι'El'ΜΛΝ IΛ

1 13

φοδραρισμένοι με τσόχα και παραγεμισμένοι με ψάθα. Δυσκολονόητες ιδιω ματικές φράσεις διασταυριί)νονταν στον αέρα ανάμεσα σε ρουθουνί­ σ ματα κα ι χρεμετίσματα. Γύρω μου ηχολογούσε ένα πανδα ιμόνιο από κακαρίσματα και γρυλίσματα, ενιί) αγελάδες και δαμάλια οδηγούνταν με τη βουκ έντρα από τις μισοκατεδαφισμένες μάντρες τους σε κάτι πρόχει­ ρους φράχτες όπου στριμιί)χνονταν ασφυκτικά. Χωρικοί με πλατύγυρα καπέλα, κόκκινα γιλέκα και καμουτσίκια συντρόφιαζαν στις στοές και στα χαμηλά σκαλοπάτια. Ένας βραχνός κεφάτος βόμβος από ψιλοκουβε­ ντούλα και αναθυμιάσεις καπνού διαπερνούσε τις βαριές κολόνες, ενιί) οι θολωτ ές σκεπές που στηρίζονταν πάνω τους υποβάσταζαν με τη σειρά τους πατώματα μεσαιωνικιί)ν αρχοντικ(ί)ν αιθουσιί)ν, axavtiJV όσο και οι απο θήκες όπου συνέλεγαν κάθε χρόνο τις εισφορές της δεκάτης. Μ ια όψιμη μεσαιωνική ατμόσφαιρα ήταν διάχυτη στην περ ίφημη πό­ λη. Η σφριγηλή τευτονική ερμηνεία της Αναγέννησης εξωτερικευόταν με μια έκρηξη στα φουρούσια και τα κατακόρυφα πέτρινα χωρίσματα των καφασωτών παραθυρι(ί)ν και των προεκταμένων κυκλικιί)ν κατωφλ ιιί)ν. Στην άκρη κάθε ψηλού δημοτικού κτιρίου πυργωνόταν ένα τεθλασμένο ισοσκελές τρ ίγωνο , ενιί) φεγγίτες και επ ίπεδα αετιί)ματα όρθωναν τα βράγχιά τους σε όλο το μήκος τεράστιων σκεπιί)ν, στρωμένων με κερα­ μίδια σαν λέπια μυρμηγκοφάγων. Σκαλιστοί θυρεοί στόλ ιζαν τους τοί­ χους. Π ολλοί είχαν έμβλημα τον δικέφαλο αετό. Το μυθικό πουλ ί συμ­ βόλ ιζε την ιεραρχική αυτοκρατορική κατάταξη της πόλης: Σήμαινε πως η Ουλμ, αντίθετα με γειτονικές πόλεις και επαρχίες που υπήρξαν φέου­ δα λιγό τερο επιφανών κυρίων, υπάκουε μόνο στον ίδιο τον αυτοκράτο­ ρα. Ήταν μια Reichstadt. Μ ια σειρά σκαλοπάτ ια οδηγούσε στο κάτω μέρος της πόλης. Εδιο τα πατώματα εξείχαν και σχεδόν έσμιγαν μεταξύ τους, και σε ένα πιο ευρύ­ χωρο δρομάκι ήταν εγκατεστημένος σε κουφωτά εργαστήρια ένας κυκειίJ­ να ς από μαραγκούς , σαμαρτζήδες και σιδεράδες. Στη μέση ακρ ιβώς , ορατό μέσα από πελεκητές τρύπες, ένα ποτάμι χυμούσε φορτωμένο με πάγ ο και ασταρωμένο με χιόνι κάτω από διαδοχικά στενά γεφύρια, για να δ ιχαλωθεί στην κόχη ενός νησιού -όπου μια κλαίουσα ιτιά ανακλα-


1 14

Η Ell o x Jl Τ ΙΙ Σ ΔυΡΕΛ Σ

διζόταν ως τις κρυσταλλοστάλαχτες μαρκίζες των λοξι.σν σκεπιον- και να μονοδρομήσει πάλι δ ίπλα σε έναν νερόμυλο πεδικλωμένο στον πάγο (έτσι που έλεγες πως δεν θα ξαναλέσε ι π ια), για να εξαπολυθεί τέλος ακράτητο και να χυθεί στον Δούναβη. Αυτό το τμήμα της πόλης δεν έκλεινε μέσα του τ ίποτα χρονολογημέ­ νο μετά τον Μεσαίωνα - ή έτσι φαινόταν. Μ ια καλόκαρδη γιαγιά έξ ω από ένα χαλινάδικο πρόσεξε που κοίταζα μια λακκουβίτσα στον πάγο. « Ε ίναι γεμάτο πέστροφες ! » μου είπε. «Π έστροφες;» «Π έστροφες, ναι! Ένα σωρό». και πώς τα έβγαζαν πέρα κάτω από την παχιά παγωμένη κρούστα; Ασάλευτες, μετεωρισμένες στο σκοτάδι; Ή , ορμιοντας παιχνι­ διάρες στα σουμπέρτεια αρμενίσματά τους, μπρουμυτιστές και λαθρί)­ βιες; Ήταν άραγε η εποχή τους; Γιατί τότε ήμουν αποφασισμένος να το ρ ίξω έξω και να εξασφαλ ίσω καμιά για το δείπνο μαζί με ένα μπουκάλ ι φραγκονικό κρασί. Στο μεταξύ, η νύχτα με έπαιρνε βιαστικά. Μέσα στη χιονοβολή μια καμπάνα Ι�άλθηκε να αργοσημαίνει Funera plango: Νε­ κρ(ίJΟιμο κλάμα. Μ ια νότα Ι�αθιά και υποβλητική. Fulgura I'r"ango: Ο αλα­ λαγμός του κεραυνού. Ήχος που ταίριαζε σε επ ιθανάτιο ρόγχο αυτο­ κράτορα, πολιορκ ία, εξέγερση, πανώλη, αφορισμό, ανάθεμα ή στην Η μέ­ ρα της Κρίσεως: Excito lentos! Dissipo ventos! Paco cruentos!13 ***

Μόλις άνοιξε η μητρόπολη, σκαρφάλωσα τη σκάλα του καμπαναριοι-' και κοντοστάθηκα με χτυποκάρδι στον εξώστη όπου κρέμονταν οι κα­ μπάνες. Ορατές μέσα από τις αγκύλες ενός πεντάφυλλου και το φου­ φούλιασμα από κοπάδι ξαφνιασμένες καλιακούδες και χαβαρόνια, ποι' τα είχε ξεσπιτώσει το ανέβασμά μου, οι οροφές της πόλης συρρικνιονι> ­ νταν προοπτικά για να καταλήξουν σε έναν χαμόσυρτο λαβύρινθο. Η Ουλμ βρ ίσκεται στο ψηλότερο προσιτό σε σκάφη σημείο του ΔoύναΙ�η και ατέλειωτες ουρές ποταμόπλοιων άραζαν εκεί. Αν ο πάγος διογκω­ νόταν στη διάρκεια της νύχτας αναρωτιόμουν πού θα έβρισκαν καταψ ι',­ γιο όλα κείνα τα πλοία. Το νερό είναι το μόνο στοιχείο που όταν παγι ίl­ νει διαστέλλεται αντί να συστέλλεται και μια ξαφνική πτώση θερμΟΚίΙα-


ΣΤΙ Ι Ν Α Ν Ω Ι'ΕΡΜΛ Ν Ι Λ

1 15

σ ίας θα μπορούσε να συντρίψει τα ανυποψίαστα σκαριά σαν καρυδό­ τσουφλα, Νότια του ποταμού, το έδαφος υποχωρούσε για να καταλήξει σε μια ασπριδερή έκταση που απλωνόταν ως τις υπιορειες του σουηβι­ κού Γιούρα, Το ανατολικό σύνορο του Μέλανα Δρυμού μουντζούρωνε το περίγραμμά του' στη συνέχεια, η οροσειρά γιγαντωνόταν και συγχω­ νευόταν με τα αντερείσματα των Άλπεων και ανάμεσά τους -αθέατη σε μια λεκάνη όπου χυνόταν ο Ρήνος από τα νότια, για να ξεπορτίσει πάλι απ ό ένα βόρειο πέρασμα- κειτόταν η λίμνη Κ ωνσταντ ία, Αγναντερή κα ι ουρανομήκης από κορυφή σε κορυφή, η αλπική μάζα της Ελβετίας γυαλοκοπούσε στο χλωμό ηλιόφως, Ήταν ένα θέαμα μοναδικό, Πολύ λ ίγες περιοχές της κεντρικής ΕυριίJ­ πης έχουν γίνει θέατρο τόσο πολλ(ον ιστορικ(ον γεγονότων, Άραγε πίσω από ποια υδροκριτική γραμμή βρισκόταν η διάβαση από όπου οι ελέφα­ ντες του Αννίβα είχαν κατρακυλήσει ως τους πρόποδες του βουνού; Λ ί­ γα χιλιόμετρα πιο μακριά άρχιζαν τα σύνορα της ρωμα 'ίκής αυτοκρατο­ ρl.ας, Στην καρδιά αυτιίJν των μυθικών δρυμ(ον, που αντιφεγγίζονταν στο ποτάμι ατέλειωτες μέρες καθώς βάδιζα, τα γερμανικά φύλα, η Νέμεση της Ρώμης, καρτερούσαν το πλήρωμα του χρόνου για να χτυπήσουν, Ο Iίmes, η ρωμα 'ίκή μεθόριος, ακολουθούσε τη νότ ια όχθη του ποταμού ως τη Μαύρη Θάλασσα, Η ίδια κοιλάδα, λειτουργώντας αντίστροφα, διοχέτευ­ σε τους μισούς βαρβάρους της Ασίας στην κεντρική Ευρώπη και ακριβώς κάτω από την αετοφωλιά μου οι Ούννοι διάβηκαν τον Δούναβη και ύστε­ ρα ανάγκασαν τα μικρόσωμα άλογά τους να διασχίσουν τον Ρήνο κολυ­ μπώντας ή τριποδίζοντας πάνω στον πάγο, ώσπου, αναχαιτισμ ένοι από ένα θαύμα, έσφιξαν επιτόπου τα γκέμια μόλις δυο βήματα έξω από το Παρίσι. Ο Καρλομάγνος δρασκέλισε λιονταρίσια τούτη τη γωνιά της αυ­ τοκρατορίας του για να συντρίψει τους Αβάρους στην Πανονία και κά­ μποσα χιλιόμετρα πιο π έρα, στα νοτιοδυτικά, κείτονταν σωρός τα ερεί­

πια του Χοενστάουφεν, λίκνου της ομώνυμης δυναστείας που βύθισε πά­ πες και αυτοκράτορες σε μακραίωνη βεντέτα, Αναρίθμητες φορές στίφη μισθοφό ρων μυρμήγκιασαν στην επιφάνεια αυτού του χάρτη σέρνοντας

πίσω τους πολ ιορκητικές μηχανές και πανύψηλες σκάλες για τειχομα-


1 16

Η !;ιιο χ ιι Τ Ι Ι Σ Λ " Ι ' Ε Λ Ι

χίες. Ο Τριακονταετής Π όλεμος, η τρομερότερη από όλες τις αιματοχυ­ σίες, μου είχε γίνει έμμονη ιδέα: μια μακάβρια, εξοντωτική, μοιραία σύ­ γκρουση ιδεών και δυναστικ(ί>ν οίκων, ανεξέλεγκτη και απελπ ισμένη, με αρχές που συνεχ(ος μετατοπ ίζονταν και αδιάκοπο ανακάτωμα και ξανα­ μοίρασμα των ηθοποι(ί>ν-τραπουλόχαρτων, Γιατί, εκτός από αυτά κα­ θαυτά τα περιστατικά -τις εκπαραθυρ(ί>σεις, τις μάχες παράταξης, τις ιστορικές πολιορκίες, το φονικό, την πείνα και την παν(ί>λη-, διάφορα ουράνια παρατηρήματα και μυστηρι(οδεις φήμες για κανιβαλισμούς και μαγείες πλανιόνταν στο μισοσκόταδο. Οι πολύγλωσσοι καπετάνιοι εκεί­ νων των μυρ ιόλαλων αλήτ ικων ασκεριών, εγκατεστημένο ι στις μισές από τις πινακοθήκες της Ευρώπης, αιχμαλωτίζουν θέλοντας και μη το βλέμμα με τα αυστηρά μάτια και τα μουστάκια τους όπως τα ζωγράφισε ο Βελάσκεθ. Καβάλα στα γοργόποδά τους άλογα, φτεροπλουμισμένοι, με φόντο αντίσκηνα και αψιμαχίες ιππικ(δν σωμάτων, πόσο ατάραχα προ­ τείνουν το στραταρχικό ραβδί τους πόσο μακρόθυμα, ξεσκούφωτοι και ξεπέζευτοι, τριγυρισμένοι από ένα πλήθος λόγχες, στρέγουν στην παρά­ δοση ενός σπαθιού ή των κλειδι(δν μιας πόλ ης ! Σγουρά ψη λανεμίζουν και δαντέλες ή κολλαριστά περιλαίμια χύνονται πάνω στη μαύρη πανο ­ πλ ία με τα χρυσά ποικ ίλματα' λοξοκο ιτάζουν μέσα από τις κορνίζες τους με άτεγκτη μελαγχολία, επιφυλακτική και αινιγματική μαζί: Τίλ ι, Βάλενστάιν, Μάνσφελντ, Μπέτλεν, Μπρούνσβικ, Σπ ινόλα, Μαξιμιλια­ νός ο Α', Γουσταύος Αδόλφος, Βερνάρδος του Σαξ-Βάιμαρ, Π ικολόμινι, Άρνιμ, Κένιγκσμαρκ, Βράνγκελ, Π άπενχα 'ίμ, ο Καρδινάλιος Ινφάντης των ισπανικιδν Κάτω Χωρών, ο Μέγας Κοντέ, Τα ολέθρια λάβαρα δια­ τρέχουν το τοπίο σαν σημαιούλες πάνω σε χάρτη εκστρατείας: Οι φωτο ­ στεμμένοι δικέφαλ οι του αυτοκράτορα, οι λ ευκοί και γαλάζιοι ρόμl10Ι των Βίτελσμπαχ για το Παλατινάτο και τη Βαυαρία, το ορθόστητο λιο ­ ντάρι της Βοημίας, οι μαύρες και χρυσές ταινίες της Σαξονίας, οι τρε ις κορόνες των Βάζα της Σουηδίας, τα ασπρόμαυρα καρέ του ΒραδεμI10ύι.!­ γου, τα λιοντάρια με τους πύργους της Καστίλης και της Αραγόνας, τα γαλάζια και χρυσά γαλλικά κρίνα, Από κείνα τα χρόνια ακόμη η ανομοι­ όμορφη κατανομή καθολικών και προτεσταντών σε αυτά τα εδάφη ('ιΙΙ(-


�ΤIIN Α Ν ιΙ I' ΕI'Μλ Ν l λ

1 17

τηρήθηκε αμετάβλητη όπως τη διαμόρφωσε η Ειρήνη της Βεστφαλίας, Κάθε προσαρτημένο κομμάτι εξαρτιόταν από το δόγμα του ηγεμόνα του και κ αμιά φορά, από ιδιοτροπ ία της τύχης, ένας πρίγκιπας της αντίπα­ λης πίστης τύχαινε να βασιλέψει πάνω του τόσο ειρηνικά όσο και ένας μουσουλμάνος νιζάμης πιίνω στους ινδουιστές υπηκόους του Χα'ίντερα­ μπάντ. Ο αντίστοιχος χάρτης θα ήταν διάστικτος με κείνα τα μικροσκο­ πικά σταυρωτά σπαθάκια που υποδηλά>νουν μάχες. Το χωριουδάκι του Μπλένχα'ίμ απείχε μιας μέρας δρόμο πάνω σε κείνη την όχθη ' εκεί ο Να­ πολέων κατατρόπωσε τον αυστριακό στρατό στο ύψωμα λίγο πιο πέρα από τον προμαχιί>να του. Το κανόνι βούλιαξε στα πλημμυρισμένα χωρά­ φια ενιί> οι τροφοδότες και οι πυροβολητές του παρασύρθηκαν από το ορμητικό ρεύμα. Με το βλέμμα προς τα κάτω ξεχ(ί:ιριζα την κόκκ ινη ση­ μα ία με τη σβάστικα μέσα στον λευκό δ ίσκο της να κυματίζει σε ένα δρο­ μάκι σαν προμήνυμα ταραχιί:ιν που καραδοκούσαν. Ατενίζοντάς την κά­ ποιος ξεσκολισμένος στις προφητείες και τη σημασία των συμβόλων θα μπορούσε να ΠΡoI�λέψει πως τα τρία τέταρτα της παλιάς πόλης που απλωνόταν στα πόδια μου θα παραδίνονταν στην κόλαση της φωτιάς και των εκρήξεων λίγα χρόνια αργότερα, για να αναστηλωθούν και πάλι σε μια γεωμετρική διάταξη από ουρανομήκεις τσιμεντένιους ογκόλιθους. Το πράΗΟ αντίκρισμα του Δούναβη ! Ήταν ένα όραμα εκπληκτ ικό. Στην Ευρ(ί>πη μόνο ο Βόλγας είναι π ιο μακρύς. Αν κάποιο από τα κο­ ράκια που έξυναν υστερικά τα ανάγλυφα φυλλ(ί:ιματα αποκάτω είχε φτε­ ρουγίσει ως το επόμενο σημείο της συνάντησής μου με το ποτάμι, θα εί­ χε πρoσγει�θεί περίπου διακόσια χιλιόμετρα ανατολικά του καμπανα­

ριού αυτού. Ο άνεμος σφύριζε τώρα διαπεραστικά μέσα από τη χιλιο­ τρυπημένη πέτρα του α ιχμηρού [�έλoυς του και τα σύννεφα στο ιβάζο­ νταν βιαστικά. Το άδειο καθολικό του ναού, που το φάΗιζε μόνο η υπέροχη μουντή μελαγχολία της υαλογραφίας, ήταν περιχυμένο από σκ ιές . Ένας οργα­ ν ίστας, συνεπαρμένος από την έκσταση του αυτοσχεδιασμού, γουργού­ ριζε ψηλά στη λυχνοφιί:ιτιστη φωλ ιά του, κάτω από γιγάντιες, πυκνά πα­ Qαταγμένες σύριγγες. Οι αραδιαστοί αψιδοστάτες, που έδειχναν ισχνοί


1 18

Η E I I O X II Τ Ι Ι Σ ΔΩ ΡΕΛ Σ

γ ια έναν τέτοιο κολοσσό, διαιρούσαν το κεντρικό κλίτος σε πέντε πτέ­ ρυγες και προεκτείνονταν προς τα πάνω σε ένα πλέγμα από σταυροθό­ λ ια, ψαλίδες και νευρώματα, χαρακτηριστ ικά του κατακόρυφου γοτθι­ κού ρυθμού. Εκείνα που με άφησαν άναυδο ήταν τα στασίδια του χορο­ στασίου. 'Ενα τολμηρό δρύινο ξέσπασμα τρισδιάστατου ουμανισμού εί­ χε τορνέψει τις άκρες των ερεισίνωτων στα καθίσματα της χορωδίας σε ανθρ(ί)πινους κορμούς από σκούρο ξύλο που παρίσταναν Σίβυλλες σε φυσικό μέγεθος: ευγενικές δέσποινες δηλαδή μ ' εφαρμοστές σκούφιες, βέλα καλογραιών, μακριά και φαρδιά ψαλιδισμένα μανίκια και μυτερά καπέλα σαν της Δούκ ισσας στην Αλίκη στη χιόρα των θαυμάτων. Τέ­ ντωναν το λαιμό με λαχτάρα κατά την άλλη μεριά του ιερού, προς τον Π λάτωνα και τον Αριστοτέλη και μια αντίστοιχη ακαδημία από ειδωλο­ λάτρες φιλοσόφους, με αμφίεση δημοτικ(ί)ν αρχόντων και με επικεφα­ λής τους έναν πτολεμα ίο πυργοδεσπότη που κραδα ίνει έναν ξύλ ινο αστρολάβο. Το θολωτό εξάγωνο κάτω ακριβώς από το ακιδωτό επιστέ­ γασμα του ναού χρησίμευε ως τιμητικό παρεκκλήσι. Τα μεταξωτά δαφ­ νοστεφάνωτα πολεμικά λάβαρα των συνταγμάτων της Βυρτεμβέργης και Βάδης από το 1914 ως το 1918 κρέμονταν εκεί στη σειρά: παντιέρες με μαύρους σταυρούς σε λευκό φόντο. Τα δοξασμένα ονόματα των μα­ χ(ί)ν χαραγμένα με χρυσά γράμματα στις κυματ ιστές κορδέλες -Σομ . Β ιμί, Βερντέν και Π ασεντέλε-, όλα γνωστά. Τα ιριδόχρωμα παράθυρα ξεψυχούσαν σαν ετοιμόσβηστες φωτ ιές. Τα σύννεφα στριμώχνονταν πάλ ι προμηνύοντας χιονιά. Δεν έλεγα να ξεκολλήσω από τ ις εκκλησίες εκείνες τ ις μέρες. Λίγες (ί)ρες αργότερα βρέθηκα στην πλα 'ίνή πτέρυγα μιας άλλης μασουλώντας το ψωμοτύρι μου και ένα κρεμμύδι. Η πορεία μου ήταν όμοια με της προηγούμενης μέρας : Είχα διαβεί τη γέφυρα του Δούναβη' άραχλα σύν­ νεφα είχαν πάρει το κατόπι μου σκορπίζοντας θολή καταχνιά' δεν άΙ1γησαν να ξεσπάσουν, και ο ανατολικός άνεμος που είχε πνίξει τα πάνω στη στροφοδίνη του χιονιού με είχε σχεδόν ακινητοποιήσει. Μ ια ευεργε ­ τική παρουσία ήρθε αρωγός για να με κατεβάσει αργά το πρωί στο Άουγκ ­ σμπουργκ. Δεν περίμενα να φθάσω εκεί πριν από το σούρουπο.


ΣΤΗΝ AND ΓεΡΜ Λ Ν I Λ

1 19

Στα ξύλLνα θρονLά του χοροστασίου του Άουγκσμπουργκ αφθονού­ σαν OL εκλεπτυσμένες τολμη ρ ές σκηνές από βLβλLκά μακελεLά. Σε ρεαλL­ σμό καL αμεσότητα ξεπερνούσαν πολύ τα γλυπτά της Ουλμ. Στο πριίηο η Ιαήλ , με κρεμαστά μαΚΡLά μανίΚLα καL καπέλο μαργραβίνης74, κρατούσε μω σφύρα καL σφήνωνε με αυτήν έναν πάσσαλο μέσα σης μπούκλες του ΚΟLμLσμένου ΣLσάρα. Η Ιουδήθ, παρόμΟLα ντυμένη σύμφωνα με την αγ­ γλLκή μόδα του 1400, είχε αδράξεL το κομμένο κεφάλL του Ολοφέρνη στο ένα xtQL, ενώ με το άλλο βύθLζε ένα σπαθί στη μέση της ωμοπλάτης του. Το πελέΚL του ΚάLν έσΚLζε δLάπλα τα το μελ ίγγL του Άβελ xaL ο Δαβίδ, σκυφτός πάνω στο σφενδονLσμένο κορμί του ΓολLάθ, ετοψαζόταν να του πάρ εL το κεφάλ L. Αυτά τα ντουέτα από ξύλο άγγLζαν σχεδόν το γκ ρ οτέ­ σκο. Φλαμανδοί καL Βουργουνδοί ανταγωνίζονταL τους Γερμανούς στην τέχνη της ξυλογλυΠΤLκής, αλλά δεν μπορούν να πλησLάσουν τον ωμό ρε­ αλ Lσμό τους. Σε μνήματα xaL εΠLτύμβLες πλάκες, OL μορφές των αρχο­ ντογεννημ ένων κοσμLκών, με τα φαρδLά αυστηρά πρόσωπα, ης βαρι ές αρματωσL ές xaL τα κομμένα κοντά στο μέτωπο μαλλLά τους, ήταν aQLe­ μηΤLκά λLγότερες από τους ΠΡLγΚLΠ Lκούς εΠLσκόπους κω τους μLτροφό­ ρους λανδγράβους'7S που κυβερνούσαν κάποτε αυτή την πολεμόχαρη εΠL­ σκοπική έδρα. ΆλλΟL ήταν τυλLγμένΟL σε πανοπλίες από σίδερο κω άλλΟL σε Lερατικά φελόνLα, xaL τα λαξευτά τους xtQLa, ενωμένα σε στάση προ­ σευχής, ήταν ντυμένα με σLδερ όπλεχτα χερ όχηα ή δερμάηνα μαλακά γά­ ντ Lα με πετράδLα που συμβόλLζαν τα στίγματα του Σταυρού. Δεσποηκά συνοφρυώματα σφράγLζαν εκείνα τα ο ρ θογώνLα κεφά λ ια με την καλογε­ Ρ Lκή κ ουρά πάνω σε μαξLλαράΚLα ή με λοφία στην άκ ρ η της κάσκας, καL O L λόγχες στο π λ ευρ ό τους εναλλάσσονταν με πατε ρ ίτσες. Στα πόδLα ενό ς ΠΟLμενάρχη με βαρύημα αΡΧLεραΤLκά άμφLα κείτονταν το ομοίωμα του σκελέθρου του μετά το τρυγητ ό των σκουληκLών. nLO πέρα, το αγγε­ λομάχημα από την κρεμάμενη μασέλα κάτω από τα αδεLανά μάγουλα καL τ ις ματότρυπες κάπΟLου γερακομύτη ζηλωτή έφτανε ως τα αυτιά μου. ΑπαίσLα ενθυμήματα. Όμως, ως αντιστάθμισμα, τέσσεΡLς γοητευη­ Κέ ς σκηνές από τη ζωή της Πα ρθ ένου ήταν ανα ρ τημένες στα γειτονLκά θυotaottiQLa. Χανς Χ όλ μπα'ίν έγ ρ αφε η μπρούντζLνη πλακ έτα. Ό μως


120

Η εllΟΧΗ ΤΙΙΙ Λ Ω Ρ Ε Α Σ

σ τ ο κόψ ιμο τ η ς φορεσιάς κα ι σ τ ο συνα ίσθημα θύμιζαν περ ισσότερο Χανς Μέμλ ινγκ - μια περ ίοδο του ζωγράφου παλαιότερη από κείνη των μοναρχ(ον, των πρεσβευτών και των μεγιστάνων που όλοι ξέρουμε. Αποδείχθηκε πως ήταν έργα του πατέρα του διάσημου Χόλμπα·ίν που εί­ χε το ίδιο όνομα με κείνον και υπήρξε ο πρόγονος ολάκερης γενιάς ζω­ γράφων του Άουγκσμπουργκ. ***

Π ρέπει να αντισταθά> στον πειρασμό να επεκταθώ στην περιγραφή της γοητευτικής πολιτείας: την πληθώρα των λαμπρών οικοδομημάτων, τις νωπογραφίες στην πρόσοψη του ο ίκου Φούγκερ, τα πηγάδια με σκέπα­ στρα από σφυρήλατο σίδερο. Καθ(ος μασουλούσα όμως, καταγινόμουν να συλλάβω ένα σχεδόν άπ ιαστο θήραμα: ούτε λίγο ούτε πολύ, τη γενική ατμόσφαιρα και το χαρακτήρα των γερμανικ(ον πόλεων πριν από την εποχή του μπαρόκ . Είχα κιόλας γνωρίσει αρκετές π ιο πολλές με καρτε­ ρούσαν. Μ ια θεωρία είχε αρχίσει να αρθρώνεται μέσα μου - κάτι ξε­ κούρδιστες ν ό τες της έχουν ηχήσει κ ιόλας σε προηγούμενες σελίδες και ίσως πια είνα ι καιρός να τη βγάλω στο φως. Τα χαρακτηριστ ικά που έχω στο νου μου, αν και φυσικά δεν κατείχα ακόμη όλες τις λεπτομέρειες, καλύπτουν έκταση ευρύτερη από αυτή της νότιας Γερμανίας. Π ροχωρούν ακολουθώντας τον Δούναβη προς τα κά­ τω, διασχίζουν την Αυστρία και εισχωρούν στη Βοημία κατά πλάτος των βουν(ον του Τιρόλου ως τις παρυφές της Λομβαρδίας και, ανοίγο­ ντας δρόμο μέσα από τις Ελβετικές Άλπεις, διαβαίνουν τον Ρήνο και φθάνουν στην Αλσατ ία · το πραγματικό μυστικό γύρω από την αρχιΤϊ­ κτονική αυτών των π όλ εων είναι το μεσαιωνικό ύφος στη βασική δομ11 τους κα ι το αναγεννησιακό -ή μάλλον η τευτονική ερμηνεία της Ανα­ γέννησης- στη λεπτομέρειά τους. Ένα τρανό κύμα πλημμύρισε τη Λο[ι­ βαρδία κα ι τη Βενετία. Γιγαντιοθηκε επιταχυνόμενο για να ορμήσει

σω

βορρά, να ξεχυθεί μέσα από τα δ ιάσελα των βουνών στην πεδιάδα και \'1 ι. σκάσει πάνω στον γερμανικό μεσαιωνικ ό ογκ ό λιθο εκτοξεύοντας

πιι·

ντού φαρδιές Ι�εντάλιες από ψιχαλιστό αφρό. Καμπύλες σαν σχισ μ έ ;


ΣΤΙ Ι Ν Α Ν Ω Ι"ΕΙ'ΜΛΝ Ι Λ

12 1

β ιολιού άρχισαν να γ ίνονται συνθετότερες και να απαλα ίνουν τις τε­ θλασμένες των τριγωνικ<ίJν αετωμάτων και, από τις μπουμπουκιασμέ­ νε ς εξοχές των υπερ<σων, ανθοποίκιλτες γλ<σσσες και περίτεχνοι οβελ ί ­ σκ οι φάνηκαν να (�λασταίνoυν. Μορφικά, οι νέες καμαροσειρές δεν ήταν ακ όμη παρά μεσαιωνικές μοναστηρ ιακές στοές, ό μως η ψιλοδουλειά που έβριθε πάνω τους τις μεταμόρφωνε σε λουσάτες σκεπαστές λότζιες , προορισμένες μάλλον για πολύφερνους λα ·ίκούς. Οι μεσαιωνικές στε­ γωσιές που θύμιζαν σιταποθήκες ήταν πάντα εκεί, αλλά, από τις αψιδ<ίJ­ σε ις ως τα γεισ<σματά τους, χωστά παράθυρα με απανωτές σειρές πέτρι­ νων σταυρωτ<σν διαχωριστικ(ίJν και τζάμια φορτωμένα οικόσημα σκαρ­ φάλωναν σαν στολισμένα κάσσαρα παλιού ιστιοφό ρ ου. Ελ ικωτά πολ ύ­ γωνα και κύλινδροι βλάστα ιναν ακόμα στις γωνιές των δρόμων, όλα σπ ιρουνισμένα στην ασυμμετρία τους από συνδυασμούς λαξευτής πέ­ τρας και ξύλου. Ήταν μια τάση που κόχλαζε και συνέπαιρνε τα πάντα. Έψαχνα με το κερί για ένα σύμβολο που θα ταίριαζε στην ιδιοσυ­ γκρασΙα αυτού του ρυθμού κα ι ξαφνικά το βρήκα. Στο διαμέρισμα των κοριτσι<σν στη Στουτγάρδη , όπως ξεφύλλ ιζα ένα (1 ιI�λίo γερμαν ικής ιστορίας, είχα σταματήσει σε μία έγχρωμη ολοσέλιδη εικόνα που παρί­ σταν ε τρεις συναρπαστικές φιγούρες. Landsknechts 76 της εποχής του αυ­ τοκράτορα Μαξιμιλιανού του Α' , έγραφε η λεζάντα. Ήταν τρεις ξανθοί γίγαντες. Αρειμάνια μουστάκ ια τρύπωναν στην π ρ οέκταση της φουντω­ τής γ ενε ιάδας τους. Τα χαχόλικα καπέλα τους σχημάτιζαν αστείες γω­ ν Ι ες και, κάτω από τον κυματισμό των φτερ<ίJν στρουθοκαμήλου, το ψα­ λ ιδ ιστό τους μπορ δ ιακλαδωνόταν ασυνά ρ τητα σαν πέταλα αγρ ιολί­ τσας. Οι δύο κ ράδαιναν αλαβά ρδες -μακριά κοντάρια με σύνθετες λά­ μες στην κο ρυφή- και ο τρίτος βαστούσε ένα μουσκέτο. Οι γροθιές τους πάνω στη λαβή της σπάθης έκαναν τα θηκάρια να σηκ<ίJνοντα ι από το βάρος . Ενισχυμένα γιλέκα, στολισμένα με σκ ισίματα, πρόσθεταν όγκο στ ους ώμους τους, και καπιτοναρ ισμένα φαρδιά μανίκ ια ξεφυσοίισαν κάτ ι βραχιόνια σαν ιπτάμενα Ζέπελιν. Και σαν να μην έφταναν αυτά , λ ευκές λοξοδ ε μένες κορδέλες τύλ ιγαν το μπούστο τους, στερεωμένες χαλαρά στο κορμί με μια σειρά σταυρωτούς φιόγκους που κρέμονταν


122

Η εΩ Ο Χ l 1 Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ρ Ι;λ Σ

από το άλλο πλευρ ό , εν(ίJ φανταχτερές λωρ ίδες φουφούλιαζαν γύρω από τα φουσκωτά τους μπράτσα σχηματ ίζοντας ανάλογα σταυρωτά σπειρώματα : πορφυρά , κόκκ ινα της φωτιάς, πορτοκαλ ιά, καναρ ινιά, μπλε ρουά, πράσινα της χλόης, βιολετιά και ώχρες. Η φουφούλα απ ό τα καπούλια ως τα γ όνατα υποβαλλ όταν στο ίδιο αντιφατικ ό σπαργάνωμα από ζωηρ όχρωμες ταινίες συνδυασμένες με πανέξυπνη ασυμμετρία που τις ήθελε να παραλλάζουν από τον ένα γλουτό στον άλλο. Έμοιαζαν με παλλόμενα διχτυωτά κλουβιά από χρ(ί>μα, σαν γα ·ίτανάκια έτοιμα να ξε­ τυλ ιχτούν. Το εφαρμοστό πανταλόνι, που κατέληγε σε πλατ ιά τετράγω­ να παπούτσια με ψαλιδίσματα στη φτέρνα, είχε ραβδ(ίJσεις διαφορετ ι­ κού χρ(Οματος. Ο ένας φρουρός με θώρακα πανοπλίας πάνω στην κου­ στουμιά του δεν ήταν εφοδιασμένος με κορδέλες απ ό τον καβάλο και κά­ τω. Αντί για αυτές, τα π όδια ήταν πλουμισμένα με κροσσόπλεγμα ως τα μισά της κνήμης, μπάντες που βλάσταιναν σαν τα ομφαλωτά δαχτυλίδια της φυλλωσιάς εκείνων των ελόβιων φυτών που τα λένε πολυτρίχια. Ήταν μια ψευτοπαλ ικαρ ίσ ια πληθωρ ική και παλαβή εξάρτυση , ωστόσο αυτοί που τη φορούσαν δεν ήταν λιμοκοντόροι: Κάτω απ ό το αναφτέριασμα της εκτυφλωτ ικής πραμάτειας τους ήταν βλοσυροί τεύ­ τονες στρατιώτες που ανήκαν στον Μεσαίωνα. Εκείνο το χιλισψαλίδι­ σμα που εντυπωσίαζε τόσο ήταν καθαρά τευτονικ ό φαινό μενο. Εκδηλ(ί>­ θηκε στα τέλη του 150υ αιώνα, όταν λουριδιάστηκαν χιλ ι ό μετρα ολ ό ­ κληρα από λεηλατημένο μεταξωτό ύφασμα για να μπαλώσουν τις κου­ ρελιασμένες στολές κάποιων τυχερών μισθοφό ρων. Είχαν ανάψει τα αί­ ματά τους ανάμεσα σε τόσες μπάλες μεταξωτού. Σε λίγο ενθουσιασμέ­ νοι, βάλθηκαν να τραβολογούν τα εσώρουχά τους μέσα απ ό τις σκισιμα­ τ ιές και να τα σακουλιάζουν. Μ ό λις καθιερώθηκε, η μό δα δ ιαδ όθηκε στις αυλές των Βαλουά, των Τιδόρ και των Στιούαρτ και έφτασε στον κολοφ(ί>να της ανθοφορίας της στο Π εδίο του Χ ρυσοϋφαντου Ιστού. ?7 "Ομως οι γερμανοί μισθοφόροι στρατιώτες ήταν εργαλεία τρ όμου. Ά νοι­ ξαν δρόμο βλαστημ(ίJντας και μακελεύοντας μέσα απ ό όλους τους θρη­ σκευτικούς πολέμους της αυτοκρατορίας και καθώς ζύγιαζαν τις αλα ­ βάρδες τους, νέα λαμπρά οικοδομήματα είχαν αρχίσει να πυργ(ίJνoντα ι .


ΣΤΙ Ι Ν Α Ν Ω l'εΙ'ΜΛ Ν Ι Λ

123

Όταν ο Κάρολος ο Ε' διαδέχθηκε τον Μαξιμιλιανό το 1619, το μεσουρά­ νη μα της αίγλης των Landsknecht ταυτίστηκε με μια περίοδο δόξας που η Αγία Ρωμα 'ίκή Αυτοκρατορία δεν είχε ξαναδεί, ούτε θα ξανάβλεπε πο­ τ έ- Με κληρονομιές, κατακτήσεις, επιγαμίες και ανακαλύψεις, η αυτο­ κρατορ ία του Καρόλου απλώθηκε βόρεια ως τους οικ ισμούς των τευτό­ νων ιπποτιον στη Βαλτ ική και ως τα ό ρια του παλιού χανσεατ ικού κό­ σμου και των Κάτω Χωρών' στο νότο επεκτάθηκε για να συναριθμήσει το δ ουκάτο του Μ ιλάνου και τα προωθημένα βασ ίλεια της Νεάπολης και της Σικελ ίας είχε κοινό σύνορο με την Τουρκία στον Μέσο Δούνα­ βη και άγγιζε δυτικά τη Βουργουνδ ία ' παρακάμπτοντας τη Γαλλία -που ο βασιλιάς της ωστ ό σο ήταν αιχμάλωτος του αυτοκράτορα στη Μαδρί­ τη-, έκανε ένα άλμα από τα Π υρηναία γ ια να φθάσει δρασκελίζοντας τον Ατλαντικό ως τις περουβιανές ακτές του Ειρηνικού, Απ ό τη στ ιγμή που είχα συλλάβε ι τη φόρμουλα Landsk necht -με­ σαιωνική στιβαρ ότητα αγλα 'ίσμένη από μια ζούγκλα ξεκάρφωτης ανα­ γεννησtακής λεπτομέρειας- τ ίποτα δεν με κρατούσε πια, Την έβλεπα να λειτουργεί παντού όπου έπεφτε το μάτι μου' όχι μόνο σε ακρόστεγα, κα­ μπαναριά, σκέπαστρα πηγαδιών, χωστά παράθυρα και στοές, σε εκεί­ νους τους γίγαντες των δασών που πάλευαν βουτηγμένοι σε χρωματ ιστή τ έμπερα και σε ύψος δεκαπέντε μέτρων πάνω στις προσόψεις των κτι­ ρίων , αλλά και σε όλα τα άλλα, Στα εραλδικά σύμβολα, που στοιχει(ο­ νουν όλες τις γερμανικές π ό λεις, ήταν πανταχού παρούσα, Οι θυρεοί που ντύνουν αυτούς τους γερμανικούς τοίχους του ν ότου ήταν κάποτε απλ ο ί σαν αναποδογυρ ισμένες συσκευές σιδερώματος με ανάστροφους κάδους στην κορυφή: στο άγγιγμα όμως της νέας συνταγής, ένας ένας βλ άστησαν λουλούδια στο δεύτερο μισ ό της όμοιας με δ ιχοτομημένο β ιολοντσέλο επιφάνειάς τους και ανθοστόλιστες λαβές για τις γειρτές λόγχες, κάτω από εικοσάπτυχη παράταξη από κράνη με δικτυωτά προ­ σω πεία κα ι στέμματα απ ό φραουλ όφυλλα, φορτωμένα κέρατα ή φτε­ ρούγ ες ή πούπουλα στρουθοκάμηλου ή παγονιού, πλαισ ιωμένα τ ό σο παράτολμα , που θύμιζαν σπαθωτά ανθοπέταλα στην ανεμοζάλη, Τα φτ ερά των αετιον προεκτείνονταν σε αφρορροές από ανάερα βαθύχρω-


124

Η 1o:11 0 X II Τ ι ι ι ΔQ Ι'Ε Λ Ι

μα πούπουλα, ουρές διακλαδίζονταν σε κροσσωτές φούντες, γλ(ί:ισσες ξετρύπωναν σαν φλόγες από ράμφη και δ ιχαλωτά δόντ ια ' πανοπλ ίες διαμελίζονταν σε αρμούς, ραβδ(ί:ισεις, εξογκ(ί:ιματα και ένθετα αραβουρ­ γήματα. Όλα σπινθηροβολούσαν. Ήταν άραγε ο ίδιος κανόνας μεταλα­ μπαδευμένος στην τυπογραφία που διαστρέβλωνε τα κεφαλαία γράμμα­ τα, τ ό ρνευε τ ις κεραίες των ψηφίων και απελευθέρωνε εκε ίνες τις πα­ λίνδρομες, μακρόσυρτες, μαύρες φιοριτούρες στα κείμενα της μελανής υστερογουτεμβεργιανής γραφής σαν κυματιστά σιρίτια στην άκρη μιας μπαγκέτας ταχυδακτυλουργού; Τυπογραφία, ολοσέλιδες εικ όνες, πρ(ί)­ τες σελίδες, επικεφαλίδες κεφαλαίων, ξυλογραφίες, χαλκογραφίες . . . Ο Ντίρερ, κλεισμένος στα τείχη της μεσαιωνικής Νυρεμβέργης, αφότου γύ­ ρισε από τη Βενετία της Αναγέννησης, έγινε ο εμπνευστής του. Το σκλη­ ρό περίγραμμά της γερμανικής τέχνης, η ροπή στο πολύπλοκο ... Και ο Χόλμπα'ίν; (Όχι όμως ο Κράναχ. Είχα περιεργαστεί με προσοχή τα έρ­ γα του εκε ίνο το πρωινό στο μουσείο. ) Υπακούοντας υποσυνείδητα ίσως στον υπαινιγμό εκείνων των λογχοφό ρων, οι χτίστες, οι σιδεράδε ς και οι μαραγκοί ασφαλ(ί:ις συνωμό τησαν μεταξύ τους καθετί που ήταν δυνατόν να τρυπήσει, να υποδιαιρέσει, να κουλουριάσει, να ανεμίσει ή να αναδιπλωθεί ξαφνικά μπήκε σε ενέργεια. Ρολ όγια, κλειδιά, μεντεσέ­ δες, υπέρθυρες π ινακ ίδες, λαβές σπαθι(ί:ιν και επ ικρουστήρες τουφε ­ κι(ί:ιν, λάμψη φυγόκεντρη ή συσπειρωμένη ! Ο κανόνας ισχύει ακ όμη. Όλοι έχουμε σοφιστεί έναν κάλπικο χρυσό αι(ί:ινα για να μας πλαι­ σ ι(ί:ινει όποτε τρωγοπίνουμε μακριά από το σπίτι. Κρίνοντας απ ό τις παμπ, στην Αγγλία τον αντιπροσωπεύει η βασιλεία της Ελισάβετ της Α' αλλά και η περίοδος της Αντιβασιλείας.78 Η γαλλική χ(ί:ιρα των ονειρευ ­ τιί:ιν γεύσεων είναι το ευτυχισμένο κοινόβιο Θέλημα στον ΓαΡΥαντοιία του Ραμπελέ και τα μαγέρικα με τα τσικνισμένα κοτόπουλα του Ερρίκου του Δ" ο χαμένος γαστρονομικός παράδεισος της νότ ιας Γερμανίας κα­ λύπτει λίγο πολύ την ίδια εποχή, με ένα λόγο την ακμή των Landsknecht. Οι στρατοί τους πηγαινοέρχονταν, αλλά αυτός δεν ήταν μόνον καιρί)ς; στρατ ιωτ ικ(ί:ιν θρ ιάμβων και κατακτήσεων. Το φλογερό κάλεσμα της; θρησκευτικής Μεταρρύθμισης αντηχούσε στον αέρα. Η Αντιμεταρρί,Η-


ΣΤ Ι Ι Ν ANιl Ι' Ε Ι 'Μ Λ Ν Ι Λ

125

μιστι προγυμναζόταν για τον δεύτερο γύρο. Ο Λούθτιρος εξαπέλυε τους μύδρους του, ο Έρασμος, ο Ρό ιχλ ιν, ο Μελάγχθων και ο Παράκελσος ήταν σκυμμένοι στα συγγράμματά τους. Οι μεγαλύτερο ι ζωγράφοι της Γε ρμανίας ξημεΡoI�ραδ ιάζoνταν χωμένο ι στα εργαστήρ ια ' βιI�λία και ιδ έες έδιναν και έπα ιρναν' ύστερα, όταν ξέσπασε ο Τριακονταετής Πό­ λεμος και τα φονικά χρόνια έγιναν δεκαετίες, η δημιουργ ία σταμάτησε, καλλιτέχνες και συγγραφείς έπεσαν στην αφάνεια. Η αυτοκρατορία βούλιαξε στην αποχαύνωση ανάμεσα σε αποκα 'ίδια. Το κεντροβόλο με­ σημ έρι των Landsknecht είχε δύσει. Η κύκνεια σπιθοβολή της Μαρίας Θτιρεσίας ήταν απλή αναβολή της θανατικής καταδίκης και τα εκφυλ ι­ σμένα εγκεφαλικά θαύματα του μπαρόκ που έλαμψαν στις πριγκιπικές αυλές σαν φθινοπωρινή άνοιξτι μαράθrικαν πολύ νωρίς. (Η επανάσταση έφερε το θάνατο' και η μόντι ελπίδα να αναστηθεί ο τευτονικός κόσμος βρισκόταν μακριά στο βορρά, εκεί όπου ανάτελλε το άστρο της μαρκιο­ ν Ιας του Βραδεμβούργου. Αλλά οι νότιοι Γερμανοί και οι Αυστρ ιακοί δεν σκοτίστηκαν ποτέ για την Π ρωσία.) Δεν είναι παράξενο λοιπόν που οι βασιλείες του Μαξιμιλιανού και του Καρόλου του Ε' παραμένουν ο ξένοιαστος παράδεισος του γερμανόφωνου κόσμου. (Αυτές και όχι το παλάτι-μαυσωλείο της Βαλχάλα ή το βουνό Άσγκαρντ -ο Όλυμπος της γερμανικής μυθολογ ίας-, που ανέκαθεν τον παραπλανούσαν.) Κάβες, ταβέρνες, μπιραρίες, καφενεία, όλα αυθεντ ικά, έμεναν ακόμη ανέπαφα ' και τα νεόχτιστα απηχούσαν τα παλιά. Έτσι, δεν είναι ο ίσκιος του μέ­ θυσου τοξότη με το αρκεβούζιο μιας παλ ιότερης εποχής που στοιχειιί)­ νει αυτά τα στ έκια ή, ακόμα λ ιγότερο , του ενδοστρεφή μπεκρούλιακα της περιόδου μετά τον τριαντάχρονο πόλεμο. Η μορφή αυτή με την πε­ ρούκα καρτερο ύσε [�αρ ιόθυμα να ζωντανέψουν οι [�oυκoλικές σκηνές, τα ελ ικόμορφα γύψινα ποικ ίλματα της οροφής και τα κουαρτέτα των εγ­ χόρδων να αρχίσουν το κούρντ ισμα. Όχι. Είναι ο λαίμαργος τ ραγογένης με τα σκουτιά του αρλεκ ίνου, στρατολογημένος στη Σουηβία, που στρίβει τ ις μουστάκες του και βγά­ ζει τα πλεμόνια του γυρεύοντας ένα μπουκάλ ι ακόμα, Αυτός είνα ι η ολοζώντανη επιτομή, και η επ ιρροή του είναι διάχυτη παντού: στις χοα-


Η !::ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι'ΕΛΣ

126

νωτές, λαμπερόχρωμες σφαίρες που στηρίζουν τα κρασοπ ότη ρα, στις ετ ικέτες πάνω σε βαθυπράσινες και μελιές μποτίλιες, στις κρεμαστές με­ ταλλικές ταμπέλες που τριζοβολούν πάνω σε στριφτά σιδερένια πόδια, στο ξετύλιγμα της διακοσμητικής αγκύλης και στα καλοδουλεμένα μοτί­ βα των κιγκλιδωμάτων, στα σχέδια της ξύλινης επένδυσης των τοίχων και τα καλλ ιγραφικά ψηφία στα αποφθέγματα του τοίχου ' στο κατά­ φορτο Ι�ακχικό ό ργιο του ξυλ όγλυπτου κισσού που σφιχταγκαλ ιάζει τα αμπελοβλάσταρα, και τα κληματόφυλλα, και τα τσαμπιά. Είναι παρ(ί)ν στα διάτρητα ερεισίνωτα των πάγκων, στις τραβέρσες των τραπεζι(ί)ν και στα ξύλ ινα και γύψινα φατν(ί)ματα της οροφής στα πώματα, στους αρμούς και στα χερούλια των πηχυαίων κυπέλλων, στη μολυβένια σερ­ παντίνα που θηκ ιάζει σαν κερήθρα τα στρογγυλά υαλογραφήματα, στα κεραμικά πλακάκ ια της σόμπας -πλιάτσικο από τις ισπανικές Κάτω Χ(ί'ιρες-, ακόμα και στα καπάκια από τα πορσελάνινα ζωγραφιστά τσι­ μπούκια ' όλα είναι δικά του. Αυτός είναι η χαρακτηριστ ική λεπτομέρεια της χ<ί)ρας των ονείρων. Ως χ(ί'ιρα των ονείρων φάνταζε στα μάτ ια μου, τουλάχιστον για κά­ μποσο καιρό. Είχα βρει θαλπωρή ανάμεσα σε αυτά τα παραφερνάλ ια . καθώς με μπόλικο πριονίδι κάτω από τα πόδια μου και ένα ντουμάν ι σέρτ ικο καπνό ολόγυρά μου σώρευα τις σκ έψεις αυτές στο ημερολόγιύ μου. Η ασημόπετρα Landsknecht - λυδία λίθος της δοκιμασίας ! (Μπα­ γ ιάτικα νέα, υποθέτω. Αυτές οι ανακαλύψεις είναι μάλλον κοινότοπες.) Ωστόσο ήταν εκεί κάπου στην παράμερη κόχη του γοτθικού καθεδρικοι'! ναού που η ιδέα μου πήρε ξαφνικά σχήμα, εκπυρσοκρότησε πάνω από το κεφάλι μου και τ ινάχτηκε στα ύψη φτεραγγ Ιζοντας το τριφόριο σαν θαι!­ μαστικό-μαμούθ σε εικονογραφημένη σειρά κωμικ(ί)ν επεισοδίων.


4

Winterreise7<J

Π

αγερός και αδηφάγος με περονιάζει ο αέρας , ενιό το χιόνι έχει σκορπ ίσει τ ις λεπτομέρειες της διαδρομής ως το Μόναχο. Ν ι­ φάδες πέφτουν ακόμη όταν το σκηνικό ξεκαθαρίζε ι αργά το

απομεσήμερο. Στη θυρίδα του ποστ-ρεστάντ , στο ταχυδρομείο, μου έδωσαν έναν συστημένο φάκελο σημαδεμένο σταυρωτά με μπλε κ ιμωλία. Μέσα βρήκα τ έσσερα καινούργια κολλαρ ιστά χαρτονομίσματα της μιας λίρας . Πάνω στην ώρα αλήθεια ! Π εριχαρής τράβηξα για τον φοιτητικό ξενιίΝα -έναν από τους λιγοστούς που απόμεναν ακόμη-, όπου η μαγική λέξη σπου­ δαστής μού εξασφάλισε κρεβάτ ι σε έναν μακρύ άδειο κοιηί>να. Δεν είχα προλάβει να κάνω κατάληψη ακουμπιί>ντας το σακ ίδιο πάνω του, όταν ένας σπυριάρης νεοφερμένος με άθλιο σουλούπ ι μπήκε μέσα διεκδικιί>­ ντας το διπλανό κρεβάτι - πράγμα πολύ εκνευριστ ικό, γ ιατί όλα τα άλ­ λα ήταν ελεύθερα. Και το χειρότερο, εγκαταστάθηκε εκεί με πρόθεση να μου πιάσει κουβέντα την ιί>ρα που μέσα μου κόχλαζε η επιθυμία να γνω­

ρΙσω την πόλη : Είχα μάλιστα βάλει στο νου μου συγκεκριμένο στόχο. Β ρήκα κάποια δικαιολογία και χύμηξα ασυγκράτητος στη σκάλα. Σύντομα βρέθηκα να ταλανίζομαι σε μια τετράπλατη λεωφόρο που έμοιαζε να προεκτείνεται ατέλειωτα μέσα στην π ιο ανεμοδαρμένη πόλη του κόσμου. Μ ια θριαμβευτική αψίδα όρθωσε μουντή το ανάστημά της

πΙσω από τις χιονονιφάδες και ύστερα παραμέρ ισε αργά και έσβησε π ί­ σω μου ενώ το κρύο σ ' έκανε να κόI�εις καρφιά· όταν επιτέλους φάνηκαν κάτ ι αραδιαστά φιλόξενα μπαράκ ια όρμησα ευθύς στο πριίnο, άδειασα μονορούφι ένα σφηνάκι μέσα από τρεμουλιαστά δόντια και ριίnησα πό127


128

Η (ό ι ι u x ι ι Τ Ι Ι Σ Λ ΙΙ Ι' ΕΛ Σ

σο απείχε αποκεί το « H otbriiuhaus», η κεντρική μπιραρία. Ένα σπλαχνι­ κό γέλιο αντήχησε γύρω μου: Είχα διανύσει δυο χιλιόμετρα σε λάθος κα­ τεύθυνση - τούτο ήταν ένα προάστιο που λεγόταν Σβάμπινγκ. KατεΙ�ά­ ζοντας άλλα δυο σναπς ξαναβρήκα τα χνάρια μου κατά μήκος της Φρι­ ντριχστράσε ---α υ τή τη φορά με το τραμ- και κατέβηκα κοντά στον αν­ δρ ιάντα κάπο ιου βαυαρού βασιλιά που καβαλίκευε το ορειχάλκ ινο άλο­ γό του μπροστά σε μιαν ακόμα πολυσύχναστη γ ιγάντια πύλη. Είχα φανταστεί μια διαφορετική πολιτεία, παρόμοια ίσως με τη Νυ­ ρεμΙ�έργη ή το Ρότενμπουργκ. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική σε αυτό το βόρειο κλίμα, τα αχανή Ι�oυλεβάρτα, η τυποποιημένη μεγαλοπρέπεια - το καθετί πάγωνε την καρδιά. Η αναλογία φα ιοχιτιονων και Ες Ες στους δρόμους ήταν ασυνήθιστα μεγάλη και συνεχιί)ς εντονότερη και ο ναζιστ ι­ κός χαιρετισμός έδινε κι έπαιρνε στα πεζοδρόμια σαν οδυνηρό τικ : Έξω από το κτίριο της Φέλντερνχαλε με το μνημείο το αφιερωμένο στους δε­ κάξι ναζί που το 1923 είχαν σκοτωθεί σε μια οδομαχία εκεί κοντά, δυο φρουροί των Ες Ες με γυμνές ξιφολόγχες και μαύρα κράνη στ έκονταν προσοχή ---<f1 ι γούρες από χυτό σίδερο-, ενιο το δεξί μπράτσο των περα­ στ ικιί)ν τιναζόταν ψηλά σαν αντ ίδραση σε ηλεκτρική εκκένωση. Ή τα\' επικίνδυνο να αρνηθεί κανείς το φόρο τιμής. Κυκλοφορούσαν διάφορες ιστορίες γ ια αμύητους ξένους που ο ι ζηλωτές βιαιοπραγούσαν πάνω τους. Π ιο πέρα, οι πλατιές λεωφόροι άρχισαν να στενεύουν. Το μάτ ι μου πήρε ένα στενορύμι γοτθικής τεχνοτροπίας με λογχωτά τόξα και αντε­ ρείσματα και λίγο παραπέρα ψηλοκρεμαστούς χαλκοσκέπαστους θόλους με μπαρόκ περιδινήσεις. Η Π αρθένος πάνω σε κολ όνα δέσποζε σε μ ιιι επικλινή πλατεία που τη μια πλευρά της έφραζε ένα πανύψηλο βικτορ ια­ νό γοτθικό οικοδόμημα' η μεγάλη υπόγεια αψιδωτή του κρύπτη οδηγοι"· σε σ ' ένα λαΙ�ύρινθo από στενοσόκακα. Στην καρδιά τους υψωνόταν έ\'υ επιΙ�λητικό κτίσμα που δεν ήταν άλλο από το στόχο μου, το περίφημι) « H otbriiuhaus». Μ ια Ι�αριά καμαρωτή εξιί>θυρα ξέβραζε ένα βραχνό σοι ' · ρωμένο μπουλούκ ι από φαιοχίτωνες πάνω στο ποδοπατημένο χιόνι. ***


W INT E R R E I S E

129

Β ρ ισκόμουν πάλι στην επικράτεια της μπίρας. Εκεί, στη μέση της θολω­ τής σκάλας, ένας καφεπουκαμισάς στηριγμένος στον τοίχο , με το περι­ βραχιόνιο της σβάστικας στο μπράτσο του, ανακουφιζόταν από πολ ύω­ ρο με θύσι εξαπολύοντας αχαλίνωτη ροή πάνω στα σκαλοπάτια. Α Υάπης α γώνας άΥονος. Κάθε όροφος φεγγοβολούσε από τ ις τεράστιες αίθου­ σες, παραδομένος στο μπούκωμα και το τύλωμα. Σε μια σάλα , μια πα­ ρέα ναζί γύρω από το τραπέζι τρ ιβοκοπάνιζε το σκοπό του «Λόρε Λόρε Λόρ ε» κρατιοντας το ίσο με τα χοντρά χερούλια των ποτηριιον και δι­ πλασιάζοντας την ταχύτητα του ρυθμού, σαν βαγόνια ταχείας, στο τέλος κάθε στίχου: UND - KOMMT - DER - FR UHLinginda,5tal! GN USS - MII< - D/E - LORenocheinmal*. Ωστόσο, αυτοί που αιχμαλιίn ιζαν την προ­ σοχή ήταν κάποιοι άλλοι, απλοί πολίτες, αφοσιωμένο ι ψυχή κα ι σιίJμα στην κρεοφαγία. Π ρέπει να ταξιδέψει κανείς τουλάχιστον εκατόν εβδομήντα χιλιόμε­ τρα ανατολικά του Άνω Ρήνου και εξήντα τόσα [iόρεια της κορυφογραμ­ μής των Άλπεων για να συνειδητοποιήσει τ ις παραμορφιοσεις που η μπί­ ρα σε συνεργία με το ακατάσχετο φαγοπότι -πρόσθετα γεύματα στα εν­ διάμεσα των κανονικιον γευμάτων που κατακλύζουν τις ιίJρες του ξύ­ πνου, έτσι ιοστε να μην απομένει στιγμή χωρίς τσιμπολόγημα- μπορεί να προκαλέσει στο ανθρώπινο σύστημα. Η αναταραχή στα έντερα και η ανειρήνευτη σύγκρουση ανάμεσα στην κατάποση και την αφομοίωση κα­ ταρρακιίJνει την ιδιοσυγκρασ ία πολλιον ΓερμανιίJν, διαστρεβλιίJνει την έκφραση του προσώπου και εκτονώνεται σε βίαια λόγια και έργα. Το σκαρί αυτιον των αστών χαροκόπων ήταν φαρδύ σαν π ιθάρι. Τα Ι οπ σθιά τους πάνω στους δρύινους πάγκους απλώνονταν σε ακτίνα πε­ ρ ΙΠ ου ενός μέτρου. Τα λαγόνια τους διακλαδίζονταν σε κάτι παχουλά μεριά, όμοια με κορμιά δεκάχρονων παιδιών, και σε ισοπαχείς [iραχίονες

σαν μαξιλά ρες τεζαρισμένες σε χασεδένιες θήκες. Π ιγούνι και στέρνο σχημάτιζαν μια μονοκόμματη κολόνα και το πληθωρικό σβέρκο πτυχω-

ΝΑ, Ι ΙΡΟΙΜΜ ΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ στα βοσκαριά! ΣΤΕΙΛΕ ΣΤΗ Λ ΟΡΕ πάλι δω φιλΙΙL!


1 30

Η E rl o x l1 Τ I1 Σ Δ Ω Ρ Ε Λ Σ

νόταν σε τρία απατηλά χαμόγελα. Και η τελευταία γουρουνότριχα στα γροπιασμένα τους καύκαλα είχε κοπεί και ξυριστεί. Εκτός από τις πέντε το απόγευμα που έπεφτε σκιά, αυτές οι γυαλιστερές σαν αυγά στρουθο­ καμήλου επ ιφάνειες αντανακλούσαν το φως της λάμπας. Το κατσαρωμέ­ νο μαλλί των γυναικών τους ήταν ανάστροφα τραβηγμένο από τους κα­ τακόκκινους λαιμούς, πιασμένο με τσιμπιδάκια και καπελωμένο με πρα­ σινωπές βαυαρέζικες ρεπούμπλικες από μαλακή φέλπα, ενι.ο γύρω από τους ελεφάντινους ι ί)μους ήταν τυλιγμένα αλεπουδ ίσια γουνάκ ια. Ο νεα­ ρότερος της συντροφιάς, όμοιος με κούκλα -είδ ωλο ερασιτεχνικής πα­ ράστασης, ίσως και θύμα θλιβερής βασκανίας-, είχε τα πρωτεία στο πά­ χος. Κάτω από ανάκατες κίτ ρινες μπούκλες, τα πορσελάνινα μπλάβα του μάτια εξείχαν από μάγουλα που έμοιαζαν φουσκωμένα με τρόμπα ποδηλάτου, και τα κερασένια του χείλη ξεσκέπαζαν το είδος εκείνο των δοντ ιιί)ν που κάνει τα π ιτσιρίκια να το βάζουν στα π όδ ια. Δεν υπήρχε υγρασία ή ξάφνιασμα στα μάτια εκείνης της ομήγυρης. Ο πρησμένος π ε­ ρίγυρος μπορεί να είχε περιορίσει το μέγεθός τους, είχε ωστόσο εστιάσ ε ι το βλέμμα σε πιο ξεκάθαρο στόχο. Τα χοντρόχερά τους απλώνονταν με σβελτάδα για να στοιβάξουν γενναίες πιρουνιές από καπνιστό χοιρινί) , σαλάμι κ α ι κάθε λογής λουκάνικο καθώς εξάλιτρα κύπελλα, καμωμένα για αβυσσαλέες ρουφηξιές π ιοτού που άφριζε ευθύς στην επιφάνεια μο υ ­ σκεύοντας κούτελα και μάγουλα, ζυγιάζονταν στον αέρα. Έλεγες πω ς όλοι έτρεχαν να προλάβουν τα χρονόμετρα και οι φωνές τους, αν κα ι έβγαιναν από μισοφιμωμένα με λαίμαργες μπουκουνιές στόματα, αντ ι ­ λαλούσαν ολοένα πιο βροντερές αλέθοντας ασταμάτητα καθώς απανωτιΊ κύματα σπασμωδ ικού γέλιου σπιρούνιζαν τον αέρα. Ψ ωμί σίκαλης, φρ α ­ ντζολάκ ια γλυκάνισου και μπρέτσελ απογέμιζαν τ ις στιγμές της χαλ( Ί ­ ρωσης, ωστόσο φρέσκ ιες προμήθειες κατέφθαναν εγκαίρως και πάν ω πριν από την απειλή μιας πραγματ ικής στάσης. Π ελι.ο ριες οβάλ πιατέ λ ες φορτωμένες ψητά χοιρινά, πατάτες, ξινολάχανα, κόκκινα λάχανα κα ι μπουλέτες από ζυμάρι και λίπος έπαιρναν θέση μπ ροστά στον καταν« ­ λωτή τους. Τις διαδέχονταν κολοσσιαίες μερίδ ες κρέατος - αταξινό μ η ­ τες ποσότητες που μετά το ξεψάχνισμα γυαλοκοπούσαν μέσα στα κα λ ι > -


W I N T E R R IΞ I S E

13 1

γλε ι μμένα σκεύη σαν οστέινες λεκάνες νεαρών βουβαλιών ή ελεφαντοκό­ καλα . Σερβιτ ό ρες με διάπλαση πρωτοπυγμάχων κουβαλούσαν αυτή τη βο ρά γύρω γύρω, καθώς ένα πλήθος μουτσούνες ιδροστάλαζαν και λιπο­ γυάλ ιζαν σαν σε δρακοξεφαντώματα . Σύντομα ωστόσο το τραπέζι μετα­ μορφ ωνόταν σε έ ρημο πεδίο μάχης σπαρμένο με κόκαλα, η βαβούρα ατο­ νούσε , μια κακομοίρικη έκφραση σκίαζε εκείνες τις κουμπότρυπες των ματιών και μια υποψ ία μελαγχολ ίας δ ιαπερνούσε στιγμιαία τον αέρα. Αλλά οι ενισχύσεις ήταν κοντά' εκείνες οι μέγαιρες εφορμούσαν καλπά­ ζοντας ακάθεκτες σε συμπαράσταση, με νέες κυκλ<ί"ι πειες φουρνιές από γαβάθες και καζανιές καταναλώσιμων αγαθών' και τα μουσκεμένα κού­ τελα των Λαιστρυγόνων ξεκατσούφιαζαν αμέσως με το μακάριο ξανα­ κύλη μα κραιπάλης . Γλ ίστρησα κατά λάθος σ ' έ να δωμάτιο γεμάτο αξιωματικούς των Ες Ες, ομαδάρχες και σημαιοφό ρους, μαύρους σαν π ίσσα από τα αστρα­ φτερά κολάρα τους ως το δάσος που σχημάτιζαν οι πανύψ ηλες μπότες τους κάτω από το τραπέζι. Το κούφωμα του παραθύρου έφραζε σωρός από στοιβαγμένα πηλήκια με σήμα τη νεκροκεφαλή και τα σταυρωτά κό­ καλα. Δεν είχα ακ ό μη ανακαλύψει αυτό που έψαχνα μέσα σε κείνη τη Β αστίλη, ώσπου τ έλος ένας θόρυβος σαν πάφλασμα φουσκονεριάς με τράβηξε πάλι στο κάτω πάτωμα και στο τέρμα της περιπλάνησής μου. ***

Η πολύθολη στεγωσιά της μεγάλης σάλας χανόταν στην απεραντοσύνη

μέσα σ ε σύννεφα γαλάζιου καπνού. Αρβυλόκαρφα έξυναν το πάτωμα . μπιροπότηρα τσουγκρίζονταν μεταξύ τους και η ανάμεικτη μπόχα από ζύθο, ιδρωμένη σάρκα, φόρμες εργασίας και στάβλους άδραχνε τον νεο­ φερμένο . Στριμώχτηκα σ ' ένα τραπέζι με κάμποσους χωρικούς και σε λίγο έφερνα και γω μια χοντροκανάτα στα χείλη μου. Ζύγιζε πιο πολύ

από ένα ζευγάρι σ ιδερ ένιους αλτήρες, αλλά η ξανθή μπίρα που είχε μέ­

σα ήταν δροσιστική και υπέροχη, ένα κυλινδρικό λ ίτρο ξέχειλο από ρέμ­ βη τ ευτονικών μύθων . Αυτό λοιπόν ήταν το καύσιμο που είχε μεταμορ­ φώσε ι τα θερμόαιμα τρωκτικά του επάνω πατώματος σε Ζέπελιν που


Η Γ. 1 Ι 0 Χ Il Τ ι ι ι Λ g l' ΕΛ Σ

1 32

έπλεαν τόσο μακρ ιά από κάθε αυτοσυγκράτηση. Οι μολυβόχρωμοι μα­ στραπάδες ήταν σφραγισμένοι μ ' ένα γαλάζιο

χ Ι]

κάτω από το στέμμα

της Βαυαρίας που θύμιζε σήμα χυτηρίου πάνω σε κανόνι. Φανταζόμουν τα τραπέζια σαν πυροβολαρχίες όπου κάθε κανονιέρης χειριζόταν ένα σ ιωπηλό, χωρ ίς επαναφορέα, κομμάτι κανονιοστοιχίας που Ι�αρoύσε ασταμάτητα στο ψαχνό. Μαζικά πυρά ! Σε κάνα δυο τραπέζια, με τα κε­ φάλια βουτηγμένα σε λιμνούλες μπ ίρας, μοναχικοί πολυβολητές έμοια­ ζαν να έχουν πέσει στα μετερίζια τους. Οι θόλοι αντιβούιζαν από τον κε­ ραυνό της μακρόσυρτης ομοβροντ ίας. Αυτά τα τηλεβόλα όπλα πρέπει να ξεπερνούσαν τα χίλ ια' Χοντρομπέρθες, Μπέμπηδες του ΚρουΠ, 80 η μια πυρoΙ�oλαρχία μετά την άλλη έβαλλε σποραδικά ή κατά ομάδες κα­ θιίις τα δάχτυλα ρύθμιζαν κάθε φορά τη γωνία βολής και τη διατομή και ύστερα σφίγγονταν πάνω στο μοχλό πυροδ ότησης. Υποβασταζόμενοι από συμπολεμιστές τους, οι τραυματίες που κατάφερναν να στυλωθούν στα πόδια τους μεταφέρονταν μέσα απ ό τους καπνούς της μάχης εν( ί) κάποιος ξεκούραστος μαχητής έσπευδε με ένα σάλτο να καλύψει το πό­ στο που μόλις είχε αδειάσει. Το δικό μου όπλο είχε ρίξει την τελευταία βολή του και τιί)ρα λαχτα­ ρούσα να μεταπηδήσω σε ένα άλλο, π ιο βαθύχρωμο, ε1Wηκτικό. Έτσι . μια δόση μαύρης μπίρας πήρε ηχηρά τη θέση της στο τραπέζι μου. Σε αv ­ μονία με το χρώμα της έκρουσε ευθύς μια νότα π ιο ζοφερή, ένα μακρό­ συρτο Ι�αγκνερικό ακόρντο από μαύρα φθογγόσημα: Nacht und Nebel . * Κυματιστά βαυαρέζικα στρέμματα γης πρ όβαλλαν στην ενδοχώρα ΤΙΗ' μυαλού μου ξεδιπλώνοντας μια βεντάλια απ ό πασσάλους σε πυραμιδω­ τή διάταξη που στην κορυφή τους αιωρούνταν κώνοι λυκίσκου φορτω­ μένο ι σκούρα, παπαρουνόχρωμα λουλούδια. Οι χωρικο ί , οι αγρότες και όλη η μαστοράντζα του Μονάχου πα\ ' στριμ(όχνονταν σαν σαρδέλες στα τραπέζια μού φαίνονταν πολύ πιο συ­ μπαθητ ικοί από τους μπουρζουάδες ζυθοπότες του επάνω ορόφου. Σε

Νύχτα και καταχνιά .


W IN T E K K EI S E

ι :η

σύγκ ριση με τους νοικοκυρεμένους φαντάρους που έβλεπα εδιί), οι φαιο­ χ ίτωνες έμοιαζαν με κακοδεμένα πακέτα από στρατσόχαρτο. Ήταν και ένας ναύτης με δυο μαύρες μεταξωτές κορδέλες χυμένες στο γιακά του απ ό το πίσω μέρος του καπέλου του, ενώ στο μπροστινό είχε γραμμένη με χρυσά ψηφία τη λέξη Underseeboot. Τι γύρευε ο θαλασσινός εκείνος Χ ανσεάτης στα μεσόγεια, τόσο μακριά από το Κ ίελο και τα λιμάνια της Βα λτικής; Οι σύντροφο ί μου στο τραπέζι ήταν όλοι απλοί ξωμάχοι, με­ γαλόσωμο ι άντρες με ροζιάρικα χέρια, κάποιοι μαζί με τις γυναίκες τους. Μερικοί πιο ηλικ ιωμένοι φορούσαν πράσινα και γκρ ίζα υφαντά σακάκια με κοκά λ ινα κουμπιά κα ι ασβοουρές ή μαύρα κοκορόφτερα στην ταινία του καπέλου. Τα οστέινα επιστόμια της μακρουλής πίπας από ξύλ ο κερασιάς τρύπωναν στα μουστάκ ια τους, ενιί) πάνω στη στ ρα­ φταλ ιστή πορσελάνινη εστία της ζωγραφιστά κάστρα, α ίγαγροι και χα­ ρωπά πευκοτόπια λαμποκοπούσαν ανάμεσα στα δαχτυλ ίδια του αρω­ ματ ικού καπνού που αναδυόταν από τα τρυπητά μεταλλ ικά καπάκια τους. Δυο τρεις, σκεβροί και ασάλευτοι σαν βαλσαμωμένο ι, Qουφούσαν μικρά πούρα διαπερασμένα με καλαμάκια για να τραβούν καλύτερα. Μου πρόσφεραν ένα και έτσι πρόσθεσα βήχοντας τον προσωπ ικό μου φόρο τιμής στο σγουρό σύννεφο. Η προφορά των λέξεων είχε αλλάξει πάλ ι και δεν κατόρθωνα να π ιάσω παρά τις εντελ ώς αυτονόητες φρά­ σεις. Σε κάμποσες λ έξεις τα τελ ικά σύμφωνα είχαν κουτσουρευτεί· η λέ­ ξη Bursch -ο φι λαράκος- γ ια παράδειγμα , ε ίχε γ ίνει Bua· το α είχε στρογγυλ έψει και προφερόταν ο, το φ είχε γ ίνει ε και κάθε ο και u ηχού­ σε σαν να του είχαν κοτσάρει ένα α στο τέλ ος, μετατρέποντάς το σε δί­ φθογγο. Ό λα αυτά έδ ιναν την εντύπωση ενός γενικού μουγκρίσματος αισθητά παραμορφωμένου από τις δονήσεις και τις επαναλήψεις του ήχου· γιατί εκείνα τα μακρόσυρτα κυρτωμένα σαν μπούμερανγκ φωνήε­ ντα τινάζονταν ψηλά διαπερνισντας τη θολούρα κ ι αναμοχλεύοντας το παλ ιρρο·ίκ ό βουητό . Αυτός ο αντίλαλ ος και το αίσθημα της ρευστότη­ τας, το κ λοτσοβόλημα των φθόγγων και των συλ λ αβ(ί)ν και τα γαλόνια Του βαρελίσιου πιοτού που κατάβρεχε τα τραπέζια και λέκ ιαζε το πριο­ ν ίδι στο πάτωμα πρέπει να ευθύνονταν γ ια την ονομασία του κολοσ-


1 34

Η Ε π ο χll Τ ΙΙ Σ Δ Ω Ρ ΕλΣ

σιαίου μαγαζιού. Το έλεγαν Schwemme

Αλογοπηγή . Οι κο ιλότητες εκείνων των τετράψηλων κυπέλλων πολλαπλασίαζαν την ένταση του -

ήχου, όπως οι αμφορείς που οι Έλληνες ενσωμάτωναν στα θέατρά τους για να δώσουν αντήχηση στις απαγγελίες τους. Όσο για τη δική μου νό­ τα, καθ(ος άδειαζα το λαγήνι μου, κατρακυλούσε κιόλας στο μέτζο-μι . Κολόνες-μαμούθ ήταν ριζωμένες στις πέτρινες πλάκες του δαπέδου και στο πριονίδι. Καμάρες ψηλοπετούσαν από το ένα κιονόκρανο στο άλλο· με διαγώνιες τομές στήριζαν τους κυλινδρικούς θόλους που κρέ­ μονταν θαμποδιάκριτοι μέσα στην κάπνα. Ο χ(ορος θα έπρ επε μάλλον να φωτίζεται από πεύκινες δάδες σε ορθοστάτες. Κάτω από τη θολωμέ­ νη ματιά μου είχε αρχίσει να αλλάζει , παίρνοντας την όψη σκηνικού φρικτής γερμανικής σάγκας, όπου το χιόνι εξατμιζόταν από το ρουθού­ νισμα δράκων που το κόκκινο πυρακτωμένο αίμα τους έλιωνε τ ις λάμες των σπαθι(ον σαν παγοκρύσταλλα. Ήταν μια αρένα κατάλληλ η γ ια τσε­ κούρια της σφαγής, και αιματοκύλισμα, και τις στερνές σελίδες των Νι­ μπελούνγκεν, όταν η πρωτεύουσα του Αττίλα τυλίγεται στις φλόγες και όλο ι μέσα στο πυργοπάλατο σφάζο νται αλύπητα . Τα πράγματα γύρω μου γ ίνονταν ολοένα πιο ρευστά και σκοτεινά· η ηχώ, το πάφλασμα,

ο

ρόχθος και το βογκητό από μακρινούς καταρράχτες πόντιζαν εκείνη την μπιροφωλιά στα έγκατα του Ρήνου· τη μεταμόρφωναν σε σπηλιά γεμάτ η τέρατα, κακομούτσουνους φύλακες του βαρβαρικού θησαυρού· ή ακόμη στο απαίσιο άντρο όπου ο Μπίογουλφ81 , έχοντας ξεριζ(οσει από τον (ομο το μπράτσο του Γκρέτελ , τον καταδιώκει ακολουθώντας τα ματω­ μένα χνάρια του στο χιόνι και, φθάνοντας στην όχθη του βάλτου, βουτιΊ ως το βυθό για να σφάξει τη σιχαμερή νερολάμια μητέρα του μέσα σ ' ένα στρόβιλο από πηχτό μαύρο αίμα . Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε ότα \' έφτασε η τρίτη κανάτα. ***

Ήταν άραγε σίγουρο πως δεν είχα ξαναδεί κάπου εκείνη τη χρωματ ιστ ti γκραβούρα; Την Π αρθένο με αστέρινο φωτοστέφανο να ανεβαίνει σ τ ο\' ουρανό πλαισιωμένη από χερουβείμ και ρόδινα σύννεφα με τη χρυο lΊ


W Ι Ν ΙΈ R Κ Ε Ι S Ε

εΠ ιγ ραφή στο κάτω μέρος: Maria· HimmeJfahrt Η Α νάληψη της Θεο ­ τ6κο υ. Κ αι κείνο τον σωρό καρεκλοπόδαρα , τον γκρίζο γάτο χωμένο στα ροκανίδια και τον πάγκο με τους σιδερένιους αρμούς; Π λάνες, ξυ­ λ ό σφ υρες, σκαρπ έλα, ξυλουργ ικά τρυπάνια και άλλα μικροσύνεργα -

ήταν σκορπ ισμένα στο πάτωμα. Στα ρουθούνια ε ίχα τη μυρωδιά της κ όλλα ς και πάνω στο πλεχτό της αράχνης το ψιλό πρ ιον ίδι είχε κατακα­ θ ίσει π α χύ μέσα στο μεσημεριάτ ικο φως. Ένα ς μεγαλόσωμος άντρας έτριβε με γυαλόχαρτο την ακτινωτή ράχη μιας καρέκλας ενώ μια γυναί­ κα περπατούσε στις μύτες των ποδιιί)ν κρατιί)ντας ένα δίσκο με ψωμί, βούτυρο και μια κ αφετιέρα που τον απίθωσε δίπλα στον καναπέ όπου ξάπλ ωνα τυλιγμένος σε κουβέρτες, ρωτώντας με χαμόγελο πιί)ς πήγαινε ο Katzenjammer μου. Και οι δυο μού ήταν τελείως άγνωστοι. Kat ze n ­ jammer σημαίνει στα γερμανικά πονοκέφαλος από το πολύ πιοτό. Οι φί­ λες μου στη Στουτγάρδη μού είχαν μάθει τη λέξη. Κ αθιί)ς ρουφούσα τον καφέ και αφουγκραζόμουν, η μνήμη μου ξυ­ πνούσε σιγά σιγά. Κάποια στιγμή, ενώ ανταγωνιζόμουν άθελα εκείνα τ ' ανθρώπινα θύματα που είχαν αποσπάσει την περιφρόνησή μου, είχα σω­ ριαστεί μπρούμυτα στο τραπέζι της μπ ιραρίας, βυθισμένος στην απο­ χαύνωση. Ευτυχιί)ς που δεν είχα βγάλει τα συκώτια μου· τίποτα περισσό­ τερο από ολοκληρωτική αναισθησία· κ α ι ο γεροδεμένος Σαμαρείτης του δ ιπλανού πάγκου με περιμάζεψε απλά, με φόρτωσε στο γεμάτο αναπο­ δογυρισμένα κ α ρεκλοπόδ αρα χειράμαξό του κ α ι με απόθεσε στο σοφά, άφωνο σαν πετρόψαρο. Η συμφορά με βρήκε φαίνεται από το ανακάτεμα της μπίρας με τα σναπς που είχα κ ατεβάσει στο Σβάμπινγκ . Μετά το πρό­ γευ μα δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου έξω από ένα μήλο. « Μην το παίρνεις κ ατάκαρδα» ε ίπε ο μα ραγκός. «Να σκεφτείς ότι στην Π ράγα οι μπιραρίες έτρεφαν άλογα που τα έζευαν σε τεράστια τροχοφόρα πανέρια από λυγαριά γ ια να κουβαλούν τους παθόντες στα σπίτια τους με έξοδα του μαγαζιού . . . » Αυτό που χρειαζόμουν, ε ίπε ανοίγοντας ένα ντουλαπά­ μια γουλιά σναπς ακόμα γ ια να στυλωθιί) στα πό­ Κ ι , ήταν ένα Schluck δ ια μου. Όρμησα τρέχοντας στην α υλή και έβα λα το κεφάλ ι μου κάτω -

απ ό την τρόμπα του νερού. Ύστερα, χτενισμένος και συμμαζεμένος, εξω-


Η Γ. 11 0 Χ / l Τ Ι Ι Σ Λ 'Ι Ι'ΕΛ Σ

136

τερικά τουλάχιστον, ευχαρίστησα τους σωτήρες μου και άνοιξα φουριό­ ζος και γεμάτος ενοχή το Ι�ήμα μέσα από τα απόμερα δρομάκια. Ήμουν απαρηγόρητος. Αρκετές φορές στο παρελθόν το είχα τσούξει και το τσακ ίρ κέφι με είχε σπριοξει σ ' έξαλλα καμιίJματα' αλλά ποτέ σε τέτοια ζω ι οδη καταληψία. Στο κατάλυμά μου το σακίδιο έλειπε από το άθικτο κρεβάτι μου. Ο επιστάτης έψαξε ανιίJφελα σε ένα ντουλάπι και ειδοπο ίησε την καθαρ ί­ στρια. Όχι, είπε εκείνη, το μόνο σακίδιο σ ' ολόκληρο το κτίριο είχε πά­ ρει δρόμο τα ξημεριίψατα στη ράχη του μοναδικού νυχτερινού μουσα­ φίρη . . . Τι! Ενός νεαρού μήπως με μπιμπίκια στο πρόσωπο; Μπάλωνα τα λειψά γερμανικά μου με ένα πουα ντιγ ίστικο παιχνίδι των δαχτύλ ω ν . Ναι, ήταν μάλλον σπυριάρης: ένα ς pickeliger Bua. Έμεινα ξερός. Οι συνέπειες ήταν πολύ σοβαρές για να τις συνειδητο­ ποιήσω αμέσως. Την πριίπη στιγμή ο χαμός του ημερολογίου μου σκίασ ε κάθε άλλη σκέψη. Εκείνες οι χιλιάδες φράσεις, οι ζωηρές περιγραφές, οι στοχασμοί, οι φιλοσοφικοί μετεωρισμοί, τα σκίτσα, οι στίχοι μου! Όλrι χαμένα. Συγκινημένοι από την απελπισία μου, ο ΕΠιστάτης και η καθαQί­ στρια με συντρόφεψαν ως το αστυνομικό τμήμα όπου ένας πονόψυχος αστυφύλακας σημείωσε όλες τ ις λεπτομέρειες χτυπώντας τη γλιοσσ« ( στον ουρανίσκο του: "Schlimm ! Schlimm ! " - Δυσάρεστο . . . Και ήτα\' πράγματι. Όταν μου ζήτησε το διαβατήριό μου, έχωσα το χέρι στο

τσε ­

πάκι του γιλέκου: δεν έπ ιασα όμως τ ο γνώριμο γαλάζιο δέσιμο μ ε την εγκοπή, και τότε, με νέα απελπισία, θυμήθηκα πως το είχα στριμ<ίJξει σι­ ένα τσεπάκ ι του σάκου για πρ<οτη φορά στη διάρκεια του ταξιδιού μΟ II. Η όψη του αστυφύλακα συννέφιασε και η δική μου ακόμα περισσότεQΟ. Γιατί μέσα στο διαβατή ρ ιο, από φόβο μήπως τις χάσω ή τις χαραμίσω, ε ί ­ χ α διπλ< ίJσει τον κανναβένιο φάκελο μ ε τ ι ς τέσσερις κολλαριστές λίQε ς . πράγμα που με άφηνε με τρία μάρκα και είκοσι πέντε πφένιχ μόνο και μ ι την κλωστή της επιI�ίωσής μου κομμένη για τ ι ς επόμενες τέσσερις εI�(')o­ μάδες. Εκτός όμως από αυτό, είχα την αίσθηση πως το να τριγυρνά κα­ νείς εδ<ο και κει στη Γερμανία χωρίς χαρτιά ή διαβατήριο ήταν σoΙ�αι)ι') παράπτωμα. Ο αστυφύλακας τηλεφώνησε στο αρχηγείο της Αστυνο μία;


W INT E K K E I S E

Β7

εκ θέτοντας τις λεπτομέρειες και τέλος είπε: «Π ρέπει να πάμε στο προξε­ νείο σου». AνεΙ�ήκαμε μαζί στο τραμ και γω ταλαντευόμουν πλά ι του. Εί­ χε όψη επιΙ�λητική με τη χλαίνη του, τον οπλισμό στη ζιί)νη και το μαύρο γυαλιστερό του κράνος δεμένο κάτω από το πιγούνι. ΈΙ�λεπα κιόλας τον εαυτ ό μου σαν έναν άτυχο Βρετανό που τον έδιωχναν κακήν κακιί)ς ή σαν αν επιθύμητο ξένο που τον οδηγούσαν στα σύνορα' ένιωθα σαν το χθεσι­ νοβραδινό μου παραστράτημα να είχε σφραγίσει το μέτωπό μου. Ξανα­ γύριζα δυο χρόνια πίσω σε κάτι στιγμές που σίμωνα όλο τύψεις τη Ι�λo­ συρή πόρτα κάποιας σχολικής αίθουσας. Ο υπάλληλος του προξενείου τα ήξερε όλα χάρη στο τηλεφι\)νημα του αστυνομικού διευθυντή. Ο πρόξενος, εγκατεστημένος πίσω από ένα τεράστιο γραφείο σε μια απλόχωρη αίθουσα στολισμένη με τα πορτρέτα του βασιλ ιά Γει1>ργιαυ του Ε' και της βασίλισσας Μαίρης, είχε μια αυ­ στηρή φυσιογνωμία και ύφος όλο εμΙ�ρίθεια πίσω από τα κοκάλινα γυα­ λιά του. Με ρ(ίπησε κουρασμένα προς τι όλη αυτή η φασαρία. Κουρνιασμένος στην άκρη μιας δερμάτινης πολυθρόνας, εξήγησα με δυο λόγια το σχέδιό μου της Κωνσταντινούπολης και την ιδέα της συγ­ γραφής ενός Ι�ιβλίoυ. Ύ στεΙ1α, παρασυρμένος από κρίση πολυλογίας, κα­ ταπιάστηκα με μια ασυνάρτητη αν και προσεκτικά λογοκριμ ένη αυτoΙ�ια­ γραφία. Όταν τελείωσα, με ρώτησε πού βρισκόταν ο πατέρας μου. «Στην Ινδία» είπα. Μου αποκρίθηκε με ένα νεύμα του κεφαλιαί! και μια διακρι­ τική παύση. Έγειρε προς τα π ίσω με ενωμένα δάχτυλα κοιτάζοντας αόρι­ στα το ταβάνι και ξανάπε: «Έχεις καμιά φωτογραφία;». Σάστ ισα λίγο. «Του πατέρα μου; Όχι, δυστυχ(ί)ς». Γέλασε και είπε. « Μα δική σου, Ι�έ­ Ι:!α ια». Ένιωθα πως τα πράγματα είχαν αρχίσει να φτιάχνουν. Ο υπάλλη­ λος κι ο αστυφύλακας με οδήγησαν σε ένα φωτογραφείο με αυτόματο μη­ χάνημα που μου άδειασε την τσέπη εκτός από λ ίγες δεκάρες. Ύστερα υπό­ γραψα τα έγγραφα που με περίμεναν στο διάδρομο και ξαναμπήκα, όταν

με κάλ εσαν, στο γραφείο του προξένου. Με ρ(ίπησε τι σκόπευα να κάνω με την απενταρία μου. Δεν είχα πρoλάΙ�ει να σκεφτιί>. Ίσως να Ι�άδιζα μέρα nαρά μέρα μονάχα γ ια να βρίσκω τ ίποτα αγγαρείες ή θελήματα σε φάρμες ωσότου κυλήσει το διάστημα που χρειαζόταν για να μαζευτούν πάλι με-


Η E n o x ll Τ ΙΙ Σ Δ Ο Ρ Ε Α Σ

138

ρικά χρήματα. « Ε, λοιπόν» είπε «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος σου δανείζει πέντε λίρες. Κάποια μέρα που θα φτιάξουν τα οικονομικά σου μπορείς να τις επιστρέψεις». Τον ευχαρίστησα έκπληκτος και τότε θέ­ λησε να μάθει π(ί>ς έτυχε να αφήσω έτσι αφύλαχτες τις αποσκευές μου στον ξεν(ί>να. Τα ομολόγησα όλα : η εξιστόρησή μου είχε ως επακόλουθο ένα ακόμα κουρασμένο χαμόγελο. Όταν φάνηκε ο υπάλληλος κρατώντας το διαβατήριο, ο πρόξενος το υπόγραψε στυπώνοντας προσεκτικά τη με­ λάνη, έΙ�γαλε από ένα συρτάρι μερικά χαρτονομίσματα, τα τοποθέτησε ανάμεσα στις σελίδες και το έσπρωξε κατά τη μεριά μου. «Ορίστε. Π ρο­ σπάθησε να μην το χάσεις αυτή τη φορά». (ΤΟ έχω αυτή τη στιγμή μπροστά μου, ξεπλ υ μένο , σκισμένο, με τσαλακωμένα φύλλα, λεκιασμένο από το ταξίδι, κατάμεστο από βίζες εξαφανισμένων βασιλείων και σφραγίδες ει­ σόδου-εξόδου με λατινικούς, ελληνικούς κα ι κυριλλικούς χαρακτήρες. Το πρόσωπο στην ξέθωρη φωτογραφία έχει ένα άσωτο και λίγο αυθάδικο ύφος. Η προξενική σφραγίδα είναι συμπληρωμένη με τη λέξη gratis -δω­ ρεάν- και την υπογραφή του δόκτορα Σεντ Κλερ Γκέινερ. ) «Έχεις κανέναν γνωστό στο Μόναχο;» ρώτησε ο κύριος Γκέινερ κα­ θ(ί>ς σηκωνόταν. Ναι, ήξερα κάποιον - αν και όχι ακριβώς, είχα ωστό­ σο μια συστατική επιστολή για μια οικογένεια. «Να έρθεις σ ' επα φή μα ­ ζί τους» είπε. «Και πρόσεχε να μην μπλέξεις ξανά. Στη θέση σου δεν θα ανακάτευα ποτέ μπ ίρα και σναπς σε άδειο στομάχι. Θα έχω το νου μΟ1' για το ημερολόγιο».· Βγήκα Prannerstra.� se οσαν τωλόςο πουν είΧΕ ο κ ό ο ο νέξωνστην κατάλευκη κ αμαρ

λέ η θ ε τ σα ίδ ι μ υ Έ λπιζα πως φτο ς αοξ φ ρτωο 6 τι ι\ ' . ν ν ι ι μ ι ε ε λ τ η ε ρ λβγ τ π ί έ ά έ σο α φτα στα χ ρ α υ . Τ π ρίε ργ ήτι ! \ ' οα σως έ κ ο κ κ ι ε ι ε *** ε ε ά ι επί η λ πόως ο ρα δίομ ου με τά π α έτε ί σ ς φτε Ρ(l . Ο χ ι ! ­ νε οτ ς ί σ φ κόμ κ ι ς χ ι εκ μ τ ημ λ ί με α οα σή μ ερα σαν παλ ά πβλη γή σ ακ ο ­ υ ε ρ νγ ου πovtοi α ς κ ιρ κ κ ι ι i ck e liger ο οΑ ρ ώς ένα α ίπ α α ία . Ούτε ξα άο υσ ν ότ ι οτ γόα τν ν p ν ι μετ i επέ τρ ε λ λ σ ψα τ πε τ ι , ρ απ τ η Κ ω σταντ ν ίιπ η . τ

ε

Πο άφεση. έτδ ο ξα ό αε ο ίδα λάβει ι κ ι μ

Bua.

χρι)\'"


W I NTER R E I S E

139

Για καλή μου τύχη, είχα ταχυδρομήσει τη συστατική επιστολή λίγες μέρες π ριν. Θυμόμουν το όνομα ωστόσο - βαρόνος Ράινχαρτ, φον Λ ίπχαρτ Ράτ σχοφ. Τηλεφώνησα λοιπόν κα ι εξασφάλισα μια πρόσκληση· κι έτσι το Ιδ ιο εκε ίνο απόγευμα, στο Γκρέιφελφ ινγκ , σε μικρή απόσταση από το Μ όναχο, βρέθηκα καθισμένος σε ένα λ υχνοφώτιστο τραπέζι συντροφιά με μια συναρπαστική κα ι πολύ ευγενική ο ικογένεια . Ή ταν κάτι σαν θαύ­ μα μια μέρα τόσο δυσοίωνα αρχινημένη να τελει(ονει τόσο ευχάριστα. Οι Λ ίπχαρτ ήταν μια οικογένεια Λ ευκοριί>σων. Για την ακρίβεια κρα­ τούσαν από την Εσθονία κ α ι όπως πολλο ί άλλοι γ α ιοκτήμονες της Βαλ­ τικής είχαν α ναγκαστεί να φύγουν κυνηγημένο ι διασχίζοντας τη Σουη­ δία κα ι τη Δανία όταν έχασα ν τ ις περιουσίες τους στο τέλος του πολέ­ μου. Ο προγονικ ό ς τους πύργος -λεγόταν Ράτσχοφ άραγε;- έγινε κρατ ικ ό μουσείο της Εσθονίας και η ο ικογένεια εγκαταστάθηκε στο Μό­ ναχο. Δεν είχαν ίχνος από την αυστηρότητα που θα περίμενε να συνα­ ντήσει κανείς σε απόγονους τευτόνων ιπποτ(ον ---σ τ ' α λήθε ια τ ίποτα τευτον ικό- και η μετάβαση από συμπαγείς όγκους σε εκείνα τα εκλατι­ ν ισμένα ραφινάτα λιανοκόκαλ α πρόσωπα ήτ αν πολύ ευπρόσδεκτη. Μ ια α Ισθηση ζωγραφικής του Γκρέκο σφράγιζε α υτή την ομορφοκαμωμένη φα μ ίλ ια που υπόμενε με χαμόγελο την αλλαγή της τύχης. Ο πρωτότοκος γ ιος τους, ο Κ αρλ, κάπου δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτε­ ρός μου, ή ταν ζωγράφος και καθώς εκείνες τις μέρες της παραμονής μου στο σπίτι τους χρειαζόταν ένα μοντέλο, του έπεσα βολικός. Κάθε πρωί πηγαίναμε στο Μόναχο και καθό μασταν στο ατελιέ του κουβεντιάζοντας ήσυχα με τις ώρες. Τον άκουγα να διηγείται ανέκδοτ α γύρω από σκάνδα­

λα και ευτράπ ελα της βαυαρέζικης ζωής κ αθώς το χιόνι στοιβαζόταν στο φεγγ ί τη και ο π ίνακ ας έπαιρνε ακάθεκτα μορφή. · Όταν λ ιγόστευε το τον μι­ τον Άρβιντ, ι καρτερούσαμε φως, απηαγα ίναμε σε ένα καφενείο α ό κααβό βα τ ο τ ά μ λ λ ό εργα­ τερο Κρ Κ αδελφό υ. ο οσΚαρλ τ στ ΡΕ ς ου πο έ όπου ς μ έβιβλιοπωλείο μαπό ιτο μι ΧΕ ρώς, ναπ γυρίσει ρ φηΚΕτου

ζόταν . Εκεί χαζολογούσαμε μια δυο ώρες με φίλους των παιδιιον ή πίνα•


1 40

Η Ε ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Ι A ' l I' E A I

μ ε ένα ποτό στο σπ ίτι κάποιου. Τις μέρες που δεν υπήρχε ζωγραφική. εξερευνούσα όσο περισσότερες μπαρόκ εκκλησίες και θέατρα μπορούσα και αφιέρωνα ολόκληρα πρωινά στην Π ινακοθήκη. Το βραδάκι παίρναμε το τρένο της επ ιστροφής για το Γκρέιφελφι νγκ. Οι γονείς τους ήταν γοητευτικά απομεινάρια των δεκαετι(ον που το Παρίσι και η νότια Γαλλία, η Ρ(ί)μη και η Βενετία πλημμύριζαν από ευ­ γενείς του Βορρά, που είχαν έρθει από τα δάση των σημύδων και των κωνοφόρων κα ι τις παγωμένες λίμνες των λευκ<ί)ν αμέτρητων στρεμμά ­ των τους ζητιί)ντας καταφύγ ιο. Τους έΙ�λεπα με τη φαντασία μου λου­ σμένους από τις ολοστρόγγυλες λάμπες φωταερίου στα σκαλοπάτια της όπερας ή στα Ι�oυλεβάρτα με τις μοσχολεμονιές να τρέχουν με άμαξες που τις έσερναν κάτι προσεκτικά ζευγαρωμένα γκρίζα άλογα - κατά­ φερνα σχεδόν να διακρίνω το γοργό σπιθοβόλημα από τ ις άλικες και κα­ ναρινιές ακτίνες των τροχ<ί)ν. Π ρέπει να έκαναν τον περίπατό τους ανά­ μεσα στους τύμβους της Αππίας οδού ή να γλιστρούσαν από το ένα ππ­ λάτσο στο άλλο , ντυμένοι τ ις υπέροχες φορεσιές τους, μέσα από ένα λα ­ Ι�ύρινθo ενετικ(ί)ν γεφυρ ι(ί)ν. Ο πατέρας του Καρλ είχε περάσει ένα με­ γάλο μέρος της ζωής του μέσα σε εργαστήρια ζωγράφων και συγγ ραψέ­ ων και το σπ ίτι του έΙ�ριθε από βιβλία γραμμένα σε έξι τουλάχιστον δια ­ φορετικές γλ(Οσσες. Στην κάμαρη που κοιμόμουνα με είχε ξελογ ιάσε ι μια παλ ιά φωτογραφία. Έδειχνε τον οικοδεσπότη μου νεαρό, ντυμένο την κυνηγετική στολή του, καΙ�άλα σε παν(ί)ριο άλογο ανάμεσα σε ένιι . κοπάδι λαγωνικά . Π ίσω από τα κλακ καπέλα των αμαζόνων και τις 01'­ ναθροισμένες άμαξες των μουοαφιραίων του, υψωνόταν επ ιβλητικό τ ο χαμένο καστέλι. Όσο για την περιπέτεια του σακ ιδίου μου, που τη bιη ­ γιόμουν τιί)ρα σαν ανέκδοτο, προκάλεσε καταιγισμό συμπάθειας. Τι! Ε ί ­ χα μείνε ι πανί με πανί λοιπόν; Ε, δεν ήταν κα ι τόσο άσχημα τα πράγμα ­ τα, είπα, χάρη στο πεντόλιρο του κυρίου Γκέινερ. «Χ ρυσό μου παιδί, Ηιι το χρειαστείς ως την τελευταία δεκάρα» φ(tlναξε ο βαρόνος. «Φύλαξέ τ ι 1 ως κόρη οφθαλμού ! Καρλ, Ά ρβιντ ! Θα ψάξουμε τη σοφίτα μετά το (� ε ί ­ πνο». Η σοφίτα και μια σε ιρά ντουλάπια μού εξοικονόμησαν έναν ΠQΙ ;J­ της τάξεως σάκο και ένα πουλόβερ καθώς και πουκάμισα, κάλτσες κuι


W I N 1T K K EI � E

14 1

π ιτζά μες, σωστό βουναλάκι από ρουχικά. "Ολη η επιχείρηση οργαν(ί)θη­ κε με ταχύτητα και άφθονα γέλια κα ι σε δέκα λεπτά η γκαρνταρόμπα μου ε ίχε σχεδόν συμπληρωθεί. Ψ(ονισα τα λίγα απαρα ίτητα που υπολείπο­ νταν την επαύριο στο Μόναχο χαλ(ί)ντας λιγότερα από μια λίρα: Μέρα γ εμάτη θαύματα! Είχα σαστίσει με την αυθόρμητη εκείνη γενναιοδωρ ία · αλλά η μποέμικη και συνάμα τόσο οικεία συμπεριφορά τους παραμέρι­ ζε όλους τους δισταγμούς που θα ' πρεπε να είχα νι(ί)σε ι. ·Ε μεινα κοντά τους πέντε μέρες. "Οταν ήρθε η σηγμή να τους αποχα ι­ ρετήσω, με ξεΠΡΟ[1όδισαν σαν γιο τους που έφευγε σε ταξίδι. Ο [1αρόνος άπλωσε χάρτες και μου έδειξε π όλεις, βουνά και μοναστήρια και εξοχι­ κές κατοικίες φίλων που σκόπευε να τους γράΨει για να μου εξασφαλί­ σει βολική διανυκτέρευση εδ(ί) και κει ή κανένα ζεστό μπάνιο. « Για να δούμε! Έχουμε τον Ν άντο Άρκο στο Σεν Μαρτέν. Και τον παλιό μου φί­ λο Μπόθο Κόρεθ στο Χ οχσάτεν. Είνα ι και ο ι Τράουτμανσντορφ στο Π ότενμπρουν! ». (Εγραψε στον καθένα τους χωριστά δίνοντας έτσ ι και­ νούργια διάσταση στο ταξί<'Ί ι μου.) Μαζί με τη [1αρόνη ωστόσο ανησυ­ χούσε για τη Βουλγαρία: « Είναι γεμάτη ληστές και κομιτατζήδες. Π ρέ­ πει να προσέχεις. Φοβερή φάρα ! "Οσο για τους Τούρκους . . . ». Η φύση του υπονοούμενου ήταν σκοτεινή. Τα βρ ά δ ια το ρ ίχναμε στη συζήτηση γύρω από βιβλ ία. Ο βαρόνος σχολίαζε την επ ίδραση του Δον Ζουάν στον Ευγένιο ΟνιέΥκιvll2 , την πα­ ρακμή της γερμανικής λογοτεχνίας και τις μεταπτ(οσεις σης προτιμή­ σεις του γαλλ ικού κοινού: Π όσο δημοφιλής ήταν ο Π ολ Μπουρζέ;8] Ο Ανρί ντε Ρενιέ;84 Ο Μορίς Μπαρές;8S Π οθούσα τόσο για ης απαντήσεις ! Σ ωσμένο από τον γενικό αφανισμό, αφού έτυχε να βρ ίσκεται σ ' ένα τσε­ πάκι μου, το μοναδικό βΙ[1λίο που μου απόμενε ήταν η γερμανική μετά­ φραση του σαιξπηρικού Άμλετ. Π όσο αλήθευε ο γερμανικός ισχυρισμός πως ήταν εφά μιλλη με το πρωτότυπο; « Καθόλου ! » είπε ο βαρόνος. « Εί­

ναι ό μως καλύτερη από κ άθε άλλη μετάφραση. Στάσου να δεις ! » - και, κατ εβάζοντας τέσσερις τ ό μους, βάλθηκε διαδοχικ ά να απαγγέλλει το μο­

νόλογο του Μ άρκου Αντιονιου από τον Ιούλιο Καίσαρα στα ρωσικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα γερμανικ ά . Η ρωσική παραλλαγή είχε όπως


142

Η Ε Ι1 0 Χ Η Τ Η Σ ΔΙΙΡΕΛ Σ

πάντα ένα επιβλητικό κ αμπάνισμα . Η γαλλική ακουγόταν μάλλον ισχνή κ α ι η ιτα λική εξεζητημένη· διασκεδα στικά μεροληπτιί>ντας, εκείνος πα ­ ραφούσκωνε κάθε γλωσσικό ύφος κ αθώς αγόρευε. Η συνοχή ωστόσο του γερμα νικού κειμένου το έκ ανε να διαφέρει πολύ από τα άλλα δείγματα που είχαν φθάσει ως εκείνη τη στιγμή στα αυτιά μου : Μ ετρημένο, στο­ χαστικό, γλαφυρό κ α ι εύηχο, απ αλλαγμένο από κάθε τραχύτητα , ρητορι­ κότητα ή α ισθημα τολογία · και τότε, εκείνες τις στιγμές που το φως της λάμπα ς άγγιζε τα λευκά μαλλιά κ α ι φρύδια του αναγνώστη ή το αρειμά­ νιο χιονάτο μουστάκι του, πα ιγνιδίζοντα ς πάνω στο σφραγιδοφόρο δα­ χτυλίδι του χεριού που βα στούσε τον τόμο, συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πόσο εξαίσια μπορούσε να ε ίνα ι τούτη η γλώσσα . Όλη αυτή η κ αλοσύνη είχε ένα λ α μπρό επ ιστέγα σμα . Τους ε ίχα ανα­ φέρει πως ό,τι μου έλειπε πιο πολύ μετά το χα μένο ημερολόγιο ήταν τα βιβλία μου. Θα έπρεπε να είχα καταλάβει ότι κα ι μόνο η ανα φορά σε κά­ ποια απ(ί>λεια δεν μπορούσε πα ρά να έχει ένα κα ι μόνο αποτέλεσμα κά­ τω από κείνη τη στέγη . . . Ποια βιβλία ; Τα ονομάτισα · ότα ν ήρθε η ώρα να τους αποχα ιρετήσω, ο βα ρόνος είπε: «Δεν μπορώ να κάνω τ ίποτα για τη άλλα , έχω ωστόσο έναν Οράτιο για σένα ». Έβα λε στη φούχτα μου έ να μικροσκοπικό βιβλ ια ράκι.8δ Ήτα ν οι Ωδές και επωδοί τυπωμένες κα ­ λαίσθητα στο Άμστερντα μ σε φίνο χαρτί γύρω στα μέσα του Ι Ίου α ιώνιι. με σκληρό πράσινο δερμάτ ινο εξώφυλλο κ ι επ ίχρυσ α γράμμα τα. Το χρ(ί>μα του δέρμα τος ε ίχε ξεθωριάσει στη ράχη, α λλά οι δυο πλευρέ ς έλαμπαν όπως η δροσολουσμένη χλόη, και τ ο μικρό βιβλίο α νοιγόκλει­ νε στεγ ανά σ αν κ ινέζικη μπ ιζουτ ιέρα. Οι σελίδες ε ίχα ν χρυσή μΠΟt! ­ ντούρα κα ι ένας ξέθωρος σελιδοδείκτης α πό σκουροκόκκινο μετάξι ψη­ λάφιζε λοξά τα πηχυαία κεφα λαία σίγμα του κειμένου κ α ι τις χαρι τωμ έ ­ νες βινιέτες: κέρατα Αμάλθεια ς, λύρες, σουραύλια του Π άνα, στεφάνιι ( ελιάς, μυρτιάς κ αι δάφνης. Μ ικρά mezzotinta87 αναπαρίσταναν το Φι') ­ ρουμ και το Κ απ ιτ(ί>λιο κ αι φαντα στικά σ αβινικά τοπία ·88 τα Τίβοιψι ( (το σημερινό Τίβολι), το Λ ουκρητίλιο όρος, την πηγή Β ανδουσία, Κ Ι) Τ ι ' όρος Σοράκτη90 κ α ι τη Β ενουσ ί α, γενέτειρ α του πο ιητή . . . Κ α μ(ί)θ η κ ι ι πως δεν ήταν σωστό να δεχτώ ένα θησα υρό που η υπέρογκη αξία τ ι ) \ '


W I NT E R R E I S E

143

ήταν τ ό σο ασυμβίβαστη με τις σκληρές συνθήκες του ταξιδιού μου. Τότε ε tδα με ανακούφιση πως η αφιέρωση με είχε προλάβει: Στον νεαρό μας φιλο, κ.λπ: και στην απέναντι σελίδα ένα εμβληματικό βιβλιόσημο με την ονομασία της καστρόχτιστης κατοικ ίας τους στη Βαλτική. Π ού και πού , ανάμεσα στις σελίδες, ένα αποξηραμένο φύλλο με έκανε να αναπο­ λώ εκείνα τα δάση της λήθης. ***

Το βι.βλιαράκι έγινε το φετίχ μου. Μ έσα σε λίγες μέρες παρατήρησα πως ξυπνούσε και στους άλλους ανάλογα α ισθήματα θαυμασμού. Το δεύτε­ ρο κ ι όλας απόγευμα -το προηγούμενο ε ίχα σταθμεύσει στο Ρόζεν­ χάιμ-, έτσι όπως το είχα ακουμπ ισμένο πλάι στο θαρραλέα ξαναρχινι­ σμένο καινούργιο μου ημερολ όγ ιο, στον πάγκο του πανδοχείου του Χο­ χενασάου, έδωσε ξεχωριστή λάμψη στην αλήτικη υπόστασή μου. «Τι όμορφο βιβλιαράκι ! » έκαναν όλοι με μια φωνή. Ροζιάρ ικα δάχτυλα το φυλλομετρούσαν ευλαβικά. «Λατινικά; Πω πω πω ! » Ένα κάλπ ικο φω­ τοστέφανο τ ιμής και λογιότητας με τριγύρισε ξαφνικά . ***

Φθάνοντας, θυμήθηκα τη συμβουλή του δημάρχου του Μπρούχτσαλ και έψαξ α για τον πρόεδρο της μικρής κοινότητας. Τον βρήκα στο γραφείο του και κει συμπλήρωσε για λογαριασμό μου ένα δελτίο που εξασφάλι­ ζε το βραδινό φαγητό μου, ένα ποτήρι μπίρα στο τοπ ικό πανδοχείο, μια δ ιανυκτέρευση κι ένα φλ ιτζάνι καφέ και ψωμί γ ια πρόγευμα το άλλο

πρωί· όλα με έξοδα της κοινότητας. Σήμερα φαίνεται απίστευτο, αλλά τότε αυτός ήταν κανόνας που δεν συνδεόταν με τίποτα το υποτιμητ ικό παρά μόνο με ένα φιλικ ό καλωσόρισμα. Π όσες φορές, άραγε, επωφελή­ θηκα από τούτη τη γενναι όδωρη και όπως φαίνετα ι παμπάλαιη συνή­ θε ια; Την εφάρμοζαν σε όλη τη Γερμανία και την Αυστρία, πιθανή επ ι­ βΙωση μιας πατροπαράδοτης φ ιλανθρωπίας προς τον περ ιπλανιίψενο σπουδαστή που είχε επεκταθεί τιί>ρα σε κάθε φτωχό ταξ ιδιιίηη. Η «Gastwirtschaft» -η μπιραρία των ξένων- ήταν ένα ψηλοκρεμα-


Η Ι; ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Ι Δ Ω Ι' ΕΛ Ι

144

στό σαλέ με σωρούς καυσόξυλα ως τα γείσα της οροφής του. Ένα περίτε­ χνο μπαλκόνι το έζωνε γύρω γύρω' σκαλιστή, λεπτοδουλεμένη, διακό­ σμηση ξύλου το έντυνε παντού και ένα στριίψα χιονιού, κάπου είκοσι πέ­ ντε πόντους παχύ, αγκάλιαζε την επιπόλαιη κλίση της πελιοριας σκεπής με τις φαρδιές γρηπίδες σαν μπαμπακένιο περιτύλιγμα εύθραυστου θη­ σαυρού. Τίποτα δεν έχει με ίνει στη μνήμη απ ό το ίδιο το χωριουδάκ ι έτσι κα­ θιί)ς ήταν βουτηγμένο στο παγερό σκοτάδι. Όμως, σε αντίθεση με τα άλ­ λα τρία που στάθηκαν οι επόμενοι νυχτερινοί σταθμοί μου -το Ρίντε­ ρινγκ , το Ζέλχουμπεν και το Ρέταου-, το Χοχενασάου έχει τουλάχι­ στον το σημάδι του στο χάρτη. Καθένα από κείνα τα ακαταχιοριστα λιλιπούτεια χωριουδάκια φα­ ντάζει σήμερα πιο απρόσ ιτο , πιο μικροσκοπικό και πιο βαθιά χωμένο στους λοφότοπους, το χιόνι και την ιδιωματική λαλιά του από τα υπό­ λο ιπα δυο. Θυμάμαι νοικοκυρές που έσπερναν τις αυλές τους γ ια να τα'ίσουν ένα κοπάδι πουλερικά και παιδάκια με κουκούλες, κρεμαστές τρίχινες τσάντες και βουλωμένα αυτ ιά που γύριζαν από το σχολειό: επ ι­ δημητικά καλικαντζαράκ ια που αλιί)νιζαν τα στενορύμια πάνω σε χιο­ νοδρομικά μπαστούνια από αχάραγο ξύλο φουντουκ ιάς. Π ερνιοντας ξυστά δίπλα μου με χαιρετούσαν ξεστομίζοντας ένα GrUss Gott με τρε ­ μάμενες ευγενικές φωνούλες. Ένα δυο είχαν τα μάγουλα παραφουσκω­ μένα απ ό τεράστιες μπουκιές μαύρου ψωμιού αλειμμένου με βούτυρο . Όλα γύρω μου είχαν παγιΟσει. Δοκ ίμαζα ξεχωριστή ευχαρίστηση

νιι

πατιο τη σκληρή κρούστα των νερόλακκων. Οι γκριζωποί δίσκοι και ο ι λοβοί του πάγου έτριζαν κάτω από τα αρβυλόκαρφά μου αφήνοντας έν(( περίεργο στέναγμα αιχμαλωτισμένου αέρα, και αμέσως διαλύονταν

(1[

αστεράκ ια και ασπρογυάλ ιζαν καθώς ο ι αραχνόκλωστες σχισ ιματ ιέ ; τους διαστέλλονταν. Έξω από τ α χωριά, τ ο τηλεγραφικό σύρμα είχε γίνει μια ομοιόμορφη αλυσίδα από χιονονιφάδες π ου την έτεμνε μονάχα τ ι ) άραγμα των πουλιών, ενιο εγώ αποκάτω έπα ιρνα το μονοπάτ ι γι α ν U θρυμματ ίσω τη φρέσκια γυαλιστερή παγοκρούστα και να βουλιάξω

οι

σκονισμένα βάθη. Ταξίδευα μέσα από φιδόστρατες και πάνω από (('ι)('( -


W I NT E R R E I S E

145

χτ ες στη μέση χωραφι<ίιν και δίπλα σε χωματόδρομους που τρύπωναν σε σκιε ρά δάση και έβγαζαν πάλι σε κατάλευκη σκαμμένη γη και γρασιδότο­ πο. Οι κοιλάδες ήταν κουκκιδιασμένες με χωριουδάκια στοιβαγμένα γύ­ ρω από τις ξυλοκεραμωτές στέγες των εκκλησι(ίιν που τα καμπαναριά τους στένευαν και ύστερα προεξε ίχαν πάλ ι σφα ιρικά, σχηματ ίζοντας μαύρους ψαλιδωτούς τρούλους. Εκείνοι οι κρεμμυδόσχημοι θόλοι είχαν έναν αέρα ρωσικού ρυθμού. Κατά τα άλλα όμως, προπάντων όπου τα μα­ λακά πευκόξυλα αντικαθιστούσαν τη γυμνή και σκληρή δρύινη δοκαρω­ σιά , τρ σκηνικό ανήκε στα παραμύθια του Γκριμ. Μια φορά και έναν και­ ρ6 στην άκρη ενός πυκνού δάσους ζούσε ένας Υεροξυλοκόπο ς με την 6μορφη μοναχοκόρη τo ιr ήταν αυτό το είδος της περιοχής. Εξοχικά σπι­ τάκι.α που έδειχναν αθ(ίJα σαν ρολόγια με κούκο μεταμορφ(ίινονταν σε με­ λόψωμα μαγισσ(iJν με τον ερχομό της νύχτας. Βαριές κρυσταλλωμένες

χιονόμπαλες έκαναν τα κλαδιά των κωνοφόρων να γέρνουν από το βά­ ρος στη γη. Καθώς τα άγγιζε η άκρη του ολοκαίνουργιου ραβδιού μου τι­ νάζονταν ψηλά με σπιθοβόλες εκρήξεις. Τα κοράκια, τα χαβαρόνια και οι καρακάξες ήταν τα μόνα πουλιά στα περίχωρα και οι σα"ίτόσχημες πατη­ μασιές τους ζευγάρωναν εδ(iJ και κει με πιο βαθιές χαρακιές από λαγοπό­ δαρα. Κάμποσες φορές έπεφτα πάνω σε κάνα λαγό που έδειχνε πελ( iJριος έτσι καθισμένος ολομόναχος σε κάποιο λιβάδι· ζαβλακωμένος από την παγωνιά, πηλαλούσε αδέξια γυρεύοντας κρυψ(ίινα αφού το χιόνι τελμά­ τωνε τα πάντα, ιδίως όταν εξαφάνιζε ακόμα και τις ξύλινες ή σιδερένιες ράγες κα ι τους πασσάλους με τ ις πινακ ίδες στην άκρη των αγροτικ ιίιν δρό μων. Οι μόνοι άνθρωποι που απαντούσα έξω από τα χωριά ήταν ξυ­ λοκόποι . Τους έπαιρνα μυρωδιά πολύ πριν φανερωθούν από τα φαρδιά δl.δυμα αυλάκια των έλκηθρ(iJν τους, με τα βαθιά σαν μισοφέγγαρα χνά­

ρια από πέταλα αλόγων στη μέση. Ευθύς μετά ξεπρόβαλλαν σε ένα ξέφω­ Το ή στο σύνορο ενός απόμακρου δασυλλίου και ο ήχος των τσεκουρι( ίιν Και το λιμάρισμα των πριονιών με διπλή λαβή έφτανε στα αυτιά μου ένα δευτερόλεπτο μ ι! ά την κάθετη κ ίνηση ή το οριζόντιο πηγαινέλ α των οδο­ τ VΤωτ(iJν λεπίδων που άρπαζε το μάτ ι μου. Αν τη στιγμή που ζύγωνα, το ψηλ όκ ορμο δέντρο πήγαινε να σωριαστεί, μου ήταν αδύνατο να κάνω


146

Η Ε Ι Ι ΟΧΗ Τ Ι Ι Σ Δ Ο Ρ Ε Λ Σ

έστω κ α ι ένα βήμα παραπέρα. Τα άλογα που έσερναν τ ο έλκηθρο,

με

θρύμματα πάγου σης τούφες των οπλ(ί:ιν τους και μουσούδια χωμένιι στις ταϊστρες τόυς, ήταν τυλιγμένα με τσουβάλια, εν(ί:ι εγώ χτυπούσα τις φτέρνες στη γη πασχίζοντας να ζεσταθώ καθώς χάζευα το θέαμα. Αρματω­ μένοι με βαριές, τραχιοί ξυλοσχίστες στρωμένοι στη δουλειά μέσα σε κλοιι') από σχίζες, πριονίδι και λασπόχιονο έμπηγαν ως μέσα βαθιά τις σφήνες τους. Ήταν σκληροτράχηλοι φιλικοί άντρες και πάντα κάποιος, με πρ ()­ φαση την ύπαρξη μιας άγν(οοτης παρουσίας ανάμεσά τους και με πονηρ(') κλείσιμο του ματιού, ήταν έτοιμος να ξετρυπ(ί:ισει ένα μπουκάλι σναπς . Μ ονορουφηξιές που ης διαδέχονταν πνιχτές κραυγές Όρμηηκής ευψο­ ρίας περόνιαζαν με καυτή άχνα τον παγωμένο αέρα. Μ ια δυο φορές κατιι­ πιάστηκα και γω με το πριόνι, στην αρχή όπως όπως και αργότερα με χα­ πατσοσύνη, μην μπορώντας να μείνω μακριά, ώσπου το δέντρο τέλο ς γκρεμίστηκε καταγής. Και μια φορά που έφθασα ΕΠιτόπου, τη στιγμή ακρ ι­ βιί:ις που ο κολοβιομένος κορμός είχε φορτωθεί, με άφησαν να σκαρφαλιί) ­ σω στο έλκηθρο για να με σύρουν δυο από κείνα τα γιγαντόσωμα καστανι'ι τους άλογα με ης ωχροκίτρινες χαίτες και ουρές και τα κουδουνΙΟΗΊ πλουμίδια στη λαιμαριά τους. Η κούρσα τερματίστηκ ε με κάμποσα σναπς ακόμα στην τοπική μπιραρία και με την αναχώρησή μου, που δεν της έλει­ ψαν τα ιδιωματικά κατευόδια. Τότε μου είχε περάσει από το νου πως

αν

τύχαινε να μείνω με μισό παπούτσι στο δρόμο, θα μπορούσα όχι μόνο να αποκτήσω δασόβιες παρέες αλλά -όπως παρατήρησε μισογελώντας ένα ς ξυλοκόπος- να βγάλω και το ψωμί μου κόβοντας μαζί τους ξύλα. Η περιοχή εκείνων των λευκών τοπίων ήταν στο μεγαλύτερο μέ ρο;

της άδεια εκτός από την παρουσία των πουλι(ί:ιν' προχωρούσα με βήμ ι ( που έτριζε προσθέτοντας τα αποτυπ(ί:ιματα των καρφι(όν μου στη σται" ροβελονιά τους από μικρές τρίαινες. Εμπνευσμένος από το παράδειγ μ ι ι του βαρόνου, προσπαθούσα να απομνημονεύσω από την έκδοση τσέπη; της μετάφQασης των Σλέγκελ και Τ ικ τα αποσπάσματα εκείνα του Ά.μλετ που ήξερα κιόλας στα αγγλικά. Τι 'ναι στο πνεύμα αν(ί)τερο, να υποφι:,

ρεις / πετριές και σα ϊτιές αχρείας τύχης . οι στίχοι ξεχύθηκαν γου ργΙΗ" ριστοί πάνω στο σεντόνι του χιονιού με το καινούργιο ντύμα του : . .


W I NΤER R E I S E

147

Ob ' s ed/er im Gemϋt, die Pfeίl ' und Sch/eudem Des wϋtenden Geschicks erdu/den, oder, Sich waffnend gegen eine See νοπ P/agen, Durch Widerstand sie enden. . • .

Ώσπου έφτασα στο: . . αν η τρομάρα / μην είναι κάτι μετά θάνατον, στον .

κόσμο / τον άλλο,

απ '

όπου δεν Υυρίζει ταξιδι(ίπης. . . :

Nur dass die Furcht νο, etwas nach dem Tod­ Das unentdeckte Land, νοπ des Bezirk Kein Wandrer wiederkehrt. . . Για άλλη μια φορά όποιος σκόνταφτε πάνω μου κατά λάθος, όπως εκείνη η γιαγιά στο δρόμο της Ουλμ, θα με περνούσε για μεθυσμένο · με τη

μεταφορική έννοια της λέξης βέβαια, θα ε ίχε σωστά μαντέψει. Σχεδόν σε κάθε χιλιόμετρο συναντούσα ξύλ ινους Εσταυρωμένους,

σκαλιστούς και ζωγραφισμένους σε αφελή μίμηση του μπαρόκ, που ξε­ φύτρωναν γειρτοί στο δρόμο. Αιμοστάλαχτες πληγές ξέσχιζαν τις σκε­ λετωμένες φιγούρες και η έκθεση στο ύπαιθρο είχε σκεβριί)σει το ξύλο ή είχε ανοίξει ρωγμές στις φλέβες του. Φωτοστέφανα από αμαυρωμένο μπρούντζο ξεπετούσαν ακτίνες πίσω από τα κεφάλια · τα μέτωπα ήταν κιόλας αδέξια στεφανωμένα με πλεξούδες από φυσικά αγκάθια και στε­ γασμένα με διακοσμητικά σφηνωτά σανίδια. Ίσως αυτοί να ήταν οι πά­ ντα μεταβλητοί μακρινοί αντικαταστάτες των πριί)των χριστιανικιί)ν συμβόλων που ο άγιος Βονιφάτ ιος, φθάνοντας από το Ντεβονσάιρ, είχε αναρτήσει στη Γερμανία. Π ροσηλύτισε τη χώρα στο χριστιανισμό εκατό χρόνια μετά τον ερχομό του αγίου Αυγουστίνου στο Κεντ, και όχι πολύ περ ισσότερα από διακόσια μετά την εισβολή του Χένγκιστ και του Χόρ-

κ ν ά (Σαίξπη ρ , Π ρ ξη Ρ ιί>τας ) σ η ή l η , μτφρ . Τι 'να ι στο πνε ύμ α ανώτερο , να υποφέρει ς πε τριές και σα ϊτιές αχρείας ηίχης, ή να πα ίρνεις τα όπλ α ενάντια σ ' ένα πέλα ο βάσανα

κ ι αντιχτυπώντας να τους δ ίνεις τέλος; Γ, Άμλετ,

Β.


Η r. 1 I 0 X I l Τ Ι Ι Σ Δ υ l' Ε Λ Σ

148

σα91 στη Βρετανία, εν(ί) τον ίδιο κα ιρό τα ξα δέρφια τους οι Γερμανο ί εφορμούσ α ν στη Γαλ α τία μέσα από κε ίνα τα υπερδουνάβια δάση. Ο άγιος από το Ντεβονσάιρ δεν ήταν ο μοναδικός Άγγλος που βοήθησε να εξοστρ ακ ιστούν οι αρχα ίοι θεο ί : καλόγεροι από τη νοτιοανατολική Αγγλ ία, τις δυτικές επα ρχίες και τ ις κεντρικές κομητείες της σύντομ(( εγκαταστάθηκαν σε όλους τους αρχαίους επισκοπικούς θρόνους της Γερμανίας. Στοχασμοί αβέβαιοι ευδοκιμούν σε αυτές τ ις καιρ ικές συνθήκες. Ο κόσμος είναι τυλιγμένος στο λευκό, αυτοκινητόδρομοι και τηλεγρα φι­ κές κολόνες εξατμίζονται, κάστρα δ ιαγράφονται ανάμεσα σε μένα και τον ορίζοντα· το καθετί γλ ιστρά εκατοντάδες χρόνια πίσω. Οι λεπτομέ­ ρειες του τοπ ίου -τα αποφυλλωμένα δέντρα, τα καλύβια, ο ι πύργο ι των εκκλησι(ί)ν, τα πουλιά και τα ζ(ΟΟ, τα έλκηθρα και οι ξυλοκόποι, οι δεματιασμένες θημωνιές και ο ι σποραδικοί γελαδάρηδες που σαλαγοίιν ένα τρεκλό κοπάδι από το ένα βουστάσι στο άλλο-, όλα προβάλλουν απομονωμένα και σκουρόχρωμα πάνω στο φόντο του χιονιού, χειρο ­ πιαστά και πολυσήμαντα. Τα αντικείμενα κορμιάζουν ή μισερεύουν και οι μετασχηματισμοί τους θ υμίζουν πρ(όιμες ξυλογραφίες με χειμωνιάτ ι­ κες αναπαραστάσεις αγροτικής ζωής. Μερικές φορές, το ίδιο το τοπ ίο μετακ ινεί το σκηνικό πιο π ίσω στο χρόνο. Μ ικρογραφίες εικονογραφη ­ μένων χειρογράφων ζωνταντεύουν· ενσαρκώνουν σκηνές που οι παλ ιές συνόψεις και τα βιβλία της ακολουθίας των Ωρών περιλάβαιναν μέση στο όμικρον του Orate fratres. Το χιόνι πέφτει· αυτή είναι η ατμόσφα ι ρ( ( των καρολιγγειαν(όν βασιλιάδων. Κεντρισμένος από το πάθος μου γ ιιι τον Β ιγιόν, είχα πριν από ένα χρόνο ανακαλύψει και καταβροχθίσε ι τ η Αατινική λυρική ανθολογία του Μεσαίωνα και τους ΠεριπλανιίJμενO l '; στοχαστές της HeIen WaddeII και είχα ρουφήξει τον Αρχιποιητή92 κα ι τι ι Caπnina Burana· και τιί)ρα, χωρίς να χάνω καιρό, ταύτιζα τον εαυτό μιJ1' μ ε κάποιον από κείνους τους περιοδεύοντες γραμματικούς του Μεσ( ι ί ­ ωνα. Στα χάνια ή τα α χούρια όπου έμενα, όταν πρωί πρωί σκάλιζα μ ε τι ι νύχια τις παγωμένες φτέρες και ατένιζα το χειμωνιάτικο πανόραμα ν ι ( απλ(όνεται μπροστά μου, η ψευδαίσθηση ήταν απόλυτη.


W I NTERKEISE

149

Nec !ympha caret a! veus nec prata virent herbida, so! nostra /ίJgit aureu,� conJϊnia; est inde dies ni veus

ποχ /ngida*

Αυτός ήταν ο κόσμος γύρω μου !

De rami.ς cadun t J"o!ia** . . .

Είχαν

σκ ορπίσει από καιρό. Modo J"rige,ςcίt quidquid e,ςΙ*** Κ ρεμάμενα π αγο­ κ ρ ύσταλλα που έκρυβαν τη θέα στάλαζαν από τα γείσα της οροφής για επ ιβεβαίωση του στίχου. Αυτός ο σκυθρωπός καιρός είχε ένα στο ιχείο περισυλλογής και π α ­ ρηγοριάς, εκτός από την (ορα του δειλινού, που ο ήλιος, αθέατος πίσω από τα σύννεφα -περιορισμένος σε μια κηλίδ α ασημιά ή ξαπλωμένος σε μια πορτοκαλιά σφαίρα-, άρχιζε να βασιλεύει. Τότε οι σταροκόρα­ κες βουβαίνονταν' το ρόδινο λυκόφως χλιομιαζε στις απρόσ ιτες I�oυνo­ κορφές το φως αχνόσβηνε πάνω στα σταχτερά λ ιI�άδ ια' και η ζωή απο­ τραβιόταν τρεμουλιαστή σαν την ψυχή που αποχα ιρετά το σιΟμα. Ξάφ­ νου όλα βυθίζονταν στη σιωπή των φαντασμάτων και γω λαχταρούσα ν ' αντικρίσω τ ο λ υχνάναμμα ν α ξεχύνεται από τ α παραθύρια του χωριού που ήταν ο προορ ισμός μου. Καμιά φορά έχανα το δρόμο, όταν έπ α ιρ­ να στραβά τις οδηγίες που μου έδιναν σε κάποιο αγρόκτημα ή καλύβι' άλλοτε τις έπνιγε η ντοπιολαλιά , το ξεροβόρι ή κανένα φαφούτ ικο στό­ μα, Και όπως τραI�oύσα μέσα στο σύθαμπο για ένα από κείνα τα τρία αχαρτογράφητα χωρ ιουδάκια, ένα στιγμιαίο α ίσθημα πανικού άρχισε •

.. Νερό δεν ρέει στοll πο ταμ οιι την κοίτη κι οllδέ βλασταίνει χλ ΙJη στο λ ιβιΙδι χά θηκε ο χρ ωομ ά της ήλ ιο ς πίσω απ ' τα ιJlίνO(Xl μα ς εδιί> χι ο νΙJλειικη είναι η μέρα και παΥωμένη η V1ίχτα . . . ... Απ ' τα κλωνιά πέφτοιιν τα φιίλλα . . . . .... Μεμιάς το καθετί παΥιίJ ε ι . . . ν .


1 50

Η F. n o x l l Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ι' Ε Α Σ

ν α μ ε κυριεύει. Ε ίχα από (ό ρα προσπεράσει την τελευταία πινακίδα στο δρόμο μου: Το βέλος της έδειχνε προς Φάφενμπιχλ και Μάρβανγκ - έχω συγκρατήσει αυτά τα δυο ονόματα επειδή το πρ(ότο ηχούσε αστεία και το δεύτερο καταχθόνια . Μονομιάς σκοτείνιασε και το χιόνι έπεφτε με ορμή. Τα πόδια μου έβρ ισκ α ν ψηλ αφητά το δρόμο με τη βοήθεια ενός ξύ­ λ ινου φράχτη, όταν έχα σα κάθε επαφή και, σκοντάφτοντας σε μια ριπ ή του ανέμου, βάλθηκα να κυκλοφέρνω τσαλαβουτ(,ί)ντας χωρίς να βρ ίσκω πια το στήρ ιγμά μου. Π ρέπει να είχα ξεστρατίσει σε κάποιο χωράφι.

Γω

κ α λ ή μου τύχη ωστόσο β ρ ήκα έναν ρημαγμένο αχερά)να και κατάφερ α να φτάσω ψαχουλευτά ως την πόρτα του. Άναψα ένα σπίρτο, σάρωσα το χιόνι και κάτ ι παλ ιές κοπριές κα ι περιττώματα από κουκουβάγ ιες σ ε μια γωνιά και, ρίχνοντας πάνω μου όλα τα περισσευούμενα ρούχα ποι ' είχα στο σάκο μου, υποτάχτηκα στη σκέψη πως θα κόνευα εκεί ως το ξη­ μέρωμα. Ο ήλιος μόλις είχε δύσει. Συνήθως είχα κάπου φυλαγμένο ένα μήλο, μια μεγάλη φέτα ψωμί κα ι ένα παγούρι, αλλά όχι τούτη τη φορά. Δεν υπήρχε φως για να διαβάσω ή κανένα κούτσουρο να ανάψω φωτ ιά , το κρύο έτσουζε και ο άνεμος έμπαζε χιόνι από ένα πλήθος χαραμάδες. Έκανα κουβάρι το κορμί και αγκάλ ιασα τα γόνατα με τα χέρια μου σαλεύοντας πού και πού για νrι χτυπά) τ ις φτέρνες καταγής και να ανοιγοκλείνω τα μπράτσα. Xαμη λίJ υψόμετρο για λύκους, σκέφτηκα μελοδραματικά' άραγε ήταν έτσι; Σε λ ί ­ γο σταμάτησα το τραγούδι που με αυτό πάλευα να ξεγελάσω τις ατέ ­ λειωτες (όρες. Δεν απόμενε τ ίποτε άλλο από το ν α κάθομαι τρεμουλια ­ στός και σφιγμένος σ ' αυτή την προ 'ίστορική εντάφια θέση ακούγοντας τα δόντ ια μου να κροταλ ίζουν. Κάθε τόσο ένιωθα να πέφτω σε ένα εί(') ος καταληψ ίας. Ξαφνικά όμως -εκεί κοντά στα μεσάνυχτα ή μήπως μΗ( (,ί)ρα αργότερα;- ο αέρας κόπασε και το αυτί μου πήρε ανθρώπινες ομ ι ­ λ ίες. Αμέσως πήδησα επάνω κα ι πετάχτηκα έξω φωνάζοντας. Έγ ινε παύση' κάποιος αποκρίθηκε. Μόλι ς ξεχώριζα δυο θαμπέ ς μουντζαλιές . Ήταν χωρικοί που γυρνούσαν στο σπίτι. Μα τι γύρευα εκε Ι τέτοια ν ί'· χτα; Τους είπα. Der aπne Bua! - Το καημένο το παιδί! εΙπαν όλο σι ' · μπάθεια. Ωστόσο η ώρα ήταν ακόμη οκτώμισι και το χωριό βρισκ ότ α\'


W I N Τ f. R R E I S E

15 1

nLow από το λόφο, μόνο διακόσια ή τριακόσια μέτρα μακριά. Έτσι μέσα

σε π έντε λεπτά αντίκρισα τ ις στέγες, το καμπαναριό και τη φωτισμένη εξώθυρα. Το χαλί που είχαν υφάνει τα νυχτοκάντηλα ξεδιπλωνόταν πά­ νω στ ο χιόνι και οι νιφάδες, καθ«(ις πεταλούδιζαν μπροστά στα τζάμια,

μεταμορφ(ονονταν σε χρυσά τσεκίνια. Μ έσα στο πανδοχείο, χωρικοί γύ­ ρω από ένα τραπέζι, τυλιγμένοι σε καπνοθυμιατό από τα καπακωμένα τσιμπ ούκ ια τους, μασούσαν τα φωνήεντα πάνω από κούπες μπ ίρας ανώφελα προσπαθούσα να τους καταλάβω. ***

«Χανς ! » «Τι; » «Με βλέπεις ; » «Όχι». «Ε, τότε φτάνουν οι μπουλ έτες». Η αφεντικίνα του πανδοχείου, που ήταν από το Μόναχο, μου εξη­

γούσε τ ις δυσκολίες της διαλέκτου επαναλαμβάνοντας μια φανταστική στιχομυθία ανάμεσα σε δυο βαυαρέζους χωρικούς. Κάθονται αντικρι­ στά στο τραπέζι σερβίροντας τα πιάτα τους από μια πελώρια πιατ έλα με μπουλέτες και σταματούν μόνο όταν στο πιάτο του ενός έχουν στοιβα­ χτεί αρκετές γ ια να κρύψουν τη θέα του άλλου. Στην κα θομιλουμένη γερ­ μανική ο διάλογος θα είχε αυτή τη διατύπωση: ''Hans! '' "Was?" "Siehst Du mich?" "Nein . " 'Άlsο , die K nodel sind genug". Αλλά σ τ η διάλεκτο

της νότ ιας Βαυαρίας, όσο θυμάμαι, ακούγεται κάπως έτσι: "Schani ! " "Woas?" "Siahst D u ma?" "Na." "Nacha siang die Kniadel knua". Τ έτοι­ οι φθ όγγοι βαβούριαζαν στο φόντο της κοπιαστ ικής βαυαρέζικης πο­ ρεl.α ς μου. Τα χάνια σε τούτα τ ' απόμερα χωριουδάκ ια του χειμ(ονα ήταν ζε­ στούτσικα και βολικά. Σ τον τοίχο υπήρχαν συνή θως φωτογραφίες του Χ ίτ λερ και κάποιες υπαγορευμ ένες αφίσες, υπερτερούσαν όμως τα σύμ­

βολα ευλάβειας και αγαθής μνήμης. Ίσως επειδή ήμουν ξ ένος, η πολιτι­ κ� σπάνια έμπα ινε στις συζητήσεις όπου έπαιρνα μέρος, πράγμα αρκετά


152

Η r. I I O X I I Τ Ι Ι Σ Λ Ο Ρ Ε Λ Σ

περίεργο αφού οι οικισμοί αυτοί βρίσκονταν πολύ κοντά στη γενέτειρι( του κό μματος. (Στις πόλεις ωστόσο το κλίμα ήταν διαφορετικό.) Το κουβεντολόι εδιίJ , όταν είχε να κάνει με τις τοπικές ιδιορρυθμίες της Βαυαρίας, έσφυζε από αστεία προκατάληψη. Ως εκείνες τ ις μέρες, δεΚCl­ δες χρόνια μετά την προσάρτηση του βαυαρέζικου βασιλείου στη γερμι(­ νική αυτοκρατορ ία α πό τον Μπίσμαρκ, η Π ρωσία έμενε ο στόχος της κορο'ίδίας των ΒαυαριΟν. Συνηθισμένη καρ ικατούρα της ανεκδοτολο­ γίας τους ήταν ένας υποθετικός Π ριοσος που επισκέπτεται την περιοχή , Π ειθαρχικός, αποβλακωμένος, ξεροκέφαλος και αψύς στα λόγ ια , μ ι' ισχνά φωνήεντα και κολοl-kl σύμφωνα -προφέροντας s το παχύ sch κω Υ το σκληρό g-, α υτός ο γελοίος ανθρωπάκος ήταν εύκολη λεία για τοι ' ; α νέμελους αλλά παμπόνηρους Βαυαρούς. Μέσα τους διατηρούσαν ακί) ­ μ η συμπάθεια για τους πριοην I�ασιλιάδες τους. Οι πανάρχαιες ρίζες κ ω

η χιλιόχρονη ηγεμονία του οίκου των Βίτελσμπαχ είχαν χαραχθεί μ ε Π Ε ­ ρηφάνια στη μνήμη κ α ι οι εκκεντρικότητέ� τους είχαν συγχωρεθεί. Μ ω τόσο ένδοξη προικισμένη και όμορφη δυναστεία είχε κάθε δικα ίωμι ι , έλεγαν εκείνα τα γκριζωπά κεφάλια, να συμπεριφέρεται λίγο παλαl�ά ,

11

σεμνότητα του πρίγκιπα Ρούπρεχτ, νόμιμου διεκδικητή του θρόνου, πο ι ' ήταν επίσης κ α ι ο τελευταίος μνηστήρας του αγγλικού θρόνου από τ η I�ασιλική γενιά των Στ ιούαρτ, συχνά σχολιαζόταν ευνο 'ίκά' ο ίδιος ήτιι\' διάσημος γιατρός στο Μόναχο και κοσμαγάπητος. Όλα τούτα απέπνειι\' μια νοσταλγία γ ια ένα παρελθόν niJ Qa δυο φορές απομακρυσμένο χω I�αριά σκ ιασ μένο από τα τελευταία ιστορικά γεγονότα. Μου άρεσε '! προσήλωσή τους στις παλιές αξίες. Ωστόσο δεν βλέπουν όλοι με κιι λ ι ι μάτι τους Βαυαρούς: Μ έσα και έξω από τη χώρα κυκλοφορούν

(')LC[ l ' ­

ρούμενες φήμες κ ι ακούγονται ενοχοποιητικές ιστορίες επιθετικότητι ι : κ αι α πα νθρωπ ιάς. Έδε ιχναν π ιο τραχιά φυλή από τους καλλιεργη μ ι' ­ νους Ρηνανούς ή τους φιλόπονους και ανεπιτήδευτους Σουηβούς. Ίοι 'ι: τ ο παρουσιαστικό τους ν α ήταν π ι ο χοντροκομμένο κ α ι οι τρόποι ΤΙl1': πιο ασυμl1ίβαστοι, και ακόμα �σήμαντη λεπτομέρεια- έχω διαΤΤ]L, I Ί σει την εντύπωση , λαθεμένη ίσως, ενός σκουρότερου τόνου στο χvι ίη l > ι των μαλλιιΟν. Δεν έβρ ισκα όμως τ ίποτε το αποκρουστικό σε εκε ί νο ι ' :


W I NT E K K E I S E

153

του ς κτηνοτ ρ όφους, τους δασοκόμους κ αι τους ξυλοκόπους που συνα­ να στρεφόμουν τα βράδια. Τους θυμάμαι με μουστάκ ι α και ρυτίδες και σκ αφτές κόγχες ματιών, με τις φθαρμένες λέξεις τους και τη ζεστή δια­ χυτ ικότητα και καλοσύνη τους. Το σκάλ ισμα του ξύλου α φθονούσε ως την τελευταία γωνιά των σπ ιτικι ον τους και η α λήθεια είναι πως από τα νορβηγικά φιόρδ ως το Νεπάλ, πάνω από ορισμένες γεωγραφικές ισο ϋ ­ ψεί ς καμπύλες, το τελικό άθροισμα από ατελεύτητους χειμι ί)νες, πριί)ιμα σου ρουπιοματα, τ ρ υφερά ξύλα και καλοακ ονισμένα μαχαίρια είνα ι λίγο πολ ύ το ίδιο. Κλιμακι ονεται αγγ ίζοντ ας ένα πυ ρ ετικό ζενίθ στην Ελβε­ τ Ια, όπου κάθε χειμ(ί)νας γεννά εκ α τομμύρ ι α ρολόγια με κούκο , α ίγ α­ γρους , νάνους και α ρκούδες. Ένα από κείνα τα β ρ άδ ια, κάποιος ακο ρ ντεονίστας έκ α νε όλο το ακροατήριο να το ρίξει σε τιρολέζικους λαρυγγισμούς. Σήμερ α δεν μπο­ ρώ να τους υποφέρω, αλλά την εποχή εκείνη με άφηνα ν εκστατ ικό. Στο τελευταίο χωριουδάκι βάλθηκα να κυλ ιέμα ι στο πάτωμα παλεύοντας φι­ λικά μ' ένα συνομήλικό μου αγό ρ ι. Ο αγιονας τελείωσε με μια σφιχτή λα­

βή και μια τρικλοποδιά, με αποτέλεσμα να σηκωθούμε κουτσα ίνοντας μέσα στη γενική επευφημία, λουσμένοι στον ιδ ρ (ίπα και το π ρ ιονίδι και να τραβήξουμε γραμμή για κείνα τα δυναμωτικά μπιροπότηρα. Για να ξ επ ληριοσω τη φιλοξενία μου στα υποστατικά ή την π ρ οσφορά ασύλου από τι ς κοινότητε ς , έφτιαχνα σκίτσα των ζευγάδων, των χανι­ τζήδων και των γυναικιον τους και του ς χά ρ ιζα τα έργα μου, κι εκείνοι . ίσως από ενγένεια ή απλότητα, έδειχναν ενθουσιασμένοι. (Π ιο κάτω θ ' ασχοληθιί> εκτενέστερα με τα πλεονεκτήματα της επ ίδοσής μου στο σχέ­ διο. Γιατί σε κάποιο σημείο της διήγησής μου θα παίξει σημαντικό ρόλο. ) 01< 01< 01<

Σ τι ς πόλεις ήταν αλλι(ος τα πράγματα . Π ρέπει ,1α πω πως σε όλες τ ις τυ­ χαίες συζητήσεις που είχα στα καφενεία, τ ις μπιραρίες και τα κρασο­ πουλειά τα έκανα κυριολεκτικά θάλασσα. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω πόσο ανίδεο ς στάθηκα ακόμα και αν χρειαστεί να χασομερήσω για μια δυο σελ ίδε ς .


154

Η F. l l o X Ii Τ Ι Ι Σ Δ a l' Ε Λ Σ

Είναι fJtIiaLo πως τ ο συνονθύλευμα εκείνο των ιδιαίτερων χαρακτη­ ριστικ(ί:ιν, που είχε οδηγήσει τους δασκάλους μου στην απόγνωση, δεν εί­ χε καταφέρει να καταλήξει σε τίποτε που να μοιάζει, έστω και από μα­ κριά, με στοιχειώδη πολιτική συνείδηση και είμαι αναγκασμένος να πα­ ραδεχτ(ί) πως εκτός από κάποιες αυτονόητες, σχεδόν υποσυνείδητες προ­ καταλήψεις μου, τα πολιτικά ζητήματα με άφηναν τελε ίως αδιάφορο. Εκε ίνο τον καιρό ήταν ακόμη δυνατό να γνωρίζονται αρκετά καλά μετα­ ξύ τους οι άνθρωποι χωρίς να έχει ο ένας την παραμικρή ιδέα για τις πο­ λι τικές πεποιθήσεις του άλλου' και στο κολέγιό μου, του Καντέρμπουρι, η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από όλα τα θέματα εκτός από τούτο. Δεν χρειάζεται να πούμε πως σ ' ένα τόσο μικρό, αρχαίο και βουτηγ­ μένο στην παράδοση ιδιωτικό σχολείο μιας απίθανης αρχαιότητας, θε­ μελιωμένο μερικές δεκαετίες μόνο μετά το κλείσιμο της Ακαδημίας των Αθην(ί:ιν από τον Ιουστινιανό, η ατμόσφαιρα έρεπε προς το συντηρητι­ σμό' ένα συντηρητισμό αφηρημένο όμως, χωρ ίς επιθετικότητα επειδ ή ήταν αδιαφιλονίκητος - τουλάχιστον ως τα δεκαέξι μου χρόνια, ηλικία που εξα φανίστηκα από το προσκήνιο' συντηρητισμό που είχε ωστόσο ει ­ σχωρήσει βαθιά στο αίμα μου. Δεν έλειπαν ο ι περιπτώσεις ετεροδοξίας . κυρίως ανάμεσα στα μεγαλύτερα παιδιά, περιορισμένης όμως και καθό­ λου βίαιης, χωρ ίς ε μπρηστ ικές εφόδους με σκοπό τη διανομή μανιφέ ­ στων ή την απαγωγή ομήρων. Ο κομουνισμός στα δικά μας περίχωρα υποδήλωνε μέχρι τότε τις μακριές γενειάδες, τα γούνινα καπέλα και τις βόμβες αερίου που βλέπαμε σε κάτι παλ ιές σατιρικές γελο ιογραφίε ς ήταν μια έννοια ασύλληπτη, σχεδόν εξωτική, που ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας. Τους λ ιγοστούς συμμαθητές με σοσιαλ ιστικ ές τάσεις τούς βλέπαμε ως ακίνδυνους και συνάμα λίγο παράξενους και ενώ δυο Τί1ίt( χρόνια αργότερα μπορεί να φαίνονταν συναρπαστικοί, για την ώρα δ ε ν είχαν καμιά απολύτως λάμψη. Η θεωρία τους ηχούσε συγκεχυμένη κ αι χωρίς γοητεία και οι βουλευτές του εργατικού κόμματος ταυτίζονταν λί­ γο πολύ με τα ατσάλινα ματογυάλια, τα χειροποίητα ρούχα, με το κακ άο. τα κέικ με γλυκάνισο και κάτι μουτρωμένα, αποκαρδιωτικά π ρόσωπα . που φιλοδοξούσαν ν α καταργήσουν - τι αλήθεια; Εδώ, ένας αντιφα τι-


W I NTER R E I S E

155

κός κυκε(ί>νας από ποικίλους στόχους ξεκούφαινε το μαθητή του γυμνα­ σ ίου. Π ρ(ί>τη και καλύτερη την αυτοκρατορία ! Τον πολεμικό στόλο ! Το στ ρατό ! Την κατεστημένη θρησκεία - εκτός από τις οργαν(ίJσεις των με­ eoδιστ(ίJν' το Γιβραλτάρ, τους λόρδους, τις περούκες των δικαστιί>ν, τα σκ οτ σέζικα κ ιλτ, τα γούνινα καπέλα της ανακτορικής φρουράς, τα ιδιω­ τ ικά σχολεία και όχι μόνο αυτά, αλλά και τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικ(ί>ν και λατινικ(ίJν, την Οξφόρδη και το Κέιμπριτζ, ίσως ακόμα και τους αγ(ίJνες κωπηλασίας α νάμεσα στα δυο πανεπιστήμια' τις ιππο­ δρομίες με φυσικά εμπόδια, τη σκοποβολή, το κυνήγι των φασιαν(ίJν και της αλεπούς, τους αγ(ί>νες δρόμου, τις ιπποδρομίες ομαλού εδάφους, το Ντ έρμπι, τα στοιχήματα, τη ζωή στην εξοχή αλλά και πολλές καλλιέργει­ ες. (<<Σου λέω αν ήταν στο χέρι τους θα ξεχέρσωναν το σύμπαν για να φυ­ τέψΟυν παντζάρια και κουνουπίδια! ») Και όσο για το Λονδίνο! Τα πα­ ραδοσιακά θέατρα «Palladium » και «Aldwych» θα μετατρέπονταν σε αί­ θουσες διαλέξεων ή καντίνες αντιαλκοολικής εκστρατείας. (Αυτές ήταν μάλλον απόψεις εισαγόμενες, απόηχο ι από ξεσπάσματα και παράπονα που εκδηλ(ί>νονταν στο σπίτι και όχι στο χ(ί>ρο του σχολείου. Α ν και εδ(ί) το επίπεδο μπορεί να ήταν καλύτερο, σε γενικές γραμμές το πνεύμα ήταν αυτό . ) Σ ιγά σ ιγά ο δ ιάλογος ατονούσε και μια συλλογισμένη κατήφεια έκανε την εμφάνισή της. Τότε κάποιος πετούσε μια κουβέντα : « Κρίμα που δεν μπορεί να γίνει κάτι με τους φουκαράδες αυτούς και το επίδομα ανεργίας τους» ' η θλίψη γενικευόταν ' και πάλι «Τέλος πάντων αυτοί οι άνθρωποι στα ορυχεία δεν έχουν στον ήλιο μοίρα». Η αμήχανη σιγή πα­ ρατεινόταν καθ(ί>ς εκείνες οι προοδευτικές σκέψεις περ ιφέρονταν στον αέ ρα. Ώσπου, τέλος, κάποιος έβαζε διακριτ ικά στο γραμμ ό φωνο το «Rhapsody ίη Blue» ή το «Αίη ' t Misbehavin » και γύριζε τη συζήτηση σε πιο ευχάριστα κανάλια: στις μουσικές θεατρικές επιτυχίες της σεζόν, στα σκάνδαλα της ημέρας, στην Ταλούλα Μπάνχεντ,93 το αργό σερβίρι­ σμα στο κρίκετ ή τ ις πρ(ί>τες σατιρικές παραγράφους του Ιουβενάλη. Οι πρ(ί>τες μέρες μου στο Λονδίνο δεν βελτίωσαν καθόλου τ ις τάσεις αυτές , το αντ ίθετο μάλιστα. Οι παρέες μου --ομο ιοπαθείς από άλλα ιδ Ρύ ματα, που τριγύριζα μαζί τους στην αρχή- με περνούσαν ένα δυο


156

Η " " Ο Χ " Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

χσόνια. Την πσόωση απομάκρυνσή τους από τ α θσανία τ η χρωστούσαν στην αν ικανότητά τους μάλλον και όχι σε πασάβαση κανόνων. Ήταν όλοι τους άδολα, σοδομάγουλα αγόσια με καλοχτενισμένα μαλλιά' σαλ­ πιγκτές και σημαιοφόσοι στο κουκούλι τους ακόμη, που έφτυναν αίμα για να πεσάσουν τις εξετάσεις τους και ονειρεύονταν να κατακτήσουν απόλ υτα τις συνήθειες των μελλοντικιiJν συνταγμάτων τους. Απόφε υ ­ γαν τα σπορ σούχα πσοτιμιοντας να φοσούν κοστούμια και αγκομαχοίJ­ σαν ευτυχισμένο ι μέσα στη θηλιά της ολομέταξης γραI�άτας τους ποι, σχημάτ ιζε κόμπο γύσω από τον ψηλό κολλαριστό γιακά τους. Ο οίκος Lock πσομήθευε τις περικεφαλαίες τους - καπέλα μελόν για τις ιππο­

(') σομίες του Γκούντγουντ. Τα καταστήματα Brigg ή Swaine και Adeney τούς ξιφοστόλ ιζαν με ομπρέλες που καμιά νεροποντή δεν θα τις avc(­ γκαζε ποτέ ν ' ανοίξουν και ακόμα -τύχη ζηλευτή ! - οι Lobb, Peel κα ι Maxwel l , πιστιiJνοντας το λογαριασμό των μπαμπάδων τους, τους είχαν παπουτσ ι iJσει με υπέροχα χειροποίητα λουστρίνια. Σοβαροί σοβασοί . έI�αζαν τα δυνατά τους να μην κουβαλούν ποτέ πακέτα στο Λονδίνο . να φουμάσουν τούρκ ικα ή αιγυπτ ιακά αντί για φτηνά ντόπ ια τσιγάgcι. --ακόμα και αν δεν είχαν όρεξη να καπνίσουν- και να αποφεύγουν τ η χρήση της κρυφής μαύσης λίστας ρημάτων που αποδοκ ίμαζε η παράδο­ ση του Συντάγματος. Οι κoυI�έντες τους ήταν ειλικρινείς, αλλά οι συζη ­ τήσεις περ ιστρέφονταν κυρ ίως γύρω από στρατιωτικούς ράφτε ς . οπλουργούς και κατασκευαστές σπιρουνιιον και μπαρμπέρηδες μ ε δ ι(( ­ φορες λοσιόν καθώς και την προτεραιότητα της γαρδένιας ή του γασ ί­ φαλου στις δεξιώσεις - παράλογες και μάλλον χαριτωμένες ανησυχίες που ταίριαζαν σε φτηνό ρομάντζο. Με θάμπωνε εκείνη η εξεζητημένη νΕ ­ ανική φιλαρέσκεια' μου φαινόταν ως το αποκορύφωμα της κοσμικ ή ; ωριμότητας και έκανα ό,τι μπορούσα γ ια να τη μιμηθώ. Αξιοποι(δντας τις συμI�oυλές της πείρας γύρω από μοτίβα και πατρόν, ψιλολογοίJ(J( ( εκλεκτικά σε μαγαζιά αθόρυI�α σαν σπηλιές στο βυθό της θάλασσας κω οι λογαριασμοί σωρεύονταν ο ένας πάνω στον άλλον. Με το πλήρ(ι)μυ του χρόνου, ξέσπασε και ο καβγάς μεταξύ Ινδίας-Λονδίνου με αντικε ί ­ μενο τις σπατάλες μου και με εκδηλιiJσεις κατάπληξης μάλλον παρά

0\..'

-


W Ι Ν ΤΙ ' Κ Κ Ε Ι � Ε

157

Υ ής από τη� πλευσά της Ινδίας π(ί>ς ήταν δυνατόν να είμαι τόσο επιπό­ λαιος; Οι διακσιτικοί πεσίπατοι πάνω σε τσιποδιαστά άλογα στη σκιά των πλατανόδεντσων, με συντσοφιά τους καινοίισγιους φίλους μου τις ώρες που η πάχνη της αυγής τύλιγε ακόμη το Χά ιντ Παρκ ήταν ένας υπέ­ ροχος τρόπος να ξεκ ινήσει κανείς τη μέρα του' όσο για το χειμ(ί>να , κυ­ νηγούσα αλεπούδες καβαλ(ί>ντας δανεικά άλογα. Με καλόπ ιαναν γιατ ί ήμουν ο μικρότερος της παρέας και επειδή η αυθόσμητη ορμητικότητά μου , συνδυασμένη με μια μορφή παιχνιδιάρικης επ ιδειξιομανίας που το μυστικό της είχα μάθει πριν από πολύ καιρό και συστηματ ικά είχα καλ­ λιεργήσει, μου εξασφάλιζε μια αμφισΙ�ητήσιμη δημοτ ικότητα. Μου συγ­ χ(ί)ρεσαν ακόμα και τη Ι�oυτιά που πήρα στη λίμνη τη βραδιά μιας χοροε­ σπερίδας μόνο και μόνο επειδή την (δρα που σκαρφάλωνα έξω από το νερ ό, καλυμμένος με Ι�oύρλα και νερόχορτα, θυμήθηκα πως το φράκο που φορούσα δεν ήταν δικό μου. Ήταν τότε περίπου που άρχισαν να με Ι�σανίζoυν οι πρ(ίπες αμφι­ βολίες γύρω από μια στρατιωτική κασιέρα σε καιρό εισήνης. (Φωνές σει­ ρήνων --{) κόσμος της λογοτεχνίας και των τεχν(ί>ν- με καλούσαν μυ­ στικά.) Οι φίλοι μου, μολονότι γκρίνιαζαν για έλλειψη μετρητιί>ν, θα εί­ χαν ωστόσο αρκετό χρήμα μελλοντικά για να κάνουν πιο ενδιαφέρουσα τη ζωή τους στο στρατό πλουτίζοντάς τη με τα σπορ που προτιμούσαν, και περισσότερο από αρκετό γ ια να ξεσηκιί>νουν το Λονδίνο με π ιο εντυ­ πωσιακούς τρόπους από τα απλά εΙ�δoμαδιαία γλεντάκια μας. Τέλος, αν έπλητταν στο στρατό μπορούσαν και να τον εγκαταλείψουν. Τι θα γ ινό­ ταν με μένα ωστόσο που έπρεπε να ζήσω από το μισθό μου; Ίσως να βρι­ σκόταν κάποια λύση αν είχα μέσα μου Ι�θιά ριζωμένη κλίση για το στρα­

τό . Όμως ένιωσα ξαφνικά πως εκείνη η ιδέα είχε διαμορφωθεί μόνο και μόνο faute de mieux1J4 και πως ήμουν ανέτοιμος να αντιμετωπίσω τους πειρασμούς με πιο φειδωλή διαχείριση όσο και να πειθαρχήσω σε κανό­ νες . Πώς θα τα έβγαζα πέρα χρόνο με το χρόνο χωρίς προοπτική πολεμι­ κών επιχειρήσεων στον ορίζοντα, ίσως χωρίς την παραμικρή πιθανότη­

τα να ταξιδέψω στο εξωτερικό; Φαίνεται πως ένας μονάχα από την πα­ Qta μου προοριζόταν γ ια το πεζικό' θωρακισμένος με μυστηρι(ί>δ εις απα -


158

Η Ι: ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Ι Λ Ω Ι' Ε Λ Ι

γορεύσεις γύρω από τ ο καθετί -χαρακτηριστικές στα συντάγματα πεζι­ κού της βασιλικής φρουράς-, αυτός ήταν ο πιο αυστηρός σε ό,τι είχ ε σχέση με τη συμπερ ιφορά και την αμφίεση' όμως η π ίστη στην οικογε­ νειακή παράδοση είχε κατατάξει όλους τους άλλους από την κούνια τους στα ιππ ικά συντάγματα των πατεράδων τους, πράγμα που τους έκανε κάθε τόσο να μελαγχολούν στη σκέψη πως το ιππικό, που τους προόριζε όλους για λογχοφόρους και ουσάρους, μεταμορφωνόταν βιαστικά σε μη­ χανοκ ίνητη μονάδα. Χαλύβδινοι τροχοί, σιδερένια θωράκ ιση, περ ικό ­ χλια, μπουλόνια και τροχιές από ερπύστριες σχημάτιζαν κιόλας απειλ η ­ τικό κλοιό γύρω τους και σε λίγο, πέρα από τους στάβλους της βασιλικής φρουράς και των δυο πρώτων συνταγμάτων των δραγόνων,95 ούτε ένα χρεμέτισμα δεν θα αντηχούσε πια. Ωστόσο οι πόθοι τους στρέφονταν στη σέλα και στο χαλινάρι και τα συναισθήματα αυτά ήταν μεταδοτικά. Είχα και γω μολυνθεί από τη μανία τους με τα άλογα που ξυπνούσε μέσα μου ελπίδες: Στην Ινδία, γιατί όχι; Είναι γεμάτη άλογα. Και με τον συμπλη­ ρωματικό μισθό που προβλεπόταν, γ ιατί όχι αλήθεια; Έπειτα από αυτό και σε τακτικά μεσοδιαστήματα, κάποια ανομολό­ γητα, εφήμερα όνειρα (ενθαρρυμένα από συζητήσεις συγγενών γύρω απί> την Ινδία ή από την ύπαρξη κάποιων παλιών φωτογραφιών) και μάλλον άσχετα με την πραγματικότητα γεννήθηκαν μέσα μου. Ζωσμένος φαρΜ' μεταξωτό με επωμίδες από αλυσιδωτούς κρίκους και ριγωτό μαντίλι απί) μουσελίνα γύρω από την κωνική κάσκα μου που η κροσσωτή άκρη του ανέμιζε στον παλμό της επίθεσης, έδειχνα σημαδεύοντας με την αιχμή ΤΟ1 ' σπαθιού προς ένα φαράγγι ενώ πίσω μου βροντοβσλούσε μια ίλη ατ('1 κτων μ ε σημαιοστόλιστες λόγχες χαμηλωμένες σ ε θέση επίθεσης: ήμουν ένας Πολύπλαγκτος Σαχίμπ,96 επ ιφορτισμένος με ειδικές αποστολές xct ­ ρη στην ικανότητά μου να χρησιμοποιώ με άνεση μια ντουζίνα γλώσσες και διαλέκτους: Έβλεπα τον εαυτό μου μεταμφιεσμένο σε άθλιο κουρ ε λ ή να εξαφανίζεται μήνες ολόκληρους στα σοκάκια και στα παζάρια των κο­ σμοπλημμύριστων συνοριακών πόλεων. Το σκηνικό της επόμενης φωτ ε ι ­ νής διαφάνειας με ταξίδευε πέρα από τα Ι μαλάια: Π όσες εβδομάδες χρ ει ά ­ ζονται για να περπατήσει κανείς από την γαρκάνδη ως το Θιβέτ; Εκ ε ί .


W I NΤ E R R E I S E

159

προστατευμένος από τ ις χιονοθύελλες του Παμίρ, κάτω από τ η μαύρη χιονόδαρ τη τ έντα μου, ρουφιί>ντας το ναργιλέ μου με μισόκλειστα I�λέφα­ ρα και αξεχιί)ριστος από τους πυκνομάλληδες πολεμάρχους που κάθο­ νταν σταυροπόδι γύρω μου, σχεδίαζα την τελευταία φάση του μεγάλου παιχνιδιού μου για την κυριαρχία της κεντρικής Ασίας, .. Όμως, κάθε φο­ ρά που αυτές οι ενδόμυχες εικόνες εξατμίζονταν, έδιναν πάντα τη θέση τους σε μια τελική, πολύ καθαρή διαφάνεια: Κάτω από τα αλυχτίσματα κάπο ιου λοχία, οι νεοσύλλεκτοι σχημάτιζαν τετράδες με ένα ταλαίπωρο τρ ιπλό φτερνοκ όπημα, ο σαλπιγκτής σάλπιζε «ΠαραI�τες» και σε ακτίνα πολλ(ί>ν χιλιομέτρων από το Χάμσα 'ίρ, η ψιλή βροχή μούσκευε τους αγκα­ θένιους θάμνους και τα πεύκα και κατρακυλούσε στα τζάμια των παρα­ θυριών του Ά λντερσοτ, Σ το μεταξύ, ο υπασπιστής, δείχνοντας βαρ ιεστη­ μένα τους aπ λ ήρωτoυς λογαριασμούς και τ ις επ ιταγές πάνω στο γρα­ φε ίο, έλ εγε: « Καταλαβαίνεις πως αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Ο συ­ νταγματάρχης περιμένει να σε δει, Και μάλιστα αμέσως! », ***

Αφότου έβαλα την ιδέα του στρατού στην άκρη, οι φωνές των σειρήνων που απ ό την αρχή -πρώτα μει λ ίχιες κ ι αργότερα επ ιτακτικές- με έσπρωχναν μακριά απ ό τους μανιακούς με τα άλογα φίλους μου άρχι­ σαν τώρα να με κατακτούν, Ο κόσμος της λογοτεχνίας και των tEXVIbv .. , Δεν τον είχα ανακαλύψει ακ ό μη, Αλλά χάρη στις καινούργιες γνωριμίες μου και με σημείο συνάντησης το ξενοδοχείο « Κ άβεντις» αισθανόμουν κιόλας πως διάβαινα το κατώφλ ι ενός καθρέφτη, γ ια να περιδιαβάσω σε μια ζωοπάροχη, ανεξερεύνητη ζώνη, Μέσα στο ανανεωτικό κλίμα που ακολο ύθησε το π έρασμα του Στράτσε 'ί από τα αγγλικά γράμματα, είχε ΕΠικρατήσει με τρόπο κεφ άτο και απερίφραστο η άποψη πως η αγγλική ζωή, η σκέψη και η τ έχνη κατέχονταν απ ό αθεράπευτο επαρχιωτ ισμό και απ ελπιστική π λήξη, κ ι έτσι το φ αινόμενο της αποβολής μου από το σχο­ λε ίο χαιρετίστηκε -προς μεγάλη μου έκ πληξη- ως επαινετ ό κατ όρθω­

F. ' η παραίτησή μου από τη στρατιωτική ζωή, ως ακ ό μα σπουδαιότερο: to στρατός ! Ούτε να το σκέ φτεσαι! Τι αποκρουστική ιδέα ! », Π ροσπά.


1 60

Η Ε ι ι ο χ l l Τ Ι Ι Ι Λ Ω Ι' Ε Λ Ι

θησα να εξηγήσω πως δεν τα είχα [�ρoντήξει για ιδεολογικούς λόγους κα ι πως θεωρούσα πολ ύ τιμητ ική την υπηρεσία στο όνομα του βασιλιά' πρό­ σχαρα αναχαιτισμένος, κατάπ ινα τη γλιίJσσα μου όταν ξαναγινόταν λό­ γος για αυτό. Μ ια λάμψη εξωτική πλημμύριζε τον καινούργιο μου κό­ σμο. Φεγγοσάλευτος με πυροτεχνήματα , κεντημένος με σουλφανικές σπίθες, ήταν η προέκταση στη σφαίρα της πραγματικότητας μισής δωδ ε­ κάδας [�ιβλίων που είχα διαβάσει. Οι αριστερές αντιλήψεις που ακούγο­ νταν εδιί) και κει btatuntiJvovtav με τρόπο tiJotE να αποτελούν μικρό μό­ ν9 μέρος μιας γενικότερης χειραφέτησης. Τα συστατ ικά της ήταν κάποια εκλεκτικά συνθήματα και σύμβολα - μια ρευστή κατανόηση της σύγ­ χρονης ζωγραφικής για παράδειγμα, ή η εξοικείωση με τις πρόσφατ ε ς τάσεις της μουσικής, χωρίς να παραβλέπεται η γνωριμία με τη νυχτερ ι­ νή ζωή του Βερολ ίνου και του Παρισιού και μια επιπόλαιη γεύση απ ι) τις γλιίJσσες που μιλιόνταν εκεΙ Η ατμόσφαιρα απείχε πολύ από το κα ­ κάο και τους μεθοδιστές οι αρχές μας δεν έρχονταν ποτέ σε αντ ίφαση μ ε το κυνήγι των λεπτιίJν απολαύσεων -τα κομψά ρούχα και τ ις εντυπ(ι)­ σιακές γραI�ι1.τες- και οι μόνες προλεταριακές διαθέσεις που κατάφε v­ να να επισημάνω στον εαυτό μου ξεπηδούσαν περισσότερο από τη φυσ ι­ κή ανάγκη μου για λα'ίκές συντροφιές παρά από μια συγκεκριμένη θε( ι)­ ρία. Δεν είναι παράξενο που ο ι λέξεις αριστερά και κομουνισμός <ΓΙ'( ­ νταζαν σαν ελαφρά κανόνια πολιορκ ίας στραμμένα πάνω στη στενΟΚΕ­ φαλιά του κατεστημένου. Αυτός ήταν ο στόχος και η τακτική: αιφνιδιrt­ σμός κατά μήκος της γραμμής μετιi:ιπoυ Ξενοδοχείο Ριτζ-Καφέ Ρο υι[ ­ Υιάλ με αιχμή μερικά αρχοντόσπ ιτα της εξοχής. Ήξερα βέβαια πως α11τές οι εκλάμψεις ήταν τα επιπόλαια συμπτώματα ενός τεράστιου πο λ ι­ τ ικού κινήματος. Δεν υποψ ιαζόμουν ωστόσο την ανυπολόγιστη επίδVΗ ­ ση που έμελλε να ασκήσει πάνω στους νέους της ηλικίας μου, ούτε μοι' περνούσε ιδέα για τον αδιάλλακτο φανατισμό και τ ις απογ οητευτ ικέ ; παλινωδίες που έμελλαν ν ' αντιμετωπίσουν πολλοί κατοπινοί μου <Γ ί ­ λοι. Δεν έτυχε ποτέ ν α [�ρεθ(i:ι μπροστά σε μια υπεύθυνη ανάλυση ή επ ι ­ χειρηματολογία γύρω από τις κομουνιστικές θεωρίες ίσως επε ι('>Ι] ήμουν πολύ απορροφημένος από τις ασωτίες μου, αν και φαίνεται πω;


W INΤER R E I S E

161

τ α ίδια τ α πράγματα θέλησαν να μ ε αποστερήσουν ή να μ ε απαλλάξουν από τις θεωρίες αυτές χάρη σε μια γεωγραφική σύμπτωση, Από την ολο­

κλήρωση των ταξιδιών μου ως την ιίJρα που ξέσπασε ο πόλεμος έζησα , με ένα χρόνο εξαίρεση, στην ανατολική EυριίJπη κοντά σε φίλους που θα πρ έπει να χαρακτηρίσω φιλελεύθερους της παλιάς σχολής, Μ ισούσαν

τη ναζιστική Γερμανία' τους ήταν όμως αδύνατο να προσδοκούν την ελ­ πιδα και την έμπνευση από την ανατολή όπως οι ομο 'ίδεάτες τους της δύσης, που παρακολουθούσαν τα γεγονότα από μακριά με τον εφιάλτη μια ς μοναδικής μορφής ολοκληρωτισμού να τους δυναστεύει, Αυτό για­ τ ί μερικά χωράφια πιο πέρα, στην άλλη όχθη του ποταμού, άρχιζε η Ρ ω­ σία' εκεί έβριθε η αδικ ία και ο έσχατος κ ίνδυνος καραδοκούσε, Οι φόΙ10Ι τους επαληθεύτηκαν, ZιίJντας ανάμεσά τους έμαθα να μοιράζομαι αυ­ τούς τους φόβους, πράγμα που έκανε το έδαφος μέσα μου σκληρό σαν πέτ ρα που απορρίπτει ένα συγκεκριμένο είδος σπόρου, Η φλυαρ ία μου παρατράβηξε ίσως δείχνει ωστόσο πόσο απαρά­

σκευος .ή μουν για κάθε μορφή πολιτικολογ ίας, Σε αυτό τον τομέα δεν πρ έπει να ξεχώριζα πολύ από έναν υπνοβάτη, ***

Οι κ ουβέντες στα Ι1αυαρέζικα πανδοχεία απηχούσαν απόψεις που κυ­ μα ί νονταν από την τυφλή υποταγή των μελιίJν του κόμματος ως την άκρα αντίθεση των αντ ιπάλων και των θυμάτων ' με τη διαφορά πως οι πρώτοι ήταν θορυβώδεις και μεγαλόστομο ι ενιίJ οι δεύτεροι έμεναν σιω­ πηλ οί ή απέφευγαν να πάρουν θέση, εκτός από τις περιπτι(ισεις που ξε­ μοναχιάζον ταν με το συνομιλητή τους, Το γεγονός ότι ήμουν Άγγλος έπαιζε βέβαια κάποιο ρόλο, γιατί αν και η στάση των Γερμανιί>ν απένα­ ντι στην Αγγλ ία είχε διαφοροποιηθεί, οπωσδήπο τε δεν ήταν αδιάφορη, Μ ε ρικο ί , ό πως ο αλμπ ίνος της Χ α 'ίδελβέργης δεν έκρυβαν το μίσος

τους, Ο πόλεμος που ε ίχε προηγηθεί έβγα ινε αναπόφευκτα στη μέση : Τους κακοφαινό ταν που ανήκαμε στη νικήτρ ια πλευρά, αλλά δεν έρι­ χναν και όλο το φταίξιμο πάνω μας, αφού υποστήρ ιζαν πως η Γερμανία δεν θα είχε ποτέ ηττηθεί αν δεν είχε χτυπηθεί πισιί>πλατα' και θαύμαζαν


1 62

Η EnoxH ΤΙΙΣ ΔaΡΕΛΣ

ως ένα βαθμό την Αγγλία για λόγους π ου σ πάνια κυκλοφορούσαν π ια στους ευυπόλη πτους κύκλους της αγγλικής κοινωνίας. Δηλαδή για πα­ ρωχημένες πολεμικές κατακτήσεις, για την έκ ταση των απ οικιών της και τη φαινομενικά αμείωτη ακόμη δύναμη της αυτοκρατορίας της. Όταν με την κατάλληλη εκπ αίδευση και εξάσκηση -υποστήριζα εγώ- οι απο ι­ κ ίες θα ήταν ώριμες για αυτοκυβέρνηση, θα τους δίναμε την ανεξαρτη­ σ ία τους. Όχι αμέσως βέβαια ' χρειαζόταν καιρός ... (Είχαμε όλοι ανα­ τραφεί με αυτή τη θεωρία.) Βλέ μματα θαυμασμού με δόση συ μπό νιας και ειρωνείας για κάτι που τους φαινόταν π ελώριο ψέμα ή υποκρισία ολκής ήταν η μόνιμη αντ ίδρασή τους. Σε αυτές τις ανταλλαγές απόψεων, με π εριόριζαν συχνά η αμάθειά μου και η φροντίδα μου να την κα μουφλάρω' τα π εριορισμένα γερμανι­ κά μου, αν και συχνά μου έφραζαν το δρ όμο, με βοηθούσαν κάποτ ε να μεταμφιέζω τις πραγματικ ές διαστάσεις της. Ήθελα τ όσο να ήμουν κα­ λύτερα ενη μερωμένος! Όταν ρωτούσαν -κα ι το έκαναν συνεχιος­ ποια ήταν η γνώμη των Άγγλων για τον εθνικοσοσιαλισμό, εγώ επέμενα στερεότυπα σε τρεις βασικές αντιρρήσεις: το κάψιμο των βιβλίων σε πυ­ ρές, των οποίων οι φρικιαστικές φωτογραφίες είχαν γεμίσει τις εφημε ­ ρίδες τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως π ου είχαν συσταθεί λ ίγους μήνες π ριν' και το διωγμό των Εβραίων. Αυτή η διαδικασία, αν και δεν έμενΕ ολότελα χωρίς αποτέλεσμα, τους ερέθιζε ολοφάνερα. Όσο για τα επ ιχε ι ­ ρήματα κ α ι τις π οικίλες αντιδράσεις τους, παραείναι γνωστά για να 1(( επαναλάβει κανείς εδώ. Ωστόσο υπ ήρχε μια στερεότυπη εισαγωγή σε αυτούς τους διαλόγΟ11ς που η προσ μονή της με γέμιζε ανησυχία : Ήμουν Άγγ λ ος; Μάλ ιστα . Σπουδαστής; Μάλ ιστα . Στην Οξφόρδη; Όχι. Στο σημε ίο αυτό ήξε()ι ι ακριβώς τ ι έπ ρεπ ε να π εριμένω. Μόλ ις το προηγούμενο καλ οκαίρι, η Ένωση Φοιτητών της Oξψ ιJ ()­ δης είχε αποφασίσει με ψηφοφορία να μην πάρει σε καμιά πε,9C'πτωση ΤΙ ( όπλα για να πολεμήσει Υπέρ Βασιλέως και Πατρίδος. Η ε/τ ύπωση

πο \ '

προκάλεσε η απόφαση αυτή στην Αγγλια ήταν μηδαμινή μπ ροστά CJ T ι I σάλο που ξεσήκωσε στη Γερμανία. Δεν γνώριζα καλά τ θέμα : Στις εξη-


W I NTERR E I S E

1 63

Υήσεις που έδινα, κάτι που με ανάγκαζαν να κάνω συχνά , χαρακτήριζα ττιν όλη υπόθεση ως έκφραση περιφρόνησης προς την παλιότερη γενιά. Αυτή καθαυτή η έκφραση Υπέρ Βασιλέως και Πατρίδος ήταν ένα ξεπε­ ρασμ ένο κλισ έ από μια παμπάλαιη αφίσα στρατολογ ίας: Κανένας πια, ούτε ο π ιο φανατικ ός πατριώτης δεν τη χρησιμοποιούσε για να εκφρά­ σει την π ίστη του στο έθνος. Οι συνομιλητές μου απορούσαν: Μα γιατί όχ ι! Το Fίir Konig und ν aterland ηχούσε πολύ διαφορετικά στα δικά τους αυτιά: Σαν ένα προσκλητήριο σάλπ ισμα που δεν είχε χάσει τίποτα απ ό τον ανδρείο παλμό του. Τι προσπαθούσα να πω λοιπ όν; Η απόφαση εκείνη πάρθηκε "pour epater les bourgeois" κόμπ ιαζα εγ(ό. Τό τε, κάποιος γαλλομαθής ερχόταν σε βοήθεια. "Um die Bίirger Ζυ erstaunen? Ach so ! " Ακολουθούσε παύση. «Σαν ένα αστείο, δηλαδή» πρό σθετα. 'Έin Scherz?" ρωτού σαν. 'Έin Spass ! Ein Witz?"* Α ισθαν ό μουν να με πολ ιορκούν τσουχτερά βλέμματα και σουβλερά δόντια. Τό τε κάποιος σήκωνε περι­ φρονητ ικά τους ώμους ξεσπώντας σε σπαστικ ό γέλιο σαν κροτάλισμα ροκάνας μεσαιωνικού νυχτοφύλακα. Ξεχ(όριζα στα μάτια εκείνα που με περιστο ίχιζαν μια αναλαμπή περιφρονητικού οίκτου που επιβεβαίωνε την πεποίθησή τους πως, αν είχα πράγματι δίκιο, η Αγγλία ήταν κιόλας πολύ βαθιά βυθισμένη στον εκφυλισμό και στην επ ιπολαιότητα για να παρουσιάζει πρόβλημα. Αλλά η απογοήτευση που συνάμα αντιλαμβανό ­ μουν στην έκφραση κάποιου σιωπηλού αντ ιναζιστή μού ήταν πολύ πιο αβάστακτη : Σήμαινε πως η βούληση ή η ικανότητα να σωθεί ο πολιτι­ σμό ς δεν μπορούσαν να προέλθουν από κείνους ακρ ιβ(ός προς τους οποίους έ στρεφαν ό λοι το βλέμμα. Μάλιστα οι βε τεράνοι του πολέμου του 1 9 1 4 εκδήλωναν πικρία για τον ξεπεσμό αυτ ό. Πήγαζε από το διφο­ ρούμενο α ίσθημα μίσους-αγάπης που έ τρεφαν πολλοί Γερμανοί για την Αγγλία. Αναλογίζονταν τα χαρακ(όματα και την άκαμπτη μαχητικ ότητα ν

να κ

α

α άκ

ι λ ειρηνόφιλους ψηφοφό ρους της ·Ε ΤωνΈΤόμηδων, παράβαλλαν αλ μπο ύρ ; Μμε ια τους π α αστε ίο ; τους ; φοιτητικής ένωσης και κουνούσαν τα κεφάλια τους σκεφτικοί. Υπήρχε σε Ι"

ι

.

,


Η r. I I O x l l Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ι' Ε Λ Σ

1 64

αυτό τ ο νεύμα μια νότα μελαγχολ ίας που θύμιζε ωδή του Οράτιου. Υπο­ νοούσε πως δεν είχαν Ι�λαστήσει Ι�έβαια από παρόμο ιους γεννήτορε ς εκείνα τα παλικάρια που έβαψαν άλικο το πέλαγος με το αίμα των Και,>­ χηδονίων και κατατρόπωσαν τον Π ύρρο και τον κραταιό Αντ ίοχο κα ι τον βλοσυρό AννίΙ�α. Οι νεαροί τελειόφοιτοι της Οξφόρδης είχαν φέρει εμένα, τον πει,> ι­ πλαν(ομενο συμπατρι(ίnη τους, σε πολ ύ δύσκολ η θέση. Καταριόμουν τcι ψηφίσματά τους αφού μάλιστα δεν τα έΙ�αλαν ποτέ σε εφαρμογή, όπως αποδε ίχτηκε αργότερα. Όμως εκε ίνο που μου έδινε πιο πολύ στα VEiJVU ήταν η Ι� o υΙ�ή και άδικη συγκαλυμμένη κατηγορ ία για έλλε ιψη ακ μα ίο l l φρονήματος. Απαντούσα πως οι Άγγλοι ανέκαθεν είχαν μια τάση αντι­ μιλιταρισμού σε καιρούς ειρηνικούς. Μα όταν η σάλπιγγα του πολέμα ι ' ηχούσε στα αυτ ιά τους, τότε έκαναν όπως η τίγρη: τέντωναν τα νεύρα. έσφ ιγγαν την καρδιά και παραμόρφωναν την όμορφη τη φύση με οργ ι­ σμένη λύσσα κ.λπ.97 Όσο και αν προσπαθούσα όμως, δεν κατάφερνα νι ι τους πε ίσω. ***

Τρομερά πράγματα είχαν συμβεί από τότε που ο Χ ίτλερ είχε πάρει την εξουσία δέκα μήνες πριν' αλλά το φάσμα της φρίκης δεν είχε ακόμη ολu ­ τελα ξεδ ιπλωθεί. Στην ύπαιθρο, η ατμόσφαιρα που επικρατούσε ήτα\' αποσβολωμένος εφησυχασμός. (Δεν έλειπαν ωστόσο ξεσπάσματα φανα ­ τισμού.) Κάθε τόσο, όταν δεν παραμόνευε κάποιο αυτί, εκδηλωνόταν μ ι απαισιοδοξία και δυσπιστ ία και σκοτεινά προαισθήματα, κάποτε με ψι)­ βο και ν� ρ o πή, αλλά μονάχα κεκλεισμένων των θυρών. Οι φήμες γ ιυ στρατόπεδα συγκεντρώσεως ήταν απλοί ψιθυρισμο ί. Εγκυμονούοιι\' όμως αμέτρητες και ανομολόγητες τραγωδίες. Σε μια από εκείνες τ ις χαμένες πολιτειούλες της p η�νίας που όνομά της μου διαφεύγει πήρα μια γεύση από την αστραπ

τι'

ία ιδεολογι­

κή μεταστροφή πολλ(ον Γερμανά)ν. Σε ένα στέκι όπου τα . ράδια σύχνιι ­ ζε εργατ ιά, έπ ιασα φιλίες με κάτι νεαρούς της φάμπρικα , ντυμένου ς μ ι' εργατικές φόρμες, που είχαν μόλις τελει(οσει τη βάρδιά ,J;υς. Είχαν όλι Η


W Ι ΝΤΕΚΚ E I S E

1 65

την ηλικία μου περίπου και κάποιος ανάμεσά τους, ένας διασκεδαστι­ κός χωρατατζής, με κάλεσε να βγάλω τη νύχτα σπίτι του, στο ράντζο του αδελφού του. Όταν σκαρφαλ(οσαμε την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα, βρέθηκα έξαφνα μπροστά σε ένα τέμενος του χιτλερ ισμού. Οι το Ιχοι ήταν σκεπασμένοι με σημαίες, φωτογραφίες, αφίσες, συνθήματα, εμβλήματα. Η ναζιστική στολή του κρεμόταν φρεσκοσιδερωμένη από ένα γάντζο. Με φετιχιστικό ζήλο μού έδειξε εξηγ(οντας τα ένα ένα τα αντικείμενα της λατρείας του, αφήνοντας για το τέλος το καμάρι της συλλογής του. Ήταν ένα αυτόματο ρεβόλβερ ΑούΥκερ, αν θυμάμαι κα­

λά, προσεκτικά λαδωμένο και τυλιγμένο σε αδιάβροχο ύφασμα που συ­ νοδευόταν από μια στοίβα πράσ ινα χαρτονένια κουτιά γεμάτα σφαίρες. Γύμνωσε και συναρμολόγησε το περ ίστροφο, όπλισε το γεμιστήρα, τρά­ βηξε με ξερό κρότο τη σκανδάλη επαναφέροντάς την ξανά, φόρεσε ένα ζωστήρα με δερμάτινη τιράντα και πιστολοθήκη, τράβηξε αστραπιαία το όπλο και το ξανάβαλε στη θήκη, το σφεντόνισε ψηλά σαν καουμπόης και το άρπαξε στον αέρα, το στροβίλισε με το δάχτυλο και βάλθηκε να χοροπηδάει με σφαλ ιστό το ένα του μάτι πιθηκίζοντας τις κινήσεις της σκόπευσης και εκπυρσοκρότησης με ηχηρά πλαταγίσματα της γλ (Οσσας. ηταν παρατήρησα πως θα έπρεπε να νιιοθει κλειστοφοβία με όλα εκείνα τα παραφερνάλια στους τοίχους, χασκογέλασε και είπε καθίζοντας στο κρεβάτι: « Mensch ! Έπρεπε να δεις το δωμάτιό μου πέρσ ι ! Θα γελούσες με την καρδιά σου ! Π έρσι λοιπόν είχα κρεμάσει παντού κόκκ ινες ση­ μαίες, άστρα, σφυροδρέπανα, φωτογραφίες του Λένιν και του Στάλιν και αφΙσες που έγραφαν ΕΡΥάτες του Κόσμου Ενωθείτε! Συνήθιζα να κα ρπαζ(ονω όποιον τραγούδαγε το " Εμβατήριο του Χορστ Β έσελ" » . Εκείνες τις μέρες είχα τ ο νου μου μονάχα στην κόκκινη σημαία κ α ι τον ύμνο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς! Μάλιστα ! Δηλαδή δεν ήμουν σκέτος σοσ ιαλιστής αλλά κομούνι, κάργα Μπολσεβίκος ! ». Ύψωσε τη σφιγμένη γροθιά του σε χαιρετισμό. «Έπρεπε να μ' έβλεπες ! Σκοτωνόμασταν στη μέση του δρόμου. Σακατεύαμε στο ξύλο τους ναζί και κείνοι με τη σειρά τους μας άλλαζαν τα φιΟτα. Κυλιόμασταν χάμω από τα γέλια! M an hat sich totgelachr. ·Ενα πρωί όμως ήρθε ο Χ ίτλερ στα πράγματα και μεμιάς


1 66

Η E n o x ... Τ ΙΙ Σ Δ Ω Ρ Ε Λ Σ

ε ίδα π ω ς ό λ α εκε ίνα ήταν κουραφέξαλα ! Κατάλαβα π ω ς ο Αδόλφος ήταν ο άνθρωπός μου. Έτσι στο τσακ σου λέω ! ». Τα δάχτυλά του τριζο­ βόλησαν στον αέρα. «Και να ' μαι τώρα». Και οι σύντροφοί του, ρώτη­ σα, τι απόγιναν; «Άλλαξαν και αυτοί τροπάρι. Όλα τα παιδιά που είδες στο μπαρ. Ως τον τελευταίο. Γράφτηκαν στο κόμμα». Ήταν πολλοί λοι­ πόν εκείνοι που προσχώρησαν; «Αν ήταν λέει! » . Τα μάτια του γούρλω­ σαν. « Εκατομμύρια ! Είναι να σαστίζεις πώς γύρισαν τόσο εύκολα ! » , Για μια στ ιγμή κούνησε αβέβαιος τ ο κεφάλι. Αμέσως όμως ένα πλατύ ξέ­ νοιαστο χαμόγελο χάραξε το πρόσωπό του, ενώ με τα δάχτυλα του ενός χεριού βάλθηκε να χύνει σαν χάντρες κομπολογιού τις σφαίρες μέσα στο άλλο. «Sakra Haxen noch amal ! Δεν απόμειναν πια σοσιαλ ιστές ή κο­ μουνιστές να τους μουντάρουμε! » Γέλασε πρόσχαρα. Και οι γονείς του - τι έλεγαν για όλα αυτά; Τους είχα συναντήσει καθώς ανεβαίναμε στη σοφίτα - ένα φτωχοντυμένο συμπαθητ ικό ηλικ ιωμένο ζευγάρι προση­ λωμένο στο ραδιόφωνο πλάι στη σόμπα του μαγειρέματος. Σήκωσε με κατήφεια τους (όμους. «Mensch ! Αυτοί δεν καταλαβαίνουν γρι. Ο γέρος μου έχει σκουριασμένες ιδέες' μόνο τον Κάιζερ ξέρει, και τον Μ π ί ­ σμαρκ , κ α ι τον γέρο Χ ίντεμπουργκ - αυτός τ α τίναξε βέβαια, αλλά τέ­ λος πάντων έδωσε ένα χεράκι στον Φύρερ για να φτάσει εκεί που έφτα­ σε! Όσο για τη μάνα μου, τ ι να ξέρει από πολιτική ! Αυτή μόνο στην εκ ­ κλησία πηγαίνει. Π αλιό μυαλό βλέπεις! » * * *

Ενώ συνέχιζα την πορεία μου αφήνοντας πίσω τον τελευταίο βαυαρικι) σταθμό μου, το Τράουνστα'Cν, η απροσδόκητη ξαστεριά μαρτυρούσε π ό ­ σο κοντά βρ ισκόμουν στην περιοχή των Άλπεων. Τα σύννεφα είχαν δια­ λυθεί και η μεγάλη βουνοσειρά ξεκόρμιζε μέσα από την πεδιάδα σα\' ντουβάρι θεμελιωμένο σε λιβάδι. Οι χιονοσκέπαστες μάζες σκαρφάλ ω­ ναν ψηλά και στραφτάλιζαν βεργωμένες με μπλάβες σκιές βαθύχρω μ α στεφάνια από ελατόδεντρα και οι κορυφές των Άλπεων KitzbUhl και Τ0 1 ' ανατολικού Τιρόλου σκέπαζαν η μια την άλλη στο φόντο του ορίζο ντ α πάνω από το δικτυωτό βαθύσκιων κοιλάδων. Μ ια πινακίδα έδειχν ε νό -


W INTEkkEISE

t La

1 67

σε μια κοιλάδα που στην άκρη της ήταν χησ μένο το χωρ ιουδάΚ L

Μπαντ Ράιχενχαλ. Π ιο ψηλά, σε μLα προεξοχή του βουνού, φ(ί>λLαζε το Μπεχτεσγκάντεν, γνωστό ακόμη μονάχα γ ια το μοναστήρι, το κάστρο καL την όμορφη θέα του στους ανοιχτούς βαυαρέζLκους κάμπους. Όμως εγ(ί> στράφηκα ανατολLκά καL έφθασα στην όχθη του ποταμού Σάλτσαχ αργά το απομεσήμερο. Μ ια κόκκινη, λευκή καL μαύρη σιδερένια μπάρα έκλεινε το δρόμο. Στο τελωνείο φιγουράΡLζε η τελευταία φωτο­ γραφία του Φύρερ. Τα υπηρεσιακά μανίκια φορούσαν τα τελευταία ναζι­ στικ ά περιβραΧLόνια που έβλεπα και σε λίγα λεπτά, δίπλα σε μια δεύτερη μπάρα με κόΚΚLνες και άσπρες ρίγες τούτη τη φορά, ένας αυστριακός συ­ νοριακός υπάλληλος σφράγLζε το διαβατήριό μου: 24 Ιανουαρίου 1 934. Το ίδLΟ εκείνο βράδυ χάζευα κ ιόλας τα αγάλματα και περιδιάβαζα κατηφορίζοντας ης μπαρόκ κ ιονωτές στοές του Σάλτσμπουργκ ψάχνο­ ντας για κανένα καφενείο. Τα παράθυρά του, όταν το βρήκα, έβλεπαν σε μια κρήνη στολLσμένη με τριποδιαστά αλογάκ ια που στάλαζε παγοκρύ­ σταλλα;


5 Ο Δoύναβη�:

Μ

Εποχές και κάστρα98

όνο φευγαλέες εικόνες έχω συγκρατήσει από το Σάλτσμπουργκ : καμπαναριά, γεφύρια, πλατείες, σιντριβάνια, ένα δυο τροίι­ λους και την εντύπωση από περίστυλες εσωτερικές αυλές πο \ '

θαρρείς κάποια φτερωτά τελιί)νια είχαν κουβαλήσει ω ς εκεί για να ξα­ ναστήσουν μια αυθεντ ικά αναγεννησιακή πόλη στην άλλη μεριά τω\' Άλπεων. Ωστόσο δεν χασομέρησα πολύ για έναν μελαγχολικό λόγο: η γνωστ ή μυρωδιά από το ζεστό κερί που αλείφουν τα χιονοπέδιλα γυρόφερνε κ(Ί ­ μποσα παράθυρα κ α ι σμάρια χιονοδρόμων -λ ίγο πολύ συνομήλ ικ( ί) \, μου- δρασκέλιζαν τους δρόμους φορτωμένοι τα σκι τους με κατεύθ υν­ ση τα [�oυνά. Μυρμήγκιαζαν στις κολονάτες στοές και στα καφενεία ξε ­ κουφαίνοντας ο ένας τον άλλον με χαρούμενες φωνές, σαν να είχαν κ ιί)­ λας κινήσει τ ις κάθετες εφορμήσεις από τις ψηλές [�o υνoπλαγιές και ω χειρότερο, αρκετοί ανάμεσά τους ήταν συμπατριιί)τες μου. Λάτρευα

Τ( l

σ κ ι κ α ι όλος αυτός ο σαματάς με έκανε ν α αισθάνομαι μόνος κ α ι παQ(( ­ γκωνισμένος . ·Ετσι, πρωί πρωί την άλλη μέρα, γύρισα την πλάτη σω χιονοδρομικό κέντρο της πόλης και στις λίμνες και τα βουνοκόρφια τ η ς Στιρίας και του Τιρόλου βάζοντάς το κυριολεκτικά στα πόδια. Σύντομ( ( περπατούσα σκοντάφτοντας βορειοδυτικά, όλο και πιο μακριά από

ων

πειρασμό, μέσα από τα δάση της Ανι\) Αυστρίας. Π έρασα τη νύχτα

oc

έναν αχεριί)να κοντά στο Αιγκεντορφ -ένα χωριουδάκι πολύ μικρό γ ι ιι. να σημειωθεί στο χάρτη- και τ ις δυο νύχτες που ακολούθησαν, στι\ Φράνκενμπουργκ και στο Ρ ιντ. Τη μια ξημερώθηκα στο πατάρ ι ενιΊ ; 1 68


Ο Δ Ο Υ Ν Α Β Η Ι : Ε π () χ ε ι Κ Α Ι Κ Α Ι Τ Ρ Α

1 69

στάβλου με τα παχνιά γεμάτα μήλα και μπόχα τόσο γλυκερή που έφερνε λιποθυμιά. Θυμάμαι ελάχιστα τις πρ(ί)τες μέρες μου στην Αυστρία, αν και παραμένει ολοζ(ί)ντανη η ανάμνηση των λιγότερο σημαντ ικ(ον αλλά χαριτωμένων εκείνων βουν(Ον. 01< 01< 01<

Το Σεντ Μάρτιν, ένα από τα κάστρα στη λίστα του (�αρόνoυ Λ ίπχαρτ, κατοικία φίλων του που τους είχε γράψει για μένα, είναι και το πρ(ί>το αληθ ινό μου ορόσημο. Για να προλάβω ένα ξάφνιασμα, τηλεφ(ονησα προτού ξεκινήσω και έμαθα πως ο ιδιοκτήτης έλειπε στη Β ιέννη· είχε όμως αφήσει παραγγελία στο γραμματέα του να με υποδεχτεί αν παρου­ σιαζόμουν. Ο Graf ή κόμης Άρκο Βάλε ·ί, ιδιαίτερα αγαπητός σε πολλούς Άγγλους που τον φ(οναζαν χα ·ίδευτικά Νάντο (όνομα που εγ(ο δεν χρη­ σιμοποίησα, αφού δεν ε ίχα ποτέ την τύχη να τον γνωρίσω·), είχε φοιτή­ σει στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ή του Κέιμπριτζ δυο γενιές πριν. Ο πύργοζ ήταν κλειστός, μου ε ίπε ο περ ιποιητικός γραμματέας. Ωστόσο σεργιανίσαμε στα μισοσκότεινα δωμάτιά του και κάναμε βόλτες κάτω από τη δεντροστοιχία στο πάρκο. Τέλος, μου πρόσφερε ένα πλουσιοπά­ ροχο δείπνο σε ένα πρόσχαρο χαριτωμένο πανδοχείο, παροτρύνοντάς με ασταμάτητα να φάω με την ψυχή μου, σαν περιποιητικός ανοιχτό­ καρδος θείος που έβγαζε έξω τον ανιψιό του με την ευκαιρία μιας σχο­ λικής αργίας. Δεν έλειψαν φυσικά οι μουσικοί, ένας με σαντούρ ι κι άλ­ λος με βιολί, και όλοι μαζί το ρίξαμε στο τραγούδι. Την άλλη μέρα, εν(ί) προγευματίζαμε, μου είπε πως είχε κιόλας τηλεφωνήσει στο καστέλι που ακολουθούσε στον κατάλογο του βαρόνου Λίπχαρτ. Ή μουν και κει κα­ λοδεχούμενος, είπε. (Τα πράγματα πήγαιναν προς το καλύτερο ! Τι δεν θα 'δινα να μάθω αυτά που έγραφε για μένα ο ευγενικός μου εγγυητής αν τ

α τατ

κ ε η! Επιτέλους στοΠέθ Μόναχο δ ε ε ί ουήταν μια αλλαγή να κυκλοφορούν ευνο ·ίκά σχό­

λια για το άτομό μου. ) Έτσι, ύστερα από έναν ακόμα αχυρ(ονα κοντά

' 60.


1 70

Η Ε π ο χ ι ι Τ Ι'Ι Σ Δ a Ρ Ε Λ Σ

στο Ριντάου, βρέθηκα σύντομα -μόλις δυο βράδια αργότερα- στο γω­ νιακό παραπύργι ενός άλλου καστελιού να πλατσουρίζω ηδονικά στην παμπάλαιη μπανιέρα, περ ικυκλωμένος από την αχνιστή ευωδιά της κουκουνάρας και των πευκοκούτσουρων που μούγκριζαν σαν αιχμάλω­ τα λιοντάρια στο γιγάντ ιο μπακιρένιο καζάνι. "' ''' '''

Η λέξη Schloss μπορεί να σημαίνει οποιαδήποτε παραλλαγή της κλίμακας ανάμεσα σε οχυρό, κάστρο και παλάτι μπαρόκ. Αυτό εδώ ήταν ένα αρκε­ τά ευρύχωρο αρχοντόσπιτο. Την ώρα που οι πατημασιές μου φτυάριζαν το χιόνι, ανοίγοντας δρόμο στην ατέλειωτη αλέα εκείνο το αργό απομε­ σήμερο, ένιωσα κάποια ντροπή' εντελώς αδικαιολόγητα βέβαια. Αν έκρι­ νε κανείς από το ενδιαφέρον της τριάδας που αντάμωσα στο σαλόνι κο­ ντά στη φωτιά -τον ηλικ ιωμένο κόμη, τη γυναίκα του και τη νύφη τους- θα μπορούσα να ήμουν πάλι το κολεγιόπαιδο που του έκαναν τραπέζι ή πιο σωστά ένας εξερευνητής της Ανταρκτικής έτοιμος να αφή­ σει την τελευταία πνοή του. «Πρέπει να πεινάς πολύ ύστερα από τόσο περπάτημα ! » είπε η νεαρή κόμισσα καθώς μια τεράστια πιατέλα με βου­ τήματα που συνόδευαν το τσάι έκανε την εμφάνισή της. Ήταν μια όμορ­ φη μαυρομάλλα Ουγγαρέζα που μιλούσε θαυμάσια αγγλικά. «Βέβαια» εί­ πε η πεθερά της χαμογελώντας ανήσυχα. «Μας είπαν να σε ταίσουμε κα­ λά». Ο κόμης ακτινοβολούσε βουβή καλοκαγαθία ενώ μια δεύτερη ασημέ­ νια πιατέλα έβγαινε στη μέση. Εγώ άλειφα με βούτυρο και μέλι το τρίτ ο ζεστό κρουασάν μου ευλογώντας μέσα μου τον ευεργέτη από το Μόναχο. Ο κόμης ήταν γερασμένος και ασθενικός. Έ μοιαζε λίγο του Μ αξ Μπίρμπομ99 σε προχωρημένη ηλικ ία με μια πινελιά από Φραγκίσκο Ιω­ σήφ, χωρίς τις λευκές φαβορίτες. (Γην άλλη μέρα έγραψε δυο συστατ ικές λέξεις σε ένα μπιλιέτο που απευθυνόταν σε μια ιδιωτική βιβλιοθήκη το ι' Λιντς. Πλάι στο όνομα, είδα τυπωμένους τους τίτλους: κ. υ.κ. Kίimmera u.

Rittmeister i.R. Δηλαδή: Α υτοκρατορικ6ς και Βααιλικ6ς Αρχιθαλαμ η­

π6λος και πριοην ΑοχαΥ6ς του Ιππικού. Σε όλη την κεντρική Ευριί)πη π ι αρχικά κ . υ. Κ. -Αυτοκρατορία και Βασίλειο- ήταν η παρηχητική επ ι -


Ο Δ Ο Υ Ν Α Β ΗΙ : E n O X E I Κ Α Ι Κ Α Ι Τ Ρ Α

171

το μή της παλιάς δυαδικής μοναρχίας. Μόνον υποψήφιοι που είχαν στο οικόσημό τους δεκάξι ή τριάντα δυο τεταρτημόριαlΟΟ είχαν δικαίωμα, όπως έμαθα αργότερα, να διεκδικήσουν το συμβολικό χρυσό κλειδί που οι αρχιθαλαμηπόλοι της Α υλ ής έφεραν στην πλάτη της επίσημης στολής τους. Τώρα όμως η Αυτοκρατορία και το Βασίλειο ήταν διαμελισμένα κα ι οι θρόνοι κενοί' τα χρυσά κλειδιά δεν άνοιγαν καμιά πύλη πια, οι κήρυκες είχαν σκορπίσει, τα συντάγματα είχαν διαλυθεί και τα άλογα ήταν από καιρό πεθαμένα. Οι χαραγμένες εκείνες λεξούλες διαλαλού­ σαν περασμένα μεγαλεία. Καθένα από αυτά τα σύμβολα, που υπήρξαν και για την εποχή τους σπάνια, θα πρέπει να αντιστοιχούσαν με το μυ­ στηριακό διάφανο κόκκινο κουμπί, την κεντημένη με μονόκερους λα­ μπρή φορεσιά και την πόρπη από ρουμπίνια και πράσινο νεφρίτη του Μανδαρίνου Π ρώτης Τάξεως στην αυλή της αυτοκρατορικής δυναστείας των Μαν Τσου

-

Finis Rerum και τέλος στην ύπαρξη κάθε ονόματος και

αξιώματος, καθετί γήινου εν γένει . . . ) Καμάρωνα την κουστουμιά του, την κιλότα από μαλακό καστόρι, τ ις καλογυαλισμένες ψηλές μπότες και το ολόμαλλο γκριζοπράσινο τιρολέζικο σακάκι με κουμπ ιά από κέρατο ελαφιού. Έξω από το σπίτι φορούσε συνάμα ένα πράσινο τσόχινο κα­ πέλο με σγουρό ουραίο φτερό μαυροκόρακα, που είχα δει κρεμασμένο στο χολ μαζί με μια ντουζίνα μπαστούνια περιπάτου. Είχα πρωτοθαυ­ μάσει αυτό το κοστούμι των αυστριακών βουνών στο Σάλτσμπουργκ. Εκτός από τη λουσάτη λεπτομέρεια, έμοιαζε στην κοψιά με τις λιβρέες των βαλέδων που πηγαινόφερναν εκείνα τα ασημένια σερβίτσια. Ανάδι­ νε μια χλωροπράσινη ατμόσφαιρα εγγλέζικης εξοχής, μια δασοδίαιτη

αβρότητα που ο κόμης τη βίωνε με χαριτωμένη άνεση αυλικού και παρα­ δοσιακού ιππότη. Έκανα ό,τι μπορούσα για να ευπρεπίσω τον εαυτό μου μετά το μπά­ 'νιο. Στη διάρκεια του δείπνου ο κόμης, αντλ(όντας από μια πλούσια αλ­ λά κουρασμένη μνήμη, αναπόλησε παμπάλαια ταξίδια που είχε κάνει ως νεαρός υπασπιστής κάποιου αρχιδούκα, φανατικού κυνηγού. Ίσως από φιλοφρονητική διάθεση, όλες οι αναμνήσεις του είχαν να κάνουν με τα Βρετανικά Νησιά. Ξακουστά κυνήγια αλεπούς στην ιρλανδέζικη κομη-


1 72

Η " π ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

τεία του Μ ιθ ήρθαν πάλι στο φως, αλλά και σχεδόν προκατακλυσμιαία κυνήγια φασιανιί)ν στο Τσάτσγουορθ, και ενέδρες αγριόγαλων στο Ναν­ ρόμπιν τα τελευταία βικτοριανά χρόνια' βασιλικές δεξιιί)σεις αμύθητης λαμπρότητας - «Όσο για τη δούκισσα του Σάδερλαντ ! » αναστέναξε «Σωστή θεά! ». Χοροεσπερίδες από αλλοτινούς καιρούς ήρθαν πάλι στο νου του και συμπόσια στο πριγκιπικό παλάτι του Μάλμπορο' ακόμα και (')ιακριτικοί υπαινιγμοί για μισοξεχασμένα σκάνδαλα. Εγιί) με τη φαντα­ σία μου έI�λεπα δίτροχα αμαξάκια να παίρνουν τον ανήφορο της Σεντ τζέιμς και να στρίβουν στη γωνία της με την Τζέρμιν μέσα στο φως του γκαζιού. Όταν του ξέφευγε κάποιο όνομα ευπατρίδη από τα παλιά, η γυ­ ναίκα του έσπευδε σε βοήθεια. Η σκέψη του έτρεχε χρόνια πίσω στα κτή­ ματα ενός ξαδέρφου του στη Βοημία -« Οι Τσέχοι τα έχουν πατήσει τι ί)­ ρα» πρόσθετε με έναν δεύτερο στεναγμό- και σε ένα κυνήγι αγριόχοιρου που είχε οργανωθεί εκεί προς τιμή του Εδουάρδου Ζ ' όταν ήταν ακόμη Πρίγκ ιπας της Ουαλ ίας : ''Er war schaπnant ! " - «Ήταν τόσο γοητευτ ι­ κός ! » . Τα λόγ ια του με μάγευαν. Όπως κρεμόμουν από τα χείλη του,

το

άσπρο γαντοφορεμένο χέρι του υπηρέτη με την πράσινη λιβρέα σερβίρι­ σε τον καφέ και τοποθέτησε κολονάτα ποτηράκια με χρυσή μπορντού()(( δίπλα στο φλιτζάνι του κόμη και στο δικό μου. Ύστερα τα γέμισε με κ('(­ τι που θύμιζε σναπς. Είχα μάθει πιός να πίνω σναπς τις τελευταίες εI�(')o­ μάδες -ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα- και είχα κιόλας σηκώσει το ποτη­ ράκ ι για να το αδειάσω στον καφέ, όταν ο οικοδεσπότης μου διέκοψε την αφήγησή του με μια τρεμουλιαστή κραυγή, σαν να τον είχε ξαφνικά δια­ περάσει βέλος αόρατου τοξότη: "Nein ! Nein ! " τραύλισε. Ένα ικετευτικό. σχεδόν διάφανο χέρι απλιόθηκε μπροστά και η ένταση της στιγμής τοί, έβαλε στο στόμα την αγγλική λέξη : Νο ! Όχι! Οοο-όχι! Δεν καταλάβαινα τ ι ακριβιδς συνέβαινε. Ούτε και οι άλλοι. Μεσολιι ­ [�ησε μια στ ιγμή αβεβα ιότητας. Ακολουθ(ί)ντας το τρομαγμένο βλέμμα του, τα μάτια όλων μας καρφιόθηκαν ταυτόχρονα στο υψωμένο αση μ ί ποτηράκι που ισορροπούσε στο χέρι μου. Τότε ο ι δυο κόμισσες, κοι τάζο ­ ντας μια τη ζωγραφισμένη φρίκη στο πρόσωπο του κόμη και μια το απο­ σβόλωμα στο δικό μου, ξέσπασαν σε σωτήριο γέλιο που δεν άργησε να με-


Ο Λ Ο Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Ι : t:IIO X E I Κ Λ Ι Κ Λ Σ Τ Ι ' Λ

1 73

ταδοθεί και σε μένα -καθ(ί>ς έβαζα πίσω στη θέση του το ποτησάκ ι-, και η απελπισία στην όψη του κόμη σκόρπισε τελ ικά, για να αντικατα­ σταθεί από ένα νευρικό χαμόγελο. Η έγνοια του ήταν όλη για μένα, εξή­ γησε απολογητ ικά. Γιατί εκείνο το ποτό, όχι μόνο δεν είχε καμιά σχέση με σναπς, αλλά ήταν επιπλέον ένα νέκταρ ασύγκριτο - οι τελευταίες στα­ γ όνες λικέρ από σταφύλια του Τοκέ, εξαιρετικά δυσεύρετο παλιό ελιξί­ ριο. Όταν συνήλθαμε όλοι, ένιωσα πραγματική ανακούφιση που το θε­ σπ έσιο ποτό είχε σωθεί, κυρίως επειδή η καρδιά του κόμη είχε επιστρέψει στη θέση της --σε κείνη τη φάση της ζωής του ήταν πολύ αργά για παρό­ μοιες συγκινήσεις- αλλά και ντροπή για τους άχαρους τρόπους μου' αί­ σθημα που δεν κράτησε πολύ ωστόσο χάρη στη φιλόξενη καλοσύνη τους.

Ο κόμης αποσύρθηκε νωρίς αφού πρ (ότα φίλησε τα χέρια κα ι ύστερα τα μάγουλα της γυναίκας και της νύφης του. Όταν πλησίασε να με κα­ ληνυχτίσει μου έδωσε ένα χέρι απαλό σαν φύλλο. Με το άλλο χάιδεψε φιλικά το μπράτσο μου και χάθηκε στο βάθος μιας λ υχνοφ(ί>τιστης συ­ στοιχίας από ελαφοκέρατα. Τότε η ηλ ικ ιωμένη κόμισσα, που στο μεταξύ είχε βάλει τα γυαλιά της και απλιόσει το εργόχειρο στα γόνατά της, είπε: «Έλα τιόρα να μας διηγηθείς τα ταξίδια σου». ΈΙ�αλα τα δυνατά μου, ***

Εκείνη τη νεκρή εποχή του χρόνου, όταν σταματούσαν οι δουλειές στα κτήματα, τα αφεντικά των πύργων σκόρπ ιζαν λίγο πολύ ως την (όρα που το μάζεμα της σοδειάς, το κυνήγι ή οι δ ιακοπές του σχολείου τούς ξανά­ φερναν πίσω. Όταν συλλογίζομαι αυτά τα καταφύγια, στο νου μου πα­ ρεμβάλλονται κάστρα από άλλες εποχές και το ποικίλο συνονθύλευμα από ένα πλήθος ακαταχά>ριστες διαφάνειες στοιχειοθετεί ένα είδος αρχέ­ τυπου Schloss που συνοψίζει όσες παραλλαγές γνώρισα στα ταξίδια μου.

Ο αρχέτυΠjιJς Π ύργος .. , Η φαντασία μου τρέχει σε ένα γωνιωτό με­ σα ιωνικό ερ�ίπιo που ανεμομαχεί στην κορυφή ενός βράχου. Σε λίγο ένα δεύτερο όραμα παίρνει σιγά σιγά σάρκα και οστά. Αντικριστές σκάλες Ί\ιηλοσκαρφαλ(όνουν. Ταβάνια με αλληγορικές παραστάσεις ξεδιπλά>νο­ νται. Τρίτωνες χωμένοι σε ιριδιστές αλέες φρεσκοκουρεμένης μεράντζας


1 74

Η E n o x H Τ Η Σ ΔΟ Ρ Ε Α Σ

φυσούν τ α κοχύλια τους εξακοντίζοντας φτερωτές ανάβρες νερού στον ουρανό. Και οι δυο αυτές οπτασιακές εικόνες είναι υπαρκτές. Τέλος, μια τρίτη εκδοχή προβάλλει: Ένα απλόχωρο εξοχικό σπίτι που συνδυάζει τα γνωρίσματα του κάστρου με στοιχεία από μοναστήρι και υποστατικό. Είναι συνήθως καλαίσθητο, πάντοτε ευχάριστο και κάποτε η παλαιότητά του ή η ασκητική του α ψόσφαιρα υπαγορεύουν αυστηρότερους προσ­ διορισμούς. Το στιλ που κυριαρχεί είναι το εξοχικό μπαρόκ έστω και αν προέρχεται από επικάλυψη αρχαιότερου δομικού πυρήνα. Έχει στέγες στρωμένες με ξυλοκέραμα, βασταγερούς τοίχους --ασβεστωμένους ή πι­ τσιλίσμένους εδ(ό και κει με βρύα- και ορθογ(όνια ή κυλινδρικά πυργό­ πουλα στεφανωμένα με κώνους ή πυραμίδες ή αχλαδωτούς τρούλους με κοκκινωπά και σταχτιά κεραμίδια. Κουφωτές πόρτες βγάζουν σε στοές με πεπλατυσμένες αψίδες. Υπάρχουν ακόμα ένα παρεκκλήσι και στάβλοι καθ(ός και αμαξοστάσι γεμάτο παλιές αχρηστεμένες καρότσες αχερώνες, αραμπάδες, έλκηθρα, ένα βουστάσι και ένα σιδεράδικο' πιο πέρα, χωρά­ φια, θημωνιές και δάση. Στο εσωτερικό, τα διακοσμητικά μοτίβα του λι­ θόστρωτου τρίζουν κάτω από το βήμα του επισκέπτη σε εναλλαγή με την απαλότερη αντήχηση του ξύλινου παρκέτου. Τα τόξα των ελλειψοειδ(όν ολόασπρων εγκάρσιων θόλων της οροφής αναβλύζουν χαμηλά από τις τέσσερις γωνίες κάθε καμάρας και, στα ενδιάμεσά τους, φαρδιά κουφιί)­ ματα που λεπταίνουν σταδιακά καταλήγουν σε ψηλά, σφαλισμένα διπλ(Ί παράθυρα, κρυσταλλοστολισμένα από το χειμ(όνα, ενισχυμένα με παρα­ γεμίσματα για να σταματούν τα ρεύματα του αέρα. Το καλοκαίρι, οι γει(l­ τές περσίδες των παντζουρι(όν τους κατευθύνουν το βλέμμα προς τα κά­ τω, στα παιχνίδια της σκιάς πάνω στα βοτσαλωτά μοτίβα, στη μισογκ(lε­ μισμένη κ(lήνη ή στο ηλιακό ρολόι. Στα σπιθουριασμένα αγάλματα γ(lο­ μπιάζουν τα μούσκλα. Δρεπάνια αναρ(lιπίζουν το ψηλόκλωνο στάχυ στ( ( χωράφια. Π εριβόλια μ ε φρουτόδεντρα μπερδεύονται μ ε σκαρφαλωτά λ ι ­ βάδια' π ι ο πέρα, μερικά γελάδια. δασότοπος και ένα κοπάδι ελαφι(ίl \ , που ορθ(όνει τα κέρατα στο άκουσμα ανθρ(όπινου βήματος. Καθ(ός ψαχουλεύω τη μνήμη μου με τα μάτ ια κλειστά, καθρέφτε ς στέλνουν πίσω χλωμές αντανακλάσεις: Γύρω τους συναθροίζονται λε -


Ο ΔΟΥ Ν Λ 8 I 1 Σ : Ε Ι Ι Ο Χ Ε Σ Κ Λ Ι Κ Λ ΣΤΡΛ

1 75

πτομέρειες που τις επιβεβαιώνουν. Στ ις προσωπογραφίες, οι αυστηροί μεγιστάνες του Ι Ίου αιώνα με τις δαντελένιες τραχηλιές και τους μαύ­ ρους ατσάλινους θώρακες επισκιάζονται από γιους με πουδραρισμένες πε ρούκες και εγγόνια με ρομαντικά μουστάκια και κατάλευκες στολές πο υ θυμίζουν φωτογραφίες της Σάρα Μπερνάρ στον Αετιδέα του Ρο­ στάν. Τα πανωκόρμια των λογχοφόρων είναι χωμένα στις φαρδιές ζ(ίJνες τους σαν μασούρια. Κόκκινες και άσπρες κορδέλες σταυρώνουν στο στή­ θος και κάπου κάπου το Παράσημο του Χρυσ6μαλλου Δέρατος βλασταί­ νει από κρουστούς γιακάδες. Χ έρια ξαποσταίνουν πάνω στη λαβή της σπάθης που είναι θηλιασμένη σε σπαθοθύλακο στολισμένο μ' έναν δικέ­ φαλο αετό. Άλλοι σφίγγουν στο στήθος ένα πηλήκιο με λοφίο ή κράνος δραγώνου ή τσάπκα ουλάνου με τετράγωνο επίπεδο κάλυμμα σαν πανε­ πιστ ημιακό σκουφί ενισχυμένο με μακρύ φτερό. Σε μεταγενέστερους πί­ νακες, οι γαλάζιες στολές αντικαθιστούν τις χιονάτες - μελαγχολικός φόρος τιμής στην εξέλιξη των πυροβόλων όπλων και της βαλλ ιστικής με­ τά τη μάχη του Κ ένιγκρατς. Το πάθος του κυνηγιού διατραν(ίJνεται στους τοίχους, όπου τα κέρατα των agaEVLx(iJV ελαφι(ον απλ(ίJνουν τα αγγρίφια τους ανάμεσα σε πανοπλίες. Εκεί βλέπει κανείς κέρατα άλκης από τα πο­ λωνολιθουανικά σύνορα, αρκούδες των Καρπαθίων, χαυλιόδοντα από αγ ριογούρουνα --<Jτρ ιφτά σαν μουστάκες-, αγριοκάτσικα του Τιρό­ λου, αγριόγαλους, αγριόκοτες και τσαλαπετεινούς τα δίδυμα δικράνια των ζαρκαδιών, με καλλιγραφικά χαραγμένη πάνω τους τη μισοσβησμέ­ νη ημερομηνία κυνηγιού, πολλαπλασιάζοντα ι ατελεύτητα σκεπάζοντας

κάθε διαθέσιμη σπιθαμή διαδρόμου. Μ ια εντυπωσιακή συλλογή βιβλίων γε μίζει τη βιβλιοθήκη. Στο χολ κυκλοφορούν μια ή δυο Συνόψεις τα πε­ Qιοδικά Wiener Sa/onb/att και Vogue είναι αφημένα αναχρονιστ ικά στο σαλόνι και ίσως ένας εγγονός ή καμιά δευτερανιψιά με ποιητική φλέβα να

έχουν ξεχάσει τον ΥπερίωναlΟI ή τις Ελεγείες του ΝτουίνοllJ2 σε κά­

Πο ιο περβάζι. Μ ινιατούρες και σκίτσα γεμίζουν τα κενά ανάμεσα στα ΠΟρτρέτα και τον καθρέφτη. Εραλδικά σύμβολα αφθονούν: κορονίτσες, " κυκλάκια με εννέα, επτά, ή πέντε μαργαριτάρια μαρτυρούν το βαθμό

l:ου ιδιοκτήτη και σφραγίζουν τις κτήσεις του όπως το σημάδεμα των ζω-


1 76

ντανι ί>ν στο αγρόκτημα. Παρέκει, σε ένα ράφι, οι μικροί χρυσόδετοι τ ό ­ μοι του Ημ ερολογίου της Γύ τθης, 103 με διαφορετικό χρ(ί>μα για κάθε βα θ­ μό, ανοίγουν αναπόφευκτα στη σελίδα του οικογενειακού δέντρου του πυργοδεσπότη. Διάφοροι πίνακες αναφοράς στους τοίχους είναι γεμά­ τοι φωτογραφίες. Αμέτρητα καλοκαίρια έχουν ξεπλύνει το σμαραγδένιο, λαζουρ ί, καναρινί και κρασάτο βελούδο στις κορνίζες τους. Ανάμεσα στο ανάγλυφο αποτύπωμα του στέμματος και την κιτρινισμένη από τα χρόνια υπογραφή του, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ δεσπόζει σαν αγαθός δαίμο­ νας. Η αυτοκράτειρα Ελισάβετ, όμορφη σαν θεά, πλαισιωμένη από

ΤΗ

χαρτονένια πυργόπουλα του φωτογράφου, ατενίζει τον ορίζοντα με Το χέρι ακουμπισμένο στο κεφάλι ενός πελώριου κυνηγόσκυλου. Ζυμωμένη με το κοστούμι της αμαζόνας, υπερπηδά πανύψηλα εμπόδια· ή με κί,­ κνειο αλαφροσάλεμα του λαιμού ρίχνει το βλέμμα προς τα πίσω, πέρα από τον ιί>μο της, που ΠΡΟ/1άλλει γυμνός μέσα σε καταρράχτη από πυκνέ ς μπούκλες ή αστείρευτα σγουρά σπαρμένα με διαμάντια. Στ ις βιβλ ιοθήκες αυτών των κάστρων υπήρχε πάντοτε μια έκδοση του Konversations Lexikon του Μάγερ. Ευθύς μόλ ις το επέτρεπαν οι κ α ­ νόνες καλής συμπεριφοράς, εκλιπαρούσα να με αφήσουν να εξερευνήσω τους πολυάριθμους τόμους με το πρόσχημα πως στη διάρκεια του ταξι­ διού είχαν προκύψει βασανιστικά ερωτήματα που δεν ήθελα να αφήσω αναπάντητα. Αυτό συχνά προκαλούσε έκπληξη και οπωσδήποτε ευχαρί­ στηση στους άλλους: Τουλάχιστον μας βοηθούσε να ξεσκάσουμε και κ ι 't ­ ποτε ξυπνούσε μια έντονη περιέργεια που κατέληγε σε γενικό ανασκάλε ­ μα πυκνοστοιβαγμένων κειμένων γοτθικής γραφής στη βιβλιοθήκη.

Ο

Μάγερ υποστηρ ιζόταν συχνά από το Larousse και την Encyc/opaediiI

Britannica· μια φορά, με θαυματουργό τρόπο στην Τρανσ ιλβανία, κω αργότερα πάλι στη Μολδαβία, έτυχε να έχω στη διάθεσή μου και τα τρ ί( ι . Άτλαντες, χάρτες και εικονογραφημένα βιβλία σχημάτιζαν σωρό στ η\' αγκαλ ιά μου κάθε που ερχόταν η ώρα του ύπνου. Θαρριί> πως τα βράδια εκείνα τα δωμάτια φωτίζονταν από λάμπε ; πετρελαίου μ ε αμπαζούρ κ α ι όχι από ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Θυμά μ ( Η με σιγουρ ιά τα αναμμένα κηροπήγια κοντά στη σελίδα της παρτιτούρι ι ;


Ο Λ Ο Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : ,", Ι Ι Ο Χ Ε Σ Κ Λ Ι Κ Λ Σ Τ Ι ' Λ

1 77

-ακριβ(δς τη στιγμή που γύριζα τη σελίδα για τον π ιανίστα-, βλέπω ακ ό μη το παιχνίδισμα της φλόγας πάνω στα Ι�γαλμένα δαχτυλίδια στην άκρη του κλαΙ�ιέ και έχω στα αυτιά μου ολοκάθαρη τη μελωδία από

I i eder του Σούμπερτ, του Στράους και του Ούγκο Βολφ και επιτέλους το Er/konig

-

τον Βασιλ ιά των ΞωτικιίJν. Η μουσική έπαιζε σημαντ ικό ρό­

λο σε κείνα τα αρχοντικά. Ο απόηχος της εξάσκησης τριγυρίζει στους δ ιαδρόμους, παρτιτούρες και μουσικά τετράδια είναι σκορπ ισμένα στα γύρω έπ ιπλα. Θήκες πο ικίλων οργάνων, πασπαλισμένες με σκόνη σοφί­ τας, μαρτυρούν παλιές ευτυχισμένες μέρες, όταν η οικογένεια μαζί με το προσωπ ικό και τους καλεσμένους συναθρο ιζόταν για να πάρει μέuος στο κονσέρτο. Καμιά φορά, οι φλογέρες ενός εκκλησιαστικού οργάνου προβάλλουν παραταγμένες στο χολ και μια επ ίχuυση άρπα λαμποκοπά στη γωνιά της Ι�ιβλιoθήκης με τις χορδές της ανέπαφες. Όπως καληνύχτιζα τους οικοδεσπότες μου μπαίνοντας φορτωμένος βιβλία σ' ένα δ ιάδρομο με ελαφοκέρατα για να ανέβω την πέτρινη γυρι­ στή σκάλα ως το δωμάτ ιό μου, δεν μπορούσα να π ιστέψω πως μόλις την περασμένη νύχτα είχα κοιμηθεί σε στάβλο. Αυτή η ξαφνική μεταπήδηση από την αχυροστρωμνή στο μαλακό κολονάτο κρεβάτι κα ι αντίστροφα είχε ασφαλ(δς κάποια πλεονεκτήματα. Σπαργανωμένος με τα λ ινομέτα­ ξα στρωσίδια μου και γλυκονανουρισμένος από την ευωδιά του κού­ τσουρου, της παρκετ ίνης κα ι της λεβάντας, έμενα ξάγρυπνος με τις ιδρες απολαμβάνοντας εκείνη την τρυφή και συγκρίνοντάς τη χαρούμενος με τα γνώριμα π ια θέλγητρα της στάνης, της σοφίτας κα ι του αχεριίJνα. Το συναίσθημα ήταν ακόμη εκεί το πρωί που άνοιγα τα μάτια και περιερ­ γαζόμουν τη θέα από το παράθυρο.

Η τελευταία ανατολή του Γενάρη γλιστρούσε στο κουρεμένο γρασίδι αδράχνοντας τα αγάλματα του Αδ(δνιδος, του Πάνα και της Π ερσεφόνης qτo βάθος της αλέας και απλώνοντας τις λιγνές σκιές τους στο απάρθενο

;�ιόνι. Δάση γεμάτα κουρούνες φτεροστόλιζαν τον ορίζοντα και στον αέ­ ;Qα πλανιόταν η αίσθηση πως ο Δούναβης δεν μπορούσε να είναι μακριά.

Ι

• • •


Η " ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Δ α Ι' Ε Λ Σ

1 78

Παντού ξεμύτ ιζαν κάστρα . Ρογιασμένα στις παρυφές των μικριί)ν πό­ λεων, σκυφτά, με τη νυσταλέα χάρη του μπαρόκ, σε δασωμένα ακρό­ γκρεμα ή μετέωρα πάνω από δεντροκορφές, εξουσίαζαν το τοπίο. Η πα­ ρουσία τους είνα ι διάχυτη και όταν ο ταξιδιώτης δρασκελίζει το σύνορο μιας νέας πεΡLOχής αισθάνεται σαν τον Π απουτσωμένο Γάτο που οι χω­ ρικοί του αναγγέλλουν πως το απρόσιτο κάστρο με τα βοσκοτόπια, τους μύλους και τους στάβλους ανήκει στον άρχοντα ντε Καραμπάς. Με κά­ θε λωρίδα γης έχω μπροστά μου ένα καινούργιο όνομα: Κόρεθ, Χάραχ, Τράουν, Λέντεμπουρ , Τράουτμανσντορφ, Ζάιλερν' καθένα σβήνει με

τη

σειρά του, για να Μισει τη θέση του σε κάποLO άλλο. Και η τύχη πρέπε ι να ήταν με το μέρος μου, γιατί όποτε γινόταν λόγος για τον αφέvτη του τοπ ικού πύργου, που τον είχαν όλοι άλλωστε στην άκρη της γλώσσας τους, κανένα παράπονο ή διαμαρτυρία δεν έφθανε ποτέ στ ' αυτιά μου.

Ι Ο κόσμος εκφραζόταν για τον πυργοδεσπότη και τη φαμίλια του με το ύφος της κοινοκτημοσύνης που θα χρησψοποιούσε γ ια μια δημοτική κρήνη ή για ένα τέμπλο εξαιρετικής παλαιότητας που ανήκε στην ενορ ία του. Κάποτε μάλιστα τα συναισθήματα ήταν ακόμα ΠLO θερμά' και

στ ι ς

περιπτώσεις που η αναποδιά της τύχης, ο τζόγος, η εκκεντρικότητα ή και η τέλεια αποβλάκωση είχαν σπρώξει την τοπική δυναστεία σε μαρ α ­ σμό, εκείνοι θρηνούσαν την έκλειψή της σαν φυσικό σύμπτωμα μιας γε­ ηκότερης παρακμής. Το συναίσθημα αυτό της νοσταλγικής μελαγχολ ίας συνοψιζότ α ν στις παλιές, ξέθωρες και στραπατσαρισμένες, αλλά στοργικά φυλαγμέ ­ νες φωτογραφίες του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήψ πράγμα περίερ­

γο ίσως αφού η βασιλεία του δεν ήταν παρά μια αλλεπάλληλη σΑΡά απι') οικογενειακές τραγωδίες και κρατική -αν και μόνο στην περιφέρεια­ αποσύνθεση. Μέσα σε λ ίγες δεκαετίες κάποLO χαλαρό κομμάΤL της αυτο­ κρατορίας με αλυτρωτικές τάσεις αποσκιρτούσε, ή ακόμα χειρότε ρ α . καταλαμβανόταν μ ε τ η βία. Αλλά ο ι επαρχίες εκείνες βρίσκονταν μα­ κριά, στα πέρατα της ΕΠικράτειας OL κάτοικοί τους ήταν αλλόφυλοι κα ι ξενόγλωσσοι και η ζωή στην καρδιά της αυτοκρατορίας ήταν ακόμη

a l,1 -

κετά πρόσχαρη και ήρεμη ώστε να πνίγει αυτά τα προμηνύματα. Στο κ(Χ -


Ο Δ Ο Υ Ν Λ Β Ι Ι Ι : Γ.: Π Ο Χ Ε Ι Κ Λ Ι Κ Λ Σ Τ Ρ Λ

τω

1 79

κάτω, το μεγαλύτερο μέρος της τεράστιας εκείνης συνάθροισης από

χώρες ειρηνικά προσαρτημένες με το πέρασμα των αιώνων χάρη σε έξυ­ πνα μεθοδευμένα βασιλικά συνο ικέσια -Be//a gerun t Β/ίί; Τυ, fe/ix Austria, nubes!*-

ήταν ακόμη ανέπαφο' και ως το

1 9 1 9,

όταν ακόμη η

κυρίως Αυστρία γλίτωνε τον φυγόκεντρο διαμελισμό, μια αισιόδοξη τά­ ση για γλ υκιά ζωή διαπότ ιζε το σύνολο της κοινωνίας της. Ή τουλάχι­ στον αυτή η εντύπωση επικρατούσε και ο λαός αναπολούσε τις παλιές καλές μέρες με τη λαχτάρα των γεωργ(ον και των βοσκ(ον του Βιργιλίου που νοσταλγούσαν τον Χρυσό Αι(ονα της βασιλείας του Κρόνου. Στο Έφερντ ινγκ , όπου έμεινα τη νύχτα, το μπαρόκ ανάκτορο που έπιανε μια ολόκληρη πλευρά της κεντρικής πλατείας ανήκε σε έναν από­ γονο του Ρούντιγκερ φον Στάρχεμπεργκ, του θρυλικού υπερασπιστή της Βιέννης τον καιρό της δεύτερης πολιορκίας της από τους Τούρκους. Το όνομα αυτό βρισκόταν πάλι σε όλα τα στόματα με αφορμή το ρόλο του ση­ μερινού πρίγκιπα Στάρχεμπεργκ, διοικητή της Heimwehr : της πολιτοφυ­ λακής, όπως μου εξήγησαν, έτοιμης να αποτρέψει οποιαδήποτε απόπειρα σφετερισμού της εξουσίας από δεξιό ή αριστερό εξτρεμιστικό κόμμα. Στους αγροτικούς δρόμους είχα δει φάλαγγες από άνδρες αυτού του σ(ο­ ματος με γκρίζες στολές, ημιστρατιωτικούς σκούφους του σκι και στην πλάτη γυλιούς από ακατέργαστο δέρμα, γυρισμένο προς τα έξω με ευδιά­ κριτες τις σταχτιές και ασπρόμαυρες κηλίδες του. Μαθημένος σε βιαιότε­ ρους ρυθμούς, στον βαρύ βηματισμό και στα γαβγίσματα της άλλης πλευ­ ράς των συνόρων, τους έβρισκα μάλλον ήμερους δεν μπόρεσαν ωστόσο να αποφύγουν τη ρετσινιά του φασίστα από τους μισούς τουλάχιστον πο­ λιτικούς αντιπάλους τους. Η φωτογραφία του Στάρχεμπεργκ ήταν, μετά από κείνη του δρα Ντόλφους, αυτή που έβλεπα συχνότερα αναρτημένη σε δημόσιους χώρους: και πάλι σε σύγκριση με τη Γερμανία, η συχνότητα δεν ήταν μεγάλη. Έδειχνε έναν ψηλό καλοφτιαγμένο νεαρό άνδρα με γρυπή μύτη και μάλλον ατροφικό πιγούνι.

Οι άλλο ι κάνουν πόλεμο' εσύ, Α υστρία καλότυχη, βάζεις στεφάνι!


1 80

Η r: ll o x 11 Τ Ι Ι Σ Λ ιJ I' l' Λ Σ

Το σκηνικό είχε αρχίσει ν α αλλάζει. Το μονοπάτι, ακολουθιίJντας μ ι« παγωμένη δασογέννητη ρεματιά. έΙ1γαζε σε έναν τόπο όπου βούρλα.

ψ ί, ­

κια, νερόχορτα, αγριόβατα και χαμόδεντρα [1λάσταιναν σψιχταγκαλ ω ­ σμένα σαν στην καρδιά της ζούγκλας. Αντίκρυ σ ε μια παγοστολισμένη απεραντοσύνη, θύμιζε [1άλτο πολύρριζης μάγκλης στη μέση της αρκτ ι­ κής ζώνης. Θηκιασμένο σε πάγο και χιόνι κάθε κλωνί γυαλοκοπούσε. Η παγωνιά είχε μεταμορcrιiJσει τα βούρλα σε ψράχτες από ευκολοτσά κ ι­ στες [1έργες και τα θάμνα ήταν ψορτωμένα κρύσταλλα και σπιθιρ ιστές σταγόνες. Τα μόνα πουλιά που έβλεπα ήταν όπως πάντα κοράκια, χαΙ1n­ ρόνια και καρακάξες, αλλά το σεντόνι του χιονιού ήταν οργωμένο απιΊ διχαλωτά χνάρια. Το μέρος εκείνο πρέπει να σμάριαζε από νεοοπούλ ω και [10υρκόψαρα σε άλλες εποχές του χρόνου. Ξυλιασμένα δίχτυα ήταν στερεωμένα στα κλαριά και μια βάρκα με ρηχό πάτο, ψουνταρισμένη ως τη μέση, είχε ακινητοποιηθεί εκεί για το χειμιόνα: Ένας λευκός σιωπη­ λός κόσμος [1υθισμένος σε καταληψία. Ένα απανωτό πλατάγισμα ψτερ(όν στη γειτονική λιμνούλα ράγισε τ η σιγαλιά. Είδα έναν ερωδιό ν ' απογειιόνεται αργοσάλευτος από την εJτ Ι­ ψάνεια του πάγου' ένα κυκλοδρόμισμα από νωθρότερα φτερουγίσματ« τον ανέβασε στην κορυφή μιας λομβαρδικής λεύκας που σκουρόφεQ\Τ από ένα πλήθος κουβαριασμένες αδειανές φωλιές. Το ταίρι του, φαντ6ζοντας πελώριο καθώς δρασκέλιζε μια κάτασπρη νερολακκούβα, ακο­ λούθησε με πέταγμα οκνό' ένα λεπτό αργότερα, έΙ1λεπα τα ράμφη τους να εξέχουν το ένα δίπλα στο άλλο. Ήταν το μοναδικό ζευγάρι που ξε­ χειμ(όνιαζε στο έρημο κατάλυμα των ερωδιών. Οι άλλες φωλιές δεν Η« γέμιζαν παρά μόνο αφού θα είχαν γεννηθεί πια οι νέοι γυΡίν �ι.

Ήταν μια μοναδική τοποθεσία' δεν μπορούσα να διακρίνω αΚΡΙΙ1 ι ;)ς πού τελείωνε εκείνη η ζούγκλα που τη μισή της έκταση κουκούλωνε

υ

πάγος. Το σύνορό της καταστάλαζε σε μιαν όχθη όπου ήμερες λεύκες εναλλάσσονταν με αγριόλευκες, σημύδες και ιτιές ανάμεσα σε βατομου­ ρ ιές και ψουντουκόδεντρα. Π έρα από το σύνορο αυτό , ο ορ ίζοντας άνοιγε διάπλατα και μια [1αρβάτη σκουρόθωρη νεροσυρμή βουρβούλια­ ζε με φούρια. Στη μέση, παχνιασμένο από τις στρογγυλωπές σκιές τ η ς


Ο Λ Ο Υ Ν Α ΙΗ Ι Σ : " Ι Ι Ο Χ Ε Σ Κ Α Ι Κ Α Σ Τ Ι' Α

κλα ΙΟυσας ιτιάς, ένα νησάκ ι χι(ιριζε στα δυο την ορμή του ρέματος. Ένα ανάχωμα πάγου υψωνόταν στην αντίπερα όχθη και ακολουθούσαν κα­ λαμ ιές, δασότοπος και κυματ ιστά πολύδεντρα I�oυνά. Τούτο το ξαναντάμωμα με τον Δo ύναl�η ήταν σωστός αιφνιδιασμός. ΕΙχα φθάσει μισή μέρα νωρίτερα από ό,τι υπολόγ ιζα. Έτσι όπως κυλοί,σε ακ ράτητος ανάμεσα στις δασόφυτες χιονοπετρωμένες l�oυνoσειρές έδινε μια επιl�λητική εντύπωση Βιασύνης και παντοδυναμίας. Ξ εθάβοντας το χάρτη μου, είδα πως τα I�oυνά που αγνάντευα ήταν κομμά τ ι του Βοημικού Δ ρυμού. Είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται στη βόρεια όχθη από την πριίηη κιόλας στ ιγμή που ο ποταμός είχε εισl�άλει στην Αυστρία, ένα δυο χιλιόμετρα ανατολικά του Π ασάου. « Μ ε αυτό το τσουχτερό κρύο» δήλωσε το αφεντικό ενός πανδοχείου λΙγο παρακάτω «η μόνη λύση είναι το Himbeergeist ». Συμμο ρ φιί)θηκα απόλυτα και ο προσηλυτισμός μου ήταν κεραυνοβόλος. Λικέρ από φρά­ ουλες, ή η πεμπτουσία της φράουλας το κρυστάλλινο απόσταγμα, ιριδι­ στό και κατάψυχρο στο βουρκωμένο ποτηράκ ι έμο ιαζε να συμμαχε ί ομοιοπαθητικά με τον καιρό. Είτε το έπινες γουλιά γουλιά είτε το κατέ­ βαζες μονορούφι, εισχωρούσε ριγηλό στο κα ινούργ ιο σπιτ ικό του απλι(ι­ νοντας πλοκάμια -ή έτσι μου φάνηκε μετά τη δεύτερη δόση μου-, όπως ο ι φτέρες του στερεοποιημένου νερού που διακλαδίζονταν στα τζάμια των παραθυριιi:ιν, αποπνέοντας ζεστασιά και αγαλλίαση αντί αγιάζι, κο­ μΙζοντας ένα εξαϋλωμένο μήνυμα ανακούφισης ως και το στερνό γρο­ μπαλάκ ι της ραχοκοκαλιάς μου. Οι δριμείς χειμώνες γεννo l�oλoύν τα αντίδοτά τους: KUmmel , I�ότκα, ακουαβίτ, Danziger Goldwasser. Και τι δεν θα 'δινα για μια δακτυληθρούλα γεμάτη με τη γεύση του παγωμένου βο ρρά ! Καυτές συνάμα και κατάψυχρες δόσεις με ιριδισμούς από χρυσά φλουριά και πούλιες που ξανάl�o υν το αίμα, ζωογονούν τα κουρασμένα μέλη και ξαναβάζουν στο δρόμο τον ταξιδιιίηη, σαν ρουκέτα που δια­ γράφει τροχιά μέσα σε χιόνια και πάγους. Λευκή φωτ ιά, κόκκινο μάγου­ λο , δώστε μου θάλπος και τάχος! Αυτή η ανακάλυψη έλουσε με την αίγλη της την άφιξή μου στο Λιντς.

Μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, σε ένα κουλούριασμα του ποταμού, ξε-


182

Η Ε ιl Ο Χ Ι Ι Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ρ Ε Λ Σ

μύτιζε η πόλη. Ήταν ένα πανόραμα από θόλους κ α L καμπαναΡLά συναγ­ μένα κάτω από ένα βλοσυρό φρούρLO καL γεφυροζεμένα με έναν μLΚΡU­ τερο ΟLκισμό στη ρίζα ενός βουνού της άλλης όχθης. ***

Σαν έφτασα στην όμορφη και απλόχωρη κενΤΡLκή πλατεία της πόλης , δLάλεξα ένα καφενείο με ελπ ιδοφόρα όψη , τίναξα το χιόν ι αποπάνω μου, μπήκα μέσα και παράγγειλα δυο βραστά αυγά ! Αυγό στο ποτή l1 Ι ! Μου είχε yLVEL πάθος τελευταία. Τ ι ικανοποίηση να αλαφροχτυπάς γύ­ ρω γύρω τα αυγά με το κουταλάΚ L, προτού αφαιρέσεLς το τσακ ισμένο τσόφλ ι για να αδΗάσεις προσεκτ ικά το μαλακό περ ιεχόμενο στο μα ­ στραπά σου, ανέπαφο, προσθέτοντας μια κουταλιά βούτυρο . Η απί, ­ . .

λαυση του ταξLδLιότη. Εδιί) στάθηκα πω τυχερός από όσο νόμιζα στην εκλογή μου' γιατί ο νεαρός Lδιοκτήτης καL η γυνα ίκα του όχι μόνο σε\)­ βίρ ισαν τα αυγά, αλλά μου παραχώρησαν και ένα κρεβάτι για δυο νίJ­ χτες στο δLαμέρισμά τους πάνω από το μαγαζί. Και σαν να μην έφτανε αυτό, την άλλη μέρα που έπεφτε Κυρ ιακή μου δάνεισαν ένα ζευγάρ ι μπότες και με πήραν μαζί τους στο σκι. Σύσσωμη η πόλη είχε βγει για ΠΕ­ ρίπατο και κολατσιό στο Postlingsberg -το βουνό της απέναν τ ι όχθης- προτού αρχίσουν ο ι τσουλήθρες στ ις παγωμένες αυλακωτές πλαγιές του. Βάζοντας μπρος χωρίς προθέρμανση, δεν άργησα να γεμ ί­ σω μελανιές από τις τούμπες, αλλά τουλάΧLστον τα παράπονά μου απι') το Σάλ τσμπουργκ είχαν ξορκιστεί. Το σούρουπο με βρήκε να σουλατσάρω στους δρόμους της πόλης . Π ροσόψεις σπιτιών με γύψινες διακοσμήσεις ορθώνονταν μπροστά μΙΗ' βαμμένες σοκολατιές, πράσινες, δαμασκηνιές, κρεμ και μπλάβες ! Ήτα \' στολισμένες με βαθύγλυφες ροζέτες και η ελικωτή επεξεργασία της πέ­ τρας και του γύψου τούς έδινε μια αίσθηση κίνησης και ρευστότητα ς . Τρίκοχοι φεγγίτες πρόβαλλαν από τα χαμηλότερα πατώματα και κυλ ιν­ δρικά ενδυναμώματα aπάλυναν τ ις γωνίες εκτοξεύονταν ψηλά και λε­ πτύνονταν βαθμιαία για να ξαναβρούν τη στρογγυλάδα τους και να κ α­ ταλήξουν σε ανάλαφρους θόλους και σφαίρες τρούλοι, πυραμίδες

κω


Ο Λ Ο Υ Ν Α Η Ι Ι Σ : R I I O X E I Κ Α Ι K A Σ lΊ' A

183

οβ ελίσκοι συνδυάζονταν με αυτούς τους διακοσμητ ικούς βολβούς στη γραμμή του ορίζοντα. Και από το λιθόστρωτο κάθε πλατείας σπειρόμορ­ φες αναμνηστικές στήλες σκαρφάλωναν στροβιλιστές ζυγιάζοντας στον αέρα δέσμες από χρυσές βελόνες σαν αρτοφόρια της Α ντιμεταρρύθμισης. Εκτός από το αγριωπό φρούριο πάνω στο βράχο, ολόκληρη η πόλη ήταν καμωμένη για τη χαρά και τη χλιδή. Η ομορφιά, η ευρυχωρία και το πρα­ κτικό πνεύμα κυριαρχούσαν παντού. Το βράδυ ο Χανς και η Φρίντα, οι οικοδεσπότες μου, με πήραν μαζί τους σε ένα πάρτ ι σε γειτονικό πανδο­ χείο και νωρίς το άλλο πρωί κίνησα για να κατέβω τον Δούναβη. Όχι αμέσως όμως. Ακολουθιί)ντας τη συμβουλή τους, πήδηξα σε ένα τραμ που με έβγαλε λίγα χιλιόμετρα έξω από την τροχιά μου και κατό­ πιν σε ένα λεωφορείο που με έφερε στο μοναστήρι του Αγίου Φλωρια­ νού. Το μεγάλο τούτο μοναστήρ ι των Κανονικ((ιν του Αγίου Αυγουστ ί­ νου έπεφτε σε κάτι χαμηλούς λόφους τριγυρισμένους από χιλιάδες μη­ λιές που τα κλωνιά τους ήταν σκεπασμένα με βρύα και λαμποκοπούσαν από δροσόπαγο. Τα κτίρια, οι θησαυροί και η υπέροχη βιβλ ιοθήκη , με εξαίρεση τους πίνακες ζωγραφικής, ήταν βυθισμένα στο σκ ιόφ(� της ολοκληρωτικής λήθης. Λίγο πριν τα εγκαταλείψω, στάθηκα για μια στιγ­ μή μπροστά στα δίδυμα καμπαναριά με συντροφιά μου έναν φιλόξενο εφημέριο. Ακολουθώντας τον τεντωμένο δείκτη του χεριού του στρέψα­ με τα μάτια σε μια αλυσίδα από αλλόκοτα ρήγματα στο μυχό των βου­ νών. Με το πέταγμα του κοράκου, η λεκάνη αυτή εκτείνεται ευθεία κά­ που εκατόν εξήντα χιλιόμετρα νοτιοδυτ ικά μέσα από την Άνω Αυστρία

ως τα βόρεια έλη του Τιρόλου και της Άνω Βαυαρίας, στο σημείο όπου η κορυφή του όρους Zugspitze νεφοπλέει πότε θολή σαν φάντασμα και πότε στιγμιαία σπινθηροβόλα. Καθώς γύριζα την πλάτη μου σε εκείνα τα βουνά, οι εικόνες του μονα­ στηριού συνωστίζονταν στο μυαλό μου. Με έβαζαν έτσι αόριστα να συλ­ λογίζομαι πόσο σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν η γεωγραφία και η

τύχη στη γνώση ή την άγνοια κάποιου γύρω από θέματα ζωγραφικής . ... ... ...


1 84

Η " " ΟΧ "

ΤΙΙΙ ΔαρεΛΣ

Στην Ολλανδία, μου είχε περάσει για πρώτη φορά από το νου πως ένας μέσος Βρετανός που συχνάζει σε πινακοθήκες είναι φυσικό να ξέρει

Τα

ονόματα και κάποια αντιπροσωπευτ ικά έργα μερικ(δν δεκάδων ολλαν­ ι') (ί)ν, φλαμανδ(δν, ιταλ(ί)ν και μιας εικοσάδας γάλλων ζωγράφων. Σε αυ­ τούς θα μπορούσε κανείς να προσθέσει μισή δωδεκάδα ισπανούς. Όλα χάρη στη γεωγραφική συγγένεια, την κοινή θρησ�εία, τον παραδοσιακί) γύρο της Ευρ(δπης και τα γούστα της εποχής. Το άθροισμά του ωστόσο -το δικό μου δηλαδή- για ολόκληρο τον γερμανόφωνο κόσμο συνοψ ί­ ζεται σε τρία ονόματα : Χόλμπα'ίν, Ντ ίρερ και με αρκετ η καθυστέρηση Κ ράναχ. Ο Χόλμπα'ίν, επε ιδή ' μο ιάζε ι σχεδόν Άγγλος, και

u

Ντίρε\.?

επειδή ανήκει στο είδος της μεγαλοφυίας που είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητη, ένα οικουμενικό φαινόμενο μοναδικό σε μια από τις ψη­ λότερες βαθμίδες της σκάλας που οδηγεί στον Ντα Βίντσι. Οι νωπές επ ι­ σκέψεις μου σε γερμανικές πινακοθήκες του Μονάχου είχαν στο μεταξ ι'! θερμάνει τη γνωριμία μου με τον Κ ράναχ κω. ε ίχαν προσθέσει το" Άλτντορφερ και τον Γκρίνεβαλ τ στον κατάλογο.

Av, και διαφορετικοί μεταξύ τους, αυτοί οι ζωγράφοι έχουν ωστόσο σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά. Και οι πέντε προέρχονται από τη νυ­ τια Γερμανία. Όλο ι γεννήθηκαν τα τελευταία σαράντα χρόνια του 1 5ου αιιί)να. Καρποφόρησαν τις πρ(ίηες δεκαετίες του 1 60υ αιώνα, τον και\.?ι') του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, ενός αργοπορημένου εκπροσ(δπου ΤΟΙ' Μ εσαίωνα τον οποίο αποκάλεσαν Τελευταίο Ιππότη και κατόπ ιν

ΤΟ1!

ισπανοθρεμμένου, υστεροαναγεννησιακού εγγονού κ α ι διαδόχου του. Καρόλου Ε '. Το σύνολο της γερμανικής ζωγραφικής μοιάζει να συμπ υ ­ κνώνεται σε αυτό το διάστημα των εξήντα χρόνων' μια ξαφνική πλησμο­ νή που δεν την προοιωνιζόταν άλλο εκτός από τα μεσαιωνικά εργασnΊ­ ρια, χωρίς όμως πραγματική συνέχεια. Ήταν η μεγάλη στιγμή της--Γερμα­ νίας με γενεσιουργό αιτία την Αναγέννηση στην Ιταλία και την εξάπλω σ η των ανθρωπιστικά)ν σπουδών στο έδαφός της, οιστρηλατημένη και ταλα­ νισμένη παράλληλα από την ακμή του Π ροτεσταντισμού. Ο ενεργός I�ίoς του Λούθηρου καλύπτει το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα ως το τελει1ταίο δευτερόλεπτο' και οι πέντε ζωγράφο ι τέλειωσαν τη ζωή τους σ tιJ


Ο Λ Ο Υ Ν Λ ιI Ι Ι I : r. I I O X E I Κ Λ Ι Κ Λ Ι Τ Ι ' Λ

1 85

στρατόπεδο των Διαμαρτυρομένων. (Ο Γκρίνεβαλτ, ο αρχαιότερος από όλους, έπεσε σε [�αθιά σύγχυση και οδηγήθηκε σε απραξ ία. Ο Χ όλ μπ α ·ίν .

ο νεότερος, προσαρμόστηκε στις περιστάσεις. Είναι δύσκολο να τους ψα­ νταστεί κανείς ως σύγχρονους, όμως οι ζωές τους ξεδιπλιί)νονται παράλ­ ληλ α για σαράντα ολόκληρα χρόνια.) Δυο βασικές διαβάσεις προσέγγισης και διαφυγής ένωναν τον γερμανικό νότο με τον υπόλοιπο κόσμο. Η πιο φυσική ακολουθούσε τον Ρήνο ως τη Φλάνδρα οδηγιί)ντας κατευθείαν στα ατελιέ των Βρυξελλά)ν, της Βρίγης, της Γάνδης και της Αμβέρσας. Η άλλη, από τον Αυχένα του Μπρένερ, συντροφεύοντας τον ποταμό Αδίγη, ως τη Βερόνα, όπου ένα βατό μονοπάτι ξετυλιγόταν ως τη Μάντουα, την Πάδουα και τη Βενετία. Ήταν λιγότεροι εκείνοι που έπαιρναν αυτό τον δεύτερο δρόμο που έμελλε ωστόσο να αποδειχθεί ο πιο καθοριστικός από

τους δυο' δημιουργική συνύπαρξη καθ(ός η γερμανική ζωγραφική ύφαινε το μαγνάδι της γύρω από f:ναν άξονα με πόλους τους δυο μεγάλους δα­ σκάλους, τον Φλαμανδό �αν ντερ Βέιντεν και τον Ιταλό Μαντένια. Π ερπατά)ντας δίπλα στον Δούναβη βρισκόμουν χωρίς να το ξέρω, στο γεωγραφικό επ ίκεντρο μιας δευτερεύουσας αλλά αξιοσημε ίωτης υποδιαίρεσης στην Ιστορία της Τέχνης. Η Σχυλή του Δυ ύναβη, όρος αυ­ θαίρ ετ ος που συχνά περικλείνετα ι σε εισαγωγικά, αντιστοιχεί ακρ ιI�(ί)ς

στην περίοδο που αναφέραμε και αγκαλ ιάζει τη λεκάνη του ποταμού από το Ρέγκενσμπουργκ ως τη Βιέννη περιλαμI�άνoντας στο I�o ρρά τη Βοημία ως το ύψος της Π ράγας και στο νότο τις πλαγιές των Άλπεων από το Τιρόλο ως την Κάτω Αυστ ρία . Ο Ντ ίρερ και ο Χ όλμπα'ίν, αν και κατ άγ ονται από σχεδόν παραδουνάβ.ιες πόλεις, όπως η Νυρεμβέργη και

το Άουγκ σ μπουργκ , δεν υπάγονται σε αυτήν. Ο πράnος είναι παναν­ θρώπινος και ο δεύτερος πολύ εκλεπτυσμένος ή όψιμος κατά δέκα περί­ πο υ χρόνια. Ο Γκρίνεl�αλτ από γεωγραφική άποψη τοποθετείται δυτικό­ τερα κα ι μάλλον ανήκει σε μια εξίσου αυθα ίρετη Σχολ ή το υ Ρήνυ υ.

Αλλ ι(ός θα εναρμον ιζόταν απόλυτα. Απο μένουν ο Κ ράναχ και ο Ά λτντορφερ: Αστέρια πρ(ότου μεγέθους ενός γαλαξ ία από λιγότερο λα­ μπρούς δεξιοτέχνες του Δούναβη. Μ ε τα στοιχεία που είχα τότε στη διάθεσή μου, κάθε φορά που αντ ί-


1 86

Η " ι ι ο χ ι ι Τ ΙΙ Σ Λ Ω ρ ε Λ Σ

κρ ιζα ένα καινούργιο έργο του Κ ράναχ τον μισούσα όλο και περισσότε­ ρο. Εκείνα τα ωχρόμαλλα μουσελινοφόρα αρσενικοθήλυκα, που καμιίJ­ νονταν διάφορες στάσεις στο μαύρο φόντο, μου φαίνονταν κ ιόλας αρ­ κετά αποκρουστικά' όμως σε συνδυασμό με το σαδισμό της απεικόνισης των r�ιβλικ(ίJν μαρτυρίων του καταντούσαν πράγματι σατανικά' και αυ­ , τή η διαπ ίστωση με έκανε να συλλογ ίζομαι τη μακάβρια λεπτομέρεια που χαρακτήριζε και άλλους λιγότερο αξιόλογους ζωγράφους της σχο­ λής αυτής και ακόμα να αναρωτιέμαι παραπέρα για το γενικότερο ανη­ συχητικό πρόβλημα του ρεαλισμού στη Γερμανία. Κάποιοι από τους πίνακες της Σχολ ής του Δούναβη είναι πάντως εξαίσιοι. Άλλοι είναι γοητευτικοί, συγκινητικοί ή συμπαθητικοί και σε έναν αμύητο σαν εμένα έΙ�ρισκαν άμεση απήχηση που δεν συνδεόταν με την εξελιγμένη αναγεννησιακή τεχνική τους, αφού άλλωστε δεν την κα­ _ταλάΙ�ινα ακόμη. Στην πραγματικότητα, αυτό που με μάγευε ήταν ακρι­ Ι�(ί>ς το μεσαιωνικό και τευτονικό πνεύμα τους που διαφοροποιούσΕ εντελ(ί>ς την αναγεννησιακή ατμόσφαιρα αυτιί>ν των εικόνων: το σμαρα­ γδένιο χρ(ί>μα της χλόης, το ζουμερό καταπράσινο των δασών, τα oκ tEQct κωνοφόρα σύδεντρα και οι θαμνοσκέπαστες εξοχές του ιουράσιου ασΙ�ε, στόλιθου' το φόντο, κατακλυσμένο από χιονόβλητες σφήνες - μακρινέ ς απόψεις χωρίς άλλο του Grossglockner, του Reifhom , του Zugspitze και του Wildspitze. Είναι το σκηνικό που πλαισιώνει τη φυγή στην Αίγυπτο και το προσκύνημα των Μάγων και όπου ξεδιπλώνονται τα μονοπάτια προς την Κανά και τη Βηθανία ! Ένα αχούρι με μουσκεμένη καλαμοσκε­ πή στεγάζει τη Γέννηση σ ' ένα ξέφωτο των Άλπεων. Ανάμεσα σε κουκου­ νάρια, εντελβάις και λουλούδια γεντιανής συντελούνται οι Μεταμορφ( ίJ­ σεις, οι Πειρασμοί, οι Σταυρώσεις και οι Αναστάσεις. Οι πρωταγωνιστέ ς σε κάποιον πίνακα του Βολφ Χούμπερ είναι σουηβές χωριατοπούλες. εμΙ�ρόντητα γεροντάκ ια με ανάκατες γ ενειάδες, νο ικοκυραίοι με φου­ σκωμένα μάγουλα , στυφές μπαμπόγριες, εκστατικά αγροτόπαιδα κ αι αποσβολωμένοι ξυλοκόποι - ένας θίασος ξωμάχων του Δούναβη με κο­ μπαρσαρία από παρα γιούς στις κουίντες. Οι σκηνές έχουν α π έραντη γοητεία. Δεν είναι πρωτόγονες απεικονίσεις, κάθε άλλο μάλ ιστα' όμως η


Ο Λ Ο Υ Ν Α Α Ι Ι Σ : ΙΞ Π Ο Χ Ε Σ Κ Α Ι Κ Α ΣΊΊ'Α

1 87

ι σο ρροπ ία ανάμεσα στην αφέλεια και την εκζήτηση είναι τέτοια που, όταν τις κοιτάζεις, θαρρείς πως είσαι καθισμένος σε ένα κούτσουρο κά­ τω από τον ουράνιο θόλο του [�oρρά και ακούς να σου ψιθυρίζουν στο αυτ ί με θαυμασμό και σπουδή τα επεισόδια των Γραφιί)ν. Ενεργούν πάνω σου σαν λα'ίκά παραμύθια ιστορημένα στη βαριά ντοπιολαλιά της Σουη­ β ίας, του Τιρόλου, της Βαυαρίας ή της Άνω Αυστρίας. Καθετί που έχει σχέση με την απλή χωριάτικη ζωή είναι εκπληκτικά αληθι"l'6 στις εικόνες αυτές μια πειστική γήινη ατμόσφαιρα συνυπάρχει με την πιο τρυφερή ευλάβεια. Ωστόσο, αν δεχθούμε πως οι λόχμες αυτές και τα δασοτόπια εί­ ναι άδειες από τελιί)νια και καλικάντζαρους, δεν υπάρχει ίχνος μεταφυ­ σικής σε αυτά τα δρώμενα παρά μόνο με ολωσδιόλου διαφορετ ική έν­ νοια. Σε μερικά έργα και πανό για παράδειγμα, ο νόμος της βαρύτητας ασκεί μια αφύσικα δυναμική επιρροή. Οι άγγελοι, αντίθετα με τα αιθέρια ξαδέρφια τους της Ιταλίας και της Φλάνδρας, είναι κάτι αδέξια πετούμε­ να, ανεφοδίαστα για μακροχρόνια παραμονή στον αέρα. Τα αυστηρά σαν δημοτικού άρχοντα χαρακτηριστ ικά του Θείου Βρέφους έχουν μερικές φορές την αγριάδα μικρού Ηρακλή που στραγγαλίζει το φίδι. Αυτό το παιδί είναι πολύ [�αρύτερo από τα περισσότερα θνητά μωρά. Και αμέσως μόλ ις συνειδητοποιηθούν αυτά τα συμπτώματα, το παν αρχίζει να παρα­ στρατεί με τρόπο που είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς. Οι όψεις φαντάζουν πελ ιδνές και λιπαρές σαν ζυμάρι, οι κόγχες των ματ ιιόν συ­ στέλλ ονται και μεταμορφ(όνονται σε παμπόνηρες μοχθηρές σχισμάδες που εκπέμπουν αναλαμπές παραφροσύνης. Τα καθαυτό πρόσωπα μορ­ φάζουν πλαδαρά και σφιγμένα μαζί, λες και μια ελεεινή δίαιτα έχει σα­ π ίσει πρόωρα όλα τα δόντια και τα χαρακτηριστικά συχνά παραμορφιό­ νονται χωρίς φανερή αιτία. Μύτες στραβώνουν, μάτια τσιμπλιάζουν και στόματα χάσκουν ορθάνοιχτα όπως στις κούτρες των χιονάνθρωπων ή των τρελ ών του χωριού. Υπάρχει κάτι το αινιγματικό και ανεξήγητο γύ­ ρω από αυτή τη διαβρωτική φθορά. Δεν έχει να κάνει με την αγιοσύνη ή τη φαυλότητα του χαρακτήρα που απεικονίζει, και ασφαλ(ός καθόλου με την ικαν ότητα του ζωγράφου. Μά λλ ον θα έ λ εγε κανείς πως μια τοξίνη ανισορροπίας και αποσύνθ εσης έχει τρυπώσει μέσα στο κρανίο του.


1 88

Η Ι; ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Ι Λ Ω Ι' Ε Λ Ι

Όμως όταν τ ο θέμα μετατοπίζεται από τις /�oυκoλικές σκηνές στις αναπαραστάσεις ιεριί)ν μαρτυρίων, οι προθέσεις του ζωγράφου περ ι­ πλέκοντα ι τόσο που κάνουν αδύνατη κάθε εικασία. Αυτές οι εικόνες εί­ ναι ο αντίποδας αντίστοιχιί>ν τους βυζαντινιί>ν αγιογραφιιί>ν. Εκεί ο ιΊ ή ­ μιος και το θύμα του έχουν την ίδια ταυτόσημη έκφραση νηφάλιας απο­ στασιοπο ίησης και ο αποκεφαλιστής, όμοιος με τεχνίτη λεπτουργό που κραδαίνει ένα ξιφόμορφο κλειδί του παραδείσου στον αέρα, διεκδικε ί ισότιμα με το θύμα την επιδοκ ιμασία μας. Οι Ιταλο ί δεν ιΊ ιακινδυνεύουν ίσως παρόμοια αποστασιοποίηση στις σκηνές των μαρτυρίων τους, αλ­ λά η ανάγκη του ζωγράφου να διασιί>σει το α ίσθημα της ιερότητας κα ι της αξιοπρέπειας δεσμεύει θύτη και θύμα σε μια τελετουργ ική χορογρα ­ φία μεγαλείου που κρατά σε απόσταση τον εφιάλτη της φρίκης. Όχι εδιί) [�έβαια. Εδιί> κάτι αξύριστοι χοντράνθρωποι με σκεβρωμέ ­ νους θιί)ρακες πανοπλίας, κουρελιάρικες πουκαμίσες και λυτές βρακο­ ζ(ί>νες έχουν μόλις ξετρυπ(ί>σει τρεκλίζοντας από την μπιραρία βρομοκο­ π(ί>ντας ξινολάχανο, έτοιμοι για ξυλοδαρμούς μέχρι θανάτου. Βρίσκουν το θύμα και χυμούν επάνω του. Με χυδαία [�λέμματα, γυμνά δόντια κω γλιί)σσες που κρέμονται. σύντομα ιδροκοπούν από εξουθένωση. Αυτοί ο ι σταI�λ ίτες, οι χασάπηδες, οι βαγενάδες, οι πα ραγιοί κ α ι οι μισθοφόροι μ ε την μπ ιχλιμπ ιδωτή φορεσιά τους είναι όλοι τους ξεσκολισμένοι στρ ε ­ βλωτήδες, σακατευτές, λιθoI�oλητές, μαστιγωτές, και αποκεφαλιστές κr(­ ποιου ανθρ(ί>πινου σφάγ ιου, επ ιτήδειοι στη χρήση των καλοακονισμ έ­ νων εργαλείων τους, γεμάτοι κομπασμό γύρω από την άσκηση των καθη­ κόντων τους. Τα παράθυρα των ζωγράφων πρέπει να έβλεπαν σε ικριι ίι­ ματα όπου ο τροχός, το κούτσουρο του δήμιου και η κρεμάλα μαγνήτιζαν τα πλήθη. Λ επτομέρειες που σπάνια συναντάς σε άλλους ζωγράφους επαναλαμ/-κίνονται εδιί) με κανονική συχνότητα. Τέσσερις κρεατεροί ψυ­ ΧoI�γάλ τες με κάτ ι σταυρωτά κονταρόξυλα σπρ(ί!χνουν ένα τεράστ ιο αγκαθωτό στεφάνι στο κεφάλι του σφάγιου και ένας πέμπτος το σφυ ρο­ κοπά με ένα τρίποδο σκαμνί γ ια να προχωρήσει βαθύτερα. Κάποιος ιΊ.λ­ λος που ετοιμάζεται για το μαστ ίγωμα φυτεύει το άρβυλό του καταμεσ ή ς στην ωμοπλάτη του θύματος ανασηκώνοντας έτσι τους δεμένους κα\)-


U Λ Ο Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : r. I I O X EI Κ Λ Ι Κ Λ Σ ΤΙ ' Λ

1 11 9

πούς ιί)σπου οι φλέI�ες να φουσκιί)σουν από το πρήξιμο, Τα ματσούκια από σημυδόξυλο χρειάζονται δυο χέρια να τα σηκιί)νουν ενιί"ι το πάτωμα

βρο μίζει από κλαριά και απομεινάρια του βούρδουλα. Στην αρχή , το κορ μί γεμίζει με κάτι κηλίδες σαν λεοπάρδαλης από εκατοντάδες αγκά­ θια μπηγμένα στη σάρκα. Τέλος, ύστερα από ένα σωρό εξευτελισμούς, το αργοθάνατο κουφάρι καρφιί)νεται επιτόπου και στυλιί)νεται κάθετο ανά­ μεσα σε δυο τουμπανιασμένους κακούργους που τα τσακ ισμένα κανιά τους κρέμονται ζαβά σαν ματωμένα ξύλα. Η στερνή πινελ ιά της φρίκης ε ίναι ο ίδιος ο σταυρός. Σαρακ ιασμένα μακρινάρια από έλατο και λεύκα έχουν τόσο ατζαμίδικα συναρμολογηθεί που γέρνουν από το ανθριί)πινο βάρος έτοιμα να σωριαστούν στη γη καθιί"ις εκείνος ο ιδιότυπος νόμος της βαρύτητας, διαστέλλοντας τις τρύπες των καρφιιί)ν, εξαρθριί)νει ta δάχτυλα και τα μακραίνει κάνοντάς τα να μοιάζουν με αραχνοπόδαρα. Οι πληγές πυορροούν, τα οστά συντρίl�oνται μέσα στο κρέας και τα γκρί­ ζα χείλη, ομοκεντρικά συρρικνωμένα γύρω από μια τρύπα με δυο σειρές δόντια, χάσκουν με σπασμούς οδύνης. Το κορμί, παραμορφωμένο, τα­ πεινωμένο και σακατεμένο σφαδάζει μέσα στην αγωνία του θανάτου. Κρέμεται εκεί, καθιί)ς λέει ο Ουισμάν περιγράφοντας τον μεγάλο πίνακα του Γκρίνεβαλτ πάνω από την Αγία Τράπεζα του καθεδρικού ναού στο Κόλμαρ:

comme un bandit, comme un chien . ...

Οι πληγές μπλαβίζουν, η

σκιά της γάγγραινας και της σαπίλας πλανιέται στον αέρα.

Αρκετά παράδοξα ωστόσο, ο Γκρίνεl-ΚΧλτ δεν ανήκει στην κατηγορία που μόλ ις αναφέραμε. Το μυριαγκυλωμένο σκήνωμα πάνω στο σταυρό ε ίναι μέρος μιας παλιάς φόρμουλας η φρίκη είναι υπέρτατη, αλλά χάρη στην ένταση του σπαραχτ ικού θρήνου των παρευρ ισκομένων στη Σταύ­ ι

υ σ ρωση και μια σωτήρια σπ ίθα μεγα λ οφυ'ίας του ζωγράφου τελ ικάσεπι­ β

α υν σ τικι τικ κ υ ατρ κ α τ κ τμάτ ι ι ια μου ιι ι π μ τραγικού κρατεί το αίσθημα μεγαλείου τουλάί μ ες έ βα ια του ές π έ ς αλλ ιί βι έ ς· ... που ί ε ς ,σταο ο σ σ α ε ακ ν τ ν ν ν μ τικ κ ι ρ ι τ ι ι ι μ μ λ ' " τ θ η α έ ς ιι I ε χιt ί . Είχα εί ες ς ε ι ίJδ ε ς ε ο έ ε ε ς γ ξ

'"

Σαν λ ηιπής, ιJα ν ακ ιίλ ο ς. "'''' Υπιίρχουν


Η E n o x H Τ Ι Ι Σ ΔαΡΕΑΣ

1 90

χιστον ταυτ ίζεται με την ατμόσφαιρα και την ψυχική διάθεση του εξαί­ σιου εκείνου ποιήματος γ ια το θείο Πάθος ενός ελισαβετιανού ποιητή, σύγχρονου του ζωγράφου, του Τζον Σκέλ τον: WoefuJJy arrayed ΜΥ blood, man, For thee ran. Ιι may ποι be nayed

ΜΥ body blue and wan, WoefuJJy arrayed.· Απολογητές και κριτικοί της τέχνης αποδίδουν αυτές τις απάνθρω­ πες σκηνές στην αγρ ιότητα που εξαπέλυσε ο ξεσηκωμός των αγροτ(ί>ν το 1 5 23.

Αυτός ο καταστροφικός επίλογος του θρησκευτικού πολέμου άφη­

σε αλ(ί>βητους ελάχιστους Γερμανούς του νότου. Ακό μα και αν μερικοί πίνακες χρονολογούνται πριν από την εξέγερση αυτή -όπως η μεγάλη εικόνα του Ίσενχα'ίμ που προηγείται κατά δέκα χρόνια- το σκ λ ηρί) πνεύμα τωνοκαιρ(ί>νν είναινπολύ πιθανό να επηρέασε της ο ο ον οτη ζωγραφική ν ν ά

ά

ά

ιτ ει ικ π ε υ α τ ω ίτ ε υ ω ηθε ί α δ εκείνης. α ζωγ ρο τφο . ρ σ μφ χ ύος κναξιοπερίεργα μ σα σττα ςαποτελέσματα ό Ούτως ή άλλως, εποχής ο ο ο οο ός μ ν αείναι ε άλ η εικ ν τη ι ε ι ε τ τ π π κ ά Τ ία Α α α α α σο και γ ς νροτουζΤριακονταετούς μν γ ς ρ ρ ζ ν γ Π ολνέμου μ ί των ο και συγκεχυμένα: ονι ςεφιάλτες ε

' Ι σ μ α"ίμ π υ τα α ιε ω έ στη θ ε πε ία τω παθ σ ε ω τ υ δέ α ο χο ρμο ς ρα φ νρ μ οή ο ή ο ο καοι τ υ αίματ ς τη ς πα ώλη ς οτη ςό επιλη ψ ίας και τ υ ε ργ τισμ ύ και όι λ ε ­ , , ν ν ν νι ν ειε ε ε ν ε ι ν υ πτ ό έ ρ ο ς κ ί ε ς ο ίχα έ οα σκο π : η εν ατέ ση τωά ζωγραφ κ(ί> σ μβ ολ ων ε ε ε απ τ υ ς α ρρ<οσ τ υ ς α π τ λ ύοσ τη π ρ (οτηόφ σ η τ ης θ ρα πόε ία ς τ υ ς . ν ν ι εν ά ι ε Ητ ε υ υ υ π ρχε η υπ σχεσ η στο Ή α μοια θ ρησκ τ κ π ρ η όπ θ ωρο ύσα τ ή ή ε ε υ θα ματ υργ ς θ ραπ ίας . ξ ή

της

Στολισμ ένο μ ε θρήνο υς Το α ίμ α μ ου, ά νθρωπε, Για σένα έχε ι τρέξει. Πο ιο ς δεν το ξέρε ι. Σώμα χλ ωμό κα ι μ αβί, Στολισμ ένο μ ε θρή νο υς.


Ο Δ Ο Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : Γ. Ι Ι Ο Χ Ε Ι Κ Λ Ι Κ Λ Σ Τ Ι ' Λ

191

Lοπ ανLκ(ί)ν συρράξεων επηρέασαν τον Cal Iot και τον Γκόγια μ ε τρόπο που δεν αφήνΗ καμιά αμφιβολία για τη στάση τους απέναντι σε αυτούς το υς π ολέμους ή τις προθέσεLς των έργων τους. Π ο ια είναι λο ιπόν η ταυτότητα αυτ(ί)ν των εικόνων; Π ρόκειται μήπως για βλοσυρά κειμήλια του σκοτεινού Μεσαίωνα π ου η Αναγέννηση, χωρίς να τα διαφωτίσει, τα επηρέασε με την τεχνοτροπία της κα ι μόνο, έργα που ξεπήδησαν από πρ ωτόγονα. εναύσματα; Ίσως. Αλλά η θρησκευτική εικονογραφία έχει από τη φύση της διδακτικό χαρακτήρα. Π οιο είναι τότε το μήνυμα που φ έρνουν; Δύσκολο να μαντέψει κανείς. Στο Βυζάντιο, μια σπλαχνική αμεροληΨία εξύψωνε δικαίους και αδίκους, σμίγοντας τα χέρια τους σε συμβολική συνύπαρξη. Εδώ λειτουργεί ένας αντίθετος παράγοντας. Το καλό και το κακό, ζυμωμένα με το ίδιο προζύμι, ενώνονται μέσα στην αθλ ι ό τητα για να καταντήσουν στο τέλος εξ ίσου ποταπά' και μέσα σε αυτή την ισότητα, η φρίκη διώχνει το έλεος. Η αξ ιοπρέπεια και η τραγι­ κότητα φτερουγίζουν μακριά και το μάτ ι του θεατή καθηλ(ί)νεται σαστ ι­ σμένο. Έχει μπροστά του αγίους π ου πορεύονται στο μαρτύριο ή κα­ κούργους π ου υποβάλ λ ονται σε βασανιστ ικό θάνατο; Τίνος το μέρος παίρνει ο ζωγράφος; Απάντηση δεν υπάρχει. Ίσως αυτή η ατμόσφαιρα να ήταν αναπόφευκτη. Λ ιγότερο βίαια ίχνη της βρίσκει κανείς σε κάποιους π ίνακες του Άλτντορφερ. Όμως αυτός ο ζωγράφος ξεχωρίζει ανάμεσα στους ομότεχνούς του του Δούναβη σαν παραδείσιο π ουλί μέσα σε κο π άδι κουρούνες . Καταγόταν από το Ρέ­ γκ ενσμπουργκ. Δεν είχα γνωρίσει ακόμη την πόλη - την είχα παρακάμ­ ψει όταν, φθάνοντας στην Ουλ μ, κατευθύνθηκα νότια. Την επ ισκέφθηκα ό μως πο λλά χρόνια αργότερα και τότε αρκετά π ράγματα ξεκαθάρισαν.

Εδώ -στο βορειότερο σημείο του ποταμού- αναπλέοντας το ρέμα, σε μιαν απ όσταση εκατόν τριάντα χιλ ιομέτρων π ερίπ ου από το μοναστήρι το υ Αγίου Φλ ωρ ιανού, το αρχαίο φρούριο της Ρατισβόνης ζεύει τον Δούναβη με μια γέφυρα που ανταγωνίζεται τα πιο μεγάλα γεφύρια των Μ έσων Χρόνων. Εκείνες οι επ άλξεις και τα καμπ αναριά, βουτηγμένα στην παράδοση, δεσπ όζουν π άνω σε μιαν από τις π ιο αυθεντικές και ολοκληρωμένες μεσαιωνLκές π ό λ εις του κόσμου. Μ όνον όποιος περι-


1 92

Η Ειιοχ ι ι ΤΙΙΙ ΛΩΙ'ΕΛΙ

πλανήθηκε στους δρόμους της μπορεί να καταλάβει γ ιατ ί οι [�ιβλ ικές [�oυκoλικές διηγήσεις που οι άλλοι ζωγράφοι μεταμόρφωσαν σε λα'ίκές ιστορ ιούλες αναI�απτίζoντα ι από το δικό του χέρι στην ατμόσφαιρα κα ι στο σκηνικό των θρύλων, Τα γεγονότα των Γραφιί>ν -πουθενά τόσο υπέροχα απτά όσο στο περ ίφημο εικόνισμα του αγίου Φλωριανού- πε­ ριβάλλονται έξαφνα με τον μαγικό μανδύα και τη σαγήνη των παραμυ­ θιιί)ν ' στη στόφα τους ο άξονας Mάντoυας-AμI�έρσας έχει ενυφάνει δυ­ ναμικά ένα πλήθος χρυσόI�αφα νήματα. Κάτω από τον γοτθικό συνδυα­ σμό του ψυχρού λευκού και γκρ ίζου ουρανού που σκ ιάζει τις ιερές ανα­ παραστάσεις στη Φλάνδρα, οι βι I�λικoί χαρακτήρες, ντυμένοι με χι τι ί) ­ νες βυσσινιούς, μενεξελ ιούς και λεμονόχρωμους ή κεχριμπαρένιους στη θειαφένια απόχρωση που αγαπούσε ο Μαντένια, κυκλοφορούν ή ποζά ­ ρουν με όλη την επιI�λητ ική μεγαλοπρέπεια της Αναγέννησης. Ο Πό­ ντιος Π ιλάτος, τυλ ιγμένος σε βαθυγάλαζο βελουδένιο μανδύα, στολ ι­ σμένος με φούντες και τραχηλιά σαν εκλέκτορας, σαρικοφόρος σαν χα­ λίφης, πλέκει τα [�ρεγμένα του δάχτυλα ανάμεσα σε λαγήνι και δίσκο κά­ τω από υφασμάτ ινη τέντα με χρυσαφιά πατίνα. Π έρα από τα λογχωτιΊ τόξα των παραθυριιί)ν, τα πεντάφυλλα και τα ανάγλυφα τζάμια, ορθι ί)­ νουν το ανάστημά τους φλογερόσχημο ι βράχο ι ενιί) τα άλση, τα ακρί)­ γκρεμα και οι νεφέλες της Γεσθημανής πλαισιώνουν ένα κατάφλεκω ηλιοβασίλεμα. Αν και οι εκατόνταρχοι είναι όλοι τους ιππότες με σκού­ ρες πανοπλ ίες, δεν υπάρχει αμφιI�oλία πως το χέρι που σφυρηλάτησ ε τα πτερύγια της περικεφαλα ίας, τα ατσάλινα πλουμίδια, τη ραβδ ωtή θω­ ράκιση των γονάτων και τα ριπιδωτά προστατευτικά των αγκώνων δεν ανήκε ποτέ σε θνητό σ ιδερά, α1ιόμα και αν είχαν όλα δουλευτεί στα αμ ό­ νια του Άουγκσμπουργκ και του Μ ιλάνου τα χρόνια της βασιλείας

Τ0 1 '

Μαξ ιμιλ ιανού, Π ρόκειται γ ια τη θρυλική αρματωσιά που αργότε\)(( αστραπόλαμψε πάνω σε κάθε προραφαηλιτικό αναζητητή του Ασημέν ι­ ου Δισκοπότηρου και σιδερόντυσε τα μπράτσα και τις κνήμες των πα­ λατ ίνων στα εικονογραφημένα παιδ ικά παραμύθια. Και α ν μεταφΕ\) ­ θούμε από τη Θεότητα στα Συναξάρια, η ίδια μαγική ατμόσφαιρα ΠΕ\)Ι­ ' [�άλλει τους περ ιπλανώμενους ιππότες με φόντο την πυκνή φυλλωo ι r ι


Ο Λ Ο Υ Ν Α Ο Ι Ι Ι : Ε ΙΙ Ο Χ Ε Σ Κ Α Ι Κ Α Ι Τ Ρ Α

1 93

και φέρνει τον άγιο Ευστάθιο αντιμέτωπο με το κλαδοκέρατο σταυρο­ φόρο ελάφι σε ένα δάσος γεμάτο παγίδες και ξόρκια μαγικά. Το ύφος του είνα ι ποικιλότροπο. Πνιγμένο στα βάτα και τα αγριό­ χο ρτα, ένα μισογκρεμισμένο καλυβάκι λαμπυρίζει καταμεσής στα λ ιβά­ δια από την γκριζωπή φωτοβολή της Γέννησης. Διάφεγγα (�αβυλωνιακά παλάτια ξεδιπλ(ονουν καπριτσιόζες σειρές από αψιδωτές γαλαρίες που σκαρφαλιονουν ως τα σύννεφα. Παλάτια πρόσθετα προικισμένα με τα σχεδόν τέλεια κατακτημένα μυστικά της προοπτικής που ο Ντίρερ είχε φέρει από την Μπολόνια και τη Βενετία. Χρόνια μεστά από ένθεη φλό­ γα! Σαν ο μεγάλος ζωγράφος να είχε εξαπολύσει από την κορφή του ψη­ λότερου πύργου της Νυρεμβέργης μιαν αθέατη γεωμετρία πάνω σε ολό­ κληρη τη Φραγκονία : Μ ια γεωμετρία που αραχνοκεντούσε τον αέρα με κουκκιδιαστές ευθείες, έτεμνε τα ορεινά δουκάτα με κάθετες γραμμές, διέσχιζε φτερωτή τη Σουηβία, την Αυστρία και τη Σαξονία, τετραγωνί­ ζοντας τη θέα του τοπίου, και ανέμελη εξακόντιζε καταιγισμούς παράλ­ ληλων γραμμιον προς τα ανεξάρτητα επισκοπάτα του Ρήνου.· Δεν μπορούσα να ξέρω τότε ακόμη πως μερικές εικόνες του με θέμα­ τα της εξοχής -ερημικές τοποθεσίες χωρίς βιβλικές αναφορές, χωρίς ανθριόπινη παρουσία, ούτε καν έναν Ίκαρο που γκρεμίζεται (όστε να δι­ κα ωλ ογήσουν την ύπαρξή τους- είναι ο ι πριότες αυθεντικές τοπιογρα­ φίες στην Ευρ<όπη. Μόνον ύστερα από χρόνια, σε ένα επόμενο ταξίδι, κατάλαβα πόσο τα τοπία του αντανακλούν πιστά τον πραγματικό Δού­ ; ναβη. Ηταν η έξοχη Alexanderschlacht -η νίκη του Αλέξανδρου κατά σ

σ

του Δαρείου στην Ισσό- που αυτή ό τη γνιόση: Σε εκείνο το ρ με οδήγησε σε ά π

πτ κ τ

π τ

κ τ

κ

π τη τελ κ λ

η

π λ

ό ο β ι ό αν μα ρ ι α ο ή­ ι α ανά­ ισ . Οτα ι ή ίπρος ν ροο ι ταξίδι ή ου ΙΙΧJ μου σταθεί να αγναντέψω υστερόχρονο ρ λλείχα σ τη θέα ε εκε λί λ ' ένα τ τ κ τ η ί ί ί α ά α ί σ νουν μ συγ ν να ξ ιμ ιν ο ασ ων Ν ο ι ων νων α γρ μμ χ ς όποταμού, ό στο σύψος κτου ρ ε ρ 'ίν, ντη του ε ε μου γεμάτο ελμε κτο μυαλό ε ε ε ε λ Ντίρνστα

κοιν ση μ ίο πωό άψ ι α α ύψ ι ο Μ π ουν έ ι και ίρχ κατα βγ ρρ ς ίχ όανα ρ ά σ εί π τα­ τ τ τ π δ δ ίδ Τ α έ α Αλ πόέ ρτ ι π ιν ι( ν . ο ξ ι ων ν ων ι ( Ν ο ς ο ο ι όα ε ε λ τ κ π αθ υ ρήσ ις . ανιζ ταν α Η

ο


1 94

Η Enox H ΤΙΙΣ ΔarεΛΣ

από τον περίφημο πίνακα που είχα πρόσφατα περιεργαστεί ξανά, όταν μια αποκαλυπτική λάμψη μού φανέρωσε ξάφνου πως η ζωγραφισμένη λουρίδα του νερού δεν μπορούσε να ανήκει σε ασιατικό ποτάμι, ούτε καν στον Γρανικό. Ήταν ασφαλώς μια άποψη της κοιλάδας του Δούνα­ βη μέσα στον παροξυσμό μιας από τις εκατοντάδες μάχες της. Αυτή κα ι μόνο ! Πώς ήταν όμως δυνατό να το αντιληφθώ από την πρώτη μου κιό­ λας επίσκεψη; Η μάχη στο εικονισμένο φαράγγι διαδραματίζεται μέσα σε ένα εκθαμβωτ ικό ηλιοβασίλεμα του Οκτώβρη και τα αντίπαλα στρα ­ τεύματα, σαν δυο ανεμόδαρτα καλαμπ οκοχώραφα, συγκρο ύονται στο φθινοπωρινό φως με συναθρο ισμένες λόγχες σαν αγκάθια και σημαίες σαν παπαρούνες. Όταν πρωταντίκρ ισα όμως το πεδίο της μάχης ήταν χιονισμένο και μουντό, με τ ις περιμετρικές καμπύλες του σβησμένες και τ ις φανφάρες του όλες πνιγμένες στη σιωπή. Η σχέση ανάμεσα στη ζωγραφική και τα ταξίδια, ιδιαίτερα το είδος του δικού μου ταξιδιού, είναι πολύ στενή. Είχα τόσα να αναλογιστώ κα ­ θώς προχωρούσα διασχίζοντας τους χιονοσκέπαστους κήπους του μο­ ναστηριού · και σκέφτηκα τότε, τριγυρισμένος από τα σιωπηλά λιβάδιι! που διαδέχθηκαν τους κήπους, ίσως για εκατοστή φορά αφότου το είχα πρωτοσκεφτεί στην Ολλανδία, πως μέχρι τώρα ένας και μόνο ζωγράφος κυριαρχούσε πάνω σε όλες τ ις φάσεις αυτού του Wίnteπeίse. Όπου δεν υπήρχαν κτίσματα ένιωθα να ξαναγυρίζω στη μεσαιωνική ζωγραφική . Όταν όμως έπεφτα πάνω σε κάποιο αγροτόσπιτο ή χωριουδάκι βρισκ ίJ­ μουν ευθύς στον κόσμο του Π έτερ Μπρέγκελ · οι λευκές νιφάδες πο l ' έστρωναν τις όχθες του Βάαλ, του Ρήνόυ, του Νέκαρ ή του Δούναβη , τι/. κυματιστά αετώματα και οι χιονοστεμμένες σκεπές ήταν όλα δικά του . Όπως άλλωστε κα ι οι σταλαγμίτες και το ποδοζυμωμένο χιόνι, τα στο ι­ βαγμέ\'α κούτσουρα στα έλκηθρα και οι χωρικοί που κουβαλούσαν σκ υ ­ φτοί δεμάτ ια από ξύλα. Και όποτε έβλεπα παιδάκια με μάλλινες κ ο ι ' ­ · κούλες και σχολικές τσάντες να ξεχύνονται από το σχολείο του χωσ ιο ι ' χαλ ιόντας τον κόσμο με τα μικροσκοπ ικά τους ξυλοπάπουτσα, ήξ ε QU πως αμέσως θα άρχιζαν να κουνούν τα παγωμένα χεράκ ια τους πάν! , ) κάτω, ν α χουχουλιάζουν τ α δαχτυλάκια που ξετρύπωναν από τ α κομμ έ -


Ο Δ Ο Υ Ν Α D Η Σ : Ε ΙΙ Ο Χ Ε Σ Κ Α Ι Κ Α Σ Τ Ρ Α

1 95

να γάντια τους και να καθαρίζουν απ ' το χιόνι κάποιο μέρος για να παί­ ξουν τη σβούρα τους ή να κατηφορίζουν την πλαγιά του δρόμου γ ια να το ρίξουν στις τσουλήθρες εκε ί στο γειτονικό ρυάκι, μαζί με άλλους ­ π αιδιά, μεγάλους, γελάδια και σκυλ ιά- όλους να τρέχουν π ίσω από τ ους αχνούς της ίδιας της ανάσας τους. Όταν το χειμωνιάτικο φως τρύ­ πωνε χλωμό από χαραμάδες στην άκρη του ορίζοντα ή ένας πορτοκαλής ήλ ιος έδυε στα κλαριά μιας βραγιάς με ξυλιασμένες λυγαριές, τότε στα μάτια μου η ταύτιση ήταν απόλυτη. "' ''' '''

Προχωρούσα βορειοανατολικά κατηφορίζοντας το λόφο μέσα στο πυ­

κνό χιόνι και σε κάθε βήμα το πόδι μου βούλ ιαζε ολοένα π ιο βαθιά . Ένα τσούρμο σταροκόρακες πλάκωνε τα δέντρα και τα χωράφια απλώνο­ νταν αποκάτω σαν λευκά και σταχτιά παραλληλόγραμμα ζωσμένα από πλήθος ιτιές. Ρυάκια τα αυλάκωναν κάτω από το κέλυφος του πάγου για να σμίξουν με κάποια μολυβένια γυροβολιά του ποταμού ' το βουβό , σπαργανωμένο σκηνικό δεν ήταν παρά το φόντο των Κ υνηΥιvν στο Χ ιό­ νι του

Μπρέγκελ . Μονάχα που έλειπαν οι κυνηγοί με τα κοντάρια και τα

λαγωνικά με τις στρουφιχτές ουρές. Διάβηκα το ποτάμι από ένα τεράστιο αρχαίο γεφύρι με κατεύθυνση τα φιί:ιτα του Μαουτχάουζεν . Ένα ψηλό δυναμάρι του 1 50υ αιώνα ήταν στεργιωμένο στο νερό και κάτω από τα τείχη του, στο μόλο, ο Χανς και

η Φρίντα με π ερίμεναν πιστοί στο αβέβαιο ραντεβού μας και γω ένιωσα αμέσως, καθώς χαιρετούσαμε ο ένας τον άλλον κουνώντας από μακριά τα χέρια, πως ένα ακόμα πρόσχαρο βράδυ με περίμενε . "' ''' '''

Την άλλη μέρα πήρα το μονοπάτ ι στα κράσπεδα του λόφου. Ο ποταμός Ενς, που τον είχα κιόλας περάσει το σούρουπο, πρόβαλλε κορδελιαστός

απ ό την κοιλάδα του για να χυθεί στα κατάντη του Δούναβη, πλέκοντας μ ια μακριά ανοιχτοπράσινη κοτσίδα καθαρού βουνίσιου νάματος στην καστανοκόκκινη νεροσυρμή . Άραξα στο Π εργκ, που απέχει μερικά χι-


Η Ι:; 1Ι 0 Χ I I Τ Ι Ι Σ Δ Ο I' J; λ Σ

1 96

λιόμετρα από την αριστερή όχθη. Το ποτάμι που είχε πλημμυρίσει τα παγωμένα χωράφια σερνόταν εδ(ο και κει σ ' ένα κουβάρι από λοξόδρο­ μα και ξανανταμωμένα πλοκάμια' στο Αρντάγκερ τα βουνά έσμιγαν κα ι πάλι. Κάθε φορά που συνέβαινε αυτό, ατμόσφαιρα μεγαλείου διαπεQ­ νούσε τον αέρα. Π έρασα τη νύχτα στο Γκράιν, λ ίγο πιο πέρα από ένα δασόφυτο στο ι­ χειωμένο με θρύλους νησάκι. Μ ια παμπάλαιη απειλή φωλιάζει σε τούτα τα νησιά. Λένε πως το όνομα του χωριού προέρχεται από τη θανάσιμ η κραυγή ενός ναύτη που πνίγεται ρουφηγμένος από τ η δίνη των VEQ(iJY. αφού τα ορμητικά ρέματα και οι ξέρες σε αυτά τα κατατόπια του Δού­ ναβη έκαναν για αι(ονες θρύψαλα τα σκαριά των πλοίων. Οι ναυτικο ί που τύχαινε να πέσουν στο νερό αφήνονταν στην τύχη τους. Τους θεω­ ρούσαν εξιλαστήρια θύματα της οργής κάποιου κέλ τη ή τεύτονα θεοί, που ε ίχε επ ιβιιοσει λαθραία από τα προρωμα'ίκά και προχρ ιστιανικ(Ί χρόνια. Π ροτού φθάσουν στην επικίνδυνη αυτή ζ(ονη, οι Ρωμαίοι tQL­ χναν νομίσματα στο ρέμα για να εξευμενίσουν τον θεό Δανούβιο' κα ι αργότερα οι ταξιδι(οτες δέχονταν τη θεία μετάληψη προτού αποτολμή ­ σουν το πέρασμα. Οι μηχανικοί της Μαρίας Θηρεσίας είχαν κάνει ασφα ­ λέστερη τη διάβαση, αλλά οι υποβρύχιες σφήνες δεν εξουδετερ(οθηκαν ποτέ ολοκληρωτικά πριν από το

1 890.

Ως τότε, το παν εξαρτ ιόταν απί)

την καπατσοσύνη του τιμονιέρη, πράγμα που ως ένα σημείο ισχύει ακίJ ­ μα' οι ρυτιδ(οσεις και οι παφλασμοί που μεταμορφώνο νται σε ξαφνικές στροφοδίνες στη μέση της ροής μαρτυρούν την ταραχή που βασιλείιε ι στο βυθό. Για να αποτρέψουν αυτούς τους κινδύνους, τ α σκάφη δέν ο ­ νταν μεταξύ τους με αλυσίδες όπως οι σχεδίες του Ινδικού ωκεανού κω ασφαλίζονταν με λατζάνες από την ακτή. Όσοι ανέβαιναν το ρέμα σέι) ­ νονταν από συζυγίες είκοσι, τριάντ α και καμιά φορά πενήντα αλόγων 11 βοδι(ον και συνοδεύονταν από ομάδες λογχοφόρων που κρατούσαν τους ληστές σε απόσταση. Οι πολεμίστρες του κάστρου Βέρφενστα"ίν . που οι αφέντες του ζούσαν από τα ναυάγ ια και τ ο πλιάτσικο, κρέμονται άπληστα πάνω στο φουρτουνιασ μ ένο πέρασμα, ωστ όσο το φ ουσάτο τ ου Βαρβαρόσα στο δρόμο για την Τρ ίτη Σταυροφορία ήταν υπερβολ ι χ ((


Ο Λ Ο Υ Ν Λ ΙΗ Ι Ι : " Ι Ι Ο Χ Ε Ι Κ Λ Ι Κ Λ Σ ΤΙ ' Λ

197

π ολυάριθμο γ ια τα δόντια τους. Οι καστρινοί κρυφοκοίταζαν από τ ις π ολεμίστρες πλαντάζοντας από τη φούρκα τους καθ(ί)ς ο ι Σταυροφόροι πάλευαν να κατέΙ�oυν το ποτάμι . Ο Δούναβης, ιδίως σε αυτό το βαθύγκρεμο φαράγγι. φάνταζε πολ ί,

π ιο άγριος και απόκοσμος από τον Ρήνο. Π όσο πιο ασύχναστη έδειχνε η κο ίτη του! Ίσως ο φόΙ�oς από τα μπλόκα του πάγου να κρατούσε δεμένα τα πλοία. Ώρες ολόκληρες περπατούσα χωρίς να φτάνει στα αυτ ιά μου ηχ(ί) σειρήνας. Π ού και πού μόνο, το μάτι μου έπα ιρνε τ ίποτα μαούνες στη σειρά, συνήθως από κάποιο βασίλειο των Βαλκανίων, να ανεβαί­

νο υν αγκομαχ(ί)ντας το ρέμα με φορτίο σιταρ ιού. Αφού παράδιναν το φορτίο τους και φόρτωναν πάλι σανίδες ή πλάκες λιθόστρωσης, έπαιρ­ ναν το δρόμο της επιστροφής ακολουθ(οντας τη φορά των νερ(ί)ν. Αυτά τα υλικά τα ξέσκαβαν ή τα έκοβαν στις όχθες. Π ελ(ί)ριες πεταλόσχημες κουφάλες ανο ίγονταν με δυναμίτη στις πλαγιές και τα βουνά, από την ακροποταμιά ως τα ακρόκορφά τους - ήταν μια ανεξάντλητη παρακα­ ταθήκη ξυλείας. Χωμένες στο χιόνι, οι σχεδόν κατακόρυφες αλογόστρα­ τ ες κορδέλιαζαν τα δάση με μακριές άσπρες ραβδ(οσεις, κατάσπαρτες από κομμένους δεντροκορμούς, σαν το περιεχόμενο από χιλιάδες σπιρ­ τόκουτα να χύθηκε καταγής. Μ ικρότεροι κορμοί ήταν λατομημένοι και στοιβαγμένοι σε ξέφωτα και γω αφουγκραζόμουν τον ήχο από τ ις μπαλ­ ταδιές και τις φωνές των ξυλοκόπων πολύ π ρ ιν ο ι ίδ ιοι προβάλουν μπ ροστά μου. Από την όχθη, ύστερα από κάθε χιλιόμετρο περ ίπου. έφτα νε ο στριγκός απόηχος του στρογγυλού πριον ιού και ο γδούπος απ ό το σ(οριασμα των σανίδων εκεί όπου ξωτικά της καταχνιάς, πασπα­ λ ισ μένα με πριονίδι, διαμέλιζαν τους γ ίγαντες των [�oυν(όν για να καρ­ γάρουν με τα κομμένα μέλη τα έλκηθρά τους. Εκτό ς από μένα, οι μοναδικές ανθρ(οπινες φιγούρες σε εκείνα τα δά­ ση ήταν ξυλοκόποι με παλτά απ ό δέρμα κάστορα και αΡI�ύλες, που ζουν ανά μεσα σε ελάφια, σκίουρους, ασβούς και νυφίτσες. Κάθε τόσο κά­ ποιος, με το δίκαννο μαγκωμένο στο διπλωμένο του μπράτσο και θρύμ­ ματα πάγου στα μουστάκια και τα βλέφαρά του και το τσιμπούκ ι του με την καπακωτή πορσελάνινη εστία, εμφανιζόταν με σάρκα και οστά ανά-


1 98

Η ΕΠΟΧ Η Τ Η Σ ΔΟΡΕΑΣ

μεσα στα δέντρα σαν προσωποποίηση του Γεροχειμώνα. Π ού και

Π01)

κάναμε συντροφιά στο δρόμο για ένα δυο χιλιόμετρα, την ώρα που κά τι κυνηγόσκυλα αλά Μπρέγκελ χοροπηδούσαν ζωηρά μπροστά μας. Υπήρ­ χε άφθονο κυνήγι στα βουνά' τα διχαλωτά χνάρια που παρατηρούσα στο χιόνι ήταν όπως μάντευα οπλές ζαρκαδιού και μια ή δυο φορές τσάκω­ σα το ίδιο το ζαρκάδι με την άκρη του ματιού να αφουγκράζεται για μια στ ιγμή ασάλευτο και ευθύς να κόβει δρόμο αλαφιασμένο γυρεύοντας κρυψ(ί>να. Αλλά οι πραγματ ικοί κυνηγότοποι, έλεγαν οι δασοφύλακες , ήταν βέβαια η Στιρ ία και το Τιρόλο. Έ μαθα πως κάθε φορά που ένας νιόβγαλτος κυνηγός παραφυλά και σκοτώνει το πρώτο αρσενικό ελάψ ι του, ο δάσκαλός του στο κυνήγι επ ισημαίνει το κατόρθωμα με μια συμ­ βολική τελετή αιματοχυσίας που μου φάνηκε τόσο απαρχαιωμένη κα ι συνυφασμένη με τον φεουδαρχικό νόμο των δασών -ίσως όμως κα ι από αντίδραση σε αυτόν- (ί>στε έμεινε χαραγμένη ανεξίτηλα στη μνήμη μου από τότε: Ο δάσκαλος κόβει ένα κλαδί από το δέντρο και με αυτί) μαστιγώνει τρεις φορές τον νεοφώτιστο ανάμεσα στους ώμους με όλη του τη δύναμη, προφέροντας ταυτόχρονα μια φράση για κάθε βιτσιά: Eins Γύr den Herm Eins Γύr den Knecht Eins Γύr das alte Weidmannsrecht· Π υκνοϋφασμένες σκ ιές κατρακυλούσαν από τις οροσειρ ές και

στρι ­

μώχνονταν στα έγκατα του φαραγγιού. Εδώ ο Δούναβης ακολουθούσΕ μ ια φιδογυριστή στενοποριά που πλάταινε απροσδόκητα σχηματίζο­ ντας γιγάντιες στρογγυλ ές πίστες και στένευε πάλι το ίδιο ξαφνικά' κα ι για ολόκληρα χιλιόμετρα δεν έβλεπα τίποτα σε αυτό το κυματιστό πο ­ ροφάραγγο εκτός ίσως από ένα καλυβάκι ή έναν αχερώνα και αραιά κα­ στέλια μοναχικούς πύργους και ασκηταριά, όλα μ ισοερειπωμένα. Ξ ε '

Μια , για τον αφέντη Μια, για το δο ιίλ ο Μια, γ ια το υ δασοκ όμο ι, το αρχαίο προ νόμιο .


Ο ΔΟΥ Ν Α Β Η Σ : Ε Π Ο Χ Ε Σ Κ Α Ι Κ ΑΣΤΡΑ

1 99

μύτιζαν απ ό τον κορμό του δάσους ρημάζοντας π άνω σε μετ έωρα ορθο­ λίθια. Καθώς σκαρφάλ ωνα το ορεινό μονοπά τι, τα χαλάσματα εκείνα ευθυγραμμίζονταν μαζί μου και ύστερα έπ εφταν κάτω απ ό τα πόδια μου και τα αντικρινά μου βουνά μεταμορφώνονταν απ ό μυριόκ λαδο τείχος σε δαίδαλ ο απ ό π ρο ·ίστορικ ά κουφολ ίθια , ρωγμές και μπ εντένια με ένα απ α λό ντύμα α π ό β οσκοτ ό π ια και ερημικ ά μετ ό'χ ια στα ακρόκορφ ά τους , όλα αθέατα ως τη στιγμή που τα πλησίαζα και όλα λ ουσμ ένα στη θαλπωρή του ήλ ιου π ου δεν άγγιζε τον κ άτω κ ό σμο. Όσο ανέβα ινα ψη­ λότ ερα, τ ό σο ανακ άλυπτα καινούργιες π εριοχές του ποταμο ύ , ό π ως μιαν ατ έλ ειωτη α λ υσίδα απ ό λ ίμνες π ου στα νερά τους ---σ τα σημεία που η κοιλάδα απ λωνόταν ανατολ ικ ά και δυτικ ά ταυτόχρονα- το λ ι ό ­ βγα λ μα και το η λ ιοβασ ί λ εμα αντικαθρεφτ ίζονταν ασάλ ευτα και η οφθαλ μαπ άτη έδειχνε την κάθε λ ίμνη κατά ένα σκαλο πάτ ι ψηλότερη απ ό την προηγούμενη, ώστε όλ ες μαζί να σχηματίζουν δυο αστραφτερ έ ς σκά­ λες που σκαρφάλ ωναν αντίστοιχα σε ανατολή και δύση· τ έλος, οι ενδιά ­ μεσες γ λώσσες ξηρά ς φάνηκαν να ξεκόβουν απ ό την απ έναντι όχθη , και τα υδάτινα σκαλ οπά τια, π ου χαμήλ ωναν καθώς ανηφόριζα , ενώθηκαν μεταξύ τους σχηματίζοντας έ να μονοκ ό μματο υδάτινο σερπ ετό . Στην αρχή , μ όνο ο θόρυβος του π ριονιού ή του τσεκουριού ή μια του­ φεκιά τάραζαν τη γαλ ήνη αυτών των δασών. Σύντομα ό μως έφταναν και άλλο ι ήχοι στα αυτιά μου: Η κατρακύ λα του χιονιού απ ό το κ λωνά ρι, ένας αποκομμένος βρά χος π ου ξεκ ινο ύσε μια μικρή κατο λ ίσθηση , μια περαστική φορτηγίδα με τη σειρήν α της να αντ ιλα λ εί α π ό τη μια γκρε­ μοπλαγιά στην ά λλη. Κ ρυμμένες ρεματιές που δεν τ ις έπαιρνα αμ έσως μυρωδιά μ ο ύ έ στε λ ναν το γ ο υργ ο υρητ ό τους οι καταρράκτες , αν και φαίνονταν απ ό χιλ ι ό μετρα μακρ ιά , δεν γίνονταν αντιλ η πτο ί στο αυτ ί παρά μονάχα τη στιγμή που στεκ ό μ ουν απ οπάνω τους. Τους έβλεπα κρε­ μασμένους απ ό άκρη σε άκρη , π ότε διχαλ ώνοντας και π ό τε σμίγοντας τα νερά τους, να παίζουν το κρυφτό κάτω απ ό τα δέντρα και τ έλος να χύνονται με ελ ιγμούς στο ποτάμι · όλα ήσυχα ή συχα σαν απαλή κ ίνηση απ ό λ ευκ ές αλ ογοουρ ές π ου ανατριχιάζουν στο άγγιγμα του ανέμου. Ύ στερα το μονοπ άτ ι μο ύ έκοβε δρ ό μο παρακ ά μπτοντας το σπιρο ύνι


Η !; I I O X I I Τ ι ι ι Λ ' Ι Ι' Ε Λ Ι

ενός βράχου κ α ι το μουρμουρητό π ο υ αργοδυνάμωνε γινόταν ξάφνου βροντερό σαν κεραυνός, Από ένα απότομο χείλωμα κατάφορτο με στα­ λαγμίτες, τόνο ι ολόκληρο ι από κρυστάλλ ινο ανοιχτοπράσινο νερί) γκρεμοτσακίζονταν στους πετρόλακκους και ο αφρός από την κατακλυ­ σμική ορμή τού ζάλωνε τα κλαδιά με βεντάλιες από χοντρές σταγόνες. Μ ια γούβα από στρογγυλεμένα τρόχαλα και ένα τούνελ γεμάτο ξυλια­ σμένη φτέρη και πάγο οδηγούσαν το νερό ίσια στη μύτη του γκρεμού κα ι κει, μέσα σε ολόπαχνο σύννεφο, το αποχιί:ιριζαν από τα παγοκρύσταλλα και τα λοφία των δέντρων για να το σφεντονίσουν με πάταγο στην άΙ-\υσ­ σο και να το κάνουν άφαντο. Οι πρώτες εκατοντάδες μέτρα που με ΠΕ­ ρίμεναν πιο πέρα έπνιγαν τη βοή του και μετρίαζαν τον ίλιγγο της πτι ί ) ­ σης �ί εταλλάσσoντάς το ξανά σε μακρινό θρόισμα από ουρές αλόγων. Μυριάδες πευκοβελόνες που σταυροχάραζαν τις ηλιαχτίδες ράντ ι­ ζαν τα μονοπάτια μου με μαγ ικό σκ ιόφως. Μ ια παγερή σπιρτάδα τριζο­ βολούσε στα σιί)κλαδα των δέντρων και εγώ άνοιγα δρόμο στα σπιθΟΙ1ό­ λα δάση σαν Ινδ ιάνος του Νέου Κόσμου. Υπήρχαν στιγμές κοντά στο ξημέρωμα που τα φουντωτά κωνοφόρα και οι διάφανες σιλουέτες των φυλλοΙ-\όλων φάνταζαν αιθέρ ια σαν φτέρωμα πουλιιί:ιν και η πάχνη της αυγής, γλιστρώντας στις κο ιλάδες , ανέμιζε ψηλά τα λοφία τους

και

αγκάλ ιαζε τ ις βραχοκορφές με κυματ ιστά δαχτυλ ίδια ατμού. Τέτο ιε ς στιγμές, το τοπίο που απλωνόταν στα πόδια μου έμοιαζε να έχει αποκο­ πεί από την κεντρική Ευρώπη και, δρασκελίζοντας τα δάση των Ερυ ­ θρόδερμων, να έχει πλησιάσει τη μακρινή Κ ίνα. Εκεί η μελανοκόκκ ινη κρυπτογραφία του ζωγράφου που κυνηγά την απαλόχρωμη σαν χαρταε ­ τού ουρά της από ιδεογράμματα ήταν η πιο κατάλληλη για να [1άλει τ η σφραγίδα της στη χλωμάδα του ουρανού. Από τα ψηλώματα, κουλουριαστά μονοπάτια έφερναν στα ριζά των λόφων. Στροβιλίζονταν όλο και π ιο χαμηλά, ιί:ισπου τα δέντρα αρα ίω­ ναν και το ηλιοστάλαγμα ξεθύμαινε σιγά σ ιγά. Λ ιβάδια πρόβαλλαν. ύστερα ένας αχερώνας, ένα περιβολάκι, ο αυλόγυρο ς μιας εκκλησ ι rι ς και νήματα καπνού από τις καμινάδες κάποιου μικρού χωριού στην ακροποταμιά. Γύριζα π ίσω στο βα σίλειο των σκιών:


Ο Λ Ω Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : Ι; Ι Ι Ο Χ Ε Σ Κ Λ Ι Κ Λ Σ Τ Ι ' Λ

20 1

Ει jam .5umma procul villarum culmina [umant Majore.5que cadunt altis de mon tibu.5 umbrae. *

Πάντοτε έβρισκα ένα «Χρυσό Ελάψι» ή ένα « Λ ευκό Ρόόο» μέσα στον υκε(ί)να από στέγες για να προμηθευηί) το ψωμοτύρι μου ή ακόμα έναν κ κ αφέ ή ένα ποτηράκ ι λικέρ ψράουλας. Συχνά, με το ένα πόόι σε κράσπε­ δο βουνού και το άλλο σε ένα απόκρημνο ακρωτήρι, κάποιο μικρό σχε­ δόν αμψίβιο καστέλι μούχλιαζε στο λυκόψως ανάμεσα στις χήνες, τους θάμνους της αψροξυλιάς και τ ις μηλ ιές. Κάθυγροι το ίχο ι (1λάσταιναν πλάι σε πύργους με κωνικές σκεπές από σκαρψαλωτά ξυλοκέσαμα. Τσ ι­ β όλια έψραζαν τις χαρα μάδες. Π ιτσιλ ιστό μούσκλ ι σκέπαζε τους τοί­ χους. Ρωγμές σαν διχαλωτές αστραπές διακλαδίζονταν πάνω στη μου­ σκεμένη τοιχοδομή που οι σκουριασμένες σιδερένιες κλάπες μόλις και, μετά βίας συγκρατούσαν και πλινθόκτ ιστα αντιστυλ(οματα υΠΟ(1άστα­ ζαν τους επικίνδυνα γερμένους τοίχους. Τα βουνά, χασομερ(ί)ντας το χά­ ραμα και γοργοψέρνοντας το γέρμα, έκαναν ακόμα πιο λιγόζωες τ ις μι­ κρές χειμωνιάτικες μέρες. Η εγκατάλειψη έκανε εκείνα τα κτ ίσματα να μοιάζουν ακατοίκητα. Όμως στα πνιγμένα από την περικοκλάδα παρα­ θυράκια τους ένα αχνό ψωτάκι τρεμόψεγγε το σούρουπο. Ποιοι να ' ταν τάχα αυτοί που ζούσαν στις πετρόχτιστες κάμαρες όπου ο ήλιος δεν έμπαινε ποτέ; Χωνεμένοι στα ογκώδη ντουβάρια τους, ζωσμένο ι απέξω από θρασομάνι κισσού και στο εσωτερικό από γενεαλογικά δέντρα που φυλλ ορροούσαν. Η σκέψη μου πετούσε σε κάτι μοναχικές υπάρξεις . . . Μ ια χηρευάμενη απόγονος κάποιας Κυρίας των Τιμ(ί)ν στην αυλή του Καρλομάγνου, κατάμονη, με τον Εσταυρωμένο και το ροζάριό της, ή μια φα μ ίλ ια αναιμικ(ί)ν βαρόνων σημαδεμένων από ασύνετα συγγενικά ζευ ­ γαρ(οματα' εργένηδες με τσιγκελωτά μουστάκια, σκεβρωμένοι από τους ρευματισμούς, που τρ ιγυρνούσαν από το ένα δωμάτ ιο στο άλλο τουρ­ τουρίζοντας και ξεροβήχοντας, με τα σκυλιά να μπερδεύονται στα πόδια

Και από μ ακ ρ ιιι καπνOλOγOIΊV τα Π1lργωμένα διίιματα Και από τα lίψη ΡOβOλOIΊV των προπατόρων ίσκ ιο ι . ( Βιργιλίου Εκλογές, Α' )


202

Η E r r o x ll Τ ΙΙ Σ Δ α ρ ε Λ Σ

τους καθώς οι γδαρμ ένοι ουραν ίσκοι σχημάτιζαν πότε πότε κάποιο όνο­ μα με ηχώ που έσβηνε στους ατέλειωτους σκοτεινούς διαδρόμους. ***

Μ ετά το βραδινό φαγητό και αφού συμπλήρωσα το ημερολόγ ιό μου στην �ραπεζαρία του πανδοχείου στο Π έρqενμπ ο'ίγκ -4.1αρρώ πως είχα μείνει εκεί χάρη στη φιλάν θ ρωπη προνοητικότητα του δημάρχου- βάλ­ θηκα να ζωγραφίζω την κόρη του ξενοδόχου, τη Μαρία, ενώ καταγινό­ ταν με το καλάθι της ραφτικής της. Της διηγιόμουν τα καθ έκαστα από τη ν επ ίσκεψή μου στον Άγιο Φλωριανό: Π ρέπει ν α είχα διαλ έξει μια στιγμή ακατάλληλη γ ια επ ισκ έπτες ή μια μέρα που το μοναστήρι έμενε κλειστό. Ο θυρωρός ήταν ανένδοτος. Εξήγησα πως δεν είχα άλλη ευκα ι­ ρία - πως είχα διασχίσει τη μισή Ευρώπη για να δω το μοναστήρι' επ ι­ τ έλους, όταν του φάνηκα έτοιμος να βάλω τα κλάματα, άρχισε να μαλα­ κώνει. Με εμπ ιστεύτηκε σε έναν καλόβολο καλόγερο που με ξενάγησε παντού. Η Μαρία έ βαλε τα γέλια. Το ίδιο και ένας πελάτης στο διπλανό τραπέζι που χαμήλωσε την εφημερίδα του και μου έριξε μια ματιά πάνω από τα γυαλιά το υ. Ήταν ψηλός με μακρουλό αστείο πρόσωπο, μεγ άλα γαλανά μάτια και ύφος διανοούμενου: Φορούσε πέτσινο πανταλόνι ιπ­ πασίας και καστόρινο σακάκ ι και στα πόδια του ξάπλωνε ήσυχα ήσυχα ένα μεγαλόσωμο σγουρομάλλικο σκυλ ί στιλ Μπρέγκελ που το φώναζαν Ντικ. «Έκανες πολύ σωστά» μου είπε. « Στη Γερμανία βέβαια θα έ μπα ι­ νες μ έσα μόνο αν έβαζες τ ις φωνές». Η Μαρία και οι δυο μαουνιέρηδες. ο ι μό νοι άλλοι πελάτες του μαγαζιού, συμφώνησαν γελώντας. Ο Δούναβης εμπνέει αυτούς που κατοικούν τις όχθες του με πάθο ς μεταδοτικό. Οι συνομιλητές μου ήξεραν τα πάντα γύρω απ ό το ποτάμι. Τους ενθουσίαζε το γεγον ό ς ότι μετά τον Βόλγα, που δεν μετρούσε αφο ί' βρισκόταν πολύ μακριά, το δικό τους ποτάμι ήταν το μεγαλύτερο στην Ευρώπη' και ο κύρ ιος με το τ ιρολέζικο σακάκι πρόσθετε πως ήταν

το

μό νο που έρεε από τη δύση στην ανατολή . Οι μαουνιέρηδες μου πε ρι έ ­ γραφαν με ζοφερά χρώματα τους κινδύνους του Strudengau -της ζιίΜΙζ του υδατοστ ρόβιλου- και οι άλλοι επιβεβαίωναν τα λόγια τους. Ο κ ί,-


Ο Δ Ο Υ ΝΑDI1 Σ : ΕΙΙ0Χ Ε Σ Κ Α Ι Κ Α Σ Τ Ι'Α

203

ριος με το τιρολέζικο σακάκι μιλούσε, όπως αντιλήφθηκα, τέλεια αγγλι­ κά αλλά, με εξαίρεση κάποιες λέξεις που δεν καταλάβαινα και χρειαζό­ ταν να μεταφράζει γ ια χάρη μου, προτιμούσε τα γερμαν ικά από ευγένεια στους άλλους. Ο Δούναβης έπαιζε, είπε, εξίσου σημαντικό ρόλο με τον Ρήνο στη σάγκα των Νιμπελούνγκεν. Δεν το είχα διαβάσει ακόμη , αλλά ο μολόγησα �ως δεν είχα ποτέ μου συνδέσει την υπόθεση του μύθου με οποιοδήποτε άλλο ποτάμι εκτός από τον Ρήνο. «Όλοι κάνουν το ίδιο λάθος ! » είπε «και ο δρ Βάγκνερ έχει το φταίξιμο ! Υπέροχη μουσική, δεν λέω, άσχετη όμως με την πραγματική παράδοση ! Ναι, μα για πο ιο κομ ­ μάτι του Δούναβη μιλούσαμε;». «Γι' αυτό εδώ το σημείο. Και αν ακολου­ θήσουμε το ,Qέμα, για όλη τη διαδρομή του ποταμού ως την Ουγγαρία.» Κοιτάξαμε έξω από το παράθυρο. Η νεροσυρμή ξετυλ ιγόταν ορμητι ­ κή κάτω από τα άστρα. Ήταν ακόμα το πιο άγριο ποτάμι στην Ευρ(οπη, συν έχισε, και το πιο πλούσιο σε ιχθυοπανίδα. Π ερισσότερα από εβδομή­ ντα διαφορετικά είδη ψαριών κολυμπούν στα νερά του. Είχε το δικό του γένος σολομού και δυο διαφορετ ικά είδη πέρκας - ταριχευμένα δείγ ­ ματα κρέμονταν στους τοίχους μέσα σε γυάλινες βιτρίνες. Ο Δούνάβης ήταν το σταυροδρόμι όπου τα ποταμόψαρα της δυτ ικής Ευρώπης αντά­ μωναν με κείνα του Δνείστερου, του Δνείπερου, του Δον και του Βόλγα. «Ανέκαθεν, το κατώφλι των εισβολέων» πρόσθεσε. «Ακόμα και π �νω από το ύψος της Βιέννης, συναντάς ψάρια που δεν ριψοκινδυνεύουν να περιπλανηθούν στα δυτικά της Μαύρης Θάλασσας από άλλο δρόμο. Οι γνήσιες μουρούνες δυστυχ(ος μένουν στο Δέλτα, αλλά υπάρχουν αρκετά ξ α δέρφια τους στα δικά μας νερά». Ένα από αυτά , ο Α κιπήσιος Ruthenia είναι νοστ ιμότατος και αρκετά συνηθισμένος στη Β ιέννη , όπως είπε. Πού και πού ξεθάρρευαν και ανέβαιναν το ρέμα ως το Ρέ­

γκενσμπουργκ και την Ουλμ. Το πιο μεγαλόσωμο, ξαδέρφι και αυτό της μουρούνας, ήταν ο Α κιπήσιος Huso, ένας γίγαντας που έφτανε τα εφτά μέτρα μήκος, πολύ σπάνια τα εννιά, και ζύγιζε ίσαμε δυο τόνους. «Αλλά είναι τελείως άκακος» πρόσθεσε. «Τρέφεται μόνο με μικροοργανισμούς. Όλα τα είδη της μουρούνας είναι σαν εμένα κοντόφθαλμα. Βρίσκουν το δρόμο ψηλαφίζοντας το βυθό με τ ις κεραίες τους και συντηρούνται με


204

Η ΕΩΟΧΙΙ Τ Ι Ι Σ Δοl'ε Λ Σ

υδρόΙ�ια χόρτα». Έκλεισε τα μάτια και ευθύς με μια κωμική γκριμάτσα αμηχανίας άπλωσε τα δάχτυλα ψαχουλεύοντας τρεμουλιαστά ανάμεσα στα κρασοπότηρα. «Το πραγματικό του σπίτι βέβαια είναι η Μαύρη θά ­ λασσα, η Κασπ ία και η Αζοφική. Όμως ο τρόμος και ο φόβος του Δοί, ­ ναβη είνα ι το ψάρι Βελς !» Η Μαρία και οι δυο μαουνιέρηδες κούνησαν βαρύθυμα το κεφάλι σαν να είχαν ακούσει το όνομα κάποιου μυθικοί, τέρατος. Ο Σίλουρος G/anis ή γιγάντιο γατόψαρο. Αν και μικρότερο απί) τον Ακιπήαιο

Huso,

ήταν το μεγαλύτερο ευρωπα"ίκό ψάρι και το μήκος

του έφθανε κάποτε τα τέσσερα μέτρα. «Λένε πως καταβροχθίζει ακόμα και μωρά, αν τύχει να πέσουν στ ο νερό» είπε η Μαρία αφήνοντας μια μισομπαλωμένη κάλτσα να πέσει στην αγκαλιά της. « Και χήνες» είπε ο ένας από τους μαουνιέρηδες. «Πάπιες» πρόσθεσε ο άλλος. « Μ ικρά αρνάκια». « Και σκύλους, επίσης». «ο Ντικ πρέπει να 'χει το νου του» παρατήρησε η Μαρία. Το καθη­ συχαστ ικό χάδι του παντογν<οστη μου στο μαλλιαρό σκυλίσιο κεφάλι που βρισκόταν στο πλάι του ανταμείφθηκε με μια λιγωμένη ματιά και ένα παιγνίδισμα της ουράς την ίδια στιγμή το αφεντικό του μου έλεγε πως, πριν από δυο χρόνια, ένα ολόκληρο σκυλάκι είχε βρεθεί στην κοι­ λιά ενός γατόψαρου που κάπο ιοι είχαν ψαρέψει. «Είναι φρικτά πλιΊ­ σματα» είπε. «Φρικτά και παράδοξα». Τον ρ<οτησα π<ος ήταν η όψη τους και κείνος επανέλαβε την ερ<οτηοη στον εαυτό του συλλογισμένος. «Τέρατα σωστά ! » αποκρίθηκε τέλος . « Βλέπεις, δεν έχουν καθόλου λέπια, το πετσί τους είναι λείο, μουντό κω γλιτσιασμένο. Και όσο για το ρύγχος τους ! Εκεί να δεις! Έχει κάτι χο­ ντρά γλειμμένα μυσίδια και κακόβουλα σουβλερά μάτια». Καθ<ος μιλοί'­ σε, έσμιξε τα φρύδια στραβομουτσουνιάζοντας και κατάφερε να διαστε ί­ λει τα μεγάλα καθαρά του μάτια πίσω από τους φακούς παίρνοντας μι« χολωμένη φαρμακερή έκφραση - «Άσε πια το στόμα! » εξακολούθησε. «Αυτό είναι το χειρότερο ! Χάσκ ει με aπανωτές σειρ ές aπό απαίσια κι)-


Ο ΛoγNA I I I I �: " I I O X E� Κ Α Ι K A�TI'A

205

φτ ερά' δοντάκ ια ». Ορθάνοιξε το στόμα τραI�ιί>ντας προς τα π ίσω τ ις άκ ρες των χειλιιί>ν και πέταξε έξω το κάτω σαγόνι θυμίζοντας τον κακό­ μορφο προγναθισμό των Αψβούργων. «Έχει και ένα μουστάκ ι σιδηρό­ δ ρομο» -πρόσθεσε κολλώντας οριζόντια τα δάχτυλα πάνω στα μάγου­ λα- «που εκτείνεται δεξιά και αριστερά». Παράστησε το κυμάτ ισμα από τα ταινιωτά μουστάκ ια του γιγάντιου γατόψαρου μέσα στο νερό προε­ κτείνοντας την κίνηση των δαχτύλων προς τα πίσω και πάνω από τους ώμους. «Η μούρη του φαντάζει λοιπόν περίπου έτσι» είπε ενιί) σηκωνό­ ταν σιγά σιγά από το κάθισμά του πετιί)ντας καταπάνω μας μια απαίσια μάσκα που αντικαθρεφτίστηκε στα γυάλινα ποτήρια. Ήταν σάμπως το τρομερό ψάρι να είχε αθόρυβα γλιστρήσει κολυμπιί>ντας στην τραπεζα­ ρία από το άνοιγμα της πόρτας. « Ιησού Χριστέ ! » έκανε η Μαρία με νευ­ ρικό γελάκι και ο Ντικ πήδηξε πάνω και γάβγισε ανήσυχος. Μεμιάς τα χαρακτηριστικά του αφεντικού του ξαναπήραν το φυσικό τους σχήμα, ενιί) ο ίδ ιος κάθονταν στη θέση του χαμογελ(ί)ντας με την τρομάρα μας. Είχα πέσει πάνω σε σωστό χρυσωρυχείο ! Παρέχονται Πληροφορίες για Όλα: χλωρίδα, πανίδα, ιστορ ία. λογοτεχνία, μουσική, αρχαιολογία - ο άνθρωπος ήταν μια αστείρευτη πηγή γνώσεων, πλουσιότερη και από την πιο πλούσια [�ιβλιoθήκη. Τα αγγλικά του, που τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέρφια του είχαν διδαχθεί από αγγλίδες γκουβερνάντες, ήταν γλα­ φυρά, αλάνθαστα στη χρήση των ιδιωματισμιόν και τελειοποιημένα από τις πολυάριθμες παραμονές του στην Αγγλία. Γν(όριζε άπειρες ιστορίες γ ια τους οικοδεσπότες των καστελιών του ΔoύναI�η, αφού και ο ίδιος ήταν ένας από αυτούς, όπως συμπέρανα από τον τρόπο που τον προ­ σφωνούσαν οι άλλοι: το λημέρι του ήταν ένας ετοιμόρροπος πύργος κο­ ντά στο Έφερντιγκ, όπου ένα καταφύγιο ερωδιών που είχε πάρει το μά­ μου εκεί, ερημωμένο σήμερα, τον είχε παρακινήσει να ασχοληθεί από τα μ ικράτα του με το ζωικό βασί λ ειο του ποταμού. Τον χαρακτήριζε μια τι

'

παιχνιδ ιάρικη εμβρίθεια που έκανε aπoλαυστική τη συντροφιά του. Μόλις είχε επιστρέψει από μια επίσκεψη αρχαιολογικού ενδιαφέρο­ ντος στο Ιμπς, τη μικρή πόλη στην αντ ικρινή μας όχθη. Ε ίχε πάει για να δει την επιτύμβια στήλη του Χανς, Ιππότη του Ι μπς: Μ ια μορφή όπως ,


206

Η E n o x H ΤΗΣ ΔαΡΕλΣ

είπε, ανυπέρβλητης κομΨότητας. Μου έδειξε τη φωτογραφία που του εί­ χε δώσει ο παπάς της ενορίας. (Ήταν τόσο εντυπωσιακή, που την άλλη μέρα κιόλας πέρασα το ποτάμι για να τη θαυμάσω από κοντά. Ο ιππό­ της, εξώγλυφος και ολόσωμος σε ορθογώνιο πλαίσιο με βαθιά χαραγμέ­ να γοτθικά γράμματα, λαξεύτηκε το 1358. Ε ίχε σκοτωθεί σε μια μάχη την ίδια δεκαετία με αυτές του Κρεσί και του Π ουατιέ104 και ήταν σύγχρονος μεγάλων πολέμαρχων όπως ο Ντι Γκεσκλέν10S και ο Μαύρος Π ρ ίγκι­ πας. 106 Φορά τη σιδερόφρακτη πανοπλία του και τα ατσαλοντυμένα δά­ χτυλα του δεξιού χεριού του σφίγγουν μια πανύψηλη λόγχη που στην κορφή της κυματίζει ένα φλάμπουρο. Τα δάχτυλα του άλλου χεριού χου­ φτώνουν τη σταυρωτή λαβή της βαριάς σπάθης όπου είναι στερεωμένο ένα ασπιδάκι με εγχάρακτο εραλδικό τρίγωνο. Το μυτερό ατσάλινο κρά­ νος του καταλήγει σε οδοντωτές εγκοπές και αλυσιδωτό δίχτυ καλύπτει τα μάγουλα, το πιγούνι και το λαιμό του σαν βέλο καλόγριας ή σαν το λινό κολλαριστό ύφασμα που κάνει το ράσο ορισμένων γυναικείων μο­ ναχικών ταγμάτων να μο ιάζει με εξάρτυση ιπποτών του Μ εσαίωνα . Μ ια τεράστια λοξόγειρτη περικεφαλαία στολισμένη με λοφίο από φύλ ­ λα βελανιδιάς και μια σχισμή για τα μάτια ζυγιάζεται στους σιδεροσκ έ ­ παστους (σμους του. Η ευλύγιστη ρευστότητα της αναγλυφής προσδίδει μια ολοζ(σντανη, λυρική και αβρή μαζί στάση στο κορμί του ιππότη, μο­ ναδική ίσως σε παρόμοιες απεικονίσεις. Καθ(σς περιεργαζόμασταν τον Ritter vοη Ybbs , θέλησα να μάθω ποια ήταν ακριβ(σς η σημασ ία της λέξης von . Μου εξήγησε πως ένας Ritter vοη ή ένας EIder von, δηλαδή Ιππότης ή Ευγενής από κάπου, ήτα\' αρχικά ένας γαιοκτήμονας που αντλούσε το όνομά του και τον τίτλο τιη' ιππότη από το φέουδό του. Αργότερα καθιερώθηκε απλώς ως τίτλος ει'­ γενείας στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι της ιεραρχίας. Η δαιμονική λάμψrι που απέκτησε στην Αγγλ ία με αφορμή τις μιλιταριστικές τάσεις τω\' πρ(σσων αριστοκρατ(σν είναι ανύπαρκτη στην Αυστρία, όπου μια πιι) συγκαταβατική πατερναλ ιστ ική έννοια πλανιέται γύρω από το μικι)ιΊ πρόθεμα. Το θέμα πυροδότησε μια διάλεξη γύρω από τους ευγενείς τη: κεντρικής Ευρ(σπης που διατυπ(σθηκε με άφθονο χιούμορ και αντικει-


Ο ΔΟΥΝΑΒΗΙ: E nOXEI ΚΑΙ ΚΑΙΤΡΑ

207

μενικό πνεύμα, όπως ταιριάζει σε ένα ζωολόγο. Ήξερα κιόλας αρκετά π ράγματα πάνω σε αυτό · λαχταρούσα ωστόσο να μάθω περισσότερα για τα πρόσωπα εκείνα που κέντριζαν τόσο τη φαντασία μου: Τι ακριβ<ος ήταν οι λανδγράβοι και οι μαργράβοι; Ποιοι ήταν οι μαρκήσιοι του Ρή­ νο υ και των Δασών; Π ο ια ήταν η Μαργραβίνη του Μπα·ίρόιτ και του Άνσπαχ; Αντ ί γι' άλλη απάντηση, εκείνος καταπιάστηκε με μια αστρα­ π ιαία αναφορά στην εποχή της Αγίας Ρωμα ·ίκής Αυτοκρατορίας και πώς το βαρύγδουπο αξίωμα του μαργράβου είχε εισχωρήσει στην Ευρώ­ πη και την είχε στοιχειώσει από τα χρόνια του Καρλομάγνου ως τους ναπολεόντειους πολέμους. Ο ρόλος των εκλεκτόρων -των πριγκίπων και των εκκλησιαστικών αρχόντων που αποφάσιζαν την εκλογή των αυ­ τοκρατόρων, ώσπου το στέμμα έγινε άτυπο οικογενειακό δικαίωμα των Αψβούργων, πάντοτε όμως με την τυπική συναίνεση των πρ<οτων- επι­ τέλους αποσαφηνίστηκε. Στο διάστημα που μεσολαβούσε από την εκλο­ γή ως την ενθρόνισή του, ο μελλοντικός αυτοκράτορας, όπως έμαθα , έπαιρνε τον τ ίτλο του Βασιλέα των Ρωμαίων. « Υπήρξε μάλιστα» συ­ μπλήρωσε «και ένας Άγγλος με τον τ ίτλο αυτό, ο Ρ ιχάρδος της Κ ορ­ νουάλης, γιος του βασιλιά Ιωάννη. Η αδερφή του Ισαβέλλα παντρεύτη­ κε τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β ', που τον αποκάλεσαν stupor mundi ! Αλλά ο Ριχάρδος δεν τον διαδέχθηκε ποτέ όπως θα ξέρεις» - εδ<ο μια αόριστη σιωπηλή κατάφαση με ένα κούνημα του κεφαλιού ήταν η πιο σωστή απάντηση. « Π έθανε από τον καημό του όταν ο γιος του Ερρίκος του Αλμέν δολοφονήθηκε στο Β ιτέρμπο από τον Γκι ντε Μονφόρ . Ο Δά­ ντης γράφει γ ι ' αυτό». 1Ο7 Αποκεί και πέρα η έκπληξη άρχισε να γίνεται συνήθεια. Εξήγησε τον μεσολαβητικό ρόλο των μικρότερων ανεξάρτη­ των κρατιδίων όταν διαλύθηκε η Αυτοκρατορία · και ύστερα, πάντοτε με ιλ ιγγι<οδη ρυθμό, προχ<ορησε στην ιστορία των Τευτόνων Ιπποτ<ον, της πολωνέζικης szlachta και τους εκλεγμένους βασιλιάδες της, τους οσπο­ δάρ ους της Μολδοβλαχίας και τους μεγάλους βογ ιάρους της Ρουμα­ νίας. Δεν παρέλειψε να αποτίσει φόρο τιμής στα καρπερά λαγόνια του Ρούρικ για το πλήθος των πριγκιπικών απογόνων που σκόρπισε σε όλο το πλάτος και το μήκος των Ρωσ ι<ον, χωρίς να ξεχάσει τους Μεγάλους


208

Η " I I O X IL Τ Ι Ι Σ ΛΟΙ' Ε Λ Σ

Πρίγκιπες του Κ ιέΙ10υ κ α ι του ΝόΙ1γκοροντ, τους Χαν των Τατάρων της Κριμαίας και τους Χαγάνους των μογγολικιί>ν ορδιί>ν' κα ι αν η ρύμη του λόγου του δεν σκόνταφτε κάπου, θα είχαμε φθάσει στο Σινικό Τείχος και θα είχαμε διασχίσει τη θάλασσα για να εισχωρήσουμε στον κόσμ ο των Σαμουράι.· Κάτ ι ωστόσο μας γύρισε πίσω στο αρχικό θέμα: στους παμπάλα ιους -{1ραχμανικούς σχεδόν- αυστριακούς κανόνες υποψη­ φιότητας για το αξ ίωμα και στο αποπνικτ ικό ισπανοθρεμμένο πρωτό­ κολλο της αυτοκρατορ ικής Αυλής από τα χρόνια του Καρόλου Κουί­ ντου. Δεν δ ίστασε να καυτηριάσει τα σφάλματα των ευγενά>ν σε κρίσιμ ες ιί>ρες, πράγμα όμως που δεν επηρέασε την αφοσίωσή του σε αυτούς. Η εντυπωσιακή αύξηση των τίτλων ευγενείας στην Κ εντρική Ευριί>πη σχο­ λιάστηκε με κάποια δυσφορία: «Είναι πολύ καλύτερα στην Αγγλία όπου όλο ι, εκτός από τους τιτλούχους, καταλήγουν στο τέλος να αποκαλοί!­ νται απλιί>ς κύριοι . Π άρε εμένα και τα αδέρφια μου ! Π ολύς καπνός κα ι καθόλου φωτιά». Θα προτιμούσε λο ιπόν να καταργηθούν ο ι τ ίτλο ι ; «Όχι, καθόλου ! » έκανε, αντικρούοντας τον εαυτό του. «Π ρέπει να δ ια­ τηρηθούν με κάθε τρόπο - ο κόσμος έτσι και αλλιά>ς βουλιάζει όλο και πιο βαθιά στην πλήξη. Κατά βάθος δεν πολλαπλασιάζονται πραγματι­ κά, αφού η ιστορία και η ο ικολογία έχουν συμμαχήσει εναντίον τους. Οι ευγενείς είνα ι κάτι σαν την άλκη, την αφρ ικανική αντ ιλόπη με τα μακριι'ι κέρατα ! Ή το πουλ ί Μέργο στα νησιά Όκλαντ! Τον γιγάντιο Π ιγκουίνο ή τον χαμένο Δρόντη των νησ ιιί>ν του Μαυρ ίκιου! » Ένα βιασμένο χαμί) ­ γελο αυλάκωσε το πρόσωπό του: «Π ρέπει να γνωρίσεις μερικούς α πί> τους μπαρμπάδες και τις θειάδες μου ! » Αμέσως μετά, το πρόσωπό το\! συνοφρυιί>θηκε από την έγνοια: «Στο τέλος δεν θ' απομείνει τ ίποτα όl!­ θιο ! Θέλουν να χτίσουν φράγματα για να ζέψουν τις όχθες του ΔούναΙlη

Με μιίγευαν όλα αυτιΧ. ΜιΧλιστι! γρήγορα απόκτησα μια αμφισβητήσιμη [ι­ δικι)τητα γ1!ρω απι) την κοινωνικο-ιστορική αυτή μυθολογία που άλλοι 011 τη χαρακτήριζαν ίσως με πιο βαριές εκφριίσεις. Ωστόσο, θα μου φαινιiτιιν αδιανόητο να με κατηγορήσει κάποιος για σνομπισμό.


Ο ΛΟΥΝ Λ ΙΙ Ι Ι Σ: ι,: Ι Ι Ο Χ Ε Σ Κ Λ Ι Κ Λ ΣΤΙ'Λ

209

xaL αναΤΡLΧLάζω μόνο που το σκέφτομαL. Θ' αναγκάσουν το πω ατίθα­ σο ποτάμL της Ευρώπης να καταντήσεL πω μαλθακό από ης υδρευηκές εγκαταστάσεLς του δήμου. Τόσα xaL τόσα ψάΡLα από την ανατολή δεν θα μπορούν ΠLα να γυρίσουν πίσω ! Π οτέ Π Lα ! » . ΦαLνόταν τόσο απελΠ Lσμέ­ νος, που προτίμησα να αλλάξω θέμα xaL να ρωτήσω YLa τα αρχαία γερ­ μανLκά φύλα που είχαν ζήση εδώ ΠΡLν από ΧLλLάδες χ ρόνω, τους Μαρ­ κο μάνους xaL τους Κουάδους - δεν κατάφερνα να βγάλω από το μυα­ λό μου τα αλλόκοτα εκείνα ονόματα. ΜεμLάς ξαναI�ρήκε το κέφL του. Έλεγα μήπως YLa κείνους τους μακρυμάλληδες Π LOτούς του θεού Βόταν, που κρυμμένΟL στις κουφάλες των δέντρων παρακολουθούσαν αιιί)νες ολόκληρους τους λεγεωνάριους στην απέναντι ό χθη να κάνουν γυμνά­ σω και να στοιχίζονταL σε σχημαησμό χελά)νης; Τα μάηα του άστρα­ ψαν xaL γω μέσα σε ένα τέταρτο της ιί)ρας ρούφηξα περισσότερη γνιί)ση , για τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λα(ί)ν από όση σε μLα Ι�δoμάδα σκύ­ βοντας πάνω σε πολυσέλι δους ιστορ ικούς άτλαντες. Όλοι οι άλλοι είχαν πάει για ύπνο πριν από κάμποσες ιί)ρες. Το τρί­ το μπουκάλ ι κόκκ ινου κρασιού είχε αδειάσει όταν σηκωθήκαμε κω μεις. Κοντοστάθηκε μπροστά σε μια γυάλινη βιτρίνα όπου μια μπιρμπιλομά­ τα στρουμπουλή πέστροφα κολυμπούσε φουριόζα μέσα σε ένα πλεμάτι

από τενεκεδένια φύκια. «Τι κρίμα που δ εν πήγες π ιο πέρα από τους λό­ φους του Αγίου Φλωριανού» είπε. «Θα συναντούσες τη μLκρή πολιτεία του Σ τ ό ιρ και την κοιλάδα του Ενς» - ήταν ο πράσινος, φιδ ογυριστός παραπ όταμος που είχα δει να ξεμυτίζει από τους λόφους αντίκρυ στο Μαουτχάουζεν. «Απέχουν μόνο πέντε χιλ ιό μετρα. Ο Σούμπερτ είχε συν­ θέσει εκεί το Κουιντέτο της πέστροφας. Ήταν στη δ ιάρκεια μιας περιή­ γησης που έκανε πεζός και κείνος, όπως XL εσύ». Βάλθηκε να σιγοσφυρίζει τη μελωδία της Πέστροφας κα θιί)ς Ι�oλτά­ Qαμε στον χιονισμένο μόλο με τον Ντικ τρεχάτο μπροστά μας να γλιστρά κωμικά χάνοντας κάθε τόσο την ισορροπία του στις παγωμένες πλάκες. ,.0 καμπαναριό του Ιμπς ξεχώριζε ψηλότερο από τα ακρόστεγα και τις vτρoκoρφές της απέναντι όχθης . Στη δική μας μεριά του ποταμού, ένα

t fε'YαλόπρεπO καστέλL ορθωνόταν όπως θα περίμενε κανείς πάνω από ης


210

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΔgΡΕΑΣ

σκεπές, λουσμένο στο φως των αστεριών. « Βλέπεις το τρΙτο παράθυρο στην αριστερή πτέρυγα;» ρώτησε ο φωστήρας μου. « Ειναι το δωμάτιο όπου γεννήθηκε ο Καρλ, ο τελευταίος μας αυτοκράτορας». Σ ώπασε γιπ μια στιγμή και σε λίγο ξανάπιασε το σκοπό της Πέστρ οφα ς. «Ότα ν ακούω αυτό το κομμάτι» εΙπε «έρχεται στο νου μου το κελάρυσμα από τπ ρυάκια που τρέχουν κατηφορΙζοντας να σμίξουν με τον Δούναβη».


6

Δούναβης: Ζυγώνοντας μιαν αυτοκρατορική πόλη Ο

Π

ρωί, πρωί, αφού πρώτα γυρίσαμε από το Ιμπς, όπου είχαμε πάει με τη βάρκα, το ρ ίξαμε στην κουβέντα εκεί στην ηλιόλουστη τρα­ πεζαρία του πανδοχείου ως την ώρα του φαγητού. Ο ήλιος ηταν

κιόλας ψηλά όταν ξεκίνησα, και το βράδυ με βρήκε σε μια ταβέρνα κυ­ νηγετικού τύπου, στο βάθος της κοιλάδας, πέντε μόνο χιλιόμετρα π ιο κάτω. Οι τοίχοι γύρω από τη σόμπα ήταν φορτωμένοι τουφέκια, νυφί­ τσες, φασιανούς και ελάφια. Τα πάντα ήταν καμωμένα από ξύλο, δέρμα ή κερατίνη και το μεγάλο πολύφωτο ήταν ένα σύμπλεγμα από ελαφοκέ­ ρατα. Υπήρχαν πάντως και μερικο ί πραγματικοί δασοφύλακες ανάμεσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί εδώ από την Κρεμς, για να ξεσκάσει. Ένας ακούραστος ακορντεονίστας συνόδευε το τραγούδι μας και μέσα στους ατμούς της κρασοκατάνυξης ακόμα και οι πιο γλυκανάλατες μελωδίες ηχούσαν απολαυστικά : Sag beim Abschied leise Serνus- TιίJρα που φεύ­ Υεις πες μου Υλυκά έ να Υεια, Adieu, mein kleiner Gardeoffizier- Α ντίο μ ικρέ μου Αξιωματικέ της Φρουράς και In einer kleinen Konditorei- Σ' ένα μικρ6 ζαχαροπλαστε ίο. Σ τη συνέχε ια, ακούστηκαν τραγούδια από το ρεπερτόριο του πανδοχείου «Το άσπρο άλογο» καθώς και στρατιωτι­ κά εμβατήρια με κάθε άλλο παρά στρατιωτικό περιεχόμενο, όπως το «Μέγα Γερμανικό Μαρς» (Wir sind vom K.u.K. Ιnfanteήeregίment), το «Kaiserjager» - «ο Κ υνηγός του Κάιζερ», το «Μαρς Radetzky» και το «Erzherzog Johann Lied» - η «Μπαλάντα του Αρχιδούκα Ιωάννη». Από μουσική άποψη το Λονδίνο, όταν τραγουδά, δεν αγγίζει τ ις χορδές της 211


2 12

Η Ειιοχll ΤΙΙΣ Λιlι·ί,ΛΣ

καρδιάς. Αλλά το Παρίσι του Β ιγιόν, του Μορίς Σεβαλιέ και της Ζοζε­ φίνα Μπέικερ παίζει αδιάκοπα μαζί τους, όπως και η Νάπολη και φυσικά η Βιέννη: Βιέννη καλ η νύχτα!

,

Jch mocht maJ wieder ίπ Grίnzing .�ein - Θέ­

λω να ξαναπάω στο ΓκρίντσινΥκ, Wien, Wien, nur du a//ein! - Βιέννη, Βιέννη, μόνο

εσύ! - γραμμή κορδόνι οι μελωδίες καθώς τα μάτ ια των

τραγουδ ιάτιί)ν [�oύρκωναν από νοσταλγ ία. Ύστερα, μεταφερόμασταν στον αντίιταλο παράδεισο της Στιρίας και του Τιρόλου: κορφοβούνια . κοιλάδες, ρουμάνια , ρεματιές, κυπροκούδουνα, τσοπάνικες φλογέρες. σουράβλια, αγριοκάτσικα και αετοί:

ZilJertaJ, du bi.�t mein Freund - Ω

Πεδιάδα Τσίλερ, είσαι ο φίλ ος μου, Fern vom TiroJerJand - Μακριά από τ ο Τιρόλο, Hoch vom Dachstein ΒΠ -

Εκεί ψηλά στο Ντάχσταϊν

. . .

Όλα φάνταζαν θολά και χρυσαφένια. Ωστόσο εκείνο που μου άρεσε πω πολύ ήταν η « Μπαλάντα του Αντρέας Χόφερ», ένα συγκινητικό μοιρο­ λόι για τον θρυλικό βουνίσιο πρωτοκαπετάνιο των Τιρολέζων που αντι ­ τάχθηκε στις στρατ ιές του Ναπολέοντα, τον οποίο οι Γάλλοι εκτέλεσαν στη Μάντουα και οι συμπατριώτες του δεν έπαψαν ποτέ να θρηνούν. Τις μικρές ιί)ρες της νύχτας, κοντά στα ξημεριδματα, (�ρέθηκα με το τραγού­ δι αυτ ό στο στόμα και δυο καινούργιους φίλους να κατηφορίζω την κοι­ λάδα. Π ροσπεράσαμε τη σκ ιά ενός νερόμυλου που είχε μαρμαρώσει μέ­ σα στο χιόνι. Όταν φτάσαμε στο ποτάμι, περάσαμε απέναντι τραβιδντας κουπί ως έναν κυκλ ικό προμαχιδν<t και ένα ψηλό καμπαναριό που ακτι­ νοβολούσε ανάμεσα στα δέντρα της όχθης. Κ α ι όπως ανεβαίναμε τα σκαλοπάτ ια για να μπούμε στην αστρόσπαρτη πολ ιτειούλα του Π έ ­ χλαρν, ένα παράθυρο άνοιξε και μας σύστησαν να μην σηκιδνουμε

τον

κόσμο στο πόδι με τις φωνές μαΙ Εισχωρούσαμε σ ' ένα από τ α πιο σημαντικά παραδουνάβια οροθέ ­ σια του έπους των Nιμπελoύνyκ�. Ήταν, σύμφωνα με τον παντογν( ί )­ στη μου, το μοναδικό σημείο της σάγκας όπου δεν είχε γίνει ομαδική σψα­ γή. Ο μαργράβος Ρούντ ιγκερ καλοδέχτηκε τους βουργουνδούς Νιμπε­ λούγκεν σε τούτο το καστέλι τραπεζώνοντάς τους πλουσιοπάροχα σε πολύχρωμες σκηνές στημένες στα λ ιβάδια. Γιόρτασαν κάποιους αρρα­ βώνες με χορ ό , τραγούδι και τη συνοδεία της βιόλας. Ύστερα, το τραν ι)


Ο ΛΟΥΝ Λ ΙΙ Ι Ι Σ : ZVI'QNONTAI Μ Ι Λ Ν Α ΥΤ Ο Κ Ι'ΛΤΟ Ι' Ι Κ Ι Ι Ι ΙΟΛ Ι Ι

213

ασκέρι έφυγε καλπάζοντας προς την Ουγγαρία και τον όλεθρο. «Και κα­ νείς τους» λέει ο ποιητής «δεν ξαναγύρισε ζωντανός στο Π έ χλαρν». ***

Γ ια μια φορά ακόμα τα βουνά άρχισαν να χαλαρ( ί}νουν τον κλοιό τους γύρω από το ποτάμι και οι μικρές πολιτείες διαδέχονταν συχνότερα η μ ια την άλλη. Όσες κείτονταν στην αντικρ ινή όχθη, γλιστρούσαν απαλά στο προσκήνιο καμαρωτές πάνω στο αντικαθρέφτισμά τους με δισδιά­ στατη επιβλητικότητα. Οι χρωματιστές προσόψεις, στολισμένες με φερ­ φορζέ και συμμετρικά φυλλοστρωμένες με παντζούρια, αποτελούσαν μέρος μιας σκηνογραφίας που ξεδ ιπλωνόταν κατά μήκος κά θ ε ΠΡ oI�λή­ τας. Αψίδες οδηγούσαν στο φόντο της εικόνας. Καστανοκόκκινοι ή θεια­ φόχρυσοι θόλο ι δέσποζαν πάνω στις στέγες. Π ιο ψηλά υπήρχε πάντοτε ένα κάστρο, εν( ί) κοίτες χειμάρρων κατηφόρ ιζαν τ ις βα θ ύσκ ι ω τες δε­ ντροφυτεμένες κοιλάδες. Ωστόσο εκείνα τα μουράγ ια , τα ψαράδ ικα δ ί­ χτυα και οι άγκυρες της ακροποταμιάς θύμιζαν περ ισσότερο μικρά θα­ λ ασσινά λιμάνια. Για την ακρίβεια το Δάσος της Βοημίας καταστάλαζε λίγο πιο πάνω, στ' ανάντη του ποταμού. Το παλιό βασίλειο της Βοημίας -μέρος της αυτοκρατορίας τους τρεις τελευταίους α ιιί}νες- εξαφανίστηκε όταν προσαρτήθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1 9 1 9. Υπήρξε ανέκαθεν αποκλει­ σμένο απ ό τα κράτη που το περικύκλωναν, χωρίς διέξοδο στη θάλασσα. Π ώς μπ όρεσε, αλήθεια, η περίφημη εκείνη σκηνική οδηγία ακτή της Βοη­ μ.ίας να ξεγλ ιστρήσει από τη γραφίδα του Σαίξπηρ; 108 Την εποχή που την έμπασε στο Χειμωνιάτικο παραμ.ύθι του, η Βοημία δεν ήταν χώρα μυθ ι­ κή όπως, για παράδειγμα, η Ιλλυρία στη Δωδεκά τη νύχτα. Τα κατατόπια και η μορφολογία της ήταν το ίδιο γνωστά όσο και της Ναβάρας στο έρ­ γο Α γάπης α γ(ιJνας ά γονος, ή της Σκοτίας στον Μάκβεθ. Μάλιστα εκεί­ νο τον καιρό είχε ακουστε ί αρκετά ως ένα από τα πιο ση μαντ ικά προ­ πύ ργια των Διαμαρτυρομένων. Ο εκλέκτορας του Παλατινάτου -α να μ ­ φισβήτητος πρόμαχος του Π ροτεσταντισμού στην Ευρ(ί}πη- παντρεύ­ τηκε την πριγκίπ ισσα Eλ ισάI�ετ και τρία χρ όν ια μετά το θάνατο του


214

Η EnoxH ΤΗΣ ΔΟΡΕλΣ

Σαίξπηρ έγινε αιρετός βασιλιάς της Βοημίας. (Έχου με πάλι να κάνου με με την Κυρά της Χειμωνιάς! Ο Σαίξπηρ πρέπει να την ήξερε καλά και σύμφωνα με κάποιες εκδοχές, η μάσκα 109 στην Τρ ικ υμ ία είχε ειδικά γρα ­ φτεί για να τιμήσει εκείνους τους γάμους.) Π ώς ήταν δ υνατό να είχε πε­ ράσει από το μυαλό το υ Σαίξπηρ πως το βασίλειό της βρισκόταν κοντά σε θάλασσα; Καθ(σς περπατούσα ακολο υ θ(σντας το ρεύμα, ε ίχα μια ξαφνική έμπνευση: η αρχα'ίκή σημασία της λέξης coast πρέπει να ήταν πλευρά ή άκρη και άρα δεν θα είχε καμιά σχέση με τη θάλασσα. Ίσως το ίδιο το μο­ νοπάτι μο υ να ήταν η άκρη της Βοημίας - οπωσδήποτε η άκρη του Δά ­ σους, που το πραγματικό του σύνορο δεν βρισκόταν μακριά.· Ας ρίξουμε όμως μια σύντομη ματιά στο μέρος της πλοκής που σχε­ τίζεται με την απορία μου : Ο βασιλιάς της Σικελίας π ιστεύει λανθασμέ­ να πως η κορούλα το υ, η Π ερντίτα, είναι παράνομος καρπός δεσμού της γυναίκας του Ερμιόνης με τον παλιό φίλο και φιλοξενούμενο του βασι­ λιά της Βοημίας. Ένας έμπιστος γεροαυλικός, ο Αντίγονος, αποφασι­ σμένος να σ(σσει την Π ερντίτα από την οργή του πατέρα της, εγκαταλεί­ πει κρυφά την Α υλή με το μωρό κρυμμένο στο μανδύα το υ και μπαρκά­ ρει για τη Βοημία. Ο Σαίξπηρ δεν μας λέει ποιο δρόμο ακολούθησε. Εί­ ναι απίθανο να πέρασε τη Μαύρη Θάλασσα. Τον φανταζόμουν να ανοί­ γει πανιά στο Π αλέρμο, να πιάνει λιμάνι στην Τεργέστη και να διασχ ίζει την ξηρά ως τη Βιέννη, όπου θα βρήκε κάποιο πλοίο γ ια να ανέβει το πο­ τάμι. Κ άπου εκεί στους νεροστρόβιλους του Γκράιν, το σκάφος του πέ­ φτει πάνω σε φοβερή καταιγίδα και βυθίζεται. Ο Αντίγονος καταφέρν ει να γαντζωθεί από τα βράχια της ακροποταμιάς -ίσως στη σκιά του κά­ στρου του Βέρφενστα 'ίν! - και ίσα ίσα προφτα ίνει μέσα στ ' αστραπό­ βροντα να φυγαδεύσει τη σπαργανωμένη Περντίτα σε σίγουρη κρυψ (ί)­ να, όταν έρχεται η σειρά της δεύτερης από τις πιο δ ιάσημες σκηνικ ές

Η πραγματική Βοημία, δηλαδή τα σημερινά σύνορα της Τσεχοσλοβακίας, έπεφτε είκοσι χιλιόμετρα βορειότερα.


Ο Λ ΟΥ Ν Λ8 Ι Ι Σ : Ζ Υ Ι 'ΙΙ Ν Ο Ν Τ Λ Σ Μ Ι Λ Ν Α V Τ Ο ΚΡΛΙΌ Ι ' Ι Κ Ι Ι Ι 1 0Λ Ι Ι

215

οδηγίες του Σαίξπηρ : βγαίνε ι κ υνηγημένο ς από αρ κούδα. (Οι αρκούδες έχουν εξαφανιστεί από τα ορε ινά της Αυστρ ίας σήμερα, αλλά τότε αφ θονούσαν ακόμη.) Ενώ το θηρίο που μόλις αναφέραμε καταβροχθίζει τον ηλικ ιωμένο άρχοντα στις κουίντες, ένας γεροτσοπάνος μπαίνει στη σκηνή. Βρίσκει την Π ερντίτα και κουβαλά το μικρό μπογαλάκ ι στο σπ ι­ τικ ό του, όπου αποφασίζει να την αναθρέψει σαν πραγματικό παιδί του. Δεκάξι χρόνια αργότερα έχουμε το υπέροχο πανηγύρ ι της προβατοκου,

ράς με την προσδοκ ία της αναγνώρισης - του ευτυχισμένου τέλους και των μαγικ( ί)ν προσλαλιών του. Π ρέπει να γ ιορτάστηκε σε κάποιο από κ εΙνα τα υποστατικά στους ψηλούς κάμπους. Βάδιζα δίπλα στην όχθη με βήμα γοργό για να φθάσω μια μέρα νω­ ρΙτερα στη Β ιέννη : Αξιό τιμοι Κ ύρι ο ι: Είμαι σ τη ν ε υχάρ ι στη θέση να συμβάλ ω στη διαλεύκανση ενός μ υστηρίο υ πο υ απασχόλ ησε γενεές ολό­ κληρες μελε τη τών. Το φιτίλ ι της ψευτομετριοφροσύνης μου που θα πυ­ ροδοτούσε τη γενική κατάπληξη γαργαλούσε τη φαντασία μου . . . Π ο ιος να ήταν άραγε αυτός που σερβίρισε τ η φράση Ακτή τη ς Βοη­ μίας; Η ορθή σκηνική οδηγία, όπως ανακάλυψα το πρ(στο κιόλας πρω ί μου στη Β ιέννη, έχει ως εξής: Βοημ ία. Ερημική τοποθεσία κο ντά στη θά­ λασσα. Με δυο λόγια τα είχα κυριολεκτικά θαλασσώσει ! "' ''''''

Τη νύχτα, τα αστέρ ια λαμπύριζαν σε πεντακάθαρο κενό. Τίποτα άλλο έξω από μια εφήμερη καταχνιά δεν επηρέαζε τη χλωμάδα του πρωινού ουρανού' το χιόνι στα κατακόρφια με ξάφνιαζε τα βαθιά χαράματα και το σούρουπο, με τα λάβρα του χρώματα. Ένιωθα πως με είχαν αφήσει να σεργιανΙζω μέσα σε χίλ ια θαύματα και η σκέψη φάνταζε πιο γοητευ­ τική επειδή εΙχα την ψευδαίσθηση πως τα απολάμβανα μόνος. Το τοπίο εκείνο θα μπορούσε να ήταν ένα απέραντο αχαν ές πάρκο σπαρμένο με δάση, ναούς και κιόσκια όπου συχνά οι μοναδικές πατημασιές στο χιό­ νι

ήταν οι δικές μου . Κ αθώς δ ιάβα ινα το τελευταίο δροσολ ίβαδο -πριν τα βουνά σφί-


Η (όllοχll TII� ΔΩI'εA�

2 16

ξουν και πάλ ι τα αρπάγια τους- πλησ ίασα έναν ακόμα σημαντ ικό σταθμό της διαδρομής μου. Εκεί πάνω, σε μια βραχι6δη ασβεστολιθική εξοχή, κάτω από δυο μπαρόκ πύργους και έναν ψηλότερο κεντρ ικι) τρούλο , σειρές από αμέτρητα παράθυρα ξεχείλιζαν τείνοντας προς τον ουρανό. Επιτέλους είχα φθάσει στο Μ ελκ, ένα μακρύ μοναστηρίσιο πα­ λάτι, που γλυκαρμένιζε πάνω από δέντρα και ανεμόστεγα, λαμπρή Π Ε­ ντήρης μιας αρμάδας μοναστηριι6ν. Δεν υπήρχε πορτιέρης στην πύλη. Ένας νεαρός Βενεδικτίνος, βλέπο­ ντάς με να χαζεύω στο θυρωρείο, προσφέρθηκε να με συνοδεύσει, κα ι από τη στιγμή που μπήκαμε μαζί στην πρι6τη από τ ις μεγάλες εσωτερι­ κές αυλές, ήξερα πως είχα σταθεί τυχερός. Μ ιλούσε ωραία γαλλικά κα ι ήταν προικισμένος με γνι6ση και χιούμορ, ιδανικός ξεναγός γ ια τα αξιο­ θέατα που με περίμεναν. Στη συνέχεια, οι φάσεις της εξερεύνησής μας αποτυπώθηκαν στ η μνήμη μου με συγκεχυμένους μουσικούς όρους, και έτσι αντηχούν ακό­ μη. Ουβερτούρες και πρελούδια εναλλάσσονταν δ ιαδοχικά καθώς το ένα μεσαύλιο μας έβγαζε στο άλλο. Ανωφερείς σκάλες ξεδιπλι6νονταν με τελετουργική μεγαλοπρέπεια παβάνας ι 10. Π εριστύλια αναπτύσσο ­ νταν με πολυμορφία διπλής, τριπλής και τετραπλής φούγκας. Οι σουί­ τες των επ ίσημων διαμερισμάτων συνδέονταν μεταξύ τους με την ποικ ι ­ λία και την εκζήτηση που έχουν τα μέρη μιας συμφωνίας. Αλλά και στ ο πανόραμα της χρυσόδετης βιβλ ιοδεσίας στη βιβλιοθήκη, στους καΤ(t­ στιλπνους αντικαθρεφτισμούς, στις πινακοθήκες και στις γήινες ή επου­ ράνιες σφαίρες που λαμποκοπούσαν μέσα σε διάπυρες εσοχές, η μουσι­ κή έμοιαζε να παρεμβαίνει και πάλι. Μ ια εξαίσια αρμονική ΠOλυφωνί<t χάιδευε τα αυτιά μου. Στην αρχή, τη συνόδευαν φλογέρες, κατόπ ιν-{π πυκνότερα διαστήματα- βιολιά, βιόλες και βιολοντσέλα, ύστερα κο­ ντραμπάσα, ενι6 κάποιο ειλητάρι με νότες γ ια φλάουτα ξετυλ ιγόταν στον αέρα για να σμίξει με μια πνιχτή φανφάρα που εφορμούσε από την οροφή, <6σπου τα πάντα υποτάσσονταν στον παλμό ενός διάχυτου με ­ γαλείου. Π ιο πέρα, στην εκκλησία, ένας θόλος έστεφε το κενό. Το φω; ήταν μοιρασμένο στις ζωγραφισμένες κοιλότητές του και συγκεραζό ΤΙtν


Ο Λ ΟΥ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : ΖΥ ΙΏΝ Ο ΝΤ Λ Σ Μ Ι Λ Ν Α ΥΤ Ο Κ Ι' ΛΊΌ Ι' Ι Κ Ι Ι 110.\11

217

με αχνοφεγγιά από τα οβάλ, τους φεγγίτες και τα παράθυρα της ροτό­ ντας. Στοές και πολυκέντητες υφασμάτινες τέντες κα ι αλλεπάλληλες ανάγλυφες κορνίζες σκαρφάλωναν για να το συναντήσουν, και η απαλή του λάμψη, πέφτοντας πάνω στις ραβδωτές κολόνες, τα ακτινωτά φω­ τοστέφανα, τους στεμμένους με σκαλιστά σύννεφα οβελίσκους, έλουζε τα κυψελόμορφα παρεκκλήσια προτού ενωθεί με την καθολική αίγλη. Θαρρούσες πως η μουσική μόλις είχε σιγήσει ή πως ετοιμαζόταν να αρ­ χ ίσει και πάλι. Στη φαντασία μου, τα όργανα της ορχήστρας συναθροί­ ζονταν - αθέατα κύμβαλα σε αμυδρή μεταξύ τους απόσταση στριμιί)­ χνονταν με ανεπαίσθητο ήχο σαν ψίθυρο· ταμπούρλα, μόλις έναν πόντο χαμηλότερα από τις επενδυμένες με ύφασμα μπαγκέτες τους και παλά­ μες έτοιμες να κουκουλιί:ισουν το παραμικρό χτύπημα · λοξά όμποε με τα γλωσσίδια τους βουβά για μια στιγμή ακόμα· χάλκινα και ξύλινα πνευ­ στά σε προσμονή· ακίνητα δάχτυλα τεντωμένα πάνω στις κόρδες της άρ ­ πας και πενήντα αόρατα δοξάρια ζυγιασμένα στον αέρα πάνω από πε­ νήντα τόσα χορδικά συστήματα. ***

Για μένα, εκείνα τα περίφημα κτίσματα ήταν η κορυφή μιας οροσειράς ανακαλύψεων που ξεκ ίνησε στο Μπρούχτσαλ και συνεχίστηκε πολύ και­ ρό μετά. Άπειρες φορές στη δ ιάρκεια αυτιί)ν των εβδομάδων έπιανα τον εαυτό μου να πλανιέται μέσα σε πανύψηλες θολωτές στοές φωτ ισμένες από την αντανάκλαση του χιονιού. Το ηλιόφως τρεμόπαιζε στα ανιί)φλια και στα σπαστά αετιί)ματα και ρυάκιζε πάνω στα χιονισμένα περβάζια. τόσο κοντά στις οροφές ιί)στε να δίνει την ιί)θηση για την τελική μεταρ­ σίωση σε κείνες τις Αναλήψεις, τις Μεταμορφιί)σεις και τις Κοιμήσεις καθώς χυνόταν επάνω τους και ζωντάνευε τα λευκά και απαλόφαια γύ­ ψινα στεφανοζιί)σματα αναδεικνύοντας κάθε προεξοχή τους : γιρλάντες που φάνταζαν διπλά αιθέριες από την αντικαθρεφτισμένη ανταί,γεια των νιφάδων, εμπνευσμένες συνθέσεις από ρα/1δόγλυφα, παλμέτες, ελ ικωτά κλήματα, αχηβάδες, κοχύλια και ραχοκόκαλα της πορφύρας. Σ' αυτό το εξελιγμένο μπαρόκ που αγγ ίζει τα σύνορα του ροκοκό.


218

Η ΕιιοχlJ Τ ΙJΣ Δ Ω Ρ Ε Λ Σ

όπου η εκκεντρική πολυτέλεια των κατοπιν(ί:ιν δεκαετιών διαφαίνετα ι ολοκάθαρα, πόσο αβίαστα η ίδια πάντοτε αισθητική τάση περιφέρεται από εκκλησιά σε ανάκτορο, από ανάκτορο σε σάλα χορού και πάλι πίσω σε μοναστήρι και εκκλησιά ! Το παράδοξο συμβιβάζει όλες τις αντ ιφά­ σεις. Σύννεφα αρμενίζουν, χερουβε ίμ ψιλοζυγ ιάζοντα ι, σμάρια από ερωτόπουλα , που το έσκασαν από την ελληνική μυθολογία για να βα­ φτι ότούν, περιφέροντα ι στις επιτύμβιες πλάκες. Π ροβάρουν δεσποτικές μίτρες και πλατύγυρα καπέλα καρδιναλίων σκουντουφλώντας πάνω σε βαριά παραπετάσματα και πατερίτσες, ενώ πέτρινοι απόστολοι και πα­ τέρες της εκκλησίας, που δεν είνα ι παρά μεταμφιεσμένοι εγκυκλοπαιδ ι­ στές, τα ατενίζουν από ψηλά με καλοσύνη. Αγίες επιδείχνουν ναζιάρικα τα όργανα του μαρτυρίου τους σαν να ήταν κουτιά με ζάρια ή βεντάλιες. Είνα ι όλες βασιλικές ευνοούμενες , λανδγραβίνες με πέπλα Να·ίάδων. Και οι ερμαφρόδιτοι αυλ ικο ί που υποδύονται πάνω στα βάθρα τους τους αγίους, με το βλέμμα παθιάρικα προσηλωμένο στα περίτεχνα τα­ βάνια, θυμίζουν πρόσωπα αινιγματικής παντομίμας. Το ιερό εναλλάσ­ σεται με το βέβηλο και οι μετανοημένο ι αμαρτωλοί μεταμορφώνονται σε ντόμινα αμφιλεγόμενης μασκαράτας. Στη διάρκεια του μισού αιώνα που ακολούθησε το χτίσιμο του μονα­ στηριού, το στιλ ροκοκό φιλοτεχνεί σκηνικά γεμάτα φαντασία και αλη ­ θοφάνεια . Μ ια δαιμόνια αλληλουχία από καλλ ιτεχνικές ειδικότητες που σφραγίζει τα πάντα , από τις κολόνες του περιστυλίου ως την ελι­ κωτή διακόσμηση μιας κλειδαρ ιάς, συνδυάζε ι την π ιο εύθραυστη κ α ι φαινομενικά εφήμερη λεπτομέρεια μ ε την π ιο επιβλητική και αιωνόΙ1 Lα λεία των δασ(ί:ιν και των λατομείων. Μ ια πολυμήχανη ιδιοφυΤα εξαπο­ λ ύει καταιγισμό από ευφάνταστες διορθώσεις και προσθήκες πάνω στις κλασικές κατασκευές ενός Β ιτρούβιου ή ενός Παλάντιο·111 κοίλες κ αι κυρτές επ ιφάνειες αποκαλύπτονται και αλληλοκυνηγιούνται ανάμεσα στις κολόνες σχηματίζοντας φυλλωτά αραβουργήματα· ρευστοί στο χα ­ σμοί φλο ισβίζουν, κυματ ιστο ί καταρράκτες με ασημιές και μπλά Ι1 ες φλέβες ξεχειλίζουν σε υπέρθυρα και κρέμονται αποκεί κρουσταλλιασμ έ ­ νοι σαν κουρτίνες από τεχνητούς σταλαγμίτες . Ιδέες αναβρύζουν φτε-


Ο ΛΟΥΝ Λ D Ι Ι Σ : ΖΥ ΙΏΝ Ο Ν Τ Λ Σ Μ Ι Λ Ν Α Υ1Ό Κ Ρ ΛΤ Ο Ι ' Ι Κ Ι Ι ΙΙΟΛ Η

219

ρωτές από φανταστικά σιντρ ιβάνια και αιθεροπλέουν στις κιονοστο ι­ χ ίες, μεταμορφωμένες σε λιτανείες από αρμαθιαστά ή θυσανωτά σύννε­ φα. Το φως κατανέμεται μελοδραματικ ά και οι ουρανοί ανοίγονται διά­ πλατα υπακούοντας σε μια πρωτόφαντη βαρύτητα που, χωρ ίς τη βοή­ θεια φτερών, μετειί)ρισε αγίους και ευαγγελιστές στα ύψη των ευσεβι ί)ν τους πόθων και τους άφησε να ταξιδεύουν εκεί, στις πηγές του ήλιου, ανάμεσα σε σμιλευτές κορνίζες, τύμπανα αψίδων, φύλλα της ακάνθου και αρχιτεκτονικές κορδέλες, πτυχωμένες ακόμη από την πολύχρονη παραμονή τους σε χάρτινα κουτιά. Ποιμενικές σκηνές της 8ίβλο υ απει­ κονίζονται στους το ίχους των αρχοντ ικών εσωτερικών χώρων. Ναοί και κυλινδρικά τεμένη εισβάλλουν στο τοπίο. Κ ινέζικες παγόδες, φοινι­ κόδεντρα της Αφρικής, πυραμίδες του Νείλου, ακόμα κα ι ένα μεξ ικάνι­ κο ηφαίστειο και τα κωνοφόρα δέντρα και τα κωνικά αντ ίσκηνα των Ινδιάνων της Αμερικής ξεφυτρά)νουν στη μέση της Αρκαδ ίας. Επιφά­ νειες επενδυμένες με καθρέφτη αντανακλούν αυτά τα πανοράματα. Βρί­ θουν από απλίκες, μαλαματένια και αργυρά πλαίσια από σφιχτοπλεγ­ μένα κλωνιά, ενώ διάφορα συναγμένα σύμβολα του θερισμού, του κυνη­ γιού και του πολέμου ντύνουν τις συμβολές των τοίχων και πελιί)ρια κά­ τοπτρα συναντικρίζονται από το ένα απέραντο δάπεδο στο άλλο . ανταλλάσσοντας τα αντ ιφεγγίσματά τους. Ο χλωμός υδράργυρος ψαύει φευγαλέα την εφευρετική χάρη και την τέρψη αυτού του καθρεφτισμέ­ νου κόσμου εκπέμποντας ένα υποβρύχιο λυκόφως που του προσδίδει μ ια νότα aπρoσδόκητης μελαγχολίας. Το βλέμμα ωστόσο οδηγείται ψηλά, εκεί που οι πρόσχαρες αναπαρα­ στάσεις σε ελλειπτικά ξεδιπλωμένους μονόχρωμους, παστέλ ή ζωηρό­ χρ ωμους τόνους, διανθισμένες από ασύμμετρα αλλά ισόρροπα περιζώ­ ματα από χιονόλευκη κορνίζα, αγκαλιάζουν τη μια α ίθουσα μετά την άλλη. Βιβλικές ανθρωποσυνάξεις οδεύουν στο στερέωμα μέσα σε σύννε­ φα και την ιλ ιγγιώδη προοπτ ική των κλιμακωτών κ ιγκλιδωμάτων. Αλλ ηγορίες των εποχιί)ν και λιγόστιχα ποιηματάκ ια σε κινέζικο ύφος κυκλ οφορούν ως εκεί που φτάνει το μάτι. Η Αυγή καταδιώκει τη Βασί­ λ ισσα της Νύχτας στα πλάτη του ουρανού και τρίπτυχα που θυμίζουν


Η EnoxH ΤΗΣ ΔΟΡΕΛΣ

220

πίνακες του Βατό , Ι 1 2 κουρδ ίζοντας λαγούτα και βιολιά, αρμενίζουν ανάμεσα σε αρχαία ερείπια, οβελίσκους και σκόρπια δεμάτια με στάχυα. Ο ήλιος, δύοντας σε ένα κανάλι της Βενετίας, αγγίζει τις παρυφές των σύννεφων και σκεπάζει τα πρόσωπα των κανταδόρων και τ ις κρουσμέ­ νες χορδές τους με αχνό πέπλο κατήφειας η ειρωνεία και ο οίκτος δια­ τρέχουν την ατμόσφαιρα και τρυπ( ονουν στο νου του θεατή για να του θυμίσουν πως ο χρόνος είναι μετρημένος και όπου να 'ναι μια αμετά­ κλητη νότα θα σημάνει το τέλος της γιορταστικής ευωχίας. ***

Π ιστό στην εθιμοτυπία και όμως ολόχαρο, το μοναστήρι του Μ ελκ είνα ι ένα μεσημέρι στο απόγειό του. Καθώς τ ο ρολόι της πόλης χτυπούσε δ(ί)­ δεκα ένιώθα τη δόξα του να μας ζώνει από παντού. Η λάμψη του αγΚC1λιαζε τα δάση, την κιτρινωπή κουλούρα του Δούναβη και ένα λιβάδι γε­ μάτο παγοδρόμους που φάνταζαν ολοένα πιο μικροσκοπ ικο ί καθ(ί)ς γλ ιστρούσαν και απομακρύνονταν κάτω από την ιριδιστή παράταξη των παραθυρι(Ον. Στεκόμασταν στη μέση ενός πλατύχωρου πατ(ο ματος , κάτω από ένα τελευταίο επεισόδ ιο με κολόνες και εκσφενδονισμένιι σύννεφα, όπου οι μορφές στροβιλίζονταν στην έκλαμψη ενός αποκαλ υ­ πτικού γλυκοχαράματος και θαυμάζαμε εκείνο τον ξέφρενο χορευτ ικι> καλπασμό που είχε χάσει κάθε έλεγχο. Ανάγλυφες πτυχώσεις τυλ ίγο­ νταν γύρω από κνήμες οσίων και ρόδινα γυμνασμένα πέλματα δρασκέ­ λιζαν τον ουρανό. Ήταν σαν να κοιτάζαμε προς τα πάνω σε μια διάψι­ νη χορευτική πίστα από γυαλί και, όπως ο σύντροφός μου με έσπρω$ι" μαλακά δυο βήματα πιο πέρα, η εικόνα άρχισε να δονείται με την αστιΊ­ θεια των τειχ(ο ν της Ιεριχούς, όπως γίνεται με όλα τα ταβάνια που φ ιλι>­ τεχνήθηκαν για να δίνουν μια ψευδαίσθηση πραγματικότητας, Ι 1 3 όπου

η

παραμικρή απόκλιση της εστιακής απόστασης προσβάλλει το θεατ ή μι' παροδική κρίση σκοτοδίνης. Γέλασε και είπε: 'Όπ se sent υπ peu gris. νOUS ne trouνez pas?" «Σου φέρνουν ζάλη να τα κοιτάζεις, ε;» -

Ζάλη, πράγματι . .. Κάναμε λόγο για την αλληλεπίδραση του υπεQCjΨ­ σικού και του γήινου στοιχείου στην τεχνοτροπία του ροκοκό και για λί-


Ο ΛΟΥ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : ΖΥΙ" Ι Ν Ο Ν Τ Λ Σ Μ Ι Λ Ν Α ΥΤΟ Κ Ι'ΛΤΟΙ' Ι Κ Ι Ι [( ΟΑ Ι Ι

221

γες στιγμές ο συνομιλητής μου, προφέροντας τις τελευταίες λέξεις, άρ­ χ ισε να μεταμορφιί)νεται: ρ ά σο, καλογερικός μανδύας, καλύπτρα και ξυρισμένη κορυφή εξαφανίστηκαν και μια πουδραρισμένη πλεξίδα, δε­ μένη φιόγκο με κορδέλα από μουαρέ μεταξωτό ξεχύθηκε π άνω στη ράχη του, που ήταν ντυμένη με μπροκ άρ. Η φωνή του συνέχιζε αμέριμνα το διάλογο, ενιί) το κορμί του, ορθό, είχε το αριστερό χέρι ζυγιασμένο στη λαβή του σπαθιού του. Με ένα καλαμένιο μπαστούνι ζωγράφιζε επεξη­ γηματικές καμπύλες στον αέρα σχολιάζοντας τα στρατηγήματα του καλ­ λ ιτέχνη εκείνων των παραστάσεων της οροφής και γω, αντικρίζοντάς τον να λυγίζει τη μέση προς τα πίσω και να ισορροπεί το σιί)μα με μπρο­ στινή προβολή του ποδιού του όπως τα αγάλματα του Π ιρανέζι, Ι 14 περί­ μενα να ακούσω τον ήχο από το κόκκ ινο τακούνι του πάνω στα τετρά­ γωνα της σκακιέρας που διακοσμούσαν το παρκέτο. ***

Ένα από τα σήμαντρα του μοναστηριού βάλθηκε να χτυπά επ ίμονα και με δυο απολογητικές λέξεις του μέντορά μου -που είχε σιί)ος ξαναγυ­ ρίσει στον αι(δνα του- επ ιταχύναμε το βήμα. Σε λίγα λεπτά είχα κιόλας δρασκελίσει αρκετά χωράφια της ανωμεριάς του ποταμού, εν(ί) ο μεγά­ λος θόλος με τους τρούλους του κρυβόταν σιγά σιγά πίσω από κάποιο σύδεντρο. Ακολούθησαν οι δίδυμοι χρυσοί σταυροί και τελευταίος χά­ θηκε ο κεντρικός σταυρός. Τίποτα δεν μαρτυρούσε πια την παρουσία του μοναστηριού στους λόφους εκείνους. Οι εξαφανισμένοι πύργοι του θα μπορούσε να ήταν ο περιστεριώνας κάποιου τυχαίου υποστατ ικού . . . "υπ peu gris

....

. Επιεικής έκφραση για όσα ένιωθα μέσα μου. * **

Το μονοπάτι της νότιας όχθης έφερνε στην καρδιά του Βαχάου - πε­ ριοχή του Δούναβη εξίσου ξακουστή με τις λωρίδες του Ρήνου που είχα διασχίσει τα Χ ριστούγεννα. Το Μελκ ήταν το κατιδφλι αυτής της ανεί­ Πωτα όμορφης κοιλάδας. Όπως έχουμε δει ως τ(δρα, αμέτρητα καστέλια όρθωναν το ανάστημά τους κατά μήκος της ακροποταμιάς. Εδ(ί) είχαν


222

Η Enoxll ΤΙΙΣ Δ Ω I'ι,:Λ Σ

φωλιάσει σε πιο απρόσιτα ύψη, δραματικά αποσαθρωμένα και αραχνο­ τυλιγμένα στο μυστήρ ω του παραμυθιού. Τα πυργωτά ακρωτήρια μπρουμύτ ιζαν κατακόρυφα ενώ ο ι αντικαθρεφτισμένες καμάρες των ερειπίων τους κολυμπούσαν ολόγυρά μου σε ημικύκλια. Ωστόσο, από άλλα πω απομακρυσμένα ερείπια, το έδαφος έπαιρνε ομαλότερη κλί ση, όλο αμπέλια και κήπους που κατηφόριζαν αμφιθεατρικά για να πρασι­ νίσουν τις όχθες με τον κατοπτρισμό τους. Το ποτάμι γοργοκυλού σε προσπερν(ίΊντας δεντρωμένα νησ ιά και το μάτι μου ατένιζε κάτ ι σαν υδάτινες σκάλες που σκαρφάλωναν από δυο μεριές στον ορίζοντα. Σε τούτο το σημείο οι δεσμοί με το έπος των ΝιμπελούΥκε ν είναι στενοί, αλ­ λά κυριαρχούν επ ίσης και π ιο νωποί θρύλοι. Αν υπάρχει ένα τοπί ο όπου το πνεύμα της ιπποσύνης να σμίγει με το ρομαντικό παραμύθι ε ί­ ναι ασφαλώς αυτό. Το νερό κλωθογυρίζει ως πέρα μακριά στα μυθικ6 κατατόπ ια του Κάμελοτ Ι ΙS ή του Άβαλον, Ι Ι6 τα δάση θροίζουν από τα ξωτ ικά, οι μπαλάντες των MinnesingerII1 και ο απόηχος των βούκ ινων του κυνηγιού μόλις έχουν σιγήσει. Κάθισα στη ρίζα μιας σημύδας για να σχεδ ιάσω το κάστρο του SchDnbίίhel . Αστράφτοντας σαν κομμάτ ι από σκαλιστό ελεφαντόδοντο. ξεπρόβαλλε μέσα από έναν σφονδυλωτό βράχο, σχεδόν αγκαλιασμένο από τον ποταμό και κατέληγε σε έναν εφτάψηλο μονάκριβο λευκό πύργο στεμμένο με κόκκινο κρομμυδωτό τρούλο. «Είναι το καστέλι των κόμη­ δων Ζά ιλερν» είπε ένας περαστικός ταχυδρόμος. Δαχτυλίδια καπνοί, ανέβαιναν από μια λεπτή καπνοδόχο: Π ρέπει να ήταν η ώρα του μεσημ ε ­ ριανού γεύματος. Φανταζόμουν τους κόμητες να κάθονται με προσμονή στο μακρόστενο τραπέζι, πεινασμένους αλλά διακριτικούς, με τα χέρ ιι ι τους σεμνά πλεγμένα ανάμεσα στα μαχαίρια και τα πιρούνια τους. Ένα γεράκι, ανοίγοντας τις φτερούγες πάνω από έναν απονήρευτ ο ερωδιό κάπου στη μέση τούτης της βόρειας νερογυρισιάς, θα αγνάντευε την ίδια με μένα άποψη του ποταμού. Είχα σκαρφαλώσει στα ερείπ ια του Άγκστα 'ίν, ταλαιπωρώντας άσκοπα τον εαυτό μου αφού είχα χάσε ι το βατό μονοπάτι, και κοντοστάθηκα στις επάλξεις του φρουρίου για να πάρω μιαν ανάσα. Το ξεδοντιασμένο δυναμάρι των Κtinήngers βρ ίθε ι


Ο ΛονΝΑIΙIΙΣ : ΖνΓΟΝΟΝΙΆΣ ΜΙΑΝ ΑΥΙΌΚΙ'ΑΤΟΙ'ΙΚΙΙ ΙΙΟΛΙΙ

223

από Lστορίες φρίκης όμως δεν ήταν αυτός ο λόγος που είχα ανέβεL εδιί) πάνω. Η συζήτηση με τον πολυμαθή συνοδό μου ΠΡL ν από δυο νύχτες εί­ χε ξυπνήσεL μέσα μου τη λαχτάρα να πεΡLεργαστιο xaL από ψηλά το μέ­ ρος αυτό του ποταμού. Δεν υπάρχεL τίποτα πω συναρπασΤLκό από τους χάρτες της μετανά­ στευσης των λαών. Π όσο αργά xaL αόΡ Lστα πεΡ LφέρονταL τα έθνη εδιο xaL ΚΗ. ΜοναΧLκά, σαν σύννεφα που καβαλ Lκεύουν το ένα το άλλο, βαλ­ σάρουν παίρνοντας στροφές ή ανάποδες βόλτες με ρυθμό τόσο βραδύ ώστε να μΟLάζουν ασάλευτα σχεδόν ή αναπτύσσοντω πάνω στο χάρτη τόσο ανεπαίσθητα όσο xaL η μούχλα ή η Lκμάδα της γης. TL ανακούφωη, όταν εΠLτέλους κάποω εξωτεΡLκό γεγονός με την ταμπέλα μLας πραγμα­ ηκής ημερομηνίας αφυπνίζεL το αργόστροφο τούτο σερνάμενο οσμωη­ κό σύμπλεγμα κω το βάζει σε κίνηση ! Είπα πρωτύτερα πως ο σοφός μου φίλος είχε αναφέρεL τους Μαρκο­ μάνους και τους Κουάδους, ης δυο φυλές που είχαν κατο ικήσει αυτή την περιοχή στα βόρεLα του ποταμού. Η ζιονη των Μαρκομάνων ExtEL­ νόταν δυτικά, σε μικρή απόσταση από τα βήματά μου ' OL Κουάδοι είχαν εγκατασταθεί ακριβώς στο σημείο που βΡLσκόμασταν. «Ναι» είχε παρα­ τηρήσει «τα πράγματα έμειναν στάσιμα YLa ένα διάστημα». ΕLκονογρά­ φησε την κατάσταση αυτή της αδράνειας με ένα υπόλειμμα μολυβωύ χρησιμΟΠΟLώντας την τελευταία σελίδα της Neue Freie Presse." Μ ια μα­ κριά καμπύλη παρίστανε τον Δούναβη' μια σειρά κυκλάΚLα συμβόλιζε τις φυλές που είχαν αποικίσει ης όχθες ύστερα συμπλήρωσε το περί­ γραμμα της ανατολικής Ευρώπης. «. . . Και ξαφνικά» είπε «έχουμε ένα γε­ γονός!» Ένα πελώριο βέλος τρύπωσε από δεξιά στην εικόνα και όρμησε πάνω στα παρόχθια κυκλάκια. «Έρχονται οι Ούννοι! Τα πάντα μετατο­ πίζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. . .» Το μολ υβάΚL βάλθηκε να XLνείtaL πυ­ ρεΤLκά. Με τη σεLρά τους, τα κυκλάΚLα εκτόξευσαν τα δικά τους μετανα­ στευτLκά βέλη xaL άρχισαν να στριφογυρίζουν σαν λάσηχο στο χαρτί,

..

Νέος Ελεύθερος Τύπος.


224

Η r;I Ioxll Τιιι Λ Ω Ρ Ε Λ Ι

ιδσπου όλη η κεντρική Ευριδπη και τα Βαλκάνια πλημμύρισαν από δαι­ μονικές ουρές. «Το χάος ! Οι Βησιγότθοι καταφεύγουν νοτ ιότερα το υ Κάτω Δούναβη και κατατροπιδνουν τον αυτοκράτορα Βάλεντα στην Ανδρ ιανούπολη, ακριI�ιί)ς εδιδ ! » -η μύτη του μολυβιού λύγισε- «τ ο Ύστερα, μέσα σε δυο δεκαετ ίες» -μια μεγάλη κυκλ ική μoλυI�ι(ι δρασκέλισε το μυχό της Αδριατικής, διασχίζοντας μια στιγμιαία σκ ιτσα­

476.

ρισμένη Ιταλ ία- «έχουμε τον Αλάριχο ! Η Ριδμη κυριεύεται ! Η αυτο­ κρατορία χωρίζεται στα δυο»

--ο

ρυθμός του λόγου θύμιζε πια ραδιο­

φωνική μετάδοση ποδοσφαιρικού αγιδνα- «και η Δύση επιβιιδνει παρα­ παίοντας, για μισόν αιιί)να ακόμη. Όμως οι Βησιγότθοι οδεύουν δυτ ι­ κά». Ένα I�έλoς εκτινάχθηκε αριστερά και ανακυκλιδθηκε μέσα στη Γαλ­ λία που απόκτησε γρήγορα σχήμα ακολουθημένη από την Ιβηρική Χερ­ σόνησο. «TράI�α δυτ ικά, νεαρέ Γότθε ! » μουρμούρισε, καθιί)ς το μoλυI�ά­ κι αράδ ιαζε τροχάδην βησιγοτθικά I�ασίλεια σε γαλλικά και ισπανικι'ι εδάφη. «Να 'μαστε λοιπόν ! » είπε · αμέσως, παρακινημένος από μια δείJ ­ τερη σκέψη, πρόσθεσε αφηρημένα ένα oI-κiλ στα βόρεια της Π ορτογαλίας και της Γαλ ικίας και γω θέλησα να μάθω τι ήταν πάλι αυτό. «Α, αυτοί εί ­ ναι οι Σουεβοί, ταυτόσημοι περίπου με τους Σουηβούς: ένα άλλο μέρος της μεγάλης μετο ικεσίας. Όμως τιδρα» συνέχισε «έρχεται η σειρά των Βανδάλων ! ». Μερικές ακαθόριστες γραμμές από ένα τμήμα του σχεδίου. που πρέπει να ήταν η Σλοβακία και η Ουγγαρία, έσμιξαν μεταξύ τους σχηματίζοντας μια φαρδιά μπάρα που κατευθύνθηκε δυτικά, πέρασε το" Δούναβη και προχά)ρησε στο εσωτερικό της Γερμανίας. «Διαβαίνουν το" Ρήνο το 406: ύστερα διασχίζουν ολοταχώς τη Γαλατία» �δώ το ορμητ ι­ κό μολυβάκ ι χάραξε ένα διαγιδνιο ακανόνιστο αυλάκι- «περνούν τα Π υρηναία τρία χρόνια μετά ---σ ' αυτό το σημείο, βλέπεις;-, προχωροί,,· νότ ια στην Ανδαλουσία που τους χρωστά το όνομά της, και» -χοπ ! , το μολύβι του πήδηξε κάτι φανταστικά στενά του Γιβραλτάρ για να συνεχ ί ­ σει τους κυματισμούς του στα ανατολικά- «ύστερα κατά μήκος της I�ίJ ­ ρειας αφρ ικανικής παραλ ίας προς . . . » ---σκ ιτσάρισε πρόχειρα την πα ρα­ λιακή γραμμή και συνέχισε ιδσπου σταμάτησε με ένα μεγάλο μαύρο ση­ μάδι- « . . . την Καρχηδόνα ! Όλα τούτα σε τριάντα τρία μόλις χρόνια!" .


Ο ΛΟΥΝΛΙΙΙΙΙ: ΖΥΙ'ΟΝΟΝΤΛΙ ΜΙΛΝ AyTOKI'ΛTUΙ'IKII 1Ι0ΛΙΙ

225

Η μύτη του μολυβιού μπήκε ξανά σε κίνηση και γω ρ(δτησα τι σήμα ιναν

ο ι διακεκομμένες γραμμές που είχε αρχίσει να εκτοξεύει πάλι από την Καρχηδόνα προς τη Μεσόγειο. «Αυτές είναι οι αρμάδες του Γενζέριχου, που προκάλεσαν αρκετή αναστάτωση. Το 455 τόλμησε να λεηλατήσει τη Ρώμη ! Η ναυσιπλο 'ία βρισκόταν σε έξαρση εκείνες τις μέρες». Γλιστρ(ί)­ ντας στην κορυφή της σελίδας, πρόσθεσε μια παραλία ακόμα, τις εκβο­ λ ές ενός ποταμού και μια χερσόνησο : «Αυτός είναι ο Έλβας και η χερ­ σόνησος της Γιουτλάνδης». Μεμιάς, ένα σουβλερό τρίγωνο πήρε μορφή στην αριστερή άκρη και αποπάνω του μια καμπύλη σαν στρουμπουλός γλουτός αυτά ήταν το Κεντ και η ανατολική Αγγλία, μου είπε. Βροχή από κουκκιδίτσες προσγειώθηκε πάνω τους : «Να τοι λοιπόν οι πρόγονοί σου, οι πρ(δτοι Άγγλοι και Σάξονες που πλημμύρισαν τη Βρετανία δυο μόλις χρόνια πριν από τη λεηλασία της Ρ(δμης από τον Γενζέριχο». Κο­ ντά στη σαξονική ακτή κόλλησε δυο βατραχόμορφα σχεδιάκ ια ανάμεσα στα στίγματα των εισβολέων. Και αυτά τι ήταν; «ο Χένγκ ιστ και ο Χόρ­ σα» μου αποκρίθηκε ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια. Τι θαυμάσιος τρόπος να δ ιδάσκεται κανείς ιστορία ! Ακρ ιβ(δς τη στιγμή εκείνη, μια δεύτερη μποτίλια κρασί Langenlois έκανε την εμφάνι­ σή της. Η έκθεση των γεγονότων ε ίχε δ ιαρκέσει περίπου πέντε λεπτά. Όμως τι είχαν απογίνει οι Μαρκομάνοι και οι Κ ουάδο ι; Ο φωστήρας μου γέλασε . «Μάλιστα, τους ξέχασα τελείως στη γενική αναμπουμπού­ λα ! Λοιπόν, δεν έχουμε πρόβλημα με τους Μαρκομάνους» είπε. «Π έρα­ σαν το ποτάμι και έγιναν οι Βαγιουβάροι που δεν είναι άλλοι από τους σημερινούς Βαυαρούς. Κάποια προ-προγιαγιά μου ήταν Μαρκομάνα». Οι Κ ουάδοι όμως; Οι ρωμαίοι ιστορικοί τούς αναφέρουν συχνά (δσπου χάνονται εντελ(δς τα ίχνη τους! Εξαφανίζονται περίπου την ίδια εποχή που οι Βάνδαλο ι προωθούνται δυτικά . . . «Ίσως» εξήγησε «να συγχωνεύ­

θηκαν μ' αυτούς μέσα στην αεικ ίνητη πολυεθνική δίνη . . . Φαντάσου ένα ολόκλ ηρο έθνος να ανεβαίνει το ρέμα όμοιο με κοπάδι ασημένια χέλια - όχι πως έχουμε χέλια στον Δούναβη» πρόσθεσε αλλάζοντας τόνο, σαν σε παρένθεση. «Οπωσδήποτε όχι ντόπ ια , δυστυχ(ί)ς μόνο περαστ ικά . Ξαφνικά, λοιπόν, τα δάση αδειάζουν. Όχι βέβαια για πολύ, αφού η Φύ-


226

Η Ειιοχιι Τ Ι Ι Σ Δal' Ε Λ Σ

ση μισεΙ το κενό. Ένα καινούργιο σμάρι παΙρνει τη θέση τους. Στη σκη­ νή μπαΙνουν οι Ρούγιοι που καταφθάνουν δρομαΙοι από τα νότια της ΣουηδΙας». Δεν υπήρχε πια χώρος στην εφημερLδα και έτσι, παραμερΙ­ ζοντας ένα ποτήρι, σχεδίασε την άκρη της ΣκανδιναβΙας πάνω στο κα­ λοσφουγγ ισμένο τραπέζι. «Αν υποθέσουμε πως τούτη εΙναι η Βαλτική, τους βρΙσκουμε εδώ στο νησΙ Ρούγεν». Ένα διάγραμμα που θύμιζε πλο­ κάμια μέδουσας σηματοδότησε την πορεΙα τους. « Γύρω στα μέσα του SOu αιώνα εΙχαν εγκατασταθεΙ κατά μήκος της αριστερής όχθης του Μ έ­ σου Δούναβη - αν η λέξη εγκατάσταση είναι κατάλληλη' ήταν βλέπεις σκέτα νευρόσπαστα». Δεν είχα ακούσει ποτέ για τους Ρουγίους. «Σίγο υ ­ ρα όμως κάτ ι ξέρεις για τον Οδόακρο , ε; Ήταν Ρούγιος». Το όνομα, προφερμένο στα γερμανικά, μου φάνηκε γνώριμο. Οι συλλαβές υποδή ­ λωναν ένα ιστορικό λυκόφως, επεισόδιο βαρυσήμαντο και μελαγχολικό μαζί . . . Αλλά ποιο; . . . Μ ια υπόνοια κέντριζε τη φαντασία μου. Γι ' αυτό λοιπόν σκαρφάλωσα σε κείνα τα χαλάσματα. Επειδή ο ο ­ δόακρος δεν ήταν άλλος από τον πρ(ί:ιτο βάρβαρο ηγεμόνα που διαδέ­ χθηκε τον τελευτα ίο ρωμαίο αυτοκράτορα. (<<Τον Ρωμύλο Αυγουστύλο), είχε πει ο σοφός μου. «Όνομα να σου πετύχει! Ο καημένος ήταν όπως φαίνετα ι ομορφούλης και μόνο δεκάξι χρόνων».) Π έρα από την κωμόπολη του Άγκσμπαχ Μαρκτ , τα δάση της απένα­ ντι όχθης, άλλοτε κατάμεστα από Ρουγίους, άπλωναν τις σγουρόμαλλες σαν προβιά κορυφές τους. Ο Οδόακρος προερχόταν από μια τοποθεσ ία της βορινής όχθης στα κατάντη του ποταμού, σε απόσταση μόλις δέκιι χιλιομέτρων αποκεί. Ντυνόταν με δέρματα άγριων ζώων και δεν απο­ κλείεται να ήταν γ ιος φυλάρχου ή βασιλιά. Κατατάχθηκε σε ρωμα 'ίκ ή λε­ γε(ί:ινα και στα σαράντα δύο του χρόνια τέθηκε επικεφαλής της φατρ ί α; των βαρβάρων που υπερίσχυε στον έλεγχο της ακρωτηριασμένης αυτο­ κρατορίας και με τον καιρό ανέβηκε στο θρόνο. Σε σύγκριση με τα αυτο­ κρατορικά φαντάσματα που είχαν προηγηθεί, η δεκατετράχρονη βασ ι ­ λεία του -προς όνειδος των Ρωμαίων- υπήρξε μια πρόοδος. Κάθε άλ­ λo παρά ξαφνικό σκοτάδι, ήταν μάλλον ένα απαλό σκιόφωτο με ανα λιι ­ μπές σωστής διακυβέρνησης, ακόμα και δικαιοσύνης. Όταν τον αντικιΙ-


Ο ΔΟΥΝΑΒfιΙ: ΖΥΓΟΝΟΝΤΑΙ ΜΙΑΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡIΚfΙ ΠΟΛfΙ

227

τέστησε ο Θεοδώριχος (αφού πρ(ότα τον έσκισε στα δυο, από την ωμο­ πλάτη ως τα λαγόνια, με το φαρδύ σπαθί του στη διάρκεια ενός συμπο­ σίου στη Ραβένα) η αλλαγή δεν σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος του ρω­ μα'Lκού πολιτισμού. Μερικά υπολείμματα σ(όζονταν ακόμη, γιατί ο μέ­ γας Οστρογότθος έγινε ο πάτρωνας του Κασσιόδωρουl18 και του Βοαί­ τιου,9 του Τελε υτα ίου τω ν Ρωμα ίω ν πο υ ο Κ ά των ή ο Κ ικέρ ων θα εί­ χαν επ άξια α να γνωρ ίσει ω ς συμπατρ ιιίJ τες το υς. 120 Όμως τους έσφαξε και τους δυο και ύστερα πέθανε από τύψεις. Στο μεταξύ άρχιζε ο σκο­

τεινός Μεσαίωνας και μόνο αγιοκέρια και γρηγοριανοί ύμνοι απόμεναν για να φωτίζουν τη μεγάλη νύχτα. «Έτσι γυρίσαμε πίσω στην αρχή» κα­

τά την έκφραση του συνομιλητή μου «αφού χάθηκαν δέκα αι(όνες». Μελαγχολικές σκέψεις που δεν ταίριαζαν στο ανέφελο πρωινό. ***

Στο Μ ίτερ Άρνσντορφ έμεινα κάτω από τη φ ιλόξενη στέγη της Frau Oberpostkommandeurs Witwe Hίίbner -της κυρίας Β ίτβε Χ ίμπνερ, χή­ ρας του διευθυντή του τοπικού ταχυδρομείο\}- και κάθισα ως αργά ψι­ λοκουβεντιάζοντας μαζί της. Θα ήταν καμιά πενηνταρ ιά ως εξήντα χρόνων, στρουμπουλή και πρόσχαρη με κουμπωμένο ως τα πάνω γιακά, γκρίζα μαλλιά και χτενι­ σιά που θύμιζε χωριάτικο καρβέλι. Η φωτογραφία του μακαρίτη έδειχνε μια καμαρωτή φιγούρα με στολή γεμάτη κουμπ ιά καθ(ός και σπαθί, γυα­ λ ιά pince-nez και αρειμάνιο μουστάκι που τελείωνε σε δυο δαχτυλίδια. Μου είπε πως ήταν πολύ ευχαριστημένη που βρήκε κάποιον να αλλάξει μαζί του δυο λόγια. Η μόνη της συντροφιά τα απογεύματα ήταν ο παπα­ γάλος Τόνι, ένα πανέμορφο μακάο με πολλά χαρίσματα που ήξερε να σφυρίζει, να απαντά τσαχπ ίνικα σε βιεννέζικη διάλεκτο και να ερμη­ νεύει αποσπάσματα από γνωστά τραγούδια με μια τρεμουλιάρικη βρα­ χνή φωνή. Μ πορούσε ακόμα να τερετίσει τους δυο πρ(ότους στίχους από το θούριο Πρ ίΥΚΙΨ ΕυΥένιος, ο ε υγενικό ς Ιππό της προς τ ιμήν του συμμάχου του δούκα του Μάλμπορο, κατακτητή του Βελιγραδίου. Η αφεντικ ίνα του όμως ήταν αριστοτέχνης του μονολόγου. Βολεμέ-


228

Η E l l o x l l Τ Ι Ι Σ ΔΟΙ' Ε Λ Σ

νος στη μαονένια πολυθρόνα μου με το λουσάτο βελούδινο κάλυμμα, έμαθα τα πάντα για τους γονείς και το σύζυγό της, που υπήρξε, κατά τα λεγόμενά της, τέλειος τζέντλεμαν με άψογη συμπεριφορά -"ein Herr durch und durch ! Und immer Ιίρ-ιορ angezogen"- «κύριος από την κορ · φή ως τα νύχια και πάντα ντυμένος στην τρίχα ! ». Ο ένας της γιος είχε σκοτωθεί στο μέτωπο της Γαλικίας, ένας άλλος ήταν διευθυντής ταχυ· δρομείου στην Κλαγκενφούρτη, ο τρίτος -που της είχε χαρίσει τον πα · παγάλο- ζούσε μόνιμα στη Βραζιλ ία, η μια της κόρη ήταν παντρεμένη με πολιτικό μηχανικό στη Βιέννη και η άλλη -εδ(σ αναστέναξε- είχε πάρει έναν Τσέχο με πολύ καλή θέση σε μια ταπητουργία του Μπρνο ­ «αλλά παιδί μάλαμα» πρόσθεσε βιαστικά: "sehr ansHindig". Σε λίγο, ήξε . ρ α τα πάντα για τ α βλαστάρια της, τ ι ς αρρ(σστιες τους, τ ι ς χαρές και τις λύπες τους. Ο αδιατάρακτος μονόλογός της είχε να κάνει με την καθη · μερινή λεπτομέρεια και τα πιο κοινότοπα πράγματα, αλλά η ενεργητ ι· κότητα και το ύφος της αφήγησης δεν άφηνε περιθώρια για την παραμι· κρή πλήξη. Δεν χρειαζόταν ούτε ενθάρρυνση, ούτε άλλη αντ ίδραση έξω από ένα κούνημα του κεφαλιού, ένα αποδοκ ιμαστικό πλατάγισμα τ η ; γλ(σσσας ή ένα συναινετικό χαμόγελο. Όταν σε μια στιγμή, ανοίγοντα; τα μπράτσα, έθεσε τη ρητορική ερ(στηση « Και λοιπόν, τι έπρεπε να κι'ι · νω σε παρακαλ(σ; » εγώ δοκ ίμασα σαστισμένος να απαντήσω, αλλά είχα ολότελα χάσει το νήμα. Οι συλλαβές μου ωστόσο πνίγηκαν στο ξέσπα· σμα του στόμφου της: «Δεν έμενε παρά μόνο ένα πράγμα - να χαρίσω εκείνη την ομπρέλα στον πρ(στο τυχόντα που βρέθηκε μπροστά μου. Δεν μπορούσα βέβαια να την κρατήσω ύστερα από ό,τι είχε συμβε ι . Και Η( ι ήταν κρίμα να την κάψω . . . ». Επιχειρήματα προβάλλονταν και απορρ ί · πτονταν, καταδίκες και προειδοποιήσεις εκστομίζονταν μ ε παραινετ ι · κό σήκωμα του δείκτη του χεριού . Κωμικές και απίθανες εμπειρίες πο υ ξανάρχονταν στο νου της έμοιαζαν κυριολεκτικά να την κυριεύουν:

α ΙI .

χικά προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα ν α πνίξει ένα χάχανο, ύστει)(ι έγερνε προς τα πίσω βάζοντας τα γέλια, (σσπου άρχιζε τέλος να τραντ [ι · ζεται ολόκληρη σκύβοντας μπροστά, με τα χέρια της να υψ(σνονται χω να πέφτουν πάνω στα γόνατα σε παροξυσμό ευθυμίας καθώς τα δάΚQυο


Ο ΛΟΥΝΑΙΙ ΙΙΣ : ΖΥΙΊ 1ΝΟΝΤΑΣ Μ Ι ΑΝ A V T O K P AT O I' I K I I 11 0 , \11

229

έτρεχαν ποτάμι. Αμέσως συνερχόταν τσιμπιί)ντας τα μάγουλα και, τα­ κτοποιιοντας το φουστάνι και τα μαλλιά της, ζητούσε συγγνιί)μη για το φ έρσιμό της. Λίγα λεπτά αργότερα ερχόταν η σειρά της τραγωδ ίας η φωνή της σκόνταφτε από την αγωνία: « . :Οταν ξημέρωσε , τα εφτά χηνά­ κια κείτονταν νεκρά στο χιΟ μα. Και τα εφτά ! Ήταν τα μόνα πλάσματα .

σ ε αυτό τον κόσμο που έδιναν λίγη χαρά στον καημένο τον γεροντάκο! » . Κ ατάπιε τους λυγμούς της στη θλιβερή ανάμνηση ιί)σπου νέα ηχηρά ρου­ φή-γματα της μύτης και φρέσκα ταμποναρίσματα με το μαντ ίλι κα θ ιί)ς και η μέθοδος της αυτοθεραπείας με την παρηγοριά της φιλοσοφίας ήρ­ θαν σε επικουρ ία, ανοίγοντας δρόμο για νέα επε ισόδια. Σε μια κρίσιμη παύση του πριίηου απ ' αυτά τα κρεσέντα, ο παπαγάλος έβαλε τέρμα με ένα ποτ πουρί από κρωξ ίματα και τσιρ ίγματα και την πριίηη φράση ενός κωμικού τραγουδιού. Σηκώθηκε φωνάζοντας έξαλλη "Schweig, du blMer Trottel ! " (Σκάσε, χαζοπούλι ! ) και έριξε μια πράσινη πετσέτα πά­ νω στο κλoυΙ�ί, κάνοντάς τον να σωπάσει ' ύστερα συνέχισε ξαναπαίρ­ νοντας το περίλυπο ύφος της. Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και ο πα­ πα-γάλος άρχισε να σιγομουρμουρ ίζει: 'ΙOer arme Toni ! " (Τόνι φουκα­ ρά ! ) - και κείνη, μαλακιονοντας, έτρεξε να ξεσκεπάσει το κλουΙΚ Αυτό επαναλήφθηκε κάμποσες φορές. Ο μονόλογος συνέχιζε να κελαρύζε ι πληθωρικός σαν το ποτάμι κάτω από το παράθυρό της και το πιο αξιο­ σημείωτο χαρακτηρ ιστικό του ήταν η ολοκληρωτική, σχεδόν υπνωτιστ ι­ κή, επίδρασή του πάνω στον ακροατή. Παρακολουθιοντας με κατάνυξη τον ειρμό της, έπιανα τον εαυτό μου να γελά με την καρδ ιά του χωρίς προσπάθεια ή να συμπάσχει κατσούφικα και αμέσως μετά να μαραζιόνει πονόψυχα χωρίς καλά καλά να ξέρει το γ ιατί. Είχα -γίνει ζυμάρι στα χέ­ ρ ια της. Σ το μεταξύ τα μάτια μου βασ ίλευαν. Σ ιγά σ ιγά η όψη της φράου Χ ίμπνερ, το κλουβί του παπαγάλου, η λάμπα, τα καπιτοναρισμένα έπ ι­ πλα με τα χίλια κουμπ ιά της ταπετσαρίας τους άρχισαν να χάνουν το σχήμα τους και να διαλύονται. Η άνοδος και η πτιοση της ρητορικής της και οι σφήνες του Τόνι χάνονταν για ολόκληρα δευτερόλεπτα, ακόμα και λεπτά. Τέλος, βλέποντάς με να κουτουλιό, έβγαλε μια φωνή όλο με-


Η E n o x fl ΤΗΣ ΔΟΡΕ λ Σ

230

τάνΟLα καL αυτοκατηγόΡLα. Στενοχωρήθηκα πάντως γLατί θα μπορούσα με ευχαρίστηση να κάθομαL να την ακούω αLωνίως . ... ... ...

Σαν πέρασα το γεφύΡL του Μάουτερν καL αντίΚΡLσα το βαθύπεδο που ξε­ δLπλωνόταν ανατολLκά, αLσθάνθηκα πως είχα μπροστά μου μLα δρασΤL­ κή αλλαγή τοπίου. Δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να αποχωΡ Lστ(ί) αυτή την ΚΟ Lλάδα. Βάζοντας μLα μπουκLά στο στόμα, εκεί δίπλα στην οχυρή πύλη της Κ ρεμς, ξαναπήρα το δρόμο προς τα πίσω σταθμεύοντας γLα καφέ στο ΣτάLν, ένα βήμα από τον ανδΡLάντα του αγίου Ιωάννη Νεπο­ μυκηνού, που το μνημείο του δεσπόζεL πάνω στη μLκρή πόλη. Είχα δε ι ΚLόλας τη μορφή του κάμποσες φορές σε προσκυνήματα, στην άκρη του δρόμου. Αυτός ο βοημός άγLOς, υπέρμαχος του απαραβίαστου της εξο­ μολόγησης, είχε κατακτήσεL την εύνΟLα των ΙησουLτών. Είχαν προσδιί)­ aEL στο κορμί του τόσους ελLγμούς, ένα τέτοLO σΠLνάΡLσμα στο ράσο και στο πετραχήλ ι του, που έλεγες πως είχε μόλLς εκτοξευθεί σαν βλήμα στον αέρα μέσα από κάννη πυροβόλου. Στον γειτονLκό λόφο τα αμπέλLα γέμιζαν χίλιους κάδους την εποχή του τρυγητού, μου είπε κάποιος.

Οι

χαράδρες ήταν σκαμμένες με σπηλιές που τα ΤΟLχώματά του ς φύλαγαν κατάμεστα βαρέλLα. Ύστερα από ένα δυο χιλιόμετρα, αφού ξαναμπήκα στο πλατύ κορ­ δελιαστό φαράγγι, έφτασα στο Ντ ίρνστα 'ίν, μια κωμόπολη καΤΟLκημένη από αμπελουργούς και ψαράδες. Σφηνωμένη λοξά στην απότομη λοφο­ πλαγLά που ξεκ ινούσε από την όχθη , ήταν υποστυλωμένη με αντερε ί­ σματα, δLαπερασμένη από καμάρες, κοσκινισμένη από κάβες καL φτε­ ρω μένη με δέντρα . Στα σημεία που ο πάγος ή η ορμή του ρέματος χαλι Ί. ­ ρωναν, ο Δούναβης καθρέφΤ Lζε τις λυγερές σαν βLολ Lού καμπύλες μως εκκλησίας, ένα αυγουστινLανό κοινόβLΟ και έναν πύργο του 1 70υ αιιί)­ να. Ήταν ένα ακόμα καστέλι της οικογένειας Στάρχεμπεργκ , με το μι(lι) του θεμελιωμένο στο ποτάμι καL το άλλο μισό ενσωματωμένο στον ιστι) της πόλης. Από τον δυτικό πυλώνα, ένα μακρύ οδοντωτό τείχος ανηφόριζε τη\'


Ο Λ ΟΥΝΑ Ο Ι Ι Σ : ΖνΓΙΙΝΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΥΤΟΚΡΛΤΟΡIΚIf Π ΟΛΙΙ

23 1

απόκρημνη πλαγιά του βουνού ως την άκρη ενός βράχου που κρεμόταν πάνω από την πόλη και το ποτάμι. Υπακούοντας όπως πάντα στο φω­ στήρα μου, αναρριχήθηκα με κόπο στα ερείπια του φρουρίου , που ήταν σπαρμένα ε,δ ώ και κει στη χαμηλή βουνοκορφή. Είδα πολεμίστρες που τρυπούσαν τα απομεινάρια της οχυρής τοιχοδομής , αψίδες με σουβλερά τόξα και μια υπόγεια φυλακή. Όμως , εκτός από τα συναθροισμένα κο­ λοβά κομμάτ ια της αψίδωσης , δεν απόμενε ούτε ίχνος της στέγης, ενιί) τα έλατα και οι νεαρές φουντουκιές θρασομανούσαν στον ρημαγμένο πυρ­ γότοιχο. Αυτό το ναυάγιο ήταν κάποτε το δυναμάρι όπου είχε φυλακι­ στεί ο βασιλιάς Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος. Είχα ξεχάσει το περιστατ ικό που ήταν ο επ ίλογος μιας φιλονικίας στη διάρκεια της Τρίτης Σταυροφορίας και όταν άκουσα και πάλι προ­ σεκτ ικά τις λ επτομέρειες -κοντά στη σόμπα του πανδοχείου πριν από μερικές νύχτες- μου φάνηκε αρκετά περίεργο: Σαν τελείωσε η πολιορ­ κ ία της Ακρ, οι νικηφόροι ηγεμόνες μπήκαν τροπαιούχοι στην πόλη και έστησαν ο καθένας τη σημαία του. Ο Ριχάρδος, όταν είδε το φλάμπουρο του δούκα της Αυστρίας Λεοπόλδου να ανεμίζει αλαζονικά παραβιάζο­ ντας, όπως θαρρούσε , την επιτρεπτή απόσταση από το δ ικό του, το έσυ­ ρε καταγής και το πέταξε στην τάφρο. Θανάσιμα προσβλημένος ο Λεο­ πόλδος, παράτησε τη Σ ταυροφορία και γύρισε πίσω στην Αυστρία. Ένα χρόνο μετά, ο Ριχάρδος υποχρεώθηκε να επ ιστρέψει στην Αγγλία εξαι­ τίας τ ης κακής διακυβέρνησης του πρίγκ ιπα Ιωάννη. Διακόπτοντας τη νικηφό ρ α εκστρατεία του κατά του Σ αλαδίνου, πήρε το δρόμο της επ ι­ στροφής μεταμφιεσμένος, γ ια να αποφύγει τους χρ ιστ ιανούς εχθρούς τ ου , που δεν ήταν και λίγο ι όπως μπορεί να μαντ έψει κανείς. Όταν έφθασε στην Κ έρκυρα , μπαρκάρισε σε ένα πειρατικό καράβι που οι φθι­ νοπωριν ές τρικυμίες το έβγαλαν από τη ρότα του και το σύντριψαν πά­ νω στα βόρεια βράχια της Αδριατ ικής. Αποκεί δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει χερσαίο δρόμο διασχίζοντας εχθρικά βασίλεια' και το χει­ ρότερο , έπρεπε να περάσει μέσα από το δουκάτο του αντ ιπάλου του. Σε μια ταβέρνα κοντά στη Βιέννη, μερικοί άνδρες του Λεοπόλδου τον ανα­ γνώρισαν , λένε , από το επιβλητ ικό του παράστημα ή από την απερ ίσκε-


232

Η EnoxH ΤΙΙΣ ΔUΡΕΛΣ

πτη πολυτέλεια των γαντιι ον του , τον α ιχμαλι οτισαν και τον έριξαν κρυ­ φά σε ένα μπουντρούμι , σ ε τούτον εδιο το βράχο. Η ιστορία της διάσω ­ σής του από τον Μπλοντέλ , τον μενεστρέλο και σύντροφό του στο τρα­ γούδι -που τον ανακάλυψε εν(ο πλανιόταν από φυλακή σε φυλακή τ ρα ­ γουδώντας ένα συνθηματικό στιχάκι , (ί>σπου η φωνή του φίλου του απο ­ κρίθηκε με τον επόμενο στ ίχο του τραγουδιού-, μου φαινόταν πάντ α κάπως υπερβολική. Όμως όταν βρέθηκα σε εκείνο τον τόπο θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά πως ήταν πέρα γ ια πέρα αληθινή. · •

Ο Λεοπόλδος παρέδωσε τον Ριχάρδο στον ηγεμόνα του Ερρίκο ΣΤ ' Χοεν­ στάOΙlqξν, γιο του Βαρβαρόσα και πατέρα του Φρειδερίκου Β', που τον <ιπο­ κάλεσαν Stupor Mυndί. Ο ίδιος ανήκε στον οίκο της Βαμβέργης. (Εκατό πεllί­ που χρόνια προτοί, οι Αψβούργοι, οι μεγάλοι άρχοντες της ΣOUΗβίας, εγκαι­ νιάσουν την ηγεμονία τους πάνω στην Αυστρία και την αυτοκρατορία.) Το τε ­ ράστιο ποσό των λύτρων που απαιτήθηκε για την απελευθέρωση του βασιλιι'ι Ριχάρδου δεν πληριίJθηκε ποτέ. Αυτή η ιστορία έχει ως επίλογο ένα παράξενο και αινιγματικό επεισόδιο: Τέσσερις ιππότες του βασιλιά Ερρίκου Β ' , πατέιχ ( του Ριχάρδου, είχαν πριν από ε ίκοσι χρόνια δολοφονήσει τον άγιο ΘωμιΊ Μπέκετ μέσα στον καθεδρικό ναό του Καντέρμπουρι. Ένας από αυτοί'ς ήτι ιν ο Ούγκο ντε Μορβίλ που εμπόδισε με το σπαθί του το συναθροισμένο πλήθος των πιστ<i>ν να βοηθήσει τον αρχιεπίσκοπο, ενώ οι άλλοι τρεις ---ο Τρ ι ω ί ( Ι Μπρίτο και ο Φίτζαρς- τον αποτελείωναν στη βορε ιοδυτική πτέρυγα το l ' ναοί,. Ξέρουμε τι επακολοίιθησε: Η φυγή στο ΣόλΤΥΟΙΜ της Σκοτίας, ίκττειχι η μοναχική εξορία των τεσσάριον φονιάδιον στον πύργο του Μορβίλ, στο ΓιιΊ\)­ κσα'ίρ, κάποιες εξιλαστήριες διαδικασίες, η αποκατάσταση, ίσως ένα ΠΡO<JΚ1'­ νητικό ταξίδι στους Αγίους Τόπους. Σί,μφιονα με την παράδοση, ο Μορβίλ πί­ θανε εκεί το 1 202 ή το 1 204 και ενταφιάστηκε στο προαί,λιο (εσωτερικό σήμειχ ι ) του Οικοτροφείου τ<ον Iππoτ<i>ν του Ναοί, στην Ιερουσαλήμ, που αργότερα έ ,Ι ι νε το τζαμί Αλ Ακσά. Όμως ο ποιητής Ούρλιχ φον Σατζικχόβεν λέει πως, ιΊτι ι\' ο Λεοπόλδος παρέδωσε το βασιλιά στην επιτήρηση του αυτοκράτορα το 1 1 9 .\ τη θέση του Ριχάρδου πήρε ένας όμηρος με το όνομα Ούγκο ντε Μορβίλ, πω ' δάνεισε στον ποιητή έναν τόμο με το θρύλο του Λανσελότου σε αγγλονΟllμιιν­ δικοί,ς στίχους, από τους οποίους έγινε η μετάφραση του περίφημου «Λανο[­ λέτ» που πέρασε έτσι μαζί με τον σερ Πέρσιβαλ (Πάρσιφαλ) και τους ΤριστιΊνι ) και Ιζόλδη στη γερμανική μιιθολογία. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν πως ι 1 l δυο ντε Μορβίλ είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Ελπίζω να έχουν δίκιο. ,

-


Ο ΛΟΥΝΛΙ! Ι ΙΣ : ΖΥΙΏ ΝΟΝΤΛΣ ΜΙΛΝ ΑΥΊΌΚΙ' ΛΤΟΙ' ΙΚΙΙ 1 1 0 .\11

2:η

Καθιί:ις περιδιάβαζα στην ακροποταμιά λ ίγο πριν από το ηλιoI�ασί­ λεμα, ένιωσα μια επιθυμία ακατανίκητη να εγκατασταθιί) εκε ί για πάντα κ αι να αφιερωθιί) στη συγγραφή, Βυθισμένος στο διαλογισμό. τη νουθε­ σ ία και την ευλογία , ένας χορός από αγιοποιημένους, ανεμοδαρμένους ηγούμενους φιγουράριζε με οπερετ ική καλοκαγαθία κατά μήκος της κι­ γκλιδωτής σκάλας των Κανονικών. Από τα φωτοστέφανά τους στάλα­ ζαν παγοκρύσταλλα' το χιόνι είχε παραγεμίσει τα χωρίσματα στ ις μί­ τρες τους και είχε γαρνίρει σαν γούνα τις αγκύλες των πατρ ιαρχικιί)ν ραβδιιί)ν τους. Αφουγκραζόμουν το στεναγμό του ποτα μού στα πόδια μου. Όταν έσκυψα από τα κάγκελα , μεταμορφιί)θηκε σε μουγκρητό. Κά­ τω από τα γυμνά κλαδιά της καστανιάς , το ρέμα κυλούσε ορμητικό ανα­ στατιί:ινοντας τις ανταύγειες των αντικρινών φιί:ιτων στη νεροπλ ημμύρα. Π ιο πέρα από το καστέλι του βασιλιά Ριχάρδου, τα δασωμένα υψ ίπεδα της βόρειας όχθης ξαφνικά σταματούσαν. Ένα βάραθρο ανο ιγόταν κα­

τακόρυφα και στο βάθος του δεντρόκηποι και βοσκολ ίβαδα σχημάτ ιζαν ένα λατινικό ερωτηματικό , ως τρία χιλιόμετρα μακρύ , που ακολουθού­ σε το ποτάμι προς τα ανάντη του. Στη μέση αυτής της διαδρομής ένα νη­ σί ταλαντευόταν πάνω στο αχνό του είδωλο. Α υτή η γκρεμοτοπ ιά παρουσιάζει μια ιδιόρρυθμη ακουστ ική που δεν έχω συναντήσει αλλού. Τη θυμήθηκα ενώ στεκόμουν τεντιί)νοντας το αυ­ τί στο ίδιο ακρ ιβιί:ις σημείο τριάντα χρόνια μετά. Ένα ρυμουλκό που

έσερνε πίσω του μια πομπή από σχεδίες , με σημαία που δεν ξεχιί:ιριζα τα χρώματά της μέσq στο μούχρωμα, πάλευε να ανεβεί το ρεύμα. Η σειρή­ να του βούιξε και ύστερα από τρία δευτερόλεπτα ο μακρόσυρτος αχός της έ σμιξε με τον αντίλαλο του βράχου που ήταν ακριβώς μια οκτάβα ψηλότερος σχηματίζοντας συγχορδία' και μόλις η χαμηλότερη νότα έσβηνε, η πιο ψηλή εξακολουθούσε να αντηχεί μονάχη της για τρία δευ­

τ ερόλεπτα ακόμη προτού χαθεί εvτελιί)ς. ***

Π έ ρασα το ποτάμι με το μικρό φέρι του Ντίρνστα 'ίν και βάδισα νότ ια. Νωρίς το απομεσήμερο σίμωσα σε ένα τετράψηλο λευκό κτίριο που είχα


234

Η E Il O X I I Τ Ι Ι Σ Δ α Ρ Ε Λ Σ

αγναντέψει την προηγουμένη από τα ερείπια του κάστρου. Ήταν το μο­ ναστήρι των Βενεδικτ ίνων του Γκέτβα 'ίχ, ένα επιβλητικό ορθογώνιο που κυριαρχούσε πάνω στους λόφους και τα δασοτόπ ια με θόλο σε κάθε κό­ χη του. Μ ίλησα τόσο διεξοδικά για τα θαύματα του Μελκ που δεν τολ­ μά) να πω τ ίποτα περ ισσότερο γ ια το Γκέτβα'ίχ παρά μόνο πως άξ ια ανταγωνίζεται σε λαμπρότητα το φημισμένο αδελφό μοναστήρι στην απέναντι γωνιά του Βαχάου. Τα χιονοσύννεφα στοιβάζονταν καθώς έπαιρνα το ανηφορικό μονο­ πάτι της λοφοπλαγιάς. Π ροσπέρασα ένα αγόρι της ηλ ικίας μου, διαβα­ σμένο παπουτσή και αυτοδίδακτο αγγλομαθή με το όνομα Π άουλ. Είχε στενές σχέσεις με τους καλόγερους και θαρρώ πως θα ήθελε και ο ίδιος να φορέσει το ράσο του μοναχού αν οι οικογενειακές υποχρεώσεις δεν του είχαν σταθεί εμπόδιο. Το σημαντ ικότερο αξ ιοθέατο του μοναστη­ ριού είναι η Μείζων Κλ ίμαξ, μια ευρύχωρη, ανάβαθη και μεγαλόπρεπ η σκάλα όπου περίτεχνα φανάρια εναλλάσσονται με τεράστ ιες μνημεια ­ κές υδρίες σε κάθε δεξιόστροφη γωνία του μαρμαρένιου κιγκλιδιί:ιματος. Ο Πάουλ μού είπε πως ο Ναπολέων, σύμφωνα με την παράδοση, είχε ανέβει έφιππος εκείνα τα σκαλοπάτια' πέρασε αποδιί:ι αφού διάβηκε το ποτάμι στην Κρεμς, τα τέλη του φθινοπώρου του 1 805 , ανάμεσα σε δυο νικηφόρες μάχες - της Ουλμ και του Άουστερλιτς. Με οδήγησε σε μια στοά του ανωγείου γ ια να μου γνωρίσει έναν συ­ ναρπαστ ικό αιωνόβιο ιρλανδό καλόγερο. Τα λόγια του έχουν χαθε ί . όμως στα αυτιά μου αντηχεί ακόμη η φωνή του μ ε την απαλή δυτ ικο - ι()­ λανδέζικη προφορά. Αν εξαιρέσουμε τη μακριά του π ίπα, θα μπορούσε να είχε ποζάρει για το εικόνισμα του αγίου Ιερώνυμου. Ζήλευα το άν ε ­ το κελί του, το κατάφορτο με βιβλία τραπέζι του και τη θέα του στα βο υ­ νά και στο ποτάμι. Ο Δούναβης τώρα ήταν μια μακρινή αναλαμπή που τρύπωνε φιδογυριστή στους λόφους όπου συνάζονταν τα σύννεφα κα ι το γέρμα. Το βράδυ πήραμε το κατηφορ ικό μονοπάτι της επιστροφής ενιί)

το

χιόνι έπεφτε πυκνό. Π έρασα τη νύχτα κάτω από τη στέγη του Π άουλ σ τ ο χωριουδάκ ι του Μάιντλινγκ ιμ Ταλ, ένα δυο χιλιόμετρα πιο πέρα στη\'


Ο ΔΟΥΝΑΒΙΙ Σ : Z V I" g N O N TAI ΜΙΑΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΠΟΛ Η

2 35

κοιλάδα. Το ρίξαμε έξω στήνοντας γενναίο γλέντ ι με τους αδερφούς και τις αδερφάδες του σε μια κάμαρα που γειτόνευε με το μαγαζί. Την επομένη χιόνιζε πιο δυνατά. Οι μαγικές αλκυονίδες μέρες του Δούναβη είχαν τελει(σσει. Ο Πάουλ μού πρότεινε να μείνω ώσπου να κα­ λοσυνέψει ο καιρός, αλλά είχα από δυο μέρες καταστρώσει ένα δικό μου σχέδιο και έτσι, αν και απρόθυμα, έβαλα πάλι μπροστά. Είχε ξημερ(σσει η ενδέκατη μέρα του Φλεβάρη, επέτε ιος των γενε­ θλίων μου, και επειδή μου άρεσε τότε ακόμη να γιορτάζω τις επίσημες μέρες, σκεφτόμουν να περάσω το βράδυ μου σε διαφορετ ικό περιβάλ­ λον. Όχι πως δεν ένιωθα άνετα στου Π άουλ , ωστόσο πριν αφήσω το Ντίρνστα·ίν είχα τηλεφωνήσει σε κάτι φίλους του βαρόνου Λ ίπχαρτ που έμεναν μισή μέρα μακριά από το Γκέτβα ·ίχ. Η γραμμή είχε τα χάλια της και η αδύναμη φωνή της κόμισσας στο ακουστ ικό πρόδ ιδε κάποια έκ­ πληξη. Κατάφερε όμως, μέσα από τα χαοτικά σύρματα, να μου κάνει γνωστή τη ζωηρή επιθυμία της να μάθει νέα ενός τόσο καλού φίλου από το Μόναχο. Θα με περίμεναν λοιπόν το απόγευμα για τσάι. Στο δρόμο χιόνιζε και λυσσομανούσε. Το καστέλι, όταν επιτέλους πήρε μορφή μέσα στο χορό των νιφάδων, μου φάνηκε πραγματικό φρού­ ριο. Ήταν ένα πελώριο κτίσμα του Ι 60υ αιώνα με τάφρο και μπεντένια στη μέση ενός απέραντου λευκού πάρκου. Οι μαύροι του πύργοι που απηχούσαν πολεμικά σαλπίσματα θα τρόμαζαν και έναν Ρολάνδο· 12 1 κα­ τάφερα να το πλησ ιάσω σκοντάφτοντας πάνω σε έναν κηπουρό που προσπαθούσε να ανοίξει πέρασμα με το φτυάρι του (μάταια όμως, γιατί το αυλάκι ξαναγέμιζε αμέσως) και ρ(στησα με όλη τη δύναμη της φωνής μου, αφού δεν έβλεπα πέρα από τη μύτη μου στο σκοτάδι, κατά πού έπε­ φτε η είσοδος του κάστρου. Ποιον από όλους τους κόμητες γύρευα, ούρ­ λ ιαξε εκείνος. Θυμόμουν το μικρό του όνομα; Κατάλαβα πως εκεί κα­ τοικούσαν δυο ή περισσότερα αδέρφια. Ο δικός μου ήταν ο κόμης Γιό­ ζεφ- με οδήγησαν αχνοπασπαλισμένο, με όρθια κοκαλωμένα μαλλιά και στουμπωμένο σαν χιονάνθρωπο σε ένα προαύλιο και αποκεί στο χολ , όπου ένας μπάτλερ με γκριζοπράσινη λιβρέα βοήθησε στο τίναγμα και στο βούρτσ ισμα του χιονιού αποπάνω μου, φιλόξενη χειρονομία που


Η "ιι ο χ ι ι Τ ι ι ! Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

236

ενισχύθηκε από την παρουσία του ίδιου του κόμη Γιόζεφ που είχε στο μεταξύ κατέβει τη σκάλα , Π ρέπει να είχε την ηλικ ία πιλότου αεροπλάνου στα τέλη του πολέ­ μου -η προπέλα ήταν εγκατεστημένη στο διάδρομο-, έδειχνε όμως νεό­ τερος και η γυναίκα του ακόμα πιο νέα, με γλυκιά και στοχαστική έκ­ φραση και μια σκιά ντροπαλοσύνης, Καταγόταν από την αξιόλογη ελ­ ληνική παροικία της Τεργέστης που είχε ζωή εκατοντάδων χρόνων κα ι κρατούσε άλλοτε στα χέρια της το εμπόριο της Αδριατικής. Η πόλη είχε πάψει να αποτελεί μέρος της Αυστροουγγαρίας το 1 9 1 8 1 22 και μολονότι οι κάτοικοι διατήρησαν την ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη καθιί:ις και το πατριωτ ικό ενδιαφέρον για τα ελληνικά πράγματα, έρχο­ νταν συχνά σε επιγαμία με Αυστριακούς και Ούγγρους. Μ ιλούσαν και οι δυο έξοχα αγγλ ικά και ύστερα από τέτοια ταλαιπωρ ία μού φάνηκε σωστό θαύμα να I�ρεθ(ί:ι καθισμένος στην άκρη μιας αναπαυτικής πολ υ­ θρόνας στο ζεστό καταφύγ ιο με το γλυκό αντιφέγγισμα της λάμπας και της φωτιάς στο τζάκι, ρουφώντας αργά ουίσκι με σόδα μέσα από κρυ­ στάλλινο σκαλιστό ποτήρι. Δυο πανέμορφα ντελικάτα σκυλιά κοιμύ­ νταν αγκαλιασμένα στο παρκέτο πάνω σε λευκό αρκουδοτόμαρο, κα ι ένα από τα πορτρέτα του τοίχου παρατήρησα αμέσως πως ταίρ ιαζε θαυ­ μάσια με κάτ ι καινούργ ια παλαβά μεγαλοπιάσματά μου γύρω από τα αριστοκρατ ικά σόγια της ιστορ ίας . Ήταν κάποιος γενάρχης που είχε δοξαστεί στον Τριακονταετή Π όλεμο και στην υπογραφή της Συνθήκ η ς της Βεστφαλίας με κακομούτσουνο, τετραπέρατο και σπινθηροβόλο πρόσωπο, μαλλιά που έπεφταν στους ώμο υς, μουστάκι και γένι αλά Βα ν Ντάικ και την αλυσίδα του Χρ υσ6μ αλλο υ Δέρατος κρεμασμένη στο λαι­ μό του. Φορούσε μαύρα, σύμφωνα με το συρμό της ισπανικής Αυλής ποι' διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη χάρη στο γάμο το υ πρίγκιπα Φιλίππου Α' των Αψβούργων με την Ιωάννα την Τρελή της Καστίλης. Καλά ως εδώ. Π ροσέχοντας όμως τη φιλική μα σαστισμένη έκφραα η των κυρίων του σπ ιτιού δεν άργησα να αντιληφθιί> πως εκτός από τη\' αόριστη τηλεφωνική συνδιάλεξή μας δεν είχαν καμιά άλλη ειδoπoίηn η για ενδεχόμενη επίσκεψή μου. Κανένα γράμμα δεν είχε φθάσει από

το


Ο Λ Ο Υ Ν Α Β Ι Ι Ι : Ζ Υ Ι" Ω Ν Ο Ν ΙΆ Σ Μ Ι Α Ν Α Υ ΤΟ Κ Ρ Α Τ Ο Ι' Ι Κ Ι Ι Ι ! Ο Λ Ι Ι

237

Μόναχο. Το τηλεφ(όνημά μου πρέπει να είχε δ(ί)σει την εντύπωση πως ένας άγνωστός τους Εγγλέζος, που κατευθυνόταν με το αυτοκίνητό του στη Β ιέννη, τους είχε προτείνει να τον δεχθούν για ένα τσάι ή ένα ποτό. Στη θέση όμως αυτού του ανύπαρκτου αξιοπρεπούς επ ισκέπτη είχαν μπροστά τους έναν συμπαθητικό αλήτη με σακ ίδιο και πεταλωτές αρβύ­ λες. Την κουβέντα γύρω από τον κοινό μας φίλο του Μονάχου που κρά­ τησε μισή (όρα περίπου ακολούθησε μια παύση διαρκείας μερικ(ί)ν δευτε­ ρολέπτων και όπως ο Άγγελος της Σιωπής φτερούγιζε πάνω από τα κε­ φάλια μας, ένα πλήθος ανησυχίες, ενδοιασμοί και aπίθανοι φόβοι τρύ­ πωσαν μέσα στο κεφάλι μου. Είχα πειστεί ξαφνικά πως δεν έβλεπαν την ώρα να βρεθούν και πάλι μόνοι. Ίσως να είχαν λάβει κάποια δυσάρεστα νέα ή να περίμεναν άλλες επισκέψεις από στιγμή σε στιγμή ή ακόμα να εί­ χαν κιόλας βαρεθεί την παρουσία μου. Όπως και να 'χε, ήμουν σίγουρος πως ένας άσχετος ξένος σαν εμένα δεν μπορούσε παρά να τους προκαλεί δυσφορία. Εκείνο το δείλιασμα με έσπρωξε στο παράλογο: Θεέ μου, μή­ πως με είχαν πάρει για κανένα κλεφτρόνι! Στυλ(όθηκα στα πόδια μου και μ ε φωνή πνιγ μένη προφασίστηκα κάποια δικα ιολογία για να φύγω: Έπρεπ ε εξάπαντος να προλάβω το βραδι νό τρένο Υια να συνα ντήσω ένα φίλο πο υ θα έφτανε την επομένη στη Β ιέννη με άλλο δρομολόΥΙΟ! Η αμη­ χανία και η αδεξιότητα της πρόφασής μου προκάλεσαν ξαφνιασμένα βλέμματα, έκπληξη κα ι τέλος έγνοια, λες και είχαν να κάνουν με άτομο ελαφρ(ός ανισόρροπο. Σε ποιο σταθμό της Β ιέννης είχα ραντεβού με αυτό τον φίλο; Μέσα στην απελπισία μου ρισκάρισα αναφέροντας τον δυτικό σταθμό . . . Ευτυχ(ί)ς ένας Westbahnhof υπήρχε. Π οια (όρα θα τον συνα­ ντούσα; « Μα . . . το μεσημέρ ι». «Ωραία, τότε δεν υπάρχει λόγος ανησυ­ χίας» είπαν: «Δεν μπορείς βέβαια να φύγεις απόψε με τέτοιον καιρό. Θα φροντίσουμε να πας εγκαίρως στο σταθμό για να μην χάσεις το ραντεβού σου στη Β ιέννη». Π ρέπει να είχαν υποψιαστεί πως το κατασκεύασμά μου ήταν απλή ανοησία, αλλά κανείς μας δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω. Ί σως μάντευαν πως με είχε κυριέψει η ατολμία μου. Οι φόβοι μου απο­ δείχτηκαν αβάσιμοι, όμως ήταν αργά για να παραιτηθ(ό από το ψεύτικο πρόγραμμα. Ωστόσο οι (όρες του φαγητού και του aπόβραδoυ κύλησαν


238

Η E l l o x l l ΤΙΙΣ Δ α Ρ Ε λ Σ

ήρεμα και ευχάριστα. Όταν εξήγησα τις προοπτικές του ταξιδιού μου, εί­ χαν διάφορες προτάσεις να κάνουν και η οικοδέσποινα με συμβούλεψε να σημειώσω μερικά ονόματα και διευθύνσεις συγγενών και φίλων της που έμεναν πάνω στο δρόμο μου -κυρίως στην Ουγγαρία- και υπο­ σχέθηκε να τους γράψει προσωπικά. (Κράτησε την υπόσχεσή της, πράγ­ μα που αργότερα βοήθησε πολύ.) Δεν είπα λέξη για τα γενέθλιά μου ' με τ ι κουράγιο άλλωστε κάτω από κείνες τις συνθήκες; Την άλλη μέρα, ενώ σερβιριζόταν το πρωινό, η κόμισσα σήκωσε χα­ ρούμενη το χέρι ανεμίζοντας ένα γράμμα. Ήταν η συστατική επιστολή του βαρόνου που είχε από λάθος επιστραφεί στον αποστολέα και ξανα­ ταχυδρομηθεί αρκετές φορές. Τη δ ιάβασε δυνατά και γω, εμψυχωμένο ς από το τιμητικό για μένα περιεχόμενο, σκέφτηκα για μια στιγμή να βγά­ λω στη φόρα το βιεννέζικο παραμύθι μου, αλλά δεν βρήκα το κουράγιο. Η μέρα ήταν μαύρη και άραχλη. Γιατί να μην καθίσω λ ίγο ακόμη; Π όσο θα το ήθελα! Όμως είχα παγιδευτεί σε ένα ψέμα που, ενώ κανείς δεν το είχε πάρει στα σοβαρά, δεν μπορούσα να ανακαλέσω. Συζητού­ σαμε στη βιβλιοθήκη τριγυρισμένοι από τη θαλπωρή χιλ ιάδων βιβλ ίων όταν ο άνθρωπος με την πράσινη λιβρέα ήρθε να αναγγείλει πως το αυ­ τοκ ίνητο ήταν έτοιμο. Δεν ωφελούσε να δηλώσω πως θα προτιμούσα νιι πάω πεζή αφού κινδύνευα να χάσω το ανεπιθύμητο τρένο μου και να πάω καθυστερημένος στο ανύπαρκτο ραντεβού μου. Όταν τους αποχα ι­ ρέτησα, μου φάνηκαν πραγματικά ανήσυχοι, σαν να φοβόντουσαν πως δεν θα τα έβγαζα πέρα μονάχος.· •

Μεταγενέστερη σημείωση ( 1 995) του συγγραφέα . Οι οικοδεσπότες μου ήτα\' ο κόμης και η κόμισσα Γιόζεφ ΤΡΙΙ0υτμανσντορφ του Πύργου Π ότενμπροι l\' της Κάτω Αυστρίας . Το οικογενειακό όνομα της οικοδέσποινας ήταν 13(( 1)1\­ νη Ελένη Οικονόμου φον Σαν Σερφ και καταγόταν από την Τεργέστη. ΌΤΗ\' τελείωσε ο π6λεμος, έμαθα με φρίκη πως λίγες ώρες αφότου είχαν σταμωή­ σει πια οι εχθροπραξίες στην Αυστρία ( 1 3 Απριλίου 1 945) μια Κ(lπως Ilnl)l'1 σεκτη τηλεφωνική τους συνδιάλεξη μ ε φιλικό πρόσωπο , η οποία έφταοε

οΤΙ (

αυτιιι των Ες Ες που υποχωρούσαν, έγινε αφορμή να επιστρέψουν και τους εκτελέσουν επιτόπου.

νl (


Ο Δ Ο Υ Ν Λ D Jι Σ : Ζ Υ Γ α Ν Ο Ν Τ Λ Σ Μ Ι Λ Ν Α Υ Τ Ο Κ Ρ Λ Τ Ο Ι' Ι Κ Ι Ι Ι Ι Ο Λ Ι Ι

239

Τους αποχωρίστηκα κουκουλωμένος με γούνες στο π ίσω κάθισμα τ ης λιμουζίνας που γάζωνε το χιόνι κάτω από έναν σκυθρωπό ουρανό τραβ(ί>ντας γ ια τον μικρό σταθμό της γραμμής Σανκτ Π έλτεν-Β ιέννη. Ανάρ ιες προειδοποιητ ικές νιφάδες ε ίχαν αρχίσει να πέφτουν καθώς φτάναμε και ο σοφέρ πήδηξε έξω με το σάκο και το ραβδί μου στο χέρι. Π ροσφέρθηκε να με βοηθήσει στην αγορά του εισιτηρίου, να μου βρει μια καλή θέση στο τρένο και να με ξεπροβοδίσει. Ο πανικός με ξανάπιασε. Ακόμα και αν ήθελα να πάω με το τρένο, τα χρήματά μου δεν έφταναν για το εισιτήριο. Το παράλογο της περασμέ­ νης νύχτας άρχισε πάλι να με τριβελίζει: κάποιος μου είχε πει -ποιος όμως και πού;- πως ήταν συνήθεια στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης να δίνεις φιλοδώρημα στον οδηγό. Σφίγγοντας λοιπόν το μπαστούνι μου και κρεμ(ί>ντας στον ώμο το σακίδιό μου, ξέθαψα τέσσερα κέρματα από την τσέπη μου και τα έχωσα στη χούφτα του με ένα κομπ ιαστό ευ­ χαρ ιστιίJ. Ήταν ένας πρόσχαρος και φιλικός γεροντάκος με άσπρα μαλ­ λιά, παλιός αμαξάς θαρρώ. Στο δρόμο γύριζε κάθε τόσο π ίσω το κεφάλ ι για να μου εμπιστευτεί πόσο του άρεσε και κείνου στα νιάτα του να τα­ ξιδεύει με τα πόδια. Τα έχασε κυριολεκτικά με την περιττή γενναιοδω­ ρία μου, αφού δεν περίμενε ποτέ κάτ ι τέτοιο, και φ(ί>ναξε με πραγματι­ κή ταραχή: ''Ο nein , junger Ηeπ! " κάνοντας ταυτόχρονα μια κίνηση σαν γ ια να επ ιστρέψει τα κέρματα. Παρατώντας τον σύξυλο, με το κασκέτο που είχε επάνω τα διακριτικά του αφεντικού του στο χέρι, να ξύνει αμή­ χανος το κεφά λ ι του, όρμησα σαν τρελός να χωθώ σε μια γωνιά του σταθμού, ενώ με την άκρη του ματιού τον έβλεπα να ανεβαίνει απρόθυ­ μα στο αυτοκίνητο και να απομακρύνεται. Ο σταθμάρχης που είχε αλ­ λάξει ένα χαιρετισμό μαζί του μπήκε στο γκισέ για να κόψει το εισιτή­ ριο. Και γω, αντί να πλησιάσω, του έστειλα ένα αόριστο νεύμα και κά­ νοντας μεταβολή γλίστρησα έξω για να ξαναπάρω ολοταχώς το δρόμο για τη Β ιέννη' ένα λεπτό αργότερα τον είδα να στέκεται στην πλατφόρ­ μα και να κοιτάζει κατάπληκτος τη σκιά μου που ξεγλιστρούσε. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Υπήρχε όμως και άλλος λόγος ανησυχίας. Εκείνα τα κέρματα του γε-


240

Η " ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

λοίου πουρμπουάρ που θ έλησα να διί>σω ήταν τα τελευταία χρήματα που είχα στην τσέπη. Ούτε ένα groschen δεν απόμενε. Με λίγη τύχη, τέσ­ σερις λίρες με περίμεναν στη Β ιέννη, αλλά ιί>σπου να φθάσω εκεί έπρεπε να Ι�oλευτιί> όπως όπως σε τίποτα υποστατικά ή στάβλους. Η μέρα ταίριαζε στη δύσκολη θέση μου. Κάτι χαμηλά βουνά σκ ίαζαν τις δυο μεριές του μελαγχολικού δρόμου. Οι νιφάδες αραίωσαν και τέ­ λος σταμάτησαν να πέφτουν. Ένα ξεροβόρι έδερνε την κοιλάδα και ξε­ τ ίναζε τα κάτασπρα φορτωμένα κλωνιά εξαπολύοντας καταρράχτ ες χιονιού. Αμέσως τα σύννεφα, που είχαν μελανιάσει στο μεταξύ, ξέσπα­ σαν μανιασμένα. Το χιόνι, διάτρητο σαν βλογιοκομμένο στην αρχή, έγ ι­ νε λάσπη και ο ουρανός άρχισε να αναλύεται σε νερό και βοή. Τρύπωσα πάνω στην ώρα σε έναν αχερώνα και βάλθηκα να χαζεύω αποκαρδιωμένος τη ζοφερή σκηνή πίσω από κάτι δεμάτια σανού. Ύ στε­ ρα από μια ιί>ρα γεμάτη αστραπόβροντα, η μπόρα περιορίστηκε σε πει­ σματική Ι�ρoχή με περιοδ ικά κοφτά μπουμπουνητά. Ο ουρανός ήταν μαύρος σαν να είχε σουρουπιί>σει. Ωστόσο μόλις αραίωσε η βροχή ξεκ ί­ νησα και πάλ ι και με το ξαναδυνάμωμά της γύρεψα καταφύγιο σε μ ια σκοτεινή εκκλησιά. Π ιο πέρα, σε ένα ερημικό σημείο του δρόμου, ο οδηγός ενός φορτη­ γού που πήγαινε σημειωτόν για να αποφύγει το ντεραπάρισμα φρενάρ ι­ σε και μου φιί>ναξε να ανέβω στην καρότσα. Σιγουρεμένο κάτω από τον δεμένο μουσαμά, μέσα σε φωλιά από στο ι­ βαγμένα σανίδια, ένα ροδομάγουλο κορίτσι με φουλάρι στο λαιμό καΗό ­ ταν πλάι σε ένα καλάθι αυγά σφίγγοντας τα γόνατα με τα μπράτσα της. Στριμώχτηκα κοντά της ενώ οι σταγόνες σφυροκοπούσαν την αδιάβρο χ η τέντα μας που έκλεισε πάλι. Μου έδωσε το χέρι της ευγενικά, ρώτησε π( ί)ς με λένε και είπε πως το όνομά της ήταν Τρούντι. Ύστερα πρόσθεσε γου­ στόζικα 'ΉUbsches Wetter, nicht?" -Χάρμα καιρός, ε;- και έσκασε ένιι γελάκ ι. Μου έδωσε από το καλάθι της ένα κομμάτι κέικ πασπαλισμένο με ' κύμινο που το είχα σχεδόν αποτελειώσει, όταν ένα ηχηρό κρώξιμο α πι ) την άλλη μεριά της καρότσας τρύπησε τα αυτιά μου: ένα ορνιθοειδές, Η η ­ ρίο σωστό, ήταν κουρνιασμένο σε ένα δεύτερο καλάθι σκεπασμένο με ('ι ι -


Ο Λ Ο Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : Ζ Υ ι' α Ν Ο Ν Τ Λ Σ Μ Ι Λ Ν Α Υ Τ Ο Κ Ι' Λ Τ Ο Ι' Ι Κ Ι Ι Ι 1 0 Λ Ι Ι

24 1

σωστός κούκλος ! κτυωτό από σπάγκους: '' Er ist schon , nicht wahr?" Κουβαλούσε αυτό τ ο καλοθρεμμένο παπί στη γιαγιά της που ζούσε μ ε πέ­ -

ντε αζευγάρωτες πάπιες στη Β ιέννη. Οι γονείς της είχαν ένα αγρόκτημα απέναντ ι από το Σανκτ Π έλτεν, μου είπε' ήταν δεκαπέντε χρόνων, η πιο μεγάλη μέσα σε έξι αδέρφια. Εγώ πόσο ήμουν; Χθες είχα πατήσει τα (') ε­ καεννιά. Μου έσφιξε ξανά το χέρι και μου ευχήθηκε σοβαρά σοβαρά : "herzlίche GIUckwUnsche zum Geburtstag". Και από πού ερχόμουν με κεί­ νη την αλλόκοτη προφορά; Της είπα και άνοιξε το στόμα: «Πω, πω, πω!

Τόσο μακριά από το σπίτι σου . . . » . Η βροχή είχε περιοριστεί σε ένα σταθερό ψιχάλισμα και το καμιόνι

μας αγκομαχούσε στο λασπόδρομο καθ(ος τραγουδούσαμε κολλημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον. Δεν ξεχωρ ίζαμε τ ίποτα στο σκοτάδι. όμως η Τρούντι έλεγε πως έπρεπε να είχαμε μπει πια στο Wienerwald, το ονει­ ρεμένο βιεννέζικο δάσος του Στράους. Όμως δεν υπήρχαν φιίnα στον ορίζοντα, όπου κανονικά θα έπρεπε να διακρίνεται η πόλη. Μόλ ις στα­ ματήσαμε, ακούσαμε φωνές και ένα φαντάρος με κράνος και τουφέκι με γυ μνή ξιφολόγχη στον ώμο έριξε πάνω μας το φως ενός φακού' τότε εί­ δα με πως βρισκόμασταν κιόλας μέσα σε έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο της πόλης. Τα πεζοδρόμια ωστόσο φωτ ίζονταν μόνο από φακούς και την ανταύγεια των κεριών πίσω από τα παντζούρια των σπιτιών. Ίσως είχαμε πέσει σε διακοπή ρεύματος. Όταν κατεβήκαμε από το φορτηγό, ο οδηγός και οι πρώτοι άνθρωποι που συναντήσαμε δεν ήξεραν να πουν τι ακριβώς συνέβαινε. Είχαν γίνει επ ε ισόδια στο Λιντς. Σήκωσα το καλάθι με τα αυγά και η Τρούντι το πα­ πί περνώντας συντροφικά το μπράτσο της στο δικό μου. Το παπί, που σε όλο το ταξίδι είχε γλαρώσει, τώρα, αγουροξυπνημένο, έκρωζε ασταμάτη­ τα. Η ατμόσφαιρα στο δρόμο δεν προ μηνούσε τίποτα καλό. Στα αυτιά μας αντηχούσε η βοή του κεραυνού ή κάτι που έμοιαζε με αυτήν. Ένα χιλιόμε­ τρο πιο πέρα, φράγματα από αγκαθωτό συρματόπλεγμα έκλειναν το δρό­ μο και ένας δυο στρατιώτες, οπλισ μένοι επίσης με κράνη και ξιφολόγχες, κάρφωσαν τα μάτια στα καλάθια μας. Ο πρώτος βάλθηκε να πασπατεύει λ ίγο απρόσεκτα τα αυγά και η Τρούντι τού σύστησε ξερά να ανοίξει τα


242

Η Εποχll Τ ι ι ι Λ Ω Ρ Ε Λ Ι

στραβά του. Τέλος μας άφησε να περάσουμε και όταν ρωτήσαμε τι έτρεχε, αποκρίθηκε: «Ω, χαμός, χαμός ! » . Αλήθεια τ ι σήμαιναν αυτά; Γενική απεργία εκτός από διακοπή ρεύμα­ τος; Η βοή που έμοιαζε με αστροπελέκι αντήχησε ξανά συνοδευμένη από σποραδικούς, πιο ξερούς κρότους εκρήξεων. Η Τρούντι με πλατύ χαμό­ γελο και μάτια που άστραφταν είπε: «Λες να 'χουμε πόλεμο;» - όχι Ι�έ­ βαια από φιλοπόλεμη διάθεση, αλλά ίσως από τη λαχτάρα της για κά τ ι διαφορετικό. «Θα είναι αυτοί οι ναζήδες, ξέρεις. Συνέχεια ρίχνουν στο ψαχνό, Ι�άζoυν βόμΙ�ες, ανάβουν πυρκαγές ! PfUΊ Teufel ! - διαβολάνθρω­ ποι! » Έπρεπε να τραβήξει για τον βόρειο τομέα της πόλης ενιί> εγιί) πή­ γαινα στο κέντρο. Στο σημείο που χιί>ριζαν οι δρόμοι μας μου ζήτησε να της δώσω το μαντίλι μου και μου το ξανάδωσε κομπόδεμα με μια ντουζί­ να αυγά μέσα: «Ορίστε! » είπε. «Δώρο για τα γενέθλιά σου. Π ρόσεξε

να

μην σου σπάσουνε». Κρέμασε το καλάθι στο λυγισμένο μπράτσο της κα ι με το άλλο ξαναπήρε το παπί, που πότε πότε άφηνε από ένα «κουάκ» ! Έκανε μερικά βήματα και γύρισε πίσω το κεφάλι για να ευχηθεί και πάλι «έχε γεια» και «καλή τύχψ> με την πρόσχαρη φωνή της. Σωροί από λασπερό κοσκινισμένο χιόνι έντυναν με αχνές γραμμές τα πεζοδρόμια. Μ ια ή δυο φορές, η φωτεινή δέσμη ενός προβολέα σάλευε πάνω στις στέγες. Μάντευα πια πως η απόμακρη βοή ανακατεμένη με το κροτάλισμα ελαφρότερων όπλων και κάτι εξακολουθητικές ριπές ήταν ανταλλαγή πυροβολισμών. Στο επόμενο οδόφραγμα ρώτησα έναν αστυ­ φύλακα αν υπήρχε φοιτητικός ξενώνας, όπου θα μπορούσα να περάσω τη νύχτα, στη Β ιέννη. Εκείνος συμβουλεύθηκε ένα συνάδελφό του : Το μό­ νο κατάλληλο μέρος, είπε, ήταν η Heilsaπnee. Δεν καταλάβαινα τη λέ ξ η -κάτι που είχε σχέση με το στρατό;- και οι οδηγίες που μου έδωσαν με μπέρδεψαν ακόμα π ίο πολύ. Ο ένας προσφέρθηκε να έρθει για λLγo μαζ ί μου, ήξερε όμως τη Β ιέννη σχεδόν τόσο όσο και γω. Μόλις είχε φτά σ ε ι από την επαρχία εκείνο το απόγευμα' έτσι χρειάστηκε ν α χτυπήσει κάτ ι φωτισμένα παράθυρα για να μάθει το δρόμο. Όταν ρώτησα αν αυτό ήταν πάλι κανένα ναζιστικό πραξικόπημα είπε όχι, όχι αυτή τη φορά: Στην πραγματικότητα το αντίθετο συνέβαινε. Είχαν ξεσπάσει ταραχές ανάμ ε -


Ο Λ Ο Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : Ζ Υ ΠΙ Ν Ο Ν Τ Λ Σ Μ Ι Λ Ν Α Υ Τ Ο Κ Ι' Λ Τ Ο Ι' Ι Κ Ι Ι 1 1 0 " 1 1

243

σα στο στρατό και τη Heimwehr -την εθνοφρουρά- από τη μια και τους σοσιαλδημοκράτες που οργάνωναν συλλαλητήριο από την άλλη . Δεν ήξερε λεπτομέρειες. Οι εφημερΙδες δεν είχαν κυκλοφορήσει. ΦασαρΙες σημειώθηκαν νωρΙς το Ιδιο πρωΙ στο Λιντς κα ι πήραν α μέσως διαστά­ σεις. Ειχε κηρυχθεΙ στρατιωτικός νόμος και οι απεργΙες γενικεύθηκαν, με αποτέλεσμα τη συσκότιση και το χάος. Τόλμησα να παρατηρήσω πως δεν ήταν σωστό να χρησιμοποιεΙ κανεΙς όπλα εναντΙον άοπλων που δ ιαδή­ λωναν για τ ις ιδέες τους. Στη λέξη «άοπλοι» εκεΙ νος κοντοστάθηκε και με κοΙταξε σαστ ισμένος επαναλαμβάνοντας: "UnbewatTnet?". Γέλασε π ι­ κρόχολα και πρόσθεσε: «Δεν φαΙνεται να σκαμπάζεις και πολλά, νεαρέ. Οι "άοπλοΙ σου" έχουν χιλιάδες όπλα καταχωνιασμένα από κάμποσα χρόνια. Π υροβόλα, πολυβόλα, μυδραλιοβόλα, βόμβες, ό,τι βάζει ο νους σου! Και όχι εδ(ί> μόνο αλλά σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτή τη στιγμή γΙνε­ ται σωστή μάχη εκεΙ πέρα, στο 1 90 διαμέρισμα της πόλης». Αυτά ήξερε όλα και όλα. Και μόνο αργότερα κατάφερα να αποκτήσω μια πιο συγκεκριμένη γν(ί>ση των πραγμάτων. Όταν κόπασαν οι εχθρο­ πραξΙες, οι νεκροΙ και από τα δυο στρατόπεδα υπολογΙστηκαν σε εκατο­ ντάδες από την κυβέρνηση' η αντιπολΙτευση όμως τους μετρούσε με χι­ λ ιάδες. γ ποχωρώντας από τα οδοφράγματα οι σοσιαλδημοκράτες -που μερικοΙ φορούσαν στολές- ταμπουρώθηκαν σ ' ένα συγκρότημα εργατ ι­ κών κατοικιών, το Neunzehnte Bezirk, στην περιοχή του Heiligenstadt. Το προπύργιό τους ήταν η Έπαυλη Καρλ Μαρξ, ένα κολοσσιαΙο κτΙριο που το μήκος του έφτανε το ένα χιλιόμετρο' η βοή που μου εΙχε φανεΙ σαν κε­ ραυνός ήταν ο πνιχτός αντΙλαλος μιας μάχης που εξελισσόταν σε πο­ λ ιορκΙα. Οι επιτιθέμενοι, αδυνατώντας να εξαπολύσουν μετωπική επ Ι­ θεση σε ακάλυπτη περιοχή, κάτω από έναν καταιγισμό πυροβόλων από το πολιορκημένο κτΙριο, εΙχαν κουβαλήσει όλμους, οβιδοβόλα Χόβι τσερ και ελαφρά πυροβόλα' έβαλλαν όμως με συμπαγή πυρά και όχι με τα κα­ νον ικά πολύ πιο καταστροφικά εκρηκτικά βλήματα. Οι διοικητές των πολ ιορκητών και η Heimwehr επικρΙθηκαν αυστηρά εκ των υστέρων για τ η χρήση των κανονιών εν(ί> υποστηρΙχθηκε ότι με απλή δ ιακοπή του νε­ ρού και των εφοδΙων τους οι πολ ιορκημένοι θα αναγκάζονταν να παρα-


Η "ιιοχιι Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ι' Ε Α Σ

244

δοθούν μ ε λιγότερα θύματα. Π ροτού καταθέσουν τ α όπλα, οι επικεφα­ λής των σοσιαλδημοκρατ(ον βρήκαν άσυλο στην Τσεχοσλοβακία, και η Β ιέννη, αν εξαιρέσει κανείς κάποια αισθήματα πικρίας και αντιπαλότη­ τας, ξαναγύρισε λίγο πολύ στους καθημερινούς ρυθμούς της. Ή μάλλον. στην επανάληψη της ναζιστ ικής προβοκάτσιας που είχε προσωρινά μό­ νο διακοπεί. Αποξενωμένες από την ιστορική ερμηνεία τους, αυτές ήταν οι καθα­ ρά εξωτερικές συνθήκες. Εκείνες τ ις μέρες δεν μπορούσε να έχει κανείς πάρα μόνο μια γενική ιδέα των πραγμάτων. Αμέσως μετά, τα γεγονότα δ ιαστρεβλ(οθηκαν από το θόρυβο των συζητήσεων και τον Τύπο, τ ις αντ ικρουόμενες απόψεις, τις φημολογ ίες και τις αντεγκλήσεις. Κα ι ξάφνου -εντελ(ος απροσδόκητα, όπως τουλάχιστον φάνηκε στα δικά μου αμέτοχα μάτια- όλη η υπόθεση έγινε καπνός και χάθηκε σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ, και η ζωή με καταπληκτική ταχύτητα ξαναβρήκε τ η ρουτίνα της. Ήταν εποχή απόγνωσης για την Αυστρία. Τη χρονιά του '33 η χ(ί)ρα είχε συγκλονιστεί από γενική διασάλευση της τάξης που οργάνωσαν ο ι ναζί και ο ι οπαδοί τους σε όλη τη χώρα. Στη διάρκεια ενός επεισοδίου είχαν επ ιχειρήσει να δολοφονήσουν τον καγκελάριο Ντόλφους. Μετι'! τις ταραχές του Φεβρουαρίου, τα φαινόμενα εκείνα αναζωπυρώθηκαν για να κορυφωθούν, πέντε μήνες αργότερα, με ένα ναζιστικό πραξικό­ πημα που απέτυχε, όχι χωρίς αιματοχυσία, φονικές συγκρούσεις και τη δολοφονία του δρα Ντόλφους. Ακολούθησε περίοδος φαινομενικής ηρε­ μίας ως το 1 938, οπότε ήρθε το τελ ικό πλήγμα του Anschluss, όταν η Αυ ­ στρία έπαψε να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος, καθεστώς που διατηρή ­ θηκε ως την πτώση του Τρίτου Ρά ιχ . ... ... ...

Είχα την εντύπωση πως βαδίζαμε ολόκληρα χιλιόμετρα σε εκείνη τη θο­ λή ερημιά. Τέλος φτάσαμε σε μια γειτονιά, όχι πολύ μακριά από το Κα­ νάλι του Δούναβη, γεμάτη σιδηροτροχιές και αποθήκες με εμπορεύματα ' οι τροχιές, απλωμένες στο λιθόστρωτο, έριχναν την αναλαμπή τους πά -


Ο Λ Ο Υ ΙΙ Λ ΙΗ Ι Ι : Ζ Υ Γ Ω ΙΙ Ο ΙΙ Τ Λ Ι Μ Ι Λ ΙΙ Α Υ Τ Ο Κ Ρ ΛΤ Ο Ι' Ι Κ Ι Ι 110.\11

245

νω στο βρόμLΚΟ ΧLόνL xaL σπασμένα καφάσLα ήταν σΚΟΡΠ Lσμένα ΤΡLγύ­ ρω. Π ροφυλαγμένη από ένα σχεδόν κατακόρυφο σκέπαστρο, μLα φωη­ σ μένη εξι.ί>θυρα στο LσόγεLΟ ενός ψηλού κηρίου που τα παράθυρα του φωσφόΡLζαν στο σκοτάδL άνΟLξε xaL γω πέρασα το κατώφλL ενιί> ο αστυ­ φύλακας απομακρυνόταν. Ο τεράσηος δLάδρομος βούLζε από ένα αηκίνητο μελ ίσσL αστέγων. Καθένας κουβαλούσε το μπογαλάΚL του · τα πανωφόΡLα τους παράδερ­ ναν όπως αυτά των ΟΚ Lάχτρων, xaL τα κουρέλLα τους -κάπου κάπου KaL τα παπούτσLα τους- ήταν στερεωμένα με σκουΡLασμένες παραμά­ νες xaL σπάγκους. Κυκλοφορούσαν πηραηκές γενηάδες κα L μάηα πα­ λαβά ή αγΡLεμένα κάτω από κρεπαΡLσμένους γύρους καπέλων. Κάμπο­ OOL έμΟLαζαν να έχουν νταραβέΡLα μεταξύ τους από χρόνLα. Καλωσορί­ σματα και κουτσομπολLά έδLναν xaL έπαLρναν με τον πω φLλοφρονηη­ κό τρόπο xaL μLα ενσΤLκτι()δης ορμή τούς κρατούσε σε αδιάκοπη βράση πηγαLνοφέρνοντάς τους με ρυθμό παλίΡΡΟLας. M La πόρτα άνοιξε δ Lάπλατα καL κάΠΟLος φιί>ναξε: ''H emden ! '' ­ Π ουκάμLσα ! Α μέσως, ο συρφετός εκείνος χύμηξε πατε ίς με πατιί> σε προς ένα γεLτονLκό δωμάτ ω, σκοντάφτοντας xaL σκουντιί>ντας ο ένας τον άλλο, βγάζοντας σαν λέΠ Lα τα πουκάμισα αποπάνω τους καθιί>ς προχωρούσαν. Ακολούθησα το παράδεLγμά τους. Γρήγορα απομείναμε όλΟL μας γυμνοί από τη μέση xaL πάνω, ενιί> μLα αποπνLκηκή Lδρωτίλα, σαν ομπρελίνο που άνοιγε γύρω από κάθε κορμί, ξεχύθηκε στον αέρα. Δυο ξύλLνες ΟΡ Lζόνηες μπάρες οδηγούσαν το μπατ Ιρικο λεφούσL μας προς μLα ολοστρόγγυλη λάμπα, ένα μέτρο πλαΤLά. ΜόλLς πλησ Lάζαμε τη λάμπα, ένας υπάλληλος άδραχνε το πουκάμLOΟ xaL τη φανέλα μας, τα άπλωνε κάτω από το άπλετο φως xa L τα εξέταζε με προσοχή. ΌσΟL έτρε­ φαν ζωύφ ια στάλθηκαν αμέσως στην απολύμανση ενιί> O L υπόλΟ LΠΟL. αφού δηλι()σαμε μπροστά σ ' έναν πάγκο τα σΤΟLχεία μας, μπήκαμε σε έναν απέραντο KOLτιί)να με μLα σεLρά φι.ί>τα κρεμασμένα σε μεγάλο ύψος από ένα εΠLβληΤLκό ταβάνι Π ροσπαθούσα να χωθι.ί> πάλι στο πουκάμL­ σό μου, όταν ο υπάλληλος που είχε πάρεL τα σΤΟLχεία μου με οδήγησε σε ένα γραφείο YLa να μου γνωρίσεL ένα συμπαΤΡLιi>τη μου με το όνομα Ταγ-


246

Η ι,: 1Ι 0 Χ I l Τ Ι Ι Σ Δ Ι2 ρ ε Λ Σ

ματάρχης Μπροκ που είχε φθάσει το ίδιο εκείνο βράδυ. Τι ν α γύρευε ένας ταγματάρχης σ' εκείνο το μέρος; Μόλις μπήκα στο γραφείο, το μυ­ στήριο ξεκαθάρισε αμέσως, καθώς και η σημασία της λέξης Heίlsannee : Γιατί στο τραπέζι ήταν αφημένο ένα μαύρο πηλήκιο με σιρίτ ια, γυαλ ι ­ στερό γείσο κα ι μια κατακόκκινη φράουλα κεντημένη στον τεπέ: Οι λέ­ ξεις Στρατός Σωτηρίας φάνταζαν χρυσογραμμένες στην πορφυρή ΤQέ­ σα. Στη γωνία του τραπεζιού ένας ασπρομάλλης κύριος με ατσαλοδεμέ­ να ματογυάλια και στρατιωτικό σακάκ ι με σιρίτια ξεκουμπωμένο στο λαιμό καθόταν αποκαμωμένος πίνοντας το κακάο του. Ήταν ένας συ­ μπαθητ ικός ανθρωπάκο ς από το Τσέστερφιλντ -μάντεψα αμέσως πως ήταν από το βορρά- με απ <;>τ υπωμένες στο μέτωπο την εξάντληση κα ι την ευσέβεια. Π ρέπει να είχε μόλις φτάσει από την Ιταλία, διακόπτοντας μια επιθε(όρηση παραρτημάτων του Στρατού Σωτηρίας στην Ευρώπ η . Ετοιμαζόταν να φύγει την άλλη μέρα και δεν είχε καμιά πληροφορία για τα γεγονότα. Εξουθενωμένος καθώς ήταν, περιορίστηκε να μου χαμογε­ λάσει φιλικά και να μου προσφέρει μια κούπα κακάο με μια φέτα ψωμ ί. Όταν τα είδε να εξαφανίζονται σε χρόνο μηδέν, μου έδωσε και δεύτεQη μερίδα. Θέλησα να του μιλήσω για τα σχέδιά μου -Κωνσταντινούπολη Κ.λΠ.- και μου έδωσε την άδεια να μείνω μια δυο μέρες. Ύστερα πρό­ σθεσε γελώντας πως είχα μεγάλη λόξα. Έλυσα το μαντίλι μου και τοπο­ θέτησα συμμετρικά τα αυγά της Τρούντι στο τραπέζι του. « Ευχαριστ ι ί). παιδί μου» είπε μην ξέροντας καλά καλά τι να τα κάνει. Ξάπλωσα στο ράντσο μου φορώντας όλα μου τα ρούχα. Μ ια ψευ­ δαίσθηση ονείρου βασίλευε σε κείνο το χώρο' και ο ύπνος που στο μετα­ ξύ χυνόταν στα μάτια μου άρχισε να τυλίγει με σκιά τα σουλούπια των συντρόφων μου στο άσυλο. Τους ένιωθα να ζουζουνίζουν γύρω μο υ φλυαρώντας ασταμάτητα, πλάθοντας ή διαλύοντας τ ις παρεούλες του ς . να ξετυλίγουν κουρελόπανα από τα πόδια τους και να ξεδιαλέγουν κον­ σερβοκούτια με γόπες από τσιγάρα. Ένας ραμολής έφερνε κάθε τόσο τη γαλότσα του στο αυτί σαν για να αφουγκραστεί τίποτα θαλασσινές φω­ νές και κάθε φορά το μούτρο του χαμογελούσε ξαναμμένο. Η πολύλαλ η βαβούρα τους, που ξεσπούσε άλλοτε σε καβγαδάκια και άλλοτε σε στρ ι -


Ο Λ Ο Υ Ν Λ ΙΙ Ι Ι Σ : Ζ Υ Ι Ώ Ν Ο Ν ΤΛ Σ Μ Ι Λ Ν Α Υ Τ Ο Κ Ι' ΛΊΌ Ι' Ι Κ Ι Ι 1 1 0 " 1 1

247

γκά χάχανα ή καταλάγιαζε σε συνωμοτικό μουρμουρητό, αναδιπλωνό­ ταν μέσα στην αίθουσα σαν αντίλαλος από ρόγχο κυμάτων. Μέσα στο ύψος και το πλάτος της πελώριας εκείνης αίθουσας οι συντροφιές τους έχαναν την πραγματ ική τους υπόσταση. Έδειχναν μια να πυκνώνουν και μια να αναριεύουν σαν σκίτσα του Ντορέ, να μυρμηγκ ιάζουν και να ζαρώνουν στο εσωτερικό μιας αδειανής πάμφωτης μητρόπολης, τόσο φανταστικά μακρινής που θα μπορούσε ταυτόχρονα να είνα ι το σαλόνι κάποιου υποβρύχιου ή μια τεράστ ια καμπίνα σε διαστημόπλοιο. Κανέ­ νας εξωτερικός ήχος δεν διαπερνούσε τους γιγάντ ιους γυμνούς τοίχους. Για τ ις ψυχές που είχαν συναθροιστεί εκεί μέσα η καθημερινή ζωή και η ζοφερή τύρβη της πόλης ήταν εξίσου απροσπέλαστες και χωρίς νόημα. Είχαμε περάσει στη ζώνη του Λ ίμβου. 123


7

Βιέννη

νας γραφικός τύπος με μπλε ριγέ π ιτζάμες διάβαζε καθιστός στο διπλανό κρεβάτ ι όταν άνοιξα τα μάτια. Η κάποια ομοιότητα που παρουσίαζε το προφίλ του με κείνο του Δον Κ ιχώτη θα ήταν

ασφαλ(δς καλύτερα τονισμένη από ένα μουστάκι αρειμάνιο, αλλά το (') ι­ κό του ήταν πεσμένο αντί να εξέχει. Το πρόσωπό του ήταν μακρύ και λια­ νοκόκαλο και τα μεταξένια ωχροκάστανα μαλλ ιά του είχαν πρόωρα υποχωρήσει από το κούτελο και είχαν αραιώσει στην κορυφή. Τα γαλανeι του μάτια ήταν ήμερα σαν μοσχαριού. Ανάμεσα στη γεμάτη αφέλεια κα­ μάρα του μουστακ ιού κα ι το καλοσχηματισμένο αλλά λειψό σαγόνι , το κατωχείλι κρεμόταν ελαφρά ξεσκεπάζοντας δυο μεγάλα μπροστινά δό­ ντια και το κεφάλ ι -ζυγ ισμένο σε μακρύ λαιμό με πεταχτό μήλο του Αδάμ- ήταν κολλημένο σε ψηλόλιγνο σκελετό. Καμιά άλλη φιγούρα δ ε ν συμφωνούσε περισσότερο με ευρωπα ·ίκές καρικατούρες Εγγλέζων μια ς ειδικής κατηγορίας αντί όμως για την κλασική ηλίθια αυταρέσκεια τη ς γελοιογραφίας, την έκψραση του γείτονά μου σφράγιζε μια σεμνή και αβρή καλοσύνη. Μόλις βεI�αι(δθηκε πως είχα ξυπνήσει, μου είπε στα αγ­ γλικά: « Ευελπ ίζω να εκάματε ύπνον ελαφρόν μετά λυσιπόνων ονείρων» . Η προφορά, ολοφάνερα ξενική, ήταν αρκετά καλή, αλλά η χρήση των λ έ ­ ξεων κάπως παράξενη. Δεν υπήρχε πάντως ίχνος ειρωνικής διάθεσης o r κείνη τη γεμάτη ειλικρίνεια και συμπάθεια εκδήλωση ενδιαφέροντος. Τον έλεγαν Κόνραντ και ήταν γιος πάστορα από τα Φριζικά Νησ ι (ι . Δεν είχα διαI�άσει ακόμη το Α ίνι γμα της άμμου Ι 24 και δεν ήμουν σ ίγου­ ρος κατά πού έπεφταν , όμως γρήγορα έμαθα πως βρίσκονται έξω α π ί> 248


ΒΙΕΝΝΙΙ

249

τις ακτές της Ολλανδίας, της Γερμανίας και της Δανίας: σχηματ ίζουν ένα αλυσιδωτό αρχιπέλαγος από τον κόλπο του Ζουί ντερ Ζέε ως τον ορ­ μίσκο της Ελιγολάνδης, όπου αλλάζουν πορεία και κατευθ ύνονται βό­ ρεια για να σβήσουν ανοιχτά της Δανίας. Λιανισμένα από παλίρροιες και ανέμους, σπαρμένα με ξέρες, σε μόνιμη αποσύνθ εση και με ατέλειω­ τους μετασχηματισμούς, ρυπαρά από σκόρπια απομεινάρ ια ναυαγίων, περικυκλωμένα από βουλιαγμένα χωριά, μαύρα από το πυκνό πουλολόι και κάποια ασφυκτικά γεμάτα με κολυμβητές του καλοκαιριού, τα νη­ σάκια αυτά μόλις που ξεπερνούν τη στάθμη της θ άλασσας ο Κόνραντ καταγόταν από την κεντρική γερμανόφωνη περιοχή τους. Είχε διδαχθ εί αγγλικά στο σχολείο και συνέχισε να μελετά στον ελεύθερο χρόνο του από τα διάφορα επαγγέλματα που έκανε κατά κα ιρούς δ ιαβάζοντας αποκλειστικά Σαίξπηρ και τα διαβάσματά του χρωμάτ ιζαν μερ ικές φο­ ρές την ομιλία του με κάπως ασυνάρτητο και αναχρονιστ ικό ύφος. Δεν θ υμάμαι ποια θλιβερά περιστατικά τον είχαν σπριί>ξει, όταν κόντευε πια να σαρανταρίσει, σε τόση ανέχεια, αλλά και ο ίδιος δεν τα συλλογιζόταν πολύ. Του έλειπε ο δυναμικός χαρακτήρας. Το πράο χιούμορ του, η ψυ­ χραιμία και η αδιόρατη, αλλά αναμφισβήτητη, ευπρέπεια της συμπερι­ φοράς του έρχονταν σε χτυπητή αντίθεση με το πρωινό νταβατούρ ι των ακαμάτηδων στην απέραντη αίθουσα. Δείχνοντάς μου ένα κουρελιασμέ­ νο Ι�ιΙ�λίo είπε πως ξαναδιάβαζε τον Τίτο Ανδρόνικο. Βλέποντας πως ο τόμος που κρατούσε ήταν τα Άπαντα του Σαίξπηρ, τον θερμοπαρακάλε­ σα να μου το δανείσει και γύρισα ανυπόμονος τις σελίδες στο Χειμω­ νιάτικο παραμύθι. Το αποτέλεσμα το ξέρουμε. ·Εδειξε πραγματ ική συ­ μπόνια για τη διάψευση των ελπίδων μου. Μοιραστήκαμε λ ίγο από το ψωμοτύρι του σ ' ένα γρατζουνισμένο τραπέζι στη μέση της αίθουσας και όπως μασουλούσαμε έμαθα πως η συμπάθειά του για την αγγλική γλώσσα και την Αγγλία γενικά είχε να κάνει με μια θεωρία γύρω από το αρχιπέλαγος των πατέρων του: Π ρο­ τού αναγκαστούν να καταφύγουν στα νησιά τους, οι Φρίζιοι υπήρξαν μια δυναμική αξ ιόλογη ηπειρωτ ική ράτσα και φαίνεται πως αυτο ί και η γλιόσσα τους είχαν περισσότερα κοινά σημεία με τους Άγγλους και την


250

Η E rι o x ll Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ρ Ε Λ Σ

αγγλική όπως μιλιέται σήμερα από οποιαδήποτε άλλη γερμανική φυλή που είχε ποτέ εισβάλει στη Βρετανία. Ήταν μάλιστα της γν(σμης πως ο Χ ένγκιστ και ο Χόρσα είχαν καταγωγή φριζική. (Πού ήταν ο πολυμαθής μου να το επιβεβαι(σσε ι; Ακούγοντας τον Κόνραντ να μιλά, έβλεπα κιό­ λας τους δυο εισβολείς κάτω από διαφορετικό φως: αντί για κάτι μεγα­ λόσωμους φακιδιάρηδες λιναρότριχους γίγαντες που εφορμούσαν μα ι­ νόμενοι στο Κεντ, φανταζόμουν τ(σρα ένα ζευγάρι καραφλές αλογομΟίl­ ρικες φιγούρες, όπως αυτή του Κόνραντ, να βάζουν, κατα 'ίδρωμένες κα ι πνίγοντας ένα ντροπαλό βηχάκι, το πόδι τους στις ακτές μας. ) Π ρόσθε­ σε μάλιστα ένα ακόμα αποδεικτικό στοιχείο γ ια τη στενή σχέση ανάμεσα στα δύο έθνη: Δυο αι(σνες μετά τον Χένγκ ιστ, όταν ο άγιος Ουίλφρεντ της Υόρκης, που είχε ναυαγήσει στα Φρ ιζικά νησιά, άρχισε να κηρύττει στους ειδωλολάτρες κατοίκους, δεν χρειάστηκε τη συνδρομή διερμηνέα. Το ίδιο έγ ινε και όταν ο άγιος Ουίλιμπρορντ ήρθε στα νησιά, από τη Νορθουμβρία. Του ζήτησα τότε να μου πει κάποια φράση στα φριζικ ά. Δεν μπόρεσα να πιάσω το νόημά της αλλά οι λιγοσύλλαβες εκείνες λέ­ ξεις με τα στρωτά φωνήεντα ηχούσαν ακριβ(σς σαν αγγλικές στα αυτι(Ί κάποιου που δεν ήξερε τη γλ(σσσα. Τον ζωγράφιζα ενόσω μιλούσε και το σχέδιο βγήκε πετυχημένο

-

με

τα χαρακτηριστικά που είχε ήταν αδύνατο να πέσω έξω. Π εριεργάστηκ ε το αποτέλεσμα με προσοχή και ικανοποίηση και προσφέρθηκε να με συ­ νοδεύσει στο αγγλικό προξενείο, όπου, καθ(σς έλπιζα, με περίμενε η σω­ τηρία. Αφήσαμε τα χρειιΟΟη μας, όπως τα ονόμαζε, στο γραφείο. «Ανά ­ γκη ν ' αγρυπνούμε» είπε. « Μεταξύ καλόσυνων και ατυχημένων δεν λε ί ­ πουν και κατεργάρικοι που ορέγονται κλοπάς». Ψ ηλός και οστε(σδης. με το μακρύ λιωμένο παλτό του και τη φαρδιά του ρεπούμπλικα έδειχνε σοβαρός και περισπούδαστος, αν και υπήρχε κάτι στην όλη του εμφάν ι ­ ση και στο πλατύ χαύνο βλέμμα του που έδινε την εντύπωση του παρά ­ λογου. Το κομψό καλοβουρτσισμένο καπέλο του ήταν στα πρόθυρα της διάλυσης. Με απροσδόκητα κοσμικό ύφος μού έδειξε τη φίρμα του κα ­ τασκευαστή στο μέσα μέρος: «Είναι του Χάμπ ιγκ, ξέρεις. Πρώτος καπε­ λαδούρας στη Β ιέννη».


ΒΙΕΝΝΙΙ

25 1

Τα περίχωρα ήταν ακόμα πιο κατα θλιπτικά με το φως της μέρας. Ο ξε­ ν(ονας μας βρισκόταν στην οδό Κολόνιτσγκασε, στο Τρίτο Διαμέρισμα, ανάμεσα στις προβλήτες εκφορτώσεων του τελωνείου και τις βρόμικες καμάρες μιας οδογέφυρας και μιας υπερυ ψ ωμένης σιδηροτροχιάς, βου­ βής τιορα, όπως άλλωστε και ολόκληρο το έρημο τετράγωνο. Σκουπίδια έπνιγαν τα πάντα. Ο δρόμος μας περνούσε από τη Γέφυρα Ραντέτσκ ι και συνεχιζόταν κατά μήκος της Διώρυγας του Δούναβη μέσα από ένα θλιβε­ ρό σκηνικό γεμάτο εξαθλιωμένα κτίρια και λερό χιόνι κάτω από συννε­ φιασμένο ουρανό. Στρίψαμε στη γωνιά της Ρότεντουρμστρασε και, κα­ θώς πλησιάζαμε την παλιά πόλη, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Π ε­ ράσαμε τον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου με το μοναδικό γοτ θ ικό βέλος. Τα πρόχειρα οχυρ(οματα και τα οδοφράγματα της προηγούμενης μέρας ήταν ακόμη εκεί αλλά η διάβαση επιτρεπόταν, και για την (ί)ρα του­ λάχιστον ο απόηχος των όπλων είχε σιγάσει. Η πόλη φαινόταν να έχει ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της. Π αλάτ ια άρχισαν να συνωστίζονται , σιντ ριβάνια να αναβρύζουν και μνημεία έξοχης τέχνης να προβάλλουν. Διασχίσαμε το Γκράμπεν με κατεύθυνση την Αμ Χοφ Π λατς : Π ροσπερ­ νώντας μια ψηλή κολόνα με το άγαλμα της Π αρ θ ένου. χωθήκαμε σε μια πάροδο, όπου αντικρίσαμε ένα κοντάρι σημα ίας και το εραλδικό οβάλ από κασσίτερο με το λιοντάρι και το μονόκερο πάνω του - σημάδια του βρετανικού προξενείου. Όταν μπήκαμε μέσα, ο υπάλληλος έψαξε σ ' όλες τις θυρίδες για το συστημένο γράμμα μου. Όμως δεν το βρήκε πουθενά. Αν η Β ιέννη ως εκείνη τη στιγμή μού είχε φανεί μαύρη και άραχλη, τώρα, καθώς αντάμωνα πάλι με τον Κόνραντ που με περίμενε λίγο π ιο κάτω, στη Βάλνερστρασε, φάνταζε δυο φορές χειρότερη. Ψ ιλό χιονόνε­ ρ ο είχε αρχίσει να πέφτει. « Μην αποκαρδι(ονεσαι, φίλτατον παιδίον» είπε ξαναβλέποντάς με εκείνος. « Π ρέπει να συσκεφθούμε». Κατηφορί­ σα με την Κεντρική Λαχαναγορά. Στο βάθος μπροστά μας, μια μεγάλη στοά οδηγούσε στο προαύλιο του Χ όφμπουργκ και οι γκριζοπράσινοι τρούλο ι συναθροίζονταν πάνω από τα αραδιαστά παράθυρα. Τρυπώσα­ με στην εκκ λη σία του Αρχαγγ έλ ου Μ ιχαήλ από την αριστερή πύλη. Ή ταν κατασκότεινη και σε σύ'Υκ ριση με τον κλασικό περίγυρο απροσδό-


252

Η E n o x ll Τ ΙΙ Σ ΔΙΙ ΡΕλΣ

κητα γοτθική και άδεια από κόσμο, εκτός από έναν νεωκόρο που άναβε τα κεριά προετο ιμάζοντας τη λειτουργΙα. Εγκατασταθήκαμε σε δύο στα­ σΙδια και ύστερα από κάτ ι μασημένες προσευχές για τα μάτια του εκ ­ κλησάρη, ο Κόνραντ ψιθύρισε: «Π ρόσεχέ με, Μάικλ ! Δεν ήρθε η συντέ­ λεια. Μηχανεύτηκα σχέδιον. Έχεις μαζΙ σου το ζωγραφικόν σου φυλλά­ διον; ». Έδειξα την τσέπη της χλαΙνης μου και κείνος αμέσως ανέπτυξε το σχέδιό του: Σύμφωνα με αυτό θα παράσταινα τον επαγγελματΙα σκ ι­ τσογράφο πηγαΙνοντας από σπίτι σε σπίτι και ζητιόντας να κάνω το πορτρέτο των ενοίκων με κάποια αμο ιβή. Τρομοκρατήθηκα φυσικά , πρώτα πριότα επειδή ντρεπόμουν να κάνω κάτι τέτοιο και στη συνέχεια γιατί ήμουν σχεδόν βέβαιος πως δεν θα τα κατάφερνα ποτέ. Του εξήγη­ σα πως το δικό του σκίτσο ήταν απλιός η εξαΙρεση που επιβεβαΙωνε τον κανόνα. Τα σχέδιά μου ήταν ερασιτεχνικά · αν έκανα πράξη την ιδέα του, θα ήταν σαν να προσπαθούσα να αποσπάσω χρήματα με ψεύτικες προ­ φάσεις. Ο Κόνραντ όμως παραμέρισε τις αντιρρήσεις μου: Δεν είχα πα­ ρά να θυμηθιί> τους υπαΙθριους ζωγράφους που περιπλανιόνταν στα πα­ νηγύρια. Στο κάτω κάτω, γιατί φοβόμουν τόσο να ρισκάρω μια σταλΙfΙ ; Η πολ ιορκία του ήταν ήπια αλλά ανυποχιόρητη.

Έτσι παρέδωσα τα όπλα και γρήγορα ένιωσα την ιδέα να με ξεσηκιίι­ νει. Π ροτού αφήσουμε την εκκλησΙα σκέφτηκα να ανάψω ένα κερί για το καλό, αλλά δεν βρέθηκε ούτε ένα κέρμα στις τσέπες μας. Τραβήξαμε προς τη συνοικ Ια της Μαρίαχιλφ. Π ροσπαθιόντας να συντονΙσει το βήμα ΤΙΗ' με το δικό μου, ο Κόνραντ είπε: «Αρχή θα κάνουμε από τους μικρούς κε ­ ρατάδες». Γύρισα και τον κοίταξα σαστισμένος - τον ήξερα τόσο προ­ σεκτικό στις εκφράσεις του: «Ποιους κερατάδες, Κόνραντ;». Καρφιόθη­ κε στη θέση του μεμιάς και το χριί)μα της ντροπής ρόδισε στο μακρουλίl του πρόσωπο. «Ω, φίλ τατον παιδίον» φιόναξε. « Εκλιπαριί> τη σUΓγνιίψη σου! Ich meinte , wir wUrden mit ΚJeίnbϋrgern anfangen - ήθελα να πω: αρχή θα κάνουμε από τους μ ικρο ύς μπουρζουάδες! Οι σο ·ίλήδες ε (')ι ίι πλησίον -έδειξε με κυκλική χειρονομία την παλιά πόλη- έχουν κ αθ ίl ­ λου ειπεΙν θαλαμηπόλους, αφθόνους και αψηλομύτες που δεν ευδοκο ίη' να συναινέσουν». Όση ιόρα περπατούσαμε, μου έκανε πρόβα σε αυτι 'ι


Β Ι ΕΝ Ν Ι Ι

25 3

που θα έλεγα. Είχε τη γνισμη πως θα έπρεπε να χρειί)νω πέντε αυστριακά σελίνια το πορτρέτο. Του είπα πως το ποσόν ήταν υπερβολικό: Θα ζη­ τούσα μόνο δυο, δηλαδή κάτι περισσότερο από ένα αγγλικό σελίνι. Για­ τί όμως να μην ερχόταν και αυτός μαζί, τουλάχιστον τις πριίηες φορές; «Φίλ τατον παιδίον» έκανε «ένας μεσοκαιρίτης ωσάν εμέ θα τους έκοπτε τα ήπατα ! Συ τουναντίον ως νεοσσός θα κάψεις καρδίας». Μου εξήγησε πως οι Ι�ιεννέζικες εξιί)πορτες ήταν εφοδιασμένες με οπές παρακολούθη­ σης στο ύψος του ματιού που χρησίμευαν στους ενοίκους των σπιτιιί)ν για να εξετάζουν τους υποψήφιους επισκέπτες προτού τραβήξουν το σύρτη. «Ποτέ μην προσβλέπεις την οπήν» με συμβούλεψε. « Π ριοτα ση­ μαίνεις, και κατόπιν ατενίζεις προς τα άνω, εις τον Ύψιστον, αφελιί)ς και αυθορμήτως». Μου πήρε το μπαστούνι και με ορμήνεψε να έχω πά­ ντα διπλωμένο το παλτό στο ένα χέρι και να κρατιί) το μπλοκ και το μο­ λύβι μου στο άλλο. Το ντύσιμό μου ήταν βέβαια λίγο αλλόκοτο, αλλά κα­ τά τα άλλα τα ρούχα μου ήταν καθαρά ακόμη και σε καλή κατάσταση: αρ­ βύλες, στρατιωτικές γκέτες, παντελόνι ιππασίας, δερμάτ ινο γιλέκο, ένα γκρ ίζο πουκάμισο και μια γαλάζια υφαντή μποέμικη γραβάτα. Χ τενί­ στηκα στο τζάμι μιας βιτρίνας και όπως πλησιάζαμε στο πεδίο των ΕΠ ι­ χειρήσεων συλλογιζόμουν πως θα μοιάζαμε με τον γερο-Φέγκ ιν και τον αρχικατεργάρη νεαρό βοηθό του από τον Όλιβερ Τουίστ. Δώσαμε τα χέ­ ρια στο διάδρομο μιας πολύ παλιάς πολυκατοικίας και γω ανέβηκα τα σκαλοπάτια για να χτυπήσω το πρώτο κουδούνι στο μεσοπάτωμα. Η στρογγυλή μπρούντζινη τρυπούλα σπινθήρισε κυκλιί)πεια. Έκανα

πως δεν πρόσεξα το μάτι που είχε αντικαταστήσει το καπάκι της άλλης μεριάς αφήνοντας το βλέμμα μου να πλανιέται στο κενό και όταν άνοιξε η πόρτα και μια υπηρετριούλα με ρώτησε τι γύρευα, ξεφούρνισα αυτόμα­

τα τη φράση που είχα μάθει απέξω: "Darf ich mit der GnίI: Frau sprechen, bitte?" • . Με άφησε να περιμένω με την πόρτα ανοιχτή και να προετοιμά-

«ΠαρακαλιiJ, μπoριi! να μιλήσω στην αξιότιμη κυρία του σπιτισί,;»


Η ι,:ιιοχll Τ Ι Ι Ι Δ Ω Ι' Ε Λ Ι

254

ζω με προσοχή την επόμενη φράση μου: "Guten Τag, Gna Frau ! Ich bin ein engl ί5cher Student , der Ζυ FU5S nach K onstantinopel w andert , und ich mochte 50 gern eine Skizze νοπ Ihnen machen ! ". · Δεν πρόλαβα να την ξε ­ στομίσω όμως, γιατί στο μεταξύ η αποστολή της υπηρετριούλας στο σα ­ λόνι, όπου δεν της δόθηκε καιρός να αρθρώσει λέξη, είχε μια έκβαση π ο υ ούτε ο Κόνραντ ούτε γω μπορούσαμε να προβλέψουμε. Η τσιριχτή φων ή ενός άντρα μάς πήρε τα αυτιά: 'Άch nei n ! Es ist nicht mehr Ζυ leiden ! ". ** Και την ίδια στιγμή ένας φαλακρός κοντοστούπης με κόκκ ινη φανελένια ρόμπα πρόΙ�αλε κατρακυλιοντας στη σκάλα με ταχύτητα μπάλας κανο­ νιού για να προσγειωθεί στο διάδρομο. Το κεφάλι του ήταν γυρισμένο προς τα πίσω και είχε τα μάτια σφαλιστά για να αποφύγει κάποιο σιχα­ μερό θέαμα ενώ οι παλάμες στην άκρη των απλωμένων μπράτσων του ε ί­ χαν τεντωθεί απορριπτικά. 'Άber nein , Hel mut ! " μουτ ! » έσκουζε. "Nein , nein , nei n ! Weg, weg ! "

-

-

«Όχι πάλ ι, Χ έλ­

«Δρόμο, δρόμο ! »

Οι

γροθιές του τιόρα είχαν ακουμπήσει στο στέρνο μου και το πίεζαν δυνα­ τά. Άρχισε να με παρασέρνει σαν χιόνι που το σαριονει εκχιονιστήρας και οι δυο μαζί, ο ένας σκουντώντας και ο άλλος πισωπατώντας, δ ιαβή­ καμε σκοντάφτοντας πόρτα και πλατύσκαλο μέσα σε απίστευτη σύγχυση . Στο μεταξύ η μικροκαμωμένη υπηρέτρια ούρλιαξε: « Η e π director! Αυ­ τός δεν είναι ο κύριος Χέλμουτ ! » Εκείνος τότε σταμάτησε μονομιάς και τα μάτια του, που άνοιξαν στο μεταξύ, πετάχτηκαν έξω από τ ις κόγχε ς . «Νεαρέ μου» φιοναξε εμβρόντητος «χίλιες φορές συγγνώμη ! Σε πήρα για το γαμπρό μου! Κόπιασε μέσα, κόπ ιασε! ». Ύστερα, γυρίζοντας κατά

το

δωμάτιο που είχε μόλις αφήσει: «Άννα» φώναξε. «Δεν είναι ο Χ έλμουτ » . Μ ια κυρία με τη ρόμπα της έκανε την εμφάνισή της σιγοντάροντας Ι�ια ­ στικά τον άντρα της. «Αγαπητέ κύριε» ξανάπε αυτός «σας παρακαλ( ίJ . περάστε μέσα ! ». Μ ε προιί)θησαν ολοταχώς στο σαλόνι. «Γκρετλ ! Φέρε •

«Καλημέρα, αγαπητή κυρία ! Είμαι ένας άγγλος σπουδαστής που πηγαίνε ι μ[ τα πόδια στην Κωνσταντινούπολη και θα επιθυμούσα πολύ να κάνω το ΠΟI,1τρέτο σας ! »

"' . «Δεν το υποφέρω πια! Ω ς εδ(ί) και μ η παρέκε ι ! »


Β Ι ΕΝΝΙΙ

255

αμέσως ένα ποτήρι κρασί και ένα κομμάτι κέικ. Ορίστε! Καθίστε με την άνεσή σας. Ένα πούρο μήπως;» Τερμάτ ισα σε μια πολυθρόνα. φάτσα στο ζευγάρι που με κοίταζε μειδιώντας. Το ροδαλό πρόσωπο του κυρίου διακοσμούσε ένα από κείνα τα κερωμένα και κατσαρωμένα μουστάκ ια που κάθε νύχτα στο κρεβάτι φιξάρονται με αραχνοϋφαντη γάζα. Τα μά­ τια του γυάλιζαν και τα δάχτυλά του χόρευαν σε ρυθμό δύο τετάρτων πά­ νω στα γόνατά του καθώς μιλούσε. Η γυναίκα του κάτι μουρμούρισε και κείνος είπε: «Α, μάλιστα ! Λο ιπόν, εσείς ποιος είστε; » . Άρχισα από τη δεύτερη φράση μου (φο ιτητής, Κωνσταντ ινούπολη, το πορτρέτο σας κ.λπ.). Με άκουσε όλος αυτιά και πριν ακόμη τελει(οσω, χύμηξε σαν σί­ φουνας στην κρεβατοκάμαρα για να ξαναβγεί σε δύο λεπτά φορ(ί>ντας ένα σκληρό κολάρο με πουαντιγέ παπ ιγιόν και ένα βελούδινο σακάκ ι γαρνιρισμένο με σιρίτια. Το μουστάκι του ήταν φρεσκοκατσαρωμένο και δυο μονάκριβες καλοστρωμένες τούφες μαλλιού είχαν μετακομίσει στο κούτελο με πολλή μαστοριά. Καθισμένος άκρη άκρη στην καρέκλα, έπλε­ ξε τις :ι:ι:αλάμες πάνω στα ενωμένα του γόνατα αφήνοντας τους αγκ(ί>νες να εξέχουν επιδεικτικά και, ατενίζοντας περήφανα στο κενό , πάγωσε ολόκληρος μέχρι τη μέση, ενώ η άκρη του ποδιού του σφυροκοπούσε με διαβολεμένο ρυθμό το πάτωμα. Έπ ιασα δουλειά και η σύζυγος γέμισε και δεύτερο ποτήρι κρασί για μένα. Το σκ ίτσο δεν μου φάνηκε της προ­ κοπής, αλλά ενθουσίασε κυριολεκτικά το μοντέλο μου. Π ήδηξε πάνω και βάλθηκε πασίχαρος να κόβει βόλτες στο δωμάτιο κρατώντας το σε από­ σταση με το ένα χέρι ενώ με το δείκτη και τον αντίχειρα του άλλου αξιο­ λογούσε κάθε λεπτομέρεια. 'Έίπ chef' d ' oeuvre ! " αποφάνθηκε. 'Έίπ wirkliches MeisterstUck ! " - «Σωστό αριστούργημα ! » Έδειξαν και οι δυο κατάπληκτοι για τη μικρή αμοιβή που ζητούσα. Έτσι συγκατατέθηκα να δεχτώ μερικά πούρα επιπλέον και να φτιάξω το σκίτσο της συζύγου. Όση ώρα εκείνη ποζάριζε, αυτός δεν σταματούσε να μετακινεί το προφίλ της με άξονα τον κότσο των μαλλιών στην κορυφή για να πετύχει πιο εκ­ φραστ ικές γωνίες όταν τελείωσε και αυτό με οδήγησαν στο απέναντ ι δ ιαμέρισμα για να ζωγραφίσω μια συνταξιούχο τραγουδίστρια που με τη σειρά της με σύστησε στη γυναίκα ενός εκδότη βιβλίων μουσικής. Είχα


Η !; r ι o x r ι Τ Ι Ι Σ Δ Ω Ι' Ε λ Σ

256

κάνει το ντεμπούτο μου ! Βρήκα τον Κόνραντ να με περιμένει υπομονε­ τικά στο πεζοδρόμιο. Τον πλησΙασα με ύφος κάποιου που εΙχε μόλι ς αποκεφαλΙσει το δράκο του παραμυθιού και κείνος επευφήμησε με την Ιδια ζέση το κατόρθωμά μου. Μ έσα σε λίγα λεπτά εΙχαμε κιόλας βολευτεί σ' ένα συμπαθητικό ταβερνάκι για να παραγγεΙλουμε τρυφερό σουβλιστό κρέας, πατάτες στα κάρβουνα με νοστ ιμότατα λουκάνικα και κρασί. Χά­ ρη στην Τρούντι, τον ταγματάρχη Μπροκ, τον Κόνραντ και τα μοντέλα της ημέρας, το σ(ίψα μου είχε καταφέρει να μην εγκαταλεΙψει την ψυχή μου ως τη στιγμή εκείνη ' αυτό όμως ήταν το πρώτο κανονικό μου γεύμα ύστερα από το δείπνο στο κάστρο δυο μέρες νωρίτερα, Ο χρόνος που με­ σολάβησε εΙχε φανεΙ ατέλειωτος. Όσο για τον Κόνραντ, θαρρώ πως δεν είχε αγγίξει φαγητό για πολύ περισσότερο διάστημα, Ωστόσο έδειξε ενο­ χλημένος από τη σπατάλη μου. Αντί για άλλη απάντηση του θύμισα ένα στίχο από το Χειμωνιάτικο παραμύθι που λΙγο πριν ξεφυλλίζαμε μαζί : Α υτό 'ναι δαιμονικό χρυσάφι, κοπέλ ι μ ου, και θα το δεις! Κ α ι καθιίJ ς τσουγκρίζαμε ποτήρια, το κέφι μου άρχισε να τον ανάβει και κείνον : « Βλέπεις, φΙλ τατον παιδίον, πως το θαρραλέον φρόνημα πανταχού ευω­ δούται;». Μετά το τσιμπούσι μας , ξανάπ ιασα δουλειά αφήνοντας τον Κόνραντ σε ένα καφενείο να διαβάζει το σαιξπηρικό ποίημα Αφρ οδίτη και Άδωνις. Τα σκίτσα μου εκείνα δεν ήταν καλύτερα ή χειρότερα από αυτά που κάνει κατά κανόνα ένα συνηθισμένο αυτοδίδακτο χέρι. Πότε πότε, όταν είχα απέναντί μου χαρακτηριστικά πολύ τονισ μ ένα ή παραπλήσια σε φυσική καρικατούρα, λίγες γραμμές ήταν αρκετές για να πετύχω κάποια ομοιότητα, όμως χρειαζόμουν τουλάχιστον ένα τέταρτο της ώρας ή κ αι περισσότερο για να το κατορθώσω. Ήταν μια διαδικασία κοπιαστικ ή με κάμποσα σβησίματα που ολοκληρωνόταν από παχύ άπλω μα σκ ιάς

με

την άκρη του δαχτύλου. Αλλά τα μοντέλα μου δεν είχαν μεγάλες απαι­ τήσεις σε πολλούς ανθρ(i:ιπους αρέσει να τους ζωγραφίζουν και συχνά χειρότεροι ερασ ιτέχνες από μένα επιδοκιμάζονται με απροσδόκητο εν­ θουσ ιασ μό . Ήξερα πως χρωστούσα την επ ιτυχία μου στις ευγενικ ές [�ιεννέζικες καρδιές και μολονότ ι με τσιγκλούσε ένα χλιαρό αίσθη μα


Β Ι ΕΝΝΙΙ

257

ενοχής δεν μπορούσα να [�γάλω από το μυαλό μου την ελκυστική σκέψη πως ήμουν ικανός, επιτέλους, να κερδίσω λίγο πολύ τίμια το ψωμί μου σε (ί)ρα ανάγκης. Π ρέπει να προσθέσω πως οι ξαφνικές καταδύσεις μου στο άγνωστο με είχαν τόσο απορροφήσει (σστε γρήγορα η αρχική συστο­ λή μου έδωσε τη θέση της σε κάτι νεύρα από ατσάλι. Μ ια κάρτα, τοποθετημένη σε μεταλλικό πλα ίσιο κάτω από κάθε κου­ δούνι, φανέρωνε το όνομα του ενο ίκου. Η πλη θ (ί)ρα ξένων ονομάτων μαρτυρούσε την τεράστια κληρονομιά της αυτοκρατορίας των AΨI�oί,ρ­ γων στο ζενίθ της.'" Π ολλο ί ξένοι υπήκοοι που έI�ρισκαν τις περιφερεια­ κές τους πρωτεύουσες πολύ στενές για τα μέτρα τους είχαν συγκεντρω­ θεί στη λαμπρή αυτοκρατορική πόλη: Τσέχοι, Σλοβάκοι, Ούγγροι, Ρου­ μάνοι, Π ολωνοί, Ιταλοί, Εβραίοι από την κεντρική και ανατολική Ευ­ ρ(σπη καθ(σς και όλα τα γένη των Νοτιοσλάβων. Μάλιστα σε κάποιο δια­ μέρισμα βρήκα έναν συμπαθητικό καλοστεκούμενο κύρ ιο από τη Βοσ­ νία, γόνο ίσως οικογένειας εξ ισλαμισμένων Βογομίλων, τον δρα Μου­ ράτ Ασλάνοβιτς Μπέη, που παρά τα γεγονότα του ΣεράγεI�oυ είχε μείνει σταθερά π ιστός στην Αυστρ ία . Μ ια κορνιζαρισμένη σημα ιούλα στον τοίχο είχε ακόμη πάνω της τα ενωμένα σύμβολα του αυστρ ιακού αετού και του μισοφέγγαρου και ένα πρες -παπ ιέ στο γραφείο του παράσταινε τη μικροσκοπική χάλκ ινη φιγούρα ενός στρατιώτη που ορμά στη μάχη με γυμνή ξιφολόγχη και με τη φούντα στο φέσι του ν' ανεμίζει - ανα­ μνηστικό του π ρ(στου Βοσνιακού Συντάγματος Π εζικού. (Τα σκληρο­ τράχηλα εκείνα σ(ί)ματα του I�oυνoύ είχαν σκορπ ίσει τον όλεθρο σε όλη •

Φλωρεντία, Μ ιλιίνο , Τεργέστη, Βενετία, Φισίιμε, Λιουμπλιιίνα, Ζιίγκρεμπ, Ραγοί,σα, Σεριίγεβο , Βουδαπέστη, Κ λάουσενμπουργκ , Τσέρνοβιτς, Λβοr�, Μπρνο, Π ριίγα: Ολες αυτές ο ι πόλεις αποτέλεσαν κατιί καιρούς μέρος της αυτοκρατορίας. Η εισροή των κατο ίκων τους στη Βιέννη υπήρξε ο αντίπο­ δας του ενδημικοί, αλυτρωτισμού και των σπoραδικιίrν εξεγέρσεων. Ο απο­ λυταρχισμός των Αψβοίιργων, καθιi.ις και η μυστική αστυνομ ία του Μέτερ­ νιχ και η φοr�ερή οχυρή φυλακή του Σπίλμπεργκ της Μοραβίας υπήρξαν οι κακο ί δαίμονες που επηρέασαν ένα μεγιιλο μέρος της λογοτεχνίας του 1 9ιηι αιιίιvα: τον Μπριίοιινινγκ, τον Μέρεντιθ και τον Σταντάλ.


258

Η " l l o x l l Τ Ι Ι Σ Λ a l' Ε Λ Σ

τη γραμμή του ιταλικού μετ(οπου, από τις Δολομιτικές Άλπεις ως τ ο Ισόντζο,) Είχε από καιρό ανταλλάξει το φέσι του με ένα γκρίζο κυνηγε­ τικό καπέλο στολισμένο με φτερό τετράωνα και, όπως με άφησε να κα­ ταλάΙ�ω, δεν τηρούσε και πολύ αυστηρά το ραμαζάνι, Το λευκό σφηνωτό του γένι διευκόλυνε πολύ το χέρι μου, Σε πολλά σπίτια, κάποια μεμ ο­ νωμένα εμβλήματα ξεχώριζαν σαν κλειδιά πριν από μουσικό κομμάτι: Ο Φραγκίσκος Ιωσήφ, ο διάδοχος Όθων με γουνογαρνιρισμένη στολή ουγ­ γαρέζου άρχοντα' ένας Εσταυρωμένος ή μια θρησκευτική χρωμολιθο ­ γραφία ή μια εικόνα ή ακόμα μια φωτογραφία του πάπα Π ίου του Α ' με τιάρα και τα κλειδιά του Αγίου Π έτρου' το Άστρο του Δαβίδ να πλα ι­ σι(όνει το Ανείπωτο Τετραγράμματο, Επειδή το συναντά κανείς σε Ι�ι­ βλία μαγείας, το σύμπλεγμα αυτό των τριγώνων καθώς και τα εβρα'ίκ ι'( σύμβολα φάνταζαν πάντοτε απόκρυφα και μυστηριώδη, Αντίκριζα ακό­ μα ξεθωριασμένα οικόσημα, ρητά σε κορνίζες, μετάλλια και διπλ(ίψαΤΗ και παλιά σχολικά πηλήκια, τσαλακωμένα σαν φυσαρμόνικες, με κεντη­ τά μονογράμματα στον τεπέ, τρίχρωμες εσάρπες και χερόχτια ξιφομc(­ χων' φωτογραφίες του Μαρξ ή του Λένιν, το αστέρι με το σφυρ ί και ένα δυο δρεπάνια, Αν δεν θυμάμαι να είδα σβάστ ικες ή φωτογραφικά στ ι γ ­ μ ιότυπα του Χ ίτλερ , δεν οφειλόταν στην απουσία των ναζί' υπήρχαν άφθονοι εκεί' όμως τις μέρες εκείνες η χρησιμοποίηση τέτοιων συμΙ�ί)­ λων ήταν τιμωρητέο παράπτωμα, Υπήρχαν επ ίσης νεκρ ικά εκμαγε ί (( του Μπετόβεν και γύψινες προτομές του Μότσαρτ και του Χάιντν, πα ­ τιναρισμένες (όστε να μοιάζουν από παλιό ελεφαντόδοντο, Αυτή η ποι­ κίλη εικονογραφία ξεδιπλωνόταν παράλληλα με μια άλλη όπου η Γκριό ­ τ α Γκάρμπο, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Λίλιαν Χάρβε 'ί, η Μπριγκίτα Χ ελμ. ( 1 Ρόναλντ Κόλμαν, ο Κόνραντ Βάιτ , ο Λέσλι Χάουαρντ και ο Γκάρι Κ u ίl περ επιΙ�εβαίωναν ξανά την οικουμενική λάμψη τους, ***

Μόλις που υπήρχε τόπος να σταθιό στο πρώτο διαμέρισμα που θέλησα νι ( επ ισκεφτ(ό εκείνο το απόγευμα, Τα πατώματα ήταν μπλοκαρισμένα μ ι' μπαούλα, καφάσια και χαρτοκ ιβώτια όλο αινιγματικά σχήματα που ε ίχα\'


13 I Ε Ν Ν I I

259

πάνω τους την επιγραφή Αδελφοί Κ όσκα με κόκκινα γράμματα. Αφίσες σε πολλές γλ(οσσες παρουσίαζαν τους Αδελφούς, μασκοφορεμένους και κουκουλοφόρους, να διασχίζουν φαράγγια πάνω σε τεντωμένο σκοινί, να εκτοξεύουν ο ένας τον άλλο μέσα από κ ιλλίβαντες κανονιών, να απο­ γειώνονται για να ανταλλάξουν χειραψίες στον αέρα κάτω από το χιαστό φως των προβολέων, να στοιβάζονται μαζί σε επικίνδυνες ακροβατικές πολυώροφες παγόδες και να βροντοβολούν περιστρεφόμενοι στο εσωτε­ ρικό γιγάντιων βαρελι(ον καβάλα στις μοτοσικλέτες τους. Δεν έλειπαν φυσικά και οι αδελφές Κόσκα καθώς και οι ασπρομάλληδες παππούδες Κόσκα και τα εγγόνια που μπουσουλούσαν, όλοι με γλ(ί)σσα που έκοβε και έραβε, πάντοτε στα τσέχικα ! Αθλητικοί, χαμογελαστοί, καλοκαμωμέ­ νοι, με ύφος λίγο σαστισμένο και φιγούρες σχεδόν ταυτόσημες μεταξύ τους, δεν σταματούσαν να γυμνάζουν τα γόνατα και να πασπατεύουν τα ποντίκια τους καθώς φλυαρούσαν, ή να συσπούν αργά πότε τη μια και πό­ τε την άλλη ωμοπλάτη. Για κάμποσα λεπτά ένιωθα χαμένος μέσα σε αυτό το πλήθος. Τέλος, με σφιγμένη καρδιά πλησίασα έναν μυ(ί)δη πατριάρχη και αναμάσησα τη στερεότυπη πρότασή μου να κάνω το σκίτσο του. Δεν μ ιλούσε γερμανικά, ωστόσο μου έδωσε ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη και έστειλε στο διπλανό δωμάτιο ένα νεαρό που γί1ρισε πίσω αμέσως κο­ μ ίζοντας μια γυαλιστερή φωτογραφία. Σε αυτήν, σύσσωμο το σόι των Κόσκα ζυγιαζόταν στην πιο ιλιγγιώδη φάση ενός θριαμβευτικού ακροβα­ τικού φινάλε με τον πατριάρχη --σαν άλλον Άτλαντα- στη βάση. Ορνι­ θοσκάλισε μια καλλιτεχνική υπογραφή και μια συγκαταβατική αφιέρωση και στη συνέχεια με οδήγησε ευγενικά από τον έναν Κόσκα στον άλλο, από τον σταφιδιασμένο παππού ως τον τελευταίο πιτσιρίκο που πρόσθε­ σαν ένας ένας την υπογραφή τους μαζί με δυο φιλικές λέξεις και μια σει­ ρά θαυμαστ ικών. Όταν ολοκληρώθηκε η συλλογή των υπογραφών, εγιί) ξαναθυμήθηκα το βιολί μου σχετικά με τα σκίτσα αλλά με φωνή πνιγμένη πια, γιατί όλο το θάρρος μου είχε εξαντληθεΙ Με κοίταξαν ερωτηματικά και μεμιάς ξέσπασαν χορωδιακά σε καλοσυνάτες διαμαρτυρίες: «Όκ ι, όκι, όκι! ... Για εικόνα ντεν παίρνει λεφτά. Όκι, όκι, όκι! Αυτή χάρισμα ! » . Τους συγκίνησε πάντως πολύ η ιδέα του αποστολικού ταξιδιού μου.


2 60

Στο επόμενο διαμέρισμα, κάποιος μόλις είχε πεθάνει. Στο τρίτο, η καμαρ ιέρα, που με οδήγησε σ' ένα μισοσκότεινο χολάκ ι, μου έκανε νόη­ μα να σωπάσω. Αμέσως μια χαριτωμένη ξανθιά με ροζ πασουμάκ ια yall ­ νιρ ισμένα με πούπουλα κύκνου πρό βαλε στις μύτες των ποδιιον μέσΗ από ένα ροζ μπάνιο δένοντας βιαστικά το μεταξωτό κορδόνι της πρ α σ ι­ νογάλαζης ρόμπας της. Έ βαλε αλληλέγγυα το δάχτυλο στα κε ρασένω της χείλη επιβάλλοντάς μου σιωπή και ψιθύρισε : « Είμαι απασχολημέν η αυτή τη στ ιγμή Schatzi li χρυσό μου ! » . Έδειξε με νόημα την κλειστή -

πόρτα που βρ ισκόταν πίσω της, δίπλα σε κείνη του μπάνιου. Πάνω στο τραπέζι ήταν αφημένα ένα στρατιωτικό πηλήκιο με λοφίο και μια χλα ί­ νη, ενιί) μια σπάθη ιππ ικού ήταν ριγμένη σε μια πολυθρόνα. «Έλα πίσω σε καμιά ωρίτσα». Ύστερα με ένα γελάκ ι και ένα χάδι στο μάγουλό μο ι l εξαφανίστηκε πατά>ντας πάντα στις μύτες των ποδιών. Όμως στο τέταρτο διαμέρισμα έμενε ένας μουσικοδιδάσκαλος, που είχε μια κενή ιί)ρα ανάμεσα σε δυο μαθήματα και ήταν διαθέσιμος. ΈΠΗ ο Κόνραντ και γω μπορέσαμε να δειπνήσουμε και πάλι με όλη μας την άνεση στην παλιά πόλη. Μετά πήγαμε στον κινηματογράφο και τέλος ι π ένα μπαράκ ι για ποτό. Π ιάσαμε κουβέντα για τον Σαίξπηρ, την Αγγλία και τα Φριζικά Νησιά ρουφώντας δυο ακόμα από τα πούρα του κυρίο \' Διευθυντή -{Χναρωτ ιόμασταν τ ι Διευθυντής ήταν αλήθεια- σαν ()υο μπουκμέικερ ύστερα από μια τυχερή μέρα στον ιππόδρομο. Ο δρόμος της επιστροφής περνούσε από το Γκράμπεν και την Κέl1ντνερστρασε. Με τα πριοτα νυχτερινά φιοτα, την προσοχή μου τράΙ-\ηξ ε ένα κινούμενο μελ ίσσι από φανταχτερά κορίτσια που έριχναν αλάθευτι ι προκλητ ικά βλέμματα στους περαστικούς. Ο Κόνραντ κούνησε με σημα ­ σία το κεφάλι. «ΛάΙ-\ε πρόνοιαν, φίλτατον παιδίον» είπε σοβαρά σοΙ-\ α ­ ρά. «Τούτες είνα� παστρικές κυρίες που ορέγονται όβολα. Π ολύ ελευθ έ ­ ριες από φυσικού τους». ***

Την άλλη μέρα στο προξενείο βρήκαμε πάλι άδειες τις θυρίδες όμως δεν είχε πια τόση σημασία. Π ιο τολμηρός τώρα χάρη στην έκβαση της προ η-


Β Ι ΕΝ Ν Ι Ι

26 1

γούμενης μέρας, ο Κόνραντ είχε τη γνιί)μη πως θα μπορούσαμε να δοκι­ μάσουμε την τύχη μας σε καλύτερη συνοικ ία, πιο κοντά στην καρδιά της πόλης, αλλά πάντοτε έξω από τις επικ ίνδυνες ζιόνες όπου ψηλαρμένιζαν οι αψηλομύτες θαλαμηπόλοι. Τα πυργωτά κτίρια δεν μου ψάνηκαν πολύ διαψορετ ικά από κείνα που είχα κιόλας επισκεψθεί αλλά, τέλος πάντων. ως παραχιί)ρηση στους θεωρητ ικά πλουσιότερους νέους πελάτες μας . πε ίστηκα να ανεβάσω την ταρίψα από δυο σε τρία αυστριακά σελίνια. Την προκαταρκτική στιγμή , όπως στεκόμουν στην είσοδο με είκοσι τουλάχιστον άθικτα κουδούνια και κάμποσα μυστηριιί)δη πατιίψατα να στοιβάζονται πάνω από το κεψάλι μου μπροστά στην ακόμη κλειστή αυ­ λαία ενός ψρέσκου επεισοδίου γεμάτου απρόοπτα, α ισθανόμουν ένα ρί­ γος να με διαπερνά. Ο μόνος ήχος που έψτανε στα αυτιά μου ήταν οι νό­ τες από μια πρό[�α [�ιoλιoύ κάπου εκεί γύρω. Με το πριίnο κιόλας κουδούνι, ένας μουσάτος με μπλούζα εργασ ίας και μεταξωτό φουλάρι με έβαλε σε ένα δωμάτιο κατάμεστο από τελάρα ζωγραφικής, άλλα κρεμαστά και άλλα στηριγμένα στο πάτωμα. Αντί­ κρισα οροσειρές λουσμένες σε τριανταφυλλί λυκόφως, χάνια με κλημα­ ταριές, καμπαναριά κάτω από καταρράκτες ακακ ίας, οάσεις, σφίγγες, πυραμίδες και καραβάνια σε ηλιο[-ΚΧσίλεμα που έριχναν τη μακρόστενη σκιά τους πάνω στην απέραντη άμμο. Στη μέση της κάμαρας φι γουράρι­ ζε μια νωπή ακόμη, μισοτελειωμένη ανατολή σε κοραλλ ιογενές νησί φτε­ ρωμένο με φοινικόδεντρα . Χάιδευε το μούσι του καθιί)ς μου έδειχνε τον έναν π ίνακα μετά τον άλλο, σαν για να με [�oηθήσει στην εκλογή μου. Β ρέθηκα σε δύσκολη θέση όταν χρειάστηκε να του εξηγήσω πως κατά κάποιον τρόπο εκείνος και γω ήμασταν συνάδελφοι. Έδειξε πειραγμέ­ νος παρά τα προσποιητά γέλια και των δυο μας το μάτ ι του άστραψε κα ι τα κάτα σπρα δόντια του έτριξαν απειλητικά και μου φάνηκε πως, αν η εξώπορτα βρισκόταν λίγα βήματα πιο μακριά , θα είχε προλάβει να μου

ξεριζ(ό σει κανένα κομμάτ ι, μικρό σαν μπουκ ιά από τηγανίτα. Η έκπληξη καραδοκούσε στο επόμενο διαμέρισμα · εκεί με υποδέχθη­ κε μια Αγγλίδα από το Σουίντον με κάτι αλαφιασμένα μάτ ια και κοντά στρογγυλοκουρεμένα γκρίζα μαλλιά. Δεν ήθελε να τη ζωγραφίσω, αλλά


2 62

Η F. I I o X I l Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ρ li Λ Σ

μ ε τρέλανε στην πολυλογία καθ(ος σερβίριζε τ ο τσάι κ α ι μου πρόσφεQ ε φορτικά σκοτσέζικα μπ ισκότα από ένα παλ ιό τσίγκινο κουτί. Ήταν φεQ­ μένη πριν από πολλά χρόνια στη Β ιέννη ως συνοδός μιας κυρίας και ε ί­ χε κοντά της ασπαστεί τον καθολικ ισμό ' όταν εκείνη πέθανε, κληρονό­ μησε το μικρό διαμέρισμά της όπου τ(ορα παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματ α αγγλικ(ί)ν. Από το ύφος και τις κουβέντες της ήταν ολοφάνερο πως πεQ­ νούσε μια φάση παθολογικής θρησκοληψίας που είχε κυρίως σχέση με τ η γειτονική της φραγκ ισκανική εκκλησία. Με οδήγησε ένα πάτωμα πιο κά­ τω για να ζωγραφίσω μια ινδή φίλη της, χριστιανή μονοφυσίτισσα απίl το Τραβανκόρ. Τετράπαχη, τυλιγμένη σε μοβ σάρι με χρυσή τρέσα κάτω από το γούνινο παλτό της, ξεχείλιζε από μια κουνιστή πολυθρόνα πλά ι στο αγκομαχητό της σόμπας. Αποκεί με προβίβασαν σε ένα διαμέρισμα ταπετσαρισμένο με λευκό καστόρι και διακοσμημένο με βελούδα κοτλέ κα ι μπόλικα μαξιλάρια. Ο ιδιοκτήτης του, ένας γεροδεμένος ξανθομάλ­ λης αγγλόφιλος Ι�αρόνoς με ά σπρη φανέλα του πόλο, όχι μόνο με άφησ ε ευχαρίστως να τον ζωγραφίσω, αλλά ήθελε σ(ονει και καλά να κάνω τα σκίτσα τρι(ον κομψευόμενων νεαρ(ον με ίδιες φανέλες σε διαφορετ ικ[ι χρώματα όση (ορα έβαζαν δίσκους του Κ ολ Π όρτερ στο γραμμόφωνο και μου σερβίριζαν κοκτέ ιλ Μανχάταν μέσα από ένα τεράστιο επάργυQΟ σέικερ. Ο βαρόνος αναπολούσε με ζωηρή νοσταλγία τη λονδρέζικη

νυ ­

χτερινή ζωή και τον Ετήσιο Χορό Καλλιτεχν(ον του Τσέλσι. Όσο για τυ Χορό γ πηρετ(ον της λαίδης Μάλκολμ, δήλωνε πως δεν είχε λέξεις να εκ ­ φράσει τον ενθουσιασμό του. Ήταν μια ατμόσφαιρα γν(οριμη που μ ε έκανε για μια στιγμή ν α επ ιθυμήσω τ ο σπίτι μου. Όσο για την επόμενη εξά)π ? ρτα, είχαν στήσει τέτοιον τρικούβερτο καβγά πίσω της που ευχή ­ θηκα να μην είχα καν αγγίξει τ ο κουδούνι. Ένας τύπος διάβηκε μ ε Ι1αQ ι'1 βήμα το δ ιάδρομο περιλούζοντας με βρισιές κάποιον άλλο στο βάθυ ς του σπιτιού. Ανοίγοντας ορμητικά την πόρτα με αγριοκοίταξε με πολι'ι άχτ ι και αμέσως την ξανάκλεισε με πάταγο και ξανάπ ιασε τον καΙ1γ ('ι από το σημείο που τον είχε αφήσει. Σκόρπ ια βραδινά ρούχα ήταν πεταμένα εδώ και κει στο πάτωμα ω ι ' διαμερίσματος που είχε σειρά: ένα φράκο, μια λευκή γραβάτα, ένα ημ ί-


Β Ι ΕΝ Ν Ι Ι

263

ψηλο γ ια τις Ι�ραδιές της Όπερας, ένα ζευγάρι λαμέ ψηλοτάκουνα γοβά­ κ ια, μια μαύρη φούστα που λαμποκοπούσε από τ ις πούλιες, σωρός από σερπαντίνες και βροχή χαλάζι από χρωματιστά χάρτ ινα μπαλάκ ια που συνήθως πετάνε στα πάρτι. Η όψη του ξεχτένιστου νεαρού με π ιτζάμες που πρόβαλε σκουντούφλικα στην είσοδο είχε πάνω της οικεία σημάδια πονοκέφαλου από κρασοκατάνυξη. Τα πρησμένα μάτια του έστελναν ικετευτικά μηνύματα. «Να με συγχωρείτε» ψέλλισε «δεν μπορ<ί) να μιλή­ σω . . . ». Και, δε ίχνοντας το κεφάλι του, πρόσθεσε : « Kαταλαl�α ίνετε . . . K opfweh ! . . . » . Στο I�άθoς, π ίσω του, μια γυναικεία φωνή βογκούσε από εξάντληση και γω, θέλοντας και μη, τα παράτησα αμέσως. (Π αρόμοια συμπτιόματα συνάντησα σε πολλά πρόσωπα και σπίτια· ήταν το τέλος του καρναβαλιού που οι πολιτικές αναταραχές δεν είχαν κατορθ<όσει να αναχαιτίσουν. Η Τσικνοπέμπτη μόλις είχε περάσει.) Σε μια πολυθρόνα ευρύχωρου σαλονιού ενός άλλου πατιόματος, κουνώντας αργά το κεφά­ λι του δεξιά αριστερά με ύφος μηρυκαστικού, καθόταν ένα μεσόκοπος κύριος με γουρλωμένα μάτια. Εκτός από το ράθυμο αρνητικό νεύμα του κεφαλιού του, δεν είχε άλλη απόκρ ιση στις πανικόl�λητες προτάσεις μου. Έτσι δεν είχα παρά να σημάνω υποχώρηση και πάλι. Όμως τα ΤΕ­ λευταία πρωινά μοντέλα μου ήταν ένας διαχυτ ικός πρ<όην ναύαρχος και η σύζυγός του, τριγυρισμένοι από κομψότατα επ<όνυμα έπ ιπλα. Με ένα αεράτο γέλιο δήλωσε πως ο ίδιος ήταν ακόμη σε ενεργό υπηρεσία μολο­ νότι η απώλεια των λιμανιών της Τεργέστης και του Φιούμε είχαν στεί­ λει το στόλο του στη σύνταξη ! Στον τοίχο κρέμονταν το στιλέτο του δό­ κ ι μου σημαιοφόρου και το σπαθ ί της μεγάλης στολής του. Υπήρχαν ακόμα φωτογραφίες σε μεγέθυνση καταστρωμάτων πολεμικ<ί)ν πλοίων που στάθμευαν στα λιμάνια εκείνα. Σε μια από αυτές φιγουράριζε ο διά­ δοχος Φραγκίσκος Φερδινάνδος l25 στη δ ιάρκεια επιθε<όρησης με δίκοχο στολισμένο από κοκορόφτερο και πλούσιο τσιγκελωτό μουστάκι. Ξεδιπλώνοντας τ ις πετσέτες του φαγητού, ο Κόνραντ και γω συμ­ φωνήσαμε πως όλα είχαν έρθει δεξιά εκείνο το πρωί. Και καθ<ί)ς εμφα­ νίζονταν κάτι τραγανιστά αρνίσια πα ·ίδάκια στο τραπέζι, φρόντισε να χώσει διακρ ιτ ικά την άκρη από τη δική του πετσέτα στο γ ιακά . Ο μεζές


264

Η Ι: ι ι ο χ 11 Τ Ι Ι Σ Λ ΙΙ Ι' Ι' Λ Σ

ήταν νοστ ιμότατος. Δήλωσε πως τ ο υ είχαν σερβίρει αμνόν απαράμ ιλ ­

λον. Την τετάρτη φορά που σμίξαμε σ ε ένα καφενείο μετά την απογευ­ ματ ινή μου εξόρμηση αποφανθήκαμε πως κα ι κείνη η μέρα είχε σταθε ί κερδοφόρα, όμως, χωρίς καλά καλά να ξέρω το γιατ ί, είχαμε και οι <') υυ το προαίσθημα πως ήταν και η τελευταία της συνεργασίας μας. Την (όρα του βραδ ινού φαγητού που είχαμε παραγγείλει από νωρ ίς -γαργαλ ι ­ στικό ψητό κοτόπουλο του είδους που συνήθως ξεροψήνεται στα ανεκ­ δ ιήγητα όνειρα των φουκαράδων αυτού του κόσμου- κου[)εντ ιάσαμε για τα σχέδιά μας. Του εξήγησα π(ός έ[)λεπα σε γενικές γραμμές το μελ­ λοντικό μου δρομολόγιο. Εκείνος όμως τι σκόπευε να κάνει; Μου είχε κ ιόλας εξομολογηθεί πως περίμενε κάτι -δεν θυμόμουν τ ι ακριβ(ίJς­ που δεν έλεγε να φανεί. « Εξετάζω νοερ(ός ένα σχέδιον» είπε τέλος με εν­ θουσιασμό . «Ένα σχέδ ιον κερδαλέον το οποίον μου εκο ινοποίησεν ανήρ εντρι[)ής και μυαλωμένος. Π λην όμως έχει χρείαν κεφαλαίου . . . » Σκύψαμε το κεφάλι. Στο σημείο αυτό τα πράγματα ήταν σκούρα και γ ια τους δυο μας. Από περ ιέργεια ρώτησα πόσα χρειαζόταν. Ονόμασε το ποσό και κοιτάξαμε πάλι μελαγχολ ικά τα ποτήρια μας όταν, συνειδητο­ ποι(ίJντας ξαφνικά το νούμερο που είχα ακούσει, τον έ[)αλα να το επα­ ναλά[)ει. « Είκοσι σελίνια» είπε. « Είκοσι σελ ίΥια! Μα, Κόνραντ, είνα ι τόσο εύκολο! Ίσως μάλιστα να τα έχουμε μαζέψει κιόλας ! Αν όχι, μπο ­ ρούμε ως αύριο το πρωί». Του είχα εμπιστευτεί τη μισή μου είσπραξη . αλλά ο Κόνραντ θεωρούσε τον εαυτό του σαν ένα είδος κηδεμόνα μΙΗ' και τ(ίJρα επέμε ινε να μου την επιστρέψει δεμένη στην άκρη του μαντι ­ λ ιού του. «Ιδού, φίλτατον παιδίον» είπε «το ήμισυ του [)αλαντίου σου». Αφού πληρ<όσαμε το λογαρ ιασμό, ε ίδαμε πως έλειπαν μόνο δυο σελίνια γ ια να συμπληρωθεί το απαραίτητο ποσό. Π ρώτα όμως θέλησα να μάθω τ ι λογής επιχείρηση είχε στο μυαλό του. «Από χρόνου μακρού, φίλ τα τον παιδ ίον» είπε στυλώνοντας πάνω μου τα μεγάλα γαλανά του μάτια «επιθυμούσα διακαώς την λαθρεμπο­ ρ ικήν ! Π οσ(ίJς μην γελάς ! Λαθραίος έμπορος ζακχαρίνης, φίλτατον π α ι ­ δίον» . Από τότε που η Τσεχοσλοβακία -ή μήπως η Αυστρία ή η Ουγγα­ ρ ία;- είχε επιβάλει δυσβάσταχτο φόρο στη ζαχαρίνη, η παράνομη εισα -


IJ Ι Ε Ν Ν I Ι

265

γωγή αυτού του αθ(ί>ου προ'ίόντος είχε γίνει πολύ προσοδοφόρα - το μόνο που απαιτούσε ήταν η σερμαγ ιά. « Και κατέχω άτομα γνωστικά, ατρόμητα και ταχυκ ίνητα» πρόσθεσε ο Κόνραντ «που τας λειψοσελή-' νους νύκτας λεμβουχούν τον ποταμόν». Δεν τους έπ ιαναν ποτέ. Αυ-" στρ ιακο ί, Ούγγροι και Τσέχο ι καταγ ίνονταν με αυτό το αλισβερίσ ι : « Υπολήψιμοι κύριοι με πολιτισμένους τρόπους» . Σ τ ο κάτω κάτω ο νό­ μος ήταν άδικος και ταίριαζε καλύτερα να τον παραβαίνουν παρά να τον τηρούν. « Και το παρανόμημα αυτό συντρέχει τους πάσχοντας» είπε ξανά. « Ευκολύνει τους παχυσάρκους να λιγνέψουν». Τουλάχιστον θα πρόσεχε να μην μπλέξει στα σύνορα; «Όχι, όχι ! Θα παρίσταμαι μόνον ως πληρεξούσ ιος, ως δ ιαπραγ ματευτής. Φρονούν ότι δ ιαθέτω καθω­ σπρεπικήν εμφάνισιν, καταλαβαίνεις» είπε και διόρθωσε ξεροβήχοντας τη γραβάτα του. « Ευελπίζω ότι παρά τας κακουχίας μου έχουν δίκαιον, φίλ τατον παιδίον» . Τα μάτια του έλαμπαν από την προσδοκία μιας ευ­ τυχισμένης εξέλιξης των σχεδίων του. Το προηγούμενο βράδυ, ενιί> το αφεντικό του μαγαζιού έφερνε το λο­ γαριασμό, μας βρήκε να κοιτάζουμε τη φωτογραφία των Αδελφ(ίJν Κό­ σκα. Φανατικός θαυμαστής των Αδελφιί>ν, έδειξε αμέσως μεγάλο ενδια­ φέρον γ ια την εικόνα. Θέλησα τότε να του την κάνω διί>ρο και κείνος εν­ θουσιασμένος κέρασε δυο ποτηράκια Himbeergeist σε αντάλλαγμα. Τιί>­ ρα η φωτογραφία φ ιγουράριζε στον τοίχο' και δυο ακόμα ποτηράκια στο σχήμα της τουλίπας είχαν προστεθεί στον καφέ που μας σερβίρισε. Εμψυχωμένοι από τ ις ελπίδες μας γ ια το αύριο, παραγγείλαμε δυο πα­ ραπάνω και καπνίσαμε τα υπόλοιπα πούρα του κυρίου Διευθυντή. Σύμ­ φωνα με την επιθυμία του Κόνραντ, περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ δια­ βάζοντας μεγαλόφωνα στίχους του Σαίξπηρ. Και όπως το Himbeergeist έρεε άφθονο, η απαγγελ ία μου μέσα σε εμπρηστικό σύννεφο καπνού από τα αναμμένα πούρα ηχούσε όλο συγκίνηση και πάθος. «Ω, ευγενές λεξι­ λόγιον! » έλεγε και ξανάλεγε ο Κόνραντ «ω, ευγενές λεξιλόγιον, φίλτα­ τον παιδίον! ». Τραγουδούσαμε και απαγγέλλαμε χωρίς σταματημό κα­ θιί>ς παίρναμε το δρόμο της επ ιστροφής για τον ξενιί>να μας. Ν ιιί>θαμε κάποιες ενοχές που κ ρατούσαμε ακόμη τα ράντζα μας εκεί τιίJρα που


Η Ι; ι ι ο χ ι ι Τ Ι Ι Ι Δ a l' Ε Λ Ι

266

μας είχε χαμογελάσει η τύχη' ένας λόγος παραπάνω για ν α τ α μαζεύου­ με. Είχαμε σουρ(ί:ισει για τα καλά' ο Κόνραντ μάλιστα, που στο μεταξύ είχε κουτουλήσει σε ένα φανοστάτη, λίγο περισσότερο. Ανεβήκαμε τρε­ κλ ίζοντας τα σκαλοπάτια, ανήσυχοι μήπως μας είχαν πάρει τις άδειες θέσεις στα κρε[1άτια' όμως τις βρήκαμε να μας περιμένουν κενές ακόμη στο [1άθος του διαδρόμου.

Η (ί:ιρα ήταν περασμένη και δεν ακουγόταν άλλο από τη μονότονη ακούσια χορωδία του ροχαλητού που κυριαρχεί τις μικρές (ί:ιρες σε αυ­ τά τα υπνωτήρ ια. Όπως προχωρούσαμε αλαφροπατώντας προς το βά­ θος της αίθουσας, ο Κόνραντ σκόνταψε στο πόδι ενός κρεβατιού και με­ μιάς ένα αγκαθωτό μούτρο σαν μαύρος σκαντζόχοιρος πρόβαλε μέσα από ένα σωρό κουβέρτες εξαπολύοντας πάνω του βλαστήμιες. Ο Κόν­ ραντ πήγε κάτι να μουρμουρίσει με το χέρι ξεχασμένο στο καπέλο, που το είχε [1γάλει σε ένδειξη ευγενικής απολογίας. Η φασαρία ξύπνησε κα ι άλλους από γύρω που άρχισαν να εκσφενδονίζουν εκκωφαντ ικές [1Ρ Ι­ σιές και αναθέματα πάνω στο διαμαρτυρόμενο θύμα, τον Κόνραντ. Τον έσπρωξα μαλακά από τον αγκώνα κατά τη γωνιά μας και κείνος κύλησε σαν να είχε ροδίτσες στα πόδια, με το καπέλο σηκωμένο ακόμη, εν(ί) u κα[1γάς άναβε και κόρωνε ώσπου έφτασε στο απροχώρητο για να ξεθυ­ μάνει σιγά σιγά καΙ'να σβήαει εντελ(ί:ι ς. Άκουσα τότε τον Κόνραντ, καθι­ σμένο άκρη άκρη στο ράντζο του, μέ τα χέρια στα κορδόνια των μποτι­ νιιί)ν του, να ψ ιθυρίζει: «Ατυχές συμβάν παρώξυνεν αυτόν και χόλος απεσφράγισεν τας οπάς των χειλέων των». * * *

«Αίρομεν τα χρει(ί:ιδη μας» είπε πρωί πρωί ο Κόνραντ. Αποχαιρετήσαμε τους ανθρ(ί:ιπους του γραφείου και κάτι ψιλοπαρέες από το άσυλο κα ι γω φορτιί:ιθηκα το σακ ίδιό μου. Τα χρειώδη του Κ όνραντ, ένα καλάθ ι κρεμασμένο διαγ(ί:ινια μ ε πέτσινο αορτήρα από τον ώμο του, τον έκαναν να μοιάζει με ξερακ ιανό ψαρά του γλυκού νερού. Για τέταρτη φορά το βάλαμε για τη Βάλνερστρασε. Ήταν καθάριο πρωινό με μπόλικο αερ('ι ­ κι' κ α ι είχαμε δίκιο ν α αισιοδοξούμε' τ η στιγμή που πατούσαμε τ ο κα -


ΒΙΕΝΝΙΙ

267

τώφλι του προξενείου, ο υπάλληλος μας έδειξε από μακριά έναν συστη­ μένο φάκελο μαρκαρισμένο με μπλε κιμωλία μαζί με μερικούς άλλους. Το ευχάρ ιστο νέο που πριν από μερικές μέρες θα με είχε γεμίσει χαρά τ(i:ιρα έμοιαζε κο ινό και συνηθισμένο. Το βάλαμε για ένα καφενείο της Κέρντνερστρασε. Βολεμένοι σε ένα γωνιακό τραπέζι πλάι στο παράθυρο και κοντά σε ένα αιωρούμενο άλ­ σος από εφημερίδες σε ξύλ ινες στέκες, παραγγείλαμε αυγά χτυπητά , στρογγυλά ψωμάκ ια με βούτυρο και μυρωδάτο καφέ γαρνιρ ισμένο με σαντιγί. Ήταν η (ί)ρα των απoχαιρετισμ(i:ιν και των αναχωρήσεων και η έννοια τους βάρα ινε την καρδιά μας. Ο Κόνραντ είχε πάρει την απόφα­ ση να ξεκινήσει αμέσως όσο το ηθικό του ήταν ακόμη ακμαίο και το κε­ φάλαιο ανέπαφο. Τον είχε μάλιστα καταλάβει μια ελαφριά έξαψη και το ηρωικό πνεύμα των σα ιξπηρ ικ{i:ιν μαχ(ί)ν πλανιόταν στον αέρα· όμως εγ(ί) ανησυχούσα για την ασφάλειά του και ευχόμουν από μέσα μου οι συνεργάτες του να ήταν πράγματι όσο καλο ί και τίμιοι τους φανταζό­ ταν. Αλλά και κείνος από την πλευρά του αγωνιούσε για μένα. Ήταν αλήθεια πως είχαμε ήδη κάνει γενναία αφαίμαξη από το νερα·ίδοθησαυ­ ρό μας ωστόσο είχε πάρει ύφος αυτόκλητου κηδεμόνα που το έβρισκα μάλλον συμπαθητ ικό. «Φείδου του αποταμιεύματος και μην σπαταλάς αλογίστως, φίλτατον παιδίον» μου έλεγε «και μην αναστρέφεσαι κορά­ σια του ημικόσμου». Π ερπάτησα μαζί του ως τη διασταύρωση με την οδό Ρ ίνγκστρασε, στην περιοχή της Όπερας. Σκόπευε να πάρει το τραμ ως το σταθμό Ντο­ νάουκα ·ί και να συνεχίσει ανατολ ικά με το τρένο κατά μήκος του ποτα­ μού. Είχε κάποια μυστικοπάθεια γύρω από το όνομα του τελικού προο­ ρισμού του · θαρρ(ί) πως ήθελε με κάθε τρόπο να με αφήσει έξω από κο­ μπίνες και μπελάδες. Σκαρφάλωσε στο τραμ, βρήκε μια θέση, όμως την παραχώρησε αμέσως σε μια σεβάσμια παχουλή καλόγρια φορτωμένη το δισάκι της. Με το ξεκίνημα, ξεχώρισα το χαμογελαστό του πρόσωπο και τους (όμους του ένα κεφάλι π ιο πάνω από το πλήθος των επιβατιi:ι ν, το ένα του χέρι κρεμασμένο στη χειρολαβή και το άλλο να στριφογυρ ίζει αργά με δυο μακριά δάχτυλα το σ ινιέ καπέλο σε χα ιρετ ισμό ενιί) εγ(ί)


Η " I I O X I I Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

268

κουνούσα ασταμάτητα τ ο χέρι ω ς την (ί>ρα που το τραμ φρενάρισε με κρότο και, στρίβοντας αριστερά, κατά τη Σούμπερτστρασε, χάθηκε από τα μάτ ια μου, Ένιωθα ξαφνικά πολύ μόνος καθ(ί>ς γύριζα με βήματα αβέβα ια π ίσω στο καφενείο. Είχε υποσχεθεί να μου γράψει για το π(ί>ς θα πήγαιναν τα πράγματα με την κα ινούργια δουλειά του. (Λίγο μετά το Π άσχα έλαI�ι( μια κάρτα του από τη Βουδαπέστη που έλεγε πως το μέλλον τού χαμο­ γελούσε, Δεν είχε όμως διεύθυνση του αποστολέα και έτσι δεν έμαθα άλ­ λα νεότερά του ως τη στιγμή που έφτασα στην Κωνσταντινούπολη, έντε ­ κ α μήνες αργότερα. Εκεί βρήκα ν α μ ε περιμένει ένας χοντρός φάκελος σταλμένος από το νησ ί Νόρντερνε, την ιδιαίτερη πατρίδα του Κόνραντ στο Φριζικό Αρχιπέλαγος. Τα πρ(ί>τα πράγματα που πρόβαλαν από το φάκελο ήταν μια δέσμη φαρδ ιές κόλες με σειρές γερμανικ(ί>ν γραμματο­ σήμων που η αξία τους ήταν ίση όχι μόνο με τη χάρτ ινη λίρα που την τε­ λευταία στιγμή τού είχα χ(ί>σει στην τσέπη παρά τις διαμαρτυρίες του ­ μια από τις τέσσερις που βρήκα να με περιμένουν στο προξενείο- αλλ ι 'ι και με το νερα'ίδοθησαυρό μας επίσης. Τα γραμματόσημα συνόδευαν έν ι ( μακροσκελές, στοργικό και πολύ συγκινητικό γράμμα που το διάβασα σε ένα καφενείο του Κ εράτιου. Το λαθρεμπόριο που καλού κακού το αποκαλούσε κι νδυν(ίJδη επιχείρησι νι φίλτατον παιδίον ήταν κ ιόλας πα­ λιά ιστορία. Όλα είχαν πάει καλά. Ο Κόνραντ είχε γυρίσει στα νησ ιc( του και δίδασκε αγγλικά' και πρόσθετε ντροπαλά μια νύξη γ ια κάποιο συνο ικέσιο με μια δασκάλα συνάδερφό του ... Π άνω από όλα όμως με χα ­ ροποιούσε η ιδέα πως τα ιδιόμορφα αγγλικά του όχι μόνο δεν έμελλε να εξαλειφθούν, αλλά ίσως μάλιστα να εξαπλ(ί>νονταν ανάμεσα στους φQ ί ­ ζιους μαθητές του όπως το κήρυγμα του Αγίου Ουίλφρεντ της Υόρκης . ) Π αίρνοντας πάλι το δρόμο γ ια το καφενείο, βασανιζόμουν από τ η σκέψη πως με τρεις μόνο λίρες στην τσέπη δεν θα κατάφερνα να I�γάλ( ι ) το μήνα, αφού μάλιστα είχα μπροστά μου αρκετές ακόμα μέρες στην πί)­ λη. Βέβαια, με τη βοήθεια της τύχης, που μου είχε παρασταθεί τον τελε υ­ ταίο καιρό, μπορούσα να βγάλω κάτι ακόμα ! Αλλά ο ζήλος μου είχε κ«(­ νει φτερά μαζί με τον Κόνραντ. Ό,ΤΙ φάνταζε πριν σαν ευχάριστη Π Ε Q Ι -


Β Ι ΕΝΝΙΙ

269

πέτεια, τιί)ρα, που ήμουν μόνος και νηφάλ ιος, μου φαινόταν αποκρου­ στ ικό και απαγορευμένο. Καθισμένος στο ίδιο τραπέζι που είχαμε αφήσει λ ίγο πριν, Ι�άλθηκα να κοιτάζω την υπόλοιπη αλληλογραφία της ημέυας. Το γυάμμα με ινδι­ κό γυαμματόσημο και σφραγίδα του ταχυδρομείου της Καλκούτας, τα­ χυδυομημένο ξανά από το Μόναχο, ήταν το πριίnο που λάΙ�αινα από τον πατέρα μετά την αναχιί)υησή μου από την Αγγλ ία. Απαντούσε στο γυάμ­ μα που του ε ίχα στείλει από την Κολονία γ ια να αναγγείλω το ταξ ίδι μου ως γεγονός τετελεσμένο. Άνοιξα το φάκελο μ' έναν κόμπο στο λαι­ μό. Μέσα ωστόσο βρήκα διπλωμένη προσεκτικά μια επ ιταγή πέντε λι­ ριί)ν γ ια τα γενέθλιά μου ! Είχα ρ ίξει το αλεύρ ι μου στο γ ιαλό και το έπαιρνα πίσω ζυμωμένο ! ***

Τις μέρες που πέρασα με τη συντροφιά του Κόνραντ τα προσωπικά μας πρoΙ�λήματα είχαν το προβάδισμα. Η οχλοβοή που έφτανε σποραδ ικά στα αυτιά μας σαν εφέ κεραυνού από το βάθος κάποιου θεατρικού σκη­ νικού είχε τιί:ιρα σιγά σιγά καταλαγ ιάσει και στη συνέχεια είχε σΙ�ήσει εντελιί)ς. Από την πλευρά εκείνων των ενοίκων που είχαν ποζάρει για μένα, ο αλλόκοτος σάλος είχε προκαλέσει δυσφορ ία κα ι βαρύθυμους αναστεναγμούς, αλλά όχι για πολύ. Οι χαλεποί καιρο ί υπαγόρευαν μια στωική αντ ιμετιί:ιπ ιση των ταραχιί)ν. Το πραξικόπημα εξαφανίστηκε από τα πρωτοσέλιδα του ξένου τύπου και οι τ ίτλοι των εφημευίδων που κρέ­ μονταν έξω από τα καφενεία γ ίνονταν όλο και ηπιότεροι κάθε πρωί. Κ αθιί:ις τα πάντα στην ατμόσφαιρα της πόλης συνωμοτούσαν κόντρα στη σοβαρότητα των γεγονότων, ήταν εύκολο για μένα να τα υποτιμήσω, αν και αργότερα μετάνιωσα πικρά γι' αυτό: ·Ενιωσα σαν τον Φαμπρίς, τον νεαρό ήρωα του Σταντάλ, Ι 2 6 που δυσκολευόταν να π ιστέψει πως ήταν πράγματι παρών στη μάχη του Βατερλό. ***

Στο μεταξύ, βγαίνοντας από το καφενείο, χιί)θηκα βιαστ ικά στο ορμητ ι-


270

Η Ε Ι1 0 Χ Ι1 Τ Ι Ι Σ Δ Ο Ι' Ε Λ Σ

κό ρεύμα του κόσμου που πλημμύρ ιζε την Κέρντνερστρασε. Όλοι κα­ τευθύνονταν προς το Ρινγκ και γρήγορα βρέθηκα παγιδευμένος στο συ­ νωστισμό, όχι μακριά από το μέρος όπου ε ίχα αποχαιρετήσει τον Κόν­ ραντ. Τα βλέμματα ήταν στραμμένα στο ίδιο σημείο και σε λιγάκ ι μια πομπή φάνηκε να πλησιάζει: Γιόρταζαν την άρση του στρατιωτικού νό­ μου. Επ ικεφαλής, πάνω σε γκρίζο άλογο με το σπαθί επ' (ομου, πήγαιν ε ο αντικαγκελάριος ταγματάρχης Φέι, διοικητής των κυβερνητικών δυ­ νάμεων: Ένας άντρας με όψη αυστηρή, θεληματικό π ιγούνι και ατσαλέ­ νιο κράνος. Π ίσω του ερχόταν τιμητικό άγημα' αμέσως μετά, μια φά­ λαγγα της εθνοφρουράς με αρχηγό τον πρίγκιπα Στάρχεμπεργκ που φο­ ρούσε πηλήκιο όμοιο με σκούφο του σκι και μακρύ στρατιωτικό γκρίζο επενδύτη και χαιρετούσε δ ιακριτικά το πλήθος η όψη και η ψηλή κοl)­ μοστασιά του αναγνωρίζονταν αμέσως από τις πολλές φωτογραφίες του. Ακολουθούσε μια ομάδα υπουργ(ον με μαύρα κοστούμια και πρ(ίnο τον ίδιο τον καγκελάριο. Με κοντή κάπα και κρατώντας το μαύρο τ οι' ημίψηλο, ο δόκτωρ Ντόλφους επιτάχυνε το βήμα για να προλάβει τους υπόλοιπους. Με την εμφάνιση του ταγματάρχη Φέι, το σταθερό χειρο­ κρότημα του κόσμου συνεχίστηκε' η παρουσία του Στάρχεμπεργκ είχε κάπως ζωηρότερο αντίχτυπο, αλλά ο Ντόλφους είχε υποδοχή που έμοια ­ ζε με θρίαμβο. Ένα δεύτερο τμήμα στρατού συγκροτούσε την οπισθοψυ­ λακή που έκλεινε την παρέλαση. Δίχως άλλο υπήρχε κάτι αισιόδοξο και ελκυστικό στη μορφή του κα­ γκελάριου, αν και το σπιθαμιαίο του παράστημα, παρά τα ανέκδοτα ποι' είχα κ ιόλας ακουστά, με έκανε να σαστίζω. Καθ(ος σκόρπ ιζε η συγκΙ ­ ντρωση, ένας Βιεννέζος που στεκόταν εκεί κοντά μού είπε ακόμα ένα . Κ άπο ιος φαντάρος από την επαρχία που έπαιρνε μέρος στο μπλί>κι ι βάλθηκε ξαφνικά να φωνάζει δείχνοντας κάτι στο πεζοδρόμιο: « Κ οι ­ τάξτε! Κοιτάξτε ! Μ ια χελ(ονα στους δρόμους της Βιέννης». «Αυτί>

<') ε\,

είναι χελ(ί)να» αποκρίθηκε ο διπλανός του. « Είναι ο δόκτωρ Ντόλψου; που φόρεσε το κράνος του». * * *


Β Ι ΕΝΝΙΙ

27 1

Η αλήθεια είναι πως δεν είχα έρθει στη Β ιέννη εντελ(ος απροετοίμαστος. Υπήρχαν εκεί μερικοί μόνιμοι κάτοικοι που μπορούσα αόριστα να τους θεωρήσω π ιθανούς ο ικοδεσπότες μου. Ό μως έτσι , για την τ ιμή των όπλων αλλά και για να περισώσω το καλό όνομα των σουρτούκηδων αυ­ τού του κόσμου, δεν θέλησα να τους γίνω φόρτωμα ενόσω ήταν άδειο το πουγκί μου. Τ(ορα που το πρόβλημα είχε λυθεί, ακούμπησα τα μπαγκάζια μου στη φτηνότερη πανσιόν που βρέθηκε μπροστά μου και έψαξα για ένα τηλέφωνο. Α ν με προσκαλούσαν για φαγητό θα ήταν φρονιμότερο να πα­ ρουσιαστ(ο χωρίς αποσκευές ένας ταξιδιωτικός γυλιός θα ήταν έλλειψη τακτ εκ μέρους μου. Όσο αβάσιμες και αν είχαν σταθεί οι ανησυχίες που μου προξένησε το τελευταίο καστέλι, είχαν ωστόσο μεταγγίσει (ΙΤΟ κεφά­ λι μου την έμμονη ιδέα πως η ξαφνική άφιξη ενός συμπαθητ ικού αλήτη φορτωμένου με όλα του τα συμπράγκαλα στο κατ(οφλι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ενόχληση. Ανατριχιάζω και μόνο που σκέφτομαι τ ι [�άρoς πρέπει να τους είχα γίνει. Η θεωρία πως τα νιάτα είναι παντού και πάντα ευπρόσδεκτα δεν είναι παρά μια απατηλή, προστατευτική ασπ ίδα των νεαρών υπάρξεων. Επικ ίνδυνα απαλλαγμένο ς από αμφιβολίες, γευό­ μουν πρόσχαρα τις μεταπτιοσεις της τύχης με τη ζέση ενός άραβα επαίτη που τον είχε καλοντύσει και καλοτα·ίσει ο Χαλίφης l 2 7 ή του Χριστόφο­ ρου Ζαβόλη, του παραλυμένου γανωτή της πρ(οτης σκηνής από το Ημέ­

ρωμα της στρίγκλας, που τον περιμαζεύουν τύφλα στο μεθύσι για να τον ξυπνήσουν σε λουσάτο κρεβάτι μέσα σε ουράνιες ευωδιές και μελωδίες. Κύριος στόχος της εφόδου μου στη Β ιέννη έγ ιναν κάποιοι συμπα­ τρι«(nες μου αλλά και ντόπ ιο ι. Η Ρόμπ ιν Φορμπς Ρόμπερτσον Χ έ ιλ , κουνιάδα ενός παλιόφιλου, με τακτοπο ίησε σε ένα ευρύχωρο διαμέρι­ σ μα μόνιμα κατάμεστο από επ ισκέπτες. ·Ηταν φωλιασμένο σ' ένα παλιό αλλά πανέμορφο πολυώροφο κτίριο, σε δρομάκο της παλιάς πόλης που είχε το όνομα Schreyvogelga.� se ή Ο Δρόμος με τα Στριγκλοπούλ ια. Ψη­ λή, με εντυπωσιακή εμφάνιση, είχε μόλ ις γυρίσει από χειμερινές δ ιακο­ πές στο Κάπρι μαζί με δυο αυστριακούς φίλους της: και ο ι τρεις ανήκαν σε μια μισοαυτόχθονη, μισοεκπατρισμένη μποέμικη συντροφιά που με γοήτευσε από την πρώτη στ ιγμή που έμπλεξα μαζί της. Με το τέλος των


Η Ι; ι ι ο χ l l Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

2 72

εχθρuπραξ ιιίJν, οι στερνές μέρες τ ο υ καρναβαλ ιού αφιεριί)θηκαν απο ­ κλειστ ικά στη μουσική, το χορό και τις μασκαράτες, Ολονύχτ ια ξεφα­ ντιίψατα και μαχμουρλ ίδ ικα αγουροξυπνήματα μπήκαν πάλι στη ζωή μου και ύστερα από ένα ξέφρενο τελευταίο μπαλ μασκέ άνοιξα τα μάτ ια σε μια πολυθρόνα με το κεφάλ ι μου καζάνι να φορά ακόμη το πειρατ ικό τυφλοπάνι και το μαντ ίλι με τη νεκροκεφαλή και τα σταυρωτά κόκαλα . Το ρολόι του πύργου της γειτονικής Καθολικής Εκκλησίας των Σκοτσέ ­ ζων σήμαινε διίJδεκα , τα κλειστά παντζούρια έτριζαν από τα βuγκητcι μας και ένα ενορχηστρωμένο κόασμα για άλκα σέλ τσερ ξεσπούσε μέσα στο σαλόνι. Ένας Π ιερότος, μια Κ ολομπ ίνα, ένα Λιοντάρι και μια απο­ κοιμισμένη Λέα ινα με απλωμένη στον καναπέ τη μαδημένη ουρά της ήταν πεσμένοι εδιο κα ι κει σαν χαλασμένα παιχνίδια που ωστόσο δεν ε ί­ χαν ακόμη χάσει το γούστο τους.

Η ανάμνηση των η μεριί)ν που ακολούθησαν ε ίναι θολή από το εξ ιλα­ στήριο πλευροκόπημα του χιονιού, της [�ρoχής, του χιονόνερου και του χαλαζιού που μαστίγωναν την πόλη με τη λύσσα του Φλεβάρη και το μέ­ νος της Σαρακοστής. Ήταν ένας άγριος χειμιονας αλλά ο χολωμένος ουρανός και το ξεΡoI�όρι, τιορα που το συλλογίζομαι, έκαναν τις φωτιές και τις αντανακλάσεις από τα φώτα να φαντάζουν π ιο λαμπερές. Με 10 έμπα του Μαρτίου, η κακοκαιρία υποχιορησε κάπως. Ζούσα σε έκσταση . Δυσκολευόμουν να πιστέψω πως ήμουν στ ' αλήθεια εκεί' και σαν γ ια νιι π ε ίσω τον εαυτό μου, όποτε ξυπνούσα τη νύχτα ή περ ιπλανιόμου ν στους δρόμους, έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου: « Είμαι στη Βιέννη, είμαι στη

Βιέννη » . Κάμποσα μέλη της μικροσκοπ ικής κοινωνίας μας ζούσαν σε παl1 ((­

δοσιακά σπίτια της παλιάς πόλης κ ι άλλα σε κομψά μισοερειπωμέ\'υ τμήματα από διαιρεμένα παλάτια, στολισμένα ακόμη με γυροβολιές απί) σφυρήλατο σίδερο και φυλλωτά αραμπέσκ κα ι ταI�άνια με γύψινο (')LCt ­ κοσμο, όπου τα παντζ<? ύρια κα ι οι διπλές πόρτες άνοιγαν με περίτεχνι ι πλουμιστά πόμολα . Ένl'lς από τους καινούργιους φίλους μου, ο Μπ(ι ­ σετ Π ά ρ ι-Τζόουνς , ήταν καθηγητής της αγγλικής φιλολογ ίας στ ην K onsularakademie, την Ανιοτατη Ακαδημία -επέκταση του Theresian u m .


ΙΙ Ι Ε Ν Ν Ι Ι

2 7:'

του περίφημου σχολείου που είχε ιδρύσει η Μαρία Θηρεσία-, προορι­ σμένη κυρίως για σπουδαστές μεγαλύτερης ηλικίας. (Όπως οι ευέλπ ιδες των σχολ(ίJν του Σεν Σιρ και του Σομίρ, τα αγόρια εδ(ί) κάποτε φορού­ σαν δίκοχα κα ι ξίφη που τα έκαναν να μοιάζουν με μινιατούρες γάλλων ακαδημα·ίκ(Ον. Ήταν το πιο ξακουστό δ ιδασκαλε ίο του είδους του σε όλη τη χ(ί>ρα και μόνο η Ιησουίτ ικη Σχολή του Κάρλσμπουργκ μπορού­ σε να συγκριθεί μαζί του.) Η K onsularakademie εκπαίδευε συνήθως υπο­ ψήφιους για το διπλωματικό σ(ομα της παλ ιάς αυστροουγγρικής μοναρ­ χίας και διατηρούσε κάτι από την περασμένη δυαδική α ίγλη της. Όσο για τον ίδιο τον Μπάσετ, που δεν του έλειπε ο ενθουσιασμός αλλά ούτε και η ειρωνική διάθεση , ήταν πάντοτε άψογα ντυμένος και ακούραστος ξεναγός και σύντροφος στα νυχτοπερπατήματά μου· όχι μόνο μου δά­ νειζε κάθε τόσο τα βιβλία του, αλλά μου εξασφάλισε και άδεια να συμ­ βουλεύομαι τη I�ιβλιoθήκη της Ακαδημίας. Έπιασα φιλίες και με τη Α ι, μια νεαρή Αμερικάνα που τ ις μέρες εκείνες ανάρρωνε από μια ήπια αρ­ ρ(ίJστια κάτω από την ίδια στέγη με μένα . Ομορφούλα , συγκρατημένη και γλυκ ιά, ήταν κόρη του στρατ ιωτικού ακολούθου της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτει(ον σε μια γειτονική πρωτεύουσα. Αρκετά παράδοξα. αλλά σχεδόν αναπόφευκτα, ήταν πέρα γ ια πέρα ειρηνόφιλη. Επιδοκίμα­ ζε την απροθυμία μου να γ ίνω επαγγελματίας στρατ ιωτ ικός, αλλά όταν εξήγησα πως μια καριέρα στο στρατό μού φαινόταν αδιανόητη μόνο σε καιρό ειρήνης, έχασε αμέσως τον ενθουσιασμό της. Έτσι τα τσουγκρ ίζα­ με συχνά και μια δυο φορές ο καβγάς συνεχίστηκε ως τα χαράματα πα­ ρά την ευαίσθητη υγεία της. Δεν είχε φυσική προδιάθεση, όπως άλλωστε και γω, σε κείνες τ ις λογομαχίες: την καθοδηγούσαν μόνο η καλή της καρδιά και το συναίσθημα · τα επιχειρήματα και από τις δυο μεριές ξε­ θύμαιναν καθ(ί>ς οι μικρές ώρες παρατείνονταν χωρίς οργή για να τελει(ο­ σουν σε απόλυτη σύμπνοια. Ένας συνάδελφος του Μπάσετ, ο βαρόνος φον ντερ Χάιντε, που όλη

η συντροφιά τον φ(οναζε Άινερ και τον αγαπούσε πολύ, δεν άργησε να γίνει και δικός μου φίλος. Στα είκοσι πέντε του, καλλιεργημένος, ήρε­ μος, στοχαστικός και γεμάτος πνεύμα, προερχόταν από οικογένεια γαιο-


2 74

Η r. I I O X I I Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Λ Σ

κτημόνων κ α ι στρατιωτικ<ί)ν τ η ς Βαυαρίας, αλλά τ ο ύφος κ α ι ο ι τρόπο ι του δεν θύμιζαν καθόλου αυτό που συνήθως η υπόλοιπη Ευριί)πη ονο­ μάζει στρατ ιωτική γερμανική παράδοση' με το ναζιστικό κ ίνημα ήταν ολότελα ξένος. (Λίγα χρόνια αργότερα είχε επιστρέψει, όπως έμαθα, στη Γερμανία. Από εμμονή στην ο ικογενειακή συνήθεια και για να αποφύγ ε ι την ανάμειξη στις δραστηριότητες του κόμματος που καταβρόχθιζε τη δημόσια και ιδιωτική ζωή των Γερμανών, κατατάχθηκε ως μόν ιμος αξιωματικός στο ιππικό, περίπου όπως οι παλιοί γάλλοι βασιλόφρονε ς που ακολουθούσαν συχνά στρατιωτική καριέρα παρά το μίσος τους για τις δημοκρατικές κυβερνήσεις . . . ) * * *

Την πρ<ίπη μέρα της Μάχης της Κ ρήτης, η ανάμνηση εκείνων των εβδο­ μάδων στη Βιέννη ξανάρθε απροσδόκητα στο νου μου. Λίγο μετά τη ρίψη του πριοτου κύματος των γερμανιον αλεξιπτωτι­ στών, ένα εχθρ ικό έγγραφο που ε ίχε πέσει στα χέρια μας διαβιβάστηκε στο αρχηγε ίο μας που στεγαζόταν σε μια σπηλ ιά , σε ένα απόκρημνο ύψωμα έξω από το Η ράκλειο όπου υπηρετούσα ως νεότερος αξιωματι­ κός . Το χαρτί περιείχε το σχέδ ιο δ ιάταξης των γερμανικών δυνάμεων και επειδή με θεωρούσαν γερμανομαθή το έδωσαν σε μένα: Έτσι έμαθα πως η αιχμή του δόρατος της γερμανικής επίθεσης βρ ισκόταν κάτω απί) τ ις δ ιαταγές κάποιου λοχαγού φον ντερ Χάιντε: το τάγμα του είχε προ­ σγειωθεί στην περ ιοχή Γαλατάς, στην άλλη άκρη του νησιού, μεταξύ Χα ­ νίων και αεροδρομ ίου τ ο υ Μάλεμε, ό χ ι μακριά α π ό το σημείο όΠ01' ήμουν τοποθετημένος λίγες μέρες νωρίτερα. Ένας γερμανός αξιωματ ι­ κός που α ιχμαλωτίστηκε αργότερα ξεκαθάρισε τις αμφιβολίες μου. Ο λοχαγός εκείνος δεν ήταν άλλος από τον Ά ινερ: είχε πρόσφατα μετατε­ θεί από το ιππικό σε ένα σώμα αλεξιπτωτιστών. Η βοή της μάχης κόπασε με το ηλιοβασίλεμα. Η σύντομη μαγιάτ ικ η νύχτα λαμπάδιαζε από συντρ ίμμια αεροπλάνων που είχαν παραδοθε ί στις φλόγες μέσα στα λ ιόφυτα και τις ώρες της σύντομης ανάπαυλας με βασάνιζε ακατάπαυστα η παράξενη σύμπτωση. Την αυγή ξεσπούσε πάλ ι


ΒΙΕΝΝΙΙ

2 75

το χάος και τις οχτώ θανάσ ιμες μέρες που παραδέρναμε στα τυφλά δεν ξεχνούσα να ευχαριστώ την καλή μου τύχη που, χάρη στον εκφυλισμό των μαχ(ί>ν τα τελευταία ογδόντα εφτά χρόνια, μας ε ίχε εξακοντ ίσει στους αντίποδες του νησιού. Έτσι δεν χρειάστηκε ποτέ να αναγνωρί­ σουμε ο ένας τον άλλο όπως ο λόρδος Κάρντ ιγκαν και ο πρίγκ ιπας Ράτζ­ βιλ, πρά)ην φίλοι και συνδαιτυμόνες στις χορευτικές εσπερ ίδες του Λον­ δίνου, που υποχρεώθηκαν το 1 854 να ανταλλάξουν τελετουργικό χα ιρε­ τ ισμό μέσα από τους καπνούς των ρωσικ(ί>ν κανονι(Ον. 1 2 8 Π όσες και πό­ σες φορές σε εκείνα τα πολύηχα φαράγγ ια , όπου μια νέα και άγνωστη οσμή είχε αρχίσει να σκυλεύει τ ις ευωδιές της άνοιξης, οι στοχασμοί μου έτρεχαν π ίσω στο χειμώνα του 1 934 με τα τραγούδια, τα πειράγματα, τους γρίφους και τα παιχνίδια στο φως των κερι(ον και το άρωμα της καμένης κουκουνάρας στο τζάκι, όταν δεν αιωρούνταν γύρω μας τίπο­ τα πιο βαρύ από μπαμπάκι του χιονιού.'" * * *

Π ερ ιστοιχισμέγος από χάρτες και άτλαντες στη βιβλιοθήκη της Ακαδη­ μίας, ανακάλυψα πως, αν υπολόγιζα την απόσταση από το Ρότερνταμ

...

Μόνο ι'ιταν κυκλοφόρησε το έξοχο βιβλίο του για τη Μιίχη της Κ ρήτης. βε­ βαιιίιθηκl1 πως ο Άι νερ ήταν μέσα σε αυτούς που επέζησαν . Η Επι στροφή το υ Δαίδαλοll (εκδ. Χιίτσινσον. 1 958) δ ίνει μια εμπεριστατωμένη . συγκινητική και πειστική ε ικόνα της αγωνίας και των κινδ1ινων των ημεριί,ν εκε ίνων . Όταν το τιίγμα που διοικούσε μπήκε πρώτο στα Χανιά. του απονεμήθηκαν ο Στα!!ρό ς των Ιπποτιvν και ο Σιδ ηρο ύς Στα!!ρ6 ς. Ύστερα από πολλές επιχει­ ρήσεις στο ρωσικό μέτωπο. αιχμαλωτίστηκε το 1 944 στη διιίρκεια της αντε­ πίθεσης των συμμιίχων στις Αρδένες. Ο Ίαν Μακ Στιούαρτ στο βιβλίο του Ο α γιίJνα ς για την Κρήτη γράφει: Η μ(,λ ις ΙΙΙιΥκαλ ιιμμένη αποστροφή το υ φον

vτερ Xά ι vτε γι α τους η γέτες το ιι καθεστιvτος λ ένε πως στά θηκε η α ι τία πο ιι εμπόδ ισε την προα γωγή το!!. Σήμερα είναι καθηγητής του Διεθνσίις Δικαίου στο πανεπιστήμιο του Βίρτσμπουργκ και σε τελευταίο του γράμμα. σταλμέ­ νο απι) μια περιήγησή του στην Αιθιοπία. γράφει: Ελπίζω να ξανα ϊδωθΟlίμε (ιιΊντομα και να ξαναπάρσ υμε μαζί τα ασημέ νια μονοπάτια της νι(,της μας.


276

Η Jo: lI O X I l Τ Ι Ι Σ Λ Ω Ι' Ε Α Σ

ω ς την Κωνσταντ ινούπολη μ ε το ευθύγραμμο πέταγμα του κορακιού, θα έπρεπε να βρισκόμουν κ ιόλας κοντά στα μισά της διαδρομής μου ! Όμως κανένα κοράκ ι δεν θα είχε διαγράψει ποτέ τη δική μου τεράστια καμπύ­ λη και έτσι, όταν χάραξα με το μολύβι την τροχιά μου και τη μέτρησα με το διαβήτη, είδα πως η συνολική απόσταση ξεπερνούσε κατά πολύ το μι­ σό' όχι πως αυτό σήμαινε πολλά, αφού το υπόλο ιπο ταξίδι μου

έκρυl�ε

άλλες τόσες παρεκκλίσεις. Αφήνοντας έξω τα χιλιόμετρα που διάνυσα με σχεδία στον Ρήνο και μερ ικά οτοστόπ εξαιτίας της κακοκαιρίας, είδα πως ούτε λίγο ούτε πολύ είχα κάνει εφτακόσια πενήντα χιλιόμετρα δ ρό­ μο με τα δυο μου πόδια ! Το ταξίδι είχε διαρκέσει εξήντα δύο μέρες, αλ­ λά αν αφα ιρούσα τους ολονύχτ ιους ή π ιο παρατετα μένους σταθμοίJ ς μου και διαιρούσα την απόσταση με το χρόνο, ο μέσος όρος πεζοπορίας μου θα ήταν δ(οδεκα χιλιόμετρα τη μέρα. Βάζοντας στο λογαριασμό κά­ ποιες ολοήμερες εκδρομές, χωρίς ωστόσο να συνυπολογίζω τις απλές περιπλανήσεις μου από το ένα χωριό στο άλλο, ένιωσα λ ίγο απογοητευ­ μένος. Π ερίμενα να είχα περπατήσει πολύ περισσότερο . Κατά τα άλλα όμως ήμουν ευχαριστημένος. Δεν βαριόμουν να επαναλαμβάνω μέσα μου όλες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού. Διέσχιζα λοιπόν τρεις γεωγρα ­ φ ικούς παραλλήλους και έντεκα μεσημβρ ινούς και ε ίχα προχωρήσε ι από τη Βόρειο Θάλασσα -που οι παλιοί χάρτες την αποκαλούσαν rEV­ μανικό Ωκ εανό- μέχρι ένα μικρό τμήμα γεωγραφικής έκτασης Π Ο Ί ' έπ ιανε από τ η Βαλτ ική ω ς τη νοτ ιοανατολ ική Αδριατική. Ακόμα κα ι ιδωμένη από τη Σελήνη, σύμφωνα με όσα μαρτυρούσαν οι γήινες κα ι επουράνιες σφαίρες, η απόσταση που ε ίχα διανύσει ήταν μια γραμμ ή εξίσ όυ διακριτή μ ε κείνη του Μεγάλου Σινικού Τείχους. Ξαναγυρ ίζοντας στους χάρτες μου και συνειδητοπο ιώντας έξαψνι( πόσο είχα πλησιάσει τη Μεσόγειο, με κυρίεψε μια έμμονη σκέψη που λ ί­ γο έλειψε να I�άλει σε κ ίνδυνο την εξερευνητική αποστολή μου. Π ρόκε ι ­ ται για έναν κλασικό πειρασμό. Όλοι οι κάτοικοι του τευτον