Page 1


Οι «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΡΕ» ξεκίνησαν μια προσπάθεια με στό'Χο να δώσουν στο ελληνικό ανα-Υνωστικό κοινό βιβλία που πιστεύουν ότι αξίζει να διαβάσει. Εμείς δεν σας μιλάμε Ύ\α «Best Sellers», παρόλο που ό­ λοι σ'Χεδόν οι τίτλοι που θα κυκλοφορήσουμε έ'Χουν 'Χα­ ρακτηρισθεί διεθνώς έτσι. Και δεν μπορούσε να είναι και διαφορετικά, όταν εκατοντάδες βιβλία κάθε 'Χρόνο κερ­ δίζουν το 'Χαρακτηρισμό αυτό, κυκλοφορώντας σε μια τε­ ράστια α'Υορά. Σας μιλάμε Ύ\α κάποια βιβλία που τα διαβάσαμε και τα επιλέξαμε, ό-χι επειδή πούλησαν πολλά ή λίγα αντίτυ­ πα στις ΗΠΑ, στη Μεγάλη Βρετανία ή στη Γαλλία, αλλά επειδή πιστεύουμε ότι είναι βιβλία που αξίζει να διαβάσει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Αν έ'Χουμε δίκιο ή ό'Χι, την απάντηση θα μας τη δώσετε εσείς. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΡΕ


Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του βιβλίου αυτού ή η αναπαραγωγή του με οποιοδήποτε μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη


ΑΡΑΧΝΗ

Μετάφραση: Ελένη Κυτιραίου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΡΕ ΜΑΣΣΑΛΙΑΣ 10 ΑθΗΝΑ -


Copyright 'i) 1984 by Gordon Stevens Τίτλος πρωτοτύπου: SPIDER .C' 1986 Τ1ΤΛΟΕΚΔΟΤ1ΚΗ Λ.Ε. για Τη\' ελληνική γλώσσα Μετάφραση: Ελένη Κυπραίου Διόρθωση: Ζέτα Πρωτόπαπα Στοιχειοθεσία: Φωτοσύν Ε.Ε. Εκτύπωσ η: Λιθοτύπ Α.Ε. Εκτύπωση εξωφύλλου και βιβλιοδεσία: Ι. �IAKPHΣ Α.Ε. Σχεδιασμός εξωφύλλου: Ανακρέων Καναβάκης Φωτογράφιση εξωφύλλου: Νίκο ς Μαυρογένης Υπεύθυνος έκδοσ ης: Νίκος Κωνσταντίνου

Σε περίπτωση που τα βιβλία των εκδόσεων ΚΑΡΡΕ έχουν εξαντληθεί, αrιευθυνθείτε στην Τ1ΤΛΟΕΚΔΟTlΚΗ Α.Ε. Μασσαλίας 10, τηλ. 3610.035 - 3617.051


Η ΑΡΑΧΝΗ Ο Γκόρντον Στήβενς είναι παραγωγός και διευθυντής πα­ ραγωγής της τηλεόρασης. Εργάστηκε σαν δημοσιογράφος στη Φλητ Στρητ και σαν ανεξάρτητος ρεπόρτερ στη Νότιο Α..ιερική, για λογαριασμό πολλών δημοσιογραφικών πρα­ κτορείων και εφημερίδων, συμπεριλαμβανομένου και του Ομπσέρβερ. Σαν παραγωγ ός στο B.B.C. και στην ι.τ.ν, ερ­ γάστηκε στην Αφρική, την Ευρώπη, τη Βόρεια Ιρλανδία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κεντρική Αμερική. Κέρδισε αρκετά βραβε ία για τα ντοκυμαντέρ που γύρισε με θέμα την απεργία πείνας και το θάνατο του Μπρμπυ Σαντς - αγωνιστή του (ΡΑ, την επιστράτευση μισθοφόρων στη Νότια Αγγλία και τις ηθικές και κοινωνικές επιπτώσεις της τεχνητής γονι­ μοποίησης. Κινηματσγράφιε αποκλειστικά τη γέννηση του· πρώτου «παιδιού του Σωλήνα» στην Αμ ερική, καθώς και το πρώτο ντοκυμαντέρ που παρουσιάστηκε στην τηλεόρ αση με θέμα το Ελ Σαλβαντόρ. Ο συγγ ραφέας ζει στο Νιου Φό­ ρεστ, είναι παντρεμένος και π ατέρας δύο παιδιών.


Στη γυ ναίκα μου Μάριον και στο Γκουιλέ ρμο που γνωρίσα­ ' με στ η Λίμα του Περού. Σ αυτόν που αγωνίζετα ι πότε στη Βολιβία και πότε στη Χιλή, οφείλετ αι ένα μεγάλο μέρος αυτού του βιβλίου. Ελπίζω να είναι ζωντανός, αν κα ι φοβάμαι πως χ άθηκε. Ε υχαριστώ επίσης, τον Ίαν και τη Ν τέμπορα για την πίστη και την υπομονή τους. Τους Μπακ, Σέλγουϊν και Βέρα, καθώς και τους Μπράϊαν και Μπομπ για όσα μου διηγήθηκαν ιστορ ίες που συνέβησαν πριν σαράντα χρόνια. Ιδιαίτερες ευ ­ χαριστίες στον πατέρα Τζον, στους Άλαστερ, Ντα ίηβ και Κρις.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Λίμα, "ερού Κ οντ ά , πο λύ κοντ ά . Τ ο κ ρύ ο τη ς νύ χτας δ ιαπερνού σε το λεπτ ό κα λ ο καιρινό π ανωφ ό ρι και το πουκ ά μισο που φορού σε. Α ισ θά ν θ η κε την π αγωνι ά να μπα ί νει μ έ σα του σαν μα χ αιριά , να σ κ ίζει τη ζέ ­ σ τ η του κορμιού του, να τεμαχίζει τους μυς κ αι τους ιστού ς και να φ τά νει μ έχ ρι το κόκαλο . Έτ ρε ξε σαν μικρ ό παιδί . Ή­ ξ ερε πως σ την π ύλη - δέκ α χιλιόμετ ρα πιο κάτω, στον στρι­ φογυριστ ό δ ρό μο - θ α είχε περισσ ότερη ζεστασιά . Αν κο ίτ α­ ζε ψη λά - σ κέφτηκε - θα έβλεπε τον κα θη συχαστικ ό χαιρε­ τισμό του ήλιου στον ορίζοντα , σχεδό ν θ α άκ ουγε τον ή χο τη ς κ ίνηση ς των αυτο κ ινή των που τριγύ ρναγαν στην π όλη . Αγνόησε το ένστικτ ό του και ε ξ α κολούθησε ν α κοιτάζει μπ ροστ ά , σε μια π ροσπ άθ εια να περιορ ίσει τ ο α ίσ θημα τη ς μονα ξ ιά ς που τον αγκ άλια ζε απειλητικ ά . Κ οντ ά . Π ο λύ κοντ ά . Ήξερε πως έ π ρεπε να μείνει π ί σω, να στε ίλει π ρώτ α τον σ ύ ν δεσμο, να β ε β αιω θ ε ί για τ α μ έτ ρα ασφα λε ί ας, π ριν ενερ­ γή σει. Ό μως αν ο δ ρ ό μος ήταν μ ακ ρύ ς, το κέρδος ήτ αν πο λύ μεγα λύ τερο. Α ναρωτήθη κε π ό σην ώ ρα ήθ ε λε α κ όμ α . Τι πα­ θ α ίνουν ά ραγε οι προ δότ ες ; "Η τα ν πο λύ π ροσεκτικ ό ς . Δεν κουβ α λ ού σε κανένα έγγρα­ φο που θ α μπορο ύ σε να τον φ έ ρει σε δύ σ κολη θέ ση , ε ίχε νοι­ κιά σει ένα αυτοκίνητο με άλλο ό νομ α . " Ε τσι, αν έ π ρεπε να το βάλει στα π όδ ια , κανέ να στοιχεί ο δεν θ α ο δηγο ύ σε στον Χέ ρμπερτ Βά ισερμαν, γεννη μ έ νο το 1943 στη Στ ουτγ ά ρ δ η τη ς Γερμανία ς . Μόν ο εκείνοι θ α το ήςεραν , ό πως π άν τ α . Κ ι αν α κό μα δεν το ήξεραν , θ α το μ άθ αιναν, ε ί χαν τ ον τρ ό πο τους " Γι ' αυ τ ό και κα θότ α ν στο αυ τοκίνητό του και τους περί­ μενε . Δ ια κ ό σια μ έ τ ρα πιο κ ά τω , διέ κ ρινε τα φώτ α ενός αυτοκι9


νή του να προβ άλλ ουν π ί σω απ ό τον το ίχο και να π έ φτουν ε π άνω στους αγρο ύ ς με τα κα λ α μ π ό κια , στ ' αρισ τ ερ ά του δρόμου. Κ ο ίτα ξε το ρο λό ι του . Μ ια ώ ρα π ά νω-κ ά τ ω . Όπως περ ί που , τα ε ίχαν υπο λ ογ ί σει και οι δυο τους . Ώ ρα για να δώ σει ο σ ύ ν δ εσ μος την αναφορ ά του και να φ ύγουν οι υπ ό ­ λ οιποι . Τα φώ τα του αυτοκ ί νητου έ πεφταν άλλοτε ε δώ κι άλλ οτ ε ε κ εί όσ ο το αυτοκ ί νη το αν έβαινε τον ανήφορο . Α φουγ κ ρ ά ­ σ τη κ ε τ ο θό ρυ β ο τη ς μη χανή ς , τ ο μα λ α κ ό βόμ βο τη ς Με ρ­ σεντές που π λησ ί αζε προς το μ έ ρος του . Έσ κυψε, χα μή λωσε το κεφ άλ ι του , κα ι καταρ ά στη κ ε τον εαυτ ό του : για τ ί δεν ε ί χε βγε ι α π ό το αυτοκ ίνητο ; Πε ρ ί μενε και μέτ ρ αγε τα δευτερόλε­ π τα μέχρι να προσπ ε ρ ά σουν . Τέ ντωσε τ ' αυτι ά του για ν ' α­ κ ούσε ι κ ά ποιο ή χο , κ α μι ά α λλ αγή στην επιτάχυνση , που θ α σή μ α ι νε ότ ι ή ξεραν. Ήξε ραν γ ια τ ί β ρισ κ όταν εκεί . Με τ ά η Μερσεντές α π ο μ α κ ρ ύ νθη κ ε . Καθώς περνο ύ σε, φώ τισε με τ α μεγ ά λα φαν ά ρια τη ς το α χνογ άλ α ζο ε σωτ ε ρικ ό του νοικια­ σ μένου αυτοκ ί νητου κ αι χ άθη κε στο βάθ ο ς του δ ρ ό μου . Τ ο σ κ οτάδ ι τον τ ύλ ι ξ ε και π άλ ι. Τεντ ώθη κ ε κι αισ θά νθη κε τη ' να υ τ ία κ αι τη ν έ ντασ η να κ ατα λ αγι άζουν . Από το σ η μεί ο που είχι: πα ρ κά ρει μ πορο ύ σε να δει τη διασταύ ρωση , ε κεί που ο δρόμος συναντο ύ σε τ η μεγάλη λεωφ ό ρο για τα βουνά , τ ετρα­ κ ό σια μ έ τρα πιο κ ά τω. Κ ο ί τα ζε στο κα θ ρεφτ ά κι και μετ ά στ ή λωσε το βλέμ μα του μπ ροστ ά στον ά σ π ρο το ί χο, απ ' ό ­ π ου εί χ ε προ βάλλει η Με ρσεντ ές . Δέκα λεπτ ά , εί χαν συμφω­ νήσε ι . Δέ κ α λεπτ ά α π ' τη στ ιγμ ή που θ α έφευγαν οι άλλ οι. Ο σύ ν δ εσ μος θα έ μενε μ ό νος στο σ π ίτι . Κ ο ί τα ξε εμ π ρ ό ς στο δ ρ όμ ο. Φ ο βό ταν να κοιτ άξ ει π ί σω, φο βότ αν να κοιτ άξει το ρο λό ι του, φοβ ό ταν μή πως χ ά σει το σινι άλο . Τον έ πιασε ξ ανά η ναυτ ί α , α λλά αυτή τη φορ ά ή τ αν δ ιαφο­ ρετικ ή . Ή τ αν η ναυτ ί α τη ς επι τυχία ς , και όχ ι του φ όβ ου . Ο σ ύ ν δ εσμος ήταν εντ άξ ει π ά ντα το π ί στευε . Δ εν υπή ρχε λό ­ γος να τον υποπτεύ εται . Κ ι αν κ άτ ι π ή γαινε στρ αβά , θύ μισε στον εαυτ ό του, υπ ή ρχε και η τελευταία λύ σ η . Ό μως τ ί ποτε , δεν θ α π ή γαινε στρα βά . Η Μ ερσεντ έ ς εί χε φ ύγει, και ο σ ύ ν δε­ σμος ή τ α ν μό νο στο σπ ίτ ι. Ή ταν χαρού μενος , όχι μ όνο για τον εαυτ ό του ή για τον σ ύ ν δεσμο α λλά και για τη Μ α ρ ί α . Είχε προσ π α θή σει ν α μη την ανα κατ έ ψει, να την περιφρουρή,

10


σ ει - σ τ ην κurlOλεξία - με σωματοφύλακε.;, αλ λά δεν u­ πήρχα\' περιθΙ;JΡια εκλογή.;. Τι;)ρα, ήξ ε ρr. πως σε λίγο όλα επιτ έλου.;, θα τελείωναν. I'vΙ π ρ οστ ά του ανα βόσ βη σ α ν τ α κόκκινα φι;nα των φ ρέ νων, μι α φορά, δυο φ ο ρ ές ·Α ναψε τη μη χ ανή , έβ α λε π ρ ώτη , κ α τ έβη κε το κ ρ άσπεδ ο και βγή κε στο δρόμο. Ε κα τ ό μέτρ α α π ό το σινιάλο. Αισθανόταν την τ α ρ α χή, ή ­ ξερε τ ι είδους σ κ έ ψ εις περνο ύ σ α ν από το μυαλό του άλλου. Ο άν θρω πο ς τ ο υ σ π ι τι ού ή τ αν σ η μ α ντικ ό ς ε ίχε πει ο σύνδε­ σμος. Α υτό ό μ ω ς ωχ ρ ιού σ ε μπροστά στα υπό λ οιπ α . Η ορ­ γάνω σ η, το δί κ τυο, τα συ μ β ό λ α ια . Κ αι ο Ο κ τ ά βιο, το σχέ δι ο Ο κ τ ά β ιο , ό πως εί χε πει ο σ ύν δ εσ μος , ή τ α ν το πι ο σ π ουδα ί ο π ρό σω π ο . Αυτό ς π ου θα τα ξε σ κέπ α ζε όλα . ·Ο σ α υ πήρχαν σ ε χα ρτι ά κ αι έγγρα φα. Τ α ον ό μ α τα , τους συν δέ σ μου ς . Την τ αυτ ότη τ α εκεί νου που θα ανέτ ρ επε τα πά ν τα. Π ώ ς ν α είνα ι ά ρ αγε ο Τζο Κόριγκαν , ανα ρωτώθ η κ ε. Π ώς θ' αντιδρούσε αν ποτέ τον συναντο ύ σε; Τ ρι ά ντα μ έ τρα . Μ ε το π όδ ι στο φ ρ έ νο έ κοψε τα χ ύ τητα . Φώτα ά στραψαν στον κα θ ρέ φτη του αυτοκ ί νη του . Κά ποιος θ α γύριζε α π ό π ά ρτυ , ή ταν πο λύ α ργ ά για δουλει ά-. Ο σ ύ νδε ­ σ μος β ρισ κ ό ταν έξ ω α π ό το αυτοκίνητό του. Σ τεκ ό ταν στο π ί σω μ έ ρος και του έδειχνε τ·η ν ανοιχτή ε ξώ πορτα που ο δη­ γού σε στο σ π ίτι. Σ τα απο δεικτικ ά στοιχεί α . · Επ ρεπε να τη λε­ φωνή σει στη Μ α ρ ί α , σ κ έ φτη κε, να τη ς πει ό τι όλ α πήγαιναν κα λά . Α ναρω τήθη κε . . . άλλη μιά φορά γι α τον Κό ριγκαν. Υ ­ π ή ρχε κ ά τι διαφορετικ ό στην α τ μ ό σφαιρα . ·Ο χι στρα βό , α­ π λ(ος δ ιαφορετικ ό . Ξ εκα θά ρισε το μυα λό του , έ ψα ξ ε να β ρει την ε ξή γηση . Τ ι ή ταν αυτ ό που ε ί χε προ ξ ενή σει τη δ ιαφορ ά . Δ εκαπ έ ντε μέ τ ρ α . Μ ε το αυτοκ ί νητο σ χε δό ν σταματη μ ένο, έ στριψε το τιμ ό νι. Κά τι δεν π ήγαινε κα λά . Κ ο ίτα ζε τον σ ύ ν δεσ μ ο . ·Ετρεμαν τα π όδ ια του , στηριζό ταν στο αυτοκ ίνητο για να μη π έ σει. Δεν μπορε ί να ή ταν με θυσ μ έ νος . Κ ουνού σε το χέ ρι του αυτ ό ­ ματα, μη χανικ ά , λες κι όλες οι άλλες κινή σεις του προκα­ λού σ αν π ό νο . Του έδει ξε να συνεχ ίσει στο κήπ ο . Β ιαστικ ά . Α πε λ πισμ έ να . Τ ο αυτοκ ίνητο των γλετζέδων έ κο β ε ταχύ τητα . Π αν άθε­ μ ά τους ! Την πιο α κατ άλλη λη ώ ρα εμφανί στη καν. Ο δ ρ ό μος ,

­

.

,

,

11


έ π ρεπε να ε ίναι ε λε ύθ ερος και το σ κοτ άδ ι στη δι άθεσή τους. Τ ο πρ ώ το ανα θεματισ μέ νο αυτο κ ίνητο τη ς β ρα δ ι ά ς . Χ ριστ έ μου ! Τ ο κατ άλα β ε . Η Μ ερσεντ έ ς δεν είχε χα θ ε ί στο βάθ ος του δ ρ ό μου . Εί χε φύγει α π ό το σ π ί τι για να κ ρυφτεί π ί σω α π ό τα δέντ ρα κ αι να εμφανιστεί την κατ άλλη λη στιγ­ μή . Δ εν είχε φ τά σει στον αυτοκινη τ όδ ρομο . Δεν εί χε σ κοπ ό να φτ ά σει εκεί . Τ α φώ τα π ίσω του τον ζάλισαν. Σ χε δό ν τον τ ύ φ λωσαν . Το μεγ ά λ ο τετ ραγωνισμ έ νο μο ύ τρο τη ς Μ ερσεν­ τi:ς . Ο σύνδεσμος ά ρχισε να κουν ά ει βί αια τα χ έ ρια του, σχε­ δόν ικετευτικ ά . Είδε το π ρ ό σωπο του άντ ρα κ άτ ω α π ό το ξ αφνικ ό φως: χ λ ομ ό , τρομο κ ρατη μ έ νο , με τα μ ά τια και το στ ό μα ορ θά νοιχτ α κα θώ ς η Μ ερσεντ έ ς έ πεφτε π ά νω του και τ ον έλ ιωνε . Έ κανε π ίσω και π ά τησε το γ κ άζι μ ' όλη του τη δύ ναμη .

12


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 1983


1

1.59 μ.μ. Λίμα, Περού Νότια Αμερική

Ο επι βάτη ς της μα ύ ρη ς Σ ιτροέ νCΧ Π ρεσ τίζ που δ ιέ σχιζε την Π ανα μερικανική Λ εωφ ό ρο και κατευθ υνό ταν π ρος το σ κ ονι­ σ μ έ νο μονοπ άτ ι της Σ ι δάδ ντε Ντίος, της Πόλης του Θ εού , ήταν νέος, γύ ρω στα εικοσιπ έντε και καλοντυμ ένος . ' Εμπαι­ νε σε μια κακοφτιαγμένη π όλη που σ ύ μφωνα με το δη μοψή ­ 198 1 χιλιάδες φισ μα του στ έγα ζε ε β δομήντα κατο ί κους - ά ντρες, γυνα ί κες και παιδι ά - χαμη λο ύ εισο δή ­ ματος, γεγονό ς που ενώ το γνώ ριζε, ού τε τον εν διέφερε, ού τε τον αφορού σε. Τ ο κοστο ύ μι και το πουκ ά μισ ό του , κα θώ ς και τα χειροποίητα παπούτ σια του , ήταν αγορασ μ ένα στα κα λύτ ερα καταστή ματα του Π αρισιού . Το ρο λόι που φορού ­ σε στο λεπτό καρπ ό του χεριού του ήταν 22 καρατιώ ν . Κ ρα­ τού σε έ να χά ρτη και έδειχνε τον κ ό κ κινο σταυρό στο κ άτ ω δε ξί τ μή μ α . Τ ο δά χτυ λό του στο λιζόταν μ έ να ατ ό φιο ασημ έ ­ νιο δ α χτυ λίδ ι. Α κ ό μα και το ό π λο που κου βα λ ού σε στη μα­ λ α κι ά δερμά τινη θή κη στο π ί σω μέ ρος του σακακιού του, ήταν από τα α κ ριβότ ερα της αγορά ς. Χειροποίητο Κ ορ θ . 357, μάγκνουμ , αγορασ μ ένο για 2.000 μά ρκα Γ ερμανί ας α π ό την Κ ο λωνία , με την αν άλογη άδεια οπλοφορίας. Οι ρο λο δε ί κτες έδει ξαν 3:00 π . μ . Οι αριθ μοί π ή ραν ένα λα μπερ ό ρ όδ ινο χρώ μα . Σ τα δε ξ ιά , με μικρ ό τερα ψηφ ί α , η η μερομηνί α . Δεν έδωσε κα μι ά σημασ ία και συγκ έντ ρωσε την π ροσοχή του στη δουλει ά που τον περί μενε . Ο παπ ά ς, τον εί χαν πει. Στ ο σχολε ίο . Στ α μισ ά του δ ρ ό ­ μου, κατεβ α ίνοντας δεξι ά . Σ τον τρ ίτ ο δ ρ ό μο δε ξιά μετ ά τη δε ξ α μενή νερο ύ . Δ εν ήταν μια συνη θ ισμ ένη, (.lποστολή , απ ' αυτέ ς που συνήθως ανα λά μβανε, α λλά �ά\ι το ση μαντικ ό . Το ή ξερε, το είχε αποφασί σει. Ή ταν σημαντική υπ όθεση . Α ­ ναρω τήθη κε π ώ ς να ε ίχαν ανακα λύ ψει τον παπ ά . Η ζέ στη της ερή μου δ ιαπερνού σε τη δ ροσ ιά του κ λιματι­ σμού μ έ σα σ τη Σιτ ροέν . Ο νεαρό ς ά ντ ρας ά νοιξε το παρ άθυ•

15


ρο, σκο ύ πισε τον ιδ ρώ τα απ ό τα χέ ρια του, κι αναρωτή θη κε π ώ ς να ή ταν ο καιρ ό ς στο Π αρ ίσι. Ο συνοδό ς του, ο δ ηγού σε ά νετα και ξέγνοιασ τ α . Φαινό ταν να μην τον επη ρ έ αζε η ζέ­ στη , π α ρ ά το β α ρύ π αλτό που απαιτού σε η περ ίσταση . « Ελ­ π ίζω να ξέ ρεις πού πά με» . Ή ταν η πρώ τη φορά που μ ίλη σε ο ο δηγ ό ς από τη στιγμή που ά φησαν την πόλη . « Ξέ ρω που πηγα ίνουμε. Ελπίζω μ ό νο να είναι εκεί » . « Κ ι αν δεν είναι;» « Π ρέ πει να ε ίνα \ ) . « Είναι τ ό σο σημαντικ ό ς» . Η ερώ τηση ή ταν σ χεδόν σ αν δή λωση . Ο επι βά της έ ρι ξε μια μα τι ά στο χά ρτη μπ ροσ τ ά του . « Ν αι, ε ίναι ση μαντικ ό ρ) . Α νέβ ασε το παρ άθυρο, κ λείνοντας έξ ω απ ό την πο λυτέλεια του υπη ρεσιακού αυ τοκ ίνητου, τη. μυρω δ ιά της φτώ χειας. « Πώ ς λες ν' αντιδρ ά σει ; » Ο ο δηγό ς δί στασε. « Δ εν ξέ ρ @) , απ ά ντη� κ ά ποια στιγμή . « Θ α πρέπει να το περιμ ένεη) . Τ ο δά χτυλο του επιβά τη α κουμπού σε στον κ ό κ κινο σταυ­ ρ ό . Έ ριξε μια α κ ό μα ματιά στο χ ά ρτη . « Στην άλλη ά κ ρη του τετραγώ νου, πενή ντα μέτρα πιο κ ά τω και φτά σαμε » . « Δί π λ α στο κα μ μ ένο αυτοκ ίνητο ; » « Α κρι βώρ> . Η Σ ιτ ροέν έ κοψε ταχύ τητ α , π ροσπέ ρασε το καταστραμ­ μ ένο αυτοκίνητο σ τη γωνι ά του δ ρ ό μου, κ ύ λησε σιγά - σιγ ά ώ ς κ ά τω και στα μ ά τησ ε. Ένα σ ύ ννεφο σ κ ό νης σ κ έπασε το μα ύ ρο αυτοκ ίνητο, κ άλυψε τις πινα κ ίδες κυκ λοφορ ίας και το δ ια κ ριτικ ό σή μα της δ ιπλωματική ς αποστο λή ς . Τ ο σ χο­ λε ίο ή ταν το μονα δ ικ ό κτ ί ριο που δεν εί χε κατασ κευαστεί α π ό π ρ ό χειρα υ λικ ά . Το τσιμεντένιο κτί σμα ή ταν κα κο­ φτιαγ μ ένο . Σ ιδ ερένια κ ά γ κελα έ κ λειναν τις τ ρ ύ πες που χρη­ σίμευαν για π α ρ άθυ ρα . Η ξύλινη άβ αφη πό ρτα , περί μενε ορ­ θά νοιχτη να δεχτ εί το παρα μικρ ό φύ ση μα α έ ρα . Στον το ί χο, κ ρεμ ό ταν α π ό ένα αυτοσχέδ ιο κοντ ά ρι η περου β ιανή ση μ α ί α με τα κ ό κ κ ινα και κ ί τρινα ξ επ λυ μ έ να χρώ ματ ά της. Α π ό την απ έ ναντι μερι ά του δ ρ ό μου , ά ρχισε να σχη ματ ίζεται ένα π λή ­ θ ος. Π ερίμεναν με ανυπομονησ ί α . « Δ υο λεπτ ά » , εί πε ο επι­ βά της βγ α ίνοντας α π ό το υτοκ ίνη το κ αι ξεκουμπ ώ νοντ α ς το πα λ τ ό το υ . « Όχι παρα π ά νω» . Τ α παι δι ά α ισ θά ν θη καν την π α ρουσ ί α του , π ροτο ύ εμφα16


νιστεί στην πό ρτα και κρύ ψει το φως . Ο ι ομιλίες τους "χα μή­ λωσαν και μετ ά δ υν ά μωσαν, όλο νευρικό τητα. Μ ια η λικιω­ μ ένη γυνα ίκα , με τα μα λλι ά μα ζεμ ένα πί σω, σκη κώθη κε και τον "χαιρέτησε. « Κ α λησπέ ρ α , σε τι μπορώ να σας εξυπηρετή­ σω ; » Ο επισκέ πτης πέ ρασε το κατώφ λι, και τα μ ά τια του προσα ρ μ ό στηκαν α μ έσως στο σκοτ άδι. Σ την άλλη ά κρη του δωματ ίου ο παπ ά ς τον κο ίτα ξε. Ήξερε πως θ α ' ρ"χόταν αυτή η στιγμή . Την περ ί μενε. Κά ποτε, κά ποιος σαν . . αυτ ό τον ξένο, θ α τον έβ ρισκε. Γνώ ριζε ακό μα και την η μερο μ ηνία . Δ ευτ έ ρα . Δ ευτ έ ρα, εφτ ά του μ ή να. Κ ο ίταξε το ρολό ι του. Μ περ δεύτηκε . Δ ευτέ ρα, τριάνtα μ ί α του μή να . Μ ια ε βδ ομ ά ­ δ α νωρ ίτερα. Ο ά ντρας που στεκ ό ταν στην πό ρτα τα εί"χε ε ξί­ σου "χαμ έ να. Τ ον εί"χε πειρ άξ ει η ξ αφνική ζέ στη μ όλις βγήκε από το αυτοκίνητο, η σκοτεινιά του σ"χολε ίου, η μυρω δ ι ά και η φασαρ ία των παι δ ιώ ν. Κ ι οι παπ άδες του εί"χαν μιλή σει για έ ναν παπ ά . Π οιον απ ' όλ ους; Δ εν ήταν μ ό νο ένας . Μέτρησε β ιαστικ ά πέντε. Πέντε παπ άδες που έ μοια ζαν μετα ξύ τους, που μοιρ άζονταν την ίδ ια α ί σ θη ση γα λή νης και ησυ"χί ας, σκυ μ μ ένοι πά νω απ ό τα παιδ ι ά που κυ λιό ντουσαν στο ά φτια­ "χτο π ά τωμα . Κ οίτα ξε κα λύ τερα και αμέ σως τον κατά λα β ε . Ήταν εκείνος στην π έ ρα γωνία. Δ εν "χρειάστηκε ν α του τον δείξ ει ο δά σκα λος. Ήταν αυτ ό ς που φαιν ό ταν να ξέ ρει, σαν να περ ί μενε. Έ κανε π έ ρα τα παιδ ι ά που μαζεύ τη καν γ ύ ρω του . Σηκώθηκε. Τ ριά ντα π έντε "χρονών και π άνω , μαλλιά που ά ρ"χιζαν να αση μ ίζουν, ά σ π ρο κολλάρο και κ ό κ κ ινο πουκ ά μισο, σ ' αντ ίθεση με το μα ύ ρο κοστού μι που φορούσε . Ο ξένος έκανε ένα βή μα μπ ροστ ά , παρατή ρησε τα π αιδ ι ά , κι έβ αλε το "χέ ρι του μ έσα στο σακ ά κι του . Β ρή κε το μαντ ίλι του και σκο ύ πισε το χ έ ρι του . « ο πατ ή ρ Ζαν ; » Ο ιερέ ας έγνεψε καταφατικ ά , τα ε ί χε εντελώ ς χα μέν α . Ο ξένος ή ταν ευ θύ ς και τυπικ ό ς . « Πά τερ Ζ αν, τ ιμή μου που σας γνωρ ίζω . Ο νο μ άζομαι Κ λωντ Μπερνά ρ, Π ρώ τος γ ρ αμ­ ματέας της Γ αλλικής Π ρεσ β είας » . Τους π λησ ί ασε ένας άλ­ λο ς ιε ρέας , με το πρ όσωπο γεμάτο α νη συ χία. « Σ υμ βαίνει τίποτα ; » Ο π ρώτο ς γρ α μ μ α τέας αισ θά νθη κ ε τη βα θιά εμ πισ τ οσ ύνη που υ π ή ρχ ε ανά μεσα στους δύο ιερω­ μένους . Ο πάτερ Ζα ν κούνη σε το κεφ άλι του . «'Οχ ι, τί π οτα » . Με τους καλούς του τ ρόπου ς ξεπέ ρασε 17


την νευρικότητ ά του . « Με συγχωρεί τε» . Τους σ ύ στησε. « Α πό δω ο πατή ρ Μικέλ από το Π ουέ ρτο Ρίκο . Ο κ. Μ περ­ ν άρ της Γ α λλική ς Π ρεσ βείας στη Λί μα» . Ο νεοφερμένος χαι­ ρέ τησε κι απομακρ ύνθηκε. « Μ πορώ να σας μιλή σω ιδιαιτέ ρως ; » ρώ τησε ο Μ περνά ρ . « Π ρ όκειται για κά τι ση μαντικό » . Ο πατή ρ Μισέλ τους παρα­ κο λουθ ού σε κα θώ ς έφευγαν, κρύβοντα ς την ανησυχία του από τα παιδιά . Ο Π ρώ τος γραμμα τέα ς μιλ ο ύ σε, ο παπ ά ς δί­ π λ α του , χ λομ ό ς , κουνού σε το κεφ άλι του σαν να μην ή ταν σε θέ ση να κατα λάβ ει τι του έλεγε. Ο πατή ρ Μ ισέλ πλησ ίασε στην πό ρτα, όλο αγωνί α . Δ εν ά κουγε, ήθε λε ό μως να ξέρει. Α ν ά μεσα στις φωνέ ς και τα ξεφωνητά των παιδιών έπιασε μ ε ρικέ ς κουβέντες την ώ ρα που ο ξένος ο δηγούσε τον πα τέ ρα Ζαν στο αυτοκίνητο. « ο πρεσ β ευτή ς . . . θέλει να επιβεβαιώ σει τις λεπτομ έ ρειες . . . π ρέπει να σας μιλή σει π ροσωπικ ά . . . ειδ ο­ πο ίησε ή δη το Π α ρ ί σι . . »

2

9.30 μ.μ. ΠαΡίσι,

Γαλλία

Σά ρ λ Σαλ μπρ άν β υ θίστη κε αναπαυτικ ά στο κ άθισ μ ά του, έ κ λεισε τα μ ά τια κι αφέθη κε στο μαγικό ά κουσμα του 210υ κονσ έ ρτου για πιά νο σε σι μείζονα - του Μότσαρτ. Η συναυ­ λία εί χε αρχίσει με την 9η Σ υμφωνία τ ου Σ ο ύ μπερτ, της ο­ ποί ας η εκτέλε ση ή ταν ανώ τερη κι από τις προ βλέ ψεις των κριτικών . Σ το θεωρε ίο τού ς εί χαν σερ βί ρει σαμπ ά νια - μια ακό μα έ κπ ληξη απ ό μ έ ρους του για τη γυνα ί κα του - στη δ ι ά ρκεια του δ ια λεί μ ματος. Κ αι τώ ρα το κονσέ ρτο Ν ο 21 . Τ ο αγαπη μ ένο του κομμ ά τι. Τ α γενέθλια τη ς γυνα ί κ α ς του . Το πρώ το β ράδυ που έβγαιναν μαζί έξω . Μ ια φυγή από τις υποχρεώ σεις του γραφείου που τους κρατού σαν ε δώ και τ ρεις μήνες, από την εκλ ογική περ ίο δ ο και μετ ά , μόνιμα α ­ πασχο λη μ ένους . Μ ετ ά , θ α δειπνού σαν στο ίδ ιο εκείνο εστια­ τ ό ριο που πριν α ρκετ ά χρ ό νια της ε ίχε κάνει π ρό ταση γ ά μου . Μέσα σ τη σκοτεινή α ίθ ουσ α , η δύναμη τη ς μουσική ς ανα δυ­ όταν α ργ ά και κυρ ίευε τους α κ ροατέ ς . · Εδιω ξε από το νου του και την τελευ τα ί α έγνοια τη ς δ ου λει ά ς , ξέχασε τους δυο Ο

18


μονα δ ικο ύς α νθ ρώ που ς σ τ ον κό σ μο που γνώ ριζαν πού β ρι­ σ κ ό ταν κα ι περ ίμ ενε το κυρ ίως μ έ ρος τη ς συμφωνί α ς . Η φωνή π ά νω α π ό τον ώ μο του ή ταν δ ια κ ριτικ ή , α λλά επ ί ­ μονη . Μ ισογ ύ ρισε το κεφ άλ ι του, με τ ' αυτ ί του στραμμ έ νο στην μουσική , έ χοντα ς μ όλ ι ς συνειδητοποιή σει τον π ροσω­ πικ ό του σωματοφ ύλ α κ α που έ σ κυ β ε ψιθ υ ρ ίζοντας . « Λ υπ ά μαι, κ ύ ριε, ό μως ο δ ιευ θ υντή ς λέ ει, πως σας ζητούν στο τη λέ φωνο» . « Αργότερα δεν γ ί νεται ; » ρώ τησε ο Σ α λμ π ρ ά ν, γνω ρ ίζον­ τας την απ ά ντηση , ξ έ ροντα ς πω ς ένας κα ι μόνο ά ν θ ρωπος θ α τον ζητού σε. · « Ο χι, κ ύ ριε . Λέει πως ε ίναι επείγον » . Εί πε σιγαν ά σ τ η γυνα ί κα του ό τι θ α επ έ σ τρεφε σ ύν τομα , κι α κο λ ούθησε το δ ιευ θ υντή μ έ σα απ ό έ να λ α βύ ρινθ ο δ ια δ ρ ό ­ μων . ·Εφτασαν σ ' έ να μικρ ό γραφε ί ο στο π ί σω μέρο ς του θ έ α­ τ ρου . Τ ο μυα λό του εξακο λουθ ο ύ σε να β ρ ί σ κεται σ την α ίθ ου­ σα και να παρασ ύ ρεται απ ό τη μουσικ ή που πια δεν μπορού ­ σε ν ' α κ ο ύ σει. Σ κ έ φτη κε το τραπ έζι στου Κλωντ . Ο δ ιευ θ υντή ς βγή κε απ ό το δω μ ά τιο , ρ ί χνοντας μια τε λευτα ί α ματι ά σ τον ψη λό , επι βλητικό και μεσ ό κοπο ά ντρα που κ άθ ι­ σ ε στο γραφεί ο του · έ κ λεισε την π ό ρτα π ί σω του . Σ το δ ι άδ ρο­ μο, ο σωματοφ ύλ ακας περ ί μενε ακ ί νητο ς . « Σ α λ μ π ρ ά ν» . Ο π ροσωπικ ό ς του γραμματ έ ας απ ά ντησε αμ έ σως. « Κύ ριε Σ α λ μ π ρ ά ν , λυπ ά μαι που σας ενοχλώ , α λλά η π ρεσβε ί α τη ς Λί μα μ όλι ς δ ιεκπερα ίωσε μια υπ όθεση που σας εν δ ιαφέ ρει » . Τ ο μυα λό του Σ α λ μ π ρ ά ν ά φησε τη μουσικ ή κι αρπ ά χτη κε απ ό το ν όη μα των λέ ξεων . Δ εν ή ταν έ να κοινό θέ μα - μ ια π λη ροφορ ί α ή μια υπ όδειξ η για κ ά τι που προέ κυ­ ψε. Δεν ή ταν κ ά ποιο παγκοσμ ίου εν δ ιαφ έ ροντος γεγονό ς , κ ά ποιο πο λιτικ ό σ κ ά ν δ α λ ο , μια δ ο λοφο νία για την οπο ία θ α έ π ρεπε να ενημερωθ ε ί σαν υπουργ ό ς των Εξωτερικ ώ ν τη ς Γ α λλί ας . · Η ταν κ ά τι διαφορετικ ό . Κά τι που επιθ υμού σε να · μ άθει. Ε σ κυψε μπροστ ά , α κού μπησε τους αγκ ώ νε ς π ά νω στο γραφεί ο , σ κ έ πασε το κ ά τω μ έ ρος του α κουστικο ύ με το χέ ρι του και το έ φερε κοντ ά στο σ τ ό μα του , με τον χαρακτη­ ριστικ ό τρ ό πο των ανθρώπων που έ χουν τη συνή θεια ν ' α­ κο ύ ν και να μιλά νε για εμπιστευτικ ά θέ ματα . Κατ ά κ ά ποιο τ ρ ό πο ή ξ ερε τι θ α του έλεγε ο συνομι λητ ή ς του . · Ε σφι ξε τα 19


σαγ ό νια του . « Σ' ακούω » . Ο προσωπικό ς γραμματ έα ς μ ίλησε τα επό μενα 5 5 δευτε­ ρ όλε πτα . · Ηταν α κ ρ ιβής κα ι σ ύ ντομος, χωρίς καμιά περ ιττή κουβέντα . Αφηγή θηκε λεπτομερώ ς την έκθεση της πρεσ β είας της Λί μα κα ι αναφέ ρ θηκε στι ς πηγ έ ς κα ι την α ξία της π λη ροφο­ ρίας. · Οταν τελείω σε, περί μενε μ έχρι να συνέλθει ο Σ α λ­ μπρ ά ν, έχοντας συνείδηση του τ ι είχε ξεστομ ίσει . « Ε υχαριστώ » . Η φω νή του Σ α λ μπρά ν ακού στηκε φυσική . Δ εν ά φησε να φανεί η ψυχική κα ι σωματι κή του κατ ά πτωση . Μέ σα από το σ κοτ άδι , ανα δύθη κε μια απειλή , τ ό σ ο απότο­ μα, τ ό σο αποπνικτι κή που τον τύλιξε. « Μή πως , μπορεί ς να β ρεί ς τον Π ρ όε δ ρο, σε παρακα λώ ; » Ο γραμματέ ας ανταπο­ κρίθη κε αμ έ σως στη μονα δ ική ερώτηση του προϊστ ά μενου του . « · Ε χω έναν αριθ μ ό τη λεψώνου » . Ο Σ α λ μπρ ά ν τον έγραψε στο σημειωματ ά ριο που κρα τού σε πά ντα επά νω του , όπου κι αν πήγα ινε , ξ αναευχαρ ίστησε τον γραμματ έ α και κατέβ α­ σε το ακουστικό .

3

9.13 μ.μ.

Μελεράν, Γαλλία

Η κρε β ατοκά μαρα ήταν παγωμ ένη . Η η λικιωμέ νη γυνα ίκα διέσχισε το δω μ ά τιο , με α βέβ αια βή ματα κι έφτασε στην τουα λέ τα της . Η αναπνοή τη ς σ χημ ά τιζε παγωμ ένα συννεφ ά ­ κια . Τυ λίχτηκε σ τη μ άλλ ινη ρ ό μπα που έ ριξε πά νω από το νυχτικό της κι αφουγκρ ά στηκε τη θύε λλ α που λυσσομα­ νού σε. Το πρό σωπο που αντίκριζε στον κα θ ρ έφτη φαιν ό ταν κου­ ρασμ έ νο· κι αυτ ό δεν οφειλό ταν στην η λικί α . . Αγγιξ ε το δέ ρ­ μα του λ αιμού τη ς και θυμή θηκε π ό σο νέ α υπ ή ρ ξε κά ποτε, π ό σο νέ οι υπή ρ ξ αν κι οι δυο τους πριν τριά ντα εννι ά χρό νια . Ά π λωσε το χ έ ρι να πιά σει την κρέ μα και βάλθηκε ν ' α λείφει και να κά νει μασ άζ στο πρ ό σωπό της , επιμ ένοντα ς στις ρυτ ί­ δες γύ ρω από τα μ ά τια, ενώ το βλέ μμα τη ς έ μενε καρφωμένο 20


- ό πω ς Kά�ε φορά - στις φωτογ ραφ ίες στη βά ση του κα θ ρ έ ­ φ τη , στους δύ ο ά ντ ρες που την κο ίτ αζαν μέσα α π ό τη ν περ ί ­ τεχνη κορν ίζα . Ο ά ντρα ς σ την αριστερή α σ π ρ ό μαυρη φωτο­ γ ραφία έ δ ειχνε γερ ό ς και δ υνατ ό ς κα ι φ ά νταζε ό μορ φος και περή φα νο ς με την α λυσ ίδ α του νομ ά ρχη να κ ρέ μεται γ ύ ρω στο λ αιμ ό του . Η άλλη φωτογραφ ί α ή ταν έγχρω μη . Ο νεαρ ός που απεικ ό νιζε , ή ταν επ ί σης ό μορφος . Φ ορο ύ σε κ ό κκινο που κ ά μισο με σ κ λη ρ ό ά σ π ρο κ ο λλά ρο - ση μ άδ ι που έ δ ειχνε ό τι ή τ αν ιερω μέ νο ς. Η γυνα ί κ α έσ κυ ψε κα ι πή ρε τη φωτογρα­ φ ί α . Πό σο έ μοια ζα ν αυτο ί οι δυο! Ίδ ια μ ά τια , ί δ ιο σ χή μα π ροσ ώ που , ί δ ιο χα μ όγελ ο . Έ κανε ψύ χρα. Έβ α λε τ η φωτογραφ ία στη θέ ση τη ς , έριξε μια τελευτα ία ματι ά στον κα θ ρ έ φτη κι έ πεσε στο κρε β ά τι με τη ρ ό μ πα . Αισθά νθ η κε την ευχ ά ριστη ζεστασιά των σ κεπα­ σ μά των. Δί π λα της στο τραπ έ ζι , η Ντηντ ρ ε ί χε ετοιμ ά σει μ ια γ λυκι ά και ζεστή σοκο λά τα . Η Ν τηντρ ή τ αν κα λή μα ζί τη ς . Π ά ντα ή ταν κα λή μ α ζί τη ς α π ό τον κ αιρ ό εκεί νο . Τ α φαντ ά σ ματα ά ρχισαν να απομ α κ ρύ νονται . Αυτό γινό­ τα ν σχε δόν όλη αυτή τη βδομάδα . Όλο το χρ ό νο την κυνη­ γού σαν, α λλά εκε ί νη τα απ όδ ιωχνε, τα έ σ π ρωχνε στα σ κο­ τεινό τερα ση με ί α του μυα λο ύ τη ς . Ό χι ό μως και το ύ τη τη βδ ομά δα . Δ εν τα κα τ ά φερνε . Η μ έ ρα ε ί χε π λησι ά σει. Εί χε φτ ά σει η Δ ευτ έ ρα, η Δευτ έ ρα 7 του μ ήνα . Η θύε λλα κ ό πασε. Σ την ξ αφνική η ρεμ ία , αντή χησε ο σ κ λη ρ ό ς ή χος του τη λεφώ νου . Μ ετ ά τα βή ματα τη ς Ν τηντ ρ σ τ η ν π έ τρινη σ κ άλ α . Α κού σ τη κε έ να ευγενικ ό χτύ πη μα στην π όρτα και η Ν τηντ ρ ε ί πε: «Είναι ο κ ύ ριος Σ α λ μ π ρ ά ν, μαντ ά μ » . Μίλησε δ ιστα τ ικ ά , ανησυχού σε επει δή ή ταν α ργ ά . Η η λικιωμ ένη γυνα ί κα την κοίτα ξε , κι αισ θά ν θη κε το φ όβ ο να την κατα λ α μβάνει. Ση­ κ ώθη κε απ ό το κ ρε βά τι, έβ α λε τις π αντ ό φ λες τη ς και πήγε α κ ροπατ ώ ντας μ έ χρι το κεφα λό σ κ α λο . Τ α σ κ α λ οπ ά τια ή ­ ταν κ ρ ύ α . Τ α κ α τ έβ η κε π ροσεκτικ ά , α κ ουμπ ώ ντα ς στον το ί­ χο, με τα λεπτ ά της χέ ρια να τ ρέ μουν . Τ ο χο λ ή ταν ψη λοτ άβ ανο και ευρύ χωρο, η σ κ ά λα δ ιέγρα­ φε μια καμπ ύλη , το δά πεδο ή ταν π λα κοστρωμ έ νο και δ ια κο­ σμημ ένο. Σ αν έ φτασε στην ά κ ρη τη ς σ κ άλ ας, σή κωσε το τη λέ φωνο , 21


ά κουσε για δυο λεπτά τον Σαλμ π ρά ν να της μ ιλάει, τ ον ευχα­ ρίστη σε κ αι α κούμ πη σε το α κουστικό σ τη θέση του. Για δυο ολόκλη ρ α λεπ τά κοίταζε τη ν Ντη ντρ με δά κ ρυα στα μ ά τ ια, χω ρίς ν' α ρθ ρ ώνει κουβέντα, κ ι η φιγού ρα της πότε θά μ πωνε κα ι πότε κ αθά ριζε. Το σφίξιμο που α ισ θανόταν στο λα ιμό της χαλά ρωσε κι ά ρχισε ν α μ ιλάει σ τη γυναίκα που κ αθώς στεκ ότα ν μ π ροστά της , τέντωσε το κ ο ρ μ ί περιμένοντας ν' α κ ούσει αυτό π ου ήδη γνώ ριζε. Αυτό π ου ή ξερε ο πα π άς στο σ χολείο της τενεκεδούπο λης σ την άλλη ά κ ρη του κόσ μ ου . Αυτό π ου ή ξερε ο Σαλμπρ άν κ αθώς περίμενε μέσ α στην ησυ­ χία του θεάτρου. Αυτό που ήξερε η μ άνα κ ά θως σήκωνε το τηλέ φωνο. Τα λ όγια βγή κ αν α π ό μόνα τους. Στην ηρεμία που επικρα­ τούσε, η ηλικιωμένη γυναίκα ά κουσε τον ίδιο της τον εαυτό ν α λέει απλά: «Τ ον β ρήκαν. Βρήκαν τον Χασάπη». Κα ι ξαφνιά στηκε από τ ην ένταση της φωνής της.

4

Τίνγκο Μαρία Περού

Κό ρ ιγ κ α ν έβλεπε τ ο Φόκερ Φέλοο υσιπ να κατεβαίνει , ν' α γγ ίζει την κορφή των δέντρων με τα φτερά αστα θή , τον ή λ ιο να γυα λίζει στην ά τρακτο, να χαμη λώ νει, ν ' αγγίζει τον β ρ ό ­ μικο δ ιάδ ρομο π ροσγείωσης και να σταμα τ ά ει μ έ σα σ ' ένα σ ύννεφο σκό νη ς . Εί χε την α ί σ θη ση πως κ ά τι συνέβ αινε, κ ά τι που μεγ άλ ωνε, αναπτυσσ ό ταν , τον αφορού σε. Κ αι που θ α τον έ μπ λεκε ά ­ σχη μα . Και στο μεταξύ ήταν κ α θη λωμ έν ος στη μέση της ζούγ κ λ ας . Σ την α ίθ ουσα υποδ οχή ς , ο ανεμιστή ρας της οροφή ς ήταν σπασμ ένος . Ο α έ ρας ή ταν ζεστ ό ς και κο λλού σε πά νω του . Β α ρι ά , ανθ ρώ πινη μυ ρω δ ιά πλη μ μ ύ ρ ιζε το δωμ ά τιο . Σ χε δία­ ζε να γυρίσει στη Λί μα για το Σ α ββ ατοκ ύ ριακο, α λλά τον υποχρέωσαν ν ' α λλάξει τα σ χέδ ια που έκανε με τη γυνα ί κα και τα παιδιά του. Πάλι τα ίδ ια , σκέφτηκε . Το αεροπλάνο σταμ ά τησε πενή ντ α γιά ρ δες μακρι ά απ ό το κτιριακό συγκρ ό τη μ α του αεροδ ρομίου, στην ά κρη του Ο

22


δ ια δ ρ ό μου περιμ έ νοντα ς το δε λ τ ί ο καιρού . · Η ταν η κα θη με­ ρινή πτή ση απ ό την π ρωτεύ ουσα Λί μ α , στο ·Ι κουιτος β α θ ι ά στον Α μα ζό νιο και ξανά π ί σω στη Λί μα μ έ σω Πουκ άλπα κ αι Τί νγκο Μ α ρ ία . Μ ια συνη θ ισ μ έ νη αποστο λή , σ κ έ φ τ η κ ε Πε­ τ ρε λ αιοπαραγωγο ί στο Ί κουιτος , έ μποροι κ οκ α ίνης στο Τί ν­ · γκο Μ α ρ ί α . Ε τσι γιν ό τα Υ π ά ντα , συ λλ ογ ί στη κε. Μό νο που αυτ ό ς ά ρχιζε να γερν ά ει. · Αφη σε τη χ λ ιαρ ή κ ό κα- κ όλ α , π ή ρε το χα ρτοφύλ α κ ά του και κατευ θύ νθη κε π ρο ς το αεροπ λά νο . Τ ι να τον περ ί μενε ά ραγε σ τη Λίμ α ; ·Η τα ν σ ίγουρος πως κ ά τι συνέ β αινε. .

5

Λ ίμα. Περού

Ο Γάλλος π ρεσ βευτής α πομ α κ ρύνθη κε α πό το π α ράθυρο π ου έβ λεπε σ την Πιάτ σ α Φ ρ ά ντ σ ια και σ τ ρ άφ η κε στον π α πά. Ο Ζ αν-Ε τιέν Λ α φαγιέ τ ή ταν δ ιπ λωμ ά τη ς κ α ριέ ρ ας, α π όφοιτος τ ου Σ αιν -Συ ρ , υπο λ οχαγ ό ς με πολλά π α ρ ά σημα , ώ σ που ένα α τ ύ χη μα - μ ια πτ ώ ση απ ό άλογο - έ β αλε τ έ λ ο ς σ την πο λλά · υ ποσχ ό μενη στρατιωτική του κ α ρ ιέ ρ α Ο πως κ άθ ε κ α λό ς πολιτικ ός, έτ σι κι αυτ ό ς γνώ ριζε τη σπουδαιό τη τα του αν­ θ ρ ώ που που αποκαμωμ έ νο ς ξά πλωνε στην πο λυ θ ρ ό να στη γωνι ά τη ς σου ίτας του, με τ α δά χτυ λά του να πα ίζουν αστα­ μ ά τητα με τι ς χ ά ντρε ς του ροζά ριου και τα χείλια να λέ νε μια σιωπη λή π ροσευχή . Μόλι ς που π ρ ό σεχε τον Γάλλ ο π ρε­ σ β ευτ ή και τις εξηγή σεις που του έδ ινε, λέγοντ ά ς του πως τα νέ α έ π ρεπε να μα θ ευτού ν α πό κ ά ποιο Γάλλο - γι αυτ ό και του εί χαν στείλει τον Π ρώ το Γ ραμματ έ α . Ο παπ ά ς κού νησε τ ο κεφ άλι , έσκυψε μπ ροστ ά κι η φω νή του ακού στηκε ήπ ι α κα ι χαμη λή . · Ο χ ι α δύνατη , σκέφτηκε ο π ρεσ β ευτής έχοντας κατ ά νου τι ς δ ιασυν δέσεις του παπ ά με υψη λά π ρό σωπ α , ούτε και δ υνατή . « Ί σως θ α έ π ρεπε να μο\) εξηγήσετε π ώ ς το μ άθ ατε» , εί πε ο παπ ά ς, κα ι τ έντωσε το κομποσκίνι του. Ο π ρεσ β ευτή ς απ ά ντησε κουνώ ντας το κεφ άλι . « Σ υνέβη σή μερα το π ρω ί » . Α π ό ένσ τικτο σκέφτη κε να π ροβ άλλει τ ις συνθή κες που σ κ ό πευε ν ' αποκα λύψει α ργ ότερα. « Υ π ά ρχουν .

23


προ βλή ματα , α λλά εί μ αι σε θέ ση να τα ε λέγξω» . · Α νοιξ ε έ να μπε ζ χαρτοφύλ ακα και έβ γα λε μ ια εφημερ ίδ α . « Μ α ς την έ ­ σ τει λ α ν από ευγένεια . Τ α πρώ τα φύλλα θ α κυκ λοφορή σουν σε δεκαπέ ντε λεπτ ά . Νομίζω πως θ α έπρεπε να τη δ ια βά σε­ τε » . Η εφημερίδ α ή τ αν το δ ο κιμαστικ ό φ ύλλο του « Ε σπρέ­ σο» εκεί νη ς τη ς η μ έ ρας . Ο παπά ς θυμήθη κε τη δια δ ρομή από το μοναστή ρι ώ ς τον καθ ε δ ρικ ό να ό . Δ ιάβ ασε τους τί τλους γραμ μ έ νο ι με κ ό κ κ ινα γρ ά μματα έπιαναν το πά νω μ ι σ ό μ έ ­ ρος της σελίδ α ς. ΑΠ Ο ΚΛΕΙ ΣΤΙ ΚΟ . . . ΒΡΕ Θ ΗΚΕ Ο ΧΑΣΑΠ Η Σ Η φωτογραφ ί α - από κ ά τω - έδε ιχνε ένα μοναχι κ ό σπίτ ι με κ ή πο, από κεί να π ου συναντ ά κανεί ς μ ό νο στα α κ ριβά προ ά στια . · Ε νας ά σπρος το ίχος έζωνε το σπίτι. Κ α τά μ ή κος του το ί χου υπή ρχε έ να ς δ ρ ό μος κι απέναντι έν ας αγρ ό ς γεμ ά ­ το ς κα λα­ μ π ό κια . Δ υο οπ λισ μ έ νοι φρουροί σ τέ κονταν σ την εί σο δο του σ π ιτ ιο ύ , με τα ό πλα στραμμ ένα προς το ο ί κη μα. ·Αλλη λε­ ζά ντα εκ τό ς α π ό τους τ ίτ λους δεν υπή ρχε, παρ ά ένα τετρ ά ­ γωνο όπου αναγραφ ό ταν η φρ ά ση « Βλέπε σε λίδ α τρ ία » . Γύ ρισε τις σε λίδες, χωρ ί ς να π ροσ έξ ει το ν γραμματ έ α π ου ακο ύ μ πησε τον καφέ στο τραπεζά κ ι . Η φωτογραφ ία στη μ έ­ σα δεξ ιά σε λίδ α ή ταν εκεί νη που θυ μ ό ταν από την παιδ ι κή του η λικ ί α , λίγο θ αμπή από τα χρ ό ν ια , τρα β ηγ μ ένη τον κα ι ρ ό του πολέ μου . Ο ά ντρας της φωτογραφ ίας χαμογελο ύ σε . Τ ο πρ ό σωπό του ήταν χαρακτη ριστικ ό , η μ ύ τη του λεπτή , τα μ ά τια δ ιαπε­ ρα στικ ά . Φ ορού σε στο λή με τη σβ ά στ ι κ α . Σ τη ν απ έναντι σε λίδ α, άλλη μια φωτογ ραφ ία του σπιτ ιο ύ , π ου έδειχνε πο λλο ύ ς αστυνομ ι κού ς ν α ερευνά νε ε ξ ονυχιστι­ κ ά κ ά πο ιο χώ ρο π ου έ μοια ζε με β ι βλιοθή κη . Πά νω από τις δύο φωτογραφ ίες υπή ρχε ένας άλλος πη­ χ ια ίος τ ίτλ ος: Ν ΑΖ Ι ΕΓΚΛ Η Μ Α ΤΙΑ Σ ΠΟΛΕ ΜΟΥ ΣΤΗ ΛΙΜΑ Το κε ί μ ενο ή τα ν στ ρ ι μ ωγ μ έ νο ανά μεσ α στις δύο φωτο­ γρα φίες . Ήξε ρ ε α ρ κ ε τ ά ισπ α νι κ ά , ώσ τε να δια βάσει το ρε­ π ορτ άζ τ η ς εφημε ρ ίδ α ς Η Γ κου ά ρ ντα Σιβίλ α ν α κ άλ υψε σ ή μερα τ ο κ ρ ησφύγετο του Να ζί εγ κληματία πολέ μου π ου είναι γ νωσ τός σα ν «Χ α .

24


σ ά πης» . Κ ατα ζητεί ται απ ό το 1945, δέ κα μέρες π ριν την αυ­ τοκτον ία του Χ ί τ λερ . Α π ό τ ό τε, ε ίναι ένα ς απ ό τους τρεις πιο καταζητού μενους Ν α ζί στο ν κ ό σ μο, μετ ά τον Μά ρτιν Μπόρμαν και τον Γ ιόζεφ Μένγκελε . Κ ατα ζητείται απ ό τους Γάλλους κι ε ίναι ο επικεφα λή ς της λίστας των επικη ρυγμ έ νων. Ο «Χ ασ ά πης» πή ρε αυτ ό τον τ ί ­ τ λο ε ξ αιτ ί ας τω ν αγριοτή των που δ ιέ π ρ α ξ ε σαν α ρχηγ ό ς τη ς Γ κεσ τ ά πο στη Γ α λλί α απ ό το 1939 ώ ς το 1945. Το έγκ λημα για το οποίο οι Γάλλοι τον θεωρούν ιδ ια ί τερα ένοχο , εί ναι τα μ έ χρι θ αν ά του β ασανιστή ρια του Ζαν Λ α­ π ό ρ τ , αρχηγο ύ της Γ α λλική ς Αν τίσταση ς και αντιπροσ ώ που του Σ α ρ λ Ν τε Γ κω λ . Ο Λ απ ό ρτ π έθ α νε τον Φ ε β ρου ά ριο του 1944 στο τ ρ ένο για το Π α ρ ί σι . Το π ραγματικ ό όνομα του « Χ ασ ά π η» είν αι Γ ιόζεφ Χά ινερ . Η Γ κου ά ρντια Σ ι βίλ αποκ άλυψε πως τα τε λευτα ί α δεκαο­ χτ ώ χρ όνια , ο κατα ζητού μενος ζο ύ σε στη Λί μα με το όνομα « Γ ιόζεφ Κλάιν» . Ο π ρεσ β ευτή ς σηκώθη κε απ ό την καρέ κ λ α του πήγε σ το μ παρ και πή ρε έν α μπουκ άλι κονι ά κ και δ υο ποτή ρια . « Δ εν ε ίν αι κατ άλλη λη ώ ρα για κονι ά κ , α λλά είναι απαρα ί τητο, νο­ μ ίζω » . · Εβ α λε κονιά κ στα ποτή ρια και ξ αναγέ μισε τα φ λιτ­ ζάνια με μα ύ ρο καφ έ . Ο παπ ά ς δ ι άβ ασε άλλη μια φορ ά στη ν εφη μερ ίδ α , χωρ ί ς να δώσει ση μασ ί α στα ποτ ά , τις λεπτομ έ ­ ρειες απ ό την εισ β ο λή στο σπ ί τι, τον αιφνιδιασμ ό της αστυ­ νομίας στις π έντε το π ρω ί , τις π λη ροφορ ίες για τον ίδ ιο τον Χά ινερ, συνεντεύξεις με τους γείτονες . Ο π ρεσ β ευτή ς συ νέ χισε: « Ε ιδ οποιήθη κε κιόλας το Π α ρ ί­ σι. ·Ε στειλε τ έλε ξ στον Π ρ όε δ ρο, στον υπου ργ ό Εξ ωτερικ ών Κ. Σ α λ μ π ρ άν και σ τον π ρω θυ πουργ ό » . Π ερ ί μενε να δει τις α ν τι δ ρ ά σεις του ιερωμ ένου . « · Η ρ θ α σ ' επαφή με την περου­ β ια νή κυ βέ ρνηση . Σ υσ κέπτονται . Ζήτη σα να ενη μερω θ ούν α­ μέσως. Ζή τη σα επί σ η ς να μ α ς εκ δώσουν τον Χά ινερ ή Κ λά ιν ό πως θέλουν ν α τον ονο μ άζουν, κα θώ ς επ ί σης και να συναν­ τήσω τον περο υβ ι α νό πρ ό ε δ ρο αύριο το πρωί, χ ω ρίς α ναβ ο25


λή . Σή μερα το απ όγευμα , θ α δω τον υπουργ ό Ε σωτερικ ώ ν » . Π ή ρ ε δ ύ ο τέλεξ από τ ο χαρτοφ ύλακα και τα έδωσε στον πα­ π ά . « ' Ο πως θ α δε ί τε, διαμαρτυρήθη κ α έ ντονα για το γεγονός ό τι η γ α λλική κυ βέ ρνη ση δεν ενη μερώθη κε για τις δ ια δ ικα­ σ ίες αυτέ ς κα θώ ς κ αι για το ό τι, δεν κ λήθη κε να π α ραστε ί κατ ά την έ φο δ ο σ την οικ ί α του κατα ζητού μενου, αντιπ ρ ό σω­ πο ς της γαλλικ ή ς π ρεσ β ε ί α ς , ο οπο ί ος θ α συνόδευε την πο λ ι­ τοφυ λ α κ ή » . Ο ιερω μ ένος κούν ησε τ ο κ εφ άλι του και έ ρ ιξε μ ία ματι ά στο κίτρινο χ α ρ τί του τ έλεξ . « Θα π ρέ πει να σας ευχα ριστ ή ­ σω , κ. Π ρεσ βευτά , που ενεργή σατε χωρ ί ς κα θ υστ έ ρηση » . Ο Λ αφαγιέ τ σή κωσε τους ώ μου ς . Τ ε λικ ά , ο παπ ά ς δεν α ν­ ' τιδ ρούσε ά σχημ α . Ηπιε μ ια γουλιά α π ό το κονιά κ του κ αι διάλεξε π ροσεκτ ικά τις λέξ ει ς του . « Θα έπ ρεπε να μ ά θετε κ α ι κάτι άλλο. Θα σα ς το πω αν και δεν θα ή θελ α να βγει έξω απ' αυτό το δω μ ά τιο». Αυτό βέβα ια δεν σ υ μ περιλά μ β α νε - θα σ υμ π λή ρωνε σ' αυτό το σημείο ο π ρώτος γρα μ μ ατέας - τους υψηλά ισ τά μ ενους φίλους του π α π ά . « Η έ κ δοσ η καταζητού μενων είναι μια β ρ ό μικη υπ ό θ ε σ η . Οι καιροί έχου ν α λλάξει, οι μ νή μες έχουν εξα σθενήσει. Οι κυβερνή σεις κ αι οι αυλές δεν είναι και τόσο π ρ όθυ μες να πα­ ρ α δώσουν κατα ζητού μενους και να υπακο ύ σ ουν σε δ ιατα­ γές , ό πως συνέβ αινε τη δεκαετία του πενή ντα ή του εξήντα. Ού τε οι ίδιοι οι Ισ ραη λί τες δεν θ α κατ ό ρ θωναν π ια να πε ί σουν τους φ ίλ ους του Ά ιχμαν στην Α ργεντινή , ό πως έγινε παλιό ­ τερα» . Ο π ρεσ β ευτ ή ς αισ θ ανό ταν στι η π ροσοχή του ιερωμ έ νου ή ταν συγκεντ ρωμένη σ τα λόγια του. « ο Χά ινερ βέβ αια , θ α π α ρεμ βάλει κ άθε είδ ους νομικ ό κ ώλυμα σ το δ ρ ό μο μα ς , θ α προτά ξ ει τους φ ίλους του - για τί ο πωσ δή πο τε έχει φ ίλους - π ου θ α εμπο δί σουν την επιστροφή του στη Γ α λλία . Π ρέπει να έχουμε υπ ό ψη μας πως οι σ ύ ν δεσμο ί του σε τού τη τη χώ ρα π ρέπει να ε ίναι πο λύ ισχυρο ί , αφού τον κ άλυψαν τ ό σα χρ ό ­ νια . Υ π ά ρχει λ οιπ ό ν, μια πιθ αν ό τητα ν ' αγνοή σει η περου β ια­ νή κυ βέρνηση την α ίτησή μας για έκ δοση του Χά ινερ σ τη Γα λλία » . Σ τα μ ά τησε, δίνοντας στον παπ ά λίγο χρ ό νο να κατανοή­ σει ό σα του έλεγε . « Γι' αυτό το λόγο ά ρχισα κι εγώ τις δικέ ς

26


μου π α ρ α σ κ ην ια κέ -; κινητοποιήσεις». Ι:: υ χ α ριστ ήθη κε σαν

νε ύ μ α του κεφα λ ιού του, Εν α ς π ρεσ β ευτ ή ς π!)έπει να καλλιφ· γεί γν ωρ ι μ ί ε ς . Απ' ό, τι φα ί νεται εί μα ι κάτι παραπάνω απι) τυχερός. Γνω ρίζω ανθρώ πους - σ α ς μι λώ ειλικρινά - που η κ υβ έ ρνηση δεν έχει τη δ υ νατότητα να αγνοήσει. Θα τους δω σή μ ε ρ α το α πόγευ μ α » . 'Ολα πήγαιναν καλά, σ κέ φ τη κ ε , και επέτρεψε στο\' εαυτό του να πιει ά λ λο έ να κονιά κ . « Τί π οτα δεν θα μας εμποδίσει να φ έ ρου μ ε το Χασάπη πίσω στη Γα λλ ία » . « Ε κτός α πό μια μικρή λεπτο μέρεια , κ ύ ριε Π ρ έσ β η » . Η φω νή του ιερωμένου ήταν χα μη λή , α π α λή , ψεύ τικη . Ο π ρε · σ β ευτής ή ξερε τι περ ί που θ α του έλεγε . « Ε κ τός α πό το γεγο­ νός ότι στην π ραγματικότητα δεν β ρ ή κα ν το ν Χά ινερ , κύρ ιε Π ρέσ βη » . Ο ι λέξ εις α κο ύ στη καν σαν μα χαιριές . « Μίλη σ α με τ ο υπουργεί ο Εξ ωτερικ ώ ν λίγο π ριν συναντη­ θ ο ύ με», α π ά ντησε ο π ρέ σ β ης. « Μ ε επιβε β α ίωσ αν πως έχουν α διά σειστες απο δ ε ίξ εις ό τι, το σ π ί τι στο Τ σ α κ λι κ ά γιο ανή κει στον Γιόζεφ Κλάι ν και πως ο Γιόζεφ Κλάι ν ε ί ναι στην π ραγ­ ματικότη τα ο Γιόζεφ Χάινε ρ » . Ο πα π ά ς έδ ειχνε υπομονετικός και επ ί μονος συγχρόνως. « .Η εφημερ ίδ α λέει ό τ ι βρέθη κε . Α υτ ό που δεν λέει εί ναι ό τ ι τον συν έλ α β αν . Π ο ύ β ρ ί σ κεται; » Ο Π ρέσ β η ς άγγιζε τα χείλι α του ποτη ριού με το δά χτυ λό του , χωρ ί ς ν ' α π αντή σει . Ο πα­ π ά ς συν έ χισε: ('Οταν η πο λι τοφυ λ α κ ή εισ έβ α λε στο σ π ί τι, ήταν μέσα ο Χάl\'r.ρ ή δεν ή ταν; » Η φωνή του ήταν κοφτή . « Όχι» , συ μφιίJνη σε ο π ρ έ σ βη ς, « δεν ήτ αν εκεί » . « Εί ναι υπό περιο ρισ μόν ή δεν εί ναι ; » Η αν ά κ ρ ιση ή ταν ά γ ρια , ανε λέ ητη . ('Οχι » . «Κα ι δεν ξέ ρουν πού β ρ ί σ κεται ο Χάινε Ρ τ ώ ρα ; » Ο ο ξύ ς του τόνος εί χε αιφνιδιάσει τον π ρεσ β ευτ ή . «Ό χι» , π α ρα δέ χτη κε τελι κ ά , « κανεί ς δεν ξέ ρει πού κ ρύ ­ β εται ο Χάινερ » . Ο ιερωμένος εξακο λ ου θ ο ύ σε να πα ίζει με το ροζά ριό του . « Δ εν έ χει ση μασ ία , κ ύριε Π ρέσ β η . Ε σεί ς κ ά νατε ό , τι μπο­ ρού σ ατε . Και σε πο λύ μικρ ό χρονικ ό διάστη μα » . Η φωνή του είδε τον παπά να συμφωνεί μ' ένα

σημάδι κατανόησης.

«'

27


ξ α νάγινε γλυ κι ά . σαν εξο μολογη τή. «Θα ήθελ α να σ α ς ευχα­ ριστήσ ω με όλη μου τ η ψυχή . κι ε σ ά ς και το ε π ιτ ελείο σ ας, γ ια τις ε ν έ ργειε ς π ου κ ά ν α τ ε Ε ίμαι σίγ ουρος πως η οικογ έ­ νειά μου θα σ α ς ευχα ριστήσει επίσης, με τη ν π ρώτη ευ­ κα ι ρία». Ο π ρεσ βευτής χαλά ρωσε. « Υ π ά ρχει κ αι κ ά τι άλλο. Ένας ν τόπ ιος δη μοσιογ ρ άφος ήρθε σ' επαφή μ α ζί μου. Δεν ξέρω πώς γνώριζε ότι είσ α σ τε στο Περού, α λλά το θέμ α είναι πως είνα ι ενή μερος. Ρωτάει α ν θ α ή τ αν δυνα τόν να του δι;)σετε μια συνέντευξη ». Ο π α π ά ς σ ή κ ω σ ε τα χέρια. « Κ άνετε ό , τι ν ο μί ζετ ε καλύτε­ ρ ο . Αν νομ ίζετε πως θ α υπ ά ρξει κ ά π οιο όφελος, δεν έ χω αν­ τ ί ρ ρη ση». Ο π ρ εσ βευτ ής κο ύ νησε το κεφ άλ ι του . « Α ς το αφ ή σου με π ρ ος το πα ρό ν . Σ κοπεύ ετε α κ ό μ α να γυρ ί σετε π ί σω για ν α ε ί σαστε εκεί τη Δευτέ ρα ; » Ο π απ ά ς φ ά νη κε έ κπ λη κτος που ο συνομι λητή ς του ή ξερε ή θυμ ό ταν την υπ όθ εση τη ς Δ ευτ έ ρας. « Ν αι, ε ί μα ι π άντα πα­ ρ ώ ν στις 7 του μήνα » . Ση κ ώθη κε για να φ ύγει . Ο Λ αφαγιέ τ έγ ρ αψε έ να ν α ριθ μ ό στο π ί σω μ έ ρος του επ ι σ κεπτη ρ ί ου του και τ ο έδωσε σ τον ιερωμ έ νο. « Το τη λέφωνο του σπιτιο ύ μου. Τη λεφωνήστε μου αν χρει αστεί τε οτ ι δή ποτε. Ε π ι τρ έ ψτε μου να σ α ς συνο δέ ψω με το υπη ρεσ ι α κ ό αυτοκ ί νητο» . Ο παπ ά ς χαμογέλασε. « Ό χι, ευχαριστ ώ » , ε ί πε. « Αν δεν σας πει ρ άζει , θ α π ροτ ι μούσ α να γυρ ίσω με τα π όδ ια » . Ο Λ αφαγιέ τ τον έβγα λε μ έ χρ ι την ε ίσο δ ο κα ι παρακο λο ύ ­ θησε τη μοναχική του φιγού ρα κα θώ ς κατ έβ α ινε τα σ κ α λ ο­ π ά τια , κ ι απομα κ ρυνό ταν β α δίζοντας στο πεζο δ ρ όμ ιο . Δ εν π ή γαν κ ι ά σ χη μ α τα π ρ ά γματα , σ κ έφτη κε . Κ α θόλου ά σχη μα μ άλιστα . Κ ι ή ταν σίγουρος πως ο παπ ά ς το εννοού σε ό ταν ε ί πε πως η ο ι κογέ νειά του θ α του έ στε λνε ευχα ριστ ίε ς . Π ά τησε το κουμπί της ενδ οσυνεννόηση ς κα ι ζή τησε το αυ­ τοκίνητ ό του. Όλ α τ ώ ρα στη ρίζονταν στη δ ική του π ίε ση . Σ ' αυτ όν έ πεφτε το βά ρος της έ κ δοση ς του Χάινερ. Έπ ρεπε να τον π ρο λάβουνε τον μπ ά σταρδο - π ρ ά γμα που δεν παρέ ­ λειψε να υποδεί ξει ο πατή ρ Ζ αν . Α να ρωτή θη κε πού στο δ ιά .

28


διάβ ο λο κρυ βόταν ο Χάινερ και μετ ά ανα λογί στηκε τη φιγού ­ ρα του παπ ά να χά νεται στο βάθος του δ ρόμου· π ώ ς είχε γ ίνει ξ αφνικ ά , τ ό σο απ ό τομος αυτ ό ς ο ά νθ ρωπος; Τό σο σ κ ληρ ό ς , χωρ ί ς ν α το περιμ ένει κανεί ς . Τον είχε αιφνιδιά σει, α λλά , γρήγορα του π έ ρασε και ξ αναγύ ρισε στην παρηγοριά του κομπολ ογιού του. Του λά χιστον ο παπ ά ς , μπορού σε να ξεχ ά ­ σει τις έγνοιες του με την π ροσευχή . Π ο λύ παρ άξενο, σ κ έ­ φτη κε. Π ο λύ παρ άξ ενο να βάλει ο παπ ά ς τις φωνέ ς . Η κοφτή φωνή του αντηχού σε ακ ό μα στο μυα λό του. Π ο λύ παρ άξενο!

6

Λ ίμα

Η Μ αρ ία έφυγε νωρ ί ς απ ό το γραφείο κα ι διέ σχισε β ιαστικ ά τη Λ εωφ ό ρτο Κ ο λ μ ένα . Πέ ρασε το ξενοδ οχείο Μ π ολιβά ρ κι έφτασε στην π λατεία Σ αιν Μ αρτίν . ·Ε νας μίμος είχε στήσει παρ ά σταση στη μ έ ση της π λ ατείας. Μ ε το π ρό σωπο β α μμ έ­ νο ά σ π ρο σαν νεκρός , με χέ ρια και π όδ ια να κινούνται αργ ά , β α ρ ιά . Θ υμή θη κε την τελευτα ί α φορά που β ρέθηκε στην π λ α­ τ εί α με τον Χέ ρμπερτ Βά σερμαν. Την τελευταία φορ ά που είδε τον Χέ ρμπερτ Βά σερμαν . Ο εφη μεριδοπ ώλης δεν φαιν όταν πουθ ενά . Κοίτα ξε τον η­ θ οποιό . Π ερίμενε, ανησυχού σε. · Ο πως ακριβώ ς περίμενε κι ανησυχού σε χθες τη νύχτ α . Ο γέ ρος έ κανε την εμφ ά νισή του μέσα απ ό το π λήθος, με ένα π όδ ι, με το δεκανί κι κ ά τω απ ό το δε ξί του χέ ρι και τις εφη μερ ίδες στο αριστερ ό . Κάθισε κ ά ­ τω. Η Μ αρ ία του έδωσε ένα χαρτονό μ ισ μ α των 500 σ όλες, πή ρε την Εσπρέσο , και του ά φησε τα ρέ στα . Κ ο ίτα ξε την π ρώ τη σε λίδ α , τους τ ί τ λ ους , τις φωτογραφ ίες . Τα π ρώ τα δά κ ρυα ανακούφισης, κ ύλησαν απ ό τα μ ά τια της .

7

Λ ίμα

Ο ιερωμένος έ σ π ρω ξ ε τη ξύλινη π ό ρτα του μοναστη ριού και 29


μπή κε σ τ ο περισ τύλιο τη.;; μ ον ή.;; . Κ αθ(\).;; ανά πνευσε τον δ ρο­ σερ ό αέ ρα , αισ θά ν θη κε να τον κα λωσορίζει η γνώ ριμη η ρε­ μ ία τ ου ιερού χώ ρου. Ο απογευματινό ς ή λ ιος χρ ύ σωνε τα σ ύ ννεφα που φαίνονταν μέσ α α π ό τις κο λόνες . Μπή κε στην ε κ κ λη σ ί α , ανα ζη τώ ντας π α ρηγορι ά , ξέ ροντας πως με την π ροσευχή θ α η ρεμού σε. Πή ρε ένα κερ ί , ά ναψε το φυτ ίλι, και το τοπο θέτησε μπ ροστ ά στο ά γα λ μα του Αγ ίου Φ ραγ κ ίσ κου , του ιδ ρυ τή του τ ά γματος στο οπο ίο ο ίδ ιος ο πατή ρ Ζαν ε ί χε καταφύγει για να β ρει τη γ α λήνη . Κ ο ί ταζε τη φλόγα που τ ρεμ ό παιζε, τις σ κιέ ς που σ χη μ ά τι­ ζε , κι έ φερε στο νου του λόγια απ ό το π ροσευχητή ριο των Φραγ κισ κανώ ν . « Φώ τισέ με με το φ ω ς της Π ρα ό τητ ά ς σου » . Σ το π ί σω μ έ ­ ρος του παρε κ κ λησιο ύ α κ ού στη κε μια π ό ρα ν ' ανο ίγει και να κ λείνει αθό ρυ β α. Ο πατή ρ Μ ισ έλ κ άθ ισε δίπ λ α τ ου . Ο πατή ρ Ζ αν έβα λε το χέ ρι στην τσ έ πη , τρ ά βη ξ ε την εφη­ μερί δ α που του είχε δώ σει ο Γάλλος π ρ έ σ β η ς , και την έδωσε στον ιερωμ έ νο . Ο π α π ά ς τη δ ι ά β α σε, α ργ ά και π ροσεκτικ ά , κοί τα ζε τον φ ίλ ο του , δί π λωσε την εφη μερίδα και την α κ ού μ­ πησε σ το π ά τωμα. « Θα ήθ ε λε ς να μ ου μιλήσεις;» ρώ τη σ ε . Ο πατ ή ρ Ζ αν δίστασε. Εί χε ακού σει τους άλλους ν α μιλά ­ νε γι' αυτ ό το θέ μα. Είχε ακο ύ σει τη μητέρα του . Κ αι μια φο­ ρ ά , μια μονα δ ικ ή φορ ά , τον νονό του , τον Σ α ρ λ Σ α λ μ π ρ ά ν. Ο ίδιος δεν ε ίχε μι λή σει ποτ έ γι' αυτ ό το θέ μα . Εί χε παρα μεί­ νει σιωπη λός όλ α, αυτ ά τα χρ ό νια. Σ αν να ε ίχε κ ά νει τά μα. Σ αν να είχε π ά ρει ό ρκο . Κ ο ύ νησε το κεφ άλ ι με ανα κ ού φιση , και εξομο λ ογή θ η κε στον μοναχ ό το μυσ τικό του . « Π ριν τρι ά ντα εννι ά χρ ό νια » εί πε, « ο Ζ αν Λ απ ό ρτ ή ταν α ρχηγ ό ς τη ς Γ α λλικ ή ς Αντίστασης και ε κ π ρ ό σωπος του στρατηγού Ν τε Γ κω λ στην κατεχ ό μενη Γ α λλί α . Ο πυρή νας που είχε ορ­ γανώ σει μαζί με τη γυνα ί κα και τους πιο στενού ς του φ ίλους , σ' όλη τη διά ρκεια του πο λέμ ου εν ά ντια στους Γερμανούς , ε ί χε σαν έδρα το Μ ιλερ ά ν, σ τη ν Κ εντρικ ή Γαλλί α » . Τα λόγια έβ γαιναν αυτ όμ ατα απ ό το στ ό μα του, σαν να μην είχε ο ίδιος σχέ ση ή να μην τον εν δ ιέφερε το θέ μ α . « Τ ους τελευτα ίους μήνες του 1943 και τις π ρώ τες εβδομά­ δες του 1944, ο Λ απ ό ρτ πήγε σ τη Βό ρεια Αφρική και την :\γ 30


γ λία για να π ά ρει εντολέ ς απ ό τον Ν τε Γκωλ κα ι τ ους υπ όλοι­ πους . Ο ρόλος του ή ταν να π ροετοιμ ά σει και να συντον ί σει τους αντιστασιακ ού ς καθώς και να τους ενη μερώσει για το σχέδ ιο της εισ β ο λή ς των Συμμ ά χων. Γύ ρισε στη Γ α λλία τις π ρωινέ ς ώρες τη ς 6ης Φεβ ρουαρ ίου, ημέ ρα Σ άββ α το. Οι συ­ ναγωνιστ έ ς του τον έ κρυψαν σ ' ένα σπίτι, ό που υπ ολόγιζε να περ ά σει όλη τη ν η μ έ ρα του και την επ ό μενη νύχτα . Η πα ­ ρουσ ία του στη Γ α λλία ήτ αν - ό π ως κατ α λ α β αίνεις - ένα κα­ λά κρυμ μ ένο μυστικ ό . Θ α έφευγε απ ό κ ει την Κυριακ ή το π ρω ί » . Σή κωσε το κεφ άλι κι είδε τον μονα χό να τον κοιτ άζει κα­ τ ά μα τα , γύ ρισε το βλέ μμα π ρος το κερ ί που έ καιγε εμπ ρ ό ς του κι άγγιξε το ροζά ριό του. « Σ τις τέ σσερι ς τα ξημερώματα του Σ α ββάτου εισ έ βα λε στο κ ρυσφήγετο η Γ κεστ ά π ο. Π ρωτοστατο ύ σ ε ο αρχηγ ό ς της Γκεσ τ ά π ο σ τη Γα λλία , ο ίδιος ο Γιόζεφ Χά ινερ . Συνέλα­ β αν τον Λ απ ό ρτ . Α π ' ό , τι μ ά θ αμε α ργό τερα , ο Χά ινε Ρ ακο­ λου θού σε δια τ αγέ ς του Αδόλ φου Χ ίτ λε ρ . Ολόκλη ρη την Κυ­ ριακή το ν β ασ ά νιζαν για να ομο λογή σ ει, α ργ ό τερα ό μ ως , ή ρ­ θε δ ιαταγή απ ό το Βερο λίνο να τον μετ αφέ ρουν στο Π α ρί σι» . Ο παπ ά ς κ ό μπιασε λίγο , α λλά συνέ χισε: « Φόρτωσαν τ ο ν αιχ­ μ άλωτο σε ειδ ικό τρένο, καθώς επίσης και μια η λεκ τρική γεννή τρια , έτσι ώ στε, ο Χά ινερ να συνεχίσει την αν ά κριση στη διά ρκεια του τα ξιδ ιού . Κά ποιοι είδ αν τον Λ απ ό ρτ τη ν ώ ρα που τον μετ έ φεραν στο τρένο . Ήταν σε κακή κατ ά στα­ ση . Π ροορισ μ ό ς τ ο υς ήτ αν το Π αρ ίσι, χωρ ί ς εν διά μεσους σταθ μ ού ς . Τ α τρ ένα σταμα τού σαν για να δοθ εί προτεραιό τη­ τα στο ειδ ικ ό τ ρέ νο . Π αρ όλα αυτ ά , ό ταν έφυγαν, ένας σιδη ροδ ρομικό ς - μ έλος της αντίστα σης - κατ ό ρθωσε ν ' α λ ­ λάξει τ ις γραμμ έ ς . Το τρένο θ' ακολουθού σε αναγ καστικά μακ ρύ τερη δ ια δ ρομή » . Δ εν ή ξερε ότι α ργ ότερα, ο σιδη ρο­ δ ρ ο μικ ό ς εκτελέ στη κε. « Μ ' αυτό τον τρ ό π ο η αντ ί σταση θ α είχε τ ον καιρό να προε τοι μ ά σει μια επ ίθεση , για να ελευ θ ερώ ­ σει τ ο ν Λ απ ό ρτ . Κ ατ ά σ ύ μπ τωση η π λησιέ στερη οργ ά νωση ή ταν ο πυρή νας του Μ ιλε ρ ά ν» . Στ α μ ά τησε φ έ ρνοντας στο νου του ε κείνη τη νύ χτα. « Η επίθεση απ έ τυχε, αρκετοί α π ό την ο μ άδ α σ κοτώθηκαν κι ένας του λά χιστον απ ό τους υπ ό ­ λοιπ ους τραυματ ί στη κε β αριά . Ο ι Γάλλο ι δεν ξαναείδ αν τον 31


Ιαν Λ απ ό ρτ ζωνταν ό . · Οταν το τ ρένο έφ τασε στο Π α ρ ίσι, ήτ αν νε κρ ό ς» . « Αλλά » , τον βοήθησ ε να συνεχίσει ο πατή ρ Μ ισ έλ . « Αλλά δεν απ οκά λυ ψε τ α πο λύτ ιμα μυσ τικά που του εμ­ πιστεύ θη κε ο Ντε Γκωλ . Πέθανε, χωρί ς να πει κου βέντα» . Για ά λλη μια φορ ά σ τ αμ ά τη σ ε . « Εκτό ς» συνέχισ ε , « απ ό έ να π ρ ά γμα». Ο ά λλ ο ς περί μ ενε . « Ε κτ ό ς α πό την τελευ τα ία στιγ­ μ ή , που είπε κά τι λίγ ο π ριν πεθά νει. Μέ χρι σή μ ερα , κανέ νας Γάλλο ς δε ν έ μα θ ε ποτ έ την τε λευτα ία του λέξη » . « Π ώς τ ο ξέρεις;» «Στη σ κηνή πα ρεβ ρ ίσ κονταν τ έ σ σ ε ρις Γε ρμανοί: ο Γιόζεφ Χά ινερ , ο υπο λοχαγ ό ς του , κά ποιος Χά ινριχ Σ μ ελτς, ο γρα μ­ μα τ έας του Χά ινερ και ο δεκανέα ς . Μ ετ ά τον π όλε μ ο, ο Χά ι­ νε ρ , ο Σ μ ελτς και ο γραμματ έ ας εξ αφανίστηκαν. Α νακα λύ ­ φθη καν τα ίχ νη το υ δεκανέ α . Σύ μφωνα με τη διήγησ ή του , τις τελευτα ίες του σ τ ιγμ ές ο Λ α π ό ρτ κάλεσ ε τον Χά ιν ε ρ κ ον­ τ ά του. Ο Χά ινερ , ο Σ μ ελτς κι ο γραμματ έ ας έ σ κυψαν επ ά νω του κα ι κά τι τους εί πε. Ο δεκανέ ας ή ταν σ την άλλη ά κ ρη του β αγ ονιού και δεν ά κουσ ε τι ειπώθη κε. Μ ετά ο Λ απ ό ρτ π έθ ανε» . Ο Γ άλλος έ μ εινε σιωπη λό ς , πα ίζο ντας π ά ντα με το ρ οζά ­ ριο . « Υ π ά ρ χει και συνέ χεια ; » ρώτησ ε ο φ ίλος του. Ο παπ ά ς έγνεψε κάτ αφατικά . (( Θυμ ά σαι π ου σ ου εί πα ό τι η γυνα ίκα του Λ απ ό ρτ ή ταν μ έλος τη ς ο μ άδ α ς του Μ ολερ ά ν ; » Ο μοναχό ς δεν μ ίλησε, φο­ βήθη κε μή πως δια κό ψει την εξο μο λόγηση . ((Αυ τή η γυνα ί κ α , ή ταν αρχηγ ό ς της επ ίθεσης κατ ά του τ ρέ νου . Τ ο χι ό νι γύ ρω απ ' τ ι ς γραμμ έ ς ήτ αν π έντε π όδ ια ψη λό . Το ποθέ τησε εκ ρη­ κ τικ έ ς ύλε ς και το τρέν ο σ ταμ ά τη σ ε γ ια μ ε ρικά λε πτ ά . Οπ λι­ σ μ έ νη μ' ένα Στεν εμφύχωνε τους ά ντ ρες κατ ά την έφ οδο» . Ο μ ο ν α χ ό ς περ ί μενε . (αην εποχή εκεί νη ή τα ν οχτ ώ μηνώ ν έγ κυος, κι ε ίχ ε μ πει εδό) και δώδε κ α μέρες στον έννατ ο . Σ τη δ ι ά ρκεια της μ ά χη ς , την έ πιασαν ο ι π ό νοι » . Η φω νή του χ α μήλ ω σ ε , μ όλι ς που ακουγ ό ταν . Ο πατή ρ Μ ισ έλ έ τεινε την π ροσοχή του. « · Ο ταν η επ ίθεση απ έ τυχε , έν α ς απ ό τους παρτιζά νους , ο Σά ρ λ Σ αλμ π ρ ά ν, την έ κ ρυψε σε μια φ ά ρμα, ενιο οι Ν αζί χτ ένιζαν την περιοχή να τους •

32


β ρουν . Σύ μφωνα με τα λεγ ό μενα του δεκανέ α , ο ά ντ ρας τη ς π έθανε χωρίς ν α πει τ ίποτε άλλο, στις έντεκα ακ ρι βώ ς το π ρωί τη ς Δευτ έ ρας , εφτ ά Φε β ρουα ρίου . » Κ ατ ά τον Σαλ μ π ρ ά ν και το ζευγά ρι που παραστ άθη κε στη γέννα , η γυνα ί κα γέννησε χωρ ίς να βγ άλει ά χνα , για να τους π ροστα τέ ψει από τις περιπόλους που τριγύ ριζαν απ ' έξ ω . Έ φερε στον κ ό σ μο ένα αγ ό ρι, στις έντεκα το π ρω ί τη ς Δ ευτ έ ρας, εφτ ά Φεβ ρουαρ ίο\») . Ο π ατή ρ Μ ισ έλ έ μενε α κ ίνητος, ά ναυ δ ος. Περιμένοντας το τ έλο ς τη ς ιστορ ί ας , κοιτ άζοντας ί σια μπροστ ά του, κρα­ τώ ν τας τ ό σο σ φιχτ ά το σταυρό του ροζά ριου που το δέ ρμα των χεριώ ν του τεντ ώθη κε κι ά σ π ρισε. «Ζ αν Λ απ ό ρτ» , ψ έλι­ σε . . « Έ χεις το ίδ ιο ό νομ α . Εί στε συγγενεί ς ; » « Ή ταν ο πατ έ ρας μου» , απ ά ντησε ο παπ ά ς ή ρεμα . « Εί μαι ο γι ό ς που γεννήθη κε την ώ ρα που εκε ίνος π έθ αι νε» . Κ ανε ί ς τους δεν μι λο ύ σε. Τη σιωπ ή έ σπασε πρώτ ος ο πα­ τή ρ Ζαν. « Τ ον θυ μ ό μαστε π ά ντα . Κ ι ό χι μόνο αυτ ό , α λλά μια φορ ά το χρ ό νο φ ίλ οι και συγγενεί ς συγκεντ ρωνό μαστε να τιμή σουμε τη μνή μη τ ου» . Ο πατή ρ Μ ισ έλ τον κοίτ αξ ε . « Λ υπ ά μαι, α λλά δεν κατα λ α β α ί νω τι εννοεί ς» . « Σ τον κα θ ε δ ρικ ό να ό τη ς Σ αρτρ . Κάθ ε χρ ό νο , στις εφτ ά Φ ε β ρουα ρ ίου , γ ίνεται μνημ ό συνο στη μνή μη τ ου. Γ ια να θυ­ μη θ ού με και τους άλλ ους» . Ξ εχ ά σ τ η κε για λίγο' β ρ έθη κε στον επιβλητικ ό χώ ρο τ ου κα θ ε δ ρικού , με τα ψη λά , σφραγι­ σ μ ένα α π ό τους αιώ νες ταβάνια , και τις αψ ίδες που υψ ώνον­ ταν στον ουραν ό . « Τ ο μ νη μό συνο ε ίναι πάν τ α το ίδιο» , σ υνέ χισε «με τά τ ό σα χρ ό νια . Α ρχίζει στις έντεκα π α ρ ά τέτα ρτο . Ακούγοντ αι τ ο ό ργανο και η χορω δί α . Στ ις έντεκα α κ ρι βώ ς , α κο ύγεται η κα μπ ά να και η Μ ασα λιώτι δ α . Την ώ ρα που ο π α τ έ ρας έ παψε να νιώθει τους π ό νους τη ς ζω ή ς » . Χ α μ ήλωσε τον τ ό νο της φωνή ς του . « Τη ν ώ ρα που η μ ά ν α μου έ παψε να νιώθ ει τ ους π όνους τη ς γέν ν α ς » . Συνέ χισε τη δ ιήγηση μ π ήγοντα ς όλ ο κ αι πιο β α θ ι ά μ έ σα στη ν ψυ χ ή τ ο υ το αγ κ άθ ιν ο στεφ ά νι που φορού σε ε δώ και τ ρι ά ντα ενν ιά χ ρ ό νια . « Π ά ντοτε στις 1 1 α κ ρι βώ ς . Σ τις εφ τά του μην ό ς . Αυτ ή τη χρονι ά μάλιστα οι η μερομη νί ες συμ π ί­ πτο υν. Δευ τέρα , 7 Φεβ ρ ου α ρίο\») . 33


Για έ να λεπτ ό ο πα τ ή ρ Μ ισ έλ θυ μή θ η κε την η μερομην ία : Δ ευ­ τ έ ρα 31 Ι ανουαρ ίου. Μ ια α κ όμ α βδομάδ α , σ κ έφτη κε κι υπο­ συνείδη τα και για να βγάλει τον πατ έ ρα Ζ αν απ ό την αγων ία , τον ρ ώ τησε: « Κ αι ο ι υπ όλοιποι; » « Οι υπ όλοιποι, ό σοι επ έζη σ αν , κ ρύ φτη καν. Ο Σ α λμ π α ρ ά ν έμ εινε με τη μητ έ ρα μου, την π ροστ ά τευσε , και τη μετ α κινού ­ σε α π ό κ ρυψώωνα σε κ ρυψ ώ να . Η Γ κεστ ά πο ε ξ ακο λ ουθ ο ύ σε να τους γυ ρεύ ει, αν και εί χε περ ά σει α ρκετ ό ς καιρ ό ς . Ο Σ α λ­ μ π ρ άν δια κιν δύ νευε τό σο, ό σο κι αν πο λεμο ύ σε. Δ υο φορέ ς π α ρ ά λίγο να τους έ π ιαναν, α λλά γ λί τωσαν. Όταν τα π ρ ά γ­ ματα έγιναν κ ά πως λιγ ό τερ επικ ίνδυνα με βά φτισαν και μου έδ ωσαν το ό νομ α του πατ έ ρα μου, Ζ αν Λ απ ό ρτ . Τ ο δε ύ τερο ό νομ ά μου είναι Σ α ρ λ . Οι περισσ ότεροι νομίζουν πως με λένε έ τσι π ρος τιμή του στρατηγού Ν τε Γ κω λ . Όμως π ή ρα τ ' ό νο­ μ α του ανθ ρώ που που με ξ εγ έ ννησε κι έ σωσε τη ζωή τη ς μά­ νας μοω>. « Κ αι μετ ά ; » Η ερώ τηση έγινε μ ' ευγενικ ό τρ ό πο για να τον π α ρ α κινή σει να συνεχί σει . « Μ ετ ά ; Μ ετ ά νομ ίζω, πο λλο ί α π ' αυτού ς αισ θά ν θη κ αν ό τι εί χαν π ροσφέ ρει α ρ κετ ά . Ξ αναγύ ρισαν στι ς δ ου λειέ ς και τις οικογ ένειέ ς του ς » . « Κ αι ο Σ α λμ π ρ ά ν ; Τι έγινε μ' αυτ ό ν ; » « ο Σ α ρ λ Σ α λμ π ρ ά ν ή ταν ο πιο έ μπιστος ά νθ ρωπος του π α τ έ ρ α μου. Ο άλλος ή ταν ο Ε νρ ί Μ π ε λά ν . Α νή κε κι αυτ ό ς στον πυρήνα του Μ ε λερ ά ν και πή ρε μ έ ρος στην επ ίθεση εναν­ τ ί ον του τ ρέ νου » . Χα μένος στο π α ρε λθό ν, στριφογύ ριζε το ροζά ρι ό τ ου . « Ή ταν και οι δ υο νεό τεροι α π ό τον πατ έ ρα μου. Ή ταν ε π ίσης δ ιαφορετικοί α π ό τους υπ όλοιπους τη ς ομάδας. Α π ό κα λέ ς οικογ ένειες, που τους έ στελ ναν σε κ α λά σ χο λεί α και τους γα λο ύ χη σ αν με φιλ ο δ ο ξίε ς . Κ ατ ά ένα περ ίεργο τ ρ ό π ο , ο π όλε μος τους ωφέλησε. Η δ ρ ά ση τους σ τ η ν Α ντ ί σταση . Η σ χέση τους με τον πα τέ ρα μου . Η αφοσίωσή τους, ι δ ιαίτε­ ρα του Σαλ μπ ρ ά ν, στην μη τ έ ρα μου. Με τ ά τον π όλ εμο δού­ λεψαν . κι οι δ υο πο λύ σ κ λη ρ ά , και επαγγελμ ατικ ά και απ ό πο λ ιτική ά ποψη » . Τ ο μυα λό του υποσυνείδητα β ρέθη κε στο δ ρομ ά κι που ο δηγο ύ σε στο σ π ί τι του Γάλλου π ρέ σ βη . « Σή με­ ρα » , κα τ έλη ξ ε , « και ο Σ α λ μπ ρ ά ν κι ο Μ πε λλά ν θεωρούνται

34


ση μα ν τικ ά π ρ ό σω π α » . « Δ η λ α δή ; » Ο π ατ ή ρ Ζ α ν έφερε στη μ νή μη του , τη ν επιβλητική φιγού­ ρα του νο νού του κα θώ ς κ αι τη ν μικροσκοπική , α λλά επ ί ση ς, α ξ ιοπ ρ ό σεκτη φιγού ρα του Μ πελά ν . «ο Ε ν ρ ί Μ πε λά ν είν αι εκ δό τη ς της " Λ ε Μόν τ " που απ ό πο λλο ύ ς θ εωρείται σα ν η κα λύτερη εφη μερ ίδα της χώ ρας μου » . « Κ αι ο Σ α λ μπ ρ ά ν ; » « ο Σ α ρ λ Σ α λ μ π ρ ά ν εί ν αι υ π ουργ ό ς Εξ ωτερικώ ν . Π ο λλ ο ί πιστεύου ν πως θ α ε ί ν αι ο επ ό μεν ος π ρ όε δ ρ ό ς μα ς» . « Κ αι η μητέ ρα σου; Τ ι κ ά ν ει; » Ο πατή ρ Ζ α ν χ άθη κε για άλλη μια φορ ά στις σκ έ ψεις του, έ χο ν τας παρ όλα αυτ ά συ νε ίδηση της βαρύτητας της ερώ τη­ ση ς, γν ωρ ίζον τας τι θ α επακο λ ου θ ού σε με τη ν απ ά ντησ ή του βγή κε α π ό το ν χεί μα ρ ρο τω ν α ν α μνή σεω ν π ου τον κα τ έ κ λυ­ σα ν κι ε ί πε: « Η μητ έ ρα μου ή τα ν σε άθλια κατ ά σταση » . Α π ό ­ φευγε ν α κοιτ άξει το ν συ ν ομι λητή του κατ ά ματα . « Ψυχικ ά , ό χι σωματικ ά , κα θώ ς κατα λ α β α ί νεις . Ο π ό ν ος κ αι ο τρα ύ μα της γ ένν α ς π έ ρασα ν , α λλά ψυχικ ά υ π έφερε» . Κ ούνη σε το κε­ φ άλ ι του . « Πέ ρασε καιρ ό ς μ έ χρι ν α το ξεπερά σει, ό τα ν όμ ως το ξε π έρα σε, έγιν ε δυ ν ατ ή - ό π ως λέ νε ό τι ή ταν ο πατέ ρα ς μου - α νέλ α β ε τα οικογενεια κ ά τη ς κα θή κο ν τ α , φρ ό ντισε τη μόρφωσή μ ου » . Μ ιλ ού σε β ιαστικ ά , σα ν ν α ομο λογού σε κ ά ­ π οιο μεγ άλ ο κ ρ ί μ α , σ αν ν α π ροσ π α θο ύ σε ν ' αποφ ύγει τη ν α­ π ά ν τη ση . « Εγ ώ θεώ ρη σα απαρα ίτητο, ν α γ ίνω παπ ά ς» . Κ ι οι δ υο α ν τι λή φ θη κ α ν πως αυτή η κου βέντα ή τα ν μια α νο ρ θόδ ο ξη ε ξή γηση της αφοσ ί ωσ ή ς του στο ιερατικ ό σ χή ­ μ α . Συ νέ χισε , χωρ ί ς ν ' αφή σει π ε ρι θώ ρια για ερωτή σεις στο ν π ατ έ ρα Μ ισ έλ , μ π ερ δ εμέ ν ος κι ο ίδιος απ ό τη ν α ν άγκη που αισ θ α ν ό τα ν για εκ μυστηρεύσεις . « Ή τα ν κ ά τι που το ήθελε η μητ έ ρα μου , κ ά τι π ου κι εγ ώ π ί στευα ό τι έπ ρεπε ν α κ ά νω . Μ ια α ν ά γ κη , μια ισορρο π ί α - α ν θέλ εις - στη βία π ου π ροηγή θη κε » . « Π ρ ό σφερες το ν εαυτ ό σου, σπου δή σ τη ν ειρή νη » . « Σ π ου δή στη ν ειρή νη » , συμφώ νησε ο Γάλλος ιερέ ας . Ο πατ ή ρ Μ ισ έλ π ερ ί με ν ε ' υπ ή ρχε συνέ χεια και το ένιω θ ε . « Πή γα και στη Γερμα ν ία α κ ό μη » . Η φω νή του χαμή λωσε. « Ή τα ν ι δέ α τη ς μητέ ρας μου, για ν α δε ίξ ω στους α νθ ρ ώ πους 35


που σ κ ότ ωσαν τον πατ έ ρα μου, τα κα λά μου αισθήμ ατα . ' Ε ­ τσι έ μα θ α τη γ λώ σσα τους » . Ο πατήρ Μ ισ έλ τον κοίταζε με δυσ πιστ ί α . « Μ ιλά ει θ αυμ ά σια τα γεμανικ ά » , συμπ λή ρωσε ο Γάλλος. Η ε ξ ομο λόγηση εί χε τε λειώ σει ' απ ά ντησε και στην α ρχική ερώτη ση . « Η μητ έρα μου έχει γερ ά σει. ' Ε χει κ ά ποια υπη ρέτ ρια που τη ν π ροσ έχει και κ ά ποιαν άλλη που φροντ ίζει τ ο σπ ίτ ι» . Σταμάτη σ ε, χωρί ς να έ χει συνε ίδηση του τι ήταν έτ οιμος να ξ εστομ ίσει, χωρ ί ς να έ χει συνείδηση αυτού που · ξεσ τό μισε. « Υ πο θέ τω, πως κι αυτή ε ίναι σαν τους άλλους, μ ό νο που δεν θέλει να το πα ρα δ εχτε ί » . « Τ ι εννοεί ς ; » « Π εριμ έ νει» . Στη φωνή του παπ ά δεν υπή ρχε κανένα α ί­ σ θη μ α . « Υ ποθέτ ω , πως όλα τα χρόνια , περ ί μεναν» . Τ α κεριά τρεμόσβηναν μπροσ τά σ τ ο ά γα λ μα του Αγ ίου Φ ραγκ ί σ κου. « Τ ι περ ί μεναν ; » « Π ερ ί μεναν τον Χ ασ ά πη » . Η φωνή του σ κ λή ρυνε , και με­ τά έ σ β ησε. « ' Υ στερα από το επεισ όδ ιο με τον πατ έ ρα μου στο τ ρέ νο, δεν τον ξα ναείδε κανεί ς . Μ ετ ά τον π όλεμο χάθη ­ καν τα ίχνη τ ου . Ο Μ πελά ν κι ο Σαλ μπρ ά ν π ροσπ άθη σαν να τον β ρούν . Όταν ή ρ θ αν στα π ρ άγματα , έ ψα ξα ν τους φα­ κ έλ οι.ι ς , ό μως δεν β ρή καν τί ποτε. Α π λώ ς ε ξ αφανί στη κε. Η κυ βέ ρνηση τον κατα δί κασε ερή μην σε θά νατο, α λλά παρ όλ α αυτ ά , όλοι περιμ έ νουν» . « Κ αι να που β ρέθη κε» . Ο πατή ρ Ζαν κο ίταξε τον παπ ά . « Όχι α κρι βώ ς, φ ίλε μου . Β ρή καν το σπ ίτι του , τ' ό νομα που χρησιμοποιού σε για να κ ρ l:Ιβ εται , ο ίδ ιος ό μως δεν β ρέθη κε» . Σταμάτη σε και κο ί τα­ ξ ε τα κερι ά . « Π ού το ή ξε ρε ; » Η ερώ τηση ήταν ξ εκ άθ α ρη . Ο πατή ρ Ζαν π ροσπ άθησε να την αποφύγει. « Π οιος ή ξερε τι; » « Π ως ή ξερε ο Χά ινερ πού να β ρει τον πατ έ ρα σου ; » Η σιω­ π ή τ ά ρα ξ ε την η ρεμ ί α του π α ρεκκ λησιο ύ . Η μυρω δ ι ά του λ ιωμ ένου κεριού απ λώθη κε στον αέ ρα . « Λέ νε πως κ ά ποιος τον π ρ όδ ωσε. Όχι μ έ σα απ ό την ομ ά ­ δ α , αλλά απ ό τους συναγωνιστέ ς . Α υτ ό τουλάχιστον, π ί­ στευαν ο Σ α λ μπρ ά ν και ο Μ πελάν. Όταν μ άλιστα ο Σ α λ ­ μπ ρ ά ν έγινε δ ιευ θ υντής τη ς αστυνομ ί ας μετ ά τον π όλεμο , έ ­ κανε α ρκετ έ ς ανα κ ρ ί σεις και έ ρευνες» .

36


« Βρή κ ε τ ί ποτε ; » Ο πα τ ή ρ Ζαν α π άντησ ε κ οφ τ ά : « ' Ο χ ι , δεν β ρ ή καν τ ί ­ ποτε» . Ένα ρεύ μα α έ ρα φ ύ σηξε στην εκκ λη σία κ ι έ σ β ησε το κε­ ρ ί . Ο Γάλλ ος ση κ ώθη κε να το ξανανά ψει. « Κ αι συ» , ρώ τησε ο πατή ρ Μ ισέ λ α λλάζοντας θέ μ α , « περιμένεις α κ ό μ α ; » Ο πα τή ρ - Ζαν έγειρε το καντίλι, μέχρι ν ' αγγ ίξ ει η φ λόγα του το φυτ ίλ ι του κεριού . Έ φερε στο νου του τον πα π ά , με τα χ ιονά τα μα λλι ά , που του έδει ξε το δ ρ ό μο του Θ εο ύ , όπ ως είχε κ ά νει πα λιό τερα κ αι με τον πα τ έ ρα του. « Πώ ς ε ί ναι δ υνατ ό ν ; » ρ ώ τησ ε . « Πώ ς θα μπορού σε έ νας π α π ά ς να περιμένει ε κδί κηση ; » Θυ μήθη κε για άλλη μια φορ ά το π ρό σωπο του παπ ά , και το κε ί μενο α π ό τη Βίβλ ο που του διά β α ζε λέγοντ ά ς του πως ή ταν α π ό τα πιο αγαπημ έ να του πατ έ ρα τ ου . Π ρος Ρ ωμα ί ους επιστο λή Χ Ι Ι , στ ίχ ος 1 9 . « Μ η εκ δι κή τε εαυτούς, αγα πητο ί' α λλά δό τε τ ό πον τη ορ­ γή δ ιό τι εί ναι το γεγραμμ ένον » .

8

Α ίμα

Τ ο αεροπ λά νο των Πε ρου β ιανώ ν αερογρα μ μ ώ ν π ροσγειώθη ­ κε σ τ η ν ώ ρα του . Ο Κόριγ καν π ή ρε τη ν τσ ά ντα τ ο υ α π ό τ ο π ί σω μ έ ρος του καθίσ μ ατος κα ι μπή κε σ τ η ν ουρ ά τ ω ν επι βα­ τώ ν που περίμ εναν να β γουν απ ό το αεροπ λά νο . Κ α θώ ς έβγα ινε, του κ ό πηκε η αν ά σα α π ό το κύμα ζέ στη ς που τον χτ ύ πησε κατα π ρ ό σωπ ο . Τ ο ταξίδι στο ΤίVΓKO Μ α­ ρ ί α , αυτ έ ς ο ι λιγοστ έ ς μ έ ρες μ α κ ριά α π ό την π ρωτεύ ουσα , τον έ καναν να ξεχάσει τη ζέ στη . Ξεραίλα , σ χεδόν ανυπ όφο­ ρη . Κ ατ έβη κε τις σ κ άλες, μ π ή κε στο κτιρια κ ό συγ κ ρ ό τημα , π έ ρασε απ ό τον αστυνομι κό έλεγχο στα γρήγορα , ενώ ο ι άλ ­ λοι τα ξ ι δ ιώ τες α κ ό μα περ ί μεναν να συγκεντ ρώ σουν τις α πο­ σ κευέ ς τους. Κ ατευ θύνθη κ στο κεντρικό κ τ ί ρ ι ο κα ι αισ θά ν­ θη κ ε μ ' ευχα ρ ί στηση να το περιβά λλ ε ι ένα κ ύμα δροσ ι ά ς . Κά τι συνέβ α ινε . Τ ο ή ξερε, κ ά τι ψην όταν σ τα σ ίγουρα . Έ ­ σ τ ριψε α ριστ ερά , στον α νοιχτ ό χώ ρο κ αι έ φτασε στο π ά ρ -

37


κιγ κ . Το αυτο κ ίνητό του τον περ ί μενε σ τη ν άλλη ά κ ρη. Κά τι συνέβ αινε , το α ισ θα νότ α ν , κάτι σ το οποίο θα έ παιρ νε μέρος κι ο ί δ ιος . Π ροσ πέρασε τ ις ου ρές των επιβ ατών π ου περί με­ ναν για τις α π ογευμ α τινές πτήσεις , το πλήθος που πηγα ινο­ ερ χότα ν κι φτ ασε στο περ ίπ τ ερο . Στα μάτησε, ρ ί χνοντας μια μ ατιά στους τίτλους . Τ ίποτα, σ κέφτηκε , τίπ οτα π ου να τον ενδιαφ έρει , να τον αφορά . Μια α π εργία στο Τ σέ ρο ντε Πά ­ σ κο , συνάντηση στον Ισημερινό των κ ρ ατών - μελών της Συνθήκ ης των Ά νδεων , μ ια φωτογραφ ί α του π ροέδ ρ ου ν ' α ­ πευθύνετα ι σε ξ ένους τρα π εζί τες. Περ ίεργο , σ κέφτηκε, δεν υπάρ χει Εσπρέσο . Α να ρω τήθη κε μ ή πως δεν είχε τυ πωθε ί ε ­ κείνη τη μέρα , ή είχε κιόλ ας τελειώσει. Βγήκε στον ηλιόλ ου ­ σ το χώρο, ξεκλείδωσε το α υτοκίνητο κ αι κ ατευθ ύ νθηκε προς την π όλη. Κ άτι συνέβ αινε , ήταν σ ίγ ουρος.

9

Λ ίμα

Η Μ α ρ ία ά φησε τ ο τη λέφωνο να χτυπή σ ε ι για πέν τ ε λεπτ ά π ριν κατε βά σει το α κουσ τ ικ ό. Αν το σή κωνε κ άποιος , ας α­ παν τ ού σε ο Βάσερμ αν . Όμ ως δεν θ ' απα ντού σε . Κ ι εκείνη δεν ή ξερε τι θ α έ λεγε αν τ ο σ ή κωνε κ ά ποιος άλλον . Πή ρε την εφη μερ ίδα , την έβ α λε στη τσ ά ντ α τη ς , κι εί πε σ τ ους υ­ πα λλή λους πως θα έφευγε νωρ ίς σε περί πτωση αν ά γκης θ α την έβ ρισ καν σπ ίτι τη ς . Έ κανε ζέστη αν κι ο ήλιος ή ταν στη δύ ση του . Μ πή κε σ τ ο αυτοκ ί νητ ό της κ αι τ ρ ά βη ξ ε για το κ έν­ τρο της π όλη ς , προς το Μ ιραφ λό ρες. Ο ουρανό ς ά ρχιζε να χ ά νει τ ο γα λαν ό τ ου χρώ μα . Σ τις γωνιέ ς των δ ρ ό μων σχημα­ τ ίζον τ αν ουρέ ς για τα λεωφορεία . Πέ ρασε μπ ροστ ά απ ό την α μερικανική π ρεσ βεί α , όπου η κυκ λοφορ ία π ύ κνωνε, π έ ρασε το μπαρ Χ α βάη , στην ά κρη τ ου χορτα ριασ μ ένου π ά ρκου που α ποτε λ ού σε την κα ρ δ ιά του α κ ριβό τερου π ρο ά σ τ ιου τη ς π ό ­ λη ς , με θέ α στη θάλ ασσα , κι έ σ τ ριψε στο δ ρ ό μο που β ρισ κ ό­ ταν το δ ιαμέ ρισ μα τ ου Χέ ρμπερτ Βά σερμαν . Ο ι δ ρ ό μοι ή ταν γεμ ά τοι. Τ α αυτοκ ίνητα περ ί μεναν μποτι­ λιαρισ μ ένα στη σειρ ά , σ τ α πεζο δ ρ ό μια ανθ ρώ πινες μυρμηγ­ κιέ ς έ καναν τα ψ ώνια του ς . Ού τε που τ ους π ρ ό σε ξ ε. Τα 38


δ ιαμερ ίσ ματα στις πο λυκατοικ ίες και τα γραφεί α έ μοιαζαν σαν vΑ κ ρ έ μονταν π ά νω από το δ ρ ό μο, έ κρυ βαν τον ήλιο κι έ καναν β αρι ά την ατμ ό σφαιρα . Το δ ια μ έ ρισ μα του Βά σερ­ μαν ήταν μετ ά πενήντα μ έτ ρα σ τ ' αριστερ ά . Δ εν ήξ ερε τι να κ ά νει, πο ύ να στα ματήσει, πού να πα ρκ ά ρει το αυτο κ ί νη τό τη ς, π ώ ς να π ά ει στο δ ιαμ έ ρισμα . Κ ανένα ση με ίο ζωή ς , ανα­ λογ ί στη κε , καμι ά απ ά ντηση σ το τηλέφωνο, κ ανένας στο σπ ί­ τι. Ί σως ν ' ά φησε κ ά ποιο μήνυμα , σ κ έ φτη κε , καρφιτσωμ ένο στην π ό ρτα . Α ποκ λείεται ό μως, το ή ξ ερε . Θα τη ς ε ί χε τη λε­ φω νή σει, στο δ ιαμ έ ρισμ ά της ή στη δου λει ά τη ς αν μπορούσε . Κ αν έ να μήνυμ α , αφότου ακο λο ύθησε τις οδηγίες του , χτ ες β ρ άδ υ .

10

Λ ίμα

Σ την ά κ ρη του παρε κ κ λησιο ύ , στον κ ύ ριο x<iJPO τη ς ε κ κλη­ σι ά ς, ο πατή ρ Ιαν ά κουσε τον ήχο που έ καναν οι κ α λόγεροι κα θώ ς έ μ παιναν στο χορωστ ά σιο . Τους κοίταξε , ζηλε ύ οντας την ηρεμία τους , έ χοντας συνεί­ δ ηση τη ς παρηγορι ά ς και τη ς φιλίας που του είχε δ ε ίξει ο π ατή ρ Μ ισ έλ . Ξ αφνικ ά , αντι λή φ θηκε μια παρουσ ί α δί π λ α του · γύ ρισε και είδ ε έ να δό κιμο κα λόγερο με τα χέ ρια ενωμέ­ να σαν να προσευχ ό ταν - δ ε ίγ μα σε βα σ μού προς το πρ ό σω­ πο του πατ έ ρα Ιαν, εν ό ς ιερ έ α που ε ίχε έ ρ θ ει από την άλλη ά κρη τ ου κ όσ μου και ο οποίο ς έ παιρνε μηνύ ματα από τη ν άλλη ά κ ρη του κ ό σ μου. ·Εβ η ξ ε σχεδό ν απο λ ογητικ ά : « Π ά ­ τερ», μουρμού ρισε, «σας ζητο ύ ν στο τηλέφωνο . Υ περαστικ ό απο τη Γ α λλί α» , συμ π λή ρωσε για να δώ σει έ μφαση στο γεγονό ς . Ο ιερέ ας ζήτησε συγνώ μη απ ό τ ο φ ίλ ο του και α κο λο ύθησε το δό κιμο που τον ο δή γησε μ έ σα απ ό έναν λα βύ ρινθ ο δ ια δ ρ ό ­ μων, σ τ ο δωμ άτ ιο του ηγού μενου . Α π ό μα κριά ακούγοντ αν οι γ λυκ έ ς ψα λ μω δίες τη ς χορωδίας. Α π ό τα ανοιχτ ά παρ άθυ­ ρα - παρ ά τη ζέστη - μπορού σε να δια κρ ίνει μια ά χνα να αγκα λιάζει την π όλη κ άτω από τον μεση μεριάτ ικο ή λιο . Μα κ ριά , π έ ρα από τις αντικρινέ ς σ κεπ έ ς , έβλεπε τα π ρώ τ α 39


φώτα των μπαριά ντας στους λόγ ους . « ο Ηγούμενος είναι σ τ η χορω δία , και μου ζήτ ησε να (!(ι : οδηγή σω ε δώ » , εξή γησε ο δό κιμος μ ' ένα μ άλλον πα λ ιομυ6 ί τ ι κ υ τ ρ ό πο ο μι λία ς . Το γραφείο ήτα ν μισοσ κότεινο . Μ ια χα μ ηλή λά μπα φώτι­ ζε τ ο ξύλινο τ ραπ έζι και το τη λέφωνο παρα δί π λ α. Σ τον π λ αι­ νό τ ο ίχο κ ρεμόταν ένα ς π ίνα κας με θέ μα τ ον Μυστικ ό Δεί­ πνο · ο Χ ρισ τό ς έ π λενε τα πό δ ια των μα θη τών του. Ο παπ ά ς ση κώθη κε δίπ λ α στην κα ρέ κ λα τ ου Η γού μενου . Δ εν ήθ ε λε ν α κα θί σει . Σή κωσε το τη λέφωνο . Στ ο λ ιγοστ ό φως δ ιέ κρινε τα κ α λ ογυα λ ισ μ ένα έπιπ λ α . « Λέγετε, παρα κα λώ . Εδώ πατήρ Ζαν» . · Ακουσε τους ή χους του υπεραστικού τη λεφωνή ματος να περν ά νε μ έ σα απ ό τ α κα λώδ ια , τ ον ή ρεμο τό νο τη ς τη λεφωνή τριας στο Ελυζέ . Αναρωτή θη κε αν ήτα ν η μητ έ ρα του, κι έφτασε στα αυτι ά του η γνώριμη φωνή το υ υπουργού Εξωτερικ ώ ν . « Π άτε ρ Ζαν, παιδί μου, τι κ ά νεις; » Ο Σ α λ μπ ρ ά ν τ ον απο­ κα λο ύ σε παι δ ί του , σαν &είγμα τρυφερότη τας, αν και ο π ο λι­ τικός , μ έ σα του, του υποδεί κνυε να τ ον π ροσφωνεί « π ά τερ» μετ ά τ ην χει Ροτόνισή του - μ π ροστ ά σ τ ον κ ό σ μο τουλάχι4 σ τ ον. Γ ια δεύτε ρη φορ ά εκεί νη την η μ έ ρα , έφερε την εικ ό να του Σ α λμ π ρά ν στο μυα λό τ ου . ·Α σπρα μα λλ ιά , ψη λή , στη τή κορμοστασιά . « · Ε μα θες τα νέ α ; » τον ρώτη σε. « Ν αι» , απ ά ντη σε ο Σαλ μπρ ά ν . « Η π ρεσβεία τη ς Λί μ α μ ο υ ανέφερε το γεγονό ς , α μ έ σως. Δ εν ξέ ρω τι να πω . Κά νουμε ό , τι μπορούμε - ό , τι είναι δυνατόν» . Η φωνή του έ σ βησε για λίγο . « Η γραμ μή έχει π ρ όβλη μ α . Α ς εί μ αστε σ ύν τομοι για να μπορέσουμε να συνεννοη θ ού με» . Ο ιερέ ας συμφώ νη σε. « Η μητ έ ρα μου τ ο έ μα θε ; » « Ν αι, τη ς τ ο είπ α εγώ ο ίδιος» . « ·Εχεις τί ποτε καινού ργιο να μου πεις; » · Η ξερε, α λλά δεν μπορού σε να παρα δεχτεί πως οι δικ έ ς του π λη ροφορ ίες ή τα ν πιο έγκυρες απ ό εκείνες του υπουργού Εξωτερικ ώ ν. « Π ρος το παρ ό ν, φοβ ά μαι, πως όχι» , παρα δέχτη κε ο Σ α λ ­ μ π ρ ά ν, « όμως εί ναι νωρ ίς . Αυτή τη στιγμ ή εί μαι με τον Π ρ όε­ δ ρο. Η αντ ίδ ρασή του είναι π ά νω - κ άτ ω αυτή που περιμ έναμε. Δ ι π λω ματικές πιέ σεις για τ ην έ κ δοση του Χάινερ , ό ποτε 40


βρεθεί και προσπ άθειες να β ρεθε ί με κ άθε τ ρόπ ο » . · Εγινε κ ά ποια δια κοπή στην τη λεφωνική συν δ ι άλεξη · ο πα­ π ά ς μ όλις που ά κουγε μερικ έ ς λέξεις, αποκομμένος μ έ σα σ τη μονα ξιά του . · Η ταν σ ' επαφή με τη Γ α λλία . . . Γ ια ένα λε π τό η γραμμή κα θά ρισε, η επικοινωνί α αποκαταστ άθη κε κι ά κουσε τ ον Σαλ μπρ ά ν να τ ου λέει κα θ α ρ ά . . . « π ο λύ ά σχη­ μα. Μόλις που α κούγεται η φωνή σου . Θα σου ξανατηλεφω­ νή σω α ύ ριο την ίδια ώρα » . Πήγε να του απαντή σει, α λλά η γραμμή κ ό πή κε. Ο ιερέ ας έβ α λε το α κουστικ ό σ τη θέ ση το'), και κο ί ταξε τ ο φωτεινό κύ κ λ ο που σχημ ά τιζε η λά μπα κ ά τω στο σ κ ού ρο ξύλινο τραπέζι κι έ κανε το βερνί κι να γυα λοκοπ ά ει κ άτ ω απ ό το κιτρινωπ ό φως. Σ την ά κρη του τ ραπεζιού β ρισ κ ό ταν ένα β ιβλίο , χοντ ρόδε­ το, μεταχειρισ μ έ νο . · Απλωσε το χέ ρι, νιώθ οντας την αν ά γκη να κ ά νει κ ά τι, μια και τ ο μυα λό του εξακο λου θ ού σε να ταξι­ δεύει α λλού . Ο ι σε λίδες ά νοιξα ν στην επ ιστο λή του Παύλου προς τους Ρωμα ίους, στο σημείο που ο ίδ ιος είχε λίγο π ριν αναφερ θεί , μιλώντας στο φ ίλο του. Κεφ άλ αιο ΧΙΙ , στ ί χος 1 9 . « Μη εκδικήτε εαυτού ς αγαπη­ τ ο ί , α λλά δό τε τ ό που τη οργή , διότι είναι γεγραμ μ ένον» . Σ τη Γ α λλία , υπή ρχαν ά νθ ρωποι που ζητού σαν εκ δί κηση . Το ήξερε πολύ καλά . Του το είχε πει ο π ρεσβευτής πριν λίγο . Το είχε ομο λογήσει ο ίδιος στον πατ έ ρ α Μ ισ έλ νωρ ίτε­ ρα , μπροστ ά στο ά γα λ μα του Αγί ου Φ ραγκίσ κου. Μια η λια­ χτ ίδ α ανακούφιση ς ξεγλίστρησε στο δω μ ά τιο, ελαφρώ νον­ τ ά ς τον απ ό το βά ρος που ένιωθε . Θεϊκό ση μ άδι, σ κέφτη κε. Ο Χ ριστ ό ς με τη στ ά ση του , του έδειχνε το δ ρόμο. Δεν π ρέ πει να υπ ά ρχει επιθυμ ία για εκ δίκηση . Αυτό είναι το σωσ τ ό . ·Εκλεισε το βιβλίο , αφού πρώ τ α , ση μείωσε τη σ ελίδα με το ρητό που τον απασχολού σε κι ανάτρεξε στη μισοσβησ μ ένη ρά χη του βιβλίου. Γ ρά μμα -γρά μ μα διάβ ασ ε: ·Αγιος Θω μ ά ς Α κιν ά της . «Summa Theologica » , Τόμ ος Δεύ τερος, μ έ ρος δεύ τερο. Η σε λίδ α ήταν ανοιχτή στο κεφ ά ­ λαιο «Ε ρώτηση τεσσαρακοστή . Π ερί Π ο λέ μου» . Τό τε, για π ρώ τη φορ ά , αισ θάν θη κε τη μετα ξένια κ λωστ ή του ιστού τη ς α ρ ά χνη ς να τον τυλίγει, να κ άθεται στους ώ μους τ ου, αόρατη , να τον περιβάλλει. Ν α τον πνίγει . Ν α 41


τον παγιδε ύ ει. Ν α τον δ εσ μεύ ει. Υ π ή ρχαν ιερωμ έ νοι, στον Τ ρ ί το Κό σ μο , ιερω μένοι που δεν θ α τους γ ν ώ ριζε ποτ έ , οι οπο ί οι ήξεραν α π ' έξω τις πεντ έ­ μισι σελίδες της τεσ σ α ρ α κοστή ς ερώ τη ση ς . Κ α θ ο λ ικο ί , απ ό τι ς δ ι κ τατορ ίες τη ς Β ραζιλία ς κ αι της Γουατεμάλας, και Ι η σου ί τε ς κ ά τω απ ό την ανε λέη τη σ κι ά τη ς κυ βέ ρνησης του Ελ Σ αλβα δό ρ γ ια τους οπο ί ους , η Summa Theologica ή ταν ένα ιερ ό ή ση μ αντικό βιβλίο , ό σο και η Βίβλ ος . Μό νο που την α πο κ α λο ύ σ α ν , Δόγμ α του Δί καιου Π ο λέ μου . Ο δ ό κιμ ο ς περ ί μενε έξω α π ό τη ν π ό ρτα . Ο ιερέ ας δ ιέ σχισε τ ο δω μ ά τι ο , κ αι τον ρώ τη σε αν θ α μ π ο ­ ρούσε να δ ανειστεί το βιβλίο α π ό τ ον η γο ύ μεν ο . Ο νεα ρ ό ς α πάντη σε κα λό καρ δα και διστα κτι κ ά συγχρ ό νως : « Αν ξέ­ ρεις πως θ α β ρε ί τε κ ά ποια β ο ήθ εια , π ά τερ , τ ό τε θ α χα ρε ί που το δανεισ τή κ ατε» . Ο ιε ρέας μ ουρμού ρι σ ε κ ά τι σαν ευχα­ ριστία κι υποσ χέθη κε να τ ο επιστρέ ψει το ε π όμενο π ρω ί . Βγή κε στο δ ι άδ ρομο , μετά στην αυ λή , κι απ ό κει στο δ ρ όμ ο μέσα α π ό το μ ικρό άνο ιγ μ α της βα ρι ά ς ξύλινη ς π ό ρτας του μονα στη ριού . Οι δρόμ οι ή ταν άiειοι . Π ερπ ατού σε α ργ ά , χα μένος στι ς σ κr. ψ ε ι ς του , π ρος τη ν Πλ ατε ί α των · Ο π λ ων, κ ά τω απ ό τα δια κοσμη τικ ά φώ τα του δή μου , που κ ρ έ μονταν σαν θ α μ π ά φεγγά ρια . · Ε να λεωφορεί ο β α μ μ έ νο με χαρού μενα χρ ώ μ ατα έ κανε το γύ ρο της π λ ατεί α ς, π ροσπ έ ρασε το αρχηγεί ο τη ς Δη μοτική ς Α στυνομ ί ας, το εμ πορικ ό κ έντρο, τη βλ οσυρή π ρ ό σοψη του κ αθεδρικού ναού και το Π ροε δ ρικ ό Μέγαρο . Το μυαλό του ήταν μπερ δεμ έ νο . Του έ κανε κα λό που μίλη­ σε στο Σ α λ μ π ρ ά ν . Δ εν θα μπορού σε να μιλή σει σε κ ανέναν άλλο , ε κτ ό ς απ ό τη μητ έ ρα τ ου . · Ε φερε στο νου του την εικ ό να της , μ ό νη μέσ α στον π ύ ργο . Αυ τ ό ς του λά χιστον, ε ί χε την π ί στη του να τον στηρ ίζει, τ α παρήγορα λόγια του Θωμ ά Α α ϊνά τη να επι β εβαιώ νουν κ άθ ε του βή μα . Τ ο κ ό κ κινο λεωφορείο π έ ρασε το άγα λμ α του Πιζά ρο , σ τη γων ί α της π λ ατεί ας, και χ άθη κε μ έ σ α σ ' ένα σ ύ ννεφο σ κ όνη ς και λ α διώ ν, με κ α τ ε ύθυνση την Πλάζα Ν τος ντε. Μά γιο . Η π λα τ ε ί α ή ταν σχεδόν άδεια . Μ όνο ένας μοναχικ ό ς λο ύσ τρος περ ί μενε, κ αθ ισ μ ένος στο ξύλινο κασε λά κι του , κ ά π ο ιον ξ ενύ χτη πελά τη . Ο πατ ή ρ Ζ αν , διέ σχισε το δ ρ όμ ο , ,

42


και με β ιαστικ ό βήμα πή γε σ τη ν π λ α τεία ...: α ι ...: ά θι σ ε δί π λ α στο λ ου σ τρ ά κο, χω ρί ς να ξ έ ρ ει γι α τί , π α ίζοντα ς μ ε τ ο ρο ζ ά ­ ριό τ ου . Τ ο α γό ρι σ ή κω σ ε τ ο δεξί π α πού τ σι τ ο υ ιε ρ έ α κ α ι τ ο α κ ο ύ μ­ πησε στο κ α σ ε λά κι του . Τ ο υ σ ή κωσε το π αντ ελόνι κ α ι γλί ­ σ τ ρησε έ ν α κομμάτι εφη μερίδα α νά μεσ α σ τ ο π α π ο ύτ σ ι και τη ν κ άλτσ α . Βούτη ξε τα δά χ τυλά το υ σ τη μ πογιά κ αι ά ρχ ισ ε να τ ρ ί βει το π α π ο ύτ σι . φ τ ύνοντα ς π ου κα ι π ο υ τη μ π ο γ ι ι'ι . ενιi) η μυ ρωδ ι ά τη ς τ ον έ κ α νε ν α βή χ ει . Ο π α π ά ς ά νοιξε το βιβ λί ο , ε νώ εξα κο λ ο υ θούσε ν α π α ί�ε ι με τ ο ρο ζά ριό του . · Ε ψ αξε και β ρή κε τη σε λ ίδα μ ε τα λόγ ια π ο υ το υ π ρό σ φερ α ν π α ρηγορι ά . · Αγιος Θω μ ά ς ο Α αϊν ά τη ς . « Τ εσ σ α ρ ο κ ο σ τό Ε ρ ώ τη μ α . Περί Π ο λέ μου» . · Α ρχισε να δια βά ζει : « Κα ι τώ ρα θα π ρ έ π ε ι ν ' α σχ ολη θ ο ύ με με τον Πό λεμ ο και θα π ρέπει να ε ξ ετ ά σ ο υ μ ε τ α ·ε ξή ς ερω τή ματα : Ι ) Υ π ά ρχει ν ό μιμος π όλεμος; 2 ) Ε ίναι σωστ ό να πολεμο ύ ν οι μ ον αχο ί ; 3) Ε πιτ ρ έ π ον τ α ι μεταξ ύ των εμπ όλεμων οι ενέδ ρες ; 4) Ε π ιτρέπεται να γίνονται μ ά χες κ α­ τά τη δ ι ά ρ κεια των εορτ ώ ν Ο ι ίδ ιες οι λέξ εις τον ξά φνιασαν, του στ έ ρησαν την η ρεμία πο\) περίμενε να β ρει . Συνέ χισε το δ ι άβ ασ μ α , ψ ά χνοντας με απ όγνωση τη σε λίδ α που θ α συναντο ύ σε τα π α ρήγορα λόγια . Π ρος Ρ ωμα ί ους χ ι ι . 1 9 . « Μ η εκ δ ικ ή τε εαυτο ύ ς, αγα ­ πητο ί ς α λλά δότ ε τ ό πον τη οργή , δ ιό τι είναι γεγρα μ μ ένον» . Ο λ ο ύ στρος γυ άλισε το δ ε ξί παπο ύτ σι του ιερωμ ένου , το κατ έβ ασε απ ό το κασελά κι και σή κωσε το άλλ ο . Ο παπ ά ς του έ ρι ξ ε μια ματι ά π ίσω απ ό τ ο β ιβλίο έ χοντας συνε ίδ ηση - μόλις εκείνη τη στιγμή - τ ου τι συ νέβ αινε. Βλέ ποντας το παι δί γονατισ μ ένο μπ ροστά του, θ υ μήθηκε τον π ίνα κ α με το Μ υστικ ό Δεί πνο στο δωμ ά τιο του ηγού μενου ' δεν ή ξερε τι να κ ά νει. Αγ ν όησε το παιδί , έ κ λεισε τα μ ά τια μπ ροστ ά στο γεγονός ό τι δεν ήταν π άν ω απ ό οχτ ώ χρονώ ν και ξ αναγύ ρισε στον Α αϊν ά τη , γυρεύ οντας π α ρηγορι ά . « Γ ια να είναι ο π όλεμος δί κ αιος», δ ι ά β ασε, «εί ναι απαραί­ τητα τ ρ ί α πρ ά γματα . Π ρ ώτον, το κ ύ ρος του ά ρχοντα κ άτω απ ό τις δ ιαταγέ ς του οποίου δ ιεξ ά γεται ο π όλεμος» . Ο Χά ινερ π έ ρασε απ ό δ ικαστή ριο σ τη Γ α λλί α κ αι κατα δ ικ ά σ τη κε -

43


ερή μην - σαν εγ κ ληματ ί α ς πο λ έ μου , επει δή β ρέθηκε ένοχος . Η ανώ τατη α ρχή ή ταν π α ρο ύ σ α . Συνειδητοποίησε τον ειρμ ό των σ κέ ψεώ ν του και π ροσπ ά ­ θ ησε να μην παρασ ύ ρεται. Δ ι άβ ασε την επ ό μενη ερώ τηση . « Δ ε ύ τερον, είναι δί καιος ένας π όλεμος, ό ταν αυτο ί που f>έ­ χονται την επ ίθεση , έ χουν διαπ ρ ά ξει κ ά ποιο σφ άλ μα και επομ έ νως, π ρέ πει να π λη ρώ σουν » . Μέ σα τ ο υ π άλευαν δυο φων έ ς . Η μ ι α έλεγε π ω ς η απ ό φαση του Γ α λλικού Δ ικαστη ρ ί ου εν ά ντια στον Χά ινερ, αποτε λο ύ ­ σε απονομ ή δ ικαιοσ ύ νης, εν ώ η άλλη τον ικ έ τευε να σταματ ή­ σει την ανα ζή τηση και να θ υμη θ εί τα λόγια του Άγιου Π α ύλου π ρος τους Ρ ωμα ίους . Κ ρατο ύ σε το ροζά ριο σφιχτ ά στις χού ­ φτες του . Έ φτασε στο τε λευτα ίο ερώ τη μα . « Τ ρ ί τον, ε ίναι απαρα ίτητο ο ι αντιμα χ ό μενοι ν α έ χουν σω­ σ τ έ ς π ρο θέ σεις , να σ κοπεύ ουν στην π ρο ώθηση του κα λ ού κα ι στην αποφυγ ή του κακο ύ . Η α λη θινή θ ρησκεί α θ εωρε ί ειρηνικο ύ ς του .. πο λέ μους που γ ίνονται ό χι με επεκτατικο ύ ς ή κα κοποιο ύ ς σκοπού ς, α λλά με στ ό χο τη στα θ εροπο ίηση της ειρή νης ή την τιμωρ ί α αυ τώ ν που σφ άλλουν » . Ο ι λέξ εις ά ρχισαν να χοροπη δά νε μ π ροστ ά του . « Η τιμω­ ρ ί α αυτ ώ ν που σφ άλλ ουν » . Η φωνή μ έ σα του μ ίλησε . Τ ρ ί α ερωτή μ α τα και τα τρ ί α ταιρι άζουν στην περ ί πτωσ ή του. « Μ η ε κ δ ι κή τε εαυτο ύ ς αγαπητο ί ς α λλά δό τε τ ό π ον τη ο ργή δ ιό τι ε ί ναι γεγραμμ ένον» . Α κού στηκε και η άλλη φωνή . Υ π ή ρχαν κ αι οι τρεις π ρο ϋ ­ πο θέ σεις για δί καιο π όλεμο . Τ ο ρο ζά ριο κ ό πηκε, και οι ξύλι­ νες χ ά ντρες χύθη καν στα π όδ ια του κι απ ό κει σαν κ αταρρ ά ­ κτης στο πεζο δ ρ ό μιο . Έ σκυψε, έ πεσε στα γό νατα για να μη τις χ ά σει κι έ πιασε μερικ έ ς . « Π αν άθεμα » ε ί πε, χωρ ί ς να συνειδη τοποιή σει ό τι βλ αστημού σε, στην π ροσπ άθ ει ά του να προ λάβ ει τις χ ά ντρες π ριν χα θ ού ν , με το λ ού στρο δίπ� α του, σκυμ μένο π ά νω στο έδ α φος, να μα ζεύ ει ό ,τι μ πορο ύ σε να δ ει . « Λ υπ ά μαι, πατ έ ρα , λυπ ά μ αι πο λύ » μουρμο ύ ρισε το π αι δί , σ αν να ή ταν έ νοχο, ζη τώ ντ α ς απεγνωσ μένα μια χειρονομ ί α ά φεση ς . « Κ ο ίτ α , π ά τερ , τι έχω » , έψ α ξ ε στην τσ έπη του π α ντε λ ο­ νιο ύ του και τρ ά β η ξε μια χορ δή , γερή και κοφτερή ' του την

44


έβ α λε σ τ ο χέ ρι. « Να , ε δώ να περ ά σει ς τ ις χ ά ντ ρες σου» . Τ ο αγ ό ρι τ α κτοποίησε τ α κουρέλια και τις μπογιέ ς π ά νω σ τ ο κασελά κ ι τ ου κα ι βάλθη κε να τρέχει , φοβισμ ένο. Ο πα ­ π ά ς ε ξ ακο λουθ ο ύ σε να είνα ι γονα τισ μ ένος στο χώ μα, και να κοιτ άζει τις χ ά ντρες τ ου . « · Ε ι » , φώ να ξ ε ξ αφ νικ ά κα ι ση ­ κώθη κε . « Σ ου χρωσ τ ά ω το γυ άλισ μα . Τι οφείλω ; » Το αγ ό ρι δί σ τ ασε. «Ε κα τό σ όλες, π ά τ ερ» . Ο παπ ά ς κρατο ύ σε π ροσεκ τ ικ ά τις χ ά ντρες στο ένα του χέ ρι, ενώ με το άλλο έ ψ α χνε στην τ σ έ πη τ ου σακα κιο ύ του. · Εβ γα λε πεντακ ό σιες σ όλες και τις έβαλε σ τ ο χέρ ι του παιδιού . Το αγό ρι διαμα ρτυρήθη κε, α λλά ο παπ ά ς τ ον πρ όλ αβε . « Είναι κ α ι για τη χορ δή » , του ε ίπε. Για μια σ τιγμ ή αναρωτήθηκε τι τον έ κανε να την κρατ ή σει, α λλά η σ κ έ ψη π έ ρασε σ ύ ντομα στο υποσυνε ίδητο. Ο μετα ξένιος ιστ ό ς τη ς α ρ ά χνης, που για π ρώ τη φορ ά τον ά γγιξ ε στο μοναστή ρι, τ ώ ρα τυ λιγ ό τ αν γύ ρω του · τον έσφιγγε. Κάθισε κ ά τω, π έ ρασε τις χ ά ντ ρες στη χορ δή κι αφο ύ την έδ εσε κ ό μπο, την έχωσε στην τσ έ πη του . Πή ρε ξ αν ά το β ι βλίο στα χέ ρια του και β ρή κε στη στιγμ ή ά λλο ένα ε δά φιο του · Αγιου Π α ύλου Π ρος Ρ ωμα ίους Χ Ι Ι Ι , στ ίχος τ έ ταρτος. « Μ η εκ δ ική τε εαυ­ ύ το ς αγαπητο ί , α λλά δότ ε τ ό πο ν τη οργ ή , δ ι ότι ε ίναι γε­ γραμμ ένον» . Πέ ρα, στην ά κ ρη τη ς π λα κ ό στρωτης π λ ατεί α ς , π ά νω στο πεζο δ ρ ό μιο, είδε το χαρακτη ριστικ ό μ π λε χρ ώ μα εν ό ς τη λε­ φωνικού θ α λά μου . Έ κ λεισε το β ι βλίο , δ ιέσχισε την π λ ατε ί α , και β ρή κε την κ ά ρτα που του εί χε δώ σει ο Γάλλος π ρεσ β ευτή ς εκείνο το απ όγευμα . Τον κατ έλα β ε έ να π ρωτ όγνωρο συνα ί­ σ θη μα . Σ αν να ά ρχιζε κ ά τι που εί χε απ ό χρ ό νια αφή σει ξ εχα­ σ μ ένο. Μέ σα στην τσ έ πη του έ πιασε έ να ν ό μισ μα , το έβ α λε στη σχισμ ή και σχημ ά τισε τον α ριθ μ ό του τη λεφώ νου της οικ ί ας του π ρ έ σ β η . Δ εν θ υ μ ό ταν ακριβώ ς, ό πως θ α θ υμ ό ταν αργ ό τερα ο π ρεσβευτή ς, όλ α ό σα ε ί πε. Μ ια υπη ρέ τρια σ ή κωσε το τη λέφωνο . Της εί πε το ό νομ ά του και ζή τησε το σενιό ρ Λ αφαγ ιέτ . Ο π ρεσβευτ ή ς ή ρ θε α μ έ σως . .

45


« Κύ ριε Λ α φαγ ιέ τ , σ κεφ τ ό μουν κ ά τι που μ ου εί πατε σή μερα το απ όγευμα . Αναφ έ ρατε κ ά ποιον δη μοσιογρ ά φο που ήθ ελε να μου π ά ρει συνέντευ ξη » . « Ν αι , τον Ρ ικ ά ρντο Π ατσ έ κο. Δ ιευ θύ νει έ να περιο δ ικ ό που λέγεται Κάρτας » . « Για να ξέ ρει ό τι β ρ ίσ κομαι στη Λί μα θ α π ρέ πει να είναι πο λύ κα λά π λη ροφορη μ ένος» . « Εί ναι ίσως ο πιο π λη ροφορη μ ένος δημοσιογρ ά φος σ ' ο λ ό κ λη ρη τη χώ ρ α » . « Σ' αυτ ή την περ ί π τωση θ α ήθ ελ α να τον δω ό σο πιο σ ύ ντομα γί νεται». « Γ ια μια συνέντευξη ; » « Ν αι , πείτε του ό τ ι π ρ ό κειται για συνέ ντευ ξ η » . Ο π ρέ σ β ης δ εν αντι λή φ θη κε τ η δ ιαφορ ά σ την έ μφαση . « Β ε β α ίως π ά τερ . Π ο ύ θ α μπορ έ σει να σ α ς β ρει ; » « Δ εν θ α μπορ έ σει. Π ε ί τε του π ω ς θ α τον συναντ ή σω στο σπ ί τι στις εννι ά το π ρω ί » . Δ εν έδωσε στον π ρ έ σβη την ευ και­ ρ ί α να σ κεφτε ί . « Θ α σας ή μουν ευγνώ μων . . . αν κανονίζατε επ ί σης να π α ί ρναμε άδ εια α π ό τις σε β αστ έ ς α ρχ ές ν ' ανοιχτε ί το σπ ί τι ει δ ικ ά για μ ένα » . Ο π ρεσ β ευτ ή ς τα έ χασε . « Μ ε συγχωρε ί τ ε , π ά τερ , για ποιο σπ ί τι μ ι λά τε ; » Η απ ά ντηση ή ρ θ ε ανα π ά ντεχη . « Γ ια τ ο σ π ί τι του Τ σακ λ ι­ κ ά γιο , το σπ ί τι που ζούσε ο Χά ινερ » . Ο π ρεσ β ευτή ς π ή γε σ τ ο σα λό νι , π ή ρε τ ο κοκτ έι λ που εί χε ετοιμ ά σει ο μ π ά τε λ ε ρ και σερ β ιρ ί στηκε μ ό νος του . Ο π α π ά ς τον· ε ί χε β ρ ει α π ρο ε το ί μαστο , αν και ό πως ε ί χε ε μ πισ τευ θε ί ο ίδ ιος στον π ρώ το γραμμα τ έ α , με το σοκ π ου εί χε υποστεί , ή ταν ικανό ς για όλ α . Ξά π λωσε αναπαυτικ ά . Τ ο ξ ιν ό κοκτ έ ιλ δεν τον ικανο­ ποιο ύ σε. Κά τι στην κου βέ ντα με τον ιερωμ έ νο , τον ενοχ λ ού ­ σε. Κά τι άλλο . Κά τι που σαν δ ιπ λωματικ ό ς με πεί ρα θ α έ π ρ ε ­ πε να ε ί χε εντοπ ί σει. Κά τι που τον έ καν ε να ανατριχι άζε ι χωρ ί ς να ξέ ρει α κ ρι βώ ς το λόγο . · Ε φερε στη μνή μη του τη συνομιλί α τους , χωρ ί ς τ ί ποτα το ιδ ια ί τερο . Α ργ ό τερα , ε νώ ή ταν ξ α π λωμ έ νος στο κ ρε βά τι , η ανησυχ ί α τον έ τρωγε . Μό νο μετ ά απ ό π έ ντε ώ ρες , μ έσ α στην η ρεμ ία τη ς νύ χτας , κατ άλ α­ β ε τι συνέβ αινε .

46


Δ εν ή ταν τα λόγια του παπ ά που τον α νη σ ύ χησαν. · Η ταν ο τ ρ ό πος που η υπη ρέ τρια του αν ά γγει λε το τ η λεφ ώ νη μ α . Τ ο υποσυνε ίδητ ό του τ ο ε ίχε επιση μ ά νει α μ έσ ως , ενώ συγχρ ό ­ νως , το ε ί χε σ κεπ ά σει με μια π ροστατευτικ ή κουρτ ί να . Η α­ νησυχ ία π α ρόλ α αυτ ά παρέ μενε . Τώ ρα η ανατ ριχ ίλα τον κυ­ ρ ίευε . Κ ατ άλ α β ε πως έ τρεμε. Δ εν ήταν σε θέ ση να ε λέγ ξει τον εαυτ ό του . Σ το τη λέφωνο δεν εί πε «Πά τερ -Ζα ν» . · Ο χι . . . Οι λέξ εις του έ ρχονταν στο μυα λό , ξ αν ά και ξ ανά . Δ εν μ πορού σε να τις σταματή σει. Θυ μ ήθη κε το θ ρ ύλο πως την ώ ρα που π έθ ανε ο πατ έ ρας, γεννιό ταν ο γιος . « Σενιό ρ Λ αφαγιέ τ » , εί χε πει η υπη ρέτ ρια , « σ α ς ζητ ά ει ο Ζαν Λ απ ό ρ τ » . Μέ σα στην ε ρη μι ά της Πλ ατε ίας των · Ο π λων ο παπ ά ς στεκ ό ταν μ ό νος και συγχυσμένος . « Μ ην εκ δ ικ ή στε, δώ στε τ ό πο στην οργή » , έλεγε η Βίβλο ς . Δ εν κρατο ύ σε μ ά ταια το σ π α θί , γιατ ί ακο λουθ ο ύ σε τις π ροσταγ έ ς του Θ εού , έλεγε ένα άλλο απ ό σ π α σ μ α απ ό τη Βί­ βλο. Θυ μήθη κε τις προϋ πο θέσεις του Δί καιου Πόλεμου κι α­ ναρωτήθη κε γιατ ί ά ραγε ε ί χε αγνοήσει το κομμ άτ ι αυτ ό του Θω μ ά Α α ϊνάτη τον καιρ ό των σπουδών του. Μή πως θ α ερχό­ ταν κ ά ποτε η στιγ μ ή που θ α εγκατ έλειπε τις α ρ χέ ς του χ ά ρη στη φιλ οσοφ ία του ά γιου; Ί σως και να έ π ρεπε.

11

Λ α Πας, Βολιβία

Μ ε το ό νομα · Α ντερσεν στο δ ια β ατή ριο , ο ά ντρας β γή κε απ ό το αεροδ ρ ό μιο και κ άθ ισε στο π ίσω κ άθ ισμα του Π ε ζώ 504 με την κ ί τρινη λουρ ίδ α , δια κ ριτικ ό σημ άδ ι υπη ρεσιακού αυ­ τοκ ί νητου . Μ ε τη μηχανή του να μουγ κ ρ ίζει, το Π ε ζώ κατευθύ νθ ηκε στη Λ α Π α ζ . Α κο λ ου θ ού σε α ργ ά το δ ρ ό μο π ρος την καρ δ ιά της π όλη ς , για να φω λι ά σει στο τερ ά στιο φυσικ ό κο ίλωμα που την π ροστατεύει απ ό τους δ υνατού ς ανέ μους τω ν οροπε­ δίων, έτ σι α κρι βώ ς ό πως έγινε κ αι με το αεροπ λά νο 727 π ριν απ ό τ ριά ντ α λε πτ ά , στις παρυφέ ς των β ουνώ ν. · Ελεγ ξ ε την ώ ρα , τα χ ρή ματα και το δ ια β ατή ριό του . Β ρί47


σκονταν α κό μα στην τσέπη του. Ε ίχε σταματήσει για π έντε λεπτ ά στο αερο δ ρόμιο ν' α λλάξει το τρ άβ ε λερς τσεκ με εγχώ ­ ριο συνά λλ αγμ α . Α ν και η τιμή ή ταν χα μη λή , - σε μια τοπική τρ ά πεζα σ ίγουρα θ α πετ ύ χαινε κα λύ τερη τιμ ή - δεν έδ ει ξε να εν δ ιαφέ ρεται. Η δ ική του τιμή , π λη ρωτ έ α στο λ ογα ριασ μ ό του στη Ζυ ρί χη κ άλυπτε με το παραπ ά νω τ έτοιου είδους ασή μ αντες λεπτομ έ ρειες. Ε πιπ λέον , υπή ρχε και η α πειλή του λ ογιστή . Γέλ ασε κα­ θώ ς θ υ μ ήθηκε την τε λευτα ί α φορ ά που δο ύλεψε για λ ογα ρια­ σ μ ό του ς . Μ ια δ ουλειά στο Π ορταστουέλα . « Ν α κ ρατ ά τε όλες τις αποδ ε ίξεις» του είχαν πει με ειρωνικ ό τ ό νο «ο λογι­ στή ς ε ίναι σχο λ αστικ ό ς σαν Εβ ραίο ς» . Το τα ξί σταμ ά τησε έξ ω απ ό το ξ ενοδ οχείο Ελντορά ντο. Πλή ρωσε τον ο δηγ ό , π ή ρε τη μικρή του β α λί τσα και μπή κε στο κτίριο . Δ εν ε ίχε α ργή σει κα θόλ ου , σ κέ φτη κε. Τ ο αεροπ λά νο ή ταν στην ώ ρ α του . Π ριν α π ό δώδ εκα ώ ρες ίσως και λ ιγό τερο κοιμ ό ταν στο ξενοδοχείο Κ α μ ίνο Ρ εάλ . Χά ρη στην επιβ ε βλη­ μένη α π αγ ό ρευση τη ς κυκ λοφορί ας στο Σ αν Σ α λβ αντ ό ρ , την π ρωτεύ ουσα του Ελ Σ α λβ αντ ό ρ , απο λά μ β ανε π ραγματικ ά τον ύ πνο του . Τ ο τ έλε ξ , που ε ίχε μετα δ ο θ ε ί μ έσω της εται­ ρεί ας στην Ο υ ά σιγκτον , ε ίχε φτ ά σει στις 4 το απ όγευ μα . ' Η ταν τυχερ ό ς που π ρ όλ α β ε να αποτε λειώ σει έγκαιρα την π ροηγο ύ μενη δ ου λει ά του . Την εί χε φ έ ρει σε π έ ρας το π ροη­ γο ύ με νο α π όγευμα . Σ τις 4 . 30 τη λεφώ νησε στους α δ ε λ φού ς Ν το ύβ ος , ζήτησε συγνώ μη επει δή τους ξ υπνού σε κι έ κ λεισε έν σ α ε ροταξί απ ό τον στρατοκ ρατο ύ μενο τομ έα τη ς π όλη ς π ο υ β ρισ κ ό ταν στο κ έ ντρο , γ ι α να τον π ά ει μ έ χρι το δ ιεθ νέ ς αερο δ ρ ό μιο που β ρισκ όταν σ ' α π ό σταση σαρ ά ντα λεπτώ ν μ α κ ρι ά με το αυτοκ ί νητο . Ό μως , κ ανείς δεν δ ιακιν δύ νευε κ ά τι τ έ τοιο , ει δικ ά νω ρ ί ς το π ρω ί . Π ο λλ ο ί Ύ κερίλας, πο λλέ ς ομ άδ ες θ αν ά του δ ε ξ ιώ ν ανταρτ ώ ν στις ά κ ρες των δ ρ ό μων σ ά πιζαν τα πτ ώ μ ατα των θ υ μ ά των τους . Ο σ ύ ν δ εσμος απ ό τον Π αναμ ά , ή ταν πο λύ ακρι βή ς, α λλά μ όλ ις που ε ί χε τον καιρ ό να στείλε ι ένα τ έλε ξ στο Σ αν Σ α λ ­ β αντ ό ρ για να μ αταιώ σει τη δ ου λει ά και να τσεκ ά ρει το ξενοδ οχε ί ο του στ ο Ελ Ν το ρά ντο. Ό ταν μπή κ ε στο αεροπλά ­ νο τ ο ν πή ρε ο ύ πνος. Η ρεσεψιον ί στ τον είδ ε να μ πα ίνει ' ή ξ ε ρε πως τη ν ειχι ,

,

,

,

,

48


π ροσ έξ ει. Γοητευτικ ή , σ κ έφτη κε εκείνος, πο λύ γοητευτική . Γύ ρω στα εικοσιπ έντε, μελ αχρινή , με κατ ά μαυρα μα λλι ά . « Κ α λη μ έ ρα» , τη ς εί πε. « Λέγομαι · Αντερσον. Ν ο μ ίζω πως έ ­ χετε κ ρα τή σει ένα δωμ ά τιο για μ ένα» . Του χαμογέλασε και ανέτ ρε ξε στο κομπιού τερ . « Β ε βαίως, κ ύ ριε ·Α ντερσον» , του εί πε. Κ αι η γ λυκιά φωνή της είχε μια π ροφορ ά που θύ μισε Α τ λά ντα . « Δ ωμ ά τιο 5 1 3 . Τ ο χρεώ σαμε στο λογαριασμ ό μαζ» , συμπ λή ρωσε. « · Ε χει μεγ άλο κ ρε βά τι; » τη ρώ τησε. « Φυσικ ά » , του απ ά ντησε και τον κοίτα ξε κατ ά μ ατα . Κάρμεν, έγραφε η ετικ έτα που είχε καρφιτσ ώ σει στο π έ το τη ς . Θ α κ ά νει κα λό κρε βά τι, σ κ έφτηκε. Π ο λύ κα λό κ ρεβ ά τι. Ε παγγελ ματία ς , σ κ έφτη κε εκείνη . ·Αδεια μ ά τια , ανέ κ­ φραστα . « Χίλια Μίλια βλέ μ μ α » , έ τσι το έλεγαν στο Β ιετν ά μ . Γιατ ί ά ραγε ένας ά ντρας σαν κι αυτ ό ν β ρισ κ ό ταν στη Λ α Π α ζ; Π οιος εί χε κ λεί σει δω μ ά τιο για λ ογα ριασ μ ό του ; Έξυ­ πνη σ κ έ φτηκε εκείνος, π ολύ πιο έξυπνη α π ' ό σο έδειχνε. Α ­ ναρωτ ήθη κε αν στην απ ά ντηση που του έδωσε διέκ ρινε κ ά ­ ποια π ρ ό κ ληση υπ όγραψε στον κατ ά λ ογο πελ ατ ώ ν που του έδω σε. Τζωρτ ζ · Α ντερσον, τ ριαντατεσσ ά ρων ετ ώ ν , κ ά τοι­ κος Χιού στον, Τέξ α ς . Ε π άγγε λ μ α : τα ξ ι δ ιωτικ ό ς π ρ ά κτο­ ρας. Π ο λύ ξύ πνια , έβγ α λε το συμπ έ ρασ μ α , ξύ πνια και κα λή στο κ ρε βά τι. « Κάτ ι α κ ό μ α » , τη ρώ τη σε, « μπορε ίτε να μου στε ίλετε στο δω μ ά τι ό μου τσ ά ι κ ό κας; » Μό νο κ ά ποιος που ε ίχε επαφή με τ η χώ ρα θ α ζητού σε τσ ά ι κ ό κας, σ κ έφτη κε η κοπ έλ α . «Κερότσε; Μή πως σας πε ί ρα ξε το αεροπ λά νο; » Κ ο ύ νησε αρνητικ ά τ ο κεφ άλ ι του . « ·Οχι α κ ό μ α . Αλλά πο­ τ έ δ εν ξέ ρει κανε ί ς » . Ο ά ντρας π ο υ κα θό ταν σ τ ο σα λό νι, απ έναντι απ ό τ η ρεσε­ ψιόν , κι έ κ ρυ β ε το π ρ ό σωπ ό του π ίσω απ ό το χθεσιν ό φύλλ ο τη ς Χέραλ ντ Τρ ι μ π ιο ύν, ά κουσε τη συνομι λία και χαμογ έλα­ σε κα θώ ς οι φων έ ς χαμ ή λωσαν και δεν μπορούσε να παρα­ κο λ ου θή σει τι έλεγαν. Κο ίταξε τον Τ ε ξ αν ό που πή ρε το ασανσ έ ρ, ά φησε να μεσο­ λ α βή σουν π έντε λεπτ ά και τον α κο λο ύθησε πα ί ρνοντα το α-

49


σανσ έ ρ για τον ό ροφο π ά νω απ ό το δωμ ά τιο 5 1 3 . Μ ετ ά κατέ ­ β η κε α π ό τη σ κ ά λα κινδύ νου για να τον συναντή σει. Στον ή χο του κου δ ουνιού , ο 'Αντερσον π λησ ί ασε α θό ρυ β α και κοίταξε μ έ σ α α π ό το μ ά τι της π ό ρτας . Διέκ ρινε έναν ά ντρα γύ ρω στα ε ξή ντα , ψη λό κι επιβλητικ ό , μ ' ένα κ α λ ο­ ραμ μέ νο ελ αφρύ γα λάζιο κουστού μι, και πουκ ά μισο ανοι­ χτ ό , χωρ ί ς γρα βά τ α , του ίδιου χρώ ματος. Τ α γκριζωπ ά μα λ ­ λ ιά του, ή ταν χτενισμ ένα π ρος τα π ί σω, μ όλις που ά γγιζαν το γιακ ά του κο λλά ρου του κι έ ρχονταν σε αντίθεση με το η λιοκ αμ ένο π ρό σωπ ό του. Η μ ύ τη του ή ταν λεπτή , και γαμψή σαν του αετού . 'Ομως αυτ ό που έ κανε εντύ πωση στον ' Α ντερ­ σον , α κ όμ α και μ έ σα απ ό το μ ά τι της π ό ρτας, ήταν τα μ ά τια του . Άνοιξε την π ό ρτα . Ο επισ κ έ πτης έ κανε ένα βή μα π ίσω, ση μ άδ ι πως ο ' Α ντερσον δεν εί χε να φο β η θ εί τ ί ποτα. κι έ πειτα μίλησε γερμανικ ά . " Was ist in der FaJJe ?". Ή ταν το π ρώ το μ έ ρος του κώδικα που είχε δ οθ εί στον Άντερσον με το τ έλε ξ . "Die f/iege ". Η γερμανικ ή π ροφορ ά του ή ταν κ α κ ή , α λλά οι λέξ εις ή ταν σωστ έ ς. " Was wartet immer?" "Die Spinne ".

Π α ρα μέρισε για να κ ά νει χώ ρο στον επισ κέπτη . « Σ' ευχαριστ ώ που ή ρθ ες» , εί πε ο ξένος, « και μ άλιστα στην ώ ρα σου» . « Τ ι ώ ρα π ή ρες το τ έλε ξ ; )) « Σ τις τέ σ σερις το π ρω ί» « Π ΙlJς τα π ή γες με το σ ύ ν δ εσμο του Π ανα μ ά ; » Ο Ά ντερσεν θυ μή θη κε τον Π ανα μ ά και δεν ένιωσ ε κ α μιά έ κπ λη ξη που ο ά ντρας έδ ειχνε να ξέ ρει. Ή ταν το είδ ος τη ς λε πτομ έ ρειας που θ α περ ίμενε κανεί ς απ ό μια ενη μερωμ έ νη οργ ά νωση . Ο σ χεδ ιασ μ ό ς τη ς άλλη ς δ ου λειά ς που εί χε κ ά νει για λ ογα ριασ μ ό τους , στο Π ορταστουέλ α , ή ταν η αναμφι­ σ βή τητη α π όδ ει ξη . «ο σ ύ ν δ εσ μο ς ή ταν α κ ριβή ς)) , απ ά ντησε . « Ό πως και να ' χει το π ρ ά γμα , σ ' ευχαριστ ώ )) , ε ί πε ο ά ντρα ς . Ο Ά ντερσον σή κωσε τους ώ μους του . « Κά τι άλλ ο επι­ σπεύ σ θη κε, δ ιαφορετικ ά δ εν θ α τα κατάφερνα να ε ίμ αι ε δώ )) . 50


Ή ξερε ό τι εί χε μι λή σει παραπ ά νω απ ' ό σο έ π ρεπε. ·Εβ λεπε το κομπιού τερ στο μυα λό του συνομιλητή του να δ ου λεύει. Π τ ή ση ε ξ ωτερικ ών απ ό τις Ηνωμένες Π ο λιτείες στον Π ανα­ μ ά , με αεροπ λά νο της Κεντρική ς Α μερική ς κι απ ό κει για το Ελ Σ α λβ α δό ρ με ανταπ ό κ ριση . α αρχιεπ ί σ κοπος πυρο β ο­ λήθη κε την ώ ρα που ευ λογο ύ σε τα π λήθη , το π ροηγούμενο απ όγευμ α . « Β ρ ί σ κεται ε δώ για λόγ ους ασφάλειας» . α επισκ έ πτης μπή κε α μ έ σως στο θέ μα. « Π ρος το π α ρό ν δεν ξέρω τι θ α γίνει και π ό τε» . α Τ ε ξ αν ό ς έγ νεφε με το κεφ άλ ι, ση μ άδ ι ό τι κατα λάβ αινε. « Θέλετε να μείνω στο ξ ενο δ οχεί ο; » « Δ εν είναι απαρα ίτητο» , απ ά ντησε ο άλλος. « Κά νε ό , τι θέλεις . Τ α μηνύματα θ α μετα δίδονται αν ά ώ ρ α , σ τ ις δέ κα και μισή , έντεκα και μισή και π άει λέγοντας» . α · Α ντερσον έδει ξ ε ό τι συμφωνού σε. Δ εν ή ταν αν ά γκη να ρωτή σει ποιος_ θ α ή ταν ο στ ό χος του . Η οργ ά νωση θ α τον ενη μέ ρωνε, ό ταν θ α ερχ ότ αν η ώ ρα. « · απλο ; » ρώ τησε α επισ κ έ πτης έβ γα λ ε έ να κ λ ει δί απ ό την τσ έ πη του . « Θ α το β ρεις στον κεντ ρικ ό σ τ α θ μ ό των λεωφορείων, σ το τ μή μα αποσκευ ώ ν, σ τ ο α ριστερ ό ντου λά πι» . Τ ου έδ ωσε το κ λει δί . « Δ εν θα υπ ά ρ ξ ει κανέ να π ρ όβλημα» . « Τ ι ε ί δ ους ό π λ ο ε ί ναι ; » ρώ τησε επ ί μονα ο · Α ντερσον . « Π ι­ στ όλ ι με Ρ ο ύγκερ 22ά ρι» . α · Α ντερσον δεν περ ί μενε κ ά τι τ έ­ τοιο . Π ιστ όλι με ενσωματωμ έ νο σιγαστ ή ρα, σκ έφτη κε , π ρο­ σπα θώ ντας να μαν τέψ ει τη δ ου λ ει ά που ά ρχισε να τον εν δ ια­ φ έ ρει . « Υ π ά ρχουν και φ ίλ τρα νύ χτας σε περ ί πτωση που θ α χρεια σ το ύν» , πρ όσθ εσε ο επι σ κ έ πτης . « Π υρομαχικ ά ; » « 22ά ρες σφα ί ρες . . . » α · Α ντερσον μπ ή κε στο ν όη μ α . Α υτ ή ε δώ η υπ όθ εση δεν ή ταν σαν την Π ορταστουέλ α . Εδώ δεν σή κωνε Μ π ρ ά ουνινγ κ BA R το πα λιό , α λλά γνωστ ό και σ ίγουρο ό πλο που χρησι­ μοπο ίησε σ την Π ορταστου έλ α και θύ μιζε τα χρ ό νια του Β ιετν ά μ . Τ ο ύ τη η δου λει ά ή ταν δ ιαφορετική . Τ ο ήξερε. Π ιθ ανό τατα να ε ί χε για στ ό χο κ ά ποιο σπου δ α ίο π ρ ό σωπο . -

51


« Τό πος ; » ρώ τησε « Μέ σα στην π όλψ) « Α π ό σταση ; » « Ί σως εκατ ό ν πενή ντα μ έ τρα το πο λύ » Ο " Ά ντερσον ή ταν βέβ αιος πως ο επισ κ έ πτη ς του , π α ρ ά τις δ υσκο λ ίεε ς που έ φερνε, ή ξ ερε τον α κ ριβή τ ό πο και χρ ό νο της επιχεί ρησης . « Α ν ά μεσα σ ε μ έ να και στο σ τ ό χο μεσο λ α β ε ί τ ί ποτα ; » « Τί ποτω) Π ρ ό κειται λοιπ ό ν , γ ια μεγ άλη δου λει ά , σ κ έ φτη κε ο · Α ν­ τερσον . · Ε νας χτύ πος α κ ο ύ στη κε στην π ό ρτα . « Τ ο τσ ά ι μοω) , εί πε « Το έ χω παραγγεί λει » . Ο επισ κ έ πτης κο ύ νησε το κεφ άλ ι του και κ ρ ύ φτη κε στο λ ουτ ρ ό , αφή νοντας μισ ά νοιχτη την π ό ρτα . Ο · Α ντερσον κο ί τα ξε απ ό το μ ά τι , ά νοι ξε την π ό ρτα της κρεβατοκ ά μα ρας και ο σερ β ιτ ό ρος μπή κε στο δωμ ά τιο . Α κού μπησε το δί σ κ ο στο τραπ έζι δί π λ α στο κ ρε βά τι, πή ρε το μι κ ρ ό φιλο δώ ρη μα που του έδωσε ο · Α ντερσον κι έφυγε . Ο επισ κ έ πτης βγή κε α π ό το μπ ά νιο . Ο Α ντερσον γέ μισε έ να φ λιτ ζά νι τσ ά ι κ ό κας για τον εαυτ ό του, π ρ ό σφερε έ να άλλ ο στον επισ κ έ πτη που α ρνήθη κε , και περ ί­ μενε τη συνέ χεια . « Σ α ς συνιστ ώ » , ε ί πε ευγενικ ά ο ά ντρας, «να π ά ρετε τα αναγκα ί α μ έτρα ό σο το δυνατ ό νω ρ ίτερα . Δ εν εί ναι σ ίγουρο ό τι θ α σας χρειαστο ύ με , αν ό μως πα ραστεί αν άγ κη π ρέ πει να ε ί μαστε έτοιμο \) . Ο · Α ντερσον κού νησε το κεφ άλ ι του . Θ α έ π ρεπε να π ά ρει όλες τις π ροφυ λάξ εις , μή πως και τον δει κανε ί ς . Θα έ π ρεπε να ανα λάβ ει το θέ μα των ,ό π λων π ρο­ σωπικ ά . Τ ε λείωσε στα γ ρήγορα το τσ ά ι του . « Α ν θέλετε να φ ύγετε π ρώ τος, παρακα λώ μη δ ιστ άζετε» , ά κουσε να του λέει ο επισκ έ πτη ς . « Μ ετ ά α π ό δέ κα λεπτ ά θ α φύγω και γω» . Ο · Αντερσον αντιλή φ θη κε το συ λλογισμ ό του . Θ α περ ί μενε μ έ χρι να φτ ά σει στο στα θ μ ό των λ εωφο­ ρείων . Α π ό εκε ί κ ά ποιος δ ικ ό ς του θ α τον ει δ οποιού σε για τη ν ε ξέλ ι ξ η της υπ όθ εση ς . Μόλ ις θα επι β ε β α ίωναν ό τι όλα ε ίχαν ε ξε λ ιχθ εί ομα λά , ο επισ κ έ πτης θ α έ φευγε α π ό το ξενο­ δ οχε ί ο . · Ε τσι , δ εν υπ ή ρχε κ ί ν δυνος να τον παρακο λ ου θή σει κανε ί ς . · Η μ άλλ ον , σ κ έφτηκε ο · Αντερσον , αυτ ό ή θ ε λ αν να .

52


τον κ ά νουν να υπο θέ σει . « Ε ντ άξ ε\)) , ε ίπ ε , « θ α ε λέγχω τα τη­ λέ φωνα κ άθε μ ί α ώ ρω) . Ο επισ κ έ πτης τον κο ί τα ξε κα θώ ς έβγαινε απ ό το δωμ ά τιο. Δεν θ α υπ ή ρχε κανέ νας στο στα θ μ ό . Α υτ ό ς ή ταν ο μ ό νος που γνώ ριζε την πα ρουσ ί α του Τ εξανο ύ στη Λ α Π α ζ . Ή ταν κι αυτ ό μ έ σα στο σχέδ ιο . Γέμισε έ να φ λιτ ζά νι τσ ά ι και κ άθ ισε να το πιει περιμ έ νον­ τα ς μ έ χρι να βγει ο Ά ντερσον απ ό το κτ ί ριο . Δ εν υπ ή ρχε κ ί ν δυνος να τον ακο λουθήσει ο Τ ε ξ αν ό ς κα ι να β ρει στοιχεία για το ά τομ ό του . Όμως ή ταν απ ό τη φ ύ ση του π ροσεκτικ ό ς ά νθρωπος. Έ μεινε για λίγο σ κεφτικ ό ς , και μετ ά σή κωσε το ακουστικ ό . Π ερ ίμενε μ έχρι ν ' ακού σει τη φω νή τη ς τη λεφω­ νή τριας και ρ ώ τησε αν υπή ρχαν γρα μ μ έ ς για τη Λί μ α , στο Π ερού . Π ροσ π α θ ο ύ σε όλο το απ όγευμα να πι ά σει γρα μ μ ή , α λλά στ άθη κε α δύ νατο. Μ ε μεγ άλη του έ κπ λη ξη το δ ιεθνέ ς τη λεφωνικ ό κ έ ντρο τον π λη ροφ ό ρησε πως θ α τον συνέδεαν α μ έ σως. Έδωσε τον α ριθ μ ό , ξέ ροντα ς πως π ροηγο ύ νταν άλ ­ λοι, α λλά το δ ικ ό του τη λεφώ νη μα θ α γινό ταν μ έ σω συστή­ ματος ασφα λείας, π ρ ά γμ α που του στοί χισε μια ο λό κ λη ρη περιουσία ' περιμ έ νοντας, έβ ριζε . Μόλις τον συνέδεσαν, μια απρ ό σωπη φωνή απ ό τον αυτ ό ματο τη λεφωνητή τον ει δοπο ί ­ ησε πως το γραφείο ή ταν κ λειστ ό , α λλά μ πορο ύ σε ν ' αφή σει κ ά ποιο μ ήνυ μ α . « Εδώ εταιρεί α ε ξαγωγών Χέ ρον», ε ίπε αργ ά και κα θ α ρ ά στα ισπανικ ά . « Σ α ς ομιλεί ο γενικ ό ς δ ιευθ υντή ς . Μ ετ ά λύ πης μου σας π λη ροφορώ ό τι λόγω α π ρ όβ λεπτων γεγονό των, η υ­ πη ρεσ ί α μ α ς δεν θ α λειτουργή σει για ένα δ ι ά στη μα . Ελ π ίζου­ με να ε ί μαστε σε θέ ση να σα ς εξυπη ρετή σουμε το ταχύ τερο δυνατ ό » . Έβ α λε τ ο α κουστικ ό στη θέση του , τελείωσε το τσ ά ι του κα ι β γή κε απ ό το δωμ ά τιο . Μ ετ ά απ ό δέ κα λεπτ ά β ρισκ ό ταν π έ ντε τετρ ά γωνα πιο κ ά τω , κα ι ξεκλείδωνε την π ό ρτα τη ς Μ ερσεντ έ ς . Σ κέφτη κε πως άξ ιζε τον κ ό πο που εί χε π ροσ λά ­ β ει τον Τ ε ξανό . Ή ταν α κριβός βέβ αια , και σ ίγ ουρα ο λ ογι­ στή ς ό ταν θα έλεγχε τους φα κ έλ ους του θ α εί χε αντιρρή σεις, α λλά π ραγματικ ά , άξ ιζε τον κ ό πο. Στο κ ά τω - κ ά τω, ο Γ ιό ­ ζεφ Χάινερ ήταν αυτ ό ς που ε ί χε συστή σει την οργ ά νωση . Ο ίδ ιος ο Χάινερ, λοιπ ό ν , και μ ό νον αυτ ό ς, μπορού σε να απο53


φασ ίζει π ώ ς θ α ξ οδευτε ί το χρή μ α . Χά ρη κε που εί χε γνω ρ ί σει τον Τεξ α ν ό . Ή ταν το πιο κ α τ άλλη λ ο π ρ ό σωπο. Η « π ίσω π όρ τ α » με άλλ α λόγια , που κα νείς δεν γνώ ριζε την ύ π α ρξή τη ς . Μό νο έ να π ρ ά γμα δε ν ή ξ ερε , ανα λογ ί στη κε , κ α ι δεν ρώ ­ τησ ε να το μ άθε ι. Α ν τ ελικ ά ο Ά ντ ερσον και η κοπ έλ α της ρεσεψιό ν , τα είχα ν β ρ ει. Τ ο φουαγιέ του ξενοδο χ είου ή ταν μισογεμ ά το . Η Κά ρμεν είδε τον Τεξα ν ό να φεύ γ ει μ ε το τα ξί που εί χ ε κ αλέ σ ει ο θ υ ρω­ ρ ό ς , Τζωρτ ζ Ά ντερσον. Ξ ανακο ί τα ξ ε την κ ά ρτα του . Κά τοι­ κος Τέξ α ς . Α ν α ρωτή θη κε ποιος να ή τα ν στην π ραγματικ ό ­ τητα , α π ό πού ν α ερχ ό ταν, για τ ί να β ρισ κ ό ταν στη Λ α Παζ . Πή ρε την κ ά ρτα απ ό το φ ά κ ελο , τη φωτοτ ύ πησε, έβ α λε το πρωτ ό τυπο σ τη θέ ση του και έ κ ρυψε το αντίγραφο σ τη τσ ά ν­ τα τη ς . Κά ποτε , το αισ θ α ν ό ταν, αυτ ό ς ο ά ντρας θ α β ρισ κ ό­ ταν στο ε π ί κ ε ντρο του ε ν δ ιαφ έ ροντο ς . Μέ σ α στις επ ό μενες 24 ώ ρες. Ήξε ρε α κ ό μ α πως ο Ά ντερσον θ α την κα λο ύ σε σε δ εί πνο . Κ ι ύ στερα θ α την έ ριχνε στο κ ρε βά τ ι του . Όλη αυτή η υπ όθεση ή ταν σ αν να μη την αφορού σε . Ή ταν κι αυτ ό μ έ ρος τη ς δ ου λειά της . Τ ον συ λλ ογί στη κε, κι ανα ρω­ τήθη κε π ώ ς θ α ή ταν σαν εραστ ή ς . Κ α λό ς, ίσως και πο λύ κα­ λό ς μ άλι στα . Δ εν αποκ λε ίεται να ή ταν τ ό σο κα λό ς ό σο κι ο Γ κουιλέ ρμο .

12

Αα Πας

Ο Γ κουι λέ ρμο Πε ρτιέ ρο έ κ λεισε τα μ ά τια . Ε κε ί μ έ σα ή ταν σ κοτ άδ ι, α λλά έξ ω το ή ξερε , ήταν μ έ ρα . Π ριν δυο ώ ρες , υπο­ λόγισε, εί χε δει φως. Ό χι το τεχνητ ό φως του η λεκτρικού γ λό μπου , το εκτυφ λωτικό και απει λητικ ό , α λλά το α π ογευ­ ματινό φως που έ χ ε ι το βολιβ ιαν ό σού ρουπο , το κ ρύο και κα­ θ α ρό σού ρουπο π ου π ρ όλ α β ε να δει κα θώ ς τον έ σερναν στις σ κ άλες. Άνοιξ ε τα μ ά τια του και κοίτα ξ ε μ έ σα στο σ κοτ άδ ι. Π ο λλά μυστικ ά , σ κ έφτηκε, και πο λλο ί ή ταν οι ά νθ ρωποι που έ π ρεπε να π ροστατ έ ψει. Κ αι π ά νω απ ' όλ ους έ ν α : η Κά ρμεν . Ανα ρωτή θη κε πού να β ρισ κ ό ταν ά ραγε, τι ν α έ κανε . 54


Ή ταν ση μα ν τ ι κ ή , πο λύ ση μαντι κ ή για το\ ' αγώ να και τον ίδ ιο τον Γ κουι λέ ρμο . Λίγοι γνώ ρι ζαν τη ν π ί σ τη και τον ρ όλο τη ς στον αγώ να , την αφοσ ίωσ ή τη ς στην επ αν ά σταση . Γ ια τους περισσ ό τερους φί λ ους της ή ταν α π λά μια ρεσεψιον ίσ τ . ' Ο μως η Κά ρμεν ή ταν έ νας κα λό ς σ ύ ν δεσ μ ος κ α ι η δ ου λει ά τη ς την κ άλ υπτε θ αυμ ά σια . Μ πορο ύ σε να μ ιλά ει σ ε ανθ ρ ώ ­ πους, να π λησι άζει κ ό σ μο , χωρ ί ς να υποκινεί υποψ ίες. Κ αι α κ ό μ α μ πορού σε να ε λέγχει τα π ή γαινε - έλ α των ξένων , των ' Υιφ ίν Υl\ος που έ ρχονταν απ ό το ε ξ ωτερικ ό . Ε π αιρνε π λη ρο­ φορίες γύ ρω α π ό το ά τομ ό τους και τις μετ έ φερε στη ν οργ ά ­ νωση . Κ α μ ι ά φορ ά ή ταν αναγκασ μ έ νη να μεταχειριστεί με­ θόδ ους π ου ο ίδ ιος δ εν ενέ κ ρινε . Τότε ζή λευε, αγανα κ το ύ σε για τη ν ε κ μετ άλλ ευση που επ έβαλ αν στο κορμ ί τη ς . ' Ο μως οι π λη ροφο ρ ίες ή ταν σωστ έ ς, κι ανεκτ ί μητες . Γ ια τους ίδ ιους α λλά κ αι για άλλ ους. Οι κινή σ ε ις και οι δ ιασυν δέ σεις των π λ ο ύ σιων επιχ ε ιρη μ α τιώ ν, των τ ρα πε ζιτ ώ ν, ή ταν π ο λύ τιμες για τους α δερφο ύ ς τη ς Κεντρικ ή ς Α μερικ ή ς που χρει άζονταν χρή ματα για λύ τρα , για να φέ ρνουν σε π έ ρας τις α π αγωγ έ ς και για να ενισχύ ουν οικονομικ ά την επ αν ά σταση στη χ ώ ρα τους. Π ο λ λέ ς φορ έ ς οι πηγ έ ς α πο δ ε ί χτηκαν ανεκτ ί μητ ε ς και για τη ν ίδ ια τη Β ο λ ι βί α . Τ α ό π λ α , το π ο λεμικ ό υ λ ικ ό με το οπο ί ο μ ά χονταν , τα ε ίχαν ε ξ ασφα λί σει α π ό δ υο Ε υρωπα ίους εμ π ό ­ ρους που συν ά ντησε η Κά ρμεν. Τ ους έ πεισε ό τι τα ό π λ α ή ταν για τους π λ ού σιους γαιοκτ ή μονες που ήθε λ αν να π ροστατ έ ­ ψουν τη γη τους α π ό τους χωρι ά τες. Ί σως οι δυο ά ντ ρες να μη τη ν ε ί χαν πιστ έ ψει, ό μως π ή ραν τα λεφτ ά και τους π ο ύλη­ σαν τα ό π λ α . Κ ο ίταξε μ έ σ α σ τ ο απ όλυτο σ κοτ άδ ι κι ά γγι ξε μ ε τα δά χτυ­ λά του τους το ίχου ς . Σ κ έφτη κε τον θά νατο, κι ανα ρωτή θη κε αν κι η άλλη ζωή θ α ή ταν έτσι σ κ οτεινή και μα ύ ρη . Α ναρωτ ή­ θη κε μ ή πως, ή ταν κιόλ ας νεκρό ς . Μό νο ο π ό νος τον έ κανε να αισ θά νεται ζωη ρ ό ς .

55


13

Λίμα, Περού

Άνα ψ ε π ρ ά σινο . Ο Τζο Κό ριγ κ αν έ στριψε τη Σε β ρο λέ τ στα φαν ά ρια δ ε ξ ι ά , βγή κε απ ό τη λεωφ ό ρο Ί νκα Γ καρσιλάζο ντε λα Βέγκ α , π ή ρε μια κ λειστή στροφή α ριστερ ά , π έ ρασε το ναυτικ ό φυ λά κιο και μπή κε στο υπ όγειο γκαρ άζ π ίσω απ ό το κτ ί ριο με τα κ ό κ κινα τούβλ α , την α μερικ ά νικη π ρεσ β ε ία . Π α ρ κ ά ρισ ε στη συνη θ ισμ ένη του θέση και π ή ρε τ ο ασανσ έ ρ για το γραφε ίο του . Σ την π ό ρτα του ά στραφτε η πινακ ίδ α « Έ μπορικ ό ς Α κ όλο υ θ ος». Μ πα ίνοντα ς χαιρ έ τησε τη γρα μ ­ ματ έ α του και ά νοιξε το αιρ κοντ ίσιον. Κά τι συμ β α ί νει, σ κ έφτη κε, κ ά τι μαγειρεύ εται απ ό στιγμ ή σε στιγμ ή . Κά τι που με αφορ ά και θ α β ρεθώ μπ λεγμ έ νος . Αυ­ τή η ενστικτώδη ς α ίσ θηση τον είχε κυριεύ σει απ ό τη ν ώ ρα που τ ο αεροπ λά νο περνού σε ξ υστ ά π ά νω α π ό τα δέ ντρα τη ς ζούγ κ λ α ς TίVΓKO Μ α ρ ί α . Ή ταν σ ίγουρος πως κ ά τι γινό ταν. στο γραφείο τον περί μεναν σωρ ό τα τ έλε ξ , η α λλη λ ογραφ ία , ο ι εφη μερίδες κ α θώ ς κι έ να κουτ ί τυλιγμ έ νο σ ε α π λό ά σ π ρο χα ρτ ί , που εί χε φτ ά σει με το δ ιπ λωματικ ό σ ά κο. Δ εν υπή ρχε λόγος να τ ' ανο ίξει, ή ξερε το περιεχό μενο . Π ο ύ ρα Αβά νας, φ ρέσ κ α , σχεδόν υγρ ά , δώ ρο απ ό κ ά ποιο φ ίλο . Έλεγε κ ά ποτε αστειευό μενος π ως τα πού ρα Αβ ά νας ή αν η μονα δ ικ ή του πο λυτ έλεια . Η γυναί κα του τον αποστ ό μωνε λέγοντ ά ς του πως τα πού ρα ή ταν το α λ κοολί κι του . Κ αι κατ ά κ ά ποιο τρ ό ­ πο ή ταν α λή θ εια . Ή ταν δύσ κολο να ζει μ ' αυτ ό τον τ ρ ό πο, ν ' ανακατεύ εται μ ' αυτού του είδ ους τους ανθ ρ ώ πους, να κ ά ­ νει τ έ τοιες δ ου λε ιέ ς και μετ ά ν ' αποτρα β ιέ ται στην ασ β εστο­ β α μ μ ένη βίλ α , με την υπέ ροχη θέα που είχε νο ικ ιά σει, και να καταφέρνει να ξεχνιέται. Τα πούρα , εί χε ανακα λύ ψει με τα χρόνια , κατέβαζαν τη ν αδρεναλίνη όταν δεν την εί χε α­ ν ά γκη , ή την ανέβαζαν ανάλογα με τις περιστάσεις. Είχε απομείνει περ ίπου μισή ντουζίνα α π ό την τε λευτα ία αποστο λή , στο κ ά τω δεξί συρτ ά ρι του γραφε ίου του , μ έ σα σ ' ένα κουτ ί . Πή ρε έ να , α π όλαυσε τη γεύ ση του, τη λεφώ νη σε στη γυναί κα του για να τη ς πει ό τι επ έστρεψε και ό τι θ α γύ ριζε νωρ ί ς σ π ί τι, κι έ πειτα π ά τησε το κουμπ ί τη ς ενδ οσυνενν όη ­ σης για να ενημε ρώ σει τον Ντικ Μάγιε ρ . Η γραμματ έ ας του απ ά ντησε α μ έ σω ς . 56


« Π ε ς στο αφεντικ ό ό τι γύ ρισ α . Όλα πή γ αν κα λά και θ α πε­ ρ ά σω να τον δω α ργ ό τερ α » . Υ π ή ρ 'Χε κ ά ποια έ κπ λη ξη στη φωνή της π ο υ τ ο ν έβ α λε σ ' ανησυ 'Χ ία . Κά τι συνέβ αινε, κ ά τι που τον αφορού σε, κ ά τι που θ α τον αφορού σε α κ ό μα περισσ ό τερο. Α ποφ ά σισε να το ξε­ 'Χ ά σει. Κάθ ισε αναπαυτικα στη δερμ ά τινη κ α ρέ κ λ α κι ά ρ 'Χ ισε την κα θη μερινή β α ρετή ασ 'Χ ο λία του: να ενη με ρώνεται απ ό τις εφη μερ ίδες για κ άθε τι, π ριν συναντή σει τον Μά γιερ . ο Τζο Κό ριγ καν ή ταν τριά ντα εφτ ά 'Χ ρ ό νων . Το ό νομ ά του , ό πως κι η δου λει ά του, ή ταν παραπ λ ανητικ ά . Δ εν υπ ή ρ 'Χε ί 'Χνος ιρ λ αν δέζικης π ροφορ ά ς στην ομι λί α του, ού τε και ένα εμπορικ ό δείγ μα στο επ ά γγελ μ ά του. Ο ι πα ππούδες του μ ε­ ταν ά στευσαν στη Β οστ ό νη απ ό το Ντ ό νεγ κα λ λίγ ο π ριν το Μ εγ άλο Κ ρα 'Χ . Ο πατέ ρας του δ ο ύλευε τη μ έ ρα και απουσ ία­ ζε τη νύ 'Χ τ α . Έγ ινε υπ άλλη λ ος σ ' ένα δ ικη γ ορικ ό γ ραφε ίο και παντρεύ τη κε την κ ό ρη ενό ς Π ο λωνού εμιγ κ ρέ που προσπα ­ θ ού σε με το δικ ό τη ς τρό πο να σπ ά σει το α μερικ ά νι κο ό νειρο . Θέλησαν να σπου δά σουν και τα τρ ία παιδι ά τους στο Π α ­ νεπιστή μιο. Έ τσι τα δ υο π ήγ αν σ τ ο Π ανεπιστή μιο τ η ς Κ α λι­ φ ό ρνιας στο Λ ος Ά ντ ζελες, και το τρ ίτο στο Μ π έ ρ κ λεϋ . Ο μεγ άλος γιος, ο Έ ντουαρντ , δίδ α σ κε τ ώ ρα, νομικ ά στο Χά ρ­ β α ρντ , στη Σ 'Χο λή Ε πι'Χειρή σεων . Η κ ό ρη τους η Α νν, ασκού ­ σε το επ ά γγελ μ α τη ς δ ικηγ ό ρου και μετ ά το γ ά μο της με κ ά ­ ποιον εισαγγελέ α της περιο 'Χή ς . Ο μικρ ό τερος γιος , ο Τζό , εδώ και δεκατρ ία 'Χ ρ ό νια, αφού υπηρέ τησε σε μια ομ άδ α ειδ ι­ κ ώ ν επι 'Χειρή σεων στη Νοτιοανατολική Α σ ία , δο ύλευε για λογ α ριασ μ ό της Α μερικανικ ή ς Υ πη ρεσ ί α ς Πλη ροφοριώ ν , τη ς ClA . Η α λλη λογ ραφί α δεν π αρουσ ία ζε ενδ ιαφέ ρον: αναφορέ ς για κινή σεις ύ ποπτων ομ άδων και για κινή σεις πο λιτι κώ ν . Στρ ά φηκε στη στ ίβ α με τα τ έλε ξ ρ ίχνοντα ς σ τ α γ ρήγ ορα μια ματιά αν άλογ α με την η μερομηνί α π ροτεραιό τητ α ς . Μόνον όταν έ πεσε στα χέ ρια του το δεύ τερο απ ό τα τρ ία μηνύ ματα που εί χαν έ ρ θει το ίδ ιο απ όγευμα στην α ίθουσα δ ια β ι βά σεων της α μερικ ά νι κης π ρεσ βε ί ας, κατ άλα β ε ό τι κ ά τι δεν π ήγ αινε κα λά . Ή ταν ένα κω δ ικοποιημ έ νο μή νυμα απ ό τα κεντρικ ά γραφεί α του Κ α ρ ά κας στη Β ενεζουέλα , ό που απ λώ ς γιν ό ταν

57


μια αναφορά α π ό την Ουά σ ιγ κ τον για την ε τ αιρεί α Εξ α γω­ γών Χέ ρον . Η Ο υ ά σιγ κτον ζη τ ο ύ σε να ενη μερω θε ί α μέσως για το θέ μα τη ς εταιρείας αυτή ς . · Εβα λε τ ο έγγραφο σ τη ν ά ­ κ ρη για να το συ ζη τή σει α ργ ό τερα με τον Ν τικ Μά γιερ και ξ ανα γύ ρισ ε στ ο π ά κο με τις τοπικ έ ς εφη μερ ίδ ες . Κ ανονικ ά θ α τις διάβαζε την επόμενη μ έ ρα , αλλά ήθ ε λε να ε ξ οικειω θε ί με τα γεγον ό τα του τ ό που , έ τσ ι ώ σ τε να είναι έ τοιμος σ ' ό , τι κ ι αν τον ρωτ ού σε ο Ν τι κ Μ άγιερ . Η εφη μερίδα « Λα Πέ νσα » ή ταν κυβερνητικ ό φύλλο, χω­ ρ ί ς καν έ να ενδιαφέ ρον . · Ε ριξε μια μ ατιά σ τ ο « Ελ Κ οτέρσιο » και μετά ξ εφ ύλλισε τις λαϊκέ ς φυλλά δε ς κα θώ ς έ φερνε στο νου του τους τ ί τ λο υς π ου είχε δ ιαβ άσει στ ο αεροδ ρ ό μ ιο . Τί­ ποτα το ενδιαφέρον . Η α π ογευ μ α τινή έκδοση τη ς Εσπρέσο ήταν σ τ ο κ άτω μ έ ρ ος της σ τ ίβ α ς . Τ α κό κ κινα γρά μ μ α τα της π ρ(οτη ς σε λίδ α ς τ ρ ά β η ξαν την π ροσοχή του . Κοίταξε τη φω­ τογραφ ί α , και γύ ρισ ε να δια βά σει τ ι ς λεπ τ ομέρειε ς σ τη σε λ ί ­ δα τ ρ ί α , με την ίδια αγωνία π ου τις διάβαζε η Μ α ρ ία σ την π λ α τ εία Σ αν Μ α ρτ ί ν το ίδιο α π όγευ μ α κι όπ ως τις διάβασε ο πα π ά ς στ ο γραφείο του π ρ έ σ β η . « Χ ρισ τ έ μου» , εί π ε ξέπνοα κ αι έπε σε π ί σω στην κα ρ έ κλα . Το πού ρο Αβά νας έ σ β η σε . Ο ύτε σ κέφ τ η κε να τ ο ξανανά­ ψει . Α ντ ίθε τα , το σ τ ριφογ ύ ρισε σ το σ τ ό μ α τ ου και τ ο έ σφιξε ανά μεσ α σ τα δό ντια του . · Εβ α λε σε λε ι τουργί α τον αυτ ό ματο τη λεφωνητ ή π ο υ ή ταν συν δεδεμ έ νος με το π ροσωπικ ό του τη λέφωνο . Κά τι εί χε γί­ νει . Το ήξερ ε απ ό τη σ τιγ μ ή π ου το αερo π λ� νo προσγειώθ η κε σ τ α Τίνγ ι ω Μ α ρ ία το ή ξερε μ όλ ις π ά τη σε το π όδ ι τ ου στη Λί μ α . Τώ ρ α ή ταν σ ίγουρος . Κ ι αναρωτήθη κε τ ι στο κα λό είχε π άει στρα βά . Πώ ς θ α μπορού σε να τα μ πα λώ σει. Ο τη λεφω­ νητ ή ς μετ έδ ιδε τα μηνύ ματα που είχαν καταγραφε ί τις μ έ ρες της απουσ ίας του . Ο π οια δή ποτε άλλη μ έ ρα τα μηνύ ματα θ α του φα ί νονταν εν δ ιαφέ ροντα, α λλά σήμερα δεν τα π ρ ό σεχε καν. Η ταινί α είχε σχεδό ν ξ ετυ λιχτεί ο λό κ λη ρη κι ενώ ο Τζο ά π λωνε το χέ ρι του να κ λε ίσει τον αυτ ό ματο, ά κο υ σε τη φωνή . « Εδώ εταιρεί α ε ξ α γωγ ώ ν Χέ ρον. Σ α ς ομι λεί ο γενικός δ ιευ θ υντ ή ς . Μ ετ ά λύ πης μου σας π λη ροφορώ ό τι λόγω α π ρ ό ­ βλεπτων γεγον ό των η υπη ρεσ ί α μας δ εν θ α λε ιτουργή σ ε ι γ ια ,

58


έ να δ ιά στη μα . Ελ π ίζουμε να ε ί μ α σ τε σε θ έ ση να σ α ς ε ξυ πη­ ρετ ή σουμε το ταχ ύτερο δ υνατό )} . Χ τύ πησε το τη λέ φωνο εν δ οσυνενν ό η ση ς . Α π ά ντησε, χω­ ρ ίς να ρωτή σ ε ι ποιος τον κ α λ ο ύ σε. « Μόλ ις τ ο ' μ α θ α » , εί π ε σ τ ον Ν τ ι κ Μά γιε ρ . « Έ ρχομ α ι » . Ο α ρ χηγ ό ς της υ π η ρεσ ί α ς τη ς Λί μα σ τεκό τα ν ό ρθιος π ί σω α π ό το γ ραφε ίο του και κοίτα ξε π έ ρα μ α κ ριά , στο π ά ρκο π έ ­ ρα α π ό τη λεωφ ό ρο. Π αρ ά τα δ ιπ λά τ ζά μια , ο θό ρυ β ος της π όλης έ μ παι ν ε στο γραφεί ο του . . Α κουσε τ ο χτ ύ π ο στην π ό ρ­ τα , φ(ί)ναξε σ ' αυτ ό ν τον οπ οιον δ ή π οτε π ου χ τυ πο ύσε να μ πει μ έσα κ αι κ άθ ισε . Ο Ν τικ Μ ά γιερ ήτα ν γύ ρω σ τα π ε νή ν τα , και εύ κο λ α μ πορού σε κανε ί ς ν α δ ια κ ρ ίνει τα π ρ ώ τα ση μ άδ ια τη ς η λ ικία ς κά που γύρω στο στομ άχ ι που δί π λωνε π ά νω α π ό τη ζώ νη . Η π ό ρτα ά νοι ξ ε κι ο Κό ριγκαν μπ ή κε στο δ ωμ ά τιο. « Κ α­ λώ ς ή ρ θε ς , Τζο . Πώ ς ή ταν το τ α ξίδ ι σ ου ; » ε ί π ε ο Μ ά γιερ κι ά ν αψε έ να Γου ί νστον . Ο Κό ριγκαν κ άθ ισε στην κ α ρ έ κ λ α μ π ροσ τά στο γραφε ί ο, έβ γα λ ε ένα πο ύ ρο Αβά να ς α π ό την τσ έ πη του που κ ά μισου και το ' β α λε στο στ ό μα του χωρίς να τ' αν ά ψει . « Δ εν π έ ρασα ά σχη μ α , κα θόλ ου ά σχη μ α . Μόλις ό μως γύ ­ ρισα . . . Τ ι δ ιά β ο λ ο γίνεται ε δώ π έ ρα ; » Ο ι δ υο ά ντρες δ ούλευαν μ αζί και δ ο ύλευαν αποτε λε σ μ ατι­ κ ά . Έ μπαιναν α μ έ σως στο θέ μα χωρ ί ς χ ρονοτριβέ ς και σ έ­ βο νταν ο ένα ς τον άλλον . Τ ον καιρ ό που ο Κό ριγκαν εί χε πρωτοέ ρ θει στη δ ου λει ά , ο Μ άγιερ είχε ε ξ ηγη θε ί απ ό την αρ­ χή . « Εδώ δ εν έχ ει κορ δ ε λά κια , αν με κα λύ πτεις θ α σε κ α­ λύ π τω » . « Ένα ς Θεός ξέ ρω) , απ ά ντη σε ο Μά γιερ . « Τ ο έ μα θ α απ ό την πα λ ι οφυ λλάδ α . Δ εν μπορού σ α με βέ ­ β αια να κ ά νουμε τ ί π οτα , εκτ ό ς απ ό το να σ κ ύ ψουμε το κεφ ά ­ λι για να μη μας π ά ρουν τα σ κ ά για . Δε ν μ πορού σ α να κ ά νω ού τε μια ερώ τηση στους δ ιπ λω μ ά τες . Μ ια κ ί νηση , κι όλοι θ α ρωτο ύ σαν γιατ ί εν δ ιαφερ ό μασ τε)) . Τ ο τσιγ ά ρο έ σ β ησε. Το ξ αν ά να ψε. « Δ εν μ α ς έ φτανε αυτ ό , α λλά έ ρχεται και μια ανα­ φορ ά α π ό το ανα θεματισμ ένο το Κ α ρ ά κας κα ι ζητ ά ει π λ ηρο­ φορίες, ενη μ έ ρωση , για ό σα ξέ ρουμε και δ εν ξέ ρουμε . Το 59


είδ ες ; » « Ν α ι , το ε ίδ α . Κ α ι το χαρτ ί » . Ο Κό ριγκαν ανα ρωτήθ η κε πώς θ · αντι δ ρο ύσε ο Μ ά γιερ στα νέα . « Π ά ντως , ο τ ύ πος ε ί ναι εντ άξ ει» . Τ ο κοντοκουρεμ έ νο κεφ ά λι του Μά γιερ π ή ρε μια απεγνω­ σ μ έ νη έ κφραση . « · Η ρ θ ες σ ' επαφή μ α ζί του ; Χριστ έ μου ! » Μ ια τ έ τοια σ κ έ ψη του τρυπού σε το μυα λό . Π ριν απ ό λίγο ή τα ν κ ά πως χ άλ ια , τ ώ ρα ό μως το π ρ ά γμα απ όγινε . · Εβλεπε κ ι όλ α ς μ π ροστ ά του τους ανα κ ριτ έ ς και τις κ ά μερες της τη­ λε όρασης . « · Ο χι, δεν ή ρ θ α σ ' επαφή μα ζί του , α λλά εκείνος μου ά φη­ σε έ να μ ή νυμα στον αυτ ό ματο τη λεφωνητή . Το ά κουσα μ όλις επ έ σ τ ρεψα . Θ α π ρ έ πει να τη λεφ ώ νησε π ριν μια ώ ρα , ί σως και λιγ ό τερο» . « Χρισ τ έ μ ου , και τι έλεγε ; » Ο Κό ριγκαν έβ γα λε έ να ση με ίωμα απ ό την τσ έ πη του . « Εί­ πε και το επανα λ αμ βά νω λέξ η π ρ ό ς λέξ η : " Εδώ εταιρεί α ε­ ξ αγωγώ ν Χέ ρον . Σ ας ομι λε ί ο γενικ ό ς δ ιευ θ υντής . Μ ετ ά λύ ­ πης μου σας π λη ροφορώ ό τι λόγω α π ρ όβλεπτων γεγονό των , η υπη ρεσ ί α μας δ ε θ α λειτουργή σει για ένα δ ι ά στη μ α . Ελ π ί ­ ζου με ν α είμα στε σε θέ ση να σας εξυπηρετή σουμε το ταχύ τε­ ρο δ υνατ ό " ». · Εδωσε το χα ρτ ί στο Μ ά γιερ . « Α υτ ό ε ίναι όλο κι όλο . Δ εν λέ ει ο ύ τε πο ύ είναι, ού τε τι κ ά νει» . « Χ ριστέ μου» , έλεγε και ξα ν άλεγε ο Μ άγιερ. Ο Κό ριγ καν γνώ ριζε πως η έ κφραση αυτ ή δεν ε ξέφρα ζε τον πανικ ό του αφεντικού του . « Κ αι δεν υπ ά ρχει κανέ να ς τρόπ ος να τον β ρο ύ με; » Ο Κό ριγ καν κο ύ νησε το κεφ άλ ι του . « Η επαφή γινό ταν π ά ντ α μ έ σω του σπιτιο ύ του Τ σ α κ λ ι­ κ ά γιο» . « Δ η λ α δή , αυτή τη στιγ μή πο ύ β ρισ κ ό μαστε ; » Ο Κό ριγκαν απ ά ντησε π ροσεκτικ ά , α λλά αισιόδ ο ξ α : « Π ρος τ ο παρ ό ν δ εν υπ ά ρχει π ρ όβλημα . Μ ό νο μικροπρ ά γ­ μ α τα μπορεί να συμ β ού ν . Δ εν υπ ά ρχει π ρ ό σ β α ση στα με­ γ άλ α » . « Τ ι γί νεται μ ε τ ο Σ χέδ ιο Ο κτ άβ ιο ; » Ο Κό ριγκαν έδ ειξε να συμ μερ ίζεται την ανησυχ ί α του Μά ­ γιε ρ . « Π ο λ ιτικ ά είναι το πιο επι κίνδ υνο σ χέδ ιο , α λλά για την 60


ώρ α δεν γίνετα ι τ ίποτα» . Ο Μ άγιερ συμφώ νησε, έ σ κυψε μπ ροστ ά κ α ι για ένα ο λό­ κ λη ρο λεπτ ό κοίτα ζε έξω α π ό το παρ άθυρο. Α κο ύ μπησε ξα­ ν ά στην π λά τη της κ α ρ έ κ λ α ς και ρώ τησε: « Δ εν θ α υπ ά ρ ξ ουν άλλε ς επιπ λο κ έ ς; » « Α π ' ό ,τι ξέ ρω, ό χι» . « Ε ντ άξει, Τζο . Ε σ ύ είσαι ο υπεύθυνος για την υπ όθεση . Ε σ ύ είσαι αυτ ό ς που τον ξέρει. Τι κ ά νουμε λοιπ ό ν ; » Ο Κό ριγκαν απ ά ντησε χωρ ί ς δ ισταγμ ό : « Ό πως εί πες κι εσ ύ , θ α περιμ ένουμε. Θ α φτιά ξω μια αναφορ ά για το Κ α ρ ά ­ κας που θ ' ανα κεφα λ αιώνει τα π ρ άγματα και θα στη δώ σω να της ρ ίξ εις μια ματιά π ριν τη στείλω . Πέ ρα απ ' αυτ ό δεν μπορού με να κ ά νουμε τ ίποτα » . Ο Μ άγιερ συμφώ νησε μ ' ένα ν όη μ α κι ά ναψε άλλ ο ένα Γ ου ίνστον . « Ε ντ άξ ει, λ οιπ ό ν, θ α περιμ έ νουμε» .

14

Λ ίμα

Το δ ια μ έ ρισμα ή ταν κ ρύ ο και θλ ι β ερ ό . Α κ ό μα κι ο ά νεμος που ερχό ταν απ ό τον ωκεαν ό συνή θως ζεστ ό ς , σή μερα ή ταν ψυχρ ό ς . Η Μ α ρ ί α έ ρι ξε το που λόβ ερ στους ώ μους της , β υ θί­ στηκε στην πο λυ θ ρ ό να και ξαναπή ρε την εφη μερ ίδ α στα χέ ­ ρ ια της . · Ηξ ερε τι έλεγε το κεί μενο. Δ εν υπή ρχε λόγος να το ξ ανα δ ια βά σει. Ού τε να κοιτ άξ ει τις φωτογραφ ίες. « Α ποκ λειστικ ό » , έγραφαν οι πη χια ίοι κ ό κκινοι τίτλοι. « Β ρέθηκε ο Χ ασ ά πης » . · Η ταν η ίδ ια η εφη μερ ίδ α για την ο­ πο ία είχε στα θ εί να περιμ έ νει το ίδ ιο α π όγευμα στην π λ ατεί α , η ίδ ια εφη μερ ίδ α που ο Γάλλ ος π ρέσ βη ς έδειξ ε στον παπ ά , η ίδ ια εφη μερ ίδ α που έ κανε τον Τζο Κό ριγκαν να π ά ει τρ έ ­ χοντα ς στον π ροϊστ ά μεν ό του . « Ν α ζί εγκ λη ματ ία ς πο λέ μ ου σ τη Λί μα» έγραφαν σ τ ις μ έ ­ σα σε λίδες με μεγ άλ α γρ ά μ μ α τ α . Α να ρωτήθη κε α ν θ α έβ ρισ καν ποτ έ την ίδ ια , α ν θ α ανα κ ά ­ λυπταν τη δ ική τη ς συ μμετοχή , τι θ α τη ς έ καναν αν την έ πια­ ναν . Α π ό το δ ρ ό μο α κο ύστηκε η σειρή να ενό ς περιπο λ ικού . Το φ λ ι τζά νι του κα φέ που κ ρα τ ο ύ σε σφιχτ ά μ έ σα στα χέ ρια 61


τη ς είχε πια κ ρυ ώ σει . Ση κ ώθ η κ ε, έ κ λ εισε το παρ άθυρο και ξ ανα δ ιά β ασε την εφη μερ ίδ α .

15

Αίμα

Σ το μ π ά ρμπεκιου οι φ λόγες καψ άλιζαν τα κ ρεατικ ά . Ο Κ ό­ ριγκαν τα κτοπο ίησε στη σχ ά ρα τις κα λ οψη μ ένες μπριζόλες, με μια πιρούνα κι ή πιε άλλο έ να ποτή ρι σα νγκ ρ ία . Η γυνα ί κα του κα λ ο ύ σε συχν ά φ ίλους στο σπ ίτι για να γιορτ ά σουν την επιστροφή του . Το ύ τη η συνήθεια είχε αρχί σει τον καιρ ό που εί χε π ά ει στη Ν οτιοανατο λ ική Α σ ία . Ε πειδή η επ οχή ή ταν δύ σ κο λη , κι ή ταν η π ρώ τη αποστο λή που είχε ανα λάβ ει, εκεί­ νη έδ ειχνε μ ' αυτ ό τον τρ ό πο την ευγνωμοσ ύ νη της που ο ά ν­ τρας τη ς ξ αναγ ύ ρι ζε π ί σω . ' Η ταν κι οι δυο ν έ οι τ ό τε. Ε κε ί νη δεν ή ξ ερε, κι αυτ ό ή ταν ευτ ύ χη μ α , τι α κ ρι βώ ς έ κανε . Αυτ ό ς , ξέ ροντα ς τι θ α συναντή σει στο γυρισμ ό , έβ α ζε το πο ύ ρο στο στ ό μ α , κι ακο λ ου θ ο ύ σε έ ναν τρ ό πο συμπεριφορ ά ς που τον κ άλυπτε απ όλ υτα . Δ εν υπ ή ρχε περ ίπτωση να τον προ δώ σει το βλέ μμα του . Εί χε πια συνη θί σει . Αυτ ό το τα ξίδ ι στη ζο ύγ­ κ λ α , τους ε ίχε ε ξ ηγ ή σει , ή ταν μια α π λή ρουτ ί να . Γεύ μ α εργα ­ σ ί α ς , το ε ί χε α ποκα λέ σει. Π λη ρ ώ νεις τ ώ ρα και επεν δύ εις για το μ έλλ ον , π ί νει ς έ να- δ υο μ π ουκ άλ ια ντ ό πιο ου ί σ κυ κι έ πειτα γυρ ίζεις σ π ί τι. 'Ο μως , εκε ί νο το απ όγευμα γύ ρισε , με το πού ρο αν ά μεσα στα δό ντια . Δά γκωνε νευρικ ά την ά κ ρη του και το βλέ μ μα του τον π ρ όδ ινε μ ' έ να τρ ό πο που κανέ νας δ εν μπορο ύ σε ν ' αντι λ ηφ θ ε ί . Ε κε ίνη έ ριξ ε μια ματιά στα παι δι ά , σ το π ί σω μ έ ρος του κ ή που . Τ α δυο παι δ ι ά τους έ παιζαν στο γκα ζό ν με τα παι δ ι ά των φ ίλων και των γειτ ό νων που ε ίχαν π ροσκα λέ σει για το β ρ άδ υ . Ο ι κα λεσμ έ νοι τους ή ταν σ αν κι αυτο ύ ς. Μ οντ έ ρνες α μ r. ρικανικ έ ς οικογ έ νειες . Οι περισσ ό τεροι σ ύζυγοι α σχο ­ λ ο ύ νται με επιχειρ ή σεις πετρε λ α ίων. Μ ε την πρώ τη ευκαιρ ί α μ π α ρ κ ά ριζαν στα π λ ο ί α του ς κι έ τρεχαν στο δ ασοσκ έ παστο Α μα ζόν ιο , μ όλ ις οι πο λ υεθ νικ έ ς τους π λη ροφορού σαν ό τι β ρ έθη κε πετρ έλ αιο . Ξ αναγύ ρι ζαν με το αεροπ λά νο , ό ποτε 62


μπορο ύσαν, απ ό μ έ ρη σαν το Ι κο ύ ιτος, την Π ακο ύλ πα και το Π ουέ ρτο Μ α λ ντον άλντο, εκε ί που γίνονταν οι β ρομο δ ου­ λε ιέ ς . Ο ι ά ντρες βέβ αια ή ξεραν, ή νόμιζαν ό τι ή ξ εραν, για το Τζο . Ε κτός έδ ρας, έλεγαν, όλο εκτ ό ς έδ ρας β ρ ίσ κεται κι ας λέει η κ ά ρτα του πως είναι εμπορικ ός α κ όλου θ ος. Κά τ ι πο λύ ιδ ια ίτερο θ α π ρέ πει να κ ά νει, κ ά τ ι άλλο, κ ά τι πολύ δ ιαφορε­ τικ ό . Ί σως να είναι το π ρ ό σωπο που δ ιευθετεί πο λιτικ ά και οικονομικ ά ζητή ματα στον τομ έ α των πετρε λ α ίων, ένας ά ν­ θ ρωπος του δικού τους κ ύ κ λου, που έχει σχέ ση με τα πετρέ ­ λαια , α λλά το κ ρ ύβ ει, που π ροσ έ χει το αναπτυξια κ ό π ρ ό ­ γραμμα και π ροστατεύει συμφέ ροντα. Ο Κό ριγ καν επιβε­ β α ίωνε τις υποψίες τους. Χ ρησιμοποιο ύ σε τις εκφρ ά σεις κ αι τον κ ώδ ικα που μεταχειρ ίζονταν οι κα λεσμ ένοι του . Τους κα θ ησ ύ χα ζε. Ωραίος τύπος, έλεγαν όλοι. Ωραία οικογένεια . · Α νθ ρωποι κοινωνικο ί , μ ε τις μ π ύ ρες τους τ α απογεύμ ατα του Σ α β βά του στην π ρεσ β εί α και π ά ντα παρ ό ντες στην εκ­ κ λησ ία του Κ α λο ύ Π οιμ ένα στο Μ ιραφιόρες. · Οταν οι ά ντρες τον χαιρέτησαν για τον κα λωσορ ίσουν, δεν ήταν αφηρη­ μένος . « Κ α λό το τα ξίδ ι Τζο; )) ρώ τησε ένας απ ό τους επιχειρη μα­ τίες πετρε λα ίων. « Κ α θόλοω) , εί πε και το ψ έ μ α β γή κε εύ κο λ α . « Κ α λό για π έ στ ροφες, κ α κ ό για οτιδή ποτε άλλες δ ου λειέζ)) . Ο ά ντρας γέλ ασε. « ·Εχασες έ ναν κ α λό αγώ να το Σάβ β α­ τω) . " Ά ρχισε να ε ξηγεί τις λ επτομ έ ρειε ς . Ο Κό ριγκαν τον ά ­ κουγε, κουνού σε το κεφάλ ι, δά γκωνε το πο ύ ρο, και σ κεφτ ό ­ ταν την έφο δ ο της αστυνο μ ία ς στο σ π ί τι του Τ σακ λικ ά γιο, μέ σα στην καταχνιά των π ρωινώ ν ωρ ώ ν . Χ ριστ έ μου, ανα ρωτήθη κε , πού ν α β ρ ί σ κετα ι αυτ ό το κ ά ­ θαρμα τώ ρα ; Θ α έ π ρεπε να εί χε αφή σει κ ά ποιο ση μ άδ ι, μια έν δει ξη για το πο ύ β ρ ίσ κεται . Π ο ύ να τον β ρει για να τον ξεμ­ π λέξ ει σε π ερίπ τωση που τα πρ ά γματα αγρ ίευαν; Χ ριστέ μ ου, έλεγε και ξ αν άλεγε η φωνή μ έ σα στο μυα λό του . Τ ι εννο­ είς έτσι και αγριέ ψουν τα π ρ ά γματα . Κ αι τΙΟ ρα, τι δ ι ά ο λ ο νο­ μίζεις πως συμ β α ίνει; Του λά χιστον κατ άφε ρε και γ λί τωσε , είχ ε καλο ύ ς σ ύ ν δ εσμους ο μπ ά σταρ δ ος, πολ ύ ς κα λ ού ς μ άλ ι­ στα. Αυτοί θ α τον πλη ροφ ό ρησαν για την έφ �δo τη ς αστυνο63


μ ίας. Τό τε για τί δ εν τον εφο δίασαν με μια π ροσωπικ ή τη λε­ φωνική γραμμ ή οι φ ίλοι του; Όλ οι εκείνοι οι ά νθ ρωποι της Κυβερνητική ς Γ κου ά ρντια . · Ελ α τώ ρα , εί πε στον εαυτ ό του, η ρέ μησε. Είναι κα λό σημ άδ ι το ότι κανεί ς δεν ξέ ρει τ ί ποτα . Κ ρ ύβεται. Κ αι κρ ύβ εται κα λά . Τι δι άβ ο λ ο θ α έ καναν οι Η . Π . Α . αυτ ό τον Ν α ζί εγκ λη ματί α, π ου κατα δ ιώ κεται ε δώ και σ α ρά ντα σ 'Χ εδόν 'Χ ρόνια ; ·Ο μως κ ά ποιος ήξ ερε , του υπενθύ μισε η φωνή . Κά ποιος β ρ έθη κε κι έδωσε την π λη ροφορ ία στην εφη μερίδα . Κ αι θ α ή ξ ερε πο λλά , αφού ε ί χε την καταραμ ένη τη φωτογραφ ία του στην κατοχή του . Κ αι κ ά τ ι α κ ό μ α , τον προειδ οποίησε το ένστικτ ό του . Κά τι α κ ό μα θ α γινό ταν. Τί π οτα φανερ ό , ού τε ά μεσο. · Ο μως κ ά τι άλλο θ α γινόταν α κ ό μ α . Είχε την ίδ ια έ κτη α ίσ θηση ό πως τ ό τε στο Β ιετν ά μ , που κ ά τι του έλεγε ό τι τα π ρά γματα δεν ή ταν ό πως έδειχναν . Χά ρη σ ' αυτή την α ί σ θηση εί'Χ ε επ ιζή σει. Χά ρη σ ' αυτή την α ί σ θηση β ρισ κ ό τ αν τώ ρα γερ ό ς ε δώ π έ ρ α . Κά τι θ α γιν ό τ αν , τ ον προει δ οποίησε το ένστικτ ό του . Κ ι ανα­ ρωτήθη κε τι δ ιάβ ο λ ο θ α συνέβ αινε α κ ό μ α . Κά ποιος τον ά γγι ξ ε στον ώ μο. Γύ ρισε. Τ ο μυα λό τ ο υ ξ ανα­ β ρέθη κε στο χώ ρο του μ π ά ρμπεκιου . Δί π λ α του στεκ ό ταν η γυνα ί κα του μ α ζί με τη νεαρή σ ύζυγο εν ό ς γείτονα . Οι φακ ί ­ δ ες σ τ ο σταρ ά το δέ ρμα της κοπ έλ ας ά σ τ ραφταν κι έ ρχονταν σε αντ ίθ εση με το ανοιχτ ό χρωμο φουστ ά νι τη ς . Τ α μ ά τ ια της έ κ λειναν τη χαρ ά τη ς π ρ ό σφατη ς μητρ ό τητας. « Μ α ί ρη Τζα ί­ ην , κ άθ ε μ έ ρα α δ υνα τ ίζεις όλ ο και περισ σ ό τερο . Είναι α ργ ά ό μ ω ς για να φορ έ σεις μπικ ί νι . Την επ ό μενη φορ ά κο ί τα να το οργανώ σεις κα λύ τ ερα» . Τ η φ ίλη σ ε κι εκε ί νη κοκκ ί νισε. « Τζο» , ά ρχι σ ε η γυνα ί κα του , «η Μ α ί ρη Τζα ίην έχει κ ά τι ση μ αντικ ό να σε ρωτή σει» . Είδε το π ρ ό σωπο της νέ ας γυνα ί­ κας να π α ί ρνει έ να σο βα ρ ό ύ φος. « Βεβ α ίως , τι τρ έ χει ; » Σ τη φω νή του μπορο ύ σε να δ ια κ ρ ί­ να κανε ί ς κ ά ποια ανησυχ ία . « Δ εν ε ίναι τ ί ποτα σο β α ρ ό ε λ π ίζω . Εί ναι κα λά τ ο μωρ ό ; » Γύ ρνα π ί σω, του έλεγε η φωνή . Γύ ρνα π ί σω να ε λέγ ξ εις, αν όλ α τα ί χνη έ χουν σ β ηστεί , αν όλ α τ α στ ό ματα έ χουν κ λ ε ί ­ σει. Ν α μην υπ ά ρ ξ ει τ ρ ό πος να σε συν δέ σουν με την υπ όθ εση . Ν α μη β ρουν , ψά χνοντας , την Ε ταιρε ί α . Κά τι άλλ ο , κ ά τι άλ 64


λο συν έβ αινε . « Δ εν π ρ ό κειται γι ' αυτ ό » , εί πε η νεα ρή μητ έ ρα . « Ν α , ξέ­ ρεις ο Ν τ ά νιελ είναι κιόλας τριώ ν μηνώ ν . Θ α τον β αφτ ί σουμε την Πέ μπτη , αυτή την ε βδ ομ άδ α » . Δί στασε για άλλη μια φο­ ρ ά . « Θέλουμε να γίνεις ο νονό ς του Ντ ά νιε λ » . Τη ς χαμογέλ ασε, τη ν αγκ άλιασε, χ ά ρη κε για την π ρ ό τα­ ση που του έ κανε. « Δ εν μπορεί ς να β ρεις κανένα κα λύ τερο ; » αστειεύ τη κε κα ι τη φ ίλησε. « Θ α εί μαι περή φανος να γί νω ο νονό ς του Ν τ ά ­ νιελ » . Γύ ρνα π ί σω να ελέγξεις , του εί πε για άλλη μια φ ορά η φω­ νή . Σ το Βιετνά μ ή ταν εντ άξει γιατ ί όλοι περί μεναν αυτ ά που έγιναν, τις β ρομιέ ς, τις σ κ λη ρό τητες. Τώ ρα ό μως εί ναι δ ια­ φορετικ ά , άλλη εποχή , πο λλοί φι λελεύθ εροι στο Κ απιτ ώλ ιο, και δεν εί χαν ανε β εί με τα γνωστ ά μ έ σ α . Είναι κ α λά να πα ί ­ ζεις τ έ τοια παιχνίδ ια σε κ ά ποια γωνι ά του κ ό σ μου , ξεχα σ μ έ ­ νη κι απ ' το Θ εό . Ό μως σου τυχα ίνουν και δύ σ κ ο λες υπο θέ ­ σεις. Σ αν την υπ όθ εση Ο κτ άβ ιο . Κ αι τ ό τε όλ α βγα ί νουν στο φως , κι οι φι λελεύθ εροι θέλ ουν ν α σε πη δή ξ ουν . « Α υτ ό βέβ αια θα γ ί νει αν εί σαι ε δώ , Τζο » , π ρ ό σ θ εσε η νεα­ ρή μητ έ ρα . « Α ν παρουσιασ τε ί κ ά τι , θ α δ ε ίξου μ ε κ ατα­ νόη ση » . Τη ς χαμογ έλ ασε άλλη μια φορ ά . « Θ α φροντ ί σω ν α μη πα­ ρουσιαστεί τ ί ποτα» , τη δια β ε β α ίωσε χαριτο λ ογώ ντας, ενώ η γυνα ί κ α του δ ιέ κ ρινε π ίσω απ ό την π λά τη του τον Ντικ Μά ­ γιερ να π λησι άζει β ιαστικ ά . Α κο λ ούθησε μ ε μ εγ άλ α βή ματα τα τ α κο ύ νια τη ς υπη ρέ ­ τ ριας που του ε ί χε ανο ίξ ει την π ό ρτα . « Τζο» , τον π ροειδ οπο ί­ ησε, « δ εν μου εί πες πως θ α περνο ύσε ο Ν τικ απ ό δω » . Ο Κό ριγκαν γύ ρισε κ α ι τ ο ν χαιρέ τισε απ ό μ α κ ρι ά . « Μ ε συγχωρε ί ς , ν ό μιζα ό τι στο είχα πει. Θ α του π ά ω έ να ποτ ό , τι λες ; » Ξ αναφ ίλησε τη νεα ρή μητ έ ρα, έδωσε στο Μ άγιερ μια μπ ύ ρα και μια μ π ριζόλ α , και τον ο δήγησε σε μια ήσυχη γωνι ά του κ ή που . Α κ ό μα και στο μισοσ κ ό τα δ ο , η γυνα ί κα του μπο­ ρού σε να δ ια κ ρ ίνει το πού ρο αν ά μεσα στα δό ντια του , να νιώ ­ σει το βλέ μ μ α του .

65


( Αυτοί οι σ κατ άδες κ ά τι μυριστή κανε» , είπε ο Μάγιερ μπα ί­ νοντας κατευ θ εί αν στο θέ μα . « Μ ε κ άλε σαν α π ό ψε να π ά ω στο γραφε ίο. Υ π ά ρχει ένα ειδ ικ ό μ ή νυμα που δεν μπορο ύ σαν να το στείλουν τη λεφωνικ ά , ο ύ τε καν με κ ά ποιο δ ικ ό μας» . Δάγ κωσε τη μπ ριζόλα , σχεδό ν πνίγη κε, κι ή πιε μπ ύ ρα για να κατέβ ει η μπουκιά του. « Α νησυχού ν». Έ κοψε άλλη μια γερή δ αγκωνι ά . « Σ τ έλνουν ειδ ικ ό απεστα λ μ ένο». Τ ο π ρ ό σω­ πο του Κό ριγκαν ε ίχε μια περ ίεργη έ κφραση . « Μ ην ανησυ­ χεί ς, δεν πα ί ρνουν την υπ όθεση στα χέ ρια τους . Είναι απ λώ ς θέ μα ασφ άλεια ς . Θέλουν κ ά ποιον να έ χει συνολικ ή ά ποψη του πε δίου, γιατ ί έ χουμε να κ ά νουμε μ ' ένα σπου δ α ίο π ρό σω­ πο. Ε πιπ λέ ον, ο απεστα λ μ έ νος αυτ ό ς θ α είναι απ ό τους αν­ θ ρ ώ π ους των ψη λώ ν καπ έλων» . Χ ριστ έ μου, ξ αν ά κουσε ο Κό ριγκαν τη φωνή ν ' αντηχεί έ σα στο μυα λό του . Θ α λογα ριάζουν για σ που δ α ία την υπ ό ­ μ θεση στο περιφερεια κ ό στρατηγείο της Β ενεζουέλας, για να στ έλνουν ειδικ ό απεστα λ μ ένο . « Κ αι τι άλλο λέει το Κ α ρ ά ­ κας; » ρώ τησε. Ο Μ άγιερ έ κοψε άλλη μια δ αγκωνιά . « Π οιος μ ίλησε για Κ α ρ ά κας ; » τον δ ιέ κοψε. « Γ ια την Ου ά σιγκτον σου μι λά ω τ ό ­ ση ώ ρα» .

66


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡ Ο Τρίτη , Ιη

Φεβ ρουαρίου

1 983


1

8.45 π.μ. Α ίμα

Τ ο α ριστοκρατικ ό π ρ ο ά στιο του Τ σακ λ ικ ά γιο β ρ ί σ κεται δ έ­ κα χιλ ιό μετρα περ ί που έξ ω α π ό τη Λί μ α . Α π λώ νεται στους δυτικού ς π ρό πο δες των ' Α ν δεων , αρκετ ά ψη λά , ώ στε ν ' απο­ φεύγει την υγρασ ί α που π έφτει στην π όλη τους τ ρεις χειμω­ νι ά τικους μ ή νες και α ρ κετ ά χαμη λά , ώ στε απ ό τον Ι ο ύ νιο ώ ς τον Αύγουστο ν ' απο λα μ βά νει τη ζέ στη της παρα λί α ς . Τ α πε ρ ισσ ό τερα σπ ί τια τη ς περιοχ ής ανή κουν ή νοικι άζονται σε π λο ύ σιους ξένους ή σε α κ ό μη π λ ουσιό τερους Π ερου β ια νο ύ ς . ' Α σ π ροι το ί χοι ζώ νουν τις βίλες που θυμ ίζουν α ποικια κο ύ τ ύ ­ που επα ύλεις και σ κ ύλοι-φ ύλ α κες περιπο λο ύ ν στους κ ή ­ πους . Ο ο δ ηγ ό ς της π ρεσ β εί ας ή ξ ερε κα λά το δ ρ ό μο . Τ ις μ έ ρες π ο\ ) δε ν δ ο ύλευε έ παιρνε το αυτοκ ίνητο κι αν έ βαι νε ψ η λά στα β ουν ά , καμι ά φορ ά περνού σε την κορυφογρα μμ ή κι έ φτανε στα δά ση της ανατο λικ ή ς ακτ ή ς με τις τροπικ έ ς β ροχ έ ς . ' Η ­ θ ελε να κατε βά σει το π α ρ άθυρο, να χαρεί το δ ροσερ ό αέρα . Πί σω του , κα θό ταν α μ ίλτι τος ο ιερωμ έ νος. Ο ο δηγ ό ς β γη κε α πό τον κυρ ίως δ ρ ό μο, έ σ τ ριψε δε ξ ιά , ακο λο ύθησε ένα δ ρο­ μ ά κο γ ια έ να περ ί που χι λιό μετρο , έ κοψε ταχ ύ τητα σε μ ια δ ιαστα ύ ρωση ενώ συγχρ ό νως, με λετο ύ σε το χ ά ρτη που ε ί χε απ λώ σει στο άδειο κ άθισμα δί π λ α του , και πή ρε μια κ λειστ ή στροφή στ ' α ριστερ ά . Τ α δέντ ρα στα δε ξ ι ά του δ ρ ό μου σχη­ μ ά τιζαν έ να τε ί χος μπ ροστ ά στα α κ ριβά και απομονωμ έ να σπ ί τια . Τ α περισ σ ό τερα α π ' αυτ ά ή ταν μεγ άλ α , ό σο κ α ι η επ ί ση μη κατοικ ί α του Γάλλου π ρ έ σ βη . Δ εν χρει ά στη κε ν ' α ­ να ζητή σ ουν το σ π ί τι. Ο ο δηγ ό ς πα ρκ ά ρισε π ί σω απ ό το αστυ­ ' νομικ ό αυτοκ ίνητο και το π ρ ά σινο Α ουντι. Δ υο αστυνομικο ί με τις χακ ί στο λέ ς τη ς Γ κου ά ρντια Σι βίλ , ακουμ πισμ έ νοι στο περιπο λικ ό , σ κ ό τωναν μ ύγες . Έ νας ά ντρας με πο λιτικ ά κι 69


ανοιχτ ό πουκ ά μισο το υς μι λ ο ύ σ ε κι έ νας νεα ρ ό ς με μ ακ ρι ά μα λλ ι ά κα θό ταν μ έ σα στο άλλ ο αυτοκ ί νητο. Ο ιε ρωμ ένος βγή κε και π λησ ί ασε δύ ο ασ τυνομικο ύ ς τους κα λη μέρισε. Ο έ να ς α π ' αυτο ύ ς ά π λωσε το χ έ ρι του . « Π ά τερ Ζ αν , λέγομαι Ρ ικ ά ρντο Π ατσ έ κ ο . Ο π ρ έ σ β η ς τη λεφ ώ νησ ε χ θ ες β ρ ά δ υ κ αι μου ζή τη σε να σ α ς συναντ ή σω ε δώ » . · Εδ ω­ σαν τα χ έ ρια . « Π ο λ ύ ε υγ ενι κό α π ό μ έ ρους σας να έ ρ θ ε τ ε α μ έ σως . Μ πο­ ρο ίJ μ ε να μ πο ύ με σ τ ο σπ ίτι; » Ο Π ατσ έ κο έγνεψε καταφατικά . « · Ολ οι ό σοι β ρ ί σ κ ονται ε δώ λέ νε ό τι έ χετε κ άθ ε δ ικα ίω μ α » . Ο παπ ά ς χαμογ έλ ασε . « Μ πα ί νουμε λ οιπ ό ν; » Μ ια σ κ έ ψ η π έ ρασε απ ό το μυα λό του . « Μ πορεί τε να με γυρ ί σ ε τε ε σ ε ί ς στη Λί μα ό ταν τ ε λε ιώ σουμε, ώ στε να φ ύγει ο σωφέ ρ που μ ' έφ ε ρε ; » Ο Π ατσ έ κο συμφ ώ νη σε. Ο ιερωμ έ νος πήγ ε μ έ χρι το αυτοκ ί νητο τη ς πρεσ β ε ίας και ε ί πε στον ο δηγ ό πως ε ί ναι ε­ λ εύθ ερος. Δ ιαφορετικ ό ς, σ κ έφτη κε ο ο δ ηγ ό ς , πο λύ δ ιαφορε­ τικ ό ς απ ό τον ά νθ ρωπο που συν ά ντησα χτες το απ όγευ μ α , μα ζί με τον π ρώ το γραμματ έα , στο σ χο λ ε ίο της μ παρι ά τα . · Εβ α λε μ π ροσ τ ά τη μη χανή , ενώ ο πατή ρ Ζα ν κι ο Π ατσ έ κο π ρ ο σ π έ ρασαν τους φρουρού ς και μπ ή καν στον κ ή πο. « Λ απ ό ρτ » , φώ να ξε ο ο δηγ ό ς, χωρ ί ς να ξέρει γιατ ί του μ ί­ λησε με το κοσ μικ ό του ό νομα . « Κ α λή τ ύ χη » . Δ εν ή ξ ερε γιατ ί το ε ί πε . Ο παπ ά ς τον κοί τα ξε . « Ε υχα ριστώ » , α π ά ντησε Ο Π ατσ έ κο ή ταν γ ύ ρω στα σ α ρά ντα , γερο δεμέ νος , έξ ι π ό ­ δ ια ψ η λό ς ίσως και παραπ ά νω . Σ τη μ έ ση του οι μυς ε ί χαν α ρχ ί σει να χα λ α ρώ νουν. Τ α καστανά του μα λλιά εί χαν αρχ ί­ σει επ ί σης, ν ' α ραιώ νουν. Φ ορού σε κοκ άλινα γυα λ ιά που τ ό­ νιζαν α κ ό μα περισσ ό τερο το δυνατ ό π ρό σωπ ό του . « Μ π ή κα­ τε κα θόλου μ έ σ α ; » τον ρ ώ τησε ο Λ απ ό ρτ. « Πέ ρασα για λίγο χτες, ό μως ή ταν πο λύ ς ο κ ό σμος και δεν κατ ά φερα να περ ά σω την ε ξώ πορτα» . « Α φού είναι έτσι, θ α ρ ίξ ουμε π ρώ τα μια ματι ά και μετ ά θ α μ ιλήσου με» . Ο εκ δότης του περιοδι κού συμφώ νη σ ε . Είχε αντιλη φ θ ε ί κιόλα ς ότι ο ιερωμ ένος δεν ή ταν ό πως τον περί μενε Η χει ρα­ ψ ία του ή ταν δυνατή και ζεστή · η π ρό ταση μ άλ ιστα να ε ξ ετ ά .

.

70


σουν π ρώ τα το σπ ίτι, έδειχνε ά ν θ ρωπο με κ ύ ρος που εμπνεέ ι εμπιστοσ ύ νη . Τ ο σ π ί τι β ρισκ ό ταν μ έ σα σ ' έ ναν κ ή πο μή κους 1 00 μέ τ ρων περ ί που. Η α ί σ θηση του κενο ύ που απ λων ό ταν παντού , μ αρ­ τυρού σε το γεγον ό ς ό τι κ ά ποιοι κατοικού σαν εκεί μ όλ ις μια μ έ ρα π ριν . Α κ ό μα και μ έ σα στη κα λο καιρινή ζέ στη , αισ θά ν­ θη κε μια ψ ύ χρα . Μ οι άζει με μαυσω λείο , σ κ έ φτη κε ο Π ετσ έ ­ κο, α λλά είναι α κ όμ α πιο περ ίεργο . Η αστυνομ ία εί χε ανο ίξει την μ π ροσ τινή π ό ρτα . Μ π ή καν στο ευρύ χωρο χο λ . Σ τα δε ξιά ή ταν το σα λό νι, στ ' αριστερ ά το γραφε ίο . Τ ο δωμ ά τιο ή ταν ά νω κ ά τω, τα έ πιπ λ α αναπο δ ογυ ρισμ έ να, μερικ ά ή ταν κατε­ στραμ μένα, τα χα λι ά τυ λ ιγμ έ να και β α λ μ ένα στην ά κ ρη . Τ ο γραφεί ο του Χάινερ ή ταν κομ μ ά τια . Η δερμ ά τινη επιφ ά νεια σ κισ μ έ νη σε λ ουρ ίδες. Στους το ί χους δ ια κ ρ ί νονταν τα περι­ γ ρ ά μμ ατα πιν ά κων, παρα λλη λόγραμ μα ή τετρ ά γωνα , που εί χαν ξ ε κ ρεμαστεί . Σε μια γωνιά έ χασκε ανοιχτή η π ό ρτα του χρη ματοκι βώ τιου . Γύ ρισαν στο χο λ κι ανέβη καν τις στριφο­ γυριστ έ ς σ κ άλες που ο δηγού σαν στα υπνο δωμ ά τια και στα λ ουτρ ά του π ρώ του ή του δεύ τερου ορ ό φου . Όλ α τα δωμ ά τια είχαν ερευνη θ εί ε ξ ονυχιστικ ά , τα στρώ ματα εί χαν ξ εκου λ ια­ στεί , τα χα λι ά εί χαν τυ λιχτεί κ αι τα πατ ώ ματα ή ταν ξυλω μέ ­ να στις ά κρες . Ο Π ατσ έ κο ακο λο ύθησε τον ιερωμ έ νο στο κ ά­ τω π ά τωμα μ έ χρι το γραφεί ο . Τ α β ι βλία εί χαν σωριαστεί στη μ έ ση του δωματ ί ου. Τ α ρ ά φια της β ιβλιο θή κης, όλα απ ό μα ό ­ νι δε ξ ιά και α ριστερ ά στο τ ζάκ ι , ή ταν α δειανά . Τα β ιβλία εί χαν κα λυφ θε ί απ ό στ ά χτη , σαν κ ά ποιος να είχε ερευ νή σει την κα μιν άδ α . Πέ ρασαν απ ό το χο λ και π ή γαν στην κου ζί να . Σ το τραπ έζι υπ ή ρχε μια η λε κτρικ ή καφετιέ ρα . « Θέλετε λί ­ γο καφέ ; » πρ ό τεινε ο Π ατσ έ κο. « Φ α ί νεται να τον χρει ά ­ ζεστε» . Ο Λ απ ό ρτ χα μογέλ ασε. « Λ υπ ά μαι που δεν εί μαι ομιλητι­ κ ό ς , α λλά δεν κοιμήθη κ α πο λύ χτες β ρ ά δυ» . Ο Π ατσ έκ ο μΟΙιΡμού ρισε ό τι κατα λάβ αινε, β ε β αιώθη κε πως δεν εί χε δια­ κοπεί το η λε κτρικ ό ρεύ μα , κι έβ α λε την καφετιέ ρα να β ρ ά ­ σει, ενώ ο Λ απ ό ρτ έ ψαχνε τα ντου λά πια για φ λ ιτ ζά νια και καφέ . «Φτωχική κου ζί να . Ε σεί ς τι λέτε » είπε κ αι κοίτα ξε ο λόγυ­ ρα . Σ την κου ζί να υπ ή ρχε μια συσ κευή τσαγιο ύ , ό πως σ τα πε -

71


ρισσ ό τερα περου β ιαν ά σπ ί τια , έ να ντου λά πι , ένα ψυγείο , έ να μ ικρ ό τ ρα π έζι, τρεις καρέ κ λες και σε μια γωνι ά , μια μαντε­ μ ένια σ ό μ π α . « Δ εν ξέ ρετε πο λλά για το Π ερού , Πά τερ» , απ ά ντησε ο Π ατσ έ κο, μισοαστεί α , μισοσο β α ρ ά . « Εί μαστε ί σως οι π ρώ ­ τοι σε το ύ τη τη χώ ρα που πατ ά με το π όδ ι μας στην κου ζίνα . Το νε ρ ό έβ ρασε, κι ά ρχισε να φτιά χνει τον καφέ . « Σ το Π ε­ ρ ού , τα μ όνα π ρ ό σωπα που μπα ίνουν στην κουζίνα ε ί ναι οι υ π η ρ έ τριες . Κάθ ε σ π ί τι έ χει μια μ ο υ τσά τσα , α λλά α κ ό μα και η μ ου τσά τσα έ χει μια μ ου τσά τσα στο σ π ί τι τη ς για τις δου ­ λειές » . Κ ο ί τα ξ ε γ ύ ρω του. « Αυτή ε δώ εί ναι μ άλλον κα λά επι­ π λω μ έ νη αν τη συγ κ ρ ί νει κανεί ς με άλλες κουζίνες» . ' « Τ ι λες γι αυτ ό ; » ε ίπε ο Λ α π ό ρτ κι έδει ξ ε τ η σ τό φα . Δ « εν έ χω ιδέ α » , απ ά ντησε ο Π ατσ έ κο, « ί σως να τη χρησι­ μοποιο ύ σε για ζεστ ό νερό . Την είχε π ά ντα ανα μ μέ νη » . Κάθ ι­ σε κι έδωσε έ να φ λ ιτ ζά νι στον Λ α π ό ρτ . « Δ εν έ μειναν πο λλά π ρ ά γματα», μουρμο ύ ρισε ο Λ α π ό ρτ . Σ αν να περ ί μενε, σ κ έ φτη κε ο Π ατσ έ κο ή έλ πιζε να β ρει κ ά τι. « Σε ποιους οφείλεται η καταστροφή ; » « Η αστυνομ ί α , ψ ά χνοντας για στοιχεί α και τα λ οιπ ά . Σί­ γουρα κατ έ στρεψ αν πο λλά π ρ ά γ ματα ό μως , πο λλά απ ' αυτ ά τα π ή ραν φεύγ οντας» . « Είχε φ ύγει πο λύ π ριν εισ βά λουν ; » ' « Ό χι και τ ό σ ο , α π ό σο κατ ά λα β α . Είχαν δει τον Χά ινερ να βγα ί νει απ ό το σ π ίτι α ργ ά το β ρ ά δυ. Μ ετ ά κ ά ποιος τον είδ ε στο σπ ίτι γύ ρω στις π έ ντε το π ρω ί , λίγο πριν φτ ά σει η αστυνομ ία . Τώ ρα , αν ή ταν ή δεν ή ταν ο Χά ινερ αυτ ό το ά το­ μο , δεν έ χει ξ εκα θ α ρ ίσει. Οι γεί τονες δεν ε ίναι σ ίγουροι. Έ ­ β α λ α τους κα λύ τερους ρεπ ό ρτερς που δ ια θέ τω να μα ζέψουν τα κομ μ ά τια της ιστορί ας, α λλά δεν υπή ρχε υλικ ό » . « Τι εννοού σες ; » ρώτησε ο Λ απ ό ρτ, « ό ταν είπες ό τι η στ ό ­ φα ή ταν π ά ντα ανα μ μ ένη ; Πώ ς το ξέ ρεις ; » Ο Π ατσ έ κο κο ί τα ζε στην άλλη μεριά τη ς κου ζί νας , την μαντεμ έ νια σ ό μπα . " « Σύ μ φωνα μ ε ό σ α λένε ο ι " μουτσ ά τσας που δ ου λε ύ ουν στα γειτονικ ά σπ ί τια , και π ου καμιά φορ ά έ ρχονταν ε δώ , το σπ ίτι ήταν π ά ντα ζεστ ό και ευχά ριστο, η σ ό μπα π ά ντα αναμ­ μ ένη » . Ρ ο ύ φη ξ ε μια γου λιά α π ό τον καφέ του . « Κ αι σ ίγουρα ,

72


την ώ ρα που μπ ή κε η ασ τυνομ ία , η σ ό μπα έ καιγε » . « Τ ι εννοεί ς ; » « Κά ποιος απ ό την ομ άδ α ε ί πε σ ' ένα δ ι κ ό μου πως η σ ό μ­ πα έ καιγε . Αυτ ό τους έ κανε να πιστ έ ψουν πως τον είχαν χ ά ­ σει για κ ά τι λίγα λε πτ ά » . « Κ α μιά ε ξήγηση υπ ά ρχει ; » « Ε ννοεί ς για τη σ ό μπα που έ καιγε τ η νύ χτα ; Ε ι λικριν ά δεν ξέ ρω . Ί σως να έ καψε τ ί ποτα χαρτιά » . Ο Λ απ ό ρτ κο ί τα ζε τη σ ό μ π α . « Την ά νοι ξ ε κανε ί ς ; )) Ο Π ατσ έ κο κού νησε το κεφ άλιι του . « Ε κείνη τη νύ χτα απ ' ό , τι ξέ ρω ό χι. Σίγουρα δεν β ρ έθη κε τ ίποτα το επ ό μενο π ρω ί , γιατ ί θ α το ή ξερα » . Ο καφέ ς ή ταν δυνατ ό ς . Έ πιναν κα θ ισμ ένοι κ α ι β υ θ ισμ έ ­ νοι σε σ κ έ ψεις. Ο Π ατσ έ κο περ ί μενε. Κ ο ίτα ζε στα μ ά τια τον παπ ά και επι β ε β α ίωνε την εντ ύ πωση που εί χε ήδη σ χη ματ ί ­ σει. Ο Γάλλος δεν ή ταν αυτ ό ς που περ ί μενε να συναντή σει. Κ ατ ά κ ά ποιο τ ρ ό πο, εί χε την α ίσ θηση πως ο παπ ά ς θ α ή ταν αυτ ό ς που θ α έ κ ανε τις ερω τή σεις . Ή πιαν τον καφέ τους και γέ μισε άλλ α δυο φ λ ιτ ζά νια . « ο π ρέ σ βης εί πε ό τι θ α θέλατε ν α μου δώ σετε μια συνέν­ τευ ξ η » . Γ ια να εί μαστε ειλ ικρινεί ς, σ κ έφτη κε ο Π ατσ έ κο, δεν χάλασε κι ο κ ό σ μος. « ο π ρεσ βευτή ς μου είπε πως έχετε να μου κ άνντε μερικ έ ς ε ρωτή σεις και π ρ ότεινε , μια και φα ίνεται να έ χετε κα λέ ς πη­ γέ ς, να μου δώσετε λίγες πα ρ α π ά νω π λη ροφο ρ ίε ς γύ ρω απ ό το θέ μ α », τον αντ έ κ ρουσε ο πα π ά ς . Ο Π ατσ έ κο αντιλή φ θη κε το πνεύ μα του . Ε π ρ ό κειτο για μια συμφω νία . « Λ οιπ ό ν τι π ροτιμ ά τε ; » ρώ τησε μπα ίνοντας κατευ θ εί αν στο θέ μα . « Να κ ά νουμε π ρώτα τη συνέντευ ξ η ή να σας δώ σω τις π λη ροφ ο ρίε ς ; » Ο Λα π ό ρτ χαμογέλασε . « Π ρώ τα τη συνέντευ ξη . Έ τσι δεν θ α αισ θά νεστε ριγμέ νος . Μίλησαν μια ο λό κ λη ρη ώ ρ α . Ο ι κου βέντες του παπ ά καταγ ρ ά φονταν στο κασετ ό φωνο που ο Π ατσ έ κο κου β α λο ύσε π ά ντα μ α ζί του . Ο Γάλλος επανέλα­ β ε την ιστορία που είχε διηγη θε ί το π ροηγο ύ μενο β ρ άδυ στον πατ έ ρα Μ ισέλ , χω ρί ς να συμπε ριλάβει τα στοιχεί α που έ κα­ ναν την ε ξ ομο λόγηση αλη θ ινό μαρτ ύ ριο . Χωρ ίς - και δ εν μπορο ύ σε να μη το παρα δ εχτεί - την ο δύνη τη ς α μφισ βή τη 73 •


σης του ίδ ιου του εαυτού . · Ο ταν τελε ίωσε, αναφέ ρθη κε στη θέ ση της γα λλική ς κυ βέ ρνηση ς , στα λόγια του Σ α λ μ π ρ ά ν και στις αντιδ ρ ά σεις π ου περί μενε να δείξ ουν ό σοι συμπατριώ τες του εί'Χ αν πο λεμ ή σει στην Α ντ ί σταση . « Ε σ ά ς , π ά τερ ποια εί ναι η αντίδ ρασή σας ; » « Υ π ά ρ 'Χ ουν εκείνο ι» , ά ρ 'Χισε ο πατ ή ρ Ζ αν, « π ου υποστη ρ ί ­ ζουν αυτ ό που αποκα λ ού ν Δί καιο Πόλεμο. Δ η λα δή , βάζουν ένα σ κοπ ό για 'Χά ρη του οποίου είναι επιτρεπτ ό σε όλους , α­ κ ό μ α και σ τους ιερωμ ένους, να π ά ρουν τα ό π λα . Κ ατ ά κ ά ­ ποιο τρ ό πο αυτ ό με ρωτ ά τε » . Σ υνέ'Χισε αναφέ ροντας αυτ ά που τον εί'Χ αν απασ 'Χ ο λή σει. « Α υτο ί που υποστη ρ ίζουν τον Δί καιο Π όλεμο, έ'Χ ουν ένα π ρ οηγού μενο , μια δικα ίωση μ έ σα απ ό τη Βίβλο, κυρ ίως και τ η ν Π α λαιά Δ ια θή κη , και απ ό την ίδ ια τη δ ρ ά ση τη ς εκ κ λη­ σ ί ας στο π έ ρασ μ α των αιώνων . Ε π ί ση ς επ ι κα λ ού νται τα γρα ­ πτ ά του Αγί ου Θωμ ά του Α α ϊν ά τη » . Ο Λ απ ό ρ τ ξ ανα 'Χ α μ ογέλ ασ ε . « · Ο πως εί π α και π άλι, υπ ά ρ­ 'Χ ουν αυτο ί που επικα λούνται τα γραπτ ά του Α α ϊν ά τη » . Ση ­ κ ώθη κε και γ έ μισε ένα ποτή ρι νερ ό . Ο Ρ ικ ά ρντο Π ατσ έ κο έ κ λεισε το κασετ όφωνο. « Τ ι θέλετε να μ άθ ετε απ ό μ ένα ; » « ·0 , τ ι νομ ίζετε ότι α ξίζει τον κ ό πο» , απ ά ντησε ο Λ α π ό ρτ . Ο Π ατσ έ κο κ άθ ισε αναπαυτικ ά στην καρέ κ λα του . « · 0 πω ς σας εί πα και π ροηγουμ ένως, δεν ξέ ρω κατ ά π ό σο θ α σας είναι χρή σιμες οι π λη ροφορίες μου, ό μως αυτέ ς ξέ ρω . »Υ πεύθυνος για το ά ρθ ρο της εφη μερ ίδ ας είναι ένας φ ίλος μου, ο Γερμανό ς δη μοσιογρ ά φος Χέ ρ μπερτ Βά σερμαν. Δ εν έγραψε ο ίδιος το κομμ ά τι, α λλά αυτ ό ς το έβ α λε στην εφη με­ ρ ίδ α . Κ αι το γεγονό ς ό τι μ πή κε στην εφη μερ ίδ α ση μ α ίνει πως κ ά τι π ή γε πο λύ , μα πο λύ στρα βά » . Ο Λ απ ό ρτ ά ρ 'Χισε να ρω­ τ ά ει ποιος είναι ο Βά σερμαν, γιατί ή ταν ση μαντική για την υπ όθεση η εθ νικ ό τητ ά του, α λλά ο Π ατσ έ κο τον δ ιέ κοψε . « Σ ας παρακα λώ , η ιστορ ί α είναι περ ί π λ οκη . Αφή σ τ ε με να σας τη δ ιηγη θώ με το δ ικ ό μου τρ ό πο» . Ο Λ απ ό ρτ κ άθ ισε σ την καρέ κ λα . « ο Χέ ρμπερτ Βά σερμαν είναι πενή ντα με ε ξή ντα 'Χ ρό νων α ρκετ ά μεγ άλος δη λ α δή , για να έ'Χει ζή σει το 'Χά ος τη ς μετα­ πο λ εμικ ή ς Γερμανί ας, και για να έ'Χει πι ά σει τα νή ματα του 74


ναζισ μού που μετ ά το 1 945 π έ ρα σαν σε υπ όγεια καν άλ ια . Α ρ­ -χι κ ά , δ ο ύλεψε σε μια τοπι κή ι:φ η μ ε ρ ί l\ α , σ τ η Σ τουτγ ά ρ δη , κ αι μετά , πήγε σ τ ο περιοδι κό Σ τερν σ τ ο Α μ β ού ργο . Ή ταν κ α λό ς , πο λύ κ α λός . » Έ γινε δ ιε θ νούς επιπ έδ ου α ντα π ο κ ριτή ς για λ ογαριασ μ ό του περιοδικού . Σε όλ ους τους μεγ άλ ους πο λέμους, σ ' όλα τα ση μ αντικ ά γεγον ό τα ή ταν παρ ώ ν . Ό μως το κ ύ ριο ε νδια­ φ έ ρον του παρ έ μεναν οι Ν αζί . Έγιν ε κ ά τι σαν ειδ ι κ ός . Τελι­ κ ά , το ενδιαφέρον αυτ ό του έγινε έμ μονη ιδέα και π εί σ τ η κ ε ν α ψ άξ ει να β ρει τ ο ν Μά ρτιν Μ π όρμ α ν . Π α ρά τησε τη δου­ λει ά και ή ρ θ ε στη Λί μ α . Μ ε το α ζη μ ίωτο βέβ α ια . Ζ ούσ ε ά ­ νετα . » Π ριν δ υο βδομ άδ ες ή ρ θ ε ν α με δει. Μ ου ε ί πε πως για π ο­ λύ καιρ ό τον α π α σχο λ ο ύ σε έ να θέ μ α , α λλά μ όλ ις τ ώ ρα , Θα έβ γα ζι: το συμ π έ ρα σ μ α για το π ό σο μεγ ά λ ο ή τα ν . Ή τα ν ε ν­ θ ουσια σ μένος, ας μη ξ εχν ά με πως χρ ό νια τ ώ ρα , ε ίναι ανα κ α­ τεμ έ νος σ ' αυτ ό το παιχνίδ ι. Εί πε πως ε ί χε ανα κα λύ ψει έ να δί κτυο μ ' επ ι κεφα λή ς κ ά ποιον Ν α ζί εγ κ λη μ ατ ί α πο λέ μου , απ ό τα μεγ άλ α ον ό ματα» . Ο Π ατσ έ κο γ έλ ασε. « Δ εν μ π ό ρε­ σα να συμ περ ά νω σε ποιον αναφερ ό ταν, ο ύ τ ε ποια χώ ρα ζη­ το ύ σε την έ κ δ οσή του . Υ π όθ εσα πως θ α ή ταν η Γ ερ μανία , εφ ό σον ο ι Ι σ ραη λί τε ς δε ίχνουν να έχουν ξεχ ά σει. » Ό μως ήταν ανή συχος κι έλεγε πως η υπ όθ εση ή ταν πο λύ μεγ ά λη , πως ξ επερνού σε τους συνη θ ισ μ ένους κιν δύ νους. Θυ­ μ ά μ αι πως εί πε κ ά τι π α ρ άξ ενο, για το οπο ίο α ρνή θ η κε να μου δώ σει ε ξηγή σεις . Έ χουν έ να ρητ ό : " Θυ μ ή σου τι συμβα ί ­ νει ό ταν η Α ρ ά χνη σε βλέ πει " . Τό τε συμ π λή ρωσε πως χρ ε ια­ ζόταν έ να μόνο κο μμ ά τι για να έχει την π λή ρη εικ ό να του ι σ το ύ . Θ υμ ά μ αι πως έ τσι το περιέγραψε. Μ ου φ ά νη κε αστε ί ο, δεν μ πορο ύ σα να το κατανοή σω α λλά κι εκείνος δ εν θέλ ησε να μου ε ξ ηγή σει. » Δ εν ει δω θή καμε για μια βδο μ άδ α , ώ σπου ή ρ θ ε και με β ρή κε , να μου πει ό τι, το σ χέδ ιό του π ροχω ρο ύ σε στα θ ερ ά . Εί πε πως φο βό ταν για τη ζωή του , α λλά κι αν τον έ πιαναν αυτ ό ς εί-χε φροντ ί σε να τους κ ά νει να το π ληρώ σουν. Εί-χε γρ ά ψει έ να ά ρ θ ρο, ό που ε ξέθετε τα σημεία εκεί να τη ς ισ το­ ρ ί α ς για τα οπο ί α ε ί-χε στοιχεί α . Ό ,τι κι αν του συνέβ αινε, το ά ρ θ ρο του θ α έ φτανε στην Εσπρέσο » . Ο Π α τ σ έ κο γ έλασε 75


ξ αν ά . « Γ ιατ ί δε μ ου το δί νει ς εμ έ να ; » τον ρώ τ η σ α . « Για να σε π ροστατέ ψω» , μ ου α π ά ντη σε . Κ α λ ο π ρο α ί ρετη η σ κ έ ψη του , α λλά πή γε χαμ έ νη . « Τ ι του συν έβ η ; » Ο Π ατσ έ κο μ ίλησε α ργ ά . « Π ιστεύω ό τι έγινε αυτ ό που φο ­ βόταν ο Βά σερ μ ον. Π ιστεύ ω πως κ ά πως , κ ά που , οι ά ν θ ρω ­ ποι που κ υ νηγού σε τον β ρή καν. Το μ ό νο π ου ξέ ρω ε ί ναι πως το σχ έδ ιό του μ πή κε σε εφα ρ μ ογή . Το ά ρ θ ρο που ε ί χε γρ ά ψει πα ρ α δόθη κε στη ν Εσπρέσο και ο Χά ινε Ρ ξ εσ κεπ ά στηκε» . « Π ού είναι τ ώ ρα ο Βά σερμ αν ; » Ο εκ δό της κο ί τα ξ ε τον ιερω μ έ νο , « Φ αντ άζο μ αι» , ε ί πε μ ε ωμ ό τ ρ ό π ο , « πως ο Χέ ρ μ περτ Βά σερ μ αν ε ί ναι νεκ ρ ό ς» . Ο Λ α π ό ρτ περ ί μ ενε ένα λεπτ ό και συνέ χισε: « Μ α για τον Χά ινερ μιλ ού σε; » « Αυτ ό το συμ π έ ρασ μ α έβ γα λ α » . · « Ε χεις κα μ ιά ιδέ α για το που β ρ ίσ κεται τ ώ ρ α ; » Π « ο ύ β ρ ί σ κεται ο Χά ινερ ; Δ εν ξέ ρω» « Υ π ά ρχει κ ά τι που δ εν κατα λ α β α ίνω» , εί πε ο Λ απ ό ρτ . « ο Χά ινερ , α π ' ό , τι φα ί νεται , το έ σ κασε απ ό το σ π ίτι μ όλ ις π λη­ ροφ ο ρήθη κε την έ φο δ ο τη ς ασ τ υνο μ ία ς , γιατ ί ανα μ φισ βή τη­ τα κ ά ποιος τον ει δ οπο ίησε. Π α ρ όλα αυ τ ά , κ ά ποιος άλλ ος έ μεινε στο σ π ί τι , ξέ ροντας πως σε λίγο θ α -ε ισ βάλουν οι αστυ ­ νο μ ικο ί . Γ ιατ ί ; » Ο Π ατσ έ κο έδει ξ ε γ ύ ρω , μ ε μ ια κ ί νη ση τ ου χεριο ύ του , ( Γ ια να κα θ α ρ ί σει το μ έ ρος υποθέ τω. Η αστυνο μ ί α έ κανε τις περισσ ό τερες ζη μ ιέ ς , α λλά π ο λλά π ρ ά γμ α τ α φυγ α δε ύ τ η κ αν π ριν εισ β άλλ ουν οι α στυνομικο ί . Πίν α κες , α ντικεί μενα α­ ξί ας λεί πουν » . « Τ α υπο λε ί μ μ ατα εν ό ς άλλ ου πο λέ μ ου» , συ μ π λή ρωσε Q Λ απ ό ρ τ . « Τ α υπο λεί μ μ ατα ενό ς άλλ ου πο λέ μ ου» , συ μ φώ νησε ο Π ατσ έ κο. ·Η π ιαν τον καφέ το υ ς και σηκ ώθηκαν. « Κά τι α κ ό μ α » , ε ί­ πε ο Π ατσ έ κο. « · Ε χω έ να φωτογρ ά φο σ τ ο αυτοκ ί νητο . Θ α σας πεί ρα ζε αν σ α ς τρα βού σ α μ ερικ έ ς φωτογραφ ίες; » Ο Λ α­ π ό ρτ δέχτη κε. Για τα επό μ ενα δέ κα λ επτ ά , ο φωτογρ ά φος ο δηγού σε τον Λ α ττ ό ρτ α π ό δ ω μ ά τιο σε δ ωμ ά τ ιο , μ ε τον ίδιο τ ρ ό πο που ο 76


ίδιος εί χε προηγουμ ένως ο δηγή σει τον Π ατσ έ κ ο, και τον φω­ τογ ρ ά φιζε μ έ σα κι έ ξω απ ό τ ο σ π ί τι. · Ο ταν έ μεινε ι κανοπ ο ιη­ μ ένος , ξεκ ίνη σαν να φύγουν. Κ α θώ ς έβγαιναν, ο φωτογρ ά ­ φος έ τ ρεξε μπροστ ά κι έβγα λε τους δ υό τους μ ια τελευ τα ί α φωτογραφ ία . « Πώ ς έστειλε ο Χέ ρ μπε ρτ Βά σερμαν ά ρθ ρο στην εφη μερ ί­ δ α ; » ρώτησε ξ αφ νικ ά , ο Λ απ ό ρτ . Ο Π ατσ έ κ ο στ άθη κε και · τον κοί τα ξε. Ε ριξε μια ματιά τ ριγύ ρω για να βεβ αιωθ εί πως δεν τ ους ά κουγε κανεί ς . « Δ εν εί μαι σ ίγ ου ρος, α λλά υπ ά ρχει έ να π ρό σωπο που θ α εμπισ τευό τα ν» . Π ε ρπ ά τησαν για λίγο. · « Ο χι ακ ρ ιβώ ς φιλεν άδ α τ ου . Μάλλον ο ά νθ ρωπ ό ς τ ου. Μ ια γυνα ί κα έ μπ ιστη που γνώ ρ ιζε απ ό καιρ ό , κ ά ποια που ήξερε πως σε περ ίπτωση α ν άγκης θ α τ ον β οη θ ού σε» . « Μ πορώ ν α τη συναντή σω ; » « Α π ' αυτή ν εξ αρτ ά τ αι», α π ά ντησε ο Π ατσ έ κο. « Θ α της · τη λεφωνή σω και θ α τη ρω τή σω . Ο μως η απ όφαση θ α είναι δ ικ ή τη ς» . Είχε π λή ρη συνείδηση των λόγων του και τ ου ι­ στού τη ς α ρ ά χνη ς που τ υ λ ιγ όταν γύ ρω τους , κα θώ ς θυ μ ό τα ν τ α λόγια τ ου Βά σερμαν για την αρ ά χνη . « Μ πορο ύ με να τη ς τη λεφωνή σουμε γυ ρ ίζοντα ς στην π όλη » . Είδε έναν αστυνομι­ κ ό να τους παρα τη ρεί απ ό την άλλη ά κρη του κ ή που. « Θ α είν α ι ασφα λέστερα απ ' εκεί » .

2

Λίμα

Ο ειδ ικ ό ς απεστα λ μ ένος τη ς Ου ά σιγ κτον κ άθ ισε ανα παυτ ι­ κ ά στη δερμ ά τι νη καρέ κ λα απ έναντ ι απ ό τ ον Κό ριγκαν, στα δεξ ιά τ ου γρα φεί ου του Ν τικ Μάγιερ. Είχαν συναντη θ εί στο γραφε ίο του περιφερειακού αρ χηγού , στον τ ρ ίτο ό ροφο . Οι κουρτ ίνες σ τ ο γραφείο του Μάγιερ ή ταν τ ρα βηγμ ένες και το δωμ ά τ ιο φωτιζό τ αν απ ό μια χαμη λή λά μ π α . Και οι τρει ς τους έβ ρισ καν ευχ ά ριστο το μισοσ κ ότα δ ο . Ο Τζά κ Μ π έ ιλυ εί χε φ τ ά σει σ τη Λί μα νωρ ίς τ ο π ρω ί , έ κανε έ να ντους, έφαγε ένα ελαφρύ π ρωινό στο εστια τ ό ριο του ισ όγειου και π ή γε κατευ­ θ εί αν σ τη συν ά ντηση . Στη τ σ έ πη του πουκαμ ί σου του κου β α­ λού σε μιαν αση μ ένια θή κη απ ό την οπο ία έβγα ζε που και που 77


· μια π λ α στι κή οδ οντογ λυφ ίδ α . Ε ν α π α κ έτο Γου ίνσ τον β ρι­ σκ ό τ α ν α νοιχ τ ό π ά νω στο γραφείο τ ου Μ άγιερ . Τ ρία πού ρα Αβά ν ας π ρ όβ α λ α ν μ έ σ α απ ό τη ν τσ έ πη τ ου που κ αμ ίσου τ ου Κ ό ριγκα ν . Ο Μάγιε ρ ση κ ώθη κε , π ή ρε έν α π οτή ρι νερό απ ό τ ον ψ ύ κ τ η και κ άθ ισε ά νετα σ τη ν κ α ρέ κ λ α του . « Λ οιπ όν, Τ ζά κ » , είπε κ αι η φωνή του ή τα ν μα κ ρ ό σ υ ρτη , π ρ άγμα που δεν συ νήθιζε , «σα ν εί παμε τα λίγα που ξέ ραμε , τ ι ς λεπτομέ ρειε ς της εφό ­ δοι>, τ ο μ ή νυμα στον αυτό μα τ ο τη λεφωνητή τ ου Τζο. Α ς αρ­ χ ί σουμε απ ' αυτ ά » . Ο ά νθ ρωπος απ ό τη ν Ο υ ά σιγκτ ον ά ρχισε να μιλάει αργ ά και π ροσεκ τικ ά . Δ εν κα τ ά φερνε ν α κ ρύ ψει τη ν τ ραχιά κ οφ τή π ροφορ ά της Α νατο λική ς Α κ τή ς. « Θέλω ν α σ α ς ξεκα θα ρ ίσω κ ά τι . Δ εν ή ρ θ α εδώ γι α ν α κ ό ψω κεφ άλι α» . · Ε φερνε κ λα δί ελ ι ά ς. « Η Ου ά σιγκτον δεν ζητ ά ε ι τ α ρ έ σ τ α , ού τε τ α κεφ άλια σας επ ί π ί να κι» . Τ ους κοίτ α ξ ε έναν - έ να ν κι είδ ε πως και · οι δ ύ ο εκτιμο ύ σαν την π ροσφορ ά του . « Η ρ θ α για ν α π ροσφ έ­ ί ίδ άθ ή ξ ρω κ ε ε ους υποστ ρι η σε περ π τωση που τα π ρ ά γματα δεν π ά νε κα λά . Εξ ακο λου θ είτε να είστ ε επικεφα λή ς αυ τή ς τη ς υπ όθ εση ς . Ε σε ί ς πα ί ρνετε τ ις αποφ ά σε ι ς. Κι αυτ ή είναι η π ροσωπ ική μου θέ ση , α λλά κα ι η θέ ση τη ς Ου ά σ ιγκτον« . Κ ου νήθη κε γ ι α να ξ εμου δ ι ά σε ι . Η κο ύ ραση της ο λ ονύ­ χ τ ιας πτή σης εί χε α ρχ ίσει να φα ίνεται . « Α υτ ό που έγ ι νε χτ έ ς , ή ταν μι α ατυ χί α . Σ υ μ β α ί νουν αυτ ά , ό χι συχν ά ευτυ χ ώ ς, α λλά συμ β α ίνουν . Μ ια την πατ ά με εμεί ς , · μια τ η ν πατ ά νε οι άλλ οι. Ο μως το χτεσιν ό είνα ι δ ιαφορετι ­ ·Ε λί ό δ ζε γο τη ν ο οντογ λ υφ ίδ α αν ά μεσα στα δό ντ ια πα ι κ ». του . « · Ο πως σας έλεγα , η Ου ά σιγκτον π ι στεύ ει πως κ ά νατε · κα λή δ ου λε ι ά . Μ ε ε ξ α ι ρετικ ά αποτελέ σ μ ατα . Ο λοι στη Νό ­ · λ θ ά ά έ Α ή τ ι α μερ ικ α χουν σκυ ι σει . Οσον αφορ την ασφ άλεια του η μισφα ί ριου, έ χω να πω ό τ ι ό χι μ ό νο κ λεί σατε ένα ρ άγι­ σ μα , α λλά β ου λώ σατε μ ια ολό κ λη ρη τ ρ ύ π α » . Η φωνή του είχ ε π ά ρει επίτη δ ες ένα τ όνο ο ικειότητας : « Αλλά , αν ποτέ η υπ όθεση βγεί παρα έξω» - ά ρχισε ν α κουνά ει το κεφ άλι του « α ν κα νέν ας φ ι λε λεύθερος κ ό π ανος στ ο λό φο τ ου Κ α­ πιτ ώλιου, κα νέν ας κεντ ροαριστερό ς δη μοσ ι ογρ ά φος τη ς Ο υ ά σιγκτον Π ό σ τ ή των Τά ιμς τη ς Νέ α ς Υ ό ρ κης μ άθει κ ά τ ι, τ ότ ε θ α δη μιου ργη θ εί π ρό βλη μ α . Θ α π έ σουν τ ό σ ο πο λλά κε-

78


φ άλια που δεν θ α προ λ α β α ί νετε να μετρ ά τε. Κ αι δ εν θ α τη π λη ρώ σουν μ ό νο τ ύ ποι σαν κι εσ ά ς». « Τ ι π ροτείνεις λοιπ όν; » ρώ τησε ο αρχηγ ό ς . « Α υτ ό π ο υ π ροτείνω» απ ά ντησε ο Μ π έιλυ, μ ε τ η ν ο δ οντο­ γ λυφ ίδ α ανά μεσα στα δόντια , « είναι η αιτ ί α για την οπο ί α η Ου ά σιγ κ τ ον μ ' έ στειλε να ' ρ θ ω σ ' επαφή μαζί σας» . Ο Κό ριγκαν κ ά τι π ήγε να ρωτή σει, α λλά σ τ α μ ά τησε. Ο Μ π έι λυ συνέχ ι σε: « Η Ου ά σιγκτον μ ' έ σ τειλε να κ ά νω . ή να σας β οη θή σω να κ ά νετε, δυο π ρ άγματα . Π ρώ τον, να β ε β αιω ­ θ ο ύ με πως η β ρ ό μα δ εν θ α φ τ ά σει μ έχρι το Κ απιτώ λ ι ο . Π ο­ τέ » . Σ ταμ ά τησε για να δώ σει έ μφαση στα λόγια του . « Κ αι τ ο δεύ τερ ο ; » τον έ κοψε ο Μάγιερ. Ο Μ π έιλυ γύ ρισε και τον κο ίτα ξε. « Τ ο δεύτ ερο είναι να επιβ ε β α ιώ σουμε την ασφ άλεια του συστή ματος, έτ σ ι ώ στε να συνεχίσουμε να το μετα χειριζό μαστε» . Θ α συνεχίσουμε ό πως κα ι π ρ ώ τα ; » Υ π ή ρχε ένα ίχνος έ κ­ π λη ξη ς σ τη φωνή τ ου Μά γιερ. Ο Μ π έι λυ εξ α κο λουθ ο ύ σε να τον κοιτ άζει. « Γ ια τ ί ό χι» , ρώ τησε . « Τ ι άλλ α ξε ξ αφνικ ά ; » Η εισαγωγική κου βέν τ α εί χε τε λειώ σει. Ο ά ν θ ρωπ ος της Ο υ ά σιγ κτον π έ ρασε στο επ ό μενο θέ μ α . « Α ς αρχίσουμε λ ο ι­ π ό ν, απ ό την αρχή . Ξέ ρω πως θ α τα β ρω όλα κα τ αγραμ μ έ να αν θε λή σω, α λλά π ροτιμώ ν ' ακού σω απ ό σας τη ν υπ όθ εση » . Ο Μά γιερ συμφώ νησε κι έ κανε ν όη μ α στον Κό ριγκαν ν ' α ρ­ χίσει. « ο Ν τικ κι εγώ ή ρ θ αμε ε δώ , π ριν οχτώ χρ όνια . Ο Ν τικ είχε εγκαταστα θεί π ριν απ ό εμ ένα» . Μ ετακινήθη κε λίγο, γ ι α να είναι σε θέ ση να βλέ πει τον Μ π έιλ υ . « Π ρέ πει να κατα λ ά ­ βει ς το πνεύ μα της εποχή ς. Είχαμε κ ι οι δύο γυρ ίσει απ ό τη νοτιοανατο λική Α σ ία κι ή μασταν φρέ σ κοι σ τη Νό τια Α μερ ι ­ κή . Ν ομ ίσαμε πως ότ αν φ ύγαμε αφή σαμε π ίσω τ ο χ ά ος, ό ­ μως α υ τ ό δεν ή τ αν τ ίποτα μ π ροσ τ ά σ ' αυ τ ά που β ρή καμε εδώ . Οι ά ν θ ρωπο ι ε δώ δεν τ ο λ μού σαν να ξεμυτ ί σουν. Οι ε ι ρη­ νιστ έ ς φώ να ζαν γι ' αυτ ά που έ κανε η Ε ταιρε ί α σ τ ον Α λ ι έν τε στη Χ ιλή . Τα γερά κια γκρ ίνια ζαν για τ ί δεν τα είχαμε κ ά νει νωρ ίτερα . Στην Ου ά σιγκ τ ον π έτ αγαν κ ό σμο έξω κ ι έ μ π α ζαν άλλ ους» . Ο Μ π έι λυ κού νησε τ ο κεφ άλι τ ου κα θώ ς θυ μ ότ αν την εποχή . « Σ το Π ερο ύ τα π ρ ά γματα δεν ή τ αν κα λύ τερα » , συνέ χι σε 79


ο Κόριγκαν. «Υποτίθεται πως η χώρα θα αποτελούσε έναν απ ό τους α ΚΡσΥωνιαίους λίθους της παλιάς Συμμαχίας για την Π ρ ό ο δ ο - μιλάω για το εξήντα - α λλά η πρ οσπ άθεια έπε­ σε σ τ ο κενό . Ο Αλιέντε ανέβη κε στη Χιλή . Τ ο 1 968 οι στρατη­ γοί στο Περού πήραν την εξουσία . Στην Ουάσιγκτον ανέ­ πνευσαν με ανακούφιση' πίστεψαν πως είχε γίνει μια ακόμα δεξιά δικτατοτρία , αλλά αυτοί το γύρισαν αριστερά . Έδω­ σ αν τη γη στο λαό, εθνικοποίησαν τις τράπεζες, πέταξαν έξω τους ΎKρ ί VΓΚOς » . Ο Κόριγκαν έβγα λε απ ό τη ν τσ έ πη του ένα πού ρο Αβά νας και το άναψε. «Αυτά παραλάβαμε. Βέβαια, οι στρατηγο ί άλλ α ξ α ν με τ ο ν καιρό, έγιναν κε ντ ρώ οι κι εμείς αρχίσαμε σιγ ά - σιγ ά να χτ ίζου με για άλλη μι ά φορ ά", αργ ά και π ροσε κ τικ ά » . Εί χε τρα βήξει τη ν π ροσοχή του Μ π έι λυ . «ο Ν τικ κ ι εγ ώ φτ ά σαμε ε δώ , στη μ έ ση τη ς δ ια δ ικασ ίας . Ο Αλ ιέ ντε ή τ αν νε­ κρ ό ς, ό μως στο Π ερο ύ η κατ ά σταση ή ταν α κ ό μα αστα θή ς , και στ η Β ο λ ι βί α με τ α βλη τή ό σο ποτ έ . Γί νονταν συ ζη τή σεις για π όλεμο στα σ ύ νορα Χ ιλή ς - Π ερο ύ , απ ό τρ ία μ έ τωπα , κι ας μη ξ εχν ά με πως η Β ολ ιβί α εί χε βάλε ι στο μ ά τι τις α κτ ές . Όλ α ό σα δ ια δ ραματ ίζονταν ή ταν ζωτικ ή ς ση μασ ί ας ό χ ι μ ό­ νο για τη Νό τια Α μερικ ή , α λλά και για μα ς αν θέλ α με να δ ιακυρήσουμε στην περιοχή κ ά ποιον έλεγχο . » Μ ια μ έ ρα , ακού σ α με πως υπ ή ρχαν π λη ροφορ ίες για κι­ νή σει ς τε θ ωρα κισμ ένων στα σ ύ νορα . Ο ι καιρο ί ή ταν ιδ ια ίτε­ ρα δύ σ κο λ οι. Ο ι π λη ροφορ ίες βγή καν σωστ έ ς, κ ι έ τσι μπ ή ­ καμε σ το κ όλ πο» . Έ φερε στο νου του τ ι ς ατ έλειωτες η μ έ ρ ε ς και νύ χ τες , τ η ν αναμονή στα καφενεί α και τις πανσι ό ν τ η ς Τά κνα κα ι τη ς Α ρ ί κα , στα σ ύ νορα . « Ό σο περισσ ό τερες π λη­ ροφορ ίες πα ί ρναμε , τ ό σο κα λύ τερα π ή γαιναν τα π ρ ά γματα . Όλο και περισσ ό τερα γύ ρευε η Ου ά σιγκτον. Ό σο περισσ ό­ τερες π λη ρ οφ ορ ίες πα ί ρνα με, τ ό σο κατα λ α β α ίναμε πως δεν ε ίχαμε να κ ά νουμε με κ ά ποιου ς ντ ό πιους που ή θ ελ αν να β γ ά ­ λ ουν με ρικ ά δ ο λά ρια παραπ ά νω » . Ο Μ π έιλ υ έβγα λε μια ο δ οντογ λυφ ίδ α και τ η ν έβ α ζε στο στ ό μ α του . « Τ ι θέλεις να πεις; » « Ή ταν ο λοφ ά νερο α π ό την αρχή , πως οι π λη ροφορ ίε ς που πα ί ρναμε ή αν απ λώ ς το δόλωμ α . Υ π ή ρχε κ ά που, ένα ε ξ αιρε­ τικ ά ο ργανωμέ νο σ ύ στημα που λε ιτουργού σε σε μ ια περιοχή 80


ιδ ια ίτ ερα επι κερ δή - απ ' ό , τι π ίστευαν. Π ρ άγμα που επιβε­ β αιώθη κε όταν εδ ραιώθη καν οι επαφέ ς μας». Ο Μ π έιλυ περί­ · μενε τον Κό ριγκαν να επε κτ α θεί σ ε λεπ τ ομ έ ριες. « Οτ α ν φτ ά ­ σαμε στην κορυφή , ότ αν επιτ έλους τ ους μ άθ αμε, όλ α ξ εκα­ θά ρισαν. Δ ρού σαν στη Νότ ια Α μερική απ ό πολύ καιρό , χρησιμοποιώντας δ ιαφορετι κ ά ονό ματ α κ αι κινούνταν σε διά φορα επ ίπε δ α . Ε φ ά ρμοζαν την πεί ρα τ ου ς σε δ ιά φορους τομεί ς . · Α ρχισαν απ ό την Α ργεντινή , όταν η ρέ μησαν τ α πνεύ ματα, α λλά μετ ά τ ο φ ό β ο που απ λώθη κ ε με την υπ όθ εση Άιχμαν, μεταφέ ρ θηκαν σ την Π α ραγου ά η , και μετ ά ξ αναγύ­ · ρισαν στην Α ργεντινή . Ο τ αν δη μιουργήθη καν φασα ρίες σ τα σ ύ νορα με τη Χ ιλή , είδ αν την πιθ ανότη τ α να μετ αφέ ρ ουν τη δ ρ ά ση τ ους στην α κτή τ ου Ε ιρηνικού . Στη Βο λιβία εί χ αν ήδη επεκτεί νει ενεργ ά το δί κτυό τους» . Δ εν ξεστ ό μισε την β ε­ β α ι ό τητ ά του ό τ ι οι ά νθ ρωποι γ ια τους οπο ίους μιλο ύ σε μπο­ ρε ί να εί χα ν δη μιουργή σει οι ίδ ιοι τις αψιμαχ ίες των συν ό ρων, ώ στε να π ραγ μ ατοπο ιη θεί το βή μα π ρος τη Βο λι βία , για να έ χουν π ρ ό σ β αση στον ωκεαν ό . Η υποψ ί α του εί χε κατ ά ένα μ έ ρος επι β ε β αιω θ εί ό ταν διαπ ί στωσε πως εί χαν ανακατευτεί στο στ ή σιμο μ ι ας ναυτιλια κή ς γραμμή ς στη Βο λι βί α , μιας χώ ρα ς εντε λώ ς αποκ λεισ μ ένη ς . Ο Μ π έι λ υ κα θά ριζε τα δό ν­ τια του . « Π ριν π ό σο καιρ ό έγ ιναν αυτ ά ; » « Θέλεις να πει ς π ρ ιν π ό σο καιρ ό ξέ ραμε, ό τ ι εί χα με να κ ά νουμε με μια ομ άδ α π ρ ώην Ν α ζί ; » Σή κ ωσε τους ώ μους του « Ό χι πο λύ , μερικο ύ ς μ ή νες ί σως . Εί χαμε τις υποψ ίες μας , α λλά π ριν δύ ο μ ή νες τ ι ς επ ι β εβ αιώ σαμε». Δ εν περ ί μενε την επ ό μενη ερ ώ τηση του Μ π έ ιλυ, α λλά συ­ νέ χισε : « Ό ταν το ανα κα λύ ψα με, στείλ αμε μια αναφορ ά στο Κ αρ ά κας σχετικ ά με τον π ροσ δ ιορισ μ ό των πηγώ ν μας . Τ ο Κ αρ ά κας την π έ ρασε στην Ου ά σιγκτον και η Ου ά σιγκτον μας έ στει λε, π ίσω τις αναφορ έ ς λέγοντας πως κ ά να με κα λή δ ου λε ι ά κα ι ότ ι θά π ρεπε να συνεχί σουμε. Α υτ ό που λες κι εσ ώ τ ώ ρα» . Κά ποιος λόγος , ά ρχισε να σκ έφτεται, κ ά ποιος λόγος θ α υπ ή ρχε που η Ου ά σιγκτον έ στελνε έναν ειδ ικ ό απεστα λ μ έ νο . Κά ποιος λόγος για τον οπο ί ο έ στε λναν τον τ ύ πο να τους ανα­ κρ ίνει για κ ά τι π ου υπ ή ρχε ήδη γραμμ ένο στους φακ έλ ους . Κά τι, πο υ ού τε ο ει δ ικ ό ς απεστα λ μ ένος δε ν ήξ ερε. Ού τε κ ι 81


· ο Μ π έι λυ . Π ου δεν θ α το μ άθ α ι ναν ποτ έ . Ε να μυστικ ό , η έ λό σ κ ψη ά ρχισε να σχη μ ατοποιεί ται στο μυα του - που μ ό ­ νον η Ου ά σιγκτον γνώ ριζε. Ο Μ π έιλ υ άλλ α ξε θέ μ α . « Τ ι ξ έ ρετε για τον τρό πο που ε ίνα ι οργανωμ έ νοι ; » Α υτ ό το θέ μα υπ ή ρχε ήδη στις ανα φο ρέ ς , σ κ έφτη κε ο Κό ριγκαν γι ' άλλη μια φο ρ ά και κού νη σε τους ώ μους του. « Π ο λύ απ λό σ ύ στη μ α . Σ την κορυφή β ρ ί σ κεται ο Χά ινερ ή ό πως δ ιά ο λο τον λέ νε. Το νού μερο δύο ή ταν κ ά ­ ποιος Σ μελ τς. Π ο λύ κα λό ς σ τη δ ουλει ά του. Ο Σ μελτς ή ταν με τον Χά ινερ στη Γ α λλία στη δι ά ρκεια του πο λέ μου » . « Δ εν θ α υπ ά ρ ξ ουν επιπ λο κέ ς; » Ο Κό ριγκ α ν κού νη σε το κεφ άλι του , περιμ ένοντ ας να τους ε ξηγή σει ο Μ π έιλυ τις επι­ π λοκ έ ς . « Α π ' ό , τι ξέ ρουμε , δεν υπ ά ρχουν ανοίγματα » , είπε α λλάζοντας την ορο λογί α . « Κ α ι το σχέδ ιο Ο κτ άβ ιο; » Την ίδια ερώ τηση εί χε κ ά νει ο Ν τ ί κ Μά γιε ρ το π ροηγο ύ μενο απ όγευμα, τ ό τε που ο Κ ό ριγ­ καν γύ ρισε απ ό το Τίνγκο Μ α ρία . « Δ εν υπ ά ρχει περ ίπ τωση . Τ ο γεγονό ς ό τι ο α ρχηγό ς εξ αφ ανί στη κε κι ό τι δεν υπή ρ ξ αν πο λιτικ έ ς επιπτώ σεις απο δεικνύει, ότι η ο ργ ά νωση λειτουρ­ γεί κα λά » . · « Ω στε δεν υπ ά ρχουν επιπ λ οκ έ ς; » ξ αναρώ τησε ο Μ π έι λ υ . Ο Κό ριγ καν κατα λάβ αινε πως ο άλλος τον π ροκα λού σε. « · Ο πω ς εί π α , απ ' ό σο ξέ ρουμε , ό χι» . « Μ ε το γιο τ ι γ ί νετα ι ; » « Π οιον γιο ; » ρώ τησε ο Κό ριγκαν. Τ ο πού ρο του ε ί χε σ βή σει . Ο Μ π έιλυ έ σ κυψε λίγο μπ ροστ ά . « · Ο πως θ α ξέ ρετε, ο Χά ι­ νερ κατα ζητεί ται στη Γ α λλία για εγκ λή ματ α πο λέ μου , τον καιρό που ή τα ν επικεφα λή ς τη ς Γ κεστ ά πο» . Η φω νή του π ή ρε ξ αφνικ ά τ ον σ κ λη ρό , τ ραχ ύ τ ό νο της Α νατο λικ ή ς Α κτή ς . « Το έγκ λη μ α για το οποίο τον γυρεύ ουν οι Γι'.ι λλοι , είναι ο θά νατος του τ ό τε αρχηγο ύ της Γ α λλ ι κ ή ς Α ντί στασης , κ ά ποιου Ζαν Λ α π ό ρτ, που ο Χά ινερ β ασ ά νισε ο ίδ ιος π ροσωπικ ά μ έχρι θ α ν ά του, στο τρένο για το Π α ρ ί σω . Ο Κό ριγκ α ν κούνη σε το κεφάλι του . · Ο λες αυ τ έ ς οι π λη ρο­ φορ ίες β ρίσκονταν κ λειδωμ ένες στο χρη μ α τοκι βώ τιο του γραφείου του . Ο Μ π έιλυ συνέ χισε: 82


« Α σφα λώ ς δε ν ξ έ ρετε ό τι ο Λ απ ό ρτ εί χε έ να γιο » . Σ τ αμ ά τη σε για να κ ά νει εν τύ πωση , ό πως κ αι π ροηγουμ έ νως. « ο θ ρ ύλ ος λέει πως ο γ ιος γεννή θη κε την ώ ρα που π έθ α ινε ο πατ έ ρας» . « Κ ι εί να ι αυτή επιπ λοκ ή ; » Ο Μ π έι λυ κο ί ταξε στην άλλη ά κρη του δωματ ί ου . « ο γι ος β ρ ίσ κεται στη Λί μα αυτή τη στιγμ ή » . « Χ ριστ έ μου», τις ξεστ ό μισε άθελά του ο Ν τικ Μά γιερ και τα λόγια του ανέ β η καν ψη λά και γέ μ ι σαν το μι σοσ κ ό τα δο σαν τον καπνό των τσ ιγ ά ρων του . Ο Κό ρ ιγκαν έβγα ζε το πο ύ ρο α π ό το στ ό μα του . Τ α δό ντια του εί χαν αποτυπω θεί στην ά κρη του ' το έ σ βησε στο τασ ά κ ι . « Τ ι ξέ ρει ς γι ' αυτ ό ν ; » Ο Μ π ίλυ έβγα λε καινο ύ ργι α οδ οντογ λυφ ίδ α . « Ε υτυχ ώ ς, γνωρ ίζουμε α ρκετ ά γύ ρω απ ό το ά τομ ό του . Είνα ι ιερωμ ένος. Έ φυγε πριν τρεις βδ ομ άδες απ ό τη Γ α λλί α με μ ι α ομ άδα οργανωμ ένη απ ό φ ιλά νθ ρωπους κα θ ο λ ικού ς . Σ κοπ ό ς τους είνα ι να π ά ρει ο κ ό σμος μ ι α ιδέ α για το τι κ ά ν ε ι η Ε κκ λησ ία στον Τ ρ ί το Κ ό σμο γ ια τους φτωχο ύ ς . Είνα ι κα­ θ α ρή σ ύ μπτωση το ό τ ι β ρ ίσ κετα ι στη Λί μα , αυτ ή την ώ ρα . Έ φτασε πριν έ ξ ι μ έ ρες. Φ εύγε ι την Κ υ ρι α κ ή » . « Κ α θ α ρή σ ύ μ π τωση ; » « Θ ε ί α Π ρ ό νοια » , χαμογ έλ ασε ο Μ π ίλυ β ρ ί σ κοντας α­ στεί ο αυτ ό που ε ί χε πει . « Είνα ι επικ ί ν δ υνος ; » ρώ τη σε ο Κό ρ ιγκαν. « Ό χ ι » , απ ά ντη σε με σ ιγουρι ά ο Μ π έι λ υ κα ι μετ ά απ ό κ ά ­ πο ιο δ ι σ ταγμ ό π ρ ό σ θ εσε: « Τ ου λά χιστον , δεν έ χουμε λόγους να το ν θ εωρού με επικ ίν δ υ ν ο . Μέ χρι τ ώ ρα , η ζω ή του ή ταν ή ρεμη , ειρηVΙKή θ α έλ εγα . Δ ε ν νομ ίζω πως θ α μας δη μιουργή ­ σει π ρο β λή ματα » . « Κ ι αν συμ β ε ί το αντ ίθετο ; » Ο Μ π έι λυ χαμογέ λ ασε για π ρ ώ τη φορ ά εκείνο το π ρωιν ό . ' « Γ ι αυ τ ό α κρι βώ ς , κ ύ ριο ι, ή ρ θ α στη Λί μα να σας β ρω κα ι να σα ς μ ιλή σω » .

83


Γ ια ν α φτ ά σουν μ έ χρι το κ έντρο της π όλης, χρει ά στη καν τριά ντα λεπτ ά . Ο Π ατσ έ κο π α ρ κ ά ρισε στην ά κ ρη της Πλα­ τείας των · Ο π λων και μπή κε στον ίδιο τη λεφωνικ ό θάλαμο, απ ό τον οποίο το προηγού μενο β ράδυ ο Λ απ ό ρτ είχε έ ρ θ ει σ ' επαφή με τον Γ άλλο π ρέ σ β η . Δ υο λεπτ ά αργ ό τερα επ έ ­ στρεψε, κοιτ ά ζοντας τον παπ ά μ έ σα απ ό τους φακού ς των γυα λιώ ν του. « Κ α νονί στη κε», εί πε. « Σ το καφενείο Χ α β ά η , στο Μ ιραφιό ρες. Σ τ ι ς π έντε. Θ α τ ο β ρεις εύ κο λα , όλοι τ ο ξέ ­ ρουν» . Ο Λ απ ό ρτ βγή κε απ ό το αυτοκίνη το. « Πώ ς τη λένε; » « Μ αρ ί α , Μ α ρ ία Κ α ρντ ό νες . Θ α κ άθ εται σ ' έ να τραπ έζι έξω απ ' το καφενε ίω) . « Θ α μ ιλή σει; » Ο Π ατσ έ κο απ ά ντησε μ ε ειλ ικρ ίνεια : « Ό πως σου εί π α , δεν εί μα ι σ ίγουρος αν ή ταν αυτή π ο υ έφερε το ά ρ θ ρο τ ο υ Βά ­ σερμαν στην εφη μερί δ α . Μ ου φ ά νη κε φο β ισ μ ένη , α λλά τε λι­ κ ά δέ χτη κε να σε συναντή σει» . ·Ε σφ ι ξ αν τα χέ ρια . « Ε υχαριστώ για όλω) , εί πε ο Λ α π ό ρτ κα ι τ ο εννοού σε. « Θ α τα ξ α ναπο ύ με» .

4 Ο Κό ριγ καν μπ ή κε στο δω μ ά τιο , κ λείδωσε την π ό ρτα και κ άθ ισε στο γραφεί ο του . Α ποσ ύν δεσε το τη λέφωνο, ώ στε να μην τον ενοχ λού ν, έβ α λε έ να πο ύ ρο στο στ ό μα του και το ά ναψε. Τ ο σ χέδ ιο του Μ π έιλ υ ή ταν κα λό , συ λλογ ίσ τη κε, πο λύ λό κα . Είχε νιώ σει κ ά ποια δ υσαρέ σ κεια ό ταν τον ά κουσε να αν α λύ ει το σχέδ ιο και θύ μωσε που δεν του ς ε ίχαν συμ β ου λέ ­ ψε ι νωρ ί τερα . Κ ατα λάβ α ινε ό μως την ά ποψ ή τους . Σ τ ό χος του ή τ α ν ο Χά ινερ κα ι ό χι ο γι ος. Για το γιο κ ά πο ιος άλλος ή ταν υπεύθυνο ς . Κα ι μ όλις είδε πω ς θ α τους δημ ιουργού σε προ β λή ματα , έ κανε ό πως τον ε ί ­ · χα ν συ μ β ου λέ ψει . Ε φερε το ν Μ π έιλυ απ ό τ η ν Ουά σ ιγ κ τ ον 84


για να τον περι λάβ ε ι στο κόλ π ο . Και κ ά τι α κ ό μα , σ κ έ φτ η κε . Ε ί χαν αναθέ σ ει π ροσωπικ ά σ τον Κό ριγ καν τ η ν ευ θύ νη της τελικής α π ό φασης. Για το αν θ α εφα ρμοστε ί ή ό χι το σχ έδ ιο . ' Αφησαν τον Μ π έ ι λυ κ α ι τους ά ντρες να κ άν ουν τη βα ρι ά δ ου λει ά , το τ ρεχα λη τ ό α π ό π ό ρτα σε π ό ρτα , να τον ενη μερώ νου ν . Κ αι ξα φνικ ά , σ τ ρ ά φη κ α ν σ ' αυτ ό ν για την τε λ ική απ ό φα ση . Τ ο πο ύ ρο π ήγε α π ό τη μια μεριά του στ ό μα τ ό ς του στην άλλη . Εί χε με ίνει έ κ π λη κ τος ό ταν ο Μ π έ ι λυ του ε ί πε πω ς η Ου ά σ ιγκτον του έδ ινε το δι κ αίω μα να πά ρει τ η ν τε λική από ­ φαση , κ αι ε ίχε χ α ρε ί . Ο Χάινερ ήτ αν αυτ ό ς που θ α ' π ρεπε να τ ό ν απα σχο λε ί κι ό χι ο γιο ς . Για τον γιο κ ά ποιος άλλ ος θ α ή ταν υπεύθ υνος . Ακού μ πησε σ τ η ν π λά τη τη ς κ α ρέ κ λ α ς , κι έφερε στο νου του 'tO σ χέδ ιο . Ή ταν κ α λό , πο λύ κα λό . Ανα λογ ί στη κε τα λό ­ για του Μ π έ ιλυ , την αν άλυση των λε πτομερειώ ν κ αι τις συν­ θή κ ες που κα θό ριζαν την τε λ ικ ή του ε κ τ έλεση . Δ εν είχαν να φο β η θ ού ν τίποτα απ ό τον πα π ά . Έτσι ε ί χε πει η Ο υ ά σιγκτον . Δ εν υπή ρχε κ αν ένα ς κ ίνδ υνος , εί χε επανα­ λά β ε ι ο ει δικός α πεστα λ μ ένος . Όμως τ ό τε, για τί είχαν π α ρ­ θε ί τ έ τοια μ έτ ρ α ; Αν δεν υπ ή ρχε κ ί νδυνος - ά κ ουσε ο Κ ό ριγ­ καν μια φωνή να ρωτ ά ει μ έ σα του - γιατί ε ίχαν λάβ ει τ έ τοιες π ροφυλάξεις ; Κάτι έ κ ρυ β αν. Ο Κό ριγ καν το είχε σ κεφτε ί ε­ πανειλη μ μ έ να στη διά ρ κεια της σ ύ σ κεψη ς . Κά ποιο μυστικ ό που δ εν το ήξ ερε ο ύ τε ο Μ π έι λυ , ένα μυστικ ό που κ α τε ίχε μ ό νο η Ο υ ά σιγ κ τ ον . Π α ρ ά τ η σε για λίγ ο τις σ κ έ ψεις, δ ιέ σχι σε το δ ωμ ά τ ιο , ξε­ κ λε ίδ ωσε το χρη ματο κ ι βώ τιο κι έβγαλ ε το φ ά κε λο που είχε συντ άξ ει γ ι α τον Γιόζεφ Χά ινερ . Αν η Ο υά σιγκτον ήθ ε λε να κρατή σει κάτ ι κ ρυφ ό , δεν υπή ρχε λόγος να μη ν το κ ά νει. Σ ε λίγες επιχειρή σεις, απ ό τις τ ό σες που ε ίχε π ά ρει μ έ ρος , ήξ ερε όλες τι ς λε π τομ έ ρειες του σ χε δίου , όλη την α λή θεια γ ύ ρω α π ό τη σ η μ α σ ία του ή τις κ άθ ε είδους σχ έ σει ς κι επαφ ές που π ρο ϋ π όθ ετε. Κάθισε κι ά νοι ξ ε το φ ά κε λ ο . Δ εν υπή ρχε άλλ ος τρ ό πος , σ κ έφτη κε, π α ρ ά μ ό νο ο τ ρ ό π ος της Ο υ ά σ ιγ κ τον που κ ρα τ ού σε κ α λά κ ρυμ μ έ νο το μυστικό τη ς . Έβα λε έ να πο ύ ρο στο στ ό μα του κι ά ρχισ ε να δια βάζει . Η Ο υ ά σιγ κ τον έ κ ρυβε μ ερικ ά μυστι κ ά α π ό τον Κό ριγκα ν , ό πως κι ο ίδιος ο Κό ρι85


-

γ κ αν έ κ ρυ β ε τα μυστικ ά του α π ό την Ο υ ά σιγ κ τον . Συγ κεντρώθ η κ ε στα έγγραφα που ε ίχε μ π ροστ ά του . Ο φ ά κε λος ή­ ταν δ έ κ α π ό ντους π αχύ ς ά ρχιζε με σ ύν τομες αναφορές στους γονεί ς του Χά ινερ και στα π ρ ώ τα σχο λ ι κ ά του χρ ό νια , κι έ φτανε σ τη ν πο λεμι κή του δ ρ ά ση, ό που καταγρ ά φονταν με λεπτομ έ ρειες η φυγ άδ ευσ ή του στην Α ργεντινή , στις αρχ έ ς του πενήντα με το π λ ο ίο Κοριέ ν τες , και η καριέ ρα του στη Νό τια Αμερική . Μερ ι κ έ ς α π ό τις π ληροφορ ίες ήταν γνω σ τ ές σ το ευρ ύ κοι­ νό . Π ολ λά π ρ ά γματα α π ό το π α ρε λθό ν του έλειπαν , κι ο Κό ­ ριγκαν τα ήξερε. Π λη ροφορ ίες που ο ίδ ιος εί χε συγκεντρώσει στα τελευτα ί α χρ ό νια , εί χαν σ κ ό π ιμα πα ρα ληφ θε ί , ε ί τε γ ι α"τ ί ο Κό ριγκ αν δεν ή ταν βέβ αιος για τη γνησι ό τητ ά τους ε ί τε για ­ τ ί το έβ ρισ κε επικ ίνδ υνο να κ ρατ ά ει φυ λ αγμ έ νες τ έ τοιες π λη­ ροφορ ίες α κ ό μ α κ α ι στην αμερικανικ ή π ρεσ β ε ία της Λ tμα . Λ επτομ έ ρειες για τα ά γνωστα χρ ό νια του Χάινερ στην Ε υρώ ­ πη, μετ ά τον π ό 4;μ ο , μια περίο δ ο σ την οπο ία ο Χάινερ ανα­ φερ ό ταν κ ά που-κ ά που ό ταν μεθ ο ύ σε. Έ τσι, κατ έληγαν μερι­ κ έ ς α π ό τις δ ιαπ ραγματεύ σεις τους . Λ επτομ έ ρειες α π ό μια αναφορ ά που έ κ ανε ο Χά ινερ, σε μια μ ό νο περί πτωση , στην ομ άδα τω ν αρουρα ίω ν , μια οργ ά νωση που ό πως δ ιαπ ί σ τωσε α ργ ό τερα , ο Κό ριγ κ αν, ε ίχαν σ τήσει οι Α μερικανοί για να ε ξαφανίζουν ανθ ρώ πους - κ λειδιά απ ό την π ροπο λεμικ ή Ε υ­ ρώ πη . Τέ τοιου ε ίδ ους π λη ροφορ ίες κι άλλε ς που ε ίχαν σχέ ση με τις π ροσωπικ έ ς κα θώ ς και επιχειρησια κ έ ς του δ οσ ο λη­ ψ ίες με τον Χά ινερ ε ίχαν μεί νει εκτ ό ς φ α κ έλου. Ξ αναγ ύ ρισε στο γραφε ίο του, συμ β ου λεύ τη κε το ευρετ ή ­ ριο στις π ίσω σελίδ ες του φ α κ έλ ου, και β ρή κε τα σημεί α ό πυ αναφέ ρονταν στο Ζ αν Λαπ ό ρτ . Δυο σε λίδες που περιε ί χαν εννιά πυκνογραμ μ έ νες πα ραγρ ά φους, κα θώ ς επ ί σης και το π α ρε λθόν του Χά ινερ, τα εγκ λή ματα πο λέ μου και τις κατα δ ί­ κες που τον συν έδ εαν με την υπ όθ εση Λ α π ό ρτ . Τ α κε ί μενα αυτ ά περι λά μ β αναν την πο λιτικ ή και στρατιωτική θέ ση του Λ απ ό ρτ στην κατεχό μενη Γ α λλί α , β ιογραφικ έ ς λεπτομ έ ­ ρειες συμπεριλ α μ β ανομ έ νων και των η μερομηνιώ ν της γ έν­ νησης κ αι του γ ά μου του και μια περιγραφή της σ ύλληψης και του θ αν ά του του Λ α π ό ρτ . Οι τ ρεις μεγ άλες παρ ά γ ραφοι αναφέ ρονταν στη σ ύλλη ψ ή 86


του και ι δ ιαίτερα , σ τις δύ ο τ ε λευτα ίες μ έ ρες του . · Η ταν πο λύ πιο εμπεριστατωμ έ νες απ ό τις περιγραφέ ς του γιου Λ απ ό ρτ το π ροηγού μενο απ όγευμα στον πατ έ ρα Μ ισ έλ ή στον Ρικά ρ­ ντο Π ατσ έ κο στο σπ ίτι του Τ σακ λικ άγιο . Ο Κό ριγ καν δ ι άβ α ­ σε στα γρήγορα τις πα ραγρ ά φους αυτέ ς . Σ υν ό ψισε τις π λη ρο ­ φορ ίες. · Ε π αιζε νευρικ ά με το στυ λό του, ό πως συνέβ αινε κ άθε φορ ά που σ υγκεντρων όταν, κι αφομοίωνε την αφ θ ονία των γεγονότων που αφορο ύσαν τον Ζαν Λ απ ό ρτ. Γεννήθη κε τ ο 1 905 . Ν ομ ά ρχη ς . Ε πικεφα λή ς της Γ α λλική ς Α ντ ί σταση ς . · Α κρως απ ό ρρητες συναντή σεις με τον Ν τε Γ κω λ και τους Β ρε τανού ς εκπροσ ώ πους το 1 943 , με θέ μα τη συμ μετοχή τη ς Α ντ ί στασης στην εισ β ο λή των Σ υμ μ ά χων στη ν Ε υρώ πη και τον πο λιτικ ό ρ όλο μετ ά την εισ βο λή . Ε ιδ ικ ή εκπα ίδευση , Δ εκ έ μ β ριος 1 943/Γεν ά ρη ς 1 944 με Β ρετανό απεστα λ μ ένο, ειδ ι κ ό στις πο λεμ ι κ έ ς επιχειρή σεις. Ε π έ στρεψε στη Γ α λλία με αεροπ λά νο Λίσ αντερ , στις 3 π . μ . ημ έ ρα Σάββ ατο στις 5 Φ ε β ρουαρ ίου . Τ ον παρέλα βε ο τοπικ ό ς αντ ιστασιακ ό ς πυ­ ρή νας κα ι τον ο δήγησε στην κοντινότερη π όλη . Ε κεί δ ιέ κο­ ψαν την επαφή . Ε πικοινώ νη σε με δεύ τερο πυρή να μ έ σω του ξενοδ οχειακού υπα λλήλου που δο ύλευε στη ρε σ εψιόν . Τ ο ίδ ιο π ρ ό σωπο τον μετ έφερε σε κ ρυσφήγετ ο . Υπολόγιζε ν α φ ύγει απ ό κει το επ ό μενο π ρω ί της Κυρ ι ακ ή ς . Στο σ π ίτι εισ έ­ β α λε ο Γι όζεφ Χά ινερ στις 4 τα ξημε ρώ ματα. Σ τις 6 Φ ε β ρουα­ ρ ίου ο Λ απ ό ρτ εί χε συλληφθ εί. Δ εν εί χε συνειδητοποιή σει μ έχρι τώρα , πόσο σημαντικός ή ταν ο Λ απ ό ρτ . Υπέθετε πως ήταν ο στρατιωτικός εγκέφα­ λος της αντίσταση ς . Ξ αν α διάβ α σε τις λεπτομέρειες. Ειδική συνά ντηση με τον Ν τε Γκωλ στην Αλγερία στα μέσα του 1 943 . Μ υστικ έ ς συνομιλίες στο Λονδίνο το Νοέμβριο του 1 943 με το ν Ντεβάρβιν, συνθηματικό όνομα Πασσύ, γενικό διευθυντή του Κεντρικού Γραφείου Πληροφοριών και Εμπό­ λεμης Δ ρ ά σης κ αι τον Μπουκμάστερ, αρχηγό του τομέα F της SOE . · Α κ ρως απ ό ρρητες συνομιλίες στο Λονδίνο το Νοέ μ βριο του 1 943 με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ. Ο Ζαν Λαπόρτ ήταν υπ εύθυνος για τη ν πολιτική αναδΙΟρΥάνωση της Γαλλίας με­ τ ά την απελευθέρωση . · Ηταν ένας από τους ελάχιστους αν87


θ ρώ πους, ίσως ο μ όν ος στην κ ατ εχό μενη Ευ ρώ πη , που γνώ ­ ριζε λε π τ ομε ρώ ς τα σχέδ ια τω ν Συμμ ά χω ν για τη ν απ όβ αση σ τη Ν ορμανδί α . Δ εν ή ταν ν ' απορεί κανεί ς , λοιπ ό ν, που ο Χά ινερ μπ ή κε σε τ ό σο κ ό πο για να τ ον συ λλά β ει. Τ ο πού ρο τ ου έ σ βησ ε . Το ξ αν ά ν αψε, π ή ρε απ ό το φ ά κε λο τις δύο σελίδε ς που περιείχ αν τις π λη ροφορίες για τ ον Λ α­ π ό ρτ , τις φωτ ο τ ύ πησε σ τ ο γραφείο της γραμ ματ έ α ς του, και τους ξ αν ά β α λε στο φ ά κελο Χά ινερ . Σ το π ίσω μ έ ρος του ογ­ κ ώδ ου ς φακέλου υπ ή ρχε έν ας διαφανή ς φ ά κελος με δ ι ά φο­ ρες φωτογραφ ίες που αφορού σαν τα περ ιεχ ό μεν α . Τις κο ίτ α ξε όλες μ ί α - μ ία , β ρή κε α υτή που έλεγε « Γ α λλία , Λ απ ό ρτ Ζ αν» κ α ι τη ν έβ α λε στ ον ίδιο χαρτ οφύλακα μ ε τ ις φωτοκ ό π ιες. Α σφάλισε τα έγγραφα στ ο χρη μ ατοκιβώ τ ιο , τ α κ λε ίδωσε και κ άθ ισε γι ' άλλη μια φορ ά στο γραφείο του . Αυ­ τ ό ματα ά π λωσ ε μ π ροστ ά τ ου τις φωτοτυπ ίες . Σ την π ά νω δε­ ξ ι ά γωνιά της σε λίδ α ς π ρό σε ξ ε πως είχε ση μειώ σει την ώ ρα της εφόδ ου σ τ ο σπ ίτι του Ζ αν Λ α π ό ρ τ την ώ ρ α που τον συνέ­ λα β ε ο Χά ινερ . · Η ταν 4 το π ρω ί . Υ πογρ ά μμισε το στοιχείο με κ ό κκινο μολύβ ι.

5 Η Μ α ρ ία έφυγε νωρ ί ς απ ό τ ο γραφείο , λέγο ντας στους υπα λ­ λήλους της πως είχε κ ά ποιο επαγγελ μα τ ικ ό ρ αντ εβ ο ύ το α­ π όγευ μ α . Η λεωφ ό ρος Κο λ μ ένα , που β ρισ κ ό τα ν το γραφείο τη ς, είχε κιόλ ας πο λλή κ ίνηση . Π ε ρπ ά τησ ε μ έχρι την π λα ­ τεί α Σ α ν Μ α ρ τίν , εκεί που την π ροηγού μενη μέ ρα π ερ ί μενε ν ' αγο ρ ά σει τη ν εφημερίδα που ξεσ κ έπα ζε τ ον Γιόζεφ Χά ινερ . Θυ μήθη κε την αντ ίδ ρ ασή της . Θυμήθη κε πως α ν τ έδ ρ ασε στην ε ξ αφ ά νιση του Χέ ρμπερτ Βά σερμα ν . Πώ ς αντ έδ ρ ασε το π ρω ί στο τη λεφώ νη μα του εκ δ ό τη Π α τ σ έ κο, όταν της εί πε ό τι κ ά ποιο ς ήθ ελε να της μιλή σει. · Ε ν ας φ ίλος, τη ς ε ξήγησε, ένας παπ ά ς . · Ε νας π απ ά ς που είχε κ ά τι κοινό μα ζί τη ς. Δ εν ήθε λε ν α π ά ει σ τη συ νά ντηση . Εί χε συμφωνή σει χωρ ί ς . να το σ κεφτεί . Αλλ α ξ ε γνώ μη και τη λεφώ νησε στο γραφείο Κ Π έ του ατσ κο . ατ έβ α σε το α κουστικ ό π ριν ο ε κ δό τη ς α π α 88


ντή σει . Τώ ρα θ α ή θ ελε να το ε ί χε ματαιώ σει . Τ ο γεγον ό ς ό τι ο Π ατ σ έ κο τη ς τη λεφώ νησε α π ό τη λεφωνικ ό θάλ α μο, κι ό χι απ ό τ ο γραφείο του , την έβ α λε σε ανη συ χ ίε ς . Πή ρε τ ο αυτοκ ίνητο απ ό το π ά ρκιγκ στη γωνί α τη ς π λα­ τεί α ς κι έβ α λε μπροστ ά τη μηχανή . Νευρικ ά , σ χεδό ν τρομο­ κρατη μ ένη . Η κυκ λοφορί α ο λοέ να π ύ κνωνε. · Ηξερε πως είχε μια α κ ό μα ευκαιρ ία . Ν α τη λεφωνή σει στον Π ατσ έ κο και να ματαιώ σει τη συν ά ντηση . Θ α του έλεγε αργ ό τ ερα, α π ο λογού ­ μενη , πως δεν μπορού σ ε να εμφανιστεί . Α ποφ ά σισε ό μω ς , να π ά ει σ τ ο ραντε β ο ύ .

6

Αα Πας, Βολιβία

Ο Γιό ζεφ Χά ινερ γεύ τη κε με β ου λιμ ία την α ψι ά γεύ ση τη ς Λέ ­ β ενμ π ρ ό ι , ξά π λωσε στη φαρ δ ιά ά νετη πο λυ θ ρ ό να και χ α λά ­ ρωσε κ ά τω απ ό τους ή χους του Βάγκνερ . Το Δ αχ τυλίδι τω ν Νιμ πελούγκεν. Το αγαπη μ ένο κομμ ά τι του Φύ ρερ . Α να λογ ί στη κε εκείνους τους κακομοί ρη δες στη Γερμα­ νί α . Αυτού ς τους πα λιόφιλου ς που δεν είχαν τις επαφές ή το κουρ ά γιο να φ ύγου ν . Αυτού ς που π ροσκ ύ νησαν την α μερικα­ νική κατοχή , που δέ χτηκαν ν ' απο λογη θ ο ύ ν κ λαψου ρ ίζον­ τας μετ ά τον π όλεμο , αυτού ς που τώ ρα , δεν θ α μπορο ύ σαν ν ' ακούν Βάγκνερ και να θ υμού νται τα πα λι ά . Ανα λογίστη κε εκεί νους τους φυγ άδες που κατέφυγαν σε κ ά ποιο πορνείο του Μ πουέ νος ·Α ιρες για να τα φ έ ρουν βόλτα ή κρύφτη καν σε κ ά πο ι α χ α σιέντα σε κ ά ποια ξ εχα σ μέ νη κ ι απ ' το Θ εό γωνιά τη ς Π α ραγου ά η ς , και τώ ρα, θ ' ά κουγαν Βάγκνερ και θ α ονει­ ρεύονταν τη ν πατρ ίδ α και την επιστροφή που δεν θ α γιν ό ταν ποτέ . Αυτ ό ς ή ταν δ ιαφο ρετικ ό ς . · Ο χι τυχερό ς . Α π λά δ ιαφο ρετι­ κ ό ς . Σ τηριζόταν στα πα λι ά , ή ταν περή φανος για τις αναμνή ­ σεις τ ου. Είχε ό μως και το παρ ό ν. Την ο ργ ά νωση . Τ ι ς επα. φές . Τη δύ ναμη . Τ ους ε ίχε όλους ακ ό μα στο χέ ρι. Κ ο ίτα ξε γύ ρω του . Το δωμ ά τιο που αποτε λούσε την καρ­ δ ιά του πο λυτελού ς σπιτιού που δ ιατη ρού σε σ ' ένα ακριβό · ΠΡ Οάστιο της Λα Π α ζ . Ο ι γείτονέ ς του ή ταν στρατηγο ί και

89


β ιομ ή χ ανοι. ψη λο ί το ίχ οι και πο λιτικ έ ς γνωριμ ίες τον προ­ στ ά τευαν. Π αχιά χ α λιά σ κ έ πα ζαν το π ά τωμα . Ελ αιογραφ ίες στου ς τοί χ ους . Τί ποτα επιδεικτικ ό ή ε ξ αιρετικ ά α κ ρι βό , σαν τους π ίνα κες που μ άζευαν τ ύ ποι σαν τον Γ κα ί ριγ κ ή τον Μ π ό ρμαν, έ ργα του Β αν Γ κογκ και του Σεζά ν δη λ α δή . Άλλ α έ ργα , δ ια λεχτ ά και α ρκετ ά α κ ρι βά . Έ ργα που ε ξ α κο λ ου θ ού ­ σαν ν ' ανα ζητο ύ ν , μετ ά τ έ σσε ρ ις δεκαετ ίες . Κ ο ί τα ξ ε τα σ χ έδ ια που ά φηνε η μπ ύ ρα π ά νω στο ποτή ρι. Ο Σ ε λτς ε ί χε μ όλ ις τη λεφω νή σει α π ό το αερο δ ρ ό μιο. Η π τ ή ση απ ό τη Λί μα έφτασε στην ώ ρα τη ς . Θ α τον συναντο ύ σε μ έ σα σε μι σή ώ ρ α . Τ α π ή γε κα λά , σκ έφτη κε, τα π ή γε πο λύ κα λύ τερα απ ' ό ,τι περ ί μεναν. Οι άλλοι θ α του το π λή ρωναν . Αυτή η π ρο δοσ ί α π ου τον ξ εσ κ έπασε στη Λί μα, ή ταν ασυγ ­ χ ώ ρη τη . , \ εν θ α το ξ εχνού σε ποτ έ . Ό μως, η ο ργ ά νωση ε ίχε δ ρ ά σε ι με τ έτοια τ α χύ τητα που το π λή γμα αντιμετωπ ί σ τη κε. Τ ο σ ύ στη μα εκκα θά ρισης εί χε λειτουργή σει στην εντ έλεια . Κ ι αυτ ό ή ταν μεγ άλη επιτυχ ία . Η μουσική εί χε χ α μη λώ σει, α λλά π α ρέ μενε α κ ό μ η δυνα ­ τ ή , Ζίγκφριντ . Αναγνώ ρισε το μουσικ ό μ έ ρος, κι ένα σ ύ ννε­ φο π έ ρασε απ ό το μυα λό του που του θύ μισε ένα σωρ ό π ρά γ­ ματα : ο ή ρωας, ο κο λ οσσ ό ς , με τη μια και μοιρα ία α δ υνα μ ί α . Ξ ανακο ίτα ξε τη μπ ύ ρα , χωρ ί ς να π ίνει. Σ υγκεντρώθη κε. Υ ­ π ή ρ χε ήδη ένα α δύ νατο ση μεί ο . Τ ο σκουλ ίκι της Λί μα . Τ ον εί χε περιποιη θ εί αυτ ό ν . · Ε ψα ξ ε να β ρει κανέ ναν άλλο , κ ά ­ ποιο ρήγμα που θ α ε ξέθ ετε την οργ ά νωση , σε κ ί νδ υνο . Κ ανέ νας, σ κ έ φτη κε. Έ νας μ όνο, κατ έλη ξε μετ ά . · Ο χι α δ υνα μ ί α , ένα απ λ ό ρ ή γ­ μα . Α λλά ούτε και π ρόβλη μ α . Κ ι αφού δδν ή ταν π ρ όβλ ημα , δεν ή ταν α δυνα μ ία . Αυτ ό ς ο μπ ά στα ρ δ ος ο Γ κιλέ ρμο Π ι ρ ­ τιέ ρο . Εξέ τασε τ ι ς πιθ αν ότητες για π έντε περ ί που λεπτ ά . . Αφησε τη μπ ύ ρα κι έ κανε δ υο τη λεφωνή ματα . Σ το ένα έδωσε π λη ρο ­ φο ρ ίε ς , σ τ ο άλλ ο δ ιαταγέ ς .

90


7

Αίμα, ΠεΡού

Ο Λ α π ό ρ τ εί δε τη γυναίκ α , β γ α ί νοντας α π ό το ταξ ί . Β ρ ι σ κ ό ­ τ α ν εκε ί που ε ί χε πει ο Π α τ σ έ κο , κ α θισ μ έ νη έξ ω α π ό το καφε­ ν ε ί ο . Κ α θό ταν μ ό νη στο τρα π έζι , χωρ ί ς σ υντ ροφ ι ά . Γ ύ ρ ω της ένα π λήθ ος κ ό σ μο ς π α ρ ά τη φασα ρ ί α του δρόμου μ π ορο ύ σ ε ν' α κο ύ σ ε ι τη μουσική που ε ρ χ ό ταν α π ό το μ πα ρ . Δ ιέ σ χι σ ε τ ο δ ρ ό μο, α π οφε ύγοντας τα αυτοκ ί νη τα που συ­ νω σ τ ί ζο ντ α ν την ιο ρα της α πογευματ ι νή ς κ ί ν η σ ης κι α ν α ρ ω­ τ ήθ η κε α ν ήξ ε ρ ε η γυναίκ α , γ ι ατ ί ήθ ε λε ν α τη δ ε ι . « Π ά τερ Ζ αν» , ε ίπε κα ι κ άθ ι σε, αφο ύ σ υστ ή θη κ ε . « Σ α ς ευ ­ χαρι σ τ ώ πο λύ που ή ρ θ ατε» . ' Ε να ς σερ βιτό ρος π λ η σ ί ασε σ το τ ρ α π έζι , ο Λ α π ό ρτ π ήγε να π α ρ αγγε ίλε ι κ αφ έ , α λλά άλλ αξε γνιΟ μ η . <,--Τ ι θ α π ά ρετε; » τη ρ ώ τησε. « Τζιν με τ ό ν ι κ » Κ ο ί ταξε το σ ερ β ι τ ό ρο κ α ι ε ί πε : « Δ υο τζ ιν με τ ό νι κ π αρα­ κ α λώ » . Ο ά ντρας έγραψε την πα ραγγε λί α κ α ι σ τ ρ ά φη κ ε να φ ύ γει. « γ π ά ρχουν τραπ έζια μ έ σα ; » τον ρ ώ τησε ο Λ α π ό ρ τ , χωρ ίς να ξέρει για τ Ι « Μ ά λλον, υπ ά ρ χουν, σενιό ρ » Τ ον α κο λο ύθησαν και διάλεξαν έ να τρα π έζι δίπ λ α στο π α ρ άθ υ ρο , στα δεξ ι ά της π ό ρτας . Η Μ α ρ ί α περ ί μενε ό τι ο ιερω μ ένος θ α τρα β ο ύ σε το τ ρ α π έζι για να περ ά σει εκε ίνη και να κα θίσει στη μ έ σα μερι ά . Αντ ίθετα , π έ ρασε π ρώ τος, κα ι κ άθ ισ ε στο γωνια κ ό κ άθισ μ α με την π λά τη του στο τοίχο, το π ρ ό σ ωπο σ τη σ κι ά κα ι τα μ ά τια να βλέ π ουν ί σ α - ί σ α π ά ­ νω α π ό τις κουρτ ί νες έξ ω σ το δ ρ όμ ο, χωρ ί ς να έ χει συνε ί δηση γιατί το κ ά νε ι . Ο σερ β ι τ ό ρος έ φερε τα ποτ ά τους, κι ά φησε το λ ογαρια­ σ μ ό σ το τραπ έζι. Ο Λ α π ό ρτ σ ή κωσε το ποτή ρι του , και την κο ίτα ξ ε . Ή ταν ό πως α κριβώ ς την εί χε περιγρ ά ψει ο Π ατσ έ ­ κο, γ ύ ρ ω στα ε ι κ ο σ ι π έ ντε, α ρκετ ά ψη λή , ό μορφη , με μα κρι ά μα ύ ρα μ α λλι ά μα ζεμ έ να π ί σω , με θ αυμαστ ό μ ε λα μ ψ ό β ρ αζι­ λι ά ν ι κο δέ ρμα κ αι με σ κο ύ ρα μ ά τια που τον κο ίτα ζαν κατ ά ­ ματα. « Σ α λο ύδ » , τ ο υ ε ί πε κι αναρωτή θη κε γ ι ατί ε ί χε έ ρ θει . Θυ­ μή θη κε τις αμφ ι β ο λίες που τη ν εί χαν βασανί σει στο π ά ρ κ ιγ κ νω ρ ί ς το απόγευ μα , ό ταν σ κεφτ ό ταν τις δικαιολογ ίες για το \. 91


« Πά τερ Ζ αν» , εί πε κα ι κ άθισ ε , αφο ύ συσ τ ή θ η κε. « Σ ας ευχα­ ριστ ώ πο λύ που ή ρ θ ατε» . · Ε νας σερ β ι τ όrο� π λησ ί ασε σ τ ο τραπ έζι, ο Λ απ ό ρτ π ή γε να πα ραγγείλει καφέ, α λλά άλλ α ξ ε γνώ μη . « Τ ι θ α π ά ρετε; » τη ρ ώ τησε. « Τζιν με τ ό νι κ» Κ οί τα ξε το σερ β ιτ ό ρο και εί πε : « Δ υο τ ζιν με τ ό νικ παρα­ κα λώ » . Ο ά ντρας έγρα ψε την πα ραγγελί α και στρ ά φη κε να φ ύγε ι . « Υ π άρ χουν τραπ έζι α μ έ σα ; » τον ρ ώ τη σε ο Λ α π ό ρτ , χω ρ ί ς να ξέρει γιατ ί . « Μάλλ ον, υπ ά ρχουν, σενι ό ρ» Τ ον α κο λούθησαν και δ ι άλε ξ αν ένα τραπ έζι δί π λα στο π α ρ άθυρο , στα δεξ ιά της π ό ρτας. Η Μ α ρί α περ ί μενε ό τι ο ιερωμ ένος θ α τρα β ού σε το τραπ έζι για να περ ά σει εκεί νη κα ι να κα θίσει στη μ έ σ α μερι ά . Α ντ ίθετα , π έ ρασε πρώ τος , και κ ά θ ι σε στο γωνια κ ό κ ά θ ισ μα με την π λά τ η του στο τ ο ί χο , το π ρ ό σωπο σ τη σ κι ά κα ι τα μ ά τια να βλέ πουν ί σα - ί σα π ά ­ νω απ ό τις κουρτ ίνες έξω στο δ ρ ό μο , χωρ ί ς να έ χει συνείδηση γιατ ί το κ ά νει. Ο σερβιτ ό ρος έφερε τα ποτ ά τους, κ ι ά φησε το λογαρια­ σ μ ό στο τραπ έζι . Ο Λ απ ό ρτ σή κωσε το ποτή ρι του , και την κο ί τα ξε . · Η ταν ό πως α κ ρι βώ ς την εί χε περιγ ρά ψει ο Π ατσ έ­ κο , γύ ρω στα εικοσιπ έντε, αρκετ ά ψη λή , ό μορφη , με μ α κ ριά μ α ύ ρα μα λλι ά μα ζε μ ένα π ί σ ω , με θ αυμαστ ό με λα μ ψ ό β ραζι­ λι ά νικο δέ ρμα και με σ κο ύ ρα μ ά τια που τον κο ί τα ζαν κα τ ά ­ ματα . « Σ α λ ο ύδ » , του εί πε κ ι αναρωτή θη κε για τ ί εί χε έ ρ θ ει . Θυ­ ήθ μ η κε τις αμφι β ο λίες που την ε ί χαν β ασανί σει στο π άρ κιγκ νω ρ ί ς το απ όγευμα , ό ταν σ κεφτ ό ταν τις δ ικαιο λογ ίες για τον Π ατσ έ κ ο , τον φ όβ ο που την εί χε κυριέ ψεί και που ε ξ ακο λου­ θ ο ύ σε να υπ ά ρχει απ ό τ ότε που συν ά ντη σε τον Βά σερ μαν για τελευτα ί α φορ ά . Ο Π ατσ έ κο είχε καταφέ ρει να την πεί σει . Ο ά ν θ ρωπος ε ί ­ ναι παπ ά ς , της εί πε , ά νθ ρωπος που μπορε ί ς να τον εμπιστευ ­ τεί ς. Κ αι π άλί α ρνή θη κε . ·Ε νας παπ ά ς που εί χε λόγους να τη σ υ ναντή σει , την εί χε πιέ σει ο εκ δότης, ζητ ώντας ταυτ ό­ χρονα σ υγ νώ μη που δ εν μπορού σε να επεκτα θεί περισσ ό τε­ ρο . Της εί πε μ όνο, ότι επ ρ ό κειτο για κ ά τι σημαντικ ό, κ ά τι που έ π ρεπε να τη ς πει ο ίδ ιος ο παπ ά ς . Κ ι εκε ίνη συμφώ νη σε. 92


« Γ ια τί θέλα τε να μ ε δείτε ; » ρώτησε. Ο Λ απ ό ρτ τη ν κ ο ίτ α ξε. Δ εν ήξερε τι να τη ς π ει. « ο Π α τ σ έ ­ κ ο μου εί πε πως ίσως θ α μπ ο ρ ού σατε να με β οη θή σετε» , ξε­ στ ό μ ι σε τε λικ ά , χωρ ί ς ν ' απ ο κα λύ ψει τίπο τ α . « Σε τ ι να σας β οη θή σω ; » ρώ τησε η Μ α ρ ία και σ ή κωσε το πο τή ρι , κρύβ ο ντ ας το π ρ ό σωπ ό της και προσπ α θώ ν τ ας να κατα λάβει τ ον συνο μιλη τή τη ς . Έ νας παπ ά ς , είχε πει ο Π α ι τσ έ κο . Και δείχνει να μην είναι συνη θ ισ μ ένος σ τη γυναι­ κεία συνεργασ ία . « ο Π ατσ έ κ ο δεν ή τ αν σ ίγ ουρ ο ς » . Τ α λόγια του δ ιέ κοψαν τις σκ έ ψεις της, επαναφέ ρο ντ ά ς την σ τη συνο μιλία τ ους. ' « Μ ου είπε απ λώ ς ότ ι θ α π ρεπε να σας μιλή σω » . Ο Λ απ ό ρ τ ή πιε μια γουλιά απ ό τ ο π οτ ό του . « Γ ια το ν φ ίλο σας. Τον Χέ ρ­ μπερτ Β ά σερμαν». Η Μ α ρ ία σ ή κωσε ξ αν ά το πο τ ή ρι τ ης, α λλά α μ έ σως, τ ο κατ έ β ασε. Έ τρεμε, τα π ρώ τ α ση μ άδ ια της συγκ ίνη σης φ ά ­ νη καν στα χέ ρ ια τη ς . Τα δά χτυ λα π ου μ έ χρι τώ ρα, κρατ ού ­ σαν ά νε τ α τ ο π οτ ό , ξ αφνικ ά σφ ίχτηκαν. « Τ ι θέλε τε να μ ά θ ετε γι ' αυτ ό ν ; » ' « Ό , τ ι ν ομ ίζετε πως θ α π ρεπε ν α μ ου πείτ ε». ή ή νή του ταν ρεμη κα ι θετ ι κή . Ό χ ι φω νή παπ ά , σ κ έ ­ Η φω φ τη κε η Μ αρ ία . « Γιατ ί θέλε τε ν α μ ά θετε; » Την κ οί τα ξε ίσια σ τ α μ ά τια . « Χθέ ς σ την εφημ ε ρ ίδα Ε­ σπρέσο γρ άφτη κε ένα ά ρ θ ρο π ου έλεγε πως εδώ σ τη Λί μα ανα κ άλυψαν έ να Ν α ζί εγκ λημα τ ία π ο λέ μου . Ο Π α τ σ έ κο λέει πως ο εκ δότη ς δεν ήξ ερε π οιο ς έγραψε το ά ρ θ ρο , και μ qλλον, κ ά ποιος το πα ρ άδωσε σ την εφη μερίδ α αργ ά χτ έ ς τη νύχτα , μα ζί με σ τ οιχεία π ου υποστηρ ίζουν την υπ όθ εση » . Η Μ αρ ία δ εν έ τρεμε πια . « Τ ι άλλο σας εί πε ο Π ατσ έ κο; » «ο Π ατσ έ κο εί πε πως τ ο ά ρ θ ρο γρ ά φτη κε απ ό το ν φ ίλ ο σας, τον Χέ ρμπερτ Β ά σερμαν» . Η φωνή της α κο ύ στηκε χαμη λή : « Πώ ς τ α ξέ ρει όλ α αυτ ά ο Π ατσ έ κο; » τον ρώ τησε μ όλις εκείνος τε λ είωσε. « ο Π ατσ έ κο λέει πως εί στε το μονα δ ικ ό π ρ ό σωπο που εμπισ τευ ό ταν ο Β ά σερμαν. Κ α ι πο ύ νομ ίζει ο Π ατσ έ κο πως β ρ ίσ κεται τώ ρα ο Χέ ρ­ μ περτ » Ο Λ απ ό ρτ β ρ έθη κε παγ ι δευμέν ο ς , ή θ ελε ό μως να φα93


νεί ειλικρινή ς έ χοντας επ ίγνωση ό τι ή ταν η κα λύτερη στ ά ση . Η απ ά ντη σή του ή ρ θε κ οφτή , σχε δόν απ ό τομη : «ο Π ατσ έ κο πιστεύει πως τον σκ ό τωσε ο Γιόζεφ Χά ινερ » . Π ερ ί μενε απ ό μ έ ρους τη ς κ ά ποια αντ ίδ ραση . Η κοπ έλα αντ έδ ρασε « Γ ιατ ί σας έστειλε σε μ ένα ο Π ατσ έ κο; » ρώ τη σε η Μ α ρ ία για δεύ τερη φορά . « Γι ατ ί ο Γ ιόζεφ Χά ινερ σ κ ό τωσε τον πα.τ έ ρα μου» . Τ ο π ρ ό σωπ ό του ζά ρω σε . Οι κ ίτρινοι κ ύ κ λοι κ ά τω απ ό τα μ ά τια του έγιναν γ κ ρ ί ζο ι την τρ ό μα ζ αν, την έφεραν πιο κοντ ά του . « Π ες τ α μου απ ό την αρχή » . Τη ς μ ίλησε, και θυμ ήθη κε όλους εκείνους που περ ί μεναν στη Γ α λλί α . Τ ον Σ αμπρ ά ν , τον Μ πελά ν, τη μ ά να του . Η ι­ στορ ία του ή ταν η ίδια μ ' ε κείνη που εί χε δ ιηγη θ εί στον πατέ ­ ρ α Μ ισ έλ μ έ σα σ τη γα λή νη τ ου π α ρεκκ λησι ού . Η ίδ ια ιστο­ ρ ία μ ' εκε ίνη που ά κ ουσε ο Π α τσ έ κο στο μ αυσωλείο της κου­ ζ ίνας, στο σπ ί τ ι του Τ σα κ λικ ά γιο . ' Ο ταν τε λείωσε, εκεί νη τον ξ αναρ ώ τη σε . « Τ ό τ ε γιατ ί ο Π ατσ έ κο σ ' έ στει λε σε μ ένα ; » . Α κουσε τα λόγια τη ς , συνειδητοπο ιώ ντας πως τα ά κουγε για τ ρ ί τη φορ ά . Σ τη ν ομ ίχ λη τ ο υ μυα λ ού του, ή ρ θ ε μια άλλη εικ ό να . Ή ταν σχο λ ια ρό παιδο τ ό τε κι έ νιω θ ε τη ζέ στη της π ρ<ο ιμ η ς ά νοι ξη ς , μ ύ ριζε τα λου λ ούδια . Κ ρατού σε τη μ ά να του α π ό το χ έ ρι, κα θισμ έ νος στο οικογενεια κ ό στασίδι της ε κ κ λη σία ς του Μ ε λερ ά ν . Κ υ ρια κή των Βαίων κα ι ο πα π ά ς δ ι ά βαζε το Ε υαγγ έλ ιο . Κατά Μ ατ θ αίον X XV I , στ ί χος 7 5 . « Κ αι ενεθυμ ή θη ο Π έτ ρ ο ς τον λόγον του Ι ησο ύ , ό τι π ρ l\ λα λή σει ο α λέ κτωρ τ ρις, θ ε λει ς με α π α ρνη θή . Κα ι ε ξελθών έξω , έ κ λαυσε πικρ ώ ς» . Είχ ε διηγηθεί την ιστορία του τ ρεις φορ έ ς . Τ ρεις φορ έ ς η Μ α ρία τον ρ ώ τη σε γιατ ί ε ίχε ζητήσει να τη συναντή σει . « ο Π ατσ έ κο μου ε ί πε πως θ α με β οη θή σεις να β ρω τον ά νθ ρωπο π ου σ κ ό τωσε τον πατ έ ρα μου» . « Γ ν ώ ρισα τον Χέ ρμπερτ Βάσερμαν π ριν τρία χρ ό νια » . Ο Λ α π ό ρτ σ ή κωσε τ ο β λέ μ μα του ξαφνια σ μ έ νος α π ό τη δύνα­ μη της φω νή ς τη ς . « Ε ργα ζό μουν στ ο Ρίο ντε Τζανέιρο για λ ογα ρ ια σ μ ό της Β α ρίγ κ , των β ρ α ζιλ ι α νώ ν αερογρα μμ ώ ν . Ή θ ελ αν κ ά πο ιον σ τα γραφεί α της Λί μα και κ α θώ ς μιλ ού σα ι σπαν ικ ά με ρώ τησαν αν ήθελα τη θέση . Σ την α ρχ ή ή ταν δύ­ σκο λ α . Κ α ινο ύ ργ ια π όλη , χωρ ί ς φ ί λου ς . Η π ε ρ ου β ιανή κ οι ,

-

94


νων ί α είναι παρα δ οσια κή κα ι συντη ρη τ ική . Ε κ τ ό ς απ ό μερι­ κ έ ς εξ αιρ έ σεις , ο ι υπ όλοιπο ι πιστεύ ουν πω ς μια γυνα ίκα που δ ου λεύ ει και ζει μ ό νη της μπορε ί να είναι έν α πρ άγμα » Ο Λ απ ό ρτ έδει ξε να κατ άλ α β ε . « Μ ε τ ο ν καιρ ό απ έ κτησα κ ά ποιους φ ίλους . Κυρ ίως μ έ σα ό απ τη δου λειά μου . Έ νας απ ' αυτού ς ή ταν ο Ρι κ ά ρντο Π α­ τσ έ κο. Α π ' αυτ ό ν γνώ ρισα τον Χέ ρμπερτ Βά σερμαν» . « Ό σο περισσ ό τερο κ ά ναμε π α ρέα , τ ό σο ξ ανοιγ ό ταν και μ ιλ ού σε για τη δου λε ι ά του, για ό σα κρ ύβ ονταν π ί σω α π ό τις ι στορ ίες που έγ ραφε» . Ανατρ ίχιασε. « Κ αμι ά φορ ά συναντού ­ σε αν θ ρ ώ πους ό χι πο λύ κα λού ς . » Μ ε τον καιρ ό δεν χρειαζό ταν ν α μου τα λέει. Το αισ θ ανό ­ μουν . Πίναμε μα ζί κανένα ποτ ό και το έβλεπα στο βλέ μ μ α του» . Τ ον κοίτα ξε. « Κ α θό ταν σ ' αυτ ό το τ ραπ έζι , μ ε την π λά ­ τη στον το ίχο, κα ι τα μ ά τια λίγο π ά νω απ ό τ ι ς κουρτ ίνες, ώ στε να β λέ πει έξ ω» . Δ εν υπή ρ χε επ ί κ ριση στη φωνή της ό ­ ταν εί πε: « Α κ ριβώ ς ό πως κι εσ ύ » . « Π ριν έξ ι μ ή νες περ ί που, άλλα ξε. Μ ου εί πε πως είχε έ ρ θ ει σ ' επαφή με κ ά τι μεγ άλο . Αυτ ό μου εί πε όλο κι όλο, τ ί ποτα άλλο . Ή ταν κ ά τι τ ό σο μεγ άλο που κι ο ίδ ιος φο βό ταν. Ν ομ ί­ ζω πως εννοού σε ό τι αντιμετ ώ πιζε με δέ ος την υπ όθ εση . Αν ­ τιδ ρο ύ σε σαν ναρκομανή ς . Τον απορροφού σε η ιστορ ία αυ ­ τή , κ αι δεν ζο ύ σε παρ ά μ όνο γι ' αυτή . Μ ια φορ ά τον είδ α σ ' ένα καφενεί ο μ ' ένα νεό τερο ά ντ ρα . Μ ιλού σαν γερμανικ ά . Υ π ή ρ χε κ ά τι στον τ ρ ό πο που κ άθ ονταν που μ ' έ κανε α μ έσως ν α κ ατα λάβω πως ο άλλος ή ταν ο σ ύ ν δεσμος . Τον αγνόησα , προ σ π οιήθη κα πως δεν τον ξέ ρω . Μ ε είδ ε κ αι μ ' ά φησε να π ρ ο σ π ερ ά σω . Τη ν ύ χτα ή ρ θ ε να με β ρε ι , κι εί πα πως εί χα ε νειιγή σει σωσ τ ά » . « Έ φερε την εικ όνα στο μυα λό τη ς. « Ή­ τ α \' σ αν να μου έλεγε πως εί χα ενεργή σει σωστ ά π ρος ό φε λό ς ιι ι l\ ι . Πω ς είχα π ροστατ έ ψει τ ον εαυτ ό μου» . Το ποτ ή ρι τη ς ε ίχε α δει ά σει. Ο Λαπ ό ρτ τη ρώ τησε αν θ α 'θ ε λε άλλο ένα ποτ ό , α λλά εκεί νη α ρνή θη κε . « Π ριν δύ ο βδ ομ άδες ή ρ θε να με δει. Ν ομ ίζω πως ή θελε να μιλή σει, π ρ άγμα που εί χε ξ ανασυμ β εί . Μ ου εί πε πως η υ­ π όθ εση ή ταν σχεδό ν ο λοκ λη ρω μ ένη . Φ ά γαμε παρέ α, και δεν εί πε κου βέντα . Δ εν ή μουν σ ίγουρη για το τι ήθελε , κι έτσι τον ρώ τησα αν συνέβ αινε κ ά τι. Τελικ ά το παρα δέ χτη κε. . . .

95


' Ολη τ η νύ χτ α π ίναμε καφέδε ς κα ι μετ ά μου μ ίλησε» . Ο Λ απ ό ρτ περ ί μενε, ά φη σε τη Μ αρ ία ν α τ ου τα πει μ ε τ ον δ ικ ό της τ ρ ό πο, ό πως ο Βά σερμαν είχε θ ελή σει να της τα πει με τ ον δ ικ ό τ ου . Βα θ ιά μ έσ α του αισ θά νθη κ ε τη μονα ξ ιά να τον β ασανίζει. Κ ατα λάβ αινε πως θ α αισ θ αν ό τα ν ο Βά σερ­ μαν, κυνηγη μ ένο ς κ αι μ όνο ς , κατα λάβ αινε γιατί είχε κα τα­ φ ύγει στη Μ α ρ ί α , ζήλεψε που αυτ ό ς α ρνιό τα ν τη β οή θεια των άλλων . Η φωνή της Μ α ρία ς α κο ύ στη κ ε απ ό μ α κ ρη , σα ν να μην έβ γαινε απ ό το στ ό μα τη ς . « Μ ου είπε πως ο σύ ν δε σ μος τον β οή θησε να ξ εσκεπ ά σει ένα Να ζί εγ κ λη ματ ία πο λέ μου που ζού σε ε δώ στη Λί μ α . Δ εν είπε ονό μα τ α κ ι ή ξερε ότι δεν θ α ρωτο ύ σ α . ' Η ταν κ ά ποιος κατα ζητού μενος, μ έλος της Γ κε­ στ ά πο. Κ αι δ εν ή ταν μ όνον αυτ ά . Ο ά ν θ ρωπος αυτ ό ς ή ταν επικεφα λή ς κ ά ποια ς ο ργ ά νωσης . ' Η ταν ανακατωμ έ νο ς με κατασ κοπεία , ναρκωτικ ά , με λ α θ ρέες συνα λλ αγ έ ς » . ' Α ρχι­ σε π άλι να τρέ μει . Ο αυτοέλεγχ ό ς της ε ξ ασ θένιζε. Ο Λ απ ό ρτ ά π λ ωσε τα χέ ρια του και έ πιασε τα δικ ά της ή ταν παγωμ έ να . « Δ εν είναι ν ' απορεί κανε ί ς που ο Χέ ρμπερτ Βά σερμαν αντι­ μετ ώ πι ζε με δέο ς αυτ ή την υπ όθ εση » . Κού νησε τ ο κεφ άλ ι τη ς , κρατ ώ ντα ς τα χέ ρια του . « Υ π ά ρχουν κι άλλ α» μου εί πε. Εί πε πω ς το ση μαντικ ό τε­ ρο ση με ί ο ή ταν το για ποιους ενεργο ύ σε ο Ν α ζί . « Μ α εσ ύ μ ίλησες για δ ική του οργ ά νωση » . Ο Λ απ ό ρτ π ρο­ σ π άθ η σε να μην δείξ ει τη σ ύγχυσή του . « Ε ννοώ του ς ανθ'ρ ώ πους που χρη ματ οδοτούσαν την ορ­ γ ά νωση και π λή ρωναν για τι ς π λη ροφορ ίες και για τις υπη ρε­ σ ίες που π ρ ό σφερε » . Τ ο μυα λό τη ς ξ αναγ ύ ρισε στη νύ χτα που ε ί χαν ειπω θε ί όλ α αυτ ά . « Μ εί να με όλη νύ χτα κα θ ισ μ έ νοι στις καρ έ κ λε ς και τε λικ ά , αποκοιμη θή καμε μ έ χρι το π ρω ί . Ήθ ε λε να έ χει κ ά ποιον δί π λ α του » . « Ε ί πε τ ί ποτε γ ι ' αυτο ύ ς που χρη μ ατοδοτούσαν την οργά­ νωση ; » « Τί ποτα απο λύτως . Το πρω ί φ ά γαμε πρωιν ό σαν να μη ν εί χε . συμ β ε ί τ ίπ οτα . Μ ετ ά έφυγε» . « Π ό τε τον ξ αναείδες ; » Εί χε π λησι ά σει πο λύ στην α λή ­ θ εια . Δ εν τη ς χρεια ζό ταν κα θ ο δή γηση . Κού νη σε τους ι; > μ ου ς τη ς : « Π α ν τ ρεις νύχ τες . Α ργ ά το β ρ ά δυ . Τ η λ εφώνη σ ι: γ ι α να 96


μου πει πως θ α περ ά σε ι α π ό τ ο σπ ί τι. · Η τ αν α νή συχος, σχε­ δό ν τρομαγμ έ νος . Θ α π ρ έ πει να π ή γε μετ ά στο Τ σακ λ ικά­ γ ι ο» . Τ α μ ά τια της ά νοι ξ αν δ ιά π λ ατα κα θώ ς ξ ανα ζού σε τα γεγονό τα . « Τ ου ζή τησα να μείνει, α λλά μου εί πε ό τι θ α συ­ ναντού σε τον σ ύ ν δεσμ ό του » . « Τό τε γιατ ί ή ρ θ ε σε σ ένα; » « Μ ου έδωσε ένα φά κ ελο. Τ ον ρ ώτη σα τι περιέ χει κ α ι μου απ ά ντησε πως θ α ή ταν κ α λύ τερο να μη ξέ ρω. Εί πε πως αν δεν μ άθ αινα νέ α του μ έ χρ ι τ ι ς εννι ά το β ρ άδ υ της επ ό μενη ς μ έ ρας, θ α έ π ρεπε να π άω το φ ά κελο στον εκ δό τη τη ς Εσπρέ­ '(JO . Τόν ι σε ό μως πως ή ταν ση μαντ ικό να μη μ άθ ει καν ένας , ού τε κ αι ο εκδό της, πως εγώ εί χα π ά ει το φ άκ ε λ ο» . « Μ ετ ά τι έγινε; » Η φω νή του Λ απ ό ρτ ή ταν ή ρεμη , κα θη συχαστ ι κή . « Έ φυγε » . « Τ ον ξ ανείδες απ ό τ ό τε; » Η Μ αρ ία κού νησε το κεφ άλι τη ς. Α π ό τ α μ ά τ ια τη ς κύλη ­ σαν τα π ρώτα δά κ ρυα . « Π ερ ί μενα όλη μ έ ρα, μ έ χρι τ ις εννι ά το β ρ άδ υ . Μ ετά πή ρα ένα τ α ξί μ έ χρ ι το κ έντρο, κ α ι κα τέβ η κ α δύ ο τ ετ ρ ά γων α πριν απ ό τα γραφε ί α της Εσπρέσο . ·Εδωσα λεφτ ά κ α ι το φ ά κε λ ο σ ' ένα αγορ ά κ ι για να τον π α ρα δώ σει στον ε κ δό τη » . Τ α λό ­ για έβ γαιναν ψιθ υριστ ά απ ό το στ ό μα τη ς . Ο Λ απ ό ρτ ρώτησε ευγενικά , π ριν η γυνα ί κα ξεσπ ά σει : « Τι άλλο ά φησε εκτ ό ς απ ό το φ ά κ ελο; » Η φωνή της πνίγη κε. « Τί ποτα, τ ί ποτα άλλ ο », εί πε και έ­ β α λε τα κ λά ματα . Ο Λ απ ό ρτ π λή ρωσε το λογαριασμ ό και τη β οήθησε να στα θε ί στα π όδια της . « · Ελ α » , της εί πε. « Θ α σε π ά ω σπ ί τι . σου » . Α νοι ξε την π ό ρτα για να περ ά σει π ρώ τη και τ ό τε ε κ εί ­ νη είδε κά ποιον απ ' το δ ρ ό μο να τους κοιτάζει. · Ο ταν ξ ανα ­ κ οί τα ξ ε , ο άγνωσ τος είχε εξ αφανι στεί .

8

Λα Πας, Βολιβία

Ο · Α ντερσον χαμογ έλασε κ α θώ ς ο σερ βιτ ό ρος ξ αναγέ μισε 97


το ποτ ή ρι του με κρα σί κα ι κο ίτ α ξ ε την Κ ά ρμεν . Τ ο γεγονό ς ό τι η κοπ έλα δέ χτη κε την πρ ό σ κ λη σή του δεν τον ε ξέ π λη ξε . Η ίδ ια όμ ως αποτε λ ο ύ σε μια ζωντανή έ κπ λη ξ η . Ή ταν ψη λό ­ τερη απ ' ό σο υπο λόγιζε, με μ α κ ρι ά π όδ ια . Κ ι έ ξ υπνη . Τη ς ζή τησε συγν ώ μη και π ήγε ν α τη λεφωνή σει. Η Κ ά ρ μ εν τον πα ρατη ρο ύ σε. Κάθ ε ώ ρα, στις κα ι μ ισή ση ­ κων όταν και τη λεφωνούσε. Β ρ ί σ κονταν στο εστιατ ό ριο δ υ ό ­ μισυ ώ ρες τώ ρα, κι εί χε ση κωθ εί τρεις φορέ ς . Το π ρ ώ το του τη λέ φωνο έγινε π έ ντε λεπτ ά μ ετ ά την ά φι ξή τους . Σ αν να ή ­ ταν π ροσχε διασ μ έ νο . Α ναρωτήθη κε γιατ ί έ κανε ά ραγε αυτ ά τα τη λεφωνή ματα . Υ π έθεσε πως έ παιρνε στο ξ ενο δ οχείο . Π οιος ν α τον εί χε φέ ρει εδώ ; Π οιο ν α ή ταν το επ ά γγελ μ ά του ; Ο Άντερσον ξ αναγύ ρισε στο τραπ έζι . Τίποτα α κ ό μα . Ε ι­ κοσιτ έ σερ ις ώ ρες στη Λα Π άζ και δεν είχε α κ ό μα ιδέα π ό τε θ α τον φ ώ να ζαν ή τι θ α έ κανε. Α υτή η δου λει ά δεν ή ταν σαν εκείνη της Π ορταστ ο υέλα . Ε κεί τη ρού σαν το χρονοδ ι άγραμ­ μα με στρατιωτικ ή α κ ρ ίβ εια . Έ π ρεπε π ρώ τ α να εγκ λη ματι­ στεί και ν ' αναγνωρ ί σει το έδ α φος . Τώ ρα ό μως, τα π ρ ά γματα ή ταν δ ια φορετικ ά , λε ς κι ο ά ντρα ς που τον κ άλεσε δεν ήξ ερε κι ο ίδ ιος γιατ ί τον εί χε φων άξει. Η Κά ρ μεν του μ ιλο ύ σε χαρ ι το λογώ ντας . Ή ταν ψη λό τερη απ ' όσ ο υπο λόγιζε, μ ε μακριά π όδ ια . Είδ ε το περίγραμμα των πο δ ιώ ν της την ώ ρα που ο σερ βι τ ό ρος π ή ρε τα π α λτ ά τους ό ταν έφτασαν στο εστιατ ό ριο ' διέ κ ρι νε τις ζα ρτιέ ρες της μ έ ­ σα απ ό το μετα ξ ωτ ό φό ρεμ ά τη ς . Έ φερε το Ρ ούγ κερ στο μυα λό του . Το Ρ ούγκερ που εί χε π ά ρει την π ροηγο ύ μ ενη νύχτα . Σή μερα το π ρωί είχε δ ιαπι­ στ ώ σει την απ όλυτη α κ ρίβειά του στο στ ό χο, κ ά νοντας ένα τεσ τ . Η σ κ έ ψη του ξ αναγύ ρισε στην τρυφερή της σ ά ρ κ α , εκεί π ά νω απ ό τις ν άϋλ ον κ άλτσε ς, και κ ά τω απ ό το εσ ίο ρου χ ό της . Η Κά ρ μ εν δ ι άβ α ζε τις σ κ έ ψεις του. Κ ι εκείνη σ K εφ ΤU -αν το κορ μ ί του . Σ κ λη ρ ό κορμ ί , εί χε παρατη ρή σει, χωρ ίς περ ι ' τ έ ς σ ά ρκες. Γεμ ά το ένταση . Ο Ά ντερσον σ κεφτ ό ταν τι θ α τη ς έ κανε στο κ ρε βά τι και συγχρ ό νως συγκ έντ ρωνε την π ροσοχή του στην άγνωστη δ ου λειά που εί χε ανα λάβ ει κι ανα ρω τιό ταν τι θ α του έ κανε εκείνη . Σή κω σ ε το ποτή ρι τη ς . « Σ τις επιτυχίες σου» , του ευ-

98


χήθηκε. « Σ την Κά ρμεν» , τη ς αποκρ ίθη κε. Μια σ κι ά π έ ρασε απ ό το μυα λό της . « Σ την υγειά του Γ κι­ λέ ρμο Π ερτιέρο » , σ κ έφτη κε η κοπ έλ α .

9

Α α Πας, Βολιβία

Ο π ό νος υποχωρο ύ σε σ ιγά - σιγ ά . Θ α έφευγε μετά απ ό καιρ ό και θ' ά φηνε στο κορμί ση μ ά δια και στην ψυχή π ό νο και οργή . Κια επιθ υμ ί α για εκ δί κηση . Ο Γ κι λέ ρμο Π ερτιέ ρο ά φη σε το θυμ ό να τον συνεπ ά ρει, ξέ ροντας πως ή ταν αναπ όφευκτο, α λλά ξέ ροντας κα ι πως έ π ρεπε να τον ε λέγξει . Ή ξ ερε πως κι αυ τό ή ταν έ να α π ό τα ό π λα τους εναντ ί ον τ ου . Μέ ρος της δ ια δ ικα σία ς που έ π ρεπε να υποσ τεί, ώ στε να παρα μείνει σιω­ πη λό ς . Γύ ρω του απ όλυτο σ κοτ άδ ι. Όπως π ά ντα . Ανα ρωτή θη κε τι ώ ρα να ήταν στον έξω κ ό σ μ ο . Τ ι να συνέβαι νε. Π ο ύ να β ρισ κ ότ αν η Κά ρμεν, τι να έ κανε, αν ή ταν ασφα λ ή ς . . Αν συ­ νέ χιζε να κ ρατ ά ει κ λειστό τ ο στ όμ α τ ου τη \' ε ί χε π ροσ τα­ τ έψ ει. Για την Κά ρμεν υπ έ μεινε πο λλά . Η Κά ρμεν ή ξερε πο λλά για την επ αν ά σ τ αση , όχι όμως κι όλ α . Δ εν ή ξερε λε πτ ομέ­ ρειες που εί χα ν σ χέ ση με ομ άδες άλλ ων κρατ ώ ν , μυστικ έ ς συμφων ί ες κα ι συ μ μ αχ ίες που α ποτελ ού σ α \' τη ρα χοκοκαλιά των ..: ινη μάτων των α ριστερ (ί)ν αντα ρnί)\' που ξε ..: ινού σαν απ ό τη Νότια Α μερική και απ λώ νοντα ι σ τα βό ρ ια . σ τα πε δί α μαχώ ν τη ς Κεντρικ ή ς Α μερικ ή ς , σ τα μέρη που ο ι Αμερι κα νοί θ εωρο ύ σ αν δικά τους , Κι αυτ ό π ά νω απ ' όλα ήθε λ αν να τον κ ά νουν να ομο λογή σει . Κι αυτό α κρ ιβώ ς ή ταν που δ εν ε ίχε πει σ τη ν Κά ρμεν , Κι όμως χωρίς να τη ς λέει πολλά , ή ξε r ε πως τη ν ε ίχε εκ θέ σει ήδη α ρ κετ ά . Αν την έπ ια ναν και υ π έ ..: υ ­ πτε, θα τους έλεγε α ρ κετ ά π ρ ά γμα τα , κι αυτ ό θ α ήταν σε βά ­ ρος τη ς επαν ά σταση ς . Μ πορε ί όμως και να μη τους έλεγε τα π ά ντα . Κ ι αυτ ό θ α ή ταν κ α κ ό για την ίδ ια . Γι' αυτ ό τ ο λόγο ε ί χε πα ρα με ίνει σιωπη λό ς . Για να π ροστα τέ ψει την επα99


νάσταση . Για να σ ώ σει την άγα πη μ έ νη το υ Κά ρμεν . Ο ρ γή και π όνος ή τ ταν ανα κ α τ εμ έ να . Μ ια οργή f.ναντ ί ον όλων . Κ ι ιδ ια ίτερα , γ ια κείνον το μ π ά σ τ α ρδο στη γωνία . Θ υ ­ μή θη κε τον άν τ ρα , π άν τα θ α τον θυ μόταν . Ή ξ ερε ότ ι θ α ξα ­ ναγύριζε . Ό-χι, δ ε ν ερχ ό ταν συ -χνά . Ε ρ -χόταν π άντ α τη ν κα ­ τ άλλη λη σ τιγ μή . Όταν οι β ασα νιστές του εί-χαν πια π αραι τη­ θε ί. Π ρ ο σ π άθησε να πει ψ έ μ α τα , α λλά ήξ ερε ότ ι ε ί ναι ανώ φε λο. Ήξ ερε πως θ α ερ-χόταν σε λίγο να τον παρα λάβο υ ν κω να ξαναρ-χίσουν . Φαν τ ά σ τη κ ε τον κα η'Ού ργι ο π ό νο , αι­ σ θά νθ η κ ε την ο ργή που θ α έν ιω θ ε , την επιθ υμ ία να ε κ δ ικη θ ε ί . Ή ξ ερε π ω ς π ά νω α π ' όλα έ π ρεπε ν ' αντέξει, να μη τους αφή­ σει να δουν την κατ ά στασή του γιατ ί τ ό τε θ α ή ξ εραν πως έ-χουν κερ δίσ ει . Κι αυτ ό θ α τον πο νού σε περισσ ότερο . Σκέ φτη κ ε για ά λλη μια φορ ά τη ν Κά ρμεν . Έλπιζf. πως το μ α ρτύ ριό το υ άξιζε τ ον κό π ο .

10

Λ ίμα.

Περού

Έξ ω α πό το κα φ ενείο ήταν σ κοτ ει νά . Η \'υχτ ερινή ώ ρα που ερ-χόταν α π ό τη θά λ α σσα , -χαίδ ευε τα β ρ ά -χια , δρό σι ζε το υς δ ρ όμ ους . Ο Λ α π όρτ αν ά σανε τη φρεσκ ά δα τη ς α τ μ ό σφαιρας κ α θώ ς διέ σ -χιζα ν το π ά ρκο . Δ ε ξιά και α ρισ τερά δρό μ ο ι γ εμ ά­ τοι αυτοκίνη τ α , φωτισ μένοι α π ό τα φοnα του α π όβ ραδου . Ε ν ώ περπατού σ αν π ρ ος το κ τιρια κ ό συγ κ ρ ότη μ α που έμενε , η Μ α ρία σ κ ό ντ αφτf. κι έτ σι ο πα π ά ς τ η ν κ ρα τού σ ε α γνοών ­ τα ς τη ν πε ριέργεια που π ρ ο κ αλούσε σ τους περα σ τικού ς . Η πολυ κα τοικία ή ταν -χτισ μένη στη ν ά κ ρη των β ρ ά-χ ων , με θέ α τις πα ρ α λίες π ου α π λώνον ταν τ ρια κ ό σια π όδια πιο κ άτ ω . Ο θυ ρωρ ό ς έ ρι ξε μια ματιά στα ρο ύ-χ α του ιερω μένου κ α ι κα λησ π έ ρισε τη Μ α ρία . Το ασ ανσ έ ρ σιωπη λά και γ ρήγο­ ρα τους ανέβα σε στο δέκατο ό ροφ ο . Την α κ ολούθ ησε και πε­ ρ ίμ ενε υπομον ε τικ ά μέ-χρι να β ρει τα κ λει δ ιά στη ν τσάντα τη ς . Το σ α λόνι ή ταν ευ ρ ύ-χω ρ ο κ α ι άνετο με λίγα έ πιπ λα : ένας μεγ άλος κ ανα π έ ς και δύο πολυ θ ρ όνες . Ένα -χα μη λό τ ρ απε­ ζά κι σ τη μ έ ση κι έ νας μ πουφ ές κατ ά μήκος το υ το ί χ ο υ . Σ τον 1 00


α πέναντ ι το ί χο ή ταν μ ι α μ π αλ " ι l \'οπο ρ τ α που i:βγαζε σ τη βε­ ρ ά ντα με θέα τ ο ν Ε ι ρ η ν ι " ί) . ( ) \ rι :: r φ τ βγή " ι: σ τ ο μ πα λ " ό νι , ενιi) η Μ α ρ ία πήγε στ ο λο υτ ρ ό . Τα φ ώ τ α των αυτοκινήτων αναβόσ βηναν μέσα στο σ κοτάδι, κα τά μή κ ο ς το υ δ ρ ό μου π ο υ περιέτ ρεχε τη ν πα ρα λί α . Στα δεξ ι ά το υ έβλεπε τα φώτα του Κ αλάο . Στα α ρισ τε ρ ά , εκε ί π ου μ όλις φαιν όταν η α κτή , σ την ά κ ρη τη ς προβλή τας , αχνόφεγγε το μοναχικό φως κ ά ­ π ο ιου ψ α ρ ά . Η Μ α ρ ί α βγή κε α πό τ ο λο υ τ ρ ό και κου λο υ ριάσ τη κ ε στη ν π ολυ θ ρ ό να . Η συν ά ντη ση την είχε αφή σει ά φωνη . Δ εν είχε βγάλε ι κο υ βέντα α πό την ώ ρα π ο υ βγή καν α πό το κ αφ ε ν είο . Ανα ρωτή θη κε π ό σ α θ α έπ ρεπε να του πει α κόμ α , π ό σ α θ α τη ν έ πειθε να τ ου πει . Σ ' έ να α πό τ ' α π έναντ ι διαμερίσ μ ατα κ ά π ο ιο ς έ παιζε κα έ να , τ ο φ λάο υ το των Ά νδεων, με το λε π τό ήχ ο π ο υ διαπερνούσε τη σιωπή . Ξαναγύ ρισ ε στο δω μ ά τι ο . « Τ ι θ α 'λεγες για λίγο καφέ ; » τ η ρώτη σε . Χ α μογ έλ ασε και ση κ ώθη κε χα ρο ύ μενη που θ α έκ α νε κ άτ ι . Πή γε στην κου ζίνα σ την άλλη ά κ ρη του χολ . Ο Λ α π ό ρτ τη ν α κ ολο ύθησε, κ αι τη ν κοίταζε που γ έ μισε την κ αφετιέ ρα , τα φ λι τζάνια . « Τι άλ ­ λο σου ά φησε ο Χέρμπερτ Βά σερ μαν; » Η δύ ναμη τ ης ε ρώτη ­ σ η ς ή ταν κ ρυμ μένη σε μια β ε λούδ ινη φωνή , γλυκι ά κ αι π α ρή ­ γο ρη . Ε κεί νος ήξ ερε ότι δ ια κινδύνευε, α λλά είχ ε α κ όμ α καιρ ό . Η Μ α ρία έ πιασε τον καφέ κι ά νοι ξε το βάζο με τ ρεμ ά μενα χέρια , έχ οντα ς επίγνωση των αντι δ ρ ά σεώ ν τη ς . Ή ταν μπερ­ δεμ έ νη και ευγνώ μων συν ά μα . Ένα μ έ ρ ο ς τη ς α π οζη τού σε τ η δύναμη του ά ντ ρα πίσω τη ς . Το άλλο αναζη τούσε τη ν πνευμα τική κ α θοδήγηση του ιερωμέ νου . Έβαλε μια κουτα­ λ ι ά καφέ στην καφετιέ ρα και η κίνηση αυτή τη ν ε λευ θέ ρωσε . Τ ου απ ά ντησε: « Τί ποτα . Δεν ά φησε τ ίποτα α πολύτως. Στο ε ί π α και π ροηγουμ ένως» . Έβ α λε το κα π ά κι στο βάζο . « Ό ­ πως σου εί πα , δεν μου ά φηνε π α ρ ά το φ ά κελο για την εφη με­ ρ ίδ α κ αι το μαγνη τόφωνο» . Ανοιξε το ν το υ λά πι κι έβαλε τον καφέ σ τη θέση το υ . Εί χε κιόλ α ς α ρχίσει να π ροσ θέτ ει τις λε­ πτο μ έ ρειες που τη ς είχαν δ ιαφύ γει . « Σωστ ά ») , της ε ί πε ο Λ α � π ό ρτ , γ λυ κ ά κι ευγενικ ά . « Μ ου έλεγες λ οιπ ό ν για το μ αγνη ­ τόφωνο » . « Συνήθως δεν ά φηνε τί ποτα εδώ . Έλεγε πως ή ταν πο λύ 101


επικ ίν δ υνο . Φοβό ταν ν ' αφή σει οτιδή ποτε θιι μ ' ενο χ ο­ ποιού σε» . Ο Λ α π ό ρτ περ ί μενε μέ χρι ν α γεμ ί σει την τσαγιέ ρα μ ε τ ο καυτ ό νε ρ ό , φο β ισ μ έν ος μή πως και της κ ό ψει τ ο ν ρυ θ μ ό . « Την τελευτα ί α φορ ά ό μως β ια ζό ταν. Εί χε αφή σει τ ο σ ύ ν δε­ σ μο κι έ π ρεπε να τον συναντή σε ι» . Η ιστ ορ ί α ή ταν και π άλ ι διαφο ρετική , π ρ ό σε ξ ε ο Λ απ ό ρτ . Σ ε μι κ ρ ο λεπτομ έ ρειες α λ­ λά δ ι α φ ο ρετι κή . Α ναρωτ ήθη κε πού θ α τον οδ ηγού σ αν τα λό ­ γ ια τη ς . Τ α δά χ τυ λά τη ς δ εν έ τρεμαν πια . « Ν ομίζω πως πή ­ γ α ιν α ν σ το σ π ί τι. Πέ ρασε να μ ' απ ο χαιρετή σει » . ' Η θε λε ν α τη ρωτή σει λεπτ ομέ ρειες, να τη δια κόψ ει . ' 0μ ως π α ρ έ μενε σιω πη λό ς . « Εί πε ό τι τα π ρ άγματα εξελί σσ ον­ ταν τ ό σο γρήγορα που έπ ρεπε να δ ιακ ιν δ υνεύ σει. Π αρ' όλ α αυτ ά ή τ αν π ρ ο σε κ τι κός . Ά φησε λοι π ό ν τ ο ν μαγνη τ όφωνο εδ<ί> . Αν εί χε κ α ιρ ό να επ ιστρ έψ ει σ τ ο δ ιαμ έ ρισμ ά τ ου κ ι ο ύ τε ήθ ε λε να το έ χει μα ζί του σε περ ίπ τωση π ου θ α το ν έπιαναν . Α ν το έβ ρισ καν, μου εί πε, θ α τ ο ν υπ ο πτεύο νταν α μ έ σως . Ε νώ ετσι θ α μπορού σε να β ρει κ ά π οια δικαιο λ ογ ί α για να ξ εφ ύ ­ γει» . Σ υνειδητ ο π ο ιού σε τι έλεγε και συγχρ ό νως γκρ έ μιζε τον π ροστατευτικ ό κ λοιό που η ίδι α εί χε δη μιουργή σει . Ξ εστ ό μι­ σε όλ α όσ α εί χε α ρ νη θεί να πει. «Τι γύ ρευε στο σπ ί τι; » Ο Λ απ ό ρτ συμπ έ ρανε πω ς μιλού ­ σαν για το ίδ ιο σπ ί τι, το σπ ί τι που κ ρυ βότ αν π ίσω απ ό τ ους ασ β εστ ω μ ένους τοί χους του Τ σακ λικ άγ ιο . « Έγγραφα . Υ πή ρ χε μια κρυ ψ ώ να στ ο σ π ί τι που φ ύλ αγαν τα έγγραφα . Ο σύν δεσμος εί πε πω ς ή ταν κ ά. τι σαν β ιβλ ιο θή κ η » . « Έγγραφα π ου αποκ άλυπταν την ταυτ ό τητα του Χ ά ι­ νερ ; » Σ τη φω νή του δ ιακ ριν όταν ένας ενθ ο υσ ιασμ ό ς , μ ι α π ροσ δ ο κ ί α . Σ ταμ ά τησε ' φο βήθη κε μή πως τα λόγ ι α τ ου δ ι α ­ κ ό ψουν τ ι ς α ποκα λύ ψεις τη ς . Η α π ά ν τησ ή τη ς ή ρθ ε α μ έ σως: « Μ ην εί σαι αν όητο ς . Ο Χάινερ δ εν τον εν δ ιέφερε πια » . Σ τη φω νή τη ς υπ ή ρ χ ε ένας τ όνο ς αγαν ά κτηση ς . Ή ταν σ κλη ρή κι απ ό τ ο μη , λε ς κι ο Λ α­ π ό ρτ έ π ρεπε να ξέ ρει τ ο π ε ρι εχό μεν ο τ ων χαρτιώ ν . « Ήτ αν έγγραφα που ξ εσ κ έ πα ζαν τ ους ανθ ρώ π ο υς που χ ρη ματο δ οτού σ αν την ο ργ ά νωση και αναφέ ρονταν στ ις δ ου­ λ ειέ ς τους» . 1 02


Σ τρ ά φη κε ξαφνι κά προ ς το μ έ ρ ο ς τ ου κ λα ί γ οντα ς . Κ ού ρνια­ σε στην αγκα λ ι ά του �η τώ\' τ α ς π rοστασ ί α , ξέροντα ς πως τον ε ί χ ε π ληγώ σει. Κι ό μως δεν μ π ό ρεσε να ζητήσει συγνώ μη . Πέ ρασε τ ο χέ ρι του γύ ρω α π ό τους ώ μους τη ς, χωρ ί ς να ξέ ρει τι να κάνει . « Θυ μ ά σαι τ ί ποτα άλλο ; » Η ερώ τηση έγινε αυτ ό ­ ματα. « Τί ποτα άλλ ο» του απ ά ντησε. « Εί σαι σ ίγουρη ; » « Ν αι, ε ί μαι σίγουρη » . Την ο δήγη σε σ το σα λόνι κι έ φερε τ ο ν καφ έ . « Υ π ά ρχει τη­ λέφωνο ; » Ήθε λε να την αφή σει μ ό νη , να τη ς δώ σει την ευκαι­ ρ ία να συνέλθει . Ν α μπορέ σει κι αυτ ό ς να σ κεφτεί . « Σ το χο λ » Τ ο γραφείο του Π ατσ έ κο δεν απαντού σε. Ο Λ απ ό ρτ σχη­ μ ά τισε τον αρι θ μό του σ πιτιού του κι ευχ ό ταν να β ρει τον εκ δό τη εκεί . Σ αν ά κουσε τη γνώ ριμη φωνή έ νιωσε ανα κ ούφι­ ση . « Εδώ Λ απ ό ρτ. Σ υγνώ μη που σ ' ενοχ λώ , α λλά χρειάζομαι βοή θεια » . Ήταν επίτη δες σ ύ ντομος στη συνομιλί α του » . « Θ α κ ά νω ό , τι μπορ ώ » . Ο Π ατσ έ κο απ έ φυγε να αναφερ­ θε ί στη Μ α ρί α . « Μ πορεί ς ν α μ ε πας στο δ ιαμ έ ρισμα του Βά σερμαν ; » τον ρώ τη σε. Δεν ήθ ε λε να β ασανί σει τη Μ α ρ ί α άλλ ο μ ' αυτή την υπ όθεση . « Δ εν έ χει ν όη μ α » , απ ά ντησε κοφτ ά ο Π ατσ έ κ ο . « Τ ι εννοεί ς ; » Ο Λ απ ό ρτ τα εί χε χαμ ένα . « Πή γα εγώ σ τ ο διαμέρισ μα του Βά σερμαν σή μερα το απ ό ­ γcυμ α . Δ εν υπ ά ρχει τ ί ποτ α » . Ο Λ απ ό ρτ ε ξ ακο λ ουθ ο ύ σε ν α μην κατα λ α β α ίνει. « Τ ι θ α πει αυτ ό ; » Ο Π ατσ έ κο ή ταν υπομονετικ ό ς . « Το διαμ έ ρισ μ α είναι ά ­ δειο . Ού τε χαρτι ά , ο ύ τε βιβλία ο ύ τε έ πιπ λ α . Α πο λύ τως τ ί­ ποτα . » Μίλησα στον ιδιοκτήτη και στο θυρωρ ό . Τ ο δ ια μέρισ μα ε ίναι άδ ειο, το νο ί κι π λη ρω μ ένο, μα ζί και η εγγ ύηση » . Ο Λ απ ό ρτ ευχαρ ί στησε τον Π ατσ έ κο, κατ έβ ασε το α κου­ στικ ό και ξ αναγύ ρισε στο σ α λό νι. Η Μ α ρ ί α κα θό ταν σφιγμ έ νη σ την καρ έ κ λ α , με το π ρ ό σω­ πο ανέ κφραστο ' στο χαμη λό τραπεζά κι β ρισ κ ό ταν έ να μι-

1 03


κρό κασετόφωνο τσέπης. « Λυπάμαι» του είπε απλά, «αλλά δεν θ' ακούσεις τίποτα». «Τίποτα απολύτως;» ρώτησε κα ι νόμισε πως τούτη η συ­ νομιλία ήταν η η-χώ της προηγούμενης. «Σ-χεδόν τίποτα», απάντησε η Μαρία. «Άκουσα την κα­ σέτα -χτες και μόλις τώρα, όσην ώρ α τηλεφωνούσες. Τίποτα, παρά μερικές γερμανικές λέξεις. Κάποιος που κανόνιζε μια συνάντ ηση, νομίζω. Τα γερμανικά μου δεν είναι πολύ καλά. Τίποτα άλλο». «Μπορώ να τ' ακούσω;» «Βεβαίως». Πάτησε το κουμπί για να γυρίσει η κασέτα από την αρ-χή. «Είναι μια τηλεφωνική συνδιάλεξη. Ο Χέρ­ μ περτ μαγνητοφωνούσε πάντα τις σημαντικές συνομιλίες». «Ακούγεται ο Χέρμπερτ;» Κούνησε το κεφά λι της. « Ό-χ ι, νομίζω πως μιλάει ο σύνδε­ σμος. Ίσως να μαγνητοφωνή θηκε στο σπίτι του συνδέσμου, πάντως οπωσδήποτε πριν έρθει ο Χέρμπερτ εδώ». Ο Λαπόρτ κάθισε αναπαυτικά, ήπιε μια γουλιά καφέ, κοί­ ταξε τη νύ-χτα που έμπαινε απ' τα παράθυρα και σκέπαζε το δωμάτιο. Αισθάνθηκε ξανά την απομόνωση και τη μοναξιά να τον κυριεύει. Η κασέτα σταμάτησε. Η Μαρία έσκυψε και πάτησε το κουμπί. Ο πρώτος ή-χος, όπως τον είχε πει, ήταν κουδούνισμα τηλεφώνου. Μετά κάποιος απάντησε στα ισπανικά και αμέ­ σως στα γερμανικά. Η συνομιλία κράτησε λιγότερο από δέ­

κα δευτερόλεπτα πριν διακοπεί από το απότομο κατέβασμα του ακουσ τικού. Αναδεύτηκε μπερδεμένος. «Αυτό ήταν όλο». Η Μαρία συγκατάνευσε απρόθυμα.\ «Ναι, αυτό ήταν . όλο». Ξαναγύρισαν την κασέτα και την ξανάκουσαν, προσπα­ θώντας να ξεχωρίσουν τις λέξεις. Ο Λαπόρτ συγκεντρώθηκε και θυμήθηκε το λόγο που η μάνα του τον είχε στείλει να σπουδάσει στη Γερμανία. κρινε τις λέξεις, την προφορά. «WaS jst in del FaIle?» ((Die Fljege» 104

Διέ­


«Was wartet immer?» «Die Sρinne»

«Τι είναι μέσα στην παγίδα;» «Η μύγα» « Ποιος περιμένει πάντοτε;» «Η αρά χνη» Ανατρίχιασε, σταμάτησε την κασέ τα, τη γύρισε πίσω, ξα­ νάπαιξε τις πρώτες λέξεις, κι ύστερα, άκουσε την υπόλοιπη. Αυτός που είχε τηλεφωνήσει μιλούσε γερμανικά. Ο άλλος του απάντησε: «Ευτυχώς που τηλεφώνησες. Φεύγουμε τώρα. Μπορείς ν' αναλάβεις τα πράγματα όσο θα λείπουμε;» Η πρό ταση, σκέφτηκε ο Λαπόρτ, ήταν ακριβής. Σαν να ήταν σχεδιασμένη, όποιος και να ήταν αυτός που τηλεφωνούσε, ήξερε την ύπαρξη της παγίδας. «Θα σε δώ σε είκοσι λεπτά», συμπλήρωσε. Σ ταμάτησε την κασέτα και τη γύρισε πάλι από την αρχή. «Θέλω να μου ξεκαθαρίσεις δυο πρά γματα», είπε στη Μα­ ρία. «Πρώ τον, αυτή η συνομιλία έγινε ανάμεσα στο σύνδε­ σμο του Βάσερμαν και κάποιον άλλον στο σπίτι του Χάι­ νερ;» Η Μαρία έγνεψε καταφατικά. « Δεύτερη ερώτηση. Το τη λεφώνημα έγινε τη νύχτα που ο Χέρμπερ τ Βάσερμαν πήγε σ το σπίτι του Χάινερ και μετά εξαφανίστηκε;» Η Μαρία συμφώνησε. «Ακριβώς. 'Α φησε το κασετόφωνο εδώ, εκείνο το βράδυ. Το επόμενο απόγευμα, επειδή δεν είχε επιστρέ ψει, πήγα το φάκελο στην εφημερίδα όπως μου είχε πει. Το άλλο πρωί, στις πέντε το πρωί, η Γκουάρντι, μπήκε στο σπί τι του Τσακλικάγιο». Η ώρα ή ταν 8.30. Σε μισή ώρα ο Σαλμπράν θα τηλεφωνού­ σε από τη Γαλλία. Σηκώθηκε να φύγει, απογοητευμένος από το περιεχόμενο της κασέτας. Εξήγησε στη Μαρία το λόγο που τον ανάγκαζε να φύγει - το τηλέφωνημα απ' τη Γαλλία - κι αναρωτήθηκε αν θα ' πρεπε να της μεταφέρει την πληρο­ φορία που του έδωσε ο Πατσέκο. Αποφάσισε πως θα 'ταν καλύτερο να το μάθει από κάποιον άλλο. Της είπε πως θα επικοινωνούσε μαζί της την επομένη. Υπήρχε κά τι που ήθε λε να του πει, κάτι που έπρεπε να του πει, που της κατάτρωγε το μυαλό, αλλά της διέφευγε. 105


Τον κοίταζε καθώς απομακρυνόταν και περίμε νε το ασαν­ σέρ. ·Ηταν κάτι που είχε παρατηρήσει. Το πράσινο φωτάκι άναψε κι ά νοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ. Ξαφνικά, θυμήθη­ κε, έκανε ένα βήμα να τον προλάβει, αλλά αναρωτήθηκε αν ήταν τ όσο σημαντικό όσο νόμιζε, αν δεν είχε κάνει λάθος. Το πρόσωπο έξω από το καφενείο την ώρα που έφευγαν. Το πρόσωπο που εξαφανίστηκε. Οι πόρτες έκλεισαν κι εκείνη γύρισε στο δωμάτιό της.

11

Λα Πας, Βολιβία

Ο Γιόζεφ Χάινερ γέμισε δυο μεγάλα ποτήρια με σναπς, έδωσε το ένα στον άντρα που καθόταν απέναντί του, ακούμπησε το μπουκάλι στη δερμάτινη επιφάνεια του τραπεζιού, και σή­ κωσε το ποτήρι για μια πρόποση. «Σαλούδ, παλιέ μου φίλε», είπε, «περάσαμε τρεις ταραγμένες μέρες, αλλά χάρη σ' εσέ­ να επι ζήσαμε». Ο Χάινριχ Σμελτς γρύλισε και κατέβασε μονορούφι το πο­ τό. «·Ο χι και τόσο ταραγμένες», απάντησε. Μια υπηρέτρια με άσπρη ποδιά μπήκε ευγενικά στο δω­ μάτιο κι ακούμπησε έναν ασημένιο δίσκο με εμπανιάδας. Ο Σμελτς πρόσφερε στον αρχηγό του ένα πιάτο και μετά σερβ ι­ ρίστηκε κι ο ίδιος. Δάγκωσε μ' ευχαρίστηση τη ζύμη κι από­ λαυσε το συνδυασμό του γλυκού φύλλου με το καρικευμένο κρέας της γέμισης. Το Σάββατο φαινόταν κιόλας μια μακρινή υπόθεση, όσο και οι λόφοι της Βαυαρίας που είχε γεννηθεί. Από καιρό υπο­ ψιάζονταν το σκουλίκι, πίστευαν ότι πρόδινε τα μυστικά τους, αλλά το διαπίστωσαν ακριβώς πριν τ ρεις νύχτες, όταν τον ανάγκασαν να μιλήσει. Τον έκαναν να ομολογήσει την προδοσία του. Και την πλήρωσε Χριστέ μου, πόσο την πλή­ ρωσε! Μέχρι που δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο. Και ο δημο­ σιογράφος. Αυτός ο καταραμένος ο Βάσερμαν, που πολε­ μούσε τους ίδιους τους συμπατριώτες. Το καθίκι. Παρά λίγο να τον πιάσουν κι αυτόν. ·Εφερε την εικόνα στο μυαλό του: Το μικρό Φολξβάγκεν του Βάσερμαν υποχωρούσε καθώς η 106


Μερσεντές του Σμελτς πλησίαζε. · Ομως ο μπάσταρδος τους ξέφυγε κι έπεσε πάνω σ' ένα δέντρο. Πέθανε πριν τον βγάλουν έξω. Πίστεψαν πως όλα είχαν τελειώσει. ·Ωσπου την επόμενη νύχτα, ο Στούρνμπαφυρερ πήρε ένα εμπιστευτικό τη λεφώνη­ μα στο σπίτι του Τσακλικάγιο. Το μίσος αποτυπ ώθηκε στο πρόσωπό του όταν πληροφορήθηκε πως τόσο αυτός, όσο κι η οργ άνωση είχαν προδοθεί. Η αστυνομία σχε δίαζε να επιτεθεί στο σπίτι τις πρώτες πρωινές ώρες. Τον απομάκρυναν βέβαια. Θέμα προτεραιότητας. ·Επρε­ πε να προστατέ ψουν τον αρχηγό. Γρήγορο αυτοκίνητο, ι διω­ τικό αεροπ λάνο κι έξω από τη χ ώρα. Αλλά πρώτα ο Χάινερ πέρασε από το κεντρικό ταχυδ ρομείο της Λίμα για δέκα . λε πτά. Μετά άρχισε ο αγώνας ν' αδειάσουν το σπί τι. Από αντικείμενα κι από τα έγγραφα. Ο Χάινερ γέμισε και πάλι τα ποτήρια τους. «Τι έγινε σαν έφυγα;» ρώτησε. ·Ηταν η πρώτη ευκαιρία για κουβέντα που είχαν με την πρωινή πτήση της Δευτέρας. Ο Σμελ τς ήπιε το μισό ποτή ρι κι άρχισε την αναφορά. «Μας προειδοποίησαν - όπως θυμάσαι - γύρω στις έντε­ κα το βράδυ της Κυριακής κι εσύ έφυγες αμέσως». Ο Σμελτς ήξερε πως δεν θα μπορούσε ν' αποφύγει τις λεπτομέρειες. «Αφού βεβαιωθήκαμε για την ασφάλειά σου, ειδοποίησα όσους δικούς μας μπορούσα και τους ζή τησα να έρθουν κα­ τευθείαν στο σπί τι με όσο το δυνατόν περισσό τερα αυτοκίνη­ τα μπορούσαν να εξασφαλίσουν. Υπέθεσα πως ο σύνδεσμός · μας θα τηλεφωνούσε μόλις θα είχε νεό τερα». Η πιε μια γουλιά Υ έ λό έ σναπς και συν χισε: « πο γισα πως η φοδος θα γινόταν από ομάδες της Γκουάρντια, οι οποίες θα έπρεπε πρώ τα να συγκεντρωθούν στο φρουραρχείο της πόλης, να πάρουν τον αυτοκινητόδρομο και να σταματήσουν για τον τελικό έλεγχο και γι' αναγνώριση εδάφους στο σημείο που ο δρόμος για το Τσακλικάγιο χωρίζει από τον κεντρικ ό δρόμο. Διέ τα­ ξα ένα από τα παιδιά να βρει κάποιο θάλαμο στον αυτοκινη­ τόδρομο και να μας ειδοποιήσει μόλις δει την πομπή της Γκουάρντια. ' »Σ έναν άλλον είπα να σταθεί στη στροφή. Υπάρχει ένα καφενείο μ' έναν τη λεφωνικό θάλαμο δίπλα, που βλέπει στο δρόμο και στο σπί τι. Θα μας έλεγε πό τε θα έφτανε η πομπή 107


στη στροφή και πότε θα σταματούσε για τις τελικές οδηγ ίες. Όπως κι έγινε». Ο Στούρμ πανφυρερ απολάμβανε τη διήγηση των γεγονότων. «Ωραία», είπε ο Χάινερ, σκύβο ντας μπροστά. « Μόλις θα ξεκινούσαν», συνέ-χισε ο Σμελτς, «θα ξανατη­ λεφωνούσε. Του εξήγησα πως δεν θα μπορούσαμε, δεν θα ' εί-χαμε τον καιρό, ν απαντήσουμε στο τηλέφωνο. Αν όμως θ εξακολου ούσαμε να είμαστε στο σπίτι, θα έπρεπε να τηλε­ ' φωνάει συνέ-χεια, ν αφήνει το τηλέφωνο να -χτυπήσει δυο φορές και μετά να το κλείνει, μέ-χρι να περάσει το πρώτο αυτοκίνητο την πόρτα του κή που. Έτσι, αν είμαστε ακόμα στο σπίτι, θα ξέραμε ότι έπρεπε να φύγ ουμε αμέσως». Ο Χάινερ ξαναγέμισε τα ποτήρια τους. Τα μάτια του έλαμπαν. «ο άνθρωπος ήταν εντάξει», είπε ο Σμελτς. «Εσύ έφυγες γύρω στις έντεκα, μετά το πρώτο τηλεφώνημά του. Ξανατη­ λεφώνησε στις δυο για να πει ότι η ομάδα εί-χε συγκεντρωθεί στα κεντρικά για τις τελε υταίες οδηγίες». Γέλασε. «Άλλη μια τυπικά λατινοαμερικανική αντίδραση. Η σύσκεψη κρά­ τησε ώρες. Ήταν», πρόσθεσε, «σαν να μας έδιναν όλο τον καιρό να φύγουμε, σαν κάποιος να το καθυστερούσε επίτη­ δες». Κοίταξε τον Χάινερ, για να δει πώς θ' αντιδρούσε. Καμιά αντίδραση. Ακόμα και μετά τόσα -χρόνια, ο Στούρ­ μπανφυρερ κρατούσε μερικά μυστικά για τον εαυτό του. «Το επόμενο τηλεφώνημα έγινε μετά τις τέσσερις. 'Ερ-χον­ ταν. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο άνθρωπός μας στον αυτο­ κινητόδρομο τηλεφώνησε στο σπίτι για να πει πως η πομπή μόλις εί-χε περάσει από μπροστά του. Μετά είκοσι λεπτά ο τύπος από το καφενείο τηλεφώνησε για να πει πως μια ομάδα αυτοκινήτων εί-χε σταματήσει στη διασταύρωση και συμπέρανε πως θα ήταν η Γκουάρντια». Ο Γιόζεφ Χάινερ ένιωθε σαν να τα έβλεπε όλα μπροστά του ζωντανά. «Έτσι κι έγινε». Η φωνή του Σμελτς τον επανέφερε στην πραγματικότητα. «ο άνθρωπός σου μας ει δοποίησε, όμως είμασταν τυ-χεροί που εί-χαμε τους δικούς μας να παρακολου­ θο ύν». Σταμ άτησε, και διάλεξε προσεκτικά τις λέξεις της επόμενης φράσης. 108


«Φορτώσαμε σ' ένα φορτηγό οτιδήποτε θα μπορούσε να σε εκθέσει. Αναγκαστήκαμε ν' αφήσουμε τα περισσότερα έπι­ πλα. Λυπάμαι, αλλά έτσι κι αλλιώς ήταν αργεντίνικα, επο­ μένως δεν υπάρχει πρόβλημα. »Τα υπόλοιπα - πολυέλαιος, πίνακες, μαχαιροπίρουνα κι ασημικά - τα φυγαδεύσαμε γύρω στις τέσσερις. Όμως τα έγγραφα» - κούνησε το κεφάλι του «τα προλάβαμε στο τελευταίο προειδοποιητικό τη λεφώνημα». Ο Χάινερ έσκυψε μπροστά, περιμένοντας με αγωνία μια εξήγηση. «Δεν μπορούσαμε να τα πάρουμε. Τελικά, τα κατάφερε ο Ερνάν, μετά από διαταγή μου. Τ α κατάφερε. Είναι καλός άνθρωπος. Που να δεις τα χέρια του πως γίνανε! Δεν του έμεινε καθόλου δέρμα». «Τα κατάφερε όμως;» «Ναι, τα κα τάφερε. Μετέφερα το τελευταίο δέμα έξω από το σπίτι όταν πήραμε το τηλεφώνημα πως η Γκουάρντια έ­ φτανε». Ο Χάινερ σφύριξε. «Έχεις δίκιο. Μόλις που προλάβατε». Ο Σμελτς έγνεψε καταφατικά. «Έβαλα τον Ερμάν στο αυτο κίνητο. Τα χέρια του είχαν τέτοια χάλια που δεν μπο­ ρούσε πια να κάνει τίποτα. Δεν είχαμε χρόνο. Η Γκουάρντια σταμάτησε στη στροφή για πολύ λίγο. Λίγο πριν βάλω τον Ερμάν στο αυτοκίνη το, το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Δυο φορές και σταματούσε. Έκλεισα τα πάντα και βγήκα από το σπίτι». «Είχαν πλησιάσει τόσο πολύ;» Υπήρχε ένας τόνος ανησυ­ χίας στη φωνή του. «Ναι, πολύ. Δεν πρόλαβα καν να κλείσω την πόρτα. Βγή­ κα στο δρόμο με το αυτοκίνητο την ώρα που έρχονταν. Δεν είχα ανάψει τα φώτα βέβαια, κι έτσι δεν με είδαν. Ευτυχώς, η νύχτα ήταν σκοτεινή. Μόλις έφτασα στην άλλη άκρη, φά­ νηκαν τα φώτα τους». «Και τι έκανες;» «Γύρισα στον κεντ ρικό δρόμο, που είχαν ξεχάσει να κλεί­ σουν, κατευθύνθηκα για λίγο προς τα ανατολικά, περίμενα μια-δυο ώρες μέχρι ν' αρχίσει η κυκλοφορία και τότε γύρισα στην πόλη». 109


,( Πώς είναι ο Ερμάν;» «Εντάξει. Τα χέρια του είναι χάλια. Ίσως χρειαστεί να τον σ τείλουμε σε κάποιον πλαστικό χειρούργο. Πάντως τα παιδιά φρόντισαν να του φέρουν γιατρό μόλις έφτασαν στη Λίμα». Ο Χάινερ έγειρε στην πλάτη της καρέκλας. Τα μάτια του έλαμπαν. «Φανταστικό, φίλε μου, φανταστικό και έξυπνο». Σήκωσε το ποτήρι του πίνοντας στ ην υγειά του Σμελτς. «Σ' ευχαριστώ, παλιέ και καλέ μου φίλε, σ' ευχαριστώ και πίνω στην υγειά σου. Λυπάμαι μόνο που δεν ήμουν μαζί σου». Ο Σμελ τς χαμογέλασε. «Θα ήταν χαρά μου να σ' έχω δί­ πλα μου, αλλά δεν ήταν δυνατόν. Το καθήκον μου ήταν να με ίνω, το δικό σου να φύγεις». Ο Χάινερ κούνησε τους ώμους. «Ίσως, θα ήθελα να ήμουν ε κεί, αλλά τώρα τελείωσε». ·Εσκυψε μπροστά, με αγωνία. «Τα έγγραφα;» Τι έγιναν τα έγγραφα;» «Τα παιδιά στη Λίμα ετοιμάζουν ένα κρησφύγετο για όλα τα πράγματα. Το θεώρησα απαρα ίτητο να τα βγάλω από τη χώρα. Τα έγγραφα όμως είναι ακόμα στο δρόμο. Είπα σε δυο δι κούς μας να κοιμηθούν και μετά να έρθουν με τα χαρ­ τιά. Θα π ρέπει να φτάσουν το πρωί». «Θαυμάσια! Θαυμάσια! » Ο Χάινερ ησύχασε. ·Η ταν εν­ θουσιασμένος. Γεμάτος σιγουριά. Η οργάνωση, σκέφτηκε. Η Die Spinne, η Αράχνη. Βρισκόταν παντού, έβλεπε τα πάν­ τα, τα σκέπαζε όλα. Ο ιστός της απλωνόταν και παγίδευε τους πάντες. Η οργάνωση άντεχε στις δυσ κολίες, επιβίωνε. Η Σμελτς διέ κρινε στα μάτια του τη χαρά της επιτυχίας. Θυ­ μήθηκε τις φωτιές στη Γαλλία. Ιδιαίτερα ένα πρωινό που ο Χάινερ έκανε ο ίδιος την αναφορά του στον Φύρερ. «Και όλα αυτά για ένα σκουλίκι». Η διάθεση του Χάινερ άλλαξε πάλι. «Ένα σιχαμερό σκουλίΚl). «Εί χε την τύχη που του άξιζε». Ο Σμ ελτς έδωσε με τα λό­ για του δ ιέξοδο στην ένταση του Χάινερ. «Και κάτι παραπά­ νω». Ο Χάινερ έβαλε τα γέλια, καθώς θυμήθηκε τα γεγονότα. «·Η ταν σαν εξομολόγηση, έτσι δεν είναι; Στην αρχή είπε πως δεν είχε τίποτα να μας πει, και μετά δεν μπορούσαμε να τον σταματήσουμε». «·Εβαλες, απ' ό,τι φαίνεται κι εσύ ένα χ έρι», είπε ο Σμελ τς 110


αστειευόμενος, αλλά ο Χάινερ δεν φημιζόταν για την ταπει­ νοφροσύνη του. « 'Οχι και τόσο, δεν είχα τον καιρό. Κι εδώ τα παιδιά είναι καλά εκπαιδευμένα)) . Τον συνεπήρε γι' άλλη μια φορά ο εν­ θουσιασμός. «'Εχουμε καλούς εκπαιδευτές από τη Βραζιλία, την Ο υρουγουάη, και την Αργεντινή, αλλά οι Βολιβιανοί εκ­ παιδεύουν δικούς τους ανθρώπους. Βοηθάνε μάλιστα και τον Πινοσέτ στη Χ ιλή)). Ήταν σαν να μιλούσε για οποιονδήποτε επαγγελμα τία, για μια οποιαδήποτε δουλειά. «Ανακάλυψαν μια καινούργια εφεύρεση. Οι θεωρητικοί θα την αποκαλού­ σαν στέρηση των αισθήσεων. Εδώ τη λένε απλώς φέρετρο)) . . Αδ ειασε το μπουκάλι, μοιράζοντας το περιεχόμενό του σε δύο ίσα μέρη. Η διάθεσή του άλλαξε πάλι. «Ίσως υπάρξει κάποιο πρόβλημα)) , είπε κι η φωνή του ακούστηκε σοβαρή. Ο Σμελτς άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι και περίμενε. «Θυμάσαι τον Λ απόρτ;)) Ο Σμελτς ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Η δράση τους ήταν πάντα αποτελε σματική, κά τω από τις οδ ηγ ίες του Στούρμπανφυρερ. Ο ι αποτυχίες μετριώντ αν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κι ακόμα λιγότερες. Η αποτυχία τους ήταν μόνο μία. Εκείνος ο μπάσταρδος στο τρένο. Ο μπάσταρδος από το Μελεράν. Ακόμα και τώρα, η ανάμνηση τον ενοχλού­ σε. Κ ι αναρωτιόταν γιατί. Ήξερε το γιατί. Είχαν ιδρώσει για να τον κάνουν να μιλήσει. Ένας Θεός ξέρει πόσο τους κού­ ρασε. Μ ετά κατέβασαν το μοχλό της γεννήτριας και ο μπά­ σταρδος τέλειωσε. Χωρίς μια λέξη. Χωρίς να βγάλ ει μια κου­ βέντ α. Όχι ακριβώς, θυμήθηκε. Όχι χωρίς λέξη. Ο μπάσταρδος είπε μια λέξη. Μισό δευτερόλεπτο πριν πεθά νει. Ο Σμελτς εξακολουθούσε να θυμάται τα λόγια εκείνα. Τα έφερνε καμιά φορά στο νου του τις νύχτες μέσα στο σκοτάδι, όταν ξύπναγε ιδρωμένος. «Εκείνος στο τρένο;)) απάντησε στην ερώτηση του ο Χάινερ. Ο Χάινερ έγνεψε καταφατικά. «ο γιος του είναι στη Λί­ μω) . Τέλειωσε το ποτό του. «Ίσως δε ν υπάρχει πρόβλημα. Είναι παπάς κι απ' ό, τι φαίνεται έχει έρθει για κάποιον ιερό σκοπό' τους φτωχούς ή κάτι τέτοιο. Το ότι βρίσκεται τιί>ρα ιι ι


στη Λίμα είναι απλή σύμπτωση». Ο Σμελτς αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο που είχε αντ ιδρά­ σει ο Τζο Κόριγκαν, νωρίτερα το πρωί. «Εμείς έχουμε να φο­ βηθούμε τίποτα;» ρώτησε. Ο Χάινερ κούνησε το κεφάλι του. « Δεν νομίζω. Όμως σε περίπτωση που θα παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα, το έχω φροντίσει». «Πώς το ξέρεις;» Ήταν μια φυσική αντίδραση, παρ' όλο πο\) ήξερε πως δεν θα έπαιρνε απάντηση. Υπήρχαν μερικά μυστικά, που παρέμεναν κλειδωμένα στο κεφάλι του αρχη­ γού. Ο Χάινερ αγνόησε την ερώτηση. «Γι' αυτό το λόγο νομί­ ζω πως θα 'πρεπε να γυρίσεις στη Λίμα όgο το δυνατό γρηγο­ ρότερα». « Πότε είναι η επόμενη πτήση;» Ο Σμελτς έλεγ ξε τα δρομολόγια που κρατούσε στο πορτο­ φόλι του. « Δεν έχει πτήση απόψε. Η πρώτη πτήση της εταιρίας Αερο-Περού είναι το μεσημέρι της 12.45. Φτάνει στη Λίμα στις 13. 30». Πήγε στο τηλέ φωνο κι έκλεισε μια θέση. Η υπηρέτρια εμφανίστ ηκε στην πόρτα και τους πληροφό­ ρησε πως το δείπνο ήταν έτοιμο. Ο Χάινερ έπιασε φιλ ικά τον Σμελτς από το μπράτσο. « 'Ελα», του είπε, «και θα σου μιλή­ σω για το φέρετρο»,

1 12


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Τετάρτη, 2

Φεβρουαρίου 1983


1

6.20 π.μ.

Αα Πας, Βολιβία

Ο Γ κιλέ ρμο Π ερτιέ ρο δ ιέ κρινε μια δέ σμη φωτ ό ς να κ όβ ει το σκο­ τ άδ ι σαν μαχαίρι. Ξύπνησε αμ έ σως. 'Ηξερε, πως ά ρχιζε μια και­ νού ργια μ έ ρ α . Τεντώθη κε, χ ά ρηκε π ου ήταν α κ ό μα ζωντανό ς , φοβιiθη κε για τον πόνο που θ' αντιμετώ πιζε . Καθώ ς ο φρου ρ ός ξεσ κ έ πα ζε το φέ ρετ ρο, ο Γ κιλέρμο τυφ λώθη κε από την ξ αφνική λά μψη του φωτός . Π ερίμενε τ ρία δευτερόλεπτα, δίνοντας στον εαυτό του την ευ καιρία να π ροσαρμοστεί και δίνοντ ας στο φρου­ ρό χρ ό νο να κ ά νει ένα βή μα πίσω· νό μος άγραφος, α λλά απαρ ά­ βατος. Κ ατ ' αυτό τον τ ρόπο ο ά ντ ρας είχε το χρό νο να π ροστα­ τευτεί α π ό οποια δήποτε ξαφνική κίνηση . ' Ετ σι υπ ή ρχε η δυνατό­ τη τα να εφησυχ άζουν οι φρουροί. ' Ετ σι υπ ή ρχε η δυνατ ότη τα να μη ν αιφνιδιαστούν . Π ροσπ άθη σε να σηκω θ εί, γυρνώ ντας στο π λά ι για να βγει από το ξύλινο κουτί. Στάθη κε μ' όλο του το βά ρος στο χεί λ ος του φ έ ρετρου , θέλοντας να ξ εχ ά σει τον π όνο του κορμιού του . Δ υο μή νες τ ώ ρα, κ άθ ε μ έ ρ α , γινόταν αυτό το π ρ άγμα . Α π ό τ ότε π ου τον μετέφεραν από το υπουργείο Ε σωτερικ ών στο κ έν­ τρο της π όλης. Είχε μείνει στο υπουργείο π άνω α πό έξι ε βδομ ά ­ δ ες, σύ μφων. ρες από την η μ έ ρα που τον έ π ιασαν στη γωνιά του δ ρόμου . Το κατ άλ αβε μ όλις είδ ε τ' αυτοκίνητα να π λη σι άζουν . Του την είχαν σ τήσει. Κ άποιοι τον είχαν προ δώ σει . Ή ξεραν τα π άντ α γι' αυ ­ τόν . Τον άρ παξαν, τύλιξαν μια κου βέ ρτ α στο κεφ άλι του για να τον τρομ άξουν και να τον αποπ ροσανατολίσουν, α λλά και για να μη κατα λάβ ει πού θ α τ ον οδηγούσαν. Γνώ ριζαν ήδη την ι δ ιό ­ τητ ά του , όλες τις λεπ τομέ ρειες γύ ρω απ ό τη Μ Ι Ρ , τη ν αριστερή αντ ά ρτικη ομάδα της οποίας ήταν αρχηγ ό ς , π ολύ πριν αρχίσουν να τον βασ ανίζουν με τα ηλε κτ ρόδια . Μετά α πό δύο μήνες , δεμ ένο με χειροπ έδες και με δεμένα τα μ άτια , τον μετέφεραν στα περίχωρ α , στο σπίτι των μαρτυρίων . 115


Κάθε π ρωί ερχόταν μια ειδ ική ομά δ α από το υ πουργείο ν ' ασχο­ ληθεί μαζί του από τ ις τρεις ώς τις έξι. Ό ταν δ εν τον βασάνιζαν, τον έ κ λειναν στο φέρετρο . Ο φρουρός στεκόταν τρια π όδια μακ ριά του με το όπ λο να τον ση μ α δεύει. Ο Περτιέρο, κουλουριασμ ένος, μισολιπ όθ υμος, βγή κε απ ό την κάσα, γονά τισε σ αν σ κυλί στο π ά τωμα , συγ κ έν­ τ ρωσε τις δυνάμεις τ ου και στ άθη κε σ τ α δ υο του π όδ ια . Τ α ση­ μεί α που είχαν ακουμπή σει τα η λεκτ ρόδια πονού σαν σαν ανοι­ χτ ές π λ ηγές οι ρώγες του έκαιγαν. Τα γεν νητικά του όργανα ή ταν π ρησ μέ να και καταπο νη μένα . Α κού μπησε στο το ίχο και περ ί μενε τη δ ιατ αγή . « Π ρωινό!» Στην αρχή έδιναν στους δυο άλλους αντά ρτες που β ρίσ κονται στο σπίτι των βασανιστή ριων, και σ ' αυτ ό ν, νερό και ψωμ ί μέσα στα κελιά . Σ την περίπτωση του Περτιέρο μ έ σα στην κ άσα . Στα­ δ ια κ ά , όμως, οι φρουρο ί τους επ έ τ ρεψαν να πα ί ρνουν το π ρωιν ό μα ζί τους στην κου ζίνα. Μο ιρ άζονταν μα ζί τους τον καφέ και το ψωμί. Αναρωτήθη κε γιατί το έκαναν : απ ό λύπη ή ήταν μ έρο ς της δια δ ικασίας αφύ πνιση ς για ν ' ανα λάβ ουν μετ ά οι β ασανι­ στ έ ς . Έ παψε να γυρεύει ε ξηγήσεις και απ λά δέ χτη κε το γεγον ό ς . «Γ κράσια ς» . . . Έ συρε τ α βήματ ά του μέχρι τ η ν π ό ρτα και σταμ άτησε ξέροντα ς πως ο φρουρ ό ς είχε κάτι α κ ό μα να του πει . Δ εν γύ ρισε . Κ ατάλα βε , πως θ α ή ταν κα λύ τερα να μ η ν τον αντι­ κ ρίσει . « Σήμερα, είναι η τελευταία μ έρα . Το μά θ αμε χτες β ράδυ » . ιιΓ κράσια ς». Ήξερε π ω ς ο φρουρός του έλεγε τη ν αλή θεια . Τ ουλάχιστον έτ σι ήταν κα λύ τερ α . Δ εν θ α πονού σε άλλο . Ό χι άλλα κόλπ α και εικονικ έ ς εκτελέσ εις . Ό χι άλλα γυμνώ ματα και τ ρεμούλες . «Γιφάσια ς», ξανάπε . « Ευχαρισ τ ώ » . Π ροχώ ρησε μπροστά και κατ έβ η κε τη σ κ άλα της κουζίνας. Το δωμ άτιο είχε επιφ άνεια γύ ρω στα είκοσι τετ ραγωνικ ά π ό­ δια . Τ α δυο παρ άθυ ρα ήτ αν κ λειστά . Ένας γυ μνό ς γ λόμπο ς κρε­ μ όταν πάνω απ ό το τραπέζι που β ρισκ όταν στη μ έ ση του χώ ρου . Σ τ α δεξι ά της π ό ρτας απ ό τ η ν οποί α μπή κε ο Περτιέ ρο, υπή ρ ­ χε ένα μονό κ ρε βά τι, στρωμ ένο . Σ τ ' αριστερά μια ντουλάπα . Κα­ τά μήκος του τοίχου , στα αριστερά , ήταν ο νεροχύ της . Σ την π έ­ ρα γω νία , π άλι στ ' αριστερ ά , μια κουζίνα γκα ζιού με τη φιάλη σ τ ο π λά ι . Η εξωτερική πόρτα β ρισ κ ότ αν στην άλλη ά κρη του δωμ ά τιου . Οι φρουρο ί κι οι υπ όλοιποι κρατού μενοι είχαν κιόλας κα θί σει γύ ρω α π ό το τ ραπέζι . Τις λε πτομ έρειες, πίεσε ο Περτιέρο τ ο ν εαυτ ό του . Π ρ όσεξε 1 16


τις λεπ τ ομ έ ρειες . Α κ ό μα και τ ώ ρα , μπορού ν να φανού ν χρήσι­ μες . Ο μεγα λό σωμος λοχί ας με τη τετ ράγωνη φά τσα , κ άθισε σ τ ην ά κρη , κοντ ά του . Στο πίσω μέρος τ ου δ ωμα τίου , στ' αρι­ στερά της σ κ άλ ας. Από τη θέ ση αυτή επ έβλεπε όλη τη . κου ζίνα. Ο λοχαγός , ένας νεαρ ό ς γύρω στα είκοσι , κ άθισε στην άλλη ά ­ κ ρη . Δ υ ο στρα τιώτ ες κά θισαν σ τ ' αριστερ ά τ ου λοχί α , κι ένας άλλο ς σ τ ρατιώτη ς απ έναντ ί τους. Αν ά μεσα στο λοχαγό και τ ο λοχί α υπή ρχε μια θέ ση για το φρουρ ό τ ου Περτ ιέ ρο . Α ν ά μεσα σ τ ον τε λευταίο και στον άλλο σ τ ρατιώτ η απ ό την ε δώ μεριά υ­ πή ρχε περιορισμένος χώ ρος για τ ους άλλους δυο κρα τ ουμ ένους. Ο Περτιέρο τ ους ή ξερε και τους δυο , τ ον ένα κα λύτ ερα απ ό τ ον άλλο . Με τ ον Λού τ σιο είχαν εκ παιδευτεί μα ζί κά τω απ ό τ ο ζεστ ό ή λιο τη ς Κούβ ας . Α να ζητ ώ ντας λίγη ζεστ ασιά , άλλο τε, εί χαν αγκαλιαστεί μ έσ α στην κρ ύ α β ο λ ι βιανή νύ χτα , λίγο π ριν έρθ ουν στη ν πατρ ίδ α τ ους. Ο Λ ού τ σο έβη χε κι έβγα ζε αίμα. Ή ­ ταν το αποτ έλεσμα της δ ουλειάς που έκανε στα μετ α λλεία κασί­ τερου . Ο άλλος , ο Π ά κο , είχε ενεργή πολι τική δ ράση ό σο ήταν φοιτη τής , π ριν περ ά σει σ τη ν π αρανομία . Κι οι δ υο είχαν συ λλη­ φ θε ί την ίδ ια ε β δ ομά δ α με τ ον Π ερ τ ιέ ρο . « Καφέ; » Ο λοχαγός ήταν αυτ ός που έδ ινε πάν τ α τ ις δ ια τ αγ ές . Ο λοχ ί ας έδ ειχνε ενοχλη μένος απ ό τ ο ρόλο τ ου σαν δεσμοφύλα­ κας. «Περ φα βόρ, σενιόρ » . Ο λοχαγ ό ς έδει ξε την καφετ ιέρ α σ τη κουζίνα που βρισ κόταν σ τη γωνιά . «Γιφάσια ς , σεvιόp». Είχε ση­ μασ ί α να εί ναι κ ανείς ευγενικ ό ς . Ε ι δικ ά σ τ ο λοχαγ ό . Ο Περ τ ιέ ρο περπά τ ησε προσεκ τικ ά γύ ρω απ ό τ ο τ ραπ έζι . Π ροχώρη σε π ρος τ ' αριστερά , πίσω απ ό τ ο λοχαγό και τους σ τ ρατιώτες , π έρ ασε σ τ ' αρισ τ ε ρά του λοχαγού κι έφ τασε σ τη κουζίνα . Υπή ρχε μια σιωπη ρή συμφωνί α . Η άλλη π λευρ ά , π ίσω απ ό το λοχία, ή ταν απαγορευμ ένη . Ό χι εξαιτ ίας τ ου αξιώ μα τ ο ς , α λλά επειδ ή πίσω του και αρισ τ ερά , κ ά τω απ ό τα σφραγισμ έ να παρά θυ ρα , οι φρουροί α κουμπο ύσαν τα ό π λ α τ ου ς . Αν και οι δ εσμοφ ύλ α κες φορού σ αν ζώ νες με θή κες και πισ τ όλια, οι γ κερί­ λα ς απ έφευγαν επι μ ε λώ ς την περιοχή εκείνη . Ο Περτιέρο τ ύλιξε μια πετ σ έ τ α γύ ρω απ ό το ζεσ τ ό χερούλι τη ς καφετιέ ρας, έβ α λε καφέ σ τ ο εμαγιέ φ λιτζάνι που βρισ κόταν δί πλα στο νεροχύ τη και περ ί μενε. Κάθε π ρω ί κοίτ αζε τ α ό πλα . Κάθ ε π ρωί έ ψαχνε έναν τ ρόπ ο ν α τ α π λησιά σει. Κάθε π ρω ί ή ξερε πως ο λοχαγός θ α τον σ κ ό τωνε μ όλις τ α π λη σίαζε . « Ψ ωμί; » Ο λ οχαγός εί χε μ ι λήσει . «Περ φα βόρ, σε vιόρ». Ο λοχαγ ός έ κανε ν όη μα σ ' ένα σ τ ρα τιώτη να κ ό ψει μια φέτα ψω μ ί γ ια τον αντάρτη . Αυτ ό ς ήταν ένας άλλο ς απαρ άβατο ς κα 117


νόνας . Ο ι κ ρατούμενοι μπορού σαν να τ ρ{;)νε με τους φρουρού ς τους. Μ πορού σαν να πίνουν καφέ μετ ά από άδεια του λοχαγού . Όμως , δ εν έ π ρεπε να π λησιάσουν τα ό π λα ή ν' αγγίξουν το μα­ χαίρι που φ ύλαγε συνή θως ο λοχαγ ό ς σ τη μπ ό τ α του και που χρη σιμοποιού σαν για να κ όβουν το ψωμί. Ο Π ερτιέρο πή ρε τ η φέτα του ψωμιο ύ , ευχα ρίστησε το φρουρ ό κα ι κ άθισε στη συνη θισ μ ένη του θέση στην ά κ ρη του κ ρεβατιού , δίπλα σ το τ ραπέζι , στα δ εξι ά του λ οχαγού . Ο καφές ή ταν δ υνα­ τός και ζεστός. Β ούτησε το σ κληρ ό ψωμί στον κ αφέ κι ανα ρωτή­ θηκε πόσο θ α ήτ αν α κ ό μα ζωνταν ό ς . Οι άλλοι δ υο Ύκερίλας πα­ ρέμεναν σιωπη λοί . Ήξεραν τι τους περίμενε. Αναρωτή θη κε τι να σ τέφτονταν. Ο στ ρατιώτης στ ' αριστερά τ ου λοχί α , που βρισκόταν κοντά στ α όπ λ α , έσπρωξε την καρέκ λ α του π ίσω, έκανε το γύ ρο του τ ραπεζιού και πήγε μ έ χρι τον νεροχύ τη δί π λα στη κουζίνα, να πά ρει το τρανζίστο ρ . Βάλθη κε να ψ ά χνει για κανένα στα θ μ ό με μουσική . Ο λοχαγός τον κοίταξε προσεκτικά , ενώ συγχρόνως επ έβλεπε όλο το δωμ άτιο . Ο Περτιέρο μόλις που πρόσεξε, σχε­ δόν δ εν ά κουσε τη φωνή του Λούτ σο να ζη τάει λίγ ο καφέ α κό μ α . Ο λοχαγός συγ κατένευσε. Ο Λούτσο ση κ ώθη κε, κ α ι έ κανε τ ο γνωστό γύρο πίσω απ ό το λοχαγό μέχρι την κουζίνα. Ο Περτιέρο βού τη ξε το ψωμ ί β α θ ιά μ έ σ α στον καφέ κ αι κο ί ταξε τους α­ χνού ς. Σ τη κουζί να , ο Λούτσο , τ ύλιγε τη πετσ έτ α στο χερούλι της καφετιέρα ς . Δί π λα του ο φ ρουρός που συ νήθως κ α θόταν πλάι σ τον λοχαγ ό , έ ψαχνε στα θ μού ς στο ρα δ ιόφωνο . Χρισ τέ μου! Ο Περτιέρο είδε , αυτ ό που είχε δει και ο Λού τσο. Ευ χή θηκε να πάνε όλ α κα λά . Ο δρόμος για τα όπλ α ήταν ανοιχτ ό ς, για πρώ τη φορά απ ό τότε που τους επέ τ ρεψαν να μπαίνουν στη κουζίνα . Ο στρατ ιώ­ τη ς που συνή θως τ ους έ κοβε το δρό μο, στ ' αριστερ ά του λ οχα­ γού , είχε σηκω θ εί στεκ ότ αν στο νεροχύ τη ' εξα κολου θ ού σε να παίζει με το ρα δ ι όφωνο . Μόνο ο λοχίας βρισ κ ότ αν πιο κοντ ά στα όπλ α απ ό τον Π ερτιέρο . Ο δρό μος δεν ή ταν ανοιχτ ός , α λλά υπήρχε μια περίπτωση να πετ ύ χουν. Έ π ρεπε να το δ ια κιν δυνεύ ­ σουν . Περίμενε την αντίδραση του Λούτσο , ξέροντ ας τις κινή ­ σεις του άλλο υ αντ ά ρτη , ε λπίζον τας πως θ ' αντιδρού σε σωσ τ ά . Κοίτα ξε γύ ρω του , ηρέμησε, π ροσπά θη σε να μη κ άνει άσ κο­ πες κινή σεις . Έ ψ αξε να βρει τα α δύ νατα ση μεία . Ο λοχίας ήταν πρόβλη μ α , αλλά ό χ ι και μεγ άλ ο . Το μεγάλο π ρόβλημα ήταν ο λοχαγός στ ' α ριστερά του . Κοντά στον Π ά κο . Ο ισχυ ρότερος κοντ ά στον πιο α δύ ναμο, σ κέφτη κε , ό πως π άντα . Ο σκ λη ρός 118


β ετεράνος, που σ ύ μφωνα με τ ις φήμες εί χε πά ρει μ έρος στην έφο­ δ ο εναντ ί ον της Κρεβάδα ντελ Γιούρο, στ α βόρεια του Βάλε Γ κ ρ ά ντε , εκεί που έ πιασαν τον θρ υ λ ικ ό Τ σε. Και δίπλ α του , ο ανίδε ός φοιτητή ς . Την ώ ρα των βασανιστη ρίων, ό μως, όλοι αντι­ δ ρούσ αν με τον ίδ ιο τ ρ όπο . Ο Περτιέρο και ο Λούτσο ή ξεραν πολλά και δεν μιλού σαν. Ο Π ά κο ήξερε πολύ λίγα . 'Εσ κυψε μπ ροστά , κ ι ακού μπησε το φλιτζάνι του στο π ά τω­ μα για να μπορεί να κινη θεί ελεύθ ερα . Μέσ α του ευχή θη κε να κατα λάβει ο Λούτσο το μήνυμ α . Υπολόγισε την απ ό σταση , που τον χώ ριζε από τα όπλ α . Δ υο βή ματα , ί σως τρ ί α . Ούτζι , σκ έφτη­ κε. Δ εν θ α είχε πρόβλημα . Κι αυτ ό ς και ο Λούτσο είχαν εξασκη ­ θ εί σ ' αυτ ό τον τύ πο ό π λων, εί χαν κοιμη θεί αγκαλιά μ ' αυτά στα στρατόπεδα έξω α π ό την Αβάνα . Περίμενε, ήξερε πως όλα ε ξ α ρτιόνταν απ ό τον Λούτσο κι από το αν είχε αντιληφ θεί το νόη μ ά του . Σ το ραδιόφωνο, ο στ ρατιώ­ της είχε β ρει το στα θ μ ό κι ετοιμα ζόταν να κα θίσει στη θέ ση του . Να κόψει το δρό μο για την ευκαιρ ία . 'Ελα , Λού τσο . Για τ ' ό νομα του Χ ριστού , κ ά νε κ ά τι τ ώ ρα! Δίπλα στο φο ύ ρνο, ο Λού τσο κατέβασε την καφετιέ ρα στο μ ά τι . Ο Περτιέρο η ρέμησε' είχε κ ά νει λάθ ος . Ο Λούτ σο δεν είχε αντιληφ θεί την ευκαιρ ί α . Πήγε να σ κύ ψει, να πι ά σει τον καφέ του, ν' αφεθεί στο θά νατο, όταν ά κουσε τις λέξεις « Λίγο καφέ α κ ό μ α , λοχαγέ μου;». Άφησε το φλιτ ζά νι κ ά τω και περίμενε . Ο Λού τσο έ κανε μερικά βή ματα π ίσω απ ό τον λοχαγό , ώστε να μπορέ σει να του σερβίρει. Ο λοχαγ ό ς σή κωσε το φ λιτζά νι . Το χέρι του Λού τσο έ τρεμε κάτω απ ό το βά ρος τη ς καφετιέ ρας . Γέ μισε το φλιτ ζά νι μ έχρι πάνω . Ο καφέ ς ξεχείλισε, και το καυτ ό υγρ ό πιτσίλισε τον λ οχαγ ό , δ ιαπ έ ρασε το β α μ βακερό πουκάμισο' και του έ καψε τη σ ά ρ κ α . Ο Λούτσο τα εί χε χαμ ένα, ά ρχισε να ζητ ά ει συγνώ μη . Ο λ οχαγ ό ς του έβ α λε τις φωνές , τον ά ρπ αξε από το πουκ άμισο και τον έ σπρωξε πίσω . Ο στρατιώτης με το ραδιόφωνο έ μεινε ά ναυ δος . Ο μ ό νος που κουνή θη κε ή ταν ο λο­ χία ς . Πετάχτηκε όρθιος . Ζή τησε ένα π ανί . Π ροχώ ρησε. Π ρος το νεροχύ τη . Μ α κρι ά από τα όπλα . Κ ινήθη κε και ο Περτιέρο . Ση κ ώθη κε απ ό το κρεβ ά τι, έ κανε ένα βή μα . Π λησίασε τα όπ λα . Ο λοχαγ ό ς γύ ρισε . Τον είδε . Δ υο βή ματ α . Ο λοχαγ ό ς αντ έδ ρασε. Σ χεδό ν τα έφτασε . Ο Λούτσο κινή θη κε . Έχυσε όλο το περιεχ ό μενο της καφετιέ ρας στο πρ ό­ σωπο του λ οχαγού . Τον έ καψε . Τον τύ φ λωσε. Το π ρώτο ούτζι 119


στα χέρια τ ου' τ ο δ άχτυλο στη σ κανδ ά λη , και κατεβασ μ ένος ο μοχ λός ασφά λειας . Ο Λούτ σο άρπαξε τ ον Πά κο, τ ον πέταξε μπ ροστά , μακριά από τ ον λοχί α . Το πεδίο β ο λή ς ήταν πια ελί:ύ ­ θ ερο . Η επ ίθ εση κράτησε μ όλι ς έξ ι δευτ ερόλεπτα . Ο Λούτ σο ήτ αν κι όλας δίπ λα σ τ ον Περτιέρο με το ούτςl στα χέρια, έτ οιμος ν' ανοίξει πυρ. Ο λοχαγός άνοιξε δ ιάπ λατα τα μάτια του . Ο Λ ούτ σο τον π λησ ί ασε κα ι τον χτύ πησε στο κεφάλι με τον υποκ ό πανο, ρ ίχνοντ ά ς τον ανα ί σ θ ητο. « Πά κο, πά ρε τα πιστόλια τους». Δ εν υπή ρχε καμιά εγγ ύηση πως ο φοιτητή ς θ � είχε τα κ ότ σια να τ ο κάνει . Ό μως ο Π ερτιέ ρο ήταν αναγκασμένος να το διακινδ υνεύ σει. Ο Π άκ{) έβγ α λε τα πισ τόλια απ ό τις θή κες, και τα πέταξε στο π ά τωμα, ανάμεσα στον Π ερτιέ ρο και τον Λ ούτσο, π ροσ έ­ χοντας να μη β ρ ί σ κεται μεταξύ των συντρ όφων τ ου και των στρατιωτ ών . « Κ αι το μαχαίρι» . Ο Πάκο π έτ α ξε το μαχα ί ρι από το τραπέζι στο πάτωμα, π ροχώ ρησε και πή ρε ένα όπλο . « Γυρ ί στε τις π λάτεζ» . Οι φρουροί υπάκουσαν. « Κι εόεί ς οι δυ ω) , είπε ο Περτιέρο σ τους φρουρού ς που β ρί ­ σκονταν κοντά στο λοχαγό , « ρ ίξτε τον στα κελιά». Ο Λού τσο και ο Π ά κο έμειναν στην κου ζίνα . Ο Περτιέρο ακο λούθησε τους στρατιώ τες που έ σερναν το λοχαγό έξω απ ό το δω μάτιο, στο μικρό δ ιά δ ρομο. Δ ε ξιά κι αριστερά κε λιά . Στάθη καν στο π ρώ ­ το . « Βάλτ ε τον μ έ σ α» . Το κελί ήταν δυο π όδ ια φαρδύ κ αι τέσσε­ ρα π όδι α μ ακρ ύ . Οι τοίχοι π ράσινοι απ ό την υγρασία και πιτσιλι ­ σ μ ένοι με αίμα. Τ ο σ ώ μ α του λοχαγού χώ ραγε μετά βί α ς . « Μ πε ίτ ε κι εσεί ς» . Οι στ ρατιώτες ανέβη καν στο κορμ ί του, ποδ οπ ά τησαν τα β ρεγμ ένα ρού χα και τη ζε ματισμ ένη σάρκα . « Τι ώ ρα θ α ' ρ θ ουν; » Ο ένας φρουρ ό ς δ εν ήταν σε θέση να μιλή σει. Ο ά λλος κατά­ φερε να π ροφέ ρει δ υο λέξεις π ρι� παγώσει κι αυτ ός από την τρο­ μάρα του . ((Σ τις εννιά» . Ο Π ερτιέρο β ρ ό ντη ξε την π ό ρτα . Τ α κ λαψουρ ίσματα του φό­ β ου έ παψαν ν' ακούγονται . Έβ α λε το σύ ρτη και γύ ρισε στη κου­ ζίνα . Ο λοχίας ήταν χ λομ ό ς έ τρεμε . Το ίδιο κ αι οι υπ όλοιποί φ ρουροί . «Τι ώ ρα θ α έ ρ θ ουν» . Ήθ ε λε να β εβαιωθ εί . (( Ό πως πάντα στις εννιά» . « Αυτοκ ίνητο;» ρ ώτη σε ο Π ερτιέρο. «'Εξω σ τη ν αυλή » . Η φωνή του λ οχί α α κ ούστη κε αδύ ν αμη 120


« Κλειδιά » . Ο λοχίας κατέβ ασε τα χέ ρι α , αργ ά και νευρικά κι έβγα λε τα κ λειδ ιά α π ό την τσ έπ η του . « Ρ ο λόι και χρ ήμα τα » . Ο λοχίας έ κανε όπως τον πρ ό στα ξ α ν . « Ε ντά ξ ει . Β άλτε τους στα κελιά». Ο Π ερτιέ ρο κοίτ α ξε τον Λού τσο και τον Π άκο που συνό ­ δευαν το λοχί α κ α ι τους φρουρού ς έξω απ ό την κου ζίνα. Κλείδω­ σαν τους στρατιώτες στο δεύτερο κελλί , δ ίπλα στο λ οχαγ ό , και το λοχί α στο τελευτ α ίο μ ό νο του . - Τ δ ο ωμ άτιο που κοι μ όντ αν ο ι φρουροί β ρισ κ όταν στο μπ ρο­ στιν ό μ έ ρος του σπιτιο ύ . Ανέβη καν β ιαστικά τις σ κάλες κι έ κα­ ναν ά νω- κ ά τω το δωμ ά τιο μ έ χρι ν α β ρουν κα θ αρά πουκάμισα, π αντε λόνι α που να τους ταιρ ι ά ζουν , κά λ τσες και κορδόνια για τ α π α πού τσια τους. Σε μια β α λ ίτσα, κάτω απ ό το κρεβά τι, ο Π ερτιέ ρο β ρή κε ένα που λόβερ . Στο ντου λάπι ένα μπουφάν στα μ έτρα του . Για πρώ τη φορ ά α π ό τ ότε που τον έπιασαν και τον έ-Υδυ σαν , δεν αισ θ ανό τ α ν π αγωμ ένος. Τ ο α υτοκ ί νη το του λοχ ί α περ ί μενε στην αυ λή , ένα Φ ορντ τριώ ν χρ ό νων φερ μ έ νο απ ό την Αμερική . Ο Λ ού τσο φ ό ρτωσε τα ό πλα των φρου ρών και τ α ρού χα τους στο αυτοκί νητο. Ο Π ερτιέ­ ρο πή γε μ έ χρι την μ προσ τινή π ό ρτα, έλεγ ξε το δ ρ ό μο κι ότ αν β ε β α ιώθη κ ε πως ή τ αν άδ ειος, εί πε στο Λούτσο να ξεκινή σει . Ό ­ τ αν β γή κ α ν έξω , τρά βη ξε την π ό ρτ α , μ έ χρι ν' α κού σει το κ λικ της κ λειδ α ριά ς και π ήδησε στη θέ ση του συνοδ ηγού . Η ώ ρα ή ταν έξ ι και τριάντα π έντε. Είχαν περάσει δέ κα πέντε λε π τ ά απ ό την ώ ρα που ο φρουρ ός άνοι ξε το σκ έ πασμα της κάσας και του εί πε πως θ α τον σ κ ό τωναν . Κατ έβ α σε το παρά θ υρο και ανέπνευσε τον πρωιν ό π αγωμ έ νο α έ ρα . « Π ρος τ α πού π ά με;» α κού στηκε αγχωμ έ νη η φωνή του Λού ­ τσο . ' Ολοι τους είχ α ν μετ α φερ θ εί στο σπ ίτι των β ασανιστη ρ ίων μ έ σα στο πορτ-μπαγκά ζ κάποιου αυ τοκίνη του ή με δ εμένα τ α μάτια. Είχαν τον ήλιο στ ' α ρισ τερά του ς , άρα β ρ ίσ κονταν στα βό­ ρεια τη ς π όλη ς . « Π ροχώ ρα ίσια , όσο πάει, μ έχρι να δο ύ με πού είμ α στ ε » . Δέκ α λεπτά α ργό τερ α κατευ θύ νονταν π ρος το κ έντρο της π ό ­ λης . « Τι θ α κάνουμε;» Η φωνή του Λο ύτ σο ζη τούσε λεπ τομέ­ ρειες και οδ ηγίες. Δ εν πρ όδινε ίχνος πανικού . « Έ χουμε δ υο επι­ λογέ ς», απάντησε ο Π ερτιέ ρο, ξέ ροντας πως CΊ χρό νο ς ήταν ε­ ν αν τ ίον τους . « Ή θ α κρυφτού με σε κάποιο κρυσφ ήγετο ή θ α π ά με κ α τά τα σ ύ νορ α . Τι π ροτιμάτε; » Ο Λούτσο οδ ηγού σε στα θερά . « Ξέρω πως π ρέπει να λεί ψεις για λίγο, να πεις στους απ ' έξω τι συμ β α ίνει εδώ . Εγώ θ α μείνω . 121


Θ α κ ρατήσω ΤC)\' Πά κο μ α ζί μ ου , Να βεβ αιω θώ πως τ α πρ άγ μα ­ τ α εί να ι εντ άξ ει » . Έ στριψε δεξιά, σ ' έναν α π ό τους περιφερια­ κούς δ ρό μους , και κ ατευ θύ ν θη κε δ υτικ ά . « Θ α κ α τέβ ουμε κοντ ά στην κ ρυψώνα . Ε σύ θ α φτ ά σεις στ α σύ νορα δυο ώ ρες πριν μα­ θευτεί η απ όδ ρ α σ ή μας κ αι μ π λ ο καριστεί η περιοχή » . Δεκ α π έντε λεπτ ά α ργ ότερ α , ο Π ερτιέ ρο είχε α φή σει τους συν­ ' τ ρόφους του . Ε ί χε κ ρ ατή σει το ούτςι κ α ι το πιστ όλι κ α ι τους είχε δώ σει τα υπ όλ οιπ α όπλ α . Κ ατευ θύ νθηκε προς τ α δυτικά , έξω α π ό τ ην π όλη , ενώ συγχρόνως σκεφτ ό τ αν τις ενα λλα κτικ ές λύ ­ σεις που εί χε , Π ριν α φήσει το λεκ α νοπ έδιο κι αρχί σει ν α ανε β α ί­ νει τ α υψ ώ ματα , στα μ άτησε σ ' ένα μαγα ζί , αγ όρ ασε ένα σ α κί π ατά τες, ένα πόντσο α πό δεύ τερο - χέ ρι κ α ι ένα π α λιό καπ έλο. Τ α έ ριξε στο πορτ - μπ αγκ άζ . Την ώ ρ α που ά φηνε π ί σω του κ α ι τ α τελευτ α ί α σπ ίτι α , α ποφάσισε την πορεί α που θ ' α κο λου θ ού σε. Ο δ ρόμος νοτιο δ υτικ ά της λί μνη ς Τιτικ ά κ α ήτ αν ο συντομ ό τε­ ρος, α λλά ήτ αν και ο π ρώ τος δ ρ ό μος που θ α μπ λοκ ά ριζ αν . Ο δ ρ ό μος για τα βό ρειο-ανατο λικά ήτ αν μα κ ρύ ς . Π ριν ν α φτ ά σει θ α είχ αν κ λείσ :>ι τα σ ύ νορα . Κ ατεύθύ νθη κε δυτικά . Έ φτ ασε στην Τι κ ίνα , στο φέ ρι - μ πότ, δ εκαπ έ ντε λεπτά α ργ ότερα α πό την στιγμ ή που το εκτελεστικό α π ό σπ ασμα θ α έ μ π αινε στο σπ ί τι των β ασανιστη ρίων. Η Τικ ί να α πείχε λιγ ότερο α π ό δ ια κ όσιες γιάρ­ δ ες α πό τη λί μ νη Τιτικά κα , Πή ρε μια σχεδία , ασφα λίζοντ α ς π ά ­ νω το αυτοκί νητο μ ε α λυσ ίδ α , κ αι π έ ρ ασε α πέν α ντι. Πή ρε τη δ υτική α κτή , με κατεύθυνση βό ρεια , προς τα σ ύ νορ α με το Π ε­ ρού. Δ υο μ ίλ ια έξ ω α π ό την πόλη , σ ύ μφωνα με τους χ ά ρτες που είχε συ μ β ου λευτεί στο φέ ρι - μποτ της Τικίνα , στ αμ ά τησε τη μη­ χ α νή κι έ κ ρυψε το αυτοκ ίνητο σε μια συστάδ α δέντρων. Αν π λη­ σ ί α ζε περισσ ότερο μπ ο ρεί να τον έβλεπαν , Έ βγα λε τα ρού χα που εί χε δ α νειστεί α πό τους β α σανιστέ ς , ξ αν αφόρεσε τα ματωμ ένο του πουκ ά μισο, το λε κιασμ ένο π αντελόνι, κι ένιωσε το κ ρύο γι α άλλη μια φορά . Τυλί χτη κε με το π ό ντσο που εί χε αγορ ά σει , Ά ­ δ ειασε το σ α κί με τις π ατάτες , έβ α λε το ούτςι μ έ σ α κ α ι το ξ ανα­ γέ μισε έ τσι ώστε το σ α κί να μ η χάσει το σχή μ α του. Έ κ ρυψε το πιστόλι στη ζώ νη του π α ντε λονιού του . Ο δ ρ ό μος ή ταν α κ ό μ α ανοιχτό ς , Έβ α λε μπ ροστ ά τη μηχ ανή κ α ι οδ ή γησε άλλ α εκ α τ ό μέτ ρ α σ ' έ να ση μείο που η ό χ θη τη ς λίμ νη ς ήτ αν α π ό τομη κ αι τ α νερά β α θιά κ α ι σ κ οτ ειν ά . Ξεφό ρτωσε τις π ατ ά τ ες , έβ αλε τη ταχύ τητ α στο νε κ ρ ό και ά φησε το αυτοκ ίνη το να κυλή σει . Πή δησε έξ ω ό ταν β ε βαιώθη κε πως σίγου ρα θ α έπεφτε στ η λί μ νη . 122


Η Φ ορντ στ άθη κε για ένα λεπτ ό στην ά κρη , κι έ πεσε στο νερ ό

με τ ό ση δύ ναμη που ανατ ά ρα ξε ό λη την επιφ ά νεια τη ς λί μνη ς . Για ένα λεπτ ό περίπου επ έ π λεε και μετ ά , ά ρχισε σιγ ά - σιγ ά ν α βυθίζεται. Μέσα σ τ α επ ό μενα σα ράντα δευτερ όλεπτα είχε ε ξ α­ φανιστεί . Όχι απ όλυτα, διαπ ί στωσε με κ ά ποια ανησυχία , γιατ ί μπορού σε να διακρ ί νει το γα λά ζιο χρ ώ μα του αυτοκινήτου μ έ σα απ ό τα σκοτεινά νερ ά . Σ κέφτηκε πως δεν θ α το παρατη ρ ο ύ σαν πα ρ ά μ ό νο όταν εκείνος θ α εί χε πια φτ ά σει στον π ρ οο ρ ισμό τους. Φ ό ρτωσε το σα κ ί στη ν π λά τη του και βά λθη κε ν' ανεβ α ί νει την ανηφ ό ρα π ρος την Κοπα καμπ άνα. ό πως έ. κανε ο πα τέ ρα ς του κι ό λοι οι χωρικοί των Ά νδεων. Η π όλη ή ταν πιο μακριά απ ' ό σο είχε υπο λ ογ ί σει . Ό ταν έφτα­ σε στην κεντ ρ ική π λατεί α η ώ ρα ή ταν δέ κ α και π έντε. Η πείνα και το κ ρύο τον έσφαζαν. Η πε ζοπορ ί α έ κανε τις π ληγές του να πον ά νε . Σ' ένα π άγκο στη γω νία της π λατεί ας , δίπ λα στα σ κα λιά της ε κ κ λησ ί ας, αγόρασε πατ ά τες, ένα τσόκλ ο κι ένα φλιτ ζά νι τσ ά ι κ ό κας. Τ ο εκτε λεστικό απ ό σπασμα θ α εί χε φτ ά σει στο σπ ί τι ε δώ και μια ώ ρ α . Θ α εί χαν ανακα λύ ψει την απ όδ ρασ ή τους , θ α έ ψαχναν π α ντού , θ α έ κ λειναν τα σ ύ νορα . Τέλειωσε το φαγητό του, απο­ μακρ ύ νθη κε από τη λί μνη και π ή ρε το μονοπ ά τι για τ α μεσόγεια . Μ ετ ά απ ό τρι ά ντα λεπτ ά , έ στ ριψε δε ξιά στο ση μείο που υπο λόγι­ σε πως ακο λου θ ού σε πορεί α πα ράλ λη λη με την α κτή . Δυ ο ώ ρες αργό τερα, απ ό ένα β ρ ά χο γυμνωμ ένο απ ό τον αέ ρα ε ίδ ε το φυ λά­ κιο των συνόρων μισ ό μ ίλι π ί σω του . Δ εκαπ έντε λεπτ ά α ργ ότερα πή ρε το μονοπ ά τι που οδ ηγού σε στο πρώ το παρα λίμνιο χωριό . 'Ε κ ανε το γύ ρο των σπιτιώ ν, π ά νω απ ό το γ κ ρεμ ό , ώ στε να μη τον δ ουν από το περου β ιανό φυλ ά κιο και κάνοντας ώ το-στοπ σ ' ένα φο ρτηγό , τ ράβη ξε για το Π ού νο . Σ τις μ ι α πα ρά δέ κα , έξι ώ ρες και πενή ντα λεπτ ά απ ό τ ό τε που βγή κε απ ό την κ ά σα, χτυπού σε σιγ ά την π ό ρτα μιας τενεκε­ δοκα λύβ ας στο πίσω μ έ ρος ενός καφενεί ου, στο λιμάνι της πό­ λης. Αργότερ α , ήρθ ε η ώ ρα που θυμή θη κε τα λόγια του ανθρ ώ ­ που που του άνοιξε τη ν πόρτ α . «Έρμανο» , του εί πε, «α δ ερφ έ μου, σε νόμιζα νεκ ρ ό » .

2

Αίμα

Ο Λαπό ρτ ξύπνησε στις έξ ι, φόρεσε την πα λ ιά ρόμπα 123

Πι1l>

του


είχε χαρίσει η μητέρα του, τότε που ε ί χε φ ύγει απ() το σπιτι, σαν δ ό κιμος , και κατέβηκε στσ λuυτl)ι! σ τσ "Ιι:(,Ι ΠΙ/Η'ΨΙ/. Ή ταν άδειο . Σ το λιθόκτ ισ το κ τί ριο α ν τη χούσαν τα βήματα τω\' α δε ρ­ φώ ν, το σού ρσιμο των ποδ ιώ ν και ο ήχος των ψιθύρων . Έ κανε ένα ντους και γ ύ ρισε στο δ ω μάτιό του . Ν τύθη κ ε και πήγε στη πρωινή λειτουργία . Ο πατή ρ Μισέλ ήταν ή δη εκεί. Σ την πίσω σειρά , χαμένος σχε­ δ όν στο σ κοτ άδ ι . Ό ταν τέλειωσε η λειτουργία βγή καν απ ό το μοναστή ρι κι ά ρχισαν να περπατ ά νε προς την π λατεί α τ ων Ό­ π λων. Απ ό μ π ροστ ά τους πέρασε το π ρωιν ό λεωφορείο . Η μηχα ­ νή τούς γέμισε κ αυσαέρια . «Άργη σες να έρ θ εις χτες β ρ άδυ . Α νησ ύχησα» . Στα λ όγια του υπή ρχε ένα αλη θ ινό ενδ ιαφέρον. Ο Γάλλος αισ θά νθηκε το δ εσμ ό που είχε α \'α πτυχ θεί μεταξύ τους σ ' αυτό το εκ παι δευτικ ό τα ξί δ ι . " Μην α \'ησυχείς , φιλε μου . Αν υπ ά ρξει π ρ όβλη μ α , αν θελήσω Ilσήθεια , σε σένα θα π ροστ ρέ ξω » . Π ροσπερασαν τις δ ιπλές ξύλινε ς π όρ τες του κα θε δ ρικού να ­ ού και κατέβη καν τα σκαλιά μ π ροστά απ ό το μέγαρο . Στο κέν­ τ ρο της π λ ατείας στεκ ό ταν ο λουσ τρ ά κος . Σ αν να μην είχε φ ύγει κα θόλου από κει . « Β ρή κες τίποτα ; » ρ ώ τησε ο πατήρ Μισέλ. Ο πατήρ Ζαν σ κέφτη κε π ριν απαντή σει . « Η υπόθση είνα ι πι ο β α θ ειά απ ' όσο φαίνεται. Πολύ πιο βαθ ι ά απ ό το γεγον ός, ό τι ο άνθ ρω πός μας β ρέθη κε και μετ ά χ άθη κε » . Του ήταν εύ κολο να μιλά ει στον ιερωμένο φ ίλ ο του . Τον έβρι­ σ κ ε π άντα πρόθ υμο ν ' α κού σει, να του κ άνει τις κατ άλλη λες ε­ ρωτή σεις . Λες κι είχε εμπ λ ακε ί και ο ίδ ιος στην υπ όθεση του Γάλλου φίλου του . « Δ εν θ α τον β ρουν ποτ έ , » συνέχισε. « Κ ι αν υπήρχε πραγμ ατικά μια ευ καιρία να τον β ρουν, δεν νομίζω πως θ α ενδ ιαφερόταν κανείς » . « Κ ι εσύ , πάτερ - Ζαν , ενδ ιαφέρεσαι ; » Σ τη φω νή το υ Λαπόρτ δεν υ πή ρχε ίχνος δ ιστ αγμού . « Βέβ αια, πά ρα πολύ» . «Τον ψ άχνουν;» . « 'Οχι α κ ρι βώ ς . Ο ι αρχές θ α κάνουν τις τυπικές έρευνες . Τί π ο­ τα περισσότερο» . « Ε σύ , θα τον αναζη τήσεις ; » Μέσα σ' ελά χιστες στιγμ έ ς ο Λ α ­ πόρτ θυ μ ήθη κε την αγωνία που πέρασε πάνω απ ό τα κείμενα του Θωμ ά Ααι ν ι'ιτ'l. 6ιαβάζοντας τ ο δ όγμα του Ιερού Πολέμου. « Σ κ ότι·)('Η: το\' ΠΙΙΟι.IΗ/ μου», α πάντησε απλι'/.

124


Διέ σχισαν την π λ ατεί α , προσπ έ ρασαν τη γυ άλινη πρό σοψη του ταχυδ ρομείου κι έφτασαν σχε δόν στην π ό ρτα του μοναστη ριού . Στ ο στενό δ ρομ ά κι, ο θό ρυ βος των λεωφορείων ή ταν εκ κωφαντι­ κ ό ς , το καυσαέ ριο που έβγαινε απ ό τα πετ ρε λαιοκίνητα αυτοκ ί­ νητα σ κοτείνια ζε τον π ρωινό ουρανό . ' « Ε χεις κανένα να σε β οη θή σει; » Έ φτασαν στην π ό ρτα . « Δεν εί μαι σίγουρος. Μίλησα σ ' ένα ­ δυο ανθ ρ ώ πους για το θέ μα, α λλά αυτ ό είνα ι όλο π ρος το πα ­ ρ ό ν». Ο πατή ρ Μ ισ έλ ά νοιξε την π ό ρτα . « Α ν χρειαστεί ς κ ά ­ ποιον , θυμή σου με». Ο Λ απ ό ρτ εντυπωσιά στη κε απ ό την ευθύ τητα της π ροσφο­ ρ ά ς . Μ ε το δικ ό τους τ ρ ό πο, και ο εκ δό τη ς του περιοδ ικού και η γυνα ί κα του τον είχαν βοη θή σει . Ό μως ο Π ατσ έ κο είχε π ά ρει μ ια συνέντευξη για αντ άλλαγμα κ αι η Μ αρία είχε την ευχέ ρεια να μιλή σει σε κ ά ποιον για το χαμ ένο τη ς φ ίλο . Α ντ ίθετ α , ο πατή ρ Μ ι σ έλ δεν θ α κέ ρ δ ιζε τί ποτα . « Σ ' ευχα ριστώ » εί πε ο Λαπό ρτ , και τον ακολ ούθησε στο μοναστή ρ ι . Σ το κ έντρο του μοναστη ριού β ρισ κ όταν η μα κρ ό στενη τ ρ α­ πεζα ρί α . Ε κεί έπαιρναν οι μοναχοί το π ρωινό τους : κ αφέ και ψω­ μί. Ο Λ απ ό ρτ και ο πατή ρ Μ ι σ έλ κ άθισαν μα ζί , α λλά δ εν συνέχι­ σαν την κου βέντα που τους είχε απασχο λήσει στη δ ιά ρ κεια του περιπ ά του. Μ ετ ά το π ρ όγευμα , ο πατή ρ Μ ισ έλ α κο λούθησε τα μ έλη της εκπαιδευτ ι κή ς ομ άδ ας και στ άθη κε μα ζί τους να πε ρ ι μ ένει το λεωφορείο που θ α τους πήγαινε στο κακ οφτιαγμ ένο εκείνο χα­ μ ό σπ ιτο όπου ο π ρώ τος γραμματ έ ας τη ς Π ρεσ βεία ς του εί χε φέ­ ρει τη μεγ άλη είδηση . Ο Λαπόρτ είδε το όχη μα να χ ά νετα ι μ έ σα στην κί νη ση που έ κανε το κ έντ ρο της π όλης να β ου ίζει κα ι γύ ρ ι σε στο δ ωμ ά τ ιό του . Σ το μοναστή ρ ι επικρατού σε κα ι π άλι ησυχί α . Κ ατ έβ ασε τη β α λίτσα του απ ό την ντου λά πα και την άδ ειασε. Α κού μπησε τα χ αρτι ά κ αι τα βιβ λία του στα κατωπ όδ αρα του κρε β ατιού του: έ κλεισε τη β α λί τσα και κ ατ έ βη κε τις σκ άλες . Ό ταν βγή κε α π ό το μοναστή ρι η ώ ρα ή ταν εννι ά παρ ά τ έταρτο. Ο κτακόσια μ ί λια μα κ ρι ά ο Γ κ ι λέ ρμο Π ερτιέ ρο περνού σε με το φέ ρυ μποτ την τακ ί να κα ι πή γαινε γ ια την Κοπα καμπ ά να . Ο κεντ ρι κό ς εμπορικ ός δ ρ ό μος , ανά μεσα στην Π λατεία Σ αν Μ αρτί ν κ αι την Πλατεί α των Ό π λων, ή ταν κιόλ ας πή χτρα στον κ ό σμο. Οι π λαν όδ ιοι πωλη τέ ς είχαν απ λώ σει την π ραμ ά τει ά τους στ α πεζο δ ρ ό μια , και τ ' αυτο κ ίνητα μ όλις που χωρο ύ σαν να δ ιασχ ίσουν το μονόδ ρομο ανά μεσα στα κ αταστήματα . Ο Λ α­ π ό ρτ έφτασε σπ ρώ χνοντας σ ' ένα κ ατ ά στημα ετο ί μων ενδ υμ ά 1 25


των. Α κ ό μα και το π ρωί τ α φ(ο τα έ ξω απ ό το μαγα ζί ανα βόσ βη­ ναν και η μουσική ξεχυνό τ αν στο δρό μο. Το μαύ ρο κοσ τού μι τον ζέσταινε. Το κο λά ρο τον έπνιγε . Αγ ό ρασε μια ζακέτ α , δυο που κ ά μισα και δυο ελ αφρ ά πουλόβερ . Τα έβα λε στη β α λί τσα κα ι έκλεισε με δύ ναμη την κ λειδ αριά . Στην αψι δωτή λεωφ ό ρο, στο π ά νω μ έ ρο ς τη ς π λ ατεί α ς Σ αν Μ αρτ ίν , εκεί που κατ έληγε ο κεντ ρικ ό ς δ ρ ό μος, βρή κε μια σειρ ά α π ό τη λεφωνικού ς θάλαμου ς και τ ον τη λεφωνικ ό κατ άλογο τη ς περιφέρεια ς τη ς Λί μα ς . Δεν υ πή ρχε καταχώ ρη ση σ τ ο ό νομα Κλά ιν ή Χά ινερ με δ ιε ύθυ νση στο σ π ί τι του Τ σακ λικ άγιο. Ξ ανα­ βγή κε στον ή λιο και π ή ρε τ ο δ ρ ό μο για το συγκρ ό τη μα γρα­ φείων, που σ τ έγαζε κα ι το περιοδικ ό τ ου Π ατσ έ κο . Απείχε περί­ π ου μ ισ ό μ ίλι. Το περιοδ ικ ό β ρισκ ότ αν στον τέταρτο ό ροφο , μια ς πο λυκα­ τ οικ ί ας που έβλεπε στον α κ άλυπτο χώ ρο ενό ς εργοτ άξιου . Πέ­ ρασε τ ην αποικιακού ρυ θ μού είσοδο και μ πή κε στο μεγ άλο μαρ­ μαροσ τ ρωμ ένο χο λ απ ' ό που οι σ κ άλες οδ ηγού σαν στα π ά νω π ατ ώ μα τ α . Στ α δ εξι ά του ή τ αν το ασανσέρ . Ο Λαπόρτ το αγνόη­ σε κι ά ρχισε ν ' ανεβα ίνει τη σ κάλα . Σ τον π ρώ το και τ ρίτο ό ροφο υπή ρχαν γυνα ι κείες τουα λέτ ε ς . Σ το δ εύ τερο και τέταρτο αν ­ τ ρικές . Ο εκ δότης κα θόταν πίσω α π ό ένα μεγ άλο γραφείο, σωστ ό ερείπιο, με μια φορη τ ή γραφομηχανή απ ό τη μια και τ ρ ί α τ η λέ ­ φωνα α π ό την ά λλη . Ο ι τοίχο ι ήταν καλυμ μένοι με μεγ εθύ νσει ς των π ρ ώ των σελίδων του περιοδ ικού, περιο δ ικού με κα λή φή μη και μεγ άλη κυ κλοφορ ί α . Ο Π ατσέ κο δ ι άβαζε την ώ ρα που μ πή κε ο Λ απ ό ρ τ . Σή κωσε τα μ άτια, εί δ ε τον π α π ά , ση κώ θη κε και τον χαιρέ τησε . « Π ά τ ερ-Ζαν, καθίστε» . · Ε κανε χώ ρο στον καναπέ στα δεξιά τ ου γ ραφε ίου του και φώ ναξε σ τη γραμματ έ α του να φέρει δύο καφέδ ες. « Λοιπόν, π ά τερ , τ ι νέ α ; » «Αυ τ ό α κριβ ώ ς έλπιζα ν α μά θω απ ό σ ένα » . Ο Π ατσ έ κο σή ­ κωσε του ς ώ μου ς . « Τί ποτα . Δυ στυχώς τ ί ποτ α . " Ε χω ένα δ η μο­ σ ιογρ ά φο που έ χει ανα λάβει" τη ν υπ όθεση . Π ροσπα θεί να β ρει ά κ ρη με τον Χάινερ , αλλά τ ί ποτ α . Ο ι γ εί τονες λένε πως καμι ά φορ ά ά κουγαν τ ραγούδια και δ εν μ πορούσαν να καταλάβουν τη γ λώ σσα, α λλά τ ί ποτα παρα π άνω . Μί λη σα σε αν θ ρώ πους μέσα σ τ η ν ασ τ υνομία , σε μερικού ς πολιτικού ς που γνωρίζω , αλλά δ εν έβγαλ α ά κρη» . " Εγινε μια π αύση . « Κ αι η Μ αρία ; )) ρώ τη σε ο Πα­ τ σέκο . « Τη ς μ ίλησες;)) « Μ ιλήσ αμε πολύ . Αξιοπρόσεκτη γυνα ί κα , πολύ γοη τευτ ική» . Π α ρ άξενα λόγια για έναν παπ ά , σ κ έφτη κε ο Π α τ σ έκο , αλλά κα126


. τ ά βάθος δεν ήταν παρεξ ηγήσιμα . Ά π λωσε το χέρι του κι έπιασε ένα π ά κο φωτογραφ ίες . « Τι λες γι' α υ τές ; Είναι αυτές που τρα βή ­ ξαμε χτες στο σ πίτι» . Ο Λαπόρτ τις π ή ρε και τις κο ίτα ξε μία - μία . Υπή ρχε κ ά τι σ ' αυτ έ ς τις φωτογραφίες που θ α του χρεια ζό­ ταν. Κά τι που δεν ή ξερε τι ακρι βώς ή ταν. « Είναι μ άλλον κα λέ ς . Μ πορώ να έ χω δ υο-τ ρεις ; » Η αντ ί δ ραση του παπ ά ευχαρ ί στησε τον Π ατσ έ κο. « Π ά ρε ό ­ σες θέλεις. Ήθε λα να χρησιμοποιή σω μια φωτογραφί α του πατ έ­ ρα σου και να τη συγ κρίνω με τη δ ική σου , α λλά δεν μπορέσαμε να β ρού με . Δεν πιστεύω να έχεις καμιά » . « Κ ι ό μως έχω . Ούτε που το θυμ ό μουν» . Έβγαλε το πορτοφό λι του και τ ρ ά βη ξε μ έσα α π ό χαρτι ά και λεφτ ά , τη φωτογραφί α . Ή ταν η ί δια φωτογραφία που η μητέ ρα του φύ λαγε σ τ ο δωμ ά τιό της . Ο Π ατσ έ κο την π ή ρε στα χέρια του , και φώναξε ένα φωτογρ ά φο να την ανατυπ ώ σει . « Θ α φύγεις την Κυριακή ; » ρώ τησε. Ο Λ απ ό ρτ δίστασε. « Δεν είμαι σ ίγουρος . Εξ αρτ ά ται» . Ο Π ατσέ κο κού νησε με κατανόη ση το κεφ άλι του . « Ό πως σου εί π α και χτες, αν νομίζεις πως μπορώ να β οη θή σω σε κ ά τι, δεν έχεις παρά να μου το ζητή σεις» . Ή ταν η δεύ τερη προσφορά απ ό το π ρωί . « Ν αι, κ ά τι θέλω . Μή πως έχεις το τη λέφωνο του σπιτιού στο Τσακ λικ άγιο; Δεν το β ρ ί σκω στον τη λεφωνικ ό κα­ τ άλογο». Ο Π ατσ έ κο συμ βου λεύτη κε το μικρ ό του σημειωματ ά ριο κι έγραψε τον αριθ μ ό σ ' ένα χαρτ ί . « Έ κανα μια επα λήθευση χ θες», του ε ξή γησε . « Έβ α λ α έναν δ ικ ό μου να τ η λεφωνά ει κ άθε μια ώ ρ α . Σε περ ί πτωση που κ ά ποιος θ α εμφανιζόταν, θα το σή κωνε. Ό μως δεν απ ά ντησε κανείς . Ν ομ ίζω πως σή μερα θ α συμ β εί το ίδ ιο». Ο Λ απόρτ πή ρε το χαρτ ά κι, το έβ α λε στο πορτοφ όλι του και ση κώθ η κε να φ ύγει . « Χά ρηκα που σε ξ αναεί δ α . Θα ξαναπεράσω αργότερα για τ η φωτογραφία». Ο Π ατσ έ κο τον συνόδ ευσε μέ χρι την π ό ρτα του γραφεί ου. « Κι ό πως σου εί πα . Α ν ποτέ χρειαστεί ς βοή θεια , εδώ είμαι» . Ο Λ απ ό ρτ περίμενε στο ασανσέ ρ . Ο Π ατσέ κο γύ ρισε στο γρα ­ φε ίο του και τ ότ ε ο παπ ά ς κατ έβη κε γρήγορα τις σ κά λε ς. Έ φτα­ σε, στο δεύτερο ό ροφο, στις τουα λέτες ανδ ρώ ν, μπήκε μ έσα και κ λείδωσε πίσω την π ό ρτα. Άνοι ξε τη β α λίτσα και ξεκού μπωσε το παπα δί στικο κολάρο. Η τουα λέτ α μ ό λις που τον χωρού σε. 1 27


Οι κινήσεις του ήταν περιορισμ ένες . Φό ρεσε μια α λλαξιά απ ό τα ρούχα που είχε αγορ ά σει το π ρωί, δίπ λωσε τα παπα δ ίστικα ρούχα, τα τακτοποίησε σε μια βα λίτσα, έβγ α λε τα χ ρή ματα και το ροζάριο από τα πα λιά και τα φύλαξε στα καινούργι α . Βγ αί­ νοντας τρά βηξε το καζανάκι. Στο παπουτσίδικο , δύ ο τετράγωνα πιο πέρα , αγό ρ ασε ένα α­ κόμα ζευγάρι παπούτσια . Στο φα ρμα κείο αγό ρ ασε γυα λιά η λίου. Σ τον εφη μεριδ οπ ώλη ένα σουγιά, ένα χάρτη της πόλη ς κι ένα λατινοαμερικανικό οδ ηγό τ σέπης . Π ροχώρησε π ρος το ξενοδο­ χείο Σέ ρα τ ον που β ρ ί σκεται αν ά μεσα στο Π α λιό Δικαστικό Μέ­ γαρο - σ την πρόσοψη τα σημ άδια θυ μ ίζουν α κό μα το σεισ μ ό του 1 970 - και την αμερικανική πρεσ β εία . Βρή κε ένα τ ραπ έζι στο μπαρ Π α λσ κάνα και πα ράγγειλε π ρωινό με καφέ κ αι κρουα­ σάν. Μ ετ ά από δεύ τ ερη σ κέ ψη πή ρε κι ένα κονιά κ . Ε νώ περίμενε τη ν παραγγε λία του, ά νοι ξε τ ο χ ά ρτη τη ς πό­ λη ς, β ρή κε τ ο δ ρόμο για το Τ σακ λικ άγιο και ση μείωσε την τ οπο­ θ εσ ί α . Μ ετ ά β ρή κε τη διεύθυνση της Μα ρίας , αλλά δεν τη ση­ μείωσε με μολύβ ι . Ό ταν είδε πως ε ίχε μια γενική άποψη τη ς πό λης, έ στρεψε την π ροσοχή του στο λ ατινοαμερικανικό οδηγό τ σ έπης και βάλ ­ θη κε ν α με λετάει τους δ ρόμους και τις αερομετ αφορέ ς εκτός τη ς Λίμα . Υπή ρχαν λίγες ελπίδες ν α δ ιαπισ τ ώ σει, τ ον τ ρ ό π ο που ο φυγ ά ς είχε εγκα τ α λείψει την πό λη , α λλά αισ θ ανόταν πιο σίγου­ ρος γνωρίζοντας τις πιθ ανότη τ ες . Ό ταν τ έλειω σε το πρωινό τ ου, κατευθύνθηκε προς το γρα­ φείο ενοικίασης αυ τ οκι νή των Α V/S, στο κ ά τω πάτωμα του φουαγιέ του ξενοδ οχείου . Η γλωσσομαθή ς υπ άλλη λος του χαμο­ γέλ ασε, τ ου έδωσε μια λίστα με τ ις τιμ έ ς, και τ ον ρ ώτη σε ποιο μοντέ λο π ροτιμούσ ε . Ή ταν η π ρώ τη φορά στη ζωή του που νοί­ κια ζε αυτο κίνητο. Ο συντη ρητισμός που τον χαρα κτή ριζε τον ωθ ού σε να πά ρει ένα μικρό αυτο κ ίνητο. Συ μ β ουλεύτηκε τ η λίστα και δ ιά λε ξε αυτό που υπέθ εσε πως θα ήταν το ταχύ τ ερο.

3

Αα Πας Βολιβία

Το αυτοκίνητο τη ς εταιρ ίας μεταφορών π έ ρ ασε την πόρτα ασ φ α­ λείας, ανέβη κε τ ον ι δ ιω τ ικό δ ρόμο και σταμ ά τησε στο πάρκιγκ σ τ ο π ί σω μέρος του σπιτιού . Ο Χά ινερ κοίτ αξε π ροσεκ τ ι κ ά τον ο δηγό και τ ον συνεπι βά τη του , που βοη θο ύμενοι από άλλ ους 1 28


δ υο, ξεφό ρτωνα ν τα ξύ λινα κουτι ά και τα μετ έφεραν στο δω μά­ τ ιο που είχε ετ οιμαστεί ειδ ικ ά για την περίσταση . 'Ητ αν άδειο . Μ ονα δ ικ ά έ πιπ λα ένα γραφείο κ α ι μ ι α καρέκ λα. Ότ αν ό λες οι κούτες μεταφέρ θ η καν, την ώρα που ο οδηγ ό ς έκο β ε με μια τανά­ λια τα σ ύ ρματα με τα οποία ήταν δεμένα τα πακέτα, τ ότε δ ιάτα­ ξε να δ ιπ λασιαστούν οι φρουρές γύ ρω απ ό το σ π ί τι. Μετά έκ λει­ σε κι ασφά λισε τα παραθυρ όφυ λλ α του δω ματ ίου, τοποθέτη σε κι άλλους φρουρού ς έξω από την π ό ρτα και τα παρά θυρα, και μπή κε μέσα κλειδώ νοντας π ί σω του . Υπήρχαν δεκαπέντε κούτες που περιεί χαν δ ιά φορα χαρτ ό­ κουτα, τα οποία περιε ίχαν ντοσιέ και φα κέλους γεμ ά τους έγ­ γραφα . Οι τε λευταίες στιγμές πανικού στο σ πίτι του Τ σακλικ άγιο εί ­ χαν κα ταστρέψει τ ους λεπτομερίες του λάχιστον ένα μέρος φα κέλους που δ ιατηρού σε Ε κείνη τη ν ώ ρα πετούσαν χαρτιά και γέμιζαν τις κού τες χωρίς τάξη και λογική . Για να οργανώ σει το χά ος και να ε λέγ ξει τα έγγραφα , υπολό­ γισε πως θ α χ ρειαζότ αν δυο μ έ ρες . Τ ρι ά ντ α έξι ώρες αν ή ταν τυχερός. Μετά από δ εύτερη σκέψη , πή ρε τη δ ιεθ νή τη λεφωνία και ζή­ τησε μια συνδ ιάλεξη με τη Λίμα. Το τη λέφωνο χτύπησε την ώρα που ετοιμ αζόταν ν' ανοίξει το π ρ ώ το κουτ ί . . Ακουσε τον ήχο , και μετ ά το γνωστό γρύλλισ μα στην ά λλη άκ ρη της γραμ μής. Ο Τ ζο Κ όριγκαν, σ κέφτη κε, θ α μασουλάει σίγουρα κάποιο πούρο . Αν όχι, θα έ βαζε ένα στο στό­ μα του α μ έ σως μόλις ά κουγε τη φωνή του Χάινε ρ . « Κ αλημέρα » , είπε . «Εδώ ε τ α ι ρε ία εξ αγωγώ ν Χέρον. Σας ομιλεί ο δ ιευ θυντής» . Ο Κ όριγ καν ά π λωσε το χέρι να π ά ρει ένα π ούρο . «Χαίρομ αι που σας α κούω . Πώς π ά νε οι δ ιακοπές; » « · Ο λα καλά . Π αίρνω απλά για ν α σας πληροφορή σω πως ο γενικός δ ιευ θυντής θ α γυρίσει σύντομ α για ν' ανοίξει τα γραφεία μας στη Λί μα» «Χα ί ρομαι που τ' α κούω». «MπOΡ(ί.J να κάνω τίποτ α ; » ρώτη σ ε ο Χά ινερ . « Κά τι μικροπροβλή ματα . Θα εξηγήσω τις λεπτομέρειες στο δ ιευ θ υντή σας, αλλά οπωσ δή ποτε ελέγχουμε την κατ άσταση » . Ο Χ άινε ρ τον ευχα ρίστη σε, κατέβασε το α κουσ τικό και α­ π ά ντη σε στο χτύπημ α της πόρτας . Ο σεφ στεκόταν α π ' έξ ω κρα­ τώντας σ τα χέρια το δί σκο με τ ο β ρα δ ινό . Ο Χάινερ του είπε να περά σει, τον κοίταξε που α κούμ πησε το δίσ κ ο στο γραφείο, ι-.:αι ι)ιπ λο κλείδωσε τις π όρτες μόλις ο ά ντρας βγή κε . · Ε κανε ά λ-

-

.

.

129


λες πέντε υπεραστ ικ ές κλήσει ς κα ι μετ ά κ άθι σε να φ ά ει . · Α π λω­ σε το χέρι να πι ά σει την πετσέτα που β ρισκόταν στην ά κ ρη του δίσ κου μαζί με το η μερήσιο φύλλ ο της Πρεςένσια που είχε φρον­ τίσει να φέ ρει ο σεφ και ά νοιξε μια παγωμένη Λέβενμπρόι. Μ ετ ά από δεκαπέντε λεπτ ά χτ ύ πησε το τη λέφωνο. · Η ταν η πρώτη από τις κ λή σεις που εί χε κα λέ σει. Π ερ ί μενε να τον συνδέ­ σουν και ά κουσε στην άλλη ά κ ρη της γρα μ μή ς το τη λεφωνικ ό κέντρο των κεντ ρ ι κ ώ ν γ ραφείων της Γ κουά ρντ ια Σι βίλ . Ζήτησε έναν α π ό τους υψηλ ά ιστ ά μενους αστυνομικού ς . Π ερ ίμενε μέχρι να τον συν δέ σει η γραμ ματέας με το αφεντικό της , έδωσε το συν­ θη ματικό του όνομα , κ άλεσε τον αστυνομικό για ένα ποτ ό κι έ κ λεισε το τηλέφωνο . Μ ετ ά απ ό είκοσι λε πτ ά , α κ ρι βώ ς ό πως τα είχε υπο λογί σει, η τη λεφωνή τ ρια τον συνέδεσε με τη δεύ τερη υπεραστική κλήση που είχε ζητή σει, το ξενοδ οχείο Σέ ρατον στη Λίμα. Ο Χά ινερ ζήτησε στο τη λεφωνικό κέντρο κ ά ποιον σενιόρ Π α σ κ άλες και περίμενε . Ο α ρχηγός της αστυνομίας, ντυμ ένος μ ' ένα κομψ ό κοστού μι, φορώντας μαύρα γυα λι ά , σή κωσε το α κουστ ι κ ό και δέ χτη κε φυ σικότατα το π λαστ ό ό νομα με το οποίο τον αποκ άλε­ σαν. Χ ωρ ί ς να ζητή σει εξηγή σεις, ο αστυνομι.κ ό ς βεβαίωσε τον Χ ά ινερ πως η φρουρ ά της Γ κου ά ρντια θ α έφευγε από το σπ ίτι του Τ σ α κλικ άγιο γύ ρω στις οχτ ώ με δέκα το β ρ άδυ . Οι φ ρουροί που ήτ αν στο κ ό λπο θ α ά φηναν φεύγοντας ανα μ μένα τα φώτ α . Το τ ρίτο υπεραστι κό τη λεφώ νη μα έγινε δε καπ έντε λεπτ ά με­ τ ά το δεύτερο. Μόνο όταν η συνομιλί α με τον Σ μελτ ς ο λο κ λη ρώ ­ θη κε κ ι ο Χάινερ του έδωσε τις τε λευταίες ο δηγ ίες, τ ό τε, επέτρε­ ψε στον εαυτό του να χα λ αρώ σει. Πή ρε την απογευματινή εφη με­ ρίδα που β ρισ κόταν δ ιπ λω μένη στο γραφείο του από την ώ ρα που ο σεφ του είχε φέ ρει το δ είπνο. Το π ρόσωπο που αντ ί κρισε στην π ρώ τη σελίδ α της εφη μερ ί­ δ α ς, ήταν παρμένο απ ό φωτογ ραφία φα κέλου φρονη μ ά των. Ο τίτ λος π ά νω από τη φωτογραφ ία τον έ κανε να τιναχτεί . « Μουέρε ελ Λόμπο» - « Πέθ ανε ο Λύ κος» . Η π ροσοχή του στρ ά φη κε στο μικρό ά ρ θ ρο πιο κ άτω. Ο α ρχηγός των ανταρτ ώ ν, ο Γ κιλέρμ ο Περτιέ ρο , γνωστός σαν «Λύκος » , είχε σ κοτωθ εί νωρ ί ς το πρω ί . Είχε κ λέ ψει ένα αυτοκίνητο που β ρέ θη κε αργότερα στο β υθ ό τη ς λί μνης Τιτ ι κ ά τ α . Συμπ έ ραναν πως το σ ώ μα του πετ ά χτη κε έξω από τ ο αυτοκίνητο , εξαιτία ς του τ ραντ άγματος. Η αστυνομία περίμενε να το β ρει μέσα στην η μέρα. Δ εν αναφερ όταν που θ εν ά το γεγονός ότι τους τε λευταίου ς τρισή μισι μήνες ήταν κρατού με­ νος , ότι τον β ασ ά νιζαν, κι ότι εί χε αποδ ρ ά σει. 1 30


Ο Χά ινε Ρ γέμισε το ποτή ρι του με το υπό λοιπο της μπ ύ ρας και πήγε μέχρι το πα ρ άθυρο που το κάλυπταν κουρτίνες . Τις τ ρ άβ η­ ξε κα θώ ς σ κεφτόταν τον ά ντρα τη ς φωτογραφίας. Η εφη μερ ίδ α , προφανώ ς και ο ι αρχές που είχαν δώ σει αυτό το κτηνώδ ες όνομα στον Π ερτιέρο, έ καναν λάθ ος. Ο Ελ Λ όμπο, ο Λύκος , ή όπως α λλιώς ήθε λαν να τον ονομ άζουν, δεν είχε πεθά νει . Τώ ρα , θ α εί χε περ ά σει τα σύνορα του Π ερού . Ο Χά ινε Ρ υπο λόγισε ακριβ ώ ς τις κινήσεις του . Θ α οδήγη σε το αυτοκ ίνητο στην όχθη , θα το έσπ ρω ξε στη λί μνη , δεν αποκ λεί εται ν ' άλλ α ξ ε ρούχα, για να μοιάζει με καμπεσ ίvο , αγρότη δ η λ α δή , και μετ ά θ α περπάτησε μ έ χρι τη ν Κ οπ α καμπ ά να. Απ ό κει θ α ακο λούθη σε μια πορε ία μακριά από την όχθη , θ α έφτανε στην κοντιν ό τερη πόλη κι από κει π άλι στο δ ρόμο από τη μεριά του Π ερού . Μ ε ωτοστόπ θ α πή γαινε μ έχρι το Π ού νο . Κ ι από το Π ούνο θ α έφτανε στη Λίμ α . Ή ταν σ α ν τ ο ν ιστό τ η ς αρ ά χνης, σ κέφτη κε, αυτό το πήγαινε­ έλ α . Ο κα θένας ύφαινε με κ άθε του κίνηση τους ιστούς της παγί­ δ ας . Ο ίδ ιος από τη Λίμα στη Λ α Π α ζ ε ξ αιτ ί ας του σιχαμερού σκουλl κιού και του ανα θεματισμ ένου δη μοσιογρ ά φου Χέρμ περτ Βά σερμαν. Ο Χά ινριχ Σ μελτς πηγαινοερχ ό ταν από τη Λίμα στη Λ α Π αζ. Αυτός που ονόμα ζαν Ελ Λό μπ ο , από τη Λ α Π αζ στη Λίμα . Ο Τεξανός με τ' όνομα ' Αντερσον στη Λα Π αζ. Τ α νή ματα μ π λέ κοντ αν, π λέ κοντ αν, ύφαιναν έναν ιστό που τους έφερνε ό λους αναπόφευ κτα κοντ ά . Κ αι ο γιος, αυτός που είχαν ξεχά σει, από τη Γαλλία στη Λί μ α. Θυ μ ήθη κε τα λ όγια του ά ντρα στο τρένο, τα μονα δ ικ ά λόγια που βγή καν από το στ όμα του . Ο Λαπόρτ δεν ύ φαινε τους ιστούς της αράχνης στο σή μερα . Τους επέκτεινε, τους πήγαινε π ί σω , τους έδενε με το π αρε λθό ν, με τον ά ντρα του τ ρένου . Κ ι αυτός ο μπ ά σταρ δ ος , ο Γκ ιλέρμο Π ερτιέρο, σ κέφτη κε , φέρνοντας στο νου του τα χτεσιν ά του συ μπερ ά σ ματα. Έ να ά­ νοιγμα , ένα μικρό ρή γ μα - έτσι το είχε χαρα κτη ρίσει . Τώρα ό μω ς τ ο ρήγ μα θα μπορού σε να τους παρασ ύ ρει ό λους. Κι ό μω ς ό χι. Ούτε ρήγμα ού τε καν ρ ά γισμ α. Θ α το ξεπερνούσε. Ο τη λεφωνη τή ς τον κ άλεσε για να του πει πως είχε αργήσει να τον συνδέσει γιατ ί δεν μπορού σε να έ ρ θει σ ' επαφ ή με την τ έτα ρτη και πέμπτη συν διάλεξη . Ο Χά ινερ κο ίτα ξε το ρολόι του και του είπε να συνεχ ί σει την π ροσ π άθ εια . Ο Π ερτι έρο , σ κέφτη κε ξανά . Θ α β ρισ κόταν κι όλας στο Π ο ύ ­ νο . Θ α πλησίαζε στη Λίμα . Πόσο έξυπνος ήταν, πανάθεμά τον ! �α τάφερε να το σ κάσει , έκ ρυψε τ α ίχνη του από τις β ο λ ιβιανές 131


αρ'Χ ές , του ς ξεγ έλασε . Του ς έκανε να πιστέψουν πω ς εί ναι νε­ κρ ό ς. Ό μω ς αυτ ό ς , ο Γιόζεφ Χά ινερ, ή ξερε. Α κού μπησε το πο­ τ ή ρι του με δύ ναμη στο τ ραπέζι . Π ανάθεμ ά τον, σ κ έ φτη κε , πα­ νάθεμα τον Περτ ιέρο . Σή κωσε το τη λέφωνο κα ι σ 'Χη μ ά τ ι σε έναν αρ ιθ μ ό στην περιφέρεια τη ς π ρωτεύ ουσα ς .

4

Α ίμα, Περού

Ο Κό ριγ καν ση κ ώθη κε απ ό το γρ αφείο του και πήγε ώ ς το παρ ά ­ θυρο . Σ το πεζο δ ρ ό μιο , τρία πατ ώ ματα πιο κ ά τω , ένας πλανό­ δ ιος πουλούσε σο κο λά τες κα ι κ αρύ δ ια στους περαστ ικο ύ ς . Ο Κό ριγκαν τον κοί ταξε . Δ εν είχε προ βλή ματα με τον Χά ινερ . Δ εν δ ημιουργή θη κε κανένας πανι κ ό ς στο τη λέφωνο ' Ο λα ήταν ορ ­ γανωμένα, όπως πάντα . Ο Χάινερ ήταν π άντα οργανωμένος . Με καλέ ς επαφές που τον είχαν πλη ροφορήσει για την έφο δ ο της Γ κουά ρντ ια στο Τ σα κλικ ά γιο, ικανές να τ ον β οη θή σουν να το σ κ ά σει. Α ναρωτή θη κ ε πού να β ρισ κ όταν τ ώ ρ α . ' Η ξερε πως υ­ πή ρχαν αρ κετές εναλλα κτικές λύ σεις. ' Ι σως να κρυ βό ταν στη Λα Π αζ. Ο Χάινερ είχε εξαιρετικούς συνδέ σμους εκεί . Κ αι στα δύο στρατ ό πεδ α , σ κ έ φτη κε κα θώ ς θυμή θη κε το σχέ­ δ ιο Ο κτάβιο. Το σχέ δ ιο για το οποίο ο Ντικ Μάγιερ ε ί χε ι δ ρώ σει στην κυριολεξία , το σχέ δ ιο που ο Μ πέιλυ αν ά φερε πρ ώ το απ ' απ ' όλα τα θέματα σ τη συνάντη σή τους εκείνο το π ρωί. Στη Λα Παζ θ α π ρέπει λοιπ όν , να β ρίσ κεται ο Χά ινερ . Απομα κρύνθη κε απ ό τ ο παρά θυρο και ξ ανακ άθισε σ το π λευ­ ρ ό του . Τουλά χιστον η Ουά σιγκ τον δ εν τους π ίεζε να την ενημε­ ρώ σου ν για το θέ μα Χ ά ινε ρ . Σ ' ά λλες περιπτ ώ σεις, σκέφτη κε, θ α το έβ ρισκε μ ά λλον παράξενο . Στην περ ίσταση αυτή το θεω­ ρού σε μ ά λ λον σωστή απόφαση , υπ όθεση πο λιτικής σ κοπιμ ό τη­ τας. Αν η Ουάσιγ κτον δεν ή ξερε πού ακρ ι βώ ς β ρισκ ό ταν ο Χά ι­ νερ , τ ό τε σ ίγου ρα θ ' αρνιότ αν την οποι α δή ποτε σχέση μαζί του . Δ εν υπή ρχε λ οιπ ό ν π ρόβλη μ α με τον Γιό ζεφ Χά ινερ . Ού τε π ρ όβ λη μα με το γιο . Δεν τον είχαν ει δοποιή σει οι ά νθ ρωποι του Μ πέιλυ πως κ ά τι δεν πήγαινε καλά . Δ εν υπή ρχε ένδ ειξη πως το σχέ διο που είχε φέρει μαζί του ο Μπέιλυ απ ό την Ου ά σιγ κτον , θ α έπ ρ ε πε να εφαρμοστεί . Έ β γα λε έ να πού ρο απ ό το συρτ ά ρι κ ι.έφερε στο νου του το γιο . Απ ό τη ν προηγού μενη Τρίτη είχαν μεσολαβήσει α ρ κετές σ υναντή σεις με τον Μπέι λυ για να συζητή ­ σουν τις λεπτομέρειες . Ανα ρω τήθηκε για την εμφάνιση το υ νεα.

132


ρού άντ ρα , για τη ζωή του . Θυ μ ήθη κε πως ο Μ πέιλυ είχε το γιο υπό στενή παρα κο λούθηση . Πιί)ς να ήταν ά ραγε αυτός ο γιο ς ; Κά τι άλλο, έπ ρεπε να κ ά νει . Κάτι που θ α τ ον έ κανε να ξεχάσει την ένταση που θ α αισ θ ανό ταν τις επόμενες τέσσερις μέρες, μέ­ χρι να φύγει ο γιος από τη Λίμ α την Κ υ ρια κή . ' Ανοι ξε την εν δοσυ­ νεννόηση , στην π ροσωπική εμπιστευτική γραμμή, και εί πε στη γραμματέα του πως θ α λεί ψει α π ό την π ρεσ βεία για κα μ ιά ώ ρα - όχι περισσότερο . Πήγε με το αυτο κίνητο σ ' ένα α κ ριβό κοσ μ ηματοπωλείο στην περιοχή Σαν Ι σ ί ντρο . Ε π ί δεκαπέντε λεπτ ά π ροσπα θούσε να δ ια­ λέξει ένα δώ ρο για το β αφτιστή ρι του . Σ το τέλος, προτ ί μησε ένα ροζά ριο. Ό ταν ο υπ άλλη λος π ροσφέρθ η κε να το τυλίξει το δώ­ ρο, εκείνος α ρνή θη κε εξηγώ ντας πως το ροζά ριο ήταν για το βα ­ φτιστ ή ρι του και ή θε λε να το τυλίξει ο ίδ ιος . Το πλή ρωσε και γύ ρισε στην πρεσ βεί α . Η μέρα ήταν ζεστή . Εί χε μεγ άλη κυκλο­ φορ ία σ τους δ ρόμους . Βγή κε α πό τον κεντ ρικ ό δ ρ όμ ο και πήρε τον παραλιακό που κατέληγε σ ' ένα καφενείο με θ έα τη θάλασ­ σα. Κάθισε να πιει μια μπ ύ ρα . Το ροζάριο που είχε δ ια λέξει ήτ αν α πό ακατέργαστα μαργα­ ριτ άρια . ' Α νοιξε το κουτί και το ξ ανακο ίταξε έτσι όπως άστρα­ φτε κ άτω από τον ήλιο. Ο ιερωμένος θ α είχε πάντα πάνω του ένα ροζά ριο. Κάθ ισε αναπαυτικ ά , ή πιε την μ πύρα και σ κέφτηκε το γιο. Οι πλη ροφορίες που είχε φέρει ο Μπέιλυ γ ύ ρω από το ά το­ μό του ήταν κα λέ ς : η λικία , μόρφωση γυμνασιακή και πανεπι­ στη μια κή , οικογενειακοί δεσμο ί . Αυτό που δ εν τους είπε ο Μπέι­ λυ ήταν κάτι σχετικ ό με τη φύση του αν θ ρώ που που είχαν βάλει στόχο , τα πιστεύω του και τα κίνη τ ρ ά τ ου . Π α ρατη ρο ύ σε τις παγωμένες στ αγόνες που κυ λού σαν στο ποτήρι και επανεξέτασε τα ση μεία που ήξερε πως θ α επη ρέαζαν ί σως κ αι να κα θ όριζαν , την τελική εφαρ μογή του σχεδ ίου εναντίον του παπά . Τι ση μ αίνει να μεγα λώ νεις κ άτω από τη φή μη του πατέρα; Γιατί ο γιος δ ια λέ ­ γει το ιερατικ ό σχή μ α ; Πώς αντέδ ρασαν οι παλιοί συναγωνιστές του πα τέρα στην ειρηνι κή ζω ή που α κολούθησε ο γιος; Τι αισ θή­ ματα έτρεφε, μετά α π ' όλα αυτ ά , ο παπά ς για τον Γιόζεφ Χάινερ ; Σ' όλη τη μέχρι τ ώ ρα ζωή του κι ιδ ιαίτερα αυτές τις δύο τελευ­ τα ίες μέρες ένιωσε την αν άγ κη να π ά ρει ε κ δί κηση ; Ή τελ ικ ά είχε αποδεχτεί την η ρεμ ία τη ς συγχώ ρεση ς; Π ρ ος Ρ ωμαίους επιστολή του Απόστολου Π αύλου . Θυμήθη κε χ ά ρη στην ανατροφή του ω ς κα θολικ ό ς το Κ εφάλαιο Χ Ι Ι , στί χος 19 της Γ ραφής. « Μ η εκ δ ικήτε εαυτούς, αγαπητοί, α λλά δότε τ ό­ πο τη οργή , δ ιότι είναι γεγ ραμ μέ νον» . 1 33


Κ εφ άλ αιο Χ Ι Ι Ι , στ ί χος 4. « Δ ιότι δ εν φορε ί ματα ίως την μαχαί ραν. Ε πει δή του Θ εού υ­ π η ρέτη ς , εκ δικητής δ ια να εκτελεί την οργήν κατ ά του π ρ ά ττο­ ντος το κ α κόν» . ' Ο πως και ν α ' χει τ ο π ρ ά γμα, σ κέφτη κε αν αυτός, ο Τζο Κ όρ­ γΙΚ , αν, ο υ π ' αρι θ μόν Έ να σύνδεσμος του Χά ινερ δεν ή ξερε πού είναι ο Χάινερ, πού στο δι άβ ο λο θ α τον έβ ρισ κε ο πα π ά ς; Κ ι αν τον ξετ ρ ύ πωνε, τι θ α μ πορούσε να κ ά νει; Π ώ ς θα έβ ρισκε τον τ ρ ό πο ; Το ποτήρι του ή ταν άδειο πια. Π λή ρωσε το λογαριασμό και μ πή κε στο αυτοκίνητο . Δ εν υπή ρχε κ ί νδ υνος , τον είχε δ ια β ε­ βαιώ σει ο Μ πέι λυ , ο παπ ά ς δεν αποτελούσε τον παραμικρ ό κί ν­ δ υνο . Η ζωή του ήταν ή ρεμη . Ο ίδ ιος ή τ αν ειρηνιστής. Έ βαλε μ π ροστ ά τ η μηχανή και ξεκίνη σε . Αναρωτή θη κε, τι θ α σ κεφτό­ ταν γι α τον Χ άινερ αν ήταν ο ίδ ιος παπ άς . Τι θ α έκανε.

5

Αίμα

Οι δ υο φ ρουρές έξω από το σ π ίτι του Τ σα κλι κά γιο δεν του έδ ω­ σαν καμιά ση μασία κα θώς π ροσπέρασε το σπ ί τι. Έ να μ ί λι πιο κ ά τω , β γή κε στον κεντ ρικό δ ρόμο και κατευ θύ νθη κε π ρος τη Λίμα . Π ερ ί που χίλια πεντα κ όσια μέτ ρα πιο κ ά τω έστριψε δεξιά , σ ' ένα απ ό τομο μονοπ ά τι που οδηγούσε σ ' ένα γκαρ άζ απέναντι σχεδόν α πό το σπ ί τι. Δίπ λ α στο γκαράζ υπή ρχε ένα μικρ ό καφενείο. Δί π λα στο καφενε ίο ένας τηλεφωνικός θάλ αμος ό που ένας γέρος με πόντσο στον ώ μο, παρ ά τη ζέστη της π ροχωρημέ νη ς μ έ ρας, τη λεφωνού­ σε. Ο Λα π ό ρτ μπ ή κε στο καφενείο, πα ρ άγγ ειλε μια π αγωμένη Κ όκα - Κόλ α και π ή ρε στα χέρια του τον χ ά ρτη γι ' άλ λη μια φορ ά . Ο δ ρ όμ ος π ά νω στον οποίο ή τ αν χτισμένο το σπ ί τι, αποτε­ λούσε παρακ λάδ ι του κεντρικού δ ρ όμ ου και στην ά κρη του σχη­ μ ά τι ζε έναν κ ύ κ λο . Τ ριακ όσια μέ τ ρα απ ό το σημείο που ενώ νον­ ταν ο κεντ ρικό ς με τον π λαϊνό δ ρ ό μο , ο μικρ ό ς δ ρομ ά κος χώ ριζε στα δύ ο . Το ένα παρα κ λάδι κ ά νοντ ας κ λειστ ή στ ροφή περνούσε μ π ροστ ά α π ό το σπ ίτι και το άλλο, π άλι με κ λειστή στ ροφή , έβγ αζε στο π ί σω μέρος του σπιτιού . Οι δυο καμπ ύλες ενώ νονταν π ριν κ ατα λήξουν π άλι στον κεντ ρικ ό δ ρόμο . Σ τα μισ ά του πάνω δ ρ ό μου μια άλλη οδός έκοβε την καμπύλη , σχη μ ατ ίζοντ ας γω­ νία π ρος τα δεξι ά , με κατεύθυνση ένα ά λλο π ρο ά στιο , μεγαλύτε 1 34


ρο και π ιο ι : κ τ ι: τ ι ι μ l:νο α πό τα Τ Ω Π κ λι κ ά γ ω , σε α πόσ τ αση τρί α μ ι λ 1 / 1 . \ :: 1 ' Τ ι ' Π 1 ' 1 ) (1 n : l I I . ενα ο Α , ) " 1. IΗ10 οδι κό δ ί κ τυο κα τι:ι . Ι Ι \ ι \'()­ τα\' ( I � " ,i l / ι φορετ ι κ ά σημεία Π Ι " ' : τ ο κέντρο τ η ς π ο λ , ) : . Ο γε ρο.; έ κ λεισε τ ο τηλέφωνο . Ο Λ απόρτ πλή ρωσε το πο τό τ ου και σχη μά τισε τον αρι θ μ ό που του είχε δώ σει ο Π α τ σ έ κο . Τον ά φ η σι: ν α χτυ π ά ει , ενώ μελετο ύ σε το σ π ίτι απένα ν τ ι . Το τ η λέφωνο ή τ αν μ εγ ά λο π ροτέρημα για Τη\' περι π τωση που θ α τον α ι φνιδί αζα \' . Το αυτοκίνη το τη ς ασ τυ\'ομ ί ας βρισ κότ α \' κ ά που εκατό μέτρα πιο μα κ ρι ά . Το σπ ίτι υψ ωνοταν σ τη μ r. n 'l του κή που . Π ίσω απ ό το σπ ί τι δ ιέ κρινε έναν α κ α λυπτο χιί) ι) , ' , τις πίσω αυ λές ά λλων σπιτιών που όπως υπέ θεσι: fια π ρέπει \ ' α έβλεπαν στους δύ ο καμπυλωτού ς δ ρόμους . Άφησε ί Ο τηλέφωνο να χτυπ άει για δ υο περίπου λεπ τ ά , μετ ά μ πή κε στο α υ τ οκί νη το και ο δήγησε μέχρι τον κεντ ρι κό δ ρόμο, στα δεξ ιά . με κα τεύθυ ν ­ ση τη Λίμα και μετ ά , αμέσως α ριστερ ά . Σ τα δ ια κ όσια μέτρα απ όσταση έστριψε δεξιά , σ τον απ άνω δ ρόμο, και σταμ ά τησε μ π ροστ ά σ ' ένα σ πίτι που υπολόγ ισε πως ήταν το π ί σω μέρος του σ πιτιο ύ του Χάινε ρ . Τα σπίτια σ ' αυτό τον δ ρόμο ήταν καινού ργια και μικρ ά , σ ' αντίθεση με τα σπ ίτ ια του κ ά τω δρό μου . Π ολλ ά χτ ίζονταν α κ ό μη . οι σ κ αλωσιές τ ους έμιαζαν με σκε λετο ύ ς . Το σπίτι μ π ροστ ά στο οποίο σταμ ά τησε ήταν ένα μοντέρνο δί πατο κτ ί ριο, με π ό ρτ α ασφα λεί α ς στην π ρ όσοψη κι ένα σ κύλο Α λσατίας να περιφέρετ αι στη ταρ ά τσα . Δυο σπ ί τια πιο πέρα, ένα ά λλο ο ίκη μα ή ταν μισοτε λειωμένο και άδ ειο . Σ αρ ά ντ α μέτρα πιο κ ά τω περνού σε ο δ ρόμος γ ια το δεύ τερο προ ά στιο. Ο Λα π ό ρτ προχώρησε μέχρι τη γ ωνία , παρ­ κ ά ρισε και κλείδωσε το Κ απρίς . Βεβαιώ θη κε πως δ εν υπή ρχε κανένας εργ ά της, ανέβη κε στ α μπ ά ζα και γ λί στρησε στο π ί σω μέρος του σπιτιού , στον κή πο. Σ την άλλη μερι ά του τοίχου , ά ρχι­ ζε ο α κ ά λυπτος χώρος που είχε δει απ ό το καφενείο. Σ την ά λλη ά κ ρη , τ ρία σπίτια αριστερ ά , ή ταν το σπ ί τι που είχε επισ κεφτεί με τον Π ατσέκο το προη γού μενο π ρω ί. Α π ό το σημείο που στε­ κ ό τ αν μέχρι την πίσω αυ λή του σπιτιού , μπορού σε να δ ιακρίνει μια γ ραμμή , σαν κ ά ποιος να είχε περά σει από κει π ρόσφατα . Σ καρφ ά λωσε π ά νω απ ό τον εξωτερικ ό τοίχο, στο κ ά τω μέ­ ρος του κή που κι ακολούθη σε τη γραμμ ή μέχρι τον δεντ ροφυτε­ μένο φρ ά χτη του Χ ά ινερ. Μέσα στ α φυλλώματ α υπή ρχε ένα ά­ νοιγ μα . Κ ρ ύ φτη κε εκεί, βεβ αιώθηκε πως δεν υπή ρχε ψυχή σ τ ο κή πο , και δ ιέσχισε τ ρέχοντα ς την απ ό σταση μέχρι το κτ ί σ μ α . 1 35


Η π ό ρτα τη ς κου ζίνα ς που ε ί χε κα θί σει με τον Π ατσ έ κο, ή ταν

κλ ε ιδω μf: νη . Το π αρά θ υρο π ά νω απ ό το νεροχύτ η ή ταν κ λεισμ έ ­ νο με το μ ά ν τ α λο . . Ανοιξε το σουγι ά που είχε αγορ ά σει το π ρω ί , [ χωσε τη λά μ α αν ά μεσα στο πατζού ρι και το κούφωμα , έβγα λε το μάντ α λ ο ξαφνιασμ ένος απ ό την ευκο λί α της απ ό πειρας . Κά­ τω α πό καν ο νι κ έ ς συνθή κες , θ α έ π ρεπε να είχαν κα λύ τερο σύ ­ σ τ η μ α φ ρο ύ ρησης . Τι) σ πίτι ή τ α ν ήσυχο . Περ ί μενε . Δεν α κουγ ό ταν τίποτα , ού τε ήχος . ι,ίJτε Ι\ίνηση και μετά μπή κε στη κουζί να κι από κει στο χολ Ι\ αι το σ α λ όνι . Κά που , ήταν βέβαιος , υπ ή ρχε μια κρυψ ώνα Έω χ ρη μ α τ ο l\ ι βώτι ο, κ ά τ ι που θ α περιε ίχε τα μυστικ ά έγγρα ­ φιι Θ υ μή θ η l\ε την περιγραφή π ου του έ κανε η Μαρ ί α στο μπαρ, ΤΟ \' τ ρ όπο που διηγή θ η κε το πά θ ος τ ου Χέ ρμπερτ Βάσερμαν να [Ί 11ε ι τα έΥΥI) αφα . Η α σ τυνο μ ί α μουρ μούρισε , είχε το ίδ ιο π άθος u l\ ριβ(;) ς . Ολό κλη ρο το σπ ίτι ήταν ό πως το θυμ όταν α π ό την προη γου μ ενη ε πίσ κεψή του , ε δώ και δ υο μ έ ρες. Έ πιπ λ α ανα πο­ δογυ ρισ μέ ν α , σ κι σ μ έ να π ί να κες κ ατε βασμένοι , όλα ά νω - κ ά ­ τω . Οι ηλιαχτίδ ες δ ιαπερνο ύ σαν τις γρίλιες των παρά θυρων της π ρ ό σοψης . Ο Λαπ ό ρτ βγή κε προσεκτικά απ ό τ ο σα λό νι μ πή κε στο γ ραφ εί ο και βάλθη κ ε να βρει την κ ρυψ ώ να . Α να ρωτ ήθη κε ποιο ση μείο του σπιτιού θ α χρησιμοπ ο ιού σε ο ίδιος γι α κ ρυψ ώ να ' ε ξέ τασε το ί χους και πατώ ματα , μετακί νη σε τις ξεκοιλιασμένες κ α ρέ κ λες και τ α γραφεί α . Όταν β ε β αιώθη κε πως jiEV υπ ή ρχε τ ί π οτ α , π ροχώ ρησε στο επ ό μενο δωμ ά τιο . Ενενή ντα λεπτ ά αρ­ γότερα ή ταν σίγουρος πως δ εν υπή ρχε τ ί ποτε εκεί μ έσ α . Έ ψα ξε ακ ό μα και στο ντου λά πι των ά π λυτων ρού χων μ έ σα στο μπ ά νιο στο π ρ ώ το π ά τωμα . Κάποιος άλλος τον εί χε προλά βει κι εί χε ξεκο λλή σει το φύ λλο απ ό την κ ά σα του . Ξ αναπή γε στην κουζί­ να , βρή κε μια Λέβενμπ ρ όι στο ψ υγεί ο, την π ή ρε σ το σα λόνι και κ άθισε απελπισμένος σε μια καρέ κ λα . Η αψιά γεύ ση της Λέ βενμπ ρ ό ι τ ου θύμισε το Μ περ κ έλερ σ τη Νό τια Γερμανί α , τα μακρι ά απογεύ ματα που πέ ρασε στα ορεινά χωριά τη ς Β αυα ρ ί ας που τον έ στελνε η μητ έ ρα του, π ρώ τα σαν παιδί και μετά σαν σπου δα στή -έφη βο πια- για να μ άθει γερ­ μανικ ά . Τ α γερ μ ανικ ά του -του εί χαν πει τότε- ή ταν θ αυμ ά ­ σια . Τ α μιλού σε μ άλιστα με τη βα ρι ά π ροφορά τη ς περιοχής . Ή π ιε άλλη μια γου λιά μπί ρα, καθώς θυμ ήθη κε τ ι ς νύχτες σ τ ο Ρ ά τχαουζ κ έλε ρ κ ά τω απ ό το δη μαρχείο . Τ α τραγούδ ια που αν­ τηχούσ αν μ έσ α στη νύ χτα . Κα ι όσο απ λωνόταν το σ κοτ άδ ι, και οι παρέες γί νοντα ν πιο στεν ές, τα τραγούδια γί νο νταν εμ β ατή ρια τ ου Τρίτου Ράιχ , ό πως το « Χ ορστ Βέ σελ Ληντ» και το « Ντώυ.

,

,

,

1 36


τσ λ αντ λή ντ» . Τότε, ο γιος του Γάλλου ή ρωα που είχα ν σκοτώ σει οι Ν α ζί, μ άθαινε τα τραγούδια τους απέξω . Θυ μ ήθη κε τα λόγια του Π ατσ έ κο . Οι γείτονες δεν εί χαν υπο­ ψιαστεί τ ί ποτα, ού τε καν τα κα λέσ ματα και τα μεθύ σια . Ού τε και τα τ ραγούδ ια . Κ οίταξε ολόγυρα, ξέ ροντας τι εί δ ους τ ραγούδ ια α κούγονταν σ ' αυτ ό τον χώ ρο . · Ητ αν σαν να ξ αν ά κουγε τα λόγια , τις π ροπ ό­ σεις για τον Φύρερ . Ση κώθη κε γεμ ά τος ένταση . Εί χε λάθ ος που π ί στευε πως στο σ π ί τι δ εν υπά ρχει τίποτα. Π ρ έ πει να υπ ά ρχει κά τι . Κάτι θ α έχει α πομε ίνει . Τ ο ή ξερε, το οσφραιν όταν. Πηγαινοή ρ θε στο δ ωμά­ τιο, γεύ τ η κε τη μ πύ ρα , ά κουσε τα τραγού δ ια . Σ κ έ ψου , ε ί πε στον εαυτ ό του, σκ έ ψου σαν τον πατ έ ρα σου . Ο θό ρυ βος στο π α ρ άθυρο τον έ κανε να π ε ταχτεί. Το μυ αλό του γύ ρισε στο παρ ό ν . Ένας σπουργ ί τη ς χτύ πησε στο παρα θ υ ­ ρ ό φυ λλο, τ ί ναξε τις φτερούγες τ ου και π έ τα ξε μα κριά . Την ίδ ια ώ ρα , ο Λα πόρτ είδ ε την Γ κου ά ρντια να π λησι ά ζει . Ξαναγύ ρισε στη κουζίνα , σ καρφ άλωσε στο παρ άθυρο , πή δ ησε έ ξ ω , τρ άβ η ξ ε τα πατ ζού ρια και δ ιέ σχισε για άλλη μια φορ ά τον α κ άλυπτο χώ­ ρο . Πέντε λε πτ ά αργ ό τερα κατευ θυνόταν με το αυτοκίνητό του στη Λίμα . " Η ταν σίγουρος πως τ ο σπίτι κ ά τι έ κ ρυ βε. " Ο μως ο ίδ ιο ς δ εν μπορού σε να το εντοπ ί σει, αν και κρατού σε στα χέ ρια του το κλειδί . Κά που , τις τελευτα ίες εικοσιτ έσσερις ώ ρες, έτσι του έλε­ γε το ένστικτό του , κ ά ποιος του εί χε δώ σει το κ λει δί . Μόνο που δεν το εί χε αναγνωρ ί σει. Μ π ροστ ά του, ο ήλιος έδυε σιγ ά - σιγ ά . Την επ ό μενη φορ ά που θ α επισκεπτ ό ταν το σ π ίτι, ήξερε πως θ α χρεια ζό ταν κ ά τι άλλο . ·Οταν ο Λαπ ό ρτ έφτασε στις παρυφές της π όλης, η ώ ρα ή ταν σχε δόν π έντε. Στην πλατεία Ν τος ντε Μάγιο, η κυκ λοφορία στα­ μ ά τησε μ π ροστ ά στα φαν ά ρια. Π ερί μενε, ανά μεσα σ ' ένα φορτη­ γ ό φορτωμ ένο με ζαχαροκ άλαμα κι ένα λεωφορείο . Οι εξατμ ί­ σεις τον έ πνιγαν . Σε μια γωνιά απέναντι, μια Ι ν δ ιάνα με το μωρό δεμ ένο στη π λά τη , ετοίμα ζε α ντικούτσος . Οι φ λόγες πετάγονταν ψη λά κα θώ ς ανέ μιζε μια βεντ άλια για ν ' αν ά ψουν τα κ ά ρ β ουνα , και άλειβ ε με λάδ ι και σ κό ρ δ ο τις μαριναρισ μ ένες μοσχαρ ίσιες καρ δ ιέ ς . · Αναψε το πρ ά σινο και η κυκ λοφορία ξανάρχισε . ·Α φη­ σε το φρέ νο . Τ α μ ά τια του ε ξ ακο λου θ ούσαν να κοιτ άζουν τη φω­ τι ά . Τ ο μυαλό ξαναγύρισε στην κουζίνα του Τ σακ λικ ά γιο . . Καθό ταν μ ε τον Π ατσ έ κο . Α κουγε τα λόγια του Π ατσ έκ ο κα137


θώ ς τους φωτογράφιζε " φωτογ ράφος, το φλα ς φ(;nιζε τους τοί­ χους του σπιτιού . « Λίγο α κόμ α κ αι Οα του ς π ρολάβαινε η αστυ­ νομία . Όταν έφτ ασαν, η σόμ π α ήταν αναμμ έ νη . ' Ενας φρουρ ό ς είπε σ' έ να δ ικ ό μου πως η σ ό μ πα στην κυ ριο λεξία έκαιγε » . Είχε β ρει επιτέλους τη ν ά κρη . Θυ μή θη κε την κουζίνα του γκα­ ζιού , τη μ που κ άλ α στο πλάι . Είχε υπο θέσ ει τ ό τε πως η σ ό μπα χρειαζό ταν για να ζεστ αίνει νερ ό . Θυ μή θη κε το λουτρό του π ρώ ­ του ό ροφου . Τα ρούχα ή ταν πεταγμένα έξω α π ό τη λινοθή κη , μ α κριά απ ό τ ο λέβητα και τ ο βραστή ρα . Ά ρ χισε να σχη ματ ίζε­ ται σιγά - σιγά και αμε ί λι κτα η ει κ ό να τη ς κουζίνας του σ πιτιού . Ή ξερε πως γνώ ριζε την α π ά ντη ση . Μια σ ό μπα που καίει τις π ρωινές ώ ρες μιας κα λοκαιρινή ς η μ έ ρας, που ζεματάει , σύμφω­ να με τα λόγια του Π ατσέκο. Σ αν να την τ ροφοδ οτούσαν, χωρίς λόγο σ κέφτη κε ο Λ α π ό ρτ. Ε κτ ό ς από έναν, είχε συμ πλη ρ ώ σει ο Π ατσ έ κο . Γ ια να κά ψ ουν τα έγγραφα . Κ αι κ άτι α κ ό μα , σ κ έ ­ φτη κε ο Λαπ ό ρτ . Γ ια να εμπο δί σουν τους φρουρούς να πλησιά­ σουν κοντ ά , για να τους κ ρατή σουν σε α π ό σταση . Ά κουσε π ί σω του τις κ ό ρνες των αυτοκινήτων να χτυπ άνε μ ' όλη τους τη δύναμη . Έστριψε στη γωνί α , ανέβη κε στο πεζο­ δ ρ ό μ ιο και τ ρά βηξ ε το χαρτοφ ύλα κ α κ ά τω απ ό το κάθισμα . Έ­ β γαλε τις φωτογραφ ίες που του είχε δώ σει ο Π ατσέκο ε κ είνο το π ρωί . Τις κο ίταξε στα γ ρήγορα ψ ά χνοντας να β ρει αυτ ή που ζη­ τούσε . Ο ι δ υο τους , ο ε κ δότη ς και ο Λαπ ό ρτ , κά θ οντ αν στο τ ρα­ πέζι . Πί σω τους, σε μια γωνιά ήταν η κουζίνα του γκαζιού κι απ ό την άλλη η σ ό μπα. Τη ν κοίταξε προσεκτικ ά . Δεν υπή ρχαν σωλήνες, που θ ' αποτελού σαν μέρος τη ς κεντ ρική ς θέ ρμανση ς ενός θ ε ρ μαντικού συστή ματος . Δ εν υπή ρχαν σω λήνες που θ α κατέστ ρεφαν την άποψή του . Μό νο το μ που ρί ίσια στον τοίχο . Είχε τ η λύση σ τ α χέρια του . Ο ουρανό ς π άνω απ ό την π όλη ήταν α κ ό μ α βαθυγάλαζος . Σε λιγ ό τερο απ ό εβδομήντα λεπτά , θ α σ κοτείνιαζε . Κοίταξε το ρο­ λόι του , κι ανα ρωτή θη κε αν είχε τον καιρ ό . Π έντε και εί κοσι. Δ εν μεσο λαβ ο ύ σε σού ρουπο. Απ ό τη μια στιγμή στην άλλη η μέρα γιν ό ταν νύ χτα . Θ α μ πορού σε να μ πει στο σ πίτι πριν β ρα­ δ ι ά σει α λλά δ εν ή ξερε πόση ώ ρα θ α έμενε μέσ α . Ε ίχε στα χέρια του το κλειδί , α λλά δεν ή ξερε π ώ ς να το χρησιμοποιή σει. Τη νύ ­ χτα θ α χρειαζόταν ένα φακ ό . Και τις προφυλ άξεις που ασυ λόγι­ στα δεν είχε φ ροντίσει να πάρει εκείνο το α π όγευ μ α . Ε ίκοσι γυ ά ρ δ ες π ι ο πέρα , ή ταν ένα καφενείο . Ο Λαπ ό ρτ κλεί­ δωσε το αυτοκίνη το , παρ άγγειλε μια μ π ύ ρα , και ζή τη σε την ά ­ δεια να χρησιμοποιήσει το τηλέ φωνο . Το καφενείο ήταν σ κοτει1 38


νό και κ ρύ ο, στη μια μεριά μια σειρά α π ό καρέκ λες και τραπ έ­ ζια . Σ το μ ά ρμαρο του μπαρ ήταν α κ ουμπισμένο το τηλέ φωνο . Για μια στιγμή , ν ό μισε πως β ρέθ η κε πίσω στη Γαλλία . Σή κωσε τ ο ακουστικ ό και σχη μάτισε τον αρ ιθμό . Δ υο ά νθ ρω­ ποι είχαν π ροσφερ θ εί να τον βοη θή σουν, ο τ ρίτος τον είχε βοηθή ­ σει το π ροηγούμενο β ρ άδυ . Η αεροπορική εταιρεί α απάντη σε α­ μέσως. Ζήτησε τη Μ α ρία . Δ έκα δευτερ όλεπτα α ργ ό τερα , ά κου­ σε τη φωνή τη ς . « Μα ρία , εδώ Ζαν . Ζαν Λα π ό ρτ » . Δ ιέκ ρινε κ ά ποιο δ ισταγμ ό στο τρ ό πο που αντέδ ρασε. « Π ά­ τερ Ζαν , εσείς ; » , ρώ τησε. Θυμήθη κε πως εκείνη τον ήξερε σαν ιερωμέν ο . {(Ναι , ο πατή ρ Ζαν είμαι . Μ πορού με να μιλή σουμε ; » Κατάλαβ ε τι εννοού σε. « Ένα λεπτό» . Π ερίμενε. Την ά κουσε να κλeίνει την πόρτα , τη φασαρία που δη μιουργή θ η κε κα θώ ς σή­ κωνε το α κουστικ ό . « Λυπάμ αι», του είπε, « αλλά ότ αν είπες Za v, δ εν ή ξερα π ρος στιγμή ν ποιος μου μιλού σε» . Π ροσπα θο ύ σε να τ η φανταστεί μέσ α στο γ ραφείο της. « Μ ε συγχωρείς , ή ταν δικ ό μου λάθος». Ή ξερε τι α κ ριβ ώ ς ήθε λε να τη ρωτ ή σει και γιατ ί τη ς το ζητούσε . « Είναι δυνατ ό να σε δω απ ό ψε;» Ο ι λέ ξεις αντήχησ αν σ αφείς και λιτέ ς . {( Ναι» . Η απ ά ντη ση ή ρ θ ε αυ θό ρμητ α . « Εί χα κανονίσει κ ά τι άλλο, α λλά μπορ ώ να το ανα βάλλω » . « Ε υχαριστ ώ » . Δ εν τ η ρώτη σε αν ή τ αν σίγουρη , δ εν τ η ς έδ ωσε τον καιρ ό να το ξανασ κεφτεί . « Π ό τε φεύγεις απ ό τη δουλειά ; » « Σ τις εφτ ά » «Ω ραία , πού μπορού με να συναντη θο ύ με; » « Θέλεις να φ ά με ; » Η α λή θεια είναι ότι δεν είχε φ άει τίποτε όλη μέ ρα, παρ ά μ ό νο π ρωιν ό . « Καλή ι δέ α » . «Υπ ά ρχει ένα εστιατ ό ριο το Καφέ ντ ε Π α ρί, στη λεωφό ρο Νί­ κο λας ντε Πιερ όλ α , που ξ εκιν ά ει απ ό την Π λάζα Σ αν Μ αρτ ίν . Θ α σε συναντή σω ε κεί στις εφτ ά » . Αναλογίστη κε τ η ν ειρωνί α που έκρυβ αν τα ονό ματα . «Είναι και κ ά τι άλλο» Δ εν ή ξερε π ώς θ' αντιδ ρού σε η κοπ έλ α . « Μ πορείς ν α β ρεις ένα ζευγάρι κυ άλια για τ η νύχτα; Δ εν είναι π ρ ά γμα που β ρίσκει κανείς εύ κο λ α στα καταστή ματα » . Ε κείνη δεν απ ά ντη σε, δεν ή τ αν σίγουρη αν είχε καταλάβει. «Υπ ά ρχουν δι άφοροι τ ύ ποι», συνέ χισε ο Λαπόρτ . « Μ ερικ ά κυ ά ­ λια χρησιμοποιο ύ ν τη δική τους πη γή φωτ ός για να δ ιακρίνουν . μ έσ α στο σ κοτάδι . Αλλ α αυξάνουν το υπάρχον φως, για να βελ1 39


ΤΙ(;Jσουν την ό ρα ση . Μπορεί ς να β ρεις κυάλια , ή ει δ ικούς φα κούς κά μερας» . Σταμ ά τησε . « Το ξέρω πως είναι δύ σ κολο , αλλά έλπι­ ζα πως θα γνώ ριζες κ άποιον που να έχει τέτοιου είδους φα κούς ή κυάλια . Μόνο για απ όψε » , π ρόσθεσε . Αν στο μυαλό της Μα ρίας υπή ρχε κ ά ποια αβεβαιό τητ α , η φω­ νή τη ς δ εν την π ρ όδ ωσε . « Θ α σε δω στις εφτά» , απ άντη σε, χωρ ί ς - να υποσχεθεί τίποτα . Ο Λα π ό ρτ βγή κε α πό το καφενείο και γύρισε σ το αυτοκ ί νητο . Γι α έν α λ επτ ό αναρωτήθη κε απ ό πού κι ως πού γνώ ριζε λεπτομέ­ ρειες για κ υάλια νύχτας, π ώ ς ή ξερε τους δ ιαφορετικούς τύπους . Δ εν υ πή ρ χ ε α πάντηση . Η Μ α ρ ί α ά κουσε το κλικ κ α θώ ς εκείνος κατέβαζε το α κου­ στικ ό . Τ ο έξω γραφείο , έτ σι ό πως το έβλεπε μέσα α πό την πόρ­ τα , ή ταν γεμάτο τουρίστες που ζητούσαν εισιτή ρια με έκ πτωση για τ ο Ρίο . Ξάπλωσε σ την πολυ θ ρ ό να, αγνοώ ντας το θόρυβ ο , κι έ φερε στο νου τη ς τη συνομιλία που είχε π ριν λίγο . Τον τ ρ ό πο που της συστή θη κε . Όχ ι πα τήρ Ζα ν. Αλλά Ζα ν ι\ α π όρτ. Την είχε ήδη μπερ δέ ψει , και τ ώ ρα α κ ό μα περισ σ ό τερο . Γιατί ά ραγε ν α είχε χρησιμοποιή σει αυτό το ό νομ α ; Τι συνέβαινε; Πώ ς είχε εμπ λα κεί αυτή στην υπόθεση ; Έν α ζευγάρι κυάλια για τη νύχτα, τη ς είχε πει , αναφέροντας τους τύπους, εξηγώ ντας τις λεπτομέρειες . Ανα ρωτή θη κε τι θ α τα έ κανε ο ιερωμένος, για ποιο λ όγο της ζητούσε να τον β οη θή­ σει; Γ ιατί ήθελε να την μπλέξει ; Το ίδ ιο είχε κάνει κι ο Βά σερμαν. Τη ν είχε χρησιμοποιήσει . Σαν έμπιστη , σαν κ ρυ ψ ώ να σε περι­ πτ ώ σεις ό πως αυτή με το κασετ όφωνο . Σ αν μεσάζοντα ό πως σ την περίπτωση με την εφη μερίδ α . Ό μως συγχ ρ όνως, την είχε π ροστ α τέψ ει . Τη ν ε ίχε δ ιαβεβαι ώ σει πως η συμ μετοχή της ή ταν εντε λώ ς επιφανεια κ ή . Ο παπ άς ζητούσε περισσότερα . Ο Βάσερμαν δεν θ α της ζητ ούσε να ξεπεράσει ένα ορισ μ ένο σημείο κα ι να ε κτεθεί . Με τον παπ ά συνέβ αινε το αντίθετο . Ανα­ ρωτ ήθη κε αν είχε το δι κ αίωμα να της ζη τή σει κάτ ι τέτοιο . Π οιο δ ικαίωμα είχε η ίδ ια ν ' αρνη θεί; Κοίταξε το ρολ όι της . Η ώ ρα ' περνούσε . Έ κλεισε τη ν ενδιάμεση π ό ρτα και τη λεφώ νη σε σ ' ένα γνωστό της στο αεροδ ρ όμιο .

6 Η π τή σ η Ρ Ι 6 1 6 τη ς ετ αιρ ί ας Α ερο- Περο ύ α π ό Λ α Π αζ στη Λίμ α , 1 40


έφτασε στις Ι . 3 0 μ . μ . Ο Χάινριχ Σ μελτς πέρασε από τις δ ιατυπ ώ­ σεις του τελωνείου χωρ ίς κα θυστερή σεις , πή ρε ένα ταξί για το ξενοδοχείο Μπολι βάρ , π ά νω στην πλατεί α Σ αν Μ αρτ ίν στο κέν­ τρο της π όλης, μπή κε απ ό την κεντ ρική εί σο δο στο ξενοδοχείο , προσπέρασε γρήγορα το σ αλόνι και τα ασανσέρ και βγή κε απ ό την πλα ϊνή π ό ρτα στην πιά τ σ α τξα ί της Ο κ ά νια . Από κει πή ρε ένα άλλο ταξί για το σ π ίτι της Μ ιραφιό ρες που χρησιμοποιο ύ σ αν π ροσωριν ά σαν στρατηγεί ο , απ ό τ ό τε που αναγκ ά στη καν να εγ­ κατα λείψουν το Τ σακλικ άγιο . Ο ι τ ρεις « Σ τούρμενερ » τον δ ιαβεβαίωσ αν πως όλα πήγαιναν κα λά . Κάθ ισε ν ' απολα ύ σει ένα α ργοπορη μένο γεύ μα με κ ρύ ο κ ρέας και μ πύ ρ α που του ετοί μασε ένας απ ' αυτού ς . Εί χε φτ ά σει στο σπίτι εδώ και δ εκαπέντε λεπτά όταν χτ ύ πησε το τηλέφωνο . Η φωνή του Χά ινερ ακο ύ σ τη κε μακρινή , α λλά ολοκ άθ α ρη και ή ρεμη . Ο Σ με λ τς ά κουγε με π ροσοχή τον Στουρμπα νφύρερ να διηγεί­ ται με λεπτομέρειες τη συνομιλία του με τον Κό ριγκαν . Να εξη­ γεί, ό τι το μικρ ό π ρ όβλημα που τους είχε απασχολήσει το π ροη­ γο ύ μενο απ όγευ μα, είχε τακτοπ οιη θ εί . Σ υμ πλή ρωσε μάλιστα πως τα έγγραφα είχαν φτ ά σει , α λλά επικ ρατού σε τέτοια α κατα­ στασ ί α που κα λό θ α ήταν να ρίξουν μια ματι ά μήπως τους ε ίχε παραπ έ σει τίποτα στο σπίτι . Ο Σ μελ τς αντι λήφ θηκε την επαγ­ γελματική ανωτερ ό τητα του συνομιλητή του , κι αισ θά νθ η κε θ αυμασμ ό ό ταν τον ά κουσε να λέει πως δ εν θ α υπή ρχαν φρουρές στο σπίτι απ ό τις οχτ ώ ώ ς τις εννιά το β ρ άδ ι, και πως όλ α τα φώ τα θα ήταν αναμμ ένα . · Ο ταν ο Στου νμπανφύρερ τε λείωσε, ο Σ μελτ ς τον πλη ροφ ό ρησε πως όλ α ήταν εντ άξει και πως θ α του ξανατη λεφωνού σε να τον ενη μερ ώ σει α ργ ό τερα, τη νύ χτα. Το φαγητ ό ήταν α κ ό μα στο τ ραπέζι. Το αγν όησε και κ άλεσε τους τ ρεις Στούρμενερ . « Πό σους ά ντρες μπορείτε να συγκεντρώ σετε μέσα στις επ ό ­ μενες δυ ό μισι ώ ρες ; » ρ ώ τη σε. Σ το μυαλό του , ήδη δούλευαν οι λεπτομέ ρειες της νυχτερινή ς επιδ ρομή ς . « · Ο χι π ολλού ς, τ ρεις το περισσ ό τερο. Οι δ ιαταγές προς ό ­ λ ου ς ήταν να γυρίσουν πίσω στους τομείς τους και να ελέγξουν τις τυχ ό ν ρωγμές στο σ ύ στη μα ασφα λε ί ας . · Ε τσι , όλοι βρίσκο­ νται μ α κ ρι ά απ ό δω» . « Ε ίναι αρκετοί» . Είχε ήδη καταστρώ σει σχέδιο για το β ρ άδ υ . « Τ ρεις αυτο ί και τ έ σσερις εμείς . Ο ένας θ α μείνει εδώ . Μέ νουμε λ οιπ ό ν, έξ ι για το σ πίτι» . Σ κεφτ ό ταν φωναχτ ά . « Β ρεί τε τους . Π έστε τους πως θ α συ141


να ντη θ ού με στις εφτ ά » . Σ κεφτ ό ταν γ ρή γορ α , δ ούλευε το χρονο­ δ ιάγραμ μ α στο μυα λ ό του : Π ό σ ο καιρ ό θ α χρειάζοντ αν οι τ ρεις να σ υ γκεντρω θ ούν . r l όση ώ ρα θ α έ μεν α ν στο σπ ίτι για να ψά­ ξουν. Π ό τε θ α έπ ρεπε να φύγουν. « Κανό νισε τη συν ά ντηση για τις εξή μισι » . Ο απογευματινό ς ήλιος ή ταν ζεστός . Πήγε στο γρ α φείο του , άνοιξε την π ό ρτα του κή που γι α να μπει κ α θ α ρ ός αέ ρ ας ν ' αερι­ στεί το δωμ άτιο και ξ αν α σ κέφτηκε το σχ έδιο που θ α εφ ά ρμοζε το απ όγευ μ α . · Ο ταν ι κανοποιή θη κ ε , άνοιξε το χρη μ α τοκι βώ τιο πίσω απ ό το μ π α ρ, πή ρε ένα π λ α στ ό δ ι α β ατή ριο κ αι μια διε θνή άδ ει α ο δή γη ση ς , α π ό τις πολλέ ς που δι έθετε, και μ ' ένα τα ξί κ α ­ τευ θύ ν θ η κε στο Σέ ρ α τον πα ί ρνοντ α ς μαζί του έν α ν απ ό τους Σ το ύρμενερ . Μ π ρ οστ ά από την αμερικ α νικ ή π ρεσβεί α η κυκ λ οφορ ία ή ταν πο λύ πυκνή . Σ κ έφτη κε τον Τζο Κόριγκ α ν, φαντ ά σ τη κε την α νη­ συχία του . Στο εμπορικ ό κ έντρο π ίσω α π ό το ξενοδ οχείο κατέ ­ β η κε . Μ πή κε μ αζί με ά λλους τουρ ί στες στ α γρ αφεία της AV I S . Ήθε λε να νοικι ά σει μι α Μ ερσ έντες, α λλά δεν είχαν δια θέ σιμη . Διάλεξε μια Π λύ μου θ Β ολταίρ κι ένα Ντοτ ζ Κ ορονέτ .

7 Η κυ κ λοφορ ί α στους δ ρ ό μους που κ α τευ θύ νονταν έξω απ ό την π ό λη , ή ταν απε λ πιστική . Η Μ α ρ ί α έκ α νε το γύ ρο της Π λάζα Ν τος ντε Μ άγιο, π ή ρε την π α ρακαμπτή ριο που περνού σε μπρο­ στά απ ό μια σειρ ά εμπορικ ά κτί ρια, π άτησε γ κάζι στο δ ρ ό μο που περιέβ α λε τ α περίχωρ α της Λίμα κ αι τ ρ άβ η ξε κατ ά το αερο­ δ ρ ό μιο . Σ τ ' αριστερ ά της μπορού σε να δ ει τ α φώ τα του Καλά ο, να μυρίσει το ζεστ ό α έρα τη ς θάλασσας . Π α λ ι ό τερ α , σ κ έφτη κε, θ α έφτανε στη μ ύ τη της η μυρωδ ι ά τη ς ψ α ροτ ροφή ς , που θ α έφερ­ νε ο α έ ρ α ς απ ό τα εργοστ ά σια που β ρίσ κοντ αν ανάμεσα στο λι­ μάνι και το αερο δ ρ ό μιο. Τα εργοστ ά σια αυτ ά επεξεργάζονταν τις ψ α ριέ ς που έ φερν α ν κ α θη μεριν ά οι ψ α ρ άδ ικοι στ ό λοι. Τώ ρα, η θ ερμοκρ α σί α του νερού είχε αλ λάξει, το κυκ λ ι κ ό φαινό μενο -γνω σ τ ό σαν Ε λ Νίνιο- είχε μεταβ λη θεί , τα ψ ά ρια είχαν φ ύγει κ α ι τα εργοστ ά σια σ ώ π ασα ν . · Ε ν α αεροπ λά νο πέρασε απ ό πάνω, ά ρχισε ν α χαμηλώ νει, οι μηχ α νές μούγκριζ α ν . Π α ρκ άρισε το α υτοκ ίνητο και τηλεφώνη­ σε στο γνωστ ό της της ετ α ιρείας Β α ρίγ κ . Δέ κ α λεπτ ά α ργ ό τερ α , 1 42


τη συνά ντησε στο μπαρ του π ρ ώ του ό ροφου , π ά νω απ ό την α ί­ θ ουσα αναχωρή σεων. Κ ρατού σε στα χέ ρια του ένα κουτί . Τη ς εξήγη σε πώς δ ούλευαν τα κ υάλ ι α , χω ρίς να τ η ρωτήσει τι τα ήθε­ λε . Τον ευχαρίστησε και γύ ρισε στην π όλη . Όλα ή ταν μ έ ρος μιας πο λύ π λοκης δια δ ικασί α ς, σ κ έφτη κε, κ άθε κ ίνηση δη μιουρ­ γού σε και μια νέα υποχρέωση , την κα θή λωνε . Ο παπ άς είχε βά λει αυτή τη δ ια δ ικασ ία μπ ροστ ά , εκείνο το πρωί. Είχε ένα σ κοπ ό , αυτή δεν ή ξερε ακ ό μα ποιον και την εί χε μπ λέξει ζητ ώντας τη β οήθει ά της. Π ρ άγμα που ενί σχυσε τους σ κοπούς και τις αποφ ά σεις του . Όλα έ μοιαζ αν μ ε ιστ ό , σ κ έφτη κε, με ιστ ό αρ ά χνης . Παρ κ ά ρισε το αυτοκ ίνητο σ ' ένα μικ ρό δ ρ ό μο κοντ ά στο ε­ στιατ ό ριο που θ α συναντιό ταν με τον ιερωμ ένο, έβαλε το κουτ ί στην τσ ά ντα, κ ρέ μασε την τσ ά ντα στον ώ μο τη ς και περπ ά τησε μ έχ ρι το καφενείο . Τ ο απ όγευμα ή ταν ζεστ ό , ο δ ρ ό μος πο λυσ ύ ­ χναστος . Τ ο Καφέ ντε Π α ρί ή ταν μισο-γεμ ά το. Ένας σερβιτ ό­ ρος τή ς ά νοιξε την π ό ρτα. Κ οίτ αξε τα τ ραπέζια , ψ ά χνοντας τον παπ ά . Ή τ αν λίγο φοβισ μένη . Τ α είχε χαμ ένα . Δ εν τον έβλεπε πουθ ενά . Ο παπ άς δεν ήτ αν εκεί . Ή ξερε ότι θ α τον συναντού σε, ότι δεν θ ' α ργού σε, ήξερε ότι θ α την περί μενε, α λλά δ εν τον έβλε­ πε που θεν ά ! Για μια στιγμή τ α ' β α λε με τον εαυτ ό της που είχε δια λέξει ένα τ ό σο πο λυσύχναστο μ έ ρος . Αισθά νθη κε στον ώ μο της το βά ρος της τ σ ά ντας . Σ την άλλη γωνί α , κοντ ά στην π ό ρτα, κ ά ποιος της έ κανε ν όη­ μα. Έ νας ά ντ ρας στεκ όταν ό ρ θ ιος και τη χαι ρετού σε απ ό μα­ κρι ά . Ή ταν ψηλό ς , φορού σε ένα πουκ ά μισο ξεκούμ πωτο μπ ρο­ στ ά και ζ α κέτ α . Π ροσπ άθη σε να θυμη θεί τ' όνομ ά του και πού τον είχε συναντήσει . Φ ο βήθη κε πως θα παρεμπ όδιζε τη συνομι­ λία της με τον παπ ά . Έ πιασε το λ ουρί τη ς τσ ά ντας της , χαιρέτη­ σε ευγενικ ά τον ά ντρα και συνέχισε ν ' αναζητ ά τον παπ ά . Όταν τον αναγνώ ρισε, η σύγχυσή τη ς μεγ άλωσε . Κάθισε στο τ ραπέζι αφού τον ά φη σε να τη β οη θή σει να κα θί σει. Έβ α λε τη τσ ά ντα κ ά τω απ ό την κ αρέ κ λα τη ς. « Τ ι θ α ήθ ελε ς να πιεις ; » τ η ρώ τησε ο Λαπόρτ. Είδε πως εκείνο ς έπινε ά σπρο κρασ ί . « Τ ο ίδιο» , απ ά ντη σε μπερδ εμένη . « Μ ε συγχωρείς» , τη ς δικαιο λογήθη κε . « Θα έπ ρεπε να σ ' εί χα Π Ρ 9ειδοποιήσει για τα ρού χα . Είναι απλώς λίγο δύ σκο λο να τ ρι­ γυρ ίζω με τα παπα δί στικα» . Κ ού νη σε το κεφ άλι της σαν ν α κατ αλάβ αινε . Σαν ιστ ό ς αρ ά ­ χνη ς , σκ έφτη κε, που τους σ κ έ πα ζε όλους . Ο σερβιτ ό ρος έφερε το μενού . Π α ρ άγγειλαν. Η Μ αρ ί α τ ρ άβ η1 43


ξε τη τσ ά ντα κ ά τ ω απ ό την καρέ κ λ α, έβγα λε το κουτ ί και το έ δωσε στον Λα πόlΗ . « Ένα μικρό δωρά κι» , του εξήγη σε. « Ε ίναι αυτ ό που μου ζή­ τησες το απ όγευμα». «Τι είδ ους ; » ρ ώ τησε. « Τ α κυ ά λια της νύ-χτας δ εν β ρ έθη καν» , απ ά ντησε. « Ήταν α δύ νατ ο . Υ π ή ρχε μ ό νο ένα ζευγά ρι και το π ροσωπικ ό ασφ ά ­ λεια ς του αεροδ ρ ομί ου το -χρησιμοποιεί . Έ τσι έφερα μ ια κ ά μερα με φίλτρο νύ-χτας, ό πως μου είπες» . Την ευχαρίστησε. « Δ εν εί-χες κανένα π ρ όβλη μα ;» τ η ρώτησε. « Κανένα . Εί μαι υπο-χρεωμ ένη στο φίλο που μου τα έδωσε. Ό­ μως α ύ ριο π ρέ πει να τα επ ιστρέ ψω οπωσ δή ποτε» . Π ερί μενε να τη ς εξη γή σει τι τα ήθε λε. « Π ριν σου εξηγή σω, υπ ά ρ -χ ει κ ά τι που θέλω να σου πω, μια π ληροφορία που μ ου έδωσε ο Π ατσέκο» Μ α κ ά ρι να της το εί-χε πει την π ροηγού μενη ν ύ χτα . Θ υμή θη κε , γιατ ί δεν το έ κανε. « Την επ ό μενη τη ς η μ έ ρας που είδ ες τον Χέ ρμπερτ Βά σερμαν, ε ί χε εξαφανιστεί κ άθε ίχνος του. Κά ποιος πλή ρωσε το υψη λό νοί­ κι του σ πιτιού και άδ ειασε το δ ιαμέρισμα . Είναι σαν να μην υ­ πή ρξε ποτέ» . « Το ξέρω» , απάντη σε η Μ α ρία , αγγίζοντ ας τ ο ποτή ρι του κρασιο ύ , « μ ου το ε ί πε σήμερα το πρω ί , ο Π ατσέκο » . Ο Λαπ ό ρτ κο ύ νησε τ ο κεφ άλ ι του . Δεν ήξερε αν έ π ρεπε να σ υ νε-χ ί σει ή ό-χ ι . Α ποφάσισε να επιμείνει . « Ν ομ ί ζω πως έ-χω ανα­ κ αλ ύ ψει κ άτι» , ε ί πε. « Μπορεί να μην εί ναι τ ί ποτα ή μ πορεί να ε ίναι α ργά , αλλά έ τσι γ ίνεται μια αρχή » . Ή πιε μια γουλιά κ ρασ ί . «Ξανα πήγα σή μερα το π ρω ί στο σ π ί τι . Υπή ρχαν φρουροί, αλλά κα τάφερα να μπω α π ό π ί σω . Το σ π ί τι ήταν άδειο , ό πως κ αι χτες . Η Γ κουά ρντια το είχε ρημ άξ ει στη ν κυριολεξία » . Φαντ άστη κε πως έ π ρεπε να εκ π λαγεί μ ε τ ο γεγον ό ς ότι ο πα­ πάς ε ί χε μπει κ ρυφά στο σπ ίτ ι. Ό μως δεν της φ ά νη κε παράξενο . « Α λλά ; » ρ ώτησε. « Έχω την ε\Lτ ύ πωση πως δεν β ρή καν τ ί ποτα γιατί δεν κοίτα­ ξαν στο κατάλλη λο σημείο » . Η Μ α ρ ί α περ ίμενε . « Έ ψ αχναν στο χρηματοκ ιβώτ ιο , σε μυστι κ έ ς κ ρυψ ώ νες , π ράγμα που ο Γιόζεφ Χάινερ ή ξερε. Έ ψ αξαν πίσω απ ό πίνα κες, του ς τοί χου ς του γρα­ φείου . Έσ κισαν τα έπιπλα . Η αστυνομ ί α έ κ ανε το σπ ί τι κομ μά­ τια , αλλά δεν β ρ έθη κε τίποτ α » . Η Μ α ρ ί α τον κοίταξε ερωτηματι κ ά , κι αναρωτήθη κε γιατ ί της π ροξενο ύ σε το εν δ ιαφέ ρον, γιατ ί τη ς φαιν ό ταν τ ό σο σπου­ δ α ί α η υπ όθεση . .

1 44


« Δ εν ξέ ρω αν θ α μου βγει σε καλό , ό μως εγώ ξέρω πού π ρέπει να κοιτ άξω». Η Μ αρ ί α ανα ρωτ ήθη κε για άλλη μια φορ ά τι τη συγκινού σε σ ' όλη αυτ ή την ιστορί α . « Π ώς εί σαι τ ό σο σ ίγουρος ;» ρώτησε. Ο Λαπ ό ρτ έφερε στο νου του το απ όγευμα , σκ έφτη κε την κου­ βέντα που εί χε με τον Πα τ σέ κο. « Γιατί σή μερα το απ όγευμα κ άθισα στην καρέκλα του Γι όζεφ Χά ινερ , ή πια την μπ ύ ρα του Χά ινερ , σκέφτη κα σαν τον Χά ινερ . Τ ραγούδησα τα τραγούδια που τραγουδ ού σε και δ ι άβ ασα τα β ι­ β λί α που δ ι άβαζε». « Κ αι λ οιπ ό ν ; » « ' Οπως ο Χάινερ , έτσι κι εγώ δεν εί μ αστε Π ερουβ ιανοί » . « Τ ι θες να πεις ; » « Π οιο είνα το μέρος του σπιτιού που ένας Ε υρωπα ίο ς θ α π ή ­ γαινε, ενώ ένας Π ερου β ιαν ό ς, και ειδ ικ ότερα ένας ά ντρας, δ εν θ α πατού σε το π όδ ι του ; » « Η κου ζίνα » , απ ά ντησε εκεί νη χωρ ί ς δ ιστ αγ μ ό . Ο Λαπ ό ρτ έγνεψε καταφατικ ά . « Κάτω α π ό τη σ ό μπα στη κου ζίνα» ' Ε φεραν το φα η τ ό Π ερί μενε μ έ χρι να το ς σερβίρουν και . γ υ μ ετ ά της ε ξήγη σε τη θεωρ ί α του , αναφέροντ ας τις περι γ ραφές το υ Π ατσ έ κο με τη σ ό μ πα να ζε μ ατ άει την ώ ρα που η Γ κο υ ά ρ ­ ντια έ κ ανε έφο δ ο στο σ π ί τι, π ριν απ ό δύ ο μ έ ρες » . « Γιατί δ εν κοίτ αξες σή μερα που π ή γες ; » « Γ ιατ ί τ ο ανακάλυψα πέντε λε π τά πριν σου τη λεφωνή σω και τ ό τε ή ταν πια α ργ ά . Είχα το αμ υ δ ρ ό συνα ίσθη μ α πως κ ά τι άφη­ να να μου δ ιαφεύ γ ει , α λλά μο υ πή ρε καιρ ό να το συνει δ η το­ ποιή σω » . «Τι σκοπεύ εις λοιπ ό ν να κ άνεις ; » « Υ πολογίζω να ξαναπάω απ ό ψε» . « Γ ιατ ί ό χι α ύ ριο ; » « Γ ιατ ί α ύ ριο μπορεί να ε ίναι πολύ α ργ ά » . « Γ ι ' αυτ ό χρειαζόσου ν του ς φακο ύ ς της νύ χτας ; » Α ναρωτ ή θη κε π ώ ς θ ' αντιδ ρού σε α ν της έλεγε τις σ κέψεις το υ . « Α υ τ ό εξαρτ άται απ ό σ έ να» , της απ ά ντησε. Σαν ιστός α ράχνη ς , σ κ έ φτη κε εκείνη . Σαν ιστ ό ς που σ κεπ ά ­ ζει, που παρασ ύ ρει , που εμπλέκει, που γ ί νεται αυτοσ κοπ ό ς . Θυ­ μήθη κε πως π ριν λίγ ο είχε αναρωτη θεί αν ο παπάς είχε τ έ τοια δ ικαι ώ ματα π ά νω της , αν η ίδ ια ε ί χε δικαίωμα να αρνη θεί . Ή ξε­ ρε πως ή ταν ή δ η πολύ αργ ά . « Π ες μου τι θέλεις να κ άνω » . Ο Λα π ό ρτ δ ανε ί στη κε έ να στ υ λό απ ό το σερβιτ όρο, και ζω .

1 45


γρ ά φισε έ να χά ρτη π ά νω στην χαρτοπετσέτα . « Η ώ ρα είναι εφτ ά παρ ά είκοσι», ά ρχισε να εξηγεί το σχέδ ιό του . « Θέλουμε πενήντα λεπτ ά για ν α φτ ά σουμε στο Τ σακ λ ι κ άγιο . Θ α εί μαστε στο σπίτι γύρω στις οχτώ και τ έτα ρτο» .

8 Η συν ά ντηση που είχε ορ ίσει ο Χάινριχ Σ μελτς έγινε σα ραντα­ π έντε λ επτ ά α ργ ότερα , στις εφτ ά και τ έ ταρτο. · Ε νας απ ό τους ά ντ ρες που είχε κα λέ σει, κα θυστέ ρησε εξαιτ ί ας ενός αυτοκινητι­ κού ατυχή ματος . Σ τις εφτ ά μιση τα δύο αυτοκ ίνητα που νοί κιασε ο Σ μελτ ς για την περίσταση , η Β ο λα ί ρ και η Κ ορονέτ , ξεκ ίνησαν απ ό το σπ ίτι του Μ ι ραφιό ρες . Αν κ ά τι π ή γαινε στρα βά , π ρ άγμα που δεν περίμεναν, τα αυτοκίνητα δεν θ α τους πρόδι δ αν, δ εν θ α οδηγού σ αν στα ίχνη του ίδ ιου ή της οργ ά νωσης . Ο Σ μελτς κ άθισε στο κ άθισμα του συνοδ ηγού της Β ο λ αί ρ . Υ­ πο λόγισε ότι με όλ η αυτή την κυκ λοφορ ία , η οδήγη ση τους έ ­ παιρνε γύ ρω στα τ ριανταπέντε λεπτ ά κι ο δ ρ ό μος για το Τ σακ λι­ κ άγιο α λλά εικοσιπ έ ντε . Οι φρουροί θ ' απομα κ ρ ύ νονταν απ ό το σ π ίτι α π ό τις οχτώ μ έχρι τις δ έ κα . Κο ίτ αξε το ρολόι του . « · Ε χουμε καιρό » , εί πε στον ο δη γ ό . « Θα είμαστε στο σ πίτι κα­ τ ά τις οχτώ και είκοσι πέντε)) .

9 Ο δ ρ ό μος για να βγει κανείς απ ό τη Λίμα ή ταν α δ ιαπέραστος λόγω τη ς μεγ άλης κυκ λ οφορία ς . Ο Λαπόρτ α κο λ ούθη σε το Ντ ά ­ τσουν της Μα ρίας γύρω απ ό την Πλάζα Ντος ντε Μάγιο , μέχρι τον ε ξωτερικό δ ακτύλιο. Π ά νω στους χαμη λού ς λόφους, τα φ ώ­ τα των μπαριά ντας τ ρεμ όσβ ηναν σ αν ά σ τ ρ α . Δ εκαπ έντε λεπτ ά α ργ ότερα , η κυκ λοφορία γινόταν αισ θητ ά πιο ά νετα . · Ο ταν β ρέ­ θ η καν στα μισ ά του δ ρ ό μου για το Τσακλικάγιο , τα μόνα οχή μ α­ τα π ου κυ κ λ οφορούσαν, ήταν τα λεωφορεία και τα φορτηγ ά που ακολου θ ού σ αν τη νυχτερινή πορεία τους μέσα α π ό τις " Άνδεις . Στις οχτ ώ π α ρ ά εί κοσι, πέντε λεπ τ ά α ργό τερα α π ' ό σο είχε υπολογί σει , τα δύο αυτοκίνητα βγή καν από τον κεντ ρικ ό δ ρόμο και έ στριψ αν στην α π ό τομη π λαγιά που οδηγο ύ σε στο καφενείο 1 46


και στο τηλέφωνο απ έναντι α π ό το σπ ί τι . Τ ο καφενείο ήταν κ λειστό . Ο Λ απ ό ρτ ανα κουφ ί στηκε . Η Μ α­ ρ ί α κιν δύ νευε λιγ ό τερο τώ ρα, που δεν υπή ρχαν μ ά τια να την κοι­ τ άζουν. Ο α έ ρας της νύ χτας ή ταν ψυχρ ό ς . Από π ά νω τους, οι κορυφο­ γραμμ έ ς μ όλις που δ ιακρ ίνονταν κ ό ντρα στο μαύ ρο ουραν ό . Τ ο μισοφ έγγα ρο ή ταν τ ό σο λεπτό , που δεν έ ριχνε δ ιόλου φως στο τοπ ίο . Έ τσι μπροσ τ ά τους ο δρόμος και τα λι βάδ ια με τα κα λ α­ μ π ό κια έ μοια ζαν σαν σ κοτεινή θάλασσα . Η Μ αρ ί α π ή ρε ένα π α λτό απ ό το αυτο κίνητο. Έ νιω θε κιόλας το κ ρύο των λόφων να τη διαπερν ά . Σ τον ουρανό , το αντιφέγγισ μα απ ό τα φώτα της πόλης της θύ μισαν τι εί χε αφή σει π ί σω της . Ο Λα π ό ρτ βγή κε απ ό το αυτοκ ίνητο, και περπ ά τη σε μ έχρι το τηλέφωνο . Από κει, το ίδ ιο απ όγευμα είχε ε λέγξει τη θέ α π ρος το σ π ί τι. Από τα παρ ά ­ θυρα του σπιτιού ξεχυνόταν ά π λετο φως . « Τ ι συμ β α ίνει; » ρώ τησε η Μ αρ ί α . « Δ εν ξέ ρω . Όλ α τα φώ τα εί ναι ανα μ ένα . Κά ποιος εί ναι στο σπ ίτι» . Κ οίταξε το σπ ί τι που φεγγο βολού σε. « Δεν νομ ίζω . Είναι πο λ­ λά τα φώ τα . Σε κ άθε δωμ ά τιο κι ένα φως αναμμ ένο . Κά τι άλλο συμ β α ίνει» . « Έ χεις το φ ίλτ ρο νύ χτας ; » Κ ρατούσε την κ ά μερα με τον ει δι­ κ ό φακ ό . « Δ εν υ π ά ρχει φιλ μ μ έ σα, το έλεγξα » . Τ ο έφερε στα μ ά τια του , χωρ ίς να ξέ ρει τι θ' αντικ ρ ίσει, ελ π ίζοντας να δ ει κ ά τι π έ ρα απ ό το μα ύ ρο σ κοτ άδ ι που τους περιέβ α λε . Τ ο αποτ έλεσμ α ή ταν εκπ λη κτικ ό . Μέ σα απ ό τον αχνοπ ρ ά σινο φα κ ό μ πορού σε να δ ιακρ ίνει κ άθε λεπτομ έ ρεια του σ πιτιού , του κή που και του δ ρ ό μου που περνού σε μπροστ ά . Κά τι άλλο, κ ά τι δ ιαφορετικ ό συνέβ αινε. Κοίταζε το δ ρό μο απ ό τη μια ά κ ρη ώ ς την άλλη , ε­ στιάζοντας το φ α κ ό . Μ ετ ά τον έδωσε στη Μ αρ ία για να κοιτ άξει κι εκεί νη με τη σειρ ά τη ς . « Οι φρουροί ; » της εί πε χωρί ς να το πιστεύ ει, « έ φυγαν» . Στη λουρίδ α του γ κα ζό ν μ π ροσ τ ά απ ό το σπ ίτι, στο σημεί ο που το ίδιο απ όγευμα στεκ ό ταν το αυτοκ ίνη το της Γκου ά ρντια , τ ώ ρα δεν υπ ή ρχε τί ποτα . « Ί σως να εί ναι στο π ί σω μ έρο ς» , πρ ότεινε εκείνη . Κούνη σε το κεφάλι του. « Δ εν πιστεύω . Κ αι τις δύο φορές που πέ ρασα τους β ρή κα στο ίδ ιο σημείο » . « Τ ι θ α κ ά νουμε τ ώ ρα ; » « Α υτ ό που εί χαμε σχεδ ι ά σει. Υπ ά ρχει πιθ αν ότητα μια αιτ ί α που τα φώ τα εί ναι αναμμ ένα. Οι φρουρο ί αποφ ά σιαν να το σ κ ά ­ σ ουν κι ά φη σαν τα φώ τα ανοιχτ ά ώστε �α ξεγελά σουν τους αν1 47


θ ρ ώ πους και να τους κ ά νουν να πιστέ ψουν ότι το σπ ίτι φρουρεί ­ ται» . Κ ανένας τους δ εν ικανοποιή θη κε μ ' αυτή την εκ δοχή . « Γ ιατ ί δεν τη λεφωνά με να β ρού με ά κ ρη ; » α κού στη κε η Μ α­ ρ ί α . « Τ ου λά χιστον, αν απαντ ή σει κ ά ποιος θ α ξέ ρουμε πως δεν μ πορού με να π ά με μ έ σα » . Β ρή κε τον αριθ μ ό που της εί χε γρ ά ψει ο Λ απ ό ρτ, τον σχημ ά τισε κι ά φη σε το τη λέφωνο να χτυπή σει για ένα ο λό κ λη ρο λεπτ ό π ριν κατε βά σει το ακουστικ ό . « Τι ώ ρα λέει το ρο λόι σου ; » « Π α ρ ά εικοσιπ έ ντε» . Σ υγχρονί στη κε με το ρο λό ι τη ς. Μέ σα στον παγωμένο αέ ρα, οι αναπνοέ ς τους ά χνιζ αν. « Είσαι σ ίγουρη για τα σινι άλ α ; » Η Μ αρ ί α έγνεψε καταφατι­ κ ά . « Ε ντ άξει» , συνέχισε . «Αν όλ α π ά νε κα λά θα σε συναντή σω ε δώ . Θ α κ ατέβω στον κεντ ρικ ό δ ρ ό μο π ρώ τος και θ' ανα β οσ βή­ σω τα φ ώ τα μου τρεις φορέ ς . ' Ε τσι, θ α ξέρεις ό τι εί μ αι εγώ . Α ν κ ά ποιο αυτοκί νητο στρίψει χωρ ί ς σινι άλ ο ή αν συ μβεί κ ά τι άλλο , βγες έξ ω ό σο πιο γ ρήγορα μπορεί ς . Αν συμ β εί , κ ά τι θ α σε συνα­ ντή σω στο διαμ έ ρισ μ ά σοω> . Μ π ή κε στην Κ απρ ί ς, αναρωτ ήθη κε αν έ π ρεπε να τη φι λή σει και να της ευχη θεί καλή τ ύ χη , α λλά το απέφυγε . « Θ α σε δω α ργ ό ­ τερα» , ε ί πε απ λά και χ άθη κε μ έ σα στο σ κ οτ άδ ι. Τ α φ ώ τα του σπιτιού έφευγαν μ έ σα απ ό δ υο τ ρα β ηγμ ένες κουρτ ί νες . Ο δ ρ ό μος ή ταν ή συχος, εκτ ό ς απ ό ένα μεθυσ μ ένο που περνού σε π ά νω σ ' ένα άθλιο πο δήλ ατο . Ο Λ α π ό ρτ σταμ ά τη­ σε κοντ ά στο σταυροδρ ό μι, στο σημεί ο που εί χε π α ρ κ ά ρει το π ρω ί , έ σ β ησε τα φώ τα και τη μηχανή και π ροσ π άθη σε να π ρο­ σ αρμοστεί στο σκοτ άδ ι . Το μισοχτισμ ένο σπ ί τι ή ταν ό πως το θυμ ό ταν . Μ π ή κ ε στον μ π ροσ τιν ό κή πο, π έ ρασε σ τον π ί σω προσεκτικ ά , διέ σχισε το α­ κ άλυπτο χώ ρο μ έχρι την τ ρύ πα στους θά μνους , έ χοντας το ο λό ­ φωτο σ π ί τι για οδηγό . Δ εν είδε ανεπιθύ μητες φιγού ρες να δ ια­ γρ ά φονται στα φωτισ μ ένα π ί σω παρ άθυρα του σπιτιού . Π ερ ί με­ νε, βε β αιώθη κε γι ' άλλη μια φορ ά κι ύ στερα διέ σχισε το γρασ ίδ ι του ώ ς το παρ άθυ ρο της κου ζίνας . ' Ηταν α κ ό μη ξεκ λείδ ωτο ό­ πως κ αι το απ όγευμ α . Τ ο έ σ π ρω ξε, τ ρό μ α ξ ε α π ό το τρ ίξ ιμ ο των αρμ ώ ν, μπή κε μ έ σ α και έ κλεισε μα λ α κ ά τ α παρα θυρ ό φυ λλ α π ί ­ σω του . Το φως που σ κ ό ρπιζε ο γυμν ό ς γλόμπος ήταν εκτυφ λωτι κ ό μετ ά τ ό ζοφερ ό σ κοτ άδ ι . Σ τα α ριστερ ά του ή τ αν η σ ό μ π α . Σ τα δεξιά του η ε ί σοδ ος για το υπ όλ οιπο σ π ίτι. Τέ ντωσε τ ' αυτι ά του . Τίποτα . Κά που , τον προει δοπο ίησε το ένστικτ ό του , θ α υπή ρχε ένας φρουρ ό ς. Πέρασε την πόρτα , αφού τη ν ά νοι ξε προσε κ τικ ά , 148


σ ύ ρ θη κε ώ ς το χολ και περίμενε . Τίπ οτ α . Ήσυχα, οδυνη ρ ά αρ­ γ ά , πήγε σε όλ α τα δωμ ά τια ώ σ που να β ε β α ιωθ ε ί πω ς δεν υπήρχε ψυχή . Ο λεπτο δ εί κτης έδειχνε οχτ ώ και σαράντα . Ξαναγύ ρισε στο γρ αφείο κ α ι περ ί μενε το τη λεφώ νη μα της Μ αρ ί α ς .

10 Τ ο σ κοτ άδι έπεφτε βα ρύ γ ύ ρω τη ς . Η Μ α ρία τυ λίχτη κε μ ε το παλτ ό τη ς και περ ί μενε . Εξέτα ζε το δ ρ ό μο με τον φακ ό κι ανα­ ρωτιό ταν τι θ α έ κανε αν ξαφνικ ά παρουσια ζόταν κ ά ποιος . Έ ρι­ ξε μια ματι ά στο ρο λό ι τη ς. Εί χαν περ ά σει δέ κα λεπτ ά . Οχτ ώ και σαρ ά ντα. Ώ ρα για τη λέ φωνο . Ήξερε τον αριθ μ ό , τον σ χη­ μ ά τισε αυτ ό ματα και περίμενε μ έ χρι να χτυπ ή σει μετ ρ ώ ντας τα χτυπή ματ α . Ό ταν έγιναν δέ κα κατ έβ ασε το α κου στικ ό , περ ί με­ νε άλλ α ε ί κοσι δευτερ όλεπτα και σχη μ ά τισε τον α ριθ μ ό για δεύ ­ τερη φορ ά . Το τη λέφωνο χτ ύ πησε τ ρεις φ ορ έ ς και μετ ά ά κουσε τον Λα π ό ρτ να ση κ ώ νει το ακουστικ ό . Ε ίχε φτ ά σει σώο ς στο σ π ί τι. Π αρ ά το κρ ύ ο, νευ ρικ ό ς ιδ ρ ώτας έτ ρεχε στην π λά τη της . Α­ ναρωτή θη κε τι θ α της έ καναν έ τσι και την ανα κ άλυ πταν . Έ πια­ σε τον εαυτ ό τη ς ν ' αναρωτιέ ται τι να εί χε π άθει ο Χέ ρ μ περτ Βά ­ σερμαν . Θυμήθη κε τα λόγια του Λαπόρτ . Α ν κ ά ποιο αυτο κίνητο εμφανιζό ταν κοντ ά στο τη λέ φωνο , αν κ ά τι συνέβ αινε , τ ό τε αυτή θ α έ πρεπε να φ ύγει το ταχύτερο δ υνατ ό . Το Ν τ ά τσουν ή ταν τ ρία π όδ ια πιο π έ ρα . Έβ α λε τα κ λειδ ιά στη μηχα νή , έβ α λε μ π ροστ ά , κι ά φησε την π ό ρτα του οδηγού ανοιχτή . Σ την κοιλ άδ α , δ ιακρίνονταν τα φωτισ μ έ να παρ άθυρα του σπιτιού , που μ έ σα στο σ κοτ άδι της νύχτας φ ά ντα ζε απ ό κοσμο. Σή κωσε την κ ά μερα κι ά ρχισε να ε λέγχει το δ ρ ό μο μεθ οδ ικ ά , μετ ά τον κ ή πο και ακ ό μα π ά ρα π έ ρα , μ έ σα στο σ κοτ άδι, δ ε ξιά κι αρισ τερ ά του σ πιτιού όσο τη ς επ έ τ ρεπε η ό ρασή της . Ξ ανακοί­ τα ξε στο ρο λόι τη ς . Πό σο γ ρήγορα περνούσε η ώ ρα. Είχαν περ ά ­ σει είκοσι λεπτ ά που ο Λα π ό ρτ ή ταν πια μ έ σα. Οχτ ώ και πε­ νή ντα .

1 49


11 Ο χτ ώ και πενή ντα . Ο Χάινριχ Σ με λ τς κο ί τα ξ ε το ρο λόι του . Α ν δεν τους έ πιανε το καταραμ ένο λά στιχο , αν η εταιρεί α δεν ε ίχε βάλει λάθος γρ ύλο στο αυτοκ ί νητο , τώρα θ α είχαν φτ ά σει στο σπ ί τι. Η συν ά ντη ση ή ταν ο λιγ όλεπτη . Π ροσπ άθησε ν ' ακολουθή σει το χρονο δ ι άγραμμα , π αρ ά την κα θυστ έ ρηση ενό ς απ ό τους Στούρμ ε νερ . Η κυκ λ οφορί α στην π όλη ή ταν ό πως την εί χε υπο­ λογί σει. · Ο μως, ό ταν μ πή καν στον περιφερεια κ ό δ ρ ό μο κ έ ρ δ ι­ σαν χρ ό νο , μια και ή ταν άδ ειος . Αυτ ός κι ένας απ ό τους ά ντρες του στη Β ολαίρ , οι άλλοι στην Κ ορονέτ . ·Ως τα μισ ά του δ ρ ό μου για το Τ σακ λικ άγιο, όλ α π ήγαιναν κα λά . Κ αι τ ότε έ σ κασε το λά στιχο . K ανOVΙKά θ α τους κα θυστερού σε π έ ντε λεπτά , ό χι πε­ ρι σσ ό τερο . · Ο μως , ο γρύλος δεν έ πιανε στο αυτοκ ίνητο . Εί χε ε­ λέγ ξει τα π ά ντα π ριν ξεκινή σει απ ό το Σέρατο ν . · Ολα τα απαρα ί­ τητα εργα λεία , κα θώ ς επ ίσης και μια ρε ζέ ρ β α σε κα λή κατ ά στα­ ση ή τ αν τοποθ ετη μένη στο αυτοκί νητο. Που να φαντ αστεί πως η ετ αιρεία ενοικ ί ασης αυτο κινήτων θ α εί χε ανακατέ ψει τα εξαρ­ τ ή ματα, θ α εί χε βάλει στα αυτοκίνητα άλλ α αντ ί άλλων. · Ε τσι έ χασαν άλλ α δ εκαπ έ ντε λεπτά , προσπα θώ ντας μ ' αγωνί α και ι δ ρ ώτ α να αλλάξουν το λά στιχο . Γύ ρισαν στα αυτοκ ί νητα και ξεκίνησαν . Ο Σ μελτς κ άθισε α­ λύγιστος στο κ άθισμα του αυτοκινήτου που π ροπορευ ότ αν . Ξ α­ να κοίταξε το ρο λόι του . Δ εν ή ταν και τ ό σο φοβ ερή η κα θυστ έ ρη­ ση . Εί χαν α κ ό μα μια ώ ρα μπ ροστ ά τους. Τ α φώτα των αυτοκινήτων που έ ρχονταν απ ό την αντ ίθετη κατεύθυνση ανα βό σ β ηναν στο π ροσπ έ ρασμ ά τους. Ο Σ μελ τς γύ ­ ρισε το κεφ άλι, για να δ ει αν τα παιδ ι ά τους α κολου θού σαν. Η ένταση εί χε αρχί σει να τον συνεπα ί ρνει. Α υτή η γεύ ση στο στ ό­ μα , το σφίξιμο στο στομ ά χι. Σ αν τον πα λιό καιρ ό . Π ολλοί π ρο­ σπα θ ού σαν να το αποφύγουν, άλλοι ήθε λ αν να ζουν αυτή την α ί σ θη ση . Ε υτυ χώ ς σ κ έφτη κε, που δεν ή ταν α κ ό μα ένα χωριατ ό­ παιδ ο στους αγρού ς της Β αυαρ ίας , ψη λά στις ανεμο δ αρμ ένες π λαγιέ ς της Π αταγoVΊας. Ε υτυχώ ς β ρισκ ό ταν εκεί που π ραγμα­ τικ ά α νή κε . Η · Βολ α ί ρ βγή κε απ ό τον κεντρικ ό δ ρ ό μο έ κοψε τ αχ ύτητα , π έ ρασε τη διασταύ ρωση στο σημε ίο που η ανηφορική οδός έ ­ στρι β ε δε ξ ι ά , και γ λί στρη σε δ υναμικ ά π ρος το σπ ί τι .

150


12 Τ ο π ρώ το τη λεφώ νη μα της Μ αρίας , αντ ή Ίησε στο σ π ί τι σαν συ­ ναγερμ ό ς . Τ ρ ό μαξε αν και το περ ί μενε. Ο Λ απ ό ρτ το ά φη σε μ έ ­ Ί Ρ Ι να Ί τυπ ή σει δέ κα φορέ ς και αισ θά νθη κε κ ά ποια ανακού φιση μ όλ ις στα μ ά τησε . Τ ριά ντα δευτερ όλεπτα αργ ό τερα ξ αν ά Ρ Ίισε να χτυπ ά ει. Τ ο ά φη σε να Ί τυπή σει τ ρεις φορέ ς και μετ ά σ ή κωσε το α κουστικ ό . Η γραμμ ή έ κ λεισε. Η Μ αρ ί α ή ξ ερε πως εί Ίε φτ ά σει σ ώ ος. Τ ο τη λέφωνο ή ταν στο σα λό νι, απ έ ναντι απ ό το Ί ο λ και την κουζίνα. Τ ρ άβ η ξε το κα λώδ ιο ό σο γινόταν, μ έ ΊΡΙ να το φτ ά σει στη μ έ ση του Ί ο λ , ό σο μ πορού σε π λησιέ στερα στην κου ζί να , και ξ αναγύ ρισε στη σ ό μ π α . ' Εβ α λε μια καρ έ κ λ α στην π ό ρτα που τον χώ ρι ζε απ ό το τη λέφωνο, ώ στε να μεί νει οπωσ δή ποτε αν ΟΙΊ τή . Τ ο δωμ ά τιο ή ταν ό πως α κ ρι βώ ς το εί Ίε αφή σει την η μ έ ρα που είχε φωτογραφη θεί με τον Π ατσ έ κο . Η σ ό μπα έ στεκε στ ' αρισ τε­ ρ ά του παρα θύ ρου , κ ό ντρα στον τοί χο. Τ ο μπουρ ί έφτανε στο τα βά νι, Ίωρ ί ς σω λή νες ή συνδέ σεις . Ο Λαπόρτ την έ σ π ρωξε με όλο του το βά ρος κι αναρωτή θηκε αν θ α την μετ ακινού σε ποτ έ . Α πογοητεύθη κε, α λλά δεν έδ ειξε καμ ί α έ κ π ληξη που δεν τα κατ ά φερε . Σιγ ά και με θ οδ ικ ά βάλθη­ κε να εξετ άζει το μπουρ ί , πιέζοντας και τ ρα βώ ντας τις βίδ ες και τα μπου λό νια που το συγ κρατού σαν, ελ π ίζοντας να β ρει τον τ ρ ό ­ πο που θ α την μετα κινούσε. Π έντε λεπτ ά αργ ό τερα , ά φηνε το μπουρ ί κι έπιανε την ίδ ια τη σ ό μ πα . Την έ ψα ξε για επτ ά λεπτ ά α κ ό μη . Σ το νου του ή ρ θε η Μ αρ ί α . Μ ακ ά ρι να εί Ί ε το τη λέ φωνο του θ α λ ά μου να της τη λεφωνή σει . Ν α δ ει αν εί ναι κα λά . Όλ α τα μ έ ρη της σ ό μπας ή ταν ακ ίνητα, στα θερ ά . Μ ετ ά απ ό εννι ά λεπτ ά ο Λαπό ρτ τ ρα βή Ί τη κε π ίσω ξέ ροντας πως εί Ίε δί­ κιο , α λλά μη μπορώ ντας παρ ά να παρα δεχτεί την ή ττα του . Α να­ ρωτ ήθη κε μ ή πως εί χε παρακού σει τα λόγια του Π ατσ έ κο, μή ­ πως τα εί χε εξηγή σει στρα βά . « Π α ρ ά λίγο τους ξέφυγαν . Ό ταν έ φτασε η αστυνομ ί α η σ ό μ πα ή ταν ανα μ μ έ νη . Κά ποιος α π ό τη φρουρ ά εί πε σ ' έναν δ ικ ό μου πως στην κυριολεξί α έ καιγε» . Τ α λόγια δεν του π ρ ό σφεραν καμιά άλλη λύ ση . Α ισ θά νθη κε την αμ­ φι β ολί α να τον τ ριγυρ ίζει, αναρωτ ή θη κε αν η Μ αρ ί α ή ταν κα λά . Η μια σ κ έ ψη έφερε την άλλη . Αν η σ ό μπα έ π ρεπε να παραμεί ­ νει ασφα λή ς και η θερμ ό τη τα ή ταν η αιτ ία που θ α κ ρατού σε τον κ ό σμο σε απ ό σταση , τ ότε το κ λει δί θα ή ταν μ έ σα στη φωτι ά . Σή κωσε το καπ ά κι της σ ό μπας, έβ α λε το Ίέ ρι του μ έ σα κι ά γγιξε προσεκτικ ά την ο ξυγονοκο λλη μ έ νη στεφ ά νη . Σ το π ί σω μ έ ρος, ISI


στο σημεί ο που ά ρχιζε το μπουρί , υπ ή ρχε έ να μι " ρ ό σιδερ ά κι. Φ αιν όταν σα να μη χρησ ί μευε σε τ ί ποτα . Τέ ν τωσε τους μυς του, τρα βώ ντας το μ έτα λλο π ά νω κ ά τω, δε ξ ιά " ι αριστερ ά . Α κού ­ σ τη κε έ νας θό ρυ βος κι έ νιωσε τη σ ό μπα να υποχωρε ί κ ά τω απ ό το βά ρος του κορμιού του. Χωρ ίς μεγ άλη προσπ άθεια , την κού ­ νησε χρη σιμοποιώντας το μπουρ ί σαν μοχ λό . Η σ ό μπα μετακινή θη κε τρεις ί ντσες αριστερ ά και σταμ ά τη­ σε . Π ροσεκτικ ά , φοβού μενος μ ή πως χα λά σει το μηχανισ μ ό , ο Λ α π ό ρ τ τη ν κ ί νησε προς τα δε ξι ά . Η σό μπα μετα " ινήθη " ε εύ " ο­ λ α , την α κού μπη σε π ί σω στον το ί χο . Σ το τσιμεντ ένιο π ά τωμα , εκεί που συνήθως β ρισ κ ό ταν η σ ό­ μ π α , υπή ρχε έ να μικ ρ ό μετα λλι κ ό χερούλ ι . Το τ ρ άβη ξε με κ ά ­ π οια προσπ άθεια . Τ ι να κ ρυβόταν ά ραγε απ ό κ ά τω ; Έ να μ έ ρος του πατ ώ ματος ση κ ώθη κε "ι αποκα λύφ θ η κε ένα ά νοιγ μ α δυο π ό δ ια φαρ δύ . Οι γωνι έ ς ήταν κα λυ μ μ έ νες με κ ό κ κινα π λ α κ ά κια , ό πω ς το υπ όλοιπο π ά τωμα . Ο Λ απ ό ρτ π ή ρε το φακ ό και φώτισε τη σ κοτεινή τ ρ ύ π α . Αν υπ άρ χει κ ρυψ ώ να , θυμ ήθη κε τα λόγι α της Μ αρ ί ας, δ εν θ α έ χουν αφή σει τ ί π οτα. Α ν υπ ά ρχει κ ά τι πιο μεγ άλο α π ό χρη ματοκιβώτιο, τ ό τε υπ ά ρχει περ ί πτωση να έχουν αφή σει κ ά τι. Η φωτεινή δέ σμη φώτισε το ά νοιγμα ή ταν γύ ρω στα δέ κα π όδ ια βα θύ . Διέ κ ρινε κ ά τι ξύλινα σ κ α λι ά , ωρα ί α κατα­ σ κευασμ ένα και γυα λι σμέ να . Σ τα δεξι ά του ε ίδε ένα δ ια κ ό πτη . Τ ον ά ναψε και ξ αφνι ά στηκε απ ό το δ υνατ ό φωτισμ ό . Κ ατ έβη κε τις σ κάλες. Τ ο δω μ ά τιο είχε ύ ψος δέ κα π όδ ια, μ ή κος δεκαπ έντε κι άλλα τ ό σ α φ ά ρδ ος . Σ υμπ έ ρανε πως εί χε τις ίδ ιες δ ιαστ ά σεις με την κουζίνα του π ά νω πατ ώ ματος. Ο ι τοί χοι ή ταν λευ κοί , το π ά τωμα στρωμέ νο με τα ίδ ια κ ό κκινα π λα κ ά κια . Δ εν επικ ρατού σε μυ­ ρω δ ι ά μού χ λας . Κ ατ ά μ ή κος των τοίχων, εκτ ό ς απ ό εκείνο που σ τή ριζε τις σκ άλε ς, υπή ρχαν ρ ά φια και ντου λά πες . Για μια στιγμή , το η θ ικ ό του αναπτερώθη κε . Κ α θώ ς π λησ ία­ σε, ό μως, ή ξερε πως ή ταν α ργ ά . Το δω μ ά τιο ή ταν απ ό π λευρ ά ς α καταστασ ία ς σε άθλ ια κατ ά σταση . Τ α συρτ ά ρια ανοιχτ ά , το ίδιο και τ α φύλλα των ντουλ απιώ ν . Στη μ έ ση τ ου δωματ ίου υπ ή ρ­ χε ένας σωρό ς απ ό άδεια κουτι ά , φακέλους και ντοσιέ . Ο ποιοσ­ δή ποτε εί χε αφή σει το σπίτι σ ' αυτ ή την κατ ά σταση πριν απ ό την ά φι ξη της αστυνομίας, εί χε αρκετ ό καιρ ό στη δ ιάθεσή του για ν ' α δειά σει τη μυστική β ι βλιοθή κη . Ό χι πο λύ καιρό , αν έ κρι­ νε α π ό την ακαταστασ ί α, α λλά σ ίγουρα α ρ κετ ό . Προσπάθησε να καταπνίξει την απογοή τευσ ή του, κατα βάλθη κε να ψ ά χνει στα σ κουπ ίδι α του πατ ώ ματος ε λ π ίζοντας να β ρει κ ά ποια έν­ δειξη . '


13 Η συχία κ α ι η ρεμ ί α επικρατού σε στο σ π ί τ ι και στους κ ή πους . Αυ τ ό του λά χιστον, έδειχναν οι αχνοπρ ά σινοι φακο ί ν ύ χτας. Η Μ α ρ ί α κ ί νη σε την κ ά μερα αργ ά , ε ξ ετ άζοντας τον κή πο, δίν ον­ τ ας ιδιαίτερη π ροσοχή σ τα σ κοτειν ά εκείνα ση με ί α που σχη μ ά τ ι­ ζαν τα φωτεινά τετ ρ άγωνα των παραθύ ρων . Τί ποτα . Κ οί τα ξ ε το ρο λό ι της για άλλη μια φορ ά , υπολόγισε π ό σην ώ ρα ή ταν ο Λαπόρτ στο σπ ί τι , και τ ό τε διέ κ ρ ινε τα π ρ ώ τα φ ώ τα κ ά ποιου αυτοκινή του . Π ετ ά χτη κ ε σαν τρελή , προσπ άθησε να ε­ στι ά σε ι την κ ά μερα στο δ ρ ό μο μπροστ ά στο σπ ί τι , τον το ί χο και μετ ά δε ξ ι ά στις ανα λ αμπ έ ς που εί χε π ροσ έξ ει πριν λίγο . Είδ ε δύ ο φώ τα, μετ ά άλλα δύο . Αυ τ ό ματα , ά ρχ ι σε να σχη ματ ίζει τον αρι θ μ ό του σπιτιού . Ανασ τ έναξε ανακουφισ μ ένη ό τ αν ά κουσε το τη λέφωνο να χτυπ ά ει . Τό τε μ π ό ρεσε να π α ρ α κο λ ου θή σ ει κ α ­ λυ τερα τ ' αυτοκ ί νη τα . Δ ιέ κρινε το απει λητικ ό σχή μα τη ς Βο λ α ί ρ , κ α ι τ ο λεπτ ό περ ί ­ γραμμα τη ς Κ ορονέτ που ακο λου θ ού σε . Γι α έ να λε πτ ό , κυριεύ τη­ κε απ ό το φ όβ ο που είχε νιώ σει ο Χέ ρμπερτ Βά σερμαν στο ίδ ιο ση μεί ο π ριν τ έ σ σερις νύ χτες. Κ α θώ ς τα αυτο κ ί νητα π λη σ ί αζαν, τη ς φ ά νη κε πως έ κοψαν ταχύ τητα . Μ ε το ε λεύθερο χέ ρι τη ς , έ ­ κ λει σε το τη λέ φωνο, με το άλλο κρατού σε γερ ά τους φα κού ς προσπα θώ ντας να υπο λογί σει π ό ση ώ ρα χτυπού σε το τη λέφωνο κι ά ρχισε να σχη ματ ίζει για άλλη μια φορ ά τον αριθ μό. Τ α αυτοκίνητα σχεδόν σταμ ά τησαν και μετ ά απομακρύ ν θη­ καν προς τα αριστερ ά , αφήνοντας το σ π ίτ ι στην ησυχία του , ό­ πως και π ριν. Α ναστ έναξε με ανακούφιση , και κατέβ ασε τ ο α­ κουστι κ ό .

14 Τ ο σπ ί τ ι ή ταν αφύλ αχτο, ό πως του εί χε υποσχεθεί ο Χάινερ. Δ εν υπή ρχε αστυνομία , το φως ξεχυνότα ν από τα παρ άθυρα . Ο Σ μελτς έ ρι ξε άλλη μια ματιά στο ρολόι του. Ε ννιά και π έντε . Είχαν πενήντα πέντε λε πτ ά μέχρι να εμφανιστεί η Γ κουά ρντια . Α ρκετή ώ ρα και δεν θ α καθυστερούσαν με φα κού ς, π ροσπα θώ ν­ τας ν ' αποκρύ ψουν το γεγονό ς ότι β ρ ί σ κονταν στο σπ ί τι . Ο Σ τού ρμαν έ κοψε ταχύ τητα σαν έφτασαν μπροστ ά στο σ πί τ ι, α λ ­ λά ο Σ μελτς του εί πε να π ροχωρή σουν. « Π άλι εκεί π ά νω, στο 1 53


τέ ρμα του δ ρό μου . Θ ' αφή σουμε τη Β ο λ α ί ρ στην ανηφό ρα σε πε­ ρ ί πτωση που θ α 'Χ ρειαστεί να βγού με απ ό την π ί σω μερι ά και θ α μπού με στο σπ ίτι απ ό μπ ροστ ά με την Κ ορονέτ » . Ο οδ ηγό ς συγκατ ένευσε, πατ ώντας τ ο γ κ άζι . « Τι θ α γίνει αν αναγκαστού με να εγ κατα λε ί ψουμε το αμ άξι; » ρ ώτη σε. « Δ εν υπ ά ρ 'Χει π ρ όβλημα», α π ά ντη σε ο Σ μελτ ς . « Τ ο έ'Χ ω νοι­ κιά σει με ψ εύ τικο ό νομα» . Ο καμ πυ λω τ ό ς δ ρ ό μος π ί σω απ ό το σπ ίτ ι ήταν άδειος . Είδ αν μ ι α Σεβ ρο λέτ Κ απρ ί ς παρκαρισμ έ νη . Π ροσπ έ ρασαν το αυτοκ ί ­ νητο, έ καναν μια μανούβ ρα ώ στε να έ 'Χ ουν και τα δύ ο αυτοκ ί νη­ τα την ίδια κατεύθυνση , π ροετοί μασαν τη φυγή τους π ρος τα προ ά στια που β ρί σκονταν τ ρ ία μ ίλια μακ ρι ά , μετ ά τη δ ιαστα ύ ­ ρωση , και παρκ ά ρισαν τριά ντα γυ ά ρ δες π ί σω απ ό την Κ απρ ί ς, στην άλλη π λευ ρ ά του δ ρ ό μου . Ο Σ μελ τς κι ο οδηγ ό ς του μ πή καν στο αυτοκ ίνητο που α κολ ου θ ο ύ σ ε . « Α κού στε π ροσεκτικ ά » . Ο Σ με λτς τους υπενθύ μισε τ ι ς οδη­ γί ες που εί 'Χ αν κα θοριστεί . · « Θ α μπού με απ ό μ π ροστ ά . Ο Γ ου ίλι θ α μεί νει στο αυτοκ ίνητ ο . Ο Ρ ολφ θ α στα θεί π ί σω απ ό την π ό ρτα τη ς κουζίνας. Ο ι υπ όλ οιποι θ α έ ρ θ ετε μα ζί μου . Α ν όλ α π ά νε σύ μ­ φωνα με το σ'Χ έδ ιο, θ α βγού με σε δεκαπ έντε λεπτ ά , ό 'Χι περισσ ό ­ τερο. Αυτό μας αφή νει αρκετ ό περιθώ ριο μ έ 'Χ ρι να έ ρ θει η Γ κου ά ρντια . Α ν έ ρ θ ουν νωρ ίτερα , αν κ ά τι δεν π ά ει κα λά , ο Γ ου ί­ λι θ α μας ει δοποιή σει 'Χτυπ ώ ν τας την κό ρνα του και θ α εξαφανι­ στεί . Ο ι υπ όλοιποι θ α φύγουμε απ ό π ί σω. Θ α συγκεντ ρωθ ού με ε δώ . Π ρ έπει να εί μαστε μα ζί . Ν α μη 'Χ α θ ο ύ με. Θ α περιμ ένουμε τρι ά ντ α δ ευτερ όλεπτα και μετ ά θ α φύγ ουμε. · Ο ποιος δ εν έ ρ θ ει σ τ ην ώ ρα του θ α με ίνει π ίσω» . Γέλ ασε . « Κ ι επειδή , εγώ εί μαι ο γεροντ ό τερος, αυ τ ό ς θ α π ρέ πει να εί μαι εγώ . Οι π ό ρτες εί ναι ξε­ κ λε ίδ ωτες και τα κ λει δι ά εί ναι στο π ά τωμα , απ ό τη μερι ά του οδ ηγού . Κ ατα λάβ ατε; » Συμφώ νησαν μουγ κ ρ ίζοντας « Ε ντ ά ξει» , εί πε ο Σ μελτς. « Πά με».

15 Τ ο κ ρύ ο π άγωνε τα δά χτυ λά της, δ ιαπερνού σε το κορμ ί τη ς . Η Μ α ρ ί α έ τ ριψε τα 'Χ έ ρια της και ξανά ρ ι ξε μια ματι ά με την κ ά με­ ρα . Τί ποτ α . Σ το δ ρόμο , δε ξ ι ά , διέ κ ρ ι νε άλλη μι α φορ ά τα φώ τα ενό ς αυτοκινήτου κα ι γεμ ά τη έντασ η , περ ί μενε ν α δ ει κ α ι τ ο δ εύ ­ τερο. Τ α φώ τα κι νή θη καν αργ ά π ρος το δ ρ ό μο . Α ν α κ ο υφισμ ένη 1 54


που δεν είδε το δεύ τερο αυτοκ ίνητο, ησ ύ χασε κ ά πως. Κ α λού ­ Κ ακού ό μως σχη μ ά τισε τον αριθμό του σπιτιού . Τ ο κ ρύο τη δυσ κ όλευε. Χ ουχούλιασε τα δ αχτυλά της και συ­ ν έχισε να π αί ρνει τον αρι θ μ ό . Την στιγμή π ου ά κουσε το τη λέφω­ νο να καλε ί , το αυτοκί νητο είχε φτ ά σει στα μισ ά του δ ρ ό μου για το σ π ίτι . Ε στί ασε το φα κ ό, β ρή κε το αυτοκ ίνητο περιμ ένον­ τας ν ' αναγνωρ ί σει υποσυνείδητα το ι διαίτερο σχή μα της 80λ α ί ρ . Αυτ ό εδώ ή ταν πιο μικρό . Κά πως ησ ύ χασε π άλι. ' Αφη σε ό μως το τη λέφωνο να χτυπ ά ει, περιμ ένοντας να δει το αυτοκ ί νη ­ το να προσπερν ά ει το σ π ίτι και να εξ αφανίζεται. Τ ο είδε να κ όβει ταχύ τητα. Σ κ έφτηκε πως θ α έ κανε λάθ ος, το μυα λό της π ή ρε στ ροφέ ς κα θώ ς θυμήθη κε τα δύο αυτ ο κίνητα που είχε δει π ροηγουμένως . Είχε στρέψει όλη της την π ροσοχή στο π ρώ το αυτοκ ί νητο, στη τετραγωνισμ ένη φιγού ρα της 80λ α ί ρ , χωρ ί ς να δώ σει σημασ ί α στο δε ύ τερο . Τ α χέ ρια της σφίχτη καν γύ ρω απ ό την κ ά μερα . Μή πως έ κανε λάθος; Πό σην ώ ρα έ π ρεπε να αφή σει να μεσο λα βή σει π ριν στα­ ματή σει το π ροειδ οποιητικ ό τηλεφώ νημα για να ξ αναπ ά ρει , ει­ δ οποιώντας για τον ά μεσο κ ίν δ υνο ; Κοίταξε σαν υπνωτισμένη το αυτοκ ίνητο να κυ λάει και να στα ματ ά ει έξω απ ό το σπ ίτι. Είδε τις π ό ρτες ν ' ανοίγουν και τους ά ντ ρες να βγ α ίνουν . Τ α πα­ γωμένα της δά χτυλα ά ρχισαν βιαστι κ ά να σχη ματ ίζουν τον α­ ριθ μ ό , ό ταν ξαφνικ ά κατ άλ α βε, πως δεν εί χε γραμμή . Έ κλεισε το τηλέφωνο με δύ ναμη . Π αρακα λού σε ν ' α νοίξει η γραμμ ή . Δ ιέ ­ κ ρινε έναν ά ντ ρα ν' ανοίγει την π ό ρτα στην ά κρη του κή που κι άλλους τ ρεις ν ' ακο λου θ ούν . Χ ριστ έ μου , π α ρα κ άλεσε, σε παρα­ κα λώ Χ ριστ έ μου, β οήθ α με να π ά ρω τη λέ φωνο . . Ακουσε μετ ά α π ό λίγο τον χαμη λό βό μ β ο , και βάλθη κε με τρεμ ά μενα χ έ ρια να σχη ματ ίζει τον αρι θ μ ό , π ροσπαθώ ντας να επιβληθεί στον ε­ αυτ ό τη ς , ξέ ροντας πως δεν εί χε περιθώ ριο να κ ά νει το παραμι­ κ ρ ό λάθ ος. Οι έξι αριθ μοί δ ι ά ρ κεσαν μια ζωή . Όταν πή ρε και τον τελευτα ίο περ ί μενε άλλη μια ζωή μ έχρι ν ' ακού σει το γνώ ρι­ μο κ άλ εσμα . Δέ κα λεπτ ά , τη ς εί χε πει ο Λαπόρτ , δέ κα λεπτ ά αν ά μεσα στην π ροειδ οποίη ση κα ι τον συναγερμ ό . Χ ρει ά σ τ η καν εί κοσι, ί σως και τρ ιά ντα . Μέσα απ ό τον π ρ ά σινο φακ ό η Μ αρί α είδε τον π ρώ το ά ντ ρα , εί κοσι μ έτ ρα α π ό την π ό ρτα του κή που , εκατ ό ευλογη μ ένα μ έ­ τρα μακρι ά απ ό το σπ ίτι. Ά κουσ έ το Ζαν ! φώνα ξε στον εαυτ ό τη ς . Για ό νομα του Θεού , ά κουσ έ το ! Μέσα στη σιωπ ή της νύ­ χτας, μ έ σα απ ό τα λειβάδια με τα κα λαμπ ό κια, μ πορού σε ν ' α­ κού σει τον ήχο του τη λεφώνου . Είδε τον ά ντ ρα στον κ ή πο να 1 55


σταματ ά ει, ν ' ακού ει το τη λέφωνο, να γυρν ά ει π ρος το μ έ ρος τη ς, σαν να ή ξ ερε που β ρισ κ ό ταν, τι έ κανε εκεί . Μ ετ ά γύ ρισε κ ι έτ ρεξε π ρος το σ π ί τι διασχ ίζοντα ς τον κή πο. Τ ο τη λέφωνο εξα κολου θ ού σε να χτυπ ά ει . Τ ο έ κ λεισε και γλί ­ στρησε στο αυτοκ ίνη το . Ήθελε να μείνει, α λλά θυμ ή θη κε τις ο­ δηγ ί ες του Λαπόρτ. Μ ε μια κ ί νηση έβ α λ ε μπ ροστ ά , το π όδ ι της π ά τησε το γκ άζι και το αυτοκ ί νητο τιν ά χτη κε μ π ροστ ά , με τις ρ όδες να σπιν ά ρουν μ έ σ α στη σ κ όνη και την π ό ρτα α κ ό μα ανοι­ χτή . " Ε στριψε το τιμ όνι, κατ έβη κε το μονοπ ά τι με ορμ ή προς τον κεντ ρικ ό δ ρ ό μο και τ ρ άβη ξε την π ό ρτα για να κλε ί σει. Μ π ροστ ά της το σ κοτ άδ ι ή ταν απ όλυτο. Δ εν έβλεπε τί ποτα. Αυ­ τ ό ματα έσ κυψε μπ ροστ ά και ά ναψε τα φώ τα , πατ ώντας κι άλλο το γκ άζι . Τ α ρείθ ρα έ ρχονταν καταπ ά νω τη ς, ο δ ρ όμος την κυνη­ γού σε. Έ στ ριψε δ ε ξιά , ένιωσε τον υπ ό κωφο γ δ ούπο του Ν τ ά ­ τσουν κα θώ ς η π ί σω ρ όδ α χτύ πησε σε μια π έτρα, και βγή κε στο κεντρικ ό δ ρ ό μο, πατ ώντας το γ κ άζι όλο και περισσ ό τερο, πε­ τ ώ ντ ας προς την ά σφα λτο τη ς πόλης .

16 Ο Λαπόρτ δεν β ρ ή κε τ ί ποτα στα χαρτ όκουτα που ή ταν στι βα:Υ­ μ ένα στη μ έ ση του κ ρυφού υπόγειου . Τ α κο ί ταξε β ιαστικ ά αλ f ά π ροσεκτικ ά έ να π ρος ένα. Τ ο ίδιο και τους φακ έλους, ώ σπου βε β αιώθη κε πως δεν περιεί χαν τ ί ποτα. Μ ετ ά έ στριψε την π ροσο­ χή του στα ντου λά πια. Α ργ ά και π ροσεκτικ ά έ ψαξε τα συρτ ά ­ ρια, ψη λά φισε με τα δά χτυ λά του το π ά νω και το π ί σω μ έ ρος, μ ή πως κι εί χε σ κ α λώ σει τ ί ποτα . Εί χε ε λέγξει τη μια σειρ ά κι ή ταν στα μισ ά της δεύ τερη ς, ό ταν ά κουσε το τη λέ φωνο . Τ ο α ί μα ά ρχι­ σε να β ου ίζει στ ' αυτι ά του. Αναρωτή θη κε π ό ση ώ ρα να χτυπού ­ σε και δεν το είχε π ροσ έ ξει . Τ α κουτιά στη μ έ ση του πατώ ματος τον εμπ όδ ι ζαν. Πά τησε π ά νω τους, σκαρφ άλωσε τις σ κ άλε ς και π άγωσε σαν άγαλμα στο κεφα λό σ κ αλο , στο ά κουσ μα του επ ί ­ μονου χτύπου που περνούσε μ έ σα απ ό την π ό ρτα της κουζί νας . Α ν συμ βεί κ ά τι, εί χε πει στη Μ αρ ί α , αν εμφανιστεί κ ά ποιο αυτο κ ίνητο, π ά ρε τη λέφωνο . " Α στο να χτυπ ά ει για να με προει­ δ οποιή σει για τον κ ί ν δυνο. Α ν ο κ ί ν δ υνος περ ά σει, κατ έβ ασε το ακουστικ ό κι ευχαρ ί στησε το Θεό . Α ν ο κ ί νδ υνος ή ταν ουσια στι­ κ ό ς , αν κ ά π οιος ερχ ό ταν στο σπ ίτι, τό τε θ α έ π ρεπε να κ λε ί σει, να περιμ ένει δέ κ α λεπτ ά και να ξανατη λεφω νή σει . Μ ετά , θ α έ1 56


π ρ ε πε να εξαφανιστεί . Ό πω ς είχε αρχ ί σει να χτυ π ά ει , έ τσι και σταμ ά τησε. Π ερ ί με­ νε, το δεύ τερο τη λεφώνημ α , για να βε β αιω θεί πως ο κ ί νδυνος είναι πραγματικ ό ς , πω ς κ ά ποιο ς ερχό ταν στο σ π ίτι . Μ ετ ά ένα λε πτ ό , ή συχο ς πια κατ έβη κε τι ς σ κ άλε ς . Πί σω απ ό τις σ κ άλε ς , ανά μεσα στο κ ά τω σκα λί και τον τοί­ χο, είδε ένα μ π λε φ ά κελ ο που είχε ξεφύγει τη ς π ροσοχή ς του . Τ ον είχε απασχο λή σει η ακαταστασί α του δωματ ίου και το σ κού ρο χρ ώ μα του φακ έλου τον έ κανε να μη φαίνεται. Τ ον ά νοιξε κι είδε μ έ σα χαρτιά . Αισ θά νθη κε ταραχή . Γ ρή γο­ ρα ο ενθ ουσιασμ ό ς του έ σ β ησε σαν εξέ τασε το περιεχό μενο . Ο ι εί κοσι αχνορόδ ινε ς σε λίδε ς περιε ίχαν λ ογαριασμού ς . Κ αταγρ ά ­ φονταν τα ξίδ ια και έξ οδ α κ ίνη ση ς , επαγγελματικ ά γεύ ματα, δ ιασ κεδά σεις και π λη ρωμ έ ς . Σ την κορυφή κ άθε σελίδ α ς υπή ρχε ένα ό νομα κι α π ό κ ά τω ένα ς αριθ μ ό ς και ο τίτ λο ς ενό ς σχε δίου . Η υπογραφή στο κ ά τω μέ ρο ς τη ς σε λίδ α ς ή ταν παντού η ίδ ια, σαν κ ά ποιο ς να είχε εγ κ ρίνει τα παραπ ά νω έξ οδ α . Κ οίτα ξε β ια­ στικ ά τα χαρτι ά , είδε μερικ ά ον ό ματα, συγ κ ρ ά τησε μερικ έ ς λέ­ ξει ς . Π αρατ ή ρη σε ό τι ο τίτλο ς σε π έντε συνεχεί ς σελίδες, ή ταν ο ίδ ιο ς . Σ χέδιο Ο κτ άβ ιο . Σε άλλη περί πτωση , σ κ έφτη κε, θ α ήταν ενδ ιαφ έ ρον να το δ ια βά σει, α λλά τ ώ ρα, δ εν ή ταν αυτ ό που έ ψα­ χνε . Πέ ταξε το φ ά κελο π ά νω στο αρχειοφυ λά κιο, κοντ ά στη σ κ άλα , και συνέχισε το ψ ά ξιμο στα ντου λά πια, στην άλλη ά κ ρη του δωματ ίου . Δ ούλευε αργ ά . Λιγό τερο έ ψαχνε και περισ σ οτερο αφουγ κ ρα­ ζό ταν το τη λέφωνο . Θύ μωσε με τον εαυτ ό του , α λλά δεν μπορού ­ σε να κ ά νει τ ί ποτα . Κ α θώ ς κοί τα ζε τα ντου λά πια, τα τρα β ού σε λίγο, να δει μ ή πως εί χε παραπ έ σει κανένα χαρτ ί απ ό π ί σω. Τ α ντου λά πια ή ταν β α­ ριά κι ό σα β ρί σ κονταν στον τοί χο που απ έ μενε, ή ταν ψη λά και πα λι ά . Δύ σ κο λ α , θ α τα μετακινού σε. Είχαν μεί νει τ έ σσερα ντου­ λά πια . Ε ρευνού σε το δεύτερο τη ς σειρά ς προσπα θώ ντα ς να το κουνή σει, ό ταν ά κουσε το τη λέ φωνο να κου δ ουνίζει . Σ ταμ ά τη­ σε, με όλο το βά ρο ς του ντου λ απιού επ ά νω του , τεντ ώθη κε για να σιγουρευτεί για το θό ρυ β ο που έφτανε στ ' αυτιά του , ώ σπου υποχρεώθη κε να σ π ρώξ ει το ντου λά πι ξ αν ά στη θέση του . Α ν έ­ β η κε τ ρ έχοντα ς τη σ κ άλ α . Εί χε κ ά νει λάθος. Τ ο τη λέφωνο δεν χτυπού σε. Π λησ ίασε, σή κωσε το ακουστικ ό να δει αν δ ου λεύει, ά κουσε τον ή χο τη ς ανοιχτή ς γραμμή ς, η σύ χασε και ξ ανακατ έ ­ βη κε στο υπ όγειο . Τ ο ντου λά πι εί χε σφηνώ σει αν ά μεσα στα δυο άλλα δεξι ά κι αριστερ ά . Ο Λ απ ό ρτ το έ σ π ρω ξ ε για να το ξανα 1 57


βάλει στη θέ ση του, όταν είδε την άκ ρη εν ός μικρού άσπ ρου χαρ­ τιού να ε ξέ χει απ ό το διπ λανό ντουλάπι . Έβγα λε τα συρτάρια για να ελαφρύ νει το βά ρος κι ά ρχισε να μετ α κινεί το μεταλλικ ό ντουλά πι . Το έγειρε τ ό σο, ώ στε να δει ολό κληρο το χαρτ ί . Κ α θώς απο­ μ ά κρυνε το ντουλάπι απ ό τον τοίχο, το χαρτί γλίστρησε. Στα αυτιά του αντή χησε για άλλη μια φορά ο ή χος του τη λεφώνου . Κ αταρ ά στη κε τον εαυτ ό του, τη δ ει λία του και τη βλ ακεί α του και το αγν όησε. Μ ε μια τελική π ροσπάθεια τ ρ άβη ξε μπ ροστ ά το ντου λά πι, έβ α λε το χέ ρι του απ ό π ί σω , έ κλεισε τα δά χτυλα γύ ρω απ ό το χαρτί και το κοίτα ξε π ροσεκτικά . Π ά νω του ή ταν γραμμ ένες δυο λίστε ς . Στην α ριστερή στ ήλη υπή ρχε μια σειρά απ ό γερμανικά ονό ματα και στρατιωτικούς β α θ μού ς . Α πο κ ά τω μια λί στα ονομάτων και διευθύνσεων στα ισπανικ ά . Έριξε μια ματιά στα ονό ματα , ελπίζοντας να β ρ ει κ ά ­ ποιο γνωστ ό , ψ ά χνοντας γι ' αυτ ό που τον εν δ ιέφερε, αλλά δεν β ρή κε τίποτα . Δ εν αναγνώ ρισε κανέ να . Χ ριστ έ μου . Η συνειδητοποίηση του γεγονότος τον χτ ύ πησε σαν αστραπή . Τ ο τη λέφωνο ε ξ ακο λ ουθού σε να χτυπάει . Δ εν εί χε κ ά νει λάθ ος, το εί χε π ραγματικ ά ακού σει τη ν ώ ρα που μετακι­ νού σε το ντουλά πι. Π ερ ί μενε στα π όδ ια της σ κ ά λας , τ ρ έ μοντας α π ό την π ροσπ άθεια ι δ ρ ώ νοντας απ ό αγω νί α . Τ ο τη λέ φωνο χτ ύ­ πησε άλλε ς τέ σσερις φορ ές και σταμ ά τησε. Π ερ ί μενε, αναρωτή­ θη κε αν θ α ξαναχτυπ ού σε, μ έτ ρησε τα δευτερόλεπτα . Δέ κα εί χε πει στη Μ α ρί α . Δέ κα δευτερ όλεπτα και μετά ξανά . Η ώ ρα περ­ νού σε κι ά ρχισε να η ρεμεί . Εί κοσι δευτερ όλεπτα . Ξ ανα κο ίτ αξε τη λίστα , αναρωτήθη κε αν θ α εί χε το κουρ ά γιο να ψ άξει και το τε λευτα ί ο ντουλά πι. Τ ρι ά ντα δευτερ όλε πτα Ο ή χος διαπ έ ρασε το κεφ άλι του , <,αν καρφ ί . Ο παρ άξ ενος α π ρ ό σωπος ή χος του τη λέφωνου . Τ ο δ εύτερο κου δού νι σ μα , ό χι το π ροειδοποιητικ ό που θ α του έλεγε πως ί σως κ ά τι δεν πήγαινε κ α λά , α λλά η επιβε­ β α ί ωση ότι υ π ή ρχε π ρ όβλη μ α . Έ χωσε το χαρτ ί με τις λί στες στην τσ έ πη του , ά ρπαξε το φ ά κε λο που είχε πετ άξ ει νωρ ίτερα και π ήγε στην κου ζίν α . Τ ο τη λέφωνο εξα κο λουθ ού σε να χτυπ άει Δεν υπή ρχε χρ ό νος να κα λύ ψει τ α ί χνη του , να κ ρύ ψει το γεγονό ς ό τι εί χε αποκα λύ ψει το μυστικ ό τους. Πήδηξε στο νεροχ ύτη και βγή κ ε απ ό το π α ρ άθυρο, σ κ ίζοντας το πα λτό του στο μ ά νταλο . Έ πεσε στο γρασ ίδ ι και σ ύ ρ θη κε μ έχρι τη ν τ ρ ύ π α στους θά μ νους . Τ ο σκοτ άδ ι ή ταν απ όλυτο . Ή θ ε λε ν α χρησιμ οποιή σει το φακ ό , α λλά δ εν μπορο ύ σε . Τον εί χε αφ ή σει στην κουζί να. Οι θά μνοι ή ταν αγκα θωτοί, τον ξέσ κισαν. Βρή κε το ά νοιγμα , και π έ ρασε. .

,

.

1 58


Το μονοπ ά τι στον α κ άλυπτο χώ ρο ού τε που φαιν όταν. Το ακο­ λούθη σε προσπα θώντας να κ ά νει ελ ά χιστο θό ρυ β ο , έ χοντας επ ί­ γνωση της φασαρ ίας που π ρο κ άλεσε π έφτοντα ς π άνω στα χαμ ό ­ κ λα δ α . Ο τοίχος στην άλλη ά κρη του φ ά νη κε ψη λότερο ς . Ανα­ ρωτ ήθη κε αν είχε φτ ά σει στο σωστ ό σημεί ο ή απ λώς ή ταν κουρασμ ένος . Πήδη ξε στην άλλη μεριά . ' Η ταν στο κατ άλλη λο ση μείο . Σ τον κή πο του μισοχτισμ ένου σ πιτιού . ' Ε κανε τ ο γύ ρω της οικοδομή ς . Κι νήθη κε αργ ά , α θό ρυβα , ώ σπου έφτασε στον μ π ροστινό κήπο και σταμ ά τησε . Πί σω του ά κουσε το τη λέφωνο να χτυπ άει. Μ ετ ά σταμ ά τη σε . Κ ατ άλα β ε πω ς κ ά ποιος β ρισ κ ό ­ ταν στο σπ ίτι. Τ ο αυτοκ ίνητο ή ταν πενήντα γιά ρ δες μα κ ρύ τερα, στ ' α ριστε­ ρ ά του δ ρ ό μου . Τ ρ έ χοντας έπεσε π ά νω στο αυτοκ ίνητο που ή ταν παρκαρισ μένο π ίσω απ ό την Κ απρίς . Άνοιξε την π ό ρτα , ρ ίχ τη­ κε στο κ άθι σμα κι έβ α λε το κ λειδί στη μ ίζα . Δόξ α το Θ ε ό, σ κ έ­ φτη κε , που η Μ αρ ί α τον ειδ οποίησε. Η σ κέ ψη του άλλ α ξε, ευχή­ θη κε να την έχει ο θ εός κα λά , να πρ όλα βε να φύγει έγκαιρα. Η μηχανή ζωντ ά νεψε . Ε υτυ χώς που είχ αν μπει απ ό μπροστ ά , έβ α­ λε π ρώ τη και απομ α κ ρύνθη κε με ταχύ τητ α .

17 Ο οδηγός έ σ β ησε τη μηχανή κι ά φησε το αυτ ι>κίνη το να ρο λά ρει μ έχρι την αυλό πορτα . Σ αν τον παλιό κα λό καιρ ό , σ κ έφτη κε ο Σ με λ τς . Τότε που τους έ πιαναν ό ταν δεν τους περί μεναν, έ μπαι­ ναν χωρ ίς να του ς π ά ρει κανείς είδ ηση . Βγή κε α π ό το αυτοκ ίνη­ το, έβγα λε το κ λειδί απ ό τη ν τσ έ πη του, ά νοιξε την π ό ρτα και μπή κε π ρώτος . Οι άλλοι ακολούθησαν. Κ ρ ί μα, σ κ έφτη κε, που τούτη εδώ δεν ή ταν α λη θινή επιχεί ρηση , κρ ί μα που δεν θ α συναν­ τού σαν καν έναν στο σπ ίτι , κ ρ ί μα που δεν κυνηγούσαν κ ά ποιον. Ε κατ ό μ έ τρα μα κ ρι ά , μπορού σε να δει τα λαμ περ ά φώ τα , το σπ ί ­ τι να στ έ κεται ή συχο σαν στοιχειωμ ένο μέσα στη σιωπή . « Δ εκαπ έντε λεπτ ά » , ψιθύ ρισε στον οδηγό , «σε δεκαπ έντε λε­ πτ ά θ α εί μαστε π ί σω » . Τ ο φως απ ό τα π α ρ άθυρα απ λωνόταν στον κή πο, τους κα λο ύ­ σε στο εσωτερικ ό του σπιτιο ύ . Θ α είχε π ροχωρή σει εί κοσι μ έτρα ό ταν το ά κουσε. Π άγωσε λες κα ι δεν μπορούσε να το πιστ έ ψει . Από το σπ ίτι ά κουγε το τη λέφωνο να χ τυπ ά ει . Γύ ρισε, κο ί ταξε στην άλλη μεριά της κοιλάδ ας, κατ ά το τη λέ 159


φωνο του καφενείου , στράφηκε προς το σ π ί τι και β ά λθη κε να τ ρέ χει . Σ τα πενή ντα μ έτρα α π ό το σπ ί τι, γύ ρσε και κοίτα ξε π ί σω του . Είδε τα φώ τα του αυτοκινή του ν ' απομ α κ ρύ νονται γρήγορα απ ό το καφενείο , μακριά απ ό το τη λέφωνο . Η π ί σω π ό ρτα της κουζίνας απείχε μ όλις τ ριάντα μ έ τρα. Α­ γνόησε το κ λειδί , κι έ πεσε στην π ό ρτα για να προλάβ ει. Το βά ­ ρος και η βά ρ β α ρη δύναμή του, έ σπασαν την π ό ρτα , την γκρέ­ μισαν. Τ ο πα ράθυρο της κουζίνας ή ταν ανοιχτ ό . Η σ ό μπα ή ταν α­ κουμπισ μ ένη στον τοί χο, η κ ρυφή δίοδ ος για την υπ όγεια κρυ­ ψ ώ να, ορθάνοιχτη Το φως α π ό τις σκάλες ξεχυνόταν πάνω . Σ τη ν εί σ οδο του χο λ το τη λέφωνο εξακο λου θ ού σε να χτυπάει. το σή κωσε, το έ κανε να σωπάσει. Σ τον π ί σω δ ρ ό μο, άκουσε το θό ρυ βο της μηχα νή ς και την Κ απρ ί ς ν ' απομακρ ύ νεται. « Χ ριστ έ μου» , μ ουρ μού ρισε στα γερμανικ ά . .

18 Ο αέρας τη ς νύ χτα ς έγινε πιο ζε στ ό ς ό ταν ο Λα π ό ρτ πέρασε τις π α ρυφές του βουνού και μ πή κε στην π όλη , α κολου θώ ντας τη δ ια δ ρομή που εί χε κ ά νει το ίδ ιο απ όγευμα , δ ιασχ ί ζοντας το Ρ ι­ μ ά κ , π ί σω απ ό το προε δ ρικ ό μ έγαρο. Από το Τ σακ λικ ά γιο ώ ς εδώ εί χε έ ρ θ ει γρήγορα . Σ ταμ ά τη σε μ ό νο δυο φορέ ς . Τη μ ι ά έσβησε τη μηχα νή για να δει αν τον α κο­ λου θ οο ύ σαν. Μέ σ α στην ησυχ ί α ά κουσε μ ό νο τα ουρ λιαχτ ά των σ κ ύλων . Την άλλη για να τη λεφωνή σει στη Μ αρ ί α . Ν α δει αν εί χε φτ ά σει σώ α . Σ το διαμ έ ρισ μα δεν ή ταν κανεί ς . Π α ρ κ ά ρισε κοντ ά στο Σέ ρα τον, μ πή κε στο ξενοδοχεί ο , έ τ ρεξε μ έ χρι στα τη­ λέφωνα για το κοιν ό , δί π λα στο φουαγιέ και τη λεφώνησε στο δ ιαμέρισ μα της Μ α ρ ί α ς . Ε κεί νη σ ή κωσε αμ έ σως το ακουστικ ό « Εγ ω εί μαι, ο Ζαν, » της εί πε. « Όλ α κα λά ; » « Ν αι, όλ α κα λά . Κ αι συ ; » « Κ α λά » « Θ α περ ά σεις απ ό εδώ ; » « Θ α εί μαι στο Μ ι Ραφιό ρες σε εί κοσι λεπτ ά » . Δ εκαπ έντε λεπτ ά αργ ό τερα , παρκ ά ριζε στο π ί σω μέρος του συγ κ ροτ ή μ ατος που έ μενε η Μ αρ ί α και χτυπούσε το κου δού νι του διαμερ ί σματος . Τ ο μ ά τι τη ς π ό ρτας σ κοτε ί νιασε κα θώ ς τον κοί τα ξε απ ό μ έ σ α . Ά κουσε την κλει δαρι ά να ξεκλειδώνει , την

1 60


αλυσίδ α ν ' ανοίγει. Σ την π ό ρτα στεκ όταν η Μ αρία. Μόλις είχε βγει απ ό το μπάνιο . Τ α μαύ ρα μα λλιά τη ς έ πεφταν στου ς ώμους. Το νερό έ κα νε το δέ ρμα τη ς να γυαλίζει. Είχε τυ λίξει το σ ώ μα της σε μια ρό μπα , δεμ ένη στη μ έση . Ο Λαπ ό ρτ έβ α λε τα χέρια στις τσ έ πες, μη ξέ ροντας τι να κάνει. Μ πή κε μ έσ α . « Τα κ αταφέ ραμε» , είπε δυνατά, σχεδόν φωναχτά . « Κάτι β ρή ­ καμε» . Είχε περάσει το κατ ώ φ λι . Σή κωσε τα χέ ρια σε ένδειξη θ ριάμβου . Χ αμογελού σε, γελού σε. Η Μ αρία συμμεριζόταν τον ενθ ουσιασμ ό του . Πήγε π ρος το μέρος του με τα χέρια απ λωμ έ­ αν. Αγ κα λ ιαστή καν σφιχτά , στριφογύ ρισαν σ ' ένα τρε λό χορ ό . Θ ρ ί αμ βος ! Σταμάτη σαν, αλλά η δ ιά θεση παρέμενε. Τη ν ά φησε, έ κ λεισε π ί σω του την π ό ρτα και π έτα ξε τα έγγραφα στο χαμηλό τ ραπεζά κι. «Τα καταφέ ραμε π ' ανά θεμά μας. Τ α καταφέ ραμε» . Ή ταν π ο λύ αναστατωμένοι για να πουνν τίποτα άλλ ο . « Ή ρ θ α ν . να μας β ρουν , α λλά τους τη σ κ ά σ α μ ε» ' « Τι θα 'λεγες για ένα π οτ ό για να το γιορτάσουμε; » « Κ ονι ά κ , παρα κα λώ . Δ ιπ λό » , τη ς α πάντησε. Έ σκυψε στο μ π ά ρ να π ι ά σ ει το μπου κ άλι και τ α π οτ ή ρ ια . Η ρ ό μ π α τεντώθη κε . Ο Λ α π ό ρτ την κ ο ίτ α ξε . Είδε το κορμί τη ς να δ ιαγ ράφεται κάτω α πό το μετάξι . Θυμήθη κε τ ο αγκάλια σ μ ά τους . Ή τ αν γ ι α να τον συγχ α ρεί , είπε στον εαυτό τ ου , τίποτα περισσότερο. Σαν τ ους φίλος που α λληλοχαιρετι ώ νται, αλληλο­ συγχαίροντ αι και καλωσορίζουν ο ένας τον άλλο μετά α πό μια περιπέτεια που μοιράστη κ α ν . Η Μ α ρία γέμισε τα ποτή ρια , ή ρθε προς τ ο μ έ ρ ο ς του και τ ' α κο ύμ πησε στο τ ρα πέζι . Ο Ζαν θυ μήθη κε γιατί βρισκόΤ α \' ε δώ . Π ροσπ άθησε να δ ι(ί>ξει κάθε άλλη σ κ έψη . Ή ξερε πως κι ε κ ε ίνη σ κ εφ τότα ν το ίδιο , « Π άω να ντυθώ » , του είπε σοβαρά και πήγε στην κ ρεβατο κ ά μ α ρ α . Ο Λα πόρτ άνοιξε το φάκελο , ά π λωσε τ α έγγραφα που περιεί­ χε και σ χη μ άτισε ένα η μικύκλιο στο πάτω μ α . Χαλάρωσε , ή πιε λίγο κονιά κ . Η Μ αρία εμφανίστηκε φορ ώ ντας ένα ελαφρύ που­ λόβερ κι ένα μ π λου τζήν . Κάθι σε α πέναντί του . « Με συγχωρεί ς » , του είπε . « Για ποιο π ράγμ α ; » Τα είχε χάσει « Ε πειδή άργη σ α να κάνω το δεύτερο τη λεφώνη μ α . Δεν μ π ο­ ρο ύ σα να πιάσω γ ρ α μ μ ή . Νόμιζα πως ήταν π ια α ργά , πως σε είχα ν πιάσει » . Θυ μ ήθη κ ε τις ατέλειωτες στιγ μές στο κεφαλόσκαλο . ξέρον ­ τ α ς πως και η Μ α ρ ία σ κεφτόταν το ίδ ιο . « Δεν μ ' έπιασα ν , χ ά ρη σε σένω> . Πή ρ ε τ ο ποτήρι στο χέρι τ ου κι η μυρωδιά του πο τ ο ύ 161


τον δ ιαπ έ ρασε. « Π ες μου τι έγινε» . Τ α επ ό μενα εί κοσι λεπτ ά έλεγαν ο ένας στον άλλο τα γεγονό­ τα της β ρα δ ιά ς : τις λεπτομ έ ρειες του κρυφού υπ όγειου , τη ν α­ πε λ πισ ία που κατ έ λ α β ε τη Μ αρ ί α ό ταν δ εν μπορού σε να πι ά σει γραμμή , την αντ ίδ ραση και την ορμή του ά ντρα στον κ ή πο, κα­ θώ ς γύ ρισε και την κοίταξε. Ο Λ απ ό ρτ γέ μισε δυο α κ ό μα φορέ ς τα ποτή ρια τους. ' Οταν τελείωσαν αισ θά νθη κε πως ε κ κ ρεμού σε και κ ά τι άλλο . « ' Εγινε κ α ι κ ά τι άλλο απ ό ψε. Κά τι π ο υ δεν μπ ό ρεσα ν ' απο­ φύγω» , ά ρχισε δ ιστακτικ ά . « Π ηγα ί νοντας προς το σπ ίτι, μετ ά στο υπ όγειο κι ό ταν ξεφύγαμε. Ό χι κ άτι που μου ή ρ θ ε στο μυα λό εκείνη την ώρ α, γιατί δεν ε ί χα καιρ ό για τ έτοιες σ κέ ψεις , α λ λά κ ά τι που ή ταν συνεχώ ς μα ζί μου » . Δ εν ήξερε πώ ς θ ' αντιδ ρού σε η Μ αρ ί α . « ο Χέ ρμ περτ Βά σερμαν», απ ά ντησε εκε ίνη μ ε ή συχη φωνή αλλά συνειδ ητ ά . Ο Ζαν έγνεψε καταφατικ ά . « Είχα την ίδ ια α ί ­ σ θηση » , παρα δέχτη κε η κοπ έλα . « Μ ια α ίσ θηση περισσ ό τερο, παρ ά σ κ έ ψη . Ό ταν ό μως στεκό μουν στο κ ρύ ο, ένιω θ α ό τι έ τσι θ α περ ί μενε κι εκεί νος . Όταν τους είδ α να έ ρχονται να σε πι ά ­ σουν, νό μιζα πως κυνηγού σαν εκεί νον » . « Τι σημα ί νει γ ι α σ έ να ; » ρώ τησε ο Λαπ ό ρτ κ ι ανα ρωτήθη κε γιατ ί τον ενδ ιέφερε να μ άθει. «Θέλεις να πεις τι σ ή μαινε εκεί νος για μ ένα, και τι εσ ύ » , τον δ ιό ρθωσε. « ο Χέ ρμπερτ Βά σερμαν εί ναι νεκ ρ ό ς και τον θ ρηνώ » . Στ ρ άγγιξε τ ο ποτή ρι της . « Έ χασα μ ε το θά νατ ό του έ να κα λ ό φ ίλο, τ ί ποτα περισσ ό τερο . Έ ναν έ μ πιστο ά νθ ρωπο, ναι . ' Ε ναν εραστή , ναι . Π ριν πο λύ - πο λύ καιρ ό » . Αναρωτή θη κ ε γιατ ί ήθ ε­ λε να του τα ε ξηγή σει ό λ α αυτ ά . Αραγε να εί χε αισ θ ανθ εί κ ά ποια ζή λεια . Δ εν εί χε το δ ικα ίωμα . Θυ μ ήθη κ ε πως ή ταν ιερωμ έ νος . « Κ αι γω ; » τ η ρ ώ τη σε. « Ε σ ύ εί σαι ήδη ένας πο λύ κα λό ς φ ίλ ος . Σ ' εμπιστεύ ομ αι , σου λέω τα μυστικ ά μου » . Ήξερε πως κι οι δυο σ κ έφτονταν το ρ όλο του ερα στή . Ή ξερα ν πως θ α χρειαζόταν κ ά τι παραπ ά νω . « Αλλά ; » τη ρ ώ τησε, ξέ ροντας πως δεν εί χε τε λει ώ σει α κ ό μα . « Υ π ά ρχει κ άτ ι που δεν το εί χα ποτ έ με τον Χ έ ρμπερτ Βά σερ­ μ αν. Κά τι που δεν έ χουν οι π ερισσ ότεροι άνθρωπ οι κ αι ίσως δεν θ α το απ οκτήσουν ποτ έ , του λά χιστον με τον τ ρ ό πο που το αι­ σ θά νθΤ] κα εγώ » . Ο Ζ α ν θ υμή θη κε τις ει κ ό νες πο υ κο υ β αλούσε α π ό την παιδι κ ή του ηλικ ί α , τις μισοσβησμ έ νες φωτογραφ ίες των ανθ ρ ώ πων πο υ έζησαν κ ά ποτε, α λλ ά ε κεί νος δεν γνώ ρισε ποτ έ . « Γ ια τον Χέρ.

1 62


μπερτ Βά σερμω' » , ά κ ουσε τη φωνή τη ς Μ αρ ί ας μέ σα α π ό τις ανα μνή σεις του , « ή μ ουν Ο ά ν θ ρωπος που μπορού σε να εμπιστευ­ τεί , αυτ ό ς που μ πορού σε να στη ριχτεί π ά νω του » . Θυ μ ήθη κε τη σ κη νή το απ όγευμ α , την ώ ρα που ο παπ ά ς της ζή τησε τα κυ άλια για τη νύ χτα. Τ αραγμ έ νη συνειδ ητοπο ίη σε πως τον είχε γνωρ ί σει μ όλις π ριν εικοσιτ έ σσερις ώ ρες . Θυ μήθη κε τις σ κ έ ψεις που έ κα­ νε για τον Χέ ρ μ περτ Βά σερμαν και για τον παπ ά . Ο βά σερμαν της ζητού σε απ λά να τον β οη θή σει, ο παπ ά ς τη ς ζητούσε ν ' ανα­ λάβ ει την υποχρέώ ση . « Σε ξέρω ήδ η κα λά» , συνέ χισε . « Κ αμι ά φορ ά νομ ίζω πως σε ξέ ρω κα λύ τερα κι απ ό σ ένα τον ίδ ιο . Ξέρω π ότε εί σαι α νή συχος , π ό τε λες ψ έ ματα» . Πήγε να της απ αντή σει, σταμ ά τη σε ό μως γιατ ί εκεί νη δεν εί χε τελειώ σει . « Ξέ ρω τι είσαι, ποιος εί σαι. Τ ι σ κ έφτεσαι, τι κ ά νεις» . Σώ πασε, ή ξερε τι πήγαινε να πει, ήξερε πως δεν θ α το κατα λάβ αινε. « Ξέ ρω τι θ α έ πρεπε να σ κ έφτεσαι, τι θ α έ π ρεπε να κ ά νεις» . Κά ποια μ έ ρα , θ α κατα λάβ αινε τι εν­ νοού σε. Ο Λ απ ό ρτ κατ έβ ασε το ποτή ρι του , έ κανε το γύ ρω του τραπε­ ζιού, πή ρε το π ρόσωπό της στα χέρια του και τη φίλησε. « Ά σε με να σου δείξω τα έγγραφ ω> , της εί πε. Για πενήντα - π έ ντε λεπ τ ά μελετού σαν τα χαρτι ά , παρ έβ α­ λ αν και ε ξέταζαν το περιεχό μενό τους, ώσ που κουρ ά στη καν . Εί­ χε φτ ά σει μια τα ξη μερώ ματ α . « Π ού θ α κοιμη θ εί ς απ ό ψε; » ρώ ­ τησε η Μ αρ ία . « Δ εν το σ κεφτη κ α . Τ ο μοναστή ρι θα εί ναι κ λειστ ό τ έτοια ώ ρα» . « Τό τε κοιμή σου εδώ» . Έ στρωσε στον καναπ έ και του ευχή­ θη κε καλή νύ χτα .

19 Ο Χά ινριχ Σ με λ τς έ σ β ησε το πο ύ ρο του στο γυ άλινο τασ ά κι και περ ί μενε το διεθ ν έ ς τη λεφωνικό κ έντ ρο να τον συν δέ σει με τον Γι όζεφ Χά ινερ . Ο ι Στούρμ ενερ ή ταν στο σα λόνι . Σερ β ιρ ίζονταν το β ρα δ ιν ό που τους εί χε ετοιμ ά σει μετ ά την επιχεί ρηση . Επιχεί­ ρηση ! Μόνο που δεν έφτυσε απ ό αη δία . Την εί χαν π άθει . Ο ά ν­ τρας στη Λ α Π α ζ δεν θ α ήταν δ ι όλου ευχαριστη μ ένος . Θ α σ τενο­ χωριό ταν περισσ ό τερο κι απ ό τον ίδιο τον Σ με λτς . Τ ο τηλέφωνο διέκοψε τις σ κ έ ψεις του . Π ερ ί μενε μ έχρι να τον π λη ροφορήσει 1 63


η τη λεφωνήτρια ότι θ α τον συνέδεε . Μετ ά , ά κ ουσε τη φωνή του Γιόζεφ Χά ινερ . « Π ως τα π ήγατε; » ρώτησε κατευθείαν ο Χά ινερ. Ο Σ μελ τς αισ θά νθ η κε πως για να μπει αμ έ σως στο θέ μα υπή ρχε λόγος . « · Α σχη μ α . Κά ποιος μας π ρ όλ αβε» . Η φωνή α π ό την άλλη ά κρη του τη λεφώ νου ακού στη κε σφυ­ ριχτή . «Τι στο δ ι άβ ολο μου λες ; » Π ερι λη πτικ ά , αναφέρθη κε στα γεγονότα της β ρα δ ι ά ς, δίνον­ τας έμφασ η σ το κ ά ρφωμα, μειώνον τας τη σημασ ί α τη ς π ί σω π ό ρτα ς . « Έ χω την υποψ ί α πως μπορε ί να ή ταν οι φ ίλ οι σας» , κατ έλη ξε . « ' Ητα ν οργανωμένη δ ουλειά , με δυ ο του λά χιστον αυ­ τοκ ίνη τα, ί σως και περισσότερα , με παρατη ρητές, που μ άλλον χρησιμοποίησαν φακού ς για τη νύχτα . Μ ας εί χαν πιασμ ένους στ η φ ά κα» . Η φωνή από τ η Λα Π αζ ή τ αν σ κ λη ρή : « Ν α έ ρ θεις σ ' επαφή μα ζί τους το π ρωί . Ν ομ ίζω πως είναι η ώ ρα να μπουν τα π ρ άγμα­ τα στη θέση τους» . « Βεβ αίως» . « Κ αι κ ά τι ακ ό μ α » , συνέ χισε ο Χά ινερ . « Μή πως β ρή κατε τ ί ­ ποτα έγγρ αφα που ί σως να παρ ά πεσαν τη νύ χτα που τα μ άζεψαν τα π ρ άγματα τα παιδ ι ά ; » « ' Οχι, το δω μ ά τιο ή ταν άδειο . Γεμ άτο χαρτ ό κουτα και σ K�υ­ π ίδ ια, βέβ αια. Τ α ψ άξ αμε όλ α » . ' Ηταν κ ά πως υ περ β ο λικ ός . « Γιατ ί ; » Η απ ά ντη ση ή ρ θ ε κοφτή σαν μαχαί ρι : « Υ π ά ρχει μια πιθ ανό­ τητα να έχουμε rt ρο βλή ματα . Μ ερικ ά έγγ ραφα δεν είναι στη θέ­ ση τους . Α κό μα δεν έχω τελει ώ σει την ταξινό μηση , αλλά θ α π ρέ ­ πει ν' αντιμετωπί σουμε την πιθ ανότητα να χά θη καν». « Π οια έγγ ραφα ; » Ο ξαφνικ ός τ ρό μος τον έ κανε να ξεχά σει την αρχή του να μη ρωτάει ποτέ τους ανωτέρους του . « ο φ ά κελος του λ ογιστή » . Για μια στιγμή ο Σ μελτς αισθά νθ η κε τα θ εμέλια της οργ ά νω­ σης να τρ ίζουν. Τη ς ο ργ ά νωσης που υπη ρετού σε και αγαπού σε. Σ αν τον ιστό της αράχ νη ς, σ κέφτη κε εκείνο το π ρω ί κα θώ ς κοί­ ταζε α π ό το αεροπλάνο το δί κτυο των δ ρ ό μων στο οροπέδ ιο . Σ αν ισ τός αράχνης που π αρα σύ ρει τον κ ό σμο. Τώ ρ α - του ή ρθ ε η σ κέψ η - η αράχνη είχε μ π λεχτεί στα ίδ ια της τα δίχτυα . « Συμπεριλα μ β ανό μενου και του σχέδιου Ο κτ άβιο ; » Δ εν μπο­ ρού σε ν' αναγνωρί σει τη φω νή του . « Ναι», απ ά νη σε ο Γιό ζεφ Χ ά ινερ . « Π εριέ χει και τις λεπτομ έ ­ ρειες του σ χέδ ιου OKtr', rlI , " 1 64


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 1983


1

Αα Πας, Βολιβία

Γύ ρω της το σ κοτ άδι ήταν πυκν ό . Η Κά ρ μεν ήταν ξαπλωμένη , ακ ίνητη , με τα μ ά τια ανοιχτ ά , τα μ έλη του κορμιού της παγωμέ­ να και προσπα θο ύ σε να προσαρμοστεί στο σ κοτ άδι . Σ τα δ ιακ ά , ά ρχισε να δια κ ρίνει τα αντικεί μενα , πιο κα θ α ρ ά , πιο συγκεκρι­ μ έ να. Κ ούνησε λίγο το κεφάλι της για να κοιτ άξει τ ριγύ ρω, χωρ ί ς να μετακινη θεί . Α ναρωτήθη κε, μισοκοιμισ μ ένη ακ ό μη , αν όλα αυτ ά ή ταν α ληθι νά ή δη μιού ργη μα της φαντασ ί ας της . · Ο πως α κ ρ ιβώ ς θ' αναρωτιόταν και ο Γ κιλέ ρμο Π ερτιέ ρο στη σ κοτεινι ά της κ ά σας. · Οχι ακρι βώ ς, ό πως, ο Γ κιλέ ρμο Π ερτ ιέ ρο , δι ό ρ θωσε τον εαυτ ό της. Ε κεί νη του λά χιστον, εί χε τη δυνατ ό τητα επιλο­ γή ς, ή ξερε πως το δ ικ ό της σ κοτ άδι δεν ή ταν απ όλυτο, ήξερε του λά χιστον πως μπορού σε να ση κωθε ί και να φύγει . Τ α μ ά τια τη ς π ροσαρμόζονταν όλο και περισσ ό τερο . Κ ού νησε λίγο α κ ό μα το κεφ άλι της και δ ιέ κρινε το σχή μα τη ς κ ρε β ατο κ ά μαρας. Θ α π ρέ πει να ή ταν γύ ρω στις π έντε το π ρω ί . Α ναρωτήθη κε πού να β ρισ κό ταν αυτή την ώ ρα ο Π ερτιέ ρο . Ο Τ εξανό ς, με το ό νομα · Α ντερσον, ήξερε πως η κοπ έλ α ε ί χε ξυ π νή σει, την έ νιωσε να γυ ρίζει το κεφ άλι της και να τεντ ώ νει τους μ υς του κορμιο ύ της κα θώ ς κο ίταζε τ ριγύ ρω. Γύ ρω στις π έ ντε με έξ ι το πρω ί , υπολόγισε. · Ηταν η αρχή της τ ρίτης του μ έ ρας στη Λα Π ά ζ κι ακ ό μα τ ί ποτα . Ού τε ένα τη λέφωνο . Λέξη απ ό τον αρχηγ ό . Α ναρωτ ήθη κε τι να συν έβ αινε, αν τελι κ ά , συνέ­ βαινε κ ά τι. Αν ο τ ύ πος χρειαζό ταν π ραγματικ ά τις υπη ρεσ ίες του ή θ α του έλεγε απ λά να εξαφανιστεί . · Ε νιωσε δί π λα του τ η μυρω δ ιά τη ς γυνα ί κα ς . · Ηταν πολύ σ κοτειν ά για να τη δει, α λλά μπορούσε να την αισ θ ανθεί. Γύ ρισε π ρος το μ έ ρος τη ς, κ όλλησε π ά νω τ ης , τα ξίδεψε τη γ λώ σσα του στον ώ μο της, σ · όλο το μή ­ κ ος του κορμιού τη ς . · Ε πεσε π ά νω της. Η αναπνοή της δ εν άλλ α­ ξε. Τ ο δωμ ά τιο κ ά πως φωτίστη κε. Ε κείνη τεντώθη κε, κουνήθη­ κε, έ β α λε τα χέ ρια τη ς π ί σω απ ό το κεφ άλι, του έδειξε τι ήθ ε λ ε . 1 67


Η γ λώσσα του χ ά ιδεψε τ ο δέ ρμα της, β υ θ ίστηκε στο χώρισμα ανά μεσα στη λεκ ά νη και τ ο στομ ά χι τη ς . Ε κεί νη μετα κινή θη κε, ά νοιξι: τα π όδια τη ς , τα σή κωσε. Π ού στο κα λό να ή ταν αυτ ή την ώ ρα ο Χάινερ ; αναρωτήθη κε ο ά ντρας. Η Κά ρμεν τον ένιωσε . Αισθ άν θη κε τη γλώσσα του, τα δά χτυ­ λά του . Τ ον αντρισμό του. Περτιέρο, σ κέφτη κε, πού δ ιά ολο να ε ίναι τ ώ ρα ο Περτιέρο; Ο · Α ντερσον τη γύ ρισε, ά κουσε τη φωνή της έ κ π λη ξης που β γή κε α π ό τα χείλια της, μ πή κε μ έ σα της κι η φωνή της άλλ α ξε. 8όγγη ξε απ ό ευχαρί στηση . Π εντ έ μισι, σκ έ ­ φτη κε, έ π ρεπε να τη λεφωνή σει κ άθε ώ ρα . Π α ρ άξενο , ανα λ ογί ­ στη κε, τι σ κέφτεται ο ά νθ ρω π ος τις π ρωινέ ς ώ ρες. Κ ουνή θη κε αργ ά , για να τη διεγεί ρει α κ ό μα π ερισσότερο . Σ κεφτόταν τον Γ κιλέ ρ μο σ κεφτ ό ταν, α λλά ξεφώνιζε . Κ αι α π ό ευχαρί στηση , και γιατ ί ή ξ ερε πως ο ·Α ντερσον π ερ ί μενε μια τ έτοια αντ ίδ ραση απ ό μ έρου ς τη ς . Α ναρωτ ήθη κε για άλλη μια φο ρ ά πού να κ ρυβ ό ταν ο Περτιέρο, τι να έ κανε . · Η ξερε πως θ α ερχ ό ταν σ ' επαφή μα ζί της . · Ε τσι της εί χε πει ο Γιόζεφ Χά ινερ . Τ ον ένιω θ ε μ έσα τη ς . Κ ου νήθη κε . Η έ κπ λη ξη π ου αισ θά νθη κ ε ότ αν τη ς τη λεφώ νησε ο Γιόζεφ Χάινερ π ριν δυο μ έ ρες δεν ήταν πο λύ μεγ άλη , εκεί νο το π ρ ώ το β ρ άδ υ που βγή κε με τον · Αντερσον . Ο Π ερτιέ ρο , της είπε ο Χ ά ι­ νερ , δ εν εί χε μι λή σει, δ εν τους χρειαζό ταν άλλ ο . Είχε π ά ρει λ οι­ π ό ν την απ ό φασή του . Α κ ό μη και τ ό τε δ εν ήταν σ ίγουρη αν τη ς έλεγε την α λήθει α ή αν υπή ρχε κ ά ποιος άλλος , β α θύ τερος λόγος . Η απ όφαση π ά ρ θη κε βιαστι κ ά . Η εντολή δόθη κε σε λάθο ς στιγ­ μή . Αν εί χε σχέ ση με το γεγον ό ς ό τι ο Π ερτιέ ρο δ εν εί χε αποκα­ λύ ψει τ ί ποτα, τ ό τε θ α έ π ρεπε να της τηλεφωνή σει στη δ ι ά ρ κεια της η μ έ ρας, θ α το είχε συ ζητ ή σει . Ο " Α ντερσον μ π ή κε πιο βαθ ι ά , κοντανασαίνοντας . Η Κά ρμεν λ αχ ά νιασε, χωρ ί ς να το θέλει, το μυα λό κ αι το κορ μ ί της δ εν ιi ταν συγχρονισ μ έ να . Εί χε δ ιαβ ά σει τις λεπτομ έ ρειες του αυτο κι­ νητιστικο ύ δυ σ τυχή ματος κοντ ά στην Κ οπακα μ π ά να . " Η ξερε απ ό τη ν π ρώτη στιγμή , ό πως και ο ίδιο ς ο Χ ά ινερ, ό τι δ εν τα εί χαν σχε δ ι ά σει κα λά . " Η ξερε αυτ ό που ή ξερε και ο Χ ά ινερ . Το τι εί χε κ ά νει ο Περτιέρο , τι ετοιμαζό ταν να κ ά νει , για πού κατευ­ θυνό ταν . Οι κι νή σεις του · Αντερσον ήταν ρυ θ μικ έ ς και δ υνατ έ ς . " Ε πια­ σε το ρυ θ μ ό του , ενώ σ κεφτ ό ταν τον Περτιέ ρο , ανέλυε τα τη λε­ φω νή ματα του Χ ά ινερ , προσπα θού σε να β ρει κ ά ποια εξήγη σ η . Τη ς είχε καταρχή ν τη λεφω νήσει για ν α τ η ν π λη ροφορήσει ό τι είχε δ ιατ ά ξει την ε.κτ έλεση του Π ερτ ιέρο . Ξανατη λεφ ώ νη σε, την 1 68


η μ έ ρα που το έσ κασε ο Περτιέ ρο, επι βε β αιώνοντας τις σ κ έψεις τη ς: ο Π ερτιέ ρο ή ταν ζωντανό ς και κατευ θυνό ταν π ρος τα σ ύ νο­ ρα. Τη λεφώνησε για δεύ τερη φορ ά για να επικυρώσει τις σκέψεις τη ς: Ο Π ερτιέ ρο θ α ερχόταν σ' επ α φή μαζί τη ς, μό λις θ α έβρισ κε ευ καιρ ί α . Θ α της ζητού σε να έ ρ θ ει σ ' επαφή με τα υπ ό λοιπα μ έλη της οργ ά νωσης στη Λ α Παζ. Θ α προδ ινόταν και π άλι . Τ α τ ρ ία τη λεφωνή ματα , σκέφτη κε, είχαν κ ά ποια σχέση μετα ξύ τους. Μ ε ποιο τ ρ ό πο ό μως ; Ανα ρωτήθη κε ξ αφνικ ά α ν ο Ά ντερσον που ξεφυσού σε επ ά νω της κ αι κουνιό ταν ρυ θ μικ ά μ έσ α τη ς ήταν α ­ ν α κ α τεμ ένος στην υπ όθεση . Ο ρυ θ μ ό ς του έγινε πιο βί αιος, την ξάφνι ασε . Θυμ ήθη κε τη νύχτ α του βι ασμ ού , τ ότε που τους έ πιασαν. Τ α λάγνα μ ά τια των αντ ρώ ν που κυνηγού σαν τους αντ ά ρτες, τ ότε που την κ ρ α τού­ σαν γερ ά και τη βί α ζα ν ο ένας μετά τον ά λ λον . Τ ο σοκ τη ς κα κο­ πο ίη σ η ς . Οι τρείς ημ έ ρες μα ρ τ υρ ί ων που α κολούθη σ α ν . Και ο Χ ά ιν ε ρ . Π ο υ με σ ο λά βησε . Π ου τη γ λίτωσε . Π ου τη ς ε πέ τ ρεψ ε να π λυ θ εί . Ο Χάινερ που της μι λ ο ύ σε , που την έκ ανε αυτ ό που ήταν τώ ρ α , όπ ως εί χε κ ά νει κ αι με τόσες ά λλες . Ευγεν ικά , α πο­ τ ε λ εσ μ α τικά . Π ροσ δ ι ορ ίζοντ ας τις α δυναμίες και τ α καλ ά της ση μ εί α , την ε κ μ ε ταλλ εύθη κε . Οι ψυχολόγοι , τ ο ή ξ ε ρ ε , θα είχαν κ ά ποια θ ε ωρία για τ ο θέμ α . Θ α γέμ ιζαν ένα σωρό χα ρτιά α ν έβρισκαν τ η ν ε υ κ αιρία ν α μιλή­ σουν μ ε ανθρώπους σαν αυτήν . Σαν τη Μ άρτα Μ π α ζάν , σ τ η ν Α ργ εντ ι νή , την π ρώην α ρχηγ ό του κινή μ ατος Μοντονέρο , που τώρα ζού σ ε κ ρυφά μ ε το βασ ανιστή της , τον α ρ χη γό τη ς Ν αυτι ­ κή ς Σχολή ς Μη χανι κών , τον αν τιναύα ρχο Καμόρο , π ρ ο δίδον­ τ ας το υ ς π αλιο ύ ς τ η ς συντρ ό φου ς . Δεν τ η ν ένοιαζε καθόλου γ ια τ ους ψυχολόγ ο υς , για τις ε ξηγή σ ε ις π ου θα έδιναν . ' Η ξ ερε μό νο π ως ή τ αν αφοσιωμένη σ το Χάινερ , ό σο π οτέ άλλοτε σ τ η ζωή τη ς . Α κόμη και τώρα που δεν ή ξερε τ ι εί χ ε συμβ εί . Θυμήθη κ ε τις όμ ο ρφες μέρ ε ς που π έρασ ε μα ζί του μ α κ ρι ά α π ό το υς βασανι ­ σ τ έ ς τη ς σ την η λιόλουστη Βό ρεια Αργ εντινή , ε κ ε ί που τ ην π ήγ ε ο Χάιν ε ρ , τις β ραδιέ ς σ τ α καλά ε σ τ ιατόρια , τι ς νύχτες στο π ολυ ­ τε λέ ς δια μέρισ μ α όπ ου έγιν ε ερ ωμένη του . Μ όνον όταν κ α τ άλα­ βε π ό σ ο θαύμ αζε τ η δύναμ ή του και α π ε χθανόταν τη ν αδυνα μία του Περτιέρο, την άφησ ε να ξανα μ πεί στην ο ργάνωση , δικαιολο­ γών τ α ς την α π ουσία της . Έγινε ο άνθρωπος εμ πιστοσύνη ς τ ο υ Περτ ι έ ρ ο . Τ ο κα ρφ ί τ ου Χάινε ρ . Γ ι α f.ννι ά μή ν ες r.ξ α κολουθο ύ σ ε να αγων ίζετ αι μ ε τ ον Περ τιέ­ ρο , ν α κ οι μά τ α ι μ α ζί τ ου . Τ η ς έλεγε τα μυ σ τ ι κ ά τ ου κι ε κείνη τα μ ε τέφερε σ τ ο ν Χ άι νε ρ . Ή ξερε π ως δεν τ η ς έλ εγε όλα τ α μυ,

1 69


στικ ά , τις ε παφέ ς του με άλλες ομ άδες, με τα π λ ο κ ά μια της επ α­ νά στασης και αγκ ά λιαζαν την Νό τια κ α ι Κ εντ ρι κή Α μερική συγ­ χρόνως . Δεν της έλεγε τα μυσ τι κ ά που προσπ άθησαν να του α­ ποσ π ά σουν στο θάλ αμο β α σανιστη ρίων. Οι κινή σεις του έγιναν πιο α ργ ές , π ιο δυνατ έ ς . Τις δεχόταν α κο λουθώ ντας το ρυθ μό του . Τ α όπ λ α, σ κ έφτη κε, τα ό π λα π ου είχε κανονί σει ν ' αγοραστούν α πό τους Ε υρω π α ίους εμ π ό ρους . Τ ους εμπόρους που της σ ύ στη σε ο Χά ινερ . Α κόμα και τ ώ ρα, δ εν μ π ορούσε να κατα λά β ει γιατ ί ο Χάινερ δέ χτηκε να π ρομη­ θεύσει τους γκερ ί λ ας με όπ λ α που τους ήταν τόσ ο α π αρα ίτητα για την επ ανά σταση . Ί σως το κ έ ρ δ ος . Ήθελε να έχει κ έ ρ δ ος α πό παντού , να ελέγχει τα π ά ντα . Ό μως σ ίγουρα, κ ά τι τη ς έ ­ κρυ β ε . Μ ια μ έ ρα ο Στούρμ πα νφ ύρερ αποφ ά σισε πως είχε έ ρ θει η ώ ρ α . Κ ι ε κείνη του παρέδωσε τον Περτιέ ρο. Ο Ά ντερσον τραβήχτη κε, τη γύ ρισε αν ά σ κελ α και ξ αναμπή ­ κε μέσ α τη ς . Κά τι ήξ ερε ο Χά ινερ . Κά τι - της ή ρ θ ε ξ αφνικ ά η σ κέψη - που ο Χά ινερ φο β όταν . Ο Άντερσον ή ταν β α θι ά μ έ σα της. Τύ λιξε τα πόδ ια της γύρω του κι αναρωτ ήθη κε τι να ή ταν ά ραγε .

2

Λίμα,

Περού

Ο Λαπόρτ ξύπνη σε . Α π ό τις α νοιχτ έ ς κουρτ ί νες της μπα λ κονό­ π ο ρ τ α ς μ πή καν στο δ ωμ ά τιο η λ ιαχτί δες και φων έ ς α π ό τα ψ α­ ροπούλ ια που πετ ού σα ν έξω . Δ εν είχε κοιμη θ εί κα λά . Τα ον ό μα­ τ α στα χα ρτι ά τον απα σχο λο ύσαν όλη νύχτ α , τον βασ ά νιζαν τό­ σο που στο μυ α λό του ά ρχιζαν να σχηματ ίζονται κ ύ κ λοι . Κ ι ό ταν κ ατάφερε να τους κ ά νει π έ ρα , η μυρω δ ι ά της γυναί κας α πό το δ ιπ λ ανό δωμ ά τιο μπ ή κε στα ρου θ ο ύ νια του , ταλά νι σε τις αισ θή ­ σεις του, με το ντελικάτο α ρωμ ά της . Ση κ ώθη κε από το π ρ όχει­ ρο κ ρ ε βά τι του , έκανε έ να ντους και ντ ύθη κε . Η ώ ρα ή ταν εξή μι­ σι. Από το υπνοδ ω μάτιο δ εν α κ ουγότα ν ο παραμι κρ ός ήχος . Β ρ ή κε ένα ση μειωματά ριο κι ένα μο λύ β ι δί πλα στο τη λέφωνο , άφησε ένα μικρό ση μείωμα στη Μ α ρ ία λέγοντας πως θ α τη ς τη­ λε φωνούσε α ργότερα στο γραφεί ο , κι έφυγε . Έξω, έ κανε ή δ η ζέ στη . Π ήγε με το αυτο κίνητο ώ ς το Σέ ρα­ τον, π α ρ κ άρισε την Κ α π ρίς , μ πή κε σ τ ην τουα λέτα στο πλάι το υ φουαγιέ κ αι φό ρ ε σε τ α ρούχα τ ου ιε ρωμένου . Μ ετ ά πήγε μ ' έ να 1 70


ταξί στο μοναστή ρι. Την ι ; φ α που ά νοιξε τη βα ριά , ξύλινη εξώ­ πορτα , ήταν κιό λ ας εφτ ά μ ι σι. Πήγε κατευθ ε ί α ν στο δωμ ά τιό του , το ξεκ λε ίδ ωσε , ξυ ρίστη κε , κ α ι κατ έβ η κε για να π άρει το π ρωιν ό του αφο ύ έ κ ρυψε τη β α λί τσα του κ άτω από το κ ρεβ άτι . Οι ά λλοι παπά δ ες του ε κπαιδ ευτικού γκ ρουπ ή ταν κα θ ισμ έ­ νοι σε δ ύο τραπ έζια . Κ α θώ ς μ πή κ ε τον κο ίταξαν. Πώ ς να τους ε ξηγή σει την απουσ ί α του, τι να τους πει ; Ο πατή ρ Μ ισ έ λ ση κ ώ ­ θη κε από το π έ ρα τ ρα πέζι, εί πε δ υο λέ ξεις στους υπ όλ οιπους και τον συνάντη σε στην πόρτα . Κάθισαν μα ζί , χώ ρια από το υπό λοι­ πο γκρουπ , κι έφαγαν ψωμ ί και φρούτα . « Κ ατ ά λ αβα πως δεν ήξερες π ώ ς να τους αντιμε τ ωπ ί σεις», εί­ πε ο π ατή ρ Μ ισ έ λ , « κι έ τσι τους εί π α πως είχες τ ό σο επη ρεαστεί από τη φτ ώ χεια που αντικ ρ ίσαμε ώ στε ήθ ελες να μεί νεις μ όνος για να σ κ εφτεί ς τι θ α μπορούσες να π ροσφέ ρεις» . Κ οί ταξε ψη λά . « Π ιστεύω πως ο κα λ ός θε ό ς θ α μου συγχωρ ήσει ένα μικ ρό ψ έ­ μα» . Σ τη φω νή του υπή ρχε μια υπ ό νοια γ έλ ιου . Ο Λα π ό ρτ κατα­ λάβαινε γιατ ί ή ταν τόσο κα λό ς π α π ά ς . « Σ ' ευχαριστ ώ » , απ ά ντη σε, «εί χα π ο λλά ν α κ ά νω» . Ο π ατ ή ρ Μ ισ έλ έφερε καφέ κ αι για τους δυό τους . « Έ κανες καμιά π ρ όο­ δ ο; » ρ ώ τησε. Ο Λαπόρτ δί στασε. Ήθε λε να εκμυστη ρευτεί σε κ ά ποιον εκτός από τη Μ αρ ία τα γεγονότα της π ροηγού μενη ς μ έ ­ ρας , α λλά φο βήθη κε να μη την ανα κ ατ έ ψει με τα λεγό μενά του. Μ ι λώ ντας στο φ ίλ ο του μ π ορεί να την έ σ π ρωχνε ανε π ανό ρ θωτα στον ιστ ό της α ρ ά χνης. « Κά ποια μικρή π ρ ό οδ ο » , του εμ πιστεύθη κε. « Τι είδους ; » « Δ εν εί μαι σ ίγουρος», π α ρα δ έ χτη κε ο Λαπ ό ρτ , περισσ ότερο στον εαυτ ό του και λιγ ότερο στον πα π ά . Ήθε λε να π ει κ ά τι άλ­ λ ο . « Υ π ά ρχει ένα π ρ όβλημα». Ο π ατή ρ Μ ισ έ λ περί μενε . « Ό σο β α θύ τερα ερευνώ την υ π όθεση του π ατ έ ρα μου, τ όσο π ιο π ο λύ αισ θά νομα σαν γιος του. Ό μως , ό σο του μοιάζω, τ ό σο αναγκ ά ­ ζομαι ν ' α π οποιη θώ τ α όσα πιστεύω σαν ιερωμ ένος » . Οι υπό λοιπ οι τη ς ομ άδα ς ετοιμάζονταν να φύγουν. Ο πατ ή ρ Μ ισ έ λ ση κ ώθη κε για να π ά ει μα ζί τους. « Αυτ ό είναι ένα π ρ ό β λη­ μα που μ ό νο εσ ύ μπορεί ς να λύ σεις . Μόνον εσ ύ θ ' α π οφασ ί σεις πόσες α π ό τις Δέ κα Ε ντολέ ς θ α π αρα β εί ς και παρόλ α αυτ ά θ α ε ξ ασφα λί σεις μια θέ ση στον Π α ρ άδεισο». Σ τη φωνή υ πή ρχε η ίδ ια υ π όνοια αστείου . « Αν ό μως δεν σ κοπεύεις να παραβεί ς π ολ ­ λές , θυμ ί σου την προσφορ ά μου » . Ο καφέ ς είχε κρυώ σει. Ο Λαπ ό ρτ ξ ανα γύ ρισε σ τ ο δωμ ά τιό του , πή ρε τη β α λίτσα και βγή κε α π ό το μοναστή ρι. Η ώ ρα ή τ αν 171


οχτώ μισι. Η Μ α ρ ίιι , σ κ έφτη κε, θ α ήταν τ ώ ρα στο δ ρόμο για τη δ ου λει ά τη ς . Π ήγι: στο Σέ ρ α τον, ά λλα ξε ρού χα , αγόρασε έν α φύ λλο της Χέραλ l'τ Τριμ πιούν και την ημερήσια Κομέρσιο κ αι κατευ θύ νθη κε στο μ π α ρ του ξενο δ οχείου , το Π α λ σκ ά ν α , για να π ά ρει π ρω ϊνό . Ο σερ β ιτόρος του έδειξε το τρ α πε ζά κι της γωνί ας . Ο Λαπόρτ π αρ άγγει λε καφέ με κρουασ ά ν κ ι έν α διπ λό κονιά κ . Άνοιξε την εφη μερ ίδ α κ ι άρχισε ν α δ ια βάζει . Σ τ α δ εξιά τη ς π ρ ώ της σε λί δ ας της Ελ Κομέρσιο , στ ριμωγμ έ­ νο ανά μ εσα σ ' έ ν α ά ρ θ ρο για το ψ ά ρεμ α κ α ι μ ια δ ιαφή μιση τη ς Κό κ α - κ όλ ας, ήταν ένα ά ρ θ ρο απ ό την Λ α Π α ζ . Σύ μφων α μ ' α υτ ό , η Β ο λ ι βιανή αστυνομ ία εξα κο λουθ ούσε ν' αναζητ ά το πτ ώ ­ μ α του αρχηγού των αντ α ρτ ώ ν , του Γ κι λέ ρμο Π ερτιέ ρο, γνω­ στο ύ σ α ν « Ελ Λόμπω) , που σ κοτώθη κε σε α υτο κινητιστικό δ υ­ στ ύχη μ α στη λί μνη Τιτι κ ά κ α . Διάβασε την ανταπόκριση γιατ ί είχε στα λ εί μέ σω του Γα λλ ικού Π ρ α κτορεί ου ει δήσεων, του Α­ ζά νς Φ ρανς Π ρες. Τ ου πήγαν το π ρωινό . Ο Λαπόρτ δίπ λωσε την εφημερίδ α κι ά ρχισε ν α τ ρώει . Ό τ α ν τέ λειωε, η ώ ρα είχε π ά ει εννι ά μισι κια το κ αφενείο εί χε γεμ ί σει κόσ μο. Στην πόρτ α στ έκοντ α ν άνθ ρω­ ποι που περίμεν α ν ν ' αδει ά σει κ α νένα τ ρ α πέζι . Στ ρ άγγι ξε τον κ α φέ του , κι ετοιμα ζότ αν να φύγει , ότα ν έν ας άντρ α ς μπή κε στο κ α φενείο , κοίαξε γύρω του , εί δ ε πως ήταν έτοιμος να φ ύγει , π λη­ σί α σε το τραπ έζι του κ α ι κ άθ ισε, αγνοώντας την ουρ ά . Ο ά ντρ α ς έδ ειχνε ανή συχος κι εκνευρισμένος . « Μ ε συγχωρείτε», απο λσΥή θη κε ο νεοφερμ ένος, « α λλά ε λπί­ ζω να μη σας πειρ άζει. Η μέ ρα ά ρχισε στρα βά κ α ι θα γίνει χειρό ­ τερη » . Η π ροφορ ά του ή ταν αμερικ ά νικη . Ο Λαπόρτ κού νησε τους ώ μους του. « Δ εν με πειρ άζει α ν δεν πειρ άζει αυτού ς που περιμένουν στην ουρ ά» . Ο ά ντρας τον κοί­ ταξε . Ή ταν πιο α νή συχος απ ' όσο έδειχνε. Ο Λ απ ό ρτ ση κώθη­ κε. « Ελπ ίζω να π ά νε κ αλύ τερα τα πράγματα » , εί πε. Ο άντ ρας χαμογ έλασε. « Μάλλον όχι, π ά ντως σας ευχρι­ στώ» . Κ α θώς έφευγε ο Λ απ ό ρτ , ο ά ντρας έβ γ αλε ένα πού ρο απ ό την τσέ πη του πουκαμίσου του , το έβαλε στο στ ό μα του κι ά ρχι­ σε να το μασ ά ει. Η μ έ ρα ή ταν ζεστή . Ο Λαπ ό ρτ περπ ά τησε μ έχρι το γραφεί ο τη ς Μα ρ ί ας και της ζή τησε την άδεια να χρησιμοποιήσει το κ λει­ δ ί του σπιτού της για να μελετή σει τα έγγραφα της π ροηγού μενης β ραδ ιά ς . Τ ου έδωσε το εφεδ ρικό τη ς κ λειδί . Κ α θώ ς έφευγε τον κοίτα ξε στα μ ά τια . « Ν α π ροσέ χεις», του είπε. 172


Κ ατ ά λ α βε το μήνυμα . « Κ ι εσύ το ί δ ιο. Θ α σε δ ω το α π ό­ γευμα» . Η κ υ κ λοφορία στην π όλη ήταν απελ πιστική . Οι δ ρ ό μοι εί χαν π ήξει . Ο Λ α πόρτ περπ ά τησε μ έ χρι το Σέ ρατον, π ή ρε το νοικια­ σ μ ένο αυτοκ ί νητο , και πή ρε τον μα κ ρύτερο δ ρ ό μο για το Μ ιρα ­ φιό ρες, μ έ σω Αγί ου Ισιδώρου, κατ ά μ ή κος των π αρυ φώ ν του βουνού . · Ε τσι απόφυγε την τ α λ αιπωρί α γύ ρω απ ό την α μερικ ά νι­ κη π ρεσβεί α . Τ ο δ ια μ έ ρισ μα ήτ α ν δ ροσερό και ήσυχο . Ε τοί μασε κ α φέ , άπ λωσε τ α χαρτι ά στο π άτ ω μ α , και β ά λθη κ ε ν α τα εξετ ά ­ ζει, συγ κ ρ ί νοντ ά ς τα με το χαρτί με τ α ονό μ ατα , που είχε β ρει πίσω από τα ντου λά πια . Το π ά νω μέ ρος του χα ρτιού ή ταν σκισμ έ νο . Υ π έθ εσε πως θ α είχε π α ραπ έ σει π ά νω στη β ιασύ νη τους την ώ ρ α που άδεια ζαν το σπ ί τι την Κυρι α κή το βρά δ υ . Τ α π ρώ τα δ ε κ απ έντε ον ό μ ατα ήτ α ν γε ρμ ανικ ά . Δίπ λ α , υπ ή ρχαν τ α στρατιωτικ ά α ξ ιώ ματα κα ι η περιγ ραφή τη ς δ ου λει ά ς του κ α θενό ς . Τα υπό λοιπ α ονόματ α ήταν νο τιοα μ ερι κ ά νικα . Ε π ώνυμο , δ ιεύθυνση . Δ εν υπή ρχε περί­ πτωσ η -το εί χε δ εχτεί α π ό το π ροηγού μενο β ρ άδ υ- να μ άθει τι α ντιπ ροσ ώπευε το κ άθε όνομ α . Κ αμιά δ ιεύθυνση δεν ή τ α ν στη Λίμ α . Α πόμεινε ν α κ οιτ άζει τ α χαρτιά , για δε καπ έντε λεπτ ά , ψ ά ­ χνοντας να βρει κ ά ποια έν δει ξη , πα ίζοντας με την ι δέ α να ψ άξει τη λίστ α των ονομ ά των και των δ ιευθύ νσεων , των Ν οτιοαμερι­ κ ά νων . Ανα ρω τιότ α ν π ώ ς θ α μπορού σε να τους ρωτήσει αν εί­ χαν καμιά σχέ ση με τον εγληματία πο λέμου Γιόζεφ Χά ινερ . Σύν­ τομα εγκατ έλειψε την ιδέα και στρ ά φη κε στα έγγρα φ α και τις α ποδε ίξεις του μπ λε φ ά κελ ου . Πέ ρασ αν δε κα π έντε λεπτ ά κ αι δεν είχε βγ άλει ά κρη . Σ τα χαρτιά είχαν καταγραφεί επιστροφέ ς ε ξόδων, λε πτομέ ρειες απ ό τίτ λους ιδ ιοκτησί ας, εγγυή σεις, τοποθεσ ίες και έ ξοδ α διακίνη­ σης, εστια τ ό ρια και λογαριασμοί ξενοδ οχείου , ονό ματα πε λα­ τ ών που ψυχαγωγή θη καν. Τ α περισσότερα απ ' αυτ ά τα χαρτιά , ή τ αν αντ ίγραφα που είχαν υπο β λη θεί -Υια έγκριση και απ όδοση λογα ρι α σμ ώ ν . · Ο λα είχ α ν υπ ογ ραφεί α π ό το ίδ ιο ά τομο, συμπ έ­ ρανε ο Λ α π όρτ . Τα αρχικ ά του β ρίσ κονταν στο κ ά τω μέ ρος των σελίδων. ΤΟ ό νομα Γιόζεφ Χάινε Ρ δ εν αναφερό ταν πουθενά . ·Ε στρεψε την π ροσοχή του στις τοπο θεσίες και μετ ά στα ονό­ ματα των πελα τ ών ή των φιλο ξ ενού μενων. Εί κοσι οχτώ απ ό τα τ ριά ντα τ έ σσερ α ονό ματα ή ταν ισπανικ ά , εφτ ά γερμανικ ά κι ένα ιρ λα νδέζικο ή α μερικ ά νικο . Δ εν υπή ρχε τ ρό πος να μ άθει α ν τα ον ό μ α τ α ή τ α ν α λη θ ιν ά ή συνθη μ α τικ ά . Π ο λλά είχαν καταγραφεί δ υο φορέ ς, τ έ σσερ α τ ρεις φορ έ ς . Μό νο το α μερικανοϊρ λανδέζι 173


κο όνομ α ή ταν γρ αμμ ένο περισσ ό τερες α πό τ ρεις φορέ ς . Ξ αν ά ­ ψ α ξε τ α χαρτι ά . Το ό νομ α αυτ ό ή τ αν το μόνο που εμφ α νιζόταν κ ά τ ω α π ' αυτ ό π ο υ υπ έθετε ό τι ήταν τ ί τ λος κ ά ποιου σχ έ δ ιου , στη ν κορφή της σε λ ί δ α ς . Αν αρωτή θη κε ποιος ν α είναι ο Τζο Κ ό­ ριγ καν . Μ ετ ά από τ ρεις ώ ρες , δ εν εί χε κ ά νει καμι ά π ρόο δ ο . · Εβ α λε τ α έγγρ α φ α στ ο χ αρτ οφ ύλ α κα , τον έ κρυψε στην κου ζίνα , κι έφυ­ γε. Α π ό το καφενείο στ ο ν κεντ ρικό δ ρό μο, στο ισ όγειο του συγ­ κροτή μ α τος , αγ ό ρ α σε ένα σ ά ντουιτς και μι α Κ όκα - κό λ α , κα­ τ έβ η κε στην π α ρ α λία , ξ ά πλω σε στον ήλιο και α πο κοιμή θη κε .

3

Αίμα

Ο Τζο Κό ριγκαν β ρισ κόταν στο γρ αφείο του μια ώ ρα όταν χτύ­ πησε το τη λέφωνο . Δεν είχε κ λεί σει μ άτι ό λη νύχτ α . Σ τις έ ξι ση­ κ ώθη κε , ξέ ροντ ας ότι δ εν εί χε ν όη μ α να μ ένει στο κ ρε βά τι. Πά ­ τησε το δ ια κόπτη και σή κωσε το α κουστικ ό . « Ν α ι», ε ί πε, επιφυ­ λ α κτικ ά . « Κ αλη μ έ ρα . Εδώ ετ αιρε ία εξ αγωγώ ν Χέ ρον. Σ α ς ομι λεί ο το­ πικός αντιπρόσωπος» . « Χ α ί ρομ αι που σας α κούω » . Ο Κ όριγ κον έ κ ρυψε τον α ν α στε­ ναγμ ό του . « Π εριμ έ ναμε τη λε φώ νη μ ά σας . Π ώ ς π ά νε οι δ ου­ λειέ ς ; » « Ο ι δ ου λειέ ς π ά νε κ α λά , έχουμε ό μως ένα δυο προ β λη ματ ά ­ κια . Π ρ έ πει να συναντη θού με » . Ο Κ όριγκαν ή θε λε ν α μ άθει περισσ ότερα . « Ν ομ ίζω πως α ν α φέ ραμε έ να μικροπρ όβλημα στο γενι κ ό δ ιευ θυντή και μας εί π ε π ως θ α το φ ροντ ί σει J) ίδ ΙΟ ζ) . Π ερί μενε την αντ ίδ ραση του Σ με λτς . « Τ ο έχω υ πόψη μου, α λλά π ροέ κυψε κ ά τι άλλο . Τι ώ ρα να πο ύ με; » Σ τη γερμ ανική του π ροφορ ά διέ κρινε κανείς το επείγον τη ς υπό θ εσης . « Π ρόγευμ α στις εννι ά μισψ> , α π ά ντη σε ο Κ όριγκαν . Ο Σ με λτς συμφώ νη σε. « Κά τι α κόμ α » , τ ον πρόλα β ε ο Κ όριγκαν . « Π ρ έ πει να φέ ρω μα ζί μου έν α συνέτ αιρο» . Ο Σ μελ τς ρ ώ τησε αν ήταν α π α ρ α ίτητο . « Ν α ι» , α π ά ντ η σε ο Κ όριγκαν , «είν α ι α π ό τα κ εν­ τ ρικά» . Ο Σ με λ τς γ ρ ύ λλ ισε , δ είχνοντ α ς π ω ς συμφ ω νο ύ σε και έ κ λεισε το τη λέ φωνο. Ο Κ όριγκαν πή ρε γ ρ αμμ ή , σχη μ άτισε τον αριθ μό 1 74


του Σέ ρατον και ζή τησε τον ά νθ ρωπο της Ου ά σιγκτον . Ο Μ π έιλυ απ ά ντησε αμέ σως. « Τη λεφώνη σαν » , εί πε ο Κό ριγκαν. « Θ α τους συναντή σω για π ρωινό . Τους ενη μ έρωσα για τον συν άδε λφο που θ α φέ ρω μαζί μου» . « Τι ώρα ; » « Ε ννιά μιση , στο Πα λσ κ ά να » . Ο Κ ό ριγκαν έβ α λε το ακουσ τ ικ ό στη θέ ση του, άνοι ξε το π ά ­ νω συρτ ά ρι, β ρή κε το ξύλινο κουτί , έβ αλε ένα πού ρο Αβάνας στην τσ έπη του πουκ ά μισου κι άλλο ένα στο στ ό μα του . Κά τι τ ρέχει, σ κέφτη κε . Το κατ άλ α βε απ ό τη βιασύ νη του Σ μελτς , απ ό το γεγονό ς ότι δεν του έ κρυψε την ανησυχ ία του . Αναρωτήθη κε τι να έγινε, πώς θ α ε ξελίσσονταν τα π ρ άγματα. Ί σως κ ά που , να έχει ανακατευτεί ο γιος, του έλεγε το ένστικτ ό του . Στις εννιά παρ ά εικοσιπ έντε μπ ή κε στο Σέ ρατον, δ ιέ σχισε το φουαγιέ και πή γε στο μπαρ Π α λ σκ ά να. Τ ο εστιατ ό ριο ήταν γε­ μ ά το. Μ ια ουρ ά περ ί μενε στην π ό ρτα για τ ρα π έζι . Σε μια γω νιά , κα θόταν μ όνος ένας τ ύ πος. Έ πινε την τελευτα ία γου λιά του κα­ φέ του κι ετοιμαζό ταν να φύγει. Φ αινόταν α νή συχος κι εκνευρι­ σμ ένος . Ο Κό ριγκαν αγνόησε την ουρ ά , τον π λησ ί ασε και κ άθισε στο τραπ έζι του . « Μ ε συγχωρείτε » , απο λογή θη κε, «ελπ ίζω να μη σας πειρ άζει, α λλά η μ έ ρα ά ρχισε στρα βά και θ α γίνει χειρό­ τερφ> . Ο ά ντρ ας σή κωσε τους ώ μους του . « Δ εν μ ε πειράζει, αν δ εν πειρ άζει αυτού ς που περιμένουν στην ουρ ά » . Ση κώθη κε κι εί πε : « Ελπ ίζω να π ά νε κα λύτερα τα π ρ άγματα» . Ο Κό ριγκαν του χ α μογέλασε: « Μάλλον ό χι, α λλά σας ευχαρι­ στώ » . Έβ γα λε το πού ρο απ ό την τσ έ πη του πουκ ά μισου κι ά ρχι­ σε να το μ α σ ά ει. Μ ια σερβιτόρ α π λησί ασε, έβ α λε το φι λ οδώ ρη ­ μα στην τσέ πη τη ς, σ κού πισε τ α ψ ί χουλα κ αι μ άζεψε το φ λιτ ζά νι του κ αφέ κ αι το ποτή ρι του μπρ ά ντυ . Χ ριστ έ μου, σ κ έφτη κε ο Κ όριγκαν, π ώ ς ξεκινά νε τη μ έ ρα τους οι κ α κόμοιροι ά ν θ ρω ποι. Μ ε τη διαφορ ά ότι ο ί δ ιος θ α π ρο ­ τιμο ύσε ένα Τζακ Ν τάνιε λ ς. Σ αρ ά ντ α λεπτ ά α ργότερα έφτ α σε ο Χά ινριχ Σ μελ τς. Δ υο λε­ πτά μετ ά , ή ρθ ε στη συντ ροφι ά τους ο Μ π έι λυ . Η σερβιτ ό ρα κα ­ θά ρι ζε το τραπ έζι . Ο Κ όριγκαν κ αι ο Σ με λτς παρ ά γγειλ αν π λή­ ρες π ρωινό με καφέ, και ο Μ π έιλυ γαλλικ ό π ρωινό . Ο Μ πέιλυ παράγγειλε κι ένα δ ιπ λό σν απς. « Α πό πο ύ θ ' αρχίσουμε; » Ο Κ όριγκαν ά φη σε τον Σ με λτς να υπαγορεύσει το θέ μα τη ς συζήτ η ση ς . « Ας α ρχίσουμε από τα χτεσινοβ ρα δινά » , απ ά ντησε ο Σ με λτ ς . 175


Η α πάντηση ξά φνιασε τους Α μερικανού ς . « Ποια χ τεσινο βραδ ιν ά ; » μπ ή κε στη μ έση ο Μ π έιλυ . « Γιατί ό χι τα ανα θεματισ μένα γεγονό τα της νύχ τας της Κυριακή ς; » Δ εν ή ταν δ ιόλου δ ιπ λωματικ ό ς ο τρ ό πος του . Είδε τον Σ μελτς ν ' αν άβ ει. « Για την Κυριακή το β ρ άδυ , δεν έγινε καμι ά κατ ασ τ ροφή . Μ ας ειδ οποίησαν και φύγαμε . Δ εν πιαστή καμε ξε βρά κωτοι. Χ τες βράδυ ό μως έγινε χ α λασμ ό ς » . <αι έγινε χτες β ράδυ; » ρ ώτησε ο Κό ριγκαν αγνοώντας τον Μ π έι λυ . Ο Σ με λ τς π ροσ π α θ ούσε ν α η ρεμή σει . « Το β ρ άδυ της Κυρια­ κή ς, φ ύγαμε π α ί ρνοντας οτι δή π οτε θ α μ π ορού σε να μας ενοχο­ ποιή σει . Ε μ άς ή οποιονδή ποτε άλλον » . Σ ταμ ά τησε και κοίταξε με ν όη μ α τον Μ π έ ιλυ . « Χτες β ρ άδυ , πή γαμε να ελέγξουμε αν ξεχά σαμε τίποτ(\ και να βεβ αιωθ ο ύ με πως όλ α είναι εντ άξ ει» . Ο Κό ριγ καν περ ί μενε . « Κά ποιος μας εί χε προ λάβει» . « Σ κατ ά » . « Κ αι π ί στεψες πως είμασταν εμεί ς; » τους έ κοψε ο Μ π έι λυ . « Π οιος άλλ ος θ α ήταν; » αντιγύρισε ο Σ μελ τς. « Π ολλοί» . Το π ρ ό σωπο του Μ πέιλυ είχε α σπ ρ ίσει. « Χ α ρτιά υπ ά ρχουν παντού » . Η φωνή του Σ με λτς χαμή λωσε, έγινε σχεδόν α πειλητική . « Υπ ά ρχει κ ά τι που δεν μπορείς να το βρεις ψ ά χνοντας τα χα ρτιά » . « Τ ι δ ι άβολο είναι α υτό; Φωτογρ α φ ίες , δ ιευ θύν σεις , τα π άντ α ήταν στο σπίτι» . Η φωνή του Σ με λ τς ηρ έ μησε. «Αυτ ό ς που μ πή κε στο σπίτι χτες β ρ άδυ , ήξερε τι γύ ρευε. Β ρή καν την κ ρυψ ώ ν α που φυλάγα­ με τα μυστικ ά έγγραφα » . « Σ κατ ά » . Η ένρινη π ροφορά τη ς Ανατωλική ς Ακτή ς, έ κανε τη λέξη να π ά ρει μι α ι δ ι α ίτερη β α ρ ύ τητ α . Ο Κό ριγ κ α ν αντιλή­ φθη κε πως στο καφενε ί ο είχε π έ σει σιωπή . « Υ πή ρχε κ ά τι α ξιόλο ­ γο να πά ρουν ; » ρώ τησε χαμη λόφωνα . Ο Σ με λ τς έ σκυψε κι α κού μπησε τους α γκ ώ νες του σ τ ο τρ α π έ ­ ζι. « Ψά χνουμε. Α κ ό μ α , δεν εί μ αστε σ ίγουροι» . « Τ ότε ; » ρώ τησε ο Κό ριγ καν . « Π ιστεύ ουμε ή του λάχιστον, εί χαμε την εντύ πωση , π ω ς τ α πάντα έίχαν α π ο μ α κ ρυνθεί » . « Αλλά ; » ξ α ν α ρ ώ τησε ο Κό ριγ καν. « Λείπει ένας φ ά κε λ ος . Δεν ε ίν α ι στη θέ ση του . Μ πορεί να έ χει 1 76


ανακατευτεί με άλλα χαρτιά . Ψ άχνει ο ίδιος ο αρχηγ ό ς» . « Αν β ρεθ εί έχει κα λώ ς . Α ν δ εν β ρεθ ε ί ό μως , π ά ει να πει πως τον π ή ρε αυτ ό ς που μπή κε χτες β ρ άδυ στο σπ ίτι» . Ο Κό ριγκαν συνόψ ισε τους φόβ ους του . Ο Σ με λτς συγκατ ά νευσε . « Α ν δεν β ρεθ εί, θ α πρέ πει να υποθέ σουμε κ ά τι τ έτοιο» . « · Ε χεις καμιά ι δέα ποιος μπορεί να το έ κ α νε; » Ο Μπέι λυ δ ι έ­ κοψε το λ ογικ ό ειρμ ό της κου βέντα ς . Ο Σ με λτς κού νησε το κε­ φάλι του . « Δεν έχω ι δέα . Ο ργ α νωμ έ νη δ ου λ ειά , κ άποιος π α ρ α ­ φύ λ α γε α π ό μπροστ ά , έξοδ ος κιν δύνου α πό π ί σω» . Ο Τ ζο Κό ριγκαν α ισ θά νθη κε κάποιο τσ ί μπημ α ανη συχ ί ας. « Τι περιείχε ο φ ά κελ ος; » ρ ώ τησε . « Λ επτομ έρειες ε ξόδων, τους λογ αρια σμού ς του λογιστή » . « Τ ο σχέδιο Ο κτ άβιο; » Η απ ά ντηση του Σ μελτς ακού στη κε κοφτή , ανέ κφραστη . « Ν αι» , απ ά ντησε, « και το σχέ δ ιο Ο κτ άβιο» . Π λησ ί ασε η σερ β ιτ ό ρα μ ε τ α πρωινά . « Λ υπ ά μαι » , τη ς εί πε ο Κό ριγ καν και τη ς έβα λε ένα πεντοδό λαρο στη τσέ πη . « Αλλά ­ ξ αμε γνώ μη . . Α λλο ένα σναπς κι ένα διπ λό Τζακ Ν τ ά νιε λ ς » . Γύ ­ ρισε στον Μ π έιλυ . « Ε σ ύ τι θ α π ά ρεις; » « Το ίδιο με τον φίλο μας» . « Δ υο διπ λά σναπς» . Η μ έ ρα ή ταν κιό λας ανυπ όφορη . Ο Κό ­ ριγκαν θυμ ήθη κε τη ματιά του ά ντρα που κα θό ταν στο τραπ έζι π ριν απ ' αυτ ό ν. « Κ ανένα κα λό νέο ; » ρώτη σε. « Ί σως . Δ εν εί μαστε σ ίγουροι σε τι θ α χρη σ ί μευαν τ α έγγραφα σε κ ά ποιον που δεν είναι ά μεσα ανακατεμ ένος . Οι λεπτομέ ρειες δ εν έχουν α ξί α » . « Αν αφέ ρονται τα ονό ματ ά μ α ς ; » ρώτησε ο Μ π έιλυ . « · Ο χι α κ ριβώ ς», απ ά ντησε ο Σ μελτς, λέγοντας ψ έ ματα . « Μό νον έ μμεσα» . Η σερ β ιτ ό ρα έφερε τα ποτ ά και η συνομιλί α χα λά ρωσε . « Πό ­ τε γύ ρισες ; » ρώτησε ο Κό ριγκαν και χωρ ί ς να το πολυσ κεφτεί ο Σ με λτ ς απ ά ντησε : « Χ τες το απ όγευμα, νωρ ί ς». « · Ε κανες κα λό τ α ξίδι ; » « Χωρ ίς κα θυστ έ ρηση , α λλά με κακή εξυπη ρ έτηση» . « ο α ρχηγό ς ήτ α ν κα λ ά όταν τον άφησες; » Ο Σ μελ τς χαμογ έλ α σε . « Πά ντα είναι κα λ ά » . Ο Κό ριγκαν άλλ α ξε θέ μα , ξέ ροντας πού έ π ρεπε ν α σταμ ατή ­ σει . « Ε μ α θες για το γιο ; » Ο Σ με λ τς κούνησε το κεφ άλι του . « Α π ' ό , τι κατ ά λα β α , έ χετε π ά ρει τις απαραί τητες προφυ λάξεις σε περί πτωση που θ α προκ ύ ­ ψ ει κ ά τι» . · Η ταν η σειρ ά του Μ π έιλυ να συμφωνή σει . ·

1 77


« Τι είδ ους π ροφυλά ξεις ; » ρώτησε ο Σ μελτς. « Α ς το αφή σουμε έτσι. Προφυλά ξεις» απ ά ντησε ο Μ π έιλυ . Ο Κό ριγ καν θυμ ήθη κε όλ α ό σα του εί χαν έ ρ θ ει στο μυα λό την ώ ρα π ου έ π ινε μπύ ρα , τ ότε που β γή κε ν ' αγορ ά σει το δώ ρο για το β αφτιστή ρι του. Θυμήθη κε ό τι σ κεφτ όταν τι θ α έ κανε αν ή ταν στη θέ ση του γιου . « Υ π ά ρχει περ ίπτωση να ή ταν ο γιος ; » ρώ­ τη σε . Ο Σ μελ τς σ κ έφτη κε λίγο, αλλ ά το απ έ ρριψε. « Δ εν υπ ά ρχει περ ί πτωση » , εί πε. « Ό πως έλεγα ή τ α ν ομα δ ική δου λειά . Τ σ ίλιες α π ό μ π ροστ ά , έξοδ ος κιν δύ νου απ ό π ί σω. Είχαν π ροσυνεννοη θεί για όλ α . Ί σως γι α ν α ε ξ αγριώ σουν κάποιον » . Τ ο ξ α νασκέφτη κε και κού νη σε τ ο κεφ ςιλι του . « Α π ο κ λείεται να ή ταν ο γιος» . Ο Κ όριγκαν ένιωσε α να κουφισ μ ένος , χωρί ς λόγο. « Πού θ α σε β ρού με ; » ρ ώ τησε κι έ κανε ν όημα για το λογα ριασμ ό . Ο Σ με λτς έγραψε έ ναν αρι θ μ ό σε χαρτ ί . « Το σπ ίτι του Τ σα­ κ λικ ά γιο είναι νεκρ ό . Μέ χρι νεώ τερης δ ιαταγή ς θ ' απευ θύν θεσ θε ε δώ » . · Ε σφι ξ αν τ χέ ρια κι έ φυγαν χωριστ ά . α Ο Μ π έιλυ ακο λ ούθη σε το Σμελ τς. Ο Κό ριγκ α ν π λή ρωσε το λ ογ α ρι α σμ ό , είπε στον Μ π έι λυ πως εί χε κ ά τι δ ου λειέ ς εκεί γύ ρω κ α ι ό τι θ α τον συν α ντού σε α ργ ότερα. Σ αν τον ιστ ό της α ρ ά χνης, μουρμού ρισε περιμ ένοντας τα ρ έ­ στ α . Ο Χά ινε Ρ κι ο Σ μελτς, ο ίδ ιος κ αι ο Μ π έι λυ , α υτ ό ς που μ πή ­ κε στο σπ ίτι, ό ποιος κι αν ήτ αν , κι ο γιος . Η σερβιτ ό ρα του έφερε τ α ρ έ στ α . Τη ς έδ ωσε το φιλ ο δώ ρη μα και βγή κε απ ό το μ π α ρ , διέ σχισε το φουαγιέ , πήγε μ έ χρι τον τη­ λεφωνικ ό θάλ αμο κοντ ά στη ρεσεψιό ν και πή ρε έναν α ρι θ μ ό τη ς περιοχή ς . · Ε π ρεπε να β ρει κ ά ποια ά κρη . Κ ά τι έλειπε απ ό την α λυσίδ α , που ο ίδ ιος έπ ρεπε ν α το ξέ ρει, έστω κι α ν ο Σ μελτς ξ α ν α γύ ριζε στη Λί μ α . Το πού κ ρυβ όταν ο Χ ά ινερ . Ο ά ντ ρας π ου απ ά ντησε στο τη λέφωνο ήταν ο π λη ρωμ ένος σ ύ νδεσμος στην Α . Α . Π . , τη ν Ανακ ριτική Α στυνομ ία του Περού , της οποί ας οι αστυνομικοί με πο λιτικ ά , ασχο λούντ α ν με τη δ ια­ κίνηση ν αρκωτικ ών . Ο Κό ριγ καν κ α νόνισε μια συν ά ντηση στο καφενεί ο του Π α νεπιστημια κού Π ά ρκου, στην ά κρη της π λ α­ τεί ας Σ αν Μ α ρτ ίν , δέ κα λε πτ ά πιο κ άτ ω απ ό το Σέ ρατον . Μ ετά τη λε φώ νη σε στην π ρεσ βεί α και ζή τη σε τη γρ αμματέ α που ήτ α ν αρμ όδ ια για τα κ λει δ ι ά . « Μ α ί ρη » , τη ς είπε , «εδώ Τζο Κό ριγκαν, του εμ πορικού τμή­ ματος. Θέλω να μ ου κ ά νεις μια χ ά ρη . Μ πορε ί ς να ελέγξεις ποιες πτ ήσεις ε ξωτερικού έ φτασαν στο αερο δ ρ ό μιο χτες το από1 78


γευμα; » Α πό τ έ σσερι ς χώ ρες σκ έφτη κε . Ο Σ με λ τ ς μπορούσε ν α έ χει έ ρ θ ει απ ό τ έσσερις χώρες : Χιλή , Αργεντινή , Βολιβία και Π α ρ α ­ γου ά η . « Σ την πραγματικότητα ενδ ι αφ έ ρομαι για τις πτή σεις από Σ αντι άγκο, Μ που ένος ' Αιρες , Λ α Π α ζ και Α σουνσιόν» , είπε στη γραμ ματ έ α . Τ ο ένστικτό του του έλεγε πως η Λα Π αζ ήταν η πό λη που ζητού σε, γιατί σύ μφωνα με το σχέδ ιο Ο κτ άβ ιο εκεί ε ί χε αποκτή σει π ρόσφατα διασυ ν δέ σεις ο Χάινερ. Θ α πρέ πει να ή ρ θ ε από τη Λα Π α ζ. Πή γε περπατ ώντας μ έ χρι το ση μείο τη ς συν ά ντη ση ς . Οι δ ρό­ μοι ή ταν γεμ ά τοι, ο ήλιος έ καιγε . Γιατ ί ά ραγε ήθελε να μ άθει το κ ρησφύγετο του Χά ινερ , αφού είχε έ ρ θ ει ή δη σε επαφή με τον Σ μελτς ; Γιατί πήγαινε από την π ίσω πόρτα και ενεργού σε ανεπ ί­ ση μα; Γιατί κρατού σε σε απόσταση ακόμα και τους δ ικούς του ανθ ρώ πους; Στην π λ ατεία Σ αν Μ αρτ ίν, στους τηλεφωνικούς θ α λά μου ς α­ πέναντι από το ξενοδ οχείο Μ πο λι βά ρι, β ρ ή κε την ευκαιρία να ξ ανατη λεφωνήσει στη γραμματ έ α τη ς Π ρεσ βεί ας . « Εί χαμε τέσσερις πτήσεις νωρ ίς χτες το απόγευμ α . Κ α μιά από την Α σουνσιόν» . Έξω η Π αραγουά η λοιπ όν . « Δύο πτήσει ς από το Μ πουένος ' Αιρες με την εταιρία Αβ ι ά νκα που έφτασε σ τ ις 1 3 . 1 0 α κ ρι βώ ς χωρίς κα θυστέρηση και με την εταιρία Αερο­ Περού με καθυστέρηση μισής ώ ρας , στις 1 3 . 5 5 ! » Η Αργεντινή ή ταν μια πι θανότητα. « Μ ια πτή ση από το Σ αντι άγκο με την Αερο- Π ερού . Π ροσγειώθη κε στις 1 3 . 25 και μια άλλη τη ς Αβ ι ά ν­ κα που ήταν για τις 1 3 . ΙΟ ανα βλήθη κε» . « Α πό τη Λ α Π α ζ; » ρ ώτησε. « Μ ε την Αερο-Περού , πτή ση PL6 1 6 . Έ φυγε από τη Λ α Π α ζ στις 1 2 .45 κι έφτασε στη Λί μα στις 1 3 . 30 » , του εί πε. « Στην ώ ρα τη ς ; » « Χωρίς κα θυστ έ ρηση » , απ ά ντη σε. Ο Χάινερ πρ έ πει να είναι στη Λα Π αζ . Είναι φανερό , ο λ οφ ά νε­ ρο. Για πο λλούς λόγους . Κ α ι ο Σ μελτς το επι βεβ α ίωσε. Ε κτός κι αν εί χε έ ρ θει με ι δ ιωτικό αεροπ λάνο. « Κ α λή η πτή ση ; » τον είχε ρωτή σει . «Χωρίς κα θυστέρηση , κα­ κή ε ξυπη ρ έτηση » , του απ ά ντη σε. Σίγου ρα, ή ταν στη Λα Π α ζ . « Μ αίρη » , εί πε στη γραμματ έα , «εί σαι ένας άγγε λΟ ζ» . Ο π ρ ά κτορα ς των ναρ κωτικώ ν τον περ ίμενε στο καφενείο . Ο Κόριγκαν παρ άγγειλε καφέ κ α ι χυμό παπ άγια ς . « Έ χεις κανέ ­ ναν έ μπιστο στη Λ α Π αζ που μπορεί να βγ άλει ά κρη με δ ιεθ νή 1 79


τη λέφωνα ; » μπή κε κατ ευθείαν στο θέ μα , ξέρο ντα ς πως κανέν άς τους δεν εί χε καιρ ό για χά σιμο . « Δ εν ενδιαφέ ρ ομαι γι α υπο κ λοπ ή » , π ρ ό σθεσε, « θέλω μ όνο τους αρ ιθ μού ς των τη λεφώνων» . Ο μυστικ ός π ρ ά κτορας δεν ρώ­ τησε γιατί ο Κό ρ ιγκα ν δεν απευ θύ νθηκε στο συνάδελφ ό του στη Λα Π α ζ. « Πότε θέλεις να ξέρεις; » Ο Κό ρ ιγκαν σή κωσε τους ώ μους του . « Χτες» . Ο σύ νδεσμος γέλ ασε . « Σή μ ερα , το απ όγευμα» . · Ε φυγαν χω ριστ ά . Ο Κό ρ ιγ κα ν επ έστ ρεψε στο γραφείο τ ου , έ κ λεισε την π ό ρ τα και ζή τησε απ ό έναν τεχνικ ό ν' α λλάξει τ ου νού μερο του π ρο σωπ ι κού του τη λε φώνου . Στ ις 3 . 30 το απ όγευμα ο πρ ά κτορας τη λεφώ νη σε και του έδω­ σε έν α όνομ α κι ένα τη λέφωνο στη Λ α Π α ζ. Ο Κό ριγκα\( κρ άτησε ση μειώ σεις, τον ενη μέ ρωσε ότ ι απ ό την επ ό μενη μ έρα θα άλλαζε ο α ρ ιθ μ ό ς της προσωπ ικής του γραμμής , του έδωσε τον κ α ινού ρ ­ γιο αριθ μ ό , κι ύ στερα ή ρθε σε επαφή με τη Λ α Π αζ, στο νού μερο π ου του είχε δώσει ο σύνδεσμος . Το διεθνέ ς τη λεφωνικ ό κ έντ ρο χρειά στη κε δέ κα λεπτ ά να τον συνδέσει . Α π άντησε μια α ντ ρική φωνή . Η συνομ ιλί α ή ταν σύ ντομη και επί της ουσ ί α ς. « Χου ά ν , είμ α ι ο Σ αμ απ ό τη Λίμα . Ο Μιγκουέλ είπ ε ότ ι μπορείς να με β οη θή ­ σει ς » . « Μ πορώ . Τι θέλεις; » « · Εγιναν δύο τη λεφωνήμ ατα στη Λί μ α εδώ κ αι τρεις μέ ρε ς . Θέλω να μ άθω ποιος έ κανε αυτ ά τ α τη λεφωνή ματα» . « Α π ό π οιον συνδ ρομητή έγιναν; » « Ν αι, ον όματα , α ριθ μού ς, διευθύ νσεις » . « Ε ντ άξει, θ α δω τι μπο ρώ ν α κ άνω . Π οιον αριθμ ό κ άλεσαν στη Λί μα ; » Ο Κό ρ ιγ κ αν του έδωσε τον α ριθμό της προ σωπική ς γρ αμμή ς που είχε μ έχρ ι π ρ ιν λίγο . « Κ α μ ιά π λη ροφορ ία που θ α με β οη ­ θή σει ; » Ο Κόρ ιγκαν σ κ έφτη κ ε. « Το πρώ τ ο τη λεφώ νη μ α έγινε τ ο απ ό­ γευ μα της Δευτ έ ρ α ς » . · Ε φερε στο νου του τα λόγι α που είχ α ν κ α τ αγρ αφεί σ τον αυ τό μ α το τ η λεφω νη τ ή « Το δεύ τερο έγινε χ τ ες , στη μ ιά μ ι ση το α π όγευ μ α » . Ο σύνδεσμος δεν ρ ώ τησε τον Κό ρ ιγκ α ν π ώ ς ήτ α ν τόσο βέβ α ιος γι α την α κριβή ώ ρ α . Το μό ν ο που εί πε, ή τ αν : « Αυτ ό θ α με βοηθή σει» . Στ α επόμεν α δύο λεπτ ά συ ζή τησαν το οικονομικό : π ό σ α , π ώ ς πού κ αι πότε. Έμειν α ν κ ι οι δυο ικ α νοποιη μ ένοι . « Π ό τε .

,

1 80


να σε π ά ρω ; » ρώτησε ο σ ύ νδε σ μος. Η Ου ά σιγ κ τ ον έ κρυ β ε κ ά ποιο μυστικ ό . Θυ μήθη κε την α ντί­ δ ρα ση που είχε πριν δυο μέ ρες στο γ ρ αφείο του Μπ έιλυ . ' Ενα μυσ τικ ό που η Ου ά σιγ κτον φύλαγε καιρό τώ ρα . « Το συντομ ότερο δυνατ ό » " απ ά ντη σε. « Σή μερα το β ρ άδυ, αύ ριο το αργότερο» . Αναρωτήθη κε Υιατί βια ζότ αν τ όσ ο πολύ . « Θα π ροσπα θή σω » , απ άντησε ο σύ νδεσμος . « Π ού θ α σε β ρω; » « Δ ε θ α με β ρεις, θα σου τη λεφωνή σω εγώ » .

4 Ανόητ ε . Βλά κα . Η σ κ έ ψη αυτή το ν έ κανε να ξυ π νή σει. Ο Λ α π ό ρτ ανοιγ ό κ λει­ σε τα μ άτια του , εντελώς ξύ πνιο ς πια. Ηλίθιε, βλά κα, μα δεν ' κατα λα β α ίνεις τίποτα; Αρπα ξε τη ζακέτ α τ ου από την ά μμο που τη ν είχε Υια μα ξιλά ρι και α νέβη κε τ ρέχοντας την παρα λία μέχρι το μονοπ ά τι π άνω στο β ρά χο . Η πιθ ανότητα ή ταν μικρή αλλά π αρέ μενε π άντ α π ιθ ανότητα . Η π λαΥι ά τον έ κανε να λαχα νιά σει και καταρ ά στη κ ε τον ε αυτ ό του π ου δεν το είχε κα τα λάβ ει νωρί­ τερα . Αναρωτ ή θη κε π ό σο καιρ ό θα χρεια ζόταν ο Χάινε ρ ν ' ανα­ κ α λύ ψει ότι ο Λ απ ό ρτ είχε στα χέ ρια του τα ντοκουμέντ α . Πόσο θα χρεια ζόταν ν ' ανακα λύ ψει ότι είχε το υ λικ ό Υια να κ άνει τον π αρα λλη λισμ ό . Ε π ανα λά μ β α νε νοερ ά τ ις λε π τομ έ ρειες π ου είχε μελετή σει το π ρωί , τα ονό ματα στο ά σ π ρο χαρτί , τον κοινό π α ­ ρ άγο ντα στ ι ς ρ οζ σελίδε ς. Θεέ μου , ευχή θη κε, κ ά νε να έχω δί κιο . Κ οίτα ξε το ρο λόι του . Τ ρ ισή μιση η ώ ρα. Εί χε κοιμη θεί δυο ώ ρες, δυο π ο λύ τιμε ς ώ ρες , ενώ στο μετα ξύ ο Χάινερ θ α μ π ορού σε να έχει κ λεί σει την υ π όθε ση . Ο ιδ ρώτας ά ρχισε να τρέχει στη ν π λά ­ τη του, ο ή λιος τον έ κανε να ζα λίζετα ι , το στ ομ ά χι του σφ ίχτη κε. Σε παρα κα λώ , Θ εέ μου , κ ά νε να έ χω δ ί κ ιο . Χ ρει άστηκαν π έντε λεπτ ά , μ έχρι ν ' ανέβει απ ό την παρα λί α στην π λαγιά κι ά λλ α π έντε μ έ χρι το διαμ έ ρισ μ α . Ο φ ά κε λος ή ταν π ί σω από την η λε κτρική κουζί να , εκεί που τον εί χ ε αφή σει . Τ ον άνοιξε, ά π λωσε τα χαρτι ά στο μικρό τραπ έζι τη ς κ ουζίνας, δεν είχε καιρό να π ά ει στο σα λ ό νι, εξέτασε τα αρχικά τ ου ανθ ρ ώ που π ο υ είχε υπογρ ά ψει όλες τ ις απο δείξεις και τις εί χε εγ κ ρ ίνει . ( Γ) Σ . Β . Τα δά χ τ υ λά του έτρεμαν. Τ ο π ρώ το μ έ ρος τα ί ρια ζε, οι π ροσευχέ ς του είχαν εισακουστεί. Ανέτ ρεξε στο άσ προ χ αρτ ί .

181


στις δύ ο λί στες, με τη μια π ά νω στην άλλη , έ ψ α ξε την π ρώτη στ ή λη , με τ α γερμανικ ά ονό ματα. Δ εν ή τ αν τακτοποιη μ ένα σε α λφ α βητική σειρ ά . Την πρώ τη φορ ά του ξέφυγε, πανικο β λήθη­ κε, ξ αν ά ρχισε, τον έ πνιξε κ ά τ ι σαν ναυτία . · Ε ψα ξε . · Η ταν στη μ έση της λίστας, στ ριμωγμ ένο ανά μεσα στ ' άλλα ονό ματα, για να μη το β ρει κανείς . (Γιόχαν) Σε μπ ά στιαν Βόγ κελ . Η τελευταί α λίστα, στο κ ά τω μ έ ρος της σε λίδ ας, ή τ α ν με α λ φα βητική σειρ ά . Π ρ ώ τα τ α ισπανικ ά επ ίθετα , μετ ά τα ονό ματ α . Θεέ μου, σε πα­ ρ α κα λώ , κ ά νε ν α είναι σωστή η σ κ έψη μου - Β α λντ έζ Στεφ ά ν (Γιαν-Τζα ίη μι) . · Ενιωσε την ένταση σ ' όλ ο του το κορμί, δεν ή ξε­ ρε πού να διοχετεύ σει αυ τή την ξ α φ νική υπερβο λι κή δό ση ενέ ρ­ γειας . Ε υχήθη κε να ή ταν η Μ αρ ί α κοντ ά του, να μπορούσε να την αγκα λιά σει και να τον συγχαρεί ό πως έγινε το προηγού μενο β ρ άδυ . Τ ο πα λ ιότερο κ όλ πο του κ όσμου . Ε ίχαν χρησιμοποιήσει το πα λ ι ότερο κ όλ π ο του κ ό σμου . · Α λλα ζαν τ α ονό ματα και δ ιατη­ ρού σαν τ ' αρχικ ά . Η ρ έ μησε, ξανακοίταξε τα χαρτιά , κατα λά ­ βαινε ότι εί χε δ ί κιο, α λλά μια αμ φ ιβο λί α π έ ρασε απ ό το μυα λό του . · Ηθε λε άλλη μια επιβεβαίωση , την τε λική . Τη β ρ ή κε, στη λί στα με τα γερμανικ ά ονό ματα. Δ ίπ λα , β α θ ­ μ ός και επ άγγελ μ α . Ξ ανακοίτα ξε άλλη μια φορ ά τον κατ άλογο . Σταμ ά τη σε στο ό νομα Γι όχαν Σεμπ ά στιαν Βόγ κε λ . Β α θ μ ό ς : · Σάχφυρερ . Ε π άγγε λ μα : Λογιστή ς . Η α λλιώ ς Σ τεφ ά ν Β α λντ έζ . Δ ιεύθυνση : Ξενο δ οχείο Ε σ κομπ ά ρ , Μ ο λέντο . Σ τη β ιβ λιοθή κη της Μ αρ ί ας βρή κε έναν οδ ικ ό χά ρτη της χώ ­ ρας, τον μελέτησε για π έντε λεπτ ά και β ρ ή κε το Μ ολέντο . · Ηταν ένα μικρό ψαρ άδ ικο χωριου δά κι στα νότια τη ς Λίμα, δ ι α κ όσια περ ί που μίλια ν ότια , κατ ά μ ή κος του μεγ άλου σ κονισ μ ένου δ ρ ό ­ μου , που ή ταν γνωστ ό ς σαν λεω φό ρος Π αναμ έ ρικαν. Το α ί μα χτυπούσε στις φ λέ β ες του . Ξ ανακοί ταξε την ώ ρ α . Τέσσερις παρ ά δέ κα . Δ ιακ ό σια μ ίλια, σ κ έφτη κε . Μ ι α ώ ρα για να β γει απ ό τη Λίμα, τ έσσερι ς ώ ρες για να φτ ά σει στην κορφή , ί σως και τ ρισή μισι . Θ α έφτανε εκεί το σού ρουπο . Αν ο Χά ινερ δεν είχε φτ ά σει π ρώ τος, θα τον περ ί μενε ό πως εκεί νος περ ίμενε τον πατ έ ρα του . Π ερπ ά τησε π ά νω - κ ά τω στο δω μ ά τιο, προσπα­ θώ ντας να η ρεμ ή σει, δίνοντας στον εαυτ ό του τον καιρ ό να επε­ ξεργαστεί το σχέδιο . Μ ετ ά , τη λε φώ νησε στη Μ α ρί α . Το τη λέφω­ νό τ τj ς β ο ύιζε. Π ερ ίμ ενε τ ριά ντ α δευτερό λεπτα και ξανατη λε φώ ­ νησε . Η σενιο ρ ίτ α , του είπ αν , είχε βγ ει μ ' έναν πελά τη . Δ εν ήξεραν τι ώ ρα θ α επ έ στ ρεφε, δ εν ήξερ αν κι α ν θα επέ στ ρεφε καν . Τον πή ρε το παρ ά πονο, ευχαρ ί στησε τ η γρ αμματέ α και κατ έ1 82


β ασε το ακουστικ ό . Ε ίχε ή δη αργή σει. ' Εγραψε ένα ση μείωμα για τη Μ α ρία, στο ση μειωματάριο δί π λα στο τη λέφωνο, λέγον­ τ άς της πω ς δεν θ α την έβ λε πε το βράδυ . Α ναλογίστηκε τη ση μα­ σία της λέξης, τη διαφορ ά ανά μεσ α στο απ όγευμα και το β ρ άδυ . Θ α τη ς τη λεφωνού σε ό μως , μόλις θ α επέστ ρεφε . ' Ηταν πο λύ επι­ κίνδ υνο ν ' αφή σει λεπτομέρειες κι ε ξηγή σεις για όσα είχε β ρει 11 για το λόγο που πή γαινε. Η λεωφ ό ρος Π αναμ έρικαν ήταν στα δυτικ ά της Λί μ α . Ο Λα­ π ό ρτ πή γε με το αυτοκίνητο μέχρι την π όλη . Δεν μπό ρεσε ν' απο­ φ ύγει τη συμφό ρηση τ η ς κυ κ λ οφορ ί ας και μ πή κε στη Λεωφόρο λίγο πριν τη στροφή , στα αρχα ί α ερεί πια του Π αχακαμ ά κ . Ο δ ρ ό μος συνέχιζε χωρ ίς στ ροφές για τα επ ό μενα τριακ ό σια πε­ νήντα μ ίλια έως την Π ού ντα Α ρένα ς . Ο δ ρ ό μος ακο λουθ ο ύ σε την παρα λία . Την παρέκαμπτε μ ό νο στο σ η με ίο που δ ιέσχιζε τη χερσ όνησο, κ ά που ένα μίλι α π ό τ η ν καρ δ ιά του ωκεανού . Δ ε ξι ά κι αριστερ ά του δ ρ ό μου ή ταν η έ ρη­ μος , που τη χρωμ άτιζαν αραι ά και πού οι οάσεις, με σπορα δ ικά σπ ί τια να τις περι βάλλουν. Εί κοσι μ ίλια ν ότια τη ς Λί μα , τον στα­ μ άτησε η αστυνομ ί α . Γ ρήγορ α , κατ άλα β ε πως ε ξέταζαν τα ονό­ ματα επιβατ ών στα αυτοκίνητα δη μ όσιας χρή σ"η ς και έτ σι απο­ μ α κ ρύνθη κε χωρ ί ς καθυστέρηση . Δ υο ώ ρες έξ ω α π ό τη ν π όλη , σταμ ά τησε σ' ένα βενζινάδικο, γέμισε τ ο αυτοκίνητο και ξε δί­ ψασε μ ' ένα μπουκάλι παγωμένα , πρασινοκίτρινη Ί νκα- Κόλ α . Μ ια ώ ρα αργ ότερα , ο ή λιος χά θη κε στον ορ ίζοντα , στ ' αρι­ στερ ά του , μέσα σε μια έκρη ξη κ ό κ κ ινων και πορτοκα λό χρω­ μων αποχρώσεων . Το σ κοτ άδι έπεσε γρή γορα κι α π ότομ α . Σ την π όλη έπεφτε μ ε πιο αργό ρυ θ μ ό . " Α νοιξε το ρα δ ι όφωνο , απολάμβανε την απεραντοσ ύ νη που τον τ ριγύ ριζε, ά κουγε αμε­ ρικ ά νικους και ευρωπ αϊ κούς δίσκους, και υπολόγ ιζε πως του έ­ μενε άλλη μια ώ ρα για το Μ ο λέντο . Όταν είδε πως είχε ά λλ α τρι άντα λε πτ ά για την π ό λη , βγή κε απ ό το δ ρ ό μο, έσβησε τη μηχανή και κατέβη κε απ ό το αυτοκίνη το. Μ έσα στ η χαρ ά της αποκ άλυψη ς , στην ευφορ ία που του μετέ­ δ ι δε η ε λευ θερ ί α που απο λά μβανε, δεν εί χε αναρωτη θεί τι σ κ ό­ πευε να κ ά νει και π ώς να το κ ά νει. Για δέ κα λε πτ ά σ κέφτη κε π ροσεκτικ ά, ανέπνευσε τον β ρα δινό ζεστ ό αέρα, θυ μήθη κε το κρύ ο που είχε νιώσει π ριν εικοσιτέσσερις ώ ρες στο Τ σακ λικ άγιο μπή κε στο αυτοκ ίνητο και συνέχισε το δ ρ ό μο του . Ή ξερε τι έπ ρεπε ν α κ άνει, π ώ ς να προετοιμαστεί για να συ­ ναντή σει το λογιστή . Κ ατέβασε το παράθυρο. Ο αέρα ς ανα κ ά τε­ ψε τα μα λλι ά του , του χάιδεψε το πρ όσωπο. Έ κ λεισε το ρα διό 1 83


φωνο , γέ μισε τα πνευμ ό νια του κι άρχισε να τραγου δάει. Όχι απα λή μουσική και τραγουδά κ ια , ξεκ ά ρφωτους στίχους που ξε­ χνιού νται ώς το π ρω ί , α λλά έν α τραγούδι- μ ήνυμα . Αισ θ α νότα ν το ρόλο του , έ παιζε, αυτό που θ α υποδυ ό ταν εκείνο το β ρ άδυ . Τραγουδ ού σε δυνατ ά , με πί στη , δ οσμ ένος στο π άθος του « Χ ορστ Βέ σελ Λιντ » . Η μπ ά σα φωνή του ακουγό ταν στα π έ ρατα τη ς ερή μου . ' Η ξερε απ ό χρ ό νια τα λόγια . Η ξέ\Πj γλώσσ α ήρθε στα χείλια του , ό πω ς ακρι βώς τ ότε , που αφη ρη μ ένος ά ρχισε να τραγου δά ει στο σπίτι του Τ σακ λικάγιο . Τ ραγούδη σε , ώ στε να νιώ σ ει, να σκεφτεί , να ι δ ρώ σει σαν α λη θινό ς Γερμ α νό ς . Το τραγούδι τον γύ ρ ιζε π ί σω στο Ράτχαουζ Κέλε ρ που μ ύ ρ ιζε μπ ύ ρα , εκεί οι γε­ ροντ ό τεροι μαζεύοντ αν για να θυμη θ ού ν τα π αλι ά , τις αναμνή­ σεις από τις μεγα λό π ρεπες εκείνες μ έ ρες, π ου είχαν χα θεί για π ά ντα . Μ ετ ά , έ κλεισε το παρ άθυρο κι αποκ λεί στηκε α π ό τον υπόλοιπο κ όσμο .

5 Ο Χά ινριχ Σ με λ τς είχε ένα ισχυ ρ ό ένστι κτο αυτοσυντή ρησης, που είχε φανεί όλα αυτά τα χρό νια πολύ χρήσιμο, τ όσο στον ίδ ιο, ό σο κα ι σ τη ν οργάνωση . Απ ό τη στιγμή που αποχα ι ρέτισε τον Κό ριγκαν και τον Μ π έι λυ, το ένστικτο αυτ ό π λημμ ύ ρισε το σώ­ μα του κα ι απα ίτη σε τη συγκέντ ρωση της προσοχής του. Γύ ρ ισε στο σπ ί τι , στο Μ ιραφιό ρες, επικοινώνη σε με τον Γιόζεφ Χάινερ στη Λ α Π α ζ , μετα δίδ οντ ά ς του τα νέα και τη γνώ μη του γι ' αυτ ά , κι ά ρχι σε να προετοιμ άζετα ι για την κατα ιγίδ α που η πείρα του έλεγε ότι ή τα ν έ τοιμη να ξε σπ ά σει. Οι τρεις ά ντρες τη ς ομ άδ α ς , που ε ίχαν έ ρ θει στην πρωτ εύ ου­ σα το π ροηγού μενο β ρ άδυ, δ ιατ ά χτη καν να μείνουν. Ο μα δά ρχες κα ι άντρες, που β ρ ίσκο νταν σε απ ό σταση τριώ ν ωρώ ν με αυτο­ Kί\ΠjΤO απ ό τη Λί μα , ει δ οπ οιή θη κ αν να παρουσιαστού ν αμ έ σως στο κ έντρο , που μετα βαλόταν έτσι, σε σωστ ό φρού ριο . Τα αυτο­ Kί\Πj τα που είχαν νοικιάσει τη ν Π Ρ OηγOύμε\Πj νύχτα επιστ ρ ά φη­ καν και τα δικ ά του ς αμάξια πή ραν εντο λή να περ ά σουν απ ό έλεγχο απ ό τους μηχανικούς τη ς οργάνωσης . Ό ποιος έφτανε, υποχρεωνό ταν να στείλει κι αυτ ός το αυΤOKί\Πjτ ό του για έλεγ χο . Ο Σ μελ τς δεν ήθε λε να επανα ληφθεί η καθυστέρη ση τη ς π ροη­ γOύ με\Πjς νύχτας .

1 84


Στις τ ρεις το απόγ ευ μα, π ί σω από κλειστ ά παρ άθυρα και τ ρα­ βηγμ ένες κουρτ ίνες, ο Σ μελτ ς έ κανε μια συγκ έντρωση για να ενη μερώ σει τους ανθ ρώ πους του, ανα λύοντας τον κ ίνδυνο που α ντιμετώπιζαν όλοι . ' Υστερα, πήγε με το αυτοκίνητο σε μια έ ρη μη περιοχή , π έντε μ ίλια μακρι ά απ ό την π όλη , και ασ κή θ η κε στο ση μ άδι μισ ή ώ ρα, με το αυτό ματο που προτιμού σε. ' Ηθελε να είναι έτοιμος. Σ τη συνέχεια γύ ρισε στο σ π ίτι, σιγουρεύ τη κε ότι οι εντολέ ς του είχαν εκτελεστεί με ακρ ίβ εια , έφαγε ε λ αφρ ά παρ έ α με τ ους άντρες του , και αποσ ύ ρ θη κε στο γραφείο του . Ε κεί , ά ρχισε να δ ιαβάζει τον « 8α λενστ ά ιν» του Σίλλε ρ , περιμ ένοντας το αναπόφευκτο τηλεφώ νημα.

6 Η π ό λη του Μ ο λέ ντο β ρισκ ότ αν σε δύ ο μ ίλια απόσταση α π ό τον κεντ ρικ ό δ ρ ό μο. Εί χε κ ά που δυ ο χιλιάδ ες κατοίκους , που ζού ­ σαν γύρω απ ό το λιμ ά νι. Τ α σπ ίτια που κατηφόριζαν π ρος τη θάλ ασ σα ήτ αν μονώ ροφα, β α μ μένα ά σπρα, και οι σ τέγες τους, απ ό λ α μ αρ ίνα , είχαν τ ο κ ό κκινο χρώ μα της σ κουρι ά ς . Κ οντά στη θάλ ασ σα, ο δ ρ ό μος ά νοιγε σαν ψα λίδ ι . Αριστερά , έβ γα ζε σε μια αμμουδ ερή π αρα λία , και δε ξι ά κατ έληγε στο μικρ ό μ ώλο που έδεναν τα π λο ία . Η μυρω δ ι ά των ψαριώ ν π λ ανιό ταν στο νυ­ χτερινό αέ ρα. Η μυρωδ ι ά αυτ ή , ήξερε ο Λ απ ό ρτ ή ταν ταυτόχρο­ να και η ζωή της μ ικρή ς π όλης. Σ τον κ ό λ πο, π έ ρα από την αμ­ μου δ ι ά και έξω απ ό το μ ώλο, τα φώτ α των ψαρ άδικων ανε β οκα­ τ έβαιναν ρυ θ μικ ά στο ελαφρύ κ ύ μα του ωκεανο ύ . Η σ κόνη ση κωνόταν σύννεφο γύ ρω από το αυτοκίνητο. · Ε κο­ ψε ταχύ τητα, ψ ά χνοντας για τη δ ιεύθυνση που ζητούσε. Στη γω­ νιά του δ ρ ό μου , κάτω απ ό το φως, κα θό ταν ένας γέ ρος, μ ' ένα αγορ ά κι κου λο υριασ μένο δίπλ α κι έβ ρα ζε μια κατσαρό λ α νερό σε μια αναιμική φωτι ά . Ο Λ απ ό ρτ φρενά ρισε και κατ έβ ασε το τζά μι του αυτοκινή του . « Ε , compadre, ε ί πε. « ΕΙ Hotel Escobar donde esta ?». Ο γέρος μουρμο ύ ρισε κ ά τι ακατ ά ληπτο κουν<ίΝ­ τας το χ έ ρι του π ρος την κα τεύθ υνση απ ' όπου ε ί χε έ ρ θ ει το αυτο­ κίνητο . «Que dice ?» ρώ τησε ο Λαπόρτ το αγόρι. « Τι λέει; » « Δ εν ξέ ρει», απ ά ντησε τ ο παιδί , κα θώ ς ση κων ό ταν όρθ ιο . « Ε σύ ξέρεις ; » «CΙaro» , εί πε το αγόρι , « σ ίγουρα» . Ο Λαπόρτ έβγαζε α πό την 1 85


τσ έ πη του έ να χαρτονόμισ μα των πεντακοσ ίων σόλες και το έ­ δειξε στο π αιδί . « Α κο λούθ α με » , έ κανε ο μικ ρός. Τ ο αυτοκ ίνητο ρο λά ρισε αργ ά , α κολου θώ ντα ς το νεαρό ο δ η­ γό στην κατηφόρα του λόφου, π ρος τη θάλ ασσα . Π ενήντα μ έ τρα πιο κ ά τω έ σ τ ριψαν δεξι ά , κι ύ στερα α ριστερ ά , σ ' έ να δ ρόμο που ο δ ηγού σε στο κ έν τρο του λιμανιού . Το αγόρι σταμ ά τησε μπ ρο­ στ ά σ ' έ να ξύλινο , δ ί πατο σπ ί τι, β αμμ ένο ά σπρο , που έγερνε λίγο στο π λάι . Τ ρ ία σ κ αλιά οδ ηγού σαν στη βεράντα , και από εκεί , μια δ ι πλή π όρτα , ίσια μέσα σ τ ο σ π ί τι. Π ά νω απ ό την πόρτα , μια επ ιγρ αφή από π ράσινο νέ ον έγ ραφε «Ξενο δ οχε ίο Εσ κομπ ά ρ » . «Gracias, compadre» , εί πε ο Λαπό ρτ δ ίνοντα ς τ ο χα ρτονόμι­ σ μ α στο μικρό , που τον ευχα ρ ί στησε και του ευχή θηκε κ αλή τ ύ ­ χη . Π ερ ίεργη κου βέντα , σ κ έφτη κ ε ο Λαπόρτ . « Κ ά τι α κόμα » , ρώ τησε. «Υπ ά ρχει άλλος δ ρ όμος ; » <, Οχι , σενιόρ » , είπε τ ο παι δί , « δεν υπ ά ρχει άλλ ος δ ρ Ο μος . Μόν ο α π ό ε κεί που ή ρ θ ατε μπο ρε ίτε να φύγετε» . Ο Λαπόρτ έ κανε όπισ θ εν στην ανηφόρα για δ υο τετρ ά γωνα και παρ κ ά ρισε το αυτο κ ίνη το σ ' έ να π λά γιο δ ρόμο . Τ ο αγ όρ ι συν έ χιζε να τον πα ρα κο λου θεί . « Ε , compadre» , του φ ώ ναξε ο Λαπ όρτ . « Θέλ εις να κερ δ ίσεις κι άλλ α λεφτ ά ; » Ο μικ ρ ό ς κού νη σε το κεφ άλ ι του . «Τότε , π ρόσε­ χε το αμ ά ξι μου . Αν έ ρ θει κ αν έ νας , κ λέφτη ς ή όποιος άλλ ος , ει δ οποίησ έ με» . Έδωσε στο παι δί άλλες πεντ ά κόσιες σόλες. « Ξέ ρεις πού θ α με βρεις». Το αγό ρ ι έγ νεψε . «Si, senor, στο ξενο δ οχεί ο ή κ ά που α λλ ού » . Ο Λαπόρτ χ αμογ έλ ασε. « Σωστά στο ξενο δ οχε ί ο ή κ ά που α λ ­ λού » . Έδειξ ε το χαρτονόμισμ α . « Αυτό είναι προ κατα β ο λή . Α ν όλα είναι εντ ά ξει όταν γυ ρ ί σω, θ α σου δώ σω κι άλλ α πεντα­ κ όσια» . Ο μικρός χαμογ έλ ασε. « Ε ντ ά ξει, ό λ α θ α είναι εντάξει όταν γυρ ί σετε » . Ο Λαπόρτ κλε ί δωσε το αμ ά ξι και πή γε με τα πόδ ια στο ξενο­ δ ο χείο . Οι διπ λέ ς π όρτες ή ταν κ λει δ ωμ ένες και μια αχτ ίδ α από φως ξεγλιστρού σε αν ά μεσ ά τους. Χτ ύ πησε και περί μενε . Τ ου ά ­ νοιξε μια μεγα λόσωμαη γυνα ί κα , με κ ρεμαστ ά στήθ ια και μα ύ ­ ρα μα λλι ά , τρα βηγμένα πίσω . « Ξ ενο δ οχεί ο Ε σ κομπ ά ρ ; » ρώ τη σε αυτός. Η γυνα ί κα έγνεψε . « ΈχετΈ δω μ ά τιο ; » Αυτή έγνεψε πάλι κ αι τον ο δ ήγησε στο μικρό χο λ . Τ ο ξ ύλ ινο π ά τωμα ήταν γυ μν ό ' τα μονα δ ικ ά έ πιπ λ α ήταν μια πα λι ά , ξεφτισμ έ νη πο λυ θ ρ ό να κι ένα γραφείο που χρησ ί μευε για ρεσεψιόν. Η γυνα ί κα π ήγε π ί σω από το γραφεί ο . Δ εν εί ναι 1 86


Γερμανίδα , σ κ έφτη κε ο Λα πόρτ . « Ε ί ναι εδώ ο σενιό ρ Χάι μ ; » ρώτη σε. « ο σενιόρ πο ιος; » ρώ τησε αυτή με τη σειρά τη ς . «ΕΙ dueno , το αφεντικ ό» απ άντησε ο Λα πόρτ . « Π οιος τον θέλει ; » « Έ νας π α λιό ς φίλος» . Δεν ήξερε τ ι άλλο ν α πει, κ αι είχε την υποψ ί α ό τ ι η γυνα ί κα θ α είχε ξανακούσει αυτή τη φρ ά ση κι άλλες φορ έ ς . « Δ εν εί ναι ε δώ » . Έ νας παVΙKός τον πλημ μ ύ ρισε , που έγινε στη συν έχεια υ­ ποψ ί α . « Π ού είναι; » Η γυνα ί κα τον κοίταξε . Από τ ο π ί σω δω μάτιο ερχ ότ αν η μυ­ ' ρω δι ά φαγητού . « Ε κεί που εί ναι όταν δ εν τα ξιδεύει . Πι ο κά τω στο δ ρ ό μο» . Ο Λα π ό ρτ έ πιασε αμ έ σως την αναφορά στα ταξίδια του άλ­ λου , κατ άλ α βε ό τι η ταυτό τητ ά του είχε βεβαιωθεί, και συνέχισε το παιχ νίδ ι των ερωτή σεων . « Π ού κ ά τω σ τ ο δ ρ όμ ο; » « Σ το μπαρ ' Άτλάντικο " » . « Σ το μπαρ ' Άτλάντικο " » , επανέλαβε αυτ ό ς , και αναρωτή­ θηκε ποιος είχε δώ σει τ έ τοιο όνομα σ ' ένα κ έντρο που β ρισ κ ό ταν δί π λα σ ' έναν άλλο μεγ άλο ωκεανό . «Si, senor, στο μπαρ ' Άτλάντικο " . Π ιο κ ά τω στο δ ρ ό μο, στην παραλία . Κά που δι ακ όσι α μ έτρα» . « Gracias» . Γύ ρισε να φύγει . «Senor» , τον σταμ ά τησε αυτή . « Νόμιζα π ω ς ζητή σατε δω­ μ ά τιο» . Ο Λαπόρτ γύ ρισε και υπ όγραψε στο β ι βλί ο που του έδωσε, χρησιμοποιώντας το όνομα Μ αλντον άλ το, μ όνο κα μ όνο γι ατ ί το εί χε δει μια φορ ά σ ' ένα χ ά ρτη του Π ερού . Π ρ ό σεξε ότ ι ήταν ο μονα δικ ό ς πελά της του ξενοδοχείου εκεί νη τη νύχτα . « Πό σ α βράδια θ α μείνετε; » ρώτη σε η γυναίκα . «Τουλά χιστον τ ρ ί α . Ί σως περισ σ ότερα» . «Θ α π λη ρώ νετε κάθε π ρωί » , του είπε, δίνοντ ά ς του ένα κλει­ δί , απ ό τη σειρ ά που κ ρεμ ό ταν στον τοίχο . « Έ χετε β α λίτσες ; » « Είναι στο αυτοκ ίνητο» , εί πε αυτ ός . «Θα τις φέρω ότ αν γυρ ί­ σω, μαζί με το σενιόρ Χάιμ » .

1 87


7 Το τη λεφώ νη μα π ου περ ί μενε ο Χά ινριχ Σ με λτς έγινε στ ις έ ντεκα και στα τ ρία λεπτ ά ακριβώς . « Βεβ αιωθή καμε» , τ ου είπε ο Χάινερ χωρ ίς προ καταρκτικ ά . « Τα έ"Υγ ραφα των ε ξόδων λείπ ουν » . « Σ κατ ά » , μ ουρμ ού ρισε ο Σ μελτς, ξέ ρ οντας πως η συνέχεια ή ταν χειρότερη . « Λεί πει και κ ά τι άλλο . Έ νας κατ άλογος μ ε διεύθυνση » . « Δ εν υπ ά ρχει ό μως τρ ό π ος να συνδέ σ ει κανεί ς τ ο όνο μα στ ους δύο κατα λόγους». « Υπ ά ρχει ένας τρό π ος » . Η φω νή τ ου Χάινερ ή ταν β αριά και απειλητική . «ο λογιστή ς . Το όνομ ά του είν αι τ ο μονα δικ ό π ου εμφα νίζεται τακτικ ά στις καταστ ά σεις των ε ξόδω ν, ή τ ου λάχι­ στον, τα αρχικ ά τ ου . Το όνομα και τ ο ψευ δώνυ μ ο β ρί σκ ονται και στ ον άλλο κατ άλογο » . « Δ εν υπ ά ρχει ό μ ως, τρόπ ο ς για να συνδέσει κανεί ς τ α δύ ο στ ον άλλο κατ άλογο» , επανέλα βε ο Σ μελτς . « Τ α ονό ματα δεν ' είναι με την ίδια σειρά . Ε πιμείναμε σ αυτ ό για λόγους ασφ ά ­ λειας . Είν αι α δύνατο να υπ οψιαστεί κανεί ς π οιο γερμανικ ό όν ο­ μα α ντ ιστοιχεί σε π οιο ισπανικ ό όνομα» . « Για σ κέψ ου τα ονό ματα» , η φωνή τ ου Χά ινερ έδειχνε ε κ νευ­ ρισμ ό . « Θυ μή σ ου τα αρχικ ά στις καταστ ά σεις των εξ όδων » . Μι α αστρα πή έλαμψε στ ο μυα λό τ ου Σ μ ελ τς και κατ άλα βε αμέ ­ <Lως , γιατ ί τ ον έ σφιγγε τ ο άγ χος ο λό κ ληρη τη μ έ ρα . « Χ ριστ έ μ ου , ο μπ ασταρ δ ος» . Είχε α λλά ξει τ ο όνομ ά του , σκ έφτη κ ε , α λλά είχε κρατ ή σει τα ίδια αναθεματισμ ένα αρχικ ά . « Θα το ε λέγ ξω αμ έ σως » , είπε. « Θ α κ ά νεις π ολύ κα λά » , απ ά ντη σε ο φυγ άδ ας τη ς Λ α Π α ζ . Τ ο τη λέφων ο στ ο ξενοδ ο χεί ο Ε σκ ο μπ ά ρ χτυ πού σε δυ ο ο λ ό­ κ ληρα λεπτ ά πρ ιν τ ο ση κώ σ ου ν. Ο Σ με λτς αναγ νώ ρισ ε τ η φω νή της χοντ ρή ς γυνα ί κας που έ κανε την οικ ο νό μ ο του λογιστή . Π ο­ τ έ δεν εί χε κατ α λ άβ ει, γιατ ί αυτ ό ς ο άνθ ρω πος είχε δ ιαλέξ ε ι μια τ ό σο α π οκ ρου στική γυν αί κ α . Τ ου λ άχιστ ον , κανέν α ς α πό τους ά λ λους , είχε σ κεφτεί πα λ ιότερα , δεν θ α την έβ ρισ κε επ ιθ υ μη τ ή . « Εί ναι ε κ εί ο σ ενι ό ρ Χ άι μ ; » ρώ τ η σ ε . « Όχι, σενιό ρ » , α π άντη σε η γυ να ί κα μ ε νυσταγμέ νη φωνή . « Είναι ε ντεκ ά μιση το β ράδυ . Ξ ανατη λ εφωνή σ τε αύ ριο τ ο π ρωί » . Άρ χισε ν α κ α τ εβ ά ζε ι το α κ ουσ τι κ ό , αλλά ο π α γ ωμέ ν ο ς τό νο ς του συνομι λη τ ή τη ς τη ν ξύ π νη σ ε α π ότομ α . <, Α κ ο υ σέ με, κυρ ά μ ου , τ ον θέλω τώ ρ α . Π ο ί, ε ί να ι ; » 1 88


Η φωνή τη ς η τ α ν φο β ισμ ένη . « Μ ε συγχωρεί τε , σενιό ρ , με συγ­ χωρεί τε» . Πάντα τη φόβι ζαν οι περ ίεργοι, σιωπη λοί ξένοι που επισκ έπ τονταν τον σενιόρ Χά ιμ . « Δ εν εί ναι ε δώ » . Έ νιωσε πανικ ό , προσπα θώ ντας να β ρει μια απ άντη ση που θ α ικανοποιού σε την απειλητι κή φωνή . « Έ χει π ά ­ ει στο μπαρ» . « Ποιο μπαρ ; » « Σ το μπαρ " Ατλά ντικο " , σενιό ρ , κ ά τω στο λιμ ά νι . Ε κεί που πάει π ά ντα» . Η φωνή της έβγαινε δύ σ κολα . «Α υτ ό είπα και στον άλλον κ ύ ριο δ εν σας το εί πε; » Ο Σ μελτς ένιωσε ν α παγώ νει. Έβ α λε τη χού φτα του π ά νω στο ακουστικ ό . «Βάλτε εμπ ρός τα αυτοκ ίνητα», φώ ναξε σ ' έναν απ ό τους ά ντρες του, και ξ αναγύ ρισε στη γυναί κα . « Π οιον άλλο κύ­ ριο; » ρώτησε . « Τ ον ά ν θ ρωπ ο που ή ρθε και τον γύ ρεψε απ ό ψε το β ρ άδ υ . Νό­ μιζα . . . » Η φωνή τη ς έσβησε. Ή ξερε τι ν ό μιζε, α λλά φο βό ταν να το πει, φοβόταν να πει ό τι εί χε παρατη ρή σει τους ανθ ρώ πους με τη Μ ερσεντ ές, που επισκ έπτονταν το ξε νοδ οχεί ο αργ ά τη νύχτα . « Τι νό μιζε ς , κυρ ά μου ; » Η φω νή του Σ μελτς ή ταν σιγανή κι α πειλητική . « Νό μιζα . . . πίστευα ό τι ή ταν ένα ς απ ό σας » . Ήξερε ό τι τα λόγια που είχε π ροφέ ρει ή ταν ασυγχώ ρητα . Ο συνομιλητή ς τη ς δεν έδει ξε ότι τον ένοια ξ ε ή ό τι το παρατή­ ρησε ιδ ια ίτερα . «Τι ώ ρα ή ρ θ ε; » « Δυο, τρεις ώ ρε ς νωρ ί τερα, απ ό ψε το β ρ άδυ, σενι όρ » . « Π ού είναι τ ώ ρ α ; » Έξω, ο Σ μελτ ς ά κουσε τις μηχανές των αυτοκινήτων να μουγ κ ρίζουν . « Σ το μπαρ, πιστεύ ω, μα ζί με τον σενιό ρ Χά ιμ. Μ ε ρώ τη σε πού είναι το μπαρ» . « Υπ ά ρχει τηλέφωνο εκεί ; » « ' Oxl, σενιό ρ , το μ π α ρ δεν έχει τηλέφωνο » Τ ο μυα λό του Σ μελτς δ ούλευε πυρετικ ά . « Ενας ά ντρα ς , είπες; Όχι , άλλοι ; » « Ναι, σενιόρ , ένα ς άντρα ς » « Είσαι σίγουρη ; » Η γυναίκα δ ί σ τα σε . « Να σας πω σενιόρ , έν α ς ά ν τρα ς ή ρ θ ε στο ξ εν οδο χ ε ί ο και ύστερα, έ φυ γε » . Ο ι ε ρωτήσ εις του Σ με λ τς έπεφταν σ αν πισ τ ο λιές . « Μή πως κ οίταξ ες έξω να δε ις αν ε ί χ ε κι ά λ λ ου ς μ αζί τ ου ; » « Όχι , σ ε νιόρ . Είπε ότι ή θελε δω μ ά τιο , κ αι ύστερα ζή τ η σε τον 1 89


σενιό ρ Χά ιμ » . « ' Ε κλεισε δ ω μ ά τιο ; )} ρώ τησε ο Σ μελτ ς . Μ ια αχτ ίδ α ελπ ίδ ας τ ρύ πησε το σ κοτ άδ ι . « Ναι, σε νιό ρ » . . «Τι ό νομα έδ ωσε; » Π ερίμενε, ώ σπου να κοιτ άξει το β ι βλί ο . « Μ α λντονάλντο, σενιό ρ » . Ο Σ με λ τ ς κατ άλαβ ε ότι άλλες ερωτή σεις ήταν μ ά ταιες. ' Ε χα­ νε απ λά χ ρόνο . Για μ ια στιγμή , σ κέφτη κε να στείλει τη γυνα ί κα στο μ παρ να π ροει δ οποιήσει το λ ογιστή , αλλά ήξερε ό τι μ ' αυτό τ ον τ ρόπο, θ α έδινε το σή μ α κ ινδύ νου στον άλλον άντ ρα . « Ά κουσε, κυρ ά μου , και π ρόσεξε τι θα σου πω . Όταν γυρ ί σει ο σενιό ρ Χάι μ , πες του ότ ι τηλεφώνη σε ο α δε λφό ς του απ ό τη Λίμα . Π ες του ό τι άφη σα μήνυμα να με π ά ρει α μέσως τη λέφωνο, οποια δή ποτε ώ ρα κ ι αν είναι . Κατάλαβες ; » « Ε ίστε ο α δ ελφός του ; » ρώτησε ανα κουφισμένη η γυνα ί κ α . Ο Σ με λ τς αγν όησε τ η ν ερώτηση . « Σε ρώ τησα αν κατ άλ αβες» . Η γυναίκα φ ά νη κε να μιξο κ λαίει . « Ναι, σενιόρ , κατ άλαβα » . Να π ά ρει ο διά ο λος. Ο Σ μελτ ς βλαστή μησε, κλείνοντας τ ο ακουστικό , και προσπ άθησε ν α χαλιναγωγή σει το θη ρίο που τον έ πνιγε, ενώ το μυα λό του έκανε γρήγορα σχέδια . « Ρ ο λ φ» , ε ί πε σ ' έναν απ ό τους ά ντρες τ ου , « κ άθ ισε δίπ λα στο τη λέ φωνο . Αν τη λεφωνή σει ο λογιστή ς , πες του ότι ο ά νθ ρωπος που τον επισ κέ­ φτηκε απ ό ψε το β ρ άδυ είναι κατ άσ κοπος. Αν ο ά νθρωπος αυτ ός είναι μ όνος του, πες στο λογιστή να τον κρατή σει εκεί μέσα μέ­ χ ρ ι να φτ ά σουμε. Έ χει αρ κετού ς αν θ ρ ώ πους , έτσι δεν είναι; » Ο ά ντ ρας έγνεψε καταφατικ ά . «Αν ο επισ κ έ πτης δεν είναι μ ό ­ νος, π ρ άγμα πο λύ πι θ ανό , πες το λ ογιστή να κερ δί σει χρ όνο κα ­ θυστερώ ντας τους, ώ σπου να π ά με στο Μ ο λέ ντο . Π ες του ότι είναι επιτ α κτική αν άγκη να πιάσουμε αυτ ό τον άνθρωπο» . Ο Γερμανό ς κατ άλ αβε . «Αν δεν σου τη λεφωνήσει, τη λε φώνησε εσ ύ σε μισή ώ ρ α , και, dτη συνέχεια, π αίρνε τηλέφωνο κ άθε ένα τ έ­ τ αρτο, μέχρι να τον πετ ύ χεις» . Έδωσε εντολή να μείνει άλλος ένας ά ντ �α ς στο σπ ί τι . Έ με­ ναν άλλοι έντ εκα για να π ά ρει μαζί του στο Μ ο λέντο κι έ κανε έναν έλεγχο για να δει αν ήταν κατ άλλη λ α π ροετοι μασμένοι . Π ριν φύγει απ ό το σπίτι, π ή ρε το προσωπ ι κ ό του π ι στ όλι Λούγ ­ κερ και το αυτ ό ματο Χέηλε ρ κ αι Κοχ, που είχε χρησιμοποιή σει στην απογευματινή του εξάσ κηση στο στ ό χο . Τ ο ταξ ίδι , υπολό­ γισε, θ α τ ου έπαιρνε τ ρεις ώρες, χώρια τη μισή ώ ρα που χρεια ζό­ ταν για να βγουν α π ό την π όλη τη ς Λί μ α . Τη ν τελευταία σ τιγμή αποφάσισε ότι μπορού σε ν α δια θέ σει 1 'J( i


άλλα δεκαπ έντε δευτερολ.επτα γ ια ενα u κ u μ u

ι ι ι �ψιυ ν . I ,.. ... .

8 Ο Κό ριγκαν ξύ πνησε με το π ρ ώτο κουδ ο ύ νι σμα του τη λεφώ νου κι αναγνώ ρισε αμ έ σως τη φωνή του Σ μελ τ ς . « Κ ατ ά σταση αν άγ­ κη ς . Δεν έ χω κα ι ρ ό γι α εξηγή σεις» . Η φωνή ή ταν στ α θερή και κα θ αρή . « Θ α σε συναντή σω με το αυτοκ ίνητο στο καφενεί ο . εκεί που αρχίζει η εθνι κή οδός , σε δέ κα λε πτά» . Ο Κό ριγκαν είχε πεταχτεί κιόλ ας απ ό το κ ρεβά τι του . « Ξέ ρω το μ έ ρος. Ν α φέ ρω τον Μ π έι λυ ; » « Δεν π ρολαβα ίνουμε», είπε ο Σ μελτς κ ι έ κλεισε τ ο τη λέ φωνο . Ο νυχτερινός αέρας στην έ ρη μη περιοχή , νότια από τ η ν π όλ η , ήταν ζεστός . Ο Κό ρ ιγκαν είχε τον καιρό ν α παρ κάρει τ η Σεβ ρο­ λέτ δίπ λα στο καφενείο και ν' ανάψει ένα πού ρο, πριν φτ ά σουν οι τρεις Μ ερσεντ έ ς με τα φρ ένα να στριγγ λίζουν στο χώ μ α . Ο Σ με λτ ς πή δησε απ ό την μπ ροστινή θέση του π ρώ του αυτοκινή ­ του , άνοιξε την πίσω π ό ρτα για τον Κό ριγκαν κι αυτός , χωρ ί ς να σταματή σει να ρωτήσει τι συνέβ αινε μπή κ ε μ έ σα. Υ πή ρ χ αν άλλοι δύ ο ά ντ ρες, οπ λισμ έ νοι στο πίσω κ άθι σ μ α . Π ρ ιν π ρολάβει να κλείσει την πόρτα, ο ο δηγ ός είχε πατή σει γ κάζι κα ι η Μ ερσεν­ τ έ ς ξεκινούσε με δύ ναμη . Ο Σ μελτς γύ ρισε πίσω στον Κό ριγ καν, κα θώ ς τα τ ρία αυτοκίνητα έτ ρεχαν με μεγάλη ταχύ τητα στο δ ρ ό μο για το ν ότο . Μ π ροστ ά στο καφενείο, μια πα ρέ α ά ντρες χ άζευαν, κουνών­ τας τα κεφάλι τους σαν να εί χαν καταλάβει . Ο Σ με λ τς έ πιασε τη ματιά του Κό ριγκαν στα αυτ ό ματα που είχαν οι άλλ οι στα γ όνατά τους . « Μ ην ανησυχεί ς» , είπε, « έ χουμε κα ι για σ ένα» . Ο Κό ρ ιγκαν αγν όησε τη διαβ εβαίωση . «Τι έγινε; » ρώ τη σε. Τ α επ ό μενα δυ ο λεπτά , ο Σ με λτς τον ενη μ έ ρωσε γ ι α τα γεγο­ νότα της β ρα διάς και του είπε για το σχέδιο που εί χε κατ α­ στ ρώσει. « Και η Ε πιχεί ρηση Ο κτάβιο αναφερ ό ταν στα έγγραφα που χ άθη καν;» Ο Σ με λτς έγνεψε καταφατικά . « · Ε τσ ι φαίνεται» . « Τι ώρα υπολογίζεις ό τι θ α φτ ά σουμε; » « Γύ ρω στ ις τ ρεις» . Ο Κό ρ ιγκαν κοίτα ξε το κοντ έ ρ . Η β ε λόνα β ρ ι σκ ό ταν στα ε191


κατ ό ν ογ δόντα χι λι ό μετρα την ώ ρα . Δ υ όμισι, αποφάσισε. Μάλ ­ λον στις δυ ό μισι θ α έφταναν , ίσως και νω ρ ίτερα .

9

Μολέντο

Τ ο μ πα ρ « Ατλάντικο» β ρισκ ό ταν σε απ ό σταση δέκα μέτ ρων α πό τον Ε ιρηνικ ό , στο κ έ ντρο μιας σειράς σπιτιών και μ αγαζιών που έβλεπαν στο λι μ ά νι , στην ά κ ρη του δ ρ ό μου που ο δ ηγούσε στο ξ ενο δ οχεί ο Ε σ κομπάρ . Ή ταν σ κοτ άδι . Δεν υπή ρχαν φώ τ α αν ά μεσα σ τ ο δ ρ ό μο και στο μονα δ ικ ό φανό π ο υ κουνιό ταν ρυθ ­ μικ ά στην ά κρη τη ς π ροκυμαίας . Τ α π α ράθυρα του μπαρ ήταν σ κεπασ μ ένα με λεπτ έ ς κουρτίνες και η π ό ρτα ήταν μισ ά νοιχτη . Α πό μέσα α κουγ ό ταν ο θό ρυ β ος ανθρώπων που έ πιναν και γε­ λ ού σαν . Ο Λ απ ό ρτ δίστασε, π ροσ πα θώ ντας να κοιτ άξ ει με τρ ό πο απ ό τη μισ ά νοιχτη πόρτα , κ ι αναρωτή θη κε πώς θ' αναγνώ ριζε το λο ­ γιστή . Έ νιωσε κ άποιον να τον τραβάει απ ό το παντε λόνι . Γύ ρισε και ε ίδ ε το μικρ ό αγ όρι . « Νό μιζα ό τι π ρ ό σεχες το αμάξι μου» , είπε μισοαστεία . « Το προσ έ χω , αλλά σ κέφτη κ α μή πως χρει άζεστε β οή θεια » . « Γιατί ν α χρειάζομαι βοήθεια ; » Τ ο αγ ό ρι ανασή κωσε τους α δύ νατους ώ μους του . « Δεν ξέ ρω , έτσι μου ή ρ θ ε» . Ο Λ απ ό ρτ θυμή θη κε το λουσ τ ρ ά κο στην Πλάζα ντε Ά ρμας. « Εντάξει, πες μου , ποιος είναι ο σε νιό ρ Χ άιμ ; » Ο μ ι κ ρ ός κρυ­ φ οκοίτα ξε απ ό την π ό ρτα . Γ ια δεύ τερη φορ ά το ίδ ιο β ρ άδ υ , ο Λαπόρτ μ ύ ρισε ψ ά ρ ι α να τηγανίζονται. « ο γέ ρος, εκεί νος ο α δύ νατος με τη φα λά κ ρ α . Κάθ εται μ ό νος του κοντά στον το ίχο, μ α κρι ά απ ό τη ν π ό ρτ α . Μ οι άζει με αετ ό» . Ο Λαπόρτ ανα ρωτή θη κε π ώς ή ξερε το αγόρι με τι μοι άζει έ νας αετ ός . « Εντάξει , compadre» , είπε, «τ ώ ρα πήγαινε και πρ όσεχε το αυτοκίνητω) . Ο λογιστής ήταν ό πως τον είχε περιγρά ψει το αγ ό ρι, και κα ­ θότα ν κοντ ά στον τοίχο . Ή ταν μ ι κ ρ όσωμος με μ ά τια δ ιαπερα­ σ τι κά . Στο τραπ έζι του είχε έ να ποτή ρι μπ ύ ρα και μια μπου κ άλ α . Το δ ιπ λανό τ ραπ έζι ήταν άδειο . Ο Λ απόρτ μ πή κε κι έ ρι ξε μια μ ατι ά γύ ρω τ ου . Το μπαρ ή ταν μεγα λύ τερο απ ' ό, τι φαιν ό ταν εξωτερικά , κ ά που δ ε κα πέντε τραπ έζια σ κορπισ μ ένα στο ξύ λ ινο π ά τ ω μα . Π αρ έες α πό δυο-τρεις άντρες , που έδ ειχναν ψ α ρ άδες , 1 92


κ άθονταν στα τραπ έζια . ' Ενα πιάνο, ακουμπούσε στον τοίχο δε­ ξ ι ά κι αριστερ ά β ρισ κ ό ταν το μπαρ . Ο Λαπόρτ χαιρέ τησε τον μπ ά ρμαν και παρ ά γγει λε μια Κ ρ ύ στ α λ , τη μπ ύ ρα που εί χε το ό ­ νομα μιας ποδ οσφαιρική ς ομ άδ α ς της Λί μα. Την ίδια μπ ύ ρ α έ πι­ νε και ο λογιστ ή ς . Ο μπάρμαν ήταν φιλικ ό ς , και φ αινόταν ό τι το μαγαζί ή ταν δ ικ ό του . Γέ μισε ένα ποτή ρι με τη μπ ύ ρα , χ ύ νον­ τας τον αφρό απέξω , και ά φησε το μπουκ ά λι π άνω στο μπα ρ . « Π εραστικό ς είστε; » ρώ τησε. « Si» , απ άντη σε ο Λαπόρ τ , « περαστικ ός » . Π α ράγγειλε έ να πιάτο ψ ά ρια κ αι π αίρνοντας το ποτήρι του , πήγε στο τραπ έζι δί π λ α σ το λογιστή . Κ α λησπέρισε τον ά ντρα , κα θώ ς κ άθ ι σ ε , και ο άλλος ανταπ όδωσε το χαιρετισ μ ό , συνεχίζοντας να π ίνει. Ο Λαπό ρτ περίμενε να του φέ ρει ο μπ ά ρμαν το φαγητ ό του, κι ανα­ ρωτήθη κε π όση ώ ρα θ α καθό ταν ο λογιστή ς και π ό ση ώ ρα χρεια­ ζόταν για να του πι ά σει κου βέντα . « Ό μορφο μ έ ρος», προσπ άθησε ν ' ανοίξει τη συζήτηση . « Μ π όλικο ψάρι». Ο γέ ρος τον κοίτα ξε με το διαπεραστικ ό του βλέ μμα . « Δ εν έ χει και τί ποτε άλλο». « Δ εν συμφωνώ . Έ χει ή λιο, ωρα ία παραλία . Τι άλλο να ζητή ­ σει κανεί ς; » « Ε σείς τ ι κ ά νετε εδώ ; Δ ιακοπ έ ς; » ρώτησε ο λογιστή ς . Ο Λ α­ π ό ρτ αναρωτή θη κε, μ ή πως υπή ρχε κάποιο ίχνος υπ οψία ς στην ερώτη ση . « Ν αι, δ ιακοπ ές . Κ αι σεις; » Ο Λαπ ό ρτ δεν ή ταν σ ίγουρος αν ο συνομιλητής του ήθε λε να συνεχ ί σει την κουβέντα , κι έ ψαξε να βρει τ ρ ό πο να τη ν παρατείνει. « Εγώ μ ένω εδώ » , είπε ο γέ ρος α δει άζοντ ας το ποτ ή ρι του . Ο Λ απ ό ρτ ή πιε τ η δ ική του μπ ύ ρα διψασμ ένα , κι έ κανε νόη μα στον μπάρμαν . « Άλλη μια Κ ρ ί στα λ , compadre. Μεγά λο μπου­ κ άλι» . Γύ ρισε στο λ ογιστή . « Θέλετε απ ό την ίδ ια ; » Ο γ έ ρος γύ ρισε αν ά ποδ α το μπου κά λι του και ο τελευτ αίος αφρ ό ς χύθη κε απ ό το στ ό μιο . « Ναι» , είπε, «γιατ ί ό χι; )) Τ ρ άβ η ξε μια καρέ κ λα . « Δεν κά θεστε ε δώ ; )) Ο Λα π ό ρτ δέ χτηκε και έ κανε ν όημα στον μ πά ρ μαν να φέ ρει δυο μπουκά λια. Η αρχή εί χε γ ίν ει . « Πού μ ένετε; )) ρ ώ τησε ο λογιστή ς. « Λίγο πιο π ά νω , στο ξενοδοχεί ο Ε σκομ π ά ρ)) . Ο γ έ ρος γέ λα σε μ ' ένα α δύνατο , κακαριστ ό γ έλιο. « Τότε και το άλ λο κ έρ ασμα θ α εί ναι δ ικ ό σας» . « Π ώ ς έτσι; )) έκανε γελα στά ο Λ απ ό ρτ. « Το ξενο δ οχείο είναι δικ ό μου , και έ τσι ό , τι π ληρ ώσω α π ό ψε 1 93


θ α β ρ ίσεται α ύ ριο στο λογαριασ μ ό σας» . Γέλ ασαν κι οι δυ ό κα θώς ο μπ ά ρ μαν έφε ρνε τις μπύ ρες σ το τ ραπ έζι . «Τότε», εί πε ο Λαπ ό ρτ , « θ α π ρέ πει να μ άθω ποιον έχω την ευχαρ ί στη ση να κερν ά ω» . Ο λογιστή ς ά πλωσε το χέ ρι του . ' Η ­ ταν μεγ άλο , αν άλογα με το μπ όϊ του , και η χειραψ ί α του δυνατή . « Χ αίμ » , είπε. « Χ αίμ Στεφ ά ν Β α λντέζ» . Γι όχαν Σεμπ άστιαν Β όγκε λ , σ κέφτη κε ο Λα πόρ τ , ομα δά ρχη ς, και πα λιό μ έλ ος του πιο φο βερού γερμανικού τάγματος ασφα λεί ας στη Γ α λλί α . « Χα ί ρομ αι για τη γνωριμ ί α » , εί πε « Ρικ ά ρντο, Ρ ικ ά ρντο Μ α λντον άλ ντω> . ' Εδωσε το όνομα που είχε γρ ά ψει στο β ι βλίο του ξενο δ οχείου . « Δ εν εί στε απ ό το Π ερού » , παρατή ρη σε ο λογιστή ς, με μια δ ιαπεραστική λάμψη στα μ ά τια . « Από το Γ ι β ρα λτάρ » , εί πε ψ έ ματα ο Λαπόρτ . « Οι γονεί ς μου δ εν μπορού σαν ν ' α ποφασ ί σουν τι εθ νικ ό τητα είχα, αγγ λική ή ισπανι κή , ή κ ά τι άλλο . Κ ι εσεί ς; » Ο λογιστή ς σή κωσε τους ώ μους του , βάζοντας μπ ύ ρα στο πο­ τή ρι του . « Κά τι άλλ ο», εί πε. Ο μ πά ρμαν έφερε σ τον Λαπόρτ το φαγη τ ό του , κι αυτ ό ς έφαγε πεινασ μ έ να, ξεχνώ ντας την ένταση που του έ σφιγγε το στομ ά χι, κι αφή νοντ ας το λογιστή να παραγγείλει και άλλη μπ ύ ρα . Τ α επ ό μενα εί κοσι λεπτά , η συ ζήτηση στ ράφτηκε γύ ρω απ ό την π ό ­ λη , το ψ ά ρεμα , τις γυνα ί κες και το φουτ μπ όλ . Το κέφι στο μπαρ ή ταν κο λλητικό. Γελού σαν κι αυτοί όπως οι υπόλοιποι πελάτες, ενώ τα μπουκ άλια της μπύ ρας πλή θ αιναν π ά νω στο τ ραπ έζι. Τε­ λ ικ ά ο Λαπό ρτ ένιωσε ότι δ εν εί χε άλλ α περι θώ ρια κα θυστέρη­ σης. Π αρ άγγειλε άλλη μια μπ ύ ρα, περί μενε να τη φέ ρει ο μπ ά ρ­ μαν στο τ ραπ έζι, κι ύ στερα σή κωσε το ποτή ρι του , νιώθ οντας τα νεύ ρα να σφ ίγγονται σ ' όλο του το σ ώ μ α . « Σ την υγει ά σου, Χ αίμ Σ τεφ ά ν Β αλ ντ έζ » , εί πε, σ κ ύβοντας κοντ ά στον άλλο ν . Ο λογιστή ς σή κωσε το δ ικ ό του ποτή ρι . « Δ εν είναι ά σχη μη μ π ύ ρα , Χ αίμ » , συνέ χισε ο Λαπόρτ ισπανικ ά . Τ ο επ ό μενο λεπτό μ ίλησε γερμανικά . « Όχι ό μως σαν τη δική μας, Γι όχαν» . "Neiu . . . " ο λ ογιστή ς ά ρχισε ν α μι λά ει γερμανικ ά α λλά αμέ ­ σως π άγωσε . « Σ την υγει ά σου , ομα δά ρχη Γ ι όχαν Σεμπ ά στιαν Βόγκελ» , συ­ νέχισε την π ρ όποση ο Λαπ ό ρ τ , βλέποντας την έ κπ ληξη στα κί­ τρινα μ ά τια του λογιστή . Στα δ ε ξ ιά του έ νιωσε κ ά ποιον να ση κ ώ ­ νεται και να έ ρχεται κοντά του ς . Ανα ρωτ ήθη κε π ό σοι Ν α ζί α κό1 94


μα να βρίσ κοντα ν στο μπ α ρ . «Τι β ρίσ κεται μέσα στην παγί δ α ; » ρώτη σε, επανα λ αμ βάνον­ τας τα λόγια της κασέτας του Βάισμαν . Ή ξερε ό τι είχε π ροχω­ ρή σει πολύ , ότι δεν μπορού σε πια να κάνει π ί σω. Έλ πιζε ό τι βά­ δ ιζε στο σωστ ό δρό μο, α λλά ξ αφνι κ ά , π λη μ μ ύ ρισε απ ό το φ όβο , μήπως είχε κ άνει λάθος . Ο λογιστή ς τον κ οίταζε ανέ κφραστ α . Πίσω του ο Λα π ό ρτ ένιωσε έναν ανθρώ πινο όγ κ ο ν ' αγγίζει το δεξιό του ώ μο . « Η μ ύγα» . Η απ άντηση του λογιστή ήταν ένας αχνός ψί­ θ υρος . « Τι περιμένει πάντα ; » Οι λέξεις έβγαιναν α π ό τ ο στ ό μα του με την κα μ πανιστή προφορά της Β αυαρ ί ας. « Η α ράχνη » . Η α πάντη ση ήταν πιο δ υνατή αυτ ή τη φορά . Η έ κφραση στα κ ίτρινα μάτια του γέ ρου είχε α λλάξει, το γαλάζιο χρ ώ μα που είχε ξεθωριάσει με την η λ ικία έλ α μψε πάλι σαν νεανι­ κ ό . Μ ε την ά κρη του ματιού του ο Λαπόρτ είδε το λογιστ ή να κ ουνάει το χέρ ι του σαν να έδ ιωχνε κ άποιο σ κ ύλο . « Εί σαι δ ι κ ό ς μας ; » ρ ώ τησε γερ μανι κ ά . « Ναι, είμαι δ ικ ό ς σας» . « Εί πες ό μως ότι έ ρχεσαι απ ό το Γιβρα λτά ρ» . « Τ α ίσπανικ ά μου δεν είναι τ ό σο κα λά ό σο τα δ ικ ά σου . Χρειαζόμο υν μια κ άλυψη» . Ο λ ογιστής κ ούνη σε το κεφ άλι του . « Γιατ ί β ρί σ κεσαι ε δώ ; Ποιος σ ' έ στειλε; Κανένας απ ό τη Λίμα ; » Ο Λαπόρτ δεν ήξερε παρ ά μ όνο ένα όνομα στην οργάνωση της Λί μα. Το ό νομα του Γιόζεφ Χάινερ . Έ τσι είπε π άλι ψ έ μ ατ α . «Nein » , είπε, « ό χι απ ό τη Λίμα » . Έ σ κυ ψε πιο κ οντά . Τ α μ ά τια του γέ ρου έλ αμψαν. «Απ ό τη Γερμανία» , εί πε, « α π ό την πατρίδα ; » Η φωνή του π ή ρε έ να τ όνο συνωμοτικό . « Γιατ ί ήρθες; Τι κ άνεις ε δώ ; » Ο Λ απ ό ρτ έ π λεξε άλλο ένα ιστ ό στο δίχτυ με τα ψ έ ματα. « Ή ρθα χ θέ ς αεροπορικ ώς , με ειδ ικ έ ς δ ιαταγ έ ς , για να βοηθήσω ύ στερα απ ό το φι ά σ κο που έγινε στο Τ σα κ λ ι κ άγιο» . Ο γέ ρος φαινό ταν συνεπαρμ ένος . « Μ ε ειδι κ έ ς δ ιαταγέ ς; Α π ό τη Γερμανία; Π οιος σ ' έ στει λε ; Κάπο ιος που β ρίσ κεται ψηλά ; » Η φωνή του είχε ένα τ όνο π αρά κ λησης , ζητ ού σε απ ό κ άπο ιον να του πει ότι η εξορία του δεν π ή γαινε χαμ ένη ' ότι στη Γερμανία υπή ρχαν α κ ό μα άνθ ρωποι , π ρ ό σωπα σημαντικά , που ενδιαφέ ­ ρονταν για τον παλιό κ αιρ ό , για τους εξόριστους σαν κ ι αυτό . Ζητούσε κ ά ποιον να του πει ό τι υπ ή ρχε ένα μ έλλον . « Να ι», είπε π άλι ψ έ ματ α ο Λαπόρτ, « κ ά ποιος μεγ άλο ς». Μ ε 1 95


το ν τ ρ ό πο που το είχε πει , ο γέ ρος κα τ άλ α β ε ό τι δεν έ π ρεπε να ρωτή σει περισσ ό τερα . « Εί σαι ό μως νέ ος, πολύ νέ ος» . Ο Λαπόρ τ έγνεψε. « Γεννή θη κ α μετ ά τον π όλε μο. ' Οταν οι μπ ά σταρδ οι που είχαν β ομ β αρ δ ίσει τη Δ ρ έ σ δη και το Α μ β ού ργο , μας είχαν στή σει κα τηγορού μενους στη Ν υρεμ βέ ργη » . Γλίσ τ ρη­ σε ά νετα σ τ ο ρ όλο που είχε ετοιμ ά σει στο μυαλό του ότ αν ερχ ό­ ταν με το αυ τ οκίνητο, μιλώντας τα γερμανικά με έvτoνη β αυα ρι­ κή π ροφορά . « 'Ο ταν π ή γα σχο λείο , μου είπ αν να χαιρετ ά ω τους Αμερικ ανούς που περνούσαν με τα τ άνκ ς μ έ σα απ ό τα χωρ ά φια μας ' να φωνάζω ζή τω στον Α ντεν άου ερ ό ταν άνοιξε την αγκαλιά τ ου στη Δύ ση , και στον Μ π ραντ και τον Σ μ ίτ ό ταν ά νοιξαν τα π όδ ια τους στην Α νατο λή » . Τα μάτια του λογιστή έβγα ζαν φωτιέ ς . Η φωνή του πή ρε κι αυτή τη β αυαρ έζικη π ροφορ ά της. «Λοιπ όν, σε στ ρατολόγη­ σαν ; » ρ ώ τη σε , σχε δόν λ αχανιασ μ ένα. « Ναι, με στρα τολόγη σαν» τον βεβαίωσε ο Λαπόρτ , νιώθ οντας τη ν καυτή αν ά σα τ ου άλλ ου στο π ρόσωπ ο του . « Και είσαι μ έ σα απ ό τη Βαυ αρία ; » « Ναι», έγνεψε ο Λ απ όρτ . « Α π ό εκεί . Π ώ ς το κατ άλ α βες ; » Ο λ ογιστ ή ς του έ κλεισε πονη ρά το μ ά τι. « Ξέ ρω » , είπε, « ξ έρω » . Μ ιλ ούσε γεμ ά τος διέγερση . « Π ες μου για τη μ πυ ραρία » , συνέ χισε . « Π ες μου σ ε ποια συ νή θι ζες να πηγα ίνεις » . Ο Λ απ όρτ του εί πε , και το μυα λό του γύ ρισε στη ν εποχή που β ρισ κ όταν σ τ ην πα λιά πανεπισ τημιού π ο λη . Θυμή θη κε πως τα μ έλη της ο­ μ άδ ας στη Γα λλί α είχαν απο δο κιμάσει το σχέδ ιο τη ς μητ έρ ας του , που επ έ μενε να τον στε ίλει να σπου δά σει γερμανικ ά στην ι δ ια ί τερη πατρίδ α του κινή ματος που είχε σκοτ ώ σει τ όσους συμ­ πατριώ τες τη ς , και είχε εκτελέσει τον πατ έρ α του . « Ε ννοείς τη μπυρα ρία τ ου Δ ημαρχεί ου , δ ίπ λ α στο ρολόι, κον­ τ ά στο άγαλμα» . Ο Λ απ ό ρτ δεν αν ά φερε καμι ά απ ό τις γνωστ έ ς μπυρα ρίες, όπως περίμενε ο γέ ρος . Ο λογιστ ή ς φάνη κε να εντυ­ πωσιάζεται. « Ν αι», θυμήθη κε , «η μπυραρία του Δημαρχεί ου . Θυ μ ά σαι την κοπ έλ α του μπαρ με τα μεγ άλ α στ ήθια ; » ' Ανοιξε τις χού φτες του . « Την έλεγαν Χ ά ντι, κουβ α λού σε με το ένα χέ ρι τ ό σες μπ ύ ρες που κανένας ά ντ ρας δ ε μπορού σε να τις πιει σ ' έ να β ρ άδυ» . Ο Λ α π ό ρτ γέλ ασε . « Όχι» , ε ί πε, «είναι ά λλη κοπ έλα τ ώ ρα εκεί » . « Η μ πυραρία τ ου Δη μ αρχεί ου ! » Ο γέ ρος είχε πα ρασυρθεί στο σ τ ρ όβ ιλο των αναμνή σεων . Η έ κφρα σή του ε ί χε α λλάξ ει. « Είσαι 1 96


στ ' α λήθεια δικ ό ς μας» , είπε με φωνή γεμ ά τη δέ ος, « έ ρχεσαι στ ' α λήθεια απ ό την πατρ ίδ α » . « Ναι» , απ ά ντησε ο Γάλλος , «εί μαι στ ' α λήθεια δ ικ ό ς σας». "Mein Herr " Ο λογιστή ς φών α ξε τον μπ ά ρμαν, μιλώντας α­ κ ό μα γερμανικ ά , και με το χέ ρι του π έταξε τις άδειες μπουκ άλες και τα ποτή ρια απ ό το τ ραπ έζι. Οι θόρυβοι στην α ίθουσα σταμ ά ­ τη σαν απ ότομα . « Δύο μπ ύ ρες για μ ένα κα ι το φίλ ο μου » . Γύ ρισε στον ά ντ ρα που κα θότ αν στο κεντ ρικ ό τραπ έζι, αυτ όν που ο Λα­ π ό ρτ είχε υποψιαστεί για σωματοφ ύλακα . « Τι περιμ ένεις ; » φώ ­ ναξε. « Υ πάρχει και πι ά νο » . Ο μ π ά ρμαν κατ άλ α βε κι απ ά ντησε γελώ ντας . Ο ά ντ ρας ση κώθη κε, γε λώντας κι αυτ ό ς , κ αι π ή γε στο πι ά νο. Το μπαρ γέ μ ισε π άλι θό ρυ β ο . «Το τραγούδ ι του Χό ρστ Βέ σελ » , εί πε σιγ ά ο Λαπόρ τ . « Π ες του να παίξει το τραγο ύδι του Χό ρστ Βέσε λ » . « Τ ο τραγούδ ι του Χό ρστ Βέ σελ» , φώ ναξε ο λογι στής στον άνθ ρωπο στο πι ά νο. « ο φίλος μου θέλει ν' ακού σει το τραγο ύδ ι του Χ ό ρστ Βέ σελ » . Α ργή και απ ό κοσμη , η με λωδία του ναζιστι κού ύ μνου υψ ώθη­ κε απ ό τα πλή κ τρα του πιά νου, γέμισε την α ίθ ουσα κ αι γλίστρη­ σε έξω στη νύχτα, για να χα θεί π ά νω απ ό τη θάλ ασσα. Ο πιανί­ στας i;παιξε τις δ υο π ρώ τες στροφέ ς του ύ μνου κι ύστερα, περί­ μενε . Ο λογιστής ση κώθη κε ό ρ θ ιος, κοιτ ώ ντας ίσια μ π ροστ ά του, σαν να β ρισ κόταν π άλι πίσω στην ά νοιξη της ζω ή ς του , στη Γερμανί α του ' 30 . Σ την αίθ ουσα β ασ ίλευε σιωπή . Α ργ ά , η α δύν α­ μη , τρεμου λιαστ ή φωνή του βγή κ ε απ ό το στή θ ος του, δυναμ ώ ­ νοντας με κ άθ ε καινούργια ν ότ α . Ο Λαπόρτ τον ά φησε να τ ρα­ γου δή σει μ όνος του τον πρώ το και το δεύ τερο στίχο. · Οταν έφτα­ σε στον τ ρίτο, ση κώθη κε κι αυτ ό ς και τ ραγούδησε μα ζί του, ξέ ροντας ότι όλοι οι ά νθ ρωποι στο μπαρ είχαν καρφωμ έ να τα μάτια τους π ά νω του . Τ ο τ ραγούδ ι τελείωσε και ο λογιστή ς ξαναγύρισε στο παρ ό ν , μ ε τα δ ά κ ρυα να τ ρ έ χουν σ τ α μ άγουλα του . Ο πιανί στας έ σ κυψε π ρος το μ έ ρος του . « Π ρό σεχε , γέ ρο» , εί πε γερμανικ ά , « π ρ ό ­ σεχε» . Ο λογιστ ή ς χτ ύ πησε το στ ήθ ος του . « Οι γιατρο ί λένε πως η καρ δ ι ά μου δεν είναι καλά, μου δίνουν κ ά τι χ ά πια , να τα παίρνω ό ταν δ εν νιώθω κα λά . Αλλά δεν ξέ ρουν τι σημα ί νει να ψ άλεις τον ύ μνο του Χό ρστ Βέσελ» . Ο Λ απ όρτ ή ξ ερε τι θ α έλεγε ο γέ ρος στη συνέ χεια . « Δεν ξέ ρουν τι ση μ αίνει να συναντ ά ς έ ναν σύ ντ ρο­ φο από την οργάνωση » . Ο π ιανίστας έ παι ξε τ ώ ρα Βά γκνερ. Α π ό την άλλη ά κρη του 1 97


μ π ά ρ , μια φω νή ά ρχισε να τραγου δ ά ει γερμ α νικ ά , ύστερα μια δεύτερη , μια τ ρ ί τη , Ο Λ α π ό ρτ ανα ρωτή θη κε π ό σοι φυγ άδ ες να β ρ ί σ κο νταν ά ραγε μέσ α στη ν α ίθ ουσ α . « Η οργ ά νωση » , εί πε, επ αν α λαμ βά ν ο ν τας τα λόγι α τ ου λογιστή . « Στη Γερμα νί α συζητού ν πολύ γι αυτή ν» . Είχε έρ θ ει η στιγμή . « Συ ζητού ν για τ α κ ατορ θώ ματ ά τη ς , για τις επιχειρή σεις που α ν αλαμ βά ν ει . Η επιχείρηση Μί νως , για π α ­ ρ άδειγμα . Απλή , α λλά α ποτελεσ ματική » . Πέταξε στη ν τύχη τον πρ ώ το τ ί τλο α π ό τα σχέδ ια. επιχει ρήσεω ν , που α ν α φέρον ταν στις κ ατα σ τ ά σεις τω ν ε ξόδω ν . « Α » , είπε ο λογιστής , ση κ ών ο ντας τους ώ μους του και πέ­ φτον τας στη ν παγ ίδ α , « κα λή δ ουλίτ σα . Αποτελεσματική , α λλά ό χι ιδ ιαίτερα ση μα ντι κ ή . Δ υο επιχειρηματ ίες στο ξενο δ οχεί ο με δ υο π ουτ ά νες. Έ ν α ς απλός ε κ β ιασ μ ό ς, τ ί ποτε άλλο . Ε κτ ό ς, βέ­ β αια , απ ό το γεγο ν ό ς ότι οι πουτ ά νες δ ο ύλευα ν γι α μας, κ α ι οι επιχειρη ματ ίες για μια βιομηχα νί α ό πλων» . «Α κ ρι βώ ς » , συμφώ νησε ο Λαπόρτ , βάζ ο ν τας μπ ύ ρα στ α πο­ τή ρια τους. « Ή για τη ν επιχεί ρηση Μάγ κ ν ους» , Ο λογιστής έβαλε τα γέλια , « Έ χεις δ ίκιο . Ήτ αν μια κ α λά στη μένη δ ου λει ά » . Ο Λ α π ό ρτ προσ π άθησε ν α θυμη θεί τα νού μ ερα . « Πέν τε χιλι ά ­ δ ες στη Μ αραμπέ λ α» , είπε α δι ά φορα , σαν ν α μη ν έδι νε ση­ μ α σία . Ο λογιστής του έριξε έν α δ ιαπεραστικ ό β λέ μα . « Π οιος εί σ α ι εσύ που ξέρεις τ ό σα πολλ ά ; » Ο Λ α π ό ρτ χαμογέλ α σε, ση κ ώ ν ο ντας το ποτή ρι του . «Ας πού­ με, ένα ς απ λό ς αγγ ελιαφό ρος. Κά ποιος που κ άθ εται στα δεξιά κ ά ποιου, και του έχου ν πει π ό σο καλή ε ί να ι η οργάνωση » . Ο λογιστής έγ νεψε, ικα ν οποιη μέν ος απ ό το ν έ π α ινο , και το μυα λό του ξ α ν αγύ ρισε στη ν π ροηγού μενη κουβέ ντ α . « ο Κ ρι ό ς ήτα ν καλή δουλειά . Κ αι με κέρδος . Μ ' έν α σμπ ά ρο δ υο τ ρυγόνι α . Εξ αγορ ά ζαμε τους πολιτικού ς και ταυτ όχρον α, στή ν αμε μια π ρώ τη ς τ άξης επιχεί ρηση με τη ν ά σπρη σ κ ό νη » . Γέλασε α δύ ναμα , κα θώς θυμ ήθη κε κ ά ποιο περιστ ατι κ ό . « Η π ολλή ά σπ ρη σ κ όνη κ ά νει κα λό σε μερικούς . Τ ους κ ά νει ν ' α ντέ­ χου ν όλη τη νύχτα» . Έ κανε με το μ π ρ ά τσο του μια π ρ όσ τυχη κ ί νηση , παραμοι άζο ντ α ς την αντρική στ ύση . « Οι νέοι σα ν κ α ι σέ ν ά , βέβαι α , δ εν τη χρειάζοντ αι» . Ο Λ α π ό ρτ γέλασε, έβαλε μ π ύ ρα στο ποτή ρι του και έδ ωσε το μπου κ άλι στο ν πια νίστα . Ο γέρος συ νέχισε να μι λά ει μου ρμουρισ τ ά , βγάζον τας στο 1 98


φως λεπτομέρι: ι ι: :; για τις επ ιχειρήσεις και τις συ μφωνίες τη ς ορ­ γ ά νωση ς , γεμι�ι1\' Τ ΙΙ :; τ α κενά στο σ κελετό που είχε συνα ρμο λ ο­ γήσει ο Λα πό ρτ α πό τ ις κατα στά σει ς των ε ξόδω ν . Κ αμιά φορά το μυα λό του ξεστρ ά τι ζε στις παλι ές μέρες, απαγγέλοντα ς ποιή­ ματα και μ ύθους τη ς πα λ ι ά ς εποχή ς, το έπος του Ζίγκφριντ , ά ­ ριες από βαγκνερικά έ ργα . Ο Λαπόρτ τον ά φηνε για λίγο να μι­ λά ει, κι ύ στερα τον ξ αν ά φερνε πίσω, ώσπ ου , στο τ έλ ος , δεν έμε­ νε να π ουν παρά μον ά χα για μια επιχεί ρηση . « Ό μως η Ε πιχεί ρη ση Ο κτ ά β ιο» , εί πε με εν θ ουσιασμ ό , « είναι αυτ ή που , ό ταν κλειδώνουν τη ν πόρτα και κλε ί νουν τα πα ράθυρα στη Γερμανία , μ ό νο γι' αυτ ή μι λά νε» . Γι α μια στιγμή μια έκφραση φ όβ ου φ ά νη κε σ τ α μ ά τια του λ ο­ γιστή . « Ξέ ρεις και γι' αυτ ό ; Ξέρει ς ολόκληρ η την επιχείρηση 0κτ άβι ο ; » ρώτησε δύ σ πιστα . « Κ αταπ ληκτικό» , συνέχισε ο Λαπόρτ , μη δί νοντας στον άλ­ λο καιρ ό να σ κεφτεί . « Είναι καταπ λη κτικό πως στή σατε αυτή τη δουλειά » . Ο λ ογιστής ξ αν ά πιασε την κου βέντα . « Σ αν ψαρ άδες » , είπε, « σαν ψαρ άδες» . Η φωνή του είχε γί νει πιο συρτή , πιο κουρασ μ ένη . Ο Λαπόρτ αναρωτήθη κε πόσο θ α ά ντεχε α κό μα. « Στη ν πραγματικότητα είναι εύ κο λ ο. Τ ους ρ ίχνεις το δόλωμα . Τσι μ πάνε κι ύστερα τους τρα βά ς έξω». Ο Λαπόρτ π ροσπ άθη σε να θυ μη θεί τα ονό ματα στην κατ ά­ σταση . « Ό μως τον Κό ριγκα ν» , εί πε συνεχίζοντας την παρα β ο λή του λ ογιστ ή , « π ώ ς τον τσιμπ ήσατε; » Ο ξένος είχε κερ δίσει απόλυτα την εμπιστοσ ύ νη του γέ ρου . « Δ ου λεύαμε α ρκετ ό καιρ ό , βέβ αια , για τη CΙA , ό ταν μας π λή ρω­ ναν . Ο Κό ριγκαν ανακ άλυψε ποιοι είμαστε. Ό χι πως τους ένοια­ ξε , ή ταν π ά ντα π ρόθυ μοι να μας χρησιμοποιή σουν . Ό πως τις παρ θένες στο μπορντ έλο » . Γέλασε με τη σ κ έ ψη και η φωνή του έ σ βησε. Ο Κό ριγκαν , σ κέφτη κε ο Λαπό ρτ , και θυ μ ήθη κε π ό σες φορέ ς αναφερ ό ταν το ό νομα στις καταστ ά σεις του λ ογιστή . Η' CΙA . Τ ο μυα λό του π άλεψε να τα συνδυ ά σει . Ο Κό ριγ καν και η CΙA . Ο Κό ριγκαν ή τ αν στη CΙA . Ο Κό ριγκαν ήξερε ότι ο Χά ινερ είχε σκοτ ώ σει τον πατ έ ρα του κι ό μως, τον χρησιμοποιού σε στις δου ­ λειέ ς του . Η CΙA ήξερε ότι ο Χάϊνερ ή ταν κατα ζητού μενος εγ ­ κληματίας πο λέ μου κι ό μως χρη σιμοποιού σε την οργ ά νωσ ή του . Ο λογιστή ς μι λ ούσε ακ ό μα. Ο Λ απ ό ρτ έσ τη σε αυτ ί νιώθ οντας την κύστη του να πονά ει απ ό το βά ρος της μπύρας. Α ργ ά και 1 99


προσεκ τι κά . π ροσπ άθη σε να μ άθει τις υπ όλοιπες λεπτομέ ρειες απ ό τ ο Ύέ ρο. χωρ ί ς να κινή σει τις υποψίες τ ου . « Η Π ορτατσουέ­ λα , ό μω ς » , είπε στο τέλος , δια λέΎοντα ς στην τύ χη έν α άλλο όνο­ μα απ ό τα αρχεί α , « άξιζε τ ον κ όπ ο ; » . Ο π όνος στην κύ στη τ ον ' χτυπ ού σε μέχρι το στομ άχι . Ηθελε ν α βΎει έξω να κατουρή σει, λλά α φοβόταν μή πω ς ο Ύέ ρο ς έχανε το νή μα της συζή τησης . Ο λΟΎ\στή ς μουρμού ριζε μ έσα απ ό τα δόντια του, κου νώντας το κεφ άλι. « Η Π ορτατσουέλα έπεπε να Ύίνει» , είπε με φωνή σ βησμ ένη , ω) « αλλά , Χ ριστ έ μου, ω, Χ ριστ έ μο . Ο Λ απ ό ρτ ξαφνιά στη κε με την απ άντηση . ' Ηθελε να τ ον πιέ­ σει, α λλά ήξερε ότι δεν έπ ρεπε. « Π ρέπει να βΎω έξ@), είπε α­ στειευ ό μενος , « Εδώ η μπύ ρα είν αι πολύ αποτελεσματική , ακ ό­ μα και Ύια ένα Β α υα ρ ό σαν και μ έν α» . Τ α μ άτια του λο-Υιστή έ κ λειν α ν, το σώ μα του Ύ λιστ ρού σε π ίσω στο κ άθισμα, έτοιμο να σωριαστεί κ άτω απ ό το μεθύ σι . « Θ α Ύυ­ ρ ίσεις ; » ρώθη σε μπερ δεύοντας τ α λό-Υια του . Ο Λ απ ό ρτ έσ κυ ψ ε, φέ ρνοντ ας το πρ ό σωπ ό του κοντ ά στου Ύ έ ρου, κοιτ άζοντ ά ς τον στα μ ά τια . Απ ά ντησ ε ξ αφνιασ μένος και ο ίδιος απ ό τα λό-Υια που χρη σιμοποίησε. Στο πρ ό σωπο του λΟΎ\στή έλ αμψε κ ά τι σαν αναγ νώ ριση , τα μ ά τια του γού ρ λωσαν απ ό φ ό β ο, σαν να είχε π ροφέ ρει ο Λ απ ό ρτ κ ά τ ι απ αΎο ρευμ ένο. Ύ στερα το μεθύ σι τον νί κησε κι έπεσε ανα ί­ σ θη τος. Ο πια νίστα ς και ο μπ ά ρ μαν ή ρθ αν και σή κωσαν το α δύ νατο σ ώ μα του γέρο υ . Ο Λ απ ό ρτ τους β οήθη σε να τον π ά νε μέχρι το ξενοδ οχεί ο . Χ τύπησαν δυ νατ ά τ η ν π ό ρτα , ώ σ που ν ' ανοίξει η χο ντ ρή γυναί κα , και τον α κού μ πη σαν μα λ α κ ά σ το κρε β ά τι σ ' ένα απ ό τ α π ί σω δω μ ά τια του π ρώτου ο ρό φου . Η αναπνοή του λογιστή ή ταν ρηχή κ αι α καν ό νιστη , βγαίνον­ τας με δυσ κολ ία απ ό το λ αρύγγι του . Ο Λ απ ό ρ τ του ξεκού μπωσε το που κ ά μισο κ αι του έ βγαλε τα π α πούτ σια . Η κο ύ ραση τον τ ύ ­ λ ι ξε ασφυκ τικ ά και το μυα λό του ή ταν μουδια σ μένο από το πο­ τ ό . Ση κώθη κε όρθιος , κ ρ α τ ώ ντ α ς με δυσ κ ολία τα μάτια του α ­ νοιχτά . Η χοντ ρή γυνα ί κα τον κ οίταζε . « Θ α π ά ρω τη βαλί τσ α μου α π ό το αυτο κί νη τ ο και θα γ υ ρ ίσω σ ' ένα λ ε π τ ό » , της είπε. Α υ τή έγ νεψ ε κ αι συνέχισε να τον κ οιτά ­ ζει . Ο Λ α π όρ τ ή τα ν τόσο κ ου ρ α σ μένος που χ τ ύ πησε πάν ω σ την ά κ ρη τη ς π όρ τα ς καθώ ς έβγαινε α πό το δ ω μάτ ιο. «Θ' αφήσω την έξ ω πόρτ α ανοιχτή » , είπε η γ υνα ί κ α κ α ι γ ύ ρ ι ­ σε ξ α νά κοντ ά σ τ ο κ ρεβάτι το υ γέρου . 200


10 Ο χτ ώ λε πτ ά νωρ ίτ ε ρα απ ό όσο είχε υ πολσΥίσει ο Κόριγκαν, τα τρία αυτ ο κίνη τα άφηναν τ ον κεντρικ ό δρο μ ο κι ά ρχι σαν να κα­ τ εβ αίνουν χορ οπη δώντας τ ο χωματ όδ ρ ο μ ο π ου οδηγ ούσε στην π όλη . Ε κατ ό μ έτρα π ριν από τα π ρώτα φώτα , ε κεί που ο δ ρ ό μ ος π ε ρ νούσε ανά μεσ α σε δυ ο β ρ ά χου ς , σταμ άτη σαν . Ο οδηγ ός τη ς τρίτη ς Με ρσ εντ ές μπή κε στ ο άνοιγ μα και το αυτ ο κίνη τ ο έ κ λεισε τη μονα δική είσοδο και έξοδο απ ό τ ο Μολέντο . Μα ζί μ ' έναν άλλο ά ντρα βγή καν έξω , στ ο σ κ οτ άδι , και πή ραν θέ σ εις στις δυό με ριέ ς τ ου δ ρ ό μ ου , έτσι ώσ τ ε, όπ οιος αναγκα ζόταν να στα­ ματή σει απ ό τ ο ε μπ όδ ιο που έφρα ζε τ ο δ ρό μ ο, να β ρεθεί αν ά μ ε­ σα σε διασταυ ρωμ έν α πυρ ά . Οι υπ όλοιποι ά ντ ρε ς στριμώχτη καν στ ' άλλα δυο αυτ ο κίνη­ τα . Οι οδηγοί έσ βησαν τ ις μηχανέ ς και ρολάρισαν μα λακ ά , μέ ­ χ ρι τα π ρώτα σπίτια , στρίβοντας δεξιά, ε κ εί που ο δ ρ ό μος ά νοιγε σαν ψ α λίδι . Πέ ρασαν μπ ροστ ά απ ό ένα γέ ρο π ου καθόταν μ π ρ ο­ στ ά σε μια φωτιά, μαζί μ ' ένα αγ ό ρι , έστριψαν π άλι δεξιά , ύσ τ ε­ ρα αριστ ε ρ ά , και σταμ άτησαν ένα τετ ρ αγωνο μακριά απ ό τ ο ξε­ νοδ οχείο Ε σκ ο μπ ά ρ . Τ α παρ άθυ ρα στη ν πρ όσοψη του ξενοδοχεί ου ή τα ν σ κοτεινά , κα ι μ όνο έν α φως έ κα ιγε αναμμένο δίπ λα στην εξώ π ο ρτα . Ο Κό­ ριγ καν γ λίστ ρησε σιωπη λά απ ό τ ο αυτο κ ίνη το και πρ οχώ ρησε απ ό τα σ κα λιά στη βε ρ ά ντα του ξενοδο χείου , έχοντας βάλει το όπ λο που του εί χε δώσ ει ο Σ μ ελτ ς στη ν αυτ ό ματη βολή . Πί σω του οι ά ντ ρες της ομ άδ ας έπερ να ν θέσεις , δυο για κ άλυψη απ ό π ί σω , δυο μπ ροστ ά και οι υπ όλ οιπ οι σε θέσεις μ ά χης . Ο νυχτερινός αέ ρ ας ή τα ν ζεστό ς . Ο Κόργ κ αν ένιωσε σ τα ρου­ θού νια του τη μ υρουδιά των ψαρ ιώ ν κ ι ά κουσε το θό ρυβο απ ό τα κύμ ατα τ ο υ ωκεανού δι ακ ό σια μ έτ ρα πιο π έ ρα . Η εξώπορτα ήταν ξε κ λεί δ ωτ η Ο Σ μ ελ τς ή ρ θ ε κοντ ά του , την έσπ ρ ω ξε και μ πή κ αν μέσ α . Σ το πάνω πάτωμα ο Κόριγ κ αν ά κου­ σε ένα βογγητό . · Η ξερε τον ή χο . ή ταν ο ρόγχος π ρ ιν από το θά­ νατ ο . Το μι κ ρ ό χολ γέμισε άντρες . Στο φ ω ς της λάμ πας ο Κόριγ καν είδε το βιβλίο τ ου ξενοδοχείου αφη μένο π άνω στο ξύ λ ινο γ ρα­ φείο . Το άνοιξε στη ν τε λευτ αία σελίδα κ αι είδε ένα μόνο όνομ α γ ραμμέ ν ο . με τη σημερινή ημερομηνία . Το όνομ α που του ε ί χε π ει ο Σμελτ ς στο α μ άξι. Σή κωσε τ α μ ά τι α του και κ οίταξε τα κ λειδιά που κ ρέμ οντ αν στον τοίχο . Ένα έλειπε . .

201


' Ε ρι ξε π άλι μ ια μ ατιά στο β ιβ λίο να δ ει αν ταί ρια ζε ο αριθμό ς 307 . Ο Σμ ε λ τς ανέβ αινε κιό λας α θό ρυβα τη σκ άλα, κι ο μόνος ήχος που τ ά ραζε τη σιωπή τη ς νύ χτ ας ή ταν ο ρ όγχος από τ ο δω­ μ ά τιο του π ρώτου ορόφου . Κ α θώ ς περνού σαν μ π ροστ ά από το δω μά τιο , ο Σμ ελτς έδ ει ξε την π ό ρτα , και δυο ά ντ ρες στ άθη καν απ ' έξω . Το δ ω μ άτιο 307 β ρισκ ότ αν στο πίσω μέ ρος του ξενοδ οχεί ου , στο επ ό μενο π άτωμα . Ο Κό ριγκαν προσπ άθησε να π ατήσει ελ α­ φρ ά στο τελευτα ί ο σ κα λί για να μ ην τρίξει και στα μά τη σε εκεί που άρ χιζε ο δ ι άδ ρομος, π ατώ ντας π ά νω σ ' ένα τ ριμ μένο χα λί . Το μ ονα δ ικ ό φως ερχότ αν απ ό μι α λά μπ α στον τοίχο, κ ά τω στο δ ι άδ ρο μ ο . Η π ό ρτα του δω ματί ου δ εν έκ λεινε κα λά , το ξύ λο εί χε φουσ κ ώ σει απ ό τη ζέστη και τα χρ ό νια. Ο Κό ριγκαν έ στ ριψε το χερού λι τη ς π ό ρτας, με τον Σμ ε λτς π άντα στο π λευ ρ ό τ ου , και έ σ π ρωξε μα λα κά π ρ ος τ α μ έ σ α . Η π όρτ α υποχώ ρησε λίγο, α λλά δ εν ά νοιξε . Πί σω τ ου ά κουγε τις ανά σες τ ων υπό λοιπων αντ ρώ ν . Ο Σμ ελ τς π αρα μ έ ρισε τον Κό ριγκαν, έβγαζε ένα μ αχα ίρι απ ό την τσέπη του , και το έχωσε ανάμ εσα στην κ λειδ αριά και την ξύ λινη κορνίζα τη ς π ό ρ τας. Στη ζέ στη της νύ χτας η μυρου δ ι ά των ψαριών π ότιζε ακ όμ α και τους τοίχους του ξενοδ οχείου . Α ργού σαν, σκ έφτη κε ο Κό ριγκαν, αργού σαν πο λύ . Έ νιω θ ε απο μ ονωμ ένος, ε κτεθειμένος . Θ α ή θελε να είχε ένα καπνογ όνο , να το ρ ίξει π ρώτ α στο δωμ ά τιο. Ο Σμ ε λτς βα ριανά σανε και η κ λειδ α ρι ά υποχώ ρησε. Αθό ρυβα , β ρ έθη καν ό λοι μέσα στο δω­ μάτιο . Αυτό ς και ο Σ μελτς π ρώτοι , οι άλλοι απ ό πίσω . Από έν­ στικτο αυτ ό ς και ο Σμ ελτς έ σ κυψαν κι απομα κ ρύν θη καν απ ό τη ν π ό ρ τα. Τα μάτια του συνή θ ισαν γρήγορα στο σ κοτ άδ ι του δ ωματ ίου . Ήτ αν πιο φωτειν ά απ ' ό σο περ ίμενε, το κιτρινορ όδ ι­ νο φως τη ς σελή νης γ λιστρού σε απ ό το ανοιχτ ό π α ράθυρο. Μ πο­ ρού σε σχεδόν να δ ιακ ρ ίνει τη σ κ ό νη γύ ρω . Μ ισ ό δευτερ όλεπτο και τ ί ποτα δεν κουνιόταν. Έ νιωσε πιο σ ίγουρος και έψα ξε για το κ ρεβ άτι . Σ τη γωνία , δ ίπ λα στο παρ άθυρο. Ήξερε ότι ο Σμ ε λτ ς δ οκίμ α­ ζε το ί δ ιο ξά φνιασ μα . Το κρεβ ά τι . · Αδειο . Κ ανένας δεν είχε κοι­ μ η θ εί εκεί, κανένας δεν είχε καν τ ρα βήξει τα σ κεπ ά σ μ ατ α . Έβ α­ λε το χέρι πί σω του , β ρή κε το κορ δόνι π ου κ ρεμόταν δίπλα στην πόρτα και ά ναψε το φως , π εριμένοντας, γεμ ά τος ένταση , να δει πού · β ρισ κ όταν η παγίδ α . Τίπ οτα. Το δω μά τιο ήτ αν άδ ειο . Ο Κό ριγκαν έ κ λεισε το φως, βγή κ ε απ ό το δω μ ά τιο και κατέβη κε τις σ κά λε ς . Πί σω του , ο Σ μελτς διέτα ξε δυο ά ντρες να φυ λά νε το π ά νω μ έ ρος του δ ιαδ ρό202


μου , και τ ον α κολούθησε. Στο κ ά τ ω π ά τ ωμα, οι άλλοι δυο Γερ­ μανοί σ τ έ κοντ αν α κ ό μα έξω απ ό την π ό ρτα, απ ' ό που ερχ ό ταν ο ή χος τ ου ρόγχου . Κ α θώ ς ο Κό ριγκαν κατ έβ αινε τ ο τ ελευτ α ίο σ κα λί , ο Σ μελτ ς ό ρμησε μπροστ ά του , και, χωρ ίς να μιλή σει σ τ ους δυο ά ντρες , έ πεσε με τ ον ώ μο τ ου π ά νω σ τ ην π ό ρτα, σπ ά ­ ζοντ ά ς την κι ανοίγοντ ά ς τ ην δι ά π λ ατα . Τ ο επ ό μενο λεπ τ ό , ο Κό ριγκαν και οι άλλοι ά ντ ρες τ ης ομ άδ ας β ρ ίσ κονταν κι αυτ οί μ έ σα σ τ ο δω μ ά τ ιο . Η γυνα ί κα με τ α μεγ άλ α σ τήθ ια κα θό τ αν σε μια ξύλ ινη κα ρέ ­ κ λ α π λάϊ σ τ ο δ ιπ λό κρε βά τι και μοιρο λ ογού σε. « Π ού εί ναι ; » ρ ώ τησε ο Σ με λτς χωρ ί ς άλλες τ σιριμ ό νιες. Η γυνα ί κα σ ή κωσε τ α μ ά τια τη ς που ή ταν κατακ ό κ κινα απ ό τ α δά κ ρυα . « Έ φυγε», εί πε, « έφυγε . Έφερε τ ον σενιό ρ Χ αίμ σπ ίτ ι μα ζί με τ ους άλλους, τ ον έβ α λε σ τ ο κρε βάτι κι ύ στερα, πήγε να φέ ρει τ η β α λίτσα τ ου . Αλλά δ εν ξαναγύρισε» . Έ στριψε και κ ά ρ ­ φωσε τ ο βλέ μμα της στο α δύ να τ ο σώ μα π ά νω στο κρε βά τ ι . « Τ α χ ά πια», ε ξή γη σε, σ α ν να την είχαν ρωτή σει . « Έ χασε τα χ ά πια» . Γύ ρισε ξ ανά π ρος το μ έ ρος τ ους . « Ότ αν τον έφεραν εί παν πως είναι μεθυσμ ένος . Αλλά εγώ κατ άλ α β α και έ ψαξα για τα χ ά πια» . Σ κού πισε το πρό σωπο τ ου γέ ρου . « Δ εν τα β ρ ή κα που θεν ά » . Ο λογιστή ς σή κωσε τ ο κεφ άλ ι του , χωρ ί ς να βλέ πει, ξέ ροντας ποιος ή τ αν στο δωμ ά τιο. Έγνεψε στον Σ μελτς να π ά ει κοντ ά . « Ή ξερε» , εί πε με φωνή που μ όλις ακουγόταν. « Τ α ή ξερε όλα . Για τη Χά ιντι μ ε τα μεγ άλα στή θ ια. Για τ η μπυραρία του Δ ημαρ­ χείου, για τον Ζίγκφ ριντ , τ ον ύ μνο του Χ ορσ τ Βέσελ , για τ ην Α ­ ράχνη » . Η αναπνοή τ ου ή ταν σφυριχτή . « Π ού είναι η μ ύγα; » ρώ­ τησε, « πού είναι η μ ύγα; » Ο ετοιμοθάνατος επανέλ α β ε τον κ ώδ ι­ κα τη ς οργ ά νωσης για τελευτα ία φορ ά . « Στην παγίδ α , του εί π α , σ τ ην παγίδ α» . Η αναπνοή τ ο υ μ ύ ριζε θ άνατο και η φωνή τ ο υ έ­ σ β ηνε, σαν να έ φευγε μακ ριά απ ό τον Σ με λτς. « Για τ ί , παλ ιέ μου φίλε , γιατ ί ; » ρώτησε. Ο λογιστή ς κού νη σε με κ ό πο τα χείλια τ ου , π ροσπα θώ ντας να πει σ τ ον αρχηγό τ ου για ποιο λόγο π έθ α ινε . « Ήξερε . . . τ α ή ξερε όλα . Γ ια τον Μίνω, τον Κ ριό , ή ξερε για τ ον Κό ριγκαν» . Πί σω απ ό τον Σ μελ τς, ο Κό ριγκαν ά κουσε το όνομ ά του κι έ μεινε σιωπη λό ς . " « Ηξερε για την επιχεί ρη ση Ο κτ άβ ιο; » Ο Σ μελ τ ς ένιωθ ε φ όβ ο κ ά νοντ ας την ερώ τ ηση . Η φω νή του λογισ τ ή έγινε ακ ό μα πιο ψιθυριστή . 203


« " Ολ α » . " Η ξερε πως δεν του έ μενε πο λλή ώρα . « Την κατ άθ ε­ ση στην Ελβετική Τ ρ ά πεζα , την Π ορτατσουέλ α , ό λα» . « Γιατί; » Ο Σ μελ τς ήθε λε να μ άθ ει. « Γ ιατ ί ; » Τ α μ ά τια του λογιστή ζητού σαν συγχώ ρεση " « " Ε πρεπε ν α τ ο κατα λάβω , έπ ρεπε ν α τον αναγνωρ ί σω». Ο τελευταίος θ ρ ό μ β ος του α ί ματος π ροχωρού σε προς τ α π ά νω , στα θερ ά και ανελέητα. « " Η ταν ο λόιδ ιο ς τα ίδια μ ά τια, το ίδ ιο στ ό μα, το ίδ ιο π ρ ό­ σωπο» . « Π οιος ; » τον πίεσε ο Σ μελ τς . " Ε πρεπε να μ άθει. « Εί πε πως ή τ αν απ ό την πατρίδ α , απ ό τη Β αυα ρ ία . " Ηξερε τη μπυραρία του Δ η μαρχείου , την κοπ έλ α με τα μεγ άλ α στήθια. Αλλά εγώ έ πρεπε να το καταλάβ ω » . «Να καταλάβεις , τι ; » Η φωνή του Σ με λτς εί χε έναν τ ό νο απ ό­ γνωση ς . Ο θ ρ ό μ β ος πλησίαζε, περνούσε απ ό τις αρτη ρίες , κ ό­ ντευε να φτ ά σει στους πνεύ μονες . « Τον ρώ τη σα και μου απ ά ντη σε, και τ ότε κατ άλ α β α » . Ο τ ρ ό μος ξ αναφ ά νη κε στα μ ά τια του γέ ρου . « Τ ον ρ ώ τησες τ ι ; Σου απ ά ντησε τι; » « Τον ρώ τη σα αν θ α ξαναγυρίσει» , ψιθύ ρισε ο γέ ρος γερμα­ νικά . Ο Κόριγ καν β λ ασ τή μησε σιωπη λ ά . Δ εν ήξερε γερμανικ ά , δεν μπορούσε να ξ εδ ια λύ νει το μυστικ ό . « Τ ον ρώ τησα αν θ α ξαναγυρίσει» , ξ αν ά πε ο γέ ρος " " Η ξερε ό τι ο θ ρ ό μ β ος είχε φτ ά σει πια στον π ροορισμ ό του και το φως θ α έ σ β ηνε σε λίγο για π ά ντα . Κ ατ άλ α β ε ότι γλιστρού σε μ έ σα στο μακρ ύ , σ κοτεινό τού νελ , απ ' ό που δε θ α γύρ ιζε ποτ έ πίσω . Ο Σμε λ τς π ροσπ άθησε να γ λιστ ρήσει μα ζί του, να τον κ ρα­ τή σει, να τον φέ ρει πίσω. Ο λογιστής έ κανε πιστ ά το τε λευταίο χρ έος του " « Τ ον ρώ τη σα κι αυτ ό ς είπε : " σου το έχω πει ό τι θ α ξ αναγυ ­ ρίσω " » . Το τού νε λ έ κ λεισε " Ο Σ μελ τς αποτρα βή χτη κε , αφή νοντας τη γυνα ί κα να π λησι ά σει το γ έ ρο . Ο Κό ριγκαν που τον πα ρατη ρού­ σε , είδ ε το π ρό σωπ ό του ν ' α λλ άζει . " Ε π ρεπε να το είχα κατα λά ­ β ει, σ κ έφτη κε ο Σ με λτς . "Ο πως κ ι ο γ έρος έ πρεπε να το εί χε κα ­ ταλ άβ ει " Από τη στιγμή που ο ετο ιμοθάνατος του είχε πει για τα μ ά τια και το στ ό μα . Απ ό τον τρόπο που β ασανιζό ταν για να ξε ψυχήσει. « Τ ον ρώ τησα » , είχε πει ο γ έ ρος , « τον ρ ώ τη σα και μου α πάντη σε . Κ αι τ ότ ε , κατ άλ α β α » . « Τι τον ρ ώ τη σες ; » είχε ε πιμεί νει ο Σ με λ τς , προσπα θώ ντα ς να κ ρατήσει τον π α λ ιό του ομ αδάρ χη για λίγο α κό μ α ζωντανό, για 204


να μ άθει . « Τι σου απ ά ντησε ; » . Α κουσε ξανά τα λόγια , όχι μ ε τ η ν α δύ ναμη φω νή που έβ γαινε α π ό το ά ρ ρωστο, ιδ ρωμ ένο κορμ ί στο κ ρε βά τι . Β ρισ κ ό ταν στο τρ ένο για το Π α ρ ίσι, κι ο ά ντρας που ήταν σωριασμ ένος στην ά κ ρη του β αγονιο ύ , του εί χε γνέ ψει να π ά νε κοντ ά , το ίδιο α δύ να­ μα ό πως κι ο γ έ ρος λογιστής . Ο αρχηγό ς , ο λογιστής, κι αυτ ό ς ο ίδ ιος . Είχαν σκ ύ ψει π ά νω απ ό το σακατεμ ένο κορμί του ά ντ ρα , ο λογιστής με το ση μειωματ ά ριο στο χέ ρι, έτοιμοι για τη στιγμή του θ ρι ά μ β ου . Κ αι τ ό τε, ά κουσαν τα λόγια . Τ α τελευταία λόγια του Γάλλ ου κα θώ ς είχαν σ κ ύ ψει απ ό π ά νω του . Τα μονα δ ικ ά λόγια που είχαν καταφέ ρει να του αποσπ ά σουν. Ο Σ με λτς ένιωσε να τον τυ λίγει μια παγωνι ά . Γύ ρισε κι έγνεψε στον Κό ριγ καν να τον ακο λου θή σει έ ξω απ ό το δωμ ά τιο .

205


ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 1983


1

Αίμ α

Το γκ ρίζο χρώμα της αυγή ς γινόταν γαλάζιο - τα πρώτα φορτη­ γά ά ρχισαν να μπαίνουν στην πόλη . Κάπου ανάμεσα στην barria­ da της Σιουντάντ ντε Ντίος και στο κέντ ρο της πόλης, ο Λαπόρτ έχασε το δρόμο, κι έτσι ήταν περασμένες έξι, όταν έφτασε στο δια μέρισμα τη ς Μα ρίας. Παρκάρισε πίσω το αυτοκίνητο και πή­ ρε το ασανσέρ για το δέκατο όροφο. Είχε αναζητήσει τον ύπνο όσο ποτέ στη ζωή του. Αφού είχαν πάει το λογιστή στο ξενοδοχείο , δεν είχε άλλη σ κέψη στο μυαλό του , παρά να κοιμηθεί. Είχε γυρίσει στο αμάξι να πάρει τη βαλί­ τσα του, χωρίς να σ κεφτεί ότι δεν είχε βα λίτσα μ αζί του . Είχε σωριαστεί πίσω από το τιμόνι και είχαν περάσει πέντε λεπτά πριν αντιλη φθεί το μικρό αγόρι να τον κοιτάζει από το πεζοδρό­ μιο. Το αγόρι που του είχε φυλάξει το αυτοκίνητο, που του είχε δείξει ποιος ήταν ο λογιστή ς στο μπαρ. Το αγόρι . . . και τότε οι π ρώτες καμπάνες κινδύνου ά ρχισαν να χτυπάνε . Τον είχε βε­ βαιώσει ότι στο Μολέντο δεν υπή ρχε άλλος δρόμος για να φύγει κανείς , παρά ο ίδιος που οδηγούσε στην πόλη . Την επόμενη στιγ­ μή , είχε δώσει στο παιδί ένα μάτσο χαρτονομίσματα κι είχε βά­ λει μπροστά το αυτοκίνητο, προσπαθώ ντας ν ' απομακρυνθεί όσο γινόταν πιο γρήγορα , περιμένοντας κάθε λεπτό μια Μερσεν­ τές να του κ λείσει το δρόμο . Δυο φορές στην επιστ ροφή , τον είχε πάρει ο ύπνος στο τιμόνι και είχε ξυπνή σει, όταν το αυτοκί­ νητο χτύπησε στην άκ ρη του δρόμου . Α ναρωτήθη κε πώς ήταν τώρα ο λογιστής , θυμήθη κε την έκφραση του τρόμου στο π ρόσω­ πό του όταν είχε ση κωθεί να πάει στην τουαλέτα , κι ο γέρος τον είχε ρωτήσει αν θα ξαναγύριζε . Η σκόνη της ερήμου έμ παινε στα μάτια του και τα έκανε να τσούζουν όταν τα έτ ριβε . Περίμενε σχεδ όν, δύο λεπτά , χτυπώντας μόνο μια φορά τ ο κουδούνι, μέχρι που είδε τ ο ματάκι τ η ς πόρτας να σκοτεινιάζει και η Μαρία του άνοιξε . Κατάλαβε ότι κι αυτή δεν είχε κοιμηθεί. Η ρόμπα που φορούσε δυο μέρες π ριν, ήταν πεσμένη από τους ώμους τη ς . 209


Την π ροσ πέ ρασε και μπή κε στο σαλόνι. «Είσαι καλά; » Η φωνή της ήταν ανήσυχη . Αυτός κούνησε το κεφάλι κ αταφα τικά . «Τα έμαθα όλα», είπε ο Λαπόρ τ , χωρίς ενθουσιασ μό, καθώς σωριάστη κε σε μια πολυθρόνα . « Β ρή κα το κλειδί μέσα στα χαρ­ τιά, και πήγα με το αυτοκίνητο στο Μολέντο να βρω κάποιον, που θα μ πορούσε να με βοηθήσει» . Αυτή είδε ότι η κούρασή του δεν ήτ αν μόνο σωματική . « Σε βοήθησε; » ρώτη σε . Ο Λα πό ρτ τ η ν κο ί τα ξε. « · Ηταν ο λογιστή ς τη ς οργάνωση ς, ο άνθρωπος που έδινε έγ κριση για τα οικονομικά θέματα, ο άν­ θρωπος που τα ή ξερε όλα» . « Και σου τα είπε; » «Μου τα εί πε» . Η Μαρ ί α ήξερε ότι θα της έλεγε την ιστορία με τον τ ρόπο του . Τον βοήθη σε να ση κωθεί και τον πήγε στο μπάνιο . « Κάνε ένα ντ ους, θα νιώσεις καλύτερα. Θα φτιάξω καφέ» . Τεντώθη κε, άνοιξε τη β ρύση και στάθη κε κάτω από το ζεστό νερό που τ ρυπ ούσε σαν βελόνες το σώμα του . Κάθισε στη μπα­ νιέρα κ αι άφησε το νερό να τ ρέξει πάνω του, μη δίνοντας σημα­ σία που έτ ρεχε έξω και μούσ κευε το δάπεδο, μέχρι που ένιωσε τη μυ ρωδιά του καφέ . Τότε μόνο, ση κώθη κε, σαπουνίστηκε κι άφησε το νερό να τον ξεβγάλει . Η Μαρία του εί χε αφήσει μια μεγάλη πετσέτα κι ένα μπουρνούζι. Σκουπίστηκε, φό ρεσε το μπουρνούζι και ξαναγύρ ισε στο σαλόνι. Η Μαρία φορούσε ακόμα τη μεταξωτή τη ς ρόμπα . Για μια στιγμή ο Λαπόρτ την είδε με τα ίδια μάτια που την είχε δει δυο νύχτες π ριν . ·Υστερα κάθισε απέναντ ί τη ς και ά ρχισε να πίνει το ζεστό, δυνατό καφέ. Αυτή πήγε στη ν κουζίνα και γύρισε μ' ένα πιάτο γεμάτο ζεστά κρουασάν . Τον άφη σε να φάει και να πιει , όσο ήθελε, π ρ ιν τον ρωτήσει για τα γεγονότα τη ς νύχτας . Τον ά κουγε, χωρ ίς να μιλάει, καθώς εξιστορούσε, βή μα π ρος βή μα πως είχε ανα καλύψει τα κωδικά ονόματα, πως είχε βρει το μέρος που έμενε ο λογιστής, πως είχε καταφέρει να κ άνει το γέρο να του μιλήσει και τι του είχε πει. «ο Γιόζεφ Χάινερ», εί πε, « διευθύνει ένα δ ί κτυο από π ρώην Ν αζ ί, που λέγεται "die Spinne", η Αράχνη . Το μήνυμ α που βρι­ σ κόταν στη μαγνητοταινί α του Χέρμπερτ Βάισ μαν είναι το σύν­ θη μα τη ς ομά δας. Δουλεύουν σε πολλές χώρες, κάνοντας διάφο­ ρες λαθραίες και πα ράνομες δουλειέ ς, αλλά τοποθε τ ούν ένα μέ­ ρο ς από τα κέρδη σε νόμιμε ς επιχειρή σεις βιτ ρίνας» . Ή πιε λίγο 210


καφέ. « Οι δραστηριότητες της Α ράχνη ς περιλαμ βάνουν τις επιχει­ ρή σεις που είδαμε στις καταστάσεις των εξόδων. και άλλες πολ­ λές . Η επιχεί ρηση Μίνως ήταν, και είναι ακόμα, μια κομπίνα με συνάλλαγμα . Ο Κριός ήταν παράνομο εμπόριο αρχαίων πή λι­ νων αντικειμένων. Φ α ίνεται πως αυτή η δουλειά βγάζει πολλά λεφτά! Η ΑράlVll εί χε διασυνδέσεις με μερικά πολύ σημ αντικά μουσεία και οίκους πλειστη ριασ μών στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική . ' Αλλες επιχειρήσεις αφορούσαν λ αθρεμπόριο κοκαί­ νη ς κι ένα σύστημα εκβιασμού, που χρησιμοποιούσε οργιαστικά πάρτυ για να παγιδέψει επιχειρη ματ ίες και να τους αναγκάσει, στη συνέχεια , να προδόσουν επαγγελματικά μυστικά» . Η Μαρία του έβαλε κι άλλο καφέ. « Μ ' αυτό τον τρόπω) , συνέχισε ο Λαπόρτ , «μπορούσαν να πουλήσουν τις πλη ροφορίες σε πολλούς ενδιαφερόμενους . Είναι α κόμα μπ λεγμένοι στο εμπόριο όπ λων και στην κατασ κοπεία στρατιωτικών μυστικών, π ράγμα πολύ λογικό, αν σ κεφτεί κα­ νείς από πού προέρχονται. · Ετσι. ή ρθαν αρχικά σ' επαφή με τη CIA».

Η Μαρία τον διέκοψε για π ρώτη φορά . « Δουλεύουν για τη

CIA;»

Σύμφωνα με το λογιστή , δουλεύουν με όποιον τους π λη ρώνει. παρ ' ό λ ο που οι εργοδότες τους φαίνεται να ξέρουν ποιοι είναι» . Θυ μήθη κε το α μερικανοϊρλανδέζικο όνομα που είχε β ρει στις καταστάσεις του λογιστή . «ο σύνδεσμός τους με τη αΑ είναι κάποιος Κόριγκαν. Ο Κό­ ριγ κ αν ξέρει ποιοι είναι, αλλά τους χρησιμοποιεί» . Για πρώτη φορά αναρωτήθη κε για τον Κόριγκαν. « Και η επιχείρηση Οκτάβιο;» ρώτησε η Μαρία . «Α κόμα πιο βρόμικψ>, άρχισε ν α εξηγεί ο Λαπόρ τ . «Ούτε ο λογιστή ς δεν ή ξερε όλες τις λεπτομέρειες» Χρειάστηκε δέκ α λεπτά για να εξιστορή σει τις μηχανορραφίες και δολοπλο κίες που αποτελούσαν το σκελετό τη ς επιχεί­ ρηση ς Ο κτάβιο, αναλύοντας τα γεγονότα με βάση τις ερμηνείες που τους έδινε. Στο τέλος η Μα ρία ή ξερε τα πάντα τόσο κα λά όσο κι αυτός . « Όμως αυτά σε βοηθάνε κ αθόλου; » « Σε ποιο πράγμα ; » Ήξερε τι τον ρωτούσε , ή ξερε ότι αυτή την ερώτησ η την είχε διώξει από το μυαλό του όση ώρα γύριζε από το Μολέντο . « Σε βοηθάνε να βρεις τον άνθρωπο που σκότωσε τον πατέρα 21 1


σου; Σε βοηθάνε να βρεις τον Γιόζεφ Χάινερ;» Ένιωσε την κούραση να ξαναγυ ρίζει στο σώμα του. « Όχι», παραδέχτηκε. «Τώρα ξέρω τα πάντα για τον άνθρωπο που κυνη­ γάω, εκτός απ ' αυτό που έχει τη μεγαλύ τερη σημασία : Πού να τον βρω » . Η εξάντληση που ένιωθε γινόταν απελπισ ία . « Έλα», είπε μαλακά η Μαρία, «είσαι κουρασ μένος . Έλα να ξαπλώσεις» . Την κοίτ αξε, δίνοντας άλλο νόη μα στα λόγια της . Ένιωσε να ταράζεται, το στομάχι τ ου να σφίγγεται. « Είναι σχε­ δόν εφτά » , εξήγη σε εκείνη. « Θα π ρέπει έτσι κι α λλιώ ς να ση­ κωθώ» . Την α κολούθησε στην κ ρεβατοκάμαρα. Το φως τη ς μέρας γλιστρούσε από τις βαμβα κερές κουρτίνες . Η Μαρία βγή κε, κ λείνοντας την πόρτα πίσω τη ς, και τον άφησε μόνο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, α κ ουμπώντας το κεφάλι του στο μα ξι­ λ άρι, και ξαφνικά η κούρασή του εξαφανίστη κε. Λίγα λεπτά πιο π ριν, ο λό κ ληρο το σώμα του λ αχταρούσε να ξεκουραστεί . Τώρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί . Το άρωμα τη ς γυναίκας, έβγαινε από το μ α ξι λ ά ρι, τα σεντόνια , από καθετί γύ ρω του , κ αι γ λιστρο ύ σε μέσα του, γεμίζοντας τους πόρου ς τ ου, όπως ακριβώς τη νύ χτα που είχε κοιμηθεί στον καναπέ. Δυο νύχτες π ριν, θυμήθη κε . Τη βραδιά που είχαν γυρίσει α πό την επιδρομή στο σπίτι του Τσα κ λικάγιο . Θυμήθη κε ότι είχε γυ ρίσει τότε στο διαμέρισ μα με τις εικόνες να βασανίζ ουν το μυαλό του . Η Μαρία είχε μό λ ις βγει από το μπάνιο, με τα μαύρα μ αλλιά της βρεγμένα πάνω στους ώμους τη ς , και τη μεταξωτή ρόμπα σφιγμένη στο σώμα της . Δεν ήξερε τι να κάνει, τι να τη ς πει. Είχαν αγκα λιαστεί σφιχτ ά και αυτός ε ί χε νομ ί σει ότι ήταν η διέγερση του κινδύνου που είχαν μοιρα­ στεί στο Τσακ λικάγιο που τους έφερνε κοντά τον έναν στον άλ­ λ ο . Είχε εμπιστευτεί την ασφάλειά του στη Μαρία κι αυτή τον είχε προστατέψει . Αργότερα, είχαν μιλήσει για τα αισθή ματα που ένιωθαν και η Μ αρία, πιο τολμη ρή από εκε ίνον, τα είχε ανα­ λύσει ανοιχτά : « Ένας πο λύ αγαπητός φίλος ; » είχε ρωτή σει. « Μ α και βέβαια είσαι. Σ ' εμπιστεύομ αι, μοιράζομαι τα μυστικά σου» . « Εραστή ς μου ; » είχε πει για τον Χέρμ περτ Βάισμαν . « Μ ια φορά, πολύ καιρό π ριν» . Δεν είχε κάνει όμως, καμιά ερώτηση για τη δική τους σχέση . Θυμήθη κε τώρα , όπως είχε θυμηθεί και τότε, το θριαμ βευτικό αγ κάλιασμα στην πόρτα. 212


· Ενας παπάς, σ κέφτη κε η Μα ρία , βγαίνοντας έξω στο μπαλκόνι και ατενίζοντας το γαλάζιο χρώμα τη ς θάλασσ α ς . Το μυαλό της πήγε στον άντ ρα στο κ ρεβάτι, θυμήθηκε την π ρώτη φορά που είχε έρθει στο διαμέρισμα, την πρώτη φορά που είχαν συναντη­ θεί, το βράδυ που τη ς είχε ζητήσει τη βοή θειά τη ς και του είχε πει για τον Χέρμπερτ Βάισ μαν και το μαγνητόφωνο . ·Ενα κομ ­ μάτι του εαυτού τη ς αναζη τού σε τη φυσική δύναμη του άντρα δίπλα της, κι ένα άλλο κομμάτι αναζητούσε την πνευματική δύ­ ναμη του κλη ρικού, που ήταν ο ίδιος άντρας . Τότε είχε μπ ε ρ δευ­ τεί και τώρα, συνέχιζε α κόμ α να μην ξέρει τι θέλει . « Ανάθεμά τον » , σ κέφτηκε. « Ανάθεμα τη δύ ναμή του , ανάθεμα την ιερωσύνη του». Ο Λαπόρτ στριφογύρισε στο κ ρεβάτι, με το σεντόνι τυλιγμένο γύρω του . Το σώμα του ήταν ξύ πνιο , το μυαλό του γεμάτο σύγχυ­ ση . ·Η ταν παπ άς , φορούσε ράσο . ·Ομ ω ς , από τη στιγμή που είχε δει τη σ κιά του πρ ώτου γραμματέα στην τάξη του σχολείου , στη barriada τη ς Σιουντάντ ντε Ντίο, κάθε απόφαση που έπαιρνε τον έσ πρωχνε ολοένα μακρύτερα από το δρόμο της ιερωσύνη ς . Κάθε πράξη του τον προετοίμαζε, τον υποχρέ ωνε ν' απομα κ ρυνθεί α­ κόμα περισσότερο . Μαζί με όλα και η Μα ρία. Και κάθε βήμα του φαινόταν φυσ ικό και καλόδεχτο . Ιδιαίτερι:χ , η Μαρία . « Είναι ο απεσταλμένος του Θεού» , έλεγε μια φωνή σ το μυαλό του , « ένα ς εκδικητής που φέρνει την οργή πάνω σ' εκείνον που έχει διαπράξει το κακό» . « Μη ν εκδικείστε, αγαπη μένοι μου» . Μια δεύ τερη φωνή του θύ μισε την περικοπή που αγαπο ύσε ο πατέρας του , από το ίδιο βιβλίο . « Αλλά δώσ τε τόπο στην οργή » . Κι άλλες αμαρτίες θα γίνουν, τον καταδίωξε η πρώτη φωνή . Κι άλλοι όρκοι της ιερωσύ νης θα καταπατηθούν μέχρι να τιμω­ ρηθεί το κακό. Ο Λαπόρτ ση κώθη κε από το κ ρεβάτι και βγή κε από το δωμά­ τιο. Η Μαρία στεκόταν στο μπα λκόνι κοιτ άζοντας τη θάλασσα , τη ζέστη που θόλωνε κιόλας την καθαρή γαλάζια γ ρα μμή του ορίζοντα . Τα χέρια τη ς ήταν γαντζωμένα από το κάγ κελο, οι ώμοι τη ς σ κυφτοί . Καθώς πλησίαζε, ο Λαπόρτ είδε του ς κό­ μπους των χεριών τη ς, άσπρου ς από τη δύ ναμη που έσφιγγε το σίδερο . · Επιασε τους ώ μου ς τη ς και τη γύρισε π ρος το μέρος του. « Κ ι εσύ ; » ρώτησε. Αυ τ ή έγνεψε. «Ναι, κι εγώ » . 213


2

Αίμα

«Είναι ο γιος» . Ο Σμελτς ήταν κατηγορη ματικός. Ο Μπέιλυ πε­ ρί μενε ανυπόμονα να τους σερβ ίρ ει η σερβιτόρα το πρωινό, α ρ χί ­ ζοντας με καφέ και ουίσκυ. Ε ί χε κατέβει αμέσως μόλις ο Σμελτς και ο Κό ριγκ αν έφτασαν στο Σέρατον. « Γιατί;» ρώτησε μόλις έφυγε η σε ρ βιτόρα . Αργά κ α ι π ροσεκτικ ά , εξιστορώντας μ ε κάθε λε πτομέ ρεια τ α στοιχεί α , ο Σμελτς ε ί πε στον Μπέιλυ τα τελευτα ί α λόγια του λο­ γιστή , καθώς ο ετοιμοθάνατος αγωνιζόταν να μιλή σει και να τους π ροειδοποιή σει . ·Οταν τέλειωσε ο Σμελτς , ο Μπέιλυ πα ρ άγγειλε άλλη μια φο­ ρ ά καφέδες και ποτ ά και έβαλε μια οδοντογλυφίδα στο στόμα του . « Δεν λέει πολλά π ρ άγματα η ιστο ρ ί α » , πα ρατή ρησε. « Για μένα είναι αρκετά » , διαφώνησε ο Σμελτ ς . Ο Μπέιλυ γύ­ ρισε π ρος τη μεριά του Κόριγκαν. « Εσύ τι λες Τζο; » ρώτησε. « Η Ουάσιγκτον εί πε ότι εσύ πα ί ρ­ νεις τις αποφάσεις» . Ο Κό ριγκαν κοίταξε το ποτό στο ποτή ρι του . · Οχι, δεν ήταν δ ι κή του η απόφαση , σ κέφτη κε, ποτέ δεν θα ήταν. Αφού θα ενέ­ κ ρινε όποιες συστάσεις έκανε ο Μ πέιλυ . Αναρωτήθη κε γιατί το έκαναν, γιατί π ροσπαθούσαν να τον τραβή ξουν μέσα στην υπό­ θεση . Σαν να τον έμπλε καν πιο σφιχτά μέσα στο δί χτυ . Δεν ήταν σίγουρος αν αυτό τον ανησυχούσε, και π ροσπαθούσε να συγκεν­ τρώσει το μυαλό του στο π ρόβλη μ α . « ο Χ ά ινριχ ε ί ναι σ ίγουρος, ό τ ι ο άνθ ρωπος π ο υ πήγε στο λογι­ στή ήταν ο γιος. Εγώ , όμως , όπως κι εσύ , δεν πεί στη κα ακόμα» . Θυμήθη κε την επιδ ρ ομή στο ξενοδοχεί ο την περασμένη νύχτα, και την αντί φασή του όταν ο Σμελτς εί χε τελικά, εξηγή σει τους λόγους που τον έκαναν να πιστεύει ότι οεπισ κέπτη ς του λογιστή ήταν ο γιος . Ο Μπέιλυ κουνούσε το κεφ ά λι του . « Κι εγώ δεν εί μαι καθόλου σ ίγου ρος» , επανέλαβε. « Και δε νομ ί ζω ότι η Ουάσιγ κτον θα ευχαριστηθεί αν αρχί ζα­ με τη δ ρ άση με τέτοια στοιχεί α , χωρ ί ς π ρώτα να τους συμβου­ λευτούμε. · Ε τσι κι αλλιό>ς, θα γ ίνει μεγάλη φασαρία αν πεθάνει ο γιος, α κόμα κι αν φανεί σαν ατύχημ α . Οι δημοσιογ ρ άφοι θα μαζέυτούν σαν μύγες. Η Ουά σιγκτον θα χρειαστεί να πειστεί » . « γ πά ρ χει ένας εύ κολος τ ρόπος να σιγουρευτούμε» , πρότεινε ο Κόριγκαν. «Θα πρέπει να έχετε μια φωτογραφία του γιου Λα­ πόρτ » . Ο Μπέιλυ έγνεψε καταφα τι κά . «Τότε , δ ε ν θα δυ σ κολευ214


τούμε», συνέχισε ο Κόριγ κ αν. « Μερι κ οί α π ό τ ους ανθρώ π ου ς του λ ογιστ η β ρίσ κοντ αν στο μ πα ρ και είδαν τ ον άνθ ρωπο π ου κάθισε μ α ζί τ ου . Το ίδιο κ αι η γυναίκα σ τ ο ξενοδοχείο . Θα μας π ά ρει λίγες ώρες , αλλ ά μ πο­ ρούμε να στείλουμε εκεί, μέχρι το μεση μέρι, μια φωτογ ραφία . ' Ε τ σι θα ξέρουμε θε τικ ά » . Ο Μ π έιλυ συμ φ ώνη σε. Ο Σμελτς κ ού­ νη σε κι αυτός τ ο κεφάλ.ι τ ου . Το πρωιν ό ή ρθε κι ο Μ π έιλυ πα ράγγ ειλε κι άλλο κ αφέ. « Το περίεργο είναι» , θυ μήθη κε ξαφνι κά ο Κόριγ κ αν, « ότι οι άνθρω ­ ποι τ ου λογιστή σ το μ παρ νόμισαν ό τι ο επισ κέ πτη ς ή ταν Γερ­ μανό ς» . Ο Μ πέιλυ σή κωσε τ ο κεφάλι απ ό τ ο πι ά τ ο τ ου . « Τι διάο λο θέλεις να πεις ; » «Φαίνετ αι ότι μιλούσε γερμανικά με τ ο λογισ τ ή , και εί πα ν ότι είχε και β αυαρέζι κη π ροφορά » . Θυμήθη κε κ αι κάτι άλλο . «Έ­ να ς α π ό τ ους άν τ ρες είπε σ τ ον Χάινριχ ό τι ο ε πισ κέ πτ ης έμοιαζε να γνωρίζει τ ο Μ όν αχο. Τον ά κουσε να αναφέρει ένα κέντ ρο π ου λέγεται μ π υραρία τ ου Δημα ρχείου , και που δεν είναι συνήθως γνωσ τ ή σ τ ους τ ουρίστες» . Ο Μ π έιλυ κα τ έβασε α π ό τ ομα τ ο π οτ ό τ ου κι άφησε τ ο π οτήρι σ τ ο τ ρ α π έζι . « Τότ ε» , εί πε α ργά και σταθερ ά , « δεν χρειά ζεται να έρθουμε σε επ αφή με τ ην Ουάσιγ κ τ ον ή να στείλουμε φω τ ο­ γ ραφία στ α π αιδιά που ήταν στο μ παρ» . Ο Κόριγκαν ανα ρω τή θη κε τ ι εννοούσε και γιατί εί χε α λλά ξει γ νώμη . Ο Σμελ τ ς άρ χ ισε να μουρμουρίζει ό τι ή τ αν σίγουρος για τ ην τα υ τ ό τητ α τ ου επισκέ πτ η . Ή τ αν ο γιος . « Ν αι», είπε ο Μ π έιλυ, « ή ταν Ο γιος» . « ο γιος, ο παπ άς , π έστε τον όπως θέλετ ε , μιλάει τ έλει α τα γερμανικά» , εί π ε σ τ ο τ έλος ο Μπ έιλυ . « Αυ τ οί π ου γνώριζαν τ ον π α τ έρα τ ου σ τη Γαλλία , αποδο κίμασαν την απόφαση της μη τ έ­ ρας τ ου να τ ον στείλει να μάθει τ η γλώ σσα σ τη Γερμανία , π ριν γίνει π α π άς . Όμως έτ σι έγινε » . « Κ αι η βαυαρέζικη π ροφορά, η μ πυραρία του Δη μ αρχείο υ ; » ρώ τ ησε ο Κόρ ιγ καν. « Η μπυραρ ία τ ου Δη μα ρχείου είναι ένα κέντρο στα π ερίχωρα τ ου Μονάχου» , εί π ε ο Σμελτ ς. « Έ χει κάποιες ισ τ ορικές, ας πού­ με, μνή μες» . Ο Μ π έιλυ έγνεψε . « Κ αι ο γιος Λα π όρ τ πα ρα κολούθησε πανε­ πι σ τή μιο σ τ ο Μόν αχο» . Έβγαλε την οδοντ ογ λυφίδα α π ό τα δό ­ ντια τ ου. « Όλες αυτές οι π λη ροφορίες βρί σ κοντ αι στο φάκελο του γιου ' τ ο πανεπιστ ή μιο, η μπυρα ρία . Ο άνθ ρωπός μας είναι 215


Ύιος». 'ΕΎει ρε π ίσ ω στο κάθισμά του, κοιτάζοντας τον Κόρι­ Ύκαν. « ' Οπως είπε και η Ουά σ ΙΎ κ τ ον, εσύ θ α πάρεις την από­ φαση» . Δεν ή τα ν δική του η απόφασ η . Ο ΚόΡΙΎ καν το ήξερε αυ τό . ' Οχι ότι είχε σημα σ ία ποιος θα την έπαι ρνε. ' Ολοι ή τ αν τ ο ίδιο μπλε-Υ μένοι στην υπόθεση . Ο Χά ινερ και ο Σμελτς, ο Μπέιλυ κι αυτός, από τη μ ια μεριά . Ο Ύιος από τη ν άλλη . Κάτι άλλο σκέφτη κε. Το μυσ τι κό . Το μυστ ι κό που η ΟυάσΙΎ­ κτον φύλαΎε ζηλότυπα . 'Οχι η επ ιχείρηση Οκτάβ ιο. Κάτι άλλο . ΜεΎα λύτερο. Π ιο β ρόμ ι κο . Δεν υ πήρχε κανένας λό-Υος, σκέφτη κε, να τον ενημερώσει η Ουάσ ΙΎκτον . Δεν χρειαζόταν να μάθει . Μόνο που είχε αρχίσει να πλη σιάζει πολύ κοντά σ' αυτό το μυστικό . Το είχε κατ αλάβει όταν συζή τη σε στο τηλέφωνο με το σύνδεσμό του στη Λα Παζ, όταν άκουσε τ α λόΎια του ετοι μοθάνατου λο-Υιστή στο βρόμ ικο δωμάτ ιο, στο Μολέντο . Του είχαν πει ότι η απόφαση ήταν δ ι κή τ ου . Ξαφνικά , τ ου ήρθε η σ κέψη, ότ ι μπορεί να περίμεναν πως θα υποψιαζόταν τ ο μυστικό τους. Σαν να ήθελαν να είναι αυτός, ο ΚόΡΙΎκαν, ο άν­ θρωπος που θα έκλεινε την πόρτα σ τη μοναδική διέξοδο που θα τον οδη Ύού σ ε στην α π ο κ άλυ ψη . « Πόσο χρόνο θα πάρει;» ρώ­ τησε . Η φωνή του Μπέιλυ δεν έδειξε κ αμία συ-Υκίνη ση. « Οι άντ ρες είναι έτο ι μοι» . « Εντάξει », αποφ άσισ ε ο ΚόΡΙΎ καν . « Πες τους ν' α ρχίσουν. 'Ο σ ο πιο Ύ ρήΎορα μ π ορούν» . « Πότε θα ξέρουμε;» ρώ τη σε ο Σμελτς. « Απόψε το βράδυ» , είπε ο Μπέϊλυ «Απόψε το β ράδυ , όλα θα έχουν τελειώσει » . Τέλειωσαν το π ρω ινό τους, και ο Σμελ τς έφυ -Υε π ρώτος . Ο Μπέϊλυ κι ο ΚόΡ ΙΎ καν β-Υή καν μα ζί έξω. «Θα είσ αι εδώ όλη τη μέρ α ; » ρώτησε ο Μπέϊ λυ . Ο Κόρ ιγ καν α π άντησε καταφατι κ ά . « Εντ άξει . Θα είμαι στο δωμ άτιο μου . Μ όλις μ άθω κάτι, θ α σε ειδοπ οιή σω» . Η κυκλοφορ ί α στη λεωφ όρο Ί νκα Γκα ρσιλάζο ντε λα Βέγ κ α είχε πή ξει . Ο Κόρ ιγ κ αν ά φησε το α μάξι του , που το είχε π άρει γυρίζοντ ας α π ό το Μολέ ντο, κ αι π ή γε με τα π όδια στην π ρε­ σβεία . Η γ ρα μ μ ατέας του, στο εξωτερικ ό γραφείο, φορούσε ένα κ αινούργιο ά σ π ρο φ όρεμ α . Π άνω στην α ρ χειοθή κη , δίπλα στο γ ραφείο τη ς , β ρισ κόταν έν α καινού ργ ιο καπέλο . « Νέο α ί σθη μ α ; » α στειεύτη κε . Η γ υνα ί κα τον κοίταξε αυΟ

.

216


σ τηρά . «Ελπίζω να μην το ξεχάσετε», τον μάλωσε. Έ κανε π ως δεν κατάλαβε . «Το μεση μέρι γίνονται τα βα φτίσ ι α και είστε ο νο­ νόζ» . ΒόγΥη ξε από μέσα του. «Και βέβαι α, δεν το ξέχασα», γέλασε, «Θυμήθηκα ν ' αγοράσω και το δώρο» . Πήγε στο γραφείο του κα ι ζήτησε στο τηλέφωνο τον Μ π έϊλυ, στο Σέρατον. Ο άνθρωπος από την Ουάσιγκτον σήκωσε ο ίδι ος το α κουστ ι κό . « Τζα κ, είμαι ο Τζο Κόριγκαν. Μου θύμισαν μια υποχρέωση που έχω σή μερα το απόγευμα, και που είνα ι αδύνατο ν ' αποφύγω . Αν δεν σε πει ράζει, θα βρίσ κομαι σπίτ ι μου από τις έντεκα μέχρι τις δώδεκα , και από κει και πέρα μπορείς να με πάρεις στον ασύρματο του αυτοκινήτου . Θα υπάρχει κάποιος συνέχεια στον ασύρ ματο κι εγώ δεν θ' απομακρυνθώ περι σσότε­ ρο από είκοσι μέτ ρα από το αυτοκίνητο. Θα ξέρουν ακριβώς π ού θα βρίσκομαι » . Ο Μπέϊλυ β ι αζόταν να ελευθερώσει τη γ ραμμή . « Τι στο δι άολο θα κάνει<;,;» Ο Κόριγκαν αναρωτήθη κε πώς θ' αντ ιδ ρούσε ο άλλος . « Έχω κάτ ι βα φτίσι α», είπε δισ τακτ ι κά, « και είμαι ο νονός» . . Ακουσε τον Μπέϊλυ να σκάζει στ α γέλια . « Μόνο εσύ μπορού­ σες να τ ο κάνεις αυτό. Εντάξει, Τζο, θα σε δω αργότερα» . Στ η σ υνέχει α, ο Κόριγκαν τηλεφώνησε στη γυναίκα του, της είπε ότ ι βρι σκόταν π άλι στη Λίμα και ότ ι θα π ήγαινε σπίτ ι να πλυθεί κα ι ν' αλλάξει κατά τ ις έντεκα, πριν από τα βα φτίσι α . Ένιωθε κουρα σμένο ς και μετάνιωσε για τα π ο τ ά π ου είχε πιει με τ ο π ρω ινό . Ο γιος , σ κέφτη κε. Α π ό την αρχή ήταν ο γιος. Στ ο σπίτι, στο Τσ ακλl κάγιο , στο ξεν ο δ οχείο, στο Μο λέντο. Μια ο­ μάδα από ε παγγ λε μ α τίες, είχε πει ο Σμελτ ς. Ο γιος δεν ήταν επι­ κίνδυνος, είχε επιμείνει ο Μ πέϊλυ . Κι α π ό την αρχή, ή τα ν ο π α­ π ά ς π ου κυνηγού σε τον Χ άϊνερ . Ό πως τ ώ ρ α ο Κό ρ ιγκ αν κυνη­ γούσε αυτόν. Τ ο ίδ ιο πράγμα, σκέφτηκε, α λλά δ ιαφ ορετικ ές π λευρές. Πήγε στη ν κ α φετέρια, πήρε έν α κ αφέ κ αι τον έφερε στο γρα­ φεί ο του. Στ ον π ρο θάλ αμο, η γρα μματέ ας το υ μιλ ούσε ar. κΙ!· ποιο ν στο τηλέφωνο για τα βαφτίσια. Τράβηξε τ ο στυπόχαρτο στη μέση τ ου γρα φεί ου κ αι ακούμπ ησε πά νω τ ον κ α φέ. Στο πά­ νω δεξί συρτάρ ι ήταν τ ο χαρτί με τ α νούμερα π ου εί χε σημειι;)σει τρεις μέρες νωρ ίτερα. 4.00 Π.μ. Εί χ ε κλείσει το νούμερο .uΙ:σα σ' ένα κόκκινο κύκλ ο. ·Ηταν η ώρα π ου ο Γιόζεφ Χάϊνερ κα ι ο Χάϊνρ ι χ Σμε λ τ ς εί χα ν κάνει την ε π ιδρομή και είχαν πιάσει τον 217


Ζ αν Λ α πόρτ , πριν τριάντα εννιά χρόνια . Ή πιε λίγο κ αφέ και ξανα κοίτα ξε το νούμερο. 4.00 Π . μ . Η ώ ρα της επιδ ρομής στο Μολέ ντ ο, ότ αν ο Χάϊνριχ Σμελτς κ ι αυτ ός είχαν προσπ αθή σει να πιάσ ουν τ ο γιό . Ση κώθη κε , βγήκε α πό το γ ραφείο του , κλειδώνοντας την πόρτ α κ α ι είπε στη γ ραμματέα του ό τ ι την επόμενη μ ιάμιση ώρ α θ α βρισκότ αν σπίτι τ ου. Τη ν είδε να χ αμ ογελάει ευχαριστημένη, ότ α ν τη βεβαίωσε ότι δ εν θα κ αθυστερούσε στα β αφτίσια. Η ζεστ ασιά τ ου ήλ ιου πέρ ασε μέσα απ ό τις ασ π ρογάλαζες κουρ­

τίνες και μα ζεύ τη κε πάνω στο κ ρεβ άτι . Ο Λ α πόρτ ξύπνησε και κοίτ α ξε το ρολόϊ του . Π α ρόλο που δεν είχε κοιμηθεί π α ρα πάνω απ ό δυο ώρες, ένιωθε το μυαλό του ξύπνιο και δραστή ριο . Στην κουζίνα , η Μ α ρία έφ τιαχνε καφέ . Ση κώθη κε, τυλίχτη κε με τη ρόμπα κ αι τηλεφώνησε στο μοναστή ρι. Είχε πάνω απ ό δυο μέρες που δεν είχε επι κοινωνή σει με τη Γαλλία . Αν α ρωτήθη κε αν θα υπή ρ χε κανένα μήνυμα γι αυτ ό ν . Ναι, του είπαν, κά ποιος απ ό τη Γαλλία π ροσπ α θούσε να τον βρει , τηλεφωνούσε κάθε έξι ώ­ ρες. Το ίδιο π ρωί είχε τηλεφωνήσει και κάποιος άλλος , κάποιος Πα τ σέκο. Π ριν από μια ώρ α . Αν μπορούσε ο αιδεσιμ ώ τατος ν α ων πά ρει α μέσ ως τη λέφωνο . Και έν α μήνυμ α από τον πατέρ α \1ισέλ. Είχε ανησυχή σει, και τον ζητούσε να συναντηθούν το με­ ,η μέρι για φαγη τ ό , ορίζοντα ς τη ν ώρ α και το μέρος . Ο Λ α πόρτ ;δωσε μια κατ αφατική α πάντηση γαι τον πα τέρα Μισέλ , χα ρού­ lενος με τη σ κέψη ότι θα τον έβλεπε, κα ι πή ρε α μέσως τη λέφωνο ων Π α τσέκο. Ο διευθυντή ς του περιοδικού ήταν α πασχολη μέ­ "ος , είπε η γρα μ μ ατ έ α ς του . Περίμενε να τον συνδέσει και σε λ.ίγο ά κ ουσε τη φωνή του Π ατσέκο. Ή τ αν λίγο δύσ κολο, εξήγη­ σε ο δη μοσιογράφο ς . Αυτή τη στιγ μή ήτ αν απασχολη μένος . Μή­ πως μπορούσε να τη λεφωνήσει στον Λα πόρτ α ργότερα ; Ο Λ α ­ πόρτ κα τ άλα β ε τι εννοούσε, α λλά δεν ήθελε να μπλέξει τη Μ α ρία . Όμως δεν υπήρχε άλλη λύση . « Έλειπω>, είπε . « Γύρισα μόλις πριν α πό μια ώ ρα κ αι ή ρθα να δω κάποια φίλη » . Ο Πατσέκο είπε ότι κατ α λάβ α ινε. Δέκα λεπτ ά α ργότερα , ο δημοσιογράφος τηλεφ ώ νησε από ένα τη λεφωνι κό θάλα μο. Η Μ α ρία πή ρε το α­ κουστικό και το έδωσε στη συνέχεια στον Λαπόρτ . « Ευχ α ρι­ στ ώ» , είπε ο Π ατσέκο , «Τ ο γραφεί ο δεν είναι π άντ α το κατάλλη­ λο μέρος »> . « Τ ι μ ε θέλεις ;» ρώτησε ο Λαπόρτ κοιτάζοντας απ ό την πόρτ α του σα λονιού τη Μ α ρ ία. 218


« Έχω κάτι που μ πο ρεί να σ ' ενδιαφέρει . Πό τε μπορούμε να συναντηθούμε; » Ο Λ α πόρτ υπολόγισ ε την ώ ρα . «Θα μπορούσα να β ρ ί σ κομαι στην πόλη σε μια ώρα » . « Ω ραία , θα σε περιμένω στο Καφέ Αμ α ρ ίλο, στην Κάλε Κου­ σένα, στις δώδεκα . Με ποιο τρόπο θα έρθεις ; » . Ο Λαπόρτ ξαφνι άστηκε. « Τι εννοεί ς, με π οιον τρόπ ο θ α έρθω ; » Η α πάντ ηση του Π ατσέκο ήτ αν σύντομη κι απ ότομη . « Δεν μπορώ να σου εξηγή σω , α λλά πρέπει να ξέρω α κριβώς τις κινή ­ σεις σου για τις επόμενες έξι ώρες » . Ο Λ α π όρτ προσπάθη σε να κάνει το π ρόγρα μ μά του . « Θα φύ­ γ ω απ ό δω σε τ ρία τέτα ρτα . Η φίλη μου θ α με φέρει με το αυτοκί­ νητο στο Κ αφέ . Δεν ξέρω πόση ώρα θα μεί νω εκεί, αυτό εξα ρτά­ ται α πό σένα . Αλλά πρέπει να συναντήσω κάποιον άλλο φίλο στις μ ια , για φ αγητό . Ύστερα απ ' αυτ ό, δεν ξέρω» . « Εντάξει» , εί πε ο Π ατσ έκο , « δεν θα μας πά ρει πολλή ώ ρα » . Ο Λαπόρτ ξαναγύρισε στο σαλόνι . Η Μ α ρί α τελείωνε τ ον κα­ φέ τη ς . «Τι ήθελε ο Π ατσέκο ; » ρώτησε. Αυ τ ό ς κάθισε . « Δεν ξέρω . Λέει ότι έχει κάτι που με ενδιαφέ­ ρει, θέλει να με δει στις δώδεκα » . Η Μα ρία άφη σε κάτω το φλιτζάνι, όταν ξαφνι κά θυ μήθη κε . Κάτι που είχε παρατη ρή σει, κάτι που εί χε σ κοπό να του πει τ ο βράδυ που είχ αν συναντηθε ί, πριν τ ρεις μέρες . « Νομ ίζω ότι κά­ ποιος σε παρακολουθεί», εί πε. Τα λόγια της τον ξάφνιασαν. «Τι θέλεις να πεις; » Του μίλη σε για τον άνθρωπο στο πεζοδρόμιο, απένταντι απ ό το Μ πα ρ Χαβάη, τον άνθρωπο που είχε εξαφανιστεί, μόλις είχε γυ ρ ί σει να ξανακοιτ ά ξει. « Ε ί σαι σ ίγουρη ; » τη ρώ τησε. Αυτή ένιωσε αβέβαιη , μπερδε­ μένη . Ε κεί νο τ ο βράδυ ήταν σ ίγουρη , σή μερα, τ ρεις μ έρες αργό­ τερα, δεν είχε πια τόση εμπιστοσύνη στον εαυτ ό τη ς . Ίσως να είχε κάνει λάθος , ί σως να ήταν α κόμα αναστατωμένη από την εξαφάνιση του Χέρμ περτ Βάισμαν. « Δεν ξέρω», παραδέχτη κε. Ο Κόριγκαν βγή κε από το μπάνιο, σ κουπ ίστηκε, φόρεσε κα­ θαρά ρούχα, και πήγε να β ρει τη γυναί κ α του στον κή πο. Ε ί χε ετοιμάσει ένα ελαφρό γ εύμα με κ ρέας και σαλάτα , και δυο μ που­ κάλια κρύα μπύρα . Κάθισε στο τραπέζι μαζί τη ς, κι ένιωσε ν α χαλαρώνει στον ήλιο . Ένα μυστικό - δεν μπορούσε να διώξει τη σ κέψη αυτή α πό το μυαλό του - ένα μυστικό που η Ουάσιγ­ κτον κρατούσε απα ραβίαστο , και που αυτός το είχε σχεδόν μα219


ντέψει. · Ενα μυστικό που τώρα δεν θα μάθαινε ποτέ. · Η ξερε ότι το μυστι κ ό είχε σχέση με τ ο γιο, τ ον παπά . Γι αυτό τον άνθρωπο ::ίχε δώσει το σή μα της ε κτέλεση ς, πριν μιά μιση ώρα. « Συμβαίνει τίποτα , Τζο; » Η φωνή της γυναίκας του δ ιέκοψε τ ους συλλογισμούς τ ου . « Απολύτως τ ί ποτα » , χα μογέλασε, σερβίροντ ας τ·η μπύρα «γιατ ί ρωτάς; » « Μερικές φορές σε ξέρω κ α λύτερα α π ' όσο ξέρεις εσύ τον εαυτό σο ω), εί πε αυτή . « Ξέρω π ότε ανησυχείς και πότε λες ψέ­ μα τ α » . · Ε κανε ν' απαντήσει, αλλά χτύ πησε το τηλέφωνο. Η φωνή του Μ π έϊλυ ήτ αν ανέκφραστη και σ ταθερή . « Βάλαμε εμπ ρόζ), είπε. «Τα παιδιά με ειδοποίησαν. Η δουλειά στήθη κε . Θα εί σαι σ τ ο σ π ίτι; » « · Η στον ασύρματο του αυ τ οκινήτο ω) . « Κ α λά» , εί πε ο Μ π έϊλυ . «Θα σε πάρ@) . Η γυναίκα του τον κοίταξε, καθώς κατ έβαζε το α κουστικό . « Λοι π όν; » ρώτησε. Ο Κόριγ καν δεν θέλησε να τη ς ξ αναπ εί ψέματα . «·Ελα , σή κω » , εί π ε , «θ' α ργή σουμε » .

5 Ο δρόμος που β ρισ κόταν το Καφέ Αμαρίλο ήταν μονή ς κατεύ­ θ υνσης . Η Μαρία έφτ ασε στις δώδεκα π αρά δέκ α, ανέβ ασε τ ο αυτο κίνητο σ τ ο π εζοδρόμ ιο για να μην εμπ οδίζει τη ν κυκλοφο­ ρία , και π ερίμενε τ ον Λαπόρ τ που κατ έβη κε κ αι ή ρθε α π ό τη μεριά της. « Θα σε δω απ όψε; » ρώτησε αυτός . Ε κείνη έγνεψε κα­ ταφα τ ικά . Ο άντ ρας έσκυψε και τη φίλη σε . Ο άντρας που καθόταν μαζεμένος στο π ί σω κάθισμα ενός αυ­ τ οκινή τ ου, παρκαρισμένου δια κριτικά είκοσι μέτρα πιο πίσω , έσ κυψε μ π ροσ τ ά , σ τ ον άνθρωπ ο σ τ ο τιμόνι . « Αυ τ ός είναι; » ρώ­ τη σε. Ο Ρικάρντο Π ατσέκο έγνεψε κ αταφατικ ά . « Νόμιζα ό τ ι ήταν πα π άς» , είπε ο άνθρωπος στο π ίσω κ ά ­ θισμά . « Είνα ι π α πά ς . Π ρώ τη φο ρ ά τ ον βλέ π ω έτσι ν τ υμένο » . Ο επ ι ­ βά τ η ς κοί τα ξε το δ ρόμο. «Δεν μιλούσ α γι α τα ρούχα τ ου» , είπε. Π ερίμενε, π α ρα κ ολουθcοντ α ς τη Μαρία ν α φεύγει και τον Λ α 220


πόρτ να μπα ίνει στο κέντ ρο. « Εντάξει» , εί πε στο δημοσιογ ρά φο, « κ ανόνισέ το για τις δυ ό­ μ ι σι» . Ο Λ α π όρτ διάλεξε ένα τρα π έζι δεξιά από την πόρτα , κοντά στον πάγκο του μπα ρ , και π αράγγειλε ένα σ κέτο καφέ. Δέκ α λε πτ ά αργότερα , ο Π ατσέκο μπή κε και πήγε στο τ ραπέζι του , π αρ αγγέλνοντας μια μπύρα . « Π ώς πάει; » ρώτησε απλά ο δημο­ σιογράφος . « Κ α λά » , απάντησε ο Λα π όρτ, π ροσπαθώντ ας ν α θυμηθεί π ό­ σα ή ξερε ο Πατσέκο, κι αν του είχε μι λή σει για τα έγγραφα . « Ξέ­ ρω γιατί σ κοτώθη κε ο Χέρμ π ερτ Βάίσμαν και για ποιο π ρ άγμ α έψαχνε». Αναρωτή θη κε γιατί δεν είχε σχολιάσει ο Π ατσέκο το ντύσιμό του , γιατί δεν είχε ρωτήσει π ού ήταν το ράσο του . Κά ­ ποιος σ το πεζοδρόμιο, είχε πει η Μα ρ ί α , κάποιος που τους πα ρα­ κολουθούσε. Ο Πατσέκο κούνη σε το κ ε φ άλι του . « Κ αι τι κ άνει η Μ α ρία ;>, " Ενα π ρόσω π ο π ου εξαφανίσ τηκε , είχε πει η Μ αρία , π ου χάθη κ ε μέσα στη νύχτα . « Πολύ καλά » . ' Η ξερε, ό τι έ π ρε πε να πει ψέματ α , χω ρ ί ς να καταλαβαίνει το λόγ ο . Μια υποψία μεγ άλ ωνε μέσα του . « " Ελει πα όλη τη νύχτ α χτες και π έρασα α πό το σ π ί τι της το πρω ί . Φάγα με μαζί π ρωινό » . Είχε την αίσ θηση ότι είχε πει π ολ­ λά . « Εί π ες, λοι π όν, ό τι ήθελες να με δεις» . Ο Πατσέκο έγνεψε καταφατικά . « Υ π ά ρχει κάποιος στην π ό ­ λη π ου θ α ήθελε να σε συναντήσ ω> , είπε επιφυλα κτικά . « Θ α έλεγα να τον δεις » . « Γιατί; » ρώ τησε ο Λ απ όρ τ . Μόνο τ ρεις άνθρωποι ήξεραν για τη συνάντηση , το βρά δ υ της Τ ρίτη ς, σκέφτη κε : αυτ ό ς , η Μ α ρ ί α , και ο Πατσέκο. Έν α π ρ όσω π ο , είχε πει η Μ α ρία , ένα π ρόσωπο που εξαφανίστη κε. « Γιατί εί ναι πι θανό να μ π ορεί να σε βοη θή σει » . « Ποιος είναι; » ρώτησε ο Λ α π ό ρτ . « Τι έχεις ν α μ ου π ει ς γ ια α υ τ όν; » « Τ ίποτα » , είπε ο Π ατσέκο, « Δεν μπορώ να σου πω τίποτω, . « Πού και π ό τε; » Ο Λ απ όρ τ θυ μήθη κε π όσο είχε χρειαστεί τη ν π ί σω π όρτα , στο σπίτι του Τ σακλικάγιο . « Σ ίνκο υ Μέντια , στις διόμισι . Δωμάτιο εικοσιέξι» . Δεν είχε καιρό να ελέγξει τ ί π οτα , σ κέφτη κε ο Λ α π ό ρτ . Δεν εί χε κα νέν α να τον καλύψει α π ό πί σω. « Τι είναι το Σ ί νκο υ Μ έντια; » ρώτησε . Όχι ο Πατσέκο, πα ρα κ άλεσε σιωπηλά , όχι ο Π ατσέκο. Ο Πατσέκο γέλασε. «Το Σίνκο υ Μ έντια είναι ένα μ πο ρντέλο . 22 1


Πή ρε το όνομα του από την απόσταση , β ρίσκεται α κριβώς πε­ ντέμισι χιλιόμετ ρα έξω από την πόλη » . Ο Λαπόρτ θυμήθηκε ξ ανά το βούϊ σμα στα αυτιά του όση ώρα περί μενε στο κρυφό υπόγειο, την κ ραυγή τη ς Μαρί ας που τον προειδοποιούσε, τη φυγή από το πίσ ω μέρος του σπιτιού . Τον ένα και μοναδικό δρόμο που οδηγούσε στο Μολέντο. «Εντάξω) . · Ηξερε ότι δε ν είχε ά λ λη εκλογή . « Σίνκο υ Μένταια . Στις δυό­ μισι» .

6 Στη μια παρά είκοσι, ο Ζαν Λαπόρτ τέλε ιωσε τον καφέ του , βγή­ κε από την Κάλε Κουσένα , πήγε στην πλατεία Σαν Μ αρτίν και πή ρε ένα τα ξί, για να πάει στο κέντρο που είχ ε ραντεβού με τον πατέρα Μισέλ. Λ ίγα λεπτά α ργότερα, ο Τζο Κόριγκαν και η γυ­ ναίκα του, βγή καν α πό το σπίτι τους, μπή καν στο αυτ ο κίνητο, με τον πεζοναύτη συνοδό στο πίσω κάθισμ α , και πήγαν στην Ε κ κλη σία του Καλού Πο ιμένα , στην Αβ ενίντα Σάντα Κρου ζ , στο Μιραφιόρες . Οι γονείς ήταν εκεί και περίμεναν . Το μωρό που θα βάφτιζε ο Κόριγκαν, κοιμόταν ή συχα σην αγκαλιά τη ς μητέρας του . Το άρωμα των κρίνων γέμιζε την ε κ κλησία . Ο Κόριγκαν έψ αξε στην τσέπη του και έβγαλε το δώ ρο . Το φίλντισι γυάλισε στο φως των κεριών . Το έβαλε πάνω στο στή ­ θος τ ου μωρού κ α ι είδε τα μ ι κ ρ ά δάχτυλα ν α πιάνουν τις χάντρες τ ου κομπολογιού της προσευχή ς. Η μητέρα πέρασε το χέρι τη ς στο μ πράτσο του Κόριγκαν. «Ελπίζω να μ1t σε πειράζει, Τζω) , είπ ε σιγανά . ((Θέλαμ ε να σου το πούμε, αλλά δε ν σε βρίσκαμε σπίτι. Π αρακαλέσαμε τον παπά να περιλάβει στην α κολουθία του βαφτίσματος και το " Π ά τερ Ημών" . Είναι μια παλιά οικογενειακή μας παράδοση » . Ο Κόριγκαν την κοίτ αξε με αγάπη . ((Πιστεύω πως είναι μια ωραία παράδοση», είπε. Ο ουρανός έξω ήταν καταγάλανος και η ζέστη αφόρητη . Ο Λα­ ' πόρτ έφτασε στο καφέ- μ π α ρ , σ ένα στενό δρομάκι πίσω από το Εθνι κό Σ τ άδιο, στις μια παρά πέντε, και διάλεξε ένα γωνια κό τραπέζι, μακριά α πό την πόρτα και τον πάγ κο. Από την κουζίνα ερχότ αν η συνηθισ μένη μυρωδιά ψαριώ ν. Είχε έρθει νω ρίς , δεν 222


υπή ρχε άλλος πελάτη ς στο μαγαζί . Παράγγειλε μια μπύρα κ α ι κοίταξε γύ ρω του . 'Ηταν το είδος του κέντρου που θα διάλεγε ο πατή ρ Μισέλ , όταν βρισκόταν μα­ κριά από την αυστηρότητα και τους συντη ρητικούς τρόπους των άλλων παπ άδων τη ς ομάδας. Αναρωτήθη κε πώς θ' αντιδρούσε ο φίλος του όταν τον έβλε πε ντυμένο με πολιτικά , και σ κέφτη κε τι δικαιολογία θα έδινε . Η μπύρα ήταν παγωμένη , όπως στο μπαρ, στο Μολέντο . Η β ραδιά με το λογιστή του φαινόταν κιόλας πολύ μακρινή' κι ό­ μως, είχαν περάσει λιγότερο από δ ώ δεκα ώρες . Τα δάχτυλά του έψαξαν στη δεξιά του τσέπη , βρήκαν το κομπολόϊ και το άγγι­ ξ αν. ' Ενιωσε μια περίεργη σιγουριά . Η πόρτα άνοιξε και ο πατή ρ Μισέλ μπή κε μέσα. Ο Λα πόρτ ση κώθη κε να τον χαιρετήσει, τον κέρασε μπύρα και πα ρ άγγ ειλε ct.'bicht.' . Ο πατή ρ Μισέλ τον κοίταξε από την άλλη ά κ ρη του τραπεζιού . «Ανησύχησα με σένα», είπε . « ' Ε ρχεσαι νύχτα, φεύγεις νύχτα . Ευτυχώς που σε είδα χτες το πρωί' όταν πήγα σ το δωμ ά τιό σου , το κ ρεβάτι ήταν απείραχτο . Το ίδιο και σήμερα το πρωί . Συμ βαί­ νει τίποτα ; » Ο Λαπόρτ κούνησε το κεφάλι του . «'Οχι, τ ίποτα, δεν συμ β αί­ νει . Η αλήθεια είναι ότι όλα πάνε καλά » . « Πες μου λοιπόν τα νέα σου». Ο πατή ρ Μισέλ άρχισε να τρώ­ ει. Ο Λαπόρτ περίμενε να φύγει ο σερβιτόρος για ν' α ρχίσει . « Όπως ξέρεις, την περασμένη Κυρια κή, τη νύχτα , η τοπική αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι του Γιόζεφ Χάϊνερ . Δεν τον βρή καν όμως» . Ένιωθε ανακούφιση που μιλούσε σε φίλο. «Δεν ξέρουν πού είναι. Ούτε κι εγώ ξέρω , αλλά τώ ρα, έχω ανακαλύψει σχεδόν τα πάντα για το άτομό του. Γιά ποιον δουλεύει και τι κάνει» . Ο πατή ρ Μισέλ έδειξε ν α ξαφνιάζεται και ζήτησε εξηγήσεις . Ο σερβιτόρος έφερε άλλα δυο μπουκάλια μπύρες . Ο Λαπόρτ διη­ γήθη κε την ιστορία με σαφήνεια , αρχίζοντας με την επίσ κεψή του στο σπίτι, και τελειώνοντας με το ταξίδι του στο Μολέντο και τη μυστηριώ δη συνάντηση που του είχε κανονίσει ο Πατσέκο το ίδιο απόγευμα . Το μόνο πράγμα που δεν είπε στο φίλο του ήταν η έκταση της σχέσης του με τη Μαρί α . . .

Στην εκ κλησία του Καλού Ποιμένα, δυο μίλια πιο μακριά , ο πα­ πάς άρχισε να απαγγέλλει το « Π άτερ η μών » . Πάτερ η μών, ο ε ν τοις ουρανοίς, 223


αγιασθή τ ω

Τιl

,'\ι'μιl �ι)ι, ...

«Χαίρομαι που σε βλέπω . . ανησύχησα με σένα» . Τα λόγια τ ου πα τέρα Μισέλ ξαναγύρ ιζαν στ ο μυαλό τ ου Λα­ πόρτ ο Σή κωσε το ποτή ρι με τη μπύρα, αλλά μόλι ς που τη ν άγγι ξε με τα χείλια του . « Ότ αν πήγα στο δωμάτιό σου, τ ο κρεβάτι ήταν απεί ραχτο» . Ξανάβα λε μπύ ρα, κα ι είδε τον εαυτό τ ου τ ο προη­ γούμενο π ρωί να ξεκλειδώνει την πόρτα στο φτωχικό δωμά τιο, στο π ί σ ω μέρος του μοναστηριού. Και να την ξανακλειδώνει ύ­ στ ερα . Άλλες κουβέντες. «Τυχερός είσαι που βρή κες τη Μαρία . Ποια είναι; Που μένει; » Ο πάγος άρχι σε ν' απλώνεται σ το μυαλό του. Θυμόταν κ αι συσχέτιζε . Ελθέτω η βασ ιλεία Σου, Γεννηθή τ ω τ ο θέλη μά Σου , Ως εν ουρανώ και επί της Γης . . Ένα π ρόσωπο , είχε πει η Μ αρία, ένα π ρό σ ωπο που είχε εξ α ­ φανισ τεί μέ σα σ τη νύ χτα . 'Οχι ο Πατ σ έκο, είχε παρακαλέσ ει στο Καφέ Α μαρίλ α , όχι ο Π ατσέ κο. Η παρά κλη σή του είχε ει σακου­ στεί. Δεν ήταν ο Π ατσέκο . Ήταν ο πατή ρ Μ ι σέλ . Τώρα ήξερε για τί είχε πάει στη Μ αρία το πρωί, γι ατί την είχε ανάγκη . Του είχε πάρει την κούραση, τον είχε κάνει να δει καθαρά . Ό πως αντίθετα ο πατέρας τ ους, δεν είχε δει, τ ριάντα χρόνια π ρι ν . Θυ ­ μή θη κε την άλλη σ κέψη που είχε κάνει όταν κα τ άλαβε την επ ιθυ­ μία τ ο υ γι α τη Μα ρία, όταν είχε ανασάνει το άρωμά της στο κ ρε­ βά τι κα ι εί χε δει τον πόνο της στο μπαλκόνι. Θυμήθη κε τ ι είχε σ κεφτεί, κα θώ ς πάλευε με τη συνείδη σή του . Κάθε όρκος, κάθε εντ ολή που καταπατούσε, ήταν σ αν να τον έφερνε π ιο κοντά στην αλήθεια. Τον άρ τ ον ημών τον επ ιούσι ον, δος η μίν σή μερον κα ι άφες η μ ίν τα οφειλή ματα η μών . . . Του είχαν πάρει όλες τ ι ς πληροφορ ίε ς που ήθε λ αν, ή ρεμα και αποτελεσματικά, όπως είχε κάνει αυτός στο λογι στή . Το χέρι που του είχε απλωθεί δεν ή τα ν χέρι φιλι κό . Τ ον είχαν ανα κρίνει κα ι τα είχε πει όλα . Ονόματα, διευθύνσεις, ση μεία συναντήσεων . Είχε προδώσει αυτούς που τον είχαν βοηθή σει. Θυ μήθη κε πως ο π ατέρας τ ου εί χε μείνει σ την ισ το ρ ία , γιατί δεν είχε αρθρώ σει ού ε μια λέξη στου ς βασανιστές του . Πολύ αργά, σ κέφτη κε. Όχι δεν είναι α ργά , εί πε στ ον εαυ τ ό τ ου , είχε ακόμα καιρό. Όλες οι πλη ροφορίε ς, όλα τα ονόματα , είχαν αναφερθεί εκεί , στο γεύ ­ μα . Δεν ήταν αργά . Έφτασε στην έκτη εντολή . Ως και η μεί ς αφίεμεν του ς οφειλέτ α ις η μών . . Ση κώθη κε, λέγοντας ότι έπρεπε να πάει σ τη ν τουαλέτ α. Τώ.

,

224


ρ α έβ λε πε πως είχε στ ηθεί το σκη νικό, Ύ\ατ ί ήταν άδειο το κέν­ · τ ρο . Πή γε πίσω απ ό τ ον πατ έ ρ α Μισ έλ με τ α χέ ρια στις τ σέπες . Θυμή θη κε τ ο λουστράκο . ·Επιασε το δε ρμά τινο κορ δόνι του κο μπ ολογιού . Και μ η εισενέγκεις η μάς εις πειρασμός ΑλΚά ρύσαι η μά ς από του πονη ρού . . . Η κίνηση ήταν γρήγο ρη και κοφτή , οι χάντρες πλήγωσαν τη σάρ κα και το κορ δό νι β υθίστη κε στους σ κ λη ρούς μυς του λα­ ρυγγιού . Το γόνατο σαν μο χλός ανάμεσα στις ωμοπλάτες , ισιώ­ νοντας το σώμα που σπ άραζε . ·στι Σου εστί Βασιλεία η και η δύναμη και η δόξ α . . . . Τα δάχτυλα του πατέρα Μ ισέλ εί χαν αρπάξ ει τις χάντρες κα­ θώ ς αγωνιζόταν να ξ εφύγει από το σφίξιμο του θανά του . Εί χε· σ κεφτεί συχνά το θάνα το, τον είχε δει πολλέ ς φορέςε μπροστά του, είχε αναρωτηθεί ποια θα ήταν η δική του μοίρα . Ή ταν πιο μαλα κός απ' όσο είχ ε φανταστεί . Και πιο ζε στός . ·Ε νιω σε τις δυ νά μει ς του να φεύγ ουν . Γύ ρισε πίσω στο παρελθόν, τ ο μυαλό τ ου περιπλανήθη κε στα μέ ρη που είχε υπη ρ ετή σει το Θ εό του . Γουατεμάλα . Α νατο λικό Βε ρολίνο , Ελ Σαλβαντόρ , Βιετνά μ , Χ ι­ λή . Μ ε ρικές φορές στην ίδια την Α μερική . Η αίσθη ση της ζε στα­ σιά ς έΎ\νε πιο έντονη , πιο σ κοτεινή . Τώρα, ή ταν πάλι νέος, χ αι­ ρόταν τα ηλιοβασιλέ ματα , τα κορίτσια . Τώρα παιδί, μέσα στη φτώχ εια , η μητέρα του αγωνιζόταν να τα βγάλει πέρα , έκ λαιγε κ ρυφά τις νύχτ ες . Νυν κ α ι αεί Και εις τους α ιώνας . . . Ε ίχε φτάσει πια στο σκοτεινό τούνελ που τον περί μενε . Βιαζό­ ταν να μπει, σαν να ήταν αυτ ό το μόνο πράγμα που ήθ ελε . · Η ταν τα βαφτί σια του , η μητ έρα του έκ ανε το σταυρό της , τα στή θια τη ς ήταν μαλακά , του χά ριζαν τ ροφή και σιγουριά . Τα μ άτια του γέμισαν δ ά κρυα . Δεν ήταν από τον πόνο τη ς εκτ έλεσης , ή­ ταν σχεδόν.δά κρυα χαράς, σαν να είχε ανα καλύψει το π ραγμα­ τικ ό νόημα του ράσου που φορούσε . Τα χέρια του έπαψαν να τραβάνε τις χάντ ρ ες κι έμειναν α κίνητα . Ε ίχε φτάσει εκεί , στο αιώνιο σκοτ άδι . Αμήν . σ Λαπόρτ ίσωσε το κορμί του, έβγαλε το ροζάριο από το λαι­ μό του παπά κι άφησε το σώμα να γείρει μαλα κά στο κάθισμα _ σ πανικός απλωνόταν μέσα του σαν καρ κίνος . · Εκανε δυο βή­ ματα π ί σω, μη μπορώ ντας να κοιτάξει. Ω Θεέ μου, συγχώρα με, 225


σε παρακαλώ, συγχώρα με. · Εριξε μια ματιά στο φίλο του . Ίσως υπή ρχε κ άποια εξήγηση . Ίσως ο πατήρ Μισέλ είχε ζητήσει από κάποιο δόκιμο καλόγερο να ξεκλειδώσει τη ν πόρτα του δωμα­ τίου. " Εριξε ένα β λέ μμα απελπισίας γύρω του . Α κόμα ήταν άδειο το μαγαζί. Αλλά η ταμπελίτσα στην πόρτα έλεγε πως ήταν α­ νοιχτό . Ανάθεμά τους όλους . Ανάθεμ α τον Π ατσέκο. Ανάθεμα τον π ρεσ βευτή . Ανάθεμα το λουστρά κο . Ανάθεμα τον Σαλμπράν. Ανάθεμα τη Μαρία . Ανάθεμα και τον π ατέρα του " Δική τους ή­ ταν η ενοχή , όχι δική του. Ανάθεμά τους για όλες τις αμαρτίες π ου είχε κάνει. Η πόρτα ήταν κλειδωμ ένη . Κοίταξε πάλι την ταμπέλα π ου κ ρεμόταν από ένα καρφί. Α ΝΟΙΧΤΟ . Το είδε και ο πάγος απλώ­ θη κε ξανά μέσα του . ΑΝΟΙΧΤΟ , σε όσους ήταν μέσα , ΚΛΕΙΣΤΟ σ' όσους έβλε π αν απ' έξω . Στο δ ρόμο είδε δυο άντρες ν α κάθονται σ' ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο . Καθώς τους κοίταξε, ο ένας από αυτούς κο ύνησε το κεφάλι. Βγή καν και άρχισαν να πηγαίνουν προς το κέντρο . Ξεκλείδωσε την πόρτα κι άνοιξε , περνώντας α π ό μ π ροστά τους στην έξοδο . «Πού είναι ο παπ άς ; » ρώτησε ο πρώτος άντρας. Ο Λα π όρτ έδειξε τη σιλουέτα που ήταν γερμένη ή ρεμα στο τραπέζι. « Πού είναι ο Κόριγκαν; » ά κουσε τον ευατό του να ρωτάει. «Θα έρθει α ργότερα να δ ει το πτώμα, πριν το πάρουμε από δω» . Ο Λαπόρτ βγή κε έξω στον ή λιο κι α π ομα κ ρύνθη κε. Στην εκκλησία , το όργανο άρχισε να π αίζει τον τελευταίο ύ­ μνο . Ο π απάς έδωσε το παιδί πίσω στη μητέρα του. Ο Κόριγκαν κοίταξε το βαφτισιμιό του , αλλά η ματιά του π ήγε αμέσως στον πεζοναύτη που ερχόταν βιαστικά π ρος το μέρος του . "Ε σκυψε και φίλη σε το παιδί. Δίπλα του , η νεα ρή μητέρα ήταν δα κ ρυσμέ­ νη από ευτυχία . «"Ενα μήννμα στον ασύ ρματο του αυτοκινήτοω>, εί πε ο πεζο­ ναύτης . «Είπαν ό , τι έγινε κι ότι π ρέ π ει να π άτε εκεί σε μισή ώρα» . ·Εδωσε στον Κόριγκαν ένα χαρτί , ό π ου είχε γρά ψει μια δ ιεύθ υνση . Ο Κόρίγκαν είδε τα μάτια της γυναίκας του καρφωμένα πάνω του κι απέφυγε το βλέμα της. Κ οίταξε πάλι το παιδί. «Ναι» , εί π ε, « καταλαβαίνω» .

226


7 Η διεύθυνση που έδωσε ο πεζοναύτης στον Κόριγ καν βρισ κόταν στη συνοικία Τζεσού Μ αρ ία . Ο Κόριγκαν φίλη σε το βαφτισιμιό του, απέφυγε τη γυναίκα του και πήγε με το αυτοκ ίνητο στο δ ρό­ μο που του είχαν πει. Το σπίτι ήταν ένα μοναχικό δ ιώροφο κτί­ ριο, με ξεφτισμένο το κίτ ρινο χρώμα της π ρόσοψης και μια είσο­ δο στο πλάι, π ροφυλαγμένη α πό μια καγκελόπορτα. Π α ρ κάρισε απέξω το αμάξι, κ λείδωσε τις πόρτες και χτύπησε το κουδούνι της εισόδου . Του άνοιξε ο άντρας που είχε περάσει π ρώτος μπ ρο­ στά από τον Λαπόρτ , στην είσοδο του κέντ ρου . « Κόριγκαν» , συστήθη κε. « ' Η ρθε ο Μπέιλυ ; » Ο άνθρωπος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Είναι στο δρόμο» . Ο Κόριγκα ν το ν α κολούθησε στο χολ, κι απ ό κει στη ν κουζί­ ν α . Από το παράθυρο είδε παρ καρισ μένο πίσω στην αυλή ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο, που θα είχε μάλλον χρησιμέψει για τη μεταφορά . Α κουμ πισμένος πάνω στο καπό, ένας δεύτερος άντρας έπινε μια κό κα-κόλα . Το σώμα ήταν ξαπλωμένο πάνω στα κόκ κινα πλα κά κια της κουζίνας, σ κεπασμένο μ' ένα άσ π ρο σεντόνι . Τα πόδια του παπ ά ξεπ ρόβαλαν από τη μια άκ ρη του σεντονιού . Τα μαύρα παπOι'J­ τσια που σέρνονταν στα πλακά κια ήταν παλιά και σ κονισμέν α, οι κάλτσες μάλλινες και γκρίζες , είχαν μαζευτεί γύρω από τους αστ ραγάλους. Μακάριοι οι π ραείς , σ κέφτη κε ο Κόριγκαν . κ α­ θώς έσ κυψε και σή κωσε το σεντόνι από το πρόσωπο του ανθ ρ ώ­ που, που εί χε διατάξει να εκτελέσουν. Η απόφαση είναι δική σου, του εί χαν πει . Δεν ήταν δική του η απόφαση , το ήξερε, αλ­ λά , έτσι κι αλλιώς , την είχε πάρει. Όχι γιατί ήταν η σωστή από­ φαση , αλλά γιατί δεν θα χ ρειαζόταν να την ξαναπάρει. Τα μάτια ήταν πετα μένα έξω από την αγωνία του στραγγαλι­ σμού . Ο Κόριγκαν άπλωσε το χέρι του και τράβηξε το λευ κό κ ολά ρο που εί χε ανέβει ψηλά στο λα ι μό . Κάτω απ ' αυτό. μισο­ κρυμμένα από το πουκάμισο, ήταν τα ση μάδια του θανάτου . Έ­ σ κυψε πιο χαμηλά να τα δει, μυρίζοντας το πτώμα. «Μερικές φορές», του είχε πει η γυναίκα του , δυο ώρες νωρί­ τερα , «σε ξέρω καλύτερα απ ' όσο ξέρεις εσύ τον εαυτ ό σου . Ξέ­ ρω πότε είσαι στενοχωρη μένος , ξέρω πότε λες ψέματα». Θυμή­ θη κε το β λέ μμα της στην εκκλησ ία, τον τρόπο που είχε αποφ ύγει τη ματιά της καθώς έφευγε. Ξανακοίταξε τα ση μάδια στο λ αιμό . Δ εν ήταν καθαρά , δεν ήταν η λεπτή κόκ κινη γραμμή που εί χε 227


δει τόσο συχνά . Το δέρμα ήταν σκαμμένο και μωλωπισμένο, σαν να είχε χ ρησιμοποιήσει ο δολοφόνος ένα κολιέ . ' Η ένα κο­ μπολόι π ροσευχή ς . Η σ κέψη ήταν εκεί στο μυαλό του , πριν τη σ κεφτεί . Α κόμα και στην κουζίνα που είχε δροσιά , οι μύγες τρι­ γύριζαν μ ' ένα επίμονο βουητό. Τράβη ξε πάλι το σεντόνι σ κεπά­ ζοντας το π ρόσωπο του παπά και βγή κε στον κή πο να βρει τους δυο άντρες . Έξω στο δρόμο ακούστη κε η κόρνα ενός αυτοκινή ­ τ ου . Ο ένας από τους φύλακες άνοιξε την πλαϊνή είσοδο και ο Μ πέιλυ μ πή κε μέσα με τ' α μάξι του, παρκάροντας πίσω από το μαύρο. « Πώ ς πήγε;» ρώτησε με ενθουσια σμό , γνέφοντας στον Κό ρι­ γιων, και παίρνοντας την κόκα κόλα που του πρόσφεραν. « Κα μιά δυσ κολία » , είπε ο πιο ψηλός από τους άντ ρες, με τον ίδιο ενθουσιασ μό . « Ρολό ι. Ο τύπος στο κέντ ρο ήταν καλός. Δ εν έγινε κα μιά φασα ρία . Μας είπε να β ρισκόμα στε εκεί στις μιάμι­ ση, και στις μ ιά μιση βγαίνει από την πόρτα και μα ς γνέφει , σ αν ν α σ κότωνε εκεί την ώρα του . Ύστερα , κατεβ αίνει στο δρόμο και φεύγει σαν ν α μη συμ βαίνει τίποτα» . « Εί ν αι από τους καλύτερους», είπε ο Μπέιλυ . « Ταλέντ ο . Έ­ χει π ά ει π αντού . Γουατεμ ά λα, Α νατολικό Βερολίνο, Βιετνάμ , Ελ Σ α λβ αντόρ». Γέλ ασε . « Μερι κές φορές καΙ, πιο κοντά στην πα­ τρίδω>. Σ τάθη κε πάνω α πό το πτώμα . « Δ ουλεύει κυρίως μ ε το σύρμα. Σε όλ α τα καταφέρ νει, βέβα ια , α λλά το σύ ρμα είναι η ε ι δικότητά τοω). Τα λόγια α ντήχησαν στο μυα λό του Κό ριγκαν. Θ υμήθηκε τα ση μάδια στο λαιμό , τη σά ρκα βουλιαγμένη α πό τις χ άντρες του κομ πο λογιού , και μια ελαφριά παγωμάρα άρχι­ σε ν' απλώνεται στο σώμα του . Ο Μ πέιλυ γονάτισε, α πο λ α μ β ά ν οντα ς τη στιγμή , το θ ρία μ βό του, και σή κωσε τη ν ά κ ρη του σεντονιού . Στο δωμάτιο απλώθη ­ κε σιγή . « Χ ριστέ μου ! » Οι λέξεις βγή καν από το στόμ α του Μπέιλυ με ξέψυχη φωνή . Σηκώθη κε όρθιος , με μάτια γουρλωμένα . « Τ ι είπατε ότι έγινε;» Οι δυο άντ ρες που είχαν φέρει το πτώμα , κ ου­ νήθη κ αν ανή συχοι, καταλα βαίνοντας ότι κάτι δεν πήγαινε κα­ λά , χωρίς όμως να ξέρουν το λόγο . « Το ραντεβού ήταν για τις μία . Πήγαμε εκεί νωρίς, παρκ ά ρα ­ με και περιμέναμε. Ο άνθρωπός μ ας ήρθε π ρώτος κι ύστερα ο π α πάς . Όπως είπαμε δεν παρουσιάστηκε καμιά δυσκολία » . Έ­ νας τόνος αβεβ αιότητας είχε γλιστρήσει στη φωνή του . «Στις μιάμιση α κριβώς , στην ώρα του , ο ά νθρωπό ς μας βγαίνει κι εμεί ς μ π αίνουμε και μ αζεύ ουμε τον παπ ά » . 228


Ο Μπέιλυ τους κοίτα ξε με μάτια ο λ άνοιχτα, και ε πανέλα βε τα λόγια τους. «ο άνθρω πός μα ς έρχεται, λέτε , κι ύστερα ο πα­ πάς» . Έ μοιαζε σαν υπνωτισμένος . «ο άνθρωπ ός μας βγα ίνει, μπαίνετε μέσα και μαζεύετε τον παπά)) . Οι άντρες έγνεψαν κα­ ταφατικά . «Είχατε συναντήσει ποτέ τον άνθ ρωπό μας;)) ρώτησε ο Μπέιλυ . « · Οχι, τα κανόνισε όλα από το τη λέφωνο )) . Ο Κόριγκαν κοί­ τα ξ ε τον Μπέιλυ και ο πάγος μέσ α του σ κλή ρυνε. «Γιατί )) , άκουσε τον Μπέιλυ να λέει, «αυτός είναι ο άνθρωπός μας» .

8. Η γραμματέας του β ρισκόταν κιόλας στο γραφείο της , όταν ο Κόριγκαν γύρισε στην π ρεσβεία . Ο Μ πέιλυ κι αυτός είχαν φύγει μαζί από το σπ ίτι, αφήνοντας τους άλλους να φροντίσουν για το πτώμα του συναδέλφου τους. Ο Μ πέιλυ είχε πάει κ ατευθείαν στην αίθουσα των τηλεπικοινω νιώ ν για να κάνει την αναφορά του στην Ουάσιγκτον. «Δεν ήταν υπέροχα; )) είπε η γραμματέας, λίγο δα κ ρυσμένη . Ο Κόριγκαν χαμογέλασε και κλειδώθη κε στο μέσα γραφείο . Ο γιος δεν ήταν καθόλου επικίνδυνος, είχε πει ο Μ πέιλυ στην πρώτη ενη μερωτική συνάντη ση για την υ πόθεση . ·Ε ν α ς παπάς, είχε τονί σει, έν ας ειρηνικός άνθρωπος . Και ύστερα, η νυχτερινή επιδρομή στο σπίτι , στο Τσακλικάγιο. Αποκλείεται να ήταν ο γιος, είχε πει ο Σμ ε λτς . Αυτή είναι δουλειά από επαγγελματίες, με κάλυψη από εμπ ρός και έξοδο κινδύνου από π ίσω. Ομαδική δουλειά . Και τα έγγραφα που χάθη καν; Δεν έχουν αξία για κανένα , είχε πει ο Σμελτς . Κι όμως, ο γιος είχε κά νει τ η δο υλειά, είχε β ρει ά κ ρη με τα έγγραφα, είχε ανακαλύψει χάρη σ ' αυτά το λογι­ στή , είχε μάθει όλα τους τα μυστικά απ ' αυτόν . « Τα ήξερε όλω) , είχε ψιθυρίσει ο γέρος στον Σμελτ ς , «ακόμα και την Επιχείρη ση Οκτά β ιο )) . Και ο δολοφόνος τ η ς Υπη ρεσίας, ο άνθρωπος που έπαιζε τ ο φίλο στον Λαπόρτ , το τα λέντ ο , π ο υ είχε πει ο Μπέιλυ ; Ξαπλωμέ­ νος ανάσ κελα στο πάτωμα τη ς κουζίνας, με τις κάλτσες μαζεμέ­ νες στους αστραγάλους του και τα σημάδια του στραγγαλισμού 229


στο λαιμό τ ου . Καθόλου επικίνδυνος, είχε πει ο Μπέιλυ . Ένα μυστ ι κό, σ κέφτη κε πάλι, ένα μυστικό που ήξεραν μόνο στην Ουάσιγκτον , ένα μυστικό άγνωστο α κόμα και στον Μπέιλυ . Το καινούργιο κουτί με τ α χαβανέζικα πούρα ήταν στο πάνω συρτά ρ ι του γραφείου του . Ο Κόριγκαν πή ρε ένα , άνοιξε το χρη­ ματοκιβώτιο κι έβγαλε το φά κελο με τις πλη ροφορίες για τον Ζα ν Λαπόρτ, που είχε πάρει π ρωτύτερα από το φάκελο Χάινερ . . Α πλωσε τα χαρτιά πάνω στο γραφείο του κι άρχισε να διαβάζει τις εννι ά μεγάλες παραγράφους. Είχε σχεδόν τελειώσει την π ρώ­ τη σελίδα , π ροσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, όταν η γραμματέας του του είπε στο εσωτε ρ ικό τηλέφωνο ότι κ άποιος κύριος Μπέι­ λυ περίμενε να τον δει. Ο Κόριγκαν έβαλε τα χ αρτιά στο φά κελο, τα έκρυψε στο χρηματοκιβώτιο , και τη ς είπε να φέρει μέσα τον κύριο Μπέιλυ . Ο άνθρωπος τη ς Ουάσιγκτον είχε ύφος βλοσυ ρό σαν ν α κ ρε­ μόταν ολόκλη ρο το μέλλον του από τις επόμενες ώ ρ ες. «Δεν πή ρ α με α κόμα απάντηση», είπε νευρικά , κ αθώς καθόταν . « Κά­ νουν μια αξιολόγη ση της κατάσταση ς . Θα δώσ ουν οδηγίες σε μια ώρω) . « Π ώς είναι τα π ράγματ α ; )) ρώτη σε ο Κόριγκαν. «Απαίσια» , είπε ο Μπέιλυ, «απαίσιω) . « ' Εχεις μια φωτογ ρ αφία του γιου ; )) άλλαξε το θέμα ο Κόρι­ γκαν . « Θα ήθελα ένα αντ ίτυπ ω) . Ο Μ πέιλυ έγνεψε, με το μυαλό του ακόμα στην Ουάσιγκτον. «Τίπ οτε άλλο ; )) ρώτησε ο Κόριγκαν. «Κάτι λεπτομέρειες για τ ο γιο, όχι σπουδαία π ράγματα. Θ α πάω να κάνω ένα μπά νιο στο ξενοδοχείο και θα σου το φέρω σε μια ώρω) . Ο Κόριγκα ν πήγε μέχρι την έξοδο της π ρεσβείας, δαγκώνο­ ντας το πούρο του, κ αι συνόδεψε τον Μπέιλυ . Α ναρωτήθη κε πού διάβολο βρισ κόταν ο γιος. Τι διάβολο συνέβαινε. Γύρισε πίσω στο γραφείο του, βρή κε στην ατζέντα του το νού­ μερο του συνδέσ μου του στη Λα Π αζ, και ζήτησε υπεραστικό . Χ ρειάστη κε δώδεκα λεπτά για να τον συνδέσουν. «Εδώ, Σ αμ )) , είπε με τη σ κέψη του στην Ουάσιγκτον. « Έχου­ με τίποτα ; » Ο σύνδεσμος ήταν σύντομο ς και σαφής. «Τα τηλεφωνήμα τα έγιναν από διαφορετικά τηλέφ ων α . Το πρώτο έγινε από το ξενο­ δοχείο Ελντοράντο . Αυτό το ανακαλύψαμε εύ κο λ ο . Το δ εύ τερο έγινε από ιδιωτικό τη λέφωνο στην πό λη . Αυτό το τη λέ φωνο έχει 230


ενδιαφέρον. Α νή κει σ ' έν α όνο μα που δεν υπ ά ρχει, παρό λ ο που οι λ ογαρι ασμοί π λη ρώ νονται αμέσως» . Δ ου λει ά του Χάι νερ, σ κέφτη κε ο Κόριγ καν . · Ετσι δο ύλευε ο Χά ινερ . « Δ εν κατ ά φερ α να μ άθω α κόμα διεύθυ νση » , συνέχισε ο σύ ν δεσμος , «α λλά θα π ροσπαθήσω» . Ο Κόριγκαν τον ευχα ρίστησε . « Υπάρ χει και κάτι ά λλο που μπορεί να σας ε ν διαφέρει», π ρόσθεσε ο σύνδεσ μος . ( Αρ κετ ά τηλεφωνή ματα , υπερ αστικά, έγι ναν από το ίδιο τη λέ­ φωνο , περίπου την ίδια ώρα , π ρ ά γμα που ση μαίνει ότι α υτός που κα λ ο ύσε έδωσε στον τη λεφωνη τή ένα κατ άλ ογο από α ριθμού ς» . « Π ερίμενε να π ά ρω μολύβ ι » , είπε ο Κ όριγ κ αν . Κ ρά τησε ανοι­ χτ ή τη γρ αμμή τη ς Λα Π αζ , πίεσε το κουμπί του εσωτερικού τη­ λ εφώ νου για τη γραμματέα του και τη ς έδωσε δυο α ριθμούς τηλε­ φώνων , ένα στην Ουάσιγκτον και ένα στη Νέα Υόρ κη . « Υ Π Ερε­ πείγον» , τη ς είπε . Ο σ ύ ν δεσμος τη ς Λα Π αζ περίμεν ε. « Είμαι έτοιμο ς » , είπε ο Κόρ ιγκαν. « Λέγε τους έναν-έ ναν » . Ο σύ νδεσ μος του διάβ α σε τον κατ ά λογο . Ο Κόριγκαν αναγνώρ ισε τον παλιό αριθμό τη ς ιδιωτι­ κ ής του γρ αμμή ς και , α κόμα , τον καινο ύργιο στη Λίμα που του είχε δώσει ο Χά ινριχ Σμελτ ς . · Ε νιωσε ανακούφιση για την αξιο ­ πιστία του ανθ ρώπου του στη Λα Π αζ , και κατ ά λ α βε ότι υπή ρ χε κ ά ποια ά μεση εξήγηση για τους ά λλους α ριθμού ς . Για μερικού ς, ένιωσε κ ά πως ανήσυχος . Η γρα μματέας του τον ειδοποιούσε να πάρει γρα μμή . Ο Κό ­ ριγκαν ευχα ρίστησε το συνομιλητή του, και είπε ότι θα του τηλε­ φωνού σε την επομένη μέρα , μήπως είχε να του δώσει κι άλλες π λη ροφορίε ς . · Υστερ α , μίλησε με το τη λέφωνο που είχε ζητή σει στην Ουάσιγκτον . « Ντέιβ , είμαι ο Τζο Κόριγκαν . Χ ρειάζομαι λίγη βοήθεια , αλλά β ιάζομαι» . Α ναρωτή θη κε για ποιο λόγο βιαζότ αν , γιατί φερότα ν σαν να τον πίεζε ο χρό νος . « · Εχω εδώ μερικά νούμερ α τη λεφώ­ νων ξένων χωρώ ν, και π ρέπει να μάθω σε ποιους ανή κουν » . Ο ά νθ ρωπος στην Ουά σιγ κτων έκα νε μια πολύ φυσι κή ερώ τηση . « · Ο χι» , του είπε ο Κόριγκαν , « δεν είμαι σε θέση να τα ε λέγξω μό νος μου . · Οχι , δε ν μπορώ να πά ρω τα τηλέφω να να μάθω . Ξέ­ ρεις κανέναν που να μπορεί ν α κάνει έρευνες , αλλά να κ ρατήσει το στόμα του κλειστό; » Π ερ ίμενε, ώσπου ν α β ρει ο άλλος μολύβι και χαρτί, κι ύ στερ α του διάβασε τ ρεις α ριθμού ς τηλεφώνω ν , από τον κατάλογο του συνδέσ μου τη ς Λα Π αζ , παρ αλείπ οντας το καινού ργιο τη λ έφω νο του Χά ινριχ Σμε λ τς, το παλιό, εμπι­ στευτικό , δικό του , κι άλλ ο ένα α κόμα . «Ευχαρ ιστώ , Ντέιβ , με υποχρεώ νεις» . 23 1


Το τηλεφώνη μα για τη Ν έα Υόρκη έγινε οκτώ λεπτά αργότε­ ρα. Η συζήτηση ήταν περίπου η ί δια . Ο Κόριγκαν έδωσε στο συ­ νομιλητή του το νούμερο που του ήταν άγνωστο και που δεν τ ο είχε δώσει στο φίλο του στην Ουάσιγκτον να το ελέγξει. Ότ αν στ αμά τησε να τηλεφωνεί, έγειρε πίσω στο κάθσιμά του και κάρ­ φωσε τα μάτια του στο γρα φείο. Αναρωτή θη κε τι άλλο έπρεπε να κάνει, ξέΡΟΥτας ταυτόχρονα, ότι δεν μπορούσε να κάνει τίπο­ τε άλλο. Το πούρο του ήταν στο τασάκι, στην άκρη δεξιά του στυπόχαρτου. Το σή κωσε και είδε τη σημείωσή του . 4 Π . μ . Εί χε τ ραβήξει γραμμές ακ τινωτά , και το νούμερο έ­ μοιαζε να βρίσ κεται στο κέντρο ενός ιστού . Έδιωξε τη σκέψη στο β άθος του μυαλού του, κ ι αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά, πού στο διάβολο να βρισκόταν τώρα ο γιος Λαπόρτ .

9 Τρία τετράγωνα μακριά από τ ο κέντρο, ο Λαπόρτ πήρε ένα τ αξί και πήγε στο Μπαρ Χαβάη, εκεί που είχε συναντήσει τη Μαρία γι α πρώτη φορά. 'Υ στερα, έκανε με τα πόδ ια την υπόλοιπη από­ στ αση μέχρι το διαμέρισμά της, για να είναι σίγουρος ότι δεν θα τη συνέδεαν μαζί τ ου . Βρή κε εκεί τ ο νοικιασμένο αυτ οκίνητό του, και ξεκίνη σε για το ραντεβού των δυόμισι. Ακριβώς στα π εντέμ ι σι χιλιόμετρα από τη Λίμα , αναγνώρισε το διώροφο κτί­ ριο απ ό γκ ρίζο μπετ όν, με τους χωρίς π αρ ά θυρα τοίχους, που ή ταν γν ωστό σαν μπ ορντέλο Σίνκο υ Μέν τι α . Έστ ριψε δεξιά, β γα ίνοντ ας από το δ ρόμο, πίσω από ένα εργοστάσιο, και α κο­ λ ο ύθησε ένα λ α βύ ρινθο από δ ρομ ά κια που οδηγούσαν στο κτ ί ριο . « Π ο ύ εί να ι ο Κόρ ιγκαν;» είχε ρωτήσει τον ά ντρα στην πόρτα του κέντ ρου. «Θ α έρ θ ει αργότερα , ν α δει τ ο πτώμα», εί χε απα ντήσει αυ τός. Ο Λ απ όρτ άρ χισε ν α μ α ζεύει τ α νήμα τ α τ η ς υπόθ εση ς. Τ ο όν ο μα στ ους κατα λόγους τ ου λ ογιστή , η επιβεβα ίωση αργότ ερα α π ό τον ίδι ο τ ο γέρο, τ α λόγι α των ανθ ρώπων, π ου εί χαν έρ θ ει ν α μ α ζέψ ουν τ ο πτώμ α του π α π ά. Ο Κόριγκ α ν, σκέφτη κε ξ α νά. Ο Κόριγκ α ν εί χε π ροσττέψει τ ον άν θ ρωπο π ου εί χε δο λ ο φο νήσει τ ον π α τέρα του. Τ ώρα ο Κόριγκα ν εί χε προ σπ α θήσει ν α σ κοτώ­ σει αυτόν τ ον ίδ ιο . Ένα ς έν οπ λ ος φρουρό ς , με τ ο π ι στόλ ι χ ωμέν ο στη ζώ νη τ ου ? 32


παντελονιού του, φύλαγε τη μετ α λλική μπάρα, που έφραζε την είσοδο στο Σίνκο υ Μέντια. Όταν ο Λαπόρτ πλη σίασ ε , σή κωσε τη μπάρ α , τον άφησε να περάσει και την ξανακατέβασε πίσ ω του . Το μπορντέλο ή τ αν μια σειρά από μοναχικά δωμ άτια, καθέ­ να πάνω από τ ο δι κό του γκ αρά ζ, ώστε τ α αυτοκίνη τα να μη φ αίνονται παρκαρισμένα έξω . Τα νούμερα των δωματίων ήταν γρ αμμένα πάνω στους ασβεστωμένους τ οίχους των γκ αρά ζ. Ο Λαπόρτ έκοψε ταχύτητα , μέχρι που β ρήκε τ ο είκοσ ι έξι, και μπήκε στο γκαράζ από την ανοιχτή πόρτα . Κ αθώς έσβηνε τη μηχανή, οι πόρτες π ί σω του έκλει σαν. Βγήκε από τ ο αμ άξι κι είδε τον άνθ ρωπο που στεκόταν στη σκιά . « Είσαι ο Λ απόρτ ; » ρώτησε αυτός . « Ναι, είμαι ο Λαπόρτ». Ο άνθρωπος έστριψε αριστερ ά , και προχώρησε από μ ια πορτούλα σε μια στενή σκάλα , που οδηγού­ σε στο δωμάτιο από πάνω. Ο Λαπόρτ τον α κολούθησε, έχοντας την αίσθηση ότ ι ο οι κοδεσπότ η ς τ ου δεν ή τ αν τόσο απρο σ τάτευ­ τος όσο έδειχναν τα πρ άγματ α. Οι τοίχοι του δωματίου ή ταν ταπετσαρισμένοι με κόκκινο βε­ λούδο. Το παχύ χαλί ή ταν κι αυτ ό κόκ κινο, ενώ τ ο φαρδύ κ ρεβά­ τι που γέμ ιζε σχεδόν το δω μάτι ο ή ταν σ κεπασμένο με κόκκινο κάλυμμα. 'Ενα ς δια κριτι κός φωτ ισμός χυνόταν απαλά στο δω­ μάτιο . Στ ο ταβάνι, πάνω από το κρεβάτι, ήταν ένας μεγάλος καθρέφτη ς. Στο κεφ άλι και στα πόδια του κρεβατιού υπή ρχαν κι άλλοι καθρέφτες. Απέναντ ι στο κρεβάτι υπήρχε μ ια τηλεόρα­ ση με β ίντεο. Ο Λαπόρτ κατάλαβε σε τι τη χρη σιμοποιούσαν. Τα μοναδι κά έπιπλα στο δωμάτ ιο ήταν δυο μ ι κρές πολυθρόνες. Δ ίπλα ή τα ν έν α μικρό μπάνιο . « Π οτό; ,) ρώτη σε ο ά ντρας. « Τι έ χει; » « Σ ' αυτό το μέρος » , είπε ο οικοδεσπότη ς με βαριεστη μένο ύφ ος, «υποθέτω, ότι υπ ά ρχουν τ α π ά ντα » . Σ ή κω σε το α κ ο υ σ τ ι κ ό ενός τη λεφ ώ νου π ο υ β ρ ι σ κ ό τ α ν κ ρ υ μ ­ μ έ ν ο σ ε μ ι α μ ι κ ρ ή α λ κό β α π ίσ ω α π ό το κ εφ α λ ά ρ ι του κ ρε β α τ ιο ύ κ αι π α ρ άγγειλε δυο μ πύρε ς . Σ χεδόν α μέ σ ω ς , το τ η λέφω νο ξ ανα­ χ τύ πη σ ε . Ο ά ντ ρ α ς τ ρ ά β η ξ ε τ ι ς κ ουρ τ ίνες π ί σ ω από τ η ν α λ κ ό β α , κ α ι φ ά νη κ ε μ ι α μ ι κ ρ ή π ό ρ τ α σ τ ον τ οίχο . Ξ ε κ λείδ ω σ ε τ η ν π ό ρ τ α κ α ι την ά ν οι ξε . Μ έ σ α β ρ ί σ κον τ α ν οι δ υ ο μ π ύ ρε ς . Τις πή ρε , κ λε ί­ δωσ ε τ η ν π ό ρ τ α κι έ κ λει σε τ ι ς κου ρ τ ί ν ες . « ' Ο π ω ς είπ ω) , α να σ τέ­ ν α ξ ε , « σ ' α υ τ ό τ ο μ έ ρ ο ς φ α ν τ ά ζο μ α ι ό τ ι μ π ο ρ ού ν ν α σ ο υ ,π ρ ο σ φέ­ ρ ου ν τ α π άντ α » . Ο Λ α π ό ρ τ ά ρ χ ι σ ε ν α σ υ νη θί ζει σ τ ο π ε ριβ ά λ λ ο ν . Ο ά λ λ ο ς φ ά -

233


νη κε να διαμάζει τη σ κέψη του . «Το Σίνκο υ Μέντια είναι ένα μ πορντέλο» , του εξήγησε, «ένα ιδιαίτερο είδος μπορντέλου . Δεν μπορείς ν· αγοράσεις εδώ γυ ­ ναίκα , φέρνεις τη δική σου και νοικιάζεις ένα δω μάτιο , με τους όρους που θέλεις» . Ο Λαπόρτ άνοιξε τη μια μπύρα . Δεν είχε ιδέα για την ταυτότητα του άντρ α , πα ρόλο που φανταζόταν, ότι θα υπή ρχε λόγος που συναντιόνταν έτσι κ ρυφά . «Δεν είναι θftΙKί νδυνO αυτό τ ο μέρος για συνάντηση ; » ρώ­ τη σε . Ο ά λλος κού νησε τ ο κεφ άλι του. «Το πιο σίγουρο μέρος στον κόσ μο » , είπε. «Οι περισσότεροι πελάτες είναι μέλη της υψηλή ς κοινωνίας . Οι πιο πολλοί από τους στρατηγούς και τους π ολιτι­ κούς το χρη σιμοποιούν , καθώς και οι διευθυντές της αστυνομίας και οι διάφοροι δή μαρχοι τη ς πόλης . Αν γινόταν επιδρομή αυτό το απόγευμ α , θα έπιαναν εδώ τη μισή κυβέρνηση περίπου » . Τα μάτια του Λαπόρτ συνήθιζαν στον περίεργο φωτισ μό . Ο σ ύντροφός του ή ταν λίγο νεότερος από τον ίδιο , κι είχε το ίδι ο ανάστη μα με το δικό του . ·Ομως , α κόμα και στο κοκκινωπό μισόφωτο , το π ρόσωπο του άντ ρα είχε μια περίεργη χλομάδα , σ α ν ν α ε ίχε στερηθεί τ ο φως του ήλιου για πολλούς μήνες . « ·Ω στε συ είσαι ο γιο ς » , είπε ο ξένος . Ο Λαπόρτ έγνεψε καταφατικά . «Σου είπε τίποτα ο Π α­ τσέκο;» «Ναι, ο Π ατσέκο μου μίλησε. Μου είπε ακόμα, ότι ήσουν πα­ πάς , αλλά , αφότου σε είδα με τη γυναίκα, σή μερα το π ρωί, δυ­ σ κολεύομαι να το πιστέψω » . Ο Λαπόρτ δεν ξαφνιάστη κε που είχαν παρα κολουθή σει τις κινή σεις του. · Η ξερε τώρα τις συνέπειες των ερωτή σεων του Π α­ τσέκο, παρόλο που δεν καταλάβαινε ακόμα το λόγο. · Η ξερε επί­ σης, ότι ο συνομιλητή ς του θα τον ρωτούσε κάτι, σ αν να ήθελε να μπει στην ψυχή του. « Ναι, είμαι παπάς», απάντησε. «·Οχι όμως, συνηθισ μένος παπάς». Το βλέ μ μ α του άντρα ή­ ταν διαπεραστικό . «Κάτι άλλο έγινε από το π ρωί που σε είδα με τη γυναίκα » . «Π ροσπάθησαν να με σκοτώσουν. · Εστειλαν ένα δολοφόνο » . Δ εν χρειαζόταν να εξηγήσει ποιοι το είχαν κάνει. Το βλέμμα του άλλ ου δεν κουνήθη κε . «Τι έγινε ; » «Τον σ κότωσα» . Ο άντρας έγνεψε, σαν να ήταν αυτή η απάντηση που περίμενε . «Τι σου είπε ο Π ατσέκο για μένα ; » . « Π ολύ λίγα πράγματα . Τ ίποτα στην ουσία . Δεν μου είπε ούτε 234


καν ποιος είσαι» . Ο ξένος γέμισε το ποτή ρι του με μπύρα, ή πιε μια γουλιά , κι άφησε κάτω το ποτή ρι . «Το όνομά μου » , είπε, «είναι Γ κιλέρμο Περτιέρο. Είμαι αρχηγός του Movimiento /zquierdo Revolutiona ­ τίο , του MIR, στη Βολιβία . Μέχρι την Τετάρτη το π ρωί ήμουν φυλα κισ μένος . Με κρατούσαν τ ρισή μισι μήνες. Ύστερα , δρα­ πέτευσα . Έφτασα στη Λίμα α ργά χτες το απόγευμα» . Ο Λαπόρτ θυμή θη κε το ά ρθρο στην Ελ Καρμέρτσlο . « Ε λ Λόμ­ πο, ο Λύ κος» , εί πε. « Ναι», είπε ο Περτ ιέ ρο, «αυτός που τον λένε Λύκο». « ο Πατ σ έκο είπε ότι έχεις κάποιες πλη ροφορίες που μπορούν να με βοηθήσουν» . « Έχω. Ξέρω π ού βρίσ κεται ο άνθρωπος που σ κότωσε τον πα­ τέρα σου » . Τα λόγια χαράχτη κα ν βαθιά στο μυαλό του Λαπόρτ . Τα επα­ νέλαβε για να δώσει στον εαυτό του ευκαιρία να τα ξανακούσει, να καταλάβει τι σή μαιναν. « Π ού; » ρώτησε. « Στη Λα Π αζ. Μ ένει εκεί α ρ κετό καιρό το χρόνο» . « Π ώς το ξέρεις; » Ο Περτιέ ρο ανάσανε βαθιά καθώς θυμήθη κε τον άντ ρα που στεκόταν στη σ κιά , στο δωμάτιο των βασα νι στη ρ ίων, τη ν ώρα που ο πόνος από το ηλεκτροσόκ στα γεννητικά του όργανα δια­ περνούσε το σώμα του . «Το ξέρω, γιατί ο άνθρωπος που βασάνι­ σε μέχρι θανάτου τον πατέρα σου, βασάνισε και μένα» . « Ήταν σαν ένας ιστός αράχνης» , είχε σ κεφτεί ο Γιόζεφ Χ άι­ νερ . Τα πήγαινε-έλα , κάθε άνθρωπος, κάθε κίνη ση , έπλεκε τις λεπτές κλωστές της παγίδα ς. Ο ίδιος από τη Λίμα στη Λα Π αζ. Ο Χ άινριχ Σμελτς από τη Λίμα στη Λα Π αζ, και ύστερα, πίσω στη Λίμ α . Τα έγγραφα από τη Λίμα στη Λα Π αζ. Ο γιος στη Λίμα . Ο Τεξανός που λεγόταν Ά ντερσον στη Λα Π αζ. Και τώρα , θα π ρόσθετε, αυτός που αποκα λούν «Ελ Λόμπω) , από τ η Λα Π αζ σ τ η Λίμα. Ο γιος στο λογιστή . Οι Αμερικα νοί στο γιο . Ο γιος στον Γ κιλέρμο Π ερτιέρο. Οι κλωστές πλέκονταν, διασταυρώνονταν , μαζεύοντας όλους μέσ α στο δίχτυ. Ο Λαπόρτ άφησε την πληροφορία να κατασ τ αλάξει μέσα του, μ αζί με όσ α είχε μάθει από τα έΥΥραφα και το λογιστή . « Π ες μοω) , είπε στο τέλος. « Π ολεμάω από δέκα χρόνων)) , είπε ο Π ερτιέρο. «Οι γονείς μου ήταν χωριάτες . Ύστερα από το θάνατο του Τσε Γκουεβά ρα, το 1 967 , άρχισα να δουλεύω με τα συνδικάτα , οργανώ νοντας τους εργάτες τω ν ορυχείων, χωρίς όμως να φύγω από το αντάρτι235


κο. Καθώς οι άλλοι γύρω μου σ κοτώνοντα ν ή πιάνονταν αιχμά­ λωτοι, ο ρόλος μου άλλαξε, μέχρι που έγινα αρχηγός» . Ήπιε άλλη μια γουλιά μ πύρα . «Αυτό τον τομέα κα λύ τερα να μην τον συζητή σουμε, ώστε να μη ξέρεις τ ίποτα αν σε πιάσουν. ))Π ριν τ ρεις μήνες με συνέλα βαν καθώς περίμενα να συναντή­ σω ένα σύνδεσμο. Για λίγο καιρό, με κ ράτησαν στο υπουργείο Εσωτερικών στη Λα Παζ, όπου έχουν ένα ειδικό χώρο για τα βασανι στή ρια ." Ύ στερα με πήγαν σ ' ένα άλλο κτίριο που βασανί ­ ζουν κ ρατούμενους, στα περ ίχωρα της πόλη ς . Εκεί κρατούσαν και δυο " κομπανιέρος " . Μια ειδική ομάδα , που ερχόταν καθη­ μερινά στο σπίτι, μας βασάνιζε με τις ώρες. Όταν δεν με ανά κ ρι­ ναν, με κλείδωναν μέσα σ' ένα φέρετρο. Π ριν δυο μέρες, οι σύν­ τροφοί μου κι εγώ καταφέραμε να δραπετεύσουμε)) . « Και ο Γιόζεφ Χάινε ρ ; )) ρώτη σε ο Λαπόρτ . « Ή ταν παρών τις περισσότερες φορές, στην αρχή , όταν οι βασανιστές μου επείγονταν να μου αποσπάσουν πληροφορίες . Μιλούσε σπά νια και στεκόταν συνήθως στη σ κιά . Μιλούσε με ξένη προφορά, συμβου λεύοντάς τους τι να κάνουν, πόση ώρα να το κάνουν. Μερι κές φορές , όμως, φαινόταν ν' απολαμβάνει τόσο πολύ αυτή τη δουλειά, που, αντί να δίνει οδηγίες στους άλ­ λους , ερχόταν κοντά και με βασάνιζε ο ίδιος. Ορκίστηκα να μην ξεχάσω ποτέ το π ρόσωπό του . Όταν έφτασα χτες στη Λίμα , είδα τη φωτογραφία του στην π ρώτη σελίδα της εφη μερίδας. Στη φω­ τογραφία φαινόταν νεότερος ' τριάντα , ίσως και σαράντα χρόνια νεότερος. Α λ λά δεν υπάρχει α μφιβολία ότι είναι ο ίδιος άν­ θρωΠΟζ» . « Κ αι θα μπορέσω να τον β ρω στη Λα Π αζ;» Ο αντάρτη ς δίστασε . « Είπα ότι ο Χάινερ ή τα ν στη Λα Παζ. Δ εν είπα ότι θα τον β ρεις σίγουρα». «Τι θέλεις να πεις ; » « Στη Βολιβία , ο Χάινερ έχει μεγάλη πολιτική προστασ ία . '0πως σου είπα, δουλεύει για την κυβέρνηση , οργανώνει τα β ασα­ νιστή ρια . Ένας Θεός ξέρει πού αλλού είναι μπλεγμένος . Έτσι, όταν θα φτάσεις στη Βολιβία , θα έχεις τρία π ροβλήματα . Π ρώ­ το : πώς να τον β ρεις. Δεύτερο: πως να τον αντιμετωπίσεις . Τ ρί­ το: πώς να φύγεις μετ ά . Δεν θα είναι εύ κολο » . «Τι εννοείς " ' Οταν φτάσω σ τ η Βολιβία ; " » ρώτησε ο Λαπόρτ, βάζοντ ας μπ ί ρα και στα δυ ο π ο τή ρια . « Έχω κιόλας κανονίσει ν α π α ς στη Λ α Π αζ» , είπε ο α­ ντάρτη ς . «Πώς ; » 23 6


« Εγώ έφυγα από τη Λ α Παζ με κλεμ μένο αυτοκ ίνητο, πέρασα τα σύνορα με τ α πόδια και ή ρ θα στη Λί μα με αεροπλάνο. Το αεροπ λ άνο είναι ακόμα εδώ . ' Ετσι κι αλλιώς , ο πιλότος δεν μπο­ ρούσε να φύγει χτες τη νύχτα. Όταν είδα σή μερα το π ρωί τη φωτογραφ ία και μ ίλησα με τον ή ατσέκο, ζήτησα από τον πιλότο να περιμένει, σε περίπτωση που παρουσιαζόταν επιβάτης για το ταξίδι της επιστ ροφή ς . Κανόνισα επίσης έναν οδηγό να σε περ ά­ σει από τα σύνορ α και να σε μεταφέρει στη Λα Π αζ. Από κει και π έρ α , δεν θα έχεις πια καμιά επαφή μ ' αυτή την ομά δ α του κινή ματος » . « Και όταν φτάσω σ τ η Λα Π αζ; » «Το έχω τακτοποιήσει από το τη λέφωνο . Μια " κομπανιέρ α " σε περιμένει , μια γυνα ίκα που είναι πιστή στον αγώνα και αγαπη­ μένη φί λη » . «Τι ό νομα ; » ρώτησε ο Λαπό ρτ . «Το όνομά τη ς», είπε ο Γκιλέρ μο, «είναι Κά ρ μεν» .

10

Αα Πας, Βολιβία

Η Κά ρ μ εν , αφού έδω σ ε δωμ ά τιο στο ζευγά ρι από το Ν ό ρφολ κ τη ς Β ιρτζί νια , που έκα ν ε το τα ξίδι του μέ λ ιτος, πήγε στην ά κ ρη

τη ς ρεσεψιόν και σή κωσε το τη λέ φωνο . Ή ταν η τ ρίτη φο ρ ά που προσπαθούσε να π ά ρει τον α ριθμό, από τη ν ώρα που τη ς ε ί χαν τη λεφωνή σει, πενήντα λεπτά νωρί τερα . Κάθε φορ ά το τη λέφωνο ή τα ν απα σ χολη μέ νο . Σχη μ ά τισε τ ον α ριθμό και περ ίμενε , α­ κουμ π ιο ντας στο γρ αφείο . Ένιωθε κου ρασμένη , τα πόδ ια τη ς είχα ν κ ρ ά μπες . Χ αμογέλασε σ ' έ ναν ένοικο και ά κουσε το τηλέ­ φω ν ο να χτυπ ά ει . Όχι ότι πα ρ απονιόταν για τις κ ρά μπες στα πόδια τη ς . Ο Ά­ ντερ σον ήταν περίφη μος . Και πα ρόλο που δεν είχε πει τίποτ α, το καθετ ί που μ άθ αινε γι ' αυτό ν επιβεβαίωνε την υποψία που ρί­ ζωνε στο μυα λ ό τη ς . Ο Τεξ ανός περίμενε . Κι αυτή περί μενε . Ή ­ ξερε ότι κ ά τι θα συνέ βαινε, α λλά όχι τι . Ο Ά ντερ σο ν ή ξερε, ότι σύ ντομα θα έ μπ λ εκε σ ' αυτό το κάτι. Η ίδια ήταν κιό λ ας μπ λεγ­ μένη . Ο μπάσταρδος ο Γκιλέρ μο Π ερτιέρο , σ κέφτη κε . Ο Χάινερ απάντησε στο τη λέφωνο , χωρίς να πει π οιος είναι . « Ή ρθε σε επαφή μαζί μου » , είπε η Κάρ μεν λ α κωνικ ά . « Π ότε ; » ρώ τησε αυτός . « Π ρ ιν μ ι α ώρ α σχεδόν . Υπερ ασ τικό . Δε ν είπε π ο ύ β ρ ι237


σ κόταν» . « Τι ε ίπε; » « Είπ ε ότι στέλνει κάποιον στη Λα Π αζ, κ α ι έδωσε οδηγίες να επικοινωνήσ ουν μαζί μου στο ξ ε νοδοχε ίσ ι> . Τη ς φάνη κ ε ξαφ­ νι κά ότι ο Χάινε Ρ ήξερε κιόλας αυτά που του έλεγε . « Π οιον ; » Ο Χάι νε ι1' ή ξερε ποιον, ήταν σίγουρη . « Δ εν είπε» . « Π ότ ε; » « Είπε ότι ο άνθ ρωπος θα έ ρθε ι από ψε, κ άπο ι α ώρα. Θα με συναντήσει ε δώ στο ξενοδοχείο α ύ ριο το πρωί» . Τ ο ταξίδι του Π ερτιέρο αντίστ ροφα , σ κέφτη κε ο Χά ινερ . Μι­ κ ρό α ερ οπλάνο στα σύνορα Π ερού-Βολιβίας, πέρασ μα στη χώ­ ρ α τη νύ χτα, αυτοκίνητο στη Λα Π αζ . « Εντάξει» , είπε. «Θα έρθει σε σένα περίπου στις εννιά το π ρωί, θα θέλει ένα σίγουρο καταφύγιο, κάπου να κρυφτεί μέχρι το επ ό μενο π ρωί» . · Ηταν σαν να ήξερε ο Χάινερ τι συνέβαινε, σ κέφτηκε η Κά ρμεν, σαν να ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί. Χ ωρίς να καταλαβαίνει και ο ίδιος ότι το ήξερε. «Ειδοποίησέ με μόλις έρθει σ ' επαφή μαζί σου » . Την ευχαρί­ στη σε, έ κλεισε το τη λέ ρωνο, έκλεισε και την πόρτα του γρα­ φε ίου του και γύρισ ε στο κάθισ μά του . Ο Σμελτς είχε τηλε φωνή­ σει το ίδιο π ρωί, επιβεβαιώνοντας ότι ήταν ο γιος και π λη ροφο­ ρώντας τον ότι σ κόπευαν να τον αναλάβουν οι Αμερικανοί. Τ ο απόγευ μ α , είχε πει ο Σμ ε λτ ς, όλα θα είχαν τελειώσει. Ο Χάινε Ρ ση κώθη κε και πήγε στο παράθυρο . Τώ ρα όμως η Κά ρμεν είχε τηλεφωνήσει ότι ο Γ κιλέρμο Π ερ­ τιέρο την εί χε ειδοποιή σει πως τη ς έστελνε κάποιον. · Η ξ ε ρε ότι ήταν ο γιος, το ή ξερε α πό την αρχή , από τη στιγμή που είχε δ ια­ β άσει τις λεπτομέρειες του δήθεν θανάτου του Π ερτιέρο στο αυ­ τοκινητιστικό δυστύχη μα. Αλλά πώς έστελνε ο Π ερτ ιέ ρο το ν Λαπόρτ, αν οι Αμερικανοί είχαν αναλάβει να τον ξεπαστρέψουν; Είτε ο Π ερτιέρο είχε αρχίσει να κανονίζει την υπόθεση π ριν τε­ λειώσουν οι Αμερικ ανοί , είτε κάτι είχε πάει στραβά με το αμ ερι­ κανικό σχέδιο . Γύρ ισε πίσω στο γραφείο . Είχε ν α κάνει τ ρία τηλεφω νήματα. · Ε να στον Τεξανό · Αντ ερσον, βάζοντάς τον σε επιφυλακή. · Ενα δεύτερο στον Σ μελτ ς, να μάθει τι γινόταν στη Λίμα , να τον φέρει πίσω στη Λα Π αζ, αν χρειαζότ α ν . Να τον φ έ ρει επειγόντως στη Λα Π αζ, αποφάσισε . Το τ ρίτο τη λεφ ώνημα, αν ο Σμελτς ε πιβε­ βαίωνε την αποτυχία των Αμ ε ρικα νώ ν, θα γ ινόταν για να βγουν από τη δουλειά ο Κόρ ιγ καν και ο Μ πέιλ υ . Ν ' αφήσει το γιο να 238


έρθει σ' εκείνον και να τον αναλάβει ο ίδιος π ροσωπικά . Όπως είχε αναλάβει τον πατ έ ρα .

11

Λίμ α, Περού

Η φωνή της γραμ ματέως στο εσωτερικό τηλέφωνο τον ξύπ νησε .

Για μια στιγμή , πριν καθαρίσει ολότ ε λ α το μυαλό του , ο Κόριγ ­ καν νόμισε πως βρισ κότ αν ξανά μέσα στη Μ ερσεντές, στην επι­ στροφή του από το Μολέντο . Έτσι και τότε, προσπαθο ύ σε ν α κοιμηθεί, αλλά η σημασία των λέξεω ν που ο λ ογιστής ε ίχε ψιθυ­ ρίσει στον Σμελτς, και που ο Σμελτς του είχε εξηγήσει, τον κ ρα­ τούσε ξύπνιο. Ση κώθη κε κι άνοιξε την πόρτα . Ο Μπέι λυ στ ε κόταν απέξω . Ο Κόριγκαν τον έμ πασε μ έ σα κι έ κλεισε την πόρτα . « Πώ ς πάνε τα π ράγματα;» ρώτησε . Ο Μπέιλυ κάθη σε . « Ούτε κ α λ ά , ούτε άσχη μ α» , απ ά ντη σε, και το πρόσωπό του άρχισε να δεί χνει κάποια ανακούφιση . « Μό ­ λι; είχα νέα από την Ουάσιγ κτον. Βέβαια δεν είναι ενθουσιασ μέ­ ν 6 ι που τα παιδιά τα μούσ κεψαν στη δουλειά σή μερα το α πόγ ευ­ μα , αλλά απάλλαξαν και σένα και μένα από κάθε ευθύ νη » . « Και τώρα , τι γίνεται ; » ξαναρώτησε ο Κόριγ καν . « Εγώ βγαίνω από την υπόθεση και την αναλαμβάνεις π άλι εσύ» . Ο τόνος του Μπέιλυ ήταν στεγνός , χωρίς ίχνος συγ κί­ νησης . «Τι θέλεις να πεις ; » «Αυτό που είπ α . Με διέταξαν ν α γυρ ί σω σ την Ουά σιγκ τ ον . Εσύ διευθύνεις τώρα την υπόθεση . Φαίνεται ότι στην Ουάσιγκτον πιστεύουν πως ο τοπικός σταθμός είναι απόλυτα ικανός να χειρι­ στεί την εξέλιξη των πραγμ άτων. Φεύγω απόψε αεροπορικώς» . « Και οι άντρες σου ; » «Φεύγουν κ ι αυτοί. Μ ε άλλη πτή ση , φυσικά» . «Τι διάβολο συμβαί νει; » Ο Κόρυγκαν άπλωνε κιόλας το χέρι του να πιάσει ένα καινούριο πούρο . « Ένας Θε ός ξέρει» , παραδέχτη κε ο Μπέιλυ . « Εγώ όχι» . Έ­ βγαλε από την τσέπη του ένα φά κελο και τον έδωσε στον Κόριγ­ καν . «ο γΙΟ ζ» , εί πε . « Κ αλή τύχψ). Το τηλέφωνο, με τον καινούριο εμπιστευτικό αριθμό, χτύπη­ σε. Ο Μπέιλυ χαιρέτησε τον Κόριγ καν με χειραψ ία και βγή κε από το δωμάτιο . Ο Κόριγ καν κλείδωσε την πόρτα π ίσω του , έβα239


λε τ ον κλειστό φ ά «ελο πάνω σ τικό .

στο γ ραφείο και σή κωσε το ακου­

« ' Εχω την πληροφορία π ου θέλειρ) . Ο σ ύνδε σ μ ος στη ν Ουά σιγκτον δεν είπε το όνομά του . Σαν να μην ήθελε, σ κέφτη κε ο Κόριγκαν, να έχει σχέ ση με την πλη ρο­ φορ ία π ου μετέδινε. 'Επιασε το ση μειωματάριό του, νιώθοντας ότι είχε δ ί κιο π ου εί χε μοιράσει σε δυο ανθρώπους τις ε ρωτήσεις για τον κατάλογο των τηλεφωνη μάτων στη Λα Παζ. Ο συνομιλητή ς του δ ιάβασε τα νούμερα που του εί χε δώσει ο Κόριγ καν νωρίτερα το απόγευμα, συνοδεύοντας κάθε νούμε ρο με όνομα και διεύθυνση , λέγοντας τα γράμματα ένα ένα, για να μη γίνει λάθος. 'Οταν τελείωσε, ο Κόριγκαν τον ευχαρίστησε κι ετοιμάστη κε να κατεβάσει το ακουστικό. «Τζο», η φωνή του άλλου έδειχνε ανησυχία , «ελπίζω να ξέρεις τι π αιχνίδι παίζεις» . « Ρουτίνα», απάντησε ο Κόρ ιγκαν. « Σκέτη ρουτίνω) . Κατέβ ασε το α κουστικό και κάρφωσε τα μάτια του στον κα­ τάλογο με τα νούμερ α . Πέντε τη λεφωνήματα, πέντε διαφορετι­ κοί αριθμοί. Κ ι ένας έκτος, που θα μάθαινε σε λίγο . Με τη φαντα­ σ ία του είδε τον Χά ινερ, ασφα λισ μ ένο στο φρούριό του στη Λα Παζ, να κάνει τα τη λεφωνή ματα . Κατά το μεση μέρι, θυμή θη κε, σίγουρα ο Χά ινερ θα τηλεφωνούσε πίνοντας τη μπίρα του . Προσ πάθησε να σκεφτεί τι άλλο είχε συμβεί εκείνη τη μ έρα, ποιες άλ λες πλη ροφορίες είχ έ υπόψη του τότε ο Χ άινερ. Τα έγ­ γραφα θα είχαν φτάσει και ο Χ άινε ρ θα τα είχε τακτοποιήσει σε κάποιο μέρος, δ ιπλασιάζοντας τη φρουρά . Και η μεση μερια­ νή εφη μερίδα θα είχε το πρώτο άρθρο για τον δήθ εν θάνατο του α ρχηγού των αντα ρτών, του Γκιλέρμο Περτιέρο. Αναρωτή θη κε γιατί είχε θυμηθεί ξανά τον Βολιβιανό , τι σχέση είχε με την υπό­ θεση , αν ταίριαζε κάπου στο λαβύρινθο που αντιμετώπιζε . Ύ­ στερα συγ κέντρωσε το μυαλό του στα τηλεφωνήματα . Πέντε τηλεφωνή ματα, ξανασ κέφτηκε, πέντε διαφορετικοί α­ ριθμοί . Τ ους δυο τους ήξερε, τ ρεις καινού ριοι μπροστά του, κι ένας α κόμ α , άγνωστο ς . Από το συρτ άρι π ή ρε μια κόλ λ α χαρτί κ ι έγραψε ξανά τους αριθ μο ύ ς , βάζοντας δίπ λα σε καθένα μια περιγραφή του προσώ­ που που είχε το τη λέ φωνο . Σ την πρώτη στή λη έγραψε δυο αριθ­ μο ύ ς . Τη λεφώνη μ α π ρώτο : ο π ροηγού μενος αριθ μ ό ς τη ς εμ πι­ σ τευτι κή ς του γρα μμή ς . Τ ηλεφώνημ α δεύτερο: ο καινούριος α­ ριθμός του Χάινριχ Σμελτς στη Λίμα . Τέρμ α αυτή η στή λη , σ κέφτη κε , α π ό λ υ τ α λογι κή . 240


Η προσοχ ή του σ τράφηκε στην ε πόμ ενη σ τ ήλη που ε ί χε γρά ­ ψει τα υπό λ οιπα τη λεφωνήματα. Τηλεφώ νημα τρίτο : το στ ρατη ­ γείο τη ς Πο λιτοφυ λ α κή ς στη Λίμα . Ο Χ άινερ επικοινωνούσε με το σ ύ νδεσ μό του στη ν τοπική αστυνομία . Ο Κόριγκαν θυμήθη κε τ ι είχε συμβεί α ργότερα εκείνη τη νύχτα. · Ηξερε για ποιο λόγο είχε γίνει αυτό το τηλεφώνη μ α . Ο Χ άινερ κανόνιζε να φύγει η φρουρά από το σπίτι στο Τσα κ λ ικάγιο, για να μπορέσει ο Σμελτς να ψ άξ ε ι για τα έγγραφα που έλει παν . · Ε να επικ ί ν δυνο τη λεφώ­ νη μ α , γιατί γινόταν κ ατευθεία ν στο γραφείο του συνδέσμου . Τη­ λεφώ νημα τέταρτο: Το Ξε νο δοχε ίο «Σέρατο ν» στη Λίμ α . Α πό τ ο μυαλό του Κ όριγκαν π έ ρα σε η υποψ ία μήπως το τη λεφώνημα ή ταν για τον Μπέιλυ . Τη ν έδιω ξε όμως αμέσως , β λέπο ντας τ η σχ έ ση μ ε το προηγούμενο τη λεφώνη μ α . Ο σύνδεσμο ς τ ου Χά ινε ρ στη ν Π ολιτοφυλα κή θα έπρεπε να ήταν κ ά ποιος με μεγ άλο β α θ ­ μό , ί σως στ ρα τ ηγός. Το τη λεφώ νη μα στο γ ραφε ί ο τ ου σ τ ρ ατη­ γού θα ή ταν με κά ποιο κώδι κ α . Ο στ ρατηγός θα έ φευγ ε από τ ο γραφείο του προσχεδι ασμένα και θα δεχό ταν το π ραγματικό τη­ λεφώνη μα στ ο Σέ ρ ατον , είκοσι λεπτ ά α ργότερα , χρη σιμοποιώ­ ντ ας ψ εύτικο ό νομα και φορώ ντας πολιτικ ά . Τέρμα και η δ εύτε­ ρη στήλη , σ κέφτη κε. Απόλυτα λογι κή . τ(σ ρα στο ε πόμ εν ο τη λεφώ νημα , το πέμ πτο . Εντε λιίJζ έξω από κ άθε λογ ι κ ή Το τηλέφωνο της εμ πιστευτι κής γραμμή ς χτ ύ πησ ε . Το σή κω­ σε, ά κουσε τη φωνή του ανθ ρώ που από τη Νέ α Υόρ κ η , έγρ αψε τις π λη ροφορίες, και τον ευχαρίστη σε. · Αλλη στή λη , αυτή , η τέ­ τα ρτη στη σειρά . Το έ κτο τηλεφώνημα. Εντελώς έξω α πό κ άθε λογική . Ση κ ώθη κε, κοιτάζοντας τους α ριθμ ο ύς , συγ κεντρ ώ νοντας την προσοχή του στους δ υο τελευταίους , και προσπ άθησε να βγάλει κ ά πο ιο νόη μ α . Είχε ξαφ νιαστεί , ότα ν του ς ε ίχε π ά ρει από το σ ύ ν δ εσ μ ό του στη Λα Παζ . Τώ ρα οι καινούριες π λη ροφορίες τ ον μ π έρδευαν α κόμ α περισσό τ ερο. Μ ά σησε το πούρο τ ο υ, π ρο­ σ πα θών τας να β ρει ά κ ρη . Με λέ τη σε τα τη λεφωνή μ ατα χω ριστ ά , ύ σ τε ρα , σαν να ή ταν μ έρη ενός συνόλ ου , βάζο ντάς τα ό λ α σε μια σ τή λη . Πήγε στο πα ράθυ ρο, έ κοψε μ ι α βόλ τ α κα ι ξ αναγύ ρισ ε στ ο χα ρ τ ί . · Α ρχισε να βλέπει μια σχ έ ση , α λλ ά αυτή η σχέ ση , τ ο ήξ ε ­ ρε, ή ταν αδιανόη τ η . Το πού ρο από τ ο μ ά σ η μα εί χε γίνει κομ μ ά ­ τ ια . Π ή ρε έ ν α καινούριο α πό τ ο κουτ ί και έβγ α λε από τ ο χρη μ α­ τ ο κ ιβ ώ τι ο τ ο φά κε λο με τη βιογ ραφία τ ου πα τ έρα Ζ αν Λαπόρτ . Το ν διάβ α σε μια-δυ ο φ ο ρέ ς κ α ι ύστερα δια σταύρωσε τ ι ς π λη ρο.

24 1


φορίες με τον π λή ρη φάκε λ ο του Χάι νε ρ . ' Οτα\' τελείωσε, τον κ λείδ ωσε στο χρη μ ατ οκιβώτιο και ξαναγύρισε σ το γραφείο του . Αργά κ αι σταθερά σχη μάτισε ένα ν κύ κλο γύ ρω από το πέμ­ πτο και έκτο τη λεφώ νημα, βάζο ντάς τα στην ίδια στήλη . Ύστε­ ρα πήγε στ ο παράθυρο και κοίταξε από μα κ ριά το συνδυασμό. Λογικός , σ κέφτη κε, απόλυτα λογικός . Ένα μυστικό, συ λλ οyiστηκε, ένα μυστικό τόσο πολύτιμο, που ούτε ο Μ πέιλυ δεν ήξερε . Το ή ξερε μονάχα η Ουάσιγ κτον. Ελά χιστοι ά νθρωποι στη ν Ου ά σιγκτον . Τώρα το ήξερε κι αυτός . Ξ α να κοίταξε το ν κατά λ ογο με τα τηλεφωνή ματα . «Ιησού Χρι­ στέ » , α ν ά σανε, απλώ νοντας το χέρι του ν α πά ρει κι ά λλ ο πού ρο. Τα νή μ ατα έμπαινα ν τώρα στη θέση τους, όλο και πιο στερεά , φτι ά χνοντας ένα σχέδιο . Ένα πο λύ καθαρό σχέδιο. Ο Κόριγκαν ά φησε το μυα λό του να παίξει λίγο, ύστερα έφτιαξε το δι ά γραμ­ μ α του σ χεδίου στο χαρτί, υπογραμμίζοντ α ς τα σίγουρα ση μεία κ α ι δι αγρ ά φοντα ς τα α δύνατα , μέχρι που βεβαιώθη κε ότι οι συλ­ λογισμοί του ήτ αν σωστοί . Τότε μόνο πή ρε ένα σπίρτο κι έβαλε φωτι ά στο χαρτί, ρίχ νοντας τις στάχτες στο κα λ άθι. Ύ στερα τηλεφώ νη σε στον Χάινριχ Σμελτς . Η φωνή στο τη λέφω νο, που μι λ ούσε τα ισπανι κά με μια τ ρα­ χιά . λ α ρυγγώδικη προφορά , ε πι κ ύ ρωσε αυτό που περίμε νε ο Κό­ ριγ καν . Ο Σμελτ ς δ εν β ρισ κότα ν πια εκεί . Δ εν ή ξεραν πότε θα επιστρέψει . Η γραμματέας του έλειπε από το εξωτερικό γραφείο. Ο Κό­ ριγκ αν πήρε στο τη λέφωνο το αεροδ ρόμιο και ζήτησε πλη ροφο­ ρίες για τις βραδινές πτή σεις στη Λα Π αζ. Υπή ρχαν δυο πτήσεις , του ε ίπ α ν , μια της Αερο-Περού , σ τις 1 8 .30 π ου έφτανε στις 2 1 . 1 5 , και μια της Λόυ ντ Μπολιβιάνο , που είχε καθυστέρη ση . Πιθανή ώρα αναχώρηση ς στις 20. 00 , άφιξη στη Λα Π αζ στις 22 .45 . Π ή ρε τη λέφωνο στην εμπιστευτική γραμμή κ αι ζήτησε έναν άνθρωπό του στο αεροδ ρόμιο . Ώσπου να τον ειδοποιήσουν και να έρθει στο τη λ έφωνο, η ώρα είχε π άει πέν τε και δέκ α . Ο Κόριγκα ν του ζήτησε ν α ε λέγξει τους καταλόγους των επιβατών σε δυο πτή­ σεις : την πτήση της Αερο-Περού Ρ Ι 6 1 6 από Λα Π αζ για Λίμα την Τετάρτη , και, το ίδιο βράδυ , τη ν πτήση της Αερο- Π ερού Ρ Ι 6 1 5 από Λί μα για Λα Π αζ. Ο έλεγος στον κομπιούτερ πήρε λιγό­ τερο από ένα λεπτό . Το ό νομα του Χάιν ριχ Σ με λτς δεν υπή ρχε σε κ α νένα κατάλογο. Το μό ν ο ό νομ α που υπή ρχε και στους δυο ή ταν ε ν ός Α ργε ντινού , κατοίκου του Μ πουένος Άυρες . Όταν ο επιβάτη ς είχε κ λεί σει εισιτή ριο για τη ν πτήση εκείνο το β ράδυ , είπε ο άνθρωπος στο αεροδρόμιο , του είχε ζη τηθεί να 242


δηλώσει , σύμφωνα με τον κα νο νισ μ ό, έ ν α τη λεφωνο σε περίπτω ­ ση αλλαγών στην πτή ση . Ο αριθμός που είχε δώσει ο επιβάτης από το Μπουένος ' Αιρες ήταν ο αριθμός τη λεφώνου του Χάι ν ριχ Σμελτς στη Λίμα . Ο Κόριγκαν κατέβασε το α κουστικό, περίμενε ν ' ανοίξει η άλλη γραμμή , πήρε τη Λόυντ Μ πολιβιάνο και κράτησε θέση στις οχτώ το βράδυ , στην πτήση για Λα Π αζ. « Η κράτησή σας επιβεβαιri:ι θη Kε, κύριε» , είπε ο υπάλλη λ ος στο αεροδρόμιο . « Τ ι όνομα ; » . « Ντόναλντσον», είπε ο Κόριγ καν . « Μάικλ Τζέιμ ς Ντό να λ­ ντσον» . Η γ ραμματέας του χτύπη σε στην πόρτα , άνοιξε και του είπε ότι έφευγε . Την καληνύχτισε, κι ύστερα πή ρε τη γυναίκα του, μη ξέροντας τι α κ ριβώς να τη ς πει . Μίλησαν λίγο γ ια τα βαφτί­ σια , και στη συνέχεια ο Κόριγκαν ανέφερε ότι του είχε παρουσια­ στεί ξαφνικά ένα ταξίδι για λίγες μέρες. Για π ρώτη φορά αφότου παντρεύτηκαν, η γυναίκα του ήθελε να τον ρωτή σει πού θα πή­ γαινε και τι θα έκ ανε . Ο Κόριγκαν το κατάλαβε, αλλά ή ξερε ότι δεν θα έλεγε τίποτα . Για πρώτη φορά στη ζωή του, ήθελε κι αυτός να μιλή σει . Μερικές φορές, του είχε π ει το π ρωί, τ ο ν ή ξερε καλύτερα απ' όσο ήξερε ο ίδιος τον εαυτό του . Ήξερε πότε ήταν ανή συχος, πότε έλεγε ψέμ ατα . « Έχει καμιά σχέση μ ε τ ο τηλεφώνημα που πή ρες όταν τρώγαμε το μεση μέρι;» τον ρώτησε. «Ναι» , απάντη σε . « Κ αι με το μήνυμα που πή ρες στα βαφτίσια ; » « Ναι», απάντησε πάλι . « Τ ζο», η φωνή της έδειχνε φόβο, « ξέρεις τι κάνεις;» Η απόφαση ήταν δική του , είχε πει ο Μ πέιλυ . Όχι, η απόφαση δεν ήταν δική του, το ήξερε. Θυ μή θηκε όταν είχε σταθεί πάνω από το πτώμα στην κουζίνα . Είχε χαρεί, γιατί είχε πάρει την από­ φαση , είχε χαρεί γιατί δε θα χρειαζόταν να την ξαναπάρει. « Θα π ροσέχω» . Ήξερε ότι δεν είχε απαντήσει στην έρωτησή της . « Πότε θα γυρίσεις ; » « Τη Δευτέρα τ ο απόγευμα » , της είπε. Την αποχαιρέτησε κι έ κλεισε το τηλέφωνο . Το κτίριο ήταν ήσυχο . Άνοιξε το χρη ματοκιβώτιο και πή ρε ένα μεγ ά λο καφέ φά κελο . που είχε μέσα τρία διαβατή ρια . Δ ιάλε­ ξε δυο , το έ να στο ό\'ο μ ο Τ ι ιΙ \ l ιι l " λ Τζέιμς Ν τ ό ν αλντσον, και 243


έβαλε το τ ρίτο στη θέση του . Από ένα κουτί διάλεξε τ ρεις σφρα­ γίδες με εμβλήματα και επιγραφές υ πηρεσιών μετανάστευσης από ορισ μένες χώρες . ' Εφτιαξε τις η μερομηνίες στις σφραγίδες και σφράγισε το διαβατή ριο του Μ άικ λ Τζέιμς Ντόνα λντ σον με την πλη ροφορία , ότι ο κάτοχος είχε φύγει από τον Καναδά στις 1 1 Ιανουα ρίου, πέρασε τ ράνζιτο α πό τις Ηνωμένες Π ολιτείες την ίδια μέρα και έφτασε στη Λίμα του Π ερού στις 12 Ι ανουα ρίου . Στο δεύτερο διαβατή ριο η σφραγίδα π ου έβαλε έδειχνε ότι ο κά­ τοχος έφυγε από τη Μ πογκοτά �η ς Κολομβίας στις 2 Ι ανουαρίου και έφτασε στη Λα Π αζ της Βολιβίας την ίδια μέρα . Η πείρα τον είχε δ ιδάξει ότι, αν χρη σιμοποιούσε ένα όνομα όταν έφευγε, καλό θα ήταν να έχει και μια δεύτερη ταυτότητα π ρόχειρη για το γυ ρισ μ ό . Από ένα ά λλ ο φά κε λ ο στο χρηματοκιβώτιο πή ρε δέκα χιλιά­ δ ες αμερικάνικα δο λ άρια, σε χρη σιμο ποιη μένα χαρτονομίσ μα­ τα . " Εβα λε το διαβατή ριο με το όνομα του Ντόνα λ ντσον στο σα­ κάκι του , χίλια δολά ρια στο πορτοφόλι του κι έκ ρυψε τα υπό λ οι­ πα λεφτά και το δεύτερο διαβατή ριο στον ψεύτικο πάτο τη ς τ σ ά ντας του . Την τε λευταία στιγμή έχωσε στη μέσα τσέπη του σα κ α κιο ύ του το φά κελο με τις π λη ροφορίες και τη φωτογραφία του πατέ­ ρ α Λ α πόρτ, που είχε π ά ρ ει από το φ ά κε λ ο του Χ ά ινερ . ' Ε βαλε α κόμ α το φάκελο του γιου , που τον είχε φέρει ο Μπέιλυ , και που δεν τον είχε α κόμα ανοίξει . Στη συνέχεια έφυγε για το αερο­ δ ρόμιο . " Η τ α ν λ ογι κό, σ κέφτη κε καθώς οδηγο ύ σε, βγαίνοντας από τ η ν πό λη , ότι ο Χάινερ θα βρισ κόταν στη Λα Π αζ. " Ητ αν λ ογικό ό τ ι ο Σμελτς θα είχε τ ρέξει να τον βρει . " Ηταν, ακόμ α , λογικό , αν η ερμηνεία που είχε δώσει στα γεγονότα το απόγευμα ήταν σωστή , ότι ο Λαπόρτ θα πήγαινε στη Λα Π αζ. Το μόνο πράγμα που δεν ήταν λογικό ήταν πως κι αυτός , ο Τζο Κό ριγκαν, πήγαινε εκεί.

244


ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 1983


1

9

π. μ. Λα Πας

Ο Λαπ όρ τ πλή ρωσε τον οδηγό του τα ξί, π ροσπαθώντας να δ ιώ­ ξει τη ναυτ ία και τον πονοκέφαλο που του είχε φέρει το μεγάλο υψόμετ ρ ο , και μ πή κε στο χολ του ξενοδοχείου « Ε λντορά ντο» . Η σ κέψη του πήγε στο σύνδεσμο που θα συ ναντούσε. Π ώς θ ' αντιδρούσε ο σύνδεσμος και π όσ ο χρήσιμος θα του ήτα ν; Ταξίδευε χωρ ίς καμία στάση, από τη στιγμή π ου είχε φύγει από το μπορντέ λ ο στο Τσίκ ν ο Μέντια , μαζί με τον Γ κιλέρ μο Π ερ τιέρ ο, τον αρχηγό των ανταρ τώ ν, το περα σ μένο απόγευ μ α . Είχε κά νει α ντ ίστροφα το δρόμο που είχε διατρέξει ο Βολιβια νός λίγες μέρες π ριν. Ο τελευταίος σύνδεσμος τον είχε αφήσει στη ν κεντ ρική πλατεία ένα τέταρτο π ριν, χωρίς να τον παραδώσει σ ' άλλο ν , ι κανοποιώντας έτσι την εντολή του Π ερτιέρο: όποιος τον βοηθούσε να μπει πα ρ ά νομα στη χώρ α, δε ν έπ ρεπε να ξέρει την παρ αμικ ρή λεπτομέρεια για τον επόμενο σύνδεσμο. Στη ρεσεψιόν β ρίσ κονταν δύο υπά λ ληλοι: ένας μεσόκοπος άντρας ντυμένος με τη χρυσοκίτρινη λεβ ρέα του ξενοδοχείου και μια νεα ρή , ελκυστική γυναίκ α , που φορούσε κίτ ρινο φόρεμα και ασ ορτί μεταξωτό φουλά ρι. Ο Λαπόρτ κάθησε σε μια πο λυθ ρό να του φουαγιέ και περί μενε τη στιγμή που η γυναίκα θα ήτα ν ελεύ­ θερη από πελάτη . Τη ν πλησίασε γρήγορα κι αυτή σή κωσε τα μά­ τια της πά νω του . Στο πέτο τη ς η κάρτα έγραφε το ό νομα που ζητούσε ο Λαπόρ τ . « Κάρμεν; » ρώτησε επιφυ λ α κτικά. « Σι , σεvιόρ , είμαι η Κάρ μεν» . Το ύφος του Λαπόρ τ , άνετο και σίγουρο, έκρυβε την ένταση π ου ένιωθε . « · Ε νας φίλος μου είπε ότι θα μ πορούσατε να με β οη ­ θή σετε » . Μίλη σε χαμη λόφ ωνα , σε τόνο ή ρεμο. Η κοπέλ α φά νη­ κε να ξαφ νιάζεται. « Λυπάμαι , δε ν καταλαβαίνω . Π οιος φίλος; » « Το όνομά του είναι Γκιλέρμο » . 247


Η έκφ ρ α ση τη ; γυναίκας δεν άλλαξε . « l. υ γνώμη , ποιος Γ κι­ λέρμο;» Ο άλλος υπάλληλος γύ ρισε στη ρ ε σεψιόν, περνώντας πί σω α πό την Κάρμεν . Ο Λαπόρτ άλλαξε συζήτηση , από φόβο μήπως είχε κάνει λάθος και δεν ήταν αυτή η Κά ρμεν που γύρευε. « Π όσο στοιχίζει το δίκλινο ; » Η κοπέλα του απάντησε. Ο άλ­ λος ρεσεψιονίστας απομακ ρύνθη κε στο βάθος. «Γκιλέρμο Π ε ρτιέ ρ ο», είπε ο Λαπό ρ τ . Η γυναίκα αναρωτή θη κε ποιος να ήταν αυτός ο άντ ρας και γιατί τον ή θ ελε ο Χάινερ. ' Η ξερε καλά τι θα του έκανε ο Χάινερ . Πώ ς γ ινόταν κι ή ξερε ο Χάινε ρ ; Στις εννιά τη ς είχε πει. Ο άνθρω­ πος που στέλνει ο Γ κιλέρμο Περτιέ ρ ο θα φτάσει στις εννιά το π ρωί. Η Κάρμεν έδωσε στον ξένο να συμπλη ρώσει μια κάρτ α . « Σας π ερ ίμενα» , είπε μ ε σιγανή φωνή και τ ο ν είδε να χαλαρώ­ νει λίγο. «Τι θέλετε; » Για π ρώτη φορά , ο άντ ρ ας σιγουρεύτη κε ότι είχε β ρει το σω­ στό ά νθ ρωπο κι ένιωσε ασφάλεια . «Κάπου να κ ρυφτώ , ίσως μέ­ χρι αύ ρ ιο . Στη συνέχεια , κά ποια βοήθεια , δεν ξέ ρω ακόμα» . Ο Χάινε ρ είχε π ει: Θα ζητήσει ένα μέρος να κ ρυφτεί, μέχ ρι την άλ­ λη μέρα το πρωί. « Βγείτε έξω και σ τρίψτε δεξιά » , του είπ ε η κοπέλα . « Δυο τε­ τράγωνα π ιο κάτω είναι ένα μικρό μπα ρ, το " Καφέ Απουρι­ μάκ " . Θα έ ρθω να σας β ρ ω σε ένα τέταρτο» . Η Κ ά ρμεν τον είδε να φεύγει κι αφού πέταξ ε την κάρτα που είχε συμ πλη ρώσει ο ξένος, πήγε στο τηλέφωνο στην ά κ ρη του πάγ κου . Ο Χάι νερ σή κωσε α μέσως το α κουστικό . Σαν να το π ε­ ρίμενε, σ κέφτη κε εκε ί νη . « Ή ρθε » , είπε η γυναίκα . «Υπέγραψε στη ν κάρτα με τ ο όνο μ α Βε λ ά σ κο » . Ο Χάινε ρ δεν έδωσε ση μ ασία στο όνομα . «Πού είναι τώρα ; » «Σ ' ένα μπ α ρ , δυο τ ετράγωνα πιο κά τ ω . Θέλ ει έν α σίγ ο υρο σ πίτι μ έ χ ρι αύριο » . Ξ ανά ο Χάινερ δεν έδει ξ ε να ξ α φνι ά ζε τ α ι . « Τι θ έλει ς να κ ά νω εγ ώ ; » ρ ώ τ η σε α υ τ ή . Ο Χ ά ιν ε ρ π ή ρ ε μ ια σ τ ρ ο φή σ τη ν πο λ υ θ ρ ό να τ ου ζυγίζ ο ν τ α ς ό λε ς τ ι ; π ι θ α ν ό τ η τ ε ς . Π ιά σ ' τ ον τ ι;) ρ α π ο υ μ π ο ρείς , τ ο ν β ί α σ ε η λο γ ι κ ή , π ι ά σ ' τ ο ν τ ιο ρ α που θ α πη γ α ί ν ει σ τ ο σ π ί τ ι . Ε ί να ι π ολύ ε π ι κ ίνδυνο , τ ο ν σ υγ κ ρ ά τ η σ ε το ένσ τ ι κ τ ο . Θ α υ π ά ρ χει κ όσ μ ο ς σ τ ο δ ρ ό μ ο , ά σ ε να τ ο ν σ τ ρ ι μ ι;) ξ ω π ρώ τ α . Δ ιά λ εξε τη μ έ ση λ ύσ η , υ π ο λο γίζο ντ α ς τ α υ τ ό χ ρ ονα κ αι τ ο υ ς λ όγ ο υ ς π ο υ τ ο ν οδη γ ού σ α ν σ ' α υ τ ή ν . Ά σ ε τ η ν Κ ά ρ μ εν να το\" π ά ε ι σ τ ο σ π ί τ ι , ά σ τ ο \' ν α μ ι λ ή ­ σ ε ι μ ε τ ο υ ς τ έ σ σ ε ρ ι ς ά ν τ ρες π ου Β α τ ου ι: λ ε γ ε η Κ ά ρ μ ε ν ό τ ι β ρ ί ­ σ κ ο ντ α ν ε κε ί . Έ π ρr: π l: " [1 l l f t l l , Ι τ ι η ξι:�)I: " Ξ i: ,' ο :: Ιο:Ι ω , τ ιΊ f>f.\' θ α


τα έλεγε ίσως σ τ ους βασανισ τ ές του . Ί σ ως τα έλεγε στους άν­ τρες σ τ ο κρησφύγε το. «Πήγα ινέ τον σ τ ο σίγουρο μέρος» , είπε σ την Κάρμεν . « Θα βά λω να το παρα κολουθούν» . Η Κάρμεν βεβα ιώθη κε ότι είχε τη σωσ τή διεύθυνση και πήγε στο πίσω γραφείο . Ο προϊστάμενος της ρεσεψιόν ή ταν μέσα . «Αλφρέντο», τ ου είπε, «πρέπει να λείψω για λίγο . Θα με αντικα ­ ταστήσ εις; » Ο άντρας τη ς έγνεψε καταφατικά . « Δεν υπάρχει πρόβλημα, έχουμε ησυχία» . Τον ευχαρ ϊ στη σε κι έφυγε. Ή ταν δέκα παρά δύο λεπτά .

2 Ο Τζο Κ όριγκαν άφη σε τ ο τη λέφωνο να χτυπή σει κάπου δυο λε ­ πτά , για να σιγουρευτεί ότι ο σύνδεσμος στη Λα Παζ δε βρισκό­ ταν σ τ ο γραφείο του. Ύστερα ήπιε τον καφέ και το χυμό φ ρού­ των που τ ου είχαν σερβίρει στο δωμάτιό του, στον τέταρτ ο όρο­ φο τ ου « Ε λντ οράντο» . Είχε φτάσει στην πόλη αργότερα απ' όσο υπολόγιζε, γιατί η π τή ση τη ς Λα Παζ καθυστέρη σε κα ι είχε πέσει για ύπνο κοντά στις τ ρει ς τα ξη μερώμα τ α . Το υπό λοιπο πρω ινό τ ου είχε κρυώσει . Έκανε ένα ντου ς, ντύ ­ θη κε κα ι κατ έβη κε να παραλάβει τ ο αυτ οκί νητ ο που είχε νο ικ ιά­ σει . Έδωσε στη ρεσεψ ιόν, όπου είχε δη λώσ ει τ ο όνομα Ντόναλ­ ντσον, ένα φάκελ ο με αμερ ι κάνικα δο λλάρια να τον βά λουν στη θυρίδα τ ου ξενοδοχεί ου , και αγόρασε δυο κάρ τ ες από τ ο μεσό ­ κοπο υπά λλη λο. Η όμορφη μελ αχρ ινή ρεσεψιονίσ τα ή τ αν απα­ σχολη μένη στ ην άλλη άκρη με δύο τ ουρ ί στες από τη Γου ατεμά­ λ α . Στη συνέχ ει α έφυγε από τ ο ξενοδοχείο και βγή κε με τ ο α υτο­ κίνητο έ ξω από την πόλη , ακ ο λουθώντ ας το δρόμο που είχ ε πά ρει ο Γ κ ιλέ ρ μ ο Π ερτιέρο τ ρεις μ έρες νω ρ ί τερ α. Ή τ α ν ένα ς δ ρ ό μ ος που τ ον ή ξ ε ρε κ α λ ά . Σ' ένα τ έ τ α ρτ ο π ερ ί­ π ου δ ιέ κ ρινε τη ν κ α τ η φο ρ ιά . Π έ ρ α σ ε το μ έ ρ ος , π ρο χ ώ ρη σ ε κ α ­ μ ιά δ ια κ ο σ α ριά μ έ τ ρα , π α ρ κ ά ρισε τ ο α μ ά ξι έξω α π ό τ ο δ ρ ό μ ο κ α ι γύ ρ ισε π ί σ ω μ ε τ α πόδια , π ρ οσ έχ οντ α ς μ ή πω ς δει κ ανένα ν τ ρ ιγύ ρω . Η κ ρύπτη ή τ α ν ό πως τη ν είχε α φή σ ει . Α φού σιγουρεύ ­ τη κ ε ό τι δεν τη ν είχα ν α να κ αλύψ ει , ξ ανα μ π ή κε σ τ ο α υ τ ο κ ί νη τ ο κ ι ε π έσ τ ρε ψε σ τ η ν πό λ η . Π α ρ κ ά ρισε σ τ ο ξ ενο δο χ εί ο κ ι α π οφ ά ­ σ ι σε ν α κ ά νει μ ι α β ό λ τ α με τα π ό δια γι α να σ υ νη θί σ ει τ η ν α τ μ ό ­ σ φ α ι ρ α τ η ς Λ α Π α ζ , π ριν τ η λεφωνή σ ει σ τ ο σύ ν δεσ μ ο . Βγή "ε

249


από το πάργ KιvγK και έστριψε δεξιά από το ξενοδοχείο . ' Ηταν δέκα παρά δύο λεπτά.

3 Ο Ζαν Λαπόρτ τελείω νε το δεύτερο καφέ του όταν είδε την Κάρ­ μεν στην πόρτα του μπαρ. Π λή ρωσε το λογαριασμό και πήγε κο ντ ά τη ς . « Π ρέπει ν α βιαστούμε», είπε η κοπέλα , «δεν μπορώ ν α λείψ ω πολύ από το ξενοδοχείο » . Οι δ ρόμοι και τα πεζοδρόμια γύ ρω τους ήταν φίσ κα από αυτοκίνητα και κόσ μο. Στη γωνία η Κά ρμεν σταμάτησε ένα άδειο τ αξί κι έδωσε μια διεύθυνση στον οδηγό . Το ταξί ξεκίνησε, αλλά σταμά τη σε στη διασταύρωση , στο κόκκινο φανάρι. Π ερίμενε δέκα δευτερό λε πτα μέχρι ν ' ανά­ ψει το πρ ά σινο . Ο Τζο Κόριγκα ν ήτα ν στη μέση του δρόμου όταν το φανάρι ά λλαξε χρώμα και βιάστη κε ν α φτάσει στο πεζοδρόμιο, στ ρι­ μωγμένος ανάμεσα σε μια Ινδ ιάνα μ ' ένα μωρό δεμένο στην πλά­ τη τη ς κι έναν τουρίστα με μια τεράστια φωτογραφική μηχανή . Ένα τα ξ ί που είχε σταματή σει στο φανά ρι άρχισε να π ροχωρεί σιγά-σιγά. Για μισό δευτερόλεπ τ ο ο Κόριγκα ν βρέθη κε να κοιτά­ ζει το πίσω κ ά θισμα του αυτοκινήτου. Δ υο επι β ά τες, σημείωσε μηχανικά το μυαλό του: μια γυναίκα μισογυρισμένη στη σ κιά , στη ν ά λλη άκρη ' ο άλλος επιβάτης , ένας άντρας, κοιτούσε π ρος το μέρος του. Τον κοίτ αξε στα μά τια. Ο Κόριγκαν ήταν σίγουρος ότι κάπου είχε ξα ν αδεί αυτ ό το π ρόσωπ ο . Ύστερα το ταξί π ρο­ χώ ρη σε . Ο Ζα ν Λαπόρτ είδε τον άνθρωπο στο δ ρόμο που τον κοίταζε, κι ήταν σίγου ρος ό τι κά που είχε ξαν ::ιδεί αυτό το πρόσωπο . Ύ­ στερα το ταξί π ροχώρησε στο δρόμο, περνώντας μπ ροστά από το ξενοδοχείο , κι αυτός έγειρε, χαλαρώνοντας, την πλάτη του στο κ άθ ισμα.

4 ο Τζο Κόριγκαν περπάτη σε μέχρι το ά λλο τετράγωνο και μετά γύ ρισε στο ξενοδοχείο . Καθώς πλη σίαζε στη ρεσεψιόν , είδε έναν ψηλό άντρα, με ηλιοκα μένο δέρμα , να βγαίνει από το ασανσέρ 250


και να δίνει το κ λειδί του . Ο Κόριγ καν π ρ όσεξε ότι στη ρεσεψιόν ήταν μόνο ένας υ πάλληλος . « Δ εν έχουμε τη ν Κά ρμεν σή μερα ; » αστειεύτη κε ο ά ντρας . Π αρ ' όλο που τα ισπανικά του ή ταν άψογα, ο Κόριγκαν κατάλα­ βε ότι δεν ήταν η μητ ρική του γλώσσα . Ο ξένος ήταν μάλλον Βορειοαμερικανός , όπως κι αυτός . Ο υπάλληλος σή κωσε τους ώμους του . «Las senoritas» , χαμο­ γέλασε, « τις ξέρετε τώρα. Έπ ρεπε να βγει έξω για ένα λεπτό » . Ο Κόριγκαν ζή τη σε το κλειδί του, ρίχνοντας μια ματιά , κα­ θώς ο άλλος Αμερικάνος έδινε το δικό του κι ανέβη κε στο δωμά­ τιό του . Τ ο τηλέφωνο χτύπησε δυο φορές πριν το σηκώσει ο σύνδε­ σμος. « Κανένα νέο ; » ρώτη σε ο Κόριγκαν . « Κάτι λίγα», είπε ο άλλος, σημειώνοντας ότι το τη λεφώνη μα δεν ήταν υπεραστικό . « Δεν είχα με ακόμα τύχη με τον ιδιωτικό αριθμό τη λεφώνου . Ίσως να ξέρω κάτι περισσότερο το απόγευ­ μ α , αλλά το τηλεφώνημα από το ξενοδοχείο είναι άλλη υπόθε­ σψ) . Ο Κόριγκαν περίμενε, με το στυλό έτοιμο . «Τ ο τηλεφώνη μα έγινε από ένα δωμάτιο κλεισ μένο για τον κύ ριο Τζωρτζ Άντερσον, ετών τριάντα τ ριών, από το Χιού στον του Τέξ ας» . Έδωσε με λεπτομέρειες το όνομα και τη διεύθυνση . Ο Κόριγ καν του ζήτησε να επαναλάβει τις πλη ροφορίες, καθώς και τα στοιχεία του διαβατηρ ί ου που είχαν καταχωρηθεί στην καρτέλα του ξενοδοχείου . Τ ο γεγονός ότι ένας Αμερικανός, ή δήθεν Αμερικανός, ήταν ανακατεμένος στην υπόθεση , δεν απασχολούσε τον Κόριγ καν . «Πότε ή ρθε στο ξενοδοχείο ; » ρώτησε . «Τη μέρα που έγιναν τα τηλεφωνήματα . Τη Δευτέρα» . « Και πότε έφυγε; » Έκανε τη σ κέψη αυτή εντελώς αυτόματα . « Δεν έφυγε . Ε κεί είναι ακόμα » . Ο Κόριγ καν δεν άφησε τ η φωνή του ν α τ ο ν π ροδώσει . « Τι α ­ ριθμό έχει το δωμάτιο ; » ρώτησε . «5 1 3» . Κάθε κομμάτι έμπαινε στη θέση του . Ο αριθμός του κλειδιού στη ρεσεψιόν. Ο Αμερικανός που μιλούσε τέλεια ισπανικά , α ­ στειευόταν με τον υπάλληλο και ρωτού σε για κάποια Κάρμεν. Ο αριθμός του κλειδιο ύ πάνω στον πάγκο . 5 1 3 . « Και κάτι άλλο» , πρόσθεσε ο σ ύ νδεσμος . « Ί σως δεν έχει ση­ μασία , αλλά καλό είναι το ξέρετε . Ο πλη ροφοριοδότης μου λέει ότι ο Ά ντερσον κοιμάται με μια γυναίκα του ξενοδοχείοω) . « Ποια ; » Ο Κόριγκαν ή ξερε, αλλά έπ ρεπε να ρωτήσει. 25 1


«Την υπ άλλη λο τ η ; ρ ε σ ε ψ ι ί)\" κ ά π οια Κ ά ρ μεν » . αυτό καμι ά ιδιαίτ ερη σημασία ; » « Μ άλλον όχι» , απάντη σε ο σύνδεσμος. « ο " Άντερσον είναι Αμερικανό ς, έχει μπόλικα δολά ρια και μπορεί να ξεδίνει με την Κά ρμ εν» . Ο Κ όριγκαν ευχαρίστησε το συνομιλητή του , λέγοντας ότι θα κρατούσε επαφή μ αζί του, και κατέβηκε στο φουαγιέ . Το κλειδί του δωματίου 5 1 3 βρισ κόταν στη θυρίδα και η ρεσεψιονίστα δεν είχε γυρίσει ακόμα . Ο Κόριγκαν διάλεξε μια άνετη πολυθρόνα , παράγγειλε καφέ και τις π ρωινές εφη μερίδες, και στ ρώθη κε να περιμένει . « · Ε χει

5 Το σίγουρο σπίτι ήταν ένα διαμέρισμα πάνω από ένα μαγαζί . Η είσοδος β ρ ισ κόταν στην αριστερή πλευρά τ ο υ μαγαζιού , που έβλεπε σ ' έναν κατηφορικό δρόμο, στο τέρμα μιας στενής σ κά­ λας . Η Κάρμεν σύστησε τον Λαπόρτ στους τέσσερις άντ ρες που βρίσ κονταν μέσ α κι έφυγε . Οι άντρες κλείδωσαν την πόρτα πίσω της και ξανακάθισαν γύρω από το στ ρογγυλό τραπέζι, στη μέση του δωματίου , που έβλεπε στο δρόμο. Γύρω γύρω υπή ρχαν κρεβάτια που χρη σί­ μευαν και για καναπέδες. Αριστερά ήταν ένα άλλο δωμάτιο, που χρησίμευε για κουζίνα, μ ' ένα τ ραπέζι στη μέση κι ένα ράντζο κοντά στον τοίχο. Ο αντά ρτης που η Κ άρμεν είχ ε αποκα λέ σει Λούτσ ο πρόσφερε στον Λαπόρτ ένα κάθισ μα κι ο Γάλλος κάθισε. Θυμήθη κε το ό­ νομα . Ο Λούτσο ή ταν μαζί μ ε τον Γκιλέ ρμο Π ερτιέρο στο κτίριο των βασανιστη ρίων και είχε δραπετεύσει μ αζί του . Θυμήθη κε τι είχε πει ο α ρχηγός των ανταρτών για τον Λού­ τσο. · Εφτυνε αίμα βήχοντας τις νύχτες, εξαιτίας της ζωή ς που είχε κάνει στα ορυχεία του κασ ίτερου. · Εριξε μια μ ατιά στους άλλους τ ρ εις . · Ενας απ ' αυτούς, που η Κάρμ ε ν τον είχε συστήσει σ αν Π άκο , είχε περάσ ει επίσης απ ό τον ίδιο χώρο βασανιστη­ ρίων. Οι άλλοι δύο, ο Χάιμ και ο Ρ ομπέρτο, ήταν άγνωστοι . Ο Π ερτέρό δεν τους είχε α ν α φ έ ρε ι . Ο Λούτ σο του π ρόσφερε καφέ και λίγο ψωμί. «ο Γκιλέρμο ε ίπ ε ότι μπορούμε να βοη θή σ ου μ ε Μ ε ποιο τρόπο ; » Ο καφές ήταν γλυκός κ α ι δ υ νατό ς . Ο Λ α π ό ρ τ τον ή πιε μονο.

252


ρούφι και ζήτησε κι άλλο. Στη συνέχεια μίλησε λέγοντας την ι­ στορία του κι αποφεύγοντας κάθε πληροφορία που μπορού σε να ενοχοποιήσει κάποιον άλλο. Όταν τέλειωσε, ο Λούτσο έκανε μια ερώτηση : «Γιατί νομίζει ο Γκιλέρμο ότ ι μπορούμε να σε βοηθήσουμε; » «Γιατί ο άνθρωπος που σ κότωσε τον πατέρα μου , βασάνισε τον Γκιλέρμο κι ίσως κι εσένα» . Οι άντ ρες περίμεναν να τους εξηγήσει , κι όταν ο Λαπόρτ τε­ λείωσε, ο Λούτ σο έφτιαξε κι άλλο καφέ και ξαναγύρισε στο τ ρα­ πέζι . «Θα κάνου με ό , τι μπορούμε . Αλλά υπάρχουν κι άλλες δυ­ σ κ ολίες. Μπή κες στη Βολιβία παράνομα κι έτσι το δ ιαβατήριό σου δεν έχει σφραγίδες» . Ο Λαπόρτ κούνη σε το κεφάλι του . « Εί­ ναι πολύ σημαντικό να υπά ρχουν οι σφραγίδες» , συνέχισε ο Λού­ τσο . «Αν σε στα ματή σει κ άποιος, α κόμα και για κάτι άσχετο, και δεν τις έχεις , θα βρεις αμέ σ ως το μπελά σου. Έχεις μ αζί σ ου το διαβατή ριο ; » Ο Λαπόρτ του το έδωσε . « ο Χά ιμ έχει χρή­ σιμες γνωριμίες . Αυτός κι ο Ρομ πέρτο θα το τα κτοποιή σουν το α π όγευμα . Μέχρι να το κάνουμε, θα μείνεις εδώ . Εξάλλου χρειά­ ζε σ αι ανάπαυση . Π ότε κοιμήθη κες για τελευταία φορά ; » Η ναυτία του υψ όμετρου έκανε το κεφάλι του να βουίζε ι , εμ­ π οδί ζοντάς τον να σ κεφτεί γρήγορα . Ο Λα πόρτ βίασε τον εα υτ ό του να θυ μ ηθεί . « Π ριν τ ρεις νύχτες» , είπε . « Αύριο, ί σ ω ς κι απόψε , μπορεί να ξ αναρχί σ εις τη δουλειά σου . Τώρα , όμως , π ρέπει να κοιμ η θείς» . Το κρεβάτι σ το διπ λανό δωμάτιο ή τ αν σ κλη ρό, αλλά κα λό­ δεχτο . Ο Λαπόρτ ξάπλωσε πά νω σ τις τρα χιές κουβέρτες, αφή­ νοντας τον ύ πνο να τον τυλίξει κ α ι να διώξει τη ναυτία . Θυ μ ήθη­ κε ότι την τελευτ αία νύ χτα που είχε κο ι μ η θεί, την είχε περάσει στο διαμέρισ μα τη ς Μ αρίας . Τώρα το π ρόσωπό τη ς ξανάρθε μπροστά του. Ο ύπνος θόλωσε το μυαλό του . . . Ξαφνικά ο πανι­ κός τον πλημμύρισε, κάνοντας το σώμα του να τιναχτεί . Το πρό­ σωπο τη ς Μαρίας έσβησε κι ένα άλλο πρόσωπο γλίστ ρησε μπρο­ στά του , το αδύνατο μούτ ρο τ ου λογ ιστή . Κι ύ στερα του Γι ό ζεφ Χά ινερ . Τα πρόσω π α κυλούσαν το ένα πίσ ω α π ό το άλλο . Ο Γ κ ι ­ λέρμο Περτιέρο και η συνάντηση στο Τσίνκο υ Μέντια . Το τελευταίο π ρόσωπο που πρόβαλε ήταν του ανθ ρώπου π ου είχε δει στο πεζοδ ρόμιο εκείνο το π ρωί . Ξαφνικά θυμήθη κε πού το είχε ξαναδεί . · Ηταν ο άντρα ς στο ξενοδοχείο « Σέρατον» τη ς Λίμα ς, που είχε καθίσει στο τ ρα πέζι του . Ο άντρας που έδειχ ν ε μια κούραση και μια στενοχώρια όμοια με τη δική του . Αναρω ­ τήθη κε ποιος να ήταν αυτός ο άνθ ρωπος και τι να γύρευε σ τη 253


Λα Παζ . Κά τω από το τ ρ α πl:�ι, σ τ η μ ι:σ η του δ ω μα τίου , β ρισ κόταν ένα ξύλινο κι β ώτιο . Εί δ ε πως είχε μέ σ α έξι αυτόματα κι ένα σωρό χειροβομ βίδες . ' Υστερ α τον πήρ ε ο ύ π νος . Ξύπνη σε μόνο μια φορά . ' Ηταν απόγευμ α . Ο ήλιος γλιστρού ­ σε λοξά μέσα από το άνοιγ μα τη ς κουρτίνας . ' Ε μεινε ακίνητος ακούγοντας τις φωνές στο άλλο δωμ άτιο , προσπαθώντα να τις ξεχωρίσει . Τέσσερις φωνές . Ο Χάιμ και ο Ρομπέρτο είχαν γυρί­ σει α πό τη δουλειά του διαβατη ρίου . Ση κώθη κε με κόπο . Το β ου ­ ητό στο κεφάλι του είχε αρχίσει να σβήνει και το σώμα του να συνέρχεται από την αλλαγή του υψόμετ ρου . Πήγε σ κουντου­ φλώντας στο διπλανό δωμάτιο και σωριάστη κε σ το ντιβάνι κά­ τω από το παράθυρο . « Πώς είσαι; » ρώτησε ο Λούτσο. «Δεν είμ αι χειρότερα , αλλά όχι κι εντελώ ς καλά . Τι έγινε με το διαβατή ριο ; » Εκείνος που απ άντη σε ήταν ο Χ άιμ . « Εντάξει . Θα είναι έτοι­ μο απόψε» . Ο Λαπόρτ μουρμούρισε ένα ευχαριστώ και ξαναγύ­ ρισε στο κ ρεβάτι.

6 Ο Κόριγκαν ση κώθη κε, τέντωσε τα πόδια του και ξαναγύρισε στο κάθισ μα του φουαγιέ. Είχαν περάσει τέσ σερις ώρες από τη στιγμή που είχε μάθει την ταυτότητα του σύνδεσ μου . Π ότε πότε άλλαζε θέση για να μη δη μ ιουργή σει υποψίες, αλλά και για να δώσει διέξοδο στην ανησυχία που τον β ασάνιζε . Τέσσερις ολό­ κλη ρες ώρες . Παράγγειλε πάλι σάντουιτς και καφέ και ξανάρχισε να περι­ μένει .

7

Αίμα , Περού

Κανένα νέο . Κανένα απολύτως νέο . Στ ην α μ μουδιά , κάτω από τα βράχια , η Μ αρία έβλεπε την π αραλία γεμά τη κόσμο, που απο­ λά μ βανε το Σαββ ατοκύ ρια κο. Ά φησε το μ π αλκόνι και γύρισε πί σω στο σαλόνι . 254


Κανένα νέο α πό χτες το απόγευ μα . Κι ύστερα τίποτα , εκτός από ένα μήνυμα αφη μένο βιαστικά στο γραφείο της , που έλεγε ότι θα ερχόταν σ ' επ αφή μαζί της όσο πιο γρήγορα μπορούσε, Καμιά νύξη για το πού βρισ κόταν , για το τι έκανε. Είχε λείψει από το γραφείο της κάπου τρία τέταρ­ τα και σ ' αυτό το δ ιάστη μα τον είχε χάσει . Κάθισε μη ξέροντα ς τι να κάνει. Σαν να βρίσ κομαι μέσα σ ' ένα κενό , σ κέφτη κε. Μια άλλη σ κέψη της ή ρθε ξαφνικά . Σαν να βρισ κόμα στε κι οι δυο μέσα σ ' ένα κενό . Π εριμ ένοντα ς . Τ ο τη λέφωνο χτύπησε . Τ ο σήκωσε κι ά κουσε τ η φωνή του Π ατσέκο. Ήταν στο γραφείο του , της είπε. Αυτή τι έκ ανε; Μή­ πως ήθελε να πάει να τον βρει; Η Μαρία ήξερε ότι κι αυτός περί ­ μενε , καταλάβαινε ότι η ίδια δεν ήθελε να φύγει από το διαμέρι­ σμα μή πως τη ς τηλεφωνήσει ο Ζαν , μήπως γυ ρίσει ο Ζαν, παρ ' όλο που ήταν σίγουρη , χωρίς να ξέρει πώς και γιατί , ό τι δε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο . Ήταν ακόμα σίγουρη , ότι σε κάτι θα χρη ­ σίμευε αν πήγαινε να δει τον Π ατσέκο. Του είπε ότι θα β ρισκό ταν στο γραφείο σε μισή ώρα. Ο ι δρόμοι στο εμπορικό κέντρο τη ς πόλης ήταν ή συχοι , σχε­ δόν έρη μοι. Α κόμα και η πιάτσα Σαν Μάρτιν ήτ αν άδεια . Θα ξαναζωντάνευε το απόγευμα που θ' άνοιγα ν πά λι τα μ αγ α ζιά, παρ ' όλο που η ερη μιά δεν οφειλόταν μόνο στη σιέστα , αλλά και στη ζέστη της καλοκαιριάτικης μέρας. Ο Πατσέκο της άνοιξε και της πρόσφερε καφέ . Η Μαρία κα­ τάλαβε αμέσως , ότι υπή ρχε λόγος που την είχε καλέσει , κι ό τι ήταν κι αυτός ανήσυχος . Κατάλαβε ακόμα πως ο λόγος τη ς ανη­ συχίας του ήταν συγκεκριμένος . Ο Πατσέκο έφτιαξε καφέ και για τους δυο τους στο ηλεκτρικό μάτι του διπλανού γραφείου και στ άθη κε στο παράθυρο , κοιτάζοντας έξω . Κάτι είχε συμβεί , άρχισε να λέει, κάτι που μπορεί να έμπλεκε τον Ζαν. Η Μαρία περίμενε. Ένας παπάς είχε εξαφανιστεί, είπε. Όχι ο Ζαν , βιάστηκε να προσθέσει, αλλά όχι ένας οποιοσδή ποτε παπάς . Ανή κε στην ο­ μάδα μελέτης που μέλος της ήταν κι ο Ζαν. Η Μα ρία θυμήθη κε αμέσως το λόγο για τον οποίο είχε έρθει αρχικά ο Ζαν στο Πε­ ρού . Κ αι όχι ένα οποιοδή ποτε μέλος της ομάδας, συνέχισε ο Πα­ τσέκο, αλλά εκείνος , που οι δάσ καλοι στο σχολείο της barriada είχαν αναφέρει στους ρεπόρτερς σαν τον καλύτερο φίλο του Ζαν. Αυτός που λεγόταν πατή ρ Μισέλ. Ο Π ατσέκο είχε ανησυχήσει. Ήταν φυσικό . Το τελευταίο ί­ χνος του πατέρα Μ ισέλ, είπε , ήταν ένα μήνυ μα που είχε αφήσει 255


στο μ οναστήρι την Παρασ κευή το πρωί, καλώντας τον Ζ αν σε γεύ μα το μεσημέρι . Η Μ α ρία θυμήθη κε, ότι ο Ζ αν της είχε αναφέρει το ραντεβού, που ήταν κ ανονισμένο μια ώρα αργ ότερα από το ραντεβού του με το ν Π ατσέσκο στο καφέ της Κάλε Κουτσέν α . « Κ αι; » ρώτησε αυτή . . Ο Π ατσέκο υπέθετε ότι αν υπή ρχε κάποιος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην εξαφά νιση του πατέρα Μισέλ και στον Ζαν, αυτός θα είχε σχέση με την προσπάθεια του Ζαν ν ' ανα καλύψει τα ίχνη του Γιόζεφ Χάινερ . Είχε λοιπόν υποθέσει, ότι κ άποιος κυνη­ γούσε τον Ζαν αλλά είχε πιάσει τον πατέρα Μισέλ . Η Μαρί'α δεν κατάλαβε το συλλογισμό και του ζήτησε να της τον εξηγήσει . Είναι απλό, εί πε ο Π ατσέκο. Θυμήσου τι φορούσε ο Ζ αν. Φορού­ σε συνηθισμ ένα ρούχα , δεν ήταν ντυμένος παπάς. Αν κάποιος είχε π ά ρει εντολή να πιάσει τον παπά, θα έπιανε αυτόν που ή ταν ντυμένος παπάς. Θ α έπιαναν τον πάτερ Μισέλ. Η Μαρία είδε πόσο λογική ήταν η εξήγηση , και κατάλαβε ότι υπή ρχε και συνέχεια. Το θέμα ήταν, συνέχισε αυτός, ότι είχε πάρει πλη ροφορ ίες από το μονασ τή ρι . Είχε μάθει την ονομ ασία και τη διεύθυνση τη ς εκκλησίας του Π όρτο Ρίκο , όπου ο πατήρ Μ ισέλ ήταν παπάς τη ς κοινότητας . Η Μαρία ήξερε τώρα τη συνέχεια . Τους είχε τηλεφωνή σει και είχε πάρει την απάντηση , ότι δεν ήξεραν τίποτα για ταξίδι μελέ της σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Δεν είχαν ιδέα για ταξίδι στο Περού . Δεν ήξεραν κανένα πα τέρα Μισέλ . « Τι σημασία έχουν όλα αυτά για τον Ζαν ; » ρώτησε η Μ α ρ ί α . Είχε την αίσθηση ό τι ο Πατσέκο κάτι ήξερε, κάτι π ου δεν έπρεπε να τη ς πει. « Τ ο γεύμα του Ζαν με τον πατέρα Μισέλ ήταν για χτες το μεση μέρι στη μία . Ο π ατήρ Μ ισέλ πρέπει να εξαφανί στη κε περί­ που αυτ ή την ώρ α , γιατί έφυγε από την ομάδα στ ι ς δώδεκα και ε ί πε ό τ ι θα γ υ ρ ί σει στι ς δυόμιση» . Η Μ αρία κατάλαβε ότ ι θα τη ς έλεγε το λόγο που είχε ζητή σει το ραντεβού στο καφέ της Κάλε Κουτσένα . « ο Ζαν είχε άλλο ένα ραντεβού α ργότερα » , είπε αυτός σιγ ά . « Σ τι ς δ υ όμιση . Δ ε ν μ πορώ να σ ο υ πω πού ή με π οιον , αλλ ά πήγε σ " ε κ είν ο τ ο ρ α ν τε β ο ύ » . Τη ν ί δια ώ ρ α , σ κ έ φ τη κ ε η Μ α ρ ί α , π ο υ ο π α τ ή ρ Μ ισ έ λ έπ ρε πε να

γ υ ρ ί σει σ τη ν ο μ ά δ α . « Π ώ ς τ ο ξέ ρεις ; » ρ (;nη σ ε .

256


« Δεν μπορώ να σου πω» , είπε αυτός, « απ ό τ η μια γιατί καλό είναι να μην ξέρεις κι από την άλλη για τ ί ούτε κι εγώ ξέρω πο λλά» . Ο καφέ ς είχε κρυώσει . « Αυτό που ξέ ρω» , συνέχισε, « είναι ότι ο Ζ αν πήγε στο ραντεβού, κι εκεί καταστρώθη καν ορισμένα σχέδια . Δ εν ξέ ρω λεπτομ έ ρειες γι ' αυτά τα σχέδια . Ε κείνο που είμαι σίγουρος, είναι ότι χτες το απόγευμα ο Ζ αν κινή θη κε ανάλογα». Α φού πρώτα, σ κέφ τ η κε η Μ α ρία , εί χε αφήσει το μήνυμα σ τ ο γραφείο της . . « Τι σημα ίνουν όλα αυ τ ά σε σχέση με τ ον Ζ α ν και τ ον παπά π ου εξαφανίσ τ η κε ; » ρώ τ ησε. « Σ ημαίνουν», είπε δια λέγοντας τα λόγια του ο Πατσέκο, « ότ ι κάποιος, δεν ξέ ρω ποιος, ξέρει πως ο Ζαν κυνηγάει τον Χάινερ, ξέρει ότι βρίσ κεται κοντά στο σ κοπό του , κι ο πατή ρ Μισέλ είχε εντολή να έρθει σ ' επαφή μα ζί του» . Η Μ α ρία ήξερε πο ι ο ς . Θυμήθη κε τ ην περιγραφή τ ου Λαπόρτ για το δίκτυο, θυμήθη κ ε τις οργανώσεις, ιδιαί τ ερα την οργάνωση που, όπως είχε πει ο Λαπόρτ , ανή κε ο Χά ινερ. « Πιστεύω» , είπε ο Π ατσέκο, « ότι ο Ζ αν ξέρει τώρα ότι τον κυνηγάνε» . Δίσ τασε, μη ξέ ροντας πώς να εκφραστεί. « Νομίζω ότι ο Ζαν κανόνισε την υπόθεση τ ου π άτερ Μ ισέλ» . « Κ αι πού είναι τώρ α ο Ζ αν; » « Ν ομίζω», είπε ο Π α τ σέκο, « ό τι εί ναι σ τ η Λα Παζ» . Η Μα ρία κατάλαβε ό τ ι δεν μ πορούσε να ρω τ ήσει παραπάνω . « Μερικές φορέ ς», είχε πει στον Λαπόρτ το βράδυ μετά την επίσ κεψη στο σπ ί τι του Τσακλικάγιο, όπου είχαν βρει τα έγγρα­ φα, « σε ξέρω καλύ τ ερα από όσο εσύ τον εαυτό σου . Ξέρω τ ι είσαι, ποιος εί σαι. Τι σ κέφτεσαι να κάνεις » . Είχε σταμα τ ή σει τότε για λίγο, μη κα τ αλαβαίνοντ ας αυτό που ε τ οιμαζόταν να πει. « Ξέρω τι πρέπει να σκ έφ τ εσαι, τι π ρ έ πει να κάνεις » . Μια μέρα, θα κα τ αλάβαινε το ν όη μα που είχαν τα λόγια της. Μέχρ ι τότε, θα περίμενε . Α να ρω τ ήθη κε και ποιος άλλος να περίμενε .

8

Λα Πας, Βολιβία

Ο Τεξανός γευμά τ ισε α ργά , σύμφωνα με τ ην ισπ ανική συνήθεια , σ ' έν α μι κρό αλλά α κριβό εστια τ όριο στο κέντ ρο της πόλη ς, πίνον τ α ς μεταλλικό νερό αντί γ ια οινόπνευμα. Σ τη μέση του γεύμ α τ ος ση κώθη κε και ρώ τησε τ ον μαιτρ αν μπορούσε να τη λε 257


φωνήσει. Π ή ρε το ξενοδοχείο , α κριβώ ς την ώρα που έπ ρεπε, όπως έ κ ανε κάθε μια ώρα . Περίμενε υπομονετ ι κ ά να δει ο υπ άλ­ ληλος αν υπή ρχε κανένα μήνυ μ α γι ' αυτόν . «Si, senior, έχετε ένα μήνυμα » . « Πες μ ου » , ε ί π ε ο Τεξανός . « Έν α ς φίλο ς σ α ς τη λεφ ώνη σ ε π ριν λίγο . Είπ ε ότι θ α π αίρνατε τη λέφωνο και ζή τη σ ε ν ' αφή σετε ένα νούμερο για να έρθει σ ' επ αφή μ α ζί σ α ς » . Ο · Α ν τ ε ρ σ ον π ερίμενε αυτό τ ο τηλεφώνημ α αφότου ο Χ άινερ τον είχε ειδοποιή σ ει , από τ ο προη γ ο ύ μ ενο α πόγευ μ α , να είναι

έτοιμος . " Εδωσε στον υπάλληλο του ξενοδοχείου το νούμερο του ε στιατό ριου , έχω σ ε δέκ α δολάρια στο χέρι του μ αιτρ κι αφο ύ του εί π ε ότι περ ίμενε σύντ ομα ένα τη λεφώνη μα , συνέχισε τ ο γ εύ μ α του . Τ ρία λεπτά α ργότερα , ο μαιτρ του ε ί πε ότι τον ζητούσ αν σ το τηλέ φωνο . Ο Τεξανός Τοήγε γρήγορα , α ν αγ νώ ρισε αμέσως τη φωνή και ά κουσε π ροσεκτικά τις οδηγίες. Στην ερώτη ση αν ή θελε να ση μειώσει καμιά λεπτομέρεια , απάντησε α ρνητικ ά . Ο ι πλη ροφορίες ή ταν καλέ ς σκ έφτη κε, η οργάνωση αυστηρή και πειθαρχημένη , όπως στην Πορτατσουέλα . Φυσικά τελείως διαφορετική , αλλά με τον ίδιο συστη ματικό σχεδιασμό. Θυμή θη­ κε πώς είχα ν λειτουργή σει οι λεπτομέρειες του σ χεδίου στην Π ορτατσουέλα . Το μέρος που τον είχαν σ τείλει ήταν τέλειο . Το ελι κόπτερο είχε φτάσει α κ ρ ιβώς σ την ώρα του , περιμένοντας στον α έρα ώ σπου να κ αθαρ ί σουν τα εμπόδια σ το έδαφος , όπως α κρι βώ ς είχε πει ο Χάινερ . · Ετ σι του έδωσε το χρόνο που χρειαζό­ ταν . Τέσσερις βολές με το Μπ ράουνιΥΥΚ Μπαρ και η προπέλα τη ς ουράς είχε διαλυθεί στον αέρα . Η δολοφονία έδινε την εντύ­ πωση ότι ήταν ατύχη μα, όπως το είχε σχεδιάσει ο Χάινερ . ·Ενα π ρ ό βλη μα , μια αλλαγή , είχε κάνει την Πορτατσουέλα μια ακρι­ βά πλη ρωμένη αποτυχία . Αλλά αυτό δεν οφειλόταν στο σχεδια ­ σ μό. · Ελπιζε ότι οι λεπτομέρειες της επιχείρηση ς που του ανέλυε τ ώ ρα ο Χάινερ, θα εκτελούνταν χωρίς καμιά ανωμαλία. · Οτ αν τέλειωσε η συζήτη ση , γύρισε στο τραπέζι του. Τέλειωσε το γεύμα του, πλη ρωσε το λογαριασ μό ζητώντας απόδειξη , κι έφvyε .

258


9 Ο Κόριγκαν ση κώθη κε και πήγε στο τη λέφωνο, όπως έκανε όση ώ ρα περίμενε στο φουαγιέ . · Ενα τηλεφώνημα κάθε ώ ρ α . Πή ρε τ ο νούμερο του ξενοδοχείου και ζήτησε τη ρεσεψιόν. « Καλη μέρα» , επανέλαβε όπως και πριν. « Περιμένω ένα μήνυ­ μα από τον κύριο · Αντερσον, δωμάτιο 5 1 3 » . Ρωτούσε επίτηδες έτσι αόριστα, και περίμενε να του δώσει ο υπάλληλος την ίδια α πάντηση που είχε ήδη πά ρει τέσσερις φορές . «Είστε ο κύριος που άφησε το μήνυμα πιο πριν ; » Η ερώτηση ξάφνιασε τον Κόριγκαν. «Α κ ριβώς», είπε αυ­ θόρμητα . «Δεν άφησε άλλο μήνυμα», είπε ο υπάλληλος, «εκτός από εκείνο το νούμερο για να του τηλεφωνήσετε» . Ο Κόρ ιγ καν δεν δίστασε. « Γι ' αυτό ξανατηλεφωνώ » , είπε. « Δεν μου φάνη κε σωστός ο αριθμός. Μήπως θα μπορούσατε να μου τον ξαναδώσετε; » Το π ρώτο ίχνος, σκέφτη κε, και ίσως το μοναδικό . Αναρωτή­ θη κε τι θα έκανε στη συνέχεια. «Λυπάμαι, σενιόρ », είπε ο υπάλ­ ληλος . «Το πέτ αξα » . Κάτι γινόταν. βλαστή μησε ο Κόριγκαν . Κάτι κουνιότ αν, κι αυτός έμενε απέξω. Δεν είχε ιδέα τι, πού ή πότε . Γύ ρισε στη θέση του και παράγγειλε μια μπίρα . Το π ρώτο ίχνος, το μοναδι­ κό, και του είχε ξεφύγει. Ο · Αντερσον, σ κέφτη κε, ο άνθ ρωπος από το Τέξας. Από το δωμάτιό του είχε κάνει ο Χάινερ το τηλε­ φώνη μ α . Θα ή ταν κάποιος που είχε προσλάβει ο Χάινερ γ ια την περίπτωση που τα π ράγματα δυσκόλευαν, σ κέφτη κε. Πολύ πιθανό , να μην ήξ ερε το παραμικρό κανένας άλλος στην ο ργά­ νωση . · Ενα στ ή ριγμα, αν κάτι δεν πήγαινε καλά. · Η μια εξασφά­ λιση , αν όλα τα άλλα αποτύχαιναν. · Ηταν απίθανο, παραδέχτη­ κε, να γύριζε ο · Αντερσον στο ξενοδοχείο π ριν τελειώσει η δου­ λειά , όποια κι αν ήταν αυτή . Βλαστή μησε ξανά , και πίεσε τον εαυτό του να η ρεμή σει και να π ροσπαθή σει να βγάλει μια άκρη. Να καθίσει και να σ κεφτεί . Να ξεκαθαρίσει γιατί δεν είχε κ άνει ο ίδιος το αυτονόητο . · Ηθελε το γιο, ήθελε να φτάσει στον Χάινε Ρ γιατί ήξερε ότι εκεί θα πήγαινε τελικά ο γιος, χρησιμοποιούσε τον Τεξανό που λεγόταν · Αντερσον για να φτάσει στον Χάινερ. ·Ομως είχε κιόλας το τηλέφωνο του Χάινερ στη Λα Παζ. Αναρωτήθη κε γιατί δεν του είχε τηλεφωνήσει για να κανονίσει μια συνάντηση . Φυσικά υπήρ­ χε κάποιος λόγος . Πώς είχε β ρει τον αρθμό του τη λεφώνου; 259


Θα μπορούσε βέβαια να δώσει μια εξή γηση γ ι ' αυ τό . να δι καιολο­ γήσει α κόμα και τον ερχομό του στη Λα Παζ. Αλλά ήξερε ότι υ πή ρχε και κάτι άλλο. χωρίς να ξέρει α κ ριβώς τ ι . Κά τι που είχε σχέ ση με το μ υστι κό. Το είχε ξετρυπώσει μέσα από το δίχτυ των τη λεφωνημάτων που είχε κάνει ο Χάινερ τις προηγού­ μενες μέρες . Σκ έφτη κε πάλι τ α τη λεφωνήματα . ιδια ί τερα τα δυο που είχαν ση μασία . Το πέμ πτο και το έκτο . Θυ μήθη κε πως τα είχε κλείσει με το μολύβι μέσα σ ' έναν κύκλο . ξεσ κεπάζοντας έτσι το μυστι­ κό . Χωριστά . το υ είχαν φανεί παράλογα . Όταν τα εξέτασε όμως μαζί. είδε ότι ήταν απόλυτα λογικά . Το φουαγιέ ή ταν ή συχο . Θυ μήθη κε τ ο φά κελο που του είχε. δώσει ο Μπέιλυ . με όλα τα στοιχεί α για το γιο . τον παπά που είχε διατάξει να εκτελέ σουν. Δεν τον είχε διαβάσει α κόμα . Τ ον άνοιξι: . έβγαλε στην ά κ ρη ένα μι κρότερο φ ά κελο από σελοφάν . υ ποθέτοντας ότι είχε μέσα τη φωτογραφί α που του είχε υποσχεθεί ο Μ πέιλυ . και διάβασε τις τρεις σελίδες . Τις ξαναδιάβασε. κι ύστερα συγ κέντ ρωσε την προσοχή του στις βιογ ραφικές λεπτο­ μέρειες . που ήταν γραμμ ένε ς στη ν τ έταρτη παράγραφο της πρώ­ τη σελίδας. " Ε νιω σε ένα πάγωμ α και το μυαλό του σαν να ξ ύπνη σε ξα φ ν ι­ κ α . Ή ξ ερε κα λά αυτή την αίσθηση . Ξανα δ ιάβασε την παράγ ρα­ φο . Έβγαλε από την τσέπη του το δεύτερο φά κελο. που είχε τα στοιχεία γι α τον πατ έ ρα . αντιγραμμ ένα από το φάκελο του Χάινερ . Έβγαλε από μ έ σα το μικρότερο φά κελο με τη φωτογρα­ φία του πατ έ ρα κι ά ρχισε να διαβάζει . Συγ κέντρωσε την προσοχή του στ ις π α ραγράφους με τα βιογραφικά στοι χεία το υ πατέρα . Ύστερα ξαναδιάβ ασε τα στο ιχεί α για το γι ο . Τ ο πάγωμα απλωνότ αν σ ' ολόκληρο το σώμα του . Ά νοι ξε τους δυο φ ακ έλ ους από σελοφάν . τον έ να με τη φωτογραφία του γιου , κ αι έβ αλε τις φωτογραφίες πλάι πλάι στο τραπ έζι . « Ich fragte. ihn , ob er wieder kommen wurde» . «Τον ρώτησα αν θα ξανάρθει» . είχε προσπαθή σει να πει ο λογιστή ς στον Σμελτς , στο Μολέντο . «Ich Iragte und er sagte ' 'Ich habe Ihnen gesagt, dass ich wieder komme" » . « Ι ησού Χ ριστέ» , ανάσανε ο Κόριγκαν , συνειδητοποιώντ ας ξαφνικά . Τώρα ήξερε γιατ ί είχε έ ρθει στη Λα Παζ. « Ι ησού Χ ριστέ ! » " Ξανάβαλε τις φωτογραφί ες σ τους φα κέλους και ξαναδιάβασε τα στοιχεία για τον πατέρ α και το γιο, συγ κεντρώνοντας αυτή τη φορά την προσοχή του στο κομμάτι που αναφερόταν στην 260


επιστ ροφή του πατ έ ρα στην κατεχόμενη Γαλλία και τη σύλλη ψη και το θάνατό του γ σ τερα ξανάφερε στο μυαλό του τα γεγον ότ α τ η ς Π α ρασ κευής κ α ι του Σαββάτου, αρχίζοντας με τ η ν ξαφνική αναχώρηση του Σμελ τς για τη Λα Παζ, και τελειώνοντας με τ ο τη λεφωνικό μήνυμα στον άνθρωπο που λεγόταν · Αντερσον . Αυτόν που δεν είχε καταφέρει να προλάβει. Τώρα ήξερε . Τα ήξερε όλα . 'Οπως α κριβώς η Κά ρμεν είχε νιώσει ότι ο Χ άινερ τα ήξερε όλα , όταν του εί χε αναφέρει τις κινήσεις του ξένου , που είχε οδηγή σει στο κρησφύγετο . ' Η ξερε τι θα συνέβαινε . Πότε θα συνέβαινε. Το μόνο που δεν ή ξερε ήταν το πού. Σκέφτη κε για λίγα λεπτά , ξ αναδιάβασε δυο φράσεις στο φά­ κελο του πατέρα , που αναφέρονταν σε μια συγκεκριμένη φάση της επιστ ροφή ς του στη Γαλλία κι ύστερα έστ ρεψε την προσοχή του στ ο χώρο της ρεσεψιόν . Ο ' Αντερσον κοιμόταν με κά ποια σ τ ο ξενοδοχείο, του είχε πει ο σύνδεσμος στη Λα Π αζ, μια ρεσεψιονί στ α που λεγόταν Κ ά ρμεν . Θυμήθη κε πως ρώτησε, αν η πλη ροφορία είχε σημασία . « ' Οχι» , είχε απαντή σει ο σύνδεσμος. «ο ' Αντερσον είναι Αμερι­ κανός , μπόλικα δολά ρια, μπορεί να ξεδίνεl με την Κάρμεν» . Τώρα ο Κόριγ καν είδε με άλλο μάτι την κοπέλα . ' Οταν είχε φύγει το πρω ί α πό το ξενοδοχείο, υπή ρχαν τ ρεις υπάλλη λοι στη ρεσεψιόν: ο μεσό κοπος άντ ρας και δυο γυναίκες, η μια από αυτές α ρ κετά όμορφη . Μαύρα μαλλιά , ασορτί φόρεμα και φουλάρι. 'Οταν γύρισε στις δέκα, ο Τεξανός ρωτούσε για την Κάρμεν κι ο υπάλληλος είχε α παντήσει: « Χ ρειάστη κε να βγει έξω για ένα λεπτό» . Στο μεταξύ ο Κόριγκαν β ρισ κόταν έξω, περπατώντ ας στο δρόμο . Στις δώδεκα παρά δύο λεπτά . .

.

Ο ά νθρωπος στο πίσω μ έρος του ταξί, που είχε σταμα τή σει στα φανάρια. Ο ά νθρωπος της φωτογραφίας. Ο Ζα ν ι\ απόρτ. Δ υο πρόσωπα μ έσα στο ταξί. Το δεύ τερο μ ι α γυναίκα, καθι­ σμέvη στη σκιά, σα ν να μ η ν ήθελε να φαίνετα ι . Μαύρα μαλλιά . ·Ομ ορφη . Α σορτί φόρεμ α και φουλάρι. Στολ ή ξενοδοχείου . Η Κάρμεν. .

Το φουαγιέ του ξενοδοχείου ά ρχισε να γεμ ί ζει . Έ ριξε μια ματιά στο γκισέ, όπου η Κάρμεν έδινε δωμάτιο σ ' ένα ζευγά ρι Γάλλων . Αναρωτήθη κε αν αυτή ήταν πραγματικά στο ταξί με τον Λα πόρτ . Και αν ήταν, σε πόση ώρα θα μάθαινε το νέο ο Γιόζεφ Χάινερ , μέσα από το δεσμό της με τον Τεξανό; Δεν υπή ρχε πα ρά μόνο ένας τρόπος για να μάθει γρήγορα . Τουλά χl26 1


στον έτσι δε.ν θα του έπαιρνε πάνω από πέντε λεπτά . Πήγε στο γραφείο του θυρωρού, έδωσε στον άνθρωπο ένα πουρμπουάρ για να πάρει χαρτιά και φακέλους με τη φίρμα του ξενοδοχείου, και γύρισε στη θέση του . Στο χαρτ ί έγραψε ένα απλό ση μείωμα με κεφαλαία γράμματα, για την περίπτωση που η κοπέλα ή ξερε το γραφικό χαρακτήρα του · Αντερσον . Κάρμε ν . Πρέπει να σε δω επειγό ντως . Σε παρα κα λώ , έλα πά νω α μ έ σως .

Υ π όγραψε το σημείωμα με τα α ρχικά Τ . Α . , έβαλε την ώρα στο κάτω μέρος της σελίδας, σφράγισε το χαρτί μέσα στο φά κε­ λο, κι έγραψε απ έξω « Κάρμεν» και τη λέξη «επείγον» . · Το φουαγιέ είχε ακόμα κόσ μο. Περίμενε μέχρι να πάει η Κάρμεν στο πίσω γραφείο για κάποιο έλεγχο, και πλησίασε το γκισέ τη στιγμή που ο μεσόκοπος υπάλληλος ήταν απασχολη­ μένος μ ' ένα ζευγάρι . « Με συγχωρείτε» , τον διέκοψε με φωνή φιλική , αλλά σταθε­ ρή . « Δωμάτιο 5 1 3 » . Ο υπάλληλος αντέδρασε αυτόματα και του έδωσε τ ο κλειδί, γυρίζοντας χαμογελαστός να ζητή σει συγνώμη από τους του­ ρίστες . Ο Κόριγκαν τον ευχαρίστησε, περίμενε να ξαναρχίσει ο άν­ θρωπος τη δουλειά του , άφη σε το φά κελο στο γκισέ και πήγε στο ασανσέρ. Το δωμάτιο ήταν μεγάλο και μύριζε πεύ κο. ' Εβαλε την ένδειξη « Μην ενοχλείτε» στην πόρτα, υπο θέτοντ ας ότι η Κάρμεν δεν θα τη λάβαινε υπόψη της, άναψε το πορτατίφ του κομοδίνου , άνοιξε το ραδιόφωνο και τ ράβηξε τις κουρτίνες . ' Υ στερα πήγε στο μπάνιο κι άνοιξε τ ι ς βρύσες . Πήρε από την κρεβατοκάμαρα δύο καρέκλες, τις πήγε στο μπάνιο και τις έβαλε αντικρυστά , στ ριμώχνοντας τη μια ανάμε­ σα στη λεκάνη και το νιπτή ρα, έτσι ώστε να μη κουνιέται. Στο νιπτή ρα , δίπλα στην καρέ κλα , έβαλε ένα ποτή ρι νερό . Στην ντουλάπα του δωματίου βρή κε δυο ζευγάρια παπούτσια . Ο Κό­ ριγκαν έβγαλε το κορδόνι από το ένα παπούτ σι και το έβαλε στο κομοδίνο, από τη μεριά του κρεβατιού που ήταν κοντύτερα στην πόρτα . Μέσ α σ ' ένα συρτάρι βρήκε ένα μεγάλο μαντίλι, που το έστ ριψε και το έβαλε δίπλα στο κορδόνι . Όταν έμεινε ευχαριστη μένος από τις προετοιμασίες του , στάθηκε πίσω από την πόρτα και περ ί μενε . Το χτύπη μα που περίμενε ήρθε τ ρ ία λεπτά αργότερα. Ο Κόριγ­ καν κοίταξε α πό το μάτι και είδε απ ' έξω την Κάρμεν. ' Ανοιξε την πόρτα και αυτή μ πή κε μέσα γελασ τή . Ο άντρα ς πρόβαλε 262


ξαφνικά . Με το ένα χέρι έκλεισε την πόρτ α και με το άλλο τη χτύπησε στο πλάι του κεφαλιού με δύναμη . Με την ίδια κίνη ση , διπλο κλείδωσε την πόρτα και την έπιασε, καθώς έπεφτε . Την πήγε στο κ ρεβάτι και την ξάπλωσε μπ ρούμυ­ τα . Αυτή βογγούσε χωρίς να έχει συνέλθει α κόμα για να προβά­ λει αντίσταση . Γονάτισε π άνω τη ς, κρατώντας την ακίνητη , κι άρπαξε το μαντίλι από το κομοδίνο , βουλώνοντάς της το στόμ α για να π ρολάβει το ουρλιαχτό π ο υ θα ερχόταν . Η Κάρμεν άρχισε να κουνιέται . Ο Κόριγκαν πή ρε το κορδόνι και τη ς έδεσε τα χέ­ ρια στην π λάτη . · Υ στερα τη σή κωσε, την πήγε στο μπάνιο και την κάθισε στην κα ρέκλα που ήταν σφηνωμένη ανάμεσα στη λε­ κάνη και στο νιπτή ρα. Η κοπέλα βογγούσε, με τα μάτια ανοιχτά , προσπαθώντας ν α συνέλθει . Ο Κόριγκαν έκλεισε την πόρτα του μπάνιου , έβαλε τα πόδια της Κάρμεν πάνω στη δεύτερη καρέκλα και κάθισε στους αστραγάλους της, κρατώντας την εντελώ ς α­ κίνητη . Η Κάρμεν ά ρχισε να συνέρχεται . Ο άντρας περίμενε να δει τα μάτια της να τον κοιτάζουν ολόισια , χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν το β λέ μμα του . «Λυ πάμαι, αλλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά » . Ανα­ ρωτήθη κε γιατί είχε νιώσει την ανάγκη να δικαιολογηθεί . « · Α­ κουσέ με π ροσεκτικά . Δεν έχεις να περιμένεις βοήθεια από που­ θενά . Η πόρτα είναι κλειδωμένη και κ ανένας δεν μπορεί να μπει . Είμαστε στο μπάνιο , έχω ανοί ξει τη μουσική και τις βρύσες κι έτ σι κανένας δεν θα σ ' ακούσει» . Σταμάτησε, δίνοντάς τη ς τον καιρό να σκεφτεί τα λόγια του . « Θα βγάλω το φίμωτ ρο, αλλά δεν θέλω φωνές . Κ ατάλα β ες ; » Αυ­ τή έγνεψε καταφατικά . · Εσκυψε και της έλυσε το μαντίλι . Το κεφάλι της έπεσε π ρος τα κάτω και το στόμα της άνοιξε π αίρ­ νοντας βαθιές ανάσες, που έμοιαζαν με λυγμούς . · Εσ κυψε πάλι μπ ροστά , πή ρε το ποτ ή ρι από το νιπτήρα και τη βοήθησε να πιει . «Τι θέλεις ; » ρώτησε κι έτρεμε σύγκορμη από το φόβο . « Πού βρίσ κεται ; » ρώτησε σιγά αλλά σταθερά ο Κόριγκαν. Η Κά ρμεν τον κοίταξε με γουρλωμένα μ άτια , ενώ το σώμα τη ς έτ ρεμε ακόμα . « Σε ρώτη σ α . Πού είναι; » Κούνη σε το κεφάλι της, κλαίγοντας. « Δεν ξέρω τι θέλεις να πεις. Πίστεψέ με, δεν ξέρω» . Ο Κόριγκαν επανέλαβε την ερώτηση , χρη σιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις , χωρίς να της δείχνει τι είδους απάντηση περίμενε . 263


« Πού είναι; » « Πού είναι ποιος; Για τι π ράγμα μιλάς; Ποιος είσαι;» Λόγια, σκέφτηκε ο Κόριγκαν . Κάθε απάντηση είχε κα ι περισ­ σότερα λόγια . Η γυναίκα έβ αζε το μυαλό της να δουλέψει, σκε­ φτ όταν ποιο τέχνασμα να χρη σιμοποιήσει. Αναρωτήθη κε τι σχέ­ διο να μαγείρευε στο μυαλό της. «Πού β ρίσ κεται; » ξαναρώτησε. « Μόνο αυτό θέλω να μάθω. Πού β ρίσκεται;» « Δεν ξέρω » . · Αλλη απάντηση τώρα. · Αρχιζε να ξαναβρίσκει την αυτο π επ οίθησή τ ης. Ο άντ ρας δεν την είχε χτυπήσει πάρα μόνο στην πόρτα . Ί σως να ήταν μαλακός. Ί σως να μην ήθελε να της κάνει κακό. Εκείνος κατάλα βε τι σκεφτόταν και κάθισε λίγο πιο μπρο­ στά, πάνω στα γόνατά της, ση κώνοντας τα πόδια του από το πάτω μ α . Σή κωσε το χέρ ι του, σαν να σκόπευε να τη χτυπήσει. Αυ τή μαζεύτη κε, ανίκανη να κουνη θεί . « Μην ανησυχείς», της είπε καθησυχαστικ ά . «Σου υπόσχομαι ότι δεν θα σε πειράξω» . Τη ς πρόσφερε και πάλι νερό. Μαλακός, σκέφτη κε η γυναίκα, πολύ μαλακός. Η ώ ρ α περνάει, συλλογί ­ στη κε ο Κόριγκαν . « Το μόνο που θέλω να μάθω είναι πού β ρίσκε­ ται , κ ι ύστερα μπορείς να φύγεις» . « Δ εν ξέρω για π οιο πράγμα μ ιλάς» . Ο Κόριγκαν άφησε το ποτή ρι στ ο νιπτή ρα και την κοίταξε σ κ εφτικός. Μην ανησυχείς, της είχε πει . Δεν θα σε πειράξω . Έριξε μια ματιά στο ρολόι του και μια ματιά στην κοπέλα. ' Ενα λεπτό . Οι τένοντες στα π όδια τη ς άρχισαν να πον άνε. Δυο λεπτά. Ο π όνος ανέβη κε α πό τα πόδια στη βά ση της σπονδυλικής σ τή­ λη ς . Χ ριστ έ μου , σ κέφτη κ ε γιατί δε μιλάει, γι ατί δε λέει κάτι; Τ ρία λεπ τ ά . Το σ ώ μ α της υπ όφερε αφάνταστα από το βάρος του . Ο ι μηρο ί , η σπονδυλική στήλη , η μ έ ση τη ς . Τέ σ σερα λεπ τά. Ο π όνο ς έγινε αφόρητος . Ή θ ε λε να σ τ ρίψει , να κουνήσει το σώμα τ η ς . Το β ά ρ ος τ ου τ η ν κρατούσε φυλακισ μ έ νη . Π ροσπ άθησε να β ρει μ ι α διέ ξοδ ο , κ αθώ ς ο π όνος μεγάλωνε . Ένα σ χέδιο ήρθε ,

σ τ ο μ υ α λό τ η ς . « Χ ί ρ ον Ί κ α , α ριθ μ ό ς τέ σ σ ε ρ α . Το δια μέ ρ ισ μ α π ά νω α πό τ ο μ αγ α ζί » . « Π ο ι ο ς ; » ρ ώ τ η σε ε κ ε ίνος , χωρίς ν α κ ουνη θ εί . « Ξ έ ρ ει ς π οιος » . Ο πόνος τ η ς σ π ά ρ αζε το σιΟ μ α . «ο ά ν θ ρ ω π ο ς α π ό τ η Λ ί μ α . Ο ά νθ ρω π ος π ου έσ τειλε ο Γ κ ι λ έ ρ μο » . Αυτός α να κ ά θ ισ ε , ανα ση κιονο\'τας τ ο β ά ρ ο ς τ ου α π ό τ α γό-

264


νατά της , αλ λά κρατώντας ακόμα τα π όδια της κ α ρφω μένα στην κ αρέ κ λα . Ο π ό νος λιγόστεψε. « Πόσοι β ρίσ κονται εκεί; » ρώτησε. « Δεν ξέρω», είπε η Κάρμεν. « ' Οταν πήγα ή τ αν μόνο δυο . Νο­ μίζω ότι ο ένας ετοιμαζόταν να φύγει» . Το σχέδιο σ χηματοποιό­ ταν στο μυαλό της . Στείλε τον ε κ εί τον μπάστα ρδο. Τα παιδιά είναι σ ' επ ιφυλακή . 'Ενα σήμα θα έδινε και δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο . Η Κάρμεν τους είχε ξαναδεί ν' αντιμετωπίζουν τέτοιες κα­ ταστά σ ει ς . Ο Κόριγ κ αν την κοίταξε εξεταστι κά . « . Ακουσέ με για τ ελευ­ τ αία φορά . Θέλω να με πας εκεί . Αν σιγουρευτώ ότι λες αλήθεια, δεν θα πάθεις τίποτα . Αλλιώς θα σε σκοτώσω. Σύμφωνοι ; » Αυτή έγνεψ ε καταφατικά . Τον έβλεπε να π έφτει στην πα-Υίδα . «Θα βγούμε από την πίσω πόρτω), είπε, « και θα π άμε στο π άρ κ ινγ κ . Εσύ θα περπατάς λίγο πιο μπροστά από μένα . Τώρα σή κω» . Ο Κόριγκαν έλυσε το κορδόνι από τα δάχτυλά της, την άφη σ ε να τρίψει τα χέρια της κι ύστερα τη ς τα ξανάδεσε, μπροστά αυτή τη φορά . Ο διάδρομος ή ταν άδειος . Την άφησε να π ερπατάει, κρατώντας την από το μπράτσο, μέχρι που έφτασαν στο ασαν­ σέρ υ πηρεσίας . Το ξενοδοχείο ήταν ή συχο. Βγή καν στο ισ όγειο και μέχρι την πίσω πόρτα δεν συνάντησαν παρά μόνο μια καμα­ ριέρα . Όταν έφτασαν στο αυτοκίνητο , άνοιξε την πόρτα κι η κ οπέλα μπή κε μέσα. « Στο τιμόνι» , της είπε . Η Κά ρ μεν γλίσ τ ρησε σ το άλλο κάθισμα κι αυτός κάθισε δίπλα της . «Εσύ θα οδηγή σεις. Αλλά να θυμάσαι τ ι σου είπα . Αν κ άνεις τί π οτα , θα σε σκοτώσω» . Κούνησε τ ο κεφάλι της χω ρίς να μ ιλή­ σει . Τη ς έλυσε τ α χέρια κ α ι τη ς έδωσε τα κ λειδιά . Η Κάρμεν έβαλε μπ ροστά κ αι ξεκίνησε . Ο ή ι ο ς αμή λωνε στ ο ουραν ό , μ α ν κ ρ α ί ν ο ν τ ας τ ι ς σ κ ιές των λ χ σ πι τιώ ν στους δ ρό μ ους . Πέν τε δευτερόλεπτα , σ κέφτηκε η γυναί κ α . Λιγότ ερο α πό π έ ­ ντ ε . Δυο δευτερόλεπτα και τα παι δ ι ά θα καταλάβουν . Θα μ α ς α φήσουν να περ άσου με , θ ' α φή σουν ε μέ να ν α τ ο σ κά σ ω . Ύ σ τ ε ­ ρα θ α τον πιάσουν . Σ τ α μ ά τη σ α ν στ α φα νάρια . Λιγότερο α π ό δυο δ ευτερόλεπ τα , ξα ν α σ κ έφτηκε . Έ ν α δευτερόλεπ τ ο . Τ ο φα νάρ ι έγινε π ρ άσ ινο κ α ι ξε κίνη σ αν . Ο Κ όριγ καν κ αθ όταν μ ι σογυ ρισ μένος , π α ρατη ρώντας η ν τ .

265


Σαν π ολύ γρήγορα υποχώρησε η Κάρμεν στο μ πάνιο, συλλογί­ στη κε. Α κ όμα και κάτω από τον πόνο που τη ς π ροκαλούσε το βάρος του . Σαν να σχεδίαζε κ άτι . Σαν να τον οδηγούσε σε παγί­ δ α . Δεν χρειαζόταν παραπάνω α πό μισό δευτερόλεπτο για να τους π ροειδοποιή σει. Ο ίδιος ήταν π ροετοιμασμένος για κάτι τέ­ τοιο . Οι άνθρωποι στο σπίτι θα είχαν σ ίγουρα κάποιο σχέδιο προειδοποιή ση ς για περ ίπ τωση κινδύνου . Θα έπ ρεπε να π ρο­ σέχει . Ανέβη καν ένα λό φο , έστριψα ν λίγο για ν ' αποφύγουν ένα παι­ δί που έπαιζε στο δρόμο κι άρχισ αν να κατεβα ί νουν στην άλλη πλευρά . Ο Κόριγκαν έπιασε με την ά κ ρη του ματιού του το όνομα του δρόμου στο π ρώτο σπ ίτι . Χί ρον Ί κ α . « Αυτός είναι ο δρόμος; » ρώτησε . Η Κάρμεν έγνεψε . « Σταμά­ τα». Η Κάρμεν υπά κουσε. « Πες μου πού α κ ριβώς είναι» . Αυτή κοίτα ξε ί σια μ π ροστ ά της. «Περ ί που εκατό μέτρα πιο κάτω , αριστερά στη γωνί α που εί ­ ναι το σταυ ροδρόμι. Δε μπορείς να το δεις καλά από δω . Το σπ ί τι πάνω από το μ αγαζί είναι βα μμένο π ράσινο» . Ο Κόριγκαν κοίταξε το δρόμο π ο υ κατηφόριζε μπ ροστά τους. Ή ταν π ροχωρημένο απ όγευμα και γύρω βασίλευε ερημιά . «Ε­ ντάξει» , εί πε, «αλλά πή γαινε αργά )) . Η Κάρ μεν κούνησε το κε­ φάλι τη ς , άναψε τη μηχανή κι ά ρχισε να κατεβα ίνει σιγά σιγά , με το ένα χέρι στο τιμόνι και τον αριστερό τη ς αγκώνα α κουμπι­ σ μένο ανέμελα στο ανοιχτό παράθυρο δίπλα τη ς . Ένα δευτερό­ λεπτο, σ κέφτη κε, μόνο ένα δευτ ερόλεπτο χρειαζόταν. Είδε τα αυτοκ ί νητα που είχαν κυκλώσει το σπίτι και υπολόγισε τ η ν από­ σταση . Πενήντ α μέτρα. Μ ισ ό δευτερόλεπτο, σ κέφτη κε ο Κόριγκαν, μόνο μισό δευτε ­ ρόλεπτο. Είδε το σπίτι στη γωνιά κι υπολόγισε την απόσταση . Ε κατό μέτ ρα . Μισό δευτερόλεπτο, λιγόστεψε το χρόνο η Κάρμεν. Σα ράντα πέντε μέτρα ακόμα. Κάτι δεν πήγαινε καλά . Κάτι που αυτ ό ς όφειλε να το είχε π ρο­ σέξει. Κάτι που του ε ίχε ξεφύγει, γιατί είχε συγκεντρώσει την π ροσοχή του στη γυνα ί κα. Τράβηξε το βλέ μμα του από πάνω τη ς κι έριξε μια ματιά στο δρόμο. Ακόμα ενενήντα μέτρα. Σαράντα μέτ ρ α . Η Κάρμεν ένιωσε το κορμί της να σφίγγεται. Βρισ κότ αν στο αντίθετο μέρο ς του δ ρόμου για να δώ σει το σύνθη μα . Ερ χόταν από λάθο ς κατεύθυνση . Έπρεπε να είχε έρθει από το δρόμο της π λ α τεία ς , α π έναντι α κ ριβώς από το σπίτι, για να δώσει την ευ και ρία σ ' αυ τ ούς που παρακολουθούσαν το σπίτι 266


να τον δουν . Α κ ό μ α ογδόντ α πέντε μ έ τρα . Ε ίχε καιρό να σκεφτεί κάτι. Τριάν τα πέντε μέτρα μέχρι το π ρώτο αυτοκίνητο. Τριάν τ α πέντε μέτρα και θα έδινε στον μπάσταρδο να καταλάβει. Ιησού Χ ριστέ ! Ο Κόριγκαν είδε και τα δυο κα μιονά κια . Το ένα κά που τριάντα μέτρα α πόσταση μπ ροστά τους , πα ρακαρι­ σμένο, φαινομενικά άδειο . Το άλλο στο τ έρμα του δρόμου δίπλα στην πλατεία . · Οχι μόνο ένας προδότης , σ κέφτη κε. Δυο. Το χέρι του ση κ ώθηκε με δύν α μη , χτυπώντας τη γυναίκα στο λα ρύγγι. Καθώς αυτή έπεφ τε μπ ροστά , το χέρι του την ξαναχτ ύ πησε στο σβέρκο, ενώ με το αριστερό έπιασε το χειρόφρενο και το τρά­ βηξε . Βλαστή μησε τ ο ν εαυτό του , τον Χάινερ, τ η ν Κάρ μεν. Αυτή έβγαζε κάτι σαν ρ όγχο και το στόμα τη ς βαφόταν μ' ένα κοκ κι­ νωπό αφρό . Θα έμενε αναίσθητη για τ ρία - τέσσερα λεπτά , υπο­ λόγισε ο Κόριγκαν. Την τράβη ξε από το τιμόνι, και λυγίζοντας το σ ώμα τη ς , την έριξε στο δάπεδο του αυτοκινήτου. Η απότομη κίνη ση τον έκανε να λαχανιάσει, αλλά , χωρίς να χάσει λεπτό , γλίστ ρησε στη θέση του οδηγού . Ο δ ρόμος μπ ροστά ήταν ήσυχος. Κανένας δεν είχε φανεί να κινείται στο πιο κοντινό καμιόνι . Οι άντ ρες θα ήταν κ ρυμμένοι στο πίσω μέρος, π ροσέ χ οντας το σπίτι. Έβαλε πάλι μπ ροστά τη μηχανή και κατηφόρισε τον υπόλοιπο δρόμο, προσπερνώ­ ντας το καμιόνι και κόβοντας ταχύτητα στο σταυροδ ρόμι για να ρίξει μια ματιά στο σπίτι. Είδε τ α δυο καμιόνια που παραφύ­ λαγαν, παρακαρισμένα εκεί που θα τα έβ αζε κι αυτός αν οργά­ νωνε την επιχείρηση . · γ στερα , αύξησε λίγο την ταχύτητα, και προσπέρασε το δεύτερο καμιόνι . Το σχέδιο ωρίμ αζε κιόλας στο μυα λό του. Εντόπιζε με τα μάτια τις τοπογραφικές λεπτομέρειες που θα του χρησίμευαν αργότερα. Είχε β ρει τη θέση . Το κτ ίριο που χτιζόταν στο ύψωμα και που δέσποζε σ ' ολόκλη ρη την πε­ ριοχή . Το οικόπεδο ήταν περιφραγμένο με πυκνό συρματό­ πλεγμα . Η Κάρμεν είχε αρχίσει να κουνιέται. Π ροχώρησε με το αυτο­ κ ίνη το δυο τετ ράγωνα πιο κάτω , τη φίμωσε, την έδεσε κι ύστερα βγή κε α π ό την πόλη , α κολουθώντας το δρόμο που είχε πάρει το π ρωί. Σταμάτησε πάλι στο ίδιο σημείο , βεβαιώθη κε ότι η περιοχή ήταν έρημη κι έσβησε τη μηχανή . Η πεδιάδα γύρω απλωνόταν απέραντη κι ανεμοδαρμένη . Ο Κόριγκαν γονάτισε στο κάθισ μα, σή κωσε την Κάρμεν από 267


τις μασχάλες και τη\' έστησε μπ ροστά του . Το κραγιόν και το ρουζ ή ταν πασαλειμμ έν α στο π ρόσωπο τη ς και το δέρμα γύ ρω από τα χείλη είχε βαφτεί από αίμ α . Το φουσ τάνι τη ς είχε μα ζευτεί ψηλά στ α μπούτια της, αλλά το φουλάρι βρισκόταν α κόμα τυ­ λιγμένο στο λαιμό τη ς . Ο άντρας κατέβασε το φουστάνι και σ κέ­ πασε τα πόδια τη ς , π ροσέχοντας ότι αυτή δεν τραβήχτη κε, σαν να μην ένιωσε κανένα φόβο ότι θα την κακοποιούσε σεξουαλι κά. « Μια μονάχα ερώτησψ> , εί πε, με την ίδια άχρωμη φωνή που είχε χρησιμοποιήσει πιο π ριν στο μπάνιο . · Ενα τ σίμπη μα αμφιβολίας τ ρύπησε για πρώτη φορά το μυα ­ λό τη ς γυναίκα ς . Για π ρώτη φορά αναρωτήθη κε πώς γινόταν κ αι ή ξερε τόσα πολλά , Πώς την είχε ανακαλύψει; Πώς είχε κα ταλά­ βει το μυστικό της ; Ποιος ήταν αυτό ο άνθρωπος; « · Αντε γαμήσου » , είπε . Ο Κόριγ καν ή ξερε ότι η κοπέλα έπ ρεπε να πεθάνει, δε\' υ π ή ρ­ χε άλλη λύση . Τον είχε παγιδέψει, είχε προσπαθή σει να τον σ κο­ τώσει. Και αφού τον είχε δει , μπορούσε πια να τον αναγνωρίσει. Ανα ρωτήθη κε αν υπή ρχε κι άλλος λόγος, κι έ κανε την ερώτηση . «Τον πρόδωσες» , είπε, «όπως και τον άλλο » . Δεν ήταν τόσο ερώτη ση όσο κατηγορία . Τον κοίταξε στα μάτια , με ύφος προκλητικό . Το φουλάρι ή­ τ αν πάντ α στο λαιμό τη ς . Ο Κόριγκαν τύλιξε τις άκρες του φου­ λα ριού στα δά χτυλα του και άρχισε να τ ραβάει . Αργά και μα­ λα κ ά . Δεν είχε τη δύναμη ν α κάνει αυτό που είχε υποσχεθεί, σ κ έφτη­ κε η Κάρμεν. Δεν είχε τη δύναμη να εκδικηθεί για λογαριασμό ενός φίλου . Το φ ουλά ρι σφιγγόταν. · Ηταν άτολμος, το ή ξ ερ ε , πολύ άτολ­ μο ς . · Ηξερε ότι γρήγορα θα σταμ ατούσε να σφίγγει το φουλάρι γύρω από το λαιμό της. · Ατολμος, επανέλαβε η γυναίκα. · Οχι σαν τον Χάινερ , όχι σαν τον Στούρμπ ανφυρερ, αυτόν που λεγό­ τ αν Χ ασάπης . · Οχι σαν την ίδια . Το φουλάρι την έπνιγε. Δεν ανάσαινε πια . Ο φόβος ξεπήδησε μέσα της , το φως τη ς μέρας έγινε μια κόκκινη ομίχλη . · Υ στερα το κόκ κινο έσβη σε μ έσα στη μαυρίλα . Ο Κόριγ καν άνοιξε την πλαϊνή πόρτα κ ι α την έσπρωξε έξω, π α ρατηρώντας το σώμα τη ς που κατρα κύλησε στο χαντάκι, στην ά κ ρη του δ ρόμου . · Υ στερα έβ αλε μπροστά και πήγε στη κ α τηφόρα που εί χ ε ε π ισ κεφ τεί το π ρωί . Ο τόπος ή τ αν έρη μος. Π α ρ κ ά ρισε το αυτοκίνη το π ε ν τ α κ όσ ι α μέτρα πιο κάτω, έξω από το δ ρόμο , πήρε ένα ζευγ ά ρι γ άντια κι έν α χά ρτη α π ό το ντουλα268


πάκι, και το χερούλι του γρύλου από το πορτ - μπαγκάζ. ' Υ στε­ ρα γύρισε π ρος τα πίσω και για ένα τέτα ρτο έμεινε κρυμμένος κι α κίνητος πίσω από τους βράχους, όπου άρχιζε η ανηφόρα. Μόνο όταν σιγουρεύτη κε ότι ήταν μόνος, π ροχώρησε προς τη μεριά της κρυψώνας. Είδε το π ρώτο ση μάδι, σταμάτησε στο δεύτερο, το κουφάρι ενός δέντ ρου που είχαν τσακίσει οι άνεμοι του οροπέδιου , και π ροχώρη σε μετρώντας τριάντα μέτ ρα . Σιγουρεύτη κε ότι βρι­ σ κόταν σε ευθεία γρα μμή με το τ ρίτο και τέτα ρτο ση μάδι , και προχώρησε ακόμα δεκαπέντε μέτ ρα . ' Υστερα έ κανε μισή στ ρο­ φή αριστερά , γυρίζοντας πάλι π ρος τη μεριά του δεύτερου σημα­ διού, αυτή τη φορά από διαφορετική κατεύθυνση . Μέτρη σε ακό­ μα δέκα μέτρα κι ά ρχισε να σ κάβει με το χερούλι του γρύλου . Είχαν περάσει έξι μήνες από τότε που είχε φτιάξει την κρυψώ­ να . Το χώμα ήταν καλά πατη μένο , σχεδόν σ κ λη ρό . Είχε σ κά ψει κοντά μισό μέτ ρο, όταν χτύ πη σε στο καπά κι τ ου κιβώτιου . Στα­ μάτησε, έβαλε τα γάντια κι άρχισε να καθα ρίζει τα χώματα γύρω από το κουτί. Δεν είχε αφήσει δαχτυλικά αποτυπώματα στο κι­ βώτιο και στο περιεχόμενο του όταν τα είχε θάψει. Δεν υπή ρχε τίποτα που να το συνδέει με τον άνθρωπο της CΙA στη Λίμα . Απόψε , περισσότερο από κάθε άλλη φορά , ήξερε ότι έπρεπε να πάρει τις ίδιες προφυλάξεις . Το κιβώτιο ήταν από γκ ρίζο πλαστικό , με κόκκινο κ απάκι . Φτιαγμένο για συσ κευασία φωτοβολίδων, χρησιμοποιόταν συ­ χ νά από τους ιστιοπλόους για να φυλάνε στεγνά τα ρούχα του ς στ α θαλασσινά ταξίδια . Ήτ αν τέλειο για φύλαγμα όπλων . Αδια­ πέραστο από νερό , και το πλασ τικό καπά κι δεν άφηνε τη μυρω­ διά από το λάδι των όπλων να περάσει π ρος τ α έξω και να τρα βή­ ξει τα ζώα . Ξεβίδωσε το καπ ά κι . Τ α περιεχόμενα ή ταν συσ κευασμένα με τάξη . Έβγαλε ένα βελγικό μπράOυνΙVΓK των 9 μιλιμέτρ και δυο γεμιστή ρες , έβαλε τον ένα στο όπλο και το άφησε δίπλα του στο χώμ α . Αν εμφ ανιζόταν κανείς , ήταν , έτσι κι αλλιώς , αδύνατο να το σκάσει . Αυτή η κρυψώνα δεν ήταν η μοναδική που είχε στην περιοχή . Αλλά τα όπλα που β ρίσκονταν μ έσα σ ' αυτό το κιβώτιο ήταν α κριβ ώς αυτά που χρειαζόταν για την επιχείρηση της νύχ τ ας. Από το χώμα, δίπλα στο κουτί, τ ράβηξε μια θή κη για καραμπί­ νες , τυλιγμένη σε δυο κομμάτια πλαστικό . Η καραμπίνα που έβγαλε, όπως και το πιστόλι που είχε διαλέξει , δεν είχαν καμιά σύνδεση με αμερι κάνικη βιομηχανία όπλων. Υ πή ρχε μια πιθα \'ό269


τητα , κι αυτό το εί χε σ κεφτεί, να χρεια σ τεί να εγκαταλείψει τα όπ λα του . Γι αυ τό δεν ήθελε να δ ια λέξ ει τί π ο τα αμερικάνικο . Γ ι α υτό φορούσε γάντια , κ α ι θ α φορούσε μετά κ ι ένα άλλο, ειδικό ζευγά ρι . Η καραμ πίνα ήταν γιουγκοσλάβικη , η μιαυτόματη Μ 76, με δραστικό βεληνε κές μέχρι τα οχτ α κόσια μέτ ρ α . Οι σ κοτωμο ί εκείνη τη νύχτα θα γ ίνονταν σε α πόσταση μικρότερη από εκατόν πενήντ α μέτ ρα . Από το πρώτο κιβώτιο έβγαλε ένα οπτικό ενι­ σχυτή για νυχτερινή χρήση και τον βίδωσε πάνω στην καρα­ μπίνα . · Εκανε κρύο, που όλο χειροτέρευε . Πήρε δυο γεμιστή ρες των δέκα με ρωσικές σφαίρες, κι ένα τ ρίτο γεμιστή ρα με τέσσερις σφαίρες, που τον έβαλε στο όπλο. · Εκανε ένα έλεγχο στα σ κο­ πευτικά όργανα , που ε ίχαν ρυθμιστεί πριν φυλά ξει τα όπλα . Για να είναι σίγουρος, σχεδίασε ένα σταυρό στο π ί σω μέρος του χάρ­ τη, τον στερέωσε μ' ένα ξύλο π άνω σ ' ένα χαμηλό β ράχο, απομα­ κ ρύνθη κε κάπου τετρακόσια μέτ ρα κ αι πυροβόλησε το στόχο, ξαπλωμένος στο έδαφος . · Οταν κοίταξε το χά ρτη , οι τ ρύπες ή­ ταν μ αζεμένες γύρω από το κέντρο του σταυρού . Γέμισε ξανά τ ο αυτόματο με τ ο γεμιστή ρα των δέκ α . Από το κιβό>τιο πήρε ένα ψαλίδι για συρματοπλέγματα , ένα ζευγάρι δερ­ μάτινα γάντια κι ένα φορητό θερμαντή για τα χέρια , που είχε αγοράσει στο Αμβούργο . Πή ρε και δυο κομμάτια στερεά καύσι­ μα γ ι α φωτιά . · Ηξερε πως το ξενύχτι του θα ήταν μακρύ κ αι πα­ γωμένο . · Επ ρεπε τουλάχιστον να κ ρατήσει ζεσ τ ά τα χέρια και τα δάχτυλά του. Το κ ρύο δυνάμωνε. Ξαναβίδωσε το καπάκι, γέμισε την τρύπα με χώμα και κουβάλησε τα όπλα στο αυτοκίνητο. Ο ουρανός άρχισε να παίρνει ένα μενεξεδί χρώμα. · Ε βαλε μ π ροστά, πή ρε στ ροφή , και ξεκίνη σε για την πόλη . · Οταν πέρασε α πό το σημείο που είχε ρίξει την Κάρμεν, ο π ρώτος κόνδορας είχε κιόλας αρχί­ σει να κόβει βόλτες στον αέρα . Το πτώμα , κρύο κι ά κ α μπτο, δεν θα βρισκόταν π ριν ξημερώσει. Και μέχρι τότε, ήξερε ότι όλα θ α είχαν τελειώσει.

10 Οι δρόμ ο ι ή ταν ακόμα γεμάτοι κ ό σμ ο Ο Κόριγκαν πα ρ κά ρισε στο ξενοδοχείο, κλειδώνοντα ς τα όπλα σ το πορτ - μ παγ κάζ, .

270


και ξεκίνη σε προς το κέντρο τη ς πόλης. Σ' ένα γραφείο που νοί­ κιαζε αυτοκ ίνη τ α , έκλεισε ένα άλλο αυτοκίνητο, χρησιμοποιώ­ ντ α ς τ ο δεύτερο διαβατή ριο που είχε πά ρει α πό το χρη ματοκι βώ ­ τιο του στη Λίμ α . Σ' ένα μαγαζί , στο κέντ ρο τη ς πόλη ς, αγόρασε ένα πόντσο, ύστερα γύρισε στο ξενοδοχείο, κι έκανε το τελευ­ ταίο του τηλεφώνη μ α στο σύνδεσμο τη ς Λα Π αζ. Ο άνθρωπος ή ταν ταραγμένος . «ο μπ άσταρδος», εί πε γρήγο­ ρα , (< 1 0 είχε κ ρ ύ ψει. προσπ άθη σε να το μπερδέψει μέσα σ τους φα κέλους , αλλά το β ρή κ α . · Εχω τη διεύθυνση » . Ο Κόριγ καν ή ξ ε­ ρε π ώ ς ένιωθε ο άλλος. «Θα στοιχ ί σει βέβαια » , είπε ο σύν δε­ σμος. « Χρειάστ η κε να πλη ρώσω περισσότερα απ ' όσα υπολόγι­ ζα . Αλλά το πή ρ α . · Οχι το αληθινό όνομ α , ο μπάσταρδος ξέρει να κρύβεται. Αλλά πή ρα τη διεύθυνση » . Ο Κόριγκαν την έγραψε, ευχαρ ί στησε το συνομιλη τή του κι έδειξε κατανόηση για το θέμα των επιπλέων εξόδων . Ανα ρωτή ­ θηκε τι θα γινόταν, αν είχε μάθει τη διεύθυνση νωρίτερα . Τώρα δεν είχε πια κα μιά αξ ί α . . Ι σως - αν την ή ξερε νωρίτερα - η Κά ρ­ μεν να ζούσε. Κόντευε να βραδιάσει. · Εφαγε ένα ελαφρό δείπνο με φιλέτο και σαλάτ α , χωρίς να πιει κρασί . · Υ στερα μετέφερε τα όπλα στο πίσω κάθισμα του δεύτερου αυτ οκινή του που είχε νοικιά σει και το σ κέπασε με το πόντσο. Π ριν φύγει από το ξενοδοχείο, άδειασε τις τσέπες του απ ' όλα τα π ροσωπικά του αντικεί μενα , α κόμα και τα πούρα, καθώς και τα κλειδιά του π ρώτου νοικιασμένου αυτοκινήτου. Αν του έπε­ φτε τ ί ποτα από την τ σέπη, μ π ορούσε να π ροδώσει την ταυτότη­ τα του . · Υστερα οδήγη σε το αυτοκίνητο στο δρόμο που β ρισκό­ ταν το σπίτι. Η θερμοκρασία έπεφτε συνέχεια . Στο τέλος του δρόμου το οικόπεδο με το μισοτελειωμένο κτί­ ριο ήταν ολότελα έρημο . Στην βάση του ένα καλύβι από λαμαρί­ να στέγαζε την οικογένεια του φύλακα. Α πό το άνοιγμα του πα­ ράθυρου φαίνονταν όλοι μαζεμένοι γύρω από μια μικρή φωτιά , να μαγειρεύουν τις πατάτες για το βραδινό τους. Ο Κόριγκαν απόφυγε τα κα μιόνια που παραφύλαγαν το σπίτι, πήγε στην αντίθετη πλευρά του τετράγωνου και παρκάρισε ανά­ μεσα στις μπουλντόζες και τους γερανούς. · Εκοψε με το εργα­ λείο το συρματόπλεγμα κι αφού πέρασε μέσα, ξαναλύγισε το σύρμα στην παλιά του θέση . Το κτίριο είχε δέκα π ατώματα. Τα παρατήρησε όλα π ροσε­ χτικά, π ριν διαλέξει τη θέση του στο όγδοο. Βρή κε ένα μπαλκόνι 27 1


ακριβώς απ έναντι από τη γωνία που β ρισ κόταν το σπίτι, απ' ό­ που μπ ορούσε να βλέπει ταυτ όχ ρονα την πρόσοψη και το πίσω μέ ρο ς του σ mτιού , καθώς και το δίχτυο των δ ρ ό μων που απλώ ­ νονταν γύρω από τη γωνία . Οι δ ρ όμοι κάτω είχαν χαθεί μ έσα στο σκοτ άδι. Ο Κόριγκαν φόρεσε τα δε ρ μάτινα γάντια , πή ρε το αυτόματο και κοίτ αξε από το φακό τη ς νύχτας το τοπίο γύρω από το σπίτι. Η πόρτα φαινό­ ταν κ αθα ρή σαν κ ρύσταλλο στο πράσινο φως του φακού . Απ' αυτή την πόρτα θα έμ παιναν οι άντρες που θα έKαν�ν την επιδρο­ μή , κι από την ίδια θα έβγαζαν τον Λαπόρτ . Έ κανε πολύ περισσότερο κ ρύο απ ' όσο φανταζόταν . Υ πολό­ γισε με α κ ρ ίβεια τη θέση του και την απόσταση των μικρών κα­ μ ιονιών, ξανάβαλε το κάλυμμα στο φακό, άναψε το θερμαντή για τα χέρια κια τυλίχτη κε με το πόντσο . Ύστερα βάλθη κε να περιμένει .

11 Ο Λαπόρτ ξύπνησε σιγά σιγά , απολα μβάνοντας τη ζεστασιά από τις κουβέρτες , νιώθοντας το κορμ ί του ανάλαφρο και το μυα λό του καθα ρό . Γύρισε στο πλάι. Δώδεκα παρά δέκ α . Α πό κάπου ερχόταν μυρωδιά από ψη μ ένο κρέας με μπαχαρικά . Στο μ π ροστινό δωμάτιο ακούγονταν ομιλίες. Σηκώθη κε από το κρεβάτι, φόρεσε τα παπούτσια του και πή ­ γε στο διπλανό δωμάτιο . Οι τέσσερις αντά ρτες κάθονταν γύρω από το τραπέζι, π ί νοντας μπ ίρα από τα μ που κάλια . Ο Λούτσο του π ρόσφερε κάθισ μ α . Ο Χάιμ πήγε στο βάθος του π ίσω δωμά­ τιου που χρησίμευε για κουζίνα και γύρισε φέρνοντας ένα πιάτο κ ρέας με κα λα μπόκι και μια χοντρή φέτα ψωμ ί . Ο Λαπόρτ τον ευχαρίστησε, και θυμήθη κε ότι η τελευταία φορά που είχε φάει κανονικά ήταν το μεση μερι της προηγούμενη ς μέρας . Η ανά­ μνηση αυτού του μεση μεριού τον έκανε να στ αμ ατήσει για μια στιγμή . Ο Ρομπέρτο άνοιξε ένα μ πουκάλι μπυρα και του έδωσε να πιει. Ο Λαπόρτ σήκωσε τη μ πουκάλα στο στόμα του και το κ ρύο ποτό έσβησε τις εικ όνες απ ό το μυαλό του . « Ν ιώθεις καλύτερα ; » ρώτησε ο Λούτσο. Ο Λαπόρτ μουρμούρισε καταφατικά , κουνώντας το κεφάλι του, ενώ βούτ αγε το ψωμί στην πηχτή σά.λ τσα κι έτ ρωγε πεινα­ σ μένα . « Π ολύ καλύτερα. Τι έγινε με το διαβατή ριο ; » 272


Ήταν η σειρά του αντάρτη ν ' απαντήσει ότι όλα είχαν πάει καλά . «ο Χάιμ κι ο Ρομπέρτο το πή ραν απόψε. Οι σφραγίδες είναι εντάξει». Άνοιξε άλλο ένα μπουκάλι μπί ρ α . « Και τώρα ας δούμε με ποιο τρόπο μπορούμε να σε βοη θή σουμε » . Για μ ι α ολόκλη ρη ώρα η συζήτη ση περιστράφη κε γύρω α π ό το θή ραμα του Λαπόρτ . Ο ι αντάρτες μελέτη σαν τ ι ς λε πτομέρειες που τους έδωσε, συζητώντας και α πορρίπ τοντας τις πιθανότη­ τες . Όσ ο περνούσε η ώρα, η απογοήτευση άρχισε να τους τυλί­ γει , μέχρι που έμειναν μόνο δυο ονόματα . « Και το Σχέδιο Οκτάβιο; » ρώτησε ο Λαπόρτ . « Τι ξέρετε γι' αυτό ; » Οι τέσσερις άντρες κούνησαν αρνητικά τα κεφάλια τους . « Ή την Πορτατ σουέλα ; » Η φωνή του είχε ένα τόνο ελπίδας, κα­ θώς θυμόταν το φόβο στα μάτια του λογιστή , όταν είχε αναφέρει το μέρος. Περίμενε μια θετική απάντηση . Ο Λούτσο σή κωσε τους ώμους του . « Ένα ατύχη μ α » , εί π ε, « φυσικά σ κοτώθη κε λά ­ θος πρόσωπο. Κρίμα που ήταν μονάχα η γυναίκα . Αλλά δεν ήταν παρά ένα ατύχη μ α . Εμείς δεν είχαμε καμιά ανά μειξη . Κανένα ς δεν είχε» . Ο Λαπόρτ ένιωσε ν α βουλιάζει μέσα στην απογοήτευση . Ά­ κουγε το Λούτσο που εξιστορούσε τα γεγονότα της Πορτατ σουέ ­ λα , χωρίς να δίνει προσοχή στις λεπτομέρειες. Ύστερα ζή τη σε συγνώμη και γύρισε πίσω στο ις ρεβάτι του . Μ όνο μια φορά ξύπνησε. τις επόμενες ώρες, και λογά ριασε ότι θα πρέπει να ήταν γύρω στις τ ρισήμιση τα χαρά ματα . Έξω βασί λευε ησυχία . Στο κρεβάτι που ήταν κοντά στην πόρτα , στο διπλανό δωμάτιο , ά κουσε τον Λούτσο να βήχει φτύνοντας αίμα.

273


ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 1983


3.55

1

π.μ. Α α Πας

Πέντε λεπτά ακόμα. Ο Κόριγκαν' έσφιξε τα δά-χτυλα του γύρω από το θερμαντή , νιώθοντας τη ζέστη να περνάει μέσα από το λεπτό δέρμα των γαντιών. Το υπόλοιπο σώμα του εί-χε παγώσει από το κρύο, το δέρμα του προσώπου του εί-χε μείνει -χωρίς αίμ α . Ξανακοίταξε το ρολόι του, έβγαλε το πόντσο π ο υ εί-χε τυλίξει γύ ρω του έξι ολόγκλη ρες ώρες, κι επιθεώρησε κάτω το δρόμο. Ησυχία . Ση κώθη κε, τεντώθη κε, έβαλε το δεύτερο γεμιστή ρα μπροστά του, λίγο π ρος τα αριστερά, πή ρε στα -χέρια του το αυ­ τόματο και ξεσ κέπασε το φακό νυχτερινή ς σ κόπευσης. · Ενιωθε πως η νύχτα γλιστ ρούσε προς το τέλος τη ς, δίνοντας τη θέση της στην αυγή . Κάτω η πόλη ήταν βυθισμένη σε ησυ-χία . Α κομα και τα σ κυλιά κοιμόνταν βαθιά . Τέσσερα λεπτά ακόμα . Ο δρόμος ήταν έρη μος. Θυμήθη κε τα τηλεφωνήματα . Το πέμπτο και το έκτο. Η σχέση που εί-χε αντέ­ ξει στο πέρασ μα σαράντα χρόνων . Το μυστικό που η Ουάσιγ­ κτον είχε προσπαθή σει να κ ρύψει. Το μυστικό που τους είχε απο­ σπάσει . Θυ μήθη κε ακόμα τη στιγμή στο φουαγιέ του ξενοδο­ χείου που είχε διαβάσει τους δυο φακέλους: τον ένα για τον πατέρα, τον ά λλο για το γιο . Τη στιγμή που έμαθε τι α κ ριβώς θα γινόταν, τη στιγμή που έμαθε την ώρα α κριβώς που θα γι­ νόταν. Τρία λεπτά ακόμ α . Ο δ ρόμος ήταν έρημος. Ο Κόριγκαν συλ­ λογίστη κε τις φωτογραφίες που συνόδευαν τους δυο φακέλους. Τις δυο φωτογραφίες που ατένιζε η μάνα στο παγωμένο της δω­ μάτιο . Τις δυο φωτογραφίες που ο εκδότης του περιοδικού , ο Π ατσέκο, είχε δει στο γραφείο του . Το ένα πρόσωπο που είχε δει στην τ ραπεζα ρία του ξενοδοχείου Σέρατον στη Λίμα, και ξα­ νά στο πίσω κάθισμα του ταξί στη Λα Π αζ. Θυμήθη κε πάλι τις ημερομηνίες στους δυο φακέλους . Ζαν Λαπόρτ, πατέρας. · Ετος γεννή σεως 1 905 . Η μερομηνία θανάτου, 1 1 π . μ . , Δευτέρα, 7 Φε ­ βρουαρίου 1 944 , ετών 3 9 . Ζαν Λαπόρτ, γιος . Ημερομηνία γέννη­ σης, Ι Ι π . μ . , Δ ευτέρα 7 Φεβρουαρίου. Αύριο ο γιός γινόταν 39 277


χρονών . Στη Λί μ α , ο νυχτερινός α έ ρ α :; η ταν ζεσ τό:;, σχεδόν αποπνη­ κτικ ό ς . Δε φυσούσε καθόλου α π ό τη θάλασσ α . Η Μαρία σ τριφο­ γύρισε στο κρεβάτι της, προσ π αθώντας να διώξει τις σ κέψεις από το μυαλό της. Ο ι\ α πόρτ. Η φω τογραφία του Χάι νερ. Ο ά ν­ θρωπος στον κήπο, γυρίζοντας προς το μ έρος της, δείχ νοντας το μ ίσος του. Προσπ άθησε μάταια να κοιμηθεί. Θυμήθη κε τη

νύχτ α που είχαν π ά ρει τα έγγ ραφα από το σπίτι στο Τσα κλικά­ γιο. Τα δάχτυλά της που προσπαθούσαν να τη λεφωνήσουν στον Ζαν για να τον π ροειδοποιήσουν. Και το τη λέφωνο ήταν νε κρό . « Μερικές φορές » , του είχε πει, «σε ξέρω καλύτερα απ ' ό σο ξέ­ ρεις εσύ τον εαυτό σου . Ξέρω τι είσαι, ποιος είσαι . Τι κάνεις , τι σ κέφτεσαι» . Η νύχτα την έπνιγε. «Τι θα έπρεπε να κάνεις, τι θα έπ ρεπε να σ κέφτεσα » . Οι εικόνες περνούσαν και ξανα περ­ νούσ αν από το μυαλό της. Θυμήθη κε ότι τότε δεν είχε καταλάβει το νόη μα των λέξεων, αλλά ότι ήταν σίγουρη πως μια μέρα θα καταλάβαινε. Π ροσπάθησε να ξ εφύγει από τις εικόνες, να ξυ­ πνήσει. Ή ξερε ότι είχε έρθει η ώρα . Δυο λεπτά . Ο δ ρόμος α κόμα έρημος . Ο Κόριγ καν σ κέφτηκε το χρονοδιάγραμμ α που είχε αναλύσει, καθώς καθόταν στο σα­ λόνι του ξενοδοχείου το προηγούμενο απόγευ μ α , έχοντας ανα­ καλύψει ξ αφνικά την αλήθεια . Ζαν Λαπόρτ. Ήρωας της αντί­ σταση ς . Μ άρτυρας. Γύρισε κ ρυφά στη Γαλλία τα ξη μερώματα του Σαββάτου , 5 Φεβρουα ρίου . Ή ρθε σ ' επαφή με μια τοπική ομάδα της Αντίστα σης, μέσα από κάποια ρεσεψιονίστα ξενοδο­ χείου , που τον είχε οδηγήσει σ ' ένα σίγουρο καταφύγιο. ' Ηταν ή δη π ροδομένος . Πιάστη κε από α πόσπασ μα της Γκεστάπο, με ·Ων Γιόζεφ Χάινερ και τον Χάινριχ Σμελτς επικεφαλή ς , στις 4 το π ρωί, την Κυρια κή , 6 Φεβ ρουαρίου . Ζαν Λα πόρτ , πα πάς. Μπήκε κ ρυφά στη Βολιβία τις π ρωινές ώρες του Σαββάτου , 5 Φε­ βρουαρίου . Επαφή με αντά ρτες μέσα από ρεσεψιονίστα ξενοδο­ χείου γύρω στις 9 Π . μ . Η γυναί κα τον συνόδεψε σε κρησφύγετο . Π ροδομένος α π ό π ριν. Κοίτα ξε το ρολόι του . Έφτανε η ώρα . Ένα λεπτό . Ο δρόμος α κόμα έρημος. Ο Κόριγκαν θυμήθη κε άλλη μια επιδρομή . Στο ξενοδοχείο στο Μολέντο. Ο Σμελτς κι αυτός επικεφαλή ς τη ς ομάδας . Τα ορνιθοσκαλίσματα που είχε δει στο στυπόχαρ το όταν είχε γυ ρίσει απ ό τη ν επιδρομή . 4 . 00 Π . μ . Τα νούμερα μέσα σε κό κ κινο κύκλο . Σ κέφτη κε ξανά το μυ­ στικό των τη λεφωνη μ ά των. Τη σύντομη , αλλ ά ειλικρινή συζή τη­ ση με τη γυναίκα του πριν α πό τα βαφτ ίσια . Και συλλογίστηκε 27 8


για τελευταία φορά τα λόγια του ανθρώπου στο Μολέντο . Το μυστικό που βασάνιζε το λογιστή , τον Χάινριχ Σμελ τ ς , και τον ίδιο τον Γιόζεφ Χάινερ όταν σκέφτονταν τον άνθρω π ο του τρένου που τους φώναζε και τους έγνεφε να πάνε πιο κοντ ά . «Τον ρώτη σα αν θα ξαναγυρίσει» , είχε πει ο λογιστή ς, « κ αι μου είπε: « Σου το έχω πει ότι θα ξαναγυ ρίσει » . Τα τελευταία λόγια, τα μοναδικά λόγια που είχε προφέρει ο ά ν θρωπος του τρένου . «Θα ξαναγυρίσω » . Η Μαρ ία ξύπνησε απότομα. Κ ρύωνε. Ήταν τ ρομαγμένη . Ση ­ κώθη κε και βγή κε στο μπαλκόνι. Θυμήθηκε την ιστορία του πα­ πά . Τις ημερομηνίες. Ήξερε τι επρόκειτο να συμ βεί . Ή ταν η στιγμή που αυτός πείμενε. Η στιγμή π ου όλοι περίμεναν. Τριάν­ τα εννιά ολόκλη ρα χρόνια . 4 . 00 Π . μ . Κυρια κή , 6 Φεβ ρουαρίου . Στην αρχή του δρόμου ο Κόριγκαν είδε τις δυο Μ ερσεντές, με το έμβλημα και τη χαρα­ κτη ριστική σχάρα μπροστά , να κατεβαίνουν την κατηφόρα αθό­ ρυβα . Στο πράσινο φως του φα κού της νύχτας ξεχώρισε το αμάξι που ήταν επικεφαλή ς . Ήξερε ότι μέσα βρισ κόταν ο Χάινερ με τον π ροσωπικό του σωφέρ και κανέναν άλλο . Ο Σμελτς και η ομάδα κρούση ς ήταν στο δεύτερο αυτοκίνητο. Γύρισε κι έψαξε με το βλέμμα τους πλαϊνούς δρόμους που ανοίγονταν σε σχήμα σταυρού από τη γωνία του σπιτιού . Ε κεί που τελείωνε ο κάθε δρόμος ξεχώρισε τους υπόλοιπους άντρες τη ς ομάδας, που ξε­ π ρόβαλαν από το σ κ.οτάδι, κλείνοντας τον κλοιό. Με τον ίδιο τρόπο που είχε γίνει τριάντα εννιά χρόνια πριν . Για μια στιγμή , σαν αστραπή , πέρασε από το μυαλό του η σ κέψη του ' Αντερσον. Ο άνθρωπος του Χάινερ , το τελευταίο του χαρτί αν κ άτι πήγαινε στραβά . Ο Κόριγκαν ήταν σίγουρος ότι ο Άντερσον βρισκόταν κ ά που εκεί κοντ ά , στο σ κοτάδι, περιμένοντας, όπως κι αυτός . Ύστερα γύρισε πάλι μπροστά , φέρνοντας στο στόχαστρο του όπλου το παράθυρο του σπιτιού και στη συνέχεια την πόρτα . Π ε­ ρίμενε τη στιγμή που θα έβγαζαν έ �ω το γιο . Οι δυο Μερσεντές σταμάτησαν αθόρυβα κάτω από το σ πίτι . Ο Κόριγκαν είδε τις πόρτες του δεύτερου αυτοκινήτου ν ' ανοί­ γουν και τους τέσσερις άντρες να γλιστράνε έξω , αφήνοντας μέ­ σα μόνο τον οδηγό . Κλασικός τ ρόπος επιδρομή ς , σ κέφτη κε . Ο Σμελτς, άνθρωπος που ο Χάινερ εμπιστευόταν απόλυτα, άνοιγε κιόλας μαλακά την πόρτα της σ κ άλας π ου οδηγούσε στο πάνω πάτωμα, κι έδινε σήμα στους τρεις άντ ρες να μπουν μέσ α . Η πόρτα του άλλου αυτοκινήτου άνοιξε κι αυτή . Ο Κόριγκαν είδε 279


τον Χάινερ να βγα ί νει, με τ ο αυτ όμα τ ο στ ο δεξί του χέρι, και να πηγαίνει ν ' ανοίξει την πίσω π όρτα της Μ ερσεντέ ς π ου β ρι­ σ κ όταν π ιο κοντ ά στ ην είσοδο τ ου σ π ιτού . Η α υγή άρχισε να χαράζει στην ανατολή , πίσ ω α π ό την οικ ο­ δομή . Ο Κόριγκαν κοίταξε το δρόμο, σκέφτη κ ε το γιο κ αι θυμή­ θηκε το φάκελο του π ατέρα . Ζαν Λαπόρτ . Γάλλος π ολίτη ς . Εί χε πά ρει εντ ολές στο Αλγέρι α π ό τον Ντε Γκώλ, κ αι στο Λονδίνο α π ό τ ον Τσώρτσιλ . Άνθ ρωπ ος ει ρηνικός . Είχε ε κπ α ιδευτ εί σ το Κέντ ρο Ειδικών Επιχει ρήσεων στ ο ΧαμσάιΡ , κ αι, στη συ νέχει α , είχε κ άνει πένε φοβερές , ατελείωτες βδομάδες , μέσα σ το κ α τ α ­ χεί μωνο , σ τη σχολή της Ομάδας Α στο Αρισ ά ιγ κ σ τη Σκωτία , μαθα ίνοντας τις πιο βρόμ ικ ες τέχνες τ ου πολέμου .

2 Ο θόρυβος ήταν σ χεδόν ανεπ α ίσ θη τ ος . Ο Λαπόρτ ξύπ νη σε , χω­ ρ ί ς να κ ουνιέτα ι, χωρί ς ν' ανασαίνει. Ο θόρυβος ε π αναλήφθη κ ε . Ήτ αν ο ανεπ α ί σθητος ήχος π ου έκαναν οι ρόδες π άνω σε ομαλό έδαφος . Ύστερα το α π αλό τ ρίξι μο των φρένων κα ι τ ο κ λι κ μιας π όρ τ α ς π ου άνοιγε . Περίμενε , χωρίς ν' ακούει πια τίπ οτ α , λέγον­ τ α ς στ ον εαυτό του ότι ήταν η φαντασί α τ ου . Περ ί μενε . Τίπ οτα . Χώθη κ ε πιο βαθιά στ η ζέσ τ α τ ου κρεβατ ιού , π ροσπαθώντ ας να φ έρε ι στη σ κέψη τ ου τη Μ α ρ ία . Το μυαλό του ή τ αν α κ όμα στ ραμ μένο στ ο θόρυβο . Κι ο ύπνος άρχισ ε να τ ον ξ ανα π α ί ρνει . Η Μ αρία ή ξερε γιατ ί τ ο είχ ε π ει. Ήξερε τι νόη μα είχαν τ α λόγια της . « Σε ξέρω κ αλύτ ερα α π ' όσο ξέρεις εσύ τ ον εαυτό σ ου » . Θυμή θη κε τη ν ι σ τ ορ ία που της είχ ε διη γηθεί ο Λ απόρτ για το θ άνα το του π α τέ ρα τ ου κ α ι τ η δ ι κή τ ου γέ ν νη ση . Θ υ μ ή θη κ ε τι ς η μ ε ρ ο μηνί ε ς Θυ μ ή θη κ ε α υ τ ά που τη ς είχ ε π ει γ ια τον πατέρα τ ου , γ ια το τ αξίδι τ ου στην Αγγ λ ί α σ το τέ λος τ ου 1 943 μ έ χ ρι τ ο Γενάρη του 1 944 . « Ξέ ρω τι π ρ έ π ει να κ άν εις» , τ ου εί χ ε πει , « τι π ρ έ πει να σ κ έ φ τεσαι» . Γαντ ζώθη κ ε στο μ π αλ κ ό νι με τ α μ ά τι α κ α ρφωμ ένα στη θ ά λασσα . Ή ξε ρε τι γ ινότ αν αυτή τη σ τιγ μή . Ή ­ ξ ερε ε πίση ς ό τι αυ τ ός β ρισ κ ότ α ν α κ όμ α στο σ κ οτ ά δι . Ξύ π να , Ζ α ν, σ κέφτη κ ε με όλη τ ης τη δ ύναμη . Τα χ έρια τη ς π ονού σ αν γαντζω μ έ να στα κ άγ κε λα του μ π αλ κ ον ιο ύ . Ξύ π να , Ζ αν , τ ο υ φώ­ ναξε ου ρλ ι άζοντας . Γ ια όν ο μ α τ ου Θ εο ύ , ξύ π να . Θυ μή σου π οιος εί σ αι . Τι είσα ι . Τι σ ' έμα θ α ν να ε ίσα ι )) . .

280


Η σ υχία, σ κέφτη κε ο Λα π όρ τ , α π όλυτη η συ χία . Ούτ ε οι σκu λοι δεν ακούγονταν . Γλίστ ρη σ ε από τ ο K ρεβά �ι , πήγε στ ο π αράθυρο και κρυφο κ οί­ τ αξε πί σ ω από την ά κ ρη της κ ουρτ ίνας π ου σ κ έπαζε τ ο τζάμι. Το π αράθυρο αυτ ό έβλεπε στ ο δρόμο . Στο μ ισ όφω το είδε τ α τ ε­ τ ράγωνα καπώ των αυ τ οκινή τ ων, τι ς τ ρεις πόρτ ες τ ου δεύτ ερου α υτοκίνητ ου ανοι χτές, τ ον άντ ρα με τ ο αυτ όμα το που περνούσ ε εκείνη τη στιγμ ή μ π ροστ ά από τη μηχανή . Θυμ ήθη κε πό τε είχε ξα ναδεί α υ τό το ν ά ντρα . Σ το τρέ νο Υι α το Παρίσ ι, πρ ι ν α πό τρι ά ν τα ε ννι ά χρό νια . Στο κ ρεβάτι δίπλα στη ν π όρτ α ο AOUtoO έβηχε π άλι, κ ρα τ ώ-

ντ ας στ ο στ όμα τ ου ένα μαντίλι λε κι α σ μένο με αί μα . Ο Λαπόρ τ πή γε κοντ ά τ ου κ αι τ ον κούνη σε α π ό τ ον ώμο. Ο αντ άρτη ς ξύ­ πνη σ ε αμέσ ως, χωρίς να κάνει θόρυβο. Ο Λα π όρτ τ ου έδειξε με τ ο χέρ ι τ ου τ ο μ π ρο στινό παράθυρο κα ι τ ο δρόμο α π ό κ α Τ ω. Πίσω τ ου ο Χάιμ ή τ αν κι όλας όρθι ος, γνέφοντ α ς στ ο Λού τσ ο . Ο Πάκο και ο Ρ ομπέρτ ο πετ άχτη καν από τ α άλλα δυο κ ρεβά τια, αρπάζοντας τ α ό π λα τ ους . « Θέλω έναν α π ' αυτ ούς» . Ο Λούτσ ο έγνεψε ότι συμ φωνού σε, χωρίς να ρω τήσει για τ ί . Ο Λαπόρ τ φόρεσ ε τ α πα π ούτσι α τ ου και πή ρε θέση στ ον τ οίχο , δε ξιά α π ό την πόρτ α . Ο Χάιμ κ αι ο Ρ ομπέρτ ο κ άλυψαν τ ο μ π ρο­ στι νό κ αι π ίσω παράθυρο κ αι ο Πά κ ο στ ρ ι μώχτη κ ε πίσ ω α π ό τ ον τ οίχο τ ου πλαϊνού δωμάτιου, στ ο κ εφάλι τ ου κ ρεβατιοί> π ο είχε κ οιμηθεί ο Λαπόρτ . Ο Λούτσο έβαλε π άνω στο τ ραπέζι δ υο χειροβομβίδες κ αι γονά τισε πίσ ω τ ου , με τ ο αυτ όματ ο στ α χέρια . Έξω στη νύχτ α τ α σ κυλι ά δεν γαύγιζαν. Ο Λαπόρτ έσ κυ ψε κ αι τ ράβηξε τ ο σύρτη της π όρτ ας . Α π ό τη μερ ιά της σ κ άλας α κ οuστη κ ε το γρα τ ζούνισμα ενός κ λειδιού στην κ λειδ αρ ι ά , κ αι η π όρ τ α άνοιξε . Κά τ ω στ ο δρό μ ο , ο Γιόζεφ Χάινερ ήξερε την ώρα . Τέ σ σερις τ ο πρωί. Κυ ρ ι α κή 6 Φ εβ ρουαρίου 1 944 . Π ι ά σ ε τ ον μ π ά στ α ρδο , τον εί χ ε διατ ά ξ ε ι ο Φ ύ ρε ρ . Π ιά σε τ ον Λα πόρτ . Τώ ρα , σ κέφτη κε με ένταση , τ ώρ α . Η κ ά ννη ενός α υτόμ ατ ου π ρό βαλε σ τη ν πό ρ τ α κα ι π ίσω ξεχώρισ ε τ ο σώμ α εν ός ά ντρα . Τώρα , σ κέφτηκε με έν­ τ α ση ο Λο ύ τ σο , σ α ν να ή θε λε να μ ε τ α β ι β ά σ ε ι τη ν σ κ έ ψ η το υ στο Γάλλ ο δίπ λ α στη ν πόρ τ α . Για όνομ α του Θ εο ύ ! Τώρα ! Ο Λ α πόρτ σ ή κωσε το πόδ ι του κα ι κ λώτ σησε μ ε δύναμη τον ά ντ ρα στ α γεννη τ ι κ ά όργανα . Αυ τό ς διπλώ θ η κε σ τα δυο α πό τ ο σ οκ κ αι τ ον πόνο , ελευ θ ερ ώνοντ α ς το πεδίο βο λή ς . Ο Λο ύτσ ο πίεσε τη σ κ ανδ ά λη τ ου Κα λέ σνι κοφ , ξ αφ νιάζ οντ α ς τους άλλ ου ς ,

28 1


που έΡΊονταν από πίσω και θερίζοντάς τους. Οι φωνές τους α­ ντήΊη σ α ν στις τσιμεντένιες σ κάλες και έφτασαν στο δρόμο. Ο Λαπόρτ χτύπησε με τις σφιγμένες γροθιές του το σβέρκο του ά­ ντρα που είχε γονατίσει μπ ροστά του και τον τ ράβηξε μέσα στο δωμάτιο. Τα σώματα των δυο συντ ρόφων του κατρακολούσαν α κόμα στη σκάλα . Ο Λούτσο έβγαλε την ασφάλεια από την π ρώ­ τη χειροβομβίδα , την πέταξε στις σ κάλες κι έκλεισε με δύναμη την π όρτ α . Ο οδηγός του Χάινερ έβαζε κιόλας μ π ροστά στη Μερσεντές, απομακ ρύνοντας τον αρχηγό του από τη γραμμή πυρός . Ο Λού­ τσο όπλισε και τη δεύτερη Ίειροβομβίδα , και την πέταξε από το μπ ροστινό παράθυρο. Ο Σμελτς την είδε, ούρλιαξε μια π ροει­ δοποίηση και βούτηξε κάτω με το κεφάλι, χρησιμοποιώντας για προκάλυ μμα τα πτώματ α των αντρών στη σ κάλα . Ο οδηγός του Χά ινε Ρ ά κουσε τη κ ραυγή και πάτησε γ κάζι με δύναμη , κάνον­ τας το αυτοκίνητο να σ πινάρει σαν τ ρελό . Ο Σμελτς ά κουσε τη χειροβομβίδα να κάνει γκελ στο πάνω μέρος του αυτοκινήτου του Χάινερ και να πέφτει στο καπ ώ της άλλη ς Μερσεντές. Ο δεύτερος οδηγός μόλις που π ρόλαβε να τη δει, όταν έγινε η έκ ρη­ ξη και του πήρε το κεφάλι. Από την απέναντι γω νία , ακούστη­ καν πυροβολισμοί . Οι σφαίρες θρυμμάτισαν το παράθυρο στέλ­ νοντας μέσα στο δωμ άτιο ένα χείμαρρο από σπασμένα γυαλιά . Στη συνέχεια, κι ενώ οι πυροβολισμοί συνεΊίζονταν, εμποδίζον­ τας τους άντρες στο δωμάτιο να πλησιάσουν στο παράθυρο , μια σ κιά πήδησε από τη γωνία . Πέρασε τ ρέΊοντας δίπλα από τη Μερσεντές που καιγόταν κι έπιασε θέση στη γωνία κάτω από το σπίτι, αθέατος από το παράθυρο. Στη σ κη νή που α κολούθησε, οι σ κύλοι άρχισαν να ουρλιά­ ζουν . Μ έσα στο σπίτι ο Χάιμ τράβηξε το τραπέζι προς το παράθυ­ ρο, μιλώντας γρήγορα σε μια ισπανική διάλεκτο που ο Λαπόρτ δεν καταλάβαινε . « Τι λέει ; » ρώτησε ο Γ άλλος. « Λέει ότι την πάθαμε, π άτερ» , απάντησε ο Λούτσο . « Η μονα­ δική έξοδος είναι από τις σ κάλες κι αυτός ο μπάσταρδος στην απέναντι γωνία θα μας καρφώσει μόλις κάνουμε να ξεμυτί­ σουμε » . " «Το πίσω παράθυρο ; » « Αποκλείεται. Είναι πολύ ψηλά . " Ασε που σίγουρα θα το προ­ σέχουν » . Ο ά ντρας στο π ά τωμα στριφογύριζε ακόμα βογγώντας. Ο Λαπόρτ τον σή κωσε όρθιο, φωνάζοντας γερμανικά : « WO iSl Hei282


ner? Π ού είναι ο Χάινερ; » « " Αντε γαμήσου » , ούρλιαξε ο άντρας στα γερμανικά " Στη μέση της κουζίνας ο Λούτσο έβγαζε γεμιστή ρες α πό ένα κιβώτιο , κάτω α πό το τ ρα πέζι. « Π όση ώρα θα κάνει να έρθει η αστυνομία ; » ρώτη σε ο Λα­ πόρτ ο Στο μπροστινό δωμάτιο, ο Χάιμ έριχνε σποραδικά πυρά από το παράθυρο και τραβιόταν προς τα π ί σω, όταν ο άντρας α πό τη γωνία απαντούσε στους πυροβολισ μούς . « Π οιος διάολο νομίζεις ότι είναι; » είπε ο αντάρτης τραβών­ τας το κιβώτιο π ρος τα έξω . « Είναι από τον Χάινερ, αυτόν που σας έλεγα » . Ο Λούτ σο δεν έδειξε να δίνει σημασία . Τράβηξε μια χούφτα γεμιστή ρες από το κουτ ί . «Εσύ θα γεμίζεις για μένα, Πάτερ, αυτό θα κάνεις» . Π ίσω τους ο Χάιμ συνέχισε ν' αλλάζει πυροβολι­ σ μούς στο μπ ροστινό παράθυρο. « Αυτό είναι αυτόματο Στεν» , άρχισε να εξηγεί ο Λούτσο γρήγορα, αλλά υπομονετικά . «Αυτό είναι γεμιστήρας και μπα ίνει μέσα στο όπλο. Θ α γεμίζεις έτσι το όπλο» . Άρχισε να βάζει τα φυσ ίΥΥι α στο γεμιστή ρα, εξηγώ­ ντας πόσο εύκολο ήταν. Ξ αφVΙKά σταμάτησε, κοιτώντ ας τον άν­ θρωπο που ήξερε σαν παπά . Ο Γ άλλος εί χε αρπάξει τα φυσίγγια και τα έσπρωχνε μέσα στο γεμιστήρα ένα ένα , με μεγαλύτερη ταχύτη τα από τον αντά ρτη . «Τι διάολο κάνεις ; » ρώτησε ο αντά ρτης. Ο Λαπόρτ άκουσε τη φωνή του ν' απαντάει και να εξηγεί, χωρίς να συνειδητοποιεί τι έλεγε και τι έκανε. Τα δάχτυλά του κινούνταν γρήγορα . Σαν αυτόματ α . «Για ασφάλεια . Τα φυσίγγια μπορεί να έχουν γεμιστεί από καιρό, τα ελατή ρια μπορεί να είναι ελαττωματικά . Εμποδίζουν το γέμισμα» . Το μέταλλο έμοιαζε σαν κάτι γνώριμο στα χέρια του. Τελείωσε τον ένα γεμιστήρα, τον έβα λε στο Στεν κι ετοίμασε δεύτερο . « Έξι λεπτά , ίσως εφτά», απάντησε ο Λούτσο στη ν προηγού­ μενη ερώτη ση . « "Οχι παραπάνω . Μ ετά θα έρθει η αστυνομία » . Ο Λαπόρτ φόρεσε το σακάκι του κ ι έχωσε το