Page 1


Erne st He mingway

ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ

Μυθιστόρημα ΜΕΤ ΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ Τ Α ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΤ ΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΣΤ ΑΥΡΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤ ΑΝΙΩΤ Η


ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με το Να έχεις και να μην έχεις ο Χέμινγουεϊ δημιούργησε ένα έργο το οποίο υφολογικά, δομικά αλλά και νοηματικά διαφέρει σημαντικά από τα υπόλοιπα και πιο φημισμένα μυθιστορή-ματά του. Με ανάμικτη υποδοχή τόσο από την κριτική όσο και από το κοινό, το έργο παραμένει μέχρι σήμερα στη σκιά των σπουδαίων του μυθιστορημάτων, αλλά και των περιβόητων διηγημάτων. Παρ’ όλα αυτά είναι ένα κείμενο που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, και όχι μόνο σαν μια αξιοπρόσεκτη στάση στη χαρτογράφηση της εξέλιξης του Χέμινγουεϊ ως συγγραφέα, αλλά και επειδή, παρά τις αδυναμίες του, εξακολουθεί να κρύβει συγκλονιστικές στιγμές αναγνωστικής συγκίνησης και να αποτελεί μοναδική ένδειξη για τη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας και της πολιτικής ιδεολογίας του μεγάλου συγγραφέα, τρία μόλις χρόνια πριν αυτή αποκρυσταλλωθεί στο Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Νοηματικά, είναι ξεκάθαρο ότι το μυθιστόρημα αυτό βρίσκεται πιο κοντά στον ντετερμινισμό από οτιδήποτε έγραψε ποτέ ο Χέμινγουεϊ. Είναι ένα έργο που θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει την υπογραφή του Στάϊνμπεκ, βασικού εκπροσώπου του αμερικάνικου ντετερμινισμού και σύγχρονου του Χέμινγουεϊ. Ο ντετερμινισμός, από τη σύλληψή του στο δεύτερο μισό ταυ 19ου αιώνα από τον Ζολά, αναφερόταν στην αδυναμία των ανθρώπων να ξεφύγουν από παράγοντες τους οποίους δεν μπορούσαν να ελέγξουν και οι οποίοι καθόριζαν τη ζωή τους, μετατρέποντάς τους ουσιαστικά σε μαριονέτες. Στον 20ό αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα από συγγραφείς όπως ο Ντράιζερ, ο Ντος Πάσος και κυρίως ο Στάϊνμπεκ, ο ντετερμινισμός στράφηκε στους εξωγενείς παράγοντες, δηλαδή στις καταπιεστικές και ασφυκτικές κοινωνικοπολιτικές δομές που έπνιγαν τους απλούς ανθρώπους των κατώτερων τάξεων, καταδικάζο-ντάς τους σε μια ζωή μιζέριας και δυστυχίας από την οποία ήταν αδύνατο να δραπετεύσουν. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης της μεγάλης ύφεσης του ’30, όταν οι ψευδαισθήσεις της πλαστής ευμάρειας και του ηδονισμού της εποχής της τζαζ συντρίφτηκαν, ο ντετερμινισμός κυριάρχησε στο κοινωνικό μυθιστόρημα και έστρεψε


τα βέλη του στο απάνθρωπο σύστημα του ανεξέλεγκτου καπιταλισμού. Η κοινωνία χωρίζεται στους λιγοστούς έχοντες και στους πολλούς μη έχοντες, όπως είναι ο Χάρι Μόργκαν και ο Άλμπερτ, των οποίων η στερημένη ζωή οδηγείται στο μονόδρομο της τελικής καταστροφής, ή των βετεράνων, οι οποίοι είναι καταδικασμένοι σε μια ζωώδη ύπαρξη ανάμεσα σε μεθύσια και καβγάδες. Σε αυτή την κατάσταση γνωρίζουμε τον Χάρι Μόργκαν, κεντρικό χαρακτήρα του έργου. Ο Χέμινγουεϊ μας δείχνει τη σταδιακή «πτώση» του Μόργκαν σε ολοένα και πιο παράνομες και επικίνδυνες υποθέσεις προκειμένου να στηρίξει4 οικονομικά την οικογένειά του, που αποτελείται από τη γυναίκα του και τρεις κόρες. Η αναγκαιότητα των επιλογών του Μόργκαν αποτελεί και τον κινητήριο μοχλό του μυθιστορήματος. Ναυτικός με δικό του σκάφος, ο Μόργκαν δεν έχει πια το περιθώριο να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε νόμιμες δουλειές, όπως άλλωστε και το αποτυχημένο εγχείρημα του στην αρχή (όταν νοίκιαζε το σκάφος σε τουρίστες που ήθελαν να μάθουν να ψαρεύουν) απέδειξε. Η ανεργία αλλά και η κατάργηση της ποτοαπαγόρευσης έχουν ελαχιστοποιήσει τη ζήτηση εμπορικών συναλλαγών, νόμιμων και μη μεταξύ Κούβας και Φλόριντα (το πεδίο δράσης του Μόργκαν), έτσι τώρα ο μοναδικός τρόπος αξιοποίησης του σκάφους είναι η μεταφορά λαθρομεταναστών ή εγκληματιών. Η μεταφορά αλκοόλ είναι πλέον μεγάλο ρίσκο για μικρό αντίτιμο. Αλλά ο Μόργκαν δεν διστάζει ποτέ να ενεργήσει, αν είναι να εξασφαλίσει τα αναγκαία έσοδα για τη συντήρηση της οικογένειάς του. Όπως χαρακτηριστικά σχολιάζει, «δεν υπάρχει κανένας νόμος που να λέει ότι πρέπει να ζεις πεινασμένος». Ο Μόργκαν έχει ανεπτυγμένη την αίσθηση του κινδύνου και της παρανομίας. Είναι ένας χαρακτήρας ο οποίος, αν και διατηρεί τα βασικά στοιχεία που ξεχωρίζουν τον τυπικό χεμιν-γουεϊκό ήρωα (αυτάρκης, σκληρός, λιγομίλητος αλλά και αποτελεσματικός, ερωτευμένος με τη φύση), αποτελεί παρ’ όλα αυτά μια πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Η ηθική του τίθεται υπό


αμφισβήτηση περισσότερο από τους άλλους ήρωες του Χέμινγουεϊ, οι οποίοι αν και αντισυμβατικοί δεν υπερβαίνουν κάποια συνήθη όρια. Ο Μόργκαν, αντιθέτως, ξεφεύγει από τα πλαίσια του κοινωνικά αποδεκτού, με επιλογές βίας και σκληρότητας που δεν δικαιολογούνται από τις δυσκολίες της ανέχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, όπως και το παράδειγμα την στυγνής δολοφονίας του Κινέζου δείχνει. Μπορεί να θαυμάζουμε το θάρρος, τις ικανότητες, αλλά και τη θέληση να υπερβεί τις ασφυκτικές συνθήκες, όμως δεν είναι ένας χαρακτήρας που μπορεί να γίνει συμπαθής. Τ ο παράδειγμα του άκακου Άλμπερτ είναι ακόμη πιο συγκινητικό. Ο Άλμπερτ είναι κι αυτός ένας από τους άνεργους θαμώνες των μπαρ του λιμανιού του Κι Γουέστ, που περιμένει καθημερινά έστω και λίγες ώρες δουλειάς για πενταροδεκάρες, έτσι ώστε να μπορέσει κι αυτός να εξασφαλίσει απλώς τα προς το ζην. Ο Άλμπερτ είναι φιλήσυχος και τίμιος άνθρωπος. Όταν ο Μόργκαν τού προτείνει να συνεργαστούν σε μια λαθρα ία μεταφορά Κουβανών επαναστατών και πιθανότατα δολοφόνων, ο Άλμπερτ αρνείται. Ακόμη και η ευκαιριακή εργασία όμως δεν προσφέρεται, έτσι αναγκάζεται να παρακαλέσει τον Μόργκαν να τον εμπιστευτεί στην αποστολή, με τραγικές συνέπειες. Τ ο μήνυμα είναι σαφές. Τ α τελευταία λόγια του Μόργκαν είναι πως «Ένας άντρας μόνος του δεν τα βγάζει πέρα. [...] Ό,τι και να κάνει ένας άντρας μόνος του δεν έχει καμιά γαμημένη ελπίδα». Ο Χέμινγουεϊ έπλασε τον πρωταγωνιστή του σκληρό υπέρ το δέον, και σε πολλά σημεία ανελέητο, για να δείξει ότι ακόμη κι αυτός, που δεν φοβάται τίποτα και δεν διστάζει να κάνει οτιδήποτε χρειάζεται για να επιβιώσει, εντέλει δεν έχει δυνατότητα υπέρβασης των άκαμπτων διαχωριστικών γραμμών της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Τ α γρανάζια του συστήματος θα τον συνθλίψουν αργά ή γρήγορα. Μορφολογικά το μυθιστόρημα παρουσιάζει αρκετές ιδιαιτερότητες. Αφενός, ο Χέμινγουεϊ πειραματίζεται με τις πολλαπλές οπτικές γωνίες στην αφήγηση, ένα χαρακτηριστικό του μοντερνισμού το οποίο τελειοποίησε και έκανε πασίγνωστο ο Ουίλιαμ Φώκνερ, αλλά που δεν συνηθίζει ο Χέμινγουεϊ στα άλλα του έργα. Η αφήγηση


φιλτράρεται τόσο από το παραδοσιακό τρίτο πρόσωπο, που όμως εστιάζει στην οπτική γωνία κάποιου συγκεκριμένου χαρακτήρα, όσο και από πρώτο πρόσωπο επίσης διαφορετικών χαρακτήρων (π.χ. Μόργκαν, Άλμπερτ, Μαρί). Η τεχνική αυτή τονίζει μια πλουραλιστική απεικόνιση της κατάστασης και των συνθηκών που ο Χέμινγουεϊ θέλει να περιγράψει, δημιουργώντας έτσι ένα ζωντανό μωσαϊκό που αναπαριστά πιο σφαιρικά τη ζωή της συγκεκριμένης κοινότητας στο Κι Γουέστ. Αφετέρου, και σε πλήρη αρμονία με το παραπάνω, το μνθι-στόρημα δεν βασίζεται αποκλειστικά σε μία πλοκή και στους χαρακτήρες που άμεσα συνδέονται με αυτή, αλλά μας μεταφέρει διάφορες δευτερεύουσες πλοκές και χαρακτήρες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους. Αυτό κυρίως επικρατεί στην παρουσίαση και στην περιγραφή των «εχόντων» της ιστορίας, απ’ όπου παρελαύνουν δεκάδες πλούσια ή ευκατάστατα πρόσωπα, το καθένα με το δικό του σύντομο υπόβαθρο. Τ ο αποτέλεσμα είναι μια αφήγηση διάφορων σύντομων επεισοδίων που εκτυλίσσονται στη σκιά της βασικής πλοκής του Μόργκαν, επεισόδια που δίνουν μια γεύση σύντομων διηγημάτων. Η δομή όμως αυτή του Χέμινγουεϊ στερεί το μυθιστόρημα από συνοχή, κάτι που χαρακτηρίζει τα περισσότερα έργα του και επιφέρει ανισότητα τόσο από πλευράς πλοκής όσο και εκβάθυνσης χαρακτήρων. Ο Χέμινγουεϊ όμως παραμένει μάστορας στο να κρατάει αυξημένη την αγωνία του αναγνώστη μέσα από το φυσικό του ταλέντο στη διαμόρφωση κλίματος περιπέτειας, όπως και στο περίφημο λιτό και σφιχτοδεμένο του γλωσσικό ύφος, το οποίο αβίαστα διατηρεί. Και είναι, εντέλει, η δύναμη της περιγραφής της κοινωνικής μέγγενης που σφίγγει τα θύματα ενός απάνθρωπου συστήματος που συγκινεί και υπενθυμίζει την τεράστια αξία του μεγάλου συγγραφέα. ΚΩΣΤ ΗΣ ΚΑΛΟΓΡΟΥΛΗΣ ΣΗΜΕΙΩΣΗ


Εξαιτίας της τάσης που παρατηρείται τελευταία να ταυτίζονται οι χαρακτήρες των μυθιστορημάτων με πραγματικά πρόσωπα, είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω ότι πουθενά σε αυτό το βιβλίο τα πρόσωπα δεν είναι πραγματικά* όλοι οι χαρακτήρες, καθώς και τα ονόματά τους, ανήκουν στο χώρο της φαντασίας. Στην περίπτωση που έχει χρησιμοποιηθεί το όνομα οποιουδήποτε υπαρκτού προσώπου, η χρήση έγινε εντελώς τυχαία.


ΜΕΡΟ Σ I Χάρι Μόργκαν (Ανοιξη) ΚΕΦΑΛΑIΟ 1 ΞΕΡΕΤ Ε, αραγε, πως είναι εκεί κάτω στην Αβάνα τα ξημερώ-ματα, όταν οι αλήτες κοιμούνται ακόμα, με την πλάτη α-κουμπισμένη στους τοίχους των κτηρίων, προτού ακόμα σκάσουν μύτη τα κάρα που μοιράζουν πάγο στα μπαρ; Ε, λοιπόν, εμείς, καθώς περνούσαμε από την πλατεία για να πάμε από την αποβάθρα ως το καφενείο «Τ ο μαργαριτάρι του Σαν Φρανσίσκο» να πιούμε καφέ, συναντήσαμε μόνο ένα ζητιάνο ξύπνιο, που έπινε νερό από το σιντριβάνι. Όταν, όμως, μπήκαμε στο καφενείο και καθίσαμε, ήταν ήδη και οι τρεις τους εκεί και μας περίμεναν. Μόλις βολευτήκαμε, ο ένας από αυτούς μας πλησίασε. «Λοιπόν;» είπε. «Δεν μπορώ να το κάνω», του είπα. «Θα ήθελα να σας την κάνω τη χάρη. Αλλά σας το είπα και χτες τη νύχτα ότι δεν μπορώ». «Κανόνισε εσύ την τιμή». «Δεν είναι αυτό. Πολύ απλά, δεν μπορώ. Τ ελεία και παύλα». Στο μεταξύ είχαν πλησιάσει και οι άλλοι, και στέκονταν εκεί με ύφος θλιμμένο. Ήταν μια χαρά παλληκάρια, και μακάρι να μπορούσα να τους κάνω τη χάρη. «Χίλια απ’ τον καθένα», είπε ο άλλος, που μιλούσε καλά αγγλικά.


«Μη με φέρνετε σε δύσκολη θέση», του είπα. «Αλήθεια σας λέω, δεν γίνεται». «Μα γιατί;» «Από αυτό το καΐκι βγάζω το ψωμί μου. Αν το χάσω, χάνω το βιος μου». «Με τα λεφτά, όμως, θ’ αγοράσεις άλλο». «Όχι άμα είμαι στη φυλακή». Θα πρέπει να νόμισαν ότι απλώς έκανα παζάρια, γιατί ο ένας από αυτούς επέμενε: «Θα ’κονομήσεις τρεις χιλιάδες δολάρια, που αργότερα θα σημαίνουν πολλά για σένα. Οι καλές μέρες δεν κρατάνε για πάντα, ξέρεις». «Άκου», είπα. «Δεν με νοιάζει ποιος είναι ο Πρόεδρος εδώ. Αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν κουβαλάω τίποτα που να μπορεί να μιλάει». «Εννοείς ότι θα μιλούσαμε ποτέ εμείς;» είπε αυτός που δεν είχε ανοίξει ακόμα το στόμα του. Έδειχνε θυμωμένος. «Είπα οτιδήποτε μποςεί να μιλάει». «Πιστεύεις ότι είμαστε λένγκουας λάργκας;» «Όχι». «Ξέρεις τι σημαίνει λένγκουα λάργκα;» «Ναι. Κάποιος που έχει μεγάλη γλώσσα». «Και ξέρεις τι τους κάνουμε εμείς αυτούς;»


«Μην αρχίζεις τα ζοριλίκια μαζί μου», είπα. «Εσείς μου κάνατε την πρόταση. Εγώ δεν σας έκανα καμία προσφορά». «Σκάσε, Πάντσο!» είπε στο θυμωμένο εκείνος που μου είχε πρωτομιλήσει. «Μα λέει ότι θα μιλούσαμε», είπε ο Πάντσο. «Άκου», τον διέκοψα. «Σας είπα ότι δεν κουβαλάω τίποτα που να μπορεί να μιλήσει. Τ α λαθραία ποτά δεν μιλάνε. Ούτε οι νταμιτζάνες μιλάνε. Υπάρχουν άλλα πράγματα που μιλάνε. Όπως οι άνθρωποι, ας πούμε». «Μιλάνε και οι Κινέζοι, δηλαδή;» πέταξε ο Πάντσο, όλο φαρμάκι. «Πώς δεν μιλάνε; Μόνο που δεν τους καταλαβαίνω εγώ», του αποκρίθηκα. «Επομένως, αποκλείεται να το κάνεις;» «Ισχύει αυτό που σας είπα και χτες τη νύχτα. Δεν μπορώ». «Κι εσύ δεν θα μιλήσεις;» ρώτησε ο Πάντσο. Τ ο μόνο πράγμα που είχε καταλάβει στραβά τον είχε κάνει έξαλλο. Ήταν και η απογοήτευση, βέβαια. Πάντως, δεν μπήκα καν στον κόπο να του απαντήσω. «Δεν πιστεύω να είσαι κι εσύ καμιά λένγκουα λάργκα, ε;» ρώτησε, με την ίδια οργή. «Δεν νομίζω». «Τ ι σημαίνει αυτό τώρα; Μας απειλείς;» «Άκου», είπα. «Μην είσαι τόσο ζόρικος πρωί πρωί. Δεν αμφιβάλλω


καθόλου ότι έχεις κόψει πολλά λαρύγγια. Αλλά ούτε τον καφέ μου δεν έχω πιει ακόμα». «Ώστε δεν αμφιβάλλεις ότι έχω κόψει λαρύγγια, έτσι;» «Μπορεί και ν’ αμφιβάλλω», είπα. «Αλλά ούτε που με νοιάζει. Δεν μπορείς να κανονίζεις τις δουλειές σου χωρίς ν’ αρπάζεσαι;» «Έχω γίνει έξαλλος τώρα», είπε. «Θα μπορούσα να σε σκοτώσω». «Οχ, διάολε!» του είπα. «Μη μιλάς τόσο πολύ». «Ηρέμησε, Πάντσο!» είπε ο πρώτος, και στράφηκε σ’ εμένα: «Λυπάμαι πολύ. Μακάρι να μπορούσες να μας πάρεις». «Κι εγώ λυπάμαι. Μα δεν μπορώ». Κίνησαν και οι τρεις κατά την έξοδο και τους παρατηρούσα καθώς έβγαιναν. Ήταν όμορφα και καλοντυμένα παλληκάρια* κανείς τους δεν φορούσε καπέλο κι έδειχναν να έχουν μπόλικα χρήματα. Τ ουλάχιστον κουβέντιαζαν για μπόλικα χρήματα, με τ’ αγγλικά εκείνα που συνήθως χρησιμοποιούν οι Κουβανέζοι λεφτάδες. Οι δύο από αυτούς μου φάνηκαν αδέρφια· ο τρίτος, ο Πάντσο, ήταν λίγο ψηλότερος, αλλά έμοιαζε κι εκείνος με παιδί του σιναφιού τους. Ξέρετε, αδύνατος, καλοντυμένος και με γυαλιστερά μαλλιά. Δεν πίστευα ότι ήταν τόσο κακός όσο έδειχναν τα λόγια του. Απλώς, πρέπει να ήταν πολύ νευρικός. Τ η στιγμή που έβγαιναν από την πόρτα δεξιά, είδα ένα κλειστό αυτοκίνητο να ’ρχεται προς το μέρος τους από την απέναντι πλευρά της πλατείας. Αμέσως μετά ένα τζάμι έγινε θρύψαλα και μια σφαίρα σφηνώθηκε ανάμεσα σε.μια σειρά από μπουκάλια, στη βιτρίνα του δεξιού τοίχου. Άκουσα πιστολιές και μπαμ-μπαμ-μπάμ τις μπουκάλες να σπάνε μία μία κατά μήκος του τοίχου.


Πήδηξα πίσω απ’ το μπαρ που ήταν αριστερά μου και βάλθηκα να παρακολουθώ τη σκηνή. Τ ο αυτοκίνητο είχε σταματήσει και δυο τύποι ήταν σκυμμένοι δίπλα του. Ο ένας κρατούσε Τ όμσον κι ο άλλος ένα κοντό αυτόματο. Αυτός με το Τ όμσον ήταν νέγρος. Ο άλλος, με το άσπρο σακάκι, θα πρέπει να ήταν ο σοφέρ. Τ ο ένα από τα παλληκάρια είχε πέσει μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο, με το πρόσωπο προς τα κάτω, ακριβώς μπροστά απ’ το μεγάλο τζάμι που είχε σπάσει. Οι άλλοι δύο είχαν κρυφτεί πίσω από ένα κάρο με μπίρες Τ ρόπικαλ, που ήταν σταματημένο έξω από το διπλανό μπαρ, το Κιούναρντ. Τ ο ένα από τα άλογα που έσερναν το κάρο ήταν σκυμμένο μπροστά και κλοτσούσε, ενώ το άλλο, όρθιο στα πισινά του πόδια, τέντωνε το κεφάλι του ψηλά με λύσσα. Ένας από τους νεαρούς πυροβόλησε από την πίσω γωνία του κάρου, αλλά η σφαίρα βρήκε το πεζοδρόμιο. Ο νέγρος με το Τ όμιγκαν έσκυψε τόσο, που το πρόσωπό του άγγιξε σχεδόν το δρόμο, κι απάντησε από χαμηλά με μια ομοβροντία στο πίσω μέρος του κάρου, ώσπου ο ένας τους έπεσε κάτω, ακουμπώντας το κεφάλι του πάνω στο πεζοδρόμιο. Έμεινε εκεί, με τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι, και ο σοφέρ τού έριξε με το αυτόματο, ενώ ο νέγρος ξαναγέμιζε το όπλο του· η νέα ριπή είχε ακόμα μεγαλύτερη διάρκεια και παντού στο πεζοδρόμιο έβλεπες ίχνη από σκάγια σαν ασημένιες πιτσιλιές. Ο άλλος νεαρός άρπαξε εκείνον που ’χε χτυπηθεί από τα πόδια και τον τράβηξε πίσω από το κάρο - και τότε είδα το νέγρο να σκύβει πάλι το κεφάλι του ως το κράσπεδο και να τους ξαναρίχνει. Μετά είδα τον Πάντσο να στρίβει στη γωνία του κάρου και να χώνεται κάτω από το άλογο, που ήταν ακόμα όρθιο στα πισινά του πόδια. Ανοίχτηκε για μια στιγμή, με το πρόσωπό του άσπρο σαν λερωμένο σεντόνι, κι έριξε στο σοφέρ με το μεγάλο Λούγκερ που είχε μαζί του, κρατώντας το και με τα δυο του χέρια, για περισσότερη σταθερότητα. Πυροβόλησε δυο φορές πάνω απ’ το κεφάλι του νέγρου και μια φορά χαμηλά. Πρέπει να χτύπησε τη μία ρόδα του αυτοκινήτου, γιατί είδα ένα


σύννεφο σκόνης να πετάγεται στο δρόμο, καθώς έβγαινε ο αέρας, αλλά στα τρία μέτρα ο νέγρος με το Τ όμιγκαν τον πέτυχε στην κοιλιά, με την τελευταία του σφαίρα, θαρρώ, γιατί μετά τον είδα να το πετάει. Ο Πάντσο σωριάστηκε μονομιάς κι έπεσε μπροστά. Έκανε να σηκωθεί, βαστώντας ακόμα το Λούγκερ του, μα δίχως να μπορεί να κρατήσει όρθιο το κεφάλι του, όταν ο νέγρος άρπαξε το αυτόματο, που ήταν ακουμπισμένο στη ρόδα του αυτοκινήτου, πλάι στο σοφέρ, και του τίναξε το μισό κεφάλι στον αέρα. Τ ρομερός ο νέγρος! Κατέβασα στα γρήγορα μια γουλιά από το πρώτο μπουκάλι που βρήκα ανοιχτό και δεν σας λέω τι έγινε μετά. Όλη αυτή η σκηνή με είχε κάνει στ’ αλήθεια χάλια. Σύρθηκα πίσω απ’ το μπαρ, χώθηκα στην κουζίνα κι έτρεξα κατευθείαν έξω. Έκανα όλο το γύρο της πλατείας, χωρίς να ρίξω ούτε μια ματιά πίσω μου, στο πλήθος που κατευθυνόταν βιαστικό προς το καφενείο, πέρασα την πύλη, βγήκα στην αποβάθρα κι ανέβηκα στο καΐκι μου. Ο τύπος που το είχε ναυλώσει ήταν ακόμα επάνω και περίμενε. Τ ου είπα τι είχε συμβεί. «Πού είναι ο Έντι;» ρώτησε ο Τ ζόνσον, δηλαδή ο τύπος που το είχε ναυλώσει. «Από την ώρα που άρχισε το πιστολίδι δεν τον ξαναείδα». «Λες να ’φάγε καμιά αδέσποτη;» «Όχι, διάολε! Αφού σου λέω ότι οι μόνες σφαίρες που μπήκαν στο καφενείο ήταν εκείνες που έσπασαν τη βιτρίνα. Αυτό έγινε όταν ακόμα τους κυνηγούσε το αυτοκίνητο. Έγινε όταν χτύπησαν το ’να παλληκάρι ακριβώς μπροστά στην τζαμαρία. Και μπήκαν λοξά, να, έτσι...» «Φαίνεσαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό», είπε.


«Μα τα παρακολούθησα όλα», του είπα. Εκείνη τη στιγμή, σηκώνοντας το βλέμμα μου, είδα τον Έντι να πλησιάζει από την προκυμαία, πιο ψηλός και πιο α-τσούμπαλος παρά ποτέ. Πήγαινε λες και όλες του οι αρθρώσεις ήταν ξεχαρβαλωμένες. «Να τος!» Ο Έντι είχε τα μαύρα του τα χάλια. Ποτέ δεν είχε ιδιαίτερα καλή όψη νωρίς το πρωί, αλλά τώρα ήταν ένα σωστό χάλι. «Πού ήσουνα;» τον ρώτησα. «Ξάπλα στο πάτωμα». «Τ α είδες όλα;» τον ρώτησε ο Τ ζόνσον. «Ας μην το συζητήσουμε καλύτερα, κύριε Τ ζόνσον», του είπε ο Έντι. «Αρρωσταίνω και μόνο που το σκέφτομαι». «Καλύτερα να πιεις ένα ποτό», του είπε ο Τ ζόνσον. Και, γυρίζοντας σ’ εμένα, ρώτησε: «Λοιπόν, τι λες; Ξεκινάμε;» «Από σένα εξαρτάται». «Τ ι καιρό λες να έχουμε;» «Σαν το χτεσινό, πάνω κάτω. Ίσως και καλύτερο». «Ε, τότε, ας ξεκινήσουμε». «Σύμφωνοι. Μόλις έρθουν τα δολώματα». Τ ρεις βδομάδες ψαρεύαμε με το τρεχαντήρι στο ποτάμι κι ακόμα δεν είχα δει λεφτά από αυτόν, πέρα από τα εκατό δολάρια που μου είχε δώσει για να πληρώσω το προξενείο και τα λιμενικά τέλη, να φροντίσω για τη μάσα και να βάλω λίγη βενζίνη, προτού


καταφέρουμε επιτέλους να συνεννοηθούμε. Εγώ έβαζα όλα τα σύνεργα κι εκείνος έσκαγε τριάντα πέντε δολάρια τη μέρα. Κοιμόταν σε ξενοδοχείο κι ερχόταν στο σκάφος το πρωί. Τ η δουλειά την είχε κλείσει ο Έντι, οπότε έπρεπε να τον κουβαλάω κι εκείνον μαζί. Τ ου έδινα τέσσερα δολάρια τη μέρα. «Πρέπει να βάλω βενζίνη», είπα στον Τ ζόνσον. «Εντάξει». «Θα χρειαστώ μερικά λεφτά γι’ αυτό». «Πόσα;» «Κάνει είκοσι εφτά σεντς το γαλόνι. Έτσι κι αλλιώς, έπρεπε να βάλω καμιά σαρανταριά. Οπότε, χίλια εκατόν είκοσι στο σύνολο». Μου έδωσε δεκαπέντε δολάρια. «Να κρατήσω τα ρέστα για μπίρα και πάγο;» τον ρώτησα. «Σύμφωνοι», είπε. «Μόνο αφαίρεσέ τα από αυτά που σου χρωστάω». Σκεφτόμουν ότι τρεις βδομάδες ήταν αρκετός χρόνος για να κάνω το κορόιδο, αν όμως αυτός ήταν εντάξει, τι σημασία είχε; Τ έλος πάντων, κανονικά έπρεπε να με πληρώνει κάθε βδομάδα. Τ ον άφησα, όμως, ένα μήνα και πήρα τα λεφτά μαζεμένα. Δικό μου ήταν το φταίξιμο, βέβαια, γιατί μόλις είδα να πέφτει το πρώτο παραδάκι, χάρηκα. Μόνο τις τελευταίες μέρες με είχε τσαντίσει, αλλά δεν θέλησα να πω τίποτα, από φόβο μήπως τον εξαγριώσω. Αν αυτή η δουλειά άξιζε, όσο περισσότερο καιρό τραβούσε τόσο καλύτερα θα ήταν. «Θες μια μπίρα;» με ρώτησε, ανοίγοντας το κουτί.


«Όχι, ευχαριστώ». Εκείνη τη στιγμή, βλέπω το νέγρο που είχαμε στείλει για δόλωμα να έρχεται από την προκυμαία και λέω στον Έντι να ετοιμαστεί να λύσουμε. Ο νέγρος ανέβηκε στο σκάφος με το δόλωμα κι εμείς λύσαμε τον κάβο και αφήσαμε το λιμάνι, ενώ ο νέγρος ετοίμαζε ένα δυο σκουμπριά* τους περνούσε το αγκίστρι απ’ το στόμα, το έβγαζε από τα βράγχια, έπειτα τα έσκιζε λίγο στο πλάι κι έχωνε πάλι μέσα το αγκίστρι ώσπου να βγει από την άλλη μεριά, έδενε το στόμα τους σφιχτά* με πετονιά και μετά έδενε γερά το αγκίστρι, ώστε να μη γλιστράει και το δόλωμα να κατεβαίνει μαλακά, χωρίς να στριφογυρίζει. Ήταν ένας νέγρος κατάμαυρος, ξύπνιος και κατσούφης, μ’ ένα περιδέραιο από γαλάζιες χάντρες βουντού περασμένο στο λαιμό του, κάτω απ’ το πουκάμισο, κι ένα παλιό ψάθινο καπέλο. Αυτό που έκανε συνήθως πάνω στο καΐκι ήταν να κοιμάται και να διαβάζει εφημερίδα. Αλλά έφτιαχνε καλά τα δολώματα και ήταν γρήγορος. «Εσύ δεν ξέρεις να φτιάχνεις τα δολώματα έτσι;» με ρώτησε ο Τ ζόνσον. «Και βέβαια». «Τ ότε γιατί παίρνεις μαζί το νέγρο να σου τα ετοιμάζει;» «Όταν πέσουμε σε μεγάλα ψάρια, θα δεις». «Δηλαδή;» «Ο νέγρος το κάνει πιο γρήγορα». «Δεν μπορεί να το κάνει ο Έντι αυτό;»


«Όχι». «Εγώ το βρίσκω περιττό έξοδο». Έδινε στο νέγρο ένα δολάριο τη μέρα κι ο νέγρος έτρεχε κάθε βράδυ να χορέψει ρούμπα. Από τώρα κιόλας τον έβλεπα να νυστάζει. «Κι όμως, είναι απαραίτητος», είπα. Ως εκείνη τη στιγμή είχαμε προσπεράσει τις ψαρόβαρκες με τα ψαροκόφινά τους, που ήταν αραγμένες μπροστά από τις Καμπάνιας, και τις τράτες, που είχαν ρίξει άγκυρα κοντά στο Μόρο και ψάρευαν προβατόψαρα στα βράχια, και τώρα τραβούσα πιο ανοιχτά στον κόλπο, εκεί όπου διαγραφόταν η σκούρα γραμμή. Ο Έντι έριξε δυο μεγάλα τεχνητά δολώματα στο νερό κι ο νέγρος δόλωσε τρία καλάμια. Τ ο ρεύμα ήταν πολύ δυνατό, σχεδόν ακουγόταν, και καθώς φτάναμε στην άκρη του βράχου, έβλεπες τα νερά να γίνονται σχεδόν μπλαβιά από τις απανωτές δίνες. Από τα ανατολικά φυσούσε ένα απαλό αεράκι κι εμείς πιάσαμε κάμποσα αφρόψαρα, από κείνα τα μεγάλα με τα μαύρα πτερύγια, που όταν πηδάνε στον αφρό θυμίζουν τις φωτογραφίες του Λίντμπεργκ όταν διέσχισε τον Ατλαντικό. Αυτά τα μεγάλα αφρόψαρα είναι οι καλύτερες σημαδούρες. Όσο έφτανε το μάτι σου, έβλεπες μικρές συστάδες από κείνα τα αχνοκίτρινα φύκια του κόλπου, πράγμα που σήμαινε ότι ήμασταν ακριβώς πάνω στο κυρίως ρεύμα, και μπροστά μας πετούσαν ψαροπούλια, που ακολουθούσαν ένα κοπάδι μικρούς τόνους. Τ ους έβλεπες να χοροπηδάνε πού και πού στην επιφάνεια* ήταν πολύ μικροί, ίσαμε μισό ή το πολύ ένα κιλό ο καθένας. «Ρίξε όποτε σου κάνει κέφι», είπα στον Τ ζόνσον. Φόρεσε τη ζώνη του και τα σύνεργα κι έριξε με το μεγάλο καλάμι, που είχε πάνω του ένα καρούλι τύπου Χάρντι κι εξακόσια μέτρα χοντρή πετονιά. Κοίταξα πίσω και είδα το δολωμένο αγκίστρι του να


βυθίζεται μαλακά, αναπηδώντας ελαφρά στο κύμα, και τα δυο μεγάλα ψεύτικα δολώματα να μπαινοβγαίνουν στο νερό. Είχαμε πιάσει σχεδόν την κανονική ταχύτητα κι εγώ οδηγούσα το καΐκι προς το ρεύμα. «Χώσε την άκρη του καλαμιού στην υποδοχή του καθίσματος», του είπα. «Έτσι το καλάμι σου δεν θα είναι τόσο βαρύ. Και άσε αρκετό μπόσικο, για να μπορείς να το ρεγουλάρεις άμα τσιμπήσει. Άμα τσιμπήσει και δεν έχεις αφήσει αρκετή πετονιά, θα σε πετάξει στη θάλασσα». Κάθε μέρα του ’λεγα και του ξανάλεγα τα ίδια, αλλά δεν μ’ ενοχλούσε αυτό. Άλλωστε, μόνο ο ένας στους πενήντα από δαύτους ήξερε να ψαρεύει. Άσε που, και να ξέρουν ακόμα, τις μισές φορές κάνουν χαζομάρες κι επιμένουν να χρησιμοποιούν πετονιά που δεν είναι αρκετά γερή για να σηκώσει μεγάλο ψάρι. «Από καιρό πώς πάμε;» με ρώτησε. «Καλύτερος δεν θα μπορούσε να γίνει», του είπα. Η μέρα ήταν πραγματικά μια χαρά. Έδωσα το τιμόνι στο νέγρο και του είπα ν’ αποφύγει το ρεύμα και να συνεχίσει ανατολικά και γύρισα εκεί όπου καθόταν ο Τ ζόνσον, παρακολουθώντας το δόλωμά του να σκαμπανεβάζει. «Θες να ρίξω κι εγώ με άλλο καλάμι;» τον ρώτησα. «Δεν νομίζω», είπε. «Θέλω να πιάσω το ψάρι μου, να παλέψω και να το ανεβάσω πάνω μόνος μου». «Ωραία», είπα. «Μήπως θες να ρίξει ο Έντι, κι άμα τσιμπήσει να σε αφήσει να το πιάσεις εσύ;» «Όχι», είπε. «Προτιμώ να υπάρχει μόνο ένα καλάμι».


«Σύμφωνοι». Ο νέγρος αγωνιζόταν ακόμα να ξανοιχτεί στο πέλαγος, και τον είδα να χαζεύει ένα κοπάδι αφρόψαρα που χοροπηδούσαν μπροστά μας, σχεδόν μέσα στο ρεύμα. Κοιτάζοντας προς τα πίσο> έβλεπα την Αβάνα ν’ αστράφτει στον ήλιο κι ένα καράβι να βγαίνει εκείνη την ώρα απ’ το λιμάνι, παραπλέοντας το Μόρο. «Νομίζω ότι θα έχεις ευκαιρία να πιάσεις κάτι καλό σήμερα, κύριε Τ ζόνσον», του είπα. «Καιρός είναι», είπε. «Πόσες μέρες πάνε που βγαίνουμε για ψάρεμα;» «Σήμερα κλείνουμε τρεις βδομάδες». «Κάμποσος καιρός για ψάρεμα». «Αυτά τα ψάρια, πάντως, έχουν πλάκα», του είπα. «Ώσπου να σκάσουν μύτη, δεν βλέπεις τίποτα. Έτσι και πλακώσουν, όμως, είναι μιλιούνια. Κι έρχονται πάντα. Αν δεν έρθουν τώρα, δεν θα ’ρθουν ποτέ. Έχουμε το σωστό φεγγάρι. Τ ο ρεύμα είναι ό,τι πρέπει και θα ’χουμε και καλό αεράκι». «Έβλεπα κάτι μικρά εδώ γύρω, όταν πρωτοήρθαμε». «Ναι», συμφώνησα. «Ακριβώς όπως σου τα ’λεγα. Τ α μικρά αραιώνουν και εξαφανίζονται τελείως, οπότε βγαίνουν τα μεγάλα». «Όλοι εσείς οι καπεταναίοι τα ίδια κοπανάτε συνέχεια. Τ η μια είναι πολύ νωρίς, την άλλη πολύ αργά, τη μια ο άνεμος δεν είναι κατάλληλος, την άλλη το φεγγάρι είναι λάθος. Τ α λεφτά, όμως, ξέρετε να τα παίρνετε». «Πραγματικά», του είπα, «συνήθως είναι ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά, διάολε, και τις περισσότερες φορές ο αέρας είναι λάθος. Κι όταν


επιτέλους σου τυχαίνει μια μέρα τέλεια, βγαίνεις στο πέλαγος χωρίς αγώγι». «Πιστεύεις, λοιπόν, ότι σήμερα είναι καλή μέρα;» «Τ ι να σου πω; Εγώ τουλάχιστον σήμερα χόρτασα από δράση. Ωστόσο, κάτι μου λέει ότι θα χορτάσεις κι εσύ». «Τ ο εύχομαι», είπε. Σταματήσαμε κάπου να ψαρέψουμε. Ο Έντι πήγε μπροστά και άραξε. Εγώ ήμουν όρθιος και κοίταζα το νερό, μήπως και δω καμιά ουρά. Ο νέγρος κάθε λίγο και λιγάκι μισοκοιμόταν και τον είχα κι εκείνον στο νου μου. Σίγουρα θα ’χε ρίξει τα ξενύχτια της ζωής του. «Μήπως θα μπορούσες να μου φέρεις μια μπίρα, καπετάνιε;» μου φώναξε ο Τ ζόνσον. «Μάλιστα, κύριε», είπα και ψαχούλεψα μέσα στον πάγο για να του βρω μια κρύα. «Εσύ δεν θες καμιά;» με ρώτησε. «Όχι, κύριε», απάντησα. «Θα περιμένω να την πιω το βράδυ». Άνοιξα το μπουκάλι και, καθώς τέντωνα το χέρι για να του τη δώσω, είδα έναν τεράστιο καφέ ξιφία, μ’ ένα ρύγχος μακρύ ίσαμε το μπράτσο μου, να πετιέται απ’ το νερό και να ορμάει πάνω στο σκουμπρί. Φαινότανε μεγάλος σαν κορμός δέντρου. «Απάνω του!» φώναξα. «Μα δεν το ’χαψε», είπε ο Τ ζόνσον. «Περίμενε τότε».


Θα πήδηξε, φαίνεται, από πολύ βαθιά κι αστόχησε. Ήμουνα σίγουρος, όμως, ότι θα ξαναρχόταν να το αναζητήσει. «Ετοιμάσου ν’ αμολήσεις λίγη πετονιά, μόλις το αρπάξει». Τ ην ίδια στιγμή είδα το ψάρι να πλησιάζει από πίσω, κάτω απ’ το νερό. Τ α πτερύγιά του ήταν απλωμένα σαν μαβιά φτερά και η καφετιά του ράχη ήταν στολισμένη με πορφυρές ρίγες. Ανέβαινε στην επιφάνεια σαν υποβρύχιο, ώσπου το πάνω του πτερύγιο ξεμύτισε σκίζοντας το νερό. Σε λίγο βρέθηκε ακριβώς πίσω απ’ το δόλωμα, και είδα το ρύγχος του να βγαίνει στην επιφάνεια και να ταλαντεύεται. «Άσ’ τον να το χάψει πρώτα», είπα. Ο Τ ζόνσον πήρε το χέρι του απ’ το καρούλι κι εκείνο άρχισε να στριφογυρίζει. Ο ξιφίας βούτηξε προς τα μέσα κι εγώ έβλεπα τώρα την ασημένια του ανταύγεια πλάι στην καρίνα να κατευθύνεται με ταχύτητα προς τη στεριά. «Αμόλα λίγο», είπα. «Όχι πολύ». Αφησε λίγη πετονιά. «Όχι πάρα πολύ», είπα, βλέποντας την πετονιά να παίρνει μεγάλη κλίση. «Μάζεψε γρήγορα τώρα και τράβα», είπα. «Πρέπει να τραβήξεις απότομα. Θα πηδήξει όπου να ’ναι». Ο Τ ζόνσον παράτησε την πετονιά κι έπιασε πάλι το καλάμι. «Τ ράβα!» του φώναξα. «Τ ράβα δυνατά! Πέντ’ έξι φορές». Τ ράβηξε μια δυο φορές ακόμα. Τ ο καλάμι λύγισε, η πετονιά άρχισε να τρίζει στο καρούλι και τότε ξάφνου ο ξιφίας δίνει φσσστ! ένα σάλτο ίσαμε πάνω, αστράφτοντας ασημένιος στον ήλιο, και ξαναπέφτει με θόρυβο στο νερό, σαν άλογο που το γκρεμίζουν απ’ τα βράχια.


«Αμόλα πάλι!» του φώναξα. «Μα φεύγει», είπε ο Τ ζόνσον. «Εμ, δεν θα φύγει;» είπα εγώ. «Αμόλα, σου λέω, γρήγορα!» Έβλεπα την πετονιά να κάνει κοιλιά* ο ξιφίας, που βρισκόταν πίσω από την πρύμνη τώρα, έδωσε άλλο ένα σάλτο και όρμησε κατά το πέλαγος. Σε λίγο ξαναβγήκε στην επιφάνεια, κι ανάμεσα στους αφρούς που ξεσήκωνε κατάφερα να δω ότι το αγκίστρι είχε σφηνωθεί λοξά στο στόμα του. Οι ρίγες στη ράχη του διακρίνονταν πια πεντακάθαρα. Ήταν ένα πραγματικά όμορφο ψάρι, με μια έντονη ασημένια γυαλάδα και μαβιές ραβδώσεις, μεγάλο ίσαμ’ έναν κορμό δέντρου. «Πάει, έφυγε», είπε ο Τ ζόνσον. Η πετονιά ήταν εντελώς χαλαρή. «Μάζεψε την πετονιά στο καρούλι», είπα. «Έχει πιαστεί γερά. Πρόσω ολοταχώς!» ούρλιαξα στο νέγρο. Ο ξιφίας πήδηξε μια δυο φορές ακόμα προς το μέρος μας, άκαμπτος σαν κούτσουρο, τινάζοντας ψηλά το νερό κάθε φορά που έπεφτε στη θάλασσα. Η πετονιά τέντωσε και κατάλαβα ότι είχε κάνει πάλι μεταβολή και ξανοιγόταν στο πέλαγος. «Τ ώρα θ’ αρχίσει να τρέχει», είπα. «Αν μείνει πιασμένος, θα τον κυνηγήσω. Ασε αρκετό μπόσικο. Έχουμε μπόλικη πετονιά». Ο γερο-ξιφίας τραβούσε βορειοδυτικά, όπως όλα τα μεγάλα ψάρια, και -αδερφάκι μου!- είχε πιαστεί για τα καλά. Αρχισε να κάνει εκείνους τους θεαματικούς πήδους που κάνουν και τα ταχύπλοα πάνω στα κύματα. Εμείς τον κυνηγήσαμε, κι απ’ τη στιγμή που έκανα μανούβρα, τον είχαμε από κοντά. Είχα πιάσει πάλι εγώ το τιμόνι και φώναζα συνέχεια στον Τ ζόνσον ν’ αμολάει πετονιά και μετά να τη μαζεύει γρήγορα στο καρούλι. Ξαφνικά, βλέπω το καλάμι του να τραντάζεται και την πετονιά να κάνει μια μεγάλη κοιλιά. Αυτό θα μπορούσε να φανεί φυσιολογικό σε κάποιον που δεν ήξερε


πόσο ζόρι τραβάει το βυθισμένο κομμάτι της πετονιάς κάτω απ’ το νερό. Εγώ, όμως, ήξερα. «Σου έφυγε», του είπα. Τ ο ψάρι εξακολούθησε να κάνει τα σάλτα του στο νερό, ώσπου χάθηκε απ’ τα μάτια μας. Κι ήταν θαυμάσιο ψάρι, μα την αλήθεια. «Εγώ νιώθω να με τραβάει ακόμα», είπε ο Τ ζόνσον. «Είναι το βάρος της* πετονιάς». «Μα με το ζόρι καταφέρνω να την τυλίξω. Μπορεί να ψόφησε». «Δες τον!» είπα. «Ακόμα πηδάει». Και πραγματικά, τον βλέπαμε ακόμα, μισό μίλι μακριά, να σηκώνει πίδακες νερού. Έπιασα την πετονιά του. Ήταν πολύ τεντωμένη. Δεν είχε καθόλου τράτο, για να τραβήξει. Μοιραίο ήταν, λοιπόν, να σπάσει. «Δεν σου είπα ν’ αφήσεις λίγο μπόσικο;» «Μα μου την τραβούσε συνέχεια». «Ε και;» «Αναγκάστηκα κι εγώ να τη μαζέψω». «Ακου», τον είπα. «Αν δεν αφήσεις πετονιά, όταν έχουν πιαστεί έτσι γερά, θα σου τη σπάσουν. Καμιά πετονιά δεν τα κρατάει. Όσο τραβάνε αυτά, τόσο εσύ να τους αφήνεις. Η πετονιά σου πρέπει να ’ναι χαλαρή. Οι ψαράδες της αγοράς δεν καταφέρνουν να τα κάνουν ζάφτι ούτε με καμάκι, όταν αρχίζουν την τρεχάλα. Αυτό που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να τα κυνηγάμε από πίσω με το καΐκι όσο τρέχουν, γιατί αλλιώς θα μας τα πάρουν όλα σβάρνα. Κι όταν πια καταλάβεις ότι σταμάτησαν να τρέχουν, τεντώνεις την πετονιά και τη μαζεύεις όλη στο καρούλι σου».


«Δηλαδή άμα δεν είχε σπάσει η πετονιά, θα τον είχα πιάσει;» «Διόλου απίθανο». «Δεν θ’ άντεχε για πολύ, ε;» «Μην ανησυχείς και ξέρει κάμποσα κόλπα. Από τη στιγμή που σταματάει η τρεχάλα αρχίζει η πραγματική μάχη». «Έλα, ας πιάσουμε ένα!» είπε. «Πρώτα να μαζέψεις την πετονιά σου στο καρούλι», του είπα. Παρ’ όλη τη φασαρία, από τη στιγμή που πιάσαμε το ψάρι ως τη στιγμή που το χάσαμε, ο Έντι δεν είχε ξυπνήσει καθόλου. Ξάφνου, τον είδαμε να έρχεται πίσω στην πρύμνη. «Τ ι τρέχει;» ρώτησε. Ο Έντι ήταν καλός στα καΐκια κάποτε, πριν αρχίσει να μπεκρουλιάζει, αλλά δεν είναι πια. Τ ον έβλεπα να στέκει εκεί, ψηλός, με ρουφηγμένα μάγουλα και στόμα κρεμασμένο, με κάτι άσπρες τσίμπλες στις άκρες των ματιών και τα μαλλιά του ξεθωριασμένα απ’ τον ήλιο, και ήμουν σίγουρος ότι τον είχε ξυπνήσει η τρελή του λαχτάρα για πιοτό. «Τ ράβα να πιεις κάνα μπουκάλι μπίρα καλύτερα», του είπα. Έβγαλε μία απ’ το κουτί και την ήπιε. «Λοιπόν, κύριε Τ ζόνσον», είπε, «εγώ λέω να συνεχίσω τον ύπνο μου. Υπόχρεος για την μπίρα, κύριε». Βρε τον Έντι! Τ α ψάρια ούτε που του έκαναν εντύπωση πια. Πιάσαμε, που λέτε, άλλο ένα, κατά το μεσημέρι, αλλά μας ξέφυγε κι αυτό. Είδαμε το αγκίστρι να πετάγεται δέκα μέτρα ψηλά στον αέρα, τη στιγμή που το έφτυνε.


«Τ ι λάθος έκανα πάλι;» ρώτησε ο Τ ζόνσον. «Τ ίποτα», απάντησα. «Απλώς, το έφτυσε». «Αχ, κύριε Τ ζόνσον!» είπε ο Έντι, που είχε ξυπνήσει για να πιει άλλο ένα μπουκάλι μπίρα. «Αχ, κύριε Τ ζόνσον, η γκαντεμιά σου φταίει μονάχα. Όμως μπορεί να είσαι τυχερός με τις γυναίκες. Τ ι λες, κύριε Τ ζόνσον, βγαίνουμε έξω μαζί απόψε;» Και λέγοντας αυτά γύρισε πίσω στη θέση του και ξανακοιμήθηκε. Κατά τις τέσσερις επιστρέφαμε πια, πλέοντας κοντά στην ακτή, κόντρα στο ρεύμα, με το καΐκι να τρέχει στο φουλ και τον ήλιο να μας καίει την πλάτη. Και να σου ξαφνικά ο μεγαλύτερος μαύρος ξιφίας που έχω δει στη ζωή μου να τσιμπάει το δόλωμα του Τ ζόνσον! Είχαμε πιάσει ήδη τέσσερις από εκείνους τους μικρούς τόνους με καλαμάρι, κι ο νέγρος έβαλε τον έναν από αυτούς στο αγκίστρι του για δόλωμα. Είχε σωστό βάρος, αλλά έκανε μεγάλο θόρυβο πέφτοντας στο νερό. Ο Τ ζόνσον έβγαλε τον ιμάντα από το καρούλι κι στήριξε το καλάμι στα γόνατά του, γιατί τα χέρια του είχαν κουραστεί να το κρατάνε ακίνητο τόση ώρα. Επειδή τα χέρια του δεν άντεχαν άλλο να κρατήσουν την πετονιά στο καρούλι, βαστώντας κόντρα στο βάρος του δολώματος, εκείνος χαλάρωνε το τράβηγμα, όταν δεν τον κοίταζα. Έτσι, δεν πήρα είδηση ότι είχε αφήσει τόσο μπόσικο. Δεν μου άρεσε που τον έβλεπα να κρατάει έτσι το καλάμι, αλλά δεν ήθελα και να του γκρινιάζω διαρκώς. Άλλωστε, τόσο λάσκα που την είχε αφήσει την πετονιά, το πολύ πολύ να του ’φεύγε προς τα μέσα, οπότε κίνδυνος δεν υπήρχε. Πάντως, ήταν άγαρμπος τρόπος για να ψαρεύει κανείς. Ήμουν στο τιμόνι κι έκανα μανούβρα στην άκρη του ρεύματος, απέναντι από το εργοστάσιο τσιμέντων, εκεί όπου το νερό βαθαίνει απότομα πολύ κοντά στη στεριά, σχηματίζοντας μια μικρή δίνη, κι έχει πάντα πολύ δόλωμα. Ξάφνου είδα έναν παφλασμό σαν να ’χε σκάσει βόμβα στο βυθό κι αμέσως μετά το πριονωτό ρύγχος, το


μάτι, το ανοιχτό κάτω σαγόνι και το τεράστιο μαυροπόρφυρο κεφάλι ενός μαύρου ξιφία. Ολόκληρο το πάνω πτερύγιό του, ανορθωμένο και ψηλό ίσαμ’ ένα κατάρτι ιστιοφόρου, όπως και η δρεπανωτή του ουρά, περίσσευαν έξω απ’ το νερό, καθώς ορμούσε πάνω στον τόνο. Η άκρη του ρύγχους του, με μια λοξή κλίση προς τα πάνω, ήταν χοντρή σαν ρόπαλο του μπέιζμπολ και, καθώς άρπαζε το δόλωμα, έσκιζε στα δυο τον ωκεανό. Είχε ένα έντονο μαύρο και μαβί χρώμα κι ένα μάτι μεγάλο σαν πιάτο της σούπας. Ήταν τεράστιος. Πάω στοίχημα ότι θα ζύγιζε ίσαμε μισό τόνο. Ούρλιαξα στον Τ ζόνσον, για να του πω να του αφήσει μπόλικη πετονιά, αλλά, πριν αρθρώσω λέξη, είδα τον Τ ζόνσον να τινάζεται από την καρέκλα του στον αέρα λες και τον είχε αρπάξει γερανός, να κρατάει για ένα δευτερόλεπτο το καλάμι, το καλάμι να καμπυλώνει σαν τόξο, κι έπειτα η βάση του να τον χτυπάει στην κοιλιά κι όλα τα σύνεργα να εκσφενδονίζονται στη θάλασσα. Είχε τεντώσει την πετονιά, κι όταν το ψάρι τσίμπησε, τράβηξε τον Τ ζόνσον από την καρέκλα του τόσο απότομα, που εκείνος δεν μπόρεσε πια να το κρατήσει. Είχε βάλει τη βάση του καλαμιού κάτω από το ένα του πόδι και στήριζε το καλάμι πάνω στον άλλο μηρό. Αν δεν είχε βγάλει τον ιμάντα, θα τον είχε παρασύρει κι εκείνον μαζί στο νερό. Έσβησα τη μηχανή και πήγα πίσω στην πρύμνη. Καθόταν εκεί, βαστώντας την κοιλιά του στο σημείο όπου τον είχε χτυπήσει η βάση του καλαμιού. «Αρκετά για σήμερα, νομίζω», είπα. «Τ ι ήταν αυτό το πράγμα;» με ρώτησε. «Μαύρος ξιφίας», είπα. «Και πώς έγινε;»


«Εσύ να μου πεις!» απάντησα. «Τ ο καρούλι στοίχισε διακόσια πενήντα δολάρια. Τ ώρα κοστίζει ακόμα πιο πολλά. Τ ο καλάμι σαράντα πέντε. Κι είχαμε και κάτι λιγότερο από εξακόσια μέτρα χοντρή πετονιά». Εκείνη τη στιγμή ο Έντι τον χτυπάει στην πλάτη. «Κύριε Τ ζόνσον», του λέει, «η γκαντεμιά σου φταίει μονάχα. Αυτό που έγινε πρωτύτερα εγώ δεν το ’χω ξαναδεί στη ζωή μου». «Σκάσε, μπεκρούλιάκα!» του κάνω. «Αλήθεια, κύριε Τ ζόνσον», συνέχισε ο Έντι. «Είναι το πιο σπάνιο πράγμα που έχω δει σε όλη μου τη ζωή». «Πώς να τα ’βγαζα πέρα μ’ ένα τέτοιο ψάρι;» ρώτησε ο Τ ζόνσον. «Ήθελες, βλέπεις, να παλέψεις μόνος σου», του είπα. Ήμουν φοβερά χολωμένος. «Είναι πάρα πολύ μεγάλα», είπε. «Αυτό πια μοιάζει με τιμωρία». «Άκου», είπα. «Ένα τέτοιο ψάρι θα μπορούσε να σε σκοτώσει». «Τ α πιάνουν, όμως». «Τ α πιάνουν άνθρωποι που ξέρουν από ψάρεμα. Αλλά μη νομίζεις ότι κι αυτοί μένουν ατιμώρητοι». «Ακόμα κι ένα μικρό κοριτσάκι είδα, σε φωτογραφία, που είχε πιάσει ένα». «Φυσικά», είπα. «Αλλά κι αυτό με κανονικό ψάρεμα έγινε. Κατάπιε το δόλωμα, του τράβηξαν έξω το στομάχι, κι όταν το ’βγαλαν στην επιφάνεια, ψόφησε. Τ ο ζήτημα είναι τι κάνει κανείς όταν ψαρεύει με καλάμια και πετονιές κι έχει ένα τέτοιο α-γκιστρωμένο απ' το


στόμα». «Πάντως», είπε ο Τ ζόνσον, «είναι πράγματι τεράστια. Άμα δεν έχει γούστο, όμως, γιατί να το κάνει κανείς;» «Ακριβώς, κύριε Τ ζόνσον», είπε ο Έντι. «Άμα δεν έχει γούστο, γιατί να το κάνει κανείς; Άκου, κύριε Τ ζόνσον. Τ ώρα είπες την πιο σωστή κουβέντα. Άμα δεν έχει γούστο, γιατί να το κάνει κανείς;» Έτρεμα ακόμα από τη θέα του ψαριού κι ένιωθα τόσο χάλια που χάσαμε τα σύνεργα, ώστε ούτε που τους άκουγα. Είπα στο νέγρο να τραβήξει κατά το Μόρο. Στους άλλους δυο δεν είπα κουβέντα, μόνο τους έβλεπα να κάθονται εκεί, ο Έντι σε μια καρέκλα μ’ ένα μπουκάλι μπίρα κι ο Τ ζόνσον με άλλο ένα. «Καπετάνιε», μου είπε σε λίγο, «μου φτιάχνεις ένα ουίσκι με σόδα;» Τ ου το ’φτιαξα, χωρίς να του μιλήσω καθόλου, κι έβαλα κι ένα σκέτο για μένα. Σκεφτόμουν από μέσα μου ότι αυτός ο Τ ζόνσον ψαρεύει δεκαπέντε μέρες τώρα, καταφέρνει να πιάσει ένα ψάρι που ένας κανονικός ψαράς θα έδινε ένα χρόνο απ’ τη ζωή του για να το πιάσει και τελικά το χάνει μαζί με όλα τα σύνεργα, κι αφού κάνει όλες αυτές τις βλακείες, κάθεται σαν την καλή χαρά και τα πίνει μ’ ένα μεθύστακα. Όταν πιάσαμε στην αποβάθρα, βλέποντας το νέγρο να κάθεται εκεί και να περιμένει, είπα: «Θα βγούμε πάλι αύριο;» «Δεν νομίζω», είπε ο Τ ζόνσον. «Τ ο βαρέθηκα πια αυτό το είδος ψαρέματος». «Θες να πληρώσεις το νέγρο τότε;» «Πόσα του χρωστάω;»


«Ένα δολάριο. Αλλά, αν θες, του δίνεις και κανένα φιλοδώρημα». Έτσι, ο Τ ζόνσον έδωσε στο νέγρο ένα δολάριο και δυο κουβανέζικα κέρματα των είκοσι σεντς. «Αυτά για τι είναι;» με ρωτάει ο νέγρος, δείχνοντάς μου τα κέρματα. «Φιλοδώρημα», του απάντησα στα ισπανικά. «Εσύ τέλειωσες. Σε ξοφλάει». «Ντεν έρτει αύριο;» «Όχι». Ο νέγρος παίρνει το μασούρι που χρησιμοποιούσε για να δένει τα δολώματα και τα μαύρα του γυαλιά, φοράει το ψαθί του και φεύγει χωρίς να χαιρετήσει. Έτσι κι αλλιώς, δεν νομίζω ότι νοιάστηκε ποτέ ιδιαίτερα για μας. «Πότε θες να κάνουμε τους λογαριασμούς μας, κύριε Τ ζόνσον;» τον ρώτησε. «Θα πάω στην τράπεζα αύριο το πρωί», είπε ο Τ ζόνσον. «Ας τα κανονίσουμε κατά το βραδάκι». «Ξέρεις πόσες μέρες είναι;» «Δεκαπέντε». «Όχι. Είναι δεκάξι με τη σημερινή και μαζί με μια μέρα πριν και μία μετά είναι συνολικά δέκα οχτώ. Και μην ξεχνάς το καλάμι, το καρούλι και την πετονιά που χάσαμε σήμερα». «Για τα σύνεργα είναι δικό σου το ρίσκο». «Όχι, κύριε. Όχι όταν χάνονται με αυτόν τον τρόπο».


«Εγώ πληρώνω το νοίκι μου για όλες τις μέρες. Τ ο ρίσκο, όμως, είναι δικό σου». «Όχι, κύριε», είπα. «Αν δεν έφταιγες εσύ που έσπασε την πετονιά το ψάρι, θα ήταν αλλιώς. Τ α σύνεργα, όμως, χάθηκαν από δική σου απροσεξία». «Τ ο ψάρι μού τα τράβηξε μέσα απ’ τα χέρια». «Επειδή δεν είχες αφήσει μπόσικο κι επειδή δεν είχες το καλάμι στη θήκη του». «Δεν είναι καθόλου σωστό να μου τα χρεώνεις αυτά». «Αν είχες νοικιάσει κανένα αυτοκίνητο και το γκρέμιζες από τα βράχια, θαρρείς ότι δεν θα το πλήρωνες;» «Όχι αν ήμουν μέσα», είπε ο Τ ζόνσον. «Πολύ καλό αυτό, κύριε Τ ζόνσον!» είπε ο Έντι. «Τ ο ’πια-σες. καπετάνιε, έτσι; Αν ήτανε μέσα, θα είχε σκοτωθεί. Αρα δεν θα μπορούσε να πληρώσει. Πολύ καλό!» Δεν έδωσα καμιά σημασία στο μεθύστακα. «Χρωστάς διακόσια ενενήντα πέντε δολάρια, για το καλάμι, το καρούλι και την πετονιά», είπα στον Τ ζόνσον. «Τ έλος πάντων, δεν είναι σωστό», είπε εκείνος. «Αλλά, αν εσύ επιμένεις στην άποψή σου, γιατί να μη μοιράσουμε τη διαφορά;» «Δεν μπορώ να τα αντικαταστήσω με λιγότερα από τριακόσια εξήντα. Έστω, δεν σου χρεώνω την πετονιά. Ένα τέτοιο ψάρι θα μπορούσε να σου πάρει όλη την πετονιά χωρίς να φταις εσύ. Αν υπήρχε εδώ κανένας άλλος, εκτός από αυτόν τον μπεκρούλιακα, θα σου έλεγε πόσο σπαθί σού ξηγιέμαι. Ξέρω, τα λεφτά φαίνονται


πολλά, αλλά πολλά ήταν κι όταν αγόραζα τα σύνεργα. Τ έτοια ψάρια δεν μπορείς να ψαρέψεις, άμα δεν έχεις τα καλύτερα σύνεργα στην αγορά». «Κύριε Τ ζόνσον, με λέει μπεκρούλιακα. Και μπορεί να είμαι. Όμως, σ’ το λέω, έχει δίκιο. Έχει δίκιο και είναι πολύ λογικός στην τιμή», του είπε ο Έντι. «Δεν θέλω να φέρω δυσκολίες», είπε τελικά ο Τ ζόνσον. «Θα τα πληρώσω, έστω κι αν δεν καταλαβαίνω το λόγο. Λοιπόν, είκοσι οχτώ μέρες προς τριάντα πέντε δολάρια η μία, συν διακόσια ενενήντα πέντε για τα έξτρα». «Μου έχεις δώσει εκατό ως τώρα», του είπα. «θα σου κάνω μια λίστα με ό,τι έχω ξοδέψει και θα αφαιρέσω ό,τι φαγώσιμο έχει περισσέψει. Ό,τι αγόρασες για προμήθειες στον πηγαιμό και στο γυρισμό». «Λογικό αυτό», είπε ο Τ ζόνσον. «Ακου, κύριε Τ ζόνσον», είπε ο Έντι. «Αν ήξερες πόσα χρειό-νουν συνήθως στους ξένους, θα έβλεπες ότι η τιμή είναι κάτι παραπάνω από λογική. Ξέρεις πώς λέγεται αυτό; Εξαίρεση λέγεται. Ο καπετάνιος σού φέρεται σαν να ’σουνα η ίδια του η μάνα». «Θα πάω στην τράπεζα αύριο και θα περάσω το απόγευμα. Και μεθαύριο θα πάρω το καράβι και θα γυρίσω». «Μπορείς να γυρίσεις μαζί μας και να γλυτώσεις το εισιτήριο του καραβιού». «Μπα!» είπε. «Θα κάνω πιο γρήγορα με το καράβι». «Ωραία, λοιπόν», είπα. «Να σε κεράσω ένα ποτό;» «Καλή ιδέα», είπε ο Τ ζόνσον. «Και δεν κρατάμε κακίες, έτσι;»


«Όχι, κύριε», του είπα. Έτσι, καθίσαμε και οι τρεις μας στην πρύμνη και ήπιαμε από ένα ουίσκι με σόδα. Τ ην άλλη μέρα δούλευα στο καΐκι όλο το πρωί, άλλαξα τα λάδια κάπο στο αμπάρι κι έκανα ένα σωρό μαστορέματα. Τ ο μεσημέρι πήγα ως την πόλη κι έφαγα σ’ ένα κινέζικο, όπου μπορεί να φάει κανείς καλά με σαράντα σεντς, και μετά αγόρασα και μερικά καλούδια, να τα πάω σπίτι στη γυναίκα μου και στις τρεις μου κόρες. Ξέρετε τώρα, αρώματα, μια δυο βεντάλιες και τρεις φίνες χτένες. Όταν τέλειωσα, έκανα μια στάση στου Ντόνοβαν, να πιω μια μπίρα και να μιλήσω λίγο με το γέρο, και μετά γύρισα ποδαράτος στην αποβάθρα του Σαν Φρανσίσκο, σταματώντας σε τρία τέσσερα μέρη για να πιω μια μπίρα καθώς ερχόμουν. Αγόρασα μια δυο και για τον Φράνκι στο μπαρ του Κιούναρντ, κι όταν έφτασα στο καΐκι ήμουν όλο κέφια. Ανεβαίνοντας επάνω διαπίστωσα ότι μου είχαν απομείνει σαράντα σεντς όλα κι όλα. Ο Φράνκι ανέβηκε κι αυτός και, όσο καθόμασταν και περιμέναμε τον Τ ζόνσον, ήπια δυο παγωμένες ακόμα απ' το ψυγείο, για να του κάνω παρέα. Ο Έντι δεν είχε φανεί καθόλου όλη νύχτα κι όλη μέρα, αλλά ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα ’σκαγε μύτη, μόλις ξέμενε από παραδάκι. Ο Ντόνοβαν μου είπε ότι είχε περάσει απ’ το μαγαζί του την προηγούμενη νύχτα για λίγη ώρα μαζί με τον Τ ζόνσον κι ότι τους είχε φεσώσει πάλι. Περιμέναμε κάμποσο, κι εγώ άρχισα πια ν’ ανησυχώ που δεν φαινόταν ο Τ ζόνσον. Τ ους είχα ειδοποιήσει στην αποβάθρα να του πουν ν’ ανέβει επάνω και να με περιμένει, μου είπαν όμως ότι δεν τον είχαν δει καθόλου. Παρ’ όλα αυτά, σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε ξενυχτήσει και να τον πήρε μεσημέρι ώσπου να ξυπνήσει. Οι τράπεζες, έτσι κι αλλιώς, ήταν ανοιχτές ως τις τρεισήμισι. Είδαμε και το αεροπλάνο να φεύγει και κατά τις πεντέμισι πια όλο μου το κέφι είχε πάει περίπατο και με είχαν ζώσει τα μαύρα φίδια. Στις έξι έστειλα τον Φράνκι στο ξενοδοχείο, να δει αν ο Τ ζόνσον ήταν εκεί. Εξακολουθούσα να σκέφτομαι ότι μπορεί να διασκέδαζε ακόμα κάπου ή να ήταν στο ξενοδοχείο και να ένιωθε τόσο χάλια,


που να μην κατάφερνε να σηκωθεί. Περίμενα, περίμενα, ώσπου πήγε πια πολύ αργά. Αυτό που μ’ έκανε ν’ ανησυχώ περισσότερο, βέβαια, ήταν τα οχτακόσια είκοσι πέντε δολάρια που μου χρωστούσε. Ο Φράνκι έλειπε λίγο παραπάνω από μισή ώρα τώρα. Όταν φάνηκε επιτέλους, τον είδα να ’ρχεται τρέχοντας και κουνώντας το κεφάλι του. «Έφυγε με το αεροπλάνο», είπε. Ωραία! Τ ην πατήσαμε. Τ ο προξενείο είχε κλείσει! Εγώ είχα μείνει με σαράντα σεντς και, έτσι κι αλλιώς, το αεροπλάνο θα βρισκόταν στο Μαϊάμι πια. Ούτε τηλεγράφημα δεν μπορούσα να στείλω. Μάλιστα. Ωραίος τύπος ο κύριος Τ ζόνσον! Αλλά το λάθος ήταν δικό μου. Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. «Τ ο μόνο που μπορούμε να κάνουμε», είπα στον Φράνκι, «είναι να πιούμε από μια παγωμένη μπιρίτσα. Ο κύριος Τ ζόνσον τις αγόρασε, άλλωστε». Είχαν απομείνει τρεις μπουκάλες Τ ρόπικαλ. Ο Φράνκι ένιωθε το ίδιο χάλια μ’ εμένα. Δεν ξέρω γιατί, πάντως έτσι έδειχνε. Με χτυπούσε κάθε τόσο στην πλάτη και κουνούσε το κεφάλι του. Έτσι λοιπόν. Ήμουνα ταπί. Είχα χάσει πεντακόσια τριάντα δολάρια από το ενοίκιο και σύνεργα που δεν μπορούσα να αντικαταστήσω ούτε με τριακόσια πενήντα παραπάνω. Πόσο θα χαίρονταν μερικοί μερικοί στην αποβάθρα, σκεφτόμουν. Σίγουρα κάποιοι στο Κοντς θα έτριβαν τα χέρια τους από ευτυχία. Και να σκεφτεί κανείς ότι την προηγουμένη είχα αρνηθεί τρεις χιλιάδες δολάρια, για να μεταφέρω τρεις ξένους ως τα Κιζ. Οπουδήποτε, μάλλον, φτάνει να έβγαιναν απ’ τη χώρα. Μάλιστα. Και τώρα τι κάνουνε; Ποτά δεν μπορούσα να μεταφέρω, γιατί χρειάζονταν λεφτά για ν’ αγοράσει κανείς αλκοόλ, άσε που από αυτό δεν κέρδιζες πια. Από αλκοόλ βρομούσε ο τόπος και κανείς δεν


ενδιαφερόταν ν’ αγοράσει. Αλλά ο διάολος να μ’ έπαιρνε, αν γύριζα σπίτι μου άφραγκος και περνούσα ένα ολόκληρο καλοκαίρι στην πόλη ψοφώντας στην πείνα. Έχω και μια οικογένεια, στο κάτω κάτω. Τ ο τελωνείο, τουλάχιστον, το είχαμε πληρώσει στον ερχομό. Συνήθως τους τελωνειακούς τούς πληρώνεις προκαταβολικά, κι αφού σε αφήσουν να μπεις, σε σβήνουν. Διάολε, ούτε για βενζίνη δεν είχα! Πολύ άσχημα μαντάτα, μα την αλήθεια. Βρε τον κύριο Τ ζόνσον, τι μας έκανε! «Πρέπει να κάνω κανένα κουβάλημα», είπα στον Φράνκι. «Να βγάλω λίγους παράδες». «Κάτι θα σκεφτώ», είπε ο Φράνκι. «Εκείνος τριγυρίζει στην προκυμαία και κάνει περίεργες δουλειές, είναι θεόκουφος και πίνει σαν σφουγγάρι κάθε νύχτα. Αλλά δεν υπάρχει πιο πιστός φίλος και πιο χρυσή καρδιά από δαύτον. Τ ον ξέρω από τότε που πρωτοάρχισα να συχνάζω σ' αυτά τα μέρη. Μ’ έχει βοηθήσει κάμποσες φορές στο φόρτωμα. Αργότερα, όταν σταμάτησα τα κουβαλήματα κι άρχισα να πηγαίνω τους πελάτες για ψάρεμα ξιφία στ’ ανοιχτά της Κούβας, τον έβλεπα συνήθως τακτικά στις αποβάθρες και στα μπαρ. Σου δίνει την εντύπωση ότι είναι μουγγός και περισσότερο χαμογελάει αντί να μιλάει, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή είναι κουφός». «Θα κουβαλούσες οτιδήποτε;» ρώτησε ο Φράνκι. «Φυσικά», είπα. «Δεν έχω επιλογή». «Οτιδήποτε;» «Φυσικά». «Ασε, θα κοιτάξω», είπε ο Φράνκι. «Πού θα είσαι;» «Θα είμαι στην Πέρλα», του είπα. «Πρέπει να βάλω κάτι στο στόμα μου».


Στην Πέρλα μπορείς να φας μια χαρά με είκοσι πέντε σεντς. Ολα στον κατάλογο κάνουν δέκα σεντς, εκτός από τη σούπα, που κάνει πέντε. Περπάτησα ως εκεί μαζί με τον Φράνκι, μπήκα μέσα κι εκείνος συνέχισε. Προτού φύγει, μου έσφιξε το χέρι και με χτύπησε πάλι στην πλάτη. «Μη σκας!» είπε. «Εγώ Φράνκι - μεγάλος πολιτικός. Πολλή δουλειά. Πολύ πιοτό. Λεφτά τίποτα. Αλλά καλός φίλος. Μη σκας!» «Γεια χαρά, Φράνκι!» είπα. «Ούτε κι εσύ να σκας για τίποτα, αγόρι μου». ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΜΠ ήκα ςτην περλα και κάθισα σ’ ένα τραπέζι. Είχαν βάλει καινούργια τζαμαρία στο παράθυρο που είχε γίνει θρύψαλα από τις σφαίρες και η βιτρίνα ήταν πάλι στη θέση της. Υπήρχαν κάμποσοι γκαλέγκος τριγύρω* άλλοι έπιναν στο μπαρ κι άλλοι έτρωγαν.· Σε κάποιο τραπέζι έπαιζαν κιόλας ντόμινο. Παράγγειλα μια σούπα από μαύρα φασόλια κι ένα μοσχάρι στιφάδο με βραστές πατάτες, που έκαναν δεκαπέντε σεντς. Με μια μπίρα Χάαουι ο λογαριασμός έφτασε στα είκοσι πέντε. Όταν ρώτησα το γκαρσόνι για το πιστολίδι, εκείνος δεν θέλησε να πει κουβέντα. Είχαν όλοι τους πανικοβληθεί.

Τ έλειωσα το φαγητό κι άραξα να καπνίσω ένα τσιγάρο, κατασκασμένος. Σε λίγο είδα τον Φράνκι, να μπαίνει από την πόρτα μαζί με κάποιον άλλο πίσω του. Κιτρινιάρης, είπα μέσα μου. Τ ι να κάνουμε; Ας είναι και κιτρινιάρης. «Από δω ο κύριος Σινγκ», είπε ο Φράνκι, χαμογελώντας. Καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι που τον είχε βρει έτσι γρήγορα. «Χαίρω πολύ», είπε ο κύριος Σινγκ. Ο κύριος Σινγκ ήταν σχεδόν το πιο περιποιημένο πλάσμα που έχω δει ποτέ μου. Ήταν, βέβαια, Κινέζος, αλλά μιλούσε σαν Άγγλος και φορούσε άσπρο κουστούμι με μεταξωτό πουκάμισο, μαύρη γραβάτα κι ένα από εκείνα τα παναμαδάκια των εκατόν είκοσι πέντε δολαρίων.


«Θα πιεις καφέ;» με ρώτησε. «Αν πιεις κι εσύ». «Ευχαριστώ», είπε ο κύριος Σινγκ. «Είμαστε ολομόναχοι εδώ;» «Ναι, αν εξαιρέσει κανείς όλους αυτούς τους πελάτες», του είπα. «Ωραία!» είπε ο κύριος Σινγκ. «Έχεις σκάφος, έτσι;» «Εντεκάμισι μέτρα», είπα. «Με μια Κέρμαθ εκατό ίππων». «Α», έκανε ο κύριος Σινγκ. «Τ ο φανταζόμουν κάπως μεγαλύτερο». «Μπορεί να σηκώσει διακόσια εξήντα πέντε κιβώτια, χωρίς να είναι φουλ φορτωμένο». «Θα μπορούσες να μου το ναυλώσεις;» «Με τι όρους;» «Εσύ δεν χρειάζεται να είσαι επάνω. Θα φροντίσω εγώ για καπετάνιο και πλήρωμα». «Όχι», είπα. «Εγώ πάω πάντα μαζί του, όπου πάει». «Μάλιστα», είπε ο κύριος Σινγκ. «Θα σε πείραζε να μας αφήσεις για λίγο μόνους;» είπε στον Φράνκι. Ο Φράνκι φαινόταν να παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον, χαμογελώντας συνέχεια. «Είναι κουφός», είπα. «Και δεν καταλαβαίνει καλά τα εγγλέζικα». «Μάλιστα», είπε ο κύριος Σινγκ. «Εσύ μιλάς ισπανικά. Πες του να έρθει να μας βρει αργότερα». Έκανα νόημα στον Φράνκι με τον αντίχειρά μου. Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο μπαρ.


«Εσύ δεν μιλάς ισπανικά;» ρώτησα. «Ω, μα και βέβαια», είπε ο κύριος Σινγκ. «Λοιπόν, ποιες είναι οι συνθήκες που θα μπορούσαν να σε οδηγήσουν... ή μάλλον που σε οδήγησαν να...» «Είμαι ταπί». «Κατάλαβα», είπε ο κύριος Σινγκ. «Τ ο καΐκι έχει τίποτα χρέη; Μήπως είναι σε καμιά μαύρη λίστα;» «Όχι». «Ωραία, λοιπόν», είπε ο κύριος Σινγκ. «Και πόσους από τους άμοιρους συμπατριώτες μου θα μπορούσε να φιλοξενήσει;» «Να μεταφέρει εννοείς;» «Ακριβώς». «Πόσο μακριά;» «Μια μέρα δρόμο». «Δεν ξέρω», είπα. «Μπορεί να πάρει και δώδεκα, άμα δεν έχουν μπαγκάζια». «Δεν θα έχουν μπαγκάζια». «Πού θες να τους πας;». «Αυτό το αφήνω σ’ εσένα», είπε ο κύριος Σινγκ. «Τ ο πού θα τους μεταφέρω εννοείς;» «Θα μπορούσες να τους αφήσεις κάπου κοντά στο Τ ορτούγκας, κι από κει να τους πάρει καμιά σκούνα».


«Άκου», είπα. «Στο Τ ορτούγκας, στο νησί Λόγκερχεντ, υπάρχει ένας φάρος, που το ραντάρ του είναι και δέκτης και πομπός». «Σωστά», είπε ο κύριος Σινγκ. «Και θα ήταν σίγουρα πολύ ανόητο να τους αφήσεις εκεί». «Τ ότε;» «Σου είπα, να τους αφήσεις κάπου εκεί κοντά. Αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει». «Μάλιστα». «Άφησέ τους, λοιπόν, όπου εσύ κρίνεις ότι είναι καλύτερα». «Η σκούνα θα έρθει στο Τ ορτούγκας να τους πάρει;» «Φυσικά και όχι», είπε ο κύριος Σινγκ. «Τ ι ανόητη σκέψη!» «Και πόσο θα πληρωθώ για τον καθένα;» «Πενήντα δολάρια», είπε ο κύριος Σινγκ. «Οχι». «Εβδομήντα πέντε πώς σου φαίνονται;» «Εσύ πόσα βγάζεις απ’ τον καθένα;» «Ω, αυτό είναι εντελώς άσχετο. Τ ο ότι τους βγάζω εγώ τα εισιτήρια, βλέπεις, έχει πολλές ερμηνείες, ή οπτικές γωνίες θα μπορούσες να πεις. Δεν σταματάει εκεί το πράγμα». «Μάλιστα», είπα. «Κι αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω εγώ δεν αξίζει να πληρωθεί, έτσι;» «Καταλαβαίνω απόλυτα τι θες να πεις», είπε ο κύριος Σινγκ. «Να


πούμε, λοιπόν, εκατό δολάρια για τον καθένα;» «Άκου», είπα. «Ξέρεις πόσο καιρό θα κάνω φυλακή, αν με πιάσουν για κάτι τέτοιο;» «Δέκα χρόνια», είπε ο κύριος Σινγκ. «Δέκα χρόνια τουλάχιστον. Δεν υπάρχει λόγος, όμως, να πας φυλακή, αγαπητέ μου καπετάνιε. Μόνο μια φορά θα κινδυνέψεις - όταν θα φορτώνεις τους επιβάτες σου. Όλα τα άλλα επαφίενται στη διακριτικότητά σου». «Κι αν ξαναγυρίσουν στα χέρια σου;» «Είναι πολύ απλό. Τ ότε θα σε κατηγορήσω σε αυτούς ότι με πρόδωσες. Θα επιστρέψω ένα μέρος των χρημάτων και θα τους ξαναστείλω. Φυσικά, καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για δύσκολο ταξίδι». «Κι εγώ τι θ’ απογίνω;» «Αυτό θα το κανονίσω με το προξενείο». «Κατάλαβα». «Χίλια διακόσια δολάρια, καπετάνιε, δεν είναι και ευκαταφρόνητο ποσό, για την ώρα». «Και πότε θα τα πάρω;» «Τ α διακόσια μόλις συμφωνήσεις και τα χίλια όταν θα φορτώνεις». «Κι αν πάρω τα διακόσια και γίνω καπνός;» «Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα, βέβαια», είπε χαμογελώντας. «Αλλά ξέρω ότι δεν θα έκανες ποτέ κάτι τέτοιο, καπετάνιε. Έτσι δεν είναι;»


«Έχεις τα διακόσια μαζί σου;» «Φυσικά». «Βάλ’ τα κάτω από το πιάτο». Τ α έβαλε. «Σύμφωνοι», είπα. «Θα βγάλω τα χαρτιά το πρωί και φεύγουμε μόλις σκοτεινιάσει. Και πού φορτώνουμε;» «Τ ο Μπακουρανάο πώς σου φαίνεται;» «Μια χαρά. Έχεις συνεννοηθεί;» «Φυσικά». «Για το φόρτωμα τώρα», είπα. «Θα μου κάνεις σινιάλο με δυο φώτα, το ένα πάνω από το άλλο, στο σημείο όπου θα βρίσκεσαι. Μόλις τα δω θα πλησιάσω. Εσύ θα έρθεις με βάρκα. Με αυτήν θα φορτώσεις κιόλας. Θα έρθεις μόνος σου και θα ,χεις πάνω σου τα λεφτά. Αλλά δεν φορτώνω ούτε έναν, αν δεν τα πάρω πρώτα». «Όχι», είπε. «Τ α μισά όταν αρχίσεις να φορτώνεις και τα υπόλοιπα στο τέλος». «Σύμφωνοι», είπα. «Λογικό ακούγεται». «Όλα κατανοητά, λοιπόν;» «Υποθέτω», είπα. «Κι ούτε μπαγκάζια ούτε όπλα. Ούτε πιστόλια ούτε μαχαίρια ούτε ξυράφια* τίποτα. Θέλω να είμαι σίγουρος γι’ αυτό». «Καπετάνιε», είπε ο κύριος Σινγκ, «δεν μου έχεις εμπιστοσύνη; Δεν βλέπεις ότι έχουμε κοινά συμφέροντα;» «Με διαβεβαιώνεις, δηλαδή;»


«Μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση, καπετάνιε», είπε, «Δεν καταλαβαίνεις ότι τα συμφέροντά μας συμπίπτουν;» «Εντάξει, λοιπόν», είπα. «Τ ι ώρα θα είσαι εκεί;» «Πριν τα μεσάνυχτα». «Σύμφωνοι», είπα. «Τ ελειώσαμε, υποθέτω». «Πώς τα προτιμάς τα χρήματα;» «Σε κατοστάρικα είναι μια χαρά». Σηκώθηκε και τον είδα να κατευθύνεται προς την έξοδο. Βλέποντάς τον να φεύγει, ο Φράνκι τού χαμογέλασε. Ο κύριος Σινγκ δεν του ’ρίξε ούτε ένα βλέμμα. Πολύ στην πένα αυτός ο Κινέζος. Βρε Κινέζος να σου πετύχει! Ο Φράνκι πλησίασε στο τραπέζι μου. «Λοιπόν;» είπε. «Πού τον ξέρεις αυτόν τον κύριο Σινγκ;» «Μεταφέρει Κινέζους», είπε ο Φράνκι. «Τ ρομερή επιχείρηση». «Πόσο καιρό τον ξέρεις;» «Δυο χρόνια είναι εδώ», είπε ο Φράνκι. «Αυτό ντουλειά έκανε άλλος πριν. Μα κάποιος τον σκότωσε». «Κάποιος θα βρεθεί να σκοτώσει και τον κύριο Σινγκ». «Σίγουρα», είπε ο Φράνκι. «Πώς αλλιώς; Από επιχειρήσεις άλλο τίποτα». «Βρε επιχείρηση να σου πετύχει!»


«Τ ρομερή επιχείρηση, ναι», είπε ο Φράνκι. «Μεταφέρεις Κινέζους δεν ξαναγυρίζουν πίσω. Άλλοι Κινέζοι γράφουν γράμμα λένε όλα καλά». «Υπέροχα!» είπα. «Αυτοί Κινέζοι δεν ξέρουν γράμματα. Πλούσιοι μόνο ξέρουν γράφουν. Αυτοί τρώνε τίποτα. Μόνο ρύζι. Πολλές χιλιάδες Κινέζοι άντρες εδώ. Γυναίκες μόνο τρεις». «Πώς έτσι;» «Κυβέρνηση δεν αφήνει». «Ωραίοι κατάσταση!» είπα. «Έκλεισες δουλειά;» «Ίσως». «Δουλειά καλή», είπε ο Φράνκι. «Πιο καλά από πολιτική. Πολλά λεφτά. Πολλές δουλειές εδώ». «Κάτσε να πιεις μια μπίρα», του είπα. «Όχι χολοσκάς πια;» «Μπα!» είπα. «Πολλές δουλειές εδώ. Σου είμαι υπόχρεος». «Ωραία!» είπε ο Φράνκι, χτυπώντας με στην πλάτη. «Με κάνεις χαίρομαι πολύ. Θέλω μόνο εσύ πολύ χαρούμενος. Κινέζοι καλή δουλειά, ε;» «Θαυμάσια». «Εγώ χαρούμενος», είπε ο Φράνκι. Ήταν έτοιμος να βάλει σχεδόν τα κλάματα από τη χαρά του που όλα είχαν πάει καλά, κι έτσι τον


χτύπησα κι εγώ στην πλάτη. Βρε τον Φράνκι! Τ ο πρώτο πράγμα που έκανα το πρωί ήταν να τακτοποιήσω τις διατυπώσεις με τον τελωνειακό. Ήθελε να του δώσω λίστα πληρώματος και του είπα ότι δεν θα είχα κανέναν μαζί μου. «Θα πας ως εκεί μόνος σου, καπετάνιε;» «Ακριβώς». «Ο βοηθός σου τι απέγινε;» «Τ α πίνει», του είπα. «Είναι πολύ επικίνδυνο να πας μονάχος». «Ενενήντα μίλια είναι όλα κι όλα», είπα. «Θαρρείς ότι μ’ ένα μεθύστακα στο σκάφος θα υπάρχει καμιά διαφορά;» Πήγα το καΐκι ως την άλλη πλευρά του λιμανιού, στην αποβάθρα του Στάνταρ Όιλ, και γέμισα και τα δυο ρεζερβουάρ. Έπαιρνε ίσαμε ενενήντα γαλόνια, όταν το γέμιζα ως απάνω. Δεν είχα, βέβαια, καμιά όρεξη να πληρώνω είκοσι οχτώ σεντς το γαλόνι, με δεν ήξερα πόσο δρόμο θα χρειαζόταν να κάνουμε. Από τη στιγμή που είδα τον Κινέζο και τσέπωσα τα λεφτά, είχα αρχίσει να ανησυχώ γι’ αυτή τη δουλειά. Δεν θυμάμαι να κοιμήθηκα καθόλου τη νύχτα. Γυρίζοντας το καΐκι πίσω στην αποβάθρα του Σαν Φρανσίσκο, να σου κι ο Έντι να με περιμένει. «Γεια σου, Χάρι!» μου φώναξε, κουνώντας το χέρι. Τ ου πέταξα το παλαμάρι να δέσει, κι έπειτα σάλταρε πάνω, πιο ψηλολέλεκας, πιο τσιμπλιάρης και πιο μεθυσμένος παρά ποτέ. Δεν του αποκρίθηκα. «Λοιπόν, τι λες γι' αυτόν τον τύπο τον Τ ζόνσον, που έφυγε έτσι, Χάρι;» με ρώτησε. «Έμαθες τίποτα παραπάνω;»


«Φύγε από δω πέρα!» του είπα. «Μολύνεις τον τόπο». «Γιατί, αδερφέ; Σάμπως δεν νιώθω το ίδιο άσχημα μ’ εσένα για ό,τι συνέβη;» «Φεύγα απ’ το καΐκι!» του είπα. Εκείνος βολεύτηκε καλύτερα στην καρέκλα και άπλωσε τις αρίδες του. «Άκουσα ότι είμαστε για ταξίδι σήμερα», είπε. «Άλλωστε, δεν έχει και κανένα νόημα να καθόμαστε εδώ». «Εσύ δεν θα ’ρθεις». «Τ ι τρέχει, βρε Χάρι; Δεν κερδίζεις τίποτα με το να τσαντίζεσαι μαζί μου». «Ώστε έτσι, ε; Εμπρός, δίνε του απ’ το καΐκι!» «Έλα τώρα, ηρέμησε». Τ ου έδωσα ένα χαστούκι, και τότε σηκώθηκε και βγήκε έξω στην αποβάθρα. «Εγώ δεν θα ’κανα ποτέ τέτοιο πράμα σ’ εσένα, Χάρι», είπε. «Θα είχε γούστο να τολμούσες», του είπα. «Δεν θα σε πάρω μαζί μου. Τ έρμα». «Γιατί με χτύπησες, λοιπόν;» «Για να το χωνέψεις καλά». «Και τι θες να κάνω; Να κάτσω εδώ και να ψοφήσω της πείνας;» «Ναι, διάολε, να ψοφήσεις!» είπα. «Να γυρίσεις πίσω με το φέρι. Αν


τα καταφέρεις, βέβαια, να βρεις το δρόμο». «Δεν μου ξηγιέσαι ίσια», είπε. «Εσύ σε ποιον φέρθηκες ποτέ ίσια, βρε παλιομπεκρής του είπα. «Ακόμα και τη μάνα σου θα πουλούσες». Κι αυτό αλήθεια ήταν. Ωστόσο, ένιωσα άσχημα που τον είχα χτυπήσει. Ξέρετε πώς νιώθει κανείς όταν χτυπάει ένα μεθυσμένο. Αλλά, έτσι όπως ήταν τα πράγματα, δεν υπήρχε περίπτωση να τον πάρω μαζί μου· ακόμα και να το ’θελα. Τ ον είδα να ξεμακραίνει στην αποβάθρα, ψηλός κι αδύνατος σαν τηλεγραφόξυλο. Κάποια στιγμή έκανε μεταβολή και ξαναγύρισε. «Μπας κι έχεις να μου δανείσεις κάνα δυο δολάρια, Χάρι;» Τ ου έδωσα ένα από τα πεντοδόλαρα του Κινέζου. «Τ ο ’ξέρα πάντα πως είσαι φιλαράκι, Χάρι. Γιατί, όμως, δεν με παίρνεις μαζί;» «Φέρνεις γρουσουζιά».’ «Απλώς έχεις τσαντίλες», είπε. «Δεν πειράζει, παλιόφιλε. Θα ’ρθει και η μέρα που θα χαίρεσαι να με βλέπεις». Τ ώρα που είχε λεφτά προχωρούσε πολύ γρηγορότερα, αλλά, αλήθεια σάς λέω, ένιωθα να με μολύνει και η θέα του ακόμα. Περπατούσε λες και οι αρθρώσεις του ήταν κολλημένες ανάποδα. Τ ράβηξα προς την Πέρλα, κι εκεί βρήκα τον τελωνειακό, που μου έδωσε τα χαρτιά κι εγώ τον κέρασα ένα ποτό. Μετά κάθισα να φάω, και πάνω εκεί είδα τον Φράνκι να μπαίνει. «Τ ύπος μού έδωσε αυτό για σένα», είπε δίνοντάς μου ένα μασούρι


τυλιγμένο σ’ ένα ρολό χαρτί και δεμένο με κόκκινο σπάγκο. Καθώς το ξετύλιγα, μου φάνηκε σαν φωτογραφία και ανοίγοντάς το σκεφτόμουν ότι ίσως κάποιος από την αποβάθρα είχε φωτογραφίσει το καΐκι. Μάλιστα. Ήταν πράγματι μια κοντινή φωτογραφία, που έδειχνε το κεφάλι και το μπούστο ενός νεκρού νέγρου, με το λαιμό κομμένο πέρα ως πέρα από το ένα αυτί ως το άλλο και ραμμένο κατόπιν με μαστοριά. Πάνω στο στήθος του είχε ένα χαρτί που έγραφε: «Αυτό κάνουμε εμείς στις λένγκουας λάργκας». «Ποιος σ' το έδωσε;» ρώτησα τον Φράνκι. Μου έδειξε ένα μικρό Ισπανό, που δουλεύει στις αποβάθρες και τώρα τελευταία έχει μπλέξει με βρομοδουλειές. Τ ο αγόρι καθόταν πλάι στο ταμείο. «Πες του να ’ρθει εδώ». Τ ο αγόρι πλησίασε. Είπε ότι του το είχαν δώσει δυο νεαροί γύρω στις έντεκα. Τ ον ρώτησαν αν με ήξερε κι εκείνος τους είπε «ναι». Μετά εκείνος το έδωσε στον Φράνκι, για να μου το φέρει. Τ ου είχαν δώσει κι ένα δολάριο, με την εντολή να βεβαιωθεί ότι θα το λάβαινα. Ήταν και οι δυο τους καλοντυμένοι, είπε. «Πολιτικά», είπε ο Φράνκι. «Α, σίγουρα», είπα. «Θα νομίζουν ότι μίλησες αστυνομία για συνάντηση με νεαρούς τις προάλλες». «Α, σίγουρα», είπα. «Κακό πράμα πολιτική», είπε. «Καλύτερα φύγεις».


«Αφησαν κανένα μήνυμα;» ρώτησα το αγόρι. «Όχι», απάντησε. «Μόνο να σου δώσω αυτό». «Φεύγω τώρα», είπα στον Φράνκι. «Κακό πράμα πολιτική», είπε ο Φράνκι. «Πολύ κακό πράμα». Τ ύλιξα όλα τα χαρτιά που μου είχε δώσει ο τελωνειακός, πλήρωσα το λογαριασμό και βγήκα απ’ το καφενείο. Διέσχισα την πλατεία, πέρασα την πύλη και, βγαίνοντας από την άλλη πλευρά της αποθήκης στην αποβάθρα, ένιωσα πολύ χαρούμενος. Αυτοί οι λεβέντες είχαν καταφέρει να με τρομάξουν, μα το Θεό. Απλώς ήταν τόσο χαζοί, που νόμισαν ότι είχα λαδώσει κάποιον για εκείνη την άλλη υπόθεση. Τ α παλληκάρια αυτά ήταν σαν τον Πάντσο. Όταν φοβόντουσαν αγρίευαν, κι όταν αγρίευαν ήθελαν να σκοτώσουν κάποιον. Ανέβηκα στο καΐκι και βάλθηκα να ζεσταίνω τη μηχανή. Ο Φράνκι στεκόταν στην αποβάθρα, παρακολουθώντας. Χαμογελούσε μ’ εκείνο το κωμικό χαμόγελο των κουφών. Πήδηξα απ’ το καΐκι και τον πλησίασα. «Ακου», είπα. «Μην μπλέξεις εσύ με όλα αυτά». Δεν με άκουσε ουρλιάζοντας.

και

αναγκάστηκα

να

του

το

επαναλάβω

«Εγώ καλός πολιτικός», είπε ο Φράνκι, σπρώχνοντας το καΐκι στη θάλασσα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Κούνησα το χέρι ΣΤ ΟΝ φρανκι, κι εκείνος πέταξε το παλαμάρι στο κατάστρωμα. Βγήκα απ’ το σημείο όπου είχα αράξει κι άρχισα να κάνω μανούβρες στο κανάλι. Έπλεα δίπλα σ’ ένα εγγλέζικο φορτηγό,


που έβγαινε κι εκείνο στ’ ανοιχτά, ώσπου το προσπέρασα. Ήταν φορτωμένο ίσαμε πάνω με ζάχαρη και οι λαμαρίνες του ήταν σκουριασμένες. Ένας Άγγλος ναύτης μ’ ένα παλιό γαλάζιο πουλόβερ με κοίταζε ψηλά απ’ την πρύμνη καθώς περνούσα από δίπλα. Βγήκα απ’ το λιμάνι, πέρασα το Μόρο κι έβαλα πλώρη για το Κι Γουέστ, έχοντας κατά νου να τραβήξω βόρεια. Παράτησα για λίγο το τιμόνι, πήγα μπροστά να τυλίξω το παλαμάρι και μετά ξαναγύρισα πίσω για να διορθώσω τη ρότα μου, με την Αβάνα να ξεδιπλώνεται ολόγυρα και τα βουνά να πλησιάζουν. Σε λίγο έχανα απ’ τα μάτια μου το Μόρο και μετά το ξενοδοχείο Νάσιοναλ, ώσπου, στο τέλος, ο τρούλος του Καπιτωλίου μόλις που διακρινόταν. Τ ο ρεύμα δεν ήταν τόσο δυνατό, σε σύγκριση με την τελευταία μέρα που είχαμε βγει για ψάρεμα, και φυσούσε μονάχα ένα ελαφρύ αεράκι. Είδα μια δυο ψαρόβαρκες να μπαίνουν στην Αβάνα από δυτικά και κατάλαβα ότι το ρεύμα είχε πέσει. Γύρισα το διακόπτη κι έσβησα τη μηχανή. Δεν υπήρχε λόγος να ξοδεύω καύσιμα. Θ’ άφηνα το καΐκι να πηγαίνει μόνο του. Όταν θα σκοτείνιαζε, θα έβρισκα τον προσανατολισμό μου από το φάρο του Μόρο ή, αν είχα ξεφύγει πολύ, από τα φώτα του Κοχιμάρ, και θα έβαζα μπρος πάλι, ώστε να φτάσω στο Μπακουρανάο. Από το ρεύμα που είχε υπολόγιζα ότι, ώσπου να σκοτεινιάσει, θα είχα καλύψει τα δώδεκα μίλια μέχρι το Μπακουρανάο και θα έβλεπα πια τα φώτα της Μπαρακόα. Έσβησα, λοιπόν, τη μηχανή κι ανέβηκα στην πλώρη να κοιτάξω τριγύρω. Τ ο μόνο που ξεχώριζα ήταν οι δυο ψαρόβαρκες στα δυτικά, που προχωρούσαν προς το λιμάνι, και πίσω στο βάθος ο τρούλος του Καπιτωλίου, που πρόβαλλε κάτασπρος στο βάθος του ορίζοντα. Είδα και μερικές συστάδες από φύκια κοντά στο ρεύμα, και μερικά ψαροπούλια να πετούν εδώ κι εκεί, αλλά όχι πολλά. Κούρνιασα για λίγο πάνω στη σκεπή και κοίταζα τα νερά, όμως τα μοναδικά ψάρια που είδα ήταν εκείνα τα καφέ που τριγυρνάνε συνήθως κοντά στα φύκια. Αδερφέ μου, μην ακούς όταν σου λένε ότι δεν είναι πολύ το νερό ανάμεσα στην Αβάνα και το Κι Γουέστ. Εγώ ακόμα στην αρχή


ήμουνα. Μετά από λίγο κατέβηκα πάλι στην τιμονιέρα κι εκεί βρήκα μπροστά μου τον Έντι. «Τ ι ιρέχει; Τ ι τρέχει με τη μηχανή;» «Χάλασε». «Γιατί δεν άνοιξες την μπουκαπόρτα;» «Οχ, βρε διάολε!» είπα. Ξέρετε τι είχε κάνει, ε; Ξαναγύρισε, μπήκε από την μπροστινή μπουκαπόρτα, κατέβηκε στην καμπίνα κι έπεσε για ύπνο. Είχε και δυο μπουκάλια του ενός τετάρτου μαζί του. Μπήκε στην πρώτη κάβα που βρήκε μπροστά του, τ’ αγόρασε κι ανέβηκε στο καΐκι. Όταν ξεκίνησα αυτός ξύπνησε, αλλά ξανα-κοιμήθηκε αμέσως. Κι όταν πια σταμάτησα το μοτέρ καταμεσής του κόλπου και το καΐκι άρχισε να σκαμπανεβάζει λίγο παραπάνω, ξύπνησε από το κούνημα. «Τ ο ήξερα ότι θα με πάρεις μαζί σου, Χάρι», είπε. «Στην κόλαση θα σε πάρω», του είπα. «Ούτε στη λίστα πληρώματος δεν σ' έχω βάλει. Τ ο καλύτερο που έχω να κάνω είναι να σε πετάξω στη θάλασσα τώρα». «Τ ι χωρατατζής που είσαι, Χάρι!» είπε. «Εμείς οι δυο παλιόφιλοι πρέπει να είμαστε μαζί, όταν τα βρίσκουμε σκούρα». «Εσύ», είπα, «και η μεγάλη σου η γλώσσα! Ποιος να σ’ εμπιστευτεί με τη γλώσσα που ’χεις, όταν είσαι σκνίπα;» «Είμαι καλός άνθρωπος, Χάρι. Δοκίμασέ με και θα δεις τι καλός άνθρωπος είμαι».


«Φέρε μου τα δυο μπουκάλια», του είπα, ενώ σκεφτόμουν κάτι άλλο. Τ α έφερε* ήπια λίγο από το ανοιγμένο και τα ακούμπησα δίπλα στο τιμόνι. Στεκόταν όρθιος εκεί μπροστά μου κι εγώ τον κοίταζα. Διάολε, όταν τον είχα πρωτογνωρίσει ήταν καλό ανθρωπάκι. «Τ ι τρέχει με το καΐκι, Χάρι;» «Τ ίποτα. Μια χαρά είναι». «Ε, τότε τι συμβαίνει; Γιατί με κοιτάς έτσι;» «Αδερφέ μου», του είπα, νιώθοντας λύπηση, «την έχεις πολύ άσχημα». «Τ ι εννοείς, Χάρι;» «Δεν ξέρω ακόμα», είπα. «Δεν το έχω συνειδητοποιήσει ακριβώς». Καθίσαμε για λίγο ακόμα εκεί, αλλά εγώ δεν είχα καμιά διάθεση να του μιλήσω άλλο. Από τη στιγμή που ολοκλήρωσα πια τη σκέψη μου, ήταν πολύ δύσκολο να του πω οτιδήποτε. Μετά κατέβηκα κάτω, πήρα το τουφέκι και το Ουιντσέστερ 30-30, που τα είχα πάντα μαζί μου στην καμπίνα, και τα κρέμασα με τις θήκες τους από την άκρη της σκεπής, εκεί όπου συνήθως κρεμούσαμε τα καλάμια, ακριβώς πάνω από το τιμόνι, για να μπορώ να τα φτάνω. Τ α είχα μέσα σε κάτι μεγάλες θήκες, με επένδυση από μάλλινο στουπί ποτισμένο σε λάδι. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να τα προφυλάσσει κανείς από τη σκουριά μέσα στο καΐκι. Έλυσα το τουφέκι, το δοκίμασα μερικές φορές και, αφού το γέμισα, έριξα μία στο βαρέλι. Έβαλα μια φυσιγγιοθήκη στο Ουιντσέστερ και τη γέμισα με σφαίρες. Μετά έβγαλα το τρια-νταοχτάρι Σμιθ εντ Ουέσον που είχα στο Μαϊάμι, όταν ήμουνα στην αστυνομία, από κάτω από το στρώμα, το καθάρισα, το λάδωσα, το γέμισα και το


’βαλα στη ζώνη μου. «Μα τι συμβαίνει;» είπε ο Έντι. «Τ ι διάολο συμβαίνει;» «Τ ίποτα», του απάντησα. «Τ ι τα κάνεις όλα αυτά τα όπλα;» «Τ α κουβαλάω πάντα μαζί μου», είπα. «Ρίχνω στα πουλιά, όταν ορμάνε στα δολώματα, ή στους καρχαρίες. Ή όταν ψάχνω για πελάτες στα Κιζ». «Τ ι τρέχει, που να πάρει και να σηκώσει;» είπε ο Έντι. «Θα μου πεις τι τρέχει;» «Τ ίποτα», απάντησα πάλι. Καθόμουν εκεί, με το τρανταο-χτάρι να χτυπάει πάνω στο πόδι μου με το κάθε ταρακούνημα, και τον κοίταζα. Δεν έχει νόημα να το κάνω αυτό τώρα, σκέφτηκα. Τ ώρα τον χρειάζομαι. «Θα κάνουμε μια δουλίτσα», είπα. «Πέρα στο Μπακουρανάο. Όταν έρθει η ώρα, θα σου πω τι θα κάνεις». Δεν ήθελα να του τα πω από πολύ νωρίς, γιατί θ’ άρχιζε να ανησυχεί και να πανικοβάλλεται, οπότε θα μου ήταν άχρηστος. «Καλύτερο από μένα δεν θα μπορούσες να βρεις, Χάρι», είπε. «Εγώ είμαι ο άνθρωπός σου. Στο πλευρό σου για οτιδήποτε». Τ ον κοίταζα, έτσι ψηλό, τσιμπλιασμένο και τρεμουλιάρη, και δεν έλεγα τίποτα. «Άκου, Χάρι. Μου δίνεις να πιω λιγάκι μόνο;» με ρώτησε. «Ίσα ίσα για να μην αρχίσουν οι τρεμούλες». Τ ου έδωσα, κι έπειτα καθίσαμε και περιμέναμε να σκοτεινιάσει. Τ ο


ηλιοβασίλεμα ήταν υπέροχο, φυσούσε ένα ωραίο ελαφρύ αεράκι, κι όταν ο ήλιος έπεσε τελείως, άναψα τη μηχανή στη χαμηλή ταχύτητα και τράβηξα κατά την ακτή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Σ ταματηςαμε ένα μίλι μακρια απ’ τη στεριά, μέσα στο σκοτάδι. Το ρεύμα είχε ξαναφουσκώσει μετά τη δύση και το ’βλεπα να πλησιάζει. Έβλεπα το φάρο του Μόρο πέρα στα δυτικά, τα θαμπά φώτα της Αβάνας στο βάθος, κι απέναντί μας τα φώτα του Ρινκόν και της Μπαρακόα. Οδήγησα το καΐκι κόντρα στο ρεύμα, ώσπου πέρασα το Μπακουρανάο κι έφτασα σχεδόν στο Κοχιμάρ. Εκεί έσβησα πάλι τη μηχανή. Ήταν θεοσκότεινα, αλλά ήξερα καλά πού βρισκόμασταν. Είχα όλα τα φώτα αναμμένα. «Τ ι πρόκειται να γίνει, Χάρι;» με ρώτησε ο Έντι. Είχε αρχίσει να φοβάται πάλι. «Εσύ τι λες;» «Δεν ξέρω», είπε. «Με κάνεις ν’ ανησυχώ». Δεν θ’ αργούσαν να τον πιάσουν οι τρεμούλες, κι όταν με πλησίασε, η ανάσα του βρομοκοπούσε. «Τ ι ώρα είναι;» «Πάω κάτω να δω», είπε. Σε λίγο ανέβηκε, λέγοντάς μου ότι ήταν εννέα και μισή. «Πεινάς;» τον ρώτησα. «Μπα», είπε. «Ξέρεις ότι δεν μπορώ να φάω, Χάρι». «Εντάξει», είπα. «Μπορείς να πιεις λιγάκι».


Αφού ήπιε, τον ρώτησα πώς ένιωθε. Είπε ότι ένιωθε μια χαρα. «Θα σου δώσω κι άλλο, σε λίγο», του είπα. «Ξέρω ότι δεν έχεις καθόλου κοχόνες , άμα δεν κυκλοφορεί ρούμι μέσα σου, αλλά δεν έχουμε και πολύ στο καΐκι. Γ ι’ αυτό, λοιπόν, με ρέγουλα!» «Πες μου τι συμβαίνει», είπε ο Έντι. «Άκου», είπα εγώ, μιλώντας του στο σκοτάδι. «Θα πάμε στο Μπακουρανάο, να περιμαζέψουμε δώδεκα Κινέζους. Εσύ θα πιάσεις το τιμόνι μόλις σε ειδοποιήσω και θα κάνεις ό,τι σου πω. Θα πάρουμε τους δώδεκα Κινέζους στο καΐκι και θα τους κλειδώσουμε κάτω, στο μπροστινό μέρος. Πήγαινε τώρα μπροστά και σφάλισε την μπουκαπόρτα απ’ έξω». Είδα τη σιλουέτα του να ξεμακραίνει μέσα στο σκοτάδι. Σε λίγο γύρισε πίσω και μου είπε: «Χάρι, μπορώ να πιω λίγο τώρα;» «Όχι», είπα. «Θέλω να γίνεις γενναίος με το ρούμι. Όχι άχρηστος». «Είμαι καλός άνθρωπος, Χάρι. Θα δεις». «Ένας μπεκρής είσαι», είπα. «Άκου. Αυτούς τους δώδεκα θα τους φέρει ένας άλλος Κινέζος. Θα μου δώσει κάτι φράγκα στην αρχή. Όταν ανέβουν όλοι στο καΐκι, θα μου δώσει κι άλλα. Τ η στιγμή που θα τον δεις να ετοιμάζεται να μου δώσει λεφτά για δεύτερη φορά, εσύ θα βάλεις πρόσω ολοταχώς και θα βγεις στ’ ανοιχτά. Μη σε νοιάζει τι θα γίνει από κει και πέρα. Οτιδήποτε κι αν συμβεί, εσύ θα συνεχίσεις προς το πέλαγος. Κατάλαβες;» «Ναι». «Κι αν δεις κάνα Κινέζο να πετιέται έξω απ’ την καμπίνα ή να ξεμυτάει από την μπουκαπόρτα, όταν πια θα έχουμε βγει στ’ ανοιχτά


και θα ταξιδεύουμε, θα πάρεις το τουφέκι και θα τον κάνεις να ξαναχωθεί μέσα, το ίδιο γρήγορα όσο τον είδες να βγαίνει. Ξέρεις να χρησιμοποιείς τουφέκι;» «Όχι. Αλλά θα μου δείξεις εσύ». «Και να σου δείξω, αποκλείεται να το θυμηθείς. Από Ουι-ντσέστερ ξέρεις καθόλου;» «Απλώς τραβάς το μοχλό και πυροβολάς». «Ακριβώς», είπα. «Κοίτα μόνο μην ανοίξεις τίποτα τρύπες στο σκάφος». «Θα μου δώσεις τώρα από κείνο το μπουκάλι που λέγαμε;» είπε ο Έντι. «Εντάξει. Να σου δώσω λίγο». Τ ον άφησα να πιει κάμποσο. Ήξερα ότι δεν θα μεθούσε τώρα, έτσι τρομοκρατημένος που ήταν. Ωστόσο, η επίδραση της κάθε γουλιάς δεν διαρκούσε και πολύ. Αφού ήπιε, πήρε μια τρισευτυχισμένη έκφραση και είπε: «Ώστε θα κουβαλήσουμε Κινέζους! Ε, λοιπόν, πάντα το έλεγα ότι θα κουβαλούσα Κινέζους, άμα ξέμενα από φράγκα, μα το Θεό». «Αλλά ποτέ ως τώρα δεν έχεις ξεμείνει, ε;» του είπα. Βρε, πλάκα που την είχε! Τ ου έδωσα να πει άλλες τρεις φορές, για να εξακολουθήσει να νιώθει γενναίος πριν πάει δέκα και μισή. Είχε μεγάλο γούστο να τον παρατηρεί κανείς, άσε που αυτό μ’ έκανε να ξεχνιέμαι και να μη σκέφτομαι. Ομολογώ ότι αυτή την αναμονή δεν την είχα υπολογίσει. Λογάριαζα πως θα φεύγαμε με το που θα νύχτωνε, θα βγαίναμε στο


πέλαγος, μακριά απ’ τα φώτα, και θα πλευρίζαμε την ακτή του Κοχιμάρ απαρατήρητοι. Λίγο πριν τις έντεκα είδα το σινιάλο από τα δυο φώτα. Περίμενα λιγάκι και μετά πλησίασα αργά. Τ ο Μπακουρανάο είναι ένας όρμος όπου κάποτε υπήρχε μια μεγάλη αποβάθρα για να φορτώνουν άμμο. Υπάρχει κι ένα μικρό ποτάμι, που χύνεται εκεί, όταν οι βροχές παρασύρουν την άμμο που φράζει τις εκβολές του. Τ ο χειμώνα οι βοριάδες στοιβάζουν την άμμο και το πέρασμα κλείνει. Παλιότερα πήγαιναν εκεί οι σκούνες, για να φορτώσουν γκουάβα απ’ το ποτάμι, και υπήρχε κι ένα χωριό. Τ ο χωριό, όμως, καταστράφηκε από τυφώνα και τώρα δεν υπάρχει τίποτα εκεί, εκτός από ένα σπίτι χτισμένο από κάποιους γκαλέγκος με απομεινάρια από τις παράγκες που σήκωσε ο τυφώνας, που τις Κυριακές το χρησιμοποιούν ως εντευκτήριο όσοι έρχονται από την Αβάνα για μπάνιο ή για πικνίκ. Υπάρχει κι άλλο ένα σπίτι, όπου μένει ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης, αλλά αυτό βρίσκεται μακριά από την παραλία. Κάθε τέτοιο μικρό μέρος, σε όλο το μήκος της ακτής, έχει κι από έναν κυβερνητικό αντιπρόσωπο, υπέθεσα όμως ότι ο Κινέζος θα είχε δικό του σκάφος και σίγουρα θα τα ’χε κανονίσει μαζί του. Καθώς μπαίναμε στον όρμο, ένιωσα τη μυρωδιά του θαλασσινού σταφυλιού κι εκείνο το γλυκό άρωμα που έρχεται από τους θάμνους, όταν είσαι ακόμα μακριά απ’ τη στεριά. «Σήκωνε μπροστά!» φώναξα στον Έντι. «Μα δεν κινδυνεύουμε να χτυπήσουμε πουθενά από αυτή την πλευρά», είπε. «Η ξέρα είναι από το άλλο μέρος, καθώς ερχόμαστε». Ήταν, βλέπετε, καλός κάποτε. «Πρόσεχε!» είπα, φέρνοντας το καΐκι σ’ ένα σημείο όπου ήξερα ότι μπορούσαν να μας δουν. Μπορούσαν επίσης ν’ ακούσουν και τη μηχανή, μιας και δεν είχε κύμα. Δεν ήθελα να περιμένω πολύ χωρίς να ξέρω αν μας έχουν δει ή όχι, κι έτσι αναβόσβησα τα φώτα πορείας, μια το κόκκινο και μια το πράσινο. Έπειτα έκανα μανούβρα


κι άφησα το καΐκι λίγο πιο έξω, με τη μηχανή στο ρελαντί, να κλυδωνίζεται στο ελαφρό κύμα. «Έλα πίσω τώρα!» είπα στον Έντι και του ’δωσα να πιει κάμποσο ρούμι. «Οπλίζεις πρώτα με τον αντίχειρα, έτσι;» μου ψιθύρισε. Καθόταν στο τιμόνι τώρα. Εγώ είχα σηκωθεί και είχα ανοίξει και τις δυο θήκες, τραβώντας έξω τα κοντάκια ίσαμε δεκαπέντε εκατοστά. «Ακριβώς». «Ε ρε γλέντια!» είπε. Ήταν σίγουρα απίστευτο τι μπορούσε να του κάνει ένα ποτό - και πόσο γρήγορα. Ήμασταν αραγμένοι εκεί, κι εγώ έβλεπα ένα φως πέρα μακριά στο σπίτι του αντιπρόσωπου, πίσω από τους θάμνους. Είδα τα δυο φώτα του σινιάλου να χαμηλώνουν και το ένα από αυτά να διαγράφει κύκλο. Τ ο άλλο θα πρέπει να το είχαν σβήσει. Κάποια στιγμή, λίγο αργότερα, είδα μια βάρκα με κουπιά να βγαίνει από τον όρμο και να πλησιάζει προς το μέρος μας. Από τον τρόπο που κουνιόταν μπρος πίσω κατάλαβα ότι η βάρκα είχε μόνο ένα μεγάλο κουπί. Αυτό με χαροποίησε ιδιαίτερα, γιατί σήμαινε ότι ο βαρκάρης ήταν ένας και μοναδικός. Σε λίγο βρίσκονταν δίπλα μας. «Καλησπέρα, καπετάνιε!» είπε ο κύριος Σινγκ. «Έλα από την πρύμνη και πλεύρισε», του φώναξα. Είπε κάτι στο παιδί που κωπηλατούσε, αλλά εκείνο δεν κατάφερνε να κάνει όπισθεν, οπότε έπιασα τη βάρκα από την κουπαστή και την


τράβηξα πλάι μας. Στη βάρκα υπήρχαν οχτώ άνθρωποι. Οι έξι Κινέζοι, ο κύριος Σινγκ και το αγόρι που τραβούσε κουπί. Καθώς έσερνα τη βάρκα προς το μέρος μας, περίμενα ότι κάτι θα με χτυπούσε από πίσω στο κεφάλι, αλλά τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Ίσιωσα το κορμί μου κι άφησα τον κύριο Σινγκ να πιαστεί από την πρύμνη. «Για να ρίξω μια ματιά», είπα. Μου έδωσε το μάτσο τα λεφτά. Εγώ το πήρα, πήγα μπροστά στην τιμονιέρα, εκεί όπου βρισκόταν κι ο Έντι, και άναψα το φως της πυξίδας. Τ ο εξέτασα προσεκτικά και βρίσκοντάς το εντάξει έσβησα πάλι το φως. Τ ον Έντι τον είχε πιάσει τρεμούλα. «Πιες λιγάκι!» του είπα. Τ ον είδα να παίρνει το μπουκάλι και να το οδηγεί στα χείλη του. Γύρισα πάλι στην πρύμνη. «Εντάξει», είπα. «Ας ανέβουν οι έξι!» Ο κύριος Σινγκ και ο Κουβανέζος βαρκάρης αγωνίζονταν να συγκρατήσουν τη βάρκα, να μην κοπανάει πάνω στο καΐκι, μόλο που το κύμα δεν ήταν και πολύ μεγάλο. Ακουσα τον κύριο Σινγκ να λέει κάτι στα κινέζικα κι αμέσως μετά έξι Κινέζοι άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τη βάρκα στην πρύμνη του καϊκιού. «Ένας ένας!» είπα. Τ ους είπε πάλι κάτι και σε λίγο οι έξι Κινέζοι, άλλος ψηλός, άλλος κοντός, ανέβαιναν στην πρύμνη ο ένας μετά τον άλλο. «Πήγαινέ τους μπροστά!» είπα στον Έντι. «Από δω, κύριοι!» είπε ο Έντι. Μα την πίστη μου, αυτή τη φορά θα πρέπει να είχε κατεβάσει κάμποσο ρούμι.


«Κλείδωσε την καμπίνα!» είπα, όταν μπήκαν όλοι μέσα. «Μάλιστα, καπετάνιε μου!» είπε ο Έντι. «Πάω να φέρω και τους υπόλοιπους», είπε ο κύριος Σινγκ. «Οκέι», του είπα. Έδωσα μια σπρωξιά στη βάρκα τους και το αγόρι που είχε μαζί του άρχισε να κάνει κουπί. «Άκου», είπα στον Έντι. «Εσύ παράτα πια αυτό το μπουκάλι. Αρκετά γενναίος έχεις γίνει». «Οκέι, αρχηγέ!» είπε ο Έντι. «Τ ι συμβαίνει;» «Μ’ αρέσει αυτό», είπε ο Έντι. «Είπες, λοιπόν, ότι απλώς τραβάω τον κόκορα πίσω με τον αντίχειρα;» «Βρε παλιομπεκρή του κερατά!» του είπα. «Δώσ’ μου να πιω λίγο απ’ αυτό». «Πάει όλο», είπε ο Έντι. «Συγγνώμη, αρχηγέ!» «Άκου. Αυτό που πρέπει να κάνεις τώρα είναι να τον παρακολουθείς όταν θα μου δίνει τα χρήματα και θα ξεκινάει για να φύγει». «Οκέι, αρχηγέ!» είπε ο Έντι. Έπιασα το δεύτερο μπουκάλι και τράβηξα το φελλό με το ανοιχτήρι. Κατέβασα μια γερή γουλιά και ξαναγύρισα πίσω στην πρύμνη, αφού τάπωσα καλά το μπουκάλι και το ’χωσα πίσω από δυο ψάθινες νταμιτζάνες με νερό. «Να τος ο κύριος Σινγκ!» είπα στον Έντι.


«Μάλιστα, καπετάνιε μου!» είπε ο Έντι. Η βάρκα πλησίασε. Τ ην έφεραν στο πλάι και τους άφησα να κρατηθούν από την κουπαστή. Ο κύριος Σινγκ βαστιόταν από το καρούλι που είχαμε στην πρύμνη για να ανεβάζουμε πάνω τα βαριά ψάρια. «Πες τους ν’ ανέβουν!» είπα. «Ένας ένας». Έξι ακόμα Κινέζοι, εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, ανέβηκαν στην πρύμνη. «Άνοιξε και βάλ’ τους μπροστά!» είπα στον Έντι. «Μάλιστα, καπετάνιε!» είπε ο Έντι. «Και κλείδωσε την καμπίνα!» «Μάλιστα». Σε λίγο τον είδα μπροστά, στο τιμόνι. «Εντάξει, κύριε Σινγκ», είπα. «Ας δούμε και τα υπόλοιπα τώρα». Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και μετά το άπλωσε προς το μέρος μου, δίνοντάς μου τα λεφτά. Άπλωσα κι εγώ το δικό μου, του άρπαξα το χέρι που κρατούσε τα λεφτά απ’ τον καρπό και, καθώς έσκυβε μπροστά στην πρύμνη, τον άρπαξα με το άλλο απ’ το λαιμό. Άκουσα τη μηχανή να παίρνει μπρος και την προπέλα να γυρίζει καθώς το καΐκι ξεκινούσε και, παρόλο που ήμουνα πολύ απασχολημένος με τον κύριο Σινγκ, είδα τον Κουβανέζο να στέκει στο πίσω μέρος της βάρκας με το κουπί στο χέρι ενώ εμείς απομακρυνόμασταν, με τον κύριο Σινγκ να χτυπιέται και να τινάζεται πέρα δώθε. Χτυπιόταν και τιναζόταν χειρότερα κι από


δελφίνι πιασμένο σε γάντζο. Τ ου 'στριψα το μπράτσο πίσω απ’ την πλάτη κι έπεσα πάνω του, αλλά θα πρέπει να έκανα την κίνηση πολύ απότομα, γιατί το ένιωσα να μου γλιστράει. Τ η στιγμή που γλιστρούσε, εκείνος έβγαλε ένα παράξενο, υπόκωφο βογκητό και, καθώς εγώ τον κρατούσα γερά απ’ το λαιμό, τινάχτηκε μπροστά και με δάγκωσε στον ώμο. Νιώθοντας το μπράτσο του να παραλύει, το παράτησα, μιας και κατάλαβα ότι του ήταν άχρηστο πια, και τον βούτηξα απ’ το λαιμό και με τα δυο μου χέρια. Αδερφάκι μου, αυτός ο κύριος Σινγκ χτυπιόταν στ’ αλήθεια σαν το ψάρι, ενώ το παράλυτο χέρι του κουνιόταν άβουλα πέρα δώθε. Τ ον ανάγκασα να πέσει στα γόνατα και να σκύψει μπροστά, κι έπειτα, μπήγοντας γερά τους δυο μου αντίχειρες στο σβέρκο του, του γύρισα το κεφάλι προς τα πίσω, ώσπου το ένιωσα να σπάει. Και μη θαρρείτε πως το κρακ που έκανε το άκουσα μόνο με τη φαντασία μου! Τ ον κράτησα έτσι ακίνητο για ένα δευτερόλεπτο και μετά τον άφησα να σωριαστεί πάνω στην πρύμνη. Έμεινε εκεί, ξαπλωμένος ανάσκελα, ακίνητος, με το καλό του το κουστούμι και τα πόδια κρεμασμένα μέσα στην τιμονιέρα. Και τότε πια τον παράτησα. Μάζεψα τα λεφτά από το πάτωμα της καμπίνας, τα ανέβασα πάνω και τα μέτρησα στο φως της πυξίδας. Ύστερα έπιασα το τιμόνι και είπα στον Έντι να ψάξει κάτω από την πρύμνη για κάτι κομμάτια σίδερο, που τα χρησιμοποιούσα όποτε ψαρεύαμε στα φύκια ή στα βράχια για να ξεμπλέκω την άγκυρα. «Δεν βρίσκω τίποτα», είπε. Φοβόταν να ψάξει εκεί κάτω, με τον κύριο Σινγκ δίπλα του. «Πιάσε το τιμόνι!» είπα. «Και μείνε ανοιχτά». Κατάλαβα ότι γίνονταν κάποιες κινήσεις κάτω στο αμπάρι, αλλά δεν ανησύχησα.


Βρήκα κάνα δυο από τα κομμάτια που αναζητούσα, σιδερικά από τις καρβουναποθήκες της παλιάς αποβάθρας στην Τ ορ-τούγκα, πήρα λίγη χοντρή πετονιά κι έδεσα δυο μεγάλα βαρίδια στους αστραγάλους του κυρίου Σινγκ. Όταν πια βρισκόμασταν περί τα δύο μίλια μακριά απ’ την ακτή, τον γύρισα τούμπα και τον γλίστρησα από τον κύλινδρο μαλακά μαλακά στη θάλασσα. Ούτε τις τσέπες του δεν μπήκα στον κόπο να ψάξω. Ήθελα να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα με δαύτον. Εκεί που ήταν, στην πρύμνη, είχε ματώσει λίγο από τη μύτη κι απ’ το στόμα, κι έτσι κατέβασα έναν κουβά, που κόντεψε να με παρασύρει μαζί του στο νερό καθώς κουνιόμασταν, και καθάρισα καλά το σημείο εκείνο κάτω από την πρύμνη, τρίβοντάς το με μια σκληρή βούρτσα. «Κόψε λίγο!» φώναξα στον Έντι. «Κι αν βγει στην επιφάνεια;» ρώτησε εκείνος. «Τ ον έχω φουντάρει γύρω στις εφτακόσιες οργιές κάτω», είπα. «Και να ’σαι σίγουρος ότι θα πιάσει πάτο. Είναι μεγάλο βάθος, αδερφέ μου. Θ’ αργήσει πολύ να φουσκώσει και ν’ ανέβει* άσε που θα τον παρασύρει το ρεύμα και τα ψάρια θα τον τσι-μπολογάνε. Διάολε», είπα, «δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς για τον κύριο Σινγκ». «Τ ι είχες μαζί του;» με ρώτησε ο Έντι. «Τ ίποτα», είπα. «Ίσα ίσα που δεν έχω ξανασυναντήσει άν-θρωπο να κανονίζει τέτοιες δουλειές έτσι απλά. Αφού νόμιζα συνέχεια ότι κάποιο κόλπο ετοίμαζε». «Τ ότε γιατί τον σκότωσες;» «Για να τον εμποδίσω να σκοτώσει άλλους δώδεκα Κινέζους», του είπα.


«Χάρι», είπε, «δώσ' μου πάλι να πιω λίγο. Νιώθω να με ξαναπιάνει τρεμούλα όπου να ’ναι. Αρρώστησα που είδα το κεφάλι του να κρέμεται έτσι». Τ ου 'δωσα να πιει. «Με τους Κινέζους τι θα γίνει;» είπε ο Έντι. «Θέλω να τους ξεφορτωθώ όσο το δυνατόν πιο γρήγορα», του απάντησα. «Πριν βρομοκοπήσει όλη η καμπίνα». «Και πού θα τους αδειάσεις;» «Θα τους αφήσουμε στη μεγάλη παραλία», του είπα. «Να βάλω πλώρη κατά κει, δηλαδή;» «Βέβαια», είπα. «Αλλά με χαμηλή ταχύτητα». Προσπεράσαμε την ξέρα αργοπλέοντας και προχωρήσαμε κατά την παραλία, που αχνοφέγγιζε στο βάθος. Η ξέρα σκεπάζεται από κάμποσο νερό και μέσα ο βυθός είναι όλο αμμουδερές πλαγιές ως την ακτή. «Σήκωσε μπροστά και δώσ’ μου βάθος». Άρχισε να μετράει το βάθος με το κοντάρι και να μου κάνει νοήματα. Μετά γύρισε πίσω στην πρύμνη και μου ’γνεψε να σταματήσω. Πήγα κι εγώ πίσω, κοντά του. «Έχεις γύρω στο ενάμισι μέτρο βάθος». «Πρέπει να ρίξουμε άγκυρα», είπα. «Κι αν κάτι πάει στραβά και δεν προλάβουμε να τη σηκώσουμε, θα την παρατήσουμε ή θα κόψουμε το σκοινί».


Ο Έντι άρχισε ν’ αφήνει σκοινί, κι όταν η άγκυρα έπαψε να τραβάει, την έδεσε γερά. Είδα το σκοινί να χώνεται κάτω από την πρύμνη. «Έχει άμμο ο βυθός, ξέρεις», είπε. «Πόσο νερό έχουμε στην πρύμνη;» «Όχι πάνω από ενάμισι μέτρο». «Εσύ πάρε το τουφέκι», είπα. «Και πρόσεχε!» «Άσε με να πιω λίγο», είπε. Ήταν πολύ νευρικός. Τ ου έδωσα να πιει και κατέβασα το τουφέκι. Ξεκλείδωσα την πόρτα της καμπίνας, την άνοιξα και φώναξα: «Εμπρός, όλοι έξω!» Καμιά αντίδραση. Σε λίγο πρόβαλε το κεφάλι ενός Κινέζου, που, μόλις είδε τον Έντι να στέκει όρθιος με το τουφέκι, ξαναχώθηκε μέσα. «Εμπρός, βγείτε έξω! Κανείς δεν θα σας πειράξει», είπα. Τ ίποτα πάλι. Μόνο μια φλυαρία στα κινέζικα. «Βγείτε έξω, ρε!» είπε ο Έντι. Αδερφάκι μου, πώς φαινόταν ότι είχε βάλει χέρι στο μπουκάλι! «Παράτα το μπουκάλι», του είπα, «γιατί αλλιώς σε πετάω στη θάλασσα!» «Ή βγαίνετε έξω», τους φώναξα, «ή σας ρίχνω στο ψαχνό!» Είδα έναν από δαύτους να κοιτάζει από τη μισάνοιχτη πόρτα. Θα πρέπει σίγουρα να πήρε είδηση ότι βρισκόμασταν στην παραλία, γιατί


τον άκουσα να μιλάει πολύ ζωηρά. «Εμπρός, έξω!» φώναξα. «Αλλιώς πυροβολάω». Επιτέλους, βγήκαν. Μα την πίστη μου, θα ’πρεπε να ’σαι στ’ αλήθεια παλιοτόμαρο για να καθαρίσεις έτσι εν ψυχρώ μια χούφτα Κινέζους, και πάω στοίχημα ότι θα είχες και κάμποσα μπλεξίματα απο-πάνω, άσε που θα γινόταν και το καΐκι χάλια. Βγήκαν, λοιπόν, έξω, κατατρομαγμένοι. Όπλα δεν κρατούσαν, αλλά ήταν δώδεκα νοματαίοι. Οπισθοχώρησα προς την πρύμνη, κρατώντας πάντα το τουφέκι σηκωμένο. «Εμπρός, πηδήξτε!» είπα. «Ρηχά είναι». Κανείς τους δεν κουνήθηκε. «Εμπρός!» Καμιά κίνηση και πάλι. «Πηδήξτε, βρε κιτρινιάρες ποντικομαμμές!» φώναξε ο Έντι. «Εσύ σκάσε, μεθύστακα!» του είπα. «Όχι κολύμπι», είπε ο ένας Κινέζος. «Όχι χρειάζεται κολύμπι», είπ;α. «Όχι βαθιά». «Άντε, εμπρός, πηδήξτε!» είπε ο Έντι. «Έλα πίσω στην πρύμνη», του είπα. «Κράτα το όπλο σου στο ένα χέρι και με το άλλο πιάσε το κοντάρι και δείξ’ τους πόσο βαθιά είναι».


Τ ους έδειξε, σηκώνοντας τη βρεμένη άκρη του κονταριού ψηλά. «Όχι χρειάζεται κολύμπι;» με ρώτησε ο Κινέζος. «Όχι». «Αλήθεια;» «Ναι». «Είμαστε πού;» «Κούβα». «Βρε αναθεματισμένε αλήτη!» είπε ο Έντι και πήδηξε μέσα στο νερό από τα πλάγια. Κρατήθηκε για λίγο από την κουπαστή και μετά την άφησε. Τ ο κεφάλι του βυθίστηκε για μια στιγμή, αλλά ξαναβγήκε στην επιφάνεια ως το σαγόνι. «Αναθεματισμένε αλήτη!» είπε πάλι. «Παλιοκερατά!» Φαινόταν έξαλλος, αλλά και πολύ γενναίος. Είπε κάτι στα κινέζικα κι αμέσως μετά άρχισαν όλοι να κατεβαίνουν απ’ την πρύμνη μέσα στο νερό. «Εντάξει», είπα του Έντι. «Σήκωσε άγκυρα!» Καθώς ανοιγόμασταν στο πέλαγος, άρχισε να βγαίνει το φεγγάρι, κι έτσι μπορέσαμε να διακρίνουμε τους Κινέζους να προχωρούν προς την ακτή, με το κεφάλι μόνο έξω απ’ το νερό, και την παραλία να φέγγει αμυδρά, με τους θάμνους πίσω της. Προσπεράσαμε την ξέρα και, κοιτάζοντας άλλη μια φορά προς τα πίσω, είδα την παραλία και τα βουνά, που άρχιζαν να ξεπροβάλλουν* ύστερα, έβαλα αμέσως πλώρη για το Κι Γουέστ. «Τ ώρα μπορείς να κοιμηθείς», είπα στον Έντι. Ή, μάλλον, περίμενε.


Πήγαινε κάτω πρώτα, άνοιξε να φύγει η μπόχα και φέρε μου το ιώδιο». «Τ ι τρέχει;» είπε, φέρνοντάς το. «Έκοψα το δάχτυλό μου». «Θες να κάτσω στο τιμόνι;» «Εσύ τράβα να κοιμηθείς», είπα. «Θα σε ξυπνήσω εγώ». Ξάπλωσε στην εντοιχισμένη κουκέτα της καμπίνας, πάνω από την πεζούλα της τιμονιέρας, και σε λίγο τον είχε πάρει ο ύπνος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Σ τήριξα το τιμόνι me το γονατο κι άνοιξα το πουκάμισό μου για να δω πού με είχε δαγκώσει ο κύριος Σινγκ. Ήταν γερή δαγκωνιά. Της έβαλα ιώδιο κι έπιασα πάλι το τιμόνι. Αναρωτιόμουν αν η δαγκωνιά ενός Κινέζου θα μπορούσε να είναι δηλητηριώδης, νιώθοντας όμως το καΐκι να πλέει έτσι όμορφα και απαλά και το κύμα να ξεπλένει την καρίνα, σκέφτηκα πως, διάολε, αποκλείεται να ήταν δηλητηριώδης. Ένας τύπος σαν αυτόν τον κύριο Σινγκ ήταν πολύ πιθανό να έπλενε τα δόντια του δυο τρεις φορές τη μέρα. Βρε τον κύριο Σινγκ! Σίγουρα δεν ήταν κανένας μπίζνεσμαν της προκοπής. Μπορεί, όμως, και να ήταν. Ίσως απλώς να με εμπιστεύτηκε. Σας λέω, δεν μπόρεσα να τον καταλάβω. Τ ώρα, λοιπόν, ήταν όλα εύκολα, αν εξαιρούσαμε τον Έντι. Γιατί τέτοιος μεθύστακας που είναι, σίγουρα θα μιλήσει πάνω στην τύφλα του. Καθόμουν εκεί στο τιμόνι και τον κοίταζα και σκεφτόμουνα, διάολε, με τέτοιο χάλι που ’χει, και να ψοφήσει το ίδιο μου κάνει* έτσι θ’ απαλλαγώ κι εγώ από δαύτον. Ανακαλύπτοντας ότι είχε ανέβει στο καΐκι είχα αποφασίσει να τον ξεφορτωθώ, μετά όμως, που όλα είχαν πάει έτσι ρολόι, δεν μου ’κανε καρδιά πια. Πάντως,


βλέποντάς τον ξαπλωμένο εκεί δα, όλο κι έμπαινα στον πειρασμό. Μετά σκεφτόμουν: τι νόημα έχει να τα χαλάσω όλα κάνοντας κάτι για το οποίο αργότερα θα μετανιώσω; Σε λίγο άρχισα πάλι να συλλογίζομαι ότι δεν ήταν γραμμένος στη λίστα πληρώματος κι ότι θα έπρεπε να πληρώσω πρόστιμο για να τον μπάσω στο λιμάνι, οπότε ήμουν πια τελείως μπερδεμένος. Είχα, βέβαια, κάμποσο καιρό στη διάθεσή μου για να τα σκεφτώ όλα αυτά. Συνέχισα, λοιπόν, την πορεία μου και κάθε τόσο έπινα λίγο από την μπουκάλα που είχε φέρει ο Έντι στο καΐκι. Δεν είχε και πολύ ρούμι μέσα, κι όταν πια το τέλειωσα, άνοιξα τη μοναδική μπουκάλα που μου είχε απομείνει και δεν σας λέω τι όμορφα που ένιωθα εκεί πάνω στο τιμόνι και πόσο όμορφη μου φαινόταν αυτή η νύχτα στο πέλαγος. Τ ελικά το ταξίδι είχε πάει μια χαρά, παρόλο που κάμποσες φορές είχα πιστέψει ότι θα εξελισσόταν πολύ άσχημα. Ο Έντι ξύπνησε όταν είχε πια ξημερώσει, λέγοντας ότι ένιωθε απαίσια. «Κάτσε μια στιγμή στο τιμόνι», του είπα. «Θέλω να ρίξω μια ματιά». Πήγα πίσω στην πρύμνη κι έριξα λίγο νερό, όν και ήταν πεντακάθαρη. Μετά έτριψα τα πλαϊνά με τη βούρτσα. Άδειασα τα όπλα και τα φύλαξα κάτω στο αμπάρι. Τ ο δικό μου, όμως, το κράτησα στη ζώνη μου. Η ατμόσφαιρα κάτω ήταν ευχάριστη και φρέσκια, όπως την ήθελα, χωρίς ίχνος μυρωδιάς. Μονάχα λίγο νερό είχε στάξει πάνω στη δεξιά κουκέτα, κι έτσι έκλεισα τα φινιστρίνια. Κανένας τελωνειακός στον κόσμο δεν θα μπορούσε να οσμιστεί πια Κινέζους εκεί μέσα. Είδα τα χαρτιά του τελωνείου στο δίχτυ κάτω από την κορνίζα με την άδεια του καϊκιού, στο σημείο ακριβώς όπου τα είχα χώσει ανεβαίνοντας, και τα πήρα για να τα κοιτάξω. Έπειτα ανέβηκα στην καμπίνα. «Δεν μου λες», είπα στον Έντι. «Πώς μπήκες στη λίστα


πληρώματος;» «Συνάντησα τον τελωνειακό την ώρα που έφευγε για το προξενείο και του είπα ότι θα ’ρχόμουν κι εγώ». «Φαίνεται ότι ο Θεούλης τούς φροντίζει τους μεθύστακες», του είπα, βγάζοντας το τριανταοχτάρι και κατεβάζοντάς το κάτω για να το φυλάξω. Κάτω στο αμπάρι έφτιαξα καφέ και μετά ανέβηκα κι έκατσα στο τιμόνι. «Έχει καφέ κάτω», του είπα. «Τ ι να μου κάνει εμένα ο καφές, αδερφέ μου;» Ήταν για λύπηση, που λέτε, ο δόλιος. Είχε τα μαύρα του τα χάλια. Κατά τις εννιά είδαμε το φάρο του Σαντ Κι μπροστά μας να τρεμοσβήνει. Εδώ και κάμποση ώρα είχαμε αρχίσει να βλέπουμε τα πετρελαιοφόρα ν’ ανεβαίνουν προς τον κόλπο. «Σε κάνα δυο ωρίτσες πιάνουμε λιμάνι», του είπα. «Θα σου δώσω τέσσερα δολάρια, το ίδιο μεροκάματο που θα ’παιρνες κι από τον Τ ζόνσον». «Εσύ πόσα καθάρισες χτες;» με ρώτησε. «Εξακόσια όλα κι όλα», του είπα. Δεν ξέρω αν με πίστεψε ή όχι. «Δεν έχω μερίδιο εγώ;» «Αυτό είναι το μερίδιό σου», του απάντησα. «Ακριβώς ό,τι σου είπα. Κι αν ανοίξεις ποτέ το στόμα σου για τα χτεσινά και το μάθω, θα σε ξεπαστρέψω».


«Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είμαι χαφιές, Χάρι». «Είσαι, όμως, μπεκρής. Και δεν θα λάβω καθόλου υπόψη μου πόσο ρούμι θα έχεις κατεβάσει, έτσι και μιλήσεις. Σου τ’ ορκίζομαι». «Είμαι καλός άνθρωπος εγώ», είπε. «Δεν θα ’πρεπε να μου μιλάς έτσι». «Αμ δεν προλαβαίνεις να μείνεις και καθόλου καλός», του είπα. Πάντως, δεν ανησυχούσα πια γι’ αυτόν, γιατί ποιος θα τον πίστευε; Ο κύριος Σινγκ δεν επρόκειτο πια να κάνει παράπονα. Ούτε οι Κινέζοι. Ούτε κι εκείνο το αγόρι -ξέρετε- που τραβούσε κουπί. Δεν θα είχε καμιά όρεξη για μπλεξίματα. Μόνο ο Έντι, αργά ή γρήγορα, θα τα ξερνούσε, αλλά ποιος κάθεται να πιστέψει ένα μεθύστακα; Ποιος, λοιπόν, θα μπορούσε να αποδείξει οτιδήποτε; Φυσικά, θα γινόταν πολύ μεγαλύτερος ντόρος όταν θα έβλεπαν το όνομά του στη λίστα πληρώματος. Εδώ υπήρξα σίγουρα τυχερός. Θα μπορούσα να πω ότι έπεσε στη θάλασσα, αλλά και πάλι θα γινόταν ντόρος. Πολύ τυχερός κι ο Έντι. Τ ύχη βουνό, μα την αλήθεια. Φτάσαμε κοντά στο ρεύμα, εκεί όπου το νερό έπαυε πια να είναι γαλάζιο και είχε ένα ανοιχτό πράσινο χρώμα. Από αυτό το σημείο έβλεπα τους πασσάλους πάνω στο ανατολικό και το δυτικό Ντράι Ροκ, τις κεραίες του ασύρματου στο Κι Γουέστ, το ξενοδοχείο Λα Κόντσα να περισσεύει πάνω απ’ όλα τα χαμηλά σπίτια και κάμποσο καπνό να βγαίνει από τη χωματερή όπου έκαιγαν τα σκουπίδια. Ο φάρος του Σαντ Κι ήταν πολύ κοντά πια. Έβλεπα καθαρά το λεμβοστάσιο και τη μικρή αποβάθρα πλάι στο φάρο και ήξερα ότι βρισκόμασταν μόλις σαράντα λεπτά μακριά. Ήμουν χαρούμενος που γυρίζαμε πίσω και που είχα πια ένα καλό κομπόδεμα για το καλοκαίρι. «Τ ι λες για ένα ποτό, Έντι;» του είπα. «Αχ, Χάρι», απάντησε, «πάντα το ήξερα ότι είσαι φιλαράκι».


Εκείνο το βράδυ κάθισα στο σαλόνι και κάπνισα ένα πούρο, πίνοντας ουίσκι με νερό κι ακούγοντας την Γκρέισι Αλέν στο ραδιόφωνο. Τ α κορίτσια είχαν βγει έξω, κι έτσι όπως καθόμουν χαλαρός ένιωσα να νυστάζω. Κάποιος χτύπησε την πόρτα και η Μαρί, η γυναίκα μου, σηκώθηκε και πήγε να δει ποιος ήταν. Σε λίγο γύρισε πίσω και μου είπε: «Είναι εκείνος ο μπεκρής, ο Έντι Μάρσαλ. Λέει ότι πρέπει να σε δει». «Πες του να ξεκουμπιστεί πριν τον πάρω στο κυνήγι εγώ», της είπα. Μπήκε μέσα και κάθισε στη θέση της. Κοιτάζοντας από το παράθυρο όπου είχα απλώσει τις αρίδες μου, είδα τον Έντι να περπατάει στο δρόμο κάτω από το φανάρι παρέα μ’ έναν άλλο μπεκρή που’χε περιμαζέψει. Τ ρέκλιζαν και οι δυο τους, και οι σκιές τους κάτω από το φως του φαναριού τρέκλιζαν ακόμα περισσότερο. «Τ ους άμοιρους τους μπεκρήδες, πανάθεμά τους!» είπε η Μαρί. «Για λύπηση είναι». «Τ ούτος εδώ είναι τυχερός μπεκρής». «Δεν υπάρχουν τυχεροί μπεκρήδες», είπε η Μαρί. «Τ ο ξέρεις δα αυτό, Χάρι». «Έλα ντε», είπα. «Φυσικά και δεν υπάρχουν».


Χάρι Μόργκαν (Φθινόπωρο) ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Περασαν το πελαγος νυχτα, μ’ ένα δυνατό αγέρι που φυσούσε από τα βορειοδυτικά. Όταν βγήκε ο ήλιος, είδε ένα πετρελαιοφόρο να κατεβαίνει τον κόλπο, τόσο ψηλό και άσπρο μέσα στη λιακάδα και τον παγωμένο αέρα που το πέρασε για ουρανοξύστη που πρόβαλε ξαφνικά από τη θάλασσα και τότε είπε στο νέγρο: «Πού διάολο βρισκόμαστε;» Ο νέγρος σηκώθηκε κι έριξε μια ματιά. «Τ έτοιο πράμα δεν υπάρχει κοντά στο Μαϊάμι». «Ξέρεις πολύ καλά, πανάθεμά σε, ότι δεν μπορεί να είμαστε σε κανένα Μαϊάμι», είπε στο νέγρο. «Πολύ απλά σου λέω πως δεν υπάρχουν τέτοια κτήρια σε κανένα από τα Κιζ της Φλόριντα». «Εμείς για το Σαντ Κι ξεκινήσαμε». «Ε, τότε κάτσε να δούμε. Ή αυτό είναι ή καμιά αμερικάνικη ακτή». Δεν άργησε να καταλάβει ότι ήταν απλώς ένα πετρελαιοφόρο και όχι κανένα κτήριο, και σε λιγότερο από μια ώρα διέκρινε πια το φάρο του Σαντ Κι να ξεπροβάλλει ολόισιος, ψηλόλιγνος και καφετής μέσα στο πέλαγος, στο σημείο ακριβώς όπου έπρεπε να βρίσκεται. «Πρέπει να έχεις αυτοπεποίθηση στο τιμόνι», είπε στο νέγρο.


«Έχω», είπε ο νέγρος. «Αλλά με το ταξίδι που κάναμε ως τώρα κοντεύω να τη χάσω». «Πώς πάει το πόδι σου;» «Πονάει συνέχεια». «Δεν είναι τίποτα», είπε ο άντρας. «Να φροντίζεις να είναι καθαρό και καλοδεμένο μονάχα, και θα γιάνει μόνο του». Τ ραβούσε προς τα δυτικά τώρα, για να πάει ν’ αράξει ανάμεσα στα πυκνά σκίνα, κοντά στο Γούμαν Κι, όπου δεν θα υπήρχε ψυχή κι όπου αργότερα θα ερχόταν η βάρκα να τους συναντήσει. «Θα γίνεις περδίκι», είπε στο νέγρο. «Δεν ξέρω», είπε ο νέγρος. «Πονάω άσχημα». «Θα σ’ το περιποιηθώ καλά όταν φτάσουμε στον προορισμό μας», του είπε. «Δεν σ’ έχουν χτυπήσει πολύ. Πάψε ν’ ανησυχείς». «Έφαγα σφαίρα», είπε εκείνος. «Ποτέ στη ζωή μου δεν μ’ έχουν πυροβολήσει. Και, τέλος πάντων, είναι άσχημο να τρως σφαίρα». «Απλώς έχεις τρομάξει». «Όχι, κύριε. Σφαίρα έφαγα. Και πονάω φριχτά. Όλη νύχτα έτρεμα απ’ τον πόνο». Ο νέγρος συνέχισε να κλαψουρίζει και ήθελε σώνει και καλά να βγάλει τον, επίδεσμο για να δει την πληγή. «Άσ’ το ήσυχο!» του είπε ο άντρας στο τιμόνι. Ο νέγρος κάθισε χάμω στο πάτωμα της καμπίνας. Παντού γύρω ήταν στοιβαγμένα σακιά με αλκοόλ, που έμοιαζαν με χοιρομέρια. Τ α παραμέρισε, για να κάνει λίγο χώρο ανάμεσά τους. Κάθε φορά που κουνούσε κάτι


ακουγόταν θόρυβος γυαλιού που έσπαγε μέσα στα σακιά κι ολόγυρα απλωνόταν η μυρωδιά του χυμένου πιοτού. Τ ο αλκοόλ είχε μουσκέψει τα πάντα. Ο άντρας τραβούσε τώρα για το Γούμαν Κι. Τ ο έβλεπε πια μπροστά του καθαρά. «Πονάω», είπε ο νέγρος. «Πονάω όλο και περισσότερο». «Λυπάμαι, Γουέσλεϊ», είπε ο άντρας. «Μα πρέπει να οδηγήσω». «Φέρεσαι στους ανθρώπους λες κι είναι σκυλιά», είπε ο νέγρος. Είχε αρχίσει να γίνεται προσβλητικός τώρα. Παρ’ όλα αυτά, ο άντρας εξακολουθούσε να τον λυπάται. «Θα φροντίσω να νιώσεις καλύτερα, Γουέσλεϊ», είπε. «Ησύχασε τώρα». «Δεν δίνεις δεκάρα για το τι συμβαίνει στον άλλον», είπε ο νέγρος. «Είσαι σχεδόν απάνθρωπος». «Θα σε περιποιηθώ αργότερα», είπε ο άντρας. «Τ ο μόνο που θέλω τώρα είναι να ηρεμήσεις». «Σιγά μη με περιποιηθείς!» είπε ο νέγρος. Ο άντρας, που το όνομά του ήταν Χάρι Μόργκαν, δεν είπε τίποτα, γιατί συμπαθούσε το νέγρο, και το μόνο που θα μπορούσε να κάνει εκείνη τη στιγμή ήταν να τον χτυπήσει, πράγμα που δεν ήθελε. Ο νέγρος συνέχισε να μιλάει. «Γιατί δεν σταματήσαμε, όταν άρχισαν να πυροβολούν;» Ο άντρας δεν απάντησε. «Δεν αξίζει η ζωή ενός ανθρώπου πιο πολύ από ένα φορτίο αλκοόλ;» Ο άντρας είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στο τιμόνι του. «Επρεπε να σταματήσουμε και να τους αφήσουμε να πάρουν το


αλκοόλ». «Όχι», είπε ο άντρας. «Γιατί αυτοί θα έπαιρναν και το αλκοόλ και το καΐκι κι εσύ θα κατέληγες στη φυλακή». «Η φυλακή δεν με πειράζει», είπε ο νέγρος. «Αλλά δεν ήθελα ποτέ μου να φάω σφαίρα». Ο άντρας είχε αρχίσει τώρα να εκνευρίζεται. Είχε βαρεθεί πια να τον ακούει. «Βρε διάολε, ποιος την έφαγε πιο άσχημα;» τον ρώτησε. «Εσύ ή εγώ;» «Εσένα σε χτύπησαν περισσότερο», είπε ο νέγρος. «Αλλά εγώ δεν έχω ξαναφάει σφαίρα. Ούτε φανταζόμουν ότι θα με πυροβολούσαν ποτέ. Δεν πληρώνομαι για να με πυροβολούν. Δεν θέλω να με πυροβολούν». «Ηρέμησε, Γουέσλεϊ!» του είπε ο άντρας. «Δεν σου κάνει καλό να φωνάζεις έτσι». Έφταναν πια στο νησί. Ο άντρας έβγαλε το καΐκι στα ρηχά και το οδήγησε προς το κανάλι, μισοτυφλωμένος από το φως του ήλιου που έπεφτε στα νερά. Ο νέγρος ή τρελαινόταν ή το γύριζε στη θρησκεία από τον πόνο· τέλος πάντων, μιλούσε ακατάπαυστα. «Γιατί κυνηγάνε το αλκοόλ τώρα;» είπε. «Αφού η ποτοαπαγόρευση σταμάτησε. Γιατί γίνεται ακόμα τέτοιου είδους εμπόριο; Γιατί να μην κουβαλήσουν τα ποτά με το φέρι;» Ο άντρας στο τιμόνι είχε το νου του μόνο στο κανάλι. «Γιατί οι άνθρωποι να μην είναι τίμιοι και καθωσπρέπει; Γιατί να μη βγάζουν τίμια και καλά το ψωμάκι τους;»


Ο άντρας είδε το σημείο όπου το νερό ζάρωνε ελαφρά λίγο πιο έξω από την ακτή, μόλο που ο ήλιος δεν τον άφηνε να ξεχωρίσει τη στεριά, κι έσβησε τη μηχανή. Έκανε στροφή γυρίζοντας το τιμόνι με το ένα χέρι και μπαίνοντας στο κανάλι οδήγησε σιγά σιγά το καΐκι ως τις παρυφές των σκίνων. Πήγε πίσω στην πρύμνη, κοντά στις μηχανές, και πέταξε τους δυο γάντζους. «θα τα καταφέρω να ρίξω την άγκυρα», είπε. «Αλλά για να τη σηκώσω μόνος μου δεν ξέρω». «Εγώ ούτε να κουνήσω δεν μπορώ», είπε ο νέγρος. «Σίγουρα είσαι σε άσχημη κατάσταση», είπε ο άντρας. Πάλεψε κάμποσο ώσπου να λύσει, να σηκώσει και να ρίξει τη μικρή άγκυρα, στο τέλος όμως τα κατάφερε, και μάλιστα αμολώντας αρκετό σκοινί, έτσι που το καΐκι μπήκε για τα καλά μέσα στα σκίνα και τα κλαδιά χώθηκαν στην καμπίνα. Γύρισε πίσω και κατέβηκε στην τιμονιέρα. Σκέφτηκε ότι από εκεί θα είχε τέλεια θέα. Όλη τη νύχτα, από τη στιγμή που έδεσε τις πληγές του νέγρου και ο νέγρος τού μπαντάρισε το μπράτσο, τα μάτια του, όσο οδηγούσε, ήταν καρφωμένα στην πυξίδα, κι όταν ξημέρωσε είχε το νου του άλλοτε στο νέγρο, που ήταν ξαπλωμένος ανάμεσα στα σακιά, καταμεσής στην καμπίνα, κι άλλοτε στο πέλαγος και στην πυξίδα ή έψαχνε για το φάρο του Σαντ Κι, έτσι δεν είχε προλάβει να μελετήσει καλά την κατάσταση. Τ α πράγματα ήταν σκούρα. Ο νέγρος ήταν ξαπλωμένος μες στη μέση, ανάμεσα στα σακιά με το αλκοόλ, με το ένα του πόδι ψηλά. Στον τοίχο της καμπίνας έχασκαν οχτώ τρύπες από σφαίρες και το μπροστινό τζάμι είχε γίνει κομμάτια. Δεν ήξερε ακόμα πόσα από τα μπουκάλια είχαν σπάσει. Αυτό που ήξερε ήταν ότι όπου δεν είχε αιμορραγήσει ο νέγρος αιμορραγούσε ο ίδιος. Ωστόσο, εκείνο που ένιωθε τώρα να τον ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα ήταν η βρόμα του πιοτού. Όλα ήταν μούσκεμα από το αλκοόλ. Τ ο καΐκι ήταν τώρα πια αραγμένο ήσυχα ανάμεσα στα


σκίνα, αλλά είχε την αίσθηση ότι ακόμα κουνιόταν, μετά το ολονύχτιο ταξίδι τους στα φουσκωμένα νερά του κόλπου. «Θα φτιάξω λίγο καφέ», είπε στο νέγρο. «Και μετά θα σε περιποιηθώ πάλι». «Δεν θέλω καφέ». «Εγώ θέλω», του είπε ο άντρας. Εκεί κάτω, όμως, τον έπιασε ζαλάδα και ξανανέβηκε στο κατάστρωμα. «Μάλλον δεν θα πιούμε καφέ», είπε. «Θέλω λίγο νερό». «Εντάξει». Έδωσε στο νέγρο μια κούπα νερό από την νταμιτζάνα. «Γιατί να τρέξεις, όταν άρχισαν να ρίχνουν;» «Αυτοί γιατί πυροβόλησαν;» είπε ο άντρας. «Χρειάζομαι ένα γιατρό», είπε ο νέγρος. «Και τι παραπάνω θα σου κάνει ο γιατρός από μένα;» «Ο γιατρός θα με κάνει καλά». «Θα σου βρω γιατρό απόψε. Ας έρθει η βάρκα πρώτα». «Δεν έχω όρεξη να περιμένω καμιά βάρκα». «Εντάξει, λοιπόν», είπε ο άντρας. «Θα ξεφορτωθούμε το αλκοόλ τώρα». Αρχισε να πετάει τα σακιά με τα μπουκάλια στη θάλασσα, αλλά αυτή


ήταν πολύ δύσκολη δουλειά για να την κάνει μονάχος. Τ ο κάθε σακί από μόνο του ζύγιζε καμιά εικοσαριά κιλά, κι έτσι, πριν προλάβει να ξεφορτωθεί πολλά, τον έπιασε πάλι ζαλάδα. Κάθισε στο πάτωμα της καμπίνας για λίγο και μετά ξάπλωσε. «Θα τα τινάξεις έτσι που κάνεις», είπε ο νέγρος. Ο άντρας έμεινε ξαπλωμένος κατάχαμα, με το κεφάλι ακουμπισμένο σ’ ένα από τα σακιά. Τ α κλαδιά από τα σκίνα είχαν μπει μέσα στην καμπίνα, κι έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος εκεί, του έκαναν σκιά. Άκουγε τον άνεμο να σφυρίζει πάνω από τους θάμνους και κοιτάζοντας ψηλά τον παγωμένο ουρανό έβλεπε ξέφτια από σύννεφα πέρα στο βορρά. «Κανείς δεν πρόκειται να βγει στο πέλαγος με τόσο αέρα», συλλογίστηκε. «Αποκλείεται να έρθουν ως εδώ για μας, έτσι που φυσομανάει». «Λες να ’ρθουν αυτοί;» ρώτησε ο νέγρος. «Φυσικά», είπε ο άντρας. «Γιατί να μην έρθουν;» «Φυσάει πάρα πολύ». «Όπου να ’ναι θα φτάσουν». «Όχι με τέτοιο αέρα. Ποιος ο λόγος να μου λες ψέματα;» Ο νέγρος μιλούσε με το στόμα σχεδόν κολλημένο πάνω σ’ ένα σακί. «Ηρέμησε, Γουέσλεϊ!» του είπε ο άντρας. «Ακούς εκεί “ ηρέμησε!”» λέει ο νέγρος. «Να ηρεμήσω; Πώς να ηρεμήσω; Εδώ κοντεύω να ψοφήσω σαν το σκυλί και μου λες να ηρεμήσω; Εσύ μ’ έμπλεξες έτσι. Ξέμπλεξέ με τώρα, λοιπόν». «Ηρέμησε!» επανέλαβε ο άντρας μαλακά.


«Δεν θα ’ρθουν», συνέχισε ο νέγρος. «Τ ο ξέρω ότι δεν θα ’ρθουν. Έχω ξυλιάσει, σου λέω. Δεν αντέχω, σου λέω, τόσο πόνο και τέτοιο κρύο». Ο άντρας ανασηκώθηκε. Τ ο άδειο του στομάχι έκανε τις κινήσεις του ασταθείς. Ο νέγρος τον είδε να στηρίζεται στο ένα γόνατο, με το δεξί χέρι κρεμασμένο, ύστερα να παίρνει το δεξί χέρι με το αριστερό και να το χώνει ανάμεσα στα γόνατά του και να πιάνεται απ’ το δοκάρι που ήταν καρφωμένο πάνω από την κουπαστή, ώσπου σηκώθηκε όρθιος κι απόμεινε να κοιτάζει προς τα κάτω το νέγρο, με το δεξί του χέρι χωμένο ακόμα ανάμεσα στα σκέλια του. Σκεφτόταν ότι ποτέ ως τώρα δεν είχε νιώσει πραγματικό πόνο. «Άμα το κρατάω ίσιο και τεντωμένο, δεν πονάει τόσο πολύ», είπε. «Άσε με να σ’ το δέσω απ’ τον ώμο», είπε ο νέγρος. «Δεν μπορώ να το λυγίσω στον αγκώνα», είπε ο άντρας. «Έχει κοκαλώσει». «Τ ι θα κάνουμε;» «Θα ξεφορτωθούμε τα μπουκάλια», του είπε ο άντρας. «Εσύ δεν μπορείς να κουνήσεις κανένα από τα σακιά που φτάνεις, Γουέσλεϊ;» Ο νέγρος έκανε να φτάσει κάποιο από τα σακιά, αλλά ούρλιαξε από τον πόνο και ξανάπεσε ανάσκελα. «Τ όσο άσχημα πονάς, Γουέσλεϊ;» «Ω Θεέ μου!» είπε ο νέγρος. «Δεν νομίζεις ότι, άμα κουνηθείς λίγο, δεν θα πονάς τόσο πολύ;»


«Έχω φάει σφαίρα», είπε ο νέγρος. «Και δεν το κουνάω από δω. Ακούς εκεί, να μ’ έχουν πυροβολήσει κι ο άλλος να θέλει να κουβαλήσω μπουκάλια!» «Ηρέμησε!» «Αλλη μια φορά να το πεις και θα τρελαθώ». «Ηρέμησε!» είπε ήσυχα ο άντρας. Ο νέγρος έβγαλε ένα ουρλιαχτό και ψηλαφώντας πάνω στο κατάστρωμα άρπαξε το ακόνι μέσ’ από την κάσα του κα-βουσιού. «Θα σε σκοτώσω», είπε. «Θα σου φάω την καρδιά». «Ασε κάτω το ακόνι», είπε ο άντρας. «Ηρέμησε, Γουέσλεϊ!» Ο νέγρος άρχισε να κλαψουρίζει, με το πρόσωπο κολλημένο πάνω στο σακί. Ο άντρας, σιγά σιγά, συνέχισε να σηκώνει σακιά με μπουκάλια και να τα πετάει από το πλάι της κουπαστής στη θάλασσα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Κ αθως πετούσε τα μπουκάλια, άκουσε θόρυβο μηχανής και γυρίζοντας να κοιτάξει είδε ένα σκάφος να στρίβει από τη μύτη του νησιού και να κατεβαίνει το κανάλι πλη-σιάζοντάς τους. Ήταν ένα άσπρο καΐκι, με καμπίνα κιτρινωπή και προστατευτικό τζάμι μπροστά. «Έρχεται καΐκι», είπε. «Κουνήσου, Γουέσλεϊ!» «Δεν μπορώ». «Από δω και πέρα θα ’χω το νου μου», είπε ο άντρας. «Έχουν αλλάξει τα πράγματα τώρα».


«Να τον έχεις, βέβαια», είπε ο νέγρος. «Ούτε εγώ αφήνω τίποτα να μου ξεφύγει». Δουλεύοντας γρήγορα τώρα, με τον ιδρώτα να τρέχει στο πρόσωπό του, δίχως να σταθεί και να παρακολουθήσει την αργή είσοδο του καϊκιού στο κανάλι, ο άντρας σήκωνε με το καλό του χέρι τα τσουβάλια με τα ποτά και τα πετούσε απ’ το πλάι της κουπαστής στο νερό. «Κάνε πιο κει!» είπε στο νέγρο, τραβώντας το σακί που είχε κάτω απ’ το κεφάλι του και πετώντας το κι αυτό στη θάλασσα. Ο νέγρος ανακάθισε. «Έφτασαν κιόλας», είπε. Τ ο καΐκι τούς είχε σχεδόν πλευρίσει. «Είναι ο καπετάν Γουίλι», είπε ο νέγρος. «Με πελάτες». Στην πρύμνη ταυ άσπρου καϊκιού δυο άντρες με φανελένια ρούχα και λευκά πάνινα καπέλα κάθονταν σε κάτι πτυσσόμενα καρεκλάκια και ψάρευαν κι ένας γέρος με τσόχινο καπέλο και αντιανεμικό μπουφάν κρατούσε το δοιάκι κι οδηγούσε το σκάφος ανάμεσα στα σκίνα, στο σημείο όπου βρισκόταν το καΐκι με το αλκοόλ. «Τ ι χαμπάρια, Χάρι;» φώναξε ο γέρος, περνώντας δίπλα τους. Ο άντρας που άκουγε στο όνομα Χάρι αντί για απάντηση τον χαιρέτησε γνέφοντας με το καλό του χέρι. Καθώς το καΐκι τούς προσπερνούσε, είδε τους δυο άντρες που ψάρευαν να κοιτάζουν προς το σκάφος του και να μιλάνε με το γέρο. Ο Χάρι δεν κατάφερε ν’ ^ακούσει τι έλεγαν. «Θα κάνει μανούβρα στην μπούκα και θα ξαναγυρίσει», είπε ο Χάρι στο νέγρο. Κατέβηκε κάτω κι έφερε μια κουβέρτα. «Κάτσε να σε σκεπάσω». «Καιρός ήταν να με σκεπάσεις. Σίγουρα τα είδαν τα μπουκάλια. Τ ι θα κάνουμε τώρα;»


«Ο Γουίλι είναι πολύ αστόχαστος άνθρωπος», είπε ο άντρας. «Θα τους πει στην πόλη ότι είμαστε εδώ έξω. Οι τύποι που ψαρεύουν δεν πρόκειται να μας ενοχλήσουν. Γιατί να νοιαστούν για μας;» Ξαφνικά ένιωσε πολύ αδύναμος και κάθισε στη θέση του τιμονιέρη, με το δεξί του χέρι ανάμεσα στα σκέλια του. Τ α γόνατά του έτρεμαν, και με την τρεμούλα ένιωθε την άρθρωση ψηλά στο μπράτσο του να τρίζει. Χαλάρωσε τα γόνατά του, τράβηξε το χέρι του έξω και το άφησε να κρέμεται στο πλάι. Καθόταν εκεί, με το χέρι κρεμασμένο, όταν το καΐκι τούς προσπέρασε πάλι, ανεβαίνοντας αυτή τη φορά το κανάλι προς τ' ανοιχτά. Οι δύο άντρες που κάθονταν στα καρεκλάκια κουβέντιαζαν. Είχαν ρίξει τα καλάμια τους στη θάλασσα και ο ένας από τους δύο τον κοίταζε πίσω απ’ τα γυαλιά του. Βρίσκονταν πολύ μακριά του για να μπορέσει ν’ ακούσει τι έλεγαν. Αλλά δεν θα τον βοηθούσε και πολύ αυτό. Στο κατάστρωμα του καϊκιού «Νότια Φλόριντα», που ψάρευε στο κανάλι του Γούμαν Κι, μιας και φυσούσε πολύ για να ξανοιχτεί ως την ξέρα, ο καπετάν Γουίλι Άνταμς σκεφτόταν: Ώστε ο Χάρι βγήκε αρόδο χτες τη νύχτα. Έχει κοχόνες αυτό το παιδί! Θα ’φάγε όλη τη φουρτούνα στο κεφάλι. Είναι γερό το σκαρί του, βέβαια. Αλλά πώς αλλιώς έσπασε το μπροστινό του τζάμι; Σιγά μην έβγαινα εγώ στ’ ανοιχτά μια τέτοια νύχτα! Και σιγά μην πήγαινα να κουβαλήσω αλκοόλ από την Κούβα! Αφού από το Μάριελ το φέρνουν όλο τώρα πια. Κι ελεύθερα μάλιστα. «Τ ι λες εκεί, καπετάνιε;» «Τ ι σόι καΐκι ήταν αυτό;» ρώτησε ο ένας από τους δύο άντρες που κάθονταν και ψάρευαν. «Ποιο, εκείνο εκεί;» «Ναι, εκείνο». «Α, είν’ ένα καΐκι από το Κι Γουέστ».


«Καλά το φαντάστηκα. Και τίνος είναι;» «Πού να ξέρω, καπετάνιε;» «Ψαράς είναι ο ιδιοκτήτης;» «Χμ... μερικοί λένε ότι είναι ψαράς». «Τ ι εννοείς;» «Κάνει λίγο απ’ όλα». «Δεν ξέρεις τ’ όνομά του;» «Όχι, κύριε». «Αφού τον φώναξες Χάρι». «Ποιος, εγώ;» «Ναι, σ’ άκουσα που τον φώναζες Χάρι». Ο καπετάν Γουίλι Άνταμς περιεργάστηκε καλά τον άντρα που του μιλούσε. Είδε ένα πρόσωπο κατακόκκινο, με ψηλά ζυγωματικά και λεπτά χείλη, βαθουλωτά γκρίζα μάτια και περιφρονητική έκφραση στο στόμα, να τον κοιτάζει κάτω από ένα καπέλο από λευκό κανναβάτσο. «Μπορεί να τον φώναξα έτσι κατά λάθος», είπε ο καπετάν Γουίλι. «Μπορείς να δεις κι εσύ ότι αυτός ο άνθρωπος είναι πληγωμένος, Δόκτορα», είπε ο άλλος άντρας, δίνοντας στο φίλο του τα γυαλιά του. «Αυτό το βλέπω και χωρίς γυαλιά», είπε ο άντρας που τον είχαν μόλις αποκαλέσει Δόκτορα. «Ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο άνθρωπος;»


«Δεν έχω ιδέα», είπε ο καπετάν Γουίλι. «Ε, λοιπόν, θα μάθεις σύντομα», είπε ο άντρας με την περιφρονητική έκφραση στο στόμα. «Γράψε κάπου τον αριθμό του καϊκιού». «Τ ον έχω, Δόκτορα». «Πάμε τότε ως εκεί \ α ρίξουμε μια ματιά», είπε ο Δόκτορας. «Είσαι πράγματι δόκτορας;» ρώτησε ο καπετάν Γουίλι. «Ναι, αλλά όχι της ιατρικής», του είπε ο άντρας με τα γκρίζα μάτια. «Αν δεν είσαι της ιατρικής, εγώ δεν πλησιάζω». «Γιατί;» «Αν μας χρειαζόταν, θα μας είχε κάνει σινιάλο. Από τη στιγμή που δεν μας χρειάζεται, δεν έχουμε λόγο ν’ ανακατευτούμε. Στα δικά μας τα μέρη ο καθένας κοιτάζει τη δουλειά του». «Σύμφωνοι. Υποθέτω, λοιπόν, ότι κι εσύ κοιτάς τη δική σου. Πήγαινέ μας στο καΐκι!» Ο καπετάν Γουίλι συνέχισε σταθερά την πορεία του, με τη δικύλινδρη Πάλμερ ν’ αγκομαχάει ανεβαίνοντας το κανάλι κόντρα στο ρεύμα. «Δεν άκουσες τι σου είπα;» «Μάλιστα, κύριε». «Γιατί δεν υπακούς στη διαταγή μου;» «Ποιος διάολος θαρρείς ότι είσαι;» ρώτησε ο καπετάν Γουίλι. «Δεν είναι αυτό το θέμα. Κάνε ό,τι σου είπα».


«Ποιος νομίζεις ότι είσαι;» «Εντάξει. Για να ενημερωθείς, λοιπόν, σου λέω ότι είμαι ένας από τους τρεις σπουδαιότερους ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα». «Και τότε τι διάολο κάνεις στο Κι Γουέστ;» Ο άλλος άντρας έσκυψε μπροστά. «Είναι ο Φρέντερικ Χάρισον», είπε με νόημα. «Ούτε που τον έχω ακουστά», είπε ο καπετάν Γουίλι. «Δεν θ’ αργήσεις να με μάθεις», είπε ο Φρέντερικ Χάρισον. «Όπως και όλοι σας σε τούτο το άθλιο βρομοχώρι, αν δεν το καταστρέψω συθέμελα». «Ωραίος τύπος είσαι συ!» είπε ο καπετάν Γουίλι. «Πώς κι έφτασες τόσο ψηλά;» «Είναι ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους της κυβέρνησης», είπε ο άλλος. «Μπούρδες!» είπε ο καπετάν Γουίλι. «Αν είναι αυτό που λες, τότε τι κάνει εδώ στο Κι Γουέστ;» «Έχει έρθει για ανάπαυση», εξήγησε ο γραμματέας. «Πρόκειται σύντομα να γίνει κυβερνήτης... γενικός του...» «Αρκετά... Γουίλις!» είπε ο Φρέντερικ Χάρισον. «Λοιπόν, θα μας πας τώρα ως εκείνο το καΐκι;» ρώτησε χαμογελώντας. Ήταν ένα χαμόγελο που φύλαγε, το δίχως άλλο, για τέτοιες περιπτώσεις. «Όχι, κύριε».


«Άκου δω, μισότρελε ψαρά. Θα σου κάνω τη ζωή τόσο μαύρη, που...» «Μπα!» έκανε ο καπετάν Γουίλι. «Δεν ξέρεις ποιος είμαι γω». «Τ ίποτα δεν μου λένε εμένα όλα αυτά», είπε ο καπετάν Γουίλι. «Αυτός ο άνθρωπος είναι λαθρέμπορος, έτσι;» «Εσύ τι νομίζεις;» «Σίγουρα θα τον έχουν επικηρύξει κιόλας». «Αμφιβάλλω». «Είναι παράνομος». «Έχει οικογένεια να θρέψει και πρέπει να φάει κι ο ίδιος. Τ ι διάολο να κερδίσει κανείς από ανθρώπους που δουλεύουν εδώ στο Κι Γουέστ για την κυβέρνηση βγάζοντας όλα κι όλα εξίμι-σι δολάρια τη βδομάδα;» «Είναι χτυπημένος. Που σημαίνει ότι έχει μπλέξει». «Εκτός αν χτυπήθηκε μόνος του, έτσι για πλάκα». «Άσε τους σαρκασμούς κατά μέρος! Θα μας πας ως το καΐκι και θα μπαγλαρώσουμε και τον τύπο και το σκάφος του μαζί», «Να τον πάμε πού;» «Στο Κι Γουέστ». «Είσαι αστυνομικός;»


«Σου είπα ποιος είναι», είπε ο γραμματέας. «Σύμφωνοι», είπε ο καπετάν Γουίλι. Έστριψε το τιμόνι απότομα κι έκανε μεταβολή, πλησιάζοντας τόσο πολύ στην μπούκα του καναλιού, που η προπέλα τίναξε ψηλά ένα τοξωτό σύννεφο από λάσπη. Έπειτα βάλθηκε να κατεβαίνει πάλι το κανάλι προς το σημείο όπου βρισκόταν το καΐκι, ανάμεσα στα σκίνα. «Έχεις κανένα όπλο στο σκάφος;» ρώτησε ο Φρέντερικ Χάρισον τον καπετάν Γουίλι. «Όχι, κύριε». Οι δυο άντρες με τα φανελένια ρούχα στέκονταν τώρα όρθιοι, κοιτάζοντας το καΐκι με το αλκοόλ. «Αυτό είναι πιο διασκεδαστικό από το ψάρεμα, ε, Δόκτορα;» είπε ο γραμματέας. «Τ ο ψάρεμα είναι βλακεία», είπε ο Φρέντερικ Χάρισον. «Αν πιάσεις κάνα σκυλόψαρο, τι θα το κάνεις; Να το φας δεν μπορείς. Τ ούτο εδώ, όμως, έχει πολύ ψωμί. Και χαίρομαι που το διαπίστωσα από πρώτο χέρι. Έτσι που ’ναι πληγωμένος αυτός ο τύπος, αποκλείεται να ξεφύγει. Η θάλασσα έχει πολλή φουρτούνα. Και το καΐκι του το έχουμε εντοπίσει». «Μη μου πεις ότι θες να τον τσακώσεις μόνος σου!» είπε γεμάτος θαυμασμό ο γραμματέας. «Και άοπλος μάλιστα!» είπε ο Φρέντερικ Χάρισον. «Χωρίς κανέναν από κείνους τους ηλίθιους του Εφ Μπι Αι», είπε ο γραμματέας. «Ο Έντγκαρ Χούβερ έχει μεγάλη ιδέα για τη δημοτικότητά του», είπε ο Φρέντερικ Χάρισον. «Θαρρώ πως του έχουμε δώσει πάρα πολύ


αέρα. Πλεύρισέ τους τώρα!» είπε στον καπετάν Γουίλι. Ο καπετάν Γουίλι έριξε το γάντζο του κι άφησε το σκάφος να παρασυρθεί από το ρεύμα. «Ει, σεις!» φώναξε ο καπετάν Γουίλι προς το άλλο καΐκι. «Τ α κεφάλια σας κάτω!» «Τ ι είναι αυτό τώρα;» είπε ο Χάρισον οργισμένος. «Σκάσε!» είπε ο καπετάν Γουίλι. «Ει!» φώναξε στο άλλο καΐκι. «Άκουσέ με! Γύρνα στην πόλη ήρεμα ήρεμα. Μη σε νοιάζει για το καΐκι. Αυτό θα σ’ το πάρουν. Πέτα το φορτίο και γύρνα πίσω στην πόλη. Έχω έναν τύπο εδώ, που είναι πληροφοριοδότης της Ουάσινγκτον. Πιο σπουδαίος κι από τον Πρόεδρο, καταπώς λέει. Θέλει να σε πιάσει. Νομίζει ότι είσαι λαθρέμπορος. Έχει τον αριθμό του καϊκιού σου. Εγώ δεν σ’ έχω ξαναδεί και δεν ξέρω ποιος είσαι. Να σε αναγνωρίσω δεν μπορώ...» Τ α καΐκια είχαν απομακρυνθεί μεταξύ τους με το ρεύμα. Ο καπετάν Γουίλι συνέχισε να φωνάζει: «Δεν ξέρω ποιο είναι τούτο το μέρος που συναντηθήκαμε. Ούτε ξέρω πώς να ξανάρθω εδώ». «Οκέι», ακούστηκε μια φωνή από το φορτωμένο καΐκι. «Εγώ πηγαίνω αυτόν το γραμματιζούμενο για ψάρεμα ως το σούρουπο», φώναξε ο καπετάν Γουίλι. «Οκέι». «Τ ου αρέσει να ψαρεύει», ούρλιαξε ο καπετάν Γουίλι, τόσο που η φωνή του έσπασε. «Αλλά αυτός ο μπάσταρδος λέει ότι τα ψάρια δεν τρώγονται». «Σ’ ευχαριστώ, αδερφέ!» ακούστηκε η φωνή του Χάρι. «Αδερφός σου είν’ ο τύπος;» ρώτησε ο Φρέντερικ Χάρισον, με το


πρόσωπο κατακόκκινο, αλλά και χωρίς να έχει ικανοποιήσει ακόμα τη δίψα του για πληροφορίες. «Όχι, κύριε», είπε ο καπετάν Γουίλι. «Όλοι μας σχεδόν εδώ στα καΐκια φωνάζουμε ο ένας τον άλλο αδερφό». «Πάμε στο Κι Γουέστ!» είπε ο Φρέντερικ Χάρισον, αλλά χωρίς μεγάλη αυτοπεποίθηση. «Όχι, κύριε», είπε ο καπετάν Γουίλι. «Με κλείσατε για μια ολόκληρη μέρα. Τ ο ταξίδι, λοιπόν, πρέπει ν’ αξίζει όσο το πληρώσατε. Πρωτύτερα με είπες μισότρελο, αλλά εγώ θα φροντίσω να μείνετε όλη τη μέρα εδώ στο σκάφος μου». «Πήγαινέ μας στο Κι Γουέστ!» είπε ο Χάρισον. «Μάλιστα, κύριε», είπε ο καπετάν Γουίλι. «Αργότερα. Άκου εδώ, όμως, τώρα: τα Σκυλόψαρα είναι το ίδιο νόστιμα με τα σκουμπριά. Τ ότε που τα πουλούσαμε στο Ρίος για την αγορά της Αβάνας, βγάζαμε είκοσι σεντς το κιλό, όπως κι από τα σκουμπριά. «Σκάσε πια!» είπε ο Φρέντερικ Χάρισον. «Νόμιζα ότι θα ενδιαφερόσουνα για τέτοια πράγματα, σαν κυβερνητικός που είσαι. Δεν είσαι ανακατεμένος με τις τιμές που βάζουν στα φαγώσιμα, δηλαδή; Όχι; Από αυτούς που τις ανεβάζουν κάθε τόσο; Που κανονίζουν ποια θα πάει πάνω και ποια κάτω;» «Αμάν, σκάσε!» είπε ο Φρέντερικ Χάρισον. Πανω στο καϊκι με το αλκοολ ο Χάρι ξεφορτωνόταν το τελευταίο σακί. «Δώσ’ μου το μαχαίρι!» είπε στο νέγρο. «Τ ο έχουμε χάσει».


Ο Χάρι πάτησε τα κουμπιά κι έβαλε μπρος τις δυο μηχανές. Τ η δεύτερη μηχανή την είχε βάλει στο σκάφος από τότε που ξανάρχισε να μεταφέρει αλκοόλ, όταν με την οικονομική κρίση είχε απαγορευτεί το ψάρεμα με ναυλωμένα καΐκια. Πήρε το τσεκούρι και με το αριστερό του χέρι λιάνισε το σκοινί της άγκυρας κοπανώντας το πάνω στον πάσσαλο. Ας πάει στον πάτο, κι αργότερα την πιάνουμε και την ανεβάζουμε μαζί με το φορτίο, σκέφτηκε. Τ ο καΐκι θα το πάω στο λιμανάκι του Γκάρισον, κι αν το βρουν το βρήκαν. Πρέπει να ψάξω για γιατρό. Δεν θέλω να χάσω και το χέρι μου μαζί με το σκάφος. Τ ο φορτίο αξίζει όσο ολόκληρο το σκάφος. Δεν έσπασαν και πολλά μπουκάλια. Αλλά και με τα λίγα που ’σπασαν βρομοκοπάει ο τόπος. Έσπρωξε τον πάσσαλο της αποβάθρας κι απομακρύνθηκε από τα σκίνα ακολουθώντας την παλίρροια. Οι μηχανές δούλευαν στο ρελαντί. Τ ο σκάφος του καπετάν Γουίλι βρισκόταν δυο μίλια μακριά τώρα και τραβούσε για την Μπάκα Γκράντε. Θαρρώ πως τα νερά θα έχουν ανέβει πια αρκετά, ώστε να περάσουμε μέσ’ από τις λίμνες, σκέφτηκε ο Χάρι. Αφού μάζεψε το γάντζο του, τράβηξε την πεταλούδα του καρμπιρατέρ και οι μηχανές άρχισαν να μουγκρίζουν. Ένιωσε την πλώρη να σηκώνεται και τα πράσινα κλαδιά των σκίνων ν’ αποτραβιούνται γρήγορα, καθώς το καΐκι ρουφούσε το νερό από τις ρίζες τους. Ελπίζω να μη μου το πάρουν, σκέφτηκε. Κι ελπίζω να γιατρευτεί το χέρι μου. Πού να φανταστώ ότι θα μας πυροβολούσαν στο Μάριελ, μετά από έξι μήνες που πηγαινοερχόμασταν εκεί ελεύθερα. Αλλά έτσι είναι οι Κουβανέζοι. Κάποιος δεν θα πλήρωσε κάποιον και τις φάγαμε εμείς τις σφαίρες. Μάλιστα, έτσι είναι οι Κουβανέζοι! «Ει, Γουέσλεϊ!» φώναξε, κοιτάζοντας πίσω στην τιμονιέρα όπου κειτόταν ο νέγρος, σκεπασμένος με την κουβέρτα. «Πώς είσαι;» «Θεέ μου!» είπε ο νέγρος. «Δεν θα μπορούσα να νιώσω χειρότερα».


«Θα νιώσεις, όταν ο γερο-γιατρός θα σου σκαλίζει την πληγή», του είπε ο Χάρι. «Δεν είσαι άνθρωπος εσύ», είπε ο νέγρος. «Δεν έχεις ανθρώπινα αισθήματα». Τ ελικά αυτός ο γερο-Γουίλι είναι σαΐνι, σκεφτόταν ο Χάρι. Βρε τι σαΐνι που είναι ο γερο-Γουίλι! Χίλιες φορές καλύτερα που κρυφτήκαμε, Λαρά να περιμέναμε. Θα ήταν ανόητο να περιμένουμε. Ήμουνα τόσο ζαλισμένος και αδιάθετος, που είχα χάσει τα λογικά μου. Μπροστά του έβλεπε τώρα ν’ ασπρίζει το ξενοδοχείο Λα Κόντσα, τις κεραίες του ασύρματου και τα σπίτια της πόλης. Έβλεπε τα φέριμποτ που μετέφεραν αυτοκίνητα αραγμένα στην αποβάθρα του Τ ράμπο, απ’ όπου θα περνούσε για να πάει προς το λιμανάκι του Γκάρισον. Βρε το γερο-Γουίλι! σκέφτηκε. Θα τους έχει βάλει τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Τ ρέχα γύρευε ποιοι είν’ αυτοί οι μπούφοι. Πάντως, νιώθω πολύ χάλια τώρα, πανάθεμα με. Κι έχω και μια ζαλάδα! Καλά κάναμε και χωθήκαμε στο λιμανάκι, Ευτυχώς που δεν κάτσαμε να περιμένουμε. «Κύριε Χάρι», είπε ο νέγρος, «συγγνώμη που δεν σε βοήθησα να πετάξεις τα σακιά». «Διάολε!» είπε ο Χάρι. «Εσείς οι νέγροι, έτσι και φάτε μια σφαίρα, καταντάτε εντελώς άχρηστοι. Πάντως, μια χαρά νέγρος είσαι του λόγου σου, Γουέσλεϊ». Πίσω από το θόρυβο των μηχανών και το δυνατό χτύπημα του καϊκιού μέσα στο νερό άκουγε ένα παράξενο, υπόκωφο τραγούδισμα μέσα στην καρδιά του. Έτσι ένιωθε κάθε φορά που γύριζε σπίτι μετά από ένα ταξίδι. Ελπίζω να το γιατρέψουν το χέρι μου, σκέφτηκε. Έχω πολλά να κάνω μ’ αυτό.


Χάρι Μόργκαν (Χειμώνας) ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Μιλάει ο Άλμπερτ Η μασταν ολοι εκεί, στο μπαρ του Φρέντι, όταν αυτός ο ψηλολέλεκας ο δικηγόρος μπαίνει μέσα και λέει: «Πού είναι ο Χουάν;» «Δεν έχει γυρίσει ακόμα», είπε κάποιος. «Εγώ ξέρω ότι έχει γυρίσει και πρέπει να τον δω». «Τ ους λάδωσες πρώτα καλά καλά για να σου τον βρουν και τώρα θες να τον υπερασπιστείς», είπε ο Χάρι. «Μην έρχεσαι, λοιπόν, εδώ μέσα να μας ρωτήσεις πού είναι. Αφού σίγουρα τον έχεις στο τσεπάκι σου». «Μπούρδες!» είπε ο δικηγόρος. «Για δουλειά τον θέλω». «Τ ράβα να τον βρεις αλλού τότε», είπε ο Χάρι. «Δεν είναι εδώ». «Τ ον θέλω για δουλειά, σου λέω», είπε ο δικηγόρος. «Εσύ δεν έχεις δημιουργείς».

δουλειά

για

κανέναν.

Μόνο

προβλήματα

Εκείνη τη στιγμή ο γέρος με τα μακριά γκρίζα μαλλιά που πουλάει τα λαστιχένια εξαρτήματα μπαίνει μέσα για ένα μισό-λιτρο, ο Φρέντι τού το δίνει κι εκείνος ταπώνει το μπουκάλι και περνάει απέναντι τρέχοντας.


«Τ ι έπαθε το χέρι σου;» ρώτησε ο δικηγόρος τον Χάρι. Ο Χάρι είχε το μανίκι του ραμμένο στον ώμο. «Δεν μου άρεσε η όψη του και το ’κοψα», του είπε. «Εσύ και ποιος άλλος το κόψατε;» «Εγώ κι ο γιατρός», είπε ο Χάρι. Είχε κατεβάσει μερικά ποτήρια και ήταν κάπως στα κέφια του. «Μου το ’κόψε, μόλο που ήμουνα φρόνιμος. Αν τα κόβανε όποτε χώνονται στις τσέπες του κοσμάκη, τώρα δεν θα ’χε κανείς ούτε χέρια ούτε πόδια». «Τ ι έπαθε, λοιπόν, και σου το ’κοψαν;» τον ρώτησε ο δικηγόρος. «Για ηρέμησε!» είπε ο Χάρι. «Όχι, σε ρωτάω. Τ ι του συνέβη; Κι εσύ πού ήσουν;» «Δεν πας να ζαλίσεις κάναν άλλο, λέω γω;» του είπε ο Χάρι. «Ξέρεις και πού ήμουν και τι συνέβη. Κλείσε, λοιπόν, το στόμα σου και μη με σκοτίζεις!» «Θέλω να σου μιλήσω», του είπε ο δικηγόρος. «Μίλα μου τότε». «Όχι εδώ. Πάμε πίσω». «Εγώ δεν θέλω να σου μιλήσω. Καλό δεν βλέπει κανείς από σένα. Είσαι μπελάς». «Έχω κάτι για σένα. Κάτι καλό». «Σύμφωνοι. Θα σε ακούσω, για μια φορά μόνο», του είπε ο Χάρι. «Για τι πρόκειται; Έχει καμιά σχέση με τον Χουάν;» «Όχι. Όχι με τον Χουάν».


Πήγαν στο βάθος, πίσω από τη γωνία του μπαρ όπου ήταν τα ιδιαίτερα χωρίσματα, και χάθηκαν για κάμποση ώρα. Όσο έλειπαν, μπήκε στο μπαρ η κόρη της Μπιγκ Λούσι μ’ εκείνο το κορίτσι από τη γειτονιά τους που κάνει συνέχεια παρέα μαζί της και κάθισαν στο μπαρ να πιούνε μια κόκα κόλα. «Μαθαίνω ότι σε λίγο θα απαγορεύεται στα κορίτσια να κυκλοφορούν στους δρόμους τα βράδια μετά τις έξι και να πηγαίνουν στα μπαρ», λέει ο Φρέντι στην κόρη της Μπιγκ Λούσι·. «Μπα, ώστε έτσι λένε;» «Κόλαση θα γίνει αυτή η πόλη», είπε ο Φρέντι. «Κόλαση είναι ήδη. Βγαίνεις έξω να πάρεις ένα σάντουιτς και μια κόκα κόλα, σε συλλαμβάνουν και σου βάζουν πρόστιμο δεκαπέντε δολάρια». «Όλους τούς έχουν στο μάτι», είπε η κόρη της Μπιγκ Λού-σι. «Όποιον είναι έξω και διασκεδάζει. Όποιον δουν να έχει χαρούμενη φάτσα». «Αν δεν συμβεί κάτι σε τούτη την πόλη το ταχύτερο, τα πράγματα θα γίνουν πολύ σκούρα». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Χάρι και ο δικηγόρος γύρισαν πίσω και ο δικηγόρος είπε: «Θα έρθεις πέρα, λοιπόν;» «Γιατί δεν τους φέρνεις εδώ;» «Όχι. Δεν θέλουν να ’ρθουν εδώ. Θα βρεθείτε πέρα». «Σύμφωνοι», είπε ο Χάρι και προχώρησε προς το μπαρ, ενώ ο


δικηγόρος τράβηξε κατά την έξοδο. «Τ ι θα πιεις, Αλ;» με ρώτησε. «Μπακάρντι». «Πιάσε μας δυο Μπακάρντι, Φρέντι». Κι έπειτα, γυρίζοντας προς εμένα: «Με τι ασχολείσαι αυτόν τον καιρό, Αλ;» «Ας είν’ καλά η Πρόνοια!» «Τ ι κάνεις ακριβώς;» «Σκάβουμε υπονόμους. Ξηλώνουμε τις γραμμές του παλιού τραμ». «Και τι βγάζεις;» «Εφτάμισι». «Τ η βδομάδα;» «Αμ τι νόμισες;» «Πώς καταφέρνεις και πίνεις εδώ τότε;» «Δεν έπινα, ώσπου να με κεράσεις εσύ», του είπα. Ήρθε λίγο πιο κοντά μου. «Τ ι θα ’λεγες για ένα ταξιδάκι;» «Εξαρτάται από το τι ταξιδάκι είναι». «Θα σου πω». «Εντάξει». «Έλα έξω στο αμάξι», είπε. «Αυτά, λοιπόν, Φρέντι!» Κοντανάσαινε λίγο, όπως έκανε συνήθως όταν είχε πιει, κι εγώ τον ακολούθησα ως εκεί που ο δρόμος ήταν σκαμμένος, στο σημείο όπου δουλεύαμε όλη


μέρα, ώσπου φτάσαμε στη γωνία όπου βρισκόταν το αυτοκίνητό του. «Μπες μέσα», είπε. «Πού πάμε;» τον ρώτησα. «Δεν ξέρω», είπε. «Θα το μάθω, όμως». Ανεβήκαμε τη Γουάιτχερντ Στριτ. Εκείνος δεν μιλούσε καθόλου και φτάνοντας στο τέρμα του δρόμου έστριψε αριστερά και συνέχισε, ώσπου περάσαμε την είσοδο της πόλης και πιάσαμε τη Γουάιτ Στριτ,· που μας έβγαλε στην παραλία. Όλη αυτή την ώρα ο Χάρι δεν είπε κουβέντα, ώσπου στρίψαμε στο χωματόδρομο και φτάσαμε στη λεωφόρο. Βγαίνοντας στη λεωφόρο πλησίασε στην άκρη του πεζοδρομίου και σταμάτησε. «Κάποιοι ξένοι θέλουν να τους ναυλώσω το καΐκι για ένα ταξίδι», είπε. «Μα το καΐκι σου είναι μπλοκαρισμένο από το τελωνείο». «Οι ξέ νοι δεν το ξέρουν αυτό». «Και τι είδους ταξίδι είναι;» «Λένε ότι θέλουν να μεταφέρουν κάποιον που πρέπει να πάει στην Κούβα για μια δουλειά και δεν μπορεί να έρθει με το αεροπλάνο ή με το βαπόρι. Μου τα ’λεγε ο Μπι-Λιπς». «Κάνουν τέτοια πράγματα;» «Φυσικά. Συνέχεια τα κάνουν αυτά, από τον καιρό της επανάστασης. Δεν φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα. Κάμποσοι άνθρωποι μετακινούνται έτσι». «Με το καΐκι τι θα γίνει;»


«Θα πρέπει να το κλέψουμε. Δεν το ’χουν σφραγίσει, ξέρεις, που σημαίνει ότι μπορώ να βάλω μπρος». «Πώς θα το βγάλεις από τη μαρίνα;» «Θα το βγάλω». «Και πώς θα γυρίσουμε πίσω;» «Αυτό πρέπει να το σκεφτώ. Αν δεν θέλεις να ’ρθεις, πάντως, πες το μου στα ίσια». «Άμα έχει λεφτά η υπόθεση, έρχομαι τρέχοντας». «Άκου», είπε. «Βγάζεις εφτάμισι δολάρια τη βδομάδα. Έχεις τρία παιδιά που πάνε σχολείο και γυρίζουν σπίτι λιμασμένα το μεσημέρι. Οι κοιλιές σας πονάνε από την πείνα κι εγώ σου δίνω μια ευκαιρία να βγάλεις μερικά λεφτουδάκια». «Δεν είπες, όμως, πόσα. Αυτές οι δουλειές πληρώνονται». «Καμιά δουλειά τέτοιου είδους δεν πληρώνεται όπως πρέπει, Αλ», είπε. «Κοίτα εμένα. Έβγαζα τριάντα πέντε δολάρια τη μέρα για όλη τη σεζόν πηγαίνοντας ανθρώπους για ψάρεμα. Και τώρα τρώω μια σφαίρα, χάνω ένα χέρι, χάνω και το καΐκι μου αποπάνω, μόνο και μόνο επειδή μετέφερα ένα βρομοφορτίο από ποτά, που όλο μαζί με το ζόρι αξίζει όσο το σκάφος μου. Θες να σου πω, όμως, κάτι; Τ α στομάχια των δικών μου παιδιών δεν θα πονάνε κι εγώ δεν θα σκάβω υπόνομους για την κυβέρνηση βγάζοντας λιγότερα απ’ όσα χρειάζομαι για να τα θρέψω. Έτσι κι αλλιώς, τώρα δεν μπορώ να σκάψω κιόλας. Δεν ξέρω ποιος τους έφτιαξε τους νόμους, αλλά ξέρω ότι δεν υπάρχει κανένας νόμος που να λέει ότι πρέπει να ζεις πεινασμένος». «Εγώ έκανα απεργία γι’ αυτούς τους μισθούς».


«Και μετά πας και ξαναδουλεύεις», είπε. «Λένε, πάντως, ότι αυτή ήταν μια απεργία κόντρα στις ελεημοσύνες. Εσύ πάντα δούλευες, έτσι δεν είναι; Δεν ζήτησες ποτέ ελεημοσύνη από κανέναν». «Δεν υπάρχει δουλειά», είπα. «Δεν υπάρχει δουλειά με μισθούς τέτοιους που να μπορεί να ζήσει κανείς. Πουθενά». «Γιατί;» «Δεν ξέρω». «Ούτ’ εγώ ξέρω», είπε. «Αλλά η οικογένειά μου θα τρώει όσο καιρό τρώει όλος ο κόσμος. Αυτό που προσπαθούν να κάνουν είναι ν’ αναγκάσουν όλους εσάς στο Κοντς να πεινάσετε και να φύγετε, για να μπορέσουν μετά να κάψουν τις παράγκες σας, να χτίσουν διαμερίσματα και να κάνουν την πόλη σας τουριστική. Έτσι έμαθα εγώ. Έμαθα ότι αγοράζουν οικόπεδα κι αργότερα, όταν η φτωχολογιά θα ’χει πεινάσει αρκετά και θα ’χει φύγει για να πάει κάπου αλλού να ξαναπεράσει, θα μπούνε αυτοί στην πόλη και θα την κάνουν ένα κουκλίστικο μέρος για τουρίστες». «Μιλάς σαν τους ριζοσπάστες», είπα. «Δεν είμαι ριζοσπάστης», μου απάντησε. «Πονεμένος άνθρωπος είμαι. Εδώ και πολύ καιρό». «Και το ότι έχασες το χέρι σου δεν πρέπει να σ’ έκανε να νιώσεις καλύτερα». «Στο διάολο το χέρι μου! Ένα χέρι είναι ένα χέρι. Υπάρχουν χειρότερα πράγματα από το να χάσεις το χέρι σου. Έχεις δυο χέρια και δυο από τ’ άλλα. Ο άντρας είναι άντρας και με ένα χέρι, ακόμα και με ένα από τ’ άλλα. Δεν πάει στο διάολο!» είπε. «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτό». Ένα λεπτό αργότερα γυρίζει και μου λέει: «Πάντως, τα άλλα τα έχω ακόμα και τα δύο». Έπειτα, βάζοντας μπρος το αυτοκίνητο, είπε: «Άντε, πάμε να βρούμε αυτούς τους τύπους!»


Συνεχίσαμε πάνω στη λεωφόρο συναντώντας ελάχιστα άλλα αυτοκίνητα, με το αεράκι να φυσάει και τη μυρωδιά από τα ξερά φύκια στην άσφαλτο, στα σημεία που τα κύματα είχαν καβαλήσει το μόλο με την παλίρροια. Ο Χάρι οδηγούσε με το αριστερό χέρι. Μου άρεσε πάντα ο Χάρι, και πολλές φορές είχα βγει μαζί του με το καΐκι τον παλιό καιρό, όμως είχε αλλάξει πυρά πια, από τότε που έχασε το χέρι του κι εκείνος ο επισκέπτης από την Ουάσινγκτον έδωσε γραπτή κατάθεση πως είχε δει τότε το καΐκι να ξεφορτώνει αλκοόλ και του το πήραν. Όταν ήταν πάνω στο καΐκι, ένιωθε πάντα μια χαρά, μα δίχως αυτό ήταν στα μαύρα του τα χάλια, θαρρώ πως χαιρόταν που βρήκε δικαιολογία, για να πάει να το κλέψει. Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να το κρατήσει, αλλά ίσως να έβγαζε καλά λεφτά με αυτό, όσο θα το είχε. Είχα κι εγώ μεγάλη ανάγκη από χρήματα, ωστόσο δεν ήθελα να μπλέξω. Τ ου είπα, λοιπόν: «Ξέρεις ότι δεν θέλω να βρεθώ μπλεγμένος, Χάρι». «Πόσο πιο μπλεγμένος μπορείς να βρεθείς απ’ όσο είσαι τώρα;» είπε. «Υπάρχει, διάολε, μεγαλύτερο μπλέξιμο από την πείνα;» «Μα δεν πεινάω», είπα. «Γιατί, διάολε, μου κοπανάς συνέχεια ότι πεινάω;» «Εσύ ίσως όχι, αλλά τα παιδιά σου πεινάνε». «Κόφτο!» είπα. «θα δουλέψω μαζί σου, αλλά δεν μπορείς να μου μιλάς έτσι». «Σύμφωνοι», είπε. «Αρκεί μόνο να είσαι σίγουρος ότι τη θέλεις τη δουλειά. Ειδαλλιώς, μπορώ να βρω ένα σωρό άλλους στην πόλη». «Τ η θέλω», απάντησα. «Σου το ’πα ότι τη θέλω». «Χαλάρωσε, λοιπόν!» «Εσύ να χαλαρώσεις!» είπα. «Εσύ είσαι ο μόνος εδώ που μιλάει σαν


ριζοσπάστης». «Ει, ψυχραιμία!» μου κάνει. «Κανείς σας πια εδώ στο Κοντς δεν έχει κότσια;» «Τ ου λόγου σου από πότε έπαψες ν’ ανήκεις στο Κοντς;» «Από το πρώτο καλό γεύμα που έφαγα στη ζωή μου», είπε. Σίγουρα έβγαζε πια όλη του την κακία στη φόρα. Από μικρός, ποτέ του δεν είχε δείξει οίκτο σε κανέναν. Ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. «Σύμφωνοι», του είπα. «Ηρέμησε!» είπε εκείνος. Μπροστά μας έβλεπα τα φώτα του κτηρίου που μου είχε αναφέρει. «Θα τους συναντήσουμε εδώ», είπε ο Χάρι. «Κράτα το στόμα σου ραμμένο!» «Δεν πας στο διάολο!» «Ει, για ηρέμησε!» είπε ο Χάρι, στρίβοντας στο μονοπάτι κι οδηγώντας ως το πίσω μέρος του κτηρίου. Ήταν μάγκας και αθυρόστομος, αλλά πάντα τον συμπαθούσα. Σταματήσαμε πίσω από το κτήριο και μπήκαμε στην κουζίνα, όπου η γυναίκα του τύπου μαγείρευε. «Γεια σου, Φρέντα!» της είπε ο Χάρι. «Πού είναι ο Μπι-Λιπς;» «Μέσα είναι, Χάρι. Γεια σου, Άλμπερτ!» «Γεια χαρά, μις Ρίτσαρντς!» είπα. Τ ην ήξερα από τον καιρό που σύχναζε στις αλάνες με τους αλήτες, όμως ανάμεσα στις ελαφρές κυράδες της πόλης ήταν και δυο τρεις από τις πιο δουλευταρούδες παντρεμένες, και τούτη εδώ ήταν πολύ δουλευταρού, μα την


αλήθεια. «Οι δικοί σου όλοι καλά;» με ρώτησε. «Μια χαρά». Περάσαμε από την κουζίνα στο πίσω δωμάτιο. Εκεί ήταν ο ΜπιΛιπς, ο δικηγόρος, και μαζί του τέσσερις Κουβανέζος καθισμένοι μπροστά σ’ ένα τραπέζι. «Καθίστε!» είπε ένας από αυτούς στα εγγλέζικα. Ήταν ένας ζόρικος τύπος, χοντρός και φαρδομούρης, με μια υπόκωφη, μπάσα φωνή, και φαινόταν να έχει πιει κάμποσο. «Τ α ονόματά σας;» «Τ α δικά σας;» είπε ο Χάρι. «Σύμφωνοι», είπε ο Κουβανέζος. «Όπως αγαπάτε. Πού είναι το καΐκι;» «Κάτω, στη μαρίνα με τα γιοτ», είπε ο Χάρι. «Ποιος είναι αυτός;» τον ρώτησε ο Κουβανέζος, κοιτάζοντας εμένα. « Ενας φίλος μου», είπε ο Χάρι. Ο Κουβανέζος κοίταζε εμένα κι οι άλλοι Κουβανέζοι και τους δυο μας. «Δείχνει να πεινάει», είπε ο Κουβανέζος και γέλασε. Οι άλλοι δεν γέλασαν. «Θες ένα ποτό;» «Οκέι», είπε ο Χάρι. «Τ ι θες; Μπακάρντι;» «Ό,τι πίνετε σεις», του είπε ο Χάρι.


«Ο φίλος σου πίνει;» «Θα πιω ένα», είπα. «Εσένα δεν σε ρώτησε κανείς ακόμα», είπε ο χοντρός Κουβανέζος. «Ρώτησα απλώς αν πίνεις». «Ει, κόφτο, Ρομπέρτο!» είπε ένας από τους άλλους Κουβα-νέζους, ένας νεαρός, παιδί σχεδόν. «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα χωρίς να γίνεσαι κακός;» «Τ ι εννοείς κακός; Τ ον ρώτησα απλώς αν πίνει. Όταν κλείνεις μια δουλειά με κάποιον, δεν τον ρωτάς αν πίνει;» «Δώσ’ του ένα ποτό!» είπε ο άλλος Κουβανέζος. «Κι ας μιλήσουμε για μπίζνες». «Τ ι ζητάς για το καΐκι, παίδαρε;» ρώτησε τον Χάρι ο Κουβανέζος με την μπάσα φωνή, αυτός που τον είχαν αποκαλέσει Ρομπέρτο. «Εξαρτάται από το τι θέλετε να κάνετε μ’ αυτό», είπε ο Χάρι. «Να πάμε οι τέσσερις μας στην Κούβα». «Στην Κούβα πού;» «Στις Καμπάνιας. Κοντά στις Καμπάνιας. Στην ακτή λίγο πιο κάτω από το Μάριελ. Ξέρεις κατά πού πέφτει;» «Φυσικά», είπε ο Χάρι. «Θέλετε απλώς να σας πάω εκεί;» «Ακριβώς. Να μας πας εκεί και να μας βγάλεις έξω». «Τ ριακόσια δολάρια». «Πάρα πολλά. Κι αν σε ναυλώσουμε με τη μέρα και σου δώσουμε εγγύηση δυο βδομαδιάτικα;»


«Σαράντα δολάρια τη μέρα και χίλια πεντακόσια μπροστά, για την περίπτωση που κάτι συμβεί στο καΐκι. Να το κάνω πιο λιανά;» «Όχι». «Βενζίνη και λάδια δικά σας», πρόσθεσε ο Χάρι. «Σου δίνουμε διακόσια δολάρια για να μας πας ως εκεί και να μας βγάλεις έξω». «Όχι». «Πόσα θέλεις;» «Σας είπα». «Είναι πάρα πολλά». «Όχι, δεν είναι», του είπε ο Χάρι. «Εγώ δεν ξέρω ποιοι είσαστε. Δεν ξέρω ούτε τι δουλειά κάνετε ούτε ποιος σας κυνηγάει να σας σκοτώσει. Δυο φορές χρειάστηκε να διασχίσω τον κόλπο το χειμώνα. Τ έλος πάντων, ρισκάρω τό καΐκι μου. Θα σας πάω με διακόσια, αλλά θα μου δώσετε και χίλια για εγγύηση, μπας και πάθει κάτι». «Αυτό είναι λογικό», του είπε ο Μπι-Αιπς. «Κάτι παραπάνω κι από λογικό». Οι Κουβανέζοι άρχισαν να κουβεντιάζουν στα ισπανικά. Εγώ δεν τους καταλάβαινα, αλλά ήξερα ότι ο Χάρι μπορούσε. «Σύμφωνοι», είπε ο χοντρός, ο Ρομπέρτο. «Πότε μπορούμε να ξεκινήσουμε;» «Οποιαδήποτε ώρα, αύριο τη νύχτα». «Ίσως να μη χρειαστεί να φύγουμε πριν από μεθαύριο», είπε ένας


άλλος. «Εγώ δεν έχω πρόβλημα», είπε ο Χάρι. «Απλώς ειδοποιήστε με εγκαίρως». «Τ ο καΐκι σου είναι σε καλή κατάσταση;» «Φυσικά», είπε ο Χάρι. «Είν' όμορφο καΐκι», είπε ο νεότερος. «Πού το είδες εσύ;» «Μου το έδειξε ο δικηγόρος από δω, ο κύριος Σίμονς». «Α!» είπε ο Χάρι. «Πιες κάτι», είπε ένας άλλος από τους Κουβανέζους. « Εχεις πάει πολλές φορές στην Κούβα;» «Κάμποσες». «Μιλάς ισπανικά;» «Δεν κατάφερα ποτέ να τα μάθω», είπε ο Χάρι. Είδα τον Μπι-Λιπς, το δικηγόρο, να τον κοιτάζει καλά καλά, αλλά είναι τόσο πονηρός κι ο ίδιος, που χαίρεται πάντα περισσότερο όταν οι άνθρωποι δεν λένε την αλήθεια. Όπως τότε που ήρθε να μιλήσει στον Χάρι γι’ αυτή τη δουλειά και δεν του μίλησε στα ίσια. Έκανε τάχα ότι ήθελε να δει τον Χουάν Ρο-ντρίγκεζ, εκείνον το φτωχό βρομο-γκαλέγκο που ήταν ικανός να κλέψει και τη μάνα του ακόμα και που ο Μπι-Λιπς είχε καταδώσει πάλι, για να αναλάβει την υπεράσπισή του. «Ο κύριος Σίμονς μιλάει καλά ισπανικά», είπε ο Κουβανέζος.


«Έχει μόρφωση». «Στο τιμόνι πώς είσαι;» «Όσο για να πάω και να ’ρθω ξέρω». «Είσαι ψαράς;» «Μάλιστα, κύριε», είπε ο Χάρι. «Και πώς ψαρεύεις μ’ ένα χέρι;» ρώτησε ο φαρδομούρης. «Ψαρεύεις δυο φορές πιο γρήγορα έτσι», του είπε ο Χάρι. «Με θέλετε και για τίποτ’ άλλο;» «Όχι». Τ ώρα μιλούσαν όλοι ισπανικά μεταξύ τους. «Να φύγω τότε», είπε ο Χάρι. «Θα σε ειδοποιήσω εγώ για το καΐκι», είπε ο Μπι-Λιπς στον Χάρι. «Είναι και κάποια χρήματα που πρέπει να μπουν για εγγύηση», είπε ο Χάρι. «Θα το κανονίσουμε αύριο», είπε ο Μπι-Λιπς. «Πού;» «Στου Φρέντι». Βγήκαμε έξω και, περνώντας από την κουζίνα, η Φρέντα είπε: «Τ ι κάνει η Μαρί, Χάρι;» «Μια χαρά τώρα», της είπε ο Χάρι, βγαίνοντας. «Είναι καλά».


Μπήκαμε στο αυτοκίνητο κι εκείνος πήρε πάλι τη λεωφόρο εντελώς αμίλητος. Ήμουν σίγουρος ότι κάτι σκεφτόταν. «Να σε πετάξω σπίτι;» «Εντάξει». «Μένεις πέρα στο χωματόδρομο τώρα, έτσι;» «Ναι. Τ ι λες για το ταξίδι;» «Δεν ξέρω», είπε. «Δεν ξέρω καν αν θα γίνει κανένα ταξίδι. Θα τα πούμε αύριο». Με αφήνει μπροστά στην εξώπορτά μου κι εγώ κάνω να μπω μέσα. Δεν προλαβαίνω ν’ ανοίξω κι ακούω την κυρά μου να με κατσαδιάζει που γύριζα έξω κι έπινα και άργησα για το φαγητό. Τ η ρωτάω πώς είναι δυνατό να έπινα με τις αφραγκίες που με δέρνουν και μου λέει σίγουρα θα δανείστηκες. Τ η ρωτάω αν νομίζει ότι υπάρχει κανένας που να δανείζει λεφτά σ’ έναν εργάτη που σκάβει για την Πρόνοια κι εκείνη μου λέει να πάψω να τη μολύνω με τα μεθυσμένα μου τα χνότα και να κάτσω αμέσως στο τραπέζι. Κάθομαι, λοιπόν, κι εγώ. Τ α παιδιά έχουν πάει όλα μαζί στο μπέιζμπολ κι εγώ θρονιάζομαι εκεί στο τραπέζι, ενώ εκείνη φέρνει το βραδινό χωρίς να μου πει κουβέντα.

ΧΑΡΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Δεν έχω όρεξη για παιχνίδια, αλλά μήπως έχω κι άλλη επιλογή; Δεν σου δίνουν και πολλές ευκαιρίες πια. Θα μπορούσα ν’ αφήσω τα πράγματα στην τύχη τους· αλλά τι θα γίνει αργότερα; Δεν πήγαινα εγώ γυρεύοντας* όμως, από τη στιγμή που πρέπει να το κάνω, θα το


κάνω. Ίσως δεν έπρεπε να πάρω μαζί μου τον Άλμπερτ. Είναι χαζός, αλλά από την άλλη ξηγιέται ντόμπρα και είναι και καλός βοηθός στο καΐκι. Δεν φοβάται εύκολα, ωστόσο δεν ξέρω ειλικρινά αν θα ’πρεπε να τον πάρω μαζί μου. Βέβαια, ούτε μπεκρή πρέπει να πάρω ούτε νέγρο. Πρέπει να έχω κάποιον που να μπορώ να στηριχτώ επάνω του. Αν τα καταφέρουμε, θα φροντίσω να πάρει μερίδιο από τα κέρδη. Βέβαια, τέτοιο πράγμα δεν θα μπορούσα να του το πω, γιατί δεν θα μπλεκόταν στην ιστορία, κι εγώ χρειάζομαι κάποιον στο πλευρό μου. Καλύτερα να το έκανα μόνος μου, οτιδήποτε είναι καλύτερα να το κάνεις μόνος, όμως δεν νομίζω ότι θα τα κατάφερνα. Ο Άλμπερτ είναι καλύτερα να μην ξέρει τίποτα για όλα αυτά. Τ ο μόνο πρόβλημα είναι ο Μπι-Λιπς. Ο Μπι-Λιπς θα μάθει τα πάντα. Πάντως, θα πρέπει να το έχουν σκεφτεί αυτό. Θα πρέπει να το έχουν υπολογίσει. Λέτε ο Μπι-Λιπς να είναι τόσο βλάκας, που να μην καταλαβαίνει τι πάνε να κάνουν; Αναρωτιέμαι. Βέβαια, ίσως να μην έχουν ακριβώς αυτό κατά νου. Ίσως και να μη σκοπεύουν να κάνουν κανένα τέτοιο πράγμα. Πάντως, εγώ έχω ακούσει ότι αυτά τα συνηθίζουν. Κι αν τελικά το κάνουν, θα πρέπει να γίνει την ώρα που κλείνουν, γιατί αλλιώς θα τους κυνηγήσει κανένα αεροπλάνο της ακτοφυλακής από το Μαϊάμι. Τ ώρα είναι έξι και έχει ήδη σκοτεινιάσει. Γ ία να προσγειωθεί μονάχα θέλει κοντά μια ώρα. Άμα πέσει το σκοτάδι, θα είναι μια χαρά. Αν είναι, λοιπόν, να τους μεταφέρω, πρέπει να δω τι θα κάνω με το καΐκι. Δεν θα ’ναι δύσκολο να το βγάλω έξω, αν όμως το κάνω απόψε και ανακαλύψουν ότι λείπει, μπορεί να ψάξουν και να το βρουν. Τ έλος πάντων, θα γίνει μεγάλη φασαρία. Πάντως, απόψε είναι μοναδική ευκαιρία να το πάρω από κει. Θα το βγάλω με την παλίρροια και θα τα καταφέρω να το κρύψω. Να δω και τι χρειάζεται, αν χρειάζεται τίποτα, αν έχουν βουτήξει κάτι από μέσα. Αλλά πρέπει να του βάλω βενζίνη και νερό. Δύσκολη νύχτα με περιμένει, μα την αλήθεια. Μετά, όταν θα το ’χω κρύψει, ο Άλμπερτ θα πρέπει να τους φέρει με ταχύπλοο. Μ’ εκείνο του Γουάλτον ίσως. Μπορώ να το νοικιάσω. Ή να το νοικιάσει ο Μπι-Λιπς. Ακόμα καλύτερα. Ο Μπι-Λιπς μπορεί να με βοηθήσει κιόλας να βγάλω έξω το καΐκι απόψε. Μάλιστα, ο Μπι-Λιπς είναι ο κατάλληλος. Γιατί κόβω το κεφάλι μου ότι τον Μπι-Λιπς τον έχουν


ζυγίσει. Σίγουρα θα πρέπει να τον έχουν ζυγίσει. Όπως κι εμένα και τον Άλμπερτ, άλλωστε. Έμοιαζε κανείς από δαύτους με θαλασσόλυκο; Για κάτσε να σκεφτώ. Μπορεί. Εκείνος ο χαζοχαρούμενος ίσως. Ο νεαρός. Πολύ πιθανό. Αυτό πρέπει να το μάθω, γιατί αν σκέφτονται να ξεφορτωθούν είτε τον Άλμπερτ είτε εμένα απ’ την αρχή, καλύτερα να το βγάλουν απ’ το μυαλό τους. Αργά ή γρήγορα, φυσικά, θ’ αποφασίσουν τι θα κάνουν με μας. Αλλά εκεί έξω, στ’ ανοιχτά του κόλπου, έχεις μπόλικο καιρό στη διάθεσή σου. Κι εγώ σκέφτομαι συνέχεια. Πρέπει να σκέφτομαι συνέχεια, μα και σωστά. Δεν επιτρέπεται να κάνω λάθος. Ούτε ένα. Ούτε μία φορά. Τ ώρα, λοιπόν, έχω κάτι να σκέφτομαι. Μάλιστα. Κάτι να κάνω και κάτι να σκέφτομαι, πέρα από το ν’ αναρωτιέμαι τι διάολο θα γίνει μετά. Πέρα από το ν’ αναρωτιέμαι πού διάολο θα καταλήξουν όλα αυτά. Όταν θα έχουν στήσει τη δουλειά. Οταν εσύ θα ’χεις μπεις στο κόλπο. Όταν θα έχεις την ευκαιρία. Αντί να κάθεσαι και να τη βλέπεις να πηγαίνει στο διάολο. Χωρίς καΐκι πια για να βγάζεις το ψωμί σου. Κι αυτός ο Μπι-Λιπς! Δεν έχει ιδέα πού έμπλεξε. Δεν έχει ιδέα πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Ελπίζω να φανεί πολύ σύντομα στου Φρέντι. Απόψε έχω πολλά να κάνω. Και καλύτερα να βάλω κάτι στο στόμα μου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 1 Ηταν περίπου εννιάμισι όταν ο Μπι-Λιπς πέρασε απ’ το μπαρ. Φαίνεται ότι τον είχαν ποτίσει κάμποσο πέρα στου Ρίτσαρντ, γιατί όταν πίνει έρχεται στο κέφι και τώρα μπήκε πολύ κεφάτος. «Λοιπόν, παίδαρε;» λέει στον Χάρι. «Άσε τα “ παίδαρε”!» του κάνει εκείνος. «Θέλω να σου μιλήσω, παίδαρε». «Πού; Πίσω στο γραφείο σου;» τον ρώτησε ο Χάρι.


«Ναι, εκεί πίσω. Είναι κανείς εκεί πίσω, Φρέντι;» «Όχι, από τότε που ψηφίστηκε αυτός ο νόμος. Δεν μου λες, πόση ώρα θα το τραβήξουν ακόμα μ’ εκείνη τη δουλειά που κουβεντιάζουν απ’ τις έξι;» «Γιατί δεν μου το αναθέτεις εμένα να κάνω κάτι γι’ αυτό;» λέει ο Μπι-Λιπς. «Αρχίδια θα σου αναθέσω!» του λέει ο Φρέντι. Τ ότε σηκώνονται κι οι δυο τους και πάνε πίσω, εκεί που είναι τα ιδιαίτερα χωρίσματα και τα καφάσια με τα άδεια μπουκάλια. Στο ταβάνι υπήρχε μόνο ένας γλόμπος αναμμένος. Ό Χάρι κοίταξε σε όλα τα σκοτεινά χωρίσματα και δεν είδε ψυχή. «Λοιπόν;» είπε. «Θέλουν να γίνει μεθαύριο, αργά το απόγευμα», του είπε ο ΜπιΛιπς. «Τ ι σκοπεύουν να κάνουν;» «Ισπανικά ξέρεις», είπε ο Μπι-Λιπς. «Δεν πιστεύω να τους το είπες αυτό, έτσι;» «Όχι. Είμαι φίλος σου. Τ ο ξέρεις δα». «Εσύ και τη μάνα σου θα πούλαγες». «Κόφτο! Κοίτα τι τεφαρίκι σου ’χω στρώσει». «Από πότε έχεις γίνει έτσι ζόρικος;» «Ακου, τα λεφτά τα χρειάζομαι. Πρέπει να φύγω από δω πέρα. Εδώ έχω μείνει στον άσο πια. Τ ο ξέρεις πολύ καλά αυτό, Χάρι».


«Και ποιος δεν το ξέρει;» «Ξέρεις πώς συντηρούσαν την επανάσταση με τις απαγωγές κι όλα αυτά». «Ξέρω». «Τ ο ίδιο κι εδώ. Τ ο κάνουν για καλό σκοπό». «Ναι. Μόνο που το κάνουν εδώ. Κι εσύ εδώ γεννήθηκες. Και ξέρεις ότι όλος ο κόσμος κάπου δουλεύει». «Κανείς δεν πρόκειται να πάθει τίποτα». «Μ’ αυτούς τους τύπους;» «Νόμιζα ότι είχες κοχόνες». «Έχω κοχόνες. Μην ανησυχείς για τις κοχόνες μου. Λογαριάζω, όμως, να συνεχίσω να ζω εδώ». «Εγώ πάλι όχι», είπε ο Μπι-Λιπς. Θεέ και Κύριε! σκέφτηκε ο Χάρι. Τ ο είπε μόνος του. «Θα φύγω», είπε ο Μπι-Λιπς. «Πότε λες να βγάλεις το καΐκι;» «Απόψε». «Και ποιος θα σε βοηθήσει;» «Εσύ». «Πού θα το πας;» «Εκεί που το πάω πάντα».


Δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βγει έξω το καΐκι. Ήταν τόσο απλό όσο το φανταζόταν ο Χάρι. Ο νυχτοφύλακας έκανε την περιπολία του κάθε ώρα ακριβώς και τον υπόλοιπο χρόνο βρισκόταν στην πύλη του παλιού ναύσταθμου. Μπήκαν στη μαρίνα με μια μικρή βάρκα, έλυσαν το καΐκι με την παλίρροια και το βοήθησαν να βγει προς τα έξω μόνο του. Καθώς έπλεαν στο κανάλι, ο Χάρι έριξε μια ματιά στις μηχανές και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχαν κάνει ήταν να αποσυνδέσουν τις κεφαλές στα ντιστριμπιτέρ. Έλεγξε τη βενζίνη και είδε ότι υπήρχαν μέσα γύρω στα πεντακόσια πενήντα λίτρα. Δεν είχαν τραβήξει καθόλου βενζίνη από τα ρεζερβουάρ* το καΐκι είχε μέσα ακριβώς όση είχε περισσέψει από την τελευταία διαδρομή. Ο Χάρι το ’χε γεμίσει ως απάνω πριν ξεκινήσουν και είχε κάψει ελάχιστη, γιατί ταξίδευαν πολύ αργά με τη φουρτούνα. «Έχω κάμποση βενζίνη καβάτζα», είπε στον Μπι-Λιπς. «Μπορώ να πάρω και μερικές νταμιτζάνες ακόμα μαζί μου στο αυτοκίνητο, και ο Άλμπερτ να φέρει κι άλλες, αν χρειαστεί. Θα το αφήσω στο λιμανάκι, εκεί που καταλήγει ο δρόμος. Μπορούν να έρθουν με το αμάξι ως εκεί». «Ήθελαν να βρίσκεσαι ακριβώς στο Πόρτερ Ντοκ». «Μα πώς μπορώ να το αφήσω εκεί το καΐκι;» «Δεν μπορείς. Πάντως, δεν νομίζω ότι έχουν καμιά διάθεση να οδηγήσουν». «Θα το αφήσουμε εκεί απόψε, να το γεμίσω και να δω αν χρειάζεται τίποτ’ άλλο, κι αργότερα το μετακινώ. Εσύ μπορείς να νοικιάσεις ένα ταχύπλοο και να τους φέρεις. Προς το παρόν, λοιπόν, το πάω στο λιμανάκι. Έχω πολλά να κάνω. Εσύ’ βγες ε-ξω, πάρε τ' αμάξι και περίμενέ με στη γέφυρα. Θα είμαι εκεί σε δυο ώρες περίπου. Θ' αφήσω το καΐκι και θα βγω στο δρόμο». «Θα 'ρθω να σε πάρω», του είπε ο Μπι-Λιπς, και ο Χάρι, κατεβάζοντας ταχύτητα στις μηχανές του ώστε το καΐκι να κινείται


πιο ήρεμα στο νερό, τράβηξε τη βάρκα κάτω από το φως του προβολέα του. Έπειτα πέταξε τους γάντζους του και κράτησε τη βάρκα σταθερή, όσο να μπει μέσα ο Μπι-Λιπς. «Σε δυο ώρες περίπου, λοιπόν», είπε. «Σύμφωνοι», είπε ο Μπι-Λιπς. Καθισμένος στο τιμόνι, προχωρώντας αργά μέσα στο σκοτάδι κι αποφεύγοντας επιδέξια τα φώτα στις αποβάθρες, ο Χάρι σκεφτόταν: Μάλιστα! Ο Μπι-Λιπς κάνει μια δουλειά, για να βγάλει το παραδάκι του. Αναρωτιέμαι πόσα υπολογίζει ότι θα κονομήσει. Αναρωτιέμαι και πώς έμπλεξε μ’ αυτούς τους τύπους. Να ένα έξυπνο παλληκάρι, που του ’τύχε επιτέλους μια καλή ευκαιρία! Είναι και καλός δικηγόρος. Ωστόσο, πάγωσα όταν τον άκουσα να μιλάει έτσι για τον εαυτό του. Πολύ μεγάλες κουβέντες έλεγε, μα την αλήθεια. Είναι ενοχλητικό ν’ ακούς έναν άνθρωπο να λέει τόσο μεγάλες κουβέντες. Κι όταν μάλιστα, τον άκουσα να τις λέει για τον ίδιο του τον εαυτό, δεν σας το κρύβω ότι τρόμαξα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 Γ υρίζοντας σπίτι δεν αναψε το φως, παρά έβγαλε τα παπούτσια του στο χολ κι ανέβηκε τις σκάλες με τις κάλτσες. Γδύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι φορώντας μοναχά τη φανέλα του. Εκείνη τη στιγμή η γυναίκα του ξύπνησε και φώναξε «Χάρι;» μέσα στο σκοτάδι. «Κοιμήσου, κυρά!» της είπε εκείνος. «Χάρι, τι συμβαίνει;): «Θα πάω ένα ταξιδάκι». «Με ποιον;»


«Με κανέναν. Με τον Άλμπερτ ίσως». «Με ποιο καΐκι;» «Τ ο ξαναπήρα πίσω το καΐκι». «Πότε;» «Απόψε». «Θα σε κλείσουν φυλακή, Χάρι». «Κανείς δεν ξέρει ότι το πήρα». «Και πού είναι τώρα;» «Τ ο έκρυψα». Ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι, ένιωσε τα χείλη της να αναζητούν το πρόσωπό του, κι όταν το χέρι της τον ακούμπησε, κύλησε μπρούμυτα και πίεσε το σώμα του στο δικό της. «Θέλεις;» «Ναι, θέλω. Τ ώρα». «Κοιμόμουνα. Θυμάσαι τότε που το κάναμε κοιμισμένοι;» «Δεν μου λες, δεν σ’ ενοχλεί το χέρι; Δεν σε κάνει να νιώθεις περίεργα;» «Τ ι ανόητος που είσαι! Μου αρέσει. Ό,τι είναι δικό σου μου αρέσει. Βάλ’ το εκεί. Βάλ’ to κι εδώ. Αλήθεια σου λέω, μου αρέσει». «Σαν το κουλό της χελώνας είναι». «Δεν είσαι χελώνα, Χάρι. Πες μου, είν’ αλήθεια ότι το κάνουν τρεις μέρες συνέχεια; Οι χελώνες:»


«Φυσικά. Άκου, μην κάνεις φασαρία. Θα ξυπνήσουμε τα κορίτσια». «Δεν ξέρουν τι έχω εγώ εδώ. Ποτέ δεν θα μάθουν τι άντρα έχω. Αχ, Χάρι! Έτσι μπράβο! Αχ, γλύκα μου!» «Περίμενε». «Δεν θέλω να περιμένω. Έλα! Αυτό είναι... Εκεί ακριβώς. Δεν μου λες, το ’χεις κάνει ποτέ με καμιά νέγρα πουτάνα;» «Φυσικά». «Πώς είναι;» «Σαν να το κάνεις με καρχαρία». «Πλάκα έχεις, Χάρι! Τ ι κρίμα που πρέπει να φύγεις. Μακάρι να μην έφευγες ποτέ. Ποια ήταν η καλύτερη απ’ όλες όσες έχουν πάει μαζί σου;» «Εσύ». «Ψεύτη! Όλο ψέματα μου λες. Αχ, εκεί... εκεί. Εκεί». «Όχι. Εσύ είσαι η καλύτερη». «Εγώ γέρασα». «Ποτέ δεν θα γεράσεις εσύ». «Αυτά τα ’χω ξανακούσει» «Μα δεν έχει καμιά σημασία, άμα η γυναίκα είναι καλή». «Συνέχισε! Συνέχισε τώρα! Με το ζαβό το χέρι... εκεί. Βάλ’ το εκεί. Κράτα το! Κράτα το τώρα! Κράτα το!»


«Κάνουμε πάρα πολύ θόρυβο». «Μα ψιθυρίζουμε». «Πρέπει να σηκωθώ πριν χαράξει». «Κοιμήσου! Θα σε ξυπνήσω εγώ. Όταν γυρίσεις με το καλό, θα το κάψουμε. Θα πάμε σε κανένα ξενοδοχείο στο Μαϊάμι, όπως κάναμε παλιά. Ακριβώς όπως κάναμε παλιά. Σ’ ένα μέρος όπου δεν θα ξέρουν κανέναν από τους δυο μας. Δεν θα μπορούσαμε να πάμε στη Νέα Ορλεάνη;» «Ίσως», είπε ο Χάρι. «Ακου, Μαρί, πρέπει να κοιμηθώ τώρα». «Θα πάμε στη Νέα Ορλεάνη;» «Γιατί όχι; Μόνο που τώρα πρέπει να κοιμηθώ». «Κοιμήσου! Είσαι μια σκέτη γλύκα. Άντε, κοιμήσου! Θα σε ξυπνήσω εγώ. Μην ανησυχείς». Αποκοιμήθηκε με jo κολοβό του χέρι φαρδύ πλατύ πάνω στο μαξιλάρι κι εκείνη βάλθηκε να τον κοιτάζει για κάμποση ώρα. Έβλεπε το πρόσωπό του στο φως απ’ το φανάρι του δρόμου, που έμπαινε από το παράθυρο. Είμαι τυχερή, σκεφτόταν. Αχ, τα κοριτσόπουλα! Αυτά δεν ξέρουν τι σόι άντρας θα τους τύχει. Δεν ξέρουν ούτε τι άντρα έχω εγώ τώρα ούτε με ποιους ήμουν παλιά. Υπήρξα τυχερή γυναίκα. Ακούς εκεί να λέει τον εαυτό του χελώνα! Ευτυχώς, βέβαια, που έχασε χέρι κι όχι πόδι. Δεν θα μου άρεσε να είχε χάσει πόδι. Αλλά κι αυτό το χέρι, γιατί να το χάσει; Είναι παράξενο, αλλά δεν με νοιάζει. Δεν μ' ενοχλεί τίποτα επάνω του. Ήμουν τυχερή γυναίκα. Δεν υπάρχουν άντρες σαν αυτόν. Όσοι δεν τον έχουν γνωρίσει δεν ξέρουν τι χάνουν. Είχα πολλούς άντρες στη ζωή μου. Κι ήταν μεγάλη τύχη που μου ’λάχε αυτός. Λέτε οι χελώνες να νιώθουν σαν και μας; Λέτε όση ώρα το κάνουν να νιώθουν έτσι; Ή μήπως οι θηλυκές πονάνε; Τ ι αλλόκοτα πράματα


κάθομαι και σκέφτομαι! Κοίτα τον τώρα πώς κοιμάται, σαν μωράκι. Καλύτερα να μείνω ξάγρυπνη, για να καταφέρω να τον ξυπνήσω. Χριστέ μου, θα μπορούσα να το κάνω όλη νύχτα, αν οι άντρες ήταν φτιαγμένοι για κάτι τέτοιο. Θα μου άρεσε να το κάνω και να μην κοιμάμαι ποτέ. Ποτέ, ποτέ, όχι, ποτέ. Όχι, ποτέ, ποτέ, ποτέ. Για σκεφτείτε το, αλήθεια. Εγώ, στην ηλικία μου. Αλλά και γριά δεν είμαι. Εκείνος είπε ότι είμαι ακόμα καλή. Στα σαράντα πέντε δεν είσαι και καμιά γριά. Δυο χρόνια τον περνάω. Κοίτα τον πώς κοιμάται! Κοίτα τον που κοιμάται σαν μωρό! Δυο ώρες πριν ξημερώσει βρίσκονταν στη δεξαμενή της βενζίνης, στο γκαράζ, γεμίζοντας και ταπώνοντας νταμιτζάνες και βάζοντάς τες στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου. Ο Χάρι προσάρμοσε ένα γάντζο στο δεξί του χέρι, κι έτσι μετακινούσε και σήκωνε πολύ εύκολα τις νταμιτζάνες με τα ψάθινα καλύματα. «Δεν θες πρωινό;» «Όταν γυρίσω». «Δεν θες τον καφέ σου;» «Τ ον έχεις έτοιμο;» «Βέβαια. Τ ον έβαλα να γίνεται πριν βγούμε έξω». «Φέρ’ τον τότε». Τ ου έφερε τον καφέ κι εκείνος τον ήπιε καθισμένος στο τιμόνι. Πήρε μετά το φλιτζάνι του και το ακούμπησε στο ράφι του γκαράζ. «Θα ’ρθω μαζί σου να σε βοηθήσω με τις νταμιτζάνες», του είπε. «Σύμφωνοι», είπε εκείνος. Κάθισε δίπλα του, σωστή γυναικάρα, με τις μακριές της γάμπες, τα μεγάλα της χέρια και τους φαρδιούς της γοφούς, όμορφη ακόμα, μ’ ένα καπέλο χωμένο βαθιά πάνω από τα


κατάξανθα μαλλιά της. Μέσα στο σκοτάδι και την παγωνιά της αυγής πήραν τον εξοχικό δρόμο, με την ομίχλη να σκεπάζει βαριά τον κάμπο. «Τ ι σε ανησυχεί, Χάρι;» «Δεν ξέρω. Απλώς ανησυχώ. Για πες μου τώρα, θ’ αφήσεις τα μαλλιά σου να μακρύνουν;» «Έτσι έλεγα. Αλλά τα κορίτσια μού βάλαν χέρι». «Δεν πάει στο διάολο! Αφησέ τα κι έτσι όπως είναι». «Τ ο θες στ’ αλήθεια;» «Ναι», είπε εκείνος. «Αφού μ’ αρέσουν έτσι». «Δεν νομίζεις ότι με γερνάνε;» «Είσαι η καλύτερη απ’ όλες». «Θα τα φτιάξω, τότε. Μπορώ να τα ξανθύνω κι άλλο, αν θες». «Τ α κορίτσια γιατί ανακατεύονται με το τι κάνεις εσύ;» είπε ο Χάρι. «Δεν τους πέφτει λόγος». «Ξέρεις δα πώς είναι. Έτσι κάνουν τα κοριτσόπουλα. Άκου, αν όλα πάνε καλά με το ταξίδι, θα φύγουμε για Νέα Ορλεάνη, έτσι;» «Γία Μαϊάμι». «Ας είναι, για Μαϊάμι. Και θα τις αφήσουμε εδώ». «Ας κάνω πρώτα το ταξίδι με το καλό». «Δεν ανησυχείς πια, ε;»


«Όχι». «Τ ο ξέρεις ότι έμεινα ξάγρυπνη τέσσερις ώρες και σε σκεφτόμουνα;» «Είσαι σπουδαία κυρά». «Όποτε κι αν σε σκεφτώ, ερεθίζομαι». «Προς το παρόν πρέπει να βάλουμε βενζίνη», είπε ο Χάρι. Στις δέκα to πρωί, στου φρέντι, ο Χάρι ήταν όρθιος μπροστά στο μπαρ με τέσσερις πέντε άλλους, ενώ δυο άντρες από το τελωνείο είχαν μόλις φύγει. Τ ον είχαν ρωτήσει για το καΐκι, κι εκείνος τους είχε πει ότι δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτό. «Πού ήσουνα χτες τη νύχτα;» «Εδώ και μετά σπίτι μου». «Ως τι ώρα ήσουν εδώ;» «Ως την ώρα που έκλεισε». «Σε είδε κανείς;» «Πολλοί άνθρωποι», είπε ο Φρέντι. «Τ ι τρέχει;» τους ρώτησε ο Χάρι. «Μπας και θαρρείτε ότι έκλεψα το ίδιο μου το καΐκι; Και τι θα το ’κανα;» «Σε ρώτησα απλώς πού ήσουνα», είπε ο αξιωματικός του τελωνείου. «Μην αρπάζεσαι». «Δεν αρπάζομαι», είπε ο Χάρι. «Αρπάχτηκα τότε που μου το βούτηξαν χωρίς καμιά απόδειξη ότι μετέφερα αλκοόλ». «Αυτό έγινε με ένορκη καταγγελία», είπε ο τελωνειακός. «Και η


καταγγελία δεν ήταν δική μου. Ξέρεις ποιος την έκανε». «Σύμφωνοι», είπε ο Χάρι. «Μονάχα μη μου λες ότι αρπάχτη-κα επειδή με ρώτησες. Θα προτιμούσα να το ’χατε δεμένο τώρα. Έτσι θα είχα μια ελπίδα να το πάρω πίσω. Υπάρχει, όμως, καμιά ελπίδα, αν το έχουν κλέψει;» «Καμιά, υποθέτω», είπε ο τελωνειακός. «Γύρνα, λοιπόν, στα χαρτιά σου τώρα!» είπε ο Χάρι. «Μη γίνεσαι στριμμένος», είπε ο τελωνειακός, «γιατί θα φροντίσω να σου δώσω μια καλή ευκαιρία να γίνεις στ’ αλήθεια έξω φρενών». «Μετά από δεκαπέντε χρόνια;» είπε ο Χάρι. «Δεκαπέντε χρόνια δεν ήσουνα στριμμένος». «Όχι* ούτε και φυλακή πήγα». «Άσε, λοιπόν, τα ζοριλίκια, μην καταλήξεις εκεί». «Ηρέμησε!» είπε ο Χάρι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αυτός ο χαζοβιόλης ο Κουβανέζος ταξιτζής μπήκε μέσα μαζί με κάποιον που έφερνε από το αεροδρόμιο, κι ο χοντρο-Ρότζερ τού λέει: «Χέιζουζ, έμαθα ότι απέκτησες μωρό». «Μάλιστα, κύριε», λέει ο Χέιζουζ, όλο περηφάνια. «Πότε παντρεύτηκες;» τον ρώτησε ο Ρότζερ. «Πριν μήνα. Πριν δύο μήνα. Εσύ δεν ήρτες γάμο;» «Όχι», είπε ο Ρότζερ. «Δεν ήρτα γάμο». «Έχασε», είπε ο Χέιζουζ. «Έχασε .σπουδαίο γάμο. Τ ι έγινε δεν


ήρτε;» «Δεν με κάλεσες». «Α ναι», έκανε ο Χέιζουζ. «Ξέχασα. Δεν σε κάλεσα... Κύριος βρήκε τι ήθελε;» ρώτησε τον ξένο. «Ναι. Νομίζω. Αυτή είναι η καλύτερη τιμή που έχετε στο Μπακάρντι;» «Μάλιστα, κύριε», του είπε ο Φρέντι. «Αυτή είναι η πραγματική κάρτα ντελ όρο». «Και δεν μου λες, Χέιζουζ, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι δικό σου το μωρό;» τον ρωτάει ο Ρότζερ. «Γιατί εγώ λέω ότι δεν είναι δικό σου». «Τ ι εννοεί δεν είναι δικό μου; Τ ι εννοεί; Θεέ μου, δεν πρέπει μιλάει έτσι σ’ εμένα! Τ ι εννοεί μωρό δεν είναι δικό μου; Αγοράζει αγελάδα και δεν παίρνει μοσχάρι; Μωρό δικό μου. θεέ μου. ναι. Δικό μου. Μάλιστα, κνριεί» Βγαίνει έξω μαζί με τον ξένο και την μπουκάλα το Μπα-κάρντι κι ο Ρότζερ ξεσπάει σε χάχανα. Απίθανος τύπος αυτός ο Χέιζουζ, μα την αλήθεια! Αυτός κι εκείνος ο άλλος Κουβανέζος. ο Σουιτγουότερ. Πάνω στην ώρα, να σου και ο Μπι-Λιπς, ο δικηγόρος, που μπαίνει μέσα και λέει στον Χάρι: «Μόλις έφυγαν από το τελωνείο να πάνε να πάρουν το καΐκι σου». Ο Χάρι τον κοίταξε λες κι ήταν έτοιμος να τον σφάξει. Ο Μπι-Λιπς συνέχισε στον ίδιο ανέκφραστο τόνο: «Κάποιος που ήταν πάνω σ’ ένα από κείνα τα ψηλά τα φορτηγά της Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων, εκεί που χτίζουν το στρατόπεδο, στην Μπόκα Τ σίκα, το είδε κρυμμένο στα σκίνα και τηλεφώνησε στο τελωνείο. Μόλις τώρα είδα


τον Χέρμαν Φρέντερικς. Αυτός μου το είπε». Ο Χάρι δεν είπε λέξη. Η φονική έκφραση χάθηκε απ’ το πρόσωπό του και τα μάτια του ξαναπήραν τις κανονικές τους διαστάσεις. Έπειτα γύρισε στον Μπι-Λιπς και του είπε: «Τ ’ ακούς όλα εσύ, ε;» «Νόμιζα πως θα σ’ ενδιέφερε να το μάθεις», είπε ο Μπι-Λιπς, με την ίδια ανέκφραστη φωνή. «Δεν με αφορά καθόλου», είπε ο Χάρι. «Ας το πρόσεχαν καλύτερα το καΐκι». Έμειναν και οι δυο τους εκεί στο μπαρ, αμίλητοι, ώσπου ο χοντροΡότζερ και οι δυο τρεις άλλοι απομακρύνθηκαν. Ύστερα πήγαν πίσω. «Είσαι σκέτος μπελάς», είπε ο Χάρι. «Ό,τι αγγίζεις το μολύνεις». «Εγώ φταίω που το είδε το φορτηγό; Εσύ διάλεξες το μέρος. Εσύ ο ίδιος το ’κρυψες το καΐκι σου». «Σκάσε!» είπε ο Χάρι. «Είχανε ποτέ εκεί τόσο ψηλά φορτηγά; Αυτή ήταν η τελευταία μου ευκαιρία να βγάλω τίμια λεφτά. Η τελευταία ευκαιρία να μπω σ’ ένα καΐκι και να βγάλω λεφτά». «Ό,τι είναι να γίνει θα σ’ το πω αμέσως». «Είσαι σωστό αρπαχτικό». «Κόφτο!» είπε ο Μπι-Λιπς. «Θέλουν να φύγουν το απόγευμα, σήμερα κιόλας». «Ώστε έτσι, διάολε;» «Κάτι φαίνεται να τους ανησυχεί».


«Τ ι ώρα θέλουν να φύγουν;» «Στις πέντε». «Θα βρω καΐκι. Και θα τους πάω στο διάολο». «Αυτή δεν είναι και τόσο κακή ιδέα». «Μην κάνεις τον καμπόσο τώρα. Τ η γνώμη σου για τη δουλειά μου κράτα την για πάρτη σου». «Για άκου δω, παλληκαρά μου!» είπε ο Μπι-Λιπς. «Εγώ προσπαθώ να σε βοηθήσω και να σου βρω κάτι καλό...» «Και το μόνο που κάνεις είναι να μου δημιουργείς μπελάδες. Βούλωσ’ το, λοιπόν! Όποιον αγγίζεις εσύ τον καταστρέφεις». «Κόφτο, μάγκα!» «Ηρέμησε!» είπε ο Χάρι. «Πρέπει να σκεφτώ. Τ όσο καιρό είχα ένα πράγμα να σκέφτομαι, και τώρα που κατάφερα να βρω την άκρη πρέπει να σκεφτώ κάτι άλλο». «Γιατί δεν μ’ αφήνεις να σε βοηθήσω;» «Αν θες να βοηθήσεις, έλα δω στις δώδεκα και φέρε μου τα λεφτά της εγγύησης για το καΐκι». Καθώς έφευγαν, ο Άλμπερτ μπήκε στο μπαρ και πλησίασε τον Χάρι. «Λυπάμαι, Άλμπερτ, δεν μπορώ να σε χρησιμοποιήσω», είπε ο Χάρι. Τ ο είχε ήδη σκεφτεί το θέμα. «Θα σου πάρω φτηνά», είπε ο Άλμπερτ. «Λυπάμαι», είπε ο Χάρι. «Δεν σε χρειάζομαι τώρα».


«Δεν θα βρεις άλλον καλύτερο έτσι φτηνά», είπε ο Άλμπερτ. «Θα πάω μόνος μου». «Θα κάνεις μονάχος σου τέτοιο ταξίδι;» είπε ο Άλμπερτ. «Σκάσε!» είπε ο Χάρι. «Τ ι ξέρεις εσύ απ’ αυτά; Μπας και σου μαθαίνουν και τη δική μου δουλειά εκεί στην Πρόνοια;» «Δεν πας στο διάολο;» είπε ο Άλμπερτ. «Μπορεί και να πάω», είπε ο Χάρι. Οποιοσδήποτε τον έβλεπε, θα καταλάβαινε ότι είχε πέσει σε μεγάλη περισυλλογή και δεν ήθελε να τον ενοχλήσουν. «Πάντως, θα ήθελα να έρθω», είπε ο Άλμπερτ. «Δεν μπορώ να σε χρησιμοποιήσω», είπε ο Χάρι. «Άσε με ήσυχο, σε παρακαλώ!» Ο Άλμπερτ έφυγε και ο Χάρι απόμεινε όρθιος εκεί στο μπαρ, κοιτάζοντας τα αυτόματα μηχανήματα που δούλευαν με κέρματα των πέντε σεντς, των είκοσι και των είκοσι πέντε, και τον πίνακα που παρίστανε την «Τ ελευταία αντίσταση» του Κόστερ στον τοίχο, λες και τα έβλεπε για πρώτη φορά. «Καλό αυτό που είπε ο χοντρο-Ρότζερ στον Χέιζουζ για το μωρό, ε;» του είπε ο Φρέντι, βάζοντας μερικά καφεπότηρα στη λεκάνη με το σαπουνόνερο. «Για πιάσε μου ένα Τ σέστερφιλντ», του είπε ο Χάρι. Κράτησε το πακέτο κάτω απ’ τη μασχάλη του, το άνοιξε από μια γ(ονιά, τράβηξε ένα τσιγάρο και το ’βάλε στο στόμα του, ύστερα έχωσε το πακέτο μέσα στην τσέπη του κι άναψε το τσιγάρο. «Σε τι κατάσταση είναι το καΐκι σου, Φρέντι;» ρώτησε.


«Μόλις το πήρα απ’ το ναυπηγείο», είπε ο Φρέντι. «Είναι σε καλή κατάσταση». «Μπορείς να μου το νοικιάσεις;» «Για τι πράγμα;» «Για ένα ταξιδάκι ως απέναντι». «Μόνο αν μου δώσουν την αξία του ως εγγύηση». «Πόσο κοστίζει;» «Χίλια διακόσια δολάρια». «Θέλω να το νοικιάσω εγώ», είπε ο Χάρι. «Μου το εμπιστεύεσαι;» «Όχι», του είπε ο Φρέντι. «Βάζω το σπίτι μου εγγύηση». «Δεν το θέλω το σπίτι σου. Θέλω χίλια διακόσια μπροστά». «Σύμφωνοι», είπε ο Χάρι. «Φέρε τα λεφτά», του είπε ο Φρέντι. «Όταν έρθει η Μπι-Λιπς, πες του να με περιμένει», είπε ο Χάρι και βγήκε έξω. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 Πέρα στο σπιτι, η Μαρί και τα κορίτσια είχαν καθίσει για φαγητό. «Γεια σου, μπαμπά!» είπε η μεγάλη. «Να ο μπαμπάς!» «Τ ι καλό τρώτε σήμερα;» ρώτησε ο Χάρι.


«Έχουμε μπριζόλα», είπε η Μαρί. «Κάποιος μας είπε ότι σου έκλεψαν το καΐκι, μπαμπά». «Τ ο ξαναβρήκαν», είπε ο Χάρι. Η Μαρί τον κοίταξε. «Ποιος το βρήκε;» ρώτησε. «Τ ο τελωνείο». «Ω, Χάρι!» έκανε εκείνη, με οίκτο. «Δεν είναι καλύτερα που το βρήκαν, μπαμπά;» ρώτησε η δεύτερη κόρη. «Μη μιλάς όταν τρως», της είπε ο Χάρι. «Πού είναι το φαγητό μου; Τ ι περιμένετε;» «Τ ο φέρνω». «Βιάζομαι», είπε « ο Χάρι. «Εσείς, κορίτσια, φάτε και βγείτε έξω. Πρέπει να πω κάτι στη μητέρα σας». «Θα μας δώσεις λεφτά να πάμε στο ματς το απόγευμα, μπαμπά;» «Γιατί δεν πάτε να κολυμπήσετε; Αυτό είναι τζάμπα». «Αχ, μπαμπά, κάνει πολύ κρύο για να κολυμπήσουμε και θέλουμε να πάμε στο ματς». «Σύμφωνοι», είπε ο Χάρι. «Εντάξει». Όταν τα κορίτσια βγήκαν απ’ το δωμάτιο, είπε στη Μαρί: «Μου το κόβεις;»


«Φυσικά, αγάπη μου». Έκοψε το κρέας, σαν να τάιζε μικρό παιδί. «Σ’ ευχαριστώ», είπε ο Χάρι. «Είμαι μεγάλος μπελάς, πανά-θεμά με, ε; Τ α κορίτσια δεν είναι και τόσο». «Όχι, γλύκα μου». «Περίεργο που δεν καταφέραμε να κάνουμε κανένα αγόρι». «Είναι επειδή είσαι άντρακλας. Οι άντρακλες πάντα βγάζουν κορίτσια». «Σιγά τον άντρακλα!» είπε ο Χάρι. «Άκου, όμως, το ταξίδι προμηνύεται πολύ δύσκολο». «Πες μου για το καΐκι». «Τ ο είδαν από ένα φορτηγό. Από κείνα τα ψηλά» «Ποπό, γκαντεμιά!» «Δεν λες σκατά κι απόσκατα καλύτερα;» «Ω, Χάρι, μη μιλάς έτσι στο σπίτι!» , «Εσύ στο κρεβάτι μιλάς και χειρότερα καμιά φορά». «Άλλο αυτό. Πάντως, δεν θέλω ν’ ακούω τη λέξη σκατά στο τραπέζι μου». «Ω, σκατά!» «Αχ, αγάπη μου, είσαι χάλια, έτσι;» είπε η Μαρί. «Όχι», είπε ο Χάρι. «Απλώς σκέφτομαι».


«Σκέψου όσο μπορείς καλύτερα τότε. Έχω εμπιστοσύνη σ' εσένα». «Κι εγώ στον εαυτό μου. Σάμπως μου απόμεινε και τίποτ’ άλλο;» «Θες να μου πεις ακριβώς τι έγινε;» «Όχι. Τ ο μόνο που θέλω είναι να μην ανησυχήσεις, ό,τι κι αν σου ζητήσω». «Δεν θ' ανησυχήσω». «Άκου, Μαρί. Ανέβα στο πατάρι επάνω και φέρε μου το Τ όμσον και δες και στο ξύλινο κουτί με τις σφαίρες αν είναι τα φυσίγγια γεμάτα». «Μην το πάρεις αυτό!» «Πρέπει». «Θέλεις και κανένα κουτί σφαίρες;» «Μπα. Αφού δεν μπορώ να γεμίσω. Έχει τέσσερις γεμιστήρες». «Αγάπη μου, για τέτοιο ταξίδι ξεκινάς;» «Σου είπα, θα ’ναι ζόρικο». «Ω, Θεέ μου!» έκανε εκείνη. «Ω, Θεέ μου! Μακάρι να μην ήσουν αναγκασμένος να κάνεις τέτοια πράματα». «Άντε, πήγαινε βρες το τώρα και κατέβασέ το μου! Φέρε μου και λίγο καφέ». «Οκέι», είπε η Μαρί. Έσκυψε πάνω από το τραπέζι και τον φίλησε στο στόμα. «Άσε με!» είπε ο Χάρι. «Πρέπει να σκεφτώ».


Καθισμένος στο τραπέζι βάλθηκε να κοιτάζει το πιάνο, τον μπουφέ και το ραδιόφωνο, τον πίνακα με το «Φθινοπωρινό πρωινό» και τους πίνακες με τους έρωτες που κρατούν τόξα τεντωμένα πίσω απ’ το κεφάλι τους, το γυαλιστερό δρύινο τραπέζι, τις γυαλιστερές δρύινες καρέκλες και τις κουρτίνες στα παράθυρα, ενώ σκεφτόταν: Πόσες ευκαιρίες έχω να χαρώ το σπίτι μου; Γιατί τώρα να είμαι σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι ήμουν όταν ξεκίνησα; Αλλά ακόμα κι αυτά θα χαθούν, αν δεν παίξοο σωστά το παιχνίδι. Αν θα χαθούν, λέει! Ούτε εξήντα δολάρια δεν έχω στην μπάντα, όμως αυτή τη φορά πρέπει να τα κονομήσω. Κι αυτές οι κόρες μου, πανάθεμά τες! Ήταν ανάγκη να κάνουμε μόνο κορίτσια η κυρά μου κι εγώ; Αλλά ίσως τ’ αγόρια να της τελείωσαν πριν τη γνωρίσω εγώ». «Να το!» είπε η Μαρί, κρατώντας το Τ όμσον από το δερμάτινο λουρί. «Είναι γεμάτο». «Πρέπει να φύγω», είπε ο Χάρι. Σήκωσε τη βαριά λαδωμένη θήκη με τις διχτυωτές τσέπες και το αμοντάριστο όπλο μέσα. «Βάλ’ το στο αμάξι, κάτω από το μπροστινό κάθισμα». «Γεια σου!» είπε η Μαρί. «Γεια σου, κυρά!» «Δεν θ’ ανησυχώ. Αλλά να τον προσέχεις τον εαυτό σου!» «Κι εσύ να είσαι καλά». «Ω, Χάρι!» είπε, και τον έσφιξε δυνατά πάνω της. «Ασε με τώρα! Δεν έχω καιρό». Τ η χτύπησε στην πλάτη με το ζαβό του χέρι. «Αχ, εσύ και το χελωνόχερό σου!» είπε. «Ω, Χάρι, να προσέχεις!»


«Πρέπει να φύγω. Γεια σου, κυρά!» «Γεια σου, Χάρι!» Τ ον χάζευε καθώς έβγαινε από το σπίτι, ψηλός, με φαρδιούς ώμους, ίσια πλάτη, λαγόνια στενά, μα και με κάτι το ζωώδες πάνω του, σκεφτόταν, άνετος, ευκίνητός, κοτσονάτος ακόμα, να κινείται τόσο ανάλαφρα και με τόση χάρη, σκεφτόταν, κι όταν έμπαινε στο αυτοκίνητο τον χάζευε και πάλι, έτσι ξανθό, με μαλλιά ξεθωριασμένα απ’ τον ήλιο, το πρόσωπό του με τα φαρδιά ζυγωματικά, τα στενά μάτια, τη σπασμένη μύτη, το μεγάλο στόμα και το στρογγυλό πηγούνι, κι όταν πια μπήκε στο αμάξι, της χαμογέλασε κι εκείνη άρχισε να κλαίει. Αυτό το πρόσωπο, πανάθεμά το! σκεφτόταν. Κάθε φορά που βλέπω αυτό το αναθεματισμένο πρόσωπο, μου ’ρχεται να βάλω τα κλάματα. Στο μπαρ του φρεντι είχαν μπει τρεις τουρίστες, και ο Φρέντι τούς περιποιόταν. Ο ένας, που φορούσε σορτς κι ένα ζευγάρι γυαλιά με χοντρούς φακούς, ήταν πανύψηλος, αδύνατος και ηλιοκαμένος, με φαρδιούς ώμους κι ένα κοκκινόξανθο κοντό μουστάκι. Η γυναίκα που ήταν μαζί του είχε ξανθά κατσαρά μαλλιά, κομμένα αγορίστικα, άσχημο δέρμα, και το πρόσωπο και η κοψιά της θύμιζαν μποξέρ. Φορούσε κι εκείνη σορτς. «Αεί στον κόρακα!» έλεγε στον τρίτο τουρίστα, που είχε ένα πρόσωπο κόκκινο και πρησμένο, σταχτί μουστάκι, άσπρο πάνινο καπέλο με γείσο από πράσινη ζελατίνα κι ένα τικ στην ομιλία, που τον έκανε να κουνάει υπερβολικά τα χείλη του, λες κι έτρωγε κάτι πολύ καυτό που τον ενοχλούσε. «Τ ι χαριτωμένο!» είπε ο άντρας με το πράσινο γείσο στο καπέλο. «Αυτή την έκφραση, πραγματικά, δεν την έχω ακούσει ποτέ σε κουβέντα. Νόμιζα ότι είχε καταργηθεί πια, ότι τη συναντάει κανείς μόνο τυπωμένη στις... χμ... χαζοφυλλάδες, όχι ότι χρησιμοποιείται σε συζήτηση».


«Στον κόρακα, στον κόρακα, δυο φορές στον κόρακα!» είπε η μποξέρ σε μια ξαφνική επίδειξη γοητείας, δίνοντάς του το προνόμιο να θαυμάσει το φακιδιάρικο προφίλ της. «Τ ι καλό!» είπε ο άντρας με το πράσινο γείσο. «Τ ο λες τόσο χαριτωμένα! Αυτή η έκφραση από το Μπρούκλιν δεν είναι;» «Μην της δίνεις σημασία. Είναι η γυναίκα μου», είπε ο ψηλός. «Δεν έχει τύχει να γνωριστείτε;» «Ω, στον κόρακα κι αυτός και δυο φορές στον κόρακα εγώ που τον γνώρισα!» είπε η σύζυγος. «Τ ι κάνεις;» «Καλούτσικα», είπε ο άντρας με το πράσινο γείσο. «Εσύ τι κάνεις;» «Πολλά και καταπληκτικά», είπε ο ψηλός. «Θα ’πρεπε να τη δεις». Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο Χάρι, και η γυναίκα του ψηλού τουρίστα είπε: «Δεν είναι υπέροχος; Αυτό ακριβώς θέλω. Θα μου τον αγοράσεις, μπαμπάκα;» «Μπορώ να σου μιλήσω;» είπε ο Χάρι στον Φρέντι. «Φυσικά. Εμπρός, πες ό,τι γουστάρεις», είπε η γυναίκα του ψηλού τουρίστα. «Σκάσε συ, πουτάνα!» είπε ο Χάρι. «Έλα πίσω, Φρέντι». Πίσω βρισκόταν κι ο Μπι-Λιπς, καθισμένος μπροστά σ’ ένα τραπέζι. «Γεια σου, παίδαρε!» είπε στον Χάρι. «Βούλωσ’ το!» είπε ο Χάρι.


«Για άκου να σου πω», είπε ο Φρέντι. «Κόφτο, γιατί δεν θα ’χεις καλά ξεμπερδέματα. Δεν μπορείς να μιλάς έτσι στην πελατεία μου. Δεν μπορείς ν’ αποκαλείς μια κυρία πουτάνα μέσα σ’ ένα καθωσπρέπει μπαρ». «Πουτάνα;» είπε ο Χάρι. «Δεν άκουσες πώς μου μίλησε;» «Τ έλος πάντων, μην την αποκαλείς έτσι κατάμουτρα». «Σύμφωνοι. Έχεις τα λεφτά;» «Ασφαλώς», είπε ο Μπι-Λιπς. «Γιατί να μην τα έχω τα λεφτά; Δεν είπα ότι θα σ’ τα φέρω;» «Να τα δω τότε». Ο Μπι-Λιπς τού τα έδωσε. Ο Χάρι μέτρησε δέκα χαρτονομίσματα των εκατό δολαρίων και τέσσερα των είκοσι. «Θα έπρεπε να είναι χίλια διακόσια». «Μείον η προμήθειά μου», είπε ο Μπι-Λιπς. «Έλα τώρα!» «Όχι». «Έλα!» «Μην είσαι ανόητος». «Βρε άθλιε παλιοβρομιάρη!» «Τ ι συμβαίνει, παλληκαρά μου;» είπε ο Μπι-Λιπς. «Και με τσαμπουκά να θες να μου τα πάρεις, δεν τα έχω μαζί μου». «Κατάλαβα», είπε ο Χάρι. «Θα έπρεπε να το περιμένω αυτό. Άκου


δω, Φρέντι. Εσύ με γνωρίζεις κάμποσα χρόνια. Ξέρω ότι το καΐκι κοστίζει χίλια διακόσια. Εδώ είναι εκατόν είκοσι λιγότερα. Πάρ’ τα και ρισκάρισε τα εκατόν είκοσι και το ναύλωμα». «Τ ο ρίσκο, δηλαδή, είναι τριακόσια είκοσι δολάρια», είπε ο Φρέντι. Ήταν ένα τεράστιο ποσό για κείνον, και ίδρωνε μόνο που το σκεφτόταν. «Έχω το αυτοκίνητο κι ένα ραδιόφωνο στο σπίτι, που καλύπτουν το ποσό». «Μπορώ να φτιάξω ένα χαρτί γι’ αυτό», είπε ο Μπι-Λιπς. «Δεν θέλω χαρτί», είπε ο Φρέντι. Είχε ιδρώσει πάλι και η φωνή του ήταν διστακτική. «Εντάξει», είπε σε λίγο. «Θα το ρισκάρω. Αλλά, προς Θεού, να προσέχεις το καΐκι, έτσι, Χάρι;» «Σαν να ’τανε δικό μου». «Τ ο δικό σου το ’χάσες», είπε ο Φρέντι, και στην ανάμνηση αυτή ίδρωσε πάλι, νιώθοντας την αγωνία του να φουντώνει. «Θα το τακτοποιήσω αυτό». «Θα βάλω τα λεφτά στη θυρίδα μου στην τράπεζα», είπε ο Φρέντι. Ο Χάρι κοίταξε τον Μπι-Λιπς. «Σίγουρο μέρος», είπε και χαμογέλασε. «Μπάρμαν!» φώναξε κάποιος μπροστά. «Εσένα ζητάνε», είπε ο Χάρι. «Μπάρμαν!» ακούστηκε πάλι η ίδια φωνή. Ο Φρέντι πήγε προς το μπαρ.


«Αυτός ο τύπος με πρόσβαλε», άκουσε ο Χάρι τη στριγκιά φωνή να λέει, αλλά συνέχισε την κουβέντα του με τον Μπι-Λιπς. «Θα δέσω στην αποβάθρα, εκεί που καταλήγει ο δρόμος. Δεν είναι ούτε μισό τετράγωνο απόσταση». «Σύμφωνοι». «Συνεννοηθήκαμε». «Εντάξει, παλληκαρά». «Άσε τα “ παλληκαρά”»! «Όπως αγαπάς». «Θα είμαι εκεί από τις τέσσερις και μετά». «Τ ίποτ’ άλλο;» «Πρέπει να χρησιμοποιήσουν βία για να με κάνουν να ξεκινήσω, το πιάνεις; Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Τ η μηχανή βάζω μπροστά μόνο. Δεν έχω μαζί μου ούτε τα χρειαζούμενα για το ταξίδι. Εγώ το καΐκι το νοίκιασα από τον Φρέντι για να πηγαίνω τους πελάτες για ψάρεμα. Εκείνοι πρέπει να με απειλήσουν με όπλο, να με αναγκάσουν να βάλω μπρος και να λύσουν οι ίδιοι τα σκοινιά». «Και με τον Φρέντι τι γίνεται; Αυτός το ξέρει ότι δεν το νοικιάζεις για να πας για ψάρεμα;» «Θα του τα πω». «Καλύτερα όχι». «Ναι, θα του μιλήσω».


«Καλύτερα όχι, σου λέω». «Άκου, από τον καιρό του πολέμου κάνω δουλειές με τον Φρέντι. Δυο φορές ήμασταν συνεταίροι και δεν είχαμε καθόλου προβλήματα. Ξέρεις πόσο πράμα έχω κουβαλήσει για πάρτη του: Είναι ο μόνος μπάσταρδος σ’ αυτή την πόλη που θα μπορούσα να εμπιστευτώ». «Εγώ δεν θα μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν». «Εσύ δεν θα ’πρεπε. Μετά τις εμπειρίες που είχες με τον ίδιο σου τον εαυτό». «Παράτα με!» «Εντάξει. Πήγαινε δες τους φίλους σου τώρα. Αλήθεια, ποιοι είναι οι φίλοι σου;» «Είναι Κουβανέζοι. Τ ους γνώρισα σε κάποιο μοτέλ. Ένας από αυτούς θέλει να εξαργυρώσει μια επιταγή. Βρίσκεις τίποτε κακό σ’ αυτό;» «Εσύ δεν βλέπεις τίποτα ύποπτο;» «Όχι. Θα τους πω να βρεθούμε στην τράπεζα». «Ποιος θα τους φέρει;» «Ένας ταξιτζής». «Και τι θα σκεφτεί ότι είναι, βιολιτζήδες;» «Θα βρούμε κάποιον που να μη σκέφτεται. Είναι κάμποσοι σ’ αυτή την πόλη που δεν σκέφτονται. Ο Χέιζουζ, για παράδειγμα». «Ο Χέιζουζ είναι ξύπνιος. Μόνο που μιλάει λίγο περίεργα». «Θα τους βρω κάνα χαζό».


«Βρες κάποιον που να μην έχει παιδιά». «Όλοι τους έχουν παιδιά. Είδες ποτέ σου ταξιτζή που να μην έχει;» «Τ ι ρουφιάνος που είσαι, πανάθεμά σε!» «Πάντως, δεν έχω σκοτώσει κανέναν», του είπε ο Μπι-Λιπς. «Ούτε και θα σκοτώσεις ποτέ. Άντε, πάμε να φύγουμε από δω! Και μόνο που βρίσκομαι μαζί σου νιώθω σαν ρεμάλι». «Ίσως και να είσαι ρεμάλι». «Μπορείς να τους κάνεις να μη μιλήσουν;» «Αν το βουλώσεις εσύ». «Εσύ να το βουλώσεις!» «Πάω να πιω ένα ποτό», είπε ο Χάρι. Μπροστά, στο μπαρ, οι τρεις τουρίστες κάθονταν στα ψηλά σκαμπό. Καθώς ο Χάρι πλησίαζε στον πάγκο, η γυναίκα έστρεψε το πρόσωπό της αλλού, εκδηλώνοντάς του την απέχθειά της. «Τ ι θα πιεις;» ρώτησε ο Φρέντι. «Τ ι πίνει η κυρία;» ρώτησε ο Χάρι. «Κούμπα λίμπρε». «Τ ότε φέρε μου ένα ουίσκι σκέτο». Ο ψηλός τουρίστας με το κοκκινόξανθο μουστάκι και τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς πλησίασε το φαρδύ του πρόσωπο με την ίσια μύτη κοντά στον Χάρι και είπε:


«Για ν’ ακούσω, τι τρέχει και μιλάς έτσι στη γυναίκα μου;» Ο Χάρι τον κοίταξε από πάνω ως κάτω και είπε στον Φρέντι: «Τ ι σόι μπαρ είναι αυτό που κουμαντάρεις;» «Γιατί, τι έχει;»' είπε ο ψηλός. «Ηρέμησε!» του είπε ο Χάρι. «Μη μου τη βγαίνεις εμένα έτσι». «Άκου», είπε ο Χάρι. «Ήρθες εδώ πέρα για να γίνεις γερός και δυνατός, έτσι; Ηρέμησε, λοιπόν!» Και με τα λόγια αυτά σηκώθηκε και βγήκε έξω. «Θα ’πρεπε να τον είχα σπάσει στο ξύλο μάλλον», είπε ο ψηλός τουρίστας. «Τ ι λες κι εσύ, αγάπη μου;» «Μακάρι να ήμουν άντρας», είπε η γυναίκα του. «θα είχες σπουδαίο μέλλον με τέτοια κοψιά», είπε ο τύπος με το πράσινο γείσο κοιτάζοντας την μπίρα του. «Τ ι είπες:» ρώτησε ο ψηλός. «Είπα ότι θα μπορούσες να βρεις το όνομα και τη διεύθυνσή του και να του στείλεις τη γνώμη σου γι’ αυτόν ταχυδρομικώς». «Δεν μου λες, για να ’χουμε καλό ερώτημα, εσένα πώς σε λένε: Και τι κάνεις, με κοροϊδεύεις;» «Λέγε με απλώς καθηγητή ΜακΓουόλσι». «Εμένα με λένε Λάφτον», είπε ο ψηλός. «Είμαι συγγραφέας». «Χαίρομαι που σε γνωρίζω», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλ-σι.


«Γράφεις συχνά;» Ο ψηλός κοίταξε τριγύρω του. «Πάμε να φύγουμε, αγάπη μου», είπε. «Εδώ μέσα οι μισοί σε βρίζουν και οι άλλοι μισοί είναι για δέσιμο». «Παράξενο μέρος», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Γοητευτικό, θα έλεγα. Τ ο αποκαλούν “ Γιβραλτάρ της Αμερικής” και βρίσκεται τριακόσια εβδομήντα πέντε μίλια νότια από το Κάιρο της Αιγύπτου. Όμως τούτο εδώ είναι το μόνο κομμάτι που έχω προλάβει να δω ως τώρα. Ωραίο μέρος, πάντως!» «Φαίνεται πεντακάθαρα ότι είσαι καθηγητής», είπε η σύζυγος. «Μου είσαι συμπαθής, ξέρεις». «Κι εσύ σ’ εμένα, αγαπητή μου», είπε ο καθηγητής Μακ-Γουόλσι. «Αλλά πρέπει να φύγω τώρα». Σηκώθηκε και βγήκε έξω, αναζητώντας το ποδήλατό του. «Όλοι είναι για δέσιμο εδώ», είπε ο ψηλός. «Πίνουμε ένα ποτό ακόμα, αγάπη μου;» «Εμένα μου άρεσε ο καθηγητής», είπε η σύζυγος. «Είχε γλυκούς τρόπους». «Ο άλλος τύπος...» «Α, εκείνος είχε όμορφο πρόσωπο», είπε η σύζυγος, «θύμιζε Τ άταρο, ή κάτι παρόμοιο. Τ ι κρίμα που έβριζε έτσι! Έμοιαζε κάπως με τον Τ ζέγκις Χαν στο πρόσωπο. Χριστούλη μου, παίδαρος ήτανε!» «Ναι, αλλά είχε ένα χέρι μόνο», είπε ο άντρας της. «Μπα, δεν το πρόσεξα», είπε η σύζυγος. «Δεν πίνουμε ένα ποτό


ακόμα; Αναρωτιέμαι ποιος θα είναι ο επόμενος που θα μπει!» «Ίσως ο Τ αμερλάνος», είπε ο σύζυγος. «Χριστούλη μου, τι μόρφωση!» είπε η γυναίκα. «Πάντως, εμένα εκείνος ο Τ ζέγκις Χαν μού έκανε. Γιατί, άραγε, του καθηγητή του άρεσε τόσο πολύ που έλεγα “ άει στον κόρακα”;» «Δεν ξέρω, αγάπη μου», είπε ο Λάφτον, ο συγγραφέας. «Εμένα δεν μου άρεσε ποτέ». «Φάνηκε να του αρέσω γι’ αυτό που είμαι πραγματικά», είπε η σύζυγος. «Θεέ μου, τι συμπαθητικός που ήταν!» «Πολύ πιθανό να τον ξανασυναντήσεις». «Αυτόν , όποτε κι αν έρθεις εδώ, θα τον συναντήσεις», είπε ο Φρέντι. «Ζει εδώ μέσα. Είναι δυο βδομάδες τώρα που βρίσκεται εδώ». «Ο άλλος, που μιλάει με τόση αγένεια, ποιος είναι;» «Α, εκείνος; Ένας τύπος από τα μέρη μας». «Τ ι κάνει;» «Ω, λίγο απ’ όλα», της είπε ο Φρέντι. «Είναι ψαράς». «Και το χέρι του πώς το ’χάσε;» «Δεν ξέρω. Κάπου το χτύπησε». «Χριστούλη μου, όμορφος που είναι!» είπε η σύζυγος. Ο Φρέντι γέλασε. «Έχω ακούσει να τον στολίζουν με διάφορα επίθετα, αλλά κανείς ποτέ δεν τον αποκάλεσε έτσι».


«Δεν συμφωνείς ότι έχει όμορφο πρόσωπο;» «Ηρέμησε, κυρία!» της είπε ο Φρέντι. «Τ ο πρόσωπό του είναι σαν χοιρομέρι με μια σπασμένη μύτη πάνω του». «θεέ μου, τι ανόητοι που είσαστε εσείς οι άντρες!» είπε η σύζυγος. «Αυτός είναι ο άντρας των ονείρων μου». «Τ ου εφιάλτη σου δεν λες καλύτερα;» είπε ο Φρέντι. Όλη αυτή την ώρα ο συγγραφέας καθόταν μ’ ένα μάλλον χαζό ύφος, εκτός από τις στιγμές που κοίταζε με θαυμασμό τη γυναίκα του. Μόνο ένας συγγραφέας ή κάποιος από το Ινστιτούτο Ερευνών της Φλόριντα θα μπορούσε να έχει μια τέτοια γυναίκα, σκεφτόταν ο Φρέντι. Μα δεν είναι απαίσια, θεέ μου; Εκείνη τη στιγμή να σου κι ο Άλμπερτ. «Πού είναι ο Χάρι;» «Κάτω στην αποβάθρα». «Ευχαριστώ», είπε ο Άλμπερτ. Βγήκε έξω, η σύζυγος και ο συγγραφέας συνέχισαν να κάθονται στις θέσεις τους κι ο Φρέντι στεκόταν όρθιος εκεί, αγωνιώντας για το καΐκι, και παράλληλα σκεφτόταν πόσο τον πονούσαν τα πόδια του από την ολοήμερη ορθοστασία. Είχε βάλει μια σχάρα πάνω απ’ το τσιμέντο, αλλά δεν φαινόταν να κάνει σπουδαία πράγματα. Τ α πόδια του τον πονούσαν συνέχεια. Είχε, ωστόσο, μια καλή δουλειά, εξίσου καλή με οποιονδήποτε άλλο στην πόλη, και μάλιστα με λιγότερους ανθρώπους πάνω απ’ το κεφάλι του. Αυτή η γυναίκα, μα το θεό, ήταν βλαμμένη. Τ ι σόι άντρας θα διάλεγε μια τέτοια γυναίκα για να ζήσει μαζί της; Ούτε με κλειστά μάτια δεν θα τη διάλεγα εγώ, σκέφτηκε ο Φρέντι. Ούτε αν μου την έκαναν πάσα. Από την άλλη, βέβαια, πίνανε κοκτέιλ. Ακριβά ποτά. Κάτι ήταν κι αυτό.


«Μάλιστα, κύριε», είπε. «Έφτασα». Ένας κοκκινόξανθος, ηλιοκαμένος και καλοφτιαγμένος άντρας με μια ριγέ ναυτική μπλούζα και χακί σορτς είχε μπει μέσα μαζί με μια πολύ χαριτωμένη μελαχρινή, που φορούσε ένα λεπτό άσπρο μάλλινο πουλόβερ κι ένα σκούρο μπλε παντελόνι. «Βρε, βρε, ο Ρίτσαρντ Γκόρντον», είπε ο Λάφτον και σηκώθηκε όρθιος, «με την αξιολάτρευτη δεσποινίδα Έλεν!» «Γεια σου, Λάφτον!» είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Μήπως είδες ένα μεθύστακα καθηγητή να τριγυρίζει εδώ;» «Μόλις έφυγε», είπε ο Φρέντι. «Θέλεις ένα βερμούτ, γλυκιά μου;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τη γυναίκα του. «Αν θες κι εσύ», είπε εκείνη. «Γεια σας!» πρόσθεσε, χαιρετώντας τους Λάφτον. «Στο δικό μου βάλε δυο μεζούρες γαλλικό και μια ιταλικό, Φρέντι». Κάθισε σ’ ένα ψηλό σκαμπό διπλώνοντας τα πόδια της από κάτω κι έριξε τη ματιά της προς το δρόμο. Η Φρέντι την κοίταξε γεμάτος θαυμασμό. Σκέφτηκε πως ήταν η πιο χαριτωμένη ξένη που είχε δει εκείνον το χειμώνα στο Κι Γουέστ. Πιο χαριτωμένη κι από την περίφημη και πανέμορφη κυρία Μπράντλεϊ. Η κυρία Μπράντλεϊ είχε αρχίσει να παχαίνει τελευταία. Τ ούτη δω η κοπέλα είχε ένα αξιολάτρευτο πρόσωπο Ιρλανδέζας, σκούρα κατσαρά μαλλιά σχεδόν ως τους ώμους και δέρμα απαλό και καθαρό. Ο Φρέντι κοίταζε το μελαψό της χέρι, που κρατούσε το ποτήρι. «Πώς πάνε οι δουλειές;» ρώτησε ο Λάφτον τον Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Καλά», είπε ο Γκόρντον. «Οι δικές σου;»


«Ο Τ ζέιμς δεν θέλει να δουλεύει», είπε η κυρία Λάφτον. «Μόνο να πίνει». «Λοιπόν, ποιος είναι αυτός ο καθηγητής ΜακΓουόλσι;» ρώτησε ο Λάφτον. «Ω, είναι ένας καθηγητής των Οικονομικών, νομίζω, που έχει πάρει ένα χρόνο άδεια ή κάτι τέτοιο. Είναι φίλος της Έλεν». «Μου αρέσει», είπε η Έλεν Γκόρντον. «Κι εμένα μου αρέσει», είπε η κυρία Λάφτον. «Εμένα μου άρεσε πριν από σένα, όμως», είπε εύθυμα η Ελεν Γκόρντον. «Ω, χάρισμά σου!» είπε η κυρία Λάφτον. «Εσείς τα καλά τα κοριτσάκια πάντα αποκτάτε αυτό που θέλετε». «Αυτό ακριβώς μας κάνει τόσο καλά», είπε η Έλεν Γκόρντον. «Θα πιω άλλο ένα βερμούτ», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Εσείς θα πιείτε;» ρώτησε τους Λάφτον. «Γιατί όχι;» είπε ο Λάφτον. «Για πες μου, θα πας σ’ αυτό το μεγάλο πάρτι που κάνουν αύριο οι Μπράντλεϊ;» «Φυσικά και θα πάει», είπε η Έλεν Γκόρντον. «Μ’ αρέσει πολύ, ξέρεις», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Μ’ ενδιαφέρει και ως γυναίκα και ως κοινωνικό φαινόμενο». «Χριστέ μου!» είπε η κυρία Λάφτον. «Μιλάς το ίδιο περισπούδαστα με τον καθηγητή». «Μην τονίζεις την αγραμματοσύνη σου, αγάπη μου», είπε ο Λάφτον.


«Μπα, υπάρχουν κι άνθρωποι που πλαγιάζουν με κοινωνικά φαινόμενα;» ρώτησε η Έλεν Γκόρντον, κοιτάζοντας την πόρτα. «Μη λες βρομόλογα», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Θέλω να πω, μήπως είναι μέρος της εξάσκησης ενός συγγραφέα;» ρώτησε η Έλεν. «Ένας συγγραφέας πρέπει να ξέρει τα πάντα», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Δεν μπορεί να περιορίζει τις εμπειρίες του μόνο και μόνο για να συμβιβάζεται με τα αστικά πρότυπα». «Ω!» έκανε η Έλεν Γκόρντον. «Και η σύζυγος ενός συγγραφέα τι κάνει;» «Πολλά, υποθέτω», είπε η κυρία Λάφτον. «Λοιπόν, έπρεπε να δεις τον άντρα που ήταν εδώ λίγο πριν και πρόσβαλε κι εμένα και τον Τ ζέιμς. Ήταν τρομερός!» «Έπρεπε να τον είχα σπάσει στο ξύλο αυτόν», είπε ο Λάφτον. «Ήταν στ’ αλήθεια τρομερός», είπε η κυρία Λάφτον. «Εγώ πάω σπίτι», είπε η Έλεν Γκόρντον. «Έρχεσαι, Ντικ;» «Έλεγα να μείνω λίγο ακόμα στο κέντρο», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Μπα!» είπε η Έλεν Γκόρντον, κοιτάζοντας στον καθρέφτη πίσω απ’ το κεφάλι του Φρέντι. «Ναι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. Βλέποντάς την, ο Φρέντι σκέφτηκε ότι θα έβαζε τα κλάματα. Έλπιζε αυτό να μη συνέβαινε μέσα στο μπαρ του.


«Μήπως θες ένα ποτό ακόμα;» τη ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Όχι», είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Μα τι σου συμβαίνει;» ρώτησε η κυρία Λάφτον. «Δεν περνάς καλά εδώ;» «Υπέροχα», είπε η Έλεν Γκόρντον. «Αλλά σκέφτομαι να πάω καλύτερα σπίτι, έτσι κι αλλιώς». «Θα γυρίσω νωρίς», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Μην κάνεις τον κόπο», του είπε εκείνη και βγήκε έξω. Δεν είχε κλάψει τελικά. Μα ούτε είχε βρει και τον Τ ζων ΜακΓουόλσι. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 Κατω στην αποβαθρα ο Χάρι Μόργκαν οδήγησε ως το σημείο όπου βρισκόταν το καΐκι και, βλέποντας ότι δεν βρισκόταν κανείς εκεί, σήκωσε το μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου του, τράβηξε έξω την πλακέ, κυλινδρική, γεμάτη γράσο θήκη και την πέταξε κάτω στην καμπίνα του σκάφους. Μπήκε κι ο ίδιος μέσα, άνοιξε την καταπακτή της μηχανής κι έκρυψε τη θήκη με το πολυβόλο σε σίγουρο μέρος. Έστριψε τις βαλβίδες κι έβαλε μπρος και τις δυο μηχανές. Η δεξιά μηχανή άρχισε να λειτουργεί ομαλά μετά από ένα δυο λεπτά, ενώ η αριστερή έχανε στροφές στο δεύτερο και στον τέταρτο κύλινδρο και, ανακαλύπτοντας ότι τα μπουζί ήταν ραγισμένα, έψαξε για καινούργια, αλλά δεν βρήκε. Πρέπει να βρω μπουζί και να βάλω βενζίνη, σκέφτηκε. Κάτω στο μηχανοστάσιο άνοιξε τη θήκη με το πολυβόλο και προσάρμοσε το κοντάκι στο όπλο. Βρήκε δυο κομμάτια από ιμάντα ανεμιστήρα και τέσσερις βίδες και, αφού έκοψε μερικές λουρίδες από


τον ιμάντα, έφτιαξε μια διχάλα, για να κρατάει το όπλο κάτω από τη βάση της τιμονιέρας, αριστερά από την καταπακτή, ακριβώς πάνω από τη μηχανή. Τ ο άφησε κρυμμένο εκεί, έτοιμο στην πρώτη ζήτηση, χώνοντας μέσα τον έναν από τους τέσσερις γεμιστήρες που βρίσκονταν στις διχτυωτές τσέπες της θήκης. Γονατίζοντας ανάμεσα στις δυο μηχανές, τεντώθηκε για να πιάσει το όπλο. Ήταν δυο κινήσεις όλες κι όλες. Πρώτα να ξεκρεμάσει τη λουρίδα του ιμάντα που ήταν περασμένη γύρω από την υποδοχή, ακριβώς κάτω από το μπουλόνι, και μετά να τραβήξει το όπλο μέσ’ από την άλλη θηλιά. Τ ο δοκίμασε με το ένα χέρι και είδε ότι τα κατάφερνε άνετα. Έσπρωξε το μικρό μοχλό μέχρι μέσα, αλλάζοντας τη λειτουργία από ημιαυτόματη σε αυτόματη, και βεβαιώθηκε ότι η ασφάλεια ήταν πατημένη. Ύστερα έδεσε πάλι το όπλο στη θέση του. Τ ους υπόλοιπους γεμιστήρες δεν ήξερε πού να τους κρύψει* τελικά έχωσε τη θήκη κάτω από τη μια δεξαμενή της βενζίνης, όπου μπορούσε να τη φτάνει, με τη βάση των γεμιστήρων προς το χέρι του. Αν καταφέρω να κατέβω κάτω κάποια στιγμή, αφού ξεκινήσουμε, βάζω κάνα δυο στην τσέπη μου, σκέφτηκε. Καλύτερα, βέβαια, να μην τους κουβαλάω πάνω μου, αλλά αυτοί μπορεί να πεταχτούν έξω με τους κραδασμούς. Σηκώθηκε όρθιος. Ήταν ένα όμορφο, αίθριο απόγευμα, ευχάριστο και όχι πολύ κρύο, μ’ ένα ελαφρό βοριαδάκι. Χάρμα απόγευμα, μα το Θεό! Τ α νερά της παλίρροιας αποτραβιόντουσαν σιγά σιγά και δυο πελεκάνοι είχαν καθίσει στους πασσάλους, στην άκρη του καναλιού. Μια Φκουροπράσινη ψαρόβαρκα τον προσπέρασε, πηγαίνοντας προς την ψαραγορά, μ’ ένα νέγρο ψαρά καθισμένο στην πρύμνη να κρατάει το δοιάκι. Ο Χάρι κοίταξε πέρα τα νερά, ήρεμα, παρ’ όλο το αεράκι και την παλίρροια, και γκριζογάλανα κάτω από τον απογευματινό ήλιο, και στο βάθος το αμμουδερό νησί, που είχε σχηματιστεί μετά την αποξήρανση του καναλιού, την εποχή που εντοπίστηκαν καρχαρίες στην περιοχή. Πάνω από το νησί πετούσαν άσπροι γλάροι. Θα ’ναι ωραία νύχτα, σκέφτηκε ο Χάρι. Ωραία νύχτα για ταξίδι. Ήταν κάπως ιδρωμένος, μετά από τόση ώρα κάτω με τις μηχανές. Τ εντώθηκε και σκούπισε το πρόσωπό του με μια πατσαβούρα.


Στην αποβάθρα φάνηκε ο Άλμπερτ. «Άκου, Χάρι», είπε. «Πάρε με μαζί σου, σε παρακαλώ!» «Τ ι σου συμβαίνει πάλι;» «Μας δίνουν δουλειά μόνο τρεις μέρες τη βδομάδα τώρα στην Πρόνοια. Σήμερα το πρωί το έμαθα. Πρέπει να βρω κάτι να κάνω». «Εντάξει», είπε ο Χάρι. Τ ο είχε υπολογίσει αυτό το ενδεχόμενο. «Εντάξει». «Ωραία!» είπε ο Άλμπερτ. «Φοβόμουνα να πάω σπίτι και ν’ αντικρίσω την κυρά μου. Τ ο μεσημέρι με διαολόστειλε, λες κι είναι δικά μου τα έργα». «Τ ι γίνεται με την κυρά σου;» ρώτησε εύθυμα ο Χάρι. «Γιατί δεν της τις βρέχεις;» «Πήγαινε να της τις βρέξεις εσύ!» είπε ο Άλμπερτ. «Πολύ θα ’θελα ν’ ακούσω τι θα σου έλεγε. Δεν φαντάζεσαι τι γλώσσα έχει η κυρά μου!» «Άκουσε, Αλ», είπε ο Χάρι. «Πάρε το αμάξι μου και τούτο δω και πήγαινε στο Μαρίν Χάρντγουερ να ζητήσεις έξι μπουζί σαν κι αυτό. Μετά πήγαινε πάρε μια παγοκολόνα των είκοσι σεντς και πέντ’ έξι κέφαλους. Πάρε δυο κουτιά καφέ, τέσσερις κονσέρβες κορνμπίφ, δυο φραντζόλες ψωμί, λίγη ζάχαρη και δυο κουτιά γάλα συμπυκνωμένο. Πέρνα κι από του Σίνκλερ και πες τους να κατέβουν εδώ να μας βάλουν πεντακόσια εβδομήντα λίτρα. Γύρνα πίσω όσο μπορείς πιο γρήγορα, αντικατάστησε το μπουζί νούμερο δύο και το νούμερο τέσσερα στην αριστερή μηχανή, ξεκινώντας το μέτρημα από το πίσω μέρος του σφονδύλου. Τ η βενζίνη πες τους ότι θα την πληρώσω στην επιστροφή. Μπορούν είτε να με περιμένουν είτε να με βρουν κάποια στιγμή στου Φρέντι. Θα τα θυμηθείς όλα αυτά;


Θα πάρουμε κάτι πελάτες και θα τους πάμε αύριο να ψαρέψουν τάρπον». «Κάνει πολύ κρύο για τάρπον», είπε ο Άλμπερτ. «Οι πελάτες έχουν άλλη άποψη», είπε ο Χάρι. «Κέφαλους μήπως να ’παιρνα καμιά ντουζίνα καλύτερα;» ρώτησε ο Άλμπερτ. «Για την περίπτωση που τους ρημάξουν οι κάργιες; Έχει πολλές κάργιες αυτή την εποχή στο κανάλι». «Εντάξει, κάν’ τους μια ντουζίνα. Αλλά να γυρίσεις σε λιγότερο από μια ώρα πίσω, για να βάλεις και τη βενζίνη». «Γιατί θες να βάλεις τόση πολλή βενζίνη;» «Μπορεί να πέσουμε έξω στο χρόνο και να μην έχουμε καιρό για ανεφοδιασμό». «Τ ι έγινε μ’ εκείνους τους Κουβανέζους, που ήθελαν να τους μεταφέρεις;» «Δεν ξανακούστηκαν». «Ήταν καλή δουλειά αυτή». «Και τούτη εδώ καλή είναι. Άντε, πήγαινε τώρα!» «Τ ι θα με πληρώσεις;» «Πέντε δολάρια τη μέρα», είπε ο Χάρι. «Αν δεν γουστάρεις, μη δουλέψεις». «Όχι, εντάξει», είπε ο Άλμπερτ. «Τ α μπουζί τι νούμερο είπες ότι είναι;» «Δύο και τέσσερα, ξεκινώντας από το σφόνδυλο», του είπε ο Χάρι.


Ο Άλμπερτ κούνησε το κεφάλι του. «Ελπίζω να το θυμηθώ», είπε. Μπήκε στο αυτοκίνητο, έκανε μανούβρα και βγήκε στο δρόμο. Από το σημείο όπου στεκόταν στο καΐκι, ο Χάρι μπορούσε να δει το πλίνθινο κτήριο και την μπροστινή είσοδο της τράπεζας Φερστ Στέιτ Τ ραστ εντ Σέιβινγκς. Βρισκόταν στην αρχή του δρόμου, μόλις ένα τετράγωνο πιο κάπο. Τ ην πλαϊνή είσοδο δεν την έβλεπε. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν περασμένες δύο. Έκλεισε την καταπακτή του μηχανοστασίου και βγήκε έξω στο κατάστρωμα. Από δω και πέρα ή πάνε καλά τα πράγματα ή δεν πάνε, συλλογίστηκε. Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα. Θα πάω πάνω να δω τον Φρέντι και μετά θα γυρίσω και θα περιμένω. Αφήνοντας την αποβάθρα έστριψε δεξιά και πήρε έναν παράδρομο, για να μην περάσει μπροστά από την τράπεζα. Μπαίνοντας στο μπαρ, ήθελε να τα πει όλα στον Φρέ-ντι, αλλά δεν μπορούσε. Μέσα δεν ήταν κανείς. Κάθισε σ’ ένα σκαμπό με την επιθυμία να του μιλήσει, αλλά του ήταν αδύνατο. Ήταν έτοιμος να του τα πει, μόλο που ήξερε ότι ο Φρέντι δεν θα τον υποστήριζε. Παλιά ίσως ναι, τώρα όμως όχι. Μπορεί ούτε και παλιά. Μόνο όταν αποφάσισε πια να μιλήσει στον Φρέντι, συνειδητοποίησε πόσο άσχημη ήταν αυτή η υπόθεση. Θα μπορούσα να μείνω εδώ, σκέφτηκε, και να μη γινόταν τίποτα. Θα μπορούσα να μείνω εδώ μέσα, να πιω μερικά ποτήρια, να ζαλιστώ και να μην μπλεχτώ καθόλου. Μόνο που το όπλο μου βρίσκεται μέσα στο καΐκι. Κανένας, βέβαια, δεν ξέρει ότι είναι δικό μου, εκτός απ’ την κυρά μου. Τ ο απέκτησα σ’ ένα ταξίδι στην Κούβα, τον καιρό που έκανα το γυρολόγο. Κανένας δεν ξέρει ότι το έχω. Θα μπορούσα να μείνω εδώ τώρα και να μην ανακατευτώ. Αλλά τι στο διάολο θα τρώγαν σπίτι; Πού να βρω λεφτά να ταΐσω τη Μαρί και τα κορίτσια; Δεν έχω ούτε καΐκι ούτε μετρητά ούτε και μόρφωση. Τ ι δουλειά μπορεί να κάνει ένας άντρας μ’ ένα χέρι; Τ ο μόνο που έχω για πούλημα είναι οι κοχόνες μου. Θα μπορούσα να μείνω εδώ, να πιω -ας πούμε- πέντε ποτήρια παραπάνω και να τελειώσουν όλα. Μετά πια θα ήταν αργά. Θα μπορούσα να τ' αφήσω όλα στην τύχη τους και να μην κάνω τίποτα.


«Πιάσε μου ένα ποτό», είπε στον Φρέντι. «Βεβαίως». Θα μπορούσα να πουλήσω το σπίτι και να νοικιάζαμε κάπου αλλού, ώσπου να βρω μια δουλειά. Τ ι είδους δουλειά; Κανενός είδους δουλειά. Θα μπορούσα να πάω πέρα στην τράπεζα τώρα και να βάλω τις φωνές, αλλά τι θα κέρδιζα; Ευχαριστώ. Μα και βέβαια. Ευχαριστώ. Μια χούφτα Κουβανέζοι μπάσταρδοι της κυβέρνησης μου στοίχισαν ένα χέρι, ρίχνοντάς μου στο ψαχνό χωρίς λόγο, κι άλλη μια χούφτα μπάσταρδοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες μού πήραν το καΐκι. Τ ώρα θα πάω να δώσω και το σπίτι μου και θα μου πουν ευχαριστώ. Ε όχι! Εγώ ευχαριστώ. Στο διάολο και μ’ αυτό, συλλογίστηκε. Σιγά την ευκαιρία! Ήθελε να μιλήσει στον Φρέντι, ώστε να υπάρχει έστω ένας που θα ήταν ενημερωμένος για το τι σκόπευε να κάνει. Αλλά δεν μπορούσε να του μιλήσει, γιατί ο Φρέντι δεν θα τον υποστήριζε. Εκείνος έβγαζε κάμποσα λεφτά τώρα. Τ η μέρα δεν κυκλοφορούσαν και πολλοί πελάτες, όμως κάθε βράδυ το μπαρ ήταν φίσκα ως τις δύο. Ο Φρέντι δεν ήταν στριμωγμένος. Ήταν σίγουρο ότι δεν θα τον υποστήριζε. Πρέπει να το κάνω μόνος μου, σκέφτηκε, μαζί μ’ εκείνον τον αναθεματισμένο κακομοίρη, τον Άλμπερτ. Χριστέ μου, έδειχνε πιο πεινασμένος παρά ποτέ, εκεί κάτω στην αποβάθρα! Υπάρχουν άνθρωποι στο Κοντς που σίγουρα θα προτιμούσαν να πεθάνουν της πείνας παρά να κλέψουν. Είναι κάμποσοι τύποι εδώ στην πόλη τώρα με άδειο στομάχι, αλλά ποτέ δεν θα τολμούσαν να κάνουν κάτι. Απλώς θα πεινούσαν κάθε μέρα κι από λίγο. Μερικοί από αυτούς, μάλιστα, πεινάνε από τη μέρα που γεννήθηκαν. «Άκου, Φρέντι», είπε. «Θέλω ένα δυο λίτρα». «Από τι;» «Μπακάρντι».


«Οκέι». «Και άνοιξέ τα, έτσι; Ξέρεις ότι ο σκοπός που νοίκιασα το καΐκι σου ήταν να μεταφέρω κάποιους Κουβανέζους». «Αυτό μου είπες». «Δεν ξέρω πότε θα φύγουν. Ίσως κι απόψε. Δεν έχω μάθει ακριβώς». «Τ ο καΐκι είναι έτοιμο για αναχώρηση όποτε το θες. Αν ξεκινήσεις απόψε, θα ’χεις καλό καιρό». «Είπαν ότι μπορεί να πήγαιναν για ψάρεμα το βραδάκι». «Υπάρχουν σύνεργα στο σκάφος, αν δεν τα έχουν βουτήξει οι πελεκάνοι». «Όχι. Είναι ακόμα. εκεί». «Καλό ταξίδι, λοιπόν», είπε ο Φρέντι. «Ευχαριστώ. Πιάσε μου άλλο ένα». «Τ ι;» «Ουίσκι». «Νόμιζα ότι έπινες Μπακάρντι». «Αυτό θα το πιω άμα κρυώνω στο ταξίδι». «Θα έχεις τον άνεμο πρύμα συνεχώς», είπε ο Φρέντι. «Πολύ θα μου άρεσε να ταξιδεύω απόψε»., «Ναι, θα είναι όμορφη νύχτα. Έλα, βάλε μου άλλο ένα». Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο ψηλός τουρίστας και η γυναίκα του.


«Μα την αλήθεια, είναι ο άντρας των ονείρων μου!» είπε η γυναίκα και κάθισε σ’ ένα σκαμπό δίπλα στον Χάρι. Εκείνος της έριξε ένα βλέμμα και σηκώθηκε. «Θα γυρίσω, Φρέντι», είπε. «Κατεβαίνω ως το καΐκι, μήπως οι πελάτες θέλουν να πάμε για ψάρεμα». «Μη φεύγεις!» είπε η σύζυγος. «Σε παρακαλώ, μη φεύγεις!» «Είσαι για τα πανηγύρια», της είπε ο Χάρι και βγήκε από το μπαρ. Έξω στο δρόμο ο Ρίτσαρντ Γκόρντον κατευθυνόταν προς το μεγάλο χειμωνιάτικο σπίτι των Μπράντλεϊ. Έλπιζε να βρει τι]ν κυρία Μπράντλεϊ μόνη της. Σίγουρα θα ήταν μόνη. Η κυρία Μπράντλεϊ έκανε συλλογή από συγγραφείς, πέρα από τη συλλογή των βιβλίων τους, όμως αυτό ο Ρίτσαρντ Γκόρντον δεν το ήξερε ακόμα. Η δική του γυναίκα γύριζε σπίτι από τον παραλιακό δρόμο. Δεν είχε καταφέρει να συναντήσει τον Τ ζων ΜακΓουόλσι. Ίσως, όμως, εκείνος να της έκανε καμιά επίσκεψη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 8 Ο άλμπερτ ήταν ηδη στο καϊκι και είχε βάλει βενζίνη. «Θα βάλω μπρος, να δω πώς δουλεύουν οι δυο κύλινδροι», είπε ο Χάρι. «Έκρυψες τα πράγματα;» «Ναι». «Κόψε μερικά δολώματα τότε». «Τ α θες μεγάλα;» «Ναι, μεγάλα. Για τάρπον».


Ο Άλμπερτ ετοίμαζε δολώματα καθισμένος στην πρύμνη κι ο Χάρι ήταν στην τιμονιέρα και ζέσταινε τις μηχανές, όταν άκουσε ένα θόρυβο που έμοιαζε με πρόωρη ανάφλεξη κάποιου μοτέρ. Κοίταξε πέρα στο δρόμο και είδε έναν άντρα να βγαίνει από την τράπεζα. Κρατούσε όπλο στο χέρι του και πλησίαζε τρέχοντας, ώσπου σε λίγο εξαφανίστηκε. Φάνηκαν δύο ακόμα άντρες, που κρατούσαν δερμάτινους χαρτοφύλακες και όπλα στα χέρια κι έτρεχαν προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Χάρι κοίταξε τον Άλμπερτ, που καταγινόταν με το να κόβει δολώματα. Ο τέταρτος άντρας, ο πιο μεγαλόσωμος, βγήκε από την τράπεζα με προσοχή, κρατώντας το Τ όμσον του προτεταμένο και, καθώς δρασκελούσε το κατώφλι, η σειρήνα της τράπεζας έβγαλε μια μακρόσυρτη εφιαλτική στριγκλιά και ο Χάρι είδε την κάννη του όπλου να τινάζεται τρεις τέσσερις φορές κι άκουσε το κοφτό, κούφιο μπαμ-μπαμ-μπαμ-μπαμ πάνω από το ουρλιαχτό της σειρήνας. Ο άντρας έκανε μεταβολή και το έβαλε στα πόδια, σταματώντας για να πυροβολήσει ακόμα μια φορά κοντά στην πόρτα της τράπεζας και, καθώς ο Άλμπερτ πίσω στην πρύμνη πεταγόταν όρθιος φωνάζοντας «Χριστέ μου. ληστεύουν την τράπεζα! Χριστέ μου, τι να κάνουμε;», ο Χάρι άκουσε ένα ταξί Φορντ που έβγαινε από τη διπλανή πάροδο και το είδε να στρίβει απότομα και να χυμάει προς την παραλία. Πίσω κάθονταν τρεις Κουβανέζος κι άλλος ένας ήταν στη θέση του συνοδηγού. «Πού είναι το καΐκι;» ούρλιαξε ο ένας στα ισπανικά. «Εκεί, βλάκα!» είπε ένας άλλος. «Δεν είναι το καΐκι αυτό». «Είναι, όμως, ο καπετάνιος». «Τ ελείωνε! Τ ρέξε, για όνομα του Θεού!» «Βγες έξω!» είπε ο Κουβανέζος στον οδηγό. «Και ψηλά τα χέρια!»


Καθώς ο οδηγός στεκόταν πλάι στο αυτοκίνητο, του ’χώσε ένα μαχαίρι στη ζώνη και, τραβώντας το προς το μέρος του, έκοψε τη ζώνη σκίζοντάς του το παντελόνι σχεδόν ως τα γόνατα. Έπειτα τράβηξε το παντελόνι μέχρι κάτω. «Ακίνητος!» είπε. Οι δυο Κουβανέζοι με τις βαλίτσες τις πέταξαν μέσα στην καμπίνα και σε λίγο βρίσκονταν όλοι τους πάνω στο καΐκι. «Βάλε μπρος!» είπε ο ένας. Ο χοντρός έχωσε την κάννη του πολυβόλου του στην πλάτη του Χάρι. «Εμπρός, καπετάνιε!» είπε. «Ξεκίνα!» «Ήρεμα!» είπε ο Χάρι. «Για κατέβασε το όπλο σου!» «Κόψε τα σκοινιά! Σ’ εσένα μιλάω!» είπε ο χοντρός στον Άλμπερτ. «Για μια στιγμή!» είπε ο Άλμπερτ. «Μην ξεκινάς. Αυτοί εδώ λήστεψαν την τράπεζα!» Ο πιο εύσωμος στράφηκε προς τον Άλμπερτ, κραδαίνοντας το Τ όμσον προς το μέρος του. «Ει, μην ξεκινάς! Μη!» φώναξε ο Άλμπερτ. «Μη!» Ο πυροβολισμός έπεσε τόσο κοντά στο στήθος του, που οι τρεις σφαίρες αντήχησαν σαν χαστούκια. Ο Άλμπερτ έπεσε στα γόνατα, με τα μάτια διάπλατα και το στόμα ορθάνοιχτο. Ήταν λες και προσπαθούσε να πει ακόμα μια φορά: «Μη!» «Δεν έχεις ανάγκη από βοηθό εσύ, μπάσταρδε κουλοχέρη!» είπε ο χοντρός Κουβανέζος, και πρόσθεσε στα ισπανικά: «Κόψε τα σκοινιά με το μαχαίρι για τα ψάρια». Κι έπειτα, στα εγγλέζικα πάλι: «Εμπρός! Πάμε!» Και σε λίγο στα ισπανικά: «Χώσ’ του το όπλο στην πλάτη!» Κι αμέσως μετά, στα εγγλέζικα: «Εμπρός! Ξεκίνα, μη σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα!» «Θα ξεκινήσουμε», είπε ο Χάρι. Ένας από τους Κουβανέζους που είχαν ινδιάνικα χαρακτηριστικά του


’χε κολλήσει ένα πιστόλι από την πλευρά που ήταν το ζαβό του χέρι. Η κάννη άγγιζε σχεδόν το γάντζο. Καθώς έκανε μανούβρα για να ξανοιχτεί, στρίβοντας το τιμόνι με το καλό του χέρι, κοίταξε κατά την πρύμνη, για να ελέγξει την πορεία του ανάμεσα στους πασσάλους, κι εκεί πίσω στην πρύμνη είδε τον Άλμπερτ πεσμένο στα γόνατα, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι τώρα, μέσα σε μια λίμνη από αίμα. Στην αποβάθρα ήταν το ταξί και ο χοντρός οδηγός του με τα σώβρακα, το παντελόνι κατεβασμένο ως τους αστραγάλους, τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι και το στόμα ορθάνοιχτο όπως του Άλμπερτ. Στο δρόμο δεν φαινόταν ψυχή ακόμα. Οι πάσσαλοι της αποβάθρας περνούσαν ένας ένας δίπλα του καθώς το καΐκι έβγαινε απ’ τον όρμο, και σε λίγο βρίσκονταν στο μπογάζι, αφήνοντας πίσω τους το φάρο. «Εμπρός! Κουνήσου!» είπε ο χοντρός Κουβανέζος. «Πιο γρήγορα!» «Πάρε αυτό το όπλο από πάνω μου!» είπε ο Χάρι. Θα μπορούσα να τους πάω ως το Κρόφις Μπαρ, σκέφτηκε, αλλά είναι σίγουρο ότι αυτός ο Κουβανέζος θα μου την καρφώσει. «Κούνα το το ρημάδι!» είπε ο χοντρός Κουβανέζος. Κι έπειτα, στα ισπανικά: «Κάτω όλοι! Και να καλύπτετε συνέχεια τον καπετάνιο». Κάθισε κι εκείνος στην πρύμνη, αφού ξάπλωσε τον Αλμπερτ κατάχαμα στην καμπίνα. Οι άλλοι τρεις ήταν τώρα ξαπλωμένοι στο δάπεδο της καμπίνας. Ο Χάρι καθόταν στη θέση του τιμονιέρη. Κοιτούσε μπροστά, οδηγώντας το καΐκι έξω απ* το μπογάζι. Βγήκε από το άνοιγμα του κυματοθραύστη με την προεδοποιητική ταμπέλα για τα γιοτ και το πράσινο φλας, προσπέρασε την προβλήτα και το φρούριο και, καθώς περνούσε δίπλα από το κόκκινο φλας, έριξε μια ματιά πίσω. Ο χοντρός Κουβανέζος είχε βγάλει ένα πράσινο κουτί με φυσίγγια από την τσέπη του και γέμιζε τους γεμιστήρες. Τ ο όπλο ήταν ακουμπισμένο δίπλα του και το γέμιζε χωρίς να κοιτάζει τους γεμιστήρες, ψηλαφώντας, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα στην πρύμνη. Οι υπόλοιποι κοίταζαν κι εκείνοι προς την πρύμνη, εκτός


από τον τύπο που τον φύλαγε. Αυτός, ο ένας από τους δύο με τα ινδιάνικα χαρακτηριστικά, του έκανε νόημα με το πιστόλι να κοιτάζει μπροστά του. Κανένα σκάφος δεν είχε σαλπάρει ακόμα μετά από αυτούς. Οι μηχανές λειτουργούσαν ομαλά, ακολουθώντας το ρεύμα της παλίρροιας. Καθώς περνούσε δίπλα από τη σημαδούρα, πρόσεξε την έντονη κλίση της προς τα μέσα και τη δίνη που το ρεύμα σχημάτιζε στη βάση της. Μόνο δυο ταχύπλοα θα μπορούσαν να μας φτάσουν, σκέφτηκε ο Χάρι. Τ ο ένα ήταν του Ρέι, που έφερνε το ταχυδρομείο από το Ματακούμπε. Τ ο άλλο πού να είναι άραγε; Τ ο είδα πριν δυο μέρες στον ταρσανά του Εντ Τ έιλορ. Είναι αυτό που σκεφτόμουν να πω στον Μπι-Λιπς να νοικιάσει. Είναι κι άλλα δύο, όμως, θυμήθηκε ξαφνικά. Τ ο ένα, που ανήκει στον τομέα Εθνικού Οδικού Δικτύου, βρίσκεται κάπου στα Κιζ. Τ ο άλλο είναι παρατημένο στο λιμανάκι του Γκάρισον. Πόσο μακριά είμαστε τώρα; Κοιτάζοντας πίσω είδε ότι το φρούριο το είχαν περάσει για τα καλά κι ότι είχε αρχίσει πια να διακρίνεται το παλιό ταχυδρομείο με τους κόκκινους πλίνθινους τοίχους πάνω από το ναύσταθμο και το κίτρινο κτήριο του ξενοδοχείου, που δέσποζε τώρα πάνω από τις χαμηλές στέγες της πόλης. Είδε το λιμανάκι στο φρούριο και το φάρο να ορθώνεται πάνω από τα σπίτια, κοντά στο πολυώροφο χειμερινό ξενοδοχείο. Τ έσσερα μίλια τουλάχιστον, σκέφτηκε. Βρε καλώς τους! Δυο άσπρες ψαρόβαρκες έστριβαν το λιμενοβραχίονα κι έρχονταν προς το μέρος του. Ούτε με δέκα δεν πάνε, σκέφτηκε. Είναι για κλάματα. Οι Κουβανέζοι κουβέντιαζαν στα ισπανικά. «Με τι ταχύτητα ταξιδεύεις, κοιτάζοντας από την πρύμνη.

καπετάνιε;»

«Με δώδεκα περίπου», είπε ο Χάρι. «Οι ψαρόβαρκες μέχρι πόσα πιάνουν;» «Μπορεί και μέχρι δέκα».

είπε

ο

χοντρός,


Όλοι τώρα παρακολουθούσαν τις ψαρόβαρκες, ακόμα κι εκείνος που υποτίθεται ότι φύλαγε τον Χάρι. Τ ι μπορώ να κάνω, όμως; αναρωτήθηκε. Τ ίποτα προς το παρόν. Οι δυο άσπρες ψαρόβαρκες δεν άλλαξαν μέγεθος. «Κοίτα εκες Ρομπέρτο!» είπε ο ευχάριστος της παρέας. «Πού;» «Βλέπεις;» Πίσω στο βάθος, τόσο μακριά που μόλις κατάφερνες να τον διακρίνεις, ένας μικρός πίδακας υψωνόταν πάνω απ’ τα νερά. «Μας πυροβολούν», είπε ο ευχάριστος. «Τ ι ανόητοι που είναι!» «Για όνομα του Θεού!» είπε ο φαρδομούρης. «Από τρία μίλια απόσταση». Τ έσσερα, σκέφτηκε ο Χάρι. Τ έσσερα και βάλε. Ο Χάρι έβλεπε τους μικροσκοπικούς πίδακες πάνω στην ήρεμη επιφάνεια του νερού, αλλά δεν άκουγε τους πυροβολισμούς. Αυτοί οι τύποι από το Κοντς είναι αξιολύπητοι, σκέφτηκε. Κι ακόμα χειρότεροι. Είναι για τα πανηγύρια. «Τ ι σόι κυβερνητικό σκάφος είναι αυτό, καπετάνιε;» ρώτησε ο φαρδομούρης, κοιτάζοντας πίσω στο βάθος. «Τ ης Ακτοφυλακής». «Πόσα μπορεί να πιάσει;» «Ίσως και δώδεκα».


«Τ ότε, λοιπόν, είμαστε οκέι». Ο Χάρι δεν απάντησε. «Δεν είμαστε οκέι;» Ο Χάρι εξακολουθούσε να μη μιλάει. Προσπαθούσε να έχει πάντα στα αριστερά του τη δαντελωτή ακτή του Σαντ Κι, που ολοένα φάρδαινε και γινόταν πιο απότομη, και στα δεξιά του, σχεδόν κάθετα στην καρίνα του καϊκιού, το δείκτη που μετρούσε το βάθος των νερών. Σε δέκα λεπτά θα είχαν αφήσει πίσω τους την ξέρα. «Τ ι τρέχει μ’ εσένα; Δεν μπορείς να μιλήσεις;» «Τ ι με ρώτησες;» «Υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να μας προφτάσει;» «Μόνο το αεροπλάνο της Ακτοφυλακής». «Κόψαμε τις γραμμές του τηλεφώνου πριν έρθουμε στην πόλη», είπε ο ευχάριστος. «Όχι, όμως, και του ασύρματου, έτσι δεν είναι;» είπε ο Χάρι. «Πιστεύεις ότι το αεροπλάνο μπορεί να ’ρθει εδώ;» «Υπάρχει μια πιθανότητα, ώσπου να σκοτεινιάσει», είπε ο Χάρι. «Εσύ τι νομίζεις, καπετάνιε;» ρώτησε ο Ρομπέρτο, ο φαρδομούρης. Ο Χάρι δεν απάντησε. «Λέγε, λοιπόν! Τ ι γνώμη έχεις εσύ;» «Γιατί άφησες αυτόν τον μπάσταρδο να σκοτώσει το φίλο μου;» είπε ο Χάρι στον ευχάριστο της παρέας, που στεκόταν τώρα δίπλα του και


παρακολουθούσε τις κινήσεις της πυξίδας. «Σκάσε», είπε ο Ρομπέρτο, «μη χάσεις κι εσύ τη ζωή σου!» «Πόσα λεφτά βουτήξατε;» ρώτησε ο Χάρι τον ευχάριστο. «Δεν ξέρω. Δεν τα μετρήσαμε ακόμα. Έτσι κι αλλιώς, δικά μας δεν είναι». «Αυτό θα ’λεγα κι εγώ», είπε ο Χάρι. Είχε περάσει το φάρο πια και είχε στρίψει το καΐκι στις διακόσιες είκοσι πέντε μοίρες, ακολουθώντας τη συνηθισμένη του ρότα για την Αβάνα. «Εννοώ ότι δεν το κάναμε για μας. Τ α λεφτά είναι για μια επαναστατική οργάνωση». «Και το φίλο μου γι’ αυτό τον σκοτώσατε;» «Λυπάμαι πάρα πολύ», είπε το αγόρι. «Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο άσχημα νιώθω γι’ αυτό». «Κι ούτε να προσπαθήσεις», είπε ο Χάρι. «Αυτός ο τύπος, ο Ρομπέρτο», είπε το αγόρι σε ήρεμο τόνο, «είναι κακός, βλέπεις. Καλός επαναστάτης, αλλά κακός άνθρωπος. Σκότωνε τόσο πολύ τον καιρό του Ματσάδο, που έχει αρχίσει να του αρέσει. Τ ο θεωρεί διασκέδαση. Έχει πάντα καλό σκοπό, βέβαια. Τ ον καλύτερο». Έριξε μια ματιά στον Ρομπέρτο, που καθόταν τώρα σε μια από τις καρέκλες για το ψάρεμα πίσω στην πρύμνη, με το Τ όμσον ακουμπισμένο στα γόνατα, και παρακολουθούσε πέρα στο βάθος τις ψαρόβαρκες, που, απ’ ό,τι διαπίστωσε ο Χάρι, είχαν μείνει ακόμα πιο πίσω. «Τ ι έχεις να πιούμε;» φώναξε ο Ρομπέρτο από την πρύμνη. «Τ ίποτα», είπε ο Χάρι.


«Θα πιω απ’ το δικό μου τότε», είπε ο Ρομπέρτο. Ο ένας από τους άλλους Κουβανέζους είχε καθίσει σ' έναν απ' τους εντοιχισμένους πάγκους πάνω από τα ντεπόζιτα της βενζίνης. Φαινόταν ήδη ζαλισμένος από το ταξίδι. Ο άλλος ένιωθε προφανώς κι εκείνος ναυτία, αλλά στεκόταν ακόμα στα πόδια του. Κοιτάζοντας πίσω, ο Χάρι είδε ένα μολυβί σκάφος, που είχε ήδη ξεμακρύνει από το φυλάκιο και πλησίαζε τις άσπρες ψαρόβαρκες. Να και η Ακτοφυλακή! σκέφτηκε. Αξιολύπητη κι αυτή. «Λες να έρθει το υδροπλάνο;» ρώτησε το ευχάριστο αγόρι. «Σε μισή ώρα σκοτεινιάζει», είπε ο Χάρι, ενώ βολευόταν στη θέση του τιμονιέρη. «Τ ι έχετε σκοπό να κάνετε; Να με σκοτώσετε μήπως;» «Εγώ δεν θέλω κάτι τέτοιο», είπε το αγόρι. «Τ ους μισώ τους φόνους». «Τ ι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε ο Ρομπέρτο, που κρατούσε τώρα ένα μισόλιτρο ουίσκι στο χέρι του. «Πιάνεις φιλίες με τον καπετάνιο; Τ ι έχεις κατά νου; Να σου κάνει το τραπέζι;» «Πιάσε το τιμόνι!» είπε ο Χάρι στο αγόρι. «Βλέπεις τη ρότα; Είμαστε στις διακόσιες είκοσι δύο μοίρες». Σηκώθηκε από το κάθισμα κι απομακρύνθηκε. «Φέρε να πιω λίγο!» είπε στον Ρομπέρτο. «Αυτό εκεί είναι το σκάφος της Ακτοφυλακής, αλλά δεν μπορεί να μας φτάσει». Είχε βάλει κατά μέρος το θυμό, το μίσος και την όποια αξιοπρέπεια, θεωρώντας τα για την ώρα πολυτέλεια, και είχε αρχίσει να κάνει πλάνα.


«Φυσικά», είπε ο Ρομπέρτο. «Δεν μπορεί να μας φτάσει. Κοίτα δω αυτά τα ζαλισμένα νιάνιαρα! Τ ι μου είπες; Θες να πιεις; Μπας κι έχεις και καμιά άλλη τελευταία επιθυμία, καπετάνιε;» «Καλός χωρατατζής είσαι του κατεβάζοντας μια γερή γουλιά.

λόγου

σου»,

είπε

ο

Χάρι,

«Ήρεμα!» διαμαρτυρήθηκε ο Ρομπέρτο. «Αυτό έχω όλο κι όλο». «Εγώ έχω κι άλλο», είπε ο Χάρι. «Πλάκα σού έκανα». «Σ’ εμένα να μην κάνεις πλάκες», είπε ο Ρομπέρτο με καχυποψία. «Και γιατί να μπω στον κόπο;» «Λοιπόν, τι έχεις;» «Μπακάρντι». «Φέρ’ το!» «Για ησύχασε!» είπε ο Χάρι. «Γιατί τόσο ζοριλίκι;» Προχωρώντας μπροστά, χρειάστηκε να δρασκελίσει το πτώμα του Άλμπερτ. Φτάνοντας στο τιμόνι, έριξε μια ματιά στην πυξίδα. Τ ο αγόρι είχε ξεφύγει γύρω στις είκοσι πέντε μοίρες και ο δείκτης της πυξίδας κουνιόταν πέρα δώθε. Δεν ξέρει από θάλασσα, συλλογίστηκε ο Χάρι. Έτσι κερδίζω λίγο χρόνο. Για να δούμε το αυλάκι τώρα! Τ ο καΐκι άφηνε ξοπίσω του δυο αφρισμένα καμπυλωτά αυλάκια, ως το σημείο όπου ο φάρος, στην πρύμνη πια, πρόβαλλε καφετής, κωνικός και αραχνοΰφαντος στο βάθος του ορίζοντα. Οι ψαρόβαρκες είχαν σχεδόν εξαφανιστεί. Στη θέση όπου θα έπρεπε να βρίσκονται οι κεραίες του ασύρματου της πόλης έβλεπε μόνο μια αχνή μουντζούρα. Οι μηχανές λειτουργούσαν ομαλά. Ο Χάρι έχωσε το κεφάλι του κάτω στην καμπίνα και αναζήτησε μια από τις μπουκάλες με το


Μπακάρντι. Τ ην πήρε και γύρισε πίσω. Φτάνοντας στην πρύμνη, ήπιε λίγο κι έπειτα έδωσε την μπουκάλα στον Ρομπέρτο. Καθώς ήταν όρθιος, έριξε μια ματιά στον Άλμπερτ κι ένιωσε ν’ ανακατεύεται. Βρε τον καημένο, το λιγούρη τον μπάσταρδο! σκέφτηκε. «Τ ι τρέχει; Σε τρόμαξε;» ρώτησε ο φαρδομούρης Κουβανέζος. «Τ ι θα ’λεγες να τον πετάξουμε στη θάλασσα;» είπε ο Χάρι, «Τ ι νόημα έχει να τον κουβαλάμε;» «Σύμφωνοι», είπε ο Ρομπέρτο. «Καλή η σκέψη σου». «Πιάσ’ τον απ’ τις μασχάλες!» είπε ο Χάρι. «Εγώ θα τον πιάσω απ’ τα πόδια». Ο Ρομπέρτο ξάπλωσε το Τ όμσον πάνω στον πάγκο της πρύμνης και σκύβοντας κάτω σήκωσε το πτώμα από τους ώμους. «Ξέρεις, ο πεθαμένος άνθρωπος είναι το πιο βαρύ πράγμα στον κόσμο», είπε. «Έχεις ξανασηκώσει ποτέ σου πεθαμένο άντρα. καπετάνιε;» «Όχι», είπε ο Χάρι. «Εσύ έχεις σηκώσει ποτέ χοντρή πεθαμένη γυναίκα;» Ο Ρομπέρτο ανέβασε το πτώμα πάνω στην πρύμνη. «Είσαι ζόρικος τύπος», είπε. «Τ ι θα ’λεγες να πιούμε λιγάκι;» «Ξεκίνα!» είπε ο Χάρι. «Άκου, λυπάμαι που τον σκότωσα», είπε ο Ρομπέρτο. «Όταν φάω εσένα, όμως, θα νιώσω χειρότερα». «Κόψ’ τες αυτές τις κουβέντες!» είπε ο Χάρι. «Ποιος ο λόγος να μιλάς έτσι;» «Άντε, μπρος!» είπε ο Ρομπέρτο. «Να φεύγει απ’ τη μέση!»


Καθώς έσκυβαν κι ανέβαζαν το πτώμα στην πρύμνη, ο Χάρι κλότσησε το πολυβόλο, πετάγοντάς το στο νερό. Βούτηξε στη θάλασσα ταυτόχρονα με τον Άλμπερτ, μόνο που, ενώ το σώμα του Άλμπερτ έκανε δυο τούμπες μέσα στην άσπρη, αφρισμένη δίνη που σήκωνε η προπέλα πριν βυθιστεί, το όπλο πήγε κατευθείαν στον πάτο. «Καλύτερα έτσι, ε;» είπε ο Ρομπέρτο. «Νοικοκυρεμένα πράματα!» Τ ότε πρόσεξε ότι το όπλο έλειπε. «Πού είναι; Τ ι το έκανες;» «Ποιο;» «Τ ην αμετραγιαδόραί» είπε στα ισπανικά, μέσα στην έξαψή του. «Τ ην ποια;» «Ξέρεις καλά τι εννοώ». «Δεν το είδα». «Τ ο πέταξες απ’ την πρύμνη. Τ ώρα θα σε σκοτώσω! Τ ώρα\» «Για ηρέμησε!» είπε ο Χάρι. «Γιατί να με σκοτώσεις, διάολε;» «Δώσ’ μου ένα όπλο!» φώναξε ο Ρομπέρτο στα ισπανικά σ’ έναν από τους ζαλισμένους Κουβανέζους. «Δώσε μου ένα όπλο γρήγορα!» Ο Χάρι έμεινε ακίνητος στη θέση του, νιώθοντας πιο ψηλός, πιο σωματώδης παρά ποτέ, με τον ιδρώτα να τρέχει απ’ τις μασχάλες του και να κατεβαίνει ως τους λαγόνες. «Πολύ σκοτώνεις», άκουσε το ζαλισμένο Κουβανέζο να λέει στα ισπανικά. «Σκότωσες το βοηθό. Τ ώρα θες να σκοτώσεις και τον


καπετάνιο. Ποιος θα μας πάει απέναντι μετά;» «Άσ’ τον ήσυχο!» είπε ο άλλος. «Τ ον σκοτώνεις όταν φτάσουμε». «Πέταξε το πολυβόλο στη θάλασσα», είπε ο Ρομπέρτο. «Έχουμε τα λεφτά τώρα. Τ ι να το κάνεις το πολυβόλο; Ένα σωρό πολυβόλα υπάρχουν στην Κούβα». «Ακούς τι σου λέω; Είναι σφάλμα να μην τον σκοτώσουμε τώρα αμέσως, το καταλαβαίνεις; Δώσε μου ένα όπλο!» «Οχ. σκάσε πια! Είσαι πιωμένος. Κάθε φορά που μεθάς, θες να σκοτώσεις κάποιον». «Έλα να πιεις!» είπε ο Χάρι, κοιτάζοντας πέρα στο βάθος, πίσω από τα γκρίζα φουσκωμένα νερά του κόλπου, το στρογγυλό κόκκινο ήλιο, που άγγιζε εκείνη τη στιγμή τη θάλασσα. «Δες αυτό το θέαμα. Όταν ο ήλιος χαθεί τελείως, τα νερά θα γίνουν ανοιχτοπράσινα». «Στο διάολο το θέαμα!» είπε ο φαρδομούρης Κουβανέζος. «Δεν τη γλυτώνεις με τέτοια!» «Θα σου πάρω άλλο όπλο», είπε ο Χάρι. «Πενήντα πέντε δολάρια κοστίζουν όλα κι όλα στην Κούβα. Ηρέμησε! Δεν κινδυνεύεις τώρα. Κανένα αεροπλάνο της Ακτοφυλακής δεν πρόκειται να έρθει εδώ πια». «Θα σε σκοτώσω», είπε ο Ρομπέρτο, κοιτάζοντάς τον απειλητικά. «Επίτηδες το έκανες. Γ ι’ αυτό μ' έβαλες να σηκώσουμε τον τύπο». «Δεν σε συμφέρει να με σκοτώσεις», είπε ο Χάρι. «Ποιος θα σας πάει απέναντι;» «Θα 'πρεπε να σε σκοτώσω τώρα αμέσως».


«Ηρέμησε!» είπε ο Χάρι. «Πάω να κοιτάξω τις μηχανές». Άνοιξε την καταπακτή, χώθηκε κάτω στο μηχανοστάσιο, ξεβίδωσε τα δοχεία του λαδιού στα δυο κουτιά με τις τσιμούχες στεγανοποίησης, έλεγξε τα μοτέρ και με το χέρι του άγγιξε τη βάση του Τ όμσον. Όχι ακόμα, σκέφτηκε. Όχι, καλύτερα όχι ακόμα. Χριστέ μου, τύχη που την είχε! Ο Άλμπερτ ήταν νεκρός, έτσι κι αλλιώς. Έπαιζε κανένα ρόλο, διάολε, αν τον μεταχειριζόταν διαφορετικά; Γλύτωσε κι η κυρά του απ’ τις κηδείες. Αυτός ο μπάσταρδος ο φαρδομούρης! Αυτός ο μπάσταρδος, φαρδομούρης φονιάς! Χριστέ μου, θα ’θελα να τον ξεκάνω τώρα αμέσως! Αλλά καλύτερα να περιμένω. Σηκώθηκε, σκαρφάλωσε πάνω κι έκλεισε την καταπακτή. «Πώς τα πας;» ρώτησε τον Ρομπέρτο, αγγίζοντας το χοντρό του ώμο. Ο φαρδομούρης Κουβανέζος τον κοίταξε δίχως ν’ απαντήσει. «Είδες το πράσινο χρώμα που σου έλεγα;» είπε ο Χάρι. «Άμε στο διάολο!» είπε ο Ρομπέρτο. Ήταν μεθυσμένος, αλλά, με τη ζωώδη καχυποψία που τον χαρακτήριζε, ήξερε πόσο στραβά είχαν εξελιχθεί τα πράγματα. «Άσε με να πάρω το τιμόνι για λίγο», είπε στο αγόρι που καθόταν στο πηδάλιο. «Πώς σε λένε;» «Μπορείς να με φωνάζεις Εμίλιο», είπε το αγόρι. «Πήγαινε κάτω και βρες κάτι να φας», είπε ο Χάρι. «Έχει ψωμί και κορνμπίφ. Φτιάξε και καφέ, αν θες». «Δεν θέλω». «Θα φτιάξω εγώ τότε, αργότερα», είπε ο Χάρι. Κάθισε στο τιμόνι, με το φως της πυξίδας αναμμένο πια, κρατώντας με άνεση την πορεία του σταθερή, ανάλογα με την κίνηση του νερού, και βλέποντας το σκοτάδι να πέφτει σιγά σιγά πάνω στη θάλασσα. Τ α φώτα πορείας ήταν σβηστά.


Η νύχτα προμηνύεται υπέροχη, συλλογίστηκε, πραγματικά υπέροχη. Μόλις χαθεί και η τελευταία αχτίδα, πρέπει να στρίψω ανατολικά. Αν δεν το κάνω, μέσα σε καμιά ώρα θα βλέπουμε τα φώτα της Αβάνας. Ή σε δυο ώρες, τέλος πάντων. Μόλις δει τα φώτα αυτός ο σκύλος, μπορεί να σκεφτεί να με σκοτώσει. Μεγάλη τύχη που ξεφορτώθηκα το όπλο. Τ ύχη βουνό, διάολε! Αλήθεια; τι να έχει μαγειρέψει η Μαρί απόψε; Φαντάζομαι ότι θα ανησυχεί πολύ. Αραγε πόσα λεφτά να έχουν σουφρώσει αυτοί οι μπάσταρδοι; Παράξενο που δεν τα μέτρησαν. Ωραίος τρόπος να βρεις λεφτά για την επανάσταση! Φοβεροί τύποι οι Κουβανέζοι! Ζόρικο παλληκάρι αυτός ο Ρομπέρτο... Απόψε θα τον ξεφορτωθώ. Θα τον ξεκάνω, όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα. Βέβαια, αυτό δεν θα βοηθήσει και πολύ τον καημένο τον Αλμπερτ. Ένιωσα άσχημα που τον πετάξαμε έτσι. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε κι εμένα. Αναψε ένα τσιγάρο και βάλθηκε να καπνίζει στο σκοτάδι. Καλά τα πάω, σκέφτηκε. Καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα. Αυτό το αγόρι είναι καλό παιδί. Μακάρι να μπορούσα να πάρω και τους άλλους δυο με το μέρος μου. Μακάρι να ’βρισκα έναν τρόπο να τους στριμώξω! Τ έλος πάντων, πρέπει να βάλω τα δυνατά μου. Όσο πιο άνετα τους κάνω να νιώσουν, τόσο καλύτερα θα είναι. Όσο πιο ομαλά κυλάει το ταξίδι, τόσο το καλύτερο. «Θες ένα σάντουιτς;» ρώτησε το αγόρι. «Ευχαριστώ», είπε ο Χάρι. Δεν δίνεις κι ένα στο φίλο σου;» «Πίνει. Δεν πρόκειται να φάει», είπε το αγόρι. «Οι υπόλοιποι;» «Ζαλίζονται», είπε το αγόρι. «Ωραία νύχτα για ταξίδι», είπε ο Χάρι. Πρόσεξε ότι το αγόρι δεν


παρακολουθούσε την πυξίδα, έτσι άφησε το καΐκι να στρίβει προς τα ανατολικά.


«Θα τη χαιρόμουν κι εγώ», είπε το αγόρι. «Αν δεν συνέβαινε αυτό με το φίλο σου». «Ήταν καλό παιδί», είπε ο Χάρι. «Δεν μου λες, έπαθε κανένας τίποτα εκεί στην τράπεζα;» «Ο δικηγόρος... πώς τον λένε... ο Σίμονς...» «Σκοτώθηκε;» «Νομίζω». Ώστε έτσι, λοιπόν, σκέφτηκε ο Χάρι. Ο κύριος Μπι-Λιπς. Και τι περίμενε, διάολε; Πώς θα ήταν δυνατό να μην την πάθει; Έτσι την πληρώνει κανείς άμα το παίζει ζόρικος. Έτσι την πληρώνει όταν παριστάνει συνέχεια το σαΐνι. Ο κύριος Μπι-Λιπς. Αντίο, κύριε ΜπιΛιπς! «Ποιος τον έφαγε;» «Μπορείς να το φανταστείς, υποθέτω», είπε το αγόρι. «Πολύ διαφορετική περίπτωση από το φίλο σου. Για κείνον νιώθω άσχημα. Και, ξέρεις, δεν έχει ποτέ πρόθεση να κάνει κακό. Ήταν απλώς μια άτυχη φάση της επανάστασης». «Δεν αποκλείεται να ’ναι και καλό παιδί», είπε ο Χάρι, και σκέφτηκε: Άκου τι κάθομαι και λέω! Πανάθεμά με, οτιδήποτε είμαι ικανός να ξεστομίσω! Όμως πρέπει να προσπαθήσω να γίνω φίλος μ’ αυτό το αγόρι, ώστε, αν τυχόν... «Τ ι είδους επανάσταση κάνετε τώρα;» ρώτησε. «Είμαστε το μόνο αληθινά επαναστατικό κόμμα», είπε το αγόρι. «θέλουμε να βγάλουμε απ’ τη μέση όλους τους παλιούς πολιτικούς, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, που μας πνίγει, την τυραννία του στρατού. Θέλουμε να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή και να


δώσουμε μια ευκαιρία σε όλους τους ανθρώπους. Θέλουμε να σταματήσουμε τη σκλαβιά των γκουαχίρος , ξέρεις, των χωρικών, και να μοιράσουμε τα μεγάλα κτήματα με τα ζαχαροκάλαμα στους ανθρώπους που τα δουλεύουν. Δεν είμαστε, όμως, κομουνιστές». Ο Χάρι σήκωσε το βλέμμα του απ’ την πυξίδα και τον κοίταξε. «Και πώς θα τα πετύχετε όλα αυτά;» ρώτησε. «Για την ώρα προσπαθούμε να μαζέψουμε λεφτά για τον αγώνα», είπε το αγόρι. «Για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να καταφεύγουμε σε μέσα που αργότερα δεν θα χρησιμοποιούσαμε ποτέ. Πρέπει, επίσης, να χρησιμοποιούμε ανθρώπους που αργότερα ίσως μας είναι άχρηστοι. Ο σκοπός, όμως, αγιάζει τα μέσα. Τ ο ίδιο πράγμα έκαναν και στη Ρωσία. Γ ία πολλά χρόνια πριν την επανάσταση ο Στάλιν ήταν κάτι σαν ληστής». Είναι ριζοσπάστης, σκέφτηκε ο ριζοσπάστης.

Χάρι. Αυτό

ακριβώς είναι,

«Καλά φαίνονται τα σχέδιά σας», είπε, «από τη στιγμή που βοηθάτε τους εργαζόμενους. Είχα κάνει κι εγώ πολλές φορές απεργία παλιότερα, τότε που είχαμε τις καπνοβιομηχανίες στο Κι Γουέστ. Θα χαιρόμουν να βοηθούσα κι εγώ με οποιονδήποτε τρόπο, αν ήξερα από την αρχή τα πιστεύω σας». «Πολλοί θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν», είπε το αγόρι. «Στη φάση, όμως, που βρίσκεται τώρα το κίνημα, δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους. Με στενοχωρεί πολύ η αναγκαιότητα μερικών κινήσεων στην παρούσα φάση. Μισώ την τρομοκρατία. Νιώθω επίσης πολύ άσχημα σχετικά με τις μεθόδους που αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιούμε για να βρούμε τα απαραίτητα χρήματα. Δεν υπάρχει, όμως, άλλη επιλογή. Δεν έχεις ιδέα πόσο άσχημα είναι τα πράγματα στην Κούβα». «Πολύ άσχημα, υποθέτω», είπε ο Χάρι.


«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο. Υπάρχει μια πέρα για πέρα δολοφονική τυραννία, που επεκτείνεΐαι ως το πιο μικρό χωριό της χώρας. Τ ρεις άνθρωποι μαζί δεν επιτρέπεται να κυκλοφορούν στο δρόμο. Η Κούβα μπορεί να μην έχει ξένους εχθρούς και να μη χρειάζεται στρατό, αλλά να που σήμερα ο στρατός της έχει είκοσι πέντε χιλιάδες άντρες, κι αυτός ο στρατός, από τους δεκανείς και πάνω, πίνει το αίμα του λαού. Όλοι τους, ακόμα και οι επαγγελματίες στρατιώτες, θέλουν να κάνουν την τύχη τους. Σήμερα έχουν στην εφεδρεία τους κάθε λογής αλήτες, πρωτοπαλλήκαρα και χαφιέδες από τον καιρό του Ματσάδο, που σουφρώνουν ό,τι αφήνει ο στρατός. Πρέπει να απαλλαγούμε από το στρατό, πριν ξεκινήσει οτιδήποτε. Παλιότερα μας κυβερνούσαν τα κλομπ. Σήμερα μας κυβερνούν τα τουφέκια, τα πιστόλια, τα πολυβόλα και οι ξιφολόγχες». «Πραγματικά άσχημα φαίνονται τα πράγματα», είπε ο Χάρι, και συνέχισε να οδηγεί αφήνοντας το καΐκι να στρίβει προς τα ανατολικά. «Ούτε που μπορείς να συνειδητοποιήσεις πόσο χάλια είναι», είπε το αγόρι. «Τ ην αγαπάω τη φτωχή την πατρίδα μου και θα έκανα οτιδήποτε για να την ελευθερώσω από την τυραννία που έχουμε τώρα. Βέβαια, κάνω πράγματα που μισώ. Μα θα ’κανα κι άλλα χίλια, αν χρειαζόταν». Θέλω ένα ποτό, σκεφτόταν ο Χάρι. Τ ι διάολο με νοιάζει εμένα η επανάστασή του; Δεν πάει να γα... η επανάστασή του! Για να βοηθήσει τους εργαζόμενους κλέβει μια τράπεζα, σκο-τίόνει έναν τύπο που δουλεύει μαζί του και μετά σκοτώνει και τον κακομοίρη τον Αλμπερτ, που ποτέ δεν έκανε κακό στη ζωή του. Εργαζόμενος άνθρωπος ήταν κι αυτός. Αυτό δεν το σκέφτηκε; Με οικογένεια. Αλλά τι να πεις; Τ ην Κούβα την κυβερνάνε Κουβανέζοι. Ο ένας τη φέρνει από πίσω στον άλλο. Ο ένας πουλάει τον άλλο. Έχουν, λοιπόν, αυτό που τους αξίζει. Στο διάολο οι επαναστάσεις τους! Εγώ το μόνο που προσπαθώ είναι να εξασφαλίσω ψωμί για την οικογένειά μου, και δεν τα καταφέρνω. Κι αυτός κάθεται και μου μιλάει για την επανάστασή του. Στο διάολο η επανάστασή του!


«Σίγουρα είναι πολύ χάλια τα πράγματα», είπε στο αγόρι. «Πιάσε λίγο το τιμόνι, μπορείς; Θέλω να πιω ένα ποτό». «Φυσικά», είπε το αγόρι. «Στις πόσες μοίρες;» «Στις διακόσιες είκοσι πέντε», είπε ο Χάρι. Είχε σκοτεινιάσει πια και τα νερά ήταν φουσκωμένα στον κόλπο. Προσπέρασε τους δυο ζαλισμένους Κουβανέζους, που ήταν ξαπλωμένοι στα καθίσματα, και πλησίασε τον Ρομπέρτο, που καθόταν στην καρέκλα του ψαρέματος. Τ ο καΐκι έσκιζε το νερό μέσα στο σκοτάδι. Ο Ρομπέρτο καθόταν με τις αρίδες του απλωμένες πάνω στην άλλη καρέκλα, που την είχε στρίψει προς το μέρος του. «Δώσ' μου να πιω λιγάκι», του είπε ο Χάρι. «Άμε στο διάολο!» είπε βραχνά ο φαρδομούρης. «Αυτό είναι δικό μου». «Σύμφωνοι», είπε ο Χάρι, και προχώρησε μπροστά, για να πάρει την άλλη μπουκάλα. Κάτω, στο σκοτάδι, στρίμωξε την μπουκάλα στη δεξιά του μασχάλη, έβγαλε το φελλό που είχε αποσφραγίσει ο Φρέντι, ξαναβάζοντάς τον μετά πρόχειρα, και τράβηξε μια ρουφηξιά. Δεν παίζει ρόλο πια η στιγμή, είπε μέσα του. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένω. Ο μικρός είπε ό,τι είχε να πει. Ο φαρδομούρης είναι πιωμένος. Οι άλλοι δυο ζαλίστηκαν. Ας γίνει τώρα, λοιπόν. Κατέβασε άλλη μια γουλιά, νιώθοντας το Μπακάρντι να τον βοηθάει κάπως και να τον ζεσταίνει, αν και το στομάχι του ήταν ακόμα κρύο και κενό. Όλα του τα σωθικά ήταν παγωμένα. «θες να πιεις;» ρώτησε το αγόρι στο τιμόνι. «Όχι, ευχαριστώ», είπε το αγόρι. «Δεν πίνω».


Ο Χάρι το είδε να χαμογελάει στο φως της πυξίδας. Όμορφο παλληκάρι, σκέφτηκε. Και γλυκομίλητο. «Εγώ θα πιω λιγάκι», είπε. Κατέβασε μια γερή γουλιά, αλλά δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από την υγρή παγωνιά που απλωνόταν τώρα από το στομάχι σε όλο του το στήθος. Ακούμπησε την μπουκάλα στο δάπεδο της καμπίνας. «Κράτα σταθερή την πορεία», είπε στο αγόρι. «Πάω να ρίξω μια ματιά στις μηχανές». Άνοιξε την καταπακτή και κατέβηκε κάτω. Ύστερα σφάλισε την καταπακτή με το μακρύ γάντζο, χώνοντάς τον σε μια τρύπα πάνω από το δάπεδο. Στάθηκε πάνω από τις μηχανές, έλεγξε με το μοναδικό του χέρι το ντεπόζιτο του νερού και τους κυλίνδρους κι έπειτα το ’χώσε μέσα στο κουτί με τις τσιμούχες. Έσφιξε τα δυο δοχεία του λαδιού από μιάμιση βόλτα το καθένα. Πάψε να χρονοτριβείς! είπε στον εαυτό του. Άντε, πάψε να χρονοτριβείς! Πού ’ναι τ’ αρχίδια σου τώρα; Κάτω απ’ το σαγόνι μου μάλλον, σκέφτηκε. Κοίταξε από την καταπακτή. Μπορούσε σχεδόν ν’ αγγίξει τα δυο καθίσματα πάνω από τα ντεπόζιτα της βενζίνης, όπου είχαν αράξει οι δυο ζαλισμένοι Κουβανέζοι. Στο φως της πυξίδας έβλεπε καθαρά τη σιλουέτα του αγοριού, που καθόταν στο ψηλό σκαμπό της τιμονιέρας με τη ράχη στραμμένη προς το μέρος του. Στρέφοντας το βλέμμα του, ξεχώρισε τη σιλουέτα του Ρομπέρτο, χυμένη πάνω στην καρέκλα της πρύμνης, με φόντο τα σκοτεινά νερά. Είκοσι ένα φυσίγγια σ’ ένα γεμιστήρα ισοδυναμούν με τέσσερις πενταπλές εκπυρσοκροτήσεις πάνω κάτω, σκέφτηκε. Πρέπει να ’μαι αλαφροδάχτυλος. Σύμφωνοι. Άντε, μπρος! Σταμάτα πια να χρονοτριβείς, χέστη του κερατά! Χριστέ μου, τι δεν θα ’δινα να ’χα κι άλλον έναν εδώ μαζί μου! Όμως δεν υπάρχει κανένας άλλος εδώ τώρα. Ψαχούλεψε ψηλά με το αριστερό του χέρι, ξεκρέμασε τους ιμάντες, πέρασε το χέρι του γύρω απ’ τη σκανδάλη, τράβηξε την ασφάλεια μέχρι τέρμα με τον αντίχειρα κι έβγαλε έξω το όπλο. Καθισμένος ανακούρκουδα μέσα στο μηχανοστάσιο σημάδεψε


προσεκτικά από πίσω τη βάση του κεφαλιού του αγοριού, που διαγραφόταν στο φως της πυξίδας. Τ ο όπλο έβγαλε μια μεγάλη φλόγα μέσα στο σκοτάδι καί οι κάλυκες κροτάλισαν πάνω στην ανασηκωμένη καταπακτή και πάνω στη μηχανή. Προτού το κορμί του αγοριού κατρακυλήσει από το κάθισμα, στράφηκε και πυροβόλησε τη σιλουέτα στον αριστερό πάγκο, κρατώντας το τρεμάμενο, φλογισμένο όπλο σχεδόν πάνω στον άντρα, τόσο κοντά που κατάφερε να μυρίσει το πανωφόρι του τη στιγμή που καιγόταν έπειτα, στράφηκε απότομα απ’ την άλλη κι έριξε μια νέα ριπή στον άλλο πάγκο, τη στιγμή που ο δεύτερος άντρας σηκωνόταν και τραβούσε το πιστόλι του. Ύστερα έσκυψε χαμηλά και κοίταξε προς την πρύμνη. Ο φαρδομούρης είχε εγκαταλείψει την καρέκλα του. Έβλεπε το περίγραμμα κι από τις δύο καρέκλες τώρα, που ήταν άδειες. Πίσω του, το αγόρι ήταν εντελώς ακίνητο. Γι’ αυτό δεν είχε καμιά αμφιβολία. Στον έναν πάγκο ο ένας από τους άντρες χτυπιόταν. Στον άλλο έβλεπε με την άκρη του ματιού του έναν άντρα με το μισό κορμί πάνω στην κουπαστή και το πρόσωπο κολλημένο στο πάτωμα. Μέσα στο σκοτάδι ο Χάρι προσπαθούσε να εντοπίσει το φαρδομούρη. Τ ο καΐκι έκανε κύκλους τώρα και στην καμπίνα έμπαινε λίγο φως. Κράτησε την αναπνοή του και κοίταξε γύρω. Εκεί όπου σκουραίνει ελαφρά το δάπεδο, στη γωνία, εκεί πρέπει να βρίσκεται. Παρακολούθησε με προσοχή τη σκούρα κηλίδα και την είδε να κουνιέται. Ναι, αυτός είναι! Ο άντρας σερνόταν προς το μέρος του. Όχι, προς το μέρος του άντρα που βρισκόταν ο μισός πάνω στην κουπαστή. Πήγαινε να πάρει το όπλο του. Σκυμμένος χαμηλά, ο Χάρι τον παρακολούθησε για λίγο να κινείται, ώσπου να βεβαιωθεί απόλυτα. Έπειτα, έριξε πάνω του μια ριπή. Τ ο όπλο φώτισε τα χέρια και τα γόνατά του, κι όταν το πατπατ-πατ-πατ σταμάτησε, τον άκουσε να πέφτει βαρύς. «Παλιομπάσταρδε!» μπάσταρδε!»

φώναξε

ο

Χάρι.

«Φαρδομούρη

δολοφόνε


Όλη η παγωνιά είχε φύγει πια απ’ την καρδιά του, που την ένιωθε τώρα να πιάνει εκείνο το γνώριμο ανάλαφρο τραγούδι της. Έσκυψε ακόμα χαμηλότερα και ψαχούλεψε κάτω απ’ την τετράγωνη ξύλινη σχάρα του ντεπόζιτου της βενζίνης, ψάχνοντας για έναν ακόμα γεμιστήρα. Όταν τον βρήκε, διαπίστωσε ότι το χέρι του ήταν ξυλιασμένο απ’ τον ιδρώτα που στέγνωνε πάνω του. Κάπου τρύπησε το ντεπόζιτο, είπε μέσα του. Πρέπει να σταματήσω τις μηχανές. Δεν έχω ιδέα πού μπορεί να έγινε η τρύπα. Πίεσε τον καμπυλωτό μοχλό, πέταξε τον άδειο γεμιστήρα, έχωσε μέσα τον καινούργιο και σκαρφαλώνοντας βγήκε έξω απ’ την καμπίνα. Καθώς σηκωνόταν όρθιος, κρατώντας το Τ όμσον με το καλό χέρι και ρίχνοντας μια ματιά τριγύρω, πριν κλείσει την καταπακτή με το γάντζο του δεξιού του χεριού, ο Κουβανέζος που κειτόταν στον αριστερό πάγκο και είχε χτυπηθεί τρεις φορές στον αριστερό ώμο, ενώ δυο σφαίρες είχαν πετύχει το ντεπόζιτο, ανασηκώθηκε, σημάδεψε προσεκτικά και του ’ρίξε στην κοιλιά. Ο Χάρι τινάχτηκε πίσω και κουλουριάστηκε. Ένιωσε σαν να τον είχαν χτυπήσει στο υπογάστριο με κλομπ. Ακούμπησε τη ράχη του σ’ έναν από τους σιδερένιους σωλήνες που στήριζαν τις καρέκλες για το ψάρεμα, έψαξε χάμω, βρήκε το Τ όμσον, το σήκωσε προσεκτικά κρατώντας την μπροστινή λαβή με το γάντζο του κι έριξε μισή ριπή πάνω στον άντρα που, σκυμμένος προς τα εμπρός, τον πυροβολούσε ήρεμα από το κάθισμά του. Ο άντρας σωριάστηκε πάνω στο κάθισμα κι ο Χάρι άρχισε να ψαχουλεύει το δάπεδο της καμπίνας, ώσπου βρήκε το φαρδομούρη, που ήταν πεσμένος μπρούμυτα, και εντοπίζοντας το κεφάλι του το κράτησε σταθερό με το γάντζο του ζαβού του χεριού, το σημάδεψε με την κάννη του όπλου του και τράβηξε τη σκανδάλη. Βρίσκοντας το κεφάλι, το όπλο έβγαλε έναν ήχο σαν να χτυπούσε κανείς κολοκύθα μ’ ένα ρόπαλο. Ο Χάρι άφησε κάτω το όπλο και σωριάστηκε στο πλάι πάνω στο δάπεδο της καμπίνας.


«Τ ι μπάσταρδος που είμαι!» είπε, με τα χείλη του κολλημένα στα σανίδια. Είμαι ένας χαμένος μπάσταρδος τώρα. Πρέπει να σβήσω τις μηχανές, ειδαλλιώς θα γίνουν όλα παρανάλωμα, σκέφτηκε. Έχω ακόμα μια ελπίδα. Μια μικρή ελπίδα. Χριστέ μου! Άλλο να χαλάει ένα σχέδιο κι άλλο να κάνεις τέτοιο λάθος. Πανάθεμά τον! Πανάθεμά τον, τον Κουβανέζο μπάσταρδο! Ποιος να το ’λεγε ότι δεν τον είχα πετύχει! Κλείνοντας το φύλλο της καταπακτής που βρισκόταν πάνω από τις μηχανές και μπουσουλώντας πάνω του, προχώρησε προς το κάθισμα της τιμονιέρας. Αρπάχτηκε απ’ αυτό και δοκίμασε να συρθεί έξω, έκπληκτος που κατάφερνε να κινηθεί τόσο άνετα, αλλά αμέσως μετά, επιχειρώντας να σηκωθεί όρθιος και νιώθοντας αδύναμος κι εξαντλημένος, έγειρε μπροστά και στηρίχτηκε πάνω στην πυξίδα με το ζαβό του χέρι, κλείνοντας τους δυο διακόπτες. Οι μηχανές σταμάτησαν και μέσα στην ησυχία άκουσε το θόρυβο του νερού, που χτυπούσε στα πλευρά του καϊκιού. Κανένας άλλος θόρυβος δεν ακουγόταν. Τ ο καΐκι ταλαντεύτηκε στο ελαφρό κύμα που είχε σηκώσει ο βοριάς κι άρχισε να μποτζάρει. Κρεμάστηκε απ' το τιμόνι και κατόρθωσε να βολευτεί στο κάθισμα, γέρνοντας πάνω στον πίνακα με τους χάρτες. Ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν και μια ελαφριά, επίμονη ναυτία να τον κυριεύει. Άνοιξε το πουκάμισό του με το καλό χέρι. ψηλάφισε την πληγή με την ψίχα της παλάμης κι έπειτα την άγγιξε με το δάχτυλο. Τ ο αίμα ήταν ελάχιστο. Η ζημιά είναι εσωτερική, συλλογίστηκε. Καλύτερα να ξαπλώσου και να δώσω στον εαυτό μου μια ευκαιρία να ησυχάσει. Τ ο φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά, κι έτσι μπορούσε να βλέπει καλά μέσα στην καμπίνα. Χαλασμός, είπε από μέσα του, σωστός χαλασμός! Καλύτερα να ξαπλώσω, προτού σωριαστώ, σκέφτηκε αμέσως μετά, και προσπάθησε να βολευτεί στο δάπεδο της καμπίνας.


Έγειρε στο πλάι και σε λίγο, καθώς το καΐκι σκαμπανέβαζε, το φεγγαρόφωτο έλουσε την καμπίνα και κατάφερε να δει τα πάντα γύρω του καθαρά. Πολυκοσμία, σκέφτηκε. Αυτό ακριβώς υπάρχει εδώ μέσα, πολυκοσμία. Από την άλλη, συλλογίστηκε, αναρωτιέμαι τι θα κάνει εκείνη. Τ ι θα κάνει, αλήθεια, η Μαρί τώρα; Ίσως να της τάξουν αμοιβή για να ψάξει να με βρει. Πανάθεμά τον, τον Κουβανέζο! Η Μαρί θα τα φέρει βόλτα, φαντάζομαι. Είναι ξύπνια γυναίκα. Όλοι, φαντάζομαι, ότι θα τα φέρναμε βόλτα. Αυτή η ιστορία ήταν μια σκέτη τρέλα. Κι εγώ ξανοίχτηκα πολύ περισσότερο απ’ όσο μ’ έπαιρνε. Δεν θα ’πρεπε να το επιχειρήσω. Αν και μέχρι το τέλος όλα πήγαιναν μια χαρά. Κανείς δεν θα μάθει τι ακριβώς έγινε. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για τη Μαρί. Τ ο καΐκι είναι γεμάτο λεφτά. Ούτε που ξέρω πόσα είναι. Ο καθένας θα βολευόταν με τόσα λεφτά.. Αναρωτιέμαι αν θα τα σουφρώσει η Ακτοφυλακή. Μερικά απ’ αυτά σίγουρα, φαντάζομαι. Μακάρι να μπορούσα να πω στην κυρά τι έγινε! Τ ι θα κάνει άραγε; Δεν ξέρω. Θα ’πρεπε να χα πιάσει δουλειά σε κανένα βενζινάδικο ή κάτι παρόμοιο. Θα ’πρεπε να ’χα κόψει τις δουλειές στα καΐκια. Με τα καΐκια δεν γίνεται πια να βγάζεις το ψωμί σου τίμια. Αχ, και τι δεν θα ’δινα να σταματήσει πια αυτό το σκαμπανέβασμα! Να σταματήσει πια αυτό το κούνημα. Όλα πηγαινοέρχονται. Εγώ. Ο κύριος Μπι-Λιπς και ο Άλμπερτ. Όλοι όσοι είχαν σχέση με αυτή την υπόθεση. Και τούτοι οι μπάσταρδοι επίσης. Πολύ γκαντέμικη αυτή η δουλειά. Μεγάλη γκαντεμιά! Αυτό που θα ’πρεπε να κάνει ένας άντρας σαν και του λόγου μου, υποθέτω, είναι ν’ ανοίξει κάνα βενζινάδικο. Διάολε, σιγά μην άνοιγα εγώ βενζινάδικο! Η Μαρί μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Γέρασε πολύ πια, για να τσι-λημπουρδάει. Αχ, να σταματούσε αυτό το αναθεματισμένο το κούνημα! Πρέπει να ηρεμήσω. Να ηρεμήσω όσο γίνεται περισσότερο. Λένε πως είναι καλύτερα να μην πιεις νερό και να μείνεις ακίνητος. Ειδικά να μην πιεις νερό. Κοίταξε τριγύρω του στην καμπίνα αυτά που του αποκάλυπτε το φεγγαρόφωτο.


Ε, δεν είμαι υποχρεωμένος να καθαρίσω κιόλας, συλλογίστηκε. Ηρέμησε! Αυτό πρέπει να κάνω. Να ηρεμήσω. Να ηρεμήσω όσο περισσότερο μπορώ. Έχω κάποια ελπίδα. Αν μείνω ακίνητος και δεν πιω νερό. Γύρισε ανάσκελα και προσπάθησε να αναπνέει με σταθερό ρυθμό. Τ ο σκάφος σκαμπανέβαζε στα φουσκωμένα νερά του κόλπου και ο Χάρι Μόργκαν έμεινε ξαπλωμένος ανάσκελα στο δάπεδο της καμπίνας. Στην αρχή προσπάθησε να αντισταθεί στο σκαμπανέβασμα με τη βοήθεια του καλού του χεριού. Σε λίγο, όμως, αφέθηκε ήρεμα στο ρυθμό του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19 Τ ο άλλο πρωί στο κι γουεςγ ο Ρίτσαρντ Γκόρντον γύριζε σπίτι του μετά από μια επίσκεψη στο μπαρ του Φρέντι, όπου είχε πάει για να μάθει σχετικά με τη ληστεία στην τράπεζα. Καθώς οδηγούσε το ποδήλατό του, προσπέρασε μια εύσωμη, βαριά γυναίκα με γαλανά μάτια και οξυζεναρισμένα μαλλιά, που πρόβαλλαν κάτω από το τσόχινο αντρικό της καπέλο, η οποία προχωρούσε βιαστική στο δρόμο με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα. Για κοίτα μια χοντροβουβάλα! σκέφτηκε. Τ ι να συλλογίζεται τάχα μια τέτοια γυναίκα; Πώς να ’ναι άραγε στο κρεβάτι; Πώς να νιώθει ο άντρας της, βλέποντάς την έτσι χοντρή; Με ποιες να τραβιέται στην πόλη; Μα δεν είναι απαίσια; Σωστό θωρηκτό! Τ ρομερή! Είχε σχεδόν φτάσει στο σπίτι. Άφησε το ποδήλατό του στην μπροστινή βεράντα και μπήκε στο χολ κλείνοντας την εξώπορτα, που είχε γίνει κόσκινο από τους τερμίτες. «Τ ι ανακάλυψες, Ντικ;» φώναξε η γυναίκα του απ’ την κουζίνα. «Μη μου μιλάς τώρα», απάντησε. «Πάω να δουλέψω. Μου ρθε έμπνευση».


«Θαυμάσια», είπε εκείνη. «Να σ’ αφήσω στην ησυχία σου, λοιπόν». Κάθισε στο μεγάλο γραφείο, στο μπροστινό δωμάτιο. Έ-γράφε ένα μυθιστόρημα με θέμα μια απεργία σε κάποιο εργοστάσιο υφασμάτων. Στο σημερινό κεφάλαιο θα χρησιμοποιούσε τη χοντρή γυναίκα με τα κοκκινισμένα απ’ το κλάμα μάτια, που είχε μόλις συναντήσει στην επιστροφή του. Ο άντρας της, γυρίζοντας σπίτι τη νύχτα, ένιωθε μίσος γι’ αυτήν. Τ η μισούσε που είχε μπαταλέψει κι είχε βαρύνει τόσο, ένιωθε απέχθεια για τα οξυζεναρισμένα μαλλιά και τα τεράστια στήθη της, όπως και για την έλλειψη ενδιαφέροντος που έδειχνε για τις συνδικαλιστικές του δραστηριότητες. Τ η σύγκρινε με τη νεαρή μικρόσωμη Εβραία με τα σφιχτά στήθη και τα φουσκωτά χείλια, που είχε μιλήσει στη συνεδρίαση εκείνο το βράδυ. Καλό του έβγαινε. Ήταν, ή θα μπορούσε άνετα να γίνει, καταπληκτικό. Σε μια έξαρση ενόρασης είχε συλλάβει όλο τον εσωτερικό κόσμο αυτού του τύπου γυναίκας. Τ ην πρόωρη αδιαφορία της στα χάδια του άντρα της. Τ η λαχτάρα της για παιδιά και ασφάλεια. Τ ην αναισθησία της απέναντι στους στόχους του συζύγου της. Τ ις θλιβερές της απόπειρες να προσποιηθεί ενδιαφέρον στη σεξουαλική πράξη, ενώ στην πραγματικότητα της ήταν απεχθής. Θα ήταν ένα πολύ πετυχημένο κεφάλαιο. Η γυναίκα που είχε δει στο δρόμο ήταν η σύζυγος του Χάρι Μόργκαν, η Μαρί, που γύριζε σπίτι της από το γραφείο του σερίφη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 Τ ο καϊκι του φρεντι γουαλας, η «Βασίλισσα του Κοντς», είχε μήκος δεκάμισι μέτρα, αριθμό από το Τ άμπα κι ήταν βαμμένο άσπρο* το μπροστινό μέρος του καταστρώματος ήταν βαμμένο σ’ ένα χρώμα που λέγεται πράσινο φρόλικ, το ίδιο και το εσωτερικό της καμπίνας. Η σκεπή από πάνω είχε κι αυτή το ίδιο χρώμα. Τ ο όνομα του καϊκιού και του λιμανιού απ’ όπου προερχόταν, Κι Γουέστ, Φλόριντα, ήταν γραμμένα με μαύρη μπογιά κατά μήκος της πρύμνης.


Δεν ήταν εξοπλισμένο με ζυγοστάτες ούτε είχε κατάρτι. Είχε γυάλινα παρμπρίζ, το ένα από τα οποία, εκείνο που βρισκόταν μπροστά από το τιμόνι, ήταν σπασμένο. Στα φρεσκοβαμμένα σανίδια του κύτους του υπήρχαν κάμποσες πρόσφατα ανοιγμένες τρύπες με ροκανίδια τριγύρω τους. Μερικές ακόμα ρωγμές διακρίνονταν και στις δυο πλευρές του κύτους, περίπου τριάντα εκατοστά κάτω από την κουπαστή και λίγο πιο μπροστά από το κέντρο της καμπίνας. Υπήρχε κι άλλη μια σειρά από τέτοιες ρωγμές, σχεδόν στο ύψος του νερού, στη δεξιά πλευρά του κύτους, απέναντι από τον ορθοστάτη της πρύμνης, που στήριζε τη σκεπή και την τέντα. Από τις κάτω κάτω τρύπες κάτι σκούρο είχε στάξει, σχηματίζοντας παχύρρευστα ρυάκια πάνω στη φρέσκια μπογιά. Τ ο καΐκι αρμένιζε πλαγιαστά στο φύσημα του απαλού βοριά, γύρω στα δέκα μίλια έξω από τη ζώνη κυκλοφορίας των πετρελαιοφόρων που κατευθύνονταν προς τα βόρεια, μια αισιόδοξη, φρέσκια λευκοπράσινη πινελιά μέσα στα σκούρα, μπλε νερά του κόλπου. Συστάδες από φύκια των Σαργασσών, κιτρινισμένα από τον ήλιο, έπλεαν κοντά του στο νερό, προσπερνώντας αργά, για ν’ ακολουθήσουν έπειτα το ρεύμα προς τα βόρεια και τα ανατολικά, ενώ ο αέρας νικούσε σιγά σιγά την αντίστασή του, παρασύροντάς το σταθερά προς το ρεύμα. Πάνω στο καΐκι δεν φαινόταν κανένα σημάδι ζωής, αν και διακρινόταν το σώμα ενός άντρα, ελαφρά πρησμένο, πάνω στην κουπαστή, ξαπλωμένο στον πάγκο πάνω από το. αριστερό ντεπόζιτο της βενζίνης, και στο φαρδύ πάγκο της δεξιάς κουπαστής ένας άλλος άντρας φαινόταν σαν να προσπαθούσε να βουτήξει το χέρι του μέσα στο νερό. Τ ο κεφάλι και τα μπράτσα του ήταν στον ήλιο, και στο σημείο όπου τα δάχτυλά του άγγιζαν σχεδόν το νερό κολυμπούσε ένα κοπάδι μικρά ψάρια, γύρω στα πέντε εκατοστά το καθένα, σε σχήμα οβάλ, χρυσοκίτρινα, με απαλές πορφυρές ραβδώσεις, που είχαν εγκαταλείψει τα φύκια του κόλποι: για να ζητήσουν καταφύγιο στη σκιά που ο πάτος του σκάφους σχημάτιζε στη θάλασσα, και κάθε φορά που κάτι έπεφτε στο νερό εκείνα έσπευδαν να στριμωχτούν γύρω του και το τραβολογούσαν με μανία ώσπου να εξαφανιστεί. Δύο γκρίζα πλακόστομα γύρω στα


σαράντα πέντε εκατοστά γύριζαν γύρω γύρω απ’ το καΐκι μέσα στη σκιά που έριχνε στο νερό, με τη σχισμή του στόματός τους ν’ ανοιγοκλείνει πάνω στα πλακουτσωτά τους κεφάλια· ωστόσο, δεν έδειχναν να έχουν πάρει είδηση το πόσο συχνά έσταζε αυτό που έτρωγαν τα ψαράκια, γιατί με το που έπεφτε η κάθε σταγόνα εκείνα κολυμπούσαν το ίδιο και μακριά και κοντά του. Εδώ και κάμποση ώρα καταγίνονταν με το να τραβολογούν τους παχύρρευστους βαθυκόκκινους θρόμβους και τα ρυάκια που έσταζαν στο νερό από τις κάτω κάτω ρωγμές, τινάζοντας πέρα δώθέ τα άσχημα, πλακουτσωτά τους κεφάλια και τα μακρουλά, μυτερά κορμιά τους με τις λεπτές ουρές στο κάθε τράβηγμα. Τ ώρα δεν έδειχναν πια καμιά διάθεση να εγκαταλείψουν το μέρος όπου αναπάντεχα είχαν βρει τόση τροφή. Μέσα στην καμπίνα του σκάφους υπήρχαν τρεις ακόμα άντρες. Ο ένας, νεκρός, ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο σημείο όπου είχε πέσει, κάτω από το κάθισμα του τιμονιέρη. Άλλος ένας, νεκρός επίσης, ήταν αναδιπλωμένος δίπλα στον πάσσαλο της πρύμνης, με το ογκώδες κορμί του να φράζει το δεξί μπού-νι. Ο τρίτος, ζωντανός ακόμα αλλά βυθισμένος σε παραλήρημα εδώ και ώρα, ήταν πεσμένος στο πλάι, με το κεφάλι πάνω στο μπράτσο του. Η κοιλιά του σκάφους ήταν γεμάτη βενζίνη και με το παραμικρό κούνημα έβγαζε έναν υπόκωφο θόρυβο. Ο άντρας, που δεν ήταν άλλος από τον Χάρι Μόργκαν, ήταν σίγουρος ότι ο θόρυβος αυτός προερχόταν από την ίδια του την κοιλιά κι είχε την αίσθηση ότι η κοιλιά του είχε γίνει τώρα μια μεγάλη λίμνη που έβγαζε αυτόν τον ήχο και στις δυο της όχθες. Αυτό συνέβαινε γιατί τώρα είχε γυρίσει ανάσκελα, με τα γόνατά του ανασηκωμένα και το κεφάλι του γερμένο προς τα πίσω. Τ ο νερό της λίμνης που είχε στην κοιλιά του ήταν πολύ κρύο* τόσο κρύο, που τον έκανε να μουδιάζει ολόκληρος στο άγγιγμά του. Κρύωνε υπερβολικά τώρα και όλα είχαν τη γεύση της βενζίνης, λες και ρουφούσε εδώ και ώρα από ’να σωληνάκι για να γεμίσει το ντεπόζιτο. Ήξερε ότι ντεπόζιτο δεν υπήρχε, παρόλο που ένιωθε έναν παγωμένο λαστιχένιο σωλήνα να ’χει μπει από το στόμα του και να κατεβαίνει στριφτός, κρύος και βαρύς μέσα σε όλο το


κορμί του. Κάθε φορά που έπαιρνε ανάσα, ο σωλήνας έστριβε ολοένα και πιο επίμονα, ολοένα και πιο κρύος, μέσα στο υπογάστριό του και τον ένιωθε σαν ένα τεράστιο φίδι που σερνόταν απαλά πάνω από το ταραγμένο νερό της λίμνης. Τ ο φοβόταν, αλλά, παρόλο που το ένιωθε μέσα του, είχε ταυτόχρονα την αίσθηση ότι βρισκόταν πάρα πολύ μακριά του κι αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο τώρα ήταν το κρύο. Τ ο κρύο το ’νιώθε παντού μέσα του, μια τσουχτερή παγωνιά που δεν έλεγε να καταλαγιάσει, και που όσο περισσότερο ηρεμούσε τόσο εντονότερα την αισθανόταν. Γ ία ένα διάστημα πίστεψε ότι, αν κατάφερνε να ανασηκωθεί και να κουλουριαστεί γύρω απ’ το ίδιο του το κορμί, θα ζεσταινόταν σαν να ’χε ρίξει πάνω του μια κουβέρτα, και για λίγο είχε την ψευδαίσθηση ότι μπόρεσε στ’ αλήθεια να το κάνει και να νιώσει πιο ζεστά. Αυτή η ζεστασιά, όμως, στην πραγματικότητα οφειλόταν στην αιμορραγία που άρχισε μόλις σήκωσε τα γόνατά του· και καθώς η ζεστασιά χανόταν, κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο να κουλουριαστεί γύρω απ’ το κορμί του κι ότι δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτα για το κρύο, παρά μόνο να το νιώθει. Έμεινε ξαπλωμένος εκεί, πασχίζοντας με όλο του το είναι να μην πεθάνει, ακόμα και αφού έχασε πια την ικανότητα να σκέφτεται. Τ ώρα ήταν στη σκιά, καθώς το καΐκι εξακολουθούσε να παρασέρνεται από το ρεύμα, και κρύωνε ολοένα περισσότερο. Τ ο σκάφος έπλεε ακυβέρνητο από τις δέκα τη νύχτα και τώρα ήταν αργά τό απόγευμα της επομένης. Στα νερά του κόλπου δεν φαινόταν απολύτως τίποτα, εκτός από τα φύκια, κάτι ροζ πηχτές φυσαλίδες, υπολείμματα πορτογαλέζικων πολεμικών, που ταξίδευαν αμέριμνες στην επιφάνεια, και πέρα στο βάθος ο καπνός ενός φορτωμένου πετρελαιοφόρου, που έκανε το δρομολόγιό του από το Τ αμπίκο κατά το βορρά. Λοιπόν», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον στη γυναίκα του. «Έχεις κραγιόν στο πουκάμισό σου» είπε εκείνη. «Και ψηλά στ’ αυτί σου».


«Ε και;» «Τ ι “ ε και”;» «Εγώ που σε βρήκα ξαπλωμένη στον καναπέ μ’ εκείνον το μεθυσμένο ηλίθιο;» «Δεν με βρήκες καθόλου ξαπλωμένη». «Και πώς σε βρήκα δηλαδή;» «Απλώς καθισμένη». «Στα σκοτάδια». «Πού ήσουνα;» «Στους Μπράντλεϊ». «Α μάλιστα», έκανε εκείνη. «Κατάλαβα. Μη με πλησιάζεις. Βρομοκοπάς το άρωμα εκείνης της γυναίκας». «Κι εσύ τι βρομοκοπάς;» «Τ ίποτα. Εγώ «Φιληθήκατε;»

καθόμουν

και

«Όχι». «Φιληθήκατε;» «Ναι, και μ’ άρεσε πολύ». «Παλιοβρόμα!» «Αν με ξαναπείς έτσι, σε παρατάω».

κουβέντιαζα

μ’

ένα

φίλο».


«Παλιοβρόμα!» «Εντάξει», είπε εκείνη. «Τ ελειώσαμε. Αν δεν ήσουνα τόσο ξιπασμένος κι εγώ δεν ήμουνα τόσο καλή μαζί σου, θα το ’χες καταλάβει πως έχουμε τελειώσει από καιρό». «Παλιοβρόμα!» «Όχι», είπε εκείνη. «Δεν είμαι παλιοβρόμα. Προσπάθησα να είμαι μια καλή σύζυγος, αλλά εσύ είσαι εγωιστής και ξιπασμένος σαν τα κοκόρια στον αχυρώνα. Συνέχεια κρώζεις: “ Κοίτα τι έφτιαξα! Κοίτα πόσο ευτυχισμένη σ’ έκανα! Και τώρα άμε στο καλό να κακαρίσεις”. Ε λοιπόν όχι, δεν με κάνεις ευτυχισμένη και σ’ έχω βαρεθεί. Ως εδώ τα κακαρίσματα!» «Δεν είχες κανένα λόγο να κακαρίζεις. Ποτέ δεν έκανες τίποτα που ν’ αξίζει τον κόπο να κακαρίζεις γι’ αυτό». «Ποιανού ήταν το λάθος; Μήπως εγώ δεν ήθελα παιδιά; Αλλά ποτέ δεν είχαμε λεφτά για να τα συντηρήσουμε. Είχαμε, όμως, αρκετά για να πηγαίνουμε να κολυμπάμε στο Καπ ντ’ Αντίμπ ή να κάνουμε σκι στην Ελβετία. Είχαμε αρκετά για να κατέβουμε εδώ, στο Κι Γουέστ. Σε βαρέθηκα. Δεν μου κάνεις πια. Αυτή η Μπράντλεϊ σήμερα ήταν η χαριστική βολή». «Ωχ, μην την ανακατεύεις!» «Έρχεσαι σπίτι γεμάτος κραγιόν. Δεν μπορούσες να πλυθείς τουλάχιστον; Μέχρι και στο κούτελό σου έχεις». «Φιλήθηκες μ’ εκείνον το βλαμμένο μεθύστακα». «Όχι. Αλλά σίγουρα θα το ’χα κάνει, αν ήξερα τι έκανες εσύ». «Γιατί τον άφησες να σε φιλήσει;»


«Γιατί ήμουνα έξαλλη μαζί σου. Περιμέναμε, περιμέναμε, περιμέναμε. Εσύ δεν ερχόσουν. Έφυγες μ' εκείνη τη γυναίκα κι έμεινες μαζί της με τις ώρες. Ο Τ ζων μ’ έφερε σπίτι». «Τ ζων, λοιπόν». «Ναι, Τ ζων. Τ ΖΩΝ! Τ ζων». «Και το επώνυμό του πώς είναι; Τ όμας μήπως;» «Τ ο επώνυμό του είναι ΜακΓουόλσι». «Αυτό γιατί δεν μου το λες γράμμα προς γράμμα;» «Δεν ξέρω πώς γράφεται», απάντησε γελώντας. Αλλά ήταν η τελευταία φορά που γελούσε. «Μη νομίζεις ότι όλα είναι μέλι γάλα επειδή γελάω», είπε, ενώ τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα και τα χείλη της έτρεμαν. «Δεν είναι καθόλου μέλι γάλα. Δεν είναι ένας από τους συνηθισμένους μας καβγάδες αυτός. Τ ελειώσαμε. Δεν νιώθω μίσος. Δεν νιώθω κανένα βίαιο συναίσθημα. Απλώς σε απεχθάνομαι. Σε απεχθάνομαι πέρα για πέρα κι έχω τελειώσει μαζί σου». «Εντάξει». «Όχι. Καθόλου εντάξει. Τ ελείωσε. Τ ο καταλαβαίνεις;» «Υποθέτω». «Να μην υποθέτεις». «Μη γίνεσαι τόσο μελοδραματική, Έλεν». «Ώστε είμαι μελοδραματική, έτσι; Ε, λοιπόν, δεν είμαι. Πολύ απλά, σε βαρέθηκα». «Δεν είναι αλήθεια».


«Δεν θα το ξαναπώ». «Και τι σκοπεύεις να κάνεις;» «Δεν ξέρω ακόμα. Ίσως παντρευτώ τον Τ ζων ΜακΓουόλσι». «Δεν θα το κάνεις». «Θα το κάνω, αν το θέλω». «Αυτός δεν πρόκειται να σε παντρευτεί». «Κι όμως, θα με παντρευτεί. Απόψε μου έκανε πρόταση γάμου». Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον δεν μίλησε. Στη θέση της καρδιάς του έχασκε ένα κενό κι οτιδήποτε άκουγε ή έλεγε του φαινόταν σαν να ηχούσε πολύ μακριά του. «Τ ι σου έκανε λέει;» είπε, ακούγοντας τη φωνή του να έρχεται από μεγάλη απόσταση. «Πρόταση γάμου». «Γ ιατί;» «Γιατί μ’ αγαπάει. Γιατί θέλει να ζήσω μαζί του. Βγάζει αρκετά χρήματα για να με συντηρήσει». «Μα είσαι παντρεμένη μ’ εμένα». «Όχι ακριβώς. Όχι με θρησκευτικό γάμο. Δεν ήθελες να παντρευτούμε στην εκκλησία κι αυτό ράγισε την καρδιά της κακομοίρας της μάνας μου, όπως ξέρεις πολύ καλά. Εγώ ήμουνα τόσο ερωτευμένη μαζί σου που θα ράγιζα την καρδιά οποιουδήποτε για χατίρι σου.' Τ ι ηλίθια που ήμουν, πανάθεμά με! Ακόμα και τη δική μου καρδιά ράγισα τελικά. Ράγισε κι έσπασε. Απαρ-νήθηκα όλα


μου τα πιστεύω, όλα μου τα ενδιαφέροντα για σένα, γιατί ήσουν τόσο υπέροχος και μ’ αγαπούσες τόσο πολύ, ώστε μόνο ο έρωτάς μας μετρούσε για μένα. Ο έρωτας ήταν το σπουδαιότερο πράγμα, έτσι δεν είναι; Ο έρωτας ήταν αυτό που μόνο εμείς οι δυο είχαμε και κανείς άλλος δεν είχε ούτε μπορούσε ποτέ να έχει. Εσύ ήσουνα μια μεγαλοφυΐα κι εγώ ήμουν η ζωή σου ολόκληρη. Ήμουνα η σύντροφός σου, το μικρό σου μαύρο λουλουδάκι. Γλυκανάλατες αηδίες! Ο έρωτας είναι ένα ακόμα βρομερό ψέμα. Ο έρωτας είναι τα χαπάκια Εργκοαπιόλ που κατέβαζα για να σταθώ στα πόδια μου, επειδή εσύ φοβόσουν να κάνουμε παιδί. Ό έρωτας είναι τα αμέτρητα κινίνα που κατάπινα, ώσπου να κουφαθώ τελείως. Ο έρωτας είναι εκείνη η απίστευτη φρίκη της έκτρωσης που με ανάγκασες να περάσω. Ο έρωτας είναι τα σωθικά μου που σακατεύτηκαν. Τ α μισά από τους καθετήρες και τ’ άλλα μισά από τις πλύσεις. Έμαθα καλά τι είναι ο έρωτας. Ο έρωτας κρέμεται πάντα πίσω από την πόρτα του μπάνιου. Έχει τη μυρωδιά του αντισηπτικού. Στο διάολο ο έροπας! Έρωτας είναι να με κάνεις ευτυχισμένη και μετά ν' α-ποκοιμιέσαι με το στόμα ορθάνοιχτο, κι εγώ να μένω ξάγρυπνη όλη νύχτα και να φοβάμαι ακόμα και να προσευχηθώ, ξέροντας ότι δεν έχω πια ούτε αυτό το δικαίωμα. Έρωτας είναι όλα εκείνα τα βρόμικα κόλπα που μου έμαθες και που σίγουρα είχες ξεσηκώσει από κάποιο βιβλίο. Ε, λοιπόν, σε βαρέθηκα, κι εσένα και τον έρωτα. Τ ον ξιπασμένο σου έρωτα. Παλιοσυγγραφέα!» «Θρησκόληπτη παλιοπουτανίτσα!» «Μη γίνεσαι χυδαίος! Γιατί, αν θέλω, ξέρω κι εγώ να σε στολίσω όπως σου αξίζει». «Ωραία, λοιπόν». «Όχι, καθόλου ωραία. Άσχημα, πάρα πολύ άσχημα. Αν ήσουν έστω ένας καλός συγγραφέας, ίσως να μπορούσα να αντέξω όλα τα υπόλοιπα. Σε είδα, όμως, να γίνεσαι πικρόχολος, να ζηλεύεις, ν’ αλλάζεις την πολιτική σου ανάλογα με τη μόδα, να γλείφεις ανθρώπους και μετά να τους βρίζεις πίσω από την πλάτη τους. Σε


είδα και σε αηδίασα. Κι αυτή η πλούσια τσούλα του Μπράντλεϊ σήμερα! Οχ, τα βαρέθηκα όλα! Βαρέθηκα να σε νταντεύω και να προσπαθώ να σου φτιάξω το κέφι, να σε φροντίζω και να σου μαγειρεύω, να είμαι ήσυχη όποτε θέλεις και να ουρλιάζω από χαρά όποτε θέλεις, να σε βοηθάω στις σύντομες σεξουαλικές σου εκρήξεις και να παριστάνω την ευτυχισμένη, να υπομένω τους θυμούς σου, τις ζήλιες σου και τις κακίες σου. Τ έρμα πια!» «Και τώρα θες να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου μ’ έναν μπεκρή καθηγητή;» «Είναι άντρας εκείνος. Καλός, σπλαχνικός, σε κάνει να νιώθεις όμορφα. Είμαστε κι οι δυο από την ίδια πάστα κι έχουμε αξίες που εσύ δεν θα έχεις ποτέ. Σαν το μακαρίτη τον πατέρα μου». «Είναι μπεκρής». «Πίνει. Τ ο ίδιο, όμως, έκανε κι ο πατέρας μου. Κι ο πατέρας μου φορούσε μάλλινες κάλτσες κι άπλωνε τα πόδια του σε μια καρέκλα και διάβαζε εφημερίδα κάθε βράδυ. Κι όταν περάσαμε εκείνη τη διφθεριτική λαρυγγίτιδα μας φρόντισε. Ήταν λεβητοποιός και τα χέρια του είχαν λειώσει και του άρεσε να καβγαδίζει, είτε πιωμένος είτε νηφάλιος. Πήγαινε στην εκκλησία για χατίρι της μάνας μου και το Πάσχα τηρούσε όλα τα έθιμα για κείνη και για τον Κύριο, αλλά περισσότερο για κείνη, κι ήταν καλός συνδικαλιστής, κι αν έτυχε να πάει με άλλη γυναίκα, η μάνα μου δεν το έμαθε ποτέ». «Πάω στοίχημα ότι πήγε με κάμποσες, ώσπου να πεθάνει». «Ίσως, αλλά αν έκανε κάτι τέτοιο, το έλεγε στον παπά, όχι σ’ εκείνη. Κι αν έκανε κάτι τέτοιο, το έκανε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς,' και μετά στενοχωριόταν και μετάνιωνε. Δεν το έκανε από περιέργεια ή καμαρώνοντας σαν τον κόκορα ή για να δείξει στη γυναίκα του πόσο σπουδαίος εραστής ήταν. Αν το έκανε, ήταν επειδή η μητέρα μου έλειπε μαζί μ’ εμάς τα παιδιά σε καλοκαιρινές διακοπές, κι έτσι εκείνος έβγαινε και τα ’πίνε με τους φίλους του.


Ήταν άντρας». «Θα ’πρεπε να γίνεις συγγραφέας και να γράψεις για κείνον». «Καλύτερη συγγραφέας από σένα θα ήμουν. Κι ο Τ ζων ΜακΓουόλσι είναι καλός άνθρωπος. Αυτό ακριβώς που δεν είσαι εσύ. Που δεν θα μπορούσες να γίνεις. Όποια κι αν ήταν η πολιτική σου θέση και το θρήσκευμά σου». «Δεν έχω κανένα θρήσκευμα». «Ούτ’ εγώ. Κάποτε όμως είχα, όπως θα έχω κι από δω κι εμπρός. Κι εσύ δεν θα ’σαι παρών, για να μου το πάρεις. Όπως μου πήρες όλα τ’ άλλα». «Όχι». «Όχι, βέβαια. Μπορεί να είσαι στο κρεβάτι με καμιά πλούσια σαν την Έλεν Μπράντλεϊ. Αλήθεια, πώς σε βρίσκει; Πιστεύει κι εκείνη ότι είσαι υπέροχος;» Κοιτάζοντας το θλιμμένο, θυμωμένο της πρόσωπο, πιο χαριτωμένο τώρα απ' τα δάκρυα, τα χείλια της, υγρά και πρησμένα λες και είχε πέσει πάνω τους βροχή, και τα σκούρα καστανά της μαλλιά ακατάστατα ριγμένα πάνω στο πρόσωπό της, ο Ρίτσαρντ Γκόρντον κατάθεσε τα όπλα και τελικά είπε: «Ώστε δεν μ' αγαπάς Λια;» «Ακόμα και τη λέξη αυτή τη μισώ». «Σύμφωνοι», είπε, αστράφτοντάς της ξαφνικά ένα δυνατό χαστούκι. Έκλαιγε τώρα από πραγματικό πόνο, όχι από οργή, με το πρόσωπό της πάνω στο τραπέζι.


«Δεν είχες λόγο να το κάνεις αυτό», είπε. «Και βέβαια είχα», είπε εκείνος. «Ξέρεις σχεδόν τα πάντα, αλλά δεν έχεις ιδέα πόσο ήθελα να το κάνω αυτό». Εκείνο το απόγευμα δεν τον πήρε είδηση όταν άνοιξε η πόρτα. Δεν έβλεπε τίποτα, πέρα από το άσπρο ταβάνι με τους αφράτους σαν σαντιγί έρωτες, τα περιστέρια και τις γιρλάντες, που λούστηκαν ξαφνικά στο φως με το άνοιγμα της πόρτας. Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τον είδε λίγο μετά, στρέφοντας το κεφάλι του, να στέκει βαρύς και γενειοφόρος στο κατώφλι. «Μη σταματάς!» έλεγε η Έλεν. «Σε παρακαλώ, μη σταματάς!» Τ α αστραφτερά της μαλλιά ήταν χυμένα πάνω στο μαξιλάρι. Όμως ο Ρίτσαρντ Γκόρντον σταμάτησε και κοιτούσε, με το κεφάλι του ακόμα στραμμένο πίσω. «Μην του δίνεις σημασία! Μη σταματάς καθόλου! Δεν καταλαβαίνεις πως δεν γίνεται να σταματήσεις τώρα;» έλεγε η γυναίκα, με μια απελπισμένη λαχτάρα. Ο γενειοφόρος άντρας έκλεισε μαλακά την πόρτα. Χαμογελούσε. «Τ ι συμβαίνει, αγάπη μου;» ρώτησε η Έλεν Μπράντλεϊ, στο σκοτάδι και πάλι. «Πρέπει να φύγω». «Μα δεν καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να φύγεις;» «Λυτός ο άντρας...» «Ο Τ όμι είναι, μην ανησυχείς», είπε η Έλεν. «Ξέρει απ’ αυτά τα πράγματα. Μην του δίνεις σημασία. Έλα, συνέχισε, αγάπη μου! Σε


παρακαλώ!» «Δεν μπορώ». «Πρέπει!» είπε η Έλεν. Τ ην ένιωθε να σπαρταράει, και το κεφάλι της να τρέμει πάνω στον ώμο του. «Θεέ μου, τίποτε δεν έχεις μάθει; Δεν σέβεσαι καθόλου τις γυναίκες;» «Πρέπει να φύγω», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. Μέσα στο σκοτάδι ένιωσε το χαστούκι στο πρόσωπό του τόσο δυνατά, που άρχισε να βλέπει άστρα. Ακολούθησε και δεύτερο. Στο στόμα του αυτή τη φορά. «Τ έτοιος άντρας είσαι, λοιπόν;» του είπε. «Νόμιζα ότι είχες τρόπους. Φύγε από μπροστά μου!» Λυτά έγιναν εκείνο το απόγευμα. Έτσι έκλεισε η ιστορία με τους Μπράντλεϊ. Τ ώρα η γυναίκα του καθόταν πεσμένη πάνω στο τραπέζι με το κεφάλι μέσα στα χέρια της και κανείς από τους δύο δεν μιλούσε. Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον άκουγε τους χτύπους του ρολογιού κι ένιωθε τόσο άδειος όσο ήσυχο ήταν το δωμάτιο. Μετά από λίγο, δίχως να τον κοιτάζει, η γυναίκα του είπε: «Λυπάμαι που έγιναν όλα αυτά. Τ ο καταλαβαίνεις, όμως, ότι τελειώσαμε, έτσι δεν είναι;» «Ναι, αν είναι όντως έτσι τα πράγματα». «Δεν ήταν πάντα ακριβώς έτσι, αλλά ήταν έτσι για πολύ καιρό τώρα τελευταία». «Με συγχωρείς που σε χτύπησα».


«Ω, αυτό δεν ήταν τίποτα. Δεν είχε σχέση με όλα αυτά. Ηταν απλώς ένας τρόπος αποχαιρετισμού». «Μη φύγεις». «Πρέπει να φύγω», είπε κουρασμένα. «Και φοβάμαι ότι πρέπει να πάρω τη μεγάλη βαλίτσα». «Φύγε το πρωί», της είπε. «Μπορείς να τα κάνεις όλα το πρωί». «Καλύτερα τώρα, Ντΐκ, θα είναι πιο εύκολο. Είμαι, όμως, τόσο κουρασμένη! Νιώθω τρομερή κούραση και πονοκέφαλο». «Κάνε ό,τι θέλεις». «Ω, Θεέ μου!» είπε. «Μακάρι να μην είχαν γίνει όλα αυτά. Έγιναν, όμως. Θα κοιτάξω να σε τακτοποιήσω όσο μπορώ καλύτερα. Θα χρειαστείς κάποιον να σε φροντίζει. Αν δεν είχα πει ορισμένα από τα λόγια που σου είπα ή αν εσύ δεν με είχες χτυπήσει, ίσως και να τα ξαναβρίσκαμε». «Μπα, είχε τελειώσει προ πολλού η υπόθεση». «Λυπάμαι πολύ για σένα, Ντικ». «Μη λυπάσαι για μένα, γιατί θα σε ξαναχτυπήσω». «Ίσως να ένιωθα καλύτερα, αν με ξαναχτυπούσες», του είπε. «Αλλά, στ’ αλήθεια σε λυπάμαι. Στ 9 αλήθεια». «Άμε στο διάολο!» «Συγνώμη που είπα πριν ότι δεν ήσουν καλός στο κρεβάτι. Δεν έχω καμιά άποψη πάνω σ’ αυτό. Μπορεί να είσαι και υπέροχος». «Λες κι εσύ ήσουν κανένα αστέρι!»


Έβαλε πάλι τα κλάματα. «Αυτό ήταν χειρότερο κι από χαστούκι», είπε. «Λοιπόν, τι έλεγες;» «Δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι. Ήμουνα τόσο θυμωμένη κι εσύ με πλήγωσες τόσο πολύ!» «Τ ελειώσαμε, όμως. Επομένως, γιατί να γίνεσαι έτσι πικρόχολη;» «Ω, δεν θέλω να τελειώσουμε. Αλλά έγινε, και δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω πια». «Θα έχεις το μεθύστακα τον καθηγητή σου από δω και μπρος». «Πάψε!» είπε. «Δεν μπορούμε απλώς να το βουλώσουμε και να μην πούμε τίποτ’ άλλο;» «Ναι». «Θα το κάνεις;» «Ναι». «Θα κοιμηθώ έξω». «Όχι. Μπορείς να ξαπλώσεις στο κρεβάτι. Τ ο έχεις ανάγκη. Εγώ θα βγω για λίγο». «Ω, μη φύγεις!» «Πρέπει». «Γεια σου, λοιπόν!» του είπε εκείνη. Κοίταξε το πρόσωπό της, το πρόσωπο που αγαπούσε πάντα τόσο πολύ και που δεν έχανε την ομορφιά του με το κλάμα, τα κατσαρά μαύρα της μαλλιά, τα μικρά


σφιχτά στήθη της κάτω από το πουλόβερ να πιέζουν την κόχη του τραπεζιού, δίχως να βλέπει το υπόλοιπο κορμί της, που βρισκόταν κάτω απ’ χο τραπέζι, εκείνο το κορμί που είχε λατρέψει και ήταν σίγουρος ότι το ικανοποιούσε, ενώ προφανώς δεν ήταν καθόλου ικανός για κάτι τέτοιο και, καθώς έβγαινε από την πόρτα, είδε ότι κι εκείνη τον κοίταζε από την άλλη πλευρά του τραπεζιού. Με το πηγούνι ακουμπισμένο στα χέρια της. Και με δάκρυα στα μάτια. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22 Προτίμησε να βγει στο δρομο πεζος, χωρίς να πάρει το ποδήλατο. Οι σιλουέτες των δέντρων υψώνονταν σκοτεινές κόντρα στο φεγγάρι, που είχε ανατείλει πια. Περνούσε μπροστά από τα ξυλόσπιτα με τις στενές αυλές, διακρίνοντας φως πίσω απ’ τα κλειστά τους παντζούρια, από τα στενοσόκακα με το χωματόδρομο και τις διπλές σειρές σπιτιών. Μια κλασική κωμόπολη του Κοντς, όπου όλα ήταν ασπρισμένα και καλά ασφαλισμένα: αρετή και αποτυχία, ρέγκα και ξερό ψωμί, υποσιτισμός, προκατάληψη, ηθικολογία, ενδογαμία και παρηγόρια με τη θρησκεία* τα ολόφωτα μπο-λίτο, τα χωρίς εξώπορτες σπιτάκια των Κουβανέζων, καλύβια με μόνο ρομαντικό στοιχείο το όνομά τους -«Κόκκινο σπίτι», «Τ σίτσα»- η πέτρινη εκκλησία με τα μυτερά καμπαναριά της, άσχημες τριγωνικές φιγούρες κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο* οι μεγάλοι περίβολοι και ο μακρόστενος όγκος του μοναστηριού με το μαύρο τρούλο, όμορφος κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο* το βενζινάδικο και η καντίνα με τα σάντουιτς, κατάφωτη πλάι στην έρημη αλάνα όπου κάποτε υπήρχε το μίνι γκολφ· προχώρησε στον άπλετα φωτισμένο κεντρικό δρόμο, προσπερνώντας τα τρία φαρμακεία, το δισκάδικο, τα πέντε εβραϊκά μαγαζιά, τρεις κλειστές πισίνες, δυο μπαρμπέρικα, πέντε μπιραρίες, τρία παγωτατζίδικα, τις πέντε φτωχοταβέρνες και το ένα και μοναδικό ακριβό εστιατόριο, δυο πρακτορεία εφημερίδων και περιοδικών, τέσσερα μαγαζάκια που πουλούσαν μεταχειρισμένα (το ένα έφτιαχνε και κλειδιά), ένα φωτογραφείο, ένα κτήριο με γραφεία και τέσσερα οδοντιατρεία στον επάνω όροφο, το μεγάλο πολυκατάστημα, το ξενοδοχείο στη γωνία με την πιάτσα των ταξί


απέναντι* βγαίνοντας από την άλλη μεριά, πίσω από το ξενοδοχείο, πήρε το δρόμο που οδηγούσε στις φτωχογειτονιές, προσπέρασε το άβαφο, φωτισμένο χαμόσπιτο με τα κορίτσια στο κατώφλι, τον πλανόδιο λατερνατζή κι ένα ναύτη που καθόταν κατάχαμα* προχώρησε πίσω απ’ το πλίνθινο κτήριο του δικαστηρίου, που το φωτισμένο του ρολόι έδειχνε δέκα και μισή, πέρασε το ασβεστωμένο κτήριο της φυλακής που φωσφόριζε στο φεγγαρόφωτο κι έφτασε ως τη σκεπαστή είσοδο του Λάιλακ Τ άιμ, που κατακλυζόταν από αυτοκίνητα. Τ ο Λάιλακ Τ άιμ ήταν ολόφωτο και γεμάτο κόσμο και, καθώς ο Ρίτσαρντ Γκόρντον έμπαινε μέσα, είδε την αίθουσα του καζίνο κατάμεστη, τη ρουλέτα να γυρίζει και τη μικρή μπίλια να χτυπιέται ανάμεσα στα μεταλλικά χωρίσματα, να στριφογυρίζει και μ’ ένα τελευταίο πήδημα να σταματάει, ώσπου δεν ακουγόταν πια χίποτ’ άλλο εκτός από την περιστροφή της ρουλέτας και το θόρυβο από τις μάρκες. Στο μπαρ, ο ιδιοκτήτης, που σέρβιρε μαζί με δύο ακόμα μπάρμαν, του είπε: «Αλό! Αλό, μιστ’ Γκόρντον! Τ ι θα πάρετε;» «Δεν ξέρω», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Δεν μου φαίνεστε καλά. Τ ι συμβαίνει; Μήπως άρρωστος;» «Όχι». «Σας φτιάξω κάτι σπέσιαλ. Σας κάνει περδίκι. Έχετε δοκιμάσει ποτέ ισπανικό αψέντι; Όχεν;» «Αντε, φέρε μου ένα!» είπε ο Γκόρντον. «Τ ο πίνετε, νιάίθετε μια χαρά. Μετά έτοιμος καβγά με όλους εδώ στο μπαρ», είπε ο ιδιοκτήτης. «Φτιάξε ένα όχεν σπέσιαλ για μιστά' Γκόρντον!»


Όρθιος στο μπαρ, ο Ρίτσαρντ Γκόρντον κατέβασε τρία όχεν σπέσιαλ, αλλά δεν ένιωσε καλύτερα* το θολό, υπόγλυκο και παγωμένο ποτό με τη γεύση της γλυκόριζας δεν του έκανε τίποτα. «Φέρε μου κάτι άλλο», είπε στον μπάρμαν. «Τ ι τρέχει; Δεν αρέσει όχεν σπέσιαλ;» ρώτησε ο ιδιοκτήτης. «Δεν νιώθει καλύτερα;» «Όχι». «Πρέπει προσοχή τι θα πιει μετά». «Φέρε μου ένα σκέτο ουίσκι». Τ ο ουίσκι ζέστανε τη γλώσσα και το λαρύγγι του, αλλά δεν του άλλαξε διόλου τη διάθεση και ξαφνικά, κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη πίσω απ’ το μπαρ, κατάλαβε ότι το πιοτό δεν θα του πρόσφερε απολύτως τίποτα τώρα. Ό,τι τον έτρωγε θα εξακολουθούσε να τον τρώει και αργότερα. Ακόμα κι αν έπινε μέχρι αναισθησίας, όταν θα συνερχόταν το πρόβλημα θα ήταν εκεί. Ένας ψηλός, πολύ αδύνατος νεαρός, με αραιές και σκληρές ξανθές τρίχες στο αξύριστο πηγούνι του, που στεκόταν δίπλα του στο μπαρ, του είπε: «Μήπως είστε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον;» «Μάλιστα». «Χέρμπερτ Σπέλμαν. Γνωριστήκαμε κάποτε σ’ ένα πάρτι στο Μπρούκλιν, αν θυμάμαι καλά». «Μπορεί», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Δεν αποκλείεται». «Μου άρεσε πολύ το τελευταίο σας βιβλίο», είπε ο Σπέλμαν. «Όλα


τα βιβλία σας, δηλαδή». «Χαίρομαι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Θα πιείτε κάτι;» «Πίνω ήδη», είπε ο Σπέλμαν. «Δοκιμάσατε αυτό το όχεν,» «Ναι, δεν μου έκανε τίποτα». «Πώς έτσι;» «Είμαι αρκετά πεσμένος». «Θα θέλατε ένα ακόμα;» «Μπα, θα πιω ουίσκι». «Ξέρετε, θεωρώ πολύ σημαντική τη γνωριμία μου μαζί σας», είπε ο Σπέλμαν. «Μάλλον δεν θα με θυμάστε σ’ εκείνο το πάρτι». «Όχι. Θα πρέπει, πάντως, να ήταν καλό πάρτι. Υποτίθεται ότι ένα καλό πάρτι δεν το θυμάται μετά κανείς, έτσι δεν είναι;» «Δίκιο έχετε», είπε ο Σπέλμαν. «Ήταν στης Μάργκαρετ Βαν Μπρουντ. Μήπως θυμάστε τώρα;» ρώτησε με ελπίδα. «Προσπαθώ». «Εγώ ήμουν εκείνος που άναψε όλο το κέφι», είπε ο Σπέλμαν. «Μπα!» «Ναι», είπε χαρούμενα ο Σπέλμαν. «Ακριβώς εγώ. Ήταν το ωραιότερο πάρτι της ζωής μου». «Με τι ασχολείστε τώρα;» ρώτησε ο Γκόρντον. «Με τίποτα ιδιαίτερα», είπε ο Σπέλμαν. «Τ ριγυρίζω λιγάκι. Είμαι


κάπως χαλαρός αυτή την εποχή. Γράφετε τίποτα καινούργιο;» «Ναι. Βρίσκομαι στα μισά ενός βιβλίου». «Υπέροχα!» είπε ο Σπέλμαν. «Με θέμα;» «Μια απεργία σ’ ένα εργοστάσιο υφασμάτων». «Καταπληκτικό!» είπε ο Σπέλμαν. «Ξέρετε, ρουφάω οτιδήποτε βρω που να έχει σχέση με κοινωνικές συγκρούσεις». «Τ ι εννοείτε;» «Τ ρελαίνομαι για τέτοια βιβλία», είπε ο Σπέλμαν. «Μου αρέσουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Είστε ειλικρινά ο καλύτερος απ’ όλους. Για πέστε μου, μήπως υπάρχει καμία όμορφη Εβραία ταραχοποιός μέσα;» «Γιατί ρωτάτε;» έκανε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον καχύποπτα. «Είναι ένας ρόλος που θα ταίριαζε στη Σίλβια Σίντνεϊ. Εΐ-fiat ερωτευμένος μαζί, της. Θέλετε να σας δείξω τη φωτογραφία της;» «Τ ην έχω δει», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Ας πιούμε κάτι!» είπε εύθυμα ο Σπέλμαν. «Μα να σας συναντήσω εδώ! Είμαι τυχερός άνθρωπος, ξέρετε. Πραγματικά τυχερός». «Γιατί;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Γιατί είμαι τρελός», είπε ο Σπέλμαν. «Χριστέ μου, είναι υπέροχο! Είναι σαν να ’σαι ερωτευμένος, μόνο που αυτό δεν σου βγαίνει ποτέ ξινό». Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τραβήχτηκε λίγο μακρύτερα. «Μην κάνετε έτσι!» είπε ο Σπέλμαν. «Δεν είμαι βίαιος τύπος.


Δηλαδή, σχεδόν ποτέ δεν είμαι βίαιος. Εμπρός, ας πιούμε ένα ποτό!» «Είστε από καιρό τρελός;» «Ανέκαθεν, νομίζω», είπε ο Σπέλμαν. «Σας διαβεβαιώ, είναι ο μόνος τρόπος να νιώθει κανείς ευτυχισμένος στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Τ ι με νοιάζει εμένα τι κάνει η Ντάγκλας Έρκραφτ; Τ ι με νοιάζει τι κάνει η Α.Τ . & Τ .; Κανείς δεν μπορεί να με ακουμπήσει. Απλώς, διαλέγω ένα βιβλίο σας ή πίνω ένα ποτό ή κοιτάζω τη φωτογραφία της Σίλβια κι αμέσως γίνομαι ευτυχισμένος. Νιώθω σαν πουλί. Καλύτερα κι από πουλί. Είμαι ένας...» Φάνηκε να διστάζει για μια στιγμή, ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη, αλλά αμέσως βιάστηκε να συνεχίσει. «Είμαι ένας αξιολάτρευτος μικρός πελαργός», είπε απότομα, κοκκινίζοντας. Καθώς κοίταζε επίμονα τον Ρίτσαρντ Γκόρντον και τα χείλη του ανοιγόκλειναν νευρικά, ένας μεγαλόσωμος ξανθός νεαρός ξεκόλλησε από μια παρέα που καθόταν στο μπαρ και, πλησιάζοντάς τον, τον έπιασε από το μπράτσο. «Έλα, Χάρολντ!» είπε. «Καλύτερα να πάμε στο σπίτι τώρα». Ο Σπέλμαν κοίταξε τον Ρίτσαρντ Γκόρντον με έξαλλο βλέμμα. «Χλευάζει έναν πελαργό!» είπε. «Απαρνιέται έναν πελαργό! Έναν πελαργό που πετάει γράφοντας κύκλους...» «Έλα, Χάρολντ!» είπε ο εύσωμος νεαρός. Ο Σπέλμαν έτεινε το χέρι του στον Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Χωρίς παρεξήγηση» είπε. «Είστε καλός συγγραφέας. Συνεχίστε να γράφετε! Και να θυμάστε ότι εγώ είμαι πάντα ευτυχισμένος. Μην αφήνετε κανέναν να σας ταράζει. Ελπίζω να σας ξαναδώ σύντομα». Με το μπράτσο του εύσωμου νεαρού γύρω απ’ τους ώμους του, ο Σπέλμαν άνοιξε δρόμο ανάμεσα στο πλήθος και προχώρησε προς την έξοδο. Λίγο πριν βγουν, στράφηκε πίσω κι έκλεισε το μάτι στον


Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Καλό παιδί!» είπε ο ιδιοκτήτης, χτυπώντας με τα δάχτυλα το κεφάλι του. «Πολύ καλή μόρφωση. Πολλές σπουδές μάλλον. Τ ου αρέσει σπάει γυαλιά. Δεν θέλει κάνει κακό. Πληρώνει όλα αυτά που σπάει». «Έρχεται τακτικά εδώ;» «Τ ο βράδυ. Τ ι είπε πως είναι; Κύκνος;» «Όχι. Πελαργός». «Αλλο βράδυ ήταν άλογο. Με φτερά. Σαν άλογο στο μπουκάλι Γουάιτ Χορς, μόνο είχε φτερά. Πολύ καλό παιδί. Πολλά λεφτά. Και τρελάρας. Οικογένεια τον κρατάει εδώ, μαζί με μά-νατζέρ του. Είπε αρέσουν βιβλία σας, κύριε Γκόρντον. Τ ι θα πιείτε; Κερνάει μαγαζί». «Ένα ουίσκι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. Είδε το σερίφη να έρχεται προς το μέρος του. Ο σερίφης ήταν ένας εξαιρετικά ψηλός, μάλλον σκελετωμένος και πολύ φιλικός άντρας. Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τον είχε δει το απόγευμα στο πάρτι των Μπράντλεϊ και είχε μιλήσει μαζί του για τη ληστεία στην τράπεζα. «Λοιπόν», είπε ο σερίφης, «αν δεν έχεις τίποτα να κάνεις, έλα μαζί μου αργότερα. Η Ακτοφυλακή φέρνει το καΐκι του Χάρι Μόργκαν. Τ ο εντόπισε ένα τάνκερ στ’ ανοιχτά του Ματα-κούμπε. Μαζί με όλη τη συμμορία». «Θεέ μου!» έκανε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Τ ους έπιασαν όλους;» «Είναι όλοι πεθαμένοι εκτός από έναν, έλεγε το μήνυμα». «Δεν ξέρεις ποιος είναι;» «Όχι, δεν είπαν. Ένας Θεός ξέρει τι συνέβη».


«Βρήκαν και τα χρήματα;» «Άγνωστο. Θα πρέπει, όμως, να είναι μέσα, αφού δεν κατάφεραν να φτάσουν ως την Κούβα». «Πότε έρχονται;» «Ω, σε δυο τρεις ώρες». «Πού θα το πάνε το καΐκι;» «Στο ναύσταθμο, υποθέτω. Εκεί που δένει και η Ακτοφυλακή». «Πού θα σε βρω, για να κατέβουμε μαζί;» «Θα περάσω εγώ από δω». «Ή εδώ θα είμαι ή κάτω στου Φρέντι. Πάντως, λέω να μη μείνω πολύ ακόμα». «Είναι αρκετά ζόρικα στου Φρέντι απόψε. Φίσκα στους βετεράνους που έχουν έρθει από τα Κιζ. Αυτοί κάνουνε πάντα διαολεμένο σαματά». «Θα περάσω από κει να χαζέψω», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Έχω τις μαύρες μου». «Σύμφωνοι, αλλά μην μπλεχτείς σε φασαρίες», είπε ο σερίφης. «Θα περάσω να σε πάρω σε μια δυο ώρες. Μήπως θες να σε πετάξω τώρα ως εκεί;» «Οκέι, σ’ ευχαριστώ». Παραμέρισαν το πλήθος και βγήκαν έξω. Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον μπήκε στο αυτοκίνητο του σερίφη και κάθισε στη θέση ταυ συνοδηγού.


«Τ ι λες να έγινε στο καΐκι του Μόργκαν;» ρώτησε. «Ο Θεός ξέρει», είπε ο σερίφης. «Φαίνεται πολύ σκοτεινή υπόθεση». «Δεν είχαν καμιά άλλη πληροφορία;» «Τ ίποτα», είπε ο σερίφης. «Κοίτα τώρα εδώ τι γίνεται!» Βρίσκονταν απέναντι από την κατάφωτη ανοιχτή πρόσοψη του Φρέντι και το μπαρ ήταν φίσκα ως το πεζοδρόμιο. Άντρες με ντρίλινες φόρμες, άλλοι ξεσκούφωτοι κι άλλοι με σκουφιά, με φθαρμένα κασκέτα εργασίας ή με κράνη από πεπιεσμένο χαρτόνι, συνωστίζονταν ως το βάθος του μπαρ, ενώ το τζουκ μποξ έπαιζε στη διαπασών το «Νησί του Κάπρι». Καθώς πάρκαραν,· ένας άντρας πετάχτηκε έξω απ’ την πόρτα κι ένας άλλος έπεσε πάνω του. Κυλίστηκαν για λίγο στο πεζοδρόμιο και μετά ο άντρας που ήταν από πάνω, τραβώντας τον άλλο από τα μαλλιά και με τα δυο του χέρια, βάλθηκε να του χτυπάει το κεφάλι πάνω κάτω στο τσιμέντο, κάνοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Κανείς στο μπαρ δεν έδινε την παραμικρή σημασία. Ο σερίφης βγήκε από το αυτοκίνητο κι άρπαξε τον άντρα που ήταν από πάνω απ’ τους ώμους. «Κόφτο!» του φώναξε. «Σήκω πάνω!» Ο άντρας ίσιωσε το κορμί του και κοίταξε το σερίφη. «Για το Θεό, γιατί δεν κοιτάς τη δουλειά σου;» Ο άλλος άντρας, με τα μαλλιά ματωμένα και το αίμα να τρέχει από το ’να του αυτί, το περισσότερο πάνω στο φακιδιάρικο μούτρο του, ζυγιάστηκε απέναντι στο σερίφη. «Παράτα ήσυχο το φίλο μου!» είπε βραχνά. «Τ ι τρέχει; Θαρρείς ότι δεν το αντέχω το ξύλο;»


«Φυσικά και το αντέχεις, Τ ζόουι», είπε ο άντρας που τον χτυπούσε. «Άκου δω», είπε στο σερίφη, «θα με αφήσεις να το φχαριστηθά) ή όχι;» «Όχι», είπε ο σερίφης. «Πήγαινε στο διάολο, τότε». Έπειτα στράφηκε προς τον Ρίτσαρντ Γκόρντον: «Εσύ, φίλε, τι λες;» «Λέω να σε κεράσω ένα ποτό», είπε ο Γκόρντον. «Εμπρός, λοιπόν, πάμε!» είπε ο βετεράνος, πιάνοντας τον Γκόρντον από το μπράτσο. «θα περάσω αργότερα», είπε ο σερίφης. «Ωραία, θα σε περιμένω». Καθώς στριμώχνονταν για να φτάσουν στο βάθος του μπαρ, ο κοκκινομάλλης φακιδιάρης με το ματωμένο αυτί και πρόσωπο άρπαξε τον Γκόρντον από το μπράτσο. «Κολλητός μου είναι» είπε. «Λεβεντιά!» είπε ο άλλος βετεράνος. «Τ ο αντέχει το ξύλο». «Βλέπεις που αντέχω να τις τρώω;» είπε ο ματωμένος. «Αυτό είναι το πλεονέκτημά μου». «Ναι, αλλά δεν τις ρίχνεις», είπε κάποιος. «Κόψε το σπρώξιμο, λοιπόν!» «Κάνε πιο κει!» είπε ο ματωμένος. «Άσε να περάσουμε εγώ κι ο κολλητός μου». Έπειτα, ψιθύρισε στο αυτί του Ρίτσαρντ Γκόρντον: «Δεν χρειάζεται να τις ρίχνω. Αφού τις τρώω και αντέχω, με πιάνεις;»


«Άκου», είπε ο άλλος βετεράνος, όταν έφτασαν επιτέλους στο μπαρ, που ήταν μούσκεμα από τις μπίρες. «Έπρεπε να τον έβλεπες το μεσημέρι στην καντίνα του Πέμπτου Στρατοπέδου. Τ ον είχα βάλει κάτω και τον χτυπούσα στο κεφάλι με μια μπουκάλα. Σαν να έπαιζα ταμπούρλο, θα τον χτύπησα ίσαμε πενήντα φορές». «Και παραπάνω», είπε ο ματωμένος «Πολύ που τον ένοιαξε!» «Αντέχω», είπε ο άλλος, και πρόσθεσε ψιθυρίζοντας στο αυτί του Ρίτσαρντ Γκόρντον: «Είναι μυστικό». Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τούς πάσαρε τις δυο από τις τρεις μπίρες που έσπρωξε προς το μέρος του ο κοιλαράς νέγρος μπάρμαν με το λευκό σακάκι. «Ποιο είναι μυστικό;» ρώτησε. «Εγώ», είπε ο ματωμένος. «Είναι το μυστικό μου». «Έχει στ’ αλήθεια ένα μυστικό», είπε ο άλλος βετεράνος. «Δεν λέει ψέματα». «Θες να το ακούσεις;» είπε ο ματωμένος στο αυτί του Ρίτσαρντ Γκόρντον. Ο Γκόρντον έγνεψε καταφατικά. «Δεν πονάω». Ο άλλος συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι. «Πες του και τα χειρότερα». Ο κοκκινομάλλης κόλλησε σχεδόν τα ματωμένα του χείλια πάνω στο αυτί του Γκόρντον. «Καμιά φορά νιώθω και όμορφα», είπε. «Πώς σου φαίνεται αυτό;»


Ακριβώς δίπλα στον Γκόρντον στεκόταν ένας ψηλός, αδύνατος άντρας, με μια ουλή από την άκρη του ματιού του ως το σαγόνι. Κοίταξε τον κοκκινομάλλη και χαμογέλασε. «Στην αρχή ήταν τέχνη», είπε. «Μετά έγινε ευχαρίστηση. Αν υπάρχει ακόμα κάτι που με αηδιάζει, αυτό είσ’ εσύ, Κοκκινοτρίχη». «Σαν πολύ εύκολα αηδιάζεις!» είπε ο άλλος βετεράνος. «Σε ποια μονάδα ήσουνα;» «Έχει καμιά σημασία για σένα, παλιομεθύστακα;» είπε ο ψηλός. «Θα πιεις ένα ποτό;» ρώτησε τον ψηλό ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Ευχαριστώ», είπε ο ψηλός. «Πίνω το δικό μου». «Μην ξεχνάς και μας», είπε ο ένας απ’ τους δυο τύπους που ο Γκόρντον είχε συνοδέψει μέσα στο μπαρ. «Τ ρεις μπίρες ακόμα!» είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. Ο νέγρος γέμισε τα ποτήρια και τα ’σπρώξε προς το μέρος του. Δεν υ-πήρχε χώρος ούτε για να σηκώσει τον αγκώνα του κι ο Γκόρντον αναγκάστηκε να σπρώξει τον ψηλό άντρα. «Με βαπόρι έχεις έρθει;» τον ρώτησε ο ψηλός. «Όχι, εδώ μένω. Εσύ; Από τα Κιζ κατέβηκες;» «Ήρθαμε απόψε από τις Τ ορτούγκας», είπε ο ψηλός. «Κάναμε τόσο σαματά εκεί, που δεν άντεχαν να μας κρατήσουν άλλο». «Είναι κόκκινος», είπε ο πρώτος βετεράνος. «Κι εσύ κόκκινος θα ήσουν, αν είχες μυαλό», είπε ο ψηλός. «Έστειλαν μερικούς από μας εκεί πέρα για να μας ξεφορτωθούν, αλλά


τους κάναμε τη ζωή πραγματική κόλαση», είπε στον Ρίτσαρντ Γκόρντον χαμογελώντας. «Πιάστε τον!» ούρλιαξε κάποιος, και ο Ρίτσαρντ Γκόρντον είδε μια γροθιά να χτυπάει ένα πρόσωπο που ξεφύτρωσε δίπλα του. Δυο άλλοι τύποι άρπαξαν τον άντρα που την έφαγε και τον έσυραν μακριά από το μπαρ. Μόλις απομακρύνθηκαν, ο ένας τον ξαναχτύπησε δυνατά στο πρόσωπο κι ο άλλος στο σώμα. Έπεσε στο τσιμέντο σκεπάζοντας το κεφάλι με τα μπράτσα του και ο ένας από τους άντρες τον χτύπησε στην πλάτη. Όλη αυτή την ώρα δεν είχε βγάλει άχνα. Ο ένας από τους δυο άντρες τον έστησε στα πόδια του και τον κόλλησε στον τοίχο. «Θα σε σκοτώσω, μπάσταρδε!» είπε, κι ενώ ο τύπος ήταν κολλημένος εκεί στον τοίχο, ανήμπορος και κατάχλομος, ο δεύτερος άντρας πήρε φόρα, λύγισε ελαφρά τα γόνατα κι όρμησε καταπάνω του με τη δεξιά του γροθιά, που ξεκινώντας χαμηλά απ’ το τσιμεντένιο πάτωμα προσγειώθηκε λοξά πάνω στο σαγόνι του πανιασμένου θύματός του. Εκείνος γονάτισε μπροστά κι έπειτα πήρε μια αργή τούμπα, με το κεφάλι μέσα σε μια μικρή λίμνη από αίμα. Οι δυο άντρες τον παράτησαν εκεί και γύρισαν πίσω στο μπαρ. «Βρε, εσύ ξέρεις να βαράς!» είπε κάποιος. «Αυτός ο μπάσταρδος έρχεται στην πόλη, καταθέτει όλους τους μισθούς του στο Τ αχυδρομικό Τ αμιευτήριο κι έπειτα τριγυρνάει εδώ μέσα και σουφρώνει ποτά απ’ το μπαρ», είπε ο άλλος. «Είναι η δεύτερη φορά που τον σπάω στο ξύλο». «Τ ον τσάκισες για τα καλά αυτή τη φορά». «Τ η στιγμή που τον χτύπησα, ένιωσα το σαγόνι του να φεύγει· λες και χτυπούσα κανένα τσουβάλι πέτρες», είπε ο άλλος με ικανοποίηση. Ο τύπος ήταν ακόμα κολλημένος στον τοίχο και κανείς δεν του έδινε σημασία.


«Ακου, αν ριχνόσουν σ’ εμένα έτσι δα, χαμπάρι δεν θα ’παιρνα», είπε ο κοκκινομάλλης βετεράνος. «Σκάσε, ρεζίλη!» του φώναξε ο φονιάς. «Εσύ έχεις κι εκείνα τα παλιά βρογχικά». «Όχι, δεν έχω». «Οι ξυλοδαρμοί οι δικοί σας με αηδιάζουν», είπε ο φονιάς. «Γιατί να σπάσω τα χέρια μου πάνω σου;» «Ακριβώς αυτό θα πάθαινες, θα ’σπαγες τα χέρια σου», είπε ο κοκκινομάλλης. Και γυρίζοντας προς τον Ρίτσαρντ Γκόρντον πρόσθεσε: «Δεν μου λες, φίλε, είσαι για ένα ποτό ακόμα;» «Μα δεν είναι υπέροχοι τύποι;» είπε ο ψηλός. «Ο πόλεμος εξαγνίζει και εξευγενίζει πραγματικά τον άνθρωπο. Τ ο ζήτημα είναι αν μόνο κάτι τύποι σαν εμάς πάνε και γίνονται στρατιώτες ή αν έχουμε καταντήσει έτσι από τη στρατιωτική ζωή». «Δεν ξέρω», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Αν θες, πάμε στοίχημα μαζί πως ούτε τρεις από τους λεβέντες εδώ μέσα δεν έχουν επιστρατευτεί ποτέ», είπε ο ψηλός. «Αυτοί είναι η αφρόκρεμα. Η ελίτ ανάμεσα στα αποβράσματα. Με κάτι τέτοιους νίκησε ο Γουέλινγκτον στο Βατερλό. Ο κύριος Χούβερ, λοιπόν, μας πέταξε έξω απ' τα σπίτια μας στο Αντικόστι και ο κύριος Ρούσβελτ μάς έστειλε εδώ κάτω για να μας ξεφορτωθεί. Προκάλεσαν μέχρι και επιδημία στο στρατόπεδο με τον τρόπο που διοικούν, αλλά τούτοι οι καημένοι οι μπάσταρδοι δεν λένε να τα τινάξουν. Κάποιους από μας τους έστειλαν στις Τ ορτούγκας, μα έχουν γίνει κιόλας καλά. Άλλο> στε. αυτό δεν θα το ανεχόμασταν. Κι έτσι μας έφεραν πίσω. Ποια θα είναι η επόμενη κίνηση; Πρέπει να μας ξεφορτωθούν καλά και σώνει. Τ ο καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;»


«Μα γιατί;» «Γιατί είμαστε οι απελπισμένοι», είπε ο ψηλός. «Αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Οι εντελώς αποκτηνωμένοι. Είμαστε χειρότεροι κι απ’ το σινάφι που είχε μαζέψει γύρω του ο Σπάρτακος στην αρχαιότητα. Ωστόσο, είναι δύσκολο ν’ αντιδράσουμε, γιατί έχουμε φάει τόσο ξύλο, που η μόνη παρηγοριά μας είναι το πιοτό και η μόνη μας περηφάνια να τις τρώμε και ν’ αντέχουμε. Δεν είμαστε, πάντως, όλοι έτσι. Είναι και μερικοί από μας που ξέρουν να δίνουν ξύλο». «Υπάρχουν πολλοί κομουνιστές στο στρατόπεδο;» «Γύρω στους σαράντα όλοι κι όλοι», είπε ο ψηλός. «Ανάμεσα σε δυο χιλιάδες. Χρειάζεται πειθαρχία και αυταπάρνηση για να γίνει κάποιος κομουνιστής* ένας μεθύστακας δεν μπορεί να είναι κομουνιστής». «Μην τον ακούς!» είπε ο κοκκινομάλλης βετεράνος. «Είναι ένας αναθεματισμένος ριζοσπάστης». «Περίμενε», είπε ο άλλος βετεράνος, που έπινε μπίρα με τον Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Κάτσε να σου πω εγώ για το Ναυτικό. Κάτσε να σου πω, αναθεματισμένε ριζοσπάστη!» «Μην τον ακούς!» είπε ο κοκκινομάλλης. «Οταν ο στόλος είναι στη Νέα Υόρκη κι εσύ πας στην παραλία το βράδυ, βλέπεις τους γέρους με τις γενειάδες να περπατάνε κάτω απ’ το Ρίβερ-σαϊντ Ντράιβ και μπορείς να κατουρήσεις τις γενειάδες τους για ένα δολάριο. Τ ι έχεις να πεις γι’ αυτό;» «Θα σε κεράσω ένα ποτό», είπε ο ψηλός, «για να ξεχάσεις αυτό που είπες. Δεν θέλω να ξανακούσω τέτοια πράγματα». «Δεν θα ξεχάσω τίποτα», είπε ο κοκκινομάλλης. «Τ ι έπαθες, ρε φίλε;»


«Είναι αλήθεια αυτό με τις γενειάδες;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον, νιώθοντας κάπως αηδιασμένος. «Τ ’ ορκίζομαι στο Θεό και στη μάνα μου!» είπε ο κοκκινομάλλης. «Διάολε, κι αυτό δεν είναι τίποτα!» Πέρα στο μπαρ, ένας βετεράνος τσακωνόταν με τον Φρέντι για την πληρωμή ενός ποτού. «Αυτό παράγγειλες», έλεγε ο Φρέντι. Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον παρατηρούσε το πρόσωπο του βετεράνου. Ήταν πολύ μεθυσμένος, τα μάτια του είχαν γεμίσει αίμα κι έξυνε τα νύχια του για καβγά. «Είσ’ ένας αναθεματισμένος ψεύτης!» είπε στον Φρέντι. «Ογδόντα πέντε σεντς», του είπε ο Φρέντι. «Για δες εκεί!» είπε ο κοκκινομάλλης βετεράνος. Ο Φρέντι άπλωσε τα χέρια του πάνω στο μπαρ και κάρφωσε τα μάτια του στο βετεράνο. «Είσ’ ένας αναθεματισμένος ψεύτης!» είπε πάλι ο βετεράνος κι άρπαξε ένα ποτήρι μπίρας, έτοιμος να το πετάξει. Καθώς το χέρι του τυλιγόταν γύρω απ’ το ποτήρι, το δεξί χέρι του Φρέντι έκανε ένα ημικύκλιο πάνω από τον πάγκο και κοπάνησε μια μεγάλη αλατιέρα, σκεπασμένη με μια πετσέτα του μπαρ, πάνω στο κεφάλι του βετεράνου. «Ωραίο, ε;» είπε ο κοκκινομάλλης βετεράνος. «Δεν ήταν φίνο;» «Και πού να τον δεις να τους βαράει με τη στέκα του μπιλιάρδου!» είπε ο άλλος.


Δυο βετεράνοι που στέκονταν πλάι σ’ εκείνον που έηχχγε την αλατιέρα και σωριάστηκε κάτω κοίταξαν τον Φρέντι όλο θυμό. «Τ ι σ' έπιασε και πας να τον ξεκάνεις;» «Για ηρέμησε!» είπε ο Φρέντι. «Αυτό είναι κερασμένο. Έλα δω, Γουάλας!» είπε. «Πάρε τον τύπο και στήσ’ τον εκεί στον τοίχο». «Μα πες μου, δεν ήταν φίνο;» ρώτησε ο κοκκινομάλλης βετεράνος τον Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Δεν ήταν υπέροχο;» Ένας γεροδεμένος νεαρός είχε σύρει το χτυπημένο ανάμεσα στο πλήθος. Τ ον έστησε όρθιο κι εκείνος τον κοίταξε με ύφος χαμένο και του είπε: «Φύγε από δω! Άντε να πάρεις λίγο αέρα!» Ο χτυπημένος κάθισε κάτω, στηρίζοντας τη ράχη του στον τοίχο, με το κεφάλι μέσα στα χέρια του. Ο γεροδεμένος νεαρός τον πλησίασε πάλι. «Εσύ να φύγεις!» του είπε. «Θα βρεις τον μπελά σου εδώ μέσα». «Τ ο σαγόνι μου έχει σπάσει», είπε βραχνά ο χτυπημένος. Αίμα έτρεχε από το στόμα του κι έσταζε πάνω στο πηγούνι του. «Είσαι τυχερός που δεν σε σκότωσε, έτσι δυνατά που σ’ την έριξε», είπε ο γεροδεμένος νεαρός. «Άντε, φύγε από δω τώρα!» «Πάει το σαγόνι μου!» είπε ο άλλος ξεψυχισμένα. «Μου σπάσαν το σαγόνι μου!» «Καλύτερα να φύγεις αμέσως», είπε ο νεαρός. «Θα βρεις τον μπελά σου εδώ». Βοήθησε τον τύπο με το σπασμένο σαγόνι να σηκωθεί κι εκείνος,


παραπαίοντος και τρεκλίζοντας, βγήκε έξω στο δρόμο. «Έχει τύχει να δω ίσαμε δώδεκα στημένους σ’ εκείνον τον τοίχο κάτι τέτοιες βραδιές», είπε ο κοκκινομάλλης. «Ένα πρωί, μάλιστα, είδα εκείνον το σκυλάραπα να καταβρέχει τον τοίχο μ’ ένα κουβά. Δεν σε είδα που τον κατάβρεχες με τον κουβά;» ρώτησε το χοντρό νέγρο μπάρμαν. «Βεβαίως, κύριε», είπε ο μπάρμαν. «Πολλές φορές. Βεβαίως, κύριε. Αλλά ποτέ δεν είδες εμένα δίνω ξύλο». «Τ ι σου ’λεγα;» είπε ο κοκκινομάλλης. «Με τον κουβά!» «Η βραδιά προμηνύεται σπουδαία!» είπε ο άλλος βετεράνος και, γυρίζοντας προς τον Ρίτσαρντ Γκόρντον, ρώτησε: «Τ ι λες, φίλε; Πίνουμε άλλο ένα;» Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον ένιωθε ήδη μεθυσμένος. Κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη πίσω από το μπαρ, είχε αρχίσει να τον βλέπει σαν ξένο. «Πώς σε λένε;» ρώτησε τον ψηλό κομουνιστή. «Τ ζακς», απάντησε ο ψηλός. «Νέλσον Τ ζακς». «Πού ήσουν πριν έρθεις εδώ;» «Ω, τριγύριζα», είπέ. «Μεξικό, Κούβα, Νότια Αμερική, σε διάφορα μέρη». «Σε ζηλεύω», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Γιατί να με ζηλεύεις; Γιατί δεν στρώνεσαι στη δουλειά;» «Έχω γράψει τρία βιβλία», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Τ ώρα γράφω ένα για την Γκαστόνια».


«Ωραία!» είπε ο ψηλός. «Μια χαρά! Πώς είπες ότι σε λένε εσένα;» «Ρίτσαρντ Γκόρντον». «Α!» έκανε ο ψηλός. «Τ ι σημαίνει αυτό το “ Α!”;» «Τ ίποτα», είπε ο ψηλός. «Διάβασες ποτέ τα βιβλία μου;» «Ναι». «Και δεν σου άρεσαν;» «Όχι», είπε ο ψηλός. «Γιατί;» «Δεν θέλω να σου πω». «Πες μου». «Μου φάνηκαν σκατά», είπε ο ψηλός κι απομακρύνθηκε. «Θαρρώ πως είναι η βραδιά μου αυτή», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Η καλύτερή μου βραδιά. Τ ι είπες ότι ήθελες να πιεις;» ρώτησε τον κοκκινομάλλη βετεράνο. «Δυο δολάρια μου ’χουν απομείνει όλα κι όλα». «Μια μπίρα», είπε ο κοκκινομάλλης. «Άκου, είσαι φιλαράκι μου. Εγώ νομίζω ότι τα βιβλία σου είναι μια χαρά. Και να πάει στο διάολο αυτός ο ριζοσπάστης μπάσταρδος». «Μήπως έχεις κανένα μαζί σου;» ρώτησε ο άλλος βετεράνος. «Θα ’θελα να το διαβάσω, φίλε. Μήπως έγραφες ποτέ στα Καουμπόικα


διηγήματα ή στους Άσους του πολέμου ; Τ ους Άσους του πολέμου τους διάβαζα κάθε μέρα». «Ποιος είναι αυτός ο ψηλέας;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Σου λέω, είναι απλώς ένας ριζοσπάστης μπάσταρδος», είπε ο δεύτερος βετεράνος. «Βρομάει ο τόπος στο στρατόπεδο από δαύτους. Θα τους διώχναμε, αλλά σου λέω, τη μισή μέρα τα παιδιά στο στρατόπεδο δεν θυμούνται». «Δεν θυμούνται τι πράγμα;» ρώτησε ο κοκκινομάλλης. «Δεν θυμούνται τίποτα», είπε ο άλλος. «Με βλέπεις εμένα;» ρώτησε ο κοκκινομάλλης. «Ναι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον». «Θα το φανταζόσουν ποτέ ότι έχω το πιο υπέροχο γυναικάκι του κόσμου;» «Γιατί όχι;» «Ε, λοιπόν, ναι», είπε ο κοκκινομάλλης. «Και η κοπελιά τρελαίνεται για πάρτη μου. Σκλάβα σωστή. “ Φέρε μου άλλον έναν καφέ”, της λέω. “ Μάλιστα, μπαμπάκα!” μου λέει. Τ σακίζεται να ικανοποιεί τα καπρίτσια μου». «Ναι, αλλά πού βρίσκεται;» ρώτησε ο άλλος βετεράνος. «Αυτό είναι το θέμα», είπε ο κοκκινομάλλης. «Αυτό είναι το θέμα, φίλε. Πού βρίσκεται;» «Ιδέα δεν έχει πού βρίσκεται», είπε ο δεύτερος βετεράνος. «Και να ’ταν μόνο αυτό;» είπε ο κοκκινομάλλης. «Ούτε θυμάμαι πού


την είδα την τελευταία φορά». «Ούτε σε ποια χώρα βρίσκεται δεν ξέρει». «Άκου, όμως, φιλάρα», είπε ο κοκκινομάλλης. «Οπουδήποτε κι αν βρίσκεται το κοριτσάκι μου, μου είναι πιστό». «Αυτό είναι αλήθεια, μα το Θεό!» είπε ο άλλος βετεράνος. «Μπορείς να ορκιστείς στην ίδια σου τη ζωή». «Καμιά φορά», είπε ο κοκκινομάλλης, «θαρρώ ότι είναι η Τ ζίντζερ Ρότζερς κι αλωνίζει στα κινηματογραφικά στούντιο». «Γιατί να μην είναι κι έτσι;» είπε ο άλλος. «Κι άλλοτε πάλι τη φαντάζομαι να με περιμένει ήσυχα ήσυχα σπίτι μου». «Και να κρατάει τη φωτιά αναμμένη, ε;» είπε ο άλλος. «Ακριβώς», είπε ο κοκκινομάλλης. «Είναι το πιο υπέροχο γυναικάκι του κόσμου». «Άκου», είπε ο άλλος, «και η μάνα μου μια χαρά είναι». «Ακριβώς». «Έχει πεθάνει, όμως», είπε ο δεύτερος βετεράνος. «Ας μη μιλάμε για κείνη». «Εσύ δεν είσαι παντρεμένος, φίλε;» ρώτησε ο κοκκινομάλλης βετεράνος τον Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Φυσικά», απάντησε. Στο μπαρ, τέσσερα κεφάλια πιο κει, διέκρινε το κόκκινο μούτρο, τα γαλανά μάτια και το σταχτί, υγρό από την μπίρα μουστάκι του καθηγητή ΜακΓουόλσι. Ο καθηγητής


ΜακΓουόλσι κοιτούσε ίσια μπροστά του και, καθώς ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τον παρατηρούσε, εκείνος τέλειωσε την μπίρα του και, σηκώνοντας το κάτω χείλος του, έγλειψε τον αφρό από το μουστάκι του. Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον πρόσεξε πόσο έντονα γαλάζια ήταν τα μάτια του. Παρατηρώντας τον, ο Ρίτσαρντ Γκόρντρν ένιωσε να φουντώνει από αηδία. Και για πρώτη φορά κατάλαβε πώς νιώθει ένας άντρας κοιτάζοντας έναν άλλον άντρα, που είναι η αιτία για την οποία τον εγκαταλείπει η γυναίκα του. «Τ ι τρέχει, φίλε;» ρώτησε ο κοκκινομάλλης βετεράνος. «Τ ίποτα». «Δεν μου φαίνεσαι καλά. Κάτι μου λέει ότι νιώθεις άσχημα». «Μπα», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Μοιάζεις σαν να είδες κανένα φάντασμα». «Βλέπεις εκείνον τον τύπο με το μουστάκι;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Αυτόν εκεί;» «Ναι». «Τ ι τρέχει μ’ αυτόν;» ρώτησε ο δεύτερος βετεράνος. «Τ ίποτα», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Τ ίποτα, πανάθεμά τον!» «Μήπως σ’ ενόχλησε; Να πάμε να του δώσουμε ένα γερό μπερντάχι. Αμα του ριχτούμε και οι τρεις μαζί, θα τον κάνουμε να φάει τις μπότες του».


«Όχι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Δεν θα ωφελούσε». «Θα τον βουτήξουμε μόλις βγει έξω», είπε ο κοκκινομάλλης βετεράνος. «Δεν μου αρέσει η φάτσα του. Τ ι ψωριάρης που είναι ο παλιομπάσταρδος!» «Τ ον μισώ», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Μου γάμησε τη ζωή». «Θα τον κάνουμε τόπι», είπε ο δεύτερος βετεράνος. «Τ ον παλιορουφιάνο! Έλα, ρε Κοκκινοτρίχη, φέρε μια δυο μπουκάλες! Θα τον σπάσουμε στο ξύλο! Δεν μου λες, πότε σ’ το ’κανε αυτό, φίλε; Άντε, πίνουμε άλλο ένα;» «Ένα δολάριο κι εβδομήντα σεντς μάς έχουν μείνει», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Να πάρουμε έστω μια μπίρα τότε», είπε ο κοκκινομάλλης. «Έχω ξενερώσει τελείως». «Όχι», είπε ο άλλος. «Αυτή η μπίρα είναι δυνατή. Είναι από βαρέλι. Δώσ’ της να καταλάβει! Πάμε να δείρουμε τον τύπο πρώτα, κι έπειτα γυρίζουμε και πίνουμε κι άλλη». «Όχι. Αφήστε τον ήσυχο!» «Όχι, φίλε. Αυτά δεν είναι του χαρακτήρα μας. Είπες ότι αυτός ο ρουφιάνος σού γάμησε τη γυναίκα». «Ποια γυναίκα; Τ η ζωή μου σας είπα ότι μου γάμησε». «Ω Θεέ μου! Με συγχωρείς, βρε φίλε. Συμπάθα με!» «Αυτός χρωστάει ένα σωρό λεφτά στην τράπεζα. Τ ην έχει καταστρέψει. Μα το Θεό, είδα και τη φωτογραφία του σήμερα στο ταχυδρομείο».


«Τ ι δουλειά είχες εσύ στο ταχυδρομείο;» ρώτησε ο άλλος καχύποπτα. «Ούτ’ ένα γράμμα δεν μπορεί να πάρει κανείς;» «Σε πειράζει, δηλαδή, να τα παίρνεις στο στρατόπεδο;» «Θαρρείς ότι πήγα στο Τ αμιευτήριο;» «Λέγε! Τ ι δουλειά είχες στο ταχυδρομείο;» «Απλώς, πέρασα». «Ε... άρπα την τότε!» είπε ο φίλος του, και του όρμησε όπως όπως μέσα στο στριμωξίδι. «Αντε πάλι οι συγκάτοικοι!» είπε κάποιος. Τ ραβώντας και χτυπώντας με χέρια και με πόδια δεν άργησαν να βρεθούν και οι δυο έξω από το μπαρ. «Ασ’ τους να δαρθούν στο πεζοδρόμιο», είπε ο γεροδεμένος νεαρός. «Αυτοί οι μπάσταρδοι έρχονται στα χέρια τρεις τέσσερις φορές κάθε βράδυ». «Γουστάρουνε να παίζουν ξύλο», είπε ένας άλλος βετεράνος. «Κάποτε έδερνε μια χαρά κι ο Κοκκινομάλλης, αλλά έχει εκείνα τα παλιά βρογχικά». «Και οι δυο έχουν». «Ο Κοκκινομάλλης τα κόλλησε από κάποιον τύπο που πάλευε μαζί του στο ρινγκ», είπε ένας κοντόχοντρος βετεράνος. «Αυτός ο τύπος είχε βρογχικά κι ήταν γεμάτος κατάγματα στη ράχη και στους ώμους. Κάθε φορά που πιανόντουσαν με λαβή, έτριβε τον ώμο του κάτω απ’ τη μύτη του Κοκκινοτρίχη ή πάνω στη μούρη του».


«Τ ρίχες! Και γιατί εκείνος έχωνε τη μούρη του εκεί;» «Έτσι έκανε ο Κοκκινοτρίχης, όταν ο άλλος τον πλησίαζε. Έσκυβε το κεφάλι χαμηλά, να έτσι! Κι ο άλλος τον έσπαγε στο ξύλο κανονικά». «Τ ρίχες! Αυτά είναι σκέτα παραμύθια. Κανείς δεν κόλλησε ποτέ βρογχικά σε πυγμαχικό αγώνα». «Έτσι λες εσύ. Άκου, ο Κοκκινοτρίχης ήταν το πιο υγιές παιδί του κόσμου. Εγώ τον ήξερα. Ήμασταν στην ίδια μονάδα. Ήταν και καλός πυγμάχος. Κι όταν λέω καλός, το εννοώ. Ήταν και παντρεμένος, με μια καλή κοπέλα. Πραγματικά καλή. Κι αυτός ο Μπένι Σάμπσον τον κόλλησε βρογχικά. Κόβω το κεφάλι μου ότι έγινε έτσι». «Για κάτσε κάτω και λέγε, λοιπόν», είπε ένας άλλος βετεράνος. «Κι ο Τ σαντίλας από πού τα κόλλησε;» «Εκείνος τα κόλλησε στη Σαγκάη». «Κι εσύ;» «Εγώ δεν έχω». Ο Σαντς από πού τα κόλλησε;» «Από ένα κορίτσι στη Βρέστη, γυρνώντας σπίτι του». «Όλο γι’ αυτό το πράγμα μιλάτε εσείς πάντα. Γ ία τα παλιά βρογχικά. Και τι ρόλο παίζει αν έχετε ή δεν έχετε βρογχικά;» «Κανέναν, έτσι όπως είμαστε τώρα», είπε ένας βετεράνος. «Είτε έχεις είτε δεν έχεις το ίδιο κάνει». «Ο Τ σαντίλας είναι πιο ευτυχής, πάντως. Ούτε ξέρει πού βρίσκεται».


«Και τι είναι πια αυτά τα παλιά βρογχικά;» ρώτησε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι τον τύπο που καθόταν πλάι του στο μπαρ. Εκείνος του εξήγησε. «Αναρωτιέμαι ποιος είναι ο ακριβής επιστημονικός όρος», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Σάματις ξέρω;» είπε ο τύπος. «Από τον καιρό που κατατάχτηκα για πρώτη φορά στο στρατό, παλιά βρογχικά άκουγα να τα λένε. Μερικοί τα λένε σκέτο βρογχικά. Οι περισσότεροι, όμως, παλιά βρογχικά». «Πολύ θα ήθελα να μάθω», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Οι πιο πολλοί όροι είναι από αρχαίες λέξεις». «Γιατί τα λένε παλιά βρογχικά;» ρώτησε ο βετεράνος που καθόταν πλάι στον καθηγητή ΜακΓουόλσι έναν άλλον. «Ιδέα δεν έχω». Κανείς δεν φαινόταν να ξέρει, αλλά όλοι έδειχναν να απολαμβάνουν την ατμόσφαιρα αυτής της σοβαρής φιλοσοφικής συζήτησης. Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον βρισκόταν τώρα ακριβώς δίπλα στον καθηγητή ΜακΓουόλσι, στο μπαρ. Τ η στιγμή που ο Κόκκινος και ο Τ σαντίλας πιάνονταν στα χέρια, είχε βρεθεί εκεί με μια σπρωξιά, αλλά δεν είχε φέρει καμιά αντίσταση. «Γεια!» του είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Θα πιεις κάτι;» «Μαζί σου όχι», απάντησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Σαν να ’χεις δίκιο μού φαίνεται», είπε ο καθηγητής Μακ-Γουόλσι. «Έχεις δει ποτέ σου τέτοιο πράγμα;» «Όχι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον.


«Αξιοπερίεργο θέαμα», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι, «Είναι απίστευτοι αυτοί οι τύποι. Εγώ είμαι κάθε βράδυ εδώ». «Δεν μπλέκεις σε καβγάδες;» «Όχι. Γιατί θα 'πρεπε να μπλέκω;» «Οι μεθύστακες έρχονται στα χέρια συνήθως». «Εγώ δεν έχω καμιά σχέση με καβγάδες». «Δυο φίλοι μου ήθελαν να σε σπάσουν στο ξύλο πριν λίγο». «Μάλιστα». «Μακάρι να τους είχα αφήσει». «Δεν νομίζω ότι θα ωφελούσε ιδιαιτέρως», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι, με το καθαρευουσιάνικο ύφος του. «Αν σ’ ενοχλεί που βρίσκομαι εδώ, μπορώ και να φύγω». «Όχι», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Κατά κάποιον τρόπο μού αρέσει που είμαι κοντά σου». «Μάλιστα», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Ήσουν ποτέ σου παντρεμένος;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Ναι». «Και τι έγινε;» «Η γυναίκα μου πέθανε σ’ εκείνη την επιδημία γρίπης του 1918». «Και γιατί τώρα θες να ξαναπαντρευτείς;» «Νομίζω ότι θα τα κατάφερνα καλύτερα τώρα. Θα ήμουν ίσως


καλύτερος σύζυγος». «Και διάλεξες τη γυναίκα μου». «Μάλιστα», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Πανάθεμά σε!» είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Κάποιος του άρπαξε το χέρι. Τ η στιγμή που κατάφερνε να το ελευθερώσει, ένας άλλος τον χτύπησε δυνατά πίσω απ' το αυτί. Έβλεπε τον καθηγητή ΜακΓουόλσι ακόμα εκεί μπροστά του, στο μπαρ, με το πρόσωπο κόκκινο, ν’ ανοιγοκλείνει νευρικά τα μάτια του. Τ εντωνόταν να πιάσει ένα ποτήρι μπίρα, σε αντικατάσταση εκείνου που του είχε πετάξει χάμω ο Γκόρντον, κι ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τράβηξε πίσω το μπράτσο ταυ με σκοπό να τον ξαναχτυπήσει. Καθώς έδινε τη γροθιά, ένιωσε πάλι μια έκρηξη πίσω από το αυτί του και τα φώτα στα μάτια του τρεμόπαιξαν, στροβιλίστηκαν και στο τέλος έσβησαν. Τ ην επόμενη στιγμή βρισκόταν όρθιος στο κατώφλι του μπαρ του Φρέντι. Τ ο κεφάλι του κουδούνιζε, η κατάμεστη αίθουσα του φαινόταν σαν να κλυδωνιζόταν και να περιστρεφόταν ελαφρά, κι ένιωθε μια ανακατωσούρα στο στομάχι του. Έβλεπε το πλήθος να τον κοιτάζει. Δίπλα του στεκόταν ο γεροδεμένος νεαρός. «Άκου», έλεγε, «δεν έχουμε όρεξη για άλλον καβγά εδώ μέσα. Αρκετούς καβγάδες στήνουν εκείνοι οι μεθύστακες». «Ποιος με χτύπησε;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Εγώ σε χτύπησα», είπε ο σωματώδης νεαρός. «Αυτός ο τύπος είναι τακτικός μας πελάτης. Ηρέμησε, λοιπόν! Δεν χρειάζεται ν’ ανοίξεις καβγά εδώ μέσα». Κρατώντας με το ζόρι την ισορροπία του, ο Ρίτσαρντ Γκόρντον είδε


τον καθηγητή ΜακΓουόλσι να ξεμακραίνει από το ασφυκτικά γεμάτο μπαρ και να πλησιάζει προς το μέρος του. «Λυπάμαι», είπε. «Δεν ήθελα να, σε χτυπήσουν. Και δεν σε κατηγορώ που νιώθεις έτσι». «Πανάθεμα σε!» είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον, κι έκανε να του ορμήσει. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμόταν, γιατί ο σωματώδης νεαρός αμέσως πήρε θέση, κύρτωσε ελαφρά τους ώμους και του έδωσε άλλη μια γροθιά, με αποτέλεσμα αυτή τη φορά να τον ρίξει κάτω αναίσθητο, με το πρόσωπο στο τσιμέντο. Ο σωματώδης νεαρός στράφηκε προς τον καθηγητή ΜακΓουόλσι. «Εντάξει, κύριε καθηγητά», είπε. «Δεν θα σε ξαναενοχλήσει πια. Τ ι τρέχει μ’ αυτόν τέλος πάντων;» «Πρέπει να τον πάω σπίτι του», είπε ο καθηγητής Γουόλσι. «Θα συνέλθει;» «Φυσικά». «Βοήθησέ με να τον βάλω σ’ ένα ταξί», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. Μετέφεραν οι δυο τους τον Ρίτσαρντ Γκόρντον έξω και με τη βοήθεια του ταξιτζή τον έβαλαν μέσα στην παλιά Φορντ Τ . «Είσαι σίγουρος ότι θα συνέλθει;» ρώτησε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Τ ο μόνο που έχεις να κάνεις, όταν θελήσεις να τον συνε-φέρεις, είναι να του τραβήξεις δυνατά τ’ αυτιά. Και να τον καταβρέξεις με νερό. Βεβαιώσου ότι δεν θα γυρέψει να ξαναρχίσει τον καβγά, όταν συνέλθει. Μην τον αφήσεις να σε βάλει κάτω, κύριε καθηγητά». «Όχι», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. Τ ο κεφάλι του Ρίτσαρντ Γκόρντον είχε πάρει μια αλλόκοτη στάση, έτσι όπως είχε γείρει στο πίσω κάθισμα του ταξί και ξεφυσούσε


ανασαίνοντας βαριά. Ο καθηγητής ΜακΓουόλσι πέρασε το μπράτσο κάτω απ’ το κεφάλι του, ώστε να μη χτυπιέται αναπηδώντας πάνω στο κάθισμα. «Πού πάμε;» ρώτησε ο ταξιτζής. «Στην άλλη πλευρά της πόλης», είπε ο καθηγητής Μακ-Γουόλσι. «Μετά το πάρκο. Ένα δρόμο πιο κάτω από κει που πουλάνε τα μύδια». «Στο Ρόκι Ρόουντ εννοείς», είπε ο ταξιτζής. «Ναι», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. Περνώντας μπροστά από το πρώτο καφενείο του δρόμου, ο καθηγητής ΜακΓουόλσι είπε στον οδηγό να σταματήσει. Ήθελε να κατέβει ν’ αγοράσει τσιγάρα. Άφησε προσεκτικά το κεφάλι του Ρίτσαρντ Γκόρντον να πέσει πίσω στο κάθισμα και μπήκε στο καφενείο. Όταν γύρισε κι έκανε να ξαναμπεί στο ταξί, ο Ρίτσαρντ Γκόρντον είχε γίνει άφαντος. «Πού πήγε;» ρώτησε τον οδηγό. «Να τος, εκεί στο δρόμο», απάντησε ο οδηγός. «Τ ρέξε να τον προλάβεις». Όταν το ταξί έφτασε δίπλα του, ο καθηγητής ΜακΓουόλσι βγήκε έξω και πλησίασε τον Ρίτσαρντ Γκόρντον, που παραπατούσε στο πεζοδρόμιο. «Έλα, Γκόρντον!» είπε. «Πάμε σπίτι». Ο Ρίτσαρντ Γκόρντον τον κοίταξε. «Πάμε,» είπε τρεκλίζοντας.


«Θέλω να πας σπίτι σου μ’ αυτό το ταξί». «Εσύ να πας στο διάολο!» «Έλα, σε παρακαλώ!» είπε ο καθηγητής ΜακΓούλσι. «Θέλω να φτάσεις σπίτι σου με ασφάλεια». «Η συμμορία σου πού είναι;» ρώτησε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. «Ποια συμμορία;» «Η δικιά σου η συμμορία, που με ξυλοφόρτωσε». «Αυτό το έκανε ο μπράβος. Δεν ήξερα ότι θα σε χτυπούσε». «Λες ψέματα», είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον. Όρμησε πάνω στον κοκκινοπρόσωπο άντρα που στεκόταν μπροστά του, αλλά αστόχησε. Γλίστρησε, έπεσε στα γόνατα και ξανασηκώθηκε αργά. Τ α γόνατά του γδάρθηκαν άσχημα στο πεζοδρόμιο, αλλά δεν το κατάλαβε. «Έλα να παλέψεις!» είπε με φωνή σπασμένη. «Δεν παλεύω», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Αν μπεις στο ταξί, θα σε αφήσω ήσυχο». «Στο διάολο να πας!» είπε ο Ρίτσαρντ Γκόρντον κι έκανε να συνεχίσει το δρόμο του. «Ασ’ τον να φύγει!» είπε ο ταξιτζής. «Είναι εντάξει τώρα». «Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρει;» «Διάολε!» είπε ο ταξιτζής. «Μια χαρά είναι». «Ανήσυχου γι’ αυτόν», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. «Δεν μπορείς να τον ξαναβάλεις μέσα, παρά μόνο αν παλέψεις μαζί


του», είπε ο ταξιτζής. «Αδερφός σου είναι;» «Κατά κάποιον τρόπο», είπε ο καθηγητής ΜακΓουόλσι. Παρακολούθησε τον Ρίτσαρντ Γκόρντον να απομακρύνεται τρεκλίζοντας στο δρόμο, ώσπου εξαφανίστηκε μέσα στις σκιές των ψηλών δέντρων, που τα κλαδιά τους έγερναν και χώνονταν στο έδαφος σαν ρίζες. Οι σκέψεις που έκανε παρακολουθώντας τον δεν ήταν ευχάριστες. Είναι θανάσιμο αμάρτημα, σκεφτόταν, αμάρτημα σοβαρό, ολέθριο και εξαιρετικά απάνθρωπο και, μόλο που θεωρητικά η θρησκεία ενός ανθρώπου μπορεί να επιτρέψει το τελικό αποτέλεσμα, δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Από την άλλη, βέβαια, ένας χειρουργός δεν μπορεί να διακόψει μια εγχείρηση από φόβο μήπως πονέσει τον ασθενή του. Γ ιατί, όμως, όλες οι εγχειρήσεις στη ζωή να πρέπει να γίνονται χωρίς αναισθητικό; Αν ήμουν καλύτερος άνθρωπος, θα τον είχα αφήσει να με δείρει. Θα ήταν καλύτερα για κείνον. Τ ι ανόητος που είναι, ο καημένος! Ένας κακομοίρης χωρίς σπιτικό! Έπρεπε να μείνω μαζί του, αλλά ξέρω πως αυτό θα του ήταν τελείως αφόρητο. Νιώθω ντροπή και αηδία για τον εαυτό μου και μισώ αυτό που έκανα. Άσε που μπορεί να έχει και πολύ άσχημα επακόλουθα. Δεν πρέπει, όμως, να το σκέφτομαι αυτό. Τ ώρα θα ξαναγυρίσω στο αναισθητικό που χρησιμοποιούσα εδώ και δεκαεφτά χρόνια και το οποίο για πολύ λίγο ακόμα θα έχω ανάγκη. Παρόλο που τώρα πια δεν πρέπει να είναι παρά ένα βίτσιο για το οποίο απλώς εφευρίσκω δικαιολογίες. Τ ουλάχιστον, βέβαια, είναι ένα βίτσιο που μου ταιριάζει. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω αυτόν τον κακομοίρη που έχω βλάψει. «Πήγαινέ με πίσω στου Φρέντι», είπε ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 Η ακατος της ακτοφυλακης, σέρνοντας ξοπίσω της τη «Βασίλισσα του Κοντς», έπλεε στο κανάλι ανάμεσα στις ξέρες και τα Κιζ. Η άκατος σκαμπανέβαζε στο αντιμά-μαλο με τον ελαφρό βοριά, που


φυσούσε κόντρα στο ρεύμα της παλίρροιας, αλλά το λευκό καΐκι ταξίδευε άνετα και ομαλά. «Θα τα πάει μια χαρά, αν δεν δυναμώσει ο αέρας», είπε ο καπετάνιος της Ακτοφυλακής. «Και κουμαντάρεται άνετα. Αυτός ο Ρόμπι έφτιαξε όμορφα σκάφη. Κατάλαβες τίποτα από τις ασυναρτησίες που αράδιασε;» «Δεν έβγαλα κανένα νόημα», είπε ο μούτσος. «Ο τύπος έχει χάσει τα λογικά του». «Πιστεύω ότι μάλλον θα τα τινάξει», είπε ο καπετάνιος. «Έτσι που τον έχουν χτυπήσει στην κοιλιά. Λες να τους σκότωσε αυτός τους τέσσερις Κουβανέζους;» «Τ ι να σου πω; Τ ον ρώτησα, αλλά δεν καταλάβαινε τι του έλεγα». «Πάμε να του ξαναμιλήσουμε;» «Ναι, ας πάμε να τον δούμε», είπε ο καπετάνιος. Αφήνοντας τον τιμονιέρη στο πηδάλιο να καθοδηγεί την άκατο στο κανάλι ανάμεσα από τις φωτεινές σημαδούρες, πήγαν ως την καμπίνα του καπετάνιου, που βρισκόταν πίσω από την τι-μονιέρα. Ο Χάρι Μόργκαν ήταν ξαπλωμένος εκεί στην κουκέτα πάνω από τους σιδερένιους σωλήνες. Τ α μάτια του ήταν κλειστά, αλλά τα άνοιξε μόλις ο καπετάνιος άγγιξε το φαρδύ του ώμο. «Πώς είσαι, Χάρι;» τον ρώτησε ο καπετάνιος. Ο Χάρι τον κοίταξε δίχως ν’ απαντήσει. «Θες να σου φέρουμε τίποτα, παιδί μου;» τον ρώτησε ο καπετάνιος. Ο Χάρι Μόργκαν τον κοίταξε.


«Δεν σε ακούει», είπε ο μούτσος. «Χάρι», είπε ο καπετάνιος, «θέλεις τίποτα, παιδί μου;» Βούτηξε μια πετσέτα στην μπουκάλα με το νερό, που βρισκόταν πάνω στα αντίζυγα, δίπλα στον πάγκο, κι έβρεξε τα κατασκασμένα χείλη του Χάρι Μόργκαν, που ήταν ξερά και μπλαβισμένα. Κοιτάζοντάς τον πάντα, ο Χάρι Μόργκαν άρχισε να μιλάει: «Ένας άντρας», είπε. «Σύμφωνοι», είπε ο καπετάνιος. «Συνέχισε!» «Ένας άντρας», επανέλαβε ο Χάρι Μόργκαν, πολύ αργά. «Χωρίς... που δεν έχει... δεν μπορεί... δεν υπάρχει τρόπος». Σταμάτησε. Όσο μιλούσε, το πρόσωπό του παρέμενε εντελώς ανέκφραστο. «Συνέχισε, Χάρι!» είπε ο καπετάνιος. «Πες μας ποιος το έκανε. Πώς συνέβη, παιδί μου;» «Ένας άντρας», είπε πάλι ο Χάρι, προσπαθώντας να του εξηγήσει, και τα στενά του μάτια πάνω στο φαρδύ πρόσωπο με τα ψηλά ζυγωματικά τον κοίταζαν επίμονα. «Τ έσσερις άντρες», είπε ο καπετάνιος, πασχίζοντας να τον βοηθήσει. Τ ου έβρεξε τα χείλη στύβοντας την πετσέτα, έτσι ώστε μερικές σταγόνες να πέσουν ανάμεσά τους. «Ένας άντρας», διόρθωσε ο Χάρι, κι έπειτα σταμάτησε. «Σύμφωνοι. Ένας άντρας», είπε ο καπετάνιος. «Ένας άντρας», επανέλαβε ο Χάρι ανέκφραστα και πολύ αργά, μιλώντας με το ξερό του στόμα. «Έτσι που είναι τα πράγματα... έτσι που πάνε... ό,τι και να κάνει... δεν...»


Ο καπετάνιος κοίταξε το μούτσο και κούνησε το κεφάλι του. «Ποιος το έκανε, Χάρι;» ρώτησε ο μούτσος. Ο Χάρι τον κοίταξε. «Κακά τα ψέματα», είπε. Ο καπετάνιος και ο μούτσος έσκυψαν ταυτόχρονα από πάνω του. Επιτέλους, άρχιζε να βγαίνει ένα νόημα. «Σαν να προσπαθείς να κάνεις προσπέραση στα βουνά. Σ’ εκείνον το δρόμο στην Κούβα. Σε οποιονδήποτε δρόμο. Οπουδήποτε. Ακριβώς έτσι. Έτσι είναι τα πράγματα, θέλω να πω. Έτσι πηγαίνουν ως τώρα. Για λίγο, εντάξει, πάνε καλά. Με λίγη τύχη ίσως. Ένας άντρας». Σταμάτησε πάλι. Ο καπετάνιος κούνησε πάλι το κεφάλι κοιτάζοντας το μούτσο. Ο Χάρι Μόργκαν τού έριξε ένα ανέκφραστο βλέμμα. Ο καπετάνιος έβρεξε πάλι τα χείλη του Χάρι, που άφησαν ένα λεκέ από αίμα πάνω στην πετσέτα. «Ένας άντρας», είπε ο Χάρι Μόργκαν, κοιτάζοντας και τους δύο. «Ένας άντρας μόνος του δεν τα βγάζει πέρα. Μόνος του δεν μπορεί». Έκανε μια παύση. «Ό,τι και να κάνει, ένας άντρας μόνος του δεν έχει καμιά γαμημένη ελπίδα». Έκλεισε τα μάτια του. Τ ου είχε πάρει πολύ χρόνο να βγάλει αυτά τα λόγια από μέσα του και μια ολόκληρη ζωή για να μάθει το νόημά τους. Έμεινε ξαπλωμένος εκεί, με τα μάτια και πάλι ανοιχτά. «Πάμε!» είπε ο καπετάνιος στο μούτσο. «Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις τίποτα, Χάρι;» Ο Χάρι Μόργκαν τον κοίταξε, αλλά δεν απάντησε. Τ ους είχε μιλήσει, αλλά εκείνοι δεν τον είχαν ακούσει. «Θα ξανάρθουμε», είπε ο καπετάνιος. «Κουράγιο, παιδί μου!»


Ο Χάρι Μόργκαν τούς παρακολούθησε με το βλέμμα, ώσπου βγήκαν από την καμπίνα. Μπροστά, στην τιμονιέρα, χαζεύοντας το σκοτάδι που έπεφτε και το φως του Σομπρέρο που άρχιζε να σαρώνει τα νερά, ο μούτσος είπε: «Αγριεύει κανείς βλέποντάς τον έτσι τρελαμένο». «Τ ον κακομοίρη!» είπε ο καπετάνιος. «Λοιπόν, φτάνουμε οποί? να 'ναι. θα τον παραδώσουμε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Αν δεν χρειαστεί να χαμηλώσουμε ταχύτητα, για να μανουβράρουμε το σκάφος». «Λες να ζήσει;» «Μπα!» είπε ο καπετάνιος. «Αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς». ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24 Ο σκοτεινοί δρομος έξω από τις σιδερένιες πύλες της παλιάς βάσης υποβρυχίων, που τελευταία λειτουργούσε σαν μαρίνα για κότερα, ήταν γεμάτος κόσμο. Ο Κουβανέζος φρουρός είχε διαταγές να μην επιτρέψει σε κανέναν την είσοδο και το πλήθος συνωστιζόταν μπροστά στη μάντρα, πασχίζοντας να περιεργαστεί ανάμεσα από τις σιδερένιες μπάρες το σκοτεινό περίβολο στο λιγοστό φως των γιοτ που ήταν αγκυροβολημένα και δεμένα στη σειρά, κατά μήκος του νερού. Τ ο πλήθος ήταν τόσο ήσυχο, όσο μονάχα ένα πλήθος από το Κι Γουέστ θα μπορούσε να είναι. Οι ιδιοκτήτες των γιοτ άνοιξαν δρόμο σπρώχνοντας με τους αγκώνες τους και πλησίασαν τις πύλες και το φρουρό. «Ει! Απαγορεύεται, κύριος!» είπε ο φρουρός. «Τ ι διάολο! Από το γιοτ είμαστε». «Κανείς δεν μπαίνει», έλεγε ο φρουρός. «Κάντε πίσω!»


«Ανοησίες!» φώναξε ένας από τους ιδιοκτήτες και τον παραμέρισε, ανοίγοντας δρόμο προς την αποβάθρα. Πίσω τους βρισκόταν το πλήθος, στριμωγμένο έξω από τις πύλες, όπου ο μικρόσωμος φρουρός στεκόταν αμήχανος και ανήσυχος με το πηλήκιο, το μακρύ του μουστάκι και την τσαλακωμένη του εξουσία, ευχόμενος να είχε το κλειδί που κλείδωνε τη μεγάλη πύλη και, καθώς εκείνοι κατέβαιναν κεφάτοι τον κατηφορικό δρόμο, είδαν μπροστά τους, προσπερνώντας την αμέσως μετά, μια ομάδα από άντρες που περίμεναν στην προβλήτα της Ακτοφυλακής. Δίχως να τους δώσουν σημασία προχώρησαν κατα μήκος της αποβάθρας, προσπέρασαν τις πέντε πρώτες προβλήτες με τα άλλα κότερα και φτάνοντας σε μια συγκεκριμένη] σανιδόσκαλα, με τι} βοήθεια ενός φανού θυέλλης, εγκατέλειψαν το ακατέργαστο ξύλο της προβλήτας και πάτησαν στο πολυτελές τικ του καταστρώματος του «Νιου Εξούμα II». Μπαίνοντας στην κεντρική καμπίνα κάθισαν στις μεγάλες δερμάτινες πολυθρόνες δίπλα στο μακρόστενο τραπέζι, όπου ήταν απλωμένα περιοδικά, κι ο ένας από αυτούς κάλεσε τον καμαρότο. «Ουίσκι με σόδα», είπε. «Εσύ, Χένρι;» «Τ ο ίδιο», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ. «Τ ι τον έπιασε αυτόν τον ηλίθιο στην πύλη;» «Δεν έχω ιδέα», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ. Ο καμαρότος, φορώντας το λευκό του σακάκι, έφερε τα δυο ποτήρια. «Βάλε ν’ ακούσουμε κείνους τους δίσκους που ξεχώρισα μετά το δείπνο», είπε ο ιδιοκτήτης του γιοτ, που άκουγε στο όνομα Γουάλας Τ ζόνστον. «Φοβάμαι ότι τους ξανάβαλα στη θέση τους, κύριε», είπε ο καμαρότος.


«Που να σε πάρει!» είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον. «Βάλε τότε εκείνον τον καινούργιο του Μπαχ». «Πολύ καλά, κύριε», είπε ο καμαρότος. Άνοιξε το ντουλάπι, έβγαλε ένα δίσκο και τον έβαλε στο γραμμόφωνο. Η «Σαρα-μπάντ» άρχισε να παίζει. «Είδες τον Τ όμι Μπράντλεϊ σήμερα;» ρώτησε ο Χένρι Κάρπεντερ. «Εγώ τον είδα μόλις έφτασε το αεροπλάνο». «Δεν τον αντέχω», είπε ο Γουάλας. «Ούτε αυτόν ούτε την πουτάνα τη γυναίκα του». «Εμένα μου αρέσει η Ελέν», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ. «Είναι τόσο απολαυστική». «Τ η δοκίμασες;» «Φυσικά. Και είναι χάρμα». «Εγώ δεν την μπορώ με τίποτα», είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον. «Πώς της ήρθε να μείνει εδώ πέρα, για όνομα του Θεού;» «Έχουν ένα υπέροχο σπίτι». «Εδώ είναι μια καθαρή και νοικοκυρεμένη μαρίνα για κότερα», είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον. «Δεν μου λες, αληθεύει ότι ο Τ όμι Μπράντλεϊ είναι ανίκανος;» «Δεν νομίζω. Για όλους το λένε αυτό. Απλώς έχει ανοιχτό μυαλό». «Τ ο ανοιχτό μυαλό είναι μια χαρά. Αυτή, όμως, είναι ανοιχτή γενικότερα». «Είναι αξιόλογη γυναίκα», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ. «Θα τη συμπαθούσες σίγουρα, Γουάλι».


«Αποκλείεται», είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον. «Αντιπροσωπεύει ό,τι ακριβώς μισώ σε μια γυναίκα, κι ο Τ όμι Μπράντλεϊ συνοψίζει ό,τι μισώ σ’ έναν άντρα». «Είσαι τρομερά απόλυτος απόψέ». «Εσύ δεν είσαι ποτέ απόλυτος, γιατί δεν έχεις σταθερές απόψεις», είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον. «Ούτε καν για τον ίδιο σου τον εαυτό. Είσαι μονίμως αναποφάσιστος». «Τ ον εαυτό μου να τον αφήσεις κατά μέρος», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ, κι άναψε ένα τσιγάρο. «Γιατί;» «Ένας λόγος, είναι το ότι βρίσκομαι μαζί σου πάνω σε τούτο το αναθεματισμένο κότερο και τις μισές τουλάχιστον φορές κάνα) αυτό που θες εσύ, γλυτώνοντάς σε από το να πληρώνεις χαράτσι κι ένα σωρό λεφτά για το ένα και το άλλο σε λαντζέ-ρηόες και μούτσους, που ξέρουν τη θέση τους, αλλά και τη δική σου επίσης». «Έχεις κέφια, βλέπω!» είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον. «Ξέρεις ότι εγώ ποτέ δεν πληρώνω χαράτσι». «Φυσικά. Είσαι πολύ σπάγκος για κάτι τέτοιο. Αντί γι’ αυτό, έχεις φίλους σαν και του λόγου μου». «Δεν έχω άλλους φίλους σαν εσένα». «Άσε τις κολακείες!» είπε ο Χένρι. «Δεν έχω διάθεση για τέτοια απόψε. Συνέχισε καλύτερα ν’ ακούς τον Μπαχ σου, να εκμεταλλεύεσαι το θαλαμηπόλο σου και να πίνεις λίγο παραπάνω, ώσπου να καταλήξεις στο κρεβάτι σου». «Μα τι σ’ έχει πιάσει;» είπε ο άλλος και σηκώθηκε όρθιος. «Γιατί γίνεσαι τόσο δυσάρεστος, πανάθεμά σε; Δεν είσαι δα και κανένα


τεφαρίκι, ξέρεις». «Τ ο ξέρω», είπε ο Χένρι. «Αύριο θα είμαι μια χαρούλα. Απόψε, όμως, είναι ανάποδη βραδιά. Δεν έχεις προσέξει ποτέ ότι τα βράδια δεν είναι όλα ίδια μεταξύ τους; Αν και υποθέτω πως, όταν είσαι αρκετά πλούσιος, παύουν να υπάρχουν αυτές οι διαφορές». «Μιλάς σαν μαθητριούλα». «Καληνύχτα», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ. «Δεν είμαι ούτε μαθητριούλα ούτε μαθητάκος. Πάω για ύπνο. Όλα θα είναι περίφημα αύριο». «Έχασες μήπως; Αυτό σου έχει μαυρίσει τη διάθεση;» «Έχασα τριακόσια». «Βλέπεις; Τ ο ήξερα ότι ήταν αυτό». «Εσύ όλα τα ξέρεις, έτσι δεν είναι;» «Εντάξει, έχασες τριακόσια, μα...» «Έχασα ακόμα πιο πολλά». «Πόσα πιο πολλά, δηλαδή;» «Έχασα το τζάκποτ», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ. «Τ ο αιώνιο τζάκποτ. Τ ώρα παίζω σ’ ένα μηχάνημα που δεν βγάζει πια τζάκποτ. Απλώς, απόψε ειδικά, έτυχε να κάτσω να το σκεφτώ. Συνήθως δεν το σκέφτομαι. Και τώρα πάω για ύπνο, να μη σε ζαλίζω άλλο». «Δεν με ζαλίζεις. Απλώς προσπάθησε να μην είσαι αγενής». «Φοβάμαι πως είμαι αγενής και πως εσύ με ζαλίζεις. Καληνύχτα. Όλα θα είναι μια χαρά αύριο».


«Είσαι πράγματι αγενής, πανάθεμά σε!» «Ή με δέχεσαι όπως είμαι ή με κάνεις πέρα», είπε ο Χένρι. «Κι εγώ μια ζωή αυτό κάνω». «Καληνύχτα», είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον, με μια κρυφή ελπίδα. Ο Χένρι Κάρπεντερ δεν απάντησε. Άκουγε Μπαχ. «Μην πας για ύπνο έτσι», είπε ο Γουάλας Τ ζόνστον. «Γιατί είσαι τόσο τσιτωμένος;» «Άσ’ το». «Μα γιατί; Σ’ έχω δει και να χαλαρώνεις κάπου κάπου». «Άσ’ το, σου λέω». «Πιες ένα ποτό να πάρεις τα πάνω σου». «Δεν θέλω ποτό κι ούτε πρόκειται πίνοντας να μου αλλάξει η διάθεση». «Εντάξει, λοιπόν, πήγαινε για ύπνο». «Ακριβώς αυτό θα κάνω», είπε ο Χένρι Κάρπεντερ. Αυτά συνέβαιναν εκείνο το βράδυ στο «Νιου Εξούμα II», με το δωδεκαμελές πλήρωμα, που υπάκουε στις διαταγές του καπετάν Νιλς Λάρσον, και επιβάτες τον Γουάλας Τ ζόνστον, ιδιοκτήτη, τριάντα οκτώ ετών, απόφοιτο του Χάρβαρντ, συνθέτη, με λεφτά από μεταξουργεία, ανύπαντρο, interdit dc sejour 1 στο Παρίσι, πασίγνωστο από το Αλγέρι ως την Μπίσκρα, κι ένα φιλοξενούμενο, τον Χένρι Κάρπεντερ, τριάντα έξι ετών, απόφοιτο του Χάρβαρντ, με μόνη περιουσία εκείνη τη στιγμή τα διακόσια δολάρια μηνιαίως που αποδέσμευε από την κληρονομιά της μητέρας του, ενώ παλιότερα


έπαιρνε τετρακόσια πενήντα το μήνα, ώσπου η τράπεζα που διαχειριζόταν την κληρονομιά αντάλλαξε μια Εγγύηση με κάποια καλύτερη εγγύηση, και στη συνέχεια με μια σειρά από άλλες, όχι και τόσο καλές εγγυήσεις, και τελικά με μια προσημείωση σε ένα κτήριο γραφείων που η τράπεζα είχε φορτωθεί χωρίς κανένα κέρδος. Πολύ πριν από αυτή τη μείωση των εσόδων, έλεγαν για τον Χένρι Κάρπεντερ ότι, αν έπεφτε από ύψος χιλίων πεντακοσίων μέτρων χωρίς αλεξίπτωτο, θα προσγειωνόταν ασφαλέστατα με τα γόνατά του κάτω από το τραπέζι κάποιου πλούσιου. Εκτιμούσε, ωστόσο, την καλή παρέα για τη διασκέδασή του και παρόλο που πολύ αργότερα, και μάλιστα σπάνια, ένιωθε ή εκφραζόταν όπως απόψε, οι φίλοι του είχαν για μεγάλο διάστημα την εντύπωση ότι κατέρρεε σιγά σιγά. Αν δεν είχε δημιουργήσει αυτή την εντύπωση της κατάρρευσης και δεν είχε προκαλέσει το ενστικτώδες συναίσθημα ότι κάτι πάει στραβά με κάποιο μέλος της παρέας, μαζί με μια υγιή επιθυμία να τον συνεφέρουν, μιας και ήταν αδύνατο να τον καταστρέψουν (χαρακτηριστική νοοτροπία των πλουσίων), δεν θα είχε καταντήσει να δεχτεί τη φιλοξενία του Γουάλας Τ ζόνστον. Κατά τα φαινόμενα, ο Γουάλας Τ ζόνστον, με τα μάλλον ειδικά γούστα του, ήταν το τελευταίο αποκούμπι του Χένρι Κάρπεντερ, και υπερασπιζόταν τη θέση του καλύτερα κι απ’ ό,τι ήξερε, φλερτάροντας τίμια με το ενδεχόμενο ενός τερματισμού της σχέσης τους· στη συνέχεια, η ωμότητα με την οποία άρχισε να εκφράζεται και η ειλικρινής ανασφάλειά του ως προς αυτή τη σχέση προκαλούσε και μάγευε τον άλλο, ο οποίος, δεδομένης της ηλικίας του Χένρι Κάρπεντερ, μπορεί να είχε βαρεθεί γρήγορα μια διαφορετική, μονότονα υποχωρητική συμπεριφορά. Έτσι, ο Χένρι Κάρπεντερ ανέβαλλε την αναπόφευκτη αυτοκτονία του για βδομάδες, αν όχι για μήνες. Τ α χρήματα, που κατά τη γνώμη του δεν έφταναν για να ζει κανείς, ήταν κατά εκατόν εβδομήντα δολάρια το μήνα περισσότερα από εκείνα με τα οποία ο Άλμπερτ Τ ρέισι, ο ψαράς, συντηρούσε την οικογένειά του ως τη στιγμή που πέθανε, τρεις μέρες πριν. Πάνω στα άλλα κότερα που ήταν δεμένα στις προβλήτες υπήρχαν άλλοι άνθρωποι με άλλα προβλήματα. Σ’ ένα από τα μεγαλύτερα, ένα


όμορφο μαύρο τρικάταρτο ιστιοφόρο, ένας εξηντάρης χρηματιστής σιτηρών ξαγρυπνούσε, αγχωμένος με την αναφορά που είχε λάβει από το γραφείο του σχετικά με τις δραστηριότητες των επιθεωρητών της εφορίας. Συνήθως, εκείνη την ώρα της νύχτας, κατανικούσε το άγχος του κατεβάζοντας κάμποσο σκοτσέζικο ουίσκι και φέρνοντας τον εαυτό του σ’ εκείνη την κατάσταση όπου ένιωθε εξίσου δυνατός και αδιάφορος για τις συνέπειες με οποιονδήποτε από τους παλιόφιλους της ακτής, με τους οποίους, στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά, είχε στ’ αλήθεια πολλά κοινά. Ο γιατρός του, όμως, του είχε απαγορεύσει εντελώς το ποτό για ένα μήνα, για τρεις στην πραγματικότητα, μιας και του είπε ότι θα πέθαινε σ’ ένα χρόνο αν δεν έκοβε το αλκοόλ για τρεις μήνες τουλάχιστον, κι έτσι είχε αποφασίσει να πάψει να πίνει για ένα μήνα* και τώρα ήταν αγχωμένος με το τηλεφώνημα που του είχαν κάνει από την εφορία πριν φύγει από την πόλη, ρωτώντας τον πού ακριβώς πήγαινε και αν σκόπευε να απομακρυνθεί από τα χωρικά ύδατα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν, λοιπόν, ξαπλωμένος στο φαρδύ του κρεβάτι με τις πιτζάμες, με δυο μαξιλάρια κάτω από το κεφάλι και το αμπαζούρ αναμμένο, αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στην ανάγνωση του βιβλίου του, που περιέγραφε ένα ταξίδι στα Γκαλαπάγκος. Παλιά δεν τις έφερνε σε τούτο το κρεβάτι. Τ ις επισκεπτόταν στις καμπίνες τους κι ερχόταν στο κρεβάτι του μετά. Τ ούτη εδώ ήταν η ιδιαίτερη πολυτελής του καμπίνα, ένας χώρος εξίσου απαραβίαστος με το γραφείο του. Δεν άφηνε ποτέ να μπαίνει γυναίκα σ’ αυτό το δωμάτιο. Όταν ήθελε κάποια, πήγαινε ο ίδιος στην καμπίνα της, έκανε ό,τι έκανε και το πράγμα τέλειωνε εκεί, και τώρα που όλα αυτά είχαν τελειώσει μια για πάντα, το μυαλό του διατηρούσε μόνιμα εκείνη την πεντακάθαρη ψυχρότητα που τον παλιό καιρό δεν ήταν παρά ένα επακόλουθο. Τ ώρα ήταν ξαπλωμένος εκεί δίχως την ευεργετική θολούρα του, έχοντας απαρνηθεί όλο εκείνο το τεχνητό θάρρος που επί τόσα χρόνια γαλήνευε το μυαλό του και ζέσταινε την καρδιά του, κι αναρωτιόταν τι στοιχεία κρατούσαν σ’ εκείνη την υπηρεσία, τι είχαν ανακαλύψει και τι παραποιήσεις σκόπευαν να κάνουν, ποια στοιχεία


θα δέχονταν ως φυσιολογικά και ποια θα εννοούσαν να θεωρούν ως υπεκφυγές· και δεν τους φοβόταν, απλώς τους μισούσε, αυτούς και την εξουσία που χρησιμοποιούσαν, με τόση μάλιστα θρασύτητα, ώστε το δικό του επίμονο, διακριτικό αλλά και ανυποχώρητο αιώνιο θράσος, το μοναδικό μόνιμο και αληθινά πολύτιμο πράγμα που ’χε κερδίσει στη ζωή του, να κλονίζεται και στην παραμικρή εκδήλωση φόβου να εξατμίζεται ολότελα. Δεν σκεφτόταν τίποτα το αφηρημένο* ήταν πράγματα πολύ συγκεκριμένα, συμφωνίες, πωλήσεις, μεταβιβάσεις, δωρεές. Σκεφτόταν μετοχές, εμπορεύματα, χιλιάδες μπούσελ, οψιόν, ελέγχουσες εταιρείες, τραστ και θυγατρικές εταιρείες και, καθώς τα συλλογιζόταν όλα αυτά, ήξερε πως αυτός ο κυκεώνας που τον περιέβαλλε ήταν ικανός να του στερήσει τη γαλήνη για χρόνια. Αν εκείνοι δεν συμβιβάζονταν, θα ήταν πολύ κακό. Παλιότερα δεν θα ανησυχούσε, αλλά τώρα πια ο αγωνιστής μέσα του είχε κουραστεί, όπως και ο υπόλοιπος εαυτός του, και τα αντιμετώπιζε όλα αυτά μονάχος, ξαπλωμένος στο μεγάλο και φαρδύ παλιό κρεβάτι του, δίχως να μπορεί ούτε να διαβάσει ούτε να κοιμηθεί. Η γυναίκα του τον είχε χωρίσει προ δεκαετίας, αφού είχε ήδη κρατήσει τα προσχήματα για είκοσι χρόνια, κι εκείνος δεν την είχε ούτε επιθυμήσει ούτε αγαπήσει ποτέ. Η καριέρα του ξεκίνησε με δικά της χρήματα κι εκείνη του χάρισε δυο αρσενικά παιδιά που ήταν και τα δύο εξίσου χαζά με τη μητέρα τους. Τ ης είχε φερθεί καλά, ως τη στιγμή που τα λεφτά του έγιναν διπλάσια από το αρχικό δικό της κεφάλαιο, οπότε είχε την άνεση να πάψει να την προσέχει. Από τότε που η περιουσία του έγινε τόση, ποτέ πια δεν τον ενόχλησαν οι πονοκέφαλοί της, τα παράπονα και τα σχέδιά της. Απλώς, τα αγνοούσε. Ήταν αξιοσημείωτα προικισμένος για μια θεαματική καριέρα, διέθετε μια εκπληκτική σεξουαλική ζωτικότητα, που του έδινε την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση για να ρισκάρει* κοινό νου, ένα σκεπτικισμό* ένα σκεπτικισμό τόσο ευαίσθητο στις επικείμενες καταστροφές, όσο κι ένα ανεροειδές βαρόμετρο ακριβείας στην


ατμοσφαιρική πίεση* και μια έντονη αίσθηση του χρόνου, που τον απέτρεπε από το να σημαδεύει στην κορφή ή στον πάτο. Όλα αυτά συνοδεύονταν από μια έλλειψη ηθικών αρχών, από την ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους να τον συμπαθούν χωρίς εκείνος αντίστοιχα να τους συμπαθεί ή να τους εμπιστεύεται, ενώ ταυτόχρονα τους έπειθε με θέρμη και εγκαρδιότητα για τη φιλία του* όχι για κάποια τυπική φιλία, αλλά για μια φιλία τόσο γεμάτη από γνοιάξιμο για την επιτυχία τους, που τους έκανε αυτόματα συνένοχους* τέλος, από μια ανικανότητα να νιώθει τύψεις ή οίκτο, πράγμα που τον είχε οδηγήσει εκεί όπου βρισκόταν τώρα: ξαπλωμένος στο κρεβάτι μ’ ένα ζευγάρι ριγέ μεταξωτές πιτζάμες που σκέπαζαν το ζαρωμένο γέρικο στήθος του, με τη φουσκωτή του κοιλίτσα, το άχρηστο πλέον και δυσανάλογα υπερμέγεθες εργαλείο του, για το οποίο τόσο καμάρωνε παλιά, και τα κοντά, πλαδαρά του πόδια. ανήμπορος να κοιμηθεί, επειδή επιτέλους ένιωθε τύψεις. 1 Γαλλικά στο κείμενο: που του είχε απαγορευθεί η παραμονή. (Σ.τ.Μ.)


Ένιωθε τύψεις, καθώς συλλογιζόταν πόσο καλύτερα θα ήταν αν δεν είχε κάνει τόσο πολύ τον έξυπνο πριν από πέντε χρόνια. Θα μπορούσε να είχε πληρώσει τους φόρους χ(υρίς κόλπα τότε και, αν το είχε κάνει, τώρα θα ήταν μια χαρά. Έτσι έμεινε ξαπλωμένος εκεί, να τα σκέφτεται όλα αυτά, ώσπου τελικά τον πήρε ο ύπνος· επειδή όμως οι τύψεις είχαν βρει δίοδο και είχαν αρχίσει να εισχωρούν μέσα του, δεν ήξερε ότι κοιμόταν, γιατί το μυαλό του εξακολουθούσε να δουλεύει όπως όταν ήταν ξύπνιος. Δεν υπήρχε, λοιπόν, περίπτωση να ησυχάσει* άλλωστε, στην ηλικία του, αυτές οι τύψεις δεν θ’ αργούσαν να τον κυριεύσουν. Παλιά έλεγε ότι μόνο οι βλάκες στενοχωριούνται κι ο ίδιος αγωνιζόταν τώρα να μη νιώθει στενοχώρια, τόσο που στο τέλος δεν κατάφερνε να κοιμηθεί. Κάτι τέτοιο μπορεί να το πετύχαινε όσο ήταν ξύπνιος, αλλά μόλις αποκοιμιόταν το άγχος τρύπωνε μέσα του και, καθώς ήταν γέρος, έκανε εύκολα τη δουλειά του. Δεν χρειαζόταν να στενοχωριέται για το τι είχε κάνει σε άλλους ανθρώπους ούτε για το τι τους είχε συμβεί εξαιτίας του ούτε για το πού είχαν καταλήξει: για το ότι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους στο Λέικ Σορ κι έζησαν στα οικοτροφεία του Όστεν, για το ότι είχαν κόρες που βγαίνοντας στην κοινωνία κατέληξαν να γίνουν βοηθοί οδοντιάτρων, κι αυτό μόνο όταν κατάφερναν να βρουν δουλειά* για κείνον που, μετά το τελευταίο γερό στρίμωγμα, κατάντησε νυχτοφύλακας στα εξήντα τρία του. για τον άλλο που αυτοκτόνησε χαράματα, πριν το πρωινό, και για το παιδί του που τον βρήκε νεκρό, αντικρίζοντας ένα θέαμα αποτρόπαιο* για κείνον που ξεκινούσε από το Μπέργουιν και πήγαινε με το ημιφορτηγό του για δουλειά, όταν βέβαια υπήρχε δουλειά, πουλώντας στην αρχή ομόλογα, μετά αυτοκίνητα και αργότερα πρωτότυπες οικιακές συσκευές -«δεν θέλουμε γυρολόγους εδώ, δίνε του!» και να του κλείνουν την πόρτα στα μούτρα- ώσπου, ακολουθώντας τη μοίρα του πατέρα του, που έκανε βουτιά από τον τεσσαρακοστό δεύτερο όροφο χωρίς ν’ ανοίξει τα φτερά του, όπως κάνουν οι αϊτοί, έκανε ένα βήμα και πάτησε πάνω στην τρίτη σιδηροτροχιά του συρμού Ορόρα-Έλτζιν, με την τσέπη του γεμάτη μίξερ και αποχυμωτές που δεν κατάφερε να


πουλήσει. Αφήστε με να σας κάνω μόνο μια επίδειξη, μαντάμ. Τ ο συνδέετε εδώ και το βιδώνετε πάνω σε αυτό το μικρό εξάρτημα. Και τώρα κοιτάξτε! Όχι, δεν το θέλω. Απλώς δοκιμάστε το! Δεν το θέλω. Περάστε έξω! Κι έτσι πέρασε έξω, στο πεζοδρόμιο με τα ξυλόσπιτα, τις έρημες αυλές και τα γυμνά διακοσμητικά δέντρα, όπου κανείς δεν ήθελε ούτε αυτό ούτε τίποτ’ άλλο, και τράβηξε για τις γραμμές του τρένου που έκανε το δρομολόγιο Ορόρα-Έλτζιν. Μερικοί προτιμούσαν τη μεγάλη βουτιά από το παράθυρο του διαμερίσματος ή του γραφείου τους* άλλοι διάλεγαν πιο ήρεμο τρόπο και κλειδαμπαρώνονται μέσα σε κάποιο ιδιωτικό γκαράζ με τη μηχανή αναμμένη* άλλοι, πιο παραδοσιακοί, κατέφευγαν σ’ ένα Κολτ ή ένα Σμιθ εντ Γουέσον, εκείνα τα καλοφτιαγμένα μαραφέτια που βάζουν τέλος στην αϋπνία, που εξαλείφουν τις τύψεις, θεραπεύουν τον καρκίνο, απαλλάσσουν από τη χρεοκοπία και από τις απελπιστικές καταστάσεις, ανοίγοντας μια διέξοδο με την απλή πίεση ενός δαχτύλου* εκείνα τα αξιοθαύμαστα αμερικάνικα εργαλεία, που τόσο εύκολα μεταφέρονται, που τόσο σίγουρα και αποτελεσματικά είναι και τόσο καλοσχεδιασμένα για να τερματίζουν το αμερικάνικο όνειρο προτού γίνει εφιάλτης, με μόνο μειονέκτημα την ακαταστασία και -πι βρομιά που αφήνουν πίσω τους και που οι συγγενείς υποχρεώνονται να καθαρίσουν. Οι άνθρωποι που κατέστρεψε οδηγήθηκαν σε κάποια από τις παραπάνω λύσεις, αλλά αυτό ποτέ δεν τον στενοχώρησε. Κάποιος έπρεπε πάντα να είναι ο χαμένος και μόνο οι βλάκες ένιωθαν στενοχώρια. Οχι, δεν θα καθόταν να σκεφτεί ούτε εκείνους ούτε τις συνέπειες της επιτυχημένης του καριέρας ως κερδοσκόπου. Κερδίζεις* κάποιος άλλος χάνει* και μόνο οι βλάκες στενοχωριούνται. Τ ου αρκούσε να σκέφτεται το πόσο καλύτερα θα ήταν αν δεν έκανε τόσο πολύ τον έξυπνο πέντε χρόνια πριν, κι έτσι, στην ηλικία που


ήταν, η επιθυμία του ν’ αλλάξει αυτό που δεν μπορούσε πια να ξεγίνει δεν θ’ αργούσε ν’ ανοίξει μέσα του μια μικρή χαραμάδα, απ’ όπου θα έμπαινε μέσα η στενοχώρια. Μόνο οι βλάκες στενοχωριούνται. Εκείνος, όμως, μπορεί να διώξει τη στενοχώρια κατεβάζοντας ένα ουίσκι με σόδα. Στο διάολο οι συμβουλές του γιατρού! Παραγγέλνει λοιπόν ένα, που του το φέρνει ο νυσταλέος καμαρότος, και καθώς το πίνει ο κερδοσκόπος παύει να είναι βλάκας* όχι όμως και απέναντι στο θάνατο. Στο μεταξύ, λίγο πιο πέρα, στο διπλανό κότερο, μια χαζοχαρούμενη, χρηστή οικογένεια κοιμάται. Ο πατέρας, με τη συνείδησή του καθαρή, κοιμάται βαθιά, γυρισμένος στο ένα πλευρό, με την εικόνα ενός ταχύπλοου ιστιοφόρου που ταξιδεύει στη φουρτούνα καδραρισμένη πάνω απ’ το κεφάλι του, το αμπαζούρ αναμμένο κι ένα βιβλίο πεσμένο στο πλάι του κρεβατιού. Η μητέρα κοιμάται γλυκά και ονειρεύεται τον κήπο της. Έχει πατήσει τα πενήντα, όμως είναι μια όμορφη, γερή και καλοδιατηρημένη γυναίκα, που φαίνεται ελκυστική έτσι όπως κοιμάται. Η κόρη ονειρεύεται τον αρραβωνιαστικό της, που καταφθάνει το πρωί με το αεροπλάνο, και στριφογυρίζει στον ύπνο της και γελάει με κάτι που βλέπει στ’ όνειρό της και, χωρίς να ξυπνήσει, σηκώνει τα γόνατά της σχεδόν ως το σαγόνι της, ζαρώνοντας σαν γατί. Καθώς κοιμάται, με τα κατσαρά ξανθά μαλλιά της και το χαριτωμένο της πρόσωπο με το απαλό δέρμα, μοιάζει με τη μητέρα της όταν ήταν μικρή. Είναι μια ευτυχισμένη οικογένεια, που όλα της τα μέλη αγαπιούνται μεταξύ τους. Ο πατέρας είναι ένας αξιοπρεπής αστός, με πολλά και καλά έργα στο ενεργητικό του, που αντιστάθηκε στην ποτοαπαγόρευση, καθόλου φανατικός1 αντίθετα, είναι γενναιόδωρος, πονετικός, γεμάτος κατανόηση και σχεδόν ποτέ οξύθυμος. Τ ο προσωπικό του γιοτ πληρώνεται και τρέφεται καλά κι έχει άνετα καταλύματα. Όλοι τους έχουν σε μεγάλη υπόληψη τον ιδιοκτήτη και συμπαθούν τη σύζυγο και την κόρη του. Ο αρραβωνιαστικός ανήκει στο Τ άγμα της Νεκροκεφαλής* και ψηφίστηκε πολύ πιθανόν με στόχο την επιτυχία, ψηφίστηκε ως ο πλέον δημοφιλής, εξακολουθεί


να ενδιαφέρεται για τους άλλους περισσότερο απ’ ό,τι για τον εαυτό του και θα έπεφτε πολύς για οποιαδήποτε άλλη, εκτός από την αξιολάτρευτη νεαρή Φράνσις. Μπορεί, βέβαια, ακόμα και για τη Φράνσις να πέφτει πολύς, αλλά ίσως περάσουν κάμποσα χρόνια ώσπου η Φράνσις να το συνειδητοποιήσει αυτό* ίσως μάλιστα, με λίγη τύχη, να μην το συνειδητοποιήσει ποτέ της. Ο τύπος του άντρα που προσεγγίζεται από το Τ άγμα της Νεκροκεφαλής σπάνια είναι και τύπος που φημίζεται για τις σεξουαλικές του επιδόσεις* μ’ ένα κορίτσι, όμως, τόσο αξιολάτρευτο όσο η Φράνσις, η πρόθεση μετράει όσο και η ικανότητα. Τ έλος πάντων, όλοι κοιμούνται γλυκά* όμως από πού άραγε να προέρχεται το χρήμα, που τους κάνει όλους τόσο ευτυχισμένους και που όλοι το χρησιμοποιούν τόσο όμορφα και χαριτωμένα; Τ ο χρήμα προήλθε από την πώληση ενός αγαθού που όλος ο κόσμος καταναλώνει μέσ’ από εκατομμύρια μπουκάλια. των οποίων το μεγάλο μέγεθος -του μισού λίτρου- κοστίζει ένα δολάριο, το μεσαίο πενήντα σεντς και το μικρό είκοσι πέντε. Είναι, όμως, πιο οικονομικό το ν’ αγοράζει κανείς το μεγάλο και, αν βγάζεις δέκα δολάρια τη βδομάδα, σου στοιχίζει ακριβώς όσο κι αν ήσουν εκατομμυριούχος, και το προϊόν είναι πραγματικά καλό. Φέρνει ακριβώς τα αποτελέσματα που διατείνεται ότι μπορεί να φέρει, κι ακόμα περισσότερα. Χρήστες από όλα τα μέρη του κόσμου εξακολουθούν να γράφουν, γεμάτοι ευγνωμοσύνη, για τις νέες χρήσεις που ανακαλύπτουν και παλιοί χρήστες παραμένουν τόσο πιστοί σε αυτό, όσο και ο Χάρολντ Τ όμπκινς, ο αρραβωνιαστικός, στο Τ άγμα της Νεκροκεφαλής ή ο Στάνλεϊ Μπόλντουιν στο Χάροου. Δεν υπάρχουν αυτοκτονίες, όταν τα χρήματα βγαίνουν με αυτόν τον τρόπο, και όλοι κοιμούνται βαθιά πάνω στο γιοτ «Αλζίρα III», που έχει καπετάνιο τον Τ ζων Τ ζέικομπσον, πλήρωμα δεκατετρα-μελές και επιβάτες τον ιδιοκτήτη και την οικογένειά του. Στην προβλήτα νούμερο τέσσερα είναι αραγμένο ένα δικάταρτο γιοτ με ιστία δέκα μέτρα ψηλά και επιβάτες δύο από τους τριακόσιους είκοσι τέσσερις Εσθονούς που ταξιδεύουν ανά τον κόσμο με σκάφη μήκους μεταξύ οκτώμισι και έντεκα μέτρων και στέλνουν άρθρα στις


εσθονικές εφημερίδες. Αυτά τα άρθρα είναι πολύ δημοφιλή στην Εσθονία και αποφέρουν στους συντάκτες τους από ένα δολάριο ως ένα δολάριο και τριάντα σεντς ανά στήλη. Έχουν ενδιαφέρον ανάλογο με τις ειδήσεις του μπέιζμπολ και του ράγκμπι στις παλιές αμερικανικές εφημερίδες και τίτλους όπως «Οι περιπέτειες των ατρόμητοι ταξιδευτών μας». Καμιά από τις περίφημες μαρίνες θαλαμηγών στα νότια παράλια δεν είναι πλήρης χωρίς τουλάχιστον δύο ηλιοκαμένους, κατάξανθους από την αλμύρα Εσθονούς, που περιμένουν την επιταγή για το τελευταίο τους άρθρο. Κι όταν η επιταγή έρχεται, ταξιδεύουν σε μια άλλη μαρίνα θαλαμηγών, για να καταγράψουν τις καινούργιες τους περιπέτειες. Είναι κι αυτοί πολύ ευτυχισμένοι. Σχεδόν τόσο ευτυχισμένοι, όσο και οι επιβάτες του «Αλζίρα III». Είναι σπουδαίο να είναι κανείς Ατρόμητος Τ αξιδευτής. Στο «Ιρίντια IV», ένας επαγγελματίας προικοθήρας κοιμάται μαζί με την ερωμένη του, ονόματι Ντόροθι, σύζυγο ταυ ακριβοπληρωμένου χολιγουντιανού σκηνοθέτη Τ ζων Χόλις, του οποίου το μυαλό συναγωνίζεται σε μακροζωία το συκώτι του, έτσι ώστε μια μέρα να κατορθώσει να αυτοαποκαλείται κομουνιστής για να σώσει την ψυχή του, μιας και τα υπόλοιπα όργανά του παραείναι κατεστραμμένα για να επιχειρήσει να τα σώσει. Ο προικοθήρας, σωματώδης, με την ομορφιά μοντέλου σε αφίσα, ροχαλίζει ξαπλωμένος ανάσκελα, όμως η Ντόροθι Χόλις, η σύζυγος του σκηνοθέτη, που είναι ξύπνια, φοράει μια ρόμπα και, βγαίνοντας έξω στο κατάστρωμα, κοιτάζει κατά τον κυματοθραύστη, πέρα από τα σκοτεινά νερά της μαρίνας. Κάνει ψύχρα στο κατάστρωμα κι ο άνεμος ανακατεύει τα μαλλιά της* εκείνη τα διώχνει από το ηλιοκαμένο της μέτωπο και, καθώς οι ρώγες της σκληραίνουν από το κρύο και σφίγγει περισσότερο τη ρόμπα επάνω της, προσέχει τα φώτα ενός σκάφους που παραπλέει το μόλο από την έξω πλευρά. Τ ο παρατηρεί να πλησιάζει σταθερά και γοργά ώσπου, στην είσοδο της μαρίνας, το σκάφος ανάβει τους μεγάλους του προβολείς, που την τυφλώνουν σαρώνοντας τα νερά, κι όπως περνούν από δίπλα της σταματούν στην προβλήτα της Ακτοφυλακής, για να φωτίσουν την ομάδα των ανθρώπων που


περιμένουν εκεί και το γυαλιστερό μαύρο καινούργιο ασθενοφόρο από το γραφείο τελετών, που εκτελεί και χρέη νεκροφόρας. Θα ήταν μάλλον προτιμότερο να είχα πάρει κανένα Λουμι-νόλ. συλλογίστηκε η Ντόροθι. Πρέπει να κοιμηθώ επιτέλους. Ο καημένος ο Έντι, τι σφιγμένος που είναι! Έχει τόσο μεγάλη σημασία γι' αυτόν να τα βγάλει πέρα στο κρεβάτι και είναι πολύ καλός, αλλά έχει και τόση ένταση, που αμέσως μετά πέφτει ξερός. Ο γλυκός μου! Βέβαια, αν τον παντρευόμουνα, θα πήγαινε με άλλη, υποθέτω. Πάντως, είναι γλύκας. Αλλά και πόσο σφιγμένος, ο καημενούλης! Ελπίζω να μην είναι πτώμα το πρωί. Πρέπει να πάω να σουλουπώσω αυτό το μαλλί και να πέσω για ύπνο. Τ ο χάλι μου έχω. Θέλω να με βλέπει όμορφη. Είναι τόσο γλυκός! Μακάρι να είχα φέρει καμιά υπηρέτρια μαζί μου. Αλλά δεν μπόρεσα. Ούτε καν τον Μπέιτς. Αναρωτιέμαι τι να κάνει ο καημένος ο Τ ζων. Αχ, τι γλυκός που είναι κι εκείνος! Ελπίζω να πηγαίνει καλύτερα το καημένο το συκώτι του. Μακάρι να ήμουν κοντά του να τον φροντίζω. Πρέπει, όμως, τώρα να πάω να κοιμηθώ λιγάκι, να μην είμαι ένα αίσχος το πρωί. Ο Έντι είναι γλυκός. Τ ο ίδιο και ο Τ ζων, με το καημένο το συκώτι του. Αχ, αυτό το κακόμοιρο το συκώτι! Ο Έντι είναι γλυκός. Και τι δεν θα ’δινα να μην ήταν τόσο σφιγμένος. Είναι σπουδαίος, φίνος, υπέροχος. Για να δούμε, ίσως να είναι πιο χαλαρός αύριο. Κατέβηκε κάτω, πήγε ως την καμπίνα της και κάθισε μπροστά στον καθρέφτη, με σκοπό να βουρτσίσει τα μαλλιά της εκατό φορές. Χαμογελούσε στο είδωλό της, ενώ η βούρτσα με τις μακριές τρίχες έστρωνε τα αξιολάτρευτα μαλλιά της. Ο Έντι είναι γλυκός. Ναι, είναι. Μακάρι, όμως, να μην ήταν τόσο σφιγμένος. Όλοι οι άντρες έχουν κι από κάτι. Δες το συκώτι του Τ ζων, για παράδειγμα. Φυσικά δεν μπορείς να το δεις. Αλλά θα πρέπει να είναι πραγματικά απαίσιο στην όψη. Χαίρομαι που δεν μπορώ να το δω. Ωστόσο, οι άντρες δεν έχουν τίποτα το αληθινά άσχημο πάνω τους. Και είναι αστείοι, όταν πιστεύουν το αντίθετο. Για το συκώτι τους, ας πούμε. Ή για τα νεφρά. Νεφρά αν μπροσέτ. Αλήθεια, πόσα νεφρά έχει ένας άνθρωπος; Απ’


όλα έχουμε δύο, εκτός από στομάχι και καρδιά. Και μυαλό, φυσικά. Ορίστε. Τ α βούρτσισα εκατό φορές. Μ’ αρέσει να βουρτσίζω τα μαλλιά μου. Είναι σχεδόν το μοναδικό πράγμα που σου κάνει καλό και ταυτόχρονα σε διασκεδάζει. Απ’ αυτά που κάνεις μόνος σου, εννοώ. Αχ, ο Έντι είναι γλύκας! Κι αν πήγαινα ξανά κοντά του τώρα; Μπα, είναι πολύ σφιγμένος. Τ ον καημένο! Θα πάρω το Λουμινόλ. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Ήταν εξαιρετικά όμορφη και το κορμί της ήταν μικροκαμωμένο και φίνο. Ω, μια χαρά κρατιέμαι, σκέφτηκε. Σε μερικά σημεία υπάρχουν, βέβαια, λίγα ψεγάδια, πάντως θα έχω πέραση για κάμποσο καιρό ακόμα. Πρέπει, όμως, και να κοιμάται ο άνθρωπος. Μου αρέσει ο ύπνος. Μακάρι να μπορούσα, έστω για μια φορά, να κοιμηθώ στ’ αλήθεια καλά και φυσιολογικά, όπως κοιμόμασταν μικροί. Αυτά παθαίνεις, υποθέτω, όταν μεγαλώνεις και κάνεις παιδιά και μετά αρχίζεις να πίνεις πολύ και να κάνεις όλα εκείνα τα πράγματα που δεν πρέπει να κάνεις. Αν μπορείς να κοιμάσαι καλά, νομίζω ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν κάνει κακό. Εκτός από το πολύ πιοτό, θαρρώ. Ο καημένος ο Τ ζων και το συκώτι του, ο καημένος ο Έντι! Πάντως, ο Έντι είναι αξιολάτρευτος. Είναι σκέτη γλύκα. Καλύτερα να πάρω το Λουμινόλ. Έκανε μια γκριμάτσα στον καθρέφτη. «Τ ο καλό που σου θέλω, πάρε ένα Λουμινόλ!» ψιθύρισε. Κατάπιε το Λουμινόλ μ’ ένα ποτήρι νερό από το επιχρωμιωμέ-νο θερμός που υπήρχε στο ντουλάπι πλάι στο κρεβάτι της. Προκαλεί νευρικότητα, σκέφτηκε. Όμως πρέπει να κοιμηθώ. Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν ο Έντι αν είχαμε παντρευτεί. Θα ’τρεχε με καμιά μικρότερή μου, υποθέτω. Είναι στη φύση τους αυτό, φαίνεται, και δεν μπορούν ν’ αλλάξουν ούτε κι εμείς, άλλο)στε. Απλώς, εγώ είμαι αχόρταγη και νιώθω μια χαρά έτσι2 το να προσποιούμαι πως είμαι μια άλλη, μια καινούργια του φιλενάδα, δεν έχει κανένα νόημα. Τ ο ψητό έχει μόνο σημασία, και τους αγαπάς πάντα όταν σου το δίνουν. Μόνο σ’ εσένα την ίδια, εννοώ. Αλλά δεν είναι στη φύση τους. Σε λίγο θέλουν άλλη, μια καινούργια ή μια νεότερη, κάποια που


δεν επιτρέπεται να βλέπουν ή κάποια που τους θυμίζει κάποια άλλη. Μια ξανθιά, αν εσύ είσαι μελαχρινή, ή μια κοκκινομάλλα, αν είσαι ξανθιά. Κι αν είσαι κοκκινομάλλα, ψάχνουν πάλι για κάτι άλλο. Γ ία μια Εβραία, ας πούμε, κι όταν τους τη δώσει πια τελείως, θέλουν Κινέζες ή λεσβίες ή τρέχα γύρευε τι άλλο. Δεν ξέρω. Ή απλώς κουράζονται, υποθέτω. Δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις που είναι φτιαγμένοι έτσι, ούτε μπορώ να κάνω εγώ κάτι για το συκώτι του Τ ζων ή για το ότι πίνει τόσο πολύ που δεν τα καταφέρνει στο κρεβάτι. Κάποτε ήταν καλός. Ήταν υπέροχος. Ήταν. Πραγματικά ήταν. Και ο Έντι είναι. Αλλά τώρα είναι σφιγμένος. Θα καταντήσω τσούλα τελικά, μου φαίνεται. Μπορεί και να είμαι ήδη. Ποτέ δεν το καταλαβαίνεις ότι έχεις γίνει τσούλα, υποθέτω. Μόνο οι κολλητές σου μπορεί να σου το πουν. Αυτό δεν το αναφέρει πουθενά ο κύριος Γουί-ντσελ.* Αν και θα ήταν ένα πολύ καλό θέμα για κείνον. Πορνεία. Η κυρία Χόλις επέστρεψε από τα παράλια στην πόλη ως πόρνη. Καλύτερα από το να επιστρέψει με παιδιά. Και πιο συνηθισμένο, υποθέτω. Οι γυναίκες, όμως, τραβάνε πραγματικά ένα σωρό μαρτύρια. Όσο πιο καλά φέρεσαι σ’ έναν άντρα, όσο περισσότερο του δείχνεις πως τον αγαπάς, τόσο πιο γρήγορα εκείνος σε βαριέται. Υποθέτω ότι οι καλοί άντρες είναι φτιαγμένοι για να έχουν πολλές γυναίκες, και είναι τρομερά κουραστικό να προσπαθείς εσύ μόνη σου να αντικαταστήσεις όλες αυτές τις γυναίκες, άσε που στο τέλος έρχεται μία και σου τον παίρνει, όταν εκείνος έχει πια βαρεθεί τα παιχνίδια. Μου φαίνεται πως όλες καταντάμε τσούλες τελικά, αλλά ποιος φταίει γι’ αυτό; Οι πόρνες διασκεδάζουν περισσότερο απ’ όλες, μα στ’ αλήθεια πρέπει να είσαι τρομερά χαζή για να γίνεις καλή πόρνη. Όπως η Έλεν Μπράντλεϊ. Πολύ χαζή και καλοπροαίρετη και εγωίστρια για να γίνει καλή πόρνη. Εγώ πολύ πιθανό να είμαι ήδη. Λένε ότι δεν το παίρνεις είδηση κι ότι έχεις πάντα την εντύπωση πως δεν είσαι. Θα πρέπει να υπάρχουν άντρες που δεν βαριούνται ούτε εσένα την ίδια ούτε αυτό που κάνεις. Θα πρέπει να υπάρχουν. Αλλά ποιες τους έχουν; Αυτοί που γνωρίζουμε εμείς έχουν μεγαλώσει λάθος. Αλλά. ας μην επεκταθούμε τώρα σ’ αυτό. Όχι, αυτό ας το αφήσουμε. Ούτε για τις ιστορίες στ’ αυτοκίνητα και στα πάρτι ας μη μιλήσουμε. Μακάρι να κάνει κάτι


αυτό το Λουμινόλ. Πανάθεμά σε, Έντι, μα την αλήθεια! Πραγματικά, δεν θα ’πρεπε να είναι τόσο σφιγμένος. Δεν είναι σωστό, μα το Θεό. Τ η φύση τους δεν μπορεί κανείς να την αλλάξει, αλλά το να είσαι σφιγμένος δεν έχει σχέση με αυτό. Νομίζω ότι είμαι σίγουρα μια τσούλα, αλλά αν μείνω τώρα εδώ ξαπλωμένη όλη νύχτα και δεν κοιμηθώ, μου φαίνεται πως θα τρελαθώ, κι αν πάρω μεγάλη δόση από τούτο το καταραμένο το φάρμακο, θα νιώθω απαίσια όλη μέρα αύριο, άσε που καμιά φορά δεν σε κοιμίζει και, τέλος πάντων, θα είμαι θυμωμένη και νευρική και θα νιώθω χάλια. Αλλά και τι έγινε, αν νιώθω έτσι; Δεν μ’ αρέσει η ιδέα, μα τι να κάνω; Τ ι άλλο να κάνει κανείς από το να προχωρήσει, να ενδώσει, παρόλο που, παρόλο που, αν και, αχ, είναι γλυκός, όχι, δεν είναι, εγώ είμαι γλυκιά, ναι, είσαι, είσαι αξιολάτρευτη, αχ, είσαι τόσο αξιολάτρευτη, ναι, αξιολάτρευτη, και δεν το ήθελα, μα να που είμαι, είμαι στ’ αλήθεια τώρα, είναι γλυκός, όχι, δεν είναι, ούτε καν είναι εδώ, εγώ είμαι εδώ, είμαι πάντα εδώ και είμαι εκείνη που δεν μπορεί να φύγει, όχι, ποτέ. Είσαι γλύκα! Ναι, είσαι. Είσαι αξιολάτρευτη, αξιολάτρευτη, αξιολάτρευτη. Ω, ναι, αξιολάτρευτη. Και είσαι εγώ. Αυτό είναι λοιπόν. Έτσι έχουν τα πράγματα. Και τι έγινε; Όλα τα ίδια, όλα τέλειωσαν. Όλα τέλειωσαν πια. Εντάξει. Δεν με νοιάζει. Έχει καμιά σημασία; Τ ι πειράζει, αφού δεν νιώθω χάλια; Ορίστε, να που δεν νιώθω. Απλώς νυστάζω τώρα, κι αν ξυπνήσω θα το ξανακάνω, πριν ακόμα καλοξυπνήσω. Έτσι αποκοιμήθηκε, έχοντας στο νου της, λίγο πριν την πάρει για τα καλά ο ύπνος, να γυρίσει πλάγια, έτσι ώστε το πρόσωπό της να μην πιέζεται πάνω στο μαξιλάρι. Θυμήθηκε, παρ’ όλη τη νύστα της, πόσο κακό κάνει στο πρόσωπο να βρίσκεται σε αυτή η στάση και να πιέζεται στο μαξιλάρι. Υπήρχαν δύο ακόμα γιοτ στο λιμάνι, κι όλοι τους οι επιβάτες κοιμόντουσαν επίσης, όταν η Ακτοφυλακή οδήγησε το καΐκι του Φρέντι Γουάλας, τη «Βασίλισσα του Κοντς», μέσα στη σκοτεινή μαρίνα και το έδεσε στη δική της προβλήτα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25 Ο ΧΑΡΙ μοργκαν δεν ΑΝΤ ΕΔΡΑΣΕ καθολου όταν κατέβασαν το φορείο από την προβλήτα και μαζί με τους δυο άντρες που το κρατούσαν πάνω στο κατάστρωμα του γκρίζου ιστιοφόρου κάτω από έναν προβολέα, έξω από την καμπίνα του καπετάνιου, δύο άλλοι άντρες τον σήκωσαν από την κουκέτα και τον μετέφεραν με κόπο έξω, για να τον ξαπλώσουν στο φορείο. Ήταν αναίσθητος από νωρίς το βράδυ και το βαρύ του σώμα βούλιαξε ακόμα περισσότερο στο πανί του φορείου, καθώς οι τέσσερις άντρες έκαναν να τον σηκώσουν για να τον βγάλουν έξω στην προβλήτα. «Ας το σηκώσουμε τώρα!» «Κρατήστε του τα πόδια! Προσοχή μη γλιστρήσει!» «Εμπρός, σηκώστε το!» Ανέβασαν το φορείο στην προβλήτα. «Πώς είναι, γιατρέ;» ρώτησε ο σερίφης, καθώς οι άντρες έσπρωχναν το φορείο μέσα στο ασθενοφόρο. «Είναι ζωντανός», είπε ο γιατρός. «Τ ο μόνο που μπορούμε να πούμε για την ώρα». «Είχε χάσει τα λογικά του ή τις αισθήσεις του πριν ακόμα τον σηκώσουμε», είπε ο βοηθός του λοστρόμου, που ήταν επικεφαλής στο σκάφος της Ακτοφυλακής. Ήταν ένας κοντόχοντρος, αξύριστος άντρας με γυαλιά, που λαμπύριζαν κάτιο από το φως του προβολέα. «Τ α πτώματα των Κουβανέζων είναι όλα πίσω, στο σκάφος. Αφήσαμε τα πάντα όπως ήταν. Δεν αγγίξαμε τίποτα. Απλώς κατεβάσαμε κάτω τους δύο, μην τυχόν και πέσουν στη θάλασσα. Όλα είναι ακριβώς στη θέση που ήταν πριν. Και τα λεφτά και τα όπλα. Όλα».


«Εντάξει», είπε ο σερίφης. «Μπορείτε να ρίξετε τον προβολέα εκεί πίσω;» «Θα τους πω να συνδέσουν έναν έξω στο μόλο», είπε ο υπεύθυνος της αποβάθρας, κι έφυγε για να φέρει τον προβολέα και το καλώδιο. «Εμπρός, λοιπόν!» είπε ο σερίφης. Άναψαν τους φακούς κι ανέβηκαν στην πρύμνη. «Θέλω να μου δείξετε ακριβώς πώς τους βρήκατε. Πού είναι τα χρήματα;» «Σ’ εκείνους τους δύο σάκους». «Πόσα είναι;» «Δεν ξέρω. Εγώ άνοιξα τον έναν, είδα πως ήταν μέσα τα λεφτά και τον ξανάκλεισα. Δεν ήθελα να τ’ αγγίξω». «Σωστά», είπε ο σερίφης. «Πάρα πολύ σωστά». «Όλα είναι ακριβώς όπως τα βρήκαμε, μόνο που κατεβάσαμε τα δύο πτώματα από τα ντεπόζιτα κάτω στην καμπίνα, γιατί θα κυλούσαν στη θάλασσα, και μεταφέραμε αυτό το θηρίο, τον Χάρι, ως την κουκέτα μου. Εγώ έλεγα ότι θα τα τίναζε τη στιγμή που τον ξαπλώναμε. Είναι σε άθλιο χάλι». «Ήταν αναίσθητος όλη αυτή την ώρα;» «Στην αρχή απλώς είχε χάσει τα λογικά του», είπε ο καπετάνιος. «Δεν έβγαζες λέξη απ’ αυτά που έλεγε. Ακούσαμε τα περισσότερα από τα λόγια του, αλλά νόημα δεν βγάλαμε. Μετά έχασε τις αισθήσεις του. Αυτή είναι η εικόνα. Ακριβώς όπως ήταν, μόνο που εκείνος ο μαυριδερός, που είναι γερμένος στο πλάι, βρίσκεται τώρα στο σημείο όπου πριν ήταν ξαπλωμένος ο Χάρι. Τ ον βρήκαμε στον πάγκο πάνω από το δεξί ντεπόζιτο να κρέμεται από την κουπαστή, και τον άλλον το μελαχρινό δίπλα του στον απέναντι πάγκο, αριστερά, πεσμένο με τη μούρη στο κατάστρωμα. Πρόσεχε! Μην


τυχόν κι ανάψεις κανένα σπίρτο. Τ ο σκάφος είναι φουλ από βενζίνη». «Θα ’πρεπε να υπάρχει κι άλλο ένα πτώμα», είπε ο σερίφης. «Αυτά ήταν όλα κι όλα. Τ α λεφτά είναι σ’ εκείνον το σάκο. Τ α όπλα είναι ακριβώς στη θέση που βρίσκονταν». «Καλά θα κάνουμε να φωνάξουμε κάποιον από την τράπεζα, να είναι παρών όταν θ’ ανοίξουμε το σάκο», είπε ο σερίφης. «Οκέι», είπε ο καπετάνιος. «Καλή ιδέα». «Μπορούμε να πάμε το σάκο στο γραφείο, μου και να τον σφραγίσουμε». «Καλή ιδέα», είπε ο καπετάνιος. Κάτω από το φως του προβολέα, που έπεφτε πάνω στο μουσκεμένο κατάστρωμα και στη σκεπή, το πράσινο και το άσπρο γυαλοκοπούσαν, κάνοντας το καΐκι να φαίνεται ολοκαίνουργο. Τ α σανίδια έμοιαζαν σαν καινούργια κάτω από την άσπρη μπογιά. Πίσω από την πρύμνη τα νερά φάνταζαν καταπράσινα κάτω από το φως και γύρω απ’ τους πασσάλους κολυμπούσαν μικρά ψάρια. Στο πιλοτήριο τα πρησμένα πρόσωπα των νεκρών γυάλιζαν κάτω από το φως του προβολέα, λες και τα είχαν περάσει με καφέ βερνίκι στα σημεία όπου είχε ξεραθεί το αίμα. Μέσα στην καμπίνα, γύρω από τα πτώματα, υπήρχαν άδεια φυσίγγια από σαρανταπεντάρι και το Τ όμσον ήταν ακουμπισμένο στην πρύμνη, εκεί όπου το είχε αφήσει ο Χάρι. Οι δυο δερμάτινοι χαρτοφύλακες, με τους οποίους οι άντρες μετέφεραν τα χρήματα στο σκάφος, ήταν ακουμπισμένοι πάνω στο ένα από τα ντεπόζιτα της βενζίνης. «Σκέφτηκα μήπως θα έπρεπε να πάρω τα λεφτά στο σκάφος μας, όσο ρυμουλκούσαμε το καΐκι», είπε ο καπετάνιος. «Μετά, όμως,


προτίμησα να τ' αφήσω ακριβώς εκεί που ήταν, μιας και είχαμε μπουνάτσα». «Έκανες καλά που τ' άφησες», είπε ο σερίφης. «Εκείνος ο άλλος, ο Αλμπερτ Τ ρέισι, ο ψαράς, τι απέγινε;» «Δεν ξέρω. Όλα είναι απαράλλαχτα όπως ήταν, μόνο αυτοί οι δύο έχουν αλλάξει θέση», είπε ο καπετάνιος. «Όλοι έγιναν κόσκινο από τις σφαίρες, εκτός από κείνον εκεί, που είναι ανάσκελα κάτω απ’ το τιμόνι. Αυτός έφαγε μονάχα μία, στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Που του βγήκε από μπρος. Τ ο βλέπεις και μόνος σου πώς έγινε». «Είναι εκείνος που έμοιαζε με αγοράκι», είπε ο σερίφης. «Τ ώρα με τίποτα δεν μοιάζει», είπε ο καπετάνιος. «Αυτός εκεί, ο χοντρός, είναι εκείνος με την αυτόματη καραμπίνα που έφαγε τον Ρόμπερτ Σίμονς, το δικηγόρο», είπε ο σερίφης. «Τ ι λες να συνέβη; Πώς διάολο πυροβολήθηκαν όλοι αυτοί;» «Θα πρέπει να ’γίνε κάποιος καβγάς μεταξύ τους», είπε ο καπετάνιος. «Φαίνεται ότι θα τσακώθηκαν στη μοιρασιά». «Θα τους κρατήσουμε εδώ ως αύριο το πρωί», είπε ο σερίφης. «Εγώ θα πάρω τους σάκους». Εκείνη τη στιγμή, κι ενώ βρίσκονταν στην καμπίνα, μια γυναίκα πλησίασε τρέχοντας την άκατο της Ακτοφυλακής, μ’ ένα ολόκληρο πλήθος ξοπίσω της. Ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, κοκαλιάρα, με το κεφάλι ξέσκεπο και τα αδύνατα, ανακατεμένα της μαλλιά να κολλάνε πίσω στο σβέρκο της, μόλο που ήταν ακόμα δεμένα στην άκρη. Βλέποντας τα πτώματα μέσα στην καμπίνα, άρχισε να ουρλιάζει. Στάθηκε στην προβλήτα ουρλιάζοντας, με το κεφάλι γερμένο πίσω, ενώ δυο άλλες γυναίκες την κρατούσαν από τα μπράτσα. Τ ο πλήθος, που την είχε πλησιάσει, στριμώχτηκε γύρω της, πασχίζοντας να δει μέσα στο σκάφος.


«Που να πάρει η οργή!» είπε ο σερίφης. «Ποιος άφησε την πύλη ανοιχτή; Φέρτε κάτι να σκεπάσουμε αυτά τα κουφάρια· κουβέρτες, σεντόνια, οτιδήποτε. Και να φύγουν όλοι από δω!» Η γυναίκα έπαψε να ουρλιάζει, έριξε μια ματιά μέσα στο σκάφος κι έπειτα έγειρε πάλι πίσω το κεφάλι και ξανάρχισε τα ουρλιαχτά. «Πού τον έχουν;» ρώτησε μια από τις γυναίκες δίπλα της. «Πού τον έβαλαν τον Αλμπερτ;» Η γυναίκα που ούρλιαζε σταμάτησε πάλι και κοίταξε μέσα στην καμπίνα. «Δεν είν’ εδώ», είπε. «Ε, Ρότζερ Τ ζόνσον!» φώναξε στο σερίφη. «Πού είναι ο Αλμπερτ; Πού ’ναι ο Αλμπερτ;» «Δεν είναι στο σκάφος, κυρία Τ ρέισι», είπε ο σερίφης. Η γυναίκα έριξε πάλι πίσω το κεφάλι της και ξανάρχισε τα ουρλιαχτά, με τις φωνητικές της χορδές να πρήζονται μέσα στο κάτισχνο λαρύγγι της, με τις γροθιές σφιγμένες, αναμαλλιασμένη. Κάποιοι ανάμεσα στο πλήθος, που είχαν μείνει τελευταίοι, άρχισαν να σπρώχνουν και ν’ ανοίγουν δρόμο με τους αγκώνες για να φτάσουν ως την προβλήτα. «Άντε! Αφήστε και κανέναν άλλο να δει!» «Θα τους σκεπάσουν τώρα». Και μετά, στα ισπανικά: «Αφήστε με να περάσω! Αφήστε με να δω! Hay cuatro muertos. T odos son muertos.3 Αφήστε με να δω!» Τ ώρα η γυναίκα στρίγκλιζε: «Άλμπερτ! Άλμπερτ! Ω Θεέ μου, πού ’ναι ο Άλμπερτ;»


Στο βάθος, δυο νεαροί Κουβανέζοι που μόλις είχαν φτάσει και δεν μπορούσαν να χωθούν μέσα στο πλήθος έκαναν μερικά βήματα πίσω και παίρνοντας φόρα όρμησαν προς τα εμπρός, σπρώχνοντας και οι δυο μαζί. Η πρώτη σειρά ταρακουνήθηκε σχηματίζοντας μια καμπύλη και τότε, με μια στριγκλιά, η κυρία Τ ρέισι κι οι δυο γυναίκες που τη στήριζαν κλονίστηκαν, έπεσαν πλάγια μπροστά πασχίζοντας απεγνωσμένα να κρατήσουν την ισορροπία τους και, καθώς εκείνες κατάφερναν με το ζόρι να παραμείνουν όρθιες και ασφαλείς, η κυρία Τ ρέισι, εξακολουθώντας να ουρλιάζει, έπεσε μέσα στα πράσινα νερά και οι κραυγές της σκεπάστηκαν από το θόρυβο της πτώσης και των φυσαλίδων. Δύο άντρες της Ακτοφυλακής βούτηξαν μέσα στο διάφανο πράσινο νερό, στο σημείο όπου η κυρία Τ ρέισι χτυπιόταν με αγωνία κάτω από το φως του προβολέα. Ο σερίφης έσκυψε από την πρύμνη και της πέταξε ένα από τα άγκιστρα για τις βάρκες* έτσι, τελικά, με τη βοήθεια των δύο υπαλλήλων της Ακτοφυλακής, που την ανασήκωναν από κάτω, και του σερίφη, που την τραβούσε από τα χέρια, κατόρθωσε ν’ ανέβει ως την πρύμνη του σκάφους. Κανείς από το πλήθος δεν είχε κάνει την παραμικρή κίνηση για να τη βοηθήσει κι εκείνη, όρθια πάνω στην πρύμνη, μούσκεμα πια, κοίταξε το πλήθος κουνώντας απειλητικά και τις δυο γροθιές της και φωνάζοντας: «Μπαάσταρδοι! Σ’κύλες!» Κι αμέσως μετά, κοιτάζοντας μέσα στην καμπίνα, ούρλιαξε: «Αλμπέρ’; Πού ’ν’ ο Αλμπέρ’;» «Δεν είναι στο σκάφος, κυρία Τ ρέισι», είπε ο σερίφης, παίρνοντας μια κουβέρτα για να τη σκεπάσει. «Προσπαθήστε να ηρεμήσετε, κυρία Τ ρέισι. Δείξτε λίγο θάρρος!» «Η μασέλα μου!» είπε με τραγικότητα η κυρία Τ ρέισι. «Έχασα τη μασέλα μου!» «Θα την ψαρέψουμε το πρωί», είπε ο καπετάνιος του σκάφους της Ακτοφυλακής. «Μην ανησυχείτε, θα τη βρούμε».


Οι άντρες της Ακτοφυλακής είχαν σκαρφαλώσει στην πρύμνη και στέκονταν παραδίπλα στάζοντας. «Εμπρός! Πάμε!» είπε ο ένας απ’ αυτούς. «Έχω ξυλιάσει». «Είστε εντάξει, κυρία Τ ρέισι;» είπε ο σερίφης, τυλίγοντάς την με την κουβέρτα. «Εντάκχει;» είπε η κυρία Τ ρέισι. «Εντάκχει;» Κι έπειτα, σφίγγοντας τις γροθιές της, έριξε πάλι το κεφάλι πίσω ξαναρχίζοντας τα ουρλιαχτά. Ο πόνος της κυρίας Τ ρέισι ήταν αβάσταχτος. Τ ο πλήθος την άκουγε, σιωπηλά και με σεβασμό. Η κυρία Τ ρέισι με τις κραυγές της πρόσθετε την καταλληλότερη ηχητική επένδυση στο θέαμα των πτωμάτων των ληστών, που σκεπάζονταν τώρα με τις κουβέρτες της Ακτοφυλακής από το σερίφη κι έναν από τους βοηθούς, συγκαλύπτοντας έτσι το πιο μεγαλειώδες θέαμα που είχε αντικρίσει η πόλη μετά το λιντσάρισμα εκείνου του Ισλένιο χρόνια πριν, πέρα στον αγροτικό δρόμο, και το κρέμασμά του ψηλά στο τηλεγραφόξυλο, όπου ταλαντευόταν κάτω από τους προβολείς των αυτοκινήτων που περνούσαν για να τον δουν. Τ ο πλήθος απογοητεύτηκε όταν τα πτώματα σκεπάστηκαν, ωστόσο αυτοί οι άνθρωποι δεν έπαυαν να είναι οι μόνοι στην πόλη που τα είχαν δει. Είχαν δει την κυρία Τ ρέισι να πέφτει στη θάλασσα και, πριν μπουν, είχαν δει τον Χάρι Μόργκαν να μεταφέρεται με φορείο στο Ναυτικό Νοσοκομείο. Όταν ο σερίφης τούς έδωσε την εντολή να φύγουν από τη μαρίνα, εκείνοι αποχώρησαν σιωπηλοί και τρισευτυχισμένοι. Ήξεραν πόσο προνομιούχοι ήταν. Στο μεταξύ, στο Ναυτικό Νοσοκομείο, η Μαρί, η γυναίκα του Χένρι Μόργκαν, και οι τρεις κόρες της περίμεναν στον πάγκο της αίθουσας αναμονής. Τ α τρία κορίτσια έκλαιγαν και η Μαρί δάγκωνε ένα μαντίλι. Δεν είχε καταφέρει να κλάψει από το μεσημέρι κι έπειτα περίπου.


«Τ ον μπαμπά τον πυροβόλησαν στο στομάχι», είπε το ένα από τα κορίτσια στην αδερφή του. «Είναι τρομερό», είπε εκείνη. «Σωπάστε!» έκανε η μεγαλύτερη. «Προσεύχομαι για κείνον. Μη με διακόπτετε!» Η Μαρί δεν μιλούσε, μόνο καθόταν εκεί, δαγκώνοντας το μαντίλι και το κάτω χείλος της. Μετά από λίγο ο γιατρός βγήκε έξω. Η Μαρί τον κοίταξε κι εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Μπορώ να περάσω;» τον ρώτησε. «Όχι ακόμα», είπε ο γιατρός. Η Μαρί τον πλησίασε. «Τ ον χάνουμε;» ρώτησε. «Πολύ το φοβάμαι, κυρία Μόργκαν». «Μπορώ να μπω να τον δω;» «Όχι ακόμα. Είναι στο χειρουργείο». «Ω, Χριστέ μου!» έκανε η Μαρί. «Ω, Χριστέ μου! Θα πάω τα κορίτσια σπίτι. Και θα ξαναγυρίσω». Ένιωσε το λαιμό της να πρήζεται ξαφνικά και να κλείνει τόσο, που δεν μπορούσε πια να καταπιεί. «Ελάτε, κορίτσια!» είπε. Τ α τρία κορίτσια την ακολούθησαν έξω ως το παλιό αυτοκίνητο. Κάθισε στη θέση του οδηγού κι έβαλε μπρος τη μηχανή. «Πώς είναι ο μπαμπάς;» ρώτησε το ένα κορίτσι.


Η Μαρί δεν απάντησε. «Μαμά, πώς είναι ο μπαμπάς;» «Μη μου μιλάς», είπε η Μαρί. «Να χαρείς, μη μου μιλάς». «Μα...» «Πάψε, γλυκιά μου!» είπε η Μαρί. «Πάψε και προσευχήσου γι’ αυτόν». Τ α κορίτσια έβαλαν πάλι τα κλάματα. «Πανάθεμά σας!» είπε η Μαρί. «Μην κάνετε έτσι. Προσευχηθείτε, σας λέω!» «θα προσευχηθούμε», είπε το ένα από τα κορίτσια. «Εγώ δεν σταμάτησα να προσεύχομαι, από τη στιγμή που πήγαμε στο νοσοκομείο». Σε μια στροφή του κακοτράχαλου Ρόκι Ρόσυντ, που το χρώμα του θύμιζε λευκό κοράλλι, οι προβολείς του αυτοκινήτου φώτισαν έναν άντρα που προχωρούσε τρεκλίζοντας μπροστά τους. Ένας κακομοίρης μπεκρής, σκέφτηκε η Μαρί. Ένας κακομοίρης, αναθεματισμένος μπεκρής. Προσπέρασαν τον άντρα, που με το πρόσωπό του μες στα αίματα συνέχισε να προχωράει τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι ακόμα κι όταν τα φώτα έπαψαν πια ολότελα να φωτίζουν το δρόμο. Ήταν ο Ρίτσαρντ Γκόρντον, που γύριζε σπίτι του. Έξω από την πόρτα του σπιτιού, η Μαρί σταμάτησε το αυτοκίνητο. «Εσείς πηγαίνετε για ύπνο, κορίτσια», είπε. «Κατευθείαν για ύπνο». «Κι ο μπαμπάς;» ρώτησε το ένα από τα κορίτσια.


«Μη μου μιλάς!» είπε η Μαρί. «Για τ’ όνομα του Θεού, μη λες τίποτα, σε παρακαλώ». Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε πάλι για το νοσοκομείο. Φτάνοντας στο νοσοκομείο η Μαρί Μόργκαν ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Ο γιατρός τη συνάντησε στην είσοδο, βγαίνοντας από τη συρόμενη τζαμένια πόρτα. Ήταν κουρασμένος και γύριζε σπίτι του. «Τ ον χάσαμε, κυρία Μόργκαν», είπε. «Πέθανε;» «Ναι, πέθανε στο χειρουργείο». «Μπορώ να τον δω;» «Βεβαίως», είπε ο γιατρός. «Έσβησε πολύ ήρεμα, κυρία Μόργκαν. Δεν πόνεσε καθόλου». «Ω θεέ μου!» είπε η Μαρί. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. «Ω!» είπε. «Ω, ω, ω!» Ο γιατρός έβαλε το χέρι του στον ώμο της. «Μη μ' αγγίζετε!» είπε η Μαρί, κι αμέσως μετά: «θέλω να τον δω». «Ελάτε», είπε ο γιατρός. Διέσχισε μαζί της ένα διάδρομο και μπήκε σ’ ένα λευκό δωμάτιο, όπου ο Χάρι Μόργκαν βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω σ’ ένα τραπέζι με ρόδες, με το υπέροχο κορμί του σκεπασμένο από ένα σεντόνι. Τ ο φως ήταν εκτυφλωτικό και δεν υπήρχαν πουθενά σκιές. Η Μαρί στάθηκε στην πόρτα κοιτάζοντας, σοκαρισμένη από το άπλετο φως. «Δεν υπέφερε καθόλου, κυρία Μόργκαν», είπε ο γιατρός.


Η Μαρί δεν φαινόταν να τον ακούει. «Ω Χριστέ μου!» είπε, και ξανάρχισε να κλαίει. «Κοιτάξτε αυτό το αναθεματισμένο το πρόσωπό του!» ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26 Δ εν ξέρω, σκεφτόταν η ΜΑΡΙ μοργκαν, καθισμένη στο τραπέζι της τραπεζαρίας. Μπορεί να το συνηθίσω σιγά σιγά, από μέρα σε μέρα, από νύχτα σε νύχτα, και ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Αλλά το δύσκολο είν’ οι νύχτες, πανάθεμά τες! Αν νοιαζόμουν γι’ αυτά τα κορίτσια, θα ’ταν διαφορετικά. Αλλά δεν νοιάζομαι για τα κορίτσια. Βέβαια, πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτά. Πρέπει να ξεκινήσω κάτι καινούργιο. Ίσως ξεπερνιέται ο εσωτερικός θάνατος. Δεν έχει και τόση σημασία, υποθέτω. Πρέπει ν’ αρχίσω να κάνω κάτι, τέλος πάντων. Έχει περάσει μια βδομάδα πια. Φοβάμαι ότι, αν κάτσω επίτηδες να τον σκεφτώ, θα καταλήξω να μη θυμάμαι πώς ήταν. Έτσι έγινε κι όταν μ’ έπιασε εκείνος ο πανικός ότι δεν μπορούσα να θυμηθώ το πρόσωπό του. Πρέπει ν’ ασχοληθώ με κάτι καινούργιο, άσχετα με το πώς νιώθω. Αν είχε αφήσει τίποτε χρήματα, αν μου έδιναν καμιά αποζημίωση, θα ’ταν καλύτερα, αλλά εγώ δεν θα ένιωθα καλύτερα. Τ ο πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνω είναι να κοιτάξω να πουλήσω το σπίτι. Οι μπάσταρδοι, τον σκότωσαν! Αχ, οι βρομεροί, οι μπάσταρδοι! Αυτό είναι το μόνο που νιώθω τώρα. Μίσος, κι ένα κενό μέσα μου. Είμαι άδεια σαν έρημο σπίτι. Ε, λοιπόν, πρέπει ν' αρχίσω ν’ ασχολούμαι με κάτι. Έπρεπε να είχα πάει στην κηδεία. Αλλά δεν άντεξα να πάω. Ωστόσο, είναι καιρός πια να κάνω μια καινούργια αρχή. Κανείς ποτέ δεν γυρίζει πίσω, άμα πεθάνει, Με τρέλαινε έτσι όπως ήταν, στριμμένος, δυνατός, ζόρικος, σαν ένα είδος σπάνιου ζώου. Μόνο που τον έβλεπα να περπατάει τρελαινόμουνα. Ήμουν τυχερή που τον είχα τόσον καιρό. Οι ατυχίες οι δικές του ξεκίνησαν στην Κούβα. Κι έπειτα πήγαν όλα απ’ το κακό στο χειρότερο, ώσπου τον σκότωσε ένας Κουβανέζος.


Οι Κουβανέζοι φέρνουν γρουσουζιά στους ανθρώπους του Κοντς. Οι Κουβανέζοι φέρνουν γρουσουζιά σ’ όλο τον κόσμο. Ασε που έχουν πάρα πολλούς νέγρους εκεί πέρα. Θυμάμαι τότε που με είχε πάει στην Αβάνα, την εποχή που έβγαζε καλά λεφτά, και περπατούσαμε στο πάρκο και κάποιος νέγρος μού είπε κάτι κι ο Χάρι του ’δώσε μια μπουνιά, και μετά σήκίοσε το ψάθινο καπέλο του, που είχε πέσει κάτω, και το πέταξε μισό τετράγωνο μακριά και το πάτησε ένα ταξί. Γέλασα τόσο πολύ, που μετά με πονούσε η κοιλιά μου. Τ ότε ήταν και η πρώτη φορά που έβαψα τα μαλλιά μου ξανθά, σ’ εκείνο το ινστιτούτο αισθητικής στο Πράντο. Πάλευαν μαζί τους όλο το απόγευμα· ήταν από τη φύση τους τόσο σκούρα, που δεν ήθελαν να το κάνουν, κι εγώ φοβόμουν ότι θα γινόμουνα χάλια, όμως επέμενα να τους ζητάω να μου τα ξανοίξουν λιγάκι, και τότε ο κομμωτής μού τα πέρασε μ’ εκείνο το πορτοκαλί ξυλάκι με το μπαμπάκι στην άκρη, που το βουτούσε σ’ ένα μπολ με μια ουσία που άχνιζε κι έβγαζε καπνούς, και με τη χτένα* έκανε χωρίστρες με τη μια άκρη από το ξυλάκι και με τη χτένα, τα περνούσε με το υγρό και μετά τ’ άφηνε να στεγνώσουν, κι εγώ καθόμουν εκεί, μ’ έναν κρυφό τρόμο στην καρδιά μου, για το τι πήγα κι έκανα, και το μόνο που τους έλεγα συνέχεια ήταν να μου τα ξανοίξουν όσο μπορούσαν. Στο τέλος, ο κομμωτής γύρισε και μου ’πε «Μόνο τόσο μπορώ να σας τα ξανοίξω με ασφάλεια, μαντάμ», και μετά μου τα έλουσε με σαμπουάν, μου έκανε περμανάντ, κι εγώ έτρεμα ακόμα και να κοιταχτώ στον καθρέφτη, από φόβο μήπως είχα γίνει απαίσια. Έπειτα μου έκανε χωρίστρα στο πλάι και μου τα σήκωσε ψηλά πίσω από τ’ αυτιά, αφήνοντας μερικές σφιχτές μπουκλίτσες από πίσω. Ωστόσο, επειδή ήταν ακόμα βρεγμένα, δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα, εκτός από το ότι ήταν πολύ διαφορετικά από πριν, κι ο ίδιος μου ο εαυτός μού φαινόταν αλλόκοτος. Μετά, ενώ ήταν ακόμα υγρά, τα σκέπασε μ’ ένα φιλέ και μ’ έβαλε κάτω από το στεγνωτήρα, αλλά εγώ ήμουν συνέχεια τρομαγμένη. Τ ελικά, όταν βγήκα από το στεγνωτήρα κι εκείνος μου αφαίρεσε το φιλέ και τα τσιμπιδάκια και με χτένισε, είδα ότι είχαν γίνει σαν το χρυσάφι.


Βγαίνοντας έξω κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και τα μαλλιά μου έλαμπαν τόσο πολύ στον ήλιο κι ήταν τόσο απαλά και μεταξένια στο άγγιγμα του χεριού μου, που δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήμουν εγώ κι είχα σκάσει από την έξαψη. Περπάτησα στο Πράντο μέχρι το καφενείο όπου με περίμενε ο Χάρι νιώθοντας μέσα μου υπέροχα και παράξενα μαζί, σαν να ’τανε να λιποθυμήσω, κι όταν εκείνος με είδε να πλησιάζω, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω μου και η φωνή του ήταν βραχνή και παράξενη όταν μου είπε: «Θεέ μου, τι όμορφη που είσαι, Μαρί!» Κι εγώ του είπα: «Ώστε σου αρέσω ξανθιά;» «Μη λες τίποτα», είπε. «Πάμε στο ξενοδοχείο!» Κι εγώ είπα: «Οκέι, λοιπόν. Πάμε!» Ήμουν είκοσι έξι χρονών τότε. Έτσι ήταν πάντοτε μαζί μου, κι εγώ μαζί του. Έλεγε ότι ποτέ άλλοτε δεν είχε άλλη σαν εμένα και ξέρω ότι δεν υπήρχαν άντρες σαν εκείνον. Τ ο ξέρω πάρα πολύ καλά, πανάθεμά το, και τώρα είναι πεθαμένος. Τ ώρα πρέπει να καταπιαστώ με κάτι καινούργιο. Τ ο ξέρω ότι πρέπει. Όταν, όμως, έχεις έναν τέτοιον άντρα και κάποιοι μπάσταρδοι Κουβανέζοι σου τον σκοτώνουν, δεν μπορείς να ξεκινήσεις έτσι εν ψυχρώ* γιατί τα πάντα μέσα σου έχουν πεθάνει. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν είναι το ίδιο όπως όταν έλειπε ταξίδι. Τ ότε γύριζε πάντα πίσω κάποια στιγμή, μα τώρα αυτό θα συνεχίσει έτσι για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Και τώρα είμαι μεγάλη και άσχημη και γριά, κι εκείνος δεν είναι εδώ για να μου λέει πως έχω άδικο. Τ ώρα θα ’πρεπε να προσλάβω κάποιον για να το κάνει αυτό, υποθέτω, και μετά δεν θα τον ήθελα κιόλας. Έτσι θα πάει, λοιπόν. Έτσι ακριβώς θα συνεχίσει. Κι ήταν τόσο καλός μαζί μου, μου έδινε τόση σιγουριά! Πάντα έβγαζε λεφτά, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, κι εγώ ποτέ δεν ανησυχούσα για τα λεφτά, μόνο για κείνον, μα τώρα πάνε όλα. Ο σκοτωμένος δεν έχει πρόβλημα. Δεν θα με πείραζε, αν είχαν


σκοτώσει εμένα. Ο Χάρι, λίγο πριν πεθάνει, ήταν απλώς κουρασμένος, όπως είπε ο γιατρός. Ούτε που ξαναξύπνησε. Ήμουν χαρούμενη που πέθανε εύκολα, γιατί ένας Θεός ξέρει πόσο υπέφερε μέσα σ’ εκείνο το καΐκι. Αναρωτιέμαι αν με σκεφτόταν καθόλου και πώς ακριβώς. Αλλά φαντάζομαι ότι, άμα είσαι σε τέτοια κατάσταση, δεν σκέφτεσαι κανέναν. Θα πρέπει να πονούσε φριχτά. Στο τέλος, όμως, ήταν απλώς πολύ κουρασμένος. Μακάρι, Χριστέ μου, να είχα πεθάνει εγώ! Όμως, είναι άχρηστη αυτή η ευχή. Καμιά ευχή δεν ωφελεί πια. Δεν άντεξα να πάω στην κηδεία. Αλλά ο κόσμος αυτό δεν το καταλαβαίνει. Δεν έχουν ιδέα πώς νιώθεις. Γιατί οι καλοί άντρες είναι σπάνιοι. Απλώς, δεν βρίσκονται εύκολα. Κανείς δεν ξέρει πώς νιώθεις, γιατί δεν ξέρουν πώς είναι η ζωή κοντά τους. Εγώ ξέρω. Ξέρω πολύ καλά. Κι αν είναι να ζήσω άλλα είκοσι χρόνια ακόμα, τι θ’ απογίνω; Κανείς δεν πρόκειται να μου το πει αυτό, κι έτσι το μόνο που απομένει είναι να ζω την κάθε (χέρα όπως έρχεται και απλώς να καταπιαστώ το συντομότερο με κάτι. Αυτό πρέπει να κάνω. Αλλά, για το Θεό, εκείνο που θα ήθελα να μου πει κάποιος είναι πώς περνάνε οι νύχτες. Πώς περνάει η νύχτα, όταν δεν μπορείς να κοιμηθείς; Φαντάζομαι ότι το μαθαίνεις κι αυτό, όπως μαθαίνεις και πώς νιώθει μια γυναίκα που έχει χάσει τον άντρα της. Φαντάζομαι ότι το μαθαίνεις μια χαρά. Φαντάζομαι ότι όλα τα μαθαίνεις σ’ αυτή την καταραμένη τη ζωή. Μια χαρά τα μαθαίνεις. Κι εγώ η ίδια, πολύ πιθανόν, έχω αρχίσει κιόλας να μαθαίνω - υποθέτω. Απλώς πεθαίνεις μέσα σου, κι έπειτα όλα είναι εύκολα. Απλώς είσαι πεθαμένος, όπως είναι οι περισσότεροι άνθρωποι τον περισσότερο καιρό. Έτσι ακριβώς είναι, έτσι πιστεύω. Ακριβώς αυτό φαντάζομαι ότι σου συμβαίνει. Να, λοιπόν, που ξεκινάω από κάπου! Να μια καλή αρχή, αφού από κάπου πρέπει να ξεκινήσω! Νομίζω ότι αυτό ακριβώς πρέπει να κάνει κανείς. Ναι, αυτό είναι! Εκεί καταλήγουν όλα, θαρρώ. Ακριβώς εκεί. Έκανα, λοιπόν, μια καλή αρχή. Και τους αφήνω όλους πίσω μου πια.


Έξω ήταν μια υπέροχη, παγερή, σχεδόν τροπική χειμωνιάτικη μέρα και τα κλαδιά από τις φοινικιές τραμπαλίζονταν στο ελαφρό φύσημα του βοριά. Κάποιοι διαβάτες του χειμώνα πέρασαν μπροστά από το σπίτι με τα ποδήλατά τους. Γελούσαν. Στη μεγάλη αυλή του απέναντι σπιτιού έσκουξε ένα παγόνι. Από το παράθυρο μπορούσε να δει κανείς τη θάλασσα, σκληρή, καινούργια, γαλάζια κάτω από το χειμωνιάτικο φως. Ένα μεγάλο άσπρο κότερο έμπαινε στο λιμάνι και πέρα τον ορίζοντα, εφτά μίλια μακριά ξέχώριζε η μικρή, καλοκαιρινη σιλουέτα ενός πετρελαιοφόρου κοντρα στο μπλε της θάλασσας, που ταξίδευε προς το .. παραπλεοντας ξερα για ν’ αποφύγει να ξοδέψει περιτα καυσιμα παλεύοντας κόντρα στο ρεύμα. 1 Skull and Bone s: άκρως μυστικό τάγμα, που ιδρύθηκα στο Γέιλ το 1832 από το στρατηγό Γουίλιαμ Χάντινγκτον Ράσελ και τον Αλφόνσο Ταφτ. (Σ.Τ.Μ.) 2 Αμερικανός (Σ.ι.Μ.)

δημοσιογράφος

και

παρουσιαστής

3 «Είναι τέσσερις οι νεκροί. Ό λοι είναι νεκροί». (Σ.τ.Μ.)

ραδιοφώνου.

Profile for Μενέλαος Τσαλκιτζής

Ernest Hemingway - ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ  

Ernest Hemingway - ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ

Ernest Hemingway - ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ  

Ernest Hemingway - ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ

Profile for 9221072
Advertisement