Page 1

Henri Troyat   

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ     

Μετάφραση ΛΗΔΑ ΠΑΛΛΑΝΤΙΟΥ   

Digitized by 10uk1s 


Τίτλος πρωτοτύπου: Henri Troyat: Catherine la Grande  1η έκδοση: Δεκέμβριος 1994  Μετάφραση από τα γαλλικά: Λήδα Παλλαντίου  1977, Flammarion  1990, για την ελληνική γλώσσα: Εκδόσεις «Ωκεανίδα» 

Digitized by 10uk1s 


Henri Troyat  Γάλλος συγγραφέας ρωσικής καταγωγής. Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1911.  Έγραψε βιβλία αναφερόμενα στην ιστορία της Γαλλίας και της Ρωσίας, βιογραφίες  και  μυθιστορήματα.  Γκόγκολ,  Μέγας  Πέτρος,  Αλέξανδρος  Aʹ,  Ιβάν  ο  Τρομερός,  Τσέχωφ και άλλα. Είναι μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. 

Digitized by 10uk1s 


Περιεχόμενα ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΦΙΓΚΧΕΝ ................................................................................................................ 5  ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΚΑΘ' ΟΔΟΝ ......................................................................................................... 14  ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ......................................................................... 21  ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ ...................................................................................................... 28  ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΟΙ ΓΑΜΟΙ ............................................................................................................ 38  ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Η ΠΑΡΘΕΝΑ ΣΥΖΥΓΟΣ ........................................................................................ 46  ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ ................................................................................ 57  ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII ΠΡΩΤΕΣ ΒΟΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ............................................................... 67  ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΚΗΝΗ ............................................................................................. 78  ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ ΕΡΩΤΑΣ, ΕΡΕΒΟΣ, ΑΠΙΣΤΙΑ ................................................................................. 85  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ Γ' ............................................................................... 92  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ......................................................................................... 100  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ .......................................................................... 111  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV ΤΟ ΘΥΜΙΑΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ .......................................................................... 121  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XV Η «ΝΟΜΟΜΑΝΙΑ» ......................................................................................... 135  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVI ΓΑΛΛΟΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ..................................................................................... 147  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΟΥΚΑ ................................................................. 155  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVIII ΝΤΙΝΤΕΡΟ ΚΑΙ ΠΟΥΓΚΑΤΣΕΦ ...................................................................... 163  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX ΠΟΤΕΜΚΙΝ .................................................................................................... 173  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ Η ΜΕΓΑΛΗ ................................................................................. 185  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXI ΛΑΝΣΚΟΪ ........................................................................................................ 199  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXII ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ ............................................................................. 216  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIII ΠΟΛΕΜΟΙ .................................................................................................... 230  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIV ΖΟΥΜΠΩΦ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΤΕΜΚΙΝ ............................................................. 239  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV ΠΟΛΩΝΙΑ ΚΑΙ ΓΑΛΛΙΑ .................................................................................. 253  ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVI ΤΟ ΤΕΛΟΣ .................................................................................................... 266   

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι  ΦΙΓΚΧΕΝ  Ελπίζανε  ν'  αποκτήσουν  γιο.  Ήρθε  κόρη.  Η  μέλλουσα  Αικατερίνη  Β'  της  Ρωσίας  γεννιέται  στις  21  Απριλίου  1729,  στο  Στετίνο,  στην  Πομερανία,  και  ονομάζεται  Σοφία‐Φρειδερίκη‐ Αυγούστα. Περίλυπη επειδή δεν έφερε στον κόσμο αγόρι, η νεαρή μητέρα Ιωάννα‐Ελισάβετ  δεν δείχνει καμιά συγκίνηση πάνω από την κούνια του μωρού. Είναι τόσο σίγουρη, βλέπεις,  ότι με την ομορφιά της και τη χάρη της θα της άξιζε καλύτερη τύχη. Μήπως δεν προέρχεται  από  την  οικογένεια  των  Χολστάιν‐Γκότορπ,  τον  δουκικό  οίκο  των  Χολστάιν,  που  ο  πρεσβύτερος  κλάδος  του  δικαιούται  να  διεκδικεί  το  θρόνο  της  Σουηδίας1;  Αντί  για  τη  λαμπρή άνοδο που ονειρευόταν, η Ιωάννα αναγκάστηκε ν' αρκεστεί σ' έναν άσημο σύζυγο.  Η  οικογένεια  αποφάσισε  το  γάμο  δίχως  να  τη  ρωτήσει.  Έτσι,  στα  δεκαπέντε  της  χρόνια,  παντρεύτηκε  τον  πρίγκιπα  Χριστιανό‐Αύγουστο  του  Άνχαλτ‐Τσερμπστ,  είκοσι  εφτά  χρόνια  μεγαλύτερό  της.  Έναν  ανθρωπάκο,  έναν  από  εκείνους  τους  ασήμαντους  κι  απένταρους  πρίγκιπες  που  αφθονούν  στην  κατακερματισμένη  Γερμανία  του  18ου  αιώνα.  Αυτός  ο  ανθρωπάκος, στρατηγός του πρωσικού στρατού, οπαδός της τάξης, της οικονομίας και της  θρησκείας, περιβάλλει την Ιωάννα με τρυφερότητα που δεν της είναι όμως αρκετή. Εκείνη,  παθιασμένη  για  κοσμικές  ίντριγκες,  βράζει  από  θυμό  για  την  ανάξια  λόγου  κοινωνική  της  θέση. Η ζωή του στρατώνα, στα βάθη της επαρχίας, της φαίνεται εξευτελιστικά μονότονη.  Ευτυχώς,  λίγο  μετά  τη  γέννηση  της  Σοφίας,  η  οικογένεια  μπορεί  να  εγκατασταθεί  στον  πύργο του Στετίνου. Είναι ένα είδος προαγωγής. Άλλο αίσιο γεγονός: τον επόμενο χρόνο η  Ιωάννα  φέρνει  επιτέλους  στον  κόσμο  ένα  αγόρι.  Ο  Θεός  εισάκουσε  τις  προσευχές  της!  Γεμάτη  καμάρι  για  το  νεογέννητο,  το  περιβάλλει  με  όλη  της  τη  στοργή,  που  τη  στερεί  εντελώς από την κόρη της. Εκείνη, μικρούλα ακόμα, πικραίνεται αφάνταστα βλέποντας να  ξεχωρίζουν τον μικρότερο αδελφό της2.  Σύντομα τα παιδιά περνούν από τα χέρια της παραμάνας στην γκουβερνάντα. Μπορεί, στον  πύργο, να τους λείπουν τα σεντόνια, ξέρουν όμως να κρατούν τη θέση τους στα ουσιώδη.  Παιδαγωγοί, χοροδιδάσκαλοι και μουσικοδιδάσκαλοι, υπηρέτες με ακαθόριστα καθήκοντα,  κυρίες  των  τιμών  και  παρακοιμώμενοι  περιστοιχίζουν  την  οικογένεια.  Αφού  οι  Άνχαλτ‐ Τσερμπστ είναι πρίγκιπες, τους  ενδιαφέρει —παρά  τη φτώχεια  και την ασημότητά τους—  να μυήσουν τους νεότερους εκπροσώπους του οίκου στα ήθη των ευρωπαϊκών βασιλικών  Αυλών.  Από  τη  στιγμή  που  μπορούν  να  κινούνται  δίχως  να  μπερδεύονται  μέσα  στα  καλά  τους ρούχα, τα παιδιά διδάσκονται να κάνουν υποκλίσεις και να φιλούν ευλαβικά μια άκρη  από τα ενδύματα των υψηλών προσώπων. Από πολύ νωρίς η Ιωάννα εισάγει τη Σοφία στην  ατμόσφαιρα  των  σαλονιών.  Τη  σέρνει  μαζί  της  στους  χορούς,  στα  συμπόσια,  στις  μασκαράτες που δίνουν από καιρό σε καιρό οι μεγάλες οικογένειες της περιοχής. Παρά τη  μικρή της ηλικία, ντυμένη γυναικεία σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, η «Φίγκχεν» —έτσι  λένε  χαϊδευτικά  τη  Σοφία—  εντυπωσιάζει  κιόλας  το  περιβάλλον  της  με  τις  εύστοχες  απαντήσεις της. Με κρινολίνο και ντεκολτέ πάνω στο επίπεδο στήθος της, με τα όλο γωνίες  μπράτσα  της  να  βγαίνουν  από  το  δαντελένιο  κορσάζ  και  με  πουδραρισμένα  μαλλιά,  βρίσκεται,  σε  κάποια  δεξίωση,  μπροστά  στον  Φρειδερίκο‐Γουλιέλμο  Α'  της  Πρωσίας.  Εντελώς  ασυγκίνητη,  αρνείται  ν'  ακουμπήσει  τα  χείλη  της  στην  άκρη  του  βασιλικού  ενδύματος.  «Είναι  τόσο  κοντό  που  δεν  το  φτάνω!»  φωνάζει  για  να  δικαιολογηθεί.  Ο  βασιλιάς  παρατηρεί  αυστηρά:  «Η  μικρή  είναι  αναιδέστατη!».  Εκείνη  την  εποχή  είναι  τεσσάρων  χρόνων.  Από  το  γεγονός  αυτό  η  Ιωάννα  συμπεραίνει  πως  η  κόρη  της  είναι  μια  επαναστάτρια,  μια  ξιπασμένη  που  τίποτα  και  ποτέ  δεν  θα  την  πτοήσει.  Αυτό,  σκέφτεται,  πρέπει να το πατάξει κανείς σ' ένα κορίτσι, αφού το μέλλον του είναι να παντρευτεί — και  γάμος  σημαίνει  υποταγή.  Έτσι  η  συμπεριφορά  της  προς  τη  Φίγκχεν  γίνεται  όλο  και  πιο  αδιάλλακτη,  ενώ  η  στοργή  προς  το  γιο  της  διπλασιάζεται.  «Έτσι  εγώ»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη, στα Απομνημονεύματά της, «υπέφερα διαρκώς∙ συχνά με απέπεμπαν με πάθος 

Digitized by 10uk1s 


και παραφορά, τις περισσότερες φορές άδικα»3. Και ακόμα: «Ο πατέρας μου, που δεν τον  έβλεπα τόσο συχνά, με θεωρούσε άγγελο∙ η μητέρα μου δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για μένα».  Η ψυχρότητα της μητέρας, η απουσία του πατέρα (τόσο αξιοπρεπούς, τόσο αυστηρού και  πολυάσχολου!) ενισχύουν τη δίψα της για αγάπη. Κι αυτή η ανάγκη για στοργή και χάδια  γίνεται ακόμα εντονότερη επειδή θεωρεί τον εαυτό της άσχημο. Στα πολύ μικρά της χρόνια  έπαθε  λειχήνες∙  για  να  την  απαλλάξουν  από  τις  κρούστες,  χρειάστηκε  να  της  κόψουν  επανειλημμένα τα μαλλιά. Στα εφτά της χρόνια μια πλευρίτιδα λίγο έλειψε να της κοστίσει  τη  ζωή.  Ενώ  βρισκόταν  σε  ανάρρωση,  διαπιστώθηκε  μια  σκολίωση  της  σπονδυλικής  της  στήλης. «Ο δεξιός μου ώμος είχε γίνει ψηλότερος από τον αριστερό, η ραχοκοκαλιά έκανε  ζιγκ‐ζαγκ  και  η  αριστερή  πλευρά  σχημάτιζε  λακκούβα».  Επειδή  οι  γιατροί  δηλώνουν  αναρμοδιότητα  μπροστά  σ'  αυτή  τη  μυστηριώδη  παραμόρφωση,  οι  γονείς  της  απευθύνονται σ' έναν κομπογιαννίτη που δεν είναι άλλος από το δήμιο του Στετίνου. Χωρίς  κανέναν ενδοιασμό, αυτός ο τρομερός άνθρωπος διατάσσει να έρχεται κάθε πρωί στις έξι,  ένα κορίτσι νηστικό, και να τρίβει με σάλιο τον ώμο και την πλάτη της μικρής. Ύστερα της  φτιάχνει έναν κορσέ που πρέπει να τον φοράει μέρα και νύχτα και να τον βγάζει μόνο για ν'  αλλάξει  εσώρουχα.  Αυτό  το  μαρτύριο  κρατάει  περίπου  τέσσερα  χρόνια.  Τέλος,  όταν  το  κοριτσάκι κλείνει τα έντεκα, η πλάτη του ισιώνει, η υγεία του βελτιώνεται και ξαναβρίσκει  το κέφι και τη δύναμή του.  Ωστόσο, μόλο που η κράση της δένει, το πρόσωπό της παραμένει άχαρο. Ξέρει κιόλας πως  θα δυσκολευτεί στο κυνήγι του γαμπρού εξαιτίας κάποιων φυσικών της ατελειών — μακριά  μύτη,  σουβλερό  σαγόνι  και  ισχνότητα  γδαρμένης  γάτας.  Παράλληλα  όμως  έχει  προσέξει  πως το λαμπερό της βλέμμα και το εύστροφο πνεύμα της γοητεύουν τους συνομιλητές της,  ίσως  μάλιστα  περισσότερο  κι  από  όσο  θα  τους  γοήτευε  ένα  πρόσωπο  με  κανονικά  χαρακτηριστικά. Η διαπίστωση αυτή τη σπρώχνει να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο διάβασμα  και τις μελέτες. Η επιρροή της γκουβερνάντας της, της Ελισάβετ (ή Μπαμπέτ Καρντέλ), είναι  σ' αυτό το σημείο καθοριστική. Γαλλίδα, κόρη ουγενότου που κατέφυγε στη Γερμανία μετά  την  ανάκληση  του  διατάγματος  της  Νάντης  περί  ανεξιθρησκίας,  η  Μπαμπέτ  Καρντέλ,  σύμφωνα  με  τα  λεγόμενα  του  κοριτσιού,  «ήξερε  σχεδόν  τα  πάντα,  δίχως  να  έχει  διδαχτεί  τίποτα».  Η  Σοφία  δεν  τσιγκουνεύεται  τις  φιλοφρονήσεις  γι'  αυτήν  στα  Απομνημονεύματά  της:  «Πρότυπο  αρετής  και  πολυμάθειας∙  από  τη  φύση  της  είχε  φρόνημα  υψηλό,  πνεύμα  καλλιεργημένο, χρυσή καρδιά∙ ήταν υπομονετική, γλυκιά, πρόσχαρη, δίκαιη, σταθερή...». Ο  ενθουσιασμός  της  για  την  Μπαμπέτ  θα  διατηρηθεί  τόσο  έντονος,  ώστε  ακόμα  και  στα  γερατειά  της,  γράφοντας  στον  Βολταίρο,  θα  περηφανεύεται  για  τον  τίτλο  της  «μαθήτριας  της δεσποινίδας Καρντέλ».  Στην  πραγματικότητα  η  διδασκαλία  της  δεσποινίδας  Καρντέλ  είναι  ποικίλη:  μεταξύ  δύο  υπαγορεύσεων  συμβουλεύει  τη  Σοφία  να  κρατάει  το  σαγόνι  της  πάντα  προς  τα  πίσω:  «Έβρισκε πως είχα σαγόνι εξαιρετικά μυτερό και ότι, προτείνοντάς το, θα σκόνταφτα πάνω  σε  όποιον  συναντούσα».  Όσο  για  το  πνεύμα  της  μαθήτριάς  της,  η  δεσποινίς  Καρντέλ  το  πλουτίζει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, βάζοντάς τη να διαβάζει Κορνέιγ, Ρακίνα, Μολιέρο,  Λα Φονταίν. Της εμπνέει μέρα με τη μέρα την αγάπη για τη γαλλική γλώσσα, απαραίτητη — εκείνη  την  εποχή—  σε  κάθε  υψηλό  πρόσωπο.  Κι  ακόμα  τη  συμπάθεια  για  τον  εύστροφο  λόγο,  την  αυθόρμητη  χαρά,  τη  ζωηράδα  στη  γραφή  και  τη  συζήτηση.  Τόσος  είναι  ο  μαγνητισμός που ασκεί στη Φίγκχεν, ώστε, από αντίδραση, το κοριτσάκι μισεί τον καθηγητή  της  των  γερμανικών,  τον  βαρύ  και  σχολαστικό  Βάγκνερ.  Ορισμένες  στιγμές  έχει  την  εντύπωση ότι η μητρική της γλώσσα έχει την πηγή της στο Παρίσι και όχι στο Στετίνο. Έχει  βέβαια και άλλους δασκάλους, ανάμεσά τους κι ένα λουθηρανό πάστορα, τον Ντόου, που  τη μυεί στη θρησκεία και της δίνει μερικές γνώσεις για τη θεολογία. Αντί όμως να δέχεται  παθητικά  το  μάθημα,  η  μικρή  θέλει  να  καταλάβει  και  κάνει  ερωτήσεις  που  φέρνουν  σε  αμηχανία  το  δάσκαλό  της.  Γιατί  άνθρωποι  ενάρετοι,  όπως  ο  Τίτος  ή  ο  Μάρκος  Αυρήλιος, 

Digitized by 10uk1s 


καταδικάστηκαν με  το  πρόσχημα  ότι  αγνόησαν  την  Αποκάλυψη;  Τι  είναι  ακριβώς  το  προαιώνιο χάος; Τι εννοούμε με τη λέξη περιτομή; Πώς συμβιβάζεται η απέραντη καλοσύνη  του  Θεού  με  την  τρομερή  δοκιμασία  της  Δευτέρας  Παρουσίας;  Ο  πάστορας  οργίζεται,  αρνείται  ν'  απαντήσει,  απειλεί  τη  μαθήτριά  του  με  τη  βέργα,  και  η  Μπαμπέτ  Καρντέλ  επεμβαίνει  αμέσως  για  να  καταλαγιάσει  τη  θύελλα.  Αυτό  που  ανησυχεί  περισσότερο  τον  ιεροκήρυκα είναι η τάση της μικρής ν' αναζητεί στα ιερά δόγματα μια ορθολογική εξήγηση.  Κατά τη γνώμη του αυτό δείχνει υπεροψία. Εκτός όμως από αυτό το ελάττωμα, οφείλει να  παραδεχτεί ότι η μαθήτριά του είναι φρόνιμη, επιμελής, προικισμένη με εξαιρετική μνήμη  και  πρόθυμη  να  καταβροχθίζει  αδιακρίτως  όλες  τις  ανθρώπινες  γνώσεις.  Απ'  όλους  τους  παιδαγωγούς  που  συμβάλλουν  στην  εκπαίδευση  της  Φίγκχεν,  μόνο  ο  καθηγητής  της  μουσικής  απογοητεύεται.  Η  μικρή  δεν  έχει  αυτί  και  δεν  απολαμβάνει  ούτε  τις  πιο  γλυκές  μελωδίες.  Αυτή  η  ενοχλητική  «αλλεργία»  θα  τη  συνοδεύει  σε  όλη  της  τη  ζωή.  «Σπάνια  η  μουσική είναι κάτι άλλο εκτός από θόρυβος στ' αυτιά μου», θα πει.  Έπειτα από συστηματική εργασία με τη δεσποινίδα Καρντέλ, η Φίγκχεν νιώθει ακατανίκητη  επιθυμία να ξοδέψει την περισσή της ενεργητικότητα. Αντίθετα από τα άλλα κοριτσάκια της  ηλικίας  της,  απεχθάνεται  να  παίζει  με  κούκλες.  Τα  καμώματα  γύρω  από  ένα  ξύλινο  χρωματιστό  μωρό  την  ενοχλούν.  Δεν  νιώθει  καμία  έφεση  να  ποζάρει  σαν  μικρή  μαμά  μπροστά σε μια μικρογραφία κούνιας. Μόνο η κίνηση, η δράση την ενδιαφέρουν. Παρά την  πριγκιπική  τους  ιδιότητα,  οι  γονείς  της  τής  επιτρέπουν  να  προσκαλεί  τα  παιδιά  της  καλής  αστικής  τάξης  του  τόπου.  Τότε  η  αυλή  του  αυστηρού  πύργου  του  Στετίνου  αντηχεί  από  γέλια  και  τιτιβίσματα.  Πότε  πότε  όλος  ο  παιδόκοσμος  ξεχύνεται  στο  δρόμο.  Η  Φίγκχεν  λατρεύει  τα  βίαια  παιχνίδια.  Δεν  διστάζει  ακόμα  και  να  σημαδεύει  τα  πουλιά.  Αγοροκόριτσο εφευρετικό και γεμάτο ζωντάνια, ευχαρίστως αναλαμβάνει την αρχηγία της  μικρής  ομάδας  που  βρίσκεται  σε  αναβρασμό  γύρω  της.  Οι  φίλοι  της  χαίρονται  να  της  αναγνωρίζουν ψυχή αρχηγού.  Αλλά πιο πολύ κι από αυτές τις παιδικές χαρές αγαπάει τα ταξίδια. Η μητέρα της, άπληστη  για κοσμικότητες, νιώθει τόση ανία στο Στετίνο, ώστε χρησιμοποιεί κάθε πρόσχημα για να  φεύγει  μαζί  με  τον  άντρα  της  και  τα  παιδιά  της.  Πολλές  οικογένειες  στη  Γερμανία  συγγενεύουν  με  τους  Άνχαλτ‐Τσερμπστ  και  με  τους  Χολστάιν‐Γκότορπ.  Οι  προσκλήσεις  πέφτουν  βροχή  από  παντού.  Πηγαίνουν  από  πύργο  σε  πύργο,  στο  Τσερμπστ,  στο  Αμβούργο,  στο  Μπρούνσβιχ,  στο  Ότιν,  στο  Κίελο,  ακόμα  και  στο  Βερολίνο.  Παντού  βρίσκουν  συγγενείς  καλοπροαίρετους,  ένα  μίνιμουμ  άνεσης  και  μια  ατμόσφαιρα  γεμάτη  από  κουτσομπολιά  της  Αυλής.  Ακούγοντάς  τα,  η  Φίγκχεν  πληροφορείται  τη  γενεαλογία  όλων  των  βασιλιάδων  και  των  πριγκίπων  της  Ευρώπης.  Έχει  την  αίσθηση  ότι  εισχωρεί  σε  μια  τεράστια  αδελφότητα  που  οι  αιμάτινοι  δεσμοί  της  διασχίζουν  τα  σύνορα.  Μικρή  Γερμανίδα πριγκίπισσα αυτή, βρίσκεται πιο κοντά σ' έναν άγνωστο Σουηδό πρίγκιπα παρά  σ'  έναν  πληβείο  Γερμανό  γείτονα.  Πριν  καν  δεχτεί  το  παραμικρό  σημάδι  της  μοίρας,  αισθάνεται  να  την  καλεί  ο  κόσμος  αυτών  που  βασιλεύουν  και  όχι  αυτών  που  υπακούν.  Η  έφεσή της εκδηλώνεται πολύ πριν παρουσιαστεί οποιαδήποτε ευκαιρία. Το 1739 οι γονείς  της  την  πηγαίνουν  στο  Κίελο  για  να  παραστεί  σε  μια  γιορτή  που  δίνει  ο  εξάδελφος  της  μητέρας  της  Αδόλφος‐Φρειδερίκος  του  Χολστάιν‐Γκότορπ4.  Η  Ιωάννα  καμαρώνει  επειδή  ανήκει σε μία από τις μεγαλύτερες οικογένειες της Γερμανίας και, κάθε φορά που βρίσκεται  ανάμεσα  στους  δικούς  της,  θλίβεται  ακόμα  περισσότερο  για  τον  ασήμαντο  γάμο  της.  Επιπόλαιη  και  ματαιόδοξη,  παρατηρεί  με  δυνατό  χτυποκάρδι  τη  δεκάχρονη  κόρη  της  ν'  ανταλλάσσει  μερικά  λόγια  με  τον  μικρό  Πέτρο‐Ούλριχ  του  Χολστάιν  που,  όπως  φημολογείται, είναι ένας από τους πιθανούς κληρονόμους του θρόνου της Σουηδίας ή της  Ρωσίας.  Το  αγόρι  είναι  ένα  χρόνο  μεγαλύτερο  από  τη  Φίγκχεν,  αλλά  μικροκαμωμένο,  καχεκτικό,  κακοφτιαγμένο.  Οι  συζητήσεις  μαζί  του  αποκαρδιωτικές.  Δεν  έχει  διαβάσει  τίποτα  και 

Digitized by 10uk1s 


μοναδικό του ενδιαφέρον είναι τα στρατιωτικά γυμνάσια. Είναι όμως εγγονός του Μεγάλου  Πέτρου,  κι  αυτό  του  προσδίδει  αίγλη.  Έτσι  οι  μητέρες  των  κοριτσιών  της  παντρειάς  — μεταξύ αυτών και η Ιωάννα— τον βλέπουν με δέος και λαχτάρα. Η Φίγκχεν αφουγκράζεται  συνωμοτικούς ψιθύρους: αυτές οι κυρίες λογαριάζουν κρυφά τις πιθανότητες ενός γάμου  ανάμεσα στα δύο παιδιά. Μήπως δεν είναι τρίτα ξαδέλφια από την πλευρά των Χολστάιν;  Ακόμα  και  η  ίδια  η  Φίγκχεν  παραδίνεται  σε  όνειρα.  Σύμφωνα  με  τον  οικογενειακό  της  κώδικα, η καταγωγή της τής απαγορεύει έναν ανάρμοστο γάμο με κάποιον νεαρό, έστω και  χαριτωμένο, αλλά δίχως αρκετά παλιό αριστοκρατικό γενεαλογικό δέντρο. Όμως η ασχήμια  και  η  φτώχεια  της  υπάρχει  κίνδυνος  ν'  απομακρύνουν  τους  σοβαρούς  μνηστήρες.  Στην  Ευρώπη  είναι  μεγάλη  η  δυνατότητα  επιλογής  πριγκιπισσών  —  αρκούν  για  να  ικανοποιήσουν όλα τα γούστα και όλες τις πολιτικές. Σε τούτο τον μυστικό ανταγωνισμό για  τους  θρόνους,  η  Φίγκχεν  διαπιστώνει  ψυχρά  ότι  δεν  διαθέτει  πολλά  προσόντα,  παρ'  όλα  αυτά  εμπιστεύεται  το  άστρο  της.  Κατά  τη  γνώμη  της,  όταν  έχεις  χαρακτήρα,  φτάνει  να  επιθυμείς  κάτι  με  πάθος  για  να  το  αποκτήσεις  μακροπρόθεσμα.  Ακόμα  κι  όταν  πρόκειται  για  τη  φυσική  χάρη.  Και  βέβαια  μπορεί  να  γίνει  όμορφη,  αν  θέλει.  Αποχαιρετώντας  τον  Πέτρο‐Ούλριχ,  αισθάνεται  πως  έχει  ξαναγεννηθεί.  Πραγματικά  από  μήνα  σε  μήνα  ο  καθρέφτης  τής  αποκαλύπτει  μια  πιο  ευχάριστη  εικόνα  του  εαυτού  της.  Πολλές  φορές  μάλιστα  ξαφνιάζεται,  βρίσκοντας  ότι  έχει  ομορφύνει  εντυπωσιακά.  «Σιγά  σιγά,  η  υπερβολική ασχήμια με εγκατέλειπε», θα γράψει. Στα δεκατρία της χρόνια είναι ευκίνητη,  με  σωστές  αναλογίες,  και  τα  βαθυγάλαζα  μάτια  της  έχουν  τόση  λάμψη,  ώστε  όποιος  την  κοιτάζει  ξεχνάει  τη  μακριά  μύτη  και  το  σουβλερό  πιγούνι  της.  Μια  μέρα,  ακούει  τον  επιστάτη  του  πατέρα  της  να  λέει  για  την  πριγκίπισσα  Αυγούστα  του  Σαξ‐Γκότα  που  παντρεύτηκε τον πρίγκιπα της Ουαλίας: «Μα την αλήθεια, αυτή η πριγκίπισσα είναι πολύ  πιο  κακοαναθρεμμένη  από  τη  δική  μας∙  ούτε  κι  αυτή  είναι  όμορφη,  κι  όμως  νά,  ήταν  γραφτό  να  γίνει  βασίλισσα  της  Αγγλίας:  ποιος  ξέρει  τι  θα  γίνει  η  δική  μας;».  Κάποτε,  στο  Μπρούνσβιχ, στο σπίτι της επίκληρης δούκισσάς του, ένας θεόληπτος κληρικός που ασκεί  τη  χειρομαντεία,  ισχυρίζεται  ότι  βλέπει  στο  χέρι  της  Φίγκχεν  τρία  στέμματα.  Το  κοριτσάκι  παίρνει την προφητεία στα σοβαρά. «Από τα παιδικά μου χρόνια», θα γράψει, «ο τίτλος της  βασίλισσας  μου  ηχούσε  ωραία  στο  αυτί.  Όλοι  οι  γύρω  μου  με  πείραζαν  (σχετικά  με  τον  μικρό Πέτρο‐Ούλριχ του Χολστάιν) και  σιγά σιγά άρχιζα να συνηθίζω κι εγώ στην ιδέα ότι  προοριζόμουν γι' αυτόν».  Έτσι, καθώς περνούν οι μήνες, η σκέψη της Ρωσίας απασχολεί όλο και πιο επίμονα τη μικρή  και  τη  μητέρα  της.  Η  παράλληλη  σκέψη  τους  βασίζεται  στους  δεσμούς  συγγένειας  που  ενώνουν  τον  οίκο  των  Χολστάιν  —δεσμούς  που  επικαλείται  η  Ιωάννα—  και  τη  ρωσική  αυτοκρατορική οικογένεια. Η Άννα, πρωτότοκη κόρη του Μεγάλου Πέτρου, είχε παντρευτεί  το δούκα Κάρολο‐Φρειδερίκο του Χολστάιν‐Γκότορπ και απέκτησε ένα γιο: τον μικρό Πέτρο‐ Ούλριχ  που  η  Φίγκχεν  συνάντησε  στο  Κίελο.  Όσο  για  τη  δευτερότοκη  κόρη  του  Μεγάλου  Πέτρου, την Ελισάβετ, ήταν αρραβωνιασμένη με έναν από τους αδελφούς της Ιωάννας, τον  νεαρό  και  χαριτωμένο  Κάρολο‐Αύγουστο  του  Χολστάιν‐Γκότορπ.  Αυτός  πεθαίνει  από  ευλογιά, λίγο μετά τον αρραβώνα, και η Ελισάβετ, όπως λένε, δεν μπορεί να παρηγορηθεί  γι' αυτόν τον πρόωρο χαμό. Οι ερωτικές ατασθαλίες, στις οποίες επιδίδεται από τότε, δεν  είναι  παρά  ένας  τρόπος  για  να  ξεχάσει.  Στερημένη  από  τον  νεαρό  πρίγκιπα,  στον  οποίο  ήθελε  ν'  αφιερώσει  τη  ζωή  της,  δεν  παντρεύεται  και  εξακολουθεί  να  διατηρεί  συναισθηματικούς δεσμούς με την οικογένεια του νεκρού.  Ξαφνικά, στις 6 Δεκεμβρίου 1741, μια είδηση πέφτει σαν κεραυνός: η απαρηγόρητη μνηστή  του Καρόλου‐Αυγούστου θέτει τέρμα, με μία από εκείνες τις παλατιανές επαναστάσεις τις  τόσο  συχνές  στη  Ρωσία,  στη  βασιλεία  του  μικρού  Ιβάν  του  Μπρούνσβιχ  και  την  αντιβασιλεία  της  μητέρας  του.  Η  Ελισάβετ  Α',  θυγατέρα  του  Μεγάλου  Πέτρου,  ανεβαίνει  στο  θρόνο  της  Ρωσίας.  Γεμάτη  ενθουσιασμό,  η  Ιωάννα  σκέφτεται  ότι,  χωρίς  την  καταραμένη  ευλογιά  που  σκότωσε  τον  αδελφό  της,  θα  ήταν  σήμερα  κουνιάδα  μιας 

Digitized by 10uk1s 


αυτοκράτειρας. Γράφει λοιπόν αμέσως στην τσαρίνα για να της εκφράσει τα συγχαρητήριά  της  και  να  τη  διαβεβαιώσει  για  την  αφοσίωσή  της.  Της  απαντούν  ευγενικά.  Τον  επόμενο  μήνα, καινούργια έκπληξη: η αυτοκράτειρα καλεί από το Κίελο στην Αγία Πετρούπολη τον  μικρό  Πέτρο‐Ούλριχ  και  τον  ανακηρύσσει  κληρονόμο  της.  Μεμιάς  η  Ρωσία  έρχεται  πιο  κοντά στο Στετίνο. Το αίμα των Χολστάιν, το αίμα της ίδιας της μητέρας της Φίγκχεν, μετέχει  στο θρίαμβο. Και η ίδια η Φίγκχεν αποκτά ζωηρό ενδιαφέρον γι' αυτά τα μακρινά γεγονότα.  Πολλές φορές έχει την αίσθηση ότι κρυφές δυνάμεις αποφασίζουν πίσω από την πλάτη της.  Απλή, άραγε, σύμπτωση ή συνέπεια μιας μυστηριακής κίνησης στην ευρωπαϊκή σκακιέρα;  Τον Ιούλιο του 1742 ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος ονομάζει τον πατέρα τής Φίγκχεν  στρατάρχη. Το Σεπτέμβριο η μητέρα της δέχεται από τα χέρια ενός γραμματέα της ρωσικής  πρεσβείας  μια  εικόνα  της  τσαρίνας  μέσα  σε  πλαίσιο  στολισμένο  με  διαμάντια.  Στο  τέλος  του χρόνου η μητέρα της την πηγαίνει στο Βερολίνο και η μικρή ποζάρει για τον εξαίρετο  Γάλλο ζωγράφο Αντουάν Πεσν. Ο ζωγράφος παίρνει εντολή  να  κάνει  ένα πιστό πορτραίτο  προσθέτοντάς  του  όμως  όσο  το  δυνατόν  περισσότερη  χάρη.  Δουλεμένο  με  τέχνη  και  εξωραϊσμένο, το πορτραίτο αυτό προορίζεται να πληροφορήσει την αυτοκράτειρα Ελισάβετ  σχετικά  με  τα  φυσικά  προσόντα  της  νεαρής.  Έτσι  παίρνει  το  δρόμο  για  την  Αγία  Πετρούπολη, ενώ το μοντέλο επιστρέφει στο Στετίνο. Στο μεταξύ, ο στρατηγός Κορφ και ο  κόμης Σίβερς —άλλος ένας ευγενής της ρωσικής Αυλής— έχουν ζητήσει να δουν τη μικρή  πριγκίπισσα  για  να  κάνουν  την  αναφορά  τους  στα  υψηλά  πρόσωπα.  Παίρνουν  κι  ένα  δεύτερο  πορτραίτο  στις  αποσκευές  τους.  Όλα  αυτά  αναστατώνουν  τη  Φίγκχεν.  Συνειδητοποιεί  ολοένα  περισσότερο  το  γεγονός  ότι  αποτελεί  το  εύθραυστο  έπαθλο  ενός  τεράστιου διπλωματικού παιχνιδιού: «Έβαλα βαθιά στο νου και την καρδιά μου ότι ήμουν  προορισμένη  γι'  αυτόν  (τον  Πέτρο‐Ούλριχ)  επειδή,  απ'  όσους  γαμπρούς  μού  προξένευαν,  ήταν  ο  σημαντικότερος».  Για  να  κάνει  υπομονή,  λέει  και  ξαναλέει  μέσα  της  ότι,  χωρίς  αμφιβολία,  έχει  πολλές  αντιζήλους  και  ότι,  από  παντού,  πρέσβεις  γεμάτοι  ζήλο  στέλνουν  στην  Αγία  Πετρούπολη  τα  πορτραίτα  των  ευγενέστερων  δεσποινίδων  της  Ευρώπης  που  βρίσκονται  σε  ηλικία  γάμου.  Φαντάζεται  την  αυτοκράτειρα,  συνοφρυωμένη,  όλο  δισταγμούς,  μέσα  σε  μια  αίθουσα  με  πίνακες,  όπου  πενήντα  καλλονές  ανταγωνίζονται  η  μια την άλλη χαμογελώντας πάνω στο μουσαμά. Ωστόσο στα όνειρά της η προφητεία του  κληρικού  θριαμβεύει  εις  βάρος  όλων  των  φόβων  της.  Και  σαν  για  να  ενθαρρύνει  τις  αισιόδοξες προβλέψεις της, ο πρεσβύτερος κλάδος των Άνχαλτ σβήνει και ο πατέρας της κι  ο θείος της γίνονται συγκυβερνώντες πρίγκιπες. Αυτό ενισχύει τη θέση της οικογένειας στο  κυνήγι  του  στέμματος.  Η  Φίγκχεν  σκέφτεται  αυτό  το  στέμμα  μέρα‐νύχτα,  χωρίς  να  την  ενδιαφέρει  ποιος  το  φοράει.  Δεν  έχει  σημασία  αν  ο  Πέτρος‐Ούλριχ  είναι  άχαρος  και  ηλίθιος.  Ο  έρωτας  δεν  βαραίνει  διόλου  στα  μελλοντικά  της  σχέδια.  Αυτό  που  την  ενδιαφέρει είναι ο θρόνος, όχι το κρεβάτι.  Ωστόσο από τα δεκατρία της χρόνια εκδηλώνει έναν έντονο αισθησιασμό. Ενώ κανείς από  το περιβάλλον της —ούτε η Μπαμπέτ Καρντέλ ούτε η μητέρα της— δεν την έχει διαφωτίσει  σχετικά  με  το  μυστήριο  των  σεξουαλικών  σχέσεων,  νιώθει  ξαφνικές  ορμές,  παράξενες  συγκινήσεις, ανάγκες σαρκικής επαφής των οποίων την αιτία δεν μπορεί να εξηγήσει. Αυτή  η φρενίτιδα την πιάνει κυρίως τη νύχτα. Τότε κάθεται καβάλα πάνω στο μαξιλάρι της και,  όπως  θα  γράψει  αργότερα,  «καλπάζει»  στο  κρεβάτι  της  «μέχρι  που  εξαντλούνται  οι  δυνάμεις  της».  Αυτές  οι  νυχτερινές  ιππασίες  καταλαγιάζουν  την  ταραχή  της,  ηρεμούν  τα  νεύρα  της.  Αφού  περάσει  η  ζάλη,  ξαναγίνεται  ένα  φρόνιμο  παιδί  που  δεν  το  απασχολεί  διόλου ο έρωτας παρά μόνο η σταδιοδρομία του. Δεν της λείπουν όμως ολότελα οι χάρες.  Ένας από τους θείους της, ο Γεώργιος‐Λουδοβίκος, γοητευμένος από τη δροσιά τούτης της  έφηβης που μόλις διάβηκε το κατώφλι της παιδικής ηλικίας, έχει βαλθεί να τη φλερτάρει.  Δέκα  χρόνια  μεγαλύτερός  της,  την  ξελογιάζει  με  παθιασμένες  εξομολογήσεις  και  την  παρασέρνει μακριά από τους γονείς της για να της αποσπάσει κλεφτά φιλιά. Κολακευμένη,  η  Φίγκχεν  αφήνεται.  Μήπως  αυτό  δεν  είναι  απόδειξη  πως  μπορεί  ν'  αρέσει  και  σε  άντρα 

Digitized by 10uk1s 


άλλον από τον πατέρα της; Για ποιο λόγο ο μικρός της εξάδελφος Πέτρος‐Ούλριχ μπορεί να  φανεί πιο δύσκολος από το θείο της Γεώργιο‐Λουδοβίκο; Οι εβδομάδες όμως περνούν και η  Αυλή  της  Ρωσίας  παραμένει  βουβή.  Εξουθενωμένος  από  τις  επιφυλάξεις  της  μικρής,  ο  Γεώργιος‐Λουδοβίκος  της  προτείνει,  χωρίς  να  το  πολυσκεφτεί,  να  την  παντρευτεί.  Η  συγγένειά  τους  δεν  αποτελεί  εμπόδιο.  Τέτοιου  είδους  γάμοι  είναι  συχνοί  στην  υψηλή  ευρωπαϊκή  αριστοκρατία.  Η  Φίγκχεν  διστάζει  να  εγκαταλείψει  το  ρωσικό  όνειρο  για  τη  γερμανική πραγματικότητα. «Οι γονείς μου δεν θα το θελήσουν», λέει. Ύστερα καμώνεται  πως δέχεται, «με τον όρο ότι ο πατέρας μου και η μητέρα μου δεν θα φέρουν αντίρρηση».  Μεμιάς, τα φιλιά του θείου γίνονται πιο φλογερά. «Ωστόσο», θα επιβεβαιώσει, «εκτός από  μερικά  θερμά  αγκαλιάσματα,  τα  πράγματα  εξελίχθηκαν  με  τη  μεγαλύτερη  αθωότητα».  Ο  Γεώργιος‐Λουδοβίκος συγκρατείται με την ελπίδα ότι θα έχει το χρόνο με το μέρος του, ενώ  η Φίγκχεν δέχεται αυτά τα παιδικά παιχνίδια ελπίζοντας πως δεν θα κρατήσουν και πως θα  έρθει από το Βορρά το ποθητό κάλεσμα.  Την 1η Ιανουαρίου 1744, ενώ ολόκληρη η οικογένεια, συγκεντρωμένη στο Τσερμπστ γύρω  από το τραπέζι, γιορτάζει την Πρωτοχρονιά μ' ένα χαρούμενο γεύμα, ένας ταχυδρόμος από  το  Βερολίνο  παραδίδει  στον  πρίγκιπα  Χριστιανό‐Αύγουστο  ένα  πακέτο  με  γράμματα.  Ο  πρίγκιπας ξεχωρίζει την αλληλογραφία και δίνει στη γυναίκα του ένα φάκελο που γράφει:  «Προσωπικό!  Κατεπείγον!  Στην  υψηλοτάτη  και  ευγενεστάτη  πριγκίπισσα  Ιωάννα‐Ελισάβετ  του Άνχαλτ‐Τσερμπστ, στον πύργο της του Τσερμπστ».  Η Ιωάννα σπάζει τη σφραγίδα και αρχίζει να διαβάζει με γλυκιά συγκίνηση. Το γράμμα είναι  από  τον  Μπρύμερ,  αυλάρχη  του  μεγάλου  δούκα  Πέτρου‐Ούλριχ,  στην  Αγία  Πετρούπολη:  «Κατόπιν  ρητής  και  ειδικής  διαταγής  της  Μεγαλειοτάτης  Αυτοκράτειρας  Ελισάβετ  Πετρόβνα,  σας  ειδοποιώ,  κυρία,  ότι  η  Σεπτή  Άνασσα  επιθυμεί  όπως  η  Υψηλότητά  Σας,  συνοδευόμενη  από  την  Πριγκίπισσα,  πρωτότοκη  κόρη  της,  έλθει  το  γρηγορότερο  δυνατόν  και  χωρίς  απώλεια  χρόνου  σε  τούτη  τη  χώρα,  στην  πόλη  όπου  θα  βρίσκεται  η  αυτοκρατορική  Αυλή...  Η  Υψηλότητά  Σας  έχει  επαρκή  γνώση  των  πραγμάτων  ώστε  θα  κατανοήσει  την  πραγματική  σημασία  της  σπουδής  της  Μεγαλειότητάς  Της  να  σας  δει  σύντομα, μαζί με την Πριγκίπισσα θυγατέρα σας, για την οποία λέγονται τόσα καλά...».  Το  γράμμα  εκτενέστατο,  διευκρινίζει  ότι  η  πριγκίπισσα  Ιωάννα  δεν  μπορεί,  με  κανένα  πρόσχημα,  να  συνοδεύεται  από  το  σύζυγό  της  και  ότι  η  ακολουθία  της  πρέπει  να  περιλαμβάνει μόνο μία κυρία των τιμών, δύο καμαριέρες, έναν αξιωματικό, μία μαγείρισσα  και  τρεις  ή  τέσσερις  ακολούθους.  Επιπλέον  εντέλλεται  να  μην  αποκαλύψει  τον  τόπο  του  προορισμού  της.  Είναι  αυτονόητο  ότι  τα  έξοδα  του  ταξιδιού  θα  βαρύνουν  την  αυτοκράτειρα:  άλλωστε  μια  συναλλαγματική  με  δέκα  χιλιάδες  ρούβλια  στο  όνομα  ενός  τραπεζίτη  του  Βερολίνου  επισυνάπτεται  στο  γράμμα.  Δεν  είναι  πολλά,  λέει  ο  Μπρύμερ,  αλλά προέχει να μη δοθεί υπερβολική αίγλη σ' αυτό τους το ταξίδι για να μην τραβήξουν  την περιέργεια των κακόβουλων. Από τη στιγμή που θα φτάσουν στη Ρωσία, η πριγκίπισσα  και η κόρη της θα απολαμβάνουν όλες τις τιμές που αρμόζουν στην κοινωνική τους θέση.  Η  ταραχή  της  Ιωάννας  είναι  φανερή,  γι'  αυτό  η  Φίγκχεν,  που  κάθεται  πλάι  της,  ρίχνει  μια  κλεφτή ματιά στο γράμμα. Η φράση «συνοδευόμενη από την Πριγκίπισσα, πρωτότοκη κόρη  της», πέφτει στα μάτια της. Καταλαβαίνει αμέσως ότι παίζεται η τύχη της. Παρ' όλα αυτά η  Ιωάννα δεν εννοεί να φανερώσει το μυστικό στην κόρη της. Σηκώνεται από το τραπέζι και  αποσύρεται με τον άνδρα της για μια συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών. Σε λιγότερο από  δύο  ώρες  φτάνει  και  δεύτερος  αγγελιαφόρος  φέρνοντας,  αυτή  τη  φορά,  ένα  γράμμα  του  βασιλιά  της  Πρωσίας  Φρειδερίκου.  Ενώ  ο  Μπρύμερ  δεν  έδειξε  καθαρά  τους  λόγους  της  αυτοκρατορικής πρόσκλησης, ο Φρειδερίκος σηκώνει τον πέπλο του μυστηρίου.  «Δεν  σας  κρύβω  ότι,  τρέφοντας  ιδιαίτερη  εκτίμηση  τόσο  για  σας  όσο  και  για  την  Πριγκίπισσα  θυγατέρα  σας,  ευχόμουν  πάντα  να  της  επιφυλάξω  ένα  λαμπρό  μέλλον.  Digitized by 10uk1s 


Αναρωτήθηκα λοιπόν  μήπως  θα  ήταν  δυνατό  να  την  παντρέψω  με  τον  τρίτου  βαθμού  εξάδελφό της, τον μεγάλο δούκα της Ρωσίας...»  Η  Ιωάννα  διαβάζει  δέκα  φορές  αυτή  τη  φράση  για  να  συλλάβει  όλη  τη  σημασία  της.  Η  καρδιά  της  χτυπάει  από  υπερβολική  περηφάνια,  ωστόσο  είναι  ανήσυχη.  Για  την  ώρα  δεν  πρόκειται παρά μόνο για μια ευχή του Φρειδερίκου. Η αυτοκράτειρα δεν διατυπώνει καμιά  επίσημη πρόταση γάμου∙ τις προσκαλεί μόνο να την επισκεφθούν. Καλούν τη Φίγκχεν στην  Αυλή της Ρωσίας για δοκιμή. Αν η δοκιμή δεν έχει το ποθητό αποτέλεσμα, θα τη στείλουν  πίσω στη Γερμανία, και το ρεζιλίκι γι' αυτό το γάμο που δεν έγινε, θα έχει αντίκτυπο σε όλη  την  οικογένεια.  Ο  πατέρας  της  Φίγκχεν  κυριεύεται  από  βαθύτερους  φόβους.  Στην  περίπτωση  που  η  κόρη  τους  εγκρίνεται  για  να  παντρευτεί  τον  μεγάλο  δούκα,  θα  πρέπει  οπωσδήποτε  ν'  ασπασθεί  το  ορθόδοξο  ρωσικό  δόγμα.  Φανατικός  λουθηρανός,  ο  Χριστιανός‐Αύγουστος δεν μπορεί να δεχτεί κάτι τέτοιο. Ακόμα κι αν η κόρη του κρατήσει  το δικό της δόγμα, πράγμα πολύ απίθανο, πώς θα είναι η ζωή της σ' εκείνη τη μακρινή και  βάρβαρη  χώρα;  Πώς  να  εμπιστευθούν  την  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ,  αφού  μόλις  πριν  από  λίγο καιρό φυλάκισε μια Γερμανίδα πριγκίπισσα, την Άννα του Μπρούνσβιχ, και το γιο της,  τον μικρό τσάρο Ιβάν; Ποιος τους εξασφαλίζει ότι και η Φίγκχεν δεν διατρέχει τον κίνδυνο  μιας  τραγικής  μοίρας,  αν  γίνει  νύφη  αυτής  της  παντοδύναμης,  βίαιης  και  διεφθαρμένης  άνασσας; Όσα λέγονται για τα ήθη της ρωσικής Αυλής, λέει ο Χριστιανός‐Αύγουστος, είναι  αρκετά για να κάνουν πίσω γεμάτοι φρίκη ακόμα και γονείς που ποθούν περισσότερο από  κάθε  άλλο  ν'  αποκαταστήσουν  την  κόρη  τους.  Η  Ιωάννα  συμφωνεί  ότι  πρέπει  να  το  σκεφτούν. Ωστόσο, παρατηρεί, έχει το δικαίωμα, σαν πριγκίπισσα του Άνχαλτ‐Τσερμπστ, ν'  αρνηθεί  ένα  γάμο  που  εξυπηρετεί  τα  συμφέροντα  της  χώρας  της;  Αν  γίνει  πεθερά  του  μεγάλου  δούκα,  θα  κινεί  από  τα  παρασκήνια  τα  νήματα  για  την  προσέγγιση  Ρωσίας  και  Πρωσίας. Μέσα από την εύθραυστη προσωπικότητα ενός παιδιού δεκατεσσάρων χρόνων,  ένα πολιτικό μέλλον ανοίγεται μπροστά της. Αυτή που έχει τόσο υποφέρει από την αφανή  ζωή  της  στην  τρύπα  μιας  επαρχίας,  θα  μπορέσει  επιτέλους  να  δείξει  το  μέγεθος  της  διπλωματικής  της  ικανότητας!  Ο  βασιλιάς  της  Πρωσίας  Φρειδερίκος  αφήνει  να  εννοηθεί  κάτι τέτοιο στο γράμμα του. Γράφει σ' αυτή και όχι στον Χριστιανό‐Αύγουστο. Αυτή λοιπόν  θεωρεί  πραγματικό  αρχηγό  της  οικογένειας.  Αμφιταλαντευόμενοι  ανάμεσα  στον  ενθουσιασμό και το φόβο, οι γονείς της Φίγκχεν πολλαπλασιάζουν τις μυστικές συσκέψεις  τους που δεν οδηγούν πουθενά. Παρόλο όμως που την κρατούν μακριά από τις συζητήσεις  τους, η νεαρή κοπέλα υποψιάζεται το περιεχόμενό τους και θυμώνει επειδή δεν ζητούν τη  γνώμη της για ένα θέμα που τόσο άμεσα την αφορά. Επί τρεις μέρες παρακολουθεί αυτή  την  αναταραχή,  το  αυτί  της  αρπάζει  μερικά  ψιθυρίσματα,  ψάχνει  τα  πρόσωπα  προσπαθώντας  να  καταλάβει  προς  τα  πού  φυσάει  ο  άνεμος.  Τέλος,  όταν  εξαντλείται  η  υπομονή της, βρίσκει τη μητέρα της και της λέει ότι όλο αυτό το μυστήριο που περιβάλλει  το  γράμμα  δεν  έχει  νόημα,  γιατί  η  ίδια  υποψιάζεται  για  ποιο  ζήτημα  πρόκειται.  «Λοιπόν,  δεσποινίς»,  της  λέει  η  μητέρα  της,  «αφού  είσαι  τόσο  σοφή,  δεν  έχεις  παρά  να  μαντέψεις  και το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτού του δωδεκασέλιδου γράμματος!» Το ίδιο απόγευμα η  Φίγκχεν  δίνει  στη  μητέρα  της  ένα  κομμάτι  χαρτί,  πάνω  στο  οποίο  έχει  γράψει  με  μεγάλα  γράμματα:  Οι οιωνοί όλοι ρίχνουν φως  ότι ο Πέτρος Γ' θα 'ναι ο γαμπρός!  Κατάπληκτη, η Ιωάννα κοιτάζει την κόρη της μ' ένα ανάμικτο συναίσθημα θαυμασμού και  φόβου και, για να ελαφρύνει τη συνείδησή της, της μιλάει για την έκλυση ηθών στη Ρωσία.  Τίποτα δεν είναι βέβαιο εκεί∙ όλα τα υψηλά πρόσωπα κινδυνεύουν να βρεθούν, από τη μια  μέρα  στην  άλλη,  στη  φυλακή  ή  στη  Σιβηρία∙  η  πολιτική  κινείται  από  πραξικόπημα  σε  πραξικόπημα, από ρυάκι αίματος σε ρυάκι αίματος. Η Φίγκχεν αποκρίνεται με σταθερότητα  ότι αυτό το χάος δεν την τρομάζει και ότι σίγουρα ο Θεός θα τη βοηθήσει στο δρόμο της. 

Digitized by 10uk1s 


Όταν βάλει  κάτι  στο  νου  της,  ούτε  ο  ίδιος  ο  κεραυνός  δεν  την  κάνει  να  υποχωρήσει.  «Η  καρδιά  μου  μού  λέει  ότι  όλα  θα  πάνε  καλά»,  συμπεραίνει.  Τότε  η  μητέρα  της,  αμήχανη,  ψιθυρίζει: «Και ο αδελφός μου ο Γεώργιος τι θα πει;». Άρα ξέρει το ειδύλλιο ανάμεσα στη  Φίγκχεν  και  το  θείο  της!  Είναι  η  πρώτη  φορά  που  κάνει  έναν  τέτοιο  υπαινιγμό  στην  κόρη  της.  Αφού  το  μυστικό  της  βγήκε  στην  επιφάνεια,  η  Φίγκχεν  κοκκινίζει  και  απαντάει:  «Δεν  μπορεί παρά να ευχηθεί το καλό μου και την ευτυχία μου!». Ούτε στιγμή δεν σκέφτηκε να  βάλει σε ίση μοίρα αυτόν τον «εραστή που φοβάται τον ίσκιο του» και τον μεγάλο δούκα  Πέτρο.  Η  προοπτική  να  βασιλέψει  μια  μέρα  σε  είκοσι  εκατομμύρια  υπηκόους  αξίζει  τη  θυσία μιας παιδιάστικης ερωτικής ιστοριούλας. Η κοπέλα το λέει ψυχρά στη μητέρα της κι  εκείνη, συγκλονισμένη, της ζητάει να κρατήσει μυστική τη συζήτησή τους.  Απομένει να πεισθεί ο Χριστιανός‐Αύγουστος που αρνείται κάθε ιδέα αλλαξοπιστίας για το  παιδί του. Η Ιωάννα θα δώσει μάχη. Έχει τόσο τρανταχτά επιχειρήματα που ο άνδρας της  τελικά  υποχωρεί∙  αρκείται  μόνο  να  κάνει  στη  Φίγκχεν  ορισμένες  συστάσεις  σχετικά  με  τη  συμπεριφορά της στη Ρωσία, τόσο στα θέματα της Αυλής όσο και σ' εκείνα της θρησκείας.  Αφού απέσπασε τη συγκατάθεση του άντρα της, η Ιωάννα τον πιέζει να γράψει αμέσως μια  επιστολή  αποδοχής  σύμφωνα  με  όλους  τους  τύπους.  Εμπιστεύεται  την  επιστολή  σ'  έναν  ταχυδρόμο,  με  τη  διαταγή  να  την  πάει  όσο  γίνεται  γρηγορότερα  στο  Βερολίνο.  Ύστερα,  αρχίζει τις ετοιμασίες. Τόσο στον πύργο όσο και στους γείτονες λένε ότι πρόκειται για ένα  απλό ταξίδι αναψυχής. Ωστόσο τα πέρα‐δώθε των αγγελιαφόρων, τα σοβαρά πρόσωπα των  οικοδεσποτών  και  η  σπουδαιότητα  των  αποσκευών  εξάπτουν  την  περιέργεια  των  υπηρετών.  Μια  πνοή  συνοικεσίου  πλανιέται  στην  ατμόσφαιρα.  Μήπως  η  αγαπημένη  δεσποινίς  Καρντέλ  θ'  αποτελέσει  μέρος  της  ακολουθίας;  Όχι,  θα  την  αφήσουν  στο  Τσερμπστ: θα φύγουν μόνο ο κύριος Λάτντορφ, η δεσποινίς ντε Κάιν, τέσσερις καμαριέρες,  ένας  θαλαμηπόλος,  ένας  μάγειρος  και  πολλοί  ακόλουθοι.  Περίλυπη,  η  Μπαμπέτ  Καρντέλ  εκλιπαρεί τη μαθήτριά της να της αποκαλύψει τουλάχιστον το σκοπό της αποστολής. Παρά  τα  δάκρυα  της  τόσο  αγαπημένης  της  γκουβερνάντας,  η  Φίγκχεν  παραμένει  ακλόνητη.  Η  μέλλουσα σύζυγος ενός μεγάλου δούκα πρέπει, κατά τη γνώμη της, να ξέρει να σωπαίνει σε  κάθε περίπτωση. Σιωπώντας μπροστά στην Μπαμπέτ Καρντέλ, έχει την εντύπωση ότι κάνει  κιόλας  τη  μαθητεία  της  ως  φύλακας  των  κρατικών  μυστικών.  Η  γκουβερνάντα  της  κλαίει,  κοκκινίζει από την οργή της και την κατηγορεί πως όχι μόνο δεν την εμπιστεύεται, αλλά πως  δεν την αγαπάει. Η Φίγκχεν της απαντάει με ευγένεια ότι έχει δώσει το λόγο της και ότι οι  αρχές και όχι το συναίσθημα θα υπερισχύουν πάντα μέσα της.  Στις  10  Ιανουαρίου  1744,  εννιά  μέρες  από  τότε  που  η  πρόσκληση  έφτασε  στον  πύργο,  ο  πρίγκιπας  Χριστιανός‐Αύγουστος,  η  Ιωάννα  και  η  Φίγκχεν  ξεκινούν.  Ο  πρίγκιπας,  που  δεν  έχει  προσκληθεί  στη  Ρωσία,  με  ταπεινωμένη  την  πατρική  του  περηφάνια,  επιμένει  να  συνοδεύσει  τη  γυναίκα  του  και  την  κόρη  του  τουλάχιστον  μέχρι  το  Βερολίνο.  Εκεί  θα  κάνουν  ένα  σύντομο  σταθμό,  όπως  απαιτεί  ο  βασιλιάς  της  Πρωσίας.  Ο  Φρειδερίκος  Β',  οργανωτής  των  διαπραγματεύσεων  για  το  γάμο,  θέλει  να  δει  τη  μέλλουσα  μνηστή  του  μεγάλου δούκα για να σχηματίσει γνώμη για τις χάρες της, καθώς και τη μητέρα της, για να  την πληροφορήσει σχετικά με τον κρυφό ρόλο που πρέπει να παίξει στην Αυλή της Ρωσίας.  Η  Ιωάννα  μαγεύεται  τόσο  πολύ  από  την  προοπτική  ότι  μια  μέρα,  χάρη  στην  ομορφιά  και  την  επιδεξιότητά  της,  θα  μπορεί  να  κινεί  τα  νήματα  της  ευρωπαϊκής  πολιτικής,  ώστε  λίγο  έλειψε να θεωρήσει τον εαυτό της το σημαντικότερο πρόσωπο της τριάδας. Αυτό που της  προκαλεί  αγωνία,  για  την  ώρα,  είναι  το  θέμα  της  αμφίεσης.  Ο  Χριστιανός‐Αύγουστος,  με  την τσιγκουνιά που τον χαρακτηρίζει, αρνήθηκε να πετάξει λεφτά για κουρέλια. Άλλωστε οι  ταξιδιώτισσες  δεν  είχαν  και  τον  απαιτούμενο  χρόνο  για  να  ετοιμάσουν  την  κατάλληλη  γκαρνταρόμπα.  Η  Ιωάννα  έχει  μόνο  δύο  φορέματα  κατάλληλα  για  τη  βασιλική  Αυλή.  Τι  ρεζιλίκι!  Όσο  για  τη  Φίγκχεν,  ξεκινάει  για  ένα  ονειρεμένο  μέλλον  δίχως  μια  επίσημη  τουαλέτα στις αποσκευές της. «Δυο‐τρία φορέματα, μια ντουζίνα πουκάμισα, άλλες τόσες  κάλτσες και μαντίλια», αυτά παίρνει μαζί της η μέλλουσα μνηστή του μεγάλου δούκα. Λένε 

Digitized by 10uk1s 


ότι η αυτοκράτειρα  είναι  πολύ γενναιόδωρη, κι είναι αλήθεια.  Στην Αγία Πετρούπολη δεν  θα λείψει τίποτα στη μητέρα και την κόρη. Πώς όμως θα εμφανιστούν στο Βερολίνο, δίχως  να εξευτελιστούν; Άσχετος προς αυτές τις γυναικείες έγνοιες, ο Χριστιανός‐Αύγουστος έχει  καταληφθεί  από  μελαγχολία.  Η  κόρη  του  ανεβαίνει  στο  ζενίθ  κι  εκείνος  αναμασάει  την  αγωνία  και  την  ταπείνωσή  του.  Πριν  μπει  στην  άμαξα,  έδωσε  επίσημα  στη  Φίγκχεν  την  πραγματεία  του  Χαϊνέτσιους,  όπου  καταγγέλλονται  οι  πλάνες  της  ορθόδοξης  ελληνικής  πίστης, καθώς κι ένα τετράδιο γραμμένο με το χέρι του: Pro memoria. Στο κείμενο αυτό, το  συνταγμένο  βιαστικά  και  προορισμένο  για  το  παιδί,  που  ίσως  τον  εγκατέλειπε  για  πάντα,  διερωτάται αν η Φίγκχεν θα μπορούσε, «με κάποιο τρόπο», να γίνει σύζυγος του μεγάλου  δούκα Πέτρου‐Ούλριχ, δίχως  ν' απαρνηθεί τη λουθηρανική πίστη της.  Της συνιστά επίσης  να δείχνεται υποχωρητική και πειθήνια στα ισχυρά πρόσωπα της καινούργιας της πατρίδας,  να μην αντιτάσσεται στις διαθέσεις του πρίγκιπα συζύγου της, να μη δίνει εμπιστοσύνη «σε  καμιά  κυρία»  του  περιβάλλοντός  της,  να  μην  ανακατεύεται  στις  κυβερνητικές  υποθέσεις,  «έτσι  ώστε  η  Γερουσία  να  μην  ενοχλείται».  Αυτές  τις  αρχές  τις  έχει  ήδη  εκφράσει  επανειλημμένα  μπροστά  της.  Αλλά  και  η  Φίγκχεν  έχει  αναγνωρίσει  τη  σοφία  τους.  Θα  τις  θέσει άραγε σε εφαρμογή; Δεν ξέρει, δεν θέλει να το σκέφτεται. Όλα όσα της συμβαίνουν  μοιάζουν με όνειρο. Κλεισμένη στην άμαξα, ανάμεσα στον συλλογισμένο πατέρα της και τη  γεμάτη  έξαρση  μητέρα  της,  δυσκολεύεται  να  πιστέψει  ότι  έχει  στ'  αλήθεια  εγκαταλείψει  την Μπαμπέτ Καρντέλ, τα τετράδιά της, τους συντρόφους των παιχνιδιών της, την παιδική  της ηλικία, και ότι ταξιδεύει με δυνατά τραντάγματα προς ένα μέλλον γεμάτο συνωμοσίες,  δόξα και κυριαρχία, ένα μέλλον που τόσο καιρό ονειρευόταν. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ II  ΚΑΘ' ΟΔΟΝ  Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Β' ανέβηκε στο θρόνο πριν από τέσσερα χρόνια, μετά  το  θάνατο  του  πατέρα  του  Φρειδερίκου‐Γουλιέλμου  Α',  του  τρομερού  «Βασιλιά‐Λοχία»,  αναδιοργανωτή  του  στρατού.  Τριάντα  δύο  χρονών,  ο  καινούργιος  μονάρχης,  με  το  φωτισμένο  πνεύμα,  την  ευρυμάθεια,  την  ενεργητικότητα  και  την  πολιτική  του  διορατικότητα,  κερδίζει  γρήγορα  την  εκτίμηση  των  Γερμανών  πριγκίπων.  Ξέροντας  πολύ  καλά την απειλή που αντιπροσωπεύουν για τη χώρα του η Ρωσία στο Βορρά και η Αυστρία  στην Ανατολή, επιδιώκει με πείσμα μια συμφωνία με τη Ρωσία. Αλλά, υπό την επιρροή του  καγκελάριου  Μπεστούζεφ,  η  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ  εκδηλώνει  στην  αρχή  αντιπρωσικά  αισθήματα. Όταν όμως μπαίνει θέμα να βρεθεί νύφη για τον μεγάλο δούκα Πέτρο‐Ούλριχ,  όλο το περιβάλλον της τσαρίνας συγκινείται. Η φατρία του Μπεστούζεφ επέμενε να εκλέξει  η  αυτοκράτειρα  μια  Σαξονίδα  πριγκίπισσα,  την  πριγκίπισσα  Μαριάννα,  δευτερότοκη  θυγατέρα  του  βασιλιά  της  Πολωνίας∙  αυτό  θα  επέτρεπε  την  ένωση  της  Ρωσίας,  της  Σαξονίας,  της  Αυστρίας,  της  Αγγλίας  και  της  Ολλανδίας,  δηλαδή  των  τριών  τετάρτων  της  Ευρώπης,  ενάντια  στην  Πρωσία  και  τη  Γαλλία.  Η  αντίθετη  φατρία,  η  γαλλική  φατρία,  που  την  καθοδηγούσε  από  μακριά  ο  Φρειδερίκος  της  Πρωσίας,  έκανε  ό,τι  μπορούσε  για  να  ναυαγήσει αυτό το σχέδιο. Βέβαια ο Φρειδερίκος Β' θα μπορούσε να προτείνει την ίδια του  την  αδελφή,  την  πριγκίπισσα  Ουλρίκε,  μια  πολύ  κατάλληλη  νύφη.  Αρνήθηκε  όμως  στον  εαυτό  του  αυτό  το  ολοκαύτωμα.  «Τίποτα  πιο  αφύσικο»,  θα  γράψει,  «από  το  να  θυσιάσω  μια  γαλαζοαίματη  πριγκίπισσα  της  Πρωσίας  για  να  εκτοπίσω  μια  Σαξονίδα».  Αντίθετα,  η  μικρή πριγκίπισσα Σοφία του Άνχαλτ‐Τσερμπστ του φάνηκε καλή υποψήφια. Δεν ήταν ούτε  υπερβολικά φανταχτερή ούτε υπερβολικά άχρωμη, και είχε γονείς ελάχιστα φορτικούς. Την  έριξε  λοιπόν  στο  παζάρι.  Ο  Γερμανός  Μπρύμερ,  παιδαγωγός  του  μεγάλου  δούκα,  και  ο  γιατρός της βασιλικής Αυλής, ο Γάλλος Λεστόκ, ανέλαβαν να εκθέσουν στην αυτοκράτειρα  τα πλεονεκτήματα αυτής της λύσης.  Η Ελισάβετ συμφωνεί ότι η Σοφία, που ανήκει σ' ένα δευτερεύοντα οίκο, θα είναι σίγουρα  πιο  πειθήνια  από  ένα  πρόσωπο  υψηλής  καταγωγής.  Το  πορτραίτο  που  φιλοτέχνησε  ο  Αντουάν Πεσν δείχνει ότι η κοπέλα είναι γεμάτη υγεία και γοητεία. Επίσης κατάγεται από  τη γενιά των Χολστάιν, την τόσο προσφιλή στην τσαρίνα μετά το θάνατο του μνηστήρα της  Καρόλου‐Αυγούστου.  Αν  δεν  είχε  μεσολαβήσει  αυτός  ο  τραγικός  χαμός,  η  Σοφία  θα  ήταν  σήμερα  ανιψιά  της.  Και  ο  Πέτρος‐Ούλριχ  είναι  ανιψιός  της.  Όλοι  τους,  μέλη  της  ίδιας  οικογένειας. Δίνει λοιπόν διαταγή στον Μπρύμερ να προσκαλέσει την Ιωάννα και την κόρη  της. Ο Φρειδερίκος Β' κέρδισε τον πρώτο γύρο. Το θέμα όμως δεν έχει ρυθμιστεί. Άραγε η  μικρή Σοφία είναι άξια ν' ανταποκριθεί σε όλες τις ελπίδες της Πρωσίας; Από τη στιγμή που  έφτασαν οι ταξιδιώτες, ο βασιλιάς θέλει να δει τη μικρή. Η Ιωάννα, σαστισμένη, απαντάει  ότι η Σοφία είναι άρρωστη. Τη δεύτερη και την τρίτη μέρα, ίδια απάντηση. Ανυπόμονος, ο  βασιλιάς  αρνείται  να  πιστέψει  τούτη  τη  δικαιολογία.  Γιατί  του  κρύβουν  την  «υποψήφιά»  του; Μήπως είναι άσχημη; Μήπως της λείπει το πνεύμα; Πολιορκημένη από ερωτήσεις,  η  Ιωάννα αναγκάζεται να ομολογήσει ότι υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο για την εμφάνιση της  μικρής: δεν έχει ρούχα κατάλληλα για την Αυλή. Ο βασιλιάς της στέλνει αμέσως το φόρεμα  μιας  αδελφής  του.  Η  Φίγκχεν  ντύνεται  τρέμοντας  και  σπεύδει  στο  παλάτι,  όπου  έχουν  συγκεντρωθεί όλοι οι καλεσμένοι και την περιμένουν. Έχει βέβαια τον αέρα των σαλονιών,  αλλά  αυτή  τη  φορά  το  έπαθλο  είναι  τόσο  σημαντικό  που  δυσκολεύεται  να  βάλει  σε  πειθαρχία  τους  χτύπους  της  καρδιάς  της.  Ο  Φρειδερίκος  Β'  την  υποδέχεται  στον  προθάλαμο.  Το  πρόσωπό  του  φωτίζεται  στη  θέα  του  ντελικάτου  παιδιού,  με  τα  έκπληκτα  μάτια, που υποκλίνεται μπροστά του. Η Φίγκχεν είναι πολύ φοβισμένη και η αμηχανία της  προσθέτει  χάρη.  Ύστερα  από  μερικές  λέξεις  που  ανταλλάσσει  μαζί  της,  ο  Φρειδερίκος  Β'  σκέφτεται ότι στόχευσε σωστά. Το γεύμα διαρκεί πολύ. Όταν σηκώνονται από το τραπέζι, ο 

Digitized by 10uk1s 


πρίγκιπας Φερδινάνδος του Μπρούνσβιχ, αδελφός της βασίλισσας, ανακοινώνει στη Σοφία  ότι  είναι  καλεσμένη  για  δείπνο,  το  ίδιο  βράδυ,  στο  τραπέζι  του  βασιλιά.  Εκείνη  το  λέει  αμέσως  στη  μητέρα  της,  η  οποία  απαντάει  ενοχλημένη:  «Περίεργο,  εγώ  είμαι  καλεσμένη  στο  τραπέζι  της  βασίλισσας!».  Η  Ιωάννα  δεν  καταλαβαίνει  ότι,  σ'  αυτή  την  περίπτωση,  ο  βασιλιάς  ενδιαφέρεται  περισσότερο  για  την  κόρη  της  παρά  γι'  αυτή  την  ίδια.  Στο  κάτω  κάτω, αυτή είναι ο εγκέφαλος, η Φίγκχεν δεν είναι παρά ένα πιόνι στη σκακιέρα. Η έκπληξή  της  κορυφώνεται  όταν,  το  ίδιο  βράδυ,  στο  δείπνο,  βλέπει  τη  Φίγκχεν  καθισμένη  όχι  μόνο  στο τραπέζι του βασιλιά, αλλά και δίπλα στην Αυτού Μεγαλειότητα. Φοβισμένη στην αρχή  από αυτή την επίσημη θέση της, η μικρή παίρνει σύντομα θάρρος και κρατάει τη συζήτηση  με  τακτ  και  ζωντάνια.  Για  να  νιώθει  άνετα  μπροστά  του,  ο  Φρειδερίκος  Β'  της  κάνει  ένα  σωρό  ερωτήσεις.  «Με  ρώτησε  χιλιάδες  πράγματα,  αναφέρθηκε  στην  όπερα,  στο  θέατρο,  στην ποίηση, στο χορό, κι εγώ δεν ξέρω σε τι άλλο! Σε χιλιάδες θέματα που θα μπορούσε  κανείς να τα συζητήσει μ' ένα παιδί δεκατεσσάρων χρόνων... Οι συνδαιτυμόνες είχαν μείνει  με  το  στόμα  ανοιχτό,  πώς  ήταν  δυνατόν  ο  Μεγαλειότατος  να  συζητεί  μ'  ένα  παιδί».  Ακτινοβολώντας μέσα στο όμορφο δανεικό της φόρεμα, με μάγουλα ροδαλά και με δυνατό  χτυποκάρδι,  η  Φίγκχεν  νιώθει  όλα  τα  βλέμματα  στραμμένα  πάνω  της.  Σαν  για  να  επικυρώσει  το  θρίαμβό  της,  ο  βασιλιάς  την  παρακαλεί  να  δώσει  ένα  πιάτο  με  γλυκό  σε  κάποιον  ευγενή  που  κάθεται  πίσω  από  αυτήν,  και  του  λέει  πολύ  δυνατά  για  να  γίνει  ακουστός: «Δεχθείτε αυτή την προσφορά από το χέρι των Ερώτων και των Χαρίτων!». Αυτό  το  κομπλιμέντο,  που  διατυπώνεται  δημόσια  από  το  βασιλιά  της  Πρωσίας,  ανεβάζει  τη  Φίγκχεν στους εφτά ουρανούς. Θα το θυμηθεί, λέξη προς λέξη, ύστερα από τριάντα χρόνια.  Πραγματικά  έχει  την  εντύπωση  ότι  ζει  μια  περιπέτεια  σαν  της  Σταχτοπούτας,  που  την  έβγαλαν από την αφάνεια και την έριξαν μέσα στα φώτα του χορού για να κατακτήσει όλες  τις  καρδιές,  αρχίζοντας  από  εκείνη  του  πρίγκιπα.  Την  άλλη  μέρα  πρέπει  να  επιστρέψει  το  φόρεμα. Την περιμένουν όμως καινούργιες επιτυχίες, είναι σίγουρη γι' αυτό, πέρα από τα  σύνορα.  Ύστερα  από  μερικές  μέρες  εγκαταλείπουν  το  Βερολίνο.  Στο  Σβεντ,  στον  ποταμό  Όντερ,  η  Φίγκχεν αποχαιρετάει τον πατέρα της που πρέπει να γυρίσει στο Στετίνο, μιας και δεν είναι  καλεσμένος  στη  Ρωσία.  Παρά  την  υπερδιέγερση  του  ταξιδιού,  ο  χωρισμός  αυτός  τη  συγκλονίζει.  Έχει  την  εντύπωση  πως  δεν  θα  ξαναδεί  ποτέ  αυτόν  τον  καλό  και  απλό  άνθρωπο.  Και  δεν  κάνει  λάθος.  Όσο  για  κείνον,  στο  αποκορύφωμα  της  συγκίνησης,  επαναλαμβάνει κλαίγοντας: «Να μείνεις πιστή στο δόγμα σου, παιδί μου! Και μην ξεχνάς να  διαβάζεις  τις  συστάσεις  μου!».  Εκείνη  του  υπόσχεται  ό,τι  της  ζητάει,  μέσα  σε  ποταμούς  δακρύων. Μόνο η Ιωάννα διατηρεί την ψυχραιμία της.  Για να εμποδίσουν τις δολοπλοκίες του αντίθετου κόμματος στη Ρωσία, έχει συμφωνηθεί οι  δύο  πριγκίπισσες  να  ταξιδέψουν  με  ψεύτικα  ονόματα.  Τα  χαρτιά  της  Ιωάννας  γράφουν:  «Κόμισσα  του  Ράινμπεκ».  Το  μυστήριο  αυτό,  σκέφτεται,  κάνει  πιο  συναρπαστική  την  αποστολή.  Οι  τέσσερις  βαριές  άμαξες,  που  μεταφέρουν  τη  μητέρα,  την  κόρη,  την  ακολουθία τους και τις αποσκευές τους, είναι άβολες και όχι σταθερές. Επίσης η εποχή δεν  ευνοεί  τις  μετακινήσεις.  Δεν  χιονίζει  ακόμη,  αλλά  το  κρύο  είναι  τσουχτερό  παρά  το  μικρό  μαγκάλι  που  καίει  μέσα  στην  άμαξα.  Κουκουλωμένες  στις  γούνες  τους,  με  μια  μάσκα  στο  πρόσωπο  για  να  ζεσταίνει  τη  μύτη  και  τα  μάγουλά  τους,  οι  γυναίκες  είναι  βυθισμένες  σε  μια  απαθή  υπνηλία.  Απότομα  τραντάγματα  τους  τσακίζουν  πότε  πότε  τη  μέση.  Αναστενάζουν. Λίγο έλειψε να κατρακυλήσουν σ' έναν γκρεμό. Ο αμαξάς βρίζει. Σταματούν  για λίγο μέσα στον παγερό άνεμο κι ύστερα ξεκινούν και πάλι. Οι στάσεις απέχουν πολύ, οι  διαδρομές  είναι  μονότονες,  εξαντλητικές.  Στους  πρωσικούς  σταθμούς,  όπου  αλλάζουν  άλογα,  δεν  υπάρχει  ελπίδα  να  βρουν  καλό  φαγητό  και  αναπαυτικό  κατάλυμα.  «Καθώς  τα  δωμάτια δεν θερμαίνονταν», θα γράψει η Ιωάννα, «έπρεπε να καταφεύγουμε στο δωμάτιο  του ίδιου του πανδοχέα, το οποίο δεν διέφερε πολύ από χοιροστάσιο: ο άντρας, η γυναίκα,  το  σκυλί,  οι  κότες  και  τα  παιδιά  κοιμόνταν  ανάκατα  σε  κούνιες,  σε  κρεβάτια,  πίσω  από 

Digitized by 10uk1s 


σόμπες, πάνω  σε  στρώματα».  Η  Φίγκχεν  πάσχει  από  δυσπεψία,  επειδή  έχει  πιει  πολλή  μπύρα.  Μετά  το  Μέμελ,  το  ταξίδι  γίνεται  ακόμα  πιο  δύσκολο.  Βλαστημούσαν  τους  σταθμούς,  τώρα  όμως,  νά,  δεν  υπάρχουν  καν  σταθμοί  και  τους  νοσταλγούν.  Είναι  αναγκασμένοι ν' απευθύνονται στους χωριάτες για να νοικιάζουν άλογα. Τους χρειάζονται  είκοσι  τέσσερα  για  να  σύρουν  τις  άμαξες.  Αυτό  προκαλεί,  κάθε  φορά,  συζητήσεις  και  παζαρέματα που εξοργίζουν την Ιωάννα. Πίσω από τις άμαξες με τους τροχούς έχουν δέσει  έλκηθρα, για κάθε ενδεχόμενο.  Στο  Μίταου,  όπου  οι  ταξιδιώτισσες  φτάνουν  τελικά,  εξουθενωμένες,  υπάρχει  ρωσική  φρουρά.  Ο  διοικητής  της  συνταγματάρχης  Βογιέικωφ  δέχεται  την  Ιωάννα  με  πολλή  ευγένεια και με όλες τις απαιτούμενες τιμές και την πληροφορεί ότι του έχουν αναθέσει να  συνοδεύσει τις κυρίες μέχρι τη Ρίγα. Την άλλη μέρα, στα περίχωρα της Ρίγας, η Φίγκχεν και  η  μητέρα  της  ξαφνιάζονται,  μέσα  στην  άμαξά  τους,  ακούγοντας  μια  σειρά  κανονιοβολισμών. Ο Βογιέικωφ τους εξηγεί τι σημαίνουν. Η φρουρά ρίχνει προς τιμήν τους.  Η συνοδεία σταματάει. Ο πρίγκιπας Σίμων Κυρίλλοβιτς Ναρίσκιν, μεγάλος αυλάρχης, πρώην  πρεσβευτής  στο  Λονδίνο,  και  ο  πρίγκιπας  Ντολγκορούκι,  αναπληρωτής  κυβερνήτης,  εμφανίζονται  μπροστά  στις  δύο  Γερμανίδες  πριγκίπισσες,  τις  χαιρετούν  με  μια  βαθιά  υπόκλιση  και  τους  προσφέρουν  εκ  μέρους  της  αυτοκράτειρας  γούνες  από  ζιμπελίνα.  Τις  παρακαλούν  ν'  ανεβούν  σ'  ένα  μεγαλόπρεπο  έλκηθρο  που  τις  οδηγεί  ολοταχώς  μέχρι  τον  πύργο. Εκεί, υπηρέτες με λιβρέα προηγούνται, με επίσημα βήματα, για να τους δείξουν τα  διαμερίσματά τους.  Ζαλισμένες  ακόμα  από  την  ξαφνική  αλλαγή  περιβάλλοντος,  η  Ιωάννα  και  η  Φίγκχεν  αλλάζουν γρήγορα φορέματα και συναντούν, στα σαλόνια, τη χρυσοστόλιστη ομήγυρη που  τις περιμένει. Μπροστά σ' αυτά τα σκυμμένα κεφάλια, η Ιωάννα  νιώθει ότι βρίσκεται στο  αποκορύφωμα  των  τιμών.  Μετά  τους  άξεστους  πανδοχείς,  τα  δείγματα  σεβασμού  με  τα  οποία την περιβάλλουν εδώ, την ανταμείβουν για όλους τους κόπους της. «Όταν πηγαίνω  στο τραπέζι», θα γράψει, «οι σάλπιγγες μέσα στο σπίτι αντιλαλούν μαζί με τα τύμπανα, τα  φλάουτα και τα όμποε της εξωτερικής φρουράς... Δεν το χωράει ο νους μου ότι όλα αυτά  γίνονται για το ταπεινό άτομό μου. Στον τόπο μου σπάνια ηχούν σάλπιγγες για μένα». Από  την πλευρά της, η Φίγκχεν περιεργάζεται με απληστία αυτόν τον καινούργιο κόσμο. Γύρω  της  μιλούν  γαλλικά  και  γερμανικά,  κι  όμως  βρίσκεται  στη  Ρωσία.  Σ'  αυτή  τη  Ρωσία,  που  ήταν  η  πατρίδα  του  Μεγάλου  Πέτρου  και  ίσως,  κάποια  μέρα,  θα  γίνει  και  δική  της.  Επιτέλους βρίσκεται κοντά στο σκοπό της. Στο εξής κάθε βήμα έχει σημασία. Δεν πρέπει να  σκοντάψει στο παραμικρό.  Αφού  επισκέφθηκαν  τη  Ρίγα,  οι  ταξιδιώτισσες,  συνοδευόμενες  από  τον  Ναρίσκιν,  συνεχίζουν το ταξίδι τους. Θα πάνε στην Αγία Πετρούπολη, όπου, σύμφωνα με διαταγή της  αυτοκράτειρας,  θα  ξεκουραστούν  και  θα  συμπληρώσουν  την  γκαρνταρόμπα  τους  πριν  συναντήσουν την Αυλή που τώρα βρίσκεται στη Μόσχα. Η οργάνωση της πομπής προξενεί  αγαλλίαση  στην  Ιωάννα.  Τη  συνοδεύουν  πολλοί  αξιωματικοί,  ένας  υπασπιστής,  ένας  αρχιτραπεζοκόμος,  ένας  ζαχαροπλάστης,  μερικοί  μάγειροι,  ένας  οικονόμος  με  το  βοηθό  του, ένας υπεύθυνος για τον καφέ, οκτώ υπηρέτες, δύο γρεναδιέροι και δύο σιτιστές. Μία  ίλη  θωρακοφόρων  ανοίγει  το  δρόμο.  Γύρω  από  την  κυριότερη  άμαξα  καλπάζει  ένα  απόσπασμα του συντάγματος της Λιβονίας. Το έλκηθρο που η αυτοκράτειρα έχει θέσει στη  διάθεση  των  προσκαλεσμένων  της  είναι  ευρύχωρο,  στρωμένο  με  κόκκινο  ύφασμα  με  ασημένια  σιρίτια,  μ'  ένα  πουπουλένιο  κρεβάτι,  μαξιλάρια  από  δαμασκηνό,  σκεπάσματα  από  ατλάζι  κι  άλλα  από  πολύτιμη  γούνα.  Το  χιόνι,  ο  ήλιος,  τα  κουδουνάκια  που  χτυπούν,  όλα δημιουργούν στις δύο πριγκίπισσες μια ευχάριστη εξωπραγματική αίσθηση. Λίγο μετά  τη  Ρίγα  η  πολυτελής  πομπή  συναντάει  μερικά  αξιοθρήνητα  μαύρα  έλκηθρα,  με  κατεβασμένες  τις  κουρτίνες,  που  συνοδεύονται  από  στρατιώτες.  Η  Σοφία  θέλει  να  μάθει  ποιοι είναι αυτοί οι αθέατοι ταξιδιώτες. Ο Ναρίσκιν ταράζεται και απαντάει κάπως αόριστα 

Digitized by 10uk1s 


πως θα  πρέπει  να  είναι  η  οικογένεια  του  δούκα  Αντωνίου‐Ούλριχ  του  Μπρούνσβιχ.  Αργότερα, η Σοφία θα μάθει ότι ο μικρός εκθρονισμένος τσάρος Ιβάν ΣΤ' και η μητέρα του,  η  πρώην  αντιβασίλισσα  Άννα,  ακριβώς  εκείνη  τη  μέρα  απαχθήκανε  από  τη  Ρίγα  για  να  οδηγηθούν  στο  Οράνιενμπουργκ  και  να  κλειστούν  σ'  ένα  φρούριο.  Έτσι,  ενώ  η  Σοφία  ονειρεύεται τη γενναιόδωρη τσαρίνα, που την περιμένει στη Μόσχα για να της εξασφαλίσει  ίσως την τύχη της, τα αθώα θύματα αυτής της ίδιας γυναίκας βρίσκονται δυο βήματα κοντά  της, στον χιονισμένο δρόμο, μέσα σ' ένα έλκηθρο περιστοιχισμένο από στρατιώτες. Η δόξα  πορεύεται  πλάι  στη  δυσμένεια.  Η  μοίρα  στήνει  παιχνίδια  παρουσιάζοντας  μπροστά  στα  μάτια εκείνης που ανυψώνει την τραγωδία αυτών που γκρεμίζει.  Στις  3‐14  Φεβρουαρίου  (ο  χρόνος  πρέπει  τώρα  να  υπολογίζεται  σύμφωνα  με  το  Ιουλιανό  ημερολόγιο,  το  οποίο  υπολείπεται  κατά  έντεκα  μέρες  από  το  Γρηγοριανό  που  είναι  σε  χρήση  στην  υπόλοιπη  Ευρώπη),  η  συνοδεία  φτάνει  στην  Αγία  Πετρούπολη  και  σταματάει  μπροστά στα προπύλαια των Χειμερινών Ανακτόρων5. Είναι μεσημέρι. Ήλιος και πάγος. Οι  τρούλοι  των  εκκλησιών  σπινθηροβολούν  στις  όχθες  του  παγωμένου  Νέβα.  Όταν  οι  πριγκίπισσες,  που  ταξιδεύουν  πάνω  από  ένα  μήνα,  πατούν  το  πόδι  τους  στο  έδαφος,  τις  υποδέχονται  κανονιοβολισμοί  από  το  φρούριο  των  Αγίων  Πέτρου  και  Παύλου,  στην  αντίπερα  όχθη  του  ποταμού.  Στη  βάση  της  σκάλας  συνωθούνται  όσοι  αυλικοί  και  διπλωμάτες  δεν  συνόδευσαν  την  αυτοκράτειρα  στη  Μόσχα.  Τέσσερις  κυρίες  των  τιμών  περιστοιχίζουν  τη  Σοφία.  «Όταν  έφτασα  στο  διαμέρισμά  μου»,  θα  γράψει  η  Ιωάννα  στον  άντρα  της,  «μου  παρουσίασαν  χίλια  πρόσωπα.  Η  γλώσσα  μου  είχε  ξεραθεί  από  το  κρύο.  Δειπνώ  μόνη  με  τις  κυρίες  και  τους  κυρίους  που  έθεσε  στη  διάθεσή  μου  η  Αυτής  Αυτοκρατορική Μεγαλειότητα∙ με σερβίρουν σαν βασίλισσα».  Από  την  πρώτη  στιγμή  η  Ιωάννα  βυθίζεται  με  ηδυπάθεια  στις  ίντριγκες  της  Αυλής.  Ο  πρεσβευτής της Γαλλίας, μαρκήσιος ντε Λα Σεταρντί, που έχει μείνει στην Αγία Πετρούπολη  —ήταν  άλλοτε  εραστής  της  αυτοκράτειρας  και  διευθύνει  μυστικά  τη  γαλλική  φατρία,  η  οποία  ευνοεί  το  γάμο  με  τη  μικρή  Σοφία  του  Άνχαλτ‐Τσερμπστ—,  την  ξετρελαίνει  με  τις  φιλοφρονήσεις  του  και  τη  διαβεβαιώνει  ότι  θα  παίξει  λαμπρό  ρόλο  στη  σύναψη  των  συμμαχιών.  Είναι  ανάγκη,  λέει,  να  βγει  από  τη  μέση  ο  φρικτός  Μπεστούζεφ,  φανατικός  υποστηρικτής  της  προσέγγισης  με  την  Αυστρία.  Γι'  αυτό  πρέπει  να  επωφεληθούν  αμέσως  από  τον  ερχομό  στη  Ρωσία  της  μέλλουσας  μνηστής  του  διαδόχου  του  θρόνου.  Στις  10  Φεβρουαρίου είναι τα γενέθλια του μεγάλου δούκα. Ταξιδεύοντας δίχως να λυπούνται τα  άλογα, θα μπορούσαν να βρίσκονται στη Μόσχα εκείνη τη μέρα. Αυτή η βιασύνη σίγουρα  θα  συγκινούσε  την  αυτοκράτειρα.  Χαλάλι  της  η  κούραση!  Ενθουσιασμένη,  η  Ιωάννα  παρακαλεί τον Ναρίσκιν να επισπεύσει τις προετοιμασίες για την αναχώρηση. Σ' αυτή την  περιπέτεια λίγο νοιάζεται  για τη Φίγκχεν.  Παρ' όλα αυτά θα γράψει στον άντρα της,  στην  παράξενη  μισο‐γερμανική  και  μισο‐γαλλική  της  διάλεκτο:  «Figchen  southeniert  die  fatige  besser als ich» («Η Φίγκχεν αντέχει στην κούραση περισσότερο από μένα»). Και στο βασιλιά  Φρειδερίκο  Β':  «Είναι  αξιοθαύμαστη  η  αντοχή  της  κόρης  μου  στην  κούραση∙  σαν  νεαρός  στρατιώτης  που αψηφά τον κίνδυνο, μιας και δεν  τον γνωρίζει, απολαμβάνει το μεγαλείο  που την περιβάλλει». Η κυριότερη έγνοια της είναι να μπορέσει η Φίγκχεν να υπερνικήσει  όλες  τις  δοκιμασίες  χωρίς  ν'  αρρωστήσει,  γιατί  η  παραμικρή  αδιαθεσία  της  μνηστής  του  μεγάλου δούκα θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αντιπάλους της  πρωσικής  πλευράς.  Η  αυτοκράτειρα  δεν  θα  δεχτεί  ποτέ  νύφη  με  εύθραυστη  υγεία.  Κατά  συνέπεια όλα πρέπει να γίνουν το γρηγορότερο δυνατόν, και η μικρή να στέκεται καλά στα  πόδια της.  Προτού  ετοιμάσει  τις  αποσκευές  της,  η  Σοφία  βρίσκει  χρόνο  να  επισκεφθεί  την  πόλη  συνοδευόμενη από τις κυρίες των τιμών. Πέφτει μες στο ξεφάντωμα του καρναβαλιού. Ένα  πλήθος  αργοκίνητο  και  χαρούμενο  περιβάλλει  τα  περίπτερα  που  έχουν  στήσει  για  το  πανηγύρι. Ωστόσο, αυτό που προσελκύει το νεαρό κορίτσι δεν είναι οι πολύχρωμες κούνιες 

Digitized by 10uk1s 


ούτε οι  εκπαιδευμένες  αρκούδες.  Τη  μεγαλύτερη  συγκίνηση  τη  νιώθει  μπροστά  στους  στρατώνες,  ιστορικό  σημείο,  απ'  όπου  τρία  χρόνια  πριν  ξεκίνησε  η  Ελισάβετ  για  να  κατακτήσει  το  θρόνο.  Βλέπει  τους  αγριωπούς  γρεναδιέρους  του  συντάγματος  Πρεομπραζένσκι,  που  συνόδευσαν  την  τσαρίνα  τη  νύχτα  της 5ης  προς  την 6η  Δεκεμβρίου  1741.  Ρωτάει  ποιο  δρόμο  ακολούθησαν  για  να  φτάσουν  στο  Χειμερινό  Ανάκτορο  φωνάζοντας: «Ζήτω η μητερούλα μας Ελισάβετ!». Η αφήγηση τούτου του πραξικοπήματος  τη  φλογίζει  μ'  έναν  ενθουσιασμό  γεμάτο  προμηνύματα.  Επανέρχεται  απρόθυμα  στις  απαιτήσεις  της  στιγμής.  Η  μητέρα  της  ανησυχεί.  Όλα  είναι  έτοιμα  για  την  αναχώρηση.  Ξεκινούν μέσα στη νύχτα. Τα ξημερώματα, χιονισμένος δρόμος κι άσπρος ουρανός γίνονται  ένα.  Για  μια  ακόμη  φορά,  η  Σοφία  εντυπωσιάζεται  από  την  απεραντοσύνη  της  ρωσικής  πεδιάδας.  Όλα  σ'  αυτή  τη  χώρα  είναι  υπερβολικά:  οι  αποστάσεις,  το  κρύο,  τα  πολιτικά  πάθη.  Η  Ιωάννα  παραπονιέται  λιγάκι.  Εδώ  και  μερικά  λεπτά  νιώθει  τα  μάτια  της  να  κρυσταλλιάζουν,  τα  ρουθούνια  της  να  τεντώνονται  από  την  παγωνιά.  Ευτυχώς,  η  ρωσική  συνοδεία  που  καλπάζει  πλάι  στα  έλκηθρα  της  θυμίζει  ότι  είναι  μητέρα  της  μέλλουσας  μνηστής  του  μεγάλου  δούκα,  θεία  του  κληρονόμου  του  θρόνου  της  Ρωσίας,  μυστικός  πράκτορας  του  βασιλιά  της  Πρωσίας  Φρειδερίκου,  μυστικοσύμβουλος  και  σύμμαχος  του  πρεσβευτή της Γαλλίας...  Τα  έλκηθρα  πετούν  πάνω  στο  παρθένο  χιόνι.  Κινούνται  μέρα‐νύχτα.  Εβδομήντα  βέρστια  πριν  από  τη  Μόσχα,  ζεύουν  δεκάξι  άλογα  στο  έλκηθρο  των  δύο  πριγκιπισσών.  Όπως  διασχίζει  ένα  χωριουδάκι,  η  άμαξα,  χωμένη  μέχρι  τη  μέση  στο  χιόνι,  χτυπάει  πάνω  στη  γωνιά  ενός  χαμόσπιτου.  Μια  χοντρή  σιδερένια  μπάρα,  που  πέφτει  από  τη  στέγη,  χτυπάει  την  Ιωάννα  στο  κεφάλι  και  τον  ώμο.  Βγάζει  μια  δυνατή  κραυγή  ενώ  σκέφτεται  ότι  η  αποστολή της κινδυνεύει. Πώς να αγωνιστεί ενάντια στον Μπεστούζεφ με ένα καρούμπαλο  στο κεφάλι κι ένα πονεμένο πλευρό; Η Σοφία την καθησυχάζει. Δεν φαίνεται τίποτα. Ούτε  καν  μια  μελανιά.  Όλη  την  μπόρα  την  τράβηξαν  δύο  γρεναδιέροι  του  συντάγματος  του  Πρεομπραζένσκι  που  στέκονταν  στο  μπροστινό  μέρος  του  έλκηθρου.  Είναι  πεσμένοι  στο  χιόνι  με  το  κεφάλι  τους  μέσα  στο  αίμα.  Συγκεντρωμένοι  γύρω  από  τη  σταματημένη  συνοδεία,  οι  χωρικοί  ψιθυρίζουν:  «Συνοδεύουν  τη  μνηστή  του  μεγάλου  δούκα».  Ο  Βογιέικωφ τους δίνει διαταγή να φροντίσουν τους δύο πληγωμένους. Ο αμαξάς μαστιγώνει  τα άλογα.  Στις  9‐20  Φεβρουαρίου  κατά  τις  οκτώ  το  βράδυ,  τα  τριάντα  έλκηθρα  της  συνοδείας  φτάνουν  επιτέλους  στη  Μόσχα  και  σταματούν  στο  Κρεμλίνο,  μπροστά  στην  ξύλινη  σκάλα  του  παλατιού  όπου  κατοικεί  η  τσαρίνα.  Έχουν  περάσει  πενήντα  μέρες,  αφότου  η  Ιωάννα  έλαβε,  στο  Τσερμπστ,  την  πρόσκληση  της  Ελισάβετ  της  Ρωσίας.  Και  τώρα,  ετοιμάζεται  να  συναντήσει  τούτη  τη  γυναίκα  που  κάνει  μια  ολόκληρη  αυτοκρατορία  να  τρέμει.  Μόλις  σταμάτησαν,  εκείνη  και  η  Φίγκχεν  φόρεσαν  τα  βασιλικά  ενδύματα,  δώρο  της  αυτοκράτειρας. «Θυμάμαι πως είχα ένα κολλητό φόρεμα δίχως κρινολίνο, σε χρώμα ροζ και  ασημί με νερά», θα γράψει η Αικατερίνη στα Απομνημονεύματά της. Αφού οδηγήθηκαν στα  διαμερίσματά  τους  από  τον  πρίγκιπα  του  Έσε‐Χόμπουργκ,  οι  δύο  πριγκίπισσες  μόλις  πρόλαβαν να φρεσκαριστούν πριν έρθει ο μεγάλος δούκας Πέτρος‐Ούλριχ. Βλέποντάς τον,  η Φίγκχεν νιώθει ένα σφίξιμο στην καρδιά. Πρόσωπο μακρόστενο, γουρλωτό μάτι, πλαδαρό  στόμα — φυσιογνωμία ατόμου εκφυλισμένου. Τον θυμόταν λιγότερο άσχημο και λιγότερο  καχεκτικό.  Άραγε  άλλαξε  από  τότε  που  συναντήθηκαν  για  πρώτη  φορά;  Ή  μήπως,  υποσυνείδητα, τον είχε εξιδανικεύσει στα όνειρά της; Εκείνος, πάντως, δείχνει να χαίρεται  ιδιαίτερα που υποδέχεται τη θεία και την εξαδέλφη του. Τις καλωσορίζει στα γερμανικά και  τις καλεί να συναντήσουν την Αυτής Μεγαλειότητα την αυτοκράτειρα.  Η πομπή διασχίζει μια σειρά από αίθουσες γεμάτες αξιωματούχους με λαμπρές στολές και  κυρίες  της  Αυλής  που  τα  φορέματά  τους,  τόσο  κομψά  όπως  και  στις  Βερσαλλίες,  θαμπώνουν  την  Ιωάννα.  Περπατάει  στα  σύννεφα,  κρατώντας  το  μπράτσο  του  μεγάλου 

Digitized by 10uk1s 


δούκα Πέτρου.  Πίσω  της  έρχεται  η  Φίγκχεν,  αγκαζέ  με  τον  πρίγκιπα  του  Έσε‐Χόμπουργκ.  Όταν  η  κεφαλή  της  πομπής  φτάνει  στην  αίθουσα  ακροάσεων  της  αυτοκράτειρας,  ανοίγει  διάπλατα η απέναντι πόρτα και εμφανίζεται η Ελισάβετ της Ρωσίας. Μια ψηλή και ωραία  γυναίκα  τριάντα  πέντε  χρόνων,  ροδοκόκκινη,  εύσωμη,  σφριγηλή,  χωμένη  στο  ασημί  γυαλιστερό  της  κρινολίνο,  με  τα  χρυσά  σιρίτια.  Λένε  ότι  είναι  πολύ  κοκέτα  και  έχει  δεκαπέντε χιλιάδες τουαλέτες, όλες υποδείγματα γαλλικής κομψότητας, και πέντε χιλιάδες  ζευγάρια παπούτσια. «Φορούσε στη μια πλευρά του κεφαλιού της ένα μαύρο φτερό, κι είχε  άπειρα διαμάντια στα μαλλιά της», θα γράψει η Σοφία. Το κορίτσι πρέπει να επιστρατεύσει  όλη  του  την  ψυχραιμία  για  να  μη  λιποθυμήσει  μπροστά  σ'  αυτή  τη  στολισμένη  σαν  λειψανοθήκη  θεότητα.  Ωστόσο,  ξεπερνάει  γρήγορα  την  ταραχή  της.  Τη  στηρίζει  η  συνείδηση  του  ρόλου  της.  Σκύβει  το  κορμί  και  λυγίζει  τα  γόνατα,  κάνοντας  την  πιο  χαριτωμένη  υπόκλιση  σύμφωνα  με  τον  γαλλικό  τρόπο.  Δίπλα  της,  η  Ιωάννα,  θαμπωμένη,  ψελλίζει ένα κομπλιμέντο στην αυτοκράτειρα, την ευχαριστεί για την καλοσύνη της και της  φιλάει  το  χέρι.  Αν  και  συνηθισμένη  σ'  αυτό  το  είδος  των  τιμών,  η  Ελισάβετ  νιώθει  εξίσου  συγκινημένη.  Αναγνωρίζει  στην  Ιωάννα  τα  χαρακτηριστικά  του  πεθαμένου  μνηστήρα  της.  Και,  όταν  καρφώνει  τα  μάτια  πάνω  στη  Σοφία,  εντυπωσιάζεται  από  τη  δροσιά  της,  το  πειθαρχημένο της ύφος και την ευφυΐα της. Εκ πρώτης όψεως, η εκλογή είναι εξαίρετη. Ο  ηλίθιος ο Πέτρος θα έχει μια βασιλική μερίδα στο κρεβάτι του. Θα μπορέσει άραγε να κάνει  τούτο το παιδί ευτυχισμένο; Δεν έχει σημασία. Σ' όλη τη διάρκεια αυτής της παρατεταμένης  συνάντησης  που  αρχικά  εκτυλίσσεται  στην  αίθουσα  ακροάσεων  κι  ύστερα  στο  υπνοδωμάτιο  της  τσαρίνας,  η  Σοφία  έχει  την  αίσθηση  ότι  την  εξετάζουν  εξονυχιστικά,  ότι  γδύνεται, ψηλαφίζεται και ζυγίζεται από μια αγοράστρια με προσεκτικό μάτι. Το περίμενε.  Συμπεριλαμβάνεται  κι  αυτό  μέσα  στο  ρόλο  μιας  πριγκίπισσας  της  παντρειάς.  Γύρω  της,  αυλικοί  και  διπλωμάτες  παρακολουθούν  τη  σκηνή.  Η  ικανοποίηση  που  ζωγραφίζεται  στο  υπεροπτικό  πρόσωπο  της  Ελισάβετ  ενισχύει  την  αισιοδοξία  της  γαλλοπρωσικής  φατρίας.  Επικεφαλής  της  είναι  ο  πρεσβευτής  της  Πρωσίας  Μάρντεφελντ,  ο  μαρκήσιος  ντε  Λα  Σεταρντί  και  ο  γιατρός  της  Αυτής  Μεγαλειότητας  Λεστόκ.  Αντίθετα,  ο  αντικαγκελάριος  Μπεστούζεφ, που υποστηρίζει τη συμμαχία Αυστρίας, Αγγλίας και Σαξονίας, προσπαθεί να  κρύψει την απογοήτευσή του πίσω από ένα βεβιασμένο χαμόγελο.  Την  επομένη,  10‐21  Φεβρουαρίου,  γενέθλια  του  μεγάλου  δούκα,  η  αυτοκράτειρα  εμφανίζεται  ανάμεσα  στους  αυλικούς  της  ντυμένη  τούτη  τη  φορά  μ'  ένα  ασημοκέντητο  καφετί  φόρεμα,  με  «το  κεφάλι,  το  λαιμό  και  τον  κορμό»  σκεπασμένα  με  κοσμήματα.  Την  ακολουθεί  ο  κυνηγεσιάρχης,  ο  κόμης  Αλέξης  Ραζουμόφσκι,  που  κρατάει  σε  χρυσό  πιάτο  τους θυρεούς του τάγματος της Αγίας Αικατερίνης. Εδώ και πολλά χρόνια, ο κόμης είναι ο  επίσημος  εραστής  της  αυτοκράτειρας.  Του  έχουν  δώσει  το  παρατσούκλι  «αυτοκράτορας  της  νύχτας».  «Ήταν  ένας  από  τους  ωραιότερους  άνδρες  που  είδα  στη  ζωή  μου»,  θα  σημειώσει η Αικατερίνη στα Απομνημονεύματά της. Στην πραγματικότητα, αυτός ο «ωραίος  άνδρας»  είναι  ένας  χωρικός  από  την  Ουκρανία,  προικισμένος  με  αξιοθαύμαστη  φωνή.  Η  Ελισάβετ,  πριν  τον  προσελκύσει  στην  κρεβατοκάμαρά  της,  τον  είχε  προσλάβει  ως  ψάλτη  του  ιδιωτικού  της  παρεκκλησίου.  Κάθε  λογής  αξιώματα  και  τίτλοι,  συμπεριλαμβανομένου  και εκείνου του κόμη, αντάμειψαν τις νυχτερινές υπηρεσίες του καλλίφωνου. Ψιθυρίζεται  μάλιστα ότι ένας μυστικός γάμος τον ενώνει με την τσαρίνα. Παραδόξως, δεν χρησιμοποιεί  τη  γοητεία  που  ασκεί  πάνω  της  για  να  αναμιχθεί  στην  πολιτική.  Η  Φίγκχεν  κοιτάζει  με  έκπληξη  γεμάτη  σεβασμό  τούτο  το  αξιόλογο  άτομο:  έναν  άντρα  ώριμο,  με  κανονικά  χαρακτηριστικά,  μάτι  μαργιόλικο  και  μέτωπο  πλαισιωμένο  από  πουδραρισμένη  περούκα.  Δίχως  να  ξέρει  ακριβώς  σε  τι  συνίστανται  οι  ιδιότητες  του  ευνοουμένου,  βλέπει  στο  πρόσωπό  του  ένα  μυστηριώδη  θεράποντα  των  επιθυμιών  της  Αυτής  Μεγαλειότητας,  ένα  είδος πελώριας μετακινούμενης λιχουδιάς. Εφόσον είναι του γούστου της τσαρίνας, πρέπει  —σκέφτεται—  να  έχει  αρετές  υπερφυσικές,  έξοχες.  Έτοιμη  να  δεχτεί  τα  πάντα  από  μια  Αυλή  που  τη  γοητεύει,  δεν  έχει  στο  νου  της  ακόμα  να  ασκήσει  κριτική.  Προσπαθεί  να  μορφωθεί.  Εκείνη  την  ημέρα,  η  αυτοκράτειρα  φαίνεται  να  έχει  εξαιρετική  διάθεση.  Digitized by 10uk1s 


Μεγαλόπρεπη και χαμογελαστή ταυτόχρονα, προχωρεί προς τη Φίγκχεν και τη μητέρα της  και  τους  απονέμει  το  παράσημο  της  Αγίας  Αικατερίνης.  Οι  κυρίες  Τσογκλοκώφ  και  Βοροντζώφ, και οι δυο τους «κυρίες με το πορτραίτο» της αυτοκράτειρας6, καρφιτσώνουν  το  διάσημο  σε  σχήμα  άστρου  στο  στήθος  των  Γερμανίδων  πριγκιπισσών.  Όλοι  γύρω  τους  δείχνουν  συγκινημένοι.  «Η  κόρη  μου  κι  εγώ  ζούμε  βασιλικά»,  θα  γράψει  η  Ιωάννα  στον  άνδρα της. Φαντάζεται κιόλας τη Φίγκχεν παντρεμένη με τον μεγάλο δούκα, τον εαυτό της  να  συμβουλεύει  την  τσαρίνα  για  τα  συμφέροντα  της  Πρωσίας  και  τον  Μπεστούζεφ  «παραγκωνισμένο». 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ III  ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ  Οι  δύο  πριγκίπισσες  εξακολουθούν  να  κατακλύζονται  από  τις  καλοσύνες  της  αυτοκράτειρας.  Η  Ιωάννα  δεν  πιστεύει  στα  μάτια  της:  διαθέτει  αρχιθαλαμηπόλο,  κυρίες  των  τιμών  και  ακολούθους  που  της  είναι  αφοσιωμένοι.  Η  ζωή  στη  Μόσχα  είναι  μια  αλληλοδιαδοχή από γιορτές, χορούς και δείπνα που η μεγαλοπρέπειά τους της ξεσηκώνει  τα  μυαλά.  Αντίθετα,  η  Σοφία  διατηρεί  όλη  της  τη  νηφαλιότητα  μπροστά  σ'  αυτή  την  παρέλαση  προσώπων  και  ονομάτων.  Αφού  περάσει  ο  αρχικός  ίλιγγος,  παρατηρεί,  πληροφορείται,  προσπαθεί  να  μαντέψει  όλες  τις  λεπτομέρειες  που  αφορούν  τον  καθένα.  Έχει κιόλας καταλάβει ότι, αν θέλει κάποια μέρα να κινείται με άνεση σ' αυτό το λαμπρό και  επιτηδευμένο  περιβάλλον,  πρέπει  οπωσδήποτε  να  μυηθεί  στα  απόκρυφα  της  Αυλής.  Στο  Στετίνο, έκανε όνειρα μπροστά στο πορτραίτο της αυτοκράτειρας, αυτής της τόσο υπέροχης  γυναίκας με το επίσημο ένδυμα, το πλούσιο στήθος, τη βαθυγάλαζη ματιά. Η μητέρα της,  θέλοντας  να  την  προετοιμάσει  για  ένα  ενδεχόμενο  «ρωσικό  πεπρωμένο»,  τη  δίδαξε  να  σέβεται  τούτη  την  ισχυρή  και  μεγαλόψυχη  άνασσα.  Ωστόσο,  η  πραγματικότητα  δεν  είναι  όπως της την παρουσίασαν ούτε όπως την ονειρεύτηκε. Η Σοφία θα την πληροφορηθεί σιγά  σιγά μέσ' από συμπτωματικές εκμυστηρεύσεις που διαδίδονται από στόμα σε στόμα. Ποια  είναι η πραγματική Ελισάβετ της Ρωσίας; Όμορφη, λαίμαργη, αισθησιακή, νωχελική, ένιωσε  στα  νιάτα  της  ένα  πολύ  τρυφερό  συναίσθημα  για  το  μνηστήρα  της  (τον  αδελφό  της  Ιωάννας)  και,  μετά  το  θάνατό  του,  επιδόθηκε  στις  πιο  ποταπές  ερωτικές  περιπέτειες.  Οι  εραστές  διαδέχονταν  ο  ένας  τον  άλλο  στο  κρεβάτι  της.  Αξιωματούχοι  της  Αυλής,  πρεσβευτές, αμαξάδες, λακέδες, αξιωματικοί της φρουράς∙ δεν έλεγε όχι σε κανένα. Μετά  το θάνατο του Πέτρου Β', εγγονού του Πέτρου του Μεγάλου, το 1730, έχει την ευκαιρία να  ανέβει στο θρόνο: η αδελφή της Άννα που πέθανε, την άφησε μοναδική άμεση κληρονόμο  του  αυτοκράτορα.  Υπερβολικά  απορροφημένη  από  την  ερωτική  της  ζωή,  θεωρεί  προτιμότερο να παραχωρήσει τη θέση της σε μια ανιψιά του Πέτρου του Μεγάλου7, επίσης  Άννα, χήρα του δούκα της Κουρλάνδης, η οποία δεν είχε παιδιά και πίστευε ότι εξασφάλισε  έναν κληρονόμο στο πρόσωπο του γιου της ανιψιάς της, μιας τρίτης Άννας, δούκισσας του  Μεκλεμβούργου. Όταν το 1740 πεθαίνει η αυτοκράτειρα, ο «κληρονόμος» —ηλικίας μόλις  μερικών μηνών— ανακηρύσσεται αυτοκράτορας με το όνομα Ιβάν ΣΤ'. Η νεαρή μητέρα του  Άννα  του  Μεκλεμβούργου  εξασφαλίζει  την  αντιβασιλεία.  Την  Άννα  περιστοιχίζει  ένα  συμβούλιο αποτελούμενο εξ ολοκλήρου από Γερμανούς. Στην Αυλή, η ρωσική πλευρά, με  την  ισχυρή  υποστήριξη  των  αντιπροσώπων  της  Γαλλίας,  αγανακτεί  βλέποντας  την  αυτοκρατορική εξουσία να συγκεντρώνεται στο πρόσωπο ενός μακρινού μικρανεψιού του  Πέτρου  του  Μεγάλου,  ενώ  ταυτόχρονα  επισκιάζεται  η  Ελισάβετ  γνήσια  κόρη  του  Πέτρου  του Μεγάλου και της Αικατερίνης Α'. Ο μαρκήσιος ντε Λα Σεταρντί, πρεσβευτής της Γαλλίας,  και ο γιατρός Λεστόκ —κι οι δυο συγκαταλέγονταν μεταξύ των εραστών της Ελισάβετ— την  έπεισαν ότι, αν δεν ενεργούσε εσπευσμένα, η αντιβασίλισσα Άννα του Μεκλεμβούργου θα  την  έπιανε  και  θα  την  έκλεινε  σε  μοναστήρι.  Τρομοκρατημένη,  η  Ελισάβετ  αποφασίζει  επιτέλους  να  προλάβει  οποιαδήποτε  κίνηση  των  αντιπάλων  της.  Οι  αξιωματικοί  της  φρουράς του Πρεομπραζένσκι της είναι αφοσιωμένοι. Στη στιγμή, ο μικρός τσάρος Ιβάν ΣΤ',  η  Άννα  του  Μεκλεμβούργου  και  ο  σύζυγός  της  δούκας  του  Μπρούνσβιχ  συλλαμβάνονται  και φυλακίζονται σ' ένα φρούριο.  Μετά  τη  στέψη  της,  η  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ  παρουσιάζει  στον  καινούργιο  της  ρόλο  ένα  αλλόκοτο  κράμα  τεμπελιάς  και  πείσματος,  κοκεταρίας  και  σκληρότητας,  ευσέβειας  και  αδιαντροπιάς.  Οι  ερωτικοί  της  εκτραχηλισμοί,  η  αγάπη  της  για  τα  όργια  και  το  πάθος  για  την εξωτερική της εμφάνιση που αγγίζει τα όρια της μανίας (δεν φορούσε ποτέ για δεύτερη  φορά  το  ίδιο  φόρεμα)  δεν  την  εμποδίζουν  να  σέβεται  τα  θεία  και  να  προσκυνά  τα  εικονίσματα.  Έβαφε  τα  μαλλιά  της  και  τα  φρύδια  της  μαύρα,  φορτωνόταν  με  κοσμήματα 

Digitized by 10uk1s 


και δεν  επέτρεπε  σε  καμιά  άλλη  γυναίκα  να  λάμπει  δίπλα  της.  Μόλο  που  μιλούσε  με  ευχέρεια  γαλλικά,  ιταλικά  και  γερμανικά,  ήταν  ελάχιστα  μορφωμένη  και  αρκετά  κακοαναθρεμμένη.  Με  την  ενθρόνισή  της,  καταργεί  από  καλοσύνη  τη  θανατική  ποινή,  επιβάλλει όμως σε πολλούς αξιωματικούς την αναπαράσταση της εσχάτης των ποινών πριν  τους  στείλει  στη  Σιβηρία.  Το  1743  κόβει  τη  γλώσσα  της  κόμισσας  Λοπούκχιν  και  της  κόμισσας  Μπεστούζεφ,  επειδή  βρέθηκαν  αναμεμιγμένες  σε  κάποια  συνωμοσία.  «Η  Μεγαλειότητά της έχει μια έντονη αγάπη για τα δυνατά ηδύποτα», θα γράψει ο ιππότης ντ'  Εόν,  μυστικός  πράκτορας  του  Λουδοβίκου  ΙΕ'.  «Συχνά  αισθάνεται  μια  αδιαθεσία  που  καταλήγει  σε  λιποθυμία.  Τότε,  πρέπει  να  της  κόψουν  το  φόρεμα  και  τους  κορσέδες  της.  Χτυπάει  τους  υπηρέτες  και  τις  γυναίκες  της».  Ματαιόδοξη,  ευέξαπτη,  μνησίκακη,  ασχολείται  με  τις  δημόσιες  υποθέσεις  κατά  περιόδους  και  κατά  τα  κέφια  της.  Παρ'  όλα  αυτά, οι υπουργοί της τρέμουν μπροστά της, γνωρίζοντας ότι, από μια ξαφνική μεταστροφή  της διάθεσής της, είναι ικανή να τους στείλει κατευθείαν από το γραφείο τους αιχμάλωτους  σε  κάποιο  φρούριο.  Μέσα  σε  δύο  χρόνια  βασιλείας,  ο  χαρακτήρας  της,  αυταρχικός  και  άστατος ταυτόχρονα, σκληραίνει σε τέτοιο βαθμό που οι ξένοι διπλωμάτες τη θεωρούν ως  το  πρόσωπο  το  οποίο  μπορείς  να  καταλάβεις  και  να  ξεγελάσεις  δυσκολότερα  από  κάθε  άλλο. Παρά την ελαφρότητα της ιδιωτικής της συμπεριφοράς, δεν αμφέβαλλε ούτε στιγμή  για  τη  —σχεδόν  εκ  Θεού—  νομιμότητα  της  εξουσίας  της  πάνω  στον  ρωσικό  λαό.  Έτσι,  έκρινε  απαραίτητο να εξασφαλίσει ευθύς εξαρχής τη διαδοχή της. Μιας και δεν είχε ούτε  μπορούσε  να  αποκτήσει  παιδί,  σκέφτηκε  τον  ανιψιό  της  Κάρολο‐Πέτρο‐Ούλριχ  του  Χολστάιν,  γιο  της  πεθαμένης  αδελφής  της  Άννας  και  εγγονό  του  Πέτρου  του  Μεγάλου.  Ασθενικό και σχεδόν καθυστερημένο, το αγόρι ανατράφηκε στο Κίελο από αξιωματούχους  του  Χολστάιν.  Μεγαλωμένο  στρατιωτικά,  ασκούνταν  από  τα  εφτά  του  χρόνια  μ'  ένα  τουφέκι  κι  ένα  σπαθί  στα  μέτρα  του,  φύλαγε  σκοπιά  και  μάθαινε  τη  διάλεκτο  των  στρατώνων.  Στα  εννιά  του  χρόνια,  με  το  βαθμό  του  λοχία,  στέκεται  με  το  όπλο  παραμάσχαλα  στην  πόρτα  της  αίθουσας  όπου  ο  πατέρας  του  παραθέτει  συμπόσιο  σε  φίλους. Τα μάτια του σχεδόν βουρκώνουν στη θέα των λαχταριστών φαγητών που περνούν  από μπροστά του. Την ώρα που σέρβιραν το δεύτερο πιάτο, ο πατέρας του τον αποσπά από  τη φρουρά, του απονέμει δημόσια το βαθμό του υπολοχαγού και τον διατάσσει να καθήσει  ανάμεσα στους καλεσμένους. Τότε το παιδί νιώθει να του κόβεται η όρεξη από ευτυχία και  δεν  μπορεί  να  φάει  τίποτε.  Αργότερα  θα  πει  ότι  μ'  αυτό  το  γεγονός  σφραγίστηκε  η  ωραιότερη  μέρα  της  ζωής  του.  Το  1739,  χρονιά  του  θανάτου  του  πατέρα  του,  βασικός  παιδαγωγός του ονομάστηκε ο Μπρύμερ από το Χολστάιν, στρατάρχης της δουκικής αυλής.  Ένα  μανιακό  κτήνος  με  παρωπίδες,  ένας  «δαμαστής  αλόγων».  Αδιαφορώντας  για  την  εύθραυστη  υγεία  του  μαθητή  του,  τον  τιμωρούσε  στερώντας  του  το  φαγητό  και  υποχρεώνοντάς  τον  να  μένει  γονατισμένος  πάνω  σε  ξερά  μπιζέλια  τόσο  που,  κατά  τον  Σταίλιν  —τον  άλλο  του  παιδαγωγό—,  «τα  γόνατά  του  κοκκίνιζαν  και  πρήζονταν».  Κάποια  μέρα,  ο  Σταίλιν  αναγκάστηκε  να  παρέμβει  για  να  εμποδίσει  τον  Μπρύμερ  να  γρονθοκοπήσει  τον  μικρό  πρίγκιπα.  Τρομοκρατημένος,  ο  Πέτρος‐Ούλριχ  επικαλούνταν  συχνά  τη  βοήθεια  της  φρουράς.  Πολλές  φορές,  υπό  τις  απειλές  του  Μπρύμερ,  το  παιδί  ξερνούσε  χολή.  Εξαιτίας  αυτής  της  μεταχείρισης,  γινόταν  σιγά  σιγά  δειλό,  ύπουλο,  όλο  πανουργία  και  κρυψίνοια.  Όταν  η  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ  τον  κάλεσε  στη  Μόσχα,  το  Φεβρουάριο  του  1742,  απογοητεύτηκε  από  τον  δεκατετράχρονο  έφηβο  —αλλοιωμένο  φυσικά  και  ηθικά—  που  της  παρουσίασε  ο  Μπρύμερ.  Εκείνη,  που  αγαπούσε  τους  καλοφτιαγμένους  αρσενικούς,  αναρωτιόταν  γεμάτη  αγωνία  αν  τούτο  το  ταλαίπωρο  ανθρώπινο  ρετάλι  θα  μπορούσε  να  σταθεί  καθιστό  σ'  ένα  θρόνο.  Μιλούσε  με  ευχέρεια  μονάχα  γερμανικά.  Ήταν  λουθηρανός.  Δεν  διέθετε  την  παραμικρή  κλίση  για  τη  διακυβέρνηση  μιας  χώρας.  Τόσο  το  χειρότερο.  Έπρεπε  να  αρκεστεί  στα  υπάρχοντα.  Και  πρώτα  απ'  όλα,  να  εξασφαλίσει  το  μέλλον  της  δυναστείας  των  Ρομανώφ.  Βαφτισμένος  Πέτρος  Φεντόριβιτς,  σύμφωνα  με  το  ορθόδοξο  τυπικό,  ο  ανιψιός  της  αυτοκράτειρας  απέκτησε  τον  τίτλο  του  μεγάλου  δούκα  και  ονομάστηκε  διάδοχος  του  ρωσικού  θρόνου. 

Digitized by 10uk1s 


Ωστόσο, περιφρονούσε την καινούργια του πίστη, κορόιδευε τους πατριάρχες, αρνούνταν  κατηγορηματικά  να  μάθει  ρωσικά  και  νοσταλγούσε  την  παλιά  του  πατρίδα.  Κοντολογίς,  η  Ελισάβετ, που έβγαλε απ' το δρόμο της την οικογένεια Μέκλεμπουργκ, η οποία στα μάτια  του  λαού  αντιπροσώπευε  τη  γερμανική  επιρροή,  υιοθετούσε  με  τον  πιο  αλλοπρόσαλλο  τρόπο ως κληρονόμο της έναν άλλο Γερμανό. Και του πρόσφερε ως μνηστή μια Γερμανίδα!  Τούτη  η  μνηστή,  παρά  τη  νεαρή  της  ηλικία,  έχει  αποκρυσταλλωμένη  κρίση.  Αποδεκτή  με  χαρά  από  τον  μεγάλο  δούκα  Πέτρο,  παρασύρεται,  βέβαια,  από  τη  συμπάθεια  που  της  δείχνει  αυτός,  αλλά  βρίσκει  παιδιάστικα  τα  λόγια  του  και  ασταθή  τα  συναισθήματά  του.  Εκείνο  που  χαροποιεί  τον  πρίγκιπα  από  τη  στιγμή  που  συναντήθηκαν,  είναι  ότι  έχει  επιτέλους μια σύντροφο της ηλικίας του, με την οποία θα μπορεί να φλυαρεί. «Σ' αυτό το  σύντομο  διάστημα»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη  στα  Απομνημονεύματά  της,  «είδα  και  κατάλαβα ότι δεν είχε σε ιδιαίτερη υπόληψη το έθνος στο οποίο επρόκειτο να βασιλέψει,  ότι  επέμενε  στο  λουθηρανισμό,  ότι  δεν  του  άρεσε  ο  περίγυρός  του  και  ότι  παραήταν  παιδί».  Καθώς  η  Σοφία  του  εμπνέει  εμπιστοσύνη,  της  ομολογεί  ότι  τη  βρίσκει  πολύ  συμπαθητική  ως  συγγενή  του∙  όμως  αγαπάει  κάποιαν  άλλη,  τη  δεσποινίδα  Λοπούκχιν,  η  οποία  έχει  δυστυχώς αποπεμφθεί από την Αυλή από τότε που έκοψαν τη γλώσσα της μητέρας της. Η  τελευταία  είχε  κατηγορηθεί  για  πολιτικές  μηχανορραφίες  και  εξορίστηκε  στη  Σιβηρία.  Προσθέτει με αφέλεια ότι θα παντρευόταν ευχαρίστως εκείνο το κορίτσι, αλλά αποφάσισε  να  παντρευτεί  τη  Σοφία  «επειδή  το  επιθυμεί  η  θεία  του».  «Άκουγα  τούτα  τα  λόγια  περί  συγγενείας  κοκκινίζοντας,  και  τον  ευχαρίστησα  για  την  πρόωρη  εμπιστοσύνη  που  μου  έδειχνε»,  θα  γράψει η Σοφία. «Κατά βάθος όμως με παραξένευε η απρονοησία του  και  η  έλλειψη κρίσης σε πάμπολλα πράγματα». Έχει ήδη σχηματίσει τη γνώμη της γι' αυτόν: Δεν  πρέπει  να  περιμένει  καμιά  ευχάριστη  έκπληξη  ως  προς  τον  αισθηματικό  τομέα.  Κάτι,  δηλαδή, που ήδη το προαισθανόταν ξεκινώντας για τη Ρωσία. Δεν ταξίδευε για να ζήσει ένα  μεγάλο έρωτα, αλλά για να επιτελέσει ένα πολιτικό έργο. Δεν είναι καν δεκαπέντε χρόνων  ακόμα, κι όμως δεν ακολουθεί τη μητέρα της στο πεταλούδισμα των κοσμικών περιπετειών,  αλλά προετοιμάζει το μέλλον της με ζήλο, όλο επιμέλεια, κρυφά απ' όλους. Έχει καταλάβει  ευθύς  εξαρχής  ότι,  για  να  αρέσει  στον  αυτοκράτορα,  για  να  επιβληθεί  στους  αξιωματούχους, για να κερδίσει τη συμπάθεια μικρών και μεγάλων, πρέπει να γίνει κι αυτή  τόσο  Ρωσίδα  όσο  αν  είχε  γεννηθεί  σε  τούτη  εδώ  τη  γη.  Ενώ  ο  ηλίθιος  εξάδελφός  της,  ο  μεγάλος  δούκας  Πέτρος,  προκαλεί  αμηχανία  στο  περιβάλλον  του  με  τα  γερμανικά  του  φερσίματα,  εκείνη  επιδίδεται  με  όλο  και  περισσότερη  ζέση  στη  μελέτη  της  ρωσικής  γλώσσας  και  της  ορθόδοξης  θρησκείας.  Δάσκαλός  της  στα  θρησκευτικά  είναι  ο  Συμεών  Τοντόρσκι, ιερέας εκλεπτυσμένος, καλλιεργημένος, με πλατιές ιδέες. Μιλώντας με άνεση τη  γερμανική γλώσσα, εξηγεί στη Σοφία ότι η ορθόδοξη πίστη δεν απέχει τόσο όσο λένε από  τη  λουθηρανική  και  ότι  δεν  θα  αθετήσει  την  υπόσχεση  που  έδωσε  στον  πατέρα  της  αν  ασπασθεί την πρώτη. Το κορίτσι επιθυμεί να πεισθεί. Ο Θεός, σκέφτεται, δεν θα 'πρεπε να  της  καταλογίσει  το  γεγονός  ότι  θέλει  να  αλλάξει  δόγμα  όταν  τα  επινίκια  τούτης  της  μεταστροφής  είναι  η  ρωσική  αυτοκρατορία.  Για  να  προλειάνει  το  έδαφος,  γράφει  στον  πατέρα  της  ότι  δεν  υπάρχει  δογματική  αντινομία  ανάμεσα  στις  δυο  πίστεις.  Μονάχα  ο  «εξωτερικός  τύπος» διαφέρει. Αυτός ο «εξωτερικός τύπος» την  παρασέρνει  προφανώς με  την  ανατολίτικη  μεγαλοπρέπειά  του.  Αναθρεμμένη  με  τη  λουθηρανική  αυστηρότητα,  βλέπει  σ'  αυτόν  τον  κόσμο,  τον  γεμάτο  χρυσάφια,  θυμιάματα,  εικόνες,  κεριά,  γονυκλισίες  και μυστηριακές ψαλμωδίες, μια σκηνοθεσία απαραίτητη για την «αποκτήνωση του λαού»,  σύμφωνα με τη δική της έκφραση. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι η ορμή της ψυχής  και  όχι  ο  εξωτερικός  τύπος,  ο  οποίος  συνοδεύει  τούτη  την  έξαρση.  Ο  Χριστιανός‐ Αύγουστος, ξαφνιασμένος από την ταχύτητα της αλλαγής, μάταια γράφει στην κόρη του ότι  οφείλει  «να  αντιμετωπίσει  τούτη  τη  δοκιμασία  χωρίς  ελαφρότητα».  Εκείνη  έχει  πάρει  κιόλας την απόφασή της. 

Digitized by 10uk1s 


Η επιθυμία  της  για  «ρωσοποίηση»  είναι  τόσο  έντονη  που  ο  καθηγητής  της  των  ρωσικών  Αντοντούρωφ  δεν  παύει  να  επαινεί  το  ζήλο  της  μαθήτριάς  του,  η  οποία  τον  ικετεύει  να  παρατείνει το μάθημα πέρα από την καθορισμένη ώρα. Προκειμένου να τελειοποιηθεί στη  γνώση  της  γλώσσας,  σηκώνεται  τη  νύχτα  και  στρώνεται  μπροστά  στα  τετράδιά  της,  με  το  νυχτικό της και ξυπόλυτη, για να μάθει απέξω λίστες λέξεων. Κρυολογεί. Η  μητέρα της τη  μαλώνει  γιατί  «χαϊδεύεται»  και  της  επιβάλλει  να  κρύψει  την  αδιαθεσία  της  από  τα  μάτια  των  αυλικών  που  καραδοκούν  ακόμα  και  την  παραμικρή  αδυναμία  της  μνηστής  του  μεγάλου  δούκα.  Υπακούει  μεν,  αλλά  ο  πυρετός  της  ανεβαίνει,  πέφτει  λιπόθυμη  —  και  η  ιατρική  διάγνωση  είναι  οξεία  πνευμονία.  Η  ζωή  της  πριγκίπισσας  κινδυνεύει.  Μεμιάς  αναζωπυρώνεται η ελπίδα της αντιγαλλικής φατρίας του Μπεστούζεφ. Αν η Σοφία πεθάνει,  θα  μπορέσει  να  προτείνει  μια  άλλη  υποψήφια  που  θα  ευνοείται  από  την  αυστρο‐αγγλική  συμμαχία. Η  αυτοκράτειρα όμως επιβεβαιώνει πως, ό,τι κι αν συμβεί, δεν  θέλει Σαξονίδα  πριγκίπισσα κοντά της. Και ο Μπρύμερ εμπιστεύεται στον Λα Σεταρντί ότι «ακόμα και στη  δυσάρεστη  ακραία  περίπτωση»,  έχει  ήδη  λάβει  τα  μέτρα  του:  έχει  για  τον  μεγάλο  δούκα  μια  πριγκίπισσα  από  το  Ντάρμσταντ,  «με  όμορφο  πρόσωπο»,  που  την  είχε  προτείνει  ο  βασιλιάς της Πρωσίας «αν τυχόν δεν επιλεγόταν η πριγκίπισσα του Τσερμπστ».  Ενώ οι άλλοι ψάχνουν για την πιθανή αντικαταστάτριά της, η Σοφία νιώθει τα δόντια της να  χτυπούν  από  ρίγη,  είναι  λουσμένη  στον  ιδρώτα  μέσα  στο  κρεβάτι  της,  παραπονιέται  ότι  πονάει  στο πλευρό και υφίσταται τις  επιπλήξεις της μητέρας της που τσακώνεται με τους  γιατρούς.  Θέλουν  να  κάνουν  αφαίμαξη  στην  άρρωστη  και  η  Ιωάννα  δεν  συμφωνεί.  Κάνοντας αφαίμαξη στον αδελφό της, το μνηστήρα της αυτοκράτειρας, τον σκότωσαν, λέει.  Αποφασίζουν να το αναφέρουν στην Ελισάβετ. Εκείνη κάνει παράκληση στο μοναστήρι της  Τρόιτζα.  Ύστερα  από  πέντε  μέρες,  καταφθάνει  με  το  τσιράκι  της,  το  γιατρό  Λεστόκ,  μέμφεται  την  Ιωάννα  επειδή  τόλμησε  να  πει  όχι  στους  ειδικούς,  και  διατάσσει  να  γίνει  η  αφαίμαξη. Όταν το αίμα αρχίζει να ρέει, η Σοφία χάνει τις αισθήσεις της. Συνέρχεται στην  αγκαλιά  της  αυτοκράτειρας.  Παρά  την  υπερβολική  της  αδυναμία,  αναλογίζεται  πόσο  τυχερή είναι. Ξαφνικά, απέκτησε μητέρα. Και μάλιστα την Ελισάβετ της Ρωσίας! Για να την  ανταμείψει  για  το  θάρρος  της,  η  Ελισάβετ  της  χαρίζει  ένα  διαμαντένιο  περιδέραιο  κι  ένα  ζευγάρι  σκουλαρίκια.  Η  Ιωάννα  εκτιμά  το  σύνολο  σε  είκοσι  χιλιάδες  ρούβλια.  Η  αυτοκράτειρα  όμως  στη  βιασύνη  της  να  δει  θεραπευμένο  το  κορίτσι,  διατάσσει  τη  μία  αφαίμαξη μετά την άλλη. Περισσότερες από δεκαέξι μέσα σε είκοσι εφτά μέρες. Η Ιωάννα  διαμαρτύρεται. Η αυτοκράτειρα την περιορίζει στα διαμερίσματά της.  Στην  Αυλή,  όλοι  πλέον  ξέρουν  ότι  η  μικρή  πριγκίπισσα  αρρώστησε  ξενυχτώντας  για  να  μάθει  ρωσικά.  Μέσα  σε  μερικές  μέρες  γίνεται  αγαπητή  σε  όλους  όσοι  αντιπαθούν  τους  γερμανόφερτους  τρόπους  του  μεγάλου  δούκα  Πέτρου.  Επειδή  η  κατάστασή  της  δεν  παρουσιάζει  καμιά  βελτίωση,  η  μητέρα  καλεί  στο  προσκέφαλο  της  άρρωστης  ένα  λουθηρανό πάστορα. Καταβεβλημένη από τον πυρετό και εξαντλημένη από τις αφαιμάξεις  και τις νηστείες, η Σοφία, μέσα σε μια καταπληκτική φάση αναζωπύρωσης της θέλησής της,  ψιθυρίζει: «Προς τι; Φωνάξτε καλύτερα τον Συμεών Τοντόρσκι. Ευχαρίστως θα μιλήσω μαζί  του». Και πράγματι, ο Συμεών Τοντόρσκι δίνει παρηγοριά, με την ορθόδοξη πίστη του, στη  γλυκιά  λουθηρανή  μνηστή  του  μεγάλου  δούκα.  Η  αυτοκράτειρα  συγκινείται  μέχρι  δακρύων. Τα λόγια της Σοφίας διαδίδονται σ' ολόκληρη την πόλη.  Ενώ όμως η κοπελίτσα κερδίζει τις καρδιές των γύρω της, η μητέρα της με τις απρέπειές της  αποκτά  όλο  και  περισσότερους  εχθρούς.  Φτάνει  μάλιστα  στο  σημείο  να  ζητήσει  από  το  ετοιμοθάνατο παιδί της κάποιο ανοιχτογάλαζο ύφασμα, με ασημένια λουλούδια, δώρο του  θείου  Γεωργίου‐Λουδοβίκου.  Η  Σοφία  τής  το  δίνει  με  κρύα  καρδιά.  Βλέποντάς  την  τόσο  υπάκουη, όλοι αγανακτούν με τον εγωισμό της Ιωάννας. Για να παρηγορήσει το κορίτσι, η  αυτοκράτειρα  της  στέλνει  κάμποσα  υφάσματα  πολύ  πιο  βαρύτιμα  από  εκείνο  που  της  στέρησαν. Αυτά τα σημάδια στοργής ενισχύουν στη Σοφία τη σκέψη ότι, αν γίνει καλά, δεν 

Digitized by 10uk1s 


θα την ξαναδούν στο Τσερμπστ. Παρά την υπερβολική αδυναμία της, συνεχίζει με επιμονή  να αντλεί οφέλη απ' όλα όσα βλέπει και ακούει. Συχνά, με τα μάτια κλειστά, παριστάνει την  κοιμισμένη, για να αρπάξει τις κουβέντες των κυριών της Αυλής στις οποίες η αυτοκράτειρα  έχει αναθέσει να ξαγρυπνούν δίπλα της. «Άνοιγαν η μια στην άλλη την καρδιά τους κι έτσι  εγώ μάθαινα ένα σωρό πράγματα», γράφει.  Σιγά σιγά,  παρά τα  καταπότια και τις αφαιμάξεις, η Σοφία ανακτά δυνάμεις. Το  κακό  έχει  επιτέλους ξορκιστεί. Θα μπορέσει να σταθεί ξανά επί των επάλξεων. Στις 21 Απριλίου 1744,  επέτειο  των  γενεθλίων  της  (γίνεται  δεκαπέντε  χρόνων),  εμφανίζεται  και  πάλι  δημόσια.  «Ήμουν  αδύνατη  σαν  σκελετός»,  θα  γράψει,  «είχα  ψηλώσει,  αλλά  το  πρόσωπο  και  τα  χαρακτηριστικά μου μάκρυναν∙ μου έπεφταν τα μαλλιά και ήμουν χλομή σαν πεθαμένη. Κι  εγώ η ίδια έβρισκα τον εαυτό μου άσχημο σαν σκιάχτρο και δεν μπορούσα να ξαναβρώ την  παλιά  μου  φυσιογνωμία.  Εκείνη  την  ημέρα,  η  αυτοκράτειρα  μου  έστειλε  ένα  βαζάκι  με  κοκκινάδι και με διέταξε να το χρησιμοποιήσω».  Ύστερα από λίγες μέρες, προχωρώντας με πείσμα προς το στόχο που είχε θέσει στον εαυτό  της,  γράφει  στον  πατέρα  της  για  να  του  ανακοινώσει  ότι  σκοπεύει  σύντομα  να  βαφτιστεί  χριστιανή ορθόδοξη.  «Επειδή  δεν  βρίσκω  σχεδόν  καμιά  διαφορά  ανάμεσα  στην  ελληνική  και  τη  λουθηρανική  πίστη,  αποφάσισα  (αφού  έλαβα  υπόψη  τις  ευγενικές  υποδείξεις  της  Υψηλότητάς  Σας)  να  αλλάξω δόγμα και να σας στείλω αυθημερόν την ομολογία της καινούργιας πίστης μου. Θα  με  κολάκευε  αν  η  Υψηλότητά  Σας  χαιρόταν».  Ενώ  χαράζει  τούτες  τις  πομπώδεις  φράσεις,  έχει  πλήρη  επίγνωση  ότι  ο  πατέρας  της  θα  στενοχωρηθεί  βαθύτατα  διαβάζοντάς  τες.  Γι'  αυτήν, όμως, το Τσερμπστ είναι τώρα πολύ μακριά, το γερμανικό της παρελθόν μοιάζει να  ανήκει σε άλλη, είναι στραμμένη ολόκληρη προς την καινούργια της οικογένεια, προς την  καινούργια της χώρα. Αρκεί να μη χαλάσει τα πάντα η μητέρα της, η οποία ανακατεύεται,  μηχανορραφεί,  συνωμοτεί.  Η  Ιωάννα  δέχεται  τώρα  στο  σαλόνι  της  τους  χειρότερους  εχθρούς του αντικαγκελάριου Μπεστούζεφ: τον Λεστόκ, τον Λα Σεταρντί, τον Μάρντεφελντ,  τον Μπρύμερ... Γίνεται ακόμα πιο νευρική και φλύαρη. Πιστεύει ότι έχει μυαλό πολιτικού.  Δεν  παρατηρεί  ότι,  εδώ  και  λίγο  καιρό,  η  αυτοκράτειρα  της  συμπεριφέρεται  με  ιδιαίτερη  ψυχρότητα.  Το  Μάιο  του  1744,  η  Ελισάβετ  και  οι  αυλικοί  της  πηγαίνουν  ξανά  στο  μοναστήρι  της  Τρόιτζα.  Η  Σοφία,  η  Ιωάννα  και  ο  μεγάλος  δούκας  Πέτρος  παίρνουν  διαταγή  να  συναντήσουν τη Μεγαλειότητά της εκεί. Μόλις φτάνουν, η αυτοκράτειρα καλεί την Ιωάννα  στο  διαμέρισμά  της.  Ο  Λεστόκ  τους  ακολουθεί.  Ενώ  οι  τρεις  τους  συζητούν  κεκλεισμένων  των θυρών, η Σοφία και ο Πέτρος —καθισμένοι στο περβάζι ενός παραθύρου δίπλα δίπλα,  με τα πόδια τους να κρέμονται— φλυαρούν χαρούμενα. Ωριμασμένη από την αρρώστια, η  Σοφία  νιώθει  πιο  κοντά  στον  κόσμο  των  ενηλίκων  παρά  στο  παιδιάστικο  σύμπαν  όπου  εξακολουθεί να κινείται ο εξάδελφός της. Αυτός παίζει ακόμα με μολυβένια στρατιωτάκια  και  διαδίδει  επίσημα  κουτσομπολιά.  Κακοαναθρεμμένος  και  άξεστος  πιτσιρίκος  που  δεν  ένιωσε ποτέ στοργή, δεν της συμπεριφέρεται όπως αρμόζει στη μνηστή του ούτε καν όπως  αρμόζει σ' ένα κορίτσι. Δεν τη φροντίζει καθόλου. Παρ' όλα αυτά, επιδιώκει τη συντροφιά  της. Την ώρα που εκείνη γελάει με τις ηλιθιότητες που της αραδιάζει, η πόρτα ανοίγει και  εμφανίζεται  ξαφνικά  ο  Λεστόκ,  γιατρός  και  σύμβουλος  της  αυτοκράτειρας.  Με  τραγική  έκφραση  στο  πρόσωπό  του,  λέει  απότομα  στη  Σοφία:  «Τούτο  το  πανηγύρι  να  σταματήσει  αμέσως!  Ετοιμάστε  τις  βαλίτσες  σας!  Φεύγετε  αμέσως  για  το  σπίτι  σας!».  Η  Σοφία,  με  κομμένη  την  ανάσα  μετά  απ'  αυτή  τη  γεμάτη  αναίδεια  ξαφνική  δήλωση,  σιωπά,  ενώ  ο  μεγάλος  δούκας  ζητάει  εξηγήσεις.  «Θα  τα  μάθετε  αργότερα!»  αποκρίνεται  ο  Λεστόκ  και  φεύγει  με  ύφος  περισπούδαστο.  Αμέσως,  η  Σοφία  σκέφτεται  ότι  κάποιο  παραστράτημα  έκανε  η  μητέρα  της.  «Ακόμα  κι  αν  η  μητέρα  σας  έχει  σφάλει,  δεν  φταίτε  εσείς», 

Digitized by 10uk1s 


συμπληρώνει ο  μεγάλος  δούκας.  «Είναι  χρέος  μου  ν'  ακολουθήσω  τη  μητέρα  μου  και  να  κάνω ό,τι με προστάζει», απαντάει εκείνη. Βαθιά μέσα της, ελπίζει ότι ο μεγάλος δούκας θα  την ικετεύσει να μείνει. Αυτό όμως ούτε καν περνάει από το νου του Πέτρου. Αν δεν είναι  αυτή,  θα  'ναι  κάποια  άλλη...  «Είδα  ξεκάθαρα  ότι  θα  με  αποχωριζόταν  χωρίς  ιδιαίτερη  θλίψη»,  θα  γράψει  στα  Απομνημονεύματά  της.  «Όσο  για  μένα,  βλέποντας  τις  διαθέσεις  του,  μου  ήταν  σχεδόν  αδιάφορος.  Όχι  όμως  και  το  στέμμα  της  Ρωσίας!»  Γκρεμίζονταν  άραγε τα όνειρά της; Θα έπρεπε να επιστρέψει στο Τσερμπστ ταπεινωμένη; Με την καρδιά  σφιγμένη από αγωνία, η Σοφία μαντεύει ότι εκείνη τη στιγμή, πίσω από τις κλειστές πόρτες  όπου συσκέπτονται η μητέρα της και η αυτοκράτειρα, διακυβεύεται το μέλλον της. Τέλος, η  τσαρίνα  βγαίνει  από  το  δωμάτιο.  Το  πρόσωπό  της  είναι  ξαναμμένο,  το  ύφος  της  εξοργισμένο, το βλέμμα της εκδικητικό. Πίσω της, καλπάζει η Ιωάννα, αναστατωμένη, «με  μάτια  κόκκινα  και  βουρκωμένα».  Ενστικτωδώς  τα  δύο  νεαρά  άτομα  πηδούν  κάτω  από  το  ψηλό  παράθυρο  όπου  είχαν  στρογγυλοκαθήσει.  Η  βιασύνη  τους  δείχνει  να  αφοπλίζει  την  οργισμένη αυτοκράτειρα. Χαμογελάει με την παιδιάστικη κίνησή τους και τους αγκαλιάζει.  Η ελπίδα ξαναγεννιέται στην καρδιά της Σοφίας. Δεν έχουν χαθεί όλα, εφόσον η Ελισάβετ  κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στην ένοχη μητέρα και την αθώα κόρη.  Μετά την αναχώρηση της τσαρίνας, η Σοφία μαθαίνει επιτέλους, από την περίλυπη μητέρα  της, τους λόγους τούτης της μεγάλης έκρηξης. Ενώ η Ιωάννα συνωμοτούσε με τους φίλους  της Γαλλίας και της Πρωσίας για να ανατρέψει τον αντικαγκελάριο Μπεστούζεφ, αυτός είχε  δώσει διαταγή να αποσφραγίζεται η μυστική αλληλογραφία του Λα Σεταρντί ο οποίος, αν  και  βρισκόταν  επισήμως  σε  διαθεσιμότητα,  εξακολουθούσε  να  διατηρεί  τα  προνόμια  του  πρεσβευτή. Στις κατεξοχήν αναιδείς επιστολές του, ο Λα Σεταρντί κατέκρινε την οκνηρία και  την  επιπολαιότητα  της  αυτοκράτειρας,  την  άμετρη  αγάπη  της  για  την  εξωτερική  της  εμφάνιση.  Για  να  στηρίξει  τα  λεγόμενά  του,  ανέφερε  τις  απόψεις  της  Ιωάννας,  που  την  παρουσίαζε  πράκτορα  στην  υπηρεσία  του  βασιλιά  Φρειδερίκου.  Αφού  συγκέντρωσε  αρκετές αποδείξεις για τους εχθρούς του, ο Μπεστούζεφ θέτει τα ντοκουμέντα υπόψη της  τσαρίνας. Εκείνη, έξαλλη από οργή, διατάσσει την απέλαση του Λα Σεταρντί από τη Ρωσία  μέσα  στις  προσεχείς  είκοσι  τέσσερις  ώρες,  καλεί  την  Ιωάννα  και  την  περιλούζει  με  καταιγισμό ύβρεων. Η αξιοπιστία της πριγκίπισσας του Άνχαλτ‐Τσερμπστ στη ρωσική Αυλή  καταρρακώνεται. Οι μηχανορραφίες της υπέγραψαν την ίδια της την καταδίκη. Ένα μεγάλο  κενό  ανοίγεται  γύρω  της.  Κανείς  δεν  συχνάζει  πια  στο  σαλόνι  της.  Ωστόσο,  δεν  την  εκτοπίζουν.  Από  σεβασμό  προς  την  κόρη  της,  την  αφήνουν  να  φυτοζωεί  στο  διαμέρισμά  της.  Πνέει  μένεα  για  τη  νίκη  του  εχθρού  της  Μπεστούζεφ  που,  μεμιάς,  χρίζεται  καγκελάριος. Η αγανάκτησή της είναι τόσο έντονη που τα βάζει με τη Σοφία. Το πράο ύφος  της μικρής την εξοργίζει. Τη φορτώνει με σαρκασμούς και ύβρεις, καταλογίζει σ' αυτήν την  υποβάθμιση και των δυο τους. Με στωικότητα, η Σοφία ξαναβρίσκει το νήμα το οποίο είχε  κόψει η αδεξιότητα της Ιωάννας. Πρέπει να επανασυνδέσει τις κλωστές, να εξαγοράσει τα  σφάλματα, να αποκαταστήσει τις συμπάθειες. Κλεισμένη στον εαυτό της, σ' αυτή την ξένη  Αυλή,  στην  καρδιά  μιας  χώρας  που  αγνοεί  τα  ήθη  της  και  μετά  βίας  καταλαβαίνει  τη  γλώσσα  της,  με  μόνη  συντροφιά  μια  μητέρα  ενοχλητική  και  ματαιόδοξη,  στερημένη  από  φίλους  και  συμβούλους,  περιστοιχισμένη  από  ενέδρες,  δεν  χάνει  από  τα  μάτια  της  το  δρόμο  που  διάλεξε.  Να  γοητεύσει  την  αυτοκράτειρα  —μιας  και  δεν  διανοείται  καν  να  γοητεύσει τον Πέτρο— και να κάμψει τον τρομερό Μπεστούζεφ, μιας κι είναι αδύνατο να  τον  ανατρέψει.  Στην  πραγματικότητα,  ύστερα  από  μια  στιγμή  πανικού,  της  φαίνεται  πως  τούτη η κρίση που στοίχισε στην Ιωάννα τη θέση της, στράφηκε τελικά υπέρ αυτής: λες και,  σε αντίθεση προς τους ύπουλους χειρισμούς της μητέρας, η αθωότητα της κόρης φάνταζε  πιο συγκινητική στα μάτια της τσαρίνας. Σίγουρη τούτη τη φορά πως έχει εξασφαλίσει την  επιτυχία,  η  Σοφία  διπλασιάζει  το  ζήλο  της  για  τη  μελέτη  της  ρώσικης  γλώσσας  και  της  ορθόδοξης πίστης. Η θύελλα απομακρύνεται. Γίνεται και πάλι λόγος για αλλαγή δόγματος  και  αρραβώνες.  Επισπεύδουν  τις  ημερομηνίες.  Συζητούν  σοβαρά  τις  φάσεις  των  δύο  τελετών.  Η  Σοφία  προσπαθεί  να  δει  με  τρυφερότητα  τον  ταλαίπωρο  Πέτρο  με  τη  χλομή  Digitized by 10uk1s 


επιδερμίδα, το  λοξό  και  απειλητικό  μάτι,  το  βαθουλωμένο  στήθος.  Άραγε  θα  ξεπηδήσει  κάποια σπίθα ανάμεσά τους; Όχι. Ο μεγάλος δούκας ετοιμάζεται να παντρευτεί με τέτοια  αδιαφορία  σαν  να  επρόκειτο  ν'  αλλάξει  κοστούμι.  «Η  καρδιά  μου  δεν  προφήτευε  τίποτα  καλό»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη  στα  Απομνημονεύματά  της,  «μονάχα  η  φιλοδοξία  μου  με  στήριζε.  Κάτι  απροσδιόριστο  μέσα  μου  δεν  μ'  άφηνε  να  αμφιβάλλω  στιγμή  πως  θα  τα  κατάφερνα να γίνω αυτοκράτειρα της Ρωσίας». 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV  ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ  Με  αυτοκρατορική  διαταγή,  ορίζεται  επιτέλους  η  28η  Ιουνίου  1744  ως  μέρα  προσηλυτισμού της Σοφίας στην ορθόδοξη πίστη. Την επομένη, στις 29 Ιουνίου, εορτή των  αγίων  Πέτρου  και  Παύλου,  θα  τελεσθούν  οι  αρραβώνες  της  νεοφώτιστης  με  τον  μεγάλο  δούκα  Πέτρο.  Καθώς  πλησιάζουν  οι  δύο  αυτές  τελετές,  η  Σοφία  νιώθει  ένα  ανάμικτο  συναίσθημα  υπερδιέγερσης  και  αγωνίας.  Μόλο  που  οι  ευχές  της  οδεύουν  προς  την  εκπλήρωσή τους, διερωτάται ξαφνικά μήπως ακολούθησε λάθος δρόμο. Ποιες δοκιμασίες  τής  επιφυλάσσουν  άραγε  όλες  τούτες  οι  τιμές;  Ωστόσο,  δεν  αφήνει  να  φανεί  διόλου  η  ταραχή της.  «Κοιμήθηκε  περίφημα τη νύχτα», γράφει η μητέρα της. «Σίγουρη ένδειξη της  ψυχικής της ηρεμίας».  Ένα  πολυάριθμο  πλήθος  συνωθείται  στο  αυτοκρατορικό  παρεκκλήσι,  όταν  η  Σοφία  εμφανίζεται  μ'  έναν  αδριανό  χιτώνα,  σαν  ράσο,  ίδιο  με  εκείνο  της  αυτοκράτειρας,  από  κόκκινο γκρο ύφασμα της Τουρ με ασημένια σιρίτια, και μια άσπρη κορδέλα να σφίγγει τα  απουδράριστα μαλλιά της. «Οφείλω να πω ότι τη βρήκα όμορφη», παρατηρεί η μητέρα της.  Ολόκληρη  η  ομήγυρη  εντυπωσιάζεται  με  την  κομψότητα  αυτού  του  μικρού  καστανού  κοριτσιού,  με  τη  χλομή  επιδερμίδα,  τα  γαλάζια  μάτια,  το  ευγενικό  και  σεμνό  παράστημα.  Διαβάζει ρωσικά με έντονη γερμανική προφορά, «πενήντα φύλλα τετάρτου μεγέθους», και  απαγγέλλει  απέξω,  με  σταθερή  φωνή,  δίχως  να  σκοντάφτει  στις  λέξεις,  το  σύμβολο  της  καινούργιας  της  πίστης.  Η  αυτοκράτειρα  κλαίει  από  συγκίνηση  και  οι  αυλικοί,  μη  μπορώντας  να  υστερήσουν,  κλαίνε  κι  αυτοί  με  τη  σειρά  τους.  Μέσα  σ'  όλη  αυτή  τη  συγκίνηση,  η  Σοφία  θέλει  να  δείχνει  ευτυχισμένη,  γαλήνια  και  δυνατή:  «Από  την  πλευρά  μου, κράτησα γερά και με επαίνεσαν γι' αυτό». Εκείνη τη μέρα αλλάζει όνομα. Σίγουρα θα  μπορούσε να βαφτιστεί ορθόδοξη με το όνομα Σοφία — συνηθισμένο στην καινούργια της  πατρίδα.  Η  αυτοκράτειρα  όμως  αντιτίθεται  σ'  αυτό,  έχοντας  μέσα  της  την  ανάμνηση  της  θείας  της,  της  ετεροθαλούς  αδελφής  του  Μεγάλου  Πέτρου,  της  τρομερής  αντιβασίλισσας  Σοφίας,  που  χρειάστηκε  να  την  κλείσουν  σε  μοναστήρι  για  να  θέσουν  τέρμα  στη  σφοδρή  επιθυμία  της  για  εξουσία.  Αντίθετα,  Αικατερίνη  είναι  το  όνομα  της  μητέρας  της  αυτοκράτειρας.  Θα  μπορούσε  κανείς  να  φανταστεί  πιο  επιτυχημένη  εκλογή;  Αλλά  στη  Ρωσία, όλοι, εκτός από το μικρό τους όνομα φέρουν και το μικρό όνομα του πατέρα τους.  Και  ο  πατέρας  της  νέας  Αικατερίνης  ονομάζεται  Χριστιανός‐Αύγουστος.  Το  όνομα  Αικατερίνη  Χριστιάνοβνα  ή  Αικατερίνη  Αυγούστοβνα  θα  ηχούσε  ξενικά  προκαλώντας  τη  δυσάρεστη  ανάμνηση  της  αντιβασίλισσας  Άννας  Λεοπόλντοβνα,  μητέρας  του  μικρού  Ιβάν  ΣΤ' που η Ελισάβετ έχει εκθρονίσει. Επομένως η μέλλουσα μνηστή του μεγάλου δούκα θα  ονομαστεί  Αικατερίνη  Αλεξέγιεβνα,  με  άλλα  λόγια,  Αικατερίνη  θυγατέρα  του  Αλέξη,  κάτι  που θα ευχαριστήσει όλες τις σλαβικές καρδιές. Έτσι, ο πατέρας της Σοφίας, ο οποίος δεν  είχε  προσκληθεί  στη  γιορτή,  δεν  θα  εμφανιστεί  ούτε  καν  ως  όνομα  στο  χρίσμα  της  κόρης  του,  που  αποβαφτίζεται,  βαφτίζεται  εκ  νέου,  ξεριζώνεται,  μεταφυτεύεται,  ρωσοποιείται,  αλλάζει εντελώς προσωπικότητα. Τουλάχιστον φαινομενικά. Στην πραγματικότητα, ξέρει ότι  δεν  υπάρχει  βασική  διαφορά  ανάμεσα  στη  χθεσινή  Σοφία  και  τη  σημερινή  Αικατερίνη.  Απλώς, έχει προσπεράσει ένα επιπλέον στάδιο στο δρόμο που χάραξε. Βγαίνοντας από την  εκκλησία,  δέχεται  από  την  αυτοκράτειρα  ένα  περιδέραιο  και  μια  μπριλαντένια  καρφίτσα.  Εξαντλημένη όμως από την τελετή, ζητάει την άδεια να μην παραστεί στο γεύμα. Αυτό που  της  χρειάζεται  πάση  θυσία,  είναι  να  ανακτήσει  δυνάμεις  ενόψει  των  τέρψεων  που  θα  ακολουθήσουν.  Το  επόμενο  πρωί,  ημέρα  των  αρραβώνων,  μόλις  ανοίγει  τα  μάτια  της  τής  φέρνουν  ένα  πορτραίτο  της  αυτοκράτειρας  και  ένα  του  μεγάλου  δούκα,  στολισμένα  και  τα  δυο  με  μπριλάντια.  Ντύνεται  αμέσως  και  πηγαίνει  στην  Ελισάβετ,  η  οποία  την  υποδέχεται 

Digitized by 10uk1s 


φορώντας το  στέμμα  κι  έχοντας  ριγμένο  τον  αυτοκρατορικό  μανδύα  στους  ώμους  της.  Η  πομπή  συγκροτείται.  Μπροστά  περπατάει  η  αυτοκράτειρα,  κάτω  από  έναν  ουρανό  από  ατόφιο ασήμι που τον κρατούν οκτώ υποστράτηγοι. Η Αικατερίνη και ο μεγάλος δούκας την  ακολουθούν κατά πόδας. Πίσω τους έρχονται η Ιωάννα, η πριγκίπισσα του Χόμπουργκ και  οι κυρίες της Αυλής «σύμφωνα με την κοινωνική τους τάξη». Η πομπή κατεβαίνει αργά τη  σκάλα των τιμών του  παλατιού, του κράσνογιε κριλτσό, περνάει ανάμεσα  στις δύο  σειρές  της στρατιωτικής φρουράς και, διασχίζοντας την πλατεία, μπαίνει μέσα στον καθεδρικό ναό  όπου ο γενειοφόρος χρυσοστόλιστος και γεμάτος σεβασμό κλήρος υποδέχεται την άνασσά  του. Η Ελισάβετ οδηγεί τα δύο νεαρά άτομα πάνω σ' ένα βάθρο στρωμένο με βελούδο, στη  μέση  της  εκκλησίας.  Ο  αρχιεπίσκοπος  Αμβρόσιος  του  Νόβγοροντ  χοροστατεί  στους  αρραβώνες. Η τελετή κρατάει τέσσερις ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων όλη η ομήγυρη  στέκεται όρθια. Τα πόδια της Αικατερίνης μουδιάζουν. Παραπαίει από κούραση. Αλλάζουν,  τελικά,  δαχτυλίδια.  «Αυτό  που  μου  έδωσε  ο  Πέτρος  άξιζε  δώδεκα  χιλιάδες  ρούβλια»,  θα  γράψει η Αικατερίνη. «Αυτό που δέχτηκε από μένα, δεκατέσσερις χιλιάδες». Αμέσως μετά,  ακούγονται κανονιοβολισμοί. Οι καμπάνες χτυπούν απ' άκρη σ' άκρη της Μόσχας. Η μικρή  πριγκίπισσα  του  Άνχαλτ‐Τσερμπστ  έγινε  «μεγάλη  δούκισσα  της  Ρωσίας»,  «αυτοκρατορική  υψηλότητα».  Δέχεται  τούτο  τον  τίτλο  με  μια  ηρεμία  όλο  χαμόγελο,  μια  αξιοπρεπή  σεμνότητα.  Η  Ιωάννα  όμως  μαίνεται.  Έχει  διαρκώς  την  εντύπωση  πως  δεν  της  συμπεριφέρονται με όλες τις τιμές που αρμόζουν στη μητέρα της «διαδόχου του θρόνου».  Στο  γεύμα  των  αρραβώνων,  απαιτεί  να  καθήσει  μαζί  με  το  ζεύγος  των  μεγάλων  δουκών,  δίπλα στην τσαρίνα. Η θέση της, όπως λέει, δεν είναι δίπλα στις άλλες κυρίες της Αυλής. Η  αυτοκράτειρα  ενοχλείται  με  αυτή  την  αξίωση,  η  Αικατερίνη  υποφέρει  σιωπηλά  με  την  καινούργια απρέπεια της μητέρας της, ο τελετάρχης δεν ξέρει τι να κάνει. Τελικά, στήνουν  για την Ιωάννα ένα ξεχωριστό τραπέζι, μέσα σε ένα θάλαμο με τζαμόπορτα, απέναντι στο  θρόνο. Δειπνεί εκεί «λες και ήθελε να κρατήσει το ινκόγκνιτό της».  Το βράδυ, στο χορό, θα αποζημιωθεί. Της επιτρέπουν να χορέψει πάνω στο χαλί που είναι  στρωμένο μπροστά στο θρόνο, χαλί που μονάχα η τσαρίνα, η Αικατερίνη και η πριγκίπισσα  της  Έσσης  μπορούν  —ως  θέμα  αρχής—  να  πατούν  χορεύοντας  το  μενουέτο.  Καβαλιέροι  αυτών  των  κυριών  είναι  ο  μεγάλος  δούκας  Πέτρος,  οι  πρεσβευτές  της  Αγγλίας,  του  Χολστάιν, της Δανίας και ο πρίγκιπας της Έσσης. Οι υπόλοιποι αυλικοί κινούνται γύρω απ'  αυτή την ιερή περίμετρο. Ο χορός γίνεται μέσα στην Γκρανοβίταγια παλάτα, ή σαλόνι με τις  φασέτες,  του  οποίου  οι  λαξεμένοι  τοίχοι  θυμίζουν  το  εσωτερικό  ενός  ροδιού.  Ένας  πελώριος  κεντρικός  κίονας  υποβαστάζει  τη  χαμηλή  οροφή.  Υπηρέτες  με  λιβρέες  γαλλικού  στυλ,  με  πουδραρισμένη  περούκα  και  άσπρες  κάλτσες,  φρουρούν  τις  πόρτες.  Η  μουσική  είναι εκκωφαντική. Οι υποκλίσεις και τα χειροφιλήματα πληθαίνουν. Η Ιωάννα παρατηρεί,  στο  τέλος  της  γιορτής,  ότι  στο  δεξί  της  χέρι  έχει  «ένα  κόκκινο  σημάδι  σε  μέγεθος  γερμανικού  φιορινιού»,  από  τα  πολλά  φιλήματα.  «Κοντεύαμε  να  σκάσουμε  από  τη  ζέστη  και την πολυκοσμία», θα γράψει η Αικατερίνη.  Όταν πλησιάζει να τελειώσει η γιορτή, οι εύνοιες της αυτοκράτειρας διπλασιάζονται! Δώρα  σε  κοσμήματα  και  βαρύτιμα  υφάσματα,  και  επιπλέον  τριάντα  χιλιάδες  ρούβλια  για  τα  μικροέξοδα  της  καινούργιας  μεγάλης  δούκισσας8.  Το  ύψος  του  ποσού  θαμπώνει  την  Αικατερίνη.  Δεν  είχε  ποτέ  της  μέχρι  τότε  το  παραμικρό  χαρτζιλίκι.  Ευθύς  αμέσως,  στέλνει  κάποια  βοήθεια  στον  πατέρα  της  για  να  μπορέσει  να  ανταποκριθεί  στα  έξοδα  νοσηλείας  του  αδελφού  της.  Τώρα  πια  διαθέτει  τη  δική  της  Αυλή,  που  η  αυτοκράτειρα  έχει  συγκροτήσει  με  ιδιαίτερη  φροντίδα:  αρχιθαλαμηπόλοι,  παρακοιμώμενοι,  κυρίες  και  δεσποινίδες  των  τιμών,  όλοι  τους  νέοι  και  πρόσχαροι.  Κανείς  δεν  ανήκει  στην  κλίκα  που  περιέβαλλε  άλλοτε  την  Ιωάννα.  Ανάμεσά  τους  βρίσκεται  και  ο  γιος  του  καγκελάριου  Μπεστούζεφ. Τώρα, όταν η πριγκίπισσα του Άνχαλτ‐Τσερμπστ επιθυμεί να δει την κόρη της,  πρέπει να αναγγέλλεται. Συχνά, στην ακρόαση είναι παρών και κάποιος αρχιθαλαμηπόλος.  Η ετικέτα αναγκάζει την Ιωάννα να δείχνει σεβασμό απέναντι σ' εκείνη που μέχρι χθες δεν 

Digitized by 10uk1s 


δίσταζε να  τη  χαστουκίζει  στο  παραμικρό  παράπτωμά  της.  Ταπεινωμένη  γι'  αυτή  την  αντιστροφή  της  ιεραρχίας,  παραπονιέται  για  όλα  και  κυρίως  για  τη  μικρή  Αυλή,  την  υπερβολικά επιπόλαιη, που χασκογελάει κατά τα κέφια της γύρω από την Αικατερίνη. Στα  διαμερίσματα του μεγάλου δούκα και της μεγάλης δούκισσας, διασκεδάζουν με το τίποτα,  παίζουν  τυφλόμυγα,  χοροπηδούν,  χορεύουν,  τρέχουν,  ξεχαρβαλώνουν  κάποιο  κλαβεσέν  κάνοντας τσουλήθρα πάνω στο κατηφορικό του σκέπασμα.  Παραδομένη σ' αυτά τα παιδιαρίσματα, η Αικατερίνη προσπαθεί να κερδίσει τη συμπάθεια  εκείνου που σύντομα θα γίνει άνδρας της. Η αυτοκράτειρα το καταλαβαίνει και ενθαρρύνει  το κορίτσι στο έργο της σαγήνης. Ωστόσο ο Μπρύμερ, ο παιδαγωγός του μεγάλου δούκα,  έχει  διαφορετική  γνώμη.  Ζητάει  από  την  Αικατερίνη  να  τον  βοηθήσει  να  «φτιάξει»  το  χαρακτήρα του μαθητή του. Εκείνη αρνείται. «Του είπα ότι αυτό μου ήταν αδύνατο, γιατί  θα γινόμουν στα μάτια του τόσο απαίσια όσο είχαν γίνει οι γύρω  του». Από ένστικτο έχει  καταλάβει  πως,  για  να  κατακτήσει  τον  Πέτρο,  πρέπει  να  ακολουθήσει  την  εκ  διαμέτρου  αντίθετη γραμμή απ' ό,τι οι παιδαγωγοί του. Αν, αναζητώντας μια φίλη, αυτός συναντήσει  στο πρόσωπό της μια γκουβερνάντα, όλα θα χαθούν. Ενώ εκείνη προσπαθεί, κατ' αυτόν τον  τρόπο, να προετοιμάσει μια ευτυχία στην οποία δεν πιστεύει διόλου, η Ιωάννα, ακούραστη,  αποκτά  καινούργιους  φίλους.  Ωστόσο,  για  μια  ακόμη  φορά,  κάνει  κακές  επιλογές.  Οι  άνθρωποι  που  την  περιτριγυρίζουν  δεν  αρέσουν  στην  αυτοκράτειρα.  Ερωτευμένη  με  τον  αρχιθαλαμηπόλο  Ιβάν  Μπέτσκι9,  με  τον  οποίο  γνωρίζει  από  πολύ  καιρό,  εμφανίζεται  επιδεικτικά μαζί του, σε σημείο που όλες οι κακές γλώσσες της Αυλής να μιλούν για δεσμό  μεταξύ  τους.  Η  Αικατερίνη  το  έχει  πληροφορηθεί.  Είναι  όμως  ανίκανη  να  λογικεύσει  την  Ιωάννα, για την οποία η ασημότητα και η μετριοπάθεια είναι έννοιες ανάξιες μιας γυναίκας  περιωπής.  Έχοντας  κορεστεί  από  τις  γιορτές,  τους  χορούς  και  τα  συμπόσια,  η  αυτοκράτειρα  ετοιμάζεται  να  πάει  στην  ιερή  πόλη  του  Κιέβου.  Η  άσκηση  της  ευσέβειας  συμβαδίζει  πάντοτε  σ'  αυτήν  με  την  αγάπη  της  για  τις  ειδωλολατρικές  τέρψεις.  Η  ηδονή  την  οδηγεί  στην προσευχή και η προσευχή την προδιαθέτει για την ηδονή. Όπως είναι αυτονόητο, στο  ταξίδι θα συμμετέχει, μαζί με τον μεγάλο δούκα και τη μεγάλη δούκισσα, και η Ιωάννα. Με  αυτή  την  προοπτική,  η  Αικατερίνη  είναι  διχασμένη  ανάμεσα  στον  ενθουσιασμό  για  την  ανακάλυψη νέων τόπων και το φόβο μήπως κάποιο στραβοπάτημα της μητέρας της αποβεί  για άλλη μια φορά εις βάρος της, στα μάτια της τσαρίνας.  Περίπου  χίλια  βέρστια  χωρίζουν  τη  Μόσχα  από  το  Κίεβο.  Το  τεράστιο  καραβάνι  που  αποτελείται από άμαξες για τους ταξιδιώτες και κάρα για τις αποσκευές τους, κινείται πάνω  στους  στεγνούς δρόμους του Ιουλίου.  Οι  ημέρες  περνούν, τα χωριά διαδέχονται το ένα τ'  άλλο,  ο  ορίζοντας  δεν  σταματάει  πουθενά,  κι  ωστόσο  εξακολουθούν  να  βρίσκονται  στη  Ρωσία. Πράγματι, η αυτοκρατορία της Ελισάβετ είναι απέραντη. Καθισμένη στην άμαξά της,  μαζί με τη μητέρα της και το μνηστήρα της, η Αικατερίνη δεν χορταίνει να κοιτάζει από τη  μικρή  πόρτα  το  τοπίο.  Διακατέχεται  από  μια  αίσθηση  απεραντοσύνης  και  δύναμης.  Σίγουρα, δεν υπάρχει τίποτα πιο μεγάλο στον κόσμο απ' αυτή τη χώρα που θα 'ναι δική της  από δω και πέρα. Η αυτοκράτειρα θα τους ακολουθήσει σε λίγες μέρες. Φημολογείται ότι  τα  κέφια  της  δεν  είναι  διόλου  καλά  και  ότι  έχει  εξορίσει  πολλά  πρόσωπα  του  περιβάλλοντός της.  Οκτακόσια  εφεδρικά άλογα περιμένουν σε  κάθε σταθμό το καραβάνι.  Στο  σταθμό  του  Κόζελετς,  ο  μεγάλος  δούκας  Πέτρος  σπάζει  από  απροσεξία  — «χοροπηδώντας εδώ κι εκεί για να με κάνει να γελάω», θα πει η Αικατερίνη— το σκέπασμα  της  κασετίνας  της  Ιωάννας.  Αυτή,  αγανακτισμένη,  τον  χαρακτηρίζει  «μικρό  κακοαναθρεμμένο  αγόρι».  Εκείνος  της  απαντά  ότι  συμπεριφέρεται  σαν  «μαινάδα».  Η  Αικατερίνη,  προσπαθώντας  να  ηρεμήσει  τη  μητέρα  της,  δέχεται  απ'  αυτήν  ένα  τόσο  γερό  κατσάδιασμα  που  αναλύεται  σε  δάκρυα.  «Από  κείνη  τη  μέρα,  ο  μεγάλος  δούκας  αντιπάθησε τη μητέρα μου», θα γράψει, «και δεν ξέχασε ποτέ τούτο τον καβγά... όμως και 

Digitized by 10uk1s 


η μητέρα  μου,  από  την  πλευρά  της,  του  το  κράτησε...  Όσο  κι  αν  προσπαθούσα  να  τους  μαλακώσω  και  τους  δυο,  δεν  το  κατόρθωνα  παρά  μόνο  στιγμιαία∙  τόσο  η  μια  όσο  και  ο  άλλος  ήταν  πάντοτε  έτοιμοι  να  εξαπολύσουν  κάποιο  σαρκασμό  και  να  φαγωθούν∙  η  κατάσταση  γινόταν  όλο  και  πιο  οξεία...»  Παρά  το  ελάχιστο  ενδιαφέρον  που  νιώθει  για  το  μνηστήρα  της,  η  Αικατερίνη  αισθάνεται  πιο  κοντά  σ'  αυτόν  παρά  στη  μητέρα  της.  Σε  τελευταία ανάλυση, το μέλλον της είναι αυτός και η γιγάντια Ρωσία και όχι η Ιωάννα και το  μικροσκοπικό πριγκιπάτο του Άνχαλτ‐Τσερμπστ.  Τελικά,  η  αυτοκράτειρα  φτάνει  στο  Κόζελετς  και  οι  εορτασμοί  ξαναρχίζουν.  Χορεύουν  ώσπου  να  τους  κοπεί  η  ανάσα  και  χαρτοπαίζουν.  Μερικά  βράδια,  το  ποντάρισμα  στα  διάφορα τραπέζια φτάνει τα πενήντα χιλιάδες ρούβλια. Οι κυρίες ανταγωνίζονται η μια την  άλλη στην πολυτέλεια της αμφίεσής τους, αν και ο χώρος στον οποίο μένουν είναι ιδιαίτερα  περιορισμένος.  Η  Αικατερίνη  και  η  μητέρα  της  κοιμούνται  στο  ίδιο  δωμάτιο,  και  η  ακολουθία τους φύρδην μίγδην στον προθάλαμο.  Ύστερα, ολόκληρη η Αυλή μεταφέρεται εν πομπή στο Κίεβο. Εκεί, ακόμα περισσότερο απ'  ό,τι  στη  Μόσχα,  η  Αικατερίνη  εντυπωσιάζεται  από  τη  μεγαλόπρεπη  ομορφιά  των  θρησκευτικών τελετών όπως και από τη θέρμη του πλήθους που γονατίζει στο πέρασμα της  λιτανείας.  Δίπλα  στα  χρυσοτεχνήματα  των  εικόνων  και  τα  χρυσοποίκιλτα  ιερατικά  άμφια  απλώνεται  η  μελαγχολία  των  χωρικών  που  φορούν  κουρέλια,  των  θρησκόληπτων  προσκυνητών, των ζητιάνων που ψάλλουν. Η αντίθεση ανάμεσα στον πλούτο της Εκκλησίας  και  τη  φτώχεια  των  πιστών  εκπλήσσει  τη  μικρή  Γερμανίδα  πριγκίπισσα,  τη  συνηθισμένη  στην  αυστηρή  διάταξη  των  λουθηρανικών  ναών.  Ένας  άγνωστος  κόσμος  ξεπροβάλλει  στα  μάτια της, ένας κόσμος σκοταδερός. Ξαφνικά, ανακαλύπτει πίσω από τη διπλή λαμπρότητα  του  σταυρού  και  του  θρόνου  την  απίστευτη  μιζέρια  ενός  έθνους  απειράριθμου,  υποδουλωμένου,  βυθισμένου  στα  σκοτάδια.  Περπατώντας  με  αργά  βήματα  πλάι  στον  μεγάλο δούκα, πίσω από τα ιερά λάβαρα, ρίχνει ζωηρές ματιές προς το μέρος του πλήθους  και νιώθει την τρομερή αντινομία ανάμεσα σε τόση αίγλη και σε τόση υποβάθμιση. Από την  πλευρά της, αυτό δεν είναι ακόμα παρά μια απλή περιέργεια, όπως νιώθει κανείς μπροστά  στ' άγρια θηρία. Περιέργεια όμως που συνοδεύεται κι από κάποια δυσφορία.  Το πρώτο της πραγματικό μάθημα ρωσικών γίνεται τώρα στο Κίεβο, χωρίς να το καταλάβει.  Ωστόσο η ζωή της Αυλής με την παραζάλη της τη συναρπάζει. Όταν οι πόρτες των σαλονιών  κλείνουν  πίσω  της,  της  φαίνεται  ότι  το  έχει  ονειρευτεί  τούτο  το  βάφτισμα  μες  στο  βαθύ  σκοτάδι της χώρας. Ξαφνικά, μετά από ένα μεγάλο χορό που οργάνωσε για τη γιορτή της, η  αυτοκράτειρα  νιώθει  να  μην  τη  χωράει  ο  τόπος.  Όλα  την  κάνουν  να  πλήττει.  Πρέπει  ν'  αλλάξει  παραστάσεις.  Αντίο,  Κίεβο,  εκκλησιές,  μοναστήρια,  ιερείς  και  κατακόμβες.  Η  Μεγαλειότητά της δεν σκέφτεται πια παρά πώς θα γυρίσει στη Μόσχα, αφού έδωσε στον  εαυτό της την ψευδαίσθηση ότι εξάγνισε την ψυχή της με ένα προσκύνημα.  Στη  Μόσχα,  η  Αικατερίνη  συναντάει  και  πάλι  την  κακογλωσσιά,  τον  ανταγωνισμό  για  το  προβάδισμα,  τις  ίντριγκες,  την  ελαφρότητα,  τη  «στάχτη  στα  μάτια»  και  τις  τρικλοποδιές.  «Με  θεωρούσαν  παιδί»,  θα  γράψει  στ'  Απομνημονεύματά  της.  «Φοβόμουν  υπερβολικά  μήπως  δεν  αρέσω  και  έκανα  ό,τι  μπορούσα  για  να  κερδίσω  αυτούς  με  τους  οποίους  επρόκειτο  να  περάσω  τη  ζωή  μου.  Ο  σεβασμός  και  η  ευγνωμοσύνη  μου  για  την  αυτοκράτειρα  ήταν  υπερβολικοί,  τη  θεωρούσα  σαν  μια  θεότητα  απαλλαγμένη  από  κάθε  ψεγάδι. Κι αυτή έλεγε ότι με αγαπούσε σχεδόν περισσότερο από τον μεγάλο δούκα». Είναι  αλήθεια  πως  η  αυτοκράτειρα  εκτιμά  στη  νεόφερτη  μεγάλη  δούκισσα  αυτό  το  κράμα  σοβαρότητας  και  ευθυμίας,  θέλησης  και  υποταγής.  Η  Αικατερίνη,  που  εκείνη  την  εποχή  κάνει τη μαθητεία της στα δημόσια τάγματα, είναι ταυτόχρονα παθιασμένη και με το χορό.  Κάθε μέρα, από τις εφτά το πρωί, ο δάσκαλος του γαλλικού μπαλέτου Λαντέ έρχεται με το  μικρό  του  βιολί  να  της  διδάξει  τους  τελευταίους  χορούς  που  είναι  της  μόδας  στη  Γαλλία. 

Digitized by 10uk1s 


Πηγαίνει ξανά στις τέσσερις το απόγευμα. Και, το βράδυ, η Αικατερίνη θαμπώνει την Αυλή  με τη χάρη των κινήσεών της στους χορούς και τις μασκαράτες.  Μερικές  απ'  αυτές  τις  μασκαράτες  είναι  αμφίβολου  γούστου.  Σύμφωνα  με  απόφαση  της  αυτοκράτειρας,  κάθε  Τρίτη  οι  άνδρες  θα  μεταμφιέζονται  σε  γυναίκες  και  οι  γυναίκες  σε  άνδρες. Αδέξιοι και χοντροκομμένοι στα μεγάλα κρινολίνα τους, οι άνδρες βλαστημούν την  άνασσά τους για το καπρίτσιο της, ενώ οι γυναίκες  στενοχωριούνται επειδή εμφανίζονται  με στενά ανδρικά ρούχα που δεν τις κολακεύουν διόλου. Η Μεγαλειότητά Της όμως είναι  γοητευμένη:  ξέρει  ότι  αυτό  το  μασκάρεμα  της  ταιριάζει  καταπληκτικά.  «Πραγματικά  καλοντυμένη ήταν μονάχα η αυτοκράτειρα», θα γράψει η Αικατερίνη. «Η ανδρική φορεσιά  τής πήγαινε γάντι: ήταν πανέμορφη μέσα σ' αυτή την αμφίεση». Στην πράξη, οι μασκαράτες  αποτελούν  ένα  πρόσχημα  για  «επαφές»  και  σπρωξίματα.  Χορευτές  και  χορεύτριες,  που  αισθάνονται  άβολα  με  τα  παράταιρα  κοστούμια  τους,  συνωθούνται  ο  ένας  πάνω  στον  άλλο. Κάποιο βράδυ, στη διάρκεια μιας φιγούρας, η Αικατερίνη πέφτει και βρίσκεται με τα  τέσσερα κάτω από το κρινολίνο του αρχιθαλαμηπόλου Σίβερς. Το νεανικό της γέλιο τέρπει  όλη την ομήγυρη.  Ωστόσο,  ύστερα  από  μερικές  μέρες  νιώθει  ξαφνικά  την  ψυχρότητα  της  αυτοκρατορικής  δυσμένειας.  Σ'  ένα  διάλειμμα,  στο  θέατρο,  η  Ελισάβετ  κουβεντιάζει  με  το  σύμβουλό  της  Λεστόκ  δίχως  να  παύει  να  κοιτάζει,  με  θυμό  και  επιμονή,  προς  την  πλευρά  του  θεωρείου  όπου βρίσκονται η Αικατερίνη, η Ιωάννα και ο μεγάλος δούκας. Μετά από λίγο, ο Λεστόκ  παρουσιάζεται μπροστά στην Αικατερίνη και της αναγγέλλει ξερά ότι η αυτοκράτειρα είναι  έξω  φρενών  μαζί  της,  επειδή  έχει  συσσωρεύσει  υπερβολικά  χρέη.  Την  εποχή  που  η  Μεγαλειότητά  Της  ήταν  ακόμη  πριγκίπισσα,  φρόντιζε  να  είναι  φειδωλή  στα  έξοδά  της  «επειδή  ήξερε  ότι  κανείς  δεν  θα  της  τα  πλήρωνε»,  διευκρινίζει  ο  απεσταλμένος  με  τόνο  κακόβουλο.  Η  Αικατερίνη  νιώθει  να  την  πνίγουν  τα  δάκρυα.  Αντί  να  την  παρηγορήσει,  ο  Πέτρος δικαιολογεί την άποψη της τσαρίνας και η Ιωάννα διαμαρτύρεται λέγοντας πως όλα  αυτά  είναι  συνέπεια  της  υπερβολικής  ελευθερίας  που  έδωσαν  σ'  ένα  δεκαπεντάχρονο  κορίτσι.  Την επομένη, η Αικατερίνη ζητάει τους λογαριασμούς και διαπιστώνει όντως ότι χρωστάει  δεκαεφτά χιλιάδες ρούβλια. Μέσα στην αθωότητά της, είχε πιστέψει πως η δωρεά που της  παραχώρησε  κάποτε  η  αυτοκράτειρα  θα  ήταν  ανεξάντλητη.  Πραγματικά,  ξόδεψε  επιπόλαια, τι άλλο όμως θα μπορούσε να κάνει; Όταν έφτασε στη Ρωσία, είχε στη βαλίτσα  της μόνο τέσσερα φορέματα, ενώ στην Αυλή αλλάζει κανείς ρούχα τρεις φορές την ημέρα.  Τον πρώτο καιρό χρησιμοποιούσε τα σεντόνια της μητέρας της δίχως να παραπονιέται. Από  τη  στιγμή  όμως  που  είχε  μια  οικονομική  δυνατότητα,  θέλησε  να  αποκτήσει  δικό  της  νοικοκυριό. Άλλωστε, κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι, σ' αυτή την ξένη και εχθρική κοινωνία,  κάποια  μικροδωράκια  θα  τη  βοηθούσαν  να  κερδίσει  τη  φιλία  των  προσώπων  που  θ'  ασκούσαν  μια  επιρροή  στη  ζωή  της.  Έτσι,  γέμισε  με  δώρα  τους  ανθρώπους  του  περιβάλλοντός της. Δεν ξέχασε και τη μητέρα της, προκειμένου να την κάνει να σταματήσει  την  γκρίνια  της!  Ούτε  τον  μεγάλο  δούκα,  για  να  τον  κερδίσει  στα  σίγουρα!  Σ'  αυτή  την  επίπληξη για σπατάλη, βλέπει μια μανούβρα του αδυσώπητου Μπεστούζεφ που άλλο δεν  ξέρει  παρά  να  σκαρφίζεται  πράγματα  που  θα  τη  μειώσουν  στα  μάτια  της  Αυτής  Μεγαλειότητας.  Πριν  από  λίγο,  η  κοπελίτσα  θεωρούσε  ότι  ήταν  η  «αδυναμία»  της  Ελισάβετ,  η  πνευματική  της  κόρη  κατά  κάποιο  τρόπο,  και  νά  που  τώρα  δέχεται  από  την  προστάτιδά της μια μομφή που πληγώνει την τιμή της και της δημιουργεί ανησυχία για το  μέλλον.  Γεμάτη  αφέλεια,  εκπλήσσεται  πώς  μια  τόσο  μεγάλη  άνασσα  αντλεί  ευχαρίστηση  ταπεινώνοντάς  τη.  Με  αυτή  την  ευκαιρία  της  αποκαλύπτεται  το  διπλό  πρόσωπο  της  αυτοκράτειρας που γοητεύει και τρομοκρατεί εναλλάξ. Καταλαβαίνει τώρα την αγωνία των  υπουργών και των αυλικών που η τύχη τους εξαρτάται από ένα άνωθεν καπρίτσιο. Μέρα με  τη μέρα, χάρη στην ευγένεια και τη διπλωματία της, προσπαθεί ν' ανακτήσει την εύνοια της 

Digitized by 10uk1s 


τσαρίνας. Κι αυτή, ύστερα από έναν παροξυσμό οργής, γλυκαίνει σιγά σιγά και ξεχνάει το  γεγονός.  Πάνω  στην  ώρα,  ο  μεγάλος  δούκας  παθαίνει  ιλαρά.  «Τούτη  η  αρρώστια»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη,  «βοήθησε  σημαντικά  τη  σωματική  του  διάπλαση.  Το  μυαλό  του  όμως  έμεινε  παιδικό». Στη διάρκεια της ανάρρωσής του διασκεδάζει βάζοντας τους θαλαμηπόλους του,  τους  νάνους  του,  ακόμα  και  την  Αικατερίνη  —την  έχει  προβιβάσει  κατά  ένα  βαθμό  στον  προσωπικό  του  στρατό—  να  κάνουν  μπροστά  στο  κρεβάτι  του  στρατιωτικές  ασκήσεις.  Οι  παιδαγωγοί  του  τον  μαλώνουν  για  την  αμυαλοσύνη  του,  κι  εκείνος  τους  βρίζει  και  τους  αποπέμπει.  Γίνεται  όλο  και  πιο  καχύποπτος.  Έχοντας  συνείδηση  των  προνομίων  της  κοινωνικής του τάξης και της ηλικίας του (είναι δεκάξι χρόνων!), αρνείται πια ν' αφήνει να  τον  εξουσιάζουν.  «Ήμουν  η  μυστικοσύμβουλος  για  κάθε  του  παιδιάρισμα»,  παρατηρεί  η  Αικατερίνη, «και δεν ήταν δική μου δουλειά να τον διορθώνω∙ τον άφηνα ελεύθερο να λέει  και  να  πράττει  ό,τι  ήθελε».  Η  εξαιρετική  της  γλυκύτητα  αφοπλίζει  τον  Πέτρο.  Δίχως  να  νιώθει  γι'  αυτήν  την  παραμικρή  αισθησιακή  έλξη,  αισθάνεται  ωραία  με  την  παρέα  της.  Σ'  αυτήν και μόνο, ίσως, τολμάει να μιλήσει ελεύθερα. Κι εκείνη, από την πλευρά της —μόλο  που  τον  κρίνει  με  αμείλικτη  αντικειμενικότητα—,  αναγνωρίζει  ότι,  σε  τούτη  δω  την  ξένη  Αυλή, τη μεγαλύτερη ασφάλεια τη νιώθει κοντά του. Τόσα πράγματα τους φέρνουν κοντά!  Έχουν  κι  οι  δυο  την  ίδια  ηλικία,  μιλούν  κι  οι  δυο  τους  γερμανικά,  είναι  κι  οι  δυο  ξεστρατισμένοι  σ'  έναν  τόπο  που  δεν  τον  γνωρίζουν  καλά,  πρέπει  να  κάνουν  κι  οι  δυο  τη  μαθητεία τους για την εξουσία υπό την κηδεμονία της αυτοκράτειρας.  Μόλις  ο  μεγάλος  δούκας  στάθηκε  στα  πόδια  του,  η  Αυλή  εγκαταλείπει  τη  Μόσχα  για  την  Αγία Πετρούπολη. Χιονίζει συνεχώς. Το κρύο είναι τσουχτερό. Ταξιδεύουν με έλκηθρα. Στο  σταθμό  του  Χοτίλοβο,  ο  μεγάλος  δούκας  κυριεύεται  από  ρίγη.  Ο  πυρετός  του  ανεβαίνει  ολοταχώς.  Ένα  εξάνθημα  εμφανίζεται  στο  πρόσωπό  του.  Ο  Μπρύμερ  απαγορεύει  στις  πριγκίπισσες  να  μπουν  στο  δωμάτιό  του,  μιας  κι  ο  άρρωστος  παρουσιάζει  κιόλας  όλα  τα  συμπτώματα  της  ευλογιάς,  που  είναι  η  τρομερή  μάστιγα  εκείνης  της  εποχής.  Ο  ίδιος  ο  αδελφός  της  Ιωάννας,  ο  αναντικατάστατος  μνηστήρας  της  τσαρίνας,  πέθανε  απ'  αυτή  την  αρρώστια.  Για  να  μην  κολλήσει  η  Αικατερίνη,  η  μητέρα  της  αποφασίζει  να  την  πάρει  μαζί  της, αφήνοντας τον μεγάλο δούκα στις φροντίδες της προσωπικής του Αυλής. Ταυτόχρονα,  στέλνει  στην  αυτοκράτειρα  έναν  ταχυδρόμο.  Η  αυτοκράτειρα  που  έχει  ήδη  φτάσει  στην  Αγία Πετρούπολη, φεύγει και πάλι βιαστικά για το Χοτίλοβο. Οι πριγκίπισσες συναντούν το  έλκηθρό της μέσα στη νύχτα, στον χιονισμένο δρόμο. Αφού τους ρωτάει τα νέα του ανιψιού  της,  η  Ελισάβετ  εξακολουθεί  το  δρόμο  της  με  τη  μεγαλύτερη  δυνατή  ταχύτητα.  Τούτη  η  γυναίκα που, σε τόσες περιστάσεις, φάνηκε ελαφριά, σκληρή, εγωίστρια, δεν φοβάται αυτή  τη φορά να εκτεθεί σ' ένα θανάσιμο κίνδυνο, από απλή αίσθηση του χρέους. Μόλις φτάνει  στο  Χοτίλοβο,  εγκαθίσταται  στο  προσκέφαλο  του  αρρώστου  και  αποφασίζει  να  τον  νοσηλεύσει η ίδια. Οι υποδείξεις του περιβάλλοντός της δεν επηρεάζουν την απόφασή της.  Ακόμα και η απειλή να παραμορφωθεί δεν είναι αρκετή για να την απομακρύνει —αυτήν  την τόσο περήφανη για την ομορφιά της— από το κρεβάτι του Πέτρου ο οποίος τρέμει από  τον πυρετό. Θα μείνει κοντά του έξι εβδομάδες.  Ακούγοντας  να  λέγονται  τόσα  για  το  θάρρος  της  αυτοκράτειρας,  η  Αικατερίνη  μετανιώνει  λιγάκι  επειδή  δέχτηκε,  από  θυγατρική  ευπείθεια,  να  ακολουθήσει  τη  μητέρα  της  αντί  να  μείνει  στο  Χοτίλοβο.  Στην  Αγία  Πετρούπολη  έχει  την  εντύπωση  ότι  μερικοί  αυλικοί  την  αποφεύγουν,  προβλέποντας  το  θάνατο  του  μεγάλου  δούκα.  Κι  είναι  αλήθεια  πως,  αν  ο  Πέτρος  υποκύψει,  αυτή  θα  χάσει  τα  πάντα.  Το  μέλλον  της  παίζεται  μακριά  της,  σ'  ένα  πνιγηρό δωμάτιο, ανάμεσα σε μπουκάλια με φάρμακα. Ανίκανη να επηρεάσει την πορεία  της  μοίρας,  περιορίζεται  στις  προσευχές  της  στο  Θεό  και  στα  γεμάτα  σεβασμό  και  τρυφερότητα  γράμματα  που  στέλνει  στην  αυτοκράτειρα  για  να  πληροφορηθεί  τα  νέα  της  υγείας του μνηστήρα της. Τούτα τα γράμματα τα γράφει στα ρωσικά, ή, μάλλον, αντιγράφει 

Digitized by 10uk1s 


το συμβατικό  και  πομπώδες  κείμενο  που  συντάσσει  για  χάρη  της  ο  καθηγητής  της  των  ρωσικών  Αντοντούρωφ.  Σίγουρα  η  αυτοκράτειρα  καταλαβαίνει  το  τέχνασμα,  ωστόσο  συγκινείται  από  το  ενδιαφέρον  τούτου  του  κοριτσιού  που  με  τόση  ζέση  προσπαθεί  να  ξεχάσει ότι είναι Γερμανίδα.  Οι  αυλικοί  που  ξαναγύρισαν  στην  πρωτεύουσα  χωρίς  την  τσαρίνα,  σιγοψιθυρίζουν  και  συνωμοτούν. Η Ιωάννα που προαισθάνεται το γκρέμισμα των ελπίδων της, γυρεύει αφορμή  για  να  τα  βάλει  με  την  κόρη  της.  Περιμένοντας  την  εξέλιξη  των  γεγονότων,  η  Αικατερίνη  ξεγελάει  την  ανησυχία  της  ακούγοντας  τις  σοφές  συμβουλές  του  κόμη  ντε  Γκύλενμποργκ,  επίσημου  απεσταλμένου  της  Αυλής  της  Σουηδίας10.  Ο  νεαρός  διπλωμάτης  (ηλικίας  μόλις  τριάντα  δύο  χρόνων)  την  είχε  ήδη  συναντήσει  στο  Αμβούργο.  Μέσα  σε  λίγα  λεπτά  το  κορίτσι τον κατακτά με την ευφυΐα του. Αυτός την επιπλήττει για την αγάπη της προς την  πολυτέλεια  και  τις  διασκεδάσεις.  «Σκέφτεστε  μόνο  την  αμφίεσή  σας»,  της  λέει.  «Ξαναβρείτε  τη  φυσική  φόρμα  του  μυαλού  σας.  Είστε  γεννημένη  για  μεγάλα  έργα  και  σπαταλάτε  τον  εαυτό  σας  σε  όλα  αυτά  τα  παιδιαρίσματα.  Στοιχηματίζω  ότι  δεν  έχετε  ανοίξει βιβλίο αφότου ήρθατε στη Ρωσία!» Την προτρέπει να διαβάσει το γρηγορότερο τη  ζωή του Κικέρωνα, τα έργα του Πλουτάρχου και τις Απόψεις για τα αίτια τον μεγαλείου των  Ρωμαίων και της παρακμής αυτών του Μοντεσκιέ. Εκείνη δίνεται ψυχή τε και σώματι στην  ανάγνωση  αυτών  των  υψηλών  έργων,  και  δελεασμένη  από  τη  γνωριμία  με  τα  μεγάλα  πνεύματα,  αποφασίζει  να  συντάξει  ένα  φιλολογικό  δοκίμιο  γύρω  από  τον  εαυτό  της,  με  τίτλο  Προσωπογραφία  ενός  δεκαπεντάχρονου  φιλοσόφου.  Ο  κόμης  του  Γκύλενμποργκ  διαβάζει το κείμενο, ενθουσιάζεται και το επιστρέφει στη συγγραφέα επισυνάπτοντας ένα  δωδεκασέλιδο  σχόλιο,  με  την  πρόθεση  να  εξάρει  και  να  εμψυχώσει  την  κοπέλα11.  Αυτή  είναι πανευτυχής γιατί, μέσα στη μοναξιά και την απελπισία της, βρίσκει ένα μέντορα τόσο  καλά διατεθειμένο απέναντί της. Διαβάζει και ξαναδιαβάζει τις υποδείξεις του, αφήνεται να  διαποτισθεί  απ'  αυτές,  όπως  άλλοτε  από  τις  συμβουλές  του  πατέρα  της.  Ενώ  δεν  ξέρει  ακόμη αν ο μεγάλος δούκας θα νικήσει την αρρώστια του, ονειρεύεται να καταπλήξει τον  κόσμο με την παιδεία και τη γενναιοδωρία της.  Ο  μεγάλος  δούκας  γίνεται  καλά.  Η  Ελισάβετ  γράφει  στα  ρωσικά  στην  Αικατερίνη:  «Υψηλοτάτη,  πολυαγαπημένη  μου  ανιψιά,  Σας  είμαι  απείρως  υποχρεωμένη  για  τα  ευχάριστα  μηνύματά  σας.  Καθυστέρησα  να  σας  απαντήσω  επειδή  δεν  ήμουν  σε  θέση  να  σας καθησυχάσω για την υγεία της Υψηλότητάς Του, του μεγάλου δούκα. Σήμερα μπορώ να  σας διαβεβαιώσω ότι, προς μεγάλη μας χαρά, με τη βοήθεια του Θεού, βρίσκεται ζωντανός  ανάμεσά μας».  Στο  τέλος  Ιανουαρίου  του  1745,  η  αυτοκράτειρα  εγκαταλείπει  το  Χοτίλοβο  μαζί  με  τον  ανιψιό της και επιστρέφει στην Αγία Πετρούπολη. Η απουσία, η απομάκρυνση, η ανησυχία,  βελτίωσαν  κάπως  την  εικόνα  του  Πέτρου  στη  θύμηση  της  Αικατερίνης.  Είναι  βέβαια  καχεκτικός, οστεώδης, με βαριά βλέφαρα και χαμόγελο πότε ύπουλο και πότε ηλίθιο∙ αλλά  τον συμπαθεί έτσι όπως είναι και ανυπομονεί να τον ξαναδεί. Μόλις οι ταξιδιώτες φτάνουν  στα  Χειμερινά  Ανάκτορα,  γύρω  στις  τέσσερις  με  πέντε  το  απόγευμα,  οδηγείται  σε  μια  μεγάλη αίθουσα όπου την περιμένει ο μνηστήρας της. Μέσα στο ημίφως, ανακαλύπτει με  φρίκη κάτι σαν σκιάχτρο. Ο Πέτρος έχει ψηλώσει πολύ και η ευλογιά τού έχει σημαδέψει το  πρόσωπο.  Τα  μάτια  του,  βαθιά  χωμένα  στις  κόχες  τους,  του  δίνουν  όψη  νεκροκεφαλής.  «Όλα τα χαρακτηριστικά του είχαν διογκωθεί», θα γράψει η Αικατερίνη, «και το πρόσωπό  του εξακολουθούσε να 'ναι πρησμένο∙ ήταν φανερό ότι τα σημάδια της αρρώστιας δεν θα  έσβηναν  με  το  πέρασμα  του  χρόνου∙  πάνω  στο  κουρεμένο  σύρριζα  κεφάλι  του,  στεκόταν  μια  τεράστια  περούκα  που  τον  παραμόρφωνε  ακόμα  περισσότερο.  Με  πλησίασε  και  με  ρώτησε  αν  δυσκολεύτηκα  να  τον  αναγνωρίσω.  Ψέλλισα  κάποιο  καλό  λόγο  για  την  ανάρρωσή του, μολονότι διαπίστωσα πως είχε γίνει φριχτός». 

Digitized by 10uk1s 


Αναστατωμένη απ'  αυτή  τη  σύντομη  συνάντηση,  η  Αικατερίνη  τρέχει  γρήγορα  στο  διαμέρισμά της και λιποθυμάει στην αγκαλιά της μητέρας της.  Στις  10  Φεβρουαρίου,  ημέρα  των  γενεθλίων  του  μεγάλου  δούκα  (μπαίνει  τώρα  στα  δεκαεφτά),  η  αυτοκράτειρα  αρνείται  να  τον  παρουσιάσει  δημόσια  λόγω  της  υπερβολικής  ασχήμιας που του προκάλεσε η  ευλογιά και  προσκαλεί την Αικατερίνη να δειπνήσει μόνη  μαζί της, «στην αίθουσα του θρόνου». Από φόβο μήπως η κοπέλα —πάνω σ' ένα πείσμα—  αισθανθεί  αποστροφή  για  τον  υπερβολικά  άχαρο  σύντροφό  της  και  διαλύσει  τους  αρραβώνες  τους,  γίνεται  διπλά  τρυφερή  μαζί  της.  Εκστασιάζεται  μπροστά  στα  γράμματα  που η Αικατερίνη της είχε γράψει στα ρωσικά, τη βάζει να μιλήσει τη γλώσσα, παινεύει την  προφορά  της  και  εκδηλώνει  το  θαυμασμό  της  για  την  ομορφιά  του  κοριτσιού  που,  όπως  διατείνεται,  άνθησε  μέσα  σε  λίγες  εβδομάδες.  Η  Αυλή  που,  τον  τελευταίο  καιρό  έχει  αποστασιοποιηθεί από την Αικατερίνη, διαπιστώνει με την ευκαιρία αυτού του δείπνου την  αναθέρμανση των σχέσεων μεγάλης δούκισσας‐τσαρίνας, και βεβαίως συμφωνεί με τούτη  την  εξέλιξη.  Η  Αικατερίνη  περιβάλλεται  και  πάλι  από  θαυμαστές  και  λάτρεις.  Είναι  πανευτυχής.  Στην πραγματικότητα, δεν σκέφτηκε ούτε μια στιγμή ν' αθετήσει το λόγο της  παρά την αποστροφή που της εμπνέει ο μνηστήρας της. Δεν θα παντρευτεί ένα πρόσωπο,  αλλά μία χώρα. «Είχα ως αρχή μου να αρέσω στον κόσμο με τον οποίο επρόκειτο να ζήσω»,  θα  γράψει  στα  Απομνημονεύματά  της,  «και  γι'  αυτό  υιοθετούσα  τα  φερσίματα  και  τους  τρόπους  αυτού  του  κόσμου∙  ήθελα  να  γίνω  Ρωσίδα  για  να  με  λατρέψουν  οι  Ρώσοι».  Και  αλλού: «Δεν έκλινα προς καμιά πλευρά, δεν ανακατευόμουν σε τίποτα, είχα πάντοτε ύφος  νηφάλιο, έδειχνα μεγάλο ενδιαφέρον, περιποιητικότητα και ευγένεια προς όλους... Έδειχνα  ιδιαίτερο  σεβασμό  προς  τη  μητέρα  μου,  απέραντη  υπακοή  προς  την  αυτοκράτειρα,  βαθύτατη  εκτίμηση  προς  τον  μεγάλο  δούκα  και  επιδίωκα  την  αγάπη  του  λαού,  τον  οποίο  σπούδαζα όλο και πιο πολύ».  Πάντως,  ο  μεγάλος  δούκας  υποφέρει  από  τη  σύγκριση  της  εξωτερικής  του  εμφάνισης  μ'  εκείνη  της  μνηστής  του.  Όσο  τη  βλέπει  να  ομορφαίνει,  να  είναι  συμπαθής,  χαρούμενη  κι  αυθόρμητη  τόσο  περισσότερο  μαραζώνει  συνειδητοποιώντας  τη  δική  του  ασχήμια.  Ορισμένες φορές νιώθει ένα είδος διεστραμμένης χαράς όταν της προκαλεί αποστροφή. Η  φιλία  που  του  δείχνει  εκείνη,  του  φαίνεται  απλή  συμβατικότητα  ή  εσκεμμένος  υπολογισμός.  Τη  μισεί  επειδή  ανθεί  σαν  γυναίκα,  ενώ  ο  ίδιος  εξακολουθεί  να  αισθάνεται  μειωμένο τον ανδρισμό του πλάι της. Όσο εκείνη πασχίζει να μάθει ρωσικά, να ακολουθεί  το  ορθόδοξο  θρησκευτικό  τυπικό,  να  ξεχνάει  τις  γερμανικές  καταβολές,  τόσο  εκείνος  επιδιώκει  με  πείσμα  να  παραμείνει  Γερμανός  και  λουθηρανός.  Αισθάνεται  άνετα  μόνο  με  τους υπηρέτες του, οι οποίοι του μιλούν μια χοντροκομμένη γλώσσα. Ο Ρόμπεργκ, παλιός  Σουηδός δραγόνος, του διδάσκει ότι, στο γάμο, η γυναίκα  πρέπει να σιωπά  και να τρέμει  μπροστά στις αποφάσεις του άνδρα. «Με τη διακριτικότητα βολής πυροβόλου», κατά την  έκφραση  της  Αικατερίνης,  ο  μεγάλος  δούκας  επαναλαμβάνει  τούτα  τα  λόγια  στη  μνηστή  του. Με την ίδια ευκαιρία, αφήνει να εννοηθεί ότι αργότερα θα «τη σέρνει από τη μύτη».  Εκείνη δεν παραξενεύεται μήτε προσβάλλεται. Τον αφήνει να λέει. Το χόμπυ της τώρα είναι  τα  άλογα.  Μαθαίνει  ιππασία  στο  στρατώνα  του  συντάγματος  Ισμαϊλόφσκι.  Και  για  να  δυναμώσει, ακολουθώντας τις συμβουλές των γιατρών, πίνει κάθε πρωί γάλα και μεταλλικό  νερό.  Με πρόσχημα την αλλαγή κατοικίας (η αυτοκράτειρα και ο ανιψιός της έχουν μεταφερθεί  στο Χειμερινό Ανάκτορο), ο Πέτρος παραγγέλνει στην Αικατερίνη με έναν υπηρέτη ότι μένει  υπερβολικά  μακριά  για  να  της  κάνει  συχνές  επισκέψεις.  «Σ'  αυτό  το  σημείο  τελειώνουν  όλες οι αβρότητες του μεγάλου δούκα απέναντί μου», θα γράψει εκείνη. «Ένιωθα απόλυτα  πόσο λίγο νοιαζόταν για μένα και πόσο λίγο με συμπαθούσε. Ο εγωισμός και η ματαιοδοξία  μου  είχαν  πληγωθεί,  ωστόσο  η  περηφάνια  μου  μ'  εμπόδιζε  να  παραπονεθώ.  Αν  κάποιος  μου  έδειχνε  ενδιαφέρον,  θα  αισθανόμουν  ταπεινωμένη  και  θα  το  εκλάμβανα  ως  οίκτο. 

Digitized by 10uk1s 


Παρ' όλα  αυτά  όταν  έμενα  μόνη,  έκλαιγα  σιγανά,  κι  ύστερα  σκούπιζα  τα  δάκρυά  μου  και  πήγαινα να παίξω με τις γυναίκες της συνοδείας μου».  Η  αυτοκράτειρα  η  οποία  υποψιαζόταν  την  έχθρα  που  φούντωνε  ανάμεσα  στους  δύο  μνηστευομένους,  θέλει  να  επισπεύσει  την  τελετή  του  γάμου.  Γι'  αυτήν  προέχει  η  εξασφάλιση  της  διαδοχής  του  θρόνου.  Με  όλο  τους  το  σεβασμό,  οι  γιατροί  της  Αυλής  τη  συμβουλεύουν να περιμένει. Κατά τη γνώμη τους, ο μεγάλος δούκας δεν είναι ώριμος για  γάμο.  Τούτη  τη  συγκεκριμένη  στιγμή  είναι  ανίκανος  για  τεκνοποίηση.  Πρέπει  να  του  αφήσουν  τον  απαιτούμενο  χρόνο  για  να  γίνει  άνδρας  με  όλη  τη  σημασία  της  λέξης.  Η  αυτοκράτειρα αρνείται να πεισθεί. Αν ο Πέτρος δείχνει αδιάφορος μπροστά στα θέλγητρα  της μνηστής του, αυτό οφείλεται στο υπερβολικό ποτό. Αν του κόψουμε το αλκοόλ, θα γίνει  τέλειος  εραστής.  Οι  γιατροί  υποκλίνονται  μπροστά  στην  αρμοδιότητα  της  αυτοκράτειρας  πάνω σ' αυτό το συγκεκριμένο θέμα. Συζητούν, με το ημερολόγιο στο χέρι, την ημερομηνία  της τελετής.  Η  Αικατερίνη  αντιμετωπίζει  με  τρόμο  τούτη  την  ώρα  που  πλησιάζει,  ώρα  που,  λίγο  καιρό  πριν, ποθούσε μ' όλη της την καρδιά. Έχει περάσει ενάμισης χρόνος από τότε που ήρθε στη  Ρωσία.  «Όσο  πλησίαζε  η  μέρα  του  γάμου  μου»,  θα  γράψει,  «αισθανόμουν  όλο  και  μεγαλύτερη θλίψη. Πολύ συχνά μου συνέβαινε να κλαίω χωρίς να ξέρω το γιατί». Η σκέψη  ότι  θα  μοιραστεί  τη  ζωή  μ'  εκείνον  τον  αρχιηλίθιο,  τον  τόσο  άσχημο  όσο  και  βλάκα,  της  προκαλεί  φρίκη.  Φαντάζεται  με  απέχθεια  τις  νυχτερινές  τους  περιπτύξεις,  τις  οικειότητες  που  θ'  αναγκαστεί  να  υποστεί  μόνο  και  μόνο  από  σεβασμό  προς  το  μυστήριο  του  γάμου.  Είναι  τόσο  αθώα  που,  μέχρι  την  παραμονή  της  τελετής,  δεν  ξέρει  σε  τι  συνίσταται  η  διαφορά  των  φύλων  ούτε  το  μυστηριώδες  έργο  που  αναλαμβάνει  ο  άνδρας  όταν  συναντηθεί  με  μια  γυναίκα  στο  κρεβάτι.  Γεμάτη  ανησυχία,  ρωτάει  τις  δεσποινίδες  των  τιμών.  Αν  και  απόλυτα  ενημερωμένες  για  όλες  τις  ερωτικές  περιπέτειες  της  Αυλής,  οι  κοπελίτσες είναι ανίκανες να πληροφορήσουν τη μεγάλη δούκισσα για την ερωτική πράξη η  οποία,  όπως  λένε,  έρχεται  μετά  από  τα  σκιρτήματα  της  καρδιάς.  Συζητούν  γύρω  από  το  κρεβάτι της Αικατερίνης, γεμάτες έξαψη και συνάμα όλο αφέλεια. Καθεμιά τους προβάλλει  αυτά  που  υποθέτει,  προτείνει  τη  δική  της  εξήγηση,  επαναλαμβάνει  —μ'  ένα  ρόδισμα  στα  μάγουλα—  τις  εκμυστηρεύσεις  κάποιας  μεγαλύτερης  αδελφής.  Διαπιστώνοντας  μια  έλλειψη ειρμού στα λόγια τους, η Αικατερίνη αποφασίζει να ρωτήσει τη μητέρα της για να  διαφωτίσει στη συνέχεια και τις φίλες της. Όμως η Ιωάννα ενοχλείται με την πρώτη κιόλας  ερώτηση,  αρνείται  να  απαντήσει  και  κατσαδιάζει  την  κόρη  της  για  την  ξεδιάντροπη  περιέργειά της.  Αλλά και ο μεγάλος δούκας, από την πλευρά του, προσπαθεί να πληροφορηθεί τι θα κάνει  την  πρώτη  νύχτα  του  γάμου  του.  Οι  λακέδες  —οι  συνηθισμένοι  του  μυστικοσύμβουλοι—  του περιγράφουν με ωμά λόγια το μηχανισμό της ένωσης των σωμάτων. Του μιλούν σαν σε  περήφανο και τολμηρό εραστή, ενώ δεν είναι παρά ένα καθυστερημένο παιδί. Αντί να του  δώσουν  θάρρος,  τον  κάνουν  να  του  κοπούν  τα  πόδια.  Εκείνος  χασκογελάει  ακούγοντάς  τους, μα μέσα του φοβάται.  Πλάι  σ'  αυτές  τις  δυο  υπάρξεις  που  βρίσκονται  σ'  απόγνωση,  η  Αυλή  παθιάζεται  με  τις  προετοιμασίες της γιορτής. Η Αικατερίνη, απογοητευμένη από την οξύτητα, την ασυνέπεια  και τη  νευρικότητα της μητέρας της, ελπίζει,  έξω από κάθε λογική, πως ο πατέρας της  θα  προσκληθεί  στο  γάμο.  Εκείνος  τουλάχιστον  —σκέφτεται  το  κορίτσι—,  με  την  τραχιά  του  απλοϊκότητα,  θα  μπορούσε  να  τη  συμβουλέψει  και  να  την  ενισχύσει  ηθικά.  Μήνες  τώρα,  στέλνει  απανωτά  γράμματα  στην  Ιωάννα,  παρακαλώντας  τη  ν'  αποσπάσει  από  την  αυτοκράτειρα  την  πρόσκληση  την  οποία,  προφανώς,  δικαιούται.  Ωστόσο,  η  αυτοκράτειρα  φοβάται  μήπως  το  θέαμα  της  ορθόδοξης  γαμήλιας  τελετής  κάνει  τούτο  τον  στενοκέφαλο  λουθηρανό  να  επαναστατήσει,  και  προτιμά  να  τον  κρατήσει  μακριά  από  τα  γεγονότα.  Ο 

Digitized by 10uk1s 


πρίγκιπας Χριστιανός‐Αύγουστος θα μείνει στο Τσερμπστ. Άλλωστε, και η ίδια η Ιωάννα, η  οποία έχει εκτεθεί στην οργή της άνασσας, είναι απλώς ανεκτή στο περιβάλλον της κόρης  της. Είναι ευτύχημα το ότι δεν την έχουν ξαποστείλει πριν από τη μεγάλη στιγμή, σαν μια  υπηρέτρια που τη διώχνουν για την αναίδειά της!  Πρώτη  φορά  η  Ρωσία  ετοιμάζεται  για  μια  τέτοιου  είδους  τελετή.  Επειδή  δεν  έχουν  παραδείγματα από το παρελθόν και επειδή η αυτοκράτειρα θέλει να δώσει στους γάμους  του  ανιψιού  της  διεθνή  λάμψη,  ζητάει  πληροφορίες  από  τη  γαλλική  Αυλή  —έχει  μόλις  παραστεί στο γάμο του Δελφίνου— και από την Αυλή της Δρέσδης — είχε παρευρεθεί στο  γάμο  του  Αυγούστου  Γ'  της  Σαξονίας,  γιου  του  Βασιλιά  της  Πολωνίας.  Οι  ειδικοί  για  τη  διακόσμηση  δουλεύουν  με  μεγάλη  φούρια.  Από  παντού  φτάνουν  στην  Αγία  Πετρούπολη  υπομνήματα πρεσβειών, λεπτομερείς περιγραφές, δείγματα βελούδων και σιριτιών, σχέδια  που  αναπαριστούν  με  κάθε  λεπτομέρεια  τις  γαλλικές  και  σαξονικές  τελετές.  Η  Ελισάβετ  εξετάζει, λογαριάζει, υπολογίζει, μιμείται, ανακαινίζει. Θέλει να ξεπεράσει όλα τα έθνη που  ανταγωνίζονται τη Ρωσία με τη φινέτσα της ετικέτας και τον πλούτο της αμφίεσης. Μόλις  λιώνουν  οι  πάγοι  του  Νέβα,  πλοία  αγγλικά,  γερμανικά,  γαλλικά  φτάνουν  στην  Αγία  Πετρούπολη, και ξεφορτώνουν καρότσες, υφάσματα, έπιπλα, λιβρέες, πολύτιμα σερβίτσια  που έχουν παραγγελθεί σ' όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ο Χριστιανός‐Αύγουστος, μολονότι  δεν  έχει  προσκληθεί  στο  γάμο  της  κόρης  του,  στέλνει  πολύτιμα  υφάσματα  από  το  Τσερμπστ.  Ξεχωριστή  θέση  παίρνει  η  Αγγλία:  τα  μεταξωτά  της  με  χρυσά  και  ασημένια  κλαδιά πάνω σε ανοιχτό φόντο είναι η αδυναμία της Ελισάβετ.  Από αναβολή σε αναβολή, ο γάμος ορίζεται τελικά για τις 21 Αυγούστου του 1745. Από τις  15  μέχρι  τις  18  Αυγούστου,  κήρυκες  με  αλυσιδωτούς  χιτώνες,  συνοδευόμενοι  από  έφιππους  φρουρούς  και  δραγόνους  διασχίζουν  τους  δρόμους  και  αναγγέλλουν,  υπό  τους  ήχους  κυμβάλων,  την  ημερομηνία  της  τελετής.  Το  πλήθος  συνωθείται  στην  πλατεία  Ναυαρχείου για να χαζέψει τις εγκαταστάσεις για την παροχή κρασιού, τους πάγκους και τα  τραπέζια που προορίζονται για το λαϊκό γλέντι. Ο ίδιος συνωστισμός υπάρχει και μπροστά  στον  καθεδρικό  ναό  του  Καζάν  όπου  εκατοντάδες  εργάτες  δουλεύουν  για  τον  εσωτερικό  του  διάκοσμο.  Στις  19  Αυγούστου  μια  μοίρα  από  γαλέρες  αράζει  μπροστά  στο  Χειμερινό  Ανάκτορο.  Στις  20  Αυγούστου  ομοβροντίες  και  κωδωνοκρουσίες  τραντάζουν  την  πόλη.  Εκείνο  το  βράδυ,  η  Ιωάννα  κυριεύεται  ξαφνικά  από  τύψεις  και  αγωνία.  Πηγαίνει  να  συναντήσει  την  Αικατερίνη,  της  μιλάει  με  υπονοούμενα  για  τη  δοκιμασία  που  την  περιμένει, για τα «μελλοντικά της καθήκοντα» και, εκεί που μιλάει, αναλύεται σε δάκρυα.  Για  τι  κλαίει  άραγε;  Για  την  αποτυχία  των  διπλωματικών  της  φιλοδοξιών  στην  Αυλή  της  Ρωσίας ή για την αβέβαιη τύχη της κόρης της που η μοίρα της επιφύλασσε τις πιο μεγάλες  τιμές  αλλά  και  τους  πιο  μεγάλους  κινδύνους;  «Χύσαμε  κάμποσα  δάκρυα»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη  στα  Απομνημονεύματά  της,  «και  αποχωριστήκαμε  με  τη  μεγαλύτερη  τρυφερότητα». 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ V  ΟΙ ΓΑΜΟΙ  Στις 21 Αυγούστου 1745, η Αικατερίνη σηκώνεται στις έξι το πρωί και ενώ κάνει το μπάνιο  της, εμφανίζεται στην αίθουσα του λουτρού η αυτοκράτειρα. Θέλει να εξετάσει γυμνή και  χωρίς  φτιασίδια  αυτή  στην  οποία  από  δω  κι  εμπρός  στηρίζονται  όλες  οι  ελπίδες  της  δυναστείας στη Ρωσία. Ύστερα από την επιθεώρηση, η Αικατερίνη κρίνεται κατάλληλη για  το ρόλο που την προορίζουν και παραδίδεται στις καμαριέρες. Την ώρα που την ντύνουν με  αργό  ρυθμό,  όλο  επισημότητα,  φουντώνει  μια  συζήτηση  ανάμεσα  στην  τσαρίνα  και  τον  κομμωτή.  Η  πρώτη  επιμένει  ότι  η  τούφα  στην  κορυφή  του  κρανίου  της  μνηστευμένης  πρέπει  να  είναι  ίσια,  ο  δεύτερος  είναι  της  γνώμης  ότι  θα  'ταν  καλύτερα  να  είναι  σγουρή∙  τελικά, υιοθετούν τη σγουρή, ελπίζοντας ότι δε θα δημιουργηθεί πρόβλημα στην ισορροπία  του στέμματος. Το νυφικό είναι φτιαγμένο από ασημί μπροκάρ με φαρδιά φούστα, κολλητό  κορσάζ και κοντά μανίκια∙ οι ραφές, οι μπορντούρες και η ουρά είναι κεντημένες με ασημιά  τριαντάφυλλα.  Από  τους  ώμους  πέφτει  μια  κάπα  από  ασημιά  δαντέλα.  Το  σύνολο  είναι  τόσο βαρύ που, μόλις τελειώνει το ντύσιμο, η Αικατερίνη μετακινείται με δυσκολία. Όλα τα  κοσμήματα  του  αυτοκρατορικού  θησαυρού  είναι  απλωμένα  μπροστά  της.  Ύστερα  από  διαταγή της τσαρίνας, φορτώνεται με βραχιόλια, μακριά σκουλαρίκια, καρφίτσες, κρίκους,  παράσημα,  για  να  θαμπώσει  όσο  το  δυνατόν  περισσότερο  τα  πλήθη  στο  πέρασμά  της.  Η  μελλόνυμφη  κοιτάζεται  στον  καθρέφτη  κι  έχει  την  εντύπωση  ότι  είναι  ένας  ζωντανός  αστερισμός. Η καρδιά της σφίγγεται από φόβο. Είναι τόσο ωχρή που της βάζουν κοκκινάδι.  «Ποτέ το χρώμα της δεν ήταν ωραιότερο», παρατηρεί η μητέρα της. «Τα μαύρα της μαλλιά  είναι  φωτεινά  και  γυαλιστερά,  πράγμα  που  τονίζει  τα  νιάτα  της  και  προσθέτει  στα  πλεονεκτήματά  της».  Πάνω  στα  σκούρα  και  ελαφρά  σγουρά  μαλλιά  της,  η  αυτοκράτειρα  τοποθετεί το στέμμα των μεγάλων δουκισσών. Το στέμμα είναι βαρύ. Η Αικατερίνη πρέπει  να  μένει  ακίνητη  για  να  κρατάει  ίσια  το  κεφάλι.  Το  μεσημέρι,  φτάνει  ο  μεγάλος  δούκας,  ντυμένος  κι  αυτός  με  ασημί  ένδυμα  και  γεμάτος  κοσμήματα.  Το  μόνο  που  κάνει  αυτή  η  πολυτελής εξάρτηση είναι να τονίζει την πιθηκοειδή του όψη.  Στις τρεις, η συνοδεία από εκατόν είκοσι άμαξες ξεκινάει για να πάει το νεαρό ζευγάρι στον  καθεδρικό  ναό  του  Καζάν.  Ο  λαός  γονατίζει  μόλις  κάνει  την  εμφάνισή  της,  συρόμενη  από  οκτώ  άσπρα  άλογα,  η  μυθική  λέμβος  γεμάτη  γλυπτά  και  χρυσοτεχνήματα.  Εκεί  είναι  καθισμένοι  η  αυτοκράτειρα  και  οι  δύο  νέοι.  Τα  ζώα  προχωρούν  με  βήμα  που  το  συντονίζουν  οι  σταβλάρχες.  Προπορεύονται  ο  μέγας  τελετάρχης  και  ο  μέγας  στρατάρχης  της  αυλής,  μέσα  σε  ανοικτή  άμαξα,  περιστοιχισμένοι  από  έφιππους  ανώτατους  αξιωματούχους.  «Σίγουρα  δεν  θα  υπήρξε  ποτέ  άλλοτε  θέαμα  τόσο  μεγαλεπήβολο  και  θεσπέσιο», σημειώνει ο Γάλλος επιτετραμμένος ντ' Αλιόν.  Στη διάρκεια του κηρύγματος που προηγείται της γαμήλιας ευλογίας, μία από τις κυρίες της  Αυλής,  η  κόμισσα  Τσερνιτσέφ,  ορθή  πίσω  από  τους  δυο  νέους,  ψιθυρίζει  στ'  αυτί  του  μεγάλου δούκα ότι δεν πρέπει ν' αφήσει από τα μάτια του τον ιερέα∙ λένε ότι, όποιος από  τους νεόνυμφους γυρίσει πρώτος το κεφάλι, αυτός θα πεθάνει πρώτος. Ο Πέτρος σηκώνει  τους  ώμους  μουρμουρίζοντας:  «Δεν  με  παρατάτε!  Άλλη  τρέλα  πάλι  κι  αυτή!».  Και  τα  μεταφέρει  στην  Αικατερίνη.  Εκείνη  δεν  δίνει  καμιά  σημασία.  Συγκεντρώνει  την  ενεργητικότητά της για να σταθεί σαν άγαλμα μέσα σ' όλη αυτή την αίγλη όπου συγχέονται  τα χρυσοτεχνήματα, οι φλόγες των κεριών και οι σειρές των προσώπων.  Τη  θρησκευτική  τελετή  που  διαρκεί  πολλές  ώρες,  διαδέχονται  το  δείπνο  και  ο  χορός.  Η  Αικατερίνη  είναι  εξουθενωμένη.  Το  στέμμα  βαραίνει  υπερβολικά  πάνω  στο  μέτωπό  της.  Ζητάει  την  άδεια  να  το  βγάλει  για  λίγο.  Της  αποκρίνονται  ότι  κάτι  τέτοιο  θα  ήταν  κακός  οιωνός. Τελικά, η αυτοκράτειρα της επιτρέπει να αποχωριστεί προς στιγμήν το ενοχλητικό  διάδημα.  Πρέπει  όμως  να  το  ξαναφορέσει  αμέσως  για  να  χορέψει  μια  σειρά  πολωνέζες.  Digitized by 10uk1s 


Ευτυχώς, η  βραδιά  συντομεύεται  ύστερα  από  ξαφνική  απόφαση  της  τσαρίνας  που  ανυπομονεί να στείλει τους νεόνυμφους στο κρεβάτι.  Στις  εννέα,  η  αυτοκρατορική  Της  Μεγαλειότητα,  περιστοιχισμένη  από  τους  ανώτατους  αξιωματούχους  της  Αυλής,  από  κυρίες  και  δεσποινίδες  των  τιμών,  από  μερικούς  προνομιούχους και από την Ιωάννα, συνοδεύει την Αικατερίνη και τον Πέτρο ως τα γαμήλια  διαμερίσματα. Εκεί, οι σύζυγοι χωρίζουν. Ο Πέτρος αποσύρεται σ' ένα διπλανό δωμάτιο για  ν' αλλάξει περιβολή, ενώ οι γυναίκες βοηθούν την κοπέλα να γδυθεί. Η τσαρίνα της βγάζει  το στέμμα, η πριγκίπισσα της Έσσης της φορά το νυχτικό της, η πρώτη κυρία της βάζει τη  ρόμπα  της.  «Αν  αφαιρέσεις  το  πλήθος  που  παρίσταται  στην  τελετή»,  γράφει  η  Ιωάννα,  «πολύ  λιγότεροι  βοηθούν  εδώ  τους  νεόνυμφους  να  γδυθούν  απ'  ό,τι  στην  πατρίδα  μας.  Κανείς δεν τολμάει να ακολουθήσει το σύζυγο, από τη στιγμή που θα μπει στο διαμέρισμά  του. Δεν χορεύουν τη γιρλάντα ούτε μοιράζουν καλτσοδέτες». Απαλλαγμένη από τα βαριά  στολίδια  της,  με  ελευθερωμένες  τις  κινήσεις  της  και  σφιγμένη  την  καρδιά,  η  Αικατερίνη  θαυμάζει  τούτο  το  μεγαλόπρεπο  δωμάτιο  όπου  θα  τελεστεί  η  θυσία:  τοίχοι  ταπετσαρισμένοι με βαθυκόκκινο βελούδο και ασημένιο διάκοσμο. Κρεβάτι σκεπασμένο με  χρυσοκέντητο  κόκκινο  βελούδο,  όπου  δεσπόζει  το  στέμμα.  Αναμμένα  καντηλέρια  εδώ  κι  εκεί.  Κι  εκεί,  στόχος  δεκάδων  βλεμμάτων:  περίεργων,  εύθυμων,  διεστραμμένων,  χλευαστικών, συμπονετικών. Τέλος, αποσύρονται όλοι, αφήνοντάς τη στο κρεβάτι μόνη με  την αγωνία της. Βρίσκεται εκεί σαν κατσικάκι που το χρησιμοποιούν για δόλωμα, δεμένο σ'  έναν  πάσσαλο.  Η  μητέρα  της  την  προετοίμασε  κάπως,  την  τελευταία  στιγμή.  Έτσι,  φορώντας το ροζ νυχτικό της που παραγγέλθηκε στο Παρίσι, περιμένει το σοκ, την έφοδο,  το  σπαραγμό,  την  αποκάλυψη.  Το  βλέμμα  της  μένει  καρφωμένο  στην  πόρτα  απ'  όπου  θα  μπει  εκείνο  το  τρομερό  και  αναπόφευκτο  ον:  ο  άνδρας  της.  Η  ώρα  όμως  περνάει  και  η  πόρτα  μένει  κλειστή.  Ύστερα  απ'  δύο  ώρες  κυριεύεται  από  ανησυχία.  «Μήπως  πρέπει  να  σηκωθώ;»  γράφει.  «Ή  να  μείνω  ξαπλωμένη;  Ούτε  κι  εγώ  ξέρω».  Γύρω  στα  μεσάνυχτα,  μπαίνει  στο  δωμάτιο  η  κυρία  Κρουζ,  η  καινούργια  καμαριέρα,  και  της  αναγγέλλει  «πολύ  κεφάτη»  ότι  ο  μεγάλος  δούκας  έχει  παραγγείλει  το  δείπνο  του.  Ενώ  εκείνη  μετράει  τα  δευτερόλεπτα, αυτός τρωγοπίνει με τους αγαπημένους του υπηρέτες. Στη συνέχεια, αφού  έχει  φάει  και  πιει  καλά,  κάνει  την  εμφάνισή  του  ξεμαλλιασμένος,  και  παρατηρεί  χαχανίζοντας  όλο  μοχθηρία:  «Πλάκα  που  θα  έσπαγε  ο  υπηρέτης  μου  βλέποντάς  μας  μαζί  στο  κρεβάτι!».  Ύστερα  ξαπλώνει  και  βυθίζεται  σ'  έναν  κτηνώδη  ύπνο  δίπλα  στη  νεαρή  γυναίκα  του  που,  με  τα  μάτια  ορθάνοιχτα  μέσα  στο  σκοτάδι,  αναρωτιέται  αν  πρέπει  να  χαρεί ή να ανησυχήσει επειδή την παραμέλησαν.  Η  Αικατερίνη  δεν  θα  έχει  εκπλήξεις  ούτε  και  τις  επόμενες  νύχτες.  Θα  δέχεται  αδιαμαρτύρητα να μένει παρθένα πλάι σ' ένα σύζυγο αδιάφορο και άπειρο. Παράλληλα με  αυτή  την  εσωτερική  ήττα,  οργανώνονται  με  μαεστρία  από  την  αυτοκράτειρα  ατέλειωτα  επίσημα γλέντια. Χοροί, μασκαράτες, πυροτεχνήματα, θεάματα διαδέχονται το 'να τ' άλλο  στη σημαιοστολισμένη πρωτεύουσα.  Στις 30 Αυγούστου, η τσαρίνα πηγαίνει στο μοναστήρι Αλέξανδρος Νιέφσκι. Εκεί, μέσα σε  μια  αποθήκη,  φυλάσσεται  το  καράβι  που  έφτιαξε  άλλοτε  με  τα  χέρια  του  ο  Πέτρος  ο  Μεγάλος,  η  περίφημη  ντιέντουσκα,  «ο  πρόγονος  του  ρωσικού  στόλου».  Το  σαρακοφαγωμένο σκάφος, που δεν μπορεί πια ν' αντέξει στο νερό, είναι στημένο πάνω σε  μια σχεδία. Στο κατάρτι βρίσκεται αναρτημένο το πορτραίτο του τσάρου που δημιούργησε  τη  σύγχρονη  Ρωσία.  Ντυμένη  με  στολή  αξιωματικού  του  ναυτικού  (της  αρέσουν  πάντα  οι  ανδρικές  αμφιέσεις!),  η  Ελισάβετ  μπαίνει  στο  πλοίο  και,  υπό  τις  ομοβροντίες  του  πυροβολικού,  ασπάζεται  την  εικόνα  του  πατέρα  της.  Η  πομπή  κινείται  πάνω  στον  Νέβα.  Πίσω  από  «τον  πρόγονο  του  ρωσικού  στόλου»,  μια  σειρά  από  βάρκες,  πολυτελώς  διακοσμημένες,  μεταφέρει  τους  αυλικούς.  Ο  άνεμος  τους  ανακατεύει  τα  μαλλιά,  ενώ  οι  σάλπιγγες  και  τα  τύμπανα  τους  ξεκουφαίνουν.  Ο  Μεγάλος  Πέτρος,  οδηγημένος  από  την 

Digitized by 10uk1s 


πολυαγαπημένη του κόρη, κάνει και πάλι το γύρο της πόλης που, χάρη στη σιδερένια του  θέληση, χτίστηκε πάνω σ' ένα Βάλτο. Μια πόλη ολοκαίνουργια, φτιαγμένη από γη και νερό,  που τη διασχίζουν κανάλια με όχθες καθορισμένες από σειρές πασσάλων, με λίγα πέτρινα  σπίτια  και  πολλά  ξύλινα,  μερικούς  λιθόστρωτους  δρόμους  και  πολλούς  χέρσους  ερημότοπους.  «Τα  μόνα  πέτρινα  σπίτια»,  γράφει  η  Αικατερίνη,  «είναι  η  Μιλιόναγια  και  η  Λουγκόβαγια,  όπως  και  η  προκυμαία  των  Άγγλων.  Σχημάτιζαν,  θαρρείς,  ένα  προπέτασμα,  κρύβοντας τις μάλλον δυσάρεστες στη θέα ξύλινες παράγκες. Το μόνο ταπετσαρισμένο με  δαμασκηνά  υφάσματα  σπίτι  ήταν  εκείνο  της  πριγκίπισσας  της  Έσσης.  Όλα  τα  άλλα  είχαν  ασπρισμένους  τοίχους  ή  κακόγουστες  ταπετσαρίες  από  χαρτί  ή  ζωγραφισμένο  πανί».  Ας  είναι,  η  Ελισάβετ  νιώθει  περήφανη  για  την  πρωτεύουσά  της.  Οργανώνοντας  τούτο  τον  περίπατο στο νερό, υπό τη σκέπη του Πέτρου του Μεγάλου, επιβεβαιώνει στα μάτια όλων  ότι  είναι  η  κληρονόμος  των  αρρενωπών  αρετών  του  πατέρα  της.  Αν  η  Ιωάννα  είναι  ενθουσιασμένη  από  την  οργάνωση  και  τον  πλούτο  της  πομπής  (θα  την  περιγράψει  με  λεπτομέρειες  στα  γράμματά  της),  η  Αικατερίνη  αρχίζει  να  κουράζεται  από  τους  συνεχείς  εορτασμούς. Την απογοητεύουν κυρίως οι χοροί, από τους οποίους αποκλείεται ουσιαστικά  η νεολαία. Αναγκάζεται να χορεύει ατελείωτες καντρίλιες με καβαλιέρους άνω των εξήντα,  «τους  περισσότερους  κουτσούς,  με  αρθριτικά  ή  σαραβαλιασμένους».  Θα  ήθελε  να  πλησιάσει  τον  μεγάλο  δούκα,  ωστόσο,  λέει,  «ο  αγαπητός  μου  σύζυγος  δεν  ασχολούνταν  μαζί  μου,  αλλά  βρισκόταν  συνεχώς  με  τους  υπηρέτες  του,  παίζοντας  τον  αξιωματικό,  υποχρεώνοντάς τους να κάνουν ασκήσεις μέσα στο δωμάτιό του ή αλλάζοντας στολή είκοσι  φορές  την  ημέρα∙  χασμουριόμουνα,  βαριόμουνα,  δεν  είχα  με  ποιον  να  μιλήσω  και  προσπαθούσα  να  κρατήσω  την  αξιοπρέπειά  μου».  Η  καινούργια  αρχικαμαριέρα,  η  κυρία  Κρουζ, τρομοκρατεί τις νεαρές ακολούθους που η φλυαρία τους ψυχαγωγούσε άλλοτε την  Αικατερίνη.  Τους  απαγορεύει  να  μιλούν  εμπιστευτικά  με  τη  μεγάλη  δούκισσα  και  να  «χοροπηδούν» μαζί της.  Το  τέλος  των  εορτασμών  σημαίνει  ταυτόχρονα  και  τέλος  της  διαμονής  της  Ιωάννας  στη  Ρωσία.  Μέσα  σε  είκοσι  μήνες,  κατόρθωσε  να  παντρέψει  την  κόρη  της  και  συνάμα  να  ξεπέσει στα μάτια της αυτοκράτειρας. Οι πολιτικές της συνωμοσίες στην αρχή κι ύστερα ο  ερωτικός  της  δεσμός  με  τον  κόμη  Ιβάν  Μπέτσκι  κρίθηκαν  αυστηρότατα  στην  Αυλή.  Ψιθυρίζεται ότι έχει μείνει έγκυος από τα κατορθώματα τούτου του κυρίου και ότι σύντομα  η  μεγάλη  δούκισσα  θ'  αποκτήσει  έναν  αδελφούλη  ή  μια  αδελφούλα.  Η  Αικατερίνη  δεν  μπορεί να αδιαφορήσει γι' αυτές τις φήμες. Η περηφάνια της την κάνει να υποφέρει. Παρ'  όλα  αυτά,  αν  και  καταδικάζει  την  ελαφρότητα  της  μητέρας  της,  τη  λυπάται  επειδή  την  απέπεμψαν  και  την  ταπείνωσαν,  και  δεν  τολμάει  να  της  καταλογίσει  τίποτα.  Η  αυτοκράτειρα, παρά την απόφασή της να διώξει αυτή την πριγκίπισσα της ίντριγκας, εννοεί  να  φανεί  μεγαλόψυχη  και  της  παραχωρεί  εξήντα  χιλιάδες  ρούβλια  για  να  καλύψει  τους  λογαριασμούς  της.  Αφού  πληρωθούν  με  αυτό  το  ποσό  οι  πρώτοι  πιστωτές,  η  Ιωάννα  διαπιστώνει  ότι  χρωστάει  ακόμη  εβδομήντα  χιλιάδες  ρούβλια.  Η  Αικατερίνη  τρομοκρατείται  από  το  ύψος  του  χρέους,  και  υπόσχεται  να  το  καλύψει  αυτή  σιγά  σιγά,  περικόπτοντας από το προσωπικό της μερίδιο τριάντα χιλιάδες ρούβλια το χρόνο.  Μόλις  ετοιμάσει  τις  βαλίτσες  της,  η  Ιωάννα  παρακαλεί  την  αυτοκράτειρα  να  τη  δεχτεί,  πέφτει  στα  πόδια  της  και  της  ζητάει  συγγνώμη  για  τα  προβλήματα  που  της  δημιούργησε.  Ασυγκίνητη  απ'  αυτή  τη  μεταμέλεια,  η  Ελισάβετ  της  απαντάει  ότι  είναι  πολύ  αργά  για  συζητήσεις  και  ότι  «αν  η  πριγκίπισσα  ήταν  πάντοτε  τόσο  ταπεινή,  τα  πράγματα  θα  ήταν  καλύτερα  για  όλους».  Αναφέροντας  τούτη  την  αποχαιρετιστήρια  σκηνή,  η  Ιωάννα  τονίζει  ιδιαίτερα τη «λεπτότητα» της αυτοκράτειρας. Με αυτό το σχήμα λόγου που προορίζεται για  τον  Χριστιανό‐Αύγουστο,  δεν  θα  κατορθώσει  να  κρύψει  το  μέγεθος  της  δυσμένειας  στην  οποία έχει  περιπέσει. Ο Γάλλος επιτετραμμένος ντ' Αλιόν υπαινίσσεται ότι την τιμώρησαν  επειδή συνέχιζε να έχει μυστική αλληλογραφία με τον Φρειδερίκο Β' και τα γράμματά της  αποσφραγίζονταν από την επίσημη αρχή της λογοκρισίας. 

Digitized by 10uk1s 


Για ν'  απαλλάξει  την  κόρη  της  από  μια  εντονότατη  θλίψη,  η  Ιωάννα  φεύγει  από  το  Τσάρσκογε  Σέλο  τα  χαράματα,  χωρίς  να  την  αποχαιρετήσει.  Φτάνοντας  στο  Βερολίνο,  παίρνει μήνυμα από την Ελισάβετ: της δίνει διαταγή να παρακαλέσει τον Φρειδερίκο Β' ν'  ανακαλέσει τον πρεσβευτή του Μάρντεφελντ ως ανεπιθύμητο στη ρωσική Αυλή. Με άλλα  λόγια,  διέτασσε  την  ταλαίπωρη  να  αναγνωρίσει  μόνη  της,  μπροστά  στο  βασιλιά  της  Πρωσίας, την αποτυχία των μυστικών διαβουλεύσεων που αυτός της είχε αναθέσει.  Στο  Τσάρσκογε  Σέλο,  η  Αικατερίνη  αναλύεται  σε  δάκρυα  βρίσκοντας  το  διαμέρισμα  κενό  μετά  την  αναχώρηση  της  μητέρας  της.  Αυτή  η  γυναίκα,  που  τόσο  κατέκρινε,  ξαφνικά  της  λείπει.  Παρ'  όλα  της  τα  ελαττώματα,  ήταν  η  καλύτερή  της  φίλη.  Με  την  απουσία  της  η  ατμόσφαιρα  στην  Αυλή  γίνεται  ανυπόφορη.  Ποτέ  η  Αικατερίνη  δεν  είχε  αισθανθεί  περισσότερη  μοναξιά.  Από  τότε  που  ο  Πέτρος  έχει  το  νόμιμο,  πια,  δικαίωμα  να  την  πλησιάζει,  αποφεύγει  κάθε  ευκαιρία  για  να  μείνει  μόνος  μαζί  της.  Μήπως  τον  τρομάζει;  Μήπως  τη  βρίσκει  άσχημη;  Δεν  καταλαβαίνει.  «Θα  αγαπούσα  σίγουρα  το  σύζυγό  μου  αν  ήθελε ή αν μπορούσε να μου φερθεί λίγο πιο ευγενικά», θα γράψει στα Απομνημονεύματά  της. «Ωστόσο, έκανα μια σκληρή σκέψη γι' αυτόν, από τις πρώτες κιόλας ημέρες του γάμου  μας.  Είπα  μέσα  μου:  "Αν  αγαπήσεις  αυτόν  τον  άνθρωπο,  θα  γίνεις  το  πιο  δυστυχισμένο  πλάσμα στον κόσμο. Με το χαρακτήρα που διαθέτεις, θα ζητήσεις να σου ανταποδώσει την  αγάπη  σου.  Μα  αυτός  ο  άνδρας  σχεδόν  δεν  σε  κοιτάζει,  λίγο  ακόμα  και  θα  παίξει  με  κουκλόπανα∙ δίνει σημασία σε όλες τις άλλες γυναίκες  εκτός από σένα.  Είσαι υπερβολικά  περήφανη  για  να  δημιουργήσεις  θέμα.  Λοιπόν,  κυρία,  να  ελέγχεις  την  τρυφερότητά  σου  απέναντι  σ'  αυτόν  τον  κύριο∙  σκεφθείτε  τον  εαυτό  σας".  Αυτό  αποτυπώθηκε  πάνω  στην  κέρινη καρδιά μου, κι η σκέψη τούτη δεν βγήκε ποτέ απ' το μυαλό μου».  Η  παρεξήγηση  ανάμεσα  στην  Αικατερίνη  και  τον  Πέτρο  παίρνει  διαστάσεις.  Τη  νύχτα,  την  απογοητεύει∙ την ημέρα, την απελπίζει. Καθυστερημένος όσον αφορά τη φυσική ανάπτυξη  από  τις  αμέτρητες  αρρώστιες  που  πέρασε  στα  παιδικά  του  χρόνια,  ο  μεγάλος  δούκας  υποφέρει  μέσα  του  επειδή  δεν  μπορεί  να  ικανοποιήσει  τη  νεαρή  του  σύζυγο  και  την  εκδικείται προσποιούμενος ότι τον ελκύουν άλλες γυναίκες. Η Αικατερίνη, μέσα στην πλήρη  αφέλειά  της,  φαντάζεται  ότι  ο  άνδρας  της  βρίσκει  αλλού  τις  ηδονές  που  η  ίδια  είναι  ανίκανη να του προσφέρει και, από περηφάνια, καμώνεται ότι περιφρονεί  τις πριγκιπικές  του  απιστίες.  Μπροστά  στην  αδιαφορία  της,  ο  κυνισμός  του  αυξάνεται.  Κι  εκείνη,  τραυματισμένη  από  μια  τέτοια  βαρβαρότητα,  ξεμακραίνει  όλο  και  πιο  πολύ  από  έναν  άνδρα που —όπως πιστεύει— προτιμάει οποιαδήποτε άλλη γυναίκα εκτός από τη δική του.  Μπορούσε άραγε να φανταστεί ότι ήταν παρθένος;  Αυτά τα δύο παιδιά που, αρχικά, είχαν συγκινήσει την αυτοκράτειρα, τώρα της δίνουν στα  νεύρα. Και τι δεν έκανε για να τους παντρέψει, προκειμένου να εξασφαλιστεί το μέλλον της  δυναστείας! Και τώρα που τους βλέπει να γεύονται τα προνόμια των διαδόχων του θρόνου,  τους  αντιμετωπίζει  με  δυσπιστία  και  σχεδόν  με  έχθρα.  Διαποτισμένη  από  την  παντοδυναμία της, δεν ανέχεται να έχει μπροστά της ένα «διάδοχο», λες και θα 'ταν άτοπο  να  τιμήσει  ο  λαός  κάποιον  άλλο  μετά  από  αυτήν.  Τον  Πέτρο  και  την  Αικατερίνη  που  τους  θεωρούσε παιδιά της, ξαφνικά τους βλέπει σαν αντιζήλους. Καλά θα έκανε να φοβάται τις  μηχανορραφίες.  Κάλλιστα  θα  μπορούσαν  να  συνωμοτήσουν  εναντίον  της  μαζί  με  τους  φίλους  τους,  επιχειρώντας  να  σφετεριστούν  την  εξουσία  πριν  έρθει  η  ώρα  τους.  Κάθε  ένδειξη  εκτίμησης  προς  τον  μεγάλο  δούκα  και  τη  μεγάλη  δούκισσα  γίνεται  αθέτηση  υποχρεώσεων απέναντι στην τσαρίνα: έχει αποφασίσει να υποτάξει τούτους τους νέους. Η  εποχή των φιλοφρονήσεων δίνει τη θέση της στην εποχή των ταπεινώσεων. Και, πρώτα απ'  όλα,  η  αυτοκράτειρα  διώχνει  από  την  Αυλή  μια  καμαριέρα  της  Αικατερίνης:  τη  Μαρία  Ζούκοβα: το μοναδικό της έγκλημα ήταν η πλήρης αφοσίωση στην κυρία της. Ύστερα από  λίγο  καιρό,  έρχεται  η  σειρά  του  αρχιθαλαμηπόλου  της  Αικατερίνης,  του  Ζαχαρία  Τσερνιτσέφ, ο οποίος υποχρεώνεται να την εγκαταλείψει και να φύγει για τη Ρατισβόνη, με 

Digitized by 10uk1s 


διπλωματική αποστολή.  Αιτία:  «Ο  φόβος  μήπως  ερωτευτεί  τη  μεγάλη  δούκισσα.  Την  κοιτάζει  συνεχώς».  Και  άλλοι  αυλικοί,  για  τους  οποίους  υπάρχουν  υπόνοιες  ότι  απολαμβάνουν  την  εύνοια  της  Αικατερίνης,  απομακρύνονται  με  διάφορα  προσχήματα.  Η  Μεγαλειότητά  της  επιθυμεί  ανθρώπους  σίγουρους,  ανθρώπους  δικούς  της  γύρω  από  το  ζευγάρι  των  μεγάλων  δουκών.  «Ήθελε  να  κάνει  το  κακό  για  το  κακό  και  από  καπρίτσιο,  δίχως ίχνος λογικής», θα γράψει η Αικατερίνη.  Παρά την αυστηρότητα που γίνεται όλο και μεγαλύτερη προς το πρόσωπο της Αικατερίνης,  αυτή  συνεχίζει  να  συμπεριφέρεται  σαν  αυθεντική  μεγάλη  δούκισσα,  μαθαίνοντας  ρωσικά  και ακολουθώντας το ορθόδοξο θρησκευτικό τυπικό. Από τα πρώτα της βήματα στη Ρωσία,  κατάλαβε  ότι  δεν  υπήρχε  σωτηρία  γι'  αυτήν  αν  δεν  δινόταν  ψυχή  τε  και  σώματι  σε  μια  διαρκή προσπάθεια πολιτογράφησης, εγκλιματισμού, πολιτικο‐θρησκευτικής ταύτισης. Από  τη  στιγμή  που  διαλέγει  αυτή  την  τακτική,  τίποτα  δεν  θα  την  κάνει  να  παρεκκλίνει.  Ο  μεγάλος  δούκας  την  πειράζει  για  την  ευσέβειά  της.  Γιατί  δεν  μένει  όπως  αυτός  —λέει—  μακριά  απ'  όλη  τούτη  τη  μυστικιστική  προσποίηση;  Εκείνη  την  εποχή,  το  δικό  του  πάθος  είναι  οι  μαριονέτες.  Έχει  στήσει  ένα  κουκλοθέατρο  για  προσωπική  του  χρήση,  σ'  ένα  δωμάτιο  δίπλα  στα  διαμερίσματα  της  αυτοκράτειρας.  Κάποια  μέρα,  ακούγοντας  φασαρία  πίσω από το μεσότοιχο, παίρνει ένα τρυπάνι και τρυπάει σε πολλά σημεία μια πόρτα που  δεν  χρησιμοποιείται  πια.  Με  το  μάτι  κολλημένο  στις  τρύπες,  ανακαλύπτει  την  ιδιωτική  τραπεζαρία της Ελισάβετ. Η αυτοκράτειρα κάθεται στο τραπέζι μαζί με τον επίσημο εραστή  της,  τον  Ραζουμόφσκι,  ο  οποίος  φοράει  ρόμπα  από  μπροκάρ.  Γύρω  τους,  μια  ντουζίνα  μυστικοσύμβουλοι.  Ενθουσιασμένος  που  τσάκωσε  τη  θεία  του  με  ανδρική  συντροφιά,  ο  Πέτρος  συγκεντρώνει  όλους  τους  φίλους  του,  βάζει  πάγκους  και  καρέκλες  στη  σειρά  μπροστά  στις  τρύπες  και  τρέχει  να  καλέσει  την  Αικατερίνη  για  ν'  απολαύσει  κι  εκείνη  το  θέαμα.  Τρομαγμένη  από  την  τόλμη  του,  η  Αικατερίνη  του  φωνάζει  πως  είναι  τρελός,  πως  «σχεδόν είκοσι άτομα έμαθαν το μυστικό» και πως αυτά τα παιδιαρίσματα κινδυνεύουν να  τους στοιχίσουν ακριβά. Περίλυπος, ο Πέτρος δεν επιμένει και επιστρέφει στις μαριονέτες  του.  Ύστερα  από  λίγο,  η  αυτοκράτειρα  —όπως  έπρεπε  να  το  περιμένουν—  πληροφορείται  το  γεγονός, ανακαλύπτει τις τρύπες στην πόρτα της, σπεύδει στο δωμάτιο της Αικατερίνης και  καλεί τον ανιψιό της, ο οποίος καταφθάνει με τη ρόμπα του και τη σκούφια του ύπνου στο  χέρι.  Αφρίζοντας  από  οργή,  η  Ελισάβετ  επιπλήττει  δριμύτατα  τον  ηλίθιο.  Ουρλιάζει  ότι  ξέχασε  «τι  της  χρωστάει»,  ότι  δεν  μπορεί  πια  παρά  να  τον  θεωρεί  «αχάριστο»,  ότι  και  ο  δικός  της  πατέρας,  ο  Πέτρος  ο  Μέγας,  είχε  έναν  αχάριστο  γιο,  τον  Αλέξη,  τον  οποίο  και  τιμώρησε  «αποκληρώνοντάς  τον»,  ενώ  η  ίδια,  κατά  τη  διάρκεια  της  βασιλείας  της  αυτοκράτειρας Άννας, δεν ξέχασε ποτέ το «σεβασμό που οφείλει κανείς σε μια εστεμμένη»,  και ότι, σε άλλες εποχές, ένα τέτοιο έγκλημα καθοσιώσεως θα τιμωρούνταν με φυλάκιση σε  φρούριο!  Απ'  όλα  αυτά  τα  λόγια,  τα  πιο  ανησυχητικά  για  τους  δύο  νεαρούς  είναι  εκείνα  που αναφέρονται στον μικρό τσάρο Αλέξη. Ο Πέτρος ο Μέγας όχι μόνο τον «αποκλήρωσε»,  αλλά  και  τον  υπέβαλε  σε  βασανιστήρια  μέχρι  θανάτου.  Καθώς  ο  μεγάλος  δούκας  προσπαθεί  να  δικαιολογηθεί,  η  Ελισάβετ  τον  αναγκάζει  να  σωπάσει  και  τον  στολίζει  «με  ύβρεις  και  προσβολές  δείχνοντάς  του  τόσο  την  περιφρόνηση  όσο  και  την  οργή  της».  Μπροστά  σε  τόση  βιαιότητα,  η  Αικατερίνη  δεν  μπορεί  να  συγκρατήσει  τα  δάκρυά  της.  Η  αυτοκράτειρα την καθησυχάζει: «Τα λόγια μου δεν απευθύνονται σ' εσάς», μουρμουρίζει.  «Ξέρω ότι δεν λάβατε μέρος στην πράξη του και ούτε θελήσατε να κοιτάξετε μέσ' από την  πόρτα».  Παρ' όλα αυτά, ύστερα από ένα σύντομο διάστημα, το αστροπελέκι πέφτει επάνω και στην  Αικατερίνη.  Εννέα  μήνες  πέρασαν  από  την  ημέρα  του  γάμου  κι  εκείνη  δεν  έχει  μείνει  έγκυος. Αυτή τη στειρότητα, η αυτοκράτειρα τη θεωρεί προσωπική προσβολή. Το σφάλμα,  σκέφτεται, βαρύνει αποκλειστικά τη μεγάλη δούκισσα, η οποία δεν ξέρει να ξυπνήσει τον 

Digitized by 10uk1s 


πόθο του  συζύγου  της.  Καλεί  την  Αικατερίνη  και  της  πετάει  κατάμουτρα  και  με  τον  πιο  σκληρό  τρόπο  την  κατηγορία.  «Έλεγε...  πως  εγώ  έφταιγα  επειδή  ο  γάμος  μου  δεν  είχε  ολοκληρωθεί ακόμη». Η Αικατερίνη διαμαρτύρεται, υποστηρίζοντας με αφέλεια ότι καμιά  γυναίκα  δεν  μπορεί  να  είναι  υπεύθυνη  για  μια  τέτοια  αποτυχία.  Η  αυτοκράτειρα  της  βουλώνει το στόμα πρεσβεύοντας το αντίθετο. Αν μη τι άλλο, εκείνη έχει πείρα σ' αυτά! Και  συνεχίζει την ανάκριση υψώνοντας τον τόνο της φωνής της. «Έλεγε... πως δεν ήταν δικό της  σφάλμα  αν  δεν  αγαπούσα  τον  μεγάλο  δούκα,  ότι  δεν  με  είχε  παντρέψει  παρά  τη  θέλησή  μου  και  ότι  ήξερε  πολύ  καλά  πως  αγαπούσα  κάποιον  άλλο.  Κοντολογίς,  χιλιάδες  φρικτά  πράγματα που τα μισά τα έχω ξεχάσει». Κι ύστερα, παρασυρμένη από το κύμα της οργής  της,  η  αυτοκράτειρα  περνάει  από  τα  συζυγικά  στα  πολιτικά  παράπονα.  Από  τις  πρώτες  λέξεις,  η  Αικατερίνη  αντιλαμβάνεται  ότι  η  τσαρίνα,  επηρεασμένη  από  τον  καγκελάριο  Μπεστούζεφ  —δεδηλωμένο  εχθρό  της  γαλλοπρωσικής  φατρίας—,  έχει  υποψίες  ότι  συμμερίζεται τις απόψεις της μητέρας της. Αυτό όμως είναι τρέλα γιατί, αφότου ήρθε στην  Αυλή, η κοπέλα είχε κάνει αρχή της να μην ανακατευτεί στις υποθέσεις του κράτους. Τίποτα  δεν παρατηρήθηκε στην αλληλογραφία της (αποσφραγιζόταν από την καγκελαρία) που να  δικαιολογεί  αυτές  τις  μομφές!  Όμως  η  τσαρίνα  δεν  το  υπολογίζει  αυτό!  Οτιδήποτε  σχετίζεται με την Ιωάννα της φαίνεται δηλητηριασμένο. Αφού απέπεμψε τη μητέρα, τα έχει  τώρα με την κόρη. «Άρχισε να μου τα ψέλνει», θα γράψει η Αικατερίνη, «ρωτώντας με αν  είχα λάβει από τη μητέρα μου οδηγίες για την τακτική που θα ακολουθούσα. Ισχυριζόταν  ότι  πρόδιδα  αυτήν  για  το  βασιλιά  της  Πρωσίας,  ότι  τα  πανούργα  κόλπα  και  οι  εξυπνάδες  μου της ήταν γνωστά, ότι ήξερε τα πάντα...»  Τούτη  τη  φορά,  τα  δάκρυα  της  Αικατερίνης  δεν  στάθηκαν  ικανά  να  κατευνάσουν  την  εστεμμένη  μέγαιρα.  Με  μάγουλα  ξαναμμένα  και  το  βλέμμα  να  πετάει  σπίθες,  η  Ελισάβετ  ωρύεται, χτυπάει τα πόδια, υψώνει τις γροθιές. «Φανταζόμουν πως είχε φτάσει η ώρα για  να  σηκώσει  χέρι  πάνω  μου...,  ήξερα  ότι  χτυπούσε  τις  γυναίκες  της,  όλους  τους  γύρω  της,  πολλές  φορές,  πάνω  στην  οργή  της,  ακόμα  και  τους  καβαλιέρους  της.  Δεν  μπορούσα  να  γλιτώσω  φεύγοντας,  εφόσον  είχα  την  πλάτη  γυρισμένη  στην  πόρτα,  κι  εκείνη  στεκόταν  ακριβώς μπροστά μου».  Ο  απροσδόκητος  ερχομός  του  μεγάλου  δούκα  δημιουργεί  κάποιον  αντιπερισπασμό.  Η  Ελισάβετ  σφίγγει  τα  δόντια,  γυρνάει  αλλού  το  κεφάλι.  Η  Αικατερίνη,  μισοπεθαμένη  από  φόβο, γυρνάει στα διαμερίσματά της, καταματώνεται, πέφτει στο κρεβάτι και κλαίει μέχρι  το βράδυ.  Από εκείνη την ημέρα, η αυτοκράτειρα, με τη συμβουλή του Μπεστούζεφ, αποφασίζει να  κάνει το βίο  των δύο νεαρών αβίωτο:  να τους υποτάξει, να τους απομονώσει και να τους  εξουδετερώσει  πολιτικά.  Ο  ίδιος  ο  Μπεστούζεφ  συντάσσει,  εν  ονόματι  της  τσαρίνας,  οδηγίες  που  προορίζονται  για  τα  «δύο  διακεκριμένα  πρόσωπα»  τα  οποία  θα  αναλάβουν  υπηρεσία  κοντά  στις  αυτοκρατορικές  Τους  Υψηλότητες,  ως  διδάσκαλος  και  διδασκάλισσα  της Αυλής. Το «διακεκριμένο πρόσωπο» που θα τοποθετηθεί  πλάι στον μεγάλο δούκα θα  είναι  εντεταλμένο,  σύμφωνα  με  το  έγγραφο,  να  «διορθώσει  ορισμένες  ανάρμοστες  συνήθειες της αυτοκρατορικής Του Υψηλότητας, όπως π.χ. να αδειάζει —όταν κάθεται στο  τραπέζι— το περιεχόμενο του ποτηριού του στο κεφάλι των ανθρώπων που τον υπηρετούν  ή  να  απευθύνεται  με  χυδαία  λόγια  και  απρεπείς  αστεϊσμούς  προς  αυτούς  που  έχουν  την  τιμή να τον πλησιάζουν, ή να παραμορφώνεται δημόσια, κάνοντας γκριμάτσες και συνεχείς  συσπάσεις σε όλα του τα μέλη. Το «διακεκριμένο πρόσωπο» που θα τοποθετηθεί πλάι στη  μεγάλη δούκισσα θα πρέπει να την ενθαρρύνει στην εφαρμογή του τυπικού της ορθόδοξης  θρησκείας, να την εμποδίζει να αναμιγνύεται στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας και να της  απαγορεύει  οποιαδήποτε  οικειότητα  με  τους  νεαρούς  άρχοντες,  τους  παρακοιμωμένους,  τους ακολούθους και τους υπηρέτες. Επιπλέον, η καινούργια παιδαγωγός θα προτρέπει τη  μεγάλη  δούκισσα  να  δείχνει  περισσότερο  ζήλο  στα  παιχνίδια  του  συζυγικού  έρωτα.  «Η 

Digitized by 10uk1s 


αυτοκρατορική Της  Υψηλότητα  έχει  επιλεγεί  για  το  ρόλο  της  αντάξιας  συζύγου  του  αγαπητού  μας  ανιψιού,  της  αυτοκρατορικής  Του  Υψηλότητας  μεγάλου  δούκα  και  κληρονόμου  της  αυτοκρατορίας.  Και  η  προαναφερθείσα  (η  Αικατερίνη),  όσον  αφορά  το  παρόν αξίωμά της ως αυτοκρατορικής Υψηλότητας, έχει ανατραφεί με μοναδικό σκοπό και  πρόθεση τα κατωτέρω: με τη γεμάτη φρόνηση συμπεριφορά της, το πνεύμα και τις αρετές  της, να προτρέψει την αυτοκρατορική Του Υψηλότητα (τον μεγάλο δούκα) σε μια ειλικρινή  αγάπη  και  να  κερδίσει  την  καρδιά  του  για  να  γεννηθεί  ο  τόσο  ποθητός  κληρονόμος  της  Αυτοκρατορίας  και  γόνος  του  υψηλοτάτου  οίκου  μας»12.  Σημείο  τελευταίο:  απαγορεύεται  στο εξής στην Αικατερίνη να γράφει σε οποιονδήποτε δίχως να περνάει η επιστολή της από  το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων. Έτσι, τα γράμματα τα οποία επιθυμεί να απευθύνει  στον  πατέρα  και  τη  μητέρα  της,  θα  αποτελούν  την  κατά  λέξη  αντιγραφή  ενός  προτύπου  καθιερωμένου από την καγκελαρία. Δεν έχει καν το δικαίωμα να υποδεικνύει στο γραφέα  αυτό που επιθυμεί να πει στους γονείς της, εφόσον το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων  το  γνωρίζει  —ως  θέμα  αρχής—  καλύτερα  από  την  ίδια.  Σιγά  σιγά,  το  παλάτι  μεταμορφώνεται για την Αικατερίνη σε φυλακή. Δεν είναι στην κυριολεξία αιχμάλωτη, αλλά  τα όρια της ελευθερίας της περιορίζονται στο ελάχιστο.  Η  κοπελίτσα  επιθυμεί,  περισσότερο  από  οποτεδήποτε  άλλοτε,  να  ψυχαγωγηθεί.  Ανάμεσα  στους  οικείους  του  μεγάλου  δούκα  συγκαταλέγονται  τρία  αγόρια  καλοφτιαγμένα,  κομψά  και  πρόσχαρα  —δύο  αδέλφια  κι  ένας  εξάδελφος—,  οι  Τσερνιτσέφ.  Ο  μεγαλύτερος,  ο  Ανδρέας,  είναι  ο  αγαπημένος  εξάδελφος  του  Πέτρου  και,  πολύ  σύντομα,  γίνεται  και  της  Αικατερίνης.  Ήδη  από  την  εποχή  που  ήταν  αρραβωνιασμένη,  ανταλλάσσει  με  το  νεαρό  αγόρι  κάποιους  ερωτικούς  διαξιφισμούς  που  διασκεδάζουν  και  τους  δυο.  Ο  Πέτρος,  ο  οποίος  λατρεύει  τις  διφορούμενες  καταστάσεις,  ενθαρρύνει  τη  μνηστή  του  σ'  αυτό  το  νοσηρό παιχνίδι. Μιλώντας στον Ανδρέα για την Αικατερίνη, την αποκαλεί, για αστείο, «Η  διαλεχτή  σας».  Ύστερα  από  το  γάμο  της,  η  μεγάλη  δούκισσα  προσφωνεί  τον  ιπποτικό  της  καβαλιέρο σύνοκ (γιόκα) ενώ εκείνος τη φωνάζει μάτουσκα (μητερούλα). Αυτή η φιλία με  την  κάποια  χροιά  ερωτισμού,  δεν  περνάει  απαρατήρητη  από  τους  άλλους  αυλικούς.  Ο  πιστός  υπηρέτης  της  Αικατερίνης  Τιμοφέι  Εβρέινωφ  φοβάται  κάποιο  σκάνδαλο  και  την  ικετεύει  να  φερθεί  με  σύνεση.  Και  καθώς  εκείνη  υπεραμύνεται  της  αθωότητάς  της  και  μιλάει  για  απλή  καλοσύνη,  για  αγνή  αφοσίωση,  εκείνος  απαντάει:  «Ό,τι  εσείς  ονομάζετε  καλοσύνη  και  αφοσίωση,  επειδή  τούτος  ο  άνδρας  σάς  είναι  πιστός  και  σας  υπηρετεί,  ο  κόσμος το λέει έρωτα!»13. Εμβρόντητη απ' αυτή την κρίση, αναρωτιέται και αναγνωρίζει — με ένα κράμα φόβου και ευγνωμοσύνης— ότι μέσα της, και χωρίς να το ξέρει, έχει γεννηθεί  ένα πολύ τρυφερό αίσθημα. Για να μην εκθέσει τη μεγάλη δούκισσα, ο Ανδρέας Τσερνιτσέφ  προσποιείται  ότι  είναι  άρρωστος  και  ζητάει  άδεια.  Ύστερα  από  μερικές  εβδομάδες,  τον  Απρίλιο  του  1746,  εμφανίζεται  και  πάλι  στην  Αυλή.  Στη  διάρκεια  μιας  συναυλίας,  στο  Θερινό Ανάκτορο, η Αικατερίνη —που η μουσική την κάνει να πλήττει— σηκώνεται από την  πολυθρόνα  της  και  βγαίνει  έξω  πατώντας  στις  μύτες  των  ποδιών  της.  Δεν  την  ακολουθεί  κανείς. Ο άνδρας της παίζει βιολί στην ορχήστρα. Η αυτοκράτειρα απουσιάζει. Ο κυρίες των  τιμών είναι απασχολημένες αλλού. Καταφεύγει στο δωμάτιό της. Αυτό το δωμάτιο βλέπει  στη  μεγάλη  αίθουσα.  Εκεί,  κάποιοι  εργάτες,  πάνω  σε  σκαλωσιές  ξαναβάφουν  το  ταβάνι.  Ξαφνικά,  η  καρδιά  της  Αικατερίνης  σφίγγεται.  Στο  βάθος  της  αίθουσας,  διακρίνει  τον  Ανδρέα Τσερνιτσέφ. Μη μπορώντας να συγκρατηθεί, του γνέφει να πλησιάσει. Εκείνος την  ικετεύει  να  τον  αφήσει  να  μπει  στο  δωμάτιό  της.  Παρά  τη  διάθεσή  της  να  υποκύψει,  η  Αικατερίνη αρνείται και συνεχίζει να του μιλάει χαμηλόφωνα από το άνοιγμα της πόρτας.  Ενώ κουβεντιάζουν, ακούει έναν αμυδρό θόρυβο, γυρίζει το κεφάλι και βλέπει, στην άλλη  πόρτα  του  δωματίου,  το  θαλαμηπόλο  κόμη  Ντεβιέ  που  την  παραμονεύει.  «Κυρία,  σας  ζητάει ο μεγάλος δούκας», της λέει υποκλινόμενος.  Την  επομένη,  οι  τρεις  Τσερνιτσέφ  στέλλονται,  με  το  βαθμό  του  υπολοχαγού,  στα  στρατεύματα  που  σταθμεύουν  στην  πλευρά  του  Όρενμπουργκ.  Και,  το  ίδιο  απόγευμα, 

Digitized by 10uk1s 


ύστερα από  διαταγή  του  Μπεστούζεφ,  το  «διακεκριμένο  πρόσωπο»,  που  θα  επαγρυπνεί  για  τη  συμπεριφορά  της  Αικατερίνης,  αναλαμβάνει  καθήκοντα:  πρόκειται  για  τη  Μαρία  Σεμένοβνα  Τσογκλοκώφ,  πρώτη  εξαδέλφη  της  αυτοκράτειρας.  Ηλικίας  είκοσι  τεσσάρων  χρόνων,  έχει  όμορφο  πρόσωπο,  πνεύμα  περιορισμένο,  άτεγκτη  ηθική  και  αίσθηση  του  χρέους  που  την  κάνει  δύσκαμπτη  από  την  κορυφή  ως  τα  νύχια.  Λατρεύει  τον  άνδρα  της,  που τη συγκεκριμένη εποχή βρίσκεται σε αποστολή στη Βιέννη, έχει παιδιά, είναι ευσεβής,  ορκίζεται στο όνομα του Μπεστούζεφ και της αυτοκράτειρας. Κοντολογίς, όπως επικρατεί η  πεποίθηση, θα αποτελέσει ζωντανό παράδειγμα για τη μεγάλη δούκισσα, η οποία έχει τόση  ανάγκη  από  καθοδήγηση.  Η  Αικατερίνη  ανοίγει  την  πόρτα  της  με  τρόμο  για  να  περάσει  τούτη η σπιούνα με την παγερή ματιά. Τη βρίσκει «εξαιρετικά μωρόπιστη, κακιά, ιδιότροπη  και  στο  έπακρο  ιδιοτελή».  Με  την  παραμικρή  ευτράπελη  κουβέντα,  η  Τσογκλοκώφ  στριγκλίζει:  «Αυτή  η  συζήτηση  θα  δυσαρεστούσε  τη  Μεγαλειοτάτη!»  ή  «Η  αυτοκράτειρα  δεν  θα  επιδοκίμαζε  κάτι  τέτοιο!».  Αλλά  και  ο  μεγάλος  δούκας  βλέπει  το  περιβάλλον  του  ανανεωμένο. Παιδαγωγός του ορίζεται ο πρίγκιπας Βασίλειος Ρέπνιν. Τέλος, δίνεται εντολή  στο νεαρό ζευγάρι να εξομολογηθεί στον Συμεών Τοντόρσκι, που έχει γίνει επίσκοπος του  Πσκοφ.  Αυτός  τους  ρωτάει  χωριστά  τον  καθένα  για  τις  σχέσεις  τους  με  τους  Τσερνιτσέφ.  Μπροστά  στους  όρκους  για  την  αθωότητά  τους,  ο  ιερέας  φωνάζει:  «Μα  πώς  γίνεται  η  αυτοκράτειρα  να  έχει  αντίθετες  πληροφορίες;».  Παρά  την  ευνοϊκή  αναφορά  που  ο  ιερωμένος  υποβάλλει  στη  Μεγαλειότητά  Της,  παραβαίνοντας  το  απόρρητο  της  εξομολόγησης,  η  επιτήρηση  γύρω  από  την  Αικατερίνη  και  τον  Πέτρο  δεν  χαλαρώνει.  Δεν  μπορούν να κάνουν βήμα από το δωμάτιό τους χωρίς να ζητήσουν άδεια. Κάθε μέρα τους  φέρνει  και  μια  καινούργια  ταπείνωση.  Ορισμένες  στιγμές,  δίχως  να  ξέρει  γιατί  και  πώς,  η  Αικατερίνη έχει την εντύπωση ότι η αυτοκράτειρα έχει γίνει ο άσπονδος εχθρός της. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI  Η ΠΑΡΘΕΝΑ ΣΥΖΥΓΟΣ  Όπως ανακάλυψε σιγά σιγά η Αικατερίνη το τρομερό πρόσωπο της Ελισάβετ πίσω από την  εξιδανικευμένη  εικόνα  της  τσαρίνας  με  τη  μεγάλη  καρδιά,  έτσι  ανακαλύπτει,  μέρα  με  τη  μέρα,  και  την  πραγματική  Ρωσία:  βάρβαρη,  σκληρή,  αξιοθρήνητη,  πίσω  από  μια  επίφαση  πολιτισμού.  Όλα  εδώ  είναι  μια  οφθαλμαπάτη.  Οι  προσπάθειες  του  Πέτρου  του  Μεγάλου  για  τον  «εξευρωπαϊσμό»  της  χώρας  του  δεν  την  άγγιξαν  σε  βάθος.  Μετά  τα  ουκάζια  του  «Θεμελιωτή», οι Ρώσοι δεν αφήνουν πια γένεια, φορούν περούκα, ντύνονται σύμφωνα με  τη γαλλική μόδα, ρουφούν ταμπάκο, χορεύουν όπως στη Βιέννη ή τις Βερσαλλίες∙ παρ' όλα  αυτά, τούτοι οι άνδρες και οι γυναίκες, που αυτοδιαφημίζουν τις προοδευτικές τους ιδέες,  αγνοούν τα πάντα γύρω από την πραγματική δυτική κουλτούρα. Καταδικάζοντας τη ρωσική  παράδοση,  τις  αρχαϊκές  μορφές  της  ευσέβειας,  την  τραχιά  πατριαρχική  ηθική,  ο  αυτοκράτορας  αποπροσανατόλισε  την  αριστοκρατία.  Καλούμενοι  να  πιθηκίσουν  τη  Δύση,  οι αυλικοί ρίχνονται στη διαφθορά. Η έκλυση των ηθών στο περιβάλλον της Ελισάβετ δεν  είναι  παρά  η  αντανάκλαση  των  ατασθαλιών  της  τσαρίνας.  Και  αυτή  η  ξεδιαντροπιά  δεν  συνοδεύεται  ούτε  από  ένα  μίνιμουμ  πνευματικής  εκλέπτυνσης,  όπως  συμβαίνει  σε  άλλες  ευρωπαϊκές  Αυλές.  Εδώ,  οι  κυρίες  των  τιμών  ανταγωνίζονται  η  μια  την  άλλη  στην  κομψότητα  της  αμφίεσής  τους,  αλλά  οι  περισσότερες  δεν  ξέρουν  να  διαβάζουν.  Τις  απασχολούν μονάχα οι ίντριγκες, ο χορός και η κοκεταρία. Είναι άξεστες με τους υπηρέτες  τους  και  όλο  νάζι  με  τους  αγαπητικούς  τους.  Οι  άνδρες  τους,  είτε  είναι  αξιωματικοί  της  φρουράς είτε ανώτεροι υπάλληλοι, δεν έχουν μεγαλύτερη έφεση απ' αυτές για τα βιβλία.  Τα  αγαπημένα  τους  πάρεργα  είναι  το  φλερτ,  ο  τζόγος  και  το  ποτό.  Ο  αρσενικός  επιβεβαιώνει τον ανδρισμό του μπροστά στο μπουκάλι και την τράπουλα, και όχι μπροστά  στο  μελανοδοχείο  ή  την  τυπωμένη  σελίδα.  Παρά  το  άνοιγμα  της  χώρας  προς  τη  Δύση,  δύσκολα  προμηθεύεται  κανείς,  στην  Αγία  Πετρούπολη,  έργα  γραμμένα  στα  γαλλικά  ή  τα  γερμανικά.  Όσο  για  ρωσικά  έργα,  αυτά  είναι  ουσιαστικά  ανύπαρκτα.  Η  εθνική  φιλολογία  βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα. Κανείς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτήν παρά τις δειλές  προτροπές  μιας  νεόκοπης  Ακαδημίας  Καλών  Τεχνών.  Άλλωστε,  οι  περισσότεροι  ευγενείς  που  περιστοιχίζουν  την  Ελισάβετ  κατάγονται  από  την  τάξη  των  πληβείων.  Ο  Πέτρος  Α'  αντικατέστησε  τους  εκ  γενετής  ευγενείς  με  αμειβόμενους  ευγενείς.  Όχι  πλέον  βογιάροι  αλλά υπάλληλοι. Ο «πίνακας των κοινωνικών τάξεων» θα ορίζει εις το εξής  το βαθμό του  καθενός  μέσα  στο  πελώριο  οικοδόμημα  της  ρωσικής  Διοίκησης.  Οι  τίτλοι  του  κόμη,  του  βαρόνου,  ακόμα  και  του  πρίγκιπα,  μοιράζονται  στους  πιο  ένθερμους  θεράποντες  της  αυτοκρατορίας. Ο κόμης Αλέξης Ραζουμόφσκι είναι ένας απλός Ουκρανός χωριάτης, ο τέως  σταβλάρχης Μπίρον έγινε δούκας της Κουρλάνδης. Οι μεγάλες οικογένειες της παλιάς και  αυθεντικής  τάξης  των  ευγενών,  οι  Τρουμπεσκόι,  οι  Βολκόνσκι,  οι  Ρέπνιν,  οι  Γκολίτσιν,  οι  Ομπολένσκι, οι Ντολγκορούκι κοιτάζουν με περιφρόνηση όλους αυτούς τους πλούσιους και  υπεροπτικούς νεοφερμένους. Και η ίδια η Αικατερίνη, που διαπαιδαγωγήθηκε στο σχολείο  της  παλιάς  γερμανικής  αριστοκρατίας,  σοκάρεται  με  την  τραχύτητα  των  οικείων  της  αυτοκράτειρας. Κάτω από το επιφανειακό βερνίκι το ξύλο δεν πλανίστηκε ούτε λειάνθηκε.  «Λες  και  συνυπάρχουν  δύο  λαοί»,  γράφει  ένας  οξυδερκής  συγκαιρινός,  ο  ιππότης  του  Κορμπερόν, «δύο διαφορετικά έθνη, στο ίδιο έδαφος. Βρίσκεστε ταυτόχρονα στον 14ο και  τον  18ο  αιώνα.  Ωστόσο,  το  πολιτισμένο  μέρος  είναι  πολιτισμένο  μόνο  επιφανειακά.  Πρόκειται  για  ένα  λαό  ντυμένων  αγρίων,  ανθρώπων...  με  ωραία  μανικέτια  αλλά  χωρίς  πουκάμισο, φρούτων άγουρων και σαπισμένων μαζί, που οι άνθρωποι έκαναν το σφάλμα  να τ' αφήσουν να αναπτυχθούν υπερβολικά. Η μορφή υπερισχύει πάντοτε της ουσίας: τους  αρέσει  αυτό  που  φαίνεται  και  δεν  ενδιαφέρονται  διόλου  για  το  ουσιώδες».  Και  πραγματικά, μόλο που η μεγαλύτερη χλιδή αποτελεί τον κανόνα στις δεξιώσεις της Αυλής,  μόλο που η Ελισάβετ διαθέτει την πιο λαμπρή και πολυπληθή ακολουθία της Ευρώπης, και  τα  μεγαλοπρεπή  σαλόνια  θαμπώνουν  τους  ξένους  επισκέπτες  με  τον  πλούτο  των 

Digitized by 10uk1s 


χρυσοτεχνημάτων, με τους καθρέφτες, με τις νωπογραφίες στους τοίχους, τα δωμάτια δεν  έχουν την παραμικρή άνεση. Σ' αυτά τα βιαστικά χτισμένα παλάτια, οι πόρτες δεν κλείνουν  καλά,  τα  παράθυρα  έχουν  χαραμάδες,  οι  σκάλες  τρίζουν,  οι  τοίχοι  στάζουν,  τα  τζάκια  καπνίζουν. Το χειμώνα, μια αψιά μυρωδιά αιθάλης κάνει ανυπόφορη την ατμόσφαιρα. Οι  θερμάστρες  είναι  άθλιες  και  ο  κίνδυνος  για  πυρκαγιά  διαρκής.  Τα  περισσότερα  σπίτια  έχουν κατασκευαστεί από ξύλο, κι έτσι αναλώνονται από τη φωτιά μέσα σε λίγες ώρες. Οι  Ρώσοι  συνήθισαν  σε  τέτοιου  είδους  καταστροφές.  Μια  στέγη  δεν  είναι  ποτέ  γι'  αυτούς  οριστική. Όταν καταλαγιάσουν οι φλόγες, οι στάχτες σκορπίζονται και το χτίσιμο ξαναρχίζει.  Έτσι εξαφανίστηκε από τη φωτιά μέσα σε τρεις ώρες, το παλάτι της Ελισάβετ στη Μόσχα. Η  αυτοκράτειρα διατάσσει να ξαναχτιστεί σε έξι εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια των εργασιών,  η  Αικατερίνη  μεταφέρεται  στο  «σπίτι  του  επισκόπου»  που  παίρνει  κι  αυτό  φωτιά  τρεις  φορές. «Δεν έχει υπάρξει άλλη χρονιά τόσο γόνιμη σε πυρκαγιές», θα γράψει. «Έτυχε να δω  δύο,  τρεις,  τέσσερις,  ακόμα  και  πέντε  πυρκαγιές  ταυτόχρονα  σε  διάφορες  συνοικίες  της  Μόσχας».  Σπάνια  νιώθει  άνετα  στα  διαμερίσματα  που  της  παραχωρούνται.  Στην  Αγία  Πετρούπολη,  στο  Θερινό  Ανάκτορο,  τα  παράθυρά  της  βλέπουν  από  τη  μια  πλευρά  στη  Φοντάνκα —ένα δυσώδη λασπότοπο τότε— και, από την άλλη, σε μια μικροσκοπική αυλή.  Στη Μόσχα, τα ζωύφια βρίθουν και το νερό στάζει από τα φατνώματα. Ο δεκαεφτά κυρίες  και  δεσποινίδες  των  τιμών  της  μεγάλης  δούκισσας  κοιμούνται  στο  ίδιο  δωμάτιο,  ένα  δωμάτιο συνεχόμενο με το δικό της που της χρησιμεύει και για μπουντουάρ. Στη διάρκεια  των  ταξιδιών,  επειδή  τα  καταλύματα  στους  διαφόρους  σταθμούς  προορίζονται  για  την  αυτοκράτειρα, η Αικατερίνη μένει  συχνά σε  κελάρια ή σε  σκηνές. «Θυμάμαι», θα γράψει,  «πως  κάποια  μέρα  ντύθηκα  πλάι  στο  φούρνο  όπου  έψηναν  το  ψωμί  και,  μια  άλλη  φορά,  μπαίνοντας  στη  σκηνή  όπου  είχαν  βάλει  το  κρεβάτι  μου,  το  νερό  μού  έφτανε  μέχρι  το  γόνατο».  Τα  έπιπλα  είναι  λιγοστά  και,  επειδή  δεν  προορίζονται  για  μια  συγκεκριμένη  κατοικία, συνοδεύουν την Αυλή στις μετακινήσεις της. Σαν τους νομάδες που σηκώνουν τον  καταυλισμό τους, έτσι κι εδώ κουβαλούν τα πάντα μαζί τους. Χαλιά, καθρέφτες, κρεβάτια,  τραπέζια,  καρέκλες,  πολυθρόνες,  πιατικά  φεύγουν  μέσα  σε  καρότσες  πίσω  από  την  αυτοκράτειρα, πηγαίνοντας από το Χειμερινό στο Θερινό Ανάκτορο, ή από το Πέτερχοφ στη  Μόσχα. «Ράγιζαν κι έσπαζαν ένα σωρό στις μεταφορές», θα γράψει η Αικατερίνη. «Μας τα  παρέδιδαν κομματιασμένα, άχρηστα». Έτσι ταλαιπωρημένα, διαμελισμένα, ξεπλυμένα από  τη  βροχή,  κάποια  πολύτιμα  κομμάτια  της  γαλλικής  εβενουργικής  εξοκέλλουν  σε  μεγάλα  παγερά παλάτια δίχως κανείς να τους δίνει σημασία. Οι αυλικοί, εξουθενωμένοι ακόμα από  το  ταξίδι,  φορούν  τα  ωραιότερά  τους  ρούχα  και  πηγαίνουν  να  δειπνήσουν  σε  απέραντες  αίθουσες,  με  χρυσά  πιατικά,  αλλά  πάνω  σε  τραπέζια  που  κουνιούνται  και  τα  σταθεροποιούν  με  την  προσθήκη  ενός  κομματιού  ξύλου  κάτω  από  το  πόδι  τους.  Φορούν  περούκες,  είναι  πουδραρισμένοι,  οι  κυρίες  έχουν  μια  ελιά  ζωγραφισμένη  στην  άκρη  του  ενός χείλους τους, οι άνδρες αρωματίζονται∙ ωστόσο, εκείνη τη νύχτα, οι περισσότεροι θα  πλαγιάσουν πάνω σε παλιοκρέβατα δίχως στρωσίδια.  Η  Αικατερίνη  θεωρεί  τούτο  το  κράμα  πολυτέλειας  και  στέρησης  ως  το  κυριότερο  χαρακτηριστικό  της  ρωσικής  κοινωνίας.  «Δεν  είναι  σπάνιο»,  θα  γράψει,  «να  βλέπεις  να  βγαίνει  από  μια  απέραντη  αυλή  —γεμάτη  λάσπη  και  κάθε  λογής  ακαθαρσίες,  προέκταση  μιας  φρικτής  ξύλινης  σαπισμένης  παράγκας—  μια  κυρία  φορτωμένη  με  κοσμήματα,  υπέροχα  ντυμένη,  μέσα  σε  μια  θεσπέσια  άμαξα  που  τη  σέρνουν  έξι  ψωραλέα  άλογα,  με  ελεεινά  χάμουρα∙  και  τη  συνοδεύουν  υπηρέτες  αχτένιστοι,  με  ωραιότατη  λιβρέα  που  αμαυρώνεται  από  την  αδεξιότητα  της  όλης  εμφάνισης...  Η  τάση  προς  την  τυραννία  καλλιεργείται  εκεί  περισσότερο  από  οποιοδήποτε  άλλο  κατοικημένο  μέρος  της  γης∙  χαράσσεται  στην  πιο  τρυφερή  ηλικία,  όταν  τα  παιδιά  βλέπουν  τους  γονείς  τους  να  συμπεριφέρονται με σκληρότητα προς τους υπηρέτες τους. Και σε ποιο σπίτι δεν υπάρχουν  αγχόνες,  αλυσίδες,  μαστίγια  και  κάθε  λογής  άλλα  όργανα  που  θα  βασανίσουν  —για  το  παραμικρό  τους  παραστράτημα—  όσους  η  φύση  έταξε  σ'  αυτή  την  ταλαίπωρη  κατηγορία  ανθρώπων,  μια  κατηγορία  που  αναγκαστικά  θα  κατέφευγε  στο  έγκλημα  για  να  σπάσει  τα  Digitized by 10uk1s 


δεσμά της!»  Αυτόν  τον  σκυθρωπό  λαό  των  υπογείων  και  της  επαρχίας  δεν  τον  γνωρίζει  καλά,  υποψιάζεται  όμως  τη  δυστυχία  του.  Τον  είδε  τόσες  φορές  να  γονατίζει  δεξιά  κι  αριστερά, καθώς περνούσαν οι αυτοκρατορικές πομπές! Ξέρει ότι γι' αυτόν τίποτα δεν έχει  αλλάξει  εδώ  και  αιώνες.  Και  ότι  η  θέση  των  σκλάβων  επιδεινώθηκε  ύστερα  από  τις  μεταρρυθμίσεις του Πέτρου του Μεγάλου. Αυτοί αποτελούν τη ζωντανή δύναμη της χώρας,  όλα βασίζονται πάνω τους, τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτούς∙ κι όμως, δεν είναι κύριοι του  πεπρωμένου  τους  ούτε  του  εαυτού  τους.  Ο  αφέντης  τους  —του  οποίου  αποτελούν  τον  πλούτο—  τους  μεταχειρίζεται  στην  καλύτερη  περίπτωση  σαν  ζώα.  Και  κανείς  δεν  εξανίσταται.  Πόσοι  να  'ναι;  Αδύνατο  να  τους  καταμετρήσουμε.  Σωστή  μυρμηγκιά.  Ορισμένοι  διατείνονται  ότι  οι  χωρικοί  αντιπροσωπεύουν  το  95%  του  συνολικού  πληθυσμού.  Θα  'λεγες  ότι  η  έννοια  του  πλήθους  είναι  κατεξοχήν  ρωσική.  Η  Αικατερίνη  συνειδητοποιεί τελικά ότι, παρά τα φαινόμενα, δεν βρίσκεται στην Ευρώπη αλλά στην Ασία,  ότι έχει πάει δύο αιώνες πίσω. Κυριευμένη από πανικό, αρχίζει να νοσταλγεί το Στετίνο, τη  γερμανική της οικογένεια, τους φίλους της, την Μπαμπέτ Καρντέλ.  Και ενώ τα αισθάνεται όλα αυτά, φτάνει από το Στετίνο η είδηση του θανάτου του πατέρα  της.  Ποτέ  δεν  αναθεμάτισε  τόσο  την  αυτοκρατορική  διαταγή  που  την  εμποδίζει  να  αλληλογραφεί ελεύθερα με τους γονείς της. Θα ήθελε να ξεσπάσει όλη της τη θλίψη σ' ένα  γράμμα  οικείο,  ζεστό,  προσωπικό∙  ωστόσο,  αναγκάζεται  να  προσυπογράψει  την  ανούσια  συλλυπητήρια επιστολή της καγκελαρίας. Συγκλονισμένη, κλείνεται μέσα στο δωμάτιό της  και κλαίει. Ύστερα από οκτώ μέρες, η κυρία Τσογκλοκώφ έρχεται να της πει, εκ μέρους της  αυτοκράτειρας,  ότι  πρέπει  να  σταματήσει  τα  κλάματα  γιατί  ο  πατέρας  της  «δεν  είναι  βασιλιάς».  «Της  αποκρίθηκα  ότι  πράγματι  ο  πατέρας  μου  δεν  ήταν  βασιλιάς,  αλλά  ήταν  πατέρας μου. Και σ' αυτό μου απάντησε ότι δεν άρμοζε σε μια μεγάλη δούκισσα να κλαίει  έναν πατέρα που δεν ήταν βασιλιάς»14. Τέλος η αυτοκράτειρα παραχωρεί, χαριστικά, στην  Αικατερίνη την άδεια να πενθήσει επί έξι βδομάδες.  Ύστερα, η ζωή στην Αυλή ξαναβρίσκει το ρυθμό της: είναι μια ζωή μονότονη, ανόητη, με τα  ταξίδια,  τα  συμπόσια,  τις  μασκαράτες  της,  τις  ναυτικές  της  παρελάσεις,  τις  θρησκευτικές  τελετές  της.  Η  Αικατερίνη  ξανοίγεται  στο  «παιχνίδι  του  Φαραώ»  για  να  ξεχνιέται,  προσεύχεται  για  να  είναι  αρεστή  στην  αυτοκράτειρα,  κάνει  ιππασία,  διαβάζει,  ελαφρολογεί,  παραπονιέται  για  την  πλήξη  των  κοσμικών  συγκεντρώσεων.  «Ο  χορός  δεν  έχει  ζωντάνια,  είναι  πολύ  άσχημα  οργανωμένος,  οι  άνδρες  εξουθενωμένοι  και  κακοδιάθετοι»,  θα  γράψει.  Και  ακόμα:  «Στην  Αυλή...,  ο  κόσμος  δεν  συζητούσε,  ο  ένας  μισούσε  τον  άλλο  βαθύτατα,  τα  κουτσομπολιά  έκαναν  χρέη  πνευματικής  τροφής  και  η  παραμικρή επαγγελματική κουβέντα θεωρούνταν έγκλημα εσχάτης προδοσίας. Απέφευγαν  να  αναφέρονται  σε  θέματα  τέχνης  και  επιστήμης,  μιας  και  είχαν  μεσάνυχτα  απ'  αυτά.  Θα  στοιχημάτιζα ότι η μισή συντροφιά δεν ήξερε να διαβάζει, και αμφιβάλλω αν το ένα τρίτο  ήξερε να γράφει».  Πολλές φορές, ένα καπρίτσιο της αυτοκράτειρας μπορεί να κάνει άνω‐κάτω τούτο το μικρό  κενόδοξο  και  δουλοπρεπές  σύμπαν.  Αποφασίζει  ξαφνικά  ένα  ταξίδι  που  προκαλεί  αναστάτωση  σε  όλους,  από  τον  τελευταίο  υπηρέτη  μέχρι  τον  ανώτερο  αξιωματούχο,  ή  αλλάζει τις ώρες των γευμάτων της  ή, υποφέροντας από αϋπνία, αναγκάζει τους οικείους  της  που  παραπαίουν  από  κούραση  να  της  κρατήσουν  συντροφιά  όλη  τη  νύχτα.  Μια  χειμωνιάτικη  μέρα  του  1747  διατάσσει  όλες  τις  κυρίες  της  Αυλής  να  ξυρίσουν  το  κεφάλι  τους  και  τους  στέλνει  «μαύρες  κακοχτενισμένες  περούκες»  που  θα  πρέπει  να  φορούν  ώσπου να ξαναφυτρώσουν τα μαλλιά τους. Νέες και γριές θυσιάζουν την κόμη τους για να  υπακούσουν στην αυτοκρατορική βουλή. Μια συγχορδία αναστεναγμών ακούγεται απ' όλα  τα δωμάτια όπου οι κομμωτές εκτελούν το καθήκον τους. Όσο για τις κυρίες της πόλης, αν  δεν ξυρίσουν το κεφάλι τους, θα τους απαγορεύεται στο εξής να εμφανίζονται στα σαλόνια  δίχως  να  φορούν  τις  ίδιες  μαύρες  περούκες  πάνω  από  τα  μαλλιά  τους.  Αυτή  η  δίπατη 

Digitized by 10uk1s 


κόμμωση τους  δίνει  ύφος  «ακόμα  πιο  άκομψο  από  τις  κυρίες  της  Αυλής».  Αιτία  του  καινούργιου  θέσφατου  που  αφορά  την  τριχοφυΐα:  η  αυτοκράτειρα,  επειδή  δεν  μπορούσε  να  βγάλει  την  πούδρα  από  τα  μαλλιά  της,  προτίμησε  να  τα  βάψει  μαύρα∙  στη  συνέχεια,  επειδή η μπογιά δεν έφευγε, αναγκάστηκε να ξυρίσει το κεφάλι της. Πώς λοιπόν, με αυτές  τις  προϋποθέσεις,  θα  δεχόταν  πλάι  της  όλες  τούτες  τις  γυναίκες  με  τις  περήφανες  χαίτες  τους;  Όχι,  ίδιον  των  καλών  υποτελών  είναι  να  μιμούνται  καθ'  όλα  την  άνασσά  τους.  Ωστόσο, η Ελισάβετ κάνει μια εξαίρεση όσον αφορά την Αικατερίνη, η οποία, έχοντας χάσει  τα μαλλιά της ύστερα από μια αρρώστια, αρχίζει μόλις να τα χτενίζει ξανά. Η Μεγαλειοτάτη  δεν  είναι  πάντοτε  το  ίδιο  μεγαλόψυχη:  μετά  από  μερικούς  μήνες,  την  ημέρα  του  Αγίου  Αλεξάνδρου,  η  Αικατερίνη  εμφανίζεται  στην  Αυλή  μ'  ένα  άσπρο  φόρεμα  «στολισμένο  σε  όλες  τις  ραφές  με  πλατιές  χρυσοβελονιές».  Η  αυτοκράτειρα  της  λέει  να  βγάλει  αμέσως  αυτό το ρούχο που της θυμίζει τη στολή των ιπποτών του τάγματος του Αγίου Αλεξάνδρου  Νιέφσκι. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα ανάμεσα στις δύο αμφιέσεις.  «Μπορεί»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη,  «η  αυτοκράτειρα  να  είχε  βρει  το  φόρεμά  μου  ωραιότερο  από  το  δικό  της,  κι  αυτό  να  υπήρξε  η  αληθινή  αιτία  της  εντολής  της  για  να  το  βγάλω. Η αγαπητή μου θεία ήταν ιδιαίτερα επιρρεπής σε κάτι τέτοιες μικροζήλιες, όχι μόνο  προς εμένα αλλά και προς όλες τις άλλες κυρίες∙ οι νεότερες γυναίκες ιδίως αποτελούσαν  συχνά το στόχο της». Και αξίζει ν' αναφέρω την περίπτωση της όμορφης κυρίας Ναρίσκιν,  της οποίας η κομψότητα και ο αέρας ενοχλούν τόσο την αυτοκράτειρα που, κάποιο βράδυ,  σε μια δεξίωση, ορμάει πάνω στη δύστυχη και της κόβει μ' ένα ψαλίδι έναν «ορμαθό από  χαριτωμένες κορδέλες» στην κορυφή του κεφαλιού της. Μια άλλη φορά παραλαμβάνει δύο  από  τις  δεσποινίδες  των  τιμών  της  ακολουθίας  της  —που  παραήταν  όμορφες  κατά  τη  γνώμη  της—  και  πετσοκόβει  άγαρμπα  τα  σγουρά  μαλλιά  τους.  «Αυτές  οι  δεσποινίδες  μάλιστα», θα γράψει η Αικατερίνη, «ισχυρίζονταν ότι η Μεγαλειοτάτη τους έκοψε μαζί με  τα μαλλιά και λίγη από την επιδερμίδα τους».  Πιστή στο σχέδιό της, η αυτοκράτειρα συνεχίζει να απομακρύνει από την Αικατερίνη και τον  Πέτρο  όλους  αυτούς  των  οποίων  η  φιλία  θα  μπορούσε  να  ανακουφίσει  τη  μοναξιά  τους.  Τρεις  ακόλουθοι,  που  ο  μεγάλος  δούκας  αγαπάει  ιδιαίτερα,  συλλαμβάνονται  και  οδηγούνται στο φρούριο. Διώχνουν το θείο του, τον πρίγκιπα‐επίσκοπο του Λύμπεκ. Όλοι  οι  ευγενείς  του  περιβάλλοντός  του,  οι  καταγόμενοι  από  το  Χολστάιν,  απομακρύνονται  επίσης.  Ο  επιστάτης  του  ο  Κράμερ,  «άνθρωπος  γλυκός  και  σοβαρός,  αφοσιωμένος  στον  πρίγκιπα  από  την  ημέρα  που  γεννήθηκε»,  καθαιρείται  από  το  αξίωμά  του.  Ένας  άλλος  υπηρέτης,  ο  Ρόμπαχ,  φυλακίζεται.  Από  την  πλευρά  της,  η  Αικατερίνη  πρέπει  να  αποχωριστεί,  κατόπιν  διαταγής  της  αυτοκράτειρας,  ένα  μικρό  Καλμούχο  —που  τον  λατρεύει  και  τη  χτενίζει  κάθε  πρωί—,  πολλές  υπηρέτριες,  τον  πιστό  Εβρέινωφ...  Τέτοια  πλήγματα,  επαναλαμβανόμενα στο διηνεκές,  κάνουν την Αικατερίνη να γράψει ότι ζει «μ'  έναν  τρόπο  που  θα  έκανε  δέκα  άλλες  να  τρελαθούν  και  είκοσι  να  πεθάνουν  από  τη  στενοχώρια τους».  Τελικά, οι διώξεις της τσαρίνας φέρνουν πιο κοντά τα δύο παιδιά που εχθρεύονται το ένα τ'  άλλο. Αθεράπευτα φλύαρος, ο Πέτρος ξέρει ότι μπορεί να μιλάει μπροστά στην Αικατερίνη  δίχως να κινδυνεύει να μεταφερθούν τα λόγια του στην αυτοκράτειρα. Έτσι μονολογεί για  ανάξια  λόγου  πράγματα,  συνοδεύοντας  τα  λεγόμενά  του  με  χειρονομίες.  Κι  εκείνη  τον  ακούει  με  ανάμικτα  συναισθήματα  δυσφορίας  και  οίκτου.  «Τις  περισσότερες  φορές»,  θα  γράψει,  «βαριόμουν  πολύ  τις  επισκέψεις  του  που  κρατούσαν  ώρες,  και  μάλιστα  με  κούραζαν, επειδή δεν καθόταν ποτέ και έπρεπε πάντοτε να βηματίζω μαζί του πέρα‐δώθε  στο  δωμάτιο...  Περπατούσε  γρήγορα,  με  μεγάλες  δρασκελιές,  και  ήταν  δύσκολο  να  τον  ακολουθώ και να κρατάω ταυτόχρονα τη συζήτηση, δείχνοντας ενδιαφέρον για όλες εκείνες  τις  εξαιρετικά  σχολαστικές  στρατιωτικές  λεπτομέρειες,  συζήτηση  που,  όταν  άρχιζε,  δεν  έλεγε να τελειώσει». Δεν υπήρχε κανένα κοινό σημείο ανάμεσα σ' εκείνες τις δύο υπάρξεις  που  τις  συνέδεαν  τα  ίδια  δεσμά.  «Ποτέ  άλλοτε  δεν  υπήρξαν  πιο  ανόμοια  πνεύματα»,  θα 

Digitized by 10uk1s 


παρατηρήσει η Αικατερίνη. Όταν αρχίζει να του μιλάει για τα αναγνώσματά της, αυτός την  κοιτάζει  σαν  χαζός.  Τα  μόνα  βιβλία  που  τον  ενδιαφέρουν  είναι  «κάποιες  ιστορίες  με  ληστές». «Παρ' όλα αυτά, υπήρχαν και στιγμές που με άκουγε προσεκτικά», θα προσθέσει:  «όταν  βρισκόταν  σε  απελπισία,  γιατί  ήταν  εξαιρετικά  λιπόψυχος  και  αδύνατος  χαρακτήρας». Έτσι, όταν ο Πέτρος κυριεύεται από αγωνίες, καταφεύγει στις συμβουλές της  Αικατερίνης.  Τρομοκρατείται  από  τη  θεία  του,  η  ιδέα  του  φρουρίου  τον  καταδιώκει  τη  νύχτα,  δεν  μπορεί  να  ξεχάσει  τον  τσάρεβιτς  Αλέξη  που  θανατώθηκε  από  τον  πατέρα  του  ούτε τον μικρό τσάρο Ιβάν ΣΤ' που φυλακίστηκε από την Ελισάβετ∙ φαντάζεται συνωμοσίες  παντού,  σκέφτεται  βασανιστήρια,  βλέπει  αίμα  κάτω  από  τα  βήματά  του,  τρέμει,  και  η  Αικατερίνη  πασχίζει  να  τον  καθησυχάσει.  Ξεχνώντας  τις  δικές  της  ανησυχίες,  τον  διαβεβαιώνει πως παρά τις κάποιες οξύτητες του χαρακτήρα της, η αυτοκράτειρα δεν είναι  τέρας, πως δεν θ' αγγίξει ποτέ τον ανιψιό της και πως κινδυνεύει, το πολύ πολύ, ν' ακούσει  μερικά  λόγια  γεμάτα  οργή.  Και  ο  μεγάλος  δούκας  που,  όπως  θορυβείται  εύκολα  έτσι  και  ησυχάζει, γυρίζει στα παιδικά παιχνίδια του. Στα δεκαοχτώ του χρόνια, μένει ασυγκίνητος  από  τα  θέλγητρα  της  σάρκας∙  ψυχαγωγείται  —όπως  και  στην  πιο  νεαρή  του  ηλικία—  παίζοντας  με  ξύλινους  στρατιώτες,  μινιατούρες  κανονιών,  μακέτες  φρουρίων.  Η  κυρία  Κρουζ, η αρχικαμαριέρα,  τον προμηθεύει με όσα θέλει, χωρίς να το πάρει είδηση η κυρία  Τσογκλοκώφ.  Στη  διάρκεια  της  ημέρας,  όλος  αυτός  ο  εξοπλισμός  κρύβεται  κάτω  από  το  κρεβάτι.  Ωστόσο,  μετά  το  δείπνο,  όταν  το  ζευγάρι  αποσύρεται  στα  διαμερίσματά  του,  η  κυρία Κρουζ κλείνει την πόρτα του δωματίου και το πανηγύρι αρχίζει. Εγκατεστημένος στο  κρεβάτι πλάι στη νεαρή γυναίκα του που φοράει το νυχτικό της, δροσερή, χαμογελαστή και  πάντοτε  παρθένα,  ο  Πέτρος,  με  μάτια  λαμπερά  και  ξαναμμένα  μάγουλα,  κινεί  ολόκληρα  συντάγματα  από  ξύλινους  στρατιώτες  πάνω  στην  κουβέρτα,  μιμείται  με  το  στόμα  το  θόρυβο  των  κανονιών,  ξεστομίζει  διαταγές  και  καλεί  την  Αικατερίνη  να  λάβει  μέρος  στις  μάχες.  Αυτή  η  ιστορία  παρατείνεται  μέχρι  τις  δύο  το  πρωί.  «Συχνά  γελούσα,  αλλά  ακόμα  συχνότερα  αισθανόμουν  εξουθενωμένη  και  ένιωθα  άβολα»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη,  «επειδή όλο το κρεβάτι ήταν γεμάτο κούκλες και παιχνίδια, πολλές φορές μάλιστα αρκετά  βαριά».  Κάποια  νύχτα,  η  κυρία  Τσογκλοκώφ,  που  ο  σάλος  έξω  από  το  δωμάτιο  των  δύο  παιδιών τής κινεί την περιέργεια, χτυπάει την πόρτα. Πριν την ανοίξουν, ο μεγάλος δούκας  και  η  μεγάλη  δούκισσα  χώνουν  στα  γρήγορα  τα  παιχνίδια  κάτω  από  την  κουβέρτα.  Η  παιδαγωγός μπαίνει, επιθεωρεί το χώρο με βλέμμα δύσπιστο, δηλώνει ότι η Μεγαλειοτάτη  θα  δυσαρεστηθεί  πληροφορούμενη  ότι  οι  δυο  τους  δεν  αποκοιμήθηκαν  ακόμη  και  αποσύρεται. «Μόλις έφυγε», γράφει η Αικατερίνη, «ο μεγάλος δούκας συνέχισε απτόητος  το παιχνίδι του ώσπου να νυστάξει».  Αναμφισβήτητα,  η  Αικατερίνη  δεν  δέχεται  ευχαρίστως  το  γεγονός  ότι  μια  συλλογή  από  ξύλινους στρατιώτες πάνω στο κρεβάτι είναι πιο θελκτική απ' αυτήν την ίδια για τον νεαρό  της  σύζυγο.  Ωστόσο,  δεν  αφήνει  κατ'  ουδένα  τρόπο  την  ανυπομονησία  της  να  φανεί.  Η  παρθενία της δεν έχει αρχίσει ακόμη να την ενοχλεί για τα καλά. Ο Πέτρος, από την πλευρά  του, έχει πληροφορηθεί ότι μια μικρή φυσική ατέλεια τον εμποδίζει να εκπληρώσει το ρόλο  του ως σύζυγος. Θα αρκούσε μια ελαφρότατη χειρουργική επέμβαση για να ελευθερωθεί.  Φοβάται όμως το νυστέρι. Σε τελευταία ανάλυση, προτιμά να μένει ένα παιδί μακριά από  τον  κόσμο,  ανάμεσα  στα  παιχνίδια  και  τα  όνειρά  του.  «Ο  μεγάλος  δούκας»,  θα  γράψει  ο  Σαμπώ  σ'  ένα  υπόμνημα  συντεταγμένο  για  το  ανακτοβούλιο  των  Βερσαλλιών,  το  1758,  «ήξερε  πως  ήταν  ανίκανος  να  αποκτήσει  παιδιά  εξαιτίας  μιας  φυσικής  ατέλειας  που  γιατρεύεται  με  την  περιτομή  στους  λαούς  της  Ανατολής,  αλλά  ο  ίδιος  τη  θεωρούσε  αγιάτρευτη».  Και  ένας  άλλος  διπλωμάτης,  ο  Καστέρα,  αποφαίνεται:  «(Ο  μεγάλος  δούκας)  ένιωθε τόση ντροπή και δυστυχία ώστε δεν είχε καν το θάρρος ν' αποκαλύψει το κουσούρι  του∙  και  η  πριγκίπισσα,  που  δεχόταν  πλέον  τα  χάδια  του  με  αποστροφή  και  ήταν  εξίσου  άπειρη, δεν προσπαθούσε ούτε να τον παρηγορήσει ούτε να τον βοηθήσει να βρει τρόπους  για να την πλησιάσει». 

Digitized by 10uk1s 


Ο Πέτρος  έχει  κυριευτεί  από  ένα  καινούργιο  πάθος:  να  ντρεσάρει  κυνηγόσκυλα.  Πολύ  γρήγορα,  καμιά  δεκαριά  ζώα  συγκεντρώνονται  στο  δωμάτιο.  Ξαπλώνουν  το  ένα  πάνω  στ'  άλλο  σε  μια  εσοχή,  πίσω  από  ένα  ξύλινο  χώρισμα.  Τα  συνεχή  γαβγίσματα  και  η  μυρωδιά  τους  ενοχλούν  την  Αικατερίνη.  «Μέσα  σ'  αυτή  τη  δυσωδία»,  θα  πει,  «κοιμόμασταν  και  οι  δυο».  Παρά  τις  διαμαρτυρίες  της,  ο  μεγάλος  δούκας  αρνείται  να  αποχωριστεί  την  αγέλη  του.  Η  απεριόριστη  εξουσία  που  έχει  πάνω  τους  τον  μεθάει.  Με  το  πρόσχημα  ότι  τα  μαθαίνει να υπακούουν, τα ζαλίζει με λαρυγγικά προστάγματα, τα χτυπάει με το μαστίγιο  και  με  τη  μαγκούρα.  Κάποια  μέρα,  η  Αικατερίνη  τον  τσακώνει  να  κοπανάει  μ'  όλη  του  τη  δύναμη  ένα  μικροσκοπικό  κινγκ‐τσαρλς  που  ένας  από  τους  υπηρέτες  του  το  κρατάει  ανασηκωμένο από την ουρά. Κλαίει και τον ικετεύει να σταματήσει, «πράγμα όμως που τον  κάνει να διπλασιάσει τα χτυπήματα». «Κατά κανόνα», παρατηρεί, «τα δάκρυα και οι φωνές  εξόργιζαν τον μεγάλο δούκα αντί να  προκαλούν τη συμπάθειά του. Ο οίκτος ήταν για την  ψυχή  του  ένα  συναίσθημα  δυσάρεστο,  ανυπόφορο».  Όταν  έκρινε  πως  είχε  διασκεδάσει  αρκετά  βασανίζοντας  τα  σκυλιά  του,  έπαιρνε  το  βιολί  του  και  περιφερόταν  στο  δωμάτιο  γδέρνοντας  δυνατά  τις  χορδές  με  το  δοξάρι  του,  ώρες  ολόκληρες.  «Δεν  γνώριζε  ούτε  μια  νότα»,  γράφει  η  Αικατερίνη,  «αλλά  είχε  αυτί  και,  γι'  αυτόν,  η  ομορφιά  της  μουσικής  συνίστατο  στη  δύναμη  και  τη  βία  με  τις  οποίες  έκανε  το  μουσικό  του  όργανο  να  βγάζει  ήχους». Ωστόσο, η Αικατερίνη προτιμά τα τριξίματα ενός βιολιού της κακιάς ώρας από τις  βρισιές  που  ξεστομίζει  ο  μεγάλος  δούκας  όταν  μεθάει  με  τους  υπηρέτες  του.  Ύστερα  από  μερικά  χρόνια,  θα  παρατηρήσει:  «Σχεδόν  πάντοτε  ανέδιδε  μια  μυρωδιά  κρασιού  και  ταμπάκου,  κυριολεκτικά  ανυπόφορη  γι'  αυτούς  που  τον  πλησίαζαν».  Για  έναν  ολόκληρο  χειμώνα,  ο  Πέτρος  μιλάει  στην  Αικατερίνη  για  την  καινούργια  του  μανία:  να  χτίσει  μια  έπαυλη  που  θα  μοιάζει  με  μοναστήρι  καπουτσίνων,  να  ντύσει  καλόγερους  τους  αυλικούς  και  να  δώσει  στον  καθένα  τους  μια  γαϊδουρίτσα  για  να  τον  εξυπηρετεί  στη  δουλειά  του.  Ξεκαρδίζεται στα γέλια εκθέτοντας τις λεπτομέρειες του σχεδίου του. Η γυναίκα του, για να  του  είναι  αρεστή,  θα  χρειαστεί  να  σχεδιάσει  εκατό  φορές  τα  πλάνα  τούτου  του  φανταστικού  ιδρύματος.  Είναι  εξουθενωμένη.  «Όταν  ο  μεγάλος  δούκας  έφευγε»,  θα  πει,  «ακόμα και το πιο ανιαρό βιβλίο μού φαινόταν μια θεσπέσια ψυχαγωγία. Περιφρονημένη  από  τον  άνδρα  της,  επιστρατεύει  τη  λογική  για  να  μη  χάσει  την  εμπιστοσύνη  της  στην  ικανότητά  της  να  γοητεύσει.  Είναι  δεκαοχτώ  χρόνων.  Ο  καθρέφτης  της,  που  τον  συμβουλεύεται  όλο  και  πιο  συχνά,  αντανακλά  μια  εικόνα  του  εαυτού  της  μάλλον  ικανοποιητική. «Ομόρφαινα από μέρα σε μέρα», θα γράψει. «Ήμουν ψηλή, με ωραιότατο  παράστημα15.  Μου  έλειπε  μονάχα  λίγο  βάρος,  ήμουν  αρκετά  αδύνατη.  Μου  άρεσε  να  κυκλοφορώ  άβαφτη,  τα  μαλλιά  μου  είχαν  πανέμορφο  καστανό  χρώμα,  ήταν  πολύ  πυκνά  και υγιή». Άλλωστε, στην Αυλή, δεν της λείπουν οι φιλοφρονήσεις εκ μέρους των ανδρών. Ο  Κύριλλος  Ραζουμόφσκι,  αδελφός  του  ευνοουμένου  της  αυτοκράτειρας,  της  ψιθυρίζει  κομπλιμέντα που αυτή δεν τολμάει να ερμηνεύσει ως ερωτική εξομολόγηση. Ο πρέσβης της  Σουηδίας  τη  βρίσκει  πολύ  όμορφη  και  αναθέτει  στην  κυρία  Λεστόκ  να  της  το  πει.  Η  Αικατερίνη κολακεύεται αλλά, «είτε από σεμνότητα είτε από κοκεταρία, νιώθει πια κάποια  αμηχανία», κάθε φορά που συναντάει το διπλωμάτη.  Οι αβρότητες του σαλονιού δεν φτάνουν για να κατασιγάσουν τις απαιτήσεις μιας δυνατής  κράσης.  Παντρεμένη  και  παρ'  όλα  αυτά  χωρίς  άνδρα,  η  Αικατερίνη  προσπαθεί  να  χαλαρώσει  με  τις  σωματικές  ασκήσεις.  Το  καλοκαίρι  σηκώνεται  τα  χαράματα,  φοράει  μια  ανδρική φορεσιά και, συνοδευόμενη από ένα γέρο υπηρέτη, πηγαίνει να κυνηγήσει πάπιες  «στις  καλαμιές  που  περιστοιχίζουν  τη  θάλασσα,  στις  δύο  όχθες  του  καναλιού  του  Οράνιενμπαουμ». Περισσότερο όμως και από το κυνήγι, η ιππασία τη βοηθάει να ξεχνάει  τη θλιβερή της κατάσταση. Καλπάζοντας, γνωρίζει τις τραχιές απολαύσεις της ένωσης με το  υποζύγιο,  της  ελεγχόμενης  ταχύτητας  και  της  ελευθερίας  στην  προσπάθεια.  Τυχαίνει  πολλές φορές να ιππεύει ακόμα και δεκατρείς ώρες την ημέρα. «Όσο πιο βίαιη ήταν τούτη  η άσκηση τόσο μου γινόταν πιο προσφιλής. Έτσι, όταν ένα υποζύγιο μου ξέφευγε, έτρεχα  πίσω του και το ξανάφερνα», θα γράψει. Η φυσική της έφεση προς τα αγορίστικα παιχνίδια  Digitized by 10uk1s 


την παρακινεί να ιππεύει καθισμένη σε μια επίπεδη σέλα. Η αυτοκράτειρα θεωρεί τούτη τη  συνήθεια σαν την πιθανή αιτία της στειρότητας της μεγάλης δούκισσας. Έτσι, η Αικατερίνη  βάζει  κρυφά  να  της  κατασκευάσουν  σέλες  που  να  μπορούν  να  μεταβάλλονται.  «Είχαν»,  εξηγεί,  «ένα  γάντζο  όπου  μπορούσα  να  περάσω  το  πόδι  μου  και  να  καθήσω  σαν  άνδρας.  Ύστερα, τούτος ο γάντζος ξεβιδωνόταν κι ένας αναβολέας ανεβοκατέβαινε κατά βούληση,  όταν το έκρινα σκόπιμο». Αυτός ο πολύτροπος μηχανισμός επιτρέπει στη μεγάλη δούκισσα  να  ιππεύει  γυναικεία  μπροστά  στην  Ελισάβετ  και  να  ξανακάθεται  καβάλα  μόλις  σταματούσε  η  επιτήρηση.  Μια  φούστα  μοιρασμένη  στα  δυο  σε  όλο  της  το  μάκρος  διευκολύνει  αυτές  τις  αλλαγές  θέσης.  Παίρνει  μαθήματα  από  ένα  Γερμανό  σταβλάρχη,  εκπαιδευτή των ευελπίδων, και οι γρήγορες πρόοδοί της την κάνουν ν' αποκτήσει ασημένια  «τιμητικά σπιρούνια». Ακολουθεί μια δεύτερη νίκη, τούτη τη φορά στον τομέα του χορού:  σε  μια  χοροεσπερίδα,  προκαλεί  την  κυρία  Άρνχαϊμ,  γυναίκα  του  πρεσβευτή  της  Σαξονίας,  σε αναμέτρηση αντοχής. Νικάει, πράγμα που την κάνει να καμαρώνει. Σε μια άλλη δεξίωση,  ο  ιππότης  Σακροσόμο,  που  έχει  φτάσει  μόλις  στην  Αγία  Πετρούπολη,  την  πλησιάζει,  της  φιλάει  το  χέρι  και  της  δίνει  κρυφά  στα  γρήγορα  ένα  σημείωμα  ψιθυρίζοντας:  «Είναι  από  την  κυρία  μητέρα  σας».  Τρομοκρατημένη  από  την  ιδέα  ότι  κάποιος  έχει  ίσως  αντιληφθεί  τούτη  την  κίνηση,  η  Αικατερίνη  κρύβει  το  σημείωμα  μέσα  στο  γάντι  της.  Αργότερα,  στο  καταφύγιο  του  δωματίου  της,  διαβάζει  το  μήνυμα  που  η  μητέρα  της  τής  απευθύνει  από  έναν άλλο κόσμο, το ξαναδιαβάζει, συγκινείται, κλαίει και αποφασίζει ν' απαντήσει με τον  ίδιο  τρόπο,  κινδυνεύοντας  να  την  ανακαλύψουν.  Σύμφωνα  με  τις  υποδείξεις  του  Σακροσόμο,  πρέπει  να  δώσει  το  γράμμα  της  σ'  ένα  βιολοντσελίστα,  στη  διάρκεια  της  επόμενης  συναυλίας.  Τη  συγκεκριμένη  ημέρα,  κάνει  το  γύρο  της  ορχήστρας,  ανακαλύπτει  τον  άνθρωπο  και  σταματάει  πίσω  από  την  καρέκλα  του.  Αμέσως  εκείνος  καμώνεται  ότι  ψάχνεται  για  να  βρει  ένα  μαντίλι  και  ανοίγει  όσο  χρειάζεται  την  τσέπη  του.  Η  Αικατερίνη  αφήνει  το  σημείωμα  να  πέσει.  Κανείς  δεν  την  είδε.  Αναπνέει.  Πόσα  χρόνια  ακόμα  θα  χρειάζεται να τρέμει μπροστά στους σπιούνους της αυτοκράτειρας; Όσο κι αν υποτάχθηκε  στα πάντα για να γίνει αρεστή σε τούτη τη γυναίκα, εκείνη της το ανταποδίδει μονάχα με  μίσος, περιφρόνηση ή καχυποψία. Παρορμητική και ασυνεπής, η Ελισάβετ μπορεί κάλλιστα  να τη στείλει από τη μια μέρα στην άλλη στη Γερμανία, αφού ακυρώσει μέσω της Εκκλησίας  ένα  γάμο  που  δεν  ολοκληρώθηκε.  Αλήθεια,  η  Αικατερίνη  θα  έπρεπε  να  φοβάται  ή  να  ελπίζει σε τούτη την ακραία λύση; Ούτε κι η ίδια ξέρει. Ο καγκελάριος Άφτσιν την παίρνει  κατά  μέρος  και  της  αναφέρει  τα  λόγια  της  αυτοκράτειρας  στη  διάρκεια  ενός  γεύματος:  η  μεγάλη  δούκισσα  «συσσωρεύει  υπερβολικά  χρέη»,  όλα  όσα  κάνει  «είναι  πράξεις  βλακείας»,  φαντάζεται  πως  είναι  έξυπνη  αλλά  «δεν  ξεγελάει  κανέναν»,  και  ότι  πρέπει  να  την παρακολουθούν γιατί είναι επικίνδυνη... Προσθέτει ότι πήρε τη διαταγή να επαναλάβει  αυτά λέξη προς λέξη στην ενδιαφερομένη. Η Αικατερίνη καταπίνει τη θλίψη και την ντροπή  της, περιμένοντας καρτερικά το επόμενο πλήγμα.  Κάποτε, ο Γκύλενμποργκ της εμφύσησε την αγάπη για την ανάγνωση. Τώρα, αναζητεί στα  βιβλία  παρηγοριά  και  διδαχή.  Αρχίζει  από  τα  μυθιστορήματα,  του  Λα  Καλπρενέντ,  της  δεσποινίδας  ντε  Σκυντερύ,  το  μυθιστόρημα  του  Ονορέ  ντ'  Υρφέ  Αστρέα,  τον  Κλοβίς  του  Ντεμαρέ.  Ωστόσο,  σύντομα,  τούτες  οι  εξιδανικευμένες  μέχρις  αηδίας  ιστορίες  τής  προκαλούν  πλήξη.  Τότε,  στρέφεται  προς  τα  έργα  του  Μπραντόμ  —που  τα  βρίσκει  διασκεδαστικά,  αν  και  υπερβολικά  ελαφρά—,  και  προς  τις  επιστολές  της  Μαντάμ  ντε  Σεβινιέ,  τις  οποίες  κυριολεκτικά  απολαμβάνει.  Θα  ήθελε  κι  αυτή  να  μπορεί  να  γράφει  με  τόσο καυστική πένα, να συνδυάζει την παρατηρητικότητα και την ειρωνεία, την εξυπνάδα  και  τη  χάρη.  Σε  όλη  της  τη  ζωή,  θα  θυμάται  μπροστά  στη  λευκή  σελίδα  τούτο  το  απαράμιλλο  μοντέλο.  Διαβάζει  επίσης,  καταβάλλοντας  αξιέπαινη  προσπάθεια,  τη  Γενική  Ιστορία της Γερμανίας του Φ.  Μπας, με ρυθμό ενός τόμου την  εβδομάδα, και την  Ιστορία  τον Ερρίκου του Μεγάλου του Μ. ντε Περεφίξ. Η ευγενική μορφή του Ερρίκου IV τη γεμίζει  θαυμασμό. Αν της μέλλεται να βασιλέψει κάποια μέρα, σκέφτεται να ακολουθήσει το δικό  του παράδειγμα. Στην πραγματικότητα όμως, πιστεύει όλο και λιγότερο σ' αυτό το γεμάτο  Digitized by 10uk1s 


φιλοδοξία ενδεχόμενο. Λίγο αργότερα, ανακαλύπτει τον Βολταίρο και γοητεύεται. Ύστερα,  βυθίζεται  στους  τέσσερις  τόμους  του  Λεξικού  του  Μπαιλ,  καταβροχθίζοντας  τις  στερεές  ιδέες αυτού του προάγγελου των εγκυκλοπαιδιστών.  Ύστερα  από  τη  μαγεία  ενός  περιπάτου  στους  λειμώνες  των  μεγάλων  πνευμάτων,  το  ξύπνημα  μπροστά  στην  αυτοκράτειρα,  στον  Πέτρο  και  στο  ζεύγος  Τσογκλοκώφ  είναι  εξαιρετικά  δυσάρεστο.  Ο  εξαίρετος  πρίγκιπας  Ρέπνιν,  ο  οποίος  έχει  καθαιρεθεί  από  το  αξίωμα  του  επιτηρητή  του  μεγάλου  δούκα,  αντικαταστάθηκε  από  τον  ίδιο  το  σύζυγο  της  κυρίας  Τσογκλοκώφ,  που  εξακολουθούσε  να  επιβλέπει  τη  μεγάλη  δούκισσα.  Πεπεισμένη  πάντοτε  ότι  οι  Τσογκλοκώφ  αποτελούν  ένα  υποδειγματικό  ζευγάρι,  η  αυτοκράτειρα  βασίζεται  στην  επιρροή  τους  για  να  πείσουν  τα  νεαρά  παιδιά  να  αγαπηθούν  και  να  γεννήσουν  απογόνους.  Ευθύς  εξαρχής,  η  Αικατερίνη  παίρνει  τον  Τσογκλοκώφ  από  κακό  μάτι. «Ήταν ξανθός και φαντασμένος, εξαιρετικά χοντροκομμένος τόσο στο πνεύμα όσο και  στο σώμα», θα γράψει. «Τον σιχαίνονταν όλοι για το σαν του βατράχου παρουσιαστικό του,  και  δεν  ήταν  διόλου  συμπαθής.  Η  ζήλια  της  γυναίκας  του,  η  μοχθηρία  της  και  η  κακεντρέχειά της ήταν επίσης παραδείγματα προς αποφυγήν, προπαντός για μένα που δεν  είχα άλλο στήριγμα στον κόσμο από τον εαυτό μου και την αξία μου — αν βέβαια διέθετα  κάποια  αξία.  Και  νά  που  τούτος  ο  ηλίθιος  και  παραφουσκωμένος  άνδρας,  υποτιθέμενο  υπόδειγμα  συζυγικής  αρετής,  σαγηνεύει  εν  ριπή  οφθαλμού  τη  δεσποινίδα  Κοτσελέφ,  μία  από  τις  δεσποινίδες  των  τιμών  της  αυτοκράτειρας,  και  την  αφήνει  έγκυο.  Η  τσαρίνα  οργίζεται  και  ετοιμάζεται  να  διώξει  αυτόν  το  διαφθορέα  από  την  Αυλή.  Μεσολαβούν  τα  δάκρυα  της  γυναίκας  του  η  οποία,  αν  και  καταδικάζει  τη  συμπεριφορά  του,  δέχεται  να  ξεχάσει  το  γεγονός.  Επισκέπτονται  και  οι  δύο  την  Ελισάβετ  για  να  την  ικετεύσουν  γονατιστοί,  εν  ονόματι  των  έξι  παιδιών  τους,  να  μην  τους  στιγματίσει  με  μια  τέτοια  ατιμωτική  αποπομπή.  Και  η  Μεγαλειοτάτη  παίρνει  τούτη  την  καταπληκτική  απόφαση:  οι  Τσογκλοκώφ  θα  εξακολουθήσουν  να  ασκούν  τα  καθήκοντά  τους  πλάι  στον  μεγάλο  δούκα  και τη μεγάλη δούκισσα, αλλά θα αποχωρήσει η δεσποινίς των τιμών. Ωστόσο, ύστερα απ'  αυτή  τη  δυσάρεστη  περιπέτεια,  οι  δύο  επιτηρητές  νιώθουν  να  τους  κόβονται  κάπως  τα  φτερά. Ο Τσογκλοκώφ μάλιστα συγκινείται σε τέτοιο βαθμό που τολμάει να κάνει τα γλυκά  μάτια στην Αικατερίνη. Άραγε ελπίζει ότι θα υποκύψει κι αυτή όπως η δεσποινίς Κοτσελέφ;  Αν και προσβάλλεται απ' αυτό το φλερτάρισμα, αποφεύγει να τον πληγώσει δίνοντας στο  γεγονός  δημοσιότητα.  Η  κυρία  Τσογκλοκώφ,  που  παρακολουθεί  προσεκτικά  τις  ερωτικές  επιχειρήσεις του άπιστου, νιώθει ευγνωμοσύνη απέναντι στην Αικατερίνη καθώς τη βλέπει  να τον αποθαρρύνει με τόση διακριτικότητα. Άλλωστε και η ίδια σύντομα θα πληρώσει το  σύζυγό της με το ίδιο νόμισμα, απατώντας τον χωρίς να το πολυσκεφτεί.  Μέσα  στην  πλοκή  τούτων  των  σκανδάλων,  η  Αικατερίνη  προσπαθεί  να  διατηρήσει  την  ισορροπία  και  τη  διαύγειά  της.  Ξέρει  ότι  η  ελευθεριότητα,  η  οποία  είναι  ανεκτή  για  τους  άλλους,  εκείνης  θα  της  κόστιζε  βαρύτατα  αν  είχε  την  αδυναμία  να  ενδώσει  σ'  αυτήν.  Φαίνεται ότι όλοι σ' εκείνη την Αυλή έχουν εξωσυζυγικές περιπέτειες. Όλοι, εκτός από την  ίδια. Με τους σταθερούς εραστές της, η αυτοκράτειρα δίνει το παράδειγμα της διαφθοράς.  Ωστόσο, επαγρυπνεί ζηλότυπα για τη διατήρηση της αρετής της μεγάλης δούκισσας. Ενώ η  Αικατερίνη  επιτέλους  συνήθισε  την  πρώτη  καμαριέρα,  την  κυρία  Κρουζ,  αυτή  παραγκωνίζεται  ξαφνικά  και  αντικαθίσταται  από  την  Πρασκοβί  Βλαντισλάβωφ.  Για  μια  φορά,  η  Αικατερίνη  δεν  βγαίνει  χαμένη  από  την  αντικατάσταση.  Η  κυρία  Κρουζ  ήταν  Γερμανίδα,  η  κυρία  Βλαντισλάβωφ  είναι  Ρωσίδα,  και  μάλιστα  παθιασμένη.  Έξυπνη,  πρόσχαρη  και  καλλιεργημένη,  αποτελεί  ένα  ζωντανό  χρονικό  της  παλιάς  εποχής.  Ξέρει  τα  πάντα  για  τις  μεγάλες  οικογένειες  που  περιστοιχίζουν  το  θρόνο:  συγγένειες,  συμμαχίες,  περιουσιακή κατάσταση, ανιόντες, μανίες, κρυμμένα βίτσια. Ακούγοντάς την, η Αικατερίνη  έχει την εντύπωση ότι μπαίνει, σαν τον κλέφτη, στις πιο αυστηρά φρουρούμενες κατοικίες.  Αλλά  η  κυρία  Βλαντισλάβωφ  είναι  πολύ  ευσεβής.  Αυτό,  ο  μεγάλος  δούκας  δεν  μπορεί  να  της  το  συγχωρήσει.  Την  κοροϊδεύει  επειδή  προσκυνάει  τα  εικονίσματα.  Αποστρέφεται, 

Digitized by 10uk1s 


βλέπεις, όλο και περισσότερο καθετί σλαβικό. Η νοσταλγία για την πατρίδα του είναι τόσο  έντονη που δηλώνει με βεβαιότητα ότι προτιμά το Κίελο, την πόλη του, από ολόκληρη τη  ρωσική αυτοκρατορία. Παρά τις πιέσεις της τσαρίνας, του Μπεστούζεφ και κάποιων ξένων  διπλωματών,  θα  αρνείται  πάντοτε  να  ανταλλάξει  το  ανάξιο  λόγου  μικρό  δουκάτο  που  κληρονόμησε  από  τον  πατέρα  του  με  τις  κομητείες  του  Όλντενμπουργκ  και  του  Ντέλμπενχορστ.  Το  Χολστάιν  είναι  μέσα  στο  αίμα  του.  Δεν  μπορεί  να  ακολουθήσει  την  Αικατερίνη  στις  ασκήσεις  της  για  ρωσοποίηση.  Το  είδωλό  του  είναι  ο  Φρειδερίκος  Β'  της  Πρωσίας,  που  δεν  τον  συνάντησε  ποτέ,  αλλά  που  ενσαρκώνει  γι'  αυτόν  τη  γερμανική  ευγένεια, γνώση και αυστηρότητα. Υποφέρει βλέποντας ότι η Ελισάβετ και ο Μπεστούζεφ  θεωρούν  τούτο  τον  μεγάλο  βασιλιά  εχθρό  τους.  Αν  βρισκόταν  στη  θέση  τους,  θα  προσυπέγραφε όλες τις πρωσικές απαιτήσεις. Αυτό το διατυμπανίζει.  Από  την  πλευρά  της,  η  Αικατερίνη  δεν  ξεχνάει  όλα  όσα  οφείλει  στον  Φρειδερίκο  Β'.  Θυμάται με συγκίνηση τη συνάντησή τους στο Βερολίνο. Ωστόσο, αποφεύγει να εκφράσει  ανοιχτά  τη  γνώμη  της,  φοβούμενη  αντίποινα.  Στις  11  Νοεμβρίου  του  1748,  στα  διαμερίσματα  της  Μεγαλειοτάτης  όπου  παίζεται  χοντρό  παιχνίδι,  η  μεγάλη  δούκισσα  κάθεται  πλάι  στον  Λεστόκ,  το  μυστικοσύμβουλο  και  γιατρό  της  αυτοκράτειρας,  άνδρα  διεστραμμένο  που,  επανειλημμένα,  δεν  της  φέρθηκε  με  τον  δέοντα  σεβασμό.  Καθώς  του  απευθύνει το λόγο, αυτός ψελλίζει με ύφος τρομαγμένο: «Μη με πλησιάζετε... Σας λέω να  με  αφήσετε  ήσυχο!».  Της  δίνει  την  εντύπωση  ότι  είναι  πιωμένος  και  απομακρύνεται.  Τη  μεθεπομένη  πληροφορείται  ότι  ο  Λεστόκ  οδηγήθηκε  στο  φρούριο.  Κατηγορήθηκε  ότι  διατηρούσε με τον πρεσβευτή της Πρωσίας μυστική αλληλογραφία που έβλαπτε τα ρωσικά  συμφέροντα. Μια ειδική επιτροπή αποτελούμενη από τον ίδιο τον κόμη Μπεστούζεφ, τον  στρατηγό  Απράξιν  και  τον  κόμη  Αλέξανδρο  Σουβάρωφ  ερευνά  την  περίπτωσή  του.  Ψιθυρίζεται  ότι,  σε  ορισμένα  γράμματα,  γίνεται  λόγος  για  τις  πρωσικές  συμπάθειες  της  μεγάλης δούκισσας. Αν και υποβάλλεται σε βασανιστήρια, ο Λεστόκ δεν ομολογεί τίποτα,  δεν καταδίδει κανέναν και δέχεται θαρραλέα να καταδικαστεί, χωρίς αποδείξεις, σε εξορία  και δήμευση της περιουσίας του. «Η αυτοκράτειρα δεν είχε αρκετό σθένος για ν' απονείμει  δικαιοσύνη  σ'  έναν  αθώο»,  θα  σημειώσει  η  Αικατερίνη.  «Φοβόταν  τη  μνησικακία  από  μέρους του, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στη διάρκεια της βασιλείας της, κανείς,  είτε  αθώος  είτε  ένοχος,  δεν  βγήκε  από  το  φρούριο  χωρίς  —τουλάχιστον—  να  οδηγηθεί  στην εξορία».  Κατά  περίεργο  τρόπο,  η  Αικατερίνη  δεν  αναμίχθηκε  άμεσα  σ'  αυτή  την  υπόθεση  εσχάτης  προδοσίας. Ωστόσο, ένιωσε να περνάει από πάνω της το παγερό φάσμα της φυλακής. Από  εκείνη  τη  στιγμή,  θα  ζήσει  με  το  φόβο  μιας  συνωμοσίας  που  θα  της  στερούσε  και  την  ελάχιστη ελευθερία που της είχε απομείνει.  Την  επόμενη  χρονιά,  το  1749,  νέα  κινητοποίηση:  μέσα  στις  Απόκριες,  η  αυτοκράτειρα  παθαίνει  μια  έντονη  «κρίση  δυσκοιλιότητας».  Οι  φοβεροί  πόνοι  που  νιώθει  δημιουργούν  ανησυχίες  για  τη  ζωή  της.  Κλεισμένοι  στα  διαμερίσματά  τους,  απ'  όπου  δεν  μπορούν  να  βγουν χωρίς άδεια, η Αικατερίνη και ο Πέτρος πληροφορούνται από τους υπηρέτες τους και  την κυρία Βλαντισλάβωφ ότι ο κόμης Μπεστούζεφ, ο στρατηγός Απράξιν και μερικοί άλλοι  αξιωματούχοι  που  εχθρεύονται  το  ζευγάρι  των  μεγάλων  δουκών  έχουν  συχνά  «μυστικά  διαβούλια  κεκλεισμένων  των  θυρών»16.  Μήπως,  ενόψει  του  πιθανού  θανάτου  της  αυτοκράτειρας,  ετοιμάζουν  ένα  πραξικόπημα  που  θα  θέσει  εκποδών  τον  Πέτρο  από  τη  διαδοχή  και  θα  εξασφαλίσει  την  άνοδο  στο  θρόνο  του  Ιβάν  ΣΤ',  του  έκπτωτου  τσάρου,  ο  οποίος  φθίνει  μέσα  στο  φρούριο  του  Σλύσελμπουργκ;  Η  απειλή  της  εξορίας  και  της  φυλακής  τρομοκρατεί  τον  μεγάλο  δούκα,  και  η  Αικατερίνη,  αν  και  εξίσου  ανήσυχη,  προσπαθεί  να  τον  καθησυχάσει  λέγοντάς  του  ότι,  σε  περίπτωση  κινδύνου,  θα  οργανώσει  την  απόδρασή  του:  «Τα  παράθυρα  των  διαμερισμάτων  μας,  το  ισόγειο,  ήταν  αρκετά  χαμηλά και μπορούσαμε να πηδήσουμε στο δρόμο σε περίπτωση ανάγκης»17. 

Digitized by 10uk1s 


Η αυτοκράτειρα  γιατρεύεται,  ωστόσο  ο  φόβος  μιας  παλατιανής  επανάστασης  έχει  γίνει  έμμονη  ιδέα  στον  μεγάλο  δούκα.  Στη  διάρκεια  ενός  κυνηγιού,  ο  υπολοχαγός  Μπατούριν,  του συντάγματος Μπουτίρσκι, επωφελούμενος από μια στιγμή που βρίσκεται μόνος με τον  Πέτρο, κατεβαίνει από το άλογο, γονατίζει και ορκίζεται ότι δεν αναγνωρίζει άλλο μονάρχη  από τον μεγάλο δούκα και ότι θα κάνει τα πάντα για να τον υποστηρίξει. Τρομοκρατημένος  απ'  αυτόν  τον  όρκο,  ο  μεγάλος  δούκας  το  βάζει  στα  πόδια  και,  αφήνοντας  σύξυλο  τον  γονατισμένο στο ξέφωτο λατρευτή του, σπεύδει να ζητήσει συμβουλή από την Αικατερίνη.  Ύστερα  από  λίγο,  ο  Μπατούριν  συλλαμβάνεται,  καλείται  ενώπιον  της  μυστικής  Καγκελαρίας, ανακρίνεται και κηρύσσεται ένοχος επειδή προμελέτησε «να θανατώσει την  αυτοκράτειρα,  να  βάλει  φωτιά  στο  παλάτι  και  να  οδηγήσει,  ύστερα  απ'  αυτό  το  ανοσιούργημα  και  μέσα  στην  αναταραχή,  τον  μεγάλο  δούκα  στο  θρόνο»18.  Όσο  για  τον  τελευταίο,  μετά  τον  υπερβολικό  φόβο  του,  ησυχάζει  διαπιστώνοντας  ότι  η  μυστική  Καγκελαρία  δεν  ζητάει  καν  τη  μαρτυρία  του  γι'  αυτή  την  υπόθεση.  Η  Αικατερίνη  υποψιάζεται  ότι  ο  σύζυγός  της  κατά  βάθος  κολακεύτηκε  διαπιστώνοντας  ότι  έχει  στο  στράτευμα  οπαδούς  τόσο  αφοσιωμένους  όσο  ο  Μπατούριν.  Υπερβολικά  δειλός  για  ν'  αναλάβει τις ευθύνες του αρχηγού μιας ομάδας στασιαστών, δεν παύει να είναι εξαιρετικά  ευάλωτος σε κάθε κίνηση συμπαθείας γύρω από το όνομά του. «Από εκείνη την εποχή», θα  παρατηρήσει η Αικατερίνη, «είδα να μεγαλώνει μέσα στο νου του μεγάλου δούκα η δίψα  για  βασιλεία.  Πέθαινε  απ'  αυτή  την  επιθυμία,  ωστόσο  δεν  έκανε  καμία  απολύτως  προσπάθεια  για  να  φανεί  αντάξιός  της».  Αυτός,  πάλι,  προσπαθεί  με  κάθε  ευκαιρία  να  επιβεβαιώσει  την  ανεξαρτησία  του.  Το  1750,  στα  τέλη  της  Αποκριάς,  ενώ  η  Αικατερίνη  ετοιμάζεται για το μπάνιο της, η κυρία Τσογκλοκώφ έρχεται να τον βρει και τον διατάσσει,  εκ  μέρους  της  αυτοκράτειρας,  να  κάνει  κι  αυτός  μπάνιο.  Εκείνος  όμως  απεχθάνεται  το  μπάνιο περισσότερο απ' όλες τις ρωσικές συνήθειες. Το πέρασμα από τη ζεστή αίθουσα του  λουτρού, το οποίο αρνούνταν πάντοτε, του φαίνεται «κόντρα στη φύση του». Φωνάζει ότι  δεν  θέλει  «να  πεθάνει»,  ότι  «αγαπάει  τη  ζωή  του  περισσότερο  από  καθετί»,  και  ότι  δεν  φοβάται τα αντίποινα. «Να δούμε τι θα μου κάνει!» λέει τελικά. «Δεν είμαι πια παιδί!» Η  κυρία  Τσογκλοκώφ  τον  φοβερίζει  με  έγκλειση  στο  φρούριο.  Αυτός  φοβάται,  χτυπάει  τα  πόδια,  μα  δεν  υποχωρεί.  Όταν  η  κυρία  Τσογκλοκώφ  ξανάρχεται,  η  συζήτηση  στρέφεται  αλλού. Δεν του μιλάει πλέον για μπάνιο αλλά για τεκνοποίηση. Η αυτοκράτειρα, λέει, είναι  πολύ θυμωμένη επειδή το ζευγάρι των μεγάλων δουκών δεν έχει ακόμα αποκτήσει παιδί.  Θέλει  να  μάθει  «ποιος  φταίει»∙  και  γι'  αυτό  θα  στείλει  μια  μαία  στην  Αικατερίνη  κι  ένα  γιατρό στον Πέτρο. Ο μεγάλος δούκας ξεσπάει, η Αικατερίνη κατεβάζει το κεφάλι, η κυρία  Τσογκλοκώφ απομακρύνεται και η τσαρίνα ξεχνάει την προειδοποίησή της. Όπως και πριν,  ο  Πέτρος  δεν  επισκέπτεται  το  κρεβάτι  της  Αικατερίνης  παρά  μόνο  για  να  παίξει  με  τους  στρατιώτες  του  ή  για  να  κοιμηθεί.  Άλλωστε,  προκειμένου  να  κρύψει  το  κουσούρι  του,  κομπάζει  μπροστά  της  για  τις  επιτυχίες  του  με  άλλες  γυναίκες.  «Φλέρταρε  όλες  τις  γυναίκες», θα γράψει η Αικατερίνη. «Και μονάχα στη δική του δεν έδινε σημασία».  Στην  πραγματικότητα,  τριγυρίζει  από  τη  μία  στην  άλλη  χωρίς  να  τις  αγγίζει.  Καρδιοκατακτητής  ουδετέρου  φύλου,  αρκείται,  στα  είκοσι  τρία  του  χρόνια,  στις  ψευδαισθήσεις της κατάκτησης. Ωστόσο, αναφέρει ονόματα, περιγράφει λεπτομέρειες. Και  η Αικατερίνη νιώθει τον εγωισμό της να πληγώνεται. Στη δική της καρδιά, επικρατεί προς το  παρόν  νηνεμία.  Σκέφτεται  βέβαια  κάπου  κάπου  τον  όμορφο  Ανδρέα  Τσερνιτσέφ,  που  τον  απομάκρυναν  επειδή  της  άρεσε  κάπως  περισσότερο,  και  που  έχει  ανακαλύψει  το  κρησφύγετό  του:  αλληλογραφούν  μέσω  μιας  «Φιλανδής  υπεύθυνης  για  το  βεστιάριο».  Τούτο  το  κορίτσι  δεν  μπορεί  να  μιλήσει  ελεύθερα  στη  μεγάλη  δούκισσα  παρά  μόνο  όταν  αυτή βρίσκεται στην τουαλέτα. Η Αικατερίνη κρύβει τα γράμματα του θαυμαστή της στην  τσέπη της, στην κάλτσα της ή τη ζαρτιέρα της. Του απαντάει κρυφά, επωφελούμενη από τις  λίγες στιγμές που είναι μόνη. Πρόκειται για τρυφερά φιλικά μηνύματα. Για  να τα γράψει,  χρησιμοποιεί μια ασημένια πένα αγορασμένη ειδικά γι' αυτό. 

Digitized by 10uk1s 


Αργότερα, θα  την  αναστατώσει  κάπως  ένας  άλλος  Τσερνιτσέφ,  ο  Ζαχαρίας.  Ο  κόμης  Ζαχαρίας Τσερνιτσέφ, εξόριστος κι αυτός λόγω του εγκλήματος της συμπάθειάς του προς τη  μεγάλη  δούκισσα,  εμφανίζεται  και  πάλι  στην  Αυλή  το  1751.  Βλέποντας  την  Αικατερίνη,  θαμπώνεται  από  τη  μεταμόρφωσή  της.  Άφησε  μια  κοκαλιάρα  δεκαεξάχρονη  έφηβη  και  βρίσκει  μια  νέα,  ολάνθιστη  γυναίκα  είκοσι  ενός  χρόνων.  Γοητευμένος,  τολμάει  να  της  ψιθυρίσει πως «έχει ομορφύνει επικίνδυνα». «Πρώτη φορά στη ζωή μου μού έλεγαν κάτι  τέτοιο», θα παρατηρήσει εκείνη. «Και δεν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε. Επιπλέον, είχα  την  αφέλεια  να  πιστέψω  πως  μου  έλεγε  την  αλήθεια».  Σε  κάθε  καιρό,  ο  Ζαχαρίας  και  η  Αικατερίνη ανταλλάσσουν «ραβασάκια», μικρά κομματάκια χαρτιού πάνω στα οποία είναι  τυπωμένοι ελεγειακοί στίχοι που οφείλονται στην έμπνευση κάποιου ζαχαροπλάστη. Τούτα  τα  ετοιματζίδικα  στιχάκια,  τα  διαδέχονται  αβρά  χειρόγραφα  σημειώματα.  Αυτή  η  αισθηματική  αλληλογραφία  συναρπάζει  την  Αικατερίνη,  δεν  είναι  όμως  αρκετή  για  τον  Ζαχαρία.  Στη  διάρκεια  μιας  μασκαράτας,  την  εκλιπαρεί  να  του  παραχωρήσει  μια  «ακρόαση» στο δωμάτιό της. Στην ανάγκη, δέχεται να μεταμφιεστεί σε υπηρέτη! Μόλο που  συγκινείται  από  την  επιμονή  του,  εκείνη  αρνείται  να  ενδώσει  στην  περιπέτεια.  Με  βαριά  καρδιά, οι δύο νέοι ξαναγυρνούν στις εξομολογήσεις μέσω επιστολών. Και,  στο τέλος του  καρναβαλιού, ο Ζαχαρίας Τσερνιτσέφ φεύγει για το σύνταγμά του. «Οφείλω να ομολογήσω  ότι το κόρτε έδινε κι έπαιρνε τότε στην Αυλή», θα γράψει η Αικατερίνη. Ως εκ θαύματος, η  αυτοκράτειρα  δεν  αντελήφθη  —ή  δεν  θέλησε  να  αντιληφθεί—  την  κλίση  της  μεγάλης  δούκισσας  για  τις  φαντασιώσεις.  Εκδηλώνει  μάλιστα,  κατά  διαστήματα,  μια  κάποια  επιείκεια  προς  αυτή  τη  νέα  γυναίκα  που,  κατά  τη  γνώμη  της,  το  μεγαλύτερό  της  ψεγάδι  είναι  ότι  δεν  μπόρεσε  να  γεννήσει  ακόμα  τον  κληρονόμο  του  θρόνου.  Σ'  έναν  απ'  αυτούς  τους  περίφημους  χορούς,  όπου  οι  άνδρες  μεταμφιέζονται  σε  γυναίκες  και  οι  γυναίκες  σε  άνδρες, η Αικατερίνη κολακεύει την τσαρίνα συγχαίροντάς την για την άνεση με την οποία  φοράει την ανδρική φορεσιά και διαβεβαιώνοντάς την ότι, αν  η  Μεγαλειότητά Της ανήκε  πράγματι  στο  άλλο  φύλο,  θα  ξεμυάλιζε  πολλές  γυναίκες.  Κολακευμένη,  η  Ελισάβετ  της  απαντάει ότι, αν όντως ανήκε στο αντίθετο φύλο, στην Αικατερίνη «θα προσέφερε το μήλο  της Έριδος». «Έσκυψα και της φίλησα το χέρι για ένα τόσο απροσδόκητο κομπλιμέντο», θα  γράψει η Αικατερίνη.  Σ'  έναν  άλλο  χορό,  σχεδιάζει  να  καταπλήξει  όλες  τις  κυρίες  της  Αυλής  —που,  όπως  όλοι  περιμένουν,  θα  εμφανιστούν  θεσπέσια  ντυμένες  και  στολισμένες—  φορώντας  ένα  απλό  άσπρο  φόρεμα  «πάνω  σ'  ένα  ελαφρότατο  κρινολίνο».  «Η  μέση  μου  τότε  ήταν  εξαιρετικά  λεπτή»,  θα  πει.  Στα  μαλλιά  της,  δεμένα  αλογοουρά,  «ένα  ψεύτικο  τριαντάφυλλο  με  το  μπουμπούκι και τα φύλλα του μιμούνταν με εξαιρετική πειστικότητα το φυσικό». Άλλο ένα  τριαντάφυλλο  στο  κορσάζ.  Ένα  γιακαδάκι  από  άσπρη  μουσελίνα  γύρω  από  το  λαιμό.  Μανικέτια  και  μια  ανάλαφρη  ποδιά  από  την  ίδια  μουσελίνα.  Βλέποντάς  την,  η  αυτοκράτειρα  φωνάζει:  «Θεέ  μου,  τι  απλότητα!  Πώς  είναι  δυνατόν;  Ούτε  μια  ελιά  στην  άκρη  του  χείλους  της!».  Και,  με  τρόπο,  βγάζει  μια  ελιά  «μετρίου  μεγέθους»  από  ένα  κουτάκι και την κολλάει πάνω στο πρόσωπο της νεαρής γυναίκας.  Η Αικατερίνη δείχνει με καμάρι τούτη την αυτοκρατορική ελιά  στους αυλικούς που ευθύς  αμέσως μαζεύονται γύρω της. «Δεν θυμάμαι ποτέ στη ζωή μου να άκουσα τόσους επαίνους  όσους  εκείνη  την  ημέρα.  Όλοι  μου  έλεγαν  ότι  ήμουν  πανέμορφη  και  ότι  εξέπεμπα  μια  ιδιαίτερη  λάμψη∙  για  να  είμαι  ειλικρινής,  ποτέ  δεν  θεώρησα  τον  εαυτό  μου  ιδιαίτερα  ωραίο, αλλά άρεσα, και νομίζω ότι αυτό υπήρξε το μεγάλο του όπλο»19. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII  ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ  «Ήταν όμορφος σαν τον ήλιο. Σίγουρα δεν του παράβγαινε κανείς στη μεγάλη Αυλή και — ακόμα λιγότερο— στη δική μας. Διέθετε πνεύμα, κι εκείνες τις γνώσεις, τους τρόπους και τα  τεχνάσματα  που  σου  δίνουν  οι  κοσμικοί  κύκλοι,  και  προπάντων  η  Αυλή.  Ήταν  είκοσι  έξι  χρόνων.  Κοντολογίς,  τόσο  η  καταγωγή  του  όσο  και  πολλά  άλλα  του  προσόντα  τον  έκαναν  έναν ξεχωριστό καβαλιέρο. Ήξερε να κρύβει τα ελαττώματά του∙ άλλωστε, τα μεγαλύτερα  ήταν η τάση προς τους εφήμερους έρωτες και η έλλειψη αρχών. Τότε, δεν τα έβλεπα».  Έτσι απεικονίζει η Αικατερίνη στην ώριμη ηλικία της αυτόν που τη συγκίνησε τόσο έντονα  στα  νεανικά  της  χρόνια.  Ονομάζεται  Σέργιος  Σαλτικώφ  και  είναι,  όπως  και  ο  αδελφός  του  Πέτρος, ένας από τους αρχιθαλαμηπόλους της νεοσύστατης Αυλής των μεγάλων δουκών. Η  οικογένεια  Σαλτικώφ  συγκαταλέγεται  ανάμεσα  στις  αρχαιότερες  και  ευγενέστερες  οικογένειες  της  Ρωσίας.  Ο  πατέρας  του  Σέργιου  είναι  υπασπιστής  της  τσαρίνας  και  η  μητέρα του, καταγόμενη από την πριγκιπική οικογένεια των Γκολίτσιν, είναι γνωστή για τα  ελαφρά της ήθη. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της πριγκίπισσας του Άνχαλτ, «είχε εραστές τους  τριακόσιους γρεναδιέρους της Αυτής Μεγαλειότητας της Ελισάβετ»20. Το 1752, εποχή που η  Αικατερίνη ξεχώρισε τον Σέργιο Σαλτικώφ, αυτός ήταν ήδη δυο χρόνια παντρεμένος με μια  δεσποινίδα  των  τιμών  της  αυτοκράτειρας,  τη  Ματριόνα  Παβλόβνα  Μπαλκ,  την  οποία  ερωτεύτηκε  βλέποντάς  τη  να  λικνίζεται  σε  μια  κούνια.  Ωστόσο,  αυτή  η  φλόγα  έσβησε  σχεδόν  αμέσως  μόλις  άναψε  και  ο  Σέργιος  Σαλτικώφ  στράφηκε  προς  καινούργιες  περιπέτειες.  Χωρίς  να  είναι  ούτε  τόσο  ωραίος  ούτε  τόσο  λαμπρός  όσο  διατείνεται  η  Αικατερίνη, είναι γοητευτικός, πρόσχαρος, ευφραδής. Έχει σκούρα καστανά μαλλιά, μέτριο  ανάστημα,  ευκίνητο  κορμί  και  σωστές  αναλογίες,  αρέσει  στις  γυναίκες  —  και  το  ξέρει.  Τίποτα δεν τον ενδιαφέρει περισσότερο από το ν' ανιχνεύει τις καρδιές, να τις πολιορκεί και  να καταρρακώνει τα ήθη. Η εγκατάλειψη στην οποία βλέπει ότι βρίσκεται η Αικατερίνη του  δίνει  την  τόλμη  να  την  πλησιάσει.  Η  επιτήρηση  στην  οποία  υπόκειται  αποτελεί  γι'  αυτόν  έναυσμα.  «Θα  διακινδύνευε  ακόμα  και  να  βρεθεί  στη  Σιβηρία  προκειμένου  να  ζει  πρόσκαιρους  έρωτες»,  γράφει  ο  Μ.  ντε  Σαμπώ  υιός  στο  Παρίσι.  Κατ'  αρχάς,  ο  Σέργιος  Σαλτικώφ  συγκεντρώνει  όλες  του  τις  προσπάθειες  για  ν'  αφοπλίσει  τους  δύο  δύσπιστους  «κέρβερους».  Αφού  κερδίσει  τη  συμπάθεια  του  ζεύγους  Τσογκλοκώφ,  πηγαίνει  στο  σπίτι  τους  μαζί  με  το  φίλο  του  Λεόν  Ναρίσκιν,  το  γελωτοποιό  της  αυλής,  τον  «γεννημένο  Αρλεκίνο», και συναντάει εκεί την Αικατερίνη και τη φίλη της, την πριγκίπισσα Γκαγκάριν. Η  κυρία Τσογκλοκώφ,  η οποία ήταν τότε «έγκυος και είχε συχνές ενοχλήσεις», εποπτεύει τη  μεγάλη  δούκισσα  λιγότερο  αυστηρά  απ'  ό,τι  συνήθως.  Άλλωστε,  μετά  τις  στενόχωρες  εξωσυζυγικές περιπέτειες του άνδρα της, έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος της έπαρσής της και  νιώθει κάποια ευγνωμοσύνη απέναντι στην τελευταία για την αξιοπρέπεια που κράτησε σε  όλη τη διάρκεια εκείνης της υπόθεσης. Όσο για τον Τσογκλοκώφ, επίσης ερωτευμένο με την  Αικατερίνη,  τα  νεαρά  άτομα  βρίσκουν  σύντομα  τρόπο  να  τον  απομακρύνουν.  Ο  Σέργιος  Σαλτικώφ  τον  πείθει  ότι  έχει  μεγάλο  ποιητικό  ταλέντο,  τον  προτρέπει  να  γράψει,  του  προτείνει  θέματα  τραγουδιών,  και  ο  ανθρωπάκος  αποσύρεται  ενθουσιασμένος  σε  μια  γωνιά,  «κοντά  στο  τζάκι»,  για  να  συνθέσει.  Όταν  τελειώνει,  το  άλλο  μέλος  της  παρέας,  ο  Λεόν  Ναρίσκιν,  παίρνει  το  χειρόγραφο,  το  μελοποιεί  και  το  τραγουδάει  μαζί  με  το  δημιουργό  του.  «Περιμένοντας»,  παρατηρεί  η  Αικατερίνη,  «κουβεντιάζαμε  μέσα  στο  δωμάτιο  για  κάθε  λογής  θέματα».  Στη  διάρκεια  αυτών  των  μουσικών  διαλειμμάτων,  ο  Σέργιος  τολμάει  επιτέλους  να  της  ψιθυρίσει  ότι  είναι  τρελά  ερωτευμένος  μαζί  της.  Αυτή,  συγκινημένη,  δεν  προσπαθεί  να  τον  αποθαρρύνει,  βλέποντας  όμως  την  επιμονή  του  του  αποκρίνεται  με  σιγανή  φωνή:  «Και  τι  θα  πει  για  όλα  αυτά  η  γυναίκα  σας  που  την  παντρευτήκατε  πριν  από  δύο  χρόνια  από  πάθος,  και  θεωρείστε  ερωτευμένος  μαζί  της;».  Εκείνος διαμαρτύρεται έντονα. Δεν αγαπάει πια τη γυναίκα του. Είναι ένα άχρηστο φορτίο 

Digitized by 10uk1s 


στη ζωή  του.  Και  προσθέτει  πως  «ό,τι  λάμπει  δεν  είναι  χρυσός»  και  πως  πληρώνει  «πολύ  ακριβά  μια  στιγμή  τύφλωσης»21.  Η  Αικατερίνη  έχει  τόση  διάθεση  να  τον  πιστέψει  που  αρχίζει να λυπάται τον ωραίο νεαρό ο οποίος ατύχησε στο γάμο του και ποθεί μια απρόσιτη  μεγάλη δούκισσα. Τον βλέπει «σχεδόν καθημερινά» και τον ακούει με ολοένα μεγαλύτερη  ευχαρίστηση.  Παρ'  όλα  αυτά,  προσπαθεί  να  αντιδράσει  ενάντια  στην  παραζάλη  που  την  έχει κυριεύσει. Για να λυτρωθεί, φωνάζει απεγνωσμένα: «Πού ξέρετε; Μπορεί η καρδιά μου  να είναι δοσμένη σε άλλον!». Τούτη η κραυγή του άπειρου μικρού κοριτσιού, αντί να τον  ψυχράνει, τον παρακινεί να εκμεταλλευτεί την πλεονεκτική του θέση. Κανείς από τους δυο  δεν  ασχολείται  με  τον  μεγάλο  δούκα,  που  η  αδιαφορία  του  είναι  γνωστή  σε  όλους.  Σαν  καλός  στρατηγός,  ο  Σέργιος  περιμένει  καρτερικά  την  ευκαιρία  για  να  πει  την  τελευταία  λέξη.  Στη διάρκεια ενός κυνηγιού που οργανώθηκε από τον Τσογκλοκώφ σ' ένα νησί του Νέβα, ο  Σέργιος,  αφήνοντας  τους  άλλους  προσκαλεσμένους  να  κυνηγούν  λαγούς,  παίρνει  κατά  μέρος την Αικατερίνη, της μιλάει ξανά για το πάθος του, για την ευτυχία που τους περιμένει  αν ενδώσει, και την ικετεύει να του πει ότι είναι πράγματι «ο εκλεκτός της καρδιάς της». Για  να κρύψει την αδυναμία της, εκείνη αμύνεται γελώντας και, ύστερα από μιάμιση ώρα πολύ  τρυφερής  συζήτησης,  τον  διατάσσει  να  φύγει  για  να  μην  την  εκθέσει.  Ωστόσο,  αυτός  αρνείται  να  την  εγκαταλείψει  αν  δεν  του  πει  επιτόπου  ότι  τον  αγαπάει.  «Ναι,  ναι»,  λέει,  «αλλά  πηγαίνετε  στο  καλό!»  Καβαλάει  το  άλογό  του,  το  σπιρουνίζει  και,  καθώς  απομακρύνεται,  την  ακούει  να  του  φωνάζει  παιχνιδιάρικα:  «Όχι!  Όχι!»  —  «Ναι!  Ναι!»  αποκρίνεται εκείνος καλπάζοντας.  Το ίδιο βράδυ, όλη η συντροφιά συγκεντρώνεται στο σπίτι των Τσογκλοκώφ στο νησί. Στη  διάρκεια του δείπνου σηκώνεται αέρας και τα νερά του Νέβα φουσκώνουν πολύ γρήγορα,  σκεπάζουν τη σκάλα και τινάζονται πάνω στους τοίχους. Δεν γεννάται θέμα να μπουν στις  βάρκες για να διασχίσουν το ποτάμι, που είναι πολύ πλατύ σ' εκείνο το σημείο. Και όταν η  καταιγίδα  κάνει  τη  στέγη  να  τρίξει,  παύει  να  ισχύει  το  πρωτόκολλο.  Οι  προσκαλεσμένοι  μαζεύονται  ο  ένας  πάνω  στον  άλλο,  χαχανίζοντας  μέσα  στο  μισοσκόταδο,  όπου  λάμπουν  εδώ  κι  εκεί  οι  τρεμάμενες  φλόγες  από  τα  καντηλέρια.  Η  Αικατερίνη  ξαναβρίσκεται  πλάι  στον καβαλιέρο της. «Ο Σέργιος Σαλτικώφ μου είπε ότι ακόμα και ο ουρανός ήταν μαζί του  εκείνη τη μέρα, και του έδινε την ευκαιρία ν' απολαμβάνει περισσότερο την παρουσία μου,  κι  ένα  σωρό  άλλα  τέτοια  πράγματα»22.  Είναι  τρομαγμένη  και  από  τη  θύελλα  και  από  τον  άνδρα.  Τη  σφίγγει,  κι  εκείνη  αμύνεται  όλο  και  λιγότερο.  Είναι  «δυσαρεστημένη»  από  τον  εαυτό της. «Νόμιζα ότι μπορούσα να κατευθύνω και να σωφρονίσω τόσο εκείνον όσο και  τον  εαυτό  μου.  Κατάλαβα  όμως  ότι  και  το  πρώτο  και  το  δεύτερο  ήταν,  αν  όχι  αδύνατα,  τουλάχιστον  δύσκολα».  Επιτέλους,  στις  τρεις  το  πρωί,  ο  αέρας  πέφτει,  τα  κύματα  καταλαγιάζουν,  και  οι  καλεσμένοι,  μουσκεμένοι  και  μουδιασμένοι,  μπαίνουν  στις  βάρκες  όπως όπως. Η Αικατερίνη δεν είναι πια ίδια. Μόλο που δεν έχει ενδώσει ακόμη, έχει πάρει  την απόφασή της. Πολύ σύντομα, θα υπάρχει ένα τετελεσμένο γεγονός.  Είναι είκοσι τριών χρόνων. Ύστερα από οχτώ χρόνια παρθενίας στο γάμο της, ανακαλύπτει  το παιχνίδι των κορμιών και θαμπώνεται. Ο πρώτος εραστής της την ικανοποιεί. Δεν νιώθει  την παραμικρή ενοχή στην αγκαλιά του. Συγκρινόμενος με τον αξιοθρήνητο μεγάλο δούκα,  διαθέτει  στα  μάτια  της  όλες  τις  αρετές:  σθένος,  τόλμη  και  χάρη.  Φοβάται  ωστόσο  μήπως  ανακαλυφθεί  το  μυστικό  τους.  Ο  Μπρεσάν,  ο  Γάλλος  καμαριέρης  του  μεγάλου  δούκα,  μεταφέρει  στον  Σέργιο  τούτα  τα  ανησυχητικά  λόγια  της  Αυτού  Υψηλότητας:  «Ο  Σέργιος  Σαλτικώφ  και  η  γυναίκα  μου  ξεγελούν  τον  Τσογκλοκώφ,  του  πουλάνε  παραμύθια  και  δεν  τους  καίγεται  καρφί».  Σ'  αυτή  τη  δήλωση  δεν  υπάρχει  ίχνος  ζήλιας.  Ο  Πέτρος  δεν  τραγικοποιεί  το  γεγονός  ότι  η  Αικατερίνη  έχει  ξεμυαλιστεί  με  τον  Σέργιο  Σαλτικώφ.  Το  βλέπει σαν μια απλή κοσμική συμπάθεια. Άλλωστε, μήπως  και  ο ίδιος δεν διατείνεται ότι  είναι  τρελά  ερωτευμένος  με  τη  Μάρθα  Σαφιρώφ  —δεσποινίδα  των  τιμών  της  μεγάλης 

Digitized by 10uk1s 


δούκισσας—, δίχως  να  υπάρχει  ανάμεσά  τους  τίποτε  άλλο  εκτός  από  κάποια  πονηρά  χαμόγελα και μερικά διφορούμενα λόγια; Ο Σέργιος όμως, «δαιμόνιος στις ερωτοδουλειές»  σύμφωνα με την έκφραση της Αικατερίνης, διαβλέπει άμεσα τον κίνδυνο όντας ο εραστής  μιας  γυναίκας  που  ο  άνδρας  της  είναι  κατά  γενική  ομολογία  παρθένος.  Αν  αυτή  μείνει  έγκυος,  ποιον  θα  υποψιαστούν;  Για  να  αποτρέψει  τούτο  το  ενδεχόμενο,  ο  νεαρός  αρχιθαλαμηπόλος αποθρασύνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε μιλάει στην αυτοκράτειρα για τη  φυσική  ατέλεια  η  οποία  στέκεται  εμπόδιο  στην  «ευτυχία  του  μεγάλου  δούκα».  Αναλαμβάνει,  όπως  λέει,  ο  ίδιος  προσωπικά  να  πείσει  την  Υψηλότητά  Του  να  υποβληθεί  στην  απαιτούμενη  εγχείρηση.  Η  τσαρίνα,  που  αυτό  το  θέμα  την  καίει,  συμφωνεί  και  τον  ενθαρρύνει.  Έτσι,  στη  διάρκεια  ενός  ευχάριστου  δείπνου,  οι  φίλοι  του  μεγάλου  δούκα  — που  έχει  πιει  κι  έχει  γελάσει  πολύ—  φέρνουν  τη  συζήτηση  στις  χαρές  του  έρωτα.  «Ο  πρίγκιπας»,  γράφει  ο  διπλωμάτης  Ζ.  Καστέρα,  «άφησε  να  διαφανεί  κάποια  θλίψη  για  την  αδυναμία του να τις απολαύσει. Τότε, όλοι οι συνδαιτυμόνες έπεσαν στα πόδια του και τον  εξόρκισαν  να  ενδώσει  στις  συμβουλές  του  Σαλτικώφ.  Ο  μεγάλος  δούκας  δείχνει  να  κάμπτεται.  Οι  φίλοι  του  εκλαμβάνουν  κάποιες  λέξεις  που  ψελλίζει  ως  συγκατάθεση.  Όλα  είναι  έτοιμα.  Φέρνουν  μέσα  τον  περίφημο  γιατρό  Μποέρχαβε  μαζί  μ'  ένα  θαυμάσιο  χειρουργό. Δεν υπήρχε τρόπος να προβάλει αντίσταση ο Πέτρος, και όλα εξελίχθηκαν κατ'  ευχήν»23.  Για  να  βεβαιωθεί  ότι  μετά  την  εγχείρηση  ο  μεγάλος  δούκας  έγινε  ικανός  στον  ερωτικό  τομέα, η αυτοκράτειρα αναθέτει στην κυρία Τσογκλοκώφ να βρει μια γυναίκα που θα τον  μυήσει στον έρωτα. Επιθυμώντας να υπακούσει στις διαταγές της Μεγαλειοτάτης, η κυρία  Τσογκλοκώφ  «παίρνει  πολύ  ζεστά»  τούτον  το  ρόλο.  Και,  χάρη  στον  καμαριέρη  Μπρεσάν  ανακαλύπτει τελικά κάποια κυρία Γκρουτ, «όμορφη χήρα ενός ζωγράφου», που δέχεται να  ξεστραβώσει  τον  νέο  άνδρα.  «Εκείνη  (η  κυρία  Τσογκλοκώφ)  έλπιζε  σε  μεγάλη  ανταμοιβή  των κόπων της∙ ωστόσο γελάστηκε: δεν της έδωσαν τίποτα. Συνήθιζε πάντως να λέει ότι η  αυτοκρατορία τής όφειλε πολλά»24.  Κι έτσι, ο Πέτρος απαλλάσσεται από το εμπόδιό του. Όταν η Αικατερίνη βλέπει τούτον τον  αρσενικό να έρχεται θριαμβευτικά κοντά της, νοσταλγεί την εποχή που δεν χρειαζόταν να  φοβάται  τα  χάδια  του.  Αν  και  ερωτευμένη  με  άλλον  άνδρα,  αναγκάζεται  να  δέχεται  μια  επαφή που την αποτροπιάζει, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σιγουριά του δεσμού της. Οι  πρώτες σχέσεις με τον άνδρα της, συγκρινόμενες με τη μέθη που νιώθει πλάι στον Σέργιο,  είναι μια τρισάθλια γυμναστική. Άλλωστε δεν την αγαπάει ούτε την ποθεί∙ κάνοντας έρωτα  μαζί  της,  εκπληρώνει  απλώς  ένα  καθήκον.  Την  επομένη  εκείνης  της  καθυστερημένης  πρώτης νύχτας γάμου, αυτός, ακολουθώντας τη συμβουλή του Σέργιου Σαλτικώφ, πηγαίνει  στην  αυτοκράτειρα  μια  σφραγισμένη  κασετίνα  η  οποία  περιέχει  τα  δείγματα  της  υποτιθέμενης παρθενίας της μεγάλης δούκισσας. «Η Ελισάβετ», γράφει ο Καστέρα, «έδειξε  να πείθεται για την αυθεντικότητά τους. Μερικοί θα γέλασαν σίγουρα μέσα τους, ωστόσο  όλοι έσπευσαν να συγχαρούν δημόσια τον πρίγκιπα για την ευτυχία του».  Όσο  για  τον  Σέργιο  Σαλτικώφ,  βγάζει  έναν  αναστεναγμό  ανακούφισης.  Η  Αικατερίνη  είναι  έγκυος.  Επιβάλλεται  από  τις  περιστάσεις  ο  σύζυγος  να  εκδηλωθεί  ερωτικά,  αναλαμβάνοντας  με  κάποια  αληθοφάνεια  και  την  πατρότητα  του  παιδιού.  Στην  πραγματικότητα  όμως,  εκείνη  δεν  νοιάζεται  τόσο  για  την  επικείμενη  γέννηση  όσο  για  την  παράξενη  στάση  του  Σέργιου  απέναντί  της.  Κάποια  κυνήγια  εξακολουθούν  να  τους  μαζεύουν στο Πέτερχοφ. Όλα φαίνονται εκεί εξωπραγματικά, ακόμα και τα κοστούμια, μιας  και η Ελισάβετ έχει καθιερώσει την ίδια αμφίεση για όλους: «Γκρίζο πανωφόρι, και όλα τα  υπόλοιπα  μπλε,  μ'  ένα  γιακαδάκι  από  μαύρο  βελούδο».  Έτσι,  τα  ζευγάρια  έχουν  την  ευχέρεια να απομονώνονται χωρίς να μπορεί κανείς να τα αναγνωρίζει από μακριά. Αυτά  τα  χαριτωμένα  τετ‐α‐τετ  είναι  οι  τελευταίες  αναλαμπές  μιας  ευτυχίας  που  βρίσκεται  στη  δύση της. 

Digitized by 10uk1s 


Είτε από ανία είτε από σύνεση, ο Σέργιος δείχνει όλο και λιγότερο ζήλο. «Γινόταν», θα πει η  Αικατερίνη,  «αφηρημένος  και,  πολλές  φορές,  φαντασμένος,  υπεροπτικός  και  επιπόλαιος,  και θύμωνα γι' αυτό». Ξαφνικά, ο Σέργιος και ο φίλος του Λεόν Ναρίσκιν αποφασίζουν να  φύγουν  για  την  εξοχή.  Χωρισμός  απαραίτητος,  λέει  ο  πρώτος,  για  να  απομακρύνει  τις  υποψίες. Μήπως όμως νιώθει απλώς την ανάγκη να απαλλαγεί, για ένα διάστημα, από μια  ερωμένη  που  τον  καταπιέζει;  Εκείνη  βρίσκεται  σε  απελπισία.  Η  Αυλή  πρέπει  να  πάει  στη  Μόσχα  και  ο  Σέργιος  δεν  έχει  γυρίσει  ακόμη.  Στις  14  Δεκεμβρίου  1752,  το  ζευγάρι  των  μεγάλων  δουκών  ξεκινάει.  Στη  διάρκεια  του  ταξιδιού,  «έντονες  ωδίνες»  πιάνουν  την  Αικατερίνη.  Αποβάλλει.  Δόξα  σοι  ο  Θεός!  Απαλλαγμένη  από  το  φορτίο  της,  περιμένει  με  ανυπομονησία να γυρίσει ο Σέργιος από την εθελοντική του εξορία.  Όταν τον ξαναβλέπει, τέτοια είναι η συγκίνησή της που δηλώνει ότι θα κάνει τα πάντα για  να  διαφυλάξει  το  δεσμό  τους.  Εκείνος,  παρ'  όλα  αυτά,  φαίνεται  όλο  και  περισσότερο  συγκρατημένος  και  απόμακρος.  Φοβάται  —λέει  στην  Αικατερίνη—  μήπως  κάποιος  σπιούνος  πληροφορήσει  την  αυτοκράτειρα  για  τις  σχέσεις  τους.  Αυτή  τότε  σκέφτεται  να  προβεί  σ'  ένα  διάβημα  προς  τον  Μπεστούζεφ,  τον  άσπονδο  εχθρό  της,  προκειμένου  να  εξασφαλίσει,  αν  όχι  την  εύνοια,  τουλάχιστον  την  ουδετερότητά  του.  Κάποιος  Μπρέμζε,  άνθρωπος  τόσο  της  «μικρής  Αυλής»  όσο  και  του  οίκου  του  καγκελαρίου,  βρίσκει  τον  τελευταίο  και  του  διαβιβάζει,  εκ  μέρους  της  μεγάλης  δούκισσας,  ότι  «αυτή  βρίσκεται  πιο  κοντά του απ' ό,τι στο παρελθόν». Τούτη η πράξη πίστης ενθουσιάζει τον καγκελάριο, που  δεν αμφιβάλλει πλέον ότι έχει όλα τα ατού στα χέρια του. Την επομένη δέχεται τον Σέργιο  Σαλτικώφ  με  εξαιρετικά  φιλικές  διαθέσεις.  «Του  μίλησε  για  μένα  και  για  την  κατάστασή  μου σαν να είχε ζήσει μέσα στο δωμάτιό μου», θα γράψει η Αικατερίνη. Και κάνει τη σκέψη  ότι,  εφόσον  ο  Μπεστούζεφ  δεν  αγανακτεί  με  την  ιδέα  αυτής  της  μοιχείας  —της  οποίας  άλλωστε δείχνει να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες—, τότε ίσως και να βλέπει με καλό μάτι  τον  έρωτά  της  με  τον  Σέργιο.  Σε  μια  έξαρση  γενναιοδωρίας,  ο  καγκελάριος  φτάνει  στο  σημείο  να  αναφωνήσει  μπροστά  στον  επισκέπτη  του:  «Κι  εκείνη  (η  Αικατερίνη)  θα  διαπιστώσει  ότι  δεν  είμαι  ο  αγριάνθρωπος  που  της  είχαν  περιγράψει!».  Ο  Σέργιος  επαναλαμβάνει  τούτα  τα  λόγια  στην  Αικατερίνη  που  συγχαίρει  τον  εαυτό  της  φρονώντας  ότι  έχει  αποκτήσει  έναν  ισχυρό  σύμμαχο  «δίχως  να  πάρει  είδηση  κανείς».  Ωστόσο,  δεν  διακρίνει ακόμα εντελώς ξεκάθαρα τα κίνητρα που έσπρωξαν τούτον τον άνδρα —ο οποίος  νοιαζόταν  ιδιαίτερα  για  την  περιφρούρηση  της  αρετής  της  μεγάλης  δούκισσας  από  ένα  ανδρόγυνο  κέρβερων—  να  ενθαρρύνει  σήμερα  τις  ερωτικές  επιδόσεις  του  εραστή  της  με  «πολλές συμβουλές, εξίσου σοφές όσο και χρήσιμες».  Ύστερα  από  μερικές  ημέρες,  και  οι  ίδιοι  οι  κέρβεροι  αλλάζουν  στάση.  Από  φύλακες,  γίνονται ρουφιάνοι. Η κυρία Τσογκλοκώφ η οποία, όπως λέει η Αικατερίνη, «είχε πάντοτε  κατά  νου  το  προσφιλές  της  σχέδιο  όσον  αφορά  την  επαγρύπνηση  για  τη  διαδοχή  του  θρόνου», εμπλέκει τη μεγάλη δούκισσα σε μια παράξενη  συζήτηση. Με ύφος σοβαρό και  με μισόλογα, της εξηγεί ότι, μόλο που στην καθημερινή ζωή μια γυναίκα οφείλει πίστη στο  σύζυγό της, υπάρχουν παρ' όλα αυτά περιπτώσεις όπου επιτρέπονται παρεκβάσεις από την  ίδια τη λογική του Κράτους, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την εξασφάλιση της διαδοχής του  θρόνου. Αρχικά ξαφνιασμένη, η Αικατερίνη την αφήνει να μιλάει, «περιμένοντας να δω πού  θα  κατέληγε  και  αγνοώντας  αν  μου  έστηνε  παγίδα  ή  μιλούσε  με  ειλικρίνεια».  Θα  μπορούσαν  όντως  να  ισχύουν  δύο  εκδοχές:  ή  η  στειρότητα  του  μεγάλου  δούκα  προβλημάτιζε τόσο τον Μπεστούζεφ και την αυτοκράτειρα, ώστε έψαχναν έναν επιβήτορα  για  να  τον  αντικαταστήσει  το  συντομότερο,  ή  είχαν  ορκιστεί  να  ξεσκεπάσουν  και  να  υπονομεύσουν  την  Αικατερίνη,  ένοχη  για  προδοσία  των  καθηκόντων  της.  Από  σύνεση,  η  Αικατερίνη  προσποιείται  ότι  δεν  καταλαβαίνει  με  τι  της  πιπιλίζει  το  μυαλό  με  ύφος  τόσο  μυστηριώδες η κυρία Τσογκλοκώφ. Ώσπου η τελευταία, αποφασίζοντας να μιλήσει έξω από  τα  δόντια,  δηλώνει:  «Θα  διαπιστώσετε  και  μόνη  σας  πόσο  αγαπώ  την  πατρίδα  μου  και  πόσο ειλικρινής είμαι. Δεν αμφιβάλλω ότι έχετε κοιτάξει κι άλλον άνδρα. Αυτός πρέπει να 

Digitized by 10uk1s 


είναι ή  ο  Σέργιος  Σαλτικώφ  ή  ο  Λεόν  Ναρίσκιν.  Αν  δεν  κάνω  λάθος,  είναι  ο  δεύτερος».  Η  Αικατερίνη  διαμαρτύρεται  έντονα:  «Όχι,  όχι,  ούτε  ιδέα!».  Τότε,  η  κυρία  Τσογκλοκώφ  παρατηρεί  θριαμβευτικά:  «Ε,  λοιπόν,  θα  είναι  σίγουρα  ο  άλλος,  δεν  χωράει  αμφιβολία!».  Και  προσθέτει:  «Θα  δείτε  πως  δεν  είμαι  εγώ  που  θα  σας  δημιουργήσω  προβλήματα».  «Έκανα  το  βλάκα»,  γράφει  η  Αικατερίνη,  «κι  εκείνη  πολλές  φορές  με  μάλωνε,  τόσο  στην  πόλη όσο και στην ύπαιθρο»25. Ο Μπεστούζεφ, από την πλευρά του, δασκαλεύει τον Σέργιο  Σαλτικώφ. Αυτός όμως είναι ήδη έτοιμος ν' απομακρυνθεί από τη μεγάλη δούκισσα. Έχει τα  μάτια του στραμμένα αλλού. Εκείνη τον κατηγορεί με αδεξιότητα για την αστάθειά του. Ο  Σαλτικώφ αμύνεται με αδιάσειστα επιχειρήματα, μέχρι που η Αικατερίνη, εκούσα άκουσα,  πείθεται:  «Μου  παρουσίαζε  τόσο  εύσχημους  και  βάσιμους  λόγους  που,  όταν  τον  έβλεπα  και  του  μιλούσα,  όλοι  οι  προηγούμενοι  συλλογισμοί  μου  σχετικά  μ'  αυτό  το  θέμα  κατέρρεαν».  Τώρα,  χρησιμοποιεί  ένα  σωρό  τερτίπια  για  να  τον  προσελκύει  κάπου  κάπου  στο κρεβάτι της. Βέβαια, δεν σκέφτεται παρά μόνο την ευχαρίστησή της. Ωστόσο, η κυρία  Τσογκλοκώφ,  ο  Μπεστούζεφ  και,  πίσω  απ'  αυτούς,  η  αυτοκράτειρα  ελπίζουν  ότι  ο  διαλεχτός της καρδιάς της θα την αφήσει έγκυο.  Το  Μάιο  του  1753  διαπιστώνει  «καινούργιες  ενδείξεις  εγκυμοσύνης».  Παρά  την  κούρασή  της, ακολουθεί την Αυλή στις μετακινήσεις της, συμμετέχει μ' ένα αμάξι σε κυνήγια και σε  περιπάτους,  κοιμάται  στο  ύπαιθρο.  Όταν  επιστρέφει  στη  Μόσχα,  αποβάλλει  για  δεύτερη  φορά με φοβερούς πόνους, ύστερα από ένα χορό κι ένα δείπνο. «Διέτρεξα μεγάλο κίνδυνο  επί δεκατρείς ημέρες, προφανώς επειδή είχε μείνει μέσα μου ένα κομμάτι του εμβρύου...  Επιτέλους,  τη  δέκατη  τρίτη  μέρα,  έφυγε  μόνο  του...  Εξαιτίας  τούτου  του  ατυχήματος,  με  έκλεισαν στο δωμάτιό μου για έξι εβδομάδες, μέσα σε μια ανυπόφορη ζέστη».  Η αυτοκράτειρα, που έρχεται να τη δει, φαίνεται «όλο προσποίηση». Έχει τους λόγους της!  Είχε  εναποθέσει  τόσες  ελπίδες  σε  μια  διευθέτηση  που  εξασφάλιζε  την  επίφαση  της  νομιμότητας στο νόθο παιδί της Αικατερίνης! Όσο για τον Σέργιο Σαλτικώφ, αυτός σκέφτηκε  ότι με αυτή την αναποδιά, θα υποχρεωθεί να μείνει σε αναγκαστική υπηρεσία κοντά σε μια  γυναίκα που δεν την αγαπάει πλέον καθόλου. Όσο δεν θα έχει εκπληρώσει την αποστολή  του  επιβήτορα,  δεν  θα  μπορεί  να  βάλει  πλώρη  γι'  αλλού.  Και  ο  μεγάλος  δούκας;  Άραγε  πίστεψε στ' αλήθεια πως θα γινόταν πατέρας; Αμφιβάλλουμε. Εκτός από το ότι οι σπάνιες  στιγμές οικειότητας με τη σύζυγό του υπήρξαν εξαιρετικά αποκαρδιωτικές, είναι σε θέση να  γνωρίζει  τον  έρωτά  της  για  τον  Σέργιο  Σαλτικώφ  και,  συνεπώς,  να  υποψιάζεται  ότι  η  εγκυμοσύνη  της οφείλεται σ' αυτόν. Καταδικασμένος στο ρόλο του αβρόφρονος συζύγου,  υποφέρει από έναν εξευτελισμό που δεν μπορεί να τον εκμυστηρευθεί σε κανένα, μιας και  η  ίδια  η  αυτοκράτειρα  καλύπτει  την  απάτη.  Η  χειρουργική  επέμβαση  τον  ελευθέρωσε,  η  κυρία Γκρουτ του άνοιξε τα μάτια, αλλά δεν παύει να παραμένει ένα αθώο παιδί που δεν  ενηλικιώθηκε ποτέ του στα σωστά. Μισεί τη γυναίκα του και του είναι αδιάφορο το ότι τον  απατά.  Μαίνεται  και  σαρκάζει.  Θα  ήθελε  να  ξεγλιστρήσει  απ'  αυτόν  τον  κόσμο  των  ενηλίκων  και,  για  να  ξεχάσει,  καταφεύγει  στα  παιχνίδια  και  το  κρασί.  Ο  αγαπημένος  του  υπηρέτης,  ένας  Ουκρανός,  τον  προμηθεύει  με  δυνατά  ηδύποτα.  Μεθάει  μαζί  με  τους  υπηρέτες  του  και  όταν  αυτοί,  υπό  την  επήρεια  του  ποτού,  ξεχνούν  το  σεβασμό  που  οφείλουν  σ'  ένα  μεγάλο  δούκα,  τους  χτυπάει  με  τη  μαγκούρα  ή  με  το  αμβλύ  μέρος  του  σπαθιού του. Μια μέρα, μπαίνοντας στο δωμάτιό του, η Αικατερίνη βλέπει κρεμασμένο ένα  χοντρό  αρουραίο  «μαζί  με  όλο  τον  εξοπλισμό  του  μαρτυρίου».  Όταν  ρωτάει  τον  μεγάλο  δούκα για τα αίτια τούτης της θανατικής ποινής, αυτός αποκρίνεται ότι, σύμφωνα με τους  στρατιωτικούς νόμους, ο αρουραίος κρίθηκε ένοχος επειδή καταβρόχθισε δύο στρατιώτες  από αλευρόκολλα∙ ότι κρεμάστηκε αφού ένα σκυλί τού μάσησε τ' αχαμνά, και ότι θα μείνει  εκτεθειμένος  σε  κοινή  θέα  «επί  τρεις  μέρες,  για  παραδειγματισμό».  Πιστεύοντας  ότι  πρόκειται  για  αστείο,  η  Αικατερίνη  σκάει  στα  γέλια,  ενώ  ο  Πέτρος  συνοφρυώνεται.  Αν  η  γυναίκα  του  δεν  είναι  πλέον  ικανή  να  συμμετέχει  στα  παιχνίδια  του,  σε  τι  μπορεί  να  του  χρησιμεύει ακόμη; 

Digitized by 10uk1s 


Η υπόθεση του κρεμασμένου αρουραίου εντυπωσίασε ζωηρά την Αικατερίνη. Στο νου της  έρχονται  κι  άλλοι  αρουραίοι,  αυτοί  που  είδε  στη  διάρκεια  της  πυρκαγιάς  του  παλατιού  Άνενχοφ, στη Μόσχα, στις αρχές του χειμώνα. «Παρατήρησα τότε κάτι περίεργο», γράφει.  «Ένα εκπληκτικό πλήθος αρουραίων και ποντικών να κατεβαίνουν τη σκάλα στη σειρά, με  όλο  τους  το  πάσο».  Τα  φορέματα  της  αυτοκράτειρας  —που  ανέρχονταν  σε  τέσσερις  χιλιάδες!— καταστράφηκαν από τις φλόγες. Αλλά τα βιβλία της Αικατερίνης περισώθηκαν  ως  εκ  θαύματος.  Χαίρεται  ιδιαίτερα  επειδή  τα  βιβλία  αποτελούν  στη  Ρωσία  ένα  θησαυρό  που αντικαθίσταται δυσκολότερα από μια γκαρνταρόμπα. Το ζεύγος των μεγάλων δουκών,  που δεν έχει πλέον στέγη, καταφεύγει στο σπίτι των Τσογκλοκώφ: «Ο άνεμος φυσούσε εκεί  απ'  όλες  τις  κατευθύνσεις,  τα  παράθυρα  και  οι  πόρτες  ήταν  μισοσαπισμένα,  το  πάτωμα  γεμάτο  κενά  πλάτους  τριών  ή  τεσσάρων  δακτύλων  και  σαν  να  μην  έφταναν  όλα  αυτά,  έβριθε από ζωύφια».  Το  Φεβρουάριο  του  1754,  εφτά  μήνες  μετά  τη  δεύτερη  αποβολή,  η  Αικατερίνη  αντιλαμβάνεται  ότι  είναι  και  πάλι  έγκυος.  Η  αυτοκράτειρα  ελπίζει  πως,  τούτη  τη  φορά,  η  εγκυμοσύνη  θα  έχει  αίσια  έκβαση.  Το  ελπίζει  και  ο  Σέργιος  Σαλτικώφ,  επειδή  είναι  θιασώτης  των  ελαφρών  περιπετειών  και  αυτός  ο  μακροχρόνιος  —σχεδόν  επίσημος—  δεσμός  τον  βαραίνει.  Η  Αικατερίνη  διαβάζει  τις  σκέψεις  του  και  θλίβεται.  «Η  πλήξη,  η  αδιαθεσία  και  η  φυσική  και  ηθική  δυσφορία  που  προέρχονταν  από  την  κατάστασή  μου,  μου  είχαν  προκαλέσει  μεγάλη  υποχονδρία»,  γράφει.  Κακοβολεμένη  στο  σπίτι  των  Τσογκλοκώφ,  κρυώνει  με  τα  ρεύματα  και  περιμένει  τις  επισκέψεις  του  εραστή  της  που  διασκεδάζει αλλού. Καθισμένη απέναντί της, παραπονιέται και η κυρία Τσογκλοκώφ επειδή  ο άνδρας της γλεντάει έξω με τους φίλους του. «Για κοίταξε πώς μας εγκαταλείπουν!» λέει  αναστενάζοντας.  Και  η  Αικατερίνη  οφείλει  να  συμφωνήσει  πως  είναι  και  οι  δυο  τους  αξιολύπητες: «Όλα αυτά μου δημιουργούσαν φριχτή διάθεση». Άλλωστε, λίγο μετά, η ίδια  η  κυρία  Τσογκλοκώφ,  τόσο  ενοχλημένη  από  τις  εξόδους  του  άνδρα  της,  ερωτεύεται  με  πάθος τον πρίγκιπα Ρέπνιν και δείχνει στην Αικατερίνη τα φλογερά γράμματα που λαβαίνει  από  τον  εραστή  της.  Κατά  τη  διάρκεια  αυτών  των  γεγονότων,  ο  Τσογκλοκώφ  πεθαίνει  ύστερα  από  μια  «κρίση  κολικού».  Θεωρώντας  ότι  δεν  είναι  ευπρεπές  μια  χήρα  να  εμφανίζεται  δημόσια,  η  αυτοκράτειρα  καθαιρεί  αμέσως  την  κυρία  Τσογκλοκώφ  από  τα  καθήκοντά  της  κοντά  στη  μεγάλη  δούκισσα.  Η  Αικατερίνη  είναι  περίλυπη:  η  κυρία  Τσογκλοκώφ,  αρχικά  εχθρός  της,  είχε  γίνει  στη  συνέχεια  δικός  της  άνθρωπος.  Η  αγανάκτησή της μεταβάλλεται σε τρόμο όταν πληροφορείται το όνομα αυτού που θα είναι  στο  εξής  εντεταλμένος  να  την  επιτηρεί:  κόμης  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ,  θείος  του  καινούργιου  ευνοουμένου  της  Ελισάβετ  και  αρχηγός  της  Ιεράς  Εξέτασης  του  Κράτους,  με  άλλα λόγια της μυστικής αστυνομίας. Αυτό το τρομερό άτομο παθαίνει ένα «σπασμό» που,  κατά  διαστήματα,  του  συστρέφει  τη  δεξιά  πλευρά  του  προσώπου,  από  το  μάτι  μέχρι  το  σαγόνι. «Ήταν άξιο απορίας», γράφει η Αικατερίνη, «πως διάλεξαν αυτόν τον άνθρωπο με  την  τόσο  αποτρόπαιη  γκριμάτσα,  για  να  τον  τοποθετήσουν  επί  μονίμου  βάσεως  απέναντι  σε μια νεαρή εγκυμονούσα∙ αν έφερνα στον κόσμο ένα παιδί που θα είχε τούτο το απαίσιο  τικ, είμαι σίγουρη πως η αυτοκράτειρα θα γινόταν έξαλλη».  Στις  αρχές  Μαΐου  1754,  ολόκληρη  η  Αυλή  ετοιμάζεται  να  εγκαταλείψει  τη  Μόσχα  για  την  Αγία  Πετρούπολη.  Προοπτική  ταξιδιού  είκοσι  εννέα  ημερών.  Η  Αικατερίνη  «πεθαίνει  από  φόβο», σύμφωνα με τη δική της έκφραση, με την ιδέα ότι ο Σέργιος Σαλτικώφ θα μπορούσε  να  μη  συμπεριλαμβάνεται  στους  ταξιδιώτες.  Τώρα  που  την  άφησε  έγκυο,  δεν  ενδιαφέρει  πια το θρόνο. Η αυτοκράτειρα όμως δεν επαναπαύεται: από ενδιαφέρον, προφανώς, για τα  νεύρα της μέλλουσας μητέρας, ο εραστής της γίνεται δεκτός ως μέλος της ακολουθίας. Αν  και  είναι  γεγονός  ότι  δεν  θα  μπορεί  να  την  πλησιάζει,  «εξαιτίας  της  καταπίεσης  και  της  συνεχούς  παρουσίας  του  ζεύγους  Σουβάλωφ».  «Έπληττα  θανάσιμα  μέσα  στην  άμαξα  και  δεν σταματούσα να κλαίω», θα γράψει η Αικατερίνη. 

Digitized by 10uk1s 


Στην Αγία  Πετρούπολη,  το  ζευγάρι  των  μεγάλων  δουκών  εγκαθίσταται  ξανά  στο  Θερινό  Ανάκτορο. Εκεί, ο Πέτρος οργανώνει συναυλίες και δίνει όλο τον καλό του εαυτό παίζοντας  βιολί  στην  ορχήστρα.  Η  Αικατερίνη,  κουρασμένη  από  την  εγκυμοσύνη,  επωφελείται  από  εκείνες τις μουσικές βραδιές για να το σκάει από την αίθουσα και να ανταλλάσσει μερικά  τρυφερά  λόγια  με  τον  εραστή  της.  Ενώ  πλησιάζει  η  ημερομηνία  της  γέννας,  είναι  πεπεισμένη  ότι  μια  συνωμοσία  εξυφαίνεται  άνωθεν  ενάντια  στην  ευτυχία  της.  «Ήμουν  πάντα δακρυσμένη και χιλιάδες κακά πράγματα μου περνούσαν από το νου∙ με λίγα λόγια,  μου  είχε  γίνει  έμμονη  ιδέα  πως  όλα  έτειναν  στην  απομάκρυνση  του  Σεργίου  Σαλτικώφ».  Έτσι, ενώ ετοιμάζεται να γίνει μητέρα, οι σκέψεις της δεν στρέφονται προς το παιδί που θα  γεννηθεί,  αλλά  προς  τον  άνδρα  που  της  χάρισε  τη  γεύση  της  ηδονής.  Όταν  ο  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ  της  δείχνει  το  διαμέρισμα  που  ετοιμάστηκε  ειδικά  για  τη  γέννα,  δίπλα  στο  προσωπικό  διαμέρισμα  της  Αυτής  Μεγαλειότητας,  δέχεται  «ένα  πλήγμα  σχεδόν  θανατηφόρο».  Εγκατεστημένη  δύο  βήματα  από  την  αυτοκράτειρα,  δεν  θα  μπορεί  να  δέχεται  τον  Σέργιο  όπως  θέλει.  Θα  είναι  απομονωμένη,  έγκλειστη,  «εξαιρετικά  δυστυχισμένη  και  μόνη».  Επιθεωρεί  γεμάτη  θλίψη  τα  δύο  δωμάτια,  ταπετσαρισμένα  με  κρεμεζί  δαμασκηνό  και  υποτυπωδώς  επιπλωμένα,  που  θα  χρησιμεύσουν  για  τη  γέννηση  του κληρονόμου του ρωσικού θρόνου. Και αν δεν πρόκειται για αγόρι αλλά για κορίτσι; Πώς  θα δεχτεί η αυτοκράτειρα τούτη τη διάψευση των ελπίδων της; Άραγε θα πάρει εκδίκηση  παραμερίζοντας  οριστικά  τον  Σέργιο  από  την  Αυλή  ή  θα  τον  κρατήσει  για  ένα  καινούργιο  πείραμα;  Μέσα στη νύχτα της 19ης προς την 20ή Σεπτεμβρίου 1754, εννέα χρόνια μετά το γάμο της,  η  Αικατερίνη  κυριεύεται  από  έντονες  ωδίνες.  Ειδοποιημένοι  από  τη  μαία,  ο  μεγάλος  δούκας, ο κόμης Αλέξανδρος Σουβάλωφ και η αυτοκράτειρα σπεύδουν να παραστούν στον  τοκετό. Στις 20 Σεπτεμβρίου το μεσημέρι, η μαία σείει στα ματωμένα της χέρια μια σάρκινη  μάζα  που  ουρλιάζει:  Είναι  αγόρι,  ο  Παύλος  Πέτροβιτς.  Η  αυτοκράτειρα  ενθουσιάζεται.  Μόλις  το  νεογέννητο  πλένεται,  φασκιώνεται  και  μυρώνεται  από  έναν  ιερέα,  προστάζει  τη  μαία  να  το  μεταφέρει  στα  διαμερίσματά  της.  Θα  μείνει  εκεί,  κάτω  από  τη  δική  της  επίβλεψη,  για  όσο  διάστημα  αυτή  θα  κρίνει  απαραίτητο.  Γεννώντας  το  παιδί  της,  η  Αικατερίνη έχασε όλα τα δικαιώματά της πάνω του. Δεν είναι παρά μια κοιλιά αδειασμένη  από το περιεχόμενό της. Δεν ενδιαφέρει πλέον κανέναν. Εν ριπή οφθαλμού, το δωμάτιό της  αδειάζει.  Το  κρεβάτι  όπου  γέννησε  βρίσκεται  ανάμεσα  σε  μια  πόρτα  και  δύο  μεγάλα  παράθυρα που δεν κλείνουν καλά. Φυσάει ένας παγερός άνεμος.  «Ήμουν κάθιδρη∙ παρακάλεσα την κυρία Βλαντισλάβωφ να μου αλλάξει εσώρουχα και να  με βάλει στο κρεβάτι∙ μου είπε πως δεν τολμούσε. Έστειλε πολλές φορές να βρουν τη μαία,  ωστόσο αυτή δεν ήρθε∙ όταν ζήτησα νερό, πήρα και πάλι την ίδια απάντηση. Τέλος, ύστερα  από τρεις ώρες, έφτασε η κόμισσα Σουβάλωφ, φορώντας επίσημη τουαλέτα. Βλέποντάς με  ξαπλωμένη ακόμη στην ίδια θέση που με είχε αφήσει, έγινε έξω φρενών και είπε πως θα  μπορούσαν να με έχουν σκοτώσει. Αυτό ήταν εξαιρετικά παρήγορο για μένα, που έκλαιγα  από τη στιγμή του τοκετού, και πάνω απ' όλα, ανακουφιστικό ύστερα από την εγκατάλειψη  την οποία είχα υποστεί. Ήμουν άσχημα και άβολα ξαπλωμένη, ύστερα από μια τόσο σκληρή  και κοπιαστική γέννα. Κανείς δεν τολμούσε να με μεταφέρει στο κρεβάτι μου, δυο βήματα  πιο  κει,  κι  εγώ  η  ίδια  δεν  είχα  το  κουράγιο  να  συρθώ.  Η  κυρία  Σουβάλωφ  βγήκε  αμέσως  από  το  δωμάτιο,  προφανώς  για  να  βρει  τη  μαία,  η  οποία  ήρθε  ύστερα  από  μισή  ώρα  λέγοντάς μας πως η αυτοκράτειρα ήταν τόσο απασχολημένη με το παιδί που δεν την άφησε  να ξεμυτίσει από κοντά της ούτε μια στιγμή. Εμένα δεν με σκεφτόταν κανείς... Εγώ, ωστόσο,  έσβηνα από κούραση και δίψα. Τέλος, με έβαλαν στο κρεβάτι μου και δεν είδα κανέναν όλη  μέρα,  μήτε  και  έστειλαν  να  πληροφορηθούν  για  την  κατάστασή  μου.  Όσο  για  τον  μεγάλο  δούκα, μεθοκοπούσε ασταμάτητα με όποιον έβρισκε, ενώ η αυτοκράτειρα ασχολούνταν με  το παιδί»26. 

Digitized by 10uk1s 


Σχεδόν κανείς από τους συγχρόνους του δεν θεώρησε τούτο το παιδί γιο του κληρονόμου  του θρόνου. Μεγαλώνοντας, ο Παύλος θα παρουσιάσει κάποια ομοιότητα με τον Πέτρο: θα  γίνει  άσχημος  σαν  κι  αυτόν.  Όταν  όμως  συγκρίνουμε  τα  πορτραίτα  τους  ως  ενηλίκων,  η  διαφορά  είναι  ολοφάνερη.  Το  πρόσωπο  του  Παύλου,  ζαρωμένο  σαν  ρύγχος  μπουλντόγκ,  δεν  έχει  τίποτα  κοινό  με  τη  μακριά  σεληνιακή  φυσιογνωμία  του  άνδρα  της  Αικατερίνης.  Όσον αφορά τις ομοιότητες του χαρακτήρα τους —είναι και οι δύο ασταθείς, σκληροί και  δειλοί—,  θα  μπορούσαν  να  αποδοθούν  στην  κοινή  τους  διαπαιδαγώγηση,  κάτω  από  τον  καταπιεστικό ίσκιο της Ελισάβετ. Άλλωστε, η Αικατερίνη, στα Απομνημονεύματά της αφήνει  σαφώς να εννοηθεί ότι πατέρας του παιδιού είναι ο Σέργιος Σαλτικώφ. Και η συμπεριφορά  της αυτοκράτειρας, η οποία αρπάζει το παιδί αμέσως μετά τη γέννησή του και αναλαμβάνει  να επαγρυπνεί η ίδια πάνω του, αποτελεί εύλογη απόδειξη ότι δεν τρέφει καμιά εκτίμηση  για τη μητέρα και δεν υπολογίζει ιδιαίτερα τον πατέρα. Το ενδιαφέρον της γι' αυτό το παιδί  είναι τόσο ζωηρό που ορισμένα άτομα του περιβάλλοντός της γίνονται πιο  τολμηρά όσον  αφορά τις υπόνοιές τους. Έχει πάρει την κούνια του μικρού Παύλου μέσα στο δωμάτιό της,  με το πρώτο κλάμα του μωρού έτρεχε η ίδια και, από τις υπερβολικές φροντίδες, κόντευε  κυριολεκτικά να πνίξει ο παιδί. Ο Γάλλος διπλωμάτης μαρκήσιος ντε λ' Οπιτάλ, μεταφέρει  στα μηνύματά του προς την Αυλή της Γαλλίας τις παράξενες φήμες που κυκλοφορούν γύρω  απ' αυτό το θέμα σε ολόκληρη την κοινωνία της Αγίας Πετρούπολης. «Λέγεται πως αυτό το  παιδί  είναι  της  ίδιας  της  αυτοκράτειρας,  η  οποία  το  αντάλλαξε  με  το  γιο  της  μεγάλης  δούκισσας».  Απλά  κουτσομπολιά  των  σαλονιών,  δεν  υπάρχει  αμφιβολία,  που  αποτελούν  όμως  επαρκή  ένδειξη  για  το  πόσο  οι  άνθρωποι  εκείνης  της  εποχής  είχαν  βάσιμες  αμφιβολίες ως προς τον πατέρα του μικρού Παύλου Πέτροβιτς27.  Εγκαταλειμμένη στο κρεβάτι της, παραδομένη στην απελπισία και τον πυρετό, η Αικατερίνη  παρ'  όλα  αυτά  δεν  παραπονιέται.  «Ήμουν  υπερβολικά  περήφανη∙  η  ιδέα  και  μόνο  ότι  δυστυχούσα  θα  μου  ήταν  ανυπόφορη».  Επίσης,  αποφεύγει  να  ρωτήσει  νέα  του  γιου  της,  τον  οποίο  δεν  έχει  δει  ποτέ.  Μια  τέτοια  περιέργεια  θα  έθετε  υπό  αμφισβήτηση  τις  φροντίδες  της  αυτοκράτειρας  και  «θα  ήταν  άκρως  κακοδεχούμενη»,  λέει.  Παράξενος  ηθικός  δισταγμός  από  την  πλευρά  μιας  νεαρής  λεχώνας,  που  της  αφαίρεσαν  βίαια  το  πλάσμα το οποίο έχει μόλις γεννήσει. Είναι άραγε δυνατόν η έγνοια για το πρωτόκολλο να  πνίξει σε τέτοιο βαθμό τις «σπλαχνικές» απαιτήσεις της μητρότητας; Στην πραγματικότητα,  η Αικατερίνη ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το δικό της μέλλον στην Αυλή παρά για το  μέλλον του παιδιού της. Ωστόσο, κάποια μέρα, τυχαίνει να το δει για πάρα πολύ λίγο και  γεμίζει  ανησυχία.  «Το  κρατούσαν  μέσα  σ'  ένα  δωμάτιο  αφόρητα  ζεστό»,  γράφει,  «κουκουλωμένο με φανέλες και ξαπλωμένο σε μια κούνια στρωμένη με γούνα από μαύρη  αλεπού∙  το  είχαν  σκεπάσει  με  μια  κουβέρτα  από  κεντημένο  ατλάζι,  ντουμπλαρισμένη  με  βάτες, και με μια δεύτερη κουβέρτα από ροζ βελούδο, επίσης ντουμπλαρισμένη με γούνα  από  μαύρη  αλεπού.  Το  είδα  πολλές  φορές  με  τα  ίδια  μου  τα  μάτια  έτσι  ξαπλωμένο∙  ιδρώτας  κυλούσε  από  το  πρόσωπό  του  και  απ'  όλο  του  το  σώμα,  πράγμα  που  είχε  ως  αποτέλεσμα, όταν μεγάλωσε, να κρυώνει με το παραμικρό αεράκι και ν' αρρωσταίνει. Κατά  τ' άλλα, το περιέβαλλε πάντοτε ένα πλήθος από γριές κυράτσες. Αυτές, στερημένες από τον  κοινό  νου,  του  έκαναν  με  τις  υπερβολικές  τους  φροντίδες  απείρως  μεγαλύτερο  κακό  — φυσικό και ηθικό— παρά καλό».  Τη  μέρα  της  βάφτισης,  αμέσως  μετά  την  τελετή,  η  αυτοκράτειρα  φέρνει  στην  Αικατερίνη,  πάνω  σ'  ένα  χρυσό  δίσκο,  ένα  διάταγμα  με  το  οποίο  της  παραχωρούνται  εκατό  χιλιάδες  ρούβλια και μια θήκη με κοσμήματα: η αμοιβή της μητρότητας για μια μεγάλη δούκισσα.  Τα  χρήματα  είναι  καλοδεχούμενα  εφόσον,  σύμφωνα  με  δική  της  ομολογία,  «δεν  έχει  πεντάρα» και είναι «καταχρεωμένη». Τα κοσμήματα όμως την απογοητεύουν. «Επρόκειτο»,  λέει,  «για  ένα  ευτελέστατο  μικρό  περιδέραιο,  μαζί  με  τα  σκουλαρίκια  του,  και  δυο  άθλια  δαχτυλίδια  που  θα  ντρεπόμουν  να  τα  δώσω  ακόμα  και  στις  καμαριέρες  μου.  Σ'  αυτή  την  κοσμηματοθήκη,  δεν  υπήρχε  ούτε  ένα  πετράδι  αξίας  εκατό  ρουβλίων».  Πέντε  μέρες 

Digitized by 10uk1s 


περνούν και,  ενώ  σχεδιάζει  πώς  θα  χρησιμοποιήσει  τα  χρήματα,  έρχεται  ο  βαρόνος  Τσερκάσωφ,  γραμματέας  του  συμβουλίου  της  αυτοκράτειρας,  και  την  ικετεύει  να  αποποιηθεί το ποσό επειδή το ταμείο της Αυτής Μεγαλειότητας είναι άδειο. Η Αικατερίνη  στέλνει  πίσω  τα  χρήματα  —θα  της  ξαναδοθούν  μετά  από  τρεις  μήνες—  μα  δεν  αργεί  να  πληροφορηθεί  ότι  τα  εκατό  χιλιάδες  ρούβλια  που  επέστρεψε  καταβλήθηκαν  στο  σύζυγό  της. Ο Πέτρος όντως απαίτησε να του κάνουν δώρο, τουλάχιστον ίσης αξίας με της γυναίκας  του,  εξαιτίας  αυτής  της  γέννησης  της  οποίας  προφανώς  δεν  έφερε  την  ευθύνη.  Άραγε  έβλεπε εκεί ένα αντιστάθμισμα του —γνωστού σε όλους— συζυγικού του παθήματος;  Από  το  βάθος  της  κλίνης  της,  η  Αικατερίνη  ακούει  τους  απόηχους  των  εορτασμών,  των  χορών,  των  συμποσίων,  των  πυροτεχνημάτων  ενός  έθνους  που  πανηγυρίζει.  Δεκαεφτά  ημέρες  μετά  τη  γέννα,  ένα  τρομερό  νέο  την  πλήττει  καίρια:  έχει  ανατεθεί  από  την  αυτοκράτειρα  στον  Σέργιο  Σαλτικώφ  να  μεταφέρει  στην  Αυλή  της  Σουηδίας  το  επίσημο  άγγελμα  της  γέννησης  του  μικρού  Παύλου  Πέτροβιτς.  Έτσι,  αυτός  που  όλοι  θεωρούν  παράνομο πατέρα, θα δεχτεί τα συγχαρητήρια που προορίζονται για τον νόμιμο πατέρα. Η  αποστολή με την οποία είναι επιφορτισμένος έχει όλα τα χαρακτηριστικά της δυσμένειας.  Φεύγει  συνειδητοποιώντας  τη  γελοιότητα  του  ρόλου  του  και  αφήνοντας  την  Αικατερίνη  βυθισμένη  στη  θλίψη.  «Προσποιήθηκα  ότι  ο  πόνος  του  ποδιού  μου  είχε  ενταθεί,  πράγμα  που με εμπόδιζε να σηκωθώ από το κρεβάτι∙ στην πραγματικότητα όμως δεν μπορούσα και  δεν ήθελα να δω κανέναν επειδή βρισκόμουν σε απόγνωση»28.  Όταν  έρχεται  η  στιγμή  να  σαραντίσει,  αποσπά  επιτέλους  τη  συγκατάθεση  της  αυτοκράτειρας να της δείξουν το παιδί της. «Το βρήκα όμορφο και το γεγονός ότι το είδα  μου έδωσε λίγη χαρά», θα γράψει. Την αφήνουν να το κοιτάξει από μακριά, όσο διαρκούν  οι προσευχές, και αμέσως μετά το ξαναπαίρνουν.  Την  1η  Νοεμβρίου  1754  παρατηρείται  στην  αυλή  μεγάλος  σάλος:  υπηρέτες  τοποθετούν  βιαστικά μερικά ωραία έπιπλα στο δωμάτιο που είναι συνεχόμενο με την κρεβατοκάμαρά  της. Μεμιάς, εκείνος ο απαίσιος χώρος ζεσταίνεται και φωτίζεται. Θα 'λεγες πως βρίσκεσαι  στο  θέατρο,  πέντε  λεπτά  πριν  από  την  παράσταση.  Αφού  στηθεί  ο  διάκοσμος,  η  κυρία  Βλαντισλάβωφ καθίζει τη μεγάλη δούκισσα πάνω σ' ένα ροζ βελούδινο και ασημοκέντητο  κρεβάτι,  και  όλοι  οι  αυλικοί  παρελαύνουν  για  να  της  δώσουν  τα  συγχαρητήριά  τους.  Ύστερα, παίρνουν τα έπιπλα και ξεχνούν ξανά την ηρωίδα της γιορτής στη γωνιά της.  Για  να  παρηγορηθεί,  ρίχνεται  στο  διάβασμα.  Καταβροχθίζει  αχόρταγα  τα  Χρονικά  του  Τάκιτου,  «που  έκαναν  να  ξεσπάσει  μέσα  στο  κεφάλι  μου  μια  ιδιότυπη  επανάσταση»,  το  Δοκίμιο γύρω από τα ήθη και το πνεύμα των εθνών του Βολταίρου, το Πνεύμα των νόμων  του Μοντεσκιέ. Από τον Μοντεσκιέ παίρνει μαθήματα φιλελευθερισμού, μορφώνει γνώμη  για  τ'  αποτελέσματα  των  καταχρήσεων  της  προσωπικής  εξουσίας,  ονειρεύεται  ένα  καθεστώς  καλοσύνης,  ισότητας  και  αμοιβαίας  κατανόησης.  Από  τον  Βολταίρο  διδάσκεται  τα  αγαθά  του  ορθού  λόγου  όσον  αφορά  το  χειρισμό  των  δημοσίων  υποθέσεων  και  τις  πιθανότητες  επιτυχίας  της  δεσποτείας  υπό  την  προϋπόθεση  ότι  θα  είναι  —έστω  και  στοιχειωδώς— «πεφωτισμένη». Μελετώντας τον Τάκιτο, μαθαίνει να αναλύει τα ιστορικά  γεγονότα  σαν  ψυχρός,  ανελέητος  παρατηρητής.  Διαβάζει  επίσης  «όσα  ρωσικά  βιβλία  μπορεί να προμηθευτεί». Όχι τόσο για να εμπλουτίσει τη σκέψη της όσο για να εξοικειωθεί  με  τη  γλώσσα  της  χώρας.  Και  όλα  αυτά  γιατί,  παρά  τις  ταπεινώσεις  που  υφίσταται,  τη  μοναξιά και  το φόβο της  για το μέλλον, συνεχίζει  να πιστεύει ότι το πεπρωμένο της  είναι  δεμένο με τούτη την αφιλόξενη γη. Ο δρόμος της επιστροφής στη Γερμανία είναι γι' αυτήν  κομμένος. Πρέπει πάση θυσία να κοιτάξει ίσια μπροστά της, παραμερίζοντας τις δυσκολίες.  Το  μικρό  της  δωμάτιο,  που  τα  παράθυρά  του  βλέπουν  στο  Νέβα,  είναι  κρύο  και  υγρό.  Δίπλα,  ακούει  τον  μεγάλο  δούκα  και  τους  φίλους  του  που  πίνουν  νύχτα‐μέρα,  κουβεντιάζουν, γελούν, κάνοντας «ένα διαβολεμένο σαματά». Τα νέα που παίρνει έμμεσα  Digitized by 10uk1s 


από τη Σουηδία είναι λιγοστά και ανησυχητικά. Λέγεται πως η αυτοκράτειρα έχει πάρει ήδη  την  απόφασή  της  σχετικά  με  την  τύχη  του  Σέργιου  Σαλτικώφ.  Μόλις  γυρίσει  από  τη  Στοκχόλμη, θα τον στείλει ως διπλωματικό αντιπρόσωπο της Ρωσίας στο Αμβούργο. Και ο  χωρισμός τους θα είναι οριστικός. Αυτός εμφανίζεται ξανά στην Αγία Πετρούπολη γύρω στο  τέλος της Αποκριάς. Με αναζωπυρωμένες τις ελπίδες της, η Αικατερίνη του δίνει ραντεβού  στο  δωμάτιό  της.  Τον  περιμένει  μέχρι  τις  τρεις  το  πρωί  «μέσα  σε  θανάσιμη  αγωνία».  Μάταια.  Την  επομένη,  της  παραγγέλνει  μέσω  του  φίλου  του  Λεόν  Ναρίσκιν  ότι  τον  κράτησαν πέρα από την κανονική ώρα, σε μια τεκτονική στοά. Η Αικατερίνη όμως δεν είναι  αφελής. «Είδα εντελώς ξεκάθαρα ότι αθέτησε το λόγο του από έλλειψη ενδιαφέροντος και  φροντίδας για μένα, κι ας υπέφερα εγώ τόσο καιρό, αποκλειστικά και μόνο από αφοσίωση  γι' αυτόν... Για να είμαι ειλικρινής, με πείραξε πολύ...»  Του  γράφει  ένα  γράμμα  γεμάτο  μομφές  και,  τούτη  τη  φορά,  ο  Σαλτικώφ  σπεύδει.  Κατακεραυνωμένη  από  τη  φωτιά  των  ματιών  του,  λιώνει  όπως  τις  πρώτες  μέρες  του  δεσμού  τους.  «Δεν  του  ήταν  δύσκολο  να  με  κάνει  να  καταλαγιάσω,  ασκούσε  υπερβολική  επιρροή πάνω μου», σημειώνει με αφέλεια. Ωστόσο, πολύ γρήγορα, μαντεύει ότι τη βλέπει  πλέον με οίκτο. Αντί να της μιλάει για τον έρωτά του, τη συμβουλεύει να διασκεδάζει, να  βγαίνει, με μια λέξη να τον ξεχάσει. Δεν μπορούσε να είναι περισσότερο σαφής: πρόκειται  για  μια  διάλυση  της  σχέσης  τους  «με  το  μαλακό».  Η  Αικατερίνη  αρχικά  τα  χάνει,  αλλά  επιστρατεύοντας όλη της την περηφάνια βρίσκει και πάλι την αυτοκυριαρχία της. Τούτο το  πλήγμα, αντί να την πτοήσει, την ενεργοποιεί. Αρνείται να υποφέρει για έναν άνδρα, έστω  κι  αν  αυτός  έχει  τη  γοητεία  του  Σέργιου.  «Αποφάσισα  να  κάνω  να  καταλάβουν  όσοι  μου  είχαν  προκαλέσει  κάθε  λογής  στενοχώριες  ότι  δεν  σκόπευα  να  τους  αφήσω  να  με  προσβάλλουν  ατιμωρητί»,  γράφει.  Πρώτη  εκδήλωση  τούτης  της  νεανικής  επανάστασης:  αποφασίζει να ξαναεμφανιστεί στην Αυλή, στις 10 Φεβρουαρίου, όχι πλέον ως θύμα αλλά  ως  κατακτητής∙  και  παραγγέλνει  για  κείνη  την  ημέρα  ένα  υπέροχο  φόρεμα  από  μπλε  χρυσοκέντητο  βελούδο.  Η  είσοδός  της  στα  σαλόνια  ξεσηκώνει  ένα  κύμα  περιέργειας  γεμάτης  θαυμασμό.  Η  μητρότητα  την  έχει  ομορφύνει  κι  άλλο.  Η  κακεντρέχεια  την  οποία  μαντεύει γύρω της, εδώ κι εκεί, την εξωθεί να σκληρύνει τη στάση της και να οξύνει τους  σαρκασμούς  της.  Περνάει  με  ζωηρό  βλέμμα  και  ειρωνικό  χαμόγελο  ανάμεσα  στις  συντροφιές  των  αυλικών  και  πετάει,  κάπου  κάπου,  μια  τσουχτερή  παρατήρηση.  Οι  Σουβάλωφ  αποτελούν  το  στόχο  της  προτίμησής  της.  Τα  ευφυολογήματά  της  επαναλαμβάνονται, σχολιάζονται. Τους εκπλήσσει όλους. Πού είναι η ευπειθής και αφελής  μεγάλη  δούκισσα  των  προηγούμενων  χρόνων,  που  την  κορόιδευαν  για  τους  έρωτές  της;  Μια καινούργια Αικατερίνη έχει γεννηθεί — ίσως ταυτόχρονα με τη γέννηση του γιου της.  Μια  Αικατερίνη  σκληρή,  αποφασιστική,  δύσπιστη.  «Στάθηκα  αγέρωχα»,  γράφει,  «περπάτησα  με  το  κεφάλι  ψηλά,  μάλλον  σαν  αρχηγός  μιας  μεγάλης  φατρίας  παρά  σαν  άτομο  ταπεινωμένο  ή  καταπιεσμένο».  Και  προσθέτει  ότι,  βλέποντάς  τη  μεταμορφωμένη  κατ'  αυτόν  τον  τρόπο,  ο  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ  και  οι  φίλοι  του  «κοντοστάθηκαν  για  μια  στιγμή, μη ξέροντας τι στάση να κρατήσουν»29.  Σε τούτο το σημείο, βαυκαλίζεται με ψευδαισθήσεις. Παρά το ύφος ανωτερότητας που έχει  πάρει, δεν έχει αρχίσει ακόμη να πτοεί τους τρανούς του παλατιού. Το πολύ πολύ να λένε  ορισμένοι  ότι  η  Υψηλότητά  Της  είναι  δυνατή  και  ότι  πρέπει  στο  εξής  να  την  υπολογίζουν  στην  ισορροπία  των  πολιτικών  συνδυασμών.  Την  άνοιξη  του  1755,  ο  Σέργιος  Σαλτικώφ  πηγαίνει στο πόστο του στο Αμβούργο. Η απουσία του δημιουργεί ένα φρικτό κενό στη ζωή  της  Αικατερίνης.  Απαγορεύει  όμως  με  περηφάνια  στον  εαυτό  της  να  νοσταλγήσει  εκείνον  τον άνδρα που τη βαρέθηκε. Και που δεν θα τον ξαναδεί ποτέ30. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII  ΠΡΩΤΕΣ ΒΟΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ  Αλλά και ο μεγάλος δούκας δεν αργεί να αντιληφθεί τη μεταμόρφωση της Αικατερίνης. Στη  διάρκεια  ενός  δείπνου  στο  δωμάτιό  της,  της  λέει  ότι  αρχίζει  να  γίνεται  «ανυπόφορα  περήφανη»,  ότι  αντιμετωπίζει  τους  Σουβάλωφ  χωρίς  τον  απαιτούμενο  σεβασμό,  ότι  το  παράστημά της «παραείναι αγέρωχο», πράγμα που δεν είναι διατεθειμένος να το ανεχθεί.  «Τον  ρώτησα  αν,  για  να  του  αρέσω,  έπρεπε  να  στέκομαι  με  σκυμμένη  τη  ράχη,  όπως  οι  σκλάβες  του  Μεγάλου  Αφέντη»,  γράφει  η  Αικατερίνη.  «Θύμωσε  και  μου  είπε  ότι  ξέρει  αυτός πώς θα μου βάλει μυαλό». Και για να κάνει εντονότερη την απειλή του, τράβηξε το  σπαθί  από  το  θηκάρι  του  μέχρι  τη  μέση.  Δίχως  να  εντυπωσιαστεί  καθόλου,  η  Αικατερίνη  παίρνει  την  κίνησή  του  από  την  αστεία  της  πλευρά,  κι  εκείνος  βάζει  μέσα  το  όπλο  μουρμουρίζοντας ότι σίγουρα «η κακία της δεν έχει όρια».  Άλλωστε  και  ο  ίδιος  σπεύδει  να  επιβάλει  σαφέστερα  την  παρουσία  του  σε  μια  Αυλή  που  δεν τον υπολογίζει ιδιαίτερα. Διαλέγει όμως έναν τρόπο εκ διαμέτρου αντίθετο από εκείνο  της γυναίκας του. Με την πάροδο του χρόνου, μεγαλώνει και το πάθος του για το δουκάτο  του  Χολστάιν,  του  οποίου  εξακολουθεί  να  έχει  την  κατοχή.  Νιώθει  τόσο  επιτακτικά  την  ανάγκη  να  υπαχθεί  στο  γερμανικό  στρατιωτικό  κλίμα,  ώστε  υπόσχεται  στον  Αλέξανδρο  Σουβάλωφ  κάθε  λογής  εύνοιες  στο  μέλλον,  αν  κάνει  στο  παρόν  τα  στραβά  μάτια  για  να  περάσει  στη  Ρωσία  ένας  αριθμός  οπλιτών  από  το  Χολστάιν.  Θεωρώντας  αυτό  το  θέμα  καπρίτσιο ενός νεαρού άνδρα που δεν έχει τι να κάνει, ο Αλέξανδρος Σουβάλωφ πείθει την  αυτοκράτειρα  —αν  και  αντίθετη  προς  κάθε  γερμανική  επιρροή—  να  ενδώσει  στην  αθώα  παραξενιά του ανιψιού της. Το απόσπασμα, το οποίο επιβιβάζεται στο Κίελο, εγκαθίσταται  στο Οράνιενμπαουμ. Τρελός από χαρά, ο Πέτρος φοράει για να δεχτεί «τους συμπατριώτες  του» τη στολή του Χολστάιν. «Ανατρίχιασα μπροστά στην ελεεινή εντύπωση που θα έκανε  σίγουρα  τούτη  η  ενέργεια  του  μεγάλου  δούκα  τόσο  στον  ρωσικό  λαό  όσο  και  στην  αυτοκράτειρα,  της  οποίας  τα  συναισθήματα  μου  ήταν  γνωστά»,  γράφει  η  Αικατερίνη.  Και  δεν  κάνει  λάθος.  Οι  αξιωματικοί  της  φρουράς  που  στρατοπεδεύουν  στο  Οράνιενμπαουμ  μουρμουρίζουν:  «Όλοι  τούτοι  οι  καταραμένοι  Γερμανοί  είναι  πουλημένοι  στο  βασιλιά  της  Πρωσίας. Όλο προδότες κουβαλάνε στη Ρωσία!». Οι απλοί στρατιώτες παραπονιούνται ότι  έχουν  καταντήσει  «υπηρέτες»  των  νεοφερμένων.  Όσοι  φορούν  λιβρέα  στην  Αυλή  διαμαρτύρονται  ότι  βρίσκονται  στην  υπηρεσία  ενός  «συρφετού  αγροίκων».  Και  η  Αικατερίνη αντιλαμβάνεται ότι, με τα παιδιαρίσματά του, ο Πέτρος προκαλεί απερίσκεπτα  την  αντιπάθεια  μιας  μερίδας  του  ρωσικού  στρατού.  Γεμάτος  ενθουσιασμό  για  «το  στράτευμά του», πηγαίνει να εγκατασταθεί μαζί του σ' έναν καταυλισμό κοντά στο παλάτι,  ενώ εκείνη σπεύδει να του δηλώσει ότι αποδοκιμάζει τούτη τη συμπεριφορά. Οι απόψεις  της  διαδίδονται  μέσα  στις  σκηνές,  στους  στρατώνες,  γύρω  από  τις  φωτιές  των  καταυλισμών.  Πλάι  στον  άνδρα  της,  που  θεωρείται  προδότης  για  τη  Ρωσία,  αυτή  εμφανίζεται  ως  ενσάρκωση  της  εθνικής  παράδοσης.  Οι  ξένοι  διπλωμάτες  παρατηρούν  προσεκτικά τους ελιγμούς της και δίνουν αναφορά στις κυβερνήσεις τους.  Το  1755,  η  Αγγλία,  η  οποία  —ενόψει  μιας  αναπόφευκτης  πλέον  ρήξης  με  τη  Γαλλία—  επιθυμεί να ανανεώσει τη συνθήκη συμμαχίας με τη Ρωσία, στέλνει στην Αγία Πετρούπολη  ένα  νέο  πρεσβευτή:  τον  Σερ  Τσαρλς  Χάμπερυ  Ουίλιαμς.  Αυτός,  άτομο  ευγενικό,  καλλιεργημένο  και  ευχάριστο,  μάταια  επιχειρεί,  μεταξύ  δύο  μενουέτων,  να  κάνει  σοβαρή  πολιτική συζήτηση με την τσαρίνα. Και τελικά θεωρεί πιο σκόπιμο να καλοπιάσει τη μεγάλη  δούκισσα, για την οποία λέγεται ότι χαίρει κάποιας εκτίμησης εκ μέρους του Μπεστούζεφ.  Μήπως  άλλωστε  δεν  φημολογείται  ότι  η  Υψηλότητά  Της  έχει  αδυναμία  στους  ωραίους  άνδρες;  Οι  ερωτικές  της  περιπέτειες  με  τον  Σαλτικώφ  της  έχουν  προσδώσει  τη  φήμη  ερωτιάρας  γυναίκας.  Είναι  ακόμα  ταραγμένη  από  το  χωρισμό  με  τον  εραστή  της.  Και, 

Digitized by 10uk1s 


επιπλέον, πληροφορείται  ότι  ο  Σέργιος,  στη  Σουηδία,  «τα  έχει  διηγηθεί  όλα  σε  όσες  γυναίκες συνάντησε»31.  «Δυστυχώς, δεν μπορώ να είμαι ευχαριστημένη ούτε μια ώρα δίχως έρωτα», γράφει. Ο Σερ  Ουίλιαμς καταλαβαίνει τι χρειάζεται τούτη η ακόρεστη καρδιά. Μιας και η ηλικία του δεν  του  επιτρέπει  να  σαγηνεύσει  ο  ίδιος  τη  μεγάλη  δούκισσα  (είναι  σαράντα  έξι  χρόνων),  προβάλλει  ένα  χαριτωμένο  νεαρό  της  ακολουθίας  του,  τον  κόμη  Στανισλάς  Αύγουστο  Πονιατόφσκι.  Από  την  πλευρά  της  μητέρας  του,  ο  Στανισλάς  ανήκει  σε  μία  από  τις  λαμπρότερες οικογένειες της Πολωνίας: στους Τσαρτορίσκι. Στα είκοσι τρία του χρόνια, έχει  διαβάσει  πολύ,  μιλάει  πολλές  γλώσσες,  έχει  εντρυφήσει  σε  θέματα  φιλοσοφίας,  έχει  επισκεφθεί όλες τις ευρωπαϊκές Αυλές, έχει μπει στα καλύτερα σαλόνια, έχει κερδίσει, στο  Παρίσι,  την  εκτίμηση  της  κυρίας  Ζωφρέν  —την  οποία  αποκαλεί  «μαμά»—,  αισθάνεται  παντού  σαν  στο  σπίτι  του,  κοντολογίς  είναι  ένας  πρώτης  τάξεως  κοσμοπολίτης  ευγενής.  Ασφαλώς,  μόλο  που  διαθέτει  ένα  ευχάριστο  παρουσιαστικό,  τούτος  ο  «παριζιάνος  Πολωνός» δεν έχει τη ρωμαλέα ομορφιά του Σέργιου Σαλτικώφ∙ ωστόσο η Αικατερίνη, όταν  τον βλέπει και τον ακούει, μαγεύεται. Αποτελεί, γι' αυτήν, την προσωποποίηση εκείνης της  πνευματικής φινέτσας, την οποία έχει στερηθεί στην Αυλή της Ρωσίας, και την ξαναβρίσκει  καμιά φορά στο δωμάτιό της διαβάζοντας Βολταίρο ή Μαντάμ ντε Σεβινιέ. Αυτό που αγνοεί  ακόμα,  αλλά  θα  το  μάθει  σύντομα,  είναι  πως  πίσω  από  τούτο  τον  λαμπρό  καβαλιέρο  κρύβεται  στην  πραγματικότητα  ένα  αγόρι  δειλό  και  συναισθηματικό.  Οι  γυναίκες  αντιπροσωπεύουν  στα  μάτια  του  όντα  ανώτερης  ουσίας  και  τα  σκιρτήματα  της  καρδιάς  είναι  γι'  αυτόν  εκδηλώσεις  της  θείας  βούλησης.  Αν  και  πολυταξιδεμένος,  έχει  μάθει  — λέει— να φυλάγεται από «κάθε έκφυλη επαφή» κι είναι σαν να επιδιώκει να προστατευθεί  «απ'  αυτήν  ακριβώς  που  στο  εξής  θα  καθορίζει  το  πεπρωμένο  του»32.  Νεοφώτιστος  στον  έρωτα, τρέμει από έκσταση μπροστά σ' εκείνη που θα αποτελέσει το μοναδικό πάθος της  ζωής του.  «Ήταν  είκοσι  πέντε  χρόνων»,  θα  γράψει  για  την  Αικατερίνη,  «και  είχε  μόλις  γεννήσει∙  με  άλλα  λόγια,  βρισκόταν  στην  εποχή  που  κάθε  όμορφη  γυναίκα  βλέπει  την  ομορφιά  της  ν'  ανθεί.  Με  μαύρα  μάτια,  εκθαμβωτικά  άσπρο  δέρμα,  φρύδια  επίσης  μαύρα  και  πολύ  μακριά, κλασική μύτη, στόμα που έμοιαζε να προκαλεί τα φιλιά, άψογα χέρια και μπράτσα,  λυγερό  παράστημα,  μάλλον  προς  το  ψηλό,  περπατησιά  πανάλαφρη  και  όσο  γίνεται  αριστοκρατική,  φωνή  ευχάριστη,  και  ταυτόχρονα  χαρούμενο  γέλιο  και  εξαιρετική  διάθεση»33. Ωστόσο, ο Στανισλάς διστάζει να κάνει το πρώτο βήμα. Αυτά που έχει ακούσει  να  λέγονται,  όσον  αφορά  τη  θλιβερή  τύχη  που  επιφυλάσσεται  στη  Ρωσία  για  τους  ευνοουμένους  μιας  αυτοκράτειρας  ή  μιας  μεγάλης  δούκισσας  από  τη  στιγμή  που  θα  αποπεμφθούν,  αυξάνουν  τη  φυσική  του  επιφυλακτικότητα.  Και  ο  χαρούμενος  Λεόν  Ναρίσκιν,  ο  ίδιος  αυτός  άνδρας  που  διευκόλυνε  τον  έρωτα  της  Αικατερίνης  με  τον  Σέργιο  Σαλτικώφ, ενθαρρύνει τον νεαρό Πολωνό να προχωρήσει. Γεννημένος προξενητής, δεν έχει  άλλη ασχολία στη ζωή του από τα χάχανα και την ξεδιαντροπιά. Υπήρξε άραγε και ο ίδιος  εραστής της Αικατερίνης; Ίσως, περιστασιακά, για διασκέδαση, μη έχοντας τι άλλο να κάνει  κάποια  ελεύθερη  βραδιά.  Γνωρίζει  πάντως  όλα  τα  μυστικά  της  νεαρής  γυναίκας  και  προλαβαίνει  κάθε  επιθυμία  της.  Υπό  την  πίεσή  του,  ο  Στανισλάς  «ξέχασε  ότι  υπάρχει  και  Σιβηρία».  Κάνοντας  το  κέφι  της,  η  Αικατερίνη  αφήνεται  εύκολα  να  παρασυρθεί.  Η  ανταλλαγή  των  πρώτων φιλιών γίνεται μέσα στο δωμάτιό της, όπου ο Λεόν Ναρίσκιν έσπρωξε τον γεμάτο  ανησυχία  θαυμαστή.  «Δεν  μπόρεσα  να  στερήσω  τον  εαυτό  μου»,  θα  σημειώσει  ο  Στανισλάς,  «από  τη  χαρά  να  καταγράψει  ακόμα  και  την  αμφίεση  με  την  οποία  τη  βρήκα  εκείνη την ημέρα: άσπρο ατλαζένιο φορεματάκι, με μοναδικό στολίδι ένα ανάλαφρο σιρίτι  από δαντέλα και ροζ κορδέλες». Η Αικατερίνη αποκάλυψε στο αγόρι τις χαρές του σαρκικού  έρωτα.  «Κατά  εντελώς  περίεργο  τρόπο»,  θα  προσθέσει  εκείνος,  «μπόρεσα  να  της 

Digitized by 10uk1s 


προσφέρω, αν  και  ήμουν  μόνο  είκοσι  τριών  χρόνων,  ό,τι  δεν  της  πρόσφερε  κανείς».  Από  εκείνη την ημέρα, τα νυχτερινά ξεπορτίσματα διαδέχονται το ένα το άλλο, με ρυθμό δύο ή  τριών την εβδομάδα. Μόλις η κυρία Βλαντισλάβωφ βάλει τη νεαρή γυναίκα στο κρεβάτι και  ο μεγάλος δούκας αποσυρθεί στο δωμάτιό του (έχουν ξεχωριστά δωμάτια μετά τη γέννα), ο  Λεόν  Ναρίσκιν  τρυπώνει  στα  διαμερίσματα  και  νιαουρίζει  σαν  γάτα  μπροστά  στην  πόρτα  της  μεγάλης  δούκισσας.  Είναι  το  σύνθημα.  Εκείνη  πετάγεται  από  το  κρεβάτι,  χτενίζεται,  φοράει ανδρικά ρούχα και συναντάει τον επισκέπτη της στο σκοτεινό χωλ. Μια άμαξα τους  πηγαίνει,  διασχίζοντας  την  αποκοιμισμένη  πόλη,  μέχρι  το  σπίτι  του  Ναρίσκιν,  όπου  τους  περιμένουν  η  Άννα  (κουνιάδα  του  Ναρίσκιν)  και  ο  Στανισλάς.  «Η  βραδιά  πέρασε  όσο  πιο  τρελά  μπορεί  να  φανταστεί  κανείς»,  σημειώνει  η  Αικατερίνη.  Πολλές  φορές,  ο  Στανισλάς  έρχεται  να  τη  βρει  με  το  έλκηθρο.  Βγαίνοντας  από  την  πίσω  πόρτα  του  παλατιού,  ορμάει  πάνω  του  ασθμαίνοντας  από  λαχτάρα  και  φόβο.  Ορθός  μέσα  στο  χιόνι,  κάτω  από  το  φεγγαρόφωτο,  σφίγγει  στην  αγκαλιά  του  εκείνη  την  ευκίνητη  νεαρή  γυναίκα  που  είναι  ντυμένη  ανδρικά,  με  τα  μαλλιά  της  κρυμμένα  μέσα  σ'  ένα  μεγάλο  καπέλο.  «Κάποια  μέρα  που την περίμενα», γράφει, «ένας κατώτερος αξιωματικός με περιτριγύριζε και μου έκανε  μάλιστα κάποιες ερωτήσεις. Είχα κουκουλωμένο το κεφάλι μου μ' ένα χοντρό σκουφί και το  κορμί μου με μια βαριά γούνα. Προσποιήθηκα ότι κοιμάμαι, σαν υπηρέτης που περιμένει  τον  αφέντη  του.  Ομολογώ  ότι  ένιωσα  έξαψη  παρά  το  τρομερό  κρύο.  Με  τα  πολλά  ο  "ανακριτής"  μου  έφυγε  και  ήρθε  η  πριγκίπισσα.  Όμως,  εκείνη  η  νύχτα  ήταν  νύχτα  περιπετειών. Το έλκηθρο σκόνταψε απότομα πάνω σε μια πέτρα και η πριγκίπισσα βρέθηκε  πεσμένη  μπρούμυτα  λίγο  πιο  πέρα.  Δεν  κουνιόταν∙  νόμισα  πως  ήταν  νεκρή∙  έτρεξα  να  τη  σηκώσω∙  την  είχε  γλιτώσει,  εκτός  από  μερικά  μωλωπίσματα,  ωστόσο,  όταν  φτάσαμε,  η  υπεύθυνη για το βεστιάριο —κι εγώ δεν ξέρω από ποια παρανόηση— δεν είχε αφήσει την  πόρτα  του  δωματίου  ανοιχτή.  Διέτρεξε  τον  μεγαλύτερο  κίνδυνο  ώσπου,  τελικά,  ένα  άλλο  πρόσωπο  άνοιξε  ευτυχώς  την  πόρτα».  Για  να  αποφύγει  την  επανάληψη  παρόμοιων  επεισοδίων,  θα  συναντάει  στο  εξής  τον  εραστή  της  στο  δικό  της  δωμάτιο,  δίπλα  στα  διαμερίσματα  του  μεγάλου  δούκα.  «Γλεντούσαμε  ιδιαίτερα  τούτες  τις  λαθραίες  συναντήσεις», εξομολογείται. Και τούτες οι «λαθραίες συναντήσεις» είναι τόσο συχνές που  το  άγριο  σκυλάκι  της  κάνει  χαρές  στον  Στανισλάς,  όπως  σ'  έναν  παλιό  φίλο,  πράγμα  που  προκαλεί τις γεμάτες ειρωνεία υποψίες ενός άλλου επισκέπτη, του Σουηδού Χορν. Η τύχη  του Στανισλάς τού δίνει στα νεύρα. Εκείνου, πάλι, έχουν ευοδωθεί όλες του οι ευχές. «Της  αφιέρωσα (της Αικατερίνης) ολόκληρη τη ζωή μου με πολύ μεγαλύτερη ειλικρίνεια απ' όση  χρησιμοποιούν συνήθως όσοι βρίσκονται σε ανάλογες περιστάσεις», γράφει.  Τούτο  το  νεανικό  πάθος  συγκινεί  οπωσδήποτε  την  Αικατερίνη,  αλλά  ανταποκρίνεται  μετρημένα, σχεδόν με συγκατάβαση. Η πρόσφατη  περιπέτειά της με τον Σέργιο Σαλτικώφ  της  έχει  βάλει  μυαλό.  Είναι  πρόθυμη  να  ενδιαφερθεί  για  έναν  άνδρα  στο  βαθμό  που  της  προσφέρει ηδονή, αλλά αρνείται τώρα πια να τον κάνει επίκεντρο του σύμπαντός της. Όσο  απλοϊκή  και  ευάλωτη  υπήρξε  με  τον  πρώτο  της  εραστή  τόσο  πονηρή  και  με  διαύγεια  αντιμετωπίζει  τον  δεύτερο.  Η  αισθηματική  της  απογοήτευση  την  έχει  κατά  κάποιο  τρόπο  ωριμάσει.  Τώρα,  αυτή  παίζει  το  ρόλο  του  αρσενικού  στο  ζευγάρι.  «Ήμουν  ένας  ειλικρινής  και  έντιμος  καβαλιέρος»,  θα  γράψει,  «με  πνεύμα  πολύ  πιο  ανδρικό  παρά  γυναικείο∙  παρ'  όλα  αυτά,  πλάι  στα  ανδρικά  μου  χαρακτηριστικά,  μαζί  με  τον  ανδρικό  μου  νου  και  το  χαρακτήρα,  έβρισκες  μέσα  μου  τις  χάρες  μιας  πολύ  αξιαγάπητης  γυναίκας»34.  Προσγειωμένη,  δύσπιστη,  κυνική,  εξουσιάζει  τον  κατά  τρία  χρόνια  νεότερό  της  αδύναμο  Στανισλάς.  Ο  Σερ  Ουίλιαμς  είναι  πολύ  ευχαριστημένος  από  τις  προόδους  του  προστατευομένου  του  στην  καρδιά  της  μεγάλης  δούκισσας.  Μέσω  αυτού,  ελπίζει  να  πετύχει  μια  ευμενή  από  μέρους  της  αντιμετώπιση  των  συμφερόντων  της  Αγγλίας.  Και,  για  να  ενισχύσει  τούτο  το  προνόμιο, προσφέρει στη νέα γυναίκα, μαζί μ' έναν ευχάριστο εραστή, και φρεσκοκομμένο  χρήμα. Η Αικατερίνη είναι πολυέξοδη, ανέμελη, χαρωπή (τα ποσά που έχασε στο παιχνίδι, 

Digitized by 10uk1s 


το 1756,  ανέρχονται  σε  δεκαεφτά  χιλιάδες  ρούβλια)∙  της  αρέσει  η  πολυτέλεια∙  θα  καταστρεφόταν για ένα φόρεμα∙ δεν ξέρει να λογαριάζει τα χρήματα και αρνείται να μάθει∙  έτσι, δέχεται την πρόταση. Τα «δάνεια» τα οποία εισπράττει μυστικά από την Αγγλία, είναι  σημαντικά. Στις 21 Ιουλίου 1756, γράφει στο βαρόνο ντε Ουόλφ, τραπεζίτη και πρόξενο της  Αγγλίας: «Με λύπη μου απευθύνομαι και πάλι σ' εσάς∙ προσθέστε στα προηγούμενα χρέη  μου  και  το  ποσό  των  χιλίων  χρυσών  δουκάτων,  τα  οποία  σας  παρακαλώ  να  μου  αποστείλετε». Και τέσσερις μήνες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου  1756: «Εισέπραξα από το  βαρόνο κύριο ντε Ουόλφ το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων ρουβλίων, τα οποία θα  επιστρέψω  όταν  μου  τα  ζητήσει,  στον  ίδιο  ή  σε  διαταγήν  του».  Από  το  αγγλικό  «μάννα»  τρώει  και  ο  μεγάλος  δούκας.  Γιατί  θα  αρνιόταν;  Η  Αγγλία  είναι  σύμμαχος  της  Πρωσίας  κι  εκείνος είναι «Πρώσος ως το κόκαλο». Η συντήρηση του συντάγματός του από το Χολστάιν  τον  απασχολεί  όλο  και  περισσότερο.  Όταν  βρίσκεται  στην  κατοικία  του  στο  Οράνιενμπαουμ,  επιθεωρεί  δέκα  φορές  την  ημέρα  τα  στρατεύματά  του.  Όταν  μένει  στην  Αγία  Πετρούπολη,  ελλείψει  στρατιωτών  με  σάρκα  και  οστά,  κινεί  με  την  ίδια  σοβαρότητα  στρατιώτες από ξύλο, μολύβι, αλευρόκολλα και κερί. Δεν τους κρύβει κάτω από το κρεβάτι,  όπως  στην  πρώτη  του  νεότητα,  αλλά  τους  παρατάσσει  επιδεικτικά  πάνω  σε  μακριά  τραπέζια,  στη  μέση  του  δωματίου  του.  Τούτα  τα  τραπέζια  είναι  εφοδιασμένα  με  μπρούντζινα  ελάσματα  που,  όταν  τα  κινείς  κατά  έναν  ορισμένο  τρόπο,  μιμούνται  «μια  σειρά από βολές τουφεκιών». Κάθε μέρα, την ίδια ώρα, κάνει αλλαγή φρουράς, περνώντας  από το ένα τραπέζι στο άλλο. «Εμφανίζεται σ' αυτή την παρέλαση φορώντας τη στολή του,  μπότες, σπιρούνια, περιτραχήλιο και εσάρπα», γράφει η Αικατερίνη. Υποχρεωμένοι επίσης  να  παρίστανται  σε  τούτη  την  ωραία  άσκηση,  ήταν  και  όσοι  από  τους  υπηρέτες  του  εγκρίνονταν».  Τούτα τα παιδιαρίσματα δεν τον εμποδίζουν να πίνει σαν νεροφίδα και να τρέχει πίσω από  τις  γυναίκες.  Τέλος  στα  ειδύλλια  χωρίς  περιεχόμενο  με  κάποιες  δεσποινίδες  των  τιμών.  Απαλλαγμένος από τη φίμωσή του, ο Πέτρος έχει πια ερωμένες. Καλεί σε ανεπίσημα δείπνα  όχι  μόνο  τραγουδίστριες  και  χορεύτριες  αλλά,  κατά  την  Αικατερίνη,  «και  πλήθος  κακόφημων αστών που του προμήθευαν από την Πετρούπολη». Εντελώς αδιάφορος για τη  γυναίκα  του,  δεν  παραλείπει  ωστόσο  να  την  ενημερώνει  για  τις  τρέλες  του  και  μάλιστα,  πολλές φορές, ζητάει τη συμβουλή της. Την αποκαλεί «Η κυρία Διέξοδος». «Όσο κι αν ήταν  θυμωμένος  ή  μουτρωμένος  μαζί  μου,  τις  στιγμές  της  απελπισίας  του  —για  οποιοδήποτε  θέμα—  συνήθιζε  να  σπεύδει  ολοταχώς  κοντά  μου  για  να  με  συμβουλευτεί∙  και  μόλις  εξασφάλιζε  τη  συμβουλή  μου,  το  έβαζε  εξίσου  γρήγορα  στα  πόδια»35.  Έτσι,  ρωτάει  την  Αικατερίνη  πώς  να  διακοσμήσει  το  δωμάτιό  του  για  να  δεχτεί  την  κυρία  Τεπλώφ,  με  την  οποία  είναι  ερωτευμένος.  «Για  ν'  αρέσει  περισσότερο  σε  τούτη  την  κυρία»,  γράφει  η  Αικατερίνη, «είχε γεμίσει την κάμαρά του με ντουφέκια, καπέλα γρεναδιέρων, σπαθιά και  αορτήρες όπλων, έτσι που είχες την αίσθηση ότι βρισκόσουν σε οπλοστάσιο. Τον άφησα να  συνεχίσει κι έφυγα». Μια άλλη φορά, ορμάει στο δωμάτιο της Αικατερίνης, της χώνει κάτω  από  τη  μύτη  ένα  γράμμα36  αυτής  της  κυρίας  Τεπλώφ  και  φωνάζει  γεμάτος  οργή:  «Φανταστείτε,  μου  γράφει  ένα  γράμμα  από  τέσσερις  ολόκληρες  σελίδες,  και  έχει  την  αξίωση  να το διαβάσω∙ και, σαν να μην  έφτανε αυτό, να της  απαντήσω κιόλας! Εγώ, που  πρέπει  να  πάω  για  τις  στρατιωτικές  ασκήσεις  (είχε  φέρει  ξανά  στρατεύματα  από  το  Χολστάιν), να δειπνήσω, να κάνω ξιφασκία, κι ύστερα να παρακολουθήσω την πρόβα μιας  όπερας και το μπαλέτο που θα χορέψουν οι ευέλπιδες. Θα της πω καθαρά και ξάστερα ότι  δεν  έχω  χρόνο  και,  αν  θυμώσει,  θα  τσακωθώ  μαζί  της  μέχρι  το  χειμώνα».  Η  Αικατερίνη  συμφωνεί μαζί του κι αυτός φεύγει ευχαριστημένος. Άλλωστε, η κυρία Τεπλώφ δεν είναι γι'  αυτόν παρά ένα διάλειμμα. Το πραγματικό πάθος της ζωής του είναι, τον τελευταίο καιρό,  η Ελισάβετ Βοροντζώφ. Γιατί τη διάλεξε; Ασφαλώς επειδή κατάγεται από καλή οικογένεια  — είναι ανιψιά του αντικαγκελαρίου Μιχαήλ Βοροντζώφ, αντιπάλου του Μπεστούζεφ στο  πολιτικό περιβάλλον της αυτοκράτειρας∙ ταυτόχρονα όμως είναι και κουτσή, αλλήθωρη και  βλογιοκομμένη.  Τούτη  η  φυσική  δυσμένεια  αντισταθμίζεται  από  ένα  φλογερό  Digitized by 10uk1s 


ταμπεραμέντο. Πάντοτε  έτοιμη  να  πιει,  να  τραγουδήσει,  να  κυλιστεί  στο  κρεβάτι  ή  να  ξεστομίσει  βρισιές,  διαθέτει  μια  χυδαιότητα  στους  τρόπους  που  γοητεύει  τον  μεγάλο  δούκα.  Πλάι  της,  δεν  νιώθει  αίσθημα  κατωτερότητας,  δεν  ντρέπεται  για  την  ασχήμια,  την  αμορφωσιά και τις χοντράδες του. Ενώ η Αικατερίνη τον παγώνει με την κομψότητα και την  ευφυΐα της, η Ελισάβετ Βοροντζώφ τον ερεθίζει με τη βλακεία και την άξεστη συμπεριφορά  της.  Κάνοντας  κέφι  με  την  ερωμένη  του,  γίνεται  ακόμα  πιο  επιεικής  για  τις  απιστίες  της  γυναίκας  του.  Ύστερα  από  μια  σύντομη  απουσία,  ο  Στανισλάς  Πονιατόφσκι  γυρνάει  στην  Αγία  Πετρούπολη  ως  πρεσβευτής  του  βασιλιά  της  Πολωνίας.  Η  θέση  του  στην  Αυλή  φαίνεται  εδραιωμένη.  Ωστόσο,  κάποια  ξημερώματα,  καθώς  φεύγει  από  τον  πύργο  του  Οράνιενμπαουμ όπου πέρασε τη νύχτα με την Αικατερίνη, καβαλάρηδες της φρουράς του  μεγάλου  δούκα  τον  συλλαμβάνουν.  Είναι  μεταμφιεσμένος:  ξανθιά  περούκα  και  μακρύς  μανδύας. Όταν οδηγείται μπροστά στον Πέτρο, αρνείται να δώσει εξηγήσεις πώς βρέθηκε  εκείνη την ακατάλληλη ώρα κοντά στον πύργο. Σαρκάζοντας, ο μεγάλος δούκας τον ρωτάει  μήπως είναι εραστής της γυναίκας του. Ο Στανισλάς ορκίζεται πως όχι. Τότε ο Πέτρος, που  έχει καταλάβει τα πάντα, κάνει δήθεν πως πιστεύει ότι πρόκειται για συνωμοσία εναντίον  του.  Για  μερικές  μέρες,  απειλεί  ότι  θα  φυλακίσει  εκείνο  τον  ξένο  κατάσκοπο  που  συνελήφθη  στους  κήπους  της  κατοικίας  του.  Φοβούμενη  ένα  σκάνδαλο,  η  Αικατερίνη  αναλαμβάνει  να  κάνει  κάποιες  προτάσεις  στην  ερωμένη  του  άνδρα  της.  Η  τελευταία,  ενθουσιασμένη  για  τη  σημασία  που  της  δόθηκε,  ζητάει  επίμονα  από  τον  Πέτρο  να  δεχτεί  τον  Στανισλάς  Πονιατόφσκι  στο  δωμάτιό  του.  Μόλις  ο  εραστής  της  γυναίκας  του  τού  συστήνεται,  ο  Πέτρος  φωνάζει  ξεκαρδισμένος  στα  γέλια:  «Είσαι  τρελός  που  δεν  μου  το  εξομολογήθηκες  από  την  αρχή!  Αν  το  είχες  κάνει,  θα  είχαμε  αποφύγει  όλο  αυτό  το  μπέρδεμα!».  Και  του  εξηγεί  ότι  δεν  υπάρχει  περίπτωση  ζήλιας  από  την  πλευρά  του,  ότι  η  φρουρά  που  είναι  εγκαταστημένη  γύρω  από  τον  πύργο  έχει  ως  μοναδικό  έργο  να  επαγρυπνεί  για  την  προσωπική  του  ασφάλεια  και  ότι  είναι  ευτυχής  που  διαλύθηκε  η  παρεξήγηση.  «Τώρα  που  γίναμε  καλοί  φίλοι,  κάποιος  λείπει  από  τη  συντροφιά  μας!»  καταλήγει.  «Και  τότε»,  διηγείται  ο  Στανισλάς  Πονιατόφσκι,  «μπαίνει  στο  δωμάτιο  της  γυναίκας  του,  την  τραβάει  από  το  κρεβάτι  και,  χωρίς  να  της  αφήσει  χρόνο  να  βάλει  τις  κάλτσες, τα παπούτσια της και μια ρόμπα, μας τη φέρνει σ' αυτή την κατάσταση, χωρίς καν  μισοφόρι,  και  της  λέει  δείχνοντάς  με:  "Να  τος  λοιπόν!  Ελπίζω  να  μείνατε  ευχαριστημένοι  από μένα!"».  Τα δύο ζευγάρια δειπνούν χαρούμενα και χωρίζουν στις τέσσερις το πρωί. Οι συναντήσεις  τούτου  του  ιδιόρρυθμου  «τετράγωνου»  θα  επαναληφθούν  σε  σύντομα  χρονικά  διαστήματα,  τις  επόμενες  εβδομάδες.  «Πήγαινα  συχνά  στο  Οράνιενμπαουμ»,  συνεχίζει  ο  Στανισλάς  Πονιατόφσκι.  «Έφτανα  το  βράδυ,  ανέβαινα  από  μια  μυστική  σκάλα  στο  διαμέρισμα της μεγάλης δούκισσας∙ έβρισκα εκεί τον μεγάλο δούκα και την ερωμένη του.  Δειπνούσαμε  μαζί.  Ύστερα,  εκείνος  έπαιρνε  την  ερωμένη  του  κι  έφευγε  λέγοντάς  μας:  "Τώρα πια, παιδιά μου, δεν νομίζω να με χρειάζεστε άλλο!" Κι εγώ έμενα όσο ήθελα».  Σοκαρισμένος  αρχικά  από  την  τραχύτητα  του  μεγάλου  δούκα,  που  τον  παρουσιάζει  ως  «κοιλιόδουλο», «άνανδρο» και «πρόσωπο κωμικό», ο Στανισλάς σιγά σιγά τον λυπάται. Ο  Πέτρος,  που  δεν  κρατάει  τη  γλώσσα  του,  δεν  διστάζει  να  του  εξωτερικεύσει  τα  εσώψυχά  του.  «Βλέπετε  πόσο  δυστυχισμένος  είμαι»,  εξομολογείται  στον  Στανισλάς.  «Θα  έμπαινα  στην  υπηρεσία  του  βασιλιά  της  Πρωσίας∙  θα  τον  υπηρετούσα  με  όλο  μου  το  ζήλο  και  τις  ικανότητες∙ και τώρα —έχω κάθε λόγο να το πιστεύω— θα ήμουν κιόλας επικεφαλής ενός  συντάγματος  με  το  βαθμό  του  υποστράτηγου,  ίσως  μάλιστα  και  του  αντιστράτηγου.  Κι  όμως,  τίποτε  απ'  όλα  αυτά:  με  έφεραν  εδώ  για  να  με  κάνουν  μεγάλο  δούκα  σ'  αυτή  την  καταραμένη χώρα!»37 Όταν δεν παραπονιέται στον εραστή της γυναίκας του, παραπονιέται  στην ίδια τη γυναίκα του. «Μου επανέλαβε ακόμα μια φορά», γράφει η Αικατερίνη, «πως  αισθανόταν  ότι  δεν  είχε  γεννηθεί  για  τη  Ρωσία,  πως  δεν  ταίριαζε  διόλου  στους  Ρώσους,  ούτε  οι  Ρώσοι  σ'  αυτόν,  και  πως  στη  Ρωσία  θα  πέθαινε.  Κι  εγώ  του  απάντησα  ότι  δεν 

Digitized by 10uk1s 


έπρεπε ν' αφήνει να τον κυριεύει τούτη η μοιρολατρική σκέψη, αλλά να κάνει ό,τι καλύτερο  μπορεί για να τον αγαπήσουν όλοι στη Ρωσία»38.  Μόλο  που  τον  ενθαρρύνει  να  συνειδητοποιήσει  τις  ευθύνες  του  ως  κληρονόμου  του  θρόνου, η Αικατερίνη αμφιβάλλει όλο και περισσότερο για το μέλλον τους ως ζεύγους. Το  παιδί  που  έφερε  στον  κόσμο  και  που  της  το  κρύβουν  πεισματικά,  αποτελεί  γι'  αυτήν  μια  απειλή. Διαδίδεται μυστικά στην Αυλή ότι μπορεί η αυτοκράτειρα να παραμερίσει από τη  διαδοχή  τον  ανάξιο  ανιψιό  της  και  να  ορίσει  διάδοχο  του  θρόνου  τον  μικρό  Παύλο  Πέτροβιτς. Ποιος θα ήταν τότε ο ρόλος της Αικατερίνης; Άραγε θα την έστελναν μαζί με τον  άνδρα της στο Χολστάιν; Ή θα της παραχωρούσαν, για να τη γελοιοποιήσουν, μια θέση στο  συμβούλιο  της  αντιβασιλείας;  Είτε  έτσι  είτε  αλλιώς,  θα  γκρεμίζονταν  οι  μεγαλειώδεις  ελπίδες  που  έτρεφε  επί  δεκατρία  χρόνια.  Πόσες  προσβολές  θα  είχε  καταπιεί  άδικα!  Αρνείται  να  το  παραδεχτεί.  Δεν  έχουν  χαθεί  όλα.  Ο  καγκελάριος  Μπεστούζεφ  της  είναι  ειλικρινά  αφοσιωμένος.  Έχει  κερδίσει  τη  φιλία  του  στρατάρχη  Απράξιν.  Οι  διπλωμάτες  διαπιστώνουν  ότι  στη  Ρωσία  υπάρχουν  δύο  Αυλές:  η  Αυλή  της  αυτοκράτειρας  και  η  Αυλή  του  μεγάλου  δούκα  και  της  μεγάλης  δούκισσας,  που  την  ονομάζουν  «νέα».  Η  Αικατερίνη  βάζει βαθιά μες στο μυαλό της να δώσει σ' αυτή τη «νέα Αυλή» μια λάμψη και μια σημασία  που  θα  προσελκύει  τα  προοδευτικά  πνεύματα.  Θέλει,  στα  μάτια  των  πρέσβεων  και  των  ευγενών,  να  θεωρείται  προσωποποίηση  της  κίνησης,  της  φαντασίας,  του  φωτός.  Λέει  στο  μαρκήσιο  ντε  λ'  Οπιτάλ:  «Δεν  υπάρχει  γυναίκα  πιο  ατρόμητη  από  μένα.  Η  τόλμη  μου  δεν  έχει όρια». Ο στρατηγός Λίβεν φωνάζει βλέποντάς τη να περνάει: «Νά μια γυναίκα για την  οποία  κάθε  έντιμος  άνδρας  θα  μπορούσε  αμετανόητα  να  υποστεί  το  κνούτο!»39.  Και  ο  Ιππότης ντ' Εόν, μυστικός πράκτορας και οξυδερκής παρατηρητής, την περιγράφει ως εξής:  «Η  μεγάλη  δούκισσα  είναι  ρομαντική,  φλογερή,  παθιασμένη∙  έχει  μάτι  λαμπερό,  βλέμμα  γοητευτικό  και  διαυγές,  σαν  του  αγριμιού.  Το  μέτωπό  της  είναι  ψηλό  και,  αν  δεν  κάνω  λάθος, πάνω του είναι γραμμένο ένα μακρύ και τρομακτικό πεπρωμένο. Είναι περιποιητική,  ευπροσήγορη, όταν όμως με πλησιάζει, κάνω ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω. Μου προκαλεί  δέος».  Το  περίπλοκο  παιχνίδι  της  πολιτικής  ηλεκτρίζει  τη  νεαρή  γυναίκα.  Ύστερα  από  μια  πολύ  μακριά  αναμονή,  μαντεύει  πως  η  λύση  πλησιάζει.  Η  υγεία  της  τσαρίνας,  ανθηρή  άλλοτε,  φθίνει  τώρα  αισθητά.  Ακόμα,  βέβαια,  δεν  πρόκειται  παρά  για  κάποιες  μικρές  ενδείξεις  κινδύνου,  κάποιες  παροδικές  ζαλάδες,  ωστόσο  τίποτα  δεν  διαφεύγει  από  την  προσοχή  της  Αικατερίνης.  Περιμένοντας  να  έρθει  η  ώρα  η  δική  της,  βρίσκεται  σε  συνεχή  εγρήγορση.  Έναντι  της  μελλοντικής  της  συμπαράστασης,  όσον  αφορά  το  διπλωματικό  πεδίο, εξακολουθεί να δέχεται επιχορηγήσεις από τον Σερ Ουίλιαμς. Νά όμως που, το 1756,  η Ρωσία ανατρέπει την ισορροπία των συμμαχιών της και τάσσεται στο πλευρό της Γαλλίας  και της Αυστρίας κατά της Αγγλίας και της Πρωσίας. Αποτυχημένος ως προς την αποστολή  του,  ο  Σερ  Ουίλιαμς  ανακαλείται  στην  Αγγλία.  Περίλυπη,  η  Αικατερίνη  του  στέλνει  μια  επιστολή που, αν μη τι άλλο, την εκθέτει:  «Αποφάσισα να σας γράψω, επειδή δεν μπόρεσα να σας δω για να σας αποχαιρετήσω. Η  πιο ειλικρινής μου θλίψη σας συνοδεύει, εσάς που θεωρώ έναν από τους καλύτερούς μου  φίλους... Για να σας ανταμείψω κατά τρόπο που αρμόζει στα ευγενικά σας αισθήματα, θα  σας εκθέσω όλα όσα σκοπεύω να κάνω: θα αδράξω κάθε ευκαιρία που μπορεί να συλλάβει  ο ανθρώπινος νους για να επαναφέρω τη Ρωσία  σε ό,τι, κατά τη γνώμη μου, εκφράζει τα  πραγματικά της συμφέροντα∙ με άλλα λόγια, σε μια στενή συμμαχία με την Αγγλία. Και γι'  αυτό,  θα  χορηγήσω  σε  τούτη  την  τελευταία  δύναμη  κάθε  ανθρωπίνως  δυνατή  βοήθεια  ώστε  ν'  αποκτήσει  —για  το  καλό  όλης  της  Ευρώπης  και  προπαντός  της  Ρωσίας—  την  υπεροχή έναντι της Γαλλίας, του κοινού εχθρού, που το μεγαλείο του ντροπιάζει το έθνος  μας».  Γοητευμένος,  ο  Ουίλιαμς  της  απαντάει:  «Είστε  γεννημένη  για  να  κυβερνάτε  και  να  βασιλεύετε». Την πείθει τόσο πολύ που του κοινοποιεί μυστικά τα σχέδιά της: «Αυτό είναι 

Digitized by 10uk1s 


το όνειρό  μου.  Μόλις  πληροφορηθώ  το  θάνατό  της  (της  Ελισάβετ)  και  βεβαιωθώ  ότι  δεν  πρόκειται  για  πλάνη,  θα  πάω  κατευθείαν  στο  δωμάτιο  του  γιου  μου.  Θα  στείλω  έναν  άνθρωπο  εμπιστοσύνης  για  να  ειδοποιήσει  πέντε  αξιωματικούς  της  φρουράς  που  θα  μου  φέρουν —είμαι σίγουρη γι' αυτό— πενήντα στρατιώτες ο καθένας τους... Θα διατάξω τον  καγκελάριο, τον Απράξιν και τον Λίβεν να έρθουν να με βρουν και, στο μεσοδιάστημα, θα  μπω στο νεκροθάλαμο όπου θα καλέσω τον αρχηγό της φρουράς, τον οποίο θα ορκίσω και  θα  κρατήσω  στο  πλευρό  μου.  Μου  φαίνεται  πιο  συνετό  και  πιο  ασφαλές  να  έχω  με  το  μέρος μου και τους δύο μεγάλους δούκες (τον Πέτρο και τον Παύλο) παρά τον ένα μονάχα∙  όπως  και  το  να  συγκεντρώσω  τους  οπαδούς  μου  στον  προθάλαμο.  Αν  διαπιστώσω  το  παραμικρό  σημάδι  αναταραχής,  θα  διασφαλίσω  τη  θέση  μου  είτε  με  τους  δικούς  μου  ανθρώπους είτε με εκείνους του αρχηγού της φρουράς, τους Σουβάλωφ και τον υπασπιστή  υπηρεσίας.  Εξάλλου,  οι  απλοί  σωματοφύλακες  είναι  σίγουροι...  Είθε  ο  ουρανός  να  μου  δίνει καθαρό νου! Όλες αυτές οι ιδέες, λαμβανομένης υπόψη και της σπουδής με την οποία  σας τις κοινοποιώ, χρειάστηκαν από μέρους μου μια μεγάλη προσπάθεια φαντασίας».  Έτσι, πολύ πριν από το θάνατο της Ελισάβετ, η Αικατερίνη έχει καταστρώσει το σχέδιό της.  Όχι βέβαια απόλυτα σαφές ακόμα. Δηλώνοντας ότι θέλει να κρατήσει «τους δυο μεγάλους  δούκες  μαζί»,  παραλείπει  να  διευκρινίσει  για  ποιο  σκοπό.  Ασφαλώς  όχι  για  να  βοηθήσει  τον  Πέτρο  ν'  ανέβει  στο  θρόνο.  Μάλλον  για  να  τον  εμποδίσει  ν'  αναγορευθεί  αυτοκράτορας. Η παλατιανή επανάσταση πρέπει να γίνει υπέρ της, χάρη στους δικούς της  «οπαδούς».  Συνειδητοποιώντας  ότι  ξανοίχτηκε  κάπως  περισσότερο  στις  εκμυστηρεύσεις  της προς τον Ουίλιαμς, προσθέτει: «Εννοείται πως όλα αυτά αναφέρονται στο μέλλον, μετά  το θάνατό της».  Ωστόσο, μακριά από το διπλωματικό τέλμα της Αγίας Πετρούπολης, βροντούν τα κανόνια,  ξεδιπλώνονται οι σημαίες, πέφτουν κορμιά. Ο βασιλιάς Φρειδερίκος Β' μπαίνει στη Σαξονία  με  το  στρατό  του.  Επιτέλους  ένας  πόλεμος!40  Οι  Ρώσοι  στρατιωτικοί  αναγαλλιάζουν.  Από  την  εποχή  του  Πέτρου  του  Μεγάλου,  κάθονταν  στα  καρφιά!  Τους  λείπουν  όμως  οι  πιστώσεις. Ο εξοπλισμός των στρατιωτών είναι πλημμελής. Ο μαρκήσιος ντε λ' Οπιτάλ, νέος  πρεσβευτής της Γαλλίας, ισχυρίζεται πως δεν διαθέτουν ούτε αρβύλες ούτε τουφέκια, και  πως  ανάμεσά  του  υπάρχουν  Καλμούχοι  που  πολεμούν  ακόμη  με  τόξα  και  βέλη.  Ο  γερο‐ στρατάρχης Απράξιν ανησυχεί με την ιδέα ότι έχουν ν' αντιμετωπίσουν τον Φρειδερίκο Β',  έναν τόσο μεγάλο στρατηλάτη. Αυτός σημειώνει τη μία νίκη μετά την άλλη, αναγκάζει τους  Σάξονες να υποχωρήσουν στην Πίρνα, ρημάζει τη Βοημία, χτυπάει τους Αυστριακούς στην  Πράγα.  Στην  Αγία  Πετρούπολη,  η  «νέα  Αυλή»  γοητεύεται  από  τούτον  τον  μεγαλοφυή  ηγεμόνα  που  έχει  καθυποτάξει  τόσα  συνασπισμένα  έθνη.  Αλλά  και  ο  μαρκήσιος  ντε  λ'  Οπιτάλ  αντιλαμβάνεται  από  την  πρώτη  στιγμή  ότι  παρά  τη  συμμαχία  της  Ρωσίας  με  τη  Γαλλία, οι συμπάθειες αυτής της νεανικής μικρής κλίκας στρέφονται προς την Πρωσία. Στη  συγκεκριμένη  περίπτωση,  η  Αικατερίνη  βρίσκεται  σε  εξαιρετικά  δύσκολη  θέση.  Οι  αφειδώλευτες παροχές του Σερ Ουίλιαμς της έχουν δημιουργήσει σχέση εξάρτησης από την  Αγγλία,  άρα  και  από  την  Πρωσία.  Συγχρόνως  όμως,  η  πρόσφατη  φιλία  της  με  τον  καγκελάριο  Μπεστούζεφ  απαιτεί  απ'  αυτήν  να  υποστηρίξει  την  αντιβρετανική  και  αντιπρωσική  πολιτική  του.  Η  μεγάλη  δούκισσα  οφείλει  να  ελίσσεται,  να  συμβιβάζει,  να  προσποιείται για να επιβιώσει. Αυτή η ριψοκίνδυνη μαθητεία τη μεθάει.  Ενώ  ο  Απράξιν  δεν  αποφασίζει  ακόμη  να  εξαπολύσει  την  επίθεση  που  ολόκληρη  η  Ρωσία  περιμένει απ' αυτόν, ο Μπεστούζεφ καλεί την Αικατερίνη να ασκήσει την επιρροή της στο  στρατάρχη για να τον πείσει να δράσει. Νιώθει τόση φιλία γι' αυτήν! Ας του γράψει λοιπόν  χωρίς  να  το  μάθει  η  αυτοκράτειρα.  Δέχεται.  Όχι  τόσο  από  προσωπική  πεποίθηση  όσο  ως  απόδειξη  της  καλής  της  θέλησης.  Ικανοποιημένος,  ο  Μπεστούζεφ  της  διαβιβάζει  ένα  μυστικό υπόμνημα, συντεταγμένο με δικές του υποδείξεις και προορισμένο να ρυθμίσει τη  διαδοχή  του  θρόνου.  Σύμφωνα  μ'  αυτό,  ο  Πέτρος  θα  αναγορευθεί  αυτοκράτορας  μετά  το 

Digitized by 10uk1s 


θάνατο της  Ελισάβετ,  αλλά  θα  πρέπει  να  μοιράζεται  όλες  τις  εξουσίες  του  με  την  Αικατερίνη,  με  την  οποία  θα  συγκυβερνά.  Πλάι  στο  νέο  αυτοκρατορικό  ζεύγος,  ο  Μπεστούζεφ επιφυλάσσει για τον εαυτό του τη μερίδα του λέοντος: αρχηγία της φρουράς,  υπουργεία Εξωτερικών, Πολέμου, Ναυτικών. Αν και κολακευμένη από την εμπιστοσύνη που  της  δείχνει  ο  καγκελάριος,  η  Αικατερίνη  δεν  αγνοεί  τον  κίνδυνο  τούτων  των  δυναστικών  βλέψεων εφόσον ζει η τσαρίνα. Δεν απορρίπτει κατηγορηματικά το σχέδιο, αλλά αφήνει να  εννοηθεί  από  το  δημιουργό  του  ότι  βλέπει  δύσκολη  την  πραγματοποίησή  του.  Ο  Μπεστούζεφ  υπόσχεται  να  το  τροποποιήσει.  «Για  να  είμαι  ειλικρινής»,  θα  γράψει  εκείνη,  «έβλεπα  το  σχέδιό  του  σαν  ένα  είδος  μωρολογίας  και  σαν  ένα  δόλωμα  που  μου  έριχνε  τούτος  ο  γέροντας  για  να  κερδίσει  ακόμα  περισσότερο  τη  συμπάθειά  μου».  Αυτή  η  τόσο  φιλόδοξη γυναίκα δεν θα θεωρήσει ποτέ τις επιθυμίες του Μπεστούζεφ ρεαλιστικές. Ακόμα  και  στα  πιο  τρελά  της  εγχειρήματα,  ο  κοινός  νους  θα  συγκρατεί  πάντοτε  την  καλπάζουσα  φαντασία  της.  Είναι  εκπληκτικά  πρακτική  μέσα  στην  εκκεντρικότητά  της.  Της  αρέσει  να  νιώθει στερεό το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Είναι μια φανατική του ορθού λόγου. Μια  οξυδερκής και όχι μια οραματίστρια.  Η  συμπαιγνία  του  Μπεστούζεφ  με  τη  μεγάλη  δούκισσα,  παρ'  όλες  τις  προφυλάξεις  που  παίρνουν,  γίνεται  αντιληπτή  από  μακριά  στους  ξένους  διπλωμάτες.  Αλλά  και  η  αυτοκράτειρα  υποψιάζεται  ότι  πραγματοποιούνται  ζυμώσεις  πίσω  από  την  πλάτη  της.  Εξαντλημένη,  στα  σαράντα  εφτά  της  χρόνια,  από  μια  άσωτη  ζωή,  υπόκειται  σε  παραισθήσεις  και  σε  κρίσεις  τρόμου,  δεν  ξαπλώνει  ποτέ  δύο  νύχτες  στο  ίδιο  δωμάτιο,  συζητάει  χαμηλόφωνα  με  τα  εικονίσματα  και  την  καταδιώκει  το  φάσμα  του  θανάτου.  Πολλές φορές, παθαίνει σπασμούς που την αφήνουν για μεγάλο διάστημα σε χαύνωση, σε  μια κατάσταση παραπλήσια με λήθαργο. «Σ' αυτά τα διαστήματα, δεν μπορούσαμε να της  μιλήσουμε  μήτε  να  συνεννοηθούμε  μαζί  της»,  γράφει  η  Αικατερίνη.  Όταν  η  τσαρίνα  συνέρχεται,  βλέπει  τον  μεγάλο  δούκα  και  τη  μεγάλη  δούκισσα  σαν  αρπακτικά  κουρνιασμένα στο ξύλο του κρεβατιού της. Καραδοκούν τη στιγμή που θα κλείσει τα μάτια  για  να  ορμήσουν.  Ενάντια  στις  έμμονες  ιδέες  και  τις  αδυναμίες  της,  χρησιμοποιεί  δύο  φάρμακα:  τον  έρωτα  και  το  ποτό.  Βαριά,  κουρασμένη,  ξέπνοη,  έχει  όλο  και  περισσότερη  ανάγκη  από  έναν  άνδρα  στο  κρεβάτι  της.  «Εγκατέλειπε  σιγά  σιγά  τις  μετριοπαθείς  ευχαριστήσεις,  αντικαθιστώντας  τες  με  τις  κραιπάλες,  και  η  ευσέβειά  της  αυξανόταν  παράλληλα με τη λαγνεία της», γράφει ο Ζ. Καστέρα. Συχνά, έπινε αλόγιστα. Νευρική στο  έπακρο τότε, και υπερβολικά αισθησιακή, δεν άφηνε τις γυναίκες της να τη γδύσουν. Κι έτσι  τρύπωναν με πρόχειρες βελονιές τα φορέματά της που της φορούσαν το πρωί, για να της  τα βγάλουν το βράδυ με μερικές ψαλιδιές. Στη συνέχεια, τη μετέφεραν στο κρεβάτι όπου  προσπαθούσε να αναλάβει δυνάμεις στην αγκαλιά ενός καινούργιου αθλητή». Ανάμεσα σε  όλους αυτούς τους «αθλητές», ένας μόνο διατηρεί τη θέση του ευνοουμένου. Είναι ο Ιβάν  Σουβάλωφ. Ο αντικαταστάτης του Ραζουμόφσκι. Κατά δεκαοχτώ χρόνια νεότερός της, έχει  πρόσωπο όμορφο και δροσερό, σαγόνι με λακκάκι και μακριά μύτη που δεσπόζει πάνω σ'  ένα αισθησιακό στόμα. Φοράει δαντελένιο πλαστρόν και άσπρη περούκα. Φέρει τον τίτλο  του  προέδρου  της  Ακαδημίας  των  Καλών  Τεχνών.  Η  Ελισάβετ  τον  εμπιστεύεται  απόλυτα.  Είναι φανατικός εχθρός του Μπεστούζεφ.  Ξαφνικά,  ολόκληρη  η  Αυλή  πανηγυρίζει:  ύστερα  από  μήνες  υπεκφυγών,  ο  Απράξιν  αποφασίζει  επιτέλους  να  δράσει  κατά  των  Πρώσων.  Τον  Ιούλιο  του  1757,  τα  ρωσικά  στρατεύματα  καταλαμβάνουν  το  Μέμελ  και,  τον  Αύγουστο  της  ίδιας  χρονιάς,  συντρίβουν  τον  αντίπαλο  στο  Γκρος‐Γαίγκερσντορφ.  Η  νίκη  γιορτάζεται  με  μια  δοξολογία.  Για  να  εκδηλώσει  τα  πατριωτικά  της  αισθήματα,  η  Αικατερίνη  δίνει  μια  μεγάλη  δεξίωση  στους  κήπους  του  Οράνιενμπαουμ.  Μέσα  στο  γενικό  γλέντι,  ο  Πέτρος  δύσκολα  κρύβει  την  οργή  του.  «Έβλεπε  με  θλίψη  την  ήττα  των  πρωσικών  στρατευμάτων,  τα  οποία  θεωρούσε  ακαταγώνιστα»,  γράφει  η  Αικατερίνη.  Ωστόσο,  η  απογοήτευση  του  μεγάλου  δούκα  δεν  κρατάει  πολύ.  Ενώ  στην  Αγία  Πετρούπολη,  ο  κόσμος  φωνάζει  κιόλας:  «Στο  Βερολίνο!  Στο 

Digitized by 10uk1s 


Βερολίνο!», ο  Απράξιν  ξαφνικά  υποχωρεί,  εγκαταλείποντας  τη  στρατιωτική  του  εξάρτυση  και αχρηστεύοντας τα κανόνια του. Μια κραυγή αγανάκτησης, από την πλευρά των Ρώσων,  ακολουθεί  τούτη  την  ανεξήγητη  λιποταξία.  Ο  Μπεστούζεφ  ζητάει  εσπευσμένα  από  την  Αικατερίνη  να  γράψει,  για  μια  ακόμα  φορά,  στο  στρατάρχη  «ως  φίλη  του»,  εξορκίζοντάς  τον να σταματήσει την άτακτη φυγή και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Το γράμμα,  το  οποίο  στέλλεται  αμέσως,  μένει  χωρίς  απάντηση.  Στο  περιβάλλον  της  τσαρίνας,  μιλούν  ανοιχτά για συνωμοσία, για προδοσία. Άλλοι λένε ότι ο στρατάρχης, πληροφορούμενος μια  σοβαρή  αδιαθεσία  της  αυτοκράτειρας,  θεώρησε  πως  βρίσκεται  στα  τελευταία  της  και  διέταξε υποχώρηση για να φανεί συνεπής προς τις απόψεις του κληρονόμου του θρόνου,  δεδηλωμένου γερμανόφιλου. Και άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο μαρκήσιος ντε λ' Οπιτάλ,  κατηγορούν άμεσα την Αικατερίνη και τον Μπεστούζεφ ότι πληρώθηκαν από την Αγγλία — σύμμαχο της Πρωσίας— για να προτρέψουν τον Απράξιν να οπισθοχωρήσει παρά τις νίκες  του  εναντίον  του  Φρειδερίκου  Β'.  «Τούτες  οι  σκευωρίες  γίνονταν  κάτω  από  τα  μάτια  της  Μεγαλειοτάτης», γράφει ο μαρκήσιος ντε λ' Οπιτάλ. «Επειδή όμως η κατάσταση της υγείας  της την απορροφούσε εντελώς, σύσσωμη η Αυλή υποκλινόταν μπροστά στις επιθυμίες του  μεγάλου  δούκα  και  προπαντός  της  μεγάλης  δούκισσας,  την  οποία  είχαν  κερδίσει  και  γοητεύσει ο πνευματώδης και ιπποτικός Ουίλιαμς και το αγγλικό χρήμα».  Ύστερα  από  διαταγή  της  αυτοκράτειρας,  ο  στρατάρχης  Απράξιν  ανακαλείται  και  περιορίζεται  στα  κτήματά  του,  περιμένοντας  να  ανακριθεί  από  ειδικό  δικαστήριο.  Ο  αμέσως  κατώτερός  του,  ο  Γερμανός  Φέρμορ,  τον  διαδέχεται  στην  αρχηγία  του  στρατού.  Ύστερα από μια σύντομη έρευνα, ο Φέρμορ επιβεβαιώνει ότι σε στρατιωτικούς λόγους και  μόνο οφειλόταν η μεταστροφή των Ρώσων: οι στρατιώτες δεν πληρώνονταν, τους έλειπαν  όπλα  και  εφόδια,  πέθαιναν  της  πείνας,  επειδή  οι  εφοδιοπομπές  δεν  μπορούσαν  να  παρακολουθήσουν  τη  γρήγορη  προέλαση  των  στρατευμάτων.  Τούτες  οι  δικαιολογίες  δεν  επηρεάζουν  τη  θέση  της  Ελισάβετ.  Γι'  αυτήν,  ο  Απράξιν  έδρασε  σίγουρα  ύστερα  από  προτροπή  κάποιου  υψηλά  ιστάμενου  προσώπου.  Και  φυσικά,  οι  υποψίες  της  στρέφονται  κατά της Αικατερίνης. Αφότου η ζωηρή νεαρούλα έβαλε στο μυαλό της ν' ασχοληθεί με την  πολιτική, έκανε άνω‐κάτω τη νέα Αυλή. Θα έπρεπε να τη βγάλουν από τη μέση.  Δυστυχώς,  τη  συγκεκριμένη  στιγμή,  δεν  μπορούν  να  κάνουν  τίποτα  κατά  της  μεγάλης  δούκισσας:  είναι  και  πάλι  έγκυος.  Από  ποιον;  Δεν  έχει  ιδιαίτερη  σημασία.  Η  εγκυμοσύνη  της αποτελεί κρατική υπόθεση. Η προεξέχουσα κοιλιά της την προστατεύει. Περιμένοντας,  τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν στα σαλόνια. Απ' όλα τα χείλη ψιθυρίζεται το όνομα  του  πραγματικού  πατέρα:  Στανισλάς  Πονιατόφσκι.  Ο  μεγάλος  δούκας,  που  έχει  παρ'  όλα  αυτά πλατιές ιδέες όσον αφορά τη συζυγική του τιμή, αναφωνεί ενώπιον μαρτύρων: «Ένας  Θεός ξέρει πώς αρπάζει τις εγκυμοσύνες της η γυναίκα μου. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν  αυτό  το  παιδί  είναι  δικό  μου  και  αν  πρέπει  να  το  φορτωθώ  στη  ράχη  μου»41.  Τούτα  τα  προσβλητικά  λόγια  φτάνουν  αμέσως  στ'  αυτιά  της  Αικατερίνης,  η  οποία  ανησυχεί:  πρόκειται  άραγε  για  μια  συγκαλυμμένη  απειλή  αποποίησης  της  πατρότητας;  Προληπτικά,  εκείνη λέει στον Λεόν Ναρίσκιν: «Απαιτείστε απ' αυτόν (τον Πέτρο) να βάλει το χέρι του στο  Ευαγγέλιο ότι δεν κοιμήθηκε με τη γυναίκα του και πείτε του πως, αν πάρει αυτόν τον όρκο,  θα  πάτε  αμέσως  να  τον  κοινοποιήσετε  στον  Αλέξανδρο  Σουβάλωφ,  τον  μεγάλο  Ιεροεξεταστή  της  Αυτοκρατορίας»42.  Ο  Πέτρος,  ο  οποίος  βρίσκεται  σε  εξαιρετικά  δύσκολη  θέση, αρνείται να ορκιστεί αυτό που του ζητούν. Άραγε επειδή όντως τίμησε το κρεβάτι της  Αικατερίνης  μεταξύ  δύο  επισκέψεών  του  στην  Ελισάβετ  Βοροντζώφ  ή  —πράγμα  πιο  αληθοφανές—  επειδή  δεν  θέλει  να  προκαλέσει  σκάνδαλο  για  ένα  τόσο  ασήμαντο  θέμα;  «Πηγαίνετε στο διάβολο και μη μου ξαναμιλήσετε γι' αυτό!» λέει στον Λεόν Ναρίσκιν.  Ανακουφισμένη, η Αικατερίνη παίρνει την απόφαση να διαλέξει στο εξής «έναν ανεξάρτητο  δρόμο», δηλαδή να μη συνδέει πλέον την τύχη της με την τύχη του Πέτρου. «Βρισκόμουν»,  γράφει, «μπροστά σε δίλημμα, αφ' ενός να πεθάνω μαζί του ή απ' αυτόν, και αφ' ετέρου να 

Digitized by 10uk1s 


σώσω τον  εαυτό  μου,  τα  παιδιά  μου,  κι  ίσως  ακόμα  και  το  Κράτος,  από  τον  κίνδυνο  ενός  ναυαγίου, στο οποίο οδηγούσαν εμφανώς όλες τις ηθικές και φυσικές ιδιότητες τούτου του  πρίγκιπα».  Η έχθρα που αισθάνεται γύρω της αυξάνει τη μαχητικότητά της. Επειδή ο αντικαγκελάριος  Βοροντζώφ και ο ευνοούμενος Ιβάν Σουβάλωφ έχουν πετύχει την ανάκληση του Στανισλάς  Πονιατόφσκι  στην  Πολωνία,  η  Αικατερίνη  μεσολαβεί  στον  Μπεστούζεφ  για  την  καθυστέρηση  της  εφαρμογής  τούτου  του  μέτρου.  Όχι  δα  και  να  τη  στερήσουν  ακόμα  μια  φορά από τον εραστή της τώρα που όπου να 'ναι θα γίνει μητέρα! Τη νύχτα της 8ης προς  την 9η Δεκεμβρίου 1758, νιώθει τις πρώτες ωδίνες. Ο μεγάλος δούκας ειδοποιείται αμέσως  και  σπεύδει  στο  δωμάτιό  της.  Φοράει  τη  στολή  του  Χολστάιν,  με  μπότες,  σπιρούνια,  μια  εσάρπα γύρω από το κορμί κι «ένα πελώριο σπαθί στο πλευρό του». Τρεκλίζοντας, με μάτι  θολό και στόμα που κολλάει, αναγγέλλει στην Αικατερίνη ότι έρχεται να την υπερασπιστεί  ενάντια  σ'  όλους  τους  εχθρούς  της,  σαν  γενναίος  αξιωματικός  του  Χολστάιν.  «Κατάλαβα  αμέσως ότι  ήταν μεθυσμένος», γράφει, «και τον συμβούλευσα  να πάει να κοιμηθεί.  Έτσι,  όταν θα ερχόταν η αυτοκράτειρα, δεν θα στενοχωριόταν διπλά βλέποντάς τον μεθυσμένο  και πάνοπλο, να φοράει τη στολή του Χολστάιν που ήξερα ότι εκείνη απεχθανόταν».  Ύστερα από μερικές ώρες, η αυτοκράτειρα και ο μεγάλος δούκας —έχει αλλάξει περιβολή  στο μεταξύ— παίρνουν θέση μπροστά στο «κρεβάτι του μαρτυρίου» για να παραστούν στις  τελευταίες  φάσεις  του  τοκετού.  Τούτη  τη  φορά,  η  Αικατερίνη  φέρνει  στον  κόσμο  ένα  κορίτσι.  Για  να  συγκινήσει  την  τσαρίνα,  εκφράζει  την  επιθυμία  να  ονομάσουν  το  παιδί  Ελισάβετ. Αδιαφορώντας γι' αυτή την τιμή, η αυτοκράτειρα διαλέγει το όνομα Άννα, όνομα  της  μεγάλης  της  αδελφής,  μητέρας  του  μεγάλου  δούκα.  Ύστερα  φροντίζει  να  δοθεί  το  χρίσμα  σε  τούτο  το  δεύτερο  παιδί  και  το  παίρνει,  όπως  έκανε  και  με  το  πρώτο,  στα  διαμερίσματά της. Η Αικατερίνη δεν διαμαρτύρεται: αυτή η ενέργεια αποτελεί τον κανόνα.  Παίρνει  και  πάλι  ένα  δώρο  από  την  αυτοκράτειρα  (εξήντα  χιλιάδες  ρούβλια)  και  εγκαταλείπεται ξανά, χωρίς καμιά φροντίδα, στο δωμάτιό της. Ωστόσο, με το πρόσχημα να  προφυλαχθεί  από  τα  ρεύματα,  εγκαθιστά  γύρω  στο  κρεβάτι  της  μεγάλα  παραβάν  που  οροθετούν τη «γωνιά» της. Εκεί δέχεται, κρυφά από την αυτοκράτειρα, τους φίλους, τους  οικείους της, και ειδικά τον Στανισλάς Πονιατόφσκι. Φτάνει πάντοτε μασκαρεμένος με την  ίδια  ξανθιά  περούκα  που  τον  κάνει  αγνώριστο  και,  όταν  κάποιος  από  τους  φρουρούς  φωνάζει:  «Ποιος  είναι  εκεί;»,  αυτός  απαντάει  ατάραχα:  «Ένας  μουσικός  του  μεγάλου  δούκα».  Αν  κάποιος  επισκέπτης,  ξένος  προς  τη  μικρή  συντροφιά,  μπει  μέσα  στο  δωμάτιο  και  ρωτήσει  τι  κρύβεται  πίσω  απ'  αυτά  τα  στημένα  πλάι  στο  κρεβάτι  παραπετάσματα,  η  Αικατερίνη απαντάει: «Το μέρος». Έτσι, ο κόμης Σουβάλωφ, που έρχεται ως απεσταλμένος  της αυτοκράτειρας, βρίσκει τη μεγάλη δούκισσα πλαγιασμένη, μόνη και θλιμμένη ενώ, δυο  βήματα πιο κει, πίσω από το παραβάν, οι φίλοι «είναι σκασμένοι στα γέλια για την ακραία  εκκεντρικότητα της σκηνής»43.  Τούτα  τα  γέλια  και  τα  παιχνίδια  δεν  εμποδίζουν  την  Αικατερίνη  να  παρακολουθεί  με  αγωνία  την  ανακριτική  φάση  της  δίκης  του  Απράξιν.  Μόλο  που  ο  γέρος  στρατάρχης  πεθαίνει «από αποπληξία» ύστερα από την πρώτη εξέταση, η έρευνα συνεχίζεται. Και, όσο  περνούν  οι  μέρες,  τόσο  αυξάνεται  η  πιθανότητα  μιας  εμπλοκής  στην  όλη  υπόθεση  του  καγκελαρίου  Μπεστούζεφ.  Ο  αντίζηλός  του,  ο  αντικαγκελάριος  Βοροντζώφ,  ανυπομονώντας να τον αντικαταστήσει, δεν διστάζει να τον καταγγείλει στην αυτοκράτειρα  ως  προδότη.  Οι  αδελφοί  Σουβάλωφ,  θείοι  του  ευνοουμένου  της  Ελισάβετ,  υποστηρίζουν  ανοιχτά  την  κατηγορία.  Σύμφωνα  με  τα  λεγόμενά  τους,  τούτος  ο  ισχυρός  και  σκληρός  άνδρας, κύριος κατά τα δεκαπέντε τελευταία έτη της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας, δεν  είναι στην πραγματικότητα παρά συνωμότης και αχάριστος. Αντί να συνεχίσει να υπηρετεί  τυφλά την τσαρίνα, πλησίασε μυστικά τη νέα Αυλή, υιοθέτησε τα συμφέροντα της μεγάλης  δούκισσας  και  έπαιξε  έναν  ιερόσυλο  ρόλο  για  το  επικείμενο  τέλος  της  Αυτής 

Digitized by 10uk1s 


Μεγαλειότητας. Οι  πρεσβευτές  της  Αυστρίας  κόμης  Εστερχάζι  και  της  Γαλλίας  μαρκήσιος  ντε  λ'  Οπιτάλ  στηρίζουν  την  εκστρατεία  της  δυσφήμησης  την  οποία  έχουν  εγκαινιάσει  ο  Βοροντζώφ και οι Σουβάλωφ.  Κάποια  Κυριακή  του  Φεβρουαρίου,  ενώ  η  νέα  Αυλή  ετοιμάζεται  να  γιορτάσει  ένα  διπλό  γάμο (του Λεόν Ναρίσκιν και του κόμη Μπουτούρλιν), η Αικατερίνη παίρνει ένα σημείωμα  από  τον  Στανισλάς  Πονιατόφσκι,  που  την  πληροφορεί  ότι  ο  Μπεστούζεφ  συνελήφθη  την  προηγούμενη  μέρα.  Ταυτόχρονα  συνελήφθησαν  ο  κοσμηματοπώλης  Μπερνάρντι  —του  οποίου χρησιμοποιούσε συχνά τις υπηρεσίες για την αλληλογραφία της—, ο Αντοντούρωφ  —παλιός καθηγητής της των ρωσικών— και ο Ελάγκιν — ένας από τους πιστούς της φίλους.  Συνειδητοποιεί  αμέσως  τον  κίνδυνο  που  διατρέχει.  Οι  εχθροί  του  Μπεστούζεφ  θα  την  εμφανίσουν σίγουρα ως την κυριότερη συνένοχό του. Θα ψάξουν τα χαρτιά του έκπτωτου  υπουργού.  Τα  γράμματα  που  έγραψε  στον  Απράξιν  και  στον  Μπεστούζεφ,  όπως  και  το  περίφημο σχέδιο της διαδοχής του θρόνου, αρκούν για να την καταδικάσουν. Ζει άραγε τις  στερνές  ώρες  της  ελευθερίας  της;  «Με  το  μαχαίρι  στην  καρδιά»,  σηκώνεται  να  πάει  στο  γάμο. Εκεί, κανείς δεν αναφέρεται στο γεγονός. Ωστόσο, τα πρόσωπα δείχνουν σκοτισμένα.  Μονάχα ο μεγάλος δούκας (που ουδέποτε συμπάθησε τον Μπεστούζεφ) φαίνεται εύθυμος.  Στέκεται επιδεικτικά μακριά από τη γυναίκα του, λες και θέλει να δείξει ότι δεν έχει καμιά  ανάμιξη στα εγκλήματα για τα οποία την υποψιάζεται.  Το βράδυ, μετά τη διπλή γαμήλια τελετή, η Αικατερίνη πρέπει να εμφανιστεί στο συμπόσιο,  κι ύστερα στο χορό, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Όμως δεν μπορεί να μείνει κι άλλο μέσα  στην αβεβαιότητα. Με ψυχραιμία και θάρρος, πλησιάζει τον πρίγκιπα Νικήτα Τρουμπεσκόι,  έναν  από  τους  εντεταλμένους  επιτρόπους  για  την  ανάκριση,  και  τον  ρωτάει:  «Βρήκατε  περισσότερα εγκλήματα από εγκληματίες ή περισσότερους εγκληματίες από εγκλήματα;».  Κατάπληκτος  μπροστά  σε  τόση  τόλμη,  εκείνος  ψελλίζει:  «Κάναμε  ό,τι  μας  πρόσταξαν  πάντως  όσον  αφορά  τα  εγκλήματα,  συνεχίζουμε  να  ψάχνουμε.  Μέχρι  τώρα,  οι  ανακαλύψεις  δεν  υπήρξαν  σπουδαίες».  Τότε,  εκείνη  απευθύνει  την  ίδια  ερώτηση  σ'  έναν  άλλο επίτροπο, το στρατάρχη Μπουτούρλιν, ο οποίος αποκρίνεται μ' έναν αναστεναγμό: «Ο  Μπεστούζεφ συνελήφθη, προς το παρόν όμως αναζητούμε τα αίτια της σύλληψής του»44.  Την  επομένη,  ο  πρεσβευτής  Στάμπκε  του  Χολστάιν  διαβιβάζει  στην  Αικατερίνη  ένα  σημείωμα  του  συλληφθέντος  καγκελαρίου  που  την  καθησυχάζει:  «Πρόλαβε  να  ρίξει  τα  πάντα στη φωτιά». Σπεύδει ν' ακολουθήσει το παράδειγμά του. Μέσα σε μια νύχτα, «καίει  κι  αυτή  τα  πάντα»:  χαρτιά,  λογιστικά  βιβλία,  παλιά  γράμματα,  διάφορα  πρόχειρα  σημειώματα.  Τα  έχει  εξαφανίσει  όλα.  Αν  τη  συλλάβουν,  δεν  θα  βρουν  κανένα  πειστήριο  των  υποτιθέμενων  πολιτικών  της  χειρισμών.  Ωστόσο,  οι  ανακριτές  έχουν  ανακαλύψει  μερικές  γραμμές  του  Πονιατόφσκι  προς  τον  Μπεστούζεφ.  Φτάνουν  ώστε  η  αυτοκράτειρα  να  απαιτήσει  επισήμως  από  το  βασιλιά  της  Πολωνίας  την  ανάκληση  του  Στανισλάς.  Αποσβολωμένος,  ο  νέος  προσποιείται  ασθένεια  και  σταματάει  κάθε  μετακίνηση.  «Στη  διάρκεια  της  ημέρας  έμενε  κρυμμένος  στο  ξενοδοχείο  του  και  τη  νύχτα  πήγαινε  κατά  μυστηριώδη  τρόπο  στη  μεγάλη  δούκισσα»,  γράφει  ο  Ζ.  Καστέρα.  Η  Αικατερίνη  εκλιπαρεί  τον  Στανισλάς  να  αραιώσει  τις  επισκέψεις.  Μπροστά  στη  λύσσα  της  τσαρίνας  να  διώκει  τους δικούς της φίλους,  δεν τολμάει πια να καλέσει κάποιον για να την επισκεφθεί. Είναι  απομονωμένη  σαν  να  έχει  πανούκλα,  και  ψιθυρίζεται  πως  δεν  θα  μείνει  για  πολύ  καιρό  μακριά  από  τα  αυτοκρατορικά  πυρά.  Την  περιμένουν,  στην  καλύτερη  περίπτωση,  η  δυσμένεια και η αποπομπή στη Γερμανία∙ στη χειρότερη, τα βασανιστήρια, η φυλακή και ο  θάνατος. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX  Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΚΗΝΗ  Το  θέατρο  της  Αυλής  ετοιμάζεται  να  παρουσιάσει  την  τελευταία  ημέρα  της  Αποκριάς  του  1759 μια ρωσική κωμωδία. Ο Στανισλάς Πονιατόφσκι παρακαλεί θερμά την Αικατερίνη να  παραστεί σε τούτη την επίσημη εκδήλωση, προκειμένου να διαψεύσει τις φήμες ότι τάχα  βρίσκεται  έγκλειστη  στα  διαμερίσματά  της  ύστερα  από  διαταγή  της  αυτοκράτειρας.  Ενώ  όμως αυτή παραγγέλνει τις άμαξες για τον εαυτό της και την ακολουθία της, μεσολαβεί ο  κόμης Αλέξανδρος Σουβάλωφ και της εκφράζει, με πρόσωπο που συσπάται από τα τικ, την  αντίθεση του μεγάλου δούκα προς αυτή την έξοδο.  Η Αικατερίνη μαντεύει τους λόγους τούτης της ξαφνικής άρνησης∙ αν πάει στο θέατρο, θα  αναγκαστούν  να  τη  συνοδεύσουν  οι  δεσποινίδες  των  τιμών∙  όμως,  ανάμεσά  τους,  συγκαταλέγεται και «η ευνοούμενη σουλτάνα» του Πέτρου, η Ελισάβετ Βοροντζώφ, με την  οποία  αυτός  έχει  σχεδιάσει  να  περάσει  τη  βραδιά  του.  Και  ενώ  η  μεγάλη  δούκισσα  επιμένει,  καταφθάνει  ο  Πέτρος  «βρυχώμενος  σαν  λιοντάρι».  Εκείνη  εξακολουθεί  να  αρνείται, όπως και όταν βρισκόταν μόνη με τον Αλέξανδρο Σουβάλωφ. Θα πάει στο θέατρο,  δηλώνει,  εν  ανάγκη  με  τα  πόδια  και  ασυνόδευτη.  Αλλά  προηγουμένως,  θα  γράψει  στην  αυτοκράτειρα,  καταγγέλλοντας  τον  τρόπο  με  τον  οποίο  της  φέρεται  ο  άνδρας  της  και  ζητώντας της την άδεια να εγκαταλείψει την Αυλή και να γυρίσει στην οικογένειά της, στη  Γερμανία. Ο μεγάλος δούκας αποσύρεται, ακολουθούμενος από τον Αλέξανδρο Σουβάλωφ  —αρκετά ντροπιασμένο— και η Αικατερίνη παίρνει αμέσως την πένα. «Άρχισα να γράφω το  γράμμα  μου  προς  την  αυτοκράτειρα  στα  ρωσικά  και  το  έκανα  όσο  πιο  μελοδραματικό  μπορούσα»,  διηγείται  στα  Απομνημονεύματά  της.  «Αρχικά  την  ευχαρίστησα  για  όλες  τις  χάρες  και  τις  καλοσύνες  της  απέναντί  μου,  από  τη  στιγμή  που  έφτασα  στη  Ρωσία,  προσθέτοντας  ότι,  δυστυχώς,  τα  γεγονότα  απέδειξαν  πως  δεν  τις  άξιζα,  μιας  και  είχα  προκαλέσει το μίσος του μεγάλου δούκα και την εντονότατη δυσμένεια της Μεγαλειότητάς  Της. Και την παρακαλούσα —αφού σίγουρα θα έβλεπε τη δυστυχία μου και το γεγονός ότι  μαραινόμουν  από  ανία  μέσα  στο  δωμάτιό  μου,  στερημένη  ακόμα  και  από  τις  πιο  αθώες  μου  διασκεδάσεις—  να  βάλει  τέλος  στα  βάσανά  μου  στέλνοντάς  με,  με  τον  τρόπο  που  εκείνη θα έκρινε κατάλληλο, πίσω στους γονείς μου. Ότι, εφόσον δεν έβλεπα τα παιδιά μου  μόλο που ζούσαμε  στο ίδιο σπίτι, μου ήταν  αδιάφορο αν έμενα στον ίδιο τόπο μ' αυτά  ή  μερικές  εκατοντάδες  λεύγες  μακριά  τους.  Ότι  ήξερα  πως  τα  φρόντιζε  πολύ  καλύτερα  απ'  όσο  θα  μου  επέτρεπαν  οι  δικές  μου  περιορισμένες  δυνάμεις.  Και  τολμούσα  να  την  παρακαλέσω να συνεχίσει τούτο το έργο ενώ εγώ, βασιζόμενη στην εμπιστοσύνη που μου  ενέπνεε, θα περνούσα την υπόλοιπη ζωή μου μαζί με τους γονείς μου, κάνοντας προσευχές  γι' αυτήν, για τον μεγάλο δούκα, για τα παιδιά μου και για όλους όσοι μου είχαν κάνει καλό  ή  κακό.  Επειδή  από  τη  στενοχώρια  η  κατάσταση  της  υγείας  μου  είχε  φτάσει  στο  απροχώρητο,  όφειλα  —τουλάχιστον  στο  μέτρο  του  δυνατού—  να  προσπαθήσω  να  επιβιώσω. Έτσι, έκανα έκκληση προς αυτήν να με αφήσει να πάω στα ιαματικά λουτρά, κι  από κει στους γονείς μου».  Τούτο το γράμμα, η Αικατερίνη το έχει αναμφισβήτητα προσχεδιάσει εδώ και πολύ καιρό.  Και,  στη  συγκεκριμένη  περίπτωση,  σκέφτεται  πως  ήρθε  η  ώρα  να  τα  παίξει  όλα  για  όλα.  Απειλούμενη, απειλεί με τη σειρά της. «Μπλοφάρει», με τρομακτική ψυχραιμία. Αυτό που  δήθεν  αποτελεί  διακαή  της  επιθυμία  —με  άλλα  λόγια  η  αναχώρησή  της  από  τη  Ρωσία—  είναι στην πραγματικότητα αυτό που φοβάται περισσότερο. Άλλωστε, πού θα πήγαινε αν,  για  κακή  της  τύχη,  η  αυτοκράτειρα  εισάκουε  τις  προσευχές  της;  Στη  Γερμανία;  Ο  πατέρας  της έχει πεθάνει, ο μοναδικός της αδελφός, ο οποίος βρίσκεται σε ρήξη με το βασιλιά της  Πρωσίας,  πολεμάει  στον  αυστριακό  στρατό,  και  η  μητέρα  της,  που  ο  Φρειδερίκος  τη  στέρησε από τα εισοδήματα του δουκάτου του Τσερμπστ, έχει καταφύγει στο Παρίσι με το 

Digitized by 10uk1s 


όνομα «Κόμισσα  του  Όλντενμπουργκ».  Εκεί,  καταχρεωμένη,  μπερδεμένη  σε  κάποιες  πολιτικο‐ερωτικές  ίντριγκες,  ζει  την  τρισάθλια  ζωή  μιας  εξόριστης  ψέγοντας  τους  εχθρούς  της  και  τρέφοντας  την  ελπίδα  να  γίνει  δεκτή  στις  Βερσαλλίες.  Η  αυτοκράτειρα  δεν  θέλει  ούτε ν' ακούει να μιλούν γι' αυτήν την ενοχλητική «εξαδέλφη». Και η μεγάλη δούκισσα δεν  διαθέτει  τα  μέσα  για  ν'  ανταποκριθεί  από  το  προσωπικό  της  βαλάντιο  σε  όλες  τις  απαιτήσεις της μητέρας της. Το 1759, η Ιωάννα έχει ουσιαστικά καταστραφεί. Η κόρη της,  όπως  λέει,  δεν  της  στέλνει  παρά  μόνο  «μερικές  λίβρες  τσάι  και  λάπαθο».  Πράγματι,  η  Αικατερίνη θέλει να ξεχάσει οριστικά το παρελθόν της και την οικογένειά της. Αποτελεί μια  ακραία περίπτωση θεληματικού ξεριζώματος. Κάθε ενήλικη ύπαρξη ποτίζεται λίγο ως πολύ  από τα δροσερά νάματα της παιδικής της ηλικίας, χιλιάδες ευαίσθητες ίνες τη συνδέουν με  τα μυστικά χώματα της πατρίδας της. Εκείνη, όχι. Αποφάσισε μια για πάντα ότι η θέση της  ήταν  στη  Ρωσία.  Απ'  όλα  τα  συναισθήματα,  η  αμφιβολία  είναι  το  πιο  ξένο  προς  τη  φύση  της. Μισεί τα πισωγυρίσματα, τις τύψεις, τους δισταγμούς, τις υπεκφυγές. Από τα νεανικά  της  χρόνια,  ζει  μονάχα  για  να  μάχεται  και  να  νικάει.  Έτσι,  ελπίζει  τώρα  ότι  η  τσαρίνα,  εξαναγκασμένη  εκ  των  πραγμάτων  ν'  αποφασίσει,  θα  υποχωρήσει  μπροστά  σε  μια  τόσο  θεαματική αποκήρυξη. Ωστόσο, δεν είναι εντελώς ήσυχη όταν παραδίδει την επιστολή στα  χέρια  του  Αλέξανδρου  Σουβάλωφ  και  του  ζητάει  να  την  πάει  αμέσως  στη  Μεγαλειότητά  Της.  Εκείνος  υπόσχεται  να  εκτελέσει  την  παραγγελία  και,  με  μια  ξαφνική  γλυκύτητα,  δηλώνει  «κλείνοντας  το  μάτι»  ότι  οι  άμαξες  είναι  έτοιμες.  Βγαίνοντας  θριαμβευτικά,  η  Αικατερίνη  βρίσκει  στον  προθάλαμο  τον  μεγάλο  δούκα  και  την  Ελισάβετ  Βοροντζώφ  να  παίζουν  χαρτιά.  «Ο  μεγάλος  δούκας  σηκώθηκε  όταν  με  είδε  —πράγμα  που  δεν  το  έκανε  ποτέ— και εκείνη τον μιμήθηκε∙ απάντησα με μια βαθιά υπόκλιση και συνέχισα το δρόμο  μου»45.  Στο  θέατρο,  αντιμετωπίζει,  με  ψηλά  το  κεφάλι  και  καθαρή  ματιά,  την  κακεντρεχή  περιέργεια  εκατό  βλεμμάτων  στραμμένων  προς  το  θεωρείο  της.  Η  αυτοκράτειρα  δεν  έχει  έρθει. «Θα την εμπόδισε το γράμμα μου», σκέφτεται η Αικατερίνη με ικανοποίηση. Κατά τη  γνώμη  της,  αυτό  το  γράμμα  δεν  μπορεί  να  μείνει  χωρίς  απάντηση.  Ωστόσο  οι  μέρες  περνούν και η τσαρίνα παραμένει απόμακρη και βουβή. Ένας ογκόλιθος αδιαφορίας. Άραγε  της  πήγε  το  μήνυμα  ο  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ;  Η  Αικατερίνη  αναρωτιέται  γιατί  η  αυτοκράτειρα  είναι  τόσο  σκληρή  απέναντι  σ'  αυτήν,  που  τίποτα  σοβαρό  δεν  βαραίνει  τη  συνείδησή  της,  και  τόσο  επιεικής  προς  τον  Πέτρο,  ο  οποίος  εκδηλώνει  έναν  πρωσιανισμό  του χειρίστου είδους. Αναμφισβήτητα, επειδή είναι η νύφη, η παρείσακτη, και η Ελισάβετ  δεν συμπαθεί τις νέες γυναίκες. Και επειδή η Μεγαλειότητά Της υποψιάζεται ότι η μεγάλη  δούκισσα έχει αυταρχικό χαρακτήρα, ενώ θεωρεί τον μεγάλο δούκα ένα σκέτο ζωντόβολο.  Είναι  αρχή  της  Σαρακοστής.  Υπολογίζοντας  κάθε  της  κίνηση,  η  Αικατερίνη  αποφασίζει  να  κάνει καθημερινές και μακριές παρακλήσεις στην εκκλησία, μπροστά στον κόσμο, «ώστε να  διαπιστωθεί  η  αφοσίωσή  μου  στην  ελληνική  ορθόδοξη  πίστη»46.  Άδικος  κόπος.  Η  αυτοκράτειρα εξακολουθεί να αρνείται να τη δει. Και, πράγμα ακόμα χειρότερο, την τρίτη  βδομάδα  της  Σαρακοστής,  η  πιστή  κυρία  Βλαντισλάβωφ  αποσπάται  ξαφνικά  από  την  υπηρεσία  της  μεγάλης  δούκισσας,  ύστερα  από  διαταγή  της  άνασσας.  Παραδέρνοντας  ανάμεσα στην οργή και την απελπισία, η Αικατερίνη αναλύεται σε λυγμούς, αναγγέλλει ότι  η αντικαταστάτρια της κυρίας Βλαντισλάβωφ καλά θα κάνει να περιμένει απ' αυτήν «κάθε  είδους  κακομεταχείριση,  ακόμα  και  χτυπήματα»  και,  τελικά,  κάνει  την  άρρωστη  ανάμεσα  στις  γυναίκες  της  που  βρίσκονται  σε  απόγνωση,  και  πέφτει  στο  κρεβάτι.  Ο  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ φέρνει γιατρούς που, ο  ένας μετά τον  άλλο, παίρνουν το σφυγμό της μεγάλης  δούκισσας, τη βρίσκουν αδύναμη και εκφράζουν την επιθυμία να τη νοσηλεύσουν. Εκείνη  τους  διώχνει  και  ζητάει  έναν  εξομολογητή.  Όχι  όμως  οποιονδήποτε.  Τον  εξομολογητή  της  αυτοκράτειρας. Αυτός ο ιερέας, ο πατήρ Ντουμπιάνσκι, τυχαίνει να είναι θείος μιας από τις  καμαριέρες  της  Αικατερίνης.  Καλώντας  τον  στο  προσκέφαλό  της,  ελπίζει  να  εξασφαλίσει  έναν  κεχρισμένο  μεσάζοντα  ανάμεσα  στην  ίδια  και  την  τρομερή  Ελισάβετ.  Και  δεν  κάνει  λάθος.  Αφού  ακούσει  την  εξομολόγησή  της,  ο  γέροντας  ιερωμένος,  «λιγότερο  ηλίθιος  απ'  Digitized by 10uk1s 


ό,τι τον θεωρούσαν», τη δικαιώνει απόλυτα, καταδικάζει την κακία των εχθρών της, και την  παροτρύνει  να  φωνάζει  συνεχώς  από  το  κρεβάτι  της  ότι  θέλει  να  γυρίσει  στη  Γερμανία∙  γιατί, κατά τη γνώμη του, η Ελισάβετ δεν θα την αφήσει ποτέ να φύγει. Άλλωστε, δηλώνει  ότι  θα  πάει  αμέσως  στην  τσαρίνα  για  να  την  πείσει  να  δεχτεί  το  ταλαίπωρο  παιδί.  Και  κρατάει  το  λόγο  του.  Ο  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ  αναγγέλλει  στην  Αικατερίνη  ότι  η  αυτοκράτειρα την καλεί σε ακρόαση την «επόμενη νύχτα». Πράγματι, η Ελισάβετ είναι όλο  και  περισσότερο  βυθισμένη  σε  λήθαργο  στη  διάρκεια  της  ημέρας,  ενώ  ζωντανεύει  όταν  κοιμούνται οι άλλοι.  Στις 13 Απριλίου 1759, γύρω στις δέκα το βράδυ, η Αικατερίνη  σηκώνεται από το κρεβάτι  της,  λέει  να  την  ντύσουν  και  να  τη  χτενίσουν,  και  ετοιμάζεται  για  τη  μάχη.  Τα  νεύρα  της  είναι εξαιρετικά τεντωμένα. Ο Αλέξανδρος Σουβάλωφ της έχει υποσχεθεί ότι θα έρθει να τη  βρει  τα  μεσάνυχτα.  Περιμένει.  Δεν  έρχεται  κανείς.  Για  να  ηρεμήσει,  προσπαθεί  να  φιλοσοφήσει  τα  πράγματα:  «Η  ευτυχία  και  η  δυστυχία  βρίσκονται  μέσα  στην  καρδιά  και  στην ψυχή του καθενός∙ αν νιώσεις δυστυχία, ξεπέρασέ την και διαχώρισε την ευτυχία σου  από  κάθε  εξωτερικό  γεγονός»47.  Παρ'  όλες  τούτες  τις  θαρραλέες  εκκλήσεις  που  κάνει  στη  φαντασία  της,  είναι  τόσο  εξαντλημένη  και  ανήσυχη  που  σωριάζεται  σ'  έναν  καναπέ  και  αποκοιμιέται.  Γύρω  στη  μιάμιση  την  ξυπνούν.  Ο  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ  την  οδηγεί  στα  διαμερίσματα της αυτοκράτειρας και αποσύρεται αφού την αναγγείλει στη Μεγαλειοτάτη.  Εκεί βρίσκεται και ο μεγάλος δούκας. Επομένως, δεν πρόκειται για ένα τετ‐α‐τετ όπως είχε  ελπίσει η Αικατερίνη, αλλά για μια παράσταση ενώπιον δικαστηρίου όπου όλοι οι δικαστές  είναι  εχθρικά  διατεθειμένοι  απέναντί  της.  Ο  άνδρας  της  δεν  την  επισκέφθηκε  ούτε  μια  φορά στη διάρκεια της υποτιθέμενης αρρώστιας της. Έμαθε μάλιστα παρεμπιπτόντως ότι,  το ίδιο πρωί, είχε βάλει την Ελισάβετ Βοροντζώφ να του ορκιστεί πως θα τον παντρευόταν  μόλις θα έμενε χήρος: «Διασκέδαζαν ιδιαίτερα κι οι δυο τους με την αρρώστια μου».  Η  αίθουσα  όπου  η  Μεγαλειοτάτη  δέχεται  την  κατηγορουμένη  είναι  αχανής,  παγερή,  κακοφωτισμένη  από  καντηλέρια  τοποθετημένα  εδώ  κι  εκεί.  Ανάμεσα  σε  δυο  παράθυρα,  λάμπουν χρυσές λεκάνες που χρησιμεύουν για την τουαλέτα της αυτοκράτειρας. Σε μια απ'  αυτές,  η  Αικατερίνη  βλέπει  μια  δεσμίδα  με  χαρτιά.  Μα  αυτά  δεν  είναι  τα  γράμματά  της  προς  τον  Απράξιν  και  προς  τον  Μπεστούζεφ;  Βεβαιότατα.  Τα  αποδεικτικά  της  δίκης.  Έχει  πιαστεί  στην  παγίδα.  Πίσω  από  πλατιά  παραβάν  στημένα  απέναντι  στα  παράθυρα,  αντιλαμβάνεται αναπνοές, μαντεύει παρουσίες. Αργότερα, θα μάθει ότι ο ευνοούμενος της  Ελισάβετ,  ο  Ιβάν  Σουβάλωφ,  και  ο  εξάδελφός  του  κόμης  Πέτρος,  βρίσκονταν  χωμένοι  σ'  αυτή  την  κρυψώνα  για  ν'  ακούσουν  την  κατάθεσή  της.  Το  κοινό  είναι  στις  θέσεις  του.  Το  έργο  μπορεί  ν'  αρχίσει.  Από  ένστικτο,  η  Αικατερίνη  υιοθετεί  την  παρορμητικότητα,  την  ταραχή  και  την  αδυναμία  της  τσακισμένης  γυναίκας.  Απέναντί  της,  η  αυτοκράτειρα,  πελώρια,  φτιασιδωμένη  σαν  καρνάβαλος,  με  πλούσιο  στήθος  και  πλατείς  γοφούς,  την  κοιτάζει  με  ψυχρότητα.  Πέφτει  γονατιστή  στα  πόδια  τούτου  του  αγάλματος  της  αποδοκιμασίας  και  του  ανοίγει  την  καρδιά  της:  είναι  εξουθενωμένη,  δεν  την  αγαπάει  κανείς, ας την αφήσουν να γυρίσει στην πατρίδα της! Η αυτοκράτειρα, ιδιαίτερα επιρρεπής  από  τη  φύση  της  στις  συγκινήσεις,  σκουπίζει  βιαστικά  τα  μάτια  της  και,  συγκλονισμένη,  ζητάει από την Αικατερίνη να σηκωθεί. Εκείνη αρνείται.  «Πώς θέλετε να σας διώξω;» τη ρωτάει. «Θυμηθείτε ότι έχετε και παιδιά!»  «Τα παιδιά μου βρίσκονται στα χέρια σας και δεν θα μπορούσαν να έχουν καλύτερη τύχη»,  αποκρίνεται η Αικατερίνη, πάντοτε γονατιστή. «Ελπίζω πως δεν θα τα εγκαταλείψετε!»  «Και τι θα πω στον κόσμο γι' αυτή την αποπομπή;»  «Η Μεγαλειότητά Σας θα πει ό,τι κρίνει καλό, από τις αιτίες που προκάλεσαν τη δυσμένειά  σας και το μίσος του μεγάλου δούκα». 

Digitized by 10uk1s 


«Και πώς  θα  ζήσετε  στους  γονείς  σας;...  Η  μητέρα  σας  έχει  φύγει∙  αναγκάστηκε  να  εγκαταλείψει το σπίτι της και πήγε στο Παρίσι!»  «Το ξέρω», λέει αναστενάζοντας η Αικατερίνη. «Θεωρήθηκε υπέρ το δέον αφοσιωμένη στα  ρωσικά συμφέροντα, πράγμα που προκάλεσε τη δυσμένεια του βασιλιά της Πρωσίας!»48  Έτσι,  τόσο  η  Ιωάννα  όσο  και,  έμμεσα,  η  κόρη  της  εμφανίζονται  ως  οσιομάρτυρες  των  συμφερόντων  της  Ρωσίας.  Η  Ελισάβετ,  που  δεν  περίμενε  αυτή  την  εξήγηση,  σκέφτεται,  συγκινείται, απλώνει το χέρι σε τούτη τη νεαρή γυναίκα που έχει καταρρεύσει απέναντί της  μέσα στο όμορφο φόρεμά της, την υποχρεώνει να σηκωθεί και ψιθυρίζει:  «Μάρτυς  μου  ο  Θεός  πόσο  έκλαψα  όταν,  φτάνοντας  στη  Ρωσία,  αρρωστήσατε  και  κοντέψατε να πεθάνετε∙ αν δεν σας αγαπούσα, δεν θα σας κρατούσα εδώ».  Και,  ενώ  η  Αικατερίνη  αναλύεται  σε  ευχαριστίες  για  τις  αλλοτινές  καλοσύνες  της  αυτοκράτειρας, που κάνουν ακόμα πιο σκληρή την τωρινή δυσμένεια, η τελευταία έρχεται  κοντά της και της λέει με κομμένη την ανάσα:  «Είστε εξαιρετικά περήφανη. Θυμηθείτε κάποια μέρα στο Θερινό Ανάκτορο, σας πλησίασα  και σας ρώτησα αν πονούσε ο λαιμός σας: είχα δει ότι μετά βίας με χαιρετούσατε και ότι  μου απευθύνατε ένα απλό νεύμα του κεφαλιού, από περηφάνια και μόνο».  Η  Αικατερίνη  επιβεβαιώνει  την  ταπεινοφροσύνη  της  και  την  πιστή  της  λατρεία,  ωστόσο  η  άλλη τη διακόπτει:  «Μη φαντάζεστε ότι μονάχα εσείς διαθέτετε πνεύμα!».  «Αν  φανταζόμουν  κάτι  τέτοιο»,  αποκρίνεται  μ'  έναν  αναστεναγμό,  «το  πιστεύω  μου  θα  γκρεμιζόταν ολότελα από την τωρινή μου κατάσταση και, κατά μείζονα λόγο, από τούτη τη  συζήτηση. Γιατί διαπιστώνω ότι από βλακεία δεν είχα καταλάβει μέχρι τώρα αυτό που τόσο  εύσχημα μου είπατε πριν από τέσσερα χρόνια!»  Ο  μεγάλος  δούκας,  απογοητευμένος  από  την  τροπή  τούτης  της  συζήτησης  —όπου  οι  αντιδράσεις  του πληγωμένου εγωισμού υπερισχύουν των πολιτικών θεωρήσεων—, μιλάει  χαμηλόφωνα  στη  γωνιά  του  με  τον  Αλέξανδρο  Σουβάλωφ.  Ξαφνικά,  υψώνοντας  τον  τόνο  της φωνής του, λέει:  «Η κακία της και η ξεροκεφαλιά της δεν έχουν όρια!».  «Αν  μιλάτε  για  μένα»,  αναφωνεί  η  Αικατερίνη,  «βρίσκομαι  στην  ευχάριστη  θέση  να  σας  απαντήσω, παρουσία της Μεγαλειότητάς Της, ότι πράγματι είμαι κακιά απέναντι σ' αυτούς  που σας συμβουλεύουν να κάνετε αδικίες και ότι έχω γίνει ξεροκέφαλη αφότου βλέπω πως  η καλή μου προαίρεση δεν οδηγεί παρά μόνο στην εχθρότητά σας!»  Κάθε στιγμή που περνάει αποκτά και περισσότερη σιγουριά. Άραγε θα τα καταφέρει να τη  γλιτώσει  με  μοναδικό  τίμημα  μια  συνηθισμένη  κατσάδα,  ένα  δυσάρεστο  μικροεπεισόδιο  μεταξύ θείας και ανιψιάς; Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η αυτοκράτειρα δείχνει να έχει  ξεχάσει  το  κυριότερο  αδίκημά  της:  εκείνο  της  προδοσίας.  Πηγαινοέρχεται  στο  δωμάτιο,  μέσα στο επίσημο φόρεμά της που θροΐζει. Και ξαφνικά, η επίθεση κατά μέτωπο. Η τελική  έφοδος μετά τις αψιμαχίες.  «Ανακατεύεστε  σε  πολλά  πράγματα  που  δεν  σας  αφορούν»,  λέει  η  τσαρίνα  κατακεραυνώνοντας με το βλέμμα την Αικατερίνη. «Εμένα ούτε που θα μου περνούσε από  το μυαλό να κάνω  κάτι τέτοιο την εποχή της αυτοκράτειρας Άννας. Πώς, για παράδειγμα,  τολμήσατε να στείλετε διαταγές στο στρατάρχη Απράξιν;»  Digitized by 10uk1s 


Η Αικατερίνη τινάζεται:  «Εγώ; Ποτέ δεν μου ήρθε η ιδέα να του στείλω!».  «Πώς μπορείτε να αρνείστε ότι του γράψατε; Τα γράμματα βρίσκονται εκεί μέσα, σ' αυτό το  σκεύος!»  Της δείχνει τα χαρτιά μέσα στη χρυσή λεκάνη και προσθέτει:  «Σας έχει απαγορευθεί να γράφετε!».  «Είναι  γεγονός  ότι  καταπάτησα  αυτή  την  απαγόρευση  και  σας  ζητώ  συγγνώμη»,  λέει  η  Αικατερίνη δίχως να χάσει το θάρρος της. «Εφόσον όμως τα γράμματά μου βρίσκονται εκεί,  μπορούν  να  αποδείξουν  στη  Μεγαλειότητά  σας  ότι  δεν  του  έστειλα  ποτέ  διαταγές  του  Απράξιν.  Στο  ένα  τού  έλεγα  πως  συζητείται  η  συμπεριφορά  του...  Τα  δύο  άλλα  δεν  περιλαμβάνουν  παρά  συγχαρητήρια  για  τη  γέννηση  του  γιου  του  και  ευχές  για  τον  καινούργιο χρόνο.  «Ο Μπεστούζεφ είπε ότι υπήρχαν και πολλά άλλα».  Δίχως να χαμηλώσει τα μάτια, η Αικατερίνη αποκρίνεται με ήρεμη φωνή:  «Αν ο Μπεστούζεφ λέει κάτι τέτοιο, ψεύδεται».  «Ε,  τότε»,  αναφωνεί  η  Ελισάβετ,  «εφόσον  ψεύδεται  εις  βάρος  σας,  θα  διατάξω  να  τον  βασανίσουν!»  Η  Αικατερίνη  μένει  ατάραχη.  Μια  τόσο  χοντροκομμένη  απειλή  θα  μπορούσε  μόνο  να  την  κάνει  να  γελάσει.  Τώρα  πια  είναι  σίγουρη  πως  οι  λεγόμενες  αποδείξεις  οι  οποίες  έχουν  συγκεντρωθεί εναντίον της είναι αερολογίες. Η αυτοκράτειρα, αφού ξέσπασε την οργή της,  σιγά σιγά καταλαγιάζει. Και ο μεγάλος δούκας βρίσκει την ώρα για να εκτοξεύσει αδέξια τις  κατάρες  του  ενάντια  στη  σύζυγό  του.  Εικάζοντας  πως  λίγο  ακόμα  και  θα  κερδίσει  το  παιχνίδι,  θέλει  να  μεταστρέψει  την  κατάσταση.  «Ήταν  ηλίου  φαεινότερο»,  θα  γράψει  η  Αικατερίνη,  «ότι  ήθελε  να  με  βγάλει  από  τη  μέση  και  να  τοποθετήσει  στη  θέση  μου,  αν  βέβαια περνούσε από το χέρι του, την ερωμένη του. Ζαλισμένη από τις αγριοφωνάρες του  ανιψιού  της,  η  αυτοκράτειρα  εκδηλώνει  σημάδια  κόπωσης.  Μέσα  σ'  αυτόν  τον  συζυγικό  καβγά,  όπου  ο  σύζυγος  χειρονομεί  και  ξελαρυγγιάζεται,  ενώ  η  γυναίκα  του  σωπαίνει  με  αξιοπρέπεια,  η  συμπάθεια  στρέφεται  σαφώς  προς  τη  γυναίκα.  Η  αυτοκράτειρα  πλησιάζει  την  Αικατερίνη  και,  με  μια  ματιά  γεμάτη  σημασία  προς  την  πλευρά  του  ανιψιού  της,  λέει  χαμηλόφωνα:  «Θα  είχα  να  σας  πω  κι  άλλα  πράγματα,  αλλά  δεν  θέλω  να  οξύνω  περισσότερο  την  κατάσταση μεταξύ σας!».  Τούτη  η  μαρτυρία  εμπιστοσύνης,  ύστερα  από  μια  σκληρή  αναμέτρηση,  κάνει  την  Αικατερίνη  να  συνειδητοποιήσει  το  μέγεθος  της  νίκης  της.  «Ένιωσα  να  με  πλημμυρίζει  το  συναίσθημα», θα γράψει. Και ψιθυρίζει στο αυτί της αυτοκράτειρας:  «Ούτ' εγώ μπορώ να μιλήσω, αν και αισθάνομαι επιτακτικά την επιθυμία να σας ανοίξω την  καρδιά και την ψυχή μου».  Τα μάτια της αυτοκράτειρας γεμίζουν δάκρυα ξανά. Για να κρύψει την ταραχή της, διώχνει  την  Αικατερίνη  και  τον  μεγάλο  δούκα,  ενώ  κρατάει  μαζί  της  μονάχα  τον  Αλέξανδρο  Σουβάλωφ. Είναι τρεις τα ξημερώματα. Εξουθενωμένη αλλά και ακτινοβολώντας από χαρά,  η Αικατερίνη έχει ήδη βάλει τις καμαριέρες της να τη γδύσουν όταν χτυπάει την πόρτα του 

Digitized by 10uk1s 


δωματίου της  ο  Σουβάλωφ.  Έρχεται  εκ  μέρους  της  αυτοκράτειρας,  η  οποία  «στέλνει  χαιρετισμούς»  στη  μεγάλη  δούκισσα,  την  παρακαλεί  να  μη  στενοχωριέται  και  της  υπόσχεται να έχει μια δεύτερη συζήτηση μαζί της, τούτη τη φορά μόνες τους. Ο ύπνος της  Αικατερίνης είναι εκείνη τη νύχτα πανάλαφρος. Την επομένη, της μεταφέρουν τα λόγια της  Μεγαλειοτάτης  προς  έναν  αυλικό:  «Η  μεγάλη  δούκισσα  είναι  φιλαλήθης  και  δίκαιη∙  πρόκειται για μια γυναίκα με πολύ πνεύμα, ενώ ο ανιψιός μου είναι ζώον»49.  Παρά  τα  κολακευτικά  τούτα  λόγια,  η  Αικατερίνη  δεν  παύει  να  περιμένει  τη  «δεύτερη  συζήτηση» την οποία της έχει υποσχεθεί η Ελισάβετ. Μήπως όμως η αυτοκράτειρα, οκνηρή  και  ευμετάβλητη,  αλλάξει  πάλι  γνώμη;  Πάντως,  η  αναίδεια  του  Πέτρου  δεν  έχει  διόλου  μειωθεί∙  όσο  για  τη  Βοροντζώφ,  είναι  τόσο  σίγουρη  πως  αυτός  θα  την  παντρευτεί  που  δέχεται  τους  γνωστούς  της  στο  δουκικό  διαμέρισμα  σύμφωνα  με  όλους  τους  κανόνες  της  φιλοξενίας,  λες  και  ήταν  ήδη  εγκατεστημένη  εκεί  ως  νόμιμη  σύζυγος.  Φοβούμενη  μήπως,  με  την  πάροδο  των  εβδομάδων,  χάσει  ό,τι  κέρδισε  κατά  τη  νυχτερινή  της  μάχη,  η  Αικατερίνη  κάνει  και  πάλι  λόγο  για  αναχώρηση.  Το  κόλπο  της  πετυχαίνει  για  μια  ακόμη  φορά.  Ένας  από  τους  χειρότερους  εχθρούς  της  και  σύμμαχος  του  μεγάλου  δούκα,  ο  αντικαγκελάριος  κόμης  Μιχαήλ  Βοροντζώφ,  την  ικετεύει,  κλαίγοντας  και  ξεφυσώντας  (πάσχει από «ένα είδος βρογχοκήλης»), να εγκαταλείψει ένα σχέδιο που στενοχωρεί τόσο  την  αυτοκράτειρα!  Εκείνη  επιμένει.  Αναφέρεται  στα  παιδιά  της  που  της  τα  κρύβουν.  Επαναλαμβάνει ότι όλα εδώ θαρρείς και γίνονται για να την ωθήσουν να φύγει. Ύστερα από  μερικές  ημέρες,  της  επιτρέπουν  να  δει  το  γιο  της  και  την  κόρη  της,  και  μάλιστα  το  ίδιο  απόγευμα, στις τρεις, και την πληροφορούν ότι, μετά απ' αυτή την επίσκεψη, θα τη δεχτεί η  Μεγαλειοτάτη.  Ακριβής  στο  ραντεβού,  βρίσκεται  μπροστά  σε  δυο  μικρούς  ξένους,  οι  οποίοι  την  αντιμετωπίζουν  ψυχρά  και  δίχως  να  καταλαβαίνουν:  ο  Παύλος  είναι  πέντε  χρόνων  και  η  Άννα  μόλις  μερικών  μηνών.  Η  Αικατερίνη  παίζει  μαζί  τους,  μέσα  σ'  έναν  κύκλο  από  παραμάνες  και  γκουβερνάντες  που  παρακολουθούν  τη  σκηνή  με  μάτι  επιτιμητικό.  Στην  πραγματικότητα,  δεν  είναι  και  τόσο  συγκινημένη.  Αυτά  τα  δύο  όντα  τα  γέννησε  για  λογαριασμό  μιας  άλλης.  Υποταγμένη  σε  κάτι  σαν  αφηρημένη  μητρότητα,  σκέφτεται  περισσότερο  την  επικείμενη  συνάντησή  της  με  την  αυτοκράτειρα  παρά  τα  δροσερά  προσωπάκια  που  χορεύουν  μπροστά  της.  Ανυπομονεί  σχεδόν  να  τα  εγκαταλείψει  για  να  συναντήσει  εκείνη  από  την  οποία  εξαρτάται  το  πεπρωμένο  της.  Τελικά,  ο  Αλέξανδρος  Σουβάλωφ  της  αναγγέλλει  ότι  μπορεί  να  δει  την  αυτοκράτειρα.  Σπεύδει.  Η  πόρτα  ανοίγει  και  κλείνει  ξανά.  Βρίσκονται  πρόσωπο  με  πρόσωπο.  Δεν  υπάρχει  στην  αίθουσα  ούτε  το  παραμικρό παραβάν για να κρύψει πίσω του ένα μάρτυρα. Ευθύς εξαρχής, η τσαρίνα θέτει  έναν  όρο:  «Απαιτώ  να  μου  πείτε  την  αλήθεια  σε  οτιδήποτε  σας  ρωτήσω».  Η  Αικατερίνη  ορκίζεται  «να  της  ανοίξει  την  καρδιά  της  χωρίς  κανένα  δισταγμό».  Γίνεται  και  πάλι  λόγος  για τα γράμματα προς τον Απράξιν, για την προδοσία του Μπεστούζεφ, για την ανάρμοστη  συμπεριφορά του μεγάλου δούκα... Αναμφισβήτητα —αν και η Αικατερίνη είναι βουβή σ'  αυτό το σημείο στα Απομνημονεύματά της— η τσαρίνα θέλει να μάθει περισσότερα για τις  ερωτικές σχέσεις της ανιψιάς της με τον Σέργιο Σαλτικώφ και  τον Στανισλάς Πονιατόφσκι,  για  την  ψυχρότητά  της  με  τον  Πέτρο,  για  τον  πραγματικό  πατέρα  του  Παύλου  και  της  Άννας50.  Όπως  κι  αν  έχουν  τα  πράγματα,  ύστερα  απ'  αυτή  την  εξήγηση  κεκλεισμένων  των  θυρών,  ένα  είδος  modus  vivendi  καθιερώνεται  μεταξύ  των  δύο  γυναικών:  μια  ειρήνη  έντιμη  και  υποτονική,  φτιαγμένη  από  παραχωρήσεις,  υποταγή  και  επιτήρηση.  Η  Αικατερίνη  εμφανίζεται  και  πάλι  στην  Αυλή  και  δεν  αναφέρεται  πια  στην  αναχώρησή  της  από  τη  Ρωσία. «Η αυτοκράτειρα της έκανε εξαιρετική υποδοχή, πολύ πιο φιλική απ' ό,τι συνήθως»,  γράφει ο μαρκήσιος ντε λ' Οπιτάλ. Η μεγάλη δούκισσα απέσπασε το δικαίωμα να βλέπει τα  παιδιά  της  μια  φορά  την  εβδομάδα,  πράγμα  ανέλπιστο.  Έχουν  γαλουχηθεί  στο 

Digitized by 10uk1s 


αυτοκρατορικό παλάτι  του  Πέτερχοφ,  ενώ  η  ίδια  μένει  στο  παλάτι  του  Οράνιενμπαουμ,  είκοσι βέρστια μακριά. Οι δίνες της πολιτικής δεν την αγγίζουν πλέον. Άλλωστε, η υπόθεση  Μπεστούζεφ  έληξε  άδοξα.  Η  θανατική  ποινή  η  οποία  θα  επιβαλλόταν  στον  προδότη  υπουργό ανεκλήθη. Απλώς εξορίστηκε στα κτήματά του. Οι «συνένοχοι» του Μπερνάρντι,  Ελάγκιν  και  Αντοντούρωφ  είχαν  ανάλογη  τύχη.  Τέλος,  ο  Στανισλάς  Πονιατόφσκι  διώχθηκε  από  τη  Ρωσία.  Η  Αικατερίνη  δέχτηκε  τούτο  το  πλήγμα  με  νηφαλιότητα  γεμάτη  πικρία.  Το  περίμενε  τόσο  καιρό!  Ωστόσο,  τον  Απρίλιο  του  1759,  μερικές  εβδομάδες  μετά  την  αναχώρηση  του  εραστή  της,  χάνει  την  κόρη  την  οποία  απέκτησε  απ'  αυτόν,  τη  μικρή  πριγκίπισσα Άννα. Κι αυτός ο ξαφνικός χαμός τη βυθίζει στα δάκρυα. Ευτυχώς που το παιδί  πέθανε  μακριά  της!  Θα  την  κατηγορούσαν  ότι  δεν  ήξερε  να  το  φροντίσει.  Την  επόμενη  χρονιά,  πεθαίνει  η  μητέρα  της  στο  Παρίσι.  Οι  Γάλλοι  σφραγίζουν  την  αλληλογραφία  της  Ιωάννας. Η Αικατερίνη φοβάται μήπως ορισμένα γράμματα τα οποία είχε στείλει κρυφά στη  νεκρή  επιστραφούν  στη  Ρωσία  και  πέσουν  στα  χέρια  της  τσαρίνας.  Αλλά  ο  δούκας  ντε  Σουαζέλ βολεύει τα πράγματα όσο γίνεται καλύτερα. Τα επικίνδυνα ντοκουμέντα καίγονται.  Ως  προς  τα  έπιπλα,  οι  πολυάριθμοι  δανειστές  της  «κόμισσας  του  Όλντενμπουργκ»  τους  έκαναν  κατάσχεση  και  απείλησαν  πως  θα  τα  βγάλουν  στο  σφυρί.  Δυσανασχετώντας,  η  αυτοκράτειρα δέχεται να πληρώσει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες φράγκα για ν' αποφύγει  το  σκάνδαλο.  Αν  και  ανακουφισμένη,  η  Αικατερίνη  νιώθει  έντονο  το  κενό  γύρω  της.  Είναι  απομονωμένη  ακόμα  και  στο  πολιτικό  πεδίο.  Την  εποχή  που  ο  Μπεστούζεφ  διηύθυνε  τις  υποθέσεις  της  αυτοκρατορίας,  ήξερε  ότι  θα  την  υποστήριζε  μέχρι  τέλους.  Τώρα  που  τον  έχουν ουσιαστικά εξοντώσει, δεν μπορεί πια να βασίζεται παρά μόνο στον εαυτό της, όσον  αφορά την καθημερινή της πάλη για το θρόνο. Αυτό δεν την τρομάζει. Κυριότερο ατού της  θεωρεί  την  αντιδημοτικότητα  του  μεγάλου  δούκα.  Όσο  περισσότερο  θα  καταπλήξει  την  Αυλή  με  την  τρέλα  του  τόσο  πιο  πολλές  πιθανότητες  έχει  αυτή  να  τον  υποσκελίσει.  Η  αυτοκράτειρα  τώρα  πια  δεν  υπολογίζεται.  Βρίσκεται  στα  τελευταία  της.  Ο  δρόμος  της  διαδοχής  είναι  κατ'  ουσίαν  ανοιχτός.  Η  Αικατερίνη  είναι  τριάντα  χρόνων.  Και  έχει  μια  ακόρεστη πείνα για εξουσία και για έρωτα. Πολλές φορές της φαίνεται ότι δεν έχει αρχίσει  ακόμη να ζει. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ  ΕΡΩΤΑΣ, ΕΡΕΒΟΣ, ΑΠΙΣΤΙΑ  Ενώ  η  Αικατερίνη  προσπαθεί  να  συγκεντρώσει  μερικούς  οπαδούς  στα  σαλόνια  της  πρωτεύουσας, ο πόλεμος συνεχίζεται μακριά, βίαιος, αιματηρός και αβέβαιος. Οι Ρώσοι, με  επικεφαλής τον Φέρμορ, έχουν καταλάβει το Καίνιγκσμπεργκ από τον Ιανουάριο του 1758  και,  στις  25  Αυγούστου  της  ίδιας  χρονιάς,  έδωσαν,  στο  Τσόρντορφ,  μια  μάχη  φονική  και  ταυτόχρονα  τόσο  αμφίβολη  που  καθένα  από  τα  δύο  στρατόπεδα  θεωρεί  τον  εαυτό  του  νικητή και τελεί δοξολογίες. Την επόμενη χρονιά, ο Φρειδερίκος ηττάται από τους Ρώσους  στο  Κούνερσντορφ  και  οι  Αυστριακοί  καταλαμβάνουν  τη  Σαξονία.  Ωστόσο,  ο  βασιλιάς  της  Πρωσίας ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία του και, τον Αύγουστο του 1760, δίνει τη μάχη του  Λίγκνιτς. Ύστερα από δύο μήνες, Αυστριακοί και Ρώσοι μπαίνουν στο Βερολίνο. Αλλά λίγο  μετά,  αναγκάζονται  να  εκκενώσουν  την  πόλη.  Στο  Τοργκάου  σημειώνεται  νέα  νίκη  των  Πρώσων.  Τούτες  οι  ξαφνικές  αναλαμπές  ενός  εχθρού  που  θεωρούνταν  ότι  είχε  γονατίσει  προκαλούν  στο  περιβάλλον  της  αυτοκράτειρας  ανάμικτα  συναισθήματα  οργής  και  θαυμασμού.  Πώς  να  μη  χαιρετίσουν  το  αγωνιστικό  πνεύμα  τούτου  του  βασιλιά,  ο  οποίος  αρνείται  να  καταθέσει  τα  όπλα  μπροστά  σε  τρεις  μεγάλες  συνασπισμένες  δυνάμεις;  Παρ'  όλα αυτά, το ηθικό των στρατιωτών που βρίσκονται στα μεσαία σκαλοπάτια της ιεραρχικής  κλίμακας,  που  προέρχονται  κατά  πλειονότητα  από  την  τάξη  των  ευγενών  και  είναι  διαποτισμένοι  με  πατριωτικές  παραδόσεις,  είναι  εντελώς  διαφορετικό  από  εκείνο  των  ανθρώπων  του  παλατιού.  Με  τους  διπλωμάτες  της,  τους  ξένους  επισκέπτες  της  και  τις  οικογενειακές  συμμαχίες  τις  οποίες  διατηρεί  πέρα  από  τα  σύνορα,  η  Αυλή  αποτελεί  έναν  κύκλο  ανθρώπων  που  υπόκεινται  στις  εξωτερικές  επιρροές.  Εκεί,  χαίρει  εκτίμησης  όποιος  ακούει  με  ενδιαφέρον  τους  αντίλαλους  της  Ευρώπης.  Επαίρεται  όποιος  έχει  ανοιχτό  πνεύμα.  Αντίθετα,  στις  τάξεις  του  στρατού,  πρέπει  κανείς  να  είναι  πρώτα  απ'  όλα  Ρώσος.  Πολλοί  αξιωματικοί  δεν  κρύβουν  την  αγανάκτησή  τους  μπροστά  στη  συμπάθεια  που  ορισμένα έγκριτα πρόσωπα της αυτοκρατορίας εκδηλώνουν κατά τη διάρκεια του πολέμου  απέναντι στην πρωσική πλευρά. Μερικοί μάλιστα υπαινίσσονται ότι ο μεγάλος δούκας, με  τη  γνωστή  σε  όλους  λατρεία  του  προς  τον  Φρειδερίκο,  προδίδει  τη  Ρωσία  παρέχοντας  πληροφορίες  σ'  αυτόν  που  αποκαλεί  «βασιλιά  και  αφέντη  του».  Και  είναι  αλήθεια  πως  ο  Πέτρος,  θαμπωμένος  από  το  είδωλό  του,  έχει  ένα  και  μόνο  μέλημα:  να  του  κοινοποιεί  οτιδήποτε  λέγεται  στις  μυστικές  συνεδριάσεις  του  πολεμικού  συμβουλίου  της  αυτοκράτειρας.  Ο  νέος  πρεσβευτής  της  Αγγλίας  Κηθ  συγκεντρώνει  αυτές  τις  πληροφορίες  και τις διοχετεύει δια της ταχύτερης οδού στον Φρειδερίκο. Έτσι, ο βασιλιάς της Πρωσίας  ενημερώνεται  για  τις  κινήσεις  τις  οποίες  μελετούν  τα  ρωσικά  στρατεύματα,  πριν  καν  ειδοποιηθούν  οι  αμέσως  ενδιαφερόμενοι.  Σε  αντάλλαγμα  των  υπηρεσιών  του,  ο  μεγάλος  δούκας  εισπράττει  βέβαια  κάποια  χρήματα,  ωστόσο  θα  έκανε  αναμφισβήτητα  το  ίδιο  για  την  αίγλη  και  μόνο  της  χειρονομίας.  Στη  διάρκεια  του  καλοκαιριού  του  1759  εκδηλώνει  έντονο  ενδιαφέρον  για  την  τύχη  ενός  Πρώσου  αξιωματικού  που  συνελήφθη  αιχμάλωτος  κατά  τη  μάχη  του  Τσόρντορφ.  Πρόκειται  για  τον  κόμη  Σβέριν,  υπασπιστή  του  βασιλιά  της  Πρωσίας.  Αυτός  ο  επιφανής  κρατούμενος  μεταχειρίζεται  από  τους  Ρώσους  ως  ευγενής  ταξιδιώτης,  περαστικός  από  την  πρωτεύουσα.  Αποτελεί  τιμή  για  όλους  να  τον  καλωσορίζουν και να τον δεξιώνονται. «Αν ήμουν αυτοκράτορας, δεν θα γινόσασταν ποτέ  αιχμάλωτος  πολέμου!»  του  λέει  ο  Πέτρος  με  ενθουσιασμό.  Και  τον  εγκαθιστά  στην  Αγία  Πετρούπολη, σ' ένα σπίτι κοντά στο αυτοκρατορικό παλάτι.  Πλάι  σ'  αυτόν  τον  ένδοξο  ηττημένο,  έχουν  τοποθετηθεί  δυο  Ρώσοι  αξιωματικοί,  περισσότερο  για  συντροφιά  παρά  για  επιτήρηση.  Ο  ένας  απ'  αυτούς  είναι  ο  νεαρός  υπολοχαγός Γρηγόρης Ορλώφ, ο οποίος συμπεριφέρθηκε ηρωικά στην ίδια αυτή μάχη του  Τσόρντορφ.  Τρεις  φορές  πληγωμένος,  εκώφευσε  στις  προτροπές  του  περιβάλλοντός  του  και,  επικεφαλής  των  ανδρών  του,  συνέχισε  τον  αγώνα  με  περισσότερη  ακόμα 

Digitized by 10uk1s 


μαχητικότητα. Για  να  τον  ανταμείψουν  και  για  να  του  δώσουν  κατά  κάποιο  τρόπο  την  ευκαιρία  να  ξεκουραστεί,  οι  προϊστάμενοί  του  τον  έστειλαν  στην  Αγία  Πετρούπολη  ως  σωματοφύλακα  του  κόμη  Σβέριν.  Αυτή  την  «ξεκούραση»,  ο  Γρηγόρης  Ορλώφ  την  απολαμβάνει κυρίως στις αίθουσες των παιχνιδιών, στα αναψυκτήρια και τα κρεβάτια των  κοριτσιών.  Παρ'  όλα  αυτά,  δεν  λέει  όχι  και  στις  γυναίκες  περιωπής.  Έτσι,  σαγηνεύει  και  κλέβει  την  όμορφη  Ελένη  Κουράκιν,  ερωμένη  του  ιεραρχικώς  ανωτέρου  του  στρατηγού  Πέτρου  Σουβάλωφ51.  Ο  κίνδυνος  στον  οποίο  εκτίθεται  —είτε  οφείλεται  σε  πάθος  είτε  σε  αποκοτιά—  κάνει  τις  γυναικείες  καρδιές  να  χτυπήσουν.  Τα  ερωτικά  του  κατορθώματα  δίνουν ακόμα μεγαλύτερη αίγλη στα ανδραγαθήματά του. Όλοι τον θεωρούν θεότρελο και  τον  θαυμάζουν.  Ήταν  επόμενο,  λοιπόν,  ο  Πέτρος  Σουβάλωφ  να  τσακίσει  τη  σταδιοδρομία  του  υπεροπτικού  υπολοχαγού.  Ωστόσο  ο  νεαρός  άνδρας  ευνοείται  από  το  άστρο  του:  ο  στρατηγός  πεθαίνει  ξαφνικά,  πριν  προλάβει  να  πάρει  εκδίκηση  για  την  τιμή  του.  Οι  γυναίκες πιστεύουν σ' ένα θαύμα, οι άνδρες κατσουφιάζουν. Για κείνες, ο Γρηγόρης Ορλώφ  είναι  μια  δύναμη  της  φύσης∙  για  κείνους,  ένας  γυναικάς,  ένας  φιλοπόλεμος,  που  η  ανάρμοστη  συμπεριφορά  του  είναι  άξια  παραδειγματικής  τιμωρίας.  Και  η  Αικατερίνη  παρακολουθεί  διασκεδάζοντας  από  το  ησυχαστήριό  της  τα  λακτίσματα  τούτου  του  ορμητικού πουλαριού.  Στα  συντάγματα  της  φρουράς,  υπάρχουν  πέντε  αδέρφια  με  το  όνομα  Ορλώφ:  ο  Ιβάν,  ο  Γρηγόρης,  ο  Αλέξης,  ο  Φεντόρ  και  ο  Βλαντιμίρ.  Από  τους  πέντε,  ο  δεύτερος,  ο  Γρηγόρης,  είναι  αναμφισβήτητα  ο  πιο  γοητευτικός.  Πολύ  ψηλός,  με  αθλητικό  παράστημα,  έχει  ένα  περήφανο κεφάλι με κανονικά χαρακτηριστικά. Η γλυκύτητα και η φινέτσα του προσώπου  του έρχονται σε παράξενη αντίθεση με την αίσθηση δύναμης την οποία αναδίνει το κορμί  του.  Αυτός  ο  τρομερός  κολοσσός  έχει  βλέμμα  βελούδινο  και  χαμόγελο  σχεδόν  γυναικείο.  Είναι  οπωσδήποτε  ωραιότερος  από  τον  Στανισλάς  Πονιατόφσκι  —που  η  αναχώρησή  του  λύπησε βέβαια την Αικατερίνη—, ωραιότερος ακόμα και από τον Σέργιο Σαλτικώφ. Ωστόσο,  η  ευφυΐα  του  είναι  μέτρια  και  η  μόρφωσή  του  σχεδόν  ανύπαρκτη.  Είναι  ταπεινής  καταγωγής.  Ο  παππούς  του,  απλός  τοξότης,  είχε  κινδυνεύσει  το  1689,  στη  διάρκεια  της  επανάστασης  των  Στρέλτσι.  Καταδικασμένος  σε  θάνατο  και  οδηγημένος  στον  τόπο  της  εκτέλεσης,  κλώτσησε  ήρεμα  το  αιμόφυρτο  κεφάλι  ενός  συντρόφου  του  που  είχε  αποκεφαλιστεί  πριν  απ'  αυτόν,  και  προχώρησε  προς  το  ικρίωμα.  Θαυμάζοντας  τόση  αδιαφορία,  ο  Πέτρος  ο  Μέγας  αποφάσισε  να  του  δώσει  χάρη.  Εντεταγμένος  στον  τακτικό  στρατό, ο ένοχος υπηρέτησε πιστά τον τσάρο και  έγινε αξιωματικός. Ο γιος του Γρηγόρης  Ιβάνοβιτς,  ο  οποίος  έγινε  κυβερνήτης  του  Νόβγοροντ,  παντρεύτηκε  στα  πενήντα  τρία  του  χρόνια μια δεσποινίδα ευγενούς καταγωγής ονόματι Ζηνόβιεφ, και απέκτησε εννέα γιους,  από  τους  οποίους  επέζησαν  οι  πέντε.  Αυτοί  οι  πέντε  γόνοι  «ηρωικής  εμβέλειας»,  είναι  οι  πέντε αδελφοί Ορλώφ, των οποίων τα κατορθώματα αποτελούν το κύριο θέμα συζήτησης  στην  Αυλή  και  την  πόλη.  Ενωμένοι  σαν  γροθιά,  είναι  μια  χαρούμενη  συντροφιά  όπου  η  εμπιστοσύνη  και  η  αλληλεγγύη  αποτελούν  τον  κανόνα.  Με  περιορισμένο  πνεύμα  και  εξαιρετική  υγεία,  έχουν  όλοι  τους  υψηλά  ανεπτυγμένο  το  αίσθημα  της  τιμής,  της  αγάπης  για το σύνταγμά τους, και επιδίδονται με πάθος στο ποτό, στα χαρτιά και τις γυναίκες. Οι  στρατιώτες τους τούς λατρεύουν για τη σχεδόν αυθόρμητη ανδρεία τους και τα ελευθέρια  ήθη  τους.  Είναι  βασιλιάδες  στους  στρατώνες  τους.  Και  στην  Αυλή,  πολλά  βλέμματα  είναι  στραμμένα πάνω τους.  Κάποιο  βράδυ,  ο  Γρηγόρης  Ορλώφ,  ο  οποίος  έχει  συνοδεύσει  τον  «αιχμάλωτο»  Σβέριν  σε  μια δεξίωση στο σπίτι του μεγάλου δούκα, βρίσκεται τυχαία στη φρουρά του παλατιού. Η  Αικατερίνη, που είχε μόλις μια δυσάρεστη σκηνή με τον άνδρα της, βγαίνει κλαίγοντας στο  παράθυρο  του  δωματίου  της  για  να  πάρει  αέρα  και  βλέπει  κάτω  ένα  γίγαντα  με  κεφάλι  αρχαγγέλου.  Εκείνος  υψώνει  προς  το  μέρος  της  ένα  βλέμμα  θαυμασμού  ανάμικτου  με  σεβασμό.  Αισθάνεται  να  λιώνει  και  δεν  σκέφτεται  πια  παρά  μόνο  πώς  θα  γνωριστεί  μ'  αυτόν  τον  παρηγορητή  που  της  στέλνει  ο  ουρανός52.  Προφανώς,  δεν  είναι  αρκετά  καλής 

Digitized by 10uk1s 


γενιάς ώστε να γίνει δεκτός στην Αυλή, στον κύκλο της μεγάλης δούκισσας, όπως ο Σέργιος  Σαλτικώφ, ο Στανισλάς Πονιατόφσκι ή ακόμα και ο Ζαχαρίας Τσερνιτσέφ. Η Αικατερίνη, που  ξέρει πόσο λυσσάνε οι εχθροί της για ν' αμαυρώσουν το όνομά της, δεν αναλαμβάνει τον  κίνδυνο να εισαγάγει στον κύκλο των οικείων της έναν καβαλιέρο τόσο αμφίβολης φήμης.  Έτσι, αναθέτει στη φίλη της Πρασκοβί Μπρυς να τους κανονίσει ένα ραντεβού «έξω», σ' ένα  σπιτάκι πάνω σ' ένα νησί του Νέβα, στο νησί Βασίλιεφσκι. Ευθύς εξαρχής, είναι φανερό ότι  ταιριάζουν  απόλυτα.  Πώς  είναι  δυνατόν  αυτή  η  γυναίκα  με  το  εκλεπτυσμένο  πνεύμα,  η  παθιασμένη  αναγνώστρια του Μοντεσκιέ  και του Βολταίρου, να αντλεί τόση  ευχαρίστηση  από  τη  συντροφιά  ενός  στρατιώτη  με  υπέροχο  κεφάλι  αλλά  παιδιάστικο  μυαλό;  Είναι  τριάντα  χρόνων,  πράγμα  που  εκείνη  την  εποχή  σημαίνει  πλήρη  ωρίμανση  για  ένα  άτομο  του φύλου της∙ αυτός είκοσι πέντε. Δεν μπορεί να έχει μαζί του καμιά από εκείνες τις κατά  το ήμισυ αισθηματικές και κατά το ήμισυ πνευματικές συζητήσεις που αποτελούν συνήθως  γι' αυτήν πραγματική απόλαυση. Ωστόσο, τούτος εδώ διαθέτει τη ζεστασιά του κορμιού του  και  το  σεξουαλικό  του  σφρίγος.  Απλή  και  υγιής  στον  αισθησιακό  τομέα,  η  Αικατερίνη  απολαμβάνει  λαίμαργα  τα  χάδια  του  Γρηγόρη  Ορλώφ  και,  όταν  επιστρέφει  στο  παλάτι,  γράφει  κρυφά  γράμματα  γεμάτα  τρυφερότητα  στον  Στανισλάς  Πονιατόφσκι,  στον  απαρηγόρητο εξορισμένο που συγγενεύει με τα μεγάλα πνεύματα και μόνο αυτός μπορεί  να  καταλάβει  όλες  τις  αποχρώσεις  του  ψυχισμού  της.  Αχ!  να  μπορούσε  να  τους  έχει  και  τους δυο πλάι της! Αλλά και μια άλλη θεώρηση, καθαρά πολιτική, συνδέει την Αικατερίνη  με τον ωραίο Γρηγόρη. Γι' αυτήν, εκείνος και τ' αδέρφια του αποτελούν την ενσάρκωση του  ρωσικού  στρατού.  Ακουμπώντας  στο  στήθος  του  εραστή  της,  στηρίζεται  στους  στρατώνες  της  φρουράς.  Πώς  να  ξεχάσει  ότι  η  τωρινή  αυτοκράτειρα  οδηγήθηκε  στο  θρόνο  από  τον  ενθουσιασμό των στρατιωτών της; Λέγεται μάλιστα ότι τους μέθυσε για να τους πάρει με το  μέρος  της!  Η  Αικατερίνη  δεν  θα  φτάσει  ως  εκεί.  Αντιλαμβάνεται  όμως  πολύ  γρήγορα  ότι  είναι  καλύτερα  γι'  αυτή  να  βασίζεται  στην  αφοσίωση  των  κατώτερων  αξιωματικών  — Ρώσων  με  όλη  τη  σημασία  της  λέξης—  παρά  να  επιδιώκει  τη  συμπάθεια  μιας  υψηλής  ηγεσίας, υποκείμενης στις ίντριγκες της Αυλής. Έτσι, ενώ πλαγιάζει με τον Γρηγόρη Ορλώφ,  προσφέρει  ταυτόχρονα  στον  εαυτό  της  και  τη  μεγάλη  ικανοποίηση  του  σχεδιασμού  ενός  ενδεχόμενου  πραξικοπήματος.  Η  περιπέτειά  της  συνδυάζει  εξίσου  το  τερπνό  και  το  ωφέλιμο.  Όσο  για  τον  Γρηγόρη  Ορλώφ,  αυτός  ζει  ένα  όνειρο.  Κι  αμέσως,  η  πριγκίπισσα  Ελένη Κουράκιν παραγκωνίζεται. Η Αικατερίνη δεν βρίσκεται βέβαια στην πρώτη νεότητα∙  ωστόσο,  με  την  προοπτική  τής  άμεσα  επικείμενης  ενθρόνισής  της,  έχει  αποκτήσει  μια  υπερφυσική  λάμψη.  Η  κοινωνική  της  θέση  την  ξανανιώνει,  την  ομορφαίνει,  την  κάνει  ποθητή.  Οι  ταπεινώσεις  τις  οποίες  υφίσταται  από  την  πλευρά  ενός  συζύγου  πουλημένου  στη  Γερμανία  δημιουργούν  σε  κάθε  γενναιόφρονα  καβαλιέρο  την  υποχρέωση  να  την  προστατεύσει.  Εκατοντάδες  φορές  έχει  εκδηλώσει  την  αγάπη  της  για  τη  Ρωσία,  την  αφοσίωσή  της  στο  ορθόδοξο  δόγμα,  το  σεβασμό  της  στις  στρατιωτικές  παραδόσεις.  Ολόκληρη  η  φατρία  των  Ορλώφ  είναι  περήφανη  επειδή  ξεχώρισε  έναν  από  τους  δικούς  τους.  Τα  πέντε  αδέρφια  δεν  θα  διστάσουν  να  θέσουν  το  σπαθί  τους  στην  υπηρεσία  της.  Περιμένοντας,  κάνουν  προπαγάνδα  υπέρ  της  Αικατερίνης  στους  συντρόφους  τους  αξιωματικούς.  Ο τρίτος από τους Ορλώφ, ο Αλέξης, δείχνει αποφασισμένος περισσότερο ακόμα κι από τον  Γρηγόρη  να  παραμερίσει  τους  εχθρούς  της  μεγάλης  δούκισσας.  Λιγότερο  ωραίος  από  τον  μεγαλύτερο  αδερφό  του,  επονομαζόμενος  «Ο  Σημαδεμένος»,  έχει  μια  τεράστια  ουλή  στο  πρόσωπο, από το στόμα μέχρι το αυτί, ανάμνηση μιας σπαθιάς που δέχτηκε στη διάρκεια  ενός  καβγά  μέσα  σ'  ένα  καμπαρέ.  Ωστόσο,  το  παράστημά  του  είναι  αγέρωχο.  Ικανός  να  ρίξει κάτω ένα βόδι με μια γροθιά, συνδυάζει τη μυϊκή δύναμη με την ευφυΐα, τον κυνισμό  και τη φιλοδοξία. Έχει χαρακτήρα πιο σκληρό από του Γρηγόρη. Αλλά η Αικατερίνη φοβάται  λίγο τις παραφορές τούτου του ατόμου, το οποίο είναι κατεξοχήν άνθρωπος της δράσης και  δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πολιτική. Για να πετύχει, της χρειάζεται πρώτα απ' όλα  να βασιστεί στη δύναμη (στους Ορλώφ, στο στρατό) και την πανουργία (στις συμμαχίες της  Digitized by 10uk1s 


Αυλής). Έχει  χάσει  πολύ  με  την  πτώση  του  Μπεστούζεφ.  Ο  γέροντας  πολιτικός,  αποκομμένος τώρα από τα κοινά, υπήρξε γι' αυτήν ένας σοφός σύμβουλος. Ευτυχώς, ένας  φίλος  του  έκπτωτου  καγκελαρίου  ευνοείται  ακόμη  από  την  αυτοκράτειρα:  πρόκειται  για  τον  κόμη  Νικήτα  Πανίν.  Μαθητής  του  Μπεστούζεφ  στην  πολιτική,  ο  Πανίν  διαθέτει  μόρφωση,  ευγενικούς  τρόπους,  πνεύμα  φιλελεύθερο  και  αδυναμία  στο  καλό  φαγητό  και  τον  ποδόγυρο.  Πριν  από  δέκα  χρόνια,  ο  Μπεστούζεφ  τον  είχε  σκεφτεί  για  τη  θέση  του  ευνοουμένου της αυτοκράτειρας Ελισάβετ. Ωστόσο, ο Πανίν είχε αποκοιμηθεί στην πόρτα  του  μπουντουάρ  της  άνασσας,  αντί  να  μπει  μέσα  την  κατάλληλη  στιγμή  σαν  κόκορας  θριαμβευτής.  Αφού  τον  έστειλαν  σε  αποστολή  στην  Κοπεγχάγη  κι  ύστερα  στη  Στοκχόλμη,  ανακαλείται  και  πάλι  από  την  Ελισάβετ,  το  1760,  στην  Αγία  Πετρούπολη.  Η  τσαρίνα,  απογοητευμένη και γερασμένη, δεν διανοείται καν να αντικαταστήσει τον ακούραστο Ιβάν  Σουβάλωφ  μ'  αυτόν.  Του  αναθέτει  όμως  τα  καθήκοντα  του  παιδαγωγού  του  τσάρεβιτς  Παύλου.  Έτσι,  η  Αικατερίνη  έρχεται  πιο  κοντά  στον  Πανίν.  Οι  πολιτικές  ιδέες  τους  συμπίπτουν  σε  ορισμένα  σημεία.  Όπως  κι  αυτή,  ο  Πανίν  είναι  αντίθετος  προς  τις  φιλοπρωσικές  τάσεις  του  μεγάλου  δούκα∙  όπως  κι  αυτή,  κρίνει  ότι  θα  πρέπει  να  αποφασιστεί  η  έκπτωση  του  Πέτρου  μετά  το  θάνατο  της  αυτοκράτειρας.  Ωστόσο,  εκείνος  αντιμετωπίζει την περίπτωση ενθρόνισης του μικρού Παύλου, πλάι στον οποίο θα υπήρχε  ένα συμβούλιο αντιβασιλείας με πρόεδρο την Αικατερίνη. Αντίθετα, η τελευταία δεν βλέπει  το λόγο ν' ανακηρύξει το γιο της αυτοκράτορα, τη στιγμή που είναι έτοιμη να ασκήσει την  εξουσία κατά τρόπο προσωπικό και απόλυτο.  Ενώ οι δυο τους συσκέπτονται μυστικά, οι Βοροντζώφ προορίζουν το στέμμα για τον Πέτρο,  ο  οποίος  θα  έπαιρνε  διαζύγιο  επιτόπου,  θα  κατήγγελλε  ως  παράνομη  τη  γέννηση  του  μικρού  Παύλου  και  θα  παντρευόταν  τη  συγγενή  τους,  τη  δεσποινίδα  των  τιμών  Ελισάβετ  Βοροντζώφ. Ο μεγάλος δούκας τάσσεται ασυζητητί υπέρ αυτής της λύσης. Οι δύο έμμονες  ιδέες του είναι, αφ' ενός, η κατάπαυση του πολέμου εναντίον της Πρωσίας και, αφ' ετέρου,  ο γάμος του με την ερωμένη του. Εννοείται ότι, προηγουμένως, θα έχουν εκδιωχθεί από το  οπτικό του πεδίο η Αικατερίνη και ο νόθος της. Και δεν κρατάει μυστικές τις προθέσεις του.  Ήδη, η καμπούρα και αλλήθωρη ευνοούμενη, την οποία η Αικατερίνη αποκαλεί χλευαστικά  «Μαντάμ  Πομπαντούρ»,  συμπεριφέρεται  ως  νόμιμη  σύζυγος.  Κινείται  στα  σαλόνια  της  μεγάλης δούκισσας σαν σε κατακτημένο έδαφος. Οι τοίχοι, τα έπιπλα της ανήκουν. Μερικοί  αποζητούν την εύνοιά της ενόψει των μελλοντικών ανατροπών. Πεπεισμένος ότι επιτέλους  τον  αγαπούν  γι'  αυτό  που  είναι,  ο  Πέτρος  βρίσκει  στην  ασχήμια  και  τη  χυδαιότητα  της  συντρόφου  του  πρόσθετους  λόγους  για  να  τη  λατρέψει  και  να  την  επιβάλει.  Και,  όσο  περισσότερο νιώθει δεμένος μαζί της με τη σάρκα και με το συμφέρον, τόσο πιο πολύ μισεί  εκείνη που, με την παρουσία της και μόνο, στέκεται εμπόδιο στην ευτυχία τους.  Αλλά για να μπορέσει να απαλλαγεί από την Αικατερίνη, πρέπει προηγουμένως να πεθάνει  η αυτοκράτειρα. Αποδυναμωμένη και φθαρμένη, η Ελισάβετ προσπαθεί απεγνωσμένα στα  πενήντα της χρόνια να γαντζωθεί από τη ζωή. Πνιγμένη μέσα στο λίπος, με πρησμένα πόδια  και  δύσπνοια,  αρνείται  να  φροντίσει  τον  εαυτό  της,  τρώει  και  πίνει  αλόγιστα  και  περνάει  ώρες ολόκληρες κάνοντας προσευχές. Πολλές φορές, τα νέα του πολέμου την αφυπνίζουν,  ορκίζεται  να  τους  οδηγήσει  στη  νίκη  και  να  μείνει  πιστή  στους  συμμάχους  της.  Ύστερα,  πέφτει  σε  χαύνωση  και  είναι  αδύνατο  να  τη  βάλουν  να  υπογράψει  ένα  χαρτί.  Σημαντικά  μηνύματα  κοιμούνται  πάνω  στο  τραπέζι  της.  Τρέμει  σύγκορμη.  Τα  χάδια  του  νεαρού  εραστή της δεν είναι αρκετά για να τη ζεστάνουν. Άλλωστε, ο Ιβάν Σουβάλωφ νιώθει τόσο  έντονα  ότι  τα  προνόμιά  του  ως  ευνοουμένου  είναι  καταδικασμένα  —και  μάλιστα  σε  σύντομο  χρονικό  διάστημα—  που  ψάχνει  κιόλας  για  άλλη  προστάτιδα.  Και,  εντελώς  αυθόρμητα, παίρνει από κοντά την Αικατερίνη, μόλο που την έχει πολεμήσει στο παρελθόν.  Προφανώς,  το  πέρασμα  από  το  κρεβάτι  της  αυτοκράτειρας  σ'  εκείνο  της  μεγάλης  δούκισσας  δεν  του  κακοφαίνεται  διόλου:  όσον  αφορά  το  τερπνόν,  ξέρει  ότι  θα  βγει  ωφελημένος∙  επιπλέον,  αντίθετα  από  τους  Βοροντζώφ,  πιστεύει  ότι  η  νεαρή  γυναίκα  θα 

Digitized by 10uk1s 


γίνει —μετά  το  θάνατο  της  Μεγαλειοτάτης—  τουλάχιστον  αντιβασίλισσα,  αν  όχι  τσαρίνα.  Και αυτό θα  κρατήσει για μακρά χρονική περίοδο,  εφόσον ο μικρός Παύλος είναι μονάχα  έξι  χρόνων.  Από  ιδιοσυγκρασία,  ο  Ιβάν  Σουβάλωφ  έχει  ανάγκη  να  βρίσκεται  κοντά  στον  ήλιο.  Μαντεύοντας  το  παιχνίδι  του,  η  Αικατερίνη  διασκεδάζει  δίχως  να  τον  αποθαρρύνει.  Μαζί με τους Ορλώφ και τον Πανίν, τούτος ο σύμμαχος μπορεί να ενισχύσει περισσότερο τη  θέση της απέναντι στον μεγάλο δούκα.  Ξαφνικά  της  προσφέρεται  και  μια  άλλη  συμπαράσταση,  ακόμα  πιο  απρόσμενη  κι  από  εκείνη  του  Ιβάν  Σουβάλωφ:  η  συμπαράσταση  της  Αικατερίνης  Ντάσκωφ,  το  γένος  Βοροντζώφ, αδελφής της ερωμένης του μεγάλου δούκα. Παντρεμένη λίγο καιρό πριν με τον  πρίγκιπα Ντάσκωφ, αυτή η νεότατη γυναίκα —είναι μόλις δεκαεφτά χρόνων—, η οποία έχει  διακόψει  κάθε  σχέση  με  την  οικογένειά  της,  γοητεύεται  από  την  Αικατερίνη.  Όσο  περισσότερο κατακρίνουν τη μεγάλη δούκισσα οι αδελφές της, ο πατέρας της και οι θείοι  της  τόσο  πιο  πολύ  τη  θαυμάζει  η  ίδια.  Εξαιρετικά  καλλιεργημένη,  μιλάει  μονάχα  γαλλικά,  αγαπάει με πάθος την τέχνη, τη φιλολογία και τη φιλοσοφία, και αντισταθμίζει ένα άχαρο  παρουσιαστικό  με  μια  μεγάλη  πνευματική  ζωντάνια.  Ο  Ντιντερό,  που  θα  τη  συναντήσει  ύστερα από μερικά χρόνια και θα θαμπωθεί από τη λάμψη των λόγων της, την περιγράφει  ως  εξής:  «Είναι  μικρόσωμη∙  με  πλατύ  και  ψηλό  μέτωπο,  μάγουλα  χοντρά  και  φουσκωτά,  μάτια ούτε μεγάλα ούτε μικρά, βαθουλωτά, φρύδια και μαλλιά μαύρα, μύτη κοντόχοντρη,  στόμα  μεγάλο,  παχιά  χείλη,  χαλασμένα  δόντια,  λαιμό  ίσιο  και  στρογγυλό,  εθνικής  (;)  μορφής53,  ασύμμετρο  στήθος,  καθόλου  μέση,  γρήγορες  κινήσεις,  ελάχιστη  χάρη,  καμιά  ευγένεια...»  Στη  διάρκεια  του  καλοκαιριού  του  1761,  επιστρέφοντας  από  το  Πέτερχοφ,  όπου  επισκέπτεται το γιο της κάθε Κυριακή, η Αικατερίνη σταματάει στο σπίτι της πριγκίπισσας  Ντάσκωφ. Ξεκινούν μαζί για το Οράνιενμπαουμ και περνούν την υπόλοιπη μέρα στο παλάτι  μιλώντας για σοβαρά θέματα, επιστημονικά, καλλιτεχνικά ή κοινωνικά. Αυτή που αργότερα  θα εξοργίσει την Αικατερίνη με τον κομπασμό, τα μπερδέματα και τις απαιτήσεις της, είναι  τη  συγκεκριμένη  στιγμή  μια  θαυμάσια  συζητήτρια  με  πλήθος  γνώσεων  που  απέκτησε  διαβάζοντας, έτοιμη να υπερασπιστεί το δίκαιο — και πολύ κοντά της ως προς την καρδιά  και το νου. Αδυνατώντας να κάνει μια συζήτηση υψηλού επιπέδου με τον ωραίο Γρηγόρη, η  μεγάλη  δούκισσα  αναπληρώνει  την  έλλειψη  μ'  αυτό  το  παιδί.  Πράγμα  παράξενο  όμως,  ο  αθλητικός  εραστής και η  εύθραυστη φίλη έχουν  ένα κοινό σημείο: τους διακατέχει  η ίδια  ορμή, η ίδια αγάπη για τη θύελλα, για το απρόοπτο, για το άλμα στο άγνωστο. Τόσο στον  έναν  όσο  και  στην  άλλη,  η  Αικατερίνη  —που  έχει  πάντοτε  απόλυτα  τον  έλεγχο  των  πραγμάτων— οφείλει να κηρύσσει τη μετριοπάθεια προκειμένου να μην την εκθέτουν.  Μια νύχτα του Δεκεμβρίου του 1761, πληροφορούμενη ότι η αυτοκράτειρα είναι στα χάλια  της, η πριγκίπισσα Ντάσκωφ, αν και άσχημα κρυωμένη, παίρνει την απόφαση να σηκωθεί  από  το  κρεβάτι  της∙  κουκουλώνεται  με  γούνες  και  πηγαίνει  στο  ξύλινο  παλάτι,  πάνω  στο  Μόικα, όπου μένει η αυτοκρατορική οικογένεια. Εκεί, τρέχει ως τον προθάλαμο μέσα στο  χιόνι,  και  περιπλανιέται  στα  τυφλά  σε  σκοτεινούς  διαδρόμους  και  σε  άγνωστες  αίθουσες.  Τη στιγμή που έχει πια απελπιστεί ότι θα βρει το δρόμο, συναντάει μια καμαριέρα η οποία  δέχεται  να  την  οδηγήσει  στη  μεγάλη  δούκισσα.  Η  Αικατερίνη  που  είναι  ξαπλωμένη,  μαλώνει την επισκέπτρια για την απερισκεψία της, την αναγκάζει να ξαπλώσει στο κρεβάτι  της  για  να  ζεσταθεί,  την  τυλίγει  στις  κουβέρτες,  τη  σφίγγει  στην  αγκαλιά  της.  «Κυρία»,  ψιθυρίζει  η  πριγκίπισσα  τουρτουρίζοντας,  «έτσι  όπως  έχουν  σήμερα  τα  πράγματα,  δεν  μένουν  πια  στην  αυτοκράτειρα  παρά  ελάχιστες  ημέρες,  ίσως  μάλιστα  και  ελάχιστες  ώρες  ζωής.  Γι'  αυτό,  δεν  μπορώ  να  υποφέρω  την  αβεβαιότητα  στην  οποία  θα  θέσει  τα  συμφέροντά  σας  το  επικείμενο  γεγονός.  Έχετε  καταστρώσει  ένα  σχέδιο  ή  τουλάχιστον,  έχετε  φροντίσει  για  την  ασφάλειά  σας;  Καταδεχτείτε  να  μου  δώσετε  εντολές  και  να  με  κατευθύνετε». 

Digitized by 10uk1s 


Συγκινημένη από τόση αφοσίωση, η Αικατερίνη ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα, πιέζει πάνω στο  στήθος της το καυτό χέρι της φίλης της και της υποδεικνύει να μην εκδηλώνει υπερβολικό  ενθουσιασμό.  Αυτή  που,  τόσα  χρόνια  τώρα,  μελέτησε  όλες  τις  εφικτές  λύσεις,  και  πρόσφατα  ακόμη,  εξέθεσε  γραπτώς  το  πρόγραμμά  της  στον  Ουίλιαμς,  καμώνεται  ανιδιοτέλεια  και  υποταγή  στη  μοίρα.  «Πολυαγαπημένη  μου  πριγκίπισσα»,  της  λέει  με  θλίψη, «θα ήταν φτωχά τα λόγια για να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Αλλά δεν έχω  καταστρώσει  κανένα  σχέδιο,  δεν  θα  επιχειρήσω  τίποτα  και  πιστεύω  ότι  το  μόνο  που  μου  απομένει  είναι  να  δεχτώ  με  θάρρος  τα  γεγονότα  έτσι  όπως  θα  μου  παρουσιαστούν.  Αφήνομαι στα χέρια του Παντοδύναμου και στηρίζω τη μοναδική μου ελπίδα στη δική Του  προστασία».  «Ε,  τότε,  κυρία»,  λέει  δυνατά  η  πριγκίπισσα,  «θα  πρέπει  να  φροντίσουν  για  σας  οι  φίλοι  σας!  Όσο  για  μένα,  έχω  αρκετό  σθένος  για  να  τους  εμψυχώσω  όλους!»  Έμπειρη θεατρίνα, η Αικατερίνη δεν παρεκκλίνει καθόλου από το αγγελικό της πείσμα και  ψιθυρίζει αγκαλιάζοντας την έξαλλη σύμμαχό της: «Για όνομα του Θεού, πριγκίπισσα, ούτε  καν  να  σας  περάσει  από  το  μυαλό  να  εκτεθείτε  σε  κίνδυνο  για  να  εξορκίσετε  δεινά  τα  οποία, στην πραγματικότητα, δεν επιδέχονται καμία λύση»54.  Τούτα τα σοφά λόγια απογοητεύουν την πριγκίπισσα Ντάσκωφ. Κατηγορεί την Αικατερίνη  ότι υπαναχωρεί τώρα που βρίσκεται δυο βήματα από το στόχο της. Αλλά η Αικατερίνη δεν  αρνείται  να  δράσει  λόγω  αδυναμίας  του  χαρακτήρα  της.  Τη  συγκεκριμένη  στιγμή,  είναι  έγκυος από τον Γρηγόρη Ορλώφ και τρέμει μήπως ο μεγάλος δούκας, ανακαλύπτοντας την  κατάσταση  της,  βρει  πρόφαση  για  να  την  αποπέμψει  επισήμως.  Μπροστά  σ'  ένα  τέτοιο  σκάνδαλο, κανείς δεν θα τολμούσε να την υπερασπιστεί. Θα παραγκωνιζόταν από το θρόνο  οριστικά  και  ατιμωτικά,  εξαιτίας αυτού του ηλίθιου  εμβρύου  που φέρει μέσα στην  κοιλιά  της. Βρίσκεται στον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της, φοράει φαρδιά ρούχα για να κρύβει  τις  γραμμές  της,  διατείνεται  ότι  είναι  κουρασμένη,  μένει  στο  δωμάτιό  της,  δέχεται  λίγο  κόσμο. Και  νά που εκείνη η νεαρή ξεμυαλισμένη  έρχεται  να τη  σπρώξει στον αγώνα!  Όχι,  πρέπει  να  περιμένει  μια  καλύτερη  στιγμή.  Ύστερα  από  τη  γέννηση,  που  θα  τα  βολέψουν  έτσι ώστε να τηρηθεί μυστική. Αρκεί να αντέξει μέχρι τότε η αυτοκράτειρα!  Στην  αυλή,  όλοι  συνωμοτούν.  Ο  θάνατος  της  τσαρίνας  αποτελεί  το  επίκεντρο  όλων  των  υπολογισμών.  Τα  κρυπτογραφικά  μηνύματα  των  πρεσβευτών  προς  τις  κυβερνήσεις  τους  πληθαίνουν.  Καθένας  κάνει  τις  δικές  του  προγνώσεις:  Ποιος  θα  βασιλέψει;  Ο  Πέτρος,  ο  Παύλος,  η  Αικατερίνη;  Θα  γίνουν  άραγε  μάρτυρες  μιας  παλατιανής  επανάστασης  σαν  εκείνη  που  οδήγησε  την  Ελισάβετ  στο  θρόνο;  Ο  βαρόνος  ντε  Μπρετέιγ,  πρεσβευτής  της  Γαλλίας, γράφει: «Όταν βλέπω το μίσος του έθνους για τον μεγάλο δούκα, τις παρεκτροπές  τούτου του πρίγκιπα, μπαίνω στον πειρασμό να φανταστώ την πιο καταλυτική επανάσταση  (μετά  το  θάνατο  της  αυτοκράτειρας)∙  όταν  όμως  παρατηρώ  την  άνανδρη  και  ποταπή  μεταστροφή  των  ανθρώπων  που  πετούν  τις  μάσκες,  διαπιστώνω  ότι  υπερισχύει  ο  φόβος  και  η  δουλική  υποταγή,  με  τον  ίδιο  ήρεμο  τρόπο  όπως  τη  στιγμή  που  σφετερίστηκε  το  θρόνο η αυτοκράτειρα (Ελισάβετ)».  Στις 23 Δεκεμβρίου 1761, η αυτοκράτειρα παθαίνει μια κρίση και, εξαντλημένη, δέχεται την  τελευταία  κοινωνία,  παρουσία  του  μεγάλου  δούκα  και  της  μεγάλης  δούκισσας.  Αφού  ψιθυρίσει  δυο  φορές  την  προσευχή  αυτών  που  βρίσκονται  σε  επιθανάτια  αγωνία,  ζητάει  από τους γύρω της να της συγχωρέσουν όλες τις προσβολές και τις αδικίες της. Αναμμένα  κεριά,  ιερείς  με  πένθιμα  άμφια,  σεβάσμιοι  μοναχοί  με  ψηλές  μαύρες  καλύπτρες,  νεκρικά  άσματα,  αναστεναγμοί  από  τους  αυλικούς  και  τις  κυρίες  των  τιμών.  Και,  μέσα  σ'  αυτό  το  αποτρόπαιο  κλίμα,  η  Αικατερίνη  θρηνεί  γονατιστή  τούτη  την  αινιγματική  γυναίκα  για  την  οποία δεν ήξερε ποτέ τι να σκεφτεί: Ήταν άραγε φίλη της ή εχθρός της; Ο μεγάλος δούκας  στέκεται  παγερός  σαν  μάρμαρο.  Όσο  για  τους  κυριότερους  αξιωματούχους,  καθένας  σκέφτεται μέσα του τους αντίκτυπους που θα έχει στη ζωή του τούτος ο θάνατος. 

Digitized by 10uk1s 


Τη μεθεπομένη,  25  Δεκεμβρίου,  ανήμερα  Χριστούγεννα,  στις  4  το  απόγευμα55,  ο  Νικήτας  Τρουμπεσκόι βγαίνει απ' το δωμάτιο της αυτοκράτειρας και, με έκφραση σοβαρή και φωνή  τρεμάμενη,  δηλώνει  σ'  αυτούς  που  έχουν  συγκεντρωθεί  ότι  η  Αυτής  Μεγαλειότητα  Ελισάβετ «παραγγέλνει σ' όλους μακροβιότητα». Είναι η καθιερωμένη έκφραση στη Ρωσία  για  να  αναγγείλουν  το  θάνατο  ενός  ανθρώπου,  είτε  αυτός  είναι  πρίγκιπας  είτε  χωριάτης.  Ύστερα,  ενώ  η  Αυλή  ξεσπάει  σε  λυγμούς  ακούγοντας  τούτο  το  θλιβερό  νέο,  ο  Νικήτας  Τρουμπεσκόι ανακηρύσσει αυτοκράτορα τον Πέτρο Γ'. Αμέσως, η απελπισία μεταβάλλεται  σε  γλέντι.  Οι  αυλικοί  σπεύδουν,  γονατίζουν,  φιλούν  τα  χέρια  του  καινούργιου  τους  άρχοντα. Η Αικατερίνη έχει κιόλας ξεχαστεί. Χωρίς αμφιβολία, έχασε το παιχνίδι. Ο βαρόνος  ντε  Μπρετέιγ  είχε  δίκιο.  Παρά  την  αποστροφή  που  εμπνέει,  ο  Πέτρος  μπορεί  να  είναι  βέβαιος  για  τη  δουλική  υποταγή  μιας  Αυλής  και  ενός  λαού  τον  οποίο  ο  παππούς  του,  ο  Πέτρος ο Μέγας, είχε συνηθίσει στο κνούτο. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI  Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ Γ'  Ταριχευμένη,  φτιασιδωμένη,  θεόρατη,  με  το  κορμί  κακοβαλμένο  μέσα  σ'  ένα  φόρεμα  με  ασημένια  ύφανση,  με  το  χρυσό  στέμμα  στο  κεφάλι,  τα  χέρια  σταυρωμένα  και  γαλήνια  έκφραση στο πρόσωπο, η αυτοκράτειρα Ελισάβετ μένει εκτεθειμένη για έξι εβδομάδες σε  μια αίθουσα του Χειμερινού Ανακτόρου. Γύρω της, ξαγρυπνούν οι κυρίες της Αυλής και οι  αξιωματικοί της φρουράς. Ύστερα, μεταφέρεται για άλλες δέκα μέρες στον καθεδρικό ναό  της  Παναγίας  του  Καζάν.  Ο  λαός,  πνιγμένος  στα  δάκρυα,  παρελαύνει  μπροστά  από  τη  μνημειώδη σορό. Για τους απλοϊκούς ανθρώπους, είναι η κόρη του Μεγάλου Πέτρου. Δεν  έχουν  ιδέα  για  τις  σπατάλες  και  τα  αίσχη  της,  για  τη  λαγνεία  και  την  αμορφωσιά  της.  Εφόσον υπάρχουν γύρω από το φέρετρο τόσο χρυσάφι, τόσα πολύτιμα πετράδια και τόσα  κεριά,  δεν  μπορεί  παρά  να  ήταν  μια  τρανή  άνασσα.  Μια  αληθινή  Ρωσίδα.  Και  λένε  ότι  ο  διάδοχός της είναι Γερμανός!  Σύμφωνα  με  το  έθιμο,  οι  ευγενείς,  ο  κλήρος,  ο  στρατός,  κάποιοι  εκπρόσωποι  της  αστικής  τάξης και των επαγγελματικών σωματείων  έδωσαν όρκο πίστης στον  νέο αυτοκράτορα.  Ο  Πέτρος  νιώθει  μονάχα  περιφρόνηση  για  το  έθνος  του  οποίου  ανέλαβε  την  ηγεσία.  Δεν  κρύβει  το  μίσος  του  για  τη  νεκρή  ούτε  την  ιερόσυλη  χαρά  που  νιώθει  έχοντας  απαλλαγεί  από την εποπτεία της. Ξαφνικά επιτρέπονται τα πάντα σ' αυτό το πλάσμα που τόσο καιρό  βρισκόταν υπό κηδεμονία. Μεθυσμένος από τούτη την πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας,  παραπαίει.  Αδιαφορώντας  για  τη  θλίψη  της  ίδιας  της  χώρας  την  οποία  ενσαρκώνει,  αρνείται να ξαγρυπνήσει δίπλα στη σορό και αν, κατά τύχη, τον οδηγήσουν εκεί τα βήματά  του,  έχει  τη  συνειδητή  πρόθεση  να  σοκάρει  την  ομήγυρη:  μιλάει  μεγαλοφώνως,  αστειεύεται, κάνει μορφασμούς, χλευάζει τους ιερείς. Όσοι από τους αυλικούς επιθυμούν  να του είναι αρεστοί, θεωρούν καθήκον τους να συμμετέχουν στα δείπνα και τα θεάματα  που οργανώνει μέσα στα διαμερίσματά του, δίχως να νοιάζεται ούτε κατά το ελάχιστο για  το  πένθος  της  Ρωσίας.  Σ'  αυτές  τις  συγκεντρώσεις,  το  μαύρο  χρώμα  απαγορεύεται.  Όλοι  πρέπει να φορούν γιορτινά ρούχα, να πίνουν, να γελούν και να τραγουδούν. Ακόμα και η  ίδια  η  Αικατερίνη  εξαναγκάζεται  πολλές  φορές  να  παρίσταται  σ'  αυτά  τα  συμπόσια  με  επίσημο  ένδυμα  χορού.  Εξιλεώνεται  εκδηλώνοντας  τον  υπόλοιπο  χρόνο  μια  παραδειγματική ευσέβεια. Στη διάρκεια των δέκα ημερών που το σώμα της αυτοκράτειρας  παραμένει  εκτεθειμένο  για  προσκύνημα,  πηγαίνει  τακτικά  στον  καθεδρικό  ναό  και  εκεί,  γονατισμένη  μπροστά  στη  σορό,  τυλιγμένη  από  την  κορυφή  μέχρι  τα  νύχια  σε  μαύρα  πέπλα,  βυθίζεται  ώρες  ολόκληρες  σε  προσευχές  και  σε  δάκρυα.  Τούτη  τη  δυσάρεστη  άσκηση,  δεν  την  επιβάλλει  στον  εαυτό  της  τόσο  από  αγάπη  για  την  εκλιπούσα  όσο  από  έγνοια  για  τη  δική  της  εικόνα  μπροστά  στην  κοινή  γνώμη.  Τα  πλήθη  —σύμφυρμα  κάθε  είδους  τάξεων:  αστοί,  εργάτες,  χωρικοί,  έμποροι,  στρατιώτες,  ιερείς,  ζητιάνοι—  τα  οποία  παρελαύνουν για ν' αποτίσουν φόρο τιμής στη νεκρή αυτοκράτειρα, βλέπουν ανάμεσα στα  κεριά και τις εικόνες και τη ζωντανή αυτοκράτειρα, τσακισμένη από τον πόνο, δίχως στέμμα  και κοσμήματα. Αυτή η θρησκευτική λάμψη προσδίδει στην Αικατερίνη ένα είδος ρώσικης  αυθεντικότητας. Αυτά τα σταυροκοπήματα τη μεταβάλλουν σε γυναίκα της φυλής τους. Αν  άνοιγε  βέβαια  το  στόμα  της,  θα  εκπλήσσονταν  όλοι  με  τη  γερμανική  της  προφορά.  Η  Αικατερίνη  νιώθει  πλάι  της,  μέσα  στο  μισοσκόταδο,  τούτον  τον  ανθρώπινο  ποταμό  που  κυλά∙  και  αντιλαμβάνεται  σαν  κάτι  σχεδόν  χειροπιαστό  τη  συμπάθεια  που  η  στάση  της  εμπνέει στις μάζες.  «Η αυτοκράτειρα κερδίζει έδαφος παντού», γράφει ο βαρόνος ντε Μπρετέιγ, πληρεξούσιος  υπουργός  της  Γαλλίας.  «Κανείς  δεν  είναι  τόσο  συνεπής  στην  εκπλήρωση  των  καθηκόντων  του  απέναντι  στην  αποθανούσα  αυτοκράτειρα,  που  είναι  —σύμφωνα  με  το  ορθόδοξο  τυπικό— πολλά και γεμάτα προκαταλήψεις∙ σίγουρα, μέσα της, δεν δίνει δυάρα, ωστόσο ο 

Digitized by 10uk1s 


κλήρος και ο λαός τη θεωρούν κατασυγκινημένη και την ευγνωμονούν. Τηρεί κατά γράμμα  —πράγμα  που  δεν  περνάει  απαρατήρητο  απ'  όσους  τη  γνωρίζουν—  τις  γιορτές,  τις  νηστείες, τις ημέρες της χορτοφαγίας, κοντολογίς όλα όσα, ενώ κάθε άλλο παρά αδιάφορα  είναι για τη χώρα, αντιμετωπίζονται από τον αυτοκράτορα με ελαφρότητα. Δεν μπορεί να  ξεχάσει μήτε να του συγχωρήσει τις επανειλημμένες απειλές του —από την εποχή που ήταν  μεγάλος δούκας— ότι θα την κούρευε και θα τη φυλάκιζε, όπως ο Πέτρος Α' την πρώτη του  γυναίκα. Και όλα αυτά, μαζί με τις καθημερινές ταπεινώσεις, σίγουρα ζυμώθηκαν μέσα σ'  ένα νου σαν το δικό της και δεν περιμένουν παρά μια ευκαιρία για να εκδηλωθούν».  Την ημέρα της ταφής, ο Πέτρος εξωθεί την ασέβεια στο απροχώρητο κάνοντας γκριμάτσες  πίσω από το φέρετρο. Κάπου κάπου φεύγει τρέχοντας, αφήνοντας με άδεια τα χέρια τους  αξιωματούχους  που  κρατούν  τη  μακριά  ουρά  του  πένθιμου  μανδύα  του.  Οι  άκρες  του  μαύρου  υφάσματος  που  ανεμίζουν  πίσω  του  τον  κάνουν  να  διασκεδάζει.  Ύστερα  κοντοστέκεται,  οι  γέροντες  αυλικοί  τον  φτάνουν,  και  τότε  χτυπάει  τα  πόδια  του  για  να  αποδιοργανώσει  την  πομπή.  Στη  διάρκεια  της  νεκρώσιμης  ακολουθίας,  σκάει  επανειλημμένα στα γέλια, βγάζει τη γλώσσα του και ρητορεύει διακόπτοντας τα λόγια των  παπάδων. Θα 'λεγε κανείς πως κάνει ό,τι μπορεί για να υποθάλψει το μίσος των υπηκόων  του. Άραγε έχει θαμπωθεί από την ίδια την ιδέα της παντοδυναμίας του; Ή μήπως θυμάται  τις  εκκεντρικότητες  του  Πέτρου  του  Μεγάλου  και  της  Ελισάβετ;  Ή,  πράγμα  ακόμα  πιο  εύλογο, πρόκειται για μια σαγήνη με οδυνηρές συνέπειες, ίδια με την έλξη της αβύσσου για  όποιον στέκεται στο χείλος της; Ναι, μια εσωτερική —θαρρείς— παρόρμηση τον σπρώχνει  να γέρνει, όλο και περισσότερο κάθε μέρα, προς την άβυσσο που θα τον καταπιεί. Κάθε του  λέξη, κάθε του κίνηση, συμβάλλει αποφασιστικά στο χαμό του.  Την ίδια τη νύχτα της ενθρόνισής του, στέλνει ταχυδρόμους σε όλα τα σώματα του στρατού  με  την  εντολή  να  πάψουν  τις  εχθροπραξίες.  Τα  στρατεύματα  που  συμπράττουν  με  τους  Αυστριακούς  θα  σταματήσουν  αμέσως.  Εκείνα  που  κατέχουν  την  Ανατολική  Πρωσία,  την  Πομερανία,  τη  Νέα  Μαρκία  του  Βραδεμβούργου  θα  εκκενώσουν  τα  εδάφη,  και  η  πόλη  Κόλμπεργκ,  η  οποία  έχει  μόλις  καταληφθεί,  θα  παραδοθεί.  Ταυτόχρονα,  ο  Πέτρος  απευθύνει  μια  προσωπική  επιστολή  προς  τον  Φρειδερίκο  διαβεβαιώνοντάς  τον  για  το  θαυμασμό και τη φιλία του. Ο βασιλιάς της Πρωσίας, που θεωρούσε τον εαυτό του χαμένο,  αναγαλλιάζει. Πρόκειται για μια ανέλπιστη σωτηρία, τόσο γι' αυτόν όσο και για το στρατό  του.  Ένας  τρελός  του  προσφέρει  τη  νίκη  στο  πιάτο.  Παραβιάζοντας  την  υποχρέωση  που  ανέλαβε  απέναντι  στη  Γερουσία  να  μη  συνάψει  χωριστή  ειρήνη,  ο  αυτοκράτορας  της  Ρωσίας θα υπογράψει με τον Φρειδερίκο, στις 24 Απριλίου / 5 Μαΐου 1762, μια συνθήκη με  την οποία θα αναγκάζεται, όχι μόνο να επιστρέψει όλα τα κατεχόμενα εδάφη, αλλά και να  ενώσει  τα  στρατεύματά  του  με  τα  πρωσικά  εναντίον  των  Αυστριακών,  χθεσινών  του  συμμάχων.  Στο  δάχτυλό  του,  μέσα  σ'  ένα  πλαίσιο  δαχτυλιδιού,  έχει  το  πορτραίτο  του  ειδώλου του, που το φιλάει κάθε τόσο με ζέση. Επιδεικνύει ένα μονάχα παράσημο: εκείνο  του  πρωσικού  Μαύρου  Αετού.  «Πνιγμένος  στο  κρασί,  μη  μπορώντας  να  σταθεί  ούτε  να  μιλήσει»,  ψελλίζει  στον  πρεσβευτή  της  Πρωσίας  με  ύφος  μεθύστακα:  «Ας  πιούμε  στην  υγεία  του  βασιλιά  σας  και  αφέντη  μας.  Μου  έκανε  τη  χάρη  να  μου  εμπιστευθεί  ένα  σύνταγμα που βρισκόταν στην υπηρεσία του. Ελπίζω ότι δεν θα με αποπέμψει. Μπορείτε  να τον διαβεβαιώσετε πως, αν με διατάξει, θα πολεμήσω ακόμα και στην κόλαση μαζί με  όλη  μου  την  αυτοκρατορία!»56  Ο  πρεσβευτής  της  Αγγλίας  αναφέρει  σε  μια  κρυπτογραφημένη  έκθεση  προς  την  κυβέρνησή  του:  «Η  φιλία,  ή  μάλλον  το  πάθος  της  αυτοκρατορικής Του Μεγαλειότητας για το βασιλιά της Πρωσίας δεν περιγράφεται»57.  Και  σαν  να  μην  έφτανε  το  ότι,  με  αυτή  την  επονείδιστη  μεταστροφή,  που  είναι  όμοια  με  προδοσία,  προκάλεσε  την  εχθρότητα  του  στρατού  του,  ο  Πέτρος  έχει  κατά  νου  να  του  επιβάλει  όχι  μόνο  την  πρωσική  πειθαρχία,  αλλά  και  την  πρωσική  στολή.  Ωστόσο,  οι  αξιωματικοί διατηρούν πολύ έντονα το πνεύμα του στρατεύματος και, ακόμα περισσότερο, 

Digitized by 10uk1s 


το σεβασμό προς τη στρατιωτική παράδοση, μόλο που θα δέχονταν ευχαρίστως εκείνη την  εποχή  να  αλλάξουν  εχθρό  για  λόγους  πολιτικούς.  Ντύνοντας  τους  στρατιώτες  του  Γερμανούς,  ο  τσάρος  τους  υβρίζει.  Υποβάλλοντάς  τους  στον  «κώδικα  Φρειδερίκου»,  δημιουργεί αναστάτωση. Κατά την προηγούμενη βασιλεία, δέχονταν να μαστιγώνονται για  ένα  ασήμαντο  παράπτωμα  και  ξανάμπαιναν  στη  σειρά,  με  την  πλάτη  γδαρμένη,  αλλά  καλοδιάθετοι  και  σφριγηλοί.  Τώρα  όμως  δυσφορούν  επειδή  εξαναγκάζονται  να  επαναλάβουν  μια  άσκηση,  με  την  πρόφαση  ότι  δεν  ακολούθησαν  την  αυστηρή  ακρίβεια  μιας ομάδας από νευρόσπαστα. Παρασυρμένος από τη γερμανοφιλία του, ο Πέτρος διαλύει  το  σύνταγμα  της  σωματοφυλακής  και  το  αντικαθιστά  μ'  ένα  σύνταγμα  από  το  Χολστάιν.  Ονομάζει τον πρίγκιπα Γεώργιο του Χολστάιν διοικητή των ρωσικών στρατευμάτων και τον  τοποθετεί  επικεφαλής  της  έφιππης  φρουράς  —  επίλεκτης  μονάδας  που,  ως  εκείνη  τη  στιγμή, δεν είχε άλλο διοικητή από τον ίδιο τον ηγεμόνα. Για να δώσει στον εαυτό του την  ψευδαίσθηση ενός διαρκούς πολέμου, πολλαπλασιάζει τις βολές του πυροβολικού. Από το  πρωί μέχρι το βράδυ, η Αγία Πετρούπολη σείεται από το σαματά των κανονιών. Οι κάτοικοι  νιώθουν  το  κεφάλι  τους  να  σπάζει,  τα  νεύρα  τους  να  τεντώνονται.  «Μέσα  στην  ήρεμη  πρωτεύουσα,  αντιλαλούσε  ο  ορυμαγδός  μιας  πολιορκούμενης  πόλης»,  γράφει  ο  Ρυλιέρ.  «Κάποια μέρα, διέταξε να ηχήσουν εκατό βαριά κανόνια ταυτοχρόνως∙ για ν' αναχαιτίσουν  τούτο το καπρίτσιο, χρειάστηκε να του υποβάλουν την ιδέα ότι κάτι τέτοιο θα γκρέμιζε την  πόλη.  Συχνά,  σηκωνόταν  από  το  τραπέζι  κρατώντας  ένα  ποτήρι  και  έσπευδε  να  γονατίσει  μπροστά  στο  πορτραίτο  του  βασιλιά  της  Πρωσίας.  Φώναζε  τότε:  "Αδελφέ  μου,  θα  κατακτήσουμε  μαζί  το  σύμπαν!".  Στον  απεσταλμένο  τούτου  του  ηγεμόνα,  έκανε  μια  παράξενη εκδούλευση. Εξέφρασε την επιθυμία τούτος ο άντρας... να κάνει δικές του όλες  τις νεαρές γυναίκες της Αυλής. Τον έκλεινε λοιπόν μαζί τους, και στεκόταν με γυμνό σπαθί  φρουρός στην πόρτα».  Αφού  έκανε  άνω‐κάτω  το  στρατό,  ο  Πέτρος  τα  βάζει  με  την  Εκκλησία.  Βαφτισμένος  ορθόδοξος για να τηρήσει τα προσχήματα, έμεινε μέσα του λουθηρανός. Η πίστη την οποία  ομολογούν  οι  υπήκοοί  του  τού  φαίνεται  ένα  συνονθύλευμα  από  ηλίθιους  μύθους  και  βάρβαρες προκαταλήψεις. Αυτός ο Ευρωπαίος θεωρεί καθήκον του να τα ανακαινίσει όλα  αυτά.  Παρά  τις  πιεστικές  συμβουλές  του  Φρειδερίκου,  δεν  έχει  χρισθεί  ακόμη  αυτοκράτορας στη Μόσχα και, συνεπώς, δεν είναι ακόμη επίσημα αρχηγός της Εκκλησίας∙  ωστόσο,  θα  ήταν  απίστευτο  να  του  αντισταθεί  αυτός  ο  όχλος  με  τα  καλυμμαύχια.  Μεριμνώντας δήθεν για την πρόοδο, σκέφτεται ν' αφαιρέσει από τους τόπους λατρείας όλα  τα εικονίσματα εκτός από εκείνα του Χριστού και της Παναγίας, ν' αντικαταστήσει το ράσο  των παπάδων με τη ρεντιγκότα των παστόρων, να αναγκάσει τους κληρικούς να ξυρίσουν  τη  γενειάδα  τους∙  στήνει  μέσα  στο  παλάτι  του  ένα  λουθηρανικό  ναό  και  παρίσταται  αυτοπροσώπως  στις  τελετουργίες  τούτου  του  δόγματος∙  διακηρύσσει  την  ισότητα  των  δικαιωμάτων  μεταξύ  των  διαφόρων  πίστεων  και  θεσπίζει  μέτρα  ανεξιθρησκίας  για  τους  «αιρετικούς». Ρώσους, και ιδίως για τους Παλαιοδόξους∙ και, κατά κύριο λόγο, τολμάει να  διατάξει  τη  δήμευση  της  εκκλησιαστικής  περιουσίας.  Με  άλλα  λόγια,  επιτίθεται  στα  ιερά  και τα όσια. Η ρωσική Εκκλησία είναι πάμπλουτη και πανίσχυρη. Αν και ιδιοκτήτρια αχανών  εκτάσεων  γης  με  δουλοπαροίκους  που  υφίστανται  ίσως  τη  χειρότερη  μεταχείριση  σε  ολόκληρη  την  αυτοκρατορία,  δεν  πληρώνει  φόρους  στο  Κράτος.  Η  επιρροή  της  στο  λαό  είναι  τόσο  βαθιά  που  κανένας  ηγεμόνας  δεν  είχε  ως  εκείνη  τη  στιγμή  το  σθένος  να  της  εναντιωθεί. Οποιοσδήποτε την αψηφάει, αψηφάει το Θεό. Οποιοσδήποτε αγγίζει το ταμείο  της, κλέβει το Θεό. Μπροστά στο ουκάζιο το οποίο προβλέπει τη διανομή ενός μέρους των  μοναστηριακών  κτημάτων,  οι  επίσκοποι  αγανακτούν,  οι  ιερείς  εξοργίζονται:  ο  νέος  αυτοκράτορας είναι ένας αιρετικός, ένας λουθηρανός, ο ίδιος ο Αντίχριστος! Επαναστάσεις  ξεσπούν στην ύπαιθρο. «Πρόκειται για μια δημόσια κατακραυγή», διαπιστώνει ο βαρόνος  ντε Μπρετέιγ σε μήνυμά του της 18ης Ιουνίου 1762.  Ωστόσο,  ανάμεσα  σ'  αυτή  τη  σωρεία  από  ουκάζια,  ορισμένα  γίνονται  ευχαρίστως  δεκτά. 

Digitized by 10uk1s 


Έτσι, ο  Πέτρος  καταργεί  με  μια  μονοκονδυλιά  το  γραφείο  της  πολιτικής  αστυνομίας,  με  άλλα λόγια την «Ιδιωτική Καγκελαρία», για την οποία ο Κηθ έγραφε στην αναφορά του της  5ης Φεβρουαρίου 1762: «Τούτο το αποτρόπαιο ανακτοβούλιο απεδείχθη πιο βάναυσο και  τυραννικό ακόμα και από την ισπανική Ιερά Εξέταση». Πολλοί άνθρωποι που πρόσκεινται  στο θρόνο βγάζουν έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Προπαντός όμως η αριστοκρατία είναι  ευαίσθητη στη δημοσίευση από τον τσάρο του «Μανιφέστου σχετικά με τις ελευθερίες της  τάξης  των  ευγενών»,  που  τους  απαλλάσσει  από  τη  στρατιωτική  θητεία  —εκτός  από  τις  εποχές που η χώρα βρίσκεται σε εμπόλεμο κατάσταση—, τους επιτρέπει να ταξιδεύουν στο  εξωτερικό και ενισχύει τα δικαιώματά τους απέναντι στους δουλοπαροίκους.  Η  ικανοποίηση  των  μεγάλων  ρωσικών  οικογενειών  δεν  κρατάει  πολύ.  Ο  Πέτρος  ανακαλεί  από τη Σιβηρία τους αξιωματικούς τους οποίους είχε εξορίσει η Ελισάβετ: τον Μπίρον, τον  Μύνιχ,  τον  Λεστόκ,  τους  γιους  του  Όστερμαν.  Περιστοιχίζεται  και  πάλι  από  συμβούλους  γερμανικής  καταγωγής.  Οι  περισσότεροι  τον  πιέζουν  να  εκτελέσει  «τους  δεδηλωμένους  εχθρούς του». Διστάζει. Κατά βάθος, δεν κλείνει μέσα του την άκαμπτη αποφασιστικότητα  των  πραγματικών  αυτοκρατόρων,  για  τους  οποίους  τα  βασανιστήρια  και  η  δολοφονία  αποτελούν  τα  απαραίτητα  συμπληρώματα  κάθε  πολιτικής.  Είναι  σαδιστής  μονάχα  στα  μικροπράγματα.  Του  αρέσει  να  ταπεινώνει,  να  γελοιοποιεί,  να  πληγώνει,  όχι  όμως  και  να  σκοτώνει.  Μια  μέρα,  του  περνάει  σοβαρά  απ'  το  νου  η  ιδέα  να  εξαναγκάσει  όλους  τους  αξιωματούχους να χωρίσουν και να ξαναπαντρευτούν ευθύς αμέσως με γυναίκες της δικής  του  επιλογής.  Ύστερα,  σκέφτεται  κάτι  άλλο  και  ξεχνάει  τούτο  το  έξω  από  κάθε  λογική  σχέδιο. Θαμπωμένος από το παράδειγμα του βασιλιά της Πρωσίας, θα ήθελε να διακριθεί  όπως και αυτός στο πεδίο της μάχης. Ύστερα από τόσους πολέμους σε μικρογραφία, πάνω  στο  τραπέζι,  με  στρατιώτες  από  αλευρόκολλα,  του  χρειάζονται  αληθινοί  πόλεμοι,  με  αληθινούς  στρατιώτες,  σε  αληθινό  πεδίο  τιμής.  Αφού  ανακοινώσει  τη  «θέλησή  του  για  γενική  ειρήνευση»,  αποφασίζει  να  κηρύξει  πόλεμο  στη  Δανία  για  ν'  ανακτήσει  την  κληρονομική  του  επαρχία  του  Σλέσβιχ,  η  οποία  είναι  για  τη  Ρωσία  εντελώς  άχρηστη.  Ο  Φρειδερίκος, γεμάτος ανησυχία γι' αυτό το καπρίτσιο, προσπαθεί να τον αποθαρρύνει. Του  κάκου.  Αν  και  τα  κεφάλαια  του  Δημοσίου  Θησαυρού  έχουν  σχεδόν  στερέψει  και  οι  στρατιωτικοί  είναι  έξαλλοι  επειδή  στερήθηκαν  μια  σίγουρη  νίκη  κατά  της  Πρωσίας,  ο  Πέτρος διατάσσει το στρατό και το στόλο να ετοιμαστούν.  Και  ενώ  εκείνος  αναγαλλιάζει  με  το  καινούργιο  του  όνειρο,  η  Αικατερίνη  εξακολουθεί  να  προσποιείται  θλίψη,  ευσέβεια  και  καρτερία.  Έχει  ένα  σημαντικό  λόγο  για  να  ζει  ζωή  μετρημένη: την  εγκυμοσύνη της, την οποία συνεχίζει να κρύβει  απ' όλους, και προπαντός  από τον άνδρα της. Με την πεποίθηση ότι την ταπεινώνει, ο τελευταίος την περιορίζει σε  διαμερίσματα που βρίσκονται στη μια άκρη του καινούργιου Χειμερινού Ανακτόρου, ενώ ο  ίδιος  εγκαθίσταται  στην  άλλη  άκρη  μαζί  με  την  Ελισάβετ  Βοροντζώφ.  Αυτή  η  διευθέτηση  προσφέρει στην Αικατερίνη την ελευθερία κινήσεων την οποία τόσο χρειάζεται. Η Ελισάβετ  Βοροντζώφ ακτινοβολεί από ευτυχία. Και μαζί της, ολόκληρη η φατρία των Βοροντζώφ.  Ο  Πέτρος την ονόμασε («για αρχή») μεγάλη κυρία της Αυλής. Τούτος ο καινούργιος τίτλος δεν  της  δίνει  περισσότερη  γοητεία  μήτε  αξιοπρέπεια.  «Είναι  ανεγκέφαλη»,  γράφει  ο  βαρόνος  ντε Μπρετέιγ τον Ιανουάριο του 1762. «Όσο για το παρουσιαστικό της, είναι ό,τι χειρότερο  θα  μπορούσε  να  δει  κανείς.  Μοιάζει  καθ'  όλα  με  καμαριέρα  πανδοχείου  τελευταίας  κατηγορίας».  Ο  Γερμανός  Σέρερ  είναι  ακόμα  πιο  ωμός  στην  εκτίμησή  του:  «Έβριζε  σαν  στρατιώτης, αλληθώριζε, βρώμαγε και μιλούσε φτύνοντας». Λένε μάλιστα ότι χτυπάει τον  αυτοκράτορα,  ότι  μεθάει  μαζί  του,  κι  αυτός  απολαμβάνει  τούτη  τη  βιαιότητα  και  την  εξαχρείωση. «Αν τα κατάφερνε να αποκτήσει έναν αρσενικό απόγονο από κάποια ερωμένη,  πολλοί  πιστεύουν  ότι  θα  έκανε  αυτήν  γυναίκα  του  και  το  παιδί  διάδοχό  του»,  γράφει  ο  βαρόνος  ντε  Μπρετέιγ,  στις  15  Φεβρουαρίου  1762.  «Τα  επίθετα  με  τα  οποία  η  δεσποινίς  Βοροντζώφ τον στόλισε δημόσια στον καβγά τους ενισχύουν ιδιαίτερα τούτη την άποψη».  Κατά γενική ομολογία, ο Πέτρος είναι στείρος, όχι όμως και ανίκανος. Πάντως, δεν αφήνει 

Digitized by 10uk1s 


ευκαιρία να  μειώσει  την  Αικατερίνη  μπροστά  σ'  εκείνη  που,  μέσα  στη  φαντασία  του,  σύντομα  θα  την  αντικαταστήσει  ως  αυτοκράτειρα.  Στις  18  Ιανουαρίου  1762,  ο  ίδιος  ο  βαρόνος ντε Μπρετέιγ έγραφε προς το δούκα ντε Σουαζέλ: «Η αυτοκράτειρα ζει κάτω από  τις  πιο  απάνθρωπες  συνθήκες  και  της  συμπεριφέρονται  με  την  πιο  έντονη  περιφρόνηση.  Σας  είπα  ήδη,  Εξοχότατε,  πόσο  προσπαθούσε  να  οπλιστεί  φιλοσοφώντας  την  κατάσταση,  και  πόσο  λίγο  ταίριαζε  τούτο  με  το  χαρακτήρα  της.  Εν  τω  μεταξύ  κατάλαβα  —και  είμαι  σίγουρος γι' αυτό— ότι ανέχεται με ιδιαίτερη δυσφορία τη συμπεριφορά του αυτοκράτορα  απέναντί  της  και  το  υπεροπτικό  ύφος  της  δεσποινίδας  Βοροντζώφ.  Δεν  θα  ήθελα  να  πιστέψω  ότι  αυτή  η  πριγκίπισσα,  της  οποίας  το  θάρρος  και  τη  βιαιότητα  γνωρίζω,  θα  φτάσει αργά ή γρήγορα σε κάποια ακρότητα. Αναγνωρίζω πάντως ότι έχει φίλους οι οποίοι  προσπαθούν να την καταλαγιάσουν, αλλά που θα διακινδύνευαν τα πάντα για χάρη της, αν  αυτή απαιτούσε κάτι τέτοιο».  Στις  10/21  Φεβρουαρίου  1762,  στη  διάρκεια  των  εορτασμών  που  διοργανώθηκαν  για  τα  γενέθλιά  του,  ο  Πέτρος  διατάζει  τη  γυναίκα  του  να  μεταβιβάσει  στην  ερωμένη  του  τα  διάσημα του Τάγματος της Αγίας Αικατερίνης, που προορίζονταν για τις τσαρίνες και για τις  συζύγους  των  κληρονόμων  του  θρόνου.  Η  ίδια  η  Αικατερίνη  απέκτησε  τούτη  τη  διάκριση  όταν  ονομάστηκε  επισήμως  μνηστή  του  μεγάλου  δούκα.  Είναι  σαφές  ότι  με  αυτή  την  κίνηση, ο Πέτρος επιθυμεί να επιβεβαιώσει δημόσια την πρόθεσή του αποπομπής εκείνης  που  κατέχει,  τη  συγκεκριμένη  στιγμή,  το  αξίωμα  της  αυτοκράτειρας  της  Ρωσίας,  και  αντικατάστασής της με την Ελισάβετ Βοροντζώφ. Η Αικατερίνη, με την κοιλιά συμπιεσμένη  για να κρύψει την εγκυμοσύνη της, χλομιάζει∙ ωστόσο διατηρεί την αυτοκυριαρχία της και  κάνει  αδιαμαρτύρητα  αυτό  που  της  ζητούν.  Δεν  έχει  περιθώρια  εκλογής  όσον  αφορά  τη  στάση  που  θα  κρατήσει,  μιας  και  το  παιδί  που  κουνιέται  ήδη  στα  σπλάχνα  της  την  καταδικάζει σε άμυνα. Η ηρεμία και η ευγένεια της συμπεριφοράς της συντελούν ώστε να  κερδίσει τη συμπάθεια όσων αγνοούν τους πραγματικούς λόγους. Πρώτο της μέλημα είναι  τώρα να τα καταφέρει να γεννήσει στο παλάτι δίχως να κινήσει τις υποψίες των αυλικών,  των πάντοτε έτοιμων να κηλιδώσουν ένα καλό όνομα. Τα υπερβολικά συχνά πηγαινέλα, μια  κραυγή  πόνου,  τα  κλαψουρίσματα  του  νεογέννητου,  η  φλυαρία  μιας  υπηρέτριας,  αρκούν  για  να  καταστρέψουν  τα  πάντα.  Καθώς  η  μοιραία  ημερομηνία  πλησιάζει,  η  Αικατερίνη  προφασίζεται ότι στραμπούληξε το πόδι της και δεν βγαίνει από το δωμάτιο. Δέχεται εκεί,  ξαπλωμένη στο κρεβάτι ή φορώντας τη ρόμπα της, με το πόδι τυλιγμένο σε επιδέσμους και  με τα σημάδια της κόπωσης εμφανή στο πρόσωπό της. Μία μονάχα καμαριέρα, έμπειρη και  σίγουρη, ασχολείται μαζί της. Μπορεί όμως να βασίζεται και στον υπηρέτη της τον Σκούριν,  που της είναι αφοσιωμένος μέχρι θανάτου. Ενήμερος των πάντων, αυτός σκαρφίζεται ένα  τολμηρό κόλπο για ν' απομακρύνει τον αυτοκράτορα. Ενώ η Αικατερίνη θα ετοιμάζεται να  γεννήσει, αυτός θα τρέξει στο σπίτι του, που είναι αρκετά μακριά απ' το παλάτι, και θα του  βάλει φωτιά. Ο αυτοκράτορας, ο οποίος τρελαίνεται για τις πυρκαγιές, θα τρέξει εκεί όπως  πάντοτε  μαζί  με  την  ερωμένη  του.  Και  θα  τους  κρατήσουν  μπροστά  στις  φλόγες  όσο  χρειαστεί. Η Αικατερίνη είναι σύμφωνη και, το βράδυ της 11/22 Απριλίου, μόλις νιώσει τις  πρώτες ωδίνες, ο Σκούριν τυλίγει το σπίτι του στις φλόγες. Η φωτιά απλώνεται γρήγορα σε  ολόκληρο  το  τετράγωνο.  Ειδοποιημένοι  γι'  αυτό  το  εξαιρετικό  γεγονός,  ο  Πέτρος  και  η  Ελισάβετ  Βοροντζώφ  που  ετοιμάζονταν  για  ύπνο,  φορούν  βιαστικά  τα  ρούχα  τους  και  πηγαίνουν να απολαύσουν επιτόπου το θέαμα, ακολουθούμενοι από ένα πλήθος αυλικών.  Ενώ  ο  αυτοκράτορας  ξεστομίζει  ενθουσιασμένος  διαταγές  και  βρισιές  και  μοιράζει  ραβδίσματα,  η  Αικατερίνη,  με  τη  βοήθεια  της  υπηρέτριάς  της,  φέρνει  στον  κόσμο  ένα  αγόρι.  Αφού  πλυθεί  και  φασκιωθεί,  το  νεογέννητο  αποσπάται  από  τη  μητέρα  του,  και  ο  Σκούριν πηγαίνει να το εμπιστευθεί σε μια συγγενή του, τυλιγμένο μέσα σε μια κουβέρτα  από προβιά κάστορα58.  Για  μια  ακόμη  φορά,  η  Αικατερίνη  μόλις  που  πρόλαβε  να  δει  το  παιδί  το  οποίο  γέννησε.  Ωστόσο  απέφυγε  το  σκάνδαλο,  και  η  απέραντη  ανακούφιση  που  νιώθει  γι'  αυτό  την 

Digitized by 10uk1s 


παρηγορεί. Πολύ  γρήγορα,  σηκώνεται  από  το  κρεβάτι.  Το  «στραμπούληγμά»  της  πέρασε.  Οι  διπλωμάτες  τη  συγχαίρουν  για  την  αίσια  αποκατάσταση  της  υγείας  της.  Ο  Ρυλιέρ,  ακόλουθος  τότε  στην  πρεσβεία  της  Γαλλίας,  είναι  θαμπωμένος.  «Το  παρουσιαστικό  της  είναι  ευχάριστο  και  αριστοκρατικό»,  γράφει.  «Η  περπατησιά  της  περήφανη.  Η  όλη  της  εμφάνιση και το παράστημά της, γεμάτα χάρη. Το ύφος της, ύφος άνασσας. Το μέτωπό της  πλατύ  και  ανοιχτό.  Το  στόμα  της  δροσερό,  με  εξαίσια  δόντια.  Τα  μάτια  της  καστανά  και  πανέμορφα,  με  φωτεινές  ανταύγειες  που  τους  δίνουν  γαλάζιους  τόνους.  Το  κυριότερο  χαρακτηριστικό  της  φυσιογνωμίας  της  είναι  η  περηφάνια.  Η  γοητεία  την  οποία  ασκεί  πηγάζει από μια υπέρμετρη επιθυμία να αρέσει και να σαγηνεύει». Από τη δική του σκοπιά,  ο  Μερσύ  ντ'  Αρζαντώ  γράφει  στη  Μαρία‐Θηρεσία:  «Το  θεωρώ  μάλλον  απίθανο  να  μην  κρύβει, πίσω από μια επίφαση ηρεμίας, κάποιο μυστικό εγχείρημα». Και ενώ συγχαίρει την  Αικατερίνη  για  τη  λαμπρή  της  εμφάνιση,  εκείνη  του  αποκρίνεται  μ'  ένα  χαμόγελο  γεμάτο  μυστήριο: «Δεν φαντάζεστε, Κύριε, τι στοιχίζει σε μια γυναίκα να είναι όμορφη!».  Παρ' όλα αυτά, ο Πέτρος δεν υποχωρεί. Εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να κλονίσει το  γόητρο  εκείνης  που  εξακολουθεί  —«ασυγχώρητα»—  να  είναι  γυναίκα  του.  Στις  9  Ιουνίου  1762 παραθέτει δείπνο με τετρακόσιους προσκεκλημένους για να γιορτάσει την επικύρωση  της συνθήκης ειρήνης με την Πρωσία. Φοράει για την περίσταση την πρωσική στολή και το  Μεγαλόσταυρο  του  Μαύρου  Αετού.  Θέλοντας  και  μη,  οι Ρώσοι  αξιωματικοί  θα  πιουν  στη  δόξα του Φρειδερίκου Β'. Πριν όμως απ' αυτή την  πρόποση, ο Πέτρος κάνει μια άλλη, εις  υγείαν  της  αυτοκρατορικής  οικογένειας.  Όλοι  οι  καλεσμένοι  σηκώνονται  σπρώχνοντας  τις  καρέκλες  τους.  Στην  άλλη  άκρη  του  τραπεζιού,  η  Αικατερίνη  μένει  —όπως  αρμόζει—  καθισμένη  στη  θέση  της.  Μόλις  ακουμπήσει  κάτω  το  ποτήρι  της,  ο  αυτοκράτορας  στέλνει  τον υπασπιστή του Γκουντόβιτς να τη ρωτήσει γιατί δεν σηκώθηκε όπως οι άλλοι. Απαντάει  ότι  δεν  χρειαζόταν  να  σηκωθεί  μιας  και  ανήκει  στην  αυτοκρατορική  οικογένεια.  Ενοχλημένος επειδή τον έβαλε στη θέση του, ο Πέτρος διατάσσει τον αξιωματικό να πάει  και πάλι στην αυτοκράτειρα και να της πει ότι είναι ηλίθια. Ύστερα, φοβούμενος δίχως άλλο  ότι  ο  Γκουντόβιτς  θα  της  εκφράσει  αυτή  τη  σκέψη  του  με  ηπιότερο  τρόπο  από  σεβασμό  προς  τη  Μεγαλειότητά  Της,  ωρύεται  ο  ίδιος  πάνω  από  το  τραπέζι:  Ηλίθια!  (Ντούρα)  εκσφενδονίζοντάς της ένα βλέμμα γεμάτο μίσος. Η λέξη πλαταγίζει σαν μαστίγιο μες στην  απόλυτη σιωπή. Όλοι την άκουσαν. Και αμέσως, ο Πέτρος προσθέτει ότι τα μόνα μέλη της  αυτοκρατορικής  οικογένειας  των  οποίων  αναγνωρίζει  την  παρουσία  μέσα  σ'  αυτή  την  αίθουσα  είναι  ο  ίδιος  και  οι  δύο  πρίγκιπες  από  το  Χολστάιν,  οι  θείοι  του.  Είναι  άλλο  ένα  βήμα προς την αποπομπή. Μια δημόσια αποκήρυξη, λες και η Αικατερίνη έπαψε να είναι  σύζυγος και συγχρόνως αυτοκράτειρα στα μάτια του. Υπό το πλήγμα αυτής της παράλογης  προσβολής,  η  Αικατερίνη  δεν  μπορεί  να  συγκρατήσει  τα  δάκρυά  της  και  γυρνώντας  προς  τον  διπλανό  της  στο  τραπέζι,  τον  κόμη  Στρογκονώφ,  τον  παρακαλεί  να  της  διηγηθεί  μια  αστεία ιστορία. Ο Ραζουμόφσκι και ο βαρόνος ντε Μπρετέιγ ανακατεύονται στη συζήτηση  και προσπαθούν, με τη ζωντάνια των  λόγων τους,  να κάνουν την αυτοκράτειρα να  νιώσει  καλύτερα.  Τελικά,  συνέρχεται  και  χαμογελάει.  Ύστερα  από  μια  στιγμή  αμηχανίας,  η  ομήγυρη  ξεφυσάει  με  ανακούφιση.  Ματιές  γεμάτες  τρυφερότητα  συγκλίνουν  προς  την  τσαρίνα, η οποία έχει υποστεί μια άδικη προσβολή. Πιστεύοντας ότι θα την ταπεινώσει, ο  Πέτρος  εξυπηρέτησε  άθελά  του  τα  συμφέροντά  της.  Αγανακτισμένος,  εξορίζει  το  ίδιο  βράδυ στα κτήματά του τον κόμη Στρογκόνωφ με την κατηγορία ότι έδειξε υπερβολικό ζήλο  για να διασκεδάσει αυτήν που καθόταν δίπλα του στο τραπέζι: την αυτοκράτειρα. Ύστερα  από  τέσσερις  ημέρες  προστάζει  να  φυλακίσουν  την  Αικατερίνη  στο  φρούριο  του  Σλύσελμπουργκ.  Ο  θείος  του,  ο  πρίγκιπας  Γεώργιος  του  Χολστάιν,  τον  ικετεύει  να  εγκαταλείψει  τούτο  το  ακραίο  μέτρο  το  οποίο,  κατά  την  άποψή  του,  θα  κινδύνευε  να  προκαλέσει  την  αγανάκτηση  του  στρατού  και  ενός  τμήματος  της  τάξης  των  ευγενών.  Ο  Πέτρος  υποχωρεί  με  βαριά  καρδιά.  Ωστόσο,  η  Αικατερίνη  έχει  πληροφορηθεί  το  σχέδιο.  Ξέρει  τώρα  ότι  η  τύχη  της  θα  παιχτεί  κορόνα‐γράμματα:  αυτή  ή  αυτός,  ο  θρόνος  ή  η  φυλακή.  Ίσως  ακόμα  και  ο  θάνατος.  «Η  βάρβαρη  και  παράλογη  θηριωδία  του  Πέτρου  Γ'  Digitized by 10uk1s 


κάνουν πολύ  πιστευτές  τις  προθέσεις  του  να  βγάλει  από  τη  μέση  τη  γυναίκα  του»,  θα  γράψει ο Μπερανζέ, ο επιτετραμμένος της Γαλλίας.  Καθώς  ο  κίνδυνος  συγκεκριμενοποιείται,  οι  φίλοι  της  Αικατερίνης  αντιμετωπίζουν  πια  σοβαρά  το  ενδεχόμενο  μιας  παλατιανής  επανάστασης.  Η  πριγκίπισσα  Ντάσκωφ,  «απερίσκεπτη  στο  έπακρο,  αν  και  θαρραλέα»,  σύμφωνα  με  την  έκφραση  του  Μπερανζέ,  διαθέτει  το  χρόνο  της  στον  προσηλυτισμό  κάποιων  στρατιωτικών  του  σαλονιού.  Οι  πέντε  αδελφοί  Ορλώφ  στρατολογούν  οπαδούς  μεταξύ  των  νέων  αξιωματικών  της  φρουράς.  Ο  Γρηγόρης,  ο  οποίος  έχει  ονομαστεί  αξιωματικός  ταμίας  του  πυροβολικού,  παίρνει  σχεδόν  όσα χρήματα έχουν απομείνει στο ταμείο και τα καταφέρνει να εξαγοράσει καμιά εκατοστή  στρατιώτες.  Στο  σύνταγμα  Πρεομπραζένσκι,  οι  αξιωματικοί  Πάσεκ  και  Μπρεντιχίν  ορκίζονται πλέον μονάχα στο όνομα της Αικατερίνης. Στο σύνταγμα Ισμαϊλόφσκι, μπορεί να  βασίζεται στους Ροσλάβλεφ και Λασούνσκι. Προφανώς, υπάρχει και ο αταμάνος Κύριλλος  Ραζουμόφσκι,  ο  συνετός  Πανίν  και  μερικά  άλλα  άτομα  μικρότερου  βεληνεκούς.  Άραγε  φτάνουν  για  να  ανατραπεί  ένας  αυτοκράτορας,  εγγονός  του  Πέτρου  του  Μεγάλου,  προς  όφελος μιας πριγκίπισσας που δεν έχει ούτε μια σταγόνα ρωσικό αίμα στις φλέβες της; Θα  χρειάζονταν πολύ περισσότερα χρήματα για να εξαγοραστούν κι άλλοι. Η Αικατερίνη ζητάει  κρυφά χρήματα από τον πρεσβευτή του Λουδοβίκου ΙΕ', το βαρόνο ντε Μπρετέιγ. Τούτος ο  νεαρός  και  λαμπρός  διπλωμάτης  είχε  σταλεί  στη  Ρωσία  με  την  ελπίδα  ότι  το  περήφανο  παράστημά του θα του εξασφάλιζε την εύνοια της Αικατερίνης. Όταν όμως εμφανίζεται, η  θέση  είναι ήδη κατειλημμένη. Άλλωστε, ο δούκας ντε Σουαζέλ, εντελώς απερίσκεπτα, του  επέτρεψε  να  πάρει  μαζί  του  τη  γυναίκα  του,  η  οποία  είναι  όμορφη  και  δεν  εννοεί  να  την  απατήσουν, ούτε και για λόγους πολιτικούς. Οι σχέσεις του Μπρετέιγ με την αυτοκράτειρα  δεν θα ξεπεράσουν ποτέ τα όρια της αβροφροσύνης. Ωστόσο, εκείνη είναι ευαίσθητη στο  πνεύμα του, στους τρόπους του, και μαντεύει ότι τη συμπαθεί. Έτσι, του ζητάει αμέσως ένα  δάνειο εξήντα χιλιάδων ρουβλίων. Ακολουθώντας τις υποδείξεις του δούκα ντε Σουαζέλ, ο  Μπρετέιγ εξαφανίζεται. Για να μην εκθέσει τη Γαλλία, αποφεύγει να δώσει σαφή απάντηση  και  εγκαταλείπει  την  Αγία  Πετρούπολη  για  τη  Βαρσοβία,  κι  ύστερα  για  τη  Βιέννη,  αφήνοντας  τον  επιτετραμμένο  του  Μπερανζέ  να  τα  βγάλει  πέρα.  Ύστερα  από  μερικές  ημέρες, η Αικατερίνη, απογοητευμένη και αγανακτισμένη από την έλλειψη κατανόησης του  διπλωμάτη, διατάσσει να δοθεί στον Μπερανζέ ένα σημείωμα με το εξής περιεχόμενο: «Η  αγορά που πρέπει να κάνουμε θα γίνει, και μάλιστα σύντομα, αλλά σε πολύ καλύτερη τιμή.  Γι'  αυτό,  δεν  χρειαζόμαστε  άλλα  κεφάλαια».  Ο  Μπερανζέ  αναγαλλιάζει.  Τον  έβγαλαν  από  μια  εξαιρετικά  δύσκολη  θέση.  Δεν  πιστεύει  στις  πιθανότητες  επιτυχίας  αυτής  της  συνωμοσίας,  την  οποία  έχουν  εξυφάνει  τρελοί.  Τα  ερείσματά  της  του  φαίνονται  πολύ  αδύνατα.  Στο  μεταξύ  όμως,  η  Αικατερίνη  έχει  στραφεί  προς  την  Αγγλία  για  τη  χρηματοδότηση  της  «αγοράς».  Και  παίρνει  εκατό  χιλιάδες  ρούβλια,  τα  οποία  καταβάλλονται από έναν Άγγλο μεγαλέμπορο. Έτσι, συνδέεται περισσότερο παρά ποτέ με  τη Μεγάλη Βρετανία και οι διαθέσεις της προς τη Γαλλία γίνονται εχθρικές. Νά ένα πολιτικό  σφάλμα  που  θα  το  συνειδητοποιήσει  γρήγορα  το  ανακτοβούλιο  των  Βερσαλλιών.  «Η  άνασσα  δεν  θα  σας  συγχωρήσει  το  γεγονός  ότι  την  εγκαταλείψατε  σε  μια  τόσο  δύσκολη  στιγμή»,  γράφει  ο  κύριος  ντε  Μπρολί  στον  Μπρετέιγ.  Στην  πράξη  όμως,  παρά  τον  ενθουσιασμό τους, οι φίλοι της Αικατερίνης δεν έχουν κανένα συγκεκριμένο σχέδιο, καμιά  ιδέα για το πώς θα μπορούσαν, τη δεδομένη στιγμή, να την ανεβάσουν στο θρόνο. Όλα σ'  αυτούς δεν είναι παρά αερολογίες, πυρετός και αυτοσχεδιασμός.  Ανυποψίαστος,  ο  Πέτρος  εγκαταλείπει  την  Αγία  Πετρούπολη  στις  12  Ιουνίου  1762,  για  τη  θερινή  κατοικία  του  Οράνιενμπαουμ.  Υπολογίζει  να  περάσει  εκεί  μερικές  ημέρες  ξεκούρασης πριν μεταβεί στο στράτευμά του, στην Πομερανία, κατατροπώσει τους Δανούς  και  ανακτήσει  το  τόσο  πολύτιμο  δουκάτο  του  Σλέσβιχ.  Δυστυχώς,  ο  ρωσικός  στόλος  δεν  είναι σε θέση να αποπλεύσει. Μια επιδημία έχει αποδεκατίσει τους ναύτες. Έστω: ο Πέτρος  υπογράφει  ένα  ουκάζιο  με  το  οποίο  διατάσσει  τους  αρρώστους  να  θεραπευτούν  το 

Digitized by 10uk1s 


συντομότερο δυνατόν.  Περιμένοντας,  γλεντάει  με  την  ερωμένη  του  και  επιθεωρεί  τα  στρατεύματά του. Όσο κι αν οι μυστικοσύμβουλοί του τού επισημαίνουν τον κίνδυνο που  διατρέχει  εγκαταλείποντας  την  πρωτεύουσα  και  την  αυτοκρατορία,  και  αφήνοντας  στην  Αγία  Πετρούπολη  μια  καμαρίλα  αποφασισμένη  να  τον  οδηγήσει  στην  καταστροφή,  αυτός  δεν συμμορφώνεται. Δεν ακούει καν τον Φρειδερίκο Β' όταν, μέσω των απεσταλμένων του  (του  βαρόνου  ντε  Γκολτς  και  του  κόμη  Σβέριν),  του  λέει  ότι  πρώτα  απ'  όλα  θα  έπρεπε  να  στεφθεί στη Μόσχα: οι Ρώσοι είναι τόσο προσκολλημένοι στους τύπους ώστε δεν μπορούν  να  σεβαστούν  έναν  ηγεμόνα  που  δεν  έχει  ακόμη  καθαγιαστεί  από  την  Εκκλησία,  και  ότι  ένας  νουνεχής  μονάρχης  δεν  ξεκινάει  ποτέ  έναν  πόλεμο  πριν  σταθεροποιήσει  το  έδαφος  κάτω  από  τα  πόδια  του.  Το  μοναδικό  προληπτικό  μέτρο  που  δέχεται  να  υιοθετήσει  ο  Πέτρος, αφορά τον τόπο  διαμονής της Αικατερίνης. Της επιβάλλει  ρητώς  να  εγκαταλείψει  την Αγία Πετρούπολη και να εγκατασταθεί στο Πέτερχοφ, κοντά στο Οράνιενμπαουμ, στον  κόλπο της Φινλανδίας. Οι φίλοι της Αικατερίνης οσμίζονται την παγίδα. Και η ίδια ανησυχεί.  Όμως, δεν θέλει να κάνει πίσω. Απλώς, αποφασίζει να φύγει μόνη της, αφού εμπιστευθεί  το γιο της Παύλο στις φροντίδες του Πανίν.  Στο  Πέτερχοφ,  όπου  φτάνει  στις  19  Ιουνίου,  δεν  εγκαθίσταται  μέσα  στο  παλάτι,  αλλά  σε  κάποια  απόσταση,  σ'  ένα  περίπτερο  που  ονομάζεται  «Μον  Πλαιζίρ»  και  βρίσκεται  στην  ακροθαλασσιά. Εκεί, περνάει τις μέρες της μέσα στην αναμονή, έτοιμη τόσο να υποδεχτεί  τους απεσταλμένους του Ορλώφ όσο και να το βάλει στα πόδια μπροστά στους σμπίρους  του  άνδρα  της.  Ο  Πέτρος  την  ειδοποιεί  ότι  στις  29  Ιουνίου  θα  πάει  στο  Πέτερχοφ  για  την  ημέρα της γιορτής του (των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου) και ότι πρέπει να ετοιμαστεί  να τον υποδεχτεί. Μήπως σκοπεύει, επωφελούμενος από το συμπόσιο, να την υβρίσει ξανά  ή  μάλλον  να  την  εγκλείσει  σε  φρούριο,  όπως  εκατοντάδες  φορές  ήδη  έχει  εκδηλώσει  την  επιθυμία;  Πληροφορημένοι  σχετικά  μ'  αυτή  την  επικίνδυνη  συνάντηση,  οι  φίλοι  της  Αικατερίνης  συσκέπτονται  αναποφάσιστοι  και  γεμάτοι  αγωνία.  Στις  27  Ιουνίου,  ένας  απ'  αυτούς,  ο  λοχαγός  Πάσεκ,  συλλαμβάνεται.  Υπό  την  επήρεια  του  ποτού  και  ενώπιον  μαρτύρων,  έχει  μιλήσει  υβριστικά  για  τον  τσάρο.  Κινδυνεύει  να  πει  περισσότερα  αν  υποβληθεί σε βασανιστήρια. Έχει έρθει η ώρα. Δεν μπορούν πλέον να περιμένουν. Πρέπει  να  δράσουν  αμέσως,  πάση  θυσία.  Ο  Φεντόρ  Ορλώφ,  μικρότερος  αδελφός  του  Γρηγόρη,  επισκέπτεται  μέσα  στη  νύχτα  τον  αταμάνο  Κύριλλο  Ραζουμόφσκι,  ορκισμένο  οπαδό  της  Αικατερίνης.  Αυτός,  ως  πρόεδρος  της  Ακαδημίας  των  Επιστημών,  ξυπνάει  τον  Τωμπέρ,  διευθυντή  του  τυπογραφείου  της  Ακαδημίας,  και  του  ζητάει  να  τυπώσει  αμέσως  ένα  μανιφέστο,  με  το  οποίο  θα  κηρύσσεται  έκπτωτος  ο  αυτοκράτορας  Πέτρος  Γ'  και  θα  ενθρονίζεται  η  Αικατερίνη  Β'.  Πρόκειται  για  καθαρή  τρέλα  μιας  και  ούτε  ένας  στρατιώτης  δεν  έχει  ακόμη  κινητοποιηθεί  προκειμένου  να  υποστηρίξει  την  αυτοκράτειρα.  Τρομαγμένος,  ο  Τωμπέρ  προβάλλει  δικαιολογίες,  συζητεί.  Ωστόσο,  ο  Ραζουμόφσκι  του  πετάει:  «Ξέρετε  ήδη  πάρα  πολλά!  Τώρα,  τόσο  το  κεφάλι  σας  όσο  και  το  δικό  μου  βρίσκονται σε κίνδυνο!». Έτσι, ο Τωμπέρ, ηττημένος, δίνει διαταγή να συνταχθεί το κείμενο.  Απομένει να ειδοποιηθεί η Αικατερίνη. Το αναλαμβάνει ο Αλέξης Ορλώφ. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII  ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ  Στις 28 Ιουνίου / 9 Ιουλίου 1762 τα χαράματα, ο Αλέξης Ορλώφ φτάνει στο Πέτερχοφ με μια  άμαξα.  Το  πάρκο  μοιάζει  ακινητοποιημένο  κάτω  από  τη  γαλακτώδη  λάμψη  της  καλοκαιριάτικης  νύχτας.  Μέσα  στην  ομίχλη,  σέρνονται  ίδιες  με  φαντάσματα  μερικές  σιλουέτες φρουρών από το Χολστάιν. Ο Αλέξης τους αποφεύγει και τρυπώνει περπατώντας  αθόρυβα ανάμεσα στους θάμνους μέχρι μια πλάγια πόρτα του περιπτέρου «Μον Πλαιζίρ».  Διασχίζοντας  το  μπουντουάρ  σαν  αστραπή,  διακρίνει  την  επίσημη  τουαλέτα,  την  οποία  πρέπει  να  φοράει  η  αυτοκράτειρα  για  να  υποδεχτεί  τον  άνδρα  της.  Η  καμαριέρα,  η  Σαργκορόντσκαγια,  ξυπνάει  αμέσως  την  Αικατερίνη  που  κοιμάται  βαθιά.  «Ο  Αλέξης  Ορλώφ», της λέει, «βρίσκεται εδώ και επιθυμεί να μιλήσει επειγόντως με τη Μεγαλειότητά  Σας». Εν ριπή οφθαλμού, η Αικατερίνη συνέρχεται από τον ύπνο. Δέχεται τον Αλέξη με το  νυχτικό της, καθισμένη στο κρεβάτι της. Όλα στο πρόσωπό του φανερώνουν μαχητικότητα.  «Είναι ώρα να σηκωθείτε», της λέει. «Έχουν ετοιμαστεί τα πάντα για να σας ανακηρύξουμε  αυτοκράτειρα».  Και προσθέτει:  «Ο Πάσεκ συνελήφθη. Πρέπει να φύγετε!».  Τούτη  τη  φορά,  η  Αικατερίνη  δεν  διστάζει  ούτε  κατά  το  ελάχιστο.  Έχει  όσφρηση  σχεδόν  όπως  τα  ζώα  προκειμένου  να  επιλέγει  την  κατάλληλη  στιγμή.  Ξέρει  από  ένστικτο  πότε  πρέπει να αναδιπλώνεται και πότε να δρα. Βρίσκεται κιόλας επί ποδός και ντύνεται «χωρίς  να  στολιστεί  ιδιαίτερα».  Η  Σαργκορόντσκαγια  τη  βοηθάει  τρέμοντας.  Αφού  κουμπώσουν  και το τελευταίο κουμπί, οι δυο γυναίκες ακολουθούν τα ίχνη του Αλέξη μέχρι την άμαξα. Η  Αικατερίνη  πηδάει  μέσα,  η  καμαριέρα  κάθεται  πλάι  της∙  ο  πιστός  υπηρέτης  Σκούριν,  που  τον  ξύπνησαν  κι  αυτόν,  ανεβαίνει  στο  πίσω  μέρος  μαζί  με  τον  υπολοχαγό  Μπιμπίκωφ.  Ο  Αλέξης  σκαρφαλώνει  δίπλα  στον  αμαξά  και  τα  άλογα  ξεκινούν  καλπάζοντας  στο  δρόμο  προς  την  Αγία  Πετρούπολη.  Κάπου  κάπου,  ο  Αλέξης  γυρνάει  για  να  δει  μήπως  τους  ακολουθούν.  Ο  απροσδόκητος  χαρακτήρας  τούτης  της  φυγής  μέσα  στην  καταχνιά,  τα  σκαμπανεβάσματα του αμαξιού, ο δροσερός αέρας, οι φωνές του αμαξά, ο φόβος μήπως  την  πιάσουν,  η  ελπίδα  της  επιτυχίας,  όλα  αυτά  μπλέκονται  μέσα  στην  Αικατερίνη  δημιουργώντας  της  μια  χαρούμενη  υπερδιέγερση.  Ξαφνικά  σκάει  στα  γέλια,  διαπιστώνοντας ότι η καμαριέρα της  έχασε το ένα της παπούτσι και ότι  φοράει ακόμα τη  δαντελένια  της  σκούφια  του  ύπνου.  Στο  δρόμο,  συναντούν  τον  Μισέλ,  το  Γάλλο  κομμωτή  της  Αυτής  Μεγαλειότητας,  που  έρχεται  όπως  κάθε  πρωί  για  ν'  αναλάβει  υπηρεσία.  Τον  ανεβάζουν  στην  άμαξα.  Εκεί  μέσα,  θα  φρεσκάρει  την  κόμμωση  της  αυτοκράτειρας.  Τα  άλογα, που έχουν ήδη καλύψει τριάντα βέρστια, αρχίζουν να κουράζονται. Το ένα απ' αυτά  τρεκλίζει, πέφτει κι ανασηκώνεται με δυσκολία. Θα αντέξουν άραγε ως το τέλος; Μέσα στη  βιασύνη του, ο Αλέξης Ορλώφ δεν προέβλεψε εφεδρικά ζώα. Σκάει στη σκέψη ότι, από δικό  του  λάθος,  ένα  θαυμάσιο  σχέδιο  μπορεί  να  καταλήξει  σε  καταστροφή.  Ωστόσο,  ξεπροβάλλει ένας χωρικός οδηγώντας το κάρο του. Ο Αλέξης και ο Σκούριν τον σταματούν  και  του  ζητούν  ν'  ανταλλάξει  τα  ξεκούραστα  άλογά  του  με  τα  δικά  τους  που  είναι  εξουθενωμένα. Ο χωρικός δέχεται και παίρνουν ξανά το δρόμο ολοταχώς. Μερικά βέρστια  έξω  από  την  Αγία  Πετρούπολη,  ο  πρίγκιπας  Μπαριατίνσκι  περιμένει  την  Αικατερίνη  μέσα  στην ανοιχτή του άμαξα. Αλλάζουν γρήγορα αμάξι. Εκεί βρίσκεται και ο Γρηγόρης πάνω στ'  άλογό του. Ήρθαν να προϋπαντήσουν τη φυγάδα. Βλέποντας τον εραστή της, τόσο ωραίο κι  αποφασιστικό,  η  Αικατερίνη  αναγαλλιάζει.  Αυτός  ακκίζεται  για  λίγο  πλάι  της,  γεμάτος  περηφάνια που τη συνοδεύει στο δρόμο της νίκης. Ύστερα, δίνει μια με το καμτσίκι του και  απομακρύνεται για ν' αναγγείλει στο σύνταγμα Ισμαϊλόφσκι την άφιξη της αυτοκράτειρας. 

Digitized by 10uk1s 


Είναι περασμένες  εφτά  το  πρωί  όταν  η  άμαξα  σταθμεύει  μπροστά  στο  στρατώνα.  Τα  τύμπανα  ηχούν.  Με  την  καρδιά  σφιγμένη,  η  Αικατερίνη  προχωρεί  με  πένθιμο  βήμα,  εύθραυστη  και  στητή,  προς  αυτή  τη  μάζα  των  ανθρώπων  από  τους  οποίους  εξαρτάται  η  τύχη της. Ορθωμένος πάνω στους αναβολείς, ο Γρηγόρης Ορλώφ τη χαιρετά μέσα  σε όλη  του την αίγλη σηκώνοντας το σπαθί του. Δεν έχει να φοβηθεί τίποτα: οι στρατιώτες έχουν  άσφαιρα τουφέκια. Άλλωστε, τους έχουν υποσχεθεί πως θα τους μοιράσουν βότκα. Μόλις  η  Αικατερίνη  εμφανίζεται  μπροστά  τους,  οι  τάξεις  του  στρατού  γίνονται  ένα  και  μια  ατελείωτη  βοή  κάνει  τούτα  τα  τραχιά  πρόσωπα  να  σκιρτούν:  «Ζήτω  η  μητερούλα  μας  Αικατερίνη!». Ο ιερέας του συντάγματος υψώνει ένα σταυρό. Οι αξιωματικοί περιβάλλουν  την άτυχη αυτοκράτειρα που τους κάνει έκκληση να την προστατεύσουν με το θάρρος τους.  Γονατίζουν, φιλούν τις άκρες του βασιλικού μανδύα της. Ο κόμης Κύριλλος Ραζουμόφσκι, ο  οποίος  βρίσκεται  επικεφαλής  του  συντάγματος,  γονατίζει  με  τη  σειρά  του  μπροστά  της.  Ύστερα  σηκώνεται,  επιθυμώντας  να  επιβάλει  τη  σιωπή.  Αλλά  οι  ζητωκραυγές  του  στρατεύματος  πληθαίνουν.  Τέλος,  αφού  καταπνίξει  τούτο  τον  χαρούμενο  σαματά,  ο  Ραζουμόφσκι  κηρύσσει  την  Αυτής  Μεγαλειότητα  αυτοκράτειρα  Αικατερίνη  μοναδική  και  απόλυτη άνασσα πασών των Ρωσιών και προφέρει, εξ ονόματος των στρατιωτών της, τον  όρκο πίστης.  Καθ'  οδόν  για  το  στρατώνα  του  συντάγματος  Σεμιονόφσκι!  Ο  παπάς,  με  επίσημα  άμφια,  ανοίγει  το  δρόμο  σείοντας  το  σταυρό.  Γύρω  από  την  ανοιχτή  άμαξα  όπου  βρίσκεται  η  αυτοκράτειρα,  ιππεύουν  ο  Γρηγόρης  Ορλώφ,  ο  Κύριλλος  Ραζουμόφσκι,  πάμπολλοι  αξιωματικοί  με  πρόσωπα  ξαναμμένα.  Πίσω  τους,  τρέχει  μια  ομάδα  ατημέλητων  και  χαρωπών στρατιωτών που φωνάζουν: «Ζήτω η μητερούλα μας Αικατερίνη! Θα δώσουμε και  τη ζωή μας γι' αυτήν!». Το σύνταγμα Σεμιονόφσκι ενώνεται, μέσα στον ενθουσιασμό, με το  σύνταγμα  Ισμαϊλόφσκι,  και  το  κύμα  προχωρεί  τώρα  προς  άλλους  στρατώνες.  Η  σύντηξη  πραγματοποιείται  σε  όλα  τα  σημεία  μέσα  σε  μια  αποχαλίνωση  ευθυμίας.  Εκτός  από  το  σύνταγμα  Πρεομπραζένσκι,  που  οι  συνωμότες  δεν  κατόρθωσαν  να  εξαπατήσουν  τους  αξιωματικούς του. Ο Σίμων Βοροντζώφ, ο ίδιος ο αδελφός της ερωμένης του αυτοκράτορα,  εκτελεί  χρέη  διοικητή  σ'  αυτή  την  επίλεκτη  μονάδα.  Γι'  αυτόν,  τα  συμφέροντα  της  αυτοκρατορίας  συγχέονται  με  τα  συμφέροντα  της  αδελφής  του.  Βοηθούμενος  από  τον  επιτελάρχη  Βογιέικωφ,  βγάζει  λόγο  στους  άνδρες,  προστάζοντάς  τους  να  σεβαστούν  τον  όρκο που έδωσαν στον τσάρο και βαδίζει μαζί τους για να συναντήσει τους στασιαστές. Τα  δύο  στρατεύματα  έρχονται  αντιμέτωπα  μπροστά  στον  καθεδρικό  ναό  του  Καζάν.  Η  αριθμητική  υπεροχή  των  οπαδών  της  Αικατερίνης  είναι  συντριπτική.  Ωστόσο,  αποτελούν  ένα πλήθος άτακτο, συγκεχυμένο, όπου οι περισσότεροι στρατιώτες είναι άοπλοι∙ αντίθετα,  το  σύνταγμα  Πρεομπραζένσκι,  πάνοπλο,  πλαισιωμένο  από  τους  αξιωματικούς  του,  εμφανίζεται  σαν  ένα  θαυμαστό  σύνολο  πειθαρχίας  και  αγωνιστικότητας.  Στις  προτροπές  του  Γρηγόρη  Ορλώφ,  ο  Σίμων  Βοροντζώφ  απαντάει  με  κατηγορηματική  άρνηση.  Κατεβάζουν  τα  όπλα.  Μοιραία  στιγμή.  Αν  το  πιστό  σύνταγμα  ανοίξει  πυρ,  τούτο  θα  ρίξει  ολόκληρο  το  πλήθος  που  περιστοιχίζει  την  Αικατερίνη  στον  πανικό,  στην  απεγνωσμένη  προσπάθεια  διάσωσης,  στη  δίωξη,  στη  σύλληψη,  στη  φυλακή,  στο  θάνατο.  Ξαφνικά,  ο  Μεντσικώφ,  επιτελάρχης  του  συντάγματος  Πρεομπραζένσκι,  φωνάζει:  «Ζήτω!  Ζήτω  η  αυτοκράτειρα!».  Ύστερα  από  μια  στιγμή  δισταγμού,  αυτή  η  κραυγή  επαναλαμβάνεται  εν  χορώ  από  τους  άνδρες  του.  Διαλύουν  τις  τάξεις  του  στρατού,  ορμούν  πάνω  στους  συντρόφους  τους,  τους  αγκαλιάζουν,  γονατίζουν  μπροστά  στην  Αικατερίνη,  κατηγορούν  τους αξιωματικούς τους ότι τους ξεγέλασαν. Ο Βογιέικωφ και ο Σίμων Βοροντζώφ σπάζουν  τα σπαθιά τους. Συλλαμβάνονται59.  Καθάριο καλοκαιριάτικο πρωινό, δροσερό και ανέφελο. Στην προέκταση της Νιέφσκι, τόση  είναι η κοσμοσυρροή που αυτή η πολύ πλατιά λεωφόρος είναι εντελώς κλεισμένη. Πολίτες  που  τρέχουν  από  παντού,  γίνονται  ένα  με  τους  στρατιώτες  για  να  επευφημήσουν  την  ηρωίδα  της  ημέρας.  Μια  λαοθάλασσα  από  χαρούμενα  πρόσωπα  περιβάλλει  την  άμαξα. 

Digitized by 10uk1s 


Πάνω από τα κεφάλια, χορεύουν τα σπαθιά, κρατιούνται στα χέρια τα τουφέκια. Χιλιάδες  στόματα αναφωνούν το ίδιο όνομα: «Αικατερίνη! Η μητερούλα μας Αικατερίνη!». Το αμάξι  ανοίγει  δύσκολα  δρόμο  ως  τον  καθεδρικό  ναό  του  Καζάν.  Τρεις  ώρες  αφότου  ο  Αλέξης  Ορλώφ  τη  σήκωσε  από  το  κρεβάτι,  η  Αικατερίνη  προχωρεί  με  βήμα  σταθερό  προς  την  ομάδα του ανώτατου κλήρου που την περιμένει. Μόλις βρεθεί στην εκκλησία, διαπιστώνει  πόσο  τόπο  έπιασαν  οι  δημόσιοι  εκκλησιασμοί  της.  Περιβαλλόμενος  από  ιερουργούς,  ο  αρχιεπίσκοπος του Νόβγοροντ τη δέχεται ως απόλυτη άνασσα και την ευλογεί ταυτόχρονα  με τον απόντα γιο της, «τον κληρονόμο του θρόνου, τον τσάρεβιτς Παύλο Πέτροβιτς».  Ύστερα  απ'  αυτή  τη  σύντομη  τελετουργία,  η  Αικατερίνη  πηγαίνει  —πάντοτε  με  την  άμαξα  και  συνοδευόμενη  από  τους  αδελφούς  Ορλώφ  και  τον  Κύριλλο  Ραζουμόφσκι—  στο  Χειμερινό  Ανάκτορο.  Έξι  συντάγματα  και  ολόκληρο  το  πυροβολικό  είναι  συγκεντρωμένα  στην  προκυμαία,  μπροστά  στο  κτίριο  και  πίσω,  στην  αχανή  πλατεία  που  μοιάζει  με  χαράκωμα. Ιερείς τείνουν το σταυρό σε στρατιώτες που σκύβουν γονατισμένοι το κεφάλι.  Μόλις φτάνει στα διαμερίσματά της, η Αικατερίνη ζητάει το γιο της, τον τσάρεβιτς. Ο κόμης  Πανίν της τον φέρνει αμέσως. Το παιδί, που μόλις έχει ξυπνήσει, φοράει τα νυχτικά του και  τον βαμβακερό σκούφο του. Το παίρνει στην αγκαλιά της και εμφανίζεται μαζί του σ' ένα  παράθυρο. Βλέποντάς τους, το πλήθος αλαλάζει από χαρά. Τρομαγμένος ο μικρός Παύλος,  που είναι μόλις οχτώ χρόνων, σφίγγεται σπασμωδικά πάνω στη μητέρα του. Για την  ώρα,  τούτο  το  εύθραυστο  παιδί  με  τις  ξανθιές  μπούκλες  της  χρησιμεύει  ως  πρόσχημα  για  να  νομιμοποιήσει τη θέση της απέναντι στους υπηκόους της. Ωστόσο, ο Παύλος δεν θα πρέπει  να την υποσκελίσει στην εύνοια της κοινής γνώμης. Αυτή εννοεί να βασιλεύσει όχι μόνο για  το  διάστημα  που  ο  γιος  της  θα  είναι  ανήλικος,  αλλά  όσο  θα  κρατούν  οι  δυνάμεις  της.  Η  παρούσα  αβεβαιότητα,  μόλο  που  εξυπηρετεί  τα  σχέδιά  της,  δεν  την  εξασφαλίζει  μελλοντικά.  Έτσι,  αφήνοντας  τους  άλλους  να  πιστεύουν  ό,τι  θέλουν,  ακολουθεί  δίχως  να  κάμπτεται τη γραμμή την οποία έχει χαράξει εδώ και πολύ καιρό. Η πριγκίπισσα Ντάσκωφ  φτάνει  με  τη  σειρά  της,  εντελώς  ξεχτένιστη,  και  ορμάει  πάνω  στην  άνασσά  «της».  Οι  δυο  γυναίκες  αγκαλιάζονται  με  χαρά.  «Δόξα  σοι  ο  Θεός!»  φωνάζει  η  Αικατερίνη.  Ύστερα  από  δική της εντολή, οι πόρτες του παλατιού ανοίγουν διάπλατα: η αυτοκράτειρα είναι σήμερα  προσιτή σε όλους. Τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, οι γερουσιαστές, οι ανώτεροι υπάλληλοι, οι  αξιωματούχοι  της  Αυλής,  οι  πρεσβευτές,  κάποιοι  αστοί  και  έμποροι  συνωθούνται  στα  σαλόνια και σπρώχνονται με τους αγκώνες για να μπορέσουν να γονατίσουν μπροστά στη  Μεγαλειοτάτη,  και  να  τη  συγχαρούν  για  την  επιτυχία  της.  Ώρες  ολόκληρες,  η  Αικατερίνη,  γαλήνια και χαμογελαστή, δέχεται τα συγχαρητήρια των πιο μεγάλων και των πιο ταπεινών.  Εν τω μεταξύ, έξω μοιράζεται και διαβάζεται το μανιφέστο που τυπώθηκε στη διάρκεια της  νύχτας,  του  οποίου  το  κείμενο  εμπνεύστηκε  προφανώς  η  ίδια  και  συνέταξε  ο  Κύριλλος  Ραζουμόφσκι:  «Εμείς, η Αικατερίνη Β',  »Σε όλα τα έντιμα παιδιά της ρωσικής μας Πατρίδας έγινε απόλυτα φανερός ο υπέρτατος  κίνδυνος  τον  οποίο  διέτρεξε  το  Κράτος  της  Ρωσίας  στη  διάρκεια  των  πρόσφατων  γεγονότων.  Κατ'  αρχάς,  η  Ορθόδοξη  Ελληνική  Εκκλησία  μας  υπέστη  τέτοιο  κλονισμό  που  εξετέθη στον πιο ακραίο κίνδυνο, εκείνον της αντικατάστασης της πανάρχαιης ορθοδοξίας  μας  με  μια  ετερόδοξη  πίστη.  Κατά  δεύτερο  λόγο,  η  δόξα  της  Ρωσίας,  η  οποία  οδηγήθηκε  στο ζενίθ της από τα νικηφόρα όπλα και το αίμα που χύθηκε, ποδοπατήθηκε κυριολεκτικά  από τη σύναψη ειρήνης με τον πιο θανάσιμο εχθρό μας (τον Φρειδερίκο Β') και η πατρίδα  εγκαταλείφθηκε σε πλήρη υποδούλωση, ενώ η εσωτερική τάξη, από την οποία εξαρτάται η  ενότητα  ολόκληρης  της  χώρας  μας,  διασαλεύθηκε  εκ  θεμελίων.  Γι'  αυτούς  τους  λόγους,  θεωρήσαμε υποχρέωσή μας, με τη βοήθεια του Θεού και ύστερα από έκδηλη και ειλικρινή  ευχή  των  πιστών  υπηκόων  μας,  να  ανεβούμε  στο  θρόνο  ως  μόνη  και  απόλυτη  άνασσα.  Κατόπιν τούτου, οι πιστοί υπήκοοι μας μάς έδωσαν επισήμως όρκο υπακοής». 

Digitized by 10uk1s 


Οι ξένοι  διπλωμάτες  λαμβάνουν  γνώση  τούτης  της  μαρτυρίας  και  ένας  μεγάλος  αριθμός  ανάμεσά  τους  χαίρεται.  Τι  στροφή,  από  την  πρώτη  μέρα!  Είναι  αναμφισβήτητο  ότι,  αφού  κατέκρινε  τον  Φρειδερίκο  Β'  στο  μανιφέστο  της,  η  Αικατερίνη  θα  σπάσει  τη  συμμαχία  με  την  Πρωσία  και  θα  επανέλθει  στη  συμμαχία  με  τη  Γαλλία  και  την  Αυστρία.  Ο  πρεσβευτής  της  Αυστρίας  Μερσύ  ντ'  Αρζαντώ  εκφράζει  την  ικανοποίησή  του  προς  την  αυτοκράτειρα,  ωστόσο  εκείνη  τον  ακούει  ατάραχη  και  αλλάζει  θέμα  συζήτησης.  Είναι  αδύνατο  να  διεισδύσει κανείς στη σκέψη τούτης της ήρεμης και δυνατής γυναίκας η οποία, μέσα στον  παροξυσμό  της  αναμονής,  φλυαρεί  ευγενικά  με  τους  θαυμαστές  της.  Κάπου  κάπου,  δίνει  διαταγές χαμηλόφωνα στους αδελφούς Ορλώφ, στον Κύριλλο Ραζουμόφσκι ή στον Πανίν:  πρέπει να επιβλέπουν τις ποσότητες των ποτών που καταναλώνονται για να αποφεύγεται  κάθε  κατάχρηση,  να  κλείνουν  τις  πύλες  της  πρωτεύουσας  και  να  απαγορεύουν  κάθε  διάβαση  στο  δρόμο  από  την  Αγία  Πετρούπολη  προς  το  Οράνιενμπαουμ  ώστε  ο  αυτοκράτορας να πληροφορηθεί όσο γίνεται αργότερα την είδηση του πραξικοπήματος...  Στην  πραγματικότητα,  παρά  την  πρώτη  θεαματική  επιτυχία,  όλα  ακόμα  είναι  αβέβαια.  Αν  και  η  Αικατερίνη  έχει  αποσπάσει  βιαστικά  κάποια  συντάγματα,  ο  Πέτρος  μπορεί  να  βασίζεται  σε  μερικά  στρατεύματα  που  συγκεντρώθηκαν  στη  Λιβονία  για  τον  πόλεμο  κατά  της Δανίας και στο στόλο που βρίσκεται αγκυροβολημένος μπροστά στη νήσο‐φρούριο της  Κρονστάνδης. Αν δεχτεί επίθεση και από την ξηρά και από τη θάλασσα, η Αγία Πετρούπολη  δεν θα μπορέσει ν' αντέξει ούτε δύο ώρες. Επομένως, πρέπει πάση θυσία να προλάβει κάθε  κίνηση  του  αυτοκράτορα  και  να  εξασφαλίσει  τη  σύμπραξη  του  ναυτικού.  Ο  ναύαρχος  Ταλίτζιν  στέλνεται  στην  Κρονστάνδη  μ'  ένα  σημείωμα  από  την  αυτοκράτειρα  που  του  παρέχει πλήρη δικαιοδοσία.  Το  ίδιο  απόγευμα,  ο  Πέτρος,  έχοντας  πλήρη  άγνοια  των  γεγονότων,  εγκαταλείπει  το  Οράνιενμπαουμ για να μεταβεί στο Πέτερχοφ∙ την επόμενη μέρα, λογαριάζει να γιορτάσει  εκεί  —όπως  έχει  άλλωστε  πληροφορήσει  την  Αικατερίνη—  τη  γιορτή  των  Αποστόλων  Πέτρου  και  Παύλου.  Συνοδεύεται  από  την  ερωμένη  του  Ελισάβετ  Βοροντζώφ,  από  το  στρατηγό  Μύνιχ  —τον  οποίο  έχει  ανακαλέσει  από  τη  Σιβηρία,  ύστερα  από  εξορία  είκοσι  τριών  χρόνων—,  τον  πρεσβευτή  της  Πρωσίας  βαρόνο  Γκολτς,  τον  πρίγκιπα  Τρουμπεσκόι,  τον καγκελάριο Μιχαήλ Βοροντζώφ, το γερουσιαστή Ρωμάνοβιτς Βοροντζώφ και δεκαεφτά  κυρίες της Αυλής με επίσημο ένδυμα. Οι άμαξες σταματούν μπροστά στο περίπτερο «Μον  Πλαιζίρ».  Όλα  είναι  ήσυχα.  Οι  πόρτες  και  τα  παράθυρα  κλειστά.  Μάταια  ψάχνουν  για  κάποιον  υπηρέτη.  Τέλος,  ένας  από  τους  αξιωματικούς  της  φρουράς  προχωρεί  και  λέει  κομπιάζοντας:  «Η  αυτοκράτειρα  έφυγε  τα  χαράματα.  Το  σπίτι  είναι  άδειο».  Σ'  έναν  παροξυσμό  μανίας,  ο  Πέτρος  σπρώχνει  τον  αξιωματικό,  σπεύδει  προς  το  παράπηγμα  και  ουρλιάζει:  «Αικατερίνη!  Αικατερίνη!»  λες  και  αρνείται  να  πιστέψει  την  απουσία  της.  Τα  αδύνατα πόδια του τον οδηγούν από τον χειμωνιάτικο κήπο στον κινέζικο θάλαμο, από την  αίθουσα  των  ακροάσεων  στο  σαλόνι  της  μουσικής.  Ξαφνικά,  βήματα  ακούγονται.  Είναι  εκεί.  Κρυβόταν.  Του  κάνει  φάρσα.  Όπως  την  εποχή  του  παιδιάστικου  αρραβώνα  τους.  Ορμάει  και  πέφτει  πάνω  στον  καγκελάριο  Μιχαήλ  Βοροντζώφ.  Υπό  την  πίεση  των  ερωτήσεων,  ο  υπουργός  ψελλίζει  ότι  μόλις  πληροφορήθηκε,  από  ένα  μυστικό  αγγελιαφόρο,  πως  η  Αικατερίνη  ανακηρύχθηκε  αυτοκράτειρα  στην  Αγία  Πετρούπολη.  Μονομιάς, ο Πέτρος εγκαταλείπει κάθε υπεροψία. Κρεμασμένος από το λαιμό του Μιχαήλ  Βοροντζώφ μένει άναυδος, ασθμαίνοντας και σφαδάζοντας από τους λυγμούς, ενώ ο άλλος  πασχίζει να του αναπτερώσει το ηθικό: «Κουράγιο, Μεγαλειότατε! Κουράγιο! Μια λέξη σας  μονάχα,  μια  ηγετική  ματιά  σας,  και  ο  λαός  θα  γονατίσει  μπροστά  στον  τσάρο!  Οι  άνδρες  του  Χολστάιν  είναι  έτοιμοι!  Πολύ  γρήγορα,  θα  μπούμε  θριαμβευτικά  στην  Αγία  Πετρούπολη!».  Ωστόσο,  ο  Πέτρος  αρνείται  αυτή  την  αναμέτρηση.  Αναζητεί  άλλες  λύσεις,  τρέχει προς όλες τις κατευθύνσεις, λιποθυμάει, συνέρχεται, πίνει αμέτρητα ποτήρια κρασί  της  Βουργουνδίας,  υπαγορεύει  τον  κατάλογο  αυτών  που  πρέπει  να  φυλακιστούν  για  το  έγκλημα  της  συνωμοσίας,  συντάσσει  δύο  μανιφέστα  που  καταδικάζουν  την  Αικατερίνη, 

Digitized by 10uk1s 


βάζει αυλικούς να τα αντιγράψουν σε πολλά αντίτυπα, ικετεύει τον Μιχαήλ Βοροντζώφ να  πάει στην Αγία Πετρούπολη, αντί γι' αυτόν, για να διατάξει τα επαναστατημένα συντάγματα  να  υποταχθούν.  Ύστερα  αφήνει  κατά  μέρος  αυτό  το  σχέδιο,  καλεί  τα  στρατεύματα  του  Χολστάιν  που  έμειναν  στο  Οράνιενμπαουμ  και,  όταν  φτάνουν,  δηλώνει  ότι  δεν  τα  χρειάζεται  πια.  Τέλος,  υποκύπτοντας  στις  ικεσίες  του  Μύνιχ,  δέχεται  να  σαλπάρει  για  την  Κρονστάνδη,  όπου  στόλος  και  φρουρά  θα  τον  υποστηρίξουν.  Ωστόσο,  αρνείται  να  αποχωριστεί  τις  γυναίκες.  Μεθάει,  παραπαίει,  βάζει  τα  κλάματα.  Τον  κρατούν  για  να  τον  ανεβάσουν,  στις  δέκα  το  βράδυ,  σε  μια  γολέτα.  Ολόκληρη  η  ορδή  των  γυναικών  που  τιτιβίζουν με επικεφαλής την Ελισάβετ Βοροντζώφ, ανεβαίνει τη σκάλα πίσω του.  Στη  μία  τα  ξημερώματα,  μέσα  σε  μια  νύχτα  με  εξωπραγματικό,  ασημένιο  φως,  η  γολέτα  φτάνει  στον  όρμο  της  Κρονστάνδης.  Όταν  το  πλοίο  προσεγγίζει  το  φρούριο,  ο  Μύνιχ  αναγγέλλει την επίσκεψη του αυτοκράτορα.  «Δεν  υπάρχει  πια  αυτοκράτορας»,  απαντάει  ο  αξιωματικός  της  φρουράς.  «Συνεχίστε  την  πλεύση σας στ' ανοιχτά!»  Ο Μύνιχ επιμένει. Τότε, ο αξιωματικός τού φωνάζει ότι ο στόλος και η φρουρά έχουν ήδη  δώσει  όρκο  πίστης  στην  αυτοκράτειρα.  Αν  το  καράβι  δεν  απομακρυνθεί  αμέσως,  μια  ομοβροντία θα το βυθίσει. Ο Ταλίτζιν, ο απεσταλμένος της Αικατερίνης, πρόλαβε να φτάσει  πρώτος. Παρ' όλη την προειδοποίηση, ο Μύνιχ δεν παραδέχεται την ήττα του και εξορκίζει  τον  Πέτρο  να  αποβιβαστεί.  Κανείς  δεν  θα  τολμήσει  να  πυροβολήσει.  Μόλις  πατήσει  στη  στεριά,  οι  παράφρονες  της  Κρονστάνδης  θα  μετανιώσουν  και  θα  πετάξουν  τα  όπλα  τους.  Ωστόσο, ο Πέτρος κρύβεται στο βάθος του αμπαριού. Ο τρόμος τον κάνει να ιδρώνει και τα  δόντια του χτυπούν. Είχε πάντοτε να κάνει με ξύλινους στρατιώτες. Ας τον αφήσουν λοιπόν  στα όνειρά του! Κλαίει με δυνατά αναφιλητά. Γύρω του, οι γυναίκες βγάζουν σπαρακτικές  κραυγές. Το θέαμα είναι τόσο άθλιο που ο Μύνιχ βάζει τα γέλια και αλλάζει κατεύθυνση.  Τα  χαράματα  της  29ης  Ιουνίου  το  καράβι  πλευρίζει  μπροστά  στη  θερινή  κατοικία  του  Οράνιενμπαουμ.  Ο  Μύνιχ  προτείνει  στον  τσάρο  να  τον  μεταφέρει  αμέσως,  μ'  ένα  άλλο  καράβι, στο Ρεβάλ. Εκεί θα συναντηθεί με το κυρίως σώμα των ρωσικών στρατευμάτων που  προορίζονται για την εκστρατεία κατά της Δανίας. Μ' αυτά, θα είναι εύκολο να ανακτήσει  το  θρόνο:  «Αυτό  να  κάνετε,  Άρχοντα,  και  ύστερα  από  έξι  εβδομάδες,  η  Αγία  Πετρούπολη  και  ολόκληρη  η  Ρωσία  θα  πέσουν  και  πάλι  στα  πόδια  σας.  Παίρνω  επάνω  μου  την  ευθύνη!».  Ακόμα  και  ο  ήχος  της  φωνής  του  όμως  κουράζει  τον  Πέτρο.  Έχει  βαρεθεί  να  παίρνει  αποφάσεις.  Αυτό  που  θέλει  είναι  να  κοιμηθεί  μερικές  ώρες,  με  την  Ελισάβετ  Βοροντζώφ  στο  προσκέφαλό  του.  Τους  διώχνει  όλους  εκτός  από  κείνη  και  πέφτει  στο  κρεβάτι.  *  Ενώ  ο  Πέτρος  πλέει  προς  την  Κρονστάνδη,  η  Αικατερίνη  έχει  φορέσει  μια  στολή  αξιωματικού  που  δανείστηκε  από  το  σύνταγμα  Σεμιονόφσκι.  Για  έναν  ανδρικό  ρόλο,  αρμόζει  μια  ανδρική  αμφίεση.  Στην  άκρη  ενός  τραπεζιού,  γράφει  βιαστικά  ένα  σύντομο  σημείωμα που προορίζεται για τη Γερουσία. «Κύριοι γερουσιαστές, εγκαταλείπω την πόλη  επικεφαλής του στρατού, για να εξασφαλίσω την ειρήνη και την ασφάλεια του θρόνου. Σας  αφήνω,  με  κάθε  εμπιστοσύνη,  την  υπέρτατη  εξουσία  μου,  την  πατρίδα,  το  λαό  και  το  γιο  μου». Βγαίνει από το παλάτι, κατεβαίνει τη μεγάλη εξωτερική σκάλα και ιππεύει με άνεση,  μπροστά στα συγκεντρωμένα στρατεύματα, το άσπρο καθαρόαιμο άλογο που της έφεραν.  Ξαφνικά, αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει αορτήρας στο σπαθί της. Ένας υπαξιωματικός της  φρουράς σπεύδει να της προσφέρει το δικό του που τον αποσπά από τη λαβή του όπλου  του.  Παίρνοντας  το  λουρί,  η  Αικατερίνη  χαμογελάει  σ'  αυτό  το  ωραίο  εκστασιασμένο  πρόσωπο. Πώς λέγεται ο νεαρός; Είναι κάποιος Γρηγόρης Ποτέμκιν. Θα τον θυμάται. 

Digitized by 10uk1s 


Βγαίνοντας απ'  την  πόλη,  επιθεωρεί  τα  συντάγματα.  Οι  περισσότεροι  στρατιώτες  έχουν  πετάξει  τις  γερμανικές  στολές  με  τις  οποίες  τους  είχε  μασκαρέψει  ο  Πέτρος  Γ',  για  να  ξαναφορέσουν  τις  παλιές  στολές  της  εποχής  του  Πέτρου  του  Μεγάλου  που  ξετρύπωσαν  στις αποθήκες. Με το σπαθί γυμνό στο χέρι, η Αικατερίνη προσπαθεί να χαλιναγωγήσει το  άλογό  της  που  χοροπηδάει  από  ανυπομονησία.  Ένα  στεφάνι  από  φύλλα  βελανιδιάς  περιστοιχίζει  τον  ντουμπλαρισμένο  με  ζιμπελίνα  σκούφο  της.  Τα  μακριά  καστανά  μαλλιά  της  κυματίζουν  στον  άνεμο.  Όλα  τα  βλέμματα  στρέφονται  γεμάτα  θαυμασμό  σε  τούτη  τη  γυναίκα με τη στρατιωτική περιβολή, που ενσαρκώνει ταυτόχρονα τη δύναμη και τη χάρη,  το  εύθραυστο  και  το  αποφασιστικό.  Επευφημίες  καλύπτουν  τους  ρυθμικούς  τόνους  των  αυλών  και  των  τυμπάνων.  Δίπλα  στην  τσαρίνα,  επίσης  εν  στολή  και  πάνω  σε  άλογο,  στέκεται η φίλη της, η πριγκίπισσα Ντάσκωφ. Όταν περνάει και η τελευταία μονάδα, η ώρα  είναι δέκα το βράδυ αλλά έχει φως λες και είναι μέρα. Καθ' οδόν!  Πρόκειται  για  ένα  ονειρικό  —θαρρείς—  ταξίδι  με  το  άλογο,  μέσα  στην  παραμυθένια  ακτινοβολία  της  νύχτας  του  Βορρά.  Οι  άντρες  προχωρούν  δίχως  να  ξέρουν  πού  ακριβώς  πηγαίνουν,  μήτε  τι  πρέπει  να  κάνουν∙  ωστόσο,  σ'  αυτή  την  τρελή  περιπέτεια  όπου  μπλέκονται  το  φως  και  το  σκοτάδι,  το  καθήκον  και  η  ανταρσία,  η  αλήθεια  και  η  ψευδαίσθηση, ο ενθουσιασμός είναι γνήσιος. Επικεφαλής της αργής πομπής μια γυναίκα, η  θεά —ίσως— του πολέμου. Πίσω της, οι αδελφοί Ορλώφ κι ένα πλήθος αξιωματικών που  φαίνονται  όλοι  τους  ερωτευμένοι  μαζί  της.  Η  στρατιωτική  μπάντα  παίζει  ενθουσιώδη  εμβατήρια. Όταν σιωπά, οι στρατιώτες τραγουδούν ρυθμικά παλιά τραγούδια της πορείας  του  δρόμου  που  τα  διακόπτουν  επιφωνήματα  χαράς  και  σφυρίγματα.  Κάπου  κάπου,  μια  κραυγή.  Η  ίδια  πάντοτε:  «Ζήτω  η  μητερούλα  μας  Αικατερίνη!».  Και  η  Αικατερίνη,  κάθε  φορά που ακούει τούτα τα τραχιά λαρύγγια να φωνάζουν τ' όνομά της, σκιρτάει σαν από  ερωτική  ηδονή.  Αυτό  της  χρειάζεται:  ένας  λαός  που  να  είναι  γι'  αυτήν  πολύμορφος  εραστής, πάντοτε φλογερός και πάντοτε υποταγμένος.  Στις  τρεις  το  πρωί,  η  τσαρίνα  και  το  επιτελείο  της  σταματούν  στο  Κράσνι‐Καμπάκ,  σ'  ένα  τρισάθλιο  πανδοχείο.  Οι  άνδρες,  ορθοί  από  τα  χαράματα,  έχουν  ανάγκη  από  ξεκούραση.  Εκείνη,  όχι.  Ύστερα  από  παράκληση  των  γύρω  της,  δέχεται  επιτέλους  να  ξαπλώσει,  δίπλα  στην  πριγκίπισσα  Ντάσκωφ,  πάνω  σ'  ένα  αχυρόστρωμα  στενό  και  σκληρό.  Ωστόσο  δεν  κοιμάται.  Σκέφτεται.  Τι  να  κάνει  άραγε  ο  Πέτρος;  Μήπως  έχει  συγκεντρώσει  τα  στρατεύματά  του  για  να  συναντήσει  τους  επαναστάτες;  Ή  μήπως  εγκαταστάθηκε  στην  Κρονστάνδη  πριν  προλάβει  να  ενωθεί  με  τη  φρουρά  ο  ναύαρχος  Ταλίτζιν;  Γυρνάει  και  ξαναγυρνάει  στο  στρώμα,  ανησυχεί  για  την  έλλειψη  εφοδιασμού  και  πολεμοφοδίων.  Στις  πέντε  το  πρωί,  της  αναγγέλλουν  ένα  μέλος  του  κοινοβουλίου:  τον  καγκελάριο  Βοροντζώφ  αυτοπροσώπως.  Έρχεται  εντεταλμένος  από  τον  αυτοκράτορα,  για  να  προτείνει  στην  αυτοκράτειρα  τη  συγκυβέρνηση.  Από  τις  πρώτες  λέξεις,  η  Αικατερίνη  αντιλαμβάνεται  ότι  έχει κερδίσει το παιχνίδι. Αντί για απάντηση, ξεσπάει σε γέλια. Ο Βοροντζώφ δεν επιμένει,  γονατίζει και ορκίζεται. Πώς θα μπορούσε να διστάσει ανάμεσα στο ηλίθιο ανδρείκελο που  έχει  μόλις  εγκαταλείψει  και  σ'  αυτή  τη  σταθερή  και  ήρεμη  γυναίκα  που  συμπεριφέρεται  σαν  πραγματική  άνασσα;  Φτάνουν  και  άλλοι  απεσταλμένοι,  κομίζοντας  ανάλογες  προτάσεις, και όλοι τους, εντυπωσιασμένοι από το κύρος της Αικατερίνης, τάσσονται όπως  και  ο  Βοροντζώφ  στο  πλευρό  της.  Γύρω  στις  έξι  το  πρωί,  παρουσιάζεται  όλος  χαρά  στο  Κράσνι‐Καμπάκ ο ναύαρχος Ταλίτζιν: «Η Κρονστάνδη είναι με την αυτοκράτειρα! Η φρουρά  αρνήθηκε στον τσάρο την είσοδο!». Η Αικατερίνη αναγαλλιάζει μέσα της, αλλά το πρόσωπό  της μένει απαθές. Λες και όλα αυτά τα είχε προβλέψει. Τώρα, προέχει να εκμεταλλευτεί την  πλεονεκτική  της  θέση,  δίχως  να  χάσει  λεπτό  σε  ενθουσιασμούς  και  πανηγύρια.  Τα  στρατεύματά της βρίσκονται κιόλας καθ' οδόν. Άραγε θα συγκρουστούν με τους άνδρες του  Χολστάιν;  Στ'  άλογα!  Η  Αικατερίνη  καλπάζει  ασταμάτητα  μέχρι  το  Πέτερχοφ.  Εκεί,  ξαναβρίσκει  τους  στρατιώτες  της  ειρηνικά  στρατοπεδευμένους  γύρω  από  τον  πύργο.  Αρνούμενος  τον  αγώνα,  ο  Πέτρος  Γ'  έχει  αποσύρει  το  μεγαλύτερο  τμήμα  των  δυνάμεών 

Digitized by 10uk1s 


του, και οι λιγοστοί φρουροί που έμειναν στις θέσεις τους αφοπλίστηκαν εύκολα. Ούτε μια  σταγόνα  αίμα.  Είναι  κάτι  περισσότερο  από  νίκη.  Είναι  θαύμα.  Εγκατεστημένη  στο  «Μον  Πλαιζίρ»,  η  Αικατερίνη  υπαγορεύει  την  πράξη  παραίτησης,  η  οποία  θα  υποβληθεί  στον  αυτοκράτορα για να την υπογράψει:  «Στη  διάρκεια  της  ολιγόχρονης  απολυταρχικής  βασιλείας  μου  στην  αυτοκρατορία  της  Ρωσίας,  αναγνώρισα  πως  οι  δυνάμεις  μου  δεν  στάθηκαν  ικανές  να  βαστάξουν  ένα  τέτοιο  φορτίο...  Γι'  αυτό,  ύστερα  από  ώριμη  σκέψη,  δηλώνω  επισήμως  και  χωρίς  κανέναν  καταναγκασμό, τόσο στη  Ρωσία όσο και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, ότι αποποιούμαι  ισοβίως τη διακυβέρνηση της εν λόγω αυτοκρατορίας».  Ο  Γρηγόρης  Ορλώφ  και  ο  στρατηγός  Ισμαΐλωφ  φεύγουν  αμέσως  για  να  πάνε  το  έγγραφο  στο  Οράνιενμπαουμ,  όπου  ο  αυτοκράτορας  είναι  ουσιαστικά  φυλακισμένος.  Αφού  ξεμακρύνουν, η Αικατερίνη, η οποία πεινάει πολύ, κάθεται να κολατσίσει με κέφι μαζί με  τους  αξιωματικούς  της.  Όπως  πάντοτε,  πίνει  ελάχιστα.  Μονάχα  μισό  ποτηράκι  κρασί.  Και  παροτρύνει  τους  άλλους  να  κάνουν  το  ίδιο.  Η  ημέρα  δεν  έχει  τελειώσει!  Μέσα  στην  οχλαγωγία των βραχνών ανδρικών συζητήσεων, η αυτοκράτειρα συνεχίζει ακούραστα τους  υπολογισμούς  της.  Τι  θα  κάνει  αν  ο  άνδρας  της  αρνηθεί  να  παραιτηθεί  και  να  οδηγηθεί  δέσμιος στο Πέτερχοφ; Και αν της τον φέρουν, τι είδους τύχη θα πρέπει να του επιφυλάξει;  Ωστόσο,  στο  Οράνιενμπαουμ,  ο  Πέτρος  αντιγράφει  καταρρακωμένος  και  υπογράφει  το  ντοκουμέντο  που  του  παρουσιάζουν  οι  απεσταλμένοι  της  Αικατερίνης.  «Όπως  ένα  παιδί  που το στέλνουν για ύπνο», θα πει ο Φρειδερίκος Β'. Τον ανεβάζουν στην άμαξα μαζί με την  ερωμένη του και τον υπασπιστή‐στρατηγό Γκουντόβιτς. Φτάνοντας στο Πέτερχοφ, ζητάει να  τον  οδηγήσουν  μπροστά  στην  αυτοκράτειρα.  Ελπίζει  άραγε  ότι  θα  την  κάνει  να  λυγίσει  θυμίζοντάς  της  όσα  τους  συνδέουν  ακόμη;  Ωστόσο,  εκείνη  αρνείται  να  τον  δεχτεί.  Αξιωματικοί του αφαιρούν τα παράσημα, το σπαθί, τη στολή του, και του δίνουν πολιτικά  ρούχα. Αφήνεται κλαίγοντας στα χέρια τους. Ο Νικήτας Πανίν του υποδεικνύει ότι, ύστερα  από  διαταγή  της  αυτοκράτειρας,  θα  είναι  στο  εξής  πολιτικός  κρατούμενος  και  θα  φρουρείται  σε  μια  έπαυλη  στη  Ρόσνα,  όχι  ιδιαίτερα  μακριά  από  την  Αγία  Πετρούπολη,  περιμένοντας  να  οριστεί  ο  τόπος  της  μόνιμης  κατοικίας  του60.  Ο  Πέτρος  ξέρει  ότι  αυτή  η  μόνιμη  κατοικία  δεν  μπορεί  παρά  να  είναι  το  τρομερό  φρούριο  του  Σλύσελμπουργκ,  εκεί  όπου κι ο έκπτωτος τσάρος Ιβάν φθίνει εδώ και πολλά χρόνια! Τρομοκρατημένος, ξεσπάει  σε δυνατότερες φωνές και κλάματα, πέφτει γονατιστός μπροστά στον παιδαγωγό του γιου  του,  του  φιλάει  τα  χέρια  και  τον  ικετεύει  να  μην  τον  χωρίσουν  τουλάχιστον  από  την  ερωμένη  του.  «Θεωρώ  μία  από  τις  μεγαλύτερες  δυστυχίες  της  ζωής  μου  το  γεγονός  ότι  αναγκάστηκα  να  δω  τον  Πέτρο  εκείνη  τη  στιγμή!»  θα  γράψει  ο  Πανίν.  Με  πόνο  και  αποτροπιασμό,  αυτός  του  αναγγέλλει  ότι  η  αυτοκράτειρα  δεν  μπορεί  να  επιτρέψει  στην  Ελισάβετ Βοροντζώφ να ακολουθήσει το φυλακισμένο στο απομονωτήριό του. Κάτι τέτοιο  θα  ισοδυναμούσε  με  νομιμοποίηση  της  μοιχείας.  Η  ευνοούμενη  θα  σταλεί  στη  Μόσχα.  Άλλωστε,  ολόκληρη  η  οικογένεια  Βοροντζώφ  της  έχει  ήδη  γυρίσει  την  πλάτη  και  έχει  προσχωρήσει στο κόμμα της Αικατερίνης. Τότε, η Ελισάβετ Βοροντζώφ ενώνει τα υστερικά  ουρλιαχτά της με τα αναφιλητά του εραστή της. Σέρνονται και οι δυο στα πόδια του Πανίν  που παραμένει ακλόνητος61. Εξουθενωμένος, ο Πέτρος ζητάει την άδεια να πάρει μαζί του  στη Ρόσνα το βιολί του, το νέγρο του Ναρσίς και  τη Μόψυ, το αγαπημένο  του σκυλί. Του  απαντούν  ότι  η  αυτοκράτειρα  θα  εξετάσει,  εν  ευθέτω  χρόνω,  το  αίτημά  του.  Τελικά,  η  Αικατερίνη θα ενδώσει. Θα επιτρέψει επίσης στο φυλακισμένο να του σερβίρει το φαγητό  του  ο  συνηθισμένος  του  υπηρέτης,  ο  Μπρεσάν.  Για  την  ώρα  όμως,  πρέπει  να  υπακούσει.  Θέλησε  να  την  ταπεινώσει,  να  την  εξευτελίσει.  Κι  αυτή  παίρνει  εκδίκηση.  Εξακολουθεί  άραγε  να  νιώθει  έστω  και  την  παραμικρή  συγκίνηση  στην  ανάμνηση  των  παιδικών  αρραβώνων  τους,  των  αλλοτινών  τους  τρελών  παιχνιδιών  που  έπαιζαν  κρυφά  από  την  αυτοκράτειρα Ελισάβετ; Όχι. Ο άνδρας και η γυναίκα που έγιναν δεν έχουν καμιά σχέση με 

Digitized by 10uk1s 


τα χαριτωμένα  φαντάσματα  της  νεανικής  τους  ηλικίας:  με  την  πάροδο  του  χρόνου,  ένα  θανάσιμο μίσος φώλιασε ανάμεσά τους.  Όταν  πέφτει  η  νύχτα,  ο  Αλέξης  Ορλώφ  οδηγεί  μέσα  σε  μια  μπερλίνα  με  κατεβασμένες  κουρτίνες  ένα  διαλυμένο  και  πράσινο  από  το  φόβο  ανδρείκελο.  Μια  ένοπλη  συνοδεία  περιστοιχίζει την άμαξα. Εμπρός για τη Ρόσνα!  Την  επομένη,  Κυριακή  30  Ιουνίου  1762,  η  Αικατερίνη  κάνει  θριαμβευτικά  την  είσοδό  της  στην  Αγία  Πετρούπολη.  Κωδωνοκρουσίες,  πυροβολισμοί  και  ξέφρενες  ζητωκραυγές  τη  χαιρετίζουν.  Ο  ενθουσιασμός  του  στρατού  —ο  οποίος  συντηρείται  με  κάμποσα  ποτήρια  βότκα—  είναι  τόσο  έντονος  που,  την  ίδια  νύχτα  της  επιστροφής  της,  οι  στρατιώτες  του  συντάγματος  Ισμαϊλόφσκι  απαιτούν  να  δουν  την  τσαρίνα  για  να  βεβαιωθούν  ότι  δεν  τη  δολοφόνησαν μήτε την απήγαγαν. Θέλοντας και μη, πρέπει να σηκωθεί απ' το κρεβάτι της,  να  φορέσει  τη  στολή  της  και  να  παρουσιαστεί  μπροστά  στους  άνδρες  της  για  να  τους  καθησυχάσει.  «Τέτοια  είναι  η  κατάστασή  μου»,  θα  γράψει  στον  Πονιατόφσκι,  «που  ο  παραμικρός  στρατιώτης  που  βρίσκεται  σε  επιφυλακή  θα  λέει  σίγουρα  μέσα  του:  "Ιδού  το  έργο  των  χειρών  μου"»62.  Έτσι,  διαδεχόμενη  την  αυτοκράτειρα  Αικατερίνη  Α',  την  αυτοκράτειρα  Άννα  Ιβάνοβνα,  την  αντιβασίλισσα  Άννα  Λεοπόλντοβνα,  την  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ,  μια  πέμπτη  γυναίκα,  η  Αικατερίνη  Β',  παίρνει  στα  χέρια  της  ύστερα  από  δύο  σύντομα ανδρικά ιντερμέδια, τις τύχες της Ρωσίας. Εδώ και τριάντα εφτά χρόνια, ο λαός της  είναι  συνηθισμένος  να  τον  κυβερνούν  οι  φούστες.  Η  νεοφερμένη  συνεχίζει  ένα  είδος  εθνικής παράδοσης. Πρώτο της μέλημα: να ευχαριστήσει τους δημιουργούς της τύχης της.  Οι  ανταμοιβές  πέφτουν  βροχή,  προβιβασμοί  και  χρηματικές  παροχές.  Μέσα  σε  μερικούς  μήνες,  ο  αριθμός  των  «δώρων»  θα  φτάσει  περίπου  τα  800.000  ρούβλια.  Ο  Γρηγόρης  Ορλώφ, η πριγκίπισσα Ντάσκωφ, αξιωματικοί όλων των βαθμών και επιτήδειοι σύμβουλοι  ποτίζονται με χρυσάφι. Μιλούν για 41.000 ρούβλια που ξοδεύτηκαν σε βότκα και μόνο, για  τα  συντάγματα.  Γενναιόδωρη  από  τη  φύση  της,  η  Αικατερίνη  δεν  βάζει  αριθμητικά  όρια  στην ευγνωμοσύνη της. Ταυτόχρονα όμως, ανησυχεί και για την τύχη του άντρα της. Αυτός  της  στέλνει  από  τη  Ρόσνα  τρισάθλια  σημειώματα  σε  γαλλική  γλώσσα,  γεμάτα  λάθη,  που  μετά βίας διαβάζονται:  «Παρακαλώ  τη  Μεγαλειότητά  Σας  να  είναι  απόλυτα  σίγουρη  για  μένα,  και  να  έχει  την  καλοσύνη  να  βγάλει  τους  φρουρούς  από  το  δεύτερο  δωμάτιο  επειδή  το  δωμάτιο  όπου  βρίσκομαι  είναι  τόσο  μικρό  που  μετά  βίας  μπορώ  να  κουνηθώ∙  και  επειδή,  όπως  ξέρει,  συνηθίζω να περιφέρομαι στο δωμάτιο, θα πρηστούν τα πόδια μου αν μένω ακίνητος. Σας  παρακαλώ  επίσης  να  διατάξετε  τους  αξιωματικούς  να  μη  μένουν  στο  ίδιο  δωμάτιο∙  όπως  έχω  ανάγκες,  μου  είναι  αδύνατον.  Εξάλλου,  παρακαλώ  τη  Μεγαλειότητά  Σας  να  μη  μου  συμπεριφέρεται  σαν  στον  μεγαλύτερο  κακοποιό,  επειδή  δεν  κατάλαβα  ποτέ  ότι  την  πρόσβαλα.  Κάνοντας  έκκληση  στη  μεγαλοψυχία  της,  την  παρακαλώ  να  με  αφήσει  όσο  γίνεται  πιο  γρήγορα  να  πάω  στη  Γερμανία  με  το  γνωστό  πρόσωπο  (την  Ελισάβετ  Βοροντζώφ).  Σίγουρα  ο  Θεός  θα  σας  το  ανταποδώσει,  κι  εγώ  διατελώ  πολύ  ταπεινός  σας  υπηρέτης, Πέτρος. ΥΓ. Η Μεγαλειότητά Σας μπορεί να είναι σίγουρη ότι δεν θα σκεφτώ μήτε  θα κάνω κάτι ενάντια στο πρόσωπό σας ή στη βασιλεία σας».  Και ακόμα: «Μεγαλειοτάτη, αν οπωσδήποτε δεν θέλετε να θανατώσετε κάποιον που είναι  ήδη αρκετά δυστυχισμένος, λυπηθείτε με και αφήστε μου τη μοναδική μου παρηγοριά, την  Ελισάβετ  Ρομανόβνα  (Ελισάβετ  Βοροντζώφ).  Θα  κάνετε  ένα  από  τα  μεγαλύτερα  φιλανθρωπικά έργα της βασιλείας σας. Άλλωστε, αν η Μεγαλειότητά Σας ήθελε να με δει  για λίγο, θα εκπληρωνόταν η μεγαλύτερή μου ευχή».  Η  Αικατερίνη  αποφεύγει  να  απαντήσει.  Επειδή  όμως  φημολογείται  ότι  ο  Πέτρος  είναι  άρρωστος,  σπεύδει  να  του  στείλει  ένα  γιατρό  στη  Ρόσνα.  Η  κατάσταση  της  υγείας  του  βελτιώνεται. Δεν ξέρει αν πρέπει να χαρεί ή να τον λυπηθεί. Όσο θα ζει, αυτή θα βρίσκεται  Digitized by 10uk1s 


στο έλεος  ενός  πιθανού  πραξικοπήματος,  υποκινημένου  από  κάποιους  δυσαρεστημένους  αξιωματικούς ή από τις ίντριγκες μερικών αυλικών. Ακόμα και έκπτωτος και φυλακισμένος,  ο πρώην τσάρος δεν παύει να αντιπροσωπεύει μια διαρκή απειλή για το θρόνο. Άλλωστε,  αυτός είναι ο εγγονός του Πέτρου του Μεγάλου. Όχι εκείνη. Πρέπει να εδραιώσει γρήγορα  τη  θέση  της  στην  κεφαλή  της  χώρας.  Στις  6  Ιουλίου,  δημοσιεύει  ένα  δεύτερο  διάγγελμα  αναγγέλλοντας ταυτόχρονα την ενθρόνισή της και την παραίτηση του Πέτρου Γ'. Σ' αυτό το  ντοκουμέντο,  το  οποίο  διαβάζεται  μπροστά  στη  Γερουσία,  δηλώνει  την  πρόθεσή  της  να  αγαπηθεί επάξια από το λαό της «για το συμφέρον του οποίου δηλώνουμε ότι ήρθαμε στο  θρόνο».  Το  ίδιο  βράδυ,  της  φέρνουν  στο  παλάτι  ένα  μήνυμα  του  Αλέξη  Ορλώφ.  Είναι  ένα  τσαλακωμένο  χαρτί,  όπου  μετά  βίας  διαβάζονται  μερικά  ορνιθοσκαλίσματα  γραμμένα  με  μολύβι: «Μητερούλα μας, φιλεύσπλαχνη αυτοκράτειρα! Πώς να σου εξηγήσω, πώς να σου  περιγράψω αυτό που συνέβη; Δεν θα πιστέψεις τον αφοσιωμένο σου δούλο∙ ωστόσο, σαν  να βρίσκομαι μπροστά στο Θεό, σου λέω την αλήθεια. Μητερούλα, πάω να πεθάνω, αλλά  ούτε  κι  εγώ  ξέρω  πώς  συνέβη  τούτο  το  δυστύχημα.  Είμαστε  χαμένοι  αν  δεν  μας  συγχωρήσεις.  Μητερούλα,  δεν  υπάρχει  πια.  Ωστόσο,  κανείς  από  μας  δεν  το  θέλησε,  γιατί  πώς  θα  τολμούσαμε  να  σηκώσουμε  χέρι  στον  αυτοκράτορα;  Κι  όμως,  Μεγαλειοτάτη,  το  δυστύχημα έγινε. Είχε αρχίσει να τσακώνεται με τον πρίγκιπα Φεντόρ (Μπαριατίνσκι), στη  διάρκεια  του  γεύματος,  και  πριν  προλάβουμε  να  τους  χωρίσουμε,  δεν  υπήρχε  πια!  Δεν  μπορούμε καν να θυμηθούμε τι κάναμε, αλλά όλοι μας, μέχρι τον τελευταίο, είμαστε πέρα  για πέρα ένοχοι και αξίζουμε την ποινή του θανάτου. Λυπήσου με, έστω και μόνο για την  αγάπη  του  αδελφού  μου!  Εξομολογήθηκα  το  κρίμα  μου,  δεν  έχω  πια  τι  άλλο  να  σου  πω.  Συγχώρεσέ  μας  ή  δώσε  διαταγή  να  μπει  γρήγορα  τέλος  στη  ζωή  μας.  Το  φως  της  ημέρας  μου προξενεί φρίκη. Σε προσβάλαμε και θα είμαστε υπόλογοι εσαεί»63.  Η  Αικατερίνη  είναι  εμβρόντητη.  Προφανώς  πρόκειται  για  μια  δολοφονία  που  έγινε  από  τους  φίλους  της  για  να  εξυπηρετηθούν  τα  συμφέροντά  της.  Απαλλάχθηκε  από  τον  αξιοθρήνητο Πέτρο. Αλλά η φήμη της κηλιδώθηκε για πάντα. Δεν είναι προτιμότερο να ζει  κανείς  υπό  την  απειλή  μιας  συνωμοσίας  παρά  με  τη  βεβαιότητα  μιας  δημόσιας  κατακραυγής;  Δεν  είναι  παράλογο  να  θυσιάζει  την  υστεροφημία  μιας  βασιλείας  για  ορισμένα άμεσα πολιτικά οφέλη; Σύμφωνα με τα λεγόμενα κάποιων οικείων μαρτύρων, η  Αικατερίνη πέφτει λιπόθυμη, κι όταν συνέρχεται, κλαίει και βογκάει: «Η δόξα μου έσβησε!  Ποτέ δεν  θα  μου συγχωρήσουν οι  επερχόμενες γενεές τούτο το  ακούσιο  έγκλημα!»64. Και  ακόμη: «Η φρίκη που μου προκαλεί αυτός ο θάνατος δεν εκφράζεται με λόγια! Είναι κάτι  που με συγκλονίζει». Η πριγκίπισσα Ντάσκωφ, η οποία την άκουσε, της απαντάει: «Κυρία,  είναι ένας θάνατος υπερβολικά αιφνίδιος για τη δόξα σας και για τη δική μου»65. Αντίθετα,  άλλοι μάρτυρες τονίζουν τη νηφαλιότητα την οποία προσποιείται η Μεγαλειότητά Της στην  Αυλή, εκείνο το βράδυ. Οι δύο παρατηρήσεις αλληλοσυμπληρώνονται. Η Αικατερίνη ήξερε  πάντοτε  να  επιβάλλεται  στον  εαυτό  της  στις  κρίσιμες  στιγμές.  Όσο  κι  αν  είναι  ταραγμένη  μέσα της, αρνείται να αποτελέσει θέαμα για τις κλίκες των διπλωματών και των αυλικών.  Αυτός  ο  θάνατος  που  ευχόταν  πάντοτε  δίχως  να  τον  διατάξει,  αυτός  ο  θάνατος  που  τη  βολεύει, αλλά ταυτόχρονα της δημιουργεί  πρόβλημα, είναι μια υπόθεση του Κράτους και  όχι της καρδιάς. Και οι υποθέσεις του Κράτους αντιμετωπίζονται με ψυχρότητα, κατ' ιδίαν  και με λογική. Έτσι. Η Αικατερίνη δεν έχει τύψεις. Έχει μονάχα ανησυχίες. Η ίδια η οργή που  νιώθει ενάντια σ' αυτούς τους ενόχους χρωματίζεται και με κάποια συμπάθεια, με κάποια  τρυφερότητα.  Νόμισαν  ότι  έκαναν  καλά,  η  ίδια  τους  η  αδεξιότητα  εγγυάται  για  την  καλή  τους πίστη. Την επόμενη μέρα, στις 7 Ιουλίου, δημοσιεύει ένα τρίτο διάγγελμα με το εξής  περιεχόμενο:  «Την  έβδομη  μέρα  μετά  την  άνοδό  μας  στο  θρόνο  της  Ρωσίας,  πληροφορηθήκαμε  ότι  ο  τέως  τσάρος  Πέτρος  Γ'  είχε  πάθει  μία  από  τις  συνηθισμένες  του  κρίσεις  αιμορροΐδων  και 

Digitized by 10uk1s 


υπέφερε από  δυνατό  κολικό.  Από  χριστιανικό  καθήκον,  δώσαμε  αμέσως  εντολή  να  του  χορηγηθούν  όλες  οι  απαραίτητες  ιατρικές  φροντίδες.  Ωστόσο,  προς  μεγάλη  μας  θλίψη,  λάβαμε χθες το βράδυ την είδηση ότι η Θεία Βούληση έθεσε τέλος στη ζωή του. Διατάξαμε  τη μεταφορά της σορού του στη μονή Νιέφσκι προκειμένου να ταφεί. Ως Αυτοκράτειρα και  ως  Μητέρα  της  Αυτοκρατορίας,  καλούμε  τώρα  όλους  τους  πιστούς  υπηκόους  μας  να  δώσουν τον ύστατο χαιρετισμό στο νεκρό, απαλλαγμένοι από τις πικρίες του παρελθόντος,  και  να  υψώσουν  προς  το  Θεό  ένθερμες  προσευχές  για  τη  σωτηρία  της  ψυχής  του,  αποδίδοντας  το  απροσδόκητο  πλήγμα  τούτου  του  θανάτου  σε  απόφαση  της  Θείας  Πρόνοιας,  η  οποία  κυβερνά  τα  πεπρωμένα  της  πατρίδας  μας  μέσα  από  δρόμους  που  γνωρίζει μονάχα η ιερή της βουλή».  Στο λαό, το άγγελμα τούτου του θανάτου και η επίσημη εξήγησή του δεν προκαλούν καμιά  αντίδραση.  Χαρούμενοι  για  τη  νέα  ενθρόνιση,  οι  καλοί  άνθρωποι  αρνούνται  να  παραπλανηθούν  από  υποθέσεις  υβριστικές  για  τη  μητερούλα  τους.  Στην  Αυλή,  όλοι  καμώνονται ότι πιστεύουν το απίστευτο. Στην πραγματικότητα όμως, για τους οικείους της  αυτοκράτειρας η δολοφονία είναι πασιφανής. Αν και λίγοι διατείνονται ότι αυτή πρόσταξε  κάτι τέτοιο, πολλοί την καθιστούν έμμεσα υπεύθυνη. Είτε το θέλει είτε όχι, ωφελείται από  το έγκλημα. Έχει λερώσει τα χέρια της με αίμα. «Κανείς δεν μπορεί να ορίσει με βεβαιότητα  το  ποσοστό  συμμετοχής  της  αυτοκράτειρας  σ'  αυτό  το  γεγονός»,  γράφει  ο  Ρυλιέρ.  Και  ο  ιππότης  του  Κορμπερόν:  «Αυτό  που  φαίνεται  βέβαιο  είναι  ότι  οι  Ορλώφ  το  έκαναν  μόνοι  τους».  Και  ο  Μπερανζέ:  «Τι  εικόνα  για  το  ίδιο  το  έθνος  αν  δει  κανείς  τα  πράγματα  με  ψυχραιμία!  Από  τη  μια  πλευρά,  ο  εγγονός  του  Πέτρου  Α'  εκθρονίστηκε  και  θανατώθηκε∙  από  την  άλλη,  ο  εγγονός  του  τσάρου  Ιβάν  φθίνει  στη  φυλακή,  ενώ  μια  πριγκίπισσα  του  Άνχαλτ σφετερίζεται το στέμμα των προγόνων τους, εγκαινιάζοντας τη βασιλεία της με μια  βασιλοκτονία...  Δεν  θέλω  να  πιστεύω  ότι  η  συγκεκριμένη  πριγκίπισσα  (η  Αικατερίνη)  έχει  τόσο αποτρόπαιη ψυχή ώστε να έλαβε μέρος στη δολοφονία του τσάρου. Αλλά η υποψία  και η βδελυγμία θα βαραίνουν πάντοτε την αυτοκράτειρα»66. Και ο βαρόνος ντε Μπρετέιγ,  ο οποίος ξαναγύρισε τελικά στην Αγία Πετρούπολη: «Ξέρω ήδη από πολύ καιρό, και μου το  επιβεβαίωσαν στην επιστροφή μου, ότι το βασικό απόφθεγμα της Αικατερίνης έχει ως εξής:  πρέπει να είναι κανείς σταθερός στις αποφάσεις του, και καλύτερα να κάνει λάθος παρά να  αλλάζει γνώμη, γιατί μονάχα οι βλάκες είναι αναποφάσιστοι».  Όσο  για  τις  περιστάσεις  της  δολοφονίας,  οι  εκδοχές  διαφέρουν.  Οι  μεν  μιλούν  για  δηλητηρίαση  με  κρασί,  οι  άλλοι  για  πνιγμό  μ'  ένα  λουρί  ντουφεκιού  ή  κάτω  από  ένα  στρώμα.  Για  τους  περισσότερους,  το  έγκλημα  διέπραξε  ο  Αλέξης  Ορλώφ.  Επιστρέφοντας  στην  πρωτεύουσα  εκείνο  το  βράδυ  —γράφει  ο  Χέλμπιγκ,  γραμματέας  της  πρεσβείας  της  Σαξονίας—  είχε  πρόσωπο  «αποτρόπαιο  στη  θέα»  εξαιτίας  «της  συνειδητοποίησης  της  ποταπότητάς του, του απάνθρωπου χαρακτήρα της πράξης του και των τύψεων οι οποίες  τον  βασάνιζαν».  Και  ο  Ρυλιέρ  επιβεβαιώνει  ότι,  σύμφωνα  με  τα  λεγόμενα  αξιόπιστων  μαρτύρων,  ο  Αλέξης  Ορλώφ  ήταν  «αναμαλλιασμένος,  κάθιδρος  και  γεμάτος  σκόνη,  με  τα  ρούχα  σκισμένα»,  και  πως  είχε  «φυσιογνωμία  ταραγμένη,  γεμάτη  αποτροπιασμό  και  φούρια».  Είναι γεγονός ότι, παρά τα όσα διατείνεται στο γράμμα του, η χειρονομία του Αλέξη Ορλώφ  ήταν κάθε άλλο παρά συνέπεια ενός κοινότοπου καβγά μεταξύ συνδαιτυμόνων που έχουν  έρθει στο κέφι. Αυτός και οι φίλοι του είχαν προμελετήσει το χτύπημα. Μαθαίνοντας πως ο  Πέτρος  θα  μεταφερόταν  σύντομα  στο  Σλύσελμπουργκ,  φοβήθηκαν  ότι  δεν  θα  μπορούσαν  να πηγαίνουν στο φρούριο και έσπευσαν να τον επισκεφθούν στη Ρόσνα. Προηγουμένως,  διέταξαν τους στρατιώτες να συλλάβουν και να απομακρύνουν τον υπηρέτη του Μπρεσάν.  Απαλλάσσοντας  την  τσαρίνα  από  ένα  φορτικό  σύζυγο,  ο  Αλέξης  Ορλώφ  σκεφτόταν  ότι  άνοιγε  για  τον  αδελφό  του  Γρηγόρη  το  δρόμο  για  το  θρόνο.  Αλήθεια,  γιατί  να  μην  παντρευτεί  η  Αικατερίνη  —όταν  θα  έμενε  χήρα—  τον  εκλεκτό  της  καρδιάς  της;  Έτσι,  θα 

Digitized by 10uk1s 


ευοδώνονταν διπλά  οι  ευχές  της,  ως  γυναίκας  και  ως  αυτοκράτειρας.  Χάρη  στον  Αλέξη  Ορλώφ, η Αικατερίνη δεν είναι πλέον υπόλογη για ένα όνειρο αλλά για μια πράξη.  Θα ήταν εύκολο να παραδώσει ευθύς αμέσως στη δικαιοσύνη τους δολοφόνους που ήταν  όλοι  τους  γνωστοί.  Διώκοντάς  τους,  θα  αποδείκνυε  τη  δική  της  αθωότητα.  Το  ποινικό  της  μητρώο θα έμενε λευκό, αμαυρώνοντας εκείνους. Πώς ήταν όμως δυνατό, λίγες μέρες μετά  την αναρρίχησή της στο θρόνο, να διατάξει να βασανιστούν και να οδηγηθούν στο ικρίωμα  ο Αλέξης Ορλώφ και οι συνένοχοί του στους οποίους όφειλε το στέμμα; Η αφοσίωση των  ανδρών  της  τής  δημιουργούσε  την  υποχρέωση  να  τους  προστατεύσει.  Ήταν  συνδεδεμένη  μαζί  τους  μ'  ένα  είδος  σιωπηρής  αποδοχής,  αν  όχι  του  εγκληματικού  τους  σχεδίου,  τουλάχιστον  του  αποτελέσματός  του.  Μονάχα  οι  λιπόψυχες  καρδιές  τιμωρούν  τους  κατωτέρους τους προκειμένου να εξασφαλίσουν τη δική τους δικαίωση. Η Αικατερίνη είναι  από  άλλη  πάστα.  Υποστηρίζοντας  την  επίσημη  εκδοχή  του  θανάτου  από  αρρώστια,  περισώζει  τους  οπαδούς  της  και  δέχεται  να  υποκινήσει  υποψίες  εναντίον  της.  Δυο  μέρες  μετά  τη  δολοφονία  του  τσάρου,  εμφανίζεται  και  πάλι  δημόσια  και  αντιμετωπίζει  με  ολύμπια ηρεμία την κακοπροαίρετη δουλοπρεπή περιέργεια της Αυλής.  Σύμφωνα  με  τις  διαταγές  που  εκείνη  έδωσε,  ο  τέως  τσάρος  Πέτρος  Γ'  μεταφέρεται  στο  μοναστήρι  Αλέξανδρος  Νιέφσκι.  Οι  τιμές  όμως  περιορίζονται  εδώ.  Αν  και  εγγονός  του  Πέτρου του Μεγάλου, ο νεκρός δεν είναι παρά ένας έκπτωτος αυτοκράτορας. Το σώμα του  αναπαύεται  δίχως  παράσημα  μέσα  σ'  ένα  απλό  άσκεπο  φέρετρο.  Τον  έντυσαν,  για  τον  ύστατο ύπνο του, με την ανοιχτόχρωμη γαλάζια στολή των δραγόνων του Χολστάιν. Άραγε  από κάποιο αβρόφρονα σεβασμό προς τις προτιμήσεις του αποθανόντος όσον αφορά την  αμφίεση ή για να υπενθυμίσουν στο πλήθος ότι υπήρξε πάντοτε δεδηλωμένος εχθρός της  Ρωσίας;  Όσοι  παρελαύνουν  μπροστά  από  τη  σορό,  εντυπωσιάζονται  με  την  τραγική  της  όψη.  Το  πρόσωπο  είναι  σχεδόν  μαύρο,  μια  στρατιωτική  εσάρπα  περιβάλλει  το  λαιμό  — σίγουρα για να κρύψουν τα σημάδια του στραγγαλισμού—, γάντια κρύβουν τα χέρια που,  υπό  φυσιολογικές  συνθήκες,  θα  έπρεπε  να  είναι  γυμνά.  Κανείς  ωστόσο,  ούτε  από  το  λαό  ούτε από τους αυλικούς, δεν υψώνει φωνή για να αμφισβητήσει την εκδοχή του φυσικού  θανάτου. Η σιωπή είναι πιο βολική και πιο συνετή. Τουλάχιστον για την ώρα. Η Αικατερίνη  δεν  θα  ξενυχτήσει  δίπλα  στη  σορό  ούτε  θα  παραστεί  στην  κηδεία.  Η  Γερουσία  την  παρακάλεσε,  με  όλο  τον  απαιτούμενο  σεβασμό,  να  μείνει  μακριά  απ'  αυτή  τη  θλιβερή  τελετή  «προκειμένου  η  αυτοκρατορική  της  Μεγαλειότητα  να  περιφρουρήσει  την  κατάσταση της υγείας της από αγάπη για την πατρίδα Ρωσία και τους πραγματικά πιστούς  υπηκόους της». 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ  Η απότομη αναρρίχηση στην εξουσία της αυτοκράτειρας έδωσε την εντύπωση στους ξένους  διπλωμάτες ότι δεν είχε εγκατασταθεί οριστικά στο θρόνο. Ο βαρόνος ντε Μπρετέιγ βλέπει  στο πρόσωπο της Αικατερίνης «μια νεαρή τυχοδιώκτρια» που δεν θα αντέξει για πολύ στις  καταιγίδες  της  πολιτικής.  Ο  Σερ  Ρόμπερτ  Κηθ  τη  βρίσκει  πνευματώδη  και  αξιαγάπητη,  ταυτόχρονα  όμως  επιφανειακή  και  ανίκανη  να  κυβερνήσει  με  το  απαιτούμενο  κύρος.  Ο  Πρώσος Σολμς προφητεύει μια επανάσταση: «Δεν θα χρειαζόταν παρά ένας θερμόαιμος...  Εναντίον  της  αυτοκράτειρας,  ακούγονται  λόγια  τόσο  άσεμνα,  τόσο  παράτολμα,  τόσο  λίγο  μετρημένα... Είναι βέβαιο ότι η βασιλεία της αυτοκράτειρας Αικατερίνης, όπως και εκείνη  του  αυτοκράτορα  συζύγου  της,  δεν  θ'  αποτελέσουν  παρά  ένα  σύντομο  πέρασμα  από  την  ιστορία του κόσμου».  Και πραγματικά, ύστερα από μερικές μέρες ο ενθουσιασμός του  στρατού πέφτει. Κάποιοι  αξιωματικοί  διαπιστώνουν  με  λύπη  τους  το  γεγονός  ότι  οι  στρατιώτες  καταπάτησαν  τον  όρκο  τους  «για  ένα  βαρέλι  μπίρα»,  σύμφωνα  με  την  έκφραση  του  επιτετραμμένου  της  Γαλλίας Μπερανζέ. Ψιθυρίζεται ότι θα έπρεπε να βγάλουν από τη φυλακή τον άτυχο Ιβάν  ΣΤ'  και  να  του  δώσουν  πίσω  το  στέμμα.  Οι  ξένες  Αυλές  συμβουλεύουν  τους  πρεσβευτές  τους να δείξουν ιδιαίτερη σύνεση προς εκείνη η οποία, στα μάτια τους, δεν είναι παρά μια  σφετερίστρια. Έτσι, ο Λουδοβίκος ΙΕ' ανακοινώνει στο βαρόνο ντε Μπρετέιγ: «Η κρυψίνοια  της  άρχουσας  αυτοκράτειρας  (της  Αικατερίνης)  και  το  θάρρος  της  κατά  τη  στιγμή  της  εκτέλεσης  του  σχεδίου  της  αποδεικνύουν  μια  πριγκίπισσα  ικανή  να  συλλαμβάνει  και  να  εκτελεί  μεγάλα  πράγματα...  Η  αυτοκράτειρα  όμως,  ξένη  ως  προς  την  καταγωγή  της,  κατ'  ουδένα  τρόπο  αφοσιωμένη  προς  τη  Ρωσία...,  χρειάζεται  αμείωτη  δύναμη  για  να  εξασφαλίσει  την  παρουσία  της  σ'  ένα  θρόνο  που  δεν  οφείλεται  ούτε  στην  αγάπη  των  υπηκόων της ούτε στο σεβασμό τους προς τη μνήμη του πατέρα της... Ξέρετε ήδη, και θα το  επαναλάβω  σε  τούτο  το  σημείο  ξεκάθαρα,  ότι  σκοπός  της  πολιτικής  μου  απέναντι  στη  Ρωσία είναι η απομάκρυνσή της, στο μέτρο του δυνατού, από τις υποθέσεις της Ευρώπης.  Μονάχα  αν  η  διχόνοια  βασιλεύσει  σ'  αυτή  την  Αυλή,  θα  μειωθούν  οι  δυνατότητές  της  να  ασπάζεται όσα θα της πρότειναν άλλες Αυλές».  Αργότερα, ο δούκας ντε Σουαζέλ θα γράψει στον πρεσβευτή του στην Αγία Πετρούπολη:  «Γνωρίζουμε  την  εχθρότητα  τούτης  της  Αυλής  (της  Ρωσίας)  προς  τη  Γαλλία.  Ο  βασιλιάς  (Λουδοβίκος  ΙΕ')  περιφρονεί  τόσο  βαθιά  την  ηγεμονίδα  που  άρχει  σ'  αυτή  τη  χώρα,  τα  συναισθήματα  και  τη  συμπεριφορά  της,  ώστε  πρόθεσή  μας  είναι  να  προβούμε  σε  επανειλημμένα  διαβήματα  προκειμένου  να  συμβάλουμε  στην  αντικατάστασή  της.  Ο  βασιλιάς θεωρεί ότι το μίσος της Αικατερίνης Β' μας τιμά πολύ περισσότερο από τη φιλία  της».  Συνειδητοποιώντας το επισφαλές της θέσης της, η Αικατερίνη επιθυμεί, το γρηγορότερο, να  σταθεροποιήσει  το  έδαφος  κάτω  από  τα  πόδια  της.  Διατηρεί  από  σύνεση  στη  διεύθυνση  των δημοσίων υποθέσεων τους κρατικούς λειτουργούς που κατέχουν αυτό το αξίωμα από  την  εποχή  της  Ελισάβετ  και  του  Πέτρου  Γ'.  Έτσι,  ο  κόμης  Μιχαήλ  Βοροντζώφ,  μόλο  που  πάντοτε  πολέμησε  την  τωρινή  άνασσά  του,  διατήρησε  χάρη  σ'  αυτήν  τη  θέση  του  καγκελαρίου.  Όσο  για  τον  Νικήτα  Πανίν,  στον  οποίο  η  αυτοκράτειρα  εμπιστεύτηκε  τον  τομέα  της  εξωτερικής  πολιτικής,  είναι  ειλικρινά  αφοσιωμένος  στα  συμφέροντά  της,  παρ'  όλες  τις  διαφορές  των  απόψεών  τους.  Αντίθετα  από  τον  Πέτρο  Γ',  ο  οποίος  είτε  από  αδιαφορία  είτε  από  περιφρόνηση  αμέλησε  για  μήνες  να  χρισθεί  αυτοκράτορας  από  την  Εκκλησία, η Αικατερίνη ορίζει την τέλεση της στέψης της στις 22 Σεπτεμβρίου, στη Μόσχα:  θα γίνει με πρωτοφανή λαμπρότητα προκειμένου να εντυπωσιαστούν ο ρωσικός λαός και 

Digitized by 10uk1s 


οι ξένοι  πρεσβευτές.  Θα  ανακοινώσει  δημόσια  τούτη  την  πρόθεσή  της  στις  7  Ιουλίου,  την  ίδια  μέρα  που  θα  αναγγείλει  το  θάνατο  του  συζύγου  της,  ως  αποτέλεσμα  «κολικού  οφειλόμενου σε αιμορροΐδες». Δυόμισι μήνες αποτελούν το ελάχιστο χρονικό διάστημα για  την  προετοιμασία  τόσο  σημαντικών  εορτασμών.  Άλλωστε,  προέχει  να  εξασφαλίσει  τη  μόνιμη υποστήριξη του στρατού. Αποφασίζει να μην κηρύξει πόλεμο κατά της Δανίας και να  συνάψει  ανακωχή  με  την  Πρωσία  —οι  εχθροπραξίες  διαρκούν  ήδη  εφτά  χρόνια—,  δίχως  όμως  και  να  υπογράψει  συνθήκη  συμμαχίας  μ'  αυτή  την  τελευταία  χώρα.  Θα  είναι  όλο  χαμόγελα  προς  τη  Γαλλία  και  την  Αυστρία,  το  ίδιο  και  προς  την  Αγγλία.  Όσο  για  την  Εκκλησία,  που  έχει  τόσο  θιγεί  από  τους  αντι‐ορθόδοξους  χειρισμούς  του  Πέτρου  Γ',  θα  καταργηθεί για χάρη της το ουκάζιο το οποίο αναφέρεται στη δήμευση της περιουσίας του  κλήρου  (υπάρχει  πάντοτε  καιρός  για  την  επαναφορά  τούτου  του  μέτρου,  αφού  θα  έχει  σταθεροποιηθεί ο θρόνος).  Ως  προς  τη  διακυβέρνηση  της  αυτοκρατορίας,  η  Αικατερίνη  σκοπεύει  να  περιοριστεί  σε  κάποιες  αρχές  που  της  ενέπνευσαν  τα  αναγνώσματά  της  και  τις  έχει  καταγράψει  με  ζωντάνια από την εποχή που δεν βρισκόταν ακόμα στην εξουσία:  «Εύχομαι και επιθυμώ το καλό και μόνο τούτης της χώρας όπου με τοποθέτησε ο Θεός... Η  δόξα της είναι και δική μου δόξα».  «Το να ενώσω την Κασπία με τη Μαύρη θάλασσα και μαζί τους τις θάλασσες του Βορρά∙ το  να  κάνω  να  περνούν  από  την  Ταταρία  τα  εμπορεύματα  της  Κίνας  και  των  Ανατολικών  Ινδιών,  σημαίνει  να  ανυψώσω  τούτη  την  (ρωσική)  αυτοκρατορία  σ'  ένα  βαθμό  δύναμης  ανώτερο εκείνου των άλλων αυτοκρατοριών της Ασίας και της Ευρώπης. Και ποιος μπορεί  να  αντισταθεί  στην  απεριόριστη  εξουσία  ενός  απόλυτου  άρχοντα  ο  οποίος  κυβερνά  ένα  φιλοπόλεμο λαό;»  Ωστόσο, μόλο που η Αικατερίνη κηρύσσει την «απεριόριστη εξουσία» του άρχοντα και την  υπεροχή της Ρωσίας σε σχέση με τα άλλα κράτη, εννοεί να βασιλεύει πρώτα απ' όλα για το  συμφέρον  του  λαού.  Σαν  καλή  μαθήτρια  των  φιλοσόφων,  καταδικάζει  τη  δουλεία:  «Είναι  αντίθετο  προς  τη  χριστιανική  θρησκεία  και  προς  τη  δικαιοσύνη  να  κάνεις  σκλάβους  τους  ανθρώπους που γεννιούνται ελεύθεροι...».  «Ελευθερία, ψυχή των πάντων, χωρίς εσένα τα πάντα είναι νεκρά. Επιθυμώ να υπακούουν  όλοι στους νόμους, χωρίς να γίνονται σκλάβοι».  Τούτη  η  ομολογία  της  φιλελεύθερης  πίστης  δεν  την  εμποδίζει  να  μοιράσει,  με  την  ενθρόνισή  της,  στους  κυριότερους  δημιουργούς  του  πραξικοπήματος  (τους  Ορλώφ,  τους  Ραζουμόφσκι,  τον  Πανίν...)  δεκαοχτώ  χιλιάδες  χωρικούς  δεμένους  με  τα  κτήματα  του  στέμματος. Άλλωστε, δεν θεωρεί εφικτή την απελευθέρωση των δούλων: «Αν προέβαινα σε  μια τόσο εντυπωσιακή πράξη (να απελευθερώσω τους δούλους), δεν θα γινόμουν αγαπητή  στους γαιοκτήμονες...». Το πολύ πολύ, μιας και αυτό το μελανό σημείο υπάρχει στη Ρωσία,  καλό θα ήταν να περιοριστούν οι φθορές: «Πηγαίνετε σ' ένα χωριό, ρωτήστε ένα χωριάτη  πόσα παιδιά έχει κάνει. Θα σας πει —αυτό είναι κάτι συνηθισμένο— δέκα, δώδεκα, πολύ  συχνά  μάλιστα  και  είκοσι.  Πόσα  απ'  αυτά  είναι  ζωντανά;  Θα  σας  απαντήσει  ένα,  δύο,  τέσσερα...  Θα  έπρεπε  κανείς  να  θεραπεύσει  αυτή  τη  θνησιμότητα,  να  συμβουλευτεί  τους  γιατρούς,  να  φροντίσει  τα  μικρά  παιδιά...  Τρέχουν  ολόγυμνα  στο  χιόνι  και  τους  πάγους.  Αυτά  που  επιζούν  είναι  γερά,  αλλά  τα  δεκαεννέα  στα  είκοσι  πεθαίνουν,  πράγμα  που  αποτελεί μεγάλη απώλεια για το Κράτος».  Σε τούτο το σημείο, προέχει να περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη. Όταν η Αικατερίνη  συγκαλεί  για  πρώτη  φορά  τη  Γερουσία  στο  Θερινό  Ανάκτορο,  μένει  εμβρόντητη  από  την  εικόνα  της  οικονομικής  και  κοινωνικής  κατάστασης  της  χώρας  που  της  περιγράφουν  με 

Digitized by 10uk1s 


κάθε λεπτομέρεια. Χρόνια αργότερα, θα θυμάται ακόμα με αγωνία αυτή τη βίαιη επαφή με  την πραγματικότητα.  «Το  μεγαλύτερο  μέρος  του  στρατού  βρισκόταν  εκτός  Ρωσίας  δίχως  να  έχει  εισπράξει  το  μισθό του εδώ και οκτώ μήνες», θα γράψει. «Ο στόλος ήταν παραμελημένος, ο στρατός σε  πλήρη  αταξία,  τα  οχυρά  γκρεμίζονταν  και  καταντούσαν  ερείπια.  Τα  χρέη  του  προϋπολογισμού  ανέρχονταν  σε  17  εκατομμύρια  ρούβλια  με  νομισματική  κυκλοφορία  εκατό  εκατομμυρίων.  Κανείς  σε  ολόκληρη  την  αυτοκρατορία  δεν  γνώριζε  τα  έσοδα  του  Δημοσίου Ταμείου. Ο κρατικός προϋπολογισμός δεν ήταν καθορισμένος με ακρίβεια. Όλοι  σχεδόν  οι  κλάδοι  του  εμπορίου  αποτελούσαν  μονοπώλια  ιδιωτών.  Περίπου  200.000  χωρικοί οι οποίοι ανήκαν στις βιομηχανίες μεταλλευμάτων και στα μοναστήρια βρίσκονταν  σε  ανοιχτή  εξέγερση:  σε  πολλά  μέρη,  αρνούνταν  να  υπακούουν  και  να  πληρώνουν  διάφορες οφειλές στους άρχοντες. Η δικαιοσύνη είχε βγει στο σφυρί. Σκληροί βασανισμοί  και  τιμωρίες,  τόσο  για  μικροπράγματα  όσο  και  για  στυγερά  εγκλήματα,  όξυναν  τα  πνεύματα. Παντού ο λαός παραπονιόταν για διαφθορά, για καταχρήσεις, για υπεξαιρέσεις  του δημοσίου χρήματος και για αδικίες».  Ύστερα  από  ψυχρή  θεώρηση  των  πραγμάτων,  η  Αικατερίνη  αποφασίζει  να  ασχοληθεί  πρώτα απ' όλα με το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Να γεμίσει τα ταμεία του Κράτους. Με  ποιο  τρόπο;  Οι  κύριοι  Γερουσιαστές  προσπαθούν  απεγνωσμένα  να  βρουν  μια  λύση.  Τους  επιβάλλει  τη  δική  της  λύση  δυναμικά:  να  καταργηθούν  ορισμένα  «μονοπώλια»,  όπως  τα  κέρδη  των  μεγάλων  βιομηχανιών,  τα  οποία  εισπράττουν  κανονικά  ορισμένες  οικογένειες  της  υψηλής  αριστοκρατίας,  για  παράδειγμα  οι  Σουβάλωφ.  Και,  για  να  προλάβει  τη  δυσαρέσκεια  αυτών  από  τους  οποίους  στερεί  ένα  μέρος  των  εισοδημάτων  τους,  αποποιείται  επίσημα,  εν  μέση  Γερουσία,  τα  «κεφάλαια  του  Θρόνου»,  προσωπικό  προϋπολογισμό  των  τσάρων.  Αυτό  αντιπροσωπεύει  το  ένα  δέκατο  τρίτο  του  συνολικού  προϋπολογισμού  της  αυτοκρατορίας.  Κατάπληκτοι  μπροστά  σε  τόση  γενναιοδωρία,  οι  Γερουσιαστές  ζητωκραυγάζουν  και  κλαίνε  από  ευγνωμοσύνη.  Ωστόσο,  αυτά  δεν  φτάνουν  για να τεθεί και πάλι το σκάφος σε κίνηση. Επιπλέον, αν και προσπαθεί να διοχετεύει στο  Δημόσιο Θησαυροφυλάκιο τα χρήματα που έχουν μόλις τεθεί σε κυκλοφορία, η Αικατερίνη  εννοεί  παράλληλα  να  βασιλεύει  μέσα  σε  ευμάρεια.  Σύντομα  θα  πάρει  κι  άλλα  μέτρα:  επιβολή  φόρων,  προσφυγή  σε  δάνεια,  αύξηση  πολλών  δασμών,  μεταξύ  των  οποίων  και  ο  δασμός της γενειάδας των μουζίκων. Αυτός είχε καθιερωθεί από τον Πέτρο τον Μέγα, ως  δικαίωμα  εισόδου  που  κάθε  γενειοφόρος  όφειλε  να  πληρώνει  φτάνοντας  στην  πρωτεύουσα.  Προφανώς,  οι  χωρικοί  θα  μπορούσαν  να  απαλλαγούν  από  τα  διόδια  ξυρίζοντας το πιγούνι τους∙ φοβόνταν όμως τα πυρά της Εκκλησίας μιας και, σύμφωνα με  τις  διατάξεις  της  εκκλησιαστικής  συνόδου  του  1551,  «δεν  υπάρχει  πιο  αξιοκατάκριτη  αιρετική συνήθεια από το να ξυρίζεις τη γενειάδα σου... Το να ξυρίζεις τη γενειάδα σου για  να  γίνεσαι  αρεστός  στους  ανθρώπους  ισοδυναμεί  με  το  να  γίνεσαι  εχθρός  του  Θεού,  ο  οποίος μας έπλασε κατ' εικόνα του».  Προφανώς,  το  σημαντικότερο  μέτρο  είναι  η  ίδρυση  μιας  εκδοτικής  τράπεζας,  η  οποία  τυπώνει  χαρτονομίσματα  σύμφωνα  με  τις  απαιτήσεις  του  αυτοκρατορικού  θησαυροφυλακίου.  Στη  διάρκεια  της  βασιλείας  της,  η  Αικατερίνη  θα  συσσωρεύσει  κατ'  αυτόν τον τρόπο τεράστιες ποσότητες ρουβλίων σε χαρτονομίσματα. Σε οποιαδήποτε άλλη  χώρα,  μια  τέτοια  πρακτική  θα  προκαλούσε  πληθωρισμό  και  χρεοκοπία.  Η  Ρωσία  όμως  βρίσκεται μακριά από τούτο το είδος ναυαγίου. Και αυτό οφείλεται στο ότι το εχέγγυο, η  μοναδική εγγύηση στην οποία βασίζεται η δημόσια πίστωση δεν είναι μια μεταλλική, αλλά  μια  άφθαρτη  ηθική  κάλυψη.  Αυτή  συνίσταται  στον  απεριόριστο  σεβασμό  του  έθνους  απέναντι στο πρόσωπο της τσαρίνας. Η εμπιστοσύνη η οποία θεμελιώνεται στο εσωτερικό  της χώρας ακτινοβολεί σιγά σιγά και στο εξωτερικό. Τα ξένα χρήματα προσελκύονται από  την τυφλή πίστη των Ρώσων στο ίδιο τους το οικονομικό πεπρωμένο. Ένας φιλόσοφος του 

Digitized by 10uk1s 


18ου αιώνα,  ο  Ποσόσκωφ,  γράφει  σχετικά:  «Αυτό  που  προσδιορίζει  την  αξία  ενός  νομίσματος  δεν  είναι  το  χρυσάφι,  το  ασήμι,  ο  χαλκός,  η  —λιγότερο  ή  περισσότερο—  πολύτιμη  ύλη  που  χρησιμοποιείται  για  την  κατασκευή  του...  αλλά  η  εικόνα  του  ηγεμόνα  που  βρίσκεται  χαραγμένη  πάνω  στο  μέταλλο∙  είναι  η  θέληση  του  ηγεμόνα  —η  οποία  εκφράζεται  μ'  αυτή  την  εικόνα—  να  προσδώσει  σε  τούτο  το  κομμάτι  του  μετάλλου  μια  τέτοια  εγκυρότητα  ώστε  να  γίνεται  ανεπιφύλακτα  δεκτό  ως  αντάλλαγμα  αντικειμένων  με  πραγματική αξία... Συνεπώς, η ύλη από την οποία είναι κατασκευασμένο τούτο το νόμισμα  δεν  έχει  ιδιαίτερη  σημασία.  Η  θέληση  του  ηγεμόνα  θα  μπορούσε  να  συνίσταται  στην  απόδοση  της  ίδιας  αξίας  ακόμα  και  σ'  ένα  κομμάτι  δέρμα  ή  σ'  ένα  φύλλο  χαρτί∙  αυτό  θα  αρκούσε για να εδραιωθεί μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων».  Έτσι,  η  Αικατερίνη,  μόλο  που  πολλαπλασιάζει  την  έκδοση  χαρτονομισμάτων67,  αποφεύγει  με αξιοθαύμαστο τρόπο τις προϋποθέσεις που καθορίζουν σε οποιοδήποτε άλλο μέρος την  οικονομική ζωή. Αυτό που προκάλεσε στη Γαλλία την κατάργηση των χαρτονομισμάτων και  τη  χρεοκοπία  του  Λω  υπήρξε  ο  κλονισμός  της  εμπιστοσύνης.  Στη  Ρωσία  όμως,  η  εμπιστοσύνη είναι ακλόνητη. Βάση για την έκδοση χαρτονομισμάτων αποτελεί η ευπείθεια  των  υπηκόων.  Πρόκειται  για  ένα  ταχυδακτυλουργικό  κόλπο,  για  μια  εξωπραγματική  — θαρρείς—  αλχημεία  που  μεταλλάσσει  τον  άνεμο  σε  χρυσάφι.  «Φτάνοντας  κάποιος  εδώ»,  γράφει  ο  κόμης  ντε  Σεγκύρ  μερικά  χρόνια  μετά  τον  Ποσόσκωφ,  «πρέπει  ν'  αποβάλει  τις  ιδέες  τις  οποίες  έχει  σχηματίσει  σχετικά  με  τις  οικονομικές  πράξεις  στις  άλλες  χώρες.  Στα  άλλα κράτη της Ευρώπης, ο ηγεμόνας εξουσιάζει τις πράξεις, όχι όμως και τις γνώμες∙ εδώ,  υπόκειται  σ'  αυτόν  και  κάθε  γνώμη,  ενώ  η  πληθώρα  των  χαρτονομισμάτων,  η  πεποίθηση  ότι δεν μπορούν να πληρωθούν από κανένα κεφάλαιο και η αλλοίωσή τους —η οποία δεν  αφήνει  στα  χρυσά  και  στα  αργυρά  νομίσματα  παρά  μόνο  το  ήμισυ  της  αξίας  τους—,  κοντολογίς οτιδήποτε θα προκαλούσε σ' ένα άλλο Κράτος τη χρεοκοπία και τις πιο ολέθριες  επαναστάσεις,  δεν  προκαλεί  εδώ  όχι  μονάχα  κανέναν  κλυδωνισμό,  αλλά  ούτε  καν  την  ελάχιστη μεταβολή της εμπιστοσύνης∙ και είμαι βέβαιος ότι η αυτοκράτειρα θα έκανε δεκτό  ακόμα και το δέρμα ως νόμισμα, με μια διαταγή της και μόνο»68.  Όσο  για  την  Αικατερίνη,  είναι  αξιοθαύμαστο  πώς  αυτή  η  νεαρή  γυναίκα,  η  ελάχιστα  συνηθισμένη  στην  άσκηση  της  πολιτικής,  νοιάζεται  τόσο  να  δει,  να  καταλάβει,  να  ελέγξει  και να αποφασίσει τα πάντα μόνη της. Η άγνοιά της όσον αφορά τα δημόσια πράγματα δεν  τη  φοβίζει  καθόλου,  αντίθετα  μάλιστα,  φαίνεται  να  την  ενεργοποιεί.  Ούτε  ένα  δευτερόλεπτο  δεν  αμφιβάλλει  για  την  ικανότητά  της  να  διευθύνει  μια  χώρα  που,  σε  τελευταία ανάλυση, δεν είναι η δική της. Θα έλεγε κανείς ότι προετοιμάστηκε γι' αυτό σε  όλη της τη ζωή. Είτε πρόκειται για τις διεθνείς σχέσεις είτε για τα εσωτερικά προβλήματα,  βρίσκεται  ευθύς  εξαρχής  μέσα  στην  ουσία  των  πραγμάτων.  Τούτη  η  νεοφώτιστη  δεν  αμφιβάλλει, απέναντι στις «παλιές καραβάνες», ότι έχει δίκιο σε οποιαδήποτε περίπτωση.  Διαθέτει εκ πεποιθήσεως τη δροσιά της αυτοδίδακτης∙ και μια πλήρη έλλειψη αισθήματος  δέους μπροστά στα τεράστια καθήκοντα που την περιμένουν. Εξάλλου, δεν υπάρχει τίποτα  το  θολό,  το  ακούσιο,  το  μη  συνειδητό  στην  καθημερινή  της  συμπεριφορά.  Τόσο  στην  πολιτική  όσο  και  στον  έρωτα,  είναι  απλή  και  υγιής.  Τα  διαβήματά  της  είναι  φυσικά  και  γεμάτα  ζωντάνια,  πράξεις  που  γίνονται  μέσα  στο  φως.  Αντίθετα  από  την  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ,  ενδιαφέρεται  περισσότερο  για  τα  μυστικά  ελατήρια  της  εξουσίας  παρά  για  το  μεγαλείο της. Θεωρεί τη δουλειά του γραφείου —όπως άλλωστε και ο Πέτρος ο Μέγας, τον  οποίο  θέλει  να  έχει  ως  πρότυπο—  ως  το  κρυφό,  αλλά  ουσιαστικό,  μέρος  του  λειτουργήματος του ηγεμόνα. Σκύβει ακούραστα πάνω από τις αναφορές, τα υπομνήματα,  τους  λογαριασμούς  του  έθνους,  τη  διπλωματική  αλληλογραφία.  Κρατημένη  επί  δεκαοχτώ  χρόνια  μακριά  από  τις  «σοβαρές  υποθέσεις»,  ορμάει  τώρα  πάνω  τους  σαν  πεινασμένη.  Προεδρεύει  σε  όλα  τα  υπουργικά  συμβούλια,  σε  όλες  τις  συνεδριάσεις  της  Γερουσίας,  στενοχωρώντας τους υψηλούς αξιωματούχους με ανελέητες ερωτήσεις και επανειλημμένες  εκκλήσεις  στην  αφοσίωσή  τους.  Σ'  αυτούς  τους  ανθρώπους  που,  εδώ  και  πολύ  καιρό, 

Digitized by 10uk1s 


συνήθισαν στην  έλλειψη  συνοχής  και  τη  ρουτίνα  της  Διοίκησης,  τολμάει  να  προτείνει  να  σηκώνονται νωρίτερα και να παρατείνουν τις απογευματινές συνεδριάσεις. Βρίσκεται και η  ίδια  επί  ποδός  από  τις  πέντε  το  πρωί  και  εργάζεται  δώδεκα  με  δεκατέσσερις  ώρες  την  ημέρα.  Μονάχα  το  βράδυ,  γύρω  στις  εννιά,  εξοικονομώντας  μετά  βίας  λίγη  ώρα  για  φαγητό, κάθεται μαζί με τους δικούς της στο τραπέζι κι ύστερα σωριάζεται εξουθενωμένη  στο  κρεβάτι  της.  Τα  σχέδιά  της  διεκπεραιώνονται  με  μια  ταχύτητα  που  όχι  μόνο  παραξενεύει,  αλλά  και  προσβάλλει  τους  γραφείς.  Μια  μέρα,  ενώ  η  Γερουσία  της  έχει  ανακοινώσει ότι, στο εξής, κάθε πόλη της αυτοκρατορίας θα έχει το δικό της «βοεβόδα» ή  στρατιωτικό διοικητή, ρωτάει: Πόσες πόλεις υπάρχουν στη Ρωσία; Σιγή ιχθύος. Κανείς δεν  έχει ιδέα. Έστω: θα μετρήσουμε τις πόλεις πάνω σ' ένα χάρτη, λέει. Ναι, αλλά στα αρχεία  της  Γερουσίας  δεν  υπάρχει  χάρτης  της  Ρωσίας.  Χαμογελαστή,  η  Αικατερίνη  δίνει  πέντε  ρούβλια  σ'  ένα  νεαρό  υπάλληλο  και  τον  στέλνει  στην  Ακαδημία  των  Επιστημών  για  να  αγοράσει  τον  Άτλαντα  του  Κυρίλλωφ.  Οι  Γερουσιαστές,  οι  οποίοι  συλλαμβάνονται  απληροφόρητοι,  κατεβάζουν  το  κεφάλι.  Εκατοντάδες  φορές  θα  έχει  την  ευκαιρία  να  τους  ανακαλέσει στην τάξη. Έχοντας γαλουχηθεί από τη νεαρή της ηλικία με την ανάγνωση των  έργων του Μοντεσκιέ και του Βολταίρου, εξουσιάζει με άνεση τούτους τους αργόσχολους  αξιωματούχους.  Τους  ταρακουνάει  και  τους  μαθαίνει  να  δουλεύουν  με  τη  μεγαλύτερη  δυνατή  ταχύτητα.  Παρ'  όλη  την  παρατεταμένη  ρωσική  μαθητεία  της,  δεν  μπόρεσε  να  χωνέψει  το  απίστευτο  χάος  των  διοικητικών  υπηρεσιών  της  χώρας.  Εδώ,  οι  κανονισμοί  αντιφάσκουν, όλα βασίζονται στο έθιμο, αλλά αυτό το έθιμο ποικίλλει από τη μια επαρχία  στην άλλη∙ η δικαιοσύνη απονέμεται εική και ως έτυχε, οι καγκελαρίες αγνοούν η μια την  άλλη,  κάθε  γραφείο  ακολουθεί  τη  δική  του  πολιτική,  η  αυτοκρατορία  λειτουργεί  με  τον  πλέον άστατο τρόπο. Για ένα πνεύμα που αγαπάει τη σαφήνεια, ο πειρασμός να βάλει σε  τάξη  αυτόν  τον  κυκεώνα  είναι  μεγάλος.  Η  Αικατερίνη  φέρνει  τη  λάμπα  και  τη  σκούπα.  Γερουσιαστές  και  υπουργοί,  ακούγοντας  τις  κριτικές  και  τις  προτάσεις  της,  αναγνωρίζουν  ότι  έχει  δίκιο.  Ωστόσο,  κατάβαθα,  όλοι  αναρωτιούνται  με  ποιο  δικαίωμα  αυτή  η  νεαρή  Γερμανίδα πριγκίπισσα επιτρέπει στον εαυτό της να τινάζει την αιωνόβια ρωσική σκόνη.  Είναι  αλήθεια  ότι  η  Αικατερίνη  βλέπει  με  αγάπη  τα  ελαττώματα  της  Ρωσίας,  μόλο  που  ορκίζεται  να  τα  διορθώσει.  Έχοντας  ουσιαστικά  δυτική  ανατροφή,  με  τη  διαύγεια,  την  αγάπη της για την ταξινόμηση, το πρακτικό της πνεύμα, την ακαταδάμαστη ζωτικότητά της,  ταυτόχρονα  εξοργίζεται  και  γοητεύεται  από  την  ονειροπόληση,  τη  νωχέλεια,  τη  μοιρολατρία  και  τις  ξαφνικές  εξωφρενικότητες  τούτου  του  λαού  που  έχει  γίνει  δικός  της.  Τον  βρίσκει  μεγάλο  και  ωραίο.  Θα  ήθελε  να  φανεί  αντάξιά  του.  Θα  γράψει  μέσα  σ'  ένα  παραλήρημα: «Ποτέ το σύμπαν δεν δημιούργησε άτομο πιο ανδροπρεπές, πιο σοβαρό, πιο  ειλικρινές,  πιο  ανθρώπινο,  πιο  αγαθοεργό,  πιο  γενναιόδωρο,  πιο  περιποιητικό  από  το  Σκύθη  (με  άλλα  λόγια,  το  Ρώσο).  Κανείς  δεν  του  παραβγαίνει  σε  κανονικότητα  χαρακτηριστικών, ομορφιά προσώπου, λάμψη επιδερμίδας, φάρδος των ώμων, παράστημα  και ύψος. Συνήθως τα μέλη του είναι ή υπερβολικά ευτραφή ή πολύ νευρώδη και μυώδη,  τα  γένια  του  πυκνά,  τα  μαλλιά  του  μακριά  και  φουντωτά.  Από  τη  φύση  του  εχθρός  στις  πανουργίες  και  τα  τεχνάσματα,  ευθύς  και  με  χρηστά  ήθη,  απεχθάνεται  τις  ίντριγκες.  Δεν  υπάρχει πάνω στη γη καβαλάρης, πεζικάριος, ναύτης ή φροντιστής σαν κι αυτόν. Κανείς δεν  νιώθει περισσότερη τρυφερότητα για τα παιδιά και τους δικούς του. Έχει έμφυτο σεβασμό  προς τους γονείς και τους ανωτέρους του. Είναι γρήγορος, υπάκουος και πιστός».  Αυτή  η  ερωτική  εξομολόγηση,  που  θα  μπορούσε  να  απευθύνεται  στον  Γρηγόρη  Ορλώφ,  αγκαλιάζει  στην  πραγματικότητα  ολόκληρη  τη  χώρα.  Η  ίδια  η  Αικατερίνη  θα  πει  κάποια  μέρα στους γιατρούς της: «Κάνετέ μου αφαίμαξη ακόμα και της τελευταίας σταγόνας του  γερμανικού  μου  αίματος,  για  να  μην  έχω  παρά  μόνο  ρωσικό  αίμα  στις  φλέβες  μου».  Αφοσιωμένη με πάθος στη Ρωσία, παίρνει πολύ στα σοβαρά την ονομασία «μητερούλα» με  την οποία την τιμούν οι υπήκοοί της.  Θα ήθελε να είναι για όλους η προσωποποίηση της  ζεστασιάς,  της  καταφυγής,  της  Πρόνοιας.  Γράφει:  «Να  είστε  μειλίχιοι,  ανθρώπινοι, 

Digitized by 10uk1s 


προσηνείς, σπλαχνικοί  και  φιλελεύθεροι.  Το  μεγαλείο  σας  να  μη  σας  εμποδίσει  ποτέ  να  κατεβείτε με καλοσύνη στο επίπεδο των μικρών και να μπείτε στη θέση τους, αλλά αυτή η  καλοσύνη να μην αποδυναμώνει το δικό σας κύρος ούτε τον δικό τους σεβασμό». Εξετάζει  προσωπικά  τις  αιτήσεις  χάριτος  που  της  στέλνουν  και  υπόσχεται  να  επανορθώσει  τις  αδικίες.  Ωστόσο,  σύντομα  κατακλύζεται  από  το  κύμα  των  επιστολών  και  αφήνει  τα  τρία  τέταρτα  χωρίς  απάντηση.  Όταν  πηγαίνει  πεζή  στην  εκκλησία  ή  στη  Γερουσία,  ένα  πλήθος  ανθρώπων συνωθείται γύρω της, καθένας με το δικό του αίτημα. Έτσι, κάποια μέρα, ενώ η  αστυνομία ετοιμάζεται να παρέμβει με το κνούτο στο ζωντανό τείχος που περικυκλώνει την  αυτοκράτειρα, αυτή απλώνει τα χέρια για να προστατεύσει το λαό της. Τούτη η συμβολική  χειρονομία  προκαλεί  στον  κόσμο  λυγμούς  ευγνωμοσύνης.  Το  επεισόδιο  το  οποίο  αναφέρεται  χιλιάδες  φορές,  διογκωμένο  και  εξωραϊσμένο,  γίνεται  θρύλος  που  δοξάζει  τη  μητερούλα. Για να αυξήσει τη δημοτικότητά της, καταργεί τους χορούς και τις μασκαράτες  που,  ενώ  άρεσαν  τόσο  στην  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ,  έκαναν  την  ίδια  να  πλήττει  από  την  εποχή  που  ήταν  μεγάλη  δούκισσα.  Οι  δικές  της  γιορτές  θα  στοιχίσουν,  στην  πραγματικότητα, τα εκατονταπλάσια χρήματα απ' ό,τι εκείνες της προηγούμενης τσαρίνας,  δίχως  κανείς  παρ'  όλα  αυτά  να  το  καταλογίσει  εις  βάρος  της,  εφόσον  τα  χρήματα  δεν  θα  ξοδεύονται  για  προσωπική  της  ευχαρίστηση,  αλλά  για  τη  φήμη  της  αυτοκρατορίας.  Κάθε  χρυσό  σιρίτι  των  φορεμάτων  της,  κάθε  μαργαριτάρι  από  τα  περιδέραιά  της,  κάθε  πολυέλαιος των σαλονιών της, κάθε ρουκέτα των πυροτεχνημάτων της είναι προορισμένα  —σύμφωνα  με  το  δικό  της  σκεπτικό—  να  επισφραγίζουν  το  γόητρό  της,  συνεπώς  και  το  γόητρο  της  Ρωσίας,  στα  μάτια  των  ξένων.  Φειδωλή  για  τον  εαυτό  της,  επιθυμεί  να  είναι  πολυτελής  για  τους  άλλους.  Αυτό  θα  το  δούμε  τη  στιγμή  της  στέψης  της!  Οι  ράφτες,  οι  μόδιστροι,  οι  κοσμηματοπώλες,  οι  υποδηματοποιοί  της  Αγίας  Πετρούπολης  γεμίζουν  παραγγελίες.  Λέγεται  πως  οι  τουαλέτες  της  αυτοκράτειρας  και  της  Αυλής  της  σίγουρα  θα  επισκιάσουν  οτιδήποτε  έχει  δει  κανείς,  επ'  ευκαιρία  μιας  αυτοκρατορικής  στέψης,  στις  μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης.  Ανάμεσα  σε  μια  πρόβα  και  μια  συνεδρίαση  της  Γερουσίας,  η  Αικατερίνη  ρυθμίζει  την  υπόθεση  της  Κουρλάνδης,  ενισχύοντας  κρυφά  το  κόμμα  του  δούκα  Μπίρον  του  οποίου  η  αφοσίωση είναι εξασφαλισμένη. Υπολογίζει ότι, έτσι, η Κουρλάνδη θα βρεθεί και πάλι υπό  τη  ρωσική  επιρροή,  πριν  επανασυνδεθεί  με  την  αυτοκρατορία.  Ύστερα  ασχολείται  με  το  θέμα της Πολωνίας. Όπως η Κουρλάνδη, έτσι και η Πολωνία, σύμφωνα με τις βλέψεις της,  είναι  προορισμένη  να  ενταχθεί  στη  ρωσική  σφαίρα  επιρροής.  Αργότερα,  όταν  τα  χρόνια  αναταραχής  θα  έχουν  προετοιμάσει  τα  πνεύματα  για  μια  ριζική  λύση,  θα  φροντίσει  να  προσαρτήσει  τούτη  την  ταλαίπωρη  χώρα,  ολόκληρη  ή  ένα  τμήμα  της.  Επειδή  ο  τωρινός  βασιλιάς, ο Αύγουστος Γ', είναι βαριά άρρωστος, δεν πρέπει ούτε η Γαλλία ούτε η Αυστρία  να  αναλάβουν  την  πρωτοβουλία  να  του  βρουν  ένα  διάδοχο  της  αρεσκείας  τους.  Τη  συγκεκριμένη στιγμή, η Ρωσία πρέπει να είναι ήδη σε θέση να προτείνει ή να επιβάλει «τον  δικό  της  βασιλιά».  Και  αυτόν  το  βασιλιά,  η  Αικατερίνη  τον  έχει  διαλέξει  από  πολύ  καιρό.  Είναι ο απαρηγόρητος εραστής της, ο ωραίος Στανισλάς Πονιατόφσκι. Εξορισμένος μακριά  από  την  Αγία  Πετρούπολη,  αγνοεί  τα  πάντα  για  το  επίσημο  μέλλον  που  εκείνη  του  επιφυλάσσει. Το δικό του όνειρο δεν έχει καμιά πολιτική χροιά. Θα ήθελε να ξαναγυρίσει  δίπλα  σ'  αυτή  τη  γυναίκα  που  δεν  έπαψε  ποτέ  να  την  αγαπά,  να  ξαναβρεί  τη  γεύση  των  χειλιών  της,  τη  γλύκα  της  φωνής  της,  την  κίνηση  των  λαγόνων  της.  Της  το  λέει  μέσα  στις  φλογερές επιστολές του, δίχως να του περνάει από το νου ότι τον έχει αντικαταστήσει, εδώ  και  πολύ  καιρό,  με  τον  Γρηγόρη  Ορλώφ.  Όταν  πληροφορείται  το  θάνατο  του  Πέτρου  Γ',  η  ψυχή του αναγαλλιάζει: Ελεύθερη, είναι ελεύθερη, θα τον καλέσει, κι αυτός θα τρέξει, ίσως  ακόμα  και  να  τον  παντρευτεί!  Τη  βομβαρδίζει  ξανά  με  γράμματα.  Εκείνη  ανησυχεί  με  την  επιμονή του. Μα δεν έχει καταλάβει τίποτα λοιπόν; Γράφει σ' αυτόν τον ξεμυαλισμένο, σ'  αυτό  το  παιδί,  του  διηγείται  με  λεπτομέρειες  μέσα  στο  γράμμα  της  την  παλατιανή  επανάσταση και τον εκλιπαρεί να ηρεμήσει: 

Digitized by 10uk1s 


«Σας παρακαλώ θερμά  να μη  σπεύσετε να έρθετε  γιατί η διαμονή  σας, υπό  τις παρούσες  περιστάσεις,  θα  ήταν  επικίνδυνη  για  σας  και  πολύ  επιζήμια  για  μένα.  Η  πρόσφατη  επανάσταση  αποκάλυψε  υπέρ μου ένα θαύμα∙ είναι απίστευτη η ομοψυχία με την οποία  συντελέστηκε. Είμαι φοβερά απασχολημένη και δεν θα μπορούσα να έχω στη διάθεσή μου  αρκετό  χρόνο  για  σας.  Σε  όλη  μου  τη  ζωή  θα  προσπαθώ  να  τιμώ  εσάς  και  την  οικογένειά  σας  και  να  σας  είμαι  χρήσιμη,  τώρα  όμως  η  εδώ  κατάσταση  είναι  κρίσιμη  και  ιδιαίτερα  σημαντική. Έχω να κοιμηθώ τρεις νύχτες και έχω φάει μονάχα δύο φορές μέσα σε τέσσερις  ημέρες»69.  Ύστερα από ένα μήνα, η Αικατερίνη του γράφει ξανά:  «Τα  πνεύματα  εξακολουθούν  να  βρίσκονται  σε  αναβρασμό.  Σας  παρακαλώ  να  συγκρατηθείτε  και  να  μην  έρθετε,  γιατί  υπάρχει  φόβος  να  χειροτερέψετε  τα  πράγματα.  Έλαβα  το  γράμμα  σας.  Μια  τακτική  αλληλογραφία  θα  αντιμετώπιζε  χιλιάδες  εμπόδια,  τη  στιγμή  που  πρέπει  να  κινούμαι  με  ιδιαίτερη  περίσκεψη  και  δεν  έχω  το  χρόνο  να  γράφω  επιζήμιες ερωτικές επιστολές. Έχω ενοχληθεί... Δεν θα έπρεπε να σας τα πω όλα αυτά, αυτή  όμως  είναι  η  αλήθεια...  Συναισθάνομαι  όλο  το  βάρος  των  κυβερνητικών  μου  ευθυνών.  Αντίο, η ζωή μας διέπεται από παράξενες συγκυρίες».  Η αρχή του γράμματος ξαφνιάζει τον Στανισλάς Πονιατόφσκι ακόμα  περισσότερο και από  τη θλιβερή προειδοποίηση του τέλους. Η Αικατερίνη του προσφέρει στα καλά καθούμενα  ένα  στέμμα,  με  τον  ίδιο  τρόπο  που  θα  του  ανήγγελλε  την  αποστολή  ενός  κουτιού  με  στρείδια:  «Θα  σας  στείλω,  το  γρηγορότερο,  τον  κόμη  Κάιζερλινγκ  με  την  ιδιότητα  του  πρεσβευτή  στην  Πολωνία  ώστε,  μετά  το  θάνατο  του  Αυγούστου  Γ',  να  σας  ανακηρύξει  βασιλιά τούτης της χώρας».  Δεν  πιστεύει  στα  μάτια  του.  Και,  αντί  να  χαρεί,  λυπάται.  Τι  να  τον  κάνει  το  θρόνο  της  Πολωνίας; Τούτο το αξίωμα, που θα τον κρατήσει μακριά από τη γυναίκα που αγαπάει, δεν  το  ευχήθηκε  ποτέ.  Αυτό  που  επιθυμεί  δεν  είναι  η  διαδοχή  του  Αυγούστου  Γ'  αλλά  το  κρεβάτι  της  Αικατερίνης.  Μόλο  που  τον  ικέτευσε  να  μην  της  ξαναγράψει,  αυτός  ρίχνεται  πάνω  στο  χαρτί  και  γράφει  απανωτά  γράμματα  απελπισίας.  Εκείνη  απαντάει:  «Διατρέχω  χιλιάδες κινδύνους μ' αυτή την αλληλογραφία. Με παρακολουθούν από κοντά. Δεν πρέπει  να τους δημιουργώ υποψίες. Πρέπει να βαδίζω στον ίσιο δρόμο. Ηρεμήστε. Να σας πω όλα  τα  μυστικά  της  καρδιάς  μου  θα  ήταν  αδιακρισία...  Αν  ακούσετε  πως  υπάρχουν  και  πάλι  κινητοποιήσεις  στα  στρατεύματα,  να  ξέρετε  πως  όλα  αυτά  προέρχονται  αποκλειστικά  και  μόνο από την αγάπη του λαού μου για μένα∙ μια αγάπη που αρχίζει να μου γίνεται βάρος.  Πεθαίνουν από φόβο μήπως μου συμβεί το παραμικρό. Δεν μπορώ να βγω από το δωμάτιό  μου  δίχως  να  ακούσω  ζητωκραυγές.  Πρόκειται,  σε  τελευταία  ανάλυση,  για  έναν  ενθουσιασμό που θυμίζει την εποχή του Κρόμγουελ».  Αργότερα,  γίνεται  περισσότερο  σαφής:  «Αν  έρθετε  εδώ,  κινδυνεύετε  να  προκαλέσετε  τη  σφαγή  και  των  δυο  μας».  Και  ακόμη:  «Σίγουρα  είναι  πολύ  το  ότι  σας  απαντώ.  Δεν  θα  έπρεπε...  Ο  ρόλος  μου  πρέπει  να  είναι  άψογος.  Περιμένουν  από  μένα  υπερφυσικά  πράγματα».  Εκείνον όμως δεν τον ενδιαφέρει το «υπερφυσικό». Στόχος του είναι η επίγεια ευτυχία, μια  ευτυχία κοινότοπη, πέρα από την πολιτική και το στέμμα. Το γράφει στην Αικατερίνη παρ'  όλες  τις  απαγορεύσεις  της.  Μέσα  στον  πυρετό  του,  την  αποκαλεί  με  το  πραγματικό  της  όνομα,  Σοφία,  το  όνομα  που  της  δόθηκε  με  τη  βάφτισή  της  στο  Στετίνο,  και  όχι  με  το  πλαστό  όνομα  της  αυτοκράτειρας  της  Ρωσίας,  το  οποίο  στέκεται  σαν  φραγμός  ανάμεσά  τους εδώ και τέσσερα χρόνια:  «Με  κάνετε  βασιλιά,  αλλά  με  κάνετε  ευτυχισμένο;  Δεν  μπορείτε  να  μου  αφαιρέσετε  την 

Digitized by 10uk1s 


ανάμνηση της ευτυχίας που έζησα, μήτε την επιθυμία να την ξαναζήσω. Δεν αγαπάει κανείς  δύο φορές στη ζωή του με τον τρόπο που εγώ σας αγάπησα. Και τι μου απομένει; Ένα κενό,  μια φρικτή πλήξη στο βάθος της ψυχής μου που τίποτα δεν μπορεί να τη γεμίσει. Αχ! δεν  ξέρω  πώς  είναι  πλασμένοι  οι  άλλοι,  ωστόσο  θεωρώ  τη  φιλοδοξία  κάτι  ηλίθιο  όταν  δεν  υποστηρίζεται από τη γαλήνη και τη χαρά της ψυχής... Σας γυρεύω από τον ουρανό, κάθε  μέρα, κάθε ώρα της ζωής μου... Φταίω εγώ, Θεέ μου, αν δεν μπόρεσα να σας προσφέρω το  στέμμα το οποίο φέρετε; Είναι δυνατόν κάποιος άλλος να σας αγαπάει τόσο απόλυτα, τόσο  αληθινά όσο εγώ; Αχ, Σοφία, με κάνετε να υποφέρω σκληρά».  Οι διαχύσεις τούτων των επιστολών γίνονται γνωστές (κανείς δεν ξέρει πώς) στους ξένους  διπλωμάτες. Ο Φρειδερίκος Β' ειδοποιεί μυστικά την Αικατερίνη ότι, αν τυχόν αντιμετώπιζε  ποτέ το ενδεχόμενο να προσαρτήσει την Πολωνία μέσω ενός γάμου της με τον μελλοντικό  βασιλιά  Στανισλάς  Πονιατόφσκι,  κάτι  τέτοιο  θα  ξεσήκωνε  εναντίον  της  ολόκληρη  την  Ευρώπη. Ωστόσο, η Αικατερίνη δεν διανοείται ούτε κατά το ελάχιστο να παντρευτεί εκείνο  τον  τρελό  Πολωνό,  που  είχε  την  τύχη  να  της  αρέσει  κάποτε  και  για  τον  οποίο  διατηρεί  ακόμη κάποια τρυφερότητα. Ειδοποιεί γρήγορα τον Κάιζερλινγκ στη Βαρσοβία: διαταγή να  παντρέψει το συντομότερο τον ορμητικό Πονιατόφσκι με μια Πολωνέζα και να καταστήσει  γνωστό  στο  διπλωματικό  σώμα  ότι  αυτή  η  ένωση  ήταν  επιθυμία  της  αυτοκράτειρας  της  Ρωσίας.  Ο  Στανισλάς  όμως  αρνείται  κατηγορηματικά.  Δεν  επιτρέπει  να  διαθέτουν  όπως  θέλουν το άτομό του. Από πίστη προς την Αικατερίνη, θα μείνει ανύπαντρος...  Εξουθενωμένη  ήδη  από  τις  αξιώσεις  του  τέως  εραστή  της,  η  Αικατερίνη  πρέπει  να  αντιμετωπίσει  και  τα  καπρίτσια  του  εν  ενεργεία  εραστή  της,  του  Γρηγόρη  Ορλώφ.  Αυτός  εκδηλώνει  μια  απαίτηση,  κολακευτική  βέβαια,  αλλά  και  φορτική:  καταλογίζει  στην  αυτοκράτειρα ότι εργάζεται υπερβολικά. Ότι προτιμάει το χαρτοβασίλειο απ' αυτόν. Για να  την  αποσπάσει  από  τις  κυβερνητικές  έγνοιες,  της  φέρνει  τον  νεαρό  Ποτέμκιν,  που  έχει  διακριθεί μεταξύ των συντρόφων του για τα ταλέντα του ως μίμου. Αυτόν τον ίδιο Ποτέμκιν  που  έδωσε  τον  αορτήρα  του  όπλου  του  στην  Αικατερίνη,  την  ημέρα  της  θριαμβευτικής  πορείας  στο  Πέτερχοφ.  Εκείνη  άλλωστε  τον  έχει  ανταμείψει  δίνοντάς  του,  μετά  το  πραξικόπημα,  τη  δεύτερη  θέση  στην  επετηρίδα  των  προαγωγών  για  το  βαθμό  του  υπολοχαγού.  Τον  αναγνωρίζει  αμέσως  —πώς  ήταν  δυνατόν  να  ξεχάσει  ένα  τέτοιο  πρόσωπο;—  και  τον  παρακαλεί  να  της  κάνει  ένα  από  τα  νούμερά  του.  Εκείνος  αρχίζει  τολμώντας να μιμηθεί την ίδια. Η Αικατερίνη θα μπορούσε να θυμώσει, αλλά γελάει μέχρι  δακρύων.  Ο  νεαρός  γίνεται  αμέσως  δεκτός  στον  κύκλο  των  οικείων  της.  Για  να  δικαιολογήσει  την  παρουσία  στο  παλάτι  τούτου  του  χαριτωμένου  αγοριού,  του  τόσο  ζωντανού  και  γουστόζικου,  τον  ονομάζει  ευγενή  του  βασιλικού  θαλάμου.  Ο  Γρηγόρης  Ορλώφ αναρωτιέται τώρα μήπως, για κακή του τύχη, δημιούργησε μόνος του έναν αντίζηλο  παρουσιάζοντας στην τσαρίνα τούτο τον παλιάτσο με το ελκυστικό πρόσωπο. Με τη ζήλια  να  τον  τρώει,  ο  ευνοούμενος  παραπονιέται  στην  αυτοκρατορική  του  ερωμένη  κι  αυτή,  διασκεδάζοντας, του επιτρέπει να στείλει τον Ποτέμκιν στη Στοκχόλμη ως ταχυδρόμο.  Ωστόσο,  ο  Γρηγόρης  Ορλώφ,  ο  οποίος  έχει  γίνει  το  ισχυρότερο  πρόσωπο  της  αυτοκρατορίας,  δεν  μπορεί  πλέον  να  αρκεστεί  μονάχα  στο  ρόλο  του  εραστή.  Μόλο  που  μένει στο παλάτι και εισπράττει ετήσιες απολαβές της τάξεως των 120.000 ρουβλίων, δεν  θεωρεί  ότι  ανταμείβεται  ανάλογα  με  την  αξία  του.  Όχι  μόνο  επιδεικνύει  με  υπερβολική  αυτοπεποίθηση το δεσμό του με την αυτοκράτειρα, αλλά και κάνει λόγο για γάμο μαζί της.  Τα αδέλφια  του τον ενθαρρύνουν. Όπως και ο υποκαγκελάριος  Μπεστούζεφ, τον οποίο η  Αικατερίνη ανακάλεσε από την εξορία. Κατά βάθος, ούτε και η ιδέα είναι αντίθετη προς την  ίδια ενός μυστικού γάμου. Φοβάται όμως την κοινή γνώμη. Οι ευγενείς και οι αξιωματικοί  αγανακτούν  με  τις  φήμες  οι  οποίες  κυκλοφορούν  για  τις  δήθεν  δικές  της  προτάσεις  όσον  αφορά  τούτο  το  θέμα.  Η  υπόθεση  αναφέρεται  στο  συμβούλιο  της  αυτοκρατορίας.  Ενώ  οι  περισσότεροι σύμβουλοι σιωπούν ενοχλημένοι, ο Πανίν δηλώνει: «Η αυτοκράτειρα μπορεί 

Digitized by 10uk1s 


να κάνει  ό,τι  θέλει,  αλλά  η  κυρία  Ορλώφ  δεν  θα  γίνει  ποτέ  δεκτή  ως  αυτοκράτειρα  της  Ρωσίας».  Μ'  αυτά  τα  λόγια,  ορθώνει  το  ανάστημά  του  σε  μια  κίνηση  πρόκλησης,  και  η  πουδραρισμένη  του  περούκα  αφήνει  αγγίζοντας  στην  ταπετσαρία,  πίσω  από  την  καρέκλα  του,  ένα  λευκό  αποτύπωμα.  Σιωπηλά,  οι  σύντροφοί  του  σηκώνονται,  πλησιάζουν  ο  ένας  μετά τον άλλο στο σημάδι και τρίβουν εκεί πάνω το κεφάλι τους σε ένδειξη επιδοκιμασίας.  Ωστόσο  ο  Μπεστούζεφ  δεν  αποδέχεται  τούτο  το  γεγονός  ως  ήττα.  Ακούγοντας  τις  συμβουλές  του,  ο  τέως  ευνοούμενος  Αλέξης  Ραζουμόφσκι70  είχε  συνάψει  άλλοτε  έναν  παρόμοιο  γάμο  με  την  αυτοκράτειρα  Ελισάβετ.  Αν  όντως  είχε  συμβεί  κάτι  τέτοιο,  η  Αικατερίνη θα μπορούσε να το επικαλεστεί ως προηγούμενο και να δικαιολογήσει έτσι τη  συμπεριφορά  της.  Ο  Αλέξης  Ραζουμόφσκι  διαθέτει  προφανώς  μαρτυρίες  οι  οποίες  καθορίζουν  την  ακριβή  φύση  των  σχέσεών  του  με  την  εκλιπούσα  τσαρίνα.  Η  Αικατερίνη  στέλνει  τον  καγκελάριο  Μιχαήλ  Βοροντζώφ  για  να  του  αποσπάσει  μερικές  απ'  αυτές  τις  αποδείξεις. Εκείνος βρίσκει το γέροντα να διαβάζει τη Βίβλο και τον καλεί, εξ ονόματος της  αυτοκράτειρας,  να  του  παραδώσει  τα  αποδεικτικά  του  παράνομου  γάμου  του.  Αν  υπακούσει, θα έχει δικαίωμα, ως χήρος βασιλικός σύζυγος, να προαχθεί σε αυτοκρατορική  Υψηλότητα και να εισπράττει την —κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη— σύνταξη την οποία  συνεπάγεται  τούτος  ο  τίτλος.  Ο  Αλέξης  Ραζουμόφσκι  κλείνει  τη  Βίβλο,  βγάζει  από  ένα  σεντούκι  μια  εβένινη  κασετίνα  με  ένθετο  σεντέφι  και  ασήμι,  παίρνει  από  μέσα  μια  περγαμηνή τυλιγμένη σε κύλινδρο και δεμένη με μια ροζ κορδέλα, την ακουμπάει στα χείλη  του  και  την  πετάει  αμέσως  στη  φωτιά,  μέσα  στο  τζάκι.  Μόλις  το  ντοκουμέντο  γίνεται  στάχτη,  μουρμουρίζει:  «Όχι,  δεν  υπάρχει  καμιά  απόδειξη.  Πείτε  το  στη  χαριτωμένη  μας  άνασσα».  Το  «προηγούμενο»  δεν  υπάρχει  πια.  Δίχως  να  εγκαταλείψει  εντελώς  το  σχέδιό  της,  η  Αικατερίνη το αναβάλλει για αργότερα. Για να αποζημιώσει τον εραστή της, τον κάνει κόμη,  του δίνει την πρώτη θέση πλάι στο θρόνο της και του χαρίζει το πορτραίτο της μέσα σ' ένα  μενταγιόν  σε  σχήμα  καρδιάς,  στολισμένο  με  διαμάντια,  μαζί  με  την  άδεια  να  το  φοράει  στην μπουτονιέρα του.  Φορτωμένος  περιποιήσεις,  ο  Γρηγόρης  Ορλώφ  επιδεικνύει  όλο  και  περισσότερο  την  υπεροψία  του  νεόπλουτου.  Η  πριγκίπισσα  Ντάσκωφ  τον  πιάνει  μέσα  στο  δωμάτιο  της  αυτοκράτειρας  να  αποσφραγίζει,  ξαπλωμένος  σ'  ένα  ντιβάνι,  τις  επίσημες  επιστολές  που  απευθύνονται στη Μεγαλειότητά Της. Όταν έρχεται η Αικατερίνη και διατάζει να σερβίρουν  το γεύμα, εκείνος δεν σαλεύει από τη θέση του και οι υπηρέτες αναγκάζονται να σπρώξουν  το τραπέζι μπροστά του. Η πριγκίπισσα, που πληροφορείται έτσι το δεσμό του ειδώλου της  μ'  έναν  αξιωματικό  άξεστο  και  φανφαρόνο,  απογοητεύεται  και  πληγώνεται  σαν  να  την  πρόδωσαν  πνευματικά.  Αφελής,  σεμνότυφη  και  μονοκόμματη,  δεν  καταλαβαίνει  πώς  ένα  πλάσμα  ευφυές  και  χαριτωμένο  σαν  την  Αικατερίνη  μπόρεσε  να  ενδώσει  στα  χυδαία  θέλγητρα της σάρκας. Ωστόσο, περισσότερο ακόμα και από τους απρεπείς τρόπους τούτου  του  άνδρα,  η  πριγκίπισσα  Ντάσκωφ  ενοχλείται  από  την  ιδιαίτερη  μεταχείριση  την  οποία  αυτός απολαμβάνει εκ μέρους της τσαρίνας. Θεωρεί ότι εκείνη και όχι ο Γρηγόρης Ορλώφ  υπήρξε  η  ψυχή  της  «επανάστασης».  Επομένως,  εκείνη  πρέπει  να  απολαμβάνει  όλες  τις  τιμές.  Επιπλέον,  η  αυτοκράτειρα  καθυστερεί  να  κάνει  γνωστές  στον  κόσμο  τις  αρετές  της  κυριότερης  συνεργάτιδάς  της.  Λέγεται  ότι  ο  Μεγάλος  Φρειδερίκος  την  είχε  επονομάσει  «αλογόμυγα  του  αμαξά».  Πάει  πολύ!  Για  να  επιβεβαιώσει  τη  σπουδαιότητά  της,  η  πριγκίπισσα  Ντάσκωφ  —που  δεν  είναι  ακόμη  είκοσι  χρόνων—  σπαταλιέται  σε  μυστικές  επισκέψεις, μεταφέρει φήμες που κυκλοφορούν στα σαλόνια, ψιθυρίζει στους πρεσβευτές  πληροφορίες  και  συμβουλές,  αφήνει  να  εννοηθεί  ότι  ο  Πανίν  της  είναι  ολόψυχα  αφοσιωμένος.  Ο  Κηθ,  ο  Μπρετέιγ,  ο  Μερσύ  ντ'  Αρζαντώ  εντείνουν  την  προσοχή  τους  σ'  αυτά  τα  κουτσομπολιά  και  φτάνουν  στο  σημείο  να  μιλούν  για  «κυβέρνηση  Ντάσκωφ».  Άραγε  πρόκειται  για  την  αρχή  ενός  «Πολέμου  της  Σφενδόνης»;  «Αυτή  (η  πριγκίπισσα  Ντάσκωφ) βρίσκεται κιόλας αναμεμειγμένη σε μισή δωδεκάδα συνωμοσίες», γράφει ο Σερ 

Digitized by 10uk1s 


Ζ. Μακάρτνεϋ.  «Πρόκειται  για  μια  γυναίκα  εξαιρετικά  ευφυή,  με  σχεδόν  ανδρικό  θάρρος  και  τόλμη,  ικανή  να  καταγίνεται  με  πράγματα  ανέφικτα  προκειμένου  να  ικανοποιήσει  το  πάθος μιας στιγμής: χαρακτήρας υπερβολικά επικίνδυνος για μια χώρα σαν κι αυτήν».  Ενοχλημένη  από  τη  δραστηριότητα  της  νεαρής  της  φίλης,  η  Αικατερίνη  αρνείται  τις  περισσότερες  φορές  να  τη  δεχτεί  στο  γραφείο  της  και  παρακαλεί  τους  δικούς  της  ανθρώπους  να  κρατούν  το  στόμα  τους  κλειστό  μπροστά  στην  άμυαλη.  Ωστόσο,  δεν  αισθάνεται  ακόμα  αρκετά  δυνατή  για  να  την  τιμωρήσει.  Δεν  μπορεί  να  προσφέρει  στον  εαυτό της την πολυτέλεια να αυξήσει, για ένα καπρίτσιο, τον αριθμό των εχθρών της. Με  βαριά  καρδιά,  θα  παραχωρήσει  στην  πριγκίπισσα  τον  τίτλο  της  κυρίας  των  τιμών  και  θα  ονομάσει τον άνδρα της αρχιθαλαμηπόλο. Άραγε θα της  είναι αρκετό; Έτσι, η  Αικατερίνη,  δέσμια  ενός  δικτύου  μηχανορραφιών,  με  τους  ξένους  διπλωμάτες  και  τους  Ρώσους  υπουργούς να την παραμονεύουν, αγνοώντας αν πίσω από τον χθεσινό σύμμαχο κρύβεται  ο αυριανός εχθρός, κυριευμένη από το φόβο ότι η δολοφονία του Πέτρου Γ' θα αποτελέσει  πρόσχημα για μια αντεπανάσταση, βέβαιη για τον εαυτό της και σχεδόν αβέβαιη για το λαό  της, προχωρεί μέσα στην καταχνιά προς τους εορτασμούς της στέψης που, όπως πιστεύει,  θα την καταστήσουν άτρωτη εσαεί. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV  ΤΟ ΘΥΜΙΑΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ  Για  να  κατασκευαστεί  το  καινούργιο  στέμμα  που  η  Αικατερίνη  υπολογίζει  να  φορέσει  την  Κυριακή  22  Σεπτεμβρίου  1762  στη  Μόσχα,  οι  χρυσοχόοι  παραλαμβάνουν  μια  λίβρα  χρυσάφι και  είκοσι λίβρες ασήμι. Τέσσερις χιλιάδες δέρματα ερμίνας προορίζονται για να  στολίσουν τον αυτοκρατορικό μανδύα. Το ένδυμα που θα φοράει κατά την ιεροτελεστία θα  είναι  κατάφορτο  πολύτιμα  πετράδια.  Εκατόν  είκοσι  βαρελάκια  θα  περιέχουν  εξακόσιες  χιλιάδες ρούβλια σε ασημένια νομίσματα που θα μοιραστούν στο λαό. Οι γιορτές και μόνο  θα στοιχίσουν πενήντα χιλιάδες ρούβλια. Ποιος λοιπόν, μετά απ' όλα αυτά, θα τολμήσει ν'  αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αυτοκράτειρας;  Στις 27 Αυγούστου, η Αικατερίνη στέλνει στη Μόσχα τον οκτάχρονο γιο της Παύλο, υπό την  επίβλεψη  του  Πανίν  και  του  γιατρού  της  Αυλής  Κρουζ.  Η  ίδια,  λόγω  του  φόρτου  των  ασχολιών  της,  θα  ξεκινήσει  τέσσερις  μέρες  αργότερα,  με  τ'  άλογά  της  να  τρέχουν  με  τη  μεγαλύτερη  δυνατή  ταχύτητα.  Έτσι,  στα  μισά  του  δρόμου,  φτάνει  σ'  έναν  άθλιο  σταθμό  αλλαγής αλόγων, όπου το παιδί της βρίσκεται ξαπλωμένο στο κρεβάτι με ρίγη πυρετού. Την  επομένη,  ο  πυρετός  σημειώνει  ελαφρά  κάμψη.  Η  Αικατερίνη  θα  ήθελε  να  μείνει  μέχρις  ότου  ο  Παύλος  γίνει  εντελώς  καλά.  Πρέπει  όμως  να  ξεκινήσει  αμέσως  για  να  μη  δημιουργηθεί αναστάτωση στο πρόγραμμα των εορτών. Ο λαός δεν θα της συγχωρούσε ν'  αναβάλει την είσοδό της στην ιερή πόλη.  Στις  13  Σεπτεμβρίου  1762  μπαίνει  στην  παλιά  πολιτεία  με  τους  πολύχρωμους  θόλους.  Ο  γιος  της,  που  η  υγεία  του  έχει  αποκατασταθεί,  ήρθε  να  τη  συναντήσει.  Στέκεται  πλάι  της,  κάπως  ωχρός,  σαστισμένος,  τρομαγμένος.  Ένας  γλυκός  φθινοπωριάτικος  ήλιος  διαπερνά  την  ξανθή  σκόνη.  Η  άμαξα  προχωρεί  αργά.  Οι  καμπάνες  σημαίνουν.  Χαλιά  και  γιρλάντες  διακοσμούν  τις  προσόψεις  των  ξύλινων  σπιτιών.  Οι  μακρείς  φράχτες  είναι  στεφανωμένοι  με λουλούδια. Στους δρόμους συνωθείται ένα πλήθος που φοράει τα καλά του. Συντροφιές  περιέργων  σκύβουν  στα  παράθυρα,  χειρονομούν  στις  ταράτσες.  Ο  κόσμος  ζητωκραυγάζει  την αυτοκράτειρα και την Αυτού αυτοκρατορική Υψηλότητα, τον μεγάλο δούκα Παύλο. Επί  οχτώ  μέρες,  οι  γιορτές  συνεχίζονται,  και  οι  ξένοι  διπλωμάτες  ανακοινώνουν  στις  κυβερνήσεις τους ότι ποτέ δεν είδαν τόσα κοσμήματα, δαντέλες, γούνες και χρυσοποίκιλτα  υφάσματα όσα στα γεμάτα σαλόνια όπου συνωστίζονται οι Ρώσοι ευγενείς.  Τέλος,  την  Κυριακή  22  Σεπτεμβρίου,  στον  παλιό  καθεδρικό  ναό  της  Κοιμήσεως  της  Θεοτόκου  στην  καρδιά  του  Κρεμλίνου,  μπροστά  σε  πενήντα  πέντε  ανώτατους  εκκλησιαστικούς  αξιωματούχους  διατεταγμένους  σε  ημικύκλιο,  «η  Γαληνοτάτη  και  κραταιοτάτη  Πριγκίπισσα  και  κυρία  Αικατερίνη  Β',  Άνασσα  και  Αυτοκράτειρα  Πασών  των  Ρωσιών»,  ηλικίας  τριάντα  τριών  χρόνων,  δέχεται  στους  ώμους  της  το  μανδύα  από  ερμίνα  και  περιβάλλεται  την  αυτοκρατορική  πορφύρα.  Παίρνοντας  κατόπιν  πάνω  από  ένα  χρυσό  μαξιλάρι  το  βαρύ  στέμμα,  το  τοποθετεί  η  ίδια  στο  κεφάλι  της,  κρατάει  στο  δεξί  χέρι  το  σκήπτρο και στο αριστερό τη σφαίρα, και εμφανίζεται στα μάτια όλων ως η ενσάρκωση της  Ρωσίας.  Οι  παριστάμενοι  γονατίζουν,  ενώ  αντηχεί  το  χαρμόσυνο  χορωδιακό  άσμα.  Καθισμένη  στο  θρόνο  της,  ασάλευτη,  ιερατική,  η  Αικατερίνη  δεν  κάμπτει  το  κεφάλι  κάτω  από  το  ογκώδες  στέμμα,  ούτε  τα  χέρια  κάτω  από  το  βάρος  των  ιερών  εμβλημάτων  της  αυτοκρατορίας.  Ο  αρχιεπίσκοπος  του  Νόβγοροντ  της  δίνει  το  άγιο  χρίσμα.  Όντας  πλέον  επικεφαλής  της  ορθόδοξης  Εκκλησίας,  παρίσταται  μέσα  στο  ιερό,  μπροστά  στην  Αγία  Τράπεζα,  στη  θυσία  των  Αχράντων  Μυστηρίων.  Άραγε  να  θυμάται,  εκείνη  τη  στιγμή,  τις  συστάσεις του πατέρα της που την εξόρκιζε να μην απαρνηθεί ποτέ τη λουθηρανική πίστη;  Μετά την ολοκλήρωση της ιεροτελεστίας, η Αικατερίνη επιστρέφει στο παλάτι μέσα σε μια  χρυσή  άμαξα,  ενώ  πίσω  της  πέφτουν  βροχή  προς  τα  απλωμένα  χέρια  τα  ασημένια 

Digitized by 10uk1s 


νομίσματα. Μακριά τραπέζια στημένα στο ύπαιθρο για το λαό λυγίζουν κάτω από το βάρος  των  ψητών  κρεάτων,  των  γλυκισμάτων,  των  βαρελιών  με  το  κρασί.  Αφού  περάσει  η  συνοδεία, το πλήθος ορμάει στα φαγητά ευλογώντας το όνομα της μητερούλας. Κι εκείνη,  από  το  ύψος  του  θρόνου  της,  προΐσταται  ενός  επίσημου  γεύματος  στην  Γκρανοβίταγια  Παλάτα,  το  σαλόνι  με  τις  φασέτες.  Το  βλέμμα  της  αγκαλιάζει  τους  συγκεντρωμένους  αξιωματούχους.  Όλα  τα  μεγάλα  ονόματα  της  Ρωσίας  είναι  εκεί.  Ποτέ  δεν  την  περιέβαλλε  τόσος κόσμος — και ποτέ δεν αισθάνθηκε περισσότερο μόνη.  Τις  επόμενες  μέρες,  παρελαύνουν  από  μπροστά  της  οι  απεσταλμένοι  όλων  των  λαών  της  αυτοκρατορίας∙  όπως  και  οι  απεσταλμένοι  όλων  των  κοινωνικών  τάξεων  και  οι  απεσταλμένοι  όλων  των  σωματείων.  Ώρες  ατέλειωτες.  Είναι  εξουθενωμένη.  Επιπλέον,  πρέπει  να  παραστεί  στο  χορό,  στα  πυροτεχνήματα,  στο  επίσημο  δείπνο,  να  αλλάξει  δέκα  φορές ρούχα και κόμμωση, να συνεργαστεί, μεταξύ δύο δεξιώσεων, με τους υπουργούς.  Στην  πραγματικότητα,  αισθάνεται  λιγότερο  «σαν  στο  σπίτι  της»  στη  Μόσχα,  πόλη  του  παρελθόντος,  απ'  ό,τι  στην  Αγία  Πετρούπολη,  πόλη  του  μέλλοντος.  «Δεν  μου  αρέσει  καθόλου η Μόσχα», γράφει γαλλικά στις Σημειώσεις της. «Είναι η έδρα της ακαματοσύνης.  Το έθεσα ως κανόνα, όταν βρίσκομαι εκεί, να μη ζητώ να μου φωνάξουν κανέναν, επειδή  δεν  θα  πάρω  απάντηση,  πριν  από  την  επομένη  αν  θα  έρθει  ή  όχι...  Άλλωστε,  πουθενά  αλλού ο λαός δεν έχει περισσότερα αντικείμενα φανατισμού! Τι θαυματουργές εικόνες σε  κάθε βήμα, τι παπαδαριό, τι μοναστήρια, θρησκόληπτοι, επαίτες, κλέφτες, πόσοι άχρηστοι  υπηρέτες  στα  σπίτια  —  τι  σπίτια,  τι  βρομιά,  χώροι  αχανείς  και,  αντί  για  αυλές,  λασπότοποι!... Νά λοιπόν ένα σύμφυρμα λαϊκών ανθρώπων κάθε λογής, έτοιμων πάντοτε  —εδώ  και  χρόνια—  ν'  αντιταχθούν  στην  πειθαρχία  και  να  επαναστατήσουν  για  ψύλλου  πήδημα, ένα πλήθος που λατρεύει ακόμα και τις αφηγήσεις των επαναστάσεων που τις έχει  για ψωμοτύρι. Στην Αγία Πετρούπολη, ο κόσμος είναι πιο ευπειθής, πιο ευγενικός, λιγότερο  επιρρεπής στις δεισιδαιμονίες, πιο προσηνής με τους ξένους».  Πραγματικά, η διαμονή στη Μόσχα την κουράζει. Μια βδομάδα μετά τη στέψη, έτοιμη να  καταρρεύσει  από  κόπωση,  κυριεύεται  ταυτόχρονα  και  από  μια  τρομερή  ανησυχία.  Η  μυστηριώδης αρρώστια που κατατρώει το γιο της επιδεινώνεται. Αδυναμία και πυρετός. Ο  Κρουζ δεν ξέρει ποιο φάρμακο να συστήσει. Ο μικρός Παύλος φθίνει φανερά. Πανικόβλητη,  η Αικατερίνη δεν φεύγει από δίπλα του. Τρέμει για τη ζωή του παιδιού της και συγχρόνως  για  το  δικό  της  μέλλον.  Η  είδηση  της  αρρώστιας  γρήγορα  διαδίδεται  στην  Αυλή.  Αν  ο  μεγάλος δούκας υποκύψει, τις ευθύνες τούτου του θανάτου θα επωμιστεί η αυτοκράτειρα.  Μετά  το  σύζυγο,  η  σειρά  του  γιου!  Μήπως  δεν  είναι  λογικό;  Κανονικά,  αυτοκράτορας  θα  έπρεπε  να  είχε  στεφθεί  ο  μικρός  Παύλος  και  όχι  η  μητέρα  του.  Για  ν'  αποφύγει  κάθε  μεταγενέστερη  περιπλοκή,  τον  έβγαλε  από  τη  μέση.  Ένα  δηλητήριο  αργό  που  δεν  αφήνει  ίχνη. Αυτό θα πουν. Αυτό λένε ήδη! Αύριο, ο ίδιος λαός που γονάτιζε στο πέρασμά της και  τη δόξαζε με αλαλαγμούς χαράς, θα την κατηγορήσει ότι έγινε, για δεύτερη φορά, φόνισσα.  Οι  ιερείς  προσεύχονται  γύρω  από  το  κρεβάτι  του  παιδιού.  Τους  υπόσχεται  να  κτίσει  ένα  νοσοκομείο αν ο Θεός κάνει καλά το γιο της. Άραγε η μάνα ή η άνασσα εκφράζει τούτο τον  ευσεβή  πόθο;  Την  όγδοη  ημέρα  της  αρρώστιας  παρατηρείται  κάποια  βελτίωση.  Το  παιδί  σώθηκε.  Η  Αικατερίνη  διατάσσει  να  εκπονηθούν  αμέσως  τα  σχέδια  ενός  νοσοκομείου  μεγάλου και φωτεινού που θα ονομαστεί Παύλος.  Παρά  την  ίαση,  η  ατμόσφαιρα  γύρω  από  την  Αικατερίνη  εξακολουθεί  να  είναι  ηλεκτρισμένη. Αν οι μεν της καταλογίζουν ότι δεν αρκέστηκε στο ρόλο της αντιβασίλισσας  και  να  χρίσει  αυτοκράτορα  το  γιο  της,  άλλοι,  πιο  τολμηροί,  μιλούν  για  αποφυλάκιση  του  δύστυχου τσάρου Ιβάν ΣΤ', ο οποίος ζει, όπως λένε, σαν οσιομάρτυρας. Πραγματικά, τούτος  ο  φυλακισμένος,  που  η  θλιβερή  του  θύμηση  βασάνιζε  τις  νύχτες  της  Ελισάβετ  και  του  Πέτρου,  βασανίζει  τώρα  τις  νύχτες  της  Αικατερίνης.  Ύστερα  από  το  πραξικόπημα,  η 

Digitized by 10uk1s 


αυτοκράτειρα, αντιμετωπίζοντας  την  περίπτωση  φυλάκισης  του  Πέτρου  στο  φρούριο  του  Σλύσελμπουργκ,  είχε  δώσει  διαταγή  να  μεταφερθεί  ο  Ιβάν  στο  οχυρό  του  Κέξχολμ.  Και  αυτό, επειδή προφανώς της είχε φανεί ανάρμοστο και —σε τελευταία ανάλυση— ανήθικο  να  στεγάζονται  δύο  έκπτωτοι  αυτοκράτορες  μέσα  στην  ίδια  φυλακή.  Αφότου  ο  Πέτρος  βγήκε  από  τη  μέση,  τίποτα  πια  δεν  εμποδίζει  την  επιστροφή  του  Ιβάν  στο  παλιό  του  δεσμωτήριο.  Παρ'  όλα  αυτά,  τον  αφήνουν  δύο  μήνες  ακόμα  στο  Κέξχολμ  όπου  η  Αικατερίνη,  γεμάτη  ανησυχία  και  περιέργεια,  πηγαίνει  να  τον  επισκεφθεί.  Απέναντί  της,  στέκεται  ένας  νεαρός  άνδρας  είκοσι  δύο  χρόνων,  με  εκφυλισμένη  όψη,  πελιδνή  επιδερμίδα,  βλοσυρό  μάτι.  Ο  Ιβάν,  ο  οποίος  ανακηρύχθηκε  αυτοκράτορας  σε  ηλικία  δύο  μηνών  και  εκθρονίστηκε  από  την  Ελισάβετ  λιγότερο  από  δύο  χρόνια  μετά,  είναι  άμεσος  απόγονος  του  Ιβάν  Ε'  του  Ηλίθιου,  μεγαλύτερου  αδελφού  του  Πέτρου  του  Μεγάλου.  Τα  δικαιώματά  του  στο  θρόνο  είναι  αδιαμφισβήτητα.  Ωστόσο,  από  τα  έξι  του  χρόνια,  έχει  γνωρίσει μονάχα τους γυμνούς τοίχους ενός κελιού. Πού είναι οι γονείς του; Πού ακριβώς  βρίσκονται; Ο Ιβάν δεν έχει ιδέα. Αγνοεί ότι η μητέρα του είναι νεκρή εδώ και δεκάξι χρόνια  και ο πατέρας του έγκλειστος σ' ένα άλλο φρούριο71. Για τους φύλακές του, ο Ιβάν είναι ο  φυλακισμένος χωρίς όνομα, ή ο «φυλακισμένος υπ' αρ. 1».  Ξυπόλυτος,  με  μια  ναυτική  στολή  λιγδιασμένη  και  σκισμένη,  περπατάει  γύρω  γύρω  στο  μπουντρούμι  με  τα  ασπρισμένα  τζάμια  και  τα  σιδερόφραχτα  παράθυρα,  φωνάζοντας  πού  και πού ότι προορισμός του είναι να βασιλεύσει. Η ευφυΐα του, που δεν δέχεται εξωτερικά  ερεθίσματα, έχει σιγά σιγά ατροφήσει. Μιλάει με κόπο. Μπροστά στην Αικατερίνη, που τον  εξετάζει  με  μάτι  ψυχρό,  επαναλαμβάνει  τραυλίζοντας  τις  παράλογες  αξιώσεις  του.  Εκείνη  φεύγει  ύστερα  από  μερικά  λεπτά.  «Εκτός  από  ένα  σχεδόν  ακατανόητο  ψέλλισμα  που  έβγαινε με δυσκολία, στερούνταν κάθε νόησης και ανθρώπινης αντίληψης», θα πει. Τούτη  η κατηγορηματική κρίση την απαλλάσσει από συγκινήσεις, όχι όμως και από ανησυχίες. Και  ο Πέτρος Γ' είχε άλλοτε μια συνάντηση με τον Ιβάν ΣΤ', και τον είχε επίσης βρει διανοητικά  καθυστερημένο.  Κάτι  τέτοιο  βέβαια  δεν  αποτελεί  λόγο  για  να  παραβλέψει  κανείς  την  απειλή την οποία ενσαρκώνει τούτος ο επίδοξος άνακτας, ο εγκάθειρκτος στο έρεβος. Για  τον  κόσμο,  είναι  ένας  πολυθρύλητος  πρίγκιπας,  ενάρετος  και  άτυχος.  Του  έχουν  δώσει  μάλιστα το τρυφερό παρατσούκλι «Ιβάνουσκα». Ο ρωσικός λαός αγαπούσε ανέκαθεν τους  «πτωχούς τω πνεύματι», που ο αγαθός τους χαρακτήρας, η μιζέρια και η απλοϊκότητά τους  φέρνουν  σε  άμεση  επικοινωνία  με  το  Θεό.  Θα  αρκούσε  ίσως  ένας  σπινθήρας  ώστε  ο  «Ιβάνουσκα»,  μέσα  στο  δεσμωτήριό  του,  να  αποδειχτεί  ισχυρότερος  από  την  Αικατερίνη  μέσα  στο  παλάτι  της.  Οι  ξένες  Αυλές  συνειδητοποιούν  το  γεγονός.  Δύο  μήνες  μετά  την  ενθρόνιση της Αικατερίνης, ο Λουδοβίκος ΙΕ' γράφει στο βαρόνο ντε Μπρετέιγ:  «Η τύχη του πρίγκιπα Ιβάν πρέπει να συμπεριληφθεί στις έρευνές σας. Το ότι ζει είναι ήδη  πολύ.  Δεν  ξέρω  αν  μπορείτε,  με  πολλή  επιδεξιότητα  και  περίσκεψη,  να  καλλιεργήσετε  σχέσεις  μαζί  του,  αν  —υπό  την  προϋπόθεση  βέβαια  πως  κάτι  τέτοιο  είναι  εφικτό—  οι  σχέσεις αυτές δεν θα περιέκλειαν κινδύνους, τόσο για σας όσο και για κείνον. Επικρατεί η  πεποίθηση  ότι  έχει  οπαδούς∙  προσπαθήστε,  χωρίς  να  δημιουργήσετε  υποψίες,  να  ερευνήσετε το θέμα».  Προνοητική,  η  αυτοκράτειρα  διατάζει  να  ενισχυθεί  η  επαγρύπνηση  γύρω  από  το  «φυλακισμένο υπ' αρ. 1» και, αν αρρωστήσει, να μην του στείλουν γιατρό (παρά μόνο έναν  εξομολογητή). Εξάλλου, αν κάποιος προσπαθήσει να πλησιάσει τον «υπ' αρ. 1» χωρίς ρητή  εντολή  της  τσαρίνας,  οι  φύλακες  θα  πρέπει  «να  σκοτώσουν  το  φυλακισμένο  και  να  μην  επιτρέψουν  σε  κανένα  να  τον  απαγάγει  ζωντανό».  Τούτη  η  οδηγία  είχε  δοθεί  από  την  αυτοκράτειρα Ελισάβετ και είχε ανανεωθεί από τον Πέτρο Γ'.  Πολύ σύντομα, η Αικατερίνη διαπιστώνει πως οι επιφυλάξεις της ως προς τον «Ιβάνουσκα»  ήταν  δικαιολογημένες.  Τον  Οκτώβριο  του  1762,  την  επαύριο  των  εορτασμών  στη  Μόσχα, 

Digitized by 10uk1s 


ενώ εξακολουθεί  να  υπερηφανεύεται  για  την  ομόψυχη  αφοσίωση  του  στρατού  προς  το  πρόσωπό  της,  πληροφορείται  ότι  εβδομήντα  αξιωματικοί  των  συνταγμάτων  της  φρουράς  έχουν  εξυφάνει  συνωμοσία  για  την  αποκατάσταση  των  δικαιωμάτων  του  Ιβάν  ΣΤ'  στο  θρόνο. Υποκινητές είναι κάποιος Πέτρος Χρουτσέφ και οι τρεις αδερφοί Γκουριέφ: ο Σίμων,  ο Ιβάν και ο Πέτρος. Η ανάκριση αποκαλύπτει ότι διακήρυξαν μπροστά στους συντρόφους  τους τη νομιμότητα του Ιβάν ΣΤ' υποστηρίζοντας ότι, τέλος πάντων, αντ' αυτού, έπρεπε να  στεφθεί  αυτοκράτορας  ο  Παύλος  και  όχι  η  μητέρα  του.  Η  Αικατερίνη  διατάσσει  να  συνταχθεί  ο  σχετικός  φάκελος  με  τη  μεγαλύτερη  δυνατή  μυστικότητα,  απαγορεύει  να  βασανιστούν  οι  συνωμότες,  για  να  τους  αποσπάσουν  περισσότερες  πληροφορίες,  και  περιορίζει  την  ποινή  τους  στην  εξορία  των  ενόχων  σε  μακρινές  φρουρές.  Ο  Πανίν  της  υποδεικνύει  ότι  μια  τέτοια  επιείκεια,  αντί  να  έχει  αποτέλεσμα  την  ευγνωμοσύνη  των  πιθανών  συνεργών,  μπορεί  να  τους  ενθαρρύνει  σε  περαιτέρω  δράση  και  ότι  το  μεγαλείο  της  ψυχής  της  θέτει  σε  κίνδυνο  την  ίδια  της  τη  ζωή.  Εκείνη  απαντάει  γελώντας  ότι  εμπιστεύεται το άστρο της. Ύστερα, αφού απαιτήσει την απομάκρυνση της προσωπικής της  φρουράς, διασχίζει μόνη της, με κάθε προκλητικότητα και μέσα σε ανοιχτή άμαξα, τους πιο  πολυσύχναστους  δρόμους  της  Μόσχας.  Οι  ζητωκραυγές  του  κόσμου  την  ενισχύουν.  Το  πλήθος όμως είναι τόσο ευμετάβλητο! Αυτοί που σε λατρεύουν σήμερα θα σε καταριούνται  αύριο, δίχως να μπορείς να καταλάβεις για ποιο λόγο άλλαξαν παράταξη.  Εξάλλου,  πριν  καλά  καλά  προλάβει  να  ξεμπερδέψει  μ'  αυτή  την  παράλογη  ιστορία,  η  αστυνομία  ανακαλύπτει  και  άλλη  συνωμοσία.  Τούτη  τη  φορά,  δεν  γεννάται  θέμα  για  τον  Ιβάν ΣΤ' αλλά για τον Γρηγόρη Ορλώφ. Οι φήμες ενός ενδεχόμενου γάμου της τσαρίνας με  τον ευνοούμενό της —φήμες που έχουν διαδοθεί στο στρατό— εξωθούν έναν αξιωματικό  νέο  και  ευγενή,  ονόματι  Χίτροβο,  και  μερικούς  φίλους  του  σε  απόπειρα  δολοφονίας  των  αδελφών  Ορλώφ  προκειμένου  να  βάλουν  τέλος  στις  φιλόδοξες  βλέψεις  τους.  Ταραχές  ξεσπούν  στη  Μόσχα.  Το  πορτραίτο  της  αυτοκράτειρας,  αναρτημένο  σε  μια  αψίδα  θριάμβου, κατεβαίνει βίαια μέρα μεσημέρι. Μεταξύ των συνωμοτών βρίσκονται και μερικοί  από κείνους που συνέβαλαν στο πραξικόπημα της Αικατερίνης. Οι χθεσινοί της φίλοι, οι πιο  σίγουροι σύμμαχοί της! Κατά την ανάκριση, ο Χίτροβο υποστηρίζει ότι το σχέδιο γάμου το  οποίο  πληροφορήθηκε  του  φάνηκε  προσβλητικό  για  την  αυτοκρατορία  και  αποπειράθηκε  να  εξοντώσει  τον  Γρηγόρη  και  τον  Αλέξη  Ορλώφ  μόνο  και  μόνο  για  να  προστατεύσει  την  Αυτής  Μεγαλειότητα  από  τον  ίδιο  της  τον  εαυτό.  Για  μια  ακόμη  φορά,  η  Αικατερίνη  διατάσσει  να  κλείσουν  την  υπόθεση.  Ο  Χίτροβο  εξορίζεται  απλώς  στα  κτήματά  του  στην  περιοχή του Ορέλ. Υπό τους ήχους των τυμπάνων, κοινοποιούν στους δρόμους της Μόσχας  ένα ουκάζιο δια του οποίου απαγορεύεται στους κατοίκους «να ασχολούνται με πράγματα  που δεν τους αφορούν».  Σχεδόν ταυτόχρονα, η Αικατερίνη έχει να αντιμετωπίσει και τη δυσαρέσκεια της Εκκλησίας.  Κατά  την  ενθρόνισή  της,  θέλησε  να  κερδίσει  την  εύνοια  του  κλήρου  σταματώντας  τη  δήμευση  της  περιουσίας  την  οποία  είχε  διατάξει  ο  Πέτρος  Γ'.  Ωστόσο,  στη  διάρκεια  του  χειμώνα του 1762‐1763, διαπιστώνει ότι οι δουλοπάροικοι που ανήκαν σε ανθρώπους της  Εκκλησίας,  αρνούνται  να  μπουν  ξανά  στην  κυριότητα  εκείνων  των  σκληρών  και  αδιάλλακτων  αφεντάδων.  Για  να  αποφύγει  τούτες  τις  σοβαρές  αναταραχές,  όπως  επίσης  και  για  να  ενισχύσει  το  Θησαυροφυλάκιο,  αποσύρει  την  υπόσχεση  που  είχε  δώσει  και  αναθέτει  οριστικά  στο  Συμβούλιο  Οικονομικών  του  Κράτους  τη  διαχείριση  των  εκκλησιαστικών κτημάτων.  Σύσσωμος  ο  κλήρος,  μόλο  που  έχει  προσβληθεί,  σκύβει  το  κεφάλι.  Στο  Ροστόβ  όμως,  ο  αρχιεπίσκοπος  Αρσένιος  Ματσίεβιτς  ορθώνει  έξαλλος  το  ανάστημά  του  για  να  υπερασπιστεί  τα  ιερά  δικαιώματα  της  Εκκλησίας.  Αφορίζει  «όσους  σηκώνουν  χέρι  στους  ναούς  και  στους  τόπους  της  λατρείας,  όσους  επιθυμούν  να  σφετεριστούν  την  περιουσία  που  παραχωρήθηκε  άλλοτε  στην  Εκκλησία  από  τα  τέκνα  του  Θεού  και  από  τους  ευσεβείς 

Digitized by 10uk1s 


μονάρχες». Αυτή η κίνηση στρέφεται άμεσα κατά της Αικατερίνης. Πληροφορούμενη ότι ο  αρχιεπίσκοπος  καλεί  το  λαό  σε  εξέγερση  κατά  της  «ξενόφερτης»  και  αναφέρεται  στον  «εξαίρετο  μάρτυρα»  Ιβάν  ΣΤ',  η  τσαρίνα  διατάσσει  τη  σύλληψή  του  και  τη  μεταφορά  του  στη Μόσχα. Πρόκειται για μια θρασεία ενέργεια, μια που ο αρχιεπίσκοπος είναι μια υψηλή  προσωπικότητα της αυτοκρατορίας. Μόλις τον φέρνουν μπροστά στην αυτοκράτειρα, πλάι  στην οποία στέκονται ο Γρηγόρης Ορλώφ, ο Γενικός Επίτροπος Γκλέμπωφ και ο αρχηγός της  αστυνομίας Σεσκόφσκι, ο Αρσένιος ξεσπάει σε βρισιές και βιβλικές κατάρες. Τέτοια ήταν η  βιαιότητα των λόγων του που, όπως είπαν, η Αικατερίνη έκλεινε τ' αυτιά της για να μην τον  ακούει.  Έντρομοι,  οι  δικαστές  δεν  τολμούν  να  καταδικάσουν  τούτο  τον  προφήτη  με  τη  μαύρη  γενειάδα  και  το  μάτι  που  εκτοξεύει  αστραπές.  Ο  Θεός,  σκέφτονται,  δεν  θα  τους  συγχωρήσει  την  ετυμηγορία  τους  εναντίον  ενός  από  τους  πιο  εύγλωττους  δούλους  του.  Ζητούν  από  τον  Μπεστούζεφ  να  παρέμβει  στην  Αυτής  Μεγαλειότητα  και  να  την  προδιαθέσει για επιείκεια. Εκείνη όμως αρνείται. Αν υποχωρούσε τη συγκεκριμένη στιγμή,  κάτι  τέτοιο  θα  σήμαινε  ότι  η  αυτοκράτειρα,  κοσμικός  αρχηγός  της  ορθόδοξης  Εκκλησίας,  υποκλίνεται σ' έναν από τους ιεράρχες της. Και ενώ ο Μπεστούζεφ επιμένει, του απαντάει:  «Διάβολε! Είστε κουρασμένος! Πηγαίνετε στο κρεβάτι σας και καλόν ύπνο!». Επηρεασμένη  από  τη  σταθερότητα  της  άνασσας,  η  Ιερά  Σύνοδος  παραπέμπει  τον  αρχιεπίσκοπο  στον  αστικό  νόμο.  Ο  Αρσένιος  Ματσίεβιτς  καταδικάζεται  σε  καθαίρεση  και  κλείνεται  σε  μοναστήρι όπου, ύστερα από ρητή εντολή, θα υποβληθεί στις σκληρότερες εργασίες, όπως  να κουβαλάει νερό και να κόβει ξύλα72.  Όσο για την αυτοκράτειρα, οι πρώτες αυτές θύελλες τη σκληραγώγησαν. Όσο περισσότερο  αμφισβητείται τόσο πιο αδιαμφισβήτηση αισθάνεται. Θα 'λεγες πως αντλεί τη νομιμότητά  της  από  τα  ίδια  τα  εμπόδια  τα  οποία  υπερνικά.  Από  μέρα  σε  μέρα,  ριζώνει  όλο  και  περισσότερο στη ρώσικη γη. Διαλέγει, από κείνη την εποχή, τον χαρακτηριστικό τρόπο της  διακυβέρνησής  της:  ένα  κράμα  χάρης  και  σκληρότητας,  γενναιοδωρίας  και  δυσπιστίας.  «Είναι  αξιοπαρατήρητες  οι  κοπιαστικές  φροντίδες  της  αυτοκράτειρας  για  να  είναι  αρεστή  σε  όλους  τους  υπηκόους  της,  οι  ελευθερίες  ενός  μεγάλου  αριθμού  απ'  αυτούς  και  η  πιεστική φορτικότητα με την οποία της συμπεριφέρονται και της μιλούν για τα θέματα και  τις ιδέες τους», γράφει ο βαρόνος ντε Μπρετέιγ στις 9 Ιανουαρίου 1763. «Εγώ προσωπικά,  γνωρίζοντας το χαρακτήρα τούτης της πριγκίπισσας και βλέποντάς τη να τα χειρίζεται όλα  αυτά με απαράμιλλη γλυκύτητα και χάρη, μπορώ να φανταστώ πόσο της κοστίζουν τούτες  οι προσπάθειες και πόσο υποχρεωμένη πρέπει να νιώθει για να υποβάλλεται σ' αυτές». Και  ένα μήνα αργότερα: «Εκείνη (η Αικατερίνη) μου είπε ότι αφότου πάτησε τη γη της Ρωσίας,  κύριο μέλημά της ήταν να βασιλεύει μόνη... Μου ομολόγησε ότι, παρ' όλα αυτά, δεν ήταν  διόλου ευτυχισμένη, ότι έπρεπε να ηγηθεί ανθρώπων που δεν τους ικανοποιούσε τίποτα,  ότι,  μόλο  που  προσπαθούσε  με  κάθε  τρόπο  να  κάνει  ευτυχισμένους  τους  υπηκόους  της,  αντιλαμβανόταν  ότι  θα  τους  χρειάζονταν  πολλά  χρόνια  για  να  τη  συνηθίσουν.  Ποτέ  άλλη  Αυλή δεν κατασπαράχτηκε από τόσες διαιρέσεις». Και ακόμη, στις 19 Μαρτίου: «Ο φόβος  της αυτοκράτειρας μήπως χάσει αυτό που είχε την τόλμη να πάρει είναι τόσο εμφανής στην  καθημερινή της συμπεριφορά, ώστε όλα τα πρόσωπα που διαθέτουν κάποια σπουδαιότητα  νιώθουν  ισχυρά  απέναντί  της.  Η  υπεροψία  και  η  περηφάνια  της  δεν  γίνονται  πλέον  αισθητές παρά μόνο στα εξωτερικά ζητήματα».  Με την πάροδο του χρόνου, η Αικατερίνη έχει λίγο παχύνει. Αν και το ανάστημά της είναι  χαμηλότερο του μετρίου, κρατάει τόσο καμαρωτό το κεφάλι που μερικοί τη βρίσκουν ψηλή.  Ένας Άγγλος παρατηρητής, ο Ρίτσαρντσον, τη σκιαγραφεί ως εξής:  «Η  αυτοκράτειρα  της  Ρωσίας  έχει  ανάστημα  υψηλότερο  του  μετρίου  (;),  καλές  αναλογίες  και  χάρη,  αλλά  και  μια  τάση  προς  την  παχυσαρκία.  Μόλο  που  η  επιδερμίδα  της  είναι  ωραία,  προσπαθεί  να  την  κάνει  ακόμα  ωραιότερη  βάζοντας  κοκκινάδι,  όπως  όλες  οι 

Digitized by 10uk1s 


γυναίκες σ' εκείνη τη χώρα. Το στόμα της είναι καλογραμμένο, με ωραία δόντια∙ τα γαλάζια  μάτια  της  έχουν  έκφραση  ερευνητική...  Τα  χαρακτηριστικά  της  είναι,  σε  γενικές  γραμμές,  κανονικά και τερπνά στη θέα. Τέτοια είναι η όλη της εμφάνιση, ώστε θα θεωρούνταν ύβρις  να  την  αποκαλέσεις  ανδροπρεπή.  Ωστόσο,  δεν  θα  ήταν  απόλυτα  σωστό  να  πει  κανείς  ότι  ήταν και εξ ολοκλήρου θηλυκή...»73.  Όσο για τον Φαβιέ, το Γάλλο γραμματέα της, την περιγράφει με τα ακόλουθα λόγια: «Δεν  μπορεί  να  πει  κανείς  ότι  πρόκειται  για  καλλονή∙  η  σιλουέτα  της  είναι  ψηλόλιγνη  αλλά  διόλου  εύκαμπτη,  το  παράστημά  της  αριστοκρατικό,  το  βάδισμά  της  προσποιητό  και  ελάχιστα χαριτωμένο, το στέρνο της στενό, το πρόσωπό της —και προπαντός το σαγόνι—  μακρύ, ένα διαρκές χαμόγελο πλανιέται στα χείλη της, το στόμα της είναι χωμένο μέσα, η  μύτη της ελαφρώς αετίσια, τα μάτια της μικρά... όμορφη μάλλον παρά άσχημη, δίχως όμως  να εμπνέει πάθη»74.  Μόλο  που  δεν  επισκιάζει  τις  γυναίκες  της  Αυλής  με  την  ομορφιά  της,  η  Αικατερίνη  τους  επιβάλλεται άνετα με το εύρος της παιδείας και τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις της. Ο νέος  πρεσβευτής  της  Αγγλίας  λόρδος  Μπάκιγχαμ  επιβεβαιώνει  ότι,  στο  πεδίο  των  ιδεών,  ένα  χάος  τη  χωρίζει  από  τους  συμπατριώτες  της.  «Σύμφωνα  με  όλες  τις  παρατηρήσεις  μου»,  γράφει  σε  μια  αναφορά  του  προς  την  Αυλή  του  Αγίου  Ιακώβου,  «η  αυτοκράτειρα,  με  τα  ταλέντα,  τη  μόρφωση  και  την  επιμέλειά  της,  είναι  κατά  πολύ  ανώτερη  όλων  σ'  αυτή  τη  χώρα».  Η  ανταμοιβή  της  Αικατερίνης,  όταν  θέλει  να  ξεφύγει  από  τα  επίσημα  έγγραφα,  είναι  η  συναναστροφή της με διακεκριμένους ξένους. Κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι, αν θέλει η δόξα  της  να  ξεπεράσει  τα  σύνορα  της  Ρωσίας,  καλό  θα  ήταν  ν'  αναζητήσει  ανθρώπους  που  θα  κάνουν  προπαγάνδα  για  λογαριασμό  της  στους  κύκλους  των  Ευρωπαίων  διανοουμένων.  Έτσι,  εννέα  ημέρες  μετά  το  πραξικόπημα,  καλεί  τον  Ντιντερό  στην  Αγία  Πετρούπολη  προκειμένου  να  συνεχίσει  την  εκτύπωση  της  Εγκυκλοπαιδείας,  της  οποίας  η  έκδοση  έχει  μόλις  απαγορευτεί  στη  Γαλλία,  ενώ  οι  επτά  πρώτοι  τόμοι  έχουν  ήδη  κυκλοφορήσει  με  επιτυχία. Παρά την επιμονή του πρεσβευτή της Ρωσίας Γκολίτσιν και του κόμη Σουβάλωφ, ο  Ντιντερό  αρνείται,  με  το  πρόσχημα  ότι  οι  επόμενοι  τόμοι  θα  δημοσιευτούν  στο  Νεσατέλ.  Στην πραγματικότητα, δεν έχει καμία διάθεση να προσφέρει την προσωπικότητά του και το  έργο  του  στα  καπρίτσια  μιας  άνασσας  εγκατεστημένης  στο  θρόνο  εδώ  και  λίγο  χρονικό  διάστημα  και  κατά  τρόπο  τόσο  ύποπτο.  Επίσης  ο  ντ'  Αλαμπέρ  —στον  οποίο  η  Αικατερίνη  παρέχει μια απολαβή της τάξεως των είκοσι χιλιάδων ρουβλίων, ένα παλάτι και το βαθμό  του πρεσβευτή αν έρθει στη Ρωσία για να συνεχίσει τις εγκυκλοπαιδικές του εργασίες και  να  διδάξει  τις  θετικές  επιστήμες,  τη  φιλολογία  και  τη  φιλοσοφία  στον  μεγάλο  δούκα  Παύλο— αποποιείται την πρόταση με σεβασμό. Την πραγματική αιτία της επιφύλαξής του  την  εμπιστεύεται  στον  Βολταίρο  σ'  ένα  γράμμα  του.  Κάνοντας  υπαινιγμό  στο  μανιφέστο  που απέδωσε το θάνατο του Πέτρου Γ' σ' έναν κολικό οφειλόμενο σε αιμορροΐδες, γράφει:  «Έχω  υπερβολική  ευπάθεια  στις  αιμορροΐδες∙  είναι  κάτι  πολύ  σοβαρό  σ'  εκείνη  τη  χώρα  (στη Ρωσία), κι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα ασφαλής όταν πονάει ο πισινός μου».  Απογοητευμένη  απ'  αυτή  τη  διπλή  άρνηση,  η  Αικατερίνη  δέχεται  με  περισσότερη  ακόμα  ευγένεια έναν κάποιο κ. Πικτέ, ο οποίος έρχεται από τη Γενεύη εκ μέρους του Βολταίρου. Ο  γέροντας  φιλόσοφος  από  το  Φερνέ  είναι  ο  «πνευματικός  καθοδηγητής»  της  Αικατερίνης.  Έχει δημοσιεύσει, μόλις πριν από το πραξικόπημα, τους δύο πρώτους τόμους του έργου του  Ιστορία  της  Ρωσίας,  που  αποτελούν  φόρο  τιμής  προς  τη  μεγαλοφυΐα  του  Πέτρου  του  Μεγάλου.  Άλλωστε,  λέγεται  πως  ενδιαφέρεται  ιδιαίτερα  για  το  ντεμπούτο  στην  πολιτική  σκηνή τούτης της αυτοκράτειρας η οποία προστατεύει τις τέχνες και θέλει να τυπώσει την  Εγκυπλοπαιδεία  στις  χώρες  της.  Όταν  ο  κ.  Πικτέ,  ένας  άνθρωπος  με  παράστημα  γίγαντα,  δίνει  στην  Αικατερίνη  ένα  ποίημα  του  Βολταίρου  αφιερωμένο  σ'  αυτήν,  εκείνη  δύσκολα 

Digitized by 10uk1s 


κρύβει τη  συγκίνησή  της.  Είναι  δυνατόν  το  χέρι  του  μεγαλύτερου  συγγραφέα  όλων  των  εποχών  να  έχει  αγγίξει  τούτο  το  χαρτί,  να  έχει  χαράξει  αυτές  τις  κανονικές  γραμμές;  Το  διαβάζει, με την καρδιά της να ξεχειλίζει από ευτυχία:  Θεέ, που τα μάτια και τ' αυτιά μου παίρνεις,  Δώσ' τα μου πίσω, φεύγω τώρα δα!  Ευτυχισμένος όποιος βλέπει τα λαμπρά          θαύματα που σπέρνεις,  Ω Αικατερίνη! Ευτυχισμένος όποιος τα          λόγια σου γροικά!  Να σαγηνεύεις και να κυβερνάς, γι' αυτά          τα δυο είσαι πλασμένη∙  Αλλά το πρώτο πιότερο με συγκινεί.  Ο νους σου, μέσα στο σοφό την έκπληξη          κινεί,  Που βλέποντάς σε θα 'παυε σοφός να          μένει.  Μόλις φεύγει ο Πικτέ, η Αικατερίνη παίρνει την πένα για ν' απαντήσει:  «Εγκατέλειψα ένα σωρό αιτήσεις, καθυστέρησα την τύχη πολλών ανθρώπων, τόση ήταν η  απληστία  μου  για  να  διαβάσω  την  ωδή  σας.  Και  δεν  το  μετάνιωσα.  Δεν  υπάρχει  κανένας  καζουιστής  στην  Αυτοκρατορία  μου,  πράγμα  που  μέχρι  τώρα  δεν  με  είχε  στενοχωρήσει.  Ωστόσο,  συνειδητοποιώντας  την  ανάγκη  να  επανέλθω  στα  καθήκοντά  μου,  θεώρησα  ότι  δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος γι' αυτό από το να ενδώσω στο στρόβιλο που με παρασέρνει  και να πάρω την πένα για να παρακαλέσω με όλη την απαιτούμενη σοβαρότητα τον κύριο  Βολταίρο να μη με επαινεί πριν αποδείξω ότι το αξίζω. Αυτό εξυπηρετεί τόσο τη δική του  φήμη  όσο  και  τη  δική  μου.  Θα  μου  πει  ότι  από  μένα  και  μόνο  εξαρτάται  να  καταστώ  αντάξια  τούτων  των  στίχων∙  αλήθεια  όμως,  μέσα  στην  απεραντοσύνη  της  Ρωσίας,  ένας  χρόνος δεν  είναι παρά μια μέρα, όπως οι χίλιοι μπροστά στο Θεό. Αυτή  είναι η απολογία  μου επειδή δεν έπραξα ακόμη το καλό που όφειλα να είχα πράξει... Λυπάμαι σήμερα, για  πρώτη φορά στη ζωή μου, που δεν γράφω στίχους∙ έχω τη δυνατότητα ν' απαντήσω στους  δικούς σας μονάχα με πρόζα∙ ωστόσο, μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως, από το 1746 που  διαθέτω  το  χρόνο  μου  όπως  εγώ  θέλω,  αισθάνομαι  απέναντί  σας  τη  μεγαλύτερη  υποχρέωση. Παλιότερα, διάβαζα μονάχα μυθιστορήματα∙ κατά τύχη μου έπεσαν στα χέρια  τα  έργα  σας∙  από  τότε  δεν  έπαψα  να  τα  διαβάζω  και  θα  δεχόμουν  να  γίνω  αναγνώστρια  μονάχα βιβλίων εξίσου καλογραμμένων και εποικοδομητικών. Πού να τα βρω όμως;»75.  Αυτό  το  γράμμα  ανοίγει  το  δρόμο  σε  μια  αλληλογραφία  που  θα  διαρκέσει  δεκαπέντε  χρόνια, μέχρι το θάνατο του Βολταίρου. Από την αρχή τούτου του παιχνιδιού, η Αικατερίνη  συνειδητοποιεί  ότι  βρήκε  στο  πρόσωπό  του  τον  ιδεώδη  βάρδο  των  αρετών  της.  Μέσα  σε  λίγους  μήνες,  θα  γίνει  γι'  αυτόν  «η  Απαράμιλλη»,  «το  πιο  λαμπρό  Άστρο  του  Βορρά»,  «η  Άνασσα της καρδιάς του». Θα αναλάβει να σχολιάζει με πομπώδεις λέξεις ακόμα και τις πιο  αμφισβητήσιμες αποφάσεις της. Θα της επιβεβαιώσει ότι οι στίχοι και η πρόζα της «δεν θα  ξεπεραστούν ποτέ», ότι είναι «αικατερίνειος», ότι θα μείνει μέχρι τέλους «αικατερίνειος»,  ότι  αποθέτει  στα  πόδια  της  «τη  λατρεία  και  την  ειδωλολατρία  του»,  ότι  πρέπει  να  τον  θεωρεί ως «το γέροντα Ελβετό», «το γερο‐μοναχικό κατά το ήμισυ Γάλλο και κατά το ήμισυ  Ελβετό»,  «το  γέροντα  των  Άλπεων»,  «το  γερο‐Ρώσο  του  Φερνέ».  Χάρη  σ'  αυτόν,  η  Αικατερίνη διαθέτει στην καρδιά της Ευρώπης ένα διαφημιστικό πρακτορείο του οποίου τα  εφευρήματα και τα εφέ πετούν από σαλόνι σε σαλόνι.  Με  κάθε  ειλικρίνεια,  θα  ήθελε  να  είναι  αντάξια  των  επαίνων  που  της  αποδίδει.  Να  κυβερνάει σταθερά, ακολουθώντας φιλελεύθερες ιδέες. Είναι δυνατόν άραγε; Εγκαταλείπει  Digitized by 10uk1s 


τη Μόσχα, τον Ιούνιο του 1763, κοχλάζοντας από σχέδια. Μέσα στην άμαξα, μελετάει μαζί  με τον Ιβάν Μπέτσκι, πρόεδρο της Επιτροπής Κήπων και Κτιρίων, τα σχέδια ενός ασύλου για  έκθετα  παιδιά,  μιας  σχολής  για  μαίες,  ενός  ιδρύματος  για  την  υγιεινή  του  λαού  και  ενός  μορφωτικού ινστιτούτου για νεαρά κορίτσια ευγενούς καταγωγής. Όταν ο συνομιλητής της  εκφράζει  την  ανησυχία  του  για  τα  έξοδα,  τον  αποστομώνει  λέγοντας  ότι  θα  κάνουν  οικονομία  σε  άλλους  τομείς.  Ύστερα  από  μερικούς  μήνες,  τίθεται  ο  θεμέλιος  λίθος  του  ασύλου για έκθετα παιδιά, αρχίζουν να υψώνονται οι τοίχοι της σχολής για μαίες, μπαίνουν  οι  βάσεις  του  ινστιτούτου  για  τα  νεαρά  κορίτσια  ευγενούς  καταγωγής,  που  θα  γίνει  το  περίφημο  Ινστιτούτο  Σμόλνυ.  Ταυτόχρονα,  η  Αικατερίνη  καλεί  Γερμανούς  εποίκους  για  να  καλλιεργούν  τα  εύφορα  εδάφη  της  Ουκρανίας  και  της  περιοχής  του  Βόλγα.  Τους  απαλλάσσει από τη στρατιωτική θητεία, τους παραχωρεί, για δέκα χρόνια, άτοκα κεφάλαια  για  την  εγκατάστασή  τους,  τους  απαλλάσσει  από  τους  φόρους  για  τριάντα  χρόνια  και  εγγυάται  για  την  απρόσκοπτη  άσκηση  του  τυπικού  μέρους  της  θρησκείας  τους.  Κατά  τη  γνώμη  της,  η  παρουσία  στο  ρωσικό  έδαφος  τούτων  των  παροικιών  από  ξένους  εργάτες,  έντιμους,  λιτούς  και  δραστήριους,  θα  αποτελέσει  παράδειγμα  για  το  μουζίκο  ώστε  να  βελτιώσει κι αυτός τις μεθόδους εκμετάλλευσης και τον τρόπο ζωής του. Έτσι θα ξεχαστούν,  αφ'  ενός,  η  δύναμη  της  αδράνειας  ενός  λαού  με  βαθιά  ριζωμένες  συνήθειες,  και  αφ'  ετέρου,  το  καθεστώς  της  υποτέλειας  του  δουλοπάροικου  σε  σχέση  προς  τον  αφέντη.  Ωστόσο,  αντί  ο  Ρώσος  χωρικός  να  θαυμάζει  τον  Γερμανό  αντίστοιχό  του,  στην  πραγματικότητα  θα  τον  ζηλέψει  ή  θα  τον  μισήσει.  Η  Αικατερίνη  καλεί  ακόμη  στη  Ρωσία  γιατρούς, οδοντιάτρους, αρχιτέκτονες, μηχανικούς, τεχνίτες απ' όλα τα μέρη της Ευρώπης.  Καταργεί  τον  επεμβατισμό  του  Κράτους  στο  εμπόριο.  Σε  οποιονδήποτε  θέλει  να  κάνει  εξαγωγές  κατραμιού,  λιναρόσπορου,  κεριού,  στέατος,  σιδήρου,  κάνναβης,  χαβιαριού  ή  ποτάσας,  η  Διοίκηση  παρέχει  κίνητρα.  Οι  έμποροι  διατάσσονται  να  συγκεντρωθούν  σε  σωματεία προκειμένου να αγωνιστούν ενάντια στην έλλειψη τάξης και τη στασιμότητα του  εμπορίου,  και  να  προωθήσουν  το  επιχειρηματικό  πνεύμα.  Καθιερώνεται  μια  Επιτροπή  Οικονομικών  για  να  επαγρυπνεί  στην  ανάτηξη  των  πολυάριθμων  νομισμάτων  που  κυκλοφορούν στην αυτοκρατορία∙ μια άλλη επιτροπή μελετάει τους τρόπους θεραπείας της  διαφθοράς  στις  δημόσιες  υποθέσεις∙  τέλος,  μια  τρίτη  επιτροπή  ασχολείται  με  τον  ανασχηματισμό του στρατού, με τη δημιουργία οπλοστασίων και στρατώνων, όπως και με  τη  διάνοιξη  στρατιωτικών  δρόμων.  Η  Αικατερίνη  παρίσταται  αυτοπροσώπως  στις  περισσότερες  συνεδριάσεις,  παίρνει  το  λόγο,  εκδηλώνει  ανυπομονησία,  ωθεί  τους  συμβούλους  της  να  επισπεύσουν  τις  εργασίες  τους.  Έχει  τόσα  να  κάνει,  και  ο  χρόνος  της  είναι τόσο μετρημένος, η Ρωσία τόσο αχανής!  Ενώ αναδιοργανώνει το εσωτερικό της χώρας, δεν παύει παράλληλα να παρακολουθεί και  τις δίνες του δυτικού κόσμου. Στην Πολωνία, η ζωή του Αυγούστου Γ' κρέμεται πλέον από  μια  κλωστή.  Ο  Στανισλάς  Πονιατόφσκι  περιμένει  με  ευπείθεια  από  τα  παρασκήνια  τις  αποφάσεις της αυτοκράτειράς «του». Προληπτικά, μαζεύει τριάντα χιλιάδες στρατιώτες στα  πολωνικά  σύνορα.  Άλλες  πενήντα  χιλιάδες  μένουν  σε  επιφυλακή.  Ποια  θα  είναι  όμως  η  στάση του Βερολίνου και της Βιέννης; Των Βερσαλλιών; Του Λονδίνου; Συνειδητοποιεί ότι  παίζει σκληρό παιχνίδι ενάντια σε εχθρούς που κρατούν τα χαρτιά τους κλειστά. Η Πολωνία  είναι  μια  χώρα  χαοτική,  πρωτόγονη,  κυριαρχούμενη  από  μια  περήφανη  τάξη  ευγενών.  Κάποιες  οικογένειες  μεγιστάνων  άρχουν  σε  ένα  σύνολο  χωρικών,  ελεύθερων  μεν  κατά  το  Νόμο,  αλλά  στην  πραγματικότητα  τόσο  άθλιων  που  μοιάζουν  με  κοινότητα  σκλάβων.  Η  καθολική  Εκκλησία  ακτινοβολεί.  Τούτος  ο  ιδιότυπος  λαός  κυβερνάται  από  μια  Δίαιτα  η  οποία  εκλέγει  ένα  βασιλιά.  Η  Δίαιτα  διαθέτει  liberum  veto,  ενώ  μία  και  μόνη  αρνητική  ψήφος μπορεί να ακυρώσει κάθε απόφαση. Ωστόσο, αν ένα κόμμα που έχει ηττηθεί στην  ψηφοφορία επιθυμεί να επιβάλει τη θέλησή του, σχηματίζει με τις ιδιωτικές στρατιωτικές  φρουρές των μελών του μια «Συνομοσπονδία»∙ αυτή, εφόσον είναι αρκετά ισχυρή, τελικά  θριαμβεύει  ως προς τα νομίμως αντιπολιτευόμενα  κόμματα. Έτσι, η αντιζηλία μεταξύ των  μεγάλων  πολωνικών  οικογενειών  συντηρεί  μέσα  στη  χώρα  ένα  κλίμα  αναρχίας  που  η  Digitized by 10uk1s 


Αικατερίνη το  θεωρεί  «πρόσφορο».  Ο  Φρειδερίκος  Β'  της  έχει  πρόσφατα  καταστήσει  γνωστό ότι την αφήνει ελεύθερη να υποστηρίξει τον δικό της υποψήφιο για το θρόνο της  Πολωνίας,  υπό  την  προϋπόθεση  ότι  αυτή  η  παρέμβαση  στις  υποθέσεις  ενός  γειτονικού  Κράτους  δεν  θα  προκαλέσει  έναν  καινούργιο  πόλεμο.  Του  αποκρίνεται:  «Θα  ανακηρύξω  ένα βασιλιά όσο γίνεται πιο αθόρυβα». Και συνεχίζει μυστικά να εξαγοράζει συμμαχίες και  συνειδήσεις μεταξύ των ισχυρότερων πολωνικών οικογενειών.  Κάποιο  βράδυ,  ενώ  κουβεντιάζει  με  την  άνεσή  της  ανάμεσα  σ'  έναν  κύκλο  οικείων,  την  πλησιάζει ο Γρηγόρης Ορλώφ και της ψιθυρίζει στ' αυτί μια είδηση που τη συγκλονίζει. Έχει  μόλις φτάσει ένας ταχυδρόμος: Ο βασιλιάς της Πολωνίας πέθανε στη Δρέσδη. Διώχνει τους  καλεσμένους της και κλείνεται στο γραφείο της για να σκεφτεί. Μέσα στη νύχτα, δέχεται κι  ένα δεύτερο ταχυδρόμο: Γεμάτος ανησυχία, ο Φρειδερίκος Β' ρωτάει από το Βερολίνο την  αυτοκράτειρα  τι  σκοπεύει  να  κάνει.  Φυσικά,  να  προωθήσει  τον  Στανισλάς  Πονιατόφσκι!  Ερωτευμένος  με  την  Αικατερίνη,  θα  είναι  ένας  ευπειθής  ηγεμόνας.  Αρκεί  η  Γαλλία  και  η  Αυστρία  να  μην  παρέμβουν  στρατιωτικά!  Η  Αικατερίνη  περιμένει  πυρετωδώς  την  αντίδραση του αντίθετου στρατοπέδου. Παρά τις αναφορές του Μπρετέιγ για την «ξέφρενη  φιλοδοξία» της αυτοκράτειρας, οι Βερσαλλίες διστάζουν. Αλλά και η Βιέννη δείχνει να έχει  πτοηθεί  μπροστά  στα  συγκεντρωμένα  ρωσικά  στρατεύματα.  Πολύ  γρήγορα,  η  Αικατερίνη  αντιλαμβάνεται  ότι  έχει  ξεγελάσει  τους  εχθρούς  της  προσποιούμενη  ακραία  αποφασιστικότητα. Τέλεια. Χωρίς να χάσει καιρό, μαζεύει τις μίζες από την πράσινη τσόχα.  Στις  26  Αυγούστου  1764,  ο  Στανισλάς  Πονιατόφσκι  εκλέγεται  από  την  πολωνική  Δίαιτα  βασιλιάς  της  Πολωνίας  με  το  όνομα  Στανισλάς‐Αύγουστος.  Ευθύς  εξαρχής  πρέπει  να  εγκρίνει  μια  πολωνο‐ρωσική  συμμαχία  ενάντια  στην  Τουρκία,  μια  επανόρθωση  των  συνόρων υπέρ της Ρωσίας και την αποδοχή των ορθόδοξων χριστιανών σε όλα τα δημόσια  αξιώματα.  Η  ανεξαρτησία  τούτου  του  περήφανου  έθνους  ανήκει  πλέον  στο  παρελθόν.  Δεμένη  στη  Ρωσία,  η  Πολωνία  είναι  έτοιμη  για  τη  διανομή.  Πρώτη  διεθνής  επιτυχία  της  Αικατερίνης.  Ενώ  διασχίζει  την  Κουρλάνδη  και  η  «πολωνική  της  νίκη»  της  φαίνεται  ακόμη  αβέβαιη,  πληροφορείται  το  βράδυ  μιας  ημέρας  εορτασμών  στη  Ρίγα  μια  άλλη  είδηση∙  μια  είδηση  τόσο σοβαρή που θα την αφήσει άγρυπνη για ένα μεγάλο μέρος της νύχτας. Την επομένη,  αποφεύγει  να  εμφανιστεί  δημόσια,  ακυρώνει  τις  τελευταίες  διασκεδάσεις  και  επισπεύδει  την αναχώρησή της. Φτάνοντας στο Τσάρσκογε Σέλο, καλεί τον Πανίν και του ζητάει να την  κατατοπίσει.  Είναι  δυνατόν  να  δολοφονήθηκε  ο  Ιβάν  ΣΤ'.  Τι  συνέβη  ακριβώς  στο  Σλύσελμπουργκ; Ποιος είναι αυτός ο Βασίλειος Μίροβιτς, για τον οποίο δεν άκουσε ποτέ να  γίνεται  λόγος;  Ο  Πανίν  την  ενημερώνει  με  τα  πρώτα  στοιχεία  της  έρευνας.  Σύμφωνα  με  αυτές  τις  μαρτυρίες,  ο  Βασίλειος  Μίροβιτς  είναι  ένας  εικοσιτετράχρονος  υπολοχαγός,  άπορος,  φιλόδοξος,  χαρτοπαίχτης,  φανφαρόνος,  καταχρεωμένος,  έξαλλος.  Κατάγεται  από  μια  οικογένεια  της  Ουκρανίας  που  η  περιουσία  της  δημεύτηκε  από  τον  Πέτρο  το  Μεγάλο  επειδή συμμετείχε στην προδοσία του Μαζέπα. Όταν ήρθε στην Αγία Πετρούπολη, έτρεφε  αρχικά  την  ελπίδα  να  του  αποδοθεί  η  κτηματική  του  περιουσία  ή,  τουλάχιστον,  να  βελτιωθεί η τύχη του. Γιατί να μην μπορεί κι αυτός, όπως οι Ορλώφ, να αποκτήσει δόξα και  περιουσία  βαδίζοντας  πίσω  από  τα  αρωματισμένα  χνάρια  της  αυτοκράτειρας;  Κι  όμως,  οι  δικές του αιτήσεις χάριτος πέφτουν στο κενό. Από το ύψος του θρόνου της, η αυτοκράτειρα  επιμένει  να  αγνοεί  ακόμα  και  την  ύπαρξή  του.  Εξοργίζεται  και  επαναστατεί.  Η  ιδέα  ενός  πραξικοπήματος τον τριβελίζει. Και νά που ο νεαρός μας διορίζεται ξαφνικά φρουρός στο  Σλύσελμπουργκ. Αμέσως, του κινεί το ενδιαφέρον η αρχιτεκτονική τούτου του φρουρίου με  τον  εσωτερικό  περίβολο,  όπου  επαγρυπνεί  μια  ιδιωτική  φρουρά  δίχως  να  αντικαθίσταται  ποτέ. Δύο ορκισμένοι αξιωματικοί, ο Βλάσιεφ και ο Τσεκίν, βρίσκονται επί μονίμου βάσεως  στην  υπηρεσία  του  «φυλακισμένου  υπ'  αρ.  1».  Τούτοι  οι  κατ'  αποκλειστικότητα  δεσμοφύλακες  είναι  ουσιαστικά  τόσο  αξιολύπητοι  όσο  και  οι  φυλακισμένος  τον  οποίο  φυλάνε. Όπως κι αυτός, δεν έχουν καμιά επαφή με τον έξω κόσμο. Είναι κι αυτοί χτισμένοι 

Digitized by 10uk1s 


ζωντανοί μέσα  στα  τείχη.  Επανειλημμένα  έχουν  παρακαλέσει  τον  Πανίν  να  βάλει  άλλους  στη  θέση  τους.  «Είμαστε  εξουθενωμένοι!»  Αλλά  ο  Πανίν  τους  συμβουλεύει  να  κάνουν  υπομονή.  Ποια  είναι  η  ταυτότητα  του  αγνώστου  δίχως  πρόσωπο;  Ο  Μίροβιτς  παίρνει  τις  πληροφορίες  του.  Μπροστά  του,  οι  γλώσσες  των  φυλάκων  σιγά  σιγά  λύνονται.  Κατάπληκτος,  μαθαίνει  ότι  «ο  υπ'  αρ.  1»  δεν  είναι  άλλος  από  τον  «Ιβάνουσκα»,  τον  αυτοκράτορα‐μάρτυρα Ιβάν ΣΤ'. Εστεμμένος από την κούνια του, κι ύστερα φυλακισμένος  από τα πιο τρυφερά του χρόνια, σαπίζει ο ταλαίπωρος μέσα σ' ένα κρύο και σκοτεινό κελί,  μισόγυμνος και πεθαμένος της πείνας, τη στιγμή που θα έπρεπε να άρχει μέσα στη λάμψη  της πορφύρας και του χρυσού στην πιο αχανή αυτοκρατορία του κόσμου. Δεν τον βλέπουν  ποτέ,  ξέρουν  μονάχα  ότι  είναι  είκοσι  τριών  χρόνων  και  έχει  ξανθοκόκκινα  γένια,  ότι  είναι  πάρα  πολύ  αδύνατος  και  αξιοθρήνητος∙  το  πνεύμα  του  είναι  κουρασμένο,  ψελλίζει,  έχει  μάθει  να  διαβάζει  από  τα  βιβλία  των  προσευχών∙  τυχαίνει  να  συζητεί  με  τους  δύο  προσωπικούς  του  φύλακες,  κι  αυτοί  τον  κοροϊδεύουν  και  τον  περιφρονούν,  και  τότε,  απελπισμένος  από  τους  σαρκασμούς  τους,  τους  βρίζει  και  τους  πετάει  στο  κεφάλι  το  σιδερένιο του τάσι φωνάζοντάς τους ότι είναι αυτοκράτορας. Ωστόσο, δεν ζητάει καν να δει  το φως του ήλιου. Όταν, το προηγούμενο καλοκαίρι, μεταφέρθηκε ύστερα από διαταγή της  Αικατερίνης στο Κέξχολμ, του σκέπασαν το κεφάλι μ' ένα σάκο. Κατάβαθα, δεν διανοείται  ότι  υπάρχει  άλλο  σύμπαν  εκτός  απ'  αυτό  το  πέτρινο  όρυγμα,  αυτό  το  παράθυρο  με  τα  πυκνά  κάγκελα  και  το  μουντζουρωμένο  με  κιμωλία  τζάμι,  αυτή  την  τορνεμένη  καραβάνα  και  τους  μνησίκακους  φύλακες.  Δεν  μπορεί  καν  να  φανταστεί  τον  ουρανό,  τον  καθαρό  αέρα, τον άνεμο, τα παιχνίδια, τον έρωτα, την ιππασία σ' ένα δάσος, το γέλιο ενός φίλου.  Όσο μακριά κι αν ανατρέχουν οι αναμνήσεις του, όλα είναι μοναξιά, ασχήμια και βιαιότητα.  Αυτές οι σκέψεις κατατρύχουν τον Μίροβιτς, στη διάρκεια της μακριάς νύχτας που φρουρεί  το  Σλύσελμπουργκ.  Κατ'  αρχάς,  αφήνεται  να  οδηγηθεί  μονάχα  από  το  προσωπικό  του  συμφέρον.  Αν  η  κίνησή  του  πετύχει,  θα  γίνει  ένας  καινούργιος  Γρηγόρης  Ορλώφ.  Ύστερα,  σιγά  σιγά,  πείθεται  ότι  ο  Θεός  τού  ανέθεσε  μια  ιερή  αποστολή.  Μέσα  στον  ενθουσιασμό  του,  εμπιστεύεται  το  σχέδιό  του  σ'  έναν  από  τους  συντρόφους  του:  τον  Απόλλωνα  Ουσακώφ.  Θα  ξεσηκώσουν  μαζί  τη  φρουρά  του  φρουρίου,  θα  απελευθερώσουν  τον  «Ιβάνουσκα»  και  θα  τον  αναγορεύσουν  αυτοκράτορα.  Σίγουροι  για  το  αποτέλεσμα,  ορκίζονται  μέσα  σε  μια  εκκλησία  και  συντάσσουν  ένα  μανιφέστο  για  να  δικαιολογήσουν  την  πράξη  τους.  Η  στιγμή  προσφέρεται,  μιας  και  η  τσαρίνα  ετοιμάζεται  να  διασχίσει  την  Κουρλάνδη. Ο Ουσακώφ όμως πνίγεται τυχαία, την παραμονή της ημέρας που είχαν ορίσει  για  την  έφοδο.  Εκτός  κι  αν  αυτοκτόνησε!  Ο  Μίροβιτς  αποφασίζει  να  δράσει  μόνος.  Έχει  εξασφαλίσει  —έτσι  τουλάχιστον  πιστεύει—  τη  συμπάθεια  των  στρατιωτών  του  Σλύσελμπουργκ οι οποίοι τρέφουν κατά το πλείστον ένα είδος μυστικιστικής τρυφερότητας  για  το  «φυλακισμένο  υπ'  αρ.  1».  Μέσα  στη  νύχτα  της  4ης  προς  την  5η  Ιουλίου  1764,  ενώ  έχει  βάρδια  στο  φρούριο,  απευθύνεται  στους  ανθρώπους  του,  τους  διατάσσει  να  απελευθερώσουν  τον  πραγματικό  αυτοκράτορα,  οπλίζει  τα  τουφέκια  και  ετοιμάζει  ένα  μικρό  κανόνι.  Κινητοποιημένος  από  το  θόρυβο,  ο  διοικητής  του  Σλύσελμπουργκ  εμφανίζεται με τη ρόμπα. Ο Μίροβιτς τον χτυπάει μ' ένα ραβδί ουρλιάζοντας: «Γιατί κρατάς  φυλακισμένο τον αυτοκράτορά μας;» και ορμάει προς τα μπουντρούμια όπου βρίσκεται η  μόνιμη φρουρά. Πυροβολισμοί πέφτουν και από τις δύο πλευρές. Μπροστά στο κανόνι που  είναι στραμμένο πάνω της, η φρουρά καταθέτει τα όπλα. Ο δρόμος είναι ελεύθερος. Μέσα  στη  στοά,  ο  Μίροβιτς  βρίσκει  τον  Τσεκίν  και  τον  αρπάζει  από  το  μπράτσο  φωνάζοντας:  «Πού είναι ο αυτοκράτορας;». Ο Τσεκίν απαντάει ατάραχος: «Έχουμε αυτοκράτειρα και όχι  αυτοκράτορα!». Έξαλλος, ο Μίροβιτς τον σπρώχνει και τον διατάσσει ν' ανοίξει την πόρτα  του κελιού του «φυλακισμένου υπ' αρ. 1». Ο Τσεκίν υπακούει. Είναι σκοτάδι. Φέρνουν ένα  φανάρι.  Καταγής,  σε  μια  λίμνη  αίματος,  κείτεται  ένα  ανθρώπινο  σώμα  τρυπημένο  από  σπαθιές.  Ο  αυτοκράτορας  Ιβάν  ΣΤ',  δολοφονημένος.  Κινείται  μόλις,  βρίσκεται  σε  επιθανάτια  αγωνία.  Απελπισμένος,  ο  Μίροβιτς  πέφτει  πάνω  του,  τον  σφίγγει,  του  φιλάει  χέρια και πόδια και αναλύεται σε λυγμούς. Ένας σπασμός πιο δυνατός από τους άλλους. Το 

Digitized by 10uk1s 


τέλος. Ο  Ιβάν  ΣΤ'  δεν  υπάρχει  πια.  Ο  Βλάσιεφ  και  ο  Τσεκίν  στέκουν  παράμερα,  σιωπηλοί,  αποχαυνωμένοι.  Δεν  νιώθουν  τύψεις.  Ακούγοντας  τους  πυροβολισμούς,  εκτέλεσαν  τη  διαταγή  που  δόθηκε  από  την  Ελισάβετ,  επιβεβαιώθηκε  από  τον  Πέτρο  Γ'  και  ανανεώθηκε  από την Αικατερίνη Β': Να μην παραδώσουν ζωντανό το «φυλακισμένο υπ' αρ. 1». Άλλωστε,  ο Μίροβιτς δεν δείχνει να καταλογίζει ευθύνες στους δολοφόνους. Τους αγνοεί. Το πτώμα  τοποθετείται  πάνω  σ'  ένα  κρεβάτι  και  μεταφέρεται  στην  αυλή.  Μπροστά  στους  συγκεντρωμένους στρατιώτες, ο Μίροβιτς βάζει τα τύμπανα να ηχήσουν και απονέμει στην  Αυτού Μεγαλειότητα στρατιωτικές τιμές. Ύστερα, λέει: «Δείτε, αδέρφια, τον  αυτοκράτορά  σας Ιβάν Αντόνοβιτς. Τώρα έχουμε βυθιστεί στη δυστυχία. Εγώ κυρίως θα υποφέρω. Εσείς  είστε  αθώοι.  Δεν  ξέρατε  τι  ήθελα  να  κάνω.  Οφείλω  να  αναλάβω  όλες  τις  ευθύνες  και  να  υποβληθώ σε όλες τις ποινές».  Μαθαίνοντας  τις  λεπτομέρειες  της  εκτέλεσης,  η  Αικατερίνη  νιώθει  ένα  ανάμικτο  συναίσθημα ανακούφισης και ενόχλησης. Όπως και για τη δολοφονία του άνδρα της. «Οι  δρόμοι του Θεού είναι θαυμάσιοι και απροσδόκητοι», θα πει στον Πανίν. «Η Θεία Πρόνοια  μου  έδειξε  σαφώς  την  εύνοιά  της  οδηγώντας  αυτή  την  υπόθεση  σε  αίσιο  τέλος»76.  Προφανώς,  για  ένα  «φιλοσοφικό  κεφάλι»,  έστω  και  εστεμμένο,  η  σφαγή  ενός  αθώου  αποτελεί πάντοτε αξιόμεμπτη πράξη. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η λογική  πρέπει  να  κυριαρχεί  πάνω  στην  ηθική.  Η  διαταγή  να  θανατωθεί  ο  φυλακισμένος  σε  περίπτωση  απόπειρας  απαγωγής  του  ήταν  λογική,  εφόσον  η  απελευθέρωσή  του  θα  αποτελούσε  κίνδυνο  για  το  θρόνο.  Επιταχύνοντας  τα  γεγονότα,  ο  τρελός  Μίροβιτς  προετοίμασε το έδαφος. Χάρη σ' αυτόν και στους δύο φρουρούς που έθεσαν τόσο καλά σε  εφαρμογή τις αυτοκρατορικές εντολές, η Αικατερίνη αναπνέει πιο ελεύθερα. Ασφαλώς, θα  της  αποδοθούν  και  πάλι  ευθύνες  για  ένα  θάνατο  που  εξυπηρετεί  τα  συμφέροντά  της.  Ωστόσο, η ανάμιξή της στη δολοφονία δεν είναι άμεση. Μπορεί μάλιστα και να θρηνήσει το  νεκρό  δημόσια.  Έτσι,  τα  πλεονεκτήματα  αυτής  της  περιπέτειας  ξεπερνούν  κατά  πολύ  τα  μειονεκτήματά της.  Δεν γεννάται  βέβαια θέμα απαλλαγής του Μίροβιτς από τη δικαστική  κρίση,  όπως  είχε  γίνει  για  τους  αδελφούς  Ορλώφ.  Αν  συνέβαινε  για  δεύτερη  φορά  μια  τέτοια  επιείκεια,  θα  ερμηνευόταν  από  την  κοινή  γνώμη  ως  ομολογία  συνενοχής.  Ο  Μίροβιτς  ανακρίνεται  από  μυστική  Επιτροπή  και  η  Αικατερίνη,  η  οποία  έχει  ξαναγυρίσει  στην Αγία Πετρούπολη, εξετάζει τη σχετική δικογραφία. Βρίσκει το «μανιφέστο», που έχει  συνταχθεί  από  τον  κατηγορούμενο.  Το  περιεχόμενο  τούτου  του  εγγράφου,  εξαιρετικής  βιαιότητας,  την  κατηγορεί  ούτε  λίγο  ούτε  πολύ  ως  σφετερίστρια  και  υποστηρίζει  ότι  δηλητηρίασε το σύζυγό της, ότι συνδέθηκε «λόγω φυσικής αδυναμίας» με έναν αξιωματικό  χωρίς  ηθικούς  δισταγμούς,  τον  Γρηγόρη  Ορλώφ,  έχοντας  μάλιστα  κατά  νου  να  τον  παντρευτεί. Αυτές οι μομφές δεν είναι κάτι που εκπλήσσει την Αικατερίνη. Εύκολα μπορεί  να  μαντέψει  ότι  ένα  μεγάλο  μέρος  των  υπηκόων  της  σκέφτεται  ανάλογα.  Αποδέχεται,  αν  και  με  βαριά  καρδιά,  το  άχθος  της  αντιλαϊκότητας.  Θα  το  κάνει  να  σβήσει,  σκαρώνοντας  κάποια γιορτή.  Ο Μίροβιτς καταδικάζεται σε θάνατο. Η δικαστική απόφαση δεν παραξενεύει ούτε το λαό  ούτε  την  Αυλή.  Εκπλήσσονται  όμως  επειδή  ο  ρόλος  του  κατεξοχήν  συνεργού,  του  Ουσακώφ,  δεν  αναφέρεται  καν  κατά  τη  διάρκεια  της  ανάκρισης.  Υπάρχουν  υπόνοιες  ότι  αυτός ο τελευταίος πληρώθηκε για να παροτρύνει τον Μίροβιτς στην παράλογη πράξη του  και  ότι  δήθεν  αυτοκτόνησε  για  να  εξαφανιστεί  πριν  από  την  εξέγερση.  Προφανώς  ήταν  όργανο  της  εξουσίας,  πράκτορας  της  Αικατερίνης.  Όλοι  πάντως  κάνουν  τη  σκέψη  ότι  θα  δοθεί χάρη στον ένοχο την τελευταία στιγμή, όπως στους πολιτικούς εγκληματίες κατά τη  διάρκεια  της  βασιλείας  της  Ελισάβετ.  Μήπως  ο  Όστερμαν  δεν  πληροφορήθηκε  την  αυτοκρατορική  επιείκεια,  ενώ  το  κεφάλι  του  ήταν  ήδη  ακουμπισμένο  στο  ξύλο  της  λαιμητόμου;  Ποιος  μας  λέει  ότι  και  ο  Μίροβιτς  δεν  είχε  πάρει  θάρρος  με  την  ανάμνηση  τούτου  του  «προηγουμένου»;  Ανεβαίνει  στο  ικρίωμα  με  τη  γαλήνια  συμπεριφορά  ενός  φωτισμένου.  Το  πλήθος  το  συγκεντρωμένο  στην  πλατεία  περιμένει  μέσα  σε  θρησκευτική 

Digitized by 10uk1s 


σιγή τον  αγγελιαφόρο  της  Αυτής  Μεγαλειότητας  που  θα  κομίσει  το  άγγελμα  του  μετριασμού  της  ποινής.  Κανένας  αγγελιαφόρος.  Ο  δήμιος  υψώνει  τον  πέλεκυ.  Τη  στιγμή  που  το  σίδερο  πέφτει  βαριά  πάνω  στο  σβέρκο  του  καταδικασμένου,  μια  κραυγή  φρίκης  υψώνεται  απ'  όλα  τα  στήθη.  Σύμφωνα  με  τα  λεγόμενα  ενός  μάρτυρα,  του  ποιητή  Ντερζάβιν,  φαίνεται  πως  ολόκληρη  η  πλατεία  σείστηκε.  Τα  παραπέτα  μιας  γέφυρας  σωριάστηκαν  κάτω  από  την  ώθηση  του  πλήθους.  Στη  συνέχεια,  το  σώμα  του  μάρτυρα  καίγεται,  ώστε  να  μην  μπορέσει  ποτέ  να  αναστηθεί.  Μερικοί  στρατιώτες,  που  είχαν  ακολουθήσει τον υπολοχαγό στην ανταρσία του, καταδικάζονται να περάσουν τρεις μέχρι  δέκα  φορές  από  μια  διπλή  σειρά  χιλίων  συντρόφων  τους  —επιλεγμένων  μεταξύ  των  πιο  ρωμαλέων— από τους οποίους θα δεχτούν ραβδισμούς. Η Αικατερίνη δεν τους συγχώρησε.  Από κείνη τη μέρα, θα πάψει για πολλούς απ' αυτούς να είναι η φιλεύσπλαχνη μητερούλα.  Ο Βλάσιεφ και ο Τσεκίν ανταμείβονται για την τιμιότητα και το ζήλο τους. Επιβεβαιώνουν,  με  μια  επίσημη  αναφορά  την  οποία  προφανώς  εμπνεύστηκε  η  Αικατερίνη,  ότι  ο  «φυλακισμένος  υπ'  αρ.  1»  ήταν  σαλεμένος,  ανίκανος  να  συνταιριάξει  δύο  ιδέες,  ένα  ανθρώπινο σκύβαλο που ο θάνατός του δεν θα έπρεπε να λυπήσει κανέναν.  Οι ξένοι διπλωμάτες, αν και μένουν άναυδοι, συνεχίζουν να χαμογελούν επαγγελματικά σ'  αυτή  την  άνασσα  η  οποία  ευθύνεται  για  δύο  βασιλοκτονίες  μέσα  σε  δύο  χρόνια.  Ο  Μπερανζέ  γράφει,  στην  έκθεσή  του  της  20ής  Ιουλίου  1764:  «Υποψιαζόμαστε  ότι  η  αυτοκράτειρα  προμελέτησε  και  διέταξε  τη  δολοφονία...  Τι  γυναίκα,  Θεέ  μου,  η  αυτοκράτειρα  Αικατερίνη!  Τι  θέατρο  η  Ρωσία!».  Και  στις  7  Αυγούστου:  «Ο  χρόνος  και  οι  περιστάσεις τούτης της δολοφονίας μας δημιουργούν υποψίες ότι αυτουργός ήταν η ίδια η  τσαρίνα,  που  ήθελε  να  απαλλαγεί  από  ένα  αντικείμενο  συνεχούς  ανησυχίας».  Από  την  πλευρά  του,  ο  κόμης  Σάκεν,  πρεσβευτής  της  Σαξονίας,  διαμηνύει  την  ίδια  μέρα  στην  κυβέρνησή του: «Ο λαός υποθέτει ότι τούτο το έργο παίχτηκε για ν' απαλλαγούν κοσμίως  από τον πρίγκιπα Ιβάν».  Ως απάντηση στο κύμα των υποψιών που διογκώνεται τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο  και  πέρα  από  τα  σύνορα,  η  Αικατερίνη  δημοσιεύει  στις  17/28  Αυγούστου  ένα  μανιφέστο  που  αιτιολογεί  τη  συμπεριφορά  της.  Σ'  αυτό,  διευκρινίζεται  ότι  ο  Ιβάν,  παράνομος  μνηστήρας του θρόνου,  είχε από τα πρώτα  παιδικά του χρόνια  «στερηθεί της λογικής  και  της  ανθρώπινης  αντίληψης»,  ότι  ο  Μίροβιτς  ήθελε  να  προωθηθεί  στην  πρώτη  γραμμή  αντλώντας  οφέλη  από  μια  «αιματηρή  λαϊκή  εξέγερση»,  και  ότι  οι  φύλακες  Βλάσιεφ  και  Τσεκίν έδρασαν προκειμένου να «διαφυλαχθεί η δημόσια τάξη».  Το  μανιφέστο  δεν  πείθει  κανέναν.  «Οι  Ρώσοι,  που  το  βλέπουν»,  γράφει  ο  Σάκεν,  «διαβάζουν  καχύποπτα  και  σχεδόν  χωρίς  κανένα  σεβασμό  το  περιεχόμενο  και  τις  εκφράσεις  του».  Και  ακόμη:  «Με  διαβεβαίωσαν  ότι  μερικοί  ανάμεσα  στο  πλήθος  προσευχήθηκαν  για  την  ψυχή  του  Μίροβιτς  σαν  να  επρόκειτο  για  οσιομάρτυρα,  και  μάλιστα στον ίδιο τον τόπο της εκτέλεσης».  Η  κυρία  Ζωφρέν  δηλώνει  στο  βασιλιά  Στανισλάς:  «Θεωρώ  γελοία  τα  μανιφέστα  που  (η  Αικατερίνη)  δημοσίευσε  σχετικά  με  το  θάνατο  του  Ιβάν.  Δεν  ήταν  υποχρεωμένη  να  προβάλει δικαιολογίες∙ η δίκη του Μίροβιτς έφτανε».  Και στην ίδια την Αικατερίνη τολμάει να γράψει: «Έχω την εντύπωση πως, αν καθόμουν εγώ  στο  θρόνο,  θα  έκανα  ό,τι  θεωρούσα  πρέπον  για  τα  συμφέροντα  του  λαού  μου  και  για  τα  δικά μου, δίχως να δημοσιεύω μανιφέστα όσον αφορά τη συμπεριφορά μου. Θα άφηνα να  μιλήσουν οι πράξεις μου και θα έκανα την πένα μου να σιγήσει».  Η Αικατερίνη εξανίσταται: «Μπαίνω στον πειρασμό να σας απαντήσω πως αποφαίνεσθε γι'  αυτό  το  μανιφέστο  όπως  ένας  τυφλός  για  τα  χρώματα.  Δεν  συντάχθηκε  για  τις  ξένες 

Digitized by 10uk1s 


δυνάμεις, αλλά  για  να  πληροφορήσει  τον  ρωσικό  λαό  για  το  θάνατο  του  Ιβάν∙  ήταν  απαραίτητο  να  πω  πώς  πέθανε...  Διαφορετικά,  θα  επιβεβαιώνονταν  οι  κακοπροαίρετες  φήμες  τις  οποίες  διέδωσαν  οι  πρεσβευτές  των  βασιλικών  Αυλών  που  με  ζηλεύουν  και  με  εχθρεύονται...  Κακολογούν  στην  πατρίδα  μας  αυτό  το  μανιφέστο,  όπως  κακολόγησαν  και  τον Καλό Θεό, όπως κακολογούν πολλές φορές, εδώ, και τους Γάλλους. Παρ' όλα αυτά, δεν  παύει να είναι αληθές ότι τόσο το μανιφέστο όσο και το κεφάλι του εγκληματία διέψευσαν  όλες τις κακολογίες. Ο σκοπός λοιπόν πραγματοποιήθηκε και το μανιφέστο μου δεν λάθεψε  ως προς το στόχο του ergo, ήταν ακριβοδίκαιο».  Παρά  την  υπέροχη  τούτη  αγόρευση,  οι  φίλοι  της  Αικατερίνης  στο  εξωτερικό  δεν  μπορούν  να συνέλθουν από το πλήγμα της απογοήτευσης. Ο Βολταίρος σημειώνει ότι «η ιστορία του  Ιβάν  έλαβε  χώρα  κατά  τρόπο  τόσο  φρικαλέο  που  θα  έπαιρνε  όρκο  κανείς  ότι  είναι  έργο  υποκριτών».  Ο  ντ'  Αλαμπέρ  υπερθεματίζει:  «Είναι  δυσάρεστο  να  αναγκάζεσαι  να  ξεφορτωθείς  τόσους  ανθρώπους  και  να  δημοσιεύεις  στη  συνέχεια  πως  λυπάσαι  γι'  αυτό,  αλλά το σφάλμα δεν ήταν δικό σου».  Ύστερα, σίγα σιγά, οι φιλόσοφοι καταλαγιάζουν και  δέχονται  τη  λογική  του  Κράτους.  Ο  θαυμασμός  που  νιώθουν  για  την  απόμακρη  και  γενναιόδωρη  Αικατερίνη  τους  προτρέπει  σ'  ένα  είδος  καρτερικής  επιείκειας.  Για  ν'  απαλλάξει  τον  Βολταίρο  από  τους  ηθικούς  δισταγμούς  του,  ο  ντ'  Αλαμπέρ  του  αναφέρει  τούτο  το  ρητό:  «Καλύτερα  να  σκοτώνεις  το  διάβολο  πριν  σε  σκοτώσει  αυτός».  Και  διευκρινίζει: «Συμφωνώ μαζί σας ότι η φιλοσοφία δεν πρέπει να περηφανεύεται και πάρα  πολύ για τέτοιους μαθητές! Αλλά τι τα θέλετε; Πρέπει να αγαπάει κανείς τους φίλους του  με τα ελαττώματά τους». Ο Βολταίρος δεν ζητάει παρά μια πρόφαση για να πειστεί και για  να  ξεχάσει  αυτά  τα  «μικροπράγματα».  «Είναι  οικογενειακές  υποθέσεις  στις  οποίες  δεν  αναμιγνύομαι»,  λέει.  Πληροφορημένος  όσον  αφορά  τα  συναισθήματα  του  σοφού  του  Φερνέ,  ο  Οράτιος  Ουώλπολ  γράφει  στην  κυρία  ντυ  Ντεφάν:  «Ο  Βολταίρος  μου  προξενεί  φρίκη με την Αικατερίνη του». Και η δούκισσα ντε Σουαζέλ: «Νά τη (την Αικατερίνη) λευκή  και άσπιλη σαν το χιόνι. Είναι ο έρωτας των υπηκόων της, η δόξα της αυτοκρατορίας της, ο  θαυμασμός του σύμπαντος, το θαύμα των θαυμάτων». Στα σαλόνια του Παρισιού και του  Λονδίνου βάζουν τον Βολταίρο και την «Κατώ» του στον ίδιο παρονομαστή.  Στο  βάθος  του  παλατιού  της,  η  Αικατερίνη  βρίσκεται  σε  επιφυλακή  ζυγίζοντας  τη  σπουδαιότητα τούτων των στροβίλων. Η θύελλα σύντομα θα καταλαγιάσει, ε