Page 1


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗ Σ ΠΟΡΦΥΡΗ Σ ΔΟΥΛΗ Σ


ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΑΤΓΟΥΝΤ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

ΠΟΡΦΥΡΗΣ

ΔΟΥΛΗΣ Μ ετάφρ αση : ΠΑΥ Λ ΟΣ Μ ΑΤΕ ΣΙΣ

ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "Ι:;ΣΤιΑΣ . Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΣ Α 1::. .

ΑΘΗΝΑ 1989


Σειρά. Ξένης ΛογοτεχνΙας Δεύτερη lκδoση: Σεπτtμβpιoς /990 ΤΙτλος πρωτοτύπου: Margarct Atwoιxl,

The Handmαid's Tαle 1985

ΤΟΓοηιο: McClcIiand and Stewart, CoΡΥήght ο

1985

by

Ο. W.

Τoad Lίmited

'Εξώφυλλο: Δημήτρης Καλοιώρης Διόρθωση: 'Αγγελική Ροβάτσου Στοιχειοθεσία:

Ν. Γεωργακοπούλου- Π. Πιεροπούλου Ο.Ε.

'Εκτύπωση: Γραφικές Τέ χνες .CorfurId τήν tλληνική γλώσσα ο by -Hestia. Βιβλιοπωλείον τής .Έστlας. Σόλωνος

60

-

Ι.

Δ. Κολλdρου

'Αθήνα

ISBN 960·(6·0\04·\

106 72

&

1989 ΣΙας

Α.Ε.


Στήν Mary Webster

καί τόν

Perry MiIler


'Iδoϋιrα δε Paχηλ δτι ού τέτοκε τφ 'Ιακώβ, καΙ tζήλωσε Paχηλ την dι5ελφην αύτής καΙ εΤπε τφ 'Ιακώβ' δός μοι τέκνα' εΙ δε μή, τελευτήσω tγώ. θυμωθεΙς δε 'Ιακωβ τα Paχηλ εΤπεν αύτfl' μή dvri θεοϋ tγώ ειμι, δς tστέρησέ σε καρπδν κοιλίας; εΤπε δε Ραχηλ τφ 'Ιακώβ' Ιδου ή παιδίσκη μου Βαλλά' εrσελθε πρδς αύτήν, καΙ τέξεται tπΙ τών γονάτων μου, καΙ τεκνοποιήσομαι κdγω tc; αύτης. ΓΕΝΕΣΙΣ. 30: 1-3

("εφ. Λ) "Οσο διά τά κατ' tμένα. κατετριβην tπι χρόνια μακρά προσφέροντας ματαιόσπουδες, μlJaλοϋ παχέος καί dλλιr παρμένου σκέψεις, Ιτσι εις τά εσχατα σέ dπελπισμόν καΤ;;ρθα. tπιτυχIα μή συναντώντας' καί κατ' εύτυχίαν μέ πρoσέrυχε τό dκόλoυθo σχέδιο... JONAmAN SWIFf. Α Modest Proposa/

Στήν Ιρημο δέν βρίσκεται καμμία tπιγραφη πού νά σου παραγγέλ νει δτι δΈV tπιτρέπεται νά τρώς λιθάρια. Ρητό τών

Σούφι


Δέν Εχει γΙνει oιJδεμΙα περικοπή κειμένου dnd τόν μεταφpαnτή. Τά dπoσπάιJματα dπό τΉv ΆγΙα Γραφή Εχουν ληφθεί ιWτoύσια (lκτός dπό τά σημεία διιου τά διαnτpέφει ή συγγραφεύς) dnd τήν

lκδoση ΛΔΕΛΦΟΤΗΣ θΕΟΛΟΓΩΝ Η

«ΖΩΗ».


n ερ ιεχόμενα

ι. ΝΥΧΤΑ

11. ΓΙΑ ΨΩΝΙΑ ΙΙΙ. ΝΥΧΤΑ

ιν. ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

ν. ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΚΑΤΑΚΛΙΣΗ

νι. ΚΟΙΝΟΒΙΟ

νιι. ΝΥΧΤΑ

νιιι. ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΗΜΑΡ ΙΧ. ΝΥΧΤΑ

Χ. ΠΕΡΓ ΑΜΗΝΕΣ ψγΧΩΝ χι. ΝΥΧΤΑ

χιι. ΣΤΗΣ ΙΕΖΑΒΕΛ

13 17 57 63 95 Ι07

Ι37 Ι45 189 197 247 257

χιιι. ΝΥΧΤΑ

331

χν. ΝΥΧΤΑ

369

χιν. ΑΛΙΕΙΑ ΠΛΑΝΗΘΕΙΣΩΝ ΨΥΧΩΝ

ΙΣΤΟΡ ΙΟΜΝΗ ΜΩΝ. Σχολιασμός

339

377


Ι ΝΥΧΤΑ


ΚΕΦΑΛΑΙ Ο ΕΝ Α

ΓΙΑ ΥΠΝΩΤΗΡΙΟ μ ας ό ρισαν τ ό γυ μναστή ριο. Αύτ ό πού τότε ήταν

γυ μναστ ή ριο. Τό π άτωμα λ ουστραρισμ έ νο, βαμμένες εύθ εί ες κα ί κύ κλ οι γι ά τ ά άθλή ματα πού τελο ύ σαν στ ό ν καιρ ό έ κε ί νο Η στεφά νη γι ά τ ήν καλ αθόσφαιρα ή ταν στή θέ ση της, παρ ' δ τι τ ό δίχτυ λ ιωμέ νο. Ολόγυ ρα στ ή ν αίθ ουσα έξώ στης, γι ά τού ς θ εατ έ ς. Κ α ί μού ' μενε ή Ι δέ α δτι μπορ ώ νά ό σμ ίζ ομαι, άχν ά , σ ά ν μετε ί κασμα κ ά πως, τό ά πόσταγμα σωμάτων, τήν σ άν μό σχο Ιδρωτ ίλα άνακατεμέ νη μέ τ ή γλυκερ ή μυρου δ ιά άπό τσιχ λό φου­ σκα καί κο λώνια πού ξέ χυναν άπ ' τ όν έξώστη κορ ίτσια μ έ χοντρ ές φού στες πού τίς ήξερα ά πό φωτογραφίες, μέ μ ί νι ά ργό τε­ ρα, μετ ά μ έ παντε λόνια, ύστερα μ έ ε να σκου λ αρ ί κι κα ί μαλλί β αμμ έ νο μές πρ άσινο. Κ α ί χορο ί θά ε Ιχ αν γ ί νει έδω μ έ σα. Ή μουσική νωθ ρή , ενα παλί μψηστο άπό ήχους όχι προσ δ ιορίσιμους, με λ ω δί ες ά πό τραγούδ ια δ ιαφορετικών έ ποχ ών, ή μία νά κυριεύ ει τήν άλλη , ενα ύ πο βρύχιο ρεύ μα ήχων άπό κρουστ ά , μί α άδέ σποτη θ ρηνωδία, γιρλάντες , λου λού δια φτιαγμέ να άπό χαρτοπετσ έ τες, χαρτον έ νια καραγκιοζά κια , μί α περιστρεφόμενη σφα ί ρα δ λο καθ ρεφτ ά κια, πού ε ραινε ά π ' τό τα βάνι τ ά ζευγά ρια μέ νιφ άδ ες φωτ ό ς. Σ τ ή ν αίθουσα κατά σπαρτος δ έ ρωτισμό ς τ ών ή μερών έ κε ί νων, παλ αι ϊ κ ό ς ή έ ρημί α, ή προσ δοκ ί α γι ά κ άτι τ ί , δίχως σχή μα ή ό νομα. Θυμαμαι αl'ιτ όν τόν ίμερο γιά κάτι πού κ άθ ε στιγμή ά ναμενόταν ν ά καταχυ θ εί άπ άνω μας καί ποτ έ δέ ν ή ταν τ ό ίδ ιο· δ πως καί τ ά χ έ ρια τ ά κο λλ ημέ να π ά νω μας τ ό τε, στού ς γοφο ύ ς ή στήν πλάτη μας, στόν χ ώ ρο σταθμεύ σεως όχημ άτων ή στή ν α ίθ ουσα τη λ εοπτικ ών προ βο λ ών, μέ τόν ή χο χαμη λ ωμέ νο στ ό μη δέ ν, καί τ ίς ε Ι κόνες τ ης ταιν ί ας ν ' άνακ λώνται β ου βέ ς π ά νω σ έ γυμνωμέ νη σάρκα. Π ροσ δοκού σαμε λ α ί μαργα τ ό μέλλον : πού δ ιδ αχτή καμε αl'ιτ ό τό χ άρισμα , τ ή δί ψα πο ύ ά ρνεί ται τ ό ν κό ρο; Δ ιαποτισμ έ νη ή άτ μόσφαιρα. Β ρισκ όταν κα ί τώ ρα δλό γυ ρ ά μας, μ ί α σ ά ν σκέ ψη πού έ πήλθ ε ά ρ γοπορημ έ νη , καθώ ς προσπαθ ού σα.

15


με ν' άποκοιμη θο ϋ με στ ά στρατιωτικά ράντσα τ ά τοποθ ετημέ να στοιχη δό ν, σ έ ά π ό σταση τ ό καθέ να ά πό τ ' άλλα, ώστε νά μή ν έχουμε τρ ό πο συνομι λί ας. Είχαμε σεντονάκια βαμβακεΡά , σ άν τ ά παιδ ικά, κα ί σεντ ό νια φανταρ ίστικα, παλ αι ά , μ έ στ ά μπα Η. Π. Α. Διπλώναμε τ ό ν ρουχισμό μας πειθ αρχικά, κα ί τό ν τοποθ ετού σα­ με σ έ σκαμνιά , στ ά πόδ ια τών κρεβατιών. Τά φ ώτα χαμή λωναν άλλά χωρ ίς νά σβή νουν . • Η Ν ον ά Σά ρα καί ή Νονά Ι σα βέλλ α περιπο λ οησαν δπλισμένες μέ ήλεκτρική β ουκέντρα, άναρτημ έ νη άπ ' τ ό ν δ ερμάτινο ζωστή ρα τους σ έ β ακετ έ νιο λ ουρ ί. Χω ρ ίς νά δπλ οφορο ην πάντως. Ούτε κα ί σ ' αι'.ιτ ές έ μπισΤ,εύ ον­ " ταν δ π λα. Τά δ π λ α ήσαν γιά τού ς φύλακες, άπό τόν Ούλ αμό τών . Αγγέλων. Στού ς Αγγέλους δέ ν έ πιτρεπόταν εrσοδ ος στ ό Κ τ ί­ ριο, έ κτ ό ς ύπηρεσιακως μονάχα. Κ α ί σ έ μας δέ ν έ πιτρεπό ταν εξοδος, έ κτ ό ς μόνο γι ά τ ό ν περ ίπατο δίς της ήμέ ρας, άν ά δυ άδας, μία κυκλική περιδ ιά βαση στό γή πεδ ο τοϋ πο δοσφαίρου, πο ύ τ ώρα ήταν περιφραγμέ νο μ έ άλυσ ί δες μοτοσυκλέτας , στεφανωμέ­ νες μ έ ά γκαθωτ ό συρματ ό πλ εγμα. ΟΙ W Αγγελοι σ έ προσοχή άπ ' εξω, π λά τη πρ ός έμας. Γ ιά μας άποτε λοησαν εστ ίες φό β ου, άν καί δχι μόνο. wE ρέ! καί νά ' χαν έξουσιο δό τηση νά κοιτάζουν. wE ρ έ! καί νά ' χαμε τή δυνατ ότητα νά τού ς πιά σουμε κου βέντα. Κάποια άνταλλ αγ ή θά καταφέ ρναμε, λογαριάζαμ ε, κ ά ποια συμ­ φωνί α θά κ λ είναμε, κάτι παζάρεμα θά δλοκλη ρ ώναμε, τ ά κορμιά μας ήσαν ά κό μα Ιδ ιοκτησ ί α μας. WΕτσι νομίζ αμ ε. Μάθαμε νά ψι θυρίζουμε σχεδό ν δίχως τή χρή ση Ίϊχου. Στό μισ ό φωτο, έ κτε ίναμε τά χ έ ρια μας, δταν δέ ν μας παραφύ λαγαν οΙ Νονές, καί άγγίζ αμε ή μι ά τ ά δάχτυ λ α της άλλη ς. Μάθαμε νά δ ια βάζ ουμε τήν λέξη ά πό τή βω βή κ ίν ηση τών χει λέ ων, μέ τά κεφάλια άκινητοπο ιημ έ να στ ό κρε βάτι, γυρισμένες π λ ευρό, κοι­ τ άζ οντας ή μί α τό στ ό μα τ ης ά λλ ης. WΕτσι συσταινόμαστε ' λέ γαμε τ ά ό νό ματ ά μας ά πό κρεβάτι σ έ κρεβάτι. W Α λμα. Ζ αν ίν. Δ ολό ρες . Μό ιρα. Τζιούν. •

16


11 ΓΙΑ

ΨΩ ΝΙΑ


Κ Ε Φ Α Λ ΑΙ Ο

ΔΥ Ο

ΚΑΡΕΚΛΑ. τραπ έζι, φωτιστικ ό . Ψηλά, στ ό λευκό ταβάνι, μία

φρίζα διακοσμητ ική σ έ σχή μα στεφάνου, κα ί στ ό κέντρο της ενα άδειο κενό ταπωμ ένο μέ γύ ψο, σ ά ν κομμ άτι προσ ώ που δ που τ ό μάτι ε Ιχε έξορυχθεί. ' Ε κεί θά εΙ χε πο λύ φωτο, τό τε. uExouv απομακρύνει δτ ι δή ποτε θά μπορο υ σε ν ά χρησιμοποιη θ εί σ ά ν γάντζος γιά σκοιν ί . Π αρ άθυ ρο, δύ ο λευκές κου ρτίνες . Σ τή βάση του παραθύ ρου, τό ε Ιδ ικό καθ ισματ ά κι μέ μαξ ι λαρά κι. 'Ό ταν τ ό παρ άθυ ρο ε Ι ναι μισανοιγμέ νο -νά μισανο ί γει μό νο έ πιτρέπεται- δ αέρας εχει περιθώρια ν ά είσχωρή σει καί ν ' αναρριπίζ ει τίς κουρτίνες . ' Εγώ εχω τήν ε ύχέ ρεια ν ά κάθομαι στή ν καρέκ λ α, ή καί στ ό καθ ισμα­ τάκι, κα ί ν ά τά παρατ η ρ ώ δλα α ύτ ά. ΕΙ σ έ ρχεται καί ή λ ιοφως έ πί σης απ ' τ ό παρ άθυρο, π έ φτει στ ό πάτωμα, ξύ λινο, από στεν έ ς σαν ί δες ύ περβο λ ικά βερνικωμ έ νες . Σ τό π ά τωμα ενα ταπ έ το ό βάλ, φτιαγμέ νο απ ό κουρ έλ ια π λεγμέ να κοτσ ίδα. Τό στύ λ πο ύ προτι­ μου ν : λ αϊκή τ έχνη παλλ αιϊκι ά , προγονική , βγαλμένη από γυ ναι­ κεί α χέρια σ έ μή έ ργά σιμες ώρες, από αντ ικε ί μενα έ κτ ός χρήσε­ ως π λέ ον. ' Ε πιστροφή στ ίς παραδ οσιακ έ ς αξίες : μήν ξοδεύεις, γιά νά μή ν έ πιθυμείς. ' Ε μέ να δέ ν προσφέ ρθ ηκε κανε ίς ν ά μέ ξοδέψει. Τό τε, γιατ ί έ πιθυμώ; Σ τόν τοί χο πάνω απ ' τή ν καρ έ κ λ α, ζωγραφιά. Μέ π λ α ί σιο αλλά δίχως τζά μι. Λουλούδια, κυαν ά κρίνα του αγρου, νερομπο­ γι ά. Τά άνθ η έ πιτρέ πονται ακόμη. Νά εχει καθ εμι ά μας ίδ ια ζωγραφι ά , ίδ ια καρ έκλ α, ίδ ιες λευκές κουρτ ί νες , δ λα κυ βερνητι­ κό ύλικό; Π οιός νά ξέ ρει. Θ εώ ρησε τόν εαυτό σου στρατιώτη, στ ρατευμένη , εΙ πε ή Ν ον ά Λ υδί α. Κ ρεβάτι. Μο ν ό. Σ τρ ώμα. Π ρ ό ς τό σκ λ ηρ ό , σκεπασμ ένο μ έ λ ευκό χνου δω τ ό κου βερτό ριο. Στό κρεβάτι δέ ν πραγματοποιείται τ ί ποτα· μό νο {)πνος. uH αυπν ία. Π ροσπαθώ νά μή ν σκέφτομαι πά ρα πο λύ . " Ο πως καί τ ά άλλ α έφόδ ια τώ ρα, καί τ ό σκέ πτεσθ αι J

19


ό φε ίλει νά παρ έχεται μέ μερ ίδες. Π ολλών πραγμάτων ή ένθύμιση δέ ν συμφέρει. • Η σκ έψη μπορεί νά μειώσει τίς δυνατότητες ε πι βίωσής μου, κι εγώ �χω πρ όγραμμα νά κρατη θώ στή ζ ωή . Ξέ ρω γιατ ί δέ ν �χει τζάμι στήν ύδατογραφί α μέ τά κυανά κρ ίνα τού ά γρού, γιατ ί τ ό παρ άθυρο μισανο ί γει μόνο, καί γιατί τά τζάμια του εΙ ναι άθ ραυστα. Δέ ν φοβούνται μή δ ραπετεύ σουμε· δέ ν θά πηγα ί ναμε μακρι ά . Τίς άλλες δ ιεξόδους τ ρ έ μουν, αότές πού ά νο ί γεις πάνω στό κορμί σου μ έ τό χ έρι σου , hσι καί σού π έ σει στ ό χ έ ρι άντικε ί μενο κοφτερό . Αύτ ά. V Αν εξαιρέσεις αύτές τ ίς λεπτομέ ρειες , έδωμέσα θά μπορούσε νά ναι κα ί κο λλεγιακό ς ξενώνας γιά τού ς δχι σημαί­ νοντες φι λ οξενο ύ μενους. Είτε δωμά τιο σ έ πανσιόν, εκείνων τ ών παλ αιοτέ ρων ήμερών, γιά κυρίες « περιορισμένων ο Ικονομικ ών δυνατοτήτων ». Αότ ό ε ίμαστε τώρα: περιορισμένων δυ νατοτήτων. WΟσες μας εχουμε ά κόμη δυνατ ό τητες . 'Ό μως μιά καρ έ κ λ α, ήλιοφώς, άνθ η : αότά δέ γίνεται νά τά δ ιαγρ άψεις. ΕΙμαι ζωντανή , ζώ, ά ναπνέ ω, εκτεί νω τό χέ ρ ι μου μέ κλειστ ά τ ά δάχτυλα μέχρι τό ή λιοφως. Τό μέ ρος δπου βρίσκομαι δέ ν άποτελ εί φυ λακή άλλά προνό μιο, δπως εΙπε ή Νον ά Λυδία. •

'Η καμπ άνα πού μερίζει τ ό ν χρό νο χτυπ ά ει. ' Εδώ ό χρόνος μερ ίζ εται άπ ό καμπ ά νες, δ πως τ ό τε στ ά μοναστή ρια. Κ α ί , δπως κα ί στ ά μοναστή ρια, ύ πάρχουν ελάχιστοι καθ ρέφτες . Σηκώνομαι άπ ό τή ν καρ έ κ λ α, προωθώ τ ά πό δ ια μου μέχ ρ ι τό ή λιοφώς, μέ σα στ ά κό κκινα παπού τσια τους, π λ ακ έ όρθοπεδικά, νά μή ν ενοχλούν τή σπον δυλική στ ή λη. Δέ ν κά νουν γιά χ ορό. Τά κ ό κκινα γ άντια ταχτοποιημ έ να π ά νω στ ό κρεβάτι. Τά παί ρ νω , τοποθ ετ ώ μέ σα τους τ ά χ έ ρια μου, ε να-ενα δάχτυλο. ·Ολα πάνω μου, εκτό ς άπό τίς φτερούγες πού περ ικαλύπτουν τό πρόσωπό μου, ε Ι ναι πορφυρά: τ ό χρ ώμα τ ών αΙ μ ά των, νά καταδηλώνει σέ ποι ά κατηγορία υ π άγομαι, τ ί χρήσεως εΙμαι. Η φούστα στό μά κρος του άστραγάλου, φαρ δ ι ά , μονοκόμματη , φτάνε ι π άνω άπ' τό στήθος, κι εκεί στενε ύ ει σουρωτή , μ έ μιά τ ραχηλιά. Τά μαν ί κια, μπ όλ ικα. ΟΙ λευκές φτερούγες φτιαγμένες κατ ά τό ν κανονισμό : ε μπο δίζ ουν νά βλέ πουμε, άλλά μας άφήνουν ε ΙCΘετες , •

20


νά μας βλέ πουν. Π οτ έ δέ ν μου πήγαινε τό κό κκινο, δέ ν εΙναι τό χρώμα μου. Π αίρνω τ ό καλάθι γι ά τά ψώνια, τό περνάω στό μπρ άτσο μου. Ή π ό ρτα του δωματ ίου - ό χι δωματ ίου μου, αρνουμαι νά πώ ο μ υ- δέν ε Ι ναι κ λ ει δ ωμένη . Ούτε καί κλ ε ίνει καλά μάλιστα Εξέ ρχομαι στ ό ν παρκεταρισμένο δ ι άδρομο, i:XEt κι �να ταπέτο στή μέ ση, χρ ώμα ρόζ λερωμ έ νο. Σά ν μονοπ άτι σ έ δά σος , τάπης γι ά νά πατή σουν βασι λ ικ ά πρ όσωπα, μου προσ δ ιορίζει τόν δ ρ ό μο. Τό ταπ έ το κ ά που γωνι άζει, κατέ ρχεται μαζί μ έ τή σκάλα πρός τή ν έξώθυρα, έ γώ τ ό ακολουθώ, τό �να χ έ ρι στήν κουπαστή της σκ άλ ας, πού κ άποτε ή ταν δέντρο, πριονισμέ νο καί πλανισμένο σ έ άλλον αΙώ να, αναδίνει πι ά μιά θ ερμή λά μψη , τόσα χ έρια εχουν τριφτεί π ά νω του. Μ ετα- βικτωριανό ε Ι ναι τό σπ ίτι. Κατοι­ κία οΙ κογέ νειας, χτισμέ νο γιά πο λλών μελών π λ ού σια φαμελιά. Σ τό χώλ �χει ε να μεγ άλο έ κκρεμέ ς μέσα σέ λακαρισμένη κάσα, τεμαχίζει τ ό ν χ ρ ό νο. Δίπ λ α ή π ό ρτα πρ ός τή ν αrθουσα συγκεν­ τρώσεων, τό καθ ιστικό, αποχρ ώσεις στό κρεατί, εύωδίες καΙ ένθυμή σεις σ άρκας. Καθ ιστικό δ που δέ ν κ άθομαι ποτέ , άλλά στ έ κω ό ρθ ια, ." γονατιστή μό νο. Σ τ ό τ έ ρμα του δ ιαδρό μου, πάνω από τή ν έξώθυ ρα, φεγγ ίτης σ έ σχημα βεντάλιας, δ λο χρωματιστά τζάμια: άνθη , ρόδακες, έ ρυθρά καί γαλ ανά. Σ τ ό ν τοί χο του δ ιαδ ρ ό μου �χει ξεμείνει ε νας καθ ρ έφτης. ' Εάν στρ έψω τ ό κεφ άλι μου �τσι ώ στε τ ά λ ευκά φτερά πού πλαισιώ­ νουν τό πρ ό σωπό μου νά δ ιοχετεύ σουν τή ματι ά μου'πρός τά έ κεί , εχω τή δυνατό τητα ν ά δώ τό ν καθ ρ έφτη τή στιγμή πού κατεβαίνω τή σκάλα: στρογγυ λό ς, κυρτ ός, μικρ ό ς κα θ ρέφτης τρίφυλλος , σάν μ άτι ψαριοϋ , καί στό κ έ ντρο του ή εΙκόνα μου σάν ανεστραμ­ μέ νη παρω δί α κάποιου σχήματος, μορφή παραμυθίου μέ πορφυ­ ρ ό μαν δύ α πού αφήνεται σ έ μιά στιγμή απρονοησίας , ταυτόσιμη μ έ κίνδυνο. Μία Μ οναχή πορφυρή σ άν αΙμα. Στή βάση της σκάλας �χει ό μπρε λ ο-καπε λ ο θ ήκη, σάν έ κείνες από μπαμπού , μέ μακριές, λυγισμ έ νες βέ ργες, λυγισ μένες άβρά, i:τσι πού νά σχηματ ίζ ουν ά γκιστρα, σ άν καρπού ς πρώιμης φτέ­ ρης. Κάμποσες ό μπρ έλες. Μαύρη, γιά τόν Ταξιά ρχη , κυανή , γιά

.

21


τήν Γαμετή τοϋ Τ αξι ά ρχη, καί ή άλλη πού προορίζεται γι ά μέ να' εΙ ναι κόκκινη . Δέ ν παίρνω ό μπρ έλ α, ε Ιδ α άπ ' τ ό παρά θυ ρο π ώς &χουμε κα λ οκαιρ ία Α ναρωτι έ μαι α ν ή Γαμετή το ϋ Ταξ ι άρχη βρίσκεται στ ό καθ ιστικ ό. Δ έν θά τή βρείς π άντα καθιστή . Έ νί οτε τήν ά κού ω πού π άει κι ε ρχεται, ε να βή μα ελαφρύ , ε να σιδ ερέ νιο. Καί τ ό ά παλό τ ά π-τ άπ άπ ' τ ό μπαστού νι της πάνω στ ό μουντ ό τριανταφυ λλί χ αλ ί. .

Π ροχωρά ω στ ό ν δ ι άδ ρομο, προσπερν ά ω τήν πό ρτα τοϋ καθ ιστι­ κοϋ καί τή ν πό ρτα πρ ό ς τήν τραπεζαρ ί α, άνο ί γω τήν άλλ η στ ό τέρμα τοϋ δ ιαδ ρόμου κα ί δ ιασχ ίζω τ ή ν κουζίνα. Έδώ δέ ν μυρίζ ει παρκετ ί νη . • Η Ρί τα παρού σα. ν Ο ρθ ια μπροστ ά στ ό τραπ έζι τής κουζί νας , τ ό σκεπασμέ νο μ έ στρ ώ ση ά πό ξεφλουδισμέ νο λευκό εμαγέ. Ντυμ έ νη μέ τό ε νδυμα πού προ βλέ πει ό κανονισμό ς γιά τ ίς Μ άρθ ες, σκοτωμ έ νο πράσινο, δπως φοροϋ σαν κα ί οΙ χειρουργο ί τοϋ τό τε καιρο ϋ . Τό φό ρεμα μοιάζει πο λύ μέ τ ό δ ικό μου, στ ό κό ψιμο: μακρ ύ σ ά ν άπαγό ρευση, άλλά μέ μικρή μπροστ έ λα άποπάνω, σ ά ν σαλ ι ά ρα, δίχως τ ά λ ευκ ά φτερά κα ί τ ό ν π έ πλο. Τό ν πέ π λο τ ό ν φορ ά ει μό νο γι ά νά βγεί , άλλά κανείς δέ ν ενοχ λ εί ται ά ν δοϋ ν ή όχι τ ό πρ ό σωπο μι ας Μά ρθ ας. Ά νασκουμπωμ έ νη , τά μαν ί κια πά νω απ ' τούς ά γκ ώνες, ν ά φα ί νονται τ ά μπράτσα της, μαυ ροδέ ματα. Έ τοιμ άζει ψωμί . Τό ζ υμ ά ρι στήν ποσ ό τητα πού χρειάζεται γι ά καρ βέλι. 'Ύ στερα π λάθ ει τ ό καθέ να, ν ά τοϋ δώσει τ ό ό ριστικ ό σχημα. Ή Ρίτα μ έ βλέπει, κουν ά ει τό κεφάλι: μ έ χαιρετάει ή μ έ προειδ οποιεί π ώ ς μέ ε Ιδ ε ; Δύ σκο λο ν ά ξ εχωρ ί σεις. Σφουγγίζει τ ' ά λε υρωμέ να της χ έ ρ ια στή ν μπροστ έ λα της, ψαχουλεύ ει μ έ σα στ ό συρτ ά ρι γι ά τ ό δε λτ ί ο ώ ν ίων, μουτρ ώ νει, κό βει τρ ί α κουπ ό­ νια, τ ' άπ λώνει πρός εμέ να. Τό πρόσωπό της θά εΙ χε δυνατ ό τητες ν ά θεωρηθεί καλό καρ δο, ά ν της επιτρεπ ό ταν νά χαμογε λά σει. Τό μού τρωμα δέ ν εΙ ναι ε ναντ ίον μου: τ ό πορφυρ ό ε νδυμα άποδοκιμ ά­ ζει, κα ί δσα εκπροσωπεί κα ί ύ πονοε ί . Ν ομ ίζει π ώς ίσως νά ε Ι μαι καί κο λλ ητική , σ ά ν άσθέ νεια, ή σ άν κακοτυχι ά. Έ ν ί οτε κρυφακού ω έξω άπό κλεισμέ νες πό ρτες , πρ άξη πο ύ ποτ έ δέ ν θά καταδ εχ ό μου ν στού ς τ ό τε καιρού ς. Δ έν άφουγκράζ ο22


μαι γιά πολύ, δέ ν εχω καμμία δ ιάθ εση νά μέ κάνουν τσακωτή . Μιά φορά, π άντως, ά κουσα τή Ρίτα πού ελεγε στήν Κόρα π ώ ς έ κε ί νη δέ ν θά ξέπεφτε τόσο πιά πο λύ. Δέ ν θά σοϋ πάρουμε κα ί τή γν ώ μη, ε Ιπε ή Ρί τα. ' Εξ άλλου, τ ί δ η λ αδή θά ε κανες. 'Εάν ; Θά προτιμο ϋ σα ' Α ποικ ίες , ή Ρίτα της εΙ πε. Σοϋ ά φή νουν περιθώρια έ πιλογης. Μέ τ ά άκυ ρα θή λεα, νά ψοφοπεινάω καί τρέχα γύ ρευε τί άλλο; Ιπε ή Κόρα. Μή σ έ κράξω. ε Ξ εφ λ ο ύδ ιζαν μπιζέλια. Κι ας ήταν θ εό κλειστη ή πό ρτα, ά κουγα τό εσρυθμο π λό π-πλόπ άπ ' τ ό κρουστό μπιζέλι καθώς επεφτε στή ν τσ ί γκινη λεκ ά νη . Α κουγα τή Ρίτα: μούγκρισμα ή στεναγμός, πο ύ δή λωνε δ ιαμαρτυρία ή άποδοχή . Οϋτως καί άλλως, γι ά τό δ ικό μας τό καλό δλων ών κά νουν δ ,ΤΙ κά νουν ο ί άτυχες, εΙπε ή Κό ρα. 'Ό πως λέ ν αύ το Ι Μ ωρ έ νά μή ν ε Ι χα τί ς σ άλ πιγγ έ ς μου φραγμ έ νες λόγον ή λικίας, ε Ιδάλλως μαζί τους κι έ γώ. Δ έ κα χρονάκια μικρότερη ν ά ήμουνα. Μας κακοπ έ φτει δη λ αδή ; wOxt νά τό κατατάξουμε τ ώ ρα κι ιWτό στ ίς ά νθυγιειν έ ς έ ργασ ίες . Κ α λύ τερα έ κε ί νη παρ ά έ γώ , εΙ πε ή Ρίτα κι έ γ ώ άνοιξ α τή ν πόρτα. Οί φάτσες τους εμοιαζα ν σ ά ν τ ών γυναικ ών πού σ έ κακο λογοϋ ν έ ρήμην σου κα ί κάπου ύ ποψιάζονται πώς τίς εχεις κάνει τσακωτές: άμήχανες, άλλά μαζί κα ί μι ά Ιδέ α ετοιμες γιά καβγά, σά ν ά ' ναι άναφα ί ρετο δ ικαί ωμά τους ν ά σ έ κακο λ ογοϋ ν. Τή ν ήμέ ρα έ κείνη , ή Κό ρα μοϋ δείχτηκε πιό εύχ ά ριστη άπ ' τ ό κανονικό της, ή Ρίτα πιό σκουντού φλ ω. Σή μερα, κι άς ή ταν στυφή ή μο ύ ρη της Ρίτας καί τ ά χε ίλια της σφιγμένα, θά τό προτιμοϋ σα ν ά κάτσω εδώ στή ν κουζίνα. Μπορεί νά μπαινε ή Κό ρα καθώς θά έ πιστρ έ φει ά π ό άλλ ον, ο()τε ξέ ρω ποιό ν, χ ώρο τοϋ σπιτιο ϋ , μέ τό μπουκαλάκι της γεμ άτο αΙθέ ριο ελαιο, τό ξεσκονιστή ρι της, καί ή Ρίτα ν ά κά νει καφ έ -στά σπίτια τ ών Ταξ ιαρχ ών βρίσκεται καί σ ή μερα γνή σιος καφ ές- νά στρωνόμαστε στό τραπεζάκι της Ρίτας, πού δέ ν ή τ αν π λέ ον τραπεζάκι της, δ πως καί τ ό δικό μου δέ ν εΙ ναι τραπεζάκι μου, καί ν ά κουβεντιάζαμε γι ά ταλαιπωρίες, βά σανα, άσθένειες, W

23


τά πόδια μας , τίς πλάτες μας, δλες τ ίς μύριες ζ αβο λ ιές πού ά περ γάζονται τ ά κορμιά μας, σ ά ν άταχτα παιδά κια, έναντίον μας. Νά κουνού σαμε τό κεφάλι, ύπογράμμιση ή μί α στή φωνή της αλλης , δίνοντας ση μα πώς εννοια σου , κι έ μείς ξέ ρουμε ά πό τέτοια. Νά ά νταλλά σσαμε γιατ ροσ όφια. Νά βαλν ό μαστε ποι ά θά ξ επεράσει τή ν άλλη σ έ ά παρ ίθμηση , μέ θέμα τ ά πον ά κια τοϋ κορμιοϋ μας. Μέ γκρίνια ά ργό ρυ θ μη , ο Ι φων έ ς, βελ ουτέ καί σ έ μινό ρ ε , πένθιμες, σ άν περιστ έ ρια στήν ποτ ί στρα. �Aμ σέ νιώ θω, Ιννοια σου, θά λέ γαμε. ΕΙτ ε φράσεις γονέων καί παπού δων , πού ά κοϋς μέχ ρι καί σή μερα ά πό γεροντ ότερους, δπως : αμ σταν MιJ πήγαινει;, Αγώ Αρχόμουνα, λές καί ή φωνή ήταν προσκυνητής πού έ π έστρεφε ά πό χ ώ ρα μακρινών κρημνών. Π ράγμα πού θ' άλή θευε δη λ αδή . Τέ τοιες κουτσοκου βεντοϋ λες, ποϋ ν ά τ ίς καταδεχτ ώ έ γώ τόν καιρ ό έ κεί νο μας; Τώ ρα, τ ίς λαχταρ ά ω. Του λάχιστον είναι κου βέντιασμα. �Eνα πάρε-δώσε. Π ερ ί που. wH νά κουτσομπο λεύαμε. ΟΙ Μά ρθες , ξέ ρουν πρ ά ματα αυτ έ ς, ά τ κου βεντιάζουν μεταξ ύ τους, πασ ά ρουν τ ά «έ κτός έπισ ή μου δε λτί ου ειδή σεων» ά πό σπιτικό σ έ σπιτικό . 'Όπως κι έ γώ , κ ρυφακο()νε , δ έ μέ γε λaς έμέ να, καί βλέπουν αυτές πράματα ά κόμη κ ι δταν άποστ ρέφουν τούς 6φθαλμούς. Τίς εχω κάνει τσακωτ ές έ γώ κάμποσες φορές, εχω άκούσει ρ ά κη άπ ό τ ά κρυ φο­ μιλ ή ματά τους. Πεθαμένο της τό βγάλανε. �H, μέ βελόνα τού ­

πλεζ{ματος στήν κοιλιά της. Δ ιαμπερές, εΤπανε. 'Από ζήλεια, φα(νε­ Ταl. της Ιτρωγε τά σκώτια ή ζήλεια. Ε ίτε , ( έ δώ εμενες μέ τή γλύ κα) , άπOρρυπαVΤικό τουαλέτας κατάπιε ή άφεντιά της. Κι έφερε άποτέλε­ σμα. ούτε μάγια νά 'τανε, παρ , στι, αν θές τή γνώμη μου, δέ μπορεί νά μήν ήπιε κι αι}τός μιά γουλίτσα. Τόσο μεθυσμένος θά ·τανε. �Eννoια doυ όμως καί τήν πηραν εΤδηση, Ιννοια σου. wH, άλλ οτε, β οηθού σα στ ό ζ ύ μωμα π λ άι στή Ρίτα, βo�λιάζoν­ τας τά χ έ ρ ια μου μέσα στ ή μαλ ακή άντιστεκόμενη θε ρ μότητα πού θυμίζει τ όσο πο λύ άνθ ρ ώ πινη σάρκα. Τά χ έ ρια μου εχουν μί α σάν πείνα νά μαλάξουν κ άτι ιiλλo εξω άπό ύ φασμα καί ξύ λο.

wExro μιά βου λ ιμία νά διαπράξω τήν πρ άξη της ά φης. Κα ί νά τ ό ζη τού σα δ μως, ά κόμη κι αν ε φτανα νά ταρ άξω τόσc 24


ά γρια τήν τάξη των πραγμάτων, ή Ρίτα δέ ν θά μου τό έπέτρεπε. Τήν συν έχει φ όβ ος. Σ τ ίς Μά ρθες, άπ ' τόν Κα νονισμό λέει, δέν επιτρέπεται συγχρωτισμό ς της δικη ς τους φατ ρίας μέ μας. Φατρία θά πεί άδε λφό της, ά πό τή λέξη φράτηρ , πού θά πεί άδε λ φό ς . • Ο Λ ουκας μο ϋ τό εΙ χε έξηγή σει. wEλEYE, δέ ν ύ πάρχει άντ ίστοιχη γιά τίς γυναίκες, πο ύ ν ά παράγεται άπό τό 'έορ, πο ύ θά πεί θυγατ έ ρα. του ά ρεσε ν ά μαθαί νει άχρηστα πράγματα. Π αρά­ γωγα λέξεων, άσυνήθιστες έκφράσεις. Κ ι έγώ τ ό ν πε ί ραζα, πώς ε Ιναι σπασίκλας, δασκαλάκος : Π α ί ρνω τ ά κουπόνια ά π ' τό άπαιτητικά ά π λωμέ νο χέ ρι της Ρί τας. Πά νω τους έχουν σχεδιασμέ να τρόφιμα, τά είδη πού μποροϋ με ν ά πά ρουμε: μιά δω δεκ άδα αόγά, κομμάτι τυρί , ενα μαύ ρο πράμα πού παρασταίνει τή μπριζόλα. Τά παραχώνω στή ν τσέπη του μανικιοϋ μου, ε κεί φυ λάω καί τή ν άδεια κυκλοφορίας μου, κλ ε ί νω τ ό φερμουάρ. "Φρέσκα πές τους ν ά ' ναι. Τ ' αό γά», λέει. «WΟχι σάν τά προχτεσιν ά. Καί κοτό που λο π ές τους. WΟχι κότα. Πέ ς τους γιά ποιό ν ε Ινα ι καί δέ θά βγάλουν άχνα ». " ν Ε γινε» , λέ ω. Δέ ν χαμογελάω. Μή ν τή ν εμβάλω στό ν πειρ α­ σμό της φιλίας.

25


ΚΕ Φ Α Λ ΑΙ Ο

Τ ΡΙ Α

ΒΓΑΙΝΩ άπό τή ν πί σω πό ρτα, στ ό ν κή πο, πού ε Ι ναι μεγάλος καί

περιποιημέ νος: γρασ ίδι στή μ έ ση, Ι τι ά , βότρυς ό �ρπης περιφρ ά­ ζουν τίς ά κριες κάθε βραγιάς μέ άνθ η. Σ τίς γωνίες δ λες , στ ά άκρωτή ρια τ ών άνθέων, δ που ο Ι άσφόδ ελοι βρίσκονται τ ώ ρα στ ό fβγα τους καί οΙ του λί πες ά ρχίζουν ν ' άνοίγουν χύ νοντας χρώμα. ΟΙ τουλίπες ε Ι ναι κόκκινες, μ ' �ναν τ ό νο πιό σκοτωμέ νο πορφυ­ ρό πρ ός τ ό κοτσ ά νι, σά νά τ ίς ε Ι χαν μαχαιρ ώσει, ή ού λή κ λ ε ίνει καί ά φή νει μι ά κοκκιν ίλ α. Ό κήπος αύ τ ό ς εΙναι ή έ πικράτεια τής Γαμετής τοϋ Τ αξιάρχη. , Α π ό τ ό παρ άθυρ ό μου μέ τ ά άθ ραυστα τζαμωτ ά τήν εχω δ εί συχν ά στό ν κη πο, τ ά γό νατ ά της σ έ μαξ ιλάρι, άχνό γαλάζ ιο βέ λο ν ά περιβάλλει τό καπ έλο κηπουρικής πο ύ φορ ά ει, καλάθ ι δί πλα της μέ ψαλίδα μέ σα καί σπάΥΥΟ γιά ν ά προσ δέ σει τ ά άνθ η δ που δε Ι ΗΕνας φύ λακας ά πεσπασμένος στήν όπηρεσία τοϋ Ταξιά ρχη εχει ά ναλάβ ει τ ίς χοντρο δου λ ειές, σκάψιμο . • Η Γ αμετ ή ά ποφα­ σίζει, δ ε ίχνει μέ τήν ά κρη τοϋ μπαστουνιοϋ της. Π ολλές ά πό τ ίς Γαμετ έ ς κατ έχουν παρ ό μοιους κή πους , εΙ ναι γι ' αύτ ές εδαφος δ που μποροϋ ν ν ' άποθέ τουν τ ά κατ ά λοιπα έ πιθυμι ών τους γι ά δ ιαταγέ ς, φροντ ίδα, περιπο ί ηση . ΕΙ χα κ ι έ γώ κή πο, τό τε. Θ υμ ά μαι, ε Ι μαι σ έ θέ ση ν ά θυμάμαι, τή μυρου δ ι ά τής άνασκαμμένης γής, τού ς τροφαντού ς βο λ βού ς στή ν παλά μη μου, ε να σχή μα τελ ειωμένο, σ άν εγκυο σώμα, τ ό ξερό θ ρ ό ισμα τ ών σπό ρων καθώ ς δ ιαφεύ γουν άν άμεσα άπό τά δάχτυλα . • Ο χρό νος εΙ χε λύ σεις νά προχωράει ταχύ ς μέ τού ς τ ό τε τρόπους. Κ αμι ά φο ρ ά , ή κυρία τοϋ Ταξ ι άρχη λέ ει κα ί της φ έ ρνουν μι ά πο λ υ θ ρ ό να, καί μό νο κ άθ εται. �Eτσι: κ άθ εται στ όν κήπο της. ' Α πό μακριά μοιάζει σ ά νά είχαμε ε Ι ρήνη . Αύτή τή στιγμή δέ ν εΙν ' έδώ , κι έ γώ κ άνω ν ' άπορήσω: δέ ν μοϋ ά ρ έ σει νά π έ σω πάνω στήν Γ αμετ ή το\} Ταξι ά ρχη άπροειδ ο­ πο ίητα. Μ πορεί κα ί νά μαντάρει στή σάλα, μέ τ ό ά ριστερ ό της πόδι στ ό όποπόδιο , έ πειδή εχει ά ρθρίτ ιδ α. Είτε ν ά π λέ κει κασκό λ 26


γιά τούς ' Α γγέλους τών πρ ό σω. Δ η λ αδή άντε τώ ρα νά μέ πείσεις εμένα π ώς ο { � Αγγελοι Ε'Χουν άνάγκη άπό τέτοια κασκ ό λ. Κ α ί μ άλ ιστα αότ ά πού φτιά'Χνει ετούτη δώ , όλο φιοριτού ρα. της κακόρ'Χεται έ κεί νο τ ό σ'Χ έδ ιο μέ σταυ ρ ό κα ί άστέρα πού προτι­ μου ν τόσες κα ί τ ό σες Γαμετές, δέ ν καταδέ'Χ εται αότή σ'Χέ δ ιο πατ ριωτικό . �Eλ ατα στοι'Χισμέ να σ έ έ νωμοτ ίες προ'Χωροϋν σ έ σ'Χηματισμό μά'Χης στή μπορντού ρα τ ών π λ ε'Χτών της, η άετο ί, η κα ί μονοκό μματα άνθ ρωποει δη , άγό ρι καί κορ ίτσι, ά γό ρι καί κορ ί τσι. Δέ ν ε Ι ναι κασκόλ γι ά ένή λικους αότ ά, άλλά περι λ α ί μια γι ά παι δ ι ά. Καμιά φορά λέ ω μ έσα μου π ώς τά κασκό λ δέν τα'Χυ δ ρομοϋ ν­ ται τελ ικά στού ς ' Α γγέλους : ξ η λώνονται, ξαναγίνονται κου βά­ ρια νη μα, γιά νά ξ αναπ λ ε'Χτου ν, καί φτού κι άπ' τήν άρ'Χή. Μί α λύ ση, νά ' 'Χουν μέ τ ί ν ' άπασ'Χο λ οϋ νται ο Ι Γαμετές, όρρός αόταπ άτης π ώ ς δ ιαθέ τουν λό γο ύ π ά ρξ εως. Πά ντως τ ό π λ ε'Χτό της Δ εσπο ί νης ήμών, έ γώ της τ ό ζηλεύω: ιόραί ο νά Ε'Χεις πρooπτιιcή μπροστ ά σου, μικρο ύ ς, έ πιμέ ρους στ ό'Χους, εi)κο λ α πραγματώσι­

μους. ' Ε κε ί νη, τ ί μοϋ ζ η λ ε ύ ει; Δέ ν μοϋ ά ποτε ί νει τό ν λό γο, έ κτ ός όταν δέ ν μπορεί νά κ ά νει άλλιώς. Γ ι ' αότήν εΙ μαι μία κινητή ένο'Χή, ά παραίτητη ό μως, ό πως τ ό "άναγκαίο». �Eτσι δέ ν ελεγαν παλιό ο{ καθ ωσπρέπει τό δ ο'Χεί ο ννκτός; � H ρθ αμε φ ά τσα μέ φάτσα έδώ κα ί π έντε βδομάδες,. όταν εφτασα εδώ , μέ μετ άθεση . 'Ο Φύλακας της προηγού μενης βάρδιας μ ' Εφερε στή ν μπροστινή πύλ η. Τή ν πρ ώ τη μας φορ ά , μας επιτρέ­ πουν ε ίσο δο άπό τήν μπροστινή πύλη , μετά όμως 'Χρησιμοποιοϋ­ με μόνο τή ν πί σω. 'Όλα εΙναι ά κόμη θο λά καί ρευστ ά, σάν μεταβατικό στ άδ ιο, κανε ίς δέ ν Ε'Χει σιγουρευτεί ποιό εΙναι τό πό στο καί δ βαθμός του. Σέ λίγο θά ξεκαθαρίσει: Θά ''Χουμε εξ αιρ έ σεις; Καί γιά ποιέ ς; wH όλες ά πό τήν π ί σω π ό ρτα; 'Η Νονά Λ υ δί α ε Ι πε, κινε ίται παρασκηνιακ ά γιά τή ν εμπρό­ σθια. Τ ιμης ε νεκεν, γι ά τ ό λ ειτού ργημά σας, εΙπε. 'Ο Φύ λακας δέ ν άφησε νά 'Χτυπήσω εγώ τ ό κου δο ύ νι, τ ό 27


χτύπησε ό ίδ ιος. ' Α λλά πρ ί ν περάσει χρονικό δ ιάστημα απαιτού­ μενο γιά ν ' άκούσει καί νά ' ρθει βιαστικά κάποιος, ή θόρα άνοιξε πρό ς τά μ έ σα. Φ α ίνεται περ ί μενε ή ίδια, στημένη πίσω ά πό τή ν πόρτα. Κανονικά, επρεπε ν ά κάνει τήν προύπ ά ντηση κά ποια άπό τ ί ς Μάρθ ες, δμως ήρθε ή ϊδ ια προσωπικώς, μέ τ ό μακρύ μπλέ-ρουά ένδυμα, τ ών άδυνάτων αδύνατο νά μή ν κατα λά­ β εις πώς ήταν αύτή. νΑ! εlσαι ή καινού ργια, εlπε. Δέν παραμέ ρισε Υιά νά περάσω, παρ έμεινε στητή στ ό κέντρο της πό ρτας φράζοντας τή ν ε ίσο δο. Έmθυμοοσε νά εννοή σω π ώς δέ ν μποροΟσα νά ε Ισέλθω στ ό σπίτι παρ ά μό νο άμα τ ό πεί ρητά ή ίδ ια. Πέ φτει άφάνταστο γλείψιμο τελευταία γιά τέ τοια πό στα Μάλιστα, είπα Νά τήν αφήσεις στ ό ν εξώστη . Αύτ ό τό εΙ πε στόν Φύλακα. γιά τή βαλ ί τζ α μου Η β αλίτζ α ή ταν από κόκκινο βινύ λιο καί όχι μεγάλη. Είχα ακόμη μ ί α βαλίτζα. μέ τ ό ν χειμερινό μαν δύ α καί τόν βα ρύ τερο ρουχισμό. αύ τή δμως θά . φτανε αργότερα. Ό Φύλα...: ας απίθωσε κ ά τω τή βαλίτζ α καί τήν χαιρ έ τησε στρατιωτικά Μετά άκουγα τά βή ματ ά του π ί σω μου, καθώ ς έφευγε από τό ίδιο μονοπάτι, κα ί τό κ λί κ της εμπρόσθ ιας πύ λης, καί ένιωσα σάν ενα προστατευτικό χ έ ρι ν' άποτραβιό ταν άπό π ά νω μου. Τό κατώφ λ ι καινού ργιου ο ίκου ειναι κάτι σ ά ν κατώφλι πρός τήν έρημο Ή ίδ ια παρ έ μεινε μέ χρι πού τ ό ά μάξι έβαλε μπρός κι εφυγε. Έγώ στό μεταξύ ν ά μήν κοιτάζω στ ό πρόσωπό της , αλλά στό κλάσμα εκείνο τοϋ σχή ματ ός της πού μποροϋ σα νά βλέπω μέ τήν κεφαλή μου χ αμη λω μέ νη : τή μέση της στά μπλέ, βαριά πλέον. τήν αριστερή της παλάμη πάνω στήν φιλν τισένια λαβή τοϋ μπαστουνιοϋ, τ ά χοντρ ά δ ιαμάντια στό δάχτυλο μέ τ ά δαχτυ λί­ δ ια. πού κάποτε θά πρέπει νά ήταν λ ιγνό , περιποιημένο καί τ ώ ρα τό νύχι στό ακ ρο ενός δαχτύ λου μέ πρησμέ νες αρθρώσεις αριστοκρατι κ ά λιμαρισμ έ νο, ετσι πού νά σχηματ ίζ ει μισή ό μορ­ φη ή μισέλην ο. Σά νά . χε εναποτε θ εί ενα εΙρωνικό χαμόγελο πάνω σ ' αύτό τό δάχτυ λο. Σά ν κ άτι νά τή ν περιγελο()σε. Νομίζω μπορείς νά περ άσ εις, εΙ πε. Μ οϋ γύ ρισε τή ν π λάτη καί .

28

.


πρσχ.ώρησε στόν προθάλαμο κουτσαί νοντας. Kλjίσε τήν πόρτα πίσω σου . Κουβάλησα μόνη μου τήν κόκκινη βαλίτζα, αότό θά τ ό "χε προσχεδιάσει , σίγουρα, μετ ά ε κλ εισα τήν πό ρτα, χωρίς ν ά της μιλήσω άλλο Η Νονά Λυδί α ε Ι πε καλύ τερα ν ά μή μιλάς εάν δέ ν σέ ρωτήσουν εόθέως. Π ροσπ άθ ησε ν ά συμμερίζεσαι κα ί τή δική τους θέση μού εΙχε πεί , τ ά χέρια της σφιγμ έ να σάν θ η λ υκωμένα άπό μέγγεν η , τό χαμόγελό της μιά ύ στερική εκκληση . Σ υμμερ ί­ σου καί τή δική τους τ ή θέση . Μέσα έδώ , εΙπε ή Γ αμετή τού Ταξιά ρχη. Μόλις έ μπη κα στή σάλα, βρισ κόταν κιόλας καθ ιστή στήν πο λυ θ ρόνα της, τό άρι­ στερό της πόδι στό ύ ποπόδιο, π ά νω σέ μαξιλ αρ ά κι κεντημένο, τριαντάφυ λλα σέ κ ά νιστρο, δλο ριζοβελ ονιά. Τό π λ εχτό της κατάχαμα δίπ λ α στήν πολ υ θ ρόνα, ο ί β ε λό νες μπηγμένες στό νημα. ΣτάθηΙCα μπροστά της μέ τ ά χέρια σταυ ρωμένα. Μάλιστ α, εΙπε. πηρε τσιγάρο, τό εμπηξε στά χείλη της, πού σούφρωσαν νά τό αίD1αλωτίσουν καθώ ς τό άναβε . Τά χείλη της ή σαν φτεν ά , μ έ μιιcρές ιcάθετες ρυτίδες γύ ρω, σάν αό τ ές πού εβλεπα στίς διαφημί­ σεις γιά καλλυντικά χειλέων. Ό άναπτή ρας ε Ι χε χρώμα σάν φίλντισι. Τά τσιγ ά ρα πρ έ πει ν ά προ έ ρχονται άπό τή μαύ ρη άγο ρά, σκ έφτη κα, καί αότό μέ έγιc αρ δίωσε. ' Α κόμη καί τ ώ ρα, πού ή χρήση τού χρή ματος εχει καταργη θ εί, ύπά ρχει μαύ ρη άγορά. Πάντα ύ πάρχει μαύ ρη άγορά. Πά ντα ύ πάρχει έ μπό ρευμα άνταλλάξιμο. Βέβ αια, έτού τη μπορεί νά καταστρατηγε ί τού ς νόμους , εΙναι ύπεράνω. ' Ε ν ώ έγώ , τ ί διαθέτω πού νά προσφερ ό­ ταν γι' άνταλλ αγή ; Στύλωσ α τή ματιά μου στό τσιγάρο της μ έ λ ιγού ρα. Γιά μ έ να, τό τσιγάρο άπαγορευόταν, μαζί μ έ τό άλκοόλ καί τόν καφέ. Λοιπόν, ό αό τός πο ύ δέ ν συγκρατώ τή φάτσα του δέ ν μας εΙCανε τή δου λειά μας, ε Ι πε. Δέν βγή κε ά σπροπρόσωπος. WΟ χι , Δέσποινα , ε Ι πα έ γώ. WΗ χησε μέ ήχο πού θά μπορούσε ν ά ειcληφθ ε ί ώς γέ λιο, μετ ά lβη ξε. W Ατυχος , εχασε τ ή ν εύ καιρ ί α, εΙπε . Ο δε ύ τερός σου. .

.

29


Τρίτος μου, Δέσποινα, εΙπα έ γώ. Κ αί γι ά τή δ ική σου θέ ση όμως, ή . ά φλογιστία τους δέ ν εΙ ναι τό σο εόχά ριστη , ε Ιπε. ' Α κό μα ε να βηχά κι μεταμφιεσμένο σέ γέλ ιο. 'Έχεις τή ν άδεια ν ά κα θί σεις. Έ κτό ς κανονισμοϋ , άλλά , γι ά μία φορ ά . . . Κ α ί κάθ ισα στήν ά κρη μι ας άπό τ ί ς καρέκλες μέ τή σκληρή ρ άχη. Δέ ν έ πιθυ μοϋ σα νά περιπ λ ανη θ ε ί ή ματι ά μου στ ό δωμάτιο, δέ ν έ πιθ υμοϋ σα νά φανεί πώ ς τήν άγνοω. Κ ι ετσι, τό μαρμάρινο τζά κι δε ξ ιά μου καί δ καθ ρέφτης στ ό κέντρο του κα ί ο ί άνθ ο δέ­ σμες ε μειναν σκι ές μό νο, γι ά τήν ω ρα, στ ίς ά κραί ες περιοχές τ ω ν ματι ων μου. ' Α ργ ό τερα, μοϋ με λλό ταν νά έχω χρ ό νο περισσό τε­ ρο άπ ό τ ό ν ά παιτού μενο γιά ν ά μοϋ έ ντυπωθ οϋ ν άπό λυτα. Τώ ρα τό πρό σωπ ό της βρισκόταν στό ίδ ιο Ο ψος μέ τ ό δ ικό μου. Μ ο ϋ δημιουργή θ ηκε ή έ ντύ πωση π ώς άπό κ ά που τήν ή ξερα. Κά που κά τι άπάνω της μοϋ ήταν ο Ι κείο. Φ αινό ταν ενα μέ ρος ά π ' τά μαλλ ι ά της, κ ά τω άπ ' τ ό ν π έ π λο. Ή σαν ξανθά ά κό μη. Μ ετ ά σκέ φτηκα, μαλλον τ ά ε Ι χε βάψει, βαφή θά ε β ρισκε στή μαύ ρη ά γορά. Τώ ρα δ μως ξέ ρω π ώς ή ταν γνή σιο τ ό χρ ωμα τους. Τά φρύδ ια της, βγαλμένα, σχημάτιζαν δύ ο λεπτ ές τοξωτές γραμμέ ς, κι αότ ό της προσ έδ ινε ενα πάγιο Ο φος πού δή λωνε ξάφνιασμα ή προσ βο λή , ή έπιθετική περιέ ργεια, σάν ενός άναστ ατωμένου παι δ ιοϋ . Κά τω άπ ό τ ά φρύδ ια δ μως τ ά ματ ό φυ λλ α ή σαν μαραμ έ­ να. ' Αντίθ ετα μέ τ ά μάτια της, πού εΙχαν τ ό μονο δ ιά στ ατο κυανό θ ερινο ϋ ού ρανο ϋ μέ σα σ έ κραυγαλέο ή λιοφως, τ ό κυανό έ κεί νο πού δέ ν σοϋ έ πιτρ έ πει ο Ι κειότητα . • Η μύτη της θά ήταν κ ά ποτε αότ ό πού έλεγαν μυτ ά κι, τ ώ ρα δ μως ήταν δυσανά λογα μικρή σ έ σχ έ ση μ έ τ ό πρό σωπό της. Τό πρ ό σωπό της δέ ν ή ταν παχύ , ήτ αν φαρ δύ. Δύ ο ρυτ ίδες ξεκινοϋ σαν πρό ς τά κάτω άπό τίς ά κρες τοϋ στόματός της. ' Α ν άμεσ ά τους, τ ό σαγώνι της, σφιγμένο σ άν γρο θ ι ά. Έ πιθ υμία μου ε Ιναι νά σ έ βλέ πω τό λ ιγό τερο δυνατό, εΙ πε. , Ελπίζω, τ ό αό τ ό νι ώθει ς καί σύ γιά μέ να. Δέ ν άπά ντησα· μέ τό ναί τήν έπ ρ ό σβα λλ α, μέ τό δχι της άντιμι λ οϋ σα. Ξέ ρω πώς δέ ν εΙ σαι βλάκας, συν έχ ισε. ΕΙσ έπνευσε, φύ σηξε .

30

.


τόν καπνό. Δ ιάβασα τό ν φάκελλό σου. Π ροσωπικά, τ ό θέ μα σου τ ό άντιμετωπίζω ώς εμπορική συναλλαγή . 'Ό μως, άν δεχτώ επίθεση , θά ε πιτεθώ κι ε γώ . Κ ατ άλα βες; Μάλιστα, Δέ σποινα, ε Ι πα. Μή μέ λές Δέ σποινα, εΙ πε μέ χολή. Αυ τό τ ό δ ικαίωμα τό ' χουν μόνο ο ί Μά ρθ ες. Δέν ρώτησα π ως δη λ αδή όφείλω ν ά τή ν προσφων ώ , γιατ ί τ ό ' χα καταλάβει π ώ ς ελπ ίδα της ή ταν ν ά μή ν της άποτε ί νω τ ό ν λόγο ποτ έ. Κ ρ ί μα ' άλλ α προσ δΟΚΟi)σα. Έ πιθυμοi)σα, τ ότε δη λ α­ δή , νά τή ν έχω σάν πρωτότοκη άδερφή , ε να ύ ποκατ ά στατο μη τέρας, πού νά μοi) παρεί χε κατανόηση καί προφύ λαξη . • Η προηγο ύ μενη Κ υρ ία μου περνοi)σε τή μέ ρα της κυρ ίως στ ό ν κοιτώ να της. ΟΙ Μά ρθ ες εΙχαν δ ιαδώ σει π ώς επινε. Κ ι ε γώ προσ δοΚΟi)σα π ώ ς, σ έ δ ιαφο ρετικού ς καιρού ς κα ί τόπους, σ έ ζωή άλλων συ νθ η κών, θά τή συμπαθοi)σα. 'Ό μως καταλάβαινα ά π ό τώ ρα π ώς δέ ν θά τή συμπαθ οi)σα, οΟ τε κι αυτ ή ε μένα. WΕσβησε τ ό τσιγ ά ρο της, μόνο τό μισ ό εΙ χε καπν ίσει, σ ' ε να μικρ ό σταχτο δ οχεί ο μέ δ ιακόσμηση όλο ελ ικες, στ ό κομο δί νο δί πλ α της. Π ραγματοπο ί ησε τ ό σβή σιμο μέ κινή σεις ά ποφασι­ στικές: ε να μ όνο, κοφτ ό πατ ί κωμα κα ί μετά ενα μόνο στρίψιμο. WΟχι τ ά ε παναλ αμ β ανόμενα κοσμικ ά χτυπηματ ά κια πο ύ προτι­ μοϋ ν πο λλές ά πό τ ίς Κ υρ ί ες. 'Όσο γι ά τ ό ν σ ύζ υγό μου, ε Ι πε, ε Ι ναι μό νο αυτ ό : σύζυ γό ς μου. Σ ' αυτό ε ίδ ικ ά δέ ν θά ε πιτρ έ ψω παρανοή σεις. Σύζυγος. Μέ χρι θ ανάτου. ' Α νεκκ λ ήτως. Μάλ ιστα, Δέ σποινα, ξ εχ ά στηκα καί τ ό ξ αναεί πα. ΕΙχαν πα­ λ ιά κ άτι κοi)κλ ες γι ά μω ρ ά κοριτσάκια, πού μιλοi)σαν ό ταν τραβο ϋ σες ε να σπ άγγο στή ν πλάτη τους. M oi) φάνηκε πώς ε τσι μι λοi)σα κι ε γώ τώ ρα, φωνή αυτόματου, φωνή κού κλ ας. Λ αχτα­ ροi)σε νά μέ χαστουκί σει, της φαινό ταν. wExouv τ ό δ ικαίωμα ν ά μας χτυποϋ ν, τό στηρίζουν σ έ εδά φιο τ ών Γ ραφ ών. ' Α λλά όχι μ έ ό ργανο. Μόνο μέ τό χ έρι τους . WΕχουμε πο λ εμή σει γι ' αυτ ό τ ό προν ό μιο, ε Ιπε ή Γ αμετή toi) Ταξ ιά ρχη , κα ί ά προσ δό κητα ε παψε ν ά κοιτάζει ε μέ να, κο ί ταζε τ ά

31


χ έρια της μέ τούς πρησμέ νους κόμπους καΙ τίς διαμαντόπετρες, κι έ γώ θυμήθηκα ποΟ τή ν εχω ξαναδ εϊ . Τή ν πρώτη φορά, σέ τη λ εοπτ ι κή έ κπομπή , όταν ήμουν όχτώ ή έννέ α χρ όνων. 'Ό ταν ή μητέ ρα μου ε Ιχε δ ιανυκτ έ ρευση τά σαββατ ό β ραδα κα ί ά ργοΟσε νά γυρ ί σει τ ό πρω ί τής Κ υριακής, έ γώ σηκωνό μουνα νωρ ίς , πή γαινα στή ν τη λ εό ραση , στό γρ αφεί ο τής μητ έρας μου, καΙ τα λαιπωροΟ σα τ ά κουμπιά τής συσκευής, ά ναζητώντας καν άλι μέ μί κυ-μάους. Κ αμι ά φορά, όταν δέ ν έβ ρι­ σκα, στεκ ό μουν στή ν έ κπομπή « 'Ώρα Ευ αγγε λί ου, ώρα ψυχών ά νατ άσεως», όπου έλεγαν παραμύθ ια γιά παιδιά άπό τ ή Βίβλο καί τραγου δοΟσαν ()μνους. Μί α άπ ' τ ί ς γυναί κες λεγόταν Σερέ να Τζόυ. Ή ταν ή βασική ύψίφωνος. Ξ επλ υμέ νο ξ ανθό μαλλί , μικροκαμωμέ νη, μέ άνασηκωμέ νη μύ τη καί πελ ώρια γαλανά μ άτια, πού τ ά εστρεφε πρ ό ς τού ς ού ρανού ς ό ταν ψαλμωδοοσε. ΕΙ χε μ άθ ει ν ά δακρύζ ει καί νά χαμογε λάει ταυτόχρονα'lνα ή καί δύ ο δά κρυα νά κατο λισθ αί νουν μέ συστο λή στό μάγουλό της , σά νά ' παιρνε σινιάλο, άκριβ ώς τή στιγμή πού ή φων ή της ε πιανε τή ν πιό ψηλή νότα, μέ βιμπρ άτο χωρ ίς κανένα ζόρι, Μετά, μεταπή δ ησε καί σ έ άλλες ε Ιδ ικό τητες . • Η γυναί κα ή καθ ισμέ νη μπροστά μου ήτ αν ή Σε ρέ να Τζόυ . �H, ήταν κ ά ποτε. Δηλ αδ ή τά πρ άγματα ήσαν χειρότερα άπ ' όσο περ ί μενα.

32


Κ Ε Φ Α Λ ΑΙ Ο

Τ Ε Σ Σ Ε ΡΑ

ΠΡΟΧΩΡΑΩ στ ό χαλ ικοστρωμ έ νο μονοπ άτι πο ύ δ ιαιρε ί τήν χ λόη

του πίσω μ έ ρους, νοικοκυρεμένα, σ άν χωρ ίστ ρα. ν Ε β ρεξε τή νύχτα. Τό χ ό ρτο νοτισμένο, ό άέ ρας υ γρ ό ς. ' Εδώ κι έ κε ί σκουλή­ κια, τεκμή ριο πώ ς τ ό χ ώμα εΙναι εΟ φορο' βγη καν κατά λάθος στόν ή λιο , μισοπεθ αμ έ να. ΕΟχυμα κα ί κοκκινωπ ά, σ ά ν χε ίλη. , Α νο ί γω τήν άπό λευκού ς πασσ άλους θύ ρα κα ί συνεχίζω , περνά ω τήν πρασινάδ α της προσ ό ψεως , μπροστ ά μου ή πύλ η. Στό ν δ ρομάκο του γκαράζ, ε νας ά πό τού ς Φύλακες τού ς ά πεσπα­ σμένους στ ό Κ οινόβ ι ό μας πλένει τ ό αότοκ ί νητο. Π ού υ πο δ η λώ­ νει π ώς ό Τ αξιά ρχης ε Ι ναι σπ ί τι, στ ό προσωπικ ό του έν δ ιαίτημα , π έ ρα κι άπ ό τήν τραπεζαρ ί α, δ που, φα ί νεται, μέ νει τ ό ν πιό πο λύ ν καιρ ό . Τό ά μάξ ι ε Ι ναι πο λύ ά κρι βό , μά ρκα Ρομφα ία. ' Α κρι βότερα ότά κι ά π ό τή μά ρκα Α ρμα, πο λύ καλύτερα ά πό τ ό άγαρμπο, α βολικό Β εεμώθ . ΕΙ ναι μαυ ρο, φυσικ ά . Χρώμα γοήτρου καί νεκρο­ φό ρας, κα ί μακρύ ' καί στιλ πνό . • Ο όδηγ ό ς τ ό λουστρ ά ρει μ' ε να κομμ άτι δέ ρμα, σχεδό ν τ ό χαϊδ εύ ει. Του λάχιστον αότό δέν άλλαξε , τ ό πως ο Ι ά ντρες χαϊδ εύ ουν τ ά καλά ά μ άξ ια. Φ ορ άει τή στολή τ ών Φυ λά κων, τ ό κασκέ το του ό μως τρα­ βηγμένο π ί σω μ ό ρτικα, καί τά μαν ί κια γυρισμέ να <iSς τ ό ν ά γκώνα, νά φα ί νονται τ ά μπράτσα του, ή λιοκαμένα άλλά δλο μαύ ρη τρίχα. Μ ' ε να τσιγά ρο στή ν ά κρη τών χει λιών , τεκμή ριο πώς κα ί του τος διαθέ τει κ άτι γι ' άνταλλ αγή στή μαύ ρη ά γορ ά. Γ νωρίζω τ ' ό νομά του: ΝΙκ. Αότ ό τό γνωρίζω έπειδή ά κουσα τήν Κό ρα κα ί τή Ρίτα νά τ ό ν κου βεντιάζουν, καί μ ί α φο ρά ά κουσα τ ό ν Ταξ ιάρχη ν ά του λέ ει: Νίκ , δέ ν θά χρειαστ ώ τ ό ό χημα. Μέ νει στό Κ οινό β ιό μας, π άνω άπό τ ό γκαράζ . Χ αμη λ ο υ βαθ μου , δέ ν του εχει έκ:χωρη θ ε ί γυναί κα, οΟ τε ε στω μί α. Δ έν δ ικαιουται: ά π ό κ ά ποιο κουσού ρι , η ελλ ειψη δ ιασυν δέσεων; Φέ ρνεται ώ στό σο σ ά ν αότ ό ν ά μή ν του εχει συμβε ί έ κεινου, ε(τε �

3

33


σά νά μήν τόν νοιάζει. Π ο λύ ά νετων τρόπων, δχι δ ουλικό ς π άντως. Β λ ακε ί α; Δέ ν θά τό ' λεγα. Μου μυ ρίζ ει φτηνή πονηρ ία. 'Ή, κατά τή ν πα λ αι ά ε κφραση, «κάποιος έ πάτησε σκατά ». Λάθος παρομο ίωση . ' Ω ς μυρου δ ι ά πάντως. Χ ωρ ίς νά τό θέλω, συλλογί­ ζομαι τί άραγε μυρου δ ι ά ν ' άποπν έ ει τό κορμί του. Β ρώ μα, ά ποκ λ ε ί εται: δέ ρμα ή λιοκαμένο, Ιδρωμέ νο ά πό ηλ ιο, μέ μύ ρο νικοτίνης γι ά έ π ίστρωμα. ' Α ναστενάζω κα ί εΙσπνέω. Μέ κοιτάζει, μέ τσακώνει πο ύ κοιτάζω. nΕχει γα λλ ικ ή φά τσα, λ επτοκό καλ η , άπροσ δ ι ό ριστης δ ι άθ εσης, όλο γων ί ες, μέ μία πτυχή γύ ρω στό στόμα, όπου κα ί περιορίζεται τό χαμό γελό του . Τ ραβάει μιά τελ ική ρου φηξι ά, ά φή νει τό τσιγ ά ρο ν ά πέσει κ άτω, τό πατ ά ει. ' Α ρχίζει ν ά σφυρ ά ει Μετά, κ λ ε ί νει μ άτι. Χαμηλώνω έ γώ τό κεφάλι, στ ρέφω· ετσι τά λευκά φτερ ά κρύ βουν τ ό πρό σωπό μου, δίχως ν ά δ ιακό ψω τ ό βάδισμα. nΕ κανε τήν παράτολμη πράξη , άλλά πρ ό ς τί; Καί αν, ας ποΟμε, έ γώ πήγαινα ν ά τ ό ν άναφέ ρω; Μ πορεί καί ν ά ' ταν μιά αδολη φι λική έ κ δή λωση . Μ πορεί νά ε Ιδ ε τό ϋφος μου καί τ ό πη ρε γιά κ άτι άλλο. Γ ιατ ί αύτό πού έ γώ θέλησα, ή ταν τ ό τσιγ ά ρο. Μπορεί καί νά μέ δ οκ ίμαζ ε, γι ά ν ά δεί πώς θ ' άντιδ ροΟσα. Μπορεί νά ' ναι κι αύτ ό ς άπ ό τ ο ύ ς Π αντεπ όπτ ες. .

' Α νο ίγω τ ήν κεντρική πύ λη καί τήν κλ ε ίνω π ί σω μου, κοιτ ά­ ζοντας κ άτω, δχι ό μως π ίσω. Τό πεζο δ ρόμιο ε Ι ναι άπ ό κό κκινο τουβλο. Σ ' αύτό τό τοπ ί ο περιορίζω τή ματιά μου: ε νας ά γρό ς ά πό όρθ ογώνια, μαρμαρωμέ να ά βρά κύ ματα, μέ χαρακιέ ς στ ά σημε ί α ό που ή γη τείνει ν ά έ πιστ ρέψει πρός τ ό κέ ντρο της μετ ά ά πό ά πανωτές δε καετ ί ες παγετου. Τά τοΟ βλ α εχουν χρώμα ά ρχ αϊ­ κ ό , όμως ό λο δ ροσι ά κα ί π ά στρα. Τά πεζο δ ρ ό μια ε Ι ναι πο λύ πι ό περιποιημέ να ά π ό «πρώτα». Β αδίζ ω μ έχρι τή γωνία καί περιμένω. « Π ρ ώτα» , τ ό ' βρισκα ήλίθ ιο ν ά στη θώ σ άν κο ύ τσουρο καί νά περιμένω. Μ ακάριοι ώσαύ τως οΙ Ι στ άμενοι κα ί έ γρηγοροΟντες , ε Ι πε ή Νονά Λ υ δί α. Μα ς εβ αλ ε μ άλιστα ν ά τ ό άποστηθίσουμε. ΕΙ πε έ πιπ λέ ον: Δέ ν θά εΙσ έλθ ετε όλες σας στ ό ν Λειμώνα. Μ ερικές θά δειλιάσετε καί θά 34


έγκαταλει φ θ εί τε κατ ά τή ν πορε ία, σ έ ά νυ δ ρα 'Χώματα ή ά γκ άθια. Με ρικέ ς ε Ι σθε ά βαθο ϋ ς ρίζ ας. �E'Xει στό σαγώνι μιά κρεατοελιά, πού άνεβοκατε βαίνει δ σο μι λάει. ΕΙ πε : Θεωρεί στε έαυτές ώς άπο θέτη σπό ρου, καί ή φωνή της ε γινε καλό πιασμα, συνομωτική , σ άν τ ί ς φων έ ς τών τ ό τε γυναικών πο ύ έδίδασκαν μπαλέ το σέ πα ιδάκια, καί τούς ελεγαν: Ψ ηλά τά 'Χεράκια τ ώ ρα· τ ώ ρα θά παραστήσουμε τ ά δέ ντρα. �O ρθ ια στή γων ί α, καί κάνω π ώς εΙ μαι δέ ντρο. 'Έ να σ'Χήμα. Κ ό 1C1Cινο μέ λευκές φτεροϋ γες δλό γυρα στ ό πρόσω­ πο. Σ'Χή μα παρόμοιό μου, μι ά δυσπερ ί γραπτη γυνα ί κα κοκκινο­ ντυμ έ νη , κρατε ί κα λάθι, βαδίζ ει π ά νω στ ά τοϋ βλ α το ϋ πεζοδ ρο­ μ ίου πρ ό ς έ μ έ να. Μέ πλησιάζει, καθ εμ ί α μας περιε ργάζεται τή φ άτσα τής άλλης, μ έ τ ό βλέ μμα χαμη λ ωμένο πρός τού ς ποταμο ύ ς λευκών πτυ'Χώσεων κ άτω ά πό τ ό ύ φασμα τ ών φτερών. Αύ τή εΙναι. « Εύλογητ ό ς δ καρπό ς », λέει σέ μένα . • Ο κατ ά τόν κανονισμ ό 'Χαιρετισμό ς άναμεταξύ μας. « ' Α γρ ό ς Κ υρίου », άπαντώ . Η επιτρεπτή ά ντιφ ώνηση . Στρ έ­ φουμε, προσπερν α με τ ά μεγ ά λα χτ ί ρια, βαδίζοντας πρ ό ς τ ό κέ ντρο τής πο λ ιτε ί ας. Έ κεί , μό νο άν ά δύ ο μ ας ε πιτρ έ πεται ν ά πηγα ί νουμε. Γ ιά λό γους προστασ ί ας, ε Ι ναι ή ύ πηρεσιακή εξήγη­ ση, πο λύ χαζή δ μως, γιατ ί ά π ό προστ ασ ί α πι ά εΙμαστε μέ'Χρι εδώ . Έ τού τη ε Ι ναι δ χαφιές μου, κι ε γώ δ δ ικ ό ς. της. "Α ν ή μία μας παρασυρθεί άπό δτι δή ποτε κατ ά τή ν καθημερινή εξοδό μας, θά δώσει λό γο ή άλλη . Αύτ ή εδώ ε Ι ναι ή «ετ έ ρα» , ή δ μόζυγό ς μου, ή συνεργ ό ς μου, δύ ο βδομ άδ ες τ ώ ρα. Τί άπ ό γινε ή άλλη πού μοϋ ε Ι χαν πρ ί ν, δέ ν γνωρίζω. Μ ιά μέρα δέν προσή λθ ε κα ί στή θέ ση της βρισκόταν τούτη εδώ. Σέ παρ ό μοια θέματα άποφε ύ γεις νά ρωτας, ο Ι ά παντή­ σεις συνήθως ε Ι ναι ά παντήσεις πού δέν ε πιθ υμείς ν ά γνωρίζεις . Α φή νω πού τ ί ς περισσ ότερες φορές δέν ύπάρχει ά πάντηση. ΕΙ ναι λί γο πι ό γεμάτη ά πό μένα. Τά μάτια της καστανά . Τό δ νομά της, αύ τή το\) Γ κλέν. Κα ί εΙναι αύτ ά τ ά μό να πού γνωρ ίζω γιά τ ό άτομό της. Π ερπατεί συμμαζεμένα, 'Χαμηλο βλεπού σα, τ ά 'Χέρια μέσα στ ά κό κκινα γ ά ντια σταυ ρωμέ να ε μπρ ό ς, μέ κοφτ ά .

35


μικρά βηματάκια, σ ά ν �Kπαιδευμένo γουρουν ά κι στ ά πισινά του π όδ ια. Σ τ ίς �ξόδoυς μας ποτ έ της δέ ν της ξέ φυγε τ ίποτα που νά μή ν ε Ιναι άπ όλυτα νό μιμο. Ούτε κι έ μένα βέ βαια. Μ πορεί νά ε Ι ναι άληθ ινή πιστή, πορφυρή δου λη δχι μό νο κατ ' δ νομα. Δέ ν εΙναι φρ ό νιμο ν ά τ ό δ ιακιν δύ νευα. «' Ο π όλεμος πηγα ίνει κα λά ά κουω .., λέει. « ΑΙ νείτε Αύτ ό ν .. , ά παντ ώ έ γώ. «Μας �δωρήθη κα λ οκαιρ ία ... « ' Α πο δεκτή εύ φροσυνως ... « �Eχoυμε κατατ ροπ ώ σει τΙς δ μάδ ες τ ών στασιαστών, άπό χτ ές ... «Δόξα σοι .. , λέω. Δέν ρωτ άω πώς τό μαθε. « Ποιανού δό γμα­ τος ; .. « Βαπτιστών. ΕΙχαν καί όχυρό στά Μπλου Χίλς. τους άναψαν δ μως φωτι ά στ ' άνο ί γματα, τους επvιξε Τι καπνιά καί παραδό­ θηκαν .. . «Εύλογητ ό ς ... Κ αμιά φορ ά παρακαλ ιέ μαι νά τ ό βου λωνε κα ί ν ά μ ' άφή σει νά βαδίσω η συχη . 'Ό μως εχω μι ά βουλιμία γι ά νέ α, δ ,τι νέ α. ΕΙδή σεις . . Α κ όμα καί άπό χαλκευμένες ε Ιδή σεις κ άτι ξεθάβεις. Φ τά νουμε στ ό πρ ώτο μπ λό κο έλέγχ ου. Μ οιάζει μέ τ ίς κατα­ σκευ ές πού βάζουν νά φράξουν τους δ ρ ό μους δταν έ κτε λ οΟνται ε ργα, η κάνουν άπόφραξη όδραγωγών σωλήνων: δύ ο καδ ρόνια χιαστί βαμμένα μέ κί τρινες κα ί μαΟρες ρ ί γες, κι ε να κό κκινο l:ξάγωνο σημα, που θά πε ί « �Aλτ ... Κ οντ ά στήν πυλη , μερικο ί προβο λ ε ίς που δέ ν ε Ι ναι ά ναμμένοι, έ πει δή τώ ρα δέ ν ε Ιναι νυχτα. Γ ιά μ ας, τ ό ξέ ρω αύ τό , εχει προ βο λ είς προσαρμοσμέ νους σ έ τη λ εγραφικους στυ λους, γι ά περιπτ ώ σεις συναγε ρμοΟ, καί εχει ά ντρες μέ μυ δ ρ άλλια σ έ τσιμεντ έ νια πολυβο λ ε ί α l:κατέρωθεν το ύ δ ρό μου. Έ γώ τους προ βολείς κα ί τ ά πο λυ βολε ία δέ ν τ ά βλέ πω, μ ' έ μποδίζ ουν τ ά φτερ ά γυρω στ ό πρ ό σωπό μου. 'Όμως ξέ ρω πώ ς όπάρχουν. Πίσω άπό τό μαυ ροκίτρινο Χί, περιμέ νοντας έ μας στ ή ν δί ο δο, στέκουν δύ ο ά ντρες . Μέ τή ν πρ άσινη στο λή τού Φ ρουροΟ της Πί στεως, μέ τ ό ση μα στους ώμους καί στους μπερ έδ ες: δύ ο •

36


ξίφη σταυ ρωτά, π άνω ά πό λευκό τρίγωνο. ΟΙ Φ ρουροί δέ ν ε Ι ναι καθ αυτό στρατιώτες. Χρησιμεύουν γι ά τή ν καθ ημερινή άστυνό ­ μευ ση κα ί άλλες χειρωναξίες, σκαλίζουν τό περιβό λ ι της Γ αμε­ τ ης του Τ αξ ιά ρχη φ έ ρ ' ε ί πε ί ν, καί ε Ι ναι είτε βλάκες , ή δεύτερης εφεδρε ί ας, ή σακατεμένοι, είτε πολύ νεαροί. Έ κτός άπ ' όσους ε Ιναι Π αντεπόπτες ίνκόγνιτο. Έτουτοι οΙ δύ ο εΙναι νεαρούλ ια: του ε νός τό μουστάκι πολύ άραιό άκόμη , του άλλου ή φάτσα ό λο μπιμπ ί κια ά κόμη. 'Η νε ότητά τους εΙναι συγκινητική, γνω ρίζω όμως π ώς δέ ν κ ά νει ν ά της επιτρέψω νά μέ παγιδέ ψει: οΙ άρχά ριοι συχν ά ε Ι ναι οΙ πλέον επίφο βο ι, οΙ π λέ ον φανατισμ ένοι, οΙ πού σηκ ώνουν ό πλο μ έ τήν πρ ώτη. Δέ ν εχουν γνωρίσει ά κόμη τ ί σημαί νει χρόνος στ ή ζ ωή τους. Μπροστά τους, όχι σπαστικ έ ς άντι δ ράσεις. Τή ν περασμ έ νη βδομάδ α ά φησαν στόν τόπο μι ά γυνα ί κα, εδώ δίπλα. Μά ρθ α ήταν. Ψαχού λευε στόν μαν δύ α της γιά νά βρεί τ ή ν άδεια κυκλοφορ ί ας κι ε κείνοι νόμισαν ό τι θά π έ ταγε βόμβα. Τή ν πέρασαν γι ά ά ντρα μεταμφιεσμένο. 'Έχουν παρατη ρη θ ε ί κ άμπο­ σα τ έ τοια περιστατικ ά . Ή Ρίτα κα ί ή Κό ρα τή γν ώ ριζαν.Τίς ά κουσα νά τ ό κου βεντιά­ ζουν, στήν κου ζίνα. Τό καθη κον τους ε καναν τά παλ ικ ά ρια, ή Κό ρα ε Ι πε. Γ ι ά ν ά κοιμόμαστε ή συχες ε μεί ς. Τό πέτυχαν. Πώς ν ά ' χεις φό βο άπό πεθ αμέ νον; ε Ι πε ή Ρίτα ό ργισμέ νη . Κ αί ή γυναί κα τό καθ η κον της ε κανε. Π οιός δ λόγος νά της ρίξουν; Η Ε ! καλά, άτύ χημα, ή Κόρα ε Ιπε. Ναί, σιγ ά , ε Ιπε ή Ρίτα. 'Ό λα ε Ι ναι σχεδ ιασμένα. Η Α κουγα τά κατσαρολικά νά βροντολ ογανε μέσα στόν νεροχ ύ τη. Μ ' αύ τ ά τ ά μέ τρα όμως, όποιος κάνει ν ά μας άνατινάξει τ ό σπ ί τι θά τ ό σκεφτεί πολύ πρ ώτα, ή Κόρα λέ ει. Άσχέτως, ή Ρίτα λέ ει. Ή ταν κα ί δου λ ευταρού. Πολύ ά σχη­ μος θάνατος. Ξέ ρω καί άσχημό τερους, λέ ει τότε ή Κό ρα. Τουλάχιστον ύ α τή π έθ ανε ά μέ σως . Σ ' αύτό, εχεις ε να δί κιο, ε Ι πε ή Ρίτ α. Έ γώ μι ά φορ ά θά 37


δ ι άλ εγα ν ά ' μαι προει δ οποιημ έ νη λ ιγάκι πρωτύτερα. Νά . . . έχω άποκαταστή σει ό ρισμέ να θέ ματα.

Οί δύ ο νεαρού λη δ ες Φ ρου ρο ί μας κά νουν τ ό σχημα· φέρνουν τρ ία δάχτυ λ α στ ό ν μπερ έ . Π ρον ό μι ό μας έκχωρημένο. Δ ιαταγή ά νωθ εν ν ά δε ίχνουν σ έβας πρ ό ς τ ό λ ειτού ργημα ό που εfμαστε ταγμ ένες . ' Α νο ί γουμε τ ά φερμου ά ρ στ ίς τσ έ πες τ ων μανικι ων, παρουσιά­ ζουμε τ ίς άδ ει ές μας, πού έ πιθ εωροϋ νται, σφραγ ίζονται. 'Έ νας τους μπα ί νει στ ό δε ξ ι ό πολυ βολείο ν ά χτυπήσει τ ό ν άριθ μό μας στ ό δ ιατ ρητικό τοϋ έλ εγχομπιοϋ τερ. Κ αθώ ς μοϋ ξ αναδί νει τή ν αδειά μου , ό αύτ ό ς μέ τ ό ρο δ ακιν ί μουστ ά κι γ έ ρνει τ ό κεφ άλ ι προσπαθώ ντας νά διακρίνει τ ό πρ ό­ σωπό μου. ' Ε γώ ά ννψ ώνω μιά ίδέ α τ ό κεφ άλ ι μου, ν ά τ ό ν δ ιευκο­ λύνω, κι έ κε ί νος βλέ πει τ ά μά τια μου κι έ γώ βλέ πω τ ά δικά του, καί κοκκινίζει. Τό πρ ό σωπ ό του ε Ι ναι μαιφου λό κα ί πένθ ιμο, σ ά ν προ βάτου μέ τ ά στρογγυ λά μάτια σκύ λου. Σπά νιε λ ό μως, όχι τεριέ . Τό δέ ρμα του ε Ι ναι χ λωμό κα ί δε ίχνει ά ρρωστι ά ρικα τρυφερ ό , όπως τ ό νέ ο δέ ρμα κ άτω ά πό κρού στα π ληγη ς μισογια­ τρεμ έ νης. Κ αί μο λ οντο ϋ το, μέ κυριεύει έ φεση νά έ πιθέσω τ ό χ έ ρι μου π άνω σ ' αύ τ ό τ ό έκθ ετο πρ ό σωπο. Π ροφταί νει καί στρ έ φει άλλ ο ϋ . ΕΙ ναι ε να σχε δό ν υ πο βρύχιο περιστατικ ό , μιά έλάχιστη περι­ φ ρ ό νηση τ ων καν ό νων, μικροσκοπική τό σο πού ν ά μή ν ε Ι ναι άποκαλύ ψιμη , ό μως παρ ό μοια κ λά σματα στιγμων ε Ι ναι τ ά ε πα­ θλ α πού ά ποθ ηκε ύ ω γι ά άτομική μου τέ ρψη , ό πως ο Ι καραμέ λες πού , παι δά κι, καταχ ώ νιαζα στό βάθος συρταριοϋ . Παρόμοιες στιγμ ές άποτε λ ο ϋ ν δυνατ ό τητες , μικρούς φεγγ ίτες πρό ς τ ό ν Κό σμο. Καί αν γιν ό ταν ν ά ε ρθ ω νύ χτα, όταν θά ' ναι όπηρεσ ία μον άχος -παρ ' ότι ποτ έ δέ ν θά τοϋ παραχωρη θ ε ί παρ ό μοια στιγμή μοναξιας- κα ί τοϋ ανοιγα ν ά δ εί κα ί πιό μέ σα ά πό τ ά λ ευκ ά μου φτερ ά; � Αν γινό ταν ν ά ά πεκδ υθω τ ό κό κκινο σάβανό μου καί ν ά τοϋ ά ποκα λ υφθω , σ ' αύ τ ό ν, σ ' αό τούς , κ άτω άπ ' τ ό ά βέβαιο φ ως το ϋ φανοϋ; Αύτ ό θά δ ιαλογίζονταν ό ρισμένες 38


φ ορ ές, εκεί πού στέκουν μέ τ ίς ώρες , κο λλημέ νοι π ά νω στό «στόπ» πού κανείς δέ ν τό προσπερνα ε κτός από τού ς Τ αξιάρχες τ ών Π ιστών μ έ σα στ ά μακρουλά, μαϋ ρα, δλο ψιθύ ρους άμάξια τους, κα ί τ ίς κυαν έ ς Δέσποιν έ ς τους μ έ τ ίς θυγατέρες τους, τυλιγμένες σέ πέπλα λ ευκά, καθώ ς πηγα ί νουν πρός τό χρ έ ος τους, επιχείρηση άλ ιε ί ας π λ ανη θ ε ισ ών ψυχ ών, ή Π ροσευχοπα­ νή γυ ρη, ε ίτε τ ίς κοντοστοϋ πες , πρ ασινοντυμ έ νες Μά ρθ ες , είτε μ ία στ ό τόσο τ ό Έ πιτοκοφορε ί ον, ή καμ ι ά πορ φυρ ή δο ύ λη, πεζή δμως αυτή. Είτε, καμι ά φ ορά, ενα μαϋ ρο φ ορτηγό, ή κ λ ού β α, μ έ τόν τετρ ά πτερο ό φθαλμό ζωγραφισμ έ νο στό πλαϊνό του. Τά τζάμ ι α της κ λού βας ε Ι ναι μπογ ι ατισμένα μαϋ ρα, καί αυτοί στ ά εμπ ρός καθίσματα φορο ϋ ν μαϋ ρα γυαλ ι ά : δ ιπλή συσκότιση. ΟΙ κλοϋ β ες ε Ι να ι όχήματα της σ ι γης, πιό πο λύ από τ ά λοιπ ά όχή ματα. 'Όταν περνοϋ ν, αποστ ρέφουμε τό βλέμμα. V Αν ήχο ι προ έλθ ουν από μέσα τους, προσπαθο ϋ με ν ά μή ν το ύ ς ακούσουμε. Κανενός ή καρ δ ι ά δέ ν ε Ι ναι τ έλεια. 'Όταν μαϋ ρο φ ορτηγό φτ ά σε ι σ έ σταθ μό ελέγχου, μέ νεϋ μα το ϋ Φ ρουροϋ προσπερνάε ι δίχως ν: άνακόψει ταχύ τητα. Οί Φ ρουρο ί δέ ν θά ' θ ελαν καθόλου ν ά επωμισθ οϋ ν τήν αποκοτιά μιας τέτοιας � ρευνας , ν ' άμφισ βητήσουν τ ίς εξουσ ί ες τοϋ Φ ορτηγο ϋ . 'Ό,τι κ ι ά ν περν άει ά π ' τό νο ϋ τους . Κ α ί ν ά περν ά ε ι κ άτι άπ ' τό νοϋ τους , αδύ νατο ν ά τ ό κατα λά­ βεις, δ σο κι α ν κοιτάξεις τ ίς φάτσες τους. 'Όμως, τ ό π λέ ον πιθανό , αποκλείεται ν ά επ ισκ έ πτονται τό νοϋ τους είκόνες δ πως ρουχ ισμός άνθ ρώπου βγαλμένος μ έ φού ρια π ά νω σ έ πρασ ιν άδ α. Έά ν ά φ εθοϋ ν κα ί σκεφτοϋ ν φιλί , θά πρ έπει ά μέ σως κο λλ ητ ά νά σκεφτο ϋ ν προ βολείς πο ύ άνά βουν κραυγα­ στ ι κο ί , κα ί πυρο βολ ι σμούς. ' Α ντ ί γι ά τέτοια, τό μυαλό τους κατο ι κείται άπό συ λλογισμού ς δ πως : κα λή δ ιεκπεραίωση της βά ρ δ ιας προαγωγή στό Σώμα ' Α γγ έλων. Π ροοπτικ έ ς νά τού ς άπονεμη θ εί άδε ι α γά μου. Κ α ί μετ ά , εάν καταφ έ ρουν ν ' άποχτή­ σουν μ ί α όλίγη εξουσία, ά ν καταφ έ ρουν ν ά επιζή σουν μέ χρι μ ι ά άλφ α ώρ ι μη ή λικί α, τότε ίσως ν ά το ύ ς κ λη ρωθεί μ ί α π ο ρφυρή δ ού λ η. Γ ι ά άτομική τους χρήση.

39


Ό αύ τ ός μ έ τό μουστ ά κι μ ας άνο ί γει τή μικρή πύ λη « δ ι ά πεζού ς » κα ί παραμερ ίζ ει επι δεικτικ ά , κα ί με ίς περν α με. Ξ εμακραίνουμε, κα ί γνω ρ ίζ ω π ώς α ύτο ί κοιτ άζουν, αύτο ί ο Ι δύ ο άντρες πού δέ ν τού ς επιτρέπεται ά κό μη ν ' άγγίξουν γυναί κα. Κ ι ετσι, μας μαλάζ ουν μ έ τή ματι ά κι έ γ ώ λ ικν ίζ ω ελάχιστα τού ς γοφο ύ ς μου, νι ώθ οντας τή φαρ δ ι ά κόκκινη φού στα ν ' άναδ εύ εται. 'Ό πως όταν, εξω ά πό τ ό ν φρ άχτη , πειρ άζ εις άγριεμένο σκύ λο κα ί του δ ε ίχνεις κό καλ ο άλλά άπ ό ά πό σταση άσφαλείας. Κ α ί νι ώθω ντροπή πού τό κ άνω αύ τ ό , γιατ ί , τ ί φταί νε κι αύτ ά, ν έ α παιδ ι ά . Μ ετ ά ά νακα λύ πτω π ώς, τελ ικ ά , καθόλου δέ ν ντρ έ πομαι. Γ εύ ο­ μαι μι ά άλφα έξουσί α. Αύτή ν πού δ ιαθέ τει τ ό κόκαλο γι ά σκύ λους: παθ ητική , π άντως ύ παρκτή . Π αρακαλ ι έ μαι ν ά τού ς έ ρχεται στύ ση μ έ τ ό πού μ ας βλέ πουν. Κ αί μετ ά , λα θ ραί α, νά ξεροτ ρί βονται κο λλημέ νοι π ά νω 'στ ό τρ ίχ ρωμο « άλτ » . Κ α ί τή νύχτα νά μή μπορου ν ν ά ήσυχάσουν στ ίς στεν έ ς κουκέ τες τής σκοπι ας. Τώ ρα π λέ ον, σκέ φτομαι, δέ ν εχουν κανέ να όργανο, τρό πο, ν ά έ κτονω θ ουν, παρά μό νο τ ό χέρι τους . Αύτ ό ό μως δ ν ό μος τ ό εχει κατατάξει στ ί ς Ι εροσυ λί ες . Δέν ύπάρχουν πλέον ού τε περιο δ ικ ά , ού τε έ κε ί νες οί ε Ιδ ικέ ς ταιν ί ες , π α νε πι ά τ ά ύ ποκατάστατα. Μονάχα έ γώ καί ή σκι ά μου , πού ξ εμακρα ί νουμε ά πό το ύ ς δύ ο άντ ρες , ό ρθ ιους σ έ στ ά ση προσοχής, σ ά νά κατ ά πιαν μαγκο ύ ρα, δί πλ α στ ό ά παγο ρευτικό σή μα, νά κοιτ ά­ ζουν τ ά δύ ο γυ ναικεί α σχ ή ματα πού ό λο μικραί νουν.

40


ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Π ΕΝ Τ Ε

Με ΤΗΝ ΑΛΛΗ γι ' ά ντικαθ ρ έ φτισμ ά μου π λά ι μου, β αδίζ ουμε στόν δ ρ ό μο. Π αρ ' δ τι μακρι ά π λέ ον άπ ό τ ά κοινό β ια τ ών Τα ξιαρχών, πάντως εχει κι έδώ ά ρχοντόσπιτα. Μ προστ ά σέ ε να, ό Φύλ ακας κουρεύ ει τ ό γρασ ίδ ι. ΟΙ πρασιέ ς περιποιημένες, ο Ι προσ ό ψεις εύ χ ά ριστες , ώ ραί α συντηρημένες . Θ υμίζ ουν τ ίς ώ­ ραίες φωτογραφίες σ ' έ κείνα τ ά περιο δ ικ ά «Κή πος καί σπ ίτι», « Δ ιακ ό σμηση έ σωτερικ ών χ ώ ρων ». Κ α ί έδώ ή ίδ ια ά πουσ ί α άνθ ρώ πων καί αύ τ ό τό σ ά ν ύπνη λί α άποκ ά ρωμα. 'Ο δ ρ ό μος σχεδό ν σ ά ν μουσεί ο, ή σ ά ν ά ρχιτεκτονικ ό πρ ό πλ ασμα π ό λης, κατασκευασμ έ νο γι ά νά δε ίχνει π ώς έζ οϋ σαν τ ό τε ο Ι άνθ ρωποι. "Ο πως καί σ ' έ κεί νες τ ίς φωτογραφ ί ες, σ ' έ κεί να τ ά μουσεί α, σ ' έ κεί να τ ά προπ λάσματα, ε τσι κι έδώ : δέ ν ύ π ά ρχουν παιδ ι ά. , Εδώ ε Ι ναι τ ό κ έ ντρο το ϋ Γ ιλε άδ. 'Ο π όλεμος δέ ν εχει πρό σ βαση γιά έδώ , μό νο μ έ σ ' άπ ' τήν τη λ ε ό ραση . Π οιά τ ά σύ νορα τοϋ Γ ι λεάδ , δέ ν ε ίμαστε σ ί γουρες. ΕΙ ναι κρ άτος ρευστ ό , άνάλογα μ έ τ ίς έ πιθέ σεις καί τίς άντεπιθέ σεις. 'Όμως έδώ ε Ι ναι ή καρ δ ι ά του, δπου ά κινησ ί α βασιλεύει. Ή Δ ημοκρατ ί α το ϋ Γ ι λ ε άδ, ή Νονά Λ υδί α ε Ι πε, δέ ν γνωρ ίζ ει σ ύ νορα. Τό Γ ι λ ε άδ κεί ται έ ντ ό ς σου. Γ ιατ ρο ί εζ ησαν κ ά ποτε έδώ , δ ικηγό ροι, καθ ηγητές πανεπι­ στημ ί ου. Δ ικηγό ρους δέ ν εχει πιά , καί τό Π ανεπιστήμιο ε κλ εισε. Ό Λουκας κι έ γώ βγα ί ναμε περ ί πατο καμι ά φορ ά σ ' έτού τους ύ το ς δ ρ ό μους. Κ α ί δ λο λέγαμε σκέψου νά γινό ταν, λέ ει, ν '

ά γο ράζαμε κα ί μείς ε να σπ ί τι σ άν αύ τ ά έδώ , ε να παλ ι ό εύ ρύ χωρο σπίτ ι, καί πώς θά τ ό φτιάχναμε μετά. Μέ κή πο, κού νιες γι ά τ ά παιδ ι ά. Θά κ άναμε παιδ ι ά. Κ ι άς ξέ ραμε π ώς δέ ν θά ή ταν ποτ έ κατορθωτό νά ' χαμε τ ά ο Ι κονομικ ά μέ σα, έ μείς δ μως τ ό συζ ητού­ σα με μέ λ επτομ έ ρειες, ήτ αν τ ό κυριακ άτικο παιχν ίδ ι μας . Π αρ ό­ μοια έλευ θερία σήμερα μοι άζει σχε δό ν σ ά ν αΙώ ρημα σέ κεν ό , σ ά νά καταργή θηκε ό νό μος τή ς βαρύτητας .

41


Στρί βουμε στή γων ία, βγαίνουμε σέ κεντρική ό δό, μέ περισσότε­ ρη κυκλοφορ ί α. Περνού ν άμάξια, μαύ ρα τά πι ό πολλά, εχει κα ί κάμποσα γκρ ίζ α, καφ έ . Κ ι άλλες γυναί κες μ έ κα λάθια, μερικ έ ς στά κόκκινα, άλλες μέ τό σκοτωμένο πράσινο πού φ ορούν οΙ Μά ρθ ες, εχει καί κάμποσες μέ ριγέ, κό κκινο κα ί μπλέ κα ί πρ άσινο, φτηνιάρικα ρ ούχα κα ί μ ίζ ερα, αότ ά πού ό ρ ίζ ει ό κανονισμ ό ς γι ά τή σύζυγο τών οΙκονομικά κατώτερων. Οίκονο­ μογαμετή λέγεται αότή ς τής δμοταξίας ή γυνα ί κα. Αότ έ ς δέν ταξινομούνται κατ ά λειτού ργημα. Κά νουν δλες τ ίς εργασίες . ' Εάν μπορούν. Κάθ ε τόσο, κα ί μιά μαυ ροντυμένη , χή ρα αυτή . Πρώτα ε Ι χε περισσότερες άλλά φα ί νεται δ λο κα ί ά ραι ώνουν. Δέ σποινες Τ αξιαρχών δέ βλέ πεις στά πε ζ οδ ρόμια. Μό νο σ έ ά μάξια. Τά έδώ πεζο δ ρ ό μια ε Ι ναι τσιμεντ έ νια. Σά ν παιδί , προσπαθώ νά μήν πατήσω τ ίς ενδ ι ά μεσες χαραμ άδες . ' Α ναθ υμούμαι τ ά π όδ ια μου π άνω σ ' αό τ ά τ ά πεζο δ ρ ό μια, τ ό ν καιρ ό έ κείvo, καί μέ τί ή μουνα πο δ εμένη . Αλλ οτε μέ παπούτσια άθλ ητικ ά , μέ σ όλες καπιτον έ , κα ί τρ ύ πες μ έ καψούλια ν ' άνασα ί νει τ ό π όδ ι, κα ί άστ ρ ά κια άπό ύλ ικό μέ φ ώ σφορο, νά τρα βά ει τ ό φ ώ ς τή νύχτα. Π αρ ' δ τι ποτέ δέν ετρεχα νύ χ τα. Ούτε καί ή μέ ρα. Έ κτ ό ς μό νο σ έ δ ρό μους πο λυσύχναστους . Δ έ ν ήταν ε Ιδος προστ ατευτ έ ο ο Ι γυναί κες . Τό τε. Θ υμ ά μαι τού ς καν όνες, καν ό νες άγραφους, άλλά πού κάθε γυναί κα ή ξερε: μή ν άνο ίξ εις π ό ρτα σ έ ά γνωστο, ά κό μη κι ά ν σο ύ πεί πώς ε Ι ναι άστυνομί α. Ζ ήτα ν ά σου ρ ίξει τή ν άστυνομική του ταυτ ό τητα ά πό τή χαραμ άδ α τής πό ρτας. Μή φρεν ά ρεις σ έ έθνική δδό νά βοηθήσεις μοτοσυκ λ ετιστή πού φωνάζει π ώ ς �παθε ζημιά. Βάλε άσφάλειες στίς πό ρτες καί προσπ έ ρνα. "Α ν σ φ υρ ίξ ει κ ά ποιος, μή γυρ ί σεις νά κοιτάξεις. Μή ν πηγα ί νεις σέ αυτ ό ματο π λυντή ριο μονάχη σου νύχτα. Σ κ έ φτομαι έ κεί να τ ά αότ ό ματα π λ υντή ρια. Κ α ί μέ τί ντύ σιμο πήγαινα: σ ό ρτς, μπλουτζήνς, παντε λ ον άκι άθλ ητικό . Τί ε ριχνα στό π λ υντή ριο: τ ό ν δ ικό μου ρουχισμό , δ ικό μου ά πορρυπαντικό, δ ικ ό μου χρή μα, χρή μα πού εβγαζα μόνη μου . Σκέφτο μαι πο ύ εΙχα τ ό κουμάντο σέ τό σα πρ άματα. Ν

42


Τώ ρα βαδίζουμε στόν ίδ ιο δρόμο, ά ν ά δύ ο, μέ έ νδυμα κό κκι­ νο, καί άντρας καν έ νας δέ ν μας φωνάζει προστυχιές, δέν μας μι λά ει, δέ ν μ ας ά κουμπ ά ει. Ού τε μ ας σφυρίζ ει. Δέ ν ύπάρχει ενα μόνο ε Ιδος έλευ θ ερ ί ας, ε Ιπε ή Νονά Λ υ δία. Έλευθερία άπαιτητή , ά νευ δ ρων, κα ί έλευθ ερία ύ πό δρους. Σ τ ίς μέρες τής άναρχ ί ας, ή ταν έλευ θ ερία άνευ δ ρων. Τώ ρα σου παρέχεται έλευθ ερ ί α ύ πό δ ρους. Μή ν τήν ύποτιμας. Μ προστ ά μας δεξ ι ά , τό κατ άστημα δ που παραγγ έ λνουμε ρουχι­ σμό. Μ ερικο ί λένε καί «είδη άμφιέ σεως ». Ταιριαστή φρ ά ση. Γί νεται εύ κο λ α «ε ίδ η μεταμφι έ σεως ». 'Έ χει ενα πε λώ ριο ξύ λ ινο σή μα κρεμαστό ά πέξω, παρασταίνει χρυσό κρ ί νο. ' Α πό τό ε Ιδος κριν ά κια του ά γρου. Μ πορείς ν ά ξ ε δ ιακρ ί νεις κ άτω άπό τόν κρίνο τήν πρ ώ ην έ πιγρ αφή ' τή ν εχουν σο βαντ ί σει μ έ μπογι ά , τότε πού άποφάσισαν π ώ ς ά κόμη κα ί ο ί έ πιγραφ έ ς τ ων καταστη­ μ άτων ήσαν έπικ ί νδυνος πειρασμός γι ά μ ας. Τώ ρα, τ ά καταστή­ ματα δέ ν εχουν έ πιγραφ έ ς: μόνο σή ματα . • Ο Κ ρ ί νος ήταν σινεμά, πρ ί νο Μέ πε λατεί α σπου δαστ έ ς, κυρίως. Κάθε Α νοιξη ε Ιχε φεστιβάλ Χά μφρεϋ Μπόγκαρτ μέ τή ν Λ ωρ ή ν Μπακώλ ή τή ν Κάθ ρην Χέ μπορν, γυναί κες ά νεξάρτητες καί αό τεξού σιες. φ ορου σαν μπ λ ου ζάκια μέ κουμπι ά μπροστ ά μέχρι κάτω, πράγμα πού ύ πο δή λωνε π ώς ήταν μ έ σα στά π λ α ί σια του πιθ ανου κα ί ή λέξη ξεκούμπωμα. Ο Ι γυναί κες αότ έ ς εΙ χαν τ ό έλ εύθ ερο νά ξ εκουμπωθ ο υν. w H ν ά μή ν ξεκουμπωθουν. ΕΙ χαν τήν εόχέρεια έ πιλ ογης. Είχαμε ε ύχ έ ρεια έ πιλ ογ ων τότε. WΗ μεθα μία κοινωνί α θνή σκουσα, εΙ πε ή Νονά Λ υ δί α, λόγφ ύπερβολική ς εύχερε ί ας έ πιλογ ων. Δέ ν ξέ ρω πότε τό σταμάτησαν τ ό φεστι βάλ. Φ α ί νεται δ ταν θά ' χα πι ά μεγα λώσει. Κ ι ε τσι δέ ν μ έ ά πασχόλησε. Δέ ν μπή καμε στόν Κ ρ ί νο, περάσαμε ά π έ ναντι σ έ μ ί α π ά ροδ ο. Π ρ ώτη στ άση μας, σ ' ε να κατ ά στημα μέ άλλο ξύλινο σή μα: τρ ί α αόγ ά , μ ί α μέλ ισσα, μία άγε λάδ α. «Μ έλι καί Γάλα». WΕ χει οό ρ ά, καί περιμένουμε τή σειρ ά μας, ά ν ά δύο. Διαπιστώ νω π ώς εχουν καί πορτοκ άλ ια σή μερα. ' Α πό τό τε πού πή ραν τήν Κεντρική , Α μερική ο Ι Θεο βλαβείς, τ ά πορτοκ άλ ια σπαν ίζουν: μ ί α εχει, μ ία W

43


δέν εχει . . Εξαρταται ά π ό τή ν πορε ί α τ ων πολεμικ ων έ πιχειρήσε­ ων, ά ν θά ' χουμε πορτοκάλι ά π ό Κ αλιφ ό ρνια. 'Ό μως ο ύ τε κι ά π ό Φλό ρι δα μπορείς νά περιμ έ νεις μ έ σιγουρι ά , τή στιγμή πο ύ στή νουν δ δο φ ράγματα κα ί άνατιν άζ ουν τ ά τραί να. Τά κοιτάζω, μού τρ έχουν τά σ άλ ια. Τά λ ιμ άζω. 'Ό μως δέν εχω κουπόνι γ ι ά πορτοκ άλ ια. " Ο ταν γυρ ί σω θά τ ό π ω στή Ρ ί τα, σκέ φτομαι. Νά εόχαριστη θ εϊ . Κάτι θά ε Ι ναι κι αότ ό , ε νας μ ι κρού λης άθλος, ν ά πιστοποιείς π ώ ς τ ά πορτοκάλια ε Ι ναι πρ άγματα ύ παρκτ ά . Κάθ ε μία πού φτ άνει στ ό ν π άγκο παραδί νει τ ά κουπ ό νια της σ έ δύ ο άντρες μ έ στολή Φ ρου ρ ων. Κ αν έ νας δέ ν μ ι λάε ι πολύ , παρ ' δ τ ι κυκ λο φορεί κ ά τι σ άν θ ρ ό ισμα, κα ί τ ά κεφάλ ι α τ ων γυνα ι κ ων μετακινούντα ι λαθ ραί α ά πό τή μία πλευ ρά πρ ό ς τή ν άλλη . Έ δω πού ψωνίζ εις, εΙ ναι ό μό νος τόπος δ που ε χε ι ς π ι θ ανό τητες ν ά δείς γνωστ ό σου άτομο, ά τομο γνωστό άπ ό τ ό ν πρ ί ν κα ι ρό. Κ α θώ ς καί στό Στρατόπεδο γ ι ά τ ίς Π ορφυρ ές. Κ αί σ ά ν ά στραμμα μό νο νά ξεχω ρ ί σεις παρόμο ι ο πρ ό σωπο, ε Ι να ι μία έ νθά ρρυνση. " Α ν μπορούσα ν ά δω τή Μό ιρα, μό νο νά τή δω , ν ά ξέ ρω π ώ ς ζεί ά κό μη . Δύ σκο λο κα ί ν ά φανταστείς ά κό μη , σήμερα, πώ ς εχε ις φ ι λί α μέ κάπο ιον. 'Ό μως τ ό βλέμμα αότηνης τού Γκλ έ ν δί π λ α μου δέ ν άναζητεϊ . " Ισως νά μή ν της εχε ι με ίνει καμμ ί α γνωστή π λέ ον. Μ πορεί ν ά ' χουν έξ αφαν ι στεί ο ί γυναί κες πού γν ώ ριζε. Είτε, μπορεί ν ά μή ν έπιθ υμεί ν ά τ ή δούνε. Στέκε ι σ ιωπηλή , τ ό κεφ άλ ι χαμη λ ωμ έ νο. Κ αθώ ς περ ι μ έ νουμε στή ν οό ρά άν ά δύ ο, ή π ό ρτα ά νο ί γε ι καί δύ ο γυ ναί κες μπα ίνουν μέ πορφυρ ό ε νδυμα καί λευκ ά φτερ ά , ή στολή της πορφυρ ης δο ύλης. • Η μ ί α, άβά σταχτα ε γκυος . • Η κο ι λ ι ά της κ άτω άπ ' τ ό φαρ δύ ρούχο θ ρ ι αμβικά έξογκωμέ νη . Μί α ά ναρρ ί π ιση μ έ σα στ ό μαγαζί, ε να σούσου ρο, μι ά ό μαδ ι κή έ κφυγή έ κπνο η ς. Δίχως ν ά τ ό έλέ γχουμε, στρέφουμε ξεδ ι ά ντροπα τό κεφ άλ ι , ν ά βλέπουμε καλύ τερα . Τά δάχτυ λά μας τ ά τρ ώ ε ι φαγού ρα, ά πό τ ή ν έπ ι θυμ ί α ν ά τήν άγγίξουμε. ΕΙ να ι μ ι ά παρουσ ί α μαγ ι κή γ ι ά μ ας, πηγ ή φθό νου, ή έ π ιθυμ ί α μας π έ φτε ι ύ γρ ή ά π ά νω της. ΕΙναι σημα ία σ έ κορυ φογραμμή ' κα ί μας δείχνε ι κάτ ι πού ά κό μη καί τ ώ ρα ε Ιναι κατορθωτό: ύ π ά ρχε ι σωτηρία κα ί γ ι ά μας, εΙναι στό χ έ ρι μας. 44


Οί γυναί κες τώ ρα ψιθ υρ ίζ ουν, σχεδό ν συζ ητού ν, τόσο υ ψη λό ς δ ερεθι σμός . «Π οιανού ε Ι ναι; » ά κούω π ίσω μου . «ΕΙ ναι αύ τή τού Γ ου έ ην. 'Ό χι, τού Γ ουώρεν». «Μ οστρ ά ρεται », σφυρίζει μιά φωνή . ' Α λη θ εύει. Γ υναί κα τόσο ε γκυος δέ ν ε Ι ναι υ ποχρεωμέ νη νά βγεί , ού τε γιά ψώ νια. ' Ο κατόπιν εντολής Ι ατ ρού ήμερή σιος περίπατος, επι βοη θ ητικός τής λ ειτου ργ ί ας τών υ πογαστ ρικών μυ ώ νων, δέ ν ε πι βάλλ εται π λέ ον. Μόνο ο Ι άσ κήσεις υ πτ ίως τής χρειάζονται, κα ί ο Ι άνα­ πνευστικ έ ς. Μ πορούσε κ άλλ ιστα ν ά με ί νει σπ ίτι. Μάλ ιστα ή εξ ο δό ς της ε Ιναι ε πικ ί νδυνη , θά πρ έ πει νά τοποθ ετούν φρου ρ ά εξω άπό τή ν πό ρτα της. Τώ ρα πού εΙναι φο ρ έ ας ζωή ς βρίσκεται πιό κοντ ά στόν θά νατο κα ί εχει άν άγκη ά πό πρόσθ ετη φρού ρη­ ση. Μ πορεί ν ά τήν χτυπήσει ή ζ η λοφθ ον ί α, δέ ν θά ' ναι ή πρ ώ τη φορά. Τώ ρα κάθε ν έ ο παιδί εΙ ναι ά ναγκαίο κα ί καλόδεχτο, α ν καί όχι άπό ό λους. 'Όμως μπορεί ν ά τής ή ρθ ε κέ φι γιά βό λτα. Κ α ί τού ς Ι κανο­ ποιούν τ έτοια κ έ φια κα ί Ιδ ιοτροπ ί ες , σ έ ό ποια κατ ό ρθ ωσε ν ά ά ν έ βει σ έ τ ό σο προωθ ημέ νο βαθμό εγκυμοσύνης, κι εχ ει κατανι­ κήσει τή ν ά πο βολή . Έ κτός αν εΙ ναι άπό εκείνες τού στύ λ βαρατε, tγώ dvτέχω, μπορεί ν ά τραβάει γι ά δσιομάρτυς. Β λέ πω σ έ ά στ ραμμα δευτερο λέ πτου τή φά τσα της, κα θώ ς υ ψώνει τό κεφ άλ ι ν ά κοιτάξει γύ ρω. Δί κιο εΙχε ή φωνή π ί σω μου. Ή ρθ ε ν ά μας μοστ ραριστεί . Λά μπει δλό κληρη, ρο δ αλή, γεύ εται στιγμή - στιγ­ μή τ ό ν θ ρ ίαμβό της. « ' Ησυχία», λέει ε νας άπό το ύ ς Φ ρουρο ύ ς π ί σω άπ ' τόν π άγκο, καί μείς λουφάζουμε σ ά ν μαθ ητριοϋ λες . Αύτή τού Γ κλέν κι εγώ ε χουμε φτάσει τ ώ ρα στόν π ά γκο. Π αραδί νουμε τ ά κουπό νια μας, δ ε νας Φ ρου ρό ς τσεκ ά ρει τού ς ά ριθ μού ς στ ό ν τροφοκομπιοϋτερ, δ άλλ ος μας παραδί νει τ ά ψώνια, γάλα, τά αύ γ ά . Τά τοποθ ετούμε στ ά κα λάθ ια μας καί βγαίνουμε, προσπερνώντας τ ή ν ε γκυο καί τήν σύντροφό της, πο ύ δε ίχνει λ ειψή σάν άδ ράχτι δί π λα στή γκαστ ρωμένη . 'Ό πως όλες μας. 'Η κοι λ ι ά της εΙναι ό μοια μ έ πε λώ ριο φρού το humungus. Λέξ η άπό τή ν παι δ ική μου ή λικία. Οί παλά μες της άναπαύονται

45


πάνω στή ν κ: οι λ ι ά , σ ά ν γιά νά τήν προστατ έ ψουν, ij νά μεταλαμ­ βάνουν θέ ρμη κ: αί άλ κ: ή . Καθώ ς περνώ, έ κ: είνη μ έ κ: οιτ άζει ά νοιχτ ά, στά μάτια, κ: α ί έ γώ θυμ ά μαι ποιά εΙναι. Β ρισ κ:ό ταν στ ό Σ τρατ ό πεδ ο τών Π ορφυρ ών, μαζί μου, μ ί α ά π ό τ ά οί κ:ό σιτα της Νονάς Λυδίας. Ποτέ δέ ν τή χώ νεψα. Τό ό νομ ά της στ ό ν τ ό τε κ: αιρ ό ή ταν Ζ ανίν. Ή Ζαν ί ν μ έ κ: οιτάζ ει κ: ατ άματα, ϋστερα, στ ίς γων ί ες το υ στ ό ματ ό ς της παρουσιάζεται ε να ψηγμα ά πό π λαστό χαμ ό γε λο . . Η ματι ά ε ρπει σ ά ν προ βολέας στ ό σημε ί ο δ που, κ: άτω άπ ό τ ό εν δυμα, β ρ ί σ κ: εται ή κ: οι λ ι ά μου, πλακ: έ . Τά φτερ ά κ: αλύ πτουν τ ό πρ ό σωπ ό της. Μ πορώ νά διακ: ρ ί νω μ ό νο μέ ρος του μετ ώ που της, κ: αί τ ό κ: ο κ:κ: ινισμ έ νο α κ: ρο της μύ της της . Σ τ ή συν έχεια π ά με στ ό κ: ατ άστημα "Πάγ κ: ρεας ». Τ αμπέλα του μί α χοιρινή μπριζόλ α α Ιωρού μενη ά π ό δύ ο άλυσ ίδες . Έ δώ δέ ν εχει ού ρ ά μεγ άλ η: τ ό κ: ρ έ ας κ: οστίζ ει, ά κ:ό μη κ: αί ο ί Ταξ ι ά ρχες δέ ν τ ό τρώνε κ: άθ ε μ έ ρα. Αύ τή του Γ κ: λέ ν παί ρνει π άντως μπριζόλα' γι ά δ εύ τερη φορά μέ σα σ έ μι ά βδομ άδ α . Θά τό προφτ ά σω αύτ ό στ ίς Μά ρθες , άγάλλονται ν ' ά κ:ουν τέτοια. Γαργα λ ιο υ νται νά μαθ α ί νουν τ ί κ:ουμά ντο γί νεται στ ά άλλ α κ:οινό βια. Τέ τοια ξέφτια ά π ό φτωχο κ:ουτσομπολιό τ ίς τροφο δοτουν μ έ ε ύ κ: αιρίες νά νι ώ­ θουν υ περηφ ά νεια ij δυσαρ έ σ κ: εια . Έ γ ώ πα ί ρνω τ ό κ:οτ ό που λ ο τυ λιγμέ νο σ έ χασαπ ό χαρτο κ: α ί δεμ έ νο μέ σπ άγγο . Δέν χρησιμοποιείται πο λύ τό πλαστι κ: ό τώ ρα. Θ υμά μαι έ κ: εί νες τ ί ς πανταχο υ παρουσες λευ κ:έ ς π λ αστι κ: έ ς σα­ ' κ: ου λες του σουπερμ ά ρ κ: ετ. Έ λεγα, κ: ρ ί μα ν ά τ ίς πετάξω, κ:α ί τ ί ς παράχωνα κ: ά τω άπ ό τ ό ν νεροχύτη, μέ χρι πού μαζ εύ ονταν πο λ­ λέ ς, ε κ:ανες π ώς άνο ί γεις τ ό ντουλάπι κ: αί ξ εχ ύ νονταν δλες μαζί κ: αταπ ά νω σου, π λ ημμύ ρα, στ ό π άτωμα μετ ά. Κ αί ν ά γ κ: ρ ίνιες δ Λ ου κ: άς. Κάθ ε φορ ά τίς μάζ ευ ε κ: α ί τ ίς πετουσε. Τό σ κ: έ φτεσαι νά χώ σει τ ό κ: εφάλι της σ έ κ: αμι ά σακ:ού λα; μο υ ελ εγε . Ξέ ρεις τ ί δ ια βό λοι εΙναι τά μωρά, τ ί βρίσ κ:ουν ν ά παίξουν. . Η δ ι κ: ή μας ά πο κ: λ ε ί εται, του ελεγα έ γ ώ . ΕΙ ναι μεγάλη πι ά . ΓΗ πο λύ ξύ πνια, είτε πο λύ τυχερή) . • Ωστ ό σο, μέ συνείχε ε νας φό βος σ ά ν κ: ρυ άδ α κ: ι ένοχή, πού δέ ν πή γε έ κ:εί τό μυαλό μου Α λη .

46


θ εύει, δέν π ήγαινε ό νοϋ ς μου ποτ έ στ ό κακ ό. ΕΙχα έ μπιστοσύ νη στή μο ί ρα, τ ό ν καιρ ό έ κε ί νο. Κ α λά, θά τ ί ς φυ λάω στ ό άπ ά νω ' ντου λά πι, έλεγα. Πουθενά μή ν τ ίς φυλάξεις, μοϋ ελεγε. ' Α φοϋ σ έ τ ί ποτα δέ ν μ ας εΙναι χρήσιμες. Πώς, γιά σκουπιδοσακοϋ λες , έλεγα έ γ ώ. Κ ι έ κεί νος άπαντοϋσε . . . Κό φτο, μή . � Oχι τώ ρα, έδώ. ' Εδώ πο ύ δλοι παραφυ λaνε. Στρέφω, βλέπω τ ό είδωλό μου στ ό τζάμι της βιτρίνας. 'Έ χουμε βγεί εξω, βρισκόμαστε στ ό δ ρ ό μο. 'Έ να μπου λο ύ κι ε ρχεται καταπ ά νω μας . ΕΙ ναι περιηγητ ές, μαλ­ λ ον άπ ό ' Ι απων ί α δείχνουν, καμι ά έ μπορική αντιπροσωπε ί α ίσως, τού ς ξεναγοϋν στ ά Ι στορικ ά σημε ία της π όλης, ή χαζεύουν τ ό τοπικό χρώμα. Ηναι μικροκαμωμέ νοι κα ί καλ οσυγυρισμ έ νοι. Κ αθέ νας μ έ τή φωτογραφική του (της) μηχανή κα ί τ ό χαμό γε λό του (της). Κ οιτ άζουν γύ ρω δλο φι λ ομ άθ εια, λαμπερά ματ ά κια, τ ό κεφ άλ ι γερτ ό σ άν κοκκιν ό τσιχ λ ες , τ ό πρ ό σχαρο ϋ φος τους έ πιθ ετικ ό , κι έγώ αδύνατο νά μή ν τούς κοιτ άξω. � Eχω πο λύ ν καιρ ό νά δώ τ έ τοιες φοϋ στες σ έ γυνα ί κα. Φ τ ά νουν μό λ ις κάτω απ ' τ ό γό νατο, κα ί μετ ά οΙ γ ά μπες, θά ' λεγες γυμν ές μέ τ ί ς δ ιάφανες κάλτσες , μ ί α γύ μνια σ ά ν κραυγή , παπούτσια ψη λοτά­ κουνα, π έ τσινα λ ου ρ ά κια φυ λ ακ ίζ ουν τ ά πόδ ια τους σ ά ν όργανα βασανιστηρίων. ΟΙ γυναί κες τραμπαλίζ ονται π άνω στ ά φασκιω­ μ έ να μέ λ ουριά π όδ ια τους, σ άν τ ό ν ξυλοπ όδαρο πού εχει χάσει τή ν ίσορροπία του. Οί π λάτ ες τους κά νουν ε να κο ίλωμα στή μέ ση , ε τσι πο ύ νά πετιοϋ νται πρ ό ς τ ά έξω τ ά πισιν ά τους . Τά κεφ άλ ια τους δίχως καλύ πτρα, τ ά μαλλ ι ά σ έ κοινή θέ α, μέ δλον τους τό ν σκου ρ όχρωμο σεξ ουαλ ισμό . Β αμμ έ νες μέ κραγιό ν, κ ό κκινο, πού τ ό νιζε τ ά νοτερ ά σπ ή λαια τών στομάτων, σ ά ν ανορθόγραφες φράσεις σ έ τοίχο λουτρο ϋ από τούς τό τε καιρούς. Σ ταματ ά ω . • Η τ έ τοια το ϋ Γ κλέν σταματ ά ει δί π λ α μου κα ί τ ό ξέρω δτι κι έ κε ί νη αδυνατεί ν ' αποσύ ρει τή ματι ά της απ ' αύτ ές τ ίς γυναίκες . Στέκουμε μαγνητισμ έ νες, μ ας μαγνητ ίζ ουν αλλά κα ί μ ας αποτ ροπι άζουν. Ηναι σ ά γ δυμέ νες. Πό σο λί γος χ ρό νος χρει ά στηκε γι ά ν ' αλλάξουμε νοοτροπ ί α π ά νω σ έ τ έ τοια πράγμα­ τα. 47


' Α μέσως μετ ά συ λλογίζομαι: ε τσι ντυνόμουνα κι έ γώ. Κ ι αύτ ό τ ό λέ γαν έλευθ ερ ί α. Δ υτικοποίηση τ ό χαρακτή ριζ αν. ΟΙ Ιά πωνες του ρ ίστες ε ρχονται πρ ό ς τό μέρος μας, τιτι βίζουν, έ μείς ίιποστρ έφουμε τά κεφάλια, καθ υστερημέ να δ μως: τά πρ ό­ σωπ ά μας έ κτ έθ ηκαν σέ κοινή θέ α. ΕΙ ναι μαζί τους κι ε νας δ ιερμηνέ ας, μέ τ ό προ βλεπόμενο ίιπ ' τό ν κανονισμό κοστούμι, μπ λέ καί γρα βά τα μ έ κό κκινο σχ έδιο, καρφίτσα π ά νω στή γραβάτα μέ τόν όφθαλμό τό ν περ ί πτερο. Κά νει ενα βη μα έ μπρ ό ς, προπομπ ό ς της δ μάδ ας, ε ρχεται μπρο­ στ ά μας, μας φράζει τό π έρασμα. ΟΙ περιηγητ ές ε να κου βά ρι πί σω του, ε νας τους ύ ψώνει μιά φωτογραφική μηχανή . «Συγγνώ μη », ίιποτείνεται σ έ μα ς τ ίς δύ ο ίιρκετ ά εύ γενικ ά. Ρ « ωτου ν άν μπορου ν νά σας τραβή ξουν φωτογραφ ί α» . . Εγώ κοιτάζω τ ό πεζο δ ρόμιο, κουνάω τ ό κεφάλι γιά νά δη λώ­ σω δχι. 'Ό ,τι βλέ πουν ίιπ ό μένα θά ' ναι τ ά λευκά φτερ ά μό νο, ίιπό σπασμα προσώπου, τ ό πηγού νι μου κα ί κλάσμα στ ό ματος. 'Όχι μάτια. Δέ ν ε Ι μαι κορ ό ιδο ν ά κοιτάξω τ ό ν δ ιερμηνέα κατ ά­ ματα. ΟΙ πιό πο λλο ί δ ιερμηνείς ε Ι ναι Π αντεπ ό πτες , ετσι δ ιαδί­ δεται. Κ α ί ο{)τε εΙμαι ίιφελής νά πώ ναί. Σεμνότης τ ό μή Ιδέ σθ αι, ε Ι πε ή Νονά Λ υ δία. Π οτ έ μή ν τ ό λησμονήσετε. ' Α κ ό μη καί δ όφθ α λ μ ός εΙναι σ έ θέ ση (έδώ ή φωνή της τρεμού λ ιασε) ν ά δ ιακορεύ σει. 'Έ να τό χρ έ ος σας , κορ ί τσια: ν ά με ί νετε άδυτο ά β ατο. Μας ίιποκα λο υ σε κορ ί τσια. Πλά ι μου, αύ τή του Γ κλέν, ίιμίλητη κι αύτή . Τά χ έ ρια μ έ τ ά ό κ κκινα γ ά ντια ε χουν καταδ υ θ εί στά φαρ δομ άνικ ά της, γι ά κρυψώ να. ' Ο δ ιερμην έ ας ξαναγυρίζει στήν δ μάδ α, τού ς ίινακοινώνει κάτι μέ φωνή στακ άτο. Γ νωρ ίζ ω τ ί θά τού ς έξ ηγεί, τ ά ξέ ρω ίιποστήθι­ ση. Θά τούς έξ ηγε ί πώ ς οΙ γυναί κες έδώ ε"χουν δ ιαφορετικά εθ ιμα, κα ί π ώ ς τ ό βλέ μμα πο ύ έπικάθεται πάνω τους μ έσα ίιπ ό τ ό ν φακό Ι σο δυναμεί μέ βιασμό. ' Ε γ ώ κοιτάζω χαμη λά, στ ό πεζο δ ρ ό μιο, ύ πνωτισμ έ νη ίιπό τ ά π όδ ια τών γυναικ ών. Μ ί α φοράει σ ά νδ αλ α έξώ ννχα, μ έ τά νύ"χια 48


τ ών πο δ ιών βαμμ ένα ρ όζο Θ υμάμαι τή μυ ρουδιά άπ' τό βερνί κι τών ννχι ών, καί π ώς ε κανε ζά ρες ά ν περνούσες τ ή δεύ τερη στρ ώ ση πρ ό ωρα ' θυμάμαι τ ό σατινέ θρόισμα τής μεταξωτης κ άλτσας πά νω στ ό δέ ρμα, τήν α ίσθ ηση στ ά ά κρα τ ών νυχι ών καθώς τ ά π ί εζες π ά νω στ ό ά νοιγμα τού παπουτσιού μέ δλο τ ό βάρος τού κορμού. ' Η γυναί κα μ έ τά β αμμέ να νύχια μετατοπίζ ει τό βά ρος της ά π ό τ ό ενα πόδ ι στ ό άλλο. Κά που εχω τήν αίσθ η ση π ώς τ ά παπού τσια της σφ ί γγουν τ ά δ ικά μου πόδ ια. 'Η μυρo� δ ι ά ά πό τ ό β ερνί κι μοϋ δημιουργεί πε ί να. «Συγγν ώμψ > , ξαναλέει ό δ ιερμηνέας, γι ά ν ά τραβή ξει τή ν προσοχή μας. Εγώ νεύ ω, ν ά δ ε ίξω π ώς τ ό ν άκουσα. « ' Ο κύ ριος l:δώ ρωτ άει: ε Ι στε ε ύτυχείς;», ό διερμηνέας λέ ει. Τό πι άνει ή φαντασ ί α μου αότ ό , τήν περι έργειά τους : Μά εΙναι ειJτυχισμένες; Πώς μπορούν νά εΙναι ειJτυχισμένες; ΑΙ σθάνομαι σ ά νά μέ πασπατεύ ουν τ ά λαμπερ ά μαύ ρα τους μάτια, ετσι δ πως σκύ βουν λ ιγ ά κι γι ά νά συλλάβουν τήν ά π άντησή μας, ο Ι γυναί κες προπαντό ς, άλλά κα ί ο Ι ά ντρ ε ς ά ποτε λ ο ϋ με μυστικό , ε ίμαστε καρπ ό ς ά παγορευμέ νος, τού ς διεγε ί ρουμε . Αότή τοϋ Γ κ λέ ν δέν μιλάει. Κ υριαρχεί μιά σιωπή . 'Όμως καμιά φορ ά ε Ι ν ' l:π ί φο βο ν ά μή μι λή σεις. « Πώς, είμαστε πο λύ εότυχείς » , μουρμου ρίζω. Π ρ έ πει ν ά π ώ ά κ τι, l:ξ άν άγκη ς. Τί άλλο εχω περιθώ ρια ν ά πώ; •

49


Κ ΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΞΙ

Ε ΝΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝ Ο πιό κεί ά π ' τό "Πάγκρεας » α ύ τή το ϋ Γ κλέν

κοντοστ έ κει, σ άν δ ισταχτική : ποιό ν δ ρόμο νά π ά ρουμε. � Eχoυμε εύ χ έ ρεια έ πι λογης. Μ ποροϋμε νά γυρ ίσουμε κατευ θεί αν π ί σω, ή νά πάρουμε τήν παρακαμπτή ριο, γι ά περισσ ό τερο περπ ά τημα. Δη λαδή , γι ά νά λέ με τή ν άλήθεια, ξέ ρουμε κιόλ ας ποι ό ν δ ρόμο θά δ ιαλέξουμε, γιατ ί πάντα τ ό ν ίδιο δ ιαλέ γουμε. " WΕλεγα νά π έ ρναγα ά π ό τήν έκκλησία», λέ ει αύτή τοϋ Γ κ λέ ν, σά ν μέ θ εοσ έβεια. " WΕγινε », λέ ω, παρ ' δ τι γνωρίζω, καί γνωρίζει δ τι γνωρ ίζ ω, τ ί πράγμα θέλ ει. Π ερπατ α με πρ ά ες . 'Ήλ ιος δέ ν ύ πάρχει, στ ό ν ού ραν ό κά τι ά σπρα μπαμπακ έ νια σύ ννεφα πού μοιάζουν σ άν ά κ έ φαλ α πρ ό βα­ τα. ' Εξ αιτ ί ας τ ών φτερών μας, πο ύ λ ειτου ργο ϋ ν ώς παρωπ ίδες, μας εΙ ναι δυσκατ ό ρθωτο νά κοιτάξουμε ψηλά, δύ σκο λ ο νά γευ­ τοϋ με πανοραμική ά ποψη , ουτε άπό ού ρανό ουτε ά π ό τ ί ποτα. Τό καταφ έ ρνουμε ώστόσο λ ιγ άκι σ έ κ άθ ε μας ά πό πειρα, μέ μι ά σβέλτη κ ί νηση της κεφα λη ς ανω καί κ άτω, π λ αγίως καί π ί σω. Μάθαμε νά βλέ πουμε τ ό ν κό σμο σ έ μικρότατες δό σεις, άνά μεσα σ έ δύ ο κλ εφτ έ ς εΙ σπνο ές. Σ τ ά δ εξιά, ά ν εχεις αδ εια νά περπατή σεις πρ ό ς τ ά έ κε ί, εχει δ ρ ό μο πο ύ σ έ π άει πρ ό ς τό ποτ άμι. ' Υ π άρχει ε να λ εμβοστ άσιο σκεπαστ ό , σ που έφύ λαγαν τά κουπι ά πρ ώτα, ύ πάρχουν καί κάμποσες γ έ φυρες. Δέντρα, πράσινες όχθες , σ που καθόσουν κα ί χάζευες τ ό νερό κα ί τού ς νέ ους μ έ τά ξ εγυμνωμέ να τους μπράτσα, τ ά κουπιά τους νά ύψώνονται στ ό ή λ ιοφ ώς δ ταν άγωνίζονταν γι ά τό κύ πελλ ο. Στ ό ν δρόμο γι ά τ ό ν ποταμό βρίσκο νται τ ά παλιά ύ πνωτή ρια -χρησιμοποιο ϋντ αι γιά άλλ α πράματα τ ώ ρα-, μέ τού ς πυργ ί σκους πού θυμ ίζ ουν παραμύθ ια, βαμμέ νους λευκού ς καί χρυσού ς κα ί γαλάζ ιους. 'Ό ταν σκεφτόμαστε τ ά περασμ έ να, δ ιαλέ γουμε μό νο τά εύάρεστα καί θέλουμε ν ά πιστεύ ουμε π ώ ς όλό κλ ηρη ή τ ό τε ζωή μας μό νο τ έτοια πρ ό σφερε. 50


Πρό ς τή ν ίδ ια μερι ά εΙναι κα ί τ ό πο δοσφαιρικό γή πεδ ο. Έ κε ί τε λουνται τ ώ ρα οΙ έορ τ έ ς lιλιείας πλανη θ εισ ών ψυχών. Κ α θώ ς κα ί ο Ι πο δοσφαιρικ ές συναντήσεις. Αύτ ές, δέ ν τ ίς εχουν καταρ­ γή σει. Έ γ ώ δέ ν συχνάζω στ ό ν ποταμό πλέον, oi)tE περν άω τ ί ς γέ φυρες. Oi)tE παίρνω τόν ύ πό γειο, παρ ' δτι εχει στάση εκεί δί πλ α. Δέ ν μ ας εΙ ναι ε πιτρεπτ ό , εχουν τοποθε τη θεί Φύλακες τ ώρα, δέ ν συντ ρέχει, ύπη ρεσιακ ώς, λό γος ν ά κατ έλθ ουμε τ ίς σκ άλες, νά παί ρνουμε τ ό ν ύ π ό γειο πρ ό ς τή ν κυρίως π όλ η. Τί δου λ ει ά ε χουμε ε μείς νά περιφερ ό μαστε εκειπέ ρα; Δέ ν θά ' ταν πρό ς ψυχωφέλ ειά μας, καί θά ά ναφερ ό ταν lιρμoδίως . • Η έκκλησία ε Ι ναι μικρή , ά πό τ ίς πρώτες πού χτ ί στη καν εδώ, έκατοντάδες ετη πρ ίνο Δ έν λειτουργι έ ται πιά , τ ή ν εχουν ώς μουσεί ο. Μέ σα, βλέ πεις ζωγραφικές: γυναίκες μ έ μακρι ά , με λ αν ά φορ έ ματα, τά μαλλι ά τους κρυμμ έ να σ έ λευκ έ ς σκού φιες, καί ά ντρες δλο δ ικαιοσύ νη, σκου ροντυμ έ νους καί ά γέλαστους. ΟΙ πρ ό γονο ί μας. Ε ίσο δος ελ ευ θέ ρα. Δέ ν μπαίνουμε π άντως, μό νο στ έ κουμε στ ό μονοπάτι, κοιτ ά­ ζ ουμε τ ό νεκροταφεί ο. ΟΙ παλ ιο ί ε πιτύ μ β ιοι λίθ οι στ έ κουν ά κό μη στή θέση τους, ά ποσαθ ρωμέ νοι ά πό τά φυσικ ά στοιχεί α, φαγωμ έ­ νοι ά π ' το ύ ς άν έ μους, μ έ τ ά σκαλ ιστ ά κραν ί α καί τ ά δύ ο σταυρωτ ά όστ α, memento mori, τ ά άγγε λ ούδ ια μέ τ ό σάν άπ ό ζυμάρι πρ ό σωπο, τ ίς φτερωτ ές κλεψύδ ρες, νά μας ένθυμίζ ουν τή δ ιο λί σθ ηση του ε π ί γειου χρ ό νου, καί δί π λ α, άπ ό μεταγεν έ στερο αΙώ να αύ τ ές, ύδ ρ ίες καί, π λά ι, Ι τ έ α πενθήμων, τεκμ ή ρια πενθ ικά. Δέ ν εχουν βάλει χ έ ρι στ ίς ταφό πλ ακες, oi)tE K�ί στήν εκκλη­ σ ί α. Μονάχα τ ό τε λ ε ί ως πρ ό σφατο μ έ ρος τ ης Ι στορ ί ας τού ς έ ρεθίζει. Αύτ ή του Γ κ λέ ν στ έ κει μέ γυρτ ό τ ό κεφ άλ ι, λές κα ί προσεύχε­ ται. ν Ετσι κ άνει κ άθε φορά. Μ πορεί, λέω, μπορεί ν ά τ ης εχει πεθ άνει κι αύτηνης κάποιος. Α ντρας ή παιδί της. Α ν καί δέ ν τ ό πιστεύω δ λωσ δ ι όλου: κάθε της ενέ ργεια καί στ άση μου μοιάζει σάν ά π ό σκηνή θ εατρικου εργου, σά νά τ ή ν κατασκοπε ύ ουν θ εατ έ ς. Οί\ τε κάν αύτ ό : ύποκρισία παρ ά ύ π ό κριση. Αύτ ά τ ά •

ν

ν

51


πράττει γι ά νά δειχτεί καλή , πιστεύ ω. 'Έ χει ξαμο λυθεί νά βγάλει ζουμ ί κι άπό ά ναπο δ ι έ ς. 'Όμως τ ό ϊδ ιο θά βλέ πει κι αύ τή εμένα . Μοιραία. Τώ ρα γυρ ίζουμε τή ν πλάτη στήν ε κκλησία καί μπροστά μας εΙναι αύ τό πού κατά βάθος ή ρθαμε νά δου με: τ ό Τ ε ίχος. Τό Τ εί χος ε Ι ναι κι αύ τ ό ε κατοντ άδω ν χρ όνων. � Α ντε μόνο ε κατ ό χρ ό νων, τ ό λ ιγ ό τερο. Σά ν τά πεζο δρόμια, ε Ι ναι άπ ό κόκκινο του βλ ο κα ί κάποτε πρ έ πει νά ' ταν ά π έ ριττο, άλλά μιάς ό μο ρφι άς. Τώ ρα οΙ π ύλες �χoυν Σ κοπούς κα ί βά ρ βαρους και­ νού ργιους προ βολείς ψηλά, μονταρισμ έ νους σ έ μεταλλικο ύ ς στύ λους, συ ρματ ό πλεγμα στή βά ση του καί σπασμ έ να γυαλ ι ά φυτεμ έ να σ έ τσιμ έ ντο στή ν κορυφή του . Κανείς δέ ν περνά εθελοντικά αύτές τ ίς πύ λες . Τά μ έ τρα �χoυν καθ ιερω θ εί γι ' αύ τού ς πού κάνουν άπό πειρες νά βγουν, παρ ' δ τι άπό πειρα τ ών άπομέσα νά φτάσουν έ στω καί μέχρι τό τείχος, προσπερν ώ ντας τό ή λεκτρονικό σύ στημα συναγερμου, πρ έπει νά θ εωρη θ εί ά κ ατό ρθ ωτη. Δί π λ α στήν κεντ ρική πύ λη , άλλα εξι πτ ώματα κρ έ μονται άπ ' τό ν λαιμό , τ ά χ έ ρια δεμέ να μπροστ ά, τά κεφάλια σ έ άσπρους σάκκους γερμ έ να στού ς ω μους. Θά πραγματοποιήθηκε σή μερα τ ό πρω ί καί άλλη εορτή άλιείας πλανη θ εισ ών ψυχ ών. Δέ ν ά κουσα καμπάνες. Φαί νεται τ ίς εσυ νήθισα πιά. Σ ταματ ά με, κα ί ο ί δύ ο σ ά νά λάβ αμε παρ άγγε λ μα, στ έ κουμε κα ί κοιτάζουμε τ ά κουφ ά ρια. Δέ ν ε Ι ναι άπειθ αρχία νά κοιτάζου­ με. V Ισα-ϊσα, ε πι βάλλεται: γι ' αύ τ ό βρί σκονται εδώ, κρεμασμένα στ ό Τ εί χος. Κ αμι ά φορά τ ' ά φή νουν ετσι γι ά μέ ρες, μέχρι ν ά φτ άσει νέ α παρα λαβή , κι ε τσι νά ' χουν τή ν εύχ έ ρεια ν ά τ ά δο υ νε δ σο μπορεί πε ρισσό τεροι. Κ ρ έ μονται άπό τσιγκ έλ ια. Τά τσιγκέ λια ε Ι ναι φυτευτά στ ό ντου βάρι του τείχους , προορισμό ς τους εΙναι ή άν άρτηση πτωμ ά­ των. 'Έ χει καί κ άμποσα άδεια. Τά τσιγκ έλ ια μοιάζουν σάν ' λ α βίδες γι ά άναπή ρους πο ύ δέ ν έχουν δάχτυ λα. � H σάν άτσάλινα ερωτηματικά , άναποδογυ ρισμένα καί πλαγιαστά. ΟΙ σ άκκοι στ ά κεφ άλ ια τους ε[ναι τ ό φο βερό. Π ιό φο βερό άπ ' δ σο θά ' ταν τά κεφ άλ ια ά κάλυπτα. Κά νουν τού ς κρεμασμ έ νους 52


νά μοιάζ ουν σ άν πλαγγό νες , στίς ό ποί ες ά κόμη δέ ν εχει ζ ωγραφι­ στεί τ ό πρ ό σωπο. Σά ν σκι άχτρα, πράγμα πού τε λ ικ ά [σως καί νά ε Ι ναι μ έχρι ε να βαθμό, ά φο υ προορισμ ό ς τους ε Ι ναι ν ά σκιάξουν. 'Ή , σ ά ν κεφ άλ ια τους νά ε Ι ναι ο ί σ ά κκοι, παραγεμισμέ νοι μ έ ύλικό μή κατονομαζόμενο, σ άν άλε ύ ρι ή ζύ μη . Τά κεφάλια κα ί ά ν ά πουσιάζουν, ό ν ό μος τής βαρύτητας έ πιμ έ νει ν ά καταδ ηλώνει τ ή ν ύ παρξή τους, καθώς ά ναγκ άζ ει τού ς σ άκκους ν ά γέ ρνουν πρ ό ς τ ά κάτω ε πει δή δέ ν ύ πάρχει πλέον σπ ίθ α ζωής νά τ ά ι φ ατήσει στητ ά . Τά κεφάλια εΙναι μη δ ενικ ά . Π αρ ' Ό τι, άν κοιτάξεις μέ έ πιμονή , Ό πως κ ά νουμε έ με ί ς, μπο ρεί ν ά δ είς τ ό περ ί γραμμ ά τους κ άτω ά π ό τ ό λευκό πανί , σ ά ν γκριζ ωπ έ ς σκι ές. Τά κε φ άλια εΙ ναι κεφ άλ ια χιονανθ ρ ώπων, άπ ' Ό που τ ά ά πό κά ρβουνο μ άτια κα ί ή ά πό καρ ό το μύ τη έχουν ξεκολλή σει. Τά κεφάλια εχουν ά ρχ ί σει ν ά λ ι ώνουν. Σ ' ε ναν σ ά κκο Ό μώς εΙχε αΙ μα, πού δ ιαπό τισε τό λ ευκ ό ύ φασμα στή θέ ση πού θά πρ έ πει ν ' άντιστοιχεί τ ό στ ό μα. Καί σχηματίζει άλλο ε να στ ό μα, μικρ ό , κό κκινο, σάν τ ά στ ό ματα τ ά ζωγραφισμένα μέ παχι ά βού ρτσα ά π ό παι δά κια του νηπιαγω­ γε ί ου. 'Έ να χαμ ό γε λ ο σ πως τ ό βλέ πουν τ ά νή πια. Τελικά, αύτ ό πού καθ η λώ νει τή ν προσοχή εΙναι του το τό χαμ ό γε λ ο τ ό σχημα­ τισμέ νο ά πό αΙ μα. " Α ρα, ο ί κρεμασμ έ νοι δέ ν εΙ ναι χιονάνθρωποι. ΟΙ κρεμασμέ νοι φο ρου ν λευκού ς επενδύτες, σάν τών γιατρ ών ώ ή τ ν έπιστημόνων. Δέ ν προτιμο υ ν άποκ λ ειστικ ά γιατ ρο ύ ς καί επιστή μονες μ ό νο, σή μερα Ό μως, φα ίνεται, οΙ γιατρο ί έχουν τήν τιμητική τους. Σέ καθέ ναν εχουν κι ά π ό μ ί α πινακίδα περασμένη στ ό ν λαιμό , πού δ η λώ νει γι ά ποι ά αΙ τ ί α έκτελέστη καν: στή ν πινακίδα ε Ι ναι σχεδ ιασμ έ νο ε να άνθ ρ ώ πινο ε μβρυο. Π ού θά πεί π ώς ή σαν γιατρο ί στού ς τ ό τε καιρο ύ ς, σταν αύ τ ές οΙ έ πεμ βάσεις ή σαν νό μιμες. ' Α γγε λ οποιο ύ ς τού ς έ λ εγαν τ ό τε. "Η μήπως άλλ ους ελεγαν ετσι; Μαθεύτηκε ά π ό ε ρευνες στ ά ά ρχε ί α τ ώ ν νοσοκομε ίων ή -τό πιό πιθανό , μι ά κα ί τά περισσ ό τερα ν ο σοκο­ μεία ε καψαν τ ' ά ρχεία τους Ό ταν κατ άλ αβαν τ ί επ έ ρχεται- ά π ό καταδό τες: ά πό καμι ά πρ ώ ην νοσοκ ό μα, ή μ αλλον άπ ό δύ ο, ά φου σή μερα ή μαρτυρ ί α μι ας μό νο γυναί κας δέ ν γίνεται ά πο δεκτή . "Η ά πό κ ά ποιον αλλ ο γιατ ρ ό , πού ελπισε π ώς έτσι θά σ ώ σει τ ό 53


τομάρι του. 'Ή άπό άλλον, ή δη κατηγορού μενο, πού ξέ ρασε δσα ή ξερε έ ναντί ον έχθρών του , ε ίτε κα ί ετσ ι σ τ ό βρόντο, στή ν ά πελπισμ έ νη του προσπάθεια νά γ λ υτ ώ σει. Παρ ' δτι ο Ι καταδό­ τες δέ ν λαβαίνουν πάντοτε άφεση. Αύτ ο ί οΙ ά ντρες, μας ά νακοιν ώθη κε, άντιμε τωπ ίζ ονται δ πως καί ο ί έ γκληματίες πολέμου. Δέ ν άποτελεί δ ικαιο λογία τό γεγο­ ν ό ς πώς αύ τ ό πού ε καναν ήταν νόμιμο τ ότε: τά έ γκλή ματ ά τους τιμωροϋ νται άναδ ρομικά. � Eχoυν δ ιαπράξει θ η ριωδίες κα ί πρ έ­ πει νά μεταποιηθοϋν σέ παραδ ε ίγματα, γιά τού ς λοιπούς. Έ νέ ρ­ γεια μαλλον άχρησ τ η. Σή μερα, καμμ ία λογική γυνα ί κα δέ ν θά έ πιζη τοϋ σε νά παρεμποδίσει μι ά γέννηση, ά ν ε Ι χε τήν σπ ά νια τύ χη νά συ λλάβει . • Ο Νό μος έ πι βάλλ ει νά νι ώθουμε έ ναντίον σ ' αύτ ά τ ά πτ ώ ματα μίσος καί καταφρ ό νηση. ' Εγώ δέν νι ώθω. Τά κουφά ρια πο ύ κρ έ μονται στ ό Τείχος εΙναι κο λ υμ βη τ ές μέ σα στ ό ν χρ ό νο, ά να­ χρονισμο ί . M iiς κου βαλήθηκαν έδώ ά π ό τ ά παλ ι ά . Αύτ ό πού νι ώθω έ γώ γι ' αύ τού ς εΙ ναι ενα κενό . Αύ τ ό πού Ι α σθά νομαι ε Ι ναι π ώς ό φείλω νά μή ν αΙ σθάνομαι. Αύ τ ό πο ύ α Ι σθάνομαι ε Ι ναι κατά ενα μέ ρος άνακο ύ φιση, έπειδή κανέ νας ά π ' αύ τού ς δέ ν ε Ι ναι ό Λου κας. Ό Λου κ ας δέ ν ή ταν (δέν ε Ι ναι ) γιατρ ό ς. Π ροση λώ νω τ ή ματιά μου στό κ ό κκινο χαμό γε λ ο. Τό κό κκινο τοϋ χαμ ό γελ ου ε Ι ναι ίδια ά π ό χρωση μέ τ ίς του λί πες στ ό ν κήπο τ ής Σερέ νας Τζόυ, τό κό κκινο γύ ρω άπ ' τ ό ν ύ περο. � Iδιo κό κκινο, άλλά καμμ ί α άλλ η σχ έ ση. ΟΙ του λίπες δέ ν ε Ι ναι ά πό α Ι μα, τ ά κ ό κκινα χαμόγελα δέ ν ε Ι ναι άνθ η, κανένα τους δέ ν ά ποτε λ ε ί σχ όλ ιο γιά τό άλλο. • Η του λί πα δέ ν ε Ι ναι αΙτ ία δυσπιστ ί ας πρ ό ς τόν κρεμασμέ νο, καί άντιστρ ό φως . Καθέ να ίσχύ ει, ε Ι ναι ύ παρκτ ό . Κ ι έ γώ, μόνο μέ σα άπό ενα πε δί ο γεμάτο τ έ τοια ύ παρκτά ά ντικε ί μενα πρέπει νά έ πι λέξω τό ν δ ρ ό μο μου, κάθε μέρα, μ έ κάθε τρ ό πο. Κ αταναλώνω μεγ άλη προσπάθεια γιά νά σχηματίσω τ έ τοιους δ ιαχωρισμο ύ ς. �Eχω άνάγκη νά τού ς πραγματοποιώ. 'Έχω άνάγκη ά π ό ύ ψηλή καθ αρό τητα στού ς συλλογισμού ς μου. 54


Π ιάνω τή γυναίκα δίπλα μου ν ά ' χει κυριευτεί ά π ό ε να τρέμολο. Κλαί ει; Κατά τί αύ τ ό θά τήν δείξει νομιμό φρονα; Δέ ν εχω τή δυνατότητα ν ά γνω ρ ίζ ω. Τά δ ικ ά μου τά χ έ ρια ε Ι ναι άρπαγμένα σφιχτ ά , σημει ώνω, π ά νω στ ό χερούλ ι τού καλ αθ ιο ύ μου. Έ γ ώ θά παραμε ί νω άνεξιχνίαστη. Τό σ ύ νη θ ες, εΙπε ή Νονά Λ υ δία, εΙναι έ κεί νο στ ό ό ποί ο συνη θίζ εις. Αυτ ό πο ύ δέ ν σας φα ί νεται σύ νη θες σή μερα, μ έ τή ν rcά ρο δο τού χρ ό νου θά γ ί νει. Θά καταστεί σύ νη θες .

55


111 ΝΥΧΤ Α


ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ε Π ΤΑ

Η ΝγΧΤΑ εΙναι δ ική μου , Ι δ ιοκτησία μου, νά τή ν δ ιαθέσω όπως θελή σω, φτάνει ν ά κ ά νω ήσυχία. Φτά νει νά μή ν κά νω κινή σεις. Νά παραμε ί νω ξαπλωμένη δίχως κινήσεις . • Η δ ιαφορ ά μεταξύ: πη δά ω σ τό κρεβάτι κα ί πη δ ι έ μαι. Τό δ εύτερο ε Ι ναι φων ής παθητ ικής . . Α κ ό μη κα ί ο Ι α ντρες ελεγαν τότε: θά γού σταρα ν ά πη δηΧΤώ μ ' αότή ν. � Α ν καί μερικ έ ς φορές ελεγαν: θά . θ ελ α ν ά τήν πη δή ξω . • γ ποθέ σεις όλα τούτα, θεω ρητικές. Στήν ού σ ί α, δέ ν ξέ ρω τ ί ελεγαν ο Ι ά ντρες. ΟΙ πλη ροφορίες πού εχω ε Ι ναι μό νο από α ντρικά χείλη . 'Ύ πτια, μέσα στ ό δωμ άτιο, κά τω από τό γύ ψινο μ ά τι στ ό τα βά νι, π ί σω από τ ίς λευκέ ς κουρ τίνες , ανάμεσα σ έ δυ ό σεντ ό νια, τ ό ίδ ιο καθ αρ ά δ σο κα ί οί κου ρτίνες μ ' ενα βή μα π λάγιο βγαίνω απ ' τή ν πορε ί α καί βρίσκομαι εξω από τό ν παρ ό ντα χρ ό νο μου. Έ κτός χρ όνου. Παρ ' δ τι καί αύτό χρόνος εΙ ναι κα ί νά τ ο ύ δ ιαφ ύ γω δέ ν μπορώ. 'Ό μως ή νύ χτα ε Ι ναι δ χρ όνος αναψυχής μου, τό δ ι άλειμμ ά μου . Π ού νά τή ν ξοδέψω;

Κά που. Νά τήν αξιοποιή σω. Νά μήν πάει στράφι . . Η Μό ιρα, καθισμένη στή ν ά κρη το ύ κρεβατιού μου, μ έ τ ά π όδ ια σταυ ρωμέ να, μέ τή ν κατακ ό κκινη φ ό ρμα της, μ ' ε να σκου λ αρ ί κι κρεμαστ ό, σ έ σχή μα χρυσού κομμέ νου νυχιού πού τό φορούσε γιά ν ά δ η λώ νει έ παναστατημ έ νη , τσιγ ά ρο στ ά κιτρινι­ σμέ να δάχτυ λά της. � Α ντ ε σή κω, πάμε γιά μπύ ρες. Ρίχνεις στ άχτ ες στ ό κρε βάτι μου, εΙ πα. � Eλα σή κω νά βγούμε γι ά ν ά μή ρίχνω στ άχτες έδώ, εΙπε ή Μό ιρα. Σέ μισή ωρα, ε Ι πα. Χρωστούσα ε να μάθημα, τό ' δ ινα τή ν tπό μενη . Τί; Ψ υχο λ ογία, 'Έ κθεση, ΟΙ κονομ ία; Παρακολουθού­ σαμε τ έ τοια μαθή ματα, τ ό τε. Στό π άτωμα βι βλία, αναποδογυρι­ σμέ να ανοιχτά, ij καί κ λειστά, τής τρελής. 59


Κ ο ίτα, λέ ει ή Μό ιρα, δέ ν ε Ιν ' ά νάγκη νά μπογιατ ίσεις τό μο υ τρο σου, μέ μένα θά βγεί ς. Τί δί νεις α() ριο; Έ μ έ να μου ' λαχε παραβίασις ήμερομηνί ας λήξεως . Τί παρα βίαση ; Δ ικαιωμάτων; � Α ντε, εΙπε ή Μό ιρα, πά ρε τό παλτό σου. Τό ξεκρέ μασε μό νη της κα ί μου τ ό ε κανε πεταχτό. Μου κά νεις δά νειο π έ ντε δολάρια, εγινε; �H σ ' ε να πάρκο κάπου, μέ τ ή μητ έ ρα μου. Πό σο νά ' μουν; 'Έ κανε κρύ ο, οΙ ά νάσες μας άχνιζαν μπροστ ά μας, τ ά δέ ντρα δίχως φύλλ α. Σταχτή ς ού ρανό ς, δύ ο παπ άκια στή λί μνη , σ ά ν λ υπημ έ να. Ξε ρά ψίχου λα ψωμιου στ ά δάχτυ λά μου, μέ σα στ ί ς τσ έ πες μου. Τό β ρη κα: ή μητ έ ρα μου εΙ πε π ώς ή ρθ αμε νά ταίσουμε τ ίς πάπιες. 'Όμως εΙχε καί κ άτι γυναί κες πού ε καιγαν βιβλία, γι ' αύ τ ό μ έ εΙχε φέ ρει έδώ, ού σιαστικά. Νά δεί τ ίς φί λες της. Μο\) εΙπε ψέ ματα, κανονικά τό Σά ββατο τό ά φιερώνει σέ μέ να. Ξεμάκρυνα μουτρωμέ νη, όμως ή πυ ρά μ έ τράβηξε καί ξ αναγύ ρισα. ΕΙ χε κα ί μερικού ς άντρες ά νάμεσα στ ίς γυναί κες , καί τ ά ε ντυπα ή σαν περιο δ ικά. Φαί νεται θά εΙ χαν ρίξει βενζίνη, γιατ ί ο ί φλόγες τινάχτη καν ψη λά , κα ί μετά ά ρχιζαν νά σωρεύΟ\,J ν τ ά περιο δ ικά, ά πό κιβώτια, όχι πάρα πολλά μαζί. Μερικές εψελναν. 'Ά ρχισαν νά μαζεύ ονται περ ί εργοι. Θ εοφό ρητες γυναί κες τ ά πρόσωπά τους εύτυχη , σ έ ε κσταση σχεδό ν. Τό πετυχαίνει αύ τ ό ή φωτιά. ' Α κό μη καί τ ης μητ έ ρας μου τό πρ ό σωπο, συνήθως ώχρ ό , Ισχ ν ό , εδειχνε άναψοκοκκινι­ σμέ νο, εύ φρ ό συνο, σ ά ν κ ά ρτα Χ ριστουγέννων. Ή ταν κι άλλη μία γυνα ί κα, γεμ άτ η, μέ μουτζο\) ρες ά π ό καπνιά στ ό ε να της μάγου λ ο κα ί μ έ πορτοκαλί πλεχτό σκουφ ί, τ ή θυμαμαι αύ τ ή. Θέλεις νά ρίξεις κα ί σύ ε να, χρυσό μου; εΙπε. Πό σο θά ή μουνα; � Αντε νά ξεφορτωθο\) με τ ή λέ ρα, ε Ι πε κακαρίζοντας. της έ πιτρ έ πεις; ρ ώτησε τή μητ έ ρα μου . .. Α μα θέλ ει, ή μητ έ ρα μου εΙπε. Κ ατάφερνε νά μιλάει στού ς άλλους γι ά μ έ να σάμπως νά μή ν ά κουγα. 60


Η γυναί κα μοϋ . βαλε στ ό χ έ ρι ε να περιο δ ικό . ΕΙ χε άπέξω μι ά ώραία γυναίκα δίχως δι όλου ρο ϋ χα, κρεμασμ έ νη άπ ' τήν ό ροφή μ έ άλυσ ίδα στ ά χ έ ρια της. Μ οϋ τράβηξε τή ν προσοχή, μο ϋ ά ρεσε. Δέν μέ φό β ισε. Νό μισα πώς ε κανε τραμπ άλα, κρεμασμέ νη άπό κ λ ηματ ό βεργες, ό πως δ Ταρζάν στήν τη λ εό ραση . Μή ν τήν ά φήνετε καί νά τ ό κοιτάζει, ή μητ έ ρα μου ε Ιπε. U Αντε, ε Ι πε σ έ μένα, ρ ίχτο μ έ σα, ξεμπέ ρ δευε. UΕ ριξα τ ό περιο δ ικό στίς φλό γες . U Α νοιξε σ ά ν λουλούδ ι άπ ' τό ν άέ ρα πού ε φτιαξαν ο ί φλόγ ες. Μ εγάλες νιφάδ ες ά πό χαρτί ξελευτερώθηκαν, επλεαν στ ό ν άέ ρα, φλεγόμενες ά κόμη , τεμάχια ά πό γυναικ ών σ ώ ματα, κι έ γί νονταν μαύ ρη στ άχτη στ ό ν άέ ρα, μπροστά στά μάτια μου . ·

Μετά όμως, τί νά βάλω; Τί ά κο λουθεί; Ξέ ρω, έχω ά πο λέ σει ε να τμή μα χρ ό νου. Θά ε χουν συνεργή σει έ νέ σεις, χ ά πια, τ έ τοια. Αδύ νατο ν ά μοϋ παρ ά πεσε τ ό σο μεγ άλο τεμ άχιο χρ ό νου δίχως συν έ ργεια. UΕπαθες καταπληξία, εΙ παν. Φ αίνεται π έ ρασα μέ σα άπό βουή κα ί στρο βιλισμό σάν πάνω ά πό κύ μα πού χόχλαζε. ΕΙ μαι σ έ θέ ση ν ά θυμη θώ π ώς ή μουν έντε λ ώς γαλή νια. ΕΙμαι σ έ θέ ση ν ά θυμη θώ τ ό ούρλ ιαχτ ό ' μου, μοϋ φάνηκε σ άν ού ρ λ ιαχτό παρ ' δ τι μπορεί νά ή ταν μον άχα ψίθυ ρος. Πού ε[ναι τη; Τί μού τήν έκάνατε; Αύτό δ χι σ έ στιγμή ή μέ ρας . Ούτε νύχτας. Μόνο μι ά ά ναλ αμ­ πή . Μετά ά πό λίγο, πάλι τσου λιστές πολ υ θ ρ όνες, κρε βάτι, μετ ά •

ε να παρ άθυρο. Τή ν δώσαμε σ έ καλά χέ ρια, μοϋ εΙπαν. Σέ ά τομα ά ρμόδ ια. Έ σύ εΙσαι ά ναρμόδια, όμως θέλεις τό καλό της. Ναί; Μ οϋ έδειξαν φωτογραφ ία της, ό ρθ ια σέ γρασ ίδ ι κουρεμ έ νο, ό τ πρ ό σωπό της ε να άπροσπέλαστο στ ρογγυλό. Τά ξανθά της μαλλιά τραβηγμ έ να π ί σω, σφιχτ ά. Κ ρατοϋ σε τ ό χ έ ρι της μιά γυναί κα πού δέ ν έ γνώ ριζ α. UΕφτανε μόνο μέ χρι τ ό ν ά γκ ώ να τής γυναί κας. Τή ν έσκοτ ώσατε, εΙπα. UΕμοιαζε μ έ ά γγελο, Ι εροπρεπ ής, συμπαγής, πλασμ έ νη άπ ό ϋλη άέ ρος. 61


Φό ραγε φουστανάκι πού δέ ν τ ής εl-χα ά γο ρ ά σει ε γώ , λευκ ό κα ί μακρύ μ έ-χ ρι κ άτω. Θά ε πιθυμοϋ σα νά πιστ έψω πώς αό τ ό πού καταγρ άφω εδώ εΙναι μιά Ιστορία επινοημένη . 'Όσοι μπορ έ σουν νά πιστ έ ψουν π ώ ς παρ ό μοιες Ιστορίες εΙναι τής φαντασ ίας εργα, θά ε-χουν καλύτερη τύ-χ η . V Α ν ε Ι ναι φαντασ ίας επινόημα αότ ό πού ά φηγοϋ μαι, τό τε κανον ίζ ω εγώ τ ό φιν άλ ε. Κ ι ε τσι, θά μπεί �να τ έλος στ ή ν επινοημέ νη Ιστορία, κα ί μετ ά θά ξανακάνει τ ή ν εμφάνισή της ή άλ η θ ινή ζωή . Κ ι ε γώ θά συνε-χίσω άπό κε ί πού ε Ι χα με ί νει. Δέ ν ά φηγοϋμα ι Ιστό ρημα επινοημένο. Λέ ω ό μως κα ί μιά Ι στορία, μ έσα μου αότή, καθώ ς προ-χωρ άω. Τή ν "λέω», καί δέ ν τή ν "γρ άφω », επειδή δέ ν ε-χω τ ί ποτα ν ά -χρησιμοποιή σω ώς γραφική ύλη , καί ή γραφή εΙ ναι άπαγορευμέ­ νη. 'Όμως, αν πρ ό κειται γιά Ιστόρημα, μυθ ιστ ό ρημα, ε στω κι αν τή ν ε-χω μ ό νο στ ό μυαλό μου, δέ ν μπορεί· σ έ κ άποιον θά τ ήν λέω. Δέ ν ά φηγεί σαι ποτ έ κ ά τι στ ό ν �αυτ ό σου. Παρίσταται πάντα καί κά ποιος άλλος. , Α κ ό μη κι όταν δέ ν ύπά ρ-χει καν έ νας. 'Έ να Ιστό ρημα ε Ι ναι σ ά ν ενα γρ ά μμα. Προσφιλείς Μου. Σας -χαιρετώ, θά λέ ω. Μ ονά-χα Μου , δί-χως ό νομα. V Α ν προσ δέ σεις ό νομα, αύτ ό σ έ προσ δέ νει στ ό ν κ ό σμο το ϋ ύ παρκτο ϋ , πρ άγμα παρ άτο λ μο, πι ό παρακιν δυνευ μέ νο: ποιό ς ξέ ρει τ ί δυνατό τητες ε πι βίωσης ύπάρ-χουν εκεί εξω, στ ό ν κό σμο τού πραγματικο ύ; Δ ικής σας ε πι βίωσης. Γ ι ' αότ ό θά λέ ω εχετε τή ν ά γάπη μου, όπως στ ά παλ αι ά ερωτικά τραγο ύδ ια . • Ο π λ η θυντικό ς έδώ μπορεί νά ύπονοεί ο-χ ι �να μό νο άτομο, άλλά μυρι άδες. Δέ ν βρίσκομαι δ ι όλου σ έ ά μεσο κ ί νδυνο, θά σας λέ ω. Θά παρασταίνω πώ ς εσείς (κύ ριε, η ό λοι σ ας ) έχετε τή δυνατ ό τητα νά μ ' ά κο ύ σετε. Μά ταια βέ βαια. Έ πει δή γνωρίζω πώς δέ ν τήν εχετε.

62


ιν Α Ι Θ Ο Υ Σ Α Α ΝΑ Μ Ο Ν Η Σ


ΚΕ Φ Α Λ ΑΙ Ο

Ο Κ ΤΩ

Η ΚΑΛΟΚΑΙ ΡΙΑ βαστάει. ΕΙ ναι σχεδό ν σ άν ' Ι ού νιος, τ ό τε πού βγάζαμε άπ ' τή ντουλάπα τά καλοκαιριάτικα καί τ ά σαν δάλ ια μας καί πηγα ί ναμε γιά παγωτ ό χωνάκι. �Eχει τρία φρέσκα πτώ ματα στ ό Τ είχος. " Ε νας τους ε Ι ναι παπάς, άκόμη φορ άει τ ό μαϋ ρο ρ άσο. Τοϋ τό φό ρεσαν δηλαδή , γιά τή ν δί κη , παρ ' δ τι π α νε χρό νια πο ύ δέ ν τ ά φορανε πιά, ά π ' δταν άρχισαν ο{ πό λεμοι ά νάμεσα στού ς ό μόδοξους. Τά ράσα τ ά ' χουν πρό σχημα, γι ά νά τού ς ξ εχωρίζουν άπ ό τ ό ν λ οιπ ό π λ η θυσμό. Οί ύπό λοιποι δύ ο, μέ κ ό κκινες ταμπέλες κρεμασμέ νες στ ό λ αιμό τους : "έπρόδωσα τ ό φύλο μου ». Τά κορμιά τους ά κό μα ντυμένα μέ τή στολή τοϋ Φ ρουροϋ . Τ ού ς ε καναν τσακωτού ς φα ί νεται, άλλά ποϋ ; Σέ στρα­ τ ώνα, στ ά ντού ς; Τ ρ έ χα γύ ρευε . • Ο χιονάνθρωπος μ έ τό πορφυρ ό χαμό γελ ο άπουσιάζει. ' ,, 'Ώρα νά γυρ ί σουμε» , λέω � αύ τήν τοϋ Γ κ λέ ν. Π άντα έ γώ τ ό λέ ω αύτ ό . Καμιά φορά εχω τή ν Ιδέ α π ώς, ά ν δέ ν τό ' λεγα έ γώ , έκείνη θά ' μενε έδώ δ ιά βί ου. 'Ό μως, πενθ εί ή τ ό γ λ εντάει; , Α κό μη νά καταλάβω. Δίχως λέξη στρ έφεται, αύτοματικά, λές καί ή φωνή μου δ ρα έπάνω της σάν τηλε- ελεγχος, λές κα ί κινείται πάνω σ έ γρασαρι­ σμέ να καρού λ ια, σάν �Kεί νες τ ίς μπαλαρί νες στ ό κουτ ί πού παίζ ει μουσική. Μέ πειράζει αύ τή ή χάρη της. Μ ' �νoχλεί τ ό πρ ά ο κεφάλι της, σκυμμέ νο, λές άπ ό βαρύ ν άνεμο. Χωρίς ν ά ύ πάρχει ά νεμος. , Αφή νουμε τό Τ ε ίχος, παίρνουμε ξανά τ ό ν ίδ ιο δ ρόμο, ό η λιος θ ερμό ς. ,, � Oμoρφη μ έρα Μαγιού » , λέει ή αύτή τοϋ Γ κ λέ ν. Ν ι ώθω κυρ ίως παρά βλέ πω τό κεφάλι της νά εχει στραφε ί πρ ός τή μεριά μου , περιμ έ νοντας ά π άντηση. "Ναί » , λέω. "Δόξα σοι» , προσ θέτω γιά συμπλή ρωμα, σά νά τ ό σκέφτηκα καθυστερημένα. Μέρα Μαγιού ήταν κ ά ποτε σή μα κιν­ δύ νου, καιρού ς πρ ί ν, σ έ κάποιον παγκ ό σμιο π ό λεμο, άπ ' αύτού ς 5

65


πού με λετού σαμε στ ό γυμνασιακό μάθ ημα τής ' Ι στορίας. Πά ντα τούς μπ έ ρ δευα αύτούς τούς παγκό σμιους πο λέμου ς, δ μως, α ν η ξερες τί μάρκες ά εροπλάνα χρησιμοποιή θ ηκαν στόν καθέ να, τού ς ξεχώριζ ες ανετα. Πά ντως άπ ' τ ό ν Λ ουκ α τό η ξερα αύτ ό γιά τή Μέ ρα Μαγιού. Σύνθ ημα τ ών πι λό των δ ταν ε Ιχε χτυπη θ εί ά εροπ λάνο. v H πλοίο. (Καί π λοίο;) Ήταν ε να ε Ιδος S.O.S. Ν Α ν εΙχα καν έ να εγχειρίδιο ' Ι στορίας τώ ρα, θά τ ό ε παλή θ ευα. ΕΙ χαν καί μία μουσική φράση, Μ πετ ό βεν, γιά σή μα ν ί κης, σ έ εναν ά π ' α(Jί. Oύ ς τού ς παγκ όσμιους πο λέμους. Ξέ ρεις άπό πού τ ό πή ραν; ε Ιπε δ Λουκάς. Αύ τ ό τ ό Μέ ρα Μαγιού . ΝΟχι, εΙπα. Π ολύ ά συνήθιστη φρ ά ση π άντως γιά πο λέ μους. Έφημερ ί δες καί καφές, τ ά κυριακ ά τικα πρωιν ά , οί δυ ό μας ό μ νο: δέ ν τή ν είχαμε γεννήσει ά κόμη . Έ πιτρέπονταν οί εφημε­ ρίδες , τό τε. Τίς διαβάζ αμε στ ό κρεβάτι. Παρήχηση γαλλικής φράσης, μού ε Ι πε. Σημαίνει βοήθα με. Β οήθ α με. Πλ ησιάζει μιά μικρή συνοδεία. Κηδεί α. Τ ρεί ς γυναί κες, καθεμία μ έ μαύ ρο δ ιαφανή π έ π λο ριγμ έ νο π άνω άπό τ ό ν κεφαλόδεσμο. Μία οίκονομογαμετή, καί δύο ά κό μη πενθ ούσες, τής ίδιας δ μοτα­ ξίας, φίλες της μαλλον. Τά ριγέ τους δείχνουν παλ ιωμέ να, σάν τ ά πρ ό σωπά τους. Κά ποτε, δταν ο Ι καιροί βελτιωθούν, ή Νονά Λυδία λέ ει, καμι ά δέ ν θά ' χ ει άν άγκη ν ά γ ί νει οίκονομογαμετ ή . • Η μπροστινή ε Ι ναι ή ο Ι κογένεια τού νεκρού, ή μητ έ ρα: κρατεί ε να μικρ ό μαύ ρο πήλινο βάζ ο. Ά π ό τό μέ γεθ ος τού βάζου καταλαβαίνεις π ό σων μηνών, δταν μέ σα της ά κό μη, ά ναλί γωσε κα ί κύ λ ησε πρ ό ς τό ν θάνατο. Δύ ο, τριών μηνών, πο λύ νεαρ ό ε μβρυο, δύ σκο λο νά πείς αν θά τ ό κατατάξουν στ ά Π λήν Νή πια. Τά προχωρημ ένων μηνών, κι αύ τ ά πού πεθ αίνουν στ ό ν τοκετ ό , δ ικαιούνται φ έ ρετρα. Σ ταματούμε, άπ ό σέ βας, <Ος νά προσπερ άσουν . .. Α ραγε κα ί τού τη τού Γκλέν νιώθει δ ,τι κι f:γώ; 'Έ ναν σφάχτη , σ άν άπ ό μαχαιριά, στήν κοιλιά; Τοπο θ ετο ύ με τ ά χ έ ρια μας aτή θέ ση τής καρ δ ιας, νά δε ίξουμε στ ίς αγνωστές μας γυναίκες δ τι συμπ ά σχου66


με γι ά τή ν ά π ώλεια. Κάτω άπό τ ό ν π έ πλο της, ή μπροστινή μας κοιτ άζ ει, ματιά άπειλή ς . • Η μία ά π ό τίς άλλες στ ρ έφει καί φτύ νει στ ό πεζ ο δρόμιο. Καμμία οΙ κονομογαμετή δέν μας συμπαθ εί . Π ροσπερν α με τ ά μαγαζιά, φτάνουμε πάλι στ ό μπ λό κο μέ τ ό "άλτ», περναμε. Σ υνεχ ίζ ουμε πορεία άνάμεσα στ ά μεγάλα, πού μοι άζ ουν ά κατοίκητα, έν δ ιαιτή ματα, μέ τό κουρεμ έ νο γρασίδι. Σ τή γωνία δίπλα στ ό Κ οινό βιο δ που εχω διοριστεί, αότή του Γ κ λέν σταματ άει, στρέφει. "Δίκης ' Οφθαλμός » , λέει. Ό κεκανονισμένος άποχαιρετι­ σμό ς. (,Ός τ ά πάνθ ' δρα", άπαντώ, κι έ κείνη συνεισφέ ρει �να περιορισμ έ νο κίνημα κεφαλή ς. Δ ιστάζει, σ άν γι ά νά πεί κά τι ά κόμη, μετά ξεμακραίνει, παίρνει τ ό ν δρό μο της. Τή ν κοιτ άζω. Μοιάζει σ ά ν είδω λό μου σ έ καθ ρ έ φτη άπ ό τ ό ν δ ποί ο ά πομακρύ­ νομαι. Σ τ ό λιθό στρωτο του γκαράζ, δ Νί κ γυαλίζει πάλι τή ν Ρ ομ­ φαία. Β ρίσκεται τώρα στ ά χρ ώ μια, πίσω μέ ρος. Βάζω τ ό γαντο­ φορεμέ νο χ έ ρι μου στ ό χερού λ ι τής πύ λης, τή ν άνοίγω, σπρ ώχνω π ρ ός τά μέσα. 'Ι.! πύ λη κ λ είνει ξοπίσω μου. ΟΙ τουλίπες στά ά κρα τής βραγιας πιό κ ό κκινες τώ ρα, δλάνοιχτες όχι πιά κρασο­ π ό τη ρα άλλά κύπελλα. ' Ε κτιν άζ ονται πρ ό ς -πρ ό ς τί; που; Elναι άδ ειες. 'Ό ταν γερ άσουν, ε ρχονται τ ό μέ σα εξω, ()στερα καταρρέ­ ουν, μιά ε κρηξη σ έ ά ργή κίνηση , τ ά πέ ταλά τους σκορπισμένα σ ά ν θ ραύ σματα ά γγείου. Ό Νίκ ύ ψώ νει τή ματιά, άρχίζ ει ν ά σφυρ άει. Μ ετ ά λέει : « Ω ραία ή βόλτα; » Νεύω έγώ καταφατικά, δέ ν άπαντώ μέ λόγια. Δέ ν ε Ιναι έξουσιο δ οτημένος ν ά μου άπευθύ νει τόν λό γο. Φ υσικ ά , δρισμ έ­ νοι θ ' ά ποπειραθουν, ή Νονά Λυδία ε Ιπε. ' Η σ ά ρξ ε Ι ναι άδύ νατη. Ή σ ά ρκα ε Ιναι χλόη , τή διό ρθ ωσα έ γώ, ά πό μ έ σα μου. Πά ντως άθ ε λά τους τ ό πρά ττουν αότ ό, ή Νονά ε Ι πε, δ Θ ε ό ς τού ς επλ ασε ε τσι, πλή ν δέ ν επλ ασε καί σ έ να έτσΙ. Εσένα σ ' ε π λασε διαφορε­ τική . Σ τ ό χέ ρι σου ε Ι ναι ν ά θέ σεις φραγμό. ' Α ργό τερα, θά σου ά πο δοθουν ε όχαριστ ήσεις. '

67


Στόν πίσω κη πο τού σπιτιού, ή Γαμετή τού Ταξιάρχη , καθ ισμένη στή ν πο λυθ ρ όνα πού κου βάλησε εξω μόνη της. Σερ έ να Τζόυ, τ ί χαζό όνομα. Θυμίζει καλλυντικό γιά μαλλιά ά π ό καιρούς άλλους, τού ς πρ ώην καιρούς. Κ α λλυντικό γιά γερ ά μαλλι ά . Σερένα Τζόυ , ε γραφε π άνω τ ό μπουκάλι, μ ' ε να γυναι­ κείο προφ ίλ άσημί σέ ροζέ ό βάλ φόντο μ έ ά κρες φεστ ό νι σ έ χρυσαφ ί. Τό σα όνό ματα εΙχε ν ά διαλέξει, γιατ ί προτ ί μησε τούτο; Δέ ν ήταν τ ό πραγματ ικό της όνομα Σερένα Τζόυ, ούτε κα ί τ ότε. Πάμ τήν λέγανε. Τό εΙχα δι α βάσει σ ' ε να βιογραφικό της, σ έ περιο δ ικό, πολύν καιρ ό μετ ά άπ ' όταν τήν πρωτοε ίδ α ν ά τραγου­ δάει, τότε πού ή μητέρα μου κοιμό ταν τ ά κυριακάτικα πρωινά. Τό τε π λέ ον εΙχε γίνει φίρμα, φυσικ ό ήταν ν ά της βγάλουν βιογραφικό. Στό Τά ιμ η στό Νιούζγουηκ ήταν, πρ έ πει δη λαδή νά ή ταν. Τό τε δέν τραγου δούσε πιά, ε βγαζε λόγους. Τά κατ άφερ­ νε πολύ καλά . Στού ς λόγους της, κύ ριο θέ μα ε Ι χε τή ν ίερότητα της �στίας. Κυ ρίως ετόνιζε π ώς οί γυναίκες όφει λαν νά μέ νουν σπ ίτι, φύ λακες της �στίας. Ή ίδια δέ ν ήταν άξια ν ά κά τσει σπ ίτι της, παρ ά γυ ρνούσε κι εβγαζ ε λό γους , όμως αό τ ή της τή ν άναπηρ ί α τήν π λασ άριζε ώς θυ σ ία γιά τ ό καλό όλων μας. Περίπου τόν καιρ ό ε κεί νο, κάποι ος δοκίμασε νά τή ν καθ αρ ί­ σει μ έ δί καννο, άλλά δέ ν τήν πέτυχ ε. Σ κοτώθη κε ή γραμματέας της, πο ύ ε στεκε π ί σω της. 'Άλλη φορά π άλι κάποιος εχ ωσε μι ά μπόμπα στ ό ά μάξι της, άλλά εσκασε πο λύ πρ ό ωρα. Παρ ' ό τ ι κάμποσοι εΙπαν μον άχ η της τή ν εΙ χ ε τοποθ ετή σει, γιά νά κερ δί­ σει συμπ άθ ειες . Τό σο ε Ι χαν άγριέψει τ ά πρ άγματα . • Ο Λουκας κι εγώ τή βλέπαμε καμιά φορά στό ννχτερινό δε λτ ίο είδή σεων. Μέ τά μπου ρνούζια μας , τό ννχτεριν ό σκούφο μας. Κ οιτ άζαμε τό μαλλί της, όλο σπρ έυ, τή ν ύ στερ ία της, τ ά δάκρυα πο ύ ήταν ά κόμα ί κανή ν ά χ ύ νει όποτε ήθελε, καί τ ό ρίμε λ πού της μαύ ρ ιζε τά μάγουλα. Τό τε εβ αζε πολύ πιό βαρύ μακιγιάζ. Έμείς τήν είχαμε γι ά φαιδρό άτομο. Ό ΛOυK1iς δη λ αδή ε λεγε, πρ όκειται γιά φαιδρό άτομο. Έγώ ε κανα ότι συ μφωνούσα. Στό βάθος, μέ τρομοκρατοϋσε κ ά πως. Έ πειδή εΙ χε πάρει τόν �αυτ ό της πο λύ στ ά σοβαρά. Δέ ν βγάζει λόγους τώρα πλέον. Τώρα ζεί ά μίλητη. Μαζεύτηκε 68


πιά σπίτι της. Π ράγμα πού δέν της άρέ σει καθόλου . Θά ' χει άφρίσει πού πιστέψανε δτι πίστεψε τ ά κηρ ύγματά της καί τή βάλανε στή θέση πού αύτή καν ό νιζε γιά τίς ύπόλοιπες . Τό βλέ μμα της καθ ηλωμένο στίς του λί πες . Τό μπαστούνι της δί πλα, στ ό γρασίδι. • Η κατατομή της άπέναντί μου, αύτ ό τ ό βλέπω μέ τήν σ βέλτη πλάγια ματιά πού τ ης ρ ίχνω καθώ ς προσπερνά ω . • Η κατατομή της δέ ν εΙ ναι πιά άψογη , τ ό πρ ό σωπ ό της σ ά ν ά εχει ύ ποστεί ά πορρ ό φηση, καί μου ' ρχονται στ ό νο υ αύ τές οί πο λ ιτε ί ες ο Ι χτισμένες π ά νω άπό ύ π όγειους ποταμούς, δ που σπίτια καί δ ρ όμοι δλό κ ληροι έξ αφανίζονται μέσα σ έ μιά νύχτα, μεταποιο υνται ά προσ δό κητα σέ πολτ ό ά π ό βου ρκο. 'Ή πολιτεί ες μ έ άνθ ρακωρυχεί α πού καταβουλιάζουν μ έ σα στά ό ρύ γματα άποκάτω του ς. Κά τι τέτοιο πρ έ πει ν ά ' χει πάθει καί αύ τή, δταν ε Ιδε καί συνει δη τοπο ί ησε τ ό άλη θ ιν ό σχημα τ ων έ περχ ό μενων καταστάσεων. Δέ ν στρ έ φει τό κεφά λι . Δέ ν δ μο λογε ί δ τι δ ιαπιστώνει τή ν παρουσ ί α μου μέ καν έ να ση μα, παρ ' δ τι ξέ ρει πώς ε Ιμαι δίπλα της. Τό καταλαβαίνω έγώ πώ ς μ ' εχει πάρει εrδηση , μου τ ό ύ πο δηλώνει μιά ό σμή , κάτι σάν ξυνισμέ νο, δ πως τ ό κομμέ νο γάλα. �Oχ ι στού ς αντρες: στ ί ς γυναί κες τους πρ έπει νά ' χεις στραμ­ μένες τ ίς κεραί ες σου, ή Νονά Λυδία εΙπε. Χρέος σου μόνιμο ή προσπ άθ ειά σου νά όσμίζεσαι π ως ά ραγε νά νιώθουν. Φ υσικά, θά τό δουν μέ μνησικακ ί α. Έ π ό μενο ε Ιναι . Π ροσπάθησε νά τίς κατανοή σεις . • Η Νονά Λ υ δία περνι ό ταν γιά πολύ εΙδική σ ' αύ τ ά, δεκτική , ενιωθε τόν άλλο. ' Ε σύ, π ά σχιζ ε νά τίς λυπασαι. Χά ρ ιζέ τους αφεση , ού γάρ ο ίδασι τί ποιο υσι . Καί ξανά τ ό τρεμου λιά ρι­ κο χ αμόγε λ ο ζητιάνου, τό τρ έ μο λο βλεφά ρων σ έ άδυνατισμέ νης δ ρασης μάτια, τό βλέμμα πρ ό ς τ ά ανω, μ έ σα ά πό τά γυαλ ι ά μέ τό ν στρογγυ λό συρματ ένιο σκε λετό, πρός τό π ί σω της αίθ ουσας , λέ ς καί δ πρασινοβαμμέ νος γύψος της ό ροφης σκιζόταν στά δύο καί δ Θ εός, δ ιχ άλα σ έ σύ ννεφο ά πό πούδ ρα προσ ώ που χ ρ ώ ματος ρόζ περ λέ , κατερχόταν άνάμεσα ά πό τ ά καλώδ ια κα ί τ ίς ύ δ ραυ λικέ ς έ γκαταστάσεις τ ων ντού ς. ' Οφείλετε νά κατανοήσετε δ τι πρ ό κει­ ται γιά γυναίκες νικημ έ νες . � E χoυ ν καταστεί ά νί κανες νά . . . 69


' Εδώ ή φωνή της τσάκιζε, tπικρατοϋσε μία παύ ση, στή δ ιάρκεια της δποίας άκουγα εναν στ εναγμ ό , εναν μαζικ ό στεναγ­ μ ό ά π ό όλες τίς λοιπές γύ ρω μου. Ήταν λάθος Ι δέα ν ά μετατοπί­ ζεται ή νά θ ροΤζει τό ροϋχο σου στή δ ι άρκεια αυτ ών τών παύ σεων: ή Νονά Λυδί α μπορεί νά εδειχνε μεταρσιωμένη , άλλά ε πιανε καί τή ν tλάχιστη μυϊκή σύ σπαση. Γι ' αυτό κρί θ ηκε φρονιμό τερος αυτός δ δ μαδικός στεναγμός. Τό μέλλον εχει ά ποτεθεί στ ά χ έρια σας, συνό ψισε. Έξέ τεινε ά τ χ έ ρια της πρ ός tμας, ά ρχ αία κίνηση πο ύ ή ταν κα ί προσφορ ά καί πρόσκληση νά προσέλθουμε σ ' εναν tναγκαλισμό, μιά παραδοχή . Στά χ έ ρια σας, εΙπε, μέ τή ματ ιά χαμη λ ωμέ νη στά δ ικά της χ έ ρια, λές καί αυτά τ ης εδωσαν τή ν Ιδέ α. 'Όμως δέ ν κρατοϋ σαν τίποτα. Η σαν άδεια. Τά δ ικ ά μας χ έ ρια ήσαν γεμ ά τα, όπως εΙ χε παραδ εχτεί, γεμάτα ά π ό μέλλον: ά πτ ό , άλλά όχι δ ρατ ό . τ

Φ τ ά νω στή ν πί σω πόρτα, τή ν άνοίγω, μπαίνω, άκουμπάω τ ό καλάθ ι μου στ ό τραπέζι της κουζίνας . Ηναι σφουγγισμένο ά π ό τ ' άλεύ ρι, περασμένο μέ νωπή πατσαβού ρα. Ό επιούσιος, φρεσκοψημέ νος , κρυώνει στή ν πινακωτή . Ή κουζίνα μυ ρίζ ει π ροζύ μι, νοσταλγική μυρουδιά. Θ υμίζει άλλες κουζίνες , κουζίνες πού ή σαν δ ικές μου . Μυρίζει μητέ ρες, α ν καί ή μητ έ ρα ή δική μου δέ ν εζύ μωνε ψωμ ί . Μυρίζ ει τή δική μου μυ ρουδιά, σ έ πρ ώ ην καιρο ύ ς, δταν ή μουνα μητέρα. ΕΙναι όσμή ύ πουλη , καί τό ξέ ρω, πρ έ πει νά τή ν tξοστρακίσω. Ή Ρίτ α βρίσκεται tδώ, καθιστή, καθ αρίζει καί κό βε ι καρότα. Μ παγιάτικα καρ ό τα εΙναι, μαραγκιασμέ να, εχουν βγάλει ριζ οϋ­ λ ες , μη νες ά π λωμένα στό πατά ρι. Τά φρέσκα καρότα, τρυ φερά καί χ λω μ ά , θά κ άνουν βδομάδ ες ά κό μη ιi)ς ν ά ώ ριμάσουν . . . Τό μαχαίρι πού χρησιμοποιεί ε Ι ναι κοφτερό καί άστράφτει, ένας πειρασμός ε Ιν αι. Θά ' θ ελ α ν ά κατέχω ε να μαχαίρι τ έ τοιο . . Η Ρίτα ά φήνει τά καρό τα, σηκώνεται, βγάζει τά πακέτα ά π ' τ ό καλάθ ι, σχεδό ν άνυπόμονη . Σά νά β ιάζεται νά δε ί τ ί ψώ νισα, παρ ' δτι π ά ντοτε ξυν ισμέ νη , άνο ί γει τ ά πακέ τα. Τί ποτα ά π ' δ σα φέρνω δέ ν τήν Ι κανοποιεί ά πόλυτα. Π ιστεύ ει π ώς εκεί νη θά τά κατάφερνε καλύ τερα. Θά προτιμοϋσε νά πηγαί νει αύτή γιά 70


ψώνια, νά χαρεί δ,τι της λείπει. Μέ ζηλεύει γιά τ ό ν περίπατο. Σ ' αυτ ό τ ό σπ ίτι δλες ζηλεύουμε ή μία τίς αλλες γιά κάτι. « UΕφεραν πορτοκάλια .. , λέ ω. «Στό ' Μέλι-Γάλα' . �E χoυν μεί­ νει ά κό μη κ ά τι λίγα .. . τη ς πετ άω αύ τή τή ν ίδέα σ ά ν προσφορά. Θέλω ν ά ύποκλέψω τή συ μπάθειά της. Τά εΙχα δεί τ ά πορτοκ άλια καί χτ ές, άλλά δέ ν τό εΙ χα πεί στή Ρίτα, χτ ές ήταν πολύ μού ρτζου φλη. «Μπορ ω νά φέ ρω μερικ ά αύ ριο, αν μου δώσεις κουπ ό νια ... της παραδί νω τ ό κοτ ό πουλο. Αύ τ ή ήθελε μπρι ζό λ α γι ά σή μερα, άλλά δέ ν εΙ χε. Ή Ρίτα ρου θ ουνίζ ει, δέ ν δηλώ νει εύχαρίστηση ή άποδοχή . Θ ά τό σκεφτεί, δ η λώνει τ ό ρου θ ούνισμα, μέ τ ό π ά σο της. Βγάζει ά π ' τ ό κοτ όπουλο τ ό ν σπ άγγο καί τ ό παγωμένο χασαπ όχαρτο. Π ασπατεύει τ ό κοτ ό που λο, τεντ ώνει τή μιά φτερούγα, χώνει ε να δάχτυ λο μ έ σα, ψαρεύει τ ά έ ντ ό σθ ια. Τό κοτόπουλο άν άσκε λα, ά κ έ φαλο, δίχως π όδ ια, ά νατ ριχιασμ έ νο, λές κι ε χει κρυάδες. « ' Η μέ ρα λουτ ρ οϋ .. , λέ ει ή Ρίτα καί δέ ν μέ κοιτάζει. Μπαίνει στή ν κουζίνα ή Κό ρα ά π ' τήν πίσω άποθή κη, έ κεί δ που φυ λα νε τίς πατσαβου ρες καί τίς σκουπες . « Κ οτ ό πουλο » , λέει, σχεδόν μ έ ή δονή . « Π ετσί καί κ ό καλο .. , λέει ή Ρίτα. «Νά δω π ως θά τ ά βολέψω » . « Δέ ν ε Ι χαν κα λύ τερα» , λέω έ γώ . . Η Ρίτα μέ ά γνοεί . « ' Ε γ ώ μπ όλ ικο τό βλέπω » , λέ ει ή Κό ρα. Π αίρνει τ ό μέ ρος μου; Τή ν κοιτάζω νά έξακρι βώ σω αν πρ έ πει νά χαμογε λάσω. 'Όμως όχι, τή μεσημεριανή μερίδα της μ ό νο ύ περασπίζ εται. Νεώτερη άπό τή Ρίτα ε { ναι. Τό φως του ή λιου πού μπαίνει άπ ' τ ό δυτικό παρ άθυρο πέ φτει στά μα λλιά της, μέ χωρίστ ρα στή μέ ση καί τραβηγμ ένα κότσο πίσω. Θά ή ταν ό μορφη , καί μάλιστα ό χι πολλά χρ ό νια πρίνο WΕχει ά π ό ε να μικρό σημ άδι, σ άν λακκάκια, στ ' αύ τι ά της, έ κεί δ που ο ί τρύ πες γιά τ ά σκου λ αρίκια εχουν ξεχειλώσει. «Μεγάλο .., λέει ή Ρίτα, « άλλά απαχο. 'Έπρεπε νά πατή σεις πόδ ι, ν ά το ύ ς τρίξεις τ ά δόντια .. , ά πευθύ νεται σ έ μέ να καί μ έ κοιτάζει καταπρ ό σωπο, πρώτη φο ρά. «Δέν ε Ισαι ή πρώ τη τυχού­ σα, δέ ν ε { σαι κοινή έ ργαζομέ νψ > . Αύτ ό τ ό λέει ά ναφερ ό μενη στ ό άξίωμα του Τα ξιά ρχη. 'Ό μως πετ άει τή λέξη «κοινή .. μ έ τ ό 71


ν όημα πού ξέ ρει άπό παλ ι ά : μέ έχει γιά κοινή . ΕΙναι περασμένα τ ά εξή ντα, λέ ει αύτ ό πού πιστεύ ει, τ ί μπορου ν νά της κ ά νουν ­ τώ ρα πι ά ; Π ηγαίνει στ ό ν νεροχ ύ τη, ξεπλένει βιαστικ ά τ ά δάχτυ λά της, τά σφουγγ ίζ ει στό πιατ ό πανο. Τό πιατ ό πανο εΙ ναι λ ευκό μέ γαλάζιες ρ ί γες . Τά πιατόπανα παραμ έ νουν τά ίδια όπως πρώτα. Κα μι ά φορ ά αύ τ έ ς οΙ άστραπές δμαλότητας μέ χτυπου ν ά π ό πλ άγια, σάν ενέδ ρες. Τό κανονικ ό , τό συνη θισμέ νο, γ ίνεται ύ π ό μνηση, σ ά ν κ λωτσι ά . Κοιτάζω τ ό πιατ ό πανο �ξω άπό τό ν τωριν ό περ ί γυρ ό του καί μου κό βεται ή άναπνοή. Γιά δ ρισμ έ­ νους, σ έ δ ρισμέ νους χ ώ ρους, τ ά πράγματα δέ ν �χoυν άλλάξει καί τό σο πο λύ . «Ποιά ε τοιμάζει τ ό λουτ ρ ό »; λέ ει ή Ρί τα στήν Κόρα. ν οχι σ έ μένα. « νΕχω νά ξ επαγ ώσω αύ τ ό ,τό πουλερικ ό ». « Τό κάνω εγώ μετά», λέ ει ή Κό ρα. «Μετά τ ό ξ εσκό νισμα». «Καλά, μετ ά: φτάνει ν ά τ ό κάνεις », ή Ρίτα λέ ει. Μιλουν γι ά μένα, σ ά νά μή ν ε Ι μαι σ έ θέ ση ν ' ά κού σω. Γ ι ' αύτ έ ς εΙμαι ό ρντινάντσα γιά τά θ ελή ματα. Μί α μέσα στ ίς πο λλέ ς. Μ ο υ δί νουν άδ εια ν ' ά ποχω ρήσω. Π α ί ρνω τό καλάθ ι, περν άω τή ν πό ρτα της κουζίνας , τ ό ν δ ι άδ ρομο, προσπερνάω τό μεγάλο ρο λό ι του το ίχου μέ σα στήν σ ά φέ ρετρο θή κη του. ' Η σάλ α εΙ ναι κ λειστή . 'Ήλ ιος μπαίνει ά π ' τ ό ύ π έ ρθυρο μέ τ ό χρωματιστ ό τζ αμωτ ό . Π έφτει χρωματιστ ό ς στ ό πάτωμα: κ ό κκινο κα ί κυανό κ αί πορφυρ ό. Π ατ ά ω γι ά λί γο π άνω στ ό χ ρ ώμα, ά πλώνω τ ά χ έ ρια μου, γεμ ίζ ουν άνθ η φωτό ς. ' Α νεβα ίνω τά σκαλοπάτια, τό πρ όσω­ πό μου, ά πό μακρο καί λευκασ μέ νο κ αί παραμορφωμέ νο, μ έ π λ α ί σι ό του τ ό ν καθ ρέφτη του δ ιαδ ρ ό μου εκτινάζεται σάν μάτι ζουληγμένο. ' Α κο λουθώ τ ό ρόζ ταπ έ το πού δδηγεί πρό ς τ ό ν ά π ά νω, μεγάλο δ ιάδ ρομο, γι ά τ ό δωμάτιό μου. Στόν δ ι άδ ρομο κάποιο άτομο στ έ κει κοντά στή ν π ό ρτα του δωματ ίου πού μου �χoυν δ ρ ίσει . • Ο διάδ ρομος ε Ι ναι σκοτειν ό ς, τό ά τομο ε Ι ναι ά ντρας, ή π λάτη του πρός εμένα. Κ οιτ άζει μέ σα στ ό δωμ άτιο, σιλ ου έτα σκοτεινή , άντ ίθ ετα στό φώς. Μ πορ ώ καί 72


βλέπω τ ώ ρα, ε Ι ναι ό Τα ξιάρχης. Τί δου λ ειά εχει έδώ; Μέ ά κού ει πού ε ρχομαι, στρ έφει, διστάζ ει, προχωράει. Π ρ ό ς έ μένα. Παρα­ β C;Ιί νει τ ό εθιμο, τ ώ ρα τί κάνουν; Σταματάω, αύτ ό ς άμίλ ητος, δέ μπορεί ν ά δεί τ ό πρ ό σωπό μου, μ έ κοιτ άζ ει, τ ί ζ ητάει; ' Α μέ σως δ μως προχω ράει ξανά, παραμερ ί­ ζει γιά ν ' ά ποφύ γει έ παφή μαζί μου, μί α μικρή κλίση κεφα λής, πάει ε φυγε. Μοϋ έ πιδόθη κε μιά ε Ιδο πο ί ηση γιά κ άτι. Τί ; " Ο πως μι ά σημα ί α ά γνωστης χώ ρας, υ ψού μενη γιά μι ά στιγμή πάνω άπ ό καμπύ λ η λό φου , μπορεί νά σημαί νει ε φο δο, μπορεί ν ά ζητάει δ ιαπραγματε ύ σεις, μπορεί ν ά καταδ ηλώνει κ άτι άκραίο, τ ό ά­ κραί ο σημείο μιας περιοχής. Τά σήματα πού στ έλνει ε να ζώο σ έ άλλο: χαμη λωμένα γαλάζια τσ ί νορα, αύ τι ά τεντωμένα πρ ό ς τ ά π ί σω, τρ ίχωμα ά νορθωμέ νο. 'Έ να άστ ραμμα άπό γυμνωμέ να δό ντια, τ ί σκατ ά κ ά νει, τ ί νομίζ ει π ώ ς κ ά νει; Κανένας άλλος δέ ν τό ν εΙδε. Έ λπ ίζ ω. Ει σ βο λή δ η λ αδή ε κανε; Ή ταν στ ό δωμάτιό μου; Τό ά ποκάλεσα δωμάτι ό μου .

73


ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΝΝΕΑ

Ω ΡΑ Ι Α . Δ ωμ άτιό μου λοιπόν. Τελικά κάποιον χώρο θά θεω ρήσω δικό μου κι έ γώ , ά κ ό μη κα ί σ ' αύτού ς τούς καιρούς. Περιμένω, στό δωμ άτ ιό μου, πού αύτή τή στιγμή ε{ναι δωμά τ ιο άναμονης. 'Ό ταν π έ φτω γ ιά ϋπνο, ε Ιναι ύΠVOδωμάτΙO. Οί κου ρτ ίνες πεταρίζουν π άντ α μ έ τ ό ά ερ ά κι, δ ή λιος εξω λά μπει πάντα, παρ ' δ τ ι δέν χτυπ ά ει κατευ θ ε ί αν στό δωμ άτιο άπ ' τ ό παράθυ ρο. 'Έχει μετακινηθεί πρ ό ς δυσμάς. Π ροσπαθώ νά μή ν πω έπινοημ ένα ί στορήματα, αύτή τή φορά τουλάχιστον.

Κάποιο άτομο εχει ζήσει σ ' αύ τ ό τ ό δωμάτιο, πρ ί ν άπό μ ένα. U Ατομο σάν έ μέ να, ε τσι έ πι λέγω νά πιστ έ ψω. Τό άν ακάλυψα τρεί ς μέ ρες ά π ' όταν μετακ ό μισα έδω . ΕΙ χα πολύν χρόνο στή διάθεσή μου. ' Α ποφ ά σισα νά έξερευ­ νή σω τό δωμ άτιο. 'Ό χι πρ ό χειρα, δπως θά ψαχού λευε κανείς ενα δωμάτ ιο ξενοδοχείου, όπου δέν περ ιμένει έ κπλήξεις, άνοί γοντας κα ί ά μ έ σως κλε ίνοντας συ ρτ ά ρια, πορτόφυλλα της ντουλάπας, ξετυλί γο ντας τ ό περιτύ λιγμα του μικροσκοπικου άτομικου σα­ πουνιου , ζ ουλ ώντας τ ά μαξιλά ρια. Θά ξ αναβρε θω ποτ έ σέ δωμά­ τιο ξενοδοχείου; Πόσο λί γο τ ά έ κτ ί μησα τ ά δωμ άτια έ κείνα, τή ν πολυτ έλει α ν ά σ έ βλέ πουν οί άλλοι μονάχα όταν ήθελες έσύ . ' Ελ ευθερ ί α έ π ' ένοι κίφ . Τ ' ά πογεύματα, δ ταν ό Λουκάς ήταν άκόμη σ έ δ ιάσταση μ έ ί κα τ ου, όταν έ γώ ή μουν ά κό μη φανταστικό πρ ό σωπο γιά γυνα τή κείνον. π ροτου παντρευτου με καί γ ί νω ά τομο μέ σ ά ρκα κα ί όστά. νΕφτανα πρώτη , ε κλ εινα δωμά τιο. Δέν ε Ι χε συμβεί π άρα πο λλέ ς φορ ές, τ ώ ρα δ μως μου μοιάζει σ ά νά γινόταν έ π ί δεκαετ ί ες , έ ποχή δλό κ ληρη. Θυμάμαι άρι στα τ ί φορουσα, κάθε μπλούζα, κ άθ ε μαντή λι. Β ημ άτιζα πάνω-κάτω περ ι μένοντ άς το ν, ά νο ιγα τήν τη λ εό ραση κα ί άμ έ σως τή ν ε κλ εινα, ε βαζα ά ρωμα π ίσω ά π ' τ ' αύ τιά μου, " UΟπιουμ" ελεγαν τή μάρκα. Σ ' ενα κινέζικο μπου κα­ λά κι, κόκκινο κα ί χρυσαφί. 74


Ειχα τράκ. ' Α π ό ποϋ θά κατα λ άβαινα π ώ ς μ ' άγα πάει; Μ πορεί ν ά ' ταν ά π λ ώς ε νας περαστ ικ ό ς δεσμός. Γ ιατί λ έ με πάντα «άπ λ ώς»; Παρ ' δτι τόν καιρ ό έ κε ίνο ά ντρες καί γυναίκες δοκίμαζαν ό ε νας τόν ά λλον, τόν περνοϋσαν ά π ό δοκιμασία, τόν προ βάριζαν, σάν ροϋχο, ά πορρίπτοντας δ,ΤΙ δέν τούς πήγαινε . Τό χτύ πημα στή ν πόρτα. Έ γώ {ίνοιγα, μέ άνακούφιση κ αί π όθο. Μέ τόν ΛoυKίi, γιά τόν ΛoυKίi, δ λες ο ί στιγμές ήσαν γεμάτες, {ί λλο π λ άσμα, πηγή άστεί ρευτη . Μέναμε ξαπ λωμ έ νοι σ ' έ κείνα τ ' άπογευματ ινά κρεβάτια, ϋστερα, πιασμένοι ά π ' τό χέ ρι, κα ί συζητούσαμε τό θέμα. Κατο ρ θ ωτό, ά κ ατό ρθ ωτο. Π ώς νά έ νεργήσουμε. Νομίζ αμε π ώς ή μαστε φορ τωμένοι προ βλή ματα. Ποϋ νά ξέραμε πώς ή μαστε εύτυχισμένοι. Τώρα όμως, μοϋ λεί πουν καί τά ίδια τά δωμάτια, ά κ όμη καί οί φρικαλέοι πίνακες στούς τοίχους , τοπία μέ φθινοπω ριν ό φύλλω­ μα, γυναί κες μ έ ροϋχα έ ποχης, μέ φ άτσες σάν πορσελάνινες κοϋ κλες, μέ τουρνού ρι καί όμπρελίνο, είτε παλ ι άτσους μέ θλιμ­ μέ να μάτια, ή φρουτιέρες μέ φροϋτα σάν καμωμένα ά π ό γύψο. ΟΙ φρεσκοπ λυμέ νες πετσ έ τες ετοιμες νά τίς λερώσεις, τ ά κα λάθ ια τ ών άχρή στων άνοιχτά στ ό ματα πού ε καναν νοή ματα στά ά περ ί­ σκεπτα περιτυ λίγματα . ' Α νέ μελα. Κ ι έ γώ ή μουν άν έ με λ η τ ό τε σ ' έκείνα τ ά δωμάτια. Σή κωνα τό τηλέφωνο, κι έμφανιζόταν φαγητ ό σ έ δί σκο, φαγητ ό πού εΙχα έ γώ δ ιαλέξ ει. Φ αγητ ό πού μοϋ ' κανε κακό , σ ί γουρα, άλλά καί ποτ ό. ΕΙ χε καί Β ί βλ ους στά συ ρτάρια, τοποθ ετημέ νες ά π ό κ ά ποιο χριστιανικ ό σωματεί ο, παρ ' ό τι ήταν καταφάνερο π ώ ς κανέ νας δέ ν τίς δ ιάβαζε. ΕΙ χε Kaj κ ά ρτ-ποστ άλ, μ έ τ ό ξ ενο δοχεί ο γιά τοπ ί ο, καί εΙχες τ ό έλεύθ ερο ν ά γράψεις στή ν κάρτ-ποστάλ καί νά τή στε ίλεις δίχως νά π λη ρ ώ σεις, σ έ όποιον ήθε λ ες. ' Α κού γεται σ άν μή πραγματοποιή σιμο τ ώ ρα. Σά ν κάτι πού τό ' χεις βγάλει άπ ' τ ό μυαλό σου. νΕ τσι. Πέ ρασα έξερεύνηση όλό κλ ηρο τ ό δωμάτιο, όχι βιαστι­ κ ά , όπως τ ό τε. Σάν δωμάτιο ξενο δοχε ί ου, μέ τ ό π άσο μου. Δέ ν ήθε λ α νά ξεμπερδεύ ω μέ τήν πρ ώ τη, ήθελ α ν ά διαρκέσει. Χώριζα τ ό δωμάτιο σ έ τομεί ς. Κ ι έδινα {ίδ εια στ ό ν εαυτό μου ν ά περνάει άπό έ ρευνα ε ναν τομέ α κ άθε μέ ρα. Σ τό ν κ άθε τομέ α όμως έκανα έ ρευνα μ έ τή μεγαλύ τερη άκριβο λογί α, τ ό ψιλ ο λογοϋ σα. Τά

75


μικρ ά έξογκώματα τ ου γιαπιου κ άτω άπό τό χαρτί του τοίχου , οί χαρακιές στή λαδομπογιά τών παραθύ ρων, κι αύτ έ ς ο ί π αλ ιότε­ ρες κάτω ά πό τ ήν τελευταία στ ρ ώ ση μπογι άς, οΙ λ εκ έδ ες στά στρ ώ ματα, γιατί μ έχρι έ κεί προχω ρου σα, άν ασή κω να τίς κου βέ ρ­ τες καί τ ά σεντ ό νια ά π ' τό κρε βάτι, τά δίπλιαζα, ε τσι πού νά τ ά ξαναστ ρ ώ σω ά μέ σως ε τσι κι εμπαινε κανείς. ΟΙ λεκέδες στ ό στρώμα. Σάν ξεραμένα π έ ταλ α λουλουδιών. 'Όχι πρ ό σφατοι . . Α ρχαίος ε ρως. Τό μόνο τεκμή ριο ενωμ έ νων σωμάτων τ ώ ρα πι ά σ έ τουτο τ ό δωμ άτιο. 'Ό ταν τή ν ε Ιδα, αύ τή τή μαρτυ ρία, μαρτυ ρ ί α π ώ ς δύ ο ά τομα ε νιωσαν ε ρωτα ή περίπου, ή ε στω π όθο , ή ε στω ε σμιξ αν, δύο άτομα τ ώ ρα π λέον γερασμ ένα ή πεθ αμένα, έ κ άλυψα π άλι τ ό κρεβάτι κι ε γειρα πάνω του. Κοίταξα ψη λά, τό βου λωμ έ νο γύψινο μ άτι στήν όροφή . Έ πιθύ μησα ν ' ά γγίξω τ ό ν Λου κ ά , ξαπλωμένον πλάι μου . Παθ αίνω τ έτοιες κρίσεις παρελθό ντος, δ πως άλλοι παθαίνουν λιποθυμικές κρ ί σεις, ε να κ ύ μα πού κατα­ σκευάζει τ ό κεφ άλ ι μου. Μερικές φορ ές μό λ ις καί άντ έχεται. Τί πρ έ πει ν ά γ ίνει, τ ί πρέπει νά γ ί νει, σκ έ φτηκα. Μά δέ ν ύ πάρχει περίπτωση ν ά γίνει δτιδή ποτε, έπειδή δέ ν ύπάρχει τ ί ποτα γι ά ν ά γίνει. Μακά ριοι δ μοίως οί ίστάμενοι καί έ γρηγορου ντες . �H καί έγρηγορουντες ξαπλωτοί. Ξέ ρω γιατί τ ά τζάμια του παραθύ ρου εΙ ναι ά π ό τ ' άθ ραυστα, ξέ ρω γιατί βγάλανε τ ό πο λύ φωτο. �H θ ε λ α ν ' ά γγ ίξω τ όν Λουκά ξ απ λωμένον πλάι μου, άλλά δέ ν χω ρ ά ει δ εύ τερον τ ό κρεβάτι. Τό ντου λάπι τ ό ά φησα άψαχτο ώς τή ν τρίτη μ έ ρα. Πή γα ψαχου­ λ ευτά' τ ό φύ λλ ο τής πό ρτας πρώτα, μέ σα κι εξω, μετ ά τ ό έσωτερικό μ έ τ ά χ άλ κινα πιαστράκια - πώς τ ό ' παθαν κα ί τού ς ξέφυγαν αύ τ ά τ ά μικρά κρεμαστάρια; Γιατί δέ ν τ ά ε βγαλ αν; Έ πει δή βρίσκονται σ έ μικρή ά πό στ αση άπ ό τ ό πάτωμα. U Ομως , μι ά κά λτσ α νάυ λον νά ' χεις καί δέ ν σου χ ρειάζεται τίποτ ' άλλο . Καί ή βέργα μ έ τ ά π λ αστικά κρεμασταράκια; Έ κεί κρεμάω τ ά ρουχα μου , τήν κόκκινη μάλλινη κάπα γι ά κρύ ο καιρ ό , τ ό σ άλι. Γο ν άτισα ν ά έξερευνήσω τ ό π άτωμα του ντουλ απιου, κα ί άνακά­ λυ ψα σ έ γράμματα σ ά ν ξεψυ χισμ έ να, πάρα πο λύ πρόσφατη

76


ε μοιαζε, χαραγμ έ νη μ έ καρφίτσα ή μπορεί καί μέ νύχι, στή γωνία τήν πιό σκοτεινή , τή φράση : Nolite te bastardes carborundorum. Δέ ν ή ξερα τί σημαίνει, οi)τε σ έ ποι ά γ λώσσα ή τ αν. Σ κ έ φτηκα μή πως ε Ιναι λ ατινικά , όμως λ ατινικά δέ ν ξέ ρω. Μ ιά φορά ε Ι ναι μή ννμα, καί μάλιστα γραπτ ό , πράγμα ά παγορευμέ νο, καί δέ ν τ ό ' χε ά νακαλύ ψει κανείς. Έ κτ ός άπό μέ να, πού ή μουνα ό παραλή­ πτης του. Π ροοριζό ταν γι ά τ ό ν άμέ σως επόμενο κ άτοικο του δωματίου. Μέ εύχαριστεί ν ά πολιο ρκώ αύτ ό τ ό μή ννμα. Μ ' εύ χαριστεί ν ά συ λλογίζομαι π ώ ς συν δ ιαλέγομαι μαζί της. Μέ τήν ά γνωστη α ύ τή . Γιατί εΙναι ά γνωστη. Α ν ε Ι ναι γνωστή , ποτέ δέν μου τή ν εχει άναφέρει κανείς. Μ ' ε ύχ αριστεί πο ύ ξέ ρω π ώς τό μή ννμα-τα­ μπο ύ πού ά φησε βρή κε παραλή πτη, ε στω καί εναν, διατηρήθηκε καρτερικά χαραγμέ νο π ά νω στ ό ν το ί χο του ντου λαπιου καί διαβά στηκε άπό μέ να. Μερικές φορές λέω ξανά τή φράση μέ σα μου. Μ ου χαρίζει μι ά πενιχρή χαρά. 'Ό ταν φαντ άζομαι τή γυναίκα πού τήν ε γραψε, τήν τοποθ ετ ώ κ ά που στή ν ή λ ικ ί α μου, {σως λ ιγ ά κι νε ώτερη. Μετά τήν κ ά νω ν ά μοιάζει μέ τή Μόιρα, μέ τ ή Μόιρα δ πως ήταν στ ό Κ ο λλέ γιο, τή ν τοποθετώ στ ό δ ιπ λανό μου δωμ άτιο: δλο ή ξεις- ά φήξεις, κεφ ά τη, άθλ ητική, μέ πο δή λ ατο καμι ά φορά καί γυ λ ι ό γι ά ώ τοστ ό π. Μέ φακίδες τήν πρ �τιμ ώ . Πειραχτή ριο, καταφερτ ζού. ' Α ναρωτι έται ποι ά ήταν ή ε Ι ναι, καί τί ά πό γινε. E Kava μι ά δ οκιμή μέ τ ή Ρίτα, τή μέ ρα πού βρη κα τ ό μήννμα. Π οι ά ή ταν ή γυναίκα πο ύ ε μεινε σ ' αύτ ό τ ό δωμ άτιο; Π ρ ί ν άπό μ έ να; Α ν τό ρωτου σα δ ιαφορετικά, ά ν ελεγα, ε μενε καμι ά γυναίκα σ ' αύ τ ό τό δωμάτιο πρ ί ν άπό μέ να, δέ ν θά ' βρισκα τ ή ν ά κρη . Π οι ά ά π ' ό λες ; ε Ι πε. Μ ου φάνηκε σάν ά πρόθυ μη , καχύ ποπτη, άλλά , π άλ ι, σχεδό ν π ά ντα τ έ τοιο ε Ιναι τό ϋφος της δ ταν μι λά ει σέ μ έ να. Α ρα εχουν κατοική σει εδώ περισσ ό τερες ά π ό μία. Με ρικ έ ς δέ ν ύ πη ρ έ τησαν όλό κ λ ηρη τ ή θ ητε ία τους, τ ά κανονικ ά δύ ο χρό νια. Μερικέ ς τίς ξαπόστει λ αν γι ά του τον ή εκείνον τ ό λό γο. H καί, ίσως, όχι «ξαπ ό στειλ αν »: «καθ ά ρισαν». V

v

ν

ν

v

77


' Ε κε ίνη ή πεταχτού λα. Τό ' παιξα στήν τύ χη. Μέ τ ίς φακίδες . Τή ν ήξερες ; ρ ώ τησε ή Ρίτα περισσότερο καχύ ποπτη. Τή ν ή ξερα παλ ιό τερα, ε Ι πα (ψέμα). Α κουσα π ώ ς βρισκό ταν l:δώ. Ή Ρί τα τ ό εχαψε. Ξέ ρει π ώς πρ έ πει ν ά ύπάρχει καί τ ό πρακτορεί ο ή Α ρβύ λα, κ άποιο παρ ά νομο δίκτυο. Α , αύτή; Δέ ν l: φτού ρησε, ε Ιπε. Σέ τ ί ; ρ ώτησα, προσπαθώντας νά δ είχνω ού δέ τερη. 'Ό μως ή Ρί τα ε σφιξε τ ό στ όμα της. ΕΙ μαι σάν ε να παιδί l:δω μέσα, δ ρισμ έ να πράγματα δέ ν κ ά νει ν ά τ ' ά κού σω Α π ' αύτ ά πού δέ ν ξέ ρεις, κακό δέ ν παθαίνεις, ή μό νιμη άπ ά ντησή της . �

.

.

78


Κ ΕΦΑΛΑΙΟ

ΔΕΚΑ

Κ ΑΜ Ι Α ΨΟΡΑ λέ ω τραγο ύδ ια στόν εαυτό μου, άπό μέ σα μου. Σκοπούς μουντού ς, πένθ ιμους, πρεσ βυτεριανού ς.

ΥΕκπαγλος χάρις, ήχου γλυκυτάτου, σώτειρα ναυαγου θεοπτύστου ύστάτου, ποτέ άπολωλότος, καί τά νυν άνευρεθέντος ποτέ αΙσχρών δεσμώτου, νυν dπελευθερωθέvτoς. Δέ ν ξέρω α ν τ ό ν λέ ω σωστά. Δέ ν μπορώ ν ά θυμη θώ καλά τά λό για. Αύτ ά τά τραγούδ ια δέν τραγουδιοϋνται πι ά δ ημό σια, ε Ιδ ικ ά έ κεί να μέ λέξεις όπως « δ εσμώτης » , « έλεύθερος » , « έλευθ ε­ ρ ί α » . Θ εωροϋ νται πο λύ έ πικ ί νδ υνες . Τίς χρησιμοποιοϋ ν μονάχα ο Ι έ κτό ς νό μου αΙ ρ έ σεις.

Τί έρημιά, κούκλα, τί έρημιά, κούκλα, θά σκοτωθώ. Κ ι αύ τ ό εχει βγεί έ κτ ό ς νό μου. Τό θυμ α μαι ά πό μι ά παλ ι ά κασ έ τα ρ ό κ-ν-ρ όλ , άπ ' της μητ έ ρας μου. ΕΙ χε ε να παλ ι ό κασετ ό­ φωνο, έ ρε ί πιο, πού μό νο κ άτι τ έ τοια μπορο ϋ σε νά παίξει. Υ Ε βαζε αύτά τά τραγούδ ια ή μητ έ ρα μου όταν προσκαλ οϋ σε φ ίλες της γιά κανέ να ποτ ό . Αύτ ό δέ ν τ ό τραγου δά ω συχν ά . Μ οϋ φέρνει ε να τσού ξ ιμο στ ό λ αιμό . Έδω μέ σα δέ ν ά κού γεται καί πο λλή μουσική , έ κτό ς ά π ' ό ση ά κο ϋ με στήν τη λ εό ραση . Κ αμι ά φορ ά ή Ρίτα ψιλ ομουρμουρ ά ει, όταν ζυμώνει ή καθαρίζ ει πατ ά τες. 'Έ να μουρμουρητ ό δίχως λέξ εις, δίχως μελω δί α, τρ έχα γύ ρευε. Κ α ί καμι ά φορά ά πό τ ή μ προστινή σ άλα ά κού γεται ό συ ρματ έ νιος ήχος άπ ' τή φωνή της Σερένας, άπ ό δί σκο πο λύ παλαιό ν, καί παιγμέ νον τ ώ ρα μ έ χαμη λ ωμ έ νο τ ό ν ήχο, μήν τυχ ό ν κα ί τή ν κ ά νουν τσακωτ ή πώ ς τ ό

79


ά κο ύ ει τ ίς ώρες πού καθιστή πλέκει, έ νθυμού μενη τή ν παλαι ά της, τώ ρα ά κρωτηριασμένη , αίγ λ η : Ά ληλούια. Ζέστη γιά τήν έ ποχή πού β ρισκ ό μαστε. Σπίτια σ ά ν αύτ ό γ ί νονται φού ρνοι μέ τ ό ν ήλιο, δ έν εχει μ όνωση. Γύ ρω μου δ άέρας λ ιμν άζει, κι άς ύ πάρχει αύ τ ό τ ό μικρ ό ρεύμα, ή ά νά σα πο ύ περνά ει άν ά μεσα ά π ' τ ίς κου ρτ ίνες . Θά ' θ ελα ν ' άνο ίξω τ ό παρ άθυ ρο τέντα, ό σο παίρνει. 'Ό που ν ά ' ναι θά βγεί έ ντολή νά φορ α με τ ίς θερινές μας στολές. ΟΙ θερινές στο λέ ς ξ εδ ιπλωμένες κρέμονται στ ό ντου λά πι, δύ ο γι ά καθ εμι ά μας, δλοβάμβακες . Π ροτιμό τερες ά πό τού τες τ ί ς φτην έ ς ά πό συνθ ετικ ό . Π αρ ' ότι κα ί μ ' αύτ ές, ό ταν εχει νοτι ά κα ί υ γρασ ί α, ' Ι ού λ ιο καί Αύγουστο, γ ί νεσαι παπί στ ό ν Ιδ ρ ώ τα. Π άντως ν ά σ ας μαυ ρ ί σει η λιος , δέν εχετε φό βο , Τι Ν ον ά Λ υ δία εΙπε. Τό τ ί θ έαμα γίνονταν ο Ι γυναί κες, άλλο πράμα! Νά πασαλ εί­ βονται λάδ ια, σ άν κρ έας γι ά σού βλα, ξεγυμνωμένες πλάτες καί ώμοι, κα ί δή στ ό δ ρ ό μο, δημo σί�, κα ί μέ κνημες δίχως του λάχι­ στον κ άλτσες ! Δέν ε Ιναι ά πορ ί ας άξ ιον πού συν έβα ιναν έ κεί να τ ά πράγματα. Πράγματα: ή λέξη πού μεταχειριζόταν όταν ήθελε ν ά έ κφρ άσει κ άτι ά η δ ιαστικ ό , είτε πορνικ ό , ή φριχτ ό καί δέ ν έ π έτρεπε στά χείλη της έπαφή μέ τ έτοιο λ εκτικό . ' Ε πιτυχημένη θεωρού σε τή ζωή σου όταν μπορού σες ν ' ά ποφύ γεις πράγματα, νά έξ οστ ρακ ί σεις πράγματα. Τέτοια πράγματα δέ ν συμβα ί νουν σέ καλές γυναί κες . ΕΙ ναι καί πο λύ έ πιζή μιο στ ό δέ ρμα, π ά ρα πο λύ έ πιζή μιο, ρυτι δώ νεσαι σ ά ν ξερό μη λο . Δέ ν έ πιτρεπό ταν νά μας ά πασχο λ εί τ ό δέ ρμα μας τ ώ ρα π λέ ον, άλλά της ξέφυγε. Στό π ά ρκο, ή Νονά Λυδία ε { πε , ά νασκελωμένοι σ έ κου βέ ρτες, ά ντρες καί γυναί κες μαζί καμιά φορά , καί πάνω σ ' αύ τ ό ά ρχισαν νά τ η ς ξεφεύ γουν δά κρυα, ό ρθια μπροστά μας , σ έ κοινή θέα. Π ράττω κατ ά τ ό μέτρον των δυνάμεώ ν μου, ε{ πε , νά σ ας διανοίξω δδό μέ τ ίς καλύ τερες δυνατ ό τητες. Τά μάτια της ά νοιγό κλ ειναν, δέν ά ντεχε τόσο φως, τ ό στ όμα της τ ρεμού λιαζε, εΙδικά πάνω άπό τ ά μπροστινά της δόντια , δόντια κάπως πεταχτ ά καί μακρουλά καί κιτρινωπά, κα ί στ ό νού μου ή ρθ αν τ ά ψόφια ποντ ί κια πού β ρ ί σκαμε στ ό κατώφ λ ι μας όταν ζού σαμε σ ' �να 80


σπί τι καί ο Ι τρείς μαζί , τ έ σσερις α ν λογαρι ά σεις καί τή γάτα πο ύ μας κου βαλ οΟσε αότ ά τά πεσκέσια. Π ί εσε ή Νονά Λ υ δί α τό ψό φιου τρωκτικοΟ στ ό μα της μ έ τ ό έ χ ρι. Μ ετ ά ά πομ ά κρυνε τ ό χ έ ρι της. U Η θελα ν ά κ λάψω κι l: γώ έ πειδή μοΟ θύ μισε αότ ά. Τουλάχιστον ν ά μή μας τ ά κου βάλαγε μισοφαγωμ έ να, εΙ πα στ ό ν Λ ουκα. Κ α ί μή νομ ίσετε π ώ ς, l: πει δή εΙμαι αό τή πού εΙμαι, μοΟ εΙναι . κι l: μ έ να εi) κο λο, εΙπε ή Νονά Λ υ δί α.

• Η Μόιρα κ ά νει ε Ισβολή στ ό δωμ άτιό μου, πετ άει τό χακ ί τ ζά κετ στ ό π ά τωμα. Τσιγά ρα που εχεις, μου κάνει. Στήν τσά ντα μου, l:γ ώ της κά νω. Σ π ί ρτα τ έλος δ μως . • Η Μόιρα ψαχουλεύ ει τ ή ν τσάντα μου. Γιατί δέ ν ξ εφορτ ώνε­ σαι κά μποση σαβού ρα, κάνει. ' Ο ργαν ώνω μιά βεγγέ ρα, κυ λ οτο­ πορνό π ά ρτυ. Τί πρ ά μα; λέ ω. Μάταιη ή προσπάθεια νά με λ ετήσω, ή Μό ιρα άποκ λεί εται νά μ ' ά φήσει, ε Ι ναι σ ά ν τ ό γατ ί πού πατ άει π άνω στή σελίδα πο ύ δ ια βάζεις. Νά , δ πως κάνουν συγκ έ ντρωση γιά l:πίδειξη τάπερ κουζίνας. Μό νο πού l: γώ θά κάνω l: πί δειξη l:σ ώ ρουχα. Σ τύ λ πο λύ τσου λέ . Κ υ λ οτ ά κια δ αντελένια μ έ γεθ ος κουτ ό σπιρτου, ζ αρτιέ ρες μέ κλίπ, σουτιέ ν μέ τρύ πα γι ά εξω ρώγα. Β ρί σκει τ ό ν άναπτή ρα μου, άν άβει τό τσιγάρο πού τρ άβηξε ά π ό τήν τσ άντα μου. Θέλεις καί σύ ; Μου πετάει τ ό πακέ το χου βαρντάδικα, σά ν ά κερν ά ει άπ ' τ ά δ ικ ά τ ης. Εόχαριστ ω μυ ρι ά κις, τ ης κά νω ξυνισμέ νη . ΕΙ σαι παλ αβή . που τ ήν l:ψώνισες τ ή ν εμπνευση; Κο λλ εγι ό παις δέ ν εΙμαι; λέ ει ή Μόι ρα. ν Ε χω δ ιασυν δέ σεις. " Ε να φ ίλο τ ής μ ά νας μου. Δ ου λειά μέ πο λύ μ έλλον στ ίς καθωσ­ πρ έ πει συνοικ ί ες, σέ κυρίες πού εχ ει ά ρχ ί σει ν ά τού ς φαίνεται ή ή λ ικ ί α καί παλ εύ ουν ν ά βρουν πώς θά τ ή ν άναχαιτ ί σουν. Τά πορνοντεσού κα ί λ οιπ ά. Γ ε λ ά ω. Πά ντα μου ε κανε τ ή ν καρ δ ι ά περι βό λι. Κ α λά, μ ά l: δώ; λέω. Π οιά θά . ρθ ει; Ποιά τά χρειάζ εται; • Η μό ρφωση δέ ν βλάφτει καμιά ή λ ικ ί α, μου λέει. U Ε λα, θά 81


περάσουμε θ αϋ μα . Θά κατουρη θ ο ϋ με άπ ' τ ό γέλ ιο. Δ η λ αδή , ε τσι ζ ού σαμε τ ό τε; Ζ ο ύ σαμε, δ πως ζοϋ σαν π ά ντα ο ί άνθ ρωποι. Μέ μι ά κα θ ημερινό τητα. '· Ο πως π ά ντα . 'Ό λ α γ ί νονται στ ό « δ πως π ά ντα» . ' Α κό μη κα ί σή μερα ή μ έ ρα μας κυλ ά ει « δ πως π άντα». Ζ ο ύ σαμε ά γνοώντας, δ πως π ά ντα. Α ότ ό δέ ν εχει καμι ά σχ έση μέ τήν ά γνοια, τή ν ά μ άθ εια, ε Ι ναι κ άτι πού τ ό πλάθ εις . Τί ποτα δέ ν μεταβά λλ εται στιγμιαία : σ έ μι ά μπανι έ ρα πο ύ θ ερμαί νεται βαθμιαία, μπορεί ς νά πε θά νεις βραστός δίχως ν ά τ ό καταλ άβεις. ΕΙχαν β έ βαια συχν ά ο ί ε φημερ ίδες ε Ιδή σεις γι ά πτώματα σ έ χαντ ά κια ή σ έ δάσος, αΙ τ ί α θ ανάτου ξυ λο δ αρμ ό ς ή ά κρωτη ριασμό ς, πτ ώματα «επ ί τώ ν ό πο ί ων εχουν επενεχθεί πρά­ ξεις εΙδ εχ θ εί ς », δ πως άναγραφ ό ταν, δ μως πρωταγωνιστ ές του ς � σαν « άλλες » γυναί κες , κα ί ο ί ά ντρες πού ε καναν τ έ τοια πρ άγμα­ τα � σαν « ά λ λο ι » ά ντρες . Κ ανέ νας τους δέ ν � ταν ά π ' αότού ς πού γνω ρ ίζ αμε . Αό τ ές ο ί ίστορίες στ ίς εφημερίδες γιά μας ήσαν ά λλων ά νθ ρ ώ πων ό νειρα, ά σχημα ό νειρα πο ύ τά όνειρεύτηκαν ά λλ οι . Φ ριχτά πρά γματα, λέ γαμε, κα ί � σαν. 'Ό μως φριχτ ά δίχως νά ' ναι πιστευτά. Π αραή σαν μελοδραματικά, εΙχαν μι ά δ ιά σταση πού δέ ν ήταν ή δ ιά σταση τής ζωής τοϋ κ αθ ενό ς μας . , Ε μείς ή μαστε ό κ ό σμος γιά τό ν ό πο ί ο δέ ν ε γραφαν ο ί εφημερίδες . Ζο ύ σαμε στ ό ά γραφο περιθώ ριο τής δ ημοσιογραφι­ κής σελίδ ας . Π ρ άγμα πο ύ μ ας εδ ινε περισσό τερη ε λευθ ερ ί α. Ζ ού σαμε στ ά μεταξύ τ ών δημοσιογραφικ ώ ν ε Ιδή σεων κενά . , Α π ό κ άτω, ά π ' τ ό δ ρομ ά κι τοϋ γκαράζ, άνεβα ί νει ό ήχος άπ ό μαρσάρισμα . Κάποιο ά μάξι ξεκινάει. 'Έ χει ήσυχία σ ' αότή τήν περιοχή, λ ιγοστή κυκλοφορία, τ ' ά κο ϋ ς μέ τή ν πρ ώτη κ άτι τ έτοια: κινητή ρες ά μαξ ι ών, τ ό μηχάνημα πού κόβει τ ό γρασ ί δι, τήν ψαλίδα πού κουρεύ ει θά μνους, τ ό κ λεί σιμο μι ας πό ρτας . Θ ' ά κουγες καθ αρά μιά κραυγή , ή ε ναν πυρο βολ ισμό , α ν γ ί νονταν τ έτοια πράγματα εδώ . Πό τε-π ό τε ά κού γονται σειρήνες σ έ ά π ό­ σταση . Π ηγα ί νω στ ό παρ άθυ ρο, κ άθ ομαι, τ ό κ άθ ισμα παραε ί ναι 82


στενό γιά νά β ο λ ευτ ώ ά νετα. Πά νω του ενα σκ ληρό μαξιλαράκι. Σ τό κάλυμμα,κεντημένη σέ petit-point ή λέξη ΠΙΣΤΙΣ. Γ ράμματα γοτθικά περικυκλωμ έ να άπό κρίνους, σ ά ν στεφ ά νι . • Η ΠΙΣΤΙΣ σ έ ξε βαμμέ νο γαλάζιο, τά φύλ α τών κρ ί νων ε να λ ερό πρ άσινο. Μ αξιλάρι κ ά ποτε χρησιμοποιημένο κ άπου άλλου, τριμμένο, άλλά όχι κα ί γιά π έ ταμα ά κόμη . Αύτό, κά πως εγινε καί ξέ φυγε ά πό τ ίς έξερευνή σεις μου . ΕΙμαι άξ ια ν ά περάσω λ επτά, δεκάλεπτα, μέ τή ματιά ν ά δ ιατρ έ χει τή λέξη ΠΙΣΤΙΣ. ΕΙναι τό μόνο πράγμα πού μου εδω σαν ν ά δ ιαβάσω. Καί ά ν μέ κά νουν τσακωτή ν ά τό δ ια βάζω, θά μου τό καταλ ογ ίσουν άρ αγε; Δέ ν τό ' βαλα έδώ τό μαξιλάρι μοναχή μου. Τό μοτ έ ρ δυναμώνει, έ γώ γέ ρνω έμπρός, τρα βώ τ ή λευκή κουρτ ί να μπροστ ά στό πρόσωπό μου, σάν π έ π λο. Ε{ ναι μισο δ ι ά­ φανη , μέ ά φήνει ν ά βλέ πω. Α ν πι έ σω τό μέτωπό μου πάνω στό τζάμι, κα ί κοιτάξω κάτω, μπο ρώ νά δω τό πίσω μ έ ρος τ η ς Ρομφαίας . Μέσα δέ ν ε { ναι κανε ίς, δ μως βλέ πω ν ά π λ ησιάζει τή ν π ί σω πό ρτα ό Νίκ, τή ν άνο ί γει, στ έ κει δί π λα της μαρμαρωμέ νος. Τό κασκ έτο του φορεμ έ νο ίσια τ ώ ρα, τά μαν ί κια κατεβασμ έ να καί κουμπωμέ να. Δέ ν μπορ ω ν ά δω τό πρόσωπό του έ πειδή τόν κοιτάζω άπό ψηλά. Τώ ρα βγαίνει ό Ταξιά ρχης. Μ ον άχα μιά ματι ά προφταίνω ν ά τόν Ιδω , καθώ ς προχωρ ά ει πρός τ ' ά μάξι. Δέ ν φορ άει τό καπ έλο του, ά ρα δέ ν βγαίνει όπηρεσιακώς. Τά μαλλ ιά του ε{ ναι γκρ ίζ α. ' Α ση μιά θά τ ά έλεγες ά ν ijσουνα σ έ ά γαθή δ ιάθεση . Δέ ν εχω κ έ φι ν ά ' χω άγαθή δ ιάθεση . Ό άλλος μου, ό πρίν άπό του τον, ήταν φαλ ακρ ός. Μιά άλφα βελτίωση . V Α ς που με. ν Ε τσι καί φτύ σεις άπ ' τό παρ άθυ ρο, ij πετ άξεις κάτι, τό μαξιλά ρι άς που με, δέ ν ά ποκ λ ε ί εται κα ί ν ά τόν πετύ χαινες . V

• Η Μό ιρα κι έγώ , μ έ χαρτοσακου λες γεμισμέ νες νερ ό. Β ό μβες όδρογόνου-όξυγόνου τ ίς λέγαμε. ' Α π ' τό παρ άθυ ρο του όπνωτη­ ρ ίου μου, ν ά τίς πετάμε στ ά κεφ άλ ια τ ων ά γοριων κά τω. Μ πουγέ­ λωμα. ' Ι δέ α της Μόιρα. Μά τ ί ε φτιαχναν έ κεί; Ε{ χαν βάλει μι ά ξύ λινη σκά λα καί σκαρφ άλωναν ν ' ά ρπ άξουν κ άτι. 'Έ να έσ ώ­ ρουχό μας.

83


Τό ύ πνωτή ρισ κάποτε στ έγαζε μαζί fiγό ρια καί κορίτσια, σ έ χωριστού ς θαλάμους. ΕΙ χε ά κό μη κα ί τ ώ ρα άντ ρικ ά ού ρητή ρια στ ί ς τουαλέ τες τού δ ικο ύ μας ό ρό φου. "Ο ταν πή γα έ γώ, εΙχαν χωρ ί σει πι ά τ ' άγό ρια ά πό μας. Ό Ταξιάρχης σκύ βει, μπαίνει στ ' ά μάξι, χάνεται, ό Νί κ κλ ε ί νει τήν πό ρτα. Μ ιά στιγμή fiκόμη καί τ ' ά μάξι κάνει ό πισ θ εν στ ό δ ρομάκι τού vκαράζ, μετ ά βγα ί νει στ ό ν δ ρ ό μο, έξ αφανίζ εται πί σω fiπ ' τ ό ν φρ άχτη μ έ τίς πρασιν άδ ες . Κ ανονικ ά � πρεπε νά τ ό ν μισ ώ αύτ ό ν τ ό ν άνθρωπο. Τό ξέ ρω πώ ς �χω χρέος νά νι ώθω μίσος, όμως δέ ν νι ώθω. 'Ό ,τι νιώθω εΙναι πιό περ ίπλ οκο fiπ ' αύ τ ά. Δέν ξέρω πώς ν ά τ ' ό νομάσω. Δέ ν ε Ι ναι fiγάπη.

84


Κ ΕΦΑΛΑ 10

ΕΝΤΕΚΑ

πήγα στ ό ν γιατ ρ ό . Μ έ πήγαν . 'Ένας Φ ρουρός, άπ ' αυτού ς μέ τ ά κό κκινα περι βραχιόνια, έξουσιοδοτημένος ά ρμο­ δίως. Πήγαμε μ ' ενα κ ό κκινο αυτοκίνητο, έ κ εί νος μπροστ ά έ γώ στ ό πίσω . Δίχως κο λ αουζο . Σ ' αυτ ές τ ίς περιπτ ώ σεις δέ ν μας πανε άν ά δύ ο . Μεταφέ ρομαι στου γιατ ρου κάθε μήνα, γι ά έξετά σεις: οί φ α, ό ρμό νες, καρκινικά έ πιχρ ί σματα, αΙ μα . 'Ό πως καί πρώτα . Μό νο πο ύ τώ ρα εΙ ναι ύποχ ρεωτικ<' . Τό γραφεί ο του γιατ ρου εΙ ναι σ ' ε να σύ γχρονο χτ ί ριο όλο γραφ εία . ' Α νεβαί νουμε μ έ τ ό ν ά ναβατή ρα, σ έ σιωπή , δ Φ ρου ρ ό ς άVΤΙKρυστά μου . Στόν μαC φο έvτε ιχισμ έ νo καθ ρ έ φτη του ά ναβα­ τή ρα βλέ πω τ ό π ίσω του κεφαλιου του. Σ τό γραφε ί ο μπαί νω μό νη. Αυ τ ό ς περιμ έ νε ι στ ό ν προθάλ αμο, μέ τού ς άλλ ους Φ ρου ­ ρού ς, σ έ μι ά άπό τ ίς πο λ υ θ ρ ό νες τ ίς τοποθετημ έ νες έ κεί γι ' αυτ ό τό ν σκοπ ό . Μέ σα στήν αίθουσα άναμονής, κι άλλες γυναίκες . Τ ρείς, μέ κ ό κκινα . Ο γιατρ ό ς εΙναι εΙδ ικευμ έ νος. Κ οιταζό μαστ ε λ αθ ραί α, ή καθεμιά ζυγίζε ι μ έ τή ματιά τ ίς κοι λιέ ς τών άλλ ων: επεσε καμιανής τ ό λ αχείο; • Ο νοσοκό μος καταγράφει ό νό ματ ά μας καί άριθ μό μας στό ν Ι ατρομπιου τερ, τ ά παίρνει ά π ό τίς άδειέ ς μας, ν ά έξακριβώσει ά ν είμαστε αυτ ές πού γράφει πώς είμαστε . ΕΙ ναι ψη λό ς, κ ά που ε να ό γδόvτ α, σαραντάρης, ε να σημ άδ ι δ ιαπερνάει δ ιαγωνί ως τ ό πρ ό σωπό του . Καθιστό ς, χτυπάει τ ά πλή κτρα, τά χ έ ρια του άβο λ α μεγ άλ α γι ά τ ό π λ ηκτρο λόγιο, τ ό περ ί στ ροφο σ έ θή κη κρεμαστ ή άπ ό τό ν ώμο . 'Ό ταν μ έ φωνάζουν, περνάω τήν πό ρτα, μπα ίνω στ ' ά πομέ σα. V Ασπρο, δίχως φυσιογνωμ ία, όπως καί τό ά π έξω, έκτό ς άπό ενα άναδ ιπ λ ού μενο παραβάν άπό κό κκινο Ο φασμα μ ' ε ναν όφθ αλ μ ό χρυσ ό ζωγραφιστ ό , κά τω του ενα ξίφος ό ρθ ιο περιελισσ ό μενο σ ά ν ε ρπετ ό , στέ κει σ ά χερού λ ι. Τά ε ρπετ ά καί τό ξίφος εΙναι

Χ τεΣ ΤΟ Π ΡΩΙ

.

85


λε ί ψανα καταργημ έ νου συμβο λισμοϋ, εχουν ξεμείνει από τούς πρίν καιρού ς. , Α φοϋ γεμίσω τ ό φιαλίδιο πο ύ ή ταν βαλμένο γιά μένα στ ό λ ουτρ ό, απο βάλλω τ ό ν ρουχισμ ό μου π ί σω από τό παρα βάν, τό ν διπλώνω στ ό κ άθ ισμα. Μόλις γυμνωθώ, ξαπλώνω στ ό Ι ατ ρικ ό τραπέζι, π ά νω στ ό παγερ ό καί τριζάτο χάρτινο, μιας χρήσεως, σεντ ό νι. Τραβώ τό {ίλλ ο σεντόνι μέχρι τ ό λ αιμό καί καλύ πτω τ ό σ ώμα μου. Σ τό ύ ψος τοϋ λ αιμο ϋ ε να άλλο σεντ όνι, αναρτημένο από τή ν ό ροφή . Μέ καλύ πτει ετσι ώ στε ό γιατ ρ ό ς ν ά μ ή δεί ποτ έ τό πρ ό σωπ ό μου . 'Έχει συναλλαγή μ ' εναν κο ρμό . Μό νο. Μόλ ις ταχτοποιηθώ, ε κτε ί νω τ ό χ έ ρι μου πασπατευτ ά πρ ό ς τό ν μικρ ό μοχ λό στ ό δ εξί μ έρος τοϋ τραπεζιοϋ , τόν τρα βάω. Κά που μέ σα χτυπ ά ει ε να καμπαν άκι, ε γώ δέ ν τό ακούω. 'Ύστερα από ε να λεπτό, ανοίγει ή π ό ρτα, βή ματα περνο ϋ ν μ έ σα, μι ά αναπνοή . Κ ανονικ ά δέ ν μο υ αποτείνει τόν λόγο, ε κτ ό ς ά ν κριθεί απόλυτα απαραίτητο. Αυτουνου του γιατροϋ δ μως του αρέσει ή κου βέντα. «Πώς τ ά παμε; » λέ ει. Φρά ση από τό λ εκτικ ό του καιρού εκεί νου. Τό σεντ ό νι ανασηκώνεται, μία ψύ χρα μέ ανατ ριχιάζει. 'Ένα κρύ ο δάχτυλ ο, ντυμέ νο μ έ ελ αστικό καί γρασαρισμένο μ έ κ ά τι παχ ύ ρρευστο, ε Ι σχωρεί μέσα μου, ψαχου λ εύ ει, γαργαλάει. Τό δάχτυ λ ο υ ποχω ρεί , ε Ι σ βάλλ ει μέ άλλ ον τρ ό πο, υ ποχωρεί . «Παθ ολογΙΚώς ε ντ άξει», λέ ει ό γιατ ρό ς, σά ν ά μονο λογεί . «Κανένα πον ά κι πουθ ενά, κορίτσι μου; » Μέ λέει κορίτσι μου . . « � Oχι», λέ ω εγώ. Τώ ρα τ ά δάχτυ λ α πασπατε ύ ουν τού ς μαστού ς μου, α ναζ ητοϋ ν σημάδ ια προετοιμασίας γιά θ η λ ασμ ό . Ή α ν άσα πιό π λ ησ ί ον, ό σμίζομαι παλ αι ά μάρκα καπν ό , λοσιόν ξυ ρ ίσματος , τρίχωμα σ ώματος μυ ρωμ έ νο από μυ ρου δ ιά π ί πας. Καί μετά ή φωνή, πο λύ ά παλή , κοντ ά στ ό κεφάλι μου . • Η φωνή του. Ζου λάει τ ό σεντ ό νι. «Ε Ι μαι σ έ θέ ση νά σ έ βοηθήσω », λέει. Ψ ιθυ ρ ίζει. «Τί; » λέ ω ε γ ώ. «Σςςςς », λέε ι αυτός. «Μπορώ ν ά σέ βοηθή σω. ΝΕ χω βοηθήσει κι άλλες ». «Νά ΜΕ βοηθήσετε ;» λέ ω, ή φωνή μου χαμηλωμένη δ σο καί ή 86


δική του. Πώ ς; Γνωρίζει τ ί ποτα, εχει δεί τ ό ν Λουκα, βρή κε, μπορε ί ν ά ξ αναφέ ρει ; « ' Ε σύ πώς νομ ίζ εις »; λέ ει, σχεδό ν σ ά ν άν ά σα σιγαν ό αυτό. Τό χ έ ρι του ε Ιναι πο ύ σκαρφαλώνει στ ό πόδ ι μου; 'Έ χει βγάλ ει τό γ άντι. « ' Η πό ρτα ε Ι ναι κλ ειδωμένη , δέ ν θά μπεί κανε ίς. Π οτ έ δέ ν θά μ άθουν π ώ ς δέν θά ' ναι δικό του τ ό παιδί ». Σηκώνει τ ό σεντόνι. Τό κάτω μέ ρος του προσ ώ που του σκεπασμ έ νο μέ μ άσκα ά πό γάζα, κανονισμός. Δύ ο καστανά μ ά τια, μ ία μύ τη, ενα κεφ άλ ι μέ καστανά μα λλ ι ά. Τό χ έ ρι του ά νά μεσα στ ά πόδια μου. « Τί περιμ έ νεις άπ ό τ ά πουρ ά, δέ ν τού ς σηκ ώνεται », λέει. « Κ αί ο ί περισσ ό τεροι εΙναι στεί ροι». Σ χεδό ν μου ξεφεύ γει βογγητό: ε Ι πε άπαγορευμ έ νη λέξη. Στείρος. Δέ ν ύ πάρχει π λέ ον α ντρας στείρος, κατ ά τ ό Σύ νταγμα π ά ντως. ' Υ π ά ρχουν μό νο γυναί κες καρποφό ρες καί γυναί κες μή γ ό νιμες , ετσι δ ρίζει δ ν ό μος. «Πο λλέ ς καταφεύ γουν στ ό κ όλπο», συνεχίζ ει. « ' Εσύ, θέλεις παι δί . Ναί; » «Ναί », λέ ω. ' Αλ η θ εύ ει, καί δέ ν ρωτάει γιατ ί , επειδή γνω ρ ίζ ει. Δ ός μοι τέκνα· εί δέ μή. τελευτήσω έγώ. Φ ρ ά ση πού τήν ερμην ε ύ εις δ πως θέλ εις. « Τό κορμ ί σου γυρεύ ει, εΙναι στήν ώ ρα του » , λέ ει. « 'Έ τοιμη ν ά συ λλάβ εις, aiJ pιo ή μεθ αύ ριο εΙναι ή π ρ ό σφορη μέ ρα, γιατ ί ν ά π ά ει στρ άφι; 'Έ να λ επτ ό μό νο θά κ ά νουμε, κορ ίτσι μου ». �E τσι θά ' λ εγε τ ή γυναί κα του κάποτε. 'Ή τής τό λέ ει ά κό μη , ώ στ ό σο εΙ ναι λέξ η πού ύ ποδη λώνει παρ θ εν ία, παρθέ νο ετοιμη ν ά γονιμο­ ποιη θ εί. Σέ δλες μας ταιριάζει ή προσφ ώνηση κορίτσι. Δ ιστάζω. ' Ά ντρας μου προσφ έ ρεται, μο υ παρ έχει τ ί ς ύ πηρε­ σ ί ες του, μέ ε να μέ ρος του κιν δύ νου δικό του. «Κάτι μ έ πι ά νει άμα βλέπω σ έ τ ί μαρτύ ρια σ ' εχουν ύ πο βά­ λ ει », μου ρμου ρ ίζει. ΕΙ ναι γνήσια ή συμπαράσταση . Γ νήσια. Καί , ταυτ ό χρονα, τ ά γεύ εται, τ ά χαίρετ αι αυτ ά, τή συμπαράσταση , δλ α. Τ ά μά τια του συμπ ά σχουν, ύ γρ ά, τ ό χ έ ρι του μετατοπ ίζ εται π ά νω μου, νευρικ ά , άνυπόμονο. « ΕΙ ναι πο λύ ς δ κ ί νδυνος », λέ ω. « 'Ό χι, δέν μπορ ώ». Ή ποιν ή Ι ε ναι θά νατος . ' Α λλά 'μό νο α ν σ έ τσακ ώσουν, καί μέ δύ ο 87


μ ά ρτυ ρες. Πό σο κιν δυνεύ ω, ε{ναι παγιδ ευμένο μέ μικρ ό φωνα τό δωμά τιο, ποιό ς παραφυλάει εξω άπό τήν π ό ρτα; Τό χ έ ρι του σταματάει. «Σκέψου το », λέ ει. « Κ ο ί ταξα τή ν καρτέλα σου. Δέ ν εχεις μεγάλο χρονικό περιθώ ριο μπροστά σου . Βέβαια, ζωή σου ε { ναι, εσύ κουμαντάρεις ». «Σας ευχαριστώ», λέ ω. Π ρέπει ν ' ά φή σω τή ν ε ντύ πωση π ώ ς δέ ν εχω προσ βληθεί, πώ ς ά φήνω πό ρτα ά νοιχτή γι ά προτ ά σεις. , Α ποτραβάει τό χ έ ρι του, νωχελικά σχεδό ν, πολύ ά ργά, δέ ν ε{ πε τήν τελευταία του λέξη . Μπορεί ν ά παραποιήσει τίς εξετάσεις, νά μέ άναφ έ ρει γι ά στειρ ό τητα, καρκ ί νο, στό χ έρι του ε{ ναι νά μ έ ξαποστείλει στίς , Α ποικίες μαζί μέ τά � Α κυ ρα Θή λεα. Τί ποτα τέ τοιο δέ ν εΙ πώθηκε, δ μως ή συναίσθηση της εξουσ ί ας πο ύ δ ιαθέ τει ύ πάρχει μετέ ωρη εδω μ έ σα, καθώ ς χτυπάει μ έ μικρ ά μπατσά κια τ ά μπού τια μου καί μετ ά χά νεται πί σω άπό τ ό σεντό νι. «Τόν αλλο μή να π άλ ι», λέει . Ξ αναφορ άω τ ό ν ρουχισμό μου, πίσω ά πό τ ό παρα βά ν. Τά χ έ ρια μου τρ έμουν. u Exro τρομοκρατη θεί . Δ έν προσπ έ ρασα τ ά δ ρια, δέ ν εδειξα εμπιστοσύ νη, δέ ν ε μπη κα σ έ καν έ ναν κ ίν δυνο, δλα καλ ώς εχ ουν . • Η ε πιλογή μ έ τρομοκρατεί. • Η δ ι έξο δος, ή σωτηρία.

88


Κ ΕΦΑΛΑΙΟ

ΔΩΔΕΚΑ

Τ Ο Μ ΠΑ Ν Ι Ο βρίσκεται δί πλα στήν κρεβατοκάμαρα. uEXEl ταπε­ τσαρ ία, μικρά γαλάζια άνθά κια, μή-μέ-λησμό νει, μέ κουρτ ί νες άσορτ ί. 'Έ να σι έλ χαλάκι τού λουτ ρού , ε να σι έλ κ άλυμμα της λ εκ άνης άπό γού να Ιμιτασιό ν. Τό μό νο πού λ ε ίπει άπ ' τόν διά κοσμο τού καιρού έ κε ί νου εΙ ναι ή κού κλα μ έ τό κρινο λί νο-κ ά­ λ υμμα γιά τ ό ρεζέ ρβα χαρτί του αλέ τας. Μ ό νο πο ύ δ κ αθ ρ έ φτης π ά νω ά π ' τ όν νιπτή ρα εχει άφαιρ εθ εί κ αί άντικατασταθεί ά πό ε να στεν ό μακρο κομμ άτι τσί γκο, ή πό ρτα δέ ν εχει κ λειδαριά , καί, φυσικ ά , δέ ν όπάρχουν ξυραφάκια. Σ η μειώθηκαν κ ά μποσ α άτυχή­ ματα στ ό λουτ ρ ό , στ ίς ά ρχ ές. Ξ υραφ ίσματα , πνιγμο ί . Αύτ ά , προτού έξαφαν ίσουν δ λα τ ά έπιλήψιμα άντικεί μενα . • Η Κ όρα κ άθ εται στήν καρέκλα ά π έξω στ ό ν διάδ ρομο, νά έ μπο δίσει τή ν ε ίσο δο κ αί δ ε ύ τερου άτ ό μου. Σ ' ε να θάλαμο λ ουτρο\} , σ έ μιά λ εκ ά νη λ ουτρού , εΙ σαι εύ π ό ρθητη , ή Ν ον ά Λ υ δία τό ε Ιπε αότό. Δέ ν εΙ πε άπό τ ί. Τό μπανιάρισμα ε Ι ναι άναγκαι ό της, εΙ ναι δ μως κ αί τρυφη λό­ της. Καί μό νο ν ά πετάξω ά π ό πάνω μου τά βαριά λ ευκά φτερ ά καί τό ν π έ πλ ο , καί μό νο ν ' ά γγ ίξω τ ά μαλλιά τά δικά μου μέ τ ά χ έ ρια μου, εΙ ναι συ βαριτισμός. Τά μαλλιά μου εΙ ναι μακριά τώ ρα, ά κο ύ ρευτα. Τά μαλλιά ας εΙναι μακριά, πλή ν καλυμμέ να. Η Νονά Λυ δία εΙπε, δ " Α γιος Πα\}λος εχει δ ρίσει: ή ετσι ή ξυρισμένα. Καί γέλασε , μέ τ ό πνιχτ ό χλιμ ί ντρισμα πο ύ χ ρησιμο­ ποιούσε γιά γέλιο, λέ ς καί εΙ χε πεί ά νέ κδοτο. Ή Κό ρα γέ μισε τή μπανιέ ρα. ' Α χν ίζ ει σ άν πιάτο μέ σού πα. Βγάζω κ αί τ ά όπόλοιπα έν δύ ματ ά μου: έ σθήτα, λευκή πουκαμίσα , μεσοφό ρι , κ ό κκινες κ άλτσες , τ ή ν πο λύ εό ρύ χωρη παντε λό να. Ή κ άλτσα-σλιπάκι σού φέ ρνει φαγο ύ ρα μπροστά, ελεγε ή Μόιρα. • Η Νονά Λ υ δία δέ ν θά χρησιμοποιούσε ποτέ τήν ε κφραση « φαγού ρα μπροστ ά» . Ά νθυ γ ιεινό. ε λεγε. ' Α παιτούσε ν ά τηρούν­ .

τ αι π αντο ύ οΙ τύ ποι τ ης όγιεινης. Κιό λας ή γυμνό τητ ά μου μού ε Ιναι πράγμα ξένο καί άλλόκο89


το. Τό σώμα μου μοιάζει σ άν πρ ά γμα ξεπερασμένο, έ κτ ό ς χρήσε­ ως. Φορού σα πράγματι μαγι ό στ ίς πλάζ; Τό φορούσα δίχως νά τ ό σκ έ φτομαι, δ ταν ήσαν άντρες μπροστ ά, χωρ ί ς νά ντρ έ πομαι πού ο ί γάμπες μου, τά μπράτσα μου, τά μπούτια κα ί ή π λάτη μου ήσαν σ έ κοιν ή θέα, ερμαιο της ματιας τού καθ ενό ς. Έπονείδιστο. άσεμνο. ' Αποφεύ γω νά κατεβάσω τή ματ ιά μου πρ ό ς τ ό σώμα μου, ό χι τ ό σο ε πει δή ε Ι ναι έ πονείδιστο ή άσεμνο, αλλά έ πειδή δέ ν θέλω νά τ ό κοιτ άξω. Δέ ν θέλω ν ά κοιτάζω κ άτι πο ύ μέ προσ δ ιορ ί­ ζει τ ό σο ανέκκλητα. Μπαίνω στ ό νερό, ξαπλώνω, τ ό αφήνω νά μέ λάβει. Τό νε ρό εΙναι μαλ ακό σ ά ν χ έ ρια. Κ λε ί νω τά μάτια, κα ί τήν νι ώθω έδώ κοντ ά μου , απροσδό κητα, δίχως προει δ οπο ί ηση, φταί ε ι τό ά ρωμα τού σαπουνιού. Χώ νω τ ό πρ ό σωπό μου μ έ σα στά μαλ ακ ά μα λλ ιά της καί τήν εΙ σπν έ ω, πούδ ρα μωρου δ ιακή κα ί λουσμέ νη σ άρκα μω ρού καί σαμπουάν, καί κ ά που αποκάτω μισοκρυμμέ νη , αχνή όσμή ά πό οδρα. Αυ της της ή λικίας ε Ι ναι δ ταν βρίσκομαι στή μπανιέ ρα. Μ ού έ πανέ ρχεται σ έ δ ιαφορετικ ές ήλικίες. Κ ι απ ' αυτ ό σιγουρεύ ομαι π ώ ς δέν βλέ πω τ ό φάντασμ ά της. W Α ν ήτ αν φάντασμα, θά ήταν καθ η λωμ έ νη στήν ίδ ια ή λ ικ ί α πάντα. Μιά μ έ ρα, ήταν εντεκα μηνών κοριτσ ά κι, μό λις πρ ί ν αρχίσει ά ν περπατ ά ει, μιά γυναίκα τήν ε κλεψε ά π ' τ ό καροτσ ά κι το ύ σουπερμά ρκετ. Ή ταν Σάββατο, ήμέ ρα πο ύ δ Λουκας κι έ γ ώ ευκαιρούσαμε γι ά τ ά βδομ αδ ι ά τικα ψ ώνια, έπειδή καί ο Ι δύ ο μας ή μαστε έ ργαζό μενοι. Καθό ταν στ ό καθ ισματ ά κι πού εΙχαν γι ά τ ά μωρά στ ά καροτσάκια τ ών σουπερμάρκετ τ ό τε, μέ τρύ πες γιά τ ά πόδ ια. Ή ταν πο λύ χαρού μενη , έ γώ έ στ ριψα πρ ό ς τ ά ράφια μέ τ ί ς ζωοτροφές . • Ο Λ ουκ ας ήταν στή ν άπ έ ναντι μεριά, δέ ν φαινό ταν, στ ά κρ έ ατα. Τού ά ρεσε ν ά δ ι αλέ γει αυτός τ ό κρ έ ας της ε βδομ ά­ δ ας. Οί άντρες χρειάζονται πιό πο λύ κρέας ά π ' τ ίς γυναί κες, έλεγε, καί δέ ν ή ταν προκατάληψη ο Ο τε έ λεγε μπο ύ ρδες, εΙχαν γί νει με λέτες. WΕχουμε δ ρισμένες δ ιαφορ ές , έλεγε. Τού άρεσε δλο ν ά τ ό λέ ει αυτό, λές κα ί πάσχιζε ν ' αποδείξει π ώς δέ ν ύπά ρχουν οί δ ιαφορ ές αι'ιτές. Κ υρ ί ως δ μως τ ό ' λεγε δ ταν ήταν καί ή μητέρα μου μπροστά. Γ ι ά ν ά τήν τσιγκλά ει. 90


'Ά κουσα τό κλάμα της . Γυρ ν ά ω, τή βλέπω νά χάνεται στή γωνία, στή ν άγ καλιά μι άς γυναίκας πού δέ ν ε Ιχα ξαναδ εί. Ού ρ­ λ ιαξα, καί κάποιοι τήν σταμάτησαν. Θά ήταν κάπου τ ριανταπεν­ τά ρα. 'Έ κλαιγε κι ελεγε παι δί της ε Ι ναι, ό Κύ ριος της τ ό εΙχε χαρίσει, της ε γινε σημεί ο έξ ού ραν ών. Τή λυ π ήθ ηκα πο λύ . . Ο υ πεύθυ νος τού μαγαζιού ζή τησε συγγν ώμη κα ί τή ν κράτησαν μ έ χρι πο ύ ή ρθ ε ή , Α στυνομία. ΕΙ ναι τρελή ή γυναίκα, εΙ πε δ Λ ου κάς. Τό πη ρα σ άν ε να τυχαί ο, μεμονωμένο περιστατικ ό . Τό τε . . Η παρουσία της ξεβάφει, δέ ν μπορώ νά τή ν κρατήσω, εφυγε τ ώρα. � Iσως ε γώ τή ν άντιμετωπ ίζω σ άν φ ά ντασμα, τ ό φά ντασμα ενός νεκρού κοριτσιού πού π έθ ανε στ ά πέ ντε της. Θυμάμαι τ ί ς φωτογραφίες μας πού κου βαλούσα πάντα μαζί μου κάποτε' τήν εΙχα ά γκαλ ι ά , οί συνη θ ισμ έ νες πόζ ες , μητέρα καί μω ρό έ γκ λω βι­ σμ έ νες σ ' ενα πλαίσιο, γι ά άσφάλεια. Π ί σω άπ ό τ ά κλεισμένα μου μάτια βλέ πω έμ έ να ό πως εΙ μαι τ ώ ρα, καθ ιστή δί πλα σ ' ενα ά νοιγμ έ νο συ ρτάρι είτε μπαού λο, στή σοφίτα, όπου ε Ι ναι φυλαγ­ μ έ να τ ά μωρου δ ιακ ά , δ ιπ λωμέ να, μι ά μπού κλα μαλλ ι ά , της τ ά ' χα κ ό ψει ό ταν πάτησε τ ά δύ ο, σ ' εναν φ ά κε λο. Ξ ανθά σέ άπόχρωση . ά μμου. ' Α ργό τερα σκού ρηναν. Δέ ν τ ά κατ έχω αύτ ά τ ά ά ντικε ί μενα π λέ ον, μπο ύ κ λ α καί μωρου δ ιακ ά . Ούτε ξέ ρω τί ν ' ά πό γιναν τ ά πρ άγματ ά μας. Π λ ι ά­ τσικο, σκουπίδια, ή τ ά ' καναν κατ ά σχεση . � Eμαθα ν ά έ πιβι ώνω δίχως πο λλά πρ άγματα. " Α ν εχεις πολλά πρ άγματα, Τι Νονά Λυδία εΙ πε, προσκο λλά σαι στ ό ν υλ ικ ό έδώ κόσμο καί λησμονεί ς τίς πνευματικέ ς άξίες . ' Οφε ί λεις ν ά καλ­ λιεργείς πενίαν πνευ ματικήν. Μακά ριοι ο Ι πραεί ς. Δέν ε Ι πε κου βέντα γιά τ ό υ πόλοιπο χωρίο, πο ύ λέ ει π ώ ς θά κ ληρονομή ­ σουν τή γη . , Ανάσκελ α, μισο βουλ ιαγμ ένη στ ό νερό, δίπλα σ ' ε να άνοιγμ έ­ νο συ ρτ ά ρι πού δέ ν υ π άρχει, καί σκ έ φτομαι ενα κορίτσι πού δέ ν π έθ ανε στά π έ ντε της. Π ού ά κό μα υ π ά ρχει, έλ π ίζω, κα ί ας μή ν υ πά ρχει γιά μ έ να. ' Ε γώ , υ πάρχω γι ά κείνην; ΕΙ μαι μι ά ε Ι κό να κ ά που, στ ά σκοτειν ά , στή σοφίτα τοϋ μυαλ ο ϋ της ; 91


Μάλλον θά τ η ς εΙ παν πώς εχω πεθάνει. Μά λλον αότ ό θ ' άποφάσισαν. Θά σκ έ φτηκαν, θ ά τη ς εΙ ναι πιό εi) κο λ ο ν ά προσαρ­ μοστεί. Στά όχτώ θά πρ έ πει νά ' χει μπεί τώ ρα. WΕχω καλύ ψει τό ν χρ ό νο πού εχασα, γνω ρίζω π ό σος εχει περάσει. ΕΙχαν δί κιο, ε Ι ναι πι ό ώ κο λ ο νά τήν σκ έ φτομαι ώς άτομο νεκρ ό . Γ ιατ ί τ ό τε δέ ν εΙμαι άναγκασμ έ νη νά έλπίζω, ο()τε νά κ ά νω προσπ άθ ειες μάταιες. Γ ιατ ί χτυπ ας τ ό κεφ άλ ι σου σ έ το ίχο, εΙπε ή Νονά Λ υ δία. Μ ερικέ ς φορ έ ς μιλά ει μέ ζωγραφική παραστατικ ό τητα. « Τί ε γινε, θά νυχτωθοϋ με έδω π έ ρα; Δέ ν μοϋ περσεύ ει έ μέ να ώ ρα γι ά χαζολό γημα», ή φωνή της Κό ρας εξω άπ ό τήν π ό ρτα. Σωστ ά. Τί νά της περισσεύ ει αότηνης; Δέ ν δ ιαθέτει τ ί ποτα, τ ί ν ά της περισσ έ ψει; Μή ν της άποστερ ώ έ γώ τ ό ν χρό νο της. Σ απουνίζ ο­ μαι, χρησιμοποι ώ τή σκληρή βού ρτσα κι ε να κομμ άτι έλαφρ ό πε­ τρα ν ά ξύ σω τ ό ξ εφ λου δ ισμ έ νο δέ ρμα. Μάς έ φο διάζ ουν μέ τ έτοια πουριτανικά βοηθή ματα. Έ πιθυμώ νά γ ί νω άπό λυτα καθαρή , δίχως μικρ ό β ια, δίχως βακτηρίδια, σ άν τήν έ πιφά νεια της σελή­ νης. Δ έ ν θά ' χω τήν ευχ έ ρεια νά π λ υ θώ ά πό ψε, οi)τε καί μετά, ο()τε κα ί τή ν άλλ η μ έ ρα. Μ πορεί νά ' ναι έ πιζή μιο, λέ νε, καί γιατ ί νά κά νουμε κουτουρ άδ ες. Τώ ρα, άδύ νατο ή ματι ά μου ν ά μή ν πέ σει πάνω στ ό μικρού λ ι τατου άζ στ ό ν άστρ άγαλό μου . Τέ σσερα ψη φ ί α κι ενας ό φθαλμό ς, ενα δ ια βατή ριο άπ ό τήν άν άποδ η . Έ γγυημέ νο, εΙ παν, πώ ς δέ ν ξεθωριάζει ποτ έ , κι ετσι δέ ν όπάρχει φό βος ν ά μεταποιη θ ε ί σ έ άλλ ι ώ τικο τοπ ίο. �Eχω άξία, εΙμαι σημαντικό άντικε ί μενο, σπα­ νίζω, δέ ν θ ' ά φηναν νά ύποστοϋ ν τ έ τοια άπ ώλεια. ΕΙ μαι μέ ρος τοϋ έθ νικοϋ ε Ισο δή ματος. Π ατ ά ω τ ό κουμπ ί νά στεγνώσω, φορ άω τ ό κό κκινο μπουρνού ­ ζι μου . ' Α φήνω έδώ τ ό σημερινό μου φό ρεμα, κα ί θά ' ρθ ει ή Κό ρα νά τ ό μαζέ ψει γι ά μπουγ άδ ιασμα. Πάω ξανά στ ό δ ωμ άτιο, ντύ νομαι π άλ ι . • Η λευκή καλύ πτρα δέ ν ε Ι ναι όποχρεω τικ ή γι ά τ ό βράδυ, μιά καί δέ ν πρ ό κειται νά βγ ώ. ΗΟλο ι σ ' αυτό τ ό σπί τι γνω ρίζουν τά χαρακτηριστικά τοϋ προσώπου μου. Π αρ ' δ λα 92


αύτ ά, δ κό κκινος π έ πλος επι βάλλ εται, σκεπ άζ ει τ ά νοτισμένα μαλλ ι ά μου, τ ό κεφ άλι μου, πού δέ ν ε Ι ναι ξ υρισμέ νο. Μά που τό ε Ιδ α εκείνο τό φ ίλμ, μέ γυναί κες γονατισμ έ νες στήν π λ ατε ί α τής πο λ ιτε ί ας, χ έ ρια ν ά τί ς κρατου ν, τά μαλλ ι ά τους ν ά πέ φτουν κ ά τω κομμένα σω ρ ό ς; Τί εΙχαν κάνει; Π ρέπει νά ' ταν πολύ καιρό πρ ί ν, γι ά νά μή θυμάμαι ε γώ . ' Η Κό ρα μου φέ ρνει τό δ είπνο μου σ έ δίσκο, σκεπασμ έ νο. Χτυπάει προτου μπεί. Π ράγμα πού μέ κά νει ν ά τή συμπαθώ. ' Υ πο δη λώ νει π ώ ς συναισθάνεται δ τι μου ' χει ά πομε ίνει λί γο άπ ' αύ τ ό πού λέγαμε δ ικα ίωμα στήν προσωπική ζωή. "Σ ' εύχαριστώ", λέ ω, καθώ ς παίρνω τ ό ν δίσκο άπ ό τά χ έ ρια της κι αύ τή μάλ ιστα μου χαμογε λά ει, δ μως φε ύ γει δίχως ν ' άπαντή σει. 'Όταν είμαστε οΙ δυό μας κάπου μέ ντρ έ πεται. Τ οποθ ετ ώ τό ν δί σκο στ ό μικρ ό μπογιαντισμέ νο τραπεζά κι, τραβάω κοντ ά τή ν καρ έ κ λ α μου . Σ η κ ώ νω τ ό σκ έ πασμα άπ ' τ ό ν δί σκο. " Ε να πόδ ι κοτ ό που λου, παραψη μέ νο. Π ροτιμό τερο ε τσι παρά μ έ τ ά αίματα, στ ό μαγείρεμα αυτή εΙναι τ ών ά κρων . • Η Ρίτα εχει δ ικο ύ ς της τρ ό πους ν ά σέ υ πο βάλλ ει σ έ άντί ποινα δταν πειράζεται. Μία ψητή πατ ά τα, φ ρέσκα φασολάκια, σαλάτα. ' Α χ λάδ ια κομπ ό στα γι ά ε πι δό ρπιο. Δέ ν ε Ι ναι άσχημη τροφή , άς εΙ ναι ά πλή . ' Υ γιειν ά πρ άματα. ν Ε χεις υ ποχρέωση ν ά παίρνεις τ ίς βιταμίνες σου καί τ ό άσβέστι ό σου, εΙπε ή Νονά Λ υ δί α, σ άν υ πονοο ύ μενο. ' Ο φε ίλεις ν ά παραμε ίνεις σκευ ος ίiξιo εκλογής. Καφές κα ί τσ ά ι βέ β αια, οi)τε λόγος. Οi)τε άλκοόλ. Κ αί αυτ ά μέ βάση ε πιστημονι­ κά πορ ί σματα. Μου ' χουν β άλει καί μι ά χαρτοπετσέτα. 'Ό πως στίς καφετ έ ριες . Σ υ λλογ ίζ ομαι τού ς άλλους, το ύ ς αυ τού ς άπ ' εξω, τού ς εκτός. ' Εδώ ε Ι ναι ή εδ ρα, τ ό ά ντρον, περν ώ ζωή προνομιο ύχου άτ ό μου , είθε μέ τή βοήθεια του Κ υρ ί ου ν ά δείξουμε πό σο ευγνώμονες είμεθ α, εΙπε ή Νονά Λ υ δί α, ή μή πως εΙπε νά τ ό ν ευχ αριστή σουμε, καί ά ρχ ίζω νά τρ ώ ω. Δέν πεινά ω άπόψε. Νιώθω ε να γ λεί ψιμο στ ό στομάχι. "Ομως δέ ν ξέ ρω που νά καταχωνι ά σω τ ό φαΤ, δέ ν εχει πουθενά γ λά στρες καί δέ ν ρισκ ά ρω ν ά τ ό χύσω στή λεκάνη τής

93


τουαλέ τας. � Eχω πο λύ τρ άκ. Τε λ ικ ά , βρίσκω: ά ν τ αφηνα ά φάγωτο καί ζητουσα ά πό τήν Κό ρα ν ά μή μ ' άναφ έ ρει; Μασάω καί καταπίνω, μασάω καί καταπίνω, καταλαβαίνω τό ν ίδ ρ ώ τα νά δ ιαπη δά ει άπ ό τού ς πό ρους μου. Σ τ ό στομάχι μου τό φαγητ ό γίνεται ενας σ βώλος, μιά χερι ά ά πό χαρτ ό μαζα ύ γρή , μασημέ νη. Κάτω, στή ν τραπεζαρία, θά εχει κερι ά στ ό μαονένιο τραπέζι, λευκό τραπεζομ ά ντηλο, μαχαιροπή ρουνα, άνθη , κρασοπό τηρα μέ κ ρασί μ έ σα. Θ ' ά κο ύ γεται δ ήχος άπ ό τό μαχαίρι πάνω στ ό πι άτο, δ ήχος πο ύ κάνει καθώ ς άποθέ τει τ ό πηρού νι της, μ ' ε ναν μόλ ις άκουό μενο στεναγμό , άφήνοντας τό μισό φαγητ ό της άπείραχτο. � Iσως νά πεί της κό πηκε ή δ ρε ξη . � I σως ν ά μή ν πεί τίποτα. Καί ά ν πεί τίποτα, θά τ ό σχο λ ι άσει αύ τ ό ς; V Α ν δέ ν του ά παντήσει, αό τό ς πώς τ ό παίρνει; ' Α ναρωτι έ μαι πώς καταφ έ ρνει νά καταστή σει α Ι σθ ητή τήν ϋπαρξή της. Π ρέπει ν ά της εΙ ναι πο λύ δύ σκο λο. Σ τήν ά κρη του πιάτου μου ε να κομματάκι βούτυ ρο. Σ κίζω μι ά γωνία ά π ό τή χαρτοπετσέτα, τυλίγω τ ό βούτυρο, τ ό ,π άω στή ντου λά πα καί τ ό χώ νω στή μύτη του δεξιου μου παπουτσιοϋ, στ ό δ ε ύ τερο ζευγά ρι πο ύ εχω, ό πως τό ' χω ξανακάνει. Τ σαλ ακ ώνω τήν ύ π όλοιπη πετσέτα: κανένας, σίγου ρο αότό, δέ ν θά σκεφτεί νά τήν άνοίξει, ν ά έλέ γξει ά ν λ είπει κομμάτι της . Θά χρησιμοποιή­ σω τ ό βού τυ ρο άπ ό ψε, άλλά ά ργό τερα. Δέ ν θά ' ταν φρ όνιμο , ε Ιδ ικ ά ά πό ψε, ν ά μυρίζω βούτυ ρο νωρίς . Π εριμ έ νω. ' Α νασυντ άσσομαι . • Ο l:αυτό ς μου εΙ ναι ενα πράγμα πού πρ έ πει τ ώ ρα ν ά τ όν συ ν αρμολογή σω όπως κανείς συναρμο­ λ ογε ί μιά δ ιάλεξη . Αύτ ό πού πρ έ πει ν ά παρουσιάσω ε Ι ναι ε να πράγμα παρασκευασμένο, όχι κάτι πού εχει γεννηθεί .

94


V Μ Ε Σ Η Μ Β Ρ Ι ΝΗ

Κ Α ΤΑ Κ Λ Ι Σ Η


ΚΕ Φ Α Λ ΑΙ Ο

ΔΕ Κ Α Τ ΡΙ Α

Ο ΧΡΟΝΟ Σ μού περισσεύ ει. Γ ι ' αό τ ό τό πρ ά μα δέ ν ή μουν προετοιμασμέ νη , γι ά τ ό ν δ γκο τού κενού χρ ό νου, τ ίς μακρ έ ς παρεν θέ σεις τού τ ί ποτα. . Ο χρ ό νος ώς λ ευκό ς ή χος. Του λάχι­ στον άν μπορού σα ν ά κεντήσω. Ν ά ύφάνω, ν ά π λέξω, κ ά που νά χρησιμοποιήσω τ ά χ έ ρια μου . Θέ λω ενα τσιγ άρο. Θ υμ άμαι τ ό τε πού τριγύ ριζ α σ έ έ ΙCΘ έ σεις ζωγραφική ς, ε ργα τού δέ κατου ε νατου α Ιώ να: αό τ ή τήν Ιδεο λ η ψία τους μέ τ ά χαρ έμια. Ν τουζί νες ζωγραφικοί π ί νακες μέ χαρ έ μια, παχιές γυναί κες χαυνωμέ νες π ά νω σ έ ντι βάνια, μέ του ρμπ ά νια στό κεφάλ ι, ή βελούδινα σκουφι ά , ν ' ά ερ ίζ ονται μ έ ο ύρές παγωνι ών, ε νας εύ νούχος πι ό π ί σω φρουρ ό ς. Σ που δέ ς σ ά ρκας σ έ ά πραξία, ζωγραφισμ έ νες ά π ό άντ ρες πο ύ δέ ν ε{ χαν μπεί ποτ έ στ ό άδυτο τού χαρεμιού. ΟΙ π ί νακες αό το ί φι λο δο ξού σαν ν ά ε{ ναι έ ρωτιστικο ί . μ Ε τσι τού ς έ νό μιζα κι έ γώ , τ ό τε. Τώρα τού ς κατα λ αβαίνω: ήσαν π ί νακες μέ θέ μα τήν άναστολή τ ώ ν ζωικών λ ειτουργιών. ' Α ντικε ί μενα μετέ­ ω ρα, έ κτ ό ς χρήσεως. Ή σαν π ί νακες μέ θέ μα τ ή ν άνί α. " Ο μως, ίσως καί ή άνί α νά ' ναι έ ρωτιστική , δταν τ ή ν χρησιμο­ ποιου ν ο Ι γυναί κες μ έ στ όχο τ ό ν άντρα.

Π εριμέ νω, λουσμ έ νη, βουρτσισμέ νη , ταϊ σμέ νη , σ ά ν γου ρού νι πού τ ό προορίζουν νά τ ό έ κθέ σουν σ έ ζ ωοπανή γυ ρη. Κάπου στήν δ εκαετ ί α του ό γ δό ντα ε { χαν έπινοή σει μπ άλες χο ίρων, γι ά γου­ ρού νια πού τ ά ε { χαν παχύ νει σ έ κ λ ου βες. οι μπ άλες ήσαν πο λύ χρωμες καί μεγ άλες. Τά γου ρού νια τ ί ς εσπρωχ ν αν μέ τ ή μουσούδα τους. ΟΙ ε Ιδ ικο ί στ ό μ ά ρκετινγκ γουρουνι ώ ν δ ιατείνο ν­ ταν π ώς αό τό τον ώνει τ ό μυ ϊ κό σύ στημα . • Η περι έ ργεια ζωντα­ νε ύ ει τ ά γουρού νια, το ύ ς ά ρ έ σει ν ' άπασχολουν τ ό μυα λό τους μ έ κ ά ποιο θέ μα. Α ό τ ό τ ό ε { χα δ ιαβάσει στήν ΕΙ σαγωγή στήν Ψ υχο λογία. Κ α θώς καί τ ό κεφάλαιο γι ά τού ς έ γκ λ ω βισμένους ά ρου ραί ους πού μ έ δ ική τους πρωτο βου λί α π λησιάζουν τ ά ε Ιδ ικά καλώδ ια κα ί 7

97


δέχονται ή λεκτρικές Ι:κκενώσεις, γι ά ν ά ' χουν κάτι ν ' ά πασχο­ ληθούν. Καί τ ό κεφάλαιο γι ά τ ά πιτσο ύ νια, τ ά l: κπαιδ ευμένα νά χτυπούν μ έ τ ό ράμφος ενα κουμπ ί , πού άφηνε νά κατε βαίνει ενας κόκκος στ άρι. Σέ τρείς δ μάδες τά εΙχαν. Σ τή ν πρ ώ τη, ε πεφτε ενα σταρ ό σπυρο μ έ κ άθ ε τσιμπι ά , στή δε ύ τερη ενα σταρ ό σπυρο κ άθ ε δ εύ τερη τσιμπιά , στή ν τρ ίτη τ ό σταρ ό σπυρο ε πεφτε ά προγραμ­ μ ά τιστα. " Ο ταν δ ά ρμόδ ιος εκο βε τή ν παροχή στ αριού, ή πρ ώ τη δ μ άδ α σταματούσε σχεδό ν άμέ σως, ή δ εύ τερη λί γο μετά. Ή τρ ί τη δμάδα δέ ν σταματούσε ποτ έ ν ' άναζητάει τό σταρ ό σπυρο: Ι:ράμφιζαν τ ό δά πεδο μέχρι ν ά πε θά νουν. Π οι ό ς ξέ ρει άπ ό τί παρακινού μενα. Π ο λύ θά ' θ ελα ν ά εΙχα μι ά μπ άλα άπ ' αύτές τ ίς εΙδ ικέ ς γι ά χο ί ρους. Ξ απ λώ νω στήν κουρελ ο ύ . Μή χ ά νετε ε ύ καιρ ί α γι ά άσκηση, ή Νονά Λ υ δί α εΙχε τον ί σει. ' Α πό λ ιγ ά κι κ άμποσες φορές τή ν ή μέ ρα, άναλό γως πρ ό ς τά ή μερή σια καθή κοντ ά σας. Τά χέρια κολλημένα στ ά πλευρ ά , τ ά γό νατα λυγισμ έ να, Ι:μπρός τή λεκά νη , βαθμιαία έ παφή τής σπον δυ λική ς στή λης μέ τ ό πάτωμα. Κά μ­ ψεις. Τό αύ τ ό . ΕΙσπνοή , μετραμε πέντε, ά κινησ ί α, έ κπνοή . Αύτ ά τ ά κάναμε στ ό ν χ ώ ρο πού ή ταν πρ ίν α ίθ ουσα ο Ι κοκυρικ ών, ά φο ϋ πέταξαν άπ ό μέσα ραπτομηχανές, π λυντή ρια, στεγνωτή ρια. Σ τοι­ χισμένες, ξαπλωμένες σέ γιαπωνέζικα ταπετ ά κια, ενα μαγνητ ό­ φωνο επαιζε Συλφίδες. Αύ τό ά κού ω τώ ρα, μέσα μου βέ βαια, καθώς κ ά νω άνύ ψωση, κ ά μψη , ε Ι σπνοή . Π ί σω άπ ' τ ά κλεισμέ να μου μ άτια, λεπτές λευκές μπαλερ ί νες τρεμοπετοϋ ν άνάμεσα σέ δέ ντρα, τ ά πόδ ια τους ν ά έ ΙCΤινάζOνται σ ά ν φτερ ά α Ιχμαλω τισμέ­ νων που λ ιών. Τ ' ά πογεύ ματα ξαπλώνουμε στά κρεβάτια μας, στ ό γυμναστή ριο, έπ ί μ ί α ωρ α, τρεί ς μέ τέσσερις. ΕΙ παν δ ιερχ ό μεθ α περ ί ο δο ά ναπαύ σεως καί περισυ λλογής, κατ ά τή γν ώ μη μου όμως τ ό Ι:φαρμόζ ουν έ πειδή αιjτoί θέ λουν νά μας ξεφ ορτωθ ο ϋ ν γι ά λί γη ω ρα κα ί , ξέρω, ο Ι έ κτ ό ς ύπη ρεσίας Νονές μαζεύ ονται στή ν αίθουσα καθ η γητ ών γιά καφέ - καφέ τ ό ελεγαν, τ ί ε πιναν δέ ν 98


ξέ ρω. Τώρα δ μως νομίζω π ώ ς αύτή ή μεσημ βρινή άνάπαυση ήταν καί άσκηση: μας εδ ιναν τή ν εύ καιρ ί α νά συνη θί σουμε στ ό ν κενό χρ όνο. ' Υ πνά κο κλέ φτικο, τ ό χαρακτή ρισε ή Νονά Λ υ δί α μέ τ ό θ ρησκευτικό τσαχπ ί νικο στυλ της. Τό παρ άδοξο ήταν πώς τή χρειαζόμαστε αύτή τήν άνάπαυση. Π ο λλέ ς μας ξάπλωναν. Νιώθ αμε κουρασμέ νες εκεί, τήν πιό πο λλή ώ ρα. Κά τι χ ά πι, ή ή ρεμιστικ ό , θά ε ριχναν στ ό φαΤ γιά ν ά μας μου δ ιά σουν. Μ πορε ί κα ί νά κάνω λάθος δ μως . Μ πορεί ν ά ' ταν τ ό σπ ί τι. Μετά τ ό ν πρώτο κ λ ονισμό, ά φού ά ρχίζ εις ν ά συμ βι βάζ εσαι, συμφ έ ρει ν ά π έ φτεις σ έ κ άτι σ άν λήθαργο. Σ τό ν εαυτ ό σου ελεγες ώς δικαιο λ ογία π ώς εξοικονομείς δυνά μεις. Θά ε Ι χα κ άπου τρείς βδομάδες ε κεί δ ταν ήρθε ή Μόιρα. Δ ιακομ ί σθ η κε στ ό γυμναστή ριο μέ συνο δε ί α δυ ο άπό τίς Νονές, μέ τ ό ν συνη θ ισμ έ νο τρ ό πο, τήν ώρα της μεσημ βρινη ς κατακ λίσε­ ως. Ντυμένη ά κό μη μέ τ ά δ ικ ά της ρούχα, μπλ ουτζήνς κι ε να μπ λέ φανελάκι. Τά μαλλιά της κοντ ά, π ά ντα της πήγαινε κ ό ντρα στή μόδ α, κι ετσι τή ν άναγν ώ ρισα άμέ σως. Μέ ε Ιδε κι εκεί νη , άλλά κο ί ταξ ε άλλού , εΙ χε μάθει κιόλας ν ά προφυ λάγεται. Στ ό ά ριστερ ό της μάγουλο μι ά γρατζουνιά, μάλ ιστα εΙχε κοκκιν ίσει πο λυ. οι Ν ονές τήν δδήγησαν σ ' ε να κενό κρεβάτι, δ που βρισκόταν κι όλας άπ λωμένο τό πορφυρ ό ε νδυμα. Γδυθ ηκε, ά ρχι­ σε ν ά ντυνεται π άλ ι, δλα σέ σιωπή , οί Νονές δ ρθ ιες στή γωνία τού κρεβατιού , οί ύ πόλοιπες νά κοιτάζουμε μέ σα ά π ό τ ά δηθ εν κλεισμένα βλέφαρά μας. Κ αθώ ς έσκυψε, ε Ιδα τά εξογκώματα στή σπον δυ λ ική της στή λη . Δέ ν κατ ά φερα ν ά της μι λή σω γι ά μ έρες. Κ οιταζό μαστε μό νο, γρήγορες ματ ιές, σάν ρουφηξιές. ΟΙ φιλίες ή σαν ϋποπτες, τ ό ξέ ρ αμε, άποφευγαμε ή μιά τή ν άλλη στήν ούρά δταν πηγαίναμε γιά γεύμα στήν καφετ έ ρια, κα ί δταν βγαίναμε δ ι άλειμμα στ όν δ ιάδ ρομο, μετά ά πό κάθ ε μ άθ ημα. Τή ν τ έταρτη μ έ ρα δ μως τή ν εβ αλ αν δίπλα μου γιά τ ό ν περ ί πατο άν ά δυ άδ ας στ ό πο δοσφαιρι­ κ ό γή πεδ ο. Δέ ν μας χορηγού σαν τ ά λευκ ά φτερ ά προτού ά ποφοι­ τήσουμε, μόνο τους πέ πλ ους φορουσαμε. Κ ι έ τσι εrχαμε τή ν εόχ έ ρεια ν ά κου βεντιάσουμε, φτ άνει νά μιλουσαμε σιγαν ά δίχως 99


ν ά στρέφουμε ν ά κοιταχτοϋ με. ΟΙ Νονές βάδιζ αν στή ν άρχή κα ί στή ν ού ρά, ετσι δ μό νος κ ί ν δυνος προερχ ό ταν άπ ' τίς άλλες . Μερικέ ς ήσαν πιστές καί μπορεί νά μ ας κάρφωναν. Έδώ ε Ι ναι ψυχιατρείο, ε Ι πε ή Μόιρα. Νά . ξερες π ό σο χ ά ρηκα πο ύ σ έ ε Ιδ α, εΙ πα έ γώ . Π ο ϋ μπορο ϋ με νά μιλή σουμε; ε Ι πε ή Μόιρα. Στά λ ουτρ ά , ε { πα. Κ ο ίταζε τ ό ρο λόι : δ υ ό μισι, τελ ευταί ος καμπινές. Τά μό να λό για πού άλλάξ αμε. Μοϋ δί νει μιά σιγουριά πού βρίσκεται κι ή Μό ιρα έδώ . �Exoυμε τή ν εύ χ έρεια ν ά πηγα ί νουμε στήν τουαλέ τα α ν σηκ ώ σουμε χ έ ρι, α ν καί έ ντό ς δ ρί ων, καταγράφεται σ έ καρτ έλα π ό σες φορ έ ς βγαίνεις άπό τήν τάξη . Κοιτάζω τ ό ρο λόι, ή λεκτρικό κα ί στρογ­ γυ λό , στ ό ν μπροστινό τοί χο, πάνω άπ ό τ ό ν πρ άσινο μαυ ροπίνα­ κα. " Οταν πάει δυόμισι, εχουμε μάθημα Όμολογία Έ νοχης. Δ ιδά σκει καί ή Ν ον ά 'Έ λενα έ κτ ό ς ά π ό τή Νονά Λ υ δία, έ πειδή τ ό θέμα έ νοχης ε{ ναι σπ έ σιαλ. • Η Νονά 'Έ λενα εΙ ναι χοντρή , κάποτε ήταν δ ιευ θύ ντρια ' Ι νστιτού του Α δυνατ ίσματος στή ν . Αιό βα. Ε ιδ ικεύ εται στή ν άπ ό σπαση δ μο λογι ών έ νοχης. Έξ ετάζεται ή Ζ αν ίν. Καταθέ τει π ώς τή βί ασε μι ά συμμορ ί α ά στ δ εκατ έ σσε ρ ά της κι ε κανε ε κτρωση. ΕΙπε τ ή ν ίδ ια Ι στορ ί α καί τήν προηγο ύ μενη βδομ άδ α. Φ αινόταν σχεδό ν σ ά ν ά καμαρ ώ­ νει δ ταν τ ά λ εγε. Μ πορεί καί νά ταν ψ έ ματα. Στ ό μ άθ ημα Όμολογία Έ νοχης ε Ι ναι πιό φρ ό νιμο ν ά δ ιηγείσαι παραμύθ ια παρ ά ν ά δ η λώσεις π ώς δέ ν εχεις τ ί ποτα ν ά έκθέ σεις . • Η περ ί πτω­ ση τ η ς Ζ ανίν δ μως δέ ν άποκλ ε ί εται νά ' τανε κα ί άλη θινή . Πλή ν, τ(νος ήταν τό σφά λ μα; ή Νονά " Ε λενα λέει, ύψώ νοντας ε να παχου λό δάχτυ λο. Δ ικό της, δικό της, δικό της, ψέ λνουμε έ μεί ς ού νί σονο. Π οι ό ς τού ς έν έβαλ ε στ ό ν πειρασμό ; ' Η Νονά 'Έλενα λά μπει, εύχ αριστημέ νη μαζί μας. •

Αύτή. Α ύτή. Αύτή. Κ α ί γιατ ί δ Θ ε ό ς έπ έ τρεψε νά λάβει χώρα α ύτή ή ά γρ ί α πραξις; 1 00


Νά τή ς γίνει μάθημα. Μάθημα. Μάθημα. Τή ν προηγο ύ μενη βδομάδα, ή Ζαν ί ν άναλύθηκε σέ δά κρυ α . . Η Ν ονά 'Έ λενα τή ν άνάγκασε νά γονατίσει μπροστ ά στή ν τάξη , μέ τ ά χέρια π ίσω, σ έ θέ ση πο ύ νά τ ή βλέπουμε δλες, τ ό κοκκινωπ ό μούτρο της, τή μύτ η της πού ε σταζε. Τά μα λλ ιά τ ης μουντό ξανθό, τά τσίνορά της τόσο ξασπρουλιάρικα πού ελεγες δέ ν υπά ρχουν, λέ ς καί τή ς τσου ρουφλίστηκαν σέ πυ ρκαγιά. Μάτια καψα λ ισμένα. Η ταν μι ά ά η δία: άδύ νατη , νά χτυπιέται κάτω, όλο έξ ανθ ή ματα, δέ ρμα ροζέ σάν νεογέννητου ποντικιού . Φαντ άσου νά ξεπέσω κι έ γώ τόσο, σκεφτόμαστε δ λες μας. Γ ι ά μιά στιγμή , κι ας βλέπαμε καθ αρ ά τί παιχνίδι παιζόταν άπ ά νω της, τή ν ξεσιχαθή καμε. Μύξ α. Μύξ α. Μύξ α. Τό ά πο λά μβανε, κι αύτό ε Ι ναι πο ύ μ έ άγρ ί εψε. ΕΙ χα πάντ α σ ' έ κτ ίμηση τόν Ι:αυτό μου , έ κτ ός άπ ό κε ί νη ά κρι βώς τή στιγμή . Αύτά τή ν περασμένη βδομάδα. ' Ετούτη , ή Ζαν ί ν δέ ν περιμ έ­ νει πι ά ν ά τή λοιδορήσουμε. Ή ταν σφάλμα μου, λέει. Σφάλμα δ ικό μου. ' Ε γώ τούς έ νέ βαλα σέ πειρασμό . Κ αί τόν αξιζα τόν βασανισμό. Πολύ καλά , Ζανίν, ε Ιπε ή Ν ονά Λυδία. ' Α ποτελ ε ίς υ πό­ δειγμα. , Αναγκαστ ικ ά , περιμ έ νω ν ά καταλαγιάσουν γι ά νά σηκ ώσω τ ό χ έ ρι μου. Κ αμι ά φορά, α ν ζητήσεις σ έ λάθος στιγμή, λέ νε όχι. Κ ι α ν �χεις πρ άγματι ά νά γκη νά πας τουαλέτα, ζορίζ εσαι. Χ τ ές ή Δ ο λό ρες μού σκεψε τ ό π άτωμα. Δύ ο Ν ονές τήν εβγα λ αν εξω καροτσ ά κι, ά π ό τ ίς άμασχ άλες. Δέ ν φά νηκε σ τό ν ά πογευματ ινό περ ί πατο, τ ό βράδυ όμως βρισκόταν κανονικ ά στ ό κρεβάτι της. 'Όλ η νύχτα ά κού γαμε τού ς βόγγους της. Μέ δ ιαλ ε ί μματα. Τί τής ε καναν; ψιθυρίζαμε ά π ό κρεβάτι σ έ κρε βάτι. Δέ ν ξέρω. Κ α ί ά μα δέ ν ξέ ρεις, φαντ άζ εσαι τ ό χειρ ό τερο. Ύψώνω τ ό χ έρι, ή Νονά Λ υ δί α νεύ ει, σηκ ώνομαι κα ί βγα ί νω στ ό ν δ ι άδ ρομο, δ σο πι ό συμμαζεμ ένα γίνεται. WΕ ξω άπ ό τ ά •

101


λουτρά φ υλάει σκοπιά ή Ν ονά ' Ι σαβέλλα. Κου νάει τό κεφάλι, σή μα πώς έ πιτρέπεται νά περάσω. Αύτό τό λουτρό προοριζόταν γι ' άγό ρια. Οί κα θ ρ έ φτες �χoυν ά ντικατασταθ εί κ ι έδώ άπ ό στεν ό μακρα κομμάτια θ αμπό μέταλ­ λο, ο μως ο ί ένθ ετες λεκά νες ούρητηρίων γι ά άρσενικούς βρίσκον­ ται σ τή θέ ση τους, λευκό έ μαγέ μέ κ ίτρινους λεκέδες . ' Α στείο: μοιάζουν σ άν φερετρ ά κια γιά μωρ ά. Γιά άλλη μιά φ ορά θ αυμάζω τό ά κάλυπτο, τή γύμνια στήν ά ντρική ζωή : τά ντο ύ ς δίχως πόρτες, όλα στ ά φ ό ρα, τά κορμιά �κθετα σ έ κ άθε έ πιθεώρηση κα ί σύ γκριση, τά άπόκρυ φα σ έ κοινή θέα, ε κθ εση . Π ο ιό ς δ λό γος; Π οιο ύ ς στ ό χους έ πι βε βαίωσης ύπη ρετεί αύ τ ό; ' Α στραφτερ ό κα ί ξεγυμνωμέ νο τό ε μ βλημά μου, κοιτάχτε οσοι θέλετε, ό λα μου δουλεύ ουν ρολόι, δ η λώ νω πού άνή κω. Γ ιατί ο ί γυναίκες δέ ν ε Ι να ι ύ ποχ ρεωμ έ νες ν ' ά πο δε ίχνουν ή μί α στή ν ζίλλη π ώς εΙ ναι θή λεα; Μέ κάτι, ε να ξεκούμπωμα, ε να κατ έ βασμα κυ λότ ας, ό ,τι. 'Ό πως ο { σκύ λοι πού' όσμ ίζ ονται δ ε νας τό ν άλλον. Τό γυμνά σ ιο ε Ι ναι παλ αιό , ο ί τουαλέτες ξύλι νες , μέ χωρ ίσμα­ τα ά π ό κό ντρ-π λ ακ έ . Μ πα ί νω στήν προτελευταία, κλείνω τή ν πό ρτα. Βέβαια κ λ ειδαρι ές δέ ν ύ πάρχουν πιά. Πά νω στ ό ξύλο εχει μι ά μικρή τρύ πα, π ί σω-π ί σω, κο λλ ητά στ ό ν το ίχο περ ί που στ ό ϋψος τής μέ σης, ένθύ μιο άπό κά ποιον προγεν έ στερο βανδ αλι­ σμό , ε ίτε κληρο δό τημα ά π ό παλαιό όφθ αλμοπ ό ρνο. 'Ό λες στ ό Στρατ ό πε δο γνω ρίζουμε τή ν ϋ παρξη αύτής τ ή ς τρύ πας στ ό κό ντρ-πλακ έ . 'Όλ ες έ κτ ό ς ά πό τ ίς Νονές. Φ ο βαμαι μή ν έχω άργήσει , μέ καθυστέρησε ή έ π ίδε ιξη τής Ζαν ίν. Μή πως ή Μόιρα ή ρθ ε πι ό πρ ί ν κι έφυγε , δέ μπ ορούσε νά τό καθ υστερή σε ι περισσότερο, δέ ν μας έ γκρ ί νουν πο λλής ώ ρας παραμονή στίς τουαλέτες. Κοιτάζ ω μ έ προσοχή κ άτω άπό τ ό χώ ρισμα: δύ ο κό κκινα παπού τσια. 'Ό μως, ξέρω ποι ά νά ε Ι ναι; Βάζ ω τ ό στ ό μα μου στήν τρύ πα τού ξύ λου . Μ όιρ α, ψιθυρίζω . ' Εσύ ; λέ ει. Ν α ί , λέ ω έ γώ . Μ ιά άνακού φιση δ ιατ ρ έ χει τ ό σώμα μου. Κά νω κρά γιά τσιγ ά ρο, λέ ει ή Μόι ρα. , Εγώ νά δείς, λέω. Ν ιώθω χαζά εύτυχισμένη . 1 02


Κ αταβου λιάζω μέσα στό σ ώμα μου σάν μέσα σέ ελος γνωρ ίζ ω μονάχα πού πατώ νε ι. 'Ύ που λ ο έδαφος ή περιοχή τού !:αυτού μου . Γίνομαι ή γη όπου σκύ βω καί κο λλά ω τό αύτί μου, μή πως ά κού σω φη μες γιά τό μ έλλ ον. Κάθ ε πον ά κι, κ άθε γου ργου ρητό . άπό άνεπα ίσ θητο πό νο, ά πο βαλλόμενα νεκρ ά κ ύ τταρα τού σ ώ μα­ τος, πα λί ρροιες κα ί ά μπώ τ ιδ ες κυτταρικών ίστ ών, τ ά ά π ό βλ ητα της σ άρκας, όλα αύτ ά ε Ι ναι σή ματα, αύτά εΙναι τ ά πρ ά γματα πο ύ εχω άνάγκη νά γνω ρίζω. Κάθ ε μή να παραφυ λάω γιά αϊματα, μέ φό βο, ό tρχομός τους σημαίνει άποτυχία. Ά πέτυχα άλλ η μιά φορά ν ' άνταποκριθώ στ ί ς προσ δοκ ί ες τών άλλων, προσ δοκ ί ες πού εχουν γί νει καί δι κ έ ς μου. Πρώτα έβλεπα τ ό σώμα μου σάν όργανο. Είτε ή δονης, ij μέ σο μεταφορικ ό , εrτε tξάρτημα γ ιά τή ν πραγμ ά τωση τ ών θ ελή σεών μου . Τό μεταχειριζό μουν γι ά ν ά τρ έχω, νά πατ ά ω δ ιαφ ό ρων χρήσεων κουμπι ά , νά προκαλώ τή γ ένν ηση πρ άξεων. Μέσα σ έ ό ρια βέ βαια . • Ω στ ό σο τ ό σώμα μου ήταν γερό , έντιμο, ά κέ ραιο, συνεργά της μου. Τώ ρα ή σ ά ρκα κανον ίζ ει τ ά τού ο ίκου της tρήμην μου. Έ γώ ε Ι μαι νεφέλωμα στερεοποι η μ έ νο γύ ρω άπ ό ε ναν κεντρικό πό λο άχλα δό σχημο πο ύ ε Ιναι σκλ η ρ ό ς κα ί πιό ύ παρκτ ό ς άπό μ έ να κα ί σελ αγ ίζ ει κατ έ ρυ θ ρος μέ σα στ ό δ ιά φωτο περιτύ λ ιγμ ά του. Μ έ σα του twπ ά ρχει ένας χώρος, πελώ ριος σ ά ν ού ρανό ς νύ χτας κα ί tξί σου σκοτειν ός καί tξίσου καμπύ λος, ά ν καί μαυ ροκό κκινος μαλλ ον παρ ά μαύ ρος. Φ ω λεές φωτ ό ς δ ιογκώνονται, ά παστ ρά­ πτου ν, σκ ληθ ρες φωτ ό ς φουντ ώ νουν καί συρριιcνώνoνται μ έ σα στή φωλεά, ά ν αρίθμητοι σ ά ν άστρα. Κάθε μή να παρουσιάζεται μί α σε λή νη , π άσχε ι ά πό γιγαντισμό , στρογγυ λή , γεμά τη, ό λο βάρος, ε νας οίων ό ς. Δ ι έ ρχ εται, κοντοστ έ κει, συνεχίζει τήν tπου­ ράνια πορε ία της κα ί χ άνετα ι. Κ ι tγώ βλέ πω τό ν άπε λ πισμό ν ά έ ρχετ α ι καταπά νω μου σ ά ν σιτο δε ία, Μέ σ α μου ενα κενό , πού tπανέ ρχεται καί tπαν έ ρχεται. ' Αφουγκράζ ομαι τ ή ν καρ δ ι ά μου : χτυπάει σ ά ν κύματα άπανωτά, άλμυ ρ ά καί πορφυρά, πού συνεχί­ ζουν καί συνεχ ίζου ν, σ ά νά δ ε ίχνουν τ ήν ΌSρα. Β ρ ί σκομαι στ ό πρώτο μας δ ιαμ έρισμα, στή ν κρεβατοκ άμαρα.

1 03


υ Ο ρθ ια μπροστ ά στή ν ντου λάπα μέ τ ίς τρεί ς πτυσσ ό μενες π ό ρ­ τες . Γύ ρω μου ξέ ρω ε Ι ναι δλο άδειασμένο, τ ά ε πιπ λ α τ ά ' χουν π ά ρει, τ ά πατ ώ ματα γυμνά, ο ϋ τε χαλί. . Ω στ ό σο ή ντου λά πα ε Ι ναι γεμάτη ροϋ χα, μόνο πο ύ δέ ν μοϋ φα ίνονται γι ά δ ικά μου, δέ ν τά ' χω ξαναδεί. Μπορεί ν ά ' ναι ροϋ χα της γυναί κας το ϋ Λ ουκ α , κι έ κε ίνη δέ ν τή ν ε χω δε ί ποτ έ. Φ ωτογραφ ί ες της μό νο, καί μι ά φωνή στ ό τη λέ φωνο, περασμέ να μεσ ά ννχτα, τ ό τε πού μας ε παιρ­ νε, δλο κ λά ματα, κατηγορ ί ες , πρ ί ν άπό τ ό δ ιαζύγιο. Μπά όχι, τά δ ικ ά μου ροϋχα ε Ιναι. Χ ρειάζομαι ε να φουστ ά νι, κ άτι ν ά φορ έ σω. Ξ ε δ ιαλέγω φορ έματα , μαϋ ρο, μπ λέ , κό κκινο, μώβ, ζ ακέ τες , φο ϋ­ στες. Κ αν έ να τους δέ ν μοϋ κάνει, κανέ να δέ ν ε Ι ναι στ ό νού μερ ό μου του λάχιστον, μοϋ π έ φτουν ή μεγ άλα ή μικρ ά. ΕΙναι κεί κα ί ό Λουκας, πί σω μου. Στρέφω νά τ ό ν δω . Δέ λέ ει ά ν μ έ κοιτ άξ ει, κοιτ άζ ει μό νο τ ό πάτωμα δ που ή γάτα χαϊδ εύεται στ ά π όδ ια του, νιαουρ ίζ ει παραπονι ά ρι κ α. Ζ ητάει ν ά φά ει, δ μως ποϋ ν ά β ρ ω τ ί ποτα μ έ τ ό δ ιαμ έ ρισμα τ ό σο άδειο; Λουκά, λέω. Δέ ν άπαντ α έ κε ί νος. Μ πορεί νά μή μ ' ά κο ύ ει. Μέ κυκ λώνει μιά σκ έψη π ώ ς έν δέ χεται κα ί ν ά μή ν εΙ ναι ζωντανός. Τρ έ χω, τρ έχει κι αύτ ή δί π λ α μου , τήν κρατ ω ά π ' τ ό χ έ ρι, τ ή ν τρα βά ω, τή σ έ ρνω μέ σα άπ ' τή φτέρη μισοναρκωμέ νη άπ ' τ ό χ άπι πού της εδωσα γιά ν ά μή ν κ λ αίει ή πεί τ ί ποτα πο ύ θά μ ας πρ όδ ινε, δέ ν κατα λαβαίνει ποϋ β ρ ί σκεται. Τό εδαφος άν ώμ αλο, β ραχ ά κια, σπασμ έ να κ λ αρ ι ά , όσμή νοτισμ έ νης γης, σάπια φ ύ λλ α, δέ ν μπορεί ν ά τρ έξει δ σο γρήγορα ά παιτεί ται, μον άχη μου θά ' τρεχα πιό γρήγορα, ε Ι μαι καλή δ ρομ έ ας. Τώ ρα κ λ α ί ει, τρ ό μαξε, θέλω νά τήν σηκ ώ σω άλλά θά μοϋ ε Ι ναι βαριά. Φ ορ άω μποτ ά κια έ κ δ ρομικ ά καί νομίζω πρ έ πει νά τ ά βγάλω μό λις φτ άσουμε στ ό νερ ό , ά ραγε θά . ναι πο λύ παγωμέ νο, ή μικρή θά μπορ έσει ν ά κο λυμπή σει τό ση άπ ό σταση, τ ό ρεϋ μα ά ραγε τ ί κατε ύθυνση εχει, αύ τ ό δέ ν τό ' ' χαμε λ ογαριάσει. Σώπα, της λέω μέ ό ρ γή. Τή φαντάζομαι ν ά πνί γεται στ ό νερ ό κα ί αύτή ή σκέ ψη μοϋ ά ργεύ ει τ ίς κινήσεις. Τό τε ά κού γονται π ί σω μας ο Ι τουφεκιέ ς, όχι βουερ ές, όχι σ ά ν πυροτεχ νή ματα, άλλά όξύ τατοι, σύ ντομης δ ιάρκειας κοινοί ήχ οι δίχως ήχ ώ , σ άν κ λ αδί πού κό βετα ι. 1 04


' Η χουν παράταιρα, τελικά καν έ νας ήχος δέ ν τελε ίται δ πως τ όν εχεις προϋπολογίσει π ώ ς θ ' ά κουστεί καί άκού ω τ ή φωνή : Κάτω , εΙναι φωνή άληθ ινή, σκέψη μου, ή μήπως ή δ ική μου φωνή πού έξέ ρχεται ά πό μέ να μέ δ ική της πρωτο βουλία; Τήν τραβώ κάτω καί κουλουριάζομαι πάνω της, νά τ ήν καλύψω, νά της γί νω άσπ ί δα. Σώπα, ξαναλέω, τό πρ ό σωπό μου νοτισμ έ νο , Ιδ ρ ώ ς ή δά κρυ α, αΙ σθά νομαι γαλή νια, σά νά κυματ ί­ ζω, σ ά ν π λέ ον νά μή βρίσκομαι μέ σα στ ό κορμ ί μου. Δί πλ α στ ά μ άτια μου ε να φύλλ ο, κ ό κκινο, πρ ό ωρα πεσμένο, εΙμαι σ έ θέ ση νά δ ιακρ ί νω κάθ ε περ ίλ αμπρη φ λ ε βίτσα του. ΕΙ ναι τ ό π λέ ο ν δ μο ρφο πρ άγμα πο ύ εχω δεΙ Μετατοπίζ ομαι, ε τσι πού τή ν εχω π λακώσει θά π άθει άσφυξία, καί κουλουριάζομαι γ ύρω της, μέ τ ό χ έ ρι μου μό νιμα καπάκι στ ό στ ό μα της . . Α κού ω έκπνοή , καί τ ό ν χτ ύ πο της καρ δ ιας μου σ άν χτύ πημα γρο θ ι α ς π ά νω σ έ π ό ρτα σπιτιου ννχτιάτικα, σπιτιο υ πού θά σου προσφέ ρει, νό μιζες , καταφύγιο. Μή φοβάσαι, έδώ εΙμαι, λέ ω, ψιθυρίζω , μό νο σέ παρακα­ λώ μή μιλήσεις , όμως π ώς μπορε ί; ΕΙ ναι πο λύ μικρή, εΙναι πο λύ ά ργ ά, ξεμακραίνουμε, τ ά χ έ ρια μου άπλωμένα κα ί δέ ν βλέ πω τ ί ς ά κρες τους, εΙναι μ έ σα σ έ σκοτ άδ ι κα ί τ ί ποτα δέ ν ά πομένει, μό νο ε να παραθυράκι, ε να πολύ μικρ ό παραθυράκι, σάν τήν άν ά πο δη ένός τη λ εσκοπ ίου, όπως δ ά νεμος π ά νω σ έ χριστουγεννιάτικη κάρτα, ά πό κεί νες τ ί ς παλ ιέ ς, νύχτα καί παγετ ό ς εξω, καί μέσα μι ά λ αμπάδα, εν α δέ ντρο π ά μφωτο, μι ά ο Ι κογ έ νεια, ά κούω μέχρι καί τ ά κου δουνάκια, κου δουνάκια άπ ό ελΙCΥθ ρ O, ά π ό τ ό ρ άδ ιο παλι ά μουσική , κι δ μως π έ ρα άπ ' τ ό π α ρ άθυ ρο αότό βλέ πω σ έ ά πό σταση άλλά πο λύ καθαρά, τή ν βλέ πω ν ά μου φεύγει πέρα, άνάμεσα ά π ό δέ ντ ρα, πού ρ ίχνουν κι όλας τ ά φύ λλα τους, κ ό κκινα κ αί κ ίτ ριν α, μέ ά πλωμέ να τ ά χ έ ρι α της πρ ό ς έμένα, χ έ ρια τή ν παί ρνουν π έ ρα. Μέ ξυπν α ή καμπ ά να. Καί μετ ά ή Κό ρα, μέ χτύ πημα στήν πό ρτ α Α νακ άθ ομ αι στ ό χαλί, σφουγγ ίζω τ ό μουσκεμέ νο μου μου πρό σωπο μέ τ ό μαν ί κι Α π ' ό λα τα μό νιμα δνει ρ α, αότό εΙ ναι τ ό ά γρι ό τερο. .

.

1 05


νι Κ Ο Ι ΝΟ Β Ι Ο


Κ ΕΦΑΛΑ Ι Ο Δ Ε ΚΑΤΕΣΣΕ ΡΑ

Η ΚΑΜΠΑΝΑ εχει στ αματ ήσει όταν έ γώ κατε βαίνω τή σκ άλα' μι ά στιγμια ία στ άση στ ό ν γυ άλ ινο όφθαλμό πού κρ έ μεται στ ό ν τοίχο. Τό ρο λόι κρατ ά ει τ ό ν ρυθμό μ έ τ όν χτύ πο άπ ' τ ό έ κκρεμ έ ς του, συντηρεί τ ό ν χρ ό νο. Τά π όδ ια μου , μέ καθαρά κό κκινα παπού τσια, κ άνουν ά ριθμητική , άθροίζοντας τ ά σκαλ οπ άτια πο ύ

μ έ φ έ ρνουν κάτω. Ή πό ρτα της σ άλας όρθάνοιχτη . Μπαίνω: καν έ νας μέ σα, ά κό μη . Δέν κ άθομαι, μό νο πηγα ίνω στή θέση μου, κοντ ά στ ήν πο λυθ ρ ό να μ έ τ ό όποπόδιο, δ που σ έ λί γο θά ένθ ρονιστεί ή Σερένα Τζόυ, στη ριζόμενη στ ό μπαστού νι της καθώς θά χαμη λώ­ νει γι ά νά ε ρθ ει σ ' έ παφ ή μέ τό κ άθ ισμα. Δέν άποκ λ ε ί εται ν ' ά κουμπ ήσει τ ό χ έ ρι της στ ό ν ώμο μου γι ά νά στη ριχτεί , σ ά ν ά ε Ι μαι επιπλο. Τό εχει ξανακάνει. ' Η α ίθουσα μ άλλον θά ή ταν δωμάτιο όπο δοχης, τ ότε. Μετά, δωμά τιο έπισκ έ ψεων. Είτε κα ί σαλ ον ά κι, ά π ' αύτ ά όπου π άντα όπάρχει μι ά ά ρ άχνη κα ί μύ γες. Τώρα π λέ ον ό μως τήν αίθ ουσα τήν εχουν όνομάσει σ άλα, ή καθ ιστικό . Έ πειδή αύτό κάνουν εδωμέσα, κ άθονται. ' ΟΡΙ$Jμ έ νοι τουλάχιστον. Γ ι ά άλλους , ε Ι ναι προθάλαμος άναμονης, δ ι ' ό ρθί ους. ' Η στ άση τού σ ώ ματος εχει σημασ ί α έδω μέ σα: μικρ ές, ελάσσονες κακουχ ί ες, εΙναι παι δ ευ­ τικ ές. ' Η σ άλα μοι άζει σ άν μουμιοποιημέ νη σ έ συμμετρ ικό σχ ημα. 'Ένα ά πό τ ά σχ ήματα πού παί ρνει τ ό χρ ημα όταν παγώνει. Τό όνια χρ η μα στ άλαζε στ ό δωμάτιο τούτο σταγ ό να-σταγόνα έ π ί χρ κι θηκε ά οιή ωσπου κινητοπ λαιο, ή κα ί χρ ό νια, σ άν σ έ όπόγειο σπ ά δ Ι φο­ ι ο Βέβαια, λακτίτες. ελαβε στερε ά μο ρφή , άπόληξε σ έ στα ί ρες έ πιφάνειες δ η λώνουν τ ' όνομά τους : οΙ τρα βηγμένες κου ρτ ­ ί έ ί νες, σ έ ρ όζ π άλ βελού δο, οί στι λπνές πο λυθ ρ ό νες άσορτ μ τ ς έ­ όφασμ έλος έ λί π μ έζικο χα ό κιν Ιώ κου ρτ ί νες , στύ λ 1 80ς α νας, τ ώμα έ χρ όνιες σ παι νο γι ά νά όποθ άλπει τή σιγ ή , δλο άνθη , 1 09


ρο δ ακινί, τ ό θωπευτικό δέ ρμα της πο λυ θρό νας του Τ αξι ά ρχη, ή ά νταύ γεια του μπρού ντζ ου στ ό παραδί πλ α κουτ ί . Τό χαλί ε Ι ναι αύθ εντικό . ' Ο ρισμέ να κομμ άτια έδω μ έ σα ε Ι ναι αύθεντικά, άλλ α δχι. Δύ ο πορτ ραί τα, άς πουμε, γυναικ ών, στ ό τζάκι. Καί ο { δύ ο ντυμέ νες μέ σκου ρα φο ρ έ ματα, σ ά ν έ κε ί νες στήν παλ αιά έ κκ λ ησία, μον άχα δχι τ ό σο παλ ι ας έ ποχης. Αύτοί ο { δύ ο πίνακες μαλλ ον εΙναι αύθ εντικο ί . . Υ ποψι άζομαι π ώς, δταν τού ς ά πό χτησε ή Σ ερ έ να, ά φου πιά ε Ι χε ά πο δ εχτεί πώ ς, υ ποχρεω­ τικ ά, θά δ ιοχ έτευε π άλ ι τή ζωτικότητά της πρ ό ς κάτι πιό πειστικ ά ο Ι κοκυρικ ης φύ σεως, ε Ι χε τήν πρ όθ εση ν ά π λ ασ ά ρει τ ί ς φιγο υ ρες αύ τ έ ς γι ά προγό νους της. Μ πορεί δ μως κα ί ν ά τού ς άγό ρασε μαζί μέ τ ό σπ ίτι δ Ταξι ά ρχης Α πό που ν ά τ ά έξ ακρι­ βώσεις αύτά, τρ έχα γύ ρευε. Πά ντως, ε τσι κι άλλ ι ώς, ο { δύ ο γυναί κες κρ έ μονται καμαρω­ τέ ς δί πλ α στ ό τ ζά κι, στυφέ ς, στητ ές, στ ό μα σ άν γαζωμ έ νο, τ ά στήθη πατικωμέ να, πρ ό σωπα σταφι δ ιασμέ να, ο{ σκού φιες κο λ­ λ αρισμέ νες, τό δέ ρμα σταχτ ί- άσπρου λό , φρου ρού ν τ ό δωμάτιο μέ τ ά στενά τους μάτια . Α νά μεσ ά τους, π άνω άπ ' τήν κορν ίζ α τοϋ τζακιοϋ , ε νας καθ ρ έ φτης ό βάλ , ά νά μεσα άπό δύ ο δ ιπ λά άσημ έ νια κη ροπήγια, καθέ να μ ' ε ναν έ ρωτιδέα ά πό λ ευκή πορσελάνη στ ό κέντ ρο, τ ά χ έ ρια τυ λ ιγμ έ να στ ό ν λ αιμό l: νό ς ά ρνιο ϋ . Τό γοϋ στο της Σ ερ έ νας Τζόυ ε Ι ναι φτιαγμ έ νο άπό ά προσ δό κητο χ αρμ άνι : άγρια λ αγνε ί α γιά ποιό τητα, καί φτηνό συ ναισθ ηματισμό γυναικού λας. Σ τ ίς δύ ο ά κρες το ϋ τζακιοϋ , ά π ό ε να δοχεί ο μέ ξ ερ ά ά νθ η, ε να βάζ ο μ έ γνή σιους άσ φόδ ε λ ους στ ό τραπεζά κι μέ τή λουστραρισμέ νη μαρκετερ ί δί πλα στ ό ν καναπέ . Στό δωμ άτιο κυ ρ ιαρχεί ά πό πνοια ά πό αΙθέ ριο ελ αιο , χ οντρ ό iJ φασμα, μαραμένους άσφόδ ε λ ους , σύ ν ό σμές άπ ό άποφάγια ( ά πό τήν κουζίνα ή τήν · τραπεζαρ ί α) , σύ ν τ ό προσωπικό ά ρωμα τ ης Σ ερ έ νας: κρ ί νος της κοι λάδ ος . Τά ά ρώ ματα ε Ι ναι πο λυτ έλεια, ά πό κ ά που τ ά προμη θ εύ εται λ αθ ραί α. Τό ε Ισπν έω, γιατ ί τ ό θ εωρ ώ αύ τ ό ένέργεια προνομιακ ή : εΙναι κο λό νια γιά κορ ίτσια πού ά κό μη δέ ν εχ ουν βγά λε ι χνο ύδ ι. Θ υμίζ ει τ ά δώ ρα πού πρόσφεραν τά παι δ ι ά στίς μαν άδ ες τους, τήν • Η μέ ρα τ η ς Μ ητ έ ρας' ό σμή άπ ό .

1 10


άσπρες βαμβακερές κάλτσες καί άσπρα βαμ βακερά μεσοφό ρια, πούδ ρα γι ά τ ό ν ίδ ρ ώ τα, άθω ό τητα της θήλειας σ ά ρκας πρ ίν τή ν προ λάβ ει τριχοφυΤα κα ί έμμηνορροή . Μ οϋ φέ ρνει έλ αφρι ά ναυ­ τ ί α, σ άν σ έ μέ ρα ζεστή καί ύ γρή νά β ρ ί σκομαι σ έ κ λ ειστ ό αύ τοκ ί νητο μαζί μέ γυναί κα μεγαλύ τερή μου πού εχει παστ ώ σει τό πρ ό σωπ ό της μ έ πούδ ρα. Αύ τ ό ά ναδίνει ή σάλα, παρ ' δλη τή ν προσπάθεια γι ά φιν έ τσες. Μέ γυροφέρνει ε φεση ν ά κ λέ ψω κ άτι ά π ' αύ τ ό τό δωμ ά τιο. Θά ' θ ε λ α ν ά πά ρω ενα μικρ ό άντικε ί μενο, τό σταχτο δοχεί ο, τό μικρ ό άσημέ νιο κουτί γι ά τ ά χ ά πια πάνω ά π ' τό τζάκι ίσως, ή ενα ξεραμένο λ ου λούδ ι. Νά τ ό κρύ ψω στ ίς δί πλες τοϋ φουστανιοϋ μου, είτε στή ν τσ έ πη μέ φερμου ά ρ πού εχει τ ό μαν ί κι μου, νά τ ό φυ λάξω ε κειμ έ σα μέχρι ν ά λή ξ ει ή βραδιά, ύ στερα νά τ ό καταχωνι ά σω στ ό δωμάτι ό μου, κ άτω άπ ' τό κρεβάτι ή μέ σα σ έ παπο ύ τσι, ή μ έ σα στ ό μαξι λά ρι πού γράφει ΠΙΣΤΙΣ. Μία στ ό τ ό σο ν ά τ ό βγάζ ω κα ί ν ά τ ό κοιτ άζ ω. Θά μ ' ε κανε νά νι ώθω π ώ ς δ ιαθέ τω εξουσία. �Eφεση πού θά ' ταν ά πατηλή κι έ πικ ί νδυνη . Τά χ έρια μου παραμέ νουν στή θέση τους, ό"ταυ ρωμ έ να π ά νω στ ά π όδ ια μου. Τά μπού τια σμιγμένα, τά τακού νια στοιχισμένα ά ποκ άτω νά ζουλανε τό κορμί μου. Στ ό στ ό μα μου γεύ ση ά πό όδοντ ό παστα: συνθ ετική μέντα κα ί γύψος. Περιμέ νω νά μαζευτοϋ με δλη ή οΙ κογέ νεια. ΟΙκογένεια. Ναί, είμαστε. ' Ο Ταξι ά ρχης ο Ι κογενει ά ρχης, ά ρχή, ά ρχων, κεφαλή τοϋ ο ίκου. � Αρχει το ϋ ο ίκου, μ ας κρατε ί στά χ έ ρια του , έ μας τή ν ο Ι κογ έ νει ά του. � Α ρχων, κραταιό ς, εχει καί κρατεί εως θ αν άτου έ πε λεύ σεως. Μό νο θάνατος θά μας χωρ ί σει. 'Έ ως τ ό τε, στ ό ε ργο μας. � E ργo μας . Κά τεργό μας. Κά τεργο πλοίου μέ ά ντ ίλ α λο. Μ πα ί νει πρ ώτη ή Κό ρα, άπό κοντά ή Ρί τα, σφουγγίζοντας τ ά χ έ ρια στήν πο δ ιά της. Κ ι αύ τ έ ς ή ρ θ αν ύ πακο ύ οντας στή ν καμπά­ να, τού ς ε Ι ναι άχιί\νευτη, τ ό σες δ ου λειέ ς εχουν, πιάτα άς πούμε. 'Ό μως ή παρουσ ί α τους εΙναι ά παραίτητη, δλονων μας ή παρου­ σ ί α εΙ ναι ά παρα ίτητη, ά παιτητή , τό καλ ε ί ή Τ ελ ετή . 'Όλες ε ίμαστε ύποχ ρεωμ έ νες ν ά τ ήν ύποστοϋ με, αλλη περισσ ό τερο άλλες λ ιγό τερο. 111


Ή Ρί τα μέ στραβοκοιτάζει καθώ ς περν ά ει γι ά ν ά σταθ εί π ί σω μου. ' Εξ αιτ ί ας μου χαραμίζει τή ν ώρα της. ' Εξ αιτ ί ας δχι δ ικη ς μου άλλά του κορμιου μου, άν ύ πάρχει δ ιαφορά καμμ ί α. ' Εδώ κα ί δ Ταξ ι άρχη ς ενδίδει σ έ παρορμήσεις. Μπαί νει δ Ν ίκ, χαιρετάει μ έ νευμα κα ί τίς τρεί ς μας , ρ ίχνει ματι ά στό δωμ άτιο. Πά ει κι αότός στή θέ ση του πίσω μου, δ ρθ ιος. Τό σο κοντ ά πού ή μύ τη της μπότας του άγγίζ ει τό πόδι μου . Σκόπιμα; Πάντως ά γγιζόμαστε, μέ «μεσάζοντα» δύ ο δερμά­ τινα ε ίδη . Ν ι ώθω τό παπο ύ τσι μου νά μα λ ακ ώ νει, αΙμα δ ρμάει κα ί κυκλοφορεί μέ σα του, άποχτ ά ει θερμότητα, μετα βάλλεται σέ δέ ρμα μου. Μ ετατοπίζω ελ!lφρά τό π όδ ι μου. «που ' ναι τος, άχ, μή μ ας ά ργ ήσει π άλι», λέ ει ή Κό ρα. «Π εριμ ένετε », λέ ει δ Νί κ. Μ ετακινεί τό πό δ ι του ε τσι πο ύ ά γγίζει π άλ ι τ ό δικό μου . . Α ποκ λ ε ί εται ν ά π ά ρει χαμπ ά ρι κανε ίς, οί δί π λ ες του φουστανιου μου τ ά κρ ύ βουν. Μετατοπίζομαι, πολλή ζέ στη �δωμέσα, ή δσμή ά πό μπαγιάτικο άρωμα μου φέρνει σ άν άναγού λα Α ποτ ρα βάω τό πό δ ι μου . • Η Σερένα μπαί νει, τή ν ά κο υ με άπό τή σκάλα, στόν δ ι άδ ρομο, τό μουντό χτύ πημα του μπαστουνιο υ της στό χαλί , τό ντού π­ ντού π άπ ' τό καλό της πό δ ι. Π ερν ά ει σ ά ν πεδ ικ λ ωμ έ νη τό κατ ώ φ λ ι, μι ά ματι ά π ά νω μας, μετρ ά ει κεφ άλια , δέ ν κοιτ άζ ει. Ν ευ μα της κεφαλη ς στόν Ν ί κ, δίχως νά μι λήσει. Ν τυμέ νη μ έ ενα ά π ' τ ά κα λύ τερ ά της φορ έ ματα, οό ραν ί μέ λευκό κέντημα στή μπορντού ρα του π έπ λου: ά νθάκια φουσκωτά. ' Α κόμη καί σ ' αό τή τή ν ή λ ικ ί α δέ ν κρατι έ ται, θέλει ν ά � μφανίζεται πι ά άνθ οστε­ φανωμένη. � Α χρηστα σου εΙ ναι, της φωνάζω μέ σα μου, τό πρόσωπό σου πετρωμένο, δέ ν εχεις που ν ά τ ά βάλεις πλέον , �σά πισες . Τά άνθ η εΙ ναι τ ά γεννητικά δ ργανα τών φυτ ών, τ ό ' χα δ ιαβάσει αό τό κ ά ποτε. Φ τ ά νει στή ν πο λυθ ρόνα της κα ί στό ύ ποπό δ ιό της, στρ έ φει , σκύ βει, κωλοκάθεται άχαρα. Τοποθ ετεί τό ά ριστερό της πό δ ι στό σκαμνάκι , ψαχουλεύ ει στήν τσέπη του μανικιου της. ' Α κο ύ ω τό θ ρ όισμα άπό τσιγαρόχαρτο , τό κ λί κ άπ ό τόν ά ναπτή ρα της , μου , ρχεται δσμή ά πό καμ έ νο χ αρτί, άπό καπνό , τ όν ε Ι σπνέω. « 'Ό πως π ά ντα καθυ στερημένος », λέ ει. Δέ ν άπαντ αμ ε. Θό ρυ.

1 12


βοι μικροί, καθώς πασπατεύει πάνω στό κομοδίνο, μετά �να κλίκ, ή τηλ εοπτική συσκευή άρχίζ ει νά λειτουργεί. Μιά ά ντρική χορωδία μέ δέρμα κιτρινο-πρασινωπό (πρέπει ά ν ρυθμίσουν τό χρώμα στή συσκευή) τραγου δάει «στόν ναό του Αίλγουντ, ελα νά εότυχήσεις». Χήσεις, χήσεις, χήσεις , άκομπανιά­ ρουν οί μπάσοι . • Η Σερένα άλλάζ ει σταθμό. Κύματα, χρώματα σέ ζίγκ-ζάγκ, γουργουρητά. Ό δορυφορικός σταθμός του Μ ονρεάλ εχει παράσιτα. Μετά �νας {εροκήρυκας, σοβαρός, μέ διαπεραστι­ κά μαυρα μάτια, γέρνει πρός τό μέρος μας πά νω άπό άμβωνα. UΟλη ή φάρα τους μοιάζουν σάν έπιχειρηματίες τώ ρα πλέον . • Η Σερένα του έπιτρέπει νά ύπάρξει γιά λίγα δευτερόλεπτα, μετά προχωράει γιά άλλο καν άλι. Κά μποσοι σταθμοί πού δέν λειτουργουν, μετά εΙδήσεις . • Η έκπομπή πού γύρευε. 'Ακουμπάει πίσω, εΙσπνέει βαριά. Έγώ, άντίθετα, σκ ύβω έμπρός, παιδί πού του δόθηκε άδεια νά καθίσει άργά μαζί μέ τούς μεγάλους . Τό μόνο καλό σ' αότ ά τά βραδιν ά, τά βράδια της Τ ελετης: εχω τό έλεύθερο νά κοιτάξω τίς εΙδήσεις. ΕΙναι σάν άγραφος νόμος της οίκογένειας: έμείς φτάνουμε πάντα στήν ώρα μας, έκείνος άργεί, ή Σερένα μας έπιτρέπει ν ά παρακο­ λ ουθήσουμε εΙδήσεις. �Eστω κι αότές πού μας σερβίρουν. Ποιός ξέρει άν εΙναι άληθινές, άν εΙναι σημερινές. Μπορεί νά 'ναι καί φίλμ άπό παλ ιά έπίκαιρα, μπορεί νά ' ναι καί σικέ. Δέ μέ νοιάζει όμως, εγώ κοιτάζω άχ όρταγα, μέ τήν ελπίδα μήπως πιάσω τήν άλήθεια κάτω άπ' αότά πού μας πλασάρουν. Πα λιά, όταν περιμέναμε νέα άπό δικό μας πρόσωπο πού ήταν σέ κίνδυνο, καί ή είδηση καθ υστε­ ρουσε, λέγαμε , ελλειψη εΙδήσεων ίσον καλό μαντάτο. Τώρα λέμε, άπό τό τίποτα, προτιμότερες καί ο{ σικέ εΙδήσεις . Πρώτα, ν έα άπό τό μέτωπο. Μέτωπο ενιαίο στήν οόσία δέν ύπάρχει: δ πόλεμος δείχνει σά νά συνεχίζ εται σκόρπιος σέ πολλά μέρη, ταυτόχρονα . Λόφοι μέ δέντρα, λήψη άπό ψηλά. Τά δέντρα σέ χρώμα κιτρινιάρικο. νΕτσι μου ρχεται νά της φων άξω, πάτα μωρή τό κουμπί νά φτιάξει τό χρώμα! Τά ύψίπεδα τών ' Αππαλαχίων, άκούγεται δ σχολιαση\ς, όπου ο{ � Αγγελοι της ' Αποκαλύψεως, •

1 13


τετάρτ η μεραρχία, έξοντώνουν μέ καπν ογόνα εναν θύλα κο γεμά­ τον άντάρτες Βαπτιστές, μέ κάλυψη άπό τό 21 ο Τάγμα 'Αγγέλω ν του Φωτός. Μας δ είχνουν δύο Ελικόπτερα μαυρα. Στά πλαϊνά τους εΙναι ζωγρ αφ ισμένα άσημιά φτερά. 'Αποκάτω, ενα όλόκλη­ ρο κομμάτι του λόφου, δλο δέντρα, τινάζεται στόν άέρα. , Αμέσως μετά, ενας αΙχμάλωτος πολέμου, πρόσωπο μόνο. , Αξύριστ ος καί άπλυτος, άνάμεσα σέ δύ ο 'Α γγέλους μέ καθαρές, άτσαλάκωτες στολές. 'Ο αΙχμάλωτος δέχεται τσιγάρο άπό τόν εναν � Αγγελο, μέ τά δεμένα χέρια του τό χώνει άδέξια στό στό μα του. 'Υπόλε•ιμμα χαμόγελου μέ στραβωμένο στόμα. 'Ο έκφωνητής λέει κάτι, έ γώ δμως δέν τόν άκούω: κοιτάζω ίσια μέσα στά μάτια του άντρα, ν' άποφασίσω τί σκέφτεται. Ξέρει πώς τόν παίρνει ό φακός. Τό χαμογελάκι τί σημαίνει; Πρόκληση ή περιφρόνηση; �H ά μηχανία έπει δή τόν αΙχμαλώτισαν; Μα ς δείχνουν πάντοτε νίκες. Π οτέ ύποχώρηση. �E, ποιός κάνει κέφι τά δυσάρεστα; Αύτ ός ό αΙχμάλωτος μπορεί νά 'ναι καί ήθοποιός, τόν προσλάβανε νά παίξει τόν ρόλο αΙχμαλώτου. που ξέρεις. Τώρα ή φάτσα του έ κφων ητή. Μας άντιμετωπίζ ει στοργικά, πατρικός. ' Η ματιά του μας τυλί γει μέσα άπ ' τό γυαλί. Μέ άψογα μαυρισμένο δέρμα, μάτια διαποτισμένα άπό εΙλικρίνεια, ρυτίδες πού φανερών ου ν σοφία, ό Ιδε ώδης μέσος παπούς. Αύτά πού μας λέει, ύποδηλώνει τό άδολ ο χαμόγελό του, εΙ ναι γιά τό καλό τό δικό μας. 'Όλα θ' άποκατασταθουν σύ ντομα. Σας τό ύπόσχομαι, θά έπικρατήσει εΙρήνη. Δείξετε έμπιστοσύνη, δπως όφείλετε. Καί νά πατε γιά ()πνο, σάν καλά παι δάκια. Μα ς λέει αύτό πού λαχταραμε νά πιστέψουμε. Εlναι πολύ πειστικός. Πα λεύω νά μή μέ πείσει. Μ οιάζει μέ συνταξιοϋχο κινηματο­ γ ραφικό άστέρα, λέ ω μέσα μου, πλ αστική όδοντοστοιχία καί φάτσα μεταποιημένη άπό πλαστική έγχείρηση. Ταυτόχρονα δμως μέ παίρνει μέ τό μέρος του, λές καί μέ ύ πνώτισε. "Α ν γινόταν νά 'ναι άλήθεια δλα τουτα. � Αν γινόταν νά μπορ ώ νά πιστέψω. Τ ώρα άνακοινών ει π ώς ενα δίκτυο κατασκοπίας έξαρθρώθηκε 1 14


χάρη σέ μιά δμάδα Παντεπόπτες πού συνεργάστηκαν μ ' εναν πληροφοριοδότη, διπλό πράκτορα. Τό δίκτυο διοχέτευε πολύτι­ μο l:θνικό ύλικό πρός Καναδά. «Σ υνελάβομεν πέντε μέλη τής αΙρ έσεως τών εΙδωλολατρών Κουακέρων», λέει χαμογελώντας θριαμβευτικά. "Κα ί περαιτέρω συλλήψεις άναμένονται». Τούς δύο άπ ' το ύς Κ ουά κερους μας τούς δε ίχνουν Αντρόγυ­ . νο Μοιάζουν τρομοκρατημένοι, δμως άγωνίζ ονταί νά διαφυλά­ ξουν λίγη άξιοπρέπεια μπροστά στό ν φακό. Ό άντρας εχει ενα μεγάλο μπλάβο σημάδι στό μέτωπό του Ο πέπλος τής γυναίκας εΙ ναι ξ εσκισμένος, καί μέρος άπό τά μαλλιά της πέφτουν άχτένι­ στα στό πρόσωπ ό της. Κα ί οΙ δύο γύρω στά πενήντα. Τώρα βλέ πουμε μία πόλη, λήψη άπό άέρος ξανά. Αύτό πού βλέπετε, ηταν τό Ντητρόιτ. Κά τω άπ ' τή φωνή τού l:κφωνητή, θόρυβοι πού ύποδηλώνουν πυροβολικό. Στό βάθος, καπνός άνέρ­ χεται πρός τόν ούρανό. « 'Η l:πανεποίκισις τών Tέιcvων τού Χά μ συνεχίζεται κατά τό πρόγραμμα», λέει Τι l:φησυχαστική ροζέ φάτσα, πάλι στήν όθόνη τώρ α. «Τρείς χι λιάδες ά φίχθησαν αύτή τήν �βδoμάδα εΙς τήν Εθνική Πα τρώα • Εστία ύπ ' άριθμόν ενα, μέ άλλες δύο χιλιάδες κεφάλια tJπό διαμετακόμισιν". Πώ ς καταφέρνουν καί διακινούν τόσους πολλούς μαζί; Μέ τραίνα, λεωφορεία; Αύτό πάντως δέν μας τό δείχνουν. Ή Πατρώα 'Εστία tJπ ' άριθμό ν ενα βρίσκεται στή Βόρεια Ντακότα. 'Ένας Θεός ξέρει τί "l:ργασία» τούς καρτερεί μόλις άριβάρουν l:κεί πέρα. Κατά τή θεωρία, τούς προορίζουν γιά χτηματίες . • Η Σερένα Τζόυ δέν κάνει κέφι πιά εΙδήσεις. Ανυπόμονα, πατάει τό κουμπί γιά άλλαγή σταθμοϋ, καί της βγαίνει ενας ύπερώριμος μπασοβαρύτονος, τά μάγουλά του σάν άδεια μαστά­ ρια. Τραγο υδά ει τό "Ψιθυριστά Τι l:λπίδα» άλλά Τι Σερένα τό ν .

.

.

κόβει πάνω στήν κορώνα. Περιμένουμε. Ακούγεται τό ρολόι τοϋ διαδρόμου τίκ-τάκ. Μέ l:πιμέλεια. Ή Σερένα άνάβ ει κι άλλο τσιγάρο, l:γώ μπαίνω στό άμάξι. Πρ ωινό �νός Σαββά του �νός Σεπτεμβρίου, έχουμε άκόμη τ' άμάξι. Αλλοι στό μεταξύ άναγκάστηκαν νά πουλή•

W

1 15


σουν τά δικά τους. Τ' δνομά μου δέν εΙναι ή τέτοια του Φρέντ, δι αθέτω ενα άλλο δνομα, πού κανείς δέν τό μεταχειρίζ εται τώ ρα έπειδή εΙναι λησμονημένο. Λέω μέσα μου δέν εχει σημασία, τ' δνομά μου εΙναι σάν τό ν άριθμό του τηλεφ ώνου σου, μονάχα στο ύς άλλους χρησι μεύει. • Ωστόσο, αυτό πού λέω μέσα μου εΙναι λάθος, εχει σημασία. Δέν δηλώνω πώς γνωρίζω τ ' ό νομά μου, τό κρατώ σέ κρύπτη, εναν θησαυρό πού θά έπιστρέψω νά ξεθάψω μιά μέρα. Σκέφτομαι τ ' δνομά μου σάν κάτι ένταφιασμέ­ νο. Τό όνομα εχει εναν δικό του γαλ αξία γύρω του, σάν χαϊμαλί διαβασμένο άπό μάγο, κατάλοιπο άπό ενα δυσφά νταστο μακριν ό παρελθόν. Ξαπλώ νω στό μον ό κρεβάτι τή νύχτα, τά μάτια μου κλειστά, καί τ ' όνομα πλέει πίσω άπό τά βλέφαρά μου, δχι πολύ προσι τό, κατάφωτο μέ σα στό σκοτάδι. ΕΙναι σαββατιάτικο πρωινό Σεπτεμ βρί ου, φοράω τό κατάφω­ το ό νομά μου. Τό μικρό κορίτσι πού τώ ρα εΙναι πεθαμένο κάθεται στό πίσω κάθισμα μέ τίς δύο καλύτερές της κουκλες, τόν λαγό τό ν γεμισμένο μέ τρι μμένο άχυρο, καταλερωμένον άπό χρόνια άγάπης. Κατέχω τήν κάθε λεπτομέρεια. Σαχλο-ρομαντικές λε­ πτομέρειες, άλλά αυτές διαθέτω, τί νά γίνει. Δέν εΙναι φρόνιμο ν ά συλλογίζομαι τόν λαγό πολλή ΌSρα, δέν έπιτρέπεται ν' άρχίσω τά κλάματα έδώ, πάνω στό κιν έζικο χαλάκι, εΙσπνέ οντας τό ν καπν ό πού πρίν κυκλοφόρησε μέσα στό κορμί τ ης Σερένας. Έδώ δχι, όχι τώρα, άστο γι ά μετά. της εΙχε μπεί ή Ιδέα πώς φεύγαμε γιά έκδρομή. Δηλαδή εχει εν α έκδ ρομικό πανέ ρι στό πίσω κάθι σμα, δίπλα της, μέ φαγητό μέσα: α ύγά σφιχτά, θέρμος, τά άπαραίτητα. Δέν τήν ά φήσαμε νά καταλάβει πο() πηγαίναμε, δέν θέλαμε νά της ξεφύγει κάτι άπό λάθος, νά μαρτυρηθουμε άν τυχόν μας σταματουσαν. Δέν θέλαμε νά τή φορτώ σουμε μέ τήν άλήθ εια. Έγώ φοράω τίς έκδ ρομικές μου μπότες, αυτή τά σπορτέξ. Τά κορ δόνια τους εΙχαν ε να σχέδιο μέ καρδουλες, κόκκιν ες, βυσσι­ νιές, ρόζ καί κίτρι νες. ν Εκανε ζέστη, άνάλογα μέ τήν έποχή, τά φύλλ α εΙχαν π άρει νά κιτρινίζ ουν, μερικά. • Οδηγουσε δ Λουκας, έγώ δίπλα του, δ ήλιος ελαμπε, δ ουρανός γαλάζι ος, τά σπίτι α καθώς τά προσπερνούσαμε ε μοιαζαν ήρεμα, τό καθένα μιά π αρη1 16


γοριά. Κάθε σπίτι, καθώς τό ά φήναμε πίσω, έξαφανιζόταν μέσα σέ χρόνο παρωχημένο, ή εΙκόνα του κατέρρεε μέ σα σέ μιά στιγμή, σά νά μήν εΙχε χτιστ εί ποτέ ά φου έγώ δέν θά τό ξ ανάβλεπα πλέον ποτέ -ετσι νόμι ζα. Δέν εχουμε πάρει σ χεδόν τίποτα μα ζί μας, δέν θέλουμε νά φαινόμαστε πώς άναχωρουμε όριστι κά γιά κάπου μακρ ιά. �Eχoυ­ με τά πλαστά διαβατήρια, έγγυημένα, χαλάλι τό εξοδο. Δέ μπορούσαμε νά πληρώσουμε σέ χρή μα, φυσι κά, ή νά τά περάσου­ με άπό ταμιευτηριοπι ουτερ. Πληρώσαμε σέ εΙδος: χρυσαφικά της γιαγιας μου, μιά συλλογή γραμματόσημα άπό εναν θείο του Λουκα. Αύτά τά ε ίδη σου τ' άγοράζ ουν σέ μετρητά σέ άλλες χώρες. Μόλι ς φτάσουμε στά σύνορ α θά δηλώσουμε δτι παμε γιά μιας ήμέρας διαμονή. ΟΙ πλαστές βίζ ες Ισχύουν γιά μία μέρα. Λίγο πιό πρίν, θά της δώσω ύπν ωτι κό, νά ' ναι άποκοι μισμένη δταν περναμε . �Eτσι δέν θά μας μαρτυρήσει. Δέν εχεις τήν άξίωση άπό παι δί νά λέει ψέμα μέ πειστικότη τα. Κ αί ο()τε θέλω νά ' ναι τρομαγμένη , νά νιώσει τόν φόβο πού μου πιάνει σά μέγγενη τούς μυς μου έμένα, μου κοκαλώνει τή σπον δυλ ική μου στήλη, μέ κρατεί τόσο σφιγμένη πού εΙμαι σί γουρη πώς θά πέσω κάτω σέ θρύμματα ε τσι καί μ' άγγίξουν. Κάθε φακός πού μας σταματάει εΙναι κι άπό μία δοκιμασία τής άντοχής μας. Θά διανυκτερε ύσουμε σ' ενα μοτέλ ή , όχι, θά κοιμη θουμε στό άμάξι καλύτερα, σέ κανέ ναν δρομάκο δίπλα στήν έθνική όδό, νά γλυτώσουμε έρωτήσεις έπί φοβες . Καί θά περάσουμε άπέναντι τό πρωί. Θά περάσουμε τή γέφυρα μέ τ ' άμάξι μας ε ()κο λα, σά νά πηγαίναμε στό σουπερμάρκετ. Μπαίνουμε στόν αύτοκινητόδ ρομο μέ κατεύθυνση πρός βό­ ρεια, προχωραμε άνετα, ή κίνηση δέν εΙναι πολλή. Άπό τότε πού άρχισε ό πόλεμος, ή βεν ζίνη εΙναι άκριβή καί στή χορηγουν σέ μικρές ποσότητες. Βγαίνουμε άπό τήν πόλη, περναμε άπό τόν πρώτο σταθμό έλέγχου. Μόνο τήν άδεια ζ ητουν ν ά δουν, ό Λουκας τά πάει μιά χαρά. • Η άδεια εχει τά ίδια στοιχεία μέ τό διαβατήριο, τό λογαριάσαμε κι αύτό. Συνεχίζ ουμε πάλι, ό Λουκας δδηγεί καί μου σφίγγει τό χέρι. 117


Μέ κοιτάζει. ΕΙσαι άσπρη σ ά σεντόνι, μοϋ λέει. Πώς αΙσθάνεσαι; Πώς αΙσθάνομαι: � Ασπρο. Δύο διαστάσεων. Έ πίπεδη . Δ ι ά­ φανο άντικείμενο. �Eτσι νομίζω π ώς εγινα. Καί πώς, βέ βαια, αύτο ί μποροϋν ν ά δοϋν διαμέ σου μου, σ άν άπό τζ ά μι. Τό χειρότε­ ρο: πώς θ ά μπορέσω νά συμπαρασταθώ στόν Λουκά, στήν μικρή, άμα εΙμαι ενα άντικείμενο l:πίπεδο καί λευκό. ΑΙσθ ά νομαι σ ά ν ά μή ν εχει άπομείνει πολλή Gλη άπό μένα. Αύτοί θά περ ά σουν μέσα άπό τ ά χέ ρια μου, σά ν ά εΙμαι πλασμένη άπό καπνό, σ ά νά εΙμαι άντικατοπτρισμός πού άναλιγώνει μπροστά στό βλέμμα τους. Μήν τό σκέφτεσαι, θά μέ συμβού λευε ή Μόιρα. �Eτσl καΙ τό σκεφτείς, τό καλείς νά συμβεί. Κου ρ άγιο, λέει δ Λουκάς. • Οδηγεί μιά Ιδέα πιό γρήγορα τώρα. Ή άδρεναλίνη εχει άρχίσει ν ' άνεβαίνει στόν l:γκέφαλό του. Τώρα τραγου δάει. �Ω , τί γλυκό, τί γλυκό πρωινό, τραγου­ δάει. , Α κόμη καί τό τραγο ύδη μά του μέ άνησυχεί. �Eχoυμε προει­ δοποιηθεί ν ά μή δείχνουμε ίJπερ βoλΙK ά εύχ αριστημένοι.

1 18


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ

Ο ΤΑΞΙΑΡΧ ΗΣ χτυπάει τήν πόρτα. Τό χτύπημα τό προβλέ πει ό

κανονισμ ός: ή σάλα θεωρ είται έπικράτεια της Σερ ένας Τ ζόυ κι α ύτός πρέπει νά ζητήσει άδεια εισόδου. της άρέσει νά τόν ά φήνει λιγάκι σέ άναμονή. Ψίχουλο, άλλά στό κοιν όβιό μας τά ψίχουλα ύποκαθιστουν πολλά. Πά ντως άπόψε δέν της παραχωρ εί ο()τε αύτή τήν πενιχρή νί κη, γιατί προτου άνοίξει τό στόμα της νά μιλήσει, έκείνος παρουσιάζ εται καί είσχωρεί στό δωμάτιο. Μπορεί νά λησμ όνησε τήν έθιμοταξία. Μπορεί δμως νά 'ναι καί προμε λετημένο. Π οι ός νά ξέ ρει τί του εΙ πε κατά τό δείπνο, στ ό τραπέζι μέ τό έπάργυρο σερβίτσιο. ·Ή τί ΔΕΝ του εΙπε. ' Ο Τα ξιάρχης φοράει τή μαύρη του στολή, πού τόν κάνει σά φύλακα μουσείου. Σέ ήλικία δπου πλησιάζει γιά σύνταξη. Σε ρνι­ κός προσηνής, άλλά μέ μιά περίσκεψη , βασικός στ όχος του πώς νά σκοτώσει τήν ιiSρα του: αύτό πλασά ρει μό λις μπεΙ Μ ετά, δ είχνει σάν τραπε ζικός διευθυντής τών καουμπ όυκων περιοχών, μέ ϊσια άλλά άρμοδίως βουρτσισμένα άσημιά μαλλιά, ϋφος σοβαρ ό, ώμοι λιγάκι σκυφτοί. Κα ί άπό κοντά τό μουστάκι του, ά σημί κι αύτό, τό πηγούνι του -αύτό άποκλε ίεται νά μήν τό προσ έξεις. 'Όταν τό μά τι σου κατέβει ιiSς τό πηγούνι του, τόν περνας γιά διαφή μιση βότκας σέ γυναικουλίστικο περιοδικό, έποχών πεθαμένων. ' Ο τρόπος του εΙναι μειλίχιος, τά χέρια του μεγάλα μέ χοντρά δάχτυλα καί άρπαχτικούς άντίχειρες, τά γαλάζ ια του μάτια άποκλ είουν έπικοινωνία, παραπλανητικά, άκακα. ' Η ματιά του μας έγκλωβίζ ει δλους, σάν νά κά νει άπογραφή άποθήκης. Μ ιά γονατιστή γυναίκα μέ κόκκινα, μία καθισμένη γυναίκα μέ γαλά­ ζια , δύο μέ πράσινα, σρθιες α ύτές, ενας άντρας μό νο, λεπτοπρ ό­ σωπος, στό πί σω μέρος τ ης είκόνας. Κατορθώ νει νά δείξει ά πορημένος, σά νά μή δύναται νά α ίτιολογή σει πώς, μέ ποιό τρ όπο βρεθήκαμε δλοι έδώ. Σάν νά εϊμαστε άντικε ίμενο πού κληρ ον όμησε, ας πουμε ενα βικτωριαν ό άρμό νιο μέ φυσούνα, καί 1 19


δέν Ε-χει ξεκαθαρίσει πώς νά μας διαθέσει. Καί σέ ποι ά τιμή . Νεύε ι πρός τήν κατεύθυνση της Σερένας Τζόυ άλλά κ ά πως ά όριστα, έ κείνη μένει βου βή . Κατευθύνεται πρός τήν ευρύ-χω ρη δερμάτινη πολυθρόνα, τό προσωπικό του κ άθισμα, βγ άζει κλειδί ά πό τήν τσέπη του, πασπατ εύει τό δερμ ά τινο κουτί μέ τ ίς περίτε-χνες μπρούντζινες γωνιές στό τραπεζ ά κι δίπλα του. Χώνει τελικ ά τό κλειδί, ά νο ίγει τό κουτ ί , τό -χέρι του ύψώνεται κρατών­ τας τή Βί βλο, άπλή εκδοση μ έ -χρυσόδετες τίς γωνιές στό μαϋ ρο εξώφυλλο. Τή Βίβλο τή φυλανε κλειδωμένη , δπως ίiλλoτε ο{ νοικοκυ ρ άδ ες κλείδωναν τό τσ ά ι, ν ά μή ν τό κλέβουν ο{ ύπηρέ­ τριες . Θεωρείται έμπρηστικό έξά ρτημα' γύ ρευε πώς θ ά τό -χ ρησι­ μοποιούσαμε Ετσι κι έπεφτε στ ά -χέρια μας. Μας εΙ ναι έπιτρεπτό ν ' άκοϋμε άποσπάσματα άπό κείνον, άλλά δέ ν μας επιτρέπεται ν ' άναγνώσουμε έμείς. Τά κεφ ά λια μας στ ρέφουν πρός τό μέρος του, μας κυριεύει προσδοκία, τό παραμυθ ά κι μας γι ά νά μας πάρει δ ύ πνος . • Ο Ταξι άΡΊης κ άθεται, σταυ ρώνει τά πόδια κ ά τω άπό τά βλέμματά μας. Ό σελιδοδείκτης στή θέση του. ' Α νο ί γει τό βι βλίο. Ξεροβή-χει, σά ν ά εΙ-χε τ ρ ά κ. "Θά μποροϋσα ν ά ε-χω ενα ποτή ρι νερό »; λέει γενικ ά . " Παρα­ καλώ», προσθέτει μετ ά . Πίσω μου, μ ία άπό τίς δύ ο, ή Κό ρα ή ή Ρίτα, έγκαταλείπει τό -χώ ρο της στό tableau-vivant πού σ-χηματίζουμε, καί ξαμολιέ ται γι ά τή ν κουζίνα. Ό Ταξιάρ-χης κάθεται, τό βλέμμα κ ά τω. Ό Ταξιάρ-χ ης άναστεν άζει, βγ άζει γυαλι ά μυωπ ί ας άπό τήν τσέπη τοϋ γιλέκου του, μέ -χ ρυσό σκελετό, τ ά φοράει άθό ρυ βα. Τώρα μοιάζει μέ τσαγκ ά ρ η σέ παλιό βιβλίο παραμυθιών. Δέν Ε-χουν τέρμα ο{ μεταμορφώσεις του σέ άγαθοποιό πνεϋμα. Τόν περιεργαζόμαστε, κά θε πόντο τοϋ κορμιοϋ του, κάθε πετ ά ρ ισμα τών βλεφ ά ρων. . Α ρσενικός κ άτω άπό τή ν διε ρευνητική ματι ά θηλυκών. Π ρ έπει νά αΙσθάνεται παράξενα. Ν ά τ ίς νιώθει γύ ρω του, μέ τ ί ς ματιές τους άσβηστους π ρ οβολείς άπ ά νω του . Ν ' άναρωτιοϋνται αυτές: Τί θ ά κ ά νει δ τύπος τ ώ ρα; Καί τώ ρα. Ν ά τίς νιώθει πώς 1 20


δειλιάζουν άκόμα καί στή ν παραμικρή , άθώα κ ί νηση τού κορ­ μιού του, δταν άπλώνει τό χέρι πρός ενα σταχτοδοχείο ίσως. Νά τ ίς νι ώθει δτι τόν καρατ ά ρουν. Νά τ ίς κ ά νει τσακωτές πού συλλογίζονται, π άσχει άπό άνικανότητα 6 τύπος , δέν μας κά νει, δμως, θέλουμε δέ θέλουμε, αυτός εΙναι, σ ά νά ' ταν φουστ ά νι περασμένης μόδας ή φτηνι ά ρικο, πού δμως πρέπει ν ά (καί θ ά) φορεθεί έπειδή δέν υπάρχει άλλο διαθέσιμο. Νά τ ίς νιώθει έκεί, πού τόν προ βά ρουν, τόν ένδύονται, μετ ά ά ν τόν βγ άζουν, τήν ίδια στιγμή πού κι αύτός μπαίνει μέσα τους γι ά δ οκιμή , δπως τό άνθρώπινο πόδι πού μπα ί νει σέ κάλτσα, έπικάθονται π ά νω στό καβούκι του, τή ν κεραία του, στό άνυπε­ ρ ά σπιστο, έκτεθειμένο μ άτι πού εχει 6 γυμνοσ άλ ιαγκας στή ν άκρη τής κεραίας του, αυτό πού προωθείται, τεντ ώνε ται, ταλαν­ τε ύ εται, κα ί ξαναμπαίνει στό καβού κι του μόλις κ άνει λάθος έπαφή ' μετ ά ξαναβγαίνει τεντωτό, μέ κ ά πως πιό πρησμένη τήν άκρη του, προχωρ άει ίσια μέσα τους σάν π ά νω σέ φύ λλο, ίσια μέσα τους, μέ μιά λαιμαργία ν ' άποχτή σει δ ραση. Ν ά πραγματο­ ποιήσει δ ραση μ ' αυτόν τόν τρό πο, αυτό τό ταξίδι έκτός τού σκοταδ ιού αυτού πού άποτελείται άπό γυναίκες, άπό μία γυνα ί κα, γυναίκα πού μπορεί νά βλέπει καί στά σκοτ άδ ια ένώ αυτό, δ ηλα δή έκείνος, παλεύει καί προχω ρ ά ει μπροστά ερποντας τυφλά . Καί ή γυναίκα τόν παρατη ρεί άπό τά μέσα. 'Όλες τόν παρατ η ρού με. ΕΙναι πρ ά ξη πού μπορούμε νά πραγματοποιή σου­ με, κα ί δχι δίχως κέ ρδος: ετσι κα ί στραβοπατήσει αυτός, λαθέ­ ψει, είτε πεθ άνει, τ ί θ ' άπογίνουμε έμείς; Καθόλοιι παρ άδοξο πού εΙναι δμοιος μέ μπότα, ντού ρος έξωτερικά, παρέχει σχή μα στή ν άμορφη ζύμη πού εΙναι ή νεοφώτιστη . Αυτό ευχόμαστε. ' Εγώ τόν έποπτεύω κ άμποση ώ ρα, δμως δέν έ κδη λώνει σημάδια ένδοτι­ κότητας. 'Όμως φυλάξου, Ταξι ά ρχη, τού λέω μέσα μου . Ή ματι ά μου σταθμεύει έπάνω σου. Μ ία λάθος κ ί νηση, καί θά θανατωθώ. 'Όπως καί νά ' χει, θά ' ναι κό λαση νά εΙσαι άντρας ετσι. Μωρέ μιά χαρά θά ' ναι. uH καί κόλαση . Γεμάτη άπό υψηλή σιωπή. 121


Τό νερό προσκομ ίζεται, δ Ταξι ά ρχης τό π ί νει. « Εύχαριστώ» , λέει. Θρόισμα, καθώς ή Κ όρα ξαναπάει στή θέση της . • Ο Ταξ ι ά ρχης σέ παύση άναμονής, μέ τή ματ ιά κάτω, έξετ άζει τή σελίδα. Μέ τό πά σο του , σ ά ν νά μή ν εχει εΙδοποιηθεί γιά τήν παρουσ ί α μας . Μοι άζει μέ κ ά ποιον πού πιλατεύει άνό ρεχτα μιά μπριζόλα, σέ τραπεζ ά κι έστιατορ ί ου δίπλα σέ παρ άθυρο, καί καμώνεται πώς δέν εΙδε τ ά μά τια πού τόν παρακολουθουν άπ ' τό πεινασμένο σκοτ άδι άπέξω, μό λις ενα μέτρο πιό κεί άπ ' τόν άγκώνα του Εμείς γέ ρνουμε λίγο πρός τό μέρος του, ρινίσματα π ρός τόν μαγνή τη. �Eχει στή δ ιάθεσή του κ ά τι πού δέν κατέχου­ με, εχει τό προνόμιο τής γραπτής λέξης. Πού πολύ άσκοπα τό σπαταλούσαμε, κ ά ποτε. Σάν άπρόθυμα, δ Ταξ ι ά ρχης άρχίζ ει άνά γνωση. Δέν τ ά πολυ­ καταφέ ρνει. � H βαριέται. Ή μόνιμη παραβολή , οί μόνιμες παραβολές. Ό Θεός στόν . Αδάμ, δ θεός στόν Ν ώε. Α ύξάνεσθε καΙ πληθύ νεσθε καΙ πληρώσατε τήν γην. Μετ ά πι ά νει τ ά ίδια κα ί τ ά ίδ ια, τήν παλαιοτ άτη μπού ρ δ α περί Ραχή λ καί Λείας, άλλη μιά δό ση άπ ' αό τ ά πού μας έφλό μωναν κα ί στό Κέντρο ' Ε κπαιδε ύ σεως . . . δός μοι τέκνα· ε/ δέ μή. τελευτήσω έγώ· μή άVΤΙ Θεου ε/μι. ος έστέρησέ σε καρπον κoιλIaς; Ίδου ή Πf"δίσκη μου Βαλλά· εrσελθε προς αύτήν. καΙ τέξεται έπΙ τών γονάτων μου και τεκνοποιήσομαι κάγω έξ αύτής. Καί δώσ ' του ν ά ' χει, καί φτού ξανά ή Λεία καί ή άδερφο ύ λα της. Μας τό εψελναν κ άθε πρω ί στή ν καφετέρια του γυμνασ ί ου, άπαραίτητο συμπλή ρωμα στό πό ριτζ μέ κρέμα καί σκού ρα ζάχαρη. Γ ιά σας, κα ί του πουλιου τό γ άλ α, δπως βλέπετε, ή Νονά Λυδία μας κανοναρχου σε. �Eχoυμε πό λεμο κα ί τά είδη δίδονται μέ δελτίο. ' Εσείς είσαστε τ ά κακομαθημένα μας κοριτσό πουλα -καί πετά­ ριζαν τά τσ ίνορά της λές καί μ άλωνε γατ ά κι. Πειραχτή ριο, γατού λι μου έσύ . .

Μέ τό μεσημεριανό, είχαμε τού ς Μακαρισμούς. Μακά ριος δ έτου τος, μακάριος δ τάδε. Μας τό ' βαζαν στό πικάπ, ή φωνή ήταν άντρική . Μακάριοι ο; πτωχοΙ τφ πνεύματι. δη αύτών έστΙ ή βασιλεία τών ούρανών. Μακάριοι οΙ έλεήμονες. Μακάριοι ο; πραείς. 1 22


Μακάριοι οί tv σιωπf! τελοϋ ντες. ν Η ξερα πώς αότό τό τελευταίο ήταν δ ική τους κοτσ άνα, παραχ άραξ η , ή ξερα πώς εΙ χαν μπου ρ­ δουκλώσει τή σειρ ά , ή ξερα πώς άφηναν άπόξω κ ά μποσες φρ ά­ σεις άλλά δέν εΙ χα τρόπο ν ά τό τσεκ ά ρω. Μακάριοι οί πενθοϋ ντες, δτι a.ι}τoI παρακληθήσονται. Παρακληθήσονται θ ά πεί: παρηγορηθοϋν. Πότε δμως, δέ μας λέγανε, κανείς. ν Ε ρχεται τό επιδό ρπιο, άχλάδ ι κονσέρβα μέ κανέλα. Μόνιμα, κοιτ άζ ω τό ρολόι καί άναζητώ μέ τή ματι ά τή Μόιρα, δυό τραπέζια πιό πέρα. Δέν εΙναι στή θέση της. Ση κώνω τό χέρι, μοϋ δίνεται άδεια. Αυτό τό κά νω πολύ άραιά καί π άντα σέ διαφορετι­ κές ώρες. Στούς λουτη ρες , π άω στό τελευταίο χ ώ ρισμα, όπως π ά ντα. , Εδώ εΙσαι; ψιθυρ ίζ ω. Μεγαλόσωμη σ άν τή ζωή καί άλλο τόσο άσχημη , ή Μόιρα μοϋ ψιθυρ ίζε ι κι αυτή. Τί άκουσες; τή ρωτ άω. Ψιλοπράματα. Π ρέπει ν ά τήν κοπανή σω, θ ά π άθω έδω μέσα. Πανικός μέ κυκλώνει. Μή , δχι, Μόιρα, λέω, μήν κ ά νεις καμι ά κουτουρ άδ α καί μον άχη σου. ν ο χι. Θά κά νω τήν άρρωστη. Σ τέλνουν νοσοκομειακό, εΙ δα κι άλλες. Μονάχα ως τό νοσοκομείο θ ά φτ άσεις. ΕΙναι μιά άλλαγή κι αυτό. Παρ ά νά κ άθομαι δώ ν ' άκού ω τήν κουφ ά λα τήν που ρέκλω. Θ ά σέ τσακώσουν. νΕννοια σου, σ ' αυτ ά έ γώ εΙμαι μανού λα. 'Όταν ή μουνα μικρή στό Γυμν ά σιο, σταμά τησα τή βιταμίνη C κι ε παθα σκορ βοϋτο. Στ ά πρώτα στ άδια δέν εΙναι σέ θέση νά κ ά νουν όρθή &ι ά γνωση. Μετ ά ξαναρχίζεις τ ά χ άπια σου καί σοϋ περν ά ει. Θά κρύψω τ ίς βιταμίνες μου. Μόιρα, μή . Δέ ν θ ' άντεχα στή ν ίδέα πώς δέν θ ά ' μενε εδώ, μαζί μου. Συνένοχός μου. Σέ ξαποστέλνουν μέ συνοδε ία δύ ο Φ ρουρούς, μέσα στό 1 23


νοσοκομειακό κι αότούς. Τό ' χεις ύπολογίσει; Τούς εχει γυρίσει τό μ άτι άνάποδα γι ά πή δ ηγμα αότωνών. ν ο χι γυναίκα ν ' άγγί­ ξουν, ούτε τό χέ ρι στή ν τσέπη δέν τούς άφήνουν ν ά χώνουν, γι ά ν ά μή ν τή ν πι άνουν. ν Εχω μι ά πιθανό τητα ν άΈσείς μέσα! 'Ώρα! Ή φωνή τής Ν ονας Ίσαβέλλας άπ ' τόν διάδρομο. Π ετ άχτηκα, τ ρ άβηξα τό καζανάκι. Δύο δάχτυλα τής Μόιρας ε καναν τήν εμφ ά νισή τους, στή ν τρύπα του το ί χου . Μον άχα δύο δάχτυλα χωρ ά ει. ' Α κουμπ ά ω τ ά δικ ά μου δάχτυλα στ ά δ ικ ά της, κλεφτ ά , τ ά σφίγγω. Τά άφήνω.

Καί εΙπε Λεία' δέδωκέ μοι δ θεος τον μισθό ν μου, dve ' ού έδωκα τήν παιδίσκην μου τφ dνδρί μου, δ Ταξιάρχης διαβάζει. ' Αφή νει τό βιβλίο ν ά πέσει, κλειστό. Μ ' εναν ήχο σ άν εξουθένωσης, σ ά ν πό ρτα καπιτονέ πού κλείνει άπό μόνη της, κ ά που μακριά: άέρας πού εξέρχεται άπό κύστη . Ο ήχος παραπέμπει στό άπαλό θ ρόισμα άπό φτενές σ άν φλού δ α κρεμμυ δ ιου σελίδες , πού τ ίς πασπατεύουν άνθρώπινα δάχτυλα. Κάτι άπαλό καί άποξη ρ αμένο, σ άν papier poudre, αίσθηση άπό κονιορτό καί χ ρώμα ροδί, άπό τόν πρ ίν καιρό, αύτό πού σου άφηνε τό άγγιγμα πολύ μικρών βι βλίων πού σέ μ ά γευαν σέ μαγαζ ά κια όπου πουλοϋσαν κεριά καί σαπούνια σέ σχή ματα άπροσδό κητα: κοχύλια θαλ ά σσια, μάνιτ ά­ ρια. Αίσθηση άπό τσιγαρόχαρτο. ' Α πό πέταλο άνθους . . Ο Ταξι ά ρχης κ άθ εται μέ τ ά μάτια κλεισμένα γιά μιά στιγμή , σ άν κου ρασμένος . ' Ε ργ άζεται πολλές ώρες. νΕχει πολλές εύθύ ­ νες . • Η Σερένα εχει άρχίσει ν ά κλαίει. Μπορώ καί τήν άκούω, πίσω μου. Δέν εΤ ναι ή πρώτη φορ ά . Π ά ντα τό κάνει αότό τή βραδιά της Τελετής. Προσπαθεί νά κλάψει δίχως ήχο. Π ροσπαθεί νά περι­ χαρακώσει τό κύ ρος της μπροστά μας. Τά μαξιλά ρια καί τ ά χαλι ά γ ίνονται σιγαστή ρες, δμως εμείς μπορου με καί τήν άκοl)με τελικά. • Ο ή λεκτρισμός πού γεννιέται άνάμεσα στήν άδυναμία αύτοελέγχου καί τήν προσπάθει ά της νά καταπνίξει, γεννάει τρόμο. Σά ν πορδή σέ ναό. Μέ γαργαλάει, δπως πάντα, μιά δ ι ά θεση ν ά βάλω τά γέλια, όχι δμως επειδή βρίσκω άστείο τό .

1 24


πράγμα . • Η όσμή των δακρύων της Ι:πικ ά θεται π ά νω μας καί μείς κ ά νουμε πώς τήν άγνοουμε. Ό Ταξι ά ρχης άνοί γει τ ά μά τια, καταγρ ά φει τό Ι:πεισόδιο, σμ ί γει τ ά φρύδια, τέρμα ή καταγραφή . «Τώρα, μι ά στιγμή σιωπηλής προσευχή ς », δ Ταξι ά ρχης λέει. « Έξαιτησόμεθα εόλο­ γ ί αν καί Ι:πιτυχ ίαν είς τ ά l:KacrtaXOiJ τολμή ματ ά μας ». Γέ ρνω τό κεφ άλ ι κα ί κλε ί νω τ ά μ άτια. Α φουγκρ άζομαι: φυλακισμένες εΙσπνοές, άσθματικές διακοπτόμενες ε κπνοές, δ τρομώδης θρόος πού συμβαίνει γύ ρω μου. Τή ν σκέφτομαι: πόσο θ ά μέ μισεί, λέω. •

Π ροσεύχομαι σιωπη λά: Nolite te bastardes carborundorum. Δέ ν γνωρίζω τ ί σημαίνει, όμως δ ήχος του εΙ ναι δ πρέπων, αότό διαθέτω καί άμα του γουστ ά ρει του Θεου, γιατί δέν γνωρίζω τ ί άλλο μπορω ν ά του πω του Θεου . Αότή τή στιγμή τουλ άχιστον. Τί άλλο ν ά του πω, ύπό τ άς παρούσας συνθή κας, κατ ά τήν παλαι ά τυπική φρ ά ση . • Η φρ ά ση ή γραμμένη μέ γρατζούνισμα στόν τοίχο τής ντουλ ά πας μου πλέει μπροστ ά μου, κλη ροδοτημένη άπό άγνωστη γυναί κα μέ τό πρόσωπο τής Μόιρα. Τή ν εΙδα ν ά άποκομίζεται μέ τό νοσοκομειακό, π άνω σέ φορείο πού τό κου βαλουσαν δύο μ Αγγελοι. Τί συμβαίνει; ε Ι πα, μέ κ ί νηση μόνο του στό ματος , άηχα, στή γυνα ί κα δίπλα μου. . Ακίνδυνη ή ερώτηση όπου κι άν τή ν άποτείνεις, Ι:κτός άπό φανατικό. Π υρετός, Ι:σχημά τισε μ έ τ ά χείλη της Ι:κείνη . Σκωληκοειδί­ τις, λένε. μΕτρωγα τό δείπνο μου Ι:κείνο τό βράδυ, λουκ ά νικα κα ί καβουρντιστό κιμ ά . Τό τραπέζι μου ήτ αν δίπλα στό παρ άθυρο, εΙχα θέα μέχρι τήν κεντρική πύ λη. Καί εΙδα τό νοσοκομειακό ν ά Ι:πιστρέφει, σειρή να δέν άκουγόταν τώρα. Π ή δηξε �ξω ενας μ Αγγελος, μίλησε μέ τόν Φ ρου ρό: δ Φ ρουρός προχώ ρησε μέχρι τό Οίκημα, τό νοσοκομειακό εμεινε σ βηστό. Ό μ Αγγελος στ άθηκε, πλάτη σέ μας, καθώς εχουν Ι:κπαιδευτεί ν ά στέκουν. Βγή καν δύ ο Ν ονές άπό τό Οίκημα, μαζί μέ τόν Φ ρου ρό, εστρι­ ψαν. Τρ ά βηξαν εξω άπ ' τ ' άμάξ ι τή Μόιρα, τή ν άνέβασαν 1 25


σέρνοντας άπό κεί μέχρι τά έμπρόσθια σκαλοπάτια κρατώντας την άπ' τίς άμασχάλες , ενας άπό κάθε μεριά. Β άδιζε σά νά εΙχε ξεμάθει νά περπατάει. 'Εγώ σταμάτησα τό φαί, δέ μποροϋσα νά φάω έγώ. Στό μεταξύ όλες ο{ όμοτ ράπεζες κοιτάζαμε άχό ρτ αγα εξω άπ' τό παράθυ ρο. Τό παράθυρο ήταν πρασινωπό, έπειδή μέσα στό τζάμι ε Ιχε άπό κείνο τό εΙδικό συρμα. ' Η Ν ονά Λυδία ε Ιπε: Φατε τό δείπνο σας. Π ροχώ ρησε καί κατέβασε τά παντζού­ ρια. Τή ν έπηγαν σέ μιά αίθουσα πού παλιά ήταν τό έπιστημονικό έργαστή ριο. Σ' αύτή τήν αίθουσα καμμία μας δέν εΙχε μπεί μέ τή θέλησή της. Μετά, δέ μποροϋσε νά βαδίσει έπί μία � βδoμάδα, τά πόδια της δέν χωροϋσαν στά παπούτσια της, πρησμένα, διπλά άπό τά παπούτσια της.' Α πό τά πόδια άρχιζαν, στό πρώτο παράπτωμα. Χ ρησιμοποιοϋσαν άτσαλένια καλώδια, μέ κόμπους στίς άκρες. 'Ύστερα, προχωροϋσαν στά χέρια. Δέν τούς άπασχο­ λοϋσε τί βλάβη προκαλοϋσαν στά χέρια είτε στά πόδια σου, μακά ρι καί μόνιμη νά 'ταν. Νά θυμόσαστε, ή Νονά Λυδία εΙπε. Γιά τούς σκοπούς μας, τά πόδια σας καί τά χέρια σας δέν εΙναι άπαραίτητα. ' Η Μό ιρα μεταφέ ρθη κε στό κρεβάτι της γιά παραδε ιγματισμό. Λάθος της νά τό έ πιχειρή σει, εΙδικά μέ Α γγε λο, ή V Α λμα εΙπε άπ' τό διπλανό κρεβάτι. Στό μάθημα τή ν πηγαίναμε ση κωτή. Κλέβαμε σακουλάκια ζάχαρη ά πό τήν καφετέ ρια, τή ν ιδρα τοϋ γεύματος καί της τά χαρίζ αμε τή νύ χτα λαθραία, άπό κρεβάτι σέ κρεβάτι. Δέν τήν ε{χε άνάγκη τή ζάχαρη , όμως ήταν τό μοναδικό πράγμα πού μπορούσαμε νά κλέψουμε. Γιά νά της κάνουμε δώρο. Συνεχίζω τήν προσευχή , δμως έκείνο πού βλέπω μπροστά μου εΙναι ο{ πατοϋσες της Μ όιρας, τί όψη εΙχαν όταν τή ν κου βάλη­ σαν πίσω. Τά πόδια της δέν εμοιαζαν μέ πόδια, διόλου. 'Έμοια­ ζαν ό μως μέ πόδια πνιγμένου, πρησμένα καί δίχως δστα. Μέ πνιγμένου πόδια έκτός άπ' τό χρώμα. νΕ μοιαζαν σάν πλεμόνια. V Ακου, Θεέ, προσεύχομαι. Nolite te bastardes carborundorum. Α ύτό τό εΙ χες προγραμματίσει; V

Ό Ταξιάρχης ξεροβήχει. Αύτό κάνει γιά νά μας εΙδοποιή σει πώς, 1 26


κατά τή γνώμη του, ιίSρα νά σταματήσουμε τήν προσευχή. « ΟΙ όφθαλμοί του Κ υ ρίου περιτρέχουν τή Γη , ίνα l:δραιωθΌ ή ' Ι σχύς Του εντός της καρ δίας δσων ίστ ανται άμωμοι κατέναντί του ", ε Ιπε. 'Ό μως τό σωστό εΙ ναι: "Ότι όφθαλμοί ΚυρΕου έπί δικαίους καί ώ τα αύτου εΙς δέησιν αύτών, πρόσωπον δε ΚυρΕου έπί ποιουντας κακά. Αύτό δη λώνει άπόλυση. U Εχουμε άδεια ν' άποσυ ρθου με.

127


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ

Η ΤΕΛΕΤΗ πραγματοποιείται «ώς συνήθως ».

Έγώ άνάσκελα, ντυμένη μέ δλο μου τόν ρουχισμό έκτός άπό τό λευκό, κατασκευασμένο μέ τίς προδιαγραφές ύγιεινής, έσωτε­ ρικό έσώβρακο. Αύτό πού θά βλεπα ετσι κι άνοιγα τά μάτια μου, θά ' τ αν δ φαρδύς, λευκός ούρανός άπ ' τό τεράστιο, άποικιακου στύλ κρεβάτι τής Σερένας Τζόυ, νά έπικρέμεται σάν κυρτό νέφος άποπάνω μας, σύννεφο πασπαλισμένο μέ μικρου λες σταλαγμα­ τιές άσημιας βροχής πού, άν τίς κοίταζες άπό κοντά, τελικά άνακάλυπτες πώς ήσαν τετραπέταλα άνθη. Δέν ή μουν σέ θέση νά βλέπω τό χαλί, πού εΙναι λευκό, ή τίς κεντητές κουρτίνες καί τό τραπεζάκι μέ τό δλο φουντες κάλυμμα, δπου βρίσκεται ή βούρ­ τσα μέ τήν έπάργυρη ράχη καί δ καθρέφτης. Μόνο τόν ούρανό του κρεβατιου. Πού εχει άναλάβει μ ' έ πιτυχί α νά θυμίζει, μέ τό άγανό ύφαντό καί τήν βαριά κοιλιά του, τό αΙθεριώδες των έπουρανίων, άλλά καί τή γήινη iJλη μαζί. νΗ καί Ιστίο καραβιου. Πανιά μέ τουρλωτή κοιλιά τ ' άποκα­ λουσαν, στά ποιή ματα. Πανιά κοιλαράδικα τά ελεγαν. Μέ προω­ θητική δύναμη τή φουσκωμένη κοιλιά. νΑχνη άπό Κ ρίνο τής Κοιλάδος μας κυ κλώνει, παγερό, διαπε­ ραστικό, κοφτερό σχεδόν. Δέν κάνει ζέστη έδωμέσα. Π ιό πάνω άπό μένα, πρός τό κεφάλι του κρεβατιου, ή Σε ρένα Τζόυ εχει πάρει θέση, ξαπλωτή. Τά σκέλια της άνοιγμένα, έ γώ κείμαι άνάμεσά τους, τό κεφάλι μου πάνω στή ν κοιλιά της, τό ή βικόν όστουν κάτω άπό τή βάση του κρανίου μου, τά μπούτια της μέ περ ι βά λλουν. Καί αύτή μέ πλή ρη ίματισμό. Τά μπράτσα μου ύψωμέ να. Ή Σερένα μου κρατεί τά χέρια μέ τά δικά της. Αύτό ύποδη λώνει πώς άποτελουμε σάρκα μία, �να πλάσμα. Στή ν πραγματικότητα, σημαίνει πώς αύτή εύαγγελίζεται τήν διαδ ικασία καί, α ρα, καί τόν καρπό τής τελετής. Α ν π ροκύψει. Τά δαχτυλίδια του άριστε ρου της χεριου ζουλανε τά δάχτυλά μου. Μπορεί νά εΙναι, ή καί νά μή ν ε Ιναι, έKδίΙCΗση . •

ν

1 28


' Η κόκκινη φούστα μου εχει άννψωθεί μέχρι τή μέση μου, αν καί ούτε πόντο παραπάνω. Κάτω άπό τή φούστα μου , δ Ταξιάρ­ χης βατεύει. Βατεύει τό κάτω μέ ρος το\) κορμιο\) μου. Δέν λέω « κάνει ερωτα», γιατί δέν ε Ι ναι τέτοιο πράγμα αύτό πού κάνει. Συνουσία, δέν θά τό χαρακτή ριζα, έπειδή άπό τήν δραστηριότη­ τά του (όχι πράξη) αύτή άπουσιάζει τό «σύν», πού ύποδηλώνει πράξη μέ δύο άτόμων μέθεξη. Ούτε καί ή λέξη « βιασμός » άρμόζει: γιά δ,τι συντελείται έδώ, εχω συναινέσει μέ υπογραφή . Δ έν εΙχα καί πολλά περιθώ ρια έπιλογης. ' Ο ρισμένα δμως, πολύ περιορισμένα, περιθώ ρια, μο\) προσφέ ρθηκαν. 'Εγώ, διάλεξα αύτό έδώ. Κ ι ετσι, εΙμαι άκίνητη καί μέ τή φαντασία μου βλέπω τόν ούρανό τοϋ κρεβατιού μου άποπάνω μου. Θυμάμαι τή συμ βουλή της βασίλισσας Βικτωρίας στή ν κό ρη της. Κλείσε τά μάτια καί συλλογίζου τήν 'Α γγλία. Μόνο πού έδώ δέν εΙναι ' Αγγλία. Κ ι έπιπλέον εΙναι πολύ άργός. Μπορεί καί νά ' μαι ψυχοπαθής, κι αύτό έδώ νά εΙναι καινού ρ­ για θεραπευτική μέθοδος. Μακά ρι. Γιατί τότε θά γιατ ρευόμουν καί τό κακό θά περ­ νούσε. ' Η Σε ρένα Τζόυ γραπ ώνει τά χέρια μου, λές καί αύτή, όχι έ γώ, βατεύεται, σάν νά τό βρίσκει ή εύάρεστο ή όδυνη ρό, καί δ Ταξιάρχης βατεύει μέ κανονικό, Ισόχρονο ρυθμό έμβατηρίου, ντάπ, ντάπ, σάν βρύση πού στάζει. Συγκεντρωμένος στή ν έργα­ σία του, σάν κάποιος πού ψιλοτ ραγουδάει στό ντούς, δίχως νά συνειδητοποιεί πώς ψιλοτραγουδάει. Σάν κάποιος πού εχει άλλα π ράγματα στό νοϋ του. Μ οιάζει σά νά βρίσκεται κάπου άλλο\), περιμένοντας νά έκσπερματώσει δ έαυτός του καί, περιμένοντας, χτυπάει μέ τά δάχτυλα στό τραπέζι. Μ ιά άννπομονησία στόν ρυ θμό του τώ ρα. " Ομως, τέτοια δέν εΙ ναι τά όνειρα καθενός πού παθαίνει όνείρωξη ; Δύο γυναίκες μαζί; UΕτσι ελεγαν. Πολύ διεγερτικό. U Ε λεγαν. 'Ό ,τι τελείται σέ τοϋτο τό δωμάτιο, κάτω ά πό τόν ούρανό τοϋ κρεβατιοϋ της Σ ερένας, δέν εΙναι ή δονικό. Δέν εχει νά κάνει μέ πάθος ή ερωτα ή εΙδύλλιο, ή μέ δποιαδή ποτε ά π' αύτές τίς 9

1 29


έτικέτες πού χρησιμοποιούσαμε γιά νά μας γαργαλίiνε. Δέν Εχει νά κάνει μέ σαρκικό πόθο, γιά μένα τουλάχιστον, καί σίγουρα οΟτε γιά τή Σερένα . • Η διέγερση καί δ όργασμός δέν θεωροϋνται πλέον άπαραίτητα. 'Ό πως οί σουρωτές καλτσοδέτες 11 τά ίνστι­ τοϋτα καλλονής: περιττοί περισπασμοί γιά έλαφρόμυαλους. Ξε­ περασμένοι. Μοιάζει σάν έξωτικό κάπως πού κάποτε οΙ γυναίκες σπαταλοϋσαν τόσον χ ρόνο καί ζωτικότητα νά διαβάζουν γιά τέτοια πράγματα, νά σκέπτονται τέτοια πράγματα, νά τίς άνησυ­ χοϋν τέτοια πράγματα, νά γράφουν γιά τέτοια πράγματα, πράγμα όφθαλμοφανέστατα ψυχαγωγικό . Ενώ έδώ, δέν τελείται ψυχαγωγία, οΟτε άπό τόν Ταξιάρχη , ά λλά έργασία σο βαρή Ο Ταξιάρχης κάνει καί αύτός τ ό καθή­ κον του. νΕτσι καί άνοιγα μιά χαραμάδα τά μάτια μου, θά μποροϋσα νά τόν δώ, τό όχι δυσάρεστο πρόσωπό του νά έπικρέμεται πάνω άπό τόν κορμό μου, λίγες τοϋφες ά πό τά άσημιά μαλλιά του νά κρέμονται ίσως στό μέτωπό του, δοσμένος στό δικό του έσωτερι­ κό ταξίδεμα, πρός τόν τόπο όπου προσφεύγει τρέχοντας, τόπος πού ύποχω ρεί, όπως καί στό όνειρο, μέ τή ν αύτή ταχύτητα πού αύτός τρέχει νά τόν άνταμώσει. W Α ν ήταν πιό καλοφτιαγμένος, άραγε θά τό χαιρόμουνα πιό πολύ; Τουλάχιστον ε Ιναι πιό βελτιωμένος άπό τόν προκάτοχό του, πού μύ ριζε σάν Ιματιοφυλάκιο έκκλησί ας σέ μέ ρα βροχής. �Oπως μυρίζει τό στόμα σου όταν άρχίζει δ γιατρός νά σκαλίζει τά δόντια. Σάν ρου θούνι . • Ο Ταξιάρχης, άντίθετα, μυρ ίζει ναφθα­ λίνη , 11 μή πως εΙ ναι μυρουδιά άπό κρέμα ξυρίσματος πού τή ν μεταχειρ ίζεται γιά νά τιμωρή σει τόν έαυτό του ; Καί γιατί ντέ καί καλά νά φο ράει αύτή τή χαζή στολή ; Θά προτιμοϋσα όμως τό γυμνό του σώμα, άσπρουλιάρικο, μέ τρίχες τόπους-τόπους, άνή­ λιαγο ; Φίλημα μεταξύ μας άπαγορεύ εται. Εύτυχώς. νΕτσι ή διεκπε­ ραίωση γίνεται όποφερτή. Τουλάχιστον άπομένει ή Ικανότητα νά ξεμακραίνεις άπό τά όσα συμβαίνουν άπάνω σου. Νά περιγράφεις. •

.

1 30

.


Έπιτέλους εκσπερματώνει μ ' ενα πνιχτό μουγκρητό, σάν άνακουφισμένος πού δλοκλή ρωσε τήν άγγαρεία. Ή Σερένα Τζόυ, πού κρατοϋσε τή ν εΙσπνοή της, τώ ρα τήν άφήνει. ' Ο Ταξιά ρχης στηριζόταν στούς άγκωνες του γιά νά μένει δσο γίνεται μακριά άπό τό σημείο δπου έ φάπτονται τά σώματά μας, δέν επιτρέπει στόν εαυτό του νά βουλιάξει άπάνω μου. Ξεκου ρά­ ζεται γιά μία στιγμή , τραβιέται, μαζεύεται, κλείνει τό φερμουάρ του. Νεύει, μετά στρέφει καί βγαίνει άπ ' τό δωμάτιο κλείνοντας τή ν πό ρτα πίσω του μέ εξεζητημένη προφύ λαξη, σάν εμείς, καί ο{ δύο, νά ή μαστε ή μητέρα του σέ κρεβάτι άρ ρ ώστιας. 'Όλο αότό �χει μιά Ιλαρότητα, άλλά δέν άποτολμω νά γελάσω. ' Η Σερ ένα Τζόυ άφήνει τά χέ ρια μου. « Μπορείς νά σηκωθείς τώρα», λέει. « �Aντε. Σή κω καί δρόμο ». ' Ο κανονισμός δρίζει δτι ύποχρεοϋται νά μοϋ παραχωρήσει δεκάλεπτη άνάπαυση, μέ τά πόδια μου σέ μαξιλάρι, γιά νά αόξηθοϋν ο{ πιθανότητες . • Ο κανονισμός δρίζει τό δεκάλεπτο γιά χρόνο περισυλλογής της. Αύτή όμως δέν �χει κέφι γιά τέτοια. Στή φωνή της ύπάρχει βδελυγμία, λές καί ή επαφή της μέ τή σάρκα μου τής μεταδίνει άσθένειες καί τή μιαίνει. ' Αποσυμπλέκομαι άπό τό σωμα της, ό ρθώ νομαι. Τά ζουμιά τού Ταξιά ρχη τρέχουν, κολλάνε στίς γάμπες μου. Π ροτού γυ ρίσω νά βγω, τήν βλέπω πού ταχτοποιεί τή φούστα της, φέρνει ξανά τά πό δ ια της σμιχτά, σέ στάση προσοχής. Δ έν σηκώνεται. Μ ένει ξαπλωμένη στό κρεβάτι, τό βλέμμα προσηλωμένο στόν οό ρανό πάνω, κοκαλωμένη καί ντού­ ρα σάν δμοίωμα. . Από τίς δυό μας, σέ ποιά ε{ναι πιό μαρτυρικό αότό τό μαρτύ ρ ιο; Σέ κείνη, ή σέ μένα;

131


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΠΤΑ

ΜΟΛΙΣ έπιστρέφω στό δωμάτιό μου , άμέσως :

Βγάζω τόν ρουχισμό μου καί φοράω τή νυχτικιά μου. Ψάχνω νά β ρώ έκείνο τό άπόκομμα βουτύ ρου πού ε Ι χα κρύψει μετά τό δείπνο στή μύτη τού δεξιού μου παπουτσιού. Στό ντουλάπι εΙχε ζέστη, τό βούτυρο εΙναι ή μίρρευστο. 'Έ να μεγάλο μέρος του εχει ποτίσει τήν χαρτοπετσέτα δπου τό εΙχα τυλίξει. Τώρα θά 'χω παπούτσι μέ λεκέ. Δέν θά 'ναι ή πρώτη μου, γιατί δποτεδή ποτε πετυχαίνω βούτυρο ή καί μαργαρίνη, άποθη κεύω κάμποσο μέ τόν ίδιο πάντα τρόπο. Τό βούτυρο πού πότισε τή ραφή τό ξανακερδίζω μ' ενα πατσαβού ρι ή λίγο χαρτί τουαλέτας στό μπάνιο, τή ν άλλη μέ ρα. 'Επαλείφω τό πρόσωπό μου μέ τό βούτυρο, μετά τρίβω τά χέρια μου, ν' άπορροφή σουν ό,τι περίσσεψε. Δέν κυκλοφορεί πιά ύγρό ή κρέμα καθ αρισμού χεριών ή προσώπου, γιά μας δηλαδή . Αότά τά πράγματα κατατάσσονται στίς κενοδοξίες . 'Εμείς είμαστε σκεύη περιέχοντα, άπ' τό σώμα μας τό περιεχό­ μενο μονάχα εχει σημασία. Τό σκεύος μπορεί νά σκεβρώσει καί νά ρυτι διά σει, πολύ πού σκοτίστηκαν. Σάν τό πράσινο περί βλη­ μα τού καρυδιού. Αότός δ νόμος έψηφίστηκε άπό τίς Γαμετές, ή κατά ργηση της κρέμας χεριών. Δέν θ έλουν νά δείχνουμε έλκυ­ στικές. w Exouv πού εχουν τό δ ικό τους πρό βλημα. Τό κόλπο μέ τό βούτυρο τό εμαθα στό Κέντρο ' Ε κπαιδεύσεως Λεία καί Ραχή λ . Τό Κόκκινο Κέντρο τό λέγαμε, έ πειδή έκεί μέσα επηζε τό μάτι σου στό κόκκινο. Αότή πού εμενε έδώ πρίν άπό μένα, ή φίλη μου μέ τίς φακίδες , ή εξω καρδιά, κι αό τή θά τό έφάρμοζε τό βουτύ ρωμα. 'Όλες μας τό έφαρμόζουμε. " Οσο τη ρούμε τό κόλπο, έπάλειψη μέ βούτυ ρο γιά δέ ρμα μαλακό, εχουμε περιθώ ρια νά πιστεύουμε δτι κάποτε θά βγούμε άποδώ, καί χέρια θ' άγγίξουν τό δέ ρμα μας, άπό ερωτα ή πόθο. �E χoυμε καί τελετου ργί ες δλότελα δικές μας, άπόκρυφες . Τ ό βούτυ ρο εΙναι λιπαρό καί ταγγίζει, κι έ γώ θά μυρίζω σάν 1 32


χαλασμένο τυ ρί. Τουλάχιστον δμως εΙναι ούσία όργανική , δπως τίς άποκαλοϋσαν τότε. Σέ τέτοια κόλπα εχουμε κατέ ρθει. Πασαλειμμένη βούτυρο, ξαπλώνω άνάσκελα στό μονό μου κρε­ βάτι, σάν φρυγανιά εΙμαι. Δέ μπορώ νά κοιμηθώ. Στό μισόφωτο, προση λώνω τή ματιά μου στό βουλωμένο γύψινο μάτι ψηλά στή μέση τοϋ ταβανιοϋ. Μ έ κοιτάζει κι αυτό, παρ' δτι δέ ν εΙ ναι σέ θέση νά βλέπει. 'Άπνοια. ΟΙ λευκές κου ρτ ίνες σάν γάζες επιδέ­ σμου κρέμονται πλαδαρές, άσπρουλιάρες μέσα στήν άχλύ άπό τόν προ βολέα πού διατ η ρεί φωτισμένο τό σπίτι κάθε νύ χτα, ή μήν εΙναι ή σελή νη ; 'Αναδιπλιάζω τό σεντόνι, ση κώνομαι μέ προφύλαξη , μέ βου βά γυμνά πόδια, μέ τό νυχτικό μου, πηγαίνω στό παράθυ ρο σάν παιδί, θέλω νά κοιτάξω. Τό φεγγάρι πάνω στό σΤήθος τοϋ φρεσκοπεσμένου χιονιοϋ . Ο ου ρανός καθαρός, δύσκολα δμως νά διακρίνεις ποϋ άρχίζ ει, εξαιτ ί ας τών προ βολέων. Μά ναί, στόν συσκοτισμένο ουρανό επιπλέει πράγματι μία σελή νη , δλοκαί­ νουργια, μιά σκλή θρα άπό άρχ αίο βράχο, θεά, όφθαλμός. Τό φεγγάρι εΙ ναι όγκόλιθος καί δ ουρανός γεμάτος άπό επί φο βα σιδερένια άντικείμενα, δμως πόσο πολύ όμορφα, Θ έλω εντονα νά ' ταν δ Λουκ άς έδώ. Έ πιθυμώ, καίγομαι, νά μέ άγκαλιάσουν κα ί νά μέ φωνάξουν μέ τ' όνομά μου , θέλω ν ' άποτιμηθώ, νά μέ ζ υγ ί σουν καί νά μέ άποτιμήσουν μέ τρόπους άλλους άπ ' αύτούς πού μ' εχουν άποτιμήσει εδώ, θέλω νά γίνω παραπάνω άπό τιμαλφής. Ξαναλέω τό πρ ώην όνομά μου, θ υμίζω στόν εαυτό μου δσα μποροϋσα νά κάνω τότε, πώς μ' εβλεπαν οΙ άλλοι. Ποθώ νά κλέψω κάτι. .

Στόν διάδ ρομο ε Ι ναι άναμμένος δ νυχτερινός γ λόμπος, δ εύ ρύς χώρος φεγγίζει άβρά, άπόχρωση ροδιοϋ. Π ροχω ράω, τοποθετώ στό πάτωμα πρώτα τό ενα πόδι μέ προσοχή, μετά κα ί τό άλλο, δίχως νά τρίξει τό πάτωμα, σάν σέ εδαφος δάσους, λαθραία, ή καρδιά μου γρηγο ρεύει, προχω ράω μέσα στό νυχτερινό σπίτι. 133


ΕΙμαι έ κτός τόπου. Αύτό πού κάνω εΙναι όλότελα παράνομο. Προχωράω, προσπερνάω μπουσου λώντας τήν όπή-παρατη­ ρητή ριο στόν τοίχο τοϋ διαδρόμου. Β λέπω τό λευκό μου σχημα, πού άπαρτίζ εται άπό τό σώμα μου, σάν κατασκηνωμένο μέσα στή νυχτικιά, μαλλιά ριχτά μέχρι τή μέση σάν χαίτη, τά μάτια μου άστ ράφτουν. Γουστάρω. Κάνω κάτι, πραγματοποιώ πράξη, μέ δική μου πρωτο βουλία. Φωνή ένεργητ ική . Ένεργοποιημένη . Θά , θελα νά Kλ � ψω μαχαίρι άπό τήν κουζίνα, άλλά δέν ε Ιμαι ετοιμη γιά τέτοια. Φτάνω στή σάλα, ή πό ρτα μισάνοιχτη, γλιστ ράω μέσα, άφήνω τή ν πό ρτα λιγάκι άνοιχτή . Τρίξιμο σανίδας. 'Όμως ποιός βρίσκεται κοντά μου γιά ν ' άκούσει; ΝΟ ρ θια στό δωμάτιο, άφήνω τίς κό ρες τών ματιών μου νά διασταλοϋν, σάν γάτας ή κουκου βά­ γιας. Μ παγιάτικο άρωμα, σκόνη άπό τριμμένο ροϋχο· μπουκώ­ νουν τά ρου θού νια μου. Μ ιά λιγοστή όμίχλη φωτός διαπερνάει τό κενό άνάμεσα στίς δύ ο κλεισμέ\lες κου ρτίνες , άπό τόν προ βο­ λέα εξω, όπου δύο άντρες σίγου ρα περιπολοϋν, τούς έχω δεί έγώ, άπό πάνω, πίσω άπό τίς κου ρτίνες μου, δύο σκοτεινά σχήματα, σάν μαριονέτες άπό χαρτόνι. Τώρα εΙμαι σέ θέση νά βλέπω περιγράμματα άντικειμένων, λάμψεις: ό καθ ρέφτης, ή βάση τοϋ πορτατίφ, τά βάζα, ό καναπές πού παραφυλάει σάν σύννεφο έσπερινό. Τί νά πάρω; Κάτι πού νά μή γίνει άντιληπτή ή άπουσία του. Στό δάσος μεσάνυχτα, ενα μαγικό άνθος . 'Έναν ξεραμένο άσφό­ δ ελο, δ χι όμως άπό τό βάζο μέ τά ξερά λουλούδια. Τούς άσφόδελους θά τούς πετάξουν όπου νά ' ναι, εχουν άρχίσει νά βρωμοϋν σαπίλα. Μ αζί μέ τίς μπαγιάτικες εΙσπνοές της Σερένας, τήν μπόχα άπό τό πλεχτό της. Πασπατεύω, βρίσκω ενα τ ρ απεζάκι, ψαχουλεύω. 'Έ νας μι­ κρός ήχος. Κάπου θ ' άκούμπησα. Β ρίσκω τούς άσφόδελους, κοκαλωμένοι στίς άκρες, έκεί πού έχουν άρχίσει νά ξεραίνονται, μαραγκιασμένοι κοντά στόν μίσχο, χ ρησιμοποιώ τά δάχτυλά μου γιά ν' άποκόψω τό ξεραμένο μέ ρος. Θά βρώ κάπου νά τό πατικώσω, παλιά χρησιμοποιούσαμε τά βι βλία. Θά τό χώσω

1 34


κάτω άπ ' τό στρώμα. Σή μα, νά τό βρεί ή επό μενη , ή γυναί κα πού . θά ε ρθει μετά άπό μένα. Κ άποιος βρίσκετα ι στό δωμάτ ιο, πί σω μου. ' Ακούω τό βή μα, άέρινο σάν τό δ ικό μου , τό τρίξ ι μο τή ς ίδ ιας σανίδας στό πάτωμα. Ή πόρτα κλείνει π ί σω μου μ ' ε να μικρό κλίκ, τό φώς μένει άπ ' εξω. Κ οκαλώνω. Τό λευ κό χ ρώμα ε{ ναι τό σφάλμα μου. Ε{μαι σάν χιόνι σέ φεγγαρόφωτο, άκόμη καί σέ σκοτάδ ι. Μ ετά, ενας ψίθυ ρος : « Μή φωνάξεις, δέν κινδυνεύ εις ». Λές καί θά φώναζα. Λές καί δέν κινδυνεύω. Στρέφω: ενα σχήμα, μονάχο, άχνά ξεχωρίζει τό πεταχτό ζυγωμ ατικό ενός προσ ώ που δίχως χρώματα. Π ροχω ράει πρός τό μέ ρος μου . Ειναι δ Νί κ. « Τί κάνεις έδωμέσα; » Δέ ν άπαντ ώ. Κ ι αύτός εΙ ναι παράνομος έδωμέσα, καί μάλιστα μαζί μου, δέν εχει περιθώ ρια νά μέ καταδώσει. Ούτε κι έ γώ έκεί νον. Γιά τή ν ωρα, είμαστε καθ ρέφτες δ ενας του άλλ ου. Φέ ρνει τό χέρι του στό μπράτσο μου, μέ κολλάει άπάνω του, τό στόμα του στό δικό μου. Δ ίχως μιά λέξη . Κ αί οΙ δύο μας τρέμουμε, πόσο πολύ θά τό γούσταρα. Στή σάλα τής Σερένας, μέ τά ξερά α νθη , πάνω στό κινέζικο χαλί, τό λεπτό κορμ ί του. 'Έ νας άντρας δλοκλη ρωτικά αγνωστος. Θά ήταν σάν κραυγή , η σά νά πυροβολουσες κάποιον. Τό χέρι μου πάει πρός τά κάτω, δρίστε μας, ετοιμη νά τόν ξεκουμπώσω. 'Όμως παραείναι έπικ ί νδυνο, τό καταλαβα ί νει κι δ ίδιος, καθένας μας ξεκολλάει τόν άλλο άπό πάνω του, χωρίς νά ξεμακρύνουμε. Χ ρειάζεται ύπερ βολική δόση έμπιστοσύνης, ύπερ βολικά ύψηλή εκθεση σέ κ ί νδυνο. 'Ήδη έ κτεθή καμε ύπερ βολικά, καί δί χως περ ί σκεψη . "Νά σέ βρώ έρχόμουνα», λέει, ψιθ υρ ί ζει σχεδόν μέσα στ ' αύτί μου. Θέλω ν ' άπλώσω, νά δοκιμάσω τ ί γεύση εχει τό δέρμα του, μου φέρνει πείνα. Τά δάχτυλά του μετακινουνται, μαλάζου ν τό μπράτσο μου κάτω άπ ' τό μαν ί κι τής νυχτικιας, λές κα ί τό χέρι του άρνιέται νά ύπακούσει τή φωνή τής λογική ς. Πόση όμορφιά, νά σέ άγγίζει κάποιος, νά σέ χουφτώνει τόσο λα ίμαργα,

135


νά νιώθεις τόσο λαίμαργη. Λουκα, έσύ θά κατ αλάβαινες, ή ξερες. , Εσύ βρίσκεσαι έδώ, σέ άλλου κορμί. Τρίχ ες. « Γιατί; » λέω. Τόσο πιά τόν βάρεσε κατακούτελα πού θ ' άποκοτούσε νά ' ρ θει στό δωμάτιό μου νύ χτα; Σκέφτομαι τούς κρεμασμένους , άγκιστρωμένους στό Τείχος. Μ όλις καί άντέχω. Π ρέπει νά ξεφύγω, νά καταφύγω στή σκάλα, προτού διαλυθώ δλότελα. Τό χέρι του στόν ώ μο μου τώ ρα, άκίνητο, βαρύ, μέ βαραίνει σάν καυτό μολύβι. Γι ' αύτό τό πράγμα θά ' δινα μέχρι κα ί τή ζωή μου; ΕΙμαι δειλή (ποιά εΙναι ή άντίστοιχη λέξη τού « άνανδρος » γιά γυναίκες ; ) καί ή σκέψη τού σωματικού πόνου μέ άποτροπιάζει. « Μέ διαταγή του ή ρ θ α», δ Νίκ λέει. « Θέ λει νά σέ δεί. Στό γραφείο του ». « Τί δηλαδή ; » λέω. Γιά τόν Ταξιάρχη θά λέει. Νά μέ δεί ; Τί έννοεί νά μέ δεί; Δέν έμπού χτισε; « Αύ ριο », λέει. Μό λις πού άκούγεται. Μέσα στό σκοτεινό δωμάτιο, ξεμακραίνουμε δ ενας άπό τόν άλλο, ά ργά, σά νά μας εΙχε κολλή σει μιά δύναμη , ρεύμα, καί τώ ρα μας ξεκολλούσαν χέ ρια έξίσου δυνατά . Β ρ ί σκω τήν πό ρτα, γυρίζω τό πόμολο, δάχτυλα πάνω σέ ψυχρή πορσελάνη , άνοί γω. Μ όνο αότό μπορώ νά κάνω.

1 36


νΗ ΝΥΧΤΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΚΤΩ

ΞΑΠΛΩΜΕΝΗ στό κρεβάτι καί ή τρεμού λα δέν μ' εχει άφήσει.

" Α ν υγράνεις τή στεφάνη ποτη ριού κα ί περάσεις τό δάχτυλό σου πάνω της γιά καμπόσο, δη μιου ργείται ήχος. Αύτό αΙσθάνομαι πώς εΙμαι: ήχος γυαλιού. Αισθάνομαι σάν νά ε Ι μαι ή λέξη αΓVυμι, κατακερματισμός. Θέλω νά βρεθώ μαζί, κοντά σέ κάποιον. Βρίσκομαι στό κρεβάτι μέ τόν Λουκα, τό χέρι του πάνω στή ν κοιλιά μου, πού ε Ι ναι θόλος . Οί τρείς μας ξαπλωμένοι, αύτή νά κλωτσάει, δλο μετατοπίζεται μέσα μου . 'Έ ξω άπ' τό παράθυ ρο, άστραπό βροντο, αύτό θά τή ν ξύπνησε. Μ πορούν καί άκούν αύτ ά, κοιμουνται, ξαφνιάζονται, άκόμα κι δταν τά πραt!νει ή καρδιά μας, σάν κύματ α άκτης δλόγυρά τους. 'Έ να άστροπελέκι, πολύ κοντά μας. Τά μάτια τού Λουκα βάφονται άσπρα γιά μιά στιγμή . 'Εγώ δέν τρομάζω. Είμαστε ξαγρυπνημένοι, ή βροχή άρχισε ίς τ βιτσιές, θά τό παμε άργά, μέ περ ί σκεψη , κινήσεις άργές καί προσεχτικές. Α ν μου περνουσε ή σκέψη π ώς δέν θά τό ξανακάναμε ποτέ, θά πέθαινα έ κε ίνη τή στιγμή . Λάθος δμως, κανένας δέν πεθ α ίνει έπειδή του στέρησαν τή συνεύ ρεση. 'Όταν μας στερήσουν τήν άγάπη πεθαίνουμε. Έδώ δέν υπάρχει ψυχή πού νά μπορ ώ ν' άγαπή σω, δλοι αύτοί πού θά μπο ρουσα ν' άγαπή σω εΙναι νεκροί. ΝΗ άλλου . Ποιός γνωρίζει που εΙναι καί μέ τ ί όνόματα τούς καλούν τώρα. Μ πορεί καί νά μή βρίσκονται πουθενά, δπως κι έ γώ γι' αύτούς δέν βρίσκομαι πουθενά. Κ ι έ γώ εΙμαι άτομο άγνοούμενο. Πότε-πότε κατορθώνω καί βλέπω τά πρόσωπά τους, μέ φόντο τό σκοτάδι, μιά εΙκόνα τρέμουσα, σάν τών όσίων σέ άρχαίες άλλοδαπές μητροπόλεις, στό φώς ά βέ βαιης λαμπάδ ας λαμπάδας πού ίσως άναψες γιά νά συνοδεύει τή ν προσευχή σου, σέ γονυκλισία, μέ τό μέτωπο άκουμπισμένο στό ξύλο του προσευχη­ τάριου, προσ δο κώντας άπάντηση. Τούς κάνω μάγια μή πως κα ί W

139


παραμε ίνουν, όμως αντικατοπτρισμός είναι, δέν εχουν διάρκεια. Θά κατηγορηθώ πού απαιτώ ενα αληθινό κορμί νά τό ζυμώσουν οί ρώγες τών δακτύ λων μου ; Δίχως αυτή τήν επιθυμία μένω κι εγώ ασώματη . ' Α κούω τήν αντήχηση της καρδι άς μου στίς σούστες τού κρεβατιού, μαλάζω τή σάρκα μου κάτω από τά τραχιά λευκά σκεπάσματα, στό σκοτάδι, όμως κι εγώ είμαι τραχιά καί λευκή, σκλη ρ ή σάν θραύσματα κρυστάλλου. Σά νά περνώ τήν παλάμη μου πάνω από πιάτο ξεραμένο ρύζι. �H σάν χιόνι. Σάν θανατ ίλα, ή σάν άμμος ερήμου. Είμαι σάν δωμάτιο όπου κάποτε εγινε μία πράξη, τ ώρα όμως απραξία, εκτός από τή γύ ρη πάνω στά ζιζάνια εξω απ ' τό παράθυρο, πού δ ανεμος τήν μεταποιεί σέ σκόνη κα ί τή ν μεταφέρει μέσα στό δωμάτιο . • Ο ρ ίστε τί πιστεύω εγώ.

Π ιστεύω, δ Λουκ άς κείτεται μπρούμυτα σ ' ενα σύθαμνο από φτέ ρες , τά σκού ρα περσινά φύ λλα τους κάτω από τά πράσινα φετινά πού μό λις σκάνε, ή πάνω σέ κώνειο πού μόλις βλάστησε, σάν χνούδι τού χ ώματος. Είναι πολύ πρόωρα γιά κόκκινα μού ρα. 'Ό,τι εχει απομείνει από τόν Λουκά: μαλλιά, όστά του, τό καρώ μάλλινο πουκάμισό του, πράσινο καί μαύ ρο, ή πέτσινη ζώνη , οΙ εκδρομικές μπότες . Γνω ρ ίζω επακριβώς τί φόραγε. Μ πορφ κα ί βλέπω τόν ρουχισμό του, λαμπερόχρωμο σάν πολύχρωμη διαφη­ μιστική λιθ ογρ αφ ία από παλαιϊκό περιοδικό, τό πρόσωπό του όμως σχι. 'Όχι τόσο καθαρά. Τό πρόσωπό του εχει αρχίσει ν ' απομακρύνεται, ίσως επειδή πάντα του άλλαζε: τό πρόσωπό του είχε διαφορετική κάθε φορά εκφραση , τά ροϋχα του όχι. Παρα­ καλώ (ποιόν;) ή μία τρύπα (ή δύο, ή τρείς, επεσαν πάνω από ενας πυρο βολισμοί καί επεσαν απανωτά), παρακαλώ τουλάχιστον ή μ ί α τρύπα νά εγινε μέ μαστοριά, σ βέλτα, ανέκκλητα, δ ιαμπερής, νά διαπέ ρασε τό κρανίο, νά διατ ρύπησε τόν χώρο όπου κατοι­ κούν όλες οΙ εΙκόνες, ετσι πού ό λα νά εγιναν μέσα σ ' ενα μόνο άστραμμα, σκότους ή όδύνης, μουδιασμένης όδύνης ελπίζω, άνηχο όπως ή λέξη γ δοϋπος. Μ όνο ενα αστραμμα καί μετά σιγή . Αυτό πιστεύω. Π ιστεύω κα ί πώς δ Λουκάς ύπάρχει κάπου ανακαθιστός, σ ' 140


ενα τεφρό τσιμεντένιο παραλληλόγραμμο, στήν κόγχη κάποιου έπί πλου, κρεβατιου ή καρέκλας. 'Έ νας θεό ς ξέ ρει τί νά φοράει. 'Έ νας θεό ς ξέ ρει τ ί του φό ρεσαν. 'Ό μως δ λεγόμενος θεό ς δέν είναι δ μόνος πού ξέ ρει, δπότε, ϊσως, ύπάρχε ι τρόπος νά μάθουμε καί μείς. ν Εχει ενα χρόνο άξύ ριστος, παρ ' δτι του κό βουν τά μαλλιά, δποτε τούς ε ρθει, έ ξαιτίας οΙ ψείρες λένε. 'Όχ ι, αι'J τό πρέπει νά τό άνασκευάσω: άν του κό βαν τά μαλλιά γιά ψείρες , θά του εκο βαν καί τό γένι. Θά ' λεγα. Δ έν ξέρω, δ μως είναι άτζαμηδες. Τά μαλλιά κακοκουρεμένα, δ σβέρκος δλο γρατζουνιές καί, τό χειρότερο, δείχνει δέ κα, εϊ κοσι χρόνια μεγαλύτερος . Καμπου ριάζει σά γέ ρος, τά μάτια του σακουλιασμένα, μικρές πορφυ ρές φλεβ ίτσες εχουν διαρραγεί στά μάγουλά του, εχει κι ενα σημάδι, όχι, πληγή : δέν εχει γιατ ρευτεί άκόμη , εχει τό χρώμα της του λίπας έκεί δπου άπολή­ γει δ μίσχος , στό άριστερό μέρος του προσώπου του, κάτω, ή σάρκα εχει μάλλον πρόσφατα σκιστεί. Τό σώμα βλάπτεται πολύ εϋ κολα, γίνεται άπό ρριμμα, νερό καί χημικά στοιχεία ε ί ναι δ λο κι δλο, λιγάκι άνθεκτικότερο μονάχα άπό μέδουσα πού σή πεται στήν άμμο. τ ου ε ί ναι όδυνη ρό νά κουνάει τά χέ ρια, όδυνηρό νά κινείται. Δέν γνωρίζω γιά τ ί κατηγορείται. Π ρό βλημα αι'J τό. Θά πρέπει νά ύπά ρχει κάτι, κάποια κατηγο ρ ία. Ε ίδαλλιώς, γιατί τόν κρατου ν άκόμη, γιατί δέν τόν εχουν έκτελέσει; Θά πρέπει νά ξέ ρει κάτι πού θέλουν νά μάθουν. Δ έν μπορώ νά φανταστώ τ Ι Δ έν μπορώ νά φανταστώ πώς δέν τό ' χει άκόμη μαρτυρήσει αι'J τό τό κάτι, δ,τι εί ναι. ' Εγώ θά τό είχα. Μ αρτυρήσει. Τόν κυκλώνει μιά όσμή , ή δική του, ή όσμή ζώου αΙχμαλωτι­ σμένου σέ βρώμικο κλου β Ι Τόν φαντάζομαι ν ' άναπαύ εται, έπειδή δέν άντέχω νά τόν φανταστώ σέ δποια άλλη του στιγμή , δπως δέν άντέχω καί νά φανταστώ δτιδή ποτε του κορμιου του κάτω άπ ' τόν γιακά του πουκαμίσου 'του, πάνω άπό τά μανικέτια του. Δέν θέλω νά συλλογίζομαι τί εχουν φτιάξει πάνω στό κορμί του . Παπούτσια φοράει; 'Ό χι. Καί τό δάπεδο είναι παγωμ έ νο καί μουσκεμένο. Ξ έ ρει πώς εί μαι έδώ, ζωντανή , καί πώς δλο τόν εχω στό μυαλό μου ; Αύτό, εχω άνάγ κη νά τό πιστεύω. 'Ό ταν βρίσκε141


σαι σέ �νδεια, καταφεύγεις στή ν « πίστη ». Π ίστη σέ δ,ΤΙ: πιστεύω καί στή μεταβί βαση σκέψεως τ ώ ρα, σέ κραδασμούς στό αίθερι­ κό, τέτοιες άηδίες. ' Ενώ πρώτα, ποτέ. Κ αί πιστεύω δτι δέν τόν επιασαν, η δέν τόν πρό λαβαν τελικά, δτι τά κατάφε ρε, εφτασε στήν όχθη, κατέ βη κε τόν ποταμό κολυμπώντας, πέρασε τά σύ νορ α, βγή κε σέ μακρινή άμμουδιά, σέ νησί, τά δόντια του χτυποϋσαν. Β ρήκε τόν δρό μο πρός ενα πλησίον υποστατικό, τόν εμπασαν μέσα, καχύ ποπτοι στήν άρχή , μετά δμως πού κατάλαβαν ποιός ε Ι ναι τόν εΙδαν σάν φί λο, δέν ήσαν άπό κείνους πού θά ' τρεχαν νά τόν καρφώσουν, Κουάκεροι θά ' τανε μαλλον, θά τόν πέρασαν λαθρ αία στήν ένδοχώ ρα, άπό σπίτι σέ σπίτι, ή γυναίκα τοϋ �φτιαξε ζεστόν καφέ καί τοϋ δωσε ενα κοστούμι άπ ' τοϋ άντρός της. Φ έρνω στό μυαλό μου τά ροϋχα του. Μ οϋ ε Ι ναι παρηγορία νά τόν ντύ νω ζεστά. Π ραγματοποίησε έπαφή μέ τούς άλλους. Φαίνεται �χει δη­ μιου ργηθεί άντιστασιακό δίκτυο, έξό ριστη κυ βέ ρνηση. Κ άποιος θά ' ναι έκεί σύνδεσμος, υπεύθυνος γιά τέτοια. Πιστεύω τόσο πώς ύπάρχει άντίστ αση δσο πώς δ&ν εΙναι κατορθωτό νά υπάρξει φώς δίχως σκιά. �H , καλύτερα, δέ μπορεί νά υπάρξει σκιά δίχως νά υπάρχει καί τό φώς. Π ρέπει νά εχει φτιαχτεί άντιστασιακό δίκτυο. ' Α λλιώς, ποϋ τούς βρίσκουν τόσους εγκληματίες πού παρουσιάζουν στήν τηλεό ραση ; Μέ ρα τή μέ ρα περιμένω μή νυμά του. Θά φτάσει μέ τόν πλέον άπροσδόκητο τρόπο, μέ τό πλέον άπίθανο άτομο, κάποιον πού άποκλείεται νά βαζα μέ τόν νοϋ μου . Κάτω άπό τό πιάτο μου, στόν δίσκο τοϋ συσσιτίου. Θά μοϋ τό παραχώσουν στήν παλάμη έ κεί πού θά παραδίνω τά κουπόνια στό Πάγκρεας. Τό μή νυμα θά παραγγέλνει: Λάβε ύπομονή · σύ ντομα θά μέ βγάλει άποδώ, ύστερα θά τήν ξαναβροϋ με, δπου νά τήν εχουν. Κ ι έκείνη θά μας θυμηθεί καί θά ζοϋμε καί οί τρείς μαζί. Σ τό μετ αξύ όφεί λω νά εχω καρτερία, νά οίκονομώ δυνάμεις γιά τίς μετέπειτα μέ ρες. 'Ό,τι μοϋ εκαμαν, δ,ΤΙ μοϋ κάνουν τώ ρα, έ κείνον δέν τόν άλλάζουν ά πέναντί μου , μ ' άγαπάει δ,τι καί νά γίνει, γνω ρίζει πώς δέν ε Ιναι σφάλμα μου. Θά τό γράφει καί αύτό στό μήνυμα. Αύτό τό μήνυμα μέ κρατεί ζωντανή , αύτό πού μπορεί καί νά μή •

142


φτάσει ποτέ. UΕχω άποθέσε ι τήν πίστη μου στό μήνυμα. Τά δσα πιστεύω, ξέ ρω, δέν γίνεται νά ε Ι ναι δλα άληθ ινά, ενα μέ ρος τους δμως εχει ύποχρέωση νά εΙναι. ' Εγώ δμως τά πιστεύω δλα, καί τίς τρείς εΙ κόνες του Λουκίϊ, καί τίς τρείς ταυτόχρονα. Αύτός δ άντιφατ ι κός τρόπος πίστης μου πηγαίνει τή στιγμή αύτή, ε Ι ναι δ μόνος τρόπος πού μου άνοίγει παράθυρο γιά νά πιστέψω δτιδή ποτε. 'Ό ποια καί νά ' ναι ή άλή θεια. έγώ θά ε Ι μαι προετοιμασμένη νά τήν δεχτώ. Κι αύτό τό τελευταίο, τό πιστεύω κι αύτό. Κι ας ένδέχετα ι νά ε Ι ναι άναλήθε ια. 'Ένα μνή μα στό κοιμητή ριο δίπλα στήν παλαιότερη έκκλησία εχει μιά άγκυρα καί μιά κλεψύδρ α, καί τήν άρχαϊκή λέξη ΈλπωΡΒ. Μέ τήν έλπίδα . . . ΈλπωΡΒ. Γ ιατί τό εθεσαν αότό πάνω στόν νεκρό; Τ ό πτώμα χ ρειαζόταν τή ν έλπίδα 1'1 οΙ ζώντες ; • Ο Λουκίϊς, έλπίζει ;

143


νιιι ΓΕ ΝΕΘΛΙΟ Ν ΗΜΑ Ρ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ

Ο ΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ότι ξύπνησα.

'Ονειρεύομαι πώς σηκώνομαι άπ' τό κρεβάτι, διασχίζ ω τό δωμάτιο, δχι wτό τό δωμάτιο, έξέ ρχομαι άπό τήν πό ρτα, δχι wτή τή ν πόρτα. Ε Ιμαι σπίτι, σ' ενα άπό τά σπιτικά μας, καί ή μικρή τρέχει καταπάνω μου, μέ τό κοντό πράσινο νυχτικό της, αύτό μέ τόν ή λίανθο μπροστά, ξυπόλητη, κι έ γώ τή σηκώνω καί νιώθω τά χέ ρια της καί τά πόδια της γύ ρω μου καί άρχίζω κλάμα, γιατί τότε καταλαβαίνω πώς δέν εΙμαι ξύπνια. Β ρίσκομαι πάντα σέ τοίίτο τό κρεβάτι, άγωνίζομαι νά ξυπνή σω καί ξυπνάω καί κά θ ομαι στήν άκρη τοίί κρεβατιοίί καί μπαίνει ή μητέ ρα μου μέ δίσκο καί μέ ρωτάει: ΕΙσαι καλύτερα; Παιδάκι, όταν άρ ρ ώσται­ να, δέν πήγαινε στή δουλειά, έ μενε σπίτι. 'Όμως οi)τε κι αύτή τή φορά ε Ιμαι ξύπνια. Μετά άπ' αύτά τά όνειρα ξυπνάω άληθ ινά καί τό γνω ρίζω πώς έχω ξυπνή σει διότι δ ρίστε αύτή ή στεφάνη στό ταβάνι, καί οΙ κου ρτ ί νες μου τρεμοπαίζουν, σάν λευκή κόμη πνιγμένου άτόμου . Νιώθω σά νά έχω πάρει ύπνωτικό . Τό σκέπτομαι αύτό: μπορεί νά μοίί δίνουν ή ρεμιστικά. Μ πορεί ή ζωή πού νομίζω ότι ζώ νά εΙ ναι πα ρανοϊκού άτόμου παραίσθηση. Καμμία έλπίδα. Γνωρίζω μέ ένάργεια πού β ρ ίσκομαι, ποιά καί τί εΙδος ή μέ ρα εΙναι. Κάνω αύτό τό τέστ, καί βγαίνω διανοητικώς ύγιής . • Η ύγεία τοίί μυαλού εΙναι κτή μα τιμαλφές. Τή ν άποθη­ σαυ ρίζω μέ τόν τρόπο πού άλλοτε οΙ άνθρωποι άποθησαύ ριζαν χρήμα. Τήν άποταμιεύω, γιά νά έχω έπάρκεια όταν θά 'ρθει ή στιγμή . , Αχλύς δ ιαπερνάει τίς κου ρτίνες , σάν λάμψη μετ' έ μποδίων, σή μερα δ ήλιος δέν ε Ιναι πολύς. Σηκώνομαι, πάω στό παράθυ ρο, γονατ ίζω στό κάθισμα, πάνω στό σκληρό μαξιλαράκι, ΠΙΣΤΙΣ, κοιτάζω έξω. Τίποτα. 'Α πορώ τί ν' άπόγιναν τά άλλα δύο μαξιλαράκια. Τρία πρέπει 147


να ταν άρχικά, ΕΛΠΙΣ καί ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ , ποϋ νά τά ' χουν καταχωνιάσει; Η Σερένα Τζόυ εΙ ναι μαζώχτρα. Δέν θά πετοϋσε ποτέ κάτι άν δέν ε Ι ναι όλότελα παλιωμένο. Μ ή πως, ενα γιά τή Ρίτα, ενα γι ά τή ν Κ όρα; Τό κουδούνι άκούγεται, έ γώ έχω σηκωθεί πιό πρίν, τό πρόλα­ βα. Ν τύ νομαι άποσύ ροντας τό βλέμμα άπό τό κάτω μέ ρος τοϋ κορμοϋ μου. .

Κ άθομαι στή ν καρέκλα καί σκέφτομαι τή λέξη καρέκλα. Κ αρέ­ κλα σημαίνει καί εδρα. Σημαίνει καί τόν πρό εδρο ενός συμ βου­ λίου . • Υποδη λώνει καί τρόπο θανατικών έ κτελέσεων. �Eχει τήν ίδ ια έναρκτή ρια συ λ λαβή μέ τό καρτερία, τήν ίδια άρχική συλ λ αβή μέ τή ν ίταλ ική λέξη γιά τό κρέας: κάρνε. Κανένα τους δέν δένει μέ τά ύπόλο ιπα. Παρόμοιους έξορκισμούς μηχανεύομαι γιά νά ήμερεύω. Μ προστά μου δίσκος , καί στόν δίσκο ποτή ρι μέ χυμό μή λου, χάπι βιταμίνη, κουτάλι, πιάτο μέ τρείς φέτες φρυγανισμένο ψωμί, ενα πιατέλο μέ μέλι, καί ά λ λο ενα μέ αύγοθή κη μέσα, άπ ' αύτές πού μοιάζουν σάν κο ρμός γυναί κας μέ φούστα. Κάτω άπό τή φούστα, φυλαγμένο τό δεύτερο αυγό, νά διατη ρείται ζεστό . Η αυγοθή κη ε Ι ναι άπό λευκή πορσελάνη μέ σιέλ ρίγα. Τό πρώτο αυγό εΙ ναι λευκό. Μ ετατοπίζω λίγο τήν αυγοθή κη , έτσι πού νά πέφτει πάνω της τό νερου λ ό ή λιοφώς πού περνάει άπ ' τό παράθυρο καί πέφτει, όλβιο, κιτρινιάρικο, ξανά χα ρο­ ποιό, πάνω στόν δίσκο: τό τσόφλι τοϋ αυγοϋ εΙναι μαλ ακό ά λλ ά σπειρωτό, σάν σαγρές. Μ ικρές προεξοχές άπό άσ βέστιο διαγρά­ φονται κάτω άπό τόν η λιο, σάν κρατη ρες στή ν σελήνη . 'Ένα έρημο τοπίο, άπογυμνωμένο, ώστόσο τέλειο. Σάν τίς έ ρή μους δπου προτιμοϋσαν νά καταφεύγουν οΙ αγιοι, έτσι ωστε ό διαλ ογι­ σμός τους νά μήν πε ιράζεται άπό τήν τρυφή. Νομίζω έτσι πρέπει νά μοιάζει ό θεός: μέ αυγό. Ή ζωή της σε λ ήνης μπορεί νά μήν ύπάρχει στήν έπιφά νεια, άλλ ά στό έ σωτερικό της. Τό αυ γό φέγγει τώ ρα, σάν αυτόφωτο . • Η θέαση τοϋ αυγοϋ μοϋ προσφέ ρει εντονη ευχαρίστηση . • Ο η λιος φεύγει καί τό αυγό ξεθωριάζει. .

14 8


Παί ρνω τό αυγό άπό τήν αυγοθή κ η , τό παίζω στ ά δά χτυ λά μου γι ά λίγο. Ε Ι ναι θ ερμό. Ο ί γυναί κες κά ποτε κου βαλούσαν αυγά στά στήθη του ς , γι ά ν ά τ ά κ λωσσ άζουν. Θά πρέπει ν ά τού ς (ί φηνε κά ποια αίσθηση. Ή ζωή στά μίνιμα. Τό αυγό, χαρ ά ζωή ς . Ευ λ ογίες πού μπορούν νά μετρη θ ουν στ ά δά χτυ λ α ενό ς χεριο υ . Πά λ ι Ό μως , ίσως αυτή τήν άντίδραση προσ δοκου ν άπό μένα . . Αφου εχω ε να αύγό, τί περισσότερο νά έπιθυ μήσω; Στήν ενδεια, ή έ πιθ υμ ί α νά ζή σεις άρπ άζεται άπό παρ άξενα άντ ικε ίμενα. Θ ά ηθελα νά ' χω ενα ζω ά κι σπιτικό: πουλί, άς πουμε, ij γάτα. Κάτι οί κείο. 'Ό ,τ ι ν ά . ναι, μόνο ν ά . ναι ο ι κείο. Καί άρου ραί ος άκόμη θά μου εφτανε , στήν άν ά γκη . . Α λλά που τέτοια έλπίδα. Τό σπίτι έδώ ε Ι ναι μανιακ ά καθαρό. Θ ρυμματ ίζω μέ τό κουτάλι τή μύτη του αύγου, γι ά νά φ άω τό μέσα. Καθώς τρώω τό δεύτερο αύγό, άκούω σειρήνα, μακρινή άρχ ικά, νά πλησιάζει αύξανόμενη σέ σχή μα σπείρας, γεμίζοντας τό σπίτι καί τό κου ρεμένο γρασίδι, ενας ψ η λ ός, ψιλό ς ήχος σάν τόν βόμβο έντόμου. Μετά φτάνει, άνοί γει, άνθος ήχου, γίνεται σάλπιγγα. Διάγγελμα ή σειρή να . . Αφή νω τό κουτ άλι, ή καρ δ ι ά μου χτυπάει σέ γρήγορες στροφέ ς , π άω πάλ ι στό παρ άθυ ρο: νά ναι άπό τά κυανά , όχ ι γιά μένι:ι δη λαδή ; 'Όμως τό βλέπω νά στρ ί βει στή γωνί α, νά προχω ράει στό δικό μας παρτέ ρι, σταθ­ μεύει μπροστά στό σπίτι, δ ήχος πανηγυ ρικό ς καί ε Ι ναι κόκκινο. Χαράς εύ αγγέλια, σπάνια έμφανίζετα ι πιά. . Αφή νω τό δεύτερο αύγό μισοφαγωμένο, τρέχω στό ντουλάπι γιά τόν έπενδύτη μου, άκούω τώρα πόδια πού άνέ ρχονται στ ί ς σκάλες καί φωνές πού καλουν. «Β ιάσου », λέει ή Κόρα, «έσένα θά περιμένουν λέ ς », κα ί μέ βοηθάει νά βάλω τόν έπενδύ τη, χαμογελάει μ ά λιστα. Διασχίζω τόν διάδ ρομο σάν τρέχοντας, τή σκάλα σάν νά κάνω χιονοδρομ ί α, ή έξώθυρα εύρύτατη , σήμερα εχω τήν άδεια νά τήν δ ιαβώ κα ί δ φρου ρός στητός δί πλα, σέ στάση χαιρετι•

149


σμοϋ. �Eχει πιάσει ψιχάλα, ή γη μέ όσμές έγκυμοσύνης καί γρασι διοϋ πού πλημμυ ρίζουν τόν άέρα. Τό κό κκινο έπιτοκοφορείον στ αθμευμένο στό δρομάκι . • Η π ί σω πό ρτα του άνοιχτ ή κα ί σκαρφαλώνω μέσα μπουσουλώντας . Πάτωμα κόκκινο, μέ κόκκινο ταπέτο, κόκκινα κου ρτινάκια σκε­ πάζουν τά παράθυρα. 'Ά λλες τρείς μέσα, καθισμένες στά δύο παγκάκια, ενθεν καί ενθεν . • Ο Φ ρου ρός κλείνει κα ί κλειδώνει τίς διπλές πό ρτες , σκαρφαλώνει μπροστά, δίπλα στόν δδηγό. ' Α πό τό πλεξιγκλάς βλέπουμε τόν σ βέ ρκο τους. Ξεκινάμε μέ σκορτσά­ ρισμα, άποπάνω μας ή σειρήνα ούρλιάζει: μεριάστε, κάντε τόπο, στήν α κρη, δ λοι στήν πάντα! « Π οιά ε Ιναι; » ρωτάω τή διπλανή μου. Τό στόμα μου χωμένο στ ' αύτί της, ή έκεί δπου πρέπει νά βρίσκεται τό αύτί κάτω άπό τόν λευκό κεφαλόδεσμο. Σχεδόν γκαρίζω, δ θό ρυ βος θριαμβεύει. «Αύτή τοϋ Γουώρεν », μοϋ άπαντά ει μέ φωνή μεγάλη. Ασυ­ ναίσθητα μοϋ άρπάζει τό χέρι, τό σφίγγει, ένώ ενα τίναγμα μάς άδειάζει στή γωνία τοϋ πάγκου . Στρέφει πρός τό μέ ρος μου καί βλέπω τό πρόσωπό της, δάκρυα κατέρχονται στά μάγουλά της, δάκρυα πού τά προκάλεσε τί; Ζή λεια, ά πογοήτευση; Μά καθό­ λου, γελάει, μέ σφίγγει στή ν άγκαλιά της, ποτέ μου δέν τήν εχω ξαναδεί, μέ γεμίζει φιλιά, εχει φαρδιά στήθη κάτω άπό τό πορφυρό ενδυμα, σφουγγίζει τό πρόσωπό της μέ τά μανίκια της. Σέ παρόμοιες μέ ρες εχουμε τό έλεύθερο νά κάνουμε δτ ιδή ποτε θελή σουμε. , Ανασκευάζω: έντός δ ρίων. , Απέναντί μας, στόν άλλον πάγκο, μία προσεύχεται μέ τά μάτια κλειστά, οί παλάμες στό στόμα. � H μπορεί καί νά μή ν προσεύχεται. Μπορεί νά τρώει τά νύχια της. Τό πιθανότερο, παλεύ ει νά κρατηθεί ψύχραιμη . • Η διπλανή της εΙναι κιόλας ή ρεμη . Κάθεται μέ τά χέρια διπλωμέ να, χαμογελάει καί λιγάκι, ά σταμάτητα. Κάποτε αύτό ήταν ήχος θανάτου, άπό άσθενοφό ρο καί πυροσ βεστι κά. Τό πιθανό νά γίνει καί σ ή μερα ήχος θανάτου. Θά ξέ ρουμε σύντομα. Τί θά γεννή σει αύτή τοϋ Γ ουώρεν; Παιδί άρτιο, καθώς ελπίζουμε; �H τίποτ ' αλλο; Παιδί άκυρο, μέ κεφάλι καρφίτσας ή ρύγχος σάν σκύ λου, ή μέ δύο σώματα, ή μέ παρά '

150


φύσιν καρδιά, είτε δί χως χέ ρια, ή μέ δάχτυ λ α ποδιών καί χερ ιών ενωμένα μέ μεμβράνες; Πού νά προ βλ έψεις. Κά ποτε ήταν κατορ­ θωτό μέ μηχανές, τώ ρα όμως αύτό τό εχουν εκτός νόμου. � Α λ λωστε, ποιό τ ' ό φε λ ος νά ξέ ρεις από πρώτα; Δέν μπορείς νά τ ' απο ρρίξεις. 'Ό ,τι κα ί νά ' ναι, όφεί λεις νά τό βγά λεις πέ ρα. Τά προγνωστικά εΙναι ενα στά τέσσερα, αύτό τό μάθαμε στό Στρατόπεδο. Ή ατμόσφαιρα επαθε μιά ύπερπ λ ή ρωση, κάποτε, από χημικές ούσίες, ακτίνες , ακτινο βολίες, τό νερό ύπερκορέ­ σθηκε μέ τοξικά μόρια, κι αύτά θέλουν χρόνια γιά νά καθ αρι­ στούν, καί στό μεταξύ μπαίνουν λαθραία στό κορμί σου, καί κατασκηνώνουν στά λιπαρά κύτταρά σου. Π οιό ς τό ξέ ρει, μπορεί καί ή δική σου σάρκα νά εχει τή μόλυνση, βρωμισμένη πιά σάν ακτή γεμάτη πετρέλαιο καί λάδια γιά τό μαύ ρισμα, σίγου ρος θάνατος γιά θαλασσοπού λια καί εμβρυα ανθρώπων. � I σως ενα κοράκι νά πεθ άνει έπειδή εφαγε απ' τό κορμί σου. �I σως καί σύ νά έκπέμπεις ακτινο βολία μέσα στό σκοτάδ ι, σάν παλιάς μόδας φωσφορικό ρολόι. Ρολόι νεκροτομείου. Παραστάτης νεκρού. ν Ετσι λένε εναν κάνθαρο πού ένταφιάζει νεκρή λεία. 'Αδύνατο νά σκεφτώ -τ:όν εαυτό μου, τό σώμα μου, μερικές φορές, δίχως νά δώ τόν σκελετό μου: πώς θά δείχνω μπροστά σέ ή λεκτρονική φωτομηχανή ; Λίκνο ζωης κατασκευασμένο από όστά. Καί έντός του, αδέσποτες παγίδες, ένέδρες , αλλοιωμένες πρωτείνες, κρύσταλλοι σέ αποσύνθεση, κοφτεροί σάν γυαλί. Γυναίκες επαιρναν φάρμακα, χάπια, άντρες έψέκαζαν δέντρα, αγελάδες ετ ρωγαν χόρτο, καί όλο αύτό τό πολτώδες ού ρο έκχυ­ νόταν σέ ποταμούς. Παραλείπω τίς όλο καί ανθούσες έγκαταστά­ σεις μέ κινητή ριο δύναμη τήν άτομική ένέργεια, πού πιάνουν δλη τήν εκταση στό Μεγάλο Ρή γμα, στή ν περιοχή 'Άγιος , Α νδ ρέας. ρηγμα πού εγινε από μόνο του, δέν εύθύνεται δ άνθ ρωπος καθό λου, εγινε στήν περίοδο των σεισμων, ταυτόχρο­ να μέ τό βιολογικά μεταλλασσόμενο ρεύ μα της σύφιλης πού κανένα φάρμακο δέ μπορούσε ν' άναχαιτίσει. Κάμποσοι εφταναν νά μολεύονται ά πό μόνοι τους: περιτύλιγαν τό κορμί τους μέ εντερα γάτας, ε ίτε καυτη ρίαζαν τό δέ ρμα τους μέ χημικά. Πώς ε Ι χαν τό σθένος, ή Νονά Λυδία ελεγε , μά πώς εΙχαν τό σθένος γιά 151


τέτοια πράξη ; Τέκνα του ' Εωσφόρου ! Νά περιγελουν τά δώρα του Θεου ! Κι εσφιγγε τά χέ ρια της. Διακινδυνεύετε πολλά, βέβαια, εΙπε ή Ν ονά Λυδία, πλή ν θε Ι ε σ τάγματα εφόδου, εμπροσθ οφυλακή καί προελαύνετε, μέσα σέ εδαφος σπαρμένο κινδύνους. Μεγαλύτερος δ κίνδυνος , μεγα­ λύτερη καί ή δόξα. �E σμιξε τά χέρια της, τό πρόσωπό της φωτιζόταν άπό τό δήθεν θ άρρος μας. 'Ε μείς μέ τά βλέμματα κάτω, καρφωμένα στά θρανία μας. Νά περάσεις δ λα τοΟτα καί στό τέλος νά βγάλεις στόν κόσμο εναν χάρο δρεπανηφό ρο; Δέν ήταν κι εόχάριστη σκέψη . Δέν γνωρίζ αμε τί νά τά 'καναν δσα νεογέννητα δέν περνουσαν τό τέστ καί δέν τούς δινόταν άδεια ζωής, αότά πού καταχω ρουσαν στά άκυρα νεογνά. Γνω ρίζ αμε βέβαια πώς κάπου τά άπόθεταν, χωρίς πολλά-πολλά. � Ανευ αίτίας παντελώς, λέει ή Νονά Λυδία. �O ρθια μπροστά μας, μ έ τό χακί φό ρεμά της, κρατάει τόν χάρακα. Μ προστά μου, εκεί δπου πρώτα θά 'ταν χάρτης, ύπάρχει ενα διάγραμμα μέ τόν δείκτη γεννητικότητας μιας σειρας ετών: μιά γλιστερή λοφοπλα­ γιά, κατωφέ ρεια, διατ ρυπάει καί τό σημείο μηδέν καί πάει κατε βαίνοντας καί δλο κατεβαίνοντας. Φυσικά, μερικές πίστεψαν δτι τό μέλλον πιά καταργήθηκε, καί νόμισαν δτι τό σύ μπαν βαδ ίζει πρός εκρηξη. Αότή τή δικαιολογία μεταχειρίστηκαν, λέει ή Νονά Λυδία. ΕΙπαν, καμμία λογική πλέον δέν ενθαρρύνει τόν πολλαπλασιασμό του εΤδους. Τά ρουθούνια τής Νονας στενεύουν: τί πτωχοαλαζονεία! Ή σαν γυναίκες όκνη ρές, λέει. Π αλιοτσοΟ λες. Πορνικές γυναίκες ! Τό θρανίο μου εχει πάνω κάτι ά ρχικά σκαλισμένα καί ή μερο­ μηνίες . Χαραγμένα άνά δύ ο, καί τά ένώνει ή λέξη άγαπάει. l.x. άγαπάει Β.Ρ. 1 954. Ο.Ρ. άγαπάει Λ . Τ. Μ οιάζουν μέ τίς επιγραφές έκείνες, κάπου τό 'χα διαβάσει αότό, τίς χαραγμένες εΤτε σκαλι­ σμένες πάνω σέ κοιλώματα σπηλαίων, εΤτε ζωγραφισμένες μέ μίγμα ά πό άσ βέστη καί λίπος ζώου. Μ ου μοιάζουν άπίστευτα άρχαίες . • Η επιφάνεια του θρανίου μου εΙναι άπό άβαφο ξύλο. 'Ε πικλινές λίγο, στό πλάι κάνει καί μιά λακκού βα νά στη ρίζεται τό χέ ρι δταν γράφεις σέ χαρτί, μέ πένα. Τό καπάκι του σηκώνεται 152


κι άποκάτω τοποθετείς τά βιβλία σου. Αυτά τά συνήθεια παρωχη­ μένων έποχών τώρα μου φαίνονται πολυτέλειες, συ βαριτισμός θά , λεγα. Ά νήθικα, σάν τά όργια βαρβαρικών πολιτευμάτων. Μ. άγαπα Γ., 1972. Αυτό εΙδικά εχει φτιαχτεί μέ μολύβι πού ε ξυσε πολλές φορές τό ξεθωριασμένο βερν ί κι, εχει τή θλίψη ό λων τών έξαφανισμένων πολιτισμών. Σάν γραμμένο μέ χέρι πάνω σέ πέτρα. 'Όποιο ς τό χάραξε, κάποτε ήταν ζωντανό ς . , Από τό 1 985 καί μετά δέν εχει πιά χρονολογίες . Φαίνεται αυτό έδώ θά ' ταν άπό τά σχολεία πού τά εκλεισαν τότε, έπειδή εΙχαν έκλείψει τά παιδιά. , Εκείνες περιέπεσαν σέ σφάλματα, ή Νονά Λυδία λέει. ' Ε μείς δέν προτιθέμεθα νά τά έπαναλάβουμε . • Η φωνή της δλο ευ λά­ βεια, συγκατά βαση , φωνή άνθ ρ ώπων πού καθή κον τους εΙναι νά μας λένε δυσά ρεστα πράγματα, γιά τό καλό μας. Θά τό ' κανα κέφι νά τή ν πν ί ξω μέ τά χέρια μου. Καταχωνιάζω αυτή τή σκέψη σχεδόν άμέσως. Κάθε τί έκτιμαται, μας λέει, μόνον έφ ' όσον εΙναι σπάνιο καί δυσκόλως άποκταται. ' Ε πιθυμου με νά εΙστε βαρύτιμες , κοπέλες μου. Δ ιανθίζει τή φ ράση της μέ παύσεις, πού νομ ίζεις δτι τ ίς κ ρατεί στήν στοματική της κοιλότητα κα ί τ ίς πιπιλάει. Θεωρεί­ ' στε τούς εαυτούς σας μαργαριτάρια. ' Ε μείς καθισμένες σέ στοί­ χιση , τά μάτια κατε βασμένα, τήν κάνουμε νά τής τρέχουνε τά σάλια άπό ήθικολογική ή δονή . Είμαστε στό ελεός της, εχει τό έλεύθερο νά μας προσδίνει χ αρακτηρισμούς, έξ άνάγκης άνεχό­ μαστε τά κοσμητικά της. Φέρνω στό νου μου τ ά μαργαρ ιτάρια. Τό μαργαριτάρι εΙναι ή . ροχάλα του στρειδιού, άλλά πηγμένη . Θά τό πώ στή Μόιρα αυτό, μετά. U Α ν μπορέσω. 'Όλες μας εμείς εδώ θά σας γλύψουμε, θά σας άναπλάσουμε στό πρέπον σχήμα, λέει ή Νονά Λυδία, αυτοϊκανοποιημένη . Ή κλού βα φρενάρει, οί πίσω πόρτες τώρα άνοιχτές, δ Φ ρου ρός

μας βγάζει εξω σαλαγ ώντας. Στή ν είσοδο, στητός, άλλος Φρου­ ρός μ έ περασμένο στόν ώ μο πολυ βό λο, άπ ' αυτ ά πού εχουν κάννη σάν πλακουτσή . Π ροχωραμε στοιχηδόν πρός τήν είσοδο, 1 53


κάτω άπό ψιχάλα, οί Φρουροί μας παρουσιάζουν ό πλα. Τό μεγάλο όχημα Έπειγουσών Έ πεμ βάσεων, αυτό μέ τά μηχανή­ ματα καί τό κινητό συνεργείο Ιατρών, ε Ι ναι σταθ μευμένο πιό πέ ρα άπό τόν εσωτερικό δρομίσκο. Διακρίνω εναν άπό τούς γιατ ρούς, κοιτάζει άπ ' τό παραθ υράκι του όχήματος. Σκέφτομαι, άραγε μέ τί περνουν τήν ωρα τους εκειμέσα, περιμένοντας. Θά πα ίζουν χαρτιά, τό πλέον πιθανό, ή θά διαβάζουν. Κάτι τέτοιο, άντ ρική ένασχόληση. Αυτοί, σπαν ίως χρησιμοποιουνται. Τούς επιτρέπουν τήν ε ί σοδο μονάχα όταν δέν εχουν ά λλ η λύση. , Ενώ πρώτα ήταν άλλιώς, μονίμως σέ ύπεραπασχό λ ηση τούς ε Ι χαν. Νά ντρέπεσαι δηλαδή , ε Ι πε ή Νονά Λυ δία, ενα αΙσχος . ' Αναφερόταν σ ' ενα φίλμ πού μας εΙ χε δείξ ει λίγο πιό πρ ίν, τραβηγμένο σ ' ενα νοσοκομείο του τότε καιρου : μ ία εγκυος προσ δεμένη σ ' ενα μηχάνημα, μέ ή λεκτρόδια νά προ βά λ λουν άπό παντου, ετσι πού ή γυναί κα νά μοιάζει μέ διαλ υμένο ρομπότ, ένώ ενα ύγρό κατέ βαινε στάλες-στάλες καί τήν τ ροφο δοτουσε ένδοφλεβίως , προσαρμοσμένο στό μπράτσο της. Καί ενας άντρας μέ άναμμένο φακό νά ψάχνει κοιτάζοντας άνάμεσα στά σκέ λ ια της, στό βάθος του κόλπου της πού ήταν ξυρισμένος, όμοιος μέ άγένειο κορίτσι, κι ενας δίσκος μέ άστραφτερά, ά ποστειρωμένα ννστέ ρια, καί ό λοι μέ μάσκες. Μ ία άσθενής πού έ πέτρεπε, άνεχόταν, συνεργουσε σέ ό λα αυτά. Καί μό λ ις ένάρκωναν τ ίς γυναίκες, άπάλυναν τ ίς ώδίνες , τ ίς άνοιγαν, μετά τ ίς εραβαν. Αυτά, τέρμα π λ έον. ' Α κόμη καί τά άναισθη τικά. Ή Ν ονά ' Ι σαβέ λ λα ε Ι πε κάνει καλό στό μωρό, ά λ λά επιπλέον πληθύVΩν πληθυνώ τας λύπας σου κα; τό ν στεναγμό ν σου ' έν λύπαις τέςrι τέκνα. Αυτό μας τό σερ βίριζαν στό γευμα, μαζί μέ μαυ ρο ψωμ ί καί σάντουιτς μέ μαρού λι. Καθώς άνεβαίνω τά σκαλοπάτια, πλατιά σκαλοπάτια, άπό μία πέ τρινη ύδρ ία σέ κάθε πλευρά -6 Ταξιάρχης αυτηνής του Γουώρεν θά ' χει άνώτερη θέση άπό τόν δικό ν μου-, άκούω κι άλλ η σειρή να. ΕΙναι τό γαλάζιο έπιτοκοφορείον, αότό γιά τίς Γαμετές. Θά ναι ή Σερένα Τζόυ, καταπλέει μέ όλες τίς τιμές. Γι ' •

αυτές δέν εχει πάγκους, εχει καθίσματα άληθινά, μέ καλύμματα.

1 54


Κ οιτάζουν ίσια μπροστά δίχως νά τούς κό βεται είτε κρύ βεται ή θέα ά πό κου ρτινάκια. Γνωρίζουν που πηγαίνουν. Φ ανερό, ή Σερένα Τζόυ εχει ξανάρθει έδώ, σ ' αύτό τό σπίτι, γιά τσάι. Φανερό, αύτή του Γουώρεν, καί πιό πρίν αύτή ή μυξού ή τσούλα ή Ζανίν, πέ ρασαν πασαρέλα μπροστά άπό δαύτην καί τίς άλλες συζύγους, γιά νά τούς δου ν τίς κοιλιές τους , νά τίς άγγίξουν ίσως, καί νά συγχαρουν τή ν άρμόδια Γαμετή: γερό κορίτσι, όλο υγεία, υγιέστατοι μυς. Κ αθ αρό τό αΙμα στό σό ι της, έλέγξαμε όλα τά μητρώα, ή έ νδελεχής πρόληψη καί ό πλή ρης ελεγχος ποτέ δέν βλάπτουν. Κ αί χρυσή κοπέλα. Θά ' θελες ενα γλυκάκι, καλή μου ; Α μή , τήν κακομαθαίνεις, ή ζάχαρη τή βλάπτει. w E, ενα γλυκάκι δέν θά της κάνει κακό, δέν πρό κειται νά ξαναφάει, Μίλτρεντ. Κ αί ή γλείφτ ρα ή Ζανίν: W Αχ, μάλιστα μαντάμ, πώς ! W Α ν έ πιτρέπεται. Μά πόσο καλης άγωγης, όχι στυ φή σάν μερικές, έκτελ ου ν τό λειτού ργημά τους καί πέ ραν τούτου τίποτα. Τή ν εχετε σάν θυγατέρα σας, όπως θά λέγατε καί σείς. Μέ λος της οΙκογένειας. Πλούσια χαμόγελα βασίλισσας-μητέρας. 'Α ρκεί , καλή μου, μπορείς νά έ πιστρέψεις στό δωμάτιό σου. Καί άφου φύγει: Πουτανάκια, όλες τους, άλλά δέ μπορείς καί νά έπιλέξεις. 'Όποια σου κλη ρώσουν παίρνεις, ετσι κο ρίτσια; Αύτό τό τελευταίο τό εΙπε ή Γαμετή του Ταξιάρχη. Ναί, άλλά καί σένα τί λαχείο σου επεσε! Μερικές, τί νά πώ, δέν εΙναι ούτε καλοπλυμένες. Καί ούτε ενα χαμόγελο δέν καταδέ­ χονται νά σου παραχωρήσουν, κλείνονται μουφλουζες στά δωμά­ τιά τους, ούτε λούζονται δέ , μιά όσμή , άφηστε ! ' Αναγκαστικά, δίνω έντολή στίς Μά ρθες νά τό άναλάβουν, νά σκεφτείς δέν σκύ βουν τό κεφάλι πάνω άπ' τή μπανιέ ρα, μέ τό ζό ρι πιά κι αύτό! Αφου τελικά άναγκάζεσαι νά τίς δωροδοκή σεις γιά νά μπανια­ ριστου ν, ή νά τίς άπειλή σεις. Μέ τή δ ική μου, άναγκαστικά ελαβα όρισμένα αύστηρά μέτρα, κι αύτή γιά έ κδίκηση δέν τ ρώει τό δείπνο της άνθ ρωπινά. " Αν πείς γιά τό άλλο πού λέγαμε, ούτε σταγόνα. Καί ήταν πάντα W

1 55


ταχτική , ρολόι! 'Ενώ ή δικιά σου, σου περιποιεί τιμή. Πλησιά­ ζει καί ή μέρα σας όπου νά ' ναι, συναισθάνομαι τήν άδημονία σας, τεράστια εχει γίνει, σάν όλόκλ ηρο σπίτι, σας κατανοώ, δέν βλέπετε τήν ώρα. Λίγο τσάι άκόμα; ' Α λλάζ ει τό θέμα μέ ταπεινοφροσύνη. Ξέ ρω άπ' εξω κι άνακατωτά τή συνέχεια. Κ αί ή Ζανίν, πάνω στό δωμάτιό της, τ ί κάνει; Κάθεται μέ τή γεύση της ζάχαρης άκόμη στό στόμα, άναγλείφεται. Κ οιτάζει εξω. Κά νει εΙσπνοές καί έ κπνοές. Χαϊδεύει τά πρησμένα στήθη της. Στόν νου της, άπνοια.

1 56


ΚΕΦ ΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟ Σ Ι

Η .. ΚΑΛΗ ., σκάλα εΙναι φαρδύτερη άπ ' τή δ ική μας, μέ στριφογυ­

ριστή κουπαστή κι άπό τίς δύο μεριές. ' Α πό πάνω άκούγονται ψαλμοί, άπό γυναίκες πού �χoυν καταφτάσει πρίν άπό μένα. ' Ανε βαίνουμε σέ ένωμοτία, προσεχτικές μή ν πατήσουμε τό στρίφωμα τοϋ φουστανιοϋ τής μπροστινής μας . ' Α ριστερά, οΙ διπλές πό ρτες πρός τήν τραπεζαρία �χoυν άναδιπλωθεί καί μέσα βλέπω τό μακρύ τραπέζι μέ λευκό τραπεζομάντηλο, �χoυν ετοι­ μάσει κυλικείο: χοιρομέ ρι, τυρί, πορτοκάλια -εχουν πορτοκά­ λια!- καί φρεσκοψημένα ψωμάκια. Καί γλυκά. Έ μάς, βέ βαια, θά μάς βγάλουν δίσκο μ ' ένα γάλα καί σάντουιτς μετά, ύστερα. 'Έχουν πάντως καφετιέ ρα καί κρασί έμφιαλωμένο, διότι, γιατί δηλαδή νά μή μεθύσουν λιγάκι δ λες οΙ δέσποινες τέτοια ή μέρα θριάμβου ; Θά περιμένουν πρώτα τήν �Kβαση , εύτυχές ή άτυχές γεγονός, καί μετά θά έκδηλωθοϋν ο Ι γουρούνες . 'Έχουν μαζευτεί στή ν αίθουσα άναμονής τ ώ ρα, άπό τή ν άλλη μεριά τής σκάλας, καί φωνάζουν ζήτω γιά τή Γαμετή τού Ταξ ιάρχη , τή σύζυγο τοϋ Γουώρεν. Μιά μικροσκοπική γυναικού λα, μιά σταλίτσα πράμα, ξαπλωμένη στό πάτωμα μέ λευκή βαμ βακερή νυχτικιά, τά γκρι­ ζωπά της μαλλιά χυμένα, σάν μουχλιασμένη λειχήνα πάνω στό χαλί. Τής κάνουν έντριβές στή βαθουλωμένη της κοιλίτσα, λές καί αΜή ε Ιναι ή έπίτοκος . . Ο Ταξιάρχης, φυσικά, άφαντος. � Eχει πάει έκεί δπου κάθον­ ται οΙ σύζυγοι σέ παρόμοιες περιστάσεις , σέ κρυψώνα. ' Ασφα­ λώς θά λογαριάζει πότε περίπου θ ' άνακοινωθεί ή προαγωγή του, άν δλα πάνε κατ ' εύχήν. ΕΙναι σίγου ρος πώς τή ν εχει στό χέρι, τώρ α. Αύτή τού Γουώρεν εΙναι στή ν «καλή " κρεβατοκάμαρα -πο­ λύ ταιριάζει τό έπίθετο έδώ- έκεί πού κοιμούνται δ Ταξιάρχης καί ή Δέσποινά του. ' Α νακαθισμένη στό πελώριο κρε βάτι τους, μέ πολλά μαξιλάρια στήν πλάτη της. ΕΙναι ή Ζανίν, μέ πλη θωρι­ κή κοιλιά άλλά άδυνατισμένη . Τής έχουν κατάσχει τό άρχικό 1 57


της όνομα. Φο ράει μιά λευκή βαμ βακερή πουκαμίσα πού εχει σηκωμένη ώς τούς γοφούς. Τά μακριά, στό χ ρώμα του λιναριου μαλλιά της εΙ ναι τραβηγμένα καί δεμένα κότσο πίσω, νά μή ν έμποδίζουν. Τά μάτια της κλεισμένα σφιχτά, καί μ ' αύτή τήν έμφάνιση σχεδόν καταφέ ρνω νά τήν συμπαθή σω. Στό κάτω-κάτω άπ ' τίς δικές μας εΙναι, τί έπιδιώκει; Νά τή σκαπουλάρει όσο πιό εύχάριστα, άναλόγως. ' Εμείς οΙ λοιπές δη λαδή έπιζητήσαμε τίποτ ' άλλο; Τό dναλόγως καλά εΙναι τό μόνο ένδεχόμενο λαχείο. Καί δέν τά καταφέ ρνει άσχημα, άναλόγως. Δύο γυναίκες πού δέν γνωρίζω στέκουν άπό μία σέ κάθε πλευρό της καί κρατου ν μαγκωμένα τά χέρια της, είτε έκείνη τά δικά τους. Μία τ ρίτη άνασηκώνει τή νυχτικιά, χύνει λάδι πάνω στόν τύμβο πού σχηματίζ ει ή κοιλιά της, καί κάνει έντριβή μέ φορά πρός τά κάτω. Στά πόδια της στέκει ή Νονά ' Ι σαβέλλα μέ τό χακί φόρεμα πού εχει στ ρατιωτικές τσέπες στό ιJψoς του στήθους. Αύτή εχει τήν εδ ρα Γυναικολογικής Παιδείας. Μ πορώ νά διακρίνω τό πλάι τής κεφαλή ς της, καταλαβαίνω πώς ε Ι ναι αύτή άπό τή ν άνασηκωτή μύτη καί τό άντρικό πηγούνι, όλο κύρος. Δίπλα της βρίσκεται τό 'Έ δρανο τών Τοκετών, διθέσιο, ή πίσω θέ ση ύπερυψωμένη σάν θ ρόνος τήν Ζανίν θ ά τήν τοποθ ε­ τή σουν έκεί μονάχα σάν ερθει ή ώ ρα της. ΟΙ κου βέρτες περιμέ­ νουν ετοιμες , τό μικρό μπανάκι γιά τό λουτρό, τό δοχείο μέ τά παγάκια νά πιπιλίσει ή Ζανίν. ΟΙ λοιπές γυναίκες κάθονται σταυ ροπόδι στό χαλΙ Ε Ι ναι πολλές, φαίνεται πώς εχουν ερθει ό λες της περιοχης. Π ρέπει νά ' ναι εΙκοσιπέντε, τριάντα. Δέν εχουν Πορφυρή Δούλη όλοι οΙ Ταξιάρχες: μερικές άπό τίς γυναίκες τους εχουν δικά τους παιδιά. Έξ ένδς έκάστου κατα τας δυνάμεις του ' εΙς εκanτον κατα τας dνάγκaς του. Τό λέγαμε όμαδικά αύτό, τρείς φορές, μετά τό έπιδό ρπιο. ' Α πό τή Β ί βλο ήτ αν παρμένο, δ ηλαδή ετσι μας ε Ιχαν πεΙ ' Απόστολος Παυλος, Π ράξεις , Αποστόλων. , Αποτελείτε μία μεταβατική γενεά, εΙπε ή Νονά Λυδία. Γι ' αύτό καί θ ' άντ ιμετωπίσετε τίς περισσότερες δυσχέ ρειες. Γνω ρί­ ζομε τό ϋψος τών θυσιών στίς όποίες εχετ ε κληθεί νά ύπο βληθεί­ τε. Καί εΙναι δύσκολ ο όταν οΙ άνδρες σας καθυ β ρίζουν. Γι ' αύτές 158


πού θά ' ρθουν μετά άπό σας, ό δρό μος θά εΙναι πιό εi.ί KOλOς. Θ ' άποδεχθουν τά καθή κοντά τους μέ πρόθυμες καρδιές. Δέν ε Ι πε: έπειδή δέν θά διαθέτουν μνή μες άλλων τ ρόπων ζωής. ΕΙπε: έπε ιδή δέν θά έπιθ υμουν πράγματα τά ό ποία δέ ν ε Ιναι σέ θέση νά άποκτήσουν. Μ ιά φορά τή βδομάδα είχαμε προ βολή ταινίας μετά τό συσσίτιο, πρίν άπό τή μεσημ βρινή κατάκλιση . Κ αθόμαστε κατάχαμα στή ν αίθουσα οΙκοκυρικών, καθεμία στό μικρό γκρίζο χαλάκι, καί καρτερούσαμε όσο ή Ν ονά 'Έ λενα καί ή Νονά Λυδία πάλευαν μέ τό μηχάνη μα προβολής. Α ν ή μαστε τυχερές, δέν τούς ξετυλιγό­ ταν ή μπομπίνα oi.ίτε τήν ξανατύ λιγαν άνάποδα . 'Ε μένα μου θύμιζε τό μάθημα γεωγραφίας στό γυμνάσιό μου, πρίν άπό χιλιάδες χρόνια, δπου μας εδειχναν σέ ταινίες τόν υπό λοιπο κόσμο' γυναίκες μέ φουστες μέχρι κάτω, ή φουστάνια άπό περκάλι, έμπ ριμέ βαμβακερό, πού κου βαλουσαν ζαλιές ξύλα, είτε καλάθια, ή πλαστικούς κου βάδες μέ νερό άπό κάποιο ποτάμι, τρέχα - γύ ρευε ποιό, μέ μω ρά κρεμασμένα άπό πάνω τους μέ έ σάρπες ή σέ φορητές κούνιες άπό δίχτυ, πού μας κοίτ αζαν λαθ ραία, έπειδή ή ξεραν πώς έκείνη τή στιγμή κάτι τούς εκαναν μ' ενα μηχάνημα πού εχει γυάλινο μάτι, άλλά δέν ή ξεραν τ Ι Οί ταινίες αύτές κάπου μας άνακούφιζαν, ήσαν όμως καί βαρετές όσο νά 'ναι. Μας εφερναν υπνηλία άκόμη κι όταν εδειχναν άντρες μέ γυμνούς μϋς νά τσαπίζουν άνό ργωτη γή μέ κρωτόγονα τσαπιά καί φτυάρια, ν ά μετατοπίζουν κοτρώνες . Περισσότερο εκανα γουστο ταινίες μέ χορούς, τραγούδι, τελετουργικές μάσκες καί κοίλα χειροτεχνή ματα πού ε βγαζαν μουσική : φτερ ά, μπ ρούν­ τζινα κουμπιά, άχι βάδες- βούκινα, τύμπανα. Μοϋ άρεσε νά βλέ­ πω τούς άνθρώπους σέ στιγμές όπου χαίρονταν, όχι όταν ήσαν άξιολύπητοι, πεινασμένοι, κοκαλιά ρη δες , όταν ή πιό άπλή έ ργα­ σία ήταν γι' αύτούς προσπάθεια θανάσιμη , όπως τό άνοιγμα πηγαδιοϋ, ή άρδευση , προ βλή ματα πού ό πολιτισμένος κόσμος τά εΙχε λύσει άπό καιρό. w E uya, κάποιος όφείλει νά τούς δώσει W

1 59


στά 'Χέρια τους τά εύεργετήματα της τε'Χνολογίας, καί μετά αστους νά τά βγάλουν πέ ρα μονά'Χοι τους . Ή Νονά Λ υδία δέν μας εδει'Χνε τέτοιες ταινίες. Συνήθως μας �παιζε καμιά παλαιά πορνοταινία, ι:πο'Χης ' 70 ή 80. Γυναίκες γονατ ισμένες νά παίρνουν πίπα άντρικό ό ργανο ή κάννη όπλου, γυναίκες δεμένες μέ σκοινιά ή άλυσίδες , ή μέ λαιμαριές σκυλί­ σιες περασμένες στόν λαιμό τους , γυναίκες νά κρέμονται άπό δέντρα, ή καί κρεμασμένες άνάποδα, δλόγυμνες, μέ τά πόδια άνοιγ μένα, γυναίκες πού τίς βιάζουν, τίς δέρνουν, τίς Ι:κτελοϋν. Μ ιά φορά μας εβαλαν νά δοϋ με μιά γυναίκα νά τή ν κάνουν κομμάτια άργά-άργά, νά της άποτέμνουν τά δά'Χτυλά της καί τούς μαστούς μέ ψαλίδα τοϋ κηπου ροϋ, νά της άνοίγουν τήν κοιλιά καί νά πετοϋν τά Ι:ντόσθια �ξω . Καί τώρα άναλογισθ είτε τή ν Ι:ναλλακτική αποψη , ή Νονά Λυδία εΙ πε. Βλέπετε πώς ήταν ή κατάσταση τότε; Αύτή τή γν ώ μη ε Ιχαν γιά τίς γυναί κες, τότε. • Η φωνή της ετρεμε άπό τή ν άγανά κτηση . • Η Μ όιρα μας εΙπε μετά πώς ή ταινία ή τανε σικέ, τήν ε Ι 'Χαν γυρίσει μέ λαστιχένιες κού κλες, δύσκολο πάντως νά καταλά βεις ποιά ή άλήθεια. Καμιά φορά ή τ αινία πού μας εβαζαν ήταν αύτό πού ή Νονά Λυδία 'Χαρακτή ριζε ντοκυμαντέ ρ περί τό ακυ ρο θη λυ, γιά τίς πλή ν γυναίκες . Φαντασθείτε, ή Νονά Λυδία εΙπε, νά σπαταλοϋν τό 'Χρόνο τους έτσι, τή στιγμή πού θά μποροϋσαν νά Ι:πιδοθοϋν σέ κάτι κοινωφελές . Κ αί τίς εξεμαύλιζαν πρός αύτή τήν δ δό . • Η Κυ βέ ρνηση τίς επιδοτοϋσε άκρι βώς γιά νά Ι:πιδίδοντ αι σ ' αύτό τό αΙσ-χος. Δέ ν άντιλέγω, μερικές άπό τίς Ι δέες τους ήσαν βάσεως ύ γιοϋς, εΙπε άμέσως μετά, μέ τή ν �παρση τοϋ εΙδή μονος στή φωνή της, φωνή άτόμου πού ε Ιναι σέ θέση νά κρίνει. Μ ερικές Ιδέες τους θά ή μαστε άναγκα σμένοι νά τίς δικαιολ ογήσουμε, άκό μη καί σή μερα. Μόνο μερικές δμως, προσοχή , εΙπε μέ μαργιο­ λιά' ϋψωσε τό δ άχτυλό της καί τό κινοϋσε Ι:ναντίον μας. ' Ε κείνες δ μως ήσαν " Αθε ες, Ιδού ή εΙδοποιός διαφορά, δέ ν συμφωνείτε ; ' Εγώ κάθομαι στό 'Χαλάκι μου, μέ σταυ ρωμένα τά 'Χέρια, ή Νονά Λυδία ξεμακρ αίνει άπό τή ν όθόνη , τά φώτα σ βήνουν, κι ,

1 60


έγώ λογαριάζω, μπορώ τά1α τώρα μέ τό σκοτάδι νά γείρω δεξιά δί1ως νά μέ δοϋνε, καί νά ψιθυρίσω στή δ ιπλανή μου. Τί θά ψιθυρίσω ; Θά εΙπώ, μήπως εΙ δες πουθενά τή Μό ιρα; , Επειδή καμιά δέν τήν ειδε, άπουσίαζε άπό τό πρωινό συσσίτιο. 'Όμως ή α(θουσα, παρ ' δτ ι 1αμηλωμένα τά φώτα, δέν ε Ι ναι σκοτεινή , γι ' αύτό τό μυαλό μου γυρίζει δ ιακόπτη καί μεταπηδάει στήν στάση έκείνη πού περνιέται γιά προσή λωση . Σ ' αύτές τίς ταινίες κό βουν τόν fι10, ένώ τόν άφήνουν στά πορνό. Θέλουν ν ' ά κοϋμε τίς κραυγές καί τά μουγκρητά καί τά ού ρλια1τά τά προκαλούμε­ να άπ ' αύτό πού θεωρ είται ε(τε άκραίος πόνος είτε άκραία ή δονή , ή καί τά δυό μαζί, δέν θέλουν δ μως ν ' άκοϋ με τί λένε τά άκυρα θήλεα. Πρώτα πέφτει ό τίτλος καί μερικά όνόματα, σ βησμένα πάνω στό φίλμ μέ μολύ βι, νά μή μποροϋμε νά τά διαβάσουμε καί τότε βλέπω τή μητέρα μου. Τή νεαρή μου μητέ ρα, νεώτερη άπ ' δσο τήν πρόφτασα, τόσο νεαρή δσο θά fιταν προτοϋ γεννηθώ. Ντυμένη μέ τό ροϋ1Ο τό όποίο, μας ε Ιπε ή Ν ονά Λυδία, fιταν καί τό 1αρακτη ρ ιστικό γιά τά άκυρα θήλεα τοϋ τότε καιροϋ, φόρμα άπό τζήν, μέ καρώ πουκάμισο μώβ καί πράσινο όπό μέσα, καί λασΤΙ1ένια παπούτσια, άπ ' αύτά πού φοροϋσε καί ή Μ όιρα κάποτε, άπ ' αύτ ά πού θυμαμαι νά φό ραγα κι έ γώ, πολύν καιρό πρίνο Τά μαλλιά της συμμαζεμένα σ ' ενα μώβ μαντή λι, δεμένο πίσω. Τό πρόσωπό της πολύ νεανικό, πολύ σο βαρό, όμορφο μάλ ιστα. wE1ro λησμονήσει πώς ή μάνα μου ήτ αν κάποτε τόσο όμορφη καί τόσο σοβαρή . Ε Ι ναι μέ εναν δμιλο όπό γυναίκες , ντυμένες δλες τό (δ ιο. Κ ρατεί ενα ραβδί, ό1Ι, ε Ιναι κοντάρι σέ πανώ. Ό φακός μετακινείται καί βλέπουμε τό σλόγκαν, γραμμέ­ νο μέ μπογιά πάνω σέ κάτι πού άΡ1ικά fιταν σεντόνι: ΜΗ ΜΑΣ ΞΑΝΑΦΕΡΕΤΕ ΤΗ ΝΥΧΤΑ. Ή έπιγραφή μένει μπροστά μου άσ βη­ στη. Πα ρ ' δτι, κ ατ ά τόν κανονισμό, δέν μας tπιτρέπεται νά γνωρίζουμε άνάγνωση . Οί γυναίκες γύ ρω μου εΙσπνέουν, μιά άναταρα1ή στήν α(θουσ α., σάν άνεμος πάνω όπό 1λόη . UΩπα . . . τί εΙναι αύτό; ' Α βλε ψ ία τους, τούς ξέφυγε καί πέ ρασε άπαρατή ρη­ το; wH μή πως έκ π ρομελέτης τό άφησαν, μέ σκοπό νά τό δοϋ με, νά μας θυ μίσει τίς παλαιές ή μέρ ες τίς γεμάτες άνασφάλεια. //

161


Πιό πίσω άπό τό σλόγκαν, καί άλλα πανώ, καί ή κινηματο­ γραφική μηχανή τά καταγράφει σάν περαστική : ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ε­ ΚΛΟ ΓΗΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟ ΥΝ ΜΩΡΑ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΑ. ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ. ΠΙΣΤ ΕΥΕΙΣ ΠΩΣ Η ΘΕΣΗ ΤΗ Σ ΓΥΝ ΑΙΚΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΥΖΙΝΑ; Κάτω άπ ' αύτή τήν επιγραφή , σέ Ιχνογράφημα, ενα

σώμα γυναίκας πάνω σέ τραπέζι κουζίνας, καί νά στάζει αϊματα. Τώ ρα ή μητέρα μου κινείται πρός τά εμπρός καί χαμογελα­ στή , μετά γελάει, όλες κινούνται εμπρός, καί τώ ρα ύψώνουν τίς γροθιές τους στόν άέρα Η κινηματογρ αφική μηχανή κινείται πρός τόν ου ρανό, όπου εκατοντάδες μπαλόνια μ' εναν κύκλο ζωγραφισμένο πάνω τους , κύ κλος μέ κοτσάνι σάν τού μή λου' τό κοτσάνι εΙναι σταυρός. Ξ ανά στή γη, ή μητέ ρα μου βρίσκεται άνάμεσα στούς πολλούς, άδύνατο νά τή δώ πλέον. .

.

Σ' Εκανα στ ά τ ριανταεφτά μου, ή μητέρα μου ε Ιπε. Ή ταν επικίνδυνο, μπορούσες νά μού βγείς ελαττωματικό. Δέν εμεινα εγκυος άπό λάθος , σέ ήθελα , ά λ λά τό τί χέσιμο μού πάτησαν μερικοί-μερικοί! • Η παλιότερη φι λ ενάδ α μου, Τρίσια Φόρεμαν τήν έλεγαν, μέ κατηγό ρησε πώς εΙ μαι ύπέ ρ τών γεννήσεων, ή τσουλά ρα. ' Από ζή λεια βέ βαια, ξέ ρω τί λέω. Κ άμποσες μού φέρθηκαν εντάξει, γιά νά λ έμε καί τό σωστό. Μόλις όμως μπη κα στόν ειcτo μήνα, καμπόσες άρχισαν νά μού στέλνουν εκείνα τά ά ρθ ρα, ξέ ρεις, αυξημένες πιθανότητες γεννήσεως ελαττωματικού βρέφους γιά τίς άνω τών τριανταπΙ ντε μητέ ρες, μέ πεθάνατε στή ν συμπαράσταση , ρέ κλώσσες, λ έω. Μ ετά μέ αρχισαν τίς άλλες τρίχες , τί ζό ρικα εΙναι κοινωνικώς τά πάντα γιά τήν άνύπαντρη μητέρα, πώς θά μέ άντιμετωπίζουν οί άλλ οι. Έγώ αύτά τ ά ' χω χεσμένα, τούς έ λεγα, μόνη μου τήν άρχίνισα τή φάμπρικα, μόνη μου θά τή βγάλω πέ ρα. Στήν κλινική είχανε γράψει στό δελτίο: "Θη λυ νόθον, ή λικία μητρός επισφα λ ή ς" , μας φακελώνετε δη λα­ δή άμα γεννή σουμε μετά τά τριάντα τούς λέω, τόσο δύσκολο λέτε ε Ιναι νά πρωτογεννήσεις μετά τά τριάντα, άν άγαπας θεό ! Αύτά ε Ιναι ιδέες γιά φτωχομπινεδιά ρες , τούς λέω, βιολογικώς εΙμαι εΙ κοσιδύο χρονών κοπέλα εγώ, καί άμα γουστάρετε παραβγαί­ νουμε στό τρέξιμο, όσους γύ ρους θέ λετε, κι ας εΙ μαι καί λεχώνα. 1 62


, Εγώ καί τρίδυμα νά , κανα, θά ' βγαινα άπ ' τήν κλινική χοροπη­ δώντας τήν ίδια μέ ρα, ένώ εσείς θέλετε πάπια, ουτε νά ση κωθείτε άπ ' τό κρεβάτι γιά κατού ρημα δέ μπορείτε, χτικιάρες. 'Όταν μού τά ' λεγε αύτά, μι λούσε μέ τό πηγούνι πεταγμένο μπροστά. νΕτσι τή θυμαμαι, τό πηγούνι της πεισματικό, πεταγμέ­ νο μπρός, κι ενα ποτό μπροστά της στό τραπέζι της κουζίνας. νοχι νέα καί σοβαρή καί όμορφη όπως ήταν στήν τα ιν ί α, άλλά σάν τεντωμένη χορδή , κορμί όλο νεύ ρα, πρόσωπο της όργης , δ τύπος της ή λικιωμένης πού δέν θ ' άφήσει κανέναν κερατά νά της μπεί μπροστά στή ν ούρά τού σουπερμάρκετ. τ ης ίiρεσε νά , ρχεται σπίτι μου νά πίνει κάτι όσο εγώ καί δ Λουκας ετο ιμ άζαμε τό βραδινό μας , καί νά μας λέει πού τήν πάτησε στή ζωή της, μόνο πού τελικά μας φανέ ρωνε πού τήν είχαμε πατήσει έμείς. Τά μαλλιά της ήτανε γκρίζ α βέβα ια, τότε. Ούτε τό συζητούσε νά τά βάψει. Π ρός τί τά ψευτίσματα, μας άπαντούσε. Καί στό κάτω-κά­ τω, ποιό τό κέρδος, δέν θέλω ίiντρα μέσα στά πόδια μου, τί τόν χρειάζομαι, �ξω άπό μιά εύχ αρίστηση ενός λεπτού, καί άντε μετά εκτρώσεις καί τέτοια . . Ο άντρας άξίζ ει όσο ε Ιναι δ Δού ρειος 'Ί ππος πού χρησιμοποιεί ή γυναίκα γιά νά φέ ρνει στόν κόσμο ίiλλες γυναίκες . 'Ό χι π ώς δ πατέ ρας σου δέν ήταν καλός ίiνθρωπoς καί τά παρόμοια, άλλά πάνω του χ αραμιζόταν δ τίτλος τού πατέρα. Δη λαδή όχι π ώς εΙ χα αύταπάτες έ πί τού θέματος. ' Ο λοκλή ρωσε τόν προορισμό σου καί μετά μπορείς νά τού δί νεις, ε Ι πα. ν Εχω ενα μιστό της άνθρωπιας, μπορώ νά πλη ρ ώ νω νταντά. Κ ι ετσι �φυγε γιά τήν ίiλλη ίiKρη της χώ ρας , εστελνε κάρτες τά Χ ριστούγεννα. ΕΙχε ό μορφα γαλάζια μάτια, αύτό τού τό παραδέχομαι. 'Όμως κάτι λε ιψό εχουν οί γαλανομάτηδες , άκόμη καί οΙ ό μορφοι. Σά νά ' ναι ίσο βίως άφη ρημένοι, φευγάτοι κάπως, σά νά μή μπορούν νά θυμη θ ούν καθαρά πο ι οί εΙνα ι. Κ οιτάζουν τόν ούρανό περ ισσότερο άπ ' όσο πρέπει. Τά πόδια τους δέν κάνουν έπαφή μέ τή γη . Δ έν συγκρίνονται μέ τή γυναίκα, ε Ιναι καλύτεροί μας στό ποδόσφαιρο καί στό μερεμέτι­ σμα τού άμαξιού, δη λαδή άκρ ι βώς ό ,τι μας χρειάζεται γιά τή βελτίωση της άνθρώπινης ράτσας, δέ συμφωνείς; ν Ετσι μιλοϋσε άκόμη καί μπροστά στόν Λουκα. Αύτός δέν 163


θιγόταν, τήν πείρ αζε μόνο παρασταίνοντας τόν φαλλoιcράτoρα, της ελεγε τό γυναικείο μυαλό εΙνα ι άνίκανο νά συλλάβει θεωρη­ τική Ι δέα, κι έκείνη εβαζε ενα ποτό άκόμη καί του ξαμολου σε ενα ξινό χαμόγελο. Σω βινίστα, χοιρινό, του ελεγε. Νούμερο ε Ιναι ή μάνα σου, μου ' λεγε δ Λουκας κι έκείνη επαιρνε μιά εκφραση άλεπουδίσια, ηπουλη σχεδόν. Τό 'χω πληρωμένο καί τό δ ικαιουμαι, ελεγε ή μητέρα μου. ΕΙμαι σέ ή λικία, ξεπλή ρωσα τό χρέος μου, καιρός μου νά γινώ νούμερο. Έ σύ εΙ σαι βρέφος άκόμη . Γουρουνόπουλο στό μαστά­ ρι της μάνας του, γιά νά λέμε καί τή σκάφη σκάφη. Καί ή χάρη σου, γύ ρναγε σέ μένα ύστερ α, μό νο β ροντή κι άντά ρα ε{σαι. Μέ άσφαιρα πυρά ρίχνεις. . Η • Ι στορία θά μέ δικαιώσει. Αότά δμως τά 'λεγε πάντα μετά τό τρίτο ποτή ρ ι. Έσείς οΙ νέοι δέν ξέ ρετε νά έΙCΤιμή σετε τή ζωή, ελεγε. Δέν ξέ ρετε τί τραβή ξαμε έμείς γιά νά σας φτάσουμε έδεπά πού είσαστε τώ ρα. Κοίτα τόνε, κό βει τά καρότα. Δέν ξέρεις πόσων γυναικών ζωές, πόσων γυναικών τά κορμιά χ ρ ειάστηκε νά λιώ­ σουνε κάτω άπό τάνιcς, γιά νά κάνεις τώρα έσύ αότό πού κάνεις . . Η μαγειρική ε{ναι ή ένασχ όλησή μου, πού λένε, της άπαντου­ σε δ Λ ουκας. Τό κάνω άπό κέφι. , Ενασχόληση-κωλοσχόληση, του άπαJτoυ σε τότε ή μητέρα μου. Δέν ύπά ρχει λόγος νά μου δ ικαιολογείσαι έμένα. Σέ άλλους και ρ ούς οί)τε πού θά σ' άφηναν νά καταπιαστείς μέ τέτοια «ένασχόλησψ>, θά σέ φακέλωναν γιά άδερφάρα. � E λα, ρέ μητέ ρα, ελεγα έγώ. Μ ήν άρπαζόμαστε τώρα γιά τό τίποτα. Τίποτα, ε λεγε μέ πικρία. Τό νομίζεις τίποτα έσύ. Δέν καταλα­ βαίνεις. Δέν κατάλαβες οί)τε τόσο περί τίνος μιλάω. Καμιά φορά ε κλαιγε. � Eζησα ερημη, ελεγε. που νά ξέ ρεις έσύ σέ πόση έρημιά εζησα. Καί νά πείς δέν εΙχα φίλους; Πολλούς, σ ' αότό στάθηκα τυχερή, ή έρημιά πάντως δέν μ ' ά ποχωρίστηκε ποτέ. Θαύμαζα δ ρισμένα πράγματα στή μητέρα μου, παρ ' δτι δέν τά 1 64


β ρίσκαμε καί πολύ εil KOλα έμείς ο{ δύο. Π ροσ δοκοϋσε πάρα πολλά άπό μένα, τό εβλεπα αότό. Π ροσ δοκοϋσε νά πάρω έγώ έKδίΙCΗση γιά λογαριασμό της, γιά τή ζωή πού εζησε, γιά τΙς έπιλογές πού εκανε. Έγώ δέν ήθελα νά ζήσω τή ζωή μου πάνω στ' ά-χνάρια πού μοϋ δριζε αότή. Δέ ν ήθελα νά γινώ δ βλαστός-δ­ πό δ ειγμα, τά Ιδεώδη της ένσαρκωμένα. Πάνω σ' αότό άρπαζόμα­ στε συ-χνά. Δ έν ε{μαι έγώ τό πιστοποιητικό γιά τή δική σου fi παρξη, της πέταξα μιά φορά. Τήν έπιθύ μησα. Νά ' ρθει πίσω. 'Όλα τά έπιθύ μησα, νά ξανάρθουν ετσι δπως ήσαν. Έ πιθυμίες οότοπικές.

1 65


ΚΕΦΑΛΑΙ Ο ΕΙΚΟ Σ Ι ΕΝΑ

Ζ ΕΣΤΗ έδωμέσα, καί δ θό ρυ βος πολύς. Οί φωνές τών γυναικών

ύψώνονται γύ ρω μου, ψαλμός άπαλός, όμως βουερός γιά μένα, μετά από μέ ρες πολλές σιωπής. Στή γωνιά του δωματίου ε Ιν ' ενα σεντόνι γεμάτο αϊματα, τσαλακωμένο καί παρατημένο εκεί απ ' τή στιγμή πού σπάσαν τά νερά. Δέν τό ε Ιχα προσέξει πιό πρ ί νο Καί τό δωμάτιο εχει μιά όσμή , δ αέρας ε Ιναι μπαγιάτικος, θά , πρεπε ν ' ανοίξουν ενα παράθυρο . Η όσμή προέ ρχεται από τή σάρκα τή δική μας, όσμή ζωντανή , ίδρώς κα ί μι ά Ιδέα από σ ίδερο, από τό αΙμα του σεντονιου. Καθώς μι ά άλλη όσμή , μaλλoν ζώου. Αυτή ερχεται, πρέπει, από τή Ζανίν: μι ά όσμή από άντρο αγριμιών, από ακατοίκητα σπή λαια, ή αποφορά τής καρ ώ κου βέ ρτας στό κρεβάτι όταν γένν t;ι σε πάνω κεί ή γάτα, κάποτε, προτου τής κάνουν στε ί ρωση . ' Οσμή από μήτρα. « Όλες είσπνοή, ό λες είσπνοή >" ψαλ μωδου με καθώς εχουμε διδαχτεί. « Κ ράτα τη. Κ ράτα τη. ' Εκπνοή , εκπνοή >,. Μετράμε ψάλλοντας ώς τό πέντε. Ρουφάς πέντε, βαστ άς πέντε, στό πέντε εκπνοή , παύση πέντε . • Η Ζανίν, τά μάτια της κλειστά, αγωνίζε­ ται ν ' αργέψει τήν ανάσα της. Ή Ν ονά ' Ι σαβέ λλ α ψαχουλεύ ει, παραμονεύει γιά συστολές, διαστολές. Τώρα ή Ζανίν εΙναι αγριεμένη , θέλει νά περπατήσει. Οί δύο γυναίκες τή σηκώνουν απ ' τό κρεβάτι, τή ν κρατου ν από τίς αμασχάλες όσο βηματίζει. Μία συστολή τήν χτυπάει ξαφνικά, διπλώνει στά δύο. Η μία από τ ίς γυναίκες γονατ ίζει καί τής τρί βει τή μέση . Σ ' αυτό όλες μας είμαστε καλ ές, εχουμε παρακο­ λουθήσει μαθήματα. ' Α ναγνωρίζω αυτή ν του Γκ λ έν, πού πηγαί­ ναμε ντουέτο γιά ψ ώνια, καθισμένη δυό γυναίκες πιό κεΙ Η μουντή ψαλμωδία μ άς περιτυλίγει σάν μεμ βράνη. 'Έ ρχεται μία Μά ρθα μέ δί σκο: μιά κανάτα μέ φρουτοχυμό, αυτόν πόύ φτιάχνουν από σκόνη , μάλλον χυμός σταφύλι εΙναι, καί μιά στοί β α χάρτινα ποτηράκια. Τ ' απιθώνει στό χαλί, μπροστά στίς γυναίκες πού ψαλμω δου ν. Δίχως νά βγεί από τό .

.

.

1 66


τέμπο, αύτή τοϋ Γκλέν βάζει χυμό, καί τά ποτηράκια περνουν άπό χέρι σέ χέρι. Φτάνει ενα ποτηράκι στά χέ ρια μου, στρέφω πλά ι νά τό δώσω, καί ή δ ιπλανή μου μοϋ λέει χαμη λόφωνα στ ' αύτί μου : « ' Αναζη­ τάς καμιά; » «Τή Μόιρα», λέω τ ό ίδ ι ο χ αμηλόφωνα. «Μαυρα μαλλιά, φακίδες ». « Μ πά! », ή γυναίκα λέε ι, «δέν γνωρίζω γυναίκα μέ τέτοιο σουλούπι, δέν ήταν στό στ ρατόπεδο μαζί μου, αν καί τήν εχει πάρει τό μάτι μου. Θά ' χω δμως κι έ γώ τό νου μου ». « ' Εσύ; » λέω. « � Αλμα», λέει αύτή . Έσένα, τό παλιό σου όνομα; » Θέλω νά της μαρτυρήσω πώς είχαμε μιά � Α λμα, γνωστή μου άπ ' τό Στρατόπεδο. Θέλω νά της μαρτυ ρήσω τ ' όνομά μου, δμως ή Νονά ' Ισαβέλλα ύψώνε ι τό κεφάλι, τό βλέμμα της άνιχνεύει γύ ρω, θά πη ρε τ ' αύτί της πώς μερ ι κές φωνές άπουσιάζουν άπό τόν ψαλμό, δέν μάς παίρνει λοιπόν ή ώ ρα. Καμ ιά φορά μπορείς νά μάθεις πράγματα σέ γενέθλιο ή μέ ρα. Δέν θά ' χε δμως νόημα νά τή ρωτήσω γιά τόν Λουκά. ' Αποκλείετα ι νά ' ναι αύτός σέ μέ ρη πού νά τόν εχουν δεί τέτο ιες γυναίκες . • Η ψαλμωδία συνεχίζεται, ά ρχίζ ει νά μέ χαυνώνει, ε Ι ναι ζό ρικη δουλειά , θέλε ι, είπανε, αυτοσυγκέντρωση . Ταυτισθείτε μέ τό σώμα σας, εΙπε ή Νονά 'Ισαβέ λλα. ' Α ρχίζω κιόλας νά νιώθω έλαφρούς πόνους στήν κοιλιά καί τά στήθη μου βαριά. Ή Ζανίν ούρλιάζει, ενα άνίσχυρο ού ρλιαχτό, κάτι άνάμεσα σέ ούρλ ιαχτό , καί μουγκρητό. Καταληνία; « Μεταβαίνει τώρα», λέε ι ή Νονά ' Ι σαβέλλα. Μία άπό τίς βοηθούς σφουγγίζει τό μέτωπο της Ζανίν μ ' ενα μουσκεμένο πανΙ ' Ιδρώνει τώ ρα ή Ζανίν, τά μαλλιά της δραπε­ τεύουν τσσvλl'uφια, μποϋ κλες , άπό τό έλαστικό περίδεσμο, κάτι λίγα KOλλaνε στό μέτωπο καί στά λα ι μά της. Ή σάρκα της εΙναι νοτισμένη, σάν γεμάτη χυμό, φέγγει, τσιτωμένη . « Β Μ.ε ζόρι, ζό ρι, ζό ρι, ζό ρι», ψέλνουμε έμείς. (.Θέλω νά βγώ εξω », λέε ι ή Ζανίν. «Θέλω νά πάω βόλτα. ΕΙμα ι καλά. Π ρέπει νά πάω στό μέ ρος ». «

167


'Όλ ες μας καταλαβαίνουμε πώς εχει πλέον μεταβεί, δέν συναι­ σθάνεται τί κάνει. Ποιό άπ ' όσα ε Ιπε άληθεύει; Mίiλλoν τό τελευταίο. Κ άνει σημα ή Ν ονά ' Ισαβέλλα, δύ ο γυναίκες στέκουν δίπλα στή φορητή τουαλέτα, καθίζουν μαλακά τή Ζανίν. ν Α λλη μία δσμή ερχεται νά προστεθεί στίς λοιπές τοϋ δωματίου . • Η Ζανίν μουγκρίζει, τό κεφάλι γερτό μπροστά ετσι πού βλέπουμε μόνο τά μαλλιά της. Κ ου βαριασμένη , εΙναι σάν πλαγγόνα, παλιωμένη κούκλα λεηλατη μένη, πεταμένη σέ μιά γωνι ά άνακα­ θιστή . • Η Ζανίν όρθια ξανά καί περπατάει. « Νά καθίσω », λέει. Πόσον καιρό βρισκόμαστε εδώ ; Λεπτά ή ώρες; Τώρα ίδρώνω, τό φουστάνι μου στίς άμασχάλες εχει κολλήnει, τό άνω χείλος μου εΙ ναι άλμυρό, οΙ ψεύτικο ι πόνοι μέ μαγκ ώνουν τανάλιες, καί οί άλλες γύ ρω τό fδιο, τό καταλαβαίνω άπό τό λίκ:νισμά τους. Ή Ζανίν πιπιλάει ενα παγάκι. Τότε, άμέσως μετά, κάτι πόντους παραπέ ρα ή μί λια, « Μή ! » ου ρλιάζει. « ν Αχ , μή , μή , μή , μή , μή ! » ΕΙναι τό δεύτερό της, εΙ χε κάνει κι άλλο παιδί μιά φορά, τό ξέ ρω αυτό άπ ' τό Στρατόπεδο, τότε πού εκλαιγε τή νύχτα στόν ύπνο της, όπως καί όλες μας, άλλά αυτή πιό φωναχτά. Γι' αότό, θά , πρεπε νά εχει μνη μες, νά ξέ ρει τί άντιμετωπίζει, τί τήν περιμέ­ νει. 'Όμως ποιός θυμίiται τόν πόνο, ετσι καί περάσει; Τό μόνο πού παραμένει, ενας ίσκιος κι αότός δχι στό μυ αλό , στό σώμα . • Ο πόνος σέ σφραγίζει άλλά στά πο λύ βαθιά, άδύνατο νά δείς τό άποτύπωμα της σφραγίδας. Β ρίσκεται έκτός δπτ ιιcoϋ πεδίου, στή σκοτεινή πλευρά της μνή μης. Κάποια εχ ει ρίξει καί άλκοόλ μέ σ α στόν φρουτοχυμό. Κά­ ποια θά βούτηξε καμιά μπουκάλα άπό κά-.:(ο. Δέν θά ' ναι ή πρώτη φορά, σέ παρόμοια μάζωξη. " Ολες όμως κΘνουν τό ν ιοριό. ν Ε , �ένα μικρού λι ο ργιο δέ ν τό χρειαζόμαστε καί μεί ; ς Ii «Χαμηλώστε τά φώτα», λέει ή Νονά ' Ι σαβέλλα. -Πέστε της ή ρθε ή ιiSρα». Κάποια ό ρθώνεται, κινείται πρός τόν τοίχο, δ φωτισμός δω ματ ίου μει ώνεται σέ φώς ή λιο βασ ι λέ ματος , ο Ι φωνές μειώνον­ ται, γίνονται μιά χορωδία άπό τριγμούς , θωπευτικούς ψιθύρους, σάν άκρίδες σέ χωράφ ι, νύχτα. Δύο εξέ ρχονται, άλλες δύο 1 68


δδηγοϋν τή Ζανίν στό 'Έ δρανο τών Τοκετών, καί καθίζεται στό χαμη λότερο άπό τά δύο καθίσματα. Ε Ι ναι ή ρεμότερη τώρα, δ άέρας εΙσέ ρχεται στούς πνεύμονές της σέ ίσες μερίδες , έμείς γέ ρνουμε μπρός δ λο εξαψη , οΙ όσφυϊκοί καί οΙ κοιλιακοί μϋς πονοϋν άπό τήν ενταση. Π ροσέ ρχεται, φτάνει, σάν σάλπιγγα, σάν έ γερτή ριο, σάν τοίχος κατεδαφιζόμενος, τό αΙσθανόμαστε καί μείς σάν λιθάρι βαρύτατο πού κυλάει σέ κατωφέ ρεια, �λKόμενo μέσα μας, νομί­ ζουμε θά διαρραγοϋμε. Γ ραπώνουμε ή μία τά χέ ρια τής αλλης, δέν είμαστε πλέον μονάδες . Καί εΙσ βάλλει ανεμος ή Γαμετή τοϋ Ταξιά ρχη, μέ τό γελοίο της λευκό βαμβακερό νυχτικό, τά καλαμοπόδαρά της στραβά άδράχτια. Δύο Δέσποινες μέ κυανά φορέματα καί πέπλους τήν κρατοϋν άπό τίς άμασχάλες, λές καί τό χ ρειάζεται. Μ' ενα ύποκοριστικό χαμογέλου , στυφό, σάν οΙκοδέσποινα βεγγέ ρας πού θά προτιμοϋσε νά μήν πραγματοποιή σει. Δέ μπορεί νά μή ν ξέρει τή γνώμη μας γιά τή μού ρη της. Σκαρφαλώνει στό 'Έδρανο τών Τοκετών, καβαλάει διχά,λα στό πίσω κάθισμα πιό ψηλά άπό τή Ζανίν, ετσι ώστε ή Ζανίν νά 'ναι ή είκόνα, κι έκείνη τό πλαίσιο. Τά ασαρκα γαμπάκια της κρεμαστά, σάν χερού λια παλαιάς πολυθρόνας. Κ αί, άπροσδόκητο θέαμα, φοράει λευκά βαμβακερά σοσόνια, παντοφλάκια γαλάζια άπό χνουδάτο ύλικό, σάν τά καλύμματα σέ καπάκι τουαλέτας. 'Όμως έμείς δέν προσέ­ χουμε τή Γ αμετή , έκ περισσοϋ τήν παίρνει τό μάτι μας, δλες κοιτάζουμε τή Ζανίν. Μ έσα στόν μουντό φωτισμό, μέ τό λευ κό της ενδυμα, λάμπει σάν σελήνη μέσα σέ νέφος. Μουγκρίζει τώρα, καί δλο σφουγγίζεται. «Σπρώξε, σπρώξε, σπρώξε», ψιθυ ρίζουμε. « 'Α νάπαυσις. Σφίξιμο. Σπρώξε, σπρώξε, σπρώξε». Είμαστε δικές της, είμαστε έ κείνη , είμαστε μεθ υσμέ­ νες, εχουμε μεταβεΙ Ή Νονά 'Ισαβέλλα γονατίζει μέ ενα άνοιχτό προσόψιο γιά νά λάβει τό νεογνό, δ ύστατος σπασμός, Ιδού έν το δόςrι. δ κόλπος σέ σχή μα φωτοστέφανου, ή κεφαλή πορφυρότατη καί πασαλειμμένη μέ γιαού ρτι, άκόμη ενας σπα­ σμός καί νάτο, λείο' τήν εξοδό του διευκολύνουν ρευστά καί

1 69


α{μα, λείο, ό λ ισθαίνει, άκουμπάει μέσα στή ν άναμονή μας. ΑΙνείτε. Κραταμε τήν άνάσα μας δσο τό l:πιθεωρεί ή Νονά ' Ι σαβέλλα: κοριτσάκι, τό καημένο, πάντως δ λ α καλά ως l:δώ, τουλάχιστον δέν ε Ιναι l:λαττωμαΤΙKό, φώς φανάρι, χέρια, πόδια, μάτια, τά καταμετρουμε σιωπη λ ά, σ λα στή θέση τους κανονικά. Ή Νονά 'Ι σαβέ λλα κρατάει τό παιδί, ύψώνει τό β λ έμμα πρός l:μας, χαμογε λ άει. Χαμογε λά με καί μείς, σ λες μαζί ενα χαμόγε λ ο, δάκρυα τρέχουν στά μάγου λ ά μας, ευτυχισμένες δλες . . Η ευτυχία μας άποτε λ είται κατά ενα μέ ρος άπό άναμνήσεις. Αυτό πού θυμαμαι l:γώ εΙναι δ Λουκας, μαζί μου στή ν κλινική , ό ρθιος δίπλ α στό κεφά λ ι μου , νά μου κρατάει τό χέρι μέ τή ν πράσινη ρόμπα καί τή λ ευκή μάσκα πού του δώσανε. Κοίτα ρέ! ε Ιπε, ή ά νάσα του γεμάτη θάμβος . Τή νύχτα δέν θά ' κλεινε μάτι, ε Ι πε, μέ τέτοια εξαψη πού τόν τάραζε . • Η Νονά ' Ι σαβέ λλα ξεπ λ ένει άπαλά τό βρέφος, αυτό κλαίει l: λ άχιστα, ύστερα καθόλου . 'Όσο πιό άθό ρυ βα γίνεται, γιά νά μή ν τό ξαφνιάσουμε, σηκωνόμαστε, μαζευόμαστε μπουλούκι γύ ρω άπό τή Ζανίν, τή σφίγγουμε, τή χαϊ δεύουμε, κι αυτή κ λ αίει. Οί δύο Γαμετές μέ τά κυανά βοηθουν τήν Τρίτη Γαμετή , τή Δέσποινα του Οίκου, νά κατεβεί ά πό τό 'Έ δρανο τών Τοκετών, τήν δδηγουν στό κρεβάτι, σπου τήν ξαπλώνουν, τή σκεπάζουν κα λ ά. Τό μωρό, π λυμένο τώρα καί i1συχο, άποτίθεται τελετου ργι­ κά στίς άγκάλες της. Οί Γαμετές άπό τό κάτω πάτωμα μπαίνουν μπου λουκηδό ν, συναγελ άζονται μέ μας, μας παραμερίζουν μέ άγκωνιές. Κου βεντιάζουν, ξεδιάντροπα δυνατά, κάμποσες κρα­ τουν ά κόμη τόν δίσκο μέ τήν κού πα το() καφέ, τό κρασοπότηρο, κάμποσες μασουλάνε ά κόμη, στριμώγνονται γύ ρω άπ' τό κρεβά­ τι, τή μητέρα μέ τό μω ρό, γουργου ρίζουν, λένε εό χές Α κτ ινο βο­ λ ο()ν, ά ποπνέουν φθόνο, τόν όσμίζομαι l:γώ, μιά άχνή δέσμη όξέων άνακατωμένη μέ τό άρωμά τους . • Η Γαμετή το() Ταξιάρχη κοιτάζει πρός τό μω ρό σάν νά βλέπει άνθοδέσμη : κάτι πού τό ά πόχτησε σέ ά γώνισμα, επαθ λο, άθλον. Οί Γαμετές ή ρθαν νά παρασταθο()ν ώς άνάδοχοι στήν όνομα­ τοθ εσία του παιδιου. Όνοματοθέτες εΙναι πάντοτε οΙ Γαμετές. .

1 70


" . Αγγέλικα», προτείνει ή Γαμετή του Ταξιά ρχη. " . Αγγέλικα, Αγγέλικα», τιτι βίζουν ο{ ύπόλοιπες . "Τί γλυ­ κούλι όνομα! ν Αχ μά ε Ι ναι ενα θαυμα ή μικρή , τέλειο πλασμα­ τάκι! » Έμείς μπαίνουμε άνάμεσα στό κρεβάτι καί τήν Ζανίν, γιά νά μήν βλέπει, δ έν εΙναι άνάγκη νά τό ύποστεί κι αύτό. Κάποια της δίνει νά πιεί χυμό σταφυλιών, έλπίζω νά ' χει καί κρασί μέσα . Ακόμη πονάει, εΙναι τό ύστερο, κλαίει δίχως προοπτική , δά­ κρυα άξιοδάκρυτα, μίζ ερα. Έ μείς όμως φερνόμαστε l:ορταστικά, νίκη ε Ιναι αύτό, γιά όλες έμας. Πετύχαμε. Θά της έπιτραπεί νά θη λάζει τό μωρό γιά μερικούς μηνες , ένθαρρύνουν τόν μητρικό θη λασμό. " Υ στερα θά τήν μεταθέσουν, νά δουν άν μπορεί νά βολέψει καί άλλον πού δέν του εχουν πάει εύνοϊκά τά πράματα. " Ομως ποτέ δέν θά τήν στείλουν έξορί α στίς Αποικίες , ποτέ δέν θά τήν καθαιρέσουν νά τή ρίξουν στά άκυρα θή λεα. Αύτό ε Ιναι ή άνταμοι βή της. Τό έπιτοκοφορείον περιμένει άπέξω, νά μας παραδώσει καθε­ μιά στό Κοινόβιό μας. Ο{ γιατ ροί πάντα στό ό χημά τους. Τά μου τρα τους παρουσιάζονται στό παράθυρο, λευκοί λεκέδες, σάν τά πρόσωπα άρρωστων παιδιών πού τά χουν εγκλειστα στά σπίτια τους. 'Έ νας τους άνοίγει τή ν πό ρτα, ερχεται πρός τά μας. " . Εντάξει πη γε; » ρωτάει περίεργος. "Μάλιστα», λέω έ γώ . Τώρα εΙμαι έκμηδενισμένη . Έ ξαντλη­ μένη. Ο{ μαστοί μου μέ πονανε, στάζουν λιγάκι. Ψ ευδο-γάλα, συμβαίνει αύτό σέ μερικές μας. Καθόμαστε στούς πάγκους μας άντικρύζοντας ή μία τήν άλλη όση ώρα μας μεταφέρουν. Καθό­ μαστε δίχως ταραχή τώ ρα, σχεδόν άνάπη ρες άπό αΙσθήματα, θά μπορούσαμε νά 'μαστε καί τόπια άπό κόκκινο ύ φασμα. Ποναμε. Κάθε μία μας κρατεί στή ν άγκαλιά της ενα φάντασμα, ενα φάντασμα μωρο υ Αντικρυστά μας, τώ ρα πού ή άναστάτωση πέρασε, στέκει ή άποτυχία μας. Μ ητ έρα, σκέφτομαι. 'Όπου κι άν εΙσαι. Μπορείς νά μέ άκούσεις; Θέ λησες εναν πολιτισμό γυναι­ κών. . . • Ωραία, τώρα ύπάρχει. Δέν ε Ι ναι αύτό πού θέλησες , όμως ε Ι ναι ύπαρκτός. Νά λές εύχ αρισΤώ άκόμα κι όταν δέν εΙ ναι πλούσια τά έλέη . •

.

171


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟ Σ Ι Δ Υ Ο

Ο ΤΑΝ τό έπιτοκοφορείον φτάνει μπροστά στό σπίτι, εΙναι πιά

προχωρημένο άπόγευμα. • Ο il λιος περνάει λιγοστούλης μέσα άπό τά σύννεφα, δ άέρας γεμάτος άπό τή μυρουδιά νοτισμένου γρασι διου . �Eφαγα δλη μου τήν ή μέ ρα στό Κτίριο Γεννήσεων. Χάνεις τήν αrσθηση του χρόνου . Η Κό ρα θά ' χει κάνει τά ψώνια μόνη της, έ γ ώ ε Ιμαι έλεύθερη ύπη ρεσίας. ' Ανεβαίνω τά σκαλοπάτια ύψώνοντας βαριά τά πόδ ια μου άπ ' τό κάθε βή μα γιά τό �πόμενo, κρατ ιέμαι άπό τά κάγκελα. Ν ι ώθω σά νά ' χω ξαγ ρυπνή σει μέρες ΚΙ �τρεξα πολύ, πονάει τό σΤήθος μου. ΟΙ μυς μου �χoυν μαζέψει, σά νά τούς λείπει σάκχαρο. Δέν βλέπω τή ν ωρα νά μείνω μόνη μου -καιρό εΙ χα νά τό άναζητήσω αύτό. Ξαπλώνω στό κρεβάτι. Θά ' θ ελα νά ξεκου ραστώ, ν ' άποκοι­ μηθώ, δμως εΙμαι πολύ κου ρασμένη καί ταυτόχ ρονα πολύ άνα­ στατωμένη, τά μάτια μου άρνουνται νά κλείσουν. Στηλώνω τό βλέμμα στό ταβάνι, έξετάζω τό φύλλωμα της στεφάνης. Σή μερα μου φέ ρνει στό νου καπέλο, αύτά μέ τά φαρ δ ιά μπό ρ πού φόραγαν γιά �να διάστημα ο Ι γυναίκες της τότε έποχης: καπέλα σάν πελώ ριοι φωτοστέφανοι (τό άλώνι του φεγγαριου) μέ γιρλάντες δλο φρουτα καί α νθ η καί φτερά άπό έξωτικά πουλιά. Καπέλα άναπαράσταση παραδείσου, πού κυμάτιζαν πάνω άπ ' τό κεφάλι μιά Ιδέα, μιά σκέψη στερεοποιημένη . 'Όπου νά ' ναι, τό στεφάνι θ ' άρχίσει νά παίρνει χ ρώμα κι έ γώ θ ' άρχίσω νά βλέπω διάφορα πράγματα. Τόσο κου ρασμένη εΙ μαι, δπως δταν �χεις δδηγή σει δλη νύχτα μέχρι τό ξημέ ρωμα, δμως γιά κάποιο λόγο κάνεις πώς -:ό ξεχνάς, μόνο κρατου με άγρυπνους δ �νας τόν άλλον μέ άνέκδοτα καί δδηγουμε μέ βάρδιες, καί μόλις δ il λιος κάνει νά σκάσει, βλέπεις διάφορα πράγματα στά σύ νορα τών ματιών σου : πορφυ ρά ζώα στούς θάμνους δίπλα στό δρόμο, άσαφη περιγράμματα άνθρώπων, πού έξαφανίζονται �τσι καί τούς κοιτάξεις καταπρόσωπο. .

1 72


άφήνει νά συνεχ ίσω αυτήν τή ν Ιστορία. • Η ύψηλή κούραση δέν μ ' άφή νει νά σκεφτώ σχετικά μέ τό πού ε ίμαι. -Α, μ ' επισκέ πτ εται μιά ίστορία δ ιαφορετική , καλύτερη. • Η Ιστορία γιά τό τί επαθε ή Μόιρα. Η Ενα θραύσμα της τό συμπλη ρώνω εγώ, τά λοιπά τά άκουσα άπό τήν Αλμα, πού τ ' ά κουσε άπό τήν Δ ολό ρες, πού τ' α κουσε άπό τήν Ζανίν. Είναι κατορθωτή ή ϋπαρξη πλη ροφοριο δότη άκόμη καί σέ τέτοια μέ ρη, άκόμη καί μέ τέτοιες συνθή κες . Σ' αυτό μπορείς νά βασίζεσαι: θά ύ πάρχουν πάντοτε πλη ροφο ριο δό­ τες τού ενός η τού άλλου στρ ατ οπέδου . • Η Νονά Λυδία κάλεσε τή ν Ζανίν στό γραφείο της. Ευλογητός ό καρπός , Ζανίν, θά αρχισε ή Νονά Λυδία δίχως νά σηκώσει τή ματ ιά της άπό τό γραφείο της, όπου εγραφε κάτι. Κάθε κανόνας εχει καί τήν εξα ίρεσή του : άλλο ενα πράγμα στό ό ποίο μπορείς νά βασίζεσαι. Στίς Νονές επιτρέπεται άνάγνωση καί γραφή. Τού Κ υρ ίου συναινούντος, θ' άπαντήσει ή Ζανίν, άχρωμα, μέ τή φωνή της διάφανη, φωνή λευκή σάν τό άσπράδι ωμού αυγού. Νομίζω, μπο ρ ώ νά βασίζομαι σέ σένα, θά είπε βέβαια ή Νονά Λυ δ ία ύψώνοντας τελικά τή ματ ιά άπό τή σελίδα καί καρφώνον­ τας τήν Ζαν ίν μ ' ε κείνη τή ματιά της, πίσω άπό τά γυαλιά, τή ματιά πού κατάφερνε νά είναι καί άπειλητική καί ζ ητιαν ί στ ι κ η ταυτόχρονα. Βοήθησέ με, ή ματιά ελεγε , όλες στό ίδιο καζάνι β ράζου με. Είσαι ύπεύθυνο κορ ίτσι, όχι σάν μερικές άλλες. Τής πέ ρασ ε ή σκέ ψη πώς όλα τά κλαψου ρίσματα κα ί ή μεταστροφή τής Ζανίν κάτι εσήμαιναν, σκέφτη κε, ή Ζανίν είχε « σπάσει», σκέφτηκε, ή Ζανίν ε ί ναι πλέον γνή σια πιστή. Ένώ ή Ζανίν ήταν τότε πιά σάν ενα σκυλάκι πού εχει φάει πάρα πολλές κλωτσ ιές άπό πάρα πολλούς , όχ ι επειδή .ό μισούσαν, άλλά ετσι, άσκοπα. Καί πλέον ή ταν ώριμη νά προσκυνήσει τόν δποιονδή­ ποτε νά ύμνήσει δ,τ ι τής δ ρίσουν, ετσι, γιά νά κερ δίσει μιας στιγμής παραδοχή . Πού σημαίνει πώς ή ZΑVίν θά τή ς άπάντησε : Τό ελπίζω, Ν ονά Λ υ δ ία. Έλπίζω νά εχω γίνει άξια τής εμπιστοσύνης σας. wH κάτι παρόμοιο.

• Η ύψηλή κούραση δέν μ '

,

1 73


Ζανίν, είπε ή Ν ονά Λυδία, εγινε κάτι πάρα πολύ άσχημο. Ή Ζανίν κατέ βασε τά μάτια στό πάτωμα. 'Ό ,τι καί νά ' ταν,

η ξερε πώ ς άποκ λ είεται νά ρίξουν τό φταίξιμο σ ' αύτήν, είχε άναγνω ρισμένη διαγωγή ά ρ ί στη . 'Ό μως , μή πως τή ς είχε φανεί χρήσιμη κα ί στ ίς προηγού μενες φο ρέ ς ή διαγωγή άρίστη ; Γι ' αύτό, τώρα φρόντισε καλ ού- κακού νά νιώσει ένοχη, σά νά ' χαν �τoιμασμένη τήν τιμωρ ί α τη ς . Ξ έρει ς εσύ γιά τό θέμα, Ζανί ν; είπε ή Νονά Λυδία άπαλά. 'Όχι, Νονά Λυ δία, εί πε ή Ζανί ν. 'Ήξερε π ώς τή στιγμή αύτή χρήσιμο ήταν νά ύψ ώσει τή ματ ιά τη ς καί νά κοιτάξει τή Νονά Λυ δί α κατάματα. Τό κατό ρθωσε μέσα σ ' ελάχιστα δευτερό λεπτα. Διό τι, α ν τυχόν ξέ ρει ς , πο λύ θά μέ άπογοητεύσεις, είπε ή Ν ονά Λυδία. Έπικαλ ούμαι τόν Κύ ριον ήμων, είπε ή Ζανίν . Καί τό είπε ενθερμα. Ή Ν ονά Λυ δία διατή ρησε τήν κατάσταση μετέωρη γιά δύο δευτερό λ επτα μέ μ ί α άπό τίς καθιερωμένες πιά άκινησίες τη ς. 'Έπαιξε γιά λ ίγο μέ τήν πένα της . Ή Μόιρα δέν βρίσκεται πιά άνάμεσά μας , εΙ πε τε λ ικά. 'Ά , εκανε ή Ζαν ίν . Σάν ούδέτερα. Ή Μόιρα δέν ήταν φίλη τη ς. Πέθανε ; ρ ώτησε μετά. Τότε ή Νονά Λυ δία τή ς τ ά εΙπε. Ή Μόιρα, μιά μέ ρα τή ν ώρα τ ων άσκή σεων σήκωσε τό χέρι της γιά νά πάει στή ν του αλέτα. Βγήκε. Ύπηρεσία ' Αφοδευτηρίων ήταν ή Νονά ' Ι σαβέλλα. Στεκόταν έξω άπό τήν είσο δο των άφοδευτη ρίων, δπως πάντα . . Η Μό ιρα μπή κε. Σέ λ ιγάκι, καλ εί τή Νονά ' Ι σαβέλλα: ή λεκάνη εΙ χε ξεχειλίσει, μή πως μπορούσε νά ' ρθει μέσα ή Νονά ' Ι σαβέ λ­ λ α νά τή ν διορθώσει ; Γεγονός ε Ι ναι πώς οΙ λεκάνες μας ξεχειλί­ ζουν καμιά φορά. " Α γνωστα ατομα τίς στουπώνουν μέ χαρτί τουαλ έτας έ πί τούτου . ΟΙ Νονές εΙχαν έπεξεργασθεί ενα πρό­ γραμμα παρεμποδίσεως, άλλ ά δέν ύπή ρχαν τά σχετικά κονδύ λια καί γιά τή ν ώ ρα κοίτ αζαν νά βολέψουν τό πράγμα έκ των �νόντων καί δέν κατόρθωσαν νά έκπονήσουν μελέτη πώς νά κό βεται έ πακριβως ή μερ ίδα χάρτου τουαλέτας πού δικαιούται τό εΙσερ­ χόμενο ατομο. Μά λλον θά ' πρεπε νά τό φυλάνε εξω άπό τήν 1 74


πό ρτα σέ τ ραπεζάκι, καί νά εγχειρίζουν σέ κάθε είσερχομένη τό μερ ίδ ιό της. Αύτά όμως ήσαν τοϋ μέλλοντος σχέδια. Χ ρειάζεται χ ρόνος γιά ν ' άπαλείψεις τίς ελλείψεις κάθε καινού ργιου συστή­ ματος . Ή Νονά ' Ισαβέλλα, χωρίς νά ύποψιαστεί άπειλή , μπή κε μέσα στήν τουαλέτα . • Η Νονά Λυδία δέν μποροϋσε νά μή ν παραδεχτεί δτι προέβη σέ ενέ ργεια μ άλλον χαζούλα. Πάλι όμως, πλειστάκις εΙχε μπεί νά μερεμετίσει τουαλέτα σέ δ ιάφορα περιστατ ικά, δίχως άπρόοπτα. • Η Μό ιρα δέν ε Ι χε πεί ψέματα, τό πάτωμα ε Ιχε γεμ ίσει νερά καθώς καί ύγροποιη μένες πλέον περιττωματικές ούσ ίες . Π ράγμα καθόλου εύχάριστο, καί ή Νονά ' Ι σαβέλλα ενοχλήθη κε. Ή Μ ό ιρα εστεκε εύγενικά στήν t'iκρη καί ή Νονά ' Ι σαβέλλα σ ρμησε μέσα στό χ ώ ρισμα πού εΙχε ύποδείξει ή Μόιρα, κι εσκυψε νά ελέγξει πίσω άπό τή λεκάνη . Π ρόθεσή της ήταν ν ' άνασηκώσει τό πορσελάνινο κάλυμμα στό καζανάκι καί νά διευθετή σει τό ελασμα καί τό φλοτέρ μέσα. ΕΙχε επιθέσει καί τά δύο χέρια πάνω στό καπάκι σταν ενιωσε κάτι σκλη ρό καί όξύ κα ί πι θανως μεταλλικό νά τήν ζου λ άει στά πλευρά, άπό πίσω. , Ακίνητη μωρή , εΙπε ή Μόιρα, μή στό χ ώσω στ ά πλεμόνια. , Ανακάλυψαν άργότερα πώς ή Μό ιρα ε Ιχε ξεμοντάρει ενα καζανάκι, εβγαλε ενα μακρύ, σου βλερό μοχλό πού εμοιαζε μέ περόνη, τό άντ αλλακτικό πού ένώνει τό χερούλι μέ τήν t'iκρη τής άλυσίδας. Δέν εΙναι πολύ δύσκολο νά τό καταφέ ρεις άμα ξέ ρεις, καί τής Μόιρας πιάνει τό χέ ρι της στά τεχνικά, πρώτα εκανε μονάχη της σέρβις στό άμάξι της, στά ψι λ οπράματα δηλαδή . Μ ετά άπ ' αύτό, βάλαν σ έ σλες τ ίς του αλέτες άλυσιδάκι πού νά κρατεί άνοιχτό τό καπάκι. ' Αλ λ ά μόλις πλημμύ ριζαν ήταν μπελαλίδικο, γιατί τούς χρειαζόταν ώ ρα πο λ λή νά τό άνοίξουν. Καί μ ' αύτά τά κόλπα εfχαμε συχνά πο λ λές βουλωμένες τουα λ έ­ τες . • Η Νονά ' Ισαβέλλα δέν ήταν σέ θέση νά δεί μέ τί τής ζούλαγε τά παΤδια, ε Ιπε ή Νονά Λυδία. Ή ταν θαρρ αλ έα γυναί κα . . . Α, ναί ! πολύ, εΙπε ή Ζανίν . . . . αν καί καθόλου παράτολμη , εΙπε ή Ν ονά Λυδία, σμ ίγοντας �

175


λ ί γο τ ά φρ ύδ ια. ' Η Ζανίν ένθουσιαζόταν ευ κολα καί προώρως, στοιχείο πο ύ συχν ά θά μπορούσε νά θεω ρηθεί καί άμφ ισ βήτηση ' Αρχης. Ή Ν ον ά ' Ισαβέ λλα ε κανε λο ιπόν δ πως τ η ς εΙ πε ή Μ ό ιρα, συνέχισε ή Νονά Λυδία. Ή Μ ό ι ρα τ η ς άρπ αξ ε τή βου κέντρα κα ί τή σφυρ ίχτρα της , διατάζ οντάς τη νά τά ξεθηλυ­ κώσει ά πό τό ν ζωστή ρα της. Ύ στερα κατέ βασε μ έ σπ ρωξιές τή Ν ον ά ' Ι σαβέ λλα στή σκ άλ α τού ύ πογεί ου . Τ Η σαν στό δεύ τερο π ά τωμα, όχι στό τρ ί το, α ρα ε Ι χε δύο ό ρόφω ν σκαλοπάτ ια ν ' ά ντιμετωπ ίσει. Τ Η ταν ώρα μ αθή ματος κι ετσι δέν βρισκόταν κανείς στού ς διαδρόμους . ΕΙ δαν μιά Νονά στή ν ά λλη άκρη τού διαδρόμου, ό μως δέν κοίταζε π ρός τό μέ ρος τους . Ή Νονά , Ι σαβέ λλα θά μπορούσε ν ά μ πή ξ ε ι φω νή έ κείνη τή στ ιγμή, ή ξ ερε ό μως πώ ς ή Μόιρα δέν άστε ιευόταν, δ,τ ι έτ αζε τό π ραγματ ο­ ποιούσε. ΕΙχε βγ άλ ει όνομα ή Μ ό ι ρα . ου ουουου, τό ξέ ρω, ε Ι πε ή Ζανί ν. Ή Μό ιρα όδήγησε τή Ν ονά ' Ι σαβέλλα στόν διάδρομο τ ων ά δειανων άπο δυτ ηρ ί ων, πέ ρασαν τήν πό ρτα τού γυ μναστηρίου καί τήν πη γε κ άτω στόν θάλαμο τού κλιβάνου. ΕΙ πε στή Νονά ' Ι σαβέ λλ α ν ' άπο β άλει όλον τόν ρουχισ μό της . . . � Αχ, ε καμε άδύναμα ή Ζανίν, δ ιαμ αρ τυ ρία μπ ρ οστά στήν Ι εροσυ λ ία . . . . κα ί ή Μό ιρα εβγαλε κι αότή τά δ ι κά τη ς ρ ούχ α καί φόρεσε τ ά αλλα της Ν ονας, πού δέν τ ης ε ρχονταν καί άκρ ιβως άλλά έπαρκως . Δέν ήταν ύπερ βολικά άπ άνθ ρωπη μέ τ ή Ν ονά ' Ι σαβέλ­ λ α, τήν άφησε νά βάλ ει τό δ ικό της πορφυρό φό ρεμα . Τόν πέπλο τόν εσκισε λωρ ίδες κα ί εδεσε τ ή Νονά ' Ι σαβέλλα πίσω άπό τόν κ λ ί βανο. τη ς τ ά πωσε καί τ ό στό μα μ ' �να κο μμάτι σ φασμα, τό πατίκωσε, καί τή ν έ φίμωσε μέ μ ιά άλλη λου ρί δα. τη ς πέ ρασε μι ά ά κό μη λουρίδα στό λ αιμό, πού τ ήν ά λλη ά κρ η της τή ν ε δεσε στά πόδια της Ν ονας, πίσω. Ε Ι να ι π ανού ργα κ ι έπι κίνδυνη γυναίκα, ε Ι πε ή Ν ον ά Λυδία. ' Η Ζ ανίν εΙπε: Μπορω ν ά καθίσ ω; Σάν νά μήν άντ εχ ε τό βά ρος όλων αό των πο ύ ά κουγε . Ε Ιχε στ ό χέ ρι έ πιτέλους κάτι τί πού προσφερόταν γιά έξ αργύ ρωση. Μάλ ιστα, Ζανίν, ε Ι πε ή Ν ονά Λ υδία, αί φν ιδ ιασμένη, άλλά '

1 76


πάλι πώς νά τής τό ά ρνηθεί εδώ πού εΙχαν φτάσει. ΕΙχε επικαλε­ σθεί τήν προσοχή τής Ζανί ν, τή συμπαρ άστασή της. Ύπέ δ ειξε τή γωνιακή καρέκλα. " Η Ζανίν τήν εσυ ρε κοντ ά της. Μπορου σα καί νά σ ' εκτελέσω, τό ξέρεις, ε Ιπε ή Μόιρα δταν πιά ή Νονά ' Ισαβέλλα βρισκόταν τσου βαλιασμένη μέ άσφάλεια πίσω άπό τόν κλίβανο. � H νά σου κάνω τέτοια ά βαρία πού νά μή ν ξαναδεί άσπρη μέ ρα τό κορμ ί σου. Μπορουσα νά σου πάρω τό κεφάλι μέ του το, ή νά στό χ ώσω στό μάτι. Νά θυμασαι δτι σέ λυπήθηκα, άν λάχει κα ί σέ χρειαστώ ποτέ. " Η Ν ονά Λυδία δέν άποκάλυψε αύτόν τόν δ ιάλογο στή Ζανίν. Κάπως ετσι δμως θά τής τ ά ε Ι πε ή Μόιρα. Τό γεγονός ε Ιναι πώς οστε σκότωσε ουτε ά κρωτη ρίασε τή Νονά ' Ι σαβέλλα, ή όποία, λίγες μέρες μετά, ά φου ξεπέρασε τό εφτάωρο μπουζού ριασμα πίσω άπ ' τόν κλί βανο καί, σ ί γουρα, τήν σχετική άνάκριση (τό ενδεχόμενο συνεργεί ας μέ τή ν Μόιρα δέν τό άπέκλειαν οi)τε γιά Νονές οi)τε γιά άλλους βαθμού χους) εΙχε ξαναπιάσει δουλειά στό Σ τρατόπεδο. " Η Μόιρα ό ρθ ώθηκε καί κο ίτ αξε άμετακίνητη μπροστά. Τρά­ βηξε πίσω τού ς ώμους, εστησε τή σπονδυλική στή λη καί εσφιξε τά χεί λη της. Αύτή δέν ήταν ή στ άση ή κεκανονισμένη γιά μας συνήθως βαδίζαμε μέ τό κεφάλ ι γερτό καί τή ματι ά στ ά χέρια μας ή κάτω. " Η Μόι ρ α δέν εμοιαζε πάρα πολύ μέ τή Νον ά ' Ισαβέλλα, άκόμα καί δταν φόρεσε τήν καλύ πτρα, άλλ ά ή κίνησή της, μέ τήν σάν όρθωμένο σπαθ ί ρ άχη της, άρκοϋσε γι ά νά πείσει τού ς , Αγγέλους πού φύ λαγαν σκοποί, πού ποτέ δέν μας κο ίταζαν καί άκρως διερευνητικά, οi)τε καί (προπαντός αύτές μάλιστα) τ ίς Νονές. Γ ιατί ή Μόιρα προχώ ρησε κατευθείαν στήν κεντ ρική εξοδο μέ τή στάση άτόμου πού ή ξερε πο υ πηγαίνει. Τής εκαναν τό σχή μα, εδωσε τήν κάρτα τής Νονας ' Ι σαβέλλας, τή ν όποία ουτε καί εκαναν τόν κόπο νά τσεκάρουν γιατί ποιός θ ' άποτολ­ μοϋσε νά προσβάλει μιά Νονά. Καί εξαφανίστηκε . Αχ , εκανε ή Ζανί ν. Π οιός ξέ ρει τί ενιωσε. Μπορεί καί νά ' θελε ν ά ζητωκραυγάσει. ' Α λλά καί νά τό ' θελε , τό εκάλυψε μέ επιμέλεια. Μάλιστα, Ζαν ίν, εΙπε ή Νονά Λυδία. ' Ο ρίστε τ ί επιθυμώ νά •

12

1 77


κά νεις. Ή Ζανίν όρθάνοιξε τ ά μάτια καί προσπ άθ ησε νά φανεί άθώ α καί πρόθυμη . Σέ θέ λω δ λ η αύτι ά . Η Ι σως ενέχεται καί καμι ά άλλ η . Μά λ ιστα, Ν ονά Λυδία, είπε ή Ζανίν. Κ α ί θά . ρχεσαι νά μ ' ενη μερώνεις , ετσι καλ ό μου; Η Α ν ά κοϋς κ ά τι . . . δ,τι . . . Μάλ ιστα, Ν ονά Λυ δί α, είπε ή Ζανίν. Κ ατάλ αβε π ώς δέν θά ξαναχρειαστεί πι ά νά πέσει στ ά γόνατα, μπροστ ά σέ δ λ η τήν τ ά ξη, κα ί ν ' ά κο ύ ει πειθ ήνια τίς κραυγές μας «εφταιξες , εφται­ ξες ». Τώρα πιά , περνοϋσε σέ αλλ η κ λά ση, γιά καμπόσο. Προσω­ ρινά , επαυε νά είναι στόχος . Κ αί πού τ ά πρόφτασε στή Δ ο λό ρες γιά τ ή συνέντευξη στό γραφείο της Ν ονας Λυδίας, δέν ετρεχε τ ί ποτα. Αύτό δέν π ά ν ά πεί π ώς δέν θά καταθέσει εναντίον μας, εναντ ίον δποιας άπ ' δλες μας , αν της δινόταν ή εύκαιρία. Τό ξέ ραμε αύτό. Κ αί τώρα π λ έον τήν ά ντιμετωπίζ αμε δ πως παλ ι ά δ κόσμος τού ς άν ά πη ρους δίχως πό δ ια, πού πούλ αγαν μο λύ βια στ ά πεζο δρόμια: τήν ά ποφεύγαμε δταν γινόταν, της ήμαστε φι λ εύσπ λ αχνες δταν δέν γινόταν ά λλ ιιi>ς . Γιά μας άποτ ελ οϋσε κίνδυνο, κα ί τό ξέ ραμε. ' Η Δ ο λό ρες , τό ' χω σίγου ρο, θά τή χτύ πησε χαϊ δ ευτικά στήν πλά τη καί θά είπε: Είσαι πο λύ εντ άξει φί λ η πού ή ρθες καί μας τ ά είπες. Ποϋ ε γινε αύτή ή συνομι λ ία; Μά , στό γυμναστή ριο, τό ύπνωτή ριό μας, δταν �τoιμαζόμαστε γι ά ύπνο . Η Δ ολόρες ε ί χε κρεβά τι δίπ λ α στης Ζανίν . . Η Ιστορία κυκ λοφό ρησε μεταξύ μας τήν ϊδια νύ χτα, μέσα στό μισοσκόταδο, ψιθυριστ ά, άπό κρεβ ά τι σέ κρεβά τι. Ή Μόιρα π ά ντως βρισκόταν εξω. Έ λεύθερη , ή νεκρή . Τί θά εκανε; ' Η σκέψη αύτή, τί πρ άγματι θά μποροϋσε ν ά κάνει, εκτεινόταν ώ σπου κυρ ί εψε δ λ ο τό δωμάτιο, δπου νά ' ναι θά μποροϋσε ν ά προκ λ η θεί μι ά τ ρομαχτική εκρηξη , τ ά τζάμια των παραθύ ρων θά πέσουν πρός τ ά μέσα, οΙ πό ρτες θ ά κουνιοϋνται ξεκ λ είδωτες . . . . Η Μόιρα κατείχε έξουσία τώρα, βρισκόταν εξω ε λ εύ θερη, είχε κόψει τήν άλυσίδα, ήταν μι ά γυναίκα ξαμολυμέ­ νη, ε κδοτη στήν ε λ ευθερ ί α. Νομίζω πώς αότό μας τρομοιφατοϋσε. Ή Μ όιρα ήταν σ ά ν .

1 78


ά ναβατή ρας δίχως πόρτα, μέ ά νοιχτές κα ί τίς δύο π λ ευρές του . Δ ημιουργου σε ίλ ιγγο. Ε ίχαμε ά ρχ ίσει νά χ ά νουμε τή γεύ ση τής ά νεξαρτησίας, είχαμε ά ρχ ίσει ν ά βρ ί σκουμε προστατευτικ ά τ ά τε ίχη . Σ τ ά ά νώτερα στρώματα τής άτμόσφαιρας, μπορουσες κα ί νά διαλ υ θ είς, νά εξατμιστείς, δέν υ πή ρχε ή π ί εση πού κρατεί σέ συνοχή τ ά μό ρι ά σου. Κ ι ετο ι δμως, ή Μ όιρα ήταν ή φαντασίωσή μας. Τή σφ ίγγαμε π άνω μας, βρισκόταν μυστικ ά δί π λ α μας , σ ά ν ενα χασκόγε λ ο. Ή ταν λά βα κά τω άπό τό επίστ ρωμα το υ καθ ημερινου βίου. Κά τω ά π ' τό φως πού μας ε ριχνε ό προ βο λ έας Μ όιρα, ο Ι Νονέ ς γί νονταν λ ιγότερο επίφο βες , λ ιγότερο παρ άλογη ή ύπαρξή τους. Ή εξουσία τους επαθε ρωγμή. Ή ταν κατορθωτό νά τίς μπ λ αβί­ σεις στό ξ ύλ ο μέσα σέ ά πόπατο. Ζήτημα τό λμης μόνο. Λέγαμε μέσα μας, δ που ν ά ' ναι θά τήν κου βα λ ήσουν χύ μα, δπως τ ή ν εΙχαν ξανακου βα λ ήσει . • Η φαντασί α μας δέν επαρκου­ σε γι ά νά που με τ ί θά τής ε καναν αύτή τή φορ ά . Πάντως κάτι εξαιρετικ ά κακό . Η Ομως τίποτα δ έν ε γινε. Η Μό ιρα δέν ξαναφ ά νη κε. Δέν ξαναφάνηκε, άκόμη . .

1 79


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟ ΣΙ Τ Ρ ΙΑ

Μ ΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ά νασυ νθεση. 'Όλα αύτ ά που λέω εΙ ναι μιά

φανταστική ά νασυνθεση. Μία συ ρραφή που φτιά'Χνω τώ ρα, τή στιγμή αύτή, στό μυαλό μου, ενώ εΙμαι ξαπλωμένη στό μονό μου κρεβάτι καί κ άνω πρόβα τί θ ά ή μουν, ή δέν θ ά ή μουν, ύπο'Χρεωμέ­ νη νά ε Ι 'Χα πεί, τί ε πρεπε ή δέν ε πρεπε ν ά ε'Χω κάνει, πώς θ ά πρεπε ν ά τό 'Χω παίξει, Μν ποτέ βγώ άπό δώ μέσα. Κ αλύ τερα νά σταματή σουμε εδώ. � E'Xω τήν πρόθεση νά βγώ άπό δώ. Δέν μπορεί νά κρατήσει μιά ζωή. Κ ι άλλοι Ε'Χουν σκεφτεί παρόμοια πρ άγματα, σέ κακους καιρους, παλαιότερα, καί βγή καν σωστοί, κατάφεραν νά δ ιαφυγουν μέ τόν άλφα ή τόν βήτα τ ρόπο, καί τό κακό δέν κρ άτησε μι ά ζωή. Παρ ' δτι στή δ ική τους περίπτωση αύτή ή «μι ά ζωή-, μπορεί καί ν ά κρ άτησε περισσότε­ ρο άπ ' δσο τους ε Ι χε όριστεί ν ά ζήσουν. 'Όταν βγώ ά πό δώ, αν θ ά . μαι σέ θέση ν ά ίστορήσω δλα αό τ ά , σέ δποια μορφή, ά κόμη καί μέ τή μορφή μιας φωνής που ά ποτείνεται πρός άλλη , κι αύτό θ ά . ναι μιά ά νακατασκευή , άλλου σχή ματος βέβαια. ΕΙναι ά κατό ρθωτο νά παραστήσεις ενα πρ άγμα ετσι ά κρι βώς δπως συνέβηκε, επειδή αύτό που λές δέν γ ίνεται ποτέ νά ε Ιναι δ λό κληρο, π άντα ά ναγκ άζεσαι νά παραλεί­ ψεις κ άτι, εχει πο λλ έ ς ό ψεις, πλευ ρές, άντιρρευματα, ά ποχρώ­ σεις π ά ρα πολ λ ές χειρονομί ες, που μπο ρούν ν ά σημαίνουν αότό ά λλά καί εκείνο, π ά ρα πολλά σχή ματα που ποτέ δέ ν μπορείς νά τ ά περιγρ άψεις επακρι βώς, π ά ρα πολλέ ς γευσεις, στ ό ν άέρα ή στή γλ ώσσα, ε μβρυα χρωμ άτων, πάρα πολλ ά πρ ά ματα. �Oμως, άν τυχόν εΙσαι άντ ρας, κά ποτε, μελλοντικ ά , καί κατορθώσεις νά έπιζήσεις ώς τότε, παρακαλώ θυμή σου : ποτέ δέ ν θά ύπο βληθεί ς στόν πειρασμό νά νι ώσεις π ώς ό φεί λεις ν ά δώσεις άφεση , άντρας εσυ . ' Ενώ ή γυναίκα μαλλον θ ά περ ά σει κι αότόν τόν πειρασμό, τής άφεσης. ΕΙναι πολ ύ δύ σκολο ν ' άντισταθείς, πίστεψέ με. " Ομως ν ά θυμασαι πώς ή άφεση εΙ ναι κι αύτή έξουσία. ' Η ε κκληση γι ά συΎΊ ώ ρεση ε Ι ναι εξουσία, καί ή ά πονομή συγγνώ•

1 80


μης ε ίτε ή άρνηση νά τήν παραχω ρήσεις, ε Ι ναι έξουσί α κι αύτό, ίσως ή μέγιστη . UΙ σως τίποτα άπ ' αύτ ά ν ά μή ν εχει σχέση μέ τό ποιός κατέχει τήν έξουσία. U Ι σως τό θέμα δέν εΙναι ποιός εχει ποιόν άνδρ ά ποδό του, ποιός μπορεί ν ά πρ άξ ει δέν ξέρω τί σέ ποιόν καί ν ά μείνει ά τιμώρητος ά κόμη κι ώς τόν θάνατό του. UΙ σως τό θέμα δέν εΙναι ποιό άτομο εχει δικαίωμα νά κ άθ εται καί ποιό όποχρέωση ν ά γονατίζει, ν ά στέκει ό ρθ ιο ή ξαπλωτό, μέ τ ά σκέλια ά νοιχτ ά . Τό θέμα ε Ιναι, ίσως, ποιός μπορεί νά πρ άξ ει δέν ξέρω τί σέ ποιόν καί νά τού δ οθ εί ά φεση γι ά τήν πρ άξη του αυτή. Ποτέ δέν θ ά παραδεχτώ ν ά μοϋ πείς τί τό ενα, τί τό άλλο, τό ίδιο ε{ναι. Θέ λω νά μέ φιλή σεις, εΙπε δ Ταξιάρχης. Καί φυσικ ά κά τι επρεπε νά εΙχε προηγη θεί. Αυτ ά τ ά αΙτή ματα δέν κατε βαίνουν ετσι έξ ου ρανών. Πήγα ν ά .ιι: ο ιμηθώ τελικ ά καί όνειρεύτηκα πώς φορούσα σκουλα­ ρί κια, Kai' τό ενα ήταν σπασμένο. Τίποτα άλλο. Τό μυαλό ξεφύ λλιζε τ ά μυστικ ά του ά ρχεία, καί μένα μέ ξύ πνησε ή Κόρα μέ τόν δίσκο τοϋ φαγητοϋ κα ί δ χρόνος ε{χε ξαναμπεί στή ν τροχι ά του. ,, ' Ωραίο τό μωρό;» ρωτ άει ή Κό ρα καθώς άποθέτει τόν δίσκο. Αύτή πρέπει ν ά τ ά ' χει μ άθ ει πι ά , ά φού εχουν κ ά τι σ ά ν τηλέγρα­ φο άναμεταξ ύ τους, άπό στόμα σέ στόμα, άπό κοινόβιο σέ κοινό βιο. 'Ό μως ή δονίζεται ν ά τ ' ά κού ει, λές καί τ ά λόγια μου θ ά τό καταστήσουν πραγματικότερο. "Μ ι ά χαρ ά ε{ναι», λέω. "Θά π ά ρει τή σκυτ ά λη. Κορίτσι» . ' Η Κόρα μοϋ χαμογελ ά ει, ενα χαμόγελο πού περιέχει. Αυτές ε{ναι οΙ στιγμές δπου εχουν χρέος ν ά καταξι ώσου ν στ ά μάτια της κάθε πρ άξτι της. "Μπρ ά βο », λέει. ' Η φωνή τη ς σχεδόν τυλιγμένη σέ άόριστο ίμερο κι έ γώ συ λλογίζομαι: έπόμενο εΙναι. Πολ ύ θά ' θελε νά ε{χε παραστεί. Σά ν σ ' εναν χορό δπου δέν τής ήταν έπιτρεπτό ν ά π ά ει. "Μπορεί ν ' ά ποχτήσουμε μ ί α κα ί μείς σέ λίγο », λέει δειλά. 181


Μ έ τό « έ με ίς » ύ πονοεί έμένα. Στό χέρι μου εΙ ναι νά βγά λω άσπροπρόσ ω πη τήν δ μ άδα , νά δ ικαιο λ ογή σω τό φαΤ μου κα ί τή συντή ρησή μου, σ ά ν βασ ίλ ισσα μερμηγκοφω λ ι άς πού γενν ά ει τ ά αύγά . Η Ρίτα μπο ρεί νά μή μέ έ γκρ ίνει, ή Κ ό ρα ό μως να Ι Κ αί μάλ ιστα σέ μ έ να βασίζεται. Έ λπ ίζει , κι έγ ώ εΙμαι τό όχημα πο ύ φέρει τήν έ λ π ίδ α της . . Η έλπίδα της εΙναι άπό τίς π λ έον στοιχειώδεις έπιθυμεί μι ά γενέθλιο ή μέρα. Μ έ καλεσμένους καί φαγητ ά κα ί δώρα, έ πιθ υμεί ε να νή πιο ν ά τό κανακεύ ει στήν κουζίνα, ν ά του σιδ ερώνει ρουχαλά κια, ν ά τό μπουκώνει γ λ υκ ί σματα ό ταν δέν τήν κοιτ ά­ ζουν. Κ ι αύτές τ ί ς χαρές θά τής τ ί ς προσφέ ρω έγώ. Θ ά προτιμο υ­ σα τήν ά πο δο κιμασ ί α, τήν αξίζω περισσότερο. Τό φαγητό εΙναι βοδινό τής κατσαρό λας. Δ υσκο λ εύ ομαι νά τ ' ά ποτε λ ειώσω, γιατί τρώγοντ άς το θυμ ά μαι ό ,τι ή μέ ρα εχει σβή σει ά πό τή μνή μη μου. ' Α λ η θ εύ ει αύτό πού λένε, ή γέννα ή ή παρουσία σ ου σέ γέννα ά ποτε λ εί κατα λ η ψία, μετ ά βαση άλλου , χ ά νεις τήν ροή του λοιπου βίου σου, ά φιερ ώνεις μνή μη καί προσοχή μον άχα σ ' έ κε ί νη τή στιγμή . Τώρα ό μως τ ά ξαναθυμά­ μαι όλα, καί ξέ ρω πώ ς δέν ε Ιμαι προετοιμασμένη. .

Τό ρολόι στόν δ ι άδ ρομο κ άτω χτυπ άει έννέα. Σ φίγγω τ ίς γροθιέ ς μου π ά νω στού ς μηρού ς μου, τ ίς πιέζω, εΙσπνέω, ξεκινάω γι ά τόν διάδρομο, κατεβαίνω άπαλά τ ά σκα λοπ άτια . • Η Σ ερένα Τζόυ μπορεί νά βρίσκεται ά κόμη στόν ο Ικο ό που πραγματοποιήθη κε δ τοκετός. Τυχερός , λ αχείο του ή ρθε. Σ έ τέτοιες μέ ρες ο{ Γαμετέ ς ξημερο βραδι άζοντ αι στής λ εχώνας, βοηθου ν στό ξεπακετάρισμα τών δώρων, κουτσομπο λ εύουν, μεθά νε. Μέ κ άτι πρέπει νά ένα­ σχοληθο υ ν γι ά νά ξορκίσουν τόν φθ όνο. Παί ρνω τόν π ί σω διάδ ρομο, πάω κά τω, προσπερνάω τήν πό ρτα τής κουζίνας , φτ άνω στή δ ιπ λ ανή , τή ν δ ική του. Σ τέκω ά π ' εξω, αΙσθ άνομα ι σ άν παιδί πού τό ' χουν καλέσει στό γραφείο του γυμνασι ά ρχη. Τί άταξία εκανα; • Η παρουσία μου έδώ εΙ ναι παρ ά νομη. Μάς ά παγορεύ εται ν ά μένουμε μόνες μέ τού ς Ταξι ά ρχες. ' Εμείς ύ π ά ρχουμε μόνο γι ά τού ς σκοπού ς του προγρ άμματος άναπαραγωγής : δέν ε (μαστε 1 82


πα λλ ακίδες, γκέισες, Ι:ταί ρες . ' Αντίθετα: εχει λ ηφθεί κ άθ ε δυνα­ τό μέτρο γι ά ν ' αποσείσουν από π ά νω μας παρόμοια έτικέτα. Δέν εχουμε, κατ ά τόν νόμο, καμμία σχέση μέ τήν ψυχαγωγία έμεί ς, δέ ν μας αναγνωρίζ εται χώρος γι ά τήν Ιίνθιση αίσθ ησιακών έπιθυμιών, δέν παρέχεται λ αβή γι ά αισθηματικ ά ανο ί γματα. Είμαστε δί ποδες μήτρες , κα ί τέ ρμα: σκεύη ίερ ά , περιοδεύοντα δισκοπότηρα. Τότε, γιατί θέ λ ει ν ά μέ δεί μον άχη μου, νύ χτα, μόνος; Αν μέ τσακ ώσουν, θά βρεθώ στό ελεος τής Σερένας μας. Κ ανονικ ά , αυτός δέ ν ύπεισέ ρχεται σέ θέματα πειθαρχίας προσω­ πικου, ε {ναι γυναικε ία δου λ ει ά αυτό. Συνέπεια; Μπορεί νά μέ μετατάξ ουν στ ά ά κυ ρα θ ή λεα. 'Όμως αν αρνηθώ ν ά τόν δώ, τήν εχω ακόμη πιό άσχημα. Δέ ν εχουμε αυταπ ά τες, ξέ ρουμε ποιός κρατ ά ει τό σκήπτρο. Φαίνεται, κ άτι θά θέ λει από μένα. « Θέ λει», καταδη λ ώ νει αδυναμ ί α. Αυτή ή αδυναμία, ο ποια ε Ι ναι, μέ κά νει νά ξεθαρρεύω. ΕΙναι σ ά ν έ λάχιστη ραγισματι ά σέ τοίχο μέχρι τώ ρα άρρη κτο. Αν κο λλ ήσω τό μ άτι μου π ά νω στήν αδυναμ ί α του, μπορεί νά δ ιακρ ί νω καθαρ ά τί δρόμος μου Ι:τοιμ άζ εται. Θ έλω ν ά μάθ ω που τό π ά ει αότός. ' Υψώνω τό χέρι, χτυπ άω, πάνω στήν πό ρτα αυτου του άβατου, όπου ποτέ δέν εχω μπεί, ο που γυναίκες δέν γ ίνονται δεκτές. Ούτε κι ή ίδια ή Σερένα Τζόυ μπαίνει έ δώ. Τό ξεσκόνισμα τό κάνουν Φ ρουρο ί . Ποιά μυστικ ά , ποι ά αρρένων τοτέμ φυλάγονται έδω­ μέσα; , Α κού ω έντολή νά μπώ. ' Ανοίγω τήν πό ρτα, μπαί νω μέσα. U

U

Κ α ί αυτό πού συμβαί νει έκειμέσα, εΙναι βίος φυσιολογικός . Θά , πρεπε νά πώ: αότό πού ύπ άρχει εκεί μέσα μοιάζει σάν βί ος φυσιολογικός. ' Υπάρχει ενα γραφείο βέβαια, μέ πάνω του ενα κομπιουτερόφωνο, μία μαύ ρη δερμ άτινη πολυθρόνα π ί σω του. Πάνω στό γραφείο εχει γλάστ ρα, δίσκο μέ κοντυλοφό ρους , χαρτικ ά. Σ τό πάτωμα, χαλί ανατολ ίτικο, κι ενα τζάκι σβηστό. 'Ένας μικρός καναπές, μέ κάλυμμα από σκου ρο βελου δο, μ ία

1 83


τηλεοπτική συσκευή , ενα τραπεζ ά κι στήν κόγχη τού τοίχου, κανα- δυό πολυθρόνες . Γύ ρω-γύ ρω στού ς τοίχους εχει βιβλιοθή κες. Φίσκα βιβλία. Βιβλία παντού, εκτεθειμένα σέ κοινή θέα, ξεκλείδωτα, στ ά φό ρα. Αμ γι ' αύτό δέν επιτρέπεται νά μπαίνουμε εδωμέσα. ΕΙναι μι ά όαση τού ά παγορευμένου. Π ροσπαθώ ν ' άποστρέψω τό βλέμμα μου . • Ο Ταξιά ρχης στέκει μπροστ ά στό σ βηστό τζ ά κι, μέ πλ άτη π ρός τό τζ ά κι, δ ενας άγκώνας ά ναπαύ εται στό σκαλιστό, ξύ λινο γείσο τού τζακιού , τό αλλο χέρι στήν τσέπη . Η πόζα του εΙναι προ βαρισμένη, πόζα επαρχιακού εύπατ ρίδη, σ ά ν ξεσηκωμένη ά πό παλαιό εΙκονογραφημένο περιοδικό διά κυρίους. Φανερό, τό εΙχε προαποφασίσει άπό καιρό πώς θά στέκεται ετσι μό λις θά μπώ. 'Όταν χτύ πησα, σίγου ρα δ ρμησε πρός τό τζ ά κι καί στήθη­ κε. Θά ' πρεπε ν ά φορ ά ει καί μαύ ρο επίδεσμο π ά νω στό ενα μάτι, ε ίτε γραβ ά τα μέ κεντητ ά ά λογοπέταλα. Μού ε Ιναι εύ κολο ν ά σκέπτομαι δ λα τούτα, σέ στακ άτο ρυθμό, ενα ρίγος τού εγκεφ άλου. Κ ά τι σ άν βου βό ξεφωνητό μέσα μου . 'Όμως τ ά ύπαγορεύει πανικός . Η ά λήθεια, εΙμαι εvτρoμη . , Εγώ ά μί λητη. « Κ λείσε τήν πόρτα», λέει. Εύμενή ς . • Υπακού ω. «Καλώς την ", μού κάνει. ΕΙναι δ παλαιός τύπος χαιρετισμού. Καιρό δέν τόν εχω άκού σει. Χ ρόνια. ' Εδώ τώρα, μοι άζ ει εκτός τόπου, κωμικός μάλιστα, μία πρός τ ά πίσω μετατόπιση τού χ ρόνου, άνακοπή . , Αδυνατώ ν ά σκεφτώ τίποτα κατ ά λληλο γιά ά π άvτηση. Νομίζω θ ά κλ άψω. Φαίνεται τό πή ρε είδηση , γιατί μέ κοιτάζει παραξενεμένος, πλασ ά ρει καί μιά έλάχιστη συνοφρύ ωση πο ύ επιλέγω νά Ι:ρμη­ νεύ σω ώς άνησυχία, παρ ' δτι μπορεί νά ' ναι άπλά καί έκνευρι­ σμός. « ' Από δώ» , μού κάνει. «Μπορείς νά καθίσεις ••. Μού προσφέρει κ ά θισμα, τό τοποθετεί μπροστ ά στό γραφείο του. Μετά κάνει τόν γύ ρο, κάθεται, άργά καί, νομίζω, μέ τρόπο προσχεδιασμένο. Αύτή ή μικρή παρ άσταση μού λέει πώς δέν μέ κου β ά λησε εδώ γι ά νά μέ πασπατέψει παρά τή θέλησή μου. Τό W

.

.

1 84


χαμόγε λ ο δέν ε Ιναι οΟτε ά νησυχητικό οΟτε άρπαχτικό. 'Έ να συνηθισμένο χαμόγε λο, τυπικό, φι λ ικό άλλά νά σέ κρατεί καί σέ άπόσταση, σ ά ν ά ε Ι μαι γατ ά κι σέ βιτρίνα. Πού τό κοιτ άζ ει, άλλά δέν εχει πρόθεση ν ά τό ά γορ άσει. Κάθ ομαι μαγγωμένη στήν καρέ κλ α, τ ά χέρια δ ιπ λωμένα π ά νω στ ά πόδια μου. Ν ι ώθω ώ σ άν τ ά πόδια μου μέσα στ ά π λ ακέ κόκκινα παπο ύ τσια τους ν ά μήν άγγ ί ζουν στό π άτωμα. Ένώ, βέβαια, πατίiνε. «Θά σέ παραξένεψε τό δ ιάβημ ά μου », λ έει. Έ γώ μον άχα τόν κοιτ άζω. Τό σφ άξ ιμο μέ τό γά ντι; Η ταν μιά φρ ά ση πο ύ συνηθί­ ζει ή μητέρα μου. Σ υνή θ ιζε. Ν ιώθω σ άν μαλλ ί της γριάς: ζ άχαρη καί ά έρας φρέσκος. �Eτσι καί μέ ζου λ ήξεις, θά γίνω ενα μικρό ά ρρωστι ά ρικο ύγρό γρομπαλά κι κόκκινο-ροζέ πού θρηνο λογάει. «Ναί, κι έ γώ θά τό ' λεγα παρ ά ξενο », λέει, λές κι εχω ά παντήσει. Ν ι ώ θω πώς θά ' πρεπε ν ά φορ άω καί καπελάκι παιδικό, δεμένο μέ κορδέ λ α κά τω άπ ' τό σαγόνι. «Θέ λ ω . . . », λ έει. Σ φίγγομαι νά μή γείρω μπροστ ά . Ν αί; Ναί; Ν α ί; Τί θέ λει; 'Όμως δέν θά τήν ά φή σω νά δ ιαφανεί τήν ά νυπομονησία μου. Έδώ ή ρθαμε γιά συναλλ αγή , θά πέσει παζάρεμα. 'Όποια δέν διστάζει, ε Ι ναι χαμένη . Δ έν παραδίνω τίποτα: πουλάω μόνο. «Θά έπιθυμοϋσα- », λέει. «Αύτό πού θά πώ θ ά φανεί χαζό ••. Καί πράγματι εχει ύφος άμήχανο, προβατίσιο εΙναι ή σωστή λέξη, τό ύφος πού εΙχαν οΙ α ντρες τότε, πρίνο νΕχει τήν ή λ ικία γιά νά θυμάται πώς νά φορ άει έκείνο τό ύφος, νά θυμίiται πόσο τραβηχτικό τό εβρισκαν οί γυναίκες τότε. Οί νε ώτεροι δέν ξέ ρουν αύτ ά τά κό λ πα. Δέ ν τού ς χρει ά στη κε ποτέ νά τά χρησιμο­ ποιήσουν. « Θά ' θ ε λ α νά παίξεις μι ά παρτ ί δα σκρ ά μπλ μαζί μου », λέει. Έγώ, σάν άπό ξύ λο. Δ ιατηρώ τό πρόσωπό μου σέ άπόλυτη άκινησία. "Ωστε αύτό συμβαίνει στό ά παγορευ μένο δωμάτιο ! Σ κράμπλ! Θέλω νά γελ άσω, μέ γέ λιο κακαριστό, μέχρι νά πέσω άπ ' τό κάθισμά μου. Αύτό παλιά ήτ αν παιχνίδι γιά γριές, γέ ρους σέ θέρετρα ή σέ οίκους εύγη ρ ίας, καί τό ' παιζαν δταν δέν εΙχε τίποτα καλό ή τηλεό ραση . Τό ' παιζαν καί οΙ μεγαλ ύ τεροί μας, τ

1 85


άλλά πο λύ ν καιρό πρ ί νο Τ ό εΙ χε καί ή μητέρα μου, άλλά τό εΙχε καταχωνι ά σει στό βάθος του μπουφέ στόν διάδρομο , ο που καί τ ά χαρτό κουτα μέ τ ά στο λίδ ια του χριστουγεννι ά τικου δέ νφ ου. Κά ποτε δοκίμασε νά μου τό μ άθ ει , ο ταν ή μουνα δεκατριάρα, άχαρη καί δέν ή ξερα που μο υ παν τ ά τέσσερα. Τώ ρα, φυσικ ά , ε Ι ναι ά λλο πρ άμα. Τ ώρα ε Ι ναι άπαγ ο ρευμένο, γι ά μας. Τ ώρα ε Ιναι έ πικ ί νδυνο. Τώ ρα εΙναι ά νήθικο. Τώ ρα ε Ι ναι κ άτι πο ύ του ά παγορεύεται ν ά τό παίξει μέ τή σύ ζυγό του. Τώ ρα εΙ ναι πρ άγμα έ πιθ υμητό, τώ ρα έ κτ ίθεται ό ίδ ιος. 'Όπως έάν μου προσέφερε ναρκωτικ ά . « Μάλ ιστα", λ έω σ άν ά διά φορη . Η άλ ήθεια ε Ι ναι π ώς μό λ ις καί μπορώ ν ά ά ρθρώσω. Δέν λέει γιατ ί έπι θυμεί νά παίξει σκρ άμπ λ μαζί μου. ' Εγώ, δέν τόν ρωτ άω. Μ όνο βγάζει ενα κουτί κ ά που άπό τ ά συ ρτ ά ρια του γραφε ί ου του, τό άνο ί γει. Μέσα εχει τ ά π λ αστικοποιημένα ξ ύλ ινα γρ ά μματα, τό ταμπ λ ώ μέ τά τετραγων ά κια καί τ ί ς λ ακ κο υ­ βίτσες γι ά ν ά στερεώνεις τ ά γρ ά μματα. Σ κορπ άει τ ά γρ ά μματα π ά νω στό γραφείο καί ά ρχίζ ει νά τ ά χωρίζει. ' Αμέσως μετ ά , ά ρχίζω έγώ νά μαζεύ ω τ ά δικά μου. « Ξέ ρεις πώς τό παίζουν;» λ έει. Κ ουνά ω τό κεφ άλ ι: να Ι Πα ίζουμε δύο παρτ ίδες . Π ροτεί νουμε λ έξεις. Λ άρυγξ. Τ ό σχηματίζω. Ται νιόπλεγμ α. Κυδωνέα. Ζυγωτόν. Μ α λ άζω τ ά γυαλ ι­ στερ ά γρ ά μματα μέ τ ά δίχως γωνί ες άκρα, περν άω π ά νω τους τ ά δάχτυ λά μου . Τ ό άγγιγμα μου δίνει μι ά ή δονή. Αύτό εΙναι ή έ λ ευ θερία, ενα άστραμμα έ λ ευθ ερ ίας. Χωλός, σχηματίζω. Α ύχήν. Ν ιώθω πο λυτέ λεια. Τά ξύλ ινα γρ ά μματα μοιάζ ουν σ ά ν ζαχαρωτά μέ π ί περμαν, στό ίδ ιο παγερό χρώμα. Γ λειφιτζού ρια μέντας τ ά λ έγαμε. Μ ου ρχεται ν ά τ ά χ ώ σω στό στόμα μου. Θ ά ' χουν κα ί τή γεύ ση του κίτρου . Κί τρο. Τό γρ ά μμα. Σ τυφό, λ ιγ ά κι ξινό στήν άκρη της γ λ ώσσας, ύπέροχο. Κ ερδ ίζω τό πρώτο παιχνίδ ι, τόν ά φή νω νά μου π ά ρει τό δεύ τερο: άκόμη δέν εχω μυ ριστεί το ύ ς κανόνες του δ ικου μας παιχνιδιο υ , τ ί θ ά εχω περιθώρια νά ζητήσω, σέ ά ντ άλλ αγμα. Τε λ ικά μου λ έει πώς εΙ ναι ώ ρα ν ά γυρ ί σω σπ ίτι . Αύτή τή λέξη .

1 86


χρησιμοποίησε: σπίτι. Έννοεί, στό δωμάτιό μου. Μέ ρωτ άει α ν φοβάμαι, σά ν ά ' τ ανε ή σκ άλα κανένα ά φώτιστο σοκ ά κι. Λέω όχ ι . Άνοίγουμε τήν πό ρτα τοϋ γραφείου του, μι ά χαραμ άδα μόνο. άφο υγκραζόμαστε, γι ά θορύ βους στό ν δ ιάδ ρομο. Μ οι άζει σ ά νά βγή καμε ραντεβού . Σά νά μπαίνεις λαθραία στό υ πνωτή ριο τοϋ Πανεπιστημ ί ου μετ ά τήν κεκανονισμένη ώρα. Σάν συνομωσία. "Εύχαρ ιστώ», λ έει, "γι ά τό παιχνίδι». Μ ετ ά λέει: ,, ' Επιθυμώ νά μέ φι λ ήσεις ». Σ υ λλογίζομαι πώς θά μποροϋσα ν ' άνοίξω τό πίσω μέ ρος στό καζαν ά κι της τουαλ έτας, τή νύ χτα τήν προγραμματισμένη γι ά λ ού σιμο, σβέ λ τα καί ήσυχα, ώστε ν ά μή μ ' ά κο ύ σει ή Κ όρα, καθ ιστή στή ν πο λυ θ ρόνα της άπέξω. Πώ ς θά τραβή ξω τόν αίχμη ρό μοχ λό, θά τόν κρύ ψω στό μανίκι μου, θά τόν περ ά σω λ αθ ραία στό γραφείο τοϋ Ταξι ά ρχη τήν f:πόμενη φορά, έ πειδή όταν σοϋ γίνεται τέτοια πρόσκ λ ηση ξαναγίνεται σίγουρα, ε ίτε ναί πείς είτε όχι. Τό μυαλ ό μου σχ εδι άζει πώς θά π λ ησίαζα τόν Ταξι ά ρχη γι ά ν ά τόν φι λ ή σω, μον άχον του έδωμέσα, θά τοϋ βγάλω τόν έ πεν δύτη, τ άχα γι ά ν ά έ πιτρέψω ή προκαλ έσω κάτι πιό προχωρημένο, κ ά ποια προσέγγιση στή ν άληθινή ά γά πη, θά β άλω τά χέ ρια μου γύ ρω του καί θά κ άνω νά γ λ ιστρήσει ά π ' τό μανίκι δ μΟ'χ λό ς καί θά μπήξω τήν κοφτερή άκρη του άπότομα μέσα στή σ ά ρκα του, άνά μεσα στ ά π λ ευ ρ ά . Συ λλογίζομαι πώς θά έξέ ρχεται άπό μέσα του τό αΙμα, καυτό σ ά ν σού πα, έ ρωτικ ά δ ιεγερτικό πά νω στ ά δά χτυ λά μου . Δ η λ αδή , γι ά ν ' ά κρι βο λογοϋ με, καθό λου δέν καταστρ ώ νω τίποτα τέτοιο. Τό παραχώνω στήν ίστορία μου έκ τών όστέρων. �I σως θά ' ταν χρέος μου ν ά τό εlχα καταστ ρ ώσει στήν πρέπουσα στιγμή , άλλά δέν τό ' κανα. ΗΟπως ε Ι πα, ό λο τοϋτο εΙναι άνασύ ν­ θεση, π λά σμα φαντασίας. "Μά λ ιστα», λ έω. Τόν π λ ησιάζ ω, τοποθετώ τ ά χεί λη μου, κ λ εισμένα, π άνω στ ά δ ικ ά του. Μ οϋ μυ ρίζ ει ιcρέμα ξυρίσματος, ή γνωστή μά ριcα πού μυρίζει ναφθαλίνη, παλ αι ά γνώ ριμη . Ένώ αύτός, εlναι λέ ς ΙCαί τόν πρωτογνώρισα μό λ ις τ ώ ρα. 1 87


Αποτ ραβιέται, μέ κοιτάζει, ψηλότερός μου. Ξανά τό χαμόγε­ λο, τό προβατίσιο δ φος. "Ολο ντομπροσύ νη . « νοχι ετσι », λέει. « ' Αλλά σάν νά τό έπιθυμείς ». Τ Η ταν πολύ θλιμμένος. Κι αύτό, φυσικά, φαντασίας πλάσμα ε{ναι. •

1 88


ΙΧ ΝΥΧΤΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟ ΣΙ ΤΕ Σ Σ Ε ΡΑ

Ε ΠΙΣΤ Ρ ΕΦΩ. Ό δ ιά δρομος μέ τό σκοτωμένο φώς, τά βή ματ ά μου

μέ βαμ βακερό ήχο στ ά σκαλ οπάτια. Μ παί νω κρυφά στό δωμάτιό μου. ' Εκεί κάθομαι στή ν καρέκ λ α, μέ τ ά φώτα σ βησμένα, μέ τό κόκκινό μου ενδυμα, ό λ ες οΙ κό πιτσες θη λυκωμένες , ό λα τά κουμπιά κουμπωμένα. Μό νο ντυμένος μπορείς νά σκεφτείς μέ διαύ γεια. Μο υ χρειάζεται νά β λ έπω τ ά πρ άγματα συμπ λ η ρωμένα καί μέ τήν τρ ί τη τους δ ι ά σταση. Τή ν αυταπάτη του « βάθους », πού δημιουργεί ή κορνίζ α, μιά διευθέτηση σχημ άτων π ά νω σέ έ πί πε­ δ η έπιφάνεια. ' Η τρί τη διάσταση εΙναι άπαραίτητη. ' Α λλ ιώς, μένουν μόνον δύ ο. ' Α λλ ιώς, διαβιώνεις μέ τό πρόσωπό σου σ ά ν αυτοκό λλ ητο σέ τοίχο, τ ά πάντα ε να πε λ ώ ριο πρώτο π λά νο, ά ποτε λο ύ μενο άπό λ επτομέ ρειες , μα λλ ιά, τόν κυματισμό του σεντονιο υ , τού ς πόρους του προσώπου. Τό δέ ρμα σου ε Ι ναι ε νας χ ά ρτης, ε να σχε δ ι ά γραμμα ματαιοτήτων, χαρακωμένο άπό μι­ κρού λ ικα δ ρομ ά κια πο ύ δ έν βγάζουν πουθεν ά . ' Α λλ ιώς, ζείς μετέωρος στό νίί ν. Κ αί δέν εΙναι αυτός δ χώρος όπου έ πιθυμώ ν ά ύπά ρχω. 'Όμως εκεί ζώ, καί διαφυγή δέν υ π ά ρχει. ' Ο χρόνος εΙ ναι παγίδα, όπου έχω πιαστεί. ' Οφεί λω ν ά λ ησμονήσω αυτ ά γιά τό μυστικό μου όνομα καί ό λ α τ ά πρ ώην. Τώρα όνομάζομαι ή αυτή του Φ ρέντ, καί έδώ ε Ιναι δ τό πος διαμονή ς μου . Ζή σε μέσα στό τώ ρα, ξεζούμισέ το, εΙναι τό μόνο πού εχεις στ ά χέρια σου. Κ αιρός γιά ά πογραφή. ΕΙμαι τριαντατ ριών χρόνων. ν Εχω κασταν ά μα λλ ιά . 'Ύψος ε να κι έ βδομή ντα δί χως παπού τσια. ' Α όριστα θυμ ά μαι τήν τότε εμφάνισή μου. ·Έχω ζωντανέ ς ώοθή κες. Δ ιαθέτω άλ λ η μ ία ευ καιρία ζωής. �Oμως κ άτι ά λλαξε, τώρα, ά πόψε. Τά δ εδομένα εχουν μετα­ β λ ηθεί. 191


�Eχω τήν εύχέρεια ν ά ζητήσω κάτι. Μάλλον όχι τίποτα σημαντικό. Α λλ ά κά τι. ΟΙ άντρες ε Ι ναι πεομηχανές, ε Ιπε ή Νον ά Λυδία. Κ αί μήν τού ς π ροσδίνουμε περ αιτέρω σπουδαιότητα. 'Ένα πράγμα θέλουν μόνο. Κ οίτα μάθ ε ν ά τού ς κ:ουλαντρίζεις γιά προσωπικό σου όφελος. Σέρνε τους άπό τή μύ τη. Μ πορεί νά τό λέμε αότό μεταφορικώς, πλήν έτσι επιτάσσει ή Φ ύ σις, ή μύ τη τους ε Ι ναι του Θεου επινόημα. Αύτή ε Ιναι ή φορά τών πραγμάτων. Δηλαδή , μπορεί ή Ν ον ά Λυδία νά μήν τό δ ιατ ύ πωσε κυριολε­ κτικά έτσι, άλλά αύτό διαφαινόταν σέ δ,ΤΙ ε κανε. Αύτή της ή άποψη κρεμόταν σάν άναρτημένη πάνω άπ ' τό κεφάλι της, δπως εκείνα τ ά μέ χρυσαλοιφή ρητά πάνω άπό τού ς άγίους τών πλέον σκοτεινών εποχών τής . Ι στορίας. Τού ς μοιάζει κιόλας: δλο γωνί ες , δίχως καθόλου σάρκα. 'Όμως, πώς νά εντάξεις τόν Ταξιά ρχη σέ δλ ' αότά, έτσι όπως ε Ι ναι ύπαρκτός μέσα στό γραφείο του, μέ τ ά έπιτραπέζια σταυ ρό λεξά του καί τήν επιθυμία του, επιθυμία γιά τί; Ν ά κάνεις μαζί του παιχνιδάκι, νά τόν φιλή σεις, άλλά σά νά τό κάνεις κέφι καί σύ . Ξέρω πώς πρέπει ν ' άντιμετωπίσω σο βαρά αύτ ή τήν επιθυμία του. ' Ε νδέχεται νά εχει άξία, νά ε Ι ναι διαβατή ριο, μπορεί νά ' ναι τό γκρεμοτσάκισμά μου Ανάγκη ν ά τό δώ μέ σο βαρότητα, νά τό καρατά ρω. " Ομως, δπως κι άν ενεργήσω, καθισμένη εδώ στό σκοτάδι, μέ τούς προ βολείς νά φωτίζουν τό όρθογώνιο του παραθύ ρου μου, άπ ' έξω, διατ ρυπ ώ ντας κουρτίνες διάφανες σάν ννφικό, σάν εκτόπλα­ σμα, μέ τό ενα μου χέρι νά κρατεί τό άλλο ενώ κουνιέμαι μπρός πίσω λιγάκι, δπως κι αν ενεργή σω, τό ό λο πράγμα έχει καί τή σχετική του πλάκα. Θέλ ησε νά παίξω σκράμπλ μαζί του, καί νά τόν φιλήσω σά νά τό έκανα κέφι κι εγώ. Αύτό εΙναι άπό τά πλέον άλλόκοτα πράματα πού μου έτυχαν, γενικά. Τά φαινόμενα έχουν τή σημασία. •

.

Θυμάμαι ενα τηλεοπτικό πρόγραμμα πού εΙχα δεί, επανάληψη , πρίν άπό χρόνια. Θά πρέπει νά . μουν !:φτά ή όχτώ Ίρόνων, που 1 92


νά καταλ ά βω τόσο μικρή. ' Απ ' τ ά προγρ άμματα πού αρεσαν στή μητέρα μου . • Ι στορικ ά , μορφωτικ ά . Δ οκ ίμασε νά μου τό εξηγή­ σει μετ ά , πώς τ ά δσα ε ίδα στό πρόγραμμα είχαν συμβεί. Γ ι ά μένα όμως ήταν μιά ίστοριού λα. W Ε λεγα, κά ποιος θά τήν ε φτιαξε . Φαντ άζομαι, δ λα τ ά παιδι ά ε τσι βλέπουν τήν . Ι στορία, τήν πρίν άπό τήν εποχή τους . . Ι στοριούλα ε ί ναι . . . κι ε τσι σέ τρομ άζει λιγότερο. Στό πρόγρ αμμα ε ί χε ενα ντοκυμαντέ ρ γιά κά ποιον άπό τού ς πολέμους, τρέχα γύ ρευε ποιόν. Ή ταν καμωμένο μέ συνεντεύ ξεις άπό άνθρώπους, άποσπάσματα άπό ταιν ί ες της σχετικης εποχης, άσπρόμαυρες , καί φωτογραφίες. Δ έν τό καλο θυμ ά μαι, όμως θυμάμαι τήν ποιότητα τών ταινιών: στό κάθε τ ί, ενα επίπασμα άπό ή λιοφώς κα ί σκόνη , καί πολύ σκου ρες οί σκιές στ ά βλέφαρα κα ί στ ά ζυγωματικά. Οί συνεντεύ ξεις μέ τού ς άνθρώπους τούς άκόμα ζωντανού ς τότε, ήσαν ε γχρωμες . Αύτή πού θυμ ά μαι ζωηρότερα ήταν μέ μι ά γυναίκα, ερωμένη ενό ς άντρό ς πού ήταν ύπεύθυνος σ έ ενα άπό τ ά στρατόπεδα δ που ε κλειναν τού ς . Ε βραίους , προτου ν ά τού ς σκοτώσουν. Σέ φο ύ ρνους, ελεγε ή μητέ ρα μου. Δέν ε ίχε δμως φωτογραφ ί α τών φού ρνων, κι ε τσι εγώ σχημ άτισα μι ά μπερδεμέ­ νη ίδέα, πώς αύτο ί οί θάνατοι γ ίνονταν μέσα σέ κουζίνες . Σ ' αύτή τήν ίδέα ελλοχεύει κ άτι ίδ ιαίτερα αγριο γι ά μικρό παιδί. φου ρ­ νος σημα ί νει μαγε ί ρεμα, κα ί τό μαγείρεμα γ ί νεται γι ά νά φ ά με. Έ π ί στευα δτι αύτού ς τούς άνθρώπους κά ποιοι αλλοι ά νθρωποι τούς ε ί χαν φάει. Πού , κατ ά ενα μέ ρος, ε ί ναι καί ή άλήθεια τελικά. , Α πό τά λεγόμενά τους, δ άνθρωπος ήταν σκλη ρό ς καί θ ηριώ­ δ ης . • Η έ ρωμένη -ή μητέ ρα μου μου ε ί χε εξηγήσει τό έρωμένη, δέ ν ήταν ύπέρ τοϋ κουκουλώματος, ε ί χα ενα βιβλίο όλο ζωγρα­ φιές μέ τά γεννητικά όργανα άπ ' ό ταν ήμουν τεσσ ά ρων χ ρό­ νων- ή έ ρωμένη κάποτε ήταν πολύ ό μορφη . ΝΕδειχνε μι ά άσ πρόμαυρη φωτογραφία δπου ποζάριζε μαζ ί μ έ μιά άλλη γυνα ί­ κα, μέ ντέ-πιές μπανιερό καί παπούτσι πλατφό ρμ καί καπέλα τη ς μόδ ας. Φοροϋσαν γυαλιά ή λίου καί κ άθονταν σέ σαίζ-λόvγK, δί πλα σέ πισ ί να. Ή πισ ί να βρισκόταν δί π λα στό σπ ί τι τους , πού 13

1 93


ήταν δίπλα στό στρατόπεδο μέ τού ς φού ρνους. ' Η γυναί κα εΙπε, δέν εΙχαν ύποπέσει στήν προσοχή της πρ άγματα άσυνήθιστα. , Α ρνή θ ηκε δτι γν ώ ριζε ότιδή ποτε γι ά φού ρνους . Τόν καιρό πού π ά ρθ η κε ή συνέντευξη, σαρ ά ντα ή πενή ντα χρόνια άργότερα, ή γυναίκα πέθαινε άπό εμφύ σημα. U Ε βηχε μόνιμα καί ήτ αν πολ ύ άδυνατισμένη , σχεδόν πετσ ί κα ί κόκαλο. 'Όμως άκόμη ε Ιχε περ ί πολλου τήν εμφ ά νισή της. (Γι ά κο ίτ α κεί, εΙπε ή μητέρα μου, μισό μνησικακ ί α- μισό θαυμασμός κοίτ α την, καλέ, στόλισμα! ) Ή ταν μακιγιαρισμ ένη μέ επιμέλεια, οί βλεφα­ ρ ί δες πήχτρα στό ρίμελ, ρού ζ στ ά μ άγουλα κα ί τό δέ ρμα της άποκάτω τσιτωμένο σ άν ελαστικό γά ντι πού τό τραβάνε ν ά τό σκίσουν. Στολισμένη μέ π έρλες. Δ έν ήταν καθόλου τέ ρας, ε Ι πε. ' Ο κόσμος τόν θ εωρεί τέ ρας , πλήν όμως άδί κως. 'Ά ραγε τί ν ά λειτουργο υ σε άπ ' τό μυαλό της; νοχι καί πο λλά , φαντ άζ ομαι. Τότε δη λαδή , τόν καιρό εκείνο. ' Α πλώς θά σκεφτό­ ταν πώς ν ά βρεί τρό πο ν ά μή σκέφτεται. ΟΙ καιρο ί ήτ αν άφύσικοι. Καμά ρωνε γι ά τήν εμφ ά νισή της. Κα ί δέ ν π ίστευε π ώ ς ό άνθρωπό ς της ήτ αν τέ ρας. Δ έ ν ήταν τέρας ά π έναντί της. Σίγουρα θά ε Ι χε κ ά ποιο συμπαθές γνώρισμα: θά σφύ ριζ ε, παρ ά­ φωνα, στό ντού ς, θά εΙχε άδυναμία στίς τρου φες , ε λεγε τό σκυλί του ' Αγαπουλίτσα καί τό άνάγκαζε νά στέκει σο ύ ζα γι ά ν ά του δώσει κομματ ά κια ώμό κρέας. Π όσο εΙ>κολο ν ά επινοήσεις άνθρωπιά γι ά δ ποιον, δποιον ν ά ' ναι. Πόσο προσιτός πειρασμός. 'Ένα μεγ ά λο μω ρό, θά ' λεγε μέσα της. Ή καρδι ά της θ ' άναλίγωνε, θά του άνασή κωνε χαϊδευτικ ά τό τσουλού φι άπ ' τό μέτωπό του, φιλ ά κι στό αότ ί κα ί δχι άπό ύπολογισμό, γιά νά του ζητήσει κ άτι. ' Από ε νστικτο, νά του ίσιώσει τό μαλλ ί , νά τό σουλουπώσει. U Ελα, ελα, θά του ' λεγε, δταν αότός θά ξυπνου σε άπό εφιάλτη. ' Η ζωή σου στ άθ ηκε σκλη ρή. Κα ί θά τ ά πίστευε ή γυναίκα δλα αό τ ά , γιατί άλλ ιώτικα πώς θά ε βγανε ζωή; Μι ά άπλή γυναικού λα ήταν, κ άτω άπ ' δ λο αότό τό κά λλος. Πίστευε στόν καθωσπρεπισμό, ήταν εόγενικι ά μέ τήν Έ βραία ύπηρέτρια, ή π ά ντως επαρκώς εόγενικιά , πιό εόγενικι ά ά π ' δσο χρειαζόταν.

1 94


Λίγες μέ ρες μετ ά πού γυρίστη κε ή συνέντευξή της, αυτοκτό­ νησε. Τό ε Ι παν στήν τηλεό ραση . Κανείς δέν τήν ερώτησε άν τόν ε Ι χε άγαπή σει ή όχι. Αυτό πού θυμαμαι προπαντός ήταν τό βάψιμό της. Ση κώνομαι, στό σκοτάδι, άρχίζω ν ά ξεκουμπώνομαι. Τότε άκού ω κ άτι μέσα στό σώμα μου . Κάπου άνοιξα, ερρ άγη κ ά τι, αυτό θά ε {ναι. Θό ρυ βος σκαρφαλώνει άπό τό ό ργανό μου , πού σκορπ ά ει, κατευθύνεται πρός τό πρόσωπό μου. Χωρίς προει δοπο ί ηση: δέν συλλογιζόμουν γι ά τό εδώ, τό εκεί ή δ,τι. ' Εάν επιτρέψω στόν θό ρυ βο ν ά περ άσει εξω μου, θά γ ί νει γέλιο μεγ ά λου ήχου κα ί όγκου, κά ποιος όπωσδή ποτε θά τό άκού σει κα ί τότε βιαστικ ά βή ματα καί διαταγέ ς κα ί , ποιός ξέ ρει; ' Ετυμηγορ ί α: συγκινησια­ κή άντίδρασις, άκατάλλη λος πρός τήν περ ί στασιν. Βγή κε ή μήτρα στό σεργι ά νι, ε λεγαν . . Υστερία. Καί μετ ά μι ά σύ ριγγα, χάπι. Πού μπορεί νά ήταν μοιραίο. Στριμώγνω καί τά δύο χέ ρια μου μέσα στό στόμα μου , λέ ς κα ί θά κά νω εμετό, πέφτω στ ά γόνατα, δ γέλως χοχ λάζει λάβα στόν λαιμό μου. Μπαίνω μπουσου λώντας στό ερμ ά ρι, σφ ί γγω στήν κοιλι ά μου τ ά γόνατ ά μου, θά πνιγώ. Τά παίδια μου πονούν άπό τήν προσπάθεια, τρέμω, φουσκώνω, ε{μαι σεισμός, ξεθύμασμα ή φαιστείου, θά γίνω ε κρηξη . Κόκκινο παντού στό ερμ ά ρι, τό γελ άω δμοιοκαταλη κτεί μέ τό γενν άω, άκου πλ ά κα ν ά πεθάνεις άπό άκατάσχετον γέλωτα. Τόν πνίγω μέσα στ ί ς πτυχές ενό ς κρεμασμένου μαν δύα, σφίγγω τά μάτια, δάκρυα δραπετεύουν. Π ροσπαθώ ν ά συνέρ θω. Σέ λίγο περν ά ει, σ ά ν κρίση επιληψίας. Κι εγώ στό ερμ ά ρι. Nolite te bastardes carborundorum. Δέ μπο ρώ νά δώ μέσα στό σκοτ άδ ι, ό μως ψη λαφώ μέ τ ά άκρα τών δακτύ λων μου τή φρασούλα τήν δ ημιουργημένη μέ γρατζουνιές, ή ννχιές, λές κα ί μαθαίνω τή μέθοδο Μπρ ά ιγ γι ά τυ φλού ς. ' Η χεί τώ ρα μέσα στό κεφ άλ ι μου όχι σ ά ν προσευχή άλλά πιό πολύ σ άν προσταγή . Νά εκτελέσω τί; Αχρηστη προσταγή , γι ά μένα τουλ ά χιστον, άρ­ χ αία ίερογλυφικά καί ό κώδικας χαμ έ νος. Γ ιατ ί τό ' γραψε ό ποια W

195


τό ' γραψε, γιατί μπή κε στόν κόπο; Τρόπος έξόδου άπό δω δέ ν ύπάρχει. Ξαπλώνω στό π άτωμα, είσπνέω πολύ γρήγορα, μετ ά εΙσπνέω κανονικότερα, έξισώνω άν ά σα- έκπνοή δπως στόν τοκετό. Τό μόνο πού άκού ω τ ώ ρα ε Ι ναι ό ήχος τή ς δικής μου καρδι άς, πού άνοίγει κα ί κλείνει, άνοίγει κα ί κλε ί νει, άνοίγει

1 96


Χ ΠΕΡΓΑΜΗΝΕΣ ψγΧΩΝ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟ Σ Ι Π ΕΝΤΕ

Α ΥΤΟ πού πρωτ άκουσα τό άλλο πρω ί, f!tav οόρλιαχτό καί σπ άσιμο. • Ο δί σκος πού �πεσε άπό τ ά χέ ρια της Κόρας. Μέ

ξ ύ πνησε. Β ρισκόμουν άκόμη ή μισή μέσα στό ερμ ά ρι, μέ μαξιλ ά­ ρι τόν τσου βαλιασμένο μανδύα. Φαίνεται τόν τρ ά βηξα, τόν ξεκρέμασα καί άποκοιμήθηκα. Γ ιά κά μποσο, άδύνατο νά έ ντοπ ί­ σω ποϋ βρίσκομαι . • Η Κό ρα εΙχε γονατ ί σει δί πλα μου, ε νιωθα τό χέρι της ν ' άγγίζει τήν π λάτη μου. ο υ ρλιαξε π άλ ι δταν κουνή­ θ ηκα. Τί ε παθες; ε Ι πα. Β γή κα μέ τά τέσσερα, άνασηκώθηκα. Νά, μοϋ κ ά νει, μοϋ φά νηκε . . . Σοϋ φάνη κε -τί; Ν ά , σ ά νά . . . εΙ πε. Τά αόγά εΙ χαν σπ ά σει στό π ά τωμα, δί πλα σέ ζουμι ά πορτοκα­ λιοϋ καί σκό ρπια γυαλι ά . Πά ω νά φέ ρω άλλο, ε Ιπε . . Ο ρ ί στε σπατ άλ ες . Τί ε φτιαχνες στό πάτωμα; Μέ τραβολογοϋσε ν ά μέ στήσει δ ρθ ια, μέ τόν δέοντα σεβασμό. Δέν ήθελα ν ά της π ω δτι δέν εΙχα κοιμηθεί καθόλου στό κρεβάτι. ' Επειδή δέν ε Ιχα τρόπο ν ά τό δ ικαιολογή σω. τη ς εΙ πα, φαίνεται λιποθύ μησα. Λ άθ ος μου κι αότό, γιατί τό πη ρε στ ά σο βαρά. Αύτό εΙ ναι σημ άδ ι, ε Ι πε Ικανοποιημένη . Σάν τού ς έ μετού ς. Δέν ήξερε, δέν f!tav σέ θέση νά ξέ ρει π ώς f!ταν πολύ νωρ ί ς άκό μη. ΝΗθελε δμως νά συντηρεί έλ π ίδες . Θά ' ναι ή συγκ ί νηση άπό τ ά χτεσιν ά , ε Ι πε. Καί σοϋ ' φερε λί γωμα. ' Αναφερόταν στόν Τοκετό, κ ι έ γώ της εΙ πα πώς ναί , αότό ήταν. Σ τό μεταξύ εΙχα καθί σει στήν καρέκλα, κι αό τή γονατ ισμένη μ άζευε μέσα στόν δίσκο τ ά γυαλι ά καί τ ' αό γά. Σφού γγισε κ ά μποσο χυμό μέ τήν χαρτοπετσέτα. Π ρέπει ν ά φέρω πατσαβού ρι, ε Ι πε. Καί θά θέλουν έξ ηγή σεις, 1 99


γιατ ί τ ά επιπλέον αόγά. ' Εκτός άν βολεύ εσαι καί δίχως. Μ έ λοξοκοίταξε, καί κατ ά λαβα πώς, τελικ ά , προτιμότερο νά κά ναμε καί οΙ δύ ο μας δτι ε φαγα τό πρωινό μου. � Α ν εκανε άναφορά πώ ς μέ βρηκε στό πά τωμα, θ ' ά ρχιζαν τίς ερωτήσεις. � Eτσι κι άλλιι'i>ς θά ' πρεπε ν ά δώσει λόγο γι ά τό σπασμένο ποτή ρι. 'Όμως ή Ρίτα ξύνιζε τ ά μοϋτρα της αν τήν εβαζαν ν ά έτοιμ άσει κα ί δεύτερο πρωινό. � Ασε, κάνω καί δίχως, της ε Ι πα. Δέν πειν ά ω κα ί τόσο. Πολύ σωστή άπ άντηση , άσορτί μέ τή ζαλ άδα. Θά προσπαθοϋσα π ά­ ντως ν ά φ ά ω τή φρυγανι ά , εΙπα. 'Όχι καί ν ά τή βγ άλω χωρ ί ς καθόλου πρωινό. �Eχει πέσει στό π άτωμα, μοϋ λέει. Δέ ν πειρ άζ ει, ε Ι πα. Καί καθιστή άρχισα ν ά τρ ώ ω τή μαύ ρη φρυγανι ά , ενώ εκείνη πηγε στήν τουαλέτα, πέταξε τ ' αόγά στή λεκάνη , ε τσι κι άλλιώς ε Ι χαν δ ιαλυ θεί τελείως κα ί δέ μποροϋσα ν ά ξεδιαλέξω οϋτε κομματ ά κι, κα ί τ ρ ά βηξε τό καζαν ά κι. Μετ ά ξαναγύρισε. Θά πώ μοϋ ' πεσε δ δίσκος καθώς ε βγαινα, εΙπε. Μ ' εύχ αριστοϋσε πού προ θυμοποιή θ η κε νά πεί ψέματα γι ά λογαριασμό μου, άκόμη καί γι ' άσή μαντα πράγματα, άκόμη κι άν τό ' κανε γι ά προσωπικό της όφελος . 'Έ νας δεσμός πού μας εδε νε. τ ης χαμογέλασα. Α ς ελπίσουμε δτι δέν σ ' άκουσε κανε ίς, εΙ πα. ' Α λαφι ά στη κα, ε Ι πε, καθώς στεκόταν στό κατώφλι μέ τόν δί σκο. Στήν άρχή, ε Ι πα, τ ά ροϋχα της ε Ι ναι, εΙπα. Μ ετ ά λέω, τ ί δ ου λειά εχουν τά ροϋχα της στό π ά τωμα; Καί εΙπα, μπορεί νά . . . Νά τό ' σκασα, εΙ πα. Μ πορεί, ε Ι πα. ' Α λλά ησουνα εσύ. νοχι τ ά ροϋχα σου. Ναί, εΙ πα. ' Εγώ. Καί βγη κε μέ τόν δίσκο κα ί ξαναγύρισε μ ' ενα πατσαβού ρι νά σφουγγ ί σει τόν ύπόλοιπο χυμό, καί ή Ρίτα τό ίδιο άπόγευμα ε ριξε μι ά ά γαρμπη σπόντα δτι μερικές-μερικέ ς τ ίς εχει βαρέσει κουλαμ ά ρα. 'Όλο κά που άλλοϋ εχουν τό νοϋ τους καί δέ βλέπουν W

200


ποϋ πατ άνε, ε Ι πε, καί μείς συνεχ ί σαμε αυτό πού κου βεντι άζαμε σ ά νά μή ν εΙχε συμβεί τίποτα. Αυτ ά, Μ άιο. Ή 'Άνοιξη ε Ιχε περ ά σει μέσα λαθ ραία. Οί τουλί­ πες έφτασαν τήν κορυφαί α στιγμή κα ί μαρ άθ η καν άπο β άλλοντας τά πέταλ ά τους ενα ενα, σ ά ν δόντια. Μιά μέρα έπεσα π ά νω στή Σερένα Τζόυ, γονατισμένη σέ μαξ ιλαρ ά κι στόν κή πο, τό μπα­ στούνι της δίπλα, στή χλόη . Ψαλίδιζε τ ά σποριασμένα κλαδι ά μ ' ενα ψαλίδι. Τή λοξοκοίταξα καθώς περνοϋσα μέ τό καλ άθ ι μου, όπου ε Ι χα πορτοκ άλ ια καί άρνίσιες μπριζόλες . Σάν ν ά βρισκόταν σέ μάχη, έ βαζε τό ψαλ ίδι σέ θέση σκοπο βολή ς καί άρχισε ν ά κόβει μέ μιά σπασμω δική εκτίναξη τοϋ χεριοϋ. Ήταν άπ ' τήν άρθ ρ ί τιδα πού τή ν πολιορκοϋσε; �H έκανε κ άθετο εφό ρμηση σέ στύλ καμικ άζι, μέ στόχο τ ά φουσκωτ ά γεννητικ ά ό ργανα των φυτων, τό άνθοφό ρο κλαδί; • Η άποτομή τ ων καρπισμένων κλα­ διων εξασφαλίζει, λένε, στόν βολβό άπόθεμα ζωτικότητας . • Η • Αγία Γαλήνη γονατιστή σέ στ άση εξομολογή σεως . Συχν ά κερνοϋσα τόν εαυτό μου τέτοιες ψυχαγωγίες , άσή­ μαντα, πικρ ά καλαμπούρια σέ βά ρος της, άξια γι ά μικρό μυαλους . Α λλ ά όχι γι ά πολύ. Χαρ ά στό πρ ά μα, νά κρυφοχαζεύω τή Σερ ένα άπό πίσω . . Εγώ τό ψαλίδι ζαχ ά ρωνα. •

Βέβαια. Είχαμε άγριόκρινα, όμορφα κα ί ψυχρ ά , ν ά εκτινάσσον­ ται π άνω σέ μακριούς μ ί σχους , σ ά ν άπό χειροπο ί ητο γυαλί, σ άν νερό ζωγραφισμένο μέ παστέλ, πού π ά γωσε άστ ραπιαία π ά νω σ ' ενα ξετίναγμα, άπαλό κυανό, άλλο στό χ ρωμα τή ς μολόχας, άλλά καί πιό βαθύχρωμα βελού δ ινα κα ί πορφυρ ά , μαϋ ρα σκυλ ά κια ή σέ άπόχρωση λουλακι ά , ε ίχαμε βιολέτα κ ίτρινη , τόσο θ ηλυκι ά σέ σχήμα πού άποροϋσες πως δέν τήν ε Ι χαν ξεριζώσει άπό καιρό. Ε Ιχε κ άτι άνατρεπτικό δ κήπος τής Σερέ νας , άνάδινε αίσθηση θ αμμένων πραγμ άτων πού άνέ ρχονται πρός ε κρη ξ η , χω ρ ίς δμι­ λί α, πρός τό φως, σ άν δείκτες, σ άν ρητ ά : δ, τι σιγ άζεται θ ' ά κουστεί μέ βοή, άν κα ί σιωπη ρ ά . 'Έ νας κή πος στό στύ λ των ποι ημ άτων τοϋ Τέννυσον, βαρύφορτος μέ μαϋ ρο, χαϋνος. ' Η 20 1


έ πιστροφή της λέξ εως λαγγεύω. Φώς καταχύ νεται βέβαια π ά νω του άπό τόν η λιο, δ μως καί ζέστη ταυτόχρονα άπό τ ά ίδια τ ά άνθη , μπορείς ν ά τό νιώσεις αότό: σ ά ν ά κ ρατάς τό χέρι σου τρείς πόντους π ά νω άπό κ ά ποιον βραχίονα, κ άποιον ώμο Ανασαίνει, μέσα σ έ θάλ πος, εΙσπνέει τόν ίδιο του τόν �αυτό. Μ ι ά περιδ ι ά βα­ ση , στ ίς μέ ρες μας αότές τ ί ς τωρινές, άνάμεσα σέ πεόνιες, καρυοφ ύ λλι καί γαρ ύ φαλλα, δημιου ργεί ή δονική ναυτ ί α στό μυαλό μου . . Η Ιτι ά σέ πλή ρη φυλλοφορία, κα ί δέ ν συμπαρ ίσταται, μέ τού ς ύπαινικτικού ς ψιθύ ρους της ραντεβού, λέει, dλάνες. Λέξεις συρι­ στικές, δ ιατ ρέχουν τή σπον δυλική μου στή λη , άνατ ρίχιασμα το υ πυρετου. Τό θερινό ε νδυμα θροίζει π ά νω στή σ ά ρκα τών μηρών μου, τό γρασ ίδ ι μεγαλώνει κ άτω άπό τ ά πό δ ια μου, στ ά άκρα τών ματ ιών μου περνοϋν κινήσεις: τ ά κλαδ ι ά . Πούπουλα, φευγαλέες μετατοπί σεις, τρίλιες, τό δέντρο εΙσέ ρχεται στό πουλί, γιορτή άγρίων μεταμο ρφώσεων. Οί θεές εΙναι όπαρκτές τώρα κα ί δ άέρας κατακλ ύζεται βαρ ύ ς άπό λαγνεία. Μέχρι καί τ ά τοϋ βλα τών σπιτιών μαλακώνουν, μπορείς ν ά τ ά μαλ ά ξεις. Αν γε ίρ ω άπ άνω τους θά ' ναι θ ερμά καί άναλιγωμένα, σ άν ζύ μη . ' Ε κπλη κτικό τί καταφέ ρνεις αν άμφισ βητή σεις τήν ύπαρξη τών πραγμ άτων. " Α ραγε, έ πει δ ή εΙδ ε τ ά σφυρ ά μου ζαλίστηκε, ενιωσε λιποθυμικά συμπτώματα αότός στόν ε λεγχο χτές, δταν μου ' πεσε ή ά δει ά μου κα ί τόν αφησα νά τή σηκώσει; "Οχι μαντηλ ά κι, όχ ι βεντ άλ ια, χρησιμοποιώ δ,τι μου πέφτει στό χέρι . • Ο χειμώνας δέν εΙναι τόσο έπίφο βος. "Εχω άνάγκη τήν σκλη ραγώγηση, τό κρύ ο, νά εΙμαι σπαθάτη καί δχι βαριά σ ά ν πεπόνι πού κρατιέται άπό τό κοτσαν ά κι του, δ έν θέλω αότή τή ν παχύ ρρευστη, γεμά τη ζουμι ά ώρίμανση . .

ρ

• Ο Ταξι ά ρχης κι έ γώ εχουμε ερθει σέ μιά συμφωνία. Δέν εΙναι ή

πρώτη συμφωνία στήν Ιστορία του κόσμου, τό σχέ δ ιό της ώστόσο δέ ν εΙ ναι άπό τά συνη θισμένα. του κου βαλιέμαι έπ ί σκεψη δύ ο ή τρείς βραδ ιέ ς τή β δομά δα, π άντοτε μετ ά τόν δείπνο, άλλ ά μόνο άφου λάβω σ ύ νθημα. Τό σ ύ νθημα ε Ι ναι δ Νίκ. "Αν καθαρίζει τό άμάξι τή ν ωρα πο ύ 202


ξεκιν άω γιά ψώνια, ή όταν έ πιστρέφω, κι άν τό καπέλο του τό φορ ά ει στραβ ά ή τό ' χει βγ άλει, τότε πηγα ί νω. " Α ν λε ί πει ή φορ άε ι τό καπέλο του ίσια, τότε μένω στό δωμάτιό μου. 'Όταν έχουμε νυχτερινή Τελετή, φυσικ ά , τ ί ποτ ' άπ ' αότά δέν Ισχύ ει. Τό π ρ όβλημα ε Ιναι ή Γαμετή, όπως π άντα. Μετ ά τόν δ είπνο έ κε ίνη π ά ει στή ν κρεβατοκ ά μαρ ά τους, άπ ' όπου, καθόλου δέν άποκλείεται, μπορεί νά μέ άκούσει καθώς θά γλιστρ άω στό χώλ, όσο κι άν άγων ί ζομαι ν ά περ άσω άθό ρυ βα. Ε ίτε κάθ εται στή σ άλ α, πλέκοντας έ κείνα τ ' άτελείωτα κασκόλ μέ άγγελούδια, παρ άγοντας όλο καί περισσότερες γυ ά ρ δες περ ί πλοκα κα ί άχρη­ στα άνθ ρωπ ά κια άπό μαλλ ί : τό μόνο εΙδος ζωης πού μπορεί ν ά φέρει στόν κόσμο . Η πό ρτα της σ άλ ας συνήθως μένει μισ άνοι­ χτη δ ταν ή Κυ ρ ί α μας β ρ ίσκεται μέσα, καί δέ ν εχω τήν τόλμη ν ά περ ά σω. " Οταν λαβαίνω τό σύνθη μα άλλά μοϊί ε Ι ναι άδύ νατο ν ά π άω, δ Ταξιάρχης καταλαβα ί νει. Ξέ ρει τήν κατ ά σταση καλύτερα άπ ' τόν καθένα. Γ νωρ ίζ ει όλους τούς κανόνες . Καμιά φορ ά , πά ντως, ή Σερένα βγα ί νει γι ά έ πί σκεψη σέ γυναί κα άλλου Ταξιά ρχη, άρρωστη. Δέν π ά ει δ νοϊί ς μου ποϊί άλλο ϊί μπορεί αότή ν ά κυκλοφορεί βράδυ, μόνη . Παί ρνει μαζ ί της φαγητό, ενα γλυκό ή π ίτα ε ίτε καρ βέλι ψωμί ψημένο άπό τή Ρίτ α, ή ενα βάζο ζελέ, φτιαγμένο άπό φύλλα μέντας, πού φυτ ρ ώ νει στόν κη πο της Α ρρωσταί νουν πολύ συχν ά αότές οί κυρ ί ες τών Ταξιαρχών: προσδ ί νει έ ν δ ιαφέ ρ ον στή ζωή τους. Έμείς ο Ι πορφυρές δοϊί λ ες, άλλ ά κα ί οΙ Μά ρθ ες άκό μη , άποφεύγουμε ν ' άρ ρωστήσουμε. ΟΙ Μά ρθ ες δέν θέλουν νά έ ξαναγκαστοϊί ν σέ παρα ίτηση, έ πειδή ποιός ξέρει πο ϊί « άποσύ ρονται »; Δέν βλέπει ς πιά κα ί Ι διαιτέ ρως πο λλέ ς ή λικιωμένες γυναίκες. Καί δ σο γι ά μας, δ ποιαδ ή ποτε άληθινή ά ρρ ώστια, όποια έ π ί μονη άδιαθεσία, κομμ ά ρες , άδυνάτισμα ή άνορεξ ί α, τριχόπτωση, άδενίτιδα, θά ήταν τό τέ ρμα. Θυμαμαι τήν Κό ρ α στήν άρχή τη ς " Α νοιξης, ν ά στέκει ό ρθια μέ τήν ψυχή στ ά δόντια κι άς εΙ χε γρ ί ππη, νά κρατιέται άπό τ ά κατώφλια όταν ένόμιζε ότ ι δέν κο ίταζε κανε ίς, πώς ε πνιγε τό βήχα της. Συναχ ά κι ε{ναι, ε Ιπε δ ταν τή ρώτησε ή Σε ρ ένα. Ενώ ή Σερένα συχν ά περν ά ει κ ά μποσες μέ ρες συνέχεια .

.

203


χω μ έ νη στ ίς κου βέρτες της. Τότε εΙναι ή σειρ ά της ν ά δεχτεί βίζ ι τες γι ά συντροφι ά , καί ο Ι Δέ σποινες άνε βαίνουν θροΤζοντας τή σκ άλ α χαρωπ έ ς, μέ χ άχανα. Καί σειρ ά της ν ά δεχτεί γλυκ ά , π ί τ ες , τ ά ζελέ, άνθοδέσμες άπό τούς κή πους τους . . Εκ περιτροπής δλα αύτ ά. Θ ά εχουν κ ά ποιον κατ άλογο, άγραφο, άό ρατο. Καθεμία τους μεριμν ά νά μήν άπολαύσει μερί­ διο περιποιή σεων παραπ ά νω άπ ' δ σο τής άναλογεΙ Τά βράδια πού ή Σερ έ να εχει έξο δο, ε Ιμαι σ ί γουρη δτι θά δεχτώ κλήση. Τή ν πρ ώτη φορ ά μπερδεύτη κα. Δ έ ν μοϋ ήταν ξεκ άθα ρο ποιές ο Ι άνάγκες του, καί δ σες μπό ρεσα ν ά διακρίνω μοϋ φά νη καν φαιδ ρές, καταγέλαστες , σ άν μποτ ίνια κουμπωτ ά πού τ ά χρησιμο­ ποιοϋν γι ά φετίχ. ' Επιπλέον, κυκλοφοροϋσε στόν άέρα κ άτι σ άν άπογοήτευση . Τί προσδοκοϋσα, π ί σω άπ ' αύτή τή ν κλειστή πό ρτα, τήν πρώτη φορ ά ; Κάτι πού δέν δη λώνεται μέ λόγια, ίσως μπουσούλημα, δ ιαστροφές, μαστιγώματα, άκρωτη ριασμούς. " Η του λάχιστον κ ά ποια άπό τ ά πιό μίζερα σεξουαλικ ά κόλπα, κ ά ποια ντεμοντέ άμαρτιού λα μή έ πιτρεπτή, άπαγορευομέ νη διά νόμου καί τιμω­ ρουμένη δι ' άποκοπή ς όργάνου. Ένώ, ν ά μοϋ ζητήσει μιά παρτίδα σκρ ά μπλ, λές καί ή μαστε ζευγά ρι παντρεμένο χρόνια ή παι δά κια, αύτό πιά φαινόταν πολύ έ κφυ λισμένη έ κτροπή , κά τι σ ά ν βιασμός καί αύτό. Σάν αίτημα ήταν άόριστο, δέν καταλ ά βαι­ νες τήν πρόθεσή του. Κι ετσι, δταν έφυγα δέν εΙχα άκόμη ξεκαθ αρ ί σει μέσα μου τί ζ ητοϋσε, ή γιατί, ή άν μποροϋσα ν ά τοϋ κ άνω αύτό πού ζ ητοϋσε, δ,τι ήταν. " Αν πρόκειται γι ά άγοραπωλησία, ν ά τεθοϋν άνοιχτ ά ο Ι δ ροι τής συναλλαγής. Καί αύτό σίγου ρα δέν τό εΙχε έ πιζητή­ σει. Σκέφτη κα μή πως παίζ ει τό κρυφτούλι, κ άτι σέ στύλ παιχνί δ ι γ άτας μέ ποντικό, τώ ρα δ μως συλλογίζομαι πώς τά κ ίνητ ρ ά του καί οί έ πιθυμ ί ες του δέ ν ήσαν ξεκ άθ αρες οί)τε καί στόν ίδιο. Δέν ε Ι χαν άκόμη άνέλθε ι σέ περιωπή λέξεων . . Η δεύ τερη βραδι ά ξεκίνησ ε μέ τόν ίδιο τρόπο, σ άν τήν πρ ώ τη . 204


πη γα στήν πό ρτα, πού ήταν κλειστή, χτύπησα, πηρα άδεια νά μπ ω. Μ ετ ά άκολούθησαν οί ίδιες δύο παρτίδες, μέ τ ά άπαλ ά μπέζ γρ ά μματα. Σχοι νοτενής. χαλαζίaι;. ψευδοδίλημμα. σύλφη. μετατρο­ πία, δ,τι θυμόμουν άπό τήν παλι ά μου τέχνη σέ σταυρόλεξα, σέ παιχν ίδια όρθογραφίας, μέχρι πού στέγνωσε ή γλώσσα μου άπ ' τήν προσπ άθ εια. �Eνιωθα σ ά ν ά χρησιμοποιο υ σα μ ία γλώσσα δικιά μου κ ά ποτε, πλήν σχεδόν λησμονημένη τ ώ ρα' μι ά γλώσσα πού σχέση εΙ χε μέ συνή θειες οί όποίες εΙ χαν άπό καιρό βγεί εκτός κόσμου: cafe au lait σέ τραπεζ ά κι κή που, μέ brioche, άψέντι σέ ψη λό ποτή ρι, ή γαρίδες σέ χωνί άπό εφημερίδα σ άν κέ ρας της , Αμαλθείας. ' Αντικείμενα γι ά τ ά όποία εΙχα διαβάσει άλλά δέν τ ά εΙχα δεί ποτέ μου. Σά ν ' άγωνίζεσαι νά περπατήσεις δίχως δεκανίκια, σάν αυτές τ ίς σικέ σκηνές σέ παλαιές τη λεταινίες . Μπορείς. Στό χέρι σου εΙναι. 'Α φου τό ξέρεις πώς μπορείς. Μ έ τ έτοιον τρόπο, σκαμπανε βά ζοντας, σκόνταφτε ή μνή μη μου άνάμεσα στ ά κοφτερ ά χί καί σίγμα , κατολισθ αί νοντας π ά νω στ ά ό βάλ φωνή εντα, σ ά ν σέ βότσαλα. ' Ο Ταξι ά ρχης ηταν ύπομονετικός δταν δί σταζα, ή τόν ρωτου­ σα πώς γ ρ ά φεται τό τ άδε. ΝΕχουμε καί τό λεξικό στή δ ιάθ εσή μας , εΙ πε. ΕΙ πε έχουμε. Τή ν πρώτη φορ ά , τό κατ ά λαβα, μέ ε Ι χε άφήσει νά κερδίσω. Τή δεύτερη βραδιά τήν καρτερουσα δμοια μέ τή ν πρ ώ τη , καληνύχτισμα μέ φιλί καί λοιπά . 'Ό μως μόλις τελειώσαμε τή δεύ τερη παρτ ίδ α, ε γειρε π ίσω. ' Α κού μπησε τούς άγκωνες του στ ά χερούλια της πολυ θ ρόνας, οί ρωγες των δαχτύ λων του κολλημένες μεταξύ τους, καί μέ κο ί ταζε. Σου εχω ενα δωρ ά κι, ε Ι πε. Χαμογέλασε, μ έ τσιγγουνι ά . Μ ετ ά ά νοιξε τό π ά νω συ ρτ ά ρι του γραφε ί ου κι εβ γαλε κ ά τι. Τ ό κρ άτησε γι ά λίγο μετέωρο, άνάμεσα σέ δείκτη καί άντίχειρα, σ ά ν ά ' παιρνε άπόφαση άν θά τό δώσει ή ό χι. Παρ ' δτι εγώ τό ' βλεπα άνάποδα άπ ' τή θέ ση μου, τό άναγνώρισα. Κάποτε ήταν πρ ά μα της άράδας. Περιοδικό, γυναικείο περιοδικό, εδειχνε άπ ' τό εξώφυλλο, ενα μανεκέν σέ χαρτί γκλασέ, τό μαλλ ί κρεπαρισμένο, μαντή λι στό λαιμό, κραγιοναρισμένη: ή φθινοπωρινή μό δ α. Κι εγώ π ί στευα π ώ ς 205


παρόμοια περιο δικά εχουν πολτο ποιη θεί, δ μως ν ά ενα, τούς ε Ι χε διαφύγει, στό ίδιωτικό γραφείο ενός Ταξι ά ρχη, τό τελευταίο πρ άγμα πού περ ίμενες ν ά βρείς σέ παρόμοιο μέ ρος. Κοίταξε τό μανεκ έν, τό κρατούσε στ ά δεξιά του. Χαμογελούσε π άντα, μέ τό χω ρ ί ς στόχο χαμόγελό του. Μία ε κφραση πο ύ θά χ ρησιμοποι ού­ σες κοιτ άζ οντας ενα σχεδόν έξαφανισμένο πι ά ε Ιδος άγριμιού σέ ζωολογικό κή πο. Μέ τή ματι ά μου καθηλωμένη στό περιο δικό πού τό κουνούσε πέ ρα-δώθε μπροστ ά μου σ άν δόλωμα ψαρέματος, τ ό θέλησα. Τό θέλησα μέ μι ά βιαιότητα πού ε κανε τ ά άκρα τών δ αχτύ λων μου ν ά πον άνε. Ταυτόχρονα, ε κρινα αυτή μου τήν έ πιθ υμία πολύ μπανάλ κα ί χαζή, έ πει δή τέτοιου ε ίδους περιο δικά τ ' άντιμετώπιζα π ά ντα κοροϊ δ ευτικ ά . Τούς ε ριχνα μιά ματι ά στίς αίθουσες άναμονής όδοντογιατ ρών η καμι ά φορ ά κα ί σέ άεροπλ άνα. Τ ' άγό ραζα γι ά νά τ ά π ά ρω μαζί μου σέ ξενο δοχείο, ενα μέσον γι ά ν ά σκοτ ώ νω τόν κενό μου χρόνο δσο περ ίμενα τόν Λουκ ά . Καί μόλις τ ά ξεφύλλιζα, τά πετούσα, έ πειδ ή μόνο γι ά τόν σκουπι δοτενεκέ εΙχαν τυπωθεί, κα ί τήν επόμενη δέν η μουν σέ θέση νά θ υμη θώ τό περιεχόμενό τους . Παρ ' δτι θυμή θηκα τ ώ ρα. Τό περιεχόμενό τους ήταν ύπόσχε­ ση. Μ ιλούσαν γιά μεταμορφ ώσεις, γαργαλούσαν μέ μι ά άτέλειω­ τη σειρ ά άπό δυνατότητες , δλο κα ί πιό προω θημένες, δ πως τ ά είδωλα σέ δύο καθ ρέφτες τοποθ ετημ ένους άντικρυστ ά, μέ τέλος τους τό άπειρο. Σού πρό βαλλαν πειρασμού ς: μιά περιπ έτεια μετ ά τήν άλλη, μι ά γκαρνταρόμ πα ν ' άκολουθεί άλλην, ή μία βελτ ί ω­ ση ξοπίσω άπό τήν άλλη , ενας ά ντρας άμέσως μετ ά άπό άλλον. Μιλούσαν γι ά ξαν ά νιωμα κυττ ά ρων, κατ ά ργηση τού πόνου καί άτέρμονη άγάπη. Η ουσιαστ ική ύπόσχεσή τους τελικ ά ήταν •

μ ία: άθανασία. Αυτό τό πρ άγμα κρατούσε στ ά χέρια του, δίχως ν ά τό ξέ ρει. Γύ ριζε σελ ίδες. νΕ πιασα τόν εαυτό μου ν ά γέρνει πρός τό μέ ρος του . ΕΙναι παλιό, ε Ι πε. ' Αντί κα στό ε Ιδο ς του. ' Α π ' τή δεκαετία τού ' 70, νομίζω. Vogue. Αυτό, σ άν εί δή μων σέ κρασι ά, πού σού

206


πέταγε τ ' όνομα μιας μ ά ρκας. Σκέφτηκα, θά σοϋ κανε κέφι νά τοϋ . ρι'Χνες μιά ματι ά . �Eγειρα πίσω π άλ ι. Μπορεί νά μέ περνοϋσε άπό δοκιμασία, νά εξακριβώσει πόσο εΙ 'Χα άποτοξινωθεί. Δέν μας επιτρέπεται, εΙπα. Έδωμ έσα επιτρέπεται, εΙπε ή ρεμα. Κατ άλ αβα τί εννοοϋσε. Τή στιγμή πού εΙ'Χα καταπατή σει τό πρ ώτιστο ταμπού, γιατί ν ά διστά σω γιά ενα δεύτερο, καί μικρότερης σημασ ί ας; �H ενα τρ ί το; �H ενα τέταρτο; Ποιός θά όριζε ποϋ ν ά σταματήσω; Πί σω άπ ' αότήν τήν πόρτα εδώ, τό ταμπο ύ άΙCΥρωνόταν. πη ρα τό περιοδικό άπό τά 'Χέρια του κα ί τό γύ ρισα ετσι πο ύ ν ά τό βλέπω άπό τήν όψη τώ ρα. Καί νάτες π άλ ι, εΙ κόνες τών παδικών μου 'Χρόνων: τολμηρές, δρμητικές, μέ αότοπεποίθηση , τά 'Χέρια άπλωμένα σ ά ν ν ά δ ιεκ δ ικοϋσαν όλο τόν 'Χώρο, οί γ ά μπες σ έ δ ι ά σταση, οΙ πατοϋσες σ ά ν φυτεμένες άποφασιστικά στή γη . Ή πόζα ε Ι 'Χε κά τι άναγεννησιακό : εγώ πρ ί γκηπες ε βλεπα μπρο­ στ ά μου, καί ό'Χι κό ρες όντουλαρισμένες σέ κομμωτή ριο. Μ ά τια άφο βα, μέ τή σκι ά τοϋ μακιγι άζ, ναί, άλλά μά τια γ ά τας πού φερμ άρει. �O'XΙ φο βισμένες γυναικοϋ λες πο ύ γ ίνονται κολλιτσί­ δες άπό ε ρωτα, τέρμα αότ ά: κ άπες , βαριά σκωτσέζ ικα ύφά σματα, μπότες ιδς τό γόνατο. Γυναίκες πού ε γιναν πειρατές, μέ πολύ καθ ωσπρέπει 'Χαρτοφύλ ακες , νά 'Χώνουν μέσα τή λεία, τό πλι ά­ τσικο. Κα ί άλογίσια, άπειλητικά δ όντια. � Eνιω θα τόν Ταξιάρ'Χη νά μέ παρακολουθεί καθώς τό φυλλομε­ τροϋσα. ν Ηξ ερα δτι ε κανα κά τι πού δέν ε πρεπε ν ά τό ' 'Χω κ ά νει, καί πώς εκείνος τό εό'Χαριστιόταν νά μέ κοιτ άζει πού κ ά νω τήν παρ άβαση . ΗΕπρεπε νά νιώθω κολασμένη . Κατά τή διδα'Χή τη ς Νονας Λυ δί ας ήμουν κολασμένη . . �γώ δ μως δέν αΙσθ ανόμουν κολασμένη καθό λου, ε νιωθα ίσα- ίσα σ ά ν παλαι ά , βικτωριανή λιθ ογραφ ί α, νεανις μετά θαλασσί ου τοπ ίου: παλιοκό ριτσο. Τί άλλο εΙ'Χε νά μοϋ προσφέρει τ ώ ρα, κανέναν κορσέ; Γιατί τό κρ ατατε αότό; τόν ερώτησα. ' Ο ρισμένοι, ε Ι πε, διατηροϋμε μι ά εκτ ί μηση γιά τ ά παλαι ά ε ίδη . Μά, αότ ά , μας ε Ι παν, τ ά ε'Χ ουν κ ά ψει, εΙπα. ΗΕγιναν κατ ' •

ο Ικ ον ερευ νες , πυ ρ έ ς . . . 207


'Ό ,τι ε Ι ναι έ πικ ίνδυνο στ ά χέρια τοϋ όχλου, εΙπε, μέ κ άτι πού μπορεί νά ήταν ή νά μήν ήταν είρωνε ί α, εΙ ναι ανώδυνο γι ά α τομα μέ κίνητρα . . . Μέ κίνητρα πού δέν έ πιδέχονται έπί κριση, ε Ι πα. Κ ούνησε τό κεφ άλ ι βαρι ά . ' Α δύνατο ν ά κατα λά βεις αν σο βαρο λ ογοϋσε. 'Όμως, γιατί ν ά τό δείξετε σέ μένα; είπα καί αμέσω ς ε νιωσα ή λίθ ια. Τί μποροϋσε ν' απαντήσει; 'Ό τι γλεντοϋσε μέ τόν πόνο μου; Γιατί αποκλείεται νά μή ν κατ άλ αβε πόσο όδυνη ρό μοϋ ήταν ν ά μοϋ θυμ ίζουν τόν πρώην καιρό. Δέν περίμενα τήν απάντηση πού μοϋ εδωσε. Σέ ποιόν άλλον εχω τή δυνατότητα ν ά τό δείξω; είπε καί ξαν ά στό πρόσωπό του έκείνη ή θλίψη . Β ρέ ν ά τό προχω ρή σω τό θ έμα; σκέφτηκα. Δέν ήθελα νά τόν βγάλω τόσο πο λύ στ ' ανοιχτ ά τόσο πρόωρα. Δέν κρατήθηκα δμως καί είπα, υ περ βο λ ικ ά χαμηλόφωνα: Στή σύ ζυγό σας. Φ ά νη κε νά τό συ λλογίζεται. �Oχι, ε ί πε. Αύτή αποκλείεται νά καταλάβει. Ή α λήθεια, δέν συζητάει πολ ύ μαζί μου πιά. Δ έ νομίζω ν ά ' χουμε πολλ ά κοινά ενδιαφέ ροντα τελευταία. Νάτο, βγήκε στό ξέφωτο: ή γυναίκα του δέν τόν καταλάβαινε. 'Ώστε γι ' αύτό βρισκόμουν τώρα ε δώ . Ή παμπάλαια, συνηθι­ σμένη ίστορί α π άλ ι. Π ώς νά π άει ό νοϋς σέ πράγμα τόσο κοινότοπο; Τ ή ν τρ ίτη φορά, τοϋ ζήτησα λίγη κρέμα γιά τά χέρια. Δέν ήθελα νά φανεί σ ά ν ζητιανιά, α λ λά τήν κρέμα τήν ήθε λ α πώς καί τ Ι Λίγη τί; είπε, ίπποτικό ς δπως πάντα. Κ αθιστός στό γραφείο απέναντί μου. Δέν μέ ακουμποϋσε συχνά, εκτός από εκείνο τό υ ποχρεωτικό φί λ ημα. Ούτε πασπατέματα οί)τε αναστεναγμοί, τίποτα τέτοιο. Δέν τοϋ πή γαιναν αότά, οi)τε αύτουνοϋ ούτε καί σέ μένα. Κ ρέμα γιά τά χέ ρια, είπα. 'Ή καί προσώπου. Σκάει τό δ έ ρμα μας πολύ . Δέν ξέρω γιά ποιό λόγο είπα μας αντί γιά μου. Πολύ θά ' θ ελ α νά ζητήσω καί αρωματικό ελαιο μπάνιου, τό θυμαμαι σέ εκείνες τίς μικρές χρω ματιστές κάψουλες πού τίς πουλοϋσαν 208


παντοϋ, έμένα μοϋ εμοιαζαν σ ά ν μαγικ ά σύνεργα τ ό τε, στ ό γυ ά λινο μπώλ, στης μητέ ρας μου τ ό λουτρ ό , σπίτι μας. Σκέφτηκα δμως πώς δέν θά ' ξερε τί πρ ά μα ε Ι ναι αύτ ό . Κ αί σίγου ρα δ έν θά κυκλοφοροϋσε πι ά . Σκάει; ξαναείπε δ Ταξιά ρχης, σ ά ν ά μή ν τοϋ εΙ χε περ άσει ποτέ τέτοια ίδέα. Καί πώς τό άντιμετωπίζετε; Χ ρησιμοποιοϋμε βο ύ τυρο, εΙπα. 'Όταν μας πέσει στ ό χέρι. V H μαργαρίνη. Κυρίως μαργαρίνη. Βούτυ ρο, ε Ιπε σκεφτικός. Πολύ εξυπνο. Βού τυ ρο. Γέλασε. 'Έτσι μοϋ ' ρθε νά τόν χαστουκίσω. Νομίζω, μπορ ώ νά σοϋ βρώ λίγη , εΙπε σ ά ν ά χαιρ ό ταν τήν επιθυμία παι δ ιοϋ γιά τσιχλόφουσκα. 'Όμως, μή πως τ ό μυριστεί άπάνω σου. Η δ σφρησή της εΙ ναι . . . Σκέφτηκα μήπως δ φό βος τοϋ δημιου ργήθηκε ά πό περιστατι­ κ ά παλαιότερα. Π ολύ παλαιότερα: κραγιόν στ ό γιακ ά , άρωμα στ ά μανικέτια, σκηνή ύστερα, περασμένα μεσ ά ννχτα, σέ τραπ ε­ ζαρία ή σέ κρεβατοκάμαρα. Δέ μποροϋσε νά περ άσει αύτ ό άπό τόν νοϋ άντρός πού δ έν εχει τραβήξει τέτοια. ' Ε κτό ς αν εΙ ναι πι ό μπερμπ ά ντης άπ ' δσο δείχνει. Θά φυλά γομαι, ε Ι πα. ' Εξ άλλου, δέν ερχεται ποτέ τ ό σο κοντ ά μου. Πά ρα πολύ . . . όρ ισμένει; φορές, εΙ πε. Χαμή λωσα τά μ άτια. Πώς τ ό ξέχασα αύτ ό ; Κ αταλ ά βαινα πώς ε Ιχα κοκκινίσει. Δέν θά τό βάζ ω έκε ίνες τίς νύ χτες, ε Ι πα. Στή ν τέταρτη συν άντ ησή μας μοϋ εδωσε τή ν κρέμα γι ά τ ά χέ ρια, σέ πλαστικό μπουκαλά κι δίχως ετικέτα. 'Όχι σέ πολύ καλή ποιότητα. Μ ύ ρ ιζε ά ό ριστα φυτικό ελαιο. οι "Κρίνοι της κοιλάδος » μοϋ επεφταν πολ ύ . Θά ' τ αν κατασκε ύ ασμα πού προο­ ρ ιζόταν γι ά χρήση σέ νοσοκομείο ή γιά ραγ άδες σέ κατ ά κοιτους. Β έβαια, τοϋ εΙπα εύχαριστώ. Τό πρό βλημα ε Ι ναι, ε Ιπα, πώς δέ ν εχω ποϋ νά τό φυλ άξω. Στό δωμάτιό σου, εΙπε, σά ν ' άποροϋσε μέ τήν ερώτησή μου. Θά τό βροϋ ν, εΙπα. Κάποια θά τό ξετρυπώσει. Γ ιατί; ρώτ ησε, λές καί δ έν ή ξερε. ' Α λλά μπορεί καί νά μή ν •

14

209


i1 ξερε. Δέν ήταν ή πρώτη φορά πού τόν τσάκωνα ν ' άγνοεί πραγματικά σέ τί συνθή κες ζού σαμε έμείς. Ψάχνουν, εΙπα. Ψάχνουν σέ δ λα τά δωμάτια, όλονων μας. Ν ά βροϋν τί; εΙπε . . Ε κεί μάλλον εχασα τόν � λεγχό μου. Ξυ ραφάκια, τοϋ εΙπα. Β ιβλία, ότιδή ποτε γραμμένο, πράγματα πού βρίσκεις στή μαύ ρη άγορά. "Ολα τά εΙδη πού δέν έπιτρέπεται νά χουμε στήν κατοχή μας. Μή χειρότερα, δέν εχετε υπόψη σας; Ή φωνή μου μέ περισσότερη όργή άπ ' δση εΙχα προγραμματίσει, αότός δμως άνέκφραστος. Τότε, νά τό άφή νεις έδωμέσα, εΙπε. Καί ετσι εκανα. Μέ παρατη ροϋσε καθώς {ίπλωνα τήν κρέμα στά χέρια μου, μετά στό πρόσωπό μου μέ εκφραση άνθρώπου πού κοιτάζει άπ ' εξω άπό κάγκελα κλου βιοϋ. �Hθελα νά τοϋ γυρίσω τή ν πλάτη -ενιωθα σά νά βρισκόταν στό λουτρό μαζί μου- άλλά δέν τό άποτόλμησα. Γ ι ' αότόν, πρέπει νά τό θυμάμαι, εΙμαι μονάχα "τό κέφι του » . •

210


Κ ΕΦΑΛΑΙΟ Ε Ι ΚΟΣΙ ΕΞΙ

Ο ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ πάλι ή νύχτα γιά τήν Τελετή, δύο ή τρείς βδομάδ ες

άργότερα, άνακάλυψα πώς τ ά πρ ά γματα ε Ι χαν άλλάξει. Κ υκλο­ φορου σε μιά άδεξιότητα τώ ρα, πού δέν ύπη ρχε πρ ίνο Π ρώτα, τό άντιμετώπιζα ώς εργασία, μιά άχαρη εργασία πού �πρεπε ν ά ξεπετάξω δσο πιό σ βέλτα γινόταν, γιά νά ξεμπερδεύω μέ δαυτο. Άτσαλώσου, μου �λεγε ή μητέ ρα μου πρίν άπό εξετ άσεις πού δέν γουστάριζα νά περάσω ή πρίν άπό βουτιά σέ κρύα νερά. Δέν ε Ι χα πολυδώσει προσοχή τότε στή σημασία τής φρ άσης, όμως ε Ι χε σχέση μέ μέταλλο, μέ πανοπλία καί αύτό �Kανα: άτσαλωνό­ μουν. Π ροσποιόμουν πώς δέν ή μουν παρούσα. νΕ κανα πώ ς λείπω, πώς ή σάρκα μου άπουσιάζει. Αύτή τήν κατάσταση του άπουσιάζειν, του ύπάρχειν χωριστ ά άπό τό σώμα, τήν εΙ χα εφαρμόσει καί στίς Τελετέ ς μέ τόν Ταξιάρχη , τώρα τό ' πιανα. ΟΟπως τήν εφά ρμοζε κι εκείνος . Σ ίγουρα σκεφτόταν άλλα πράγματα στή διάρκεια πού συνευ ρι­ σκόταν μαζί μου, μαζί μας: λάβαινε μέ ρος καί ή Σ ερένα Τζόυ σ ' εκείνα τά βράδια. Μπορεί νά ' κανε άνακεφαλαίωση τής ήμέ ρας του, τί εργασί ες διεκπεραίωσε στή διά ρκεια τής ήμέ ρας, ή νά προγραμμάτιζε γκόλφ, ή τί άραγε νά του ε Ι χαν ετοιμάσει γι ά δείπνο. Τήν σεξουαλική πράξη, παρ ' ότι τή ν επιτελουσε τυπικό­ τατα, πρέπει μάλλον νά τήν δ λοκλή ρωνε ερή μην του , σά νά ξυνόταν. ' Ε κείνη τή νύχτα όμως, τήν πρώτη άπ ' όταν άρχισε αύτή ή άναμεταξύ μας συναλλαγή -δέν εβρισκα λέξη νά τήν όνομά­ σαι- �νιωσα νά τόν ντρέπομαι. ν Ενιωσα, εκτός άλλων, ότι μέ κοίταζε πράγματι, κι εμένα δέν μου ήταν άρεστό. Τά φώτα ήσαν άναμμένα, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό, μιά καί ή Σερένα Τζόυ πάντοτε άπέφευγε δ,ΤΙ θά μπορου σε νά δημιου ργήσει άτμόσφαι­ ρα μέ ρομαντ ικότητα ή ερωτισμό, άκόμη καί άδιό ρατα. Κάθετοι φωτισμοί, βάναυσοι, παρά τόν ούρανό του κρε βατιο υ . Σά νά βρισκόσουν σέ χειρουργικό τραπέζι, στό ελεος προβολέων, σ ά 211


νά βρισκόσουν σέ σκηνη θεά τρου. Ντρεπόμουν γιά τ ά πόδια μου πού εΙναι τριχωτ ά , μέ τ ρίχα κασιδιάρικη , δπως ε Ι ναι συνηθως τά π όδια πού κ ά ποτε τ ά ξύ ριζες άλλά πού τ ά ' χεις άφησει άξύ ριστα καιρό καί τ ώ ρα ε Ι ναι σ ά μαδημένη βού ρτσα. Ντρεπόμουν καί γι ά τίς άμασχ ά λες μου, παρ ' δτι αύτές βέ βαια δέν μποροϋσε ν ά τίς δεΙ wEvtroea συφοριασμένη . Αύτη ή ένέργεια τη ς συνουσίας, ίσως καί γονιμοποιη σεως, πού κανονικά δέν θά ' πρεπε ν ά ' ναι γι ά μένα τίποτα παραπ άνω άπ ' δσο μι ά μέλισσα γι ά ε να άνθος, μοϋ εΙχε γίνει άκοσμη , μία έ νοχλητικη καταπά τηση Ιδιοκτησίας , πρ ά γμα πού δέν μοϋ συνέβαινε ώς τώ ρα. Δέν τόν εβλεπα πλέον σ άν άντικείμενο. Ν ά τό πρό βλημα. Τ ό κατ άλαβα αύτη τη νύχτα, κι αύτη ή Ιδέα παραμένει μέσα μου. Κ αί μπερδεύει τ ά πρ άγματα. ' Αλλά καί ή Σερ ένα Τζό υ μοϋ φαινόταν άλλιώτικη . Π ρώτα τη μισοϋσα γι ά τόν ρόλο πού επαιζε σ ' αύτό πού γινόταν άπάνω μου' άλλά καί έ πειδη μέ μισοϋσε κι έκείνη καί δυσφοροϋσε γι ά την παρουσία μου, καί έ πειδη α ύτή θ ' άνάθρεφε τό παι δ ί τό δικό μου, άν ποτέ κατ άφερνα ν ά συλλάβω δη λαδη . ' Α λλά τώ ρα, παρ ' δτι τη μισοϋσα π ά ντα βέ βαια, προπαντός δταν μοϋ μά γγωνε τούς καρπούς τόσο σφιχτ ά πού ν ά μοϋ χώνονται τ ά δαχτυ λίδια της στη σ ά ρκα μου, ένώ ταυτόχρονα μοϋ τραβολογοϋσε τ ά μπρ άτσα πρός τ ά πίσω, κίνηση πού θά μοϋ την εκανε έ πίτη δες μέ στόχο ν ά μέ στη σει δσο πιό άβολα μποροϋσε, τ ώρα τό μίσος μου δέν ήταν πλέον άμιγές, άπλό' κατ ά ενα μέ ρος τήν έ ζ ή λευα. 'Ό μως πώς διάβολο νά ζη λεύω γυναί κα τόσο σταφιδιασμένη καί κακομοι­ ριασμένη; Ζη λεύεις κά ποιον δ δ ποίος κατέχει πρ ά γμα πού, πιστεύεις, θά ' πρεπε ν ά κατέχεις έσύ. Δ έν ξέρω, πάντως έζηλ ευα. 'Ό μως αίσθανόμουν κι έ νοχη μπροστ ά της. W Ε νιωθα παρείσα­ κτη , σέ περιοχές πού θά ' πρεπε ν ά ' ναι δικές της. Τώρα πού βλεπόμουν λαθραία μέ τόν Ταξιάρχη, εστω γιά ν ά παίξουμε τ ά παιχνιδάκια του μον άχα καί ν ' άκούω τίς ίστορ ιοϋ λες του , οί σχέσεις μας δ έν ήσαν πι ά τόσο ξεκαθαρισμένες δσο, θεωρ ητικ ά , θά ' πρεπε ν ά ' ναι. τ ης άποσποϋσα κάτι, κι ας μή ν τό ή ξερε αύτή . τ η ν εκλεβα. " Αλλο αν της εκλεβα κ ά τι πού μάλλον δέν ήθελε ή δέν τη ς χ ρησίμευε πιά , ή καί πού τό εΙχε άπό μόνη της κ άνει 2 12


στή ν π άντα, εστω. 'Ό μως ήταν δ ικό της αυτο, καί αν τό άποκόμιζα έγώ, αότό τό μυστηριώδες «α ότό» πού δέν μπορου σα νά προσδιορίσω, γιατί δ Ταξι ά ρχης δέν ήταν έ ρωτευμένος μαζί μου, άρνιόμουν ν ά πιστέψω πώς ε νιω θ ε γι ά μένα πράγματα άκραία -τότε τί θ ' άπόμενε γι ' αό τήν; Κ αί γιατί νά σκοτίζομαι; σκέφτη κα. Αότή δέν μου ε Ι ναι τίποτα, αότή μέ άντιπαθεί, αότή θά μέ πετου σε εξω άπό τήν πόρτα στή στιγμή αν περνου σε άπό τό χέρι της, εκτός αν εβρισκε τίποτα φο βερότερο ν ά μου κ ά νει, ε τσι κα ί σκαρφιζόταν τό πρ ώτ ο τυχαίο πρόσχημα. " Α ν τυχόν τ ά μ άθ αινε, ας που με. ' Οπότε, έκείνος δέν θά ' ταν σέ θέση νά παρέμβει, γι ά νά μέ σώ σει. Κ ατ ά τό ν κανονισμό, τ ά παραπτώματα τών θ ηλέων του Οίκου, είτε Μά ρθα εΙναι αότή είτε Πορφυρή Δούλη , εμπίπτουν στή ν δικαιο­ δοσία της Γ αμετης, άποκλειστικά. Κ α ί ήταν μνησίκακη , ε κδικη­ τική γυναίκα, τό ή ξερα. Παρ ' όλα αότ ά όμως δέ μπορου σα ν ' άποτινάξω αότέ ς τίς μικρου λες τύψεις μου άπέναντί της. ' Επιπλέον : εΙχα μι ά εξουσία, ας που με, άπάνω της, παρ ' δτι αότή δέν τό ή ξερε. Κ αί τό άπολάμβανα. Γιατί νά τό κρύβω; Τό άπολάμβανα πάρα πολύ. 'Ό μως δ Ταξι ά ρχης μπορουσε νά μέ μαρτυ ρή σει εόκολότατα, μέ μι ά ματιά , μι ά χειρονομ ία, ενα μικρού λικο όλί σθημα πού θά ξ εφανέ ρωνε, σέ δποιονδή ποτε παριστ ά μενο, πώ ς κάτι ετρεχε τώρα άνάμεσα σέ μας τούς δύ ο. Παρ ά τρίχ α ν ά του ξεφύ γει τή νύχτα τη ς Τελετης. 'Ά πλωσε τό χέρι του, σ ά ν γι ά ν ' άγγίξει τό πρόσωπό μου. Μ ετακίνησα πλαγ ίως τό κεφάλι μου, κά πως σάν σινι άλ ο, μέ τή ν ελπίδα πώς ή Σερένα Τζόυ δέν ε Ι χε πάρει είδηση, καί άπέσυ ρε τό χέρι του, καταδύθηκε στόν �αυτό του καί στό ενός μον άχα στόχου ταξίδι του. Μ ήν τό ξανακ ά νετε αότό, του ε Ι πα τήν αλλη φορά πού βρεθή καμε μόνοι. Ποιό νά μή ν ξανακ ά νω; ε Ι πε. Νά μέ άκουμπή σετε ε τσι όταν βρισκόμαστε . . . δταν ε Ι ναι παρούσα. 'Έκανα τέτοιο πρ άγμα; εΙπε. Θά μέ κά νετε ν ά φ ά ω καμι ά μετ άθ εση , ε Ι πα. Στίς ' Α ποικίες. 213


, Αφου τό ξ έ ρετε. �H καί ά λλου, χειρότερα. Πίστευα πώς χρέος του ήταν νά φέρνεται, ένώπιον κοινο υ , σ ά νά il μουν ενα μεγά λο βάζο, ή παρ άθυρο: μέ ρος του διάκοσμου, άψυχο il διαφαν έ ς. Συγγνώμη, ε Ιπε. Δέν τό ' κανα έ πίτηδες . Πάντως τό εκρινα . . . Τί; εΙπα μι ά καί δέν συνέχιζε. Κάτι άπρόσωπο, ε Ι πε. , Α ργήσατε πολύ νά τό κρίνετε . . . ε τσι ; ε Ι πα. �Oπως βλέπετε άπό τόν τρόπο πού του μιλο υσα, ή σχέση μας εΙχε πάει πλέον άλλου. Γιά τίς επερχόμενες γενέες, ή Ν ονά Λυδία εΙπε, όλα θά ε Ι ναι καλ ύ τερα. ΟΙ γυναί κες θά συ μβι ώ νουν εΙ ρηνικά, όλες μιά οΙκογέ­ νεια. Έσίiς θά σας εχουν σ άν θυγατέ ρες τους, καί μόλις τό πληθυσμιακό έ πίπε δο π ά ρει τήν άπάνω, δέν θά χρειάζεται πιά ν ά σας μεταθέτουμε ά πό τόν ενα ΟΙκο σέ άλλον, διότι θά υπ ά ρχει έ πάρκεια γυναικών. Θά ε Ιναι κατορθωτή ή σύναψη πραγματική ς στοργής, εΙπε , καί τ ά βλέφαρά της πετ ά ρισαν όλο Ιλαρότητα, υπό παρομοίας συνθή κας. ΟΙ γυναίκες ενωμένες ένώπιον κοινο υ στόχου. Θά βοη θουν άλλή λας στ ά οΙ κοκυρικ ά βά ρη τής ήμέ ρας καθ ώς θά πορεύονται τή ν άτραπό τής ζωής μαζί, εκάστη θά έπιτελεί τό ε ργο πού τής άναλογεί. Δ ιότι, διατί Εχουμε τή ν άξίωση μία μόνο γυναίκα ν ά φέρει εΙς πέρας όλες τίς λειτουργίες πού άναγκαιο υ ν γιά τήν γαλή νια ροή του νοικοκυριου; Δέν ε Ι ναι ούτε λογικό ούτε άνθρωπιστικό. ΟΙ θυγατέρες σας θ ' άπολαύ ­ σουν μεγαλύτερη ελευθερία. 'Ό ραμά μας ή έξασφάλισις ενός κήπου γιά κάθε γυναίκα, γι ά κάθε μία σας -εδώ τά σμιγμένα χέρια πάλ ι, ή λαχανιαστή φωνή- καί ίδού μία, ώς παράδ ειγμα. Τό υψωμένο δάχτυλο κάνει κίνηση έναντίον μας. 'Όμως μήν είμαστε καί άδη φ άγα γουρουνάκια, άπ ' αύτ ά πού χ αλου ν τόν κόσμο νά φανε πρίν κρυώσει δ χυλός, ετσι; Τώρα τί τά θέλουμε τά δήθεν, εΙμαι ή ερωμένη του. " Ο λοι ο{ 6ψη λ ά {στάμενοι πάντα εΙχαν έρωμένες, γιατί δηλαδή ν ά ' ναι διαφορετικ ά τ ά πρ άματα τώρα; ΟΙ συνήθειες δέν ε Ι ναι άκριβώς ο{ παλί ές, συμφωνώ. Τή ν ερωμένη τότε τή συντηρουσαν σέ μιά άπό 214


τίς δεύτερες πτέρυγες , 11 σέ σπιτ ά κι δ ικ ό της, ενώ τώ ρα εχει πραγματωθ εί μία συγχ ώ νευση πραγμά των. Πέ ρα άπό τ ά τυπικά δμως, Τι ουσία παραμένει. Πάνω κάτω. Ή πάροικος. Ή άλλη : ετσι τήν όνόμαζαν σέ μερικές χώρες. Έγώ εΙμαι ή π ά ροικος. Καί ε ργο μου, ν ά παρέχω δ,τι δέν προσφέρεται άπ ό τού ς άρμόδιους. ' Ακό μη καί παρτίδες σκρ άμπλ. Τελείως χ αζό, άλλά καί ξεφτίλα μαζί. Κ αμι ά φορ ά λέω, αυτή εχει π ά ρει εrδηση. Κα μι ά φορά λέω, αυτο ί οί δύο τ ά ' χουν κ ά νει πλακ ά κι α. � Α λλοτε λέω, αύτ ή τοϋ ' βαλε τήν Ιδέα κ αί τ ώρα μέ κ ά νει χ άζι δπως κι έ γώ μέ κάνω χάζι πότε-πότε, κ αί μέ εΙρωνεύ ομαι μ άλ ιστ α . � Α στη ν ά τ ρα βάει αύτή τό κά ρο, θά λέει μέσα της. Μ πορεί ν ά ' χει ξεκ ό ψει άπό τόν άντρα της, σέ κάθε τομέ α . Αυτ ό μπορεί ν ά θεωρεί αυτή άνεξαρτησία της. Κ ι ετσι δμως, εγώ εΙμ α ι ή λιθίως πιό ευχαριστημένη άπ ' δσο πρώτα. �Eχω μέ κ άτι ν ' άπασχοληθώ, πρώτ α-πρώτα. Κά τι νά γεμ ίζ ω τόν χρόνο μου τή νύχτ α, άντί νά κά θομ α ι μονάχη στό δωμά τιό μου. 'Έχω κ άτι ν ' άπασχολώ τ ό μυ αλό μου. νοχι πώς άγαπώ τ ό ν Ταξιάρχη καί τ ά παρόμοι α · ε Ι να ι άτομο πού εχει ενα εν δ ιαφέρον κ ατ ά τή γνώμη μου, εχει έκτόπισμα , δέν ε Ι να ι σκι ά . 'Ό πως κι έ γώ γι ά κείνον. Γ ι ά κείνον δέν εΙμαι πλέον άπλώς ενα χρηστικό σώμα. Γ ι ά κείνον δέν ε Ι μ α ι μι ά μαού να δίχως φορτίο, κ ύ πελλο δίχως κρ ασ ί , τρύ π α -γιά νά γίνω καί λίγο χυδαί α­ δίχως φίδι. Γ ι ' αυτό ν δέν ε Ι μ αι ενα δποιο σKεϋ � κενό.

2 15


Κ ΕΦΑΛΑ Ι Ο Ε Ι Κ Ο Σ Ι ΕΠΤΑ

Β ΑΔΙ ΖΩ τήν θερινή δ δό μαζί μέ τήν αύτήν τού Γκλέν. Κά νει

ζέστη, ύγρασία. Μ ' αυτόν τόν καιρό φορού σαμε έξώ πλατα κα ί πέ δ ιλα, τότε. Στά καλ άθια μας ε χουμε καί ο ί δύο φρ ά ουλες ( ε Ι ναι ή έ ποχή τους τώρα, θά σιχαθούμε ν ά τ ίς τρώμε), κα ί κ ά μποσα ψάρια σέ περιτ ύ λιγμα. Τά ψάρια τ ά ψων ίσαμε στό « " Αρτοι καί πέ ντ ε ' Ιχθύ ες ». Σ τή σανι δένια του ταμπέλα, ενα ψά ρι μέ χαμόγε­ λο καί βλεφαρίδες . Ψ ωμί δέν πουλ άει. Τά περισσότερα νοικοκυ­ ριά ζυμώνουν δ ικό τους, μπορείς ώ στόσο ν ά ψωνί σεις γαλέτες καί ξεροτήγανα στόν Α ρτον τόν Επιο ύ σιον» , άν ξεμείνεις . Τό « " Αρτοι καί πέντε ' Ι χθύ ες » σπαν ί ως άνοίγει. Γιατί νά μπεί στόν κόπο ν ' άνοίξει ό ταν δέν ε χει έ μπό ρευμα ; Τά θαλασσινά εμβια δντα ε Ιναι νεκρ ά , άπό κ άμποσ α χρόνια. Τό λιγοστό ψαρικό πού πουλιέται προέ ρχεται άπό έ κτροφεία ψαριών καί άφή νουν μι ά γε ύ ση λάσπης στό στόμα. Τά δελτ ί α εΙ δή σεων λένε πώς οί πα ρ άκτιες περιοχές εχουν ύπο βληθεί σέ « άνά παυσιν». Θυμάμαι όνόματα ψαριών : γλ ώσσα, γάδος, ξιφ ίας, χτ ένια, τόνος. ' Α στ α­ κό ς παραγεμιστό ς τού φο ύ ρνου , σολωμός, ροζέ μέ τό λί πος του, στή σχάρα. Γίνεται νά εχουν εξαφανιστεί, όπως οί φάλ αινες; " Εχω άκού σει αύτή τή δ ι άδοση , πού εφτασε σέ μένα μέ άηχες λέξεις, τά χε ίλη μόλις ν ά κινούνται, ένώ στέκαμε στοιχισμένες άπέξω, περιμένοντας ν ' άνοίξει τό μαγαζί, ξ εγελασμένες άπό τή ζωγραφιά μέ τ ά λαχταριστά λευκά φιλέτα στή βιτρίνα. Τή ν τοποθετούν στή βιτρίνα όταν εχουν φ έ ρει τ ί ποτα, καί τή ν ξαναβγάζου ν όταν το ύ ς τε λειώνε ι. Γ λώσσα τών κωφαλ ά λων. Αύτή τού Γκλέ ν κι έ γώ περπατ ά με άργά σή μερα. Σκάμε μέ τ ά μ ακ ριά φουστ ά νια μας , συγκαμένες στ ίς άμασχ άλες, ξεθεωμένες . Τουλάχιστον δ έν φορ άμε καί γ ά ντια μ ' αυτή τή ζέστη Εδώ εΙχε π αγωτατζίδικο, κ ά που σ ' αύτό τό τετράγωνο. Δέ μπορώ νά θυμηθώ τ ' δ νομα. Τά άντικεί μενα μεταβ ά λλονται πολύ γρήγορα, τά χτί ρ ια κατε δ αφίζονται ε ίτε μεταποιού ντ αι σέ κάτι άλλο, δύ σκολο ν ά κ ρατ ά ς στή μνή μη σου τήν πρώτη τους μορφή . « "

.

216


ΠΟΟλουσαν καί δ ιπλό, καί α ν ήθελες σου τό πασπάλιζα ν μέ τρ ί μμα σοκολ άτα. Αύτά εΙδικ ά ε Ι χαν ά ντρικό όνομα. Τζώνη δες; Δέ θυμ ά μαι. Π ηγαίναμε, όταν ήταν μικρού λα, καί τήν εσή κωνα γιά νά βλέπει μέσα ά πό τό πλαϊνό τζ ά μι τής βιτρίνας, όπου φιγουρ ά ρι­ ζαν παγωτ ά , λεπτ αίσθητα χ ρωματισμ έ να, πορτοκαλί πά λ, πρ ά σι­ νο π άλ , ρόζ π άλ , κι εγώ τής διάβαζα π ως λένε τό καθένα, ν ά διαλέξ ει. Αύτή όμως δέν διάλεγε ά πό τ ' όνομα άλλά ά π ' τό χρ ωμα. Τά φουστ άνια της κ αί οί φό ρμες της ήσαν στ ά ίδ ια χρώματα μέ τ ά παγωτ ά . Παστέλ. 'Ά , ναί: Τζίμηδ ες τ ά ε λεγαν. Αύτή του Γκλέν κι εγώ ε χουμε α νεση άναμεταξύ μας, συνηθίσαμε ή μία τήν αλλη. Σιαμαίες. Δέ ν μάς πο λυαπασχολεί πι ά τό τυπικό, κ άθε πού χαιρετιόμαστε χαμογελ ά με ή μ ία τής άλλης καί ξεκιν ά­ με, σ ά ζευγάρι άλογα στό ίδ ιο άλέτρι, τόν ζυγόν ήμων τόν επιο ύ σιον. Πότε-πότε άλλάζουμε πορεία ε τσι γι ά ποικιλία, δ έν άπαγορεύεται αύτό, φτάνει ν ά κινη θ ου με στήν άποδω μεριά των δδο φραγμ ά των. ' Αρου ραίος σέ λαβύ ρινθ ο. WΕχει τό ελεύθερο ν ά πηγαίνει παντου, άρκεί ν ά παραμένει μέσα στόν λαβύ ρινθο. W Εχουμε περάσει άπό τ ά μαγαζιά κι άπό τήν εκκλησία. Τώρα βρισκόμαστε στό Τείχος. Τίποτα δέν του ' χουν κρεμ ά σει σή με­ ρα, τό καλοκα ί ρι δ έν άφή νουν κρεμασμένα τ ά πτώματα τόσο όσο τόν χειμώνα, αΙτία οί μύ γες καί ή άποφορά. Ό τόπος μας ήταν κά ποτε ή γενέτειρα των πτητικων άποσμητικων, εσ ά νς Πώ κο, Φλοράλ, καί δ κόσμος συγκρατεί τή γεύ ση τής όσμής, εΙ δ ικά οΙ Τ αξιάρχες πού άπαιτουν καθαριότητα στ ά π ά ντα. «Τά ψώνισες δ λα πού σου ' χουνε γραμμένα στόν κατάλογό σου ; » μέ ρωτ άει τώρα αύτή του Γκλέν, κι ας τό ξέ ρει πώς τ ά ψώνισα. Ό κατάλογος δέν εΙναι ποτέ μακρύ ς. Τώρα τελευταία εχει χάσει κάπως τήν κακομοιρι ά της κα ί τή μελαγχολία της. Μου μιλ ά ει πρώτη . «Να ί », τής λέω. «Πάμε βόλτα τότε», λέει. Θέλει ν ά πεί, πρός τήν κατηφό ρα, πρός τό ποτάμι. W Εχουμε καιρό νά π ά με κατακεί. 217


« � Eγινε », λέω. Δέν στρέφω μέ τήν πρώτη ώστόσο. Μένω ό ρθια έπιτόπου, καί ρίχνω μιά τελευταία ματιά στό Τείχος . Κοιτάζω τά κόκκινα του βλα, τούς προ βολείς, τό συ ρματό πλεγμα, καί τά τσιγκέλια. Κάπως γίνεται καί τό Τείχος εΙναι πιό έπίφοβο δταν εΙναι ετσι αδειο. 'Όταν ύπάρχει κάποιος κρεμασμένος, τουλάχιστον ξέρεις ποιό μπορεί νά εΙναι τό χειρότερο. ' Ε νώ αδειο, εΙναι κραταιό, σάν θύελλα έπερχόμενη . Η Οταν βλέπω τά πτώματα, άληθινά, μπροστά μου, δταν άπό τά μεγέθη καί τά σχήματα μπορώ νά λογαριάσω πώς κανένας τους δέν εΙναι δ ΛOυKQς, τότε μπορώ καί νά πιστεύω πώς εΙναι άκόμη ζωντανός. Δέν ξέρω γιατί προσδοκώ νά τόν δώ σ' αότό έδώ τό Τείχος . • Υ πάρχουν ενα σωρό αλλες μεριές δπου μπορουν νά τόν εχουν σκοτώσει. Έγώ δμως δέν μπορώ νά γλυτώσω άπ ' τήν ίδέα πώς εΙναι έκειμέσα, αότή τή στιγμή, τώρα, πίσω άπό τά κόκκινα τουβλα. Π ροσπαθώ νά φανταστώ σέ ποιό χτίριο εΙναι κλεισμένος. Θυμάμαι που βρίσκονται τά χτίρια, στό έσωτερικό του Τείχους. Θυμάμαι κυκλοφορουσα ανετα άνάμεσά τους τότε, δταν ήταν πανεπιστή μιο. Καί τώ ρα μπαίνουμε έκεί μέσα μία στό τόσο, σέ έπιχείρηση άλιείας πλανηθεισών ψυχών. Τά πιό πολλά χτίρια εΙναι άπό κόκκινο του βλο κι αότά. Μερικά μέ άψιδωτές εΙσόδους, κάτι σέ στύλ ρωμανικό άπό τόν 190 αΙώνα. Ή ε ίσοδος μάς εΙναι άπαγορευμένη τώρα πιά. ' Αλλά καί ποιά θά τό. ' κανε κέφι; Τά χτίρια αότά τά εχουν οί Παντεπόπτες. Μπορεί νά τόν εχουν στή Βιβλιοθήκη. Κάπου στά ύπόγεια. Σέ μπουντρού μι. ' Η Β ιβλιοθή κη εΙναι σάν ναός. Φαρδιά λευκά σκαλοπάτια σέ πάνε σέ μιά σειρά πό ρτες . 'Ύστερα, μέσα πιά, κι αλλη λευ κή σκάλα σέ πάει πρός άπάνω. Καί στά δύο πλάγια, στόν τοίχο, εχει άγγέλους. � Eχει καί άντρες πού παλεύουν, ή ετοιμάζονται νά παλέψουν, φαντάζουν πλυμένο ι καί άρχοντικοί, όχι βρωμισμένοι κι αIματoιcυλισμένoι καί μέ μιά άποφορά, δπως θά ' ταν τό φυσικό νά δείχνουν. Ή Ν ίκη βρίσκεται άπό τή μιά μεριά της εΙσόδου, δδηγήτριά τους, καί δ Χά ρος άπό τήν άλλη. ΕΙναι μιά τοιχογραφία, νά τιμηθεί ενας άπό τούς πολέμους τους, τρέχα 218


γύ ρευε ποιός. ο{ άντρες , οί δίπλα στόν Χάρο, εΙναι άκόμα ζώντες . Πηγαίνουν πρός τούς ουρανούς. Ό Χά ρος εΙναι μιά ώραία γυναί κα μέ φτερά καί τόν ενα μαστό σχεδόν γυμνωμένο. wH μήπως εΙναι ή Νίκη αυτή ; Δέν μπορώ νά θυμηθώ. Αυτό μάλλον δέν θά τό ' χουν καταστ ρέψει. Γυ ρίζουμε τή ν πλάτη στό Τείχος, μέ κατεύθυνση άριστερά. ' Εδώ εχει κάμποσες άδειες προσόψεις καταστημάτων, οί γυάλινες βιτρίνες τους περασμένες μέ σαπούνι. Παλεύω νά θυμηθώ τί πουλούσαν έδώ, τότε. Καλλυντικά. Μπιζού; Τά περισσότερα άπό τά μαγαζιά πού εΙχαν αντρικά εϊδη εΙναι άκόμη ανοιχτά. Αυτά πού εχουν κλείσει (τά εχουν κλείσει) εΙναι όσα πουλούσαν πράγματα χαρακτηρισμένα «είδη ματαιοπληξίας ». Στή γωνία, τό μαγαζί τό γνωστό μέ τόν τίτλο «Περγαμηνές Ψ υχών». Κοινης ώφελείας αυτό. Π εργαμηνές ψυχών εχει σέ κάθε έμπορικό κέντρο της πόλης, σέ κάθε προάστειο -ετσι λένε τουλάχιστον. Φαίνεται θ ' άφή νει πολλά κέ ρδη . Ή βιτρίνα στΙς Περγαμηνές Ψυχών εΙνιιι άπό άθραυστο γυαλί. Καί μέσα, τυπωτικές μηχανές, ή μία πάνω στήν άλλη . Τίς μηχανές αύτές τίς λέμε καί Πατίνια δι ' Ά γίους, άλλά μόνο άναμεταξύ μας, εΙναι λογοπαίγνιο βλάσφημο. ο{ μηχανές αυτές τυπώνουν προσευχές μέ τό τσου βάλι, προσευχές άβέ ρτα σάν ευ κοιλιότητα. Τίς παραγγέλνεις μέ τό κομπιουτερόφωνο· κρυφά­ κουσα καί τή Γαμετή καί τόν Ταξιάρχη πού παράγγελναν. Π αραγγελία Π ροσευχών στίς Περγαμηνές Ψυχών θεωρείται τεκμή ριο εύ λαβείας καί νομιμοφροσύνης άπέναντι στό καθε­ στώς, καί γι ' αυτό φυσικά οί Γαμετές τών Ταξιαρχών κάνουν παραγγελίες μέ τό τσου βάλι. Π ροωθητικό της σταδιοδρομίας τών άντρών τους . . γ πάρχουν πέντε διαφορετικές προσευχές: ύπέρ ύγείας, εύημε­ ρίας, μέ τήν ευκαιρία θανάτου, γεννή σεως, άμαρτήματος. Διαλέ­ γεις ποιά έπιθυμείς, χτυπας άπάνω της τόν αίJξoντα, μετά χτυπάς καί τόν δικό σου άριθμό, ώστε νά χρεωθεί δ λογαριασμός σου, μετά χτυπάς κι εναν άριθμό πού δηλώνει πόσες φορές έπιθυμείς νά άναπέμπεται ή προσευχή. 219


Οί μηχανές μιλοϋν καθώς τυπώνουν. Α ν τό έπιθυμείς, μπο­ ρείς νά περάσεις μέσα καί τίς άκοϋς, φωνές τοϋ Ι: νός φθόγγου, μεταλλικές, πού έκφέ ρουν τό ίδιο πράγμα, καί πάλι καί πάλι. ' Αφοϋ οί π ροσ ευχές έκφωνηθοϋν, τό χαρτί έπιστ ρέφεται μέσα άπό μία σχισμή καί μέ άνακύ κλωση γίνεται πάλι πολτός καί χαρτί άγραφο. Δέν ύπάρχουν άνθρωποι μέσα στό χτί ριο: οΙ μηχανές λειτουργοϋν άπό μόνες τους. ' Α πέξω, δέν μπορείς ν ' άκούσεις τίς φωνές μόνο ενας γογγυσμός, ή σάν βόμβος άνεμο­ δόχου, σάν άπό πλήθος εύσεβών σέ γο νυ κλισία. Σέ κάθε μηχανή εχει κι άπό εναν όφθαλμό, δίπτερο, ζωγραφισμένον χρυσό στά πλαϊνά της. Καί τά φτερά άπό χρυσό. Παλεύω νά θυμηθώ τί πουλοϋσαν έδώ, δταν αύτό έδώ ήταν μαγαζί, προτοϋ τό μεταποιή σουν σέ Περγαμηνές Ψ υχών. Νομίζω ήταν γυναικεία έσώρου χα. Ροζέ καί άσημιά κουτιά, χρωματιστές κολάν φό ρμες , σουτ ιέν μέ δαντέλα, μεταξωτά μαντή λια. Κάτι πού δέν κυκλοφορεί πλέον. Ή αύτή τοϋ Γ κλέν κι έγώ στεκόμαστε άπέξω άπ ' τίς Π εργα­ μηνές Ψ υχών, κοιτάζουμε άπ ' τίς πλεξιγκλάς βιτρίνες, χαζεύου­ με τίς προσευχές πού άναβλύζουν άπό τίς μηχανές καί χάνονται ξανά μέσα στή σχισμή , έπιστρέφουν στό βασίλειο τής άκόμη άπλαστης φράσης. Μετατοπίζω τή ματιά μου. Καί βλέπω όχι τίς μηχανές άλλά αύτήν τοϋ Γκλέν, τό ε ίδωλό της στά τζάμια τής βιτρίνας. Κ αί κοιτάζει κατευθείαν έμένα. Μποροϋμε νά δοϋμε ή μία τή ματιά τής άλλης. Π ρώτη φορά βλέπω τά μάτια της ετσι κατάφατσα, σταθερά, όχι κλεφτά. Τό πρόσωπό της εΙναι ό βάλ, ροδαλό, γεμάτο άλλά όχι παχύ, τά μάτια της πρός τό στρογγυλό. Πιάνει τή ματιά μου μέσα στό τζάμι, σταθερή, ίσος πρός ίσον, δίχως νά παίξουν τά βλέφαρά της. Τώρα εΙναι δύσκολο ν ' άποσύ ρω τό βλέμμα μου. Κάτι σάν συγκλονισμός μ ' αύτό τό κοίταγμα. 'Όπως σά νά βλέπεις κάποιον όλόγυμνον πρώτη φορά. Ξαφνικά άναδύεται κίνδυνος στόν άνάμεσά μας άέρα, έκεί πού πρίν δέν ύπή ρχε καθόλου. ' Α κόμη καί αύτή ή συνάντηση τών τεσσάρων ματ ιών ένέχει κίνδυνο. Παρ ' δτι δέν βρίσκεται κανέ­ νας κοντά. �

2 20


Τελικά μιλάει. « Έσύ λές, ό Θεός εΙσακούει αότές τίς μηχα­ νές;» λέει. Ψιθυ ρίζει. Μάς εχει μείνει συνήθεια απ ' τό Στρατό­ πεδο. Παλιά, όλο αότό θά ' ταν μιά ανώδυνη έρώτηση , απορία έγκυ κλοπαιδική . Τώρα όμως συνιστά προδοσία. Μπο ροϋσα νά οόρλιάξω. Μποροϋσα νά τό βάλω στά πόδια. Μ ποροϋσα νά φύγω άπό δίπλα της άμίλητη, γιά νά τής δείξω πώς δέν θ' άνεχθώ τέτοια κου βέντα μπροστά μου. ' Ανατ ρεπτική , άναρχική , βλάσφημη, αίρετική , όλα μαζί. , Ατσαλώνομαι. «wOxt» , άπαντώ. Ξανασαίνει μ ' εναν μακρόσυρτο στεναγμό άνακούφισης. Περάσαμε τήν άόρατη άπαγορευτική γραμμή καί οί δύο μαζί. «Ούτε κι έγώ» , λέει. «Π αρ ' ότι εΙναι κι αότό λιγάκι σάν πίστη » , λέω. «Σάν τούς τροχούς τών προσευχών πού �χoυν οΙ Θι βετιανοί » . «Τί πράμα εΙν ' αότό; » λέει. « ' Α π ' ό,τι �χω διαβασμένο, δηλαδή » , λέω. «Τούς κινοϋσε ό ανεμος. Τώρα, πάνε πιά» . «Μαζί μέ όλα τ ' αλλα» , λέει. Μόνο τώρα σταματάμε καί κοιταζόμαστε. « 'Έχουμε φόβο έδώ; » ψιθυρίζω. «Τό πιό σίγου ρο μέρος, αν μέ ρωτάς. Φαινόμαστε σά νά προσευχόμαστε» . «Καί αότοί; » «Αότοί; » μοϋ λέει ψιθυριστά πάντα. «Πάντα εΙσαι πιό σίγου­ ρη στό ύπαιθρο, ούτε μικρόφωνο ούτε ξέ ρω γώ. Καί γιατί νά , βαζαν μικρόφωνο έδώ; Θά λένε, σ ' αότό τό μέ ρος, ποιά θά ' χει τό θράσος; Πάντως παρακάτσαμε. Δέν εχουμε δικαιολογία νά καθυστερή σουμε αλλο τήν έπιστροφή μας » . Ξεμακραίνουμε μα­ ζί. «Τό κεφάλι σου κάτω όσο βαδίζουμε» , λέει, «καί γέρνε λιγάκι πρός τή μεριά μου. Γ ιά νά σ ' άκούω καλύτερα. Μή μιλάς όταν πλησιάζει κανένας» . Βαδίζουμε μέ σκυφτό κεφάλι, τό κανονικό μας. ΕΙμαι τόσο ταραγμένη πού μόλις καί εισπνέω, κρατώ όμως σταθερό βή μα. Τώρα εΙναι πού πρέπει μέ κάθε τρόπο νά περνάω άπαρατή ρητη. 221


«Κι έγώ σέ νόμιζα θεούσα όρκισμένψ>, λέει αότή του Γκλέν. «Κι έγώ έσένα», λέω. «UΗσουνα πάντα θεοσεβούμενη , πολύ μαλακισμένη ». «Γιατί, σάμπως έσύ;» άπαντάω. Θέλω νά γελάσω, νά γκαρίξω, νά τήν άγκαλιάσω. «Νά σέ βάλουμε στήν όμάδα μας » . «Μας; » λέω. 'Ώστε όπάρχει άκό μη τ ό μας, τό βάλουμε. Τό ' ξερα. «Νόμιζες πώς ήμουν ή μόνη -μή μου πείς ! » λέει. Δέ νόμιζα τέτοιο πράγμα. Ξαφνικά μου περνα Ιδέα πώς μπορεί νά ' ναι κατάσκοπος, έγκάθετη, φάκα νά μέ τσακώσουν. Σέ τέτοιο χώμα μας εχουν φυτέψει. 'Όμως δέν τό πιστεύω. ' Η έλπίδα φουσκώνει μέσα μου σάν κυτταρικό όγρό σέ δέντρο. vH αΙμα σέ πληγή . Δημιου ργή σαμε ενα ξέφωτο. Θ έλω νά τή ρωτήσω μήν εΙδε τή Μόιρα, μή πως μπορεί κανείς ν ' άνακαλύψει τί άπόγιναν ό Λουκας καί τό παιδί μου, ή μητέρα μου εστω, άλλά δέν μας παίρνει ή ιίSρα. Ε ίχαμε φτάσει πολύ γρή γορα στή γωνία τής κεντρικής όδου, τήν πρίν άπό τό πρώτο όδόφραγμα. Κι έκεί θά ' χει πολύν κόσμο. «Κοίτα μή ν πείς λέξη , ό κόσμος νά χαλάσει», μέ προειδοποιεί αύτή του Γ κλέν, κι ας μήν ύπάρχει λόγος. « ν Εννοια σου », τής κάνω. Καί σέ ποιόν νά μιλουσα; Διασχίζουμε τήν κεντρική άρτηρία σέ σιωπή , προσπερναμε τά «Κ ρίνα» καί τό "Πάγκρεας ». Σή μερα τά πεζοδρόμια εχουν πιό πολύ κόσμο άπ ' τό συνηθ ισμένο. Φαί νεται ό ζεστός καιρός τούς εκανε νά ξεπορτίσουν. Γυναίκες μέ πράσινα, κυανά, κόκκινα, ριγωτά. ' Αλλά καί αντρες , αλλοι μέ στολή καί αλλοι μέ πολιτικά μόνο. Ό ή λιος εΙναι δωρεάν, στόν καθένα έπιτρέπεται νά τόν νέμεται. Παρ ' δτι κανείς πιά δέν κάνει ή λιοθεραπεία, δημόσια. Κ αί αύτοκίνητα κυκλοφορουν περισσότερα. Ρομφαίες, μέ όδηγούς καί έπιβάτες καθισμένους σέ μαξιλαράκια, άλλά καί κατώτερης μάρκας όχήματα πού τά όδηγοϋν κατώτερης μάρκας ατομα.

222


Κάτι εχει συμβεί . Μία άναταραχή, κάτι σάν πανικός άνάμεσα στίς άγέλες των όχημάτων. Μερικοί πιάνουν άκρη , σάν γιά νά μήν εμποδίζουν. ' Αναθωρω σβέλτα: ενα μαυ ρο καμιόνι, μέ τόν άμφίπτερο λευκό όφθαλμό στά πλαϊνά . • Η σειρή να του δέν εΙναι σέ λειτουργία, όμως τά λοιπά όχή ματα τό άποφεύγουν καλου-κα­ κου. Π ροχωράει μέ τό πάσο του σά ν ' άναζητάει κάτι: καρχαρίας πού βγή κε κυνήγι. Μ αρμαρώνω, μιά παγωνιά ταξιδεύει μέσα μου, μέχρι τά πέλματα. Φαίνεται έχου ν βάλει μικρόφωνα, τελικά μας εχουν άκούσει . • Η τέτοια του Γ κλέν, μέ κάλυμμα τό μανίκι της, μου γραπώνει τόν άγκώνα. " Π ροχώ ρα», ψιθυ ρίζ ει. " Κάνε πώς δέν βλέπεις». Η Ομως δέ γίνεται πλέον νά μή δω. Μπροστά στά μάτια μας τό καμιόνι φρενάρει. Δύο Παντεπό πτες μέ γκρίζο ενδυμα σαλτά­ ρουν άπό τίς διπλέ ς όπίσθιες πό ρτες πού άνοίγουν ταυτόχρονα μέ τό φρενάρισμα . . Α ρπάζουν εναν πού περπατουσε, κρατο υσε καί χαρτοφύλακα μάλιστα, ενα άπλό άτομο, καί τόν κολλανε στό πλαϊνό του όχή ματος. Μένει ετσι γιά μιά στιγμή , σάν όξυγονο ­ κολλημένος πάνω στό μέταλλο. Μετά, ενας άπό τούς παντεπό ­ πτες κινείται πρός τό μέ ρος του, κάνει κάτι άστραπιαίο καί βίαιο, καί δ άνθρωπος διπλώνει στά δύο, χαλαρός, σάν δέμα μέ ρουχι­ σμό. Τόν μαζεύουν καί τόν κάνουν πεταχτόν στό πίσω μέ ρος το υ καμιονιου, σάν ταχυδρομικό σάκκο. 'Ύ στερα μπαίνουν κι αύτοί, οΙ πόρτες ε ΙCΛεισαν, τό καμιόνι προχωρ άει. Τέλειωσε μέσα σέ κλάσματα το υ λεπτο υ καί ή κυκλοφορία στό δρόμο ξαναπαίρνει τόν ρυθμό της, σάν τίποτα νά μήν εΙ χε συμβεί. Νιώθω μόνο άνακούφιση . Πού δέν ήμουν εγώ.

223


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ

ΜΕΣΗΜΕΡΙ. Δέν μου

ρχεται ύπνος, ή ταραχή δέν μου εχει περάσει. Κάθομαι στό πίσω κάθισμα του παραθύ ρου , κοιτάζω εξω, άπ ' τό ανοιγμα πού άφήνουν οί κουρτίνες. Μέ ασπρη νυχτικιά. Τό παράθυ ρο μισανοιγμένο δσο παίρνει, εχει άεράκι, ζεματιστό άπ ' τή λιακάδα, καί τό λευκό ύφασμα ε ρχεται καί κολλάει στό πρόσωπό μου. ' Απ ' εξω θά μοιάζω σάν προνύμφη , φάντασμα, μέ τό πρόσωπο σαβανωμένο, μόνο τό περίγραμμά του νά ξεχωρίζει, μύτη, στόμα φιμωμένο άπ ' τήν κουρτίνα, μάτια αδεια σάν τυφλου άγάλματος. ' Αλλά μ ' άρέσει ή αίσθηση, τό άπαλό ύφασμα νά χαϊδεύεται στό δέ ρμα μου. Σά νά ' μαι μέσα σέ σύννεφο. Μου δώσαν ενα ήλεκτρικό άνεμιστηράκι, κάπως βοηθάει σ ' αότή τήν ύγρασία. Χουρχουρίζει στό πάτωμα, στή γωνία, τά φτερά του έγκλω βισμένα σ ' ενα συ ρμάτινο πλέγμα. � Αν ήμουν ή Μόιρα θά ' ξερα πώς νά τό άφαιρέσω, ν ' άφήσω τό άνεμιστηράκι γυμνό. Δέν εχω κατσαβίδι, δμως αν ή μουν ή Μόιρα θά τά βόλευα καί δίχως κατσαβίδι. Δέν εΙμαι ή Μόιρα. Τί θά μου ' λεγε, γιά τόν Ταξιάρχη, αν ήταν έδώ; Δέν έγκρίνω, θά μου ' λεγε, τό ξέρω. Μ ου τό εΙπε καί γιά τόν Λουκα τότε. WΟχι τόν ίδιο, άλλά πού ήταν παντρεμένος. ΕΙπε, καταπατουσα τά οΙκόπεδα αλλης γυναίκας. Ηπα, δ Λουκάς δέν εΙναι ψάρι oίJτε χούφτα λάσπη , ήταν ανθρωπος καί αότεξούσιος ν ' άποφασίζει. ΕΙπε, τό εβλεπα στενά λογικά τό ζήτημα. Ηπα, εΙμαι έρωτευμέ­ νη . ΕΙπε, αότό δέν εΙ ναι δικαιολογία Η Μόιρα τά ' βλεπε δλα πολύ λογικότερα άπ ' δσο έΥώ. , Α πάντησα, αότή δέν άντιμετώπιζε πιά παρόμοιο πρό βλημα άπό τότε πού άποφάσισε πώς προτιμάει τίς γυναίκες καί, άπ ' όσο ή ξερα, τίς βούταγε ή τίς μοιραζόταν δποτε της εκανε γουστο. Μου εΙπε αλλο αότό, έδώ έξισορροποΒνται οΙ δυνάμεις μεταξύ γυναικών, δπότε δ ερωτας ήταν μία άντρίκια συναλλαγή. της εΙπα τό «άντρίκια» εΙναι λέξη Υιά σεξοκράτες, άφοΒ τό πήγαινε .

2 24


έκεί τό θέμα καί πώς, ετσι κι άλλιώς, τό έπιχείρημά της ήταν ντεμοντέ. ΕΙπε πώς ΙCατέβαζα τήν κου βέντα σέ άγοραίο έπίπεδο καί, άν τό θεωροϋσα ντεμοντέ, ζοϋσα μέ τό κεφάλι χωμένο στήν άμμο. Αύτά τά είχαμε πεί στήν κουζίνα μου, παίρνοντας τόν καφέ μας καθιστές, μέ σιγανές, έντονες φωνές, όπως τό συνηθίζαμε τότε ο{ ε{ιωσάρες, κατάλοιπο κολλεγιακό. Ή κουζίνα σ ' �να διαμέρισμα της συφoρίiς, σ ' �να ξύλινο σπίτι δίπλα στό ποτάμι, άπ ' αύτά τά τρίπατα μέ μιά έξωτερική , κατάμαυ ρη πίσω σκάλα. ' Εγώ κρατοϋσα τό δεύτερο πάτωμα, δηλαδή εΙχα έξασφαλίσει θόρυβο κι όπό πάνω κι άπό κάτω, δύο τύποι μέ πικάπ πού τ ' άκουγα δλη νύχτα, τά μπάσα μόνο δηλαδή , ή μελωδία δέν εφτανε ώς έμένα. Φοιτητές ήσαν, τό ξερα. Π ρωτοδιορ ισμένη τότε, άσήμαντος δ μισθός: χειρίστρια κομπιοϋτερ σέ άσφαλιστική haιpia. Κι ετσι τά ξενοδοχεία, όπου πηγαίναμε μέ τόν Λουκα, δέν ήσαν γιά μένα μέρα άγάπης ή σκέτα ή μέρα κρεβατιοϋ . Ήταν καί έκδρομή, μαιcριά άπό τίς κατσαρίδες, τόν νεροχύτη πού Ι!σταζε, τόν μουσαμά πού ξειcoλλoϋσε άπό τό πάτωμα φέτες-φέ­ τες, ήταν άδεια άπουσίας άκόμη κι άπό τίς δικές μου άπόπειρες νά τό άνθρωπέψω λιγάκι μέ άφίσες στούς τοίχους καί χάντρες στά παράθυρα. ΕΙχα ΙCαί γλάστρες . W Αν καί μοϋ επιαναν μαμού­ νια ή ξεραίνονταν. Τίς ξεχνοϋσα άπότιστες όταν φεύγαμε μέ τόν Λoυιcα. της εΙπα, ύπάρχουν πολλοί τρόποι ζωης μέ κεφάλι χωμένο σέ άμμο, καί άν αύτή πίστευε � τι μπορούσε νά δημιου ργήσει Ούτοπία ιcλειστή μέσα σέ χώρο περιφραγμένο μόνο γιά γυναίκες, εκανε θλιβερό λάθος. Ο{ άντρες δέν θά χαθοϋν άπό προσώπου γης έπειδή έσύ, τής εΙπα, άποφάσισες πώς δέν ύπάρχουν. Μα­ ταιοπονείς. Σά νά λές πώς μόλις βγείς έξω θ ' άρπάξεις σύφιλη , άπλώς καί μόνο έπειδή ύπάρχει ή σύφιλη, εΙπε ή Μόιρα. Δηλαδή άπoιcαλείς τόν ΛOυΙCα κοινωνική άσθένεια; εΙπα. Ή Μόιρα γέλασε. Κοίτα τί καθόμαστε καί λέμε, εΙπε. Mιλiiμε σάν τή μάνα σου. Πάνω σ ' αύτό γελάσαμε καί ο{ δύο, καί όταν εφευγε φιληθή•

15

2 25


καμε δπως πάντα. Γιά κάμποσο εί-χαμε κόψει τό φίλημα, μετά πού μου εΙπε πώς εΙναι λεσ βία. ΗΟμως fiOΤEpa μου δήλωσε δτι έμένα δέν μ' εκανε κέφι, κι ετσι πή ρα θάρρος νά ξαναγυρίσω στήν παλιά μας συνήθεια Α ρπαζόμαστε καί καβγαδίζαμε, κολλούσα­ με παρατσού κλια ή μιά τής άλλης, άλλά στό βάθος δέν ετρε-χε τίποτα. Ή ταν πάντα ή πιό καλή μου φίλη. .

Βρήκα πιό άνθρωπινό σπίτ ι άργότερα, δπου εμεινα τά δύο -χρόνια πού -χρειάστηκε ό Λουκάς γιά ν' άποδεσμευθεί. ·Ε βαλα κι έγώ -χρή μα, εΙ-χα πιάσει καινού ργια δουλειά. Σέ βιβλιοθή κη, ό-χι τή μεγάλη μέ τόν Χάρο καί τή NίΙCΗ, μία μικρότερη. Ειδικότητά μου ήταν νά μεταγράφω βιβλία σέ δίσκους του κομπιουτερ. Οίκονομία -χώρου καί κόστους άντικαταστάσεως φθαρμένων άντιτύ πων, εΙπαν. Έ μείς εί-χαμε αύτο βαφτιστεί δι­ σκο βόλοι. Τή βι βλιοθήκη τή λέγαμε δισκοθήκη, καλαμπού ρι μας κι αύτό. Μετά τήν καταγραφή τους, τά βιβλία κανονικά πήγαιναν γιά ξήλωμα πρίν άπό τήν πολτοποίηση, καμιά φορά δμως τά ' παιρνα πρώτα σπίτι μου . • Η έπαφή μαζί τους πρόσφερε μιά εύ-χαρίστηση στά δά-χτυλά μου, μου άρεσε καί νά τά βλέπω. Ό Λουκάς nεγε πώς ε-χω νοοτροπία παλαιοπώλη. Καί του άρεσε: του άρεσαν τά παλιά πράγματα κι αύτουνου. Μου ' ρ-χεται παράξενο σή μερα νά σκέφτομαι πώς κάποτε εΙ-χα δουλειά. Δουλειά. Δουλεία. Δούλα. Δουλίτσα. Κάνω δου­ λειά. ' Αστεία φράση, λέξη Η δουλειά εΙναι μόνο γιά άντρες. 'Έκανες τή δουλίτσα σου στό γιογιό σου, μωρό μου; Κάνε τα στό κανατάκι σου, μωρό μου, ελεγαν στά μωρά όταν τά τραινάριζαν πώς νά -χρησιμοποιουν τό άΥΥείο. VH γιά τά σκυλιά. Μου τήν εφτιαξε τή δουλειά πάνω στό -χαλί. Τά δέ ρνεις στόν ποπό μέ διπλωμένη έφημερίδα γιά νά τό κόψουν, μου Ελεγε ή μητέρα μου. ΕΙμαι σέ θέση νά θυμάμαι τόν καιρό πού ύπήΡ'Χαν έφημερίδες, άν καί ποτέ μου δέν ε{-χα σκύλο, μόνο γάτες. Μέ Ιώβεια ύπομονή τίς �μαθα νά τά κάνουν στό κουτί τους. Μέ τήν ύπομονή του ' Ιώβ. Τό βιβλίο του ' Ιώβ. ΟΙ τόσες πολλές έργαζόμενες γυναίκες : σου φαίνεται άπί­ στευτο σή μερα, πόσες -χιλιάδες, l:κατομμύ ρια γυναίκες ε{-χαν .

226


δουλειά, δούλευαν. Αύτό τό θεωρούσαμε φυσιολογικό. Τώρα, εΙναι τόσο παρά φύσιν δσο καί τά Ίάρτινα Ίρή ματα, τά θυμάμαι πού τά Ίρησιμοποιούσαμε, τά πρόλαβα . Η μητέρα μου κράτησε κάμποσα, τά κόλλησε μέσα στό οΙκογενειακό άλμπουμ μαζί μέ τίς παλιότερες φωτογραφίες. Ήσαν άπαΡΊαιωμένα τότε πλέον, εlΊαν καταργηθεί, δέ μπορούσες νά τά Ίρησιμοποιή σεις γιά ν ' άγοράσεις έμπόρευμα. ΤεμάΊια Ίαρτί κάπως χοντρό, λίγο σάν γλιτσιασμένα, πράσινα, μέ εΙκόνες καί στίς δύο μεριές, κάποιος γέρος μέ περούκα κι άπό τήν άλλη μιά πυραμίδα μ ' ενα μάτι στήν κορυφή . Μέ έπιγραφή : «Εις τόν Θεόν δίδω πίστιν » . Η μάνα μου έλεγε πώς πολλοί εΙχαν ταμπελίτσες δίπλα στή μηχανή τού ταμείου, έτσι γιά πλάκα: «Στόν Θεό δίνω πίστωση' οί λοιποί πληρώνετε τοίς μετρητοίς ». Θά συνιστούσε βλασφημία αύτό σήμερα. Κρατούσες άπαραίτητα μαζί σου αύτά τά χαρτάκια όταν πήγαινες γιά ψώνια, άν καί δταν έγώ ή μουν έννέα ή δέκα χρόνων, ο{ πιό πσλλοί Ίρησιμοποιούσαν πλαστικές κάρτες. �Oχι γιά τά μπακάλικα, αύτό εγινε άργότερα. Μοιάζει πολύ πρωτόγονο, τοτεμιστικό θά έλεγα, κάπως σάν τά κάουρι, τά κοχύ λια πού Ίρησιμοποιούν γιά νόμισμα οΙ Ιθαγενείς. Θά πρέπει νά τό Ίρησιμοποί ησα κι έγώ αύτό τό Ίρήμα γιά λίγο, προτου τ' άναλάβει δλα ή κομπιουτοτράπεζα. Νομίζω δηλαδή . Μάλλον. Μόνο μέ τήν κομπιουτοτράπεζα θά μπορούσαν ν' άλλάξουν μέσα σέ μιά νύχτα δλο τό σύστημα συναλλαγής, χωρίς κανείς νά εχει πάρει είδηση πρίνο � Αν κυκλοφορούσε άκόμη ρευστό χρή μα, θά μεγάλωναν οΙ δυσκολίες. �Eγινε μετά τήν καταστροφή , όταν έσκότωσαν τόν Π ρόεδρο καί πέρασαν τή Γερουσία άπό μυδράλλιο καί δ στρατός έκή ρυξε κατάσταση άνάΓΙCης. Τά έριξαν στούς φανατικούς ' Ι σλαμιστές, τότε. Ούδείς λόγος άνησυΊί ας , εΙπαν άπό τήν τηλεό ραση . • Η κατάστασις έλέπεται άπολύτως. -Εμεινα σάν κεραυνωμένη. Καί δλος δ λοιπός κόσμος, τό ξέρω αύτό. Δέν τό άποδεΊόσουν. • Ολόκληρη κυ βέ ρνηση Ίάθηκε στό ετσ ι! Κι αύτοί, πώς εΙσέβαλαν, πώς ελαβε χώ ρα; .

.

227


Τότε άνέστειλαν τό Σύνταγμα. Π ροσωρινώς, εΙπαν. Δέν παρα­ τηρήθηκε ούτε μία πράξη άντίστασης στούς δρόμους . • Ο πληθυ­ σμός �μενε σπίτι του τά βράδια, εβλεπε τηλεό ραση, περίμενε όδηγίες. Δέν παρουσιάστηκε �στω καί ένας όρατός, άπτός εχθρός. Τόν νου σου, μου εΙπε ή Μόιρα άπ' τό τηλέφω νο. Μας ερχεται. Νάτο, καλώς νά τό δεχτοϋμε. Ποιό καλώς νά δεχτουμε; εΙπα. Θά δείς. Τό προετοιμάζουν, εΙπε. Τό γινόμενο: έσό κι έγώ στημένες στόν τοίχο, κού κλα μου. Μίλησε παραφράζοντας μία ρήση τής μάνας μου, άλλά όχι μέ πρόθεση νά καλαμπουρίσει . . Η κατάσταση συνεχίστηκε ετσι, σάν έπικρεμάμενη άναταραχή έπί βδομάδες , παρ ' στι όρισμένα πράγματα τά είδαμε νά γίνονται. ' Εφημερίδες νά λογοκρίνονται καί άλλες νά τίς κλείνουν, γιά λόγους άσφαλείας, εΙπαν. Τά μπλόκα στούς δρόμους άρχισαν νά έμφανίζονται, οί άδειες έ λευ θέρας κυκλοφορίας. Η Ολοι μας τό έπικροτή σαμε αύτό. Διότι, βρέ άδερφέ, γιατί νά μήν είμαστε καί λιγάκι προσεχτικοί; Ειπαν θά' ένεργή σουν έκλογές, μόνο πού θ ' άπαιτηθεί ενα άλφα χρονικό διάστημα γιά τήν προετοιμασία. Τό κάλλιστον πάντων, εΙπαν, ή ζωή νά συνεχίζεται ώς συνήθως. Πάντως τά αύτόματα πορνο-σόου γενικώς τά ε κλεισαν δλα. wOXl πώς στενοχωρέθηκα. 'Όλοι ξέραμε πόσο ζημιογόνα ήσαν. Καιρός ήταν κάποιος νά πάρει τήν πρωτοβουλία, εΙπε ή πωλήτρια στό μαγαζί δπου άγόραζα τά τσιγάρα μου. Β ρισκόταν στή γωνία, περίπτερο: χαρτιά, καραμέλες, τσιγάρα. Μεγαλωμένη γυναίκα, μέ γκρίζα μαλλιά. Γενιά τής μάνας μου. Δη λαδή τά κλείσανε τί εγινε; ρώτησα. ' Απά ντ ησε μέ σή κωμα τών ώμων. Ούτε ξέρω ούτε μέ νοιάζει, εΙπε. Μπορεί νά τούς πήγαν σέ άλλη γειτονιά μόνο. Αύτά, άδύνατο νά τά ξεφορτωθείς, εΙναι δπως δταν πολεμάς νά πατή­ σεις ποντικό, ξέρεις. Καί χτύπησε τόν άριθμό της καρτέλας μου στό συ ρταράκι τής ταμειακής μηχανής, σχεδόν δίχως νά τόν κοιτάξει: ή μουνα μόνιμη πελάτισσα τότε πιά. Οί γειτόνοι εΙχαν άρχίσει παράπονα, μοϋ εlπε. Τό �πόμενo πρωί, πηγαίνοντας γιά τή βιβλιοθή κη, σταμάτη-

228


σα στό ίδιο μαγαζί γιά τσιγάρα, εΙχα ξεμείνει. Κάπνιζα περισσό­ τερα τόν καιρό έκείνο, γενικός δ έκνευ ρισμός, τόν έπιανες, κάτι σάν ύποχθόνιος βηματισμός, κι άς έδειχναν δ λα πολύ εΙρηνικά. νΕ πινα καί περισσότερους καφέδες, εΙχα καί πρό βλημα ()πνου. 'Ό λων τά νεύ ρα ήσαν κουρντισμένα. Στό ράδιο εΙχε πιό πολλή μουσική τώρα, καί λιγότερη κου βέντα. Αύτά, μετά άπό τόν γάμο μας , χρόνια μετά. Ήταν πιά τριών ή τεσσάρων χρόνων, της είχαμε μιά κοπέλα νά τήν προσέχει δσο λείπαμε. Είχαμε δλοι μας ξυπνήσει δπως κάθε μέρα, φάγαμε πρωινό, γκρανόλα μάλιστα θυμάμαι, καί δ Λουκάς τήν πηγε σχολείο μέ τ' άμάξι, φό ραγε τά ρουχαλάκια πού της εΙχα ψωνίσει πρίν δυό βδομάδες , ριγέ φό ρμα καί γαλάζιο μπλουζάκι φανελένιο. Μή νας; Σεπτέμβριος μάλλον. ' Υπη ρχε σχολικό δχημα πού έπαιρνε τά παιδιά, έγώ δμως έπέμενα νά τή ν πηγαίνει ό Λουκάς, ύποψιαζό­ μουν άκόμη καί τό σχολικό. Κανένα παιδί δέν πήγαινε πιά μέ τά πόδια σχολείο, οΙ έξαφανίσεις ( άπαγωγές;) παιδιών εΙχαν ξεπε­ ράσει τό συνηθισμένο ποσοστό. Πάω στό γνωστό γωνιακό μαγαζί, ή πωλήτρια ή γνωστή μου δέν ήταν έκεί. Στό πόδι της ενας άντρας, νεαρός, μάλλον είκοσάρης. V Α ρ ρωστη; εΙπα καθώς του έδινα τήν κάρτα μου. Ποιά; εΙπε, μέ τόνο έπιθετικό, μου φάνη κε. Ή μόνιμη έδώ, του κάνω. που νά ξέρω, εΙπε. Χτύπησε τό νούμερό μου , έλέγχοντας κάθε ψηφίο, μέ τό ενα δάχτυλο, φανερό πώς ήταν πρωτάρης. Έγώ έπαιζα τά δάχτυλά μου στόν πάγκο, στραβωμένη γιά τσιγάρο καί σκεφτόμουν αύτουνου κάποιος πρέπει νά του μιλήσει γιά τά μπιμπίκια στό σ βέρκο του. Θυμάμαι πεντακάθαρα τό σουλούπι του: ψηλός, λιγάκι σκυφτός, σκουρόχρωμα κοντά μαλλιά, κα­ στανά μάτια πού έδειχναν νά καρφώνονται δύο ίντσες πίσω άπό τή ν κορυφή της μύτης μου, καί δερματολογικά προ βλή ματα. Νομίζω τόν θυμάμαι τόσο καθαρά άπ ' αύτό πού μου εΙπε μετά. Λυπάμαι, εΙπε. • Ο λογαρ ιασμός σας έχει κλείσει. Μή λέμε μπου ρδες, εΙπα έγώ . . Αποκλείεται, έχω πάνω άπό 229


δύο χιλιάδες ιJπόλoιπo, πρίν δύο μέρες fλαβα καί άντίγραφο λογαριασμο\) μάλιστα. Γιά ξανακοίταξέ το. Δέν Ισχύει, ξαναείπε πεισμωμένος. Β λέπετε τό κόκκινο λαμ­ πιόνι; Σημαίνει άιcυρoν. �Eχετε λάθος, δέ μπορεί, εΙπα. Γιά τσεκάρισέ το ξανά. Αύτός σήκωσε τούς ώμους μέ χαμογελάκι πού δή λωνε μπού­ χτισμα, ώστόσο τό τσεκάρισε πάλι. Αύτή τή φορά παρακολούθη­ σα τά δάχτυλά του, πάνω σέ κάθε νούμερο, τσεκάριζα τά νούμερα πού fβγαιναν στή ν όθόνη. Τό νούμερό μου εβγαινε, τό fβλεπα Α λλά τό κόκκινο φωτάκι άναμμένο. Είδατε; ξαναείπε, πάντοτε μ ' έκείνο τό χαμογελάκι, σά νά γνώριζε κάποιο κρυφό άνέκδοτο πού δέν έσκόπευε νά μο\) τό πεΙ Θά τούς τηλεφωνή σω άπ ' τήν ιJπη ρεσία μου, εΙπα. Μο\) τά ' χει κάνει σκατά ή μη χανογράφηση κι άλλη φορά, άλλά μέ καναδυό τηλεφωνή ματα τό πράγμα ταχτοποιείται. Πάντως ήμου­ να όργισμένη, σά νά μο\) εΙχαν άδί κως έπιρρίψει κατηγορία γιά πράγμα πού δέν εΙχα Ιδέα. Σά νά ' χ α κάνει τό λάθος έγώ ή ίδια. Αύτό νά κάνετε, μο\) εΙπε άδιάφορα. � Α φησα τά τσιγάρα στόν πάγκο, μιάς καί δέν τά ' χα πληρώσει. ΕΙπα θά κάνω τράκα άπό κανέναν στό γραφείο. Καί τηλεφώνησα άπ ' τό γραφείο, άλλά μο\) άπάντησε ·αύτό­ ματος τηλεφωνητής. 'Υπερφό ρτωση γραμμών, μο\) εΙπε, θά ' χα τήν καλωσύνη νά ξαναπάρω; ΟΙ γραμμές εμειναν ιJπερφoρτωμένες δλο τό πρωί, δπως κατάλαβα. Ξανατη λεφώνησα κάμποσες φορές, τίποτα. . Αλλά πάλι δέν τό θεώρησα κάτι άσυνήθιστο. Κατά τίς δύο, μετά τό διάλειμμα γιά φαγητό, ήρθε ό διευθυν­ τής στήν αίθουσα μεταγραφών σέ δίσκους. � Eχω νά σας γνωστοποιήσω κάτι, εΙπε. 'Η δψη του σάν τόν χάρο, ξεχτένιστος , τά μάτια κόκκινα καί πρησμένα, σάν πιωμέ­ νος. 'Ό λοι ση κώσαμε τή ματιά, σταματήσαμε τά μηχανή ματα. Π ρέπει νά μαστε κάπου όχτώ ή δέκα στήν αίθουσα. Λυπάμαι, εΙπε, άλλά δ νόμος. Λυπάμαι βαθύτατα. Γ ιά ποιό πράμα; ρώτησε κάποιος. .

230


ΕΙμαι άναγκασμένος νά σας ζητήσω νά άπέλθετε. Νόμος, δέν μπορώ νά κάνω άλλιώς. ' Αναγκαστικά. ΕΙστε έλεύθεροι. Τό εΙπε αότό σχεδόν τρυφερά, σά νά ή μαστε άγρίμια, βάτραχοι φυλακι­ σμένοι σέ βάζο, κι αότός μας φερνόταν μέ πολύ άνθ ρωπισμό. Δηλαδή , άπόλυση ; εΙπα. Σηκώθηκα. Γιατί; νοχι άπόλυση, εΙπε. V Α δεια νά άπέλθετε. Δέν σας έπιτρέπεται νά έργάζεστε πλέον έδώ, δ νόμος. �Iσιωνε τά μαλλιά μέ τά δάχτυλά του καί σκέφτηκα αότός τρελάθηκε. Φαίνεται πάρα τόν ζό ρισε ή δουλειά κι επαθε βραχυκύκλωμα. Μά δέ μπορείτε, ετσι στά καλά καθούμενα, εΙπε ή διπλανή μου. Αότά εΙναι γελοιότητες καί άπιθανότητες, μόνο στήν τηλεό­ ραση τ ' άκοϋς αότά. Δέν εόθύνομαι έγώ, εΙπε δ διευθυντής. Δέν καταλαβαίνετε. Παρακαλώ πηγαίνετε τώρα. Ή φωνή του άρχισε νά γίνεται τσιριχτή. Καί δέν θέλω έπεισόδια! V Αν συμβοϋν έπεισόδια, μπορεί νά χαθο ϋν βιβλία, ή νά σπάσει τίποτα. νΕ ριξε μιά ματιά εξω. ν Εχουν φτάσει άπέξω, εΙπε. Στό γραφείο μου. Καί άν δέν φύγετε τώρα, θά εΙσβάλουν έδώ οΙ Ιδιοι. Μ οϋ εδωσαν δέκα λεπτά διορία. Τώρα εδειχνε δλότελα άποτρελαμένος. Τοϋ λασκάρισαν οΙ βίδες τοϋ παιδιοϋ, φώναξε κάποιος καί δλωνών μας μας εΙχε περάσει τέτοια Ιδέα. , Από τή θέση μου δμως έγώ ε βλεπα εξω στόν διάδρομο, καί δύο άντρες περίμεναν, μέ στολές καί δπλοπολυ βόλα. νΕμοιαζε ψεύτικο, σάν γύρισμα ταινίας, καί δμως ήσαν πραγματικοί. , Απροσδόκητα δράματα, σάν ' Α ρειανοί. Κάτι άπάνω τους μύ ρι­ ζε όνειρο' παραη σαν σ βέλτοι, πολύ σέ άντίθεση μέ τόν περίγυρο. Τίς μηχανές άφηστε τες, μας εΙπε καθώς μαζεύαμε τά προσω­ ' πικά μας εΙδη καί βγαίναμε εξω δ ενας πίσω άπ ' τόν άλλον, λές καί ήταν δυνατό νά τίς πάρουμε μαζί μας. Στέκαμε δμαδόν στά σκαλιά εξω άπ ' τή βιβλιοθή κη. Δέν ξέραμε τί νά ποϋμε άναμεταξύ μας. Μ ιά καί κανένας μας δέν κατάλαβε τί εΙχε συμ βεί, λιγοστά πράγματα μπορούσαμε νά ποϋμε. Κοιτάζαμε δ ενας τό μοϋτρο τοϋ άλλου καί διακρίναμε τρομάρα, καί κάτι σάν ντροπή , σά νά μας εΙχαν κάνει τσακωτούς νά κάνουμε κάτι άκοσμο. 231


ΕΙναι άπαράδεκτο, μία εΙπε, άλλά δίχως πεποίθηση. Τί μάς �Kανε νά παραδεχόμαστε πώς μάς άξιζε αυτή ή μεταχεί ριση ; 'Όταν γύ ρισα σπίτι, �λειπαν όλοι . • Ο Λου κάς δέν εΙχε σχολάσει, ή κόρη μου άκόμη σχολείο. 'Ένιωσα κού ραση, κού ραση θανά­ του, άλλά μό λις κάθισα, πετάχτη κα πάνω άμέσως, άδύνατο νά ήσυχάσω. Βολτά ριζα μέσα στό σπίτι άπό δωμάτιο σέ δωμάτιο. Θυμάμαι αγγιζα διάφορα πράγματα, αυτό όχι συνειδητά, �τσι τά μάλαζα μέ τά δάχτυλά μου , πράγματα όπως ή φρυγανιέ ρα, τό βάζο γιά τή ζάχαρη , τό σταχτοδοχείο στό σαλονάκι. Μετά, πη ρα τή γάτα άγκαλιά καί τήν συργιανοϋσα μαζί μου. 'Ήθελα νά γυ ρίσει ό Λου κάς. Νόμιζα πώς εΙχα χρέος νά ένεργήσω, νά λάβω μέτρα. ' Αλλά δέν ήξερα τί μέτρα εΙχα χρέος νά λάβω. Δοκίμασα. νά ξανατηλεφωνή σω στή ν Τράπεζα, έπεσα πάλι στόν αυτόματο. WΕ βαλα ενα ποτή ρι γάλα -σκέφτηκα <'5χι καφέ μέ τέτοια ταραχή- καί πηγα στό σαλονάκι, κάθισα στόν καναπέ κι άκούμπησα τό γάλα στό τραπεζάκι, μέ προσοχή, δίχως νά πιω καθόλου. WΕσφιξα τή γάτα στό (")"τηθος μου γιά ν' άκούσω τό χου ρχουρητό της πάνω στόν λαιμό μου. Μετά άπό λίγο τηλεφώνησα στή μητέρα μου, στό διαμέ ρισμά της, άλλά δέν τό σή κωναν. ΕΙχε βρεί τή βολή της τόν καιρό έκείνο, δέν της πήγαινε πλέον τό τσιγγαναριό, νά μετακομίζει κάθε τρείς καί λίγο. 'Έ μενε στή Βοστώνη, σέ παραποτάμιο σπίτι. Περίμενα λίγο, παίρνω τή Μόιρα. W Ε λειπε κι αότή άλλά όταν ξαναπη ρα μισή ώρα μετά, εΙχε γυρίσει. Στό ένδιάμεσο έμεινα καθισμένη στόν καναπέ, άποκαρωμένη . Τό μυαλό μου τό άπα­ σχολοϋσε μονάχα τί εΙχα βάλει κοντά της κό ρης μου γιά κολατσιό, καί μή πως τό σάντουιτς εΙχε παραπάνω βούτυρο. Μέ διώξανε, εΙπα στή Μόιρα μό λις τήν πέτυχα στό τηλέφωνο. Μοϋ εΙπε έρχομαι άμέσως. Τόν καιρό έκείνο δούλευε γιά μιά γυναικεία όργάνωση, στό έκδοτικό τμη μα, έβγαζαν βιβλία γιά έλεγχο γεννήσεων, βιασμό καί τέτοια, παρ ' ότι δέν ήσαν πιά σέ πρώτη ζήτηση όπως παλιότερα. W Ε ρχομαι, μοϋ εΙπε. Φαίνεται κατάλαβε άπ ' τή φωνή μου πώς αυτό εΙχα άνάγκη . 232


Σέ λίγο εΙ χε ερθει. 'Ώστε έτσι, εΙπε. νΕ βγαλε τή ζακέτα της, ξαπλώθη κε στήν τεράστια πολυθρόνα. Πέστα μου. Π ρώτα νά πιοϋμε κάτι. Σηκώθηκε καί πη γε στήν κουζίνα κι έβαλε δύο οόίσκυ καί γύ ρισε καί κάθισε καί δοκίμασα νά της πώ τί μοϋ συνέ βηκε. Μόλις τελείωσα, εΙπε: Δοκίμασες ν' άγοράσεις τίποτα μέ τή ν κομπιουτοκάρτα σου σή μερα; Ναί, εΙπα. της τό άφηγήθηκα κι αότό. Μπλοκάρισαν τούς λογαριασμούς, εΙπε. Καί τόν δικό μου . Καί της όργάνωσής μας . 'Όλους τούς λογαριασμούς πού άντί γιά Α έχουν Θ. Δέν εΙναι δύσκολο, κάτι κουμπιά πατανε κι έγινε. Mίiς άφαιροϋν κάθε δικαίωμα στά λεφτά μας. Μά έχω πάνω άπό δυό χιλιάδες στή ν τράπεζα, εΙπα, λές καί δ δικός μου λογαριασμός ήταν δ μόνος πού εΙχε σημασία. Στίς γυναίκες δέν �πιτρέπεται νά διατη ροϋν περ ιουσία πλέον, εΙπε. Νέος νόμος. Δέν άνοιξες τηλεό ραση σή μερα; �Oχι, εΙπα. ' Ι σχύει άπό σή μερα, εΙπε. Παντοϋ. Δέν ήταν κεραυνωμένη δπως εγώ. Μοϋ ' ρχόταν άνάποδο, καί δμως μαλλον χαρωπή ήταν, λές καί αότό καρτεροϋσε �πιτέλoυς άπό καιρό καί τώ ρα δικαιώθηκε. νΕδειχνε μάλιστα πιό ζωντανή , πιό άποφασιστική . Θά σοϋ κινεί δ Λουκας τόν κομπιουτερολογαριασμό σου, εΙπε. Θά μεταφέ ρουν τό δικό σου ύπόλοιπο στ ' όνομά του, εΙ παν. Στόν σύζυγο ή στόν άμέσως πλησιέστερο άρρενα συγγενή . Καλά, κι �σύ; εΙπα. Δέν εΙχε συγγενείς. Έγώ θά ένεργήσω στό παράνομο, εΙπε. Τίποτα φιλαράκια δμοφυλόφιλοι θ' άναλάβουν τούς λογαριασμούς μας καί θά μας ψωνίζουν δ,ΤΙ χρειαζόμαστε. Μά γιατί; εΙπα. Γ ιατί τό ' καναν; Δέν εΙναι δική μας δουλειά τό γιατί, εΙπε ή Μόιρα. Ήταν &δή ριτος άνάγκη καί γιά τόν κομπιουτερολογαριασμό καί γιά τή δουλειά μας. Φαντάζεσαι τί θά γίνεται στ ' άεροδρόμια; Δέν θέλουν νά τούς φύγουμε, καί σέ πάω στοίχημα. πηγα νά πάρω τή ν κό ρη μου άπ ' τό σχολείο. ' Οδηγοϋσα μέ 233


ύστερική προσοχή. Τή ν ωρα πού γύ ρισε σπίτι ό Λουκας, έγώ καθόμουν στή ν κουζίνα. Ή μικρή σχεδίαζε μέ τά σύνεργα Ιχνογραφίας στό τραπεζάκι πού της είχαμε δικό της, στή γωνία· δ,τι εφτιαχνε τό κολλούσαμε στό ψυγείο. . Ο Λουκάς γονάτισε δίπλα μου καί μ ' άγκάλιασε. Τά άκουσε, εΙπε, στό ράδιο, καθώς γύ ριζε. Μήν στενοχωριέσαι, προσω ρινά θά εΙναι, εΙμαι σίγουρος . ΕΙπαν γιατί; εΙπα. Δέν μου άπάντησε σ ' αύτό. Θά τό άντιμετωπίσουμε, εΙπε καί μέ φιλουσε. Δέν ξέρω, εΙπα. Ν ιώθω σά νά μου κόψανε τά πόδια. Δέν εκλαιγα. Καί κάτι άκόμη : δέν μου πήγαινε νά τόν άγκαλιάσω. �Eλα, μιά δου λειά εΙναι, χαρά στό πράμα, εΙπε προσπαθώντας νά μέ καταλαγιάσει. Τώρα φαντάζομαι μέ κληρονομείς, εΙπα. Καί δέν εΙμαι ούτε πεθαμένη τουλάχιστον. χιουμορ προσπάθησα νά κάνω, άλλά μου βγη κε μακάβριο. �Eλα σώπα, εΙπε. Πάντα γονατισμένος στό πάτωμα Α φου τό ξέρεις, έγώ θά σέ άναλάβω Ισόβια. ΕΙπα μέσα μου νάτος, άρχισε ό πάτερ φαμίλιας. Καί άμέσως μετά εΙπα νάτο, ή παράνοια άρχισε. Τό ξέρω, εΙπα. Σ ' άγαπώ. ' Α ργότερα, μετά πού τήν εβαλα νά κοιμηθεί καί τρώγαμε, καί δέν ενιωθα τόσο χάλια πιά, του διηγήθηκα τά άπογευματινά, κανονική περιγραφή . Πώς ή ρθε ό διευθυντής, πόσο άμήχανα μας εκανε τήν άνακοίνωση. Θά μπορουσε νά . ναι κωμικό άν δέν ήταν τόσο αγριο, εΙπα. Τόν πέ ρασα γιά μεθυσμένο. Μ πορεί καί νά ήταν. Ένώ εξω κυκλοφοροϋσε στρατός κανονικά, καί ό λοιπός πληθυσμός. Τότε θυμήθηκα κάτι πού εΙ χα δεί καί δέν εΙχα προσέξει μέ τήν πρώτη. Δέν ήταν ό στρατός. Ήταν κάποιος άλλος στρατός. .

ΕΙχαν άρχίσει πο ρείες διαμαρτυρίας βέβαια, πολλές γυναίκες καί κάτι λιγοστοί άντρες. Μόνο πού ήσαν πιό όλιγάριθμες άπ ' δσο θά περίμενες. Φαντάζομαι ό κόσμος θά ταν σκιαγμένος. Καί •

234


μόλις �γινε γνωστό πώς ή άστυνομία, ή δ στρατός, ή δποιο ήταν αύτό τό Σώμα, θά άνοιγε πϋ ρ μέ τό πρώτο βήμα δποιασδή ποτε πορείας, οΙ πορείες τέρμα. u EYLvav κάτι λίγες άνατινάξεις, σέ ταΊυδρομεία, σταθμούς τοϋ Ή λεκτρικοϋ, άλλά δέν ή ξερες ποιός ήταν δ δράστης. UΙσως δ Στρατός, γιά νά δικαιολογήσει τίς κατ ' οΙκον �ρευνες καί τίς άλλες τΙς μέσω κομπιοϋτερ. Έγώ δέν �λαβα μέ ρος σέ καμιά άπ ' αότές τίς πορείες. Ό Λουκάς τίς Ίαρακτή ρισε ματαιοπονία καί καλύτερα νά σκεφτώ τούς δικούς μου, αύτόν καί τή μικρή. Έγώ εΙΊα σκεφτεί πρώτα τούς δικούς μου. ' Ο ργάνωσα τό νοικοκυριό μου , άΡΊισα νά μαγειρεύω συνέΊεια. Π ροσπαθοϋσα νά μή ν κλαίω τή ν ώρα πού τρώγαμε. Έ πειδή , στό μεταξύ, εγώ �Kλαιγα μόνιμα καί άπροει­ δοποίητα, κάτι σάν άκράτεια δακρύων, καί καθόμουν δίπλα στό παράθυρο τής κρεβατοκάμαρας καί κοίταζα �ξω. Δέν γνώριζα πολλούς άπό τούς γείτονες, καί δταν συναντιόμαστε στόν δρόμο προσέΊαμε νά μήν ξεστομίσουμε τίποτα εκτός άπό τά συνηθισμέ­ να καλημερίσματα. Κανένας δέν εΙΊε διάθεση νά τόν καρφώσουν γιά προδοσία. Αύτή ή ενθύμηση μοϋ φέρνει άλλη: τή μητέρα μου, Ίρόνια πρίνο Θά πρέπει νά ' μουν στ ά δεκατέσσερα ή δεκαπέντε, στήν ήλικία δπου οΙ θυγατέ ρες ντρέπονται τίς μανάδες. Τή θυμάμαι νά γυρίζει σέ ενα άπό τά πολλά σπίτια δπου μέναμε, μέ μιά παρέα γυναίκες, μονίμως άλλαζε παρέες. Γύριζαν άπό μιά πορεία. Διαμαρτυ ρίας. Γιά τά πορνό, γιά τίς εκτρώσεις, δέν θυμάμαι, αύτά �γιναν άπανωτά. Καί μέ πολλές βομβιστικές ενέργειες: κλινικές, βίντεο κλάμπς, δύσκολο νά κρατή σεις λογαριασμό. Ή μητέρα μου εlΊε μιά γρατζουνιά στό πρόσωπο, καί λιγάκι αΙμα. Δέ γίνεται νά βαρέσεις γροθιά σέ τζάμι δίΊως νά κοπείς, σΊολίασε μετά. Τά κωλογού ρουνα. Τούς κωλο-αίμοφιλικούς, τή διό ρθωσε μία άπό τίς φίλες της. Φώναζαν τούς άντιπάλους τους aιμοφιλικούς γιατί κρατοϋσαν πλακάτ μέ σλόγκαν: θά τούς ρουφή­ ξουμε τό αΙμα. • Οπότε, μάλλον γιά πορείες άμβλώσεων μιλάω. Πήγα στό δωμάτιό μου, νά μή ν εΙμαι μές στά πόδια τους. Μ ιλοϋσαν πολύ καί δυνατά. Μέ άγνοοϋσαν καί τούς τό κρατοϋ235


σα. Η μάνα μου καί οΙ φίλες της οΙ σαματατζοϋδες. Δέν καταλάβαινα γιατί νά ντύ νεται �τσι, μέ φό ρμα, σάν οΙκοδόμος, λές καί ήταν τζόβενο. vH γιατί νά βλαστημάει �τσι. ΕΙσαι πολύ παρθενόπη , μοϋ �λεγε μέ φωνή πού φανέ ρωνε πώς είναι Ικανοποιημένη γενικά. της άρεσε νά ' ναι πιό �ξαλλη άπό μένα, πιό άντάρτισσα. Τά έφη βάκια εΙ ναι πολύ παρθενόπες. Έγώ, εΙμαι σίγουρη, άντ ιδροϋσα μόνο άπό έπιπολαιότητα, η έπειδή ετσι κάναν δλοι οΙ νέοι, όμως άπαιτοϋσα άπό τή μάνα μου καί μιά ζωή πιό τελετου ργική , λιγότερο έξαρτημένη άπό περι­ στασιακές λύσεις καί τσιγγαναριό . Εσύ δέν εΙσαι άπό τά παιδιά πού ή ρθαν τυχαία στόν κόσμο, σέ θελή σαμε καί σέ φέ ραμε, μοϋ �λεγε καμιά φορά, χαζεύοντας τό άλμπουμ μέ τίς φωτογραφίες. V Α λμπουμ φίσκα άπό μωρά, μόνο πού οΙ φωτογρ αφίες μου όλο καί άραίωναν δσο μεγά λωνα, λές καί δ πληθυσμός των νεανικων μου εΙκόνων εΙχε χτυπηθεί άπό κάποια πανούκλα. Αύτό τό λεγε κάπως μέ θλίψη , σά νά μήν της εΙχα βγεί άκριβως αύτό πού προσδοκοϋσε. Καμμία μητέ ρα δέν καλύπτει άπό λυτα τό περί μητέ ρας δραμα τοϋ παιδιοϋ, δπότε, φαντάζομαι, τό ίδιο θά συμβαίνει καί μέ τόν ετερο των συμβαλ­ λομένων. Πάντως δέν άπογοητεύσαμε πολύ ή μία τήν άλλ η, δέ βγή καμε πιό σκάρτες άπό τόν μέσο δρο. 'Ήθελα νά γινόταν νά εΙναι τώρα έδω, γιά νά της πω πώς, τελικά, κατό ρθωσα νά τό καταλάβω αύτό. •

Κάποιος βγηκε άπό τό σπίτ ι Ακούω τό άπόμακρο κλ είσιμο πόρτας, κάπου στό πλάι, βήματα στό μονοπάτι. ΕΙναι δ Νίκ, τόν βλέπω κιόλας Από τό δρομάκι πέρασε στό γρασίδι, νά εΙσπνεύ­ σει άέρα όγρασίας, φορτισμένον μέ άποφορά άπό μπαγιάτικα λουλούδ ια, μίσχους δλο σάρκα, γύ ρη πού σκορπί στηκε χεριές στή ν άμμο. Τεντώ νεται στόν ή λιο, νιώθω τήν κυμάτωση των μυώνων του, τόν όπ ακούουν, όπως η ράχη της γάτας δταν τεντώνεται. ΕΙναι ξεμανί κωτος , τά γυμνωμένα μπράτσα του ξε­ προ βάλ λ ουν άναίσχυντ α άπό τό διπλιασμέ νο Ο φασμα. Μ έχρι ποϋ εΙναι ήλιοψημέ νος ; ν Εχω νά τοϋ μιλήσω άπό κείνη τή νύχτα, στή .

.

236


φεγγαρόλουστη σάλα. Αότός εΙναι τό λάβαρό μου, ό όπτ ικός μου τηλέγραφος. Γλώσσα τών τυφλών. Τή στιγμή αότή τό κασκέτο του εΙναι βαλμένο στ ραβά. Μέ καλουν. Πώς νά άμείβεται πού πάει τό γραμματάκι; Πώς νιώθει σ' αότόν τόν άμφίβιο ρόλο της μεσίτρας; Τόν άηδιάζει, τόν κάνει ν ' άπαιτεί περισσότερα άπό μένα, νά μέ θέλει περισσότερο; Γιατί, άσφαλώς, δέν εχει Ιδέα τί παίζεται έκειμέσα, άνάμεσα στά βιβλία. Διαστροφές, ετσι θά πιστεύει. . Ο Ταξιάρχης κι έγώ πασαλείβουμε ό ενας τόν άλλο μέ μελάνη καί μετά γλείφουμε ό ενας τόν άλλον μέχρι νά ξασπρίσει. vH κάνουμε ε ρωτα πάνω σέ στοίβες άπό άπαγορευμένες έφημερίδες Δ έν πέφτει καί πάρα πολύ εξω. ΗΟμως ύπολογίζει στόν ρολάκο του, δλο καί κάτι θά βγάζ ει. ΗΟλοι τους εΙναι «πασα προσφορά δεκτή», μά γιά εξτρα τσιγάρα πρόκειται, μά γιά εξτρα έλευθερίες πού δέν προ βλέποντ αι άπ ' τόν κανονισμό. Μ ιά φορά δέν μπορεί νά καταδώσει τίποτα, δέν εχει άποδείξεις. Νά ' ρθει σέ άντιπαράθεση μέ τόν Ταξιάρχη; Έκτός αν φιλοδοξεί νά γίνει ό έπικεφαλης άποσπάσματος. Τραβώ κλωτσιά στήν πόρτα, τήν παραβιάζω, καί τί νά σας πώ; Έπ ' αότοφώ ρφ , έν πολλαίς άμαρτίαις διά του σκράμπλ περιπί­ πτοντες. Σβήστα άμέσως αότ ά, φάτα. Μπορεί καί νά του άρκεί ή ίκανοποίηση πού γνωρίζει κάτι άπόρρητο. Νά μ' εχει στό χέρι, δ πως ελεγαν τότε. ' Ε ξουσία της μιας χρήσεως μόνο. Θά ' θελα νά ' χα καλύτερη Ι δέα γιά δαυτον. .

' Εκείνη τή νύχτα μετά πού εχασα τή δουλειά μου, ό Λουκας θέλησε νά κάνουμε ερωτα. Γιατί δέν ή θελα; Καί μόνο άπ ' τήν άπελπισία μου θά ' πρεπε νά τό έπιζητώ. ' Α λλά ενιωθα σάν μουδιασμένη. ' Αφου μόλις πού καταλ άβαινα τά χέρια του άπάνω μου. Τί εχεις; μέ ρώτησε. Δέν ξέρω, εΙπα. Δέ μας τό ' χουν άπαγορεύσει . . . εΙπε. ' Α λλά δέ συνέχισε τή 237


φράση, νά προσδιορίσει ποιό δέν μας εχουν άπaγoρεύσει. Καί σκέφτη κα πώς δέν έπρεπε νά μιλήσει σέ πληθυντικό, «μας », τή στ ιγμή πού αύτουνού δέν τού εΙχαν άρπάξει τίποτα, άπ ' δσο ηξερα. ν Εχουμε τουλάχιστον ό �νας τόν άλλον άκόμη, εΙπα. Ήταν άλήθεια. 'Όμως , γιατί τό εΙπα τόσο άδιάφορα πού ώς κι έγώ τό κατάλαβα; Μέ φίλησε, μέ τρόπο λές καί, τώρα πού τό εΙπα, δλα θά ξαναγύ ριζαν στό κανονικό τους. WΟμως κάτι εΙχε μετατοπισθεί, κάποια Ισορροπία. νΕνιωθα σά νά εΙχα μαζέψει, σά νά ήμουνα σέ σμί κρυνση. Κι ετσι δταν άπλωσε καί μέ τύλιξε μέ τά χέρια του, ή μουνα μικρή σάν κούκλα. Καταλάβαινα τόν ερωτα νά όλοκλη­ ρώνεται δίχως έμένα, εξω άπό μένα. Δέν τόν ένοχλεί, σκέφτηκα. Καθόλου δέν τόν ένοχλεϊ. Μ πα­ ρεί καί νά τό προτιμάει ετσι. Δέν εΙμαστε ό ενας τού άλλου πιά. Αντίθετα, έγώ εΙμαι δικιά του. Φτηνό, άδικο, κάλπικο. WΟμως ετσι σκέφτηκα. Κατόπιν τού όποίου, Λουκά: αύτό πού έπιθυμω νά σέ ρωτήσω τώρα, αύτό πού έπιθυμω νά ξέρω εΙναι: σωστά κατάλαβα; Έπειδή ποτέ δέν τό συζ ητήσαμε. Τότε πού εΙχα τή δυνατότητα ν ' άνοίξω τή συζήτηση, φο βόμουνα. Δέν ρισκάριζα νά σέ χάσω . . . ,

238


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΝΕΑ

Β ΡΙΣΚΟΜΑΙ στό γραφείο του Ταξιάρχη, καθισμένη άντ ίκρυ του ,

σά νά εΙμαι πελάτης τράπεζας καί διαπραγματεύομαι σο βαρό δάνειο. VΑν άφαιρέσεις όμως τό που κάθομαι, έλάχιστη άπό τήν πρώτη τυπικότητα διατηρείται άναμεταξύ μας. Έγώ δέν κάθομαι πιά στητή σά νά ' χω καταπιεί μπαστούνι, μέ τά πόδια κολλημένα στό δάπεδο σά νεοσυλλέκτου καί τή ματιά ετοιμη γιά χαιρετισμό σημαίας. Άντίθετα, τό σωμα μου εΙναι χαλαρό, σέ στάση χουζού ρικη μάλιστα θά έλεγα. Τά κόκκινα παπούτσια μου τά έχω βγάλει, τά πόδια μου σταυ ρωμένα κάτω άπ ' τό σωμα μου , άπάνω στήν πολυθρόνα, γύ ρω τους ή πορφυρή φούστα, σάν όχυ ρωματι­ κά έ ργα εΙναι άλήθεια, πάντως άνακαθισμένη στήν πολυθρόνα σάν μπροστά σέ φωτιά κατασκήνωσης, σ ' έκείνες τίς έκδρομές των τότε ή μερων. VΑ ν στό τζάκι εΙχε φωτιά, στή φλόγα της θ ' άντιφέγγιζαν γυαλιστερές έπιφάνειες, μέ κοκκινωπές άνταύγειες πάνω στή σάρκα. Έγώ κάνω σά νά ύπάρχει καί φωτιά στό τζάκι. 'Ο Ταξιάρχης άπόψε νιώθει έπικίνδυνα πολύ άνετος. Δίχως χιτώνιο, μέ τούς άγκωνες στό τραπέζι· του λείπει μόνο μιά όδοντογλυφίδα στήν άιcρη των χ ειλιων γιά νά μοιάζει μέ διαφή­ μιση ύπέρ τής ' Αγροτικής Δημοκρατίας, σάν παλιά χαλκογρα­ φία, γεμάτη μυγοχέσματα, σάν παλιό φαγωμένο βι βλίο. Τό ταμπλώ μέ τά τετραγωνάκια μπροστά μου πού όλο καί γεμίζουν: βρίσκομαι στήν προτελευταία παρτίδα γι ' άπόψε. Ζεύγμα, έκφωνω· βολική λέξη μέ βουερό ζήτα. «'Υπάρχει τέτοια λέξη ; » λέει δ Ταξιάρχης. «Κοιτάζουμε στό λεξικό ; », λέω. «ΕΙναι άρχαία λέξη» . «Σέ πιστεύω», λέει. Χαμογελάει. του άρέσει του Ταξιάρχη νά έχω έπιδόσεις, νά δείχνω άπροσδό κητη έξυπνάδα, σάν οΙ κιακό ζωάιcι πού όλο κοιτάζει τ ' άφεντικά του μέ όρθωμένα αύτ ιά, πρόθυμο νά δείξει τί του έδίδαξαν. Ή έπιδοκιμασία του μέ περιτυλίγει σάν θερμό λουτρό. Δ έν βλέπω πάνω του καθόλου αύτή τήν άνταγωνιστική άψάδα πού πάντα όσμίζομαι στόν 239


άντρα, άκόμη καί στόν Λουκά καμιά φορά. Δέν σκέφτεται ιi, τήν 'Ίσα-ίσα άπό μέσα του έκχύνεται πατρικότητα. Τού άρέσει νά νομίζει ότι μέ ψυχαγωγεί. Καί άληθεύει, άληθεύει. Πολύ έπιδέξια κάνει σού μα τούς πόντους μας μέ τό κομπιου­ τεράκι τσέπης. «Τή ν πή ρες τήν παρτίδα», λέει. Ύποψιάζομαι πώς εκανε ζαβολιά, γιά νά μέ κολακέψει, νά μού δημιουργήσει εύχάριστη διάθεση . Γιά ποιό λόγο δμως; Αύτό παραμένει έρωτη­ ματικό . Τί εχει νά κερδίσει άπ ' αύτά τά κανακέματα; Κάποιος λόγος θά υπάρχει. Γέρνει πίσω στό κάθισμά του, μέ τ ' άκροδάχτυλά του σμιχτά, χειρονομία πού μού εΙναι οίκεία τώρα. νΕχουμε φτιάξει ενα ρεπερτό ριο άπό τέτοιες χειρονομίες, τέτοιες οΙκειότητες άνάμε­ σά μας . Μέ κοιτάζει, όχι μέ κακο βουλία άλλά μέ περιέργεια, λές καί εΙμαι αίνιγμα πού γυρεύ ει λύση. « Τί θά ' θελες νά διαβάσεις άπόψε; .. λέει. Κι αύτό εχει υπαχθεί στίς καθιερωμένες συνήθειές μας. Μέχρι τώρα εχω ξεψαχνίσει περιοδικά, ενα MademoΊSe//e, ενα παλαιό ΈσκουάιΡ τού όγδόντα, ενα Madame, κάποιο πού θολά θυμάμαι δτι περιφε­ ρόταν στά σπίτια τής μάνας μου δταν έγώ μεγάλωνα, καί εναν Πανδέκτη του Ά ναγνώστου. νΕχει μέχρι καί μυθιστορήματα. Διάβασα εναν Ραίημοντ Τσάντλερ καί τώρα άποτελειώνω τούς Δύσκολους ΚαιΡοιίς τού Ντίκενς. Σ ' αύτές τίς περιπτώσεις διαβά­ ζω γρήγορα, λαίμαργα, πηδάω παραγράφους, στήν προσπάθειά μου νά μπου κώσω όσο μπορ ώ τό κεφάλι μου, νά ' χει άποθέματα ν ' άντέξει τόν επόμενο μακροχρόνιο λιμό. VΑ ν ήταν φαΙ, θά , λεγα ή βουλιμία τού άτό μου πού εχει λιμοκτονήσει, άν ήταν κρεβάτι, θά . λεγα τά γρήγορα, βιαστικά, άπανωτά ξεπετάγματα σέ σοκάκι. 'Όσο διαβάζω, δ Ταξιάρχης καθισμένος μέ παρακολουθεί, δίχως νά μιλά άλλά καί δίχως νά παίρνει τή ματιά του άπό πάνω μου. Αύτή ή παρακολούθησή του εΙναι μία παράδοξα σεξουαλι­ κή ένέργεια, κι έγώ αΙσθάνομαι γδυτή. Λέω, γιατί δέν μού γυρνάει τήν πλάτη ή δέν κόβει βόλτες στό δωμάτιο, ή δέν διαβάζει κι αύτός. 'Έτσι, ίσως νά ' νιωθα πιό άνετα, νά διάβαζα

κόφα.

240


μέ τό πάσο μου. Τώρα όμως, αότή μου ή παράνομη άνάΥνωση μοιάζει λίγο σάν τέλεση άθλου. «Μάλλον θά προτιμούσα συζήτηση», λέω. Μένω ξερή άπό fκπληξη πού άκούω τόν εαυτό μου νά λέει τέτοια κου βέντα. Χαμογελάει ξανά. Δέν δείχνει fκ:πληκτος. Φαίνεται τό προσ­ δοκούσε, αότό Ί1 κάτι παρόμοιο. «Ναί;» λέει. «Καί ποιό θέμα θά προτ ιμούσες ; » Κομπιάζω. «'Έ, όποιο. ' Εσάς, ν ά πούμε», « ' Εμένα; » Δέν εχει διακόψει τό χαμόγελο. « �E, δέν έχουμε πολλά νά πού με γιά μένα. Ε Ιμαι κοινός τύπος ». ' Η ψευδο-ταπεινοφροσύνη της φράσης, ή ψευτισμένη χρήση λέξεων (τύπος! ! ! ) μέ συνεφέ ρνει. Οί «κοινοί τύποι» δέν γίνοντ αι Ταξιάρχες. «Μά σέ κάτι πρέπει νά ' χ ετε άξία», λέω. Ξέρω πώς τόν έξωθώ, γαργαλάω τήν έπιθυμία του, τόν ξεπλανεύω νά βγεί άπό τή φωλιά του, καί άηδιάζω πού ξεπέφτω ετσι, μού ' ρχεται ναυτία. 'Όμως ξιφομαχού με. 'Ή θά μιλή σει, Ί1 θά μιλή σω έγώ. Τό ξέρω, αίσθ άνομαι τίς λέξεις σά νά τυπώνονται μέσα μου, πάει πολύς καιρός πού έχω νά συζ ητήσω μέ κάποιον. Ή φευγαλέα ψιθυριστή συναλλαγή μέ αότ ήν τού Γ κλέν, στόν περ ίπατό μας σή μερα, δέν ύπολογίζεται βέ βαια. Ήταν όμως ενας έρεθισμός, προπαρασκευή. WΕχοντας νιώσει τέτοιο ξέδομα μέ εστω τόσο λιγοστή κου βέντα, γυρεύω περισσότερη. Καί άν του κου βεντιάσω, κάτι θά πώ λάθος, κάτι θά φανερώ­ σω . Τό νιώθω νά ' ρχεται, κάπου θά καταδώσω τόν ίδιο μου τόν εαυτό. Δέν θέλω νά μάθει έτούτος καί ύπερ βολικά πολλά. « 'Έ, δού λευα σέ τμη μα μελετών γιά τήν άγορά, γιά νά σού πώ καί κάτι», λέει μ' έπιφύλαξη. «Μετά, θά. .. τό ε λεγα, προωθή­ θη κα». Μιά σκέψη αίφνίδια. Ξέ ρω πώς εΙ ναι Ταξιάρχης όμως τα­ ξιαρχεύει σέ τί; Ταξιάρχης, πού; Τί διοικεί, ποιός δ τομέας του, όπως ελεγαν τότε; Δέν έχουν ύποτίτλους πού νά ένημερώνουν. «W Α» , κάνω. Παλεύοντ ας νά δείξω πώς κατάλαβα. « ΕΙμαι, θά μπορούσα νά πώ, έπιστ ή μων», λέει. «Μέ τή ν περιορισμένη εννοια τού δ ρου, βέ βαια» . Καί μετά δέν μιλάει γιά ενα διάστημα, καί ούτε μιλάω έγώ . 16

241


Περιμένουμε ό �νας τόν αλλον. Σπάω πρώτη . «Τότε θά μπορού­ σατε, μπορεί, νά μού ξεδιαλύνετε μιά άπορία μου ». Δείχνει ένδιαφέ ρον. «Τί άπο ρία θά μπορούσες νά εχεις;» Τώρα βουτάω δλοζού πητη στόν κίνδυνο, δμως άδύνατο νά βάλω φρένο. «Μιά φράση πού θυμάμαι άπό κάπου ». Π ροτίμησα νά μήν τού φανερώσω άπό πού . «Νομίζω εΙναι λατινικά καί εΙπα, μπορεί έσείς . . . » Ξέρω πώς εχει λατινικό λεξ ικό. �Eχει πολλων εΙδων λεξικά. Στό άπάνω ράφι, άριστερά στό τζάκι. «Γιά λέγε », μού κάνει. ' Α πόμακρος, ώστόσο, λιγάκι σάν σ ' έπιφυλακή. � H μή πως φαντασία μου μό νο; «Nolite te bastardes carborundorum», τού λέω. «πως; » λέει. « Δέν τό πρόφερα κανονικά, ο()τε καί ξέρω βέβαια. Μπορω νά σας τό γράψω », λέω. "Σέ χαρτί». Διστάζει μπροστά στήν παράτολμη πρόταση. �Iσως δέν θυμάται πώς εΙμαι σέ θέση. Δέν εχω ποτέ μου πάρει μολύ βι στά χέ ρια μου έδωμέσα, ο()τε γιά νά σημειώσω τούς πόντους. Οί ΎUναίKες δέν γνω ρίζουν πρόσθεση, εΙπε μιά φορά άστειευόμενος. 'Όταν τόν έρώτησα τί ένvooύσε, εΙπε: Γι' αότές, ενα σύ ν ενα σύν ενα σύν ενα δέν κάνουν τέσσερα. Πόσα κάνουν; εΙπα, προσδοκώντας πέντε ή τρία. Μονάχα ενα σύν ενα σύν ενα σύν ενα, εΙπε. , Α μέσως δμως λέει "δεκτόν», καί ρίχνει τό στυλό του πρός τό μέ ρος μου, σχεδόν προκλητικά, σά νά ήταν παράτολμο αν τόν αγγιζα. Κοιτάζω γύρω νά βρω πού νά γράψω καί μού δίνει τό μπλοκάκι δπου γράφουμε τούς πόντους, ενα έπιτραπέζιο σημειω­ ματάριο μέ μιά χαμογελαστή φατσού λα στό άπάνω τής σελίδας. Τά φτιάχνουν άκόμη αότά τά πράγματα. Γράφω τή φράση έπιμελημένα, τήν άντιγράφω άποστήθιση, άπ ' τό μυαλό μου, άπ ' τό ντουλάπι μου. Nolite te bastardes carborundorum. Έδω, σ ' αότό τό χαρτί, δέν εΙναι ο()τε προσευ­ χή ο()τε διαταγή, άλλά μία θλι βερή έπιγραφή , γραμμένη κάποτε σέ τοίχο, καί ξεχασμένη. Τό στυλό άνάμεσα στά δάχτυλά μου εΙναι πράγμα αΙσθησιακό, ζωντανό σχεδόν, νιώθω τή δύναμή του, τή δύναμη των λέξεων πού περιέχει. • Η γραφίδα εΙναι 242


Φθόνος, �λεγε ή Νονά Λυδία παραθέτοντας �να άκόμη ρητό τοϋ Στρατοπέδου, προειδοποιώντας μας ν ' άπέχουμε άπό παρόμοια άντικείμενα. Καί εΙχαν δίκιο, εΙναι φθόνος. Καί μόνο νά τό κρατείς, προκαλεί φθόνο. Ζηλεύω τόν Ταξιάρχη γιά τό στυλό του. W Αλλο �να άπό τά άντικείμενα πού εύχαρίστως θά �Kλεβα. 'Ο Ταξιάρχης παίρνει τό χαρτί μέ τή φατσού λα καί τό κοιτάζει. Μετά βάζει τά γέλια. ΚαΙ . . κοκκινίζει; "Μά δέν πρόκειται γιά γνή σια λατινικά», λέει. ,, 'Ένα καλαμπού ρι εΙναι ». "Καλαμπού ρι; » λέω, χαμένη τώ ρα. Δ έν μπορεί νά εΙναι μόνο καλαμπού ρι. WΕ βαλα τό κεφάλι μου στόν τορ βά γιά �να άστείο; Τί είδους άστείο; "wE , ξέρεις τώρα τούς κολλεγιό παιδες », λέει. Τό γέλιο του εΙναι νοσταλγικό, τό βλέπω, γέλιο άνοχης πρός τόν άρχαιότερο !:αυτό του. Σηκώνεται, πλησιάζει τά ράφια, κατεβάζει �να βι βλίο. UΑν καί δχι τό λεξικό. 'Έ να παλαιό βιβλίο, σχολικό μοιάζει, μέ τά έξώφυλλα φθαρμένα καί μουτζαλωμένα. Π ροτοϋ μοϋ τό δείξει, τό φυλλομετράει, διαλογιζόμενος ένθυμήσεις. Μετά, "δρίστε», λέει, καί τό άνοίγει μπροστά μου πάνω στό τραπέζι. Αύτό πού βλέπω πρώτα εΙναι μιά ζωγραφιά. ' Η ' Α φροδίτη της Μήλου, άσπρόμαυρη φωτογραφία, μέ μουστάκι καί άμασχ α­ λότριχες ζωγραφισμένες άδέξια. Στή ν άντίκρυ σελίδα �χει τό Κολοσαίον μέ ξενική λεζάντα καί άποκάτω μία δριστική �γKλι­ ση : sum es est, sumus estis sunt. "Κοίτα», μοϋ κάνει δείχνοντας, καί στό περιθώριο τό βλέπω, γραμμένο μέ τό μελάνι πού φτιάχτη­ καν καί οί άμασχαλότριχες της ' Α φροδίτης. Nolite te bastardes carborundorum. " ' Αδυνατώ νά σοϋ τό μεταφράσω, γιατί εΙναι άνέκδοτο καί σύ δέν γνωρίζεις λατινικά», λέει. " Γράφαμε πολλά τέτοια. Δέν ξέρω άπό ποϋ τό πή ραμε, μάλλον άπ ' τούς παλιότερους ». υΕχει λησμονήσει καί μένα καί τόν !:αυτό του καί φυλλομετράει. «Αύτό κοίτα» , λέει. Ή φωτογραφία �χει λεζάντα 'Άί Σαβίναι" καί στό περιθώριο εΙναι γραμμένο πίπαμ πίπας πίπα. πmάμους π/πάστις πίπαντ. "Κι άλλο » , λέει. Peus, peis, pei. Σταματάει έπανέ ρχ εται στό σή μερα, άμήχανος. Π άλι χ αμογελάει. Μέ γκριμάτσα, αύτή

243


τή φορά. Τόν φαντάζομαι μέ φακίδες καί μαλλί κοκο ράκι. Αυτή τή στιγμή σχεδό ν τόν κάνω γοϋστο. "Ναί, άλλά τί σή μαινε; » λέω. " Π οιό; » λέει. « V Α. 'Μή ν άφή νεις τούς κερατάδες νά σέ τουμπάρουν'. Θά περνιόμαστε γιά πολύ εξυπνοι τόν καιρό έκείνο ». Χαμογελώ μέ τό στανιό. Τώρα μοϋ ξεκαθαρίζουν δλα. Κατα­ λαβαίνω γιατ ί τό ' γραψε αυτή πού τό ' γραψε , στόν τοίχο τοϋ ντουλαπιοϋ. Καί, βασικά, μοϋ ξεκαθαρίζεται πού τό εμαθε, πού τό διδάχτη κε; Μά έδωμέσα, σ' αυτό τό γραφείο, ποϋ άλλοϋ; Κολλέ­ γιο δέν εΙχε πάει ποτέ της. Έδώ δίπλα του, σέ κάποια παλαιότε­ ρη στιγμή άναπολή σεων μαθητικών του κατορθωμάτων καί άνταλλαγης μυστικών. 'Ά ρα, δέν εΙμαι ή πρώτη πού εΙσέρχομαι στή σιωπή του, πού παίζω μαζί του παιχνί δια άπ ' τόν κόσμο τών παιδιών. «Καί ποϋ εΙναι τη τώρ α; Τί άπόγινε; • Η προηγούμενη ; » Δέν διστάζει ουτε στιγμή. «Τή ν ήξερες καθό λου ; » «Κάπως », λέω. "Κρεμάστηκε. Μόνη της », μοϋ λέει. Σκεφτικός, δχι λυπημέ­ νος . «Γι ' αυτό ξεκολλή σαμε τά ήλεκτρικά καλώδια. Στό δωμάτιό σου». Κάνει παύση. « ' Η Σερένα άνακάλυψε τί γινόταν », λέει, λές καί αυτό αίτιολογεί τήν αυτοκτονία. Καί τήν έξηγεί. V Αν πεθάνει ό σκύ λος σου , παίρνεις άλλον. «Μέ τί; » ρωτάω. Δέν εχει διάθεση νά μοϋ δώσει Ιδέες. « 'Έχει σημασία μέ τί; » λέει. Μέ σκισμένα σεντόνια φαντάζομαι. νΕχω σκεφτεί κ ι έγώ τά πλεονεκτή ματα αυτοϋ τοϋ μέσου. ' <c H Κόρα θά τή βρηκε», λέω. Γι ' αυτό ου ρλιαξε. «Ναί», λέει. <c' H καψερΨ>. Έννοεί τήν Κό ρα. "νΙσως δέν πρέπει νά ξανάρθω », λέω. «Νόμιζα πώς τό χαιρόσουν», λέει άνάλαφρα, κοιτάζοντ άς με παρ ' δλα ταϋτα, μέ εντονα ζωντανό βλέμμα. "Αν δέν εΙχα πείρα, θά τό περνοϋσα γιά φόβο. « ' Επιθυμία μου εΙναι νά μένεις εύχαριστημένψ>. «Θέλετε νά γίνει ή ζωή μου ύποφερτ ή ; » λέω. Μοϋ βγαίνει όχι 244


ώς έρώτημα άλλά σάν μιά κοφτή δή λωση. Κοφτή, δίχως διαστά­ σεις. V Α ν ή ζωή μου εΙναι όποφερτή, ίσως αυτό πού κάνουν εΙναι κα λώς καμωμένο τελικά. Δικαιώνεται. "Ναί .. , λέει, "Τό έπιθυμώ. Θά τό προτιμοϋσα .. . ,, 'Ωραία τότε .. , λέω. Τά πράγματα άλλάζουν. Τόν κρατώ άπό κάπου, τώ ρα. Τόν κρατώ άπό τό ένδεχόμενο τοϋ θανάτου μου . Τόν κρατώ άπό τή ν ένοχ ή του. Έ πιτέλους. "Τί θά ήθελες ; .. λέει, πάντα μέ τήν ϊδια άνάλαφρη διάθεση, σά νά πρό κειται γιά μιά οί κονομική συναλλαγή μόνο, καί γιά ψιλοποσά μάλιστα: καραμέλες, τσιγάρα. ,, ' Εκτός άπό τήν κρέμα τών χεριών, δηλαδή .. , λέω. " Έ κτός ... ..Θά ή θελα . . . .. λέω . .. Θά ήθελα νά μάθω ... . Α κούγεται άναπο­ φάσιστο, ήλίθιο θά ελεγα, τό πετάω δίχως νά σκεφτώ. "Νά μάθεις, τί; .. ,, 'Ό,τι. Τά πάντ α νά μάθω .. , λέω. "Ομως παραείναι άπλοϊκό. "Νά μάθω τί συμ βαίνει. Γενικά ...

245


ΧΙ ΝΥΧΤΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τ Ρ ΙΑ Ν ΤΑ

Η Ν γΧΤΑ πέφτει. V H �χει πέσει. Γιατ ί δηλαδή ή νύχτα πέφτει καί

δέν όρθώνεται; "Οπως δ ή λιος; Καί δμως. V Αν κατά τό ή λιο βασί­ λεμα κοιτάξεις άνατολικά, μπορείς νά δείς τή νύχτα νά ύψώνεται, δχι νά πέφτει. Τό σκοτάδι ν ' άνέ ρχεται έντός των ούρανων, σκαρφαλώνει στόν δρίζοντ α, σάν ενας μαύ ρος ή λιος πίσω άπό κάλυμμα νέφους. Σάν καπνός άπό άό ρατη πυρκαγιά, μιά ούγια φωτιας μόλις κάτω άπ ' τόν δρίζοντ α, φωτιά άπό καιόμενους λόφους, η πό λη πυρπολού μενη . Μπορεί ή νύχτα νά πέφτει έπειδή εΙναι βαριά, μία πυκνή κουρτίνα μπροστά στά μάτια. Μάλλινη κου βέρτα. ' Ε πιθυμω νά μπορούσα νά ' βλεπα στό σκοτάδι όξύτε­ ρα άπ ' δσο μπορω. νΕγινε, ή νύχτα �πεσε λοιπόν. Τή νιώθω πιεστική άπάνω μου, σάν όγκόλιθο. ' Από αύ ρα, τίποτ α. Κάθομαι δίπλα στό μισανοι­ χτό παράθυρο, μέ τίς κουρτίνες τραβηγμένες μιά καί δέν όπάρχει άλλη καμιά στό δωμάτιο, άρα περιττή ή σεμνότης, μέ τό νυχτικό μου, μακρυμάνικο άκόμη καί τό καλοκαίρι, νά μας προστατεύ ει άπό τούς πειρασμούς άκόμη καί τής δικής μας σάρκας, μήν άρχίσουμε καί αότοπασπατευόμαστε, ξεμπράτσωτες. Τίποτα δέν κινείται στό φως τού προ βολέα. Ή μυρουδιά άπό τόν κή πο όψώνεται σάν κάψα άπό κορμί, θά όπάρχουν νυχτολού λουδα, εΙναι πολύ �ντoνη . Σχεδό ν δρατή, τή βλέπω, ιcό KKινη άκτινο βο­ λία πού όψώνεται κυματιστή σάν τή μαρμαρυγή πάνω άπό σκυρόδεμα δη μοσιας τό μεσημέρι. Κάτω στήν πρασινάδα κάποιος βγαίνει άπό τό σκοτάδι τό ιcoυ βαριασμένo κάτω άπ ' τήν Ιτιά, προχωράει πρός τό φως, ή σκιά του μακρουλή , προσδεμένη πειθαρχικά στά τακούνια του. ΕΙναι δ Ν ίκ, ή κάποιος άλλος μή πως δίχως σημασία; Σταματάει, όψώνει τή ματιά dSς αότό έδω τό παράθυ ρο, καί μπορ ω νά διακρίνω τό λευκό παραλληλόγραμμο τού προσώπου του. Ο Νίκ. Κοιταζόμαστε. Δέν &χω ρόδο νά τού ρίξω, δέν κρατεί λαούτο. ' Α λλά μας ενώνει ή rδια πείνα. •

249


Πού δέ μπορώ νά τήν εύχαριστηθώ. Τραβώ τό άριστερό κουρτινόφυλλο νά πέσει άνάμεσά μας, νά κρύψει τό πρόσωπό μου. ' Ε κείνος άμέσως προχωράει, χάνεται στό άόρατο τής γωνίας. , Α ληθεύει αύτό πού εΙπε ό Ταξιάρχης. 'Ένα σύν ενα σύν ενα σύν ενα δέν κάνουν τέσσερα. Κάθε μονάδα διατηρεί τήν αύτοτέ­ λειά της, παραμένει μοναδική , δέν ύπάρχει περίπτωση νά τίς {:νώσεις, προσθέσεις. Ούτε ν ' άντικαταστήσεις τή μία μέ άλλη. Τόν Νίκ μέ τόν Λουκα, είτε τόν Λουκα μέ τόν Ν ίκ. ' Εδώ τό πρέπει δέν χωράει. Δέν εΙναι στό χέρι σου ν ' άκυρώσεις αύτό πού αίσθάνεσαι, εΙπε κάποτε ή Μόιρα, εΙναι δμως στό χέρι σου νά κουμαντάρεις τή συμπεριφορά σου. Εύτυχως. Τό σχήμα εΙναι ή ούσία. wH μή πως ή ώριμότητα; Κάποιο άπό τά δύο. Τό βράδυ προτου έγκαταλείψουμε τό σπίτι, τήν τελευταία φορά, γύ ριζα άπό δωμάτιο σέ δωμάτιο. Δέν είχαμε μαζέψει τίποτα, έπειδή δέν θά παίρναμε πολλά πράματα μαζί μας, καί δέν είχαμε καθόλου περιθώρια νά δώσουμε τήν έντύπωση πώς φεύγαμε. Γι ' αύτό τριγυρνουσα τά δωμάτια, άσκοπα, κοίταζα τά πράγματά μας, σκεφτόμουν τό πρόγραμμα πού είχαμε καταστρώσει μαζί, πώς θά όργανώναμε τή ζωή μας. Κάπου νόμιζα πώς θά ή μουνα σέ θέση, μετά, νά θυμαμαι τήν εί κόνα της ζωης μας . • Ο ΛoυKίiς ήταν στή ν τραπεζαρία. Τύλιξε τά χέρια του γύ ρω μου. Ν ιώθαμε μιά κακομοιριά, καί οΙ δύο μας. Πώς ήταν δυνατό νά ξέραμε δτι εύτυχούσαμε, άκόμη καί τή στιγμή έκείνη ; Κατεί­ χαμε τουλάχιστον αύτό: χέρια νά τυλιχτουν γύ ρω μας . . Η γάτα, εΙπε. Μόνο. Γάτα; εΙπα, άκουμπισμένη στό μαλλί του πουλό βερ του. Δέν εΙναι φρόνιμο νά περιφέρεται. ΕΙναι τεκμή ριο. Τή γάτα δέν τήν εΙχα σκεφτεί. Ούτε κι αύτός. Τήν άπόφαση τήν είχαμε πάρει ξαφνικά, καί είχαμε νά καταστρώσουμε τό σχέδιο φυγής. Φαίνεται, τό ' χα θεω ρήσει δεδομένο πώς θά τήν 250


παίρναμε μαζί μας . Δέν γινόταν δμως. Δέν παίρνεις μαζί σου τή γάτα σου σέ ή μερή σιο ταξίδι στό έξωτερικό . Καί δέν τήν άφή νουμε �ξω ; εΙπα. Δέν θά φύγει. Θά κάτσει στή ν πό ρτα καί θ ' άρχίσει τό νιαού ρισμα. Καί κάποιος θά πάρει εΙδηση πώς λείπουμε. � Αν τή δίναμε; εΙπα. Σέ κανέναν γείτονα; ' Α λλά καί τή στιγμή πού τό ξεστόμισα κατάλαβα τί κουταμάρα εΙπα. Θά τό άναλάβω έγώ, δ Λουκας εΙπε. Καί έπειδή εΙπε τό άντί γιά τήν, κατάλαβα πώς έννοο\)σε θά τήν Ακτελέσω. �Eτσι πρέπει νά ένεργείς προτο\) άποφασίσεις τόν φόνό, σκέφτηκα. Δημιου ργείς ενα θέμα σέ οόδέτερο γένος. Π ρώτα δημιουργείς τό μό ρφωμα μέ τό νο\) σου, μετά, τό κάνεις καί πραγματικό. 'Ώστε �τσι τό κάνουν, σκέφτη κα. Σά νά μή ν τό "' ξερα πρίνο Ό Λ ου κας βρή κε τή γάτα, κρυ βόταν κάτω άπ ' τό κρεβάτι μας. Τά ζώα τά προαισθάνονται δ λα. Τήν έπήγε στό γκαράζ. Δέν ξέρω τί �Kανε καί ποτέ δέν τόν έρώτησα. Κάθισα στή ν τραπεζαρία, μέ τά χέρια σταυ ρωμένα πάνω στά γόνατα. Ήταν χρέος μου νά πήγαινα κι έγώ μαζί, νά συμμεριστώ τήν εόθύνη αότή. Τουλάχι­ στον νά τόν ρωτο\)σα μετά, νά μήν τό ' χει βάρος μόνος του. , Επειδή αότή ή μικρή θυσία, αότ ή ή γεμάτη άγάπη έΙCΤέλεση τελέσθηκε καί γιά δική μου χάρη. uEva μέρος άπό τή μεθοδό τους. Σέ καταναγκάζουν νά σKOΤιίr σεις καί δ φόνος έγκαθίσταται μέσα σου. Ματαιοπονία, δπως εΙδαμε άργότερα. � Α ραγε ποιός νά τούς τό μαρτύ ρησε; Μπορεί κανένας γείτονας πού μας κρυφοκοίταξε χαράματα, δταν βάζαμε μπρός τ ' άμάξι. �Eτσι το\) ή ρθ ε. Τό κατέδωσε προσδοκώντας κανένα άπό κείνα τά χρυσά άστρα πού εταζαν γιά επαθλα. Μπορεί δμως κι αότός πού μας έξασφάλισε τά διαβατή ρια, γιατί νά μήν εΙσπράξει κι άπ ' αότούς ; Μπορεί, άκόμη, αότοί πού �φτιαχναν τά πλαστά διαβατή ρια νά ' ταν έγκάθετοι, παγίδα γιά τούς άπλοϊκούς. ΟΙ Παντεπόπτες, ' Οφθαλ­ μοί Θεο\), περιτρέχουν τή γή. Έπειδή μας τήν εΙχαν στημένη, καί περίμεναν . • Η στιγμή τής π ροδοσίας εΙναι ή χείριστη, ή στιγμή δπου βλέπεις, πέ ρα άπό κάθε άμφιβολία, δτι σ ' εχουν καρφώσει. Π ώς κάποιο άλλο 25 1


άνθ ρώπινο πλάσμα έπιθύ μησε καί άπεργάστηκε τόν όλεθρό σου . Σά νά βρέθη κες σέ ιiναβατή ρα, στόν τελευταίο όροφο, καί κόπηκε τό συρματόσκοινο. Καί πέφτεις, πέφτεις, καί δίχως νά ξέ ρεις πότε θά γίνεις λιώμα. Π ροσπαθώ νά ξορκίσω, νά συναγε ίρω τά φαντάσματά μου , άπ ' όπου κι άν βρίσκονται. ν Εχω άνάγκη νά θυμαμαι τά πρόσωπά τους. Π ροσπαθώ νά τούς κρατή σω άκίνητους πίσω άπό τά μάτια μου, τά χαρακτη ριστικά τους, σάν φωτογραφίες σέ άλμπουμ. 'Όμως δέν μοϋ κάθονται μαρμαρωμένες , μετακινοϋνται· ενα χαμόγελο, καί άμέσως μεταμορφώνονται, ή όψη τους τσαλακι&­ νεται, λιώνει, σγουραΙνει σάν τό χαρτί πού καίγεται, καί τούς καταπίνει μιά μαυρίλα. 'Έ να άστραμμα ματιας, μιά μαρμαρυγή στόν άέρα. 'Έ να φέγγος , τό σέλας, περιδίνηση ή λεκτρονίων, πάλι ενα πρόσωπο, πρόσωπα. 'Ό μως σ βήνουν, κι ι'iς τεντώνω τά χέρια μου, αύτ ά μοϋ γλιστρανε, φαντάσματα έωθινά. Καί ξανα­ φεύγουν, γιά έκεί όπου κατοικοϋν. Μείνετε μαζί μου, θέλω νά πώ. Αότά όμως δέν. Έγώ φταίω. Ξεχνάω. Πολύ εύκολα. ' Απόψε θά πώ τίς προσευχές μου. ν οχι πιά γονατισμένη μπροστ ά στό κρεβάτι μου μέ τά γόνατα στίς άπλάνιστες σανίδες πού εχει γιά πάτωμα τό γυμναστή ριο, μέ τή Νονά ' Ι σαβέλλα στημένη στήν πό ρτα, τά μπράτσα διπλωμένα καί τή βουκέντρα νά κρέμεται άπό τόν ζωστή ρα της όσο ή Νονά Λυδία περνάει έπιθεώρηση τίς σειρές μέ τίς γονατισμένες, όλες μέ τίς ννχτικιές μας, νά χτυπάει άνάλαφρα τήν πλάτη, πατοϋσες ij πισινά μας, ετσι μιά ίδέα, τόσο δά, μέ τόν ξύλινο χάρακα, όποια καμπου ριάζει ε[τε χαλαρώνει. Θέ λει τά κεφάλια μας σκυφτά, τούς άγκώνες σέ όρθή γωνία. Γιά λόγους ; ΑΙσθητικής, κυρίως. ΕΙχε άδυναμία στή μορφή τών πραγμάτων. Μας ήθελε νά ' χουμε πάνω μας κάτι άγγλοσαξονικό, χαραγμένο σέ μνή μα, τέτοιο. vH κάτι άπό χριστουγεννιάτικες κάρτ-ποστάλ μέ άγγελούδια στ ρα­ τολογημένα, μέ τά άσπιλης ήθικής ένδύματά μας. 'Ό μως εΙχε ύπόψη της πόσο άποτελεσματικές γιά τό πνεϋμα εΙναι ή σωματι252


κή ιiKαμψία καί οί μουδιασμένες πλάτες : λίγος πόνος ξελαμπικά­ ρει τό μυαλό, έλεγε. Στίς προσευχές μας παρακαλούσαμε νά μας δωρηθεί τό κενό' γιά νά καταστουμε άξιες νά πληρωθεί αότό τό κενό : μέ χάρη, μέ ιiγάπη , μέ αόταπάρνηση, σπέ ρμα καί μω ρά. 'Ώ Θεέ, Κύ ριε τών Οόρανών, εόχ αριστ ώ Σε πού δέν μέ γέννησες άντρα. Θεέ, επίθεσε τή σφραγίδα σου . Χάρισέ μου τή ν καρποφορία. Νέκρωσε τή σάρκα μου, ώστε νά μπορέσω νά πολλαπλασιαστώ. Έλθέ καί σκήνωσον εν εμοί, πλή ρωσόν μας . . . Κάμποσες επεφταν σ έ καταληψία μέ τά τέτοια. Ή εκσταση πού πετυχαίνει ό ταπεινών έαυτόν. Κάμποσες βογγουσαν, ε κλαι­ γαν. Ούδείς λόγος νά γίνεσαι θέαμα, Ζανίν, εΙπε ή Νονά Λυδία. Π ροσεύχομαι εδώ πού βρίσκομαι, καθισμένη δίπλα στό παράθυ­ ρο, κοιτάζοντας εξω, ιiπό τό άνοιγμα της κου ρτίνας, στόν άδειο κη πο. Δέν κάνω τόν κόπο νά κλείσω τά μάτια μου. ν Ε ξω, είτε μέσα στό κεφάλι μου , εχει εξίσου σκοτάδι. vH φώς. Θεέ . . Ο εν τφ βασιλείφ τών οό ρανών, δπερ κείται εντός. Πολύ θά . θελα νά μου φανερώσεις τ ' " Ονομά Σου, τό ιiληθινό δη λαδή . . Αλλά καί τό Σύ φτάνει καί περισσεύ ει. Πολύ θά έπιθυμουσα νά γνωρίζω τί μηχανεύεσαι Έσύ . 'Όμως, δ,ΤΙ καί ν ά ' ναι, βοήθησέ μ ε ν ά τ ό ύποστ ώ, παρακαλώ. Παρ ' δτι μπορεί καί νά μή ν εΙναι δικό Σου εργο αότό πού θά ύποστ ώ. Ούτε γιά μιά στιγμή δέν πίστεψα πώς αότά πού τελουν­ ται εδώ δίπλα μας εΙναι ιiKρι βώς αότό πού εΙχες προγραμμα­ τίσει. "Α ρτον επιούσιον έχω μπόλικον, κι ετσι δέν θά χαραμίσω τόν χρόνο μου μέ τέτοια. Δέν εΙναι αύτό τό κύ ριο πρό βλημα. Τό κύ ριο πρό βλημα εΙναι πώς νά καταπιείς τόν επιούσιον δίχως νά σέ πνίξει. Περί ιiφέσεως τώρα. Μήν κάθεσαι καί σκοτίζ εσαι πώς νά μέ συχωρέσεις τέτοιες στιγμές, έχουμε σπουδαιότερα θέματα. "Ας που με: εχε τούς άλλους καλά, άν εΙναι καλά. Μ ή ν επιτρέψεις νά 253


βασανίζονται παρά φυσιν. � Α ν εΙναι άποφασισμένο νά πεθάνουν, ας πεθάνουν μέ τα'Χυτητα. Μπορείς νά τους φτιάξεις μέ'Χρι καί fvav σπέσιαλ παράδεισο. Γι ' ιWτό Σέ 'Χρειαζόμαστε. Κόλαση , φτιά'Χνουμε καί μόνοι μας. Έδώ, αν δέν κάνω λάθος, θά όφειλα νά δηλώσω πώς παρα'Χω­ ρώ άφεση κ. λπ. σέ όποιον τό ' κανε αότό καί γιά δ,τι κάνουν τή στιγμή αύτή. Θά δοκιμάσω, εΙναι πάντως κομματάκι ζό ρικο. Τώρα, περί πειρασμοϋ. Στό Στρατόπεδο, πειρασμός θεωρείται δτιδή ποτε πέρα άπό τήν τροφή καί τόν ()πvo . • Η γνώση ήταν πειρασμός. Αύτό που δέν γνωρίζ εις, δέν θά σέ εμβάλει εΙς πειρασμόν, μας ελεγε ή Νονά Λυδία. �I σως καί νά μή θέλω κατά βάθος νά ξέρω τί συμβαίνει. �Iσως επιλέγω νά μήν ξέρω. �I σως δέν θά ι'iντε'Xα νά ξέρω . • Η εξορία άπό τήν Έδέμ ήταν ή πτώση άπό τήν άγνωσία στή γνώση. , Από τόν νοϋ μου δέ φευγει ό πολυέλαιος, παρ ' ότι τόν ε-χουν άφαιρέσει. Μπορείς ώστόσο νά 'Χρησιμοποιήσεις τό κρεμαστάρι μέσα στό έρμάρι. νΕ'Χω εξετάσει κάθε δυνατότητα. Ή μόνη μου συμμετο'Χή , μετά που θά περάσω τή θηλειά, θά ' ταν μονά'Χα νά γείρω μπροστ ά καί νά μή ν επιτρέψω στό κορμί μου ν ' άντι­ σταθεί. Ρϋσον ήμας άπό τοϋ πονη ροϋ . Κ α ί άκολουθεί ή βασιλεία, ή δυναμις καί ή δόξα. Χρειάζονται πολλά κότσια γιά ' νά πιστέψεις σέ τέτοια πράματα, ετσι όπως είμαστε τώρα. ' Α λλά θά δοκιμάσω ετσι κι άλλιως. ΈλπωΡΥ, όπως γράφουν καί στίς ταφό πετρες. Τώρα Έσυ θά νιώθεις δτι Σοϋ τά ζαλίζω. Καί δέν θά ' ναι ή πρώτη Σου. Έγώ στή θέση Σου θά εΙ'Χα μπου'Χτίσει. Θά ' 'Χ α τάση γιά εμετό μέ όλα τοϋτα. Βέβαια, θά μοϋ πείς, άλλο ' Εσυ καί άλλο εγώ. Ν ιώθω σάν εξωπραγματ ική που κάθομαι καί Σοϋ μιλάω ετσι. Σά νά συνομιλώ μέ ντου βάρι. Καί νά γινόταν, ε, νά . δινες άπάντηση, ε; ΕΙμαι ι'iσ-xημα μόνη . Όλομό\'α'Χη δίπλα στό τηλέφωνο. Μ έ τ ή διαφορά πώς δέν μπορώ νά 'Χρησιμοποιή σω τό τηλέφωνο. Καί νά μποροϋσα, ποιόν νά καλοϋσα; 254


Θεέ, Θ εέ. Δέν κάνω πλάκα. � Αχ, θεού λη, θεού λη μου ! Πώς μπορώ νά παραμείνω στή ζωή;

255


ΧΙΙ ΣΤΗ Σ Ι Ε ΖΑΒΕΛ


ΚΕΦ Α Λ Α ΙΟ Τ Ρ ΙΑ ΝΤΑ ΕΝΑ

ΚΑΘΕ ΒΡΑΔγ πού πέφτω γιά ύπνο, συλλογίζομαι. Τό πρωί θά

ξυπνήσω στό δικό μου σπίτι καί θά τά βρώ δλα δπως πρίνο Ά λλά καί σήμερα τό πρωί δέν τά βρή κα δλα δπως πρίνο Φοράω τόν ρουχισμό μου, θερινή στολή, είναι άκόμα καλοκαίρι. Λές καί ό χρόνος άκινητοποιήθηκε στό καλοκαίρι. ' Ι ούλιος . Απνοια τήν ήμέρα, σάουνα ή νύχτα, δύσκολο ν ' άποκο ιμηθείς. Θεωρώ όποχρέωσή μου ν ' άφήνω άχνάρια πίσω μου. Νά χαράζω γραμμές στόν τοίχο, μία κάθε μέρα, καί νά τίς κλείνω σέ κύ κλο κάθε εφτά. WΟμως, πρός τί, δέν κάνω τήν ποινή μου σέ φυλακή . Σέ τί χρησιμεύει νά καταγράφω, ν ' άποταμιεύω τόν χρόνο; 'Ά μα θέλω νά μάθω τί μέρα εχουμε, εχω τό δικαίωμα νά ρωτήσω. Χτές ήταν ή Τετάρτη ' Ιουλίου πού κάποτε τή ν Εόρταζαν γιά έπέτειο τής έθνικής άνεξαρτησίας μας, προτού τήν καταργή σουν. Σε­ πτεμβρίου πρώτη γιορτάζουν τήν ' Ε ργασία ώς μητέρα παντός άγαθού, όχι πώς εχει καμμία σχέση μέ μητέρες βέ βαια. Τώρα λέω τήν ώρα κοιτάζοντας τό φεγγάρι. 'Ώρα σεληνιακή, όχι ή λιακή. V

Σκύβω νά δέσω τά κόκκινα παπούτσια μου. Π ιό έλαφριά τά κάνουν τώρα, καί μέ διακριτικά σκισίματα βέ βαια όχι τίποτα ξεδιάντροπο σάν τά σανδάλια. Κόπος τό σκύ ψιμο. Παρ ' δλη τή γυμναστική, καταλαβαίνω τό κορμί μου νά φαρδαίνει βαθμιαία, μέ άρνιέται. Τίς γυναίκες , αύτά μας προειδοποιο ύ ν καί τό παίρ­ νουμε άπόφαση πώς θά εΙναι τά γεράματα. 'Έχω τήν αίσθηση ότι, κιόλας, βαδίζω ετσι: σκυφτή, ή σπονδυλική μου στή λη σάν έρωτηματικό, τά όστίϊ μου φρακαρισμένα άπό άσ βέστιο, ή όστεοπόρωση τά εχει μεταβάλει σέ άσ βεστόλιθους . Ν εώτερη, όταν σκέφτεσαι τά γεράματα, μπορεί νά έκτιμίϊς περισσότερο μερικά πράγματα, όσο δέν έλαττώνονται μπροστ ά σου τά χρονι­ κά περιθώρια. Μού εΙχε διαφύγει νά περιλάβω στίς άπώλειες καί ,

259


τή μείωση της ζωτικότητας. Μερικές μέρες έκτιμώ τά πράγματα γύ ρω μου πιό πολύ· τ ' αόγά, τά λουλούδια, μετά δμως λέω δέν εΙναι τίποτα, περνάω κρίση συναισθηματισμου, τό μυαλό μου γίνεται τεχνικολό ρ, σάν τίς κάρτ-ποστάλ μέ τά ώραία ή λιοβασι­ λέματα πού διαφή μιζαν στήν Καλιφό ρνια. Μέ καρδουλες Ιλου­ στρασιόν . • Ο κίνδυνος εΙναι γκρίζος. Νά εΙχα τόν ΛoυKίi έδώ, σέ τούτη τήν κρεβατοκάμαρα δση ιίSρα ντύνομαι! Γιά νά στή ναμε καβγά! Τελείως τρελό αότό, όμως τέτοια τραβίi ή ό ρεξή μου . Μ ιά γκρίνια, ποιός θά βάλει τά πιάτα στό πλυντή ριο , ποιανου σειρά εΙναι νά βάλει τά ρουχα γιά μού λιασμα, νά καθαρίσει τό μπάνιο. Κάτι καθημερινό καί άσή­ μαντο, μέσα στό σύμπαν. Μ πορεί, μέχρι καί ν' άρπαζόμαστε. 'Α σήμαντο. σημαντικό. Πόσο προκλητική πολυτέλεια θά ' τανε. 'Όχι πώς πολυ-τσακωνό μαστε, τότε. Τώρα, σκηνοθετώ άγριους καβγάδες μέ τή φαντασία μου, καί ρυθμίζω καί μιά συμφιλίωση γιά μετά. Καθισμένη στή ν καρέκλα μου . • Η στεφάνη στήν όροφή κυματί­ ζει πάνω άπ ' τό κεφάλι μου, ενας κατεψυγμένος φωτοστέφανος, ενα μηδέν. Μ ία τρύπα στό σύμπαν, δημιουργημένη άπό fva άστέρι πού εσπασε. 'Ένας κύ κλος σέ νερό, άπό πέτρα πού κάποιος πέταξε. Τά πράγματα όλα λευκά καί � KλΙKά. Περιμένω νά ξετυλιχτεί ή μέρα, νά όλοκληρώσει τήν περιστροφή της ή γη , κατά πώς τό όρίζει ή στρογγυλή φάτσα του άνελέητου ρολογιου. οι γεωμετρικές ΤΙ μέ ρες περιστ μφονται γύ ρω μας άηχα, καλσ­ γρασαρισμένες. . Ιδρώτας κιόλας στό άνω χείλος μου, περιμένω νά άφιχθεί τό άναπόφευκτο αόγό, πού θά εΙναι χλιαρό σάν τό δωμάτιο, θά ' χει μία σάν πρασινωπή πέτσα στόν κρόκο καί άδιό ρατη γεύ ση άπό θειάφι. Τήν ίδια μέ ρα, λίγο άργότερα, στόν περίπατο γιά τά ψώνια μαζί μ ' αότήν του Γκλέν Πηγαίνουμε στήν έκκλησία, όπως πάντα, καΙ κοιτάζουμε τά .

260


μνή ματα. Μετά, στό Τείχος. Μονάχα δυ ο κρεμασμένοι σήμερα: �νας καθολικός, αν καί όχι {ερωμένος, που του έχουν κολλήσει πάνω �ναν άναποδογυρισμένο σταυ ρό, καί δ αλλος άλλης αΙρ έ­ σεως που μου διαφεύγει. Στό πτώμα εΙναι σταμπαρισμένο τό γράμμα Ι, κόκκινο. Δέν σημαίνει ' Ιουδαίος, τότε θά εΙχε κίτρινο αστρο. νΕτσι κι άλλιως δηλαδή δέν υπάρχουν καί πολλοί άπό δαύτους. Έπειδή εΙχαν δηλωθεί γΙοί του ' Ιακώβ, δηλαδή εΙχαν διαχωρίσει τή θέση τους, κι ετσι τή γλUτωσαν. Αύτοί εχουν τό δικαίωμα νά κάνουν δή λωση μετανοίας, ή νά μεταναστευσουν στό Ισραή λ. Καί πολλοί εΙχαν μεταναστεύσει, αν μπορείς νά δώσεις βάση στίς είδήσεις. Τό εΙδα στήν τηλεό ραση, μιά καρα­ βιά άπό τή φάρα τους, στή γέφυρα του καραβιου, μέ τά μαυ ρα τους πανωφό ρια καί τά καπέλα καί τίς μακριές τους γενειάδες, νά ζορίζονται νά δείξουν όσο πιό . Ε βραίοι γίνεται, μέ ντύσιμο πού τό εΙχαν ψαρέψει άπό τό παρελθόν τους, οΙ γυναίκες μέ καλύ­ πτρες στά μαλλιά, νά χαμογελούν καί νά κουνάνε τό χέρι, λίγο στημένες, σά νά φωτογραφίζονταν. Καί αλλη μιά φωτογραφία, μέ ατομα είJπoρα όμως, πού περίμεναν ούρά σέ άεροδρόμιο. Αύτή του Γκλέν λέει, ετσι φυγαδεύτη καν κάμποσοι: δηλώθηκαν . Ε­ βραίοι, δέν ήταν είJKoλo όμως γιατί σέ περνάνε άπό πολλά τέστ, τώρα μάλιστα τά πράγματα εχουν γίνει πιό ζόρικα. Πάντως, γιά νά λέμε καί του στρ αβου τό δίκιο, δέν σέ κρεμάνε μόνο καί μόνο επειδή εΙσαι Έ βραίος. Σέ κρεμάνε άμα εΙσαι σαματατζής Έ βραίος καί άρνιέσαι νά επανέλθεις στήν άληθινή πίστη. vH άμα πaραoταίνεις πώς επανέρχεσαι. Καί αύτό τό είχανε στήν τηλεό ραση: νυχτερινή εφοδος, ερευνα, άπόκρυψη τροφί­ μων, σύμβολα της αΙρετικής πίστης καταχωνιασμένα κάτω άπό κρεβάτια: έφτάφωτες λυχνίες, πεντάλφες, ταλέθ, τά εΙδικά έπι­ τραχήλια τής προσευχης. Καί άπό κοντά οΙ έγκληματίες, αύτοί πού τά εΙχαν κρύψει, μέ βουλιαγμένα μάτια, άμετανόητοι, μέ τό πρόσωπο στόν τοίχο, καί οΙ Παντεπόπτες νά τους φυλάνε, καί δ έκφωνητής μέ φωνή όλο θλίψη νά μας μιλάει γιά τήν ϋπουλη συμπεριφορά τους καί τήν άχαριστία τους . VΑρα τό Ι δέν σημαίνει . Ιουδαίος. Τί μπορεί νά . ναι; Μά ρτυ•

26 1


ρες του ' Ι ε'Χω βά; ' Ιησουίτες; 'Ό,τι καί νά ' ναι, 6 άνθρωπος ε{ναι νεκρός. Τά περνάμε δ λα επιθεώρηση δπως πάντα, καί συνε'Χίζουμε τόν δρόμο μας, τραβώντας δπως πάντα πρός εναν άνοι'Χτό 'Χώρο δπου νά ' 'Χουμε τήν ευ'Χέρεια νά συνομιλή σουμε. � Αν μπορείς νά τό πείς αυτό συνομιλία, τούς ψιθύ ρους μέ κλειστά 'Χείλη, πού περνουν μέσα άπό τή 'Χοάνη τών λευκών φτερών. Τηλεγράφημα μάλλον, προφορικά σή ματα μό ρς. ' Ομιλία άκρωτηριασμένη . Δέν εΙναι φρόνιμο ν ά μένουμε πολλή ώ ρ α στό Ιδιο μέ ρος . Δέν Ε'Χω καμιά δ ρεξη νά μας συλλάβουν γιά διασπάθιση 'Χρόνου. Σή μερα παίρνουμε κατt:ύθυνση άντίθετη άπό τίς Περγαμηνές Ψυ'Χών, πρός ενα μέρος σάν πάρκο (6 θεός νά τό κάνει πάρκο) μ ' ενα μεγάλο παλαιό 'Χτίσμα δλο διακόσμηση όστερo-βι �τωριανή καί 'Χρωματιστά τζάμια. Τό ελεγαν «Μνημείο», παρ ' δτι ποτέ δέν κατάφερα νά μάθω σέ ποιανου τή μνή μη ήταν άφιερωμένο τό Μνημείο. Σέ κάποιου πεθαμένου σίγουρα. Ή Μόιρα μου εl'Χε πεί πώς αυτό ήταν τό f:στιατό ριο γιά τριτοετείς, στά πρώτα 'Χρόνια λειτου ργίας του πανεπιστημίου. Καί άν εμπαινε μέσα γυναίκα, της πετουσαν κουλουράκια καί σταφιδόψωμα, μου εΙπε, άσε τά ύπονοού μενα. Γιατί; εΙπα εγώ. Μέ τά 'Χρόνια, ή Μόιρα εl'Χε γίνει είδική σέ τέτοια άνέκδοτα. Έ μένα δέν μου πολυάρεσε αυτή ή μνησικακία άπέναντι στά παρελθόντα. Γιά νά τή διώξουν άπό κεί μέσα, εΙπε ή Μόιρα. Μπορεί δμως νά ' ταν όπως καί στά τσίρκα, εΙπα εγώ. Πού ι πετάμε φυστίκια στούς ελέφαντες . Γέλασε ή Μόιρα. Πάντα ετσι άντιδρουσε. � Α ! Mιλaμε γιά εξωτικά τέρατα, εΙπε. Στέκουμε καί παρατη ρου με αυτό τό 'Χτίριο. Τό σ-χημα του θυμίζ ει εκκλησία θά ελεγα, καθεδρική . Λέει αυτή του Γκλέν: « �A Koυσα νά λένε, εδωμέσα κάνουν τά τραπεζώματά τους οΙ Παντεπόπτες ». «Ποιός σου τό μαρτύ ρησε; » λέω. Δέν εΙναι κανείς κοντά μας,

262


μπορου με νά μιλήσουμε πιό έλεύ θερα, δμως άπό συνήθεια κρατά­ με τίς φωνές μας χαμη λωμένες . « ' Η Αμπελος » , κάνει αύτή. Παύει, μέ λοξοκοιτάζει, αΙσθά­ νομαι μάλλον παρά βλέπω μιά ρέουσα λευκότητα καθώς τά φτερά της κουνιουνται. « ' Υπάρχει παρασύνθημα», λέει. « Π αρασύ νθημα; » ρωτ άω. «Τί χρειάζεται; » « Γιά νά ξεχωρίζεις. Ποιός εΙναι δικός καί ποιός όχι». Παρ ' δτι δέν καταλαβαίνω σέ τί θά μου χ ρησιμεύσει νά ξέρω, ρωτάω: « Καί ποιό εΙναι; » « Μέρα Μαγιου », μου λέει. « Τό δοκίμασα κι έγώ μιά φορά». «Μέρα Μαγιου », λέω κι έγώ. Θυμάμαι τή ν ήμέρα έκείνη. Τό σύνθημα πού θά πεί « βοήθα». « Νά τό χρησιμοποιήσεις μόνο σέ έσχατη άνάγκη» , λέει αύτή του Γκλέν. «Δέ συμφέ ρει νά κατέχουμε στοιχεία γιά άλλους, αύτούς πού εΙναι στό δίκτυο. ν Ετσι καί μάς συλλάβουν ». Μοϋ ' ρχεται δύσκολο νά δώσω πίστη σ ' αύτά τά μισόλογα, σ ' αύτές τίς άποκαλύψεις, παρ ' δτι κι έγώ τά χρησιμοποιώ δταν στριμωχτώ. Μ ετά δμως, μου μοιάζουν άσχετα, παιδαριωδίες, σάν κάτι πού κάνεις « χάριν παιδιάς ». 'Όπως τά κορ ιτσίστικα άλ­ μπουμ μέ τά « μικρά μυστικά» ή τά μυστικά μας στό σχολείο. vH σάν τά μυθιστορή ματα κατασκοπείας πού διάβαζα τά σαβ βατοκύ­ ριακα, άντί νά στρωθώ νά τελειώσω τήν κατ ' οΙκον έργασία μου, ή σάν τή ν μεταμεσονύχτια τηλεό ραση. Συνθηματικές λέξεις, στοιχεία πού δέν έπιτρέπεται νά μεταφέ ρεις, άτομα μέ κρυφές ταυτότητες , μυστη ριώδεις σύνδεσμοι: πράγμα πού δέν μοιάζει, ένώ αύτό έπιδιώκει, μέ τό γνήσιο σχημα του σύμπαντος. 'Όμως αύτό εΙναι ή προσωπική μου αύταπάτη, δ μετά τό μεθύσι πονοκέ­ φαλος, πού τόν προκάλεσε μιά εΙκόνα της πραγματικότητας πού διδάχτηκα στούς « τότε» καιρούς. Καί « δίκτυα». Δικτύωση. Λέξη άπό τίς παλιές φράσεις της μητέρας μου, μουχλιασμένη περιθωριακή γλώσσα χτεσινών ή με­ ρών. ' Α κόμη καί έξηντάρα, ήταν άνακατεμένη σέ δραστηριότη­ τες πού τίς άποκαλουσε έτσι, παρ ' δτι, άπ ' δσο μπό ρεσα άργότερα νά καταλάβω, τό πολύ-πολύ νά σή μαινε πώς εΙχε ραντεβού γιά γεϋμα μέ κάποια άλλη γυναίκα. V

263


, Αφή νω τήν τέτοια του Γκλέν στή γωνία. «Θά Ιδωθουμε μετά .. , λέει. Π ροχωράει στό πεζοδρόμιο, έγώ παίρνω τόν δρόμο γιά τό σπίτι. Ό Νίκ μέ τό καπέλο ριγμένο πίσω. Σή μερα δέν κάνει οστε τόν κόπο νά μέ κοιτάξει. Πάντως μάλλον μέ περίμενε, γιά νά μου μεταδώσει τό βου βό έτουτο μή νυμα, γιατί άμέσως μόλις σιγου­ ρεύτη κε δτι τόν εΙδα, περνάει �να τελικό χέρι τή Ρομφαία καί φεύγει σ βέλτα πρός τήν πόρτα του γκαράζ. Διασχίζω τό μονοπάτι άνάμεσα στίς πλάκες της καταπράσι­ νης πρασιάς . • Η Σερένα Τζόυ καθ ιστή κάτω άπό τήν Ιτιά, στήν πολυθρόνα της, τό μπαστού νι στηριγμένο στόν άγκώνα της. Τό φό ρεμά της άπό κρουστό, δροσερό βαμβακερό ύφασμα. Γ ι ' αύτήν δ κανονισμός προ βλέπει χρώμα γαλιίζιο, άχνό σάν ύ δατο­ γραφίας, δχι αυτό τό πορφυρό τό δικό μου πού άπορροφά θερμότητα καί τήν έκπέμπει ταυτόχρονα. Π ροφίλ σέ μένα, πλέκει. Πώς ιiντέχει ν ' ά'γγίζει μαλλί μέ τέτοια ζέστη; Μπά, μάλλον ή έπιδε ρμίδα της θά ' χει ιiπoνευρωθεί. Μάλλον έχει χάσει τήν αίσθηση της άφης δπως αύτοί πού έχουν πάθει έγκαύματα. Χαμη λώνω τά μάτια στό λιθόστ ρωτο, περνάω άθό ρυ βα δίπλα της, έλπίζω πώς εγινα άόρατη, σίγουρη δτι θά μέ άγνοήσει. ΗΟμως δχι. « Έσύ, του Φ ρέντ », λέει. Σταματάω, άβέβαιη. « ' Εσύ, εΙπα» . Στρέφω, άντιμέτωπή της. Τά μάτια μου θαrπωμένα. « Γιά πλησίασε. Σέ θέλω ». Πατάω στό γρασίδι, στέκω δίπλα της, μέ τά μάτια χαμηλω­ μένα. «Μπορείς νά καθίσεις », λέει. «Πάρε τό μαξιλάρι, σέ θέλω, κράτα μου τό μαλλί». Κ ρατάει τσιγάρο, τό στ αχτοδοχείο στό γρασίδι, δίπλα της, μαζί μέ φλυτζ άνι τσάι ή καφέ, δέν ξέ ρω. «Δέν τήν άντέχω τήν κλεισού ρα μέσα, δ διάβολος νά τήν πάρει, μ' άρέσει τό ιiεράKΙ », λέει. Κάθομαι, ιiφήνω δίπλα τό καλάθι μου, φράουλες πάλι, κοτόπουλο πάλι, καί καταγράφω τή βλαστή μια της: καινοτομία. 264


Ταχτοποιεί στ ' άνοιγμένα χέρια μου τήν κού κλα τό νή μα, άρχίζει νά τό τυλίγει κου βάρι. Δείχνω σά δεμένη μέ λουρί σκύ λου. vH μέ χειροπέδες. νοχι, σάν πιασμένη σέ δίχτυ άρά­ χνης, πιό ταιριαστό αύτό. Τό μαλλί εΙναι γκρί κι �χει άπορροφή­ σει ύγρασία άπ ' τήν άτμόσφαιρα, σά νοτισμένη κου βερτού λα μωρού καί μυρίζει άχνά σάν μουσκεμένο πρό βατο. Τουλάχιστον θά μού μαλακώσει τά χέρια. Ή Σερένα τυ λίγει, τό τσιγάρο στήν άκρη τού στόματός της, ή κάφτρα του σιγοκαίει, καί μού ξαμολάει καπνό, πειρασμός. Αύτή τυλίγει τό νή μα άργά, μέ δυσκολία (ή άναπη ρία των χεριών της όλο καί προχωράει), ώστόσο άποφασιστικά. Μ πορεί, τό πλέξιμο νά ' ναι γι ' αύτήν γυμναστικές άσκήσεις τονωτικές γιά τή βού ληση, μπορεί καί νά της πονάει τά δάχτυλα. Μπορεί νά ' ναι καί έντολή {ατρού. Δέκα σειρές ό ψη , δέκα άνάποδη , ή μερησίως. Βλέπω τώρα έκείνα τά πλεχτ ά, μέ τά άειθαλή δέντρα καί τά γεωμετρικά παιδάκια, κάτω άπό άλλο πρίσμα: τεκμή ριο έπιμο­ νής, πού δέν θά τό �λεγα πλέον περιφρονητέο. • Η μητέρα μου ο(ίτε πλέξιμο �Kανε ο(ίτε άλλα τέτοια. 'Όμως κάθε πού �φερνε άπ ' τό καθαριστή ριο τίς καλές της μπλούζες , τά χειμωνιάτικα παλτά, φύλαγε τούς συνδετη ρες άπό τά παKέ�α, καί τούς εκανε άλυσίδα. 'Ύστερα κρεμούσε τήν άλυσίδα κάπου , στό κρεβάτι, σέ μαξιλαράκι, σέ ράχη καρέκλας, στό καπάκι τού φού ρνου, γιά νά μή ν τή χάσει. Καί μετά τή λησμονούσε . Α ργότερα, τύχαινε νά βρώ έγώ μία κάπου μέσα στό σπίτι, στά σπίτια όπου μετακομίζαμε Αχνάρια της παρουσίας της, λείψα­ να μιας πρόθεσης πού ξεθύ μανε, σάν σημάδια νά μή χάσεις δρόμο πού στρίβει καί δέν βγάζει πουθενά. Μνη μες έξημερωμέ­ νου βίου. •

.

«Αύτά» , λέει ή Σερένα. Σταματάει τό τύ λιγμα, μέ παρατάει μέ τά χέρια μου στεφανωμένα μέ μαλλί ζώου, παίρνει τό τσιγάρο άπό τό στόμα της, τό σβήνει. «Τίποτα άκόμη ; » Ξέρω σέ τί άναφέ ρεται. Δ έ ν ύπάρχουν καί πολλά θέματα γιά συζ ήτηση άνάμεσά μας. Δέν ύπάρχει πολύ κοινό �δαφoς, �ξω άπ ' 265


αυτό τό μυστηριακό πράγμα, πού στη ρίζ εται τόσο στό τυχαίο. ,, �Oχι», λέω, "τίποτα». "Λυπηρό». Δύσκολο νά τή φανταστείς μέ μωρό στά χέρια της. Φυσικά, οί Μά ρθες θά τό άναλάμβαναν. Έτούτη όμως �πιθυμεί τή ν �γκυμoσύνη μου παρ ' όλα ταυτα, νά τελειώνει πιά μ ' αότή τήν ταλαιπωρία, νά ξεμπερδεύει μ ' αότό τό ταπεινωτικό, όλο Ιδρωτίλα τρίο, τό σύ μπλεγμα πού της μουσκεύει τό στρώμα μέ τριών κορμιών ϊδρωμα, κάτω άπ ' τόν ουρανό του κρεβατιου της τόν διακοσμημένο μέ άστέρια καί άσημιά άνθη. Γαλήνη καί άκινησία. ' Α λλιώς, δέν φαντάζομαι γιά ποιό λόγο ν' άνυπομονεί γιά τή δική μου καλοτυχιά. " . Η προθεσμία σου κοντεύ ει νά λή ξει », λέει. Χωρίς �ρωτημα­ τικό, ενα γεγονός τετελεσμένο. "Μάλιστα», λέω οόδέτερα. ' Ανά βει άλλο τσιγάρο, ψαχουλεύει νά βρεί τόν άναπτή ρα, τά χέρια της χειροτερεύουν, καταφάνερο. Θά ήταν άπρονοησία μου νά κάνω πώς τή βοηθάω, θά θιχτεί. ' Α φροσύ νη νά �ντoπίσεις άδυναμία της. "Μάλλον αύτός δέν θά ' ναι σέ θέση ». Δέν ξέρω ποιόν �ννoεί. Τόν Ταξιάρχη ή τόν Θεό . � Α ν πρόκειται γιά τόν Θεό, κανονικά θά ' πρεπε νά πεί "δέν εόδοκεί ». 'Όποιον καί άν �ννoεί, εΙναι αfρεση. Μονάχα οΙ γυναίκες "δέν εΙναι σέ θέση », αότές παραμένουν πεισματικά κλειστές, κλεισμέι νες, �λαττωμαΤ ΙKές, άνάπηρες . "Μάλιστα», λέω, " ίσως δέν εΙναι σέ θέσψ). ' Υψώνω τή ματιά μου στό πρόσωπό της. Έ κείνη κατεβάζει τή δική της. Π ρώτη μας φορά κοιταχτή καμε στά μάτια γιά πολλή ιίSρα. ' Από τή μέ ρα πού πρωτογνωριστή καμε Η στιγμή τανύε­ ται σάν χορδή τόξου, ξεχειλωμένη κι �πίπεδη . Τή ν κοιτάζω: προσπαθεί νά πιάσει αν καταλαβαίνω τί παίζ εται. ,, �Iσως » , λέει, κρατώντας τό τσιγάρο πού τελικά δέν κατάφε­ ρε ν ' άνάψει. ,, �Iσως θά ' πρεπε νά ξανακάνεις μιά προσπάθεια. Μέ άλλον τρόπο » . . Υπονοεί νά τό κάνω μέ άλλη στάση ; Π ισωκολλητό; "Τί άλλον τρόπο;» λέω. Π ρέπει νά κρατηθώ σοβαρή . .

266


"Μέ άλλον άντρα», λέει. ,, ' Αφοϋ τό ξέ ρετε, δέν μπορώ», λέω, προσέχοντας νά μή μοϋ φανεί ό έιcνευρισμός μου. "Ειναι παράνομο. Ξέ ρετε τήν ποινή ». "Ναί», λέει. Τή ν περίμενε τή ν άπάντησή μου, τά ' χει σκεφτεί διεξοδικά. "Ξέ ρω πώς δέν μπορείς, ύπηρεσιακώς. 'Όμως δέν θά ' ναι ή πρώτη φορά. U Εχει ξαναγίνει, μέ πολλές. Καί συχνά». "Μέ τούς γιατρούς θέλετε νά πείτε; » λέω καί θυμάμαι τά καστανά μάτια τά δ λο κατανόηση, τό χέρι τό γυμνό άπό γάντι. Τή ν τελευταία φορά πού πή γα, ήτ αν άλλος γιατρός. Φαίνεται πώς κάποιος θά ' κανε τσακωτό τόν προηγού μενο ή κάποια θά τόν κάρφωσε. uOXl δη λαδή πώς θά βασίζονταν στόν λόγο της δίχως μαρτυ ρία. "Μερικές φορές τό συνηθίζουν», λέει, ό τόνος τής φωνής της σχεδόν πράος, παρ ' δτι άπόμακρος σά νά κανε έπιλογή άνάμε­ σα σέ δύο είδη βερνίκι νυχιών. " UΕτσι ένή ργησε αύτή τοϋ Γουώρεν. Ή Γαμετή ή ξερε φυσικά». Κάνει παύση, γιά νά μοϋ έντυπωθεί καλά αότό. "Θά μποροϋσα νά σέ βοηθή σω έγώ. Νά σοϋ έξασφαλίσω θετικό άποτέλεσμα». Τό συλλογίζομαι. " uOXl δμως μέ γιατ ρό » , λέω. " uOxl» , συμφωνεί αότή, καί γιά μία στιγμή, ετούτη τή στιγμή , είμαστε φιλαράκια, συνεταιράκια, ξαφνικά βρισκόμαστε στή ν κουζίνα μας καί κου βεντιάζουμε �να ραντεβουδάκι, κορι­ τσίστικες στρατηγικές γιά ψιλοφλερτάκια. " Καμιά φορά σ ' έκβιάζουν μετά. Δέν εΙναι άπαραίτητο νά χρησιμοποιήσουμε γιατρό. ' Α λλά κάποιον άλλο . . . πού έμπιστευόμαστε» . "Ποιόν;» λέω. "ΕΙχα ύπόψη μου τόν Νίκ » , λέει, καί ή φωνή της εΙναι σχεδόν άπαλή . "Τόν εχουμε σπίτι μας καιρό. Ε Ιναι άφοσιωμένος. Θά μποροϋσα νά. . . διευθετήσω τό ζήτημα μαζί του » . 'Ώστε αότός εΙναι ό προμηθευτής της άπό τή μαύ ρη άγορά. Καί ετσι τόν ξεπλη ρώνει; "Καί ό Ταξιάρχης;» λέω. "Τίποτα» , μοϋ λέει σάν νά τό εχει άποφασίσει. wOXl μόνο: κάτι περισσότερο. Π ρόσωπο σφιγμένο, σάν τσαντάκι πού κλεί•

267


νει μέ απόφαση. «Δέν θά τοϋ τό ποϋ με, τί άλλο; Θά τοϋ τό ποϋμε;» . Η πρόταση αίωρείται ανάμεσά μας, σχεδόν δρατή, σχεδόν άπτή: βαριά, άμορφη, σκοτεινή. Μυρίζει συνεργία, μυρίζει προ­ δοσία κάπως. Αυτή έδώ τό θέλει δπωσδή ποτε τό παιδί. «ΕΙν ' έπικίνδυνο », λέω. «Καί δχι μό νο ». Μπαίνει στό στόχα­ στρο ή ζωή μου ' πράγμα δ μως, πού θά συμβεί, άργά ή γρήγορα, έδώ ή άλλοϋ, τό θέλω είτε δχι. Αυτό τό γνωρίζουμε καί οΙ δύο μας. «Δέ χάνεις τίποτα», λέει. Αυτό πού σκεφτόμουν κι έγώ. « ΗΕγινε », τής λέω. «Ναί». Γέρνει πρός έμένα. «Κι έγώ μπορεί νά σοϋ χαρίσω κάτι», λέει. ' Επειδή ήμουνα καλό κοριτσάκι. «Κάτι πού θέλεις », προσθέτει, μαργιόλικα σχεδόν. «Τί πράμα;» λέω. Δέν πάει δ νοϋς μου, τί λαχταράω έγώ πού νά μπορεί νά μοϋ τό φέ ρει αύτή ; «Μιά φωτογραφία», λέ ει, κάπως όπως όταν κερνάνε κάτι ενα κοριτσάκι, παγωτό, ή μιά βόλτα στόν ζωολογικό κή πο. Σηκώνω τά μάτια, τή ν κοιτάζω, άπορημένη. «Φωτογραφία της», λέει. «Τό κοριτσάκι σου. Χωρίς όμως νά ' ναι καί σίγουρο. ΕΙπα: [σως ». Δηλαδή ξ,έρει ποϋ τήν πή γαν, ποϋ τήν εχουν. Τό ή ξερε έξ άρχής. Κάτι μοϋ φράζει τόν λαιμό. Τή ν ϋαινα, καί νά μή μοϋ τό ( εχει πεί, νά μή μοϋ φέρει νέα της, μιά φορά εστω! Νά μή μοϋ τό μαρτυ ρήσει! ΕΙναι φτιαγμένη άπό μαδέ ρι, άπό σίδερο, πάσχει άπό άπουσία φαντασίας. 'Όμως δέν τό ξεστo � ίζω αυτό, δέν μπορώ νά προσπεράσω αύτή τή ν έλπίδα. Δέν μπορώ νά άρθρώσω. ' Ενώ αύτή χαμογελάει, κοκέτικα μάλιστα. Μ ιά Ιδέα άπό τό παλιό της στύ λ, τό στύ λ τοϋ τηλεοπτικοϋ μανεκέν, πεταρίζ ει πάνω άπό τό πρόσωπό της, σάν στιγμιαία παράσιτα έκπομπής . « Πώς τ ό άντέχεις μ έ τέτοια ζέστη;» μοϋ κάνει. Μοϋ παίρνει τό νή μα άπό τά χέρια, όπου τό κρατοϋσα τεντωμένο άπ ' τήν άρχή τής συνομιλίας μας. 'Ύστερα παίρνει τό τσιγά ρο πού κρατοϋσε άσκοπα καί, λιγάκι άδέξια, μοϋ τό χώνει στή χούφτα, μοϋ κλείνει 268


τά δάχτυλα. " WΑvrε βρές καί �να σπίρτο», λέει. " νΕχει στήν κουζίνα, ζήτα άπό τή ν Ρίτα. Μ πορείς νά της πείς πώς εδωσα εγώ εvrολή. Μονάχα �να όμως, τόν νοϋ σου », προσθέτει ζαβολιάρι­ κα. " νοχι νά καταστρέψουμε καί τήν ύγεία μας! »

269


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τ Ρ Ι Α Ν Τ Α Δ ΥΟ

Η ΡΙΤΑ κάθεται στ ήν κουζίνα. Στό τραπέζι μπροστά της ενα

γυ άλινο άνθοδοχ είο δπου κολυμπουνε παγάκια. ' Α νάμεσά τους άναπηδουν ραπανάκια μεταμφιεσμένα σέ λουλούδια, τριαντά­ φυλλα ή του λίπες. Στή σανίδα γιά τό λιάνισμα δίπλα της, τεμαχίζ ει κι άλλα ραπανάκια, μέ πριονωτό μαχαίρι, τά χοντρά της χέρια σ βέλτα, άδιάφορα. Τό λοιπό σώμα της άκινητοποιημέ­ νο, ή φάτσα της τό ίδιο. Λές καί δουλεύει στόν ύπνο της. Πάνω στή ν λευκή έμαγέ έπιφάνεια, ενας σωρός ραπάνια, πλυμένα άλλά άκοφτα. ' Αντικε ίμενα τών Αζτέκων. Ούτε πού σκοτ ίστηκε νά κοιτάξει ποιός έμπή κε. «Τά ' φερες δ λα; » λέει μονάχα καθώς βγάζω ενα-ενα τά πακέτα νά τά περάσει επιθεώρηση. «Νά πά ρω ενα σπίρτο ; » τ ή ρωτώ. ' Εκπληκτικό πόσο πολύ μωράκι μέ κάνει νά νιώθω μονάχα μέ τό στραβομουτσούνιασμά της, τήν συναισθηματ ική της άκινησία: πόσο άσήμαντη καί κλαψού. «Σπίρτα; » λέει. «Τί δουλειά �εις μέ σπίρτα tmJ; » «Μου εδωσε άδεια ν ά πάρω ενα», λέω. Δέν θέλω νά φανερώσω γιά τό τσιγάρο. « 'Άδεια; Πο ιός; » Συνεχίζ ει νά κόβει ραπανάκια, ό ρυθμός της χωρίς διαλείψεις. «Δέν �ω εξουσιοδότηση νά σου δώσω σπίρτα. Νά μας κάψεις τό σπίτι! » « 'Άντε ρώτα την αμα θέλεις », λέω. « WΕξω εΙναι, στό γρα­ σίδι» . . Η Ρίτα ση κώνει τά μάτια πρός τό ταβάνι, σά νά συμβουλεύε­ ται βου βά κάποια θεότητα έκειπάνω. Μετά άναστενάζει, σηκώνε­ ται βαριά, σφουγγίζ ει τά χέρια έπίμονα στή ν ποδιά της, γιά νά μου δείξει πόσο μπελάς τής γίνομαι. Πάει στό ντουλάπι τό πάνω άπό τόν νεροχύ τη, μέ τό πάσο της, βρίσκει τήν άρμαθιά μέ τά κλειδιά στή ν τσέπη της, ξεκλειδώνει τό ντουλάπι. «Τά φυλαμε δώ τό καλοκαίρι », λέει σάν στόν �αυτό της. «Δέ ζητανε ν ' άνάψω '

270


φωτιά μέ τέτοιον καιρό ». Θυμάμαι απ ' τόν ' Α πρίλη πώς ή Κόρα ανάβει φωτιά στό σαλόνι, στήν τραπεζαρία, όταν ψυχραίνει ό καιρός. Τά σπίρτα εΙναι ξύλινα, σέ συρταρωτό κουτί, σάν αύτά πού φυλάγαμε γιά νά βάζουμε μέσα κοϋ κλες . Άνοίγει τό κουτί, κοιτάζει μέσα καλά-καλά, σά ν' αποφασίζει ποιό σπίρτο απ ' όλα θά μοϋ παραχωρήσει. «Δική της εύθύνη>', μουρμου ρίζει. «Ποϋ νά της πείς τίποτα! » Χώνει τή χερούκλα της, διαλέγει τό σπίρτο, μοϋ τό παραδίνει. «Κοίτα μήν πας καί βάλεις πουθενά φωτιά», λέει. «Στίς κουρτίνες της κάμαρής σου. Κάνει πού κάνει ζέστ η » . « �Eννoια σου, ξέρω. Γιά αλλοϋ προορίζεται ». Δέν σκοτίζεται νά μέ ρωτήσει γιά τί προορίζ εται. «Μωρέ δέ πά καί νά τό φας, τί μέ νοιάζει έμένα; » λέει. «ΕΙπε εχεις λαμβάνειν �να, σοϋ παραδίνω ενα καί τέρμα». Ξεμακραίνει καί ξανακάθεται στό τραπέζι. Παίρνει παγάκι άπ ' τό άνθοδοχείο καί τό χώνει στό στόμα της. Δέν τό συνηθίζ ει αύτό. Ποτέ δέν τή ν έχω δεί νά πιπιλάει παγάκια σέ ωρα έργασίας. «Μπορείς νά πάρεις καί σύ �να», λέει. «Κρίμα Θεοϋ νά φοράτε όλάκερη μαξιλαροθή κη στό κεφάλι, μέ τέτοιον καιρό ». Μένω ξερή: δέ συνηθίζει νά μέ κερνάει ποτέ τίποτα. Μ πορεί νά μυρίζεται πώς, γιά νά άνέλθω τόσο πού νά μοϋ παρέχουν καί σπίρτο, ή χειρονομία της δέν τή ν έκθέτει. 'Έγινα ετσι ξαφνικά άπό τά πρόσωπα πού καλοϋ-κακοϋ πρέπει νά τά καλοπιάνεις ; «Εόχαριστώ», λέω. Τοποθετώ τό σπίρτο στή ν τσέπη τοϋ μανικιοϋ (έκεί φυλάω καί τό τσιγάρο) μέ προσοχή νά μή μου­ σκευτεί, καί παίρνω ενα παγάκι. « Πολύ όμορφα τά ραπάνια» , λέω, άνταπόδοση στ ό δώρο πού μοϋ εκανε, μ έ δική της πρωτο­ βουλία. « "Ο,τι κάνω, θέλω νά τό κάνω σωστά, τέρμα», λέει, μού ρτζου­ φλη ξανά. « ΕΙδάλλως, ποιός ό λόγος; » Π ροχωράω στόν διάδρομο, άνεβαίνω τά σκαλιά, βιαστική . Στόν κοίλο καθρέφτη τού διαδρόμου προσπερνάω ενα κό κκινο σου­ λούπι πού πιάνω στήν ακρη τοϋ όπτικοϋ μου πεδ ίου , ενα φάντα­ σμα άπό κόκκινο καπνό. Ή φαντασία μου ντου μανιασμένη από 271


καπνό, αύτό νά λέγεται, τόνε νιώθω άπό τώρα στή στοματική μου κοιλότητα, νά· κατεβαίνει μέ βαθιές ρουφηξιές στά πλεμόνια μου, νά μέ γεμίζει μ' ενα μακρόσυρτο πλούσιο βρώμικο στεναγμό πού μυρίζει κανέλα, καί μετά ή εφό ρμηση της νικοτίνης πρός τά αίμοφό ρα άγγεία μου . Κανονικά, μετά άπό τόσον καιρό θά πρεπε νά μοϋ φέρει ναυτία. Δέν θά μοϋ ' κανε εντύ πωση. Α λλά κι fτσι, εγώ τό καλωσορίζω. Π ροχωράω στόν διάδρομο, ποϋ νά πάω νά τ' άνάψω; Στό μπάνιο, μέ τό νερό άνο ιχτό γιά νά καθαρίζει ή άτμόσφαιρα, στήν κρε βατοκάμαρα, καί νά τό πάω δλο κοφτές λαθραίες ρουφηξιές μπροστ ά στό άνοιχτό παράθυ ρο; Ποιός θά μέ κάνει τσακωτή ; Ποιός ξέρει. ' Α κόμη καί τή στιγμή πού παίρνω μέ τή φαντασία μου προκαταβολή άπό τήν επερχόμενη πολυτέλεια, καί στό στόμα μου συγκεντρώνεται σάλιο, σκέφτομαι κάτι άλλο. Δ έν τό ' χω άνάγκη νά τό καπνίσω. θά μποροϋσα νά τό θρυμματίσω, νά τό ρίξω στή λεκάνη καί νά τραβή ξω τό καζανάκι. �H θά μποροϋσα νά τό μασήσω καί νά ζαλισΤώ fτσι, κι fτσι σέ πιάνει ή νικοτίνη, μιά πρέζα κάθε τόσο καί νά κρύ βω τό ύπόλοιπο. Μέ τή λύση αύτή, μοϋ μένει δικό μου τό σπίρτο. θά κάνω μιά τρυπούλα στό στρώμα, θά τό παραχώσω προσεχτικά. Τόσο λεπτό πραγματά κι, ποιός νά τό προσέξει; Κι fτσι θά βρίσκεται τή νύχτα δίπλα μου, θά κοιμάμαι μέ τό σπίρτο γιά δπλο. Καί θά μποροϋσα νά κάψω τό σπίτι συθέμελα. Πάρα πολύ εκλεπτυσμένη σκέψη , μοϋ φέ ρνει άνατριχίλα. Μετά, μιά δραπέτευση σβέ λτη, στό παρατ ρίχα. •

'Έχω ξαπλώσει στό κρε βάτι, τάχα πώς κοιμάμαι: ή ύποχρεωτική μεσημβρινή κατάκλιση . . Ο Ταξιάρχης χτές βράδυ, τά δάχτυλα ενωμένα, νά μέ κοιτάζει πού καθόμουν καί άλειβα τά χέρια μου μέ μιά λιπαρή κρέμα. Σκέφτηκα νά τοϋ ζητήσω ενα τσιγάρο, πώς μοϋ ήρθε, μετά δμως 272


εΙπα, άσε. Ξέρω πιά νά μή ζητάω πάρα πολλά μαζί: Δέν θέλω νά νομίσει πώς τόν έκμεταλλεύομαι. Κυρίως , δέν θέλω νά τόν διακόψω. Χτές επινε κάτι, ούίσκυ μέ νερό. Συνήθισε πιά καί πίνει μπροστά μου, νά χαλαρώσουν τά έλατή ρια μετά άπό τό κού ρντι­ σμα τής ήμέρας, λέει. Πού θά πεί, πρέπει νά συμπεράνω πώς δέχεται πιέσεις. Ποτέ του δμως δέν μου προσφέρει καί μένα, κι ετσι δέν ζητάω: καί οΙ δύο ξέρουμε γιά ποιά ύπηρεσία εχει έπιστρατευθεί τό κορμί μου. 'Όταν τόν καληνυχτίζω, τόν φιλάω σάν έπίτ ηδες, ή άναπνοή του μυρίζει άλκοό λ, κι έγώ τή ρουφάω σάν καπνό. ' Ομολογώ πώς άπολαμβάνω αύτή τή μπουκιά άπό συ βαριτισμό. Καμιά φορά, μετά άπό κάμποσα ποτή ρια, άνοηταίνει καί άρχίζει νά κλέβει στό σκρ άμπλ. Μέ παροτ ρύ νει νά τό έφαρμόσω κι έγώ, κι ετσι χρησιμοποιουμε κι άλλα ψηφία καί φτιάχνουμε λέξεις πού δέν υπάρχουν, λέξεις δπως εξαπνος, τράχες, καί ε[μαστ ε δ λο χάχανα. Καμιά φορά άνοίγει καί τό ραδιόφωνό του τών βραχέων γιά �να-δυό λεπτά. Τό κάνει γιά φιγού ρα, νά μου έπιδειχτεί πώς τολμάει νά πιάσει μέχρι καί τό « ' Εδώ Ράδιο ή ' Ελεύθερη ' Αμερική ». 'Ύστερ α τό κλείνει. Κέ ρατα αύτοί οΙ Κου βανέζοι, λέει. 'Όλες αύτές οΙ άνηθικότητες ! Καμιά φορά, μετά πού τελειώνει ή παρτίδα, κάθεται στό πάτωμα δίπλα στή ν καρέκλα μου καί μου κρατάει τό χέρι. Τό κεφάλι του εΙναι λιγάκι πιό κάτω άπ ' τό δικό μου, κι έτσι δταν γυρνάει νά μέ κοιτάξει μέ βλέπει άπ ' τό ϋψος πού θά ' χε �να παιδάκι. Θά πρέπει νά τόν εύχ αριστεί αύτό, αύτή ή μεταμφιεσμέ­ νη κατωτερότητα. Αύτός πάει γιά νούμερο ενα, λέει ή τέτοια του Γ κλέν. ' Ο νού μερο ενα. 'Άμα τόν βλέπεις έτσι, άδύνατο νά τό πιστέψεις πάντως. Καμιά φορά δοκιμάζω νά μπώ στή θέση του. Θέμα πολεμικής τακτικης, γιά νά προμαντέψω μέ τί τρόπους θά μπορουσε νά έπη ρεαστεί ή συμπεριφορά του άπέναντί μου. Δύσκολο νά πιστ έ­ ψω πώς έχω έξουσία πάνω του, δποιου ε[δους , δμως τό έφαρμόζω. Σέ κάτι παρεμφερές. Μία στό τόσο, νομίζω πώς μπορώ νά δώ τόν 18

273


εαυτό μου, άν καί θολά, δπως μέ βλέπει εκείνος . • Υπάρχουν πράγματα πού θέ λει νά μου άποδείξει, δώρα πού επιθυμεί νά χαρίσει, μικρές χάρες πού θέλει νά προσφέ ρει, τρυφεράδες πού θέλει νά εμπνεύσει. Θέλει. Σίγου ρα. Π ροπαντός άφου πιεί κάμποσο. Καμιά φορά γίνεται εριστ ικός, άλλοτε τόν πιάνει φιλοσοφική διάθεση. Είτε θέλει νά εξηγή σει διάφορα, νά δικαιολογηθεί. 'Όπως χτές. Δέν εΙχαν μόνο οΙ γυναίκες πρό βλημα, λέει. ΟΙ άντρες κυρίως εΙχαν. Δέν τούς εΙχαν απομείνει προοπτικές. Τίποτα. Τίποτα; λέω. Μά, εΙχαν . . . Τίποτα. Γιά τούς άντ ρες εΙχαν κλείσει τ ά σύ νορα, λέει. Μά, μπορουσαν νά κάνουν χρή μα, λέω, κάπως βιαστικά. Τώρα πού μιλάω δέν μέ φο βίζει. Πώς νά φο βηθείς άντ ρα πού κάθεται καί σέ χαζεύει καθώς πασαλεί βεσαι μέ κρέμα. Αύτή ή άπουσία φό βου εΙναι επικίνδυνη . Τί ν ά τ ό ' καναν; λέει. Μ ιλaς θεωρητικά. ' Α λλου άναφέρομαι εγώ: δέν τούς εΙχε απομείνει καμμία προοπτική μέ τίς γυναίκες . Γιατί τό λέτε αύτό; λέω. Καί τά τροχο-όφθαλμοπορνεία πού άνθούσαν σέ κάθε γωνία; Πιό πολλά κι άπ ' τά τροχόσπιτα. Δέν άναφέ ρομαι στό σέξ, λέει. Αύτό ήταν μέρος τού προ βλή­ ματος, τό σέξ παραείχε καταντήσει εύκολο . . Ο καθένας μπορού­ σε νά τό άγοράσει. Δέν όπή ρχε ίδεώδες, άξιο νά εργαστείς, νά παλέψεις γι ' αύτό. 'Έχουμε στή διάθεσή μας τά στατιστικά στοιχεία τής εποχής. Ξέ ρεις γιά ποιό πράγμα διατύπωνα... παρά­ πονα κυρίως ; Γιά παντελή άπουσία αίσθή ματος. ΟΙ άντρες εΙχαν άρχίσει ν ' άδιαφορούν καί γιά τό σέξ ακόμη. ' Αδιαφορούσαν καί γιά τόν γάμο. Καί τώρα; ' Ενδιαφέ ρονται; λέω. Ναί, λέει, καί μέ κοιτάζει. Πολύ. Σηκώνεται, κάνει τόν γύ ρο τού τ ραπεζΙΟύ, μέ κατεύθυνση πρός τήν καρέκλα όπου κάθομαι. ' Α πλώνει τό χέρι του στόν ώμο μου, από πίσω. Δέ μπορώ νά τόν βλέπω τώρα. Θέλω νά γνω ρίσω τί σκέφτεσαι, λέει ή φωνή του , πίσω μου.

274


� Α , δέν σκέφτομαι καί πολύ εγώ, λέω χαζοχαρού μενα. Αύτός γυρεύει οίκειότητες , άλλά μήν τίς περιμένει. Δέν ύπάρχει κανείς άπολύτως λόγος νά σκέφτομαι εγώ, δέν νομίζ ετε; λέω. Δέν ύπολογίζεται αύτό πού σκέφτομαι εγώ. � Α λλωστε, χ άρη σ ' αύτό ξεχνιέται καί μού λέει διάφορα. � Eλα τώρα, λέει καί μέ ζουλάει λιγάκι μέ τά χέρια του. Μ ' ένδιαφέρει ή γνώμη σου. Διαθέτεις μιά άλφα εξυπνάδα, δέ μπορ εί νά μiι ν εχεις γνώμη. Σέ ποιό θέμα; λέω. Γι ' αότό πού επιτελέσαμε, λέει. Τίς λύσεις πού δώσαμε. , Ακινητοποιούμαι άπόλυτα. Π ροσπαθώ νά ε κκενώσω τό μυα­ λό μου . Π ροσηλώνω τή σκέψη μου στόν οόρ ανό , νύχτα, όταν άπουσιάζει τό φεγγάρι. Δ έν εχω γνώμη, λέω. , Αναστενάζει, τά χέρια του μαλακώνουν, χωρίς ν ' άποσυ ρ­ θούν άπό τούς ώμους μου. Γνωρίζ ει καλά τί σκέφτομαι, τώρα! Δέ γίνεται όμελέτα δίχως νά σπάσεις αόγά, λέει μετά. Π ιστ έ­ ψαμε ότι θά δδηγήσουμε τό πράγμα σέ μιά βελτίωση. Βελτίωση; λέω, ή φωνή μου μιά κλωστή. Π ώς μπορεί νά πιστεύει ότι αύτό εΙναι βελτίωση ! Β ελτίωση ποτέ δέν σημαίνει πώς τά πράγματα θ ά γίνουν καλύτερα γιά τόν κάθε εναν άτομικά. Γιά δρισμένους χειροτε­ ρεύουν. Ξαπλωμένη ακινητη , δ νοτισμένος άέρας άποπάνω μου σάν κάλυμμα. Σάν γη . Έ πιθυμώ μιά βροχή. 'Όχι: καταιγίδα, μαύ ρα σύννεφα, άστραπές, βροντές πού άπειλούν τήν άκοή . Καί νά γίνει διακοπή ρεύματος. Κι εγώ νά κατέ βω στή ν κουζίνα νά πώ φο βάμαι, νά κάτσω μέ τή Ρίτα καί τήν Κόρα στό τραπέζι της κουζίνας, κι αύτές θά μού δώσουν άδεια νά φο βηθώ, επειδή τό ίδιο φο βούνται κι αύτές, καί θά μ ' άφήσουν νά κάτσω. Μέ φωτισμό άπό κεριά, θά κοιτάζουμε ή μία τό πρόσωπο της άλλης νά χάνεται καί νά επανέρχεται, κατά τά λευκά διαλείμματα πριονωτού φωτός εξω άπό τά παράθυρα. Κύριε, ή Κόρα νά λέει. Κύριε τών δυνάμεων, μεθ ' ήμών γενού. Καί δ άέρας νά ' ναι καθαρότερος μετά, καί πιό άνάλαφρος. 275


Κ οιτάζω στό ταβάνι, τόν κύ κλο άπό γύψινα άνθη. Σχεδίασε εναν κύκλο, στάσου στή μέση του, θά σέ προστατέψει . Α πό τό κέντρο κρεμόταν ενας πολυέλαιος , καί άπό τόν πολυέλαιο κατέ­ βαινε ως κάτω ενα σεντόνι στριμμένο σέ σκοινί. ' Ε κεί τή βρή καν κ ρεμασμένη, τόσο άνάλαφρα, σάν l:κκρεμές. W Ετσι όπως, παιδά­ κι, κρεμιέσαι μέ τά δυό σου χέρια άπό κλαδ ί δέντρου. Ε Ιχε έξασφαλίσει σίγουρο θάνατο, δέν εΙχε φό βο πλέον νά τήν προλάβουν όταν ή Κόρα άνοιξε τή ν πό ρτα. Μερικές φορές εχω τήν αίσθηση πώς άκόμα κρέμεται l:δωμέσα, παρέα μου . Νιώθω l:v τάφφ. .

276


Κ ΕΦΑΛ ΑΙΟ Τ ΡΙΑ Ν ΤΑ Τ ΡΙΑ

Π ΡΟ ΧΩ ΡΗΜΕΝΟ απόγευμα, δ ού ρανός σάν λερωμένος, τό ή λιο­

φως σκόρπιο αλλά βαρύ ' Ι:πικάθεται παντού σάν μπρουντζόσκο­ νη . Βαδίζουμε σιγανοπερπατούσες στό πεζοδρόμιο, Ι:γώ καί ή απαυτή τού Γκλέν. ' Α νά ζεύγη. 'Ένα ζευγάρι Ι:μείς, καί μπροστά μας άλλο, κι άλλο απέναντι. Π ρέπει νά ' μαστε αριστού ργημα από απόσταση. Γραφικές, σάν φλαμανδές βοσκοπού λες σέ ταπε­ τσαρία, σάν ράφι γεμάτο από πή λινες άλατ ιέ ρες έποχές, σάν στολίσκος από κύ κνους, ή δ,ΤΙ άλλο πού Ι:παναλαμ βάνεται μέ μιά nάχιστα διακρινόμενη χάρη καί δίχως παραλλαγές. θέαμα κατευναστικό γιά τά μάτια, τούς ' Οφθαλμούς καί τούς Παντεπό­ πτες : γι ' αύτούς άλλωστε ό ργανώνουμε τό θέαμα. Πάμε γιά προσευχοπανή γυρη, νά μοστ ράρουμε τό πόσο πειθή νιες καί θεοφο βούμενες είμαστε. Έδω δέν εχει πράσινο, δέν βλέπεις Ο\Jτε γαλατσίδα, οί πρασιές εΙναι κου ρεμένες σύ ρριζα. Λαχταράω νά βρω μιά γαλατσίδα, άς εΙναι καί μία, σκεπασμένη μέ σκουπίδι, ξεδιάντροπα σκονισμέ­ νη, φυτρωμένη ίσα-ίσα Ι:κεί πού νά ένοχλεί τήν άρμονία καί μόνιμα κίτρινη σάν τόν ή λιο. Χαρωπή καί λαϊκή, νά λάμπει τό ίδιο γιά δλους. Τίς φτιάχναμε δαχτυ λίδια, θυμάμαι, καί στεφάνια καί περιδέ ραια, μέ τά δάχτυλά μας λεκιασμένα από τό γάλα τους. �H, δταν κρατούσα μία κάτω από τό σαγωνάκι της: Σού dpέσε, τό βούτυρο; Τίς μύ ριζε καί κολλούσε γύρη στή μύτη της. ΓΗ μήπως μιλάω γιά νεραγκού λες ;) uH δταν εΙχαν σποριάσει καί τό άνθος τους εΙχε γίνει ξερές «γατού λες », ετσι τίς λέγαμε. uH « κλέφτες ». Τή βλέπω σάν τώρα νά τρέχει στήν πρασινάδα, αύτήν Ι:δώ τήν πρασινάδα πού άπλώνεται τώρα μπροστά μου, στά δύο, ή στά τρία της χρόνια, ν' ανεμίζ ει' μιά πικραλίδα σάν λάμψη από διαμάντι, μιά μικρή ράβδος από λευκή φλόγα, ό αέρας νά γεμίζει από μικροσκοπικά αλεξίπτωτ α. ΝΕ κανε παιχνίδια της καί τά άλλα λουλούδια, αύτά πού λέγαμε ρολόγια. Φύσα το καΙ πές μου τΙ 277


ιδρα λέει. Καί οί γατού λες πετούσαν μέ τήν έαρινή ai)pa. ΕΙχε καί ' ' μαργαρίτες . Παίζαμε τό μ άγαπα. δέ μ άγαπιi

Μπαίνουμε ού ρά γιά νά περάσουμε άπό τόν ελεγχο, άνά δύ ο καί δύο καί δύο, σάν μαθή τριες Ιδιωτικού σχολείου πού πήγαν έκδρομή καί άργησαν νά έπιστρέψουν. Π ού άργησαν χρόνια πολλά νά έπιστ ρέψουν, καί τώρα εχουν μεγαλώσει, ξεβλαστώσει πιά: πόδια, κορμός, φουστάνια, δλα. Σάν μαγεμένες άπό ραβδί μάγισσας . Π αρ αμύθι, ελεγα μέσα μου. ' Αλλά δέν εΙναι. Μάς περνούν άπό ελεγχο μόνο, άνά δύο, καί συνεχίζουμε τό περπά­ τημα. Μετά άπό κάμποσο στρέφουμε δεξιά. Π ροσπερνώντας τά "Κρίνα», κατωφερικά πρός τό ποτάμι. Πολύ τό ' θελα νά πή γαινα ώς έκεί, πού εχει όχθες πλατιές καί ξαπλώναμε γιά ή λιοθεραπεία, δίπλα στά τόξα τών γεφυριών. U Αν προχώραγες παράλληλα μέ τούς μαιάνδρους τού ποταμιού, θά ' φτανες στή θάλασσα. 'Όμως τί νά κάνεις έκειπέρα; Νά μαζέψεις κοχύ λια, ν' άποναρκωθείς πάνω στά γλιστερά βράχια. Δ έν θά πάμε στό ποτ άμι, βέ βαια, κι οi)τε θά δοϋ με τούς μικρούς θόλους στά παρόχθια κτίρια, λευκά μέ γαλάζια καί χ ρυσαφιά μπορντού ρα, πού έκπέμπουν άγνότητα. Στρί βουμε στή γωνία ενός πιό σύγχρονου κτίσματος, δπου μιά πελώρια σημαία κρέμεται σά σεντόνια πάνω άπό τήν είσοδο -ΣΉΜΕΡΟΝ ΠΡΟΣΕγ­ ΧΟΠΑΝΗΓΥΡΙΣ rVNA IKΩN. Ή σημαία κουκουλώνει τό άρ-χικό όνομα τού χτιρ ίου, έπώνυμο κάποιου προέδρου πού δολοφό νη­ σαν. Κάτω άπ ' τήν κόκκινη έπιγραφή , άλλη μιά άράδα, μέ μικρότερα στοιχεία, μαύ ρα αύτ ά, στίς δύο άκρες άπό ενας όφθαλμός πολύπτερος : Ο ΘΕΟΣ ΑΠΟ1ΈΛΕΙ ΕΘΝΙΚΟΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑ . Στίς δύο πλευρές τής εισόδου οΙ αΙώνιοι Φρουροί, δύο ζεύγη , τέσσεροι συνολικά, ενοπλοι, κοιτάζουν ίσια μπροστ ά. Σχεδόν τούς νομίζ εις γιά γύψινα όμοιώματα, άπ ' αύτ ά πού εστηναν μπροστά στά μαγαζιά παλαιότερα, μέ τό νοικοκυρεμένο τους χτένισμα, τίς σιδερωμένες στολές καί τίς νεαρές φάτσες πού μοιάζουν σάν έπιχρισμένος γύψος . Σή μερα, καΙ τά τέσσερα παιδιά εΙναι καλοφτιαγμένα, δέν μας βάλανε σπυριάρικα. Καθέ278


νας μέ όπλοπολυ βόλο όπλισμένο, ή ασφάλεια σηκωμένη , ετοιμοι γιά όποιαδή ποτε έπίφο βη ή ανατρεπτική πράξη πού ύποψιάζον­ ται πώς μπορουμε νά διαπράξουμε έκειμέσα. Ή τελετή θά γίνει στή σκεπαστή αύ λ ή, πού διαθέτει εναν στενόμακρο χώρο, καί στέγη μέ φεγγίτες . Δέν εΙναι δημόσιος χώρος προσευχής, κανονικά θά ' πρεπε νά νοικιάσουν τό ποδο­ σφαιρικό γή πεδο γιά κάτι τέτοιο, χρησιμοποιείται μόνο γιά τίς ανάγκες τής περιοχής μας. Δ εξιά εχουν τοποθετηθεί σειρές αναδιπλού μενα ξύλινα καθ ίσματα γιά τίς Γαμετές καί θυγατέ ρες τών άνωτέρων, αξιωματούχων ή βαθμούχων, δέν ύπάρχει καί τόση διαφορά μεταξύ τους. ΟΙ έξώστες μέ κάγκελα τσιμεντένια εΙναι γιά τίς κατωτέρων βαθμών γυναίκες, Μά ρθες , Οί κονογαμε­ τές μέ τά πολύχ ρωμα ριγέ τους . Γ ι ' αύτές δέν εΙ ναι ύποχρεωτική ή προσέλευση στήν προσευχοπανή γυρη, είδικά γιά δσες εχουν ύπη ρεσία ή μικρά παιδιά, πάντως οί έξώστες εΙναι πάντα φίσκα. Θά τό ' χουν γιά ψυχαγωγία, κάτι σά τσίρ κο. Κ άμποσες Γαμετές βρίσκονται κιό λας καθ ισμένες , μέ τά καλά τους κεντητά γαλάζια. Νιώθουμε τά μάτια τους απάνω μας, καθώς προχωραμε άνά δύο, μέ τά κό κκινα ένδU ματά μας στή ν απέναντί τους μεριά. Γινό μαστε αντικείμενο χαζέματος πρώτα, καί ψιθύ ρων αμέσως μετά. Τό νιώθουμε πάνω μας, σάν μικρού λι­ κα μερμύγκια πού τρέχουν πάνω στό ξεγυμνωμένο δέρμα μας. , Αποδώ δέν εχει καρέκλες . • Ο χώρος ό δικός μας εΙναι περιφραγμένος μ ' ενα σάν μεταξωτό στριφτό κοκκινωπό κορδό­ νι, σάν αύτά πού χρησιμοποιουσαν στά ταμεία του σινεμά δταν εΙχε ούρά. Τό κορδόνι αύτό μας απομονώνει από τούς λοιπούς, εΙναι σημαδού ρα, προφυλάσσει τούς άλλους άπό τά μιάσματα, εΙναι τό μαντρί μας, ή κλού βα μας. 'Όπου καί μπαίνουμε. Φτιάχνουμε αράδες , αύτό τό εχουμε μάθει καλά πιά, καί μετά γονατ ίζουμε στό τσιμεντένιο δάπεδο. «π αμε πίσω », μουρμουρίζει δίπλα μου αύτή του Γκλέν. «Γιά νά μιλαμε πιό άνετα». Καί αφου γονατίσουμε, τά κεφάλια μέ μία έλαφριά κλίση πρός τά κάτω, ακου με γύρω μας ενα σούσουρο, σάν πέρασμα έντόμων σέ ψηλό, ξερό χό ρτο: ενα σύννεφο από ψιθυ ρισμούς. Έδώ εχουμε τήν εύχέρεια νά κυκλοφορου με είδή279


σεις πιό άνετα, νά μεταφέ ρουμε στή διπλανή μας κάτι πού εΙπε ή παραδίπλα. Έ δώ τούς εΙναι δύ σκολο νά ξεχωρίσουν ποιά άπό μας εΙπε ή άκουσε δ,τι είπώθηκε. Καί οϋτε τούς συμφέ ρει νά διακόψουν τήν τελετή, μπροστά στίς τηλεοπτ ικές μηχανές λή ­ ψεως. Αύτή τού Γ κλέν μέ σκουντάει μέ τόν άγκώνα της, έγώ ύψώνω τή ματιά, άργά καί λαθραία. 'Όπως εfμαστε γονατισμένες, βλέ­ πουμε άνετα τήν εfσοδο της αύ λης. Κ όσμος μπαίνει συνέχεια. M ίiλλoν τή ν Ζανίν θά ' θελε νά μού δείξει: μπαίνει ζευγάρι μέ μιά καινού ργια, δχι τήν άλλη , τήν παλιά. Δέν τήν ξέ ρω αύτήν. Π ού θά πεί, ή Ζανίν μεταφέ ρθηκε σέ νέο κοινό βιο, πάλι μετάθεση. Π ρόωρο δέν εΙναι; Τί επαθε, μή πως εχει πρό βλημα μέ τό γάλα της; ' Ο μόνος λόγος νά τή μεταθέσουν, έκτός κι άν εγινε τσακωμός Υιά τό μωρό. Αύτό τυχαίνει συχνότερα άπ ' δσο νομίζεις. Μόλις τό γέννησε, μπορεί ν ' άρνήθηκε νά τό παραδώ­ σει, άν κρίνω άπ ' τά φαινόμενα. Κάτω άπ ' τό κόκκινο φουστάνι τό κορμί της εΙναι πολύ άδυνατισμένο, κοκαλιάρικο, κι εχει χάσει τό φεγγο βόλημα πού δωρίζ ει ή έγκυμοσύ νη. Τό πρόσωπό της εΙναι λευκό καί γεμάτο γωνίες, λές καί της εχουν ρουφήξει κάθε χυμό άπό μέσα της. «Τζάμπα ό κό πος », ή τέτοια τού Γ κλέν λέει δίπλα μου καί μού δείχνει τή Ζανίν μέ τή ματιά. «Λειψό της βγη κε» . Μιλάει γιά τό μωρό πού ε κανε ή Ζανίν, αύτό πού πέρασε σέ άλλης χέρια άπό τόν κό λπο της Ζανίν, τό μωρό πού βάφτισαν , Α γγέλικα. Σφάλμα νά τό βαφτίσουν τόσο πρόωρα. Μέ κυριεύει άσθένεια στό βαθύτερο σημείο τού στομαχιού μου. �Oχι άσθέ­ νεια, �να σάν άδειασμα. Δέν θέλω ν ' άκούσω σέ τί ήταν λειψό τό παιδί. « Θεέ μου », λέω. Νά περάσει άπ ' τά σαράντα κύματα άδίκως. Γιά τό τίποτα! «Τό δεύτερό της », συνεχίζει ή άλλη. « Καί δέ βάνω στό λογαριασμό τό δικό της, τό πρίνο . Α πέβαλε 6χτώ μηνών, δέν τό ήξερες ; » Κ οιτάζουμε καθώς ή Ζανίν μπαίνει στόν περιφραγμένο χώρο. Φοράει τόν πέπλο τού παρία, πού καταδηλώνει πώς τήν έγκατέ­ λειψε ή τύχη. Μέ βλέπει, άποκλείεται νά μή μέ βλέπει, δμως μέ 280


κοιτάζει σά νά εlμαι τζάμι. Χωρίς χαμόγελο θριάμβου πλέον. Στρέφει, γονατίζει, τώρα μόνο τή ράχη της βλέπω, λιανοκόκαλη , σκυφτοί οΙ ώμοι της. "Ρίχνει τό φταίξιμο άπάνω της», αότή τού Γκλέν μού ψιθυρί­ ζει. "Δύο άπανωτ ά. Έπειδή άμάρτησε. Μεταχειρίστηκε κάποιον γιατ ρό, λένε, δέν ήταν άπ ' τόν Ταξιάρχη της». Δέ μπορω νά τής πω δτι τά ξέρω, γιατί θ' άναρωτηθεί άπό πού. Π ιστεύει πώς εlναι ή μοναδική μου πηγή γιά τέτοιες πληροφορίες . Καί ξέρει άφάνταστα πολλές. Ποιός της τό σφύρι­ ξε γιά τή Ζανίν; Καμιά Μάρθα; ' Ε κείνη πού �βγαινε γιά ψώνια μαζί μέ τή Ζανίν; �H τό κυκλοφό ρησαν οί Γαμετές tKEi πού ύφαίνουν τόν ίστό τους μεταξύ τείου καί οίνου; -Ετσι θά μιλήσει καί γιά μένα ή Σερένα Τζόυ άν tνεργή σω δπως tπιθυμεί; Τό δέχτηκε. χρυσή μου. dμiσως μόλις της τό πρότεινα, μέ τήν πρώτη, νομlζεις θά εΙχε dναστολές aι}τή. θά πεί «δχι» aι}τή, δ, τι δίποδο μ , έναν δρθιο άποτέτοιον τής φτάνει καί της περισσεύει. Λdτές δέν διαθέτουν ώαισθησίες oι'Jτε συναισθηματικό κόσμο σάν Aμiiι:;. Καί οί άλλες , γερτές πρός τό μέρος της, καθιστές : ΤΙ βόθρος, χρυσή μου, δλο φρίκη καί φαγού ρα άνάμεσα στά σκέλια τους. Μά πώς ε1χε τό θράσος; Πώς; Πότε; -Ετσι θά ' καναν, δρκο παίρνω καί μέ τήν Ζανίν. "Φοβερό », λέω. Γιά νά λέμε καί τήν άλήθεια, τά θέλει τά τέτοια ό όργανι­ σμός της τής Ζανίν, φορτώνεται τό σφάλμα, άποφασίζει πώς γιά τίς άναπη ρίες τού μωροΟ ύπεύθυνη ήταν ή ίδια μόνο. Διότι βλέπεις, καθεμία θά βγεί νά κάνει τά πάντα παρά νά παραδε'lτεί πώς δ βίος της ήταν άχρηστος. Π ώς περιττεύει ώς 6παρξη . 'Ένα πρωί tKEi πού ντυνόμαστε, παρατή ρησα πώς ή Ζανίν φό ραγε άκόμη τό λευκό ννχτικό της. Καθισμένη άκίνητη στή ν ακρη τού κρεβατιού της. Γύ ρισα τή ματ ιά μου πρός τίς διπλές πό ρτες τού γυμναστη­ ρίου, δπου συνήθως �στεKαν φρουροί οΙ Νονές, γιά νά δω αν ή Ζανίν κοίταζε πρός τά tKEi, οΙ Νονές άπουσίαζαν. Εlχαν άρχίσει νά μας l'louv κάποια tμπιστοσύνη . Καμιά φορά μας άφηναν δίχως tπιστασία καί στήν τάξη, άκόμη καί στή ν καφετέρια, 28 1


όλό κλη ρα λεπτά. Σίγουρα, αύτή πού εΙχε βάρδια θά ' χ ε πεταχτ εί γιά τσιγαράκι καί καφέ. Κοίτ α, εΙπα στήν V Αλμα, πού �μενε στό δίπλα μου κρεβάτι. Ή V Αλμα κοίταξε πρός τή μεριά της Ζανίν. 'Ύ στερα πή γαμε κοντά της. Βάλε τά ρουχα σου, Ζανίν, Τι 'Ά λμα μίλησε στή ν λευκή πλάτη της Ζανίν. Δέν εχουμε ό ρεξη ν ά μας κοτσάρουν εξτρα προσευχές γιά χάρη σου. 'Όμως Τι Ζανίν δέ ν ελεγε νά κουνηθεί. Στό μεταξύ εΙχε πλησιάσει καί Τι Μόιρα. Αύτό �γινε προτου δραπετεύσει, γιά δεύτερη φο ρά. Κούτσαινε άκόμη άπ ' δ,ΤΙ της εΙχαν κάμει στό πόδι. νΕφερε γύρο τό κρεβάτι, γιά νά μιλήσει στή ν Ζανίν. ' Ελάτε κοντά, εΙπε στήν V Αλμα κι έμένα. ΕΙχαν άρχίσει στό μεταξύ νά μαζεύονται κι άλλες, είχαμε γίνει κάμποσες. Κάντε πιό πίσω, τούς εΙπε Τι Μόιρα, μή δημιουργείτε θέμα, τί θά γίνει ετσι καί μπουκάρει μέσα Τι τέτοια; ' Εμένα Τι ματιά μου στή Ζανίν. Τά μάτια της άνοιχτά, δμως καθόλου δέν μέ εβλεπε. ΕΙχαν γίνει πολύ στρογγυλά, πολύ άνοιχτά, καί τά δόντια της εΙχαν προ βάλει σ ' ενα άκινητοποιη­ μένο χαμόγελο. Μέσα άπ ' τό χαμόγελο, τά δόντια, κάτι ψιθύ ριζε άλλά στόν �αυτό της. ' Αναγκάστηκα νά σκύψω πολύ κοντά της. Γειά σας, εΙπε, άλλά όχι σέ μένα. Μέ λένε Ζανίν. Ε{μαι Τι περιποιήτριά σας γιά σή μερα. Νά σας φέ ρω εναν καφέ γιά άρχή; Καί μετά παραγγέ λνετε; Τή βάψαμε ! Γαμώτο, εΙπε Τι Μόιρα 'δίπλα μου. Μή βλαστημας, εΙπε ή V Α λμα. Ή Μόιρα επιασε τήν Ζανίν άπ ' τούς ώμους καί τήν ταρακού­ νησε. νΕ λα, σύνελθε, Ζανίν, εΙπε άγρια. Καί μήν ξαναπείς αύτή τή λέξη. Ή Ζανίν χαμογέλασε. Σας εύχομαι τήν καλήν ήμέ ρα, εΙπε. Ή Μόιρα τή χαστού κισε δυό φορές. V Αντε, σύνελθε, εΙπε. Γύ ρνα πίσω ! Δέν έπιτρέπεται νά παραμένεις tκεί, δέν εΙσαι tκεmέΡα πλέον. ' Ε κείνα πανε, φύγανε! Τό χαμόγελο της Ζανίν άρχισε νά μαδάει. VΕ φερε τό χέρι στό

282


μάγουλο. Γιατί μέ χτυπήσατε; είπε. Δέν ήταν καλός ό καφές; Νά σας φέρω άλλον. Δέν όπη ρχε λόγος νά μέ χτυπήσετε. Μά δέν ξέρεις τί θά σου κάνουν; είπε ή Μόφα. ' Η φωνή της χαμηλή, δμως βίαιη , σκλη ρή. Κοίταξέ με. Είμαι ή Μόιρα, έδώ είναι τό Στρατόπεδο γιά τίς Πορφυρές Δου λες, κοίταξέ με. Τά μάτια της Ζανίν άρχισαν ν' άποχτουν ματιά πάλι. Μόιρα; είπε. Δέν γνωρίζω καμιά Μόιρα. Δέν πρόκειται νά σέ στείλουν στό Θεραπευτή ριο, βγάλτο άπ ' τόν νου σου, είπε ή Μόιρα. Ούτε θά χαραμίσουν χρόνο γιά θεραπείες. Ούτε θά σέ μπαρκάρουν γιά τίς , Αποικίες. νΕχεις σαλτάρει καί δέν τούς κάνεις θά σέ στείλουν τσίφ στό χημειο­ έργαστή ριο, θά σ ' έκτελέσουν καί μετά θά σέ κάψουν μαζί μέ τ ' άπορρίματα ώς άκυρη, κατάλαβες; Γι ' αύτό, κόφτο. Έγώ θέλω νά γυρίσω σπίτι, είπε ή Ζανίν. Καί άρχισε νά κλαίει. , Αμάν! ρέ Χριστέ μου, είπε ή Μόιρα. 'Όπου νά ' ναι μας κάνουν εφοδο, στό λέω έγώ. Γι ' αύτό βάλε τό κωλοφούστανό σου καί βούλωστο. ΠΟμως ή Ζανίν δλο νά κλαυθμηρίζει. ' Ωστόσο, σηκώθηκε καί άρχισε νά ντύνεται. νΕτσι καί τό ξανακάνει καί δέν είμαι μπροστά, μου λέει ή Μόιρα, χαστούκισέ την άμέσως . Μήν ξαναρχίσει ! Αύτό τό πράμα είναι μεταδοτικό. Τότε θά πρέπει νά είχε βάλει μπροστά τό σχέδιό της, πώς νά δραπετεύσει.

283


ΚΕΦΑΛΑ Ι Ο ΤΡ Ι ΑΝΤΑ ΤΕΣΣΕ ΡΑ

Ο ΧΩ ΡΟ Σ καθημένων εχει γεμίσει καί στήν αόλή. Έ μείς περιμέ­ νουμε. Θ ρο(ζουν τά φορέματά μας . Έ πιτέλους ό Ταξι ά ρχης πού

εΙναι τελετάρχης ύπη ρεσίας παρουσιάζεται. ' Α ραιωμένα μαλλ ι ά, τετράγωνος, θυμίζει γερασμένο προπονητή ποδοσφαίρου. Φορά­ ει τήν στολή του, μαύ ρη, δλο σο βαρότητα, μέ δλα του τά παράσημα καί τά διάσημα στοιχισμένα στό στήθος του. Δύσκο­ λο νά μήν σ ' έντυπωσιάσει, έγώ δμως, γιά ν ' άντιδράσω, τόν φαντάζομαι στό κρεβάτι μέ τή Γαμετή του καί τήν Πορφυρή του Δούλη, νά τίς ραίνει μέ σπέ ρμα άκατάσχετα, σάν σολωμός σ ' έποχή όχείας, νά σκορπάει σπέρμα τήδε-κακείσε καί νά παρα­ σταίνει πώς δέν τό θεωρεί καί σπουδαίο κατόρθωμα. 'Όταν ό Κύριος εΙπε αόξάνεσθε καί πληθύνεσθε, αότόν τόν άνθρωπο εΙχε ύπόψη του; Ό Ταξιάρχης άνέ ρχ εται στή ν έξέδρα, ντυμένη μέ κόκκινο ύ φασμα δπου εχουν κεντήσει εναν μεγάλο λευκόφτερο όφθαλμό. Καρ φώνει τό Κοινό μέ τή ματιά του καί οί ψιθυρισμοί μας καταπέφτουν. Δέν χρειάζεται οΙΊ τε κάν νά ύψώσει τά χέρια. Μετ ά.,

ή φωνή του περνάει στό μικρόφωνο καί άποκεί στά μεγάφωνα, πού τής άφαιροϋν τίς μπάσες νότες ετσι πού ν ' άκούγεται μεταλλική , λές καί εχει γεννηθεί όχι άπό τό στόμα του, τό σώμα του, άλλά άπό τά μεγάφωνα τά ίδια. ' Η φωνή του εχει χρώμα μετάλλου καί σχήμα κέ ρατος. «Σήμερα εΙναι ήμέρα εόχαριστιών», άρχίζει, « ήμέρα έγκω­ μίων». Έγώ πατάω κουμπί μέσα μου καί δέν άκούω τόν λόγο περί νί κη ς καί θυσιών. ' Α κολουθεί μιά άργόσουρτη προσευχή, γιά τά άνάξια σκεύη έκλογής τού Κυρίου τους , μετά ενας ύμνος: ..Τό Γιλεάδ, ή μόνη μας έλπίς ». «Τό Γιλεάδ εΙναι κωλοτρυπίς », ετσι τό ' λεγε ή Μόιρα. Τώρα, τό πιάτο τής ήμέρας. Μπαίνουν ο{ είκοσι 'Ά γγ ελοι, άρτι άφιχθέντες άπό τά μέτωπα, άρτι παρασημοφορηθέντες , μέ 284


τιμητική συνοδεία. Μ παίνουν μέ εμβατή ριο, �ν-δυό, ε ν-δυό, στόν κενό χώρο, στή μέση. Π ροσ ' χ ή, Ά ν ' σις. Καί τώ ρα οΙ εΙκοσι πεπλοφό ροι θυγατέρες, στά λευκά, προσέρχονται σεμνά, οΙ μαμάδες τίς κρατούν άπ ' τόν άγκώνα. ΟΙ μαμάδες καί όχι πλέον οί πατεράδες, παραδίνουν τήν κόρη εΙς γάμου κοινωνίαν καί ρυθμίζουν τά τού γάμου. Οί γάμοι, φυσικά, άποφασίζονται άπ ' τούς μεγάλους. Στίς μελλόνυμφες δέν εχει επιτραπεί νά δου ν άντρα εδώ καί χρόνια. ' Α πό τότε πού βρισκόμαστε στή « νέα κατάσταση πραγμάτων ». Διαθέτουν αραγε τήν ήλικία νά θυμουνται κάτι άπό τήν πρώην εποχή; Τότε πού επαιζαν μπέηζμπωλ, μέ σό ρτς καί λαστιχένια παπούτσια, πού καβαλουσαν μοτοποδή λατα; Πού διάβαζαν βιβλία μονάχες; Παρ ' δτι μερικές εχουν-δέ ν- εχουν περάσει τά δεκατέσσερα -Νά μποϋν στό χορό τό γρηγορότερο. εΙναι ή ντιρεκτί βα, ο()τε μία στιγμή δέν πρέπει νά χάνεται - θά θυμούνται, δέ γίνεται. Καί ή σειρά πού θά ' ρθει μετά άπ ' αύτές, θά θυμαται κι αύτή, γιά τρία ή τέσσερα ή πέντε χρόνια. Μετά, δέν θά θυμουνται πιά. Αύτές οί «μετέπειτα», θά θυμουνται τόν έαυτό τους πάντα λευκοφορεμένο σέ παρέες κοριτσίστικες. Πάντα σιωπηλές. Τούς δώσαμε πιό πολλά άπ ' δσα τούς άφαιρέσαμε, ελεγε ό Ταξιάρχης. Γιά συλλογίσου σέ τί άταξία διαβιουσαν. Δέν θυμα­ σαι τά μπάρ γιά άζευγάρωτους, τά αΙσχρά προκαθορισμένα ραντεβού άνά ζεύγη στ ά κολλέγια, δπου οί κό ρες μας δέχονταν νά βγουν μέ άντρα πού δέν τόν εΙχαν δεί, άλλά τούς τόν εΙχε κανονίσει ή φίλη ή ό φίλος της φίλης; Τό παζάρι της σάρκας ! Τό θλιβερό χάσμα μεταξύ γυναικών πού μπορούσαν νά εξασφαλί­ σουν είι κολα άντρα καί γυναικών πού άωνατουσαν νά βρουν εστω καί εναν. Ορισμένες τίς κυρίευε άπελπισία, λιμοκτονου­ σαν γιά νά καταστού ν λεπτές, ή εφούσκωναν τούς μαστούς μέ σιλικόνη, ή πήγαιναν καί τούς εκοβαν τή μύτη. Συλλογίσου τήν άθλιότητα τών άνθρώπων. νΕδειξε μέ κίνηση τού χεριού τίς στοίβες μέ τά παλιά περιοδι­ κά, δλα γεμάτα γράμματα παραπόνων. Π ρο βλή ματα μέ τούτο, •

285


προ βλήματα μέ τ ' άλλο. Θυμή σου τίς μικρές άΥγελίες ! WΕςυπνη. tλκυστική γυναίκα tτών τριάντα πέντε. Ένώ μέ τή δική μας γραμμή πλεύσεως, δλες θ ' άποχτή σουν άντρα, οό δεμία θά μείνει έτσι. Καί σέ γάμο νά έφταναν, συχνά τίς εγκατέλειπαν μ' ενα παιδί, ή καί δύο, δταν ό σύζυγος έμπούχτιζε· τήν παρατουσε κι έξαφανι­ ζόταν, κι αότή άναγκαζόταν νά προσφύγει στά Φ ιλανθρωΠΙΙCά • Ι δρύματα. w H , καί νά μήν τήν έγκατέλειπε, ό σύζυγος έμενε μαζί της άλλά τή ν έδερνε, κι αότήν καί τά παιδιά τους. Κ ι άν δού λευαν ιcάπoυ, άφηναν τά παιδιά σέ παιδικούς σταθμούς, στό έλεος κάποιου άγράμματου θηλυκου κτήνους καί πλή ρωναν γι ' αότό άποπάνω, μεγάλο μέ ρος άπό τίς άποδοχές τους έκεί πήγαιναν. Τό μόνο μέτρο άξίας ηταν τό χρημα, κανείς δέν τίς άντιμετώπιζε μέ τό σέ βας τό όφειλόμενο σέ μητέρα. Μοιραία λοιπόν ήταν ή κατά ρρευση. Ένώ τώρα τούς παρέχεται προστασία, εΙναι σέ θέση νά έκπλη ρώσουν έν εΙρή νΌ τό βιoλoγιιcό τους πεπρωμένο. Μέ πλή ρη ύποστή ριξη καί ένθάρρυνση. Καί πές μου, έξυπνο άτομο εΙσαι, έπιθυμώ ν ' άκούσω τήν άποψή σου. Τί παραβλέ­ ψαμε; Τήν άγάπη , εΙπα . . Αγάπη ; εΙπε ό Ταξιάρχης. Ποιανου εrδους άγάπη; Νά. Νά . . . έρωτευτείς . . . . Ο Ταξιάρχης μέ κοίταξε μέ τ ά πράα σάν παιδιου μάτια του. W Α, μάλιστα, εΙπε. Διάβασα τά περιoδιιcά, αύτό προπαγάνδιζαν, έτσι; 'Όμως , γιά διάβασε τίς στατιστικές, άγαπητή μου. W Α ξιζε δντως τόν κόπο αότό; Νά tρωτευτείς; Ο{ προγραμματισμένοι ύπό του Κ ράτους γάμοι εΙναι έξίσου άΠOτελεσμαΤΙΙCOί, άν δχι πιό πολύ . WΕρως, εΙπε ή Νονά Λυδία μέ άηδία. Μή συλλάβω καμιά σας σέ τέτοια κατάσταση. ΑΙσθηματικές μύξες έδώ, δέν εΙναι άνεκτές, κορίτσια. Κουνώντας μας τό δάχτυλο. Στόχος μας δέν εΙναι ό έρως.

Οί χρόνοι έκείνοι άποτελουσαν άνωμαλίαν έξ έπόψεως {στορι­ κης, εΙπε ό Ταξιάρχης. Παρω νυ χίδα, παράκαμψιν. 'Ένα μόνο 286


κάναμε: έπαναπροσαρμόσαμε τά πρ άγματα πρός τούς νόμους της φύσεως. Κανονικά, αύτή ή προσευχοπανή γυρις γυναικών άποφασίζ εται μόνο γιά όμαδικούς γάμους, δπως αύτός έδώ. Τών άντρών τελείται γιά στρατ ιωτικές νίκες . Αύτό θεωρείται τό άκρον-άωτον της ψυχαγωγίας. Π ροσευχοπανήγυρις όμως γυναικών, καμιά φορά τελείται καί δταν καμιά καλόγρια άπαρνιέται τό Σχημα. Τόν πρώτο καιρό κυρίως, τότε πού τίς έστ ρίμωγναν καί τίς έμάντρωναν. Καί τώ ρα όμως κάπου ψαρεύουν καμιά πότε-πότε άπό τήν ' Αντίσταση όπου κρύ βονται αύτές ώσάν τυ φλοπόντικες . W Ασε πού μοιάζουν μέ τυ φλοπόντικες: �χoυν άδυνατ ισμένη όρα­ ση, τίς στραβώνει τό πολύ φώς. Τίς ήλικιωμένες τίς ξαποστέλ­ νουν άμέσως στίς , Αποικίες. Τίς νέες όμως, τίς γονιμοποιή σιμες, δοκιμάζουν νά τίς προσηλυτίσουν, καί μόλις τό καταφέ ρουν μαζευόμαστε όλες νά χαζέψουμε τήν τελετή , όπου άποτάσσονται τήν άγαμία, θυσία στό κοινό καλό . Γονατίζουν, ό Ταξιάρχης προσεύχεται, καί μετά περι βάλλονται τό πορφυρό ίμάτιο, όπως είχαμε κάνει καί μείς. Τουλάχιστον δέν τούς έπιτρέπεται νά γίνουν Γαμετές. Παρ ' όλη τους τήν άπόταξη, κρίνονται έπίφο βες γιά θέση μέ τέτοια έξουσία. ' Αποπνέουν μιά όσμή άπό μαγικά καί μάγισσες , μυστηριακή, άλλου κόσμου. Κολλάει πάνω τους καί τίς άκολουθεί δσο καί νά τριφτοϋν, δσο κι άν φορέσουν άρ βυλα, όσο κι άν τίς �βαλαν στή ν άπομόνωση. Αύτά τά άρβυλα τά φοροϋν μόνιμα, τά φό ραγαν άπό πρώτα, �τσι άκούγεται: δέν δέχονται νά τ ' άποχωριστοϋν μέ τίποτα . Μερικές προτιμοϋν νά τίς στείλουν στίς , Α ποικίες παρά νά τά βγάλουν. Καμμία μας δέν γουστάρει νά της κλη ρωθ εί καμιά τέτοια γιά συνοδεία της στό ψώνισμα. Αύτές εχουν ήθικό πιό τσακισμένο κι άπ ' τό δικό μας, πώς νά νιώσεις άνετα μαζί τους ! ΟΙ μητέρες εχουν τοποθετήσει στή ν κατάλληλη θέση τά κορί­ τσια μέ τόν λευκό τους πέπλο καί γυρνοϋν στά καθίσματά τους . , Ανάμεσά τους κάπου ψιλο-άκούγεται ενα κλαψού ρισμα, κάποια χαϊδεύει κάποιαν στή ν πλάτη, άλλες πιασμένες χεράκι-χεράκι, 287


μαντηλάκια 'Χρησιμοποιοϋνται έπίμονα. • Ο ΤαξιάΡ'Χης ύπηρε­ σίας συνε'Χίζει παρ ' δλα ταϋτα τόν �ξάψαλμo: Ωσαύτως κα; τιlς γυναίκας tv KατασΤOλtί κοσμίφ μετα αΙδούς καί σωφροσύνης κοσμείν έαυτάς. Γιά τό στόλισμα τών γυναικών μιλάει. Αότός πού εΙναι στολισμένος μέ τόσα παράσημα γιά μπιζού, δέν τρέ'Χει τίποτα; . . . Μή tv πλέγμaσιν iJ χρυσφ η μαργαρί­ ταις iJ ίματισμφ πολυτελεϊ; άλλ Ο πρέπει γυναιξίν έΤιαγγελλομέναις θεοσέβειαν. δι ' έργων άγαθών. Γυνή tv ήσυχfq. μανθανέτω tv π ά σ rι ύπoταγfί. ' Εδώ καρφώνει τή ματιά του σέ μας εΙδικά. Καί ξαναλέει τό " πάστι ". Γυναικ; δε διδάσκειν. ούκ έΤιιτρέπω. Στίς ξεκωλιάρες τίς Νονές γιατΙ τό έπιτρέπει τότε; Θά μοϋ πείς αότές διδάσκουν έμας. �O'Xι άντρες . Ούδε αύθεντείν άνδρας άλλ ' εΙναι t v ήσυχίq.. Ά δdμ γάρ πρώτος έΤιλάσθη. εΙτα Εύα' κα; Ά δdμ ούκ ήπατήθη. ή δε γυνή dπατηθείσα tv παραβάσει γέγονε ' σωθήσεται δε διά της τεκνογονίας. Μν μείνωσιν tv πίστει κα; άγάπrι κα; άγιασμφ μετά σωφροσύνης. Η Ωστε θά λυτρωθοϋ με διά της τεκνογονίας , ε; Καί δηλαδή , σάν τί μας λύτρωνε πρίν, στούς τότε καιρούς; "Αότά τά περί τεκνογονίας, νά τά πεί στίς γυναίκες τους ", μουρμουρίζει ή τέτοια τοϋ Γ κλέν δίπλα μου, "σέ λίγο, πού (\ ' άρ'Χίσουν νά μπεκρολογανε μέ σέρυ. Σ ' αότές τίς μουλάρες νά πεί γιά σωφροσύνη» . Τώρα μιλαμε άφοβα, ό ΤαξιάΡ'Χης όπηρεσίας τέλειωσε τά βασικά της Τελετης καί περνανε τίς βέ ρες. ΣηKιJr νουν τόν πέπλο άπό τό πρόσωπο. Μέσα μου τήν ξεφωνίζω. 'Ό,τι φας τώρα, φουκαριάρα. Οί � Α γγελοι θά λά βουν άδεια νά πάρουν άπό μία Πορφυρή Δού λη άργότερα, εΙδικά όποιανών οΙ γυναίκες βγοϋνε στέρφες. ' Ε σείς δμως, κοριτσάκια μου, τή βάψατε. Σας τούς φορτώνουν γουρούνι στό σακκί. Α λλά δέν ε'Χουν τήν άπαίτηση καί νά τούς άγαπήσετε. Θά τό άνακαλύψετε, καί γρήγορα. Τό καθη κον σας μόνο, καί σιωπή. 'Όταν θά ερθουν οί άμφιβολίες, τή στιγμή πού θά . σαστε άνασκελωμένες, θά σας άπομείνει μόνο τό δικαίωμα νά μπανίζ ετε, καί νά κο ιτατε τό ταβάνι. Καί ποιός ξέ ρει τί μπορεί νά διακρίνετε έ κειπάνω. Στεφάνους κηδείας καί άγγελάκια, άστερισμούς φτιαγμένους άπό •

.

288


σκόνη. άστριιcή Ί'j καί πιό κοινή, τά αΙνίγματα πού άφησαν πίσω Qφyoς τους οΙ άράχνες 'Όλο καί θά βρεθεί κάτι ν' άπασχοληθεί ό νοϋς . Λέν ώΧαΡ,στήθηκες, dγάπη; Βεβαίως. Γιατ ί ρωτ Ος; Μά... κουνήθηκες. . . Ξέ ρω πιά τώρα: μή ν κουνιέσαι. .

Στόχος μας λέει ή Νονά Λυδία, εΙναι ενα πνευμα όμοψυχίας μεταξύ -yυναΙΙCών. ' Οφείλουμε ό λες νά εχουμε !:νιαία γραμμή .

Jdεύσεως . · Ομοφυχία καί χέσε ψη λά, λέει ή Μόιρα άπό τή χαραμάδα της

τουαλέτας. Δέ μας πηδιέσαι, Θείτσα Λυ δία, τζιβιτζιλού ' Γί στοίχημα πας πώς αύτή τά ' χ ει ρίξει στή Ζανίν; 'Όταν \εει γιά ΎOVcιrίσματα, εκεί τό πάει. Τί νομίζεις κάνουν κλεισμένες τόσες ώρες έΙCΕί στό δηθεν γραφείο τους ; Σέ πάω στοίχημα, τήν εχ ει μ1[ροστά της γονατ ιστή καί της γλείφει τό μαραγκιασμένο της, τό άτριχο πέντε τρίχες της εχουν μείνει, κι αύτές άσπρες . Σώπα, Μόιρα, ψιθυ ρίζω. Τί σώπα Μόιρα, ψιθυ ρίζει. ' Αφου κι Μένα σου πέρασε άπ ' τόν ΥΟϋ. Γιcιrί δέν τό παραδέχεσαι; Δέ ρ-'άνεις τίποτα μέ τέτοιες συζ ητή σεις, λέω, ενώ κι εμένα μέ -yυρocpέρνει ή διάθεση νά χαχανίσω. ' Ωστόσο, προσπαθώ νά ξεyεlάσω τόν !:αυτό μου πώς όφείλουμε νά διατη ρου με μιά έχίφαση άξιοπρέπειας. ΠάVΤα σου Ί'jσOυνα του κουκουλώματος εσύ, σουπιά, λέει ή Μόιρα, μέ άγάπη όμως. Κάνει καλό. Πάντα. ·Εχει δί κιο τό παραδέχομαι, ενώ γονατίζω σ ' αύτό τό άπαρά­ ΔΕΙCΤα σκληρό δάπεδο καί άκούω τόν ή λίθιο βό μβο της Τελετης. Σέ ιruΙCΛώνει κάτι σάν παντοδυναμία δταν ψιθυ ρίζεις αίσχ ρολο­ Υίες Υιά τούς ιcατέχoντες τήν Έξουσία. Δημιου ργείται κάτι σάν άJιόλavση, γεμάτη ζαβολιά, κρυφή , άπαγορευμένη , ερεθιστική . KCΊΚΙΙX; σά νά ρίχνεις τά μάγια. Κάνει τούς ίσχυ ρούς νά ξεφου­ σκώνουν, τούς χαμηλώνει στόν κοινό παρονομαστή, εκεί όπου μχορείς νά τούς άντιμετωπίσεις. Στόν τοίχο του λουτή ρα κάποια -

,

19

289


εχει χαράξει: Νονά Λ υδία, ή πρώτη πίπα. Κι έμοιαζε σάν σημαία πού τήν άνεμίζ ει άντάρτης πάνω σέ βουνοκορφή. Καί μό νο ή ίδέα πώς ή Νονά κάνει κάτι τέτοιο, σέ έΓΙCαρδιώνει. Καί αύτή έδώ τή στιγμή, άνάμεσα στούς Ά ΥΥέλους καί τίς νεκρουλιάρικα άσπρες γυναίκες τους, φαντάζομαι άγριωπά μου­ γκρητά, ϊδρωμα, άγκαλιάσματα καί τριχώματα νοτισμένα. Καί, τό καλύτερο, έξευτελισμούς γεμάτους Ιδρώτα, όπου αύτός δέν παίρνει φωτιά μέ τίποτα, άντρικά μό ρια μαραγκιασμένα σά τριών ε βδομάδων καρότο, έναγώνια σφιξίματα πάνω σέ σάρκα παγερή, πού δέν άνταποκρίνεται, μαλακιά σάν άτηγάνιστο ψάρι. 'Όταν παίρνει τέλος έπιτέλους καί βγαίνουμε, αύτή του Γκλέν μου λέει μέ τόν έλαφρύ, όξύ φω νο ψιθυ ρισμό της : .. Τό ξέρουμε δτι συναντιέσαι μαζί του. Μονάχψ) . .. Μέ ποιόν;» λέω καί βάζω δύ ναμη νά μή ν τήν κοιτάξω. Ξέρω γιά πο ιόν μιλάει . .. Τόν Ταξιάρχη σου » , λέει . .. Τό ξέρουμε δτι βλεπόσα<r1ί ε». Τή ρωτ άω πώς τό μάθανε . .. Τί σέ νοιάζει π ως ; » , λέει . .. Τί κάνει κέφι; Κρε βάτι μέ κόλπα; » Δύσκολο νά της έξηγή σω τί κάνει κέφι, γιατί κι έγώ δέν μπορώ άκόμη νά δώσω όνομα στό τί θέλει. Πώς νά περιγράψω αύτό πού ούσιαστικά γίνεται άνάμεσα σέ μας τούς δύο; Αύτή θά , βαζε τά γέλια, πρώτα-πρ ώτ α. Μου ' ρχεται πιό εΟκολο νά της πώ .. ας πουμε». Πού ύποδηλώνει τουλάχιστον τήν άξιοπρέπεια ενός καταναγκασμου . Τό σκέφτεται γιά λίγο . .. Θά μείνεις ξερή », μου λέει, .. αν μάθεις πόσοι άπό δαύτους κάνουν τό ίδιο » . .. Δέ μπορώ νά κάνω άλλιως » , λέω, .. μπορώ νά του πώ πώς δέν θά πάω; » Θά ' πρεπε νά τό ξέρει αύτό. Β ρισκόμαστε πιά στό πεζοδρόμιο καί ή συζήτηση εΙν ' έπι­ κίνδυνη , είμαστ ε πολύ κοντά στούς άλλους, καί τό γενικό μου ρμουρητό τo� κοινου πού μας έκάλυπτε δtν ύπάρχει πιά. Βαδίζουμε άμίλητες, ξεμένουμε λίγο πιό πίσω, ωσπου κρίνει πώς

290


μπορεί νά μοϋ πεί: «Βεβαίως καί δέ μπορείς. Μάθε δμως καί πές μας ». «Νά μάθω, τί; » λέω. Διαισθάνομαι μάλλον παρά βλέπω τό κεφάλι της νά στρέφει κάπως: « 'Ό,τι μπορέσεις ».

29 1


ΚΕΦΑ Λ ΑΙΟ Τ ΡΙΑΝΤΑ Π Ε Ν ΤΕ

ΣΤΟΝ ύπερθερμασμένον άέρα του δωματ ίου μου ύπάρχει τώρα �να μέρος χώ ρου κενό . . Α λλά καί χρόνος κενός, "Xηρεύmν». Χρονοχώρος, άνάμεσα στό έδώ καί τώ ρα, καί στό έΙCΕί ΙCαί τότε, μέ στίγμα του τόν δείπνο. UΑφιξη του δίσκου πού τόν άνεβόζσυν λές καί θά ταΤσουν άνάπη ρο. . Ανάπηρος, αύτός πού qει άxρ�

στευτεί, άκυ ρος. Διαβατή ριο άκυρο. Δέν περνάτε. Αύτό εγινε τήν ή μέρα πού άποπειραθή καμε νά περάσουμε τά σύνορα, μέ τά καινού ργια μας διαβατή ρια πού βεβαίωναν κώς δέν ή μαστε αύτοί πού ή μαστε: πώς δ Λουκάς, ας πούμε, δέν dXE πάρει ποτέ διαζύγιο, έπομένως ήμαστε νομιμόφρονες cηJμφmνα μέ τό καινού ργιο Δίκαιο. Μπή κε μέσα δ τύπος μέ τά διαβατή ριά μας, άφού τοϋ ε[χαμε έξηγήσει πώς πηγαίναμε έκδρομή κι άφού εριξε μ ιά ματιά στ ' άμάξι καί εΙδε τ ή ν κόρη μας άποκοιμισμένη, γύ ρω-γύρω της δ).α τά λαστ ιχένια ζωάκια της . Ο Λουκάς μου χτύπησε τό μKΡCΊΤΣO καί βγή κε άπ ' τό άμάξι, τάχα γιά νά ξεμουδιάσει, ΙCαί παραιι:ο­ : λουθουσε τόν τύπο άπ ' τό παράθυ ρο τού οΙκήματος έλέΥχσυ μεταναστεύσεων. Έγώ εμεινα στ ' άμάξι. W Αναψα τσιγάρο Υιά κουράγιο, ρούφηξα μία μεγάλη ρουφηξιά μέ δήθεν άνεμελιά ΙCαί άνεση. Παρακολουθούσα δύο στρατ ιώτες, μέ στολή πού δέν dXa ξαναδεί, άλλά πού άρχιζε τότε πιά νά μάς γίνεται OίΙCΕΊα. Στέκονταν στό .. έμπόδιο » τό βαμμένο μέ κίτρινες ΙCαί μαϋρες ρίγες. Δίχως νά κάνουν τίποτα. Ό �νας τους χάζευε lvα ιcow:άδι πουλιά, γλάρους άννψώνονταν μέ στρο βιλισμό καί μετά ιcάθo­ νταν στό παραπέτο τής γέφυρας πιό πέ ρα. Τόν ιcoίταζα, βλt� ντας δίχως νά τό θέλω καί τά πουλιά. Καί δλων τών πρcryμcίmν τά χρώματα ετσι δπως τά ή ξερα πάντα, μόνο λιγάκι mό λαμw:ερά. 'Ό λα νά μάς πάνε καλά, εΙπα, προσευχήθηκα, μέσα μου. "Αφησέ τα νά πάνε καλά. W Αφησε νά περάσουμε, νά φτάσουμε άπέναντι. Αύτή τή φορά μόνο νά συμπαρασταθείς, κι έΥώ vΆ .

292


κάνω μετά δ,τι πείς, δτιδή ποτε. ' Ε κείνο τό «ότ ιδή ποτε » πού fταζα νά κάνω γιά δποιον (δποιος νά ταν) άκουγε τά λόγια μου, τοϋ ήταν φυσικά άπολύτως ι'iχ ρηστO. Καί άδιάφορο. Τότε ό Λουκας ξαναμπή κε στό άμάξι, πάρα πολύ σ βέ λτα, αναψε τή μηχανή κι fκανε όπισθεν. Σή κωσε τό τηλέφωνο, μοΟ εΙπε. Μετά άρχισε νά όδηγεί πολύ γρήγορα καί μετά ό δρόμος δλο λάσπες καί τά δάση καί σαλτάραμε άπ ' τ ' άμάξι καί άρχίσαμε νά τρέχουμε. Μία καλύ βα, νά κρυφτοϋμε, μία βάρκα, δέν ξέρω τί είχαμε στό μυαλό μας. �Eλεγε δτι τά διαβατή ρια εΙναι τό μόνο κόλπο πού πιάνει καί δέν εrχαμε καιρό μπροστά μας νά καταστρώσουμε σχέδιο. Μ πορεί νά ' χε στό νοϋ του καί κανένα σχέδιο, κανέναν χάρτη, δέν ξέρω. ' Ε γώ, μόνο fτρεχα. Πέ ρα, πιό πέρα. Αυτή τήν ίστορία δέν έπιθυμω νά τή συνεχίσω. •

Δέν θέλω νά τήν πω. Δέν έχω καμιά ύποχ ρέωση νά πω τίποτα, ούτε σέ μένα ούτε σέ άλλον. Α φοϋ μπορω νά κάθομαι έδώ άκίνητη, έν εί ρήντι . Νά κρυφτω στό καβού κι μου. Μ πορω νά συρθ ω, ν ' άποτραβηχτω, νά πάω τόσο πολύ βαθιά μέσα, τόσο πολύ βαθιά κάτω, πού νά μή μπορέσουν ποτέ τους νά μέ βγάλουν έξω. Nolite te bastardes carboruηdorum. Πολύ πού τήν ώφέλησε κι αυτήν πού τό έγραψε. Π ρός τί άγωνίζομαι; •

Ματαιοπονίες. ' Αγάπη; εΙπε ό Ταξιάρχης . Μάλιστ α, γνωστό μου τό θέμα. Αυτό, μπορού με νά τό κάνου­ με θέμα συζητήσεως. 'Όταν έρωτεύεσαι, εΙπα έγώ. Κανείς μας δέν έχει ξεφύγει, δ λοι είχαμε έρωτευτ εί, τότε. πως μπό ρεσε νά τό πάρει τόσο στά έλαφρά; Νά εί ρωνευτεί. Λές καί ήταν τίποτα έλαφρό γιά μας, ενα σκέρτσο, ίδιοτροπία τής στιγμής. Αντίθετα: ήταν μοίρα βαρύ­ τατη. Ήταν τό κέντρο τής ζωής. Ήταν ό δρόμος πού σέ βοήθησε νά κατανοή σεις τόν �αυτό σου. � Αν δέν σού τύχαινε •

293


ποτέ ό έρωτας, στή ζωή σου, τότε ή σουνα βιολογικό εΙδος άδηλο, πλάσμα άλλου πλανή τη . • Ο καθένας μας τό δεχόταν αύτό. ΕΙμαι tρωτευμέvη, λέγαμε, μ ' αύτόν. Θεό μου τόν έχω. Χαλί γίνομαι καί μέ πατάει. νΗ μαστε γυναίκες έξανδραποδισμένες, πόλη πού έπεσε στά χέρια έχθρου. Πτώση. Μας συνέπαιρνε αύτή ή κατωφερική κίνηση : ύπέ ροχη σάν πτή ση, καί ταυτόχρονα σκλη ρ ή , άκραία, χωρίς τίποτα δμοιό της. θεδς dγάπη tστί εΙπαν κάποτε, έμείς δμως τό άντιστ ρέψαμε καί ή άγάπη, δπως καί ό παράδεισος, βρίσκονταν μόνιμα στή γωνιά του δρόμου μας. ΝΟσο πιό δύσκολο ήταν ν ' άγαπήσουμε αύτόν τόν συγκεκριμέ­ νον άντρα στό πλάι μας, τόσο περισσότερο πιστεύαμε στόν νΕ ρωτ α, έννοια άφη ρημένη καί συμπαντική . Π ροσδοκούσαμε πάντα τήν ένσάρκωση. Αύτή τή λέξη πού έγινε σάρκα. ΚαΙ καμιά φορά αύτό γινόταν πραγματικότητα, γιά �να διάστημα. Αύτή ή άγάπη , αύτό τό εΙδος, έρχεται καϊ φεύγει καί δύσκολα τό θιs ;.ιασαι μετά. ΝΟπως καί μέ τόν πόνο. Μπορεί νά ' φτανες μιά μέ ρα νά τόν κοιτάξεις καί νά ' λεγες μέσα σου: σ ' άγάπησα tσένα, τό ρή μα σέ χρόνο άό ριστο. Κυριευμένη άπό άπορία, πώς ήταν δυνατό νά ' χεις κάνει κάτι τόσο έκθαμ βωτικό καΙ παράτολμο καί χαζό. Ένώ ταυτόχρονα καταλάβαινες γιατί οΙ φίλοι σου άπέφευγαν νά θ ίξουν αύτό τό θέμα, τότε. ΕΙναι μιά άλφα παρηγοριά, τώρα, νά τό θυμασαι. vH , καμιά φορά, άκόμη καί τότε πού ήσουν έρωτευμένη , όλοζούπητη, τύχαινε νά ξυπνήσεις τή νύχτα, ή φεγγαράδα νά περνάει τό παράθυρο καί νά έπικάθεται στό κοιμισμένο του πρόσωπο, καί νά κάνει τίς σκιές στίς κόγχες τών ματιών του πιό σκοτεινές καί πιό σπηλαιώδεις παρ ' δσο τήν ή μέ ρα, καΙ σκεφτό­ σουν: Ποιός νά ξέρει τί κάνουν δταν εΙναι μονάχοι τους ή παρέα μέ άλλους άντρες ; Ποιός νά ξέρει τί λένε ή που μπορεί νά βρίσκονται; Ποιός εΙναι σέ θέση νά καταλάβει ποιοί εΙναι ούσιαστικά; Κάτω άπό τήν καθημερινότητά τους. Καί, τό πιθανότερο, νά σου περνουσε έκείνες τίς στιγμές ή σκέψη : Λές νά μή μ ' άγαπάει; vH νά θυμόσουν Ιστορίες πού εΙχες διαβάσει σ ' έφημερίδες , 294


γιά γυναίκες πού τίς βρή καν -γυναίκες κυρίως, καμιά φορά όμως καί άντρες ή παιδιά, αότό ήταν τό πιό άγριο- σέ χαντάκια ή δάση ή σέ ψυγεία άκατοίκητου σπιτιού, γυμνές ή καί όχι, σεξουαλΙΚώς κακοποιημένες ή καί όχι. Πάντα όμως σκοτωμένες . • Υπή ρχαν περιοχές πού δέν ήθελες νά τίς διαβείς περπατώντας, μέτρα πού επρεπε νά πάρεις, δηλαδή κλειδαριές σέ παράθυρα καί πόρτες, νά τραβάς τίς κουρτίνες , ν' άφήνεις φώς άναμμένο. Αότά τά μέτρα εΙχαν τή θέση προσευχή ς τά τηρούσες καί εΙχες άποθέσει άπάνω τους τήν έλπίδα ότι θά σέ γλυτώσουν. Καί σέ γλύτωναν, τίς πιό πολλές φορές. vH εστω βοηθούσαν λιγάκι. Κρίνοντας άπό τό γεγονός πώς παρέμενες ζωντανή. Κάτι τέτοια ό μως τά παραδεχόσουνα μόνο τή νύχτα, καί δέν εΙχαν καμμία σχέση μέ τόν άντρα πού άγαπούσες . Αύτόν πού, στό φώς τής ήμέρας, τόν κοίταζες κι ελεγες: μ' αύτόν θέλω νά φτάσουμε σέ «αίσιον τέλος » . Γι ' αότό τό αfσιον τέλος φρόντιζες νά διατηρείς καί τό σώμα σου σέ φό ρμα, γιά χάρη τού άντρα. V Α ν φρόντιζες έσύ πολύ τόν δεσμό, παρακινούσες ετσι καί τόν άντρα νά κάνει τό ίδιο. Μπορεί νά �yώνατε τίς δυνάμεις σας, λές καί σείς ο{ δύο ήσαστε σταυρόλεξο πού επρεπε νά λυθεί. ΕΙδάλλως ό �νας άπό τούς δύο, ό άντρας τό πιθανότερο, παρατούσε τήν προσπάθεια καί άκολουθούσε τροχιά δική του, άποσύ ροντας άπό τήν κοινή κατάθεση καί τό κορμί του, καί σ ' άφηνε εκθετη σέ μιά ροπή γιά άπομόνωση, τήν όποία μπορούσες νά πολεμή σεις μόνο μέ πείρα κι έξάσκηση. "Α ν δέν τά βρίσκατε (αίσιον τέλος), εύθυνόταν τό γεγονός πώς ενας άπό τούς δυό σας άντιμετώπιζε τό ζήτημα λαθεμένα. ' Οτιδή ποτε συνέβαινε στή ζωή σου εΙχε, ετσι νομιζόταν τότε, άμεση έξάρτηση άπό κάποιο θετικό ή άρνητικό ρεύμα πού έκπορευόταν άπ ' τό μυαλό σου. Δέν σ' άρέσει ή σχέση ; "Αλλαξέ την, λέγαμε στή διπλανή μας, καί στόν �αυτό μας. Κι ετσι άντικαθιστούσαμε τόν άντρα μέ κάποιον άλλο. ' Αλλαγή , σ' αύτό ήμαστε σίγουρες , πρός τό καλύτερο πάντα. "Η μαστε άναθεωρητικά πνεύματα: δηλαδή άνα­ θεω ρούσαμε τόν �αυτό μας. Παραξενεύομαι όταν θυμαμαι τήν τότε στάση μας, λές καί δλα μας εΙχαν προσφερθεί δωρεάν άπό τήν άρχή, σά νά μή ν 295


ύπή ρχαν άπρόοπτες συντυχίες, φράγματα . . . λές καί ή μαστε έλεύ­ θεροι νά πλάθουμε καί ν' άναπλάθουμε άέναα τήν σάν Γαλαξία έξαπλούμενη ζωή μας. Κ ι έγώ �τσι ήμουνα, κι έγώ �τσι ένεργοϋ­ σα . • Ο Λουκάς δέν ήταν ό πρώτος αντ ρας τής ζωής μου , καί ίσως νά μήν ήταν καί ό τελευταίος. "Αν δέν εΙ χε μαρμαρώσει ετσι όπως μαρμάρωσε. "Αν δέν εΙχε άκινητοποιηθεί σέ νεκρική άκινησία όρθιος, σάν μετέωρος, άνάμεσα στ ά δέντρα έκειπέρα όπου τόν εΙδα γιά τελευταία φορά στήν τελευταία στάση του : νά πέφτει. Σέ παλαιότερους καιρούς σου �στελναν ενα δέμα μέ τά προσωπικά του άντικείμενα: ό,τι εΙχε πάνω του τή στιγμή του θανάτου του. "Ετσι ένεργοϋσαν έν καιρφ πολέμου, εΙπε ή μητέρα μου. Πόσον καιρό �1'\ρεπε νά κρατήσεις τό πένθος καί τί σου ελεγαν: κάνε τή ζωή σου βωμό γιά τόν λατρευτό σου, τόν μοναδικό. Καί ήταν ό λατρευτός. Ο μοναδικός. ΕΙναι, λέω, εlνaι, εlνaι, μία λέξη πέντε γραμμάτων, μαλακισμέ­ νη, μία λέξη δέν καταφέ ρνεις νά συγκρατήσεις, ουτε μία τόσο μικρή λέξη ; •

Σφουγγίζω μέ τά μανίκια μου τό πρόσωπό μου. Τότε, δέν γινόταν νά κάνω τέτοιο πράμα, μή πως ξε βαφτώ. Τώρα, τί νά σ βή σω άπό τό πρόσωπό μου ; 'Όποια εκφραση φοράω στό μουτρο μου , πού δέν μπορώ νά δώ, εΙ ναι πραγματική, όχι μπογιατισμένη. Μέ συγχωρείτε. Κάντε κι άλλιώς δηλαδή , αν μπορείτε. ΕΙμαι «πρόσφυξ έκ του παρελθόντος .. καί σάν πρόσφυγας μη ρυ κάζω εθιμα καί συνήθειες ζωής πού αφησα πίσω, ή πού καταναγκάστη­ κα ν ' άφή σω πίσω μου, καί όλα έκείνα μου φαίνονται σάν παλαιών ήμερών γραφικότητες όταν τά κοιτάζω άποδώ, γι ' αότό μου ' χουν γίνει �μμoνες Ιδέες καί όλο τ ' άναμασάω. Σάν Λευκορώσος πρίγκιπας πού πίνει τσάι στό Παρίσι, κουρσάρος ξενερισμένος στόν εΙκοστό αΙώνα, έπιστρέφω στά παλαιά, προ­ σπαθώ νά ξανανοίξω έκείνα τά άπομακρυσμένα μονοπάτια. Γίνο­ μαι τραγουδάκι μελό, χάνω τήν προσωπικότητά μου. Μοιρολο­ γώ. Μοιρολόγι εΙναι αότό, δχι κλάμα. Κάθομαι στήν καρέκλα καί στάζω σάν σπόγγος. 296


Λοιπόν Α ναμονή ξανά. ' Η κυρία άναμένει: ετσι ελεγαν τότε γιά τήν εγκυο οί πολύ καθωσπρέπει Α κό μη καί στά καταστή μα­ τα γιά μέλλουσες μητέρες . ' Η κυρία άναμένει; Θυμίζει άνθρωπο πού περιμένει τραίνο σέ σταθμό. Αίθουσα άναμονης. 'Έ νας χώρος δπου περιμένεις. Γιά μένα, αίθουσα άναμονης εΙναι τουτο δώ τό δωμάτιο. ΕΙμαι ενας κενός, άγραφος χώρος άνάμεσα σέ δύο παρενθέσεις Ανάμεσα σέ άλλους άνθρώπους. .

.

.

Τό χτύπημα άκούγεται στήν πόρτα μου. ' Η Κόρα μέ τόν δίσκο. Δέν εΙναι δμως ή Κόρα. «Σου εφερα αότό, γιά σένα», λέει ή Σερ ένα Τζόυ. Καί τότε ση κώνω τή ματιά μου, κοιτάζω γύ ρω, σηκώνομαι άπό τήν καρέκλα μου καί τήν πλησιάζω. Τήν κρατάει στά χέρια της, σέ χαρτί πολαρόιντ, τετράγωνη καί γυαλιστερή . 'Ώστε άκόμα φτιάχνουν τέτοιες φωτογραφικές μηχανές. Καί θά υπάρχει καί τώρα τό οίκογενειακό άλμπουμ, μέ οΙκογενειακές φωτογρα­ φίες, μέ δλα τά παιδάκια. Δίχως Πορφυρή Δού λη βέ βαια. Στή ν ' Ι στορία, πού θά γραφτεί μελλοντ ικά, ή δική μας δμοταξία δέν θά μνημονευτεί. Θ ' άπουσιάζει. Τά παιδιά δμως θά εΙναι παρό­ ντα, δικαιολογία ύπαρξης γιά τίς Γαμετές, τά παιδιά θά εΙναι δικαιολογία λειτουργίας τών ματιών γιά τίς γυναίκες αότές, δικαιολογία άναμονης, νά «άναμένουν τό εότυχές γεγονός » άλ­ λης, μασουλώντας τά διάφορα κεράσματα τά έτοιμασμένα γιά τήν περίσταση. «Μόνο ενα λεπτό μπορείς νά τήν κρατήσεις », ή Σερένα Τζόυ λέει, φωνή χαμηλή, συνομωτική . «Πρέπει νά τήν έπιστρέψω πρίν πάρουν εΙδηση δτι λείπει ». Φαίνεται κάποια Μάρθα της τήν προμήθευσε. Λειτου ργεί ενα δίκτυο άπό Μάρθες δηλαδή , προσοδοφό ρο γιά τίς Μάρθες. Χ ρήσιμη πλη ροφορία. της τήν παίρνω, τήν άναστρέφω γιά νά τήν δώ στό ό ρθιο. Αότή εΙναι, ετσι εΙναι τώρα; Θησαυ ρέ μου ! Ψή λωσε, άλλαγμένη . Χαμογελάει λιγάκι -τόσο πρόωρα; Φοράει λευκό φό ρεμα, σάν αότό πού φορουσαν γιά τήν πρώτη μετάληψη τόν καιρό έκείνο. 297


' Ο χρόνος δέν άκινητοποιήθηκε. Πέ ρασε σάν ποταμός άπό πάνω μου, μέ παρέκαμψε, μέ ξέ βρασε, σά νά εΙμαι τίποτα, μιά γυναίκα φτιαγμένη άπό αμμο, άφημένη δίπλα στό νερό άπό κάποιο άπρόσεχτο παιδί. Γιά κείνην έγώ εχω σ βηστεΙ ΕΙμαι fνας ίσκιος μόνο, πίσω, πολύ πίσω άπό τήν πρόσχαρη, γυαλιστε­ ρή έπιφάνεια αυτής τής φωτογραφίας. 'Ίσκιος σκιας, όπως άπολήγουν οί νεκρές μητέ ρες. Τό βλέπεις στή ματ ιά της: έγώ δέν βρίσκομαι έκειμέσα. ' Εκείνη όμως ύπάρχει, λευκοντυμένη. Ψηλώνει καί ζεΙ Καλό δέν εΙναι; Ευλογία; 'Όμως έγώ δέν τό παραδέχομαι νά μ ' εχουν διαγράψει ετσι αγρια. Καλύτερα νά μή μου τήν εδειχνε. Κάθομαι στό τραπεζάκι, τρώω καλαμπό κι μέ κρέμα, μέ � ηρoύνι. ν Εχω καί πηρούνι καί κουτάλι, άλλά ποτέ μαχαίρι. 'Όταν εχει κρέας, μοϋ τό φέ ρνουν ψιλοκομμένο άπό πρίν, σά νά εχω άναπηρία στά χέρια, Tj νά μή ν εχω δόντια. Τά ' χω όμως. Καί δόντια καί γερά χέρια. Γ ι ' αυτό δέν μοίί χορηγείται μαχαίρι.

298


ΚΕΦΑΛΑ Ι Ο ΤΡ Ι ΑΝΤΑ ΕΞ Ι

ΧΤΥΠΑΩ τήν πόρτα του, άκούω τή φωνή του, σουλουπώνω τήν

f κφρασή μου, μπαίνω. �O ρθιoς δίπλα στό τζ άκι. Στό χέρι του ποτό, σχεδόν άδειο τό ποτή ρι. Κανονικά, περιμένει νά πάω πρώτα καί μετά βάζει νά πιεί άλκοό λ, παρ ' δτι ξέ ρω δτι πίνουν καί στόν δείπνο, κρασί. Τό πρόσωπό του λίγο άναψοκοκκινισμέ­ νο. Προσπαθώ νά 6πολογίσω πόσα νά ' χει πιεΙ "Χαί ρε», λέει. "Πώς fχει άπόψε ή μικρά ώραία κό ρη; » Κάτι λίγα fχει πιεί, τ ό καταλαβαίνω άπό τ ό έλεγχόμενο καί προκατασκευασμένο χαμόγελο. Βρίσκεται σέ φάση φλερταρί­ σματος. "ΕΙμαι καλά», λέω. "Καί προετοιμασμένη γιά μιά μικρή άπογείωση ;» "Παρακαλώ; » λέω. Π ίσω άπ ' αότό τό σκηνοθετημένο 6 φάκι διαβλέπω άμηχανία, μιά ά βεβαιότητα γιά τό πόσο μπορεί νά μοϋ άνοιχτεί, καί πρός ποιά κατεύθυνση. ,, ' Απόψε σο\) fxro μιά μικρή fκπληξη », λέει. Γελάει. Μάλλον καγχασμός εΙναι. Διαπιστώνω πώς δλα άπόψε εΙναι μικρά. �Eχει τήν τάση νά τά παρουσιάζει δ λα 6ποκοριστικά άπόψε. Καί μένα φυσικά . •<Κάτι πού πολύ θά σο\) άρέσει». "Τί δηλαδή ; » λέω. "Κινέζικη σκακιέ ρα; » Μπορεί νά παίρνω θάρρη, δείχνει δμως νά τό κάνει γο\)στο, προπαντός άμα fχει πιεί καναδυό. Μέ προτιμάει μαργιόλα. "Κάτι παραπάνω », λέει. Τό πάει νά μο\) τρέξουν τά σάλια. "Σ βήνω άπό περιέργεια». "Καλώς», λέει. Πάει στό γραφείο του, ψαχουλεύει σέ συ ρτ άρι. Μετά μέ πλησιάζει, τό �να χέρι πίσω του. ,, �Aν τό βρείς », λέει. "Ζώο, φυτό ή όρυκτό; » λέω. "Ζώο », λέει μέ κοροϊδευτική σοβαρότητα. "Πάρα πολύ ζώο μάλιστα». Φέ ρνει μπροστά τό χέρι του. Κ ρατάει μιά χεριά, hσι μοιάζει, άπό πούπουλα, μώ β καί ροζέ. Άνοίγει τό χέρι. Ρο\)χο 299


μοιάζει να ναι, σάν μαγιό, καί γυναικείο: βλέπω τούς δύο μικρούς θόλους γιά τά στήθη, δλοκέντητους μέ κάτι σάν άσημιά κέρματα. ΕΙναι άστράκια. Τά φτερά άρχίζουν άπό τούς γλουτούς καί φτάνουν ως άπάνω. Τελικά δέν κατάλαβα λάθος. Άναρωτιέμαι που νά τό βρη κε. Ά φου όλον τόν τέτοιο ρουχισμό τόν �χoυν καταστρέψει' τό εΙδα στή ν τηλεό ραση, στίς εΙδή σεις, εΙχαν τέτοιες σκηνές, τραβηγμένες άπ ' όλες τίς πόλεις. Στή Νέα ' Υόρκη τό άποκάλεσαν ή άπορρύ πανση του Μανχάτ­ ταν. ΕΙχαν άνάψει πυρά στήν πλατεία των Τάιμς, όχλος �ψελνε, οΙ γυναίκες ϋψωναν τά χέρια σέ πόζα εύχαριστίας όταν καταλά­ βαιναν πώς τίς έπαιρνε ή τηλεό ραση, νέοι άντρες μέ φάτσες άδρές σάν πέτρινες πετουσαν άντικείμενα στήν πυρά, δλόκλη ρες άΥκαλιές άπό εΙδη μεταξωτ ά, νάυλον καί ψεύτικες γουνες, κιτρι­ νοπράσινα, κόκκινα, βιολέ' μαυ ρο σατέν, χρυσαφί λαμέ, γυαλι­ στερό άσημί. Βρακάκια άπό ντέ-πιές μαγιό μπικίνι, σουτιέν άπό διάφανα ύφάσματα μέ ροζέ σατέν καρδου λες στή θέση της ρώγας. Καί οί κατασκευαστές, οί εΙσαγωγείς, οί καταστηματάρ­ χες γονατισμένοι, νά δηλώνουν δημόσια μετάνοια, μέ κωνικά χάρτινα καπέλα στό κεφάλι, σάν τή γαϊδου ροκεφαλή πού φό ρα­ γαν παλιά σ ' αύτούς πού �βγαζαν σέ διαπό μπευση, καί άπάνω στό καπέλο κόκκινη έπιγρ αφή : Μ ΙΑΣΜΑ. Φαίνεται πώς μερικά πράγματα γλύτωσ αν τό κάψιμο, δέν ήταν καί δυνατό νά τά μαζέψουν όλα. Φαίνεται τά προμηθεύτηκε δπως βρη κε καί τά περιοδικά: λαθραία. Μυρίζ ει μαύ ρη άγορά τό πράμα. Καί δέν εΙναι καινού ργιο, φορεμένο εΙναι, τό ϋφασμα στίς άμασχάλες εΙναι τριμμένο καί λεκιασμένο, άπό άλλης γυναίκας Ιδρώτ α. «Τό μέγεθος τό ύπολόγισα μέ τό μάτι», λέει. « Έλπίζω νά μήν fπεσα �ξω ». «Κι έχετε τήν άξίωση νά βάλω έγώ αύτό τό πράμα; » λέω. Ξέρω πώς ή φωνή μου μυρίζ ει σεμνοτυφία, άποδοκιμασία. Ω­ στόσο, ή Ιδέα �χει κάτι πού μέ τραβάει. Ποτέ μου δέν �χω φο ρέσει ρουχο πού νά μοιάζει κι άπό μακριά μέ τουτο, πού λαμπυρίζει καί θυμίζει έλαφρό θέατρο, καί μάλλον τέτοιο θά ' ναι, άπό βεστιά ριο θεάτρου, ή κάτι πού φορέθηκε σέ νούμερο •

300


κώιοιοο κατεδαφισμένου καμπαρέ. Τό πιό τολμη ρό πράμα που εΙχα βάλει ήταν τά μαγιό, κι ενα κασκορσέ βερυκοκί δαντελένιο, μoίj τό ' χε άγοράσει ό Λουκάς. 'Όμως αι'Jτό έδώ κάπου μέ ΥαρΥαλάει, ιcoυβαλάει πάνω του τήν παιδιάστικη έπιθυμία δλων μας νά ντυθουμε μεγαλίστικα. Έπιπλέον, θά ' ναι αγρια φαντα­ χτερό, ιcάτι σάν κράξιμο έναντίον στίς Νονές, μυ ρίζει άμαρτία, έλωθερία. Ή έλευθερία, όπως δλα τά πράγματα, εΙναι σχετική . ..Τέλος πάντων», λέω. Π ροσπαθώ νά μή φανεί δτι δέν κρατιέ­ μαL θέλω νά τό πάρει σάν παραχώ ρησή μου, σάν χατή ρι, του κάνω χάρη. Π ραγματοποιεί τήν πλέον άνομολόγητη έπιθυμία της '!Α'Χούλας του, αύτό που του γεμίζει σάλιο τό στόμα. Νά ' χ ει μαστίΥιΟ ίππασίας κρυμμένο πίσω άπό τήν πό ρτα; Θά φορέσει και μJΣότες, θά μέ βάλει στήν έπί κυψη νά κρατιέμαι άπ ' τό τραχέζ ι; ..θά μεταμφ ιεσθείς », λέει. «Θά χρειαστεί καί μακιγιάζ προ­ σώJWU, &χω φέρει τά άπαραίτητα. ' Αλ λ ιώς, άποκλείεται νά μκεϊς».

..Νά μπώ; που ; » ρωτάω . .. Άπόψε θά σέ βγάλω εξω ! » .. "Έξω; .. Φ ράση πανάρχαια. Τώρα πιά, που έξω νά βγάλει lνoς τή ντ άμα του, δέν ύπάρχουν τέτοια στέκια. - 'Έξω άποδώ», λέει. Ξέρω δίχως νά μου τό ' χουν πεί πώς αύτό που μου προτείνει εlναι κίνδυνος, γιά κείνον άλ λά προπαντός γιά μένα. Έγώ δμως θέAm νά βΥώ, ετσι κι άλλιώς. Θέλω δ,ΤΙ νά ' ναι, φτάνει νά σπάζει τή μονοτονία, νά άνατ ρέπει τήν καθιερωμένη, καθοσιωμένη τάξη τiJν Jι:ΡαΥμάτων. Τοϋ λέω πώς δέν θέλω νά κοιτάζει καθώς θά ντύνομαι. Τό ν ντρέmμαι άΙCόμα. Λέει θά γυρίσει άλλου. Γυρίζ ει. ' Εγώ βγάζω .mwύτσια, ιcάλτσες καί τό βαμ βακερό σώβρακο, χώνω τά πόδια μου μέσα aτό πράμα αύτό μέ τά φτερά, κρατώντας τό φουστ άνι μου σάν τέντα άποπάνω. Μετά βγάζω καί τό φουστάνι, περνάω τίς τφάντες μέ τά στράς στούς ωμους μου. "Εχει φέ ρει καί .mroότσια, μώβ μέ άπαράδεκτα ψη λ ά τακούνια. Τίποτα δέν εΙναι

30 1


άκρι βώς στά μέτρα μου : τά παπούτσια λίγο μεγάλα, ή μέση ύπερ βολικά στενή, άλλά θά βολευτοϋν δλα. « 'Έτοιμψ, λέω, κι έκείνος γυρίζ ει. Νιώθω βλάκας. Θέλω νά κοιταχτώ σέ καθρέφτη. «Χά ρμα», λέει. « Καί τώρα τό πρόσωπο». �Eχει φέ ρει μόνο ενα κραγιόν, παλιό καί άναλιγωμένο, πού μυρίζει κέ ρινα σταφύλια, λίγο ρίμελ καί μολύ βι γιά τά μάτια. Ο()τε σκιά γιά τά μάτια, ο()τε ρούζ. Γιά μιά στιγμή, νομίζω πώς δέν θά θυμηθώ πώς τά χρησιμοποιοϋν έτοΟτα, καί τό άποτέλεσμα \ της πρώτης μου προσπάθειας εΙναι ενα μουτζαλωμένο ματοτσίνορο, λές κι έχω φάει μπουνιά. Τό σφουγγίζω μέ φυτικό ελαιο καί ξαναρχίζω. Τρί βω λίγο κραγιόν στά μάγουλά μου, τό άπλώνω. Στό μεταξύ έκείνος μοϋ κρατεί εναν μεγάλο καθρέφτη μέ άσημιά ράχη. Τόν θυμάμαι, εΙ ναι της Σερένας. Θά τόν κου βάλησε άπ ' τό δωμάτιό της. Μέ τά μαλλιά δέν γίνεται τίποτα. «Θαϋμα», λέει. Ξεση κωμένος τώρα πλέον. Λές καί ντυνόμα­ στε γιά πά ρτυ. Πάει στήν ντουλάπα, βγάζει εναν μανδύα μέ κουκού λα. Σέ μπλέ άνοιχτό, τό χρώμα γιά τίς Γαμετές. Κι αt)τός της Σερένας θά εΙναι. «Κατέ βασε χαμηλά τήν κουκού λα» , λέει. «Τόν νοϋ σου μή χαλάσεις τό μακιγιάζ. Μόνο ώς νά περάσουμε τούς έλέγχους » . « Καί άδεια κυκλοφορίας, γιά τή ν πύλη;» λέω. «Αύτό μή σ ' άπασχολεί. Σοϋ εχω πάρει έγώ μία». Καί ξεκινάμε. Δρόμοι σκοτεινιασμένοι. Τούς περνάμε άμίλητοι, μαζί. " Ο Τα­ ξιάρχης μοϋ κρατεί τό δεξί χέρι, σά μαθητούδια στό σινεμά. Έγώ σφίγγω τήν κάπα πάνω μου, δπως θά ' κανε κάθε καλή Γαμετή . . Από τό τοϋνελ πού σχηματίζει ή κουκού λα βλέπω τόν σ βέ ρκο τοϋ Νίκ. Τό κασκέτο του φορεμένο [σια, ό λαιμός του στητός, ό λόκληρος πολύ στητός. " Η στάση τοϋ κορμιοϋ του μέ άποδοκιμάζει. " Η φαντασία μου εΙναι; Ξέρει τί φοράω κάτω άπ ' τόν μανδύα, μήπως αύτός εΙναι ό προμηθευτής; Καί άν ναί, μοϋ 302


θύμωσε ή του φούντωσα έπιθυμίες; Νά ζηλεύει; �H δέν του ιcαίγεται ιcαρφί; Έμείς Εχουμε ιcάτι ιcoινό : ΙCαί οί δύο δρουμε σά νά ήμαστε άόρατοι, ΙCαί οί δύο μας είμαστε όπάλληλοι. Νά τό ' χει ιcαταλά βει αότό; wOtav άνοιξε τήν πό ρτα του άμαξιου γιά τόν Ταξιάρχη ιcαί, ας ειcανε ιcι άλλιως, γιά μένα, προσπάθησα νά ΙCOιταΧΤOυμε, νά τόν άναyιcάσω νά μέ ιcoιτάξει, αότός δμως φέρθηιcε σά νά μή μ ' εβλεπε. Γιατί δχι; ' Α λαφριά δουλειά του ελαχε, θεληματάιcια, ποιός δ λόγος νά τή ν έΙCΘέσει σέ ρίσιcα; Στά φυλάιcια δέν είχαμε πρό βλημα, δλα ιcύ λησαν ό μαλά δπως τό εΙχε πρoδιιcάσει ό ΤαξιάP'lης, ιcι ας χτυπάει σά σφυρί τό αΙμα στό ιcεφάλι μου. Κοτσιλιές, πού θά ' λεγε ΙCαί ή Μόιρα. Μετά τόν δεύτερο ελεγχο λέει ό Nίιc: " Έ δώ, κύ ριε;» ιcαί ό ΤαξιάP'lης λέει « ναί» . Τό άμάξι σταματάει ιcαί ό Ταξιάρχης λέει: ,, ' Εδώ, ιcατ ' άνάγιcην θά σου ζητήσω νά πέσεις στό δάπεδο τού όχήματος ». <'Κάτω;» λέω. "Βλέπεις, πρέπει νά περάσουμε τήν πύ λψ>, άπαντάει, σά νά μου ελεγε τίποτα ιroτό. Δoιcίμασα νά τόν ρωτήσω που πηγαίνου­ με, δμως εΙπε μου τό φυλάει γιά ειcπληξη . "Γαμετές δέν γίνονται δειcτές». Κι ετσι πέφτω έγώ ιcάτω πίτα, τό άμάξι ξειcινάει πάλι ΙCαί γι � ιcάμπoσα λεπτά δέν βλέπω τίποτα. Μέ τόν μανδύα πάνω μου, πάω νά σιcάσω άπό τή ζέστη. ΕΙναι χειμερινό ρουχο, όχι θερινό βαμβαιcερό, μυρίζει ΙCαί ναφθαλίνη. Θά τό δανείστηιcε άπό τήν άΠOθή ΙCη. Σίγουρος πώς ή γυναίιcα του δέν θά ' παιρνε είδηση. � Eχει μαζέψει τά πόδια του εύγενΙΙCά, νά μου ιcάνει χώρο, τό ιcεφάλι μου δμως παρ ' δλα ταύτα άΙCOυμπάε ι στ ά παπούτσια του . Ποτέ μου δέν εΙχα βρεθεί τόσο ιcoντά στά παπούτσια του. Τά αΙσθάνομαι ντουρα, άλύγιστα, σάν ιcαύιcαλo σΙCαθαΡΙOυ : μαυ ρο, γυαλιστερό, άδιαπέραστο. Σά νά μή εχουν ΙCαμμία σχέση μέ πόδια. Περναμε άλλον εναν ελεγχο. ' Α ιcoύω τίς φωνές, άπρόσωπες , ρωτούν εύσεβάστως, τό τζάμι τής πόρτας ιcατεβαίνει ΙCαί άνε βαί­ νει, εΙναι αύτόματο, γιά νά δείξουν τίς άδειες ιcυιcλoφoρίας. ' Ε δώ

303


δέν θά δείξει τή δική μου, δηλαδή τήν δήθεν δική μου, μιά ΙCαί ύπηρεσιακώς έδώ έγώ δέν ύπάρχω. Τό άμάξι ξεκινάει, μετά φρενά ρει πάλι, δ Ταξιάρχης μέ βοηθάει νά σηκωθώ. « ' Εδώ θά κάνουμε σ βέλτα, κατ ' ανάγκην», λέει. • ΕΙναι ή πίσω πό ρτα. Τόν μανδύα θά τόν αφήσεις στόν Νίκ. Έσύ, στήν ωρα σου , όπως συνήθως », τοϋ λέει. Δηλαδή δέν εΙναι ή' xράmι τους φορά, τό . χουν ξανακάνει. Μέ βοηθάει νά βγάλω τόν μανδύα. Η πό ρτ α τοϋ ciμaξιoϋ ανοίγει. Νιώθω αέ ρα πάνω στήν σχεδόν γυμνή μου έπιδερμίδα καί συνειδητοποιώ δτι ίδρώνω. Καθώς στρέφω νά ιcλείσω την πό ρτα τοϋ άμαξιοϋ πίσω μου, διακρίνω τόν Νίκ νά μι ιcoιτάζει μέσα από τό τζ άμι. Τώρα μέ κοιτ άζει. Περιφρόνηση εΙναι αύτό πού διακρίνω, ή αδιαφο ρία, η μή πως αύτ ά περίμενε άπό μένα; Είμαστε σ ' ενα δρομάκι πίσω από ενα χτίριο δλο ΙCόΙCΙCΙνO τοϋ βλο καί αρκετά σύγχρονο. Σκουπιδοτενεκέδες δίπλα στήν πόρτα καί μυ ρουδιά από τηγανητό κοτόπουλο πού άρχίζει νά ξυνίζ ει. Ό Ταξιάρχης εχει κλειδί της πό ρτας, πού εΙναι άκλή, γκρίζα καί σχεδόν δέ ν ξεχω ρίζ ει από τόν τοίχο καί, μοϋ φάνηκε, φτιαγμένη από ατσάλι. Μέσα, ενας διάδρομος από τσιμεντόλι­ θους φωτισμένος από φωσφοροϋχο γλόμπο ψηλά. Κάτι σά.ν τοϋνελ. . « Εδώ», λέει δ Ταξιάρχης. Περνάει στόν καρπό μου ενα χαρτί κό κκινο, μέ έλαστικό βραχιό λι, σάν τό δελτάριο 1Wύ κολλάνε στ ά αεροπορικά μπαγκάζια. « V Α ν σέ ρωτήσει ιcανείς, πές του εΙσαι νοικιασμένη γι ' απόψε », λέει. Μέ πιά.νει tDό τό γυμνό μπράτσο καί μέ δδηγεί. Έγώ χρειάζομαι καθρέφτη νά διiι μή πως τό κραγιόν ξέ βαψε, μή πως τά φτερά παραείναι Υελοία, παραέχουν βρωμίσει. Στό φώς θά δείχνω θλιβερή. Πολύ ιiρ'yά τό θυμήθηκα βέ βαια. Ή λίθια, λέει ή Μόιρα. .

304


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τ Ρ ΙΑΝΤΑ ΕΠ ΤΑ

ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ό διάδρομος, περνάμε άπό άλλη μία γκρίζα άπλή

πόρτα, σέ άλλον διάδρομο, άπαλά φωτισμένον καί στρωμένον τώρα μέ μοκέτα σέ χρώμα μανιταριου, σκου ροκό κκινο. ' Α ποδώ άρχίζουν πό ρτες, καθεμιά μέ άριθμό: Ι:κατόν ενα, Ι:κατόν δύο, ετσι δπως μετράς δταν εχει θύ ελλα μέ κεραυνούς, γιά νά δείς πόσο σ ' εχει πλησιάσει ό κίνδυνος. Δηλαδή εΙμαι σέ ξενοδοχείο. ' Από μιά πόρτα άκούγεται γέλιο, άντρικό πρώτα, καί γυναίκας μετά. νΕχω πολύν καιρό νά τ ' άκούσω αύτό. Βγαίνουμε σέ μία κεντρική αύλή. Μεγάλη, έσωτερική , τοίχοι μέ πολλά πατώματα καί φεγγίτη πάνω-πάνω. Στή μέση ενα συντριβάνι, στρογγυλό, σκορπάει γύ ρω νερό, τινάζεται σάν σπόρια φυτου. Γ λάστρες καί δέντρα. Κλη ματαριές κρέμονται άπό τούς έξωστες. ' ΑναβαΤή ρες γυάλινοι, οΙ πλευρές τους σχή μα ό βάλ, άνεβοκατεβαίνουν στούς τοίχους σάν γιγάντια μαλάκια. Ξέρω που βρίσκομαι. νΕχω ξανάρθει έδώ μέ τόν ΛoυKcϊ, άπόγευμα, πολύν καιρό πρίνο Ή ταν ξενοδοχείο τότε. Τώρα εΙναι γεμάτο -Υυναίκες. Στέκω άκίνητη καί τίς κοιτάζω κατάματα. Έδώ εχω τήν εύχέρεια νά κοιτάζω γυ ρω μου, δέν ύπάρχουν φτερου γες νά μου κόβουν τή θέα. Δίχως τίς φτερουγες, τό κεφάλι μου εΙναι περίεργα άνάλαφρο, σάν κουρεμένο, λές καί του άφαιρέθηκε βάρος, ούσία. ΟΙ -Υυναίκες εΙναι καθισμένες, ξαπλωμένες , βολτάρουν, άκου­ μποϋν ή μία στήν άλλη. ' Ανάμεσά τους καί άντρες , άρκετοί θά Ιλεγα, δμως μέ τίς μαϋ ρες τους στολές ή τό κοστού μι, δλοι μεταξύ τους όλόιδιοι, άποτελοϋν τό φόντο, τό πλαίσιο τοϋ κάδρου. Ένώ οΙ γυναίκες εΙναι τά τροπικά άνθη . Ντυμένες μέ κάθε εΙδος γιορταστικοϋ ρούχου καί στολης. Κάμποσες φοράνε στολή σάν τή δική μου, φτερά καί πού λιες, πολύ σκαφτή στούς γοφούς, πολύ ντεκολτέ. W Αλλες φοράνε έσώρουχα έποχής, κον­ τές νυχτικιές, πιτζάμες σέ στύλ μπέημπυ-ντόλ, εrτε διάφανα 10

305


νεγκλιζέ. Κάμποσες μέ μαγιό, μονοκόμματα t'I μπιιcίνι. Μία, άπό δ,τι βλέπω, φο ράει ενα πράμα σάν δαντέλα, πλεγμένη μέ ιcρoσ έ πιό κρουστή πλέξη στό στήθος, νά σκεπάζει τίς ρώγες. Αλλες μέ κοντά παντελονάκια του τζόγκινγκ, t'I συνολάκια γιά γυμνα­ στική , σάν αύτά πού εδειχναν στήν τηλεόραση, ιcoρμάκι ιcoλάν καί πλεχτά παστέλ περικνημίδια. Βλέπεις μέχρι ιcαί αό1 ;); πού φορουσαν οΙ μαζορέτες στίς πρ o ειcλoγιιcές συγκεντρώσεις, μέ πλισέ φουστίτσα καί τεράστια γραβάτα. WΟλο αότό τό φύρδην­ μίγδην, μάλλον έξ άνάγκης βέβαια: δ,τι ιcατάφεραν νά περισώ­ σουν ή νά βουτή ξουν. 'Όλες εΙναι βαμμένες, ΙCαί ξαφνιιcά ΙCατα­ λαβαίνω πόσο ξεσυνήθισα νά βλέπω μαιcιγιάζ σέ γυναίιcα, γιατί δλονών τά μάτια μου μοιάζουν άφύσικα μεγάλα, άcpύσιΙCα σΙCOτει­ νά καί λαμπερά. ' Α λλά λιγάκι καί σάν μάτια παλιάτσου. Μέ τήν πρώτη ματιά, δλο αύτό δείχνει χαρωπό, δλο ιcέφι. Σάν μπάλ μασκέ. Σάν άφύσικα παιδιά στολισμένα μέ ξένα κυριαΙCάτι­ κα ρουχα, πού τά ' χουν κλέψει άπό παλιά μπαούλα. Χαρίζει ιcέφι αύτό; Πρέπει. 'Όμως γιά ποιό λόγο τό διάλεξαν, αότό δέν τό καταλαβαί νεις. ' Υπά ρχουν καί πολλοί τροφαντοί πισινοί έδώ. Από ιcαιρό τούς εχω ξεσυνηθίσει. «Σά νά είσέ ρχεσαι στό παρελθόν», λέει ό Ταξιάρχης. Η φωνή του δείχνει ί κανοποίηση, ένθουσιασμό θά ελεγα. «Δέν βρίσκεις;» , Α γωνίζομαι νά θυμηθώ αν τό παρελθόν 'fιταν άΙCΡιβώς ετσι. Δέν εΙμαι άπόλυτα βέ βαιη πιά. Ξέρω πώς κυιcλoφoρoύσαν ιcι αύτά πού βλέπω έδώ, άλλά ή αfσθηση εΙναι διαφορετική Μ ιά ταινία μέ θέμα τό παρελθό ν δέν δίνει τή γεύση πού δίνει τό [διο τό παρελθόν. «Μάλιστα», λέω. Αυτό πού νιώθω δέν εΙναι lva μόνο πράγμα. Φυσικά καί δέν ένσχλου μαι άπ αύτές τίς γυναίκες, ο(\τε μ ' αΙφνιδιάζουν. Φυσικά καί τίς κατάλαβα μέ τήν πρώτη πώς εΙναι μπορντελιάρες, ψευτο-μπορντελιάρες, σά μαθήτριες πού εΊουν κάνει σκασιαρχείο άπό τό μάθημα. Β έ βαια ή ιcρατική θρησΙCευτι­ κή πίστη τίς άπορρίπτει, άρνείται άΙCόμη ΙCαί τήν (\παρξή τους αυτές όμως ύπάρχουν. ΕΙναι κι αυτό κάτι. '

-

'

.

'

306


.. Μή χάσκεις .., λέει ό Ταξιάρχης. "Θά προδοθείς. Φυσική νά εΙσαι ... Καί ξανά μέ τραβάει μπροστά. Κάποιος τόν εΙδε, τόν χαιρετάει άπό μακριά καί μας πλησιάζει. Τό χέρι του Ταξιάρχη mό σφιχτό στό μπράτσο μου. "Τόν νου σου ", ψιθυ ρίζ ει. "Μή σκιαχτείς ... Τό καλύτερο πού εχεις νά κάνεις, λέω μέσα μου, κλείνε τό στόμα καί παράσταινε τό βλάκα. Δέν θά . ναι καί τόσο δύσκοΛο. " Ο Ταξιάρχης μιλάει καί γιά λογαριασμό μου στόν άλλο, καί στούς ύπόλοιπους άλλους στή συνέχεια. Δέν ε{μαι καί πολύ συχνά τό θέμα της κου βέντας του, ο(jτε καί χ ρειάζεται. Τούς λέει πώς εΙμαι καινού ργια εδώ, αυτοί μου ρίχνουν μιά ματ ιά, μετά μέ ξεχνοσν καί πιάνουν άλλα θέματα. " Η μεταμφίεσή μου τ ελικά ήταν ή σωστή. Μέ κρατεί συνέχεια άπ ' τό μπράτσο καί, καθώς μιλάει, ή σπονδυλική του στήλη στήνεται άνεπαίσθητα, τό στήθος του πετάει μπροστά, ή φωνή του παίρνει δ λο καί περισσότερο τήν άλαφράδα καί τήν εΟΟυ μη διάθεση της νεότητος. Ξαφνικά διαπι­ στώνω πώς κάνει φιγού ρα. Τούς μοστράρει εμένα, κι έκείνοι τό κατανοούν αυτό, άτομα μέ άνατ ροφή , δέν άπλώνουν χέρι νά χουφτιάσοον, δμως τά μάτια τους περνουν επιθεώρηση τό σ:rηθος καί τά πόδια μου, σά νά ε{ναι δικαίωμα εξαγορασμένο καί γιατί νά μήν τό άσκήσουν WΟμως ό Ταξιάρχης κάνει φιγού ρα καί σέ μένα. Μου μοστράρει τή θέση του στόν κόσμο. Τό πώς καταπατεί τούς κανόνες, σχεδόν τούς περιπαίζει κατάμουτρα. νΙσως εχ ει άνέλθει σέ σ,l,ος μέθης κοινωνικής, ας που με, αυτήν πού εμπνέει ή εξουσία, δπως λένε, σέ i)'Ι'ος δπου , πιστεύεις, ε{σαι πιά άναντικατάστατος άρα καί ελεύθερος νά διαπράξεις ότιδή ποτε, δ,τι σου κάνει έσένα κέφι, δ,τι. Δύο φορές, δταν νόμιζε πώς δέν τόν εβλεπε κανένας, γυρίζει καί μου κλείνει τό μάτι. Παρασταίνει τό τζόβενο καί τό βρίσκω σκέτη θλίψη Α λλά κατανοώ. Μόλις τά χόρτασε δλα αυτά, μέ παίρνει άποκεί, μέ καθίζ ει σ ' εναν φουσκωτό λουλουδάτον καναπέ, άπ ' αότούς πού ε{χαν στίς αiθoυσες των ξενοδοχείων. Σέ τουτο τό ξενοδοχείο, μάλιστα, .

.

307


ξαφνικά θυμαμαι ενα σχέδιο μέ λουλούδια πού είχαν, σέ σκούρο μπλέ φόντο μέ ροζέ άνθη στύ λ άρ-νου βώ. "Σ κέφτηκα' πώς mά­ στηκαν τά πόδια σου μ ' αύτά τά παπούτσια» , λέει. Σωστά τό σκέφτηκε, καί μ ' εύγνωμοσύ νη κάθομαι έπιτέλους, κάθεται κι αύτός δίπλα μου. Περνάει τό χέρι του στούς ώμους μου. Τό ύφασμα τοϋ μανικιοϋ του μοϋ τρώει τό δέρμα, ετσι πού qEt ξεμάθει πλέον στό κάθε ά γγ ιγμα. "Λοιπόν;» λέει. "πως σοϋ φαίνεται ή λέσχη μας; .. Κοιτάζω γύ ρω μου ξανά. Λάθος μου νά νομίσω άρχικά πώς δλοι τους μοιάζουν. Δίπλα στό συντρι βάνι είναι μιά παρέα ' Ιάπωνες μέ κοστού μια πρός τό σταχτί, καί στή ν πέρα γωνία μία παρένθεση άσπρίλας: 'Ά ραβες μέ τίς μακριές τους γκελεμπίες. "Λέσχη είναι; » κάνω. " Έμείς ετσι τό λέμε μεταξύ μας. Λέσχη ». "Νόμιζα πώς είναι στ ' άπαγορευμένα». "Κοίταξε· κατά τό γράμμα τοϋ Νόμου, ναί », λέει .. ·Ομως άνθρωποι είμαστ ε δλοι στό τέλος-τέλος ». Περιμένει νά τό σχολιάσω. Τίποτα. Τότε κι έγώ λέω: ..Τί θά πεί αύτό; » « Θά πεί δτι δέν μπορείς νά ξεγελάσεις τή Φύση» , λέει. .. ' Η Φύση εχει δρίσει γιά τόν άντρα τήν ποικιλία. Είναι, έξυπονοεί­ ται, μέ ρος της στρατηγικής της γιά τή διατή ρηση τοϋ εΙδους ... , Εγώ δέν λέω τίποτα, συνεχίζει. « Οί γυναίκες τό γνωρίζουν αύτό, έξ ένστίκτου. Γ ιατ ί νομίζεις ψώνιζαν τόσα πολλά καί διαφορετι­ κά φορέματα στ ήν παλιά έποχή; Γιά νά ξεγελάσουν τόν άντρα πώς κάθε φορά βλέπει καί διαφορετική γυ ναίκα Αλλη κάθε μέ ρα». Τό λέει σάν νά τό πιστεύει, δμως καί άλλα πολλά τά λέει μέ τόν ίδιο τρόπο. Μπορεί καί νά τό πιστεύει, μπορεί καί δχι, μπορεί καί ναί καί δχι ταυτόχρονα Αδύ νατο νά ξεχωρίσεις τί πιστεύει αύτός. · « Δηλαδή , τώρα πού δέν συναλλάζουμε τά φο ρέματα .. , λέω, « συναλλάζετε γυναίκες έσείς ». Τό λέω μέ εΙρωνεία, άλλά δέν δείχνει νά τό ' πιασε. .

.

.

308


"Λύνει πολλά προ βλή ματα .. , λέει, χωρίς τήν παραμικρή σύσπαση στό πρόσωπό του. Δέν άπαντώ. � Eχω άρχίσει νά τόν βαριέμαι. ΝΕτσι μοϋ . ρχεται νά τό παίξω παγερή καί νά περάσω τήν ύπόλοιπη βραδιά σέ άγριωπή μουγκαμάρα. 'Όμως δέν έχω τή δυνατότητα τέτοιας πολυτέλειας καί τό ξέρω. 'Ό ,τι καί νά . ναι, εΙναι μιά βραδιά "έξόδου ... Έγώ θά ' θελα μόνο νά πιάσω κου βέντα μέ τίς γυναίκες, άλλά δέν τό βλέπω κατορθωτό. "Π οιοί εΙναι αύτοί; .. τόν ρωτάω. " ΕΙ ναι μόνο γι ' άξιωματούχους εδώ .. , λέει. "Κάθε κλάδου. Καί άνώτερους βαθμούχους. Καί έμπορικές άποστολές, βέ βαια. ' Ωφελεί τό έμπόριο. ΕΙναι δ,τι πρέπει γιά νά δείς καί νά γνωρίσεις κόσμο. . Α λλιώς, εΙ ναι πολύ δύσκολο νά κλείσεις δουλειές. Π ροσπαθοϋ με, πάντως , νά τούς προσφέρουμε τό έπίπε­ δο πού τούς παρέχουν καί άλλοϋ. Έ πιπλέον, εδώ μπορείς καί νά στή σεις αύτί. Νά συλλέξεις πληροφορίες . Καμιά φορά, δ άντρας λέει σέ γυναίκα πράγματα πο.ύ δέν θά . λεγε σέ άλλον άντρα ... " νΕτσι», λέω. "Δηλαδή , αύτό, γιά τίς γυναίκες, άληθεύει». "Κοίταξε», λέει, "μερικές εΙναι επαγγελματίες. Έ ργαζόμενα κορίτσια» -γελάει- "άπό τήν πρώην εποχή. . Α δύνατο νά άπορροφηθοϋν άλλοϋ. Πάντως οί περισσότερες προτιμοϋν τή δουλειά έδώ». "Καί οί άλλες; » λέω. "Οί άλλες; » λέει. " νΕχουμε ποικιλία. Έ κείνη εκειπέρα, μέ τά πράσινα, εΙναι κοινωνιολόγος. Ήταν. Αύτή εδώ ήταν δικηγό­ ρος, αύτή άπό κάποια έπιχείρηση, διοικητικός κλάδος. Σέ μιά άλυσίδα Ι:στιατορίων μέ έτοιμα φαγητά, ή ξενοδοχείων, δέν εΙμαι σίγουρος. Μοϋ εΙ παν μπορείς νά κάνεις συζήτηση επιπέδου μαζί τους, άν εχ εις διάθεση. Καί εΙναι, θά έλεγα, εύχαριστημένες. Μάλιστα τό βρίσκουν προτιμότερο νά μένουν εδώ». "Π ροτιμότφο άπό τί; » λέω. " . Από τίς λοιπές εναλλακτικές λύσεις », λέει. "Μπορεί νά τό θεωρείς καί συ προτιμότερο Α π ' αύτό πού σοϋ κλη ρώθηκε ». Τό λέει παιχνιδιάρικα, ψαρεύει κομπλιμέντα, τά ' χει άνάγκη .

309


ιcαί ξέρω πώς τό σο βαρό μέ ρος τής συζήτησης τέλειωσε . .. Δέν ξέρω », λέω, σάν νά τό ζυγιάζω τάχα. "Θά ' ναι ιcαί ιcoυραστιιcή δουλειά» . .. Πάντως θά ' χεις ενα μιιcρό πρό βλημα μέ τά κιλά σου, αύτό στό βεβαιώνω », λέει. "Σ ' αύτό εΙναι πολύ αύστηροί. νΕτσι καί παχύνεις λιγάκι, σέ πάνε άπομόνωση » . Νά άστειεύεται; Μά λλον, άλλά δέν θέλω νά ξέ ρω . .. Καί τώρα», λέει, "γιά νά σέ μπάσω στό ιcλίμα τοϋ χώ ρου, τί θά λεγες γιά ενα ποτό; » .. Δέν μοϋ έπιτρέπεται », λέω. "Τό γνωρίζ ετε» . .. Γιά ενα, δέ χάλασε ό κόσμος », λέει. ,, ' Εξ άλλου θά ' κανε άσκημη έντύπωση άν άρνηθείς. Έδώ δέν Ισχύ ουν ταμπού γιά ιcαπνό ιcαί οΙνόπνευμα» . .. νΕστω .., λέω. Μέσα μου πολύ τό χαίρομαι, έχω νά πιώ ποτό χρόνια. ..Τί θά πάρεις;» λέει. " νΕχουν άπ ' δλα. ΕΙσαγωγής " . .. wEva τζίν μέ τόνιιc ", λέω. " νοχι δυνατό δμως. Μή σάς ντροπιάσω » . .. Αύτό άπό σένα άποκλείεται », λέει μέ χαμoγελάιcι. Σηιcώνε­ ται. Μετά, στά ιcαλά καθούμενα, παίρνει τό χέρι μου ΙCαί τό φιλάει, στήν παλάμη. Ξεμακραίνει, πάει πρός τό μπάρ. Θά μπορούσε νά ιcαλέσει μιά γιcαρσόνα, εχει ιcάμπoσες έδώ, μέ όμοιόμορφες μαϋρες μίνι φούστες ΙCαί φοϋντες στά στήθη, άλλά δείχνουν πολυάσχολες, δύσιcoλα νά πετύχεις καμμία. •

Κι έκείνη τή στιγμή τή βλέπω. Τή Μόιρα. Στέ κει μαζί μέ άλλες δύο δίπλα στό συντριβάνι. Δέ μπορεί. Ξανακοιτάζω, μέ πολλή προσοχή, νά σιγουρευτώ. Μέ τρόπο ιΟστε νά μήν τό προσέξουν οί γύρω μου, δίχως νά στυλώσω τή ματιά μου άπάνω της. Εlναι ντυμένη άξιοδάκρυτα, μ' ενα μαύ ρο πρ άμα άπό γυαλι­ στερό, κάποτε, σατέν, πού δείχνει πολυφορεμένο. Στράπλες, ένισχυμένο μέ σύ ρμα γιά νά πετάει πρός τά έξω τά στήθη, δμως δέν εlναι στά μέτρα της, παραείναι φαρδύ καί τό ενα στήθος τής πετάγεται έξω, τό άλλο εχει έξαφανιστεί. ' Αφη ρημένα, δλο τό τραβάει πρός τά πάνω. Πίσω εχει κοτσάρει ενα βαμβακερό 310


φιόγκο φουσκωτό σά μαξιλαΡάκι, τόν βλέπω μόλις μισογυρίζει. Μοιάζει σάν σερ βιέτα πού εσκασε στ ά δύο, σάν πόπκορν. Τελικά καταλαβαίνω ότι πρό κειται γιά οόρ ά. Στό κεφάλι της qει κολλημένα δύ ο αότ ιά, λαγού ή ελαφιού, άvτε νά καταλάβεις. Στό ενα αότί ή κόλλα εχει φύγει καί μισοκρέμεται σάν μαραμένο. UΕχει καί παπιγιόν στό λαιμό, μαύ ρες διχτυωτές κάλτσες καί μαύ ρα ψηλοτάκουνα παπούτσια. Ποτέ της δέ χώνεψε τά ψηλο­ τάκουνα . . Η στολή της δλό κληρη, άλλοπρόσαλλη παλιατσαρία, μού θυμίζ ει κάτι άπό τά περασμένα, άλλά τί; Θεατρικό εργο, μουσική κωμωδία; Κορίτσια ντυμένα γιά τό Πάσχα μέ στολή κουνελιού. Τί όπονοεί αότό, γιατί δηλαδή τά κουνέλια νά φουντώνουν σεξουαλικά τούς άντρες; Γίνεται νά τούς ερεθίζει αότό τό κουρελιασμένο πράμα; • Η Μόιρα καπνίζει. Τραβάει μιά, δίνει τό τσιγάρο στήν άλλη άριστερά της, πού φοράει κόκκινο λαμέ μέ πρόσθετη μυτερή οόρά καί άσημιά κέ ρατα. Στολή διαβόλου. Μέ τά χέρια της σταυρωμένα κάτω άπό τό ενισχυ μένο σουτιέν, στέκει μία στό ενα καί μία στό άλλο πόδι, θά τήν πονούν, καμπουριάζει λίγο. Κοιτάζει γύ ρω δίχως ενδιαφέ ρον, δίχως στόχο. Φαίνεται, τό σκηνικό τής εΙναι γνώριμο. Θέλω νά τήν κάνω νά μέ δεί, νά μέ κοιτάξει, όμως ή ματιά της γλιστράει άπό πάνω μου λές καί εΙμαι κι εγώ φοινικόδεντρο, πολυθρόνα. Δέ μπορεί, θά γυρίσει καταδω, τό θέλω άφάνταστα, δπωσδή ποτε θά μέ κοιτάξει πρίν τήν πλησιάσει κανείς αντρας, προτού εξαφανιστεί. Νά, ή άλλη τής παρέας της, ή ξανθιά μέ τό κοντό ροζέ σακάκι πιτζάμας φινιρισμένο μέ γούνα, κάπου βρί­ σκει καβαλιέ ρο, μπή κε mόν γυάλινο άναβατήρα, qει άναλη­ φθεί. • Η Μόιρα γυρίζει τό κεφάλι άποδω κι άποκεί, φαίνεται κοιτάζει γύ ρω νά δεί τί προοπτικές προσφέ ρονται. Μάλλον θά " ναι ζό ρικο νά στέκεις ετσι στημένη, στά άζ ήτητα, σά νά βρίσκεσαι σέ χορό γυμνασίου καί σέ περνούν επιθεώρηση. Αύτή τή φορά τά μάτια της κολλάνε πάνω μου. Μέ βλέπει. ΕΙναι άρκετά ψημένη πιά, δέν φανερώνει καμιά άντίδραση. Καρφώνουμε ή μία τήν άλλη , τά πρόσωπά μας άνέκφραστα, 311


άπάθεια. Μετά κουνάει μόλις τό κεφάλι, �να έλαφρύ τίναγμα πρός τά δεξιά. Ξαναπαίρνει τό τσιγάρο άπ ' αύτήν μέ τά κόκκινα, τό φέρνει στό στόμα της, άφήνει γιά μιά στιγμή τό χέρι της μετέωρο, καί τά πέντε δάχτυλα άνοιγμένα. Μετά μοl) γυρίζει τήν πλάτη. Τό παλιό μας σύνθημα. Σέ πέντε λεπτά νά βρίσκομαι στίς γυναικείες τουαλέτες πρός τά δεξιά. Κοιτάζω γύ ρω. Ταμπέλα πουθενά. Ούτε μπορώ νά διακινδυνέψω όποιαδή ποτε μετακίνηση χωρίς τόν Ταξιάρχη. Δέν τά ξέρω καλά τά πράγματα, δέν ξέρω τά κόλπα, μπορεί κάπου νά τήν πατήσω. ΗΕνα λεπτό. Δεύτερο. Η Μόιρα άρχίζ ει σουλάτσο, δίχως νά κοιτάζει γύρω. Στη ρίζ εται στήν έλπίδα πώς επιασα τό σύνθημα καί θ ' άκολουθήσω. Ό Ταξιάρχης έπιστρέφει μέ δύο ποτή ρια. νΟ ρθιος, μοl) χαμογελάει, άφήνει τά ποτά στό τραπεζάκι μπροστά στόν κανα­ πέ, κάθεται. «Τό διασκεδάζεις ; » λέει. Θά τό ' θελε. Στό κάτω-κά­ τω, καλεσμένη του εΙ μαι. Τοl) χαμογελάω. " νΕχει τουαλέτα; » λέω. "Φυσικά » , λέει. Ρουφάει μιά άπ ' τό ποτό του. Δέν προθυμο­ ποιείται νά μοϋ δείξει. « ΕΙναι άνάγκη νά πάω » . Μέσα μου τώρα μετράω δευτερόλεπτα, όχι λεπτά. ' « Αποκεί» , μοϋ δείχνει. «Κι αν μέ σταματή σει κανείς ; » «Δείξε του τ ό δελτάριο στό χέρι σου », λέει. « Καί δέν θ ά ' χεις πρόβλημα. Θά καταλάβουν πώς εΙσαι άγκαζέ». Σηκώνομαι, προχωράω ατσαλα. Τρεκλίζω λιγάκι, κοντά στό συντριβάνι παραλίγο νά πέσω. Τά τακούνια. Χωρίς τόν Ταξιάρ­ χη νά μέ κρατεί, χάνω τήν ίσορροπία μου . Καμπόσοι μέ κοιτά­ ζουν, μέ ε κπληξη νομίζω παρά μέ πόθο. Αίσθ άvoμαι ή λίθια. Π ροχωρώ μέ τό άριστερό μου χέρι μπροστά, λυγισμένο στόν άγκώνα, νά μοστράρω τό δελτάριο. Κανένας δέ λέει τίποτα. .

312


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τ Ρ ΙΑΝΤΑ ΟΚ Τ Ω

Β ΡΙΣΚ Ω τήν εΙσοδο γιά τις γυναικείες τουαλέτες . Γ ράφει άκόμη

Κυρίω, πάνω σέ έπιχρυσωμένο μέταλλο, σχήμα παπύ ρου. "Ενας διάδρομος σέ βγάζει στήν πό ρτα, καί μιά γυναίκα καθ ισμένη σέ τραπεζάκι παραδίπλα έπιβλέπει είσόδους καί έξόδους. ΕΙναι άπό τίς ήλικιωμένες, φοράει πορφυ ρό καφτάνι καί �χει βάλει χρυσό­ σκονη γύρω στ ά μάτια, άλλά έμένα δέ μέ ξεγελάει, Νονά εΙναι, κάνει μπάμ. Ή βουκέντρα βρίσκεται πάνω στό τραπέζι καί τό λουρί περασμένο στόν καρπό του χεριου της. Έ δώ κίνδυνος, λέω μέσα μου . .. "Ενα τέταρτο τό άνώτερο » , λέει. Παίρνει άπ ' τό τραπέζι �να χαρτόνι κόκκινο παραλλη λόγραμμο, μου τό δίνει. Στό τραπέζι �χει μιά μικρή στοί βα άπ ' αύτά. Λές καί μπαίνω σέ καμπίνα δοκιμής ένδυμάτων, δπως εΙχαν τά μαγαζιά στήν πρώην έποχή. Στή γυναίκα πού �ρχεται πίσω μου τήν άκούω νά λέει: .. Π ρό δύο λεπτών δέν εΙχες ξανάρθει έσύ;» .. Έπείγομαι », ή γυναίκα λέει . .. Διάλειμμα πρός άνάπαυσιν μόνο άνά ω ραν», λέει ή Νονά. .. ' Αφου ξέρεις τόν κανονισμό ». Ή γυναίκα διαμαρτύ ρεται κλαψιάρικα, σέ άπελπισία. Έγώ σπρώχνω τήν πό ρτα καί μπαίνω. Αύτόν τόν χώρο τόν θυμάμαι. Ε Ιναι τό άναπαυτή ριο, φωτι­ σμένο μέ άπαλούς ρόζ τόνους, πολυθρόνες καί καναπέ λεμονί, ή στόφα μέ σχέδια, ρολόι τοίχου άποπάνω σέ χρυσαφί σκαλιστό πλαίσιο. Δέν �βγαλαν τόν καθ ρέφτη, �ει �ναν μακρουλό άπέ­ ναντι στόν καναπέ. ' Επειδή έδώ εΙναι άπαραίτητο νά ξέ ρεις τί

έμφάνιση �εις. Π ιό πέ ρα, στή σειρά οΙ καμπινέδες, καί αύτοί ρόζ, μέ νιπτή ρα καί καθ ρέφτη. Κάμποσες κάθονται στόν καναπέ καί σέ πολυθρόνες �oυν βγάλει τά παπούτσια τους καί καπνίζουν. Καρφώνουν τή ματιά τους άπάνω μου μόλις μπαίνω. Στόν άέρα άρωμα καί τσιγαρίλα, καί ή άπόπνοια άπό έργαζόμενο άνθρώπινο κορμί. 313


.. Καινού ργια; » λέει μία τους. «Μάλιστα», λέω, άναζητώντας μέ τή ματιά τή Μόιρα, άλλά δέν τή βλέπω πουθενά. Οί γυναίκες δέ χαμογελουν. ' Αφοσιώνονται στό κάπνισμά τους, σάν νά έκτελουν σοβαρή έργασία. Στό δίπλα δωμάτιο, μία μέ στολή γάτας καί ουρά άπό πορτοκαλιά γούνα Ι μιτασιόν, διορθώνει τό μακιγιάζ της. Θυμίζει παρασκή νια θεάτρου: κρέμες , τσιγαρίλα., iιλΙKά γιά κατασκευή φρεναπάτης . Έγώ, δισταχτική , δέν ξέρω τί νά κάνω. Δέν θέλω νά ρωτή σω γιά τή Μόιρα., δέν ξέ ρω μή πως εΙναι έπικίνδυνο. Μ ετά άκούω καζανάκι καί βγαίνει ή Μόιρα άπό μιά τουαλέτα. Π ροχωράει πρός τό μέ ρος μου. Περιμένω σύ νθημα. «Δέν τρέχει τίποτα», λέει σέ μένα καί στήν άλλη . "Γνωστή ». Οί άλλες χαμογελουν τώ ρα, ή Μόιρα μέ άγκαλιάζει. Τυλίγω τά χέρια μου γύ ρω της, τό σύ ρμα άπ ' τό σουτιέν της μου τρυπάει τό στήθος. Φ ιλιόμαστε στά μάγουλα. Μετά τραβιόμαστε πίσω, κοιταζόμαστε. «Θεοκόμματος », λέει. Μου χαμογελάει. " ΕΙσαι δμοια ή πόρ­ νη Βαβυλών » . .. Δηλαδή μου πέτυχε τό καμουφλάζ », λέω. " Έσύ εΙσαι σά νά σ ' εχouν καταφάει ο{ γάτες ». «Ναί», λέει, τραβώντας πρός τά πάνω τό σουτιέν τ η ς, «εΙμαι άπό διαφορετικό άνέκδοτο, κι αυτό τό συνολάκι, ετσι καί λικνιστώ κομμάτι, θά μου διαλυθεΙ Δέν ψάρευαν κάναν άλλον πού νά τά ράβει άνθρωπινότερα; Νά σουλουπωθώ λιγάκι; » .. Μονάχη σου τό διάλεξες;» ρωτάω. Λέω, μπορεί νά τό διάλεξε, bτειδή εΙναι λιγότερο χτυπητό. Τουλάχιστον εΙναι μονάχα άσπρόμαυ ρο . .. ·Οχι, ρέ σύ ! » κάνει. "Κυβερνητική έγκύ κλιος ». , Ακόμη δέ μπορώ νά τό χωνέψω πώς αύτή εΙναι ή Μόιρα. Τής άγγίζω τό μπράτσο. Καί βάζω τά κλάματα . ..Κόφτο .. , λέει, "θά σου τρέξει τό ρίμελ. �Eχoυμε καιρό άΙCόμη, γιά κάντε παραπέρα». Αύτό τό λέει στίς δύο τίς καθισμέ­ νες στόν καναπέ, μέ τούς γνώριμους σέ μένα, άγαρμπους τρόπους της. Πού πάντα έχουν πέραση. 314


« ' Εμένα τό διάλειμμά μου τέλειωσε", λέει μία μέ κοστουμάκι γαλάζιο, στύλ εύθυμη χή ρα καί μέ άσπρα καλτσάκια. Σηκώνεται, μου σφίγγει τό χέρι «Καλωσό ρισες », μου κάνει . . Η άλλη μας κάνει θέση πρόθυμα, ή Μόιρα κι έγώ καθόμαστε. Καί πρώτα-πρώτα βγάζουμε τά παπούτσια μας. «Τί σκατά θές έσύ έδώ;» λέει μετά ή Μόιρα. « νοχι δηλαδή πώς δέν χάρηκα πού σέ εΙδα. ' Α λλά δέ νομίζω νά χάρηκες έσύ. που τή ν πάτησες, πώς τόν έτσάντισες; -Ε βαλες τά γέλια μόλις σου τήν πέταξε εξω;» Κοιτάζω πρός τήν όροφή . « νΕχουνε μικρόφωνα; » λέω. Σκου­ πίζω τά μάτια μου άδέξια μέ τίς ακρες τών δαχτύ λων μου. Γεμίζουν μουτζού ρα. «Σίγου ρα», λέει ή Μόιρα. «Θές τσιγαράκι;» «Θά τό ' θελα ενα», λέω. «που ' σαι », λέει στή διπλανή της, «νά σέ τρακάρω; .. Ή άλλη της δίνει άδιαμαρτύ ρητα. Ή Μόιρα ήταν πάντα τεχνίτρα στήν τράκα. Χαμογελάω καθώς τό θυμαμαι. «Μπορεί καί δχι όμως », λέει ή Μόιρα. «Σιγά μή σκοτίζονται γιά ό,τι εχουμε νά που με έμείς. -Ετσι κι άλλιώς τά ' χουν άκούσει όλα άλλου, καί καμιά μας δέν πρόκειται νά φύγει άπό δω μέσα, έκτός μέ τήν κλού βα. vE, αότά βέβαια τά ξέρεις καί σύ, άφοϋ μένεις έδω». Πλησιάζω στό κεφάλι της γιά νά της ψιθυρίσω. «Περαστι­ κή >" της λέω. «Γι ' άπόψε μόνο. Καί παράνομα. Στή ζούλα μέ κου βάλησε». « Π οιός;» μοϋ ψιθυρίζει. «Αότός δ κουράδας πού σέ συνο­ δεύει; Τόν εχω πάρει κι έγώ. Ε Ιναι νούλα». «ΕΙναι δ Ταξιάρχης μου », λέω. Κουνάει τό κεφάλι. «Τό συνηθίζουν μερικοί, κάπου τό yOU­ στ άρουν. Κάπως σά νά μας πηδανε πάνω στή ν αγια τράπεζα ας ποϋ με: βλέπεις ή συντεχνία σας παρασταίνει τά άγνά σκεύη έκλογης τοϋ Κυρίου τάδε. Σας προτιμοϋν βαμμένες fτσι σάν κουτσοϋνες. Ναρκωτικό, ύποκατάστατο έξουσίας ». Αότή τήν έκδοχή δέν τήν εΙχα σκεφτεί. Κολλάει στήν περίπτωση τοϋ Ταξιάρχη, μόνο πού τό βρίσκω πολύ άπλοίκό. Δέ 3 15


μπορεί, τά δικά του κίνητρα θά ' ναι πιό προωθημένα. "Ομως πάλι, μπορεί, σκέτη κενοδοξία μ ' έξωθεί νά τό νομίζω αlJτό. " . Η ισρα μας τελειώνει», της λέω. "Πές μου τα δλα" . • Η Μόιρα ση κώνει τούς ώμους . "Ποιό τό κέρδος; " λέει. "Ομως ξέρει ποιό εΙναι τό κέ ρδος. Κ ι �τσι μοϋ κάνει τή χάρη. Μοϋ μιλάει ψιθυ ριστά. Δέν τά θυμάμαι δλα άκριβώς, δέν εΙχα τρόπο νά τά καταγράψω. Έγώ της εΙπα τά δικά μου περιληπτικά, δπως μποροϋσα: δέν μάς �παιρνε ή ισρα καί έκείνη μοϋ τά εΙπε σέ γενικές γραμμές. Καί σέ δύ ο δόσεις βέ βαια, συναντηθή καμε καί σέ δεύτερο διάλειμμα. Π ροσπάθησα νά τά μεταφέ ρω, δσο γινό­ ταν, μέ τά δικά της λόγια. ΕΙναι αlJτό ενας τρόπος νά τή διατηρώ ζωντανή. " V Αφησα έκείνη τήν πουρέκλα τή Νονά ' Ισαβέλλα δεμένη σάν χριστουγεννιάτικη γαλοπού λα, πίσω άπ ' τόν κλί βανο. νΗ θελα νά τή σκοτώσω, έν τιμΌ δηλαδή , μέ γαργάλαγε τό χέρι μου νά τή σφάξω τή σκατοπουτάνα, δηλαδή εύτυχώς πού δέν τό κανα γιατί τότε θά τή ν εΙχα βάψει πολύ πιό άγρια. Ούτε πού μποροϋσα νά διανοηθώ δη λαδή πόσο εύ κολο εΙναι νά τό σκάσεις άπ ' τό Στρατόπεδο. ),Φόραγα έκείνο τό σκοϋ ρο ροϋχο, βάδιζα ντουγρού μπροστ ά. Σά νά εΙχα διατεταγμένη ύπηρεσία, ξέρεις, μέχρι πού βγη κα. Δέν τό ' χα προετοιμάσει, ούτε ήταν τίποτα όργανωμένο, δπως νομί­ σανε, άν καί βέβαια δταν μέ ζόρισαν νά ξεράσω στοιχεία τούς πού λησα μπόλικο παραμύθι. νΕτσι κάνεις άμα σοϋ κολλάνε πάνω σου τά ή λεκτρόδια καί τά λοιπά μαραφέτια: μιλaς. Καί χέστηκες τί θά πείς. »Π ροχώραγα μέ στητό στηθος καί τό πηγούνι ψηλά καί προχώραγα καί σκεφτό μουνα, γαμώτο, τί κάνω τώρα. Τότε πού μΠOυΙCάρανε στό τυπογραφείο μας εΙχαν τσακώσει πολλές γνω­ στές μου καί, λέω, τώρα πιά θά ' χουνε τσακώσει ΙCαί τίς ύπόλοιπες. νΗμουνα σίγουρη πώς μας Εχουν φακελώσει. Βλακεία μας νά πιστέψουμε τότε πώς θά τή συνεχίζαμε �τσι τή δουλειά, άΙCόμα κι δταν κατεβή καμε σέ άντίστασ η ύπονόμων, άκόμα ιcι •

3 16


όταν πή ραμε τά πάντα άπ ' τό γραφείο καί τά κρύψαμε σέ γνωστών ύπόΎεια καί άποθή κες. Γι ' αύτό, ούτε πού διανοήθηκα νά κοι­ τάξω νά κρυφτώ στά σπίτια αύτωνών. ..Μέχρι lva άλφα σημείο μποροϋσα νά προσ ανατολιστώ, ήξερα μέσες-άκρες ποϋ βρίσκομαι, παρ ' δτι προχω ροϋσα σ ' �να δρόμο πού δέν εΙχα ξαναπεράσει. Μέ πυξίδα τόν η λιο βρή κα τόν βορά. Σέ κάτι μοϋ χρησίμεψε πού εΙχα κάνει προσκοπίνα τελι­ κώς. Εlπα, liς πάρω αότή τήν κατεύθυνση , νά δώ μπάς καί βρώ τόν Ναύσταθμο ή τήν πλατεία ή κάτι πλησίον τους . . Αποκεί καί μετά, θά σΙΎουρευόμουνα. ' Επιπλέον, σκέφτηκα, καλύτερα νά βάδιζα πρός κέντρο, θά κινοϋσα λιγότερο τήν ύποψία. .. ' Ανακάλυψα πώς, δσο μας εlχαν στό Στρατόπεδο, εστησαν στό μεταξύ καί άλλα μπλόκα, κάθε βή μα καί στόπ. Στό πρώτο, χέστηκα άπ ' τό φό βο μου. νΕπεσα πάνω τους ξαφνικά, μόλις κάνω ετσι στή Ύωνία. ν Ηξερα δτι θά τούς ύποψίαζα άν εκανα μεταβολή, κι ετσι τό παίζω άμέριμνη , μπλοφάρω δπως καί στή ν Πύλη, πολύ στ ό μουτρωμένο καί στό άπασχολημένο, σφιγμένη , μέ σουφρωμένα τά χείλια, νά κοιτάζω καταπάνω τους σά νά ' τανε κακοφορμισμένες πληγές όλο πύον. Ξέ ρεις, δπως κοιτάζουν οΙ Νονές άμα ξεστομίζουν τή λέξη αVΤpaι;. 'Έ πιασε, λές καί ήταν μαγικό, κι ετσι τή σκαπουλάρισα καί στά ύπόλοιπα μπλό κα. .. νΕλα όμως πού πήγαινα καί νά μου ρλαθώ! Δέν προφταίνω, ελεΥα, μόλις άνακαλύψουν τή μουστόγρια τή νυχτερίδα, θά βαρέσουν συναγερμό, θά στείλουνε σή μα, ψάχτε γιά μία Ν ονά σικέ. Σκεφτόμουνα όνόματα, όσους ήξερα. νΕ βαλα μπροστά τόν ταχ.υδρομικό κατάλογο μέ τίς διευθύνσεις. Δηλαδή τόν εfχαμε έξαφανίσει άπό τή ν άρχή. Π ρώτα δμως τόν μοιράσαμε, τόσα όνόματα ό καθένας, τ ' άποστηθίσαμε, καθένας τά δικά του, καί μετά τόν καταστρέψαμε. Χρησιμοποιούσαμε άκόμη τό Ταχυδρο­ μείο τότε, μόνο πού δέ βάναμε άποστολέα στόν φάκελο, παραή­ τανε ρίσκο . .. Βάνω μπροστά λοιπόν νά ξαναθυμηθώ διευθύνσεις. Δέν θά σού πώ τό όνομα πού διάλεξα, μήν τούς κάνω καμιά λαχτ άρα, άν δέν τούς τήν εχω κάνει κιόλας δηλαδή , δέν ξέ ρω : μπορεί καί νά

3 17


τά ξέ ρασα τά όνόματα τότε μέ τά tΊ λεKτρόδια, πού νά θυμασαι τί λές τέτοιες στιγμές . Λές δ,τι προφτάσεις. »Τούς διάλεξα γιατί σκέφτηκα, παντ ρεμέ νο ζευγάρι εΙναι, κάπως πιό άσφαλισμένοι άπό έργένηδες, άσε πιά άπό τούς όμοφυλόφιλους. Κι έπειδή θυμόμουνα τό γράμμα τό πρίν άπ ' τό έπίθετό τους : Κάππα, δηλαδή Κουάκερος. Τούς είχαμε φαKελ� σει κατά δόγμα, δσους τελοσπάντων πίστευαν, νά μή χάνουμε τό λογαριασμό στίς πορείες. �Eτσι ξέ ραμε ποιά όμάδα θά στέλναμε πορεία διαμαρτυρίας, συλλαλητή ριο, άνάλοΥα Δέ μπορούσες, φέ ρ ' εΙπείν, νά στείλεις τούς Καθολικούς σέ πορεία διαμαρτυ­ ρίας γιά θέματα δπως άμβλωση καί τέτοια. Δηλαδή δΙι πώς όργανώναμε καί Ιδιαίτερα πολλές πορείες πρός τό τέλος Α λλά κι αύτωνών τίς διευθύνσεις τίς θυμόμουνα, κάναμε άσκήσεις άπομνημόνευσης ό �νας στόν τομέα τού άλλου, " ταν άναΥκαίο νά τούς θυμόμαστ ε σωστά, τομέα καί λοιπά. »Στό μεταξύ εΙχα φτάσει στή Λεωφό ρο θείας Λειτουργίας καί ή ξερα πλέον καταπου πάω. Καί, κυρίως, ήξερα πού βρίσκονται αύτοΙ Τώρα, αλλο μέ άπασχολουσε: άν ο{ άνθρωποι lPλEnav μία Νονά νά προχωράει κατά τό σπίτι τους, δέν θά κλειδαμπάρωναν; Δέν θά . καναν δτι λείπουν; , Εγώ δμως θά δοκίμαζα, δέν εlχα καί άλλη λύση . Νά μου ρίξουν, έλεγα, δέ νομίζω. Ή ώρα στό μεταξύ εΙχε πάει πέντε. Τά πόδια μου μέ εlχαν πεθάνει άπ ' τό βάδην, βλέπεις εΙχα βάλει μπρός βάδισμα Noνtiς , περπατανε σά φαντά­ ροι οί πουτάνες . Καί εlχα καί νά φάω άπ ' τό πρωί! »Αύτό πού δέν εΙχα όπόψη μου " ταν άλλο: τό Κοινό δέν ήξερε άκόμη τ ίποτε, τότε, γιά Νονές, οι1τε γιά Στρατόπεδα. Ήταν άκρως άπό ρρητο άκόμη, τό κρατοϋσαν μυστικό. Μήπως καί άκουστου ν άντιρρήσεις γιά τό wE pyo καί τή χρησιμότητά του. �Eτσι, παρ ' δτι ό κοσμάκης έβλεπε Νονές νά κυιcλoφoρανε, δέν εΙχε άκόμη ένημερωθεί, δέν ήξερε άκόμη τί ρόλο παίζουν, μπορεί καί νά τίς περνουσαν γιά τίποτα Σώμα έθελόντριες άδελφές. � Α λλωστε ό κόσμος εΙχε πιά πάψει νά ρωτάει, lξω άπό περιπτ� σεις άνάγκης. »Χτυπάω λοιπόν καί μου άνοιξαν μέ τήν πρώτη. Ή γυναίκα μου άνοιξε. Τής εΙπα δτι συμπλη ρώνω ενα έρωτηματoλόγι�, κάτι .

.

3 18


σάν δημοσκόπηση. της τό εΙπα γιά νά μή δείξει ταραχή άν τυχόν επιανε τό μάτι της νά μέ παρακολουθοϋν. Μόλις πέρασα μέσα, πετάω τό μαντήλι άπό τό κεφάλι καί τούς λέω ποιά εΙμαι. Θά μποροϋσαν νά τηλεφωνήσουν στή ν ' Αστυνομία ή ξέρω γώ τί, ή ξερα πώς Ικανα μακροβούτι στά τυφλά, όμως , όπως σοϋ εΙπα, δέν εΙχα πιά περιθώρια. Πάντως δέν τηλεφώνησαν. Μοϋ εδωσαν ρουχισμό, ενα φουστάνι της, εκαψαν τό ροϋχο της Νονας καί τήν άδεια κυκλοφορίας. νΗξερα πώς αότό επρεπε νά γίνει άμέσως. Δέν τρελάθηκαν κι άπ ' τή χαρά τους πού πηγα σπίτι τους , αότό εκανε μπάμ, σέ άναμμένα κάρβουνα κάθονταν. ΕΙχαν δύο παιδά­ κια, κάτω των i:πτά καί τά δύο. Τούς καταλάβαινα . ..πηγα aτό μέρος, καί δέ μπορείς νά φανταστείς πόσο τό φxαριaτήθηKα. Μπανιέρα γεμάτη πλαστικά ψαράκια καί τά παρόμοια. Μετά κάθισα στό δωμάτιο των παιδιων, στό άπάνω πάτωμα, παίξαμε μέ κάτι πλαστικά τοϋ βλα, κάτω οί γονείς εκαναν συμβούλιο τί νά μέ κάνουν. Δέν εΙχα φο βηθεί 6)ς τότε, μάλιστα, θά λεγα, ήμουνα μιά χαρά, θά ' λεγα. Μ ετά ή γυναίκα μοϋ Ιφτιαξε σάντουιτς καί καφέ, καί ό άντρας εΙπε θά μέ πάει σέ κάποιο άλλο σπίτι. Δέν ρισκάριζαν τηλεφώνημα . ..Καί aτό άλλο σπίτι, Κ ουάκεροι. Ήσαν σύ νδεσμος μέ τίς γυναικείες άντιaταστασιαKές όμάδες. Μόλις εφυγε τό άλλο ζευγάρι, εΙπαν θά δοκιμάσουν νά μέ περάσουν άπ ' τά σύνορα λαθραία. Δέν θά σοϋ πω πως, γιατί μερικοί άπό τούς σταθμούς μπορεί νά λειτουργοϋν άκόμη. Καθένας διατηροϋσε έπαφή μέ ενα άτομο μονάχα, τόν άμέσως πλησίον του. Ή μέθοδος εΙχε τά πλεονεκτήματά της - ετσι καί σέ τσάκωναν. ' Α λλά καί μειονε­ . κτήματα, γιατί άν εκαναν εφοδο σέ εναν σταθμό, όλόκληρο τό σύστ ημα νέκρωνε μέχρι ν ' άποκαταστή σουν έπαφή μέ κάποιον άπό τούς άγγελιαφόρους καί νά δημιουργήσουν άλλα κανάλια έπαφης. Τ Ησαν πολύ καλύ τ ερα άπ ' όσο περίμενες πάντως. ΕΙχαν πρόσβαση σέ ζωτικά πόστα, ταχυδρομείο κυρίως . ' Α π ' τούς δικούς τους ήταν κι ενας ό δηγός μ' ενα ταχυδρομικό καμιόνι πάρα πολύ χρήσιμο. ' Εγώ πέρασα τή γέφυρα καί μπή κα στό κέντρο της πόλης μέσα σέ ταχυδρομικό σάκκο. Δέν πειράζει πού στό μαρτυράω, γιατί τόν τσακώσανε πιά, λίγο μετά πού μέ '

319


κου βάλησε. Ή κατάληξή του ; Στό ΤείΊος. Πολλά τέτοια νέα κυκλοφορουν άνετα έδωμέσα, νά μένεις ξερή δηλαδή πόσο άνετα . . . Μ ας τά διηγουνται οί [δωι οΙ ΤαξιάΡΊες, θά σκέφτονται καί τί πειράζει, σέ ποιόν θά τά πουνε αυτές, δέ μπορούν νά τά κυκλοφο ρήσουν παραέξω, τό πολύ νά τά λένε ή μία στήν άλλη, ποιός τίς Ίέζει . .. �Eτσι πού στά λέω, έσύ θά νομίζεις πώς δλα μου ήρθαν εΟ κολα. Καθόλου. Κατουρημένη άπ ' τόν φό βο ή μουνα κάθε στιγμή. Τό Ίειρότερο, νά ξέ ρεις πώς αυτοί οί άνθρωποι ρισκά­ ρουνε τή ζωού λα τους γιά σένα δίΊως ου δεμία ύΠΟΊρέωση. νΕ λεγαν τό κάνουν γιά λόγους θρησκευτικούς καί νά μή νιώθω ύΠΟΊρεωμένη. Π ράγμα πού μ ' άνακούφιζε κάπως. Κάθε πρωί όργάνωναν βου βή προσευΊή . Ζορίστηκα ως νά τό συνηθίσω αυτό τό κόλπο, έπειδή κατ ' άΡΊάς μου θύ μιζε έκείνες τίς τρίΊες στό Στρατόπεδο. Δηλαδή μου γύ ριζαν τά σκώτια, γιά νά πω τήν άλήθεια. ' Αναγκαστικά εκανα μιά προσπάθεια, ελεγα μέσα μου έδω εΙναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δέν τό Ίώνεψ α, στήν άΡΊή πάντως. Αυτοός δμως τούς ένδυνάμωνε. Πάνω-κάτω "ξέρανε τί τούς περίμενε ετσι καί τούς έτσάκωναν. νοΊι μέ λεπτομέρειες, πάντως ήξεραν. ' Α πό τότε πού άΡΊισαν νά τά βγάζουν καί στήν τηλεό ραση, τίς δίκες καί τά παρόμοια . .. Καί αυτό, προτου άγριέψουν τά σεκταριστικά. W Α ν δή λωνες πώς εΙσαι Ίριστιανός, δ,ΤΙ εΙδος Ίριστιανός καί παντρεμένος, l:K πρώτου γάμου βέ βαια, σέ άφηναν λίγο-πολύ στήν ήσυΊία σου. Στή ν άΡΊή έπιτηρουσαν τούς λοιπούς μονάΊα. ΟΙ όποίο ι καί δέν μπορουσαν νά τούς κουνηθοί}ν, μέ τέτοιον ελεnο . ..Θά εlΊα πιά στήν παρανομία κάπου όΊτώ, έννέα μήνες. Τήν εβγαζα δλο μετακίνηση, άπό τό �να σίγουρο σπίτι σέ άλλο. ΕIΊε πολλά σίγου ρα σπίτια τότε. Δέν ήσαν δλοι Κουάκεροι, μερικοί ήσαν καί άθρησκοι. Ησαν καί άνθρωπάκια πού άπλως δέν γουστάρανε τή Ν έα Κατάσταση . .. Παρά τρίΊα νά περάσω στό έξωτερικό. Μέ πήγανε Σάλεμ, κι άποκεί, σ ' �να φορτηγό μέ κότες, στό Μαίην. πως δέν εβΥα­ λα τά σκώτια μου άπό τή δυσωδία, άπορω. Τό πιάνεις νά σέ κουτσουλάει όλόκληρο φορτηγό κότες καί ζαλισμένες άπό την •

320


αύτοκινητάδα! ' Από κεί σχεδίαζαν νά μέ φυγαδεύσουν όχι μέ όχημα άλλά μέ πλεούμενο, βάρκα. Δέν μου τό εΙχαν μαρτυρήσει μέχρι τελευταία στιγμή, σου άνακο ίνωναν τό επόμενο βή μα μόνο όταν άρχιζε ή πραγματοποίησή του. Σ ' αύτ ά ήσαν πολύ προσ ε­ χτικοί. »Δέν κατάλαβα που τήν πατήσαμε. Μπορεί κάποιος νά ψυλ­ λιάστηκε, μπορεί νά τούς κίνησε τήν περιέ ργεια ή βάρκα, μπορεί κάποιος νά εΙπε, αύτή ή βάρκα τί γυρεύ ει άνοιχτά νυχτ ιάτικα; Σύν τό γεγονός πώς οί Παντεπό πτες είχανε πιά πληθύνει, γεμάτος ό τόπος άπό δαύτους στά παραμεθό ρια. Δέν ξέρω τί, πάντως μάς βούτηξαν τή στιγμή πού ξεμπουκάραμε άπό τήν πίσω πό ρτα μέ προορισμό τήν προ βλήτα. Κι έμένα, καί τόν σύ νδεσμο, καί τή γυναίκα του μετ ά. 'Ώριμο ζευγάρι, πενηντάρηδες . Αύτός έμπο­ ρευόταν άστακούς πρώτα, προτου μπλοκάρουν τό παράκτιο ψάρεμα. Δέν ξέ ρω τί άπόγινε τό ζευγάρι, έμένα μέ πή ραν μέ χωριστή κλού βα. »Λέω λοιπόν, ώς εδώ ήταν, ή ρθε τό τέλος μου . 'Ή μέ ξαναστέλνουν Στρατόπεδο, νά μέ περιποιηθεί ή Νονά Λυδία μέ τό άτσαλόσυρμα. WΕτσι ή δονιζόταν αύτή. 'Έ λεγε τό κάνει έξ άγάπης πρός τούς άμαρτή σαντες, έκ μίσους πρός τό άμαρτάνειν καί τέτοια, ή άλήθεια ήταν πώς μέ τ έ τοια ύγραινε τό βρακί της αύτηνής. Σκέφτηκα πρός στιγμή ν νά θέσω τέρμα μονάχη μου, καί μάλλον θά τό δλοκλή ρωνα άν εβρισκα τό μέσον. ' Α λλά μου ' χανε βάλει δύο τύ πους μαζί μου μέσα στ ήν κλού βα, μέ κοίτ αζαν σάν γεράκια. Δίχως μιλιά, μόνο τά μάτια τους καρφί άπάνω μου, σάν έκείνα τά μάτια τά ζωγραφιστά, ξέ ρεις. Κι ετσι, λέω, ξέχνα το, έλπίς αύτοκτονίας εδώ δέν τρέχει τίποτα. »Δέν πήγαμε Στρατόπεδο τελικά, πήγαμε κάπου άλλου. Πη­ δάω τά όσα άκολούθησαν. Π ροτιμώ νά μή ν τό κου βεντιάσω τό κεφάλαιο αύτό. Πάντως σημάδια στό κορμί μου δέ ν εμειναν, τό μόνο πού μπορώ νά πώ. » Μόλις περνάει αύτό, μέ πάνε νά δώ μιά ταινία. Ξέρεις τί εδειχνε; Τή ζωή στίς , Αποικίες . Στίς , Αποικίες έργάζονται: άποκομιδή άπορριμάτων. ' Η καθαριότητα εχει γίνει πολύ μόδα στίς μέρες μας. Μόνο πού κάμποσες φορές τά άπορρίματα εΙναι 2/

32 1


πτώματα, άπό μάχη. Τά πλέον ταλαιπωρημένα εΙναι αύτά πού φέ ρνου ν άπό γκέτο πόλεως , σού τ ' άφήvoυν πιό πολλή ώρα στή ν όθό νη αυτά, εΙναι πιό σ άπια. Β λέπεις, καθόλου δ έ γου σ τάρου ν στούς κυ ρίους άδέ σποτα κουφά ρια, φο βούνται πανού κλα ή ξέ ρω γώ τΙ Κατόπιν τούτου, οί γυναίκες στίς . Α ποικίες έχουν άναλά­ βει τή ν καύ ση. Σέ άλλες . Αποικίες τά πράγματα εΙναι άκόμη χειρότερα δμως : τοξικά λείμματα καί διαρροή ραδιενέ ργειας. Σέ ύπολογίζου ν τρία χρονάκια τό πολύ : μετά σού πέφτουν οί μύτες , φεύγει τό δέρμα σ ου σ ά λαστιχέ νιο γάντι. . Α πό φαΤ, δέν σέ πολυταΤζουν ούτε σ ού δίνουν είδικές προστατευτικές στολές, τούς ερχεται φτηνότερο ετσ ι. VΕτσ ι κι άλλιώς, σού λέει, εΙναι ατομα πού θέλουμε ν ά ξεφορτωθου με Υπάρχουν, λένε, κι άλλες . Αποικίες ό χι τόσο φρίκη, έκεί καλλιεργούν τή γη : μπαμπάκι καί ντομάτες, τέτοια. Τέτοιες άποικίες δμως δέν μού έδειξαν σ τή ν ταινία. .. Καί δλο γριές. Μή μου πείς, καί σύ εΙχες άπορήσει πού χαθη καν οί γριές άπό τόν κό σ μο τελευταία. ' Ε κεί εΙναι δ λες. Καί Πορφυρές Δ ού λες πού δέ βγη καν θετικές τίς τρείς φορές πού τούς δόθηκε ή ευκαιρία, καί οί άδιόρθωτες , σάν έμένα. Ξεσκαρτάρι­ σ μα. Καί ή σ καρταδού ρα έμείς. VΕχει καί στείρες βέβαια. Κι άν δέν εΙ ναι δταν φτά νουν, γίνονται στείρες έκειπέ ρα, σέ πολύ λίγο διάστημα. 'Όταν δέν εΙναι σίγουροι, σού κάνουν μιά έγχειρη­ σούλα καί μετά εΙναι σίγου ροι πιά. Τό ενα τέταρτο, θά ' λεγα, εΙναι άντρες στήν ' Αποικία. Ο{ λιποτάχτες τού φύλου τους, βλέπεις, δέν καταλήγου ν δλοι στό Τείχος. ' ),'Όλοι τους φορανε μακρύ φό ρεμα σάν τού Στρατοπέδου, άλλά σταχτί. Αντρες καί γυναίκες, άπ ' ό,τι εΙδα δηλαδή σέ όρισμένες σκηνές. Νομίζω τό κάνουν έπίτηδες γιά τούς άντρες, νά τούς σ πάσουν τό ήθικό, γι αύτό τούς ντύνουν γυναικεία. , Από σ πάσιμο ήθικου, χέ σ ε μέσα, μέ τέτοιο ρούχο καί μένα θά μέ κάνανε κου ρέλι. Μεταξύ δύο κακών, χίλιες φορές προτιμότερο ' αυτό πού φοράω άπόψε. .. 'Ό που μετά, ε Ιπαν, πολύ έπικίνδυνο νά μού παραχωρηθεί προνόμιο έπιστροφης στό Στρατόπεδο μέ τίς Πορφυρές. ΕΙπαν θά άσκώ φθοροποιό ν έπίδρασιν. Μοναχή σου διάλεξε, εΙπαν, ή .

V

'

3 22


αύτό έδώ ή • Αποικία. Καί βέ βαια μονάχα καλόγρια θά προτ ι μού­ σε τίς . Αποικίες. Έγώ γιά όσιομάρτυ ρας δ έ ν εχω ταλέντο. Οί σάλπιγγές μου εχουνε φράξει άπό χρόνια, δη λαδή έγχείρησ η δ έν μού χρειάζεται. OίJτε καί καμιά άλλη έδώ δ ιαθέτει ώοθηκες ζωντανές, καί καταλαβαί νεις άπό τί μπελά δ ες μας γλυτώνει αύτή ή άνεπάρκεια. »Κι ετσι βρέθηκα έδώ τελικά. Σού δί νουν μέχρι καί κρέμα προσώπου. Κ οίτα νά σοφιστείς τίποτα κό λπο μπάς καί μετατε­ θείς καί σύ έδώ. Θά τή βγάλεις όμορφα γιά τρία-τέσσερα χρό ν ια, μέχρι νά σέ βγάλουνε νό κ-άουτ. Καί μετά πας όστεοφυλάκιο. Τό φαγητό δέν εΙναι άσχημο, εχει ποτό, χάπια, άν τό κά νεις κέφι, καί έργασία μό νο νυχτερινή ». «Μόιρα», λέω . «Δέν τά πιστεύ εις όσα λές». Μέ τρομάζει τώρα, έπειδή αύτό πού άκούω στή φω ν ή της εΙ ναι άδιαφορία, άπουσία βουλή σεως. Τελικά τής εκαναν τή ν άνή κεστο βλάβη , τής άποκόλλησαν κάτι -τί;- πού ήταν θεμέ λιό της; 'Όμως πώς εχω τήν άξίωση νά κρατηθεί όρθια, νά τό ξεπεράσει, τή στιγμή πού έγώ δέν εχω τά άνάλογα κότσια; Δ έν θέλω νά γίνει σάν έμένα. Νά καταθέσει τά όπλα, νά συνεχίσει όπως-όπως, άλλά νά σώσει τό τομάρι της. Έκεί εχω κατέ ρθει έγώ Από τή Μόιρα άπαιτώ άντρειοσύ νη, τσαμπουκά, ή ρωισμό, μάχη. "Ο,τι λείπει άπό μέ να. "Μήν άνησυχείς γιά μέ να», λέει. Κάπου πρέπει ν ά διάβασε μέ ρος άπό τή σκέψη μου. «ΕΙμαι άκόμη ό ρθια, όπως βλέπεις . Καί πάντως, κοίταξέ το άπ ' αύτή τή ν πλευ ρά: δέ ν εΙναι καί τόσο άσχ ημα, γυναίκες εχει μπόλικες . . . Σφαγείον ό Παράδεισος, τού πάει γιά τίτλος, ε;» Ξαναγίνεται πειραχτή ριο, κάνει έπίδειξη κεφιού, κι έγώ συνέρχομαι λιγάκι. «Καί σού έπιτρέπουν νά πηγαί νεις καί μέ . . . », λέω. «Μέ γυναίκες»; λέει. «Μέ παρακινού ν. Ξέρεις πώς τό λέ ν ε τό μέ ρος έδώ άναμεταξύ τους; Τής ' Ιεζάβελ. Εύτυχώς οΙ Νον ές μας έχουν πλέον γιά καταδικασμένες κι ετσι παρατή σανε κάθε προ­ σπάθεια νά μας σώσουν. ' Οπότε, τί πειράζει, όποιο βίτσιο καί ν ά σο\) ζητήσουν, σέ όποια στάση; Καί οί Ταξιάρχες πολύ πού .

323


σκοτίστηκαν πώς περνάμε τίς μή έργάσιμες ώρες μας. ΕΙναι καί τό άλλο: άμα βλέπου ν γυναίκα πλακωμένη από γυναίκα, αύτοί φτιάχνονται. Τούς μισο-σηκώ νεται» . «Καλά, κα{ οΙ άλλες έδώ; » λέω. «Δές το κι ετσι », λέει. «Δέν τούς πολυκάνουν κέφι τούς άντρες ». Σηκώ νει τούς ώμους. Π αραδοχή . vH παραίτηση. VΑλλο έπιθυμοσσα ν ' αφηγηθώ έγώ. Ν ' αφηγηθώ μιά Ιστορ ία, πώς δραπέτευσε ή Μόιρα, ανέκκλητα αύτή τή φορά. vH, αν δέν γί νεται νά αφηγηθώ αύτή τή ν Ιστορία της, έπιθυμία μου θά ' ταν ν ά αφηγηθώ πώς τί ν αξε στό ν αέρα τό στέκι της Ί εζάβελ μέ πενή ντα Ταξιάρχες μέσα. ' Ε πιθυμία μου εΙναι ή Μ ό ιρα νά κά νει εξοδο. Μέ κάτι έντυπωσιακό καί παράτολμο, fva κατόρθωμα σ αλταριστό, κάτι πού νά της ταιρ ιάζει. ' Όμως, άπ ' δσο ξέ ρω, τέτοιο πράμα δέν συνέ βη . Δέ ν γνωρίζω πώς τελείωσε ή Μόιρα, ούτε άν τελείωσε, γιατί δέ ν τή ν ξαν αείδα ποτέ.

324


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΝΝΕΑ

Ο ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ κρατεί κλειδί δωματίου. Τό πήρε άπό τή ρεσεψιό ν, δταν έγώ περίμενα στό ν κλιΙρωτό καναπέ. Μοϋ τό δείχ νει μέ σημασία . . Υποχρέωσή μου εΙ ναι ν ά καταλάβω.

, Ανεβαί νουμε μέ τό ν γυάλινο άν αβατή ρα πού θυμίζει μισό αόγό, προσπερ ν άμε τούς έξωστες μέ τίς πέργκολες. Χρέος μου εΙναι καί ν ά καταλάβω πώς μ ' εχει βγάλει στή μόστρα. Ξεκλειδώνει τή ν πό ρτα τοϋ δωματίου. Τίποτα δέ ν εχει άλλά­ ξει. "Ολα άκριβ ως δπως ήσαν μιά φορά κι ε ναν καιρό: rδιες κουρτί νες , αότές οΙ πολύ κλαρωτές, άσορτί μέ τό κάλυμμα τοϋ κρεβατιοϋ, πορτοκαλιές παπαροϋνες σέ φόντο μπλέ ρουά, καί λεπτές άσπρες παπαροϋ νες, πού φαίνονται μόνο δταν τίς χτυπάει ό ή λιος. Γραφειάκι, κομοδί νο μέ τετράγω ν ες άκρες, άπρόσωπα. Φωτιστικά. Κ άδρα στούς τοίχους : φροϋτα σέ φρουτιέρα, μή λα στυλιζέ, άνθη σέ άνθοδοχείο, νεραγκοϋλες καί φρέζιες, ίδιες άποχρώσεις μέ τίς κουρτί ν ες . Τίποτα δέν εχει άλλάξει. Λέω στ ό ν Ταξιάρχ η, μιά στιγμή, καί πάω στό μπάν ιο. Τ ' αότιά μου κουδουνίζουν άπ ' τό ν καπνό, τό τζί ν μοϋ εχει φέ ρει μιά κόπωση. Μουσκεύω ε να προσόψι καί τό κολλάω aτό μέτωπό μου. Μετά κοιτάζω άν υπάρχουν άτομικά σαπουνάκια. ' Υπάρ­ χουν. ' Η μάρκα μέ τήν τσιγγάνα, Ισπανικά. ΕΙσπνέω τή μυρουδιά τοϋ σαπουνιοϋ, τοϋ άποσμητικοϋ, δρθια μέσα στό λευκό δωμάτιο, άκούω μακρινούς ήχους άπό νερό πού τρέχει, καζανάκια τουαλέτας. Παράξενο, άλλά νι ώθω άναπαυμέ­ νη , σάν aτό σπίτι μου . ΟΙ του αλέτες έχουν κάτι πού σοϋ δί νει μιά σιγουριά. Οί σωματικές λειτουργίες τουλάχιστον τελοϋνται δη­ μοκρατικά. 'Έ καστος πολίτης δικαιοϋται άφοδεύσεως, πού- θά έλεγε καί ή Μόιρα. Κάθομαι στή ν άκρη τής μπανιέ ρας, ή ματιά μου στίς άμεταχείριστες πετσέτες . Κάποτε, μέ κού ρντιζαν αίσθη­ σιακά. Μοϋ δή λωναν πώς μέ περιμένουν, μετά τό κρεβάτι. ΕΙδα τή μητέρα σου, εΙπε ή Μόιρα. 3 25


Ποϋ; εΙπα. Σά ν κάτι ν ά μέ ξετί ναξε άπό τή θέση μου. Τότε κατάλαβα πώς τή ν εΙχα γιά νεκρή, άπό καιρό . ΝΟχι τή ν ίδια, στό φίλμ πού μάς εδειξαν γιά τίς Ά ποικίες . ΕΙμαι σίγου ρη πώς αύτή ήταν , τή ν εδειξε άπό κον τά. Κουκουλω­ μένη μ ' l:κείνο τό γκρίζο ροϋχο, άλλά τή ν άναγνώ ρισα. ΕύτυχόΊς, εΙπα. Γιατί εύτυχώς; εΙπε ή Μόιρα. Τήν εΙχα γιά πεθαμένη . Μακάρι ν ά εΙ ναι, εΙπε ή Μόιρα. Αύτό ν ά τ η ς ώχεσαι. Δέ μπορώ ν ά θυμηθώ ποιά ήταν ή τελευταία φορά πού τήν εΙδα. Μπλέκεται μέ άλλες φορές. Ήταν μέ άφo�μή κάτι καθημερινό. Μάλλον θά ' ρθε νά μέ δεί, περαστική . Τό συνήθιζε, σά ν ά , μουνα l:γώ ή μητέρα κι l:κείν η τό παιδί . Δ ιατηροϋσε άκόμη αύτή τήν παιδιάτικη ξεγνοιασιά. Καμιά φορά, σέ μέρες πού μετακόμι­ ζε, χρησιμοποιοϋσε τό στεγνωτή ριό μου γιά τά σεντόνια της. ΝΙ σως νά ' χε ε ρθεί γιά ν ά δανειστεί κάτι, κατσαρόλα, σεσουάρ. Τό συνήθιζε κι αύτό. Δέν ήξερα βέ βαια πώς θά ' ταν ή τελευταία μας φορά, εΙδεμή θά τό συγκρατοϋσα καθαρότερα. ' Αφοϋ δέν θυμάμαι ο()τε τί εΙπαμε. Μιά βδομάδα μετά, δύο βδομάδες, τρείς, δταν τά πράγματα χειροτέρεψαν άπότομα, προσπάθησα νά της τηλεφωνήσω. Δ έ ν πη ρα άπάντηση. Ο()τε δταν της ξανατηλεφώνησα. Δ έν μοϋ εΙχε πεί δτι κανό ν ιζε νά ταξιδέψει, άλλά καί γιατί ν ά μοϋ τό ' λεγε; Δέν μέ εΙχε συνηθίσει ετσι. Άμάξι εΙχε, πολύ μεγάλη, γιά ν ' άνησυχώ πού δδηγοϋσε, δέν ήταν. Τελικά πηρα τη λέφω νο τόν θυρωρό, ήταν όπεύθυνος καί γιά τά κοινόχρηστα. Μοϋ εΙπε δέν τήν εΙχε δεί τώρα τελευταία. , Α νησύχησα. Λέω, μπάς καί της ήρθε καμιά συμφόρηση , ή συγκοπή , ποϋ ξέρεις, παρ' δτι δέ ν εΙχε άρρωστήσει ποτέ της. ΕΙχε πάντα όγεία σιδερ ένια. Ήταν άκό μη μέλος στόν Ναυτίλο, πήγαινε γιά κολύμπι κάθε δεύτερη βδομάδα, πάντα fλεγα στούς φίλους μου πώς ήταν πιό κοτσονάτη άπό μένα, καί μάλλον άλήθεια ήταν. 326


Μέ τόν Λουκά, πή ραμε τ ' άμάξι μας καί πή γαμε σπίτι της, δ Λουκάς ζό ρισε τόν θυ ρωρό ν ' άνοίξει τό διαμέ ρισμά της, μπορεί νά ' ναι μέσα ξερή στό πάτωμα ή γυναίκα, του εΙπε δ Λουκάς. Κι όσο τό άναβάλλουμε τόσο τό χειρότερο, φαντάζεσαι τή μπόχα. ' Ο θυρωρός �φερε κάτι άντιρρήσεις, πώς νά μπεί δίχως �γKριση, δ Λουκάς όμως ή ξερε νά πείθει: του ξεκαθά ρισε πώς ούτε θά φεύγαμε, οι)τε θά στέκαμε άπραγοι. ' Ε γώ �βαλα τά κλάματα καί μάλλον αότό τόν τουμπάρισε. Μόλις άνοιξε δ άνθρωπος τήν πόρτα, βρεθή καμε μπροστά στό χάος. νΕ πιπλα άναποδογυρισμένα, τό στρ ώμα σκισμένο μέ μαχαίρι, τά συρτάρια του γραφείου εχασκαν στό πάτωμα, ό,τι πρ άγματα εΙχαν μέσα τσαλαπατημένα σέ σωρούς. Θά καλέσω τήν ' Αστυνομία, εΙπα. ΕΙχα κόψει τό κλάμα. Παγωμένη, τά δόντια μου νά χτυπουν. Μή , εΙπε δ Λουκας. Γιατί; εΙπα, ή ματιά μου καρφί πάνω του ό λο όργή . 'Έστεκε όρθιος στή μέση της κάμαρας καί μέ κοίταζε μόνο. νΕ βαλε τά χέ ρια στίς τσέπες, μιά άπ ' αότές τίς δίχως σκοπό χειρονομίες πού κάνουν οΙ άνθρωποι όταν δέν ξέ ρουν τί άλλο νά κ άνουν. Μή. 'Άκου κι έμένα, ε Ιπε . μ άνα σου εΙναι Ισορροπημένος άνθρωπος, �λεγε καμιά φορά ή Μόιρα τότε πού ή μαστε στό κολλέγιο. Μετά: ή μάνα σου εΙναι θεόμουρλη. ' Α ργότερα: ε Ι ναι κουκλάκι. Δέν εΙναι κουκλάκι, �λεγα. Μάνα μου εΙναι. νΕτσι καί δείς τή δικιά μου, θά π άθεις, εΙπε ή Μόιρα. Σχηματίζω τή ν είκόνα της μητέρας μου νά σκουπίζ ει θανατη­ φό ρες τοξικές οόσίες. νΕτσι όπως εβαζαν παλιά στή Ρωσία νά σκουπίζουν τίς άκαθαρσίες . Μ όνο πού αότή ή άκαθαρσία θά τήν θανατώσει. Δέν μπορ ώ νά τό χωνέψω. Δέ μπορεί, ή πολυλογία της, ή αΙσιοδοξία καί ή ζωντάνια της, ή παλαβομάρα της, θά τήν γ λυτώσουν. Αότή κάτι θά σκεφτεί. ' Όμως ξέ ρω π ώς δέν θά γίνει �τσι. νΕχω τή μάνα μου άξια γι ά τά πάντα. 'Ό πως όλα τά παιδιά τίς μητέ ρες τους. Κι �τσι, της φορτώνω κι αότή τήν �γνoια μου.

327


Τή ν �χω πενθήσει κιόλας. ' Α λλά θά τήν πενθήσω άλλη μιά φορά. Πολλές φορές. Συνέ ρχομαι, έπαναφέ ρω τόν νοϋ μου στό έδω , στό ξενοδοχείο. ΕΙναι άναγκαίο νά εΙμαι έδω . Τώρα, μπροστ ά σ ' αότόν τόν καθρέφτη , κάτω άπό τό λευκό φω ς, ρίχνω μιά ματιά νά δώ πώς εΙμαι. Ματιά διαρκείας, άργή , άνελέητης ει λικρίνειας. ΕΙμαι έρεί­ πιο. Τό μακιγιάζ μου �ει γίνει μιά μουτζού ρα, παρ ' δ λες τίς προσπάθειες της Μόιρα' τό κραγιόν έ γινε σάν αΙμα πηγμένο, τό μαλλί αΙσχος, φευγάτο άπό τή θέση του. Τά στραπατσαρισμένα ρόζ πούπουλα εΙ ναι φτηνιάρικα σάν κοϋ κλες πού πουλούν στά λούνα-πάρκ, κάμποσες πούλιες λείπουν. Μά λλον θά ' χανε ξηλω­ θεί πρίν τό φορέσω έγώ, καί, δέν τό εΙχα προσέξει. ΕΙμαι σάν τραβεστί, μέ γελοίο μακιγιάζ καί άλλου φουστ άνι, άποφό ρ ια. Νά ' χα μόνο όδοντόβουρτσα. ΕΙμαι ίκανή νά στέκω ετσ ι έδώ μέ τίς ώ ρες καί νά τό σκέφτομαι, δμως ή ώ ρα γλιστράει. Π ρέπει νά γυρίσω σπίτι. ΕΙδαλλιως θά γ ίνω νεροκολοκύθα, ή μή πως ή άμαξα ήταν νεροκολοκύθα, δέν θυμάμαι καλά τό παραμύθι. Αύριο εΙναι ή Τελετή , κατά τό ή μερολόγιο' γι ' αότό άπόψε ή Σερένα θά μέ π άει γιά γενικό ρετούς, καί άν λείπω, θά καταλάβει γιατί, καί τότε; Καί δ Ταξιάρχης, γιά μιά φορά κι αότός, περιμένει. ' Ακούω βή ματά του μέσα. Κάνει μιά στάση έξω άπό τήν πό ρτα τού τά , μπάνιου, ξεροβήχει. ' Ε γώ άνοίγω τή βρύση τού ζεστού νερο\) , ν ά το\) δώσω ση μα πώς τελειώνω σέ λί γο. Μακάρι νά ' χε τελειώσ ει καί ή άλλη διαδικασία πού θ ' άρχίσω σέ λί γο μέσα. Πλέ νω τά χέρια μου. Π ρ έπει νά προφυλάγομαι άπό τήν άπάθεια. 'Όταν βγαίνω , αότός εχει ξαπλώσει στό τεράστιο κρεβάτι καί, τό σημειώνω αt'Jτό, χωρίς τά παπούτσια του μάλιστα. Ξαπλώνω δίπλα του, δέν χρειάζεται νά περιμένω έντολή . Δέν τό ' χω καμιά διάθεση , άλλά ήθελα πολύ νά ξαπλώσω, εΙμαι άφάνταστα κουρα­ σμένη. , Επιτέλους μόνοι, συλλογίζομαι. • Η άλήθεια εΙναι πώς δέν 328


θέλω νά μείνιΟ μονάχη μαζί του, σέ κρεβάτι μάλιστα. Θά προτι­ μοϋσα νά ' χαμε καί τή Σερένα μαζί. 'Ή μάλλον, νά παίζ αμε σκράμπλ. ' Όμως ή σιωπή μου δέν τόν έπηρεάζει. « Αύ ριο, ε; » λέει σιγά. « W Αν καί θά προτιμοϋσα νά τό παρακάμπταμε» . Γυρίζει πρός τό μέ ρος μου . « Γιατί μέ φέ ρατε έδώ; » λέω παγερά. Χαϊδεύει τό κορμί μου τώρα, τά δάχτυλά του σάν πατημασιές γάτας στό άριστερό μου πλευρό, φτάνει μέχρι τή γάμπα. Σταμα­ τάει δταν φτάνει στό πέλμα, τά δάχτυλά του περιτρέχουν τούς άστραγάλους σάν βραχιό λι, έκεί δπου μοϋ ' χουν άποτυπώσει τό τατουάζ, κάτι σάν γραφή γιά τυ φλούς, δπως μάρκαραν τίς άγελάδες οί καουμπόυδες. Πού ύποδη λώνει {διοκτησία. Θυμίζω στόν εαυτό μου πώς δέν εΙναι κακός άνθρωπος . Καί πώς, άλλες στιγμές, μέχρι πού καί τόν συμπαθώ. Τό χέρι του σταθμεύει. «Σκέφτηκα πώς θά τό χαιρόσουνα. Γιά ποικιλία». Ξέρει πώς δέν άρκοϋν αύτά. « Ήταν, θά ' λεγα, κα ί λίγο πείραμα». Ούτε κι αύτ ά άρκοϋν. « ' Εσύ εΙχες πεί πώς έπιθυμοϋσες νά μάθεις ». , Ανακάθεται, άρχίζ ει νά ξεκουμπώνεται. Θά ύποστ ώ κι αύτό τώρα, νά τόν δώ γυμνό, γυμνωμένον άπό τό κύ ρος πού τοϋ παρέχει ή στολή του : εΙναι μέ τό που κάμισο. Καί άποκάτω, μιά θλιβερή κοιλίτσα. Καί τρίχες σάν ξέφτια. Κατεβάζει τή μία τιράντα του, χώνει τό χέ ρι του άνάμεσα στά φτερά, μάταια, έγώ άκίνητη σάν ψόφιο πουλί. Δ έν εΙναι κανένα τέ ρας, σκέφτομαι. Δέν δικαιοϋμαι τό προνόμιο της ύπερηφάνειας tl της άποστροφης, π άρα πολλά τέτοια πρέπει νά παραμεριστοϋ ν κ άτω άπό τίς τωρινές καταστάσεις. «Μάλλον καλύτερα νά σ βή σω τά φώτα», λέει δ Ταξιά ρχης, ένοχλημένος καί άναμφί βολα άπογοητευμένος. Τόν κοιτάζω γιά λίγο, προτοϋ σ βήσει τό φώς. Δ ίχως τή στολή του δείχνει πιό κοντός, πιό ήλικιωμένος, σάν κάτι πού τό κρέμασαν στόν ηλιο γιά άποξή ρανση . Τό θέμα εΙναι π ώς δέν μπορώ νά εΙμαι άλλιώτι­ κη άπ ' δ,ΤΙ τίς άλλες μας φορές. Δ ηλαδή άδρανής, χωρίς νά

329


συμμετέΊω. ' Όμως έδωμέuα μπορο\)με ν ' άλλάξουμε λίγο τή σκηνοθεσία. ΠαίΊΤΟ, ούρλιάζει μιά φωνή μέσα μου. Θυμήσου τί �Kανες άλλοτε. Αντε κουνή σου νά ξεμπερδεύεις, άλλιως θά ξημερωθείς έδωμέσα. Ζωντάνεψε, πάρε φωτιά άπό μόνη σου. Μετατόπιζε τή σάρκα σου, άνάσαινε βαριά, νά σ ' άκούει. Δέν σο\) ζητάνε καί τόν ούρανό μέ τ ' άστρα. �

,

3 30


ΧΙΙΙ ΝΥΧΤΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΑΡΑΝΤΑ

Η ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΗ ζέστη εΙ ναι 'Χειρότερη άπό της ήμέ ρας. Κ ι ας δουλεύει ό άνεμιστή ρας, δ λα παραμένουν σέ άκινησία καί οί τοί'Χοι άποθη κεύουν θερμότητα καί τήν ξερνουν, σάν φου ρνος μετά άπό τό ψή σιμο. Θά βρέξει όπου νά ' ναι, όπωσδή ποτε. Γιατ ί τό περιμένω ετσι; , Αφου μονά'Χα ύγρασία θά φέ ρει. Μ ακριά άστράφτει, άλλά δί'Χως βροντή. Ά π ' τό παράθυρο βλέπω τή βου βή άστραπή , σάν τόν φωσφορισμό άναστατωμένης θάλασσας πίσω άπό ού ρανό βαρυφορτωμένον, πού σ'Χεδόν άκουμπάει στό 'Χώμα, μέ συνοδεία του ενα μουντό, γκρίζο, ύ πέ ρυθρο. Οί προ βο­ λείς δέν λειτουργουν, δέν συμβαίνει συ'Χνά αύτό. Δ ιακοπή ρεύ μα­ τος. Έ κτός αν εΙναι δουλειά της Σερένας. Καθιστή, στό σκοτάδι. 'Άσκοπο ν' άνάψω φώς, νά τό κάνω βούκινο πώς εΙμαι άκόμη ξύπνια. ΕΙμαι ντυμένη ξανά, κανονικά, μέ τήν πορφυρή στολή , δί'Χως τίς πούλιες, έξαφάνισα τό κραγιόν άπ ' τό στόμα μου, μέ 'Χαρτί του αλέτας. Έ λπίζω νά μή μου δεί'Χνει, έλπίζω νά μου ' 'Χει φύγει ή μυρουδιά του μακιγιάζ καί ή κολό νια αύτουνου . . Η Σερένα καταπλέει μεσάνυ'Χτα, όπως μου τό εΙ'Χε τάξει. Τή ν άκούω· ενας άπαλότατος ή'Χος, ά'Χνό θρόισμα ποδιών πού θρυμ­ ματίζ εται πάνω στό 'Χαλί του διαδρόμου καί μετά άκούγεται τό 'Χτύ πημα στήν πόρτα. Έ γ ώ δέ λέω τίποτα, μόνο τή ν άκολουθώ στόν διάδρομο, κατεβαίνουμε τή σκάλα. Βαδίζει καί γΡ Ι1Ύ ορότε­ ρα, αρα εΙναι πιό γερή άπ ' όσο νόμιζα. Τό άριστερό της 'Χέρι άρπαγμένο άπ ' τό κ άγκελο, πονάει, όμως τά δά'Χτυλά της γερά σά μέγγενη άρπαγμ ένα. Λέω: δαγκώνει τό 'Χείλι της, αρα πονάει. , Αλλά τό παιδί τό θέλει πολύ. Μας βλέπω καί τίς δύο, ενα γαλάζιο σ-χημα, ενα κόκκινο σ'Χη μα, ενα φευγαλέο σκίασμα στόν καθ ρέφτη καθώς κατεβαίνουμε. Τό είδωλό μου . Φτάνουμε στήν κουζίνα. ' Αδειανή, ε'Χουν άφή σει άναμμένο ενα θαμπό νυ'Χτερινό λαμπάκι. ''Ε'Χει τή γαλή νη πού άναδίνουν οί αδειες κουζίνες τή νύ'Χτα. Τά βάζα στόν πάγκο, κ άνιστρα κ αί 333


πή λινα δοχεία ξεχωρίζουν, στρογγυλά ιcαί βαριά μέσα στό έλάχισ το φώς. Τά μαχαίρια ταχτοποιημένα στό πέ ρα ξύλινο ράφι. Έγώ δέν θά ' ρθω εξω μαζί σου .. , ψιθυρίζ ει. ' Ασυνήθιστο νά ψιθυρίζ ει αύτή, λές ιcαί εΙναι καμιά άπό τίς δικές μας. Κανονικά, οί Γ αμετές δέν χαμη λώνουν τή φωνή τους. «Μόλις βγείς άπό τήν πό ρτα, στρί βεις δεξιά· εχει μιά πό ρτα άνοιχτή . ' Ανέ βα τή σκάλα καί χτύ πα, σέ περιμένει. Δέν πρόκειται νά σέ δεί κανείς, έγώ θά μείνω έδώ ... Δηλαδή θά μου κρατάει τσίλιες. Kαλoυ-ιcαΙCOυ. Μήν ξυπνήσουν ή Κό ρα εfτε ή Ρίτα, τρέχα γύρευε γιατί, κι ερθουν στήν κουζίνα. Τί δικαιολογία θά τούς πεί; Πώς δέν τήν επιανε ύπνος. Πώς θέλησε λίγο ζεστό γάλα. Στά ψέματα εlναι μανού λα έτούτη, ξέ ρω. 0 Ταξιά ρχης εΙναι στό δωμάτιό του άπάνω .., λέει. « ' Απο­ κλείεται νά κατέβει τέτοια ώρα, ποτέ δέν κατεβαίνει ... Κούνια πού τήν κούναγε. , Ανοίγω τήν πό ρτα, βγαίνω, στέκω μιά στιγμή γιά νά προσαρ­ μοστ ώ στό σκοτάδι. νΕχω πολύν καιρό νά βρεθώ εξω μονάχη, νύχτα. Τώρα άκούγεται ό κεραυνός, άΙCOύγεται ή καταιγίδα, πλη σ ιάζοντας. Μέ τούς Φ ρου ρούς πώς νά τά ιcανόνισε; Αν μέ πάρουν γιά περιφερ ό μενο άλήτ η ; Αύτοί μόλις δουν σκιά ρίχνουν. Τούς εχει λαδώσ ει, έλπίζω : μέ τσιγάρα, oύίσιcυ, ij μπορεί καί νά τά ξέ ρουν δ λα αύτοί, εΙ ναι τ ό προσωπικό της έΙCΤΡOφείO έπιβητό­ ρων. Καί έάν δέν φέ ρει άποτέλεσμα κι άπόψε τό πεί ρ αμα, αύτή μπορεί νά μέ ζευγαρώσει μέ δαύτους μετά . . Η πό ρτα πρός τό γκαράζ άπέχει δύο βή ματα. Π ροχωράω άθό ρυ βα πάνω στό γρασίδι, τήν άνοίγω σ βέλτα, χώνομαι μέσα. Ή σκάλα εlναι σ κοτεινή, σκοτεινότερα άπ ' τό εξω, δέν βλέπω. , Ανε βαίνω ψαχουλευτά σκαλοπάτι-σκαλοπάτι, ταπέτο, πατάω ταπέτο, τό φαντάζομαι σ έ χρώμα μανιταριου. ' Ε δώ θά ήταν διαμέρι σμα κάποτε, γιά φοιτητή, γιά νέο έργένη έργαζόμενο. Πολλά σπίτια της περιοχης έδώ εχουν τέτοια δωμάτια. ΓΙCαρσO­ νιέ ρα, στούντιο, ετσι τά λέγαμε. Μέ χαροποιεί πού εlμαι σέ θέση νά τό θυμάμαι αύτό. Είσοδος Ιδιαιτέρα, εγραφαν στίς μικρές «

«

'

V

3 34

,


αγγελίες, πού όπονοοϋσε πώς εΙχες τήν εόχέρεια νά κάνεις ερωτα χω ρίς νά σέ παίρνουν είδηση. Ή σκάλα τέλειωσε, χτυπάω στή ν πό ρτα. Μου ανοίγε ι ό ίδιος, δη λαδή ποιόν άλλον περίμενα; ' Υπάρχει ενα φώς αναμμένο, μόνο ενα, δυνατό όμως, μέ θαμπώνει. ' Η ματ ιά μου προσπερνάει τήν όψη του, γιά νά μή δώ τά μάτια του. 'Ένα δωμάτιο όλο κι ό λο, μέ αναδ ιπλούμενο κρεβάτι, στρωμένο, καί στήν άλλη άκρη κάτι σάν κουζινάκι, καί πό ρτα, του λουτρου σίγουρα. Τό δωμάτιο γυμνό, γυμνωμένο, στρατιωτικό, μόνο τ ' άπολύτως στοιχειώδ η . Ούτε κάδρα στούς τοίχους οίΙτε γλάστρες . Λές κι εχει πάει κατασκήνωση. ' Η κουβέρτα στό κρεβάτι εΙναι γκρ ίζ α καί γράφει Η.Π.Α. Π ισωπατ άει, παραμερίζ ει γιά νά μπώ. ΕΙναι μέ τό που κ άμισο, κρατεί τσιγάρο άναμμένο. Μυρίζω τόν καπνό άπάνω του, στόν θερμό άέρα του δωματίου, παντου. Μέ πολιορκεί έπιθυμία νά γδυθώ, νά λουστώ μέσα στήν κάπνα, νά τρίψω τό δέ ρμα μου μέ καπνό. Χωρίς προεισαγωγές, τίποτα. �Eχει όπόψη του γι ά ποιό λόγο ήρθα. Ούτε άνοίγει τό στόμα του νά πεί κάτι, πρός τί νά κορο ϊδευόμαστε, θέλημα κάνουμε. Ξεμακραίνει, σ βήνει τή λάμ­ πα. �Eξω, σάν όξεία πά νω στό σκοτάδι, μιά άστραπή . Σχεδόν δίχως ένδιάμεση παύση άκολουθεί κεραυνός. Μου ξεκουμπώνει τά ρουχα, ενας άντρας καμωμένος άπό σκοτάδι, δέ μπορώ νά διακρίνω τό πρόσωπό του, μόλις καί άνασαίνω, μόλις καί στέκω ό ρθια, λυγίζω κάτω. Τό στόμα του πάνω μου, τά χέρια του, δέν κρατιέμαι άλλο, αότός άρχίζ ει νά κουνιέται, λατ ρεία, πόσον καιρό τό περίμενα, τό πετσί μου ζωντανεύει καί πάλι, τόν σφίγγω, χάνομαι, γκρεμός, νερό, άπαλό, ε Ισρέει παντου, χύνεται παντου δέν λέει νά τελειώσει. Τό ' ξερα πώς θά πάει μιά κι εξω.

Ψέματα εΙναι, έπινόη σή μου. Δέν εγινε ετσι. ' Ο ρίστε πώς εγινε. , Ανεβαίνω τή σκάλα, χτυπάω. Μου άνοίγει ό ίδιος. Μ έσα, ενα φώς άναμμένο. Τά βλέφαρά μου τρεμοπαίζουν. • Η ματιά μου προσπερνάει τή δική του , ενα δωμάτιο εΙναι όλο κι όλο, τό 3 35


κρεβάτι στρωμένο, όπως στούς στρατώνες. Ά πό κάδρο τίποτα, άλλά ή κου βέ ρτα γράφει πάνω Η. π. Α. ΕΙναι μέ τό πουκ άμισ ο, κρατεί τσ ιγάρο. «Π άρε», μοϋ λέει, «τράβα μιά». Χωρίς προεό ρτια, ξέ ρει γιατί βρί σ κομαι εδώ. Ν ά τή φάω, νά πη δήξω τό παλού κι, νά μοϋ τό ξε σ κ ί σ ει, φρά σ εις πού χρ η σ ιμοποιού σ αμε γι ' αύτή τήν πράξη κ άποτε. Τοϋ παίρνω τό τ σ ιγάρο, τραβάω, τό ξαναδίνω, τά δάχτυ­ λά μας μόλις καί άγγίζονται . . Α κόμη κα ί δ τό σο λί γος καπνός μοϋ φέρνει ζαλάδα. Δέν λέει τίποτα, μέ κοιτάζει μόνο, άγέλαστος. Θά ' ταν καλύτερο, πιό φιλικό, αν μέ άγγιζε. Ν ιώθω ήλίθια καί άσχ ημη , κι ας ξέ ρω πώς δέν εΙμαι. ' Όμως τί σ κέφτεται, γ ιατί δέν λέει κάτι; Φαίνεται, πισ τεύει δτι βγαίνω πουτ ανότσ αρκα στης Ίεζάβελ καί παίρνομαι μέ τόν Ταξιά ρχη ή κ αί μέ άλλους. Νευ ρ ιάζω πού σ τενοχωριέμαι γιά τή γνώμη πού τυχόν εχει γι ά μένα. Κάτ σ ε νά προσ γειωθοϋ με. «Δέν εχω καί πολλή ω ρα διαθέ σ ιμη », λέω Αδέξιο καί άχαρο αύτό, καί όχ ι δ , τι ήθελα νά πώ. «Καλά. Τότε θά τραβήξω μιά παχιά νά σοϋ τό στείλω σ έ μπου κάλι νά τό πιείς », λέει. Καί δέν χαμογελάει. «Δέν ύ πάρχει λόγος γιά χοντράδες » , λέω. Σί γουρα αΙσθάνεται πώς τόν εκμεταλλεύονται. Μά λλον κάτι προσ δοκάει άπό μένα, συγ κ ίνη σ η , άναγνώρισ η πώς ε ίναι άνθρωπος κα ί όχι δοχείο μέ σ πέρμα. «Καταλαβαίνω πώς δέν σ οϋ εΙναι καί τό σο εύχ ά ρ ιστο », κ άνω τή δοκιμή . Σή κωμα τών ώ μων. «Μέ πλη ρώνει», λέει, στυφά, σ ά ν τσ ογλανοτεκνό. Α λλά δέν κάνει καμιά κίνη σ η. Τόν πληρώνει, μέ πλακώνει, κάνω στιχάκι εγ ώ μέσα μου. Δηλαδή , ετσ ι θά τό πάμε. Αύτουνοϋ δέν τοϋ ά ρ έσουν τά μακιγιάζ καί ο{ πούλιες. Θά τό παίξουμε σ τό ζό ρ ικο. (,Έρχεσ αι σ υχνά εδώ; » «Καί τί ζητάει μιά κό ρη οΙκογενείας, μέ ά ρχές, σέ τέτοιο μέ ρος ; » τοϋ κάνω. Χαμογελάμε καί ο{ δύο: ζεσταίνεται τό πρ ά μα. Παραδοχή πώς ύποδυόμαστε ρόλους, γ ιατί, τί άλλο μπορεί νά κ ά νει κανείς μέ τέτοια προκαταρκτικά καί τέτοιο ξεκίνημα. « ' Η ά γνεία καί ή τρυφερότης πάνε χέ ρι-χέρι » . Λέ με φ ρ άσεις .

336


άπό ταινίες, της πρώην εποχ ης . ' Α πό ταινίες πού, καί τότε, ήσαν άντίκες . Τό λεκτικό είναι γενιας πρίν άπό τή δικιά μας. Έδώ ούτε ή μητέρα μου δέν μιλοϋσε ετσι, ούτε στά παιδικά μου χρόνια. Καί μαλλον κανείς δέν μιλοϋσε ετσι στή ζωή , ήταν ό μιλία φτιαχτή εξ άρχ ης. Καί δμως, είναι άπίθ ανο τό πόσο εύκολα ή μνή μη άνακαλεί αυτά τά γλυ κερά καί ψευδοχαρωπά σεξουαλικά ευφυολογή ματα. Καταλαβαίνω τώρα γιατί φτιάχτη­ καν: νά κρατοϋν τόν πυ ρήνα άπό ρθητο, όχυ ρωμένο, νά προστ α-' τεύεσαι. Λυπαμαι τώρα, ή κου βέντα μας είναι άπειρ α λυπ η τερή : ξεθω­ ριασμένη μουσική , ξεθωριασμένα λουλούδια στή ν ταπετσαρία, μαδημένο σατέν, μιά ήχώ άπό ήχώ. ' Όλα φευγάτα, χαμένα. , Απροειδοποίητα άρχίζω κλάμα. Έπιτέλους κουνιέται, μέ άγκαλιάζει, μοϋ χαϊδεύει τήν πλάτη, μέ κρατάει γιά λίγο, νά μέ παρηγορή σει. « 'Έλα», λέει. « ' Ο χρόνος μας είναι λίγος » . Μέ τό χέρι του πάντα στούς ώ μους μου μέ πηγαίνει στό άναδιπλού μενο κρεβάτι, μέ ξαπλώνει. Περιποι η τικός, μέχρι πού σ η κ ώνει πρώτα τή ν κου βέ ρτα. ' Αρχίζ ει τό ξεκούμπωμα, μετά χαϊδεύει, φιλάει δίπλα στό αυτί μου . «Κομμένα τά αΙσθηματικά» , λέει. «�Eγινε; » Αυτό, άλλοτε ύποδή λωνε κάτι άλλο. U Α λλοτε αυτό σή μαινε δέν τό πάμε γιά γνήσιο έρωτικ ό δεσμό διαρκείαι:;. Τώρα ύποδ η λώνει κομμένα τά ήρωικά. ' Υποδηλώνει: κοίτα μήν εκτεθείς γιά χάρη μου, άν λάχει. Καί ετσι τό παμε. Καί ξανά. Τό ήξερα πώς εΙναι της μιας φοράς δεσμός. ' Α ντίο, σκέφτη­ κα. ' Αντίο. Κεραυνός πάντως δέν επεσε, πρ όσθεσε ή σκέψη μου. Νά κουκουλώσει τούς ήχους πού μέ ντ ροπή μου κάνω. Δηλαδή , ούτε κι ετσι εγινε. Δέν ε{μαι σί γουρη πώς εγινε. Δέν εΙμαι άπό λυτα σίγουρη. Μ ιά άνάπλαση μόνο εΙναι, ελπίζω πώς είναι: τή ν άγάπη μπορείς νά τήν καταγράψεις μόνο στό περίπου . Στ ό ενδιάμεσο, σκεφτόμουν τή Σερένα Τζόυ καθ ισμένη κ ά τω στήν κουζίνα. Καί νά σκέφτεται: ά τίς τσοϋ λες ! ' Ανοίγουν τά 22

337


πόδια στόν κάθε τυχόντα. Τίς τουμπάρεις μέχρι καί μ ' ενα τσιγάρο. Καί μετά σκέφτηκα: εΙναι προδοσία αότό. ·Οχι ή πράξη καθαυτή, άλλά ό τρόπος πού άνταποκρίθηκα. • Α ν ήμουν σί γου­ ρη πώς ό Λουκάς εΙναι πεθαμένος, θά 6πη ρχε καμιά διαφορ ά; Θά ' θελα νά μή γνωρίζω τή ντροπή. Θά ' θ ελα νά εΙμαι ξεδιάντροπη. Θά ' θελα νά μέ τυλίγει μόνο άγνοια. Κι ετσι δέν θά γνώριζα πώς άγνοω τά πάντα. Ούτε τί σημαίνει άγνοια.

338 ..


χιν Α ΛΙΕΙΑ ΠΛΑ ΝΗΘΕΙΣΩΝ ΨΥΧΩ Ν


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΝΑ

ΘΑ ΗΘΕΛΑ έκ βαθέων ή ίστορία αύτή νά '�ταν διαφορετική . Θά ' θελα έκ βαθέων νά ' ταν πιό πολιτισμένη. Νά μέ παρουσίαζε κάτω άπό πιό σίκ πρίσμα, άν όχι εύτυχέστερη τουλάχιστον πιό ζωντανή, λιγότερο ψόφια, λιγότερο παραζαλισμένη άπό τίς καθημερινές μικρές άσημαντότητες . ' Ε κ βαθέων θά ' θελα νά ' ταν Ιστορία σέ σαφέστερα σχή ματα, θά ' θελα νά ' ταν ίστορία άγάπης, νά μιλάει γιά έπεισόδια μέ σημασία, νά γίνεται κατανοη­ τή άπό κ άποιον, μέ σημασία άποφασιστική γιά τόν βίο του. Είτε γιά ή λιο βασιλέματα, πουλιά, άνεμοστ ρό βιλους ή χιόνι. Κ ι όμως: μπορεί όλα αύτά νά εlνα-ι τό κυρίως θέμα της. Κατά κ άποιον τρόπο. ' Αλλά, κατά τή ν άνέλιξη τής Ιστορίας μου, μπαίνουν στόν δρόμο της τόσα πολλά άλλα, τόσος πολύς ψίθυ­ ρος, τόση πολλή ένθύμηση άλλων άνθρώπων, τόσο πολύ κουτσσ­ μπολιό μή έπαληθεύσιμο, τόσες πολλές λέξεις πού δέν εΙπώθη­ καν, τόσο ψαχούλεμα καί τόση έχεμύθεια. Καί εlναι τόσος πολύς ό χρόνος πού πρέπει νά φέ ρεις στή ν πλάτη σου μέ καρτερία, χρόνος βαρύς σάν φαγητό τσιγαριστό, ή σάν πηχτή όμίχλη . 'Έπειτα, εlναι καί όλα αύτά τά πορφυρ ά συμβάντα, όπως έκρή­ ξεις ι'iς πού με, σέ δρόμους κατά τά άλλα καθωσπρέπει, καί ύπναλέους. Ζητάω συγγνώμη πού ύπάρχει τόσος πολύς βασανισμός σ '

αύτή τήν ίστορία. Ζητάω συγγνώμη πού εlναι άποσπασματική , σάν κορμί πού τό πέτυχαν διασταυ ρούμενα πυρά, ή πού τό διαμέλισαν αγρια. Πλήν, δέν εlναι στό χέρι μου νά τήν άλλάξω. Προσπάθησα νά παραχώσω κα ί πρ άγματα εύάρεστα. Α νθη, ι'iς πού με, γιατί που θά είχαμε άπολήξει δίχως τά άνθη ; ' Όπως καί νά τ ά φέ ρω, μου εlναι έπώδυνο νά τ ή ν λέω καί νά τήν ξαναλέω. Μ ία φορά άρκουσε. Δέν μου άρκουσε, κ άποτε, νά λέω κάτι μία μόνο φορά; Κι όμως έπιμένω κα ί καταπιάνομαι μ ' αύτή τήν λυπητερή , πένθιμη καί γεμάτη πείνα πραγμάτων, αύτή τήν χωλή καί άκρωτηριασμένη Ιστορία, έπειδή έν τέλει έπιθυμώ �

341


νά τήν άκούσετε, καθώς κι έγώ θ' άκούσω τή δική σας αν μοϋ δωρηθεί ή ευκαιρία, άν σάς συναντήσω ή άν δραπετεύσετε, πρός τό μέλλον ή πρός τούς ουρανούς, ή πρός φυλακή ή στή ν παρανομία, κάπου άλλοϋ άποδώ. Τό κοινό σημείο στίς ίστορίες μας εΙναι ή άνυπαρξία τους : δέν ύπάρχουν. Λέγοντάς σας καί τό παραμικρό, κατ αλαβαίνω πώς τουλάχιστον πιστεύω σέ σας, πιστεύω πώς ύπάρχετε, σάς έντάσσω στή ζωή. Λέγοντάς σας αυτή τήν Ιστορία, σάς προσδίδω δπαρξη. Μ ιλώ, άρα ύπάρχετε. Γ ι ' αυτό, θά συνεχίσω. Γιατί �τσι θά ένδυναμώσω τόν έαυτό μου νά συνεχίσει. Τώρα φτάνω σέ κεφάλαιο πού δέν θά σας άρέσει καθόλου, γιατί σ' αυτό δέν συμπεριφέ ρθηκα καλά, όμως, ό, τι καί νά ' ναι, θά προσπαθήσω νά μήν παραλείψω είτε άποκρύψω τίποτα. Μέ τόσα πού σάς φό ρτωσα ιίSς τώ ρα, σας άξίζει καί τό λίγο πού άπόμεινε νά δ ιηγηθώ, πού δέν εΙ ναι πολύ, όμως περιέχει τήν άλήθεια . . Ο ρίστε λοιπόν ή ίστορία. Ξαναπηγα στοϋ Ν ίκ. Ξανά καί ξανά, άπό μόνη μου. Δίχως ή Σερένα νά ξέρει. Δέν ήταν άπαραίτητο, δέν εΙχα λόγο, δέν τό , κανα γιά κείνον, άλλά γιά μένα έξ όλοκλή ρου . Ούτε καί τό εΙδα σάν προσφορά μου πρός τόν Ν ίκ, γιατί, τί εΙχα νά προσφέρω; Δέν �νιωθα γενναιοδω ρία άλλά ευγνωμοσύνη , κάθε φορά πού μο\) άνοιγε τήν πόρτα. Δέν ήταν ύποχ ρεωμένος. Γιά νά τό πετύχω, �γινα παράτολμη , ήλίθ ια παράτολμη. Μόλις άφηνα τόν Ταξιάρχη, άνέ βαινα π άνω όπως πάντα, δστερα περνούσα τό χώλ, κατ έβαινα τή σκάλα γιά τίς Μάρθες , �φτανα στή ν κουζ ίνα. Κάθε φορά άκουγα τήν πόρτα της κουζίνας νά κλείνει μ' ενα κλίκ πίσω μου καί κάθε φορά �Kανα κίνηση ν ά ξαναγυρίσω, ό ήχος ήταν τόσο μεταλλικός σάν ποντικοπαγίδα, ή σάν σκανδάλη όπλου. Π ερνούσα τρεχάτη τό έλάχιστο κομμάτι της φωτισμένης πρασινάδας (οί προ βολείς λειτου ργούσαν κανο­ νικά πλέον) περιμένοντας όπου νά ' ναι τίς σφαίρες νά μέ τρυπήσουν προτού κάν άκουστεί ό ήχος τού όπλου. � E βpισKα τό δρόμο μου στή σκάλα ψαχουλευτά, άκουμπούσα στ ήν πό ρτα ν ά πάρω άνάσα, μέ τόν βό μβο άπ ' τό αΙμα μου στ' αυτιά μου. Ό 342


φό βος είναι θαυμαστό διεγερτικό . Μετά χτυποϋσα σιγανά, χτύ­ πη μα ζ ητι άνου. Κάθε φορά περίμενα πώς θά ' χε φύγει. H τό πιό άσχ η μο, πώς θά μοϋ �λεγε μή μπαίνεις. Μπορεί νά μοϋ �λεγε πώς δέν ήθελε πιά νά καταπατάει τούς κανονισμούς καί νά ρισκάρει τό κεφάλι του γι ά χάρη μου. H τό χειρότερο, νά μοϋ πεί πώς δέν κ άνει κέφι πλέον. Τή ν άδυναμία του νά δηλώσει �στω καί �να άπ ' αότά, έγώ τήν γευόμουν ώς άπίστευτη εόεργεσία καί ιcαλoτυχία. Σας τό είπα, ήταν άσχ ημο αότό πού �Kανα. �

,

,

Ή διαδικασία: Ανοίγει. Τό πoυιcάμισό του ιcρεμασμένo �ξω άπ ' τό παντελόνι. Κρατάει όδοντό βουρτσα ή τσιγάρο ή ποτή ρι μέ κ άτι μέσα. Κ ρύ βει δική του καντίνα έδώ, άπό μαύρη άγορά φαντάζομαι. Πάντα ιcρατεί ιcάτι στό χέ ρι σά νά συνεχίζ ει τή ζωή του κανονικά, σά νά μή μέ περιμένει. Μπορεί πραγματικά νά μή μέ περιμένει, νά μή ν περιμένει. Μ πορεί νά μήν �ει αίσθηση τοϋ μέλλοντος, η δέν σκοτίζ εται, ή δέν άποτολμάει νά τό φανταστεί. «ΕΙναι πολύ άργά; » λέω. Κουνάει άρνητικά τό κεφάλι. Τώρα πλέον �ει γ ίνει άποδεκτό άνάμεσά μας δτι ποτέ δέν εΙ ναι πολύ άρ γ ά, έγώ δμως τελώ τό ίεροτελεστικό τυπικό τοϋ σα βουάρ-βίβρ, ΙCαί ρωτάω. Μέ βοηθάει αότό νά νιώθω πώς κάπου έλέ γχω έγώ τά πράγματα, λές καί ύπάρχει δυνατότ η τα έπιλο γ ής, δυνατότητα άποφάσεων. Πα ραμε­ ρίζ ει, τόν προσπερνάω, κλείνει τήν πό ρτα. Μετά πάει ΙCαί ιcλείνει τό παράθυρο. Μετά σ βήνει τό φ ως. Κ ουβέντες δέν άλλάζουμε πλέον πολλές, ιcαί πάντως δχι σ ' αότή τή φάση. νΕχω κιόλας βγάλει τά μισά ροϋχα μου. ' Αφή νουμε τήν κουβέντα γ ιά μετά! Μ έ τόν Ταξιά ρχη κ λείνω τά μάτια άΙCόμη καί στό φιλί τής καληνύχτας. Δέν θέλω νά τόν βλέπω άπό τόσο πολύ ιcoντά. Τώρα δμως, έδώ, κάθε φορά, τά μάτια τά ιcρατώ άνοιχτά. Θά ήθελα �να φως, �να ιcερί ίσως χωμένο σέ μπoυιcάλι, άντίλαλος άπ ' τό κολλέγιο αότό, τέτοια πράματα δμως θά ' ταν έπιιcίνδυνα. Κ ι �τσι άρκοϋμαι στό φως τοϋ προ βολέα, στό άντιφέγγισμά του άπ ' τό χώμα πού άνεβαίνει ως έδώ, κρησαρισμένο στίς λευιcές του κουρτίνες, ίδιες μέ τίς διιcές μου. Θέλω νά τόν βλέπω, νά δώ δ,ΤΙ, δσο άπ ' αότόν μπορώ ν ' άποσπάσω άπ ' τό σιcoτάδι, νά �χω μέσα •

343


μου τή ν εΙκό να του δλό κλη ρη, νά τ ό ν αποστ ηθίσω , νά τό ν αποταμιεύσω, γι ά νά ' χω νά ζώ μέ τή ν εΙ κό να του, από τήν εΙ κόνα του, αργότερα: γραμμές του κορμου του, τήν ύφή τής σάρκας του, τή ν ανταύγεια απ ό ίδρώτα στ ό δέ ρμα του, τό μακρύ, ανεξιχνία­ στο, σαρδονικό πρόσωπό του. νΕ πρεπε αύτό νά τό ' χα κάνει καί μέ τό ν Λουκά, νά εΙχα προ σ έξει περισσότερο τίς λεπτομέ ρειες, κρεατοελιές, ού λές, τίς ρυτίδες . Δέν τό εκανα καί μου ξεθωρ ι άζει δ Λουκάς. Μ έρα τήν ή μέ ρα, νύχτα τή νύχτα ξε βάφει ή εΙκόνα του κι έγώ γίνομαι πιό πολύ άπιστη. Γ ι' αύτόν έδώ εύχαρίστως νά φορουσα ρ ό ζ φτερά, κό κκινα αστράκια, άν αύτό του ' κανε κέφι. vH δ,τι άλλο, μέχρι καί τή ν ούρά του κουνελιου. ' Όμως δέν εχει απαιτή σεις γιά τέτοια στολίδια. Κάνουμε ερωτα κάθε φορά σά νά γνωρίζουμε δίχως ούτε ϊσκιο αμφιβολίας πώς δέν θά ξανακάνουμε, μέ κανέναν άλλον, ποτέ πιά, πώς εΙ ναι ή τελική φορά. Καί ετσι, δταν ακολουθεί καί « άλλη φο ρά», εΙναι σάν εκπληξη , κάτι έκτός προγράμματος, δώρο. Αύτό πού κάνω μαζί του εΙναι καταφύγιο. ΕΙναι ενα σπή λαιο, κι έμείς μέσα κουλουριασμένοι, εξω ή θύελλα. Φρεναπάτη, ναΙ Τό δωμάτιο έδώ γιά μένα εΙναι χώρος ύψηλου κινδύ νου. Αν μέ πιάσουν δέ θά μου χαρίσουν τή ζωή, έγώ δμως εχω πλέον κάτι σάν ανοσία στόν φό βο. Δέν φυλάγομαι. Καί πώς εφτασα νά τόν έμπιστεύομαι αύτόν έδώ ετσι; Καί μόνο αύτό εΙναι αποκοτιά . Πώς μπο ρώ καί βγάζω συμπέρασμα δτι τόν ξέρω, δτι ξέρω τό έλάχιστο γι ' αύτόν ή γιά δ,ΤΙ κάνει; Παραμερίζω αύτούς τούς αμήχανους ψιθύ ρους. Μ ιλάω ύπερ­ βολικά. του διηγουμαι γιά τή Μόιρα, γιά τήν άλλη τού Γκλέν. νοχι δμως καί γ ιά τόν Λουκά. Θέλω νά του μιλή σω καί γιά τήν άλλη, πού ε μενε στό δωμάτιο πρίν από μένα, αλλά δέν τό κάνω. , Από ζήλεια. Α ν εΙχε ερθει κι αύτή έδωμέσα πρίν από μένα, σέ τουτο τό κρεβάτι, δέν θέλω νά τό ξέ ρω. του λέω τό πραγματικό μου όνομα καί νιώθω πώς μ ' αύτή τήν πράξη αναδύεται καί ή προηγούμενη, εΙναι τώρα ύπαρκτή. Φέ ρνομαι ήλίθια. Λάθος μου. Τό ν κ άνω εϊδωλό μου, κού κλα χαρτοκοπτικής. ' Εκείνος πάλι μιλάει λίγο : ούτε καμουφλάρισμα ο(\τε καλαV

V

344


μπού ρια. Σπάνια κάνει έρωτ ήσεις. Μοιάζει άδιάφορος γι ά δ,ΤΙ θ ' άναφέρω, τόν ξυπνανε μόνο οί δυνατότητες του κορμιου μου, παρ' δτι μέ παρατηρεί δ ση ω ρα μιλάω. Παρατηρεί τό πρόσωπό μου. ' Αδυνατώ νά σκεφτώ πώς θά μπορουσε νά μέ προδώσει άνθρωπος γιά τόν όποίο νιώθω τόση εύγνωμοσύνη . Κανείς μας δέν άναφέ ρει τή λέξη dγάπη, ποτέ. Θά ήταν σά νά προκαλούσαμε τή μοίρα. Θά μας όδηγουσε σέ ειδύ λλιο , γρου­ σουζιά. Σή μερα τά άνθη εΙναι διαφορετικά, πιό μαραμένα, μέ σαφέστερο περίγραμμα, τά άνθη του κατακαλό καιρου : μαργαρίτες , παπαρου­ νίτσες μέ τό μαυ ρο ματάκι στό κ έντρο, οί άφετηρίες γιά άργοκί­ ν η τη κατωφέ ρεια πρός τό φθινόπωρο. Τά κοιτάζω μέσα στούς κή πους, καθώς προχωρώ μέ τήν αύτή του Γ κλέν. Μόλις πού άκούω τί λέει, δέν τήν έμπιστεύομαι πλέον. Τά δ σα ψιθυ ρίζει μου φαίνονται εξω του κόσμου τούτου. Τί άνάγκη τά ' χω έγώ αύτ ά, τώρα; Μπορείς νά χωθείς στή ν κάμαρή του τή νύχτα, μου λέει. Νά κ άνεις ερευνα στά συ ρτάρια του . Θά ' χει χαρτ ι ά, σημειώσεις. Κλειδώνει τήν πόρτα του, μουρμου ρίζω. Ν ά σου βρουμε κλειδί έμείς, λέει. Δέ σέ νοιάζει νά μάθεις ποιός εΙναι, τί κάνει; ' Όμως ό Ταξιάρχης δέν εΙναι στά άμεσα ένδιαφέ ροντά μου πλέον. Κάνω μεγάλη προσπάθεια γιά νά μή μου φαίνεται, στίς συναντήσεις μας. Νά φέ ρνεσαι τό ίδιο δπως φερνόσουν ως τώρα, λέει ό Ν ί κ. Μήν άλλάξεις τίποτα. ' Α λλιώς θά καταλάβουν. Μέ φιλάει, ή ματιά του πάνω μου συνέχεια. ΝΕχω τό λόγο σου; Μή ν ξεχαστείς. Φέρνω τό χ έ ρι του στήν κοιλιά μου. Τό πετύχαμε, λέω. Τό νιώθω έγώ. Καναδυό βδομάδες άκόμη καί θά μαι σίγουρη. Μέσα μου δμως ξέ ρω: εύσεβείς πόθοι, μονάχα. Θά σέ λατρέψει μέχρι θανάτου, μο(j λέει. Καθώς καί ή άφεντιά της. •

345


Μά εΙναι δικό σου, λέω. Δικό σου θά εΙναι, άπό σένα. UΕτσι τό θέλησα. "Ομως δέν τήν προχωράμε άλλο τή συζήτηση. Δέ μπορώ, άπαντώ στήν τέτοια του Γ κλέν. ΕΙμαι φο βιτσιάρα έγώ, εΙμαι άχρηστη έγώ, θά μέ κάνουν τσακωτή. Ούτε κάν μπαίνω στόν κόπο νά κάνω δήθεν πώς λυπάμαι, τόσο πολύ άπρόσεχτη εχω γίνει. Μπορουμε νά σέ φυγαδεύσουμε, έπιμένει αύτή. Μπορουμε, άν χρειαστεί, νά βγάλουμε δικούς μας ά πό δώ μέσα, άν βρεθουν σέ κίνδυνο. Σέ άμεσο κίνδυνο, δηλαδή . ' Η άλήθεια εΙναι πώς δέν έπιθυμώ τώρα πιά νά φύγω άποδώ, νά τήν κοπανήσω, νά περάσω τά σύ νορα καί νά πετάξω πρός τή ν έλευθερία. Τό θέλω νά μείνω έδώ, μέ τόν Νίκ, έδώ πού μπορώ νά τόν εχω δικό μου. Καθώς τό ξεστομίζω, ντρέπομαι. ' Α λλά όχι μόνο: ξέρω πώς ή παραδοχή μου αύτή εΙναι καί καμάρι. ' Αλαζονεία, έπειδή κατα­ δείχνει πόσο άκραίο, άρα δικαιολογημένο, ήταν γιά μένα. Τί μεγάλη άξία εχει. Σάν Ιστορίες μέ άσθ ένειες σχεδόν θανατηφό­ ρες , πού τίς ένίΙCΗσες. Σάν ίστορίες πολέμου . Καταδείχνουν πόση σο βαρότητα προσδίνεις στό άντικείμενο του ερωτ ά σου . Τόση βαρύτητα στό θέμα άντρας δέν μου φαινόταν δυνατή, παλαιότερα. Μερικές μέρες, τό άντιμετώπιζα μέ τή λογική. Παραμέ ριζα τόν παράγοντα άγάπη. νΕλεγα, εχω έξασφαλίσει μιά άλφα άνάσα ζωής έδωμέσα. νΕτσι θά πρέπει νά εΙχαν σκεφτεί καί οί γυναίκες τών πρώτων έποίκων, καί οί γυναίκες πού εΙχαν έπιζή σει άπό πολέμους, άν τυχόν έξασφάλιζαν άρσενικόν. • Ο άνθρωπος εΙναι ζώο προσαρμόσιμο, ελεγε ή μητέ ρα μου. UΕτσι καί του έξασφα-· λίσεις δρισμένα στοιχειώδη . WE, τώρα πιά δέν θ ' άργή σει, λέει ή Κόρα καθώς μου παραδίνει τό μηνιαίο άπόθεμα μέ εrδη γυναικολογικής ύγιεινής. Δέν θ ' άργή σει, κοντεύ ει, καί μου χαμογελάει ντροπαλά άλλά καί συνομωτικά, τό χαμόγελο του άνθρώπου πού γνωρίζ ει κι αύτός τό μυστικό σου. W Αραγε ξέ ρει; Δηλαδή αύτή καί ή Ρίτα ξέ ρουν τί φτιάχνω έδωμέσα δταν κατεβαίνω λαθραία τή σκάλα νυχτιάτικο; 346


Α ραγε προδίνομαι μέ όνειροπολήσεις, ασκοπα Ίαμόγελα, ή δταν πασπατ εύω τό πρόσωπό μου σέ στιγμές πού νομίζω πώς δέν μέ βλέπουν; Αύτή του Γκλέν μέ ξεφορτώνεται σιγά-σιγά. Μου ψιθυρίζ ει δλο καί λιγότερο, μιλάει δλο καί περισσότερο γιά τόν καιρό. Δέν μέ πειράζει καί ίδιαίτερα. Μέ ιiναKOυφίζ ει μάλλον. �

347


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΔΥΟ

Η ΚΑΜΠΑΝΑ χτυ πάει, τήν άκοϋμε άπό άπόσταση. ΕΙναι πρωί καί σή μερα δέν μας σέρβιραν πρωινό. Φτάνουμε στήν κεντρική πύ λη, περνάμε στοιχηδόν, άνά δύο. • Ενισχυμένη tΊ φρουρά, Αγγελοι εΙδικών όπηρεσιών, μέ στολή καταπνίξεως έξεγέ ρσεων -κράνη μέ γείσο άπό σκοϋ ρο πλεξιγκλάς πού τούς κάνει νά μοιάζουν μέ σκαραβαίους, μακριά κλόμπς, άερο βόλα, σέ κυκλω­ τικό σχηματισμό στόν χώρο εξω άπό τό Τείχος. Γ ιά περιπτώσεις όστερίας. Τά άγκιστρα στό τείχος άδεια. Τοπική έπιχείρησις άλιείας πλανηθεισών ψυχών, γιά γυναί­ κες μόνο. Αύτές οΙ άλιείες άμαρτωλών ψυχών γίνονται πάντα χωριστά. ΕΙχε άναγγελθεί άπό χτές. Τό κοινοποιοϋν μονάχα μία μέρα πρίνο Χρόνος λιγοστός γ ι ά νά τό πάρεις άπόφαση. Μέ τό χτύ πημα της καμπάνας βαδίζουμε στά μονοπάτια πού χ ρησιμοποιούσαν κάποτε οΙ σπουδαστές, περνάμε χτίρια πού κάποτε ήσαν αίθουσες διδασκαλίας καί όπνωτή ρια. Πολύ παρά­ ξενο νά έπιστρέφεις έδώ . . Απ ' εξω, δέν μπορείς νά καταλάβεις άν εχει άλλάξει τίποτα, μόνο πού τά παντζού ρια στά περισσότε­ ρα παράθυρα εΙναι κατεβασμένα. Τά χτίρια τοϋτα άνή κουν τώρα στούς Π αντεπόπτες. Στοιχισμένες περνοϋ με τή μεγάλη πρασινάδα μπροστά άπ ' τό χτίριο πού πρώτα ήταν βιβλιοθή κη. Τά λευκά σκαλοπάτια μένουν τά ίδια, ή κυρία εΙσοδος δέν εχει άλλάξει καθόλου. Στή ν πρασινάδα έχουν στήσει έξέδρα, δπως έκείνη πού έστηναν κάθε Ανοιξη γιά τή ν τελετή άπονομης πτυχίων, στόν πρώην καιρό. Φέ ρνω στόν νοϋ μου καπέλα σέ τόνους παστέλ, πού τά φοροϋσαν μερικές μητέρες, τή ν μαύρη τή βεννο πού φό ραγαν οΙ φοιτητές, τό κόκκινο ροϋχο πού φό ραγαν άλλοι. UΟμως tΊ έξέδρα δέν εΙναι τελικά tΊ ίδια tΊ παλιά. Γιατί βλέπω μπηγμένους τρείς ξύλινους πασσάλους, μέ τρίχινες θηλειές άπάνω τους. V

V

348


Στ ό προσκή νιο ενα μικρόφωνο . Η τηλεοπτική μηχανή λή­ ψεως διακριτικά στό πλάι. Έγώ μ ό νο σέ μία άπ ' αότές τίς έκδηλώσεις έχω παρασταθεί, πρίν δύο χρ ό νια. ΟΙ έπιχειρή σεις άλιείας γιά γυναίκες δέν τελουνται συχνά. Δ έν χρειάζονται τόσο πολύ. Τώρα δείχνουμε δ λες καλή συμπεριφορά. Αότή τή ν ίστορία δέν έπιθυμώ νά τήν άφηγηθώ. .

Παίρνουμε θέσεις μέ τή ν καθιερωμένη τάξη : Γαμετές καί θυγατέ­ ρες στίς άναδιπλούμενες ξύλ ινες καρέ κλες πού έχουν τοποθετη­ θεί πίσω-πίσω, Οί κονογαμετές καί Μά ρθες στά άκρα καί στά σκαλιά της Β ι βλιοθή κης, οί Πορφυρές Δοίί λες μπροστά, ω στε νά μας έπιβλέπουν ώ κολα. Έ μείς όχι σέ καθίσματα άλλά γονατι­ στές, σέ μαξιλάρια δίχως καμμία έπιγραφή , οί)τε τουλάχιστον μέ τή λέξη Πίστις. Είμαστε τυχερές, δ καιρ ό ς εΙναι δ ,τι πρέπει: δχι πολύ ζεστός, μέ άπαλή συννεφιά. Θά ' τανε σκέτη θλίψη νά βρίσκεσαι γονατι­ στή στή βροχή. Γι ' αότό θά μας τό άνακοίνωσαν τήν τελευταία στιγμή : γιά νά έχουν πρόγνωση καιρου. Μ ιά καλή πρόφαση . Γονατίζω στό κόκκινο βελουδένιο μαξιλάρι μου , προσπαθώ νά σκέπτομαι τή νύχτα πού μέ περιμένει, πού θά κάνω ερωτα, στό σκοτάδι, μέσα στή ν άντανάκλαση τών προ βολέων πάνω στούς λευκούς τοίχους. Θυμαμαι τά άγκαλιάσματα. 'Ένα μακρύ σκοινί άναδιπλώνεται σά φίδι μπροστά άπό τήν πρώτη σειρά μαξιλαριών πρώτα, περνάει στή δεύτερη, συνεχίζ ε­ ται άνάμεσα στίς σειρές μέ τά καθ ίσματα, σχηματίζει μαιάνδρους σάν πολύ άρχαίο, πολύ άργοκίνητο ποτ άμι δ πως τό βλέπεις άπό άέρος, καί φτάνει εως πίσω. Τό σκοινί εΙναι χοντρό καί σκου ρο, μυρίζει κατράμι . • Η έμπρόσθ ια άκρη του σκοινιου πάνω στή ν έξέδρα. ΕΙναι σάν καλώδιο, σάν σπάγγος μπαλονιου. Πάνω στήν έξέδρα, άριστερά, αότές πού θά λάβουν σωτηρία: δύο Πορφυ ρές Δου λες, μία Γαμετή . ' Ασυνήθιστο νά φέ ρνουν καί Γ αμετή , άθελά μου κοιτάζω αότήν έδώ χωρίς νά τηρώ προσχήμα­ τα. Θέλω νά μάθω τί εχει κάνει. Τίς εχουν τοποθετήσει άπάνω έκεί πρίν άνοίξουν τήν πύ λ η 34'1


Καί οί τ ρείς καθισμένες σέ ξύλινες άναδιπλούμενες καρέκλες , σάν άπόφοιτοι πού θά λάβουν τά βραβεία τους. Τά χέρια τους άναπαύονται πάνω στή ν ά-Υκαλιά τους, μοιάζουν σάν χέ ρια πού �oυν πάρει υπνωτ ικό. Τραμπαλίζονται λιγάκι, φαίνεται τούς �oυν κάνει ένέσεις, ή δώσει χάπια, γιά νά μή ν διαταράξουν τήν τάξη. Π ροτιμότερο δ λα νά κυλήσουν άρμονικά. νΕχουν προσδε­ θεί στίς καρέκλες ; . Αδύνατο νά καταλάβεις κάτω άπό τόσο ρουχισμό. Τώρα ή πομπή μέ τούς βαθμούχους πλησιάζει τή σκηνή , άνεβαίνει τά σκαλοπάτια δεξιά: τρείς γυναίκες, μία Νονά μπρο­ στά, Δύο Σώτειρες , μέ τίς μαΟ ρες τους κουκοΟ λες καί μανδύες, ενα βή μα πίσω τους. Καί πίσω οί λοιπές Νονές. ' Ο ψίθυ ρός μας κόβεται. Τό τρίο παί ρνει τή θέση του, στρέφει πρός έμας, ή Νονά άνάμεσα στίς δύο Σώτειρες . ΕΙναι ή Νονά Λυδία! Πρίν άπό πόσα χρόνια τήν πρωτοείδα; ΕΙχα άρχίσει νά πιστεύω πώς υπάρχει μονάχα στή φαντασία μου, δμως νάτην, λίγο πιό γριά. νΕχω καλή θέση, διακρίνω άνετα τά δύο, βαθύτερα τώ ρα, αό λάκια στά πλάγια τής μύτης της, τό μονιμοποιημένο άποδοκιμαστικό ύφος. Τά μάτια της τρ εμοπαί­ ζουν, χαμογελάει μέ τράκ, κρυφοκοιτάζει δεξιά καί άριστερά, υπολογίζει πόσα κεφάλια κοινό �ει κάτω, υψώνει ενα χέρι νά ταχτοποιήσει τόν κεφαλόδεσμο. 'Έ νας άπόκοσμος ήχος άτόμου πού στραγγαλίζεται βγαίνει άπό τά μεγάφωνα: ξερο βήχει, προε­ τοιμάζεται νά μιλήσει. Μέ κυριεύει τρέμολο. Τό μίσος γεμίζ ει τό στόμα μου σάν φτυσιά . • Ο ή λιος βγαίνει, ή έξέδρα-σκηνή καί οΙ πρωταγωνιστές της φωτίζονται σάν χριστουγεννιάτικη φάτνη. Δ ιακρίνω καθαρά τ Ις σακοΟλες κάτω άπό τά μάτια τής Νονας Λυδίας, τή νεκρική χλωμάδα τών καθισμένων γυναικών, τό χνούδι τοΟ σκοινιοΟ μπροστά μου πάνω στό γρασίδι, τά φύλλα τής χλόης. Μπροστά μου μιά γαλατσίδα, άκριβως μπροστά μου, στό χρώμα τοΟ κρόκου. Πεινάω. Η καμπάνα σταματάει. Ή Νονά Λυδία ση κώνεται, στρώνει τή φούστα της καί μέ τά δύο χέρια, προχω ράει πρός τό μικρόφωνο. " Σας χαιρετώ, κυ.

350


ρίες », λέει καί άκολουθεί ενα άγριο μικροφωνικό τσίριγμα πού περνάει στά ήχεία καί μας ξεσκίζει τ' αότιά. ' Α πό άνάμεσά μας, άπίστευτο, ξεσηκώνεται γέλιο. Πολύ δύσκολο νά μή γελάσεις μέ τήν ενταση καί τήν εξαρση στή μού ρη τής Νονας Λυδίας καθώς προσαρμόζει τόν ήχο. Τό γέλιο δέν εΙναι άσορτί έδώ, ή όλη είκόνα άπαιτεί σεμνοπρέπεια. "Σας χαιρετώ, κυρίες », ξαναλέει, ή φωνή της τώρα μιά ίσια κλωστή . ΕΙπε κυρία; καί όχι κορίτσια, έπειδή παρευρίσκοντα ι καί οί Γαμετές. "Πιστεύω όλες μας είμεθα ένή μεροι περί τάς άτυχείς συγκυρίας α[τινες μας Ι:νώνουν έδώ αότό τό εύώδες πρωινό, στιγμήν καθ ' ην, εΙμαι βε βαία, όλες θά προτ ιμούσαμε νά ήσχολούμεθα μέ άλλην άσχολία, έάν τουλάχιστον κρίνω άπό τά κατ' έμέ, πλή ν τό καθή κον εΙναι αύστηρός διδάσκαλος, η μαλλον, έπιτρ απήτω μοι, ώς πρός τήν παροϋσαν συγκέντρωσιν, διδασκάλισσα, καί έν όνόματι τοϋ καθή κοντος είμεθα έδώ σή­ μερα». Τό πάει ετσι γιά κάμποσα λεπτά, έγώ όμως δέν άκούω. Τόν εχω φάει στή μάπα αότόν τόν λόγο, tl άλλον όμοιό του, άρκετές φορές: ίδιες πλαδαρές μποϋ ρδες, ίδια συνθήματα, ίδια φρασεολο­ γία: δ πυ ρσός τοϋ μέλλοντος , τό λίκνον τής φυλής, τό πρό ή μών καθή κον. ' Αποκλείεται, λές, νά μή ν έπακολουθήσει κοσμικό παλαμάκι μετά τόν λόγο, καί ύστερα τσάι μέ βουτήματα σερ βιρι­ σμένο στή χλόη . Αύτό ήταν δ πρόλογος, νομίζω. Τώρα θά μπεί στό ψητό . . Η Νονά Λυδία ψαχουλεύει στήν τσέπη της, βγάζει ενα τσαλακωμένο χαρτί. Τής χρειάζεται άσυνήθιστα μεγάλο τεμάχιο χρόνου ώς νά τό ξεδιπλώσει καί νά τό κοιτάξει. Τό κάνει γιά λόγους έντυπωσιασμοϋ, γιά νά καταλάβουμε μέ ποιόν εχουμε νά κάνουμε, μας άναγκάζει νά τήν κοιταμε όσο αύτή διαβάζει άπό μέσα της, άνεμίζει μπροστά στή μού ρη μας τά προνόμιά της. Αίσχ ρό, θά ελεγα. Αντε νά τελειώνουμε. "Π αλαιότερα�, λέει ή Νονά Λυδία, « κατ ' εθιμον, προηγείτο τής τελετής άλιείας ψυχών λεπτομερής άπολογισμός τών έγκλη­ μάτων ενεκα τών δποίων έκρίθησαν καταδικαστέες οί φυλακι­ σμένες . ' Εν τέ λει έκρίναμε ότι τοιοϋτος ένώπιον κοινοϋ άπολοV

351


γισμός, κατ ' εξοχή ν δταν πραγματοποιείται καί τηλεοπτική ληψις, άκολουθείται άμεταβλήτως άπό εξαρσιν, ας μοϋ επιτραπεί ή λέξις, εκρη ξιν μάλλον πανομοιοτύπων ε γκλημάτων. Κατόπιν τούτου άπεφασίσαμεν, πρός τό συμφέ ρον της δλότητος, νά διακοπεί ή τακτική αύτή. 'Η άλιεία πλανηθεισών ψυχών θά διεκπεραιωθεί άνευ περαιτέρω τυμπανοκρουσίας ». , Από τή μεριά μας ενα δ μαδικό μου ρμου ρητό. Τά εγκλή ματα τών άλλων εΙναι ή δική μας μυστική γλώσσα. Γ ιατί τά εγκλή ματα αύτά άποτελοϋν δείγμα, μ ' αότ ά δείχνουμε στόν εαυτό μας γιά τί πράγματα είμαστε άξιες , άν ζοριστοϋ με. ' Η άνακοίνωσή της δέν εχει δημοκοπικά αίτια. Παρ' δτι, άντε τώρα νά καταλάβεις τή ν άλήθεια άπό τή φάτσα της Νονάς Λυδίας, πού χαμογελάει καί άνοιγοκλείνει τά μάτια σά νά ύποδεχόταν χειροκροτή ματα. Τώρα βλέπουμε "τά επίχειρ α τών ά νοσιου ργημάτων μας καί τών άνοσίων διαλογισμών μας». 'Η πρώτη. Τή ν βοηθοϋν νά σηκωθεί άπό τήν καρέκλα. Χέ ρια μέ μαϋ ρα γάντια τήν κρατοϋν άπό τά μπράτσα. Τό εγκλημά της; Τή ν τσάκωσαν νά διαβάζει; Μπά, μάλλον <'5χι, γιά τήν άνάγνωση ή ποινή εΙναι άποκοπή τοϋ χεριοϋ. Άσέλγεια; vH άπόπειρ α κατά της ζωης τοϋ Ταξιάρχη της; vH της Γαμετης, τό πλέον πιθανό. Αύτό λέμε κι ε μείς. 'Όσο γιά τή Γαμετή , αύτές μόνο γιά ενα πράγμα θά γίνουν θύ ματα άλιείας ψυχών. νΕχουν κάθε εξουσία άπάνω μας, άλλά δtν εΙναι εξουσιοδοτημένες νά μάς σκοτώνουν, νόμιμα τουλάχιστον. Οϋτε μέ βελόνες πλεξ ίματος ή ψαλίδες κηπουρικης ή κλεμμένα κουζι­ νομάχαιρα, εΙδικά δταν είμαστε γκαστρωμένες, τότε οtJτε νά μάς άγγίξουν έχουν δικαίωμα. Κάτι τέτοιο θά ' χε διαπράξει λοιπόν αύτή εδώ. Έ κτός άν άποπειράθηκε νά δραπετεύσει. ,,'Η τοϋ Τσάρλς », εκφωνεί ή Νονά Λυδία. Δέν εΙναι άπό τίς γνωστές μου . Τήν δδηγοϋν στό προσκή νιο. Περπατάει μέ τρόπο σά νά συγκεντρώνει δλόκληρη τήν προσοχή της σ ' αύτή τήν ενέρ γεια, τό βάδισμα: τό ενα πόδι πρώτα, τό άλλο μετά, τή ν εχουν μαστουρώσει, φώς φανάρι. "Ε να άποσ βολωμένο, ξεχαρ βα­ λωμένο χαμόγελο στό στόμα της .• Η μία πλευρά τοϋ προσώπου της στρεβλωμένη , ενα μή ελεγχόμενο παίξιμο τ ών βλεφάρων, 352


βορά στόν τηλεοπτικό φακό. W Α ν καί αύτ ά δέν θά βγοϋν, τά κόβουν στό μοντάζ, ή εκπομπή βγαίνει πάντα ρετουσαρισμένη . Τώρα οΙ δύο Σώτειρες της δένουν τά χέρια στήν πλάτη. Πίσω μου άκούγεται ενας ήχος, σάν άπό εμετό. Γι' αύτό δέν μας δίνουν πρωινό τέτοιες μέρες . ". Η Ζανίν, σίγουρα», ψιθυρίζει ή τέτοια τοϋ Γ κλέν. Τό 'χω ξαναδεί τό θέαμα: τή λε υκή σακού λα πού τοποθετοϋν πάνω άπ' τό κεφάλι, τή γυναίκα πού τή βοηθοϋν ν ' άνέ βει στό σκαμνί, δπως θά τή βοηθοϋσαν ν' άνεβεί τά σκαλιά λεωφορ είου, τή σιγουρεύουν νά μήν πέσει, ταχτοποιοϋν μέ ά γάπη τή θηλειά γύρω άπ' τόν λαιμό, σάν άμφια Ιερατικά, τό σκαμνί φεύγει κάτω άπό τά πόδια της μέ κλωτσιά. wExro ξανακούσει τό βαθύ, όμαδικό βογγητό πού όψώνεται γύρω μου, τόν στεναγμό τόν σάν άέρα πού εκφεύγει άπό φουσκωτό στρώμα, εχω ξανακούσει τή Νονά Λυδία νά φράζει τό μικρόφωνο μέ τήν παλάμη της γιά νά πνίξει άλλους ήχους άπό τήν πίσω μεριά της σκ ην η ς, εχω ξαναγείρει εμπρός γιά νά πιάσω, σέ συγχρονισμό μέ τίς άλλες , τό σκοινί μπροστά μου, καί μέ τά δύο μου χέρια, καί τό σκοινί χνουδωτό, δλο γλίτσα επειδή τό κατράμι εχει άναλιγώσει άπ' τόν ήλιο, καί μετά τό χέρι στήν καρδιά, γιά νά δείξω δμοψυχία καί άλληλεγγύη μέ τίς Σώτειρες, τήν ψηφο μου καί τή συνενοχή μου στόν θάνατο αύτης της γυναίκας. wExro ξαναδεί τά πόδια πού κλωτσάνε τόν άέρα, καί τίς δύο μαυροφόρες πού τώρα άρπάζουν τά πόδια καί τά συγκρα­ τοϋν, τούς άπαγορεύουν επιθανάτια κίνηση , τραβώντας τα πρός τά κάτω μέ δλη τους τή δύναμη. Δέν θέλω νά δω άλλο. Μετατοπί­ ζω τό βλέμμα στό γρασίδι. Π εριγράφω τό σκοινί.

23

353


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΡΙΑ

ΤΑ ΤΡΙΑ κου φάρια κρέμονται άκόμα στή θέση τους καί μάλιστα μέ τά κεφάλια χωμ ένα στίς λευκές σακουλες, άστεία κοκαλιασμέ­ να, σάν κοτόπουλα κρεμασμένα μέ σπάγγο άπ ' τόν λαιμό σέ βιτρίνα κρεοπωλείου. Σάν πουλιά μέ τά φτερά τους ξακρισμένα, σάν πουλιά πού δέν πετανε, άγγελοι πού εχουν έξοκείλει σέ ξέ ρα' μέ δυσκολία παίρνεις τά μάτια σου άπό πάνω τους. Κάτω άπό τίς στολές, τά πόδια πανε πέ ρα-δώθε, δύο ζεύγη παπούτσια κόκκινα, ενα ζευγάρι γαλάζιο. " Α ν ελειπαν τά σκοινιά καί οΙ σάκκοι, θά μπορουσες νά τό πάρεις γιά κάτι σάν χορό, μπαλέτο, μιά στιγμιαία «ποζισιόν» πού πρόλαβε ν ' άρπάξει ό φωτογραφικός φακός: σάν διευθετημένα διά χειρός κάποιου. Κάτι σάν θεατρικό σκέτς. Μαλλον ή Νονά Λυδία θά τοποθέτησε τό γαλάζιο ένδια­

μέσως. « . Η σημερινή έπιχείρησις άλιείας πλανηθεισών ψυχών όλο­ κληρώθηκε », άνακοινώνει άπ ' τό μικρόφωνο. «Πλήν. . . » Στρέφουμε, τήν άκου με, τήν κοιτάζουμε. ' Εντυπωσίαζε πάντα μέ τίς παύσεις της, διακοσμουσε τή ν όμιλία της. Κάτι σάν τάραγμα άκινήτων νερών μας διαπερνάει. Φαίνεται πώς τό θέαμα θά ' χει καί συνέχεια. « Π λή ν, αν θέλετε, ό ρθιες τώρα. Σέ κύκλο ». Τό χαμόγελό της ρέει πρός έμας, άπλόχερα, πλουσιόδωρο. Έτοιμάζεται νά μας δώσει, έπιδαψιλεύσει κάτι. « Ευταξία, παρακαλείσθε». , Αποτείνεται σέ μας, τίς Πορφυρές. Κάμποσες Γαμετές εχουν άρχίσει άποχώρηση, καθώς καί κάμποσες θυγατέ ρες. Οί πιό πολλές μένουν, άλλά στό πίσω-πίσω μέρος, νά μήν έμποδίζουν, κοιτάζουν μονάχα. Δέν συμμετέχουν στόν κύ κλο. Δύο Φ ρου ροί εχουν προχω ρήσει καί μαζεύουν κουλού ρα τό χοντρό σκοινί, νά μή ν έμποδίζει. Α λλοι παίρνουν τά μαξιλάρια. , Εμείς σέ κύ κλο τώρα, τό γρασίδι μπροστά στή σκηνή , άλλες βιαστικές νά έξασφαλίσουν θέση στήν πρώτη σειρά, πολλές άνοί γουν δρόμο μέ άγκωνιές γιά νά βρεθουν κέντρο, έκεί θά ' ναι W

J54


προφυλαγμένες. ΕΙναι άτόπημα νά ξεμένεις πίσω-πίσω σέ τέτοιες συγκεντρώσεις φακελώνεσαι ώς χλιαρης προθυμίας , ύποτο νι κου ζήλου. ' Αναβράζει μιά ζωτικότητα, μουρμου ρητό, ενα τρέμολο άπό όργή πού δέν κρατιέται. Τά κορμιά τεντωμένα, τά μάτια λαμπερά, σά ν ά εχουν τεθεί έπί σκοπόν. Δέν θέλω νά βρεθώ μπροστά-μπροστά, οϋτε όμως καί πίσω-πί­ σω. Δέ ν βάζει ό νους μου τί μας tτοιμάζουν, παρ ' ότι, μυ ρίζομαι, δέν θά εΙναι θέαμα πού θά ' θελα νά τό δώ άπό πολύ πλησίον. 'Ό μως αύτή του Γκλέν μου σφίγγει τό μπράτσο, μέ τραβάει μαζί της, καί τώρα βρισκόμαστε στή δεύτερη σειρά, μπροστά μας μονάχα ενας φτενός φράχτης άπό κορμιά. Δ έ ν θέλω ν ά δώ, ώστόσο οϋτε καί ν ' άποτραβηχτώ. νΕχω άκούσει φή μες πού τίς μισοπιστεύω μοναχά. Παρ ' όλα όσα ξέρω πιά, λέω μέσα μου, δέ ν θά τό τραβή ξουν όiς έκεί. « Γνωρίζετε τόν κανονισμό καθ ' όσον άφορα τό ν ώμο-διαμε­ λισμό », ή Νονά Λυδία λέει. «Θά περιμέ νετε νά σφυρίξω πρώτα. 'Ύστερα, πώς θά δράσετε, ή πρωτο βουλία εΙναι δική σας, μέχρι νά ξανασφυρίξω. ΕΙμαι σαφής;» 'Ένα βουητό άπό τή μεριά μας, μιά άμορφη εγκρ ιση. «Καλώς λοιπόν», λέει ή Νονά Λυδία. Κ ινεί τό κεφάλι. Δύο Φρουροί, όχι αύτοί πού άπομάκρυναν τό σκοινί, προσέ ρχονται στήν έξέδρα άπό τό πίσω μέ ρος. ' Ανάμεσά τους, μισο-κου βα­ λουν, σέ ρνουν εναν τρίτον άντρα. Κι αύτός μέ στολή Φ ρουρου, άλλά χωρίς καπέλο, ή στολή βρωμισμένη καί σκισμένη. Τό πρόσωπό του χαραγμένο, όλο χτυπή ματα, μέ βαθυκόκκινες , βαθυπόρφυρες ούλές Η σάρκα πρησμένη καί μέ σάν έξογκώμα­ τα, διάσπαρτα άνάμεσα στά άξύ ριστα γέ νεια. Αύτό πού βλέπω δέν μοιάζει μέ πρόσωπο, άλλά σάν άγνωστο λαχανικό, σάν άκρωτηριασμένος βολβός, σάν κάποιο παρά φύσιν έκβλάστημα. ' Α κόμη κι άπό κεί πού στέκω, μέ φτάνει ή μυρουδιά: βρωμάει σκατά καί έμετούς. Τά μαλλιά του, ξανθά, πέφτουν στό πρόσωπό του, κοκαλωμένα μ ' �να ζελέ άπό τί; Στεγνωμένον Ιδρώτα; Π ροσηλώνω τή ματιά μου έπάνω του μέ άποστ ροφή . Δ είχνει .

355


πιωμένος. Σάν μεθυσμένος πού ή ρθε σ τά χέρια μέ κ