Page 1

1


Άγριο Μυστικό by AngelKat4

Το 7ο βιβλίο της σειράς "Άρχοντες του Κάτω Κόσμου", μεταφρασμένο στα Ελληνικά. Τα πέντε πρώτα κυκλοφορούν έντυπα από τις εκδόσεις Dark Moon και το 6ο κυκλοφόρησε σε ψηφιακή μορφή (pdf). Ακολουθήσαμε τον αρχικό τρόπο μετάφρασης του κειμένου, οπότε και δεν χρησιμοποιήσαμε "σκληρή γλώσσα"! Μετάφραση: Αγγελική Κ. Σταυρούλα Μ. Ελισάβετ Σ. Ματθίλδη Μ. Βασιλική Φ. Διόρθωση:

Αγγελική Κ.

Η μετάφραση είναι ερασιτεχνική, γι'αυτό παρακαλούμε για την κατανόησή σας. =================

2


Κεφάλαιο 1 Ο Στράιντερ, ξενιστής του Δαίμονα της Ήττας, εμφανίστηκε μέσα από τις επιβλητικές μπροστινές πόρτες του φρουρίου της Βουδαπέστης το οποίο και μοιραζόταν με ένα συνεχώς αυξανόμενο αριθμό φίλων - άνδρες και γυναίκες, αδέρφια περισσότερο από τις περιστάσεις παρά από αίμα, αλλά πιο κοντά εξαιτίας τους παλεύοντας ένα κύμα αδιαμφισβήτητης απόλαυσης. Που να πάρει η ευχή, τα είχε καταφέρει, φίλε. ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ. Αφού κυνήγησε τους εχθρούς του ανάμεσα στις ηπείρους, χάνοντας ένα από τα τέσσερα θεϊκά αντικείμενα, απαραίτητα για να βρουν και να καταστρέψουν το Κουτί της Πανδώρας – και ναι, θα τις έτρωγε άσχημα γι' αυτό – στην συνέχεια, αφού φαγώθηκε ζωντανός από έντομα μέχρι ενός σημείου (βήχας) περπατώντας πάνω στο μαχαίρι μιας γυναίκας (βήχας), επιτέλους είχε νικήσει. Και να τον πάρει αν δεν ήταν έτοιμος να το γιορτάσει. «Είμαι βασιλιάς του κόσμου, σκύλες. Ελάτε εδώ μέσα και θαυμάστε τη δόξα μου.» Η φωνή του ακούστηκε στο χολ, προσδοκώντας , ανυπόμονη. Κανείς δεν του ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Περίμενε. Χαμογελώντας, μετακίνησε το αναίσθητο θηλυκό, που είχε ριγμένο πάνω στον ώμο σε μια πιο βολική θέση. Πιο βολική γι' αυτόν θέση. Αυτή ήταν ο εχθρός που κυνηγούσε, όπως επίσης και η γυναίκα που όχι και τόσο ευγενικά σύστησε το πάγκρεας του με την καταραμένη λαβή της λεπίδας της. Με το ζόρι κρατιόταν να πει σε όλους ότι τα κατάφερε εκεί που αυτοί δεν μπόρεσαν. Την κυνήγησε και την σακούλιασε, μωρό μου. Φώναξε, «Ο μπαμπάς είναι σπίτι. Κάποιος; Κανείς;» Και πάλι, καμμία απάντηση. Το χαμόγελο του ξεθώριασε λίγο. 3


Να πάρει . Όταν έχανε μία πρόκληση, πολεμούσε με πόνο, που τον άφηνε παράλυτο για μέρες. Όταν κέρδιζε, όμως .....θεοί, ήταν σχεδόν σαν μια σεξουαλική κορύφωση, ενέργεια έτρεχε στις φλέβες του, ζεσταίνοντας τον, ενεργοποιώντας τον. Τέτοιος ενθουσιασμός απαιτούσε ένα ταίρι. Και, διάολε, δώδεκα πολεμιστές και η ακολουθία τους από θηλυκούς συντρόφους ζούσαν εκεί, και όμως κανείς δεν περίμενε για να τον καλωσορίσει σπίτι; Εφόσον η περιοχή φυλασσόταν και επιβλεπόταν, κάποιος θα έπρεπε να του είχε ανοίξει την μύτη τουλάχιστον πριν πέντε λεπτά, έτσι; Αυτό μάλλον τα εξηγούσε όλα. Αλλά του άξιζε, υπέθετε. Εφτά μέρες είχαν περάσει απ' την τελευταία φορά που τηλεφώνησε ή έστειλε μήνυμα. Τεχνικά, όμως, αυτό δεν ήταν δικό του φταίξιμο. Υπήρξε λιγουλάκι απασχολημένος, με το να προσπαθεί να καθυποτάξει το μπόγο του και όχι με χαρά. Και στην τελευταία του ενημέρωση, του είχαν πει ότι ο κίνδυνος είχε περάσει και ότι όλοι μπορούσαν να επιστρέψουν, οπότε είχε σταματήσει τις πρέπει – να – ξέρω – που – είναι – όλοι κλήσεις του. Οπότε, εντάξει. Κανένα πρόβλημα. Το γεγονός ότι κανείς δεν ήθελε να παίξει μαζί του στην πραγματικότητα ήταν καλό. Τώρα θα μπορούσε να ασχοληθεί με λίγη δουλίτσα. «Ευχαριστώ παιδιά. Είστε οι καλλίτεροι. Αλήθεια. Και όλοι μπορείτε να πάτε να πνιγείτε!» Ο Στράϊντερ προχώρησε μπροστά. Για να παρηγορηθεί, φαντάστηκε την έκφραση της φυλακισμένης του, όταν θα ξυπνούσε και έβρισκε τον εαυτό της παγιδευμένο σε ένα κλουβί τέσσερα επί τέσσερα. Τώρα αυτό ήταν στ' αλήθεια καλό. Τότε το βλέμμα του σκάλωσε στο ανοίκειο περιβάλλον γύρω του και τα τελευταία υπολείμματα του χαμόγελου χάθηκαν. Σταμάτησε απότομα. Έλειπε μόνο μερικές εβδομάδες και νόμιζε ότι και οι περισσότεροι από τους άλλους έλειπαν επίσης, αλλά σε αυτό το διάστημα κάποιος κατάφερε να μετατρέψει 4


αυτό το διαλυμένο τερατούργημα, που αποκαλούσαν σπίτι, σε εκθεσιακό κομμάτι. Το άλλοτε αποτελούμενο από θρυμματισμένη πέτρα και μπετόν πάτωμα είχε πλέον αντικατασταθεί με λαμπερό λευκό μάρμαρο, γεμάτο φλέβες από κεχριμπάρι. Εξίσου καταστρεμμένοι τοίχοι ήταν επικαλυμμένοι τώρα με έντονα γυαλισμένο ροδόξυλο. Πριν, η γυριστή σκάλα ήταν ραγισμένη, τώρα γυάλιζε, ούτε ένα ψεγάδι πουθενά και ένα ακηλίδωτο χρυσό κιγκλίδωμα ανέβαινε μέχρι την κορυφή. Στη γωνία, ένα λευκό βελούδινο κάθισμα ήταν σπρωγμένο πάνω σε αντικατοπτρίζοντα πλαίσια, και πέρα από αυτά, ανεκτίμητα τεχνουργήματα – πολύχρωμα βάζα, κουτιά για κοσμήματα στολισμένα με πετράδια και αρχαίες κεφαλές ακοντίων – ήταν κουρνιασμένα πίσω από γυάλινες προθήκες. Τίποτα απ' αυτά δεν ήταν εκεί πρωτύτερα. Όλες αυτές οι αλλαγές σε λιγότερο από ένα μήνα; Έμοιαζε αδύνατον, ακόμα και με τους Τιτάνιους θεούς να πετάγονται κάθε τρεις και λίγο. Ίσως γιατί αυτοί οι θεοί ενδιαφέρονταν περισσότερο για φόνους και χάος αντί για την εσωτερική διακόσμηση. Αλλά ίσως....ίσως αν, όσο ο Στράιντερ συνέχαιρε τον εαυτό του για μια καλοτελειωμένη δουλειά είχε μπει σε λάθος σπίτι; Είχε ξανασυμβεί. Και μιλώντας για περίεργα. Δεν υπήρχε τρόπος να εξηγήσει το κομμένο, μελανιασμένο και γεμάτο μαυρίλα φορτίο που τραβολογούσε τριγύρω. Όχι χωρίς να περάσει λίγο χρόνο σε μια φυλακή. Το να εξηγήσει τις πιτσιλιές αίματος στα ρούχα του θα ήταν επίσης λίγο δύσκολο. Μπα, αποφάσισε ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Αυτό ήταν το σωστό μέρος. Έπρεπε να είναι. Κατά μήκος του τοίχου της σκάλας κρεμόταν ένα πορτραίτο του Σαβίν, Ξενιστή της Αμφιβολίας. Γυμνού. Μόνο ένα πρόσωπο είχε τα κότσια να πειράζει τον σκληρό Σαβίν έτσι. Η Άνια, θεά της Αναρχίας και διαμοιραστής της Αταξίας, 5


που όλως τυχαίως ήταν αρραβωνιασμένη με τον Λούσιεν, Ξενιστή του Θανάτου. Περίεργο ζευγάρι, αν ρωτούσε κανείς τον Στράιντερ, αλλά κανείς δεν το είχε κάνει. Έτσι κράτησε τη γνώμη του για τον εαυτό του. Εξάλλου, καλλίτερα να μην μιλούσε αν ήθελε να κρατήσει το αγαπημένο του εξάρτημα. Η Άνια δεν ευχαριστιόταν αν κάποιος την αμφισβητούσε. Για τίποτα. «Εεϊ, Τορ, Τορ» φώναξε τώρα. Ο Τόριν, Ξενιστής της Αρρώστιας. Ο τύπος ποτέ δεν έφευγε από το κάστρο. Ήταν πάντα εδώ, παρακολουθώντας μεταδόσεις από τις κάμερες, διασφαλίζοντας ότι το σπίτι παρέμενε ελεύθερο από εισβολές, και παίζοντας με τους υπολογιστές του, καταφέρνοντας έτσι να φτιάχνει για τον μικρό -μόνο-μεπρόσκληση- στρατό τους, ένα σωρό λεφτά. Στην αρχή, δεν υπήρξε απάντηση, μόνο η ηχώ της φωνής του, και ο Στράιντερ άρχισε να ανησυχεί. Μήπως είχε γίνει κάτι καταστροφικό; Μια ολοκληρωτική εξολόθρευση δαιμόνων; Και αν όντως ήταν έτσι, γιατί αυτός ήταν ακόμη εδώ; Ή μήπως ο Κέιν, ξενιστής όλων των Κακών που θα μπορούσαν να πάνε στραβά, περνούσε άσχημη εβδομάδα και..... Βήματα ακούστηκαν να έρχονται όλο και πιο κοντά και ανακούφιση τον πλημμύρισε. Κοίταξε πάνω στη σκάλα και εκεί ήταν ο Τόριν, στέκονταν πάνω σε ένα χαλί από ζέβρα, που και αυτό ο Στράιντερ δεν θυμόταν να έχει ξαναδεί. Τα λευκά μαλλιά του τραχιά γύρω απ' το διαβολικό του πρόσωπο, τα πράσινα μάτια του λαμπερά σαν σμαράγδια. «Καλώς ήρθες σπίτι,» είπε ο Τόριν, προσθέτοντας: «Ηλίθιε.» «Ωραίο καλωσόρισμα.» «Δεν τηλεφωνείς, δεν γράφεις και θέλεις αγάπες και λουλούδια;» «Ναι, θέλω.» «Φαίνεται.» 6


Ο Τόριν φορούσε μαύρα απ' την κορφή ως τα νύχια, τα χέρια του καλυμμένα από μαλακά δερμάτινα γάντια. Στιλιστικά μιλώντας αυτά τα γάντια ήταν υπερβολικά. Για να σωθεί όμως η ανθρωπότητα ήταν απαραίτητα. Ένα και μόνο άγγιγμα απ' το δέρμα του Τόριν σε κάποιον άλλο και καλώς ήρθες επιδημία. Ο δαίμονας του άδειαζε κάποιο είδος ασθένειας στις φλέβες του, ένα άγγιγμα και αυτό ήταν όλο που χρειαζόταν για να εξαπλωθεί. Ακόμα και στον Στράιντερ. Αλλά οι αθάνατοι όπως αυτός δεν πέθαιναν από λίγο πυρετό, βήχα και εμετούς αίματος. Όχι όπως οι άνθρωποι, που θα αφανιζόταν, πιθανώς παγκοσμίως, με τη μόλυνση να εξαπλώνεται σχεδόν ασταμάτητα. Ο Στράιντερ θα μετέδιδε την αρρώστια σε οποιονδήποτε θα άγγιζε με τη σειρά του, και καθώς συνήθως απολάμβανε να αποπλανεί ανθρώπους, βασιζόταν στην επαφή δέρμα με δέρμα. «Λοιπόν, όλα καλά εδώ;» ρώτησε ο Στράιντερ. «Όλοι είναι εντάξει;» «Τώρα θέλεις να μάθεις;» «Ναι.» «Μάλιστα. Λοιπόν, οι περισσότεροι είναι καλά. Πολλοί είναι ακόμη έξω, κρύβοντας τεχνουργήματα και ψάχνοντας για το τελευταίο. Αυτοί δηλαδή που δεν κυνηγάνε τον Γκέϊλεν. Ο Τόριν άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά δύο-δύο και σταμάτησε στην βάση της σκάλας, παραμένοντας σε απόσταση ασφαλείας. Όπως πάντα. Η ματιά του πέταξε προς τη γυναίκα και η ευθυμία έλαμψε στις κόρες των ματιών του, κρύβοντας αμέσως όμως όποιο συναίσθημα εμφανίστηκε. «Λοιπόν είσαι ο επόμενος από μας που θα ερωτευτεί, έτσι; Βλάκα! Νόμιζα πως εσύ είχες περισσότερο μυαλό.» «Σε παρακαλώ. Δεν θέλω να έχω καμμία σχέση μ'αυτή τη λυσσαλέα σκύλα.» Ένα ψέμα. Κατά την διάρκεια της φαινομενικά αιώνιας πορείας τους είχε πιάσει τον εαυτό του να την θέλει όλο και περισσότερο. Και μισούσε τον εαυτό του όλο και περισσότερο. Μπορεί να είναι πειρασμός αλλά είναι και ο θάνατος 7


ο ίδιος. Τα πολύ–όμορφα–χείλη του για να είναι ανδρικά, καμπύλωσαν με απόλυτη απόλαυση. «Αυτό είπε και ο Μαντοξ για την Άσλυν. Ο Λούσιεν για την Άνια. Ο Ρέγιες για την Ντανίκα. Ο Σαβίν.....» «Εντάξει, εντάξει. Το έπιασα.» Ο Στράιντερ γύρισε τα μάτια του προς τα πάνω. «Μπορείς να το βουλώσεις τώρα.» Παρ'όλο που παραδεχόταν ότι το πανκ στύλ της κοπέλας τον τραβούσε, δεν ήταν τόσο χαζός ώστε να δοκιμάσει και να την ρίξει. Ήθελε τις γυναίκες του υπάκουες και λογικές. Ψεύτη. Αυτή σου αρέσει. Ακριβώς όπως είναι. Ευχόταν να μπορούσε να κατηγορήσει τον δαίμονα του για αυτήν την παραδοχή, αλλά....Ακόμα και τώρα απλώς σκέφτοντάς την, το σώμα του σφιγγόταν. Προετοιμαζόταν. Ο Τόριν σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του. «Λοιπόν τι είναι; Άνθρωπος με υπεράνθρωπη ικανότητα; Θεά; Άρπυια;» Οι τύποι εδώ είχαν μια τάση να διαλέγουν γυναίκες από μύθους και θρύλους. Τα θηλυκά αυτά ήταν πιο δυνατά από τους δαίμονες τους. Η Άσλυν μπορούσε να ακούσει φωνές από το παρελθόν, η Άνια έβαζε φωτιές με το μυαλό της (μεταξύ άλλων), η Ντανίκα μπορούσε να δει σε κόλαση και παράδεισο και η γυναίκα του Σαβίν η Γκουέν... λοιπόν, αυτή είχε μια σκοτεινή πλευρά, που την έβλεπες λίγο πριν πεθάνεις . Οδυνηρά. «Λοιπόν φίλε, μου αυτό που έχω εδώ είναι μια καλόπιστη Κυνηγός.» Ο Στράιντερ ράπισε τον πισινό της σαν να υπήρχε μια μύγα καθισμένη εκεί, και δεν μπορούσε να ζήσει ούτε ένα δευτερόλεπτο, χωρίς να την εξολοθρεύσει. Η πράξη ήταν μία υπενθύμιση, δεν σήμαινε τίποτα γι' αυτόν. Παρ'όλα αυτά, το γιατί δεν είπε στον φίλο του ποιά ακριβώς ήταν και ας ήταν τόσο ενθουσιασμένος προηγουμένως, δεν το ήξερε. Για την ακρίβεια, ήξερε. Κούραση. Ναι, ήταν κουρασμένος, αυτό ήταν όλο και δεν ήθελε να ασχοληθεί τώρα με τους επαίνους και τα συγχαρητήρια. Αύριο, μετά από ένα 8


καλό ύπνο, θα τα ξερνούσε όλα. Το κορίτσι δεν αντέδρασε καθόλου στο χαστούκι του, αλλά δεν περίμενε ούτως ή άλλως να το κάνει. Την είχε επανειλημμένως ναρκώσει όσο την έσερνε από τη μια γωνιά του κόσμου στην άλλη. Απ' την Ρώμη στην Ελλάδα, στην Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες και τέλος στην Βουδαπέστη, οδηγώντας τα αδέρφια της γύρω – γύρω σε μια προσπάθεια να την σώσουν. Κάτι που δεν θα κατάφερναν ποτέ. Νικήσαμε! είπε γελώντας ο δαίμονας του . Και βέβαια νικήσαμε. Ένα ρίγος απόλαυσης τον διαπέρασε. «Κυνηγός;» Όλη η ευθυμία έφυγε από το πρόσωπο του φίλου του, το φως πέθανε στα μάτια του, μετατρέποντας τα σμαράγδια σε κοφτερές, θανάσιμες λεπίδες. «Φοβάμαι πως ναι.» Κυνηγοί. Ο μεγαλύτερος εχθρός τους. Οι φανατικοί που ήθελαν να τους καταστρέψουν. Οι μπάσταρδοι που θεωρούσαν τους κακούς, πέρα από κάθε σωτηρία και μάστιγα όλης της γης. Τα καθάρματα, που τους κατηγορούσαν για τον πόνο όλου του κόσμου. Ακόμα καλλίτερα, ήταν η εθνοφυλακή που ο Στράιντερ είχε σκοπό να στείλει στα βάθη της κόλασης. Ένα στρατιώτη τη φορά. Ή με χειροβομβίδες, μερικές εκατοντάδες τη φορά. Ανάλογα τη διάθεση του, υπέθετε. «Έπρεπε να την είχες ήδη σκοτώσει,» επεσήμανε ο Τόριν. «Τώρα ο Σαβίν θα θέλει να της μιλήσει.» "Κουβέντα" ισοδυναμούσε με βασανιστήρια στη γλώσσα του Σαβίν. «Το ξέρω ότι θα θέλει . Γι'αυτό είναι ακόμα ζωντανή.» Ήξερε πράγματα για τους θεούς, που κινούσαν τα νήματα τους, μπορούσε να κάνει πράγματα, αδύνατα πράγματα, όπως να υλοποιήσει όπλα απ' το τίποτα. Κάτι που μόνο οι πολεμιστές άγγελοι ήταν ικανοί να κάνουν. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτή, δεν ήταν άγγελος. Και όχι επειδή της έλειπαν τα φτερά. Το κορίτσι είχε τσαμπουκά. Ο Στράιντερ ήθελε να μάθει όλα όσα ήξερε και πως 9


έκανε αυτά που έκανε. Πάνω απ' όλα δεν μπορούσε να κάνει την δουλεία του – δηλαδή να ξεφορτωθεί το σκουπίδι Κυνηγό – όταν ήταν μόνος μαζί της. Κάθε φορά που είχε προσπαθήσει, αρκούσε μια ματιά στο όμορφο πρόσωπο της για να διστάσει. Ο δισταγμός έδωσε την θέση του στον πόθο και άρχισε να πολεμάει ορμές, που τον έσπρωχναν να την φιλήσει αντί να την ξεκάνει. Ο Σαβίν δεν θα τον είχε αφήσει να ξεφύγει με αυτή την μαλακία. Ο Σαβίν θα τον πίεζε μέχρι να ενεργήσει. Ο Στράιντερ δεν θα είχε άλλη επιλογή απ' το να σφίξει τα δόντια του και να κάνει αυτό που του ζητούσαν. Γιατί... Τα χέρια του έσφιξαν σε γροθιές αυτόματα. Γιατί αυτή η γυναίκα, αυτό το ζωντανό μίασμα.... Τα δόντια του έτριξαν, και το σαγόνι του έκλεισε τόσο σφιχτά, που ο πόνος ξεχύθηκε στους κροτάφους του και εκτοξεύτηκε κατευθείαν στον εγκέφαλο του. Ένοιωσε το ίδιο, όπως κάθε φορά που σκεφτόταν τί είχε κάνει. Αυτή η γυναίκα είχε βοηθήσει να αποκεφαλίσουν τον φίλο του, τον Μπέϊντεν, τον κάποτε Ξενιστή του δαίμονα της Δυσπιστίας. Ο Στράϊντερ δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει ούτε να συγχωρήσει αυτό το γεγονός. Ο άγριος αποκεφαλισμός είχε γίνει πριν από χιλιάδες χρόνια, αλλά , ο πόνος μέσα του ήταν τόσο φρέσκος σαν να είχε γίνει μόλις σήμερα το πρωί. Μαζί με τον φίλο του εκείνη την ημέρα είχε πεθάνει και ένα κομμάτι της ψυχής του και όπως είχε μάθει το κορίτσι κατά την διάρκεια της πορείας τους προς στο φρούριο, ένα μεγάλο μέρος της καρδίας του είχε μαραθεί επίσης. Το έλεος δεν ήταν κάτι που κατείχε. Όχι πια. Και ειδικά όχι γι' αυτήν. Νόμιζε, πως όλους αυτούς τους αιώνες, μέσα στην λύσσα της εκδίκηση του, την είχε σκοτώσει. Θυμόταν το σκίσιμο της λεπίδας του, τη πορφυρή πλημμύρα του αίματος της και την μεταλλική μυρωδιά του θανάτου 10


να σηκώνεται στον αέρα. Τον ήχο από το σώμα της καθώς έπεφτε πάνω στους βράχους, το τελευταίο γαργάρισμα της αναπνοής της. Και όμως να που ήταν εδώ. Ζωντανή και υγιής οδηγώντας τον σταθερά στην τρέλα. Ίσως την είχε σκοτώσει. Ίσως είχε ξαναγεννηθεί. Ή ίσως η ψυχή της είχε χωθεί σε άλλο σώμα. Ή ίσως αυτό το θηλυκό ήταν πιο αθάνατο και απ' αυτόν και είχε καταφέρει να θεραπευτεί, με κάποιον τρόπο, από τον αποκεφαλισμό. Δεν ήξερε και δεν τον ένοιαζε. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι αυτή ήταν η Χέϊντι από την αρχαία Ελλάδα. Λοιπόν, αποκαλούσε τον εαυτό της Χάϊντι τώρα. Από Χέϊντι σε Χάιντι. Προφανώς είχε αλλάξει την ορθογραφία και την προφορά για εκμοντερνισμό. Όχι ότι έδινε δεκάρα. Την φώναζε Δήμιο, εν συντομία από το Εκτελεστής Δαιμόνων και αυτό ήταν. Η απόδειξη των εγκλημάτων της βρισκόταν εκεί στα μάτια της. σ' αυτά τα ψυχρά, αναίσθητα γκρι μάτια της. Στην περηφάνια που έσταζε από την φωνή της κάθε φορά που μιλούσε γι' εκείνη την μοιραία νύχτα – "Λάτρεψα τον τρόπο με τον οποίο κύλησε το κεφάλι του. Εσύ όχι;" – και τα σκοτεινά τατουάζ χαραγμένα στην πλάτη της. Τατουάζ που κρατούσαν σκορ. Χάϊντι 1. Άρχοντες 4. Της άξιζαν όλα όσα αυτός και ο Σαβίν είχαν σκοπό να της κάνουν. «Θα την πάω στο μπουντρούμι,» είπε και ποτέ πριν δεν είχε ακούσει στην φωνή του αυτό τον συνδυασμό απόλαυσης και μετάνοιας μαζί. Για μια φορά ακόμη έκανε ένα βήμα μπροστά, πετώντας πάνω από τον ώμο του, «Θα μπορούσες να είσαι γλυκός και να μου κάνεις την χάρη να ενημερώσεις τον Αμφισβιτάκια οτι...» «Δεν μπορώ, Στράιντερ φίλε μου. Υπάρχει, ε, κάτι που πρέπει δεις πρώτα.» Μια δόση φόβου ανακατεμένη με αποτρόπαια προσδοκία συνόδευε τις λέξεις. Ο Στράιντερ σταμάτησε, το ένα πόδι του μισοσηκωμένο στον αέρα. Ίσιωσε το κορμί του και το ακόμα 11


κοιμισμένο φορτίο του κόντεψε να γλιστρήσει στο πάτωμα. Αργά γύρισε προσαρμόζοντας την Δήμιο και κοίταξε τον Τόριν, με τον δικό του φόβο να εξαπλώνεται καθώς παρατηρούσε το τώρα ωχρό δέρμα του φίλου. Λευκό με μικροσκοπικά ποτάμια από γαλάζιο. «Είπες ότι όλα ήταν εντάξει. Τι συμβαίνει;» Ο Τόριν κούνησε το κεφάλι του. «Δεν υπάρχει τρόπος να το εξηγήσω μέχρι να δεις ο ίδιος. Και είπα ότι οι περισσότεροι ήταν καλά. Τώρα έλα, πάμε.» «Το κορίτσι...» «Φέρ'την . Θα φυλάσσετε καλά, θα δεις.» Με ένα τελευταίο γνέψιμο του χεριού από τον Τόριν και άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας δυο-δυο τα σκαλιά. Με τον τρόμο του να αυξάνεται , ο Στράιντερ ακολούθησε, με την Δήμιο να ανεβοκατεβαίνει στον ώμο του. Εάν ήταν ξύπνια, θα της είχε κοπεί η ανάσα, ξανά και ξανά και θα μούγκριζε από τον πόνο που θα ένοιωθε καθώς το στομάχι της χτυπούσε επανειλημμένα στα κόκκαλα του. Θα τον πολεμούσε επίσης με μια ικανότητα που λίγοι διέθεταν. Κρίμα που τα φάρμακα ήταν τόσο δυνατά. Αυτή τη στιγμή θα του έκανε καλό ένας γερός καβγάς. Θα ηρεμούσε τα νεύρα του. Τι ήταν τόσο σημαντικό που ο Τόριν δεν ήθελε να χάσει μερικά δευτερόλεπτα για να κλειδώσει ένα σιχαμερό Κυνηγό; Οι σκέψεις του σκόρπισαν μόλις πάτησε το πόδι του στο πλατύσκαλο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να στέκει εκεί με το στόμα ανοιχτό. Άγγελοι. Τόσοι πολλοί άγγελοι. Να λοιπόν πως το σπίτι είχε ξαναδιακοσμηθεί. Θεϊκή παρέμβαση και όλα τα σχετικά. Στους αγγέλους άρεσαν τα όμορφα πράγματα. Στέκονταν κατά μήκος του τοίχου, ο μόνος χώρος ανάμεσα τους καλύπτονταν από τις αψίδες των φτερών τους. Λευκά πούπουλα αναμειγμένα με χρυσό, τα φτερά των πολεμιστών. Οι μυρωδιές τους κάλυπταν τον αέρα, 12


ένα συνδυασμός από ορχιδέες, πρωινή δροσιά, σοκολάτα και σαμπάνια. Τα ύψη τους ποίκιλαν αν και κανείς τους δεν ήταν κάτω από 1,95 και παρόλο που φορούσαν κοριτσίστικους λευκούς χιτώνες, οι μύες τους ήταν εφάμιλλοι με αυτούς του Στράιντερ. Οι περισσότεροι ήταν άντρες, αλλά όλοι τους ήταν δολοφόνοι δαιμόνων, εκπαιδευμένοι να κυνηγούν, να καταστρέφουν και σε σπάνιες περιπτώσεις να προστατεύουν. Απ' την στιγμή που δεν του επιτέθηκαν, εμφανίζοντας τα πύρινα σπαθιά τους που ξέσκιζαν τον αέρα, όπως ήξερε ότι ήταν ικανοί να κάνουν, υπέθετε ότι ήταν εδώ για το τελευταίο. Τους μελέτησε, ψάχνοντας για απαντήσεις. Είκοσι τρείς στο σύνολο, αλλά ούτε ένας κοίταξε ελάχιστα προς την μεριά του. Όλοι κρατούσαν το βλέμμα τους ευθεία μπροστά, τα κορμιά τους τεντωμένα, τα χέρια τους δεμένα πίσω από τις πλάτες τους. Δεν έκαναν κανένα θόρυβο. Ούτε ένας ψίθυρος ανάσας. Σωματικά τον... εκστασίαζαν. Και ναι, ήταν κολασμένα ντροπιαστικό να παραδέχεται κάτι τέτοιο, ακόμα και στον εαυτό του. Αλλά ο καθαρός μαγνητισμός τους ήταν εκπληκτικός. Υπνωτικός. Ένα ναρκωτικό για τα μάτια του. Όλοι είχαν διαφορετικές αποχρώσεις μαλλιών. Από το πιο σκούρο της νύχτας στο πιο λευκό του χιονιού, αλλά το αγαπημένο του ήταν το χρυσό. Τόσο αγνό, τόσο ρευστό, τα λύτρα ενός βασιλιά που είχαν λιώσει και ανακατευτεί με την λάμψη του καλοκαιρινού ήλιου. Πλούσιο, ζωηρό. Σχεδόν... ζωντανό. Σε καμμιά περίπτωση όμως, δεν θα κορόιδευε κανέναν απ' αυτούς για τις λεπτεπίλεπτες μπούκλες του. Μπορεί να μην του επιτίθενται, ακόμη και να μην κοίταζαν καν προς την μεριά του αλλά ακτινοβολούσαν θάνατο. Κάποιος καθάρισε το λαιμό του. Ο Στράιντερ ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ο Τόριν φάνηκε στο προσκήνιο. Ο φίλος του στεκόταν στο 13


κέντρο του διαδρόμου. Πιθανώς βρισκόταν εκεί συνέχεια, αλλά ο Στράιντερ είχε χάσει την επαφή με οτιδήποτε άλλο εκτός από τους αγγέλους απ' την στιγμή που τους είδε. Ναί. Ντροπιαστικότατο. «Γιατί;» ήταν το μόνο που ρώτησε. Ο Τόριν κατάλαβε. «Ο Έρον και ο Γουίλιαμ πήραν τον Αμούν στην κόλαση σε μια αποστολή διάσωσης. Και ναι, βρήκαν την Λεγεώνα. Είναι ζωντανή και στην ανάρρωση αλλά ο Αμούν...» Ο Στράιντερ κατάλαβε τα υπόλοιπα και ήθελε να ανοίξει με την γροθιά του μια τρύπα στον τοίχο. Ο ξενιστής των Μυστικών είχε καινούργιες φωνές στο κεφάλι του. Ήταν μαζί με τον Αμούν για χιλιάδες χρόνια. Αιώνες, που έμοιαζαν για αμέτρητες χιλιετίες. Ήξερε ότι ο δαίμονας του πολεμιστή απορροφούσε τις πιο σκοτεινές σκέψεις και τα πιο βαθιά μυστικά οποιουδήποτε βρισκόταν κοντά του. Πράγματα βαθιά θαμμένα, τρομαχτικά, απαίσια. Ανεπιθύμητα , εξευτελιστικά. Πράγματα που αλλάζουν την ψυχή.... Και ο Αμούν βρέθηκε στην κόλαση, εκεί που οι δαίμονες κυκλοφορούσαν στην πιο αγνή τους μορφή, στο κεφάλι του τώρα θα στριφογυρνούσαν όλα τα είδη κακού. Κακόβουλοι ψίθυροι, διαβολικές εικόνες και τα δύο έπνιγαν την ουσία του ποιου ήταν. Ή μάλλον του ποιου υπήρξε. «Οι άγγελοι;» γρύλισε ο Στράιντερ. Ναι, ήξερε ότι ήταν αγένεια να συζητάει για τα πλάσματα σαν να μην ήταν παρόντα, αλλά πολύ απλά δεν έδινε δεκάρα. Δεν αγαπούσε πολλούς ανθρώπους, αλλά αγαπούσε τους άλλους δαιμονισμένους κατοίκους αυτού του φρουρίου. Περισσότερο απ' ότι αγαπούσε τον εαυτό του και αυτό ήταν διαβολεμένα υπέρ αρκετό. «Ήθελαν να τον σκοτώσουν, αλλά...» «Διάολε όχι!» βρυχήθηκε. Αν ακουμπούσε κανείς τον φίλο του, θα έχανε τα χέρια του – και θα ακολουθούσαν τα υπόλοιπα άκρα τους, τα όργανα τους και όταν θα κουραζόταν να τους βασανίζει, οι ζωές τους. 14


Μετέφερε την Δήμιο, από τον ώμο του στα χέρια πριν την κατεβάσει στο πάτωμα και κινήθηκε προς τα μπρος, ήδη ψάχνοντας ένα μαχαίρι. Η Ήττα διαισθάνθηκε την ανάγκη του για καταστροφή και γέλασε. Νίκησε ! «Σταμάτα.» Ο Τόριν σήκωσε το χέρι του για να τον σταματήσει, έστω και αν έκανε ένα βήμα πίσω για να διατηρήσει την απόσταση μεταξύ τους. «Άσε με να τελειώσω, που να πάρει! Ήθελαν να τον σκοτώσουν, υποτίθεται ότι θα τον σκότωναν, αλλά δεν το έκαναν. Δεν θα το κάνουν.» Το "ακόμα" κρεμόταν στον αέρα σαν θηλιά γύρω από τον λαιμό του. Ο Στράιντερ επέλεξε να αγνοήσει αυτή τη θηλιά – προς το παρόν – και σταμάτησε, ήδη λαχανιασμένος και ιδρωμένος από την δύναμη της στιγμιαίας και βίαιης οργής του. «Νίκησε;» κλαψούρισε ο δαίμονας του. Καμιά πρόκληση δεν είχε γίνει . Οπότε, μπορούσε να κάνει πίσω χωρίς επιπτώσεις. Ώ , νόμισε πως άκουσε, με την απογοήτευση να υποβόσκει στο βάθος. «Γιατί είναι εδώ τότε;» Πέταξε, απαιτώντας μια απάντηση εκείνη την στιγμή. Αλλιώς... Πράσινα μάτια σκοτείνιασαν καθώς ο Τόριν κουνήθηκε ανήσυχα από το ένα πόδι στο άλλο. Το στόμα του άνοιξε και έκλεισε, με την σωστή απάντηση προφανώς να του διαφεύγει. «Ο Αμούν δεν απορρόφησε απλώς νέες αναμνήσεις. Απορρόφησε κατώτερους δαίμονες. Εκατοντάδες από αυτούς.» «Πώς; Πώς στο διάολο είναι αυτό δυνατόν; Έχω ζήσει μαζί του για αιώνες ποτέ δεν απορρόφησε τον δαίμονα μου.» «Ούτε τον δικό μου . Αλλά οι δικοί μας δαίμονες είναι Ανώτεροι Άρχοντες που μπορούν να συνδεθούν με ανθρώπους. Αυτοί ήταν απλώς υποτακτικοί και όπως ξέρεις μπορούν να δεσμευτούν μόνο με, γύρευε τι, Ανώτερους Άρχοντες. Και το έκαναν, μαζί του. Είναι... 15


μολυσμένος τώρα, ένας κίνδυνος πολύ πιο σοβαρός από το άγγιγμα του δέρματος μου. Οι άγγελοι τον φρουρούν. Περιορίζουν την επαφή του με άλλους, διασφαλίζοντας ότι δεν θα φύγει... και δεν θα πληγώσει. Τον εαυτό του και ανθρώπους.» Ο Στράιντερ σκυθρώπιασε . Ο Αμούν μιλούσε σπάνια, περιορίζοντας τα μυστικά που άθελα του έκλεβε, μέσα του, έτσι ώστε κανείς άλλος να μην χρειαζόταν να ασχοληθεί μαζί τους, να φοβάται ή να αηδιάσει εξαιτίας τους. Ένα αβάσταχτο φορτίο που λίγοι μπορούσαν να κουβαλήσουν. Και όμως το έκανε γιατί δεν υπήρχε κανείς που να νοιάζεται για το καλό των άλλων γύρω του, όπως αυτός. Επικίνδυνος λοιπόν; Όχι. Ο Στράιντερ αρνιόταν να το πιστέψει. «Εξηγήσου καλλίτερα,» απαίτησε, προσφέροντας στον Τόριν άλλη μια ευκαιρία για να τον πείσει. Από τότε που ξανασυναντήθηκαν πριν μερικούς μήνες και μετά από αιώνες χωρισμού, ήξερε ότι ο Τόριν είχε συνηθίσει στα χαμόγελα και στα αστεία του, αλλά ή Αρρώστια ούτε που χαμήλωσε το βλέμμα στην νέα ορμή του Στράιντερ. «Το κακό βγαίνει από μέσα του. Απλώς μπαίνοντας στο δωμάτιο του, νοιώθεις την κατήφεια να σου κολλάει. Αρχίζεις να επιθυμείς πράγματα. Και δεν μπορείς να ευχηθείς απλά οι αηδιαστικές επιθυμίες να φύγουν. Μένουν μέσα σου για μέρες.» Τον Στράιντερ ακόμη δεν τον ένοιαζε και ακόμη δεν το πίστευε. «Θέλω να τον δω.» Μόνο ένας μικρός δισταγμός, λες και το αίτημα του ήταν αναμενόμενο, και ο Τόριν ένευσε καταφατικά. «Αλλά το κορίτσι.....» Τα λόγια του έσβησαν. Πίσω του, ένα θρόισμα ρούχων, ένα γυναικείο βογκητό. Ο Στράιντερ γύρισε εγκαίρως για να δει έναν από τους αγγέλους να σηκώνει την Δήμιο στα χέρια του και να την μεταφέρει προς την άδεια κρεβατοκάμαρα δίπλα στου Αμούν. Σχεδόν βούτηξε και την αρπάξει από τα χέρια του ουράνιου πλάσματος. Είχε ξαναπαλέψει με άγγελο και 16


παλιότερα – τον Λύσανδρος, τον αρχηγό αυτών των πολεμιστών και τον χείριστο των χειρίστων όταν είχες να κάνεις με όλους αυτούς τους κάνω-το-καλό-τύπους και ήξερε ότι τέτοια πλάσματα δεν θα καταλάβαιναν το βαθύ του μίσος γι' αυτή τη γυναίκα. Θα έβλεπαν στην Χάιντι έναν αθώο άνθρωπο που χρειαζόταν τρυφερή φροντίδα. Αλλά ο Αμούν ήταν ποιο σημαντικός από την φροντίδα οποιουδήποτε Κυνηγού, έτσι ο Στράιντερ έμεινε εκεί που ήταν . «Έτσι για να ξέρεις, είναι χειρότερη και από δαίμονα,» είπε με μια θανατηφόρα χροιά να ακονίζει την αλήθεια στις λέξεις του. «Οπότε αν θες να προστατεύσεις τους κηδεμονευμένους σου, θα την φυλάς σαν να φυλάς τον Αμούν. Αλλά μην την σκοτώσεις,» πρόσθεσε πριν να μπορέσει να σταματήσει τον εαυτό του. Όχι ότι θα το έκαναν. Ακόμη και έτσι. Ένας άντρας πρέπει να δηλώσει τις προθέσεις του, ώστε να μην υπάρξει σύγχυση αργότερα. «Έχει ....πληροφορίες που χρειαζόμαστε.» Ο άγγελος σταμάτησε μεσόστρατα γυρνώντας το κεφάλι προς τον Στράιντερ με αλάνθαστη ακρίβεια. Όπως του Τόριν τα μάτια του ήταν πράσινα. Αντίθετα απ' του Τόριν όμως, δεν υπήρχαν σκιές μέσα τους. Μόνο καθαρές, λαμπερές φλόγες, έντονες, να τρίζουν... έτοιμες να χτυπήσουν σαν κεραυνός. «Διαισθάνομαι την μόλυνση της.» Η φωνή του ήταν βαθιά, με μια ανεπαίσθητη βραχνάδα. «Θα βεβαιωθώ ότι δεν θα φύγει από το φρούριο. Και ότι θα συνεχίσει να ζει. Για την ώρα.» Μόλυνση; Ο Στράιντερ δεν ήξερε τίποτα για καμμία μόλυνση αλλά και πάλι δεν τον ένοιαζε. «Ευχαριστώ.» Και διάολε είχε ποτέ του σκεφτεί ότι θα ευχαριστούσε ένα δολοφόνο δαιμόνων για οτιδήποτε; Εκτός φυσικά από την Ολίβια του Έρον. Με ένα κούνημα του κεφαλιού του έσβησε την Δήμιο και οτιδήποτε άλλο από τις σκέψεις του και προχώρησε μπροστά, πηγαίνοντας πίσω απ' τον Τόριν. 17


Στο τέλος του διαδρόμου, τελευταία πόρτα στα δεξιά, ο Τόριν σταμάτησε, πήρε μια θλιμμένη ανάσα και γύρισε το πόμολο. «Πρόσεχε εκεί μέσα.» Μετακινήθηκε στο πλάι, επιτρέποντας στον Στράιντερ να περάσει ξυστά δίπλα του χωρίς να τον ακουμπήσει καθόλου. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ο Στράιντερ ήταν ο αέρας . Παχύς και σκοτεινός, μπορούσε σχεδόν να μυρίσει το θειάφι... τα σώματα που καιγόταν μέχρι να γίνουν στάχτη. Και οι ήχοι... Ω, Θεοί οι ήχοι. Ουρλιαχτά που έγδερναν τα αυτιά του, σιγασμένα αλλά σε καμμιά περίπτωση λησμονημένα. Χιλιάδες πάνω σε χιλιάδες δαιμόνων χόρευαν μαζί δημιουργώντας έτσι μια ιλιγγιώδη χορωδία αγωνίας. Σταμάτησε στα πόδια του κρεβατιού, κοιτώντας κάτω. Ο Αμούν σπαρταρούσε πάνω στο στρώμα, πιέζοντας τα αυτιά του, γκρινιάζοντας και στενάζοντας. Όχι, διαπίστωσε ο Στράιντερ μια στιγμή αργότερα. Αυτά τα βογκητά και οι στεναγμοί δεν έβγαιναν από τον φίλο του. Έβγαιναν από αυτόν. Ο Αμούν ήταν σιωπηλός, το στόμα του ανοιχτό σε μια κραυγή δίχως τέλος, που δεν μπορούσε να βγάλει. Το σκούρο δέρμα του ήταν γδαρμένο σε λωρίδες αυτές οι λωρίδες ήταν κουρελιασμένες και ξεραμένες με αίμα, μαζί παλιό και νέο. Σαν αθάνατος στρατιώτης γιατρευόταν γρήγορα. Αλλά αυτές οι πληγές... Φαινόταν λες και είχαν κλείσει μόνο και μόνο για να ανοιχτούν ξανά. Και ξανά. Και το τατουάζ του, το σημάδι του δαίμονα του, κάποτε ήταν τυλιγμένο γύρω από την δεξιά του γάμπα. Τώρα όμως, αυτό το τατουάζ κινούνταν. Γλιστρώντας πάνω στο πόδι του, κυματίζοντας στο στομάχι του, διαλύονταν για να σχηματίσει εκατοντάδες μικρές πεταλούδες, ξανασχηματίζονταν σαν μια και μετά εξαφανιζόταν πίσω από την πλάτη του. Πως; Γιατί; Τρέμοντας ο Στράιντερ μελέτησε το πρόσωπο του φίλου. Οι βλεφαρίδες του Αμούν ήταν κολλημένες μεταξύ τους λες και ήταν ραμμένες, οι κόγχες των ματιών του από κάτω ήταν τόσο πρησμένες που 18


ήταν σαν να είχες βάλει μπαλάκια του γκολφ μέσα τους. Ω, Θεοί. Ναυτία έκαψε το στομάχι του Στράιντερ, σπρώχνοντας χολή στο λαιμό του. Ήξερε τι σήμαινε αυτό το πρήξιμο, αναγνώριζε το μοτίβο που είχαν αφήσει πίσω τους μυτερά νύχια. Ο Αμούν είχε προσπαθήσει να βγάλει τα ίδια του τα μάτια . Για να σταματήσει τις εικόνες που σχηματίζονταν πίσω τους; Αυτή ήταν η τελευταία λογική σκέψη που έκανε ο Στράιντερ. Η τελευταία σκέψη της οποίας είχε τον έλεγχο. Το σκοτάδι τον τύλιξε εντελώς, θάφτηκε μέσα του, γέμισε το μυαλό του, τον κατέλαβε. Υπήρχαν μαχαίρια δεμένα πάνω στο σώμα του θυμόταν. Θα έπρεπε να τα πάρει, να τα χρησιμοποιήσει. Να κόψει, ω, πως θα έκοβε. Τον εαυτό του, τον Αμούν. Τους αγγέλους έξω από το δωμάτιο. Μετά τον κόσμο. Αίμα θα κυλούσε, ένα παχύ πορφυρό. Σάρκες θα ξεφλουδιζόταν, σαν ξερή, σαπισμένη μπογιά και κόκκαλα θα έσπαγαν στα δυο, μικρά κομμάτια θα έπεφταν στο πάτωμα, απλή σκόνη για να παρασυρθεί απ' τον αέρα. Θα έπινε το αίμα και θα έτρωγε τα κόκκαλα, αλλά δεν θα ήταν αυτά που θα τον συντηρούσαν. Όχι, θα ζούσε από τις διαπεραστικές κραυγές και τις φωνές που θα προκαλούσαν οι πράξεις του. Θα λουζόταν τον τρόμο και θα αγαλλίαζε στην θλίψη. Και θα γελούσε, ω, πόσο θα γελούσε. Γελούσε τώρα, ένας παγωμένος ήχος μουσική στ' αυτιά του. Η Ήττα δεν ήταν σίγουρη πως να αντιδράσει . Στην αρχή κακάρισε από χαρά, μετά κλαψούρισε και χώθηκε βαθιά πίσω στο μυαλό του Στράιντερ. Φοβάσαι; Πρέπει να φοβάσαι. Κάτι δυνατό και σκληρό τυλίχθηκε γύρω από τους πήχεις των χεριών του και τον τράβηξε προς τα πίσω, σέρνοντας τον, κλωτσώντας και φωνάζοντας, μακριά απ' 19


το σκοτάδι και έξω στο φως. Τόσο λαμπερό φως. Τα μάτια του δάκρυσαν, έκαιγαν. Αλλά με το κάψιμο και τα δάκρυα οι εικόνες στο μυαλό του εξαφανίστηκαν, καθάρισαν και μαράθηκαν σε στάχτη. Περίπου. Ο Στράιντερ βλεφάρισε καθαρίζοντας το βλέμμα του. Έτρεμε άγρια, γυάλιζε απ' τον ιδρώτα. Οι παλάμες του έτρεχαν αίμα γιατί είχε αρπάξει τα μαχαίρια του. Τα κρατούσε ακόμη. Μόνο που, τα πίεζε στις λεπίδες κόβοντας τένοντες και κόκκαλο. Ο πόνος ήταν σοβαρός αλλά ανεκτός καθώς άνοιγε τα δάχτυλα του και τα όπλα έπεφταν στο πάτωμα. Ένας από τους αγγέλους βρισκόταν πίσω του και ένας άλλος μπροστά του. Έλαμπαν από μέσα, σαν δίδυμοι ήλιοι που μόλις ελευθερώθηκαν από μακροχρόνια έκλειψη. Πάλεψε να πάρει ανάσα, και κατάφερε να πάρει μία βαθιά, γεμάτη οξυγόνο, μετά μια δεύτερη. Δόξα τους θεούς. Όχι θειάφι, όχι στάχτες. Μονάχα η αγαπημένη και – μισητή – μυρωδιά από πρωινή δροσιά. Μισητή γιατί, μαζί με την φρέσκια, καθαρή ευωδία ήρθε και η τρομερή πραγματικότητα. Αυτό ήταν που έπρεπε να υπομένει ο Αμούν ; Ο Στράιντερ πήρε μόνο μία γεύση, μόνο μια γεύση και όμως ο φίλος του έπρεπε να υποφέρει το σκοτάδι και τις ψυχοφθόρες επιθυμίες όλη μέρα και όλη νύχτα. Κανείς δεν μπορούσε να διατηρήσει τα λογικά του όταν διαρκώς πολεμούσε τέτοια κακία. Ούτε ο Αμούν. «Πολεμιστή;» τον παρακίνησε ο άγγελος μπροστά. «Είμαι ο εαυτός μου τώρα.» Ψιθύρισε . Ψέματα. Ίσως να μην ήταν ο εαυτός του ποτέ ξανά. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του αγγέλου και είδε τον Τόριν. Μοιράστηκαν μια τρομακτική στιγμή κατανόησης πριν να επιστρέψει την προσοχή του στον άγγελο και στην παρούσα κατάσταση. «Γιατί στο διάολο κάθεστε απλώς εδώ έξω; Κάποιος να τον αλυσοδέσει. Σκίζει τον εαυτό του σε κομμάτια.» Ο λαιμός του Στράιντερ ήταν τραχύς, ακονίζοντας τις λέξεις σαν σπασμένο γυαλί. «Και που να πάρει η ευχή ας του βάλει κάποιος 20


ένα ορό. Χρειάζεται τροφή. Φάρμακο.» Οι δύο άγγελοι μοιράστηκαν ένα βλέμμα παρόμοιο με αυτό που είχε μοιραστεί και ο ίδιος με τον Τόριν, μόνο που το δικό τους ήταν γεμάτο με την γνώση, που μπορείς μόνο να αποκτήσεις μέσα από τις μάχες και τα βάσανα και ο ένας επέστρεψε στην θέση του στον τοίχο και ο άλλος μπήκε στο δωμάτιο του Αμούν. Ο άλλος, δίπλα στον τοίχο είπε «Έχει ξαναπάρει ενδοφλέβιο διάλυμα. Στην πραγματικότητα, αρκετές φορές. Δεν κρατούν πολύ. Οι βελόνες καταφέρνουν να βγουν, με ή χωρίς την βοήθειά του.» Οι αλυσίδες, ωστόσο, κρατούν. Και πριν το απαιτήσετε, τον καθαρίζουμε και τον φροντίζουμε, σας δίνω το λόγο μου ότι το κάνουμε. Του βουρτσίζουμε τα δόντια. Τον κάνουμε μπάνιο. Του καθαρίζουμε τις πληγές. Τον ταΐζουμε, έστω και με το ζόρι. Τον φροντίζουμε όσο καλλίτερα γίνεται. «Ό,τι κάνετε δεν είναι αρκετό.» Είπα ο Σράϊντερ. «Είμαστε ανοιχτοί σε κάθε πρόταση σας». Φυσικά δεν είχε τίποτα να αντιπαραθέσει σε αυτό. Μπορεί να ήλεγχε τις σκέψεις του ξανά, αλλά όπως ο Τόριν είχε υποσχεθεί, η ανάγκη να σκοτώσει, πραγματικά να πονέσει αθώους ανθρώπους, δεν τον είχε εγκαταλείψει τελείως. Ήταν εκεί, σαν μια μεμβράνη γλίτσας πάνω στο δέρμα του. Είχε την αίσθηση ότι δεν θα μπορούσε να καθαρίσει τον εαυτό του, ακόμα κι αν αφαιρούσε κάθε στρώση σάρκας, που είχε. Πώς θα κατάφερνε ο Αμούν να επιβιώσει;

21


Κεφάλαιο 2 Σε σύντομες στιγμές διαύγειας, ο Αμούν γνώριζε ποιος ήταν, τι ήταν πριν και στο τέρας που είχε πλέον μεταλλαχθεί. Ήθελε να πεθάνει, οριστικά, ευλογημένα. Αλλά κανείς δεν θα του έδειχνε έλεος ώστε να του καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα. Και όσο σκληρά κι αν προσπάθησε – και, ω ναι, προσπάθησε – δεν φαινόταν να μπορούσε να προκαλέσει αρκετή ζημιά στο ίδιο του το κορμί και να ολοκληρώσει την πράξη μόνος του. Έτσι, πάλεψε, προσπαθώντας να εξαλείψει τις μαύρες εικόνες και τις αηδιαστικές παρορμήσεις, που συνεχώς τον βομβάρδιζαν, και την ίδια στιγμή όμως, να τις κρατήσει και μέσα του. Μια αδύνατη πρόκληση, που θα έχανε σύντομα. Το ήξερε. Ήταν πολλές, ήταν δυνατές και έκαιγαν ήδη την αθάνατη ψυχή του, το τελευταίο σχοινί, που τις είχε δεσμεύσει με την θέλησή του. Όχι ότι είχε και ποτέ του τον έλεγχο. Είχε πολεμήσει, όμως, με κάθε ικμάδα της ύπαρξής. Μέχρι το τέλος. Γιατί, όταν αυτές οι εικόνες και οι παρορμήσεις, αυτοί οι δαίμονες αφήνονταν ελεύθεροι στο ανυποψίαστο κοινό... Ένα ρίγος τον διαπέρασε. Ήξερε τι θα συνέβαινε. Μπορούσε να δει την καταστροφή στο μυαλό του. Μπορούσε να νοιώσει την γλυκιά γεύση της απόγνωσης στο στόμα του. Γλυκιά...ναι... Και έτσι ξαφνικά, αυτή η στιγμή διαύγειας εξατμίστηκε σαν την ομίχλη. Τόσο πολλές εικόνες κολύμπησαν στο μυαλό του, ένας καταιγισμός αναμνήσεων, και δεν ήξερε ποιες άνηκαν σε αυτόν και ποιες στους δαίμονες – ή στα θύματά τους. Ξυλοδαρμοί, βιασμοί, φόνοι. Έκσταση στα πρόσωπά τους. Πόνος. Τραυματισμοί. Θάνατος. Φόβος που παραλύει και σε κατατρώει, καθώς σε 22


καταστρέφει. Μόνο τότε γνώριζε ότι η φωτιά κάπνιζε γύρω του, έλιωνε την σάρκα του, φρουσκάλιαζε το λαιμό του. Αυτά τα χιλιάδες μικροσκοπικά ζωύφια που κατάφερναν να σκάβουν μέχρι τις φλέβες του και εξακολουθούσαν να πανηγυρίζουν πάνω του. Τότε η μυρωδιά της σήψης γέμιζε τη μύτη του και διαπότιζε το κάθε του κύτταρο. Τότε... Νεκρά κορμιά ήταν σκόρπια γύρω του, πάνω του, συνθλίβοντάς τον και θάβοντάς τον και ξαφνικά συνειδητοποιούσε ότι ήταν παγιδευμένος και ασφυκτιούσε. Βοήθεια! Ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι του. Ας με βοηθήσει κάποιος! Αλλά κανένας δεν ερχόταν. Ώρες περνούσαν, ίσως ημέρες. Η ξέφρενη πάλη τον εξασθένιζε, ώσπου τα χείλη του ξεραίνονταν. Διψούσε. Ω θεοί, διψούσε πολύ. Χρειαζόταν κάτι, οτιδήποτε, να ξεπλύνει την στάχτη που είχε κολλήσει στο εσωτερικό του στόματός του. Παρακαλώ, βοήθεια. Και πάλι κανένας δεν ερχόταν. Αυτή ήταν η τιμωρία του. Θα πέθαινε εδώ. Μέχρι που επέστρεφε στην ζωή, για να υποφέρει και πάλι. Η απόγνωση ανανέωνε την δύναμη του να ελευθερωθεί – αυτό όμως έκανε τα πράγματα χειρότερα. Υπήρχαν πολλά κορμιά, το βάρος των οποίων τον έπνιγε σε μια αδιάκοπη θάλασσα αίματος, σήψης και απόγνωσης. Δεν υπήρχε ελπίδα διαφυγής. Πραγματικά θα πέθαινε εδώ. Και τότε το περιβάλλον γύρω του άλλαζε ξανά και κοίταζε κάτω σ'αυτό το τεράστιο σάπιο σωρό, χαμογελώντας και κρατώντας άλλο ένα σώμα έτοιμος να το πετάξει στην κορυφή. Αυτή εδώ είχε πεθάνει νωρίς, σκέφτηκε, με το βλέμμα του στραμμένα προς την ακίνητη γυναικεία ψυχή, που κρατούσε στα υπερμεγέθη, τραχιά χέρια του. Οι ψυχές ήταν τόσο πραγματικές και απτές εδώ 23


κάτω, όσο ήταν οι ζωντανοί εκεί πάνω και για εβδομήντα δύο χρόνια κρατούσε αυτή εδώ αλυσοδεμένη. Ήταν αβοήθητη, καθώς την κομμάτιαζε, κομμάτι-κομμάτι, αγωνιωδώς. Γελούσε όταν αυτή ικέτευσε για έλεος, την συνέφερε όταν πίστευε ότι θα βρει έλεος στον ύπνο και την εξανάγκαζε να κοιτά, καθώς έκανε το ίδιο στην αγαπημένη της οικογένεια, δύο μέλη της οποίας, επίσης, του άνηκαν. Τόσο απόλαυση... Ποτέ γυναικεία δάκρυα δεν τον είχαν συνεπάρει τόσο εξαίσια και είχε σκοπό να απολαύσει τον πόνο της, τουλάχιστον άλλα εβδομήντα χρόνια. Παρασύρθηκε όμως αυτό το πρωινό. Τα νύχια του λίγο πιο κοφτερά και οι άκρες τους βυθίστηκαν λίγο πιο βαθιά. Ω, εντάξει... Ήταν ο Βασανιστής και υπήρχαν χιλιάδες άλλες ψυχές, που περίμεναν την προσοχή του. Γιατί να θρηνήσει την απώλεια αυτής εδώ; Ξεφορτώθηκε το πτώμα, με ένα απλό τίναγμα του καρπού του. Προσγειώθηκε και οι καταραμένοι θνητοί μαζεύτηκαν με κλαγγές γύρω της. Περίμενε, ανέμενε και σύντομα ανταμείφθηκε. Ένα από τα τσιράκια του, τα πεινασμένα-πεινασμένα τσιράκια του, σύρθηκε στο πτώμα και άρχισε το πανηγύρι, αρπάζοντας και φοβερίζοντας τα άλλα πλάσματα, που προσπάθησαν να κλέψουν το νόστιμο γεύμα. Τι ωραία εικόνα που έδειχναν. Ο τεράστιος, κοκκινομάτης δαίμονας και η άτακτη θνητή, που τόλμησε να πεθάνει, πριν τελειώσει μαζί της. Εντάξει, σκέφτηκε ξανά. Η ψυχή της σύντομα θα μαραθεί, θα μετατραπεί σε ύλη και θα στερεοποιηθεί κάπου σε αυτόν τον λάκκο και εάν ήταν αυτός που θα την έβρισκε θα είχε ξανά την ευκαιρία να την βασανίσει. Σφύριξε μέσα από τα δόντια του και γύρισε να φύγει. Στην επόμενη στιγμή ο Αμούν απομακρύνθηκε 24


από την κόλαση σε μια εκτυφλωτική θύελλα οργής και θλίψης. Δεν ήταν πλέον ο Βασανιστής, αλλά μια γυναίκα. Θνητή. Ήταν κουλουριασμένη σε μια γωνία, όχι παραπάνω από δώδεκα χρονών, το σκληρό υλικό που σκέπαζε το κορμί της ήταν σαν να βγήκε από μια ιστορική αναπαράσταση. Δάκρυα έκαιγαν τα μάγουλά της, φόβος μια ζωντανή οντότητα μέσα στο στήθος της. Ήταν βρώμικη, χλωμή, το άχυρο γύρω της, η μόνη πηγή άνεσης. «Ξέχασες πως σε έσωσα;» μια σκληρή αντρική φωνή την ρώτησε. Στα Ελληνικά. Στα Αρχαία Ελληνικά. Η μπότα του έγδερνε το χώμα, καθώς βημάτιζε μπροστά της. Βρισκόταν κοντά της. Το πρόσωπό του σημαδεμένο από την ευλογιά και το σώμα του παχουλό. Το όνομά του ήταν Μάρκους, αυτή όμως τον φώναζε Κακό άντρα. Ναι, την είχε σώσει, την έδερνε όμως. Όταν οι λέξεις της τον ευχαριστούσαν, της έδινε φαγητό και καταφύγιο. Όταν όμως όχι, την ξεχνούσε, κλειδωμένη κάπου, τρομοκρατημένη, απειλώντας την ότι θα την πουλήσει ως σκλάβα. Δεν ήθελε να είναι τρομοκρατημένη άλλο πιά. Την είχε τραβήξει από την καλύβα που ζούσε όλη της τη ζωή. Μέχρι να έρθει αυτός, ήταν πολύ φοβισμένη για να φύγει, ακόμα και όταν δεν υπήρχε κανένας να την φροντίσει. Με κάποιον τρόπο, γνώριζε για τους φόβους, που γέμιζαν κάθε της όνειρο, και αυτά που έβλεπε και ξύπνια και στον ύπνο της – αναμνήσεις που κανένα μικρό κορίτσι δεν έπρεπε να έχει, που επαναλάμβανε ξανά και ξανά, με ανοιχτά ή κλειστά μάτια – και είχε υποσχεθεί να την βοηθήσει. Για κάποιο λόγο, τον είχε μισήσει από την πρώτη στιγμή, όπως είχε αρχίσει να μισεί τα πάντα – τον εαυτό της, την καλύβα της, τον κόσμο – μέσα στην απόγνωσή της όμως, τον είχε πιστέψει. Τώρα ευχόταν να είχε τρέξει μακριά. 25


«Ξέχασες πως σε έσωσα; Πώς το κακό σε ήθελε νεκρή κι εγώ σε απομάκρυνα πριν γυρίσει; Μην με αναγκάσεις να σε ξαναρωτήσω.» «Ό...χι, δεν ξέχασα». Απάντησε με την ίδια ξεψυχισμένη φωνή, οι λέξεις τρεμούλιασαν στο λαιμό της και βγήκαν πανικόβλητες, βιαστικά. «Ωραία. Και δεν θα ξεχάσεις πως το κακό σε μόλυνε. Ή ποιός ακριβώς είναι το κακό.» Δεν κατάλαβε ακριβώς το κομμάτι για το πώς την μόλυνε, το υπόλοιπο όμως τρύπησε το μυαλό της. «Είναι ένας Άρχοντας.» «Και ποιος σκότωσε την οικογένειά σου;» «Ένας Άρχοντας.» Η φωνή της ήταν πιο δυνατή τώρα. Μια αναλαμπή από διαμελισμένα κορμιά εμφανίστηκε στο μυαλό της. Μια ανάμνηση γρήγορα ακολούθησε, εξαφανίζοντας τον Κακό Άντρα από μπροστά της. Μια ανάμνηση μόνο τριών εβδομάδων, που όμως έμοιαζε λες και πέρασε μια αιωνιότητα. «Ήσουν δοσμένη σε κάποιον», της είπε η φωνή του δολοφόνου των γονιών της. Η φωνή του αλλόκοτη, αφύσικη, ξεχύθηκε πάνω από τον άλικο ποταμό, ανάμεσα από τα πτώματά τους. Ήταν διαβολικός και κάτι στην φωνή του, τυλίχθηκε σαν μια κουβέρτα από πάγο γύρω από την ψυχή της. Δεν είχε πρόσωπο και τα πέλματά του δεν ακουμπούσαν ακριβώς στο έδαφος. Ήταν ψηλός και αδύνατος, ένας μαύρος χιτώνας τον σκέπαζε από την κορυφή του κεφαλιού μέχρι τα πέλματά του, προστατεύοντας κάθε εκατοστό του, ανεμίζοντας γύρω του, χορεύοντας με τον άνεμο, που δεν μπορούσε να νοιώσει. «Ποιος είσαι;» ρώτησε τρέμοντας, έντρομη και μουδιασμένη, όλα την ίδια στιγμή. Σκόνταψε πάνω στην σκηνή μερικά λεπτά πριν, αλλά δεν είχε ακριβώς επεξεργαστεί, τι ακριβώς είχε δει. Κοιτώντας τώρα πίσω, με την προειδοποίηση του Κακού Άντρα, σχετικά με το διαβολικό πλάσμα, να αντηχεί στα αυτιά της, κλονίστηκε. 26


Παρά τις περιπλανήσεις της, η ανάμνηση συνέχισε. «Το ποιος είμαι δεν έχει σημασία. Το ποια είσαι εσύ, είναι το μόνο που έχει σημασία.» Είπε το απρόσωπο πλάσμα. Την έπιασε, εμφανώς με σκοπό να φύγει μαζί της, αλλά τον πολέμησε με όλες της τις δυνάμεις. Όταν δεν μπόρεσε να την υποτάξει, την μαχαίρωσε. Μία φορά στα πλευρά, αποφεύγοντας ελάχιστα τα ζωτικά όργανα. Ο πόνος που την κατέβαλε ήταν αφόρητος. Κι όμως, παρ'όλο τον πόνο, αυτό το αφύσικο ψύχος εισέβαλε στην ζωή της και γλίστρησε μακριά. Ένα ψύχος που δεν μούδιαζε απλώς. Ένα ψύχος που μαίνονταν σαν χιονοθύελλα μέσα της. Και τότε, το ψύχος κρυσταλλοποιήθηκε πάνω στο δέρμα της, διαρρέοντας από τους πόρους της. Αυτό που είχε δει δεν μπορούσε να είναι αληθινό. Δεν μπορούσε σε καμμία περίπτωση να είναι αληθινό. Καθώς το πλάσμα βγήκε από την καλύβα, κρατώντας την ακόμα, άπλωσε το χέρι της και έσπρωξε το πρόσωπο, που ακόμα δεν μπορούσε να δει. Δέρμα συνάντησε δέρμα. Ούρλιαξε με μια αγωνία που συναγωνιζόταν την δική της. Για αρκετά δευτερόλεπτα κανένας τους δεν μπορούσε να τραβηχθεί. Πιθανώς είχαν κολλήσει μαζί, ακινητοποιημένοι από τον πάγο. Τότε την πέταξε κάτω κι αυτή σύρθηκε προς τα πίσω, αιμορραγώντας. Υποφέροντας. Εξακολουθώντας να ουρλιάζει, εξαφανίστηκε. Παρών την μια στιγμή, εξαφανισμένος την άλλη. Αφήνοντάς την να παραπαίει, αβέβαιη για το τι έγινε και πως έκανε ό,τι έκανε. «Πώς θα ξεπληρώσεις αυτούς τους Άρχοντες, αγαπημένη μου Χάϊντι;» ο Κακός Άντρας ρώτησε, γυρίζοντάς την στο παρόν. Δεν της άρεσε περισσότερο απ'ότι της άρεσε το διαβολικό πλάσμα! Άλλη μια απάντηση τρύπησε το μυαλό της. Μια που δεν θα ξεχνούσε, που αποτελούσε πλέον κομμάτι 27


της, όπως τα χέρια και τα πόδια της. Ίσως και περισσότερο, επειδή ήταν σαν μια ασπίδα γύρω της, κρατώντας την ασφαλή. «Σφάξε τους όλους. Εξάλλου, ήταν δολοφόνοι και τους άξιζε να πεθάνουν.» Παύση, σιωπή και μετά απαλά δάχτυλα αναστάτωσαν λίγο τα μαλλιά της. «Μπράβο καλό κορίτσι. Θα σε εκπαιδεύσω κι άλλο.» Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, η εικόνα στο μυαλό του Αμούν άλλαξε. Συνειδητοποίησε ότι δεν αναβίωνε πια μια ανάμνηση, την ανάμνησή της, αλλά κοιτούσε πλέον προς τα κάτω το κορίτσι. Ήταν λουσμένη στο φως, μεγαλύτερη, γυναίκα τώρα και κοιμόταν τόσο αθώα, πάνω σε ένα κρεβάτι με ασημένια μεταξωτά. Υπήρχε κάτι οικείο στο όνομά της, παρ'όλο που ήξερε ότι το είχε αλλάξει. Χάϊντι τότε, αλλά Χάϊντι και τώρα. Υπήρχε κάτι το οικείο στο περιβάλλον γύρω της, επίσης. Το μυαλό του όμως αρνήθηκε να συνδέσει το κενό μεταξύ ερωτήσεων και απαντήσεων. Είχε ανοιχτόχρωμα μαλλιά μέχρι το ύψος των ώμων, πιασμένα με μια ροζ κορδέλα. Το πρόσωπό της ήταν πλούσιο σε θηλυκότητα, παρά το ασημένιο σκουλαρίκι που είχε στο φρύδι. Ίσως γιατί τα σκούρα ξανθά φρύδια της, ήταν σμιλεμένα σαν τα φρύδια του Άδωνη. Ματόκλαδα αρκετά πυκνά, σαν φτερούγες κορακιού, πετάρισαν, ανοίγοντας για μια στιγμή, πάνω από τα τέλεια σμιλεμένα ζυγωματικά της, πλαισιώνοντας μάτια ανοιχτόγκρίζα, σαν μαργαριτάρι, και την επόμενη πετάρισαν ξανά. Πάλευε να ξυπνήσει, σαν να διαισθανόταν την στενή παρακολούθησή του, χωρίς να τα καταφέρνει όμως, επιτρέποντάς του να συνεχίσει. Η ντελικάτη μύτη της οδηγούσε σε χείλη, που του θύμιζαν φρέσκα, ολάνθιστα τριαντάφυλλα. Το δέρμα της έμοιαζε σαν αν ήταν μονίμως αναψοκοκκινισμένο, σαν να ήταν συνεχώς βυθισμένη σε διέγερση, ροδαλή, σαν να την φίλησε ο ήλιος. Όχι σκέφτηκε στην συνέχεια. Όχι απλά σαν να την φίλησε ο ήλιο, αλλά πασπαλισμένη με τις ακτίνες του, σαν να είχε ένα εσωτερικό 28


φως, χιλιάδες μικροσκοπικά αστερία θρυμματισμένα μέσα στο δέρμα της. Όχι σαν τις Άρπυιες, των οποίων το φωτεινό δέρμα συναγωνιζόταν το πιο λαμπρό ουράνιο τόξο. Αυτή εδώ η γυναίκα, η Χάϊντι, δεν έλαμπε πραγματικά. Ήταν απλά η ομορφιά προσωποποιημένη. Θα μπορούσε να την παρατηρεί για πάντα, συλλογίστηκε. Ήταν η πρώτη του γεύση από τον Παράδεισο σε αυτό που έμοιαζε σαν ένας αιώνιος εφιάλτης. Φυσικά, όμως, ακόμα και αυτό θα το έχανε. Παρ'όλο που πολέμησε, η εικόνα άλλαξε και πάλι. Χρυσοκόκκινες φλόγες, ξαφνικά, γέμισαν την όρασή του. Τουλίπες καπνού ανέβηκαν σαν κορδέλες, βάφοντας τον πνιχτό αέρα, με κάτι που έμοιαζε σαν ανάσα δαίμονα. Μια πόλη φλέγονταν μπροστά του, καλύβες καίγονταν τρίζοντας, καθώς τα ξύλα έπεφταν και το γρασίδι διαλύονταν. Μητέρες ούρλιαζαν για τα παιδιά τους και οι πατεράδες κείτονταν στο ματωμένο χώμα, με όπλα να προεξέχουν από την πλάτη τους. Όλοι τους φορούσαν τα ίδια ρούχα με τη μικρή Χάϊντι – η τωρινή Χάϊντι, υπενθύμισε στον εαυτό του – φορούσε σκούρο, φθαρμένο λινό χιτώνα, τραχύ και λερωμένο. Δεν ήταν ο μόνος που παρακολουθούσε την καταστροφή. Έντεκα πολεμιστές έστεκαν δίπλα του, τα μάτια τους έλαμπαν κατακόκκινα, το δέρμα τους, απλώς μια μάσκα, έκρυβε τα βδελυρά τέρατα, που καραδοκούσαν από κάτω. Τέρατα με μυτερά κέρατα να ξεπετάγονται από τα κρανία τους, δηλητηριώδεις κυνόδοντες να προεξέχουν από τα στόματά τους, καλυμμένα με φολίδες αντί για ροδαλό δέρμα. Τα αιματοβαμμένα στήθη τους ανασηκώθηκαν και γέμισαν με βία την ανάσα τους με τα φλεγόμενα τους ρουθούνια. Τα χέρια τους σφιγμένα γύρω από λεπίδες, καθώς οι σκέψεις τους εισέβαλαν στο μυαλό του. Περισσότερα. Ήθελαν περισσότερα. Περισσότερες 29


φλόγες, περισσότερες κραυγές, περισσότερο θάνατο. Γιατί μόνο όταν ολόκληρος ο κόσμος πλημμύριζε με αίμα και οστά από αυτούς τους πολύτιμους θνητούς, τότε μόνο θα ικανοποιούνταν. Θα αισθάνονταν πληρότητα. Εκτός.... Ο Αμούν δεν ήθελε να σκοτώσει εκείνη την στιγμή. Ήθελε να γυρίσει στο μικρό κορίτσι. Ήθελε να την κρατήσει κοντά του και να την διαβεβαιώσει ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι θα την έσωζε από τον Κακό Άντρα. Ήθελε να επιστρέψει στην γυναίκα. Ήθελε να συρθεί δίπλα της και να την ακούσει να του λέει ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι θα τον έσωζε από τους δαίμονες. Και θα το έκανε. Θα επέστρεφε. Ο Αμούν πάλεψε να την φτάσει. Δεν τον ένοιαξε όταν το δέρμα του ξεσκίστηκε και το κόκκαλο έσπασε. Όχι, καλωσόρισε τον πόνο. Τον απήλαυσε κιόλας. Ίσως υπερβολικά. Και δεν τον ένοιαξε όταν οι φλόγες τον έφτασαν, γλίστρησαν πάνω του, χιλιάδες κοφτερές γλώσσες που ξερνούσαν οξύ. Καλωσόρισες το κέντρισμα, γιατί με αυτές τις νέες πληγές, τα ζωύφια στις φλέβες τους επιτέλους ελευθερώνονταν. Έτρεχαν προς τα έξω, έρποντας πάνω στο κορμί του, πάνω στο κρεβάτι. Το κρεβάτι. Ναι, ήταν πάνω σ'ένα κρεβάτι, σκέφτηκε θολά. Ξαφνικά μπορούσε να νοιώσει τα ξεσκισμένα σεντόνια από κάτω του. Κάθε άγρια πληγή σκαμμένη πάνω στους μυς του. Ο πόνος τόσο περισσότερος από πριν και όχι τόσο καλοδεχούμενος πια. Επιπλέον, ατσάλι πιέζονταν γύρω από τους καρπούς και τους αστραγάλους του, σταματούσε την ροή του αίματος και τον απέτρεπαν να διώξει μακριά τα ζωύφια. Παρ'όλο που κάθε ένστικτο που τον διακατείχε ούρλιαζε να συνεχίσει την μάχη, ανάγκασε τον εαυτό του να σταματήσει να κοπανιέται. Ρούφηξε αέρα και 30


τον άφησε συνειδητοποιώντας ότι ο αέρας ήταν βαρύς, γεμάτος αποσύνθεση. Κάτω όμως από την σήψη, μύρισε κάτι άλλο... κάτι καθαρό, όπως η γη. Πάλλονταν και έσφυζε ζωή. Και κάτω από τις φλόγες μπορούσε να νοιώσει το γλυκό φιλί του πάγου, να απαλύνει τα εγκαύματά του, γεμίζοντάς τον με κύματα δύναμης. Τι – ποιος – ήταν υπεύθυνος; Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του, τα βλέφαρά του όμως ήταν σφραγισμένα. Συνοφρυώθηκε. Γιατί τα βλέφαρά του ήταν σφραγισμένα; Και αλυσίδες από ατσάλι... σκέφτηκε, καθώς η θολούρα άρχισε να ξεθωριάζει. Δένοντάς τον, κρατώντας τον αιχμάλωτο. Γιατί; Μια εντυπωσιακή στιγμή διαύγειας. Ένας συριγμός του ξέφυγε με τρόμο, σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί γερά σε κάθε του σκέψη, που σχηματίζονταν στο μυαλό του, προσευχόμενος να εξακολουθήσει να θυμάται. Ήταν ο Αμούν, Ξενιστής του Δαίμονα των Μυστικών. Είχε αγαπήσει και είχε χάσει. Είχε σκοτώσει, αλλά είχε επίσης σώσει. Δεν ήταν ένα ζώο, ένας άγριος δολοφόνος, όχι τώρα πιά, αλλά ένας άντρας. Ένας αθάνατος πολεμιστής, που διαφύλαττε ότι ήταν δικό του. Είχε πάει στην κόλαση, γνωρίζοντας τις συνέπειες, αλλά επίτηδες αγνοώντας τες. Γιατί δεν άντεχε να βλέπει τον φίλο του τον Έρον να πονάει, τρελαμένος με την σκέψη ότι η θετή του κόρη είχε παγιδευτεί στις βασανιστικές φλόγες της κόλασης. Έτσι ο Αμούν πήγε και επέστρεψε με εκατοντάδες άλλουες δαίμονες και ψυχές παγιδευμένες μέσα του, να σπαρταράνε και να ουρλιάζουν απεγνωσμένα για να αποδράσουν. Τώρα όμως ήταν σπίτι και ένοιωθε την ανάγκη να πεθάνει. Έπρεπε να πεθάνει. Ήταν επικίνδυνος για τους φίλους του και τον κόσμο. Θα πέθαινε. Δεν θα υπήρχε η παρηγοριά της Χάϊντι, ούτε και 31


θα ανακουφίζονταν από την γυναίκα που είχε πια εξελιχθεί, γιατί δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να φύγει από αυτό το δωμάτιο, το καταφύγιό του. Το φέρετρό του. Και αυτό ήταν που θα θρηνούσε περισσότερο. Είτε είχε συναντήσει την ψυχή της στην κόλαση και είχε απορροφήσει τις αναμνήσεις της εκεί, είτε την είχε συναντήσει χρόνια πριν. Η φωνή της είχε χαθεί στο σκοτάδι. Ένα ακανθώδες τέλμα στο μυαλό του μέχρι τώρα, Ποτέ δεν θα μάθαινε. Αυτό ήταν γι'αυτόν. Αυτό ήταν το τέλος. Φλόγες. Κραυγές. Κακό. Για άλλη μια φορά πάλεψαν για την προσοχή του και απείλησαν να τον συντρίψουν. Ο Αμούν ήξερε ότι δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει για πολύ καιρό. Πολύ απαιτητικά, τόσο απαιτητικά... συγκεντρώθηκε στην καθαρή μυρωδιά της γης και στο δροσερό αεράκι. Το κεφάλι του αυτομάτως γύρισε προς τα αριστερά, διαισθανόμενος αόρατες απειλές να διαχέονται στον αέρα. Οδηγώντας από αυτή εδώ την κρεβατοκάμαρα... στην διπλανή; Δύναμη. Ειρήνη. Λύτρωση. Ίσως και να μπορούσε να αφήσει αυτό το δωμάτιο, σκέφτηκε ξανά. Ίσως και να μπορούσε να σωθεί. Αυτή η μικρή γουλιά λύτρωσης, η πιο αγνή γεύση... ένα δροσερό βερίκοκο, γεμάτο χυμούς και τόσο γλυκό που ο λαιμός του θα χαίρονταν για πάντα. Έπρεπε απλά – φλόγες, κραυγές, κακό – να φτάσει εκεί. Έπρεπε... να πολεμήσει. ΦΛΟΓΕΣ. Ανάμεσα στην αυξανόμενη, μαύρη βροντή μέσα στο μυαλό του. Ο Αμούν τράνταξε τα δεσμά του. ΚΡΑΥΓΕΣ. Ήδη οι ξεσκισμένες σάρκες παραδίνονταν και τα τσακισμένα κόκκαλα μετατρέπονταν σε σκόνη. ΚΑΚΟ. 32


Δεν μπορούσε όμως να ελευθερωθεί. Είχε ήδη χρησιμοποιήσει την δύναμή του, συνειδητοποίησε. Δεν του είχε απομείνει τίποτα. ΦΛΟΓΕΣ, ΚΡΑΥΓΕΣ, ΚΑΚΟ. Καθώς σωριάστηκε πάνω στο στρώμα, γέλασε σιγανά. Μια απλή λέξη, ένας απλός ήχος και τα πάντα μέσα του θα ξεβράζονταν. Η σύγκρουσή του με το κακό θα ήταν μάταιη. ΦΛΟΓΕΣΚΡΑΥΓΕΣΚΑΚΟ. Πιο κοντά.... Πιο κοντά τώρα... Μια συγκλονιστική έκρηξη ελπίδας, καθώς η αίσθηση της ήττας κατέρρευσε. Εάν μπορούσε να φτάσει κοντά αυτόν που ήταν μέσα στην κρεβατοκάμαρα, ίσως αυτός... αυτή... αυτοί... μπορούσαν να τον φτάσουν. Καθώς το κακό τον τύλιξε για άλλη μια φορά, ο Αμούν φώναξε τόσο ήσυχα, όσο είχε γελάσει. Έλα σε μένα.

33


Κεφάλαιο 3 ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ. Η απελπισμένη, αντρική φωνή εισέβαλε στο μυαλό της Χάϊντι Αλεξάντερ. Mια ακμάζουσα φωτιά μέσα σε μια δυνατή καταιγίδα πάγου, σέρνοντας την από έναν βαρύ ύπνο στην ολική επίγνωση. Τινάχθηκε πάνω, ασθμαίνοντας, σαρώνοντας τον χώρο με παγωμένο βλέμμα και με το μυαλό της να ταξινομεί τις επιλογές της σε δευτερόλεπτα, όπως ήταν εκπαιδευμένη να κάνει, εάν ποτέ πιάνονταν αιχμάλωτη από δαίμονα. Ανοίκεια κρεβατοκάμαρα με ένα παράθυρο και μία πόρτα, που πρόσφερε δύο πιθανές εξόδους διαφυγής. Η πόρτα, βερνικωμένη με λαμπερό λούστρο. Με γρατζουνιές γύρω από το πόμολο, που σήμαινε ότι την χρησιμοποιούσαν συχνά. Πιθανώς κλειδωμένη. Το παράθυρο, με χοντρό τζάμι, αλέκιαστο από χέρι ή πουλί. Το πλαίσιο δεν ήταν, λοιπόν, καρφωμένο. Δεν θα μπορούσε να είναι και να διατηρείται τόσο καθαρό. Το παράθυρο, το καλλίτερο ποντάρισμα. Ήταν μόνη. Έπρεπε να κινηθεί τώρα. Καταλαβαίνοντας την ανάγκη να δράσει άμεσα, η Χάϊντι έριξε τα πόδια της στο πλάϊ του κρεβατιού και σηκώθηκε όρθια. Τα γόνατά της αμέσως λύγισαν, πολύ αδύναμα για να αντέξουν το βάρος της. Αυτό δεν ήταν φυσικό. Συνήθως μπορούσε να ξυπνήσει και σε πέντε δευτερόλεπτα ήταν έτοιμη να τρέξει σε μαραθώνιο. Ο μόνος-τρόπος-να-επιβιώσεις μαραθώνιο. Αυτή η αδυναμία... πόσο καιρό είχε μείνει αναίσθητη αυτή τη φορά; Πιάστηκε αδέξια από ένα ασταθές στήριγμα, προσπαθώντας να βρει την ισορροπία της, καθώς αναπαρήγαγε στο κεφάλι της τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων. Είχε εξουδετερωθεί από την Ήττα, τον δαίμονα 34


που κυνηγούσε. Την είχε μεταφέρει φαίνεται σε χίλιες διαφορετικές τοποθεσίες, ώστε να χάσει τα ίχνη τους το αγόρι της ο Μίσα και η τετραμελής ομάδα του. Κυνηγοί όλοι τους. Μην το σκέφτεσαι αυτό τώρα. Χάνεις την αυτοσυγκέντρωσή σου. Απόδραση. Αυτό είχε σημασία. Έκανε τα τελικά βήματα μέχρι το παράθυρο, πριν όμως ανέβει στο πλαίσιο, πάγωσε. Όλες τις ημέρες, που ήταν μαζί, η Ήττα δεν έφυγε ποτέ από πλάϊ της. Δεν της είχε εμπιστοσύνη ούτε να πάει μόνη της στην τουαλέτα ή να πλυθεί, αλλά να όμως τώρα, που ήταν μόνη της. Πού ήταν όμως; Δύο επιλογές υπήρχαν. Είτε ο δαίμονας είχε φτάσει στον τελικό του προορισμό και ήταν αρκετά σίγουρος για την υπάρχουσα ασφάλεια γύρω από το κτήριο, ότι θα δρούσε αυτόματα, είτε κάποιος άλλος την είχε κλέψει από αυτόν. Και η επόμενη σκέψη: Eάν κάποιος την είχε κλέψει, δεν θα την είχε εγκαταλείψει. Θα ήθελε να την κάνει να καταλάβει τις προθέσεις τους. Καλές ή κακές. Ακριβώς. Η Ήττα την είχε εκεί που ήθελε. Η πόρτα και το παράθυρο, πιθανώς, ήταν καλωδιωμένα, και υπήρχε μια καλή περίπτωση ο συναγερμός να χτυπήσει, την στιγμή που θα άγγιζε ένα από τα δύο. Θα έρχονταν ένα στρατός από δαίμονες πυροβολώντας εναντίων της; Πιθανόν. Αλλά δεν την ενδιέφερε. Έπρεπε να προσπαθήσει. Το να εγκαταλείπει, δεν ήταν στην φύση της. Η Χάϊντι άρπαξε την ζεστή άκρη του πλαισίου και έσπρωξε. Έβρισε. Τίποτα, καμμία κίνηση. Όχι γιατί τα δάχτυλά της ήταν αδύναμα, όπως τα γόνατά της, αλλά γιατί το πλαίσιο ήταν σφραγισμένο. Είχε κάνει λάθος σχετικά με τον παράγοντα καθαριότητα, τουλάχιστον όμως είχε κάνει επίσης λάθος και για τα καλώδια. Και πάλι, έπρεπε να βρει μια άλλη έξοδο. Και θα 35


το έκανε. Είχε βρεθεί σε χειρότερες καταστάσεις από αυτή εδώ και είχε επιβιώσει. Γαμώτο, πήρε θάρρος. Ατσάλωσε τον εαυτό της και κοίταξε προς τα έξω, ώστε να εξακριβώσει τι ακριβώς έπρεπε να αντιμετωπίσει, όταν θα εγκατέλειπε αυτό το μέρος. Ο ήλιος ήταν λαμπερός και χρυσαφένιες ακτίνες έκαναν τα μάτια της να δακρύσουν. Απομάκρυνε τα δάκρυά της με την ανάποδη της παλάμης της. Δεν επιτρέπονταν κοριτσίστικα κλάματα και αδυναμίες. Η φυλακή της βρισκόταν ψηλά, στην κορυφή ενός βουνού με μια αγκαθωτή πύλη – ηλεκτροφόρα άραγε; – που άγγιζε σχεδόν τον ουρανό και εκτείνονταν κατά μήκος της περιμέτρου. Αντιμετώπισε παρόμοιες πύλες στο παρελθόν και γνώριζε ότι αυτή εδώ θα ήταν αδύνατον να την σκαρφαλώσει, χωρίς να επιφέρει τόση ζημιά στον εαυτό της, ώστε να μην πεθάνει όταν θα έφτανε από την άλλη μεριά. Εάν κατάφερνε να την περάσει. Και πάλι. Υπήρχαν εκατοντάδες δένδρα, καθένα πιο πράσινο και πλούσιο από το προηγούμενο και τα κλαδιά τους εκτείνονταν καλοδεχούμενα. Αυτά τα κλαδιά θα την έκρυβαν, τα φύλλα τους θα την σκέπαζαν και θα της επέτρεπαν να βρει έναν τρόπο να παρακάμψει αυτή την πύλη. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε τρόπος να την παρακάμψει, θα ξεχνούσε την κάλυψη και θα σκαρφάλωνε. Συμπέρασμα, προτιμούσε να πεθάνει, από το να μείνει σ'αυτό το μέρος και να την βασανίσει ένας δαίμονας. Εντάξει. Λοιπόν. Νέο σχέδιο. Σπάσιμο του τζαμιού και άλμα στο έδαφος. Εύκολο. Ναι, σίγουρα. Ποτέ μου δεν ήμουν τόσο τυχερή. Η Χάϊντι γύρισε και μετακινήθηκε στο δωμάτιο, εξακολουθώντας τα βήματά της να είναι βαριά. Προφανώς, το ναρκωτικό που η Ήττα της χορηγούσε επανειλημμένως, έτρεχε ακόμα στις φλέβες της. 36


Συγκεντρώσου κοπέλα μου. Στον ευρύχωρο χώρο κυριαρχούσε ένα υπέρδιπλο κρεβάτι με ουρανό, με λευκό πτυχωτό ύφασμα να σκεπάζει την κορυφή και να πέφτει μέχρι το πάτωμα, σαν σύννεφο πασπαλισμένο με νεραϊδόσκονη. Μια λουλουδάτη πολυθρόνα και ένα μικρό γυάλινο τραπέζι τοποθετημένα σε μια εσοχή και ένας πολυέλαιος με κρυστάλλινα δάκρυα φώτιζε τον χώρο. Τίποτα που να μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Στα αριστερά της βρίσκονταν ένα φρεσκογυαλισμένο γραφείο με ασορτί καρέκλα. Κανένα πρεσπαπιέ ή διακοσμητικό δεν βρίσκονταν στην επιφάνεια του και τα συρτάρια ήταν άδεια. Στα δεξιά της βρίσκονταν ένα ολόσωμος καθρέφτης, με μια εβένινη κορνίζα. Και τα δύο ήταν πακτωμένα στον τοίχο. Στην συνέχεια προσπάθησε με την πόρτα. Και όπως υποπτεύθηκε ήταν κλειδωμένη. Ασθμαίνοντας και με μανία κλώτσησε τον πάγκο στα πόδια του κρεβατιού. Το βαρύ ξύλο δεν κουνήθηκε εκατοστό. Σκατά, αυτό πόνεσε! Μούγκρισε, αναπηδώντας και τρίβοντας το πονεμένο της δάχτυλο. Κάποιος της είχε πάρει τα παπούτσια, αφήνοντας την ξυπόλητη. Κάτι, που ευχόταν, να είχε παρατηρήσει νωρίτερα. Να πάρει, να πάρει, να πάρει. Η πολυτέλεια και ο πλούτος γύρω της έμοιαζε με χλευασμό εν συγκρίσει με την τρώγλη που με πολλές οικονομίες και αποταμιεύσεις είχε καταφέρει να αγοράσει. Και όμως δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να χρησιμοποιήσει για να δραπετεύσει. Τι στο διάβολο θα έκανε; Έλα σε μένα. Η βασανιστική και επίπονη φωνή κατέκλυσε τις αισθήσεις της. Οι λέξεις σαν πύρινες γλώσσες, κατά παράξενο τρόπο την ζέσταναν. Φωνή; Την ζέσταιναν; Μπορεί να ήταν μια παραίσθηση, ναι, αλλά είχε δει και είχε βιώσει όλων των ειδών τις παραξενιές κατά την διάρκεια της υπερβολικά μακριάς ζωής της, ώστε απλά να αποδεχθεί κάτι τέτοιο. 37


«Ποιος μίλησε;» ανταπάντησε, παλεύοντας με ένα κύμα ζαλάδας και αυτομάτως άπλωσε να πιάσει τις λεπίδες που κρατούσε στεριωμένες στους μηρούς της. Σιωπή την υποδέχτηκε – και δεν βρήκε ούτε τα όπλα της. Η Ήττα είχε πάρει τα μαχαίρια, τα όπλα και τις δηλητηριώδη ουσίες της, βλακωδώς σκεπτόμενη ότι είχε θριαμβεύσει. Αλλά αυτό είχε κάνει. Τσάκιζε τον αντίπαλο με κάθε απαιτούμενο μέσο, καταστρέφοντας κάθε σκέψη νίκης, ανεξάρτητα από το κόστος της παράδοσης. Όχι ότι την είχε σπάσει. Θα μάθαινε. Η Χάϊντι ήταν άθραυστη. Έλα σε... μένα... Η φωνή πιο αδύναμη τώρα, πλημμυρισμένη με απόγνωση, αλλά όχι λιγότερο επιτακτική. Όχι παραίσθηση, σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να είναι. Αυτή η ζέστη... Τι ήταν λοιπόν; Ένας φυλακισμένος σαν εκείνη; Υπήρχε κάτι ενοχλητικά οικείο σε αυτή την φωνή. Σαν να την είχε ακούσει ξανά και της είχε κάνει εντύπωση. Και πάλι όμως, δεν μπορούσε να προσδιορίσει το μέρος. Ήταν κυνηγός; Είχαν συναντηθεί κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης, σε κάποιες από τις χιλιάδες ενημερώσεις που είχε παρακολουθήσει; Έλα... Τα αυτιά της συσπάστηκαν και γύρισε, ακολουθώντας, αυτή τη φορά, τον ήχο της φωνής, αποφασισμένη να τον βοηθήσει, σε περίπτωση που ήταν κι αυτός κυνηγός, όπως υποπτευόταν. Έλα... σε παρακαλώ... Εκεί. Συνοφρυώθηκε. Ένας τοίχος. Μήπως βρίσκονταν από την άλλη μεριά; Το γεγονός ότι τον άκουγε καθαρά, σήμαινε ότι βρισκόταν κοντά. Σιγά-σιγά πλησίασε τον τοίχο. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω στην απαλή, λεπτή ταπετσαρία, χωρίς να μπορεί να βρει ίχνη κάποιας εισόδου. Κι όμως... Η Χάϊντι 38


έπεσε στα γόνατα, επικεντρώνοντας το βλέμμα της σε μια μικροσκοπική σχισμή ανάμεσα στο γείσο και στο πάτωμα. Μια μικρή ρωγμή φωτός διαπέρασε τον τοίχο. Όχι, όχι φως. Όχι τελείως. Ένα κομμάτι ύφασμα με μια ακτίνα φωτός και αιωρούμενα μόρια σκόνης. Μια μαύρη σκιά, σαν φάντασμα που λικνίζονταν και στριφογύριζε προς τα πάνω και που κινούνταν προς το μέρος της. Μούγκρισε άλλη μια φορά και σύρθηκε προς τα πίσω. Η μαύρη σκιά την ακολούθησε, αποφεύγοντας το παντελόνι και το μπλουζάκι της, έφτασε το γυμνό δέρμα στον καρπό της. Όταν όμως την ακούμπησε, μια στριγκλιά ξέσκισε τον αέρα και η σκιά ρουφήχτηκε πίσω προς την σχισμή, επιστρέφοντας στο άλλο δωμάτιο. Τι στο διάβολο; Μήπως είχε μόλις συναντήσει έναν από τους δαίμονες, ξεγυμνωμένο από τον ανθρώπινο μανδύα του; Αυτό ήταν που βασάνιζε τον άντρα που την καλούσε; Πιθανώς. Το ένστικτο του "ή πολέμα ή εξαφανίσου" ούρλιαζε να πολεμήσει. Η Χάϊντι το ξανασκέφτηκε. Άντε πηδήξου εξαφανίσου! Δεν θα εγκατέλειπε ένα άνθρωπο πίσω. Έσφιξε τα δόντια της και έξυσε με τα νύχια της την ταπετσαρία, μέχρι που έκανε ένα άνοιγμα. Και μετά άρχισε να σκίζει και να πετάει τα κομμάτια πάνω από τον ώμο της. Δούλεψε πυρετωδώς και εν τέλει εμφάνισε αρκετό από τον τοίχο και το πλαίσιο της εισόδου. Καμμία λαβή. Φυσικά. Σύμφωνα με τις ανεπαίσθητες γρατσουνιές στο πάτωμα, ήξερε ότι η πόρτα είχε ξανά ανοιχτεί από την δεξιά μεριά. Πράγμα που σήμαινε ότι κάπου θα υπήρχε και χερούλι. Έπρεπε απλά να βρει το σημείο που οι δαίμονες είχαν επικαλύψει με γύψο την τρύπα και τα ίχνη που είχαν αφήσει. 39


Έξυσε το κέντρο της δεξιά πλευράς, τρέμοντας μήπως και ακουστεί ο ήχος του τριψίματος, ώσπου τρίμματα άσπρης σκόνης χώθηκε στα νύχια της. Μπίνγκο. Ξύνοντας πιο δυνατά, πιο βαθιά, αφαίρεσε τον γύψο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Της πήρε μισή ώρα να φτάσει στην άλλη πλευρά, και μέχρι τότε, πάγος σκέπασε ολόκληρο το κορμί της σαν μια ψυχρή λάμψη. Τα μπράτσα της συσπάστηκαν με βία και η αίσθηση ανάγκης αυξήθηκε. Χρησιμοποιούσε γρήγορα τα αποθέματα δύναμης της και γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια της για πολύ ώρα ακόμα. Όταν θα κατέρρεε, ήθελε να βρίσκετε απ'έξω. Και ο άντρας και αυτή. Η Χάίντι έκλεισε τα δάχτυλά της γύρω από την άκρη της τρύπας και έσπρωξε. Η πόρτα υποχώρησε μόλις κατά ένα εκατοστό. Καταπολεμώντας την απογοήτευσή της, έσπρωξε άλλη μια φορά – για να εισπράξει μόνο ως ανταμοιβή άλλο ένα εκατοστό. Μπες στο παιχνίδι Αλεξάντερ. Μπορείς να το κάνεις. Εισέπνευσε βαθιά, κρατήσου, κρατήσου... καθώς εξέπνευσε, έσπρωξε τόσο δυνατά, που φοβήθηκε ότι η σπονδυλική της στήλη θα έσπαγε. Επιτέλους. Μια πραγματική μετακίνηση. Όχι μεγάλη, αλλά και πάλι αρκετή. Όταν η πόρτα σταμάτησε, σταμάτησε ακαριαία. Έχασε την λαβή της και προσγειώθηκε πάνω στον πισινό της. Τα μάτια της είδαν αστεράκια. Όταν όμως από την τρύπα ξεχύθηκε πορτοκαλί και κίτρινο φως, συγκεντρώθηκε στο κενό που είχε σχηματίσει. Μια γλυκιά αίσθηση θριάμβου την κατέκλυσε, καθώς τινάχθηκε στα πόδια της. Τα γόνατά της επαναστατούσαν με κάθε βήμα της, αλλά δεν σταμάτησε. Έσπρωξε το σώμα της μέσα από το άνοιγμα και το μπλουζάκι της πιάστηκε σε μια αιχμηρή προεξοχή, καθώς έπεσε μέσα στο δωμάτιο. Όταν βρήκε την ισορροπία της, έκανε έναν γρήγορο έλεγχο, προετοιμάζοντας τον 40


εαυτό της για τα πάντα. Άλλο ένα υπνοδωμάτιο. Αυτό εδώ όμως ήταν ένα μείγμα φωτός και σκοταδιού. Ένας ταλαιπωρημένος άντρας βρισκόταν πάνω στο μοναδικό κρεβάτι και καπνός αναδύονταν από το σώμα του, κατά κύματα. Το βλέμμα της έμεινε στον καπνό και πνίγηκε. Ήταν όμορφος αλλά και τρομακτικός. Ένας ωκεανός από μαύρες, διαμαντένιες μπούκλες, τονισμένες από τις περιστασιακές λάμψεις ενός ζευγαριού ρουμπινένιων μάτιών – που την παρακολουθούσαν με φονική πρόθεση – και δριμείς αναλαμπές λευκών δοντιών, κοφτερών, σαν κυνόδοντες. Έλα, έλα. Χάνεις χρόνο. Για κάποιο λόγο, όταν έπαιρνε το βλέμμα της από πάνω του πραγματικά υπέφερε και πυροδοτούσε ένα πόνο από τους κροτάφους της ως την κοιλιά της, αλλά το έκανε. Εστίασε στον άντρα και μίκρυνε την απόσταση μεταξύ τους. Την στιγμή που τον έφτασε, χολή έκαψε τον λαιμό της και παραλίγο να βγάλει το τελευταίο της γεύμα. Φρούτα και ψωμί, που με την βία της έδωσε η Ήττα. Όλες αυτές οι πληγές... Τι του είχε κάνει ο δαίμονας; Τον έγδαρε; τον έκαψε στην φωτιά; Ήταν... Ω, θεέ μου. Ω, καλέ μου θεέ. Γούρλωσε τα μάτια και σκέπασε το στόμα της με τρεμάμενα χέρια. Όχι. Όχι! Παρ'όλο το κατακρεουργημένο σώμα, το πρήξιμο, το σχεδόν αγνώριστο πρόσωπο, ήξερε ποιος σφάδαζε μπροστά της. Ο Μίσα. Το αγόρι της. Το ίδιο σκούρο δέρμα – ό,τι είχε απομείνει απ'αυτό – και το ίδιο μυώδες κορμί. Τα ίδια εβένινα μαλλιά, που συνεχώς απομάκρυνε από το μέτωπό του. Καθόλου παράξενο που αναγνώρισε αυτή την βελούδινη φωνή. Ω, θεέ μου. ο Δαίμονας πρέπει να τον έπιασε, όταν τους κυνηγούσε και προσπαθούσε να την σώσει. Δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά της, που μετατρέπονταν σε παγάκια, όταν έσταζαν. Σχεδόν διπλώθηκε στα 41


δύο με έναν λυγμό. Είχε ονειρευτεί αυτόν τον άντρα, πολύ πριν τον συναντήσει. Τον είχε σαν μια ανάμνηση, που δεν είχε ξεθωριάσει. Όχι. Μην πάρεις αυτό το μονοπάτι. Αυτού του είδους οι σκέψεις θα την παρέλυσαν τόσο, όσο τίποτα άλλο. Μίσα. Έπρεπε να σκεφτεί μόνο τον Μίσα τώρα. Την χρειάζονταν. Πριν έντεκα μήνες περίπου, ανακάλυψε ότι δεν ήταν απλός μια ανάμνηση ή μια επινόηση της φαντασίας της. Ήταν πραγματικός, σκέφτηκε. Σίγουρα αυτό ήταν ένα σημάδι ότι ήταν γραφτό να είναι μαζί. Ένα ακόμα σημείο που το αποδείκνυε ήταν το γεγονός ότι και οι δύο είχαν σαν αποστολή να κυνηγήσουν τον ίδιο δαίμονα στην Ρώμη και επίσης το ότι όταν της ζήτησε να βγουν, καθώς ένοιωθαν και οι δύο την ίδια έλξη, του απάντησε ναι, χωρίς να διστάσει καθόλου. Μόνο που ο πραγματικός άντρας δεν είχε καμμιά σχέση με τις φαντασιώσεις της. Δεν υπήρχε βαθιά σύνδεση, ούτε καμμιά συγκλονιστική επίγνωση. Κατηγορούσε τον εαυτό της γι'αυτό και είχε προσπαθήσει να εμβαθύνει τον δεσμό. Εξ αιτίας των οραμάτων της, γνώριζε – ήξερε – με κάποιο ακαθόριστο τρόπο ότι θα την έκανε ευτυχισμένη. Ότι αυτός ήταν το μέλλον της. Ότι αυτός ήταν ικανός, επιτέλους, να λιώσει τον αφύσικο πάγο που υπήρχε μέσα της. Και έτσι έμεινε μαζί του, σκεπτόμενη ότι η επιθυμία θα φούντωνε σύντομα. Ποτέ δεν άναψε όμως. Και παρ'όλο που εξακολουθούσαν να βγαίνουν ακόμα μαζί, κατ'αποκλειστικότητα, πάντα συγκρατούσε ένα μικρό κομμάτι της. Δεν είχε καν κοιμηθεί μαζί του. Αλλά τώρα... η επαφή. Καιγόταν. Και ήξερε ότι αυτό ήταν όλα όσα θα έπρεπε ήδη να νοιώθει γι'αυτόν. Εδώ, τώρα, πίστευε ότι ποτέ δεν θα ένοιωθε ολόκληρη ξανά χωρίς αυτόν. Σαν να βρήκε επιτέλους το τελευταίο κομμάτι από το παζλ. Ενοχή την κατέκλυσε ξαφνικά. Δεν ήταν ακριβώς και η ιδανική φιλενάδα, κρατώντας τις αποστάσεις της, 42


ενώ αυτός εξακολουθούσε να την ψάχνει και είχε προκαλέσει έναν άρχοντα του κάτω κόσμου για χάρη της. Και τώρα, ίσως θα πέθαινε για χάρη της. «Ω, μωρό μου,» έκρωξε με δυσκολία, καθώς ο λαιμός της είχε κλείσει. «Τι σου έκανε – έκαναν;» Άπλωσε το χέρι της, καθώς οι σκιές με ένα συριγμό, σύρθηκαν προς τα πίσω, μακριά της, μακριά του, σαν να φοβούνταν να είναι κοντά της. Δεν τους έδωσε σημασία. Όσο πιο απαλά μπορούσε, πέρασε έναν από τους κατακρεουργημένους καρπούς του Μίσα μέσα από την χειροπέδη, που τον κρατούσε δεμένο. Η μεγάλη ποσότητα αίματος που είχε χάσει και το θρυμματισμένο κόκκαλο της επέτρεψε να τον γλιστρήσει εύκολα έξω, την έκανε όμως να καταπιεί χολή σε μεγάλη ποσότητα. Θα μπορούσε ποτέ να συνέλθει από αυτό; Θα μπορούσε κανείς; Ευτυχώς, το άγγιγμα έδειξε μάλλον να τον ηρεμεί και να μην του προκαλεί κι άλλο πόνο. Οι σπασμοί καταλάγιασαν και τελικά ηρέμησε πάνω στο στρώμα. Η Χάϊντι μετακινήθηκε στην άλλη πλευρά και απελευθέρωσε τον άλλο του καρπό. Μέχρι την ώρα που και οι αστράγαλοί του ήταν ελεύθεροι, ένα μικρό δείγμα χαμόγελου καμπύλωσε τα χείλη του. Το στήθος της φούσκωσε στην θέα του, με αγωνία μαζί και ευλογία. Ήταν χτυπημένος, αλλά ακόμα ζωντανός. Θα ένοιωθε όμως ευγνωμοσύνη γι'αυτό; Ίσως δεν θα ήταν ποτέ στην θέση να ξαναπολεμήσει. Δεν είχε σημασία. Έπρεπε να τον σώσει. Το μεγαλύτερό της πρόβλημα: Δεν μπορούσε να τον κουβαλήσει. Ήταν πολύ βαρύς. Και φυσικά δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Δεν είχε πτυχίο ιατρικής, αλλά θα στοιχημάτιζε μια περιουσία ότι τα μισά κόκκαλα του κορμιού του ήταν σπασμένα. Δεν μπορούσε όμως να τον αφήσει πίσω. Τον εξέτασε πιο προσεκτικά, ψάχνοντας για μια 43


λύση. Αντίθετα, αυτό που διαπίστωσε την έκανε να βογκήξει με οργή. Τα καθάρματα. Από όλα τα αποτρόπαια πράγματα που του είχαν κάνει, αυτό ήταν το χειρότερο. Τον είχαν μαρκάρει. Είχαν χαράξει μια οδοντωτήφτερωτή πεταλούδα – το σημάδι των δαιμόνων τους – στην γάμπα του. Απλά για να τον χλευάσουν. «θα τους κάνω να πληρώσουν, μωρό μου.» τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές, έτοιμα να χτυπήσουν. «Το ορκίζομαι.» Στο άκουσμα της φωνής της, μετακινήθηκε, γυρίζοντας προς το μέρος της. Προσπάθησε ακόμα και να την αγγίξει, με τους μυς όμως των μπράτσων του να σφίγγονται από τον πόνο. Η κίνηση αποδείχθηκε υπερβολική γι'αυτόν και άφησε το μπράτσο του να πέσει. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, οι σπασμοί άρχισαν ξανά. Παγωμένη η Χάϊντι μετακινήθηκε απαλά δίπλα του και έδιωξε τα μαλλιά που κολλούσαν στο μέτωπό του, όπως ήξερε ότι του άρεσε. Η πρώτη επαφή και βίωσε ένα κύμα από μια συμπαγή κάψα. Ο πάγος, που ήταν ο συνεχής σύντροφός της, ένα κομμάτι του ποια και τι ήταν, ράγισε. Οι σταλαχτίτες έλιωσαν. Αυτομάτως ο Μίσα ηρέμησε, ο ιδρώτας του στέγνωσε σαν να απορρόφησε την παγωνιά της. Τίποτα σαν αυτό δεν της είχε ξανασυμβεί, ποτέ πριν και η αίσθηση την αναστάτωσε. Μια παρενέργεια των πραγμάτων που του είχαν κάνει, ίσως; Μπάσταρδοι. Σκέφτηκε ξανά. Τρίζοντας τα δόντια της. Σε αυτή τη ζωή ή στην επόμενη – και πάντα έδινε σημασία στην επόμενη – θα τους τιμωρούσε. Ιστοί αράχνης ξαφνικά υφάνθηκαν, πλαισιώνοντας τα μάτια της, από την εξάντληση. Αποφασιστικά, τα έδιωξε με το χέρι της. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει. Όχι τώρα. Ο Μίσα την χρειάζονταν. Χάϊντι; Η φωνή του την τρόμαξε, αλλά γρήγορα συνήλθε. 44


«Εδώ είμαι μωρό μου. Εδώ είμαι» Ένας απαλός αναστεναγμός ακούστηκε. Ένας ψίθυρος ικανοποίησης. Η βαθιά ανάσα την χάϊδεψε – έστω κι αν το στόμα του ποτέ δεν άνοιξε και τα χείλη του ποτέ δεν κινήθηκαν. Αδύνατον. Σωστά; «Μίσα; πώς μου μιλάς;» Γλυκιά μου, γλυκιά μου Χάϊντι. Και πάλι το στόμα του δεν κουνήθηκε, αυτή όμως τον άκουσε. Και ήξερε ότι δεν φαντασιωνόταν την φωνή του. Δεν ήταν δυνατόν. Τον είχε ακούσει και πριν, πριν μπει στο δωμάτιο. Αυτό απλά σήμαινε... Γούρλωσε τα μάτια της έκπληκτη. Της μιλούσε μέσα στο μυαλό της. Της μιλούσε μέσα της όλη αυτή την ώρα. Αυτό ήταν κάτι επίσης νέο γι'αυτούς, και πολύ πιο ανησυχητικό από την κάψα. Πώς το έκανε; Μήπως αυτό το είχαν προκαλέσει οι Άρχοντες; Θα το επεξεργαζόταν αργότερα. «Θα ψάξω για όπλα, εντάξει; Κάτι, οτιδήποτε.» θα άντεχε όμως; Οι μύες της δονούνταν και οι φλέβες της ήταν γεμάτες με παγωμένο αίμα. «Και ύστερα θα βρω έναν τρόπο...» Όχι, μην φύγεις. Μια πανικόβλητη παύση. Σε χρειάζομαι. Σε παρακαλώ. «Δεν θα βγω από το δωμάτιο. Στ'ορκίζομαι, όχι χωρίς εσένα, αλλά πρέπει...» Όχι, όχι, όχι, όχι. Φλυαρούσε τώρα, με το κορμί του σε ένταση. Πρέπει να μείνεις. «Εντάξει, μωρό μου, εντάξει. Είμαι εδώ. Θα μείνω.» Αβίαστα και απαλά η υπόσχεση της ξέφυγε, πριν καν συνειδητοποιήσει τις συνέπειες. Όχι ότι θα είχαν και σημασία. Προτιμούσε να παραδώσει τον εαυτό της στην Ήττα, τυλιγμένη σαν δώρο, σε ασημένιο πιάτο, παρά να προκαλέσει σε αυτόν τον άντρα περισσότερη οδύνη. «Δεν θα κουνηθώ από αυτό το σημείο. Στο υπόσχομαι.» 45


Σε χρειάζομαι, είπε ξανά, σχεδόν ανεπαίσθητα αυτή τη φορά. «Είμαι δική σου. Πάντα ήμουν.» Τεντώθηκε προς το μέρος του, προσέχοντας τις πληγές του και τον αγκάλιασε από τον κορμό, προσφέροντας του όποια ανακούφιση μπορούσε. Ήξερε τι σημαίνει να υποφέρεις μόνος σου. Δεν ήθελε το ίδιο και για γι'αυτόν. Ποτέ. Ίσως αυτό εδώ να ήταν δώρο εξ ουρανού. Ο Μίσα πιθανώς δεν θα επιβίωνε με τέτοιες πληγές, εάν τον ανάγκαζε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Και με αυτόν τον τρόπο, όταν οι δαίμονες ξαναγύριζαν – και θα γύριζαν, δεν θα την άφηναν μόνη της για πολύ – θα ήταν εδώ και θα τους πολεμούσε, θα τους εμπόδιζε να τον πληγώσουν περισσότερο. Ναι, θα της ανταπέδιδαν τα χτυπήματα και πιθανότατα θα την σκότωναν. Ω, ναι, και πνίγηκε στην σκέψη του τι θα της συνέβαινε μετά το θάνατό της. Μια μοίρα χειρότερη και από το να την μαχαιρώσου, να την πυροβολήσουν ή ακόμα και να την κάψουν ζωντανή. Όλα αυτά, τα οποία τα είχε υπομείνει και πριν. Θα μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να μην σκέφτεται τι θα συνέβαινε μετά το θάνατό της, αλλά δεν τον σταμάτησε αυτή τη φορά. Ούτε και όταν ακόμα ο φόβος ξεχύθηκε μέσα της, την ανάλωσε και την πάγωσε. Εάν όμως κατάφερνε να σκοτώσει και κάποιον από τους Άρχοντες, αυτός θα χάνονταν για πάντα, ενώ αυτή όμως θα αναγεννιόταν και θα επέστρεφε στην ίδια ηλικία που ήταν τώρα. Πλην τις καλές αναμνήσεις που είχε αποκτήσει σε αυτή τη ζωή, αγκαλιά μόνο με τις κακές και το μίσος. Ήταν μια αγωνιώδης διαδικασία, που την έκανε να ουρλιάζει, να ικετεύει και να προσεύχεται για έναν τελειωτικό θάνατο και για την ίδια. Μια διαδικασία που την είχε διδάξει να αποφεύγει τον θάνατο, με οποιοδήποτε κόστος. Αλλά αυτή την φορά... θα πέθαινε οικειοθελώς, με ανυπομονησία, παίρνοντας μαζί της όσους περισσότερους Άρχοντες μπορούσε. Και μετά, μετά θα μπορούσε 46


να επιστρέψει και για τους υπόλοιπους. Τότε θα μπορούσε να εκδικηθεί για τον Μίσα.

47


Κεφάλαιο 4 Ο Αμούν ανοιγόκλεισε τα μάτια του, ή τουλάχιστον προσπάθησε. Η κίνηση αυτή αποδείχθηκε δύσκολη, καθώς ένοιωσε τις βλεφαρίδες του σαν να ήταν κολλημένες μεταξύ τους .Αν κάποιος από τους φίλους του τον είχε χτυπήσει, θα του το ανταπέδιδε. Με ψαλιδιές. Συνέχισε να προσπαθεί να ανοίξει τις βλεφαρίδες του και εν τέλει κατάφερε να ξεχωρίσει τα βλέφαρά του. Αμέσως οι βολβοί των ματιών του έκαψαν και δάκρυσε. ;Oλα γύρω του ήταν σαν πασαλειμμένα και μουτζουρωμένα με βαζελίνη. Ακόμη χειρότερα, το φως που έμπαινε από το μοναδικό παράθυρο, κατάφερνε να διεισδύει στους αμφιβληστροειδείς του σαν λεπίδα ap;o λέιζερ. Γύρισε το κεφάλι του μακριά από την αντανάκλαση του γυαλιού και μελέτησε το περιβάλλον, όσο καλύτερα μπορούσε. Μόρφασε, και να πάρει ο διάβολος, αυτό πόνεσε. Ένοιωσε τα σκασίματα και τα κοψίματα στα χείλη του. Ήταν στο δωμάτιο του αλλά .... Υπήρχε μια τρύπα στο τοίχο του. Μια τρύπα που οδηγούσε στο διπλανό δωμάτιο. Μια τρύπα την οποία δεν είχε ανοίξει ο ίδιος, και από ότι γνώριζε, ούτε οι φίλοι του. Ήθελε να πιστεύει ότι θα του ζητούσαν τουλάχιστον την άδεια πριν ανακαινίσουν το δωμάτιο του. ;Eτσι . Πώς είχε βρεθεί εκεί αλήθεια; Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν, ήταν ότι βρισκόταν βαθιά χωμένος στην κόλαση, η φωτιά τριζοβόλιζε γύρω του, καθώς πάλευε με τα διαβολικά πνεύματα και βασικά, είχαν ξεσκίσει το κορμί και το μυαλό του. Δαιμονικές σκέψεις και ανθρώπινες αναμνήσεις τον εί48


χαν βομβαρδίσει, σαν βόμβες που έσκαγαν μέσα στο κεφάλι του και – ήταν ακόμη εκεί, συνειδητοποίησε με ένα βαθύ συνοφρύωμα. Οι σκοτεινές σκέψεις και αναμνήσεις ήταν ακόμη εκεί, αλλά παρ'όλο που ήταν ανακατεμένες, ταραγμένες παρέμεναν σε μια απόσταση σαν να φοβόντουσαν να του τραβήξουν την προσοχή. Γιατί; Ένα γυναικείο βογκητό έφτασε στα αυτιά του, σοκάροντας τον και βγάζοντας τον από τις σκέψεις του. Ο Αμούν σκλήρυνε, η προσοχή του μετατοπίστηκε και πάλι, αυτή την φόρα προς το στρώμα του. Ή ό,τι παρέμεινε από το στρώμα του. Δίπλα του ήταν μια γυναίκα. Μια πολύ όμορφη γυναίκα η οποία ήταν κουλουριασμένη, ξαπλωμένη στο πλευρό της με το πρόσωπο της αντικριστά και με την ζεστή ανάσα της να τον χαϊδεύει. Το ένα της μπράτσο ήταν λυγισμένο πάνω στο στομάχι του, σαν να μην άντεχε να τον αφήσει να φύγει κα η παλάμη της ακουμπούσε στην καρδιά του. Άκουγε το καρδιοχτύπι του; Το μπράτσο της ήταν καλυμμένο με ένα τατουάζ, από τον καρπό μέχρι τον ωμό της, σκεπάζοντάς το σαν μανίκι. Είδε πρόσωπα – ανθρώπινα – τα οποία το καθένα αντανακλούσε αγάπη και ζωή. Είχε νούμερα επίσης. Ημερομηνίες ίσως; Αν ναι, κάποιες από αυτές τις ημερομηνίες ήταν από πολύ παλιά . Υπήρχαν επίσης και ονόματα: Μίσα, Βιόλα, Σκάϊ. Και φράσεις: "Το σκοτάδι πάντα χάνει από το φώς" και "Εσύ αγάπησες και αγαπήθηκες." Την ήξερε. Κάπου την ήξερε. Πώς όμως; Αμέσως του ήρθε η απάντηση. Χάϊντι, η γυναίκα από τα οράματα του, ή ό,τι άλλο μπορεί να ήταν. Το μικρό κορίτσι που είχε θελήσει να ανακουφίσει, και η γυναίκα που λαχταρούσε να αγγίξει. Ήταν εδώ . Γιατί και πως είχε βρεθεί εδώ; Σήκωσε το χέρι του για να απομακρύνει τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά που σκέπαζαν τα μάγουλα της, και ο μυς του νέκρωσε καθώς ο 49


πόνος τον διαπέρασε μέχρι το κόκκαλο. Να πάρει. Τι στο διάβολο του είχε συμβεί; Όσο πιο προσεχτικά μπορούσε μετακίνησε το χέρι του πιο κοντά στο πρόσωπο του, με αστάθεια, εκατοστό το εκατοστό, χωρίς όμως να σταματήσει, για να το δει καλλίτερα. Βλέποντας την κατεστραμμένη σάρκα και τους κόμπους στους μυς του, παραλίγο να βρίσει . Τον είχαν αλυσοδέσει και ίσως βασανίσει. Κυνηγοί; Είχαν βασανίσει και το κορίτσι, και οι φίλοι του την είχαν σώσει και αυτή; Όσο η οργή άναβε μέσα του με την σκέψη ότι κάποιος την είχε κακομεταχειριστεί, η ματιά του γύρισε σε εκείνη. Δεν είχε κουνηθεί, κοιμόταν ακόμα τόσο ήρεμα. Μαύροι κύκλοι είχαν σχηματιστεί στο ευαίσθητο δέρμα κάτω από τα μάτια της. Είχε και μερικές βρώμικες κηλίδες στα μάγουλα της και μια μελανιά στο κάτω μέρος του σαγονιού της. Σημάδια φθοράς και δάκρυα, αλλά όχι βασανιστήρια. Η οργή του σιγόβραζε. Είναι καλά και εσύ θα την προστατεύσεις. Ή μάλλον θα την υπερασπιζόταν μέχρι να θεραπευτεί και θα έπρεπε να την στείλει πάλι στον δρόμο της. Ο ίδιος δεν ήταν ασφαλές να είναι ζωντανός πια .Όχι για πολύ. Προς το παρόν όμως είναι δικιά σου. Ξαφνικά εκείνη τινάχτηκε πάνω, η ματιά της έψαχνε αριστερά και δεξιά όλο το δωμάτιο. «Ποιος το είπε αυτό;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, σηκώθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε όρθια. Έτρεξε προς το παράθυρο. Μα τι έκανε; Χάϊντι, σκέφτηκε στο μυαλό του, δεν θα πρέπει να τρέχεις έτσι. Χρειάζεσαι χρόνο να γιατρευτείς. Σαν να άκουσε την σκέψη του, γύρισε και τον αντίκρισε. Μάτια γλυκά στο χρώμα των γκρίζων μαργαριταριών γούρλωσαν καθώς τον παρακολουθούσαν από πάνω μέχρι κάτω. «Αχ μωρό μου. Καλλιτερεύεις. Δόξα τω Θεώ» Μωρό της. Τον είχε αποκαλέσει μωρό. Το πρώτο γλυκόλογο που του απηύθυναν ποτέ και τα αυτιά του 50


το ρούφηξαν σαν νέκταρ του παραδείσου. «Δεν ήθελα να με πάρει ο ύπνος. Συγγνώμη.» Έσπευσε πάλι στο πλάι του. «Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Μπορείς να περπατήσεις.» Τον ρώτησε. Δεν νομίζω. Και οι δύο του μηροί ήταν ραγισμένοι, αν όχι σπασμένοι τελείως. Αναγνώρισε τον βαρύ πόνο κάτω από τους μυς. Παρ'όλα αυτά ήταν στο σπίτι του. Δεν ήθελε να φύγει. «Εντάξει, εντάξει. Θα σκεφτούμε κάποιον άλλο τρόπο τότε.» Ενώ μιλούσε έριξε μια ματιά το δωμάτιο για μια δεύτερη φορά. «Νόμιζα ότι θα τους πολεμούσα από το κρεβάτι, αλλά δεν πρέπει να ήρθαν πίσω» Του χαμογέλασε βιαστικά. Βιαστικά μεν αλλά ήταν σαν λιακάδα. «Λάθος τους» συνέχισε. Ο Αμούν ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Ήταν η δεύτερη φορά που του απαντούσε σε κάτι που δεν είχε μιλήσει φωναχτά. Με... ακούς; «Ναι, το ξέρω, το ξέρω. Είναι παράξενο» είπε. Η ματιά της δεν σταμάτησε να σαρώνει τον χώρο. Για όπλα; Για έναν δρόμο διαφυγής; «Κι εγώ έμεινα έκπληκτη, δεν ξέρω πως γίνεται, αλλά είμαι ευγνώμων. Αν δεν σε είχα ακούσει από το διπλανό δωμάτιο, θα είχα φύγει χωρίς εσένα.» Κανείς δεν τον είχε ακούσει ποτέ έτσι. Κανείς. Πάντα ήταν εκείνος που καταλάβαινε τι σκέφτονταν οι άλλοι, και ανακάλυψε ότι... αισθανόταν άβολα με αυτήν την νέα εξέλιξη. Πως το έκανε αυτό; Μπορούσε να ακούει τα πάντα; Όλα τα μυστικά που είχε στο κεφάλι του; Μπορούσε ακόμα να ακούσει και τον κλαψιάρη Δαίμονα; Και με τους άλλους, τους καινούργιους που τους άρεσε να ουρλιάζουν; Ή μπορούσε να ακούσει μόνο ότι αυτός της προέβαλε; «Ακόμα δεν μπορείς να μιλήσεις;» τον ρώτησε ευγενικά. Η ώρα της αλήθειας. Σχημάτισε την απάντηση στο μυαλό του, αλλά την κράτησε μέσα του. 51


«Μπορείς;» επέμεινε εκείνη. Άπλωσε το χέρι κι άγγιξε με το δάχτυλό της τις άκρες από τα χείλη του, προσεχτικά, τόσο προσεκτικά ώστε να μην τον πονέσει . Η, μόλις-ένοιωσες-το-παγωμένο-μου-κομμάτι δροσιά του δέρματός της τον ευχαρίστησε. Δεν τον είχε ακούσει, συνειδητοποίησε, καθώς ρίγησε κάτω από το μεταξένιο της άγγιγμα. Μια τόσο σουρεαλιστική στιγμή. Συμπεριφερόταν σαν να τον γνώριζε... Σαν να της άρεσε. Μωρό μου, σκέφτηκε ζαλισμένος και πάλι. Όχι. Ακόμα δεν μπορώ να μιλήσω. Έστειλε τις λέξεις προς το μέρος της, παρακολουθώντας την αντίδραση της. Άφησε έναν θυμωμένο αναστεναγμό, και στα χείλη της σχηματίστηκε ένα χαμόγελο απέχθειας. «Αυτοί οι μπάσταρδοι. Έκαναν κάτι στην φωνή σου;» Μπάσταρδοι; Όχι. Τον είχε ακούσει αυτή την φορά. Που σήμαινε ότι υπήρχαν όρια. Δόξα τους θεούς. Κανένας, ειδικά ένας τόσο αθώος άνθρωπος, δεν θα έπρεπε να ακούει το κακό μέσα στο κεφάλι του. Κανένας, ειδικά ένα τόσο εύθραυστο θηλυκό, δεν θα μπορούσε να επιβιώσει από την θλίψη του. Ακόμα και τώρα ο Αμούν δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε. «Θυμάσαι τι έγινε;» τον ρώτησε. «Πώς έφτασες εδώ;» Κούνησε το κεφάλι του, αργά, προσεχτικά, προσπαθώντας να μην ανοίξει περισσότερες πληγές. Το πρόβλημα ήταν, ότι ήταν όλος καλυμμένος με εκδορές. Η παραμικρή κίνηση άνοιγε το σκασμένο δέρμα και έσπαγε την κρούστα στις πληγές. «Εντάξει τότε» αναστέναξε λυπημένα. Το χέρι της παρέμεινε πάνω του, σαν να μην άντεχε να διακόψει αυτήν την επαφή «Θα σου πω τι γνωρίζω.» Έγνεψε για να την ενθαρρύνει, μορφάζοντας. «Κάτσε ακίνητος μωρό μου» του είπε, ανησυχώντας σαν μητέρα και ταυτόχρονα αποφασισμένη στρατηγός. 52


«Απλά άκου, εντάξει και προσπάθησε να μην πανικοβληθείς.» Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε αργά. «Οι άρχοντες του κάτω Κόσμου μας κρατάνε. Είμαστε σε ένα κτήριο στην κορυφή του λόφου. Μπορεί στο κάστρο τους στην Μπούντα. Δεν είδα έξω το τοπίο για να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου. Αλλά γιατί θα διακινδύνευαν να μας φέρουν εδώ, δεν ξέρω. Το τελευταίο πράγμα που άκουσα, ήταν ότι εδώ φύλαγαν δύο από τα κειμήλια. Θα νόμιζε κανείς ότι μας θέλανε όσο πιο μακριά γίνεται από τα κειμήλια.» Τα κειμήλια. Ήταν τέσσερα και το καθένα έπρεπε να βρεθεί και να καταστραφεί. Το κουτί της Πανδώρας θα έσωζε αυτόν και τους φίλους του από βέβαιο θάνατο. Πέρα από τον αποκεφαλισμό και άλλους θανάτους, αυτό το κουτί ήταν το μόνο πράγμα το όποιο μπορούσε να διαχωρίσει τον άνθρωπο από τον δαίμονα, τον κατεστραμμένο άνθρωπο από την ύπαρξη του και να απελευθερώσει τους εντελώς παλαβούς δαίμονες σε έναν ανυποψίαστο κόσμο. Αυτή η γυναίκα γνώριζε πως δύο από τα κειμήλια ήταν εδώ – το Καθαρό μάτι και το Κλουβί του Καταναγκασμού – και περίμενε ότι οι Άρχοντες θα ήταν αναστατωμένοι που ο Αμούν, και ο ίδιος ένας Άρχοντας, ήταν κοντά τους. Δεν ήξερε ότι ήταν Άρχοντας συνειδητοποίησε. Νόμιζε ότι ήταν ένας ... Κυνηγός. Όλη αυτή η αποστροφή, όλος αυτός ο θυμός κατευθύνονταν προς τους Άρχοντες... η αίσθηση αυτή του φαινόταν γνωστή. Αλλά αν τον γνώριζε γιατί δεν γνώριζε ποίος –τι – ήταν; Και αν αυτή ήταν Κυνηγός, γιατί οι φίλοι του την είχαν βάλει δίπλα του μέσα στο δωμάτιο του; Η ματιά του γλίστρησε στην τρύπα στον τοίχο. Μπορεί οι φίλοι του να μην ήξεραν ότι αυτή ήταν εκεί. Αλλά... Αυτή νόμιζε ότι τον ήξερε , και ότι αυτός την είχε σίγουρα αναγνωρίσει. Τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό. Γνώριζε το όνομα της. 53


Χάϊντι. Μπορούσε να φανταστεί το πρόσωπο της να ηρεμεί από τον ύπνο, τόσο αξιαγάπητη. Ήξερε ότι κάπου είχαν συναντηθεί, είχαν συναναστραφεί με κάποιον τρόπο, αλλά δεν ήξερε που και πότε. Για πρώτη φορά, ο δαίμονας του δεν ξερνούσε τις απαντήσεις που έπρεπε. Αυτό γαμώτο τον μπέρδευε τόσο και η αποδυναμωμένη κατάσταση του δεν βοηθούσε καθόλου. Μπορεί όμως να τον είχε παραπλανήσει ότι γνωρίζονταν, έτσι ώστε να τον προτρέψει να την βοηθήσει. Αλλά και πάλι, πώς; Γιατί; Για τα κειμήλια; Μπορούσε κάποιος άλλος εκτός από έναν Κυνηγό να τα αναζητά; Το στομάχι του δέθηκε κόμπος. Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να μάθει την αλήθεια για αυτήν την όμορφη γυναίκα, της οποίας η παρουσία και μόνο του μπέρδευε αλλά ταυτόχρονα και του καθάριζε το μυαλό. Αυτός ήταν επικίνδυνο, και οι πιθανές συνέπειες σοβαρές. Δεν ήθελε να πάρει αυτόν τον δρόμο αλλά ένοιωθε ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Φυσιολογικά μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις των άλλων γύρω του, και μέχρι τώρα τουλάχιστον δεν είχε ακούσει καμμία δικιά της, παρ'όλο που αυτή μπορούσε να ακούει τις δικές του. Γι' αυτό έπρεπε να εμβαθύνει την σύνδεση που είχαν μεταξύ τους, να διεισδύσει στην όποια νοητική ασπίδα αυτή μπορεί να είχε υψώσει και να κρυφοκοιτάξει μέσα στο μυαλό της, να δει φευγαλέα τις αναμνήσεις της. Ο Αμούν έπρεπε να είναι προσεκτικός .Δεν θα άφηνε τον δαίμονα του να της διαγράψει τις αναμνήσεις στον μυαλό - αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη επιπλοκή. Στα Μυστικά άρεσε, να κλέβει τις αναμνήσεις και να αφήνει τα θύματα του μόνο με ένα κενό. Ο Αμούν θα απομακρυνόταν την στιγμή που ο δαίμονας θα προσπαθούσε να κάνει αυτό. Εκτός και αν αποδεικνυόταν ότι αυτή ήταν Κυνηγός, τότε όλα τα στοιχήματα ακυρώνονταν. Έτριξε τα δόντια του παρόλο τον πόνο που ήξερε 54


ότι θα του προκαλούσε. Ο Αμούν σήκωσε τα χέρια του. Ω, θεοί, ο αιχμηρός πόνος, το κάψιμο ήταν χειρότερα από αυτό που περίμενε. Όταν τα χέρια του έφθασαν αρκετά ψηλά, τους επέτρεψε να αγκαλιάσουν την Χάϊντι από τους ώμους. «Σταμάτα ό,τι κάνεις,» τον επέπληξε. «Πληγώνεις τον εαυτό σου.» Η αυτή μικρή κίνηση τον έκανε να βογκήξει και να αναστενάξει μέσα στον κεφάλι του. Χρειαζόταν... μια στιγμή... Πρέπει... «Πρέπει; Τί χρειάζεσαι μωρό μου; Πες μου και θα το φροντίσω εγώ.» Μωρό μου τον είπε πάλι. Θα το φρόντιζε αυτή, θα φρόντιζε και αυτόν. σαν να νοιαζόταν. Σαν να νοιαζόταν πραγματικά. Δεν μπορούσε να μαλακώσει όσο και να του άρεσε ο τρόπος που του φερόταν. Πρέπει να αγγίξω τους.... κροτάφους σου, της είπε και ενοχή τον πλημμύρισε. Ζητούσε την βοήθεια της για την πιθανή καταστροφή της. Άραγε είχε ιδέα τι μπορούσε να της κάνει; «Αρχίσαμε τις πονηρές σκέψεις;» τον ρώτησε με ένα πνιχτό γελάκι. Μάλλον προσπαθούσε να τον αποσπάσει από τον πόνο του. Την άγγιξε , αλλά όχι ακριβώς με τρόπο που αυτή ήθελε. Το αστείο της έκανε την ματιά του να πέσει στα χείλη της, κάνοντας τον να φανταστεί πως θα ήταν η αίσθηση της γλώσσα της μέσα στο στόμα του. Το σώμα του αντέδρασε άμεσα, ένιωσε όλο το αίμα του να βράζει και να συγκεντρώνεται ανάμεσα στα πόδια του. Να πάρει! Απλά... χρειαζότανε... τους κροτάφους. «Εντάξει, εντάξει. Θα σε βοηθήσω.» Όχι, δεν ήξερε, συνειδητοποίησε. Τα δάκτυλα της τυλίχθηκαν γύρω από τους καρπούς του, τόσο δροσερά , τόσο καλοδεχούμενα – τόσο σταθερά – και τα σήκωσε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Καμμία αμφιβολία σχετικά με τα κίνητρα του. Τις προθέσεις του. 55


Τον εμπιστεύτηκε απόλυτα. Όταν τα χέρια του έφθασαν στους κροτάφους της, ίσιωσε τις παλάμες της, σπρώχνοντας τις δικές του πιο κοντά, επιτρέποντάς του την επαφή δέρμα με δέρμα, που αναζητούσε. «Έτσι;» τον ρώτησε. Ναι. Τόση εμπιστοσύνη. Υπερβολική. Είπε στον εαυτό του ότι το απεχθανόταν, δεν τον έκανε με ευχαρίστηση. Ήταν σίγουρα ένα κόλπο για να τον αποπροσανατολίσει. Οι βλεφαρίδες της τρεμόπαιξαν, έκλεισε τα μάτια και δάγκωσε το κάτω χείλος της. Τόσο ίσια, λευκά δόντια. Για άλλη μια φορά το σώμα του αντέδρασε. Ήθελε αυτά τα δόντια πάνω του... πιο χαμηλά... να ανεβοκατεβαίνουν στον ανδρισμό του. Ήθελε να απλώσει τα χέρια της και να χουφτώσει τους όρχεις του. Ήθελε η γλώσσα της να παίξει με την κορυφή του ερεθισμού του , γεύοντάς τον. Πρέπει να πηδήξω άμεσα, ήρθε η σκοτεινή σκέψη στον Αμούν. Η γωνία του στόματος της ανασηκώθηκε, «Θέλεις τώρα; Ελπίζω να είμαι προσκεκλημένη» είπε με βραχνή παράκληση. Σκατά. Τον είχε ακούσει. Και ήθελε να συμμετάσχει. Τον ήθελε βαθιά μέσα της, λικνίζοντας τους και τους δυο προς στην ευχαρίστηση. Μην το σκέφτεσαι αυτό τώρα. Είχε ξεχάσει ότι έπρεπε να μάθει τα πάντα για αυτή και απλά την είχε τραβήξει επάνω του. Εξάλλου θα μπορούσε εσκεμμένα να του λέει ψέματα, αποσπώντας τον υποψιάστηκε. «Δεν θα το κάνω αν δεν το κάνεις» είπε με ένα ζεστό συγκρατημένο γέλιο. Τι: «Σκέφτεσαι να κάνουμε σεξ.» Να πάρει .Έπρεπε να σταματήσει να μιλάει στον εαυτό του. Άκουγε κάθε απροστάτευτη σκέψη του. Πως τον άντεχαν οι φίλοι του; Μπορούσε συνεχώς να διαβά56


ζει τις σκέψεις τους, γνώριζε κάθε προσωπική και κυρίως πορνογραφική τους σκέψη. Σπάνια όμως τον τιμωρούσαν, και ποτέ δεν τον έκαναν να νοιώσει σαν μπελάς. Πάντοτε νόμιζε ότι δεν τους ενδιέφερε. Πρέπει όμως να είχαν βρει κάποιον τρόπο ώστε να κρύβουν τα αληθινά τους αισθήματα από τον δαίμονα του. Δεν υπήρχε περίπτωση να τους άρεσε αυτή η ικανότητα του. Όφειλε μια συγγνώμη σε όλους μέσα σε αυτό το σπίτι. Ο Αμούν υποχρέωσε το μυαλό του να σιωπήσει και τις βλεφαρίδες του να κλείσουν. Το είχε κάνει χίλιες φορές στο παρελθόν, η διαδικασία του ήταν τόσο οικεία όσο και η αναπνοή του. Το είχε κάνει και για τον αρχηγό του το Σαβίν. Για τον σκοπό τους. Άδειασε το μυαλό του και το σκοτάδι τον περιέβαλε, στην συνέχεια επικεντρώθηκε στις αισθήσεις του. Το δέρμα της τόσο δροσερό και απαλό. Η μυρωδιά της, τόσο γήινη. Μπορούσε να ακούσει το συριγμό της επόμενης της ανάσας... την παγωμένη ανάσα της να περιπλανιέται πάνω του... επιτρέποντας τον δαίμονα του να την αγγίξει. Χρώματα εξερράγησαν, διώχνοντας το σκοτάδι. Ξαφνικά εικόνες άρχισαν να σχηματίζονται. Είδε έναν ουρανό με το φωτεινότερο γαλάζιο, ένα καταπράσινο λιβάδι, ανέγγιχτο από τον χρόνο. ένα σκόρπισμα από ασημένιες πέτρες... Δέντρα που έλειπε το φύλλωμά τους αλλά είχαν λεία πλεγμένα κλαδιά. Δύο μικρά κορίτσια να τρέχουν και να γελούν, παίζοντας κυνηγητό, φορώντας χαριτωμένα ροζ λινά φορεματάκια , με τα κατάξανθα μαλλάκια τους να ανεμίζουν. Αδελφές. Και οι δύο είχαν καρδιές που έσφυζαν από αγάπη. Τα Μυστικά γουργούρισαν με ευχαρίστηση. Η αντίδραση αυτή φάνηκε στον Αμούν αλλόκοτη. Τόσο αθώα ανάμνηση και όχι κάτι που συνήθως άρεσε στον δαίμονα. Γιατί ακόμα και ο δαίμονας νοιαζόταν για αυτή; 57


Ξαφνικά άλλαξε η εικόνα, η μέρα αντικαταστάθηκε από την νύχτα αμέσως, αφήνοντας μόνο το ένα κοριτσάκι. Πιο μεγάλο τώρα, τα γκρίζα της μάτια σπινθήριζαν με διστακτική χαρά, σαν να φοβόταν να ελπίζει αλλά και σαν να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς. Το λουσμένο από τον ήλιο σώμα της έλαμπε από υγεία, τα μαγουλά της ροζ από την ζωντάνια. Φορούσε ένα λινό φόρεμα στο χρώμα της λεβάντας αυτήν την φορά, λουλούδια του ίδιου χρώματος κοσμούσαν τα μαλλιά της. Αυτές οι μπούκλες... την περιέβαλαν σαν κορδέλες από φεγγαρόφωτο. Αυτή ήταν μια παλαιότερη εκδοχή της Χάϊντι, συνειδητοποίησε ο Αμούν, καθώς ένα μυρωμένο αεράκι την χάιδεψε απαλά. Καθόταν στην άκρη της βεράντας, κοιτάζοντας κάτω μια πιτσιλωτή κρυστάλλινη λιμνούλα. Δεν είχε τατουάζ, ούτε ροζ ανταύγειες στα μαλλιά της, αλλά ούτε και σκουλαρίκια. Ήταν αθώα και αισιόδοξη, σαν να ήταν τυλιγμένη σε έναν εντυπωσιακό πακέτο. «Είσαι νευρική γλυκιά μου;» την ρώτησε από πίσω της μια γυναικεία φωνή. Η Χάίντι γύρισε, βγαίνοντας από την ονειροπόληση της. «Μου αρέσει όταν με αποκαλείς έτσι,» της απάντησε με ειλικρίνεια. «Ειδικά, αφού αρχικά δεν με συμπαθούσες καθόλου.» «Όχι. Αλλά άλλαξε πολύ γρήγορα αυτό, έτσι δεν είναι;» «Ναι, άλλαξε. Και ναι, ναι είμαι νευρική αλλά ταυτόχρονα και ενθουσιασμένη.» Μιλούσαν στα Ελληνικά. Στα αρχαία Ελληνικά. Ο Αμούν σκέφτηκε ότι είχε ακούσει αυτή την γλώσσα ξανά και μάλιστα πρόσφατα. Πότε ;Που; Η σκηνή συνέχιζε να διαδραματίζεται και τα μυστικά συνέχιζαν να ψαχουλεύουν στις αναμνήσεις της Χάϊντι, βουτώντας εδώ και εκεί, με το κορίτσι τελείως ανυποψίαστο. Έπειτα ακούστηκε ένα μουγκρητό και ο 58


Αμούν κατάλαβε. Απαντήσεις. Ο δαίμονας του είχε βρει όλες τις απαντήσεις. Καμμία νέα εικόνα δεν αναδύθηκε, όχι ακόμα τουλάχιστον, αλλά ό,τι μάθαινε ο δαίμονας του, το μάθαινε και ο Αμούν. Πάντα. Όποτε ανάμεσα στα καρδιοχτύπια του, ήξερε ότι η μικρή Χάϊντι και η Ωραία κοιμωμένη Χάϊντι ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ήταν και οι δύο αυτή η γυναίκα μπροστά του. Και αυτή η γυναίκα ήταν – υπεύθυνη για την δολοφονία του Μπέϊντέν, συνειδητοποίησε. Σε μια αναλαμπή, που δεν κράτησε πάνω από ένα δευτερόλεπτο, ο Αμούν είδε τον Μπέϊντέν, με τα μαλλιά του μουσκεμένα με αίμα και κολλημένα στο κρανίο του. Ασώματος. Είδε την Χάϊντι – την Χαιντέ όπως ήταν παλιά – με τα χρυσαφένια της μαλλιά να πέφτουν στην πλάτη της, το γυμνό μαυρισμένο σώμα της να φωτίζεται από το σεληνόφως, να εκπέμπει μίσος, γεμάτη με πορφυρές σταγόνες παντού πάνω της. Είδε τους φίλους της, Κυνηγούς, να μαίνονται και να μάχονται τους φίλους του. Ο τρόμος τον σκέπασε. Η γυναίκα που είχε ποθήσει τόσο, είχε βοηθήσει να σκοτωθεί ο καλλίτερος του φίλος. Η γυναίκα που είχε σκεφτεί να υπερασπιστεί με όλο του το σθένος είχε βοηθήσει να σβήσει μια από τις πιο ευγενικές ψυχές που είχε γνωρίσει ποτέ. Η γυναίκα που λικνιζότανε δίπλα του είχε καταστρέψει τον μόνο άντρα που είχε σταθεί ανάμεσα στους εύκολα ευθραύστους θνητούς και στους άγριους – που έβγαζαν αφρούς από τα στόματα τους – αθανάτους, που ακόμη ήταν κυριευμένοι από τα διαβολικά πνεύματα των νέων δαιμόνων. Ο άντρας που είχε πει, «Σώστε τους ανθρώπους, μην τους πληγώσετε.» Ο Μπέϊντεν ήταν ο πρώτος που βρέθηκε στο σκοτάδι. Ο Μπέϊντεν ήταν αυτός που βοήθησε τους άλλους να κάνουν το ίδιο. 59


Ο Μπέϊντεν. Ο Μπέϊντεν. Το στήθος του Αμούν συσπάστηκε τόσο επώδυνα που του κόπηκε η ανάσα. Δεν είχε κάνει τον παραμικρό θόρυβο καθώς οι νέοι δαίμονες άρχισαν να τον λεηλατούν, ξανά και ξανά, αλλά τώρα ήταν αδύνατον να κρατήσει τον θόρυβο μέσα του. Ο Μπέϊντεν. Είχε φύγει για πάντα εξαιτίας αυτής της γυναικάς. Όλοι οι πολεμιστές είχαν αγαπήσει τον Μπέϊντεν σαν αδελφός τους, και ο καθένας είχε νιώσει ότι ήταν ο καλλίτερος έμπιστος του. Ήταν ένας αληθινά όμορφος άνθρωπος. Η ικανότητα του να γοητεύει τους πάντες γύρω του. Ένα θαύμα, εάν λάμβανες υπόψη την φύση του δαίμονά του. Δυσπιστία. Τώρα ο Αμούν κρατούσε έναν από τους δολοφόνους του Μπέϊντεν στα χέρια του. Κρατώντας τους κροτάφους της όπως κάποτε κρατούσε του Μπέϊντεν. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε η Χάϊντι, με περίσσιο ενδιαφέρον και γλυκύτητα. Η λαβή της τον έσφιξε πιο δυνατά. Τον τρόμο του ακολούθησε μια γρήγορη έκρηξη σύγχυσης. Πως ήταν δυνατόν; Είχε πεθάνει. Δεν είχε; Ναι, ναι είχε πεθάνει. Είχε πεθάνει. Οι κυνηγοί την είχαν χρησιμοποιήσει σαν δόλωμα – ντύνοντας της σαν μια όμορφη, αβοήθητη κούκλα, στέλνοντας της να χτυπήσει την πόρτα του Μπέϊντεν, ικετεύοντας τον για βοήθεια. Τον είχε παρασύρει κατευθείαν στην σφαγή. Οι υπόλοιποι Άρχοντες είχαν φθάσει λίγο πριν ο Μπέϊντεν αποκεφαλιστεί. Τους είχαν επιτεθεί. Αλλά και λίγα λεπτά νωρίτερα αν έφθαναν και πάλι θα ήταν πολύ αργά. Όλα τα κομμάτια του παιχνιδιού είχαν τοποθετηθεί. Ο Αμούν θυμήθηκε το αίμα και τις κραυγές. Θυμήθηκε ότι ο Στράϊντερ νικηφόρα είχε σηκώσει το κεφάλι της Χάίντι όταν τελείωσε η μάχη και όπως ο Μπέϊντεν, είχε μείνει και αυτή χωρίς το σώμα της. Ούτε ένας 60


αθάνατος δεν θα μπορούσε να συνέλθει από αυτό . Διαφορετικά και ο Μπέϊντεν, πιο ζωντανός από οποιονδήποτε άλλον είχε γνωρίσει, θα είχε αναστηθεί από τον τάφο του, πολύ καιρό πριν. Αντί για αυτό, η ψυχή του άντρα ήταν παγιδευμένη κάπου στους Ουρανούς. Ο τρόμος εντάθηκε μέσα του σε ένα συγκλονιστικό επίπεδο. Ο Αμούν δεν άντεχε να θυμάται. Όχι αυτό. Γιατί όσο πιο πολύ αφήνονταν στο παρελθόν, τόσο πιο πιθανό ήταν να χάσει την επαφή με το άλλο βαθύ σκοτεινό ευσυγκίνητο κομμάτι που ήταν θαμμένο μέσα του. Θυμός. Θα κατάστρεφε το φρούριο, με έναν τρόπο που ο Μάντοξ, ο Ξενιστής της Βίας, δεν το είχε κάνει ποτέ , καταστρέφοντας το πέτρινο σπίτι τους λίθο προς πολύτιμο λίθο. Απομάκρυνε τα χέρια του από την Χάϊντι και τα άφησε να πέσουν στα πλευρά του. Το παρελθόν της ξεθώριασε όπως και το δικό του και έμεινε απλά να την κοιτάζει επίμονα, αυτή την τωρινή μορφή, μίσος ανάμεικτο με τον τρόμο του – και μετά την επισκίασε τελείως. Παρ'όλο που η συγκλονιστική έχθρα τον πλημμύρισε, ο πόθος του για αυτήν παρέμεινε άσβεστος. Το σώμα του απλά δεν νοιαζόταν γι'αυτά που είχε κάνει. Η ροζ άκρη της γλώσσας της φάνηκε μέσα από τα χείλη της αφήνοντας μια υγρή γυαλάδα. Κόκκοι σκόνης λαμποκοπούσαν γύρω της, και με τις ροζ ανταύγειες στα μαλλιά της και μες την θολή του όρασης, έμοιαζε με μια απαστράπτουσα Νεράιδα του παραμυθιού. Μια εκθαμβωτική φαντασίωση που έπαιρνε σάρκα και οστά. Το πουκάμισο της αγκάλιαζε τα στήθη της και οι ρώγες της δυο μαργαριταρένιες, ώριμες κορυφές. «Τι ήταν αυτό;» η Χάϊντι ανέπνευσε, αγνοώντας την αλλαγή στην στάση του. Τι εννοείς; Η ερώτηση κροτάλισε σαν μαστίγιο, 61


μαστιγώνοντας τον πριν καν προλάβει να σκεφτεί πως θα χειριστεί την κατάσταση. «Οι ... αναμνήσεις. Εγώ σαν παιδί, μετά σαν ενήλικη, στην βεράντα.» Είχε δει ό,τι είχε δει και αυτός. Ούτε αυτό του είχε συμβεί πότε στο παρελθόν. Και ακόμα δεν έκανε καμμία αναφορά στον Μπέϊντεν – αλλά και πάλι ο Αμούν δεν είχε πραγματικά οραματιστεί τον φίλο του, τον είχε; Όχι δεν είναι αλήθεια. Τον είχε οραματιστεί. Υπήρξε μια ακαριαία εικόνα του. Απλά δεν το είχε προσέξει, καθώς οι άλλες αναμνήσεις είχαν αιχμαλωτίσει την προσοχή της. Γι' αυτό δεν της έδινε καμμία προειδοποίηση, κανέναν τρόπο να προετοιμάσει τον εαυτό της για την εκδίκηση του. Και θα της το ανταπέδιδε. Αντίποινα. Έπρεπε να την τιμωρήσει, έπρεπε να την πληγώσει. Τόσο σκληρά. Ακόμα δεν είχε προσέξει την σκοτεινότητα των συναισθημάτων του. Τα γκρίζα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, κούνησε το κεφάλι της «Ποτέ δεν είχα καταφέρει να θυμηθώ τα καλά κομμάτια από τις ζωές μου. Αυτές τις αναμνήσεις πάντα μου τις στερούσαν.» Ζωές. Σαν να ήταν περισσότερες από μια. Είχε ξαναγεννηθεί περισσότερες από μια φορές; Βρισκόταν εδώ για να τελειώσει μια δουλειά που είχε ξεκινήσει πριν τόσους αιώνες; Να προκαλέσει καταστροφή σε όλους όσους ο ίδιος αγαπούσε; Πώς βρέθηκε εδώ; Γιατί δεν είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει ακόμα; Γιατί του φερόταν τόσο τρυφερά; Πότε στο παρελθόν δεν είχε αναρωτηθεί για τα κίνητρα κάποιου. Πάντα γνώριζε την αλήθεια. Γνώριζε τι ήθελαν να κρύψουν αυτοί που ήταν γύρω του. Αυτή η αβεβαιότητα τον τρέλαινε, τον εξόργιζε. Πρώτα οι απαντήσεις, αποφάσισε. Αλλά δεν είχε ιδέα πως θα την ωθούσε προς αυτήν την κατεύθυνση. 62


«Ό,τι και να έκανες... όπως και να το έκανες...» Η έκφραση της ήταν κατάπληκτη, φωτίζοντας την ολόκληρη. «Σε ευχαριστώ» Με το χέρι της να τρέμει σκούπισε ένα δάκρυ από την γωνία του ματιού της. «Σε ευχαριστώ. Πάντα ήξερα ότι είχα μια αδελφή, αλλά δεν θυμόμουνα πως έμοιαζε.» Και το άλλο όραμα; Μπορούσε να εμπιστευτεί όποια λέξη έβγαινε από το ανειλικρινές στόμα της; «Έχω μια ιδέα, αλλά δεν είμαι σίγουρη» χαμογέλασε, με ένα ζωηρό χαμόγελο άσπρων δοντιών και ατίθασης χαράς. "Ίσως ...ίσως όταν θα είμαστε ασφαλείς να μπορέσουμε να το κάνουμε πάλι αυτό; Έτσι μπορώ να μάθω αν έχω δίκιο.» Το χαμόγελο που είχε δει και πριν, μια γυμνή απόδειξη της ευχαρίστησής της, θα έπρεπε να τον προειδοποιήσει για την καταστροφική συνέπεια που θα του προκαλούσε – που μόνο ένα τέτοιο χαμόγελο θα μπορούσε. Όμως δεν τον έκανε. Κράτησε την ανάσα του, χάθηκε μέσα της – χωρίς να θέλει ποτέ να βρεθεί. Το γκρι των ματιών της φωτίστηκε τόσο πολύ, που μπορούσε να δει μικροσκοπικές μπλε κηλίδες. Το κοκκίνισμα στα μαγούλα της βάθυνε, τα δάχτυλα του τον έτρωγαν να ανακαλύψει αν το χρώμα ζέσταινε την σάρκα της, ή αν αυτά τα μάγουλα ήταν τόσο γευστικά δροσερά όσο και το υπόλοιπο σώμα της. Δεν έπρεπε να την λαχταρά με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν έπρεπε να μαλακώσει, υπενθύμισε απειλητικά τον εαυτό του. «Τι;» τον ρώτησε αβέβαιη, ξαφνικά. Επιτέλους παρατήρησε την αλλαγή επάνω του. «Δεν με έχεις κοιτάξει ποτέ έτσι πριν.» Πως σε κοιτάζω; Σαν να ήθελε να την μαχαιρώσει; Θα μπορούσε. Σύντομα. Για τον Μπέϊντεν. Για όλους 63


τους άλλους που ακόμα θρηνούσαν τον χαμό του φίλου τους. «Σαν να είμαι... φαγώσιμο» Έσκυψε και τα στήθη της τρίφτηκαν στο στέρνο του, η ανάσα της χάϊδεψε τα αυτιά του. «Μου αρέσει» του ψιθύρισε. Θα μπορούσε απλά να κάθεται εκεί, θέλοντας απελπισμένα να την αρπάξει, να την κρατήσει εκεί – να την στραγγαλίσει, βεβαίωσε τον εαυτό του – αλλά ανίκανος να κάνει το άχρηστο σώμα του να συνεργαστεί. Και στην συνέχεια, σαν να μην του είχε στείλει χιλιάδες κεραυνούς καυτής ανάγκης – και να μην ήθελε να την πνίξει – ίσιωσε την πλάτη της και επέστρεψε στην δουλειά τους κατευθείαν «Εντάξει. Λοιπόν. Δεν μπορούμε να φύγουμε ακόμα, που σημαίνει ότι πρέπει να προετοιμαστούμε. Ίσως... ίσως πρέπει να οχυρωθούμε εδώ μέσα. Αυτό μπορεί να μας δώσει λίγο χρόνο.» Να φύγουνε; Εννοούσε να φύγει μαζί του; Χωρίς τα κειμήλια που πριν είχε αναφέρει; Χωρίς να προσπαθήσει να του αποσπάσει πληροφορίες; Αυτό δεν έβγαζε νόημα. Εκτός... Να προετοιμαστεί για ποιο λόγο; Την εκτέλεση του; «Για τους άρχοντες.» Σηκώθηκε στα πόδια της και στράφηκε αργά. «Πρέπει να κλείσουμε την πόρτα ανάμεσα στα δωμάτια.» Καθώς μιλούσε, έτρεξε προς τον τοίχο. Αγκίστρωσε δάχτυλα της στην άκρη της "πόρτας" και την τράβηξε. Σκραααπ. Σταδιακά η τρύπα άρχισε να κλείνει. Η Χάϊντι έσπρωξε την ντουλάπα προς το άνοιγμα, που δεν είχε προσέξει πριν ότι υπήρχε, εμποδίζοντας οποιονδήποτε να την ανοίξει από την άλλη μεριά. Οποιονδήποτε είχε μια φυσιολογική δύναμη δηλαδή. Έκανε το ίδιο με την μπροστινή πόρτα, χρησιμοποιώντας την τουαλέτα του κρεβατιού του. 64


Ο Αμούν την παρακολουθούσε, χωρίς ακόμα να είναι κοντά στις απαντήσεις που αναζητούσε πριν, καθώς περιδιάβαινε τις αναμνήσεις μέσα στο κεφάλι της. Ίσως τώρα να ήταν ακόμα πιο μακριά. Μιλούσε σοβαρά όταν αναφερόταν στην προστασία του. Παρ'όλο το ποιος και τι ήταν. «Αν συνεχίσεις να θεραπεύεσαι τόσο γρήγορα, και αυτοί συνεχίσουν να μένουν μακριά, μπορεί να καταφέρουμε να τους πολεμήσουμε όταν τελικά προσπαθήσουν να μπουν εδώ μέσα. Μπορούμε να δραπετεύσουμε. Και ξέρω, ξέρω. Το μότο μας είναι "πέθανε αν χρειαστεί αλλά πάρε όσους πιο πολλούς Άρχοντες μπορείς μαζί σου" και ήμουν πανέτοιμη να το κάνω, όταν νόμιζα ότι δεν μπορούσες να κουνηθείς. Αλλά μερικές φορές είναι καλλίτερα να αποχωρείς και να επιστρέφεις αργότερα, καταλαβαίνεις; Μισείς τους Άρχοντες; την ρώτησε απλά για να ανακαλύψει τι θα του έλεγε. «Μίσος είναι μια ήπια λέξη δεν νομίζεις;» Ταυτόχρονα δεν σταμάτησε την προσπάθεια της να τους οχυρώνει. Του είχε πει την αλήθεια. Σοκαρίστηκε. Γιατί; «Έχω τους λόγους μου και εσύ τους δικούς σου.» Προσπάθησε να τραβήξει τον καθρέφτη από την τουαλέτα του. Ελπίζοντας να τον κομματιάσει και να χρησιμοποιήσει τα γυαλιά σαν λεπίδες; «Δεν μιλάμε για αυτούς, το θυμάσαι;» Όχι, δεν θυμάμαι, Για να δούμε τι θα απαντούσε τώρα σε αυτό; Τελικά σταμάτησε, η κοφτή ματιά της τον μαστίγωνε. «Δεν θυμάσαι το παρελθόν μας;» Νόμιζε ότι είχαν παρελθόν; Όχι, Θα έπρεπε; Προσεχτικά, έπρεπε να βαδίσει προσεχτικά. Μισόκλεισε τα βλέφαρα της, απόδειξη του αρπακτικού που παραμόνευε μέσα της. «Ορκίζομαι στο θεό μωρό μου, θα τους κάνω να πληρώσουν για κάθε τραυματισμό που σου προκάλεσαν.» Τον είχε πει μωρό της πάλι. Και το εννοούσε όταν 65


έλεγε ότι έψαχνε εκδίκηση για λογαριασμό του. Ακόμα δεν μπορούσε, δεν ήθελε να μαλακώσει απέναντι της, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ, κάτι ήταν λάθος. Η γνώση αυτή άλλαξε την κατεύθυνση του θυμού του. Δεν προσποιούταν ότι της άρεσε. Της άρεσε πραγματικά. Και όταν ο Αμούν κοίταξε πίσω τα δικά του συναισθήματα, συνειδητοποίησε ότι τα Μυστικά δεν ένοιωσαν κάποιο δόλο μέσα της. Όχι, εναντίον του τουλάχιστον. Και όσο αναξιόπιστος και να ήταν ο δαίμονας του, από την στιγμή που ο Αμούν ξύπνησε, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να το διαψεύσει. Τα δάκτυλα της Χάίντι γαντζώθηκαν τόσο σφιχτά γύρω από την κορνίζα του καθρέπτη που άσπρισαν. Μετά από λίγα λεπτά βαριανασαίνοντας κατάφερε να αποκολλήσει την ξύλινη κορνίζα από τον καθρέπτη. Τι κάνεις εκεί; την ρώτησε. «Χρειαζόμαστε όπλα» Η ματιά της έψαξε το δωμάτιο – το έκανε συχνά αυτό, συνειδητοποίησε και σκέφτηκε ότι ήταν ένα αμυντικό ένστικτο – πριν αυτή εισβάλει στην ντουλάπα του. Προχώρησε μέσα στην ντουλάπα και μετά εξαφανίστηκε μέσα της. Είχε πολλά όπλα κρυμμένα εκεί μέσα, αλλά ήξερε ότι εκείνη δεν θα μπορούσε να τα βρει. Κανένα δεν μπορούσε να κρύψει πράγματα όπως ο Αμούν. Ό,τι ήθελε να παραμείνει αόρατο, παρέμενε αόρατο. Σύντομα βγήκε από την ντουλάπα με ένα πουκάμισο του τυλιγμένο στον καρπό της, και αυτό ήταν όλο. Παρ'όλα αυτά εξέπεμπε ικανοποίηση. Σχεδόν ένα δευτερόλεπτο πέρασε και εκείνη έφθασε στον καθρέπτη και άρχισε να τον χτυπάει δυνατά, ξανά και ξανά. Γκαπ, γκαπ. «Έχουν ολόκληρη γκαρνταρόμπα εκεί μέσα.» του είπε. «Αυτό το δωμάτιο πρέπει να ανήκει σε κάποιον από αυτούς.» Ο καθρέπτης θρυμματίστηκε με το δεύτερο χτύπημα και ελευθέρωσε τον καρπό της από το πουκάμισο του, αφήνοντας το να πέσει στο πάτωμα. Ένας από αυτούς είχε είπε. Όπως είχε υποψιαστεί, 66


σήκωσε αρκετά κομμάτια, δοκίμασε το βάρος τους, τα περιεργάστηκε στο φώς. Με μια κίνηση, έχωσε μερικά στις τσέπες της, Χάϊντι. Ξαφνιάστηκε σαν να τρόμαξε. «Συγγνώμη. Ναι;» Ποιος... είμαι εγώ; «Δεν ξέρεις ούτε το όνομα σου;» Ένα κατσούφιασμα σκοτείνιασε την έκφρασή της. «Το όνομα σου είναι Μίσα. Βγαίνουμε περίπου επτά μήνες « Μίσα, όπως το τατουάζ στο μπράτσο της. Μίσα το "μωρό" της. Αυτός νόμιζε ότι ήταν; Και είμαι κυνηγός; «Ναι.» Όπως εσύ; «Ναι.» Το παραδέχτηκε τόσο απλά χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Εκτός και αν ήταν ηθοποιός πρώτου βεληνεκούς, τόσο ικανή να κοροϊδέψει έναν δαίμονα, Πραγματικά πίστευε ότι του έλεγε, ότι αυτός ήταν ο Μίσα, ένας Κυνηγός. Το στομάχι του Αμούν δέθηκε κόμπος, ένοιωθε λεπίδες να τον μαχαιρώνουν. Λοιπόν αυτό ήταν. Απόδειξη η ίδια της η παραδοχή, ότι ήταν εχθρός του. Έπρεπε να την σκοτώσει, πριν εκείνη ανακαλύψει την αλήθεια γι' αυτόν. Πριν προλάβει να σκεφτεί να τον πολεμήσει, να τον τραυματίσει όταν αυτός δεν θα μπορούσε καν να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και αυτή μόλις τους είχε κλειδώσει μέσα σε αυτό το δωμάτιο, παγιδεύοντας αποτελεσματικά τον εαυτό της μαζί του, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να την καλέσει κοντά του, να τυλίξει τα χέρια του στον όμορφο λαιμό της και να την πνίξει όπως από την αρχή ήθελε. Μπορεί να ήταν αδύναμος, η πράξη μπορεί να του προκαλούσε πόνο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν μπορούσε. Χάϊντι, πρόβαλλε το όνομα της και η λέξη βγήκε σαν κρώξιμο ακόμα και στο δικό του το μυαλό. «Ναι;» 67


Μην το κάνεις, μέρος του μυαλού του φώναξε. Ήταν γλυκιά και αξιαγάπητη και υπερβολικά νόστιμη. Τα μυστικά μπορεί ακόμα και να κλαψούρισαν, υπερβολικά πρόθυμα να επιστρέψουν στο μυαλό της και να παίξουν παρά να καταστρέψουν. Η άλλη πλευρά του Αμούν έφερε στην μνήμη του τις προηγούμενες πράξεις της, το τωρινό της μότο "πέθανε αν χρειαστεί αλλά πάρε όσους πιο πολλούς Άρχοντες μπορείς μαζί σου." Την στιγμή που εκείνη θα καταλάβαινε ότι δεν ήταν αυτός ο Μίσα – η γροθιά του Αμούν σφίχτηκε – πόσο απεχθανόταν αυτό το κάθαρμα. Για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο επειδή ήταν κυνηγός, αυτή θα του επιτίθονταν. Δεν υπήρχε περίπτωση να την σταματήσει, αν αυτός αποτύγχανε να αντιδράσει. Και γρήγορα. Αποφασισμένος, σήκωσε το πηγούνι του. Έλα εδώ, της είπε.

68


Κεφάλαιο 5 Ασθμαίνοντας από την προσπάθεια – αυτά τα χάπια έφερναν τον όλεθρο στο σώμα της – η Χαϊντι δρασκέλισε το κρεβάτι. Άφησε μια κοφτερή λεπίδα δίπλα στο κομοδίνο, εκεί που ο Μίσα μπορούσε να την φτάσει, μετά έχωσε άλλη μια κάτω από το μαξιλάρι του. Ποτέ δεν έβλαπτε να έχεις δύο όπλα στην διάθεση σου, από το να έχεις μόνο ένα. Στην συνέχεια έψαξε το κομοδίνο, έκπληκτη που δεν είχε σκεφτεί να το κάνει νωρίτερα. Βρήκε πολλά καλούδια μέσα. Οδοντόκρεμα, μια οδοντόβουρτσα , στοματικό διάλυμα, αντιβιοτική αλοιφή, επιδέσμους και υγρά μαντηλάκια. Τίποτα από όλα αυτά δεν έβγαζε νόημα. Είτε οι Άρχοντες επιθυμούσαν να βασανίσουν τον Μίσα υποδεικνύοντάς του αυτά που δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει είτε επιθυμούσαν να τα χρησιμοποιήσει. Καλά, θα τους έδειχνε αυτή! Χρησιμοποίησε το αφρόλουτρο και τα υγρά μαντηλάκια και βοήθησε τον Μίσα να κάνει το ίδιο, καθαρίζοντας τον από πάνω μέχρι κάτω, ακόμα και στα πιο απόκρυφα σημεία, πράγμα που την άφησε ξαναμμένη. Διάολε, έλα καλό μου αγόρι – και στην συνέχεια άπλωσε την αλοιφή στους καρπούς του, όσο πιο απαλά μπορούσε. Την παρακολουθούσε, σιωπηλός, με αποφασιστικά μαύρα μάτια αλλά και ανεξιχνίαστα. Το μισούσε που δεν μπορούσε να θυμηθεί αυτήν ή την σχέση τους. Όχι ότι είχε πολλά να θυμηθεί, αλλά πριν μήνες είχαν φτάσει σε μια συμφωνία. Έπρεπε να γνωριστούν καλά πριν κάνουν έρωτα, αλλά έπρεπε να μάθουν ο ένας τον άλλον χωρίς να συζητήσουν για το παρελθόν τους. Επίσης είχαν ορκιστεί πως, ό,τι και να γινότανε, δεν θα έβγαιναν με άλλους. 69


Γιατί είχε συμφωνήσει με αυτό; αναρωτιόταν τώρα. Εκείνη την εποχή, είχε σκεφτεί ότι την σεβόταν, και ήλπιζε να διευκολύνει κάπως την ντροπαλή της φύση. Αλλά αν δεν είχε αυτά τα οράματα τότε, δεν θα είχε συμφωνήσει ποτέ σε έναν τέτοιο διακανονισμό. Επειδή με όλους αυτούς τους περιορισμούς συνειδητοποιούσε ότι δεν είχαν μια κανονική σχέση. Υπήρχε μεγάλη ανοχή. Αυτό θα άλλαζε σύντομα, ορκίστηκε. Είχε έρθει ξωπίσω της, πολέμησε για να την βρει και υπέμεινε φρικιαστικά βασανιστήρια για λογαριασμό της. Άξιζε να του δώσει τα πάντα. Οπότε θα του τα έδινα. Όταν τελείωσε, έβαλε τα πάντα πίσω στο συρτάρι. «Τώρα. Οι λεπίδες θα σου κόψουν τα χέρια εάν τις χρησιμοποιήσεις,» είπε καθισμένη πιο αναπαυτικά δίπλα του. «και με όλο αυτό το αίμα που έχεις ήδη χάσει...» η φωνή της έσβησε. Δεν ήθελε να του θυμίζει την αδυναμία του. Ήταν ένας πολεμιστής στην ψυχή και μπορεί να σκεφτόταν ότι έπρεπε να αποδείξει την δύναμη του, αν τον πίεζε σθεναρά. «Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι χρησιμοποίησε τα μόνο αν είναι απόλυτη ανάγκη. Εντάξει;» Μπορεί να θεραπευόταν σωματικά με έναν εκπληκτικό ρυθμό τον οποίο δεν μπορούσε να εξηγήσει, αλλά η ανησυχία της γι αυτόν δεν είχε μειωθεί. Τον είχαν βασανίσει, και του είχαν κάνει μια γαμημένη πλύση εγκεφάλου με τον πιο φρικτό τρόπο. Θα ήταν ένας διαφορετικός άντρας τώρα. Ήδη έδειχνε σημάδια αλλαγής. Πάντα ήταν ένας δυνατός άντρας και αυτή του η δύναμη, είχε ενταθεί και είχε γίνει πιο σκοτεινή τους τελευταίους αυτούς μήνες, τρομάζοντας τους πάντες γύρω του. Οι διαθέσεις των άλλων άλλαζαν προς το χειρότερο, όταν τον πλησίαζαν και πριν καν αυτός μιλήσει. Ακόμη και η δικιά της. Τώρα, ήταν το ίδιο δυνατός, αλλά η σκοτεινότητα 70


του είχε εξασθενήσει. Της είχε πραγματικά φτιάξει την διάθεση. Παλιότερα, η σκέψη του να κοιμηθεί μαζί του, την ενοχλούσε. Ένοιωθε ότι αν το έκανε θα εξαπατούσε τον εαυτό της... με κάτι.... Το σκίρτημα υπέθεσε. Και ίσως αν είχε νοιώσει αυτό το σκίρτημα, θα ένοιωθε άνετα να συζητήσει μαζί του το παρελθόν της. Πότε δεν του είχε πει, ότι είχε ξαναζήσει, ότι είχε ξαναπεθάνει. Δεν του είχε πει τι της συνέβαινε αφού πέθαινε. Ότι είχε ζήσει πολύ περισσότερο από τα υποτιθέμενα είκοσι κάτι χρόνια της. Ότι είχε ζήσει εκατό ζωές αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί οποιαδήποτε λεπτομέρεια από αυτές, που να μην περιείχε αίμα, πόνο και θάνατο. Ότι έκανε τατουάζ στον εαυτό της έτσι ώστε να βρίσκει κάποιον σύνδεσμο με τα καλά πράγματα που της είχαν συμβεί. Εσκεμμένα δεν το είχε πει ποτέ σε κανέναν. Πρώτον δεν εμπιστευόταν τους ανθρώπους. Ποτέ. Ούτε τον Μίσα, όχι απόλυτα. Δεύτερον, όταν η δουλειά σου είναι να σκοτώνεις όποιον έχει υπερφυσικές ικανότητες – επειδή αυτή η ικανότητα σήμαινε πιθανότερα ότι ήσουν μολυσμένος με έναν δαίμονα – δεν παραδεχόσουν ότι κι εσύ η ίδια είχες μια δική σου υπερφυσική ικανότητα. Και τρίτον, όσοι λιγότεροι γνώριζαν για αυτήν, τόσο πιο εύκολο γινόταν να γυρίζει από τους νεκρούς σαν κάποια άλλη. Παρ'όλα αυτά ένοιωθε ότι θα της άρεσε να ομολογήσει όλα της τα μυστικά σε αυτόν εδώ τον άντρα. Ακόμα και αν ήταν πιο απόμακρος από ποτέ – είχε υπομείνει τόσα πολλά και πάλι φαινόταν σαν να ένοιωθε ελάχιστα τον πόνο του. Είχαν συνδεθεί με έναν τρόπο που ποτέ δεν το είχαν κάνει στο παρελθόν και αυτός ήταν τόσο καλός μαζί της. Πάνω από όλα αισθανόταν ασφαλής μαζί του. Και επιθυμητή. Ναι την είχε ποθήσει στο παρελθόν. Αλλά αυτή η 71


επιθυμία μετριαζόταν από έναν μικρό δισταγμό. Τώρα, τίποτα δεν θα σταματούσε αυτόν τον άντρα από το να πάρει αυτό που ήθελε. Αν τον απέκρουε, σκέφτηκε ότι μπορεί να την βοηθούσε να δει την ανοησία της. Με την καλή έννοια πάντα. Τα προστατευτικά του ένστικτα ήταν πολύ ακονισμένα ενάντια σε οτιδήποτε άλλο. Κοίτα πόσο τρυφερά της είχε χαϊδέψει τα μάγουλα. Και υπήρχαν και σωματικές διαφορές, επίσης αντιλήφθηκε. Τα χείλη του φαινόταν πιο σαρκώδη, αλλά φυσικά αυτό μπορούσε να είναι από το πρήξιμο. Οι βλεφαρίδες του ήταν σίγουρα πιο μακριές, τα μάτια του ήταν τώρα τόσο μαύρα που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις την κόρη από την ίριδα. Οι ώμοι του ήταν πιο φαρδιοί, οι γραμμώσεις των κοιλιακών του πιο πολλοί και πιο έντονοι. Γνώριζε ότι οι Άρχοντες τον είχαν μαρκάρει με την πεταλούδα τους, αλλά εάν του είχαν κάνει κάτι περισσότερο; Εάν, με κάποιο τρόπο τον είχαν στοιχειώσει με έναν δαίμονας και γι' αυτό κουβαλούσε το σημάδι του; Στέγνωσε το στόμα της, συνειδητοποιώντας την πιθανότητα του τι ήταν. Σχεδόν. Ο Γκέϊλεν, ο αρχηγός των Κυνηγών, είχε βρει έναν τρόπο να ζευγαρώσει έναν άνθρωπο με έναν δαίμονα. Μπορεί να τα είχαν καταφέρει και οι Άρχοντες επίσης. Χαϊντι. Ανοιγόκλεισε τα ματιά της, καθώς αυτή η βραχνή φωνή διείσδυσε στις σκέψεις της, έσπρωξε τις υποψίες της στο πίσω μέρος του μυαλού της. Τρομάζοντας έναν άντρα σε αυτήν την κατάσταση δεν θα ήταν σοφό. Ή μπορεί ήδη να γνώριζε, αλλά δεν ήξερε πώς να της το πει. Άραγε φοβόταν ότι θα έφευγε από αυτόν αν μάθαινε για την κατάληψη του από τον δαίμονα. Χάϊντι, επανέλαβε. «Συγγνώμη. Το μυαλό μου ταξίδευε. Δύο φορές.» Γλίστρησε πιο κοντά του, σταματώντας μόνο όταν τα χείλη της άγγιξαν τα δικά του. Μόρφασε, καθώς ανασηκώθηκε για να κάτσει στο 72


κρεβάτι. Τόσο κοντά του που μπορούσε να νοιώθει την ζεστασιά του δέρματος του. Τόση θερμότητα του, που και πάλι δεν είχε συναντήσει παρόμοια. Άλλη μια διαφορά. Δεν ήταν ποτέ τόσο θερμός πριν. Διαφορετικά, θα είχε ενδώσει και θα είχε κοιμηθεί μαζί του ακόμη και χωρίς το σκίρτημα. Δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό της. Τίποτα δεν ήταν πιο γευστικό από τη γλυκιά κάψα που ένοιωθε για αυτόν. Χάϊντι, επανέλαβε. Πάλι βλεφάρισε, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί. Έπρεπε να σταματήσει να διαβαίνει αυτά τα ανεπιθύμητα νοητικά μονοπάτια. «Συγγνώμη. Τι χρειάζεσαι μωρό μου;» Να σε αγγίξω. Κατάφερε να σηκώσει τα χέρια του μόνος του αυτήν την φορά και να ακουμπήσει τους κροτάφους της. Περισσότερη από την θέρμη του την τύλιξε. Το δέρμα του ήταν ένα ζωντανό καλώδιο πάνω στο δικό της. Αναρίγησε και έγειρε στην αγκαλιά του γουργουρίζοντας κυριολεκτικά. Έκπληξη φάνηκε στο βλέμμα του – μάτια που τρεμόπαιξαν με πορφυρές λάμψεις Ω, ναι σκέφτηκε και οι ελπίδες της βούλιαξαν τελείως. Ήταν δαιμονισμένος. Το γνώριζε και αυτός. Και δεν περίμενε ότι θα τον ήθελε ακόμα. Φτωχή μου αγάπη. Λες και μπορούσε ποτέ να τον προδώσει. Δεν είχε μπορέσει να αποτρέψει ό,τι είχε συμβεί και εκείνη δεν θα τον απέρριπτε για αυτό . Άλλωστε η μάχη της ήταν με τους Άρχοντες και όχι με τους δαίμονες τους, αφορούσαν τις πράξεις τους. Ο Μίσα δεν την είχε μολύνει. Δεν είχε σκοτώσει την οικογένεια της. Αίμα, ένα ποτάμι αίματος ανάμεσα στην μητέρας και στον πατέρα της. Και οι δύο αβοήθητοι... νεκροί. Έδιωξε την ανάμνηση μακριά πριν καταφέρει να την τραβήξει στο λάκκο της απελπισίας. 73


«Αν σου έκαναν κάτι, κάτι διαβολικό, θα σε βοηθήσω να το ξεπεράσεις.» του είπε απαλά βάζοντας τα χέρια της πάνω στα δικά του. Το να τον αγγίζει είχε μετατραπεί σε ανάγκη. «Δεν θα σε καταδώσω στον Γκέϊλεν ή στον Στέφανο. Δεν θα σε προδώσω. Ό,τι και να γίνει. Και αν αρχίσεις να κάνεις... πράγματα, κακά πράγματα – όπως να μαστιγώνεις και να σκοτώνεις αδιακρίτως – λοιπόν, θα σε φροντίσω.» Θα έδειχνε έλεος. Και μόνο αφού έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της ώστε να εξολόθρευση τον δαίμονα του. Θα απεχθανόταν τον εαυτό της και πιθανότατα θα ξαναθυμόταν την πράξη ξανά και ξανά με κάθε καινούργια ζωή που θα βίωνε, αλλά θα έκανε ό,τι ήταν αναγκαίο για να σώσει αθώες οικογένειες από την αιματοβαμμένη μοίρα που είχε η δική της. Ακόμα και αν έπρεπε να καταστρέψει τον εαυτό της και την μοναδική πηγή ευτυχίας της. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;» τον ρώτησε μαλακά Και πάλι έκπληξη φάνηκε στα μάτια του, προσθέτοντας μικρές κεχριμπαρένιες πινελιές στις σκοτεινές του ίριδες. Ευτυχώς, το κόκκινο είχε φύγει Κάτι διαβολικό. Σαν...; Άλλο ένα ρίγος την διαπέρασε. Άρχισε να αγαπάει τις φορές που η φωνή του γλιστρούσε μέσα στο μυαλό της, τόσο ζεστή όσο και το σώμα του. «Μια... κατάληψη από δαίμονα» Τον ένοιωσε να τσιτώνεται. Πες μου τα πάντα. Πως ήρθες εδώ. Ποιος είναι ο σκοπός σου, την ρώτησε. Τουλάχιστον δεν την είχε διώξει αφού είχε μαντέψει την αλήθεια. Ή δεν φαινόταν να την φοβάται. Ωραία, «Εντάξει,» του απάντησε. Κατέβασε τα χέρια του στην αγκαλιά της και τα έσφιξε. Δεν διαμαρτυρήθηκε. «Ο δαίμονας της Ήττας, αυτός που τον φιλοξε74


νούσε ο Άρχοντας Στράιντερ – δεν ξέρω αν τον θυμάσαι από τις φωτογραφίες που έχουμε δει;» Ο Μίσα απλώς κατένευσε. Κι εκείνη συνέχισε. «Βρισκόταν στην Ρώμη. Είχε τον Αόρατο Μανδύα. Τον εντοπίσαμε και τον κυνηγήσαμε. Κατάφερε να με αιχμαλωτίσει.» Πικρία φάνηκε στον τόνο της φωνής της. Είχε μετατραπεί σε έναν τόσο εύκολο στόχο. «Νομίζω ότι ήθελε να με σκοτώσει, αλλά για κάποιον λόγο άλλαξε γνώμη. Τον έπιασα να με κοιτάζει... ξέρεις, σαν να με ήθελε, αλλά αυτό δεν μπορεί να το πιστέψω. Με αντιπαθεί. Τέλος πάντων, με έφερε εδώ. Με έβαλε στο δωμάτιο δίπλα σου. Σε άκουσα να φωνάζεις και βασικά άρχισα να γδέρνω τον τοίχο για να σε φτάσω. Δεν απάντησε, αλλά η έκφραση του ήταν τεταμένη. Πόσο καιρό βρισκόταν εκεί; αναρωτήθηκε εκείνη καθώς η ενοχή έτρωγε τα σωθικά της. Έπρεπε να είχε πολεμήσει τον Στράϊντερ πιο σκληρά. Έπρεπε να είχε δραπετεύσει και να είχε βρει τον Μίσα πριν χτυπηθεί. Υπέφερε τώρα εξαιτίας της. Δεν θα μπορούσε να του το ξεπληρώσει ποτέ, αλλά θεέ μου πόσο ήθελε να προσπαθήσει. «Μίσα;» Χωρίς η ματιά της αφήσει το όμορφο αλλά αγριεμένο πρόσωπο του, σύρθηκε ακόμη πιο κοντά του. ακούμπησε τα πλεγμένα χέρια τους πάνω στην μέση του, καθώς έσκυψε προς το μέρος του... πιο κοντά... και μαλακά, απαλά, πίεσε τα χείλη της στα δικά του. «Λυπάμαι που βρίσκεσαι εδώ. Λυπάμαι για όλα όσα σου έκαναν.» Αρχικά, εκείνος δεν αντέδρασε. Ούτε στα λόγια της ούτε στο φιλί της. Ούτε και απάντησε. Δεν αποτραβήχτηκε πονώντας αλλά και ούτε την ενθάρρυνε να βαθύνει το φιλί της. Και ξαφνικά σκλήρυνε, τα δάκτυλα του έσφιξαν τα δικά της. Και πήρε μια βαθιά εισπνοή, σαν να μην μπορούσε να χορτάσει την μυρωδιά της. Μετά έγειρε το κεφάλι του και άνοιξε το στόμα του. Όχι απλά καλωσορίζοντας την, αλλά και 75


προτρέποντας την. Αναστενάζοντας, γλίστρησε την γλώσσα της ανάμεσα από τα χείλη του, μέσα από τα δόντια του, και τινάχτηκε από το ξαφνικό κέντρισμα διέγερσης, που την διαπέρασε. Είχε την γεύση μέντας από την οδοντόκρεμα, αλλά και πιπεράτη σαν σκοτεινό ναρκωτικό, παρασύροντας την, δελεάζοντας την... απαιτώντας μια ανταπόκριση. Μια ανταπόκριση που δεν μπορούσε να του αρνηθεί. Η ανάσα της έγινε ρηχή, οι θηλές της ερεθίστηκαν και κάθε κύτταρο του κορμιού της άρχισε να σιγοκαίει στην πιο γλυκιά φωτιά. Κι άλλο, σκέφτηκε. Η γλώσσα του συνάντησε την δικιά της, την τύλιξε, χόρεψαν και πάλεψαν, και η ζεστασιά απλωνόταν και γινόταν πιο έντονη. Και τότε άρχισε να βογκάει, να πιέζει περισσότερο, να ωθεί την γλώσσα του μέσα της, σαν να έκανε έρωτα στο στόμα της. Τον είχε φιλήσει κάποιες λίγες φορές στο παρελθόν και είχε απογοητευθεί κάθε μια από αυτές. Αυτή την φορά δεν υπήρχε απογοήτευση. Υπήρχε μια συγκλονιστική έξαψη , ένας λάγνος κίνδυνος και μια μεθυστική ευδαιμονία. Τα δάκτυλα της κινηθήκαν από μόνα τους, ανεβαίνοντας ψηλά και μπερδεύτηκαν μέσα στα μαλλιά του. Απαλά, μεταξένια μαλλιά σαν μωρού. Κι άλλο, είπε αυτός αυτήν την φορά και οι δυο λέξεις έσκουξαν μέσα στο κεφάλι της. «Ω, ναι.» κι άλλο. Δεν ήθελε αυτό να τελειώσει ποτέ. Είχε ένα μυαλό γεμάτο από άσχημες αναμνήσεις, αλλά καθώς γευόταν την εξωτική του γεύση, είχε παρασυρθεί τελείως, το παρελθόν ήταν ξεχασμένο, το παρόν συναρπαστικό, και το μέλλον κάτι που θα περίμενε με ανυπομονησία. Τόσο ωραία. «Δεν θέλω να σε πληγώσω. Μην με αφήσεις να σε πληγώσω.» Το να σταματήσεις τώρα θα ήταν το μόνο πράγμα που θα με πλήγωνε. Το φιλί τους πρέπει να του προκάλεσε μια έκρηξη αδρεναλίνης, κάτι τέλος πάντων, γιατί 76


το επόμενο πράγμα που κατάλαβε ήταν, ότι απέκτησε αρκετή δύναμη ώστε να την σηκώσει, αναγκάζοντας την να τον καβαλικέψει. Η στύση του πίεσε τον πεινασμένο πυρήνα της, τόσο σκληρός και μεγάλος που της έκοψε την ανάσα. Η λέξη όμορφα δεν ήταν αρκετή για να περιγράψει αυτό που ένοιωθε. Ένοιωσε την γη να σείεται κάτω από τα πόδια της. Ανήμπορη να αντισταθεί, τρίφτηκε πάνω του, κυρτώθηκε και άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω. Κάθε φορά που τον ακουμπούσε, κάθε φορά που ενώνονταν μαζί του, άφηνε ένα βογγητό ανεκπλήρωτης ανάγκης. Ένοιωθε να σκιρτά κάθε απόληξη του κορμιού της και ορμητικά κύματα απόλαυσης την κατέκλυζαν. Κι άλλο. «Σε παρακαλώ» Η φωνή της ένα αδύναμο κλαψούρισμα. Το χέρι του βυθίστηκε στο εσώρουχο της και αγκάλιασε τον γλουτό της. Δέρμα με δέρμα, μια καυτή δήλωση κυριαρχίας. Το άλλο του χέρι ανέβηκε στην ραχοκοκαλιά της και έφτασε στο πίσω μέρος του λαιμού της. Την επόμενη στιγμή, την γύρισε, ουσιαστικά πετώντας την στην κορυφή του κρεβατιού και έγειρε πάνω της, συνθλίβοντας την με το βάρος του. Το φιλί τους δεν διακόπηκε καν. Η γλώσσα του έπαιζε με την δική της ξανά και ξανά, προσφέροντας της την έκσταση που είχε ανάγκη αλλά κάνοντας την επίσης να φλέγεται από πόθο. Δεν βοήθησε καθόλου το γεγονός ότι οι γοφοί του άρχισαν να λικνίζονται πάνω στην κλειτορίδα της, το χέρι του πάνω στους γλουτούς της την ανάγκασε να ανασηκωθεί και να τον συναντήσει, κάνοντας την να γλιστρά πάνω κάτω στην στύση του. Η τριβή την έκαιγε, την έκαιγε τόσο διαολεμένα γλυκά. Δεν είχε ξαναβιώσει κάτι τέτοιο ποτέ της. Δεν πρέπει να το κάνουμε αυτό. Ήταν πολύ αργά πια γι' αυτή, και δεν την ενδια77


φέρει τι γινότανε γύρω της, ο κίνδυνος. «Σε χρειάζομαι» Ναι. Ήθελε να γελάσει με το πόσο εύκολα εκείνος είχε πειστεί να συνεχίσει, αλλά προς το παρόν την ενδιέφερε μόνο ένα πράγμα. Η κορύφωση. Τα νύχια της όργωσαν την πλάτη του, πιθανότατα αφήνοντας γρατζουνιές με αίμα. Προσπάθησε να μετριάσει την αντίδραση της, να ηρεμήσει πριν την έκρηξη και πριν αγριέψει και τον τραυματίσει περισσότερο, αλλά δεν μπορούσε. Η λαχτάρα της.... κυριαρχούσε, την καθοδηγούσε, θολώνοντας τελείως το μυαλό της. «Θέλω...» Η Χάϊντι τύλιξε τα πόδια της στην μέση του και έδεσε τους αστράγαλους της μαζί. Ο Αμούν χούφτωσε το στήθος της, τρίβοντας την θηλή της ανάμεσα στα δάκτυλα του. Ακόμα και μέσα από το πουκάμισο και το σουτιέν της μπορούσε να νοιώσει την θέρμη του. Ένα φλογερό μαρκάρισμα. «Θέλω...» Εμένα. Θέλεις εμένα. Ο ΑΜΟΥΝ ΗΤΑΝ ΧΑΜΕΝΟΣ. Είχε βάλει τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της Χάϊντι, έτοιμος να τον τσακίσει. Τον είχε κοιτάξει με εκείνα τα μαργαριταρένια γκρι μάτια της, με τις σαρωτικές μακριές βλεφαρίδες, με τα απαλά σουφρωμένα χείλη, και με τις ροζ τούφες της να πέφτουν στο μέτωπο της. Του είχε μιλήσει για το πώς θα τον έσωζε... και μετά ένα σκοτεινό συναίσθημα είχε συνεπάρει την έκφραση της. Ένα συναίσθημα που δεν μπόρεσε να διαβάσει, αλλά μίσησε τόσο πολύ. Είχε σκύψει πάνω του, με μια αθωότητα που ο ίδιος δεν είχε, ζητώντας του συγγνώμη λες και ο πόνος του ήταν με κάποιο τρόπο δικό της λάθος. Και αυτός είχε ξεχάσει τις πληγές του σώματος του. Είχε ξεχάσει τα πάντα. Είχε νοιώσει ανήμπορος να κάνει κάτι άλλο από το να δεχτεί τα χείλη της πάνω στα δικά του. Μετά είχε νοιώσει την ανάσα της και το να δεχτεί απλά το φιλί της δεν ήταν πια επιλογή. Είχε ανάγκη να την κυριαρχήσει. Να την κάνει δική του. Παίρνοντας της τα πάντα. Δίνοντας της τα πάντα. 78


Δεν είχε κατανοήσει αυτές του τις επιθυμίες, ακόμα δεν τις κατανοούσε, αλλά δεν μπορούσε να αναγκάσει τον εαυτό του να νοιαστεί. Την στιγμή που οι γλώσσες τους μπερδεύτηκαν, το κορμί του μετατράπηκε σε τρικυμία, και αυτή η γυναίκα είχε γίνει η μοναδική του άγκυρα. Τώρα όλοι οι δαίμονες μέσα του – τόσες πολλές φωνές, τόσες πολλές σκέψεις και ορμές – κλυδωνίζονταν μανιωδώς, ανίκανοι να μείνουν στο πίσω μέρος του μυαλού του. Δεν τους άρεσε εκείνη, είχαν προσπαθήσει να της κρυφτούν, αλλά τώρα ήθελαν απελπισμένα να μείνουν μακριά της. Διαισθάνθηκε την αναταραχή τους, τον φόβο τους, αλλά τους έλκυε αυτό το απρόσκλητο, όπως και αυτόν. Οι δαίμονες αντιστάθηκαν. Αυτός δεν είχε αντισταθεί. Απλά είχε ενδώσει. Τώρα αγωνιζόταν να συγκρατήσει τους δαίμονες, να τους κρατήσει στην θέση τους, καθώς η Χαϊντι σπαρταρούσε στην αγκαλιά του, το παρακμιακό, δροσερό δέρμα της γαργαλούσε τις παλάμες του. Σύντομα είχε πρόβλημα ακόμα και να θυμηθεί τι ήθελε να κάνει. Ήταν μια αγνή απόλαυση στην αγκαλιά του. Ένας δαίμονας η ίδια, κυριαρχώντας τον, οδηγώντας τον. Και τότε ήταν που κατάλαβε ότι δεν τον ένοιαζε που εκείνη ήταν Κυνηγός. Δεν τον ένοιαζε που εκείνη είχε στόχο να βλάψει τους φίλους του. Που είχε βλάψει τον καλλίτερο του φίλο. Αυτό του ήταν... απαραίτητο. Η γεύση της ήταν σαν το Νερό της Ζωής που μπορούσε να βρεθεί μόνο στους ουρανούς. Αγνή, φρέσκια, τραγανή. Και όταν αυτή δάγκωσε τα χείλη του, δεν τον ενδιέφερε πλέον να είναι ευγενική μαζί του, ήταν κι αυτή παθιασμένη μέχρι τρέλας για να νοιαστεί, όπως κι αυτός, οι σκέψεις του εκτροχιάστηκαν, επαναπροσδιορίζοντας τον αρχικό του στόχο: Να την κατακτήσει. Εντελώς. Ολοκληρωτικά. Απομάκρυνε τα δάχτυλά του από τον γλουτό της και γλίστρησε το χέρι του προς τα μπρος. Εσώρουχο. Βαμβάκι. 79


Γαμώτο. Καλό. Δική μου, σκέφτηκε πάλι, χωρίς πάλι να νοιάζεται για τις συνέπειες. Θα το σκέφτονταν αργότερα. Αύριο, ίσως. Τώρα, εδώ, ήταν δική του. Απελπισμένος, θέλοντας να νοιώσει τον θηλυκό της πυρήνα, έκανε στην άκρη το εσώρουχό της. Τόσο υγρή, λεία, έτοιμη. Θεοί, τον ήθελε τόσο πολύ... Ένα βογγητό αναδύθηκε από τα βάθη του λαιμού του και σύρθηκε προς τα έξω. Σφίχτηκε για μια στιγμή, φοβούμενος τι θα μπορούσε να ακολουθήσει, ακόμη και με τον παραμικρό ήχο, αλλά το στόμα του παρέμεινε συγκεντρωμένο πάνω στο στόμα της Χάϊντι και στην ενθουσιώδης γλώσσα της. Καμμιά λέξη δεν σχηματίστηκε. Χαλαρώνοντας, διαπέρασε τις πτυχές της , βρήκε την κλειτορίδα της και την πίεσε με την άκρη παλάμη του. Κραύγασε, οι γοφοί της τινάχτηκαν από το κρεβάτι και τα νύχια της χώθηκαν στην πλάτη του. Αυτό είναι ωραίο. Σου αρέσει. Θα έπρεπε να ήταν ερωτήσεις αλλά βγήκαν σαν δηλώσεις πραγματικότητας. «Ναι, σε παρακαλώ. Κι άλλο.» Ακούγοντας την να ικετεύει κόντεψε να φτάσει ο ίδιος στην κορύφωση. Τι θέλεις; τι άλλο σου αρέσει; «Εσένα, μόνο εσένα.» Τα μάτια της ήταν κλειστά, η γλώσσα της σάρωνε τα χείλη της και έπαιρνε την γεύση του. Ήταν τόσο χαμένη όσο ήταν και αυτός. Ήταν ποτέ έτσι πριν; Μεταξύ μας; Την στιγμή που ρώτησε, σφίχτηκε. Δεν ήθελε να ξέρει. Δεν ήθελε... «Θεέ μου όχι. Ήμασταν χάλια παλιά» Της έδωσε άλλο ένα φιλί για να της δείξει την επιδοκιμασία του και αυτό τον εξέπληξε. Ο Αμούν δεν ήταν σαν τον Στράιντερ, να κυριαρχεί μέχρις εσχάτων. Ποτέ δεν τον πείραζε να μοιράζεται οτιδήποτε. Ποτέ πριν δεν είχε μετατραπεί σε άντρας των σπηλαίων για μια γυναίκα. Ποτέ δεν είχε διεκδικήσει μια γυναίκα σαν απόλυτα δική του. Στην πραγματικότητα δεν είχε 80


ερωμένη εκατοντάδες χρόνια. Ερωμένες που να γνωρίζει πάντα τι σκέφτονταν, τι πραγματικά πίστευαν γι' αυτόν, τι πραγματικά ήθελαν από αυτόν... το ειδύλλιο πάλιωνε πολύ γρήγορα. Είχε συγκεντρωθεί στον πόλεμο με τους Κυνηγούς και σε ό,τι ήταν καλός. Να σκοτώνει. Αλλά η Χάϊντι... Ήθελε να είναι ο καλλίτερος της. Αυτής μόνο. Δεν ήθελε εκείνη να σκέφτεται ότι ο παλιός Μίσα ήτανε καλλίτερος. Δεν ήθελε να σκέφτεται κανέναν άλλον άντρα πέρα από αυτόν. Τον Αμούν. «Είσαι... αυτό είναι... εκπληκτικό» Θα σε κάνω τόσο ευτυχισμένη, εσύ το είπες αυτό. Ο Αμούν άρχισε να κατεβαίνει προς τον λαιμό της, δαγκώνοντας, γλείφοντας, ρουφώντας. Μέχρι που έφτασε στην θηλή της. Σταμάτησε να είναι τρυφερός. Την δάγκωσε μέσα από το ύφασμα του πουκαμίσου της, τραβώντας το μικρό μπουμπούκι στην πύρινη θέρμη του στόματος του, καθώς έσπρωχνε ένα δάχτυλο βαθιά, βαθιά μέσα στο φύλο της. Εκείνη άφησε άλλη μια κραυγή, σκίζοντας τον αέρα. Οι μύες του κορμιού του σφίχτηκαν, απολαμβάνοντας την αίσθηση. Χριστέ μου, αλλά εκείνη τον έσφιξε δυνατά. Σταγόνες κύλισε από την άκρη του καβλιού του. Ηταν πεινασμένος γι'αυτήν. Γι'αυτό. Για περισσότερα. Τόσο πεινασμένος. Έβαλε και ένα δεύτερο δάκτυλο, κουνώντας το μέσα έξω, μέσα έξω. Εκείνη σπαρτάρησε, και ικέτευσε για περισσότερα. Οι δαίμονες γρύλιζαν υστερικά και άρπαξαν τα δεσμά που είχε φτιάξει για να τους συγκρατήσει, προσπαθώντας απεγνωσμένα να μείνουν μέσα του καθώς εκείνη τραβούσε τα μαλλιά του – σαν να τραβούσε εκείνους και πάλι. Και όμως όσο ταραγμένοι και αν ήταν οι δαίμονες δεν μπορούσαν να καταλάβουν το μυαλό του. Το κεφάλι της Χάϊντι γυρνούσε δεξιά και αριστερά «Κοντεύω... λίγο ακόμα... και θα .... πρέπει να.... Θέλω 81


να... σε παρακαλώ» Δεν μπορούσε να αφήσει τα τέρατα κοντά της. Όχι ότι αυτά ήθελαν να είναι κοντά της. Ακόμα πολεμούσαν. Θα έπρεπε να το σταματήσει αυτό, να σταματήσει αυτή την τρέλα, αλλά ήθελε να την γευτεί. Έπρεπε να την γευτεί. Δεν άξιζε να ζει αν δεν μπορούσε να την γευτεί. Ήταν λαχανιασμένη, με μικρές κρυστάλλινες στάλες παγωμένου ιδρώτα πάνω στο δέρμα της καθώς χαμήλωνε το κορμί του προς τα κάτω. Μια ανάγκη που μετά βίας κατέγραψε. Παγωμένος ιδρώτας!Ττο μπλουζάκι της μαζεύτηκε στο πάνω μέρος του σουτιέν της – λευκό, βαμβακερό, όμορφο – και αποκαλύφθηκε η επίπεδη επιφάνεια της κοιλιάς της και το βάθος του αφαλού της. Πανέμορφη. Είχε υπάρξει άλλη γυναίκα τόσο υπέροχη; Έσκισε τον καβάλο του εσώρουχου της ανοίγοντας δρόμο στο στόμα του, έγλειψε τον αφαλό της. Η κοιλιά της τρεμούλιασε. Τα γόνατα της πίεσαν τα πλευρά του, συμπιέζοντας τον. Αν ήταν άνθρωπος θα του είχε σπάσει σίγουρα κάποιο κόκκαλο. Αφήνοντας μικρά φιλιά κατευθύνθηκε προς το φερμουάρ. Εμπόδιο. Δεν μπορούσε να επιτρέψει κανένα εμπόδιο. Άλλο ένα σκίσιμο και το παντελόνι της άνοιξε διάπλατα ακριβώς όπως και το κιλοτάκι της. Και μετά την περιεργάστηκε. Ένα μικρό τρίγωνο από χλωμές μπούκλες και το υπόλοιπο γυαλιστερό και ροζ. Δικό του. Έτοιμη. Έγλυψε. Χριστέ μου, σκέφτηκε πάλι. Ποτέ δεν είχε δοκιμάσει κάτι τόσο καλό. Άλλη μια κραυγή της ξέφυγε, αυτήν την φορά βραχνή και σπασμένη. Τον άφησε και άπλωσε τα χέρια της προς τα πίσω της και να πιάσει το κεφαλάρι του κρεβατιού, η πλάτη της κύρτωσε. Αναπάντεχα οι δαίμονες ηρέμησαν, αλλά ελάχιστα. Η έλξη πάνω τους καταλάγιασε, επιτρέποντας τους να κρυφτούν. 82


Το πόμολο της πόρτας κροτάλισε. Ο Αμούν αντιλήφθηκε αμυδρά την πιθανή εισβολή αλλά δεν τον ένοιαξε. Έγλυψε .Ο παράδεισος και η κόλαση τυλιγμένοι με τον πειρασμό, οδηγώντας τον κατευθείαν στην πτώση του. Εθίζοντας τον. Κυριαρχώντας τον. Κατέχοντας τον Το πόμολο κροτάλισε και πάλι. Αυτή την φορά υπήρξε ένα τρεμόπαιγμα λογικής σκέψης μέσα στο μυαλό του. Κάποιος προσπαθούσε να μπει στο δωμάτιο. Φίλος; Εχθρός; Δεν τον ενδιέφερε. Θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να την γευτεί. Ο εισβολέας θα πλήρωνε γι'αυτό. Με πόνο. Η Χαϊντι πρέπει να διαισθάνθηκε την αυξανόμενη ανησυχία του, γιατί άνοιξε τα μάτια της και είπε, «Τί είσαι...:» 'άνοιξε το στόμα της συγχυσμένη και το έκλεισε ξανά λαχανιασμένη από τον τρόμο. «Τα μάτια σου. Είναι τελείως κόκκινα. Λάμπουν.» Αυτό που δεν του είπε: Δαίμονας. Ήξερε ότι ήταν κυριευμένος, δεν είχε σημασία ποίο νόμιζε ότι ήταν το όνομα του, και που είχε ισχυριστεί ότι θα τον προστάτευε από τους Κυνηγούς. Αλλά αυτή θα πρέπει να είναι η πρώτη της αληθινή επιβεβαίωση. Δεν υπήρχε χρόνος να την ηρεμήσει. Κάποιος έρχεται. Άρπαξε την κοφτερή λεπίδα από το κομοδίνο και γύρισε προς την πόρτα. Η Χάϊντι τινάχτηκε όρθια, ήδη κρατώντας στην παλάμη της την κοφτερή λεπίδα που είχε κρυμμένη κάτω από το μαξιλάρι. Προσπάθησε να ισιώσει τα καταστραμμένα ρούχα της καθώς άλλο ένα κροτάλισμα ακούστηκε. Μια στιγμή αργότερα, το άτομο πίσω από την πόρτα αποφάσισε να πάει τα πράγματα στο επόμενο επίπεδο. Το ξύλο ξέφυγε από τους μεντεσέδες και καθώς η πόρτα κλωτσήθηκε άγρια, ο καθρέφτης που ήταν μπροστά της εκτοξεύτηκε μέσα στο δωματίου. Ένας συννεφιασμένος Στράϊντερ μπήκε μέσα, κρατώντας μαχαίρια και στα δύο του χέρια. Όλοι οι δαίμονες μέσα στο κεφάλι του Αμούν άρχισαν να χορεύουν 83


με μια ξαφνική φρενίτιδα, ξεχνώντας την Χάϊντι και βγαίνοντας πάλι στην επιφάνεια. Βασανιστήριο... τιμωρία... πόνος... αίμα... δεινά.... ανάγκη. Την χρειάζονταν. Κάτι άλλο τον χτύπησε. κάτι που δεν είχε να κάνει με τους δαίμονες, αλλά πάντα είχε να κάνει με το βαθύ ένστικτο του. Προστασία. Έπρεπε να προστατεύσει αυτό το κορίτσι. Η γεύση της ήταν ακόμα στο στόμα του και χρειαζόταν κι άλλο. Ήθελε ακόμα κι άλλο. Αν αυτή πληγωνόταν, δεν θα μπορούσε να έχει κι άλλο. Λάθος, αυτή η σκέψη ήταν λάθος, αλλά δεν μπορούσε να την διώξει. Το ένστικτο του απαιτούσε, και αυτός υπάκουσε. Φύγε! Ούρλιαξε νοητικά στον πολεμιστή, αλλά ο Στράϊντερ δεν τον άκουσε. Ή δεν τον ένοιαξε. Όταν ο Στράϊντερ εντόπισε τον Αμούν και την Χαϊντι στο κρεβάτι, με τα σώματα του ακόμα μπλεγμένα μεταξύ τους, ανοιγόκλεισε τα μάτια. Έμεινε με ανοικτό το στόμα. Και αν ο Αμούν δεν έκανε λάθος, υπήρχε οργή στην έκφραση του. Θα την προστάτευε, σκέφτηκε ο Αμούν, κοιτώντας βλοσυρά τον φίλο του. Με οποιοδήποτε κόστος. «Σκύλα» ο πολεμιστής μούγκρισε προς την Χάϊντι «Τι στο διάβολο του έκανες;»

84


Κεφάλαιο 6 Η ΧΑΪΝΤΙ ΠΕΤΑΧΤΗΚΕ ΟΡΘΙΑ ΣΤΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ, η ανάσα, μπαινόβγαινε στο στόμα της, σαν πριόνι που έκοβε. Όπως είχε προβλέψει, το γυαλί που κρατούσε, είχε ήδη κόψει το δέρμα της σε φέτες και το αίμα έσταζε στο πάτωμα. Ούτε που πρόσεξε το τσούξιμο ή την απώλεια αίματος. Χωρίς αυτήν για μαξιλάρι ο Μίσα χτύπησε στο στρώμα, με το πρόσωπο πρώτα και γρύλισε, αλλά δεν του έδωσε σημασία. Δεν μπορούσε. Όχι αν ήθελε να τον βγάλει ζωντανό απ' το φρούριο. Και σκατά! Αυτή η αναμέτρηση δεν θα μπορούσε να συμβεί σε χειρότερη στιγμή. Η επιθυμία ακόμη έτρεχε στις φλέβες της, συμπαγής και βαριά, εξασθενίζοντας τις αντιδράσεις της και κάνοντας τα άκρα της βαριά σαν πέτρα. Το στήθος της, της φαινόταν κούφιο και οι μύες της πονούσαν. Ίσως να μπορούσε να τα αντιμετωπίσει αυτά τα πράγματα, αλλά το μυαλό της ήταν τόσο θολωμένο λες και είχε κατεβάσει ένα σωρό διαφορετικά χάπια, ένα μείγμα από ηρεμιστικά, διεγερτικά και αφροδισιακά. Και μπορούσε να κατηγορήσει αποκλειστικά και μόνο τον Μίσα. Τα φιλιά του ήταν σαν τεχνητή αναπνοή για την ψυχή της. Την είχε επαναφέρει στη ζωή. Την διέλυσε, ξέχασε τα πάντα και τους πάντες. Η κοινή λογική την εγκατέλειψε, το ίδιο και το ένστικτο επιβίωσης της. Ποτέ πριν δεν είχε αγνοήσει το ένστικτο της. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν αυτός. Το άγγιγμα του, η γεύση του. Η γλώσσα του καθώς γλιστρούσε ανάμεσα στα πόδια της. Μόνο στην σκέψη του μεθυστικού χαδιού του ένιωθε να πετάει. Μέσα σε δευτερόλεπτα την είχε φέρει σε κατάσταση εκτός εαυτού, όπου 85


τίποτα δεν είχε σημασία εκτός από τις αισθήσεις της. Τώρα δεν είναι ώρα, θυμάσαι; Η πόρτα ήταν ανοιχτή, προσφέροντας μια ευθεία διέξοδο στο διάδρομο. Είτε αυτή είτε ο Μίσα θα μπορούσαν να τρέξουν, αλλά όχι και οι δυο. Ό ένας τους θα έπρεπε να ασχοληθεί με τον δαίμονα. Ήλπιζε ότι ο Μίσα θα καταλάβαινε τι ήθελε να κάνει. «Όχι και τόσο έξυπνο, να έρθεις εδώ μόνος σου,» είπε χλευάζοντας τον με σκοπό να προκαλέσει στον Άρχοντα μια συναισθηματική αντίδραση. Αυτό που είχε μάθει γι' αυτόν κατά την διάρκεια του χρόνου τους μαζί; Θύμωνε αρκετά εύκολα και ο θυμός τον έκανε να αποσπάτε. «Είσαι έτοιμος να πεθάνεις;» Για πρώτη φορά δεν αντέδρασε. Το βλέμμα του πήγε απ' αυτήν στον Μίσα και απ' τον Μίσα πίσω σ' αυτήν. Εξέπεμπε ένα μείγμα από οργή, ανησυχία και δυσπιστία. Ο Μίσα δεν κουνήθηκε. Γιατί ο Μίσα δεν κουνιόταν; Γαμώτο. Αν κουνιόταν, θα μπορούσε να επιτεθεί. Η Ήττα θα έπρεπε να παλέψει μαζί της. Ο Μίσα ήταν πολύ αδύναμος για να παλέψει ο ίδιος. Άνοιξε το στόμα της για να προκαλέσει την Ήττα αλλά το έκλεισε γρήγορα. Τον είχε προκαλέσει μερικές φορές κατά την διάρκεια της πορείας τους. Βάζω στοίχημα πως δεν μπορείς να με πιάσεις αν με αφήσεις να φύγω. Την άφησε να φύγει. Και την έπιασε ξανά νευριασμένος, πέρα από κάθε φαντασία. Στοίχημα πως δεν μπορείς να σταθείς εκεί και να με αφήσεις να σε μαχαιρώσω. Και αντί να λιποθυμήσει απ' την απώλεια αίματος όπως ήλπιζε, αυτός της είχε ανταποδώσει την χάρη. Την είχε μαχαιρώσει στον μηρό για να την εμποδίσει να το σκάσει, όσο αυτός θεραπευόταν. Και μετά της έκανε ράμματα, σοκάροντας την. Και πάλι. Η αποφασιστικότητα του να κερδίζει κάθε πρό86


κληση του έδινε δύναμη, περισσότερη από το συνηθισμένο, και δεν μπορούσε να τον έχει δυνατότερο τώρα, πέρα από το συνηθισμένο. Τουλάχιστον όχι όσο πάλευε με την θολούρα στο μυαλό της. Έτσι λοιπόν, όσο στέκονταν εκεί κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, υπολογίζοντας πώς να χειριστούν την επερχόμενη μάχη – και θα γινόταν σίγουρα μάχη – ήταν πολύ προσεχτική ώστε να μην του προσφέρει μια άλλη πρόκληση. Ούτε καν να τον προκαλέσει να χάσει την μάχη. Είχε κάνει αυτό το λάθος μόνο μία φορά. Στοίχημα πως δεν μπορείς να χάσεις ένα αγώνα με γροθιές από ένα κορίτσι. Της είχε επιτρέψει να τον χτυπήσει μία φορά και δεν της το ανταπέδωσε. Ως εκ τούτου, στο μυαλό του, είχε χάσει τον αγώνα από μια κοπέλα. Είχε τρέξει, όσο αυτός πάλευε να πάρει ανάσα – γιατί ναι εκείνη είχε σημαδέψει την τραχεία του – και μετά την εντόπισε και πάλι. Όταν την έπιασε τελικά, την έδεσε σαν γαλοπούλα σε γεύμα, την φίμωσε και άρχισε να την ναρκώνει. Και αν προσπαθούσε να μιλήσει μέσα από το φίμωτρο, θα της είχε αφαιρέσει τις φωνητικές χορδές της. Δεν τίθονταν θέμα. «Τι στο διάολο του έκανες;» επανέλαβε η Ήττα, σκοτεινά, θανατηφόρα. «Τί του έκανα;» είχε λάβει θέση μάχης: Πόδια ανοιχτά, γόνατα ελαφρώς λυγισμένα και έτοιμη για το άλμα της. Το ψύχος, ήδη ένα τεράστιο κομμάτι της ύπαρξής της, αναδύθηκε προς τα έξω, καλύπτοντας το δέρμα της. Με κάθε εκπνοή, ένα σύννεφο ομίχλης δημιουργούνταν μπροστά στο πρόσωπο της. Όλο αυτό το διάστημα πενθούσε την απώλεια της θερμότητας του Μίσα. Ακόμα δεν ήξερε γιατί πάγωνε έτσι. Δεν ήξερε πώς. Το μόνο που ήξερε ήταν πως η ικανότητα αυτή εκδηλωνόταν σύμφωνα με τα αισθήματα της, άλλες φορές την ενίσχυε και άλλες φορές την αποδυνάμωνε. Σήμερα ένοιωθε ενδυναμωμένη. 87


«Εγώ;» συνέχισε η Χάϊντι. «Τί στο διάολο του έκανες εσύ;» «Αν τον έβλαψες...» ένας μυς αναδεύτηκε κάτω απ' τα σκούρα μπλε μάτια του και τελικά άρχισε να πάλεται. Αν τον πείραξε; Τι αστείο! «Αυτό θα έχει πλάκα. Λαχταρούσα για μια ακόμη ευκαιρία εναντίον σου.» Ένα βήμα, δυο, κινήθηκε προς το μέρος του αποφασισμένη να τον συναντήσει στη μέση της διαδρομής. Οχι. Σε στην θολούρα της αντιλήφθηκε μια ξαφνική κίνησης, ο Μίσα πήδηξε από το κρεβάτι και πέρασε από δίπλα της, πέφτοντας πάνω στον δαιμονισμένο πολεμιστή, στέλνοντας και τους δύο τους στο πάτωμα. Σύντομα, γρυλίσματα και βογκητά αντηχούσαν στο δωμάτιο. Χέρια χτυπούσαν βίαια, μοχθηρές κλωτσιές έδιναν και έπαιρναν. Κυλούσαν, πάλευαν και επιτίθονταν ο ένας στον άλλο μανιασμένα. Ποτέ δεν είχε δει τον Μίσα να παλεύει τόσο βρώμικα. Πήγαινε για τα μάτια, το λαιμό και το βουβώνα, δάγκωνε και ξέσκιζε σάρκα, οι γροθιές του σαν σφυριά. Η Ήττα, αντίθετα απλώς απέκρουε κάθε ένα από τα χτυπήματα του άντρα της. Ποτέ δεν προσπάθησε να τον βλάψει. Γιατί; Κάτι ακόμα που δεν είχε ξαναδεί. Έναν Άρχοντα του Κάτω Κόσμου να υποχωρεί. Και μάλιστα αυτόν, την Ήττα... Κάτι ήταν λάθος. Έπρεπε να είναι. Η Χάΐντι στεκόταν εκεί, μουδιασμένη, βλέποντας το λουτρό αίματος, άρρωστη μέχρι αηδίας και αβέβαιη ως προς το τι να κάνει. Προφανώς, δεν ήταν τόσο αδύναμος τελικά. Όπως και εκείνος ούτε αυτή έτρεξε έξω απ' το δωμάτιο. Ο Θεός να την βοηθήσει, δεν θα έφευγε χωρίς αυτόν. Τί έπρεπε να κάνει; Αν έριχνε τον εαυτό της στην πάλη μπορεί να πλήγωνε τον Μίσα αντί τον Άρχοντα. Κινούνταν τόσο γρήγορα... έστριβαν και γυρνούσαν, 88


χώριζαν και ξαναέπεφταν πίσω μαζί. Και αν κατά λάθος έδινε στον Μίσα το θανάσιμο πλήγμα... Γαμώτο. Τί στο διάολο έπρεπε να κάνει; αναρωτήθηκε και πάλι, αλλά δεν βρήκε απάντηση. «Τι στο διάολο συμβαίνει;» απαίτησε να μάθει η Ήττα μεταξύ γροθιών. «Σταμάτα. Αμούν, πρέπει να σταματήσεις.» Αμούν; Είχε ακούσει αυτό το όνομα ξανά, ήξερε ότι άνηκε σε έναν από τους Άρχοντες αλλά δεν μπορούσε να συνδέσει το όνομα με ένα πρόσωπο. Και επειδή είχε απομνημονεύσει όλα τα ονόματα και τα πρόσωπα του εχθρού, ήξερε ότι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα. Υπήρχε ένας αθάνατος πολεμιστής που οι Κυνηγοί δεν είχαν μπορέσει ποτέ να φωτογραφίσουν ή ακόμη και να σκιτσάρουν καθ' όλη την διάρκεια των χρόνων. Όχι ότι δεν είχαν προσπαθήσει. Είχαν τραβήξει φωτογραφίες, αλλά για κάποιο λόγο αυτές οι φωτογραφίες δεν είχαν βγει καθαρές, πάντα κατέληγαν να είναι θολές. Και όταν σχεδίαζαν αυτό που νόμιζαν πως ήταν το πρόσωπο του, αργότερα συνειδητοποιούσαν ότι δεν είχαν κάνει τίποτα άλλο παρά μουτζούρες στο χαρτί. Ο Αμούν ήταν επίσης ο Άρχοντας που οι περισσότεροι άνθρωποι ξεχνούσαν τη στιγμή που έφευγαν μακριά του. Ήταν ο Αθάνατος για τον οποίο οι Κυνηγοί ήξεραν τα λιγότερα. Ίσως γιατί ο Αμούν κουβαλούσε τον δαίμονα των Μυστικών. Τι ήξεραν όλοι οι Κυνηγοί γι' αυτόν στ' αλήθεια; Είχε σκούρα μαλλιά και μάτια, ήταν ψηλός και μυώδης. Αυτά τα λίγα κομμάτια από πληροφορίες είχαν αποκτηθεί μέσα από παρακολούθηση αιώνων. Είχε μήπως αυτός ο Αμούν πεθάνει και ο δαίμονας του δόθηκε στον Μίσα; Μήπως ο Μίσα τώρα μετέφερε τα Μυστικά μέσα του; Γι' αυτό είχαν διαλέξει οι Άρχοντες τον Μίσα; Και ήταν δαιμονισμένος. Δεν είχε πλέον καμμία αμφιβολία γι' αυτό. Αυτά τα κόκκινα μάτια... να 89


την κοιτάζουν αδιάκριτα... πεινασμένα... με λαχτάρα... με μένος... Ανατρίχιασε, και στη συνέχεια συνοφρυώθηκε. Αυτή ήταν μια ακόμη αμαρτία που θα πρόσθετε στον ήδη τεράστιο σωρό από αυτές. Ακόμη ένα έγκλημα για να μισεί τους Άρχοντες. Ήθελαν μήπως κάποιον με τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά που είχε ο φίλος τους ο Αμούν; Πιθανόν. Πόσο διασκεδαστικό θα ήταν γι' αυτούς, να χρησιμοποιήσουν έναν Κυνηγό για να φιλοξενήσει έναν από τους αηδιαστικούς δαίμονες τους. Μην το σκέφτεσαι ούτε τώρα. Μπες στο παιχνίδι κοπέλα μου. Η Χάϊντι κούνησε το κεφάλι της, καθαρίζοντας το μυαλό της, με την θολούρα ευτυχώς να διαλύεται. Οι δυο άντρες ήταν όρθιοι στα πόδια τους τώρα, ρίχνοντας γροθιές, πέφτοντας προς τα πίσω πάνω στους τοίχους, σηκώνοντας γύψο και σκόνη στον αέρα, μετά ξανάρχονταν στα χέρια πετώντας ο ένας τον άλλο πάνω στα έπιπλα. Ήταν θολές φιγούρες που κινούνταν βάναυσα, σαν άγρια ζώα που μάχονταν πάνω από ένα κουφάρι στη ζούγκλα. Κομμάτια από ξύλο ήταν σκορπισμένα σ' όλο το πάτωμα, μερικά κολυμπούσαν σε μικρές λίμνες από αίμα. Αίμα, ένα ποτάμι γύρω από την μητέρα και τον πατέρα της. Και οι δυο αβοήθητοι... νεκροί. Και πάλι κούνησε το κεφάλι της, διώχνοντας την ανάμνηση. «Αμούν,» γρύλισε η Ήττα. «Για όνομα των θεών! Είμαι φίλος σου ανάθεμα σε. Τι στο διάβολο κάνεις;» Την επόμενη στιγμή οι σκέψεις του Μίσα την χτύπησαν. Πρέπει να σκοτώσω. Πρέπει να προστατέψω. Οι λέξεις ήταν υποτονικές, χαμηλότερες σε ένταση απ' αυτές που είχαν ειπωθεί πρωτύτερα και κατάλαβε ότι εξασθενούσε. Οι πληγές του άνοιγαν και έτρεχαν, έσταζαν σε όλο το δωμάτιο. «Είναι μια Κυνηγός,» συνέχισε ο δαίμονας σ' αυτόν 90


τον εξοργισμένο τόνο «και είναι αιχμάλωτη μου.» Δική μου! ακούστηκε σαν έκρηξη μέσα στο κεφάλι της. Όχι δική σου. Ποτέ δική σου. Δική μου να προστατεύω. Μπορούσε άραγε η Ήττα να τον ακούσει; Μάλλον όχι. Διαφορετικά, θα οπισθοχωρούσε απ' την κρεβατοκάμαρα και θα έτρεχε για τη ζωή του. Η φωνή του Μίσα ήταν σαν συρματόπλεγμα που οι άκρες του ήταν ποτισμένες με δηλητήριο. Στη συνέχεια, όμως οι σκέψεις του Μίσα άλλαξαν κατεύθυνση. Πρέπει να το σταματήσω αυτό. Γιατί το κάνω αυτό; Αγαπώ αυτό τον άνθρωπο. Μπερδεμένες, λάθος, αλλά και πάλι οι σκέψεις άλλαξαν κατεύθυνση. Πρέπει να σκοτώσω. Πρέπει να προστατέψω. Ο Μίσα γρύλισε από το βάθος του λαιμού του, ο ήχος γουργουρητό μέσα στο μυαλό της καθώς κλώτσησε την Ήττα πάνω στον ήδη κατεστραμμένο καθρέπτη. Κι άλλα κομμάτια ξύλου σκόρπισαν. Κόκκινο λαμπύρισε στα μάτια της Ήττας, μια απαίσια μάσκα από οστά και λέπια έπεσε πάνω από τα χαρακτηριστικά του. Άλλαζε, σκέφτηκε με τρόμο. Από αθάνατος σε δαίμονας. «Νίκησε,» γρύλισε τώρα και υπήρχε και μια άλλη φωνή αλλοιωμένη μαζί με τη δική του. Μια που ήταν λαρυγγώδης, ωμή. Αποφασισμένη. Σκατά. Ήξερε αυτή την αποφασιστικότητα. Δεν θα κρατιόταν πλέον ούτε θα προσπαθούσε να αποφύγει τις μπουνιές του Μίσα. Τώρα θα πάλευε για να κερδίσει. Έκλεισε την απόσταση μεταξύ τους και άρχισε να μοιράζει γροθιές με τα σάρκινα ρόπαλά του, σαν ένα κομπρεσέρ με θανατηφόρο σκοπό. Δεν αστόχησε ούτε μία φορά. Ο Μίσα εξασθένησε κι άλλο, ταλαντευόταν στα πόδια του, τα μάτια του άρχισαν να πρήζονται και να κλείνουν καθώς το κεφάλι του άρχισε να χτυπιέται δεξιά και αριστερά, εναλλασσόμενα, όπως η Ήττα άλλαζε γροθιές. 91


Το γεγονός ότι ο Μίσα άντεξε μέχρι τώρα ήταν εκπληκτικό, απόδειξη της δικής του αποφασιστικότητας, αλλά δεν θα άντεχε για πολύ ακόμη. Δεν θα μπορούσε. Όχι με τον ρυθμό που η Ήττα κατέφερε τα χτυπήματα του και όχι με την ήδη ρημαγμένη κατάσταση στην οποία βρισκόταν το σώμα του. Έπρεπε να διακινδυνεύσει να χτυπήσει τον Μίσα, αποφάσισε. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να βάλει τον εαυτό της μπροστά του, πιθανόν να έτρωγε μερικά χτυπήματα πριν μπορέσει να ανταποδώσει. Κανένα πρόβλημα εκεί. Καλλίτερα να πέθαινε αυτή παρά εκείνος, παρ'όλο που τώρα ήταν μολυσμένος. Ήταν μολυσμένος ναι, αλλά δεν ήταν διαβολικός. Αυτό το φιλί... όχι, δεν ήταν διαβολικός. Και αν πέθαινε αυτή την ημέρα, θα ερχόταν πίσω ξανά, θα τον θυμόταν. Όχι το φιλί, αυτό ήταν πολύ καλό και όλα τα αγαπημένα της πράγματα ήταν πάντα σβησμένα, αλλά τον καβγά. Θα θυμόταν το αίμα, τον φόβο της... την απελπισία της. Αλλά αν ο Μίσα πέθαινε, θα χανόταν για πάντα. Η Χάϊντι σφίχτηκε, προετοιμάστηκε να πηδήξει, περιμένοντας για την τέλεια ευκαιρία. Μια σκέψη την χτύπησε ξαφνικά και δίστασε. Αν ο Μίσα έστρεφε την προσοχή του πάνω της ή ακόμα και αν την χτυπούσε κατά λάθος... Ω, Θεέ μου. Αν πέθαινε, δεν θα θυμόταν γιατί της το είχε κάνει όταν θα ξυπνούσε, μόνο ότι το έκανε και έτσι θα γυρνούσε για να τον σκοτώσει όπως σχεδίαζε να γυρίσει και να σκοτώσει και τους άλλους. Αν επιζούσε από αυτό θα ήταν εχθροί. Η Ήττα έδωσε ένα ιδιαιτέρα άγριο χτύπημα στα πλευρά του Μίσα κάνοντας τον μαζευτεί απ' τον πόνο. Αξίζει το ρίσκο, αποφάσισε την επόμενη στιγμή. Παραπατούσε... έπεφτε... Επιτέλους η Χάϊντι πήδηξε προς τα εμπρός, γάντζωσε το χέρι της γύρω από την μέση του Μίσα και τον έσπρωξε με όλη της την δύναμη. 92


Λυπάμαι, μωρό μου. Καθώς τον έριξε στα γόνατα – μακριά από την δράση – χρησιμοποίησε την ορμή της για να γυρίσει και να σκύψει, ρίχνοντας την δεξιά γροθιά της και σημαδεύοντας το βουβώνα της Ήττας. Επαφή. Τον δίπλωσε στα δύο απ' τον πόνο, το οξυγόνο βγήκε με βία από τα αιματοβαμμένα χείλη του. Χρησιμοποίησε το άλλο της χέρι, αυτό που έσφιγγε το γυαλί για να κόψει σε φέτες το στομάχι του. Χωρίς έλεος. Καθώς ίσιωνε το κορμί της, έριξε μια γερή δεξιά στο πιγούνι του. Το κεφάλι του τινάχτηκε προς τα πίσω και βόγκηξε, φτύνοντας αίμα και δόντια. Σημάδεψε το λαιμό του με το γυαλί αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να χαράξει τον ώμο του καθώς στρεφόταν. Το στενεμένο του βλέμμα προσγειώθηκε πάνω της. Θα μπορούσε να την χτυπήσει εκείνη την στιγμή. Δεν το έκανε. Σταθερά χέρια άρπαξαν την μέση της από πίσω ξαφνικά και την τίναξαν μακριά. Εκτοξεύτηκε στον αέρα, και ψάχνοντας απεγνωσμένα για μια άγκυρα, ενώ αναρωτιόταν τι στο διάβολο είχε μόλις συμβεί. Το πρόχειρο όπλο της έφυγε απ' τα χέρια και καθώς βρέθηκε να χοροπηδάει πάνω στο κρεβάτι, συνειδητοποίησε τι έγινε. Ο Μίσα αντιλαμβανόταν αρκετά καλά για να ξέρει ποια ήταν, αρκετά για να την θέλει μακριά απ' τον κίνδυνο και ασφαλή. Γλυκό εκ μέρους του, αλλά δεν επρόκειτο να σταματήσει. Είχε κάνει το δικό του. Τώρα θα έκανε το δικό της. Πριν ακόμα σταματήσει να αναπηδά, είχε κατεβάσει τα πόδια της απ' το πλάι του κρεβατιού και ίσιωνε το κορμί της, σκοπεύοντας για μια ακόμη φορά να σπρώξει τον Μίσα απ' την μέση. Μόνο που, είδε ότι με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να ρίξει την Ήττα στο πάτωμα και τώρα είχε καβαλήσει το μπρούμυτο σώμα του πολεμιστή και το γρονθοκοπούσε... ξανά και ξανά... Ανάμεσα στις μαινόμενες γρο93


θιές, η Ήττα βογκούσε και φλυαρούσε. «Χάσαμε... χάσαμε... όχι, Θεοί, όχι... χάσαμε...» Για αρκετές στιγμές, μπορούσε μόνο να ανοιγοκλείνει τα μάτια της και να κοιτάζει. Ο Μίσα τα είχε καταφέρει. Παρά τα τραύματα του, είχε νικήσει. Ενάντια σε έναν αθάνατο. Αυτός είναι ο άντρας μου. Σοβαρά; Θα κανείς τον γύρο της νίκης τώρα; Η Χάΐντι ανάγκασε τον εαυτό της να κινηθεί και έτρεξε στο πλευρό του Μίσα. Γαντζώθηκε στον αγκώνα του που ανεβοκατέβαινε. Θα μπορούσε απλά να ανασηκώσει τους ώμους του και να την τινάξει μακριά, θα μπορούσε να την είχε χτυπήσει με το άλλο του χέρι, αλλά δεν το έκανε. Γύρισε και την κοίταξε, μπορούσε να δει τα λαμπερά κόκκινα μάτια του καρφωμένα πάνω της, βασανισμένα, γεμάτα αγωνία. Δεν ήθελα να τον πληγώσω... δεν μπορούσα να σταματήσω... δεν μπορούσα να τον αφήσω να σου κάνει κακό... Γιατί δεν μπορούσα να τον αφήσω να σε βλάψει; Τα λόγια του επαναλαμβανόταν στο μυαλό της. Δεν ήθελα να τον πληγώσω. Γιατί δεν μπορούσα να τον αφήσω να σε βλάψει; Μια ευγενική παραχώρηση του δαίμονα ίσως; Μήπως ο δαίμονας προσπαθούσε να τον πείσει ότι συμπαθούσε τους Άρχοντες; Δεν είχε σημασία, υπέθετε. θα ασχολιόταν με το θέμα αργότερα, μαζί με όλα τα υπόλοιπα. «Έλα πάμε. Δεν θέλουμε να ελευθερώσουμε τον δαίμονα του αυτή τη στιγμή.» Τον σήκωσε στα πόδια του και Θεέ κι αν ήταν βαρύς. «Πρέπει να φύγουμε πριν έρθουν και οι άλλοι.» Θα τσαντιζόντουσαν άσχημα όταν θα έβλεπαν τι είχαν κάνει στο φίλος τους. Δεν ήθελε να τιμωρήσουν τον Μίσα γι' αυτό, και θα τον τιμωρούσαν. Δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ακόμα και αν την παρούσα στιγμή ήταν μέλος της ομάδας τους. Τον έσπρωξε προς την πόρτα αλλά χρειάστηκε να σταματήσει εκεί για να περάσει το χέρι της γύρω από την μέση του. Παραπα94


τούσε και μόλις και μετά βίας μπορούσε να σταθεί όρθιος μόνος του. «Μπορείς να τα καταφέρεις μωρό μου. Έλα πάμε.» Που... που ... πάμε; «Αν είμαστε τυχεροί δεν θα είναι κανείς τριγύρω και θα μπορέσουμε να βρούμε έναν τρόπο να βγούμε έξω.» Τον έσυρε έξω απ' την πόρτα πράγμα που την άφησε να τρέμει και να στάζει κρύο ιδρώτα. Αιμορραγούσε παντού, ρίχνοντας πάνω της όλο και περισσότερο από το τεράστιο βάρος του. Ούτε που ήξερε πώς κατάφερε να διατηρήσει τη λαβή της. Αυτό που ήξερε καθώς έκανε ακόμα δύο βήματα προς τα δεξιά ήταν ότι... Δεν ήταν τυχεροί. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα καθώς σκόνταψε στα πόδια της και σταμάτησε απότομα, ο Μίσα βόγκηξε και σχεδόν της έφυγε απ' τα χέρια. Τον κράτησε πιο σφιχτά. Ήταν περικυκλωμένοι αλλά όχι από δαίμονες όπως περίμενε. Πολεμιστές ντυμένοι με χιτώνες γέμιζαν ολόκληρο το χώρο, με φτερά λευκά, χρυσά, τεντωμένα. Τα πρόσωπα όλων τους ήταν συνοφρυωμένα αλλά ακόμη κι έτσι αυτά τα πρόσωπα ήταν υπέροχα, λαμπερά. Τόσο όμορφα... τόσο μαγευτικά... την θάμπωναν. Δεν μπορούσε να κοιτάξει μακριά. Όσο σκληρά κι να προσπάθησε, δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από πάνω τους. Έξοχα... Άγγελοι, αυτοί οι άντρες ήταν άγγελοι. Ίσως τελικά αυτή και ο Μίσα να ήταν τυχεροί Ίσως ο Γκέϊλεν είχε στείλει ενισχύσεις για να τους σώσουν. «Βοηθήστε μας,» τους παρακάλεσε. «Οι δαίμονες μας έπιασαν και προσπαθούμε να δραπετεύσουμε.» Ένας υπέροχος μελαχρινός άντρας βγήκε μπροστά, η σκληρή ματιά του καθήλωσε την Χάϊντι στη θέση της, πιο έντονα απ' ότι τα υπόλοιπα πρόσωπα. «Μας είπαν να περιμένουμε εδώ έξω.» Η φωνή του ήταν το ίδιο συναρπαστική όσο και το πρόσωπο του. Μια αισθησιακή αύρα, ένα εξωτικό χάδι. «Και το κά95


ναμε. Μας είπαν να μην παρέμβουμε ό,τι και να γινόταν μέσα στο δωμάτιο. Και δεν παρεμβήκαμε. Αλλά τώρα έχετε έρθει σε εμάς. Τώρα ήρθε η ώρα να παρέμβουμε.» Η πραγματικότητα την έκοψε σαν μαχαίρι. Οι άγγελοι δεν είχαν σταλεί από τον Γκέϊλεν. Βοηθούσαν τους δαίμονες. Ο τρόμος μόλις είχε αρχίσει να την πιάνει στα δίχτυα του όταν πήραν τον Μίσα από τα χέρια της. Δεν είχε καν δει τους αγγέλους να κινούνται, ήταν τόσο καθηλωμένη από αυτόν μπροστά της, αλλά το να χάσει τον άνθρωπο της την συνέφερε απότομα απ' την παραζάλη που είχε χαθεί. Με μία εξοργισμένη κραυγή, κλώτσησε τον άγγελο στο στήθος. Αυτός σκόνταψε προς τα πίσω μόνο μερικά βήματα. Συστράφηκε προσπαθώντας να φτάσει τον Μίσα. Η φωνή της θα πρέπει να τον τράβηξε απ' τον πονεμένο λήθαργο του, γιατί, καθώς δυο άγγελοι τον έσερναν στο διάδρομο όλο και πιο μακριά της, βλεφάρισε και στην συνέχεια άνοιξε τα πρησμένα μάτια του. Όταν είδε την απόσταση ανάμεσα τους ένας βρυχηθμός ακούστηκε, δυνατός μακρύς και άγριος, αν και κανείς πέρα απ' αυτήν δεν φάνηκε να τον ακούει. Κανείς άλλος δεν του έδωσε καμμία σημασία, κανείς άλλος δεν μαζεύτηκε στο άκουσμα του. Καθώς άνοιγε δρόμο με τους αγκώνες της προς το μέρος του οι άγγελοι προσπάθησαν να την αρπάξουν. Έστριβε και γλιστρούσε παλεύοντας να ελευθερωθεί. Όλο αυτό το διάστημα ο Μίσα πάλευε με τους φύλακες του, σύντομα οι δυο που τον κρατούσαν δεν ήταν αρκετοί. Σύντομα αυτή δεν αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή, οι άγγελοι έστρεψαν την προσοχή τους προς τον πολεμιστή και όλοι εκτός από έναν, έσπευσαν να τον υποτάξουν. Χάϊντι ! Χάϊντι! Πριν καταφέρει να τον φτάσει. Ο ένας που είχε μείνει πίσω την έπιασε. Δυνατά χέρια τυλίχτηκαν γύρω της κρατώντας την σφιχτά. Ξέχασε να 96


αναπνεύσει, αλλά και πάλι, δεν σταμάτησε στιγμή να παλεύει. Ο Μίσα επίσης συνέχιζε να παλεύει, παρατήρησε καθώς την κουβαλούσαν μακριά απ' τον διάδρομο. «Θα γυρίσω πίσω για σένα,» ούρλιαξε όπως την έπαιρναν. «Σου ορκίζομαι πως θα γυρίσω πίσω.»

97


Κεφάλαιο 7 Ο Στράϊντερ πονούσε. Πονούσε παντού, και ειδικά στα σωθικά του. Ίσως γιατί η Δήμιος τον είχε ξεκοιλιάσει από το ένα γοφό ως το άλλο. Αλλά τον είχαν ράψει και περιποιούνταν το ιδρωμένο και εμπύρετο κορμί του για τρεις συνεχόμενες ημέρες. Θα γιατρεύονταν γρηγορότερα, εάν είχε κερδίσει την μάχη με τον Αμούν και την Δήμιο, σαν καλό αγόρι. Αλλά δεν είχε κερδίσει. Είχε χάσει. Και γι'αυτό ο πόνος του είχε μεγιστοποιηθεί κατά χιλιάδες φορές, και ήταν υπερβολικά αδύναμος ώστε να αντιδράσει. Μιλάμε για την απόλυτη ταπείνωση. Τώρα ήταν ακόμα κλινήρης και κολλημένος στα μαξιλάρια, τουλάχιστον όμως ήταν ξύπνιος και είχε επίγνωση των καταστάσεων. Ο Δαίμονάς του παρέμενε σιωπηλός, υπερβολικά φοβισμένο από τις σκιές στο κεφάλι του Σράϊντερ και δεν είχε σκοπό να χάσει άλλη μια πρόκληση, μέχρι να ανακάμψει επαρκώς. Ο Τόριν έκατσε σε μια καρέκλα, στην άκρη του δωματίου. Και ο Ζακαρέλ, που ο μαυρομάλλης Άγγελος Λύσανδρος τον είχε αφήσει επικεφαλής, έγειρε πάνω σε ένα μεταλλικό στύλο στο κρεβάτι του Σράϊντερ. Και οι δύο τον παρατηρούσαν, περίμεναν. Εμφανώς ανυπόμονα. Δεν μπορούσε ένας άνθρωπος ούτε να υποφέρει με την ησυχία του; Το δωμάτιο αυτό, υποτίθεται, ότι ήταν το καταφύγιό του, η προσωπική του απόδραση, όταν όμως μισάνοιξε τα μάτια του πριν λίγο, βρήκε τον Τόριν δίπλα του, να βηματίζει πάνω κάτω – ανήσυχος. Ο περίεργος βλάκας. Ο Ζακαρέλ ήταν όπως ακριβώς ήταν και τώρα. 98


του.

Ακίνητος και με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω

«Τι συνέβη;» Ρώτησε ο Ζακαρέλ. Με φωνή γοητευτική αλλά και επικριτική. Η χροιά της φωνής του ήταν λιγωτική και σε έκανε να λιώνεις – και γαμώτο, ήταν ακόμα ενοχλητικός ο τρόπος που ο Σράϊντερ αντιδρούσε σ'αυτά τα αγγελικά όντα – κατά τ'άλλα όμως αυτή η φωνή ήταν ψυχρή, αδιάφορη, απόμακρη. Όπως και τα μάτια του. Ένα ζωηρό πράσινο του νεφρίτη, που θα έπρεπε να είναι φιλόξενα, θα έπρεπε να θυμίζουν στον Σράϊντερ καλοκαίρι. Ή την κόλαση, κατά την διεστραμμένη άποψη του Τόριν. Αντιθέτως, αυτά τα μάτια ήταν ένα κομμάτι πράσινου πάγου. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα τους. Κανένα είδους συναίσθημα. Ούτε καλό, ούτε κακό, παρά μια αβυσσαλέα δύνη κενότητας. Ο Σράϊντερ είχε συναντήσει αρκετούς φρικιαστικούς αθάνατους κατά την διάρκεια των αιώνων, νόμιζε ότι τα είχε δει όλα, αυτό εδώ όμως... όχι. Δεν υπήρχε κανένας σαν αυτόν. Τίποτα δεν τον επισκίαζε. Ο Σράίντερ είχε την αίσθηση ότι θα μπορούσε να μαχαιρώσει τον Άγγελο στην καρδιά και ο Ζακαρέλ, χωρίς καν να του ρίξει μια ματιά, θα συνέχιζε να κάνει αυτό που έκανε. «Δαίμονα. Συγκεντρώσου. Τι έγινε;» Συνέχισε ο Ζακαρέλ, χωρίς να υψώσει την φωνή του στο ελάχιστο. Είδες. Αναίσθητος. «Για όνομα του θεού Σράϊντερ,» ξέσπασε ο Τόριν. «Άνοιξε το καταραμένο στόμα σου και πες δυο λέξεις. Τώρα που είναι φρέσκα, σταμάτα να κοιτάς επίμονα τον Άγγελο, λες και είναι γλύκισμα.» Όχι και τόσο αναίσθητος. Ο Σράϊντερ κοκκίνισε. Αγνόησε το αστείο σχετικά με το γλύκισμα, καθώς εξακολουθούσε να είναι ακόμα ζαλισμένος ώστε να σκεφτεί μια κατάλληλη απάντηση. Και όχι, ο Ζακαρέλ δεν αντέδρασε ούτε εδώ. «Πήγα στο δωμάτιο του κοριτσιού. Δεν ήταν εκεί, είδα όμως ότι είχε ξεφλουδίσει την ταπετσαρία στον 99


τοίχο και είχε βρει μια παλιά δίοδο, που οδηγούσε στο δωμάτιο του Αμούν. Και έφραξε την δίοδο. Πήγα στην πόρτα του δωματίου του Αμούν, αλλά την είχε αποκλείσει και αυτή. Την κλώτσησα.» Και μάλλον περίμενε να βρει τον Αμούν αποκεφαλισμένο. Ή, τουλάχιστον, την Χάϊντι υποταγμένη στους νέους δαίμονες του Αμούν. Η οργή που ένοιωσε με την προοπτική... την απόγνωση. Και όμως, τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ζήλια που βίωσε όταν ανακάλυψε την αλήθεια. Μια ζήλεια που του προκάλεσε ντροπή. Πρώτον, γιατί δεν μπορούσε να έλκεται από την Δήμιο και δεύτερον, ο Αμούν ήταν φίλος του. Και έπρεπε να τον προστατεύσει από τα κόλπα της πλανεύτρας. «Και;» τον προέτρεψε ο Τόριν, εξοργισμένος. «Και ήταν ξύπνιος, διαυγείς.» Τουλάχιστον για λίγο. Μέχρι που ο Σράϊντερ είχε πλησιάσει το κορίτσι. Τότε ο Αμούν, ο παράφρων δαιμονισμένος είχε επιστρέψει. «Κατά παράδοξο τρόπο, τα σκοτεινά φαντάσματα είχαν φύγει, ανεπιστρεπτί.» Δεν ανέφερε ότι ο Αμούν ήταν πάνω από το κορμί της Κυνηγού, με τα χέρια του μέσα στο εσώρουχό της και το πρόσωπό του φλογισμένο από την απόλαυση. Αυτή από την άλλη, δεν είχε πολεμήσει τον πολεμιστή. Τον ενθάρρυνε, ικετεύοντας για περισσότερα. Κόλπο, σκέφτηκε ο Σράϊντερ. Σίγουρα σχεδίαζε να σαγηνεύσει τον Αμούν και να τον κάνει να νοιώσει πρώτα ασφάλεια και μετά να χτυπήσει. Όταν όμως ο Σράϊντερ την πλησίασε, αποφασισμένος να την σταματήσει, ώστε να μην χτυπήσει τον φίλο του, ο Αμούν του επιτέθηκε. Και όταν ο Σράϊντερ προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, η Κυνηγός του επιτέθηκε επίσης. Ενισχύοντας του Αμούν. Τι στο διάβολο άνθρωπέ μου; Δεν είχε καταλάβει εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή! Ήταν απασχολημένος προσπαθώντας να μην πεθάνει, τώρα όμως το έπιασε. Η Κυνηγός ήθελε να φύγει με τον Αμούν. Που 100


σημαίνει ότι σχεδίαζε να τον πάει στους Κυνηγούς, ώστε να τον σκοτώσουν. Και πάλι. Αυτό δεν εξηγούσε γιατί ο Αμούν την υπερασπίστηκε. Γιατί ο πολεμιστής την είχε ακουμπήσει με τέτοια οικειότητα. Ο Σράϊντερ γνώριζε τον τύπο πολύ μα πάρα πολύ καιρό. Είχαν πολεμήσει μαζί, έκανα παρέα και διασκέδασαν μαζί. Και με το "διασκέδασαν μαζί" ο Σράϊντερ εννοούσε ότι ο Αμούν τον είχε παρακολουθήσει να διασκεδάσει και είχε καλύψει τα νώτα του. Ο Αμούν δεν ξενοκοιμόταν. Συνήθως ήταν ο πιο διαθέσιμος από τους πολεμιστές και μερικές φορές ήταν τόσο μαλακισμένα βαρετός. Ο βασιλιάς της ανίας. Ήξερες όμως ότι μπορούσες να βασιστείς σ'αυτόν για τα πάντα. Ήταν σταθερός σαν βράχος και πάντα γνώριζες που πατάς μαζί του. Δεν ήταν επιρρεπής σε κρίσεις θυμού, ήταν ο πιο ισορροπημένος άνθρωπος που γνώριζε ο Σράίντερ. Ήταν ο τύπος που θα έτρωγε την σφαίρα ο ίδιος, παρά να παρακολουθεί τους φίλους του να σκοτώνονται. Αλλά και πάλι για να προστατεύσει μια δολοφονική σκύλα, προσπάθησε να αδειάσει τα μυαλά του Σράϊντερ μέσα σε όλο το δωμάτιο. Ο Αμούν δεν πρέπει να την είχε αναγνωρίσει. Διάβολε, ποιος θα μπορούσε άλλωστε; Είχαν περάσει αιώνες. Δεν έμοιαζε πια σαν μια αθώα παρθένα που χρειαζόταν την βοήθεια ενός δυνατού πολεμιστή, και σε όσο φρικιαστικά μέρη βρέθηκαν, είχαν γνωρίσει κι άλλες γυναίκες με το όνομα Χάϊντι. Το γεγονός ότι με κάποιο τρόπο είχε ξανά φυτρώσει το κεφάλι της, μπορεί να ήταν και ο λόγος που ο φίλος του δεν είχε αναγνωρίσει ποια ήταν. Ένα κομμάτι του Σράϊντερ χαίρονταν που δεν την είχε αναγνωρίσει. Το ηλίθιο κομμάτι του, που δεν του άρεσε η σκέψη ότι κάποιος θα μπορούσε να βλάψει την γυναίκα. Σχεδιάζεις να στείλεις τον Σαβίν εναντίον της. Θυμάσαι; Ναι. Και ίσως να το έκανε, ίσως και όχι. 101


Ο Σράίντερ δεν είχε αποκαλύψει στον Τόριν ακόμα την πραγματική της ταυτότητα. Δεν ήξερε γιατί. Είχε απλά πει ότι ήταν μια Κυνηγός και το είχε αφήσει εκεί. Και, ναι, εντάξει. Ίσως να ήταν και μια μεσοβέζικη απόφαση. Ίσως οι προσπάθειες της Κυνηγού αναφορικά με τον Αμούν να ήταν πραγματικές και όχι ψεύτικες. Την ημέρα που ο Σράϊντερ την είχε αιχμαλωτίσει, είχε ρίξει μια ματιά στον φίλο της και είχε μείνει κατάπληκτος με την ομοιότητά που είχε ο Κυνηγός με τον Αμούν. Ακόμα ήταν. Όσο πρησμένο και παραμορφωμένο κι αν ήταν το πρόσωπο του Αμούν την παρούσα στιγμή, η Κυνηγός είχε μάλλον νομίσει ότι ήταν το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα πήγαινε τον Αμούν στους Κυνηγούς για να τον βασανίσουν, αλλά για να τον σώσει. Είχε συνειδητοποιήσει άραγε ακόμα την αλήθεια, αφού ο ίδιος είχε αποκαλέσει τον Αμούν με το όνομά του; Ή ήταν υπερβολικά απασχολημένη; «Για όνομα του θεού!» Ο Τόριν σήκωσε τα χέρια του ψηλά, ανασύροντάς τον από τον ακανθώδες λάκκο των σκέψεών του. «Τι συμβαίνει με σένα Σράϊντερ;» Απευθύνθηκε με ένα βάναυσο και βλοσυρό βλέμμα στον φίλο του. «Προσπαθώ να γιατρευτώ. Δεν βλέπεις την τρύπα που χάσκει στο στομάχι μου;» «Είσαι μια χαρά. Τώρα, ας γυρίσουμε σ'αυτά που έλεγες. Ο Αμούν σε κοίταξε στα μάτια κατά την διάρκεια της συμπλοκής, εσύ όμως δεν ένοιωσες καμμιά δαιμονική ορμή;» Ρώτησε ο Ζακαρέλ, επιστρέφοντας στο μόνο θέμα που τους ενδιέφερε. Συμπλοκή. Τόσο ήπια λέξη για το ότι ο Σράίντερ κόντεψε-να-αφήσει-τα-κοκκαλάκια-του-εκεί. «Σωστά. Καθόλου ορμές.» ούτε τότε, ούτε τώρα. Ο Τόριν έτριψε με τα γαντοφορεμένα χέρια του το κουρασμένο πρόσωπό του. «Λοιπόν, οι σκιές επέστρεψαν.» Στην πραγματικότητα επέστρεψαν την ίδια μέρα, την ίδια στιγμή που οι Άγγελοι τον γύρισαν στο κρεβάτι. 102


Και τώρα ήταν χειρότερα. Χειροτέρευε ώρα με την ώρα. Βογκούσε σιωπηλά, και συνέχισε να κοπανιέται. «Ήταν όμως καλά όταν μπήκες στο δωμάτιό του;» Επέμεινε ο Ζακαρέλ. Πραγματικά χρειαζόταν να επαναλαμβάνεται; «Ναι.» «Με το κορίτσι;» Σκατά! «Ναι, γαμώτο. Με το κορίτσι.» Ο Ζακαρέλ φυσικά δεν αντέδρασε με το ξέσπασμα του Σράίντερ. «Όταν ήσουν μακριά από το κάστρο, δοκίμασε τον εξορκισμό, καίγοντας τον εαυτό του και φθάνοντας πολύ κοντά στον θάνατο, ελπίζοντας ότι τα πνεύματα θα αποδεσμεύονταν και θα τον εγκατέλειπαν. Δεν το έκαναν. Δοκιμάσαμε ακόμα και καθαρισμό με σύννεφα...» «Τι πράγμα;» «Μην ρωτάς,» είπε ο Τόριν ξερά. «Ναι, αλλά,» συνέχισε ο Ζακαρέλ, «τίποτα απ'όλα αυτά δεν έκανε καμμιά διαφορά. Εάν όμως τον κοίταξες και δεν ένοιωσες κανένα κακό, το κορίτσι κατόρθωσε το αδύνατο. Ανάγκασε τους δαίμονες να υποταχθούν. Αυτό σημαίνει ότι είναι το κλειδί.» Ο Σράίντερ συνοφρυώθηκε μπερδεμένος. «Το κλειδί;» Για ποίο πράγμα;» «Για την ψυχική ηρεμία του Αμούν. Την χρειάζεται. Πρέπει να παραμείνει μαζί της.» Και οι δυο τους και ο Σράϊντερ και ο Τόριν έμειναν να χάσκουν προς τον Άγγελο. Ο Τόριν ήταν ο πρώτος που συνήλθε. «Είναι Κυνηγός.» Δυσπιστία και οργή φάνηκαν στο τόνο της φωνής του. «Αυτό όμως δεν ενδιαφέρει τον Αμούν ή τους δαίμονες.» επισήμανε ο Ζακαρέλ. «Δεν χαίρεσαι; Ο φίλος σου επιτέλους έχει μια πιθανότητα να επιβιώσει.» Μια πιθανότητα. Ζοφερά λόγια αντί να είναι ελπιδοφόρα. Την ημέρα που ο Σράϊντερ μπούκαρε στο δωμάτιο 103


του Αμούν, οι Άγγελοι συζητούσαν να εξοντώσουν τελικά τον παράφρονα πολεμιστή. Είχαν δώσει στους Άρχοντες καιρό να τον συνεφέρουν είχαν πει, και οι Άρχοντες δεν κατάφεραν να τον κάνουν καλά. Τα φαντάσματα είχαν αρχίσει να γλιστρούν στον προθάλαμο, προσπαθώντας να δραπετεύσουν από τους Αγγέλους, από το κάστρο και να εισβάλουν στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Σράίντερ δεν μπορούσε να επιτρέψει κάτι τέτοιο. Ούτε και μπορούσε να επιτρέψει να πάθει κακό ο Αμούν. Αυτό που δεν μπορούσε πραγματικά ήταν να επιτρέψει μια Κυνηγό κοντά του. «Την ημέρα που επέστρεψα, είπες ότι το θηλυκό είχε μολυνθεί. Τι εννοούσε με αυτό;» θα είχε ρωτήσει από πριν, αλλά μετά την επίσκεψή του στον Αμούν εκείνη την πρώτη φορά, ήταν σχετικά απασχολημένος να τρίβει άγρια το δέρμα του, προσπαθώντας να εξαλείψει το κακό. «Δεν μου δόθηκε άδεια να μοιραστώ μαζί σας αυτές τις λεπτομέρειες.» είπε ο Άγγελος, εξακολουθώντας να διατηρεί το παγερό του ύφος. Ο Ζακαρέλ ενδιαφέρονταν για άδειες; Σοκαρίστηκε. «Από ποιόν χρειάζεσαι άδεια;» «Τον Λύσανδρο.» Φυσικά. Τον αρχιμαλάκα. «Λοιπόν, πού είναι;» «Με την Μπιάνκα του. Μάλωναν και της παραχώρησε την κατοχή του σύννεφού τους. Κανένας δεν επιτρέπεται να τους ενοχλήσει, για κανέναν λόγο. Υπάρχουν παντού πινακίδες νέον, γύρω από το παλάτι που το λένε.» Εντάξει. Ο Σράϊντερ πραγματικά δεν καταλάβαινε ούτε λέξη από αυτά. Ένα παλάτι στα σύννεφα; Για ποιο λόγο η κατοχή του παλατιού της Μπιάνκα είχε σημασία; δεν υπήρχε κανένας μεγαλύτερος και δυνατότερος από τον Λύσανδρο – εκτός από τον Σράϊντερ. Και εκτός εάν η Μπιάνκα συμπεριφέρονταν εντελώς σαν Άρπυια απέναντι στον Λύσανδρο, πράγμα που δεν θα έκανε, 104


γιατί οι Άρπυιες υποτίθεται ότι ήταν σωματικά ανίκανες να βλάψουν τους συζύγους τους, δεν υπήρχε περίπτωση η μικροσκοπική καλλονή να εξουδετερώσει τον Άγγελο. Εκτός και εάν, φυσικά, ο Λύσανδρος ήθελε να τον εξουδετερώσει. Αχά. Τώρα ο Σράίντερ καταλάβαινε τι εννοούσε ο Ζακαρέλ. Οι δυο τους ήταν απασχολημένοι σε έναν μαραθώνιο σεξ και ο Λύσανδρος είχε παραχωρήσει τον έλεγχο στην Μπιάνκα. Ίσως να μην το ξανάβλεπε για μερικά χρόνια. Ένα πράγμα που είχε ο μάθει ο Σράίντερ για την Άρπυια, όταν είχε επισκεφθεί το κάστρο, ήταν ότι απολάμβανε την εξουσία και δεν παραιτούνταν εύκολα. Τυχερέ Λύσανδρε. Ο Σράϊντερ θα μπορούσε να δοκιμάσει μια Άρπυια και ο ίδιος, υπέθετε, εφ'όσον η Μπιάνκα είχε δύο ελεύθερες αδελφές. Την Ταλία και την Κάϊα. Η Ταλία ήταν η βασίλισσα των πάγων, καθώς έμοιαζε το ίδιο αναίσθητη με τον Ζακαρέλ, αλλά ο Σράϊντερ ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε γι'αυτή. Η Κάία από την άλλη, ήταν άγρια σαν πυρκαγιά. Τον ενδιέφερε. Πραγματικά – μέχρι που κοιμήθηκε με τον Πάρη, Ξενιστή της Ακολασίας. Ο Σράϊντερ τότε είχε αποφασίσει να μην ξανά ασχοληθεί μαζί της. Ποιος θα μπορούσε να συναγωνιστεί ένα καταραμένο θεό του σεξ. Για να είναι ειλικρινής, ο Σράϊντερ σιχαινόταν τον συναγωνισμό στο κρεβάτι, όλη την ώρα. Σιχαινόταν να είναι ο καλλίτερος εραστής για την σύντροφό του. Είχε μεγαλώσει πιά. Δεν υπήρχε τίποτα κακό για έναν άντρα να ξαπλώσει αραχτός στο κρεβάτι και να αφήσει την γυναίκα να κάνει όλη την δουλειά για μια φορά. Εάν η Ήττα ήταν ξύπνια, ο δαίμονας θα του είχε ανταπαντήσει, "Νίκησε." ο Σράίντερ σχεδόν ευχόταν το μικρό σκατό να μιλήσει. Θα ήταν ωραία να καταπιέσει τα συ105


ναισθήματα του κραυγάζοντας: "Σκάσε γαμώτο.". Εξάλλου, ο μπάσταρδος ο δαίμονά του είχε φέρει τον Σράϊντερ σε αυτό το χάλι. «Και άρχισε πάλι.» Ο Τόριν μουρμούρισε πικρόχολα. «Όχι, βέβαια.» Ο Σράϊντερ τον αγνόησε και είπε στον Άγγελο: «Μπορεί το κορίτσι, έτσι που είναι μολυσμένο με κάτι, το οποίο βλακωδώς δεν μας αποκαλύπτεις, να μολύνει και τον Αμούν; Να τον χειροτερέψει;» Μια στιγμή πέρασε, με απόλυτη σιωπή, καθώς ο Άγγελος σκέφτονταν την ερώτηση, και φαντάσου! Δεν αντέδρασε καθόλου στην λέξη βλακωδώς. «Όχι.» Εντάξει τότε. Ο Σράίντερ θα ξεχνούσε τα πάντα σχετικά με την μόλυνση της Κυνηγού. Για την ώρα. «Τι θα κάνουμε λοιπόν με τον Αμούν και το κορίτσι;» Ρώτησε ο Τόριν, γυρίζοντάς τους στο προσκήνιο. Ξανά. Έγειρε πίσω στην καρέκλα του, βάζοντας τον αστράγαλό του πάνω στο γόνατό του και σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος του. Μια άνετη στάση, εάν δεν τον πρόδιδαν οι γραμμές έντασης γύρω από το στόμα του. Ο Ζακαρέλ κοίταξε τον ξενιστή της Αρρώστιας σαν να έχασε το μυαλό του, όταν απέκτησε τον δαίμονα. «Θα δοκιμάσουμε την θεωρία μας, φυσικά. Θα την βάλουμε πάλι στο δωμάτιο μαζί με τον Αμούν.» «Γαμώτο, όχι!» Γρύλισε ο Σνάϊντερ. Και όχι επειδή αυτοί οι σπινθήρες ζήλιας είχαν ανάψει και πάλι, αμέσως, και κυλούσαν τώρα στις φλέβες τους σαν ποταμοί οξέος. «Είναι ανυπεράσπιστος, και αυτή θα του κάνει κακό.» «Δεν το έκανε πριν.» «Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι μια εξημερωμένη οικόσιτη γατούλα την επόμενη φορά.» «Εάν τα πράγματα συνεχιστούν ως έχουν, θα τον σκοτώσω.» τα λόγια ειπώθηκαν τόσο απλά, που ο Σράϊ106


ντερ δεν είχε καμμιά αμφιβολία ότι ο Ζακαρέλ τα εννοούσε. «Δική σου η επιλογή. Εγώ θα ικανοποιηθώ είτε με το έναν τρόπο ή τον άλλον.» Καθόλου, μα καθόλου επιλογή. Ο μπάσταρδος το γνώριζε. «Θα πρέπει να καθαρίσω το δωμάτιο του Αμούν και να μεταφέρω τα πάντα.» Σκατά. «Τα πάντα εκτός από το κρεβάτι.» Τα πάντα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα. Όπως ήδη γνώριζε. «Το παράθυρο θα χρειασθεί σιδερένιους λοστούς.» Οι Κυνηγοί είναι εμφανώς έμπειροι και πανούργοι. Κοίτα τι είχε κάνει η Δήμιος με ένα απλό κομμάτι γυαλί. Το στομάχι του πόνεσε στην ανάμνηση, η πληγή σφίχτηκε. «Ίσως πρέπει να σπάσουμε τα χέρια της.» Πρότεινε ο Τόριν, σοκάροντας τρομερά τον Σράϊντερ. Ήταν συνήθως η φωνή της λογικής. «Δεν θέλω να μπορεί να του τσακίσει το λαιμό ή να του βγάλει τα μάτια, καθώς θα κείτεται ανυπεράσπιστος.» Ο Ζακαρέλ ανασήκωσε τους ώμους του, τραβώντας την προσοχή του στους φαρδιούς ώμους του – και κάνοντας τον Σράϊντερ να τρίξει τα δόντια του ενοχλημένος, που το παρατήρησε. Τι πήγαινε λάθος μαζί του; Οι άντρες δεν ήταν ποτέ το αντικείμενο του ενδιαφέροντός του. «Δεν το έκανε πριν,» παρατήρησε ο Άγγελος. «Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι μια εξημερωμένη οικόσιτη γατούλα και την επόμενη φορά,» ο Τόριν επανέλαβε, μιμούμενος τον προηγούμενο είσαι-ηλίθιος τόνο του Σράϊντερ. «Αυτό ήταν όταν νόμιζε ότι μπορούσε να δραπετεύσει μαζί του.» Ο Σράϊντερ πίεσε τον εαυτό του να απαντήσει. Γιατί, κατά βάθος, δεν του άρεσε η ιδέα να της κάνει κακό. Έριχνε τον δείκτη νοημοσύνης του μερικές μονάδες κάθε μέρα, σκέφτηκε. «Αυτή την φορά θα ξέρει ότι δεν υπάρχει τρόπος να ελευθερώσει τον εαυτό της. 107


Θα ξέρει ότι θα είναι αβοήθητη και θα πρέπει να κερδίσει την εύνοιά μας.» Ο Τόριν γούρλωσε τα μάτια του. «Πραγματικά ψηφίζεις να την αφήσουμε έτσι; Αυτή, μια Κυνηγό; Με τί σε μαχαίρωσε; Με ένα μαγικό, ραβδί αλειμμένο με Πρόζακ;» «Όχι, δεν ψηφίζω να την αφήσουμε έτσι.» Γαμώτο, το είχε κάνει. «Καλά. Θα της σπάσουμε τα χέρια.» Δεν θα διαφωνούσε σχετικά με την μεταχείρισή της. Της άξιζε ό,τι πάθαινε, και αυτός θα έπρεπε απλά να καθησυχάσει τον εαυτό του με αυτή την σκέψη. «Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να σκεφτούμε,» είπε ο Ζακαρέλ. «Ο Αμούν πολέμησε για να την κρατήσει, και χρειάστηκαν όλοι μου οι πολεμιστές για να τον καθυποτάξουν. Νομίζω ότι θα εναντιωθεί, νομίζω ότι πολλοί μέσα σ'αυτό το κάστρο θα τραυματιστούν. Αλλά και πάλι, αφήνω την επιλογή σε σένα.» Τι μεγαλόψυχος, σκέφτηκε ο Σράίντερ ξερά. Ο Ζακαρέλ είχε ένα ιδιαίτερο ταλέντο στο να καταλύει την λογική σου με λίγες μόνο λέξεις. Αλλά... ο Τόριν δεν μπορούσε να επιβάλει την άποψή του τώρα. Και πάλι. Έτσι μαλάκας που ήταν, ο Σράίντερ δεν ήταν ακριβώς έτοιμος να υποχωρήσει ακόμα, ανεξάρτητα από το ότι έπαιρνε πάντα αυτό που ήθελε. Ο Ζακαρέλ τον ερέθιζε, και ένα μέρος του ήλπιζε να τον ερέθιζε κι αυτός. Ή τουλάχιστον να αποσπούσε κάποια αντίδραση. «Εάν αποφασίσουμε να το κάνουμε, θα είσαι εσύ αυτό που θα της τα σπάσει;» «Φυσικά.» Απάντησε εύκολα ο Ζακαρέλ. Ο Σράίντερ ανοιγόκλεισε τα μάτια του με την απάντηση. Δεν ήταν ακριβώς αυτή που περίμενε. Ένοιωθε τα πόδια του να τρέμουν... ίσως. Λίγο μπερδεμένος... σίγουρα. «Μα είσαι άγγελος. Δεν υποτίθεται ότι πρέπει να υπερασπίζεσαι τους θνητούς;» «Δεν είναι ακριβώς θνητή.» 108


«Και τότε τι είναι;» Η ερώτηση ακούστηκε σαν καμιτσικιά και η προθυμίας του να μάθει απαράμιλλη. «Δεν έχω την άδεια να σας πω.» Η προθυμία του ξεφούσκωσε σαν μπαλόνι και ο Σράϊντερ δάγκωσε το εσωτερικό του μάγουλού του, ώστε να μην γκρινιάξει. Όταν ο Λύσανδρος τελικά θα κατάφερνε να συρθεί μακριά από το κρεβάτι της Μπιάνκα, ο Σράίντερ θα έκανε μια μεγάλη κουβεντούλα μαζί του. Υποπτευόταν ότι στιλέτα θα χρησιμοποιούνταν ανάμεσα από κάθε λέξη. «Δεν θα της κάνουμε κακό,» είπε τελικά ο Σράϊντερ, «Και έχω μερικούς όρους. Θα πρέπει να είμαι αυτός που θα την συνοδέψει στο δωμάτιο του Αμούν.» Αμέσως μόλις κατόρθωνε να περπατήσει. Δεν του άρεσε η σκέψη κάποιου άλλου να την ακουμπάει. Ήταν... όχι δική του. «Επίσης, θέλω κάμερες στο δωμάτιο.» Οι λέξεις ξεχύθηκαν πιό σκληρά. Πιο αυστηρά. «Και θα παρακολουθούμε ό,τι γίνεται εικοσιοκτώ ώρες/οχτώ ημέρες.» Ο Τόριν έγνεψε καταφατικά, με την έκφρασή του μισο-ικανοποιημένη και μισο-ένοχη. «Θα τις τοποθετήσω και θα της βάλω σε λειτουργία μέσα σε μια ώρα.» Υπήρχαν κάμερες στρατηγικά τοποθετημένες κατά μήκος όλου του κάστρου, για την περίπτωση που Κυνηγοί κατάφερναν να τρυπώσουν απαρατήρητοι από την πύλη και τους παγιδεύσουν, αλλά όχι στα δωμάτια τους. Το είχαν όλοι συμφωνήσει. Εάν ο εχθρός κατάφερνε να παρακάμψει τα πάντα και να μπει στα δωμάτια τους, οι Άρχοντες άξιζε να πεθάνουν. Η ιδιωτική τους ζωή ήταν τόσο σημαντική. Όταν ο Αμούν επανακτούσε πλήρως τις αισθήσεις του, θα τσαντιζόταν τρελά με τις καινούργιες κάμερες. Αλλά καλλίτερα την οργή του παρά το θάνατό του. Ο Ζακαρέλ ίσιωσε το κορμί του από το στήριγμα. «Θα ενημερώσω τους άντρες μου, για το τι πρέπει να κάνουν.» και με αυτό, γύρισε με μια ρευστή χάρη ενός χορευτή και βγήκε από το δωμάτιο. 109


Χορευτής; Σοβαρά; Τα μάγουλά του Σράίντερ πύρωσαν περισσότερο από πριν. Όταν ο Τόριν δεν σχολίασε το κοκκίνισμά του, χαλάρωσε πάνω στα μαξιλάρια. Άφησε έναν αναστεναγμό και συνειδητοποίησε πόσο τσιτωμένος ήταν με την παρουσία του Αγγέλου. Τώρα σάρωσε με το βλέμμα του το δωμάτια, αφήνοντας το οικείο περιβάλλον να τον ανακουφίσει. Η συλλογή όπλων, που διακοσμούσε τους τοίχους, αποτελούνταν από αρχαία σπαθιά μέχρι σύγχρονα πυροβόλα όπλα. Το μόνο πράγμα που κρέμονταν στον τοίχο και δεν ήταν όπλο, ήταν το πορτρέτο πάνω από το κρεβάτι. Όχι, όχι ακριβώς, τότε πίστευε ότι και το πορτρέτο ήταν επίσης όπλο. Αποπλάνησης. Το πορτρέτο απεικόνιζε τον ίδιο τον Σράϊντερ, εντελώς γυμνό, που περιφέρονταν ανάμεσα στα σύννεφα σαν άγγελος τιμωρός. Κρατούσε ένα αρκουδάκι στο ένα χέρι και ροζ κορδέλες στο άλλο. Η Άνια είχε δώσει στο τερατούργημα φυσικό μέγεθος, σαν αστείο. Τελικά όμως το αστείο γύρισε μπούμερανγκ. Ο Σράίντερ το λάτρεψε. «Πού είναι οι άλλοι;» ρώτησε τελικά. «Τις προάλλες μου είπες ότι ήταν έξω και περιφέρονταν, αλλά δεν μου είπες που ακριβώς, και γιατί. Είχα λίγο χρόνο να το σκεφτώ και συνειδητοποίησα ότι δεν χρειάζεται να κρατούν πια τα τεχνουργήματα έξω από το κάστρο. Οι Κυνηγοί δεν μας τριγυρίζουν όπως πρώτα. Στους δρόμους ακούγεται ότι εξαφανίστηκαν, πράγμα που είναι παράξενο, αλλά ο Κρόνος λέει να μην ανησυχούμε. – Ναι, του μίλησα, εμφανίστηκε ξαφνικά τις προάλλες, χωρίς κανέναν εμφανή λόγο – Κι έτσι δεν ανησυχώ. Πράγμα που σημαίνει ούτε κι εσύ. Πράγμα επίσης που σημαίνει ότι τα αγόρια είναι έξω για κάποιο άλλο λόγο. Σωστά;» Ο αναστεναγμός του Τόριν ήταν παρόμοιος με τον δικό του. «Είναι απλά πολύ επικίνδυνα εδώ τριγύρω. 110


Από την μια με τους Αγγέλους να είναι δολοφόνοι δαιμόνων και από την άλλη ο Αμούν να διακατέχεται από την σκοτεινή του πλευρά. Ο Έρον, η Ολίβια, η Λεγεώνα, ο Γουίλιαμ και η Γκίλι είναι οι μόνοι που είναι εδώ. Όχι φυσικά γιατί χρειάζομαι βοήθεια, αλλά γιατί είναι πολύ αδύναμοι για να είναι έξω. Φυσικά ο Έρον θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για την κατάσταση του Αμούν και αρνείται να τον εγκαταλείψει. Κι εσύ δεν τον επισκέφτηκες καθόλου. Λουφαδόρε.» Θεοί. Ήταν πραγματικά, δεν ήταν; «Ευχαριστώ που με σπρώχνεις στον φαύλο κύκλο της ντροπής. Πώς είναι;» «Τα αγόρια ακόμα προσπαθούν να συνέλθουν από την διαβολοεβδομάδα και τα κορίτσια τους φροντίζουν. Εκτός φυσικά από την Λεγεώνα. Αυτή αρνείται να σηκωθεί από το κρεβάτι.» Ο Έρον πρέπει να ανησυχούσε πολύ γι'αυτή. Ο Σράίντερ πραγματικά θα έπρεπε να τον επισκεφτεί. Όλους τους. Είμαι ένα παλιο-εγωιστικό κάθαρμα. «Οι υπόλοιποι είναι σκορπισμένοι έξω,» συνέχισε ο Τόριν. «και δεν ξέρω πλέον που βρίσκονται. Τους είπα να μην με ενημερώνουν πια, απλά να επικοινωνούν μια φορά την ημέρα, για να ξέρω ότι είναι ζωντανοί.» «Γιατί δεν θέλεις να ξέρεις που βρίσκονται;» «Με την μικρή μας Κυνηγό εδώ, όσα λιγότερα ξέρω γι'αυτούς, τόσο το καλλίτερο.» Πράγματι. «Κανένα νέο; Κανένα κουτσομπολιό;» «Εάν θέλεις να κουτσομπολέψεις, ήρθες στο σωστό μέρος φίλε.» Λίγη από την ένταση που ήταν χαραγμένη στα χαρακτηριστικά του Τόριν στέρεψε σαν πηγάδι και έτριψε τις παλάμες του μεταξύ τους. «Η Άσλιν είναι έγκυος.» Σήκωσε τα μάτια του ψηλά «Το ξέρω ηλίθιε.» «Ναι, αλλά ήξερες ότι περιμένει δίδυμα;» «Με δουλεύεις;» «Δεν σε δουλεύω. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Φωτιά 111


και πάγος, είπε η Ολίβια.» Η Ολίβια, ο Άγγελος. Αυτή δεν ήταν σαν τους δολοφόνους που ζούσαν την παρούσα στιγμή στο κάστρο, αλλά ένας άγγελος χαράς. Στην πραγματικότητα, ο άγγελος χαράς του Έρον, και το κορίτσι έκανε εξαιρετική δουλειά. Ο μελαγχολικός μπάσταρδος ποτέ δεν ήταν πιο... χαρούμενος, εάν μπορούσε να βρει καλλίτερη λέξη. Ήταν πραγματικά παράξενο. «Μπορείς να φανταστεί δύο δίδυμους σκανταλιάρηδες δαίμονες να τρέχουν εδώ μέσα;» «Όχι.» ο Σράϊντερ ποτέ του δεν ξόδεψε χρόνο για παιδιά και δεν θα ήξερε ούτε πώς να τα κρατήσει. Ή τι να τους πει. Ή τι να κάνει, εάν κάποιο από αυτά έκανε εμετό πάνω στο αγαπημένο του σπαθί. Αλλά ανάθεμα κι αν δεν άφηνε την φαντασία του να οργιάσει σκεπτόμενος τους φίλους του να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. «Ω, και μάθε κι αυτό Ο Γκίντεον παντρεύτηκε την Πορφύρα, την Ξενιστή των Εφιαλτών.» «Πλάκα κάνεις;» Ο άστατος Γκίντεον; Παντρεύτηκε; Η Πορφύρα ήταν κουκλάρα, και κολασμένα νευρική. Πανίσχυρη επίσης. Και ο Γκίντεον ήταν κομματάκι παθιασμένος μαζί της, όταν την είχαν κλεισμένη στο υπόγειο. Αλλά γάμος; Φαίνεται ότι όλοι σ'αυτό το κάστρο είχαν ρίξει τον δείκτη νοημοσύνης τους. «Θα μπορούσε να με περιμένει να γυρίσω και να υπογράψω κι εγώ για διπλή κράτηση.» Μουρμούρισε ο Σράϊντερ. «Υπέροχος φίλος.» «Κανένας δεν ήταν καλεσμένος στην τελετή, εάν με πιάνεις.» Λοιπόν, η απόφασή του να δεσμευτεί θα του προκαλέσει πολλούς εφιάλτες.» Είπε ο Σράϊντερ γελώντας. «Με πιάνεις;» «Εφιάλτες; Χα, χα. Είσαι οριακά στο να μετατραπείς σε μαλάκας, το ξέρεις;» «Ώπα, δεν πρόκειται να απολογηθώ που εξακολουθώ να είμαι παίχτης. Γιατί δεν ακολουθείς κι εσύ το 112


παράδειγμά μου και να συμμετάσχεις στην πλάκα, μαθητάκο;» Ο Τόριν τον αγνόησε. «Είναι παράξενο δεν νομίζεις; Δύο δαίμονες να συνδέονται;» Ο Σράίντερ τον κοίταξε και βλεφάρισε. «Δεν το πιστεύω ότι είπες κάτι τέτοιο.» «Γιατί;» «Με μία λέξη – η Καμέο κι εσύ. Εντάξει, τέσσερις λέξεις.» Ο Τόριν έτριξε τα δόνια του. «Ό,τι πεις. Μιλάμε για την Πορφύρα τώρα. Πράγμα που μου θυμίζει κι άλλο κουτσομπολιό. Αποδείχθηκε τελικά ότι είναι η μοναδική κόρη της... κάθεσαι καλά... Ρέας.» Τι πράγμα; Της Ρέας; Και ο Γκίντεον δεν το ήξερε; Ο Σράϊντερ ήταν πιο πολύ μπλεγμένος από ότι φανταζόταν. Η Ρέα ήταν βασίλισσα των θεών, η αποξενωμένη σύζυγος του Κρόνου, και η σκύλα που βοήθησε τον Γκέϊλεν, τον ξενιστή του δαίμονα της Ελπίδας – ένα μαλάκα που τριγυρνούσε ακόμα – και αρχηγό των Κυνηγών. «Πώς πήρε ο Γκίντεον τα νέα;» «Αρκετά καλά. Προσπάθησε να σκοτώσει την πεθερά του.» «Τέλεια. Μια τόσο ρομαντική κίνηση, τα αγόρια μας πρέπει να αρχίσουν να διαλέγουν τους συντρόφους τους με μεγαλύτερη προσοχή. Η Γκουέν είναι η μοναχοκόρη του Γκέϊλεν, η Πορφύρα κόρη της Ρέας. Τι έπεται στην συνέχεια;» Μια Κυνηγός; Που συμμετείχε στην δολοφονία του Μπέϊντεν; Ναι, ήταν μαλάκας. «Θα σου πω τι θα γίνει στην συνέχεια,» είπε ο Τόριν. «Ο αδελφός του Λούσιφερ.» «Τι πράγμα;» «Δεν σου το είπε κανείς; Ο Γουίλιαμ είναι συγγενής με τον Λούσιφερ. Και ο Λούσιφερ είναι ο διάβολος, σε περίπτωση που δεν το ξέρεις.» «Παρακαλώ;» Τα χείλη του Τόριν συσπάστηκαν, διασκεδάζοντας. «Το ξέρω. Τρελό σαν το διάβολο. Αλλά με κάποιο τρόπο προσαρμόζεσαι.» 113


Δεν θα ρωτούσε ξανά. Όχι δεν θα ρωτούσε. «Μα πώς;» γαμώτο, η ερώτηση γλίστρησε από τα χείλια του, πριν μπορέσει να την συγκρατήσει. «Δεν ξέρω. Ο Γουίλιαμ αρνήθηκε να μας πει. Δεν χρειαζόταν είπε. Τα πράγματα ήταν αρκετά διασκεδαστικά εδώ γύρω. Τέλος πάντων. Είσαι πίσω και είσαι, ας πούμε, υγιής, οπότε μπορώ να κάνω την ερώτηση που συγκρατούσα τις τρεις τελευταίες ημέρες. Πού στο διάβολο είναι ο Αόρατος Μανδύας; Έψαξα στα πράγματά σου, στο δωμάτιό σου, αλλά δεν μπόρεσα να τον βρω.» Ω, γαμώτο. Τώρα ήταν η σειρά του να ρίξει την βόμβα. «Σχετικά με αυτό...»

114


Κεφάλαιο 8 Η Χάϊντι τριγυρνούσε στον περιορισμένο χώρο του κελιού της. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πόσος χρόνος είχε περάσει από τότε που την είχαν κλειδώσει εδώ μέσα. Ήταν μόνη. Της είχαν φέρει φαγητό και νερό μόνο μια φορά από τότε. Τα φρούτα και οι ξηροί καρποί μαζί με το δροσερό, καθαρό νερό είχαν, με κάποιο τρόπο, καταφέρει να περιορίσουν την πείνα της εντελώς και την ενίσχυσαν με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ω, και το φαγητό είχε παραδοθεί από ένα άγγελο – έναν καταραμένο άγγελο που ζούσε σε φωλιά δαιμόνων. Αυτό ακόμα την έκανε ακόμα να παραπαίει, αλλά τώρα ήξερε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι βρισκόταν στο φρούριο στην Βουδαπέστη. Καθώς την έσερναν εδώ κάτω, είχε εντοπίσει φθορές από βομβιστική επίθεση. Μία επίθεση στη οποία μπορεί να μην είχε εμπλακεί αλλά είχε ακούσει τα πάντα σχετικά με αυτή. Είχε περάσει αρκετός χρόνος για τον Μίσα – "Αμούν" τον είχε αποκαλέσει η Ήττα – ώστε να έχει υπομείνει αμέτρητες τύχες, βασανιστήρια, μεταφορά κάπου αλλού, μπορεί ακόμα και θάνατο. Η σκέψη του οποίου, την είχε μεταφέρει σε μια σχεδόν υστερική κατάσταση. Έγδαρε τους τοίχους μέχρι που δεν της έμειναν καθόλου νύχια, χτυπούσε τα κάγκελα μέχρι που οι αρθρώσεις της ράγισαν και πρήστηκαν. Ούρλιαζε για απαντήσεις ώσπου η φωνή της βράχνιασε και έκλεισε. Τώρα, στη σιωπή, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σκέφτεται. Mία πρόταση μόνο επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά στο μυαλό της. Η Ήττα τον είχε αποκαλέσει Αμούν. Ήταν άραγε ο Αμούν, ένας Άρχοντας του Κάτω Κόσμου; Ή ήταν ο Μίσα, ένας Κυνηγός; 115


Την ήξερε, φώναξε για την βοήθεια της. Αυτό έπρεπε να σημαίνει ότι ήταν ο Μίσα, αλλά, απ'την άλλη μεριά, δεν ήξερε τίποτα άλλο γι'αυτήν. Ούτε το παρελθόν τους ή τους στόχους τους. Αυτό έπρεπε να σημαίνει ότι ήταν ο Αμούν. Ααα! Αυτά τα μπρος –πίσω, ήταν αυτός ή δεν ήταν, κόντευαν να την τρελάνουν το ίδιο όπως και ο περιορισμός της. Θα μπορούσε να είναι ένα μείγμα και των δυο; Ο δαίμονας του Αμούν στο σώμα του Μίσα; Γιατί αλήθεια, δυο άντρες δεν θα μπορούσαν να μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Μπορούσαν; Οι απαντήσεις δεν είχαν σημασία, δεν έφευγε χωρίς αυτόν. Ακόμα κι αν, κατά βάθος, ένα μέρος της υποψιαζόταν το χειρότερο. Ότι δυο άντρες θα μπορούσαν εύκολα να μοιάζουν μεταξύ τους, ειδικά αν δυνάμεις, πέρα απ'την ανθρώπινη νόηση, λάμβαναν μέρος. Ότι ήταν ο Αμούν, πως ανέκαθεν ήταν ο Αμούν. Πως ο Μίσα ήταν κάποιος άλλος τελείως διαφορετικός και ήταν κάπου εκεί έξω, ψάχνοντας ακόμη γι'αυτήν και αυτή απλώς προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της για το αντίθετο, έτσι ώστε να μην νιώθει ενοχές. Αυτό το φιλί... κάτι ακόμα που δεν μπορούσε να βγάλει απ'το μυαλό της. Ο Μίσα ποτέ δεν την είχε φιλήσει έτσι. Φλογερά, ολοκληρωτικά, με ανάγκη. Παρά τον κίνδυνο στον οποίο είχαν βρεθεί – που βρίσκονταν ακόμη – θα του επέτρεπε να την γδύσει και να βρεθεί μέσα της. Θα τον είχε συναντήσει ώθηση με ώθηση, άγρια , παίρνοντας, δίνοντας, διεκδικώντας. Θα είχε κολλήσει πάνω του, απελπισμένη για περισσότερα, για τα πάντα. Διάολε, θα είχε συρθεί μέσα του αν μπορούσε. Ήθελε να ενωθεί μαζί του έτσι ώστε να μην χωρίσουν ποτέ. Πόσο τρελό ήταν αυτό; Ποτέ πριν ένα φιλί δεν την είχε επηρεάσει με αυτό τον τρόπο. Ποτέ. Ποτέ ένας άντρας δεν την επηρέασε έτσι. 116


Πάντοτε πριν, παρέμενε απόμακρη. Από όλους. Ίσως γιατί ήξερε ότι οι άνθρωποι γύρω της θα πέθαιναν, ενώ αυτή θα συνέχιζε, θα γυρνούσε αιώνια απ' τον τάφο. Ίσως γιατί υπήρχε σκοτάδι μέσα της. Τόσο πολύ σκοτάδι. Μια ζωντανή οντότητα, τόσο αληθινή όσο ο πάγος που κυλούσε στις φλέβες της, μια παρουσία στο πίσω μέρος του μυαλού της, χωρίς φωνή αλλά πάντα εκεί, ωθώντας την να περιφρονεί τους ανθρώπους, τους τόπους, τη ζωή, το θάνατο. Οτιδήποτε, τα πάντα. Για πρώτη φορά, δεν έπρεπε να παλέψει για να νοιώσει ή να προσελκύσει στοργή. Είχε κοιτάξει τον Αμούν... Έτσι τον σκέφτεσαι τώρα; Σαν Αμούν; Ναι, συνειδητοποίησε. Με κάποιο τρόπο είχε γίνει ο Αμούν γι' αυτήν τώρα. Ο Μίσα δεν ταίριαζε με αυτά τα γεμάτα χείλη και τους πιο φαρδιούς ώμους. Έτσι, είχε απλώς κοιτάξει τον Αμούν και οι αφυπνισμένες της αισθήσεις έκαιγαν με αγανάκτηση μέσα της . Συνδέοντας τους. Είχε ακούσει την φωνή του μέσα στο κεφάλι της και αυτή η αισθησιακή αφύπνιση είχε βαθύνει. Και αν ήταν στ' αλήθεια ο Αμούν, όχι ο Μίσα, θα έπρεπε να νοιώθει ένοχη για ό,τι είχε συμβεί ανάμεσα τους. Θα έπρεπε να νοιώθει φρίκη για το ότι είχε υποκύψει στον εχθρό. Θα έπρεπε να νοιώθει διαλυμένη που τον είχε αφήσει να της δώσει κάτι παραπάνω από ένα εκρηκτικό φιλί, τον είχε αφήσει να την γευτεί ανάμεσα στα πόδια και το είχε λατρέψει. Είχε ικετέψει για περισσότερα. Ενοχή και φρίκη δεν ήταν αυτά που ένοιωθε όμως. Δηλαδή, όχι εντελώς. Τις ένοιωθε, αλλά ήταν ακόμη υπό την επήρεια του πόθου. Εάν ξεχνούσε το γεγονός ότι ο Αμούν ήταν ο εχθρός, δεν ήταν και άπιστη. Και όμως, αν αυτή τη στιγμή έμπαινε στο κελί της, ήταν αρκετά σίγουρη πως θα έριχνε τον εαυτό της στην αγκαλιά του. Με το χέρι της να τρέμει έτριψε το πρόσωπο της σε μια προσπάθεια να καθαρίσει το μυαλό της. Τι στο καλό 117


συνέβαινε με την κοινή λογική της; Που ήταν το καλοακονισμένο ένστικτο επιβίωσης της; Ο Μίσα ήταν ο πρώτος δεσμός που είχε επιτρέψει στον εαυτό της να έχει μετά από αιώνες και μόνο γιατί τον είχε ονειρευτεί πρώτα. Αλλά δεν τον είχε ανάγκη, δεν ένοιωθε χαμένη χωρίς αυτόν. Σταμάτησε και κοίταξε το τατουάζ στο χέρι της. Στο όνομα του, χαραγμένο τόσο βαθιά στη σάρκα της. Μ-ί-σ-α. Ακολούθησε τα γράμματα με τα γδαρμένα ακροδάχτυλα της. Δεν υπήρξε αλλαγή στους παλμούς της, κανένα βουητό επιθυμίας. Σκέφτηκε το όνομα Αμούν. Ανατριχίλες διέτρεξαν σε κάθε εκατοστό του δέρματος της. Έγλειψε τα χείλη της, το στόμα της ξαφνικά πλημμύρισε με υγρασία. Βλέπεις; Αντίδραση. Πάντα. Και αυτό δεν ήταν καλό. Δεν ήταν καθόλου καλό. Και αν... και αν αυτός που είχε ονειρευτεί δεν ήταν ο Μίσα; Και αν είχε ονειρευτεί τον Αμούν; Μήπως αυτό σήμαινε πως ο Αμούν ήταν μια κακή ανάμνηση που προσπαθούσε να βγει στην επιφάνεια; Ή, όπως τα οράματα που της έδειξε από το παρελθόν της, μήπως ήταν κάτι καλό; Τίποτα δεν έβγαζε νόημα στην πραγματικότητα. Πρώτον, στα οράματα, ήξερε ότι ο άντρας που έβλεπε ήταν το κλειδί για την ευτυχία. Για την ελευθερία. Δεύτερον, πως γίνεται ένας δαιμονισμένος αθάνατος, υπεύθυνος για την παρωδία που ήταν η ζωή της – και για τον θάνατο των γονιών και της αδερφής της – να είναι κάτι καλό; Άρχισε πάλι να βηματίζει πέρα-δώθε, τα σίγουρα βήματα της καταβρόχθιζαν την απόσταση από τον ένα τοίχο του κελιού έως τον άλλο. Μία καλλίτερη ερώτηση: Πως γίνεται ένας δαιμονισμένος πολεμιστής να είναι το μόνο πράγμα που λαχταρούσε; Το μόνο πράγμα που δεν μπορούσε να διανοηθεί να ζήσει χωρίς; Να ζήσει. Χωρίς. Οι λέξεις αντήχησαν στο μυαλό της, και σταμάτησε απότομα. Το στομάχι της σφίχτηκε 118


και γέμισε μικρούς, κοφτερούς κόμπους. Όχι. Όχι, όχι, όχι. Διατηρούσε σκόπιμα το σπίτι και τα υπάρχοντα της λιγοστά, τις φιλίες της περιστασιακές. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να τα μαζέψει και να φύγει χωρίς να ενημερώσει ή να λυπάται. Μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν. Μπορούσε. Απλώς αυτός ήταν ένα μυστήριο αυτή τη στιγμή. Ένα μυστήριο που είχε ανάγκη να λύσει. Αυτό ήταν όλο. Άλλη μια επιπλοκή ξεφύτρωσε. Αν ο πολεμιστής που επιθυμούσε ήταν ο Αμούν, δεν θα την ήθελε πλέον όταν θα ανακάλυπτε την αλήθεια γι'αυτήν. Το γεγονός ότι την είχε φιλήσει σήμαινε πως δεν είχε καταλάβει ποια ήταν και τι είχε κάνει στον φίλο του, τον Μπέϊντεν. Όταν θα το καταλάβαινε, θα ήθελε να την σκοτώσει, όχι να την ευχαριστήσει. Μα ήξερε ότι είσαι μια Κυνηγός. Εσύ του το είπες. Ακόμα και έτσι. Ευκολότερα συγχωρείς έναν στους εκατομμύρια Κυνηγούς, σκέφτηκε, παρά την Κυνηγό που είχε βοηθήσει να αποκεφαλιστεί ο φίλος σου – και σχεδίαζε να κάνει το ίδιο και σε όλους τους υπόλοιπους. Βήματα αντήχησαν ξαφνικά. Η Χάϊντι στριφογύρισε αντικρίζοντας την πόρτα του κελιού της. Τεντώθηκε, περιμένοντας, φοβισμένη. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, ο ξανθός, γαλανομάτης ξενιστής της Ήττας έστριψε στην γωνία και πλησίασε την φυλακή της. Χολή έσκαψε ένα μονοπάτι μέχρι το λαιμό της. Τα όμορφα χαρακτηριστικά του ήταν ανέκφραστα, αλλά το δέρμα ήταν χλωμό. Οι διακλαδώσεις από τις φλέβες του εμφανείς. Ακόμα και αν οι χτύποι της καρδίας της επιταχύνθηκαν, χτυπώντας σπασμωδικά, δεν οπισθοχώρησε. Δεν θα συμπεριφερόταν σαν δειλή. «Πως νοιώθεις;» τον ρώτησε, μόνο και μόνο για να τον χλευάσει. «Πονάει η κοιλίτσα σου;» Και τα δυο του ανοιχτόχρωμα φρύδια, στο χρώμα της άμμου, ανασηκώθηκαν, φτάνοντας σχεδόν στη 119


γραμμή των μαλλιών του. Τα μάτια του έλαμψαν επικίνδυνα. Το βλέμμα του την περιεργάστηκε απ'την κορφή ως τα νύχια, παραμένοντας σκόπιμα στα στήθη της, ανάμεσα στα πόδια της. «Νοιώθω λες και μπορώ να κάνω ό,τι θέλω μαζί σου.» Πρόφερε ήρεμα αλλά βάναυσα, η απειλή του ξεκάθαρη. «Οτιδήποτε.» Αυτή δεν ήταν η απάντηση που περίμενε και τον αγριοκοίταξε. Αλλά βέβαια, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν θα ανεχόταν απλώς τα δηκτικά σχόλια της. Έπρεπε πάντα να βγει από πάνω. Λοιπόν. Αρκετά με τα αστεία. «Που είναι ο πολεμιστής;» απαίτησε να μάθει. «Αυτός που ήμουν μαζί;» «Εννοείς τον Αμούν, τον Ξενιστή των Μυστικών;» τόσο ήρεμος, τόσο βέβαιος. «Ή τον φίλο σου;» Μυστικά, είχε πει. Όπως υποπτευόταν. Η επιβεβαίωση εξηγούσε τόσα πολλά. Οι κόμποι στο στομάχι της σφίχτηκαν κι άλλο, κόβοντας την περισσότερο. Και όμως δεν θα επιβεβαίωνε ούτε θα αρνιόταν αυτά που ήξερε. «Ίσως έτσι θέλεις να με κάνεις να πιστέψω. Πως είναι μεταμφιεσμένος σε Κυνηγό, ενώ στην πραγματικότητα, είναι στ'αλήθεια φίλος σου.» Οι λέξεις βγήκαν σαν κρώξιμο απ' το στόμα της. «Ή ίσως θέλεις να με κάνεις να μισήσω τον ίδιο μου τον φίλο. Ίσως θέλεις να με κάνεις να τον πληγώσω και μετά εσύ να με χλευάζεις, να γελάσεις εις βάρος μου.» «Και γιατί άραγε να θέλω κάτι τέτοιο, ε; Εάν αυτός είναι ο φίλος μου, δαιμονισμένος σαν και εμένα, αλλά σου έλεγα ότι δεν είναι, πως είναι ο άντρας σου, θα έκανες ότι μπορούσες για να τον προσέξεις. Και θα ήθελα ο φίλος μου να είναι ασφαλής, δεν θα ήθελα;» Ο Στράϊντερ ακούμπησε τον ώμο του στις μπάρες του κελιού, και παρόλο που το κεφάλι του ήταν γυρισμένο, το σκληρό βλέμμα του παρέμεινε σταθερό πάνω της. «Αλλά αν δεν είναι, αν είναι ο φίλος σου, γιατί να σου παραχωρήσω την ευχαρίστηση να τον σκοτώσω, σ'εσένα, ακόμη και για αστείο;» Το πηγούνι της σηκώθηκε μια 120


σταλιά, ο πεισματάρης πυρήνας της αρνιόταν να πτοηθεί. Παρά τον σκεπτικό του τόνο. «Γιατί θα παραδεχόσουν πως είναι φίλος σου τότε; Βάζοντας τον με αυτό τον τρόπο σε κίνδυνο;» «Λοιπόν, ώστε παραδέχτηκα πως είναι ο Αμούν;» Όχι, δεν είχε. Την είχε μόνο ρωτήσει τι νόμιζε για το όλο θέμα, προσπαθώντας μάλλον να την μπερδέψει. «Δεν με νοιάζει ποιος είναι.» Είτε έτσι είτε αλλιώς, ανήκε σ'αυτήν. Αυτό ήταν ένα γεγονός το οποίο δεν μπορούσε αρνηθεί, ούτε στον εαυτό της. «Θέλω μόνο να τον δω, να σιγουρευτώ πως είναι καλά.» «Θέλω, θέλω, θέλω.» Χτύπησε ένα δάχτυλο στο πιγούνι του. «Ποιος είπε ότι θα σου δώσω ό,τι θέλεις;» Πρόταξε το σαγόνι της, εξακολουθώντας να αρνείται να του δείξει κάποιο συναίσθημα. «Γιατί είσαι εδώ Ήττα;» «Θα φτάσουμε και σ'αυτό σε ένα λεπτό. Κατ' αρχάς, έχω κάποιες ερωτήσεις για σένα.» «Και έχω κάθε πρόθεση να τις απαντήσω.» είπε, γλυκά σαν ζάχαρη. «Θα το κάνεις εάν θες να ξαναδείς τον... άντρα σου.» Το τελευταίο ειπώθηκε μέσα από σφιγμένα δόντια λες και η προοπτική τον ενοχλούσε. «Μόλις μου είπες πως δεν θα έπαιρνα αυτό που ήθελα.» «Όχι, δεν το είπα. Ξανασκέψου. Σε ρώτησα ποιος είπε ότι θα το έπαιρνες.» Όντως. Ο μπάσταρδος. Αλλά θα τιμούσε το λόγο του; Οι Άρχοντες του Κάτω Κόσμου δεν ήταν γνωστοί ως δωρητές στον κόσμο της. «Αφού μόλις με χλεύασες με το ότι δεν θα τον δω ποτέ ξανά, περιμένεις να πιστέψω πως θα με συνοδεύσεις πίσω στο δωμάτιο του αν σου δώσω απαντήσεις που δεν θα πιστέψεις ούτως ή άλλως;» Ή να φέρεις τον Αμούν εδώ, σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τις λέξεις δυνατά. Δεν υπήρχε λόγος να του βάζει ιδέες στο μυαλό εάν δεν ήταν ήδη εκεί. Εκείνος ανατρίχιασε. «Έχεις δίκιο. Απλώς σε κορόιδευα. Μπορείς να με κατηγορήσεις όμως; Βγάζεις το χειρότερο σε μένα και αντεπιτίθεμαι.» 121


Ήθελε να του φωνάξει να συνεχίσει αλλά παρέμεινε σιωπηλή, περιμένοντας. «Λοιπόν,» την πίεσε. «Θα το κάνουμε αυτό; Απαντήσεις σε αντάλλαγμα για λίγη περιήγηση στα αξιοθέατα;» «Ναι,» του πέταξε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Θα μπορούσε να λέει ψέματα, αλλά ήταν πρόθυμη να διακινδυνεύσει μυστικά των Κυνηγών με την ελπίδα πως θα κρατούσε το λόγο του. Και αυτό είναι που θα ζητούσε, σκέφτηκε. Μυστικά. «Ας διευκρινίσουμε μερικές λεπτομέρειες πριν αρχίσω να ξερνάω πληροφορίες. Πότε θα με πας σ'αυτόν; Σε μερικά χρόνια από τώρα;» Τον είχε ικανό για ένα τέτοιο τέχνασμα. Ένας μυς κουνήθηκε κάτω απ' το μάτι του. «Θα σε πάω αμέσως μετά από την συζήτηση μας.» «Λες και θα κρατήσεις τον λόγο σου,» είπε, σηκώνοντας το πιγούνι της λίγο ακόμα. Μπορεί να ήταν πρόθυμη να διακινδυνεύσει τα πάντα αλλά δεν σήμαινε ότι θα φερόταν ηλίθια σχετικά με αυτό. Οι όροι έπρεπε να ειπωθούν ξεκάθαρα, σιδερωμένοι και κολλαριστοί. Για παν ενδεχόμενο. Για να γίνει αυτό θα έπρεπε να τον προκαλέσει. Κάποια πράγματα θα έπρεπε να προσφερθούν χωρίς τη δική της προτροπή. Τα μάτια του έκλεισαν σε μικροσκοπικές σχισμές, οι βλεφαρίδες του έσμιξαν και ενώθηκαν. «Προκάλεσε με, τότε. Προκάλεσε με να τον κρατήσω.» Ακριβώς έτσι. Αν τον είχε προκαλέσει μόνη της, θα την είχε τιμωρήσει. «Είναι ακόμα ζωντανός;» Και που ρωτούσε ήθελε να κλάψει. Μπορείς να ζήσεις και χωρίς αυτόν, υπενθύμισε στον εαυτό της. Απλώς δεν ήθελε. Ω, Θεέ μου. Ήδη σήμαινε τόσα πολλά γι'αυτήν; Παρ'όλο του ποιος και τι ήταν; Παρ'όλο πως θα τη μισούσε; «Ναι,» είπε η Ήττα. «Είναι ζωντανός. Αν και η κατάσταση του επιδεινώθηκε.» Η καρδιά της χτύπησε δυνατά στο στήθος της. «Πόσες ερωτήσεις; Θα πρέπει να υπάρχει ένα όριο.» Σήκωσε 122


τους ώμους του γι'άλλη μια φορά με αμέλεια. «Πέντε. Και οι απαντήσεις σου καλύτερα να είναι ειλικρινής.» Πως θα ξέρεις αν είναι ή όχι; Παραλίγο να ρωτήσει, μόνο για να τον χλευάσει όπως την χλεύαζε κι αυτός, αλλά δεν το έκανε. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν πολύ σημαντικό. «Εντάξει. Εγώ–εγώ σε προκαλώ να με πας να δω τον Μίσα–Αμούν – μετά που θα απαντήσω με ειλικρίνεια σε πέντε ερωτήσεις.» Αν την τιμωρούσε για την πρόκληση έτσι και αλλιώς, δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο απ'αυτό που θα της άξιζε αφού θα του είχε επιτρέψει να την ξεγελάσει. Οι κόρες των ματιών της Ήττας καταβρόχθισαν τις ίριδες τους, καθώς κούνησε το κεφάλι του μια φορά σε ένα σκληρό νεύμα. «Δέχομαι.» Τα χέρια του σφιγμένα σε γροθιές. «Ικανοποιημένη;» Είχε ξαναδεί αυτήν την αντίδραση και παλιότερα, την αναγνώρισε σαν αυτό που ισχυρίστηκε. Αποδοχή, «Είμαι όσο ικανοποιημένη μπορώ να είμαι σε ένα μέρος σαν και αυτό.» Εκείνες οι κόρες συνέχισαν να μεγαλώνουν λες και είχε πει κάτι προκλητικό. Και ίσως να είχε πει – ένας αρρενωπός άντρας θα είχε πάρει τα λόγια της ως μια πρόσκληση για να την ικανοποιήσει σωματικά, και αυτός ο άντρας ήταν πιο αρρενωπός και ευτυχής για προσκλήσεις από τους περισσότερους – αλλά ήταν ακούσιο. Δεν την είλκυε η Ήττα. Ήταν όμορφος, ναι, αλλά του έλειπε η ένταση του Αμούν. Επίσης, κάθε φορά που τον έβλεπε ήθελε να κάνει και εμετό. «Ποια είναι η πρώτη σου ερώτηση;» απαίτησε να μάθει. Δεν δίστασε. «Τι στο διάολο είσαι;» Δεν προσποιήθηκε πως δεν κατάλαβε την ερώτηση. «Είμαι άνθρωπος.» Γρήγορος σαν αστραπή, επιτέθηκε, η γροθιά του χτύπησε τις μπάρες και κροτάλισε τα ίδια τα θεμέλια του κελιού. «Ήδη λες ψέματα. Μπορείς να φτιάξεις όπλα απ'το τίποτα. Αυτό δεν είναι κάτι που μπορούν να 123


κάνουν οι άνθρωποι.» Δεν αντέδρασε στην οργή του. «Αν μπορώ, γιατί δεν έχω φτιάξει κάποιο από τότε που είμαι εδώ; Και σου υπόσχομαι, θα είχα κόψει τον λαιμό σου από την μια άκρη στην άλλη αν είχα και την παραμικρή ευκαιρία κατά την διάρκεια της πορείας μας.» Τώρα ένας μυς χτυπούσε στο σαγόνι του, αλλά τουλάχιστον δεν επιτέθηκε πάλι. «Εύκολο καύχημα, σχεδόν πιστευτό. Ίσως να ήθελες απλώς ένα εισιτήριο γι'αυτό το φρούριο.» «Για να κάνω τι; Να επισπεύσω το βασανιστήριο μου;» «Ήσουν Δόλωμα κάποτε. Ίσως να προοριζόσουν για Δόλωμα και πάλι.» «Τότε ήσουν ηλίθιος που με έφερες εδώ,» ξέσπασε. Τα ρουθούνια του ανοιγόκλεισαν με τη δύναμη της ανανεωμένης οργής του, αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. «Αυτό δεν μας βγάζει πουθενά,» είπε, όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Τα όπλα δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά όταν ήμασταν στην ζούγκλα. Τα είχα κρυμμένα μέχρι να βρω την ευκαιρία να τα χρησιμοποιήσω.» Και αυτή ήταν η αλήθεια μα τω Θεώ. «Αυτό, και ότι είσαι και λίγο χαζός.» Εξέπνευσε, και η ανάσα φάνηκε να στραγγίζει την οργή του. «Λοιπόν, αυτό είναι μια βελτίωση σε σχέση με το ηλίθιος και το βλάκας.» Ευγενικά, απαλά πειράγματα. Από αυτόν. Συγκλονιστικό. Ή μήπως προσπαθούσε να την αποπροσανατολίσει; «Απάντησα. Ειλικρινά. Οπότε, δεύτερη ερώτηση.» Η ευγένεια ξεθώριασε, μόνο ένα ίχνος ευθυμίας παρέμεινε. «Αν είσαι άνθρωπος, πως γίνεται να είσαι ζωντανή; Σε είδα να πεθαίνεις. Πράγμα που είναι ένας ωραίος τρόπος για να πούμε ότι σε δολοφόνησα γαμώτο!» «Έχω νεκραναστηθεί.» Δεν ανέφερε πως ή πόσες πολλές φορές. Δεν είχε ρωτήσει. «Με αυτήν είναι δυο. 124


Επόμενη.» Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν τελείωσα με αυτήν ακόμη. Αν νεκραναστήθηκες, και μαντεύω πως αυτός είναι ένας φανταχτερός τρόπος να πεις πως σε ξαναέφεραν στη ζωή, ένας θεός σε βοήθησε. Μόνο ένας θεός έχει τη δύναμη να νεκρανασταίνει ένα σώμα μετά από αποκεφαλισμό. Και ακόμη και τότε, δεν είμαι σίγουρος πως είναι δυνατόν.» Σιωπή τους τύλιξε. Την κοίταξε δηκτικά. Αυτή του ανταπόδωσε το βλέμμα. «Λοιπόν;» απαίτησε, απλώνοντας τα χέρια του σαν να ήταν ο τελευταίος λογικός άνθρωπος στο σύμπαν. «Λοιπόν, τι; Δεν με ρώτησες κάτι.» Ο μυς στο σαγόνι του άρχισε να χτυπάει πάλι. «Ποιος σε βοήθησε;» Βοήθησε δεν ήταν ακριβώς η λέξη που θα διάλεγε. Καταράστηκε, ίσως. «Ένα πλάσμα που σου έμοιαζε αρκετά. Νομίζω. Δεν το είδα, ξέρω μόνο πως είχα μια αντίδραση σ'αυτό την πρώτη και μοναδική φορά που με άγγιξε.» Και αυτό ήταν το μόνο που θα έλεγε πάνω στο θέμα. Ακόμη και αν ρωτούσε περισσότερα. «Αυτή είναι η τρίτη. Επόμενη.» Γιατί δεν την είχε ρωτήσει για τους Κυνηγούς; «Η Ρέα, τότε,» είπε, λες και αυτό εξηγούσε τα πάντα. Η Χαΐντι κράτησε το πρόσωπο της ανέκφραστο, απρόθυμη να του δείξει το βάθος της σύγχυσης της. Η Ρέα, η υποτιθέμενη βασίλισσα των Τιτάνων; Η Χάϊντι είχε ακούσει γι'αυτήν, φυσικά. Μια μικρή μερίδα των Κυνηγών την λάτρευε ακόμα. Αλλά γιατί η Ήττα υπέθετε ότι η γυναίκα ήταν υπεύθυνη για την κατάρα της Χαΐντι; Ή "μόλυνση" όπως την αποκάλεσε ο Κακός Άντρας; «Δυο ακόμα ερωτήσεις. Καλύτερα να τις κάνεις να αξίζουν.» «Όταν σε είδα με τον... μαζί του να φιλιέστε...» είχε σχεδόν πει το όνομα, συνειδητοποίησε, αλλά είχε καταφέρει να σταματήσει τον εαυτό του εγκαίρως «...το εν125


διαφέρον σου ήταν για τον άντρα ή για μια πιθανή έξοδο διαφυγής;» Απ'όλα τα πράγματα που θα μπορούσε η Ήττα να ρωτήσει γιατί αυτό; «Γιατί στο διάολο σε νοιάζει;» Με την άκρη της γλώσσας του ακολούθησε τη γραμμή των χειλιών του. «Δεν νομίζω πως η συμφωνία μας περιλάμβανε εξηγήσεις εκ μέρους μου.» Καλά. «Τον άντρα.» Υπήρξε μια περίοδο σιωπής πριν να της δείξει κάποια αντίδραση. Μια λάμψη αυτής της μανίας, που εξαφανίστηκε γρήγορα. «Ήταν πάντα ο ευγενικός, ξέρεις,» ή Ήττα είπε σχεδόν αφηρημένα. «Σχεδόν ποτέ δεν είχε ξεσπάσματα. Ποτέ δεν έβλαψε κάποιον απ' τους φίλους του. Και θα είναι τρομοκρατημένος με το να ξέρει τι έκανε σ'εμένα.» Αμέσως μόλις συνειδητοποίησε τι είπε, τι παραδέχτηκε, την αγριοκοίταξε, λες και η ομολογία ήταν δικό της σφάλμα. Προσποιήθηκε πως δεν το κατάλαβε. «Έχεις ακόμα μια ερώτηση. Και μήπως ξέχασα να σου πω πως αν μου είπες ψέματα, θα αναλάβω προσωπικά να ξανά-συστήσω την σπονδυλική σου στήλη σε μια λεπίδα από γυαλί;» Την παρατηρούσε για αρκετή ώρα, μελετώντας την, ψάχνοντας για κάτι. Αν το βρήκε ή όχι, δεν ήξερε. Και τότε μίλησε, μαλακά, ευγενικά. «Γιατί βοήθησες να σκοτώσουν τον Μπέϊντεν, Χάϊντι;» Ρούφηξε απότομα μια ανάσα. Απ'όλα που θα μπορούσε να απαιτήσει να μάθει... πως τολμούσε να την ρωτά κάτι τέτοιο; Λες και δεν ήξερε ήδη την απάντηση. Λες και δεν είχε συνωμοτήσει για να την καταστρέψουν, όλους αυτούς τους αιώνες πριν. Λες και θα χαιρόταν να την ακούσει να λέει για τον πόνο και την απώλεια της. Ακριβώς έτσι, όλο το μίσος που ήταν μέσα της εξερράγη στην επιφάνεια, και σχεδόν πήδηξε στα κάγκελα, τοποθετώντας τον εαυτό της σε απόσταση βολής. Δεν του επιτέθηκε αλλά τον προκαλούσε να της επιτεθεί. 126


Αυτός δεν κουνήθηκε, απλώς συνέχισε να την καρφώνει με το βλέμμα του. «Γιατί βοήθησα να τον σκοτώσουν;» Του πέταξε τις λέξεις λες και ήταν όπλα, και ίσως να ήταν. «Γιατί πήρε ό,τι αγαπούσα περισσότερο. Και μην προσπαθήσεις να μου πεις ψέματα και πεις πως δεν το έκανε, πως είμαι μπερδεμένη, ή δεν θυμάμαι καλά. Τον είδα. Ήμουν εκεί.» «Αυτός...» «Δεν τελείωσα! Για πιο άλλο λόγο θα βοηθούσα να τον σκοτώσουν; Γιατί αντιπροσώπευε ό,τι απεχθανόμουν περισσότερο. Γιατί του άξιζε ό,τι έκανα, και το ήξερε. Ήθελε να το κάνω. Και ούτε μια φορά όλα αυτά τα χρόνια, δεν μετάνιωσα για ό,τι έκανα.» Ξανά, σιωπή. Αυτά τα μπλε μάτια γυάλισαν πολύ πιο επικίνδυνα απ'ότι πριν καθώς έβαλε το χέρι του μέσα στην τσέπη του. Η Χαΐντι περίμενε ένα στιλέτο στο στομάχι αλλά και πάλι δεν οπισθοχώρησε. Ο σωματικός πόνος μπορεί να θάμπωνε λίγο το συναισθηματικό της μαρτύριο. Εκείνος απλώς ξεκλείδωσε την κλειδαριά. Η πόρτα του κελιού άνοιξε διάπλατα, με τους μεντεσέδες να τσιρίζουν. «Για κάποιο λόγο, εσύ κατάφερες να ηρεμήσεις... το αγόρι μας πριν. Είναι χειρότερα τώρα, και πρέπει να μάθουμε αν μπορείς να τον ηρεμήσεις ξανά.» Αυτόν. Τον Αμούν. Λοιπόν, σκέφτηκε έξαλλη και πάλι, η Ήττα σκόπευε να την πάει στον πολεμιστή εξ' αρχής. Δεν ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει ούτε σε μια ερώτηση. Είχε εξαπατηθεί. Απλώς όχι όπως νόμιζε. Τι βλάκας που ήταν. «Και τι είναι ακριβώς αυτό απ'το οποίο τον ηρέμησα; Πως γίνεται να είναι χειρότερα; Τι στο διάολο του κάνατε;» «Θα σε πάω σ'αυτόν,» συνέχισε ο δαίμονας, αγνοώντας την. Είτε δεν γνώριζε τα βίαια συναισθήματα της ή πολύ απλά δεν τον ένοιαζε. «Αλλά αν τον βλάψεις, Χάϊντι, θα σε σκοτώσω. Και θα το κάνω με έναν τρόπο που ούτε φαντάζεσαι.» 127


Τη στιγμή που η Ήττα την οδήγησε στο διάδρομο προς την κρεβατοκάμαρα του Αμούν – ένα διάδρομο ακόμη γεμάτο από πανύψηλους αγγέλους και τα απλωμένα φτερά τους – άκουσε τη φωνή του πολεμιστή μέσα στο κεφάλι της και ξέχασε όλα τα άλλα. Χάϊντι! Αυτή η μόνη λέξη ήταν ένα βασανισμένο ουρλιαχτό. Σε έχω ανάγκη... σε παρακαλώ... Πόσο καιρό φώναζε για εκείνη; Γιατί δεν τον άκουγε πριν; Χάϊντι! Θα ανακάλυπτε αυτές τις λεπτομέρειες αργότερα. Αυτή τη στιγμή, αυτός πονούσε, τόσο πολύ και τίποτα πέρα απ'το να τον βοηθήσει δεν είχε σημασία. Τραβώντας με όλη της τη δύναμη, κατάφερε να ελευθερωθεί από την λαβή της Ήττας και έσπευσε προς τα εμπρός. Κανείς δεν προσπάθησε να την σταματήσει. Ούτε οι άγγελοι και ούτε ο Άρχοντας. Περίμενε πως η πόρτα του Αμούν θα ήταν ακόμη διαλυμένη σε κομμάτια από την άγρια κλωτσιά της Ήττας, αλλά κάποιος είχε επισκευάσει μέταλλο και ξύλο, και τώρα την εμπόδιζε να μπει στο δωμάτιο. Έστριψε το πόμολο – ξεκλείδωτη, δόξα τω Θεώ – και έτρεξε μέσα στην κρεβατοκάμαρα, βροντώντας γρήγορα την πόρτα πίσω της. Προσπάθησε να κλειδώσει την κλειδαριά και παρατήρησε πως είχε αφαιρεθεί. Σκατά! Κάτι ακόμη για να ανησυχήσει αργότερα. Μικρές χάντρες από πάγο σημάδεψαν το δέρμα της, και τα γόνατα της έτρεμαν καθώς γυρνούσε. Τότε τον είδε. Χτυπιόταν πάνω στο κρεβάτι, όπως την τελευταία φορά. Επιτέλους, ήταν μαζί του ξανά. Ήταν ζωντανός. Αλλά για πόσο ακόμα; Ήταν χειρότερα, είπε η Ήττα, και ο Αμούν μετά βίας είχε επιζήσει απ'τα τελευταία του τραύματα. Χάϊντι... σε παρακαλώ... Τόσο αδύναμος, διαποτισμένος με όλο αυτό τον πόνο. «Εδώ είμαι, μωρό μου. Εδώ είμαι.» Οξύ έρεε μέσα 128


της, καθώς σκόνταφτε προσπαθώντας να τον φτάσει. Κάποιο μακρινό κομμάτι του εγκεφάλου της παρατήρησε πως όλα τα έπιπλα εκτός απ'το κρεβάτι είχαν αφαιρεθεί απ'το δωμάτιο. Την επόμενη στιγμή στεκόταν στην άκρη του στρώματος, κοιτώντας προς αυτόν και όλες τις οι σκέψεις χάθηκαν. Τα βογκητά του ακούστηκαν μέσα στο κεφάλι της. «Ξέρω. Ξέρω ό,τι πονάς.» Χάϊντι; Όχι και τόσο πονεμένα αυτή τη φορά. «Ναι, μωρό μου. Η Χάϊντι είναι εδώ.» Εκείνος αναστέναξε υποδεικνύοντας μια ελάχιστη ανακούφιση. Οι σκιές είχαν επιστρέψει, ακόμα και τώρα χόρευαν γύρω απ'το και πάλι κατακρεουργημένο σώμα του. Τα μάτια του ήταν τόσο πρησμένα που είχαν κλείσει, τα χέρια του ματωμένα και ξεσκισμένα. Τα φτερά της πεταλούδας από το τατουάζ του... κινούνταν, διαλύονταν, σχηματίζοντας εκατοντάδες άλλες πεταλούδες. Και αυτές, επίσης, χόρευαν γύρω του, πάνω στους μηρούς του, στο στομάχι του, στο θώρακα του, στα χέρια του, έπειτα εξαφανιζόντουσαν πίσω απ'την πλάτη του. Εκείνη την στιγμή, ήταν απολύτως βέβαιη πως ο άντρας που παρακολουθούσε ήταν ο Αμούν και όχι ο Μίσα. Πράγμα που σήμαινε πως οι Άρχοντες δεν θα του έκαναν κακό. Δόξα τω Θεώ. Η ένταση της ανακούφισης της ήταν καθηλωτική. Τι πάει στραβά μαζί σου; Αναρωτήθηκε και πάλι. Τώρα που οι ανησυχίες της σχετικά με τον Αμούν και τα πιθανά βασανιστήρια και εκτελέσεις είχαν αποδειχθεί αβάσιμες, δεν μπορούσε να ξεχάσει ή να αποφύγει δυο απλά γεγονότα. Αυτός ο άντρας δεν υπήρξε ποτέ Κυνηγός. Αυτός ο άντρας ήταν ο εχθρός της. Θα έπρεπε να τον σκοτώσει. Θα έπρεπε να το προσθέσει στο ενεργητικό της και να φτάσει πιο κοντά στην εξισορρόπηση της ζυγαριάς. Όπως ο Μπέϊντεν, ο Αμούν άξιζε οποιαδήποτε τιμωρία αποφάσιζε. Τα αισχρά πράγ129


ματα που είχαν κάνει αυτοί οι άντρες στην Αρχαία Ελλάδα... Και όμως. Δεν μπορούσε να αναγκάσει τον εαυτό της να τον βλάψει. Ήταν πολύ κακοποιημένος, πολύ θλιβερός. Προσπάθησε μόνο να την προστατέψει. Η συμπεριφορά του θα αλλάξει. Το ξέρεις ό,τι θα αλλάξει. Τη στιγμή που θα γίνει καλά, οι φίλοι του θα του πουν ποια είσαι. Θα πάει για το λαιμό σου πιο γρήγορα από πριν προλάβεις εσύ να πεις: «Μα εγώ σε άφησα να ζήσεις.» Θα ανησυχούσε για το μίσος του τότε. Για την ώρα, για καλό ή για κακό, αυτή και ο Αμούν ήταν συνδεδεμένοι. Αργότερα, θα έψαχνε για απαντήσεις, τα πως και τα γιατί. Ίσως να κατάφερνε να πείσει τον εαυτό της πως ποτέ δεν τον είχε δει σε κάποιο όραμα. Και τότε... ίσως να έβρισκε ένα τρόπο να κόψει τους δεσμούς που τους έδεναν. Αν δεν το έκανε αυτός πρώτος. Μέχρι τότε... Θα έκανε ότι ήταν δυνατόν εκ μέρους της για να σώσει αυτόν τον άντρα, όπως και πριν. Ακόμα και η σκέψη ήταν προδοσία προς τους Κυνηγούς. Μια προδοσία που ο Μίσα θα έπαιρνε προσωπικά. Αλλά αυτό δεν άλλαζε τα σχέδια της, και αυτό, συνειδητοποίησε, έφερε τη γνώση πως η σχέση της μαζί του είχε τελειώσει. Ξαφνιάστηκε από την έλλειψη δυστυχίας με αυτήν την προοπτική. Ξαφνιάστηκε ακόμη παραπάνω που δεν ευχόταν τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Απλώς ευχόταν να υπήρχε κάποιος τρόπος να του το πει. Μαλακά. Επιθυμούσε έναν άλλο άντρα, ένα δαιμονισμένο πολεμιστή, και ο Μίσα άξιζε κάτι καλλίτερο απ' ό,τι θα μπορούσε ποτέ να του δώσει. Αναστέναξε, ο ανακουφισμένος ήχος μια ηχώ ίδια με του Αμούν. Ωραία, τουλάχιστον είχε καταλήξει σε κάτι. Αν μόνο η θεραπεία του Αμούν αποδεικνυόταν τόση απλή. Άπλωσε το χέρι της και τράβηξε τα βρεγμένα από ιδρώτα μαλλιά από το μέτωπο του. Αυτές οι σκιές που χόρευαν στρίγκλισαν, τινάχτηκαν μακριά 130


από το άγγιγμα της και χώθηκαν κάτω από το δέρμα του Αμούν, καθώς ο πολεμιστής έγειρε προς το μέρος της επιδιώκοντας στενότερη επαφή. Τι αντιπροσώπευε αυτό το σκοτάδι; Τι σήμαινε; Οπωσδήποτε κάτι σατανικό, όπως ήταν η πρώτη της υποψία. Ο Αμούν προφανώς το μισούσε, ζάρωνε καθώς το τελευταίο νήμα του σκοταδιού ξεθώριαζε μέσα του. Χάϊντι, Χάϊντι μου. Άλλος ένας αναστεναγμός αναδύθηκε στο κεφάλι της, αυτός καλυμμένος με ικανοποίηση. Μην με αφήσεις. «Δεν πρόκειται να σε αφήσω.» Το τρέμουλο της αυξήθηκε καθώς ανέβηκε δίπλα του στο κρεβάτι και πέρασε τα χέρια της γύρω του. «Θα είμαι εδώ για όσο καιρό θα με χρειάζεσαι.» ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ, ο Τόριν παρακολουθούσε την Χαΐντι σε μια απ'τις οθόνες του υπολογιστή του. Η Χαΐντι. Είχε ξαναγυρίσει στη ζωή. Ποιος να το περίμενε; Και γιατί ο Στράϊντερ δεν του το είχε πει; Οι ερωτήσεις έχασαν την σημασία τους απ'την μια στιγμή στην άλλη. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα καθώς οι σκιές του Αμούν τσακίστηκαν να αποφύγουν το άγγιγμα της. Ποτέ πριν δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο και δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι σήμαινε. Ήξερε όμως ένα πράγμα. Δεν ήταν άνθρωπος όπως είχε πει στον Στράϊντερ. Κανένας απλός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να τρομάξει τους δαίμονες όπως είχε κάνει αυτή μόλις τώρα. Και ήταν φοβισμένοι εξαιτίας της. Είχαν κρυφτεί μέσα στον Αμούν, αντί να προσπαθήσουν να δραπετεύσουν από αυτόν όπως έκαναν από την αρχή. «Οπότε τι στο διάολο είναι αυτή;» μουρμούρισε. ΣΚΥΘΡΩΠΙΑΖΟΝΤΑΣ, Ο ΣΤΡΑΪΝΤΕΡ ΚΟΥΤΡΟΥΒΑΛΗΣΕ σχεδόν στο δωμάτιο του Αμούν. Πόσο πρόθυμη ήταν η Χάϊντι στην προσπάθεια της να φτάσει στον πολεμιστή, τον ορκισμένο εχθρό της. Και τώρα ο Στράϊντερ την έβλεπε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, κουλουριασμένη στο πλευρό του Αμούν, να χαϊδεύει τρυφερά 131


το μέτωπο του. Σαν να ήθελε να είναι εκεί. Σαν να ήταν χαρούμενη που βρισκόταν εκεί. Να βοηθάει έναν Άρχοντα. Νομίζει πως ο Αμούν είναι ο φίλος της, θυμάσαι; Φυσικά και ήταν χαρούμενη. Φυσικά και θα βοηθούσε. «Δήμιε;» μούγκρισε με περισσότερη δύναμη από ότι σκόπευε. Το ατσαλένιο της βλέμμα μετατοπίστηκε και καρφώθηκε πάνω του επιφυλακτικά. «Τι;» Δεν υπήρχε τίποτα το επιφυλακτικό στην φωνή της. Αυτή η μοναδική λέξη ξέσπασε πάνω του με ακόμη περισσότερη δύναμη απ'ό,τι είχε κάνει η δική του. Ήταν ξεκάθαρο, πως ήθελε να φύγει και να την αφήσει διάολε μόνη της. Τα δόντια του έτριξαν μεταξύ τους, και χρειάστηκε να πολεμήσει το κύμα ζήλειας που τον γέμισε ξαφνικά. Ζήλια. Ζήλια για μια Κυνηγό. Μια Κυνηγό που πάντα σχεδίαζε να σκοτώσει. Γιατί δεν μπορούσε απλά να χαρεί που ο Αμούν τώρα θα είχε μια ευκαιρία να τα καταφέρει; Γιατί η Χάϊντι θα έκανε τον Αμούν δυστυχισμένο. Και αν ο μεγαλόσωμος τύπος την ερωτευόταν, μπορεί να εγκατέλειπε τους φίλους του για να είναι μαζί της. Πράγμα που θα κατέληγε στον οριστικό θάνατο του. Γιατί στην τελική, αυτή θα τον πρόδιδε. Δεν πρόκειται να το αφήσω να συμβεί. Ποτέ, Κέρδισε, είπε η Ήττα, διαισθανόμενη την πρόκληση. Θα το κάνω. Ο Στράϊντερ σήκωσε και τα δυο του χέρια. Στο αριστερό κρατούσε μια σύριγγα. Στο δεξί, αλυσίδες. Περίμεναν στο διάδρομο, αλλά αυτή ήταν πολύ απασχολημένη να ανησυχεί για τον Αμούν ώστε να τις προσέξει. «Δεν πίστεψες ειλικρινά πως θα είχες ελεύθερη πρόσβαση μαζί του, έτσι;» 132


Κεφάλαιο 9 Ο Αμούν έσυρε τον εαυτό του έξω από το μπερδεμένο ιστό του μυαλού του και ανάγκασε τα βλέφαρα του να ανοίξουν. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε: Μια γεύση παγωμένων βερίκοκων είχε γεμίσει το στόμα του, ένοιωθε μια καταπληκτική δροσιά μέσα του, δροσίζοντας τις φωτιές που μαινόταν, και ένα γήινο άρωμα πλανιόταν εισχωρώντας στα ρουθούνια του κάθε φόρα που εισέπνεε . Το δεύτερο πράγμα: Το φώς της ημέρας έμπαινε από το παράθυρο, οι βαριές κουρτίνες ήταν ανοιχτές και τα παντζούρια καλωσόριζαν κάθε λαμπερή ακτίνα. Τα μάτια του δάκρυζαν και έκαιγαν, αλλά τουλάχιστον αυτά τα δάκρυα ξέπλεναν την θολή ασπίδα που κάλυπτε σαν μανδύας ολόκληρο το δωμάτιο, επιτρέποντα του να έχει μια καθαρότερη θέα. Το τρίτο πράγμα: Ο Στράιντερ ήταν ξαπλωμένος σε μία άνετη καρέκλα, που είχε τοποθετήσει μπροστά από το κρεβάτι του Αμούν, παρακολουθώντας τον με μια αποφασιστική, σχεδόν απαγορευτική έκφραση. Το μυαλό του Στράιντερ ήταν άδειο, και σκοπίμως έτσι. Ο πολεμιστής γνώριζε ότι ο Αμούν μπορούσε να διαβάσει κάθε μια από τις σκέψεις του. Όλοι εδώ το γνώριζαν. Και ήταν και ο λόγος, που, όταν ήθελαν απομόνωση – επειδή ο Αμούν δεν μπορούσε να σταματήσει την εισροή των πιο μύχιων τους μυστικών, όσο και να το ήθελε – έπρεπε να τυλίγουν τους εαυτούς τους στο σκοτάδι και στην σιωπή. «Πως αισθάνεσαι;» τον ρώτησε ο Στράιντερ. Η χροιά του τραχιά και άγρια. Ακόμα και αν οι νέοι δαίμονες κροτάλιζαν μέσα στο κρανίο του, ο Αμούν δεν είχε πρόβλημα να τον καταλάβει. Προσπάθησε να σηκώσει τα χέρια του σαν σημάδι 133


απάντησης. Σκατά, ως επί τω πλείστον. Τα βερίκοκα, η δροσιά... και τα δύο επισκιάστηκαν από τους αφόρητους πόνους. Μόνο, τα χέρια του αρνήθηκαν να υπακούσουν την νοητική του εντολή. Γιατί; Γύρισε το κεφάλι του στα αριστερά, η ματιά του γλίστρησε στον καρπό του. Πληγωμένο δέρμα, αποξηραμένο αίμα. Πρησμένα δάκτυλα, νύχια κατεστραμμένα. Ξαφνικά οι αναμνήσεις τον πλημμύρησαν, τα Μυστικά τέθηκαν σε εγρήγορση μέσα στο κεφάλι του, απολαμβάνοντας τις αποκαλύψεις όσων οι εσωτερικές του άμυνες θα ήθελαν να κρατήσουν κρυμμένα. Διάβολε. Αυτοί οι άλλοι δαίμονες. Οι σκοτεινές σάρκες, οι φρικτές επιθυμίες. Χαϊντι. Η γνώση ότι έπρεπε να την σκοτώσει, η ανικανότητα να το πράξει. Η μοναδική γεύση παραδείσου, το κορμί της να σπαρταράει κάτω από το δικό του, τα χέρια της παντού επάνω του, οι γλυκές κραυγές της στα αυτιά του. Ο Στράϊντερ. Μάχη, αίμα. Μίσησε τον εαυτό του που πλήγωσε τον φίλο του για να προστατεύσει μια Κυνηγό. Αποτυγχάνοντας, παράλληλα, να κρατήσει το κορίτσι, όταν αυτήν τον χρειάζονταν. Η επιστροφή των δαιμόνων, οι σκοτεινές αναλαμπές, οι χυδαίες ορμές. Χωρίς την Χαϊντι. Χωρίς τον παράδεισο. Μια Θλιβερή προσδοκία αναμεμειγμένη με καυτή οργή και ένας μουδιασμένος ως τα κόκκαλα φόβος, τον κατέκλυσαν καθώς τινάχτηκε όρθιος. Το δωμάτιο γύριζε, ένα κοφτερό λόγχισμα πόνου διαπέρασε τους κροτάφους του. Δεν τον ένοιαξε, παρέμεινε όρθιος. Που ήταν εκείνη; Νεκρή; Η σκέψη αυτή του ανακάτεψε το στομάχι. Όχι, όχι, καθησύχασε τον εαυτό του απελπισμένα, και ένοιωσε την επιβεβαίωση των Μυστικών. Δεν θα μπορούσε να είναι νεκρή. Το γήινο άρωμα άνηκε σε αυτήν, τόσο ωμό και ενστικτώδες όσο και η ανάγκη του γι' αυτήν. Έπρεπε να την βρει. Έπρεπε να σιγουρευτεί ότι 134


ήταν καλά, και ότι κανείς δεν την είχε πειράξει. Κανείς. Ακόμα και αν ήθελες να την σκοτώσεις εσύ ο ίδιος; Αγνόησε την πιο απλή και λογική ερώτηση και πειραματίστηκε με το εύρος των κινήσεών του, σηκώνοντας το ένα του πόδι και περιστρέφοντας τον αστράγαλο του. Μόρφασε. Στην συνέχεια επανέλαβε την κίνηση και στον άλλο του πόδι. Μόρφασε από τον πόνο και πάλι. Και τα δύο του πόδια έπεσαν πάνω στο στρώμα με έναν βαρύ γδούπο. Τα κόκκαλα του είχαν δέσει, αλλά ήταν ακόμα σπασμένα. «Ουαου» Ο Στράϊνερ σηκώθηκε στα πόδια του, και η καρέκλα πίσω του γλίστρησε. «Τι στο διάβολο πιστεύεις ότι κάνεις; Ξάπλωσε. Είσαι ακόμα στην ανάρρωση.» Ο Αμούν σχεδόν ποτέ δεν απεχθανόταν την ανικανότητα του να μιλήσει. Η σιωπή ήταν επιλογή του, ο τρόπος του να διορθώνει τα λάθη. Ο τρόπος στον όποιο είχε δεσμευτεί, όλους αυτούς τους αιώνες, βοηθώντας τους αθώους τόσο, όσο και αυτούς που κάποτε είχε σφαγιάσει. Για να μην αναφερθεί στους φίλους του. Είχαν να ανησυχούν για πολλά. Αλλά ακριβώς τότε, ήθελε να ουρλιάξει – η κοπέλα, που στο διάβολο είναι η κοπέλα; – αδιαφορώντας, ότι την στιγμή που θα το έκανε, όλα τα μυστικά που κρατούσε μέσα του θα ξεχύνονταν, πληγώνοντας οποιονδήποτε τα άκουγε. Όχι σωματικά αλλά νοητικά, και αυτό ήταν κάτι πολύ περισσότερο από έναν δυνατό πόνος για να το αντέξει. Το ήξερε αυτό πολύ καλά. Ούτε καν οι πολεμιστές με τους οποίους ζούσε μαζί, θα μπορούσαν να το ανεχθούν, γνωρίζοντας πότε, άλλοι άντρες, επιθυμούσαν τις γυναίκες τους. Ούτε θα μπορούσαν να ανεχτούν τα αηδιαστικά πράγματα που οι εχθροί τους είχαν οργανώσει για τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Φιλίες θα καταστρεφόντουσαν, η ζήλια μια διαρκής σύντροφος, και η παράνοια θα τους ακολουθούσε σε κάθε τους βήμα. Ο Αμούν μπορούσε να ανταπεξέλθει επειδή είχε 135


περάσει χιλιάδες χρόνια μαθαίνοντας να κρατάει σε απόσταση τον εαυτό του από τα οράματα και τις φωνές που υπήρχαν μέσα στο κεφάλι του, κλειδώνοντας τα συναισθήματα του πριν καν αυτά σχηματιστούν. Όχι όμως σε αυτή την καινούργια σφοδρή επίθεση. Δεν είχε βιώσει κάτι τέτοιο πότε και δεν είχε ιδέα πώς να ανταπεξέλθει. Δεν είχε ιδέα πως παρέμενε νηφάλιος αυτή τη στιγμή. Οι νέοι δαίμονες είχαν ζαρώσει στο πίσω μέρος του μυαλού του. Εκτός και αν ... Χαϊντι. Το μυαλό του ψιθύρισε το όνομα της, μια ικεσία, μια προσευχή, ο δαίμονας του αισθανόταν την αλήθεια, ακόμα κι όταν ο Αμούν πάλευε να την αποδεχτεί. Άραγε ευθύνονταν αυτή; Όπως την πρώτη φορά, όπως και τώρα; Την πρώτη φορά που είχε αισθανθεί την γεύση δροσερών βερίκοκων, είχε έρθει στα λογικά του. Τώρα είχε γευτεί βερίκοκα και πάλι, και τα λογικά του είχαν επιστρέψει για άλλη μια φορά. Δεν μπορούσε να ήταν σύμπτωση. Η απελπισία του να την βρει εντάθηκε. Κατέβασε τα πόδια του πάνω από την μια πλευρά του στρώματος, τρίζοντας τους μεντεσέδες. Κάθε μυς στο σώμα του δέθηκε κόμπος και πόνεσε. Και ήταν σφιγμένοι δυνατά πάνω σε εκείνα τα σπασμένα κόκκαλα. «Αμούν γαμώτο. Είσαι δεμένος στο κρεβάτι για μέρες, αναρρώνοντας από τις πληγές σου και από τα μικρά δικά μας πειράματα. Σταμάτα πριν...» Η αναστάτωση έκανε τις κινήσεις του ρευστές, έστριψε για να αντικρύσει τον φίλο του και τα χείλη του τραβήχτηκαν αποκαλύπτοντας τα δόντια του. Τα περισσότερα από αυτά που είχε πει ο Στράιντερ τον είχαν μπερδέψει, αλλά τα αγνόησε. Εν τέλει αναγκάζοντας τα χέρια του να δουλέψουν, του έγνεψε απότομα στην νοηματική. Συγγνώμη που σε πλήγωσα. Συγγνώμη που σε προκάλεσα πριν. Αλλά πρέπει να την βρω. Που είναι αυτή; Αν την είχαν χτυπήσει, δεν ήξερε τι στο διάβολο 136


θα έκανε. Δεν ήξερε με ποιο τρόπο τον είχε επηρεάσει αυτή η γυναίκα. Δεν ήξερε γιατί τον ένοιαζε τι της είχαν κάνει, ούτε και εάν αυτή ήταν υπεύθυνη ή όχι για την ανάρρωση του. Τα μυστικά ψιθύρισαν. Εκείνη είναι καλά, και παρ'όλο την χαμηλή ένταση, ο Άρχοντας κατόρθωνε ακόμα να είναι η πιο δυνατή φωνή στο κεφάλι του. Την ίδια στιγμή, ο Στράϊντερ έκατσε πάλι στην καρέκλα και είπε, «Εκεί είναι.» Ο τόνος του ήταν σκληρός και άκαμπτος καθώς έδειξε προς τα αριστερά με ένα σήκωμα του σαγονιού του. Ο Αμούν παρατήρησε ότι ο φίλος του δεν χρειάστηκε να ρωτήσει ποια ήταν "αυτή." Ακολούθησε με την ματιά του την κλίση του κεφαλιού του Στράιντερ, και η ανάσα του βγήκε σαν ένα αγωνιώδες σύριγμα. Εκείνη ήταν πεσμένη στα γόνατα και τα χέρια της ήταν αλυσοδεμένα πάνω από το κεφάλι της. Η αλυσίδα ήταν στερεωμένη στο ταβάνι, προσφέροντάς της τόσο ελευθερία κινήσεων, ώστε να κρατάει όρθια την σπονδυλική της στήλη. Το κεφάλι της κρεμόταν μπροστά, και το πηγούνι της πίεζε την κλείδα της. Το μακρός των ξανθών και ροζ μαλλιών της κάλυπτε το περισσότερο μέρος του βρώμικου και μουτζουρωμένου πρόσωπου της, αλλά μπορούσε να δει ότι τα μάτια της ήταν κλειστά. Οι μακριές, καμπυλωτές βλεφαρίδες ήταν κλειστές. Τα χείλη του χώρισαν σε ένα σιωπηλό βρυχηθμό, καθώς κατάφερε να σπρώξει το κορμί του και να σηκωθεί όρθιος. Εκείνη δεν ήταν καλά. Τα γόνατα του σχεδόν τον εγκατέλειψαν, το στομάχι του σχεδόν επαναστάτησε, αλλά η μανία και η απερίσκεπτη αποφασιστικότητα του, του έδωσε δύναμη. «Την νάρκωσα,» είπε ο Στράιντερ, προσπαθώντας να καταλαγιάσει τον βίαιο θυμό του. «Θα συνέλθει.» Αυτό δεν είχε σημασία γαμώτο! Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι κάτι της είχαν κάνει. Πόση ώρα ήταν 137


αλυσοδεμένη έτσι; Αναίσθητη; Αβοήθητη; Ο Αμούν καταδίωξε τον φίλο του, σκοντάφτοντας δύο φορές και άπλωσε την παλάμη του. Τα Μυστικά άρχισαν να περιφέρονται ανήσυχα. Επειδή ήταν πιο κοντά στην κοπέλα; Ο Στράϊντερ ήξερε τι ήθελε ο Αμούν και κούνησε το κεφάλι του. « Είναι Κυνηγός. Είναι επικίνδυνη.» Έκανε νόημα με τα δάκτυλα του, επιμένοντας. Θα προκαλούσε τον Στράϊντερ αν ήταν απαραίτητο. Θα έκανε οτιδήποτε για να πάρει αυτό που ήθελε. «Να πάρει! Σε ενδιαφέρει καθόλου η ασφάλεια σου;» Έκανε πάλι νόημα με τα δάκτυλα του. «Εντάξει. Μπορείς να αντιμετωπίσεις μόνος σου τις συνέπειες.» Συνοφρυώθηκε, αλλά ίσως διαισθανόμενος το βάθος της αποφασιστικότητας του Αμούν, ο Στράϊντερ έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε ένα κλειδί. Το έβαλε βιαστικά στην ακόμα ανοικτή παλάμη του Αμούν. Αμέσως ο Αμούν γύρισε και έτρεξε προς την Χάϊντι. Παραπάτησε δύο φορές στο δρόμο του, αλλά αυτό δεν τον έκανε να επιβραδύνει. Τα Μυστικά, παρατήρησε, είχαν σταματήσει να περιφέρονται, και ήταν εντελώς ακίνητα και απολύτως αθόρυβα τώρα. Μόνο όλα αυτά τα χρόνια προσπάθειας, που άμβλυναν τις σκληρές άκρες των συναισθημάτων του, κατάφεραν να συγκρατούσαν την οργή μέσα του καθώς γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά. Εκείνη έγειρε μπροστά χωρίς να βγάλει κανέναν ήχο και τα χέρια της έπεσαν βαριά στα πλευρά της. Θα έπεφτε στο πάτωμα εάν ο Αμούν δεν την είχε πιάσει. Η κίνηση των χεριών του τον εξουθένωσε, κοφτεροί πόνοι ακόμα τον σούβλιζαν, αλλά δεν τον ένοιαζε. Την στιγμή της επαφής, οι φωνές μέσα στο κεφάλι του – παρ'όλο που ήταν βουβές – ησύχασαν όλες με μιας, οι Δαίμονες ήταν αποφασισμένοι να κρυφτούν από εκείνη, καθώς φοβήθηκαν ότι η μάχη θα άρχιζε πάλι. 138


Απαλά, τόσο απαλά, την ακούμπησε στο στήθος του και την σήκωσε στα χέρια του. Η δροσιά του δέρματος της τον ευχαρίστησε και πάλι, και δεν μπορούσε παρά να θυμηθεί πως γλιστρούσε αυτό το δέρμα πάνω του, χαϊδεύοντας τον, και την αφόρητα γλυκιά τριβή. Ωμή επιθυμία, ζωώδης με ένταση, κυριάρχησε ξαφνικά σε κάθε κύτταρο του. Αγνόησε την επώδυνη ανάγκη και την μετέφερε στο κρεβάτι. Την ξάπλωσε απαλά, έφτιαξε τα σκεπάσματα γύρω από το αδύνατο κορμί της και την έμεινε να την κοιτάζει. Πόσο εύθραυστη φαινότανε, τα μάγουλα της ήταν λίγο βαθουλωμένα, τα χείλη της κομμένα, το δέρμα της χλωμό. Πόσο ευάλωτη ήταν, ανήμπορη να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε κάθε είδους επίθεση. Εκείνη θα μισούσε αυτήν την αδυναμία, σκέφτηκε, χωρίς να χρειάζεται την βοήθεια των δαιμόνων του για να θυμηθεί τον τρόπο που επίμονα επιθεωρούσε τα πάντα γύρω της. Πως άγρυπνα έψαχνε για ένα όπλο. Πως τον είχε υπερασπιστεί με την ίδια της την ζωή. Επειδή νόμιζε ότι ήσουν ο ανθρώπινος φίλο της, θυμήθηκε στην συνέχεια. Απεχθανόταν αυτήν την υπενθύμιση. Ήξερε την αλήθεια τώρα; Θα τον πολεμούσε όταν εκείνη θα ξύπναγε; Σκέφτηκε ότι θα το προτιμούσε αυτό. Καλλίτερα να τον απεχθανόταν παρά να τον αποδέχονταν σαν κάποιον άλλο άντρα. Θα ήθελε να τον θέλει γι' αυτόν ή να μην τον θέλει καθόλου. Ο Αμούν καθησυχάστηκε καθώς συνειδητοποίησε που πήγαιναν οι σκέψεις του. Μονιμότητα. Να την κρατήσει. Το στόμα του στέγνωσε, και ένοιωσε σαν να κατάπινε βαμβάκι ανακατεμένο με τα θραύσματα γυαλιού που κρατούσε η Χάϊντι προηγουμένως. Δεν μπορούσε, δεν ήθελε, να την κρατήσει. Όταν οι φίλοι του θα μάθαιναν τι είχε κάνει. Ότι αυτή ήταν η μια που είχε βοηθήσει να σκοτωθεί ο Μπέϊντεν, θα απαιτούσαν το κεφάλι της. Θα προσπαθούσε να 139


τους μεταπείσει, αλλά θα αρνιόντουσαν. Το ήξερε αυτό πέρα από κάθε αμφιβολία. Και αυτός διάλεγε εκείνη, βάζοντας τις ανάγκες της πάνω από τις δικές τους. Δεν θα τον συγχωρούσαν ποτέ. Διάβολε, δεν θα συγχωρούσε ο ίδιος τον εαυτό του ποτέ. Ο Μπέϊντεν άξιζε περισσότερα. Αυτοί άξιζαν περισσότερα. Μην τα σκέφτεσαι αυτά τώρα. Το κεφάλι του γύριζε από τα αντικρουόμενα συναισθήματα και ορμές τον πλημμύριζαν. Ανέβηκε στο κρεβάτι δίπλα της, την βόλεψε στην αγκαλιά του και κοίταξε τον Στράιντερ με μισόκλειστα μάτια. Ο πολεμιστής τον παρακολουθούσε με τα μπλε του μάτια να φλέγονται. Είναι κάτι παραπάνω από μια Κυνηγός, σκέφτηκε ο Στράιντερ, γνωρίζοντας ξεκάθαρα ότι ο Αμούν θα τον άκουγε. Εκείνη είναι υπεύθυνη για τον θάνατο του Μπέϊντεν. Ο Αμούν ήξερε ότι ο πολεμιστής ήθελε να κρατήσει την συγκεκριμένη πληροφορία μόνο μεταξύ τους – παράξενο που δεν μίλησε φωναχτά, δεδομένου ότι δεν ήταν κάποιος άλλος μέσα στο δωμάτιο – αλλά του ήταν ευγνώμων. Όσο λιγότεροι γνώριζαν γι' αυτήν τόσο πιο ασφαλής θα ήταν, και με αυτόν τον τρόπο κανείς δεν θα κρυφάκουγε. Τα Μυστικά τον πληροφόρησαν ότι και ο Τορίν γνώριζε επίσης. Κάτι που ο Στράϊντερ απλά δεν είχε συνειδητοποιήσει. Ο Αμούν ήταν συγκλονισμένος ως τα κατάβαθα της ψυχής του, που κανένας από τους δυο άντρες δεν την είχε σκοτώσει ακόμα. Ένα συναίσθημα που κόντεψε να τον κάψει ζωντανό, διώχνοντας μακριά το γλυκό φιλί του δροσερού της δέρματος. Καθώς εκείνη ζούσε ακόμα, ο Αμούν έιχε υποθέσει ότι ήταν ο μόνος ο οποίος είχε καταλάβει τα αδικήματα του παρελθόντος. «Λοιπόν;» απαίτησε ο Στράιντερ Σε απάντηση της προηγούμενης του δήλωσης, ο Αμούν απλώς κατένευσε. Τα ρουθούνια του πολεμιστή άνοιξαν από την οργή του. «Ήξερες;» 140


Έγνεψε καταφατικά για δεύτερη φορά «Δεν θα έπρεπε να εκπλήσσομαι. Πάντα γνώριζες τα πάντα. Αλλά γαμώτο σου άνθρωπέ μου! Ακόμα της φέρεσαι λες και είναι κάποιος καταραμένος θησαυρός.» Οι λέξεις ακούστηκαν σκληρές, καθώς βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο, περνώντας το χέρι μέσα στα μαλλιά του. «Διάλεξες αυτήν αντί για εμένα, να πάρει.» Δεν υπήρχε απάντηση που θα μπορούσε να τον απαλλάξει, ούτε άλλη δικαιολογία, όποτε δεν του έδωσε καμμία. Και μέσα στην σιωπή, ο Αμούν άρχισε να ακούει περισσότερες από τις σκέψεις του Στράιντερ. Σκέψεις που ο πολεμιστής δεν μπόρεσε να σβήσει αρκετά γρήγορα. Είναι δική μου. Να την φιλήσω, να την σκοτώσω. Οτιδήποτε αποφασίσω. Να πάρει, πως μπόρεσε να με δέσει κόμπο με αυτόν τον τρόπο; την μισώ. Τα χέρια του Αμούν σφίχτηκαν σε γροθιές. Δική μου, ήθελε να φωνάξει. Δεν το έκανε. Μια τέτοια παραδοχή θα έσκαβε μια βαθύτερη τρύπα στις τύψεις και στην ενοχή του, όποτε πίεσε τα χείλη του και κράτησε το στόμα του κλειστό. Γιατί δεν την έκανες κακό; Του έκανε νόημα σφιγμένα. Επειδή την ήθελε και ο Στράϊντερ επίσης; Ωστόσο μια τέτοια επιθυμία ήταν εντελώς αντίθετη για τον πολεμοχαρή άντρα. Μόνο ο Σαβίν, ο αρχηγός τους και Ξενιστής του δαίμονα της Αμφιβολίας, ήταν ο καταλληλότερος να θέσει την εκστρατεία ενάντια στους Κυνηγούς πάνω από τις προσωπικές ανάγκες και τα θέλω του. Οπότε ο δισταγμός του Στράϊντερ να επιτεθεί προέρχονταν από κάπου αλλού. Ο Αμούν ποτέ δεν είχε νοιώσει πιο ικανός να κάνει φόνο, από αυτήν την στιγμή. Μόνο στην σκέψη ότι ένας άλλος άντρας θα ακουμπούσε τα χέρια του πάνω στην Χάϊντι. Ενοχή... ντροπή... Έπεφτε στην τρύπα ούτως ή άλλως. Ο φίλος του έκατσε πίσω στην καρέκλα, χωρίς η 141


ματιά του να φεύγει από πάνω του. «Δεν ξέρουμε πως, αλλά εκείνη σε ηρεμεί. Σου καθαρίζει το μυαλό, κάνει και τους δαίμονες σου ακόμη να φοβούνται.» Έτσι. Όπως το υποπτευότανε, η Χάϊντι ήταν υπεύθυνη για την ανάρρωση του. Η γνώση αυτή ήταν τόσο ανησυχητική όσο και καλοδεχούμενη. «Πρέπει να είναι κοντά σου, στο ίδιο δωμάτιο, για... οτιδήποτε αυτή κάνει και που αποδίδει,» συνέχισε ο Στράιντερ «Ακόμα δεν γνωρίζουμε πως το κάνει, αλλά την μεταφέραμε μέσα και έξω από το δωμάτιο πολλές φορές για να εξακριβώσουμε τα όρια των ικανοτήτων της. Με το που βγαίνει στο διάδρομο, το μαρτύριο σου ξεκίνα πάλι από την αρχή.» "Πειράματα" ξαφνικά έβγαζε νόημα. Ήταν η ικανότητα της ο λόγος που αισθανόταν δεμένος μαζί της; επειδή εκείνη, με κάποιον τρόπο, έκανε αυτό που αυτός δεν μπορούσε. Φόβιζε τους δαίμονες και τους ανάγκαζε να υποταχθούν. Άραγε έτσι, τον επηρέαζε τόσο δυνατά, και το κορμί του ήταν σκλάβος των επιθυμιών που δεν ήθελε να νοιώθει; Η μια ερώτηση οδήγησε στην άλλη, η μια πολύ πιο οδυνηρή από οποιαδήποτε προηγούμενη. Έτσι είχε νοιώσει ο Μπέϊντεν όταν είχε ανοίξει την πόρτα του, ένα βράδυ με πανσέληνο και είχε βρει την Χάϊντι απ'έξω, εκλιπαρώντας για βοήθεια; Η ανάμνηση εμφανίστηκε στο μυαλό του Αμούν, σίγουρος μια ευγενική προσφορά της Χάϊντι. "Φοβάμαι", είχε πει εκείνη, τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, το κάτω της χείλος έτρεμε. "Νομίζω ότι κάποιος είναι εκεί έξω, με παρακολουθεί. Σε παρακαλώ συνόδεψε με σπίτι. Σε παρακαλώ." Απώθησε την σκέψη, μέχρι να μείνει μόνο το μαύρο κενό. Δεν ήθελε να οδηγηθεί εκεί. Και άλλες ερωτήσεις άρχισαν να πετάγονται , κάθε μια πιο καταδικαστική από την άλλη. Είχε κοιτάξει ο Μπέϊντεν το όμορφο πρόσωπο της και είχε νοιώσει γαλήνη για πρώτη 142


φορά από τότε που τον είχαν κυριαρχήσει οι δαίμονες; Γι' αυτό είχε απλά σκύψει το κεφάλι όταν οι Κυνηγοί είχαν ξεχυθεί από τις κρυψώνες του και του επιτέθηκαν, καλωσορίζοντας τον ίδιο του τον θάνατο; Τινάχθηκε και τον ρώτησε με νοήματα, Μήπως ακούει τις σκέψεις σου; «Όχι.» ανοιγόκλεισε τα μάτια του ο Στράϊντερ, και κούνησε το κεφάλι του συγχυσμένος. «Μπορεί να ακούει τις δικές σου;» Ο Αμούν έγνεψε απότομα καταφατικά. «Μπορεί να ακούει τα πάντα; Ακόμα και τον δαίμονα σου; Ακόμα και τους δαίμονες σου;» Όχι. Δόξα τους Θεούς. Μόνο ότι της επιτρέπω να ακούει. Ο Στράϊντερ ακούμπησε τον αγκώνα του στο μπράτσο της καρέκλας. Ξαφνικά μια θριαμβευτική λάμψη φάνηκε στα μπλε του μάτια, εντείνοντας την φωτιά που ήδη σιγόκαιγε. «Μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε αυτό προς όφελος μας.» Φυσικά ο πολεμιστής αστραπιαία έψαξε τρόπο να εξαπατήσει και να νικήσει το κορίτσι. « Ο Σαβίν θα...» Ο Αμούν ξεφύσηξε πριν προλάβει να συγκρατήσει τον εαυτό του. Όχι. Πάλι ο Στράϊντερ ανοιγόκλεισε τα μάτια με σύγχυση. Όχι, του είπε στην νοηματική για δεύτερη φορά. Δεν θα το αναφέρεις αυτό στον Σαβίν. Σταματώντας μόλις τον εαυτό του πριν προσθέσει, Ποτέ. «Αμούν, ξέρεις ότι δεν μπορώ...» Όχι ακόμα. Μην το αναφέρεις ακόμα. Ο Αμούν είχε επιλέξει να ακολουθήσει τον Σαβίν όταν ακόμα ζούσαν στους Ουρανούς, στρατιώτες του Θεού που βασίλευε, παρ' όλο που ο Λουσιέν ήταν ο επικεφαλής. Κανείς δεν είχε την στρατηγική του Σαβίν. Κανένας δεν ήταν πιο μανιώδης. Κανένας δεν ήταν πιο κατάλληλος για να φέρει μια δυσάρεστη αποστολή εις πέρας. Αφού είχαν ανοίξει το κουτί της Πανδώρας και βρέθηκαν καταραμένοι και παγιδευμένοι στην γη των 143


θνητών, οι μισοί από τους φίλους του συνέχισαν να ακολουθούν τον Λουσιέν. Οι άλλοι μισοί είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν τον Σαβίν. Ο Αμούν δεν είχε αλλάξει γνώμη. Είχε πάει με τον Σαβίν γιατί κανένας άλλος δεν μισούσε τους Κυνηγούς περισσότερο από αυτόν. Για πρώτη φόρα, μετά από τόσους αιώνες, μετάνιωνε γι αυτήν του την απόφαση. Ο Αμούν είχε βοηθήσει πολλές φορές τον φίλο του να βασανίσει τους αιχμαλώτους του για πληροφορίες, αλλά δεν είχε απολαύσει τις κραυγές ή το αίμα τόσο όσο ο Σαβίν. Αλλά και πάλι, γνώριζε ότι αυτό που έκαναν ήταν αναγκαίο για την επιβίωση τους. Τώρα ήξερε, βαθιά μέχρι το είναι του, πως όλα αυτά δεν είχαν καμμιά σημασία. Την στιγμή που θα μάθαινε ο Σαβίν την αληθινή ταυτότητα της Χάϊντι, θα ορμούσε στο δωμάτιο του και ήρεμα αλλά με σιγουριά θα την απογύμνωνε από την περηφάνια της, την ψυχική της ηρεμία και ακόμη από την διάθεση της για ζωή. «Δεν μπορώ να το κρύψω από αυτόν Αμούν» είπε ο Στράϊντερ. Δεν υπήρχε συναίσθημα στον τόνο του. Η φωνή του ήταν νεκρή, η επιμονή του σαφής. Δώσε μου μια μέρα μαζί της, τότε. Μια μέρα δεν θα ήταν αρκετή, συνειδητοποίησε την επόμενη στιγμή. Όχι επειδή την ήθελε, πράγμα που ήταν αλήθεια. Ω, πόσο την ήθελε. Περισσότερο απ' όσο έπρεπε, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είχε επιθυμήσει ποτέ. Δεν μπορούσε να αρνηθεί το γεγονός. Ποτέ πριν δεν είχε βάλει την ευημερία κάποιου άλλου πάνω από αυτή των φίλων του, και ειδικότερα κάποιου που ήταν εχθρός τους. Όχι, μια μέρα δεν θα ήταν αρκετή, γιατί τον είχε αποκαλέσει "μωρό της" και ήθελε τόσο πολύ να ήταν αληθινό. Έτριψε το χέρι του στο πονεμένο και πρησμένο πρόσωπο του. 144


Τα γλυκόλογα της προορίζονταν για έναν άλλον άντρα. Αυτό έπρεπε να μειώσει την έλξη του. Αλλά δεν την μείωσε. Όμως. Θα την προστάτευε, σκέφτηκε. Από τον Σαβίν. Από όλους τους. Εκείνη ήταν ο λόγος που η λογική του Αμούν είχε επιστρέψει. Για αυτόν τον λόγο έπρεπε να την κρατήσει ασφαλή. Και για να την κρατήσει ασφαλή, τουλάχιστον για λίγο διάστημα, έπρεπε να βάλει μερικούς κανόνες. Όπως, όχι άλλες σκέψεις για το πόσο απαλή την ένοιωθε στην αγκαλιά του. Όπως, όχι άλλες αναδρομές στις γλυκές της αναμνήσεις. Όπως, όχι άλλα φιλιά. Η πρώτη φορά έπρεπε να ήταν και η τελευταία. Χωρίς να έχει σημασία πόσο ζουμερή ήταν η γεύση της. Χωρίς να έχει σημασία πόσο παθιασμένη γινόταν μαζί του. Χωρίς να έχει σημασία πόσο λαχταρούσε να βυθιστεί μέσα της, γλιστρώντας μέσα και έξω, αργά στην αρχή, μετά επιταχύνοντας τις κινήσεις του, ανεβάζοντας και τους δύο σε πυρετώδη ύψη. Σκατά. Δεν έπρεπε να την σκέφτεται , και να πάρει ο διάβολος δεν έπρεπε να την ποθεί. «Γιατί χρειάζεσαι μια μέρα;» απαίτησε να μάθει ο Στράιντερ. «Μια μέρα δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Εκτός αυτού, ο Σαβίν δεν πρόκειται να την σκοτώσει, γνωρίζοντας ότι είναι υπεύθυνη για την βελτίωση της κατάστασης σου.» Ο Σαβίν θα την βασάνιζε όμως. Γιατί καλλίτερα να περιποιούνταν έναν εχθρό – ακόμα και αυτόν που ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο του Μπέϊντεν, προσθέτοντας και το δικό του όφελος – παρά να υπέμενε το σκοτάδι και τα οράματα. Εγωιστικό από μέρους του, ναι, και άλλος ένας λόγος να μισεί τον εαυτό του. Αλλά δεν θα σταματούσε. 145


Άλλος ένας λόγος να μισεί τον εαυτό του; αναλογίστηκε. Μια περίεργη επιλογή λέξεων. Ο Αμούν δεν μισούσε τον εαυτό του, και ποτέ δεν τον είχε μισήσει. Δεν του άρεσαν κάποια από τα πράγματα που είχε κάνει στην διάρκεια της ατέλειωτης ζωής του, αλλά μίσος; Όχι. Σε αντίθεση με κάποιους από τους άλλους πολεμιστές, δεν ήταν γεμάτος ενοχές για το παρελθόν του. Είχε σκοτώσει αθώους, ναι. Είχε ισοπεδώσει πόλεις, επίσης. Αλλά ήταν μια μαριονέτα, τα νήματα της οποίας κινούσε ο δαίμονας του. Οπότε πως λοιπόν, μπορούσε να κατηγορήσει το εαυτό του; Επειδή θα έπρεπε να ήταν πιο δυνατός; Αυτή ήταν μια σκέψη που είχαν κάποιοι από τους φίλους του για τους εαυτούς τους. Όχι αυτός. Κανείς δεν θα μπορούσε να είναι αρκετά δυνατός ώστε να σταματήσει αυτούς τους δαίμονες. Επειδή είχε βοηθήσει να ανοίξουν το κουτί της Πανδώρας, και του άξιζε η τιμωρία που οδηγούσε στην ανάγκη του για καταστροφή; Σχεδόν όλοι οι Άρχοντες σκέφτονταν έτσι, αλλά και πάλι όχι ο Αμούν. Όλοι έκαναν λάθη, και αυτό ήταν ένα από τα δικά του. Πληρώνεις το τίμημα και μετά προχωράς. Και με την Χάϊντι τι γίνεται; Αναρωτήθηκε. Μπορούσε να συγχωρέσει το λάθος της; Είχε πληρώσει εκείνη το τίμημα; Έπρεπε κι αυτός να προχωρήσει; Έσφιξε το σαγόνι του. Αγνόησε αυτήν την σειρά των ερωτήσεων, εστιάζοντας αντ'αυτού στο τι θα έκανε όταν θα τελείωνε η μέρα του μαζί της – ή αν θα του δίνονταν αυτή η μέρα. Ό,τι και να γινόταν, δεν θα επέτρεπε στον Σαβίν να την πάρει. Όταν θα ερχόταν εκείνη η στιγμή, ο Αμούν απλώς θα την απομάκρυνε από το κάστρο. Και όταν θα είχαν φύγε, κανείς δεν θα μπορούσε να τους βρει. Ο δαίμονας του θα μπορούσε να κάνει περισσότερα από το να κλέβει μυστικά από εκείνους που ήταν γύρω του. 146


Ο δαίμονας του μπορούσε να κρατήσει μυστικά. Διαστρέφοντας τις αναμνήσεις πριν ακόμα εκείνες δημιουργηθούν. Αν ο Αμούν ήθελε να εξαφανιστεί για πάντα, μπορούσε να εξαφανιστεί για πάντα. Μπορούσε να κρύψει την Χάϊντι μέχρι να μάθει πώς να ελέγχει τους καινούργιους δαίμονες μόνος του. Μετά... μετά δεν ήξερε τι θα έκανε μαζί της. Να την φέρει πίσω, ήλπιζε. Να κάνει αυτό που έπρεπε, προσευχήθηκε. Γιατί αν αποτύγχανε να πάρει τις απαντήσεις που χρειαζόταν, θα έμενε κολλημένος με την Χάϊντι για πάντα, καταστρέφοντας τους φίλους του. Επιπλέον, σκέφτηκε ο Αμούν, σκόπευε να της μιλήσει. Να μάθει περισσότερα για την επίδραση της πάνω του. «Ποιόν προσπαθείς να κοροϊδέψεις; τον εαυτό σου ή εμένα; Και οι δύο ξέρουμε ότι αυτό είναι ψέμα. Δεν σκέφτεσαι με τον εγκέφαλο σου τώρα αγόρι μου.» το τελευταίο ακούστηκε σαν ξέσπασμα από μέσα του, λες και ο πολεμιστής είχε φτάσει στα όρια της υπομονής του. «Θες να την πηδήξεις, τέλος της ιστορίας.» Και ο Αμούν είχε φτάσει στα όρια της υπομονής του. Αυτό που και οι δυο μας ξέρουμε είναι ότι ούτε και εσύ σκέφτεσαι με το μυαλό σου, του απάντησε. Μια στιγμιαία κοκκινίλα απλώθηκε στο έκπληκτο πρόσωπο του Στράϊντερ πριν προλάβει ο πολεμιστής να χαλαρώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και να την κρύψει πίσω από μια κενή έκφραση, η οποία ταίριαζε στον προηγούμενο του τόνο. «Μείνε έξω από το κεφάλι μου.» Έλεγξε τις σκέψεις σου, του έκανε στην νοηματική ο Αμούν. Ξέρω ότι την θέλεις. Και τώρα θα σε ακούσω να το παραδεχτείς. Η άκρη της γλώσσας του Στράϊντερ φάνηκε ανάμεσα από την ευθεία γραμμή των δοντιών του. «Εντάξει. Την θέλω. Αλλά δεν πρόκειται να κάνω κάτι γι' αυτό. Δεν πρόκειται να το αφήσω να με εμποδίσει να 147


κερδίσω τον πόλεμο μας.» Τουλάχιστον δεν προσπάθησε να αρνηθεί τα συναισθήματα του. «Μπορείς κι εσύ να πεις το ίδιο;» Ο Αμούν απλά ύψωσε το πηγούνι του. Δεν μπορώ να πω τίποτα. «Αστείο. Δεν εννοούσα αυτό και το ξέρεις.» Λοιπόν, αυτό είναι το μόνο που θα πάρεις από μένα. «Εντάξει,» γρύλισε ο Στράιντερ, και σηκώθηκε όρθιος. «Φεύγω πριν προκαλέσεις κι άλλο τον δαίμονα μου. Πάρε την μέρα σου αλλά στην θέση σου θα ήμουν προσεχτικός. Όταν δεν θα το περιμένεις, εκείνη θα σου γυρίσει τα μυαλά. Εγγυημένα. Και αυτό μπορεί να μην σε νοιάζει. Μπορεί ακόμα και να θέλεις να πεθάνεις. Ναι. Είδα τι έκανες στον εαυτό σου. Αλλά μάντεψε; Ούτε για μια στιγμή μην φανταστείς ότι κάποιος από εμάς είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την απώλειά σου. Σκέψου το λίγο λοιπόν, πριν παίξεις τη ζωή σου κορώνα – γράμματα για χάριν του εχθρού μας;»

148


Κεφάλαιο 10 Δύο δευτερόλεπτα αφότου κλείστηκε στην κρεβατοκάμαρά του, ο Σράϊντερ πήρε το τηλέφωνο στα χέρια του και έστειλε μήνυμα στον Λουσιέν. Δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει την κατάσταση. Είχε φτάσει στα όριά του. Στο φρούριο. Έλα να με πάρεις. Τώρα. Ήταν ωραίο να έχεις ένα φίλο που θα μπορούσε να εμφανίζεται από το ένα μέρος στο άλλο μόνο με μία σκέψη. Μέσα σε πέντε λεπτά, ο φίλος του πήρε σάρκα και οστά λίγα μέτρα μακριά του. Ο Λουσιέν βαριανάσαινε, με το μυώδες στήθος του να ανεβοκατεβαίνει. Ιδρώτας κάλυπτε όλο του το κορμό. Η μαύρη χαίτη του έπεφτε γύρω από το σημαδεμένο του πρόσωπό και τα δίχρωμα μάτια του ήταν λαμπερά. Χωρίς πουκάμισο, το τατουάζ της πεταλούδα ακτινοβολούσε ηλεκτρική ενέργεια πάνω στον αριστερό του ώμο. Το ανοιχτό παντελόνι του ίσα που στεκόταν πάνω στους γοφούς του. Επιπλέον ένταση εκπέμπονταν από τον άνδρα. «Τι στο διάολο έκανες;», ο Σράϊντερ ρώτησε από το ντουλάπι του. Ήταν ήδη ζωσμένος με όπλα, αλλά λίγα λεπτά πριν, είχε αποφασίσει ότι ένα ακόμα ζευγάρι λεπίδες δεν θα τον έβλαπταν. Λοιπόν, σίγουρα δεν θα τον έβλαπταν. Ένα από τα μαύρα φρύδια του Λουσιέν, ουσιαστικά άγγιξε την γραμμή των μαλλιών του. «Τι στο διάολο νομίζεις ότι έκανα;» Εντάξει, τότε. Ο Λουσιέν ήταν στο κρεβάτι με την Άνια. Για μια στιγμή, ο Σράϊντερ σχεδόν ξέχασε πόσο νευριασμένος ήταν με τον Αμούν και την Χάϊντι, καθώς απήλαυσε το γεγονός ότι μόλις είχε αφήσει τον Ξενιστή 149


του Θανάτου με το πουλί στο χέρι. Σχεδόν. «Καλά, κανείς δεν σου είπε ποτέ ότι δεν θα έπρεπε να ελέγχεις τα μηνύματά σου, ενώ στριφογυρίζεις στο κρεβάτι;» «Ναι. Η Άνια. Και πίστεψέ με, θα το πληρώσω αυτό.» Η βαθιά, βαριά φωνή του ήταν περισσότερο εύθυμη και ενθουσιώδης παρά τρομοκρατημένη στην σκέψη ότι θα έπρεπε να υποστεί την οργή του άστατου θηλυκού του. «Να, κάτι νέο για εσένα. Ό,τι και να κάνω, εγώ ελέγχω τα μηνύματά μου, όταν ανησυχώ για τους φίλους που αφήνω στο σπίτι με μια ομάδα από αγγέλους, όταν ένας από τους άντρες μου είναι άρρωστος ή όταν ένας Κυνηγός είναι στο σπίτι. Και φυσικά όταν όλα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα; Ελέγχω ακόμα και όταν δεν έχω μηνύματα. Έτσι λοιπόν. Τι συμβαίνει; Γιατί με κάλεσες; Είναι ο Αμούν καλά;» Ο Σράϊντερ έχωσε στην τσέπη του άλλον έναν γεμιστήρα από το 22 χιλιοστών περίστροφο του. «Ο Αμούν είναι καλά. Καλλίτερα. Το πρόβλημα είμαι εγώ. Πρέπει να φύγω για λίγο.» Για τη δική του ψυχική ηρεμία, ναι, αλλά κυρίως για την ασφάλεια του Αμούν. Ο Αμούν είχε σηκώσει την ευάλωτη Χάϊντι στα δυνατά μπράτσα του και την μετέφερε στο κρεβάτι του. Την τακτοποίησε κάτω από τα σκεπάσματα τόσο προσεκτικά ώστε να μην την ανησυχήσει και έκατσε δίπλα της. Ο Σράϊντερ πίστευε ότι ο Αμούν δεν το είχε συνειδητοποιήσει, αλλά ο πολεμιστής χάιδευε τη γυναίκα κατά τη διάρκεια όλης της συζήτησης, σαν η ανάγκη του να την αγγίξει να ήταν ήδη βαθιά ριζωμένη στην ψυχή του. Μια αίσθηση πρόκλησης είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μέσα στον Σράϊντερ. Για τη Χάϊντι, μια αναθεματισμένη Κυνηγό. Χειρότερα, ενός αναθεματισμένου δολοφόνου. Ήθελε να την πάρει από τον Αμούν και να την διεκδικήσει σαν 150


δική του, και η επιθυμία ήταν περισσότερο έντονη από την συνηθισμένη"«αυτή είναι δική μου και δεν την μοιράζομαι με κανένα" νοοτροπία του. Αν ο Σράϊντερ έμενε εδώ, τελικά, θα ενέδιδε. Δεν θα μπορούσε να σταματήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Ο δαίμονας του θα τον ενοχλούσε επίμονα και στο τέλος, θα πάλευε με τον φίλο του, θα πλήγωνε τον φίλο του – γιατί χωρίς δεύτερη σκέψη θα ύψωνε τις γροθιές του, όπως είχε κάνει και την πρώτη φορά – και θα μισούσε τον εαυτό του. Μίσος. Χμ. Δεν είχε μισήσει ποτέ τον εαυτό του. Αν μη τι άλλο, ανέκαθεν του άρεσε ο εαυτός του υπερβολικά. Κάποτε, μία θνητή γυναίκα τον είχε κατηγορήσει ότι φαντασιωνόταν το δικό του πρόσωπο, καθώς έφτανε στον οργασμό. Φυσικά, δεν το είχε αρνηθεί και την επόμενη φορά που είχε κοιμηθεί μαζί της, φρόντισε να φωνάξει "Σράϊντερ" στο κρίσιμο σημείο. Δεν είχε εκτιμήσει την αίσθηση του χιούμορ του και αυτό ήταν το τελικό καρφί στο φέρετρο της σχέσης τους. Ήταν πολύ έντονος, πολύ απαιτητικός, πολύ διεστραμμένος και πολύ ... οτιδήποτε για τις περισσότερες γυναίκες για να τις κρατήσει για πολύ κοντά του. Άλλά και τι με αυτό. Ήταν φοβερός. Οποιαδήποτε δεν μπορούσε να το δει, δεν θα ήταν αρκετά έξυπνη, ώστε να είναι μαζί του. Η Χάϊντι, ωστόσο... Θα μπορούσε να τον πάρει. Με τη δύναμη της θέλησης της, το κουράγιο της, το ακούραστο και ριψοκίνδυνο πνεύμα της, θα ταίριαζε μαζί του. Ίσως, ακόμα και να τον ξεπερνούσε. Αυτή που σκέφτεσαι είναι ο παίκτης κλειδί στον φόνο του Μπέϊντεν. Δεν είχε σημασία για τον Αμούν, σκέφτηκε απειλητικά. Γιατί θα έπρεπε να νοιάζει κι αυτόν; Γαμώτο! Μισούσε αυτές τις σκέψεις. Μισούσε. Να τη πάλι αυτή η λέξη. «... με ακούς;» άκουσε τον Λουσιέν να ρωτά εξοργισμένος. 151


«Συγγνώμη,» ψιθύρισε. «Πες πάλι.» Αναστενάζοντας, ο Λουσιέν πήγε στο κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του στρώματος. Το βλέμμα του Σράϊντερ ακολούθησε τον φίλο του, προσέχοντας κάποιες λεπτομέρειες του δωματίου κατά το μήκος της διαδρομής. Δεν είχε καθαρίσει τις προηγούμενες μέρες, ήταν υπερβολικά απασχολημένος παρακολουθώντας τον Αμούν, ώστε τα ρούχα του ήταν διασκορπισμένα παντού. Το iPod του κρεμόταν από το κομοδίνο του, τα ακουστικά ήταν τυλιγμένα γύρω από το φωτιστικό. Πως διάολο είχε βρεθεί εκεί; Χμ, ναι. Το είχε πετάξει πάνω από τον ώμο του το προηγούμενο βράδυ αδιαφορώντας για το που θα έπεφτε. «Ο Τόριν μου έστειλε μήνυμα και μου είπε ότι ο Αμούν ήταν καλλίτερα, αλλά διάβολε,» ο Λουσιέν είπε για άλλη μια φορά αποσπώντας τον από τις σκέψεις του. «Μου έκοψες δέκα χρόνια από τη ζωή μου.» «Παρακαλώ. Ούτως ή άλλως, η αιωνιότητα είναι πολύ μεγάλη.» «Όχι, όταν είσαι με την κατάλληλη γυναίκα.» Βίωσε ένα κύμα ζήλιας που τόσοι από τους συντρόφους του είχαν βρει κιόλας την "ιδανική γυναίκα". Και διάολε, ήταν τόσο άρρωστος από ζήλια όσο και από οτιδήποτε άλλο. «Μίλα μου,» είπε ο Λουσιέν. «Άσε με να σε βοηθήσω, ό,τι και αν συμβαίνει.» «Δεν υπάρχει κάτι για να πω.» Έπρεπε να ξεχάσει τη Χάϊντι, να χαθεί μέσα σε μια άλλη γυναίκα, στην κάψα και την υγρασία του κορμιού της. Μια κατάλληλη γυναίκα. Κάποια άπειρη, αλλά όχι και παρθένα. Κάποια που να μην χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να την κερδίσει, αλλά ούτε και να προσπαθήσει σκληρά να την ευχαριστήσει. «Χρειάζομαι ένα διάλειμμα, αυτό είναι όλο.» «Με κάλεσες με ένα 'τώρα', επειδή χρειάζεσαι ένα διάλειμμα;» «Ναι. Από ό,τι φαίνεται, ήσουν σε διάλειμμα για 152


εβδομάδες. Άσε κάποιον άλλο να πάρει σειρά.» Σιωπή συμπαγής και βαριά τους τύλιξε. Ο Λουσιέν τον "μελέτησε" καλά και οτιδήποτε κι αν είδε στην έκφραση του Σράϊντερ, τον έκανε να ξεχάσει τον εκνευρισμό του. «Εντάξει. Θα σε πάω οπουδήποτε θέλεις να πας. Για χάρη του Τόριν, κάποιος πρέπει να πάρει τη θέση σου πριν φύγουμε. Δεν θα το παραδεχόταν ποτέ, ίσως ακόμα και να το αρνούνταν, αλλά χρειάζεται βοήθεια στην διαχείριση αυτού εδώ του συμφερτού.» Θεέ μου, αγαπούσε τους φίλους του. Δεν επρόκειτο ο Λουσιέν να τον ρωτήσει περισσότερα. Απλώς, επρόκειτο να του δώσει ό,τι εκείνος ζητούσε. «Θα το έκανα εγώ,» ο Λουσιέν συνέχισε, αλλά είμαι απασχολημένος. Δεν ήμουν σε διακοπές, όπως φαίνεται να πιστεύεις. Φρουρούσα – και ακόμα φρουρώ – το Κλουβί του Καταναγκασμού, σε ένα μέρος που η Ρέα δεν μπορεί να φτάσει. Και δεν μπορώ να σου πω που βρίσκεται. Ο Τόριν μου ζήτησε να μην πω τίποτα, όσο είναι η Κυνηγός στο σπίτι.» Το κλουβί ήταν ένα από τα τέσσερα θεϊκά κειμήλια που έπρεπε να βρεθούν για να καταστρέψουν το κουτί της Πανδώρας, γι' αυτό και ήταν επιτακτική η ανάγκη φύλαξής του. Ο Σράϊντερ ήξερε ότι αυτός δεν ήταν ο μόνος λόγος που ο Λουσιέν αρνήθηκε να γυρίσει πίσω στο φρούριο. Η θεά βασίλισσα διψούσε για αίμα και ο άντρας δεν ήθελε η Άνια του να βρίσκεται σε περισσότερο κίνδυνο από όσο χρειαζόταν. Ο Σράϊντερ μπορούσε να το ψάξει. «Ο Γουίλιαμ είναι εδώ.» είπε Σράϊντερ. «Μπορεί...» ο Λουσιέν κουνούσε ήδη το κεφάλι του. «Είναι άχρηστος. Βαριέται πολύ εύκολα και δεν μπορείς να στηριχτείς πάνω του. Θα ξεχάσει τα καθήκοντα που έχει υποσχεθεί να εκτελέσει και θα κατευθυνθεί προς την πόλη για λίγα χαριεντίσματα.» Χαριεντίσματα. Κάποιος αντέγραφε τους ιδιωματισμούς της γυναίκας του. «Προφανώς, είναι συγγενής του Λούσιφερ. Αυτό πρέπει να μετράει.» 153


«Πίστεψέ με. Ξέρω με ποιόν συγγενεύει,» ο Λουσιέν απάντησε ξερά. «Αυτό δεν αλλάζει τίποτα.» «Ναι, αλλά είναι δυνατός. Κανείς δεν θέλει να τα βάλει μαζί...». Ο Λουσιέν πάλι κουνούσε το κεφάλι του. «Όχι. Όπως είπα, είναι αναξιόπιστος. Πρώτα από όλα, θα σκεφτεί τον εαυτό του και κανέναν άλλο.» «Ξέρω.» Ο Γουίλιαμ δεν ήταν υποταγμένος από δαίμονά. Σύμφωνα με εκείνον, ήταν ένας θεός και είχε περάσει αιώνες κλειδωμένος στα Τάρταρα – την φυλακή για τους αθάνατους – επειδή, κοιμήθηκε με την λάθος γυναίκα. Εκατοντάδες από αυτούς, στην πραγματικότητα. Είχε, επίσης, κοιμηθεί με την Ήρα, την πρώην γυναίκα του θεού βασιλιά και του αφαιρέθηκαν μερικές από τις υπερφυσικές δυνάμεις ως επιπλέον τιμωρία. Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι δυνάμεις, δεν έλεγε. Στον Σράϊντερ άρεσε ο τύπος, παρ' όλο που ο Λουσιέν είχε πει ότι νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό του. Μάλιστα, θα μπορούσε να στραφεί εναντίον σου σε μια στιγμή, να σε μαχαιρώσει στην πλάτη – ή ακόμα και στο στομάχι σου – όπως ο Λουσιέν είχε βιώσει από πρώτο χέρι. Ο τύπος μου, συλλογίστηκε ο Σράϊντερ. Και επειδή, ο Γουίλιαμ δεν ήταν επιθυμητός εδώ, ίσως θα ήθελε να φύγει με τον Σράϊντερ. Ο Σράϊντερ κράτησε μια νοητή σημείωση να του στείλει μήνυμα, πριν φύγει. Ποτέ δεν πείραζε να πας διακοπές με έναν φίλο. Λοιπόν. Ποιοί ήταν αυτοί που τους ανατέθηκε η φύλαξη του φρουρίου και αυτών που ήταν μέσα; « Ο Κέιν και η Καμέο,» είπε με ένα νεύμα. Η Καταστροφή και η Μιζέρια. «Αφού ο Αμούν είναι καλλίτερα, μπορούν να επιστρέψουν από όπου και αν βρίσκονται.» Ο Λουσιέν αναλογίστηκε για μια στιγμή, έπειτα έκανε νεύμα. «Εντάξει, τότε. Κανονίστηκε.» «Κάτι ακόμα. Αύριο, θέλω να επικοινωνήσεις με 154


τον Σαβίν.» Ο Σράϊντερ σκόπευε να εξαφανιστεί αλλά έπρεπε να είναι και συνεπής. «Πρέπει να επιστρέψει και να συναντήσει την θηλυκή Κυνηγό από κοντά και προσωπικά. Όμως, μην του τηλεφωνήσεις μέχρι αύριο, εντάξει;» Προφανώς ο Τόριν έστελνε μηνύματα συνεχώς. Ο Σράϊντερ τηλεφωνούσε στον Λουσιέν και τον Σαβίν κάθε μέρα ενημερώνοντάς τους σχετικά με την υγεία του Αμούν. Το μόνο πράγμα που δεν τους είχε πει – ακόμα – ήταν η ταυτότητα της Χάϊντι. Δεν ήξερε γιατί. Σίγουρα, ήθελε να τους το πει, αλλά κάθε φορά που προσπαθούσε, οι λέξεις κολλούσαν στο λαιμό του. Αυτό που ήξερε ήταν ότι δεν επρόκειτο να τους το πει ακόμα. Όπως αυτός, έτσι και εκείνοι θα ανακάλυπταν την αλήθεια, μόλις μιλούσαν μαζί της. Σ'αυτή την περίπτωση, ο Σράϊντερ δεν θα πρόδιδε την εμπιστοσύνη του Αμούν, αλλά θα έκανε ό,τι μπορούσε για να προφυλάξει τον φίλο του από την φονική επιρροή αυτής της σκύλας. Σκατά. Άρχισε πάλι να ερεθίζεται, παλεύοντας με την ανάγκη να γυρίσει πίσω στο δωμάτιο του Αμούν και να κάνει λίγη ζημιά. Θα νικήσεις; η Ήττα τον ρώτησε. Ωω, όχι. Δεν θα πάμε εκεί. «Πες πως έγινε,» είπε ο Λουσιέν. «Καλά,» απάντησε, περνώντας το χέρι στο μαλλί του. «Επειδή, πραγματικά χρειάζομαι αυτό το διάλειμμα.» Και πάλι, ο Λουσιέν δεν έκανε καμία ερώτηση. Απλώς, ίσιωσε το κορμί του και έκανε άλλο ένα νεύμα. «Μάζεψε τα πράγματά σου, καθώς θα κυνηγάω το τυχερό ζευγάρι και για να το φέρω πίσω στο σπίτι». «Δεν χρειάζεται να πακετάρω.» Είχε τα όπλα του. Αυτά χρειαζόταν μόνο. Για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους, στα χείλη του Λουσιέν εμφανίστηκε ένα χαμόγελο. «Έχεις πει ήδη δύο φορές ότι χρειάζεσαι ένα διά155


λειμμα. Ξέρουμε και οι δύο μας ότι τίποτα δεν θα αλλάξει με μία-δύο μέρες. Θα είσαι ακόμα στρεσαρισμένος, ακροβατώντας στα όρια. Οπότε, θέλω να φύγεις το λιγότερο για δύο εβδομάδες και αυτό είναι ένα μη διαπραγματεύσιμο αίτημα, αν περιμένεις μεταφορά. Μάζεψε τα πράγματά σου.» Ο Θάνατος δεν περίμενε την απάντηση του Σράϊντερ. Απλά, εξαφανίστηκε. Ο Σράϊντερ μάζεψε τα πράγματά του. Ο ΓΟΥΙΛΙΑΜ, Ο ΠΑΝΤΑ ΑΚΟΛΑΣΤΟΣ, όπως οι σκατοκέφαλοι είχαν αρχίσει να τον αποκαλούν, στηρίχτηκε στο κεφαλάρι του κρεβατιού, πάνω σε ένα βουνό από μαξιλάρια. Τα σκεπάσματα ήταν τακτοποιημένα γύρω από την μέση και τα πόδια του, τυλίγοντάς τον με έναν τρόπο που απεχθανόταν, αλλά δεν σκόπευε να παραπονεθεί, γιατί η Γκίλιαν Σόου – με το χαϊδευτικό Γκίλι, επίσης η μικρή Γκίλι τσιχλόφουσκα, παρ' όλο που μόνο αυτός επιτρέπονταν να αποκαλεί την δεκαεφτάχρονη κοπέλα με αυτό το χαϊδευτικό – ήταν υπεύθυνη. Ήταν καψουρεμένη μαζί του και πίστευε ότι εάν τον "σκέπαζε καλά" θα τον μαλάκωνε. Αντίθετα από το "σκέπασμα" είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να την αποθαρρύνει. Του είχε πει ότι ήθελε να βγαίνει ραντεβού με έναν αντικαπνιστή, και αυτός άρχισε αμέσως την κακιά συνήθεια. Ακόμα και τώρα ρουφούσε ένα απαίσιο σύννεφο στάχτης στο στόμα του και φυσούσε τον καπνό πάνω στο υπερβολικάελκυστικό, τέλειο και λουσμένο-με-τις-ακτίνες-του-ήλιου πρόσωπό της. Αυτή άφησε ένα απαλό βήξιμο. Τραγικά, ο καπνός απέτυχε να μειώσει την γλυκύτητα των χαρακτηριστικών της. Μεγάλα, ορθάνοικτα μάτια στο χρώμα της πιο αγνής σοκολάτας. έντονα ζυγωματικά που υπαινίσσονταν το πάθος, που θα μπορούσε κάποια μέρα να χαρίσει. Παιχνιδιάρα μυτούλα, ελαφρώς ανασηκωμένη στην άκρη. Πλούσια ροζ χείλη. 156


Και όλη αυτή η ομορφιά περιβάλλονταν από έναν καταρράχτη σκούρων μαλλιών. Με έναν αναστεναγμό, έσβησε το αποτσίγαρο στο σταχτοδοχείο δίπλα του. Ίσως, ήταν ώρα να ξεκινήσει το πότο. «Λίαμ,» του είπε απαλά. Το χαϊδευτικό της για αυτόν. Ένα όνομα, για το οποίο θα σκότωνε οποιονδήποτε άλλο το χρησιμοποιούσε. Ίσως, επειδή, ήταν δικό της και μόνο δικό της. Κάθισε δίπλα του, ο γοφός της πίεσε τον δικό του, θερμά και απαλά και εντελώς θηλυκά. «Έχω ένα ερώτημα για εσένα.» «Ρώτα.» Δεν μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα – εκτός από μια ρομαντική σχέση. Όχι μόνο επειδή ήταν πολύ νέα, αλλά επειδή του... λοιπόν, του άρεσε. Ναι, συγκλονιστικό. Ο Γουίλιαμ ο Τέλειος – το πιο κατάλληλο όνομα για αυτόν – ήταν φίλος με ένα θηλυκό άλλο πέρα από την Άνια. Ο κόσμος πρέπει να είχε τελειώσει. Όμως, από πολλές απόψεις, η Γκίλι ήταν η καλλίτερη του φίλη. Όταν είχε επιστρέψει από την κόλαση, ανίκανος να νοιαστεί για τον εαυτό του, εκείνη ήταν εκεί. Αυτή του έφερνε το φαγητό, υπέμενε τις σκοτεινές διαθέσεις του όσο ο πόνος μεγάλωνε και σκούπιζε τον ιδρώτα από το βρεγμένο μέτωπό του, όταν χρειαζόταν. Όταν έφτανε στην ωριμότητά της, θα ήταν ανόητο να την αγγίξει, γιατί η συντροφικότητά τους θα χαλούσε. Θα ήταν πάντα απογοητευμένη με το είδους του άντρας που ήταν. Δεν ήθελε να την απογοητεύσει. Της άξιζε ένας άντρας που θα μπορούσε να της δώσει όλο τον κόσμο. Ο Γουίλιαμ μπορούσε να της δώσει μόνο πόνο. Οπότε, να μπλέξουν; Γαμώτο, όχι. Ούτε τώρα, ούτε αργότερα. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να την πληγώσει. Ποτέ. Ήταν πολλά πράγματα – γυναικάς, δολοφόνος, αναίσθητος, μερικές φορές σκληρός, πάντα εγωιστής και σκοτεινός με ένα τρόπο που κανείς μέσα στο φρούριο δεν ήξερε. Αλλά, αυτή η λεπτεπίλεπτη ομορφιά είχε περάσει αρκετά στη σύντομη ζωή της. Σωματική κακοποίηση και πολλά χειρότερα. 157


Το έσκασε από το σπίτι της, ζούσε στους δρόμους, φρόντιζε τον εαυτό της όταν τα αγαπημένα της πρόσωπα θα έπρεπε να εξασφαλίσουν την ασφάλεια της. Όταν η Ντανίκα και Ο Ρέγιες, ο Ξενιστής του Πόνου, τα έφτιαξαν, η Ντανίκα την έφερε εδώ. Ο Γουίλιαμ την είχε συμπαθήσει αμέσως. Χρειαζόταν κάποιον να την προσέχει και ο Γουίλιαμ αποφάσισε να είναι αυτός ο κάποιος. Για την ώρα. Αυτό σήμαινε να εξοντώσει εκείνους που κατέστρεψαν την αθωότητά της και έπειτα, να την βοηθήσει να βρει έναν άντρα αντάξιο της αγάπης της. Αυτό σήμαινε να της αντισταθεί. Βλέφαρα βαριά πάνω από αυτά τα εξωτικά μάτια, βλεφαρίδες τόσο πυκνές και καμπυλωτές, που έμοιαζαν να ακουμπούν τα φρύδια της. Διέτρεξε με τα δάχτυλά της το σχέδιο των σκεπασμάτων δίπλα της. Στο τέλος, βρήκε το κουράγιο να κάνει την ερώτησή της. «Είσαι καταραμένος από τους θεούς, αλλά δεν ξέρω με ποιόν τρόπο. Εννοώ, προσπάθησα να διαβάσω το βιβλίο σου. Η Άνια με άφησε να το δανειστώ, ελπίζω να μην σε πειράζει, αλλά οι σελίδες ήταν περίεργες.» Το θέμα που μισούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η κατάρα του. Το μόνο άτομο που είχε συζητήσει τις λεπτομέρειες ήταν η Άνια και αυτό μόνο επειδή, ήταν σε γειτονικά κελιά στα Τάρταρα και έπρεπε να κάνει κάτι με την πάροδο των αιώνων. Αργότερα, όταν δραπέτευσαν, έκανε το λάθος να της δείξει το βιβλίο που κατέγραφε όλες τις λεπτομέρειες, καθώς ήταν η μόνη ευκαιρία λύτρωσής του. Δεν θα έπρεπε να νοιώσει έκπληξη, όταν η άτακτη θεά έκλεψε αυτό το βιβλίο – και τώρα απειλούσε να σκίσει τις σελίδες του κάθε φορά που εκείνος την τσάντιζε. Ούτε θα έπρεπε να νοιώσει έκπληξη, που επέτρεψε στην Γκίλι να ρίξει μια ματιά. Επίσης, η Άνια είχε αναλάβει την φροντίδα του κοριτσιού και ήξερε πως η μικρή, γλυκιά κοπέλα ένοιωθε κάτι για αυτόν. Αλλά, διάολε, τα μυστικά του ήταν δικά του. 158


«Λίαμ;» Το να αντιστέκεται ήταν άσκοπο. Μα τους θεούς, ήταν αξιολύπητος. Ούτε να το παλέψει δεν μπορούσε; Αποκρουστικό. «Το βιβλίο είναι γραμμένο με κωδικούς,» εξήγησε. Ένας γύρος άντε-γαμήσου από τον Δία, συλλογίστηκε. Ένα "εδώ είναι η σωτηρία – ή και όχι." Δεν είχε ακόμα βρει το κλειδί για να ξεκλειδώσει αυτούς τους κωδικούς. Εν τούτοις, ήξερε ότι ήταν κάπου εκεί έξω. Έπρεπε να είναι εκεί έξω. Δεν μπορούσε να πιστέψει κάτι άλλο. Μολονότι, φοβόταν να βρει το κλειδί, φοβόταν να μάθει περισσότερα για την κατάρα του. «Ναι, μα πώς είσαι καταραμένος;» επανέλαβε την ερώτηση της. Δεν έπρεπε να της πει. Ήξερε τι έκανε εκείνη. Προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να τον σώσει. Ακόμα. Ήθελε να μάθει την αλήθεια. Ίσως τότε το καψούρεμά της να συντρίβονταν και να έσβηνε. Το μόνο που ξέρω είναι ότι η γυναίκα που θα ερωτευτώ θα ελευθερώσει...» Πίεσε τα χείλη του. Η γυναίκα που θα ερωτεύονταν θα ελευθέρωνε κάθε κακό πλάσμα που εκείνος είχε δημιουργήσει. Και είχε δημιουργήσει κάποια τέρατα. Αυτό δεν θα της το έλεγε ποτέ. «Θα με σκοτώσει,» ολοκλήρωσε. Αυτό επίσης, ήταν αλήθεια. Τα μάτια της ορθάνοιξαν, καθώς σήκωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό του. «Δεν καταλαβαίνω.» «Η κατάρα δεν είναι αποκλειστικά δική μου. Τη μοιράζομαι μαζί της.» Όποια κι αν ήταν. «Με το που θα την ερωτευτώ, θα χάσει το μυαλό της. Θα σκέφτεται μόνο τον θάνατό μου και θα βεβαιωθεί ότι θα τον προκαλέσει» Άλλο ένα δώρο, με την ευγενική χορηγία του αλαζόνα Δία. Τα καλά νέα ήταν ότι τώρα ο γελοίος ήταν πλέον ο έκπτωτος βασιλιάς. Ο Γουίλιαμ δεν είχε ποτέ ερωτευτεί και ούτε επρόκειτο. Υπήρχε μονάχα χώρος για έναν στην καρδιά του και αυτός ήταν ο ίδιος του ο 159


εαυτός. «Ποτέ δεν θα σε πλήγωνα,» είπε μαλακά η Γκίλι. Και προτού προλάβει να απαντήσει – όχι ότι είχε κάτι να πει – αυτή πρόσθεσε, «Ας το ξαναδούμε λίγο. Το βιβλίο περιγράφει τον τρόπο που θα σωθείς; Και εκείνη;» «Μάλλον.» Την χάιδεψε απαλά κάτω από το πηγούνι. «Μην τολμήσεις να το σκεφτείς, Τσιχλόφουσκα. Η κατάρα κουβαλάει αίμα, που σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να πεθάνει. Εάν σωθώ, αυτός που θα με σώσει θα πεθάνει αντί για εμένα. Δεν πρόκειται να είσαι εσύ αυτή. Κατάλαβες;» Δεν μίλησε, αλλά ούτε και ένευσε. Ούτε η ευγενική της έκφραση άλλαξε. Αυτό τον τρόμαξε. Η ιδέα του θανάτου θα έπρεπε να την είχε τρομάξει. Η ιδέα του να πέθαινε εκείνη, όμως τρόμαζε εκείνον. Με περισσότερη πυγμή από ότι σκόπευε, είπε «Να είσαι καλό κορίτσι και πήγαινε να ξεκουραστείς. Έχεις μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια σου και δεν μου αρέσουν.» Επιτέλους. Μια αντίδραση. Το στόμα της είχε μια πεισματάρικη έκφραση και καθώς αυτός πλέον την γνωρίσει αρκετά, προετοιμάστηκε για το καθαρό, άκαμπτο πείσμα της. Με όποιον, τελικά, και αν κατέληγε, τα χέρια του θα ήταν γεμάτα. Φτωχέ μπάσταρδε. Νεκρέ μπάσταρδε. Ο Γουίλιαμ ίσως τον σκότωνε για πλάκα. Μην πας εκεί. «Δεν είμαι μικρό κορίτσι,» φώναξε. «Οπότε, σταμάτα να μου φέρεσαι σαν να είμαι.» «Είσαι μικρό κορίτσι,» απάντησε αμέσως σηκώνοντας τα μάτια του ψηλά, για να της το τονίσει. Και αυτό ήταν γεγονός. Του έβγαλε την γλώσσα της, αποδεικνύοντας τον ισχυρισμό του. «Τα αγόρια στο σχολείο μου δεν πιστεύουν το ίδιο.» 160


Δεν θα αντιδρούσε στην θέα της γλώσσας της. Ή στα προκλητικά λόγια της. «Τα αγόρια στο σχολείο σου είναι ηλίθια.» «Κάθε άλλο. Θέλουν να με φιλήσουν.» Ένα τρεμόπαιγμα οργής αισθάνθηκε στο στήθος του. «Καλό θα ήταν να μην τους ενθαρρύνεις, μικρό κορίτσι, γιατί θα τους χτυπήσω αν προσπαθήσουν να κάνουν κάτι μαζί σου. Δεν είσαι έτοιμη για τέτοιου είδους σχέσεις.» «Και υποθέτω ότι εσύ θα αποφασίσεις πότε θα είμαι έτοιμη;» «Ακριβώς.» έξυπνη η μικρή του Τσιχλόφουσκα. «Στην πραγματικότητα, μόλις κρίνω ότι είσαι αρκετά μεγάλη, θα σου το πω. Μέχρι τότε, φύλαξε τα χείλη σου για εσένα, αλλιώς θα το μετανιώσεις.» «Ω, αλήθεια; Τότε, δώσε μου μια ένδειξη.» Υπήρχε περισσότερο σκληρότητα παρά ενθουσιασμός στη φωνή της. «Ποια ηλικία θεωρείς αρκετά μεγάλη και πως ακριβώς θα το μετανιώσω εάν σε παρακούσω;» Ένας σοφότερος άνθρωπος θα είχε κρατήσει το μεγάλο του στόμα κλειστό. «Τριακόσια. Ή περισσότερο,» πρόσθεσε, αφήνοντας τον εαυτό του να πει και άλλα. «Και πίστεψέ με, δεν θέλεις να ξέρεις.» «Πρώτον, είμαι άνθρωπος,» είπε απότομα. «Δεν θα γίνω ποτέ τόσο μεγάλη.» «Το ξέρω.» Και συνειδητοποίησε ότι δεν του άρεσε αυτό. Είχε ογδόντα χρόνια μόνο, πάνω – κάτω, αλλά όχι περισσότερα. Και αυτό μόνο εάν δεν την πατούσε κάποιο αυτοκίνητο. Ή δεν την αποκεφάλιζε ένας Κυνηγός. Διάολε. Εάν έπρεπε να συνεργαστεί με τους Άρχοντες και να πάρει έναν μόνιμο ρόλο στο στρατό τους για να την προσέχουν, θα τρελαίνονταν. Είχε πράγματα ακόμα να κάνει, διάβολε. Μέρη να επισκεφτεί. «Δεύτερον, δεν σε φοβάμαι.» Θα έπρεπε. Αυτά που έκανε όλα αυτά τα χρόνια... 161


Αυτά που θα έκανε όλα τα χρόνια που θα ακολουθούσαν... «Ας ξεχάσουμε τον φόβο για την ώρα. Με την δική σου παραδοχή, είσαι ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος. Ο οποίος είναι άλλος ένας λόγος που πρέπει για να ξεκουραστείς.» Την έσπρωξε απαλά από το κρεβάτι. «Πήγαινε. Φύγε από εδώ.» Χτύπησε το πάτωμα με ένα χμμ και μετά πήδηξε στα πόδια της. Τον κάρφωσε με την ματιά της για αρκετή ώρα. Την άφησε να κοιτάζει, σιωπηλά γνωρίζοντας τι έβλεπε. Έναν μελαχρινό, γαλανομάτη αναίσθητο, που είχε ραγίσει περισσότερες καρδιές από όσες μπορούσε να μετρήσει. Προσευχόταν εκείνη να μην παρέβλεπε το γεγονός ότι η καρδιά του δεν είχε ποτέ παραβιαστεί, όπως έκαναν όλες οι γυναίκες πριν από αυτήν. Πως εκείνη δεν θα τον έβλεπε ως μια πρόκληση, ως κάποιον που μπορεί να εξημερωθεί και θα άξιζε να πάρει το ρίσκο. Το τηλέφωνό του ήχησε, διακόπτοντας την ησυχία που επικρατούσε και ένα εισερχόμενο μήνυμα έφτασε. Αυτή έριξε το βλέμμα της στο τηλέφωνο πάνω στο κομοδίνο και μετά, σε εκείνον. «Πήγαινε,» της είπε πιο αυστηρά. «Καλά.» Γύρισε και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας τον Γουίλιαμ με ένα αλλόκοτο, περίεργο συναίσθημα στο στήθος του. Διάολε, σκέφτηκε πάλι. Άλλος ένας ήχος ακούστηκε. Έσπρωξε την Γκίλι στο πίσω μέρος του μυαλού του, πήρε την μικρή μαύρη συσκευή και διάβασε την οθόνη. Το όνομα στην οθόνη ήταν "Στράϊντι" και ρωτούσε "Θες να πάμε διακοπές μαζί;" Ο Γουίλιαμ ξεφύσηξε, καθώς έγραφε. "Μια ρομαντική απόδραση για δύο; Δεν είσαι ο τύπος μου, μαλάκα." Λίγα δευτερόλεπτα πέρασαν προτού φτάσει και το δεύτερο μήνυμα. "Άντε γαμήσου. Είμαι ο τύπος όλων. Λοιπόν, ναι ή όχι; "Γιατί σκέφτομαι να πάω με τον 162


Πάρη, όπου κι αν βρίσκεται. Εσύ απλά θα είσαι επιπλέον φορτίο." Να φύγει από το φρούριο. Να αφήσει την Γκίλι και τα μαύρα γνώριμα μάτια της. Εγκαταλείποντας τη μάταιη ελπίδα της για κάτι που δεν θα μπορούσε να της δώσει. Δεν θα της έδινε. Να αφήσει τις σχολαστικές ερωτήσεις της, το απαλό της άγγιγμα. "Κάποιος που θα πάρει την θέση σου στο φρούριο;" έγραψε. Παρ' όλο που ήθελε πολύ να ξεφύγει, δεν θα έφευγε αφήνοντάς την αβοήθητη. "Ο Κέϊν και η Καμέο θα επιστρέψουν. Τελευταία ευκαιρία. Ναι ή όχι;" Τώρα δεν δίστασε. "Μέσα." Σράϊντι: "Ήξερα ότι δεν μπορούσες να μου αντισταθείς. Να είσαι έτοιμη σε 5." "Εντάξει. Κάν' το 10. Θέλω να χτενίσω τα μαλλιά μου για εσένα. Ξέρεις, όπως ακριβώς σου αρέσουν." Σράϊντι: "Μαλάκα." Γέλασε. Διασκέδαζε περισσότερο με το να πειράζει τον Σράϊντερ από ότι είχε κάνει εδώ και πολύ καιρό. "Είσαι για μια μικρή στάση πριν παίξουμε;" Σράϊντι: "Που;» "Λεπτομέρειες τοποθεσίας, αργότερα. Αυτό που χρειάζεται να ξέρεις είναι ότι σχεδιάζω να σκοτώσω την οικογένεια της Γκίλι." Ήθελε να φροντίσει την εκτέλεση του έργου αυτού, καιρό πριν, αλλά η μικρή εκδρομή στην κόλαση άλλαξε τα σχέδια του. Οι δαίμονες εκεί κάτω είχαν σχεδόν φάει το χέρι του και το ηλίθιο άκρο του μόλις πρόσφατα επουλώθηκε. Επιπλέον, ο Αμούν είχε υποσχεθεί να πάει μαζί του και να πει στον Γουίλιαμ τα πιο βαθιά μυστικά και τους πιο κρυφούς φόβους της μητέρας και του πατριού του, ώστε ο Γουίλιαμ να μπορεί να κάνει τον δρόμο προς τον θάνατο πιο τρομακτικό και οδυνηρό. Μόνο που, ο Αμούν ήταν ακόμα παλαβωμένος και 163


ο Γουίλιαμ κουράστηκε να περιμένει. Σράϊντι: "Κουνήσου. Όμως, τώρα έχεις μόνο 8 λεπτά για να φτιάξεις τα μαλλιά σου." Εμπιστευόταν τον αλαζόνα Σράϊντερ να συμφωνήσει σε μια βάναυση σφαγή, χωρίς χαζές ερωτήσεις, όπως "γιατί" και "πως." Ο Γουίλιαμ πέταξε τα καλύμματα και στάθηκε όρθιος, φτιάχνοντας μια νοητή λίστα των πραγμάτων που θα χρειαζόταν για το προσεχές ταξίδι. Μερικές λεπίδες, πριονωτές και μη. Ένα φιαλίδιο οξέος. Ένα πριόνι για τα κόκαλα. Ένα αιχμηρό κομμάτι ξύλου. Την γάτα με τις εννιά ουρές, και ένα σακουλάκι ζελεδάκια. Ω θεοί, αυτό επρόκειτο να είναι διασκεδαστικό.

164


Κεφάλαιο 11 Η Χάϊντι απολάμβανε την γνώριμη πλέον ζεστασιά που την περιέβαλε, στιγματίζοντάς την ξανά, καθώς το θολό όνειρο πήρε σάρκα και οστά στο μυαλό της. Το σεληνόφως την περικύκλωσε, φωτίζοντας την βεράντα στην οποία στεκόταν, καθώς επίσης και την λίμνη που αγνάντευε, ενώ βρισκόταν στην αυλή. Πυγολαμπίδες αιωρούνταν πάνω από την καθαρή επιφάνεια του νερού, σαν πεφταστέρια που είχαν βρει τελικά ένα μέρος να κουρνιάσουν. Ένα δροσερό αεράκι αναστάτωνε τα άγρια, στεγνά μαλλιά της και το λιλά φόρεμά της – το νυφικό της – που χόρευε γύρω από τους αστραγάλους της. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτή η μέρα είχε φτάσει. Ο Σόλων πράγματι την είχε παντρευτεί. Μετά από το δύσκολο ξεκίνημα και την ερωτική πολιορκία, είχε ορκιστεί να τον αγαπά και να τον τιμά μπροστά στους φίλους του και την οικογένειά του. Ακόμα κι αν αυτός ήταν ένας ισχυρός ευγενής, αυτή δεν ήταν, και θα μπορούσε να την κρατήσει ως σκλάβα. Όμως, αυτή η προοπτική ήταν απαράδεκτη, της είχε πει. Ως σύζυγός του, κανείς δεν θα την πειράξει ποτέ ξανά. Ακόμη και μετά το θάνατό του. Γι' αυτό και μόνο, θα τον ερωτευόταν. Μόνο που εκείνη ήδη τον αγαπούσε. Ήταν μεγαλύτερος απ' αυτήν κατά δεκαέξι χρόνια, καλοβαλμένος, ωστόσο. Της είχε φερθεί πάντα μόνο με ευγένεια, δεν είχε σηκώσει ποτέ πάνω της το χέρι του με θυμό, παρ' όλο που η πρώτη του αντίδραση απέναντί της ήταν γεμάτη ένταση, και ποτέ δεν επέτρεψε στους επισκέπτες του να την κακοποιήσουν. 165


Είχε αρχίσει να την κανακεύει αμέσως μετά την αγορά της από το σκλαβοπάζαρο, περίπου έντεκα χρόνια πριν. Αυτή ήταν ακόμα παιδί τότε, ακόμα καταρρακωμένη από την απώλεια της οικογένειάς της, τρομοκρατημένη από τη νέα μοίρα που την περίμενε και μπερδεμένη από το κρύο μούδιασμα που δεν την είχε αφήσει ποτέ. Ένα κρύο που την είχε σώσει από τον βιασμό, ξανά και ξανά. Οι περισσότεροι άνδρες δεν άντεχαν να την αγγίζουν. Και ίσως αυτός ήταν ο λόγος που ο Σόλων ποτέ δεν της είχε ζητήσει σεξουαλικές χάρες σε αντάλλαγμα για την καλοσύνη του. Τουλάχιστον, αυτό υπέθετε. Μέχρι πριν από έξι εβδομάδες, όταν είχε ζητήσει το χέρι της σε γάμο. «Είσαι νευρική, γλυκιά μου;» μια γνώριμη φωνή ρώτησε πίσω της. Γύρισε και η καρδιά της επιταχύνθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η Λεώρα, φίλη της και ίση της μέχρι και σήμερα, υποτίθεται ότι τώρα ήταν η υπηρέτριά της. Γκρίζα μαλλιά περιέβαλλαν τα γερασμένα χαρακτηριστικά της, φορώντας τον ίδιο χοντρό χιτώνα που συνήθιζε να φοράει και η Χάϊντι. Εφ' όσον η Λεώρα ήταν εδώ, σήμαινε ότι είχε έρθει η ώρα. Αυτό σήμαινε ο σύζυγός της την είχε καλέσει, ήταν έτοιμος γι' αυτήν. Ο σύζυγός της. «Μου αρέσει όταν με φωνάζει έτσι», της απάντησε με ειλικρίνεια. «Ειδικά, εφ'όσον δεν σου άρεσα στην αρχή» Σε κανέναν δεν άρεσα. Σχετικά με το πρόβλημά της κανένας δεν είχε κάνει τίποτα. «Όχι. Αλλά αυτό άλλαξε σύντομα, δεν έτσι δεν είναι;» Ναι. Ακριβώς όπως και με τον Σόλωνα. «Όντως άλλαξε. Και ναι, ναι. Είμαι νευρική, αλλά ενθουσιασμένη, πάρα πολύ. " Επιτέλους, θα μπορούσε να δείξει στον Σόλωνα, πόσο βαθιά ήταν η ευγνωμοσύνης της στο πρόσωπό του. Η Λεώρα ανασήκωσε το λεπτό της φρύδι. «Και ξέρεις τι 166


κάνει ένας άντρας στη νέα του σύζυγο τη νύχτα του γάμου τους;» «Ναι.» Τουλάχιστον έτσι πίστευε. Είχε κλείσει σφιχτά τα μάτια της, όταν οι φρουροί στην αγορά είχαν βιάσει τις άλλες σκλάβες. Οι κραυγές, όμως ... η Χάϊντι ανατρίχιασε και προς στιγμήν χάθηκε στον πόνο και την ταπείνωση που ήταν ανήμπορη να σταματήσει, δεν είχε σημασία πόσο πολύ είχε παλέψει ενάντια στις αλυσίδες της, δεν είχε σημασία πόσο πολύ προσευχήθηκε και έκλαψε και μίσησε. Κατά βάθος, ήξερε ότι στο κρεβάτι με τον Σόλωνα δεν θα είναι έτσι. Αυτός θα ήταν τρυφερός, υπομονετικός. Ήταν ευγενικός και ευαίσθητος, και θα καθησύχαζε τους φόβους της. «Τότε δεν θα σε κρατήσω λεπτό παραπάνω», της είπε η Λεώρα με ένα μαλακό χαμόγελο. «Ο άντρας σου σε περιμένει.» Η ηλικιωμένη γυναίκα γύρισε και τα οστά της έτριξαν. Οδήγησε την Χάϊντι, που ονειρευόταν, μέσα από μια φωταγωγημένη με αναμμένους δαυλούς αίθουσα, προς τον γυναικωνίτη. Την κρεβατοκάμαρα του αφέντη. Αλαβάστρινες στήλες βρίσκονταν σε κάθε πλευρά, και η αψιδωτή θύρα – ο τελικός προορισμό τους – πλησίαζε πιο κοντά... ακόμα πιο κοντά... Η πραγματική Χάϊντι φώναξε, και άπλωσε τα χέρια προς το αθώο κορίτσι που έβλεπε στο όνειρο, προσπαθώντας να την αρπάξει, να την σταματήσει. «Όχι. Μην μπεις εκεί μέσα.» Δεν μπόρεσε να καταλάβει, τι την οδήγησε σε αυτό το σημείο των αναμνήσεων της, αλλά ξαφνικά ήξερε τι την περίμενε πίσω από αυτή την είσοδο. «Σταμάτα! Σε παρακαλώ, σταμάτα!» Καμμιά από τις γυναίκες δεν της έδωσε σημασία. Πιο κοντά... Χάϊντι. Η σκληρή, αποφασιστική, αρρενωπή φωνή ξεχύθηκε στο κεφάλι της. Δυο σκληρά χέρια τυλίχτηκαν γύρω από τα μπρά167


τσα της, καυτά και αδυσώπητα, ταρακουνώντας της. Ξύπνα. Η Χάϊντι πολέμησε τη φωνή, όπως ακριβώς πολέμησε και το όνειρο. «Όχι!» Τα χέρια της τινάχθηκαν βίαια, τα πόδια της κλώτσησαν. Εάν μπορούσε να εμποδίσει τον εαυτό της να μπει μέσα στο δωμάτιο, θα μπορούσε να σωθεί από χιλιάδες χρόνια ενοχής και πόνου. «Μην πας εκεί! Σε παρακαλώ!» Πιο κοντά ... Καθώς η Λεώρα επιβράδυνε τα βήματά της, έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της και πρόσφερε στη Χάϊντι άλλο ένα γλυκό χαμόγελο. Τελικά είχαν φτάσει στην πόρτα. Η Λεώρα παραμέρισε. Η τρεμάμενη και ανυποψίαστη Χάϊντι προχώρησε μπροστά... ...Κατά κάποιο τρόπο έμεινε να αιωρείται περιμένοντας... ...Έσφιξε τα δάχτυλά της γύρω από τα άκρα του παραπετάσματος... ...Τεντώθηκε, ακροπατώντας στα δάχτυλα των ποδιών της... Πριν προλάβει να μπει στο δωμάτιο, κρύο νερό την έλουσε ολόκληρη – με δύναμη, βρέχοντάς την από το κεφάλι μέχρι τα δάχτυλα και επαναφέροντάς την στην πραγματικότητα. Η Χάϊντι τινάχτηκε, φτύνοντας νερό από το στόμα της. Τα βλέφαρά της φτερούγισαν ανοίγοντας. Από συνήθεια, αμέσως κατέγραψε το περιβάλλον γύρω της. Βρίσκονταν μέσα σε ένα ντους. Άγνωστο. Ευρύχωρο, με πλακάκια, η βρύση επικαλυμμένη με λεπτό χρυσό φινίρισμα. Κοίταξε προς τα κάτω τον εαυτό της. Φορούσε ακόμα το καινούργιο μπλουζάκι, το τζιν και τα εσώρουχα, που της είχε δώσει ο Στράϊντερ, πριν την αλυσοδέσει. Τα πόδια της ήταν ακόμα γυμνά. Μελαμψά χέρια, γεμάτα μυς ήταν τυλιγμένο γύρω από τη μέση της, κρατώντας την όρθια. 168


Σφίχτηκε και άρχισε να παλεύει. Ο πανικός έδωσε δύναμη στο αδύναμο το σώμα της, η καρδιά της έστελνε αίμα στις φλέβες της, με εκπληκτικά γρήγορο ρυθμό. Ωστόσο, ό,τι και να έκανε, δεν μπορούσε να μετακινήσει αυτούς τους μυώδη βραχίονες. Ησύχασε. Ησύχασε τώρα. Είσαι καλά; Η φωνή του Αμούν, σταθερή, αλλά ανήσυχη, χωρίς συμβιβασμούς, αλλά τρυφερή. Συνειδητοποίησε ότι ήταν αυτός που την κρατούσε. Αμέσως ο διάθεση για μάχη την εγκατέλειψε, και κρεμάστηκε πάνω του, ακουμπώντας το κεφάλι της στην καμπύλη του λαιμού του. Αν μπορούσε να σταθεί, σήμαινε ότι είχε αναρρώσει. Ήταν τόσο ανακουφισμένη που θα μπορούσε να κλάψει. Είχε περάσει αρκετές ημέρες παγιδευμένη δίπλα στο κρεβάτι του, παλεύοντας να κρατήσει τις αισθήσεις της. Ο ηλίθιος φίλος του την μετέφερε μέσα έξω, μέσα έξω. Όταν ο Αμούν σταματούσε να χτυπιέται και δεν υπήρχε κίνδυνος να ξυπνήσει, η Ήττα την μετακινούσε. Όταν το κάθαρμα την έφερνε τελικά πίσω, ο Αμούν ήταν χειρότερα από πριν. Κάθε φορά. Τώρα αυτός ήταν διαυγής. Για τα καλά. Τώρα αυτή ήταν ελεύθερη. Και τώρα αγγίζονταν. Εφιάλτης; Την ρώτησε. «Ναι», κατάφερε να απαντήσει πνιχτά, καταπίνοντας τον ξαφνικό κόμπο στο λαιμό της. «Πώς ήρθαμε εδώ;» Αργότερα. Σκέφτηκε ότι θυμόταν να υπόσχετε ότι δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να τον αγγίξει ξανά. Δεν θα του επέτρεπε να την αγγίξει. Και τα δυο ήταν επικίνδυνα. Και ίσως να το είχε υποσχεθεί, ίσως και όχι. Τίποτα δεν φαινόταν πραγματικό τότε. Αλλά όταν ένα από τα χέρια του απομακρύνθηκε από αυτήν, χρειάστηκε να καταπιεί ένα κλαψούρισμα. Προς μεγάλη της έκπληξη, δεν την εγκατέλειψε. 169


Απλώς τέντωσε το χέρι του μπροστά και γύρισε τη βρύση, πριν ισιώσει το κορμί του και πάλι και την κρατήσει ξανά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η θερμοκρασία του νερού ανέβηκε σημαντικά. Πες μου για τον εφιάλτη, της είπε, πιάνοντας την άκρη απ'το μπλουζάκι και σηκώνοντάς την. Θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Αντίθετα, σήκωσε τα χέρια της και του επέτρεψε να σπρώξει το ύφασμα πάνω από το κεφάλι της. Αυτή η στιγμή ήταν τόσο βυθισμένη στην φαντασίωση, τόσο ... απαραίτητη, που ήθελε μόνο να την ζήσει ως στο τέλος της. «Είδα το όραμα που μου έδειξες τις προάλλες. Αυτό στη βεράντα.» Νόμιζα ότι αυτό ήταν καλό. Ξεκούμπωσε το τζιν της και το έσπρωξε στους αστραγάλους της, στη συνέχεια την σήκωσε πάνω και κλώτσησε το τζιν έξω από την μπανιέρα, αφήνοντας την με το σουτιέν και το κιλοτάκι. «Είδα τι έγινε μετά.» Άλλη μια πνιχτή κραυγή. Τύλιξε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της, και την τράβηξε επάνω, χρησιμοποιώντας το άλλο του χέρι, έπιασε το σαπούνι και άρχισε να σαπουνίζει το δέρμα της. Αλλά ήσουν τόσο χαρούμενος στην αρχή. Τόσο οικείες οι κινήσεις του, τόσο συγκλονιστικές και τόσο ξένες. Ωστόσο, παρά το ποιά και τι ήταν, ποτέ δεν είχε αισθανθεί πιο άνετα με ένα άλλο ον. Δεν προσπάθησε να την διεγείρει, όπως της καθάριζε, προσεκτικά τα κοψίματα και τους μώλωπές της. Ο ίδιος απλώς εκτελούσε μια βασική ανάγκη. «Ναι», είπε. Πες μου, επανέλαβε. Μόλις το δέρμα της πλύθηκε, απαλλαγμένη από την βρωμιά και τον ιδρώτα, αυτός έκανε μασάζ με το σαμπουάν στα μαλλιά της. Η μυρωδιά του σανταλόξυλου αναμίχτηκε με τον αιωρούμενο ατμό. Άνοιξε το στόμα της για να υπακούσει, αλλά τα λόγια μπερδεύτηκαν στη γλώσσα της. Αν όμως του μιλούσε, συνειδητοποίησε, θα γυρνούσε τον εαυτό της 170


πίσω στο παρελθόν. Πίσω σε εκείνη την σκοτεινή μέρα που άλλαξε για πάντα την πορεία της ζωής της – και της δικής του. Θα έχανε την ηρεμία αυτής της στιγμής. Ηρεμία που χρειαζόταν απελπισμένα. «Όχι», είπε τελικά. «Όχι τώρα. Αργότερα. Σε παρακαλώ.» Το Αργότερα, πλησιάζει. «Το ξέρω.» Περίμενε ότι θα την πίεζε για απαντήσεις, αλλά αυτός απλώς έσπρωξε το κεφάλι της κάτω από την ντουζιέρα για να ξεπλυθούν οι σαπουνάδες από τα μαλλιά της. Σαφώς καταλάβαινε τις ανάγκες μιας γυναίκας, γιατί κάλυψε τα υγρά τσουλούφια με μαλακτική κρέμα, αφήνοντας τον απαιτούμενο χρόνο στη λοσιόν να κάνει τη δουλειά της. Στη συνέχεια ξέπλυνε απαλά τα μαλλιά της ξανά. Ορίστε. Πεντακάθαρη. «Σ' ευχαριστώ.» Δεν έκλεισε το νερό, ούτε και μετακινούνται από το σημείο που στέκονταν πίσω της. Απλώς συνέχισε να την κρατάει, με δυνατά του δάχτυλα να κάνουν κύκλους ακριβώς κάτω από τον ομφαλό της και το πηγούνι του να ακουμπάει πάνω στο κεφάλι της. Και πάλι δε προσπάθησε να την διεγείρει. Ούτε μία φορά δεν άγγιξε τις σκληρές σαν βότσαλα θηλές της ή πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από το φύλο της. Ωστόσο, με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, το δέρμα της γινόταν πιο ευαίσθητο, μια πρωτόγονη ανάγκη γεννιόταν μέσα της, επισκιάζοντας τον βαρύ μανδύα της φαντασίας. Η πραγματικότητα ήταν καλλίτερη. Και πάλι. Έπρεπε να αντισταθεί. Για κάθε λόγο που είχε ήδη επισημάνει και για χιλιάδες άλλους που δεν είχε ακόμη εξετάσει. Χρειάστηκε κάθε ψήγμα δύναμης που διέθετε, αλλά σταμάτησε τον εαυτό της από το να σηκώνει τα χέρια της, να τα δέσει πίσω από τον λαιμό του και να χώσει τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Εμπόδισε τον εαυτό της να γυρίσει το πρόσωπό της προς το δικό του για ένα 171


φιλί. Συμπέρασμα, εκτός των άλλων, δεν την ήθελε. Δεν μπορεί να την ήθελε. Όχι όταν ήταν σχεδόν γυμνή, καλυμμένη μόνο με λεπτές λωρίδες λευκού βαμβακερού, και είχε τα χέρι του παντού πάνω της, αλλά παρ' όλα αυτά δεν προσπάθησε ποτέ να την διεγείρει. Ξαφνικά δεν ένοιωθε την ίδια άνεση που αισθανόταν προηγουμένως. Είχε άραγε καταλάβει ποιά ακριβώς ήταν; Ήταν αυτός ο λόγος που δεν την ήθελε; Όχι, δεν θα μπορούσε να ξέρει. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα την φρόντιζε τόσο καλά. Το πιο πιθανό ήταν ότι μόλις είχε αποφασίσει ότι το να φιλήσει μία Κυνηγό, οποιαδήποτε Κυνηγό, θα ήταν λάθος. «Αμούν, πρέπει να...» άρχισε, σταματώντας όταν τον ένοιωσε να σφίγγεται. Τι είχε πει ; Ξέρεις το όνομά μου; Οι νευρικές απολήξεις της φούντωσαν με τρόμο. «Ναι», ψιθύρισε. Ώστε, ξέρεις ποιος και τι πραγματικά είμαι. Μια δήλωση γεγονότος, όχι ερώτηση. Ξέρεις ότι δεν είμαι ο Μίσα σου. Δεν υπήρχε λόγος να αρνηθεί την αλήθεια. «Ναι.» Άλλος ένας ψίθυρος. Και όμως από όλους τους ανθρώπους, μου επιτρέπεις να σε κρατώ έτσι; Κάτι, στην απόλυτη σύγχυση στο τόνο της φωνής του, την έθεσε σε συναγερμό. Επανέλαβε τα λόγια του. "Εσύ απ' όλους τους ανθρώπους," της είχε πει. Ω, Θεέ μου. Είχε κάνει λάθος, σκέφτηκε ζαλισμένη. Αυτός γνώριζε. Γνώριζε ήδη ότι ήταν μια Κυνηγός, ναι. Αυτή του το είπε. Τώρα, όμως, ήξερε και τα υπόλοιπα, τις χειρότερες λεπτομέρειες. Ήξερε για την ανάμιξής της στο θάνατο του Μπέϊντεν. Γιατί δεν την είχε σκοτώσει ήδη; 172


Το στόμα της ξεράθηκε και τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν. «Η Ήττα – ο Στράιντερ σου είπε ποια είμαι. Αυτά που έχω κάνει.» Ήταν περήφανη που δεν φανέρωσε καμμία συγκίνηση στη φωνή της, μόνο ψυχρό ατσάλι. Όχι. Ανακάλυψα την αλήθεια μόνος μου. Ήσουν η Χάϊντε τότε, αλλά τώρα είσαι η Χάϊντι. Όποια κι αν ήσουν, ό,τι κι αν είσαι, ήσουν εκεί όταν ο Μπέϊντεν δολοφονήθηκε. Επιβεβαίωση. «Και όμως από όλους τους ανθρώπους με κράτησες με αυτόν τον τρόπο;» Καθώς πέταξε την ερώτηση, συνειδητοποίησε την πραγματικότητα. Αυτή ήταν η ηρεμία πριν την καταιγίδα. Θα της έδειχνε απλώς την ευχαρίστηση που θα μπορούσε να έχει, αλλά που τώρα θα της αρνούνταν για πάντα. Ένα πικρό γέλιο της ξέφυγε. Σε μια ζωή γεμάτη από λύπη και πόνο, δεν είχε ιδέα ότι η άρνηση του θα ήταν απλώς μια από τα ίδια. Ότι δεν θα την έσπαζε. Δε θα την κατάστρεφε. Δεν είχε σημασία τι έκανε, εκείνη είχε ήδη βιώσει χειρότερα. Ο Άμούν περιστράφηκε γύρω της πριν διακόψει κάθε επαφή. Τα βλέμματά τους κλείδωσαν, σκοτεινή φλόγα, άστραφτε από πάνω της. Πήρε βαθιά ανάσα καθώς άλλη μια συνειδητοποίηση την χτύπησε. Δεν έμενε ανεπηρέαστος όταν την άγγιζε. Απείχε απ'αυτό. Γραμμές έντασης κύκλωναν τα μάτια και το στόμα του. Τα χείλη του είχαν τεντωθεί πάνω από τα ίσια, λευκά σαν μαργαριτάρια δόντια του. Η αναπνοή του αναδυόταν ρηχή και γρήγορη, τα ρουθούνια του τρεμόπαιζαν. Μια στιγμή. Μήπως την ήθελε; Ή ήταν απλά τσαντισμένος; Το πρήξιμο είχε φύγει από το πρόσωπό του, αποκαλύπτοντας μια άγρια ομορφιά που την συγκλόνισε περισσότερο. Το δέρμα του ήταν σαν τον πλουσιότερο καφέ ανακατεμένο με μια ελάχιστη κουταλιά κρέμα. 173


Τα πανέμορφα μαύρα μάτια του πλαισιώνονταν από μια παχιά βεντάλια μεταξένιων βλεφαρίδων, βλεφαρίδες μακρύτερες ακόμα και από τις δικές της. Είχε μια μύτη αετίσια, βασιλική και περήφανη. Τα ζυγωματικά του ήταν τόσο έντονα που θα μπορούσαν να κόψουν γυαλί. Χείλη που θα είχαν θεωρηθεί σκληρά, εάν το απαλό ροζ χρώμα τους δεν άστραφταν υγρό. Το στήθος του ήταν γυμνό, με πληγές, που επουλώνονταν, σε ένα εντυπωσιακά σχέδιο επαναλαμβανόμενο τέσσερις φορές. Σημάδια από νύχια, σκέφτηκε με ένα ρίγος. Από τον ίδιο; Δικές της; Οι θηλές του ήταν μικρές και καφέ, τρυπημένες με χάντρες. Γραμμές από μυς διέτρεχαν τον κορμό του άνδρα που είχε διαμορφώσει τη δύναμή του στο πεδίο της μάχης και όχι μέσα σε ένα γυμναστήριο. Φορούσε παντελόνι φόρμας που κρεμόταν χαμηλά στη μέση του, αποκαλύπτοντας μια ελάχιστη ένδειξη σκούρων βοστρύχων της βουβωνικής του χώρας. Και όταν είδε ότι το στρογγυλό κεφάλι του πέους του τεντώθηκε μέσα από το ρούχο και σπέρμα σαν σταγόνες από μαργαριτάρια στην άκρη της σχισμής, ξεροκατάπιε και το βλέμμα της κινήθηκε απότομα πίσω στο πρόσωπό του. Ήταν ήπιος, είχε πει ο Στράϊντερ. Ωστόσο, ποτέ δεν είχε δει έναν άντρα να φαίνεται τόσο πολύ άγριος. Πώς βρέθηκες μπλεγμένη μαζί του; «Εσείς μοιάζετε πολύ μεταξύ σας. Αλλόκοτα ίδιοι.» Ήταν αθάνατος; Παύση. Ξέρεις ότι είμαι αθάνατος, έτσι δεν είναι; «Ναι, το ξέρω, και όχι, αυτός δεν είναι. Πιστέψτε με, θα το ήξερα. Τραυματίστηκε ξανά και ξανά, αλλά θεραπευόταν αργά, όπως κάθε άνθρωπος.» Έτσι, η ομοιότητά μας είναι μια απλή ιδιοτροπία της τύχης; Αμφίβολο. Δημιουργήθηκα από τον Δία, πλήρως διαμορφωμένος, και έχω συχνά αναρωτηθεί αν ο πρώην βασιλιάς απλά κοίταξε κάτω από τον θρόνο του 174


στους ουρανούς, διάλεξε ένα πρόσωπο που του άρεσε και ορίστε. Αλλά η δημιουργία μου συνέβη πριν από χιλιάδες χρόνια, έτσι το πρόσωπό μου, πρέπει να προηγείται. «Και έτσι νομίζεις ότι κάποιος άλλος δημιούργησε τον Μίσα; Κάποιος που σε είδε;» Ναι. «Τότε γιατί είναι θνητός;» Υπάρχουν οι θεοί, οι άνθρωποι, οι ημίθεοι, και ενδιάμεσα πλάσματα. Θα μπορούσε να είναι πολλά απ' αυτά τα πράγματα. «Λοιπόν, ίσως ο Δίας είδε πρόσωπα από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, και διάλεξε από αυτά. Ή, ίσως ο Μίσα είναι ο γιος σου, κι εσύ απλά δεν το γνωρίζεις. Είμαι βέβαιη ότι έχεις πάρει μερικούς ανθρώπους στην εποχή σου.» Αυτό δεν είναι δυνατόν. «Γιατί; Ατυχήματα συμβαίνουν, ακόμη και στους αθάνατους.» Δεν έχω πάει με καμμία εδώ και πολύ καιρό. Για πάνω από έναν αιώνα. Και αν αυτός φαίνεται να είναι στην ηλικία μου... Δεν μπορούσε να κρύψει την ανακούφισή της. Δεν είχε πάει με καμμία εδώ και πάνω από εκατό χρόνια. Το ίδιο κι αυτή. Αχ. «Καλά, ίσως να είναι ένας απόγονος σου. Ίσως είναι μόνο ένα από αυτά τα παράξενα, ανεξήγητα πράγματα. Ή διάβολε, ίσως...» Εντάξει. Ίσως έχεις δίκιο, αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς της. Δεν έχει σημασία, έτσι κι αλλιώς. Είμαστε σε αντίπαλες ομάδες. «Πράγματι.» Γιατί λοιπόν άλλαξες το όνομά σου; Την ρώτησε, αλλάζοντας θέσεις. «Η απλή αλλαγή της ορθογραφίας με βοήθησε να αφομοιωθώ, καθώς η κοινωνία άλλαζε γύρω μου», είπε. «Πλέον, υπάρχουν περισσότερες Χάϊντι απ' ό,τι Χάϊντε, 175


και δεν ήθελα να ξεχωρίζω για δαίμονες που τυχόν έψαχναν για μένα.» Αν ήθελες να αφομοιωθείς, δεν έπρεπε να έχεις κάνει τόσα πολλά για να ξεχωρίζεις. Το βλέμμα του στράφηκε στα μαλλιά και τα τατουάζ της. Σφίχτηκε με την προφανής μομφή του. Τι την ένοιαζε αν έβρισκε την εμφάνισή της ελλιπή; Εκτός από τον πόνο στο στήθος της, δεν την ένοιαζε καθόλου, είπε μέσα της. Πώς και είμαστε συνδεδεμένοι; απαίτησε, αλλάζοντας το θέμα ξανά. Αντίο περισπασμέ. Είχε κάνει μια εξαιρετική ερώτηση. Πώς ήταν συνδεδεμένοι στο μυαλό και το σώμα; «Εγώ...δεν ξέρω.» Τα μάγουλά της άναψαν όταν άκουσε το τραύλισμα της. Είχε αγωνιστεί και κερδίσει σε αμέτρητες μάχες. Αυτός ο άνθρωπος δεν θα την εκφόβιζε. Γιατί δεν μπορώ να σε βλάψω; Είχε προσπαθήσει; Η σκέψη την αναστάτωσε. «Ίσως για τον ίδιο λόγο δεν μπορώ να σε βλάψω κι εγώ.» Και ποιός είναι αυτός; Είσαι η πιο γλυκιά μορφή πειρασμού. Ξέρω την πικάντικη και παρακμιακή γεύση του φιλιού σου. Έχω νοιώσει τα δάχτυλά σου και θέλω να τα νοιώσω και πάλι. Όχι ότι θα έκανε μια τέτοια ομολογία φωναχτά. «Δεν ξέρω. Είχα την ευκαιρία, όμως», του θύμισε. «Αρκετές φορές.» Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τον ίδιο, διώχνοντας λίγη από την έντασή του. Αλλά με ηρέμισες αντ 'αυτού. Προστατεύοντάς με. Κούνησε το κεφάλι της. «Όπως έκανες κι εσύ για μένα.» Για αρκετές στιγμές, μόνο ο χτύπος του νερού πάνω στην πορσελάνη μπορούσε να ακουστεί. Ένα κομμάτι της ήταν χαρούμενο που γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Δεν έπρεπε να αναρωτιέται τι θα συμβεί όταν ανακάλυπτε τα μυστικά της. Και το άλλο κομμάτι της ποτέ δεν 176


ήταν πιο φοβισμένο. Γνώριζαν, αλλά εάν κυνηγούσαν ο ένας τον άλλο, έτσι κι αλλιώς... δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν δικαιολογίες για τις πράξεις τους. Για τη βλακεία τους. Οι φίλοι τους θα τους κατηγορούσαν, ίσως άρχιζαν να τους μισούν. Και για ποιο λόγο; Δεν έχει σημασία τι έκαναν, ποτέ δεν θα μπορούσε να υπάρξει ευτυχία γι 'αυτούς. Πρέπει να είχε απορροφηθεί με τις2 σκέψεις της – μια ανακάλυψη που την συγκλόνισε, δεδομένου ότι δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να ρίξει τις άμυνες της – γιατί δεν τον είδε ποτέ να κινείτε, ξαφνικά όμως τα χέρια του ήταν βρέθηκαν σφιγμένα στην άκρη των γοφών της. Άλλη μια ασθμαίνουσα ανάσα της ξέφυγε, καθώς τα βλέμματα τους μπλέχτηκαν ξανά. Ο Αμούν την στήριξε ξανά, την έσπρωξε κάτω από τον καταρράκτη, και στη συνέχεια μπήκε και ό ίδιος κάτω από το νερό, χωρίς να σταματήσει μέχρι που την στρίμωξε πάνω στα πλακάκια. Και παρ' όλο που δεν αγγίζονταν πουθενά αλλού εκτός από τη μέση της, η θερμότητα του την τύλιξε, διαπερνώντας το δέρμα της και φτάνοντας μέχρι τα κόκκαλα. Οι θηλές της σκληρύνει, πονώντας για επαφή. Εκείνη την στιγμή, έμοιαζε ικανός για τα πάντα. Ειδικότερα στο να την οδήγηση στο χείλος του πάθους. Της τρέλας. Σταμάτα πριν να είναι πολύ αργά, διέταξε τον εαυτό της. Ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα του κορμιού του χαμηλά, πάνω στο δικό της, και... Πολύ αργά... Θα συνέβαινε. Το ήξερε. Μετά το τελευταίο τους φιλί ... Άπλωσε τις παλάμες της στο στήθος του και αισθάνθηκε τον ακανόνιστο ρυθμό των παλμών της καρδιάς του. Ένας ασταθής ρυθμός, που ταίριαζε με τον δικό της. «Δεν μπορώ να είμαι μαζί σας με αυτόν τον τρόπο. Μέχρι να μιλήσω με τον Μίσα.» Ω, Θεέ μου. Το είπε 177


πραγματικά αυτό; Είχε μόλις αφήσει την διαβεβαίωση να γλιστρήσει από το στόμα της, προσπαθώντας να ανοίξει το δρόμο για να είναι μαζί; Ακόμη κι αν επρόκειτο για λίγο; Σοβαρά. Τι στο διάβολο πήγαινε λάθος μαζί της; Τα βλέφαρα του Αμούν στένεψαν, κρύβοντας τις ίριδες του. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να μειώσει τον επικίνδυνο μαγνητισμό του. Δεν το έκανε. Αμφέβαλε εάν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε. Γιατί; Η μονολεκτική ερώτηση ακούστηκε απότομα, απαιτώντας μια άμεση απάντηση. Πρέπει να του πω ότι όλα τέλειωσαν μεταξύ μας. Αυτό ήταν το μόνο έντιμο πράγμα που έπρεπε να κάνει. Γιατί παρ' όλα τα ελαττώματά της, πραγματικά δεν ήταν μοιχαλίδα. Αλλά ω Θεέ, ακόμη και μιλώντας γι'αυτό, υπονόμευε όλα όσα είχε ήδη αποφασίσει, για να μην αναφέρει την απόφασή της να αφήσει τον Αμούν στην ησυχία του. Θα τέλειωνες τη σχέση σου μαζί του για χάρη μου; Για έναν δαιμονισμένο πολεμιστής που έχεις ορκιστεί να δολοφονήσεις; Γέλασε χωρίς ζωντάνια. Δεν είμαι τόσο ανόητος όσο προφανώς νομίζεις ότι είμαι. Η ανόητη ήταν αυτή. Ποτέ δεν θα ήταν σε θέση να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλο, και υπήρχε καλός λόγος. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να του πει, «Ναι.» Βλέπεις; Ανόητη. Ήθελε να είναι μαζί του. Αντίθετα απ' όλα αυτά, ακόμη και από τους δικούς της λόγους να τον κρατήσει μακριά. Ένα κομμάτι της τον χρειαζόταν και αυτό το κομμάτι, προφανώς δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει. Το ψεύτικο γέλιο του έσβησε γρήγορα. Η σχέση σας δεν σε σταμάτησε από το να με φιλήσεις προηγουμένως. Τώρα η φωνή του ήταν ένα γρύλισμα απογοήτευσης. «Δεν ήξερα ποιος ήσουνα τότε.» Το συλλογίστηκε για μια στιγμή και κούνησε το κεφάλι. Ωραία. Θα σου δώσω αυτό το ελαφρυντικό. 178


Αλλά πώς μπορώ να ξέρω ότι αυτό δεν είναι ένα τέχνασμα; Όχι, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη. Όχι ότι τον κατηγορούσε. «Δεν μπορείς να το ξέρεις.» Και πώς σκοπεύεις να μιλήσεις με αυτόν τον Μίσα; «Θα τον πάρω τηλέφωνο.» Πώς αλλιώς; Σταγόνες νερού κύλησαν πάνω στην σκληρή έκφραση του Αμούν. Και κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, είμαι σίγουρος πως δεν θα μιλήσει με κωδικούς ενημερώνοντάς τον για την τοποθεσία σου. Είμαι εξίσου σίγουρος ότι δεν θα προσπαθήσει να ορμήσει μέσα στο κάστρο και να σε σώσει. Φυσικά, αυτό σημαίνει ότι είμαι σίγουρος ότι δεν θα προσπαθήσει στη συνέχεια να αιχμαλωτίσει τους πάντες μέσα σε αυτό το φρούριο. «Όχι» Κούνησε το κεφάλι της για να τονίσει την άρνηση της. «Απλά θα διέκοπτα μαζί του. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.» Έντονη ανάγκη τρεμόπαιζε πάνω στην έκφραση του. Ανάγκη αναμειγμένη με κτητικότατα και ζωώδη ένστικτο, με ελπίδα και ανίσχυρη αναποφασιστικότητα. Κανείς δεν την είχε κοίταξε ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Σαν να ήταν θησαυρός, επιθυμητή με τον πιο πρωτόγονο τρόπο – σαν να ήταν μια δέσμη από δυναμίτη που θα μπορούσε να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ήθελε τόσο πολύ να γλιστρήσει τα χέρια της στην πλάτη του, να δέσει τα δάχτυλά της μεταξύ τους και να τα πιέσει πάνω στο απαλό περίγραμμα του κορμιού της. Στη συνέχεια, θα ένοιωθε τα χέρια του να μετακινούνται στον πισινό της και να την σηκώνει, αναγκάζοντας την να τυλίξει τα πόδια της γύρω του. Αυτή θα είχε τριφτεί πάνω στο μακρύ, σκληρό μήκος της στύσης του, έως ότου και οι δύο να ουρλιάξουν από απόλαυση. Ήδη ήταν κοντά στο να τον ικετεύσει. Τα χέρια του Αμούν τραβήχθηκαν μακριά της, πέφτοντας βαριά στα πλευρά του, και ίσιωσε το κορμί του. Το νερό έπεφτε κατά κύματα πάνω του χωρίς έλεος, 179


κρύβοντας τα χαρακτηριστικά του από την ματιά της. Ποτέ δεν πρόκειται να συμβεί Χάϊντι, της είπε κατηγορηματικά. Ένα απλό πήδημα δεν αξίζει τις συνέπειες. Και με αυτό, την άφησε μόνη της στο ντους. Η ωμότητα και η σκληρότητα του δεν θα έπρεπε να της προκαλέσουν έκπληξη, αλλά το έκαναν. Την πλήγωσαν, επίσης. Ήταν πρόθυμη να προσπαθήσει να κάνει τα πράγματα να δουλέψουν μεταξύ τους! Αυτός όχι. Ποτέ δεν ήταν. Τα μάτια του ήταν παγωμένα, αποστασιοποιημένα, καθώς την υποβίβαζε σε "ένα απλό πήδημα" Ποτέ δεν υπήρξε κάτι περισσότερο γι'αυτόν. Ποτέ δεν θα ήταν. Υπήρχαν πάρα πολλά εμπόδια μεταξύ τους. Ήθελε να τον μισήσει. Θεέ μου, ήθελε τόσο να τον μισήσει. Αντίθετα η Χάϊντι έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει για εκατοντάδες χρόνια. Έκλαψε σαν μωρό με την σκληρή μοίρα, που για άλλη μια φορά έπρεπε να αντιμετωπίσει.

180


Κεφάλαιο 12 Ο Αμούν έβγαλε το παντελόνι της φόρμας, σκουπίστηκε και έβαλε ένα κοντομάνικο και ένα τζιν και περίμενε την Χάϊντι να βγει κι αυτή από το μπάνιο. Δεν περίμενε και πολύ, αλλά και πάλι ο χρόνος του φάνηκε ατέλειωτος. Όταν μπήκε στο μπάνιο, τα χαρακτηριστικά της του φάνηκαν, ενοχλητικά, ανέκφραστα και τα μάτια της κοκκινισμένα και λίγο πρησμένα. Μήπως είχε... κλάψει; Το στήθος συσπάστηκε επώδυνα στην σκέψη, και παρά λίγο να την πάρει από πίσω, παρά λίγο να την αγκαλιάσει. Να την καθησυχάσει. Έσφιξε τα δάχτυλά τους σε γροθιές. Δεν μπορεί να έκλαψε. Για να το κάνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε να νοιάζεται γι' αυτόν. Δεν την ένοιαζε. Γι' αυτό λοιπόν, δεν μπορούσε να επιστρέψει στον εαυτό του να πιστέψει ότι έστω και ένα δάκρυ είχε κυλίσει από τα όμορφα ματάκια της. Γιατί όμως το στήθος του εξακολουθούσε να πονά; Ανάγκασε τις σκέψεις του να εξαφανιστούν και το βλέμμα του να απομακρυνθεί από το πρόσωπό της. Μια χνουδωτή, άσπρη πετσέτα ήταν τυλιγμένη γύρω από το στήθος της και έφτανε μέχρι τα γόνατά της. Προφανώς είχε βγάλει τον στηθόδεσμό της. Δεν είδε τιράντες ως ένδειξη. Και το εσώρουχό της επίσης. Ήταν τόσο υγρό, τόσο υπέροχα υγρό. Η σύσπαση από το στήθος του μετακινήθηκε προς τα κάτω. Γνώριζε πως ήταν κάτω από όλο αυτό το ύφασμα. Στήθη, που γέμιζαν την παλάμη του. Απαλό και επίπεδο στομάχι. Γοφοί με τέλειες καμπύλες. Ήθελε, απεγνωσμένα, να την αρπάξει από εκεί και να την αναγκάσει να τριφτεί πάνω στον ερεθισμό 181


του, ξανά και ξανά. Ακόμα και τώρα τον έβαζε σε πειρασμό. Ακόμα; Γαμώτο, ειδικά τώρα. Υπάρχουν ρούχα πάνω στο κρεβάτι, της είπε και στράφηκε μακριά της, πριν ξεχάσει τον λόγο που την άφησε μόνη της στο ντους. Ακόμα και στο μυαλό του, η φωνή του ήταν τραχιά. Και ναι, ακόμα τον εξέπληττε κάθε φορά που της "μιλούσε", χωρίς να χρειάζεται να αρθρώνει τις λέξεις. Η σύνδεση μεταξύ τους ήταν εξ αρχής ο λόγος που επέλεξε να της πει την αλήθεια για τον εαυτό του, σχετικά με το τι γνώριζε για το παρελθόν. Αποφάσισε να ανοίξει τα χαρτιά του, πριν η ίδια ανακαλύψει την αλήθεια, ελπίζοντας ότι κι εκείνη θα έκανε το ίδιο. Μισούσε το γεγονός ότι ο δαίμονά του είχε σωπάσει, την στιγμή που την άγγιξε και δεν ξαναμίλησε από τότε. Τα Μυστικά ήταν πάντα είτε σιωπηλά, είτε ταραγμένα όταν ήταν αυτή τριγύρω, και δεν γνώριζε ποτέ τι από τα δύο θα συνέβαινε. Αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι ο δαίμονας θα μπορούσε να ανακαλύψει τα πάντα γι' αυτή. Και εκτός του ότι ο Αμούν μπορούσε να εισχωρήσει την φωνή του στο κεφάλι της, δεν μπορούσε παράλληλα να διαβάσει τις σκέψεις της με την ευκολία που διάβαζε των άλλων. Θα ήθελε να τιμωρήσει τα Μυστικά γι' αυτό, αλλά δεν το έκανε. Ποιος ήταν ο λόγος να κουβαλάς έναν δαίμονα, εάν δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις καταραμένες ικανότητές του; Και από την άλλη, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει του άλλους δαίμονες. Αντιδρούσαν με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο, κάθε φορά που την άγγιζε, στρίγκλιζαν και αναζητούσαν ένα καινούργιο μέρος να κρυφτούν. Πίσω του ακούστηκαν απαλά βήματα, και στην συνέχεια το θρόισμα ενός ρούχου. Ήθελε να γυρίσει και να παρακολουθήσει την Χάϊντι να ντύνεται. Ήθελε απελπισμένα να ξαναδεί αυτές τις καμπύλες. Κι αυτή τη 182


φορά, όλες της τις καμπύλες. Μέσα από το βρεγμένο, βαμβακερό λευκό ύφασμα του στηθόδεσμού της, είχε δει τα σφιχτά της στήθη, με τις ορθωμένες και έτοιμες για ρούφηγμα ροζ ρώγες της. Και το ασορτί εσώρουχό της... Η σπονδυλική του στήλη έμεινε άκαμπτη, καθώς άλλο ένα καυτό κύμα ανάγκης τον διαπέρασε με ορμή. Ανάμεσα στα θεσπέσια πόδια της, στην κορυφή των μηρών της, είχε έναν μικρό θύσανο μαλλιών ελαφρώς πιο σκούρο από την ανοιχτόχρωμη μάζα πιο πάνω. Παραλίγο να πέσει στα γόνατα, παραλίγο να χωθεί μέσα σ'αυτόν τον θύσανο και να πανηγυρίσει, παραμερίζοντας το ανεπιθύμητο εσώρουχο από την μέση και να γευτεί την γλυκιά ουσία της θηλυκότητάς της. Ω, θεοί, ακόμα θυμόταν την γλύκα της. Γνώριζε τον παράδεισο, που τον περίμενε. Έπρεπε να σκεφτεί κάτι άλλο, πριν να κόψει τον τελευταίο δεσμό που συγκρατούσε τον έλεγχό του και της ορμήσει... και την πάρει. Δεν μπορούσε να την έχει. Όπως της είχε υποσχεθεί, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να την αγγίξει ξανά. Άδειασε το μυαλό του. Υπήρχε εγγυημένα ένα πράγμα που μπορούσε να τον εκνευρίσει και να κρατήσει τα χέρια του κοντά. Και μόνο η σκέψη τον έκανε να δαγκώσει την γλώσσα του μέχρι να γευτεί αίμα. Στο ντους, είχε ρίξει μια ματιά στην παρωδία που ήταν σχεδιασμένη στην πλάτη της, κάθε σημάδι είχε μετατρέψει σιγά-σιγά την επιθυμία του σε καυτή οργή. Εάν υπήρχε ακόμα κάποιο κομμάτι του που αμφέβαλε για την ταυτότητά της, τα τατουάζ τον είχαν πείσει για το αντίθετο. Κρατούσε σκορ. Ο θάνατος του Μπέιντεν ήταν περήφανα χαραγμένος στην σάρκα της. Και μαζί οι τέσσερις Κυνηγοί, που υποτίθεται ότι οι Άρχοντες είχαν σκοτώσει. Δεν γνώριζε, αλλά θα μάθαινε. Με ποιόν τρόπο θα αποσπούσε τις πληροφορίες, όταν τα μυστικά της ήταν προστατευμένα από αυτόν, δεν το γνώριζε. Αλλά και πάλι, θα προσπαθούσε. 183


Πιθανόν, θα την αποπλανούσε για να τις τα αποσπάσει. Αποπλάνηση. Αμέσως, στο μυαλό και στο κορμί του επέστρεψε και πάλι η σφοδρή επιθυμία να την αποκτήσει. Η αποπλάνηση περιλάμβανε και επαφή. Ίσως η "χωρίς επαφή" υπόσχεση ήταν λίγο βιαστική. Πραγματικά, γιατί θα έπρεπε να εμποδίσει τον εαυτό του; Έπρεπε να την έχει. Συχνά. Όσο περισσότερες φορές η ανάγκη τον κατέκλυζε. Μέχρι να αποκτήσει τις απαντήσεις, που αναζητούσε. Μέχρι να την βγάλει από το σύστημά του. Μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι δεν τον είχε αποκαλέσει μωρό της, όταν την κρατούσε στην αγκαλιά του και την καθάριζε, γιατί προφανώς το γλυκόλογο απευθυνόταν στον πολύτιμο της Μίσα. Κόκκινα στίγματα, ξαφνικά, θόλωσαν την όραση του Αμούν, όπως είχε συμβεί και στο ντους, όταν τον αποκαλούσε με το όνομα του μπάσταρδου. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Συγκρατήσου... συγκρατήσου. Σιγανά άφησε το οξυγόνο να βγει από τα ρουθούνια του. Ο Μίσα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας απόγονός του, όπως είχε πει και η Χάϊντι. Η ιδέα του κέντρισε το ενδιαφέρον. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι μπορεί να είχε δεσμούς αίματος με κάποιον. Αλλά και πάλι, η σκέψη ότι ο συγκεκριμένος συγγενής ήταν εχθρός του... λοιπόν, αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Και δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι ο ίδιος και ο Μίσα θα μπορούσαν να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι και να έχουν μια εγκάρδια συζήτηση. Επί τω πλείστον, πέρα από την μάχη του καλού με το κακό, υπήρχε και η Χάϊντι. Και οι δύο την ήθελαν. Ο Αμού έπρεπε να την είχε πάρει όταν ήταν στο ντους, παρά τις αδύναμες διαμαρτυρίες της, και να εκτονώσει τα συναισθήματά του πάνω της. Και σίγουρα οι διαμαρτυρίες της ήταν αδύναμες. Τόσο αδύναμες, 184


που εάν έσκυβε και ρουφούσε τον παλμό που σφυροκοπούσε στην βάση του λαιμού της, οι λόγοι της άρνησής της θα είχαν ως δια μαγείας εξαφανιστεί, ανεπιστρεπτί. Δεν είχε καμμία αμφιβολία μέσα στο μυαλό του ότι ήταν εξίσου πεινασμένη γι'αυτόν. Οι κόρες των ματιών της είχαν πεταχτεί και τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, παλεύοντας να αναπνεύσει. Πιθανότατα δεν είχε καταλάβει ότι είχε χώσει τα νύχια της στο στήθος του. Την στιγμή που ακούμπησε τα τρεμάμενα χέρια της πάνω του, τα δάχτυλά της σφίχτηκαν πάνω του. Κάποιο κομμάτι της ήθελε απεγνωσμένα να τον νοιώσει, εξαφανίζοντας κάθε πιθανό σημάδι απόστασης. Η κίνηση, όσο μικρή κι αν ήταν, ήταν μια απαίτηση και είχε αντιδράσει βίαια. Όχι ότι της το είχε φανερώσει. Η καυτή οργή ήταν ο μόνος του δεσμός με την λογική. Όλα αυτά τα χρόνια, είχε συνδεθεί με μερικές γυναίκες, τις είχε φροντίσει, και τους διέθετε όσο χρόνο μπορούσε, όπως επίσης προσοχή και πίστη. Ακόμα κι όταν αυτές δεν είχαν κάνει το ίδιο – και στην συνέχεια είχαν προσπαθήσει να του κρυφτούν. Λες και μπορούσαν. Του άρεσε όμως να βλέπει ένα θηλυκό να γουργουρίζει από ευχαρίστηση, εξ αιτίας της ιδιαίτερης μεταχείρισής του. Του άρεσε να γνωρίζει ότι ήταν η αιτία της ευχαρίστησής τους. Ήξερε ότι οι φίλοι του τον θεωρούσαν ήρεμο, ψύχραιμο. Και συνήθως ήταν. Όταν όμως κοίταζε αυτή εδώ την γυναίκα, αυτή την υποτιθέμενη εχθρό, αυτή την απρόσμενη σωτήρα, κάτι ζωώδες και αρχέγονο έβραζε μέσα του, χτυπώντας την πόρτα της αυτοσυγκράτησής του. Ένοιωθε σαν αναθεματισμένος άνθρωπος των σπηλαίων, που ήθελε να φορτώσει στον ώμο την γυναίκα του και να την κρύψει από τον υπόλοιπο κόσμο. Ήθελε να βάλει το σώμα του ανάμεσα από το δικό της και απ΄ οτιδήποτε την απειλούσε. Ήθελε να την δέσει στο κρεβάτι του, να την κρατήσει εκεί για πάντα, έτοιμη γι'αυτόν. Ήθελε να την χαϊδεύει απαλά την ίδια στιγμή που 185


την λεηλατούσε. Οι επιθυμίες ήταν σκοτεινές και αισθησιακές, ύπουλες, καθώς διαπερνούσαν τις άμυνες του και εισχωρούσαν σε κάθε του κύτταρο, μεταλλάσσοντας την ύλη της ύπαρξής του. δεν ήταν πια Ο Αμούν, αλλά ο άντρας της Χάϊντι. Κι αυτός ο τίτλος ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ανεχθεί. Όχι για πολύ, τουλάχιστον. Και πάλι όμως, αποφάσισε ότι ήταν στον σωστό δρόμο. Εάν την είχε, θα την βαριόταν. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν ήταν αυτή που ήταν; Και όταν θα κουραζόταν μαζί της, όταν η φρεσκάδα του αγγίγματός της, της γεύσης της, της μυρωδιάς της θα χάνονταν και δεν θα την χρειάζονταν άλλο για να νικήσει τους δαίμονες και να διατηρήσει τα λογικά του, τότε θα έκανε το καθήκον του και θα την σκότωνε. Αλλά μέχρι τότε... Θα έπρεπε απλά να συνεχίσει να την προστατεύει. Το θρόισμα των ρούχων σταμάτησε και στηριζόμενος στο πόδι του γύρισε το κορμί του, αντιμετωπίζοντάς της. Ένας έξυπνος άνδρας δεν θα γύριζε ποτέ την πλάτη του στον εχθρό. Αλλά και πάλι. Ένας έξυπνος Άρχοντας δεν θα επέτρεπε ποτέ σε έναν Κυνηγό να ζήσει τόσο ώστε να φορέσει τα ρούχα του. Η Χάϊντι στέκονταν στα πλαϊνά του κρεβατιού, με τα χέρια της κρεμασμένα στο πλάι και τις παλάμες της άδειες. Το βλέμμα του την διέτρεξε και απλά είπε στον εαυτό του ότι η προσεχτική εξέταση ήταν αναγκαίο, ότι έπρεπε να την ελέγξει για κρυμμένα όπλα. Το ροζ φανελάκι και το τζιν που της έδωσαν άνηκαν στην Γκουέν, άλλο ένα μικροσκοπικό θηλυκό, αλλά και πάλι σακούλιαζαν πάνω στην Χάϊντι. Παρά τις θηλυκές καμπύλες της, ήταν υπερβολικά αδύνατη. Ερεθισμός προστέθηκε στις υπόλοιπες αισθήσεις του. Στο παρελθόν και για αρκετό καιρό ο Σράϊντερ ήταν υπεύθυνος για την φροντίδα της. Ο πολεμιστής, πιθανότατα, της είχε δώσει τροφή, αρκετή ώστε να επιβιώ186


σει. Ούτε περισσότερη, ούτε λιγότερη. Πιθανότατα έχασε κιλά που δεν τις περίσσευαν. Αυτό θα άλλαζε τώρα που ο Αμούν ήταν υπεύθυνος. Το να προκαλεί αχρείαστο πόνο δεν ήταν το στυλ του. Είχε τυλίξει τα μαλλιά της με την πετσέτα όσο καλλίτερα μπορούσε, αλλά και πάλι ξανθές και ροζ τούφες ξέφευγαν και έπεφταν υγρές πάνω στην μπλούζα της, βρέχοντας το ύφασμα που κάλυπτε την άκρη των ώμων της. «Τι έγινε πάλι;» τον ρώτησε με την βραχνή φωνής της. Δεν είχε μετακινηθεί καθόλου κάτω από το εξεταστικό του βλέμμα, συνειδητοποίησε. Είχε μείνει ακίνητη, επιτρέποντας του να την χορτάσει. Ίσως τον περιεργαζόταν κι εκείνη, καθώς μικροσκοπικές αναλαμπές από την ίδια κάψα επέστρεψαν σ'αυτά τα μάτια που του αποσπούσαν την προσοχή. Του άρεσε που της άρεσε η όψη του. συνήθως με τον Πάρη και τον Σράϊντερ και διάβολε τον Σαβίν τριγύρω, οι γυναίκες έβρισκαν την τραχύτητά του υπερβολικά... λοιπόν, τραχιά. Κάτσε κάτω, της είπε. Τώρα θα μιλήσουμε. «Κι άλλο;» δεν ακούστηκε ενθουσιασμένη. Ναι, κι άλλο. Δεν θα της επέτρεπε να τον ερεθίσει και να τον κάνει ξεχάσει τι έπρεπε να ειπωθεί, ορκίστηκε. Σκατά. Με μια μικρή μόνο ένδειξη δισταγμού, υπάκουσε. Σκαρφάλωσε στην άκρη του κρεβατιού και δίπλωσε τα χέρια της στα πόδια της. Σ' ευχαριστώ. Τώρα ήταν η στιγμή να της φανερώσει τα υπόλοιπα χαρτιά του. η αντίδρασή της θα υπαγόρευε και την συνέχεια των πράξεών του. Ο Αμούν άπλωσε τα πόδια του, έσπασε τα γόνατά του και ετοιμάστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του από την επερχόμενη επίθεση. «Για τι πράγμα θα συζητήσουμε;» 187


Εμένα. Υποθέτεις την ταυτότητά μου, αλλά αμφιβάλω εάν ξέρεις τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Οπότε άκου το ξεκάθαρα. Είμαι κυριευμένος από τον δαίμονα των Μυστικών. Περίμενε για την αντίδρασή της. Δεν είδε καμμία. Στο ντους, ελάχιστα σκέφτηκε τις λεπτομέρειες, καθώς δεν περίμενε ότι θα παραδέχονταν ότι ήταν κυριευμένος. «Και;» απαίτησε. Όχι, δεν θα της επέτρεπε να τον ερεθίσει. Και γνωρίζεις για τους αθάνατους, γνωρίζεις όμως τίποτα για τους ουρανούς και την κόλαση; «Ξέρω ότι υπάρχουν» Ήταν μια αρχή. Προσφάτως εισχώρησα στην κόλαση για να σώσω έναν φίλο. Ξεροκατάπιε. «Έσωσες άλλον έναν δαίμονα;» Περίπου. Η Λεγεώνα υπήρξε δαίμονας, αλλά είχε διαπραγματευτεί με τον Λούσιφερ ένα κορμί. Ένα ανθρώπινο κορμί, που ακόμα κατείχε. Δεν ήταν – είναι – διαβολική. Τουλάχιστον όχι εντελώς – και την είχαν βασανίσει. «Την;» Είχε διακρίνει μια νότα ζήλιας ή ήταν απλώς μια ευχή από μέρους του; Ναι. Κατά την διάρκεια των λίγων ημερών που πέρασα εκεί κάτω, είχα... κυριαρχηθεί από δαιμονικές σκέψεις και ορμές. Όταν δεν πρόσθεσε τίποτα άλλο, αυτή ένευσε με το κεφάλι της. Αυτές οι σκέψεις και οι ορμές είναι μέρος της ύπαρξής μου τώρα, οδηγώντας με.... «Στην τρέλα;» Τώρα ήταν η σειρά του να γνέψει, παρ'όλο που στεκόταν άκαμπτος. Ανησυχία σκέπασε τα όμορφα χαρακτηριστικά της σαν κουρτίνα, αλλά δεν επιτέθηκε. «Γιατί εμένα;» Δεν έχω ιδέα. «Καμμιά υποψία;» Άφησε έναν αναστεναγμό. Ίσως για τον ίδιο λόγο που μπορώ να προβάλω την φωνή μου μέσα στο μυαλό 188


σου.

«Αυτό δεν μου λέει τίποτα,» του απάντησε, πιέζοντας τα χείλη της. Πόσο αξιαγάπητη ήταν, αυτή τη στιγμή. Μια μελαγχολική πριγκίπισσα. Η σκέψη και μόνο τον έκανε να συνοφρυωθεί. Είτε μας αρέσει είτε όχι υπάρχει κάτι μεταξύ μας. Ίσως, εξ αιτίας αυτού, οι δαίμονες ξέρουν ό,τι ξέρω και σε φοβούνται. Φοβούνται την Κυνηγό. «Ίσως. Λοιπόν... μισείς αυτές τις σκέψεις και τις ορμές;» η ερώτησή της ειπώθηκε απαλά, σχεδόν με ελπίδα. Γιατί ήλπιζε; Επειδή ήθελε να πιστεύει το καλλίτερο γι'αυτόν. Ναι. Περισσότερο απ' όλα. Κοίταξε προς τα κάτω, τα χέρια της που ακουμπούσαν στα πόδια της και τα δάχτυλά της που τώρα ήταν μπλεγμένα μεταξύ τους και στριφογύριζαν. Δεν περίμενε τόση ηρεμία. Όχι από αυτήν. Που μισούσε τους δαίμονες, αφού μόλις είχε παραδεχθεί ότι ήταν δηλητηριασμένος από όλων των ειδών τα κακά. Μήπως έπαιζε μαζί του; Αποκοιμίζοντάς τον με μια λανθάνουσα αίσθηση ηρεμίας; Εάν ναι, ποιος ήταν ο τελικός σκοπός της; Θα έπρεπε να γνωρίζει, ο δαίμονάς του θα έπρεπε να γνωρίζει. Τώρα περισσότερο από ποτέ μισούσε το γεγονός ότι δεν μπορούσε να διαβάσει την σκέψη της. Μισούσε που τις δύο φορές που κατάφερε να κρυφοκοιτάξει μέσα στο μυαλό της, την είχε δει απλώς να χαμογελά. Την άκουσε να γελά. Την μισούσε, γιατί οι εικόνες είχαν τυπωθεί μέσα του, σε ένα μέρος της ύπαρξής του, τον στοίχειωναν. Το μισούσε, αλλά ακόμα κι έτσι, λαχταρούσε άλλη μια ματιά. «Γιατί μου το είπες αυτό;» τον ρώτησε. Εξ' αιτίας της μόλυνσης μου και της δικής σου, δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ. Είμαι επικίνδυνος για τους φίλους μου, της είπε περιμένοντας την να αρνηθεί. Εάν 189


παρέμενε σε μια τοποθεσία, οι συνεργοί της είχαν περισσότερες πιθανότητες να την βρουν. Κι εσύ, λοιπόν, είσαι επικίνδυνη γι'αυτούς. Όσο επικίνδυνοι είναι και αυτοί για σένα. Δεν είναι ήθελε καμμιά απ' αυτές τις ομάδες να την βρει. Επιπροσθέτως, οι είκοσι τέσσερις ώρες του κόντευαν να τελειώσουν και κάθε ήχος που ακούγονταν έξω από την πόρτα του το έκανε να τινάζετε σφιγμένος. Ο Σαβίν ήταν ικανός να μπουκάρει στο δωμάτιο με ένα φλογοβόλο από στιγμή σε στιγμή. «Ναι, πρέπει να φύγουμε,» του απάντησε υψώνοντας τις πυκνές βλεφαρίδες της. «Πού προτείνεις λοιπόν να πάμε;» Η πρακτικότητα της ήταν αξιοθαύμαστη. Σε συνδυασμό δε με την καυτή ανάγκη στο βλέμμα της, παρουσίασε ένα πανίσχυρο αφροδισιακό. Θέλεις να μείνεις μαζί μου; «Φυσικά.» Δεν υπήρχε "φυσικά". Γιατί ήθελε να μείνει μαζί του; Η φιλύποπτη ύπαρξή του απαιτούσε εν αγωνίως μια απάντηση, και βρήκε μόνο μία: Έπαιζε μαζί του. Ίσως είχε σκοπό να τον οδηγήσει στους συναδέλφους της τους Κυνηγούς, όπως είχε κάνει με τον Μπέϊντεν. Ο Αμούν έσφιξε τις γροθιές του. τόσο σφιχτά και άγρια, που οι ήδη πληγωμένες αρθρώσεις του έσπασαν και κόπηκαν. «Αμούν;» του είπε μαλακά. Το όνομά του στα χείλη της... άλλο ένα αφροδισιακό. Θα πάμε στο μόνο μέρος που μπορώ να απαλλαγώ από τις σκέψεις και τις ορμές μου, Τα μάτια της άνοιξαν κατάπληκτα. «Να απαλλαγείς;» για άλλη μια φορά ακούστηκε ελπίδα στην φωνή της, σαν πραγματικά να νοιαζόταν. Παρ΄όλο που η προοπτική των συντάραξε μέχρι τα βάθη του πυρήνα του, άφησε να φανεί μόνο ήπια έκπληξη. Όταν κοιμόσουν, μίλησα με κάποιον που γνωρίζει. Και η κουβέντα τον είχε τσαντίσει τρομερά. «Πρέπει να γυρίσεις στην κόλαση,» ο Άγγελος Ζακαρέλ του 190


είχε πει, αδιάφορα, ότι ο Αμούν του ζήτησε βοήθεια. Τι πράγμα; ο Αμούν είχε νοητικά φωνάξει. Όταν θυμήθηκε να κουνηθεί, οι κινήσεις του ήταν σπασμωδικές. Η μικρή μου εκδρομή στην κόλαση είναι ο λόγος που είμαι έτσι. Οπότε το να γυρίσω πίσω, δεν είναι ακριβώς η λύση, έτσι δεν είναι; «Έβγαλες τους δαίμονες έξω, τώρα θα τους ξανά επιστρέψεις εκεί.» Όχι. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τότε θα μείνεις για πάντα αλυσοδεμένος στο πλευρό της γυναίκας. Όχι ότι το για πάντα είναι πολύ. Όχι για σένα. Χωρίς αυτή, τα πνεύματα σε κυριαρχούν και την επόμενη φορά που θα κυριαρχηθείς, θα πεθάνεις από το χέρι μου.» Εάν, το να ξεφορτωθώ τους δαίμονες, είναι τόσο εύκολο πηγαίνοντας απλώς στην κόλαση, γιατί δεν με έχετε ήδη πάει εσείς; «Δεν είπα ότι θα είναι εύκολο. Ούτε ότι εάν γυρίσεις μαζί μου θα σε βοηθήσει. Πρέπει να πας με το κορίτσι.» Όχι, του πέταξε ξανά. «Δική σου η επιλογή, φυσικά. Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να σου κόψω το κεφάλι.» Ήταν αδύνατον να επιχειρηματολογήσεις με ένα τόσο λογικό και αναίσθητο πλάσμα. Και πως θα τους ξεφορτωθώ από το κορμί μου, μόλις επιστρέψω εκεί; Ο Ζακαρέλ βγήκε έξω, χωρίς να απαντήσει. Χωρίς να δώσει την παραμικρή ιδέα. Γιατί; Τι ακριβώς έπρεπε να κάνει ο Αμούν όταν πήγαινε εκεί; Πόσο έπρεπε να μείνει; και πού ακριβώς σ'αυτόν τον απέραντο λάκκο έπρεπε να πάει; Μου είπα ότι ο μόνος τρόπος να ελευθερώσω τον εαυτό μου είναι να γυρίσω στην κόλαση, είπε ο Αμούν στην Χάϊντι. «Να γυρίσεις στην... κόλαση; Σαν να λέμε στον πύρινο λάκκο των καταραμένων;» Η τελευταία λέξη είχε ειπωθεί με έναν τρομοκρατημένο ψίθυρο. Ναι. Κι εσύ θα έρθεις μαζί μου. Την περίμενε να 191


διαμαρτυρηθεί, να τον πολεμήσει. Δεν το έκανε, όχι ακόμα και ηρέμησε. Κάπως. Μπορούσε να την υποτάξει, να την υπερασπιστεί και να βρει έναν τρόπο να ελευθερώσει τον εαυτό του. Δεν θα καείς, την καθησύχασε. Δεν θα επιτρέψω στις φλόγες να σε αγγίξουν. «Εάν πάμε,» είπε τρεμουλιαστά, «θα έρθει κανένας άλλος μαζί μας;» Εάν, του είχε πει, και ηρέμησε κι άλλο. Όχι. Θα πάμε μόνοι μας. Σίγουρα χρειαζόταν απελπισμένα τους μυς και την υποστήριξη... γιατί μόνο ο Θεός ήξερε ότι μόλις και μετά βίας επέζησε την προηγούμενη φορά, και είχε και δύο εκπαιδευμένους πολεμιστές μαζί του – αλλά δεν θα έβαζε πάλι τους φίλους του σε κίνδυνο. Όχι από τους δαίμονες, όχι από την Χάϊντι. Άλλωστε, θα υπονόμευε τον σκοπό του, να βγάλει την Χάϊντι από την μέση. Γιατί; Θέλεις να πάρουμε και κάποιον άλλο μαζί μας; Τα χείλη της πιέστηκαν μεταξύ τους στο άκουσμα της επιθετικής πρότασης, και υποπτεύθηκε ότι με κάποιον τρόπο την πλήγωσε. Όχι, σίγουρα όχι. Θα έπρεπε να νοιάζεται για σένα, υπενθύμισε στον εαυτό του, και δεν νοιαζόταν. «Θα μου... θα μου επιτρέψεις να κουβαλάω όπλο;» Η λέξη "επιτρέψεις" βγήκε πνιχτή από τα χείλη της, και αμφέβαλε εάν την είχε προφέρει ποτέ πριν. Ναι, αλλά εάν επιχειρήσεις να το χρησιμοποιήσεις πάνω μου, θα στο ανταποδώσω με είδος. Ίσως με ένα ψέμα, ίσως και όχι. Ήλπιζε ότι δεν θα προσπαθούσε να δοκιμάσει τον ισχυρισμό του. Η σιωπή απλώθηκε μεταξύ τους, ένα αποπνικτικό σύννεφο που δεν μπορούσε να διώξει. Της έδωσε όμως όσο χρόνο χρειαζόταν. Της ζητούσε πολλά και της έδινε πολύ λίγα σε αντάλλαγμα. Φυσικά, θα έπρεπε να την εξαναγκάσει, εάν αρνιόταν – πραγματικά δεν είχαν άλλη επιλογή – αλλά μέχρι να το κάνει, θα την άφηνε 192


να νομίζει ότι η απόφαση ήταν δική της. «Εντάξει,» του είπε τελικά με έναν αναστεναγμό. «Θα το κάνω. Θα έρθω μαζί σου.» Καμμία αντίδραση. Για άλλη μια φορά ξαφνιάστηκε, αλλά αυτή τη φορά δεν κατάφερε να κρύψει την ένταση και το σοκ ή το συγκλονιστικό κύμα ανακούφισης που τον διαπέρασε. Στην συνέχεια όμως οι υποψίες του φούντωσαν. Τι ήλπιζε να καταφέρει, βάζοντας τον εαυτό της σε κίνδυνο με το να τον βοηθήσει να επανακτήσει την ψυχική του ηρεμία; Ή μήπως σχεδίαζε να μαζέψει απλώς πληροφορίες; Ναι, σκέφτηκε με ένα νεύμα. Αυτό ήταν το πιθανότερο. Άλλωστε ήταν μια Κυνηγός και το να βρει τρόπο να καταστρέψει τους δαίμονες ήταν η δουλειά της. Κυνηγός. Η βλασφημία αντηχούσε στο μυαλό του και ζάρωσε. Σταμάτα να μου το υπενθυμίζεις. «Να σταματήσω να σου υπενθυμίζω τί; του αντιγύρισε, προφανώς μπερδεμένη από την ξαφνική του έκφραση αηδίας. Τίποτα, μουρμούρισε. Παραλίγο να απολογηθεί, αλλά κατάπιε τις λέξεις πίσω. Δεν θα απολογούνταν σε αυτή τη γυναίκα. Ποτέ. Είχε τουλάχιστον μια περηφάνια. Δεν θα ξόδευε περισσότερο χρόνο. Ο Αμούν προχώρησε προς την πόρτα και χτύπησε. Πίσω του άκουσε την Χάϊντι να ασθμαίνει, τα ρούχα της θρόισαν πάλι σαν να έχωσε τα πόδια της μέσα. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η κλειδαριά ακούστηκε από την άλλη πλευρά και το ξύλο έτριξε καθώς υποχωρούσε, αποκαλύπτοντας τον Άγγελο Ζακαρέλ. Μαύρα μαλλιά, τέλεια χτενισμένα, σμαραγδένια μάτια γυμνά από κάθε συναίσθημα, εκτυφλωτικά άσπρα φτερά προεξείχαν από τους ώμους του και απλώνονταν προς τα κάτω, στο πλάι του χιτώνα του. «Ναι,» είπε ο πολεμιστής. ο χαιρετισμός θα έπρεπε να ακουστεί σαν ερώτηση, αλλά είχε ειπωθεί σαν απλή δήλωση. Δεχόμαστε την προσφορά σου να μας μεταφέρεις, 193


δήλωσε ο Αμούν. Ο Ζακαρέλ δεν αποκάλυψε κανένα ίχνος από τις σκέψεις του. «Θα συγκεντρώσω τις απαιτούμενες προμήθειες. Να είστε έτοιμοι σε πέντε λεπτά.» Κα με αυτό, η πόρτα έκλεισε και κλειδώθηκε. Ο Αμούν ακούμπησε το μέτωπό του στο δροσερό ξύλο, που για μια στιγμή του θύμισε το δέρμα της Χάϊντι. Κόλαση. Επέστρεφε στην κόλαση, όταν είχε ορκιστεί να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Σε κάποιο σκοτεινό άκρο του μυαλού του, νόμισε πως άκουσε τα Μυστικά να κλαψουρίζουν. Χιλιάδες χρόνια πριν τα Μυστικά είχαν πολεμήσει για να δραπετεύσουν από την κόλαση – και είχαν κερδίσει. Κα τώρα ο Αμούν τα πήγαινε πίσω. Τουλάχιστον οι υπόλοιποι δαίμονες παρέμεναν ήρεμοι. Ούτε έκλαιγαν, ούτε πανηγύριζαν με τα σχέδιά του. αλλά και πάλι, φοβόντουσαν περισσότερο την Χάϊντι από οτιδήποτε άλλο. «Γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις;» τον ρώτησε, διαλύοντας την ένταση, που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι αυξήθηκε ξανά. Ο δαίμονά μου, ανταπάντησε, δεν προσφέρει τίποτα. Ίσιωσε το κορμί του και γύρισε προς το μέρος της. Λάθος του. Ήταν όρθια και όπως πάντα, τον συνεπήρε η λεπτότητα των χαρακτηριστικών της, το πάθος που καραδοκούσε κάτω από την λαμπερή της επιδερμίδα. Περισσότερο όμως, το στόμα του υγράνθηκε με την σκέψη άλλης μια γεύσης των στηθών της, του στομαχιού της, των ποδιών της. Αυτά τα πόδια. Δεν έπρεπε να την ντύσει με αυτό το φανελάκι τα το τζιν. Θα έπρεπε να την ντύσει με ένα άχαρο σακί. «Επειδή κουβαλάς τον δαίμονα των μυστικών δεν μπορείς να μιλήσεις;» Ναι. Σκέφτηκε ποτέ ότι θα βρισκόταν σε τέτοια θέση; Να πρέπει να μοιράζεται τα μυστικά του με έναν Κυνηγό; 194


«Δεν καταλαβαίνω. Γιατί ο δαίμονάς σου δεν σου επιτρέπει να μιλάς;» Δεν ήταν περίεργη μαζί του, το ήξερε, απλώς προσπαθούσε να ψαρέψει πληροφορίες, για να τις μοιραστεί με τους ανθρώπους της. Και πάλι, της απάντησε. Ανοίγω το στόμα μου και ό,τι έχει ανακαλύψει ο δαίμονας, κάθε σκοτεινή πράξη των ανθρώπων γύρω μας, η παραμικρή λεπτομέρεια, που μπορεί να καταστρέψει οικογένειες και φιλιές, γλιστράει από τα χείλη μου. «Δηλαδή μπορείς να μιλήσεις;» Τι σημασία είχε; Ναι. «Αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις;» Ναι, γαμώτο. Γιατί σε ενδιαφέρει να μάθεις; Το ασυνήθιστο ξέσπασμα του Αμούν δεν την ενόχλησε. «Είναι απλά... είναι καλό αυτό που κάνεις. Πολύ γλυκό.» Ήταν τόσο αναπάντεχος ο έπαινός της, που έμεινε να την κοιτάει ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Κανένας άλλος δεν μπορεί να ακούσει την φωνή σου; Μέσα στο κεφάλι σου εννοώ.» Όχι. Μόνο εσύ. Πίκρα φάνηκε στην φωνή του, που δεν μπόρεσε με τίποτα να κρύψει. Όχι ότι το ήθελε. Άσ'την να ακούσει. Άσ'την να μάθει. Δύο ρόδινοι κύκλοι έβαψαν τα μάγουλά της και καθάρισε τον λαιμό της. Έκαστε πάνω στο στρώμα, ευπρεπισμένη και πάλι. «Πώς λοιπόν και εσείς κάνετε παρέα με τους Αγγέλους;» Αλλαγή θέματος. Σοφό εκ μέρους της. Ναι, αλλά και ανόητο από μέρους του να της προσφέρει κι άλλες πληροφορίες. Μια φίλη μας, παντρεύτηκε τον αρχηγό τους. Μάλλον η Μπιάνκα είχε διεκδικήσει τον Λύσανδρο σαν ιδιοκτησία της, αλλά ο Αμούν δεν ήταν σίγουρος ότι η Χάϊντι θα καταλάβαινε αυτού του είδους το συναίσθημα. «Ένας Άγγελος και ένας Δαίμονας; Παντρεμένοι;» 195


Περίπου. Έτσι ψυχρός που ήταν ο Λύσανδρος, ο όρος "άγγελος" του ταίριαζε τόσο όσο ο όρος "Νεραϊδονονά". Από την άλλη ο όρος "δαίμονας" ταίριαζε στην Μπιάνκα τέλεια. Η ψυχή της ήταν πιο σκοτεινή από του Αμούν, αλλά με την καλλίτερη έννοια. Οι Άρπυιες ήταν τόσο ανοιχτές, τόσο ειλικρινείς σχετικά με την άτακτη φύση τους, που ήταν απόλαυση να της έχεις γύρω σου. Τουλάχιστον για τον Αμούν. Για λίγο, σκεφτόταν ακόμα και να κυνηγήσει την δίδυμη αδελφή της Μπιάνκα, την Κάϊα. Αλλά ο πόλεμος μπήκε στην μέση. Μιλώντας για αγγέλους, θα 'πρεπε να ξέρεις ότι ο αγαπημένος σου Γκέϊλεν δεν είναι ένας από αυτούς. «Εντάξει, ας συμφωνήσουμε ότι δεν πρέπει να μιλάμε για τους φίλους σου ή τους δικούς μου.» τον αντέκρουσε η Χάϊντι θυμωμένα. «Μας κάνει να θυμώνουμε μεταξύ μας. Πρέπει να εστιάσουμε στην αποστολή.» Ώστε θεωρούσε τον Γκέϊλεν φίλο της; Φυσικά τον θεωρούσε, σκέφτηκε στην συνέχεια, και θέλησε να γρονθοκοπήσει κάτι. Ο αρχηγός των Κυνηγών ήθελε τον κάθε Άρχοντας του Κάτω Κόσμου – εξαιρώντας τον εαυτό του – νεκρό και θαμμένο. Εξ αιτίας του Μπείντεν, η Χάϊντι πρέπει να ήταν το έπαθλο ανάμεσα από τα έπαθλα για τον Ξενιστή της Ελπίδας. Ή μήπως ήταν πιθανό ο Γκέϊλεν να μην ήξερε ποια ήταν; Ο Αμούν έσφιξε τα δόντια του – το έκανε πολλές φορές τελευταία – μετατρέποντας το πάνω στρώμα των δοντιών του σε σκόνη, αλλά έγνεψε με το κεφάλι του. Πολύ καλά. Δεν θα συζητούσαν για τους φίλους τους. «Απλώς, δεν θέλω να μαλώνουμε,» του είπε. «Και απλά για να ξέρεις, ο Γκέίλεν δεν είναι προσωπικός μου φίλος.» «Τέλος χρόνου,» η σκληρή φωνή του Ζακαρέλ εξήγγειλε, πριν ο Αμούν προλάβει να απαντήσει. Στην ηχητική εισβολή, περιστράφηκε γύρω από τον εαυτό του και ταυτόχρονα μπήκε μπροστά από την 196


Χάϊντι, λειτουργώντας σαν ασπίδα. Η πόρτα ήταν ακόμα κλειστή. Συνοφρυώθηκε – μέχρις ο άγγελος να μπει ολόκληρος στο δωμάτιο, περνώντας μέσα από το ξύλο, ένα σακίδιο κρέμονταν από το τεντωμένο χέρι του. Είχε την ικανότητα, πάντα, να το κάνει, αλλά πότε μέχρι τώρα δεν επέλεξε να αποκαλύψει αυτή την ικανότητα. Γιατί; «Θα σε οδηγήσω στο μέρος, που θα αρχίσει το ταξίδι σου,» είπε ο Ζακαρέλ. Όπως σε όλους τους αγγέλους, υπήρχε μια αδιαμφισβήτητη χροιά αλήθειας στη φωνή του και ο Αμούν, που δεν μπορούσε να αμφιβάλει για τα λεγόμενά του, το δέχθηκε. «Πρέπει να ξέρεις ότι ο Λούσιφερ είναι θυμωμένος που οι προσπάθειές του να καταστρέψουν εσένα και τους φίλους σου, μέσω της Λεγεώνας ματαιώθηκαν. Και θα βγει στο κυνήγι για αθάνατο αίμα. Να είστε επιφυλακτικοί, να μην εμπιστεύεστε τίποτα και κανέναν.» Ποτέ δεν το κάνω. «Εκτός, ίσως, ο ένας τον άλλον,» πρόσθεσε ο άγγελος. Ο Αμούν έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του και μοιράστηκε ένα βλέμμα με την Χάϊντι. Ο Ζακαρέλ ένευσε με επιδοκιμασία. «Μπορώ να σου υποσχεθώ ότι το προηγούμενό σου ταξίδι στον κάτω κόσμο ήταν ένα τίποτα σε σύγκριση με αυτό που σύντομα θα αντιμετωπίσεις. Σαν επανόρθωση για τον ρόλο που έπαιξε στην απελευθέρωση της Λεγεώνας, ο Κρόνος τον επανέφερε στο πρότερο μεγαλείο του.» Μα γιατί θα...; Ο άγγελος σήκωσε το χέρι του διακόπτοντας τις κατηγόριες του Αμούν. «Ήταν είτε αυτό ή θα επέστρεφε την Λεγεώνα.» Τότε έκανε την σωστή επιλογή. «Για να δούμε εάν θα είσαι ακόμα θυμωμένος όταν φθάσεις εκεί. Τα τέρατα, για τα οποία άκουγες μόνο να ψιθυρίζουν, σύντομα θα τα αντιμετωπίσεις.» 197


Η Χάϊντι απλά στέκονταν με τα κρύα χέρια της ακουμπισμένα χαμηλά στην πλάτη του Αμούν. Έπρεπε να δαγκώσει την γλώσσα του, για να μην βογκήξει από την απόλαυση. Επιτέλους, επαφή. Ένοιωθε σαν να περίμενε αιώνες για να την νοιώσει, οποιοδήποτε σημείο της, ξανά. Το γεγονός ότι του πρόσφερε τώρα ανακούφιση... τον ανακούφιζε. Θεοί, πραγματικά ήταν αξιολύπητος. Δεν θα επιτρέψεις σε κανέναν από τους φίλους μου να με ακολουθήσει, του τόνισε. «Σωστά. Σε διαβεβαιώ ότι εσύ και το κορίτσι θα παραμείνετε ανενόχλητοι από αυτούς.» Ο Αμούν δεν προσβλήθηκε. Εάν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να κρατήσει τα θηρία από το να τους πάρουν στο κατόπι, ήταν αυτό το ατσάλινο πλάσμα. Σ' ευχαριστώ. «Τώρα. Κάτι άλλο που πρέπει να ξέρεις.» Μια ανάλαφρη πνοή ανέμου αναστάτωσε τις χρυσαφένιες άκρες και γλίστρησε ανάμεσά από τα φτερά του αγγέλου, σαν λιωμένο ποτάμι. «Μετά τις αλλαγές, υπάρχουν έξι βασίλεια που πρέπει να περάσεις, πριν φτάσεις στην πύλη – η πύλη από μόνη της είναι άλλο ένα εμπόδιο. Η Χάϊντι μετακινήθηκε στο πλευρό του Αμούν, αλλά δεν διέκοψε την επαφή. «Πώς θα επιστρέψουμε εδώ, όταν τελειώσουμε;» Τα πράσινα μάτια του Ζακαρέλ, μετατοπίστηκαν αμέσως πάνω της. «Εάν σώσεις τον Αμούν, δεν θα έχεις τίποτα να φοβάσαι. Εάν όχι, δεν θα φύγεις ποτέ από εκεί.» Η δυσοίωνη πρόβλεψη ήχησε στο μυαλό του. και ο Αμούν ανασήκωσε τους ώμους. Θα τον έσωσε! Ήταν τόσο απλό. Θα βρούμε έναν τρόπο, είπε στην Χάϊντι. Τα χέρια της τρεμούλιασαν πάνω του, αλλά δεν είπε τίποτα. Και τι θα γίνει με τα όπλα; πρόσθεσε. Φαγητό; «Ό,τι χρειάζεσαι είναι εδώ.» Ο Άγγελος του πρό198


τεινε τον σάκο, και ο Αμούν έπιασε το "υπερβολικά άδειο", "υπερβολικά ελαφρύ" σακίδιο με ευκολία. «Καλή τύχη σε σένα, πολεμιστή.» Την στιγμή που τα δάχτυλά του τυλίχθηκαν γύρω από τις λωρίδες, το περιβάλλον γύρω του κατέρρευσε. Από φωτεινό σε απόλυτο σκοτάδι, οι λείοι τοίχοι αντικαταστάθηκαν με κοφτερές πέτρες, βαμμένες με πορφυρό χρώμα. Κόκκαλα ήταν διάσπαρτα στο ίδιο βραχώδες έδαφος και η θερμοκρασία ακαριαία εκτινάχθηκε χιλιάδες βαθμούς – ή έτσι του φάνηκε. Μια σπηλιά, συνειδητοποίησε, βαθιά μέσα στην γη. Και δεν υπήρχε κανένα ίχνος του Ζακαρέλ – ούτε λεπτοκαμωμένα δάχτυλα στην πλάτη του. Καταπιέζοντας μια αίσθηση πανικού, ο Αμούν στριφογύρισε. Ηρέμησε, αλλά μόνο για μια στιγμή. Η Χάϊντι ήταν μερικά μέτρα μακριά του, διπλωμένη στα δύο και έκανε εμετό. Δίπλα της βρίσκονταν μια οδοντόβουρτσα, μαζί με μια οδοντόκρεμα και ένα μπουκάλι στοματικό διάλυμα. Ο Αμούν έκλεισε την απόσταση που είχαν μεταξύ τους, πριν καν συνειδητοποιήσει τι έκανε. Με το ένα χέρι, έκανε στην άκρη τα μαλλιά της, και με το άλλο, της χάιδεψε την πλάτη, προσπαθώντας να την ανακουφίσει, όπως έκανε κι εκείνη μ' αυτόν. Η διακτίνηση από το ένα μέρος στο άλλο σε μια απλή αναλαμπή του χρόνου, επηρέαζε κάποιους ανθρώπους και άλλολυς όχι. Προφανώς αυτή άνηκε στην κατηγορία των "κάποιων". Ο Άγγελος θα έπρεπε να το γνωρίζει. Συνηθισμένη να είναι δυνατή, η αδυναμία την ενόχλησε. Η αδιαθεσία θα περάσει γρήγορα, της είπε. Καθώς την ανακούφιζε, σκέφτηκε ότι ίσως τον είχε μολύνει με ένα τοξικό μείγμα πείνας, βλακείας και ανεπιθύμητης τρυφερότητας – και δεν θα θεραπεύονταν ποτέ. Έφτυσε και σκούπισε το στόμα της με την ανάστροφη της τρεμάμενης παλάμης της. «Σ' ευχαριστώ. Που δεν με κλώτσησες όσο ήμουν κάτω.» Δεν είμαι τέρας, Χάϊντι. Ακόμα. 199


«Το ξέρω,» του είπε αδύναμα. «Διαφορετικά, δεν θα ήμουν εδώ.» Προφανώς, υπέφερε κι αυτή από το ίδιο τοξικό μείγμα. Αυτό δεν προοιώνιζε τίποτα καλό για την αποστολή τους.

200


Κεφάλαιο 13 «Πριν να ξεκινήσουμε, ας δούμε τι έχουμε για να δουλέψουμε,» είπε η Χάϊντι στον Αμούν αφού απολύμανε το στόμα της. Δυο φορές. Έσκυψε το κεφάλι της καθώς περνούσε από δίπλα του έτσι ώστε να μην χρειαστεί να δει την έκφραση του. Είχε τα χέρια του πάνω της όλη την ώρα. Το μετάνιωσε άραγε; Είχε κάνει εμετό μπροστά του. Το βρήκε άραγε διασκεδαστικό; Του είχε ανταποκριθεί, ανατριχίλες ξέσπασαν πάνω στο δέρμα της. Μήπως ένοιωθε αυτάρεσκα τώρα; Δεν της απάντησε, και αυτή βίωσε ένα κύμα οδύνης. Ένα κύμα που αγνόησε γιατί ήταν ηλίθιο. Δεν ήταν το αγόρι της, δεν ήταν ένα ήρεμο κατοικίδιο σκυλάκι. Απλώς την χρησιμοποιούσε, ο εχθρός, για να μένει ήρεμος. Και όμως. Θα μπορούσε ένα "αυτό είναι έξυπνο" ή ένα "είσαι καλά;" Να ήταν εντάξει. Εξάλλου, είχε συμφωνήσει να πάει μέχρι την Κόλαση μαζί του. Προσπαθούσε πραγματικά να φτάσει στον φλεγόμενο λάκκο για χάρη του. Και εξαιτίας αυτού, ήταν μόνη μαζί του, σκέφτηκε ξαφνικά, ζαλισμένη με τον τρόπο που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα. Ήταν απόλυτα, εντελώς μόνη με τον δαιμονισμένο αθάνατο που άναβε φωτιές στο κορμί της. Τον δαιμονισμένο αθάνατο που κατά πάσα πιθανότητα θα προσπαθούσε να την σκοτώσει με το που έβρισκαν ένα τρόπο να τον ελευθερώσουν απ'το κακό που τον μάστιζε. Τον δαιμονισμένο αθάνατο που θα έπρεπε να περιφρονεί, που περιφρονούσε, αλλά δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να βλάψει, ούτε καν με τον παραμικρό τρόπο. Τον δαιμονισμένο αθάνατο που ακόμα λαχταρούσε. Συνοφρυωμένη, έσκυψε μπροστά από το σακίδιο που τους είχε δώσει ο άγγελος. Το χέρι της έτρεμε από 201


την νευρικότητα καθώς κατέβαζε το φερμουάρ και άνοιγε τις πτυχές. Αυτό που είδε ή μάλλον δεν είδε την έκανε να τσιρίξει. «Είναι άδειο!» Θυμωμένα βήματα αντήχησαν, και ο Αμούν βρέθηκε σκυμμένος δίπλα της, αρπάζοντας το σακίδιο και ψάχνοντας μέσα. Το μουγκρητό του ακούστηκε σαν ψίθυρος στο μυαλό της, σαν χαμηλό γουργούρισμα. Το χέρι του ανέβηκε και έτριψε το πρόσωπο του δυνατά, η τραχιά κίνηση άφησε το μέτωπο του κόκκινο και γδαρμένο. Ο άγγελος ήθελε να αποτύχουμε, τότε. Μας... είπε ψέματα. Δεν μπορώ να πιστέψω πως είπε ψέματα. «Λοιπόν,» του απάντησε, σηκώνοντας το πιγούνι της πεισματάρικα. «Δεν θα αποτύχουμε.» Είχαν επιβιώσει ήδη αρκετές φορές. Όχι. Δεν θα αποτύχουμε. Οι ματιές τους κλείδωσαν μεταξύ τους σε μια μετέωρη στιγμή συμφωνίας και γνώσης. Τουλάχιστον, σκέφτηκε, η γνώση ήταν η άλλη έκπληξη που τους πολιορκούσε. Ήταν γι'αυτήν. Έβλεπε την δύναμη σε κάθε γραμμή και καμπύλη του προσώπου του, η αποφασιστικότητα έλαμπε στα μάτια του, η ανάγκη χώριζε αυτά τα μαλακά χείλη. Μόνο που ποτέ δεν άπλωσε το χέρι του, ποτέ δεν την άγγιξε. Στο ντους, της είχε υποσχεθεί πως δεν θα το έκανε και ήταν προφανώς –δυστυχώς – ένας άντρας που κρατούσε το λόγο του. Σιωπηλά τώρα, ο Αμούν σηκώθηκε όρθιος και γυρνώντας απομακρύνθηκε από κοντά της, καταστρέφοντας την ηρεμία της στιγμής. Η Χάϊντι ίσιωσε το κορμί της και το τρέμουλο της αυξήθηκε. Ήξερε ποια ήταν πολύ πριν από το ντους, παρ' όλα αυτά την είχε φροντίσει με προσοχή. Την κράτησε, την φρόντισε, και είχε ερεθιστεί απλώς με το να είναι κοντά της. Είχε κοιτάξει τα χείλη της με απόλυτη προσήλωση, σαν να μην μπορούσε να ζήσει ούτε μια στιγμή ακόμη 202


χωρίς να ρουφήξει την γλώσσα της. Τι είχε αλλάξει από τότε; Μήπως το γεγονός ότι είχε αναφέρει ότι θα χωρίσει με τον Μίσα; Λοιπόν, ένας άντρας που την ήθελε πραγματικά θα είχε ενθουσιαστεί με την πρόταση της. Και όμως ο Αμούν είχε φύγει μακριά της και δεν είχε ρίξει τις άμυνες του από τότε. Άντρες! Δεν θα τους καταλάβαινε ποτέ. Έλα, είπε, προχωρώντας μπροστά χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Θέλω να φύγω από αυτή την περιοχή. Είμαστε εδώ πάρα πολύ ώρα και κινδυνεύω να χάσω την ηρεμία μου. Ήταν στην κόλαση ή αρκετά κοντά. Αμφέβαλε αν θα ένοιωθε ηρεμία ποτέ ξανά. «Είμαι ακριβώς πίσω σου.» Καθώς τον ακολουθούσε μέσα από το τεράστιο άνοιγμα του σπηλαίου, έδεσε τα λουριά από το σακίδιο στους ώμους της. Κανένας λόγος να το πετάξει και χίλιοι λόγοι να το κρατήσει. Θα μπορούσαν να αποθηκεύσουν πέτρες μέσα, ακόμα και κόκαλα και να τα χρησιμοποιήσουν για όπλα. Αν ήταν τυχεροί και έβρισκαν μούρα και καρπούς, θα μπορούσαν να φυλάξουν την τροφή για αργότερα. Και όμως, αυτός ο καταραμένος άγγελος θα πρέπει να είναι δαίμονας μεταμφιεσμένος, για να τους ξεγελάσει έτσι, όπως το είχε κάνει. Και αν συναντούσε τον μπάσταρδο ξανά, πιθανότατα θα τον μαχαίρωνε. Στην πραγματικότητα, για μια στιγμή που φάνηκε σαν αιωνιότητα, απέσπασε τον εαυτό της σκεφτόμενη όλους τους τρόπους που θα μπορούσε να τον βασανίσει. Μια γονατιά στο βουβώνα, μια αγκωνιά στο ζυγωματικό. Μια γερή κλωτσιά στο κρανίο. Όταν κι αυτό άρχισε να την κάνει να βαριέται, έκανε τον Αμούν πνευματικό της στόχο. Αλλά σύντομα και αυτό, έχασε την γοητεία του, καθώς αυτή και ο Αμούν συνέχιζαν την πορεία τους μέσα στο υπόγειο τούνελ, με το σκηνικό αμετάβλητο. Μόνο το αυξανόμενο 203


μούδιασμα στους μυς της και ο συνεχής πόνος στα καλυμμένα με τις μπότες πόδια της υποδείκνυε το πέρασμα του χρόνου. Το δέρμα απ' αυτές τις μπότες ήταν άνετο αλλά όχι ακριβώς στο μέγεθος της, με αποτέλεσμα, σύντομα να σχηματιστούν φουσκάλες στους τένοντες της. Το υπόμεινε χωρίς να παραπονεθεί για λίγο ακόμα, αλλά στ'αλήθεια, πραγματικά μισούσε την ασφυκτική σιωπή μεταξύ τους και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε γεμάτο με ένταση. Εάν έπρεπε να δουλέψουν μαζί, πράγμα που έπρεπε να κάνουν, αν ήλπιζαν να επιτύχουν την απελευθέρωση του Αμούν, έπρεπε να πολεμήσει ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον εξόργιζε. Έτσι τον ρώτησε το πρώτο πράγμα που πετάχτηκε στο μυαλό της. «Έχεις φιλενάδα;» Την στιγμή που τα λόγια έφυγαν απ' το στόμα της, οργή την διαπέρασε. Η σκέψη αυτού του άντρα να ανήκει σε κάποια άλλη... να φιλάει κάποια άλλη... η έντονη διέγερση του επικεντρωμένη σε κάποια άλλη... Όχι, της απάντησε, και αυτή χαλάρωσε. Η Χάϊντι σχεδόν άπλωσε το χέρι της να τον χαϊδέψει ως ανταμοιβή. Κράτησε τα χέρια της στα πλευρά της, όμως, καθώς έστριψαν σε μια κλειστή γωνία. Οι τοίχοι στένευαν ξανά, σχεδόν γδέρνοντάς την. Μπορεί να την επέπληττε και προτιμούσε να υπομείνει την σιωπή του παρά αυτό. Φίλησες ποτέ τον Στράϊντερ; Οι λέξεις πετάχτηκαν σαν μαστίγιο απ' το στόμα του, ξαφνιάζοντας την, και εάν ο τόνος του ήταν απτός, είχε την υποψία πως θα έκοβε μέχρι το κόκκαλο. Ή... έκανες κάτι περισσότερο; «Όχι! Ποτέ.» Μπορεί να είχε εγκαταλείψει τα σχέδιά της για εκδίκηση, όσον αφορά τον Αμούν, αλλά αυτή η ευγενική χειρονομία δεν επεκτεινόταν και στους φίλους του. Αυτούς, ήθελε ακόμα να τους σκοτώσει. Τον Αμούν, απ' την άλλη ήθελε μόνο να τον φιλήσει, ξανά. Σύντομα. Ίσως. Σίγουρα. Εκτός... Γαμώτο! Είχε αφήσει την οδοντόβουρτσα και την 204


οδοντόκρεμα πίσω στην σπηλιά. Την επόμενη φορά που αυτή και ο Αμούν θα φιλιόντουσαν ήθελε να έχει γεύση – ωχ. Αν περνούσε το δικό του, δεν υπήρχε περίπτωση να φιληθούν ποτέ ξανά. Αγριοκοίταξε την πλάτη του, ενώ σκεφτόταν την πιθανότητα να τον γδάρει με τα νύχια της. Γι' αυτόν, η ίδια δεν άξιζε το ρίσκο. Κανένα ρίσκο. Ένα μέρος της το θαύμαζε αυτό. Οι φίλοι του ήταν σημαντικοί γι'αυτόν. Η στιγμιαία ευχαρίστηση δεν ήταν. Λίγη από την ένταση έφυγε από πάνω του. Αυτό ήταν που τον ενοχλούσε; Αναρωτήθηκε. Η σκέψη πως αυτή ήταν μαζί με τον Στράϊντερ; Σταμάτησε να αγριοκοιτάζει την πλάτη του και σκέφτηκε ξανά να τον χαϊδέψει. Αν δεν του άρεσε η ιδέα πως αυτή και ο φίλος του αντάλλασσαν φλογερά φιλιά, θα πρέπει να σήμαινε κάτι γι' αυτόν. Σωστά; Το άλλο κομμάτι της πραγματικά το θαύμαζε αυτό. Μπορούσε να προσπεράσει την (δικαιολογημένη) προκατάληψη του για χάριν της επιθυμίας του, για εκείνην και μόνο. Εντάξει, τότε, είπε, γαληνεμένος. «Λοιπόν, πως σου ήρθε αυτή η ηλίθια ιδέα πως φιλήθηκα με τον Ξενιστή της Ήττας;» Σκόπευε να ρωτήσει απαλά, σίγουρα δεν σκόπευε να χρησιμοποιήσει τη λέξη ηλίθια, αλλά μετά θυμήθηκε την ψηλομύτικη στάση του Αμούν τις τελευταίες ώρες, και ο εκνευρισμός την κυριεύσει, και μίλησε εκ μέρους της. Πέρασες αρκετό καιρό μαζί του. Μόνη. Ήσουν απελπισμένη να ελευθερωθείς από αυτόν. Ο εκνευρισμός της μετατράπηκε σε θυμό. «Είμαι πολλά πράγματα, Αμούν, αλλά ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσα το κορμί μου για να πάρω αυτό που θέλω. Ακόμα και την ελευθερία μου.» Υπήρξε μια στιγμή σιωπής και μετά, Το έκανες με τον Μπέϊντεν! Ω. Ναι. Είχε δίκιο, και δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να πει για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. 205


Τότε, ήταν τόσο γεμάτη από μίσος και οργή και θα είχε κάνει τα πάντα, οτιδήποτε, για να καταστρέψει έναν από τους Άρχοντες. Και το είχε κάνει. Είχε γδυθεί μπροστά στον Μπέϊντεν, σαν να ήθελε να κοιμηθεί μαζί του για να τον ευχαριστήσει, που την είχε συνοδέψει σπίτι. Και όπως την παρατηρούσε λιγωμένος, με την προσοχή του αλλού, εκείνη είχε κάνει σινιάλο στους Κυνηγούς που περίμεναν. «Μαθαίνω απ' τα λάθη μου,» είπε απαλά. Το να βοηθήσει να σκοτώσουν τον πολεμιστή δεν ήταν το λάθος της, αλλά μετάνιωνε για τον τρόπο με τον οποίο το είχε κάνει. Είχε πει ψέματα στον Στράϊντερ πως δεν είχε νοιώσει τίποτα. Μετάνιωνε ακόμη και για τον πόνο που οι πράξεις της είχαν προκαλέσει στον άντρα μπροστά της, ο οποίος ήταν και ένας από τους λόγους που είχε πρόθυμα βάλει τον εαυτό της σε κίνδυνο. Αυτή η αντίληψη της προκαλούσε σύγχυση. Αυτό σήμαινε πως ένοιωθε κάτι περισσότερο από πόθο για εκείνον; Πως νοιαζόταν γι' αυτόν. Γιατί όμως νοιαζόταν γι' αυτόν; Δεν τον ήξερε, όχι στ'αλήθεια. Την είλκυε, ναι. Το είχε ήδη παραδεχτεί αυτό, ξανά και ξανά. Ήταν συνδεμένη μαζί του με κάποιο τρόπο, ναι. Δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται το στόμα του πάνω στο δικό της, και ανάμεσα στα πόδια της, ναι, και αυτό επίσης. Ουπς. Αυτό ήταν μέρος της έλξης της γι'αυτόν. Τέλος πάντων. Κανένα από τα παραπάνω δεν σήμαινε ότι έπρεπε να νοιάζεται. Ωστόσο είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να μείνει μαζί του. Να είναι μαζί του. Να περάσει χρόνο μαζί του. Να τον βοηθήσει. Αναστέναξε. Τι; Δεν γύρισε να την ρωτήσει, και η ματιά της καταβρόχθισε την δυνατή έκταση της πλάτης του. Χωρίς τα συναισθήματα της στη μέση, μπορούσε να τον δει πραγματικά. Τόσο σκούρο δέρμα, τόσα πολλά στρώματα από μυς. Δεν είχε ουλές τώρα, και το μόνο τατουάζ του ήταν η πεταλούδα. Την οποία δεν μπορούσε να δει για την 206


ώρα, θα πρέπει να είχε επιστρέψει στο πόδι του. Θαύμαζε την ιδέα ενός ζωντανού τατουάζ, να γλιστρά και να σέρνεται από την μια γωνία του κορμιού του στην άλλη, κούνησε το κεφάλι της και είπε στον εαυτό της να συγκεντρωθεί. Της μιλούσε τώρα. Δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία. «Σε ονειρεύτηκα πριν να σε συναντήσω,» του εξομολογήθηκε. «Αλλά δεν ήξερα ποιος...» ή τι, πρόσθεσε νοερά «...ήσουν. Αυτός είναι ο λόγος που άρχισα να βγαίνω με τον Μίσα. Νόμιζα...» Οι ωμοπλάτες του Αμούν πιέστηκαν μεταξύ τους σε μια σπασμωδική κίνηση καθώς ίσιωνε το κορμί του. Νόμιζες ότι ήμουν εγώ; «Ναι. Και πριν αρχίσεις να προσβάλεις την νοημοσύνη μου, θυμήσου πως εσείς οι δυο μοιάζετε πάρα πολύ.» Τότε πως ξέρεις ότι ονειρεύτηκες εμένα και όχι αυτόν; Εξαιτίας του τρόπου που ο Αμούν την έκανε να νοιώθει. Συνδεδεμένη. Σε εγρήγορση. Ζωντανή. Την έκανε να καίγονται τα σωθικά της, όταν το μόνο που είχε γνωρίσει ποτέ ήταν το κρύο. Το να ομολογήσει την αλήθεια σήμαινε πως άφηνε τον εαυτό της ευάλωτο – περισσότερο από όσο ήταν ήδη. Το να ομολογήσει σήμαινε πως του έδινε δύναμη πάνω της – περισσότερη από ό,τι είχε ήδη. «Απλώς το ξέρω,» ήταν το μόνο που του είπε. «Αν δεν σε είχα ηρεμήσει, θα με είχες σκοτώσει όταν μάθαινες ποια ήμουν;» Προσπάθησε να διατηρήσει ένα απαθή τόνο, αλλά το τρέμουλο στα λόγια της την πρόδωσε. Υπήρξε μια φοβερή παύση η οποία αποκρυστάλλωσε το οξυγόνο στους πνεύμονες της. Τότε, Ναι. Τουλάχιστον ήταν ειλικρινής, αλλά ουάου, αυτό πόνεσε. Θα τον είχες σκοτώσει κι εσύ εάν δεν τον είχες ονειρευτεί, υπενθύμισε στον εαυτό της. Αλήθεια. Όμως 207


αυτό δεν κατάφερε να μαλακώσει τον πόνο της. Την είχε φιλήσει, γαμώτο, με οικειότητα. Λίγη πίστη θα ήταν ευπρόσδεκτη. Παράλογο. Αφηρημένη όπως ήταν, σκόνταψε σε μια πέτρα και έπεσε προς τα μπρος. Έπρεπε να γαντζώσει τα χέρια της στη μέση του Αμούν για να ανακτήσει την ισορροπία της. Άμεση, εκπληκτική ζέστη. Όπως πάντα. Δεν σταμάτησε να την σηκώσει, αλλά σφίχτηκε. Μείνε σε εγρήγορση, Χάϊντι. Έφτυσε το όνομα της σαν να ήταν κατάρα. Ίσως και να ήταν. «Προσπαθώ. Αμούν. Περπατάμε αρκετή ώρα τώρα και δεν βλέπω να φτάνουμε πουθενά. Είμαι κουρασμένη, πεινασμένη και ω, ναι, επίσης σώζω το τομάρι σου. Λίγη υποστήριξη όταν πέφτω, χωρίς διαμαρτυρίες, είναι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις για να με ξεπληρώσεις.» Ακόμη και καθώς τον επέπληττε, ορκίστηκε να κάνει καλλίτερη δουλειά. Ίσιωσε το σώμα της, διακόπτοντας την επαφή – θρηνώντας την απώλεια, ξανά όπως πάντα – και μελέτησε το καινούργιο περιβάλλον γύρω της. Είχαν μετακινηθεί σε ένα είδος διαδρόμου, τα αιματοβαμμένα τείχη ψηλά αλλά όχι φαρδιά. Το πάτωμα είχε κλίση, στέλνοντας τους ακόμη πιο βαθιά μέσα στην γη, με κάθε τους βήμα. Στρώσεις από σκόνη κάλυπταν το θερμό αέρα και κάπου στο βάθος της φάνηκε πως άκουσε ένα σταθερό χτύπο από σταγόνες. Έχεις δίκιο, της είπε. Εγώ... συγγνώμη. Η απολογία ήταν μασημένη, λες και οι λέξεις είχαν απαίσια γεύση. Δεν είχε σημασία. Θα την δεχόταν. Οτιδήποτε ήταν καλλίτερο απ'το τίποτα. Απλώς θα ρωτούσε το στομάχι της που ήταν άδειο. «Ξέρεις που πηγαίνεις;» τον ρώτησε και η ηχώ της φωνής της αντήχησε γύρω τους. Όχι. Μια κοφτή απάντηση και αν δεν έκανε λάθος, μια έμμεση διαταγή για ησυχία. Και μετά την εξέπληξε 208


προσθέτοντας, Το μόνο που ξέρω είναι πως η κόλαση είναι προς τα κάτω, οπότε πάμε προς αυτή την κατεύθυνση. Και μια μαϊμού θα μπορούσε να της το πει αυτό, αλλά κράτησε το στόμα της κλειστό καθώς περνούσαν μέσα από ένα ακόμη άνοιγμα. Και άλλο σπήλαιο. Οι τοίχοι άνοιγαν, επιτρέποντας πιο άνετες, ελεύθερες κινήσεις. Επιτέλους, έφταναν κάπου. Και παραδόξως, υπήρχε πυκνό, δροσερό φύλλωμα που ξεφύτρωνε από τα βράχια. Ωραία, σκέφτηκε, μέχρι που κάτι της σφύριξε. Πήδηξε, στρίβοντας και προσπαθώντας να ανακαλύψει την πηγή του ήχου. Ένα ζευγάρι κόκκινα στενεμένα μάτια γυάλιζαν από το στρογγυλό κεφάλι ενός φιδιού, μια διχαλωτή γλώσσα χόρευε πάνω από κοφτερούς, κυνόδοντες που έσταζαν. Άνοιξε το στόμα της για να ουρλιάξει, αλλά ένα κύμα ζάλης την χτύπησε και κατάφερε να βγάλει μόνο ένα βογκητό. Με κάποιον τρόπο παρέμεινε όρθια στα πόδια της. «Κα-καλό φιδάκι,» ψιθύρισε, σηκώνοντας της παλάμες διακηρύσσοντας την αθωότητα της. Το πλάσμα εκτοξεύτηκε προς το λαιμό της. Καθόλου καλό. Τα αντανακλαστικά της ήταν πολύ αργά για να την σώσουν. Το δυνατό, μυώδες χέρι του Αμούν πετάχτηκε προς τα μπρός, τα δάχτυλα του τυλίχτηκαν ακριβώς κάτω από το ανοιχτό στόμα που περίμενε, στρίβοντας τον καρπό του, τσακίζοντας το κεφάλι από το φολιδωτό σώμα. Όταν άνοιξε την γροθιά του, το ερπετό έπεσε άψυχο στο έδαφος. «Σε ευ-ευχαριστώ,» ψέλλισε. Η ζαλάδα δεν είχε υποχωρήσει και τώρα αισθανόταν την καρδιά της παραμορφωμένη μες στο στήθος της, ένα τσακισμένο όργανο που σφυροκοπούσε στην σπονδυλική της στήλη και όχι στα πλευρά της. Παρακαλώ. Τώρα εγώ έσωσα το τομάρι σου. Το βλέμμα του δεν γύρισε πάνω της ούτε μια στιγμή, ούτε 209


της μάλαξε τους ώμους για παρηγοριά, όπως αυτή ξαφνικά λαχταρούσε. «Δεν έχουμε ούτε καν πατσίσει, μεγάλο αγόρι.» Δεν είπα ότι έχουμε. Ας συνεχίσουμε να κινούμαστε. Δεν μου αρέσει αυτή η περιοχή. Άρχισαν να κινούνται προς τα εμπρός και αυτή την φορά η Χάϊντι, κρατήθηκε με το ένα χέρι σφιχτά από τη ζώνη του παντελονιού του, φοβούμενη να τον αφήσει. Δεν την αποπήρε και ήταν ευγνώμων γι'αυτό. Μισούσε τα φίδια. Μισούσε, μισούσε, μισούσε. Ίσως γιατί ένα ραβδωτό φίδι θαλάσσης την είχε σκοτώσει μια φορά, το δηλητήριο του έχυσε οξύ κατευθείαν στις φλέβες της, κάνοντας την να κουλουριάζεται και να ικετεύει για έλεος, που δεν βρήκε. Ούτε και στο θάνατο ακόμα. «Βιάσου,» του είπε. «Ούτε εμένα μου αρέσει εδώ.» Τότε πραγματικά δεν θα σου αρέσει αυτό που μόλις μου είπε ο δαίμονας μου. «Ω, Θεέ μου. Τι;» Μόλις μπήκαμε στο Βασίλειο των Φιδιών, ο Αμούν είπε βλοσυρά. Γλυκέ παράδεισε ψηλά στον ουρανό. «Σε παρακαλώ πες μου πως το Βασίλειο των Φιδιών αναφέρεται στην μικρή γλυκιά ποικιλία των κήπων και πως θα συναντήσουμε μόνο ένα ή δυο από αυτά.» Το Βασίλειο των Φιδιών αναφέρεται στην μικρή γλυκιά ποικιλία των κήπων και θα συναντήσουμε ένα ή δυο από αυτά. Παρ'όλο που ήξερε πως της έλεγε ψέματα, ο ξερός βαρύτονος ήχος της φωνής του έκανε τα χείλη της να συσπαστούν και λίγο από το φόβο της να ξεθωριάσει. «Καλό, αυτό είναι καλό. Λοιπόν τι άλλο σου είπαν τα Μυστικά;» Σταύρωσε τα δάχτυλα της ελπίζοντας πως δεν θα πάθει καμιά κρίση πανικού με τα επόμενα λόγια του. Πως δεν πρέπει να κοιτάμε κατ'ευθείαν μέσα στα μάτια τους γιατί μπορούν να μας υπνωτίσουν και να μας κάνουν να πιστέψουμε πως θέλουμε στ'αλήθεια να 210


μας δαγκώσουν. Ο φόβος επέστρεψε δριμύς, αλλά τουλάχιστον τώρα η ζαλάδα της έβγαζε νόημα. Υπνωτισμός. Σκατά. Ο έλεγχος ήταν ένα από τα πιο πολύτιμα αποκτήματα της. Ήξερε πολύ καλά τον τρόμο του να είσαι χωρίς επιλογές. Για μέρες, εβδομάδες, τέλος πάντων, υπήρξε αιχμάλωτη του Στράϊντερ, και της επιτρεπόταν να κάνει μόνο ό,τι αυτός ήθελε να κάνει. Πριν από αυτό, κάθε φορά που πέθαινε, χάνοντας κομμάτια από τις αναμνήσεις της, όταν τελικά επέστρεφε στη ζωή, γνώριζε μόνο ολοκληρωτικό μίσος και αποκλειστική ανάγκη για καταστροφή. Και πολύ πριν από αυτό, υπήρξε μαριονέτα του διαβόλου, έπειτα του Κακού Άντρα, μετά των Ελλήνων που την σκλάβωσαν. «Δεν είμαι σίγουρη πως μπορώ να το κάνω αυτό,» ψιθύρισε. Απλώς προσποιήσου πως τα φίδια είναι δαιμονισμένοι πολεμιστές. Είμαι σίγουρος πως θα τα πας μια χαρά. Άουτς. Είχε χτυπήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια απ' το φίδι. Δάκρυα έκαψαν τα μάτια της για μια στιγμή, αλλά τα έδιωξε πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες της. Καμμία αδυναμία. Ειδικά όταν της άξιζε ένα τέτοιο αιχμηρό σχόλιο. Κάποτε, ίσως θα ένοιωθε ακόμα και περήφανη όταν το άκουγε. Κάποτε, αλλά όχι σήμερα. «Και εσύ γιατί δεν υποκρίνεσαι πως είναι αθώοι άνθρωποι;» του απάντησε απαλά. Και αυτόν, επίσης, του άξιζε να τον μειώσει, και δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να ξεχάσει. Άλλη μια στιγμή σιωπής αιωρήθηκε μεταξύ τους. Μέχρι που εκείνος αναστέναξε και παραδέχτηκε, Δεν έπρεπε να το πω αυτό. Σου ζητάω συγγνώμη. Ξανά. Η δεύτερη απολογία προσφέρθηκε πολύ πιο εύστοχα από τη πρώτη, και ήταν τόσο απροσδόκητη που την σόκαρε – και την μαλάκωσε. « Και εγώ σου ζητάω 211


συγγνώμη. Και καταλαβαίνω γιατί το είπες,» παραδέχτηκε. «Πήρα κάτι από σένα. Κάτι που αγαπούσες.» Ναι. Και εμείς πήραμε κάτι από εσένα; «Ναι.» Εκείνος περίμενε να επεκταθεί πάνω στο θέμα, αλλά αυτή ποτέ δεν το έκανε. Του είχε ήδη πει πως δεν θα συζητούσε το παρελθόν μαζί του και το εννοούσε. Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να πει ώστε να μαλακώσει τον πόνο, και ένα εκατομμύριο πράγματα που θα μπορούσε να πει που θα τον μεγάλωναν. Δεν θα αφήσω τίποτα να σου συμβεί όσο είμαστε εδώ, Χάϊντι. Σου δίνω το λόγο μου. Και πάλι την συγκλόνισε. Η ανοησία ήταν, πως τον πίστεψε, και όχι μόνο γιατί την χρειαζόταν. Μπορεί να μην την συμπαθούσε, αλλά είχε αναλάβει την ευθύνη και την ασφάλεια της. Δεν είχαν σημασία οι περιστάσεις, οι ευθύνες του ήταν σαφώς σημαντικές γι'αυτόν. Κάτι ακόμα που της αρέσει πάνω του. Όσο προχωρούσαν και πιο βαθιά, τόσο πιο πλούσιες γινόταν οι κληματσίδες μέχρι που δεν υπήρχε πλέον κενό μεταξύ των φύλλων και των άκρων, των δέντρων και του τοίχου της σπηλιάς. Υπήρχε μόνο χιλιόμετρα από αυτό που φαινόταν να είναι ένα γαλήνιο δάσος. Πόσα φίδια παραμόνευαν εκεί κοντά; Περιμένοντας; Πεινώντας; Ω, Θεέ μου. Χολή, ανέβαινε ξανά... Σύντομα ατμός αναδύονταν από την φυλλώδη βλάστηση, περιορίζοντας το οπτικό τους πεδίο. Πήρε μια βαθιά εισπνοή, μύρισε θειάφι και κάτι άλλο, κάτι γλυκό. Τα μπερδεμένα αρώματα την άφησαν φιμωμένη και με μια ακόμη ζαλάδα. Μήπως ήταν υπνωτισμένη ξανά και απλώς δεν το ήξερε; «Βοήθεια,» κατάφερε να ψιθυρίσει, μισώντας που έχανε κιόλας τον έλεγχο του εαυτού της. Τα γόνατα της χτυπούσαν, έτοιμα να παραδοθούν. «Αμούν.» Την επόμενη στιγμή, είχε γυρίσει και το χέρι του τυλίχτηκε γύρω από την μέση της κρατώντας την όρθια. 212


Τι συμβαίνει; Οι βλεφαρίδες της φτερούγισαν και έκλεισαν ξαφνικά, πολύ βαριές για να μπορεί να τις κρατήσει ανοιχτές. «Δεν ξέρω. Το κεφάλι μου...γυρίζει...» Ήταν τόσο ακίνητος δίπλα της, που δεν μπορούσε να νοιώσει ούτε τον χτύπο της καρδιάς του ή το ανεβοκατέβασμα του στήθους του. Δεν μπορούσε να νιώσει την θερμότητα του, αυτήν την εκπληκτική θερμότητα. Υπάρχει αμβροσία στον αέρα, μια ουσία πολύ επιβλαβής για τους ανθρώπους, αλλά εσύ δεν είσαι... «Άνθρωπος. Ναι. Είμαι.» Δεν καταλαβαίνω. Πέθανες. Τώρα είσαι ζωντανή. Δεν μπορεί να είσαι άνθρωπος. Η ζαλάδα εντάθηκε, τραβώντας την μέσα σε ένα σκοτεινό, σκοτεινό κύμα. Δεν είχε σημασία πόσο σκληρά πάλεψε, δεν μπορούσε να κολυμπήσει στη κορυφή. «Αμούν...» Χάϊντι. Άκου την φωνή μου. Μείνε μαζί μου. «Δεν μπορώ,» ήθελε να του πει. Κανένας ήχος δεν ακούστηκε. Αν λιποθυμήσεις, θα σε γδύσω και θα σε αγγίξω ξανά. Με ακούς; Θα το εκλάβω σαν πρόσκληση για να σε πάρω. Πριν προλάβει να του πει πως ήλπιζε η πρόσκληση δεν θα είχε ημερομηνία λήξης, πως οι "συνέπειες" δεν ήταν απειλή αλλά ευχάριστη προοπτική, το σκοτάδι την κατάπιε εντελώς. ΓΑΜΩΤΟ. Ο Αμούν σήκωσε την Χάϊντι πάνω στον ώμο του, μόλις και καταγράφοντας ελαφρώς το βάρος της. Κατάλαβε, ωστόσο, το γεγονός ότι τα στήθη της πιέστηκαν στην πλάτη του. Εξαιτίας της ασυνήθιστα χαμηλής θερμοκρασίας της, οι θηλές ήταν ήδη σκληρές σαν βότσαλα. Έμοιαζε σαν να ήταν πίσω του σχεδόν μια αιωνιότητα, αγγίζοντάς τον φευγαλέα και παρ'όλα αυτά αφυπνίζοντας κάθε νευρική απόληξη του κορμιού του. 213


Παρά τον κίνδυνο, είχε κοντέψει να σταματήσει δεκάδες φορές, απελπισμένος να την γευτεί ακόμα μια φορά, να την ακούσει να βογκάει με το δικό του όνομα στα χείλη της. Το δικό του και κανενός άλλου. Όταν του εξομολογήθηκε πως είχε βγει ραντεβού μ'αυτόν τον μπάσταρδο τον Μίσα μόνο και μόνο γιατί τον είχε περάσει κατά λάθος για τον Αμούν, είχε κοντέψει να βρεθεί κολλημένη πάνω στον τοίχο της σπηλιάς, το τζιν και τα εσώρουχα της ξεσκισμένα, και το καβλί του να χτυπάει βαθιά μέσα της. Ο έλεγχος του είχε διατηρηθεί μόνο μέσα από περισυλλογή και προσευχή. Ανακατωσούρικο φορτίο. Πως υποτίθεται ότι αυτός θα την χρησιμοποιούσε χωρίς να μπλέξει συναισθηματικά μαζί της και να την βγάλει από το σύστημα του, όταν αυτή του συμπεριφερόταν με τόση... γλύκα; Όταν απαντούσε στα καρφιά του με οδύνη αντί για δηλητήριο; Τα Μυστικά ακόμα δεν μπορούσαν να διαβάσουν το μυαλό της, αλλά ο δαίμονας είχε αρχίσει να διαισθάνεται την απόλυτη πεποίθηση σε κάθε της λέξη. Πίστευε ό,τι του έλεγε . Φυσικά, ο δαίμονας επίσης υποχωρούσε κάθε φορά που η Χάϊντι τον άγγιζε. Η δροσιά που τόσο ενθουσίαζε τον Αμούν τρομοκρατούσε τον σύντροφο του. Όλους τους συντρόφους του. Από τότε που έφυγαν από το φρούριο δεν είχαν δοκιμάσει να τον επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Γιατί; Γαμώτο, σκέφτηκε ξανά, προχωρώντας μπροστά. Δεν είχε σημασία γιατί. Χρειαζόταν αυτή τη γυναίκα. Λίγο ζαλισμένος και ο ίδιος, έσπρωξε με τους ώμους του ανοίγοντας δρόμο μέσα από την πυκνή βλάστηση. Θα πήγαινε την Χάϊντι σε ασφαλές μέρος, ακόμα και αν η ίδια τον σκότωνε. Και μπορεί να το έκανε. Αν κι αυτός επηρεαζόταν από την αμβροσία στον αέρα, πόση ζημιά θα έκανε η ουσία σ'αυτήν; Μέσω του Μάντοξ, ο Αμούν είχε μάθει ότι οι άνθρωποι απλά δεν μπορούσαν να αντέξουν την αμβροσία, ένα ναρκωτικό προορισμένο μόνο για αθανάτους. 214


Αντιδρούσαν καλλίτερα αν τους έκαναν ένεση με νοθευμένη ηρωίνη. Η Χάϊντι δεν είχε καταπιεί την ουσία, είχε εισπνεύσει μόνο τις αναθυμιάσεις, οπότε θα ήταν εντάξει, είπε ο Αμούν στον εαυτό του. Ήταν άνθρωπος όμως; Αυτή πίστευε στ'αλήθεια πως ήταν και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι, παρά το γεγονός πως είχε αναστηθεί απ'τους νεκρούς. Αλλά σίγουρα ήταν κάτι παραπάνω απ'ό,τι αντιλαμβανόταν η ίδια. Αυτή η αφύσικη κρυάδα, η πνευματική της σύνδεση με τον Αμούν, ο τρόπος που απωθούσε τους δαίμονες του, κάθε ένα μιλούσε για κάτι πέρα από απλή θνητότητα. Ακόμα και έτσι. Για να είναι ασφαλής, ήθελε να την πάρει μακριά από αυτό το δάσος όσο το δυνατόν συντομότερα. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να βρει την είσοδο για το επόμενο Βασίλειο. Που, αν δεν έκανε λάθος, θα ήταν το Βασίλειο των Σκιών. Για την ώρα, το μόνο που έβλεπε ήταν δέντρα. Δέντρα, δέντρα, δέντρα. Τον περιέβαλαν τόσο απόλυτα που ήταν σαν ένα δεύτερο στρώμα από ρούχα. Σύντομα είχε λαχανιάσει από την υπερπροσπαθεια. Η ζαλάδα του αυξήθηκε και έσφιξε περισσότερο την λαβή του γύρω από την Χάϊντι. Δεν ακουμπούσε το δέρμα του με το δικό της, απλώς τα ρούχα τους. Ίσως αν γλιστρούσε τα χέρια του μέχρι το στρίφωμα του παντελονιού της και έπιανε καλλίτερα τον μηρό της, η θερμοκρασία της να έδιωχνε την ζάλη του με τον ίδιο τρόπο που απομάκρυνε τους δαίμονες του. Ακολούθα την συμβουλή σου και μείνε σε εγρήγορση. Δεν αγγίζουμε το κορίτσι. Ένα απλό άγγιγμα, και θα χανόταν στην λαγνεία και πάλι. Κλαδιά τον χαστούκισαν, σχίζοντας τα μάγουλα του. Κούνησε το κεφάλι του, καθαρίζοντας τις σκέψεις του. Η κίνηση θα πρέπει να ξεσήκωσε τα Μυστικά. Αμέσως ο δαίμονας ταραγμένος, περιφέρθηκε μέσα στο κρανίο του και μίσος αναβλήθηκε για αυτό το μέρος. 215


Φωνές αναδύθηκαν ξαφνικά στα αυτιά του Αμούν. Έλα πιο κοντά, πολεμιστή... Καλώς ήρθες στο σπίτι μας... Δεν θα σου κάνουμε κακό... πολύ... Σκέψεις σύντομα ακολούθησαν, γεμίζοντας το μυαλό του. Θα έχουν τόσο ωραία γεύση... Ίσως αυτή να ουρλιάξει όπως ακριβώς μου αρέσει... Τα φίδια πλησίαζαν, έτοιμα να χτυπήσουν. Να σκοτώσουν. Δεν μπορούσε να παλέψει με την Χάϊντι να κρέμεται τόσο επικίνδυνα πάνω στον ώμο του. Θα δέχονταν τα περισσότερα χτυπήματα στην μάχη, το σώμα της θα λειτουργούσε σαν ασπίδα γι'αυτόν και αυτό δεν θα το επέτρεπε. Μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, σταμάτησε και την κατέβασε στο έδαφος – χωρίς απότομες κινήσεις – μετά τοποθέτησε το σακίδιο που εκείνη ακόμη κουβαλούσε γύρω από το λαιμό της, προστατεύοντας την ευαίσθητη περιοχή όσο καλλίτερα μπορούσε. Όπως αργά έσκυψε, τόσο αργά ίσιωσε το κορμί του και τράβηξε δυο από τις λεπίδες του, με το μέταλλο να σφυρίζει πάνω στο δέρμα. Αυτό πρέπει να ήταν το σήμαντρο για τα φίδια. Δεκάδες από πορφυρά μάτια καρφώθηκαν πάνω του... Κυνόδοντες έλαμψαν αστραφτερό λευκό. Κάθε νεύρο στο κορμί του τεντώθηκε. Τα φίδια όρμησαν κατά τα πάνω του.

216


Κεφάλαιο 14 Τώρα αυτά είναι μαλακίες, σκέφτηκε ο Σράϊντερ, με ένα μικρό μορφασμό. Πριν λίγες ώρες, ο Λουσιέν τους είχε διακτινίσει, αυτόν και τον Γουίλιαμ στον Πάρις. Τον άνθρωπο, όχι την πόλη. Παρ' όλο που το βράδυ, μόλις άρχιζε, ο Πάρις είχε ήδη ξεκινήσει να μεθάει με αμβροσία και γελούσε σαν παλαβός Έτσι, από το να τρέχει από εδώ κι από εκεί, ψάχνοντας για τους γονείς της Γκίλι και να παίζει μαζεύοντας πληροφορίες, όπως είχε αρχικά σχεδιάσει, και από το να τον αφήσει πίσω, σε τέτοια ευάλωτη κατάσταση, ο Σράίντερ και ο Γουίλιαμ αποφάσισαν να φροντίσουν τον Πάρη – που σημαίνει ότι και οι ίδιοι κατανάλωσαν λίγη αμβροσία – και να κινηθούν όλοι μαζί σαν μονάδα το πρωί. Αδελφική αγάπη και όλα αυτά, τα πράγματα που κάνω για τους φίλους μου. όχι ότι ο Σράιντερ ήταν μεθυσμένος. Ήταν νηφάλιος. Ξάπλωσε λοιπόν, αναπαυτικά στο πανέμορφο και γεμάτο μαξιλάρια σαλόνι, σ' ένα απέραντο ράντσο, που νοίκιασε ο Πάρις. Στο Ντάλλας του Τέξας. Απ'όλα τα μέρη. Ο ίδιος ήταν ασύδοτος και εμφανίστηκε φορώντας ένα στέτσον (παράξενο), χωρίς πουκάμισο (κατανοητό), τζιν με ανοιχτό το κουμπί (έξυπνο) και καουμπόϊκες μπότες (και πάλι παράξενο). Ο τύπος έμοιαζε έτοιμος να κλέψει τα γελάδια ή κάτι τέτοιο. Τουλάχιστον τα κορίτσια που ο Πάρις είχε καλέσει στο πάρτι, ήταν πιο συνετά. Φορούσαν μπικίνι. Και το καλλίτερο, καθώς τα κορίτσια κολυμπούσαν στην λουσμένη στο φεγγαρόφωτο και στα γύρω φώτα πισίνα, γελώντας, παίζοντας, ο Σράϊντερ θυμήθηκε ότι 217


πάντα προτιμούσε θηλυκά με μεγάλα στήθη και μπόλικο μεϊκ απ. Μπορούσε πλέον να ξεχάσει τα πάντα σχετικά με την χωράω-σε-μια-χούφτα Χάϊντι και το πόσο αξιαγάπητη και λεπτεπίλεπτη έμοιαζε στα χέρια του Αμούν. Χέρια που θα έπρεπε να ήταν δικά του. Αλλά ας είναι. «Η γυμνόστηθη είναι δική μου» ακούστηκε ο Γουίλιαμ από τα αριστερά του Σράιντερ, πετώντας πίσω του την μπύρα με γεύση αμβροσία. «Και αυτή που φοράει το οδοντικό νήμα.» Είχε αλλάξει γνώμη πέντε φορές στα τελευταία δέκα λεπτά. Και μέχρι τώρα, ήθελε όλες τις γυναίκες που έβλεπε μπροστά του. «Είναι κορδόνι ηλίθιε.» απάντησε ο Πάρις τραυλίζοντας, από τα δεξιά του. Ήταν ξαπλωμένοι και αυτοί σε μαξιλάρια, τα μόνα κοκόρια σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων απ'αυτό εδώ το κοτέτσι. Τα κορίτσια ήταν μπροστά τους και κάποια χρησιμοποιούσαν την πλακόστρωτη άκρη της πισίνας με σχήμα κλεψύδρας, σαν πίστα χορού. Θεοί, αγαπούσε την σύγχρονη εποχή, επειδή τα θηλυκά δεν φοβόντουσαν να φερθούν προκλητικά μεταξύ τους. «Εάν αυτό το πράγμα που φοράει στον κώλο της είναι κορδόνι, τότε τι είναι αυτό που φοράει πάνω στις ρώγες της;» αναρωτήθηκε ο Γουίλιαμ. «Κορδόνι» είπε ο Πάρις και στην συνέχεια κούνησε το κεφάλι, σαν να επιβεβαίωνε την ιδιοφυΐα του. «Και επί της ευκαιρίας, θα διαλέξω πρώτος, εφ' όσον εγώ τις μάζεψα και τις έφερα εδώ, και η γυμνόστηθη είναι δική μου.» «Πού τις βρήκες, λοιπόν;» ρώτησε ο Σράιντερ. Αστείο, και τα δικά του λόγια ήταν μπερδεμένα. «Στο στριπτιζάδικο της πόλης.» Απάντησε οι Πάρις, αποτελειώνοντας την μπύρα του. «Εάν σκορπίσεις αρκετά χρήματα τριγύρω, μπορείς να αποκτήσεις ό,τι 218


θελήσεις. Εκτός, ίσως, από "τηγανισμένα Τγουίνκιες" 1. Δεν μπορώ να τα βρω πουθενά. Ο Γουίλιαμ χτύπησε δύο δάχτυλα στο πηγούνι του. «Τα έχεις ξαναδοκιμάσει;» «Τηγανισμένα Τγουίνκιες;» ρώτησε ο Πάρις. «Μόνο μια φορά, αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσω την εμπειρία. Είναι σαν να γεύεσαι τον Παράδεισο.» «Τηγανισμένα.... Πάρη, ηλίθιε μπάσταρδε.» Εξοργισμένος ο Γουίλιαμ κούνησε το κεφάλι. «Εννοούσα την γυναίκα.» Εξοργισμένος κι ο Πάρις τέντωσε τα χέρια του. «Πως στο καλό θέλεις να ξέρω, εάν η γυναίκα έχει δοκιμάσει ποτέ Τγουίνκιες; Μόλις την γνώρισα.» «Ω, θεοί.» Ο Γουίλιαμ πίεσε την ράχη της μύτης του. «Έχεις. Κοιμηθεί. Με κάποια. Από τις γυναίκες. Πριν;» «Ω, και βέβαια. Και γιατί στο διάβολο δεν με ρώταγες αρχικά;» «Επιτέλους,» είπε ο Γουίλιαμ. «Φτάνουμε στο ζητούμενο. Με ποιά;» Εξ'αιτίας του, πραγματικά φοβερού δαίμονα, ο Πάρις δεν μπορούσε να πηδήσει την ίδια γυναίκα δεύτερη φορά. Και φυσικά, εξασθενούσε τρομερά, εάν δεν "κυλιόταν στα σεντόνια" τουλάχιστον μια φορά την ημέρα. Το αντίτιμο όμως ήταν μικρό σε σύγκριση με την απεριόριστη σεξουαλική επαφή. «Λες και θυμάμαι.» απάντησε ο Πάρις. «Το καβλί σου, πάντα θυμάται.» «Λοιπόν, τώρα τελευταία, δεν πολυμιλάμε, οπότε...» «Και φτάνουμε σε άλλο ένα αδιέξοδο.» Ο αναστεναγμός του Γουίλιαμ ήταν με κάποιο τρόπο πικρόχολος όπως και ο τόνος του. «Απλά θα πρέπει να βολευτείς με όποια σου δώσω.» Κέικ από παντεσπάνι, με κρεμώδη γέμιση. Φτιάχνεται από αλεύρι σίτου, ζάχαρη και σιρόπι καλαμποκιού. Καναδικής προέλευσης.

1

219


«Λες και κάποια θα διάλεγε εσένα, αντί για εμένα.» Ο Γουίλιαμ ξέσπασε με την προσβολή. «Περίμενε και θα δεις. Θα κάνω την κάθε μια τους να τρώει από την παλάμη μου.» «Μόνο εάν βρεις κανένα από αυτά τα πεντανόστιμα Τγουίνκιες,» είπε ο Πάρις απότομα. Τα μάτια του Σράϊντερ υψώθηκαν προς τα πάνω. Καθυστερημένε εγωίσταρε. Όποιος είχε δύο μάτια, μπορούσε να δει ότι ο Σράϊντερ ήταν ο ωραιότερος ανάμεσα στο τρίο. Ο δαίμονάς του αμέσως αναγνώρισε την πρόκληση και αναδιπλώθηκε, έτοιμος να κάνει οτιδήποτε ήταν αναγκαίο, ώστε να διασφαλίσει την εγκυρότητα της δήλωσης. Κέρδισε. Ήσυχα αγόρι μου. δεν χρειάζονταν άλλη ταλαιπωρία απόψε. «Εϊ, Γουίλιαμ,» του φώναξε μια όμορφη ξανθιά, που χοροπήδαγε στο νερό. «Είπες ότι ήθελες να με γευτείς, όταν θα ήμουν υγρή. Λοιπόν, Γουίλιαμ, είμαι πολύ, πολύ υγρή.» κατέληξε με βραχνή ικεσία. «Έλα να με γευτείς.» «Δεν είσαι αρκετά υγρή ακόμα, κεκάκι μου. Συνέχισε να παίζεις στο νερό και θα σου πω πότε θα είσαι έτοιμη.» Παρ'όλο που είχε πει ότι θα διεκδικούσε όλες τις γυναίκες, τις τελευταίες ώρες ο Γουϊλιαμ δεν είχε αγγίξει ούτε μια από τις κοπέλες. Ακόμα. Ο Σράιντερ όμως είχε. Είχε ήδη πάρει αυτή με τις μπλε ανταύγειες στα ξανθά μαλλιά στο πάνω πάτωμα. Και για σαράντα πέντε λεπτά είχε ξαμολήσει τις σεξουαλικές του ορμές πάνω στο πρόθυμο κορμί, κάνοντάς την να βογκάει, να ουρλιάζει και να σπαρταράει. Την είχε κάνει ακόμα και να ικετεύει. Προφανώς, ήταν ο καλλίτερος που είχε ποτέ. Όχι ότι αυτός αμφέβαλε ποτέ για το αντίθετο. Και δεν θα χρειαζόταν να περιμένει για πολύ, μετά το τέλος της ερωτικής πράξης, για την ένταση που θα ακολουθούσε, 220


γνωρίζοντας ότι θα διπλασιαστεί ο πόνος, αφού δεν την είχε κερδίσει κάνοντάς της έρωτα. Απλά είχε ενεργήσει με βάση την ανάγκη. Ειδικά όταν αυτός και η Ήττα συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να προσθέσουν κι άλλο ένα όνομα στην ήδη αναπτυσσόμενη λίστα τους από ικανοποιημένες γυναίκες – όχι ότι θυμόντουσαν κάποια από αυτές. Ο Σράϊντερ θα έπρεπε να στοχεύσει σε άλλον έναν οργασμό. Δεν ένοιωθε καλλίτερα με την κατάστασή του. ίσως να ένοιωθε και χειρότερα. Κενός ή κάτι άλλο. Το κορίτσι είχε πέσει για ύπνο αμέσως, δόξα στους θεούς, γιατί εάν προσπαθούσε να του πιάσει κουβέντα, σοβαρά θα έκοβε τα αυτιά του. Σεξ, καλό. Συζήτηση, άσχημη. Θα έπρεπε να την αφήσει να ξεκουραστεί, μα δεν την εμπιστευόταν αρκετά, ώστε να την αφήσει αφύλακτη. Έτσι την μετέφερε πάλι έξω και την τοποθέτησε σε ένα ανάκλιντρο – στην απέναντι πλευρά της πισίνας. Ένας άντρας δεν μπορούσε να είναι ποτέ αρκετά προσεκτικός. Και πάλι. Δεν υπήρξε γι'αυτόν πρόκληση. Σε καμμία περίπτωση, αλήθεια και του άρεσε έτσι. Του άρεσε να μπορεί να ηρεμεί. Με την Δήμιο, η πρόκληση θα ήταν πάντα εκεί, επηρεάζοντας οτιδήποτε έκανε και έτσι θα ήταν πάντα στην κόψη. Αυτό φυσικά σήμαινε ότι η απόλαυση όταν τελικά την κέρδιζε θα ήταν ασύγκριτη, γιατί όσο πιο δύσκολη ήταν μια μάχη, τόσο πιο γλυκιά ήταν η νίκη. Όχι ότι έδινε δεκάρα γι' αυτό τώρα. Γαμώτο, ήθελε να πάρει τον εύκολο δρόμο. Του άξιζε ο εύκολος δρόμος για μια φορά. Ακόμα κι όταν ήξερε ότι ο εύκολος δρόμος ήταν μαλακία. «Γιατί δεν συμμετέχεις στο πάρτι μας Πάρη;» μια μελαχρινή φώναξε απαλά, τραβώντας το μυαλό του Σράϊντερ πίσω στο πάρτι. Καθόταν στην άκρη της πισίνας και κουνούσε τα πόδια της μέσα στο κρυστάλλινο νερό. 221


Δάγκωσε το κάτω χείλος της καθώς στριφογύριζε ένα δάχτυλο πάνω στην μια γυμνή της ρώγα. «Ήθελα να απλώσω τα χέρια μου πάνω σου, από την πρώτη στιγμή που μου είπες γειά.» Μερικές άλλες κούνησαν ονειροπόλα το κεφάλι, σαν να θυμόντουσαν το ίδιο πράγμα. Σαν το "γειά" του Πάρη να ήταν η πιο διεγερτική συζήτηση που είχαν την τιμή να απολαύσουν ποτέ. «Σε παρακολουθούσα όλη αυτή την ώρα,» απάντησε ο Πάρις με ένα σιγανό γουργούρισμα, «και όπως μαντεύεις, καίγομαι να σε αποκτήσω. Αλλά πρέπει να ηρεμήσω λίγο, πριν εμπιστευτώ τον εαυτό μου και σε φιλήσω.» Το κορίτσι γέλασε. Τόσος επιδέξιος στις λέξεις που ήταν ο Πάρις, κολακεύοντας, χωρίς να πληγώνει κανένα συναίσθημα, και παρ' όλα αυτά έκανε πάντα ό,τι τον ικανοποιούσε. Μένοντας ακριβώς στη θέση που ήταν, χωρίς να αφήνει κανέναν να τον πλησιάσει. Αλλά οι επιθυμίες του ήταν χαζές, σκέφτηκε ο Σράϊντερ. Ήθελε όντως ο Πάρις να περάσει την νύχτα μόνο του, χωρίς επαφή; Και τι στο διάβολο; Ήταν απλά ο Σράϊντερ τροφή για σκύλους; Πού ήταν η δική του σειρά για εκτόνωση; Πού ήταν το δικό του «Έλα εδώ και παίξε μαζί μου»; Ή νόμιζαν ότι ήθελε μόνο την ξανθομάλλα γκόμενα. Λοιπόν, ήθελε την γυμνόστηθη. Κέρδισε. Ή Ήττα τεντώθηκε λίγο περισσότερο, ουσιαστικά μουγκρίζοντας με την πιθανότητα να προσπαθήσει και να κλέψει την προσοχή της κοπέλας μακριά από τον Πάρη. Γαμώτο. Δεν μπορώ να έχω μια μόνο νύχτα για μένα; Ο δαίμονας απάντησε με ένα μεγαλύτερο μουγκρητό, που σήμαινε "διάβολε όχι". Σου έδωσα ήδη μια νικητήρια νύχτα. ΚΕΡΔΙΣΕ. Εντάξει. Άλλη μια φορά. Αλλά δεν ήταν η μάχη, 222


που ο δαίμονάς του ήθελε. Με ένα συνοφρύωμα Ο Σράϊντερ απευθύνθηκε στο πιο κοντινό θηλυκό της ομάδας. «Εσύ.» Τα μάτια της άνοιξαν με ευχαρίστηση. «Εγώ;» Ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από τις άλλες, την υπολόγιζε λίγο μετά τα τριάντα, με μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια. Περίπου ευχήθηκε να ήταν ξανθιά, αλλά είχε μερικά τατουάζ χαραγμένα κατά μήκος της πλάτης της – πουλιά και όχι λέξεις και πρόσωπα, όχι ότι τον ένοιαζε – αλλά σκέφτηκε ότι του έκανε. Όχι ότι του άρεσε ένας συγκεκριμένος τύπος. Απλά ήξερε τι ήθελε, και δεν υπήρχε τίποτα λάθος σ'αυτό. «Ναι. Εσύ. Έλα εδώ γλυκιά μου,» της είπε, σηκώνοντας το δάχτυλο του και γνέφοντάς της. Γέλασε ξανά και πετάχτηκε όρθια. Αρκετές από τις άλλες κοπέλες της έριξαν βλέμματα με ζήλια, καθώς μείωσε την απόσταση και κάθισε στα πόδια του. Έγνεψε με ευχαρίστηση. Αυτό ήταν. Ορίστε το περισσότερο σου, μικρό σκατό. Η Ήττα ησύχασε, χαρούμενη με την νίκη, αλλά βαριεστημένη με την ευκολία που την απέκτησε. Ο Σράϊντερ αναστέναξε. Προηγουμένως το θηλυκό έκανε μια βουτιά στην πισίνα και το χρυσό μπικίνι της ήταν ακόμα υγρό. Βόλεψε τον πισινό της πάνω στο ημιερεθισμένο πέος του και έγειρε προς τα πίσω, τεντώνοντας το κορμί της προς το μέρος του. Το τεράστιο – πραγματικά τεράστιο – στήθος της ανασηκώθηκε, οι ρώγες της, σαν χάντρες, τρυπούσαν το ύφασμα του μαγιώ, και τρίφτηκε πάνω του, προσπαθώντας να τον οδηγήσει σε πλήρη διέγερση. Ξαφνικά ευχήθηκε να είχε κρατήσει το στόμα του κλειστό. Δεν ήθελε να τον τρίβουν – ή να του μιλάνε. Ανάθεμα τον ακαταμάχητο σεξουαλικό του μαγνητισμό. «Ήσυχα,» της είπε, αρπάζοντας τους γοφούς της, για να βεβαιωθεί ότι θα σταματούσε. «Χρειάζομαι κάποια λεπτά για να συνέλθω από την έξαψη, που σε έχω 223


εδώ.» Ευτυχώς σταμάτησε. Γύρισε ίσα λίγο, και τον κάρφωσε με τα γλαρά της μάτια. «Θέλεις να γυρίσω;» Μύριζε ροδάκινα και καπνό από τσιγάρο. «Βασικά, να είσαι καλό κορίτσι και να μου φέρεις άλλη μια μπύρα από την κουζίνα.» την σήκωσε στα πόδια της και έδωσε ένα μπατσάκι στον πισινό της. «Πρέπει να ανακτήσω τις δυνάμεις μου, αλλιώς δεν θα μπορέσω να ικανοποιήσω μια γυναίκα τόσο ταλαντούχα και όμορφη όσο εσύ.» Η κίνηση την εξέπληξε και άφησε μια κραυγή, και στην συνέχεια μισόκλεισε τα μάτια της και τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Μια μπύρα;» «Ναι, και κάποια στιγμή απόψε,» της υπέδειξε, χωρίς να θέλει να της αφήσει χρόνο να τον αμφισβητήσει περισσότερο. «Αυτό είναι το κορίτσι μου.» «Πιάσε μου και μένα μία, όχι δύο,» φώναξε και ο Πάρις. «Μην βγάλεις όμως το καπάκια, εντάξει;» Αγανακτισμένη και οργισμένη μπήκε μέσα. Η κουζίνα βρισκόταν ακριβώς δίπλα από την βεράντα, και η γυάλινη πόρτα του επέτρεπε να την παρατηρεί καθώς έσκυψε μέσα στο ψυγείο, γύρισε και βγήκε πάλι έξω. Μέχρι να γυρίσει ξανά κοντά του είχε ηρεμήσει. Όταν προσπάθησε να κάτσει πάλι πάνω στα πόδια του, άρπαξε τις μπύρες και της έδωσε ένα απαλό σπρώξιμο προς την πισίνα. «Το να σε παρακολουθώ να κολυμπάς, είναι το πιο σέξι πράγμα που είδα ποτέ. Δείξε μου αυτή την βουτιά του κύκνου, και στείλε με ξανά στον παράδεισο.» «Μα, νόμιζα ότι ήθελες... Εάν είσαι σίγουρος ότι δεν...» «Είμαι σίγουρος. Στην πραγματικότητα μου τρέχουν τα σάλια, όταν σκέφτομαι πόσο χαριτωμένη είσαι.» Ύψωσε τους ώμους της περήφανα και έτρεξε να κάνει ό,τι της ζήτησε. Ο Στράϊντερ πέταξε στον Πάρη την μπύρα του. «Μόλις μου ήρθε η καλλίτερη ιδέα που είχα ποτέ.» 224


Είπε ο Γουίλιαμ, μόλις έμειναν μόνοι. Όσο μόνοι μπορούσαν να είναι τρεις τύποι, σε μια αυλή γεμάτη στριπτιτζούδες. Γέλασε σατανικά. «Θα πάρω τον Μάντοξ.» Ο Πάρις είχε ρίξει ένα σακουλάκι αμβροσία στο μπουκάλι της καινούργιας μπύρας και είχε πιεί μια γουλιά. Το υγρό στάθηκε στο λαιμό του, πνίγοντάς τον. Αφού χτύπησε την γροθιά του αρκετές φορές στο στέρνο του και κατάφερε να ανακτήσει την ανάσα του. είπε, «Εννοείς να του κάνεις πρόταση; Στον γέρο, γκρινιάρη Μάντοξ; Να πάρει Γουίλι, γιατί δεν μας είπες ότι είσαι μαζοχιστής, που ταλαντεύεσαι προς αυτή την κατεύθυνση; Είσαι τόσο λεπτεπίλεπτος που θα σε κάνει κομμάτια την στιγμή που θα ανέβεις στο κρεβάτι του. Συν το γεγονός ότι είναι δεσμευμένος με την Άσλιν. Προσπάθησε να κάνεις μια κίνηση μαζί του και αυτό το γλυκό πλασματάκι θα αναδιατάξει το πρόσωπό σου.» Ανασηκώνοντας τα μάτια του ο Γουίλιαμ, τράβηξε το κινητό του Πάρη από την τσέπη του μαγιώ που του είχε δανείσει. «Εννοούσα να του τηλεφωνήσουμε ηλίθιε. Τι έπαθες απόψε; Μόνιμη εγκεφαλική βλάβη; Θα ανασάνουμε βαριά και θα τον ρωτήσουμε τι φοράει. Πάω στοίχημα ότι κανένας δεν το ερέθισε ποτέ από το τηλέφωνο.» «Έϊ!» ο Πάρις κατσούφιασε καθώς κοίταξε την μικρή, μαύρη συσκευή. «Αυτό το είχα κρυμμένο στο δωμάτιό μου.» «Το ξέρω. Εκεί το βρήκα, όταν έψαχνα τα πράγματά σου.» Για άλλη μια φορά ο Γουίλιαμ ήταν αμετανόητος με τις αμαρτίες του. «Και ποιος έχει τα αρχίδια να το κάνει, ε;» Η Ήττα σήκωσε το χέρι της σαν σχολιαρόπαιδο. Το μοναδικό παιδί στην τάξη, που ήξερε την απάντηση, στην φαινομενικά αδύνατη μαθηματική εξίσωση στον πίνακα. Αρκετά μαζί σου! Είχες την δόση σου για απόψε. «Γιατί τον Μάντοξ;» Ρώτησε ο Σράϊντερ. Εάν υπήρχε κάποιος που μπορούσε να τον κλωτσήσει μέσα 225


από το τηλέφωνο, αυτό ήταν ο Ξενιστής της Βίας. Ο πολεμιστής θα έβρισκε πιθανόν έναν τρόπο να τον πιάσει μέσα από την γραμμή και να τον στραγγαλίσει, την στιγμή που θα άρχιζε να του περιγράφει όλα τα άτακτα πράγματα, που υποτίθεται ότι σχεδίαζε να κάνει μαζί του. Ο Γουίλιαμ έδειξε τα τέλεια, άσπρα δόντια του. «Επειδή, θα ρίξει το μεγαλύτερο βρίσιμο, και θα με κάνει να γελάσω περισσότερο. Τώρα είσαι μέσα ή όχι;» «Δωσ' μου το γαμημένο το τηλέφωνο, γκρίνιαξε ο Σράϊντερ, ανοίγοντας την παλάμη του και κουνώντας τα δάχτυλά του. «Γαμημένο;» Ο Γουίλιαμ γέλασε με γνήσια ευχαρίστηση. «Έχεις καταλάβει πόσο ευγενικός γίνεσαι όταν είσαι πιεσμένος; Και ξέρεις τι λένε. Ο αληθινός χαρακτήρας ενός ανθρώπου αποκαλύπτεται στα δύσκολα. Άρα πρέπει να αποδεχτείς τα γεγονότα φίλε μου. Υποκρίνεσαι ότι είσαι ευγενής δημόσια,» του είπε ανατριχιάζοντας. «Ηττημένε!» «Στο διάβολο κι αν είμαι!» Ακόμα και ο Πάρις γέλασε. Ο Σράϊντερ άρπαξε το τηλέφωνο από το χέρι του Γουίλιαμ και άρχισε να πληκτρολογεί. Ναι, ο Μάντοξ – όπως κάθε πολεμιστής – ήταν στην ταχεία κλήση, αλλά ο Σράϊντερ δεν ήξερε με ποια σειρά ο Πάρις είχε βάλει τα ονόματα και δεν ήθελε να τον ρωτήσει. Εάν ο Σράίντερ δεν ήταν πρώτος, δεν ήθελε να προκαλέσει τον μπάσταρδο να διορθώσει το λάθος του. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, ο Σράϊντερ συνειδητοποίησε ότι είχε καλέσει λάθος αριθμό, γιατί ένα χαζό παιδί του απάντησε «Τι έγινε μάγκα;» Ο Σράϊντερ γρήγορα έκλεισε και προσπάθησε ξανά, προσεκτικά αυτή τη φορά, πατώντας τα νούμερα. Με τον πρώτο χτύπο, έβαλε την ανοιχτή ακρόαση. Ο Μάντοξ απάντησε μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, με φωνή του βραχνή και λαχανιασμένη. «Συμβαίνει κάτι Πάρη;» 226


Ο Γουίλιαμ και ο Πάρις κάθονταν στην άκρη της καρέκλας τους, κρυφοκοιτάζοντας πάνω από τον Σράϊντερ με απόλυτη ευδαιμονία. Δεν είχε ξαναδεί κανέναν από τους δυο πολεμιστές τόσο χαρούμενους ή χαλαρωμένος εδώ και πάρα πολύ καιρό, και συνειδητοποίησε ότι χρειάζονταν αυτές τις διακοπές τόσο πολύ, όσο κι αυτός. Ο Σράϊντερ ξεφύσηξε στο ακουστικό και στην συνέχεια βόγκηξε σαν να βυθιζόταν βαθιά μέσα στο κορμί μιας γυναίκας. Προσπάθησε να μην γελάσει. «Πάρη;» ρώτησε ο Μάντοξ, μπερδεμένος. «Εσύ είσαι; Είσαι καλά;» Και οι δύο οι πολεμιστές προσπάθησαν να σταματήσουν τα γέλια τους, χώνοντας τις παλάμες τους στο στόμα τους, χωρίς να μπορούν να συγκρατήσουν τα ξεφυσήματα. «Είσαι γυμνός, τρελό αγόρι;» ρώτησε ο Σράϊντερ, μιμούμενος όσο καλλίτερα μπορούσε την προκλητική φωνή μιας γυναίκας. «Γιατί εγώ είμαι.» Περισσότερα ξεφυσήματα ακολούθησαν τα λόγια του. «Σράϊντερ; Και μην προσπαθήσεις να το αρνηθείς. Αναγνώρισα την φωνή σου. Τι στο διάβολο κάνεις με το τηλέφωνο του Πάρη; Νόμιζα ότι ήσουν στην Ρώμη. Για να μην ρωτήσω, τι στο διάβολο σε νοιάζει εάν είμαι γυμνός ή όχι; Έχεις ακριβώς δύο δευτερόλεπτα να μου εξηγήσεις ή θα σε πιάσω μέσα από το ακουστικό και θα σου ξεριζώσω την γλώσσα και...» Υπήρξε μια παύση, στιγμιαία, ένα μουρμουρητό «Δωσ' το μου αυτό,» από ένα αγανακτισμένο θηλυκό. Και στην συνέχεια η συνήθως ήσυχη και επιφυλακτική Άσλιν ρώτησε απαιτητικά, «Μήπως μέθυσες και τηλεφώνησες στον άντρα μου;» «Μάλιστα κυρία,» Ο Σράϊντερ είπε, και οι άλλοι δύο, επιτέλους λύθηκαν στα γέλια, πέφτοντας πίσω στις καρέκλες τους, με τα κορμιά τους να τρέμουν από την ένταση της ευθυμίας τους. «Ένας άντρας πρέπει να δια227


σκεδάζει λίγο. Ακόμα και εάν η διασκέδαση αυτή οδηγεί στην κηδεία του. Οπότε είναι; Εννοώ γυμνός;» «Προς ενημέρωσή σου, όχι, δεν είναι. Γυμνάζεται. Με κάποιο τρόπο υποκίνησα την οργή του και έτσι γκρεμίζει έναν τοίχο.» Τα γέλια συνεχίστηκαν για αρκετά λεπτά, μέχρι που και η ίδια η Άσλιν άρχισε να γελά. «Πραγματικά εσείς τα αγόρια είστε αδιόρθωτα. Δεν είναι καθόλου αστείο! Προφανώς θα καταστρέψει και τον άλλον τοίχο όταν κλείσετε το τηλέφωνο.» «Ωραία. Πρέπει επιτέλους να σηκωθεί από το κρεβάτι και να κάνει κάτι άλλο από το να...» Ο Σράϊντερ σταμάτησε πριν πει κάτι ακόμα που θα εξόργιζε περισσότερο τον Μάντοξ. «Εκτός από το να ευχαριστεί εμένα;» τέλειωσε όμως η Άσλιν την πρότασή του. Θα αλλάξεις γνώμη όταν τον ξαναδείς. Είναι ένα ερείπιο στην σκέψη των μωρών. Τσακώνεται με οποιονδήποτε συναντήσει και τον έχουν συλλάβει κιόλας. Δύο φορές. Θα προσπαθήσουμε να γυρίσουμε στο φρούριο μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες, περίπου. Σας χρειάζεται παιδιά. Επειδή, σας παρακαλώ μην γελάσετε όταν το πω αυτό, αλλά εάν εξακολουθήσουμε να είμαστε μόνοι μας για λίγο ακόμα, θα τον δολοφονήσω στον ύπνο του.» Ο Σράϊντερ κάγχασε. «Στοιχηματίζω ότι εύχεσαι να μην τον είχες σώσει από την κατάρα του θανάτου.» Μια φορά κι έναν καιρό ο Ρέγιες ήταν αναγκασμένος να δολοφονεί τον Μάντοξ κάθε βράδυ και ο Λουσιέν επίσης να συνοδεύει την ψυχή του στην κόλαση. Η Άσλιν κατάφερε να ανατρέψει την κατάρα, σώζοντάς τους όλους. «Λίγη γαλήνη και ησυχία, δεν ζητάω πολλά, έτσι δεν είναι;» Είπε δυνατά. Και μετά σε απαλότερο τόνο, πρόσθεσε, «Άρα όλοι είναι καλά;» «Μην είσαι καλή μαζί τους.» Ο Μάντοξ γάβγισε στο βάθος. «Χρειάζεσαι ξεκούραση κι αυτοί ενοχλούν.» «Ω, σταμάτα πια,» του απάντησε. «Εάν περνούσε το δικό σου θα ξεκουραζόμουν κάθε λεπτό της ημέρας. Λες 228


και μπορώ πραγματικά να ξεκουραστώ όταν είμαστε έξω, στο κέντρο της πόλης, ενώ εσύ καταστρέφεις άλλο ένα κτήριο. Άλλωστε, μου λείπουν και θέλω να μιλήσω μαζί τους.» Αυτό έκανε τον Μάντοξ να το βουλώσει. Δεν μπορούσε να αρνηθεί τίποτα στην πολύτιμη του Άσλιν. «Είμαστε καλά. Εγώ, ο Γουίλιαμ και ο Πάρης είμαστε σε διακοπές. Μαζί.» πρόσθεσε ο Σράϊνερ. Χαλάρωσε πάνω στο ανάκλιντρο, με το ελεύθερό του χέρι πίσω από το κεφάλι του, αναρωτώμενος εάν ποτέ είχε μια τόσο καλόβολη σχέση με μια γυναίκα. «Εσείς είστε καλά; Κανένα πρόβλημα τελευταία;» «Εκτός από τον θυμό του Μάντοξ; Ούτε ίχνος προβλήματος.» Δεν τους ρώτησε που ακριβώς ήταν και τι ακριβώς έκαναν. Εκτός από το να καταστρέφουν δημόσια περιουσία. Δεν ήθελε να ξέρει. Η άγνοια ήταν ευτυχία. Και εκτός αυτού, εάν ποτέ οι Κυνηγοί κατάφερναν να ανασύρουν τα κεφάλια τους από τους κώλους τους και να τον αιχμαλωτίσουν, δεν θα είχε κανένα μυστικό να ξεράσει. Μυστικά. Αμούν. Δήμιος. Έσφιξε το σαγόνι του. Δεν πρόκειται να τους σκεφτείς, θυμάσαι; «Πώς είναι ο Σράϊντι και η Σρταϊντέτ;» Ήταν αρκετά φίλοι, ώστε να παίρνει το θάρρος να διαλέξει μόνος του ονόματα για τα δίδυμα. «Τα ονόματά τους είναι Λίαμ και Λιάμα,» φώναξε ο Γουίλιαμ, αλλά μια σκιά σκέπασε τα χαρακτηριστικά του και το χαμόγελο του ξεθώριασε. «Ο Μάντ και η Μάντερ κλωτσάνε σαν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές,» απάντησε και η φωνή της μαλάκωσε, γεμάτη αγάπη και στοργή. «Σας ορκίζομαι ότι θα έχουμε τα χέρια μας μονίμως απασχολημένα, όταν καταφτάσουν.» «Αλήθεια, καταστρέψατε μια τέλεια φάρσα, με την κουβέντα σας για μωρά, Άς,» ο Γουίλιαμ την επέπληξε. «Πράγματι,» είπε ο Πάρις με ένα νεύμα. 229


Γέλασε με φανερή ευχαρίστηση. «Όχι ότι δεν το αξίζετε αγόρια.» «Κλείσε το τηλέφωνο γυναίκα,» είπε ξαφνικά ο Μάντοξ βλοσυρά. «Κάποιος έρχεται.» «Ωωω, πρέπει να κλείσω τώρα,» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο πριν κάποιος τους προλάβει να απαντήσει. Ο Σράϊντερ πέταξε το τηλέφωνο στον Πάρη, που δεν το πρόλαβε. «Νομίζεις ότι βρίσκονται σε μπελάδες;» «Μπα,» είπε ο Πάρις, και άρπαξε το τηλέφωνο πριν προλάβει ο Γουίλιαμ. «Ο "κάποιος έρχεται" είναι πιθανότατα ο ίδιος ο Μάντοξ.» «Ναι, μάλλον την τραβολογάει πίσω στο μέρος που μένουν για να κάνει ο ίδιος την δική του φάρσα,» είπε ο Γουίλιαμ προσθέτοντας «στο κορμί της.» Πριν η Ήττα προχωρήσει στην δική της εικασία ο Σράϊντερ άλλαξε θέμα. «Και τώρα τι θα κάνουμε;» Από συνήθεια, επιθεώρησε το περιβάλλον γύρο του. Τα κορίτσια τους παρακολουθούσαν, συνειδητοποίησε, μπερδεμένα με την διασκέδασή τους, αλλά εμφανώς γοητευμένα. Είχαν μια ονειροπόλα έκφραση, σαν να σχεδίαζαν ήδη έναν τριπλό γάμο. «Υποθέτω ότι θα μπορούσαμε να αρπάξουμε κανά δυο θηλυκά και να πάμε στο κρεβάτι.» Ο Πάρις δεν ακούστηκε και πολύ ενθουσιώδης με την προοπτική. Τουλάχιστον δεν θα αρνούνταν στον εαυτό του την ημερήσια δόση του. «Ναι,» απάντησε ο Γουίλιαμ και στην πραγματικότητα ακούστηκε μελαγχολικός. Ο Σράϊντερ γνώριζε το πρόβλημα του Πάρη. Η γυναίκα που είχε επιθυμήσει περισσότερο από κάθε άλλη, η μοναδική γυναίκα που μπορούσε να κάνει έρωτα μαζί της περισσότερο από μία φορά, είχε πεθάνει στην αγκαλιά του, πυροβολημένη από τους δικούς της ανθρώπους. Κυνηγούς, όπως η Δήμιος. Αυτή τη φορά ο Σράϊνερ δεν προσπάθησε να αναχαιτίσει τις σκέψεις του. Ακόμα. Ήταν άραγε ανάμεσα 230


στους σκοπευτές; Πιθανόν. Δεν υπήρξε σκύλα πιο ψυχρή. Πραγματικά. Δεν είχε συναντήσει ποτέ του καμμιά που το κορμί της να είναι τόσο κρύο, όσο αυτής της κοπέλας – εκτός από αυτούς που είχε στείλει στο νεκροτομείο, φυσικά. Όπως κάποτε έστειλε την Δήμιο. Ήταν κρύα επειδή εξακολουθούσε να είναι ακόμα νεκρή; Μήπως ήταν κάτι σαν ζωντανή νεκρή; Η πιθανότητα άξιζε να διερευνηθεί. Αργότερα. Τώρα, ήθελε να ασχοληθεί με την ασυνήθιστη νηφαλιότητα του Γουίλιαμ. Ένα ασφαλέστερο θέμα. Μήπως υπήρχε κάποια που ο πολεμιστής ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να αποκτήσει; Είχε χάσει κάποια; Γι'αυτό ήταν μυγιάγγιχτος, όταν συνήθως ήταν πιο έκφυλος από τον Σράϊντερ; Σοβαρά, δεν είχε αγγίξει ούτε μία στριπτιζέρ. Ούτε καν άπλωσε χέρι να πιάσει τον πισινό τους. «Είμαι ο μόνος που βλέπει την νεκρή κοπέλα στα πόδια του Πάρη, ή όχι;» Ρώτησε ο Γουίλιαμ σκωπτικά. Ο Σράϊνερ και ο Πάρις πετάχτηκαν και οι δύο μαζί. Νεκρό κορίτσι; Ο Σράϊντερ ήταν ο πρώτος που βρήκε την λαλιά του. «Τι εννοείς;» Κοίταξε, αλλά δεν είδε ούτε ίχνος από νεκρό... οτιδήποτε. «Αστείο είναι αυτό;» απαίτησε ο Πάρις, και δεν υπήρχε αμφιβολία για την απειλή στην φωνή του. «Κανένα αστείο. Τ' ορκίζομαι.» ο Γουίλιαμ σήκωσε ψηλά τις παλάμες του, δηλώνοντας αθώος. «Εμφανίστηκε πριν μερικά λεπτά και άφησε τον εαυτό της να πέσει στο πάτωμα, δίπλα από την καρέκλα σου. Φίλε, έχει τα χέρια της περασμένα γύρω από τους αστραγάλους σου.» το βλέμμα του παρέμεινε στο ίδιο σημείο, σαν να την μελετούσε. «Έχει σκούρα μαλλιά και μουτζουρωμένο δέρμα. Ή ίσως είναι φακίδες. Φοράει μια σκισμένη, λευκή ρόμπα και μαύρα φτερά ξεπετάγονται από την πλάτη της. Ω, έχει και ωραία χέρια. Κοίτα τα. Πάω στοίχημα ότι κάνει όλων των ειδών τα άτακτα πράγματα με αυτά.» 231


Ο Πάρις βρισκόταν όρθιος ένα δευτερόλεπτο αργότερα και με άγριο βλέμμα ανίχνευε το συγκεκριμένο σημείο γύρω από την καρέκλα του. «Πού είναι; Πού, γαμώτο;» Ένας συνοφρυωμένος Γουίλιαμ έδειχνε το ακριβές σημείο, που στεκόταν ο Πάρις. «Είσαι από πάνω της. Έϊ, κορίτσι, κορίτσι. Δεν νομίζω ότι μπορεί να σε δει. Ή να σε νοιώσει. Δεν νομίζω ότι με τον να αρπάζεσαι από πάνω του θα σε βοηθήσει.» Ο Πάρις πήδησε προς τα πίσω και με ένα βεβιασμένο βογγητό, έπεσε στα γόνατα, χτυπώντας το προαναφερόμενο σημείο, σαν να προσπαθούσε να σβήσει μια φωτιά. «Δεν την νοιώθω. Είσαι σίγουρος ότι είναι εδώ;» Απελπισμένος, μιλώντας με βιασύνη. «Ω, ναι.» Το φρύδι του Γουίλαμ ανασηκώθηκε για μερικά δευτερόλεπτα, πριν ηρεμήσει και συνειδητοποιήσει την κατάσταση. «Υποθέτω πως δεν σας το είπα ποτέ παιδιά, αλλά βλέπω νεκρούς ανθρώπους. Και ώ, κοίτα. Να και ο Κρόνος.» Ο Κρόνος, ο βασιλιάς των θεών. Ο Σράϊντερ γούρλωσε τα μάτια του, αλλά δεν είδε κανένα λαμπερό φως, που να αναγγέλλει την θεϊκή, ξαφνική παρουσία. Όλα παρέμειναν ως είχαν. Όχι, όχι πραγματικά. Το σώμα του Πάρη είχε σφιχτεί. Οργή έλουζε το πρόσωπό του, και τα δόντια του ήταν απογυμνωμένα με ένα τρομακτικό, βλοσυρό ύφος. Ο Κρόνος τους είχε δώσει μενταγιόν, που μπορούσαν να τους κρύψουν από τους θεούς, αλλά αργότερα τα πήρε πίσω, ισχυριζόμενος ότι οι Άρχοντες είχαν κάνει κατάχρηση. Που σήμαινε ότι ο Κρόνος ήθελε να ξέρει που βρίσκονται, κάθε στιγμή. Και ορίστε η απόδειξη. «Έϊ φίλε. Τι κάνεις;» ο Γουίλιαμ του έκανε νόημα. «Παίρνεις το κορίτσι;» Παύση. «Ουάου, είσαι πολύ γενναίος. Δεν μοιάζει σαν να θέλει να φύγει μαζί σου.» Κι άλλη παύση. Δεν έδειχνε να τον ενδιαφέρει που έκανε συζήτηση με τον εαυτό του. «Εντάξει τότε, αλλά με το 232


μαλακό. Νομίζω ότι ο Πάρις την γουστάρει. Λοιπόν, γειά.» Κούνησε το χέρι του ξανά. Ο Πάρις αφουγκράστηκε, με την ταραχή του να αυξάνεται συνέχεια. Με το «γεια» όρμησε εναντίον του Γουίλιαμ, με τον βρυχηθμό του να ξεσκίζει την γαλήνη της νύχτας.

233


Κεφάλαιο 15 Η ΧΑΪΝΤΙ ΑΓΩΝΊΣΤΗΚΕ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟ μαύρο σύννεφο που βάραινε το μυαλό της. Άκουγε γρυλίσματα, βογκητά και σφυρίγματα στο βάθος. Τα βαριά ματόκλαδα της βλεφάρισαν και άνοιξαν, και μέσα από μια ομιχλώδη παραζάλη είδε ένα ψηλό, μυώδη πολεμιστή να στέκεται από πάνω της, το κάθε πόδι του σταθερό σε κάθε πλευρά στους γοφούς της. Ο Αμούν. Ο γλυκός της Αμούν. Χειρίζονταν τα οδοντωτά του στιλέτα με απίστευτη ταχύτητα και ακρίβεια. Οι καρποί του λύγιζαν, καθώς τα χέρια του έσφιγγαν τις λαβές και με ταχύτητα τα πέταγε και κάρφωναν τον στόχο. Ή αρκετούς στόχους ταυτόχρονα. Λεπτά σώματα, καλυμμένα με λέπια, σαν φίδια – σκέφτηκε νυσταγμένα – έπεφταν παντού γύρω της, πορφυρά ποτάμια έρεαν από κάτω της. Πεθαμένα, τα κόκκινα μάτια τους ήταν καρφωμένα πάνω της, οι κυνόδοντές τους για πάντα ξεγυμνωμένοι αλλά άχρηστοι. Τα σώματα συνέχισαν να πέφτουν σαν βροχή καθώς ο Αμούν εξακολουθούσε να σχίζει τον αέρα, δημιουργώντας μια μάλλον φανταστική απεικόνιση ανδρικής επιθετικότητας και ικανότητας, που είχε δει ποτέ της. Αλλά δεν είχε σημασία πόσα ερπετά σκότωνε, περισσότερα πεταγόντουσαν από το κουβάρι των κλαδιών, απελπισμένα να τον δαγκώσουν. Πολλά το είχαν ήδη καταφέρει. Τα χέρια του ήταν καλυμμένα με μικροσκοπικές τρύπες, το αίμα του έσταζε και ανακατευόταν με το δικό τους. Κανένα από τα φίδια δεν την είχε φτάσει, όμως. Κάθε φορά που κάποιο από αυτά πήγαινε προς την κατεύθυνση της, είτε από μπροστά είτε από πίσω, το έβλεπε και του επιτίθετο. Την προστάτευε, ακόμα και αν 234


άφηνε τα πλευρά του ακάλυπτα για να το κάνει, επιτρέποντας αρκετά άλλα ζευγάρια δοντιών να βυθιστούν βαθιά στο δέρμα του. Θα έπρεπε να τον βοηθήσει, να κάνει κάτι, οτιδήποτε, αλλά τα άκρα της αρνιόντουσαν να υπακούσουν στην εντολή της να κινηθούν. Πήρε μια βαθιά ανάσα – ο αέρας, τόσο γλυκός, τόσο διαπεραστικός – προσπάθησε να βρει την ισορροπία της, παλεύοντας να αξιοποιήσει τα όποια αποθέματα δύναμης διέθετε. Μόνο λήθαργος την υποδέχτηκε. Ο Αμούν ήταν λαχανιασμένος, ίδρωνε, μάλλον κουρασμένος και σίγουρα την χρειαζόταν – τα μάτια της έκλειναν ξανά... ανοίξτε, γαμώτο... έκλεισαν... σκέψεις διαλύθηκαν... σκοτάδι. ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ Η ΧΑΪΝΤΙ κατάφερε να ανοίξει τα βλέφαρα της, είδε μεγάλους, βραχώδεις τοίχους βαμμένους άλικους από το αίμα, που απεικόνιζαν αποτρόπαιες εικόνες που θόλωναν στις άκρες καθώς αυτή... επέπλεε; Ακόμα και από τις γρήγορες ματιές που μπόρεσε να ρίξει, κατάφερε να εντοπίσει τρία μαχαιρώματα, δυο βιασμούς και αμέτρητες φωτιές. Χειρότερο από τις εικόνες, όμως, είδε ένα πραγματικό ανθρώπινο σώμα να κρέμεται από το θολωτό ταβάνι, κοράκια έτρωγαν την σαπισμένη σάρκα του. Τι. Στη. Κόλαση; Κόλαση. Η λέξη αντήχησε στο μυαλό της, ξυπνώντας την μνήμη της. Είχε μπει στην κόλαση μαζί με τον Αμούν. Τον άντρα των ονείρων της. Τον εχθρό της. Την εμμονή της. Το κεφάλι της το αισθανόταν πολύ βαρύ για να το γυρίσει έστω και στο ελάχιστο, έτσι μετακίνησε το βλέμμα της – και βρέθηκε να κοιτάζει το όμορφο σκούρο δέρμα του. Την κρατούσε στην αγκαλιά του, το στήθος του γεμάτο με μικροσκοπικές, τρύπες που έσταζαν. Κοιτούσε ευθεία μπροστά, το πεισματάρικο πιγούνι του προτεταμένο, τα χείλη του σφιγμένα σε μια λεπτή γραμμή με αψηφισιά. 235


Θα πρέπει να πονούσε, σκέφτηκε, κι όμως την μετέφερε με προσεχτικά, αβίαστα βήματα, βάζοντας τα δυνατά του για να μην την κουνάει πολύ. Τόση τρυφερότητα... τόσο γλυκός άντρας. Θα τον καταλάβαινε ποτέ; Προσπάθησε να ανοίξει το στόμα για να τον ευχαριστήσει, να απολογηθεί που δεν τον βοήθησε στο Βασίλειο των Φιδιών, που τον εμπόδισε για την ακρίβεια, αλλά οι λέξεις δεν βγήκαν. Τα χείλη της αρνήθηκαν ακόμη και να χωρίσουν, ο λήθαργος κυλούσε ακόμη μέσα της σε ένα ανησυχητικό ρυθμό. Γαμώτο. Του χρωστούσε κάτι. Θα πρέπει να διαισθάνθηκε την εσωτερική της πάλη, παρ'όλο που ποτέ δεν κοίταξε κάτω και ποτέ δεν έκοψε το βήμα του. Ήσυχα τώρα, είπε, και η βραχνή φωνή του ψιθύρισε μέσα στο μυαλό της. Μην προσπαθείς να μιλήσεις. Κοιμήσου, ξεκουράσου. Αυτό. Μπορούσε να του δώσει αυτό. Υπακοή, για αυτή τη μια φορά. Ή ξανά. Μαζί του, τα όρια πάντα ήταν θολά. Έκλεισε τα μάτια της και άφησε το σκοτάδι να την κυριεύσει και πάλι. Η ΧΑΙΝΤΙ ΤΕΝΤΩΣΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ πάνω από το κεφάλι της, η πλάτη της κύρτωσε και τα πόδια της απλώθηκαν προς τα έξω. Στο πίσω μέρος του μυαλού της, ήξερε πως είχε μεγαλώσει συνηθισμένη στο σκληρό, στρωμένο με κλαδιά έδαφος, σε στριμωγμένα κελιά και γενική δυσφορία. Αλλά, ω, όχι αυτή τη φορά. Το στρώμα από κάτω της ήταν μαλακό και μύριζε υπέροχα με καπνό τύρφης και λουλούδια. Και γλυκέ Θεέ εκεί ψηλά, άκουσε το τρίξιμο μιας φωτιάς και ένιωθε μια υπέροχη θερμότητα να χαϊδεύει το δέρμα της κατά κύματα. Μόνο δυο πράγματα αμαύρωσαν την πολυτέλεια της στιγμής. Ένας επίμονος πονοκέφαλος που χτυπούσε στους κροτάφους της και μια αίσθηση κενού που ροκάνιζε το στομάχι της. Και τα δυο απαιτούσαν την προσοχή της. Τώρα. Βλεφαρίζοντας, άνοιξε τα μάτια 236


της, και έκανε τον απολογισμό της κατάστασης της. Ήταν πεσμένη στο πλευρό της, ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι από μαλακά, πολύχρωμα πέταλα. Μέσα σε μια σκοτεινή, άγονη σπηλιά. Είχε μαζέψει ο Αμούν τα λουλούδια από το δάσος και τα έφερε εδώ για να της εξασφαλίσει άνεση; Αμούν. Τινάχτηκε όρθια, το καρδιοχτύπι της επιταχύνθηκε με ευγνωμοσύνη, απόλαυση και επίγνωση. Τόσο πολύ επίγνωση. Καθόταν μόνο μερικά εκατοστά μακριά, σε απόσταση βολής. Ίσως να είχε αρχίσει να την εμπιστεύεται. Μια φωτιά λαμποκοπούσε μπροστά του, δημιουργώντας μια συμφωνία από μουσική και ζέστη. Η γυμνή του πλάτη ήταν γυρισμένη προς το μέρος της. Όπως είχε προσέξει και πριν, δεν έφερε κανένα τατουάζ, ούτε ουλές. Έβλεπε μόνο τις κορυφογραμμές από την σπονδυλική του στήλη και ένα ευρύ φάσμα από μυς και ξεραμένες πληγές. Από τα φίδια, συνειδητοποίησε. Τα φίδια, που την είχε σώσει. «Που βρισκόμαστε;» ρώτησε, ξαφνιασμένη από την ωμότητα της φωνής της. Δεν κουνήθηκε, ούτε καν συσπάστηκε θέτοντας τον εαυτό του σε συναγερμό στην ξαφνική διακοπή. Είμαστε μεταξύ Βασιλείων, νομίζω. Είμαστε ασφαλείς, όμως. Ανίχνευσα μπροστά και δεν υπάρχει τίποτα και κανένας για χιλιόμετρα. «Σε ευχαριστώ.» του είπε μαλακά. «Για όλα.» Εκείνος ένευσε καταφατικά. Θα πρέπει να μου μιλήσεις, Χάϊντι. Σιγά-σιγά έστριψε έτσι που ο γοφός του πιέστηκε στον δικό της, και βρέθηκαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο. Δεν ήμουν σίγουρος πως η αμβροσία στον αέρα θα σε επηρέαζε. Δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να προσπαθήσω να την καθαρίσω από το σώμα σου ή να σε αφήσω όπως ήσουν. Ήξερε πως έπρεπε να απαντήσει αλλά δεν μπορούσε. Όχι όμως ακόμα. Ήθελε να απολαύσει αυτή την στιγμή μαζί του, καμία εχθρότητα μεταξύ τους. Ήταν τόσο όμορφος, τα σκοτεινά, απύθμενα μάτια 237


του την κοιτούσαν ψάχνοντας βαθιά μέχρι την ψυχή της. Τα χείλη του, αν και τεντωμένα από την ένταση, μπορούσαν να παρασύρουν μια γυναίκα στον χαμό της. Για όσο καιρό μπορούσε να έχει αυτά τα χείλη στο σώμα της, αυτή την γλώσσα να γλείφει, να πιπιλίζει και να δοκιμάζει, η καταστροφή μετά βίας θα είχε σημασία. Δεν ενσωμάτωνε μόνο φυσική τελειότητα, ήταν επίσης θαρραλέος, προστατευτικός και νοιαζόταν για τους άλλους. Πως μπορούσε κανείς να τον θεωρεί σατανικό; Ειδικότερα από όλους εκείνη; Ειλικρινά. Πως θα μπορούσε ποτέ να τον βλάψει; Ακόμα και αν αποφάσιζε πως δεν την χρειαζόταν άλλο και επέλεγε να την τιμωρήσει για τις αμαρτίες του παρελθόντος; Δεν θα ήταν σε θέση να τον κατηγορήσει. Ήθελε και εκείνος να επιζήσει, ακριβώς όπως και η ίδια ήθελε πάντα. Και αν ο Μπέϊντεν ήταν ακριβώς σαν και αυτόν; Αναρωτήθηκε ξαφνικά, νοιώθοντας ξαφνικά ναυτία να καίει το στομάχι της. Και αν είχε βοηθήσει να σκοτώσουν έναν αθώο άνθρωπο; Όχι ότι ο Μπέϊντεν ήταν αθώος τότε, αλλά αν είχε εξελιχθεί σε έναν αφοσιωμένο πολεμιστή σαν αυτόν εδώ μπροστά της; Και αν ήταν όλοι αθώοι; Η ναυτία στο στομάχι της δυνάμωσε. Ο Στράϊντερ είχε περάσει αυτές τις φαινομενικά ατελείωτες μέρες μαζί της, όμως δεν την βίασε, δεν την βασάνισε, δεν την πλήγωσε όπως θα μπορούσε να είχε κάνει. Την απείλησε, ναι, αλλά όμως, τον απείλησε και αυτή επίσης. Τον είχε ακόμη και χτυπήσει, τον μαχαίρωσε. Της το ανταπέδωσε, μια φορά, αλλά όχι όσο σκληρά θα μπορούσε. Οι Άρχοντες του Κάτω Κόσμου είναι η επιτομή της κακού, ο Ντιν Στεφάνο – η σύγχρονη εκδοχή του Κακού Άνδρα, του πρώτου Κυνηγού που είχε συναντήσει – έλεγε πάντα. Σαν δεξί χέρι του Γκέϊλεν, που σπάνια έκανε εμφανίσεις, ήταν ο επικεφαλής των στρατευμάτων. "Πρέπει να εξαλειφθούν πριν το δηλητήριο τους απλωθεί. Σε εσάς, στους αγαπημένους σας. Πόσοι από 238


εσάς έχετε μητέρες που πέθαναν από καρκίνο; Πόσοι από εσάς έχουν έφηβες κόρες που βιάστηκαν; Πόσοι από εσάς έχουν συζύγους που σας απάτησαν;" Όταν κάποιος δείλιαζε στο να σκοτώσει ένα άλλο ζωντανό ον, ο Στεφάνο πρόσθετε άκαμπτα, "Το να σκοτώσεις ένα δαίμονα δεν είναι φόνος. Οι δαίμονες είναι ζώα και αυτά τα ζώα θα σκότωναν ολόκληρη την οικογένεια σου χωρίς την παραμικρή υποψία τύψεων. Όπως ένα πεινασμένο λιοντάρι ή μια αρκούδα. Επιτίθενται και λεηλατούν απερίσκεπτα. Ποτέ μην ξεχνάτε αυτό το γεγονός." Χαμένα λόγια, σκεφτόταν κάθε φορά που άκουγε αυτή την ομιλία. Η Χάϊντι δεν χρειαζόταν να πειστεί. Ένας δαίμονας είχε σκοτώσει όλη την οικογένεια της. Όχι μόνο μια φορά, αλλά δυο. Εκείνη πάντα τους κατηγορούσε στο σύνολο τους, γιατί γι'αυτήν ένας δαίμονας ήταν ένας δαίμονας και το κακό ήταν κακό. Τώρα, με τον περήφανο, συμπονετικό Αμούν τόσο κοντά της, έβλεπε επιτέλους το λάθος στην λογική της. Το κακό σε κατέστρεφε. Αυτοί οι άντρες δεν την είχαν καταστρέψει όταν είχαν την ευκαιρία, όμως η καταστροφή τους ήταν πάντα ο απώτερος στόχος της. Πόσες φορές είχε προσπαθήσει να εξολοθρεύσει τους Άρχοντες; Νοιάστηκε ποτέ για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε; Όχι. Ένας λυγμός μετάνοιας πιάστηκε ξαφνικά στο λαιμό της. Και αν αυτή ήταν ο κακός της ιστορίας; Ένα σταθερό χέρι γλίστρησε κάτω από τα γόνατα της και ένα άλλο τυλίχτηκε γύρω από την μέση της. Μια στιγμή αργότερα την ανασήκωσε και χαμήλωσε στην αγκαλιά του. Και στην συνέχεια βρέθηκε να γέρνει πάνω στο τεράστιο στήθος του Αμούν, με το μάγουλο της να πιέζεται στην κοιλότητα του λαιμού του. Της χάιδευε τα μαλλιά απαλά σαν να ήταν η αγαπημένη του παρά κάποια άξια περιφρόνησης, λες και η συναισθηματική της κατάσταση είχε σημασία. 239


Τι είσαι Χάϊντι; Την ρώτησε ξανά, η φωνή του απαλή όσο και το άγγιγμα του. Δεν είχε συζητήσει ποτέ... την μόλυνση της με κάποιο άλλο ζωντανό ον. Ποτέ. Ούτε και με τον Μίσα. Αλλά αυτός ήταν ο Αμούν. Ο δικός της Αμούν. Καθώς δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της, χαλάρωσε πάνω του, ισιώνοντας την παλάμη της πάνω στην καρδιά του, που χτυπούσε τόσο γρήγορα στο στήθος του. Την είχε σώσει, του άξιζε να μάθει την αλήθεια. «Δεν είμαι ακριβώς σίγουρη,» του ψιθύρισε. «Άνθρωπος, από όσο ξέρω τουλάχιστον, αλλά και κάτι άλλο, επίσης. Μπορώ να σκοτωθώ ακριβώς όπως οποιοσδήποτε άλλος, αιμορραγώντας, από ασθένεια, από πείνα. Αλλά κάθε φορά που θα σκοτωθώ, γυρίζω πίσω, ακριβώς όπως είμαι τώρα.» Έχεις πεθάνει ξανά; Δηλαδή, ξέρω πως έχεις πεθάνει μια φορά, αλλά έχεις πεθάνει πραγματικά αρκετές φορές; Το τρυφερό του χάιδεμα δεν σταμάτησε ποτέ. «Ναι. Παραπάνω από αρκετές, δηλαδή. Έχω χάσει το μέτρημα εδώ και πολύ καιρό. Ακόμα και έτσι, δεν έχει σημασία πόσο θα καταφέρω να ζήσω σε μια μετενσάρκωση, ποτέ δεν γερνάω παραπάνω από αυτή την ηλικία. Υποθέτω πως η ηλικία μου απλά, με κάποιον τρόπο πάγωσε μετά τον πρώτο μου θάνατο.» Οπότε τι γίνεται όταν πεθάνεις; Ανατρίχιασε. «Είναι φριχτό. Θα νόμιζε κανείς πως ο πόνος του θανάτου θα ήταν το χειρότερο, αλλά όχι. Ο πόνος της αναγέννησης, ή ό,τι είναι τέλος πάντων, είναι καταστροφικός. Νοιώθω την ζωή μου να χάνεται, επιπλέω στο σκοτάδι , που φαίνεται σαν μια αιωνιότητα, αλλά μετά, όταν έρχεται το φώς...» Ανατρίχιασε και πάλι. «Το φώς με καταπίνει, μου καίει την ψυχή, αλλά όχι με φωτιά, με πάγο και το σώμα μου αρχίζει να ανανεώνεται. Είμαι σαν μια μητέρα που γεννάει... τον εαυτό της. Τα κόκκαλα μου είναι σαν να είναι βουτηγμένα σε οξύ, κάθε μυς συσπάται και το δέρμα μου το αισθάνομαι σαν να το ξαναχύνουν πάνω μου.» 240


Τα ζεστά του δάχτυλα κουλουριάστηκαν γύρω από το σβέρκο της και το χάδι μεταμορφώθηκε σε μασάζ. Ξανά, το άγγιγμα του ήταν απαλό και όμως, το ένοιωθε τόσο γνώριμο, που η ευαίσθητη σάρκα της ηλεκτριζόταν, οι θηλές της έγιναν σαν χάντρες και ένας πόνος άνθισε ανάμεσα στα πόδια της. Πόσο ήθελε αυτό τον άντρα. Πάντα υπέθετε πως το να συζητήσει το παρελθόν θα ήταν δύσκολο. Και ποτέ δεν φανταζόταν πως θα το έκανε με ένα από τους δαιμονισμένους πολεμιστές, που προσπαθούσε τόσο επιμελώς, να εξολοθρεύσει. Οι λέξεις κυλούσαν απαλά όμως. «Όταν ο πόνος φύγει επιτέλους, βρίσκομαι πάντα στην ίδια τοποθεσία. Στην Ελλάδα, σε μια σπηλιά δίπλα στο νερό. Δεν θα θυμάμαι τίποτα από τα καλά πράγματα που μου συνέβησαν, και όμως γνωρίζω ότι οι αναμνήσεις μου χάθηκαν. Όχι ότι αυτό έχει κανένα νόημα. Ξέρω ποια είμαι, κάθε φριχτό πράγμα που μου έχει συμβεί, κάθε φριχτό πράγμα που έχω κάνει, και το μίσος... Θεέ μου, Αμούν, είμαι πάντα γεμάτη από τόσο μίσος. Για τα πρώτα λίγα χρόνια κάθε νέας ζωής, το μίσος είναι το μόνο πράγμα που με κινεί.» Ακούμπησε το πηγούνι του στην κορφή του κεφαλιού της, η ζεστή του ανάσα ανακάτευε τούφες από τα μαλλιά της, γαργαλώντας την. Πόσο καιρό είσαι ζωντανή αυτή την φορά; «Περίπου έντεκα χρόνια.» Γιατί δεν έχεις έρθει ποτέ πριν ξοπίσω μας; Θα έπρεπε να πει ψέματα. Η αλήθεια θα κατέστρεφε την ηρεμία αυτής της στιγμής. Του άξιζε η αλήθεια, όμως. Μετά από όλα αυτά, του άξιζε η αλήθεια. «Έχω έρθει ξανά πίσω σας,» παραδέχτηκε. «Πριν από μερικά χρόνια, μερικοί από εσάς ήσασταν στην Νέα Υόρκη. Βοήθησα να κάψουν ολοσχερώς το σπίτι σας. Και μετά, πριν από μερικούς μήνες, στην Βουδαπέστη, υπήρξε μια ανταλλαγή πυροβολισμών. Ήμουν εκεί.» Όχι, εννοώ, σε κάποια από τις προηγούμενες ζωές 241


σου. Υπάρχω για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και όμως αυτή είναι η πρώτη φορά μετά την αρχαία Ελλάδα που σε συναντώ. Εκείνος δεν επρόκειτο να κάνει θέμα την ομολογία της. Δεν επρόκειτο ακόμη να αναγνωρίσει την παρωδία της όλης κατάστασης. Η συνειδητοποίηση ήταν συγκλονιστική. «Εγώ πάντα παραμένω σε περιορισμό μέχρι να έχω το μίσος υπό έλεγχο. Και ακόμη και τότε, θα πρέπει να περιμένω μέχρι να μπορέσω να υποδυθώ κάποια άλλη, πριν να μπορέσω να επανενταχτώ στην κοινωνία και στους Κυνηγούς. Πράγμα που σημαίνει να περιμένω, μέχρι οι άνθρωποι, που ίσως με ήξεραν, να είναι νεκροί.» Πως ξέρεις ποιοι είναι, αν οι περισσότερες από τις αναμνήσεις σου είναι χαμένες; Και πως είσαι η Χάϊντι τώρα, αν έχεις αλλάξει την ταυτότητα σου; «Έχω γυρίσει πίσω τόσες πολλές φορές και με τόσα χρόνια διαφορά, που μπορώ συχνά να ξαναχρησιμοποιήσω το ίδιο όνομα. Όσο για τα υπόλοιπα, κρατάω αρχεία μέσα στην σπηλιά μου, λεπτομερείς φακέλους με πληροφορίες, που περιγράφουν τα πάντα, τα οποία έχω περάσει σε μια ζωή. Επίσης στέλνω αποκόμματα εφημερίδων, φωτογραφίες, τέτοια πράγματα, σε μια ταχυδρομική θυρίδα εκεί κοντά.» Αυτό είναι έξυπνο. Η ειλικρίνεια του την ζέστανε το ίδιο, όπως και το άγγιγμα του. «Σε ευχαριστώ.» Σήκωσε το χέρι της τραβώντας την προσοχή του στα τατουάζ της. Δεν το είχε κάνει ποτέ αυτό πριν. Ποτέ δεν εξηγούσε τι σήμαιναν τα χαρακτικά. Αν αυτή και ο Αμούν επρόκειτο να κάνουν μια λειτουργική σχέση, όμως – θέλεις δηλαδή κανονική σχέση τώρα; – κάποιος από τους δυο τους θα έπρεπε να κάνει αυτό το πρώτο βήμα εμπιστοσύνης. «Το βλέπεις αυτό;» ρώτησε, αγνοώντας την ερώτηση προς τον εαυτό της. Με το ελεύθερο χέρι της, ψηλάφισε ένα κύκλο γύρω από μια και μοναδική διεύθυνση, που υπήρχε ανάμεσα στα πρόσωπα, στις φράσεις και στις ημερομηνίες. 242


Τα δάχτυλα του κουλουριάστηκαν γύρω από τον καρπό της, γυρνώντας το χέρι της αργά, επιτρέποντας του να μελετήσει καθένα από τα γύρω τατουάζ. Έτριψε με τον αντίχειρα του το όνομα του Μίσα, σαν να μπορούσε να το σβήσει. Ακριβώς τότε, εκείνη ευχήθηκε να μπορούσε. Ναι, είπε. Το βλέπω. «Εκεί είναι που βρίσκεται το γραμματοκιβώτιο μου.» Στην αρχή, δεν της απάντησε. Έπειτα η ανάσα του βγήκε τραχιά και αυτός πάγωσε. Μην μου πεις τίποτα άλλο για τον τρόπο που επιβιώνεις. Εντάξει; «Ε-εντάξει,» του είπε μπερδεμένη. «Γιατί;» Επειδή θα ένοιωθε υποχρεωμένος να το πει στους φίλους, αλλά δεν ήθελε στην πραγματικότητα να ξέρουν; Ναι, κατάλαβε μια στιγμή αργότερα. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος. Η σκέψη πιθανής προδοσίας θα έπρεπε κανονικά να την κάνει να πεταχτεί από την αγκαλιά του. Αντιθέτως, κουλουριάστηκε πιο κοντά. Εκείνος προσπαθούσε ακόμα να την φροντίσει. Ποιος είναι ο Κακός Άντρας; την ρώτησε, αλλάζοντας θέμα. Ακούγοντας το παρατσούκλι που είχε μόνο σκεφτεί τινάχτηκε. «Πως ήξερες γι'αυτόν;» Ο αντίχειρας του ψηλάφισε το πλάι του σαγονιού της και αυτή ανατρίχιασε. Είχα ένα όραμα με εσένα. Σαν αυτό που είδαμε μαζί, με εσένα όταν ήσουν στην βεράντα. Μόνο που σε αυτό, ήσουν μικρό κορίτσι. Σε όλους τους άλλους, μπορώ να διαβάσω το μυαλό τους, αλλά εσένα... έχω μόνο δει ψήγματα της ζωής σου. Πρώτον, μπορούσε να διαβάσει τα μυαλά όλων εκτός του δικού της; Αυτό ήταν κάπως... απογοητευτικό. Ευχόταν να μπορούσε να δει τα πάντα σχετικά με αυτή, να ξέρει τα πάντα γι'αυτήν. Αν υπήρχε κάποιος που μπορούσε να την βοηθήσει να ξεδιαλύνει τα μπερδεμένα συναισθήματα και τις αντικρουόμενες επιθυμίες 243


της, ήταν αυτός ο άντρας. «Ο Κακός Άντρας ήταν ο πρώτος Κυνηγός που συνάντησα ποτέ. Με βρήκε μετά, που οι γονείς μου είχαν σκοτωθεί.» Αίμα, ένα ποτάμι μεταξύ της μητέρας της και του πατέρα της. Και οι δυο αβοήθητοι... νεκροί. Ω, όχι. Δεν υπήρχε περίπτωση ούτε στην κόλαση να επιτρέψει σε αυτή την ανάμνηση να επανεμφανιστεί τώρα. «Μου έσωσε την ζωή μετά που... κάποιος σαν εσένα προσπάθησε να με σκοτώσει. Σκέφτηκε πως μπορεί να του φαινόμουν χρήσιμη.» Γέλασε με πικρία. «Είχε δίκιο, απλώς δεν το ήξερε. Ήμουν σχεδόν έφηβη όταν με πούλησε σε ένα σκλαβοπάζαρο, αφού απέτυχε να με εκπαιδεύσει. Αλλά μετά την πρώτη φορά που πέθανα, θυμήθηκα τα μαθήματα του και έτσι κατέληξα τελικά με τους Κυνηγούς.» Και τότε ήταν που βοήθησες να σκοτώσουν τον Μπέϊντεν; Η ερώτηση απλή, χωρίς ίχνος από τα αισθήματα του. Αντίο, γλυκιά, κλεμμένη στιγμή. Αν κάποιο θέμα μπορούσε να καταστρέψει την άνεση μεταξύ τους, ήταν αυτό. Αλλά πάλι, έγνεψε καταφατικά, με τα δάκρυα να καίνε τα μάτια της ακόμα μια φορά. Ποιον δικό σου πήραμε, που σε οδήγησε να μας μισείς τόσο βαθιά; Και πάλι δεν υπήρχε συναίσθημα στην φωνή του. Ούτε θυμός, ούτε καταδίκη. Ακόμα πιο εντυπωσιακό, οι ερωτήσεις του της πρόσφεραν άφεση αμαρτιών. Ένα δικαιολογημένο λόγο για τις πράξεις της. Ποτέ δεν θα μάθαινε τι σήμαινε αυτό γι'αυτήν, πόσο βαθιά την επηρέασε. Δεν μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό της. Έδωσε ένα φιλί στον παλλόμενο σφυγμό του στην βάση του λαιμού του. «Τους γονείς μου. Την αδελφή μου. Τον... σύζυγο μου.» Σύζυγο; «Ναι.» Τα χέρια του σφίχτηκαν γύρω της. Πριν, ανέφερες 244


πως μόνο ένας από εμάς έκανε την πράξη. Ξέρεις... ξέρεις ποιος από εμάς ήταν; Αυτός ο δισταγμός... φοβόταν πως αυτός ήταν ο ένοχος, κατάλαβε. «Δεν είδα το πρόσωπο αυτού που σκότωσε τους γονείς μου και την αδελφή μου, αλλά ξέρω ότι δεν ήσουν εσύ ή κάποιος από τους φίλους σου. Ήταν, ωστόσο, δαιμονισμένος πολεμιστής. Όσο για τον σύζυγο μου...» αναστέναξε. «Δεν είμαι ακριβώς σίγουρη ποιος ήταν υπεύθυνος, αλλά θυμάμαι πως είδα τους φίλους σου την βραδιά του θανάτου του.» Ανασήκωσε το πιγούνι της προς τα πάνω και συνάντησε την ματιά της, τα μαύρα μάτια του βαθιές λίμνες μετάνοιας. Δεν μίλησε, αλλά ούτε και αυτή. Νωρίτερα της είχε προσφέρει άφεση, και με την σιωπή της τώρα έκανε το ίδιο γι'αυτόν. Της έγνεψε με κατανόηση, ευχαριστώντας της και ελευθέρωσε το πιγούνι της. Το χέρι του γλίστρησε μέσα στα μαλλιά της, με τα δάχτυλα του να χτενίζουν τις τούφες. Ξέρεις την ιστορία πώς κατέληξα να είμαι δαιμονισμένος; «Νομίζω. Εσύ και οι άλλοι κλέψατε και ανοίξατε το κουτί της Πανδώρας, ελευθερώνοντας τους δαίμονες που ήταν παγιδευμένοι μέσα. Οι Θεοί αποφάσισαν να σας τιμωρήσουν, και δικαίως το έκαναν,» δεν μπόρεσε να μην προσθέσει, «με το να ενώσουν τον καθένα σας με ένα δαίμονα.» Σωστά. «Γιατί κλέψατε το κουτί, ούτως ή άλλως;» Ο Δίας ζήτησε από την Πανδώρα να το φυλάει αντί να ρωτήσει εμάς, και εμείς... αναστατωθήκαμε. «Προσβληθήκατε, εννοείς.» Οι άντρες και η περηφάνια τους, η αιτία που μερικές φορές καταστρέφονταν έθνη. Ναι. Θέλαμε να δώσουμε στο βασιλιά των Θεών ένα μάθημα, να του δείξουμε την αξία μας. «Και το καταφέρατε;» Δεν θα το έλεγα. Του δείξαμε ακριβώς πόσο χαζοί ήμασταν. Εκείνη πάλεψε να κρατήσει ένα γελάκι. Τουλάχιστον έβλεπε και αποδεχόταν την αλήθεια. 245


Αυτός σήκωσε μια μπούκλα από τα μαλλιά της στην μύτη του και ανάσανε βαθιά, ένα βογκητό απόλαυσης ακούστηκε στο μυαλό της. Ο λόγος που ανέφερα το κουτί είναι για να σου πω πως υπήρχαν πολλοί περισσότεροι δαίμονες μέσα από ότι ήταν πολεμιστές, που ελευθέρωσαν το κακό, και έπρεπε να τιμωρηθούν. Αυτοί που παρέμειναν στο κουτί τοποθετήθηκαν στους κρατούμενους στα Τάρταρα. Μια φυλακή για αθάνατους, της εξήγησε. Ααα. Ήξερε που το πήγαινε. «Ώστε ο άντρας που σκότωσε τους γονείς και την αδελφή μου μπορεί να είχε ελευθερωθεί από εκείνη την φυλακή.» Ή δραπέτευσε. Ναι. «Και όποιος σκότωσε τον σύζυγο μου θα μπορούσε να είχε δραπετεύσει, επίσης;» Αυτό, δεν το ξέρω. Ελπίζω διαφορετικά, αλλά... Αν μας είδες εκείνο το βράδυ, θα έλεγα πως υπάρχει μια πιθανότητα ενενήντα εννέα τοις εκατό να ήμασταν εμείς υπεύθυνοι. Χωρίς δικαιολογίες, μόνο ωμή ειλικρίνεια. Με τόσες αμέτρητες ζωές να ξεχειλίζουν από μυστήριο, εκτιμούσε τέτοιες αλουστράριστες πιθανότητες. Φίλησε τον σφυγμό του για δεύτερη φορά, αφήνοντας τον να κατανοήσει πως η παραδοχή δεν την είχε κάνει να θυμώσει. Μυρωδιά από σανταλόξυλο κατέλαβε τις αισθήσεις της, θυμίζοντας της το ντους τους. Πράγμα που της θύμισε το παραλίγο φιλί τους. Που της θύμισε πως βρισκόταν μέσα στην αγκαλιά του και μπορούσε μόνο να τεντωθεί για να πιέσει τα χείλη της με τα δικά του. Έχεις δει τον άντρα που... τον έχεις δει από τότε; Εκείνη βλεφάρισε. Συγκεντρώσου. Όσο αυτή άνοιγε τις πόρτες στις επιθυμίες του κορμιού της, ο Αμούν ήταν συγκεντρωμένος στο πλάσμα που ήταν υπεύθυνο για τον χαμό της οικογένειας της, ακόμη αποφασισμένος να την φροντίσει. «Μερικές φορές,» είπε αμυντικά. Μάλλον καμμιά εκατοστή. 246


Πότε; Που; «Κάθε φορά, λίγο πριν πεθάνω,» παραδέχτηκε. Πάντα ένα πρελούδιο του τέλους της εκάστοτε ύπαρξης της. Σαν να της δηλητηρίαζε κάθε ζωή, που εκείνη είχε καταφέρει να χτίσει για τον εαυτό της. Αλλά όσες φορές και να τον είχε δει, ποτέ δεν τον πολέμησε. Και ήθελε να τον πολεμήσει, τόσο πολύ. Θα της αποκάλυπτε απλώς τον εαυτό του. με τον σκοτεινό του χιτώνας να χορεύει γύρω από τους αστραγάλους του, τα πόδια του να μην ακουμπούν ακριβώς το έδαφος. Θα την παρακολουθούσε, με το μίσος να στάζει από μέσα του. Θα την έβριζε. Αλλά ποτέ δεν θα την ακουμπούσε ή θα της επέτρεπε να τον αγγίξει. Και μετά θα εξαφανιζόταν. Πρέπει να το σκεφτώ αυτό, είπε ο Αμούν. Το στομάχι της διάλεξε εκείνη τη στιγμή για να γουργουρίσει, και τα μάγουλα της κοκκίνισαν από ντροπή. Για ακόμα μία φορά ο Αμούν την σήκωσε, αλλά αυτή τη φορά την τοποθέτησε πάνω στο κρεβάτι από πέταλα. Αμέσως θρήνησε την απώλεια των χεριών του, την θερμότητα του. Πρέπει να σου βρω κάτι να φας. Φοβόμουν πως τα φίδια θα σου έκαναν κακό, ακόμα και νεκρά, έτσι δεν έφερα κανένα από το κρέας τους μαζί μας. Πάντα την φρόντιζε, ο Αμούν της. «Εύχομαι αυτός ο ηλίθιος άγγελος να μας είχε βάλει μερικές μπάρες πρωτεΐνης και μερικά μπουκάλια νερό,» είπε, πιο αιχμηρά από ότι σκόπευε. Δίπλα της, το εν λόγω σακίδιο φούσκωσε με ένα απότομο ήχο. Αυτή και ο Αμούν κοιτάχτηκαν μπερδεμένοι. Συνοφρυωμένος, έσκυψε μπροστά, άνοιξε το φερμουάρ στην κορυφή και έβαλε το χέρι του μέσα. Όταν το τράβηξε το χέρι του ήταν γεμάτο από μπάρες πρωτεΐνης. Το συνοφρύωμα του βάθυνε καθώς αναποδογύρισε το σακίδιο και έριξε όλο το περιεχόμενο στο πάτωμα: κι 247


άλλες μπάρες πρωτεΐνης, ακολουθούμενες από μπουκάλια από νερό. Έτσι απλά, το συνοφρύωμα του μαλάκωσε με νότες ανακούφισης και θαυμασμού. Ζήτα κάτι άλλο, την διέταξε. Η Χάϊντι γύρισε στα γόνατα της, μην τολμώντας να ελπίσει. «Εύχομαι το σακίδιο να είχε σάντουιτς και φρούτα.» Τα πλαϊνά του σακιδίου φούσκωσαν για δεύτερη φορά πριν σάντουιτς αρχίσουν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο, πάνω στις μπάρες, το καθένα τυλιγμένο με διάφανο πλαστικό περιτύλιγμα. Και όταν σταμάτησε να βρέχει αυτά, μήλα και πορτοκάλια άρχισαν να πέφτουν και να κυλούν. Το στόμα της Χάϊντι γέμισε υγρά. «Θέλω υγρά μαντηλάκια και μια αλλαξιά ρούχα. Θέλω όπλα και οδοντόκρεμα και μια οδοντόβουρτσα...» τα είχαν αφήσει αυτά πίσω, «και ένα κουτί πρώτων βοηθειών για τις πληγές του Αμούν.» Καθώς μιλούσε, το καθένα από τα ζητούμενα αντικείμενα ενωνόταν με τα υπόλοιπα στο σωρό. Ζαλισμένη, έψαχνε ανάμεσα στα τρόφιμα, διαλέγοντας ό,τι ήθελε να φάει. Με το που πήρε ένα σάντουιτς με ζαμπόν και ένα μήλο στο χέρι, ουσιαστικά τα ρούφηξε. Μετά άλλο ένα σάντουιτς, έπειτα ένα πορτοκάλι. Στράγγιξε δυο μπουκάλια νερό. Κάθε μπουκιά, κάθε σταγόνα παράδεισος. Και όταν τελικά τελείωσε, πολύ χορτασμένη για να βάλει έστω και άλλο ένα ψίχουλο στο στόμα της, καθάρισε τον εαυτό της όσο καλλίτερα μπορούσε με τα μαντηλάκια, βούρτσισε τα δόντια της – Θεέ μου, αυτό ήταν καλό – και τέλος επέτρεψε στον εαυτό της να ρίξει μια ματιά στον Αμούν. Η ανάσα της πιάστηκε στο λαιμό της. Οι σκιές της φωτιάς τον χάιδευε στοργικά, δίνοντας μια χρυσή απόχρωση στο σκούρο δέρμα του. Μια απόχρωση που δεν είχε παρατηρήσει πριν. Την παρακολουθούσε, με μια παράξενη, σαστισμένη έκφραση στο όμορφο πρόσωπο του, και ένα μισοφαγωμένο μήλο στο χέρι του. Προφανώς είχε και ο ίδιος καθαριστεί, αφού 248


το πρόσωπο του δεν ήταν καλυμμένο πλέον με βρωμιά. «Επέτρεψε μου να δέσω τις πληγές σου,» του είπε ήσυχα. Η σαστισμένη έκφραση εξαφανίστηκε, οι κόρες των ματιών του μεγάλωσαν, τα ρουθούνια του διευρύνθηκαν σαν να είχε ξαφνικά μυρίσει θήραμα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Τι είχε πει; Η ανησυχία σου για μένα είναι ωραία, αλλά για να δέσεις τις πληγές μου θα πρέπει να με ακουμπήσεις και να βάλεις τα χέρια σου πάνω μου. Θέλω τα χέρια σου πάνω μου για ένα διαφορετικό λόγο. «Εγώ... ε...εντάξει.» Έλα εδώ. Υπήρχε τόσο δύναμη, τόσο απαίτηση στον τόνο του, που ούτε καν σκέφτηκε να αρνηθεί. Σύρθηκε προς αυτόν, κλείνοντας γρήγορα την απόσταση μεταξύ τους. Έβαλε το μήλο στην άκρη, αλλά δεν την άγγιξε. Απλά την κοιτούσε στα μάτια. Περιμένοντας. Προσδοκώντας. Ανασηκώθηκε στους μηρούς της, ανασαίνοντας την μυρωδιά του. Το σανταλόξυλο ήταν τώρα καλυμμένο με τον καπνό της τύρφης. Υποτίθεται πως θα έδενε τις πληγές του πρώτα, σωστά; Μετά θα τον άγγιζε για διαφορετικό λόγο. «Εγώ... εγώ ξέχασα τις προμήθειες.» Βρισκόντουσαν κάπου εκεί γύρω, και... Ξέχνα τις προμήθειες. Θα με φιλήσεις τώρα, Χάϊντι. Η θερμότητα του ήταν σαν μια χοντρή κληματσίδα γύρω της. Διαπίστωσε ότι βρισκόταν σχεδόν σε έκσταση, καθώς ίσιωσε το κορμί της και είπε, «Ναι.» Επιτέλους. Άλλο ένα φιλί. Ακριβώς αυτό που λαχταρούσε. Που της φάνηκε σαν μια αιωνιότητα. Ένα φιλί μεταξύ μας και κανένα άλλο. «Ναι.» Μια παράκληση από τα βάθη της ύπαρξής της. Κάν'το τότε. Η φωνή του την χτύπησε σαν μαστίγιο, προκαλώντας την όσο και προειδοποιώντας την. Ήταν τότε που συνειδητοποίησε ότι, σε κάποιο επίπεδο, ακόμα πολεμούσε τον πόθο του, ακριβώς όπως 249


είχε κάνει στο ντους, πριν φύγει μακριά της και πως ακόμα και όταν οι γλώσσες τους θα πάλευαν μεταξύ τους, σκόπευε να αντισταθεί, να διατηρήσει τις αποστάσεις του. Δεν ήταν διατεθειμένη να τον αφήσει. Αν έδινε ολόκληρο το είναι της στο φιλί, έπρεπε και αυτός να δώσει το δικό του. Αυτό ήταν το μόνο δίκαιο. «Δεν... δεν θα σε φιλήσω,» είπε, τρέμοντας καθώς τα μάτια του στένεψαν σε δυο επικίνδυνες σχισμές. «Εννοώ, δεν θα το κάνω επειδή σου είμαι ευγνώμων, και δεν θα το κάνω για να σου αποσπάσω την προσοχή ή για να σε μαλακώσω. Θα το κάνω μόνο και μόνο γιατί σε θέλω. Γι'αυτό ετοιμάσου. Επειδή περιμένω το ίδιο και από εσένα. Αν δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο, φύγε τώρα.»

250


Κεφάλαιο 16 Θα το κάνω μόνο και μόνο επειδή σε θέλω. Καθώς τα απαλά συγκλονιστικά λόγια της Χάϊντι αντήχησαν στο μυαλό του, ο Αμούν σταμάτησε να περιμένει από εκείνη να πάρει την πρωτοβουλία, σταμάτησε να περιμένει από εκείνη να αποδείξει έμπρακτα την σαρκική της επιθυμία για αυτόν, με αυτόν τον τρόπο ήρθε και η εξιλέωση της για την απόρριψη του, στο ντους, χια χάρη του Μίσα. Μπορώ να σου δώσω αυτό που θέλεις, της είπε με ωμή φωνή. Τα χείλη της άνοιξαν σε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Δεν ήθελε την ανακούφισης της, την ήθελε απροβλημάτιστη. Με ένα μουγκρητό, συνέτριψε το στόμα της με το δικό του, το ένα του χέρι πίσω από τον λαιμό της, το άλλο στους γλουτούς της, και την τράβηξε πάνω στην σκληρή γραμμή του σώματος του. Αμέσως εκείνη άνοιξε το στόμα της, καλωσορίζοντας την σκληρή ώθηση της γλώσσα του μέσα στα υγρά, σατινένια βάθη της. Γεύτηκε μέντα και μήλο, και τα δυο δροσερά σαν παγωτό. Και τα δύο πυροδοτούσαν την ανάγκη του. Κατά την διάρκεια της συζήτησης τους, είχε σκοπό να την ρωτήσει για την αφύσικη δροσιά του δέρματος της, αλλά καθώς εκείνη είχε μιλήσει για θάνατο και πόνο, εκείνος είχε αφοσιωθεί μόνο σε αυτό. Στο να βρει έναν τρόπο να την σώσει. Έπρεπε να υπάρχει ένας τρόπος. Και έπρεπε να υπάρχει ένας λόγος που εκείνη συνέχιζε να γυρίζει πίσω. Πόσες φορές είχε πεθάνει; αναρωτήθηκε ο Αμούν. Με πόσους τρόπους; Το να μην γνωρίζει τον βασάνιζε, 251


Αλλά είχε ένα προαίσθημα ότι η γνώση αυτή θα τον κατέστρεφε εντελώς. Δεν είχε σημασία τι είχε κάνει στο παρελθόν, δεν της άξιζε να υποφέρει τόσο όσο προφανώς είχε υποφέρει. Και σίγουρα περισσότερο από μια φορά. Αυτόν τον φόβος στα μάτια της, όταν είχε μιλήσει για την αναγέννηση της στο ίδιο σώμα ... δεν ήθελε ποτέ να τον δει ξανά. Και μπορούσε στα αλήθεια να την κατηγορήσει για το μίσος που έτρεφε για αυτόν και για τους φίλους του; Ένας δαιμονισμένος αθάνατος είχε σφαγιάσει την οικογένεια της, τον άντρα της. Ο Αμούν θα είχε αντιδράσει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, επιτιθέμενος σε οποιονδήποτε υπαίτιο, ακόμα και με την παραμικρή υπόνοια ευθύνης. Την περίοδο που είχαν σκοτώσει τον Μπέϊντέν, η Χάϊντι ήξερε μόνο ότι οι Άρχοντες ήταν βίαιοι, παρανοϊκοί και ικανοί για κάθε σκοτεινή πράξη. Φυσικά και επιζητούσε να τους καταστρέψει. Και αυτός το ίδιο είχε κάνει σε εκείνη. Και στους συντρόφους της. Τώρα, καθώς ο Αμούν κοιτούσε πίσω χωρίς κανένα ίχνος ενοχής, μανίας ή απελπισίας, γνώριζε μόνο τρείς αλήθειες. Η Χάϊντι είχε χάσει την οικογένεια της. Αυτός είχε χάσει έναν φίλο. Δεν επρόκειτο να την μισήσει άλλο πια γι' αυτήν του την απώλεια. Και αφού η ίδια πολέμησε για να μπει στο δωμάτιο, του και τόσο γλυκά φρόντισε τις πληγές του, η γνώμη που αρχικά είχε γι' αυτήν δεν του κάθονταν πια καλά, ούτως η άλλως. Έτσι αναγκάστηκε να καταπιέσει το όλο ζήτημα. Τώρα, την ήθελε ολόκληρη. Δεν ήθελε, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τίποτα λιγότερο. Η ανάγκη του να την αγγίξει, δεν τον κούραζε πλέον ποτέ και ούτε ήθελε να απελευθερωθεί από αυτή την εμμονή. Ήθελε μόνο να την ικανοποιήσει. «Αμούν,» τον ικέτεψε , και το άκουσμα του ονόματος του από αυτά τα γεμάτα ηδονή χείλη της κόντεψε να τον αποτελειώσει. «Εσύ.... σταμάτησες. Γιατί σταμάτησες;» 252


Αμούν. Τον είχε αποκαλέσει Αμούν. Σήκωσε το κεφάλι του και την περιεργάστηκε. Το στόμα της ήταν κόκκινο, πρησμένο και υγρό. Η γλώσσα της έγλειψε τα χείλη της για να αιχμαλωτίσει την γεύση του. Η στύση του άρχισε να πάλλεται σε άμεση ανταπόκριση, απελπισμένος να νοιώσει το σφίξιμο των εσωτερικών της πτυχών. Τα χέρια της αγκάλιαζαν τους ώμους του, τα νύχια της ήδη τον έκοβαν. Εκείνος λαχάνιαζε, ίδρωνε παρ'όλη τη δροσιά που ανέβλυζε από εκείνη. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε. Πάντα με έλεγες «μωρό μου» όταν νόμιζες ότι ήμουν ο.... Μίσα. Ακόμα και τότε, είχε πρόβλημα να σκεφτεί το απεχθές όνομα. Η έκταση της κατανόηση του εκτείνονταν στην Χάϊντι και μόνο στην Χάϊντι. Εξάλλου ων Κυνηγός, ο μπάσταρδος, την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του, την είχε γευτεί και παρ'όλο που ο Αμούν καταλάβαινε ότι γινόταν παράλογος, απεχθανόταν κάθε άντρα που είχε αυτήν την ευχαρίστηση. Την δική του ευχαρίστηση. Τώρα όμως με αποκαλείς απλά με το όνομα μου, τέλειωσε την φράση του με σκοτεινό ύφος. Η έκφραση της μαλάκωσε, φωτίζοντας τα ντελικάτα χαρακτηριστικά της. «Το μόνο άτομο που έχω αποκαλέσει μωρό μου είσαι εσύ.» Καλά, εντάξει τότε. Αυτό ήταν αποδεκτό. Διεκδίκησε πάλι το στόμα της με ορμή. Οι γλώσσες τους τυλίχτηκαν μεταξύ τους, παίρνοντας, δίνοντας, τα δόντια τους να συγκρούονται. Χέρια άρχισαν να περιπλανιούνται και κάθε καινούργιο άγγιγμα αύξανε την θέρμη τους. Αγκάλιασε τα στήθη της, οι ρώγες της ερεθίστηκαν κάτω από την παλάμη του, και ο Αμούν βόγκηξε. «Μακάρι να ήταν μεγαλύτερα,» είπε εκείνη ανάμεσα στα φιλιά τους. Τα στήθη της; Γιατί; «Στους άνδρες αρέσουν τα μεγαλύτερα.» Κάποιος την είχε κάνει να χάσει την αυτοπεποίθηση της, συνειδητοποίησε, και ήθελε να σκοτώσει αυτόν τον κάποιον. Σε αυτόν εδώ τον άνδρα αρέσουν αυτά. 253


Τα ζούληξε. Ήταν μικρά, όπως εκείνη είχε υπονοήσει, αλλά σφιχτά και με υπέροχες προεξοχές. Και ήταν πραγματικά οι πιο γλυκές μπουκιές, όπως εκείνος είχε υπονοήσει. Ήταν τέλεια. Πραγματικά.... Τράβηξε το πουκάμισο πάνω από το κεφάλι της και έσκισε το μπροστινό κούμπωμα του σουτιέν της. Το σακίδιο θα της παρείχε ένα άλλο. Καθώς το ύφασμα έπεσε από πάνω της, έριξε μια ματιά στις ρώγες της, που είχαν την ωραιότερη απόχρωση του ροζ που είχε δει ποτέ. Είσαι τόσο όμορφη. Ακούστηκε σαν ναρκωμένος αλλά δεν τον ένοιαξε. «Ευχαριστώ.» Έγειρε το κεφάλι του και ρούφηξε ένα από τα μικρά μαργαριτάρια σκληρότερα από ότι είχε σκοπό. Μια πνιχτή κραυγή της ξέφυγε, αλλά δεν τον έδιωξε μακριά της. Όχι, έπλεξε τα δάκτυλα της στα μαλλιά του και τον κράτησε πάνω της. έστρεψε την προσοχή του από την μια στην άλλη, γλείφοντας τες εξίσου το ίδιο, μέχρι που ανατριχίλες διέτρεξαν κάθε εκατοστό του δέρματός της. Μέχρι που η κοιλιά της τρεμούλιαζε από προσμονή, κάθε φορά που κινιόταν. Μέχρι που λαχανιασμένα βογγητά έβγαιναν από τα χείλη της, συνυφασμένα με το όνομα του, με εκκλήσεις για έλεος – για περισσότερα. Ο Αμούν δεν είχε ερωμένη για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά δεν είχε ξεχάσει τα βασικά. Και ποτέ δεν είχε αφεθεί τόσο πολύ να τον οδηγήσει το ένστικτο του. Άγγιγμα, γεύση, κυριαρχία, κατοχή. Θα μπορούσε να ήταν παρθένος, αλλά και πάλι θα έβρισκε κάποιον τρόπο να ευχαριστήσει αυτήν την γυναίκα, επειδή το να την κάνει να τελειώσει δεν ήταν απλά μια επιθυμία. Το να την κάνει να τελειώσει ήταν μια αναγκαιότητα. Η ευχαρίστηση της ήταν και δική του ευχαρίστηση, και απλά έτσι είχαν τα πράγματα. Άγγιγμα ... γεύση ... ναι, γεύση. Ίσιωσε το κορμί του, συναντώντας 254


και πάλι τα χείλη της. Έπρεπε να την γευτεί ξανά. Ήθελε να προχωρήσει αργά, να απολαύσει κάθε πόντο του κορμιού της. Να μάθει τι της άρεσε και τι όχι. Αλλά όπως και πριν, με ένα μόνο φιλί και μερικά χάδια, το πάθος μεταξύ τους προκάλεσε πυρηνική αντίδραση. Τα χέρια του περιφέρονταν και έσφιγγαν και νύχια χώνονταν στην σάρκα. Έτριψε την στύση του ανάμεσα στα πόδια της, και εκείνη κύρτωνε το κορμί της με κάθε τριβή. Μετά απ' όλα αυτά που του είχε πει, ένοιωθε ότι μπορούσε να την χάσει ανά πάσα στιγμή. Σαν κάποιος να μπορούσε να την πάρει από αυτόν, και εκείνη θα ξυπνούσε σε κάποια σπηλιά στην Ελλάδα, ανήμπορη να θυμηθεί αυτόν ή αυτό το φιλί. Ήταν και οι δυο γυμνοί από την μέση και πάνω και όταν τα στήθη της τρίφτηκαν στο στέρνο του, ένας συριγμός ξέφυγε από τα χείλη του. Το φιλί τους δεν επιβραδύνθηκε ποτέ. Οι γλώσσες τους διαρκώς κινούνταν, ψάχνοντας, απαιτώντας. Κυριαρχία ... κατοχή. Αγκάλιασε τον γλουτό της και την τράβηξε δυνατά πάνω του, η τριβή έγινε μια ξέφρενη αναζήτηση. Ένας πυρετός. Όχι, όχι ένας πυρετός. Το αίμα του είχε πάρει φωτιά, αλήθεια, έτρεχε στις φλέβες του με τέτοια σφοδρότητα, που θα σκότωνε έναν πιο αδύνατο άντρα, αλλά η γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά του γινόταν όλο και πιο δροσερή κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Το δέρμα της ήταν σαν πάγος, το στόμα της μια καταιγίδα, και καθώς ρούφηξε την γλώσσα της, αυτή η παγωμένη καταιγίδα τον γέμισε. Οι δαίμονες είχαν κρυφτεί στο πίσω μέρος του μυαλού του, φοβούμενοι να δηλώσουν την παρουσία τους. Τώρα είχαν συρρικνωθεί, το άγγιγμα της τους επηρέαζε λες και είχαν πιαστεί σε μια ηλεκτρική γεννήτρια. Κάθε ένας τους – και ω θεοί, ήταν εκατοντάδες – αγωνίζονταν μέσα στο κεφάλι του, κάνοντας κάθε δυ255


νατή προσπάθεια να αποφύγουν την ανανεωμένη επίδραση της Χάϊντι ... το αναπόφευκτο κρύο. Τελικά το φιλί άρχισε να επιβραδύνει ...σιγά σιγά... και μετά η Χάϊντι έγειρε πίσω «Είσαι καλά;» Χάιδεψε με τις αρθρώσεις των δαχτύλων της το μάγουλο του. Χρειάζομαι μόνο... ένα λεπτό... ο Αμούν έκλεισε τα μάτια του και στηρίχτηκε στους μηρούς του, εισπνέοντας βιαστικά και εκπνέοντας με προσοχή. Κάθε μυς του σώματος του σφίχτηκε απελπισμένα πάνω στα κόκκαλα του στήνοντας πόλεμο μαζί τους και στέλνοντας χιλιάδες σουβλιές σε κάθε μέρος του σώματός του. Όλα την ίδια στιγμή. Από τους δαίμονες, ναι, αλλά και από την ανεκπλήρωτη επιθυμία. Δεν ήταν έτοιμος να σταματήσει. «Το εσωτερικό μου θερμόμετρο αναστατώνεται μερικές φορές. Συγγνώμη. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό... το ένοιωθα ... συγγνώμη,» είπε εκείνη πάλι, με έναν τόνο απελπισίας στην φωνή της. «Θα το ελέγξω στο υπόσχομαι.» Μη δικαιολογείσαι, της είπε. Δεν έκανες κάτι λάθος. Εξάλλου μου αρέσει. Δεν ήταν σίγουρος γιατί οι δαίμονες ηρεμούσαν εξαιτίας της την μια στιγμή, και την επόμενη ξεσηκωνόντουσαν πάλι. Δεν ήταν σίγουρος, πως εκείνη κατάφερνε να τους ξεγελάει ή γιατί αυτοί αντιδρούσαν με αυτόν τον τρόπο. Αλλά θα έβρισκε την απάντηση αργότερα. Με την απόσταση που τον χώριζε πλέον από την Χάϊντι – παρ'όλο που είχε περάσει μόνο ένα λεπτό – η θερμότητα επέστρεψε και οι δαίμονες έπαψαν να παλεύουν τόσο σφοδρά. Για την ώρα, αυτό ήταν αρκετό. Τα Μυστικά όμως, είχαν παραμείνει ανεπηρέαστα καθ όλη την διάρκεια του μαρτυρίου. Ο Αμούν δεν πίστευε ότι στον σύντροφο της ψυχής του άρεσε αυτή η αλλαγή θερμοκρασίας. Αλλά το τέρας ακόμα και τώρα – γιατί ναι, ο Αμούν θα έκανε άλλη μια προσπάθεια με την γυναίκα του – δεν ούρλιαζε από τον φόβο του. Η 256


γυναίκα του. Η φράση αυτή τον ευχαριστούσε με έναν τρόπο που δεν περίμενε ποτέ. Αλλά ήταν. Δική του. Με κάθε τρόπο που είχε σημασία – και σύντομα με κάθε τρόπο που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Οι φίλου του δεν θα καταλάβαιναν. Μπορεί ακόμα και να τον μισούσαν, μπορεί να τον θεωρούσαν προδότη. Δεν μπορούσε να αναγκάσει τον εαυτό του να νοιαστεί. Αυτή την στιγμή η ευημερία της ερχόταν πριν από την δική. Η αλλαγή της σκέψης του ήταν ακραία, ακόμα και για αυτόν, και δεν μπορούσε να την συνηθίσει. Αυτό όμως δεν μείωνε τον αντίκτυπο. Την είχε κρατήσει στην αγκαλιά του, είχε ακούσει την ιστορία για τις απώλειες της, είχε ακούσει τον σπαραγμό στην φωνής της, και κάτι μέσα του είχε σπάσει. Είχε αρχίσει να κατανοεί την αλήθεια. Ήταν ίδιοι με τόσους πολλούς τρόπους. Αποφασισμένοι, συνεχώς αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουν ό,τι χειρότερο είχε να προσφέρει ο κόσμος – άνθρωποι, μέρη, καταστάσεις – βρίσκοντας όμως την χαρά όπου μπορούσαν. Ήθελε αυτήν την γυναίκα. Θα την είχε. Και ναι, μπορεί να τον καθοδηγούσε απόλυτα η επιθυμία του αυτήν την στιγμή, πείθοντας τον για συναισθήματα που φυσιολογικά δεν θα μείωναν την ντροπή του να συναναστρέφεται τον εχθρό, αλλά δεν το πίστευε. «Ίσως είναι καλλίτερα να σταματήσουμε,» ψιθύρισε με μια τρεμάμενη ανάσα. «Εγώ... εγώ ακόμη δεν μπορώ να κοιμηθώ μαζί σου.» Τα βλέφαρα του Αμούν άνοιξαν απότομα, και ήξερε ότι λάμψεις που τρεμόπαιζαν στα μάτια του φανέρωναν την σκοτεινή απειλή. Εξαιτίας του; απαίτησε να μάθει. «Ναι. Δεν θα τον απατήσω.» Πρότεινε το πηγούνι του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκες μαζί του; Με κάθε νέα λέξη , αυξανόταν η οργή στην φωνή του. «Ποτέ δεν κοιμήθηκα μαζί του. Ούτε μια φορά.» 257


Η οργή εξαφανίστηκε στο λεπτό. Του είχε πει χθες, εάν θα την ήθελε ακόμα – αμφέβαλε ότι κάτι θα μπορούσε να το αλλάξει αυτό – αλλά η γνώση ότι ο Μίσα δεν την είχε αγγίξει με αυτόν τον τρόπο, τροφοδότησε μια καινούργια αίσθηση κυριαρχίας. Όταν βγαίνατε μαζί, νόμιζες ότι ήμουν εγώ; Της υπενθύμισε «Ναι.» του απάντησε. Ο Αμούν άρπαξε τους γοφούς της, την τράβηξε κοντά του και τρίφτηκε πάνω της. Τότε απατάς εμένα παραμένοντας πιστή σε εκείνον. Εκείνη βόγκηξε και τα βλέφαρα της μισόκλεισαν. Όταν την ανάγκασε να μείνει ακίνητη, εκείνη δάγκωσε το κάτω της χείλος, βυθίζοντας τα λευκά της δόντια βαθιά στην απαλή σάρκα. «Ίσως και να το κάνω, υπάρχει όμως ένα ίχνος ανεντιμότητας σε όλο αυτό. Οπότε όχι σεξ. Όχι μέχρι να του πω ότι τελειώσαμε. Αλλά...» Αλλά ο Αμούν μπορούσε να την φιλήσει. Αυτό του έλεγε εκείνη. Η οργή του επέστρεψε ισχυρότερη. Το να φιλιόμαστε είναι ένα είδος απιστίας, Χάϊντι. Εκείνος γνώριζε πως θα αντιδρούσε αν την έπιανε να φιλάει κάποιον άλλον άντρα. Θα χυνόταν αίμα. Οι ώμοι της έπεσαν και η έκφραση της ξαφνικά σκοτείνιασε από τις βασανιστικές σκέψεις. «Έχεις δίκιο. Συγγνώμη. Το ξέρω ότι έχεις δίκιο. Με κάνεις να νοιώθω τόσο... καυτή. Θα σταματήσουμε τότε. Για τα καλά. Μέχρι... μόνο μέχρι...» Χώρισε μαζί του στο μυαλό σου. Τώρα. «Στην καρδιά μου και στο μυαλό μου, αυτός και εγώ έχουμε ήδη τελειώσει. Αλλά πρέπει να του το πω Αμούν. Του αξίζει να το ξέρει. Το καταλαβαίνω ότι δεν μπορείς να με πιστέψεις, αλλά είναι καλός άνθρωπος.» Ο Αμούν μόλις συνειδητοποίησε ότι θα έκανε τα πάντα για να προστατεύσει αυτήν την γυναίκα, ακόμα και να παραιτηθεί από την ζωή όπως την ήξερε, απλά για να είναι μαζί της. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να αφήσει τον πρώην της για χάρη του. Όχι εντελώς. Ένα κομμάτι του την θαύμαζε για αυτήν της την αφοσίωση, 258


αλλά ένα άλλο κομμάτι του ήθελε όλη αυτή την αφοσίωση αποκλειστικά για το άτομό του. Όχι σεξ, του είχε πει, και τώρα, εξαιτίας αυτού που είχε πει ο ίδιος, ούτε φιλιά. Τότε λοιπόν, μα τους θεούς, θα έκανε οτιδήποτε άλλο. Με βλοσυρό ύφος, την έπιασε από το πίσω μέρος των γόνατων της και την τράβηξε, πετώντας την ανάσκελα. Εκείνη προσγειώθηκε πάνω στα ροδοπέταλα, η απαλότητα των οποίων απορρόφησαν την πτώση της. Πριν προλάβει να πάρει ανάσα, εκείνος βρέθηκε πάνω της, ανοίγοντας τα πόδια της και τοποθετώντας το κορμί του ανάμεσα τους. Μην με κοροϊδεύεις, Χάϊντι. Μην με κοροϊδεύεις. Σε παρακαλώ. Εκείνη βόγκηξε, σαν να πονούσε, και μετά είπε. «Εγώ... εγώ... μπορεί να είμαι ένας απαίσιος άνθρωπος, αλλά έχω την ανάγκη να με φιλήσεις. Σε παρακαλώ.» Όχι απαίσια. Τέλεια. Αυτή την στιγμή ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα. Λοιπόν, να την φιλήσει; Ναι, παρ΄όλο που είχε σκεφτεί να εξισορροπήσει τα πράγματα. Τα στόματα τους συναντήθηκαν σε ένα ξέφρενο κουβάρι, γλείφοντας, ρουφώντας, δαγκώνοντας. Όπως του είχε υποσχεθεί, κράτησε την θερμοκρασία της υπό έλεγχο. Ήταν ακόμα κρύα, αλλά όχι παγωμένη. Πως το έκανε αυτό, δεν το καταλάβαινε. Και δεν του άρεσε που εκείνη δεν αφηνόταν εντελώς, που εξακολουθούσε να παραμένει επιφυλακτική. Όταν θα τελείωνε αυτό, ορκίστηκε, όταν θα είχε απαλλαγεί από του δαίμονες που είχε μέσα του, θα την αποκτούσε. Ολόκληρη. Κάθε πόντο από το κρύο, λαχταριστό κορμί της. Ακόμα και την καρδιά της. Θα προστάτευε την δική του καρδιά, φυσικά – το να την θέλει, να την χρειάζεται, ήταν εντάξει, αλλά δεν θα άνηκε σε κανέναν – αλλά, μα τους θεούς, θα κατακτούσε απόλυτα την δική της. 259


Ξεκούμπωσε τον τζιν της και το κατέβασε στα πόδια της. Εκείνη δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. Τον εμπιστευόταν ότι δεν θα ξεπερνούσε τα όρια, που εκείνη είχε θέσει. Πάλι βρήκε τον εαυτό του διχασμένο. Από την μια του άρεσε που τον εμπιστευόταν και από την άλλη μισούσε το γεγονός ότι εκείνη δεν λαχταρούσε περισσότερα από εκείνον, που δεν περιφρονούσε ό,τι ήταν εναντίον τους, όπως έκανε ο ίδιος. Μισούσε το γεγονός ότι είχε εθιστεί μαζί της , αλλά εκείνη δεν έδειχνε να είναι εθισμένη μαζί του. Λοιπόν, έπρεπε να το αλλάξει αυτό. Ο Αμούν άρχισε να κατεβαίνει προς τα στήθη της φιλώντας και ρουφώντας και για άλλη μια φορά βρέθηκε να γλείφει τις ρώγες της. Ενώσω εκείνη σπαρταρούσε και σήκωνε τους γοφούς της, άπληστη για το άγγιγμα του, οποιοδήποτε άγγιγμα, εκείνος χάραζε δρόμο προς τον αφαλό της. Εκεί, την βασάνισε με φευγαλέες, ανάλαφρες δαγκωματιές ενώ τα δάκτυλα του έπαιζαν με την άκρη του εσωρούχου της, με την μέση της, γύρω από τους μηρούς της, αλλά δεν την χάιδευε εκεί που το χρειαζόταν περισσότερο. «Αμούν ... μωρό μου ... σε παρακαλώ.» Τον ικέτευε τώρα. Καλό, αυτό ήταν καλό. Αυτό που ήθελε. Όμως, το σώμα του πονούσε από την ανεκπλήρωτη επιθυμία και δεν ήταν σίγουρος ότι θα επιβίωνε μετά από αυτήν την εμπειρία. Μικροί κόμποι ίδρωτα φάνηκαν στο μέτωπο του, το δέρμα του τσιτώθηκε και αδηφάγα ανάγκη έκαψε τα σωθικά και το δέρμα του. Θα σε γευτώ ξανά. Και αυτήν την φορά θα σε οδηγήσω στην κορυφή. Επιτέλους, την φίλησε ανάμεσα στα πόδια της. Η γλώσσα του τινάχτηκε πάνω στο υγρό ύφασμα του εσωρούχου της. Οι γοφοί της τινάχτηκαν, και εκείνη κλαψούρισε χωρίς αναστολές. «Ναι!» Θα μου δώσεις τα πάντα. 260


«Ναι... όχι.» μετακινήθηκε, ψάχνοντας το στόμα του. «Δεν μπορώ.» Το ξέρω. Αλλά σύντομα. «Σύντομα. Ναι, σύντομα. » Με αυτήν την υπόσχεση να αντηχεί στα αυτιά του, έσκισε το ύφασμα και την γεύτηκε. Με το πρώτο αληθινό χάδι της γλώσσα του, εκείνη ούρλιαξε με απολυτή εγκατάλειψη. Γεύτηκε την θηλυκότητα της και αυτά τα παγωμένα βερίκοκα που είχε μυρίσει την νύχτα που είχαν γνωριστεί. Νόμιζε ότι είχε πάρει φωτιά πριν, αλλά αυτό ... αυτό τον έκαψε ζωντανό. Το καβλί του κόντεψε να εκραγεί, και στήριξε το κορμί του γερά στο σκληρό πάτωμα, κουνώντας του γοφούς του, σαν να ήταν ήδη μέσα στην γυναίκα του. Τράβηξε δυνατά τα μαλλιά του, όχι για να τον απομακρύνει αλλά για να τον παροτρύνει. Έγλειψε το εσωτερικό της, νοιώθοντας τα σφικτά τοιχώματα να κλείνουν γύρω από την γλώσσα του. Ρούφηξε και κατάπιε, ύγρανε και έπαιξε με την κλειτορίδα της. Σύντομα εκείνη δεν σπαρταρούσε απλά, έκανε έρωτα στο στόμα του, τρίβονταν πάνω του, τα πόδια της έσφιγγαν τους ώμους της, τα τακούνια της χωνόταν στην πλάτη του. Βάλε τα χέρια σου πάνω από το κεφάλι σου, την πρόσταξε, και ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένος που μπορούσε να της μιλάει νοητικά, που δεν χρειαζόταν να σταματήσει αυτό που έκανε. «Για...Γιατί;» Κάν'το. Διστακτικά τον άφησε και σήκωσε τα χέρια της ψηλά. Πιάσε σφιχτά τον βράχο πίσω σου. Αυτήν την φορά τον υπάκουσε χωρίς καμμία ερώτηση. Μην τον αφήσεις. Άρπαξε τους μηρούς της, τους σήκωσε και την γύρισε στα τέσσερα, με το πρόσωπο προς το έδαφος. Έστριψε κι αυτός το κορμί του από κάτω της, εξακολουθώντας όμως να τρίβεται πάνω της και παραμένοντας ανάμεσα στα πόδια της. Το σώμα της έπεσε προς τα πίσω με τον πυρήνα της ακριβώς πάνω στο πρόσωπο του. 261


Η λαβή της από τον βράχο προστάτευσε το πρόσωπο της, από το να τριφτεί πάνω στα πέταλα των λουλουδιών, αλλά δεν την έσωσε από την αυξημένη ηδονή, που της πρόσφερε το στόμα του καθώς η γλώσσα του βυθίστηκε βαθύτερα μέσα της απ'ότι προηγουμένως. «Ω Θεέ μου. Αμούν!» Ρίγη την συγκλόνισαν, διαπερνώντας και τον ίδιο. Τόσο υγρή. Τόσο τέλεια. «Αμούν. Σε παρακαλώ, κι άλλο, χρειάζομαι, θέλω.» Με το ένα του χέρι, έσφιξε τον γοφό της. Με το άλλο, χάιδεψε το καβλί του. Καθώς την ικανοποιούσε, ικανοποιούσε και εκείνον, υποκρινόμενος ότι έκαναν έρωτα. Εκείνη άρχισε να κινείται πάνω κάτω, η μυρωδιά της τον είχε κατακλύσει, και την συντόνισε με την κίνηση του χεριού του. Τόσο διαολεμένα καλό. Είχε ποτέ βιώσει κάτι τόσο καλό; Αποκλείεται. «Βιάσου! Πρέπει να... σχεδόν... χρειάζομαι...» Αυτόν. Χρειαζόταν μόνο αυτόν. Ελευθέρωσε τον γοφό της και έβαλε το χέρι του από κάτω της, χωρίς να σταματάει την δικές του σαρκικές δραστηριότητες. Σε κανέναν από τους δύο τους. Πυρετωδώς εισχώρησε μέσα της δύο δάκτυλα. Σφικτή. Ήταν τόσο σφικτή. Και καθώς βύθιζε τα δάκτυλα του πιο βαθιά, τόσο βαθιά, εκείνη συσπάστηκε γύρω του, τραβώντας τον ακόμα πιο βαθιά. «Εκεί!» φώναξε εκείνη και η κορύφωση όξυνε την φωνή της καθώς, κάθε μυς που διέθετε, συσφίχτηκε, προσπαθώντας να τον κρατήσει μέσα της. Νοιώθοντας τους σπασμούς της γύρω του, έφτασε στα όρια του. Εκσπερμάτωσε και καυτό σπέρμα τινάχτηκε πάνω στο στομάχι του. Και όταν και τα τελευταία ρίγη της την εγκατέλειψαν, όταν και η τελευταία σταγόνα σπέρματος στέρεψε από μέσα του, αυτή σηκώθηκε και στάθηκε στα γόνατα της, ακόμα λαχανιασμένη, διακόπτοντας όμως την στενή επαφή. Βόγκηξαν και οι δύο με την απώλεια. 262


του.

Έγειρε προς το στήθος του και κατέρρευσε πάνω

Παρ'όλο που η πρώτη του σκέψη ήταν να καθαρίσει και τους δυο τους, δεν ήθελε να την μετακινήσει από πάνω του. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της, και την κράτησε, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να την αφήσει να φύγει. Το μυαλό του ήταν (με κάποιον τρόπο) ξεκάθαρο, οπότε δεν μπορούσε να κατηγορήσει την επιθυμία για την κτητικότητά του. Ήταν δική του. Τώρα... για πάντα.

263


Κεφάλαιο 17 Η ΧΑΙΝΤΙ ΚΑΙ Ο ΑΜΟΥΝ ΠΕΡΑΣΑΝ ΩΡΕΣ, μεταξύ ύπνου, φαγητού, φιλιών και κουβέντας, προσέχοντας να μην αναφέρουν το παρελθόν τους, τις συνθήκες τις οποίες βρίσκονταν ή το μέλλον τους. Ήταν απλά ένας άντρας και μια γυναίκα, τα χέρια του ενός ποτέ μακριά από τον άλλο. Μέσα σε όλα αυτά, η Χάϊντι παρέμεινε σε μια κατάσταση ευδαιμονίας, χαρούμενη με έναν τρόπο που ήξερε πως δεν μπορούσε να αντέξει. Γι'αυτήν, η ευτυχία ποτέ δεν διαρκούσε. Αυτό το ευχάριστο διάλειμμα τελείωσε όταν ο Αμούν την άφησε για να ανάψει μια φωτιά – και δεν επέστρεψε στο πλάι της. Ψαχούλεψε στο σακίδιο, στη συνέχεια τράβηξε έξω δυο ρόμπες με άκαμπτες κινήσεις. Χιτώνες αγγέλων, είπε (το ίδιο άκαμπτα). Χωρίς να κοιτάξει καν προς σ'αυτήν, έβαλε τον άσπρο στο πλευρό της. Το ύφασμα θα σε καθαρίσει. Θα ξεμπερδέψει ακόμη και τα μαλλιά σου όταν θα σηκώσεις την κουκούλα. Ένας απλός χιτώνας μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά; Ουάου. «Σε ευχαριστώ.» Παρακαλώ, είπε καθώς τραβούσε το ρούχο πάνω από το κεφάλι του. Και κατάρα αν οι λεκέδες βρωμιάς στο πίσω μέρος του λαιμού του δεν εξαφανίστηκαν. Τώρα, κάνουμε ό,τι χρειάζεται να γίνει. «Εννοείς, τώρα θα παίξουμε το παιχνίδι της ησυχίας;» Μεταξύ άλλων. Αυτή η τυπικότητα... πόσο την μισούσε. Της είχε δώσει τον πιο γλυκό, πιο αγωνιώδη οργασμό της ζωής της, παίζοντας το σώμα της με έναν τρόπο που συνέτριψε όλες τις αμφιβολία της, όλες τις αναστολές της. Πάθος την είχε κατακλύσει τόσο αδυσώπητα, που δεν μπορέσει να κρατήσει τίποτα μέσα της. Είχε εκραγεί, μόλις και μετά βίας όμως, καταφέρνοντας να 264


μετριάσει τον πάγο. Το σώμα της ήταν τώρα τόσο υπερευαίσθητο στην παρουσία αυτού του άντρα που ο πόνος, η ανάγκη γι'αυτόν, δεν την άφηνε ποτέ. Το στομάχι της συσπάστηκε και το δέρμα της έκαιγε συνεχώς. Το όνομα του μπορεί να μην ήταν γραμμένο με μελάνι στο χέρι της, αλλά παρ'όλα αυτά ήταν σημαδεμένη από αυτόν. Όσο άγγιζαν ο ένας τον άλλον, δεν υπήρχε κανένας δισταγμός εκ μέρους του. Αυτό την είχε καταπλήξει. Δεν είχε συγκρατήσει το πάθος του, δεν την είχε φέρει στο χείλος του γκρεμού, για να την εγκαταλείψει, αφήνοντας την άδεια, κενή. Παρ'όλο που ήταν θυμωμένος μαζί της. Όχι, ήταν σχεδόν... ευλαβής, καθώς την χάιδευε, σαν να ήταν εραστές με κάθε έννοια της λέξης και όχι εχθροί. Δεν ήθελε να είναι εχθρός του. Ούτε τώρα, ούτε ποτέ ξανά. Αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κανένα τρόπο για να διορθώσει την ζημιά που του είχε κάνει. Δεν είχε σκοτώσει την οικογένεια της, κάποιος άλλος δαίμονας το είχε κάνει. Δεν ήταν αυτός που είχε σκοτώσει τον σύζυγο της, ήταν σχεδόν σίγουρη γι'αυτό. Κάποιος άλλος δαίμονας πρέπει να το είχε κάνει. Πιθανότατα ένας από τους φίλους του. Και όμως, είχε τιμωρήσει τον Αμούν, παίρνοντας του κάποιον που αγαπούσε. Μισούσε τον εαυτό της γι'αυτό. Ευχόταν να μπορούσε να γυρίσει πίσω. Ευχόταν να μην είχε ποτέ μπει στην κρεβατοκάμαρα του άντρα της εκείνη την μοιραία νύχτα. Την νύχτα που τα πάντα είχαν αλλάξει γι'αυτήν. Αλλά δεν μπορούσε και όλα είχαν αλλάξει και ήλπιζε πως ίσως, ίσως, θα μπορούσε να κάνει τον Αμούν να καταλάβει τον πόνο που είχε βιώσει. Αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να κερδίσει την συγχώρεση του, αλλά ίσως να της πρόσφερε την άφεση, που δεν θα έβρισκε με άλλο τρόπο. 265


Αναστενάζοντας η Χάϊντι φόρεσε τον χιτώνα. Μόνο μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, διαπίστωσε ότι ο Αμούν δεν είχε άδικο. Κανένα σαπούνι δεν την ακούμπησε, αλλά όταν το ύφασμα έστρωσε πάνω της, δεν είχε νοιώσει ποτέ της πιο καθαρή. Καταπληκτικό! Το βλέμμα της επέστρεψε πάνω του. Ήταν προσηλωμένος τις φλόγες. Θα έπρεπε να μοιάζει με μοναχό, αλλά ακόμα και έτσι, τυλιγμένος με το άμορφο ρούχο, έδειχνε εντυπωσιακός και αισθησιακός και τόσο καταραμένα ισχυρός. Είχε αποστασιοποιηθεί ψυχικά, αλλά αυτό δεν την έκανε να σταματήσει. Βολεύτηκε μπροστά του, προσπαθώντας να μην τρέμει. Δεν της έριξε ούτε μια ματιά, αλλά έβαλε το χέρι του στο σακίδιο και τράβηξε ένα βερίκοκο. «Θα ήθελα να κάνεις κάτι για μένα,» του είπε. «Σκέψου το σαν μια επέκταση του παιχνιδιού της ησυχίας.» Ήταν έτοιμος να δαγκώσει το φρούτο. Το χέρι του σταμάτησε και επιτέλους την κοίταξε. Τα σκούρα μάτια του επιφυλακτικά. Μπορεί να περιμένει; Είμαστε εδώ πάρα πολύ καιρό. Πρέπει να φύγουμε. Ξαφνικά βιαζόταν; Δύσκολο. «Όχι. Πρέπει να το κάνουμε αυτό τώρα.» Αν περίμενε, μπορεί να έχανε το θάρρος της. Άκαμπτος, της έγνεψε καταφατικά. Πολύ καλά. Η Χάϊντι ίσιωσε τους ώμους και σήκωσε το πιγούνι της. «Είδες ένα μικρό μέρος από την νύχτα του γάμου μου. Θα... θα δεις τώρα και την υπόλοιπη;» Η επιφυλακτικότητα του εντάθηκε και ήταν σχεδόν οδυνηρό να το βλέπει. Δεν μπορώ να ελέγξω τι είδους μυστικά θα μου δείξει ο δαίμονας, Χάϊντι. «Αλλά μπορείς να δοκιμάσεις.» Έπρεπε να δοκιμάσει. Δεν νομίζω πως με καταλαβαίνεις. Για να σου δείξω τα πάντα, θα πρέπει να χρησιμοποιήσω το δαίμονα μου. «Ναι, το κατανοώ αυτό. Και πάλι θα ήθελα να προσπαθήσεις.» Την μελέτησε. Μπορώ να ρωτήσω γιατί; 266


Τόσο ευγενικός, ακόμα κι όταν έδειχνε ξεκάθαρα πως δεν ήθελε καμία σχέση με αυτό. Μήπως φοβόταν ότι σκόπευε να του δείξει κάποια στιγμή που είχε περάσει στο κρεβάτι ενός άλλου άντρα; Μήπως νόμιζε πως σχεδίαζε να τον τιμωρήσει γι' αυτό που ήταν; «Μπορείς να ρωτήσεις, αλλά δεν θα σου πω.» Δεν ήθελε να της αρνηθεί και θα το έκανε αν ήξερε την αλήθεια. Μάλλον όχι και τόσο έξυπνο εκ μέρους της. Όμως θα έπρεπε να την εμπιστευτεί. Τυφλή εμπιστοσύνη, σε όλο αυτό. Κάτι που ένας Άρχοντας ποτέ δεν θα έδινε σε έναν Κυνηγό. Ένας αναστεναγμός διαπέρασε το μυαλό της. Εντάξει. Θα δοκιμάσω. Η συναίνεση την εξέπληξε, και για κάποιο λόγο, αυτή η έκπληξη έμοιαζε να τον ερεθίζει. Είσαι έτοιμη; της πέταξε. «Ναι.» Όχι. Πεταλούδες χόρευαν μέσα στο στομάχι της. «Ναι,» επανέλαβε προς όφελος της. Με κινήσεις άκαμπτες, ο Αμούν ακούμπησε παράμερα το ζουμερό βερίκοκο και τοποθέτησε τα δυνατά, γεμάτα κάλους χέρια του πάνω στους κροτάφους της. Όπως πάντα, ήταν το ίδιο ζεστός και ευπρόσδεκτος σαν μια καλοκαιρινή μέρα. Αλλά τώρα που είχε δοκιμάσει αυτά τα μεγάλα χέρια στο στήθος της, ανάμεσα στα πόδια της, μέσα της, το να τα έχει πάνω της τόσο αθώα ήταν το πιο παρακμιακό από όλα τα βασανιστήρια. Κινήθηκε λιγάκι για να τον πλησιάσει, τακτοποιήθηκε μόνο όταν τα γόνατα τους ακούμπησαν και η άγρια μυρωδιά του την περικύκλωσε. Αν πράγματι διάβαζε την μνήμη της, θα έβλεπε μια από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες της υπερβολικά μεγάλης σε διάρκειας ζωής της. Μια αναπόληση που ποτέ δεν αποτύγχανε να την διαλύει και να αφήνει την πληγωμένη της καρδιά να αιμορραγεί. Θα χρειαζόταν την δύναμη του. Συγκεντρώσου στην αναπνοή σου, της είπε, και αυτή αναπήδησε στην απαλή εισβολή στο μυαλό της. Και κλείσε τα μάτια σου. 267


Κάθε φίλος που είχε θα την είχε αποκαλέσει ηλίθια που εμπιστευόταν έναν δαίμονα, όπως ετοιμαζόταν να κάνει, αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Αμούν της είχε δείξει την απαραίτητη τυφλή εμπιστοσύνη και εκείνη δεν μπορούσε να κάνει κάτι λιγότερο. Τα βλέφαρα της φτερούγισαν και έκλεισαν, κρύβοντας τα χαρακτηριστικά που είχε αρχίσει να λαχταράει, και εισέπνευσε μια μεγάλη ποσότητα οξυγόνου. Σιγά-σιγά ελευθέρωσε κάθε μόριο της. Καλό κορίτσι. Στην επόμενη εισπνοή της, ένιωσε τολύπες από κάτι... ζεστό και σκοτεινό να ανασύρονται από μέσα της, να ταρακουνάνε το μυαλό της, όπως ο άνεμος συχνά ο άνεμος ταρακουνούσε τα φύλλα στα δέντρα. Το είχε ξαναζήσει αυτό, αλλά ήταν ναρκωμένη, ληθαργική, και αγνοούσε τι αντιπροσώπευαν αυτή η ζέστη και το σκοτάδι. Τώρα ήξερε – και προσπάθησε να μην πανικοβληθεί. Αυτή το ζήτησε αυτό. Το ήθελε αυτό. Αλλά δεν έμεινε ήρεμη για πολύ. Δαίμονας, σκέφτηκε άγρια. Η καρδιά της συγκρούστηκε με τα πλευρά της, απειλώντας να βγει έξω από το στήθος της. Στα τυφλά σήκωσε τα χέρια και τύλιξε τα δάχτυλα της γύρω από τους σταθερούς και ζεστούς καρπούς του Αμούν. Συνέχισε να εισπνέει και να εκπνέει. Κρατήθηκε από πάνω του όσο πιο σφιχτά γινόταν, όχι για να τον απωθήσει αλλά για να θυμίσει στον εαυτό της πως ήταν εκεί μαζί της. Πως δεν θα άφηνε ποτέ το θηριώδες μισό του να την βλάψει. Και, για να είναι ειλικρινής, ο δαίμονας ποτέ δεν το είχε προσπαθήσει στ'αλήθεια. Για την ακρίβεια, ο δαίμονας την είχε βοηθήσει, αποκαλύπτοντας της το όμορφο πρόσωπο της αδερφής της, δείχνοντας της τις χαρούμενες στιγμές πριν από τον θάνατο του άντρα της. Γιατί το πλάσμα είχε κάνει αυτό; 268


Γιατί της είχε δείξει τα καλά πράγματα; Δεν υποτίθεται πως τα σατανικά όντα συγκεντρώνονταν στα κακά; Αν και δεν μπορούσε να βρει τις απαντήσεις, χαλάρωσε. Και καθώς η ακαμψία εγκατέλειψε την σπονδυλική της στήλη, πολύχρωμες εικόνες άρχισαν να περνούν μέσα από το μυαλό της. Για άλλη μια φορά είδε το, σαν χερουβείμ, πρόσωπο της μικρής της αδερφής, που κοιτούσε προς τα πίσω και της χαμογελούσε, καθώς έτρεχαν σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Αθώα, ξένοιαστα χαχανητά ηχούσαν μεταξύ τους, και για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, το κρύο έφυγε εντελώς από το σώμα της Χάϊντι, αφήνοντας την λουσμένη σε ακτίνες θερμότητας. Η εικόνα άλλαξε. Γύρνα πίσω! Φώναξε στο μυαλό της, καθώς δεν ήταν ακόμα έτοιμη να αποχωριστεί την αδερφή της, ξανά. Και μετά είδε το ενήλικη έκδοση του εαυτού της να στέκεται σε εκείνη την παλιά βεράντα, το νυφικό της στο χρώμα της λεβάντας να τυλίγει την λεπτή της μορφή και οι χρυσές της μπούκλες σχεδόν να λάμπουν στο φως του φεγγαριού. Αυτό ήταν. Αυτό που ήθελε να δείξει στον Αμούν – αυτό που έτρεμε να δείξει στον Αμούν. «Είσαι νευρική, γλυκιά μου;» η παλιά της υπηρέτρια ρώτησε, τραβώντας την πάλι στο όραμα. Η Χάϊντι είδε τον εαυτό της να γυρίζει, άκουσε τον εαυτό της να απαντάει στην Λεόρα. Ακολούθησε μια συζήτηση που τράβηξε ως την αιωνιότητα. Πότε θα ησύχαζαν; Πότε θα...; Η γριά γυναίκα περιστράφηκε πάνω στα τυλιγμένα με σανδάλια πόδια τις και οδήγησε την Χάϊντι μέσα σε ένα φωτισμένο με πυρσούς διάδρομο. Προς την κρεβατοκάμαρα του αφέντη. Αυτό ήταν, σκέφτηκε και πάλι. Η λαβή της Χάϊντι σφίχτηκε πάνω στον Αμούν, ρίγη την κλόνιζαν. Ακριβώς όπως και πριν, η αψιδωτή πόρτα ξεπρόβαλε κοντά... ακόμα πιο κοντά... μόνο που αυτή την φορά, δεν προσπάθησε να σταματήσει τον εαυτό της. 269


Ακόμα πιο κοντά... Καθώς η Λεόρα επιβράδυνε τον ρυθμό της, χαμογέλασε πάνω από τον ώμο της. Επιτέλους έφτασαν στην πόρτα και η υπηρέτρια παραμέρισε στο πλάι. Η Χάϊντι ήθελε να κάνει εμετό καθώς έβλεπε τον εαυτό της να σηκώνει το χέρι της. Είδε τα δάχτυλα της να κουλουριάζονται γύρω από την άκρη της κουρτίνας και να παραμερίζει το ύφασμα. Οι ώμοι της ίσιωσαν καθώς έμπαινε στο εσωτερικό του θαλάμου, με την κουρτίνα να πέφτει στην θέση της, πίσω της. Στην αρχή, η Χάϊντι στο όραμα δεν μπορούσε να βγάλει νόημα από αυτό που έβλεπε. Αλλά η μυρωδιά, ω, Θεέ μου, η μυρωδιά... μεταλλική, χάλκινη... ανακατεμένη με την δυσωδία από αδειασμένα έντερα. Ήξερε αυτή την μυρωδιά πολύ καλά: θάνατος. Οι κάποτε λευκοί τοίχοι ήταν πιτσιλισμένοι με πορφυρό χρώμα. Στο πάτωμα, ο σύζυγος της κειτόταν σε κομμάτια. Η υστερία αναδύθηκε από μέσα της όπως κοίταξε ολόγυρα της. Το μακελειό – δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει. Ο Σόλων... ένα κομμάτι εδώ, ένα κομμάτι εκεί, ένα κομμάτι παντού. Οι λέξεις γέμισαν το μυαλό της, η τρέλα της τις σφετερίστηκε φτιάχνοντας ένα τραγούδι. Τα γόνατα της χτυπούσαν μεταξύ τους, και η ζαλάδα σχεδόν την έπνιξε. Η ψυχρή ανάσα της μπαινόβγαινε από την μύτη της, ανεξέλεγκτη τώρα. Τότε είδε κάτι πολύ χειρότερο από το μακελειό. Στο κέντρο του δωματίου, το πλάσμα από τους εφιάλτες της αιωρούνταν πάνω από μια πηγμένη λακκούβα αίματος. Όπως και πριν, η μαύρη κουκούλα ήταν τραβηγμένη πάνω από το πρόσωπο του, κρύβοντας τα χαρακτηριστικά του. Αλλά ανάμεσα στις σκιές, μπορούσε να δει το λαμπερό κόκκινο των ματιών του. Αργά σήκωσε το ένα χέρι, ένα μοναδικό ροζιασμένο δάχτυλο έδειξε προς το μέρος της. Οργή ξεχείλιζε από μέσα του. Τόσο πολύ οργή, περιβάλλοντας την με μοχθηρία. Το μίσος ακολούθησε. Τόσο πολύ μίσος. Το παράδοξο της παρουσίας του την ξύπνησε από 270


τον άηχο τρόμο της και ούρλιαξε. Ούρλιαξε και ούρλιαξε και ούρλιαξε. Δεν μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό της, ακόμα και όταν κάθε νέος θρήνος έγδαρε τον λαιμό της. Πίεσε τις παλάμες πάνω στα αυτιά της. Αυτό δεν βοήθησε. Τα ουρλιαχτά ακόμα την ρήμαζαν. Το πλάσμα αιωρήθηκε προς το μέρος της, και επιτέλους αυτή σώπασε. Τόσο κοντά... σχεδόν πάνω της... εκείνη παραπάτησε προς τα πίσω μέχρι που χτύπησε στον τοίχο. Λίγο πριν την φτάσει, αρκετοί άντρες, ντυμένοι στα μαύρα, εισέβαλαν από την βεράντα μέσα στο δωμάτιο, με τα όπλα τους σηκωμένα. «Εκεί!» ένας από τους άντρες φώναξε. «Είχε δίκιο! Ο δαίμονας είναι εδώ!» Δαίμονας; Αυτός; Πως το ήξερε "εκείνος ο άντρας"; Προχώρησαν προς τον εφιάλτη της με τις λάμες σηκωμένες, έτοιμες να τον κόψουν σε κομματάκια, όπως είχε κάνει ο ίδιος στον σύζυγο της. Ω, Θεέ μου. Ο σύζυγος της. Ίσως το πλάσμα να μην τον είχε σκοτώσει τελικά, γιατί υπήρχαν και άλλοι σαν και αυτόν στο δωμάτιο, και τώρα έβγαιναν από τις σκιές, με τα μάτια τους να λάμπουν φωτεινά, κόκκινα. Το πλάσμα εξαφανίστηκε πριν οι άνθρωποι ή οι άλλοι το φτάσουν. Δίπλα της, η κουρτίνα στριφογύρισε ανοίγοντας. Τα γόνατα της Χάϊντι δεν άντεξαν άλλο, καθώς η Λεόρα και οι φρουροί, που ο Σόλων είχε διατάξει να βρίσκονται εκεί γύρω, εισέβαλαν στο δωμάτιο. Ήταν τόσοι πολλοί, που στη βιασύνη τους να ανακαλύψουν τι είχε συμβεί, δεν την είδαν καθόλου. Την παρέσυραν μπροστά και το αίμα του Σόλωνα μούσκεψε το όμορφο φόρεμα της. Οι φρουροί επιτέθηκαν στους άνδρες από την βεράντα και τις σκιές, κατηγορώντας τους προφανώς για τον φόνο του αφέντη τους. Μέταλλο σφύριξε στον αέρα, σπαθιά χτύπησαν μεταξύ τους, δέρμα έσκασε καθώς σκιζόταν και άντρες γρύλισαν από πόνο. 271


Μετά ακόμα μια ομάδα από πολεμιστές μπήκε στο δωμάτιο. Και, αυτοί επίσης, ήρθαν από την βεράντα. Θα πρέπει να είχαν σκαρφαλώσει από το πλάι του σπιτιού. Αυτοί ήταν μακράν μεγαλόσωμοι και μυώδεις από ότι οι υπόλοιποι – και τα μάτια τους έλαμπαν με την ίδια απόχρωση από διαβολικό κόκκινο όπως καθένας από τους υποτιθέμενους δολοφόνους του Σόλωνα. «Και άλλοι δαίμονες!» κάποιος φώναξε. «Αυτοί θα πρέπει να μας ακολούθησαν!» «Κυνηγοί,» ένας από τους νέους πολεμιστές μούγκρισε, και με κάποιο τρόπο η αντήχησε σαν με χιλιάδες άλλες φωνές. Κάθε μια τους βασανιστήριο. «Θάνατος. Θα πεθάνετε.» Μια καινούργια μάχη ξεκίνησε, και αυτή ένας μακάβριος χορός από αστραφτερό ασήμι και ακονισμένα νύχια, και τα σώμα έπεφταν το ένα μετά το άλλο γύρω της. Ακόμα και η γερασμένη, ανυπεράσπιστη Λεόρα χτυπήθηκε και ένα μαχαίρι προεξείχε από το στήθος της. Υπήρξαν περισσότερα γρυλίσματα, αμέτρητοι αγωνιώδης αναστεναγμοί και κτηνώδεις κραυγές και κάθε μια να ενώνεται με κάθε καινούργια δική της. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, έπρεπε να πάρει ανάσα. Έπρεπε να δραπετεύσει. Περισσότεροι υπηρέτες και φρουροί μπούκαραν στο δωμάτιο, αλλά και αυτοί, επίσης, γρήγορα έγιναν θύματα της αιματηρής μάχης. Ανάσανε, ανάσανε. Η Χάϊντι προσπάθησε να ξεφύγει, να κρυφτεί, αλλά το πάτωμα ήταν τόσο ολισθηρό, μπλοκαρισμένο από όλους αυτούς τους νεκρούς, και δεν κατάφερε να απομακρυνθεί. Και ξαφνικά κάποιος άρπαξε το πίσω μέρος του χιτώνα της και την έστησε στα πόδια της. Ω, Θεέ μου. Αυτό ήταν, το τέλος. Στην πραγματικότητα, η Χάϊντι ετοίμασε τον εαυτό της, ξέροντας τι θα ερχόταν στην συνέχεια. Προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την σκηνή, να προσποιηθεί πως έβλεπε μόνο μια ταινία. Πως οι άνθρωποι που πέθαιναν γύρω της ήταν ηθοποιοί, ότι ο πόνος τους 272


ήταν ψεύτικος. Τότε ήταν που η σκηνή άρχισε να επιβραδύνει, και μέσω του Αμούν και του δαίμονα του, ήταν σε θέση να δει τα πράγματα που δεν είχε προσέξει ποτέ πριν. Ξαφνικά, οι παίκτες είχαν ονόματα, πρόσωπα που αναγνώριζε. Εκεί ήταν ο Στράϊντερ – η Ήττα – χαμένος μέσα στον δαίμονα του που μαχαίρωνε ένα Κυνηγό. Εκεί ήταν και ο Λούσιεν – ο Θάνατος – με τα παράταιρα μάτια του πιο κρύα και από τον παγετώνα μέσα της. Είχε δει εικόνες τους κατά το πέρασμα των χρόνων, και ήξερε πως τώρα πια ήταν σημαδεμένος. Αλλά εδώ, δεν ήταν σημαδεμένος καθώς πάλευε με την θανατηφόρα απειλή, και η ομορφιά του σου έκοβε την ανάσα. Ή θα το έκανε αν το αίμα κάποιου άλλου δεν έσταζε από το στόμα του. Είχε μόλις ξεριζώσει την τραχεία ενός άνδρα με τα δόντια του. Ο Σαβίν, ο Κέϊν, η Καμέο. Ο Γκίντεον, ο Πάρις, ο Μάντοξ, Ο Ρέγιες. Ο Μπέϊντεν και τα κόκκινα μαλλιά του πραγματικά να τρίζουν με ζωντανές φλόγες. Ο Έρον με τα μαύρα φτερά του απλωμένα και οι άκρες τους το ίδιο κοφτερές σαν στιλέτα. Όλοι βρίσκονταν εκεί ,εκτός από τον Τόριν και τον Αμούν. Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια συνειδητοποίησε, καθώς το βλέμμα της στράφηκε στον άντρα που είχε πιάσει τον χιτώνα της. Ο Αμούν. Ο Αμούν την κρατούσε. Τόσο σκοτεινός, άγριος με ένα τρόπο όπως δεν τον είχε δει ποτέ πριν. Τα μάτια του, σαν δίδυμα ρουμπίνια βγαλμένα από τις φωτιές της κολάσεως. Τα χείλη του, τραβηγμένα με μια μόνιμη βλοσυρότητα. Τα δόντια του, κοφτερά και λευκά και σχεδόν... τερατώδη. Τα ζυγωματικά του ήταν χαραγμένα και τα οστά αποκαλύπτονταν. Είχε ένα χέρι περασμένο γύρω από την μέση της, αποτρέποντας την από το να το σκάσει. Όχι ότι θα μπορούσε. Οι μύες της είχαν παραλύσει από το φόβο. Ένας Κυνηγός πήδηξε προς το μέρος τους, με το σπαθί σηκωμένο, ο Αμούν την μετακίνησε πίσω του – 273


αλλά ένα σπαθί που είχε στόχο εκείνον, την έκοψε από την μια άκρη του λαιμού στην άλλη. Μια κραυγή αγωνίας γουργούρισε από μέσα της καθώς τα πόδια της δεν κρατούσαν πια άλλο το βάρος της. Αλλά δεν έπεσε στο πάτωμα, ο Αμούν την κρατούσε ακόμα. Γύρισε τότε και, η πραγματική Χάϊντι κατέγραψε την λάμψη από το σοκ που ξαφνικά πλημμύρησε τα χαρακτηριστικά του όταν είδε τι της είχε συμβεί. Εκείνη πάντα πίστευε πως ο άντρας που την κρατούσε την είχε χρησιμοποιήσει σαν ανθρώπινη ασπίδα, αλλά ακριβώς τότε, συνειδητοποίησε πως είχε προσπαθήσει να την σώσει. Ακόμα και τότε. Ακόμα και υπό την επήρεια του δαίμονα του. Στο όραμα, εκείνη κρεμάστηκε από την χαλαρή πια λαβή του και ο κόσμος της άρχισε να σκοτεινιάζει. Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που πέθανε. Αλλά ακόμα και τότε, το όραμα δεν ξεθώριασε. Η μνήμη του Αμούν θα πρέπει να συνέχισε από εκεί που σταμάτησε η δική της, γιατί η μάχη συνεχίστηκε γύρω από το άψυχο πλέον σώμα της. Παρακολουθούσε καθώς ένας εξοργισμένος Αμούν πέρασε από πάνω της και διέλυσε, τον άνθρωπο που την σκότωσε, σχίζοντας τον από το ένα άκρο ως το άκρο, όπως ακριβώς είχαν κόψει τον Σόλωνα. Ο Αμούν της απέδειξε, πως ο αποχωρισμός τους τον σπάραξε. Ο Κυνηγός ούρλιαζε, με κάθε νέο κόψιμο, τρομοκρατημένες κραυγές για έλεος. Αλλά έλεος ήταν κάτι, που κανείς σε αυτό το δωμάτιο δεν διέθετε. Και καθώς ο Αμούν ήταν απασχολημένος στο έργο του, άλλος ένας Κυνηγός κατάφερε να γλιστρήσει πίσω του και να προσπαθήσει να του πάρει το κεφάλι. Το απέφυγε γρήγορα, η λεπίδα ίσα που ακούμπησε τον λαιμό του, γδέρνοντας τον ελάχιστα. Με ένα βρυχηθμό, περιστράφηκε με το χέρι του υψωμένο για να απωθήσει τον δράστη μακριά. Ο Κυνηγός είχε ήδη επανατοποθετήσει τον εαυτό του ωστόσο και επιτέθηκε και 274


πάλι. Αυτή τη φορά, το μαχαίρι βρήκε στόχο, χτυπώντας την σπονδυλική στήλη του και το στόμα του Αμούν άνοιξε διάπλατα. Αίμα έτρεξε, και το σώμα του κατέρρευσε δίπλα στο δικό της. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο και το αίμα του έσμιξε με το δικό της, λιμνάζοντας ανάμεσα τους, εμποτίζοντας τις πληγές τους. Δένοντας τους, από εκείνη την στιγμή και για πάντα; Βλέποντας τον φίλο τους κάτω, οι άλλοι Άρχοντες εξαγριώθηκαν ακόμη περισσότερο – και έγιναν πολύ πιο μοχθηροί. Οι εναπομείναντες Κυνηγοί και οι φρουροί υπέκυψαν σύντομα στην πιο άγρια σφαγή που είχε δει ποτέ της. Και όταν τελείωσε, οι πολεμιστές, λαχανιασμένοι και ιδρωμένοι, αλλά ελάχιστα ήρεμοι, μάζεψαν τον Αμούν και τον έσυραν έξω από την αίθουσα και το σπίτι. Επιτέλους το όραμα ξεθώριασε και το μυαλό της Χάϊντι επέστρεψε πίσω στο παρόν. Βρισκόταν ακόμα καθισμένη μπροστά στον Αμούν, αλλά κομμάτια πάγου ήταν κρυσταλλοποιημένα πάνω στο δέρμα της. Αλλά αυτός είτε δεν το πρόσεξε, είτε δεν τον ένοιαξε, γιατί τα χέρια του ήταν ακόμη πάνω στους κροτάφους της, το μόνο κομμάτι που αισθανόταν θερμό. Με ένα βογκητό, διέκοψε την επαφή και μικροσκοπικοί κρύσταλλοι πάγου πέταξαν σε κάθε κατεύθυνση. Η έκφραση του ήταν βασανισμένη, και τα μάτια του άστραφταν κατακκόκινα. Περιέργως, βλέποντας το κόκκινο δεν τρόμαξε. Ενώ η ανάμνηση του τι είχε συμβεί πριν από τόσο καιρό, εξακολουθούσε να παίζει στο μυαλό της. Λυπάμαι τόσο πολύ Χάϊντι. Τόσο πολύ. Η φωνή του ήταν το ίδιο βασανισμένη όσο και η έκφραση του. «Γιατί;» Η μοναδική λέξη έγδαρε τον λαιμό της, η φωνή της βραχνή και σπασμένη. Μήπως ούρλιαζε κατά την διάρκεια του οράματος και απλά δεν το είχε καταλάβει; «Δεν έκανες τίποτα λάθος.» Το ήξερε αυτό τώρα. Ήταν 275


συνεπαρμένη. Είχε κάνει τα πάντα σωστά. Οι Κυνηγοί θα πρέπει να κυνηγούσαν τον άλλον δαίμονα. Και δεν ξέρω αν το πλάσμα που ήταν ντυμένο με τον χιτώνα σκότωσε τον σύζυγο σου ή αν ήταν ένας από τους Άρχοντες που έφτασε στην κρεβατοκάμαρα πρώτος. Το μόνο που ξέρω είναι πως εγώ ήμουν μέρος της ομάδας που έφτασαν τελευταίοι. Δεν προσπαθούσα να σε πληγώσω, έσπευσε να πει. Το ορκίζομαι στους Θεούς πως δεν το έκανα. «Το ξέρω. Τώρα.» Ακριβώς όπως ήξερε πως είχε κοντέψει να πεθάνει για χάρη της, εκδικούμενος μια πραγματική ξένη. Θεέ μου, ήθελε να απαλλάξει τον εαυτό της από την ανάμνηση. Το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να αποδυναμώσει τα επιχειρήματα της. Είχε καταστρέψει αυτόν τον άντρα για το τίποτα. Για το τίποτα! Δεν είδα ποτέ το πρόσωπο σου εκείνη την νύχτα. Είδα μόνο μια τρομαγμένη γυναίκα και προσπάθησα να την μετακινήσω – εσένα – από την μάχη. Αλλά αντί για αυτό σε έβαλα στην μέση της. Δεν θα είχες πεθάνει αν σε είχα αφήσει στο πάτωμα. Δεν έπρεπε να νοιώθει ένοχος για αυτό. Δεν θα τον άφηνε. «Δεν ξέρεις τι θα μου είχε συμβεί, Αμούν. Δεν...» Μην προσπαθείς να με κάνεις να νοιώσω καλλίτερα. Μην προσπαθείς να με παρηγορήσεις. Θεοί, δεν το αξίζω. Δεν αξίζω ούτε να βρίσκομαι εδώ με εσένα. Εσένα, να με βοηθάς. Εμένα. Τον άντρα που σε έβαλε στο διάβα ενός μαχαιριού. Ένα πικρό γέλιο του ξέφυγε καθώς έσφιξε και ξέσφιξε τα χέρια του. Όλους αυτούς τους αιώνες, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι άλλοι επέτρεπαν στους εαυτούς να νιώθουν τύψεις για πράξεις που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Εν τω μεταξύ, εγώ είμαι ο χειρότερος παραβάτης από όλους τους. Εξαιτίας μου, εσύ πέθανες. Εξαιτίας μου, εσύ κυνήγησες τον Μπέϊντεν. Αυτή δεν ήταν η αντίδραση που περίμενε ή ήθελε. «Αμούν, εγώ...» 276


Αν θέλεις να καλέσω τον άγγελο, θα βρω έναν τρόπο να το κάνω. Μπορεί να σε επιστρέψει στους... φίλους σου. Δεν είσαι υποχρεωμένη να το κάνεις αυτό. Δεν είσαι υποχρεωμένη να με βοηθήσεις. Εκείνος πήρε το βλέμμα του από πάνω της και σηκώθηκε όρθιος. «Δεν πρόκειται να σε αφήσω,» του είπε, θυμωμένη τώρα. «Και είδες και μόνος σου πως δεν ήσουν εσύ αυτός που με σκότωσε. Εσύ προσπάθησες να με σώσεις. Και επιπλέον, εγώ σε κατηγόρησα όταν...» Με κατηγόρησες και δικαίως το έκανες! Βούτηξε το σακίδιο, το διέταξε να του παράσχει καθαρά ρούχα και για τους δυο τους και μετά της πέταξε ένα πουκάμισο και ένα τζιν. Οι χιτώνες είναι καλοί για τις σπηλιές, αλλά όχι για κίνηση. Πρέπει να αλλάξεις. Φεύγουμε. «Άκουσε με. Σε κατηγόρησα άδικα και...» Τελειώσαμε με αυτήν την κουβέντα. Άλλαξε. Τώρα. Ποτέ, μα ποτέ δεν της είχε φερθεί έτσι, ούτε όταν είχαν ανακαλύψει ποιος ήταν ο καθένας τους, και δεν είχε ιδέα πώς να τον πιάσει, πώς να τον κάνει να καταλάβει. Τρέμοντας, η Χάϊντι αφαίρεσε τον χιτώνα και φόρεσε τα καινούργια ρούχα. «Εμείς... δεν μπορούμε φύγουμε ακόμα. Όχι μέχρι να ξέρουμε τι πρόκειται να αντιμετωπίσουμε.» Πήρε το σακίδιο και είπε, «Δώσε μας οδηγίες για να μπορέσουμε να περιηγηθούμε με επιτυχία στο επόμενο βασίλειο.» Όταν έβαλε το χέρι της μέσα, βρήκε ένα μικρό, κιτρινισμένο πάπυρο. Χωρίς λέξη, ο Αμούν πήρε το σακίδιο και βόλεψε τα λουριά πάνω στους ώμους του. Με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, φάνηκε να απομακρύνετε όλο και περισσότερο από αυτήν, και αυτή εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει. Δεν τον κατηγορούσε πια για ό,τι είχε συμβεί, οπότε γιατί αυτός κατηγορούσε τον εαυτό του; Γιατί είχε αποτύχει; Γιατί φοβόταν μήπως αποτύγχανε και πάλι; «Αμούν,» είπε, προσπαθώντας ακόμα μια φορά να τον πλησιάσει. Έπρεπε να τον πλησιάσει. 277


Έλα, της απάντησε, βηματίζοντας έξω από το σπήλαιο, εξαναγκάζοντας την ή να τον ακολουθήσει ή να μείνει πίσω. Ο πάπυρος τσαλακώθηκε καθώς άθελα της έσφιξε την γροθιά της. «Δεν πρόκειται να σε αφήσω να με κλείσεις απ'έξω,» είπε, γνωρίζοντας πως δεν την άκουγε αλλά αισθανόμενη καλλίτερα απλώς λέγοντας τα λόγια. Ανάγκασε τον εαυτό της να χαλαρώσει και να ακολουθήσει τον άντρα της – και ήταν ο άντρας της, δεν υπήρχε αμφιβολία για αυτό πια – καθώς ο ίδιος κατευθυνόταν στο άγνωστο.

278


Κεφάλαιο 18 ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΗΤΑΝ ΧΑΛΙΑ. Ο Στράϊντερ καθόταν στην θέση του συνοδηγού στην Κάντιλακ, που είχε κλέψει ο Γουίλιαμ, κοιτώντας έξω στον χέρσο τοπίο και στο φθίνων φως του ήλιου. Αυτό ήταν το οδικό ταξίδι από την κόλαση. Μετά το επεισόδιο με το αόρατο κορίτσι, το οποίο τύχαινε να είναι η εμμονή του Πάρη, η Σιέννα, ο Πάρης είχε χάσει το λιγοστό μυαλό που του είχε απομείνει και επιτέθηκε στον Γουίλιαμ γιατί δεν εμπόδισε τον θεό βασιλιά να φύγει μαζί της. Είχε χρειαστεί όλη η δύναμη που είχε ο Στράϊντερ – και ένα στιλέτο στην ραγισμένη καρδιά του φίλου του – για να νικήσει τον υστερικό πολεμιστή. Έπειτα, αιμορραγώντας και καθόλου ήρεμος, ο Πάρις έδιωξε κλωτσιδόν τον Στράϊντερ και τον Γουίλιαμ από το κτήμα του, μαζί με τις στριπτιζέζ. Αλλά ο Πάρις σύντομα συνειδητοποίησε πως η Σιέννα θα μπορούσε να δραπετεύσει και πάλι από τον Κρόνο και να επιστρέψει σε αυτόν, και πως χωρίς τον Γουίλιαμ, δεν θα μπορούσε να την δει. Οπότε ο τραυματισμένος Πάρις είχε τρέξει ξοπίσω τους και επέμεινε να πάει μαζί τους. Καθόλου δύσκολο έργο αφού μετά βίας είχαν φτάσει μέχρι το γραμματοκιβώτιο του, στο τέλος του δρόμου και είχαν αποφασίσει να ξεκουραστούν. Για μερικές ώρες. Ο πονοκέφαλος από αμβροσία ήταν το ίδιο χάλια όπως και οι διακοπές. Οδηγούσαν στον ανοιχτό δρόμο για αμέτρητες ώρες, και τις περισσότερες από αυτές, ο Πάρις τις είχε περάσει φωνάζοντας τον Κρόνο, εκτοξεύοντας απειλές και γενικώς εκνευρίζοντας μέχρις εσχάτων τους υπόλοιπους. Στο τέλος, όμως, είχε ησυχάσει και τώρα κοιμόταν 279


μακάρια στο πίσω κάθισμα, και η απώλεια αίματος τον είχε αφήσει στραγγισμένο. Λίγο πριν να τον πάρει ο ύπνος, είχε ορκιστεί να καλέσει τον Λούσιεν και να απαιτήσει από τον ξενιστή του Θανάτου να τον διακτινίσει στους ουρανούς, όταν τα τραύματα του θα επουλώνονταν. Ο Πάρις επρόκειτο να κυνηγήσει την γυναίκα του. Αυτού του είδους η ψυχαναγκαστική επιθυμία για μια συγκεκριμένη γυναίκα δεν ήταν έξυπνη, και ο Στράϊντερ αναγνώρισε ότι και ο ίδιος όδευε με μεγάλη ταχύτητα προς την ίδια κατεύθυνση, όσον αφορούσε την Δήμιο. Αντίθετα με τον Πάρη όμως, είχε πρόθυμα παραιτηθεί από την γυναίκα, και ξαφνικά, ήταν ευγνώμων για αυτό. Αν είχε συνεχίσει σε αυτήν την κατεύθυνση, θα είχε στο τέλος παλέψει με τον Αμούν για χάρη της. Το να παλέψει με ένα φίλο για χάρη μιας γυναίκας θα ήταν η επιτομή της βλακείας. Λάθος από όποια πλευρά και να το έβλεπες, λάθος σε κάθε επίπεδο. Πρώτον, εκτιμούσε τις φιλίες του. Δεύτερον, καμμιά γυναίκα δεν άξιζε τον μπελά που μπορούσε να προκαλέσει, ειδικά όταν ήξερε πως μια μέρα θα έχανε το ενδιαφέρον του για αυτήν. Τρίτον, μια Κυνηγός πραγματικά δεν άξιζε τον μπελά που προκαλούσε. Τέταρτον, το σεξ ήταν σεξ. Ένας άντρας μπορούσε να το βρει παντού, όπως αποδείχτηκε από το χρόνο που πέρασε στο κτήμα του Πάρη. Αναστέναξε και συγκεντρώθηκε στο ηλίθιο τοπίο. Δέντρα. Λόφοι που εναλλάσσονταν. Και... ω, διάολε ναι. Ένα παντοπωλείο, ακριβώς μπροστά. «Κάνε στην άκρη,» διέταξε. «Τι;» ο Γουίλιαμ του έριξε μια τώρα-δεν-είναι-ώρα-για-αστεία ματιά. «Μόλις καταφέραμε να έχουμε λίγη ησυχία και εσύ θες να την καταστρέψεις μόνο και μόνο για να πας για κατούρημα; Είσαι τόσο μωρό.» «Ρεντ Χοτς 2, φίλε.» Θα μπορούσε να καταστρέψει 2

Red Hots: Μικρές κόκκινες καραμέλες με γεύση κανέλα.

280


τα πάντα για μια μπουκιά από αυτές. «Τώρα κάνε στην άκρη γαμώτο.» «Ω, και Γκάμι Μπέαρς 3. Έπρεπε να το είχες πει.» Το αμάξι έκανε δεξιά, έπιασε τον παράδρομο και τελικά σταμάτησε απότομα μπροστά από το – σε εικοσιτετράωρη βάση – ανοιχτό κατάστημα. Εύσωμοι φορτηγατζήδες έμπαιναν και έβγαιναν, καθώς επίσης και οικογένειες που ταξίδευαν στην εξοχή. Ο Γουίλιαμ έδειξε με τον αντίχειρα του το πίσω κάθισμα. «Και τι θα γίνει με την ωραία κοιμωμένη;» «Δεν πρόκειται να σκοτώσει τον εαυτό του, όσο θα λείπουμε.» «Έχεις καθόλου ένστικτο αυτοσυντήρησης;» Μάτια στο μπλε του πάγου έλαμψαν με σαρδόνιο διάθεση. «Εννοούσα, αν ξυπνήσει και κλέψει το αμάξι μας και μας εγκαταλείψει;» «Εύκολο. Κλέβουμε ένα φορτηγό και παίζουμε κυνηγητό. Πάντα ήθελα να οδηγήσω μια μεγάλη νταλίκα.» «Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι Στράϊντι φίλε μου. Ίσως και να το κάνουμε αυτό τελικά.» Από συνήθεια, ο Στράϊντερ έκανε ένα έλεγχο στην περίμετρο πριν βγει από το αμάξι. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού, όταν δεν ήταν χαμένος στις σκέψεις του, πρόσεχε να μην τους παρακολουθούν. Μέχρι τώρα, όλα καλά. Ούτε μια φορά δεν παρατήρησε κάτι ύποπτο. Για να είναι ειλικρινής, αυτό ήταν κάπως απογοητευτικό. Περίμενε πως ο φίλος της Χάϊντι θα ερχόταν ξοπίσω της. Σκατά, ο τύπος είχε ορκιστεί να αδειάσει τα σωθικά του Στράϊντερ και να του αφαιρέσει όλα του τα άκρα. Ω, καλά. Αυτός και ο Γουίλιαμ μπήκαν στο κατάστημα πλάιπλάι και μετά χώρισαν. Φορούσαν ακόμη τα μαγιό τους, αλλά φορούσαν επίσης κοντομάνικα μπλουζάκια και σαγιονάρες. Οπότε 3

Gammy Bears: Πολύχρωμα ζελεδάκια.

281


δεν ήταν εντελώς ακατάλληλα ντυμένοι, καθώς τριγύριζαν ανάμεσα στους διαδρόμους, και άρπαζαν ό,τι χρειάζονταν. Ακόμα και έτσι όμως, οι άνθρωποι κοιτούσαν. Ίσως γιατί έμοιαζαν με γίγαντες σε σύγκριση με όλους τους υπόλοιπους, τόσο σε ύψος όσο και σε μυϊκή μάζα. Ίσως εξαιτίας των αποκαλυπτικών εξογκωμάτων από όπλα στη μέση τους. Ή γιατί ο Γουίλιαμ άνοιξε ένα σακουλάκι από Ντορίτος 4 και έτρωγε καθώς ψώνιζε. Δύσκολο να πει κανείς. «Βλέπεις καθόλου Γκάμι Μπέαρς;» ρώτησε ο Γουίλιαμ. Ο Στράϊντερ ισορρόπησε πέντε κουτάκια από Ρεντ Χοτς και πέντε από Χοτ Ταμάλις 5 στον βραχίονα του ενός χεριού του, καθώς περιδιάβαινε τα ράφια. «Όχι. Συγνώμη.» Άρπαξε μερικά Τγουίνκιες 6 για τον Πάρη και τα πέταξε στην κορυφή του σωρού. Δεν ήταν τηγανιτά, αλλά διάολε. Οι γυναίκες έτρωγαν γλυκά όταν ανέρρωναν από ραγισμένες καρδιές, και ο Πάρις σίγουρα φερόταν σαν γυναίκα. Ο τύπος θα αισθανόταν ευγνώμων για το οτιδήποτε. Ο Στράϊντερ χαμογελούσε στον εαυτό του καθώς πρόσθεσε σόδα στο κοκτέϊλ με τα υπόλοιπα αναψυκτικά 7. Ο Πάρης, να συμπεριφέρεται σαν γυναίκα. Τι ήταν καινούργιο σχετικά με αυτό; Όταν το υγρό έφτασε αφρίζοντας στο χείλος του ποτηριού, έβαλε το καπάκι και τοποθέτησε το καλαμάκι στη θέση του. Λίγο δύσκολο να το κάνει με ένα χέρι αλλά τα κατάφερε. Ρούφηξε. Καλό. Doritos: Μικρές τριγωνικές, μεξικάνικες πίτες, με γεύση καλαμποκιού. Σαν τριγωνικά πατατάκια. 5 Hot Tamales: Κόκκινες καραμέλες, σαν κάψουλες, με γεύση κανέλα. 6 Twinkies: Κέικ από παντεσπάνι, με κρεμώδη γέμιση. Φτιάχνεται από αλεύρι σίτου, ζάχαρη και σιρόπι καλαμποκιού. Καναδικής προέλευσης. 7 Suicide Soda: Διάφορα αναψυκτικά, ανακατεμένα μαζί, σαν κοκτέϊλ, π.χ.: Coca cola, σόδα, λεμονάδα, γκαζόζα. 4

282


Πίσω του, πνιχτές ανάσες αντήχησαν. Γύρισε απότομα περιμένοντας να αντικρίσει μπελάδες με τον Γουίλιαμ – μόνο για δει ένα συνοφρυωμένο Λούσιεν με το χέρι του στον ώμο μιας καταπληκτικής κοκκινομάλλας. Ήταν ένα μικροσκοπικό πλασματάκι, του έφτανε μόλις στον ώμο του, αλλά διάολε κι αν είχε καμπύλες. Τα στήθη της τέντωναν το δαντελωτό τοπ της. Η μέση της φαινόταν μέσα από το χαμηλοκάβαλο τζιν. Πραγματικά χαμηλοκάβαλο. Τόσο χαμηλό που ήταν προφανές πως δεν φορούσε καθόλου κιλοτάκι. Δεν θα μπορούσε. Τα πόδια της ήταν αδύνατα και αρκετά μακριά, ώστε να μπορούν να τυλιχτούν γύρω από την πλάτη του. Ήθελε να βρίσει. «Κάϊα;» ο Στράϊντερ βλεφάρισε, σίγουρος πως έβλεπε εφιάλτη. Μια Άρπυια, η πιο θανατηφόρα φυλή στον πλανήτη. Εδώ. Καταστρέφοντας τις διακοπές του ακόμα περισσότερο. Και αυτός που νόμιζε πως η βραδιά δεν θα μπορούσε να πάει χειρότερα. «Ω, νόστιμο. Ένα Μπιγκ Γκαλπ.» 8 Έκλεισε την λίγη απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους και άρπαξε το ποτήρι από την, σαν κουνγκφου, λαβή του. Μετά, χωρίς να περιμένει την άδεια του, ρούφηξε το περιεχόμενο. «Ευχαριστώ.» Δεν ήταν πρόκληση, δεν ήταν μια γαμημένη πρόκληση, είπε στον δαίμονα του. Και όμως. Η Ήττα εκστασιάστηκε μέσα στο κεφάλι του. Δόξα τους θεούς που το θηρίο δεν τον παρότρυνε να κάνει κάτι. Ακόμα. Τα χαρακτηριστικά της Κάϊα ζάρωσαν με αποστροφή. «Μπλιαχ! Τι στο καλό είναι αυτό το πράγμα; Υγρά μπαταρίας;» «Είναι λίγο από κάθε είδος αναψυκτικού που έχουν,» γρύλλισε απλώνοντας το ελεύθερο χέρι και κουνώντας τα δάχτυλα του. «Τώρα δώσ' το πίσω και πείτε μου τι κάνετε εδώ.» Big Culp: Παγωμένο ρόφημα, σε μεγάλο κύπελλο, με διάφορες γεύσεις, ανακατεμένες μαζί.

8

283


Τα αισθησιακά χείλη της τραβήχτηκαν αποκαλύπτοντας τα δόντια της καθώς άφησε ένα συριγμό. Τα ασημόγκριζα μάτια της έμοιαζαν με λάμπες φθορίου που τρεμόπαιζαν γεμάτα ραβδώσεις από ασήμι και βαθιές, σκοτεινές γραμμές από μαύρο. «Δικό μου.» Αυτό δεν ήταν πρόκληση, φώναξε νοητικά. Η Ήττα στην ουσία τιναζόταν μέσα στο κρανίο του, λιγάκι ταραγμένη αλλά εξακολουθώντας ακόμα να μην προτρέπει τον Στράϊντερ να κάνει κάτι. Άφησε το χέρι του να πέσει στο πλευρό του. Οι Άρπυιες μπορούσαν να φάνε μόνο ό,τι έκλεβαν ή κέρδιζαν, οτιδήποτε άλλο τις έκανε να αρρωσταίνουν, οπότε ήξερε πως αυτή έπρεπε να πάρει ό,τι μπορούσε, όταν μπορούσε. Ήξερε επίσης πως οι Άρπυιες ήταν το ίδιο κτητικές με τα πράγματα τους όπως και ο ίδιος, και η Κάϊα τώρα θεωρούσε το ποτό δικό της. Αλλά αν τον ζόριζε λίγο ακόμα, ο δαίμονας του θα απαιτούσε να αντιδράσει. Ο Στράϊντερ το ήξερε, το ένοιωθε. Και όμως δεν υπήρχε κανένας καταραμένος τρόπος να προκαλέσει μια Άρπυια μπροστά στους ανθρώπους. Αυτό ήταν κάτι που γινόταν καλλίτερα κάπου πιο ιδιωτικά – που θα μπορούσε να τις φάει και να χάσει χωρίς να εξευτελιστεί μπροστά σε άλλους. «Ρώτησα μια φορά, αλλά θα το ξανακάνω. Τι κάνετε εδώ;» Έστρεψε την προσοχή του στον Λούσιεν πριν αυτή προλάβει να απαντήσει. «Τι κάνει αυτή εδώ;» Ο Λούσιεν συνάντησε το βλέμμα του και έβγαλε ένα συμπονετικό αναστεναγμό. «Βαριόταν, έτσι με κάλεσε και μου είπε να την φέρω σε εσένα, και επειδή μου αρέσουν οι όρχεις μου εκεί που είναι, αποφάσισα να της κάνω το χατίρι.» «Να την φέρεις σε εμένα;» ο Στράϊντερ έδειξε το στήθος του για να σιγουρευτεί πως ο Λούσιεν και η Κάϊα καταλάβαιναν ποιον "εμένα" εννοούσε. «Γιατί σε εμένα;» Κανείς τους δεν απάντησε στην ερώτηση του. 284


«Φίλε μου, σου εύχομαι καλή σου νύχτα. Τώρα είναι δικός γαμημένος μπελάς,» είπε ο Λούσιεν, και αφού χαιρέτησε στρατιωτικά τον Στράϊντερ, με το ίδιο ασεβή κούνημα του μεσαίου δάχτυλου, που η Άνυα αγαπούσε τόσο πολύ να χρησιμοποιεί, γύρισε και βγήκε από το κατάστημα, για να βρει ένα ωραία, έρημη γωνιά από όπου θα μπορούσε να εξαφανιστεί χωρίς μάρτυρες. Ο Στράϊντερ έστρεψε την προσοχή του στην Κάϊα. Αυτή πετάρισε τις βλεφαρίδες της προς την μεριά του, γεμάτη αθωότητα και γυναικεία τεχνάσματα. Εάν δεν είχε παλέψει μαζί της μερικές φορές στο παρελθόν, εάν δεν ήξερε ακριβώς πόσο βρώμικα πολεμούσε, πηγαίνοντας για το βουβώνα σε κάθε ευκαιρία, μπορεί και να πίστευε το θέατρο. Αλλά ακόμα και γνωρίζοντας το, δυσκολεύτηκε πολύ να πείσει τον εαυτό του, μετά την εξαιρετική της ικανότητα να εξαπατά. Ήταν εκεί για κάποιο λόγο, και δεν θα του αρέσει καθόλου. Η μόνη του παρηγοριά ήταν πως του άρεσε να την κοιτάζει. Αλήθεια, αν οι θεοί του ζητούσαν να σχεδιάσει ένα θηλυκό, η Κάϊα θα ήταν αυτό. Είχε απατηλά λεπτή δομή οστών και μακριά κόκκινα μαλλιά, που κατσάρωναν στην μέση της. Είχε το πρόσωπο νεράιδας, και τους κυνόδοντες ενός τσαντισμένου φιδιού και το σώμα μιας πορνοστάρ, μείον τα εμφυτεύματα. Και το δέρμα της, ω, θεοί, το δέρμα της. Όλες οι Άρπυιες διέθεταν δέρμα σαν και το δικό της. Σαν γυαλισμένα οπάλια και σπασμένα διαμάντια, που έλαμπε με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Έπρεπε να καλύπτουν κάθε ορατό εκατοστό με καλλυντικά και ρούχα γιατί στους άντρες έτρεχαν τα σάλια σαν ηλίθιοι, όποτε έβλεπαν αυτό το δέρμα. Ο Στράϊντερ είχε καταφέρει να πάρει μια γεύση μόνο μια φορά – κατά την διάρκεια μιας από τις συνεδρίες εξάσκησης τους, το πουκάμισο της είχε ανέβει πάνω από τον αφαλό της – και είχε αμέσως χάσει τον έλεγχο του σώματος του. Τον είχε κυριεύσει η ανάγκη να διεισδύσει μέσα 285


της.

Είχε προλάβει να καλύψει τον εαυτό της πριν εκείνος επιτεθεί, και η ορμή είχε περάσει. Εν τέλει. Ακόμα και τότε, όμως καθώς το θυμόταν, ήθελε να την γδύσει και να την πάρει. Δεν υπήρχε περίπτωση. Δεν υπήρχε περίπτωση, μα την κόλαση. Μπορεί να ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ, αλλά θα ήταν πιο μεγάλος μπελάς και από Κυνηγό. Ήταν μια καταπληκτική ψεύτρα και μια αμετανόητη κλέφτρα. Σκότωνε αδιακρίτως, και τέλος πάντων, ήταν πιο δυνατή από αυτόν. Μιλάμε για την απόλυτη ντροπή! Επιπλέον, την πρώτη φορά που επισκέφτηκε την αδερφή της την Γκουέν στο φρούριο, ο Στράϊντερ είχε προσέξει αρκετούς από τους πολεμιστές να την κοιτάνε σαν να ήταν γλειφιτζούρι. Δεν έμοιαζε να το προσέχει ή να την νοιάζει, και ο ίδιος δεν ήθελε να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους για την προσοχή της. Είχε πάρει την σωστή απόφαση τότε. Ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε κοιμηθεί με τον Πάρη. Ο Πάρις. Α, εντάξει. Η ανάγκη της να βρει τον "Στράϊντερ" άρχιζε να βγάζει νόημα. Αυτός ήταν μαζί με τον Πάρη, οπότε ποιος ο καλλίτερος τρόπος να περάσει χρόνο με τον πολεμιστή, χωρίς να παραδεχτεί τι ήθελε στα αλήθεια; Αυτό δεν ενοχλούσε τον Στράϊντερ, αλλά να πάρει ο διάολος, δεν του άρεσε να τον χρησιμοποιούν. «Αν είσαι εδώ για να κερδίσεις την αιώνια αγάπη του Πάρη, έχεις ήδη αποτύχει. Ξέρει τώρα πέρα από κάθε αμφιβολία πως η Σιέννα είναι ακόμα κάπου εκεί έξω, και είναι απελπισμένος να την βρει. Δεν πρόκειται να τον κάνεις να ζηλέψει με το να κολλήσεις πάνω μου και δεν...» «Μπορείς να το βουλώσεις;» πέταξε η Κάϊα αρπάζοντας ένα κουτί από Ρέντ Χοτς και ανοίγοντας το καπάκι. Της το άρπαξε πίσω πριν να προλάβει να φάει ούτε ένα, και η Ήττα γουργούρισε με ικανοποίηση. 286


«Ε, στάσου.» «Δικό μου,» ξέσπασε. Ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. Αντί να του επιτεθεί, ακούμπησε απλώς το ελεύθερο χέρι της στους τέλεια σχηματισμένους γοφούς της. «Κοίτα να δεις. Δεν ήρθα εδώ για να σου την σπάσω, αλλά συμπεριφέρεσαι σαν κόπανος. Οπότε άκου. Ο Πάρις ήταν μια ξεπέτα και όχι επειδή ο ίδιος δεν μπορεί να γυρίσει και για μια δεύτερη. Ναι, μου έδωσε αμέτρητους οργασμούς, αλλά μετά δεν μου άρεσε το πώς ένοιωθα και δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι... Άσ'το δεν πειράζει.» Είχε σκυθρωπιάσει καθώς κουνούσε το κεφάλι της. «Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως δεν είμαι εδώ για αυτόν. Ήθελα να δω...» «Κάϊα, γλυκιά μου,» ο Γουίλιαμ είπε, σχεδόν πηδώντας πάνω από ένα πάγκο με παστό βοδινό, στη βιασύνη του να την φτάσει. Ο Στράϊντερ συνοφρυώθηκε, αλλά δεν ήταν σίγουρος γιατί. Καθώς ο Γουίλιαμ την τραβούσε κοντά για μια αγκαλιά, ο μπάσταρδος χαμογελούσε με απόλυτη ευχαρίστηση, λες και η Κάϊα ήταν ό,τι χρειαζόταν για να ανακουφιστεί από μια αιωνιότητα βαρεμάρας. «Είσαι εδώ για να τσακωθείς με τις στριπτιζέζ που πέρασαν ώρες με την συντροφιά μου;» Της χάιδεψε τον πισινό με επιδοκιμασία. «Σχεδόν,» είπε, πετώντας την εντυπωσιακή χαίτη των μαλλιών της πάνω από τον ώμο της με ένα μοναδικό τίναγμα του καρπού της. «Είμαι εδώ για να τις ευχαριστήσω που σε κρατούσαν απασχολημένο. Πες μου σε παρακαλώ πως είναι ακόμα μαζί σου.» Ο Γουίλιαμ προσποιήθηκε πως σκούπιζε ένα δάκρυ. «Μαχαίρι στην καρδιά μου, γλυκιά μου. Μαχαίρι στην καρδιά μου.» Θεοί, ήταν τόσο ενοχλητικοί. Ο Γουίλιαμ προσπαθούσε να μπει μέσα στο βρακί της Κάϊα εδώ και μήνες. Αυτή, φυσικά, απολάμβανε να τον σέρνει από πίσω της. 287


Και που ήταν ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο Στράϊντερ δεν θα έκανε καμμία κίνηση για να την ρίξει. Η Κάϊα θα τον προκαλούσε περισσότερο από ότι οι υπόλοιποι και δεν θα την ένοιαζε αν αυτός έχανε. Διάολε, θα τον ήθελε να χάσει, ακόμα και όταν η ήττα θα του προκαλούσε μέρες σωματικής αγωνίας. Η δική της αίσθηση ανταγωνισμού ήταν το ίδιο υψηλά ανεπτυγμένη με την δική του. «Είμαστε σε διακοπές Κάϊα,» ο Στράϊντερ μούγκρισε. «Δεν σε προσκαλέσαμε να έρθεις.» Εκείνη κούνησε το χέρι διώχνοντας τις λέξεις λες και δεν είχαν σημασία. «Κατά βάθος ξέρω πως θέλατε να με καλέσετε, οπότε τα-ντα! Εδώ είμαι. Παρακαλώ.» «Είναι τρομακτικό το πόσο καλά μας ξέρεις. Ορίστε, πλήρωσε για αυτό,» είπε ο Γουίλιαμ, παρατώντας την σακούλα με τα γλυκά του στα χέρια του Στράϊντερ. «Θα είμαστε στο αυτοκίνητο. Και θα φιλιόμαστε.» Στην αρχή, η Κάϊα έμεινε στην θέση της, παρακολουθώντας τον Στράϊντερ. Ό,τι και να ήθελε από αυτόν, δεν πρέπει να της το έδωσε, γιατί του έστειλε ένα φιλί και επέτρεψε στον μαυρομάλλη πολεμιστή να την οδηγήσει μακριά. Χωρίς καν να προσπαθεί να κρύψει της κινήσεις της, έχωσε ένα Τγουίνκι στην πίσω τσέπη του τζιν της και άρπαξε ένα δυο περιοδικά πριν βγει έξω. Το σαγόνι του πονούσε από το τρίξιμο των δοντιών του καθώς ξεκίνησε για το ταμείο. Για κάποιο λόγο, οι άνθρωποι παραμέριζαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ακόμα και αυτοί που περίμεναν στην ουρά, περιμένοντας την σειρά τους. «Ε, δεν θα το ανέφερα, αλλά, ξέρεις, πρέπει και όλα τα σχετικά,» ο υπέρβαρος ταμίας άρχισε νευρικά, «επειδή είναι γραμμένο στην κάμερα και το αφεντικό μου, ξέρεις, βλέπει τις ταινίες μερικές φορές, αλλά, ε, η μικρή κυρία πήρε ένα..» «Ξέρω. Απλώς βάλ'το μαζί με τα υπόλοιπα.» Με το που πλήρωσε, βάδισε προς την έξοδο με βαριά βήματα, και σακούλα, που ήταν γεμάτη με γλυκά χτυπούσε στον 288


μηρό του με κάθε βήμα. Η κρύος νυχτερινός αέρας δεν κατάφερε να μετριάσει την ξαφνική μαύρη διάθεση του. Τουλάχιστον δεν σκέφτεσαι την Δήμιο τώρα. Μετά βίας θεωρούσε την εξέλιξη θετική. Και κάτι που δεν θα κρατούσε. Ίσως όμως, μεγάλο ίσως, να είχε υπερβάλει σχετικά με την έλξη του για την Δήμιο. Εάν στ' αλήθεια την ήθελε, δεν θα είχε κοιμηθεί με κάποια άλλη νωρίτερα σήμερα. Θα είχε παλέψει για την αγάπη της τώρα αντί για αργότερα, και δεν θα είχε σημασία πόσο ανόητο θα ήταν να παλεύεις με τους φίλους εξαιτίας μιας γυναίκας. Κοίτα τον Πάρη. Ο τύπος χρειαζόταν το σεξ για να επιβιώσει, αλλά δεν είχε περάσει καθόλου ποιοτικό χρόνο στα σεντόνια με καμμία από αυτές τις στριπτιζέζ. Αυτό δεν όμως μείωνε καθόλου το αίσθημα της απόρριψης, και ίσως για αυτό να νόμιζε πως ήθελε την Δήμιο τόσο γαμημένα πολύ. Γιατί ήταν μια... τι; Μια πρόκληση. Μια πρόκληση που ισχυρίστηκε πως δεν ήθελε. Και δεν την ήθελε! Γαμώτο. Όχι άλλες προκλήσεις. Θα έκανε ένα διάλειμμα ακόμα και αν τον σκότωνε. Έφτασε στο αυτοκίνητο, είδε πως η Κάϊα του είχε κλέψει την θέση μπροστά και σχεδόν είχε βγάλει την πίσω πόρτα από τους μεντεσέδες της. Σκαρφάλωσε στο εσωτερικό και βολεύτηκε δίπλα στον ακόμα κοιμισμένο Πάρη. Και τι στο διάολο ήταν αυτή η μυρωδιά; Ρολά κανέλας; Αποφάσισε να βγάλει τον εκνευρισμό του πάνω της. «Φοράς άρωμα;» γρύλισε, κλωτσώντας την κλεμμένη θέση, έτσι ώστε να καταλάβει πως μιλούσε σε εκείνη. Εκείνη έστριψε για τον κοιτάξει με ένα χαμόγελο να κρέμεται στο δεν-φοράω-κιλοτάκι στόμα της. Το ήξερε πως δεν φορούσε, η μικρή ανάφτρα, αλλά δεν χρειαζόταν του το επιβεβαιώσει. Φίλε. Ένα χαμόγελο είναι, όχι μια ματιά κάτω από μια φούστα. 289


Ω, σκάσε. Μιλούσε στον εαυτό του τώρα. Δεν ήταν αυτό υπέροχο; «Λοιπόν;» «Όχι, καθόλου άρωμα, αλλά επισκέφτηκα ένα φούρνο λίγο πριν να κυνηγήσω τον Λούσιεν. Γιατί; Μυρίζω γλυκά σαν ζάχαρη;» Όχι, διάολε, μύριζε σαν να χρειαζόταν ένα καλό γλείψιμο. Η Κάϊα, στο κρεβάτι. Γυμνή. Ανοιχτή. Στο μυαλό του άρεσε αυτή η εικόνα, και διάολε, το ίδιο και στον δαίμονας του. Ενώ ο Στράϊντερ θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να αποδεχτεί ακόμα μια πρόκληση – μεταφορικά μιλώντας, φυσικά – ο δαίμονας του θα τρελαινόταν χωρίς αυτές. Το κτήνος τρεφόταν από την ευφορία που ερχόταν μαζί με τις νίκες. Αλλά δεν επρόκειτο να αφήσει τον εαυτό του να προχωρήσει με την Κάϊα. Ούτε σήμερα, ούτε ποτέ. Η Κάϊα δεν θα τον προκαλούσε απλώς περισσότερο από τους άλλους: θα τον προκαλούσε για τα πάντα, και δεν θα είχε ποτέ μια στιγμή ησυχίας. Η Ήττα σχεδόν έτριψε τα χέρια της με χαρά. Ο Στράϊντερ συνοφρυώθηκε. Όχι, όχι, διάολε, όχι. Εμείς δεν πάμε εκεί. Είναι μια Άρπυια. Δεν μπορούμε να νικήσουμε εναντίον της. Θα υποφέρουμε. Συνεχώς. Ένα γρύλισμα. Ένα κλαψούρισμα. Θυμός και φόβος, μπλεγμένα σφιχτά μαζί και πασπαλισμένα με ένα "Ω, παρακαλώ, θεοί, όχι". Έτσι ήταν καλλίτερα. Ακόμα και αν σε κάποιο κομμάτι του Στράϊντερ άρεσε η ιδέα συνεχόμενων φιλικών αγώνων με την Κάϊα, γιατί ναι, το να ταιριάζει ευστροφία και στιλέτα θα μπορούσε να είναι διασκεδαστικό και η ειρήνη μερικές φορές ήταν υπερτιμημένη, ακόμα δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να είναι μαζί της. Σε αντίθεση με τους άλλους πολεμιστές, δεν είχε μπορέσει ποτέ να κοιμηθεί με γυναίκα που είχε ήδη δοκιμάσει κάποιον από τους φίλους του. Ήταν εξαιτίας της κτητικής πλευράς του χαρακτήρα του. Πολύ απλά δεν υπήρχε κανένας τρόπος να 290


το ανεχτεί. Παρ'όλο... που για την Δήμιο, την Χάϊντι, ήταν πρόθυμος να κάνει μια εξαίρεση. Πράγμα που σήμαινε πως η ανταγωνιστική του φύση ήταν πιο δυνατή από την κτητικότητα του. Η Κάϊα, όμως, δεν θα αντιμετωπιζόταν με την ίδια διάθεση. Η Ήττα έβγαλε άλλο ένα μουγκρητό, και αυτό ήταν γαρνιρισμένο με... απογοήτευση; Δεν υπήρχε περίπτωση. Είμαι απλά κουρασμένος. Φαντάζομαι πράγματα. Ο δαίμονας του νοιαζόταν μόνο για μάχες, όχι για μια συγκεκριμένη γυναίκα. Η Κάϊα τελικά παράτησε τον Στράϊντερ και γύρισε πάλι μπροστά. Ο Γουίλιαμ ελισσόταν στην εθνική, και το φορτηγάκι καταβρόχθιζε τα χιλιόμετρα. Φυσικά, ξανάρχισε το φλερτάρισμα με την Άρπυια. Για κάτι παραπάνω από μια ώρα ο Στράϊντερ έτρωγε τα γλυκά του και έσκαγε από το κακό του. Ναι, οι διακοπές ήταν χάλια. Στην επόμενη στάση, μπορεί και να παρατούσε τους συντρόφους του και να συνεχίσει μόνος του. Μόνο που, όταν η Κάϊα άρχισε να γελάει με κάτι που είπε ο Γουίλιαμ, ο Στράϊντερ αποφάσισε πως το να περιμένει να φτάσουν σε κάποια στάση ήταν χαζό. Θα κατέβαινε τώρα και θα έκανε ωτοστόπ. Αυτό το είδος γυναικείας απόλαυσης είχε αρχίσει να του δίνει στα νεύρα. Ναι, του την έδινε. Δεν ήταν γοητευτική. Σίγουρα χρειαζόταν να βάλει απόσταση μεταξύ αυτού και της Κάϊα. Τότε θα σταματούσε να την σκέφτεται. Θα σταματούσε να αντιδρά σε αυτήν. Θα σταματούσε να ενδιαφέρεται για το παρελθόν της. Ούτως ή άλλως, μόλις είχε βγει από μια κακή "σχέση" και δεν χρειαζόταν να υπομείνει μια άλλη. Και επιπλέον αυτό είχε συμβεί και την τελευταία φορά που την είχε αφήσει. Είχε φύγει και όλο το μαρτύριο είχε σταματήσει. Σύμφωνοι, οι αντιδράσεις του δεν ήταν τόσο ισχυρές τότε, αλλά δεν είχε λόγο να πιστεύει πως αυτή τη φορά θα ήταν διαφορετικά. 291


«Λοιπόν που πάμε;» ρώτησε η Κάϊα χωρίς να απευθυνθεί σε κάποιον συγκεκριμένα. «Πουθενά,» Απάντησε ο Στράϊντερ. «Να σκοτώσουμε την οικογένεια της Γκίλι,» απάντησε άνετα ο Γουίλιαμ. Ο Στράϊντερ χρειαζόταν να κάνει μια κουβέντα με τον τύπο. Δεν υπονομεύεις τους φίλους σου. Ήταν χειρότερο και από μια γονατιά στα μαλακά. Η Κάϊα έριξε στον Στράϊντερ ένα κλείσε-το-στόμα σου συνοφρύωμα πριν να αρχίσει να χοροπηδάει στο κάθισμα της. «Μπορώ να βοηθήσω; Παρακαλώ; Μπορώ; Μπορεί να μην το ξέρετε αυτό, αλλά είμαι πολύ καλή με τις λεπίδες κάθε είδους, ένα σιδηροπρίονο, ένα μαστίγιο, ένα...» «Εϊ! Κάποιος σκάλισε την τσάντα μου,» είπε ο Γουίλιαμ. «Λοιπόν;» συνέχισε η Κάϊα, σαν να μην είχε μιλήσει καθόλου ο Ουίλιαμ. «Όποιο και να είναι το όπλο, εγώ είμαι καλή με αυτό.» Δεν θα εντυπωσιαζόταν. «Δεν θα χρησιμοποιήσουμε όπλα. Θα κόψουμε φλέβες.» «Ω, ω! Μπορούμε να παίξουμε το Ποιος Θα Κόψει Τις Περισσότερες!» «Όχι, δεν μπορούμε γιατί εσύ δεν μπορείς να βοηθήσεις,» είπε την ίδια στιγμή που ο Γουίλιαμ πέταξε, «Θα απογοητευόμουν πολύ αν δεν βοηθούσες.» Η Κάϊα ξεφύσηξε προς την μεριά του. «Απλώς προσπάθησε να μην καταστρέψεις ολόκληρη την γειτονιά,» της πέταξε. Κανείς δεν τον άκουγε πια. Με τα μάτια της δυο σχισμές γύρισαν προς την μεριά του. Δεν υπήρχε ίχνος μαύρου στο ασπράδι, οπότε ήξερε πως η Άρπυια ήταν υπό έλεγχο. «Γιατί είσαι τόσο κατσούφης;» «Δεν είμαι κατσούφης. Μόνο οι γυναίκες κατσουφιάζουν.» «Είσαι κατσούφης,» είπε ο Γουίλιαμ. «Εσύ είσαι ο κατσούφης,» είπε ο Στράϊντερ. Συνειδητοποιώντας πως ακουγόταν σαν παιδί, έσκυψε μπρο292


στά, στήριξε τους αγκώνες του στα γόνατα του και ακούμπησε το πρόσωπο του ανάμεσα στα χέρια του. Τι στο διάολο πήγαινε στραβά μαζί του; Ο Γουίλιαμ γέλασε μαζί του. Η Κάϊα απλώς συνέχισε να τον κοιτάζει. Η έκφραση της ανεξιχνίαστη. «Λοιπόν, κατσούφης ή όχι, Στράϊντι,» είπε, «σου έχω μερικά νέα που θα σου φτιάξουν το κέφι.» Το να γείρει μπροστά ήταν μια χαζή κίνηση. Η μυρωδιά από κανέλα και ζάχαρη ήταν ισχυρότερη τώρα, τον τύλιξε, κάνοντας το στόμα του να γεμίζει υγρά. Θα είχε άραγε η Κάϊα την ίδια νόστιμη γεύση όπως μυρωδιά; Ξαφνικά εκείνη πάγωσε. «Μυρίζεις σαν γυναικείο λάδι με άρωμα ροδάκινο.» Αλήθεια; Σκέφτηκε την στριπτιζέζ που είχε στην αγκαλιά του, πίσω στο ράντσο του Πάρη, και ναι, θυμήθηκε, μύριζε ροδάκινα. Η Κάϊα θα πρέπει να μισούσε τα ροδάκινα, όμως, γιατί ήταν προφανές πως σχεδίαζε να δολοφονήσει τον κατασκευαστή αυτό του λαδιού. «Θα. Σε. Καταστρέψω.» Και ναι, μαύρο τώρα γέμιζε το άσπρο των ματιών της. Τα νύχια της είχαν ήδη μακρύνει και σχημάτιζαν ακονισμένες δαγκάνες, και οι εν λόγω δαγκάνες βυθίστηκαν στην πλαστική κονσόλα του οδηγού και του καθίσματος του συνοδηγού. Γεια σου, μαινόμενο θηρίο. Μια υπενθύμιση: Ποτέ μην τρως ροδάκινα μπροστά στην Κάϊα. Νίκησε; Ρώτησε η Ήττα με μια τρεμάμενη ανάσα. Η ερώτηση δεν είχε να κάνει με την αβεβαιότητα αυτή την φορά, αλλά να με το γεγονός ότι φοβόταν. Ναι. Καλή τύχη με αυτό φιλαράκο. Θα σε φάει για μεσημεριανό και θα φτύσει τα λέπια σου. «Θα πλυθώ, εντάξει.» Ο Στράϊντερ τινάχτηκε όρθιος, όσο πιο μακριά από το θεϊκό της άρωμα μπορούσε. «Και έτσι για να ξέρεις, δεν με νοιάζουν τα νέα σου.» «Δεν μπορώ να τον σκοτώσω,» μουρμούρισε στον εαυτό της. «Δεν μπορώ να τον σκοτώσω. Υποσχέθηκα 293


στην Μπιάνκα πως θα σταματάω στα δέκα πτώματα την μέρα και έχω ήδη ξεπεράσει το όριο μου για πέμπτη ημέρα στη σειρά. Δεν μπορώ να τον σκοτώσω.» Όσο αφορούσε τις εμψυχωτικές συνομιλίες, αυτή εδώ δεν έλεγε και πολλά. Αλλά την ηρέμησε, και το μαύρο στα μάτια της ξεθώριασε και εκείνες οι δαγκάνες υποχώρησαν. Ο Στράϊντερ κοίταξε έξω από το παράθυρο, πιο πρόθυμος να μετρήσει τα δέντρα που περνούσαν, παρά να περιεργάζεται αυτό το υπερβολικά όμορφο πρόσωπο. «Τώρα άκου, λουλουδάκι. Ο Στρί-Στρί θα πάρει ένα υπνάκο. Όλοι λοιπόν, κλείστε τα μεγάλα, παχιά στόματα σας.» Καλλίτερα να βαριόταν προσποιούμενος πως κοιμάται παρά να διακινδυνεύσει να εκνευρίσει κατά λάθος την Κάϊα και πάλι. «Καλά. Κοιμήσου.» Κάθε είδους εκνευρισμός υπέβοσκε στην βραχνή φωνή της. Δεν έκρωζε όμως, πράγμα που ήταν εξαιρετικό σημάδι πως ο κίνδυνος είχε περάσει. «Απλώς να ξέρεις πως όσο εσύ παίρνεις τον τόσο πολύ αναγκαίο σου ύπνο ομορφιάς, θα χάσεις την ιστορία μου για το πόσους Κυνηγούς κατάφερα να πιάσω αυτή την εβδομάδα.» «Πολύ ωραία.» Έπιασε μερικούς; Προσπάθησε να μην δείξει ενδιαφέρον, καθώς αναθεωρούσε την στρατηγική του. «Προχώρα και ξεκίνα με την ιστορία σου. Είμαι σίγουρος πως θα βαρεθώ τόσο πολύ που θα κοιμηθώ αμέσως.» «Όχι. Ήσουν κακό αγόρι και δεν σου αξίζει ανταμοιβή. Γι' αυτό, δεν θα σου πω πως υπάρχει ένας συγκεκριμένος Κυνηγός στα ίχνη σου και πλησιάζει γρήγορα.» «Κάποιος είναι πάντα.» Εκείνη ξεφύσηξε απογοητευμένα. «Επίσης δεν θα σου πω...» Εκείνος ροχάλισε όσο πιο δυνατά μπορούσε, μόνο για να της πάει κόντρα, και σχεδόν γέλασε όταν αυτή έβγαλε μια απαλή τσιρίδα. Σε ένα κομμάτι του, άρεσαν 294


αυτοί οι λεκτικοί διαξιφισμοί. Του άρεσε να την ενοχλεί και να νοιώθει τους σπινθήρες που σχεδόν τσιτσίριζαν από αυτό το μικροκαμωμένο κορμί. «Αυτό ήταν! Με ακούς Στράϊντερ; Αυτό ήταν! Σε προκαλώ να με ακούσεις. Τώρα.» Αυτό δεν του άρεσε. Καθώς ο δαίμονας του πηδούσε πάνω κάτω στο κεφάλι του, τώρα απελπισμένος να κερδίσει, ο Στράϊντερ αγριοκοίταξε την Κάϊα. Κατάρα στο όμορφο πρόσωπο της. Και δεν έδινε δεκάρα αν την τσάντιζε και ο ίδιος. «Το ήξερα πως θα το έκανες αυτό. Το ήξερα πως θα με προκαλούσες. Είσαι ακριβώς όπως κάθε άλλη γυναίκα που έχω γνωρίσει ποτέ. Όχι, περίμενε. Είσαι χειρότερη. Ξέρεις τι μου συμβαίνει όταν χάνω, αλλά με προκαλείς έτσι κι αλλιώς.» Πόνος κάλυψε τα χαρακτηριστικά της, εκεί τη μια στιγμή, εξαφανισμένος την επόμενη. Σίγουρα έκανε λάθος. Οι Άρπυιες – ειδικά αυτή η εξοργιστική Άρπυια – δεν πονούσαν. Ποτέ. «Ξέρεις πως μπορείς να κερδίσεις.» «Εμπρός λοιπόν, συνέχισε,» της πέταξε. «Μίλα. Στην κυριολεξία πεθαίνω να ακούσω τι έχεις να πεις.» Η Κάϊα πέρασε την ροζ άκρη της γλώσσας της πάνω από τα δόντια της, και το στομάχι του συσπάστηκε αντιδρώντας. Θα μπορούσε να του το αρνηθεί και να τον έχει στα γόνατα του να σφαδάζει από τους πόνους. Αντ' αυτού, τελείωσε τη μικρή ομιλία της. «Έπιασες την Χάϊντι. Ο φίλος της και οι οπαδοί του σε κυνηγάνε. Ορίστε. Τελείωσα. Άκουσες και κέρδισες.» Δεν ένοιωθε σαν να είχε κερδίσει. Και ούτε και ο δαίμονας του. Δεν υπήρχε καμμιά αίσθηση ευχαρίστησης, μόνο η ανάγκη για μια πραγματική πρόκληση. Κάτι που θα έπρεπε να δουλέψει. Δεν θέλω να δουλέψω για τίποτα, θυμάσαι; Αλλά πάλι... Τα πάντα μέσα του πάγωσαν. Το καρδιοχτύπι, οι πνεύμονες του, η ορμή του αίματος του στις φλέβες του. «Υπάρχει και άλλο. Πες μου και τα υπόλοιπα.» 295


«Καλά. Ορίστε. Όσο εσύ έπαιζες τριγύρω, εγώ έπαιζα κυνηγητό με τον φίλο της και τους ακολούθους του. Υπάρχει κάτι περίεργο σχετικά με όλους τους, παρεμπιπτόντως, αλλά περισσότερο από όλους με το φίλο της. Είναι... δεν ξέρω, πιο σκοτεινοί από τους άλλους ανθρώπους, που έχω συναναστραφεί. Με κάνουν να νοιώθω... περίεργα, γι'αυτό και τους έκανα να πονέσουν πάρα πολύ πριν τους ξεφορτωθώ. Θα έπρεπε να τους είχες δει. Μετά πήρα την λεπίδα μου και...» «Παρεκτρέπεσαι, Κάϊα.» «Δεν το κάνω! Τώρα που είχα μείνει; Ω, ναι. Ο φίλος της. Δεν μπόρεσα να φτάσω αρκετά κοντά για να καταλάβω τι με ενοχλούσε σ'αυτόν. Είναι σκοτεινός και πανούργος και όπως είπα κατάφερε να μου ξεφύγει, πράγμα που σημαίνει πως είναι καλός, πολύ καλός στο να ξεφεύγει γιατί εγώ είμαι καλή, πολύ καλή στην παρακολούθηση. Σου είπα ποτέ για εκείνη την φορά που...» «Κάϊα!» «Τέλος πάντων, εσύ δεν έχεις καταφέρει να του ξεφύγεις. Είναι κοντά και είναι γεμάτος με χολή και οξύ και θέλει να σου περάσει λουρί.» «Πόσο κοντά είναι;» Το πηγούνι της σηκώθηκε πεισματάρικα. «Αρκετά κοντά ώστε να είσαι πολύ τυχερός που δεν σε πυροβόλησε μέχρι θανάτου πίσω σε εκείνο το μικρό βενζινάδικο.» Ωστόσο δεν του είχε πει τίποτα όσο ήταν εκεί. Δεν του είχε δώσει μια ευκαιρία να στήσει μια παγίδα. Είχε γελάσει και είχε κλέψει φαγητό και τον είχε αφήσει να σουλατσάρει άνετος. Και μετά έπιασε κουβέντα με τον Γουίλιαμ, με τις ώρες, σαν να μην υπήρχε κάποιο επείγον θέμα. Για να τον τιμωρήσει που δεν την καλωσόρισε στην ομάδα τους, το ήξερε. Οι Άρπυιες ήταν το ίδιο εκδικητικές όσο ήταν και καταστροφικές. Η. Πιο. Εκνευριστική. Γυναίκα. Που. Υπήρξε. Ποτέ. 296


Τα δάχτυλα του χώθηκαν στους μηρούς του σε μια προσπάθεια να μην την στραγγαλίσει, και ήξερε πως θα είχε μώλωπες για πολύ καιρό. «Γιατί τον ακολουθούσες;» Ένας ντελικάτος ώμος, γυμνός εξαιτίας του δαντελωτού ροζ τοπ που φορούσε, ανασηκώθηκε. «Όταν όλοι έφυγαν από το φρούριο, παίρνοντας χωριστούς δρόμους για να κρύψουν τα τεχνουργήματα και τις γυναίκες τους, σε κάποιο ασφαλές μέρος, μπλα, μπλα, μπλα, εγώ σε ακολούθησα. Υπέθεσα πως η περισσότερη δράση θα ήταν εκεί που ήσουν εσύ, και είχα δίκιο.» Γαμώτο. Θα πρέπει να έχανε την ικανότητά του. Ούτε που την διαισθάνθηκε ποτέ. «Παρακαλώ, παρεμπιπτόντως,» συνέχισε. «Άρπαξες την Χάϊντι και την πήρες μακριά, αλλά άφησες ένα μονοπάτι από αίμα που οδηγούσε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου σου. Ήταν έτοιμοι να κάνουν επιδρομή σε ολόκληρο το κτήριο όταν τους σκότωσα όλους, εκτός από τον αρχηγό. Αυτός ο μικρός μπάσταρδος δραπέτευσε, και θα έπρεπε να τον είχες καθαρίσει όταν είχες την ευκαιρία, γιατί συγκέντρωσε περισσότερους άντρες. Ακολουθώ ζεστά τα ίχνη του από τότε.» «Είσαι καυτή, εντάξει. Αλλά σοβαρά, πως συναντήθηκες με τον Λούσιεν;» ρώτησε ο Γουίλιαμ, βάζοντας και τον εαυτό του στην κουβέντα. « Η Άνυα και εγώ κρατάμε επαφή. Της είπα πως χρειάζεται να δανειστώ τον τζέντλεμαν φίλο της και συμφώνησε. Για μια τιμή,» πρόσθεσε η Κάϊα με μια δόση θυμού. «Και κάποιος σε αυτό το αμάξι θα πρέπει να με αποζημιώσει.» «Τζέντλεμαν φίλο! Καλό.» Ο Γουίλιαμ άνοιξε το στόμα του να προσθέσει κάτι ακόμα, πιθανότατα για να της πει πως θα πλήρωνε ευχαρίστως. Ο Στράϊντερ τον πρόλαβε. «Οτιδήποτε και να ήταν, θα το φροντίσω.» Της το χρωστούσε. Υπέθετε. Αλλά δεν του άρεσε, και δεν ήθελε να χρωστάει σε κανέναν. «Ωραία. Σε αυτή την περίπτωση μου χρωστάς ένα δεκάλεπτο Γαλλικό φιλί.» 297


Εκείνος βλεφάρισε, βέβαιος πως δεν άκουσε καλά. Περίμενε καρδιές Κυνηγών ή κομμένα μέλη. «Η Άνυα σε έβαλε να με φιλήσεις;» «Ναι. Και στην επόμενη στάση, θα περιμένω να παραδώσεις.» «Θα πληρώσω εγώ,» πετάχτηκε ο Γουίλιαμ. «Αφού περιγράψεις τα πάντα σχετικά με εκείνο το φιλί που μοιραστήκατε εσείς οι δυο. Μήπως έπιασες και κάτι άλλο; Το έκανες, έτσι δεν είναι, μικρό παλιοκόριτσο. Βάζω στοίχημα πως κι εσύ θα βόγκηξες πολύ.» «Πολύ αργά για εσένα να πληρώσεις,» είπε με τραγουδιστή φωνή. «Ο Στράϊντερ προσφέρθηκε ήδη, και εγώ ήδη δέχτηκα. Και όχι, δεν θα κάνω καμμία περιγραφή. Μπορείς απλά να φανταστείς πόσο σέξι ήταν. Ω, και Γουίλι. Και έτσι για να ξέρεις, η φαντασία σου δεν μπορεί να φτάσει την πραγματικότητα.» Έλεγε ψέματα. Έπρεπε να λέει ψέματα. Αλλά γιατί να έλεγε ψέματα για ένα φιλί; Τι θα μπορούσε ενδεχομένως να ελπίζει πως θα κέρδιζε με το να τον αναγκάσει να την φιλήσει; Ο Στράϊντερ έγειρε πίσω στο κάθισμα του και κάρφωσε το βλέμμα του στην οροφή. Καμμία απάντηση δεν ήρθε, και αμφέβαλε αν θα ερχόντουσαν ποτέ. Εκτός αυτού, είχε να ασχοληθεί με πιο επείγοντα θέματα. Όπως τον ψυχοπαθή φίλο της Χάϊντι. Πόσο κοντά ήταν άραγε ο μπάσταρδος; Νίκησε, η Ήττα είπε μέσα στο κεφάλι του. Νίκησε, νίκησε. Δεν ήταν ερώτηση αυτή τη φορά. Σε κάθε επίπεδο. Υπέροχα. Ο φίλος δεν ήταν καν εκεί, αλλά η πρόκληση είχε ακουστεί, είχε γίνει αποδεκτή και τώρα έπρεπε να ικανοποιηθεί. «Σταμάτα στην άκρη,» είπε στον Γουίλιαμ για δεύτερη φορά εκείνη την νύχτα. «Γιατί; Δεν υπάρχει κανένα μαγαζί.» Η Κάϊα έριξε μια ματιά στον Στράϊντερ και χαμογέλασε. «Τώρα ορίστε ο δαίμονας πολεμιστής που ξέρω 298


και αγαπώ. Θέλει να φτιάξει μια παγίδα, Γουίλι, και εμείς θα τον βοηθήσουμε.» «Όχι. Θα βγω και θα το κάνω αυτό μόνος μου,» ανακοίνωσε ο Στράϊντερ. Ο Γουίλιαμ είχε δικούς του ανθρώπους να σκοτώσει, και ο Στράϊντερ δεν ήθελε να περάσει περισσότερο χρόνο με την Κάϊα από όσο ήταν απαραίτητο. Το χαμόγελο της έμεινε στην θέση του, παρ'όλο που σκοτείνιασε με ένα συναίσθημα που αυτός δεν μπορούσε να ονομάσει. «Ω, αλήθεια; Λοιπόν, θυμάμαι που μου είπες κάποτε πως είμαι χειρότερη και από έναν ιό στο στομάχι, και νομίζω πως είναι καιρός να το αποδείξω. Σε προκαλώ να με αφήσεις να σε βοηθήσω, Στράϊντερ. Σε προκαλώ να πονέσεις τον μπάσταρδο περισσότερο από ότι εγώ, και σε προκαλώ να σκοτώσεις περισσότερους από τους άνδρες του από ότι εγώ.» Γαμώτο! Σκέφτηκε, καθώς ο δαίμονας του άρχισε να χοροπηδάει τριγύρω ξανά. Νευρικός, ενθουσιασμένος. Εντάξει, περισσότερο νευρικός. Νίκησε, νίκησε, νίκησε. Σε παρακαλώ, νίκησε. Ξαφνικά μισούσε την Κάϊα με κάθε ίνα της ύπαρξης του. Ο Στράϊντερ της έκανε ένα σκληρό νεύμα. Το παιχνίδι αρχίζει, λοιπόν. «Όταν όλο αυτό τελειώσει,» είπε μαλακά, «Θα σε κάνω να πληρώσεις.» «Το ξέρω,» του απάντησε, και ο τόνος της ήταν, παραδόξως, συγκρατημένος. «Πίστεψε με, το ξέρω.»

299


Κεφάλαιο 19 ΑΝ ΚΑΙ ΔΥΟ ΗΜΕΡΕΣ ΜΟΝΟΤΟΝΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ είχαν περάσει από τότε που είχαν αφήσει την σπηλιά, το μόνο που ήταν σε θέση να κάνει ο Αμούν, ήταν να σκέφτεται και να προστατεύει την Χάϊντι. Τις λίγες φορές που τις είχε επιτρέψει να σταματήσει για να ξεκουραστεί, δεν είχε καταφέρει να συμβιβαστεί με αυτό που της είχε κάνει κάποτε. Ή με αυτό που την είχε ωθήσει να μισεί εκείνον και τους φίλους του. Μίσος που την οδήγησε να βοηθήσει στην καταστροφή του Μπέϊντεν. Δεν είχε σημασία πόσο καλές ήταν οι προθέσεις του Αμούν, και πάλι την είχε πετάξει κατευθείαν στην λεπίδα ενός εισβολέα. Θεοί. Το αίμα να τρέχει από μέσα της... η αγωνία της έκφρασης της... Οι φίλοι του θυμόταν μόνο μικρά κομμάτια εδώ και εκεί από την περίοδο που είχαν περάσει στην αρχαία Ελλάδα. Ήξεραν πως είχαν βάλει φωτιές, πως είχαν λεηλατήσει και καταστρέψει, αλλά δεν θυμούνταν λεπτομέρειες. Όπως ποιος και τι. Ο Αμούν, ωστόσο θυμόταν και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ή μάλλον τα Μυστικά δεν του επέτρεπαν να ξεχάσει. Μυστήρια αυτής της φύσης δεν επιτρεπόταν να παραμείνουν άλυτα, ακόμα και μέσα του. Ο Αμούν θυμόταν πολύ καθαρά την οργή που είχε νοιώσει, όταν ο ίδιος είχε ακολουθήσει τους Κυνηγούς στο σπίτι του άρχοντα. Είχαν μια ιδιαίτερα βίαιη μάχη νωρίτερα εκείνο το πρωί, πριν οι Κυνηγοί να επιλέξουν να περιορίσουν της ζημιές τους και να υποχωρήσουν. Μη θέλοντας κάτι τέτοιο, ο Αμούν και οι άλλοι τους είχαν ακολουθήσει. Οι πολεμιστές είχαν μαχαιρωθεί, ή300


ταν χτυπημένοι και αιμορραγούσαν, και ήταν αποφασισμένοι να εξοντώσουν αυτούς που ήταν υπεύθυνοι. Τα κομμάτια που δεν είχε ενώσει τότε – η πληροφορία που μπλέχτηκε μαζί με όλα τα άλλα – και αυτό που είχε συνειδητοποιήσει τώρα, ήταν πως τους είχαν οδηγήσει σαν κοπάδι εκεί. Τους οδήγησαν εσκεμμένα σε εκείνο το σπίτι. Όχι οι Κυνηγοί, αλλά "εκείνος" που κινούσε τα νήματα. Όχι το πλάσμα, που φορούσε τον χιτώνα και που είχε δει η Χάϊντι, αλλά "ο εκείνος", που οι Κυνηγοί είχαν αναφέρει όταν είχαν εντοπίσει το πλάσμα. "Εκείνος" ήξερε πως ένας δαίμονας θα βρισκόταν εκεί. "Εκείνος" ήθελε όλους όσους βρισκόταν σε εκείνο το δωμάτιο να σφαχτούν. Ακόμα και τους δικούς του ανθρώπους. Ακόμα και τον Γκέϊλεν; Ή ακόμα και τον άντρας που είχε "σώσει" την μικρή Χάϊντι και της έμαθε να κατηγορεί τους Άρχοντες για τον θάνατο τον γονιών της; Τον Κακό Άντρα; Ο Αμούν μπορεί να μην μάθαινε ποτέ, και πραγματικά αυτή την στιγμή δεν τον ένοιαζε. Κανενός άλλου οι πράξεις δεν ήταν τόσο κατάπτυστες όσο οι δικές του. Δεν του άξιζε η γυναίκα πίσω του, η γυναίκα που πεζοπορούσε χωρίς παράπονο από σπήλαιο σε σπήλαιο απλά για να τον σώσει. Ήταν υπεύθυνος για τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε τώρα εκείνη. Μπορεί και να ήταν η αιτία του επόμενου θανάτου της. Ένα θάνατο που φοβόταν με κάθε ίνα της ύπαρξης της. Τρόμος είχε γεμίσει εκείνα τα γκρι σαν μαργαριτάρι μάτια της όταν μιλούσε για της μετενσαρκώσεις της. Τρόμος και επίμονος πόνος, λες και ακόμη και το να μιλάει για τα γεγονότα, την γέμιζε με αγωνία που λίγοι στον κόσμο θα μπορούσαν ακόμη και να κατανοήσουν. Της άξιζε γαλήνη και ευτυχία, μια οικογένεια να την αγαπάει. Όλα όσα είχε ποτέ αγαπήσει της τα πήραν μακριά. Ενώ το μυαλό του είχε εισχωρήσει στο δικό της, είχε 301


διαισθανθεί χιλιάδες κρυμμένες αναμνήσεις – τις αναμνήσεις που εκείνη πίστευε πως είχαν εξαφανιστεί. Ήταν θαμμένες βαθιά, μυστικές ακόμα και από τον εαυτό της. Ο δαίμονας του είχε αντιδράσει εκστατικά και τώρα έβλεπε το κεφάλι της ως το Άγιο Δισκοπότηρο. Τα Μυστικά ήθελαν να μπουν πάλι μέσα της. Ο Αμούν ήθελε να βρεθεί και πάλι πάνω από το δυνατό μικρόσωμο κορμί της. Αλλά δεν θα την άγγιζε ξανά, δεν θα εμβάθυνε την ήδη καυτή επίγνωση μεταξύ τους. Γιατί... γαμώτο! Μισούσε αυτήν την γραμμή σκέψης, αλλά δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να υποχωρήσει. Αυτό ήταν μέρος της μετάνοιας του. Δεν θα την ακουμπούσε ξανά γιατί επρόκειτο να την δώσει πίσω στον Μίσα. Τα δάχτυλα του Αμούν σφίχτηκαν γύρω από τις λαβές των λεπίδων που κρατούσε στα δυο του χέρια του, και κόκκινες κουκίδες τρεμόσβησαν στο οπτικό του πεδίο. Η Χάϊντι δεν θα κατέληγε να μισεί τον εαυτό της που συνδέονταν με τον Μίσα, έναν Κυνηγό. Δεν θα βυθιζόταν στην ενοχή που δεν έπρεπε να νοιώθει. Δεν θα έχανε την ζωή που είχε καταφέρει να χτίσει για τον εαυτό της. Με τον Αμούν, θα άρχιζε να μισεί τον εαυτό της. Πως δεν θα μπορούσε άλλωστε; Το να δώσει τον εαυτό της σε ένα Άρχοντα θα πρέπει να ήταν στην κορυφή της λίστας των Πραγμάτων Που Ποτέ Δεν Πρέπει Να Κάνετε. Θα βυθιζόταν στην ενοχή, επιπλήττοντας τον εαυτό της, που διάλεξε το ίδιο κακό που είχε περάσει τόσο καιρό πολεμώντας. Και θα έχανε την ζωή που είχε φτιάξει. Δεν υπήρχε τρόπος να είναι μαζί του χωρίς να κόψει τους δεσμούς με τους εχθρούς του.

Θα πρέπει να ένοιωσε, ή να άκουσε, την κατεύθυνση που είχαν πάρει οι σκέψεις του γιατί αναστέναξε και η δροσερή της ανάσα κυμάτισε κάτω στην πλάτη 302


του. Είχε αφαιρέσει το πουκάμισο του, η ζέστη ήταν υπερβολική και ο ιδρώτας έτρεχε συνεχώς πάνω στη σάρκα του. Αν η Χάϊντι δεν ήταν εκεί μαζί του, με αυτή την υπέροχη δροσερή αύρα, που έβγαινε από μέσα της, να τον τυλίγει, μπορεί στ΄ αλήθεια και να είχε αρπάξει φωτιά. «Μπορούμε να μιλήσουμε τώρα;» του είπε. «Για αυτό που έγινε;» Ο Αμούν ήταν πρόθυμος να κάνει οτιδήποτε αυτή ήθελε. Εκτός από αυτό. Αν της έλεγε για την ενοχή του, για την λύπη του, θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να τον ανακουφίσει. Όμως ό,τι και αν έκανε, θα αύξανε μόνο την ενοχή του, γιατί θα το ενεργούσε ενάντια στην φύση της. Η γυναίκα μπορούσε να είναι το ίδιο μνησίκακη και πεισματάρα όσο και οι φίλοι του. Εκτός φυσικά με τον Αμούν. Εκείνον ήθελε να τον συγχωρέσει. Εκείνου ήθελε να του δώσει άφεση αμαρτιών. Εκείνον ήθελε να τον... αγαπήσει. Είχε αισθανθεί την ανάγκη μέσα της. Εξαιτίας του δεσμού αίματος που μοιράζονταν; «Αμούν;» Όχι. «Τόσο πεισματάρης,» είπε, κάνοντας ένα αποδοκιμαστικό ήχο με την γλώσσα της. «Καλά. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο, τότε.» Όχι. «Σε παρακαλώ.» Όσο δυνατός και να ήταν, ένοιωθε αβοήθητος μπροστά σε αυτή την λέξη. Πολύ καλά. Τι επιθυμείς να συζητήσουμε; «Εσύ ξέρεις κάποια από τα μυστικά μου, αλλά εγώ δεν ξέρω κανένα από τα δικά σου. Θα μου πεις κάτι που δεν ξέρει κανένας για εσένα;» Αν είχαν ακούσει οι φίλοι του αυτή την ερώτηση, θα είχαν γυρίσει τα μάτια τους και θα ρουθούνιζαν, βέβαιοι πως η Χάϊντι έκανε το Δόλωμα, προσπαθώντας να μάθει όλα όσα μπορούσε για αυτόν για να τα μοιραστεί με τους Κυνηγούς. Και θα ταρακουνούσαν τον Αμούν 303


αν συνειδητοποιούσαν πως σχεδίαζε να απαντήσει ούτως ή άλλως. Επειδή, στην ουσία, την εμπιστευόταν. Εκείνη, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που ο δαίμονας του δεν μπορούσε να διαβάσει αυτόματα. Εκείνη, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που μπορούσε να διαβάσει εκείνον. Δείξε μου την σωστή κατεύθυνση. Τι είδους μυστικό θα ήθελες; Εκείνη εισέπνευσε βαθιά, σαν να μην τον περίμενε να απαντήσει. Μετά εξέπνευσε με μια τόσο βασανιστική βραδύτητα που έκανε τον ιδρώτα στην πλάτη του να παγώσει. Αντί να τον μουδιάσει αυτός ο πάγος του θύμισε το άγγιγμα της, και το καβλί του τινάχτηκε με προσμονή. Ίσως να πρέπει να αυξήσεις την απόσταση μεταξύ μας, είπε. Δεν θα γυρνούσε πίσω, δεν θα την κοιτούσε να δει πως πήρε το αίτημα του. Σε περίπτωση που σκοντάψεις. Δεν θες να πέσεις πάνω μου, έτσι δεν είναι; «Αν σκοντάψω, πρέπει να είμαι πιο κοντά σε εσένα. Θα με αποτρέψεις από το να σκάσω με τα μούτρα μου κάτω.» Λογικό. Γαμώτο. Αύξησε το ρυθμό του. Το ίδιο και εκείνη. Μερικά λεπτά κύλησαν σε σιωπή. Μερικές φορές ένοιωθε λες και περπατούσε σε κύκλους, η σπηλιά άνοιγε, μετά στένευε, μετά άνοιγε πάλι, οδηγώντας τους πάνω, μετά κάτω, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν τους έβγαζε πουθενά. Αλλά δεν υπήρχε καμμιά άλλη κατεύθυνση που μπορούσε να πάρει. Αυτή ήταν. Έστριψαν σε μια γωνία, και η Χάϊντι εξακολουθούσε να παραμένει σιωπηλή. Η ένταση του αυξήθηκε καθώς σκεφτόταν όλα όσα θα μπορούσε να τον ρωτήσει. Λεπτομέρειες σχετικά με την τελευταία του ερωμένη. Τα σχέδια του για εκείνην, το μέλλον. Θα πρέπει ακόμα να μου υποδείξεις την σωστή κατεύθυνση, Χάϊντι. «Σκέφτομαι.» Μιλώντας θα πρέπει να αποσπά304


στηκε η προσοχή της γιατί σκόνταψε, σκουντουφλώντας κατευθείαν πάνω του, πιέζοντας τα στήθη της στην πλάτη του. Εκείνη ξεφύσησε. «Βλέπεις; Σώθηκα από το να φάω τα μούτρα μου.» Η έντονη διέγερση που τον κατέκλυσε αμέσως γελοιοποίησε εντελώς της προηγούμενες αμυδρές συσπάσεις του κορμιού του. Ήθελε εκείνη να τον αγκαλιάσει και να τυλίξει τα δάχτυλα της γύρω από την στύση του. Να τον χαϊδέψει πάνω κάτω. Ίσως και να περάσει μπροστά του, να πέσει στα γόνατα και να τον ρουφήξει βαθιά. Φυσικά, αυτή ίσιωσε το κορμί της, βάζοντας τέλος στην επαφή αλλά όχι στη φαντασίωση. Ένα βογκητό κόντεψε να του ξεφύγει. Μην σκέφτεσαι έτσι, διέταξε τον εαυτό του. «Σαν πως;» ρώτησε αυτή, μπερδεμένη. Θεοί, έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Συγγνώμη. Η εντολή ήταν για μένα. «Γιατί; Τι σκεφτόσουν;» Δεν υπήρχε περίπτωση να της έλεγε. Με κανένα καταραμένο τρόπο. Πιο μυστικό θα ήθελες από εμένα; Μια στιγμή πέρασε πριν αυτή να πει, «Αυτό. Θέλω να ξέρω τι σκεφτόσουν.» Θα έπρεπε να το περιμένει αυτό. Θα μπορούσε να της αρνηθεί, αλλά δεν το έκανε. Εκείνη είχε ζητήσει, εκείνος είχε συμφωνήσει, και θα έκανε όπως της είχε υποσχεθεί. Και όμως. Δεν μπορούσε να μιλήσει για αυτό που φανταζόταν χωρίς να την ικετέψει να το κάνει πραγματικότητα. Θα πρέπει να σου δείξω. Αν μπορούσε. «Εντάξει.» Όταν ζούσε στους ουρανούς, μια κατώτερη θεά είχε πραγματοποιήσει την πράξη πάνω του, μια φορά, μόνο μια φορά, και είχε λατρέψει κάθε στιγμή της. Δυστυχώς, καμία από τις ερωμένες του δεν το είχε κάνει από τότε. Ίσως γιατί δεν είχε ποτέ μπορέσει να το ζητήσει, και όταν είχε προσπαθήσει να σπρώξει κάποιες από τις 305


ερωμένες του σε αυτή την θέση, εκείνες είχαν αντισταθεί. Ήταν μεγάλος, οπότε είχε καταλάβει τις επιφυλάξεις τους και δεν τις είχε πιέσει. Έτσι, πριν από την Χάϊντι, εκείνη η μοναδική φορά με την θεά ήταν η καλλίτερη σεξουαλική εμπειρία της ζωής του. Και όμως και μόνο η σκέψη της Χάϊντι να ρουφάει το καβλί του, ήταν ακόμα καλλίτερη και από αυτό. «Περιμένω,» είπε η Χάϊντι τραγουδιστά. Και είχε αποκαλέσει αυτόν πεισματάρη. Πολύ καλά, γλυκιά μου. Απλώς να θυμάσαι, εσύ το ζήτησες. Έσπρωξε το όραμα έξω από το μυαλό του και μέσα στο δικό της, προσευχόμενος να δουλέψει. Δούλεψε. Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα, αυτή τη φορά όμως τρέμοντας. «Αμούν,» είπε βογκώντας. Ένα βογκητό ανάγκης; Καθώς συνέχισαν ακόμα να βαδίζουν προς τα εμπρός, τα χέρια της γλίστρησαν πάνω στην πλάτη του, μετά γύρω από τα πλευρά του... παίζοντας με τις θηλές του... Τα στήθη της για μια φορά ακόμα κόλλησαν πάνω του, αλλά αυτή την φορά, τα δάχτυλα της ακολούθησαν ένα μονοπάτι προς τα κάτω... κάτω... Μα την κόλαση. Θα το έκανε, σκέφτηκε, γεμάτος δέος και ενοχή και τόσο ερεθισμένος που η πείνα και η ανάγκη του κατά πάσα πιθανότητα ξεχείλιζαν από το δέρμα του. Θα του έδινε αυτό που ήθελε, χωρίς κανένα δισταγμό. Ακριβώς εδώ, ακριβώς τώρα. Θα έπρεπε να την σταματήσει, δεν μπορούσε να την αφήσει – εκείνη έτριβε το καβλί του μέσα από το παντελόνι του, και τα χείλη του χώρισαν σε ένα σιωπηλό μουγκρητό. Δεν μπορούσε να την σταματήσει, θα την άφηνε... «Το έχω σκεφτεί και εγώ αυτό, επίσης,» είπε βραχνά. Έγλειψε τα χείλη του. Το έχεις; «Ω, ναι. Είσαι ένας όμορφος άντρας, και μόνο που 306


σε κοιτάω, ερεθίζομαι. Είσαι το μόνο πράγμα που μπορώ να σκεφτώ πλέον. Το μόνο που ποθώ.» Ω, θεοί. Ήταν έτοιμος να χύσει. Δεν είχε κάνει τίποτα άλλο πέρα από το να τον χαϊδέψει, και ήταν κιόλας έτοιμος να χύσει. Χάϊντι, εγώ... Τη μια στιγμή ήταν περικυκλωμένοι από τους βραχώδεις τοίχους της σπηλιάς, ακούγοντας τις σταγόνες του νερού, που έσταζε, τον τραχύ σαν γρυλίσματα ήχο από τις ανάσες τους, και την επόμενη ήταν περικυκλωμένοι από σκοτάδι και απόλυτη ησυχία, με τις αισθήσεις τους αποκομμένες. «Αμούν;» Η φωνή της ήταν ασταθής και απαλή, αλλά ακόμα εκεί. Δόξα τους θεούς, μπορούσε ακόμα να ακούσει την φωνή της. «Τι έγινε μόλις τώρα;» Είχαν μπει στο Βασίλειο των Σκιών, συνειδητοποίησε και τρόμος ενώθηκε με τον παρατεταμένο πόθο του. Επιτέλους. Πρόοδος. Ανάθεμα την ώρα, όμως. Ο Αμούν σταμάτησε απότομα. Η Χάϊντι σκόνταψε πάνω του, αλλά το σώμα του απορρόφησε το χτύπημα. Τόσο καλή, ακόμα και τότε. Περισσότερο από το να την ακούει, μπορούσε να την νοιώσει. Δεν ήταν τόσο αποκομμένοι, τελικά. Άπλωσε το χέρι του προς τα πίσω για να την σταθεροποιήσει, προσέχοντας πάντα να μην αφήσει την λεπίδα του να την ακουμπήσει. «Τι συμβαίνει;» του ψιθύρισε. Μετακίνησε την λαβή του στον καρπό της και τράβηξε το χέρι της στο στόμα του, πιέζοντας ένα γρήγορο φιλί στο άγριο φτερούγισμα του σφυγμού της. Θυμάσαι τι έλεγε ο πάπυρος; Ο πάπυρος από το σακίδιο. Εκείνη είχε ζητήσει για οδηγίες σχετικά με το πώς να περιηγηθούν με επιτυχία στο επόμενο βασίλειο, και το σακίδιο τους τις είχε προμηθεύσει. Μόνο που, οι οδηγίες ήταν περίπλοκες και απλοϊκές συνάμα. "Πρέπει να δείτε." Να δουν μέσα από τις σκιές; Σίγουρα. Με χαρά. Είχε πάρει τον πάπυρο από αυτήν καθώς αναρωτιόταν 307


πως. Με ένα φακό; Με δέος, την στιγμή που η ερώτηση είχε σχηματιστεί στο νου του, είδε μελάνι να αρχίζει να στάζει πάνω στο χαρτί, δημιουργώντας νέες λέξεις. "Όλο από εσένα." Άλλη μια περίπλοκη απάντηση. Ακόμα. Είχε απαιτήσει από το σακίδιο να του παράσχει μια πηγή φωτός που θα ωθούσε το σκοτάδι μακριά, αλλά τίποτα δεν είχε γεμίσει το σακίδιο. Πράγμα που σήμαινε πως ένας φακός δεν θα λειτουργούσε. Πράγμα που σήμαινε πως το σακίδιο δεν μπορούσε να τους παρέχει αυτό το "όλο από εσένα". Και αυτό σήμαινε πως είχε ήδη αυτό το "όλο από εσένα," ό,τι και αν ήταν αυτό, γιατί το σακίδιο ήταν εκεί για να τους βοηθήσει και δεν θα τους άφηνε στην μοίρα τους. Είχε στη συνέχεια επιστρέψει την προσοχή του στον πάπυρο και απαίτησε να μάθει τι ακριβώς τους περίμενε στις σκιές σε περίπτωση που δεν έβρισκαν το μυστηριώδες, "όλο από εσένα" φώς. Για μια φορά ακόμα, μελάνι είχε στάξει πάνω στην κουρελιασμένη, κίτρινη σελίδα. "Θάνατος." Μετά απαίτησε να μάθει τι το «όλο από εσένα» σήμαινε. "Όλο από εσένα." Αστείο. Όλο από εκείνον – το σώμα του, ίσως; «Πρέπει να δούμε. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα πάντα από εσένα ή από εμάς,» είπε η Χάϊντι, με τις λέξεις να τρέμουν και να τον φέρνουν πίσω στο παρόν. «Ακόμη δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.» Ούτε και αυτός, αλλά δεν της το είπε. Κράτα τα δάχτυλα σου αγκυλωμένα στη θηλιά της ζώνης μου. Ό,τι και να συμβεί, δεν πρέπει να χωριστούμε. «Εν-εντάξει.» Όταν υπάκουσε, παίρνοντας το ελεύθερο χέρι της από την ακόμα καυτή στύση του, της άφησε και το άλλο και προσεχτικά ξεκίνησε προς τα εμπρός. Κράτησε τα χέρια του απλωμένα, ελπίζοντας να ψηλαφήσει τον 308


δρόμο του. Σύντομα παρατήρησε ότι παρ'όλο που έφτασε γρήγορα το σκοτάδι, διαχεόταν σε σημεία, αφήνοντας μικρούς θύλακες φωτός. Και αυτό θα ήταν υπέροχο, εάν οι σκιές που χόρευαν γύρω από το φως, δεν είχαν κυνόδοντες. Κάτι κοφτερό έκοψε το χέρι του, και νοητικά εκείνος έβρισε. Έσπρωξε την Χάϊντι σε μια από αυτές τις χρυσές ακτίνες, αλλά η ακτίνα κινήθηκε αρκετά εκατοστά πιο μακριά, επιστρέφοντας την στο σκοτάδι. Κάτι άλλο έκοψε το χέρι του. Οι κυνόδοντες, ήταν σίγουρος. Θα πρέπει να δάγκωσαν και την Χάϊντι, επίσης γιατί πάγωσε, βόγκηξε. Γαμώ τη κατάσταση! Τι πρέπει να κάνω; απαίτησε από το δαίμονα του, εγκαταλείποντας τις σκέψεις του "όλο από εσένα." Δεν τον είχαν βγάλει πουθενά. Όπως θα έλεγε και ο Στράϊντερ, το σακίδιο και ο πάπυρος θα μπορούσαν να πάνε να γαμηθούν. Στην αρχή, τα Μυστικά παρέμειναν σιωπηλά, ακίνητα. Κοιμόταν; Τώρα; Ή το άλλο μισό του Αμούν εξακολουθούσε να παραμένει ηττημένο στο πίσω μέρος του μυαλού του μαζί με τους υπόλοιπους; Αλλά ο δαίμονας θα πρέπει να έψαχνε για απαντήσεις γιατί ξαφνικά ο Αμούν ήξερε πως έπρεπε να ακολουθήσει το φως. Οι σκιές δεν επιτρεπόταν να αγγίξουν – ή να δαγκώσουν – οτιδήποτε στο κέντρο αυτών των λαμπερών λιμνών. Παρακολούθησε τον μακάβριο χορό φωτός και σκότους για μια στιγμή, υπομένοντας αρκετά ακόμη τσιμπήματα, μέχρι που τα Μυστικά αναγνώρισαν ένα μοτίβο. Κινήσου μαζί μου, Χάϊντι. Τώρα! Ο Αμούν πήδησε μπροστά, κατευθείαν στο κέντρο μιας από εκείνες τις ακτίνες. Η Χάϊντι παρέμεινε ακριβώς πίσω του. Ένα δευτερόλεπτο, δυο, περίμενε εκείνος. Ξανά! Πήδηξαν ακόμα μια φορά, ακολουθώντας το φως στον επόμενο προορισμό του. Συνέχισαν ξανά και ξανά, 309


πηδώντας, σταματώντας, πηδώντας ξανά. Για ώρες. Ήξερε πως η Χάϊντι είχε κουραστεί, μπορούσε να νοιώσει το τρέμουλο στο λεπτό κορμί της. Τα πας τέλεια, γλυκιά μου, την επαίνεσε. Πριν να προλάβει να του απαντήσει, ένα παχύ, αδιαπέραστο σκοτάδι τους τύλιξε άλλη μια φορά. Δεν υπήρχαν πλέον καθόλου θύλακες φωτός. Ούτε άλλοι κυνόδοντες, Δόξα τους θεούς. Στάθηκε για λίγο και η Χάϊντι πιέστηκε στην πλάτη του. Μπορούσαν να ξεκουραστούν για λίγο, να αποφασίσουν τι να κάνουν. Τα Μυστικά τριγύρισαν στο μυαλό του, ταραγμένα, και ξαφνικά ο Αμούν ήξερε. Περισσότεροι κάτοικοι των Σκιών ερχόντουσαν. Κοντά... πιο κοντά... Να είσαι έτοιμη, είπε στην Χάϊντι. «Για τί;» Για κάτι χειρότερο. Δεν γνώριζε ακόμη τι ήταν ο κάτοικος των σκιών, αλλά ήξερε αρκετά. Τουλάχιστον με την ολική απώλεια της όρασης του οι υπόλοιπες αισθήσεις του δούλευαν υπερωρία. Τα αυτιά του έπιασαν τον σφυριχτό ήχο του ανέμου. Ή άκουγε... κραυγές; Η μύτη του μύρισε θειάφι, και το στόμα του γεύτηκε χαλκό. Οι παλάμες του τον έτρωγαν, νοιώθοντας μια αιχμή επιθετικότητας στον αέρα. Δαίμονες, είπε. Οι κάτοικοι των σκιών ήταν δαίμονες. Υποτακτικοί, σαν εκείνους που είχε απορροφήσει. Πλησίαζαν, και ο τρόμος εξερράγηκε μέσα του. Θα τους απορροφούσε; Η Χάϊντι πρώτη, η ψυχική του ηρεμία δεύτερη αποφάσισε, αλλάζοντας κατεύθυνση. Αντί να κινείται προς τα εμπρός, πλησίασε προς το πλάι μέχρι που συνάντησε το στέρεο μήκος του τοίχου. Τοποθέτησε τον εαυτό του μπροστά της, προσφέροντας της όσο καταφύγιο μπορούσε. «Τι κάνεις;» Δεν θα της έλεγε ψέματα. Έπρεπε να γνωρίζει τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκονταν. Σου είπα. Δαίμονες 310


πλησιάζουν. Δεν θα τους αφήσω να σε φτάσουν. «Μπορώ να σε βοηθήσω να παλέψεις,» του απάντησε, απέχοντας πολύ από το να είναι φοβισμένη. Δεν θα σε βάλω σε κίνδυνο. Ένα απειλητικό γρύλισμα ακούστηκε δίπλα του, ακολουθούμενο από ένα άλλο. Και άλλο. Η Χάϊντι πάγωσε. Το ίδιο και εκείνος. Ένα συνονθύλευμα από σκέψεις χτύπησε ξαφνικά το κεφάλι του, και κάθε μια περιστρεφόταν γύρω από την γεύση των οργάνων του. Οι δαίμονες τον είχαν εντοπίσει, ήταν απόλυτα πεινασμένοι και προσδοκούσαν να φάνε κάθε κομμάτι του. Και τότε, ξαφνικά, ήταν εκεί, επιτίθονταν από κάθε πιθανή γωνία. Ο Αμούν χτύπησε δυνατά προς τα έξω με τα χέρια του και ήξερε πως είχε έρθει σε επαφή με αρκετά από τα πλάσματα. Ίσως και να είχε δώσει μερικά θανατηφόρα χτυπήματα, ίσως και όχι, αλλά δεν είχε σημασία πόσους κατάφερε να σκοτώσει. Ήταν τόσοι πολλοί, και έπεφταν πάνω του σαν μια μάζα. Απέκρουε μακριά όσους μπορούσε, συνεχώς μαχαίρωνε, κλωτσούσε με τα πόδια του για να αποτινάξει αυτούς που είχαν γαντζωθεί και τον μασούσαν μέσα από το παντελόνι του. Σαν τις σκιές, είχαν κυνόδοντες. Μόνο που οι δικοί τους ήταν πολύ πιο κοφτεροί. Και είχαν και νύχια, σαν διαμάντια σκληρά. Αλλά τουλάχιστον οι δαίμονές τους παρέμενε μέσα τους, αντί να εισχωρήσουν μέσα του, να γίνουν ένα με αυτόν. Παρά την ταχύτατη κίνηση των χεριών του, αρκετοί κατάφεραν να προσκολληθούν στους δικέφαλους του. Ένοιωθε σαν χιλιάδες ακανθώδη τσιμπήματα, να διαπερνούν όχι μόνο στους δικεφάλους του, αλλά σε όλο του το σώμα. Ζεστό αίμα κύλησε από αυτόν και η μυρωδιά του έκανε τα πλάσματα να αρχίσουν να δαγκώνουν μανιασμένα. Τινάζονταν, μούγκριζαν και ξέσκιζαν κομμάτια από μυς. Έχανε την μάχη τόσο γρήγορα, εξασθενούσε, σκατά! Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήξερε που να βρει φως, ή ακόμα και πώς να χρησιμοποιήσει όλο του τον 311


εαυτό. Εκτός και αν το "όλο" σήμαινε να προσφέρει ολόκληρο το κορμί του σαν μπουφέ φαγητού. Όταν η Χάϊντι ούρλιαξε, καθώς τα πλάσματα είχαν καταφέρει να ανοίξουν δρόμο πίσω του και να πάρουν μερικές μπουκιές και από εκείνην, σταμάτησε να νοιάζεται για το φως και συγκεντρώθηκε μόνο στο να σκοτώνει – όπως ήταν αναγκαίο. Κανείς δεν πλήγωνε την γυναίκα του. Κανείς. Και αυτοί που προσπαθούσαν θα υπέφεραν. Όπως η οργή τον γέμιζε, τελείως, ολοκληρωτικά, ο Αμούν αντεπιτέθηκε, αρπάζοντας όσα πιο πολλά από τα πλάσματα μπορούσε μεταξύ των δοντιών του και κουνώντας το κεφάλι του σαν καρχαρίας που είχε επιτέλους αρπάξει το θήραμα του. Ήταν μικροί, συνειδητοποίησε, και έσπαζαν εύκολα, αυτοί που κρατούσε γρήγορα έμειναν ακίνητοι. Τους έφτυσε και πήγε για περισσότερους. Τα Μυστικά εξακολουθούσαν να τριγυρίζουν μέσα στο κεφάλι του σαν εγκλωβισμένο λιοντάρι. Ήθελαν να βλάψουν, να καταστρέψουν, και να εξαφανίσουν κάθε συνειδητή σκέψη από τα πρωτόγονα μυαλά γύρω τους. Ο Αμούν κράτησε σφιχτά το άλλο του μισό, φοβούμενος πως το θηρίο θα έβλαπτε την Χάϊντι κατά την διαδικασία. Αλλά όταν εκείνη έβγαλε ακόμα ένα ουρλιαχτό, ελαφρώς ασθενέστερο από το προηγούμενο, αποδεικνύοντας πως έχανε αίμα και εξασθενούσε, η άμυνα του Αμούν έπεσε. Ο ταραγμένος δαίμονας βρυχήθηκε, αρπάζοντας τον έλεγχο από και καταλαμβάνοντας τον Αμούν εντελώς. Δεν ήταν πλέον άνθρωπος και θηρίο. Ήταν απλά θηρίο. Μερικοί από εκείνους τους δαιμονικούς νους πράγματι εξαφανίστηκαν, σκέψεις και λαχτάρες ενώθηκαν με του Αμούν. Απορροφήθηκαν, όπως το φοβόταν. Το στόμα του υγράνθηκε όπως φανταζόταν τη γεύση του αίματος. Να πίνει... να πνίγεται στη ζωογόνο πλημμύρα. 312


Οι εικόνες και οι ορμές δεν κράτησαν πολύ. Γρήγορα ενώθηκαν με την άφωνη χορωδία από φωνές στο πίσω μέρος της συνείδησης του. Κι άλλο, χρειαζόταν κι άλλο. Καθώς ο δαίμονας συνέχισε να τον ενδυνάμωνε, κόκκινο άστραψε ζωντανεύοντας τα μάτια του, λάμποντας, φωτίζοντας τη σπηλιά και ρίχνοντας φως σε εκατοντάδες μικρά, σαν πιράνχα πλάσματα. Είχαν λευκό, άτριχο δέρμα και ροζ βλέμματα, που έμοιαζαν σαν να μην είχαν ατενίσει ποτέ μια αχτίδα φωτός. Όταν αντίκρισαν τα κόκκινο μάτια του, μαζεύτηκαν προς τα πίσω σκούζοντας, προσπαθώντας να ξεφύγουν. Γιατί θα... Όλο από εκείνον, σκέφτηκε τότε, καταλαβαίνοντας. Όλο του τον εαυτό αλλά και ολόκληρο τον δαίμονα του. Τόσο απλό, τόσο εύκολο. Ντρεπόταν που δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα και δεν είχε καταφέρει να σώσει την Χάϊντι από τα νεοαποκτηθέντα τραύματα της. Ακόμα μια αμαρτία να προσθέσει στην λίστα του. Τα Μυστικά συνέχιζαν να βρυχώνται, δυνατά αυτή την φορά, φοβίζοντας τα πλάσματα και αναγκάζοντας τα να υποχωρήσουν ακόμη πιο μακριά, και με τον ήχο, ο Αμούν άρχισε να μιλάει, αδυνατώντας να σταματήσει τις λέξεις. Μόνο που δεν αποκάλυψε καταστροφικές αλήθειες και άθλια εγκλήματα, τα πράγματα που συνεχώς στροβιλίζονταν στο κεφάλι του μέχρι που η Χάϊντι μπήκε στην ζωή του. Μίλησε για κάτι γλυκό και τρυφερό. «Πρέπει να σου πω κάτι, γλυκό μου παιδί.» Αρχαία Ελληνικά, μια γλώσσα που είχε μόνο πρόσφατα ακούσει μέσα στο μυαλό της Χάϊντι. «Μητέρα;» είπε εκείνη τώρα, κατάπληκτη και μπερδεμένη από αυτά που άκουγε από εκείνον. Κάθε φορά που ο δαίμονας μιλούσε μέσω αυτού, αποκαλύπτοντας κάτι, οι φωνές που χρησιμοποιούνταν ήταν πάντα εκείνων που εμπλέκονταν, και όχι η δική του. Έτσι αυτό που άκουγε η Χάϊντι ήταν στ' αλήθεια η μητέρα της. 313


«Άκου καλά, γιατί δεν πρόκειται να ξαναμιλήσουμε για αυτό ποτέ. Είσαι ξεχωριστή, παιδί μου. Τόσο ξεχωριστή.» Υπήρξε μια παύση, η φωνή του άλλαξε σε μια πιο ήπια, παιδιάστικη χροιά. «Δεν καταλαβαίνω.» Ακόμα μια παύση, και πιο βραχνή φωνή επέστρεψε. «Για χρόνια, δεν μπορούσα να συλλάβω, και έτσι προσευχόμουν και προσευχόμουν, παρακαλώντας τους θεούς να ευλογήσουν το άγονο σώμα μου με καρπούς. Και μια νύχτα, ένα ον εμφανίστηκε σε μένα στα όνειρα μου. Εκείνη μου είπε πως είχα μόνο να υποσχεθώ να παραιτηθώ από τα δικαιώματα μου στο πρωτότοκο παιδί μου, και θα είχα πολλά παιδιά. Συμφώνησα. Ήταν η δυσκολότερη απόφαση που είχα πάρει ποτέ, αλλά ήμουν τόσο απελπισμένη, συμφώνησα, και εννέα μήνες αργότερα γεννήθηκες εσύ.» Άλλη μια παύση, εκείνη η αλλαγή φωνών. «Εγώ;» Μια ακόμη παύση, μια ακόμη αλλαγή. «Ω, ναι, αγάπη μου γλυκιά. Και σύντομα μετά από αυτό, γεννήθηκε η αδερφή σου. Και τώρα, άλλο ένα μωρό μεγαλώνει στην κοιλιά μου.» Παύση. «Θα γίνω αδερφή και πάλι;» Παύση. «Ναι. Αλλά γλυκιά μου, άκου την Μάνα. Το ον επέστρεψε. Εκείνη θέλει να σε πάρει από εμάς.» Παύση. «Δεν θέλω να σε αφήσω.» Παύση. «Και εμείς δεν θέλουμε να μας αφήσεις. Ως εκ τούτου, δεν θα το κάνεις. Θα μαζέψουμε τα υπάρχοντα μας και θα φύγουμε από αυτό το μέρος. Δεν σου το λέω αυτό για να σε τρομάξω, μόνο για να σε προειδοποιήσω. Αν κάποιος σε πλησιάσει, με την πρόθεση να σε πάρει μακριά από εμάς, τρέχα, γλυκιά μου, τρέχα. Τρέχα και κρύψου, και εμείς θα σε βρούμε.» Οι φωνές συνεχίστηκαν, η μητέρα να καθησυχάζει το παιδί με πειράγματα και γαργαλητά, ώσπου και οι δύο γελούσαν. Ο πατέρας και η αδερφή σύντομα ενώθηκαν μαζί τους, και η αγάπη του ενός για τον άλλο αντηχούσε σε κάθε τους λέξη. 314


Η αληθινή Χάϊντι τύλιξε ένα τρεμάμενο χέρι γύρω από την μέση του Αμούν. Αμυδρά, εκείνος σκέφτηκε πως μπορεί να είχε πάρει ένα από τα όπλα του, ίσως να κράδαινε το στιλέτο με το ελεύθερο χέρι της για να αποθαρρύνει τα πλάσματα από το να πλησιάσουν από το πλάι, όπου το κόκκινο φως δεν έφτανε. Αλλά δεν ήταν σίγουρος. «Έλα, μωρό μου,» τον παρότρυνε ανάμεσα σε μια από τις παύσεις του. «Κράτα τα μάτια σου πάνω σε αυτούς τους μικρούς μπάσταρδους, και εγώ θα μας βγάλω από εδώ, εντάξει;» Δεν μπορούσε να απαντήσει, μπορούσε μόνο να υφάνει το υπόλοιπο της ιστορίας, την οικογένεια να περνάει αυτή που θα ήταν η τελευταία τους νύχτα μαζί. Η Χάϊντι δεν σταμάτησε να τον σέρνει μακριά από τους πεινασμένους δαίμονες, ώσπου, επιτέλους, οι σκιές εξαφανίστηκαν και μια άλλη σπηλιά τους περικύκλωσε. Αυτή ήταν καλά φωτισμένη. Τον βοήθησε να κάτσει στο έδαφος όσο πιο μαλακά μπορούσε, και εκείνος απλά έκατσε εκεί, εξακολουθώντας να μιλάει, αδυνατώντας να κάνει κάτι άλλο. Το μυαλό του ήταν καταλυμένο από τον δαίμονα του, από τις εικόνες που σχηματίζονταν, αλλά σύντομα η μνήμη πήρε μια πιο σκοτεινή στροφή, με τις δολοφονίες σαφώς να επίκεινται. Ο Αμούν δεν ήθελε να πάει εκεί, δεν ήθελε η Χάϊντι να ακούσει τις κραυγές τους, τις επικλήσεις τους για έλεος. Κάπως, με κάποιον τρόπο, κατάφερε να παλέψει τον δρόμο του προς την επιφάνεια και να κοιτάξει βαθιά στα μάτια της. Το χειρότερο δεν είχε έρθει ακόμα, αλλά ήδη τον κοιτούσε με τρόμο. Τρόμο που ποτέ πριν δεν είχε κατευθύνει προς αυτόν. «Ρίξε... με... αναίσθητο...» κατάφερε να πει ανάμεσα στις παύσεις. «Σε παρακαλώ.» «Όχι.» «Σε παρακαλώ.» Εκείνη ξεροκατάπιε, τρέμοντας καθώς έσκυψε και άδραξε μία από τις λεπίδες του. Αλλά 315


όταν ίσιωσε το κορμί της, δεν έκανε καμία κίνηση εναντίον του. «Εγώ… εγώ δεν μπορώ, Αμούν. Απλά δεν μπορώ.» «Σε παρακαλώ. Πρέπει. Δεν υπάρχει άλλος... τρόπος.» Τα μάτια του την εκλιπαρούσαν, η ανάμνηση προσπαθούσε να τον τραβήξει και πάλι, να δραπετεύσει από τα χείλη του. από στιγμή σε στιγμή οι κραυγές και οι ικεσίες θα διέρρεαν από το στόμα του. «Σε παρακαλώ.» «Λυ-λυ-λυπάμαι.» Κάτι σκληρό ξαφνικά χτύπησε τον κρόταφο του. Αλλά ήταν ακόμη ξύπνιος, ακόμα μιλούσε. «Ξανά.» Μια φορά ακόμα, δυο φορές ακόμα, τον χτύπησε με την λαβή του μαχαιριού. «Λυπάμαι τόσο πολύ.» Μια τρίτη φορά. Όλο και πιο δυνατά. Καλό κορίτσι. Της χαμογέλασε καθώς τον κατάπινε το σκοτάδι, επιτέλους, ησυχάζοντας τον δαίμονα του.

316


Κεφάλαιο 20 Η Χάιντι στάθηκε πάνω από το αναίσθητο κορμί του Αμούν για αρκετή ώρα, ικανοποιημένη που τον πρόσεχε, τον φύλαγε, όπως είχε κάνει κι αυτός πολλές φορές για χάρη της. Η αναπνοή του παρέμενε βαθιά και ήρεμη και το μαρτύριο, που αλλοίωνε το πρόσωπο του, τελικά έπαψε. Έμοιαζε με αθώο αγοράκι, σκέφτηκε, με τις γυριστές, σκούρες βλεφαρίδες του και τα απαλά του χείλη ανοιχτά. Μόνο το ξεραμένο αίμα στον κρόταφο του χαλούσε την εικόνα. Δηλαδή, αυτό και ο ογκώδης σωματότυπος του πολεμιστή. Τόσο όμορφος άντρας και, τι στο διάβολο ήταν αυτό που έσταζε πάνω στο σώμα του; Η ματιά της στένεψε καθώς οι κόκκινες πιτσιλιές έσκαγαν πάνω στο μάγουλο του. Αίμα. Αλλά, δεν ήταν δικό του. Συνοφρυωμένη, έστρεψε την προσοχή της στο μπράτσο της. Κρατούσε ακόμα τη λεπίδα με την οποία τον είχε χτυπήσει, αντιλήφθηκε, ρίχνοντας κάτω το όπλο. Άκουσε την κλαγγή του μετάλλου στην πέτρα και κοίταξε το χέρι της. Είχε πολλαπλές διάτρητες πληγές. Συνοφρυώθηκε περισσότερο όταν άρχισε να παραπαίει ζαλισμένη. Έτσι δε γινόταν πάντα; Ένοιωθε πολύ καλά μέχρι που έβλεπε την πληγή της. Αλλά, ανάθεμα, πρέπει να είχε χάσει και αρκετό αίμα. Λογικό ήταν. Εκείνα τα, σαν πιράνχας πλάσματα, είχαν καταφάει τα άκρα της. Και, θεέ μου, ο πόνος, της είχε μείνει αξέχαστος. Σαν να την τρυπούσαν καρφίτσες, βουτηγμένες σε οξύ. Αν είχε υποφέρει τόσο αυτή, ενώ την προφύλασσε ο Αμούν, πόσω περισσότερο είχε βασανιστεί ο ίδιος, που ήταν τελείως εκτεθειμένος; Και πως τον είχε ξεπληρώσει; Τον έριξε κάτω αναίσθητο. 317


Αυτός ήθελε να το κάνεις, θυμήθηκε, αλλά αυτό δεν απάλυνε την ενοχή της. Ίσως επειδή, κατά βάθος, ήθελε να το κάνει. Είχε ακούσει τη φωνή της μητέρας της, του πατέρα της, της αδερφής της, ήξερε ότι ο θάνατος τους πλησίαζε και είχε σχεδόν καταρρεύσει. Αν έπρεπε να τους ακούσει να πεθαίνουν – και πάλι – θα είχε αναμφίβολα καταρρεύσει. Ο Αμούν το ήξερε και είχε προσπαθήσει να την απαλλάξει από αυτό. Πάντα σκεφτόταν πρώτα το δικό της καλό, οποιοδήποτε κι αν ήταν το κόστος για τον ίδιο. Αυτός ήξερε τι έλεγε και τι θα έπρεπε να πει και δεν ήθελε να την πληγώσει με τα λόγια του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε συνειδητοποιήσει το μόνιμο βάρος που κουβαλούσε. Έδιωχνε τις σκοτεινές σκέψεις και το κακό παρελθόν όσων τον περιέβαλαν και τα κρατούσε μέσα του. Άθελα του, ναι, αλλά προτιμούσε να κρατάει όλα αυτά τα δηλητήρια μέσα του παρά να τα αφήσει να ξεχυθούν. Με αυτό τον τρόπο, δε θα μολυνόταν κανένας άλλος. Πόση δύναμη θέλησης απαιτούσε μια τέτοια πράξη... η Χάιντι ήξερε ότι αυτή θα είχε καταρρεύσει πολύ πριν. «Τι θα κάνω με σένα;» μουρμούρισε. Απεχθανόταν το γεγονός ότι αυτός έκανε τόσο κακό στον εαυτό του με αυτόν τον τρόπο, ότι ο μοναδικός τρόπος να εξαγνίσει το σκοτάδι μέσα του, είχε τόσο μεγάλο τίμημα. Για τον ίδιο και για όσους αγαπούσε. Στενάζοντας, πήρε το σακίδιο με τις απαραίτητες προμήθειες για να τον καθαρίσει και να φροντίσει τις πληγές του πριν ασχοληθεί με τον εαυτό της. Μετά, έφαγε ένα σάντουιτς γαλοπούλας και ένα μήλο και ήπιε ένα μπουκάλι νερό. Πέρασαν πολλές ώρες, αλλά ο Αμούν δεν ξύπνησε. Να του είχε κάνει άραγε μόνιμη ζημιά; Ανησύχησε πολύ και άρχισε να βηματίζει στην ευρύχωρη σπηλιά. Σε λίγο ένα αίσθημα ότι αυτό το είχε ξαναζήσει την κυρίευσε. Ο χώρος έμοιαζε πολύ με εκείνον που τους 318


είχε πάει ο άγγελος Ζακαρελ εκείνη την πρώτη νύχτα. Πέτρινα τοιχώματα, με πολλά πορφυρές πιτσιλιές και οστά παντού. Δεν είχαν προχωρήσει καθόλου; Κόλαση ήταν. Ίσως όλες οι σπηλιές να ήταν έτσι. Βηματίζοντας πέρα δώθε, η καρδιά της πονούσε και φούσκωνε, και κάθε αντίσταση που μπορεί ακόμα να έτρεφε εναντίον του Αμούν εξαφανίστηκε. Της έδινε αυτό που κανένας άλλος δε μπόρεσε ποτέ να της δώσει. Ένα παρελθόν να αγαπάει, ένα παρόν να απολαύσει και ένα μέλλον να προσδοκεί. Και την ήθελε κι αυτός. Το ήξερε. Όταν είχε βάλει στο μυαλό της εκείνη την εικόνα, αυτή που βρισκόταν μπροστά του γονατιστή, το παντελόνι του πεσμένο στους αστραγάλους, τα χέρια του χωμένα στα μαλλιά της, με το στόμα της να καταπίνει κάθε εκατοστό της ογκώδης στύσης του και τα χέρια της πίεζαν τους όρχεις του, είχε σχεδόν λιώσει. Είχε νοιώσει ωμή ανάγκη να ξεχειλίζει από μέσα του, μια ακόρεστη πείνα, μια πρωτόγονη ικανοποίηση. Είχε επίσης νοιώσει τους λόγους που της αντιστεκόταν τόσο επίμονα. Ενοχή, φόβος και τύψεις. Ενοχή επειδή είχε ακούσια βοηθήσει να τη σκοτώσουν εκείνη την πρώτη νύχτα. Αυτό το ήξερε ήδη. Φόβος ότι θα της ξανάκανε κακό – αυτό την εξέπληξε – και τύψεις που την εγκατέλειψε, αν και ήταν για το καλό της. Αυτό δε θα το ανεχόταν. Δεν ήθελε να την κάνει να μετανιώσει για ότι συνέβη μεταξύ τους. Δεν ήθελε να την κάνει να τον μισεί αργότερα. Θα τον έκανε να καταλάβει. Δεν ήθελε και δεν μπορούσε να τον μισήσει. Για κανένα λόγο. Κάποιος τρόπος θα υπήρχε να του δείξει πόσο λάθος έκανε. Ότι ο μόνος τρόπος να την πληγώσει θα ήταν να την εγκαταλείψει. Ότι δε θα μετάνιωνε ποτέ για τη σχέση της μαζί του, Ενθουσιασμένη, σταμάτησε απότομα. Ήταν αλήθεια, διαπίστωσε. Δε θα μετάνιωνε ποτέ για τη σχέση 319


της μαζί του. Οι Κυνηγοί θα τη θεωρούσαν προδότρια και θα την έκαναν στόχο τους, όπως είχαν κάνει με τους Άρχοντες, αλλά δεν την ένοιαζε. Και ο Μίσα, και αυτός θα την έκανε στόχο. Θα ένοιωθε προδομένος, προσωπικά και συναισθηματικά. Αλλά ίσως κάποια μέρα, όταν θα ένοιωθε την ερωτική κάψα και ο ίδιος, θα συνειδητοποιούσε ότι ο χωρισμός τους ήταν το καλλίτερο πράγμα που του συνέβη ποτέ. Τώρα που την είχε δοκιμάσει, ήθελε κι άλλο. Θα έκανε οτιδήποτε χρειαζόταν για αυτό το περισσότερο. Ακόμα και να ξελογιάσει τον Αμούν, με κάθε ίνα του κορμιού της. Δε θα περίμενε μέχρι ξεκαθαρίσει την κατάσταση με τον Μίσα. Ναι, σχεδίαζε ακόμα να του τηλεφωνήσει και να του πει ότι είχαν τελείωσαν αλλά ούτως ή άλλως η σχέση αυτή ήταν παρελθόν. Tελειωτικά. Τώρα ήταν αφοσιωμένη στον Αμούν. Δαίμονας, αθάνατος, ό,τι κι αν ήταν, είχε την αφοσίωσή της. Του άξιζε όλη της η ύπαρξη. Και ο χρόνος της ήταν περιορισμένος. Αν δεν μπορούσε να τον πλησιάσει πριν φύγουν από τις σπηλιές – αν έφευγαν ποτέ από εκεί – , θα την παρατούσε κάπου και θα χανόταν. Για το καλό της. Και αυτό το ήξερε. Κάπως, με κάποιο τρόπο, έπρεπε να του αποδείξει ότι μπορούσαν να αποκτήσουν μια λειτουργική σχέση ως τότε. Αν έκανε το όραμα του πραγματικότητα, θα ήταν μια καλή αρχή. Επιθεώρησε τον εαυτό της. Τα ρούχα της ήταν σχισμένα, σκονισμένα, ματωμένα και πιθανότατα μύριζε σαν ψόφιο πιράνχα. Υπέθεσε ότι μπορούσε να καθαριστεί με τα υγρά μαντήλια από το σακίδιο, αλλά ήταν τόσο μικρά που δεν θα έκαναν τίποτα. Και, ναι, μπορούσε να ζητήσει μια ακόμα αγγελική φορεσιά που θα έδιωχνε δια μαγείας όλη τη βρωμιά, αλλά στο μυαλό της θα ένιωθε ακόμα βρώμικη. «Χρειάζομαι ένα μπάνιο» μουρμούρισε στο σακίδιο, 320


«ένα αληθινό μπάνιο. Μπορείς να βολέψεις μια μπανιέρα εδώ μέσα;» Ένας αναβρασμός δίπλα της την έκανε να γυρίσει και να πιάσει το μαχαίρι που είχε πετάξει.. Εκεί που υπήρχε ένας πέτρινος τοίχος δίπλα της , μερικά δευτερόλεπτα πριν, τώρα υπήρχε μια μεγάλη αφρίζουσα πηγή νερού. Η Χάιντι γούρλωσε τα μάτια έκπληκτη. Πως είχε... γιατί... το σακίδιο μπορούσε να μεταμορφώνει τη γη; Σοβαρά; Και μετά σκέφτηκε, και ποιος διάβολο νοιάζεται; Η ανάγκη να μουλιάσει και να τριφτεί την κυρίευσε και την άφησε να τρέμει από λαχτάρα. «Σαπούνι, σαμπουάν, μαλακτική» είπε ζωηρά. Το σακίδιο φούσκωσε, δείχνοντας ότι είχε γεμίσει με τα πράγματα που ζήτησε. Αφού τα έβαλε στη σειρά, στην άκρη της πηγής – μια πραγματική πηγή – γδύθηκε, έγδυσε και τον Αμούν, και μετά τον κούνησε, ώσπου τα βλέφαρά του άνοιξαν απότομα . Το πνεύμα του το είχε ανάγκη αυτό. Εξάλλου, ανησυχούσε ακόμα για αυτόν, φοβόταν μήπως τον είχε χτυπήσει πολύ δυνατά. Αν ξυπνούσε, έστω και για λίγο, θα ηρεμούσε κι αυτή. Αυτός βόγκηξε, με δυσκολία, ο λαιμός του ήταν ακόμα ευαίσθητος. Τουλάχιστον αντιδρούσε. «Σσσς» είπε καλύπτοντας το στόμα του με το χέρι της, «μη φωνάξεις, μωρό μου, εντάξει;» Κανείς τους δεν είχε τη δύναμη να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ακόμα. Τα μαύρα του μάτια έμοιαζαν γυάλινα καθώς εστίασε το βλέμμα του πάνω της. Συμβαίνει κάτι; «Κάτι συμβαίνει. Μπορείς να σηκωθείς; Θα κάνουμε μπάνιο.» Μπάνιο; «Αυτό ακριβώς είπα» απάντησε με ένα πλατύ χαμόγελο. Και, ακριβώς τότε, κατάλαβε. Θα γινόταν απολύτως καλά. «Έλα, όρθιος, αγόρι μου» Αυτός σηκώθηκε με δυσκολία και παραπάτησε. 321


Τότε, σαν να έπεσε στο πλάι και βούτηξε με το κεφάλι στο νερό. Αμέσως η Χάιντι έκανε βουτιά και τον έσυρε στην επιφάνεια πριν πνιγεί. Τα μάτια του έκλεισαν ξανά και το κεφάλι του έγειρε στο πλάι. Αυτή γέλασε καθώς στηριζόταν στα βράχια και τον βόλευε στο στήθος της. «Είσαι ακόμα ξύπνιος, μωρό μου;» Ναι, ψιθύρισε με ελαφρύ, ανεπαίσθητο στεναγμό. «Θα τρίψω και τους δυο μας. Αν σε πονέσω, πες μου» Δε θα μπορούσες να με πονέσεις. «Είσαι τραυματισμένος και...» Και είμαι στην αγκαλιά σου. Είμαι μια χαρά, σε βεβαιώνω. Αγαπημένος άντρας! Προσπάθησε να μείνει απρόσωπη, ειλικρινά. Αυτός δεν ήταν έτοιμος για την αποπλάνηση που σχεδίαζε. Ακόμα. Αλλά πάλι, καθώς σαπούνιζε τα μεγάλα του μπράτσα, το μυώδες στέρνο, τους δυνατούς του μηρούς, η λαχτάρα έκανε το αίμα της να φουντώνει, και μόνο αυτός μπορούσε να της προκαλέσει τέτοια αντίδραση. Η μεταξένια του επιδερμίδα κάλυπτε ένα σώμα φτιαγμένο για πόλεμο και το θαύμασε. Της προκαλούσε απελπισία, πείνα και αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο εκτός από απόλαυση. Ίσως επειδή, όταν ήταν μαζί του, δεν ανήκε στον εαυτό της. Ανήκε σ' αυτόν. Και αυτό θα έπρεπε να την τρομάζει. Αντίθετα, την έκανε μόνο να τον εμπιστεύεται περισσότερο. Ο Αμούν θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να της κάνει κακό, όπως της είχε αποδείξει πολλές φορές. «Αμούν;» Δεν της απάντησε. Καημένο μου μωρό, είχε αποκοιμηθεί και πάλι. «Λατρεύω το σώμα σου» παραδέχτηκε, με τόλμη αφού δεν την άκουγε. «Το ήξερες αυτό: Όλα πάνω σου δείχνουν φτιαγμένα ειδικά για μένα. Λες και σε διάλεξα από έναν κατάλογο. Και δε θα άλλαζα τίποτα σε σένα. Μάλλον δε θα το πιστέψεις ποτέ, αλλά είναι η αλήθεια.» Έλπιζε ότι, κάποια μέρα, θα ένοιωθε κι αυτός το 322


ίδιο.

Αφού του έλουσε τα μαλλιά, αναπνέοντας το άρωμα του σανταλόξυλου, του γύρισε το κεφάλι ξέπλυνε κάθε τούφα. Όταν τελείωσε μαζί του, τον ξύπνησε απαλά. Ίσως βέβαια, να ήταν ξύπνιος όλη αυτή την ώρα. Τα μάτια του δεν ήταν πια γυάλινα, άστραφταν. Τα μάγουλα της κοκκίνισαν. «Μπορείς να βγεις μόνος σου;» Ναι. Σκαρφάλωσε έξω και βολεύτηκε στο δάπεδο, ξαπλωμένος στο πλάι για να την κοιτάει. Η σειρά σου να τριφτείς. Το κοκκίνισμα της εξαπλώθηκε πάνω της, καθώς πλενόταν ολόκληρη. Παρά την αμηχανία της, το νερό ανακούφισε όλες τις πληγές και τους πόνους από το ατέλειωτο περπάτημα και τις περιστασιακές μάχες, χώρια που παραλίγο να φαγωθεί ζωντανή. Χάιντι; Είπε ο Αμούν αφού είχε ξεπλύνει τα μαλλιά της Τάραξε την επιφάνεια του νερού καθώς ανασηκώθηκε. Πήγε στη άκρη και κοίταξε τον παντοδύναμο πολεμιστή της. Τα μάτια του ήταν κλειστά και πάλι και γύρω από το στόμα του υπήρχαν γραμμές έντασης. «Ναι;» Έλα εδώ και αγκάλιασε με. Για μια απειροελάχιστη στιγμή, έμεινε να τον κοιτάει άφωνη. Της είχε μόλις ζητήσει να τον αγγίξει; Όχι, δεν το ζήτησε. Το απαίτησε. Τόσο γλυκιά πρόοδος και δεν είχε καν αρχίσει η αποπλάνηση του. «Ό,τι θέλεις» όρμησε έξω, πριν αλλάξει γνώμη του. Γυμνή, στάζοντας, βγήκε από το νερό. Δε μπήκε στον κόπο να σκουπιστεί, μόνο κουλουριάστηκε στο πλευρό του και κόλλησε πάνω του, στηρίζοντας το κεφάλι της στο απλωμένο μπράτσο του. Δεν την τράβηξε πιο κοντά. Δεν άφησε τον αυτό της να ενοχληθεί από αυτό. Όχι πολύ. Έμπλεξαν τα δάχτυλα τους και παρ'όλο που η κίνηση δεν θα έπρεπε να τους ερεθίσει, αυτό ακριβώς 323


έκανε. Το πέος του διογκώθηκε και σκλήρυνε πάνω στην καμπύλη του πισινού της και το σημείο ανάμεσα στα πόδια της υγράνθηκε από πόθο. Θεέ μου, ήθελε να τεντώσει το κορμί της προς τα πίσω, να τριφτεί πάνω του, να τον ικετέψει να τριφτεί κι αυτός πάνω της, αλλά δεν το έκανε. Ούτε κι όταν η θέρμη του την τύλιξε, πιο μεθυστική από όσο ήταν στο νερό και η έντασή της την έκανε να τρέμει. Όχι ακόμα, κορίτσι μου. Όχι ακόμα. Δεν ήταν ακόμα έτοιμος για την αποπλάνηση της. Τόση ένταση... Σύντομα, όμως. Σε παρακαλώ, θεέ μου, σύντομα. «Δεν είσαι ακόμα θυμωμένος που σου έσπασα το κεφάλι, ε;» Δεν περίμενε απάντηση αλλά άκουσε ένα νοερό γέλιο. Ευγνωμοσύνη νοιώθω. Απλά είμαι πολύ αδύναμος για να σου τη δείξω. Να της δείξει, είπε. «Χαίρομαι» είπε, ξαφνικά ξέπνοη. «Τώρα, ξανακοιμήσου για να δυναμώσεις. Θα το χρειαστείς» Φίλησε το εσωτερικό του καρπού του. «Θα είμαι εδώ όταν ξυπνήσεις» Και τότε, θα έκανε στο σώμα του πράγματα που δε θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει – πράγματα που δε θα την ήθελε να σταματήσει. Χωρίς να αντιλαμβάνεται την αισθησιακή επίθεση που σύντομα θα δοκίμαζε, υπάκουσε και η αναπνοή του ηρέμησε, καθώς βυθίστηκε ξανά στον ύπνο. ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΜΟΥΝ ΣΥΝΗΛΘΕ ΞΑΦΝΙΚΑ. Ήταν σίγουρος για τρία πράγματα. Το σώμα του καιγόταν, ο αντρισμός του είχε παγώσει και απολάμβανε έντονα και τις δύο αισθήσεις. Τινάχτηκε όρθιος, ασθμαίνοντας, με την απορία εάν αυτό ήταν ερωτικό όνειρο και αμήχανος. Όταν είδε μια γυμνή και εντυπωσιακή Χάϊντι, ανάμεσα στα πόδια του, να γλύφει τον σκληρό αντρισμό του σε όλο του το μήκος και να βογκάει σαν να είχε δοκιμάσει κάτι γλυκό, κατάλαβε ότι δεν ονειρευόταν. Ούτε είχε ρεζιλευτεί. Αλλά, μάλλον αυτό θα γινόταν. Ήθελε να τελειώσει. Απελπισμένα. 324


Τα Μυστικά αιωρούνταν σιωπηλά και κρυμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού του. Και οι άλλοι δαίμονες έμεναν σιωπηλοί και κρυμμένοι επίσης. Και πάλι, η παγωνιά που εξέπεμπε πρέπει να τους είχε τρομάξει. Αυτό ή φοβόταν ότι θα παρέσυρε κι αυτούς και προσπαθούσαν να μην τραβήξουν την προσοχή της. Γλυκιά μου; Η Χάιντι σταμάτησε, ανασηκώνοντας το κεφάλι της, και κάθε κύτταρο του κορμιού του ούρλιαξε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Η δροσερή της αναπνοή γαργάλησε την επιδερμίδα του, καθώς του χαμογελούσε λοξά ενώ τα σφιχτά και προκλητικά στήθη της με τις σκληρές ρώγες να προεξέχουν, ήταν τόσο κοντά, που μπορούσαν να τριφτούν στους μηρούς του. «Ναι, μωρό μου;» ρώτησε βραχνά Εγώ... εγώ... γαμώτο! Δεν ήξερε τι να της πει. Εκτός ίσως από συνέχισε. Αλλά δε μπορούσε να της επιτρέψει να το κάνει. Θα το μετάνιωνε και αυτός δε θα το άντεχε. «Είσαι ξύπνιος, ε; Δεν κινδυνεύεις να ξανακοιμηθείς;» Μόνο να πεθάνω κινδυνεύω. «Είσαι τόσο αδύναμος:» Όχι. Το βραχνό της γέλιο αντήχησε ανάμεσα τους «Θέλεις να σταματήσω;» Ναι. «Αλήθεια;» Τον έγλυψε πάλι και αυτός έσπευσε να προσθέσει. Όχι. Δε θέλω να σταματήσεις. Ω, θεοί, σκέφτηκε. Ναι, πρέπει να σταματήσεις. Αυτή φύσηξε την υγρή άκρη του πέους του. «Κι αν δε θέλω να σταματήσω;» Ω, θεοί, ξανασκέφτηκε. Το μαρτύριο... η απόλαυση... οι πιθανές συνέπειες. Ποτέ δεν ήταν τόσο διχασμένος. «Αμούν, αγάπη μου, πες τη λέξη και θα σε ρουφήξω τόσο βαθιά που θα νιώθεις το λαιμό μου γύρω σου για μέρες» Άλλη μια ψυχρή ανάσα στην άκρη της σχισμής του. «Το σκεφτόμουν. Το είχα ανάγκη. Το λαχταρούσα. 325


Άσε με να σε πάρω» Η αντίσταση του κατέρρευσε. Καν' το. Σε παρακαλώ, κάν'το. Αργότερα μπορείς να με κατηγορήσεις, αλλά, σε παρακαλώ, μη σταματάς. Δεν τον ένοιαζε το αργότερα. Δεν τον ένοιαζε που ικέτευε. Το είχε ανάγκη, δεν άντεχε ούτε μια στιγμή ακόμα χωρίς αυτό. «Ω, ναι, θα το κάνω» του είπε, με τα δάχτυλά της να ανεβαίνουν χαϊδεύοντας από την μια πλευρά του πέους του και να κατεβαίνουν από την άλλη. «Και υπόσχομαι ότι θα σε κατηγορήσω αργότερα» Ήξερε ότι το γεγονός έπρεπε να τον ανησυχήσει, αλλά δε μπορούσε να κατανικήσει τα αισθήματά του. Τον έλουσε ιδρώτας στην προσπάθεια του να καταπνίξει την ένταση της πείνα του. Αυτή δεν είχε βάλει το πέος του ακόμα στο στόμα της αλλά η ανάσα της τον χάιδευε. Τόσο καλά, ένοιωθε τόσο καλά. Και αυτή ήταν η μόνη λέξη που μπορούσε να σκεφτεί. Καλά. Έτρεμε, πονούσε, είχε απελπιστεί. Καλά, καλά, καλά. Η φωνή της χαμήλωσε. «Θα σε κατηγορήσω επειδή είσαι υπερβολικά όμορφος για να σου αντισταθώ. Επειδή σκέφτεσαι πρώτα το δικό μου καλό, ακόμα κι όταν κινδυνεύεις κι εσύ. Επειδή είσαι δικός μου. Ο δικός μου πολεμιστής, ο δικός μου... δαίμονας» Αυτή η παραδοχή τον επηρέασε τόσο έντονα όσο και οι πράξεις της που την παρότρυνε με νέες λέξεις. Με σκοτώνεις, γλυκιά μου. Με σκοτώνεις, ναι, ναι, ναι, σε παρακαλώ, σκότωσε με. Ήταν έτοιμος να αρχίσει να ανεβοκατεβάζει τους γοφούς του, να βυθιστεί μέσα της, ανίκανος να σταματήσει. Το πονηρό χαμόγελο της επέστρεψε. «Ξάπλωσε και κράτα τη δύναμη σου, μωρό μου. Η μικρή, γλυκιά Χάιντι θα κάνει όλη τη δουλειά.» Αυτός δεν ξάπλωσε. Το λαχταρούσε από πάντα αυτό. Την λαχταρούσε από πάντα. Ήθελε να δει όλες 326


της τις κινήσεις. Έτσι. Ακριβώς έτσι. «Ό,τι θέλει ο πολεμιστής μου...» Χείλη κόκκινα, επιτέλους έκλεισαν πάνω στην άκρη του ερεθισμού του και βόγκηξε με ευχαρίστηση. Κύρτωσε την πλάτη του. Η μικρή, κρύα γλωσσίτσα της τινάχτηκε πάνω στο άνοιγμα που είχε ρουφήξει μερικές στιγμές πριν και αυτός αναγκάστηκε να δέσει τα μπράτσα πίσω από την πλάτη του, για να μείνει ακίνητος, Συνέχισε να τον ρουφάει κατεβάζοντας αργά το στόμα της και παίρνοντάς τον ολόκληρο, ακριβώς όπως είχε υποσχεθεί. Και δεν σταμάτησε, ακόμα κι όταν μπήκε βαθύτερα από όσο θα το ήθελε. Όχι, δεν ήταν αλήθεια. Η μικρή του Χάιντι, γουργούριζε ικανοποιημένη, με περισσότερη ευχαρίστηση, και οι δονήσεις περόνιαζαν τα κόκκαλα του. Χρειάστηκε να σφίξει τα δόντια του για να μην εκραγεί εκείνη τη στιγμή. Και μετά αυτή, άρχισε να κινείται, πάνω κάτω, αργά στην αρχή, βασανίζοντας τον, πνίγοντας τον με αισθησιασμό, αυξάνοντας την ευαισθησία στο δέρμα του. Το παγερό της άγγιγμα έπρεπε να τον είχε μουδιάσει, αλλά σε συνδυασμό με τη θέρμη του κορμιού του, παρέμενε σε μια διαρκή κατάσταση ανάγκης, έτοιμος να ικετέψει για οτιδήποτε, σπρώχνοντάς τον τελικά πέρα από τα όρια. Και σύντομα, κραύγαζε μέσα στο μυαλό του, προσπαθώντας να μην τελειώσει στο στόμα της. Τα ξανθό-ροζ μαλλιά της κινούνταν πάνω κάτω σπασμωδικά, και με κάθε ανασήκωμα του κεφαλιού της, έβλεπε λεπτά, κομψά δάχτυλα να χαϊδεύουν τη ρίζα του. Άρχισε να σκέφτεται τι ήθελε να κάνει με τα δικά του δάχτυλα. Να τα γλιστρήσει προς τα κάτω στη σπονδυλική της στήλη, να χουφτώσει αυτό το μικρό κωλαράκι, και να ανοίξει την σχισμή της μέχρι να βρει το υγρό, ζεστό κέντρο της. Να βυθίσει βαθιά ένα δάχτυλο, να το ξαναβγάλει και να ξαναβάλει δύο, να ξαναβγεί και να ξαναβάλει τρία, μέχρι να την ανοίξει. Να την κάνει να σπαρταράει, να τον καβαλήσει και 327


να φωνάξει λαχανιασμένη. Η Χάιντι βόγκηξε, το κορμί της έτρεμε και τα δόντια της έγδαραν το πέος του «Ναι» είπε βαριά, «Ναι, δάχτυλα, βαθιά. Τόσο βαθιά...» Η καρδιά του Αμούν βρόντηξε στο στέρνο του. Πάλι έβαζε εικόνες στο μυαλό της; Μάλλον, σκέφτηκε. Χαιρόταν. Ήθελε να της δείξει, να ξέρει Στο μεταξύ, όσο τον έγλειφε, τον ρουφούσε, έτριβε τους γοφούς της πάνω στα πόδια του, ψάχνοντας κάτι να τη γεμίσει. Αυτός αγκάλιασε το λαιμό της και της έκανε μασάζ στους σφιγμένους μυς. Όταν άρχισε να χαλαρώνει στο άγγιγμα του, προσπάθησε να τη γυρίσει για να την ευχαριστήσει, όπως τον είχε ευχαριστήσει κι αυτή. Αντιστάθηκε. «Όχι πρώτα εσύ» Χάιντι. «Όχι... μόνο... χρειάζομαι μια στιγμή... χάνω... τον έλεγχο...» Δεν ήξερε αν εννοούσε τον αυτοέλεγχο της ή τον έλεγχο της παγωνιάς, αλλά ό,τι κι αν ήταν, αδιαφορούσε. Τον ήθελε. Τον είχε ανάγκη. Και αυτός ήθελε να τη γευτεί . Είχε ανάγκη να τη γευτεί. Συνέχισε να τον βασανίζει γλείφοντάς τον, σαν να έγλειφε γλειφιτζούρι. Έβαλε μια άλλη εικόνα στο μυαλό της στην οποία, είχε το κεφάλι του ανάμεσα στους μηρούς της και γευόταν όλη τη γλύκα που τον περίμενε εκεί. Ρουφούσε την κλειτορίδα της, την έγλειφε με την πρόθυμη γλώσσα του ενώ τα δάχτυλα του τσιμπούσαν τις ρώγες της, ώσπου έγιναν σκληρές σαν μαργαριτάρια. Είχε ανοίξει τα πόδια της όσο μπορούσε περισσότερο, χώθηκε όσο πιο βαθιά γινόταν και την άφησε πιο ευάλωτη από κάθε άλλη φορά. Θα ήταν στο έλεός του, θα την ήλεγχε, θα τη διέταζε... θα του άνηκε. Θα τα έπαιρνε όλα, θα την κατάπινε, θα την καταβρόχθιζε εντελώς και μετά θα τη γύριζε και θα την παρακολουθούσε να αυτοϊκανοποιείται άγρια. Δε θα ήταν τρυφερός. Αλλά, ούτε αυτή θα ήθελε 328


τρυφερότητα. Θα ήθελε ένα άγριο σφυροκόπημα, σαν τιμωρία, μέχρι να φτάσει στην λήθη. Θα ούρλιαζε και θα κραύγαζε. Θα κολλούσε πάνω του και θα άφηνε ματωμένα ίχνη στην πλάτη του με τα νύχια της, σαν άγριο ζώο, και θα τύλιγε τα πόδια της γύρω του κλειδώνοντας τους αστραγάλους της. Θα την έκανε να ξεχάσει τον άντρα της και κάθε άλλο άντρα με τον οποίο είχε πάει. Μόνο ο Αμούν θα μετρούσε. Μόνο ο Αμούν θα είχε δικαιώματα πάνω της. Όποιος επιχειρούσε να την πλησιάσει, να τη δει έτσι, να τη γευτεί και να την αγγίξει έτσι, θα πέθαινε. Θα τον σκότωνε. Άνηκε. Σε. Αυτόν. Ούτε η ίδια δε θα μπορούσε να το αμφισβητήσει μετά από αυτό. Θεέ μου, βόγκηξε αυτή και γεύτηκε τα πρώτα υγρά του. Το τρέμουλο εντάθηκε. Είπα στον εαυτό μου να μείνει μακριά σου, της είπε νοερά. Είπα ότι έπρεπε να σε αφήσω ήσυχη. «Όχι!» φώναξε. «Μην το κάνεις» Αλλά δε μπορώ, συνέχισε αυτός, Άσε με να σε πάρω. «Όχι» επανέλαβε αυτή, λιγότερο άγρια, Ναι, αλλά τελείως τσακισμένη. «Άσε με να σε κάνω να τελειώσεις. Γιατί σου ορκίζομαι μωρό μου, ότι θα σου δώσω αυτή την ανάμνηση, ακόμα κι αν είναι με σκοτώνει. Και ίσως να το κάνει. Έχεις τόσο υπέροχη γεύση» Και έτσι βύθισε ξανά στο στόμα της όλο το μήκος του. Ο Αμούν, τελικά, εγκατέλειψε και το τελευταίο ίχνος από τον εύθραυστο έλεγχό του. Έπεσε πίσω, ανασήκωσε τους γοφούς του και έμπλεξε τα δάχτυλα του στα μαλλιά της. Τον διεκδίκησε άγρια, λαίμαργα, σαν να μην μπορούσε να ζήσει λεπτό παραπάνω χωρίς το σπέρμα του. Και σύντομα του ήταν αδύνατο να κάνει οτιδήποτε άλλο, από το να την αφήσει να πάρει κάθε σταγόνα του. Φωτιά άναψε στις φλέβες του, κάνοντας τες στάχτη, αφήνοντας την κάψα να εξαπλωθεί, να τον κυριεύσει, να εκραγεί. Ανασήκωσε τους γοφούς του, καθώς αυτή έσπρωχνε το κεφάλι της προς τα κάτω και ένοιωσε 329


το σπέρμα του να διασχίζει το μήκος του πέους και να ξεσπά. Τα μάγουλα της βαθούλωσαν καθώς τον κατάπινε, παίρνοντας όλα όσο είχε να της δώσει και απαιτώντας περισσότερο. Τον στράγγισε, αφήνοντάς τον ένα άδειο κέλυφος, ενώ σωριαζόταν στο έδαφος. Δεν τον άφησε αμέσως. Τον έγλειψε και γουργούρισε σα να μην ήθελε να τον αφήσει, ποτέ. Οι μύες του συνέχισαν να συσπώνται από αισθησιακούς μετασεισμούς και η απόλαυση του ήταν σαν σιγανό γουργουρητό, όμοιο με το δικό της προηγουμένως. Θα συνερχόταν – κάποια στιγμή – και τότε θα την κατακτούσε ολοκληρωτικά. Αλλά αυτή ήθελε να μιλήσει με τον Μίσα, πριν προχωρήσουν και ο Αμούν δε θα πίεζε την κατάσταση τώρα. Όχι μετά από όσα είχε κάνει γι' αυτόν. Έτσι, με κάποιο τρόπο, βρήκε τη δύναμη να ανακαθίσει, την έπιασε από τα μπράτσα και να την έβαλε καβαλικευτά πάνω του. Τα μάτια της έλαμπαν από το πάθος και τα μάγουλα της είχαν κοκκινίσει σαν ρόδα. Και οι υπέροχες μπούκλες των μαλλιών της έπεφταν, εκστατικά μπερδεμένες, πάνω στους ώμους της Ποτέ πριν δεν υπήρξε γυναίκα τόσο αναμαλλιασμένη, τόσο έτοιμη για έρωτα – ή πιο ευχαριστημένη. «Τι...;» Αυτός γλίστρησε το χέρι του ανάμεσα τους και έβαλε ένα δάχτυλο βαθιά μέσα της.. Αμέσως το κεφάλι της έγειρε πίσω και μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. «Ναι! Ναι, σε παρακαλώ, ναι» Ακριβώς όπως το είχε φανταστεί, χρησιμοποίησε δύο δάχτυλα με την επόμενη διείσδυση. Ήταν τόσο υγρή που μούσκεψε το χέρι του. Τον είχε τόση ανάγκη που τα εσωτερικά της τοιχώματα σφίχτηκαν, προσπαθώντας να τον αιχμαλωτίσουν. Έτσι έπρεπε να νοιώθει πάντα μια γυναίκα. Έτοιμη. Στη επόμενη διείσδυσή 330


του χρησιμοποίησε τρία δάχτυλα, όπως της είχε υποσχεθεί. Ο αντίχειράς του έτριψε την κλειτορίδα της, με αμείωτη πίεση. Ήταν τόσο απελπιστική η ανάγκη της που ξέσπασε γρήγορα και βίαια. Η κραυγή της αντήχησε στους τοίχους, τα γόνατα της σφίχτηκαν στα πλευρά του, τόσο πολύ που νόμιζε ότι θα ράγιζαν και τα νύχια της έγδαραν το δέρμα του αφήνοντας σημάδια. Και όταν πέρασε και ο τελευταίος σπασμός, κατέρρευσε πάνω του, ασθμαίνοντας, με κλειστά μάτια και ένα λεπτό στρώμα πάγου στο δέρμα της. Ο Αμούν ανέπνεε το ίδιο έντονα. Τι είχε μόλις συμβεί; Ποτέ πριν δεν είχε νοιώσει έτσι. Δεν ήταν η απλή εκπλήρωση μιας ανάγκης. Ήταν η αρχή ενός εθισμού. Μιας εμμονής. Είχε ανάγκη να το ξαναζήσει. Τα ήθελε όλα. Τώρα και για πάντα. Η έλλειψη αναστολών της Χάιντι, η προθυμία της να τον ευχαριστήσει, ο απόλυτος τρόπος που τον διεκδικούσε – γιατί αυτό είχε κάνει – τον είχαν αλλάξει τελείως. Σε μια στιγμή ο παλιός Αμούν έγινε στάχτη και είχε αναδυθεί ένας καινούριος. Ο άντρας της Χάιντι. Τώρα καταλάβαινε ότι ήταν ηλίθιος που προσπάθησε να την απομακρύνει. Ηλίθιος που προσπάθησε να αγνοήσει την έλξη ανάμεσα τους. Είχε απλά βλάψει και απογοητεύσει και τους δυο τους, ενώ θα μπορούσαν να είναι μαζί. Δε θα χρειαζόταν να το μάθει ποτέ κανείς, το οποίο σήμαινε ότι δεν την περίμενε ούτε τιμωρία, ούτε ταπείνωση, ούτε αποκλεισμός από τους φίλους της. Και έτσι θα έμεναν μαζί. Δεν άντεχε άλλο χωρίς αυτή. Αρνιόταν να μείνει μακριά της. Όσο βρισκόταν εκεί μέσα, αναγκάστηκε να θυμίσει στον εαυτό του Όταν θα έβγαιναν από την κόλαση, θα χώριζαν. Δε θα τάραζε τη ζωή της περισσότερο από όσο το είχε ήδη 331


κάνει. Τα χέρια του σφίχτηκαν σε γροθιές. Θεέ μου, ακόμα και η σκέψη ότι θα τη στερούνταν του μαύριζε τη διάθεση. Δεν θα παρέκλινε από τον σκοπό του όμως. Μέσα στο μαρτύριο του θα ήξερε ότι η Χάιντι ζούσε, όπως έπρεπε. Επιτέλους, ευτυχισμένη. Τα Μυστικά κλαψούρισαν και ο Αμούν συνοφρυώθηκε. Ούτε ο δαίμονας ήθελε να χάσει τη Χάιντι; Νόμιζα ότι την φοβόσουν. Προσεχτικά κράτησε την σκέψη για τον εαυτό του. Ακούστηκε άλλο ένα κλαψούρισμα. Και τότε κατάλαβε. Δεν τέλειωσες την έρευνά σου ακόμα στο μυαλό της. Ο δαίμονας δεν απάντησε, αλλά δε χρειαζόταν απάντηση. Το ήξερε. Αυτός και τα Μυστικά δεν είχαν κάνει ποτέ μια πραγματική συζήτηση και δυσκολευόταν να πιστέψει ότι το έκαναν τώρα. Αλλά δεν είχε σημασία, δε μπορούμε να την κρατήσουμε. Για το δικό της καλό, δε μπορούμε να την κρατήσουμε. Η Χάιντι, διαισθάνθηκε την κατεύθυνση που πήραν οι σκέψεις του και προσπάθησε να ανακαθίσει. Ο Αμούν την έσφιξε, αναγκάζοντάς της να μείνει πάνω του. Κοιμήσου, γλυκιά μου. Θα μιλήσουμε μετά. «Το υπόσχεσαι;» ρώτησε με φωνή μπερδεμένη από την εξάντληση. Το υπόσχομαι. Δεν παρατήρησε ότι δεν της ξεκαθάρισε ακριβώς τι θα συζητούσαν και έπεσε σε βαθύ λήθαργο.

332


Κεφάλαιο 21 Κάτι σκληρό και αμείλικτο την έβγαλε από τον πιο ήσυχο ύπνο της ζωής της. Προσπάθησε να διώξει αυτόν που την ενόχλησε. Το τράνταγμα συνεχίστηκε. Έβρισε και άνοιξε τα μάτια της. Από πάνω της στεκόταν ο Αμούν, με αγχωμένο ύφος και τα μαύρα του μάτια ανεξιχνίαστα. Κάλυψε επίμονα το στόμα της με το χέρι του, πριν προλάβει να πει έστω και μια λέξη. Κάτι υπάρχει εκεί έξω, της είπε νοερά με τη βαθιά φωνή του. Ήταν φανερό ότι η κατάσταση ήταν επείγουσα και η αίσθηση ήταν τόσο μεταδοτική, σαν ιός. Ντύσου! Σίγουρα κάποιος ήταν εκεί, σκέφτηκε ξερά. Αυτή και ο Αμούν βρίσκονταν σε κάποιο τμήμα της κόλασης. Δε μπορούσαν να χαλαρώσουν ούτε για μια στιγμή. Και τώρα, εκείνη η ήδη καθυστερημένη συζήτηση για τη σχέση τους θα έπρεπε να περιμένει. Πάλι. Αλλά, αυτό ήταν καλλίτερο από την άλλη εναλλακτική. Όπως ο θάνατος, ας πούμε. Καθώς φορούσε τον στηθόδεσμο, το κιλοτάκι, το τζιν, το φανελάκι, τις μπότες της και τις αμέτρητες λεπίδες με τις θήκες τους, που της είχε παραχωρήσει, έμεινε έκπληκτη με την αλλαγή της. Λίγες μόνο μέρες πριν, επανέρχονταν στην πραγματικότητα κάθε φορά που ξυπνούσε, με την σκέψη της στην απόδραση. Τώρα, που ο κίνδυνος ήταν πλέον δεδομένος, είχε χαλαρώσει την άμυνα της. Έπρεπε, επίσης, να θυμίζει στον εαυτό της να μη σκέφτεται τι είχαν κάνει την προηγούμενη νύχτα, πως τον ρουφούσε και τον κατάπινε, πως είχε πάρει τα δάχτυλα του μέσα της και φώναζε το όνομα του. 333


Ανατρίχιασε καθώς προσπάθησε να αφουγκραστεί αυτό που είχε ενοχλήσει τον Αμούν. Τίποτε. Δεν άκουσε τίποτα. Έτριψε τα μάτια της για να ξυπνήσει και στερέωσε το σακίδιο στους ώμους της. Όταν... – το αυτί της έπιασε κάτι και συνοφρυώθηκε. Σφύριγμα... ανέμου ήταν αυτό; Όχι, σκέφτηκε. Γέλιο. Ήταν αχνό αλλά αναμφισβήτητα... ερχόταν από διάφορα σημεία. Γέλιο στην κόλαση. Κακό. Καθόλου καλό. Κοίταξε τον Αμούν για να δει την αντίδραση του. Αυτός έμοιαζε να είναι σε συναγερμό και στεκόταν φρουρός στην είσοδο της σπηλιάς, με την πλάτη του γυρισμένη προς το μέρος της. Φορούσε μαύρο πουκάμισο και μαύρο φαρδύ παντελόνι από μαλακό ύφασμα. Έτσι δεν ένοιωθε περιορισμένος σε περίπτωση συμπλοκής. Τον πλησίασε από πίσω σιωπηλή. Αυτός ένοιωσε την προσέγγισή της και προχώρησε μπροστά. Έμεινε δίπλα του καθώς έφευγαν από το καινούριο, πιο αγαπημένο της μέρος στον κόσμο. Έπρεπε να είχαν μπει σε άλλη μια σπηλιά, ή τουλάχιστον σε άλλον έναν βραχώδη διάδρομο. Αυτό είχε συμβεί όλες τις προηγούμενες φορές. Αλλά αυτή τη φορά μπήκαν σε... όχι, σίγουρα όχι. Κούνησε το κεφάλι της και ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Δε γινόταν να βλέπει αυτό που νόμιζε ότι έβλεπε, αλλά η εικόνα έμεινε η ίδια. Τσίρκο; Ρώτησε ο Αμούν χωρίς να το πιστεύει. Το έβλεπε κι αυτός τότε. Ένα τσίρκο τεράτων. Εξωπραγματικό! Μετά το Βασίλειο Των Σκιών, ένα τσίρκο ήταν σαν διακοπές σε σπα. Σοβαρά. Οι ασφυχτικοί τοίχοι του υπογείου είχαν υποχωρήσει, αφήνοντας μιαν ανοιχτή έκταση, κάτω από όμορφη φεγγαρόλουστη νύχτα. Ακόμα και τα άστρα έλαμπαν στον μαύρο, βελούδινο ουρανό και ένα δροσερό αεράκι φύσαγε. 334


Φεγγάρι... ουρανός... σε μια σπηλιά. Πως; Σταμάτησε να αναρωτιέται, όταν είδε πολλές φωτιές να τριζοβολίζουν τριγύρω. Υπήρχαν γυναίκες με μούσι και καχύποπτοι άντρες με τα χέρια τους μέσα στις πραγματικές φλόγες, που παρακολουθούσαν αυτή και τον Αμούν φανερά απειλητικά. Εντάξει, τελικά η έκφραση «διακοπές σε σπα» ήταν άστοχη. «Αμούν;» Δεν ξέρω, είπε σε απάντηση της βουβής ερώτησης της. Τι στο διάβολο συνέβαινε εδώ; Δύο πανύψηλοι άντρες με πόδια στραμμένα, σαν μαχαίρια, στον ουρανό πέρασαν δίπλα τους, χωρίς να τους προσέξουν, ευτυχώς. Αλλά τα ζώα τους..., ο ελέφαντας κλαψούριζε με την προβοσκίδα του υψωμένη, αποκαλύπτοντας δύο κυνόδοντες πιο κοφτερούς από οποιουδήποτε δαίμονα. Ακόμα χειρότερα, υπήρχαν λιοντάρια με φτερά, δύο μονόκεροι που έβγαζαν αφρούς από το στόμα και τρεις κροκόδειλοι με λεπίδες αντί για φολίδες στις πλάτες τους. Το κάθε ζώο ήταν δεμένο με ένα ξεφτισμένο σχοινί, που κρατούσαν ο κάθε άντρας και όλα τους πάλευαν να ελευθερωθούν, κοιτάζοντάς την επίμονα, το νόστιμο ανθρώπινο γεύμα. Ξεροκατάπιε και έστρεψε αλλού το βλέμμα της για να μην τα προκαλεί. «Αυτό δε μου αρέσει» Δε θα επιτρέψω να πάθεις κακό. Ούτε εγώ θα επιτρέψω να πάθεις κάτι κακό κι εσύ, σκέφτηκε. Σειρές επί σειρών σκηνές υπήρχαν στημένες γύρω της και ανάμεσα τους ένα χαλικόστρωτο μονοπάτι. Στο τέλος του υπήρχε μια παράγκα και εκεί μέσα καθόταν ένας χοντρός άντρας με ένα ιδρωμένο φανελάκι. Μια φωτεινή επιγραφή πάνω από το κεφάλι του έλεγε ΕΙΣΟΔΟΣ: ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΡΔΙΆ. Τώρα καταλαβαίνω, της είπε κοφτά ο Αμούν. Φτάσαμε στο Βασίλειο της Καταστροφής. 335


Άλλο ένα βασίλειο. Παραλίγο να βογκήξει. «Τίποτα από αυτά δεν υπήρχαν χθες τη νύχτα» είπε. «Θα τα είχα δει, όταν πηγαίναμε στη σπηλιά» Λοιπόν, τώρα είναι εδώ. Αναμφισβήτητα. Αλλά πως; Δηλαδή αυτή και ο Αμούν δε χρειάζονταν να περπατήσουν για να φτάσουν σε ένα καινούριο βασίλειο; Μήπως τα βασίλεια έρχονταν απλά να τους βρουν; Πολύ παράξενο, και, αν ναι... ήταν φυσιολογικό αυτό; Υπήρχε τίποτα φυσιολογικό στην κόλαση; Σκέφτηκε και γέλασε άκεφα. Σταμάτησαν στην παράγκα. «Θέλετε εισιτήρια ή όχι;» ρώτησε απαιτητικά ο ιδρωμένος άντρας με φωνή τόσο μπάσα και βαθιά, που προκαλούσε ηχώ και υπέβοσκε στο σκοτάδι. Ανατριχιάζοντας, η Χάιντι άνοιξε το στόμα της να φωνάξει «Διάβολε, όχι», αλλά τη σταμάτησαν τα επόμενα λόγια του Αμούν. Πες του, ναι. Ανάθεμα, γιατί; Ακριβώς τότε ήταν που μίσησε το γεγονός, ότι η νοερή τους επικοινωνία δεν ήταν αμφίδρομη. «Ναι» είπε, «θέλουμε εισιτήρια» Λαμπερά, κόκκινα μάτια τους κάρφωσαν, ύψωσε το χέρι του και τα δάχτυλα του άνοιξαν, αποκαλύπτοντας μια κοφτερή, ματωμένη λεπίδα. «Πρώτα, χρειάζομαι τις καρδιές σας.» «Η δική του καρδιά δεν είναι ανθρώπινη» είπε η Χάιντι δείχνοντας με το δάχτυλο της τον Αμούν. Ο άντρας έστρεψε πάνω της όλη του την προσοχή και τα λιγδιάρικα χείλη του. «Αρκεί η δική σου. Θα πληρώσεις με άλλο τρόπο γι' αυτόν.» Χάιδεψε τον εαυτό του, «Ξέρεις τι εννοώ;» Ο Αμούν σφίχτηκε και ξαφνικά απειλή ξεχείλισε από μέσα του. Πάρε ό,τι χρειάζεσαι από το σακίδιο, είπε. Ο τόνος του ήταν ανέκφραστος αλλά παρέμενε οργισμένος. Τράβηξε το σακίδιο μπροστά της. Χρειάζομαι – ξε336


ροκατάπιε – δύο ανθρώπινες καρδιές, σκέφτηκε και έψαξε στο εσωτερικό του. Τι θα έκανε αν δεν υπήρχε τίποτα; Παραλίγο να πνιγεί όταν έπιασε δύο ζεστά... πράγματα τυλιγμένα σε βελούδο. «Δε θα χρειαστεί να πληρώσω με άλλο τρόπο». Καλαμπούρισε όταν του τις έδωσε και αυτός ξέσχισε άπληστα το περιτύλιγμα για να δει τα ακόμα ζεστά όργανα. Και όταν έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι και από τις δύο με τα δόντια του, δοκιμάζοντας τους ιστούς, όπως θα έκανε με ένα εξαιρετικό κρασί , της ήρθε εμετός. Αυτός έγνεψε ικανοποιημένος, με τα προγούλια του να τραντάζονται με την κίνηση. «Εμπρός, περάστε» Ένα σατανικό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του και φάνηκε το κατακόκκινο... κομμάτι ανάμεσα στα δόντια του. «Καλή διασκέδαση, μ' ακούτε; Κάτι μου λέει ότι οι καλλιτέχνες θα σας διασκεδάσουν» Για μια στιγμή έμεινε να τον κοιτάει. Χαίρονταν να βασανίζει γυναίκες και ζώα – με αυτή τη σειρά. Δε μπορούσε να εξηγήσει πως το γνώριζε. Απλά το γνώριζε. Και ήθελε να τον σκοτώσει. Πάρα πολύ. Και γιατί όχι; σκέφτηκε και ξαφνικά το δέρμα της πάγωσε. Ήταν γεμάτη λάμες. Μια απλή κίνηση και θα... Δε μπορείς να τον σκοτώσεις, είπε ο Αμούν. Τα μάτια της γούρλωσαν. Πώς ήξερε τι σχεδίαζε; Μπορούσε τώρα να διαβάζει και τη σκέψη της; Ή μήπως ο δαίμονας του... ο δαίμονας του , σκέφτηκε κουνώντας το κεφάλι. Τα Μυστικά. Μέσα στο μυαλό της αιωρούνταν ένα ζεστό, σκοτεινό σύννεφο. Το ίδιο ζεστό και σκοτεινό σύννεφο που παρατηρήσει και τις δυο φορές που ο Αμούν της είχε δείξει στιγμιότυπα και κομμάτια από το παρελθόν της. Έτσι ήξερε για αυτό τον άντρα. Γι' αυτό είχε πέσει η θερμοκρασία της. Όταν ο δαίμονας τραβούσε την προσοχή του Αμούν, ή ζητούσε τη δική της, το δικό του δέρμα ζεσταινόταν 337


και το δικό της πάγωνε, ακριβώς όπως όταν έκαναν έρωτα. «Έτσι θα στέκεστε;» χασκογέλασε ο χοντρός άντρας, βγάζοντας την από τις σκέψεις της. Σκατά. Τον είχε επιτρέψει στον εαυτό της να παρασυρθεί. «Γιατί δε μπορώ να τον σκοτώσω;» Έλα. Ο Αμούν έμπλεξε τα δάχτυλα του με τα δικά της και άρχισε να προχωράει, παρακάμπτοντας τον άντρα, για να γυρίσει αμέσως και να τον χτυπήσει, με το ελεύθερο χέρι του, καρφώνοντας του ένα μαχαίρι στην σπονδυλική στήλη. Κάτι έσπασε. Ακούστηκε ένα τρίξιμο και το παχύ σώμα άρχισε να σπαρταράει, καθώς έπεφτε και σωριαζόταν κάτω. Το δέρμα του έγινε σταχτί, τα κόκαλα υγροποιήθηκαν, η στάχτη σκόρπισε με το αεράκι και το υγρό σχημάτισε μια μαύρη, παχύρευστη λιμνούλα. Α, και για να σου απαντήσω, δε μπορούσες να τον σκοτώσεις γιατί αυτό ήταν δικό μου προνόμιο. Ο Αμούν ίσιωσε το κορμί του, κοιτάζοντας οπουδήποτε εκτός από τη Χάιντι και άρχισε πάλι να προχωράει. Αυτή τον κοίταζε άφωνη και κατάπληκτη. «Και πώς απέκτησες αυτό το προνόμιο;» Σχεδίαζε να σε βρει αργότερα και να... σου κάνει διάφορα. «Πως το ξέρεις;» Ήξερε την απάντηση, πριν τελειώσει την ερώτηση. Ο δαίμονας του. Σου το ξαναείπα, διαβάζω τις σκέψεις όλων εκτός από τις δικές σου. «Το θυμάμαι.» Άφησε μια ανάσα. «Και ευχαριστώ.» Ευχαριστώ; Δε με θεωρείς κακό; Μόλις έκανα φόνο εν ψυχρώ. «Κακό; Επειδή πήρες εκδίκηση για μένα; Όχι» Ο Αμούν πρέπει να είχε ξεχάσει ότι και η ίδια ήθελε να μαχαιρώσει τον άντρα «Σε θεωρώ γλυκό και νομίζω ότι ήσουν και ήπιος με το μπάσταρδο. Εγώ θα τον ανάγκαζα να φάει τα σωθικά του.» Ένα απαλό γέλιο ήχησε στο μυαλό της και ο Αμούν 338


έσφιξε τα δάχτυλα της σαν ευχαριστώ. Πραγματικά νόμιζε ότι θα δείλιαζε, συνειδητοποίησε. Αργότερα θα του έλεγε μερικά από τα πράγματα που είχε κάνει στη ζωή της, και όλα στο όνομα της εκδίκησης και της παγκόσμιας ειρήνη, σαν ανόητη που ήταν. Λες και ο κόσμος θα ήταν καλλίτερος αν έλειπε ο Αμούν. Έμειναν αρκετή ώρα στο χαλικόστρωτο μονοπάτι. Η προσοχή της Χάιντι ήταν συνέχεια στραμμένη τριγύρω, καθώς έψαχνε τα ζώα που είδε νωρίτερα. Περίμενε να εμφανιστούν και να της επιτεθούν, αρπάζοντάς την στα σαγόνια τους. Σκόνταφτε συνέχεια, αλλά ο Αμούν δεν την άφηνε να πέσει. Το καλλίτερο ήταν ότι δε θύμωσε με την έλλειψη της συγκέντρωσης της, όπως θα έκανε ο Μίσα. Για εκείνον , ήταν πάνω από όλα η αποστολή και ποτέ τα προσωπικά συναισθήματα. Όταν παραμονεύεις το κακό ή αντίστροφα το κακό σε παραμονεύει, το μόνο που σκέφτεσαι είναι να το καταστρέψεις. Δεν ανησυχείς μην πληγωθείς σωματικά. Δε νοιάζεσαι τι θα γίνουν οι αθώοι γύρω σου. Και, σίγουρα, δεν αφήνεις τη μοίρα σου στα χέρια κανενός άλλου. «Έλα» της φώναξε μια γριά από μια σκηνή. «Θα σου πω τι σε περιμένει. Θα με πληρώσεις με μια κραυγή» Η Χάιντι απάντησε χωρίς να σκεφτεί. «Δε θα κραυγάσω.» «Θα το κάνεις. Σίγουρα» Την έδειξε με ένα λυγισμένο δάχτυλο και γέλασε κακαριστά. «Καλλίτερα να μην προχωρήσεις πιο πέρα, μισητό κοπέλα. Θάνατος, ο θάνατος σε περιμένει. Και πόνος, τόσος πόνος. Σύντομα. Θα με πληρώσεις, σύντομα.» Η πρόβλεψη ήταν τόσο κοντά εε όσα είχε υπομείνει η Χάϊντι αμέτρητες φορές στο παρελθόν, που δεν μπορούσε να αποτινάξει μια ξαφνική αίσθηση αμηχανίας. Σύντομα, είχε πει η παλιόγρια και η ανάγκη να τρέξει προς την γυναίκα και να την ταρακουνήσει, να 339


απαιτήσει απαντήσεις, την κατέκλυσε. Θα την τράνταζε τη σκύλα, σκέφτηκε και προχώρησε μπροστά. «Θα σε πληρώσω και με το παραπάνω» Συνέχισε να κακαρίζει. Αμυδρά, της φάνηκε ότι ένοιωσε κάτι, κάποιον – τον Αμούν – να την τραβάει από την πλάτη. Δεν την ένοιαξε. αδιαφόρησε. Όταν προσπάθησε να ελευθερωθεί από το τράβηγμα του αυτός την έσφιξε περισσότερο. «Πρέπει να την πλησιάσω. Πρέπει...» Μην την ακούς. Θυμάσαι τι μας είπε ο άγγελος; Μην εμπιστεύεσαι κανένα. Χρειάστηκε υπεράνθρωπη προσπάθεια αλλά η Χάιντι κατάφερε να σταματήσει και να κοιτάξει μακριά από το καμπουριασμένο κορμί. Τη στιγμή που το πέτυχε, η ανάγκη της εξαφανίστηκε. «Ευχαριστώ. Και πάλι.» Δε χρειάζεται να με ευχαριστείς, Χάιντι. Έβαλε ένα κομμάτι χαρτί στην τσέπη του. Έλα. Την έβγαλε από το μονοπάτι. Κινούνταν σε τεθλασμένη γραμμή και κρυβόταν πίσω από τις σκηνές, κρατώντας την σταθερά. Είχε κυνηγηθεί και κυνηγήσει αρκετά όλα αυτά τα χρόνια ώστε να καταλαβαίνει τι έκανε. Απέφευγαν την προσοχή των άλλων και κινούνταν με τυχαίο, απρόβλεπτο τρόπο. «Ποιο είναι το σχέδιο σου ;» τον ρώτησε. Όσο εσύ κουβέντιαζες με το αυτό-αποκαλούμενο μέντιουμ, εγώ φρόντισα να πάρω οδηγίες για να κινηθούμε σε αυτό το μέρος. «Και;» Άλλος ένας πάπυρος. Έλεγε ότι πρέπει να βρούμε τους καβαλάρηδες. «Καβαλάρηδες; Δεν καταλαβαίνω» Πρέπει να βρούμε τους καβαλάρηδες, επανέλαβε. Της Αποκάλυψης. Θεέ μου. «Μου κάνεις πλάκα» Σε παρακαλώ, κάνε να είναι πλάκα. Μακάρι να ήταν. Μέσω του θανάτου, ή κάποιου άλλου μέσου, λέει ο πάπυρος, είναι ο μόνος μας τρόπος να 340


βγούμε από εδώ. Ξεροκατάπιε και της φάνηκε ότι στο στόμα της είχε άμμο. «Και τι σημαίνει "κάποιο άλλο μέσο"; Πρέπει να τους οδηγήσουμε σε ασφαλές μέρος;» Αιφνιδιάστηκε όταν άκουσε το απαλό του γέλιο. Δεν έχω ιδέα. Ο πάπυρος δεν έλεγε τίποτα άλλο. Αυτό που ξέρω είναι ότι οι καβαλάρηδες έχουν κάποια σχέση με τον Γουίλιαμ και...» «Τον Γουίλιαμ;» Δεν τον γνωρίζεις, είναι αθάνατος, κάποιου είδους θεός νομίζω, και με το μέρος μας. Το μέρος "μας". Σα να ήταν σύντροφοι και όχι εχθροί. Σα να την εμπιστευόταν απόλυτα. Σα να μην την έβλεπε πια σαν Κυνηγό, υπεύθυνη για το φόνο του φίλου του, αλλά σαν γυναίκα αντάξια του. Μέσα της έλαμψε και κύματα από την ζεστασιά του την διαπότισαν. «Άρα, εάν οι καβαλάρηδες έχουν σχέση με τον Γουίλιαμ, που είναι με το μέρος μας – τόνισε τη λέξη – είναι και αυτοί με το μέρος μας;» Μπορούμε να το ελπίζουμε. Για κάποιο λόγο, αυτό δεν υπόσχονταν και πολλά. Μια τσιρίδα ακούστηκε στα αριστερά της και σταμάτησε για να κοιτάξει. Ήρεμα, είπε ο Αμούν και σφίχτηκε δίπλα της. Κάποιος παίζει ένα παιχνίδι, αυτό είναι όλο. Αυτό ήταν όλο; Τα πλάσματα εδώ δεν έπαιζαν με βελάκια, μπαλόνια ή πλαστικές μπάλες, και τα βραβεία δεν ήταν λούτρινα ζωάκια. Κομμένα κεφάλια πετιόνταν σε καζάνια βραστού λαδιού και, παρ'όλο που τα κεφάλια ήταν χωρίς σώματα, ακόμα έβγαζαν κραυγές πόνου καθώς έπεφταν μέσα και έλιωνε το δέρμα τους. Ένα αγοράκι που είχε κερδίσει, χοροπηδούσε, χτυπώντας παλαμάκια και τα πέλματά του, που ήταν οπλές αλόγου, χτυπούσαν το έδαφος με δύναμη και σκορπού341


σαν παντού σκόνη. Ο ιδιοκτήτης του, του έδωσε ένα πανέμορφο χρυσό πουλί, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να απαλλαγεί από το κορδόνι στο λαιμό του, χτυπώντας μανιασμένα τα φτερά του και σκορπίζοντας χρυσή λάμψη σαν νεραιδόσκονη. Η ομορφιά του πουλιού ήταν εκπληκτική, αναλογικά με την ασχήμια του υπόλοιπου χώρου. Το αγόρι, έκλεισε απαλά το πουλί στα χέρια του, μιλώντας του καθησυχαστικά. Τα χρυσά φτερά του ηρέμησαν σταδιακά. Και, ακριβώς τότε, το αγόρι έβαλε το μικροσκοπικό πλάσμα στο στόμα του και έκοψε με τα δόντια του το κεφάλι. Η Χάιντι έκλεισε το στόμα με το χέρι της και έστρεψε αλλού το βλέμμα της, ακριβώς πάνω σε μια ομάδα αντρών που κοίταζαν επίμονα την ίδια και τον Αμούν. Οι άντρες προχωρούσαν προς το μέρος τους. Ανάθεμα! Δεν έπρεπε να σταματήσει για να δει τα παιχνίδια. «Αμούν» είπε έντονα. Τους βλέπω. Την άφησε και ετοιμάστηκε για τον καυγά που ήξεραν και οι δύο ότι θα ακολουθούσε. Αν σου πω να τρέξεις, τρέχεις, κρύβεσαι και δεν ξαναβγαίνεις. Κατάλαβες; Ναι, πως. Αλλά, αντί να του πει ότι σκόπευε να μείνει και να τον βοηθήσει, με την πιθανότητα να του αποσπούσε την προσοχή, έμεινε σιωπηλή και πήρε από μια λεπίδα σε κάθε χέρι της. Οι άντρες τους είχαν σχεδόν φτάσει... Ήταν σωματώδεις, περισσότερο από τον Αμούν, με λεπτή – σαν χαρτί – επιδερμίδα, που έπεφτε πλαδαρή πάνω στα κόκαλα τους και μάτια που έμοιαζαν σαν μαύρα βαθουλώματα... και συνέχιζαν να τους πλησιάζουν. Ακριβώς όπως είχε κάνει με τον πωλητή εισιτηρίων, ο Αμούν σφίχτηκε. Και όχι σε ετοιμότητα για μάχη. «Μπορείς να διαβάσεις τη σκέψη τους;» τον ρώτησε. Ναι. Δε είπε τίποτα άλλο, αλλά δε χρειαζόταν. Οι άντρες 342


είχαν κακό σκοπό. Για την ίδια, ήταν σίγουρο αυτό. «Έξι εναντίον δύο. Ας δούμε αν μπορούμε να ανατρέψουμε τις πιθανότητες.» Η Χάιντι πέταξε δύο από τις λεπίδες της. Το πρώτο χτύπησε τον ψηλότερο άντρα στην καρωτίδα και έπεσε αμέσως. Το δεύτερο στον άντρα δεξιά του, ακριβώς στο κέντρο του ματιού και αυτός έπεσε με μια κραυγή. Οι άλλοι τέσσερις, αδιάφοροι για τους συμπολεμιστές τους, συνέχισαν. Τρέξε, διέταξε ο Αμούν. Δεν έτρεξε. Χάιντι! Τώρα! Εντάξει. Έπρεπε να του το πει. «Δε σε αφήνω να τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Είμαι εδώ και θα βοηθήσω» Αυτός βρυχήθηκε. Οι άντρες τους έφτασαν και τους περικύκλωσαν, κλείνοντάς τους σε ένα τείχος από μυς και απειλή. Και δεν θα ήταν τόσο άσχημα, εάν εκείνοι οι δύο που είχε ρίξει κάτω η Χάιντι, ξαφνικά δεν σηκώνονταν, δεν τραβούσαν τις λεπίδες από τα σώματά τους και συμπλήρωσαν τον κύκλο πολύ πιο θυμωμένοι από πριν. Ω, γαμώτο. Δεν πέθαιναν. Τρόμος την κυρίευσε, πνίγοντάς την. «Θέλουμε το κορίτσι» είπε ο ένας τους και όλοι τους της έριξαν μια εξονυχιστική ματιά, επιμένοντας στο στήθος και ανάμεσα στα πόδια, σαν να την έγδυναν νοερά, κάνοντάς την να ριγήσει με αηδία. «Σας έχω νέα. Δε μπορείτε να με έχετε» τους πέταξε. Προτιμούσε να πεθάνει. Ξανά. «Δε μιλούσα σ' εσένα, σκύλα.» Είπε ο ένας σκατοκέφαλος με το βλέμμα του καρφωμένο συνέχεια πάνω στον Αμούν . «Δωσ'τη μας και μπορείς να συνεχίσεις τον δρόμο σου. Ζωντανός.» Θα πληρώσει την ασέβεια του, σου το ορκίζομαι, της είπε ο Αμούν, και ακούστηκε τόσο ήρεμος, σα να μιλούσε για το αγαπημένο του γλυκό. Αλλά πρώτα, α343


φού αρνήθηκες να με υπακούσεις – και, ναι, θα το συζητήσουμε αυτό – ρώτα τον αν έχει δει τους καβαλάρηδες. Τον υπάκουσε. Και, σαν τα λόγια της να ήχησαν ανάμεσα τους, ένα εμφανές κύμα φόβου τους κατέκλυσε. Άρχισαν να τρέμουν και το δέρμα τους πήρε μια γκρίζα απόχρωση. Ώστε, οι καβαλάρηδες ήταν τόσο διεστραμμένοι που προκαλούσαν φόβο ακόμα και τους ψυχοπαθείς, ε; Τέλεια. Και τότε, ο φόβος τους έγινε θυμός και κοίταξαν τον Αμούν με περισσότερη οργή από προηγουμένως, σα να τον κατηγορούσαν για αυτό που ένοιωσαν. «Ξέχνα τους ακατανόμαστους και πες μας τι ζητάς γι' αυτή.» είπε ο ένας άντρας. Ακατανόμαστους; Ένας μυς έπαιξε κάτω από το μάτι του Αμούν, καθώς τους αναμέτρησε με μια ματιά. «Δε μπορείς να μιλήσεις, δαίμονα;» βρυχήθηκε ένας άλλος. «Θέλουμε τη γυναίκα. Τώρα.» Ώστε, αναγνώριζαν το είδος του, αλλά δεν τους τρόμαζε όπως, προφανώς, συνέβαινε με τους καβαλάρηδες. Αλλά, αν συνέβαινε αυτό, τι περίμεναν και δεν του επιτίθονταν; «Θα την πάρεις πίσω, όταν τελειώσουμε» είπε ένας άλλος. Γέλασαν με μια απόκοσμη αρμονία. «Βέβαια, τότε θα είναι σε κομμάτια και πιθανόν θα κρατήσουμε τα καλλίτερα, αλλά μπορείς να πάρεις τα υπόλοιπα.» Τρέξε, Χάιντι, επανέλαβε ο Αμούν, νοερά. Και, αυτή τη φορά, καν' το. Δεν περίμενε να δει αν υπάκουσε – πράγμα που δεν έκανε – και όρμησε εναντίον των αντρών. Κινούνταν τόσο γρήγορα που κατέγραψε μόνο θολές κινήσεις χεριών και αναλαμπές λεπίδων. Οι άντρες ανταπέδωσαν με την ίδια απόκοσμη αρμονία, κλωτσώντας τον και χτυπώντας τον με δυνατές γροθιές. Η ίδια δε μπορούσε να εμπλακεί στην μάχη, γιατί δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ποιο μέλος άνηκε στον Αμούν και ποιο στους σκατοκέφαλους. Άλλαζαν θέσεις με ταχύτητα. 344


Αίμα εκτοξεύονταν παντού, μερικές φορές κόκκινο μερικές μαύρο. Ακούγονταν βρυχηθμοί και βογκητά. Και τότε ο Αμούν προσγειώθηκε στα πόδια της, ανασαίνοντας βαριά και με το πρόσωπο γεμάτο χαρακιές. Οι άντρες έπεσαν πάνω του μια στιγμή αργότερα και ο συγχρονισμός τους την έκανε να υποχωρήσει. Ατσάλωσε τον εαυτό της. Η εικόνα του Αμούν τη γέμισε με τόσο ισχυρή μανία, που το αίμα της άρχισε να πήζει με πάγο. Κανένας δε θα έβλαπτε το δικό της άντρα. Κανένας. Ένα σύννεφο ομίχλης σχηματιζόταν μπροστά στη μύτη της με κάθε της εκπνοή. Ήξερε ότι, όποιος την κοίταζε, έβλεπε κρυστάλλους πραγματικούς να λάμπουν στα μαλλιά και στο δέρμα της. Τόσο ισχυρή αντίδραση είχε πολύ καιρό να νοιώσει, που είχε ξεχάσει ότι είχε αυτή τη δυνατότητα. Το μίσος που την πλημμύρισε ενώθηκε με τον πάγο. Τόσο πολύ μίσος. Μισούσε αυτούς τους άντρες, μισούσε τα σχέδια τους. Τους μισούσε επειδή υπήρχαν. Δε μπορούσε να τους επιτρέψει να ζουν. Ο Αμούν κατάφερε να ξεφορτωθεί τα κορμιά που τον πλάκωναν και τινάχτηκε όρθιος. Του είχαν πάρει τα όπλα του και τώρα χρησιμοποιούσε τις γροθιές του, παλεύοντας με όλη του τη δύναμη. Αλλά, κάθε φορά που έριχνε κάτω έναν από αυτούς τους χοντροκέφαλους, σπάζοντας του τη σπονδυλική στήλη, ο άντρας συνέρχονταν από το χτύπημα και επιτίθονταν με καινούρια ορμή. Τότε, ένας του κατάλαβε ότι η Χάιντι ήταν μόνη, φαινομενικά απροστάτευτη και εκτός μάχης. Το χαμόγελο του ήταν σατανικό. Το δικό της ήταν χειρότερο. «Έλα εδώ» του είπε τόσο ήρεμα που έμεινε έκπληκτη και η ίδια. Τα μαύρα του μάτια στένεψαν και η διχαλωτή του γλώσσα πέρασε πάνω από τα υπερβολικά λεπτά χείλη του. Αν, και προφανώς, έδειξε δυσπιστία με την ξαφνική της προθυμία, την υπάκουσε και πλησίασε. Την έσπρωξε κάτω μόλις την έφτασε και έπεσε 345


πάνω της, σφίγγοντας την στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να σκίσει το τζιν της. Η Χάϊντι τον άφησε, τον βοήθησε μάλιστα, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω του και κολλώντας τα χείλη της στα δικά του. Έσπρωξε την γλώσσα του, άγρια, προσπαθώντας να ανοίξει τα δόντια της. Αλλά δε χρειαζόταν να μπει στον κόπο. Αυτή άνοιξε πρόθυμα το στόμα της, φυσώντας την παγωνιά την ανάσας της, με όλο το μίσος της ψυχής της, κατευθείαν στο στόμα του. Αυτός συσπάστηκε από το σοκ, ίσως και από φόβο. Ακόμα και από πόνο. Ήθελε να τον κάνει να πονέσει. Και τότε έμεινε άκαμπτος, ανίκανος να κουνηθεί, κυριολεκτικά παγωμένος, αλλά κι αυτό δεν της έφτανε. Δεν είχε υποφέρει αρκετά. Τον έσπρωξε από πάνω της και σηκώθηκε, παρατηρώντας αδιάφορη το μελανιασμένο του δέρμα, το ανέκφραστο πρόσωπο του και το άκαμπτο σώμα του. κι άλλο. Ήθελε κι άλλο. Περισσότερο πάγο, περισσότερο μίσος, περισσότερο θάνατο. Σε αυτούς τους άντρες άξιζε να πεθάνουν. Αυτή η σκέψη κόλλησε στο μυαλό της – άξιζε, άξιζε, άξιζε – και πλησίασε το σωρό των σωμάτων που πάλευαν, περνώντας τα δάχτυλά της απαλό πάνω από το ένα σώμα, και μετά από το άλλο. Και αυτοί πάγωσαν επί τόπου, και το δέρμα τους σκλήρυνε, καθώς ο πάγος έρεε πάνω τους. Κι άλλο. Το άξιζαν. Οι άλλοι τρεις βιαστές είδαν την κατάσταση των φίλων τους και απομακρύνθηκαν από τον Αμούν, παρακολουθώντας την έντρομοι. «Τι... τι έκανες;» «Τι είσαι;» «Μην μας πλησιάζεις.» Ο Αμούν σηκώθηκε όρθιος και απομακρύνθηκε κι αυτός από κοντά της. Η έκφραση του ήταν ανεξιχνίαστη. Κι άλλο. Το άξιζαν. Πλησίασε τους άντρες που συνέχισαν να υποχωρούν, να σκόνταφταν και να έπεφταν. Κι άλλο. Το άξιζαν. Χάιντι. 346


«Ελάτε» είπε. «Γευτείτε με» Χάιντι. Η φωνή του Αμούν διαπέρασε ένα μέρος του πάγου, αλλά όχι το μίσος. Μισούσε αυτούς τους άντρες. Ήξερε ότι έπρεπε να πεθάνουν από το χέρι της. Άπλωσε το χέρι της. Ένα άγγιγμα, ένα απλό άγγιγμα και θα αποκτούσε αυτό που ήθελε. Την καταστροφή τους. Την καταστροφή όλων τους. Ναι, όλων τους. Απλά έπρεπε να τελειώσει με αυτούς τους δύο και θα μπορούσε να προχωρήσει, να καταστρέψει τους πάντες. Συνέχισαν να οπισθοχωρούν, απελπισμένοι, προσπαθώντας να αποδράσουν. Ο ένας τους δεν ήταν αρκετά γρήγορος και κατάφερε να τον αρπάξει από τον αστράγαλό του. Χαμογέλασε. Έμοιαζε σαν να μετατράπηκε σε πέτρα, ακριβώς μπροστά στα μάτια της. Κι άλλο. Το άξιζαν. Χάϊντι, γλυκιά μου. κοίταξέ με. Γλυκιά μου. της άρεσε όταν ο Αμούν την φώναζε γλυκιά μου. Την έκανε να νοιώθει ξεχωριστή. Λίγο ακόμα από τον πάγο έλιωσε μέσα της. Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι ο τελευταίος της στόχος βρίσκονταν μερικά βήματα πιο μακριά. Κι άλλο. Άξιζαν. Καταστροφή με ένα της άγγιγμα. Χάϊντι, γλυκιά μου. κοίταξέ με. Σε παρακαλώ. Και πάλι ο πάγος έλιωσε και αυτή τη φορά η ικεσία του Αμούν έφτασε ακόμα και το μίσος της, σπάζοντας τα παγωμένα νήματα. Αργά στράφηκε και τον κοίταξε. «Τι θες;» Η παγωμένη οργή στην φωνή της την άφησε εμβρόντητη. Την αναστάτωσε. Θα έπρεπε να καταλάβει ότι απευθυνόταν στον Αμούν. Ο τελευταίος άντρας έφυγε γλυκιά μου. Έλα σε μένα τώρα. Να γυρίσει σ' αυτόν; Τι εννοούσε; Εκεί ήταν ακριβώς, μπροστά του. Συνοφρυωμένη τον πλησίασε. Θα τον ταρακουνούσε, θα του έδινε να καταλάβει. Όπως και ο εχθρός, αυτός οπισθοχώρησε. 347


Γλυκιά μου. Τα μάτια σου είναι κάτασπρα και ακόμα κι όταν είμαι κοντά σου, πονάω. Πρέπει να γυρίσεις σε μένα. Πάλι, γλυκιά μου. Λίγο ακόμα από τον πάγο έλιωσε και το μίσος μειώθηκε κατά έναν βαθμό και μετά άλλον έναν, ώσπου το συναίσθημα έμεινε να σιγοβράζει. Τον πλήγωσε; Δεν ήθελε να πληγώσει τον Αμούν. Μόνο να τον αγαπήσει... ήθελε. Τα γόνατα της παραλίγο να λυγίσουν. Αγάπη; Τον αγαπούσε; Και, καθώς η σκέψη αντηχούσε στο μυαλό της, άρχιζε να παραπαίει ζαλισμένη. Ακριβώς πριν πέσει κάτω, δυνατά μπράτσα την αγκάλιασαν και την κράτησαν όρθια. Να 'σαι, γλυκιά μου. Το ήξερα ότι θα γυρνούσες σε μένα. Ο Αμούν την κράτησε σφιχτά στο πλάι και, προς ανακούφιση της, δεν πάγωσε. Στην πραγματικότητα, η ζεστασιά του την τύλιξε, λιώνοντας το υπόλοιπο από τον πάγο. «Συγνώμη» είπε τρέμοντας «Δεν ήθελα...» Μη ζητάς συγνώμη. Έσωσες τα τομάρια μας. Τώρα, έλα. Πρέπει να φύγουμε από δω πριν έρθουν ενισχύσεις. «Ψάχνετε τους καβαλάρηδες, έτσι δεν είναι; Μην το αρνηθείτε. Το άκουσα» είπε μια χαμηλή φωνή πίσω τους. «Ελάτε, ελάτε, θα σας δείξω» Ο Αμούν γύρισε κρατώντας την και, όταν η Χάϊντι κατάφερε να εστιάσει, είδε ένα μικρόσωμο θηλυκό, που ήταν από την μέση ταύρος και από την μέση και πάνω άνθρωπος. Με τα μικρά της χέρια τους έκανε νόημα να προχωρήσουν. «Θα έχει πλάκα» είπε με ένα ύποπτο γέλιο, «Ελάτε, ελάτε. Θα σας δείξω.» Προχώρησε πριν προλάβουν να της απαντήσουν. Πρέπει να πάμε μαζί της. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. «Έχουμε. Μπορούμε να μην πάμε» Με την τύχη που είχε η Χάιντι, η κοπέλα θα τους οδηγούσε σε μια 348


φωλιά με οχιές, πιράνχα και γιγάντιους βιαστές. Αλλά, για μια στιγμή. Όλα αυτά της είχαν ήδη συμβεί. Ό,τι θα ακολουθούσε, θα ήταν σίγουρα χειρότερο . Ο δαίμονας μου, σώπασε τη στιγμή που... Σταμάτησε. Τη στιγμή που... τί; Που κατακλύστηκε από τον πάγο; Ο δαίμονας μου ακόμα σιωπά, το οποίο σημαίνει ότι δεν μπορώ να καταλάβω που βρίσκονται οι καβαλάρηδες Αυτό το μικρό θηλυκό, είναι η μόνη μας πιθανότητα. Μόνο, μην αφήσεις να πάθω τίποτα. Εντάξει; Ο Αμούν μιλούσε κάνοντας... αστεία; Όχι, σίγουρα όχι. Δεν πίστευε ότι είχε αστειευτεί ποτέ μαζί της. Και, ήταν αλήθεια, ελάχιστοι άντρες θ μπορούσαν να αστειευτούν με τις γυναίκες τους, επειδή ήταν δυνατότερες από αυτούς. «Εγώ, μμμ, δε θα σ' αφήσω» Ευχαριστώ. Η επίφαση ενός χαμόγελου φάνηκε στις άκρες των χειλιών του, καθώς την έσπρωξε μπροστά, μειώνοντας την απόσταση από το θηλυκό ταύροκόριτσο. Το μειδίαμά του την κατέπληξε, περισσότερο από το πείραγμα του. Ήταν τόσο όμορφος, και όταν διασκέδαζε, όπως τώρα, της αποσπούσε την προσοχή. Αγάπη, σκέφτηκε πάλι. Δε γινόταν να τον αγαπάει. Πρόσεχε, πάντα πρόσεχε να φυλάγει την καρδιά της. Ναι, ποθούσε τον Αμούν, τον νοιαζόταν, τον ήθελε ασφαλή και ευτυχισμένο. Αλλά, αυτό δε σήμαινε ότι τον αγαπούσε. Η αγάπη σε κάνει αδύναμο και ευάλωτο. Ειδικά, όταν δεν υπήρχε ανταπόκριση. «Εδώ, εδώ,» είπε το πλάσμα χοροπηδώντας. Σταμάτησε μπροστά στη μεγαλύτερη σκηνή της περιοχής, όπου έβγαιναν γέλια και καπνοί από τις ραφές της εισόδου. «Εδώ είναι. Θα έχει πλάκα» Μόνο τότε θυμήθηκε η Χάιντι την προηγούμενη προειδοποίηση της γριάς. «Θάνατος, πόνος, κραυγές» Σύντομα. 349


Κεφάλαιο 22 ΚΑΠΝΙΖΑΝ ΠΟΥΡΑ και έπαιζαν πόκερ. Ο Αμούν δεν είχε ξαναδεί ποτέ τους τέσσερις Καβαλάρηδες τις Αποκάλυψης, αλλά παρά το πλήθος των δαιμόνων, που πλανιόνταν τριγύρω τους, τους αναγνώρισε αμέσως. Καθόντουσαν γύρω από ένα τραπέζι περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, τυλιγμένοι σε ένα νέφος καπνού από πούρα. Τρεις άντρες και μία γυναίκα, και όλοι τους ήταν σωματικά τέλειοι. Ακόμα περισσότερο και από τον Ζακαρέλ ή και τον Γουίλιαμ. Τους μελέτησε για μια στιγμή. Φίλοι ή εχθροί; Η γυναίκα είχε ανοιχτόχρωμα μαλλιά που κυμάτιζαν μέχρι την μέση της, με ιριδίζουσες κορδέλες, που άστραφταν ανάμεσα στις μπούκλες της, και τα πιο βαθιά μενεξεδί μάτια. Οι άντρες ήταν ένα σύμπλεγμα χρωμάτων. Ο ένας είχε κορακίσια μαλλιά, ο άλλος ξανθά και ο τρίτος ήταν εντελώς φαλακρός, με το κρανίο του μαυρισμένο και γυαλιστερό. Φορούσαν ρούχα παρόμοια με τον Αμούν. Μαύρα πουκάμισα και μαύρα παντελόνια. Ήταν χαλαροί και γελούσαν σαγηνευτικά, καθώς αποκάλυπταν τα χαρτιά τους. Και στην συνέχεια λόγχιζαν στα πλευρά τον χαμένο. Ανελέητα. Αυτό που τους πρόδιδε ήταν το χρώμα της αύρας τους. Ο Αμούν δεν είχε προσέξει ποτέ ως τώρα την αύρα κάποιου, αυτό το θέαμα όμως ήταν αναμφισβήτητο. Οι σκιές τους τύλιγαν σαν δεύτερο δέρμα. Η γυναίκα λευκό, ο ένας από τους άντρες κόκκινο, ο άλλος μαύρο και ο τελευταίος αχνό πράσινο. Η Ταξιαρχία του Ουράνιου Τόξου σκέφτηκε. Η Χάϊντι στάθηκε δίπλα του και τους κοίταξε, για πρώτη φορά. Αναφώνησε σοκαρισμένη. Ο Αμούν έσφιξε το στόμα του – εμένα, θέλει μόνο 350


εμένα – ο ήχος όμως κέντρισε τα Μυστικά από την κρυψώνα τους τόσο αποτελεσματικά όσο η παγωνιά της Χάϊντι τα είχε σπρώξει εκεί προηγουμένως. Καθόσο ο Αμούν μάχονταν με τους έξι άντρες, που ήθελαν να την «δανειστούν», αυτή μετατράπηκε σε ζωντανή παγοκολόνα. Τα μαλλιά της μετατράπηκαν σε παγοκρυστάλλους, το δέρμα της έμοιαζε σαν κρύσταλλο επίσης και τα μάτια της... τα μάτια της είχαν χάσει κάθε ίχνος χρώματος. Είχε καθηλωθεί από την ομορφιά της. Βασίλισσα του χειμώνα, και θαύμασε την δύναμή της. Ο δαίμονάς του τρομοκρατήθηκε, υποχωρώντας όσο πιο βαθιά μπορούσε στο μυαλό του. Οι υπόλοιποι είχαν νοιώσει την έλξη της, παρ'όλο που δεν είχε αγγίξει τον Αμούν. Πολέμησαν, ούρλιαξαν, Ω, ναι, το είχαν ξανακάνει και πριν, αλλά ποτέ τόσο γρήγορα και τόσο απαιτητικά. Και απλά δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που εμπόδιζε την Χάϊντι από το να πεθαίνει στους αιώνες, ό,τι κι αν ήταν αυτό που την έφερνε πίσω στη ζωή ξανά και ξανά, πρέπει να ευθύνονταν για την αλλαγή της. Κανένας απλώς θνητός δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Αυτό που την έφτιαξε έτσι, αυτό που ήταν, δεν το γνώριζε ακόμα, και δεν ήταν σίγουρος ότι τα Μυστικά είχαν τα αρχίδια να προσπαθήσουν να το ανακαλύψουν. Αλλά και πάλι, θα έπρεπε να διεισδύσει στο μυαλό της ξανά. Ο Αμούν έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Και ίσως, όταν έπαιρνε την απάντηση, να μπορούσε να βρει έναν τρόπο να την σώσει από το βασανιστήριο της νεκρανάστασης. Φυσικά, αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσε να πεθάνει μόνιμα μια μέρα, και δεν μπορούσε να συλλογιστεί κάτι τέτοιο, χωρίς να αρρωσταίνει. Ήταν δική του. Και επρόκειτο να την αποκτήσει. Όλη. Ναι, η πα351


γωνιά που ένοιωθε όταν ευχαριστούσαν ο έναν τον άλλον μπορούσε να του κάνει κακό. Το συνειδητοποιούσε τώρα αυτό. Αλλά δεν επρόκειτο να αφήσει κάτι τόσο ασήμαντο, όπως το να παγώσει μέχρι θανάτου να τον σταματήσει από το να είναι μαζί της. Είχε ήδη χάσει τον πόλεμο με την απόφασή του να μείνει μακριά της. Όσο ήταν εδώ κάτω, τουλάχιστον. Εκεί πάνω, θα χώριζαν, και η γνώση αυτή απλά αύξανε την ανάγκη του να την αποκτήσει. Απόψε. Απόψε, θα έσβηνε την ανάμνηση του πρώην φίλου της από το μυαλό της και θα διεκδικούσε κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Τουλάχιστον τα Μυστικά δεν γκρίνιαζαν και ούτε οι υπόλοιποι δαίμονες ούρλιαζαν, καθώς στάθηκε δίπλα του. Αυτό ήταν μια αρχή. Τα Μυστικά ήταν υπερβολικά συγκεντρωμένα πάνω στους Καβαλάρηδες και στις σκέψεις τους – ή καλλίτερα, αυτό που απασχολούσε τις σκέψεις τους – απολαμβάνοντας τον γρίφο που αποτελούσαν. Υπήρχε ένα παράξενο βουητό μέσα στο κεφάλι του Λευκού, κραυγές στο κεφάλι του Κόκκινου, βογκητά στο κεφάλι του Μαύρου και απόλυτη σιωπή στο κεφάλι του Πράσινου. «Αυτή είναι που πάγωσε τον πίθηκο;» Ρώτησε ο Κόκκινος, όχι κάποιον συγκεκριμένα, με το πούρο να κρέμεται στην άκρη του στόματός του. Το πλήθος γύρω τους αντιλήφθηκε τον Αμούν και την Χάϊντι. Μερικοί γρύλισαν και έδειξαν τα δόντια τους, μερικοί έγλυψαν τα χείλη τους με χαρά, αλλά όλοι άφησαν την σκηνή, λες και τα πόδια τους πήραν φωτιά. Μόνο οι Καβαλάρηδες παρέμειναν. Οι γορίλες. Οι άντρες που νόμιζαν ότι θα σακάτευαν τον Αμούν και θα μπορούσαν να βιάσουν και να διαμελίσουν την Χάϊντι, χωρίς παρεμβολές; Πιθανόν. Τύποι που ήταν τεράστιοι σαν πιθηκάνθρωποι, και με μυαλό ανάλογο με το όνομά τους. «Πιστεύω ότι σε ρώτησα κάτι, πολεμιστή.» ο Κόκκινος πέταξε τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι και γύρισε, 352


προσπαθώντας με τα σκληρά μπλε του μάτια να επιβληθεί στον Αμούν. Οι κραυγές μέσα στο κεφάλι του πλάσματος έγιναν δυνατότερες. Τα Μυστικά τρύπωσαν ανάμεσά τους, ψάχνοντας ακόμα για σκέψεις και προθέσεις. «Θα ακούσω την απάντησή σου τώρα.» «Ναι,» είπε η Χάϊντι, απαντώντας γι'αυτόν. Ακούστηκε σίγουρη, άφοβη. Αλλά για πρώτη φορά, ο Αμούν μπορούσε να νοιώσει τα συναισθήματά της να ξεχειλίζουν. Το γενναίο κορίτσι του ήταν τρομοκρατημένο αλλά αποφασισμένο. «Εγώ το έκανα. Τον πάγωσα.» Εάν ο Καβαλάρης σκόπευε να την τιμωρήσει... ο Αμούν έσφιξε την γροθιά του γύρω από την λεπίδα, που ο πίθηκος δεν κατάφερε να του κλέψει, έτοιμος. Σχεδόν ανυπόμονος. «Πρώτο,» ο Μαύρος είπε, κάνοντας τους νεύμα να πλησιάσουν, με ένα χαμόγελο, που δεν εξευμένισε καθόλου την σκοτεινή διάθεση του Αμούν. «Καθίστε, καθίστε. Σας περιμέναμε.» Μας περιμένανε; Έτσι δεν είναι; Ο Αμούν έπρεπε να τους διαβάσει καλλίτερα και υποψιαζόταν ότι τα Μυστικά θα ξεδιάλεγαν καλλίτερα τους θορύβους, εάν η Χάϊντι δεν ήταν εκεί. Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να μείνει μακριά της. Όχι απλά να την φυλάει – όχι ότι χρειάζονταν προστασία, γιατί, να πάρει, ήταν ακόμα σοκαρισμένος με την ικανότητά της – αλλά γιατί οι υπόλοιποι δαίμονες μέσα του μπορεί να εκμεταλλεύονταν την απουσία της για να κυριαρχήσουν πάνω του. Θα έχανε την αυτοσυγκέντρωσή του, επιστρέφοντας σ'αυτή την κατάσταση ασυνειδησίας, τρόμου και πόνου. Στάσου πίσω μου και ακούμπα την πλάτη σου στην άκρη της τέντας, της είπε, καθώς κινήθηκε μπροστά. Της έδωσε μια μικρή ώθηση προς την κατεύθυνση της τέντας. Έχεις όπλο; «Ναι,» του ψιθύρισε. Δεν τον αμφισβήτησε, αλλά ήξερε ότι το ήθελε. Για άλλη μια φορά, ευχήθηκε η νοητική τους σύνδεση να ίσχυε και για τις δύο πλευρές, ώστε να μπορούσε κι 353


αυτή να εισχωρήσει με την φωνή της στο μυαλό του. Γιατί στο δαίμονα δεν μπορούσε; Εκείνη την στιγμή δεν θα τον ένοιαζε εάν άκουγε κάθε σκέψη που έκανε, γνώριζε κάθε παρόρμηση που βίωνε. Η ασφάλεια της προηγούνταν σε σχέση με οτιδήποτε άλλο. Κάθισε στην μοναδική άδεια θέση στο τραπέζι, εγκλωβισμένος σε κάθε πλευρά από τους Καβαλάρηδες. Μελέτησε τα πρόσωπά τους πιο προσεχτικά, παρατηρώντας τις ατέλειες του δέρματός τους, την καθαρότητα του βλέμματός τους, την φανερή ευθυμία στην έκφρασή τους. Ευθυμία; Γιατί; Ο Αμούν κατάλαβε την στιγμή που η Χάϊντι τον υπάκουσε και αύξησε την απόσταση ανάμεσά τους, καθώς τα Μυστικά αναστέναξαν με ανακούφιση και κατεύθυναν την προσοχή τους προς τους τρεις άντρες και την γυναίκα, επιτέλους σκάβοντας ανάμεσα στα βουητά, τις κραυγές, τα βογγητά και την σιωπή. Τόσο γαμημένα βαρετά... Η πιο διασκεδαστική στιγμή, που είχα για αρκετό καιρό... Κρίμα που πρέπει να τον σκοτώσουμε... Το κορίτσι μπορεί να μας φανεί χρήσιμο όμως... Οι υπόλοιποι δαίμονες κακάρισαν, και ακούστηκαν σαν χιλιάδες κουδουνίσματα στον άνεμο. Δεν ήταν τόσο δυνατοί, ώστε να εξουδετερώσουν τις σκέψεις του Αμούν, αλλά ούτε και τόσο ισχυροί, ώστε να τον κατακλύσουν με σκοτεινές ορμές. Ω, ένοιωθε τα πράγματα που ήθελαν να κάνει. Να γευτεί το αίμα των Καβαλάρηδων, να προκαλέσει τις κραυγές τους. Ήταν περιορισμένοι τόσο καιρό, που ήταν απελπισμένοι. Επίσης αισθάνονταν την παρουσία της Χάϊντι κοντά, την παγωνιά τους δέρματός της, σαν έναν αόρατο δεσμό, και έτσι έκατσαν φρόνιμα. Μπορούσε να τους διαχειριστεί. «Θέλεις ένα ασφαλές πέρασμα από αυτό το βασίλειο,» είπε ο Κόκκινος, περισσότερο μια δήλωση και όχι ερώτηση. 354


«Όπως και όλα εδώ, πρέπει να αγοράσεις αυτή την διέλευση,» πρόσθεσε η Λευκή, και η φωνή της ακούστηκε ρυθμική και λεπτεπίλεπτη σαν χιονονιφάδα. Ο Μαύρος του χαμογέλασε, δείχνοντάς του τα δόντια απειλητικά. «Ελπίζω να είσαι έτοιμος γι'αυτό.» Ο Πράσινος, παρατήρησε, δεν είπε ούτε λέξη. Απλά τους παρακολουθούσε με την αινιγματική του ματιά. Ο Αμούν ένοιωσε μια στιγμιαία αίσθηση συγγένειας. Ένευσε καταφατικά σε όλους τους. «Θα παίξουμε δύο παρτίδες,» είπε ο Κόκκινος. «Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Εάν χάσεις, θα μου δώσεις το χέρι σου. Και δεν εννοώ χειραψία. Με πιάνεις;» Πίσω του η Χάϊντι έπνιξε ένα λυγμό. Θα είμαι εντάξει γλυκιά μου, της είπε, αφού σήκωσε ειρωνικά το φρύδι του προς τους αντιπάλους του. Ρώτησέ τους τι θα γίνει εάν χάσουν αυτοί. Υπάκουσε, με σταθερή φωνή. Ήταν περήφανος μαζί της. Ήταν τρομοκρατημένη, αλλά άκαμπτη, συνηθισμένη να έχει τον έλεγχο, αλλά επιτρέποντάς του να ηγείται. Ο Κόκκινος σήκωσε έναν από τους ογκώδη ώμους του, με την προσοχή του πάντα εστιασμένη πάνω στον Αμούν. «Εάν χάσω, θα σε συνοδεύσω εγώ ο ίδιος έξω από αυτό το βασίλειο.» Τα Μυστικά άφησαν έναν ανήσυχο αναστεναγμό. Κατά τους αιώνες, ο Αμούν είχε μάθει τις λεπτές αποχρώσεις του δαίμονά του και ήξερε ότι τα Μυστικά είχαν διαισθανθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, απλά δεν είχαν καταλάβει ακόμα τι. Τώρα άρχιζαν οι πραγματικές διαπραγματεύσεις. Ρώτησέ τους τι θα συμβεί σε σένα κατ