Page 1


ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: ROOM Από τις Εκδόσεις Little, Brown and Company, Νέα Υόρκη 2010 ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Το Δωμάτιο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Emma Donoghue ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Έφη Τσιρώνη ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Άννα Μαράντη ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Katie Tooke ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ελένη Σταυροπούλου © Emma Donoghue Ltd. 2010 © Φωτογραφίας εξωφύλλου: Cassia Beck © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε., Αθήνα 2011 Πρώτη ηλεκτρονική έκδοση: Μάρτιος 2011 ISBN 978-960-496-138-2 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής αδείας του εκδότη κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.


Το Δωμάτιο είναι για τον Φιν και την Ούνα, τα καλύτερα έργα μου.


Γιε μου, καημό που νιώθω! Όμως εσύ κοιμάσαι! Πά’ στ’ άχαρα σανίδια αυτά η μικρούλα σου καρδιά γαλήνια υπνώνει, ξαπλωμένο μου λάμπεις στο βαθύ σκοτάδι μέσα και στη νυχτιά τη χαλκοκαρφοπλουμιστή. Σιμωνίδης ο Κείος (περ. 556-468 ΠΚΕ) Δανάη: Θρήνος (Μτφρ. Ι. Θ. Κακριδής)


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

7

ΔΩΡΑ Σήμερα είμαι πέντε. Ήμουνα τέσσερα χτες βράδυ πηγαίνοντας για ύπνο στην Ντουλάπα, όταν ξυπνάω όμως στο Κρεβάτι στο σκοτάδι είμαι μεταμορφωμένος σε πέντε, άμπρα κατάμπρα. Πριν απ’ αυτό ήμουνα τρία, πιο πριν δύο, πιο πιο πριν ένα, πιο πιο πιο πριν μηδέν. «Ήμουνα ποτέ κάτω από το μηδέν;» «Ε;» Η Μαμά κάνει ένα μεγάλο τέντωμα. «Πάνω, στον Ουρανό. Ήμουνα μείον ένα, μείον δύο, μείον τρία…;» «Μπα, οι αριθμοί άρχισαν μόνο όταν προσγειώθηκες εδώ». «Μέσα από τον Φεγγίτη. Ήσουνα όλο λυπημένη μέχρι που έγινα στην κοιλίτσα σου». «Όπως το λες». Η Μαμά απλώνει το χέρι έξω από το Κρεβάτι για να ανάψει τη Λάμπα, κι αυτή τα κάνει όλα φωτεινά, φουουουπ. Κλείνω τα μάτια την τελευταία στιγμή, μετά ανοίγω μόνο το ένα, αλλά λίγο, ύστερα και τα δυο. «Έκλαιγα ώσπου δεν είχα άλλα δάκρυα», λέει η Μαμά. «Απλώς καθόμουν εδώ μετρώντας τα δευτερόλεπτα». «Πόσα δευτερόλεπτα;» τη ρωτάω. «Εκατομμύρια και εκατομμύρια». «Ναι, αλλά πόσα ακριβώς;» «Έχασα το μέτρημα», λέει η Μαμά. «Και μετά ευχόσουν και ευχόσουν σαν την κλώσα στο χρυσό αυγό σου, ώσπου χόντρυνες». Χαμογελάει. «Σ’ ένιωθα να κλοτσάς». «Τι κλοτσούσα;» «Εμένα, βέβαια».


8

EMMA DONOGHUE

Πάντα γελάω σ’ αυτό το κομμάτι. «Από μέσα, μπουμ μπουμ μπουμ». Η Μαμά σηκώνει το φανελάκι της του ύπνου και κάνει την κοιλίτσα της να πηδήξει. «Έρχεται ο Τζακ, σκέφτηκα. Και την άλλη μέρα, πρωί πρωί, γλίστρησες στη μοκέτα με τα μάτια σου ορθάνοιχτα». Κοιτάζω κάτω τη Μοκέτα, με τα κόκκινα και τα καφέ και τα μαύρα της να τυλίγονται ζιγκ ζαγκ το ένα γύρω απ’ τ’ άλλο. Να ο λεκές που μου χύθηκε κατά λάθος όταν γεννιόμουνα. «Έκοψες το κορδόνι και ήμουνα ελεύθερος», λέω στη Μαμά. «Κι ύστερα έγινα αγόρι». «Για την ακρίβεια, ήσουν ήδη αγόρι». Σηκώνεται από το Κρεβάτι και πάει στον Θερμοστάτη να ζεστάνει τον αέρα. Δε νομίζω ότι ήρθε χτες βράδυ μετά τις εννιά, ο αέρας είναι πάντα αλλιώτικος άμα ήταν εδώ. Δε ρωτάω, γιατί δεν της αρέσει να μιλάει γι’ αυτόν. «Για πες μου, κύριε Πέντε, θα ήθελες το δώρο σου τώρα ή μετά το πρωινό;» «Τι είναι, τι είναι;» «Ξέρω ότι ανυπομονείς», μου λέει, «μην ξεχνάς όμως ότι δεν πρέπει να πιπιλάς το δάχτυλό σου – μπορεί να μπουν μικρόβια απ’ την τρύπα». «Για να με αρρωστήσουν όπως όταν ήμουνα τρία με εμετούς και ευκοίλιες;» «Ακόμα χειρότερα κι απ’ αυτό», λέει η Μαμά. «Τα μικρόβια μπορούν να σε κάνουν να πεθάνεις». «Και να γυρίσω νωρίς στον Ουρανό;» «Ακόμα το δαγκώνεις». Μου τραβάει το χέρι απ’ το στόμα. «Συγγνώμη». Κάθομαι πάνω στο χαλασμένο χέρι. «Πες με ξανά κύριε Πέντε». «Λοιπόν, κύριε Πέντε», λέει, «τώρα ή μετά;» Πηδάω πάνω στην Κουνιστή να κοιτάξω το Ρολόι, λέει 07:14. Μπορώ να κάνω σκέιτ στην Κουνιστή χωρίς να κρατιέμαι από πάνω της, και μετά σβουουπ προσγειώνομαι ξανά στο Πάπλωμα και τότε η σανίδα μου γλιστράει στο χιόνι. «Πότε πρέπει ν’ ανοίγονται τα δώρα;» «Ή τώρα ή μετά, το ίδιο ωραία θα είναι. Να διαλέξω εγώ για


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

9

σένα;» ρωτάει η Μαμά. «Τώρα είμαι πέντε, πρέπει να διαλέξω εγώ». Το δάχτυλό μου είναι πάλι στο στόμα μου – το χώνω κάτω απ’ τη μασχάλη μου και το κρατάω κλειδωμένο εκεί. «Διαλέγω… το τώρα». Η Μαμά βγάζει ένα κάτι από κάτω από το μαξιλάρι της, νομίζω ότι κρυβόταν εκεί όλη νύχτα αόρατο. Είναι ένας σωλήνας από ριγωτό χαρτί, με γύρω γύρω τη μοβ κορδέλα από τις χίλιες σοκολάτες που πήραμε τότε που έγινε Χριστούγεννα. «Άνοιξέ το», μου λέει. «Σιγά σιγά». Ξεδένω όπως έμαθα τον κόμπο, ισιώνω το χαρτί, είναι μια ζωγραφιά, μόνο με μολύβι, χωρίς χρώματα. Δεν ξέρω τι δείχνει, μετά τη γυρίζω το πάνω κάτω. «Εγώ!» Είμαι εγώ όπως στον Καθρέφτη, αλλά περισσότερο, το κεφάλι και το χέρι και ο ώμος μου με το φανελάκι μου του ύπνου. «Γιατί είναι κλεισμένα τα μάτια μου;» «Γιατί κοιμόσουν», λέει η Μαμά. «Πώς έκανες τη ζωγραφιά κοιμιστή;» «Όχι, εγώ ήμουν ξύπνια. Χτες το πρωί και προχτές και παραπροχτές, άναψα τη λάμπα και σε ζωγράφισα». Σταματάει να χαμογελάει. «Τι είναι, Τζακ; Δε σ’ αρέσει;» «Όχι όταν εγώ είμαι εκτός, κι εσύ δεν είσαι». «Ε, δεν μπορούσα να σε ζωγραφίσω όταν ήσουν ξύπνιος, γιατί τότε δε θα ήταν έκπληξη, σωστά;» Η Μαμά περιμένει λίγο. «Νόμιζα ότι θα σου άρεσε μια έκπληξη». «Προτιμάω μια έκπληξη που να την ξέρω». Η Μαμά χαμογελάει κάπως. Ανεβαίνω στην Κουνιστή για να πάρω μια καρφίτσα από το Σετ Ραπτικής στο Ράφι· μείον μία τώρα πάει να πει ότι μένουν μηδέν από τις πέντε. Κάποτε ήταν έξι, αλλά η μία εξαφανίστηκε. Μία κρατάει τα Αριστουργήματα της Δυτικής Τέχνης Νο 3: Η Παρθένος και το Θείο Βρέφος Με την Αγία Άννα και τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή πίσω από την Κουνιστή, και μία κρατάει τα Αριστουργήματα της Δυτικής Τέχνης Νο 8: Εντύπωση: Ανατολή Ηλίου δίπλα στην Μπανιέρα, και μία κρατάει τον γαλάζιο χταπόδη, και μία τη ζωγραφιά με τα τρελά άλογα που λέγεται Αριστουργήματα της Δυτικής Τέχνης Νο II: Γκερνίκα.* Τα αριστουργήματα τα πήραμε δώρο με το κουάκερ, αλλά εγώ έκανα τον χταπόδη, αυτό είναι το καλύτερό μου του


10

EMMA DONOGHUE

Μάρτη, μόνο που άρχισε να κατσαρώνει λιγάκι στις άκρες από τον ατμό που φυσάει η Μπανιέρα. Καρφιτσώνω τη ζωγραφισμένη έκπληξη της Μαμάς στο πλακάκι από φελλό που είναι ακριβώς πάνω από το Κρεβάτι. * Η Παρθένος και το Θείο Βρέφος Με την Αγία Άννα και τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή του Λεονάρντο ντα Βίντσι·Εντύπωση: Ανατολή Ηλίου του Κλοντ Μονέ· Γκερνίκα του Πάμπλο Πικάσο. Εκείνη κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Όχι εκεί». Δε θέλει να το δει ο ΣαταΝίκ*. «Στην Ντουλάπα, τότε; Στο μέσα μέρος;» ρωτάω. * Old Nick στο πρωτότυπο: εκτός από κύριο όνομα, και παρατσούκλι του Σατανά – ο Εξαποδώ. «Καλή ιδέα». Η Ντουλάπα είναι από ξύλο, οπότε πρέπει να ζουλήξω την καρφίτσα με όλη μου τη δύναμη. Κλείνω τις χαζές τις πόρτες της, πάντα τρίζουν, ακόμα και μετά που βάλαμε λάδι στους μεντεσέδες. Κοιτάω μέσα από τις γρίλιες αλλά είναι πολύ σκοτεινά. Ανοίγω λιγάκι για να δω, η μυστική ζωγραφιά είναι άσπρη εκτός από τις γκρίζες γραμμούλες. Το γαλάζιο φόρεμα της Μαμάς πέφτει λιγάκι πάνω στο κοιμισμένο μάτι μου, θέλω να πω, το μάτι είναι στη ζωγραφιά αλλά το φόρεμα αληθινό στην Ντουλάπα. Μυρίζω τη Μαμά δίπλα μου, έχω την καλύτερη μύτη στην οικογένεια. «Α, ξέχασα να πιω λίγο όταν ξύπνησα». «Δεν πειράζει. Ίσως μπορούμε να το ξεχνάμε και καμιά φορά, τώρα που είσαι πέντε. Τι λες;» «Ποτέ των ποτών». Η Μαμά ξαπλώνει στο άσπρο του Παπλώματος, κι εγώ το ίδιο, και πίνω όσο θέλω. ··· Μετράω εκατό δημητριακά και καταρρακτώνω από πάνω τους το


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

11

γάλα που είναι σχεδόν το ίδιο άσπρο με τα μπολ, προσεκτικά για να μη γεμίσω τον τόπο· ευχαριστούμε τον Μικρό Χριστό. Διαλέγω το Λιωτό Κουτάλι με το άσπρο του όλο σβολιασμένο στο χερούλι, όταν ακούμπησε κατά λάθος στην κατσαρόλα με τα μακαρόνια που έβραζαν. Της Μαμάς δεν της αρέσει το Λιωτό αλλά εμένα είναι το αγαπημένο μου γιατί δεν είναι ίδιο. Χαϊδεύω τις γρατζουνιές του Τραπεζιού για να γίνει καλά, είναι στρογγυλό το Τραπέζι και άσπρο, εκτός από το γκρίζο στις γρατζουνιές από τα κόψε κόψε των φαγητών. Όσο τρώμε, παίζουμε Μουρμουρητό Τραγούδισμα γιατί αυτό το παιχνίδι δε χρειάζεται στόματα. Εγώ μαντεύω το«Macarena» και το «She’ll be Coming ’Round the Mountain» και το «Swing Low, Sweet Chariot», αυτό όμως τελικά είναι το «Stormy Weather», οπότε το σκορ μου είναι δύο, παίρνω δύο φιλιά. Μουρμουρίζω το «Row, Row, Row Your Boat», η Μαμά το μαντεύει αμέσως. Μετά πιάνω το «Tubthumping» και η Μαμά κάνει μια γκριμάτσα και λέει: «Αχ, το ξέρω, το ξέρω, είναι αυτό που λέει ότι τον ρίχνουν αλλά αυτός ξανασηκώνεται… πώς το λένε, να δεις;» Στο τέλος το θυμάται σωστά. Στην τρίτη σειρά μου μουρμουρίζω το «Can’t Get You out of My Head»*, η Μαμά δεν έχει ιδέα. «Δύσκολο διάλεξες… Στην τηλεόραση το άκουσες;» * Με τη σειρά που εμφανίζονται στη σελίδα, τα τραγούδια είναι: La Macarena, 1995, των Los del Rio, μεγάλη χορευτική επιτυχία του δεύτερου μισού της δεκαετίας· She’ll Be Coming ’Round The Mountain, αμερικανικό παιδικό παραδοσιακό τραγούδι· Swing Low, Sweet Chariot, παραδοσιακό γκόσπελ (πρώτη ηχογράφηση, 1902)· Stormy Weather, 1933, των Harold Arlen/Ted Koehler, μεγάλη επιτυχία με πληθώρα εκτελεστών από την πρώτη ηχογράφησή του και μετά· Row, Row, Row Your Boat, αγγλικό παιδικό τραγούδι που συχνά τραγουδιέται σε ζευγάρια όπως η δική μας Βαρκούλα του ψαρά· Tubthumping, 1997, το κομμάτι που ανέδειξε το αναρχο-πανκ βρετανικό συγκρότημα Chumbawamba· Can’t Get You Out of My Head, 2001,


12

EMMA DONOGHUE

των Cathy Dennis/Rob Davis, ποπ επιτυχία της Kylie Minogue. «Όχι, σε σένα». Αρχίζω να τραγουδάω το ρεφρέν, αλλά η Μαμά λέει ότι κόλλησε το μυαλό της. «Κουφιοκέφαλη!» Της δίνω τα δύο της φιλιά. Πηγαίνω την καρέκλα μου στον Νεροχύτη για να πλύνω, με τα μπολ πρέπει να προσέχω αλλά τα κουτάλια μπορώ να τα γκλιν, γκλαν, γκλον. Βγάζω τη γλώσσα μου στον Καθρέφτη. Η Μαμά είναι πίσω μου, μπορώ να δω το πρόσωπό μου κολλημένο πάνω από το δικό της όπως η μάσκα που φτιάξαμε τότε που έγινε Χάλοουιν. «Μακάρι η ζωγραφιά να ήταν καλύτερη», λέει, «τουλάχιστον όμως σε δείχνει όπως είσαι». «Πώς είμαι;» Χτυπάει με το δάχτυλό της τον Καθρέφτη εκεί που είναι το μέτωπό μου κι αφήνει ένα κυκλάκι. «Φτυστός εγώ». «Γιατί μ’ έφτυσαν;» Το κυκλάκι εξαφανίζεται. «Απλώς σημαίνει ότι μου μοιάζεις. Φαντάζομαι επειδή είσαι φτιαγμένος από μένα, όπως είναι και το φτύμα μου. Τα ίδια καστανά μάτια, το ίδιο μεγάλο στόμα, το ίδιο μυτερό πιγούνι…» Μας κοιτάζω την ίδια στιγμή και οι εμείς στον Καθρέφτη μάς κοιτάζουν κι αυτοί. «Όχι η ίδια μύτη». «Ε, εσύ έχεις ακόμα μύτη παιδιού». Την κρατάω. «Θα πέσει και θα φυτρώσει μύτη μεγάλου;» «Όχι, όχι, απλώς θα μεγαλώσει. Ίδια καστανά μαλλιά…» «Τα δικά μου όμως φτάνουν ως κάτω στη μέση μου και τα δικά σου μόνο μέχρι τους ώμους». «Αυτό είναι αλήθεια», λέει η Μαμά, απλώνοντας να πιάσει την Οδοντόκρεμα. «Τα δικά σου κύτταρα είναι δυο φορές πιο ζωντανά από τα δικά μου». Δεν ήξερα ότι τα πράγματα μπορούν να είναι μόνο μισοζώντανα. Κοιτάζω ξανά στον Καθρέφτη. Τα φανελάκια μας του ύπνου είναι αλλιώτικα, το ίδιο και τα εσώρουχά μας, εκείνης δεν έχουν αρκουδάκια.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

13

Όταν η Μαμά φτύνει δεύτερη φορά, είναι η σειρά μου με την Οδοντόβουρτσα, τρίβω γερά όλα τα δόντια μου ένα ένα και γύρω γύρω καλά καλά. Το φτύμα της Μαμάς στον Νεροχύτη δε μοιάζει καθόλου με μένα, ούτε και το δικό μου. Τα ξεπλένω και τα δυο να φύγουν και κάνω ένα χαμόγελοβαμπίρ. «Αχ!» Η Μαμά σκεπάζει τα μάτια της. «Τα δόντια σου είναι τόσο καθαρά που με τυφλώνουν». Τα δικά της είναι πολύ χαλασμένα επειδή όλο ξέχναγε να τα πλένει, μετάνιωσε τώρα και δεν ξεχνάει πια, αλλά αυτά είναι ακόμα χαλασμένα. Διπλώνω τις καρέκλες να τις κάνω ίσιες και τις βάζω δίπλα στην Πόρτα ακουμπιστές στην Απλώστρα-Άλογο*. Αυτή όλο γκρινιάζει και λέει ότι δεν έχει χώρο, αλλά έχει πολύ αν σταθεί καλά διπλωμένη και ολόισια. Κι εγώ μπορώ να διπλωθώ, αλλά όχι να γίνω τόσο ίσιος επειδή φουσκώνουν τα ποντίκια μου, που τα έχω από τότε που είμαι ζωντανός. Η Πόρτα είναι φτιαγμένη από γυαλιστερό μαγικό μέταλλο, κάνει μπιπ μπιπ μπιπ μετά τις εννιά όταν πρέπει να κάθομαι εκτός στην Ντουλάπα. * Clothes Horse στο πρωτότυπο: απλώστρα των ρούχων. Το κίτρινο πρόσωπο του Θεού δεν μπαίνει σήμερα μέσα, η Μαμά λέει ότι δυσκολεύεται να ξετρυπώσει απ’ το χιόνι. «Ποιο χιόνι;» «Αυτό», λέει, δείχνοντας προς τα πάνω. Έχει λιγάκι φως στο πάνω μέρος του Φεγγίτη, το υπόλοιπό του όμως είναι όλο σκοτεινό. Το χιόνι της Τηλεόρασης είναι άσπρο, αλλά το αληθινό δεν είναι, παράξενο αυτό. «Γιατί δεν πέφτει πάνω μας;» «Γιατί είναι απέξω». «Στο Απώτερο Διάστημα; Μακάρι να ήταν μέσα για να έπαιζα μαζί του». «Α, αλλά τότε θα έλιωνε, γιατί εδώ μέσα είναι ωραία και ζεστά». Η Μαμά αρχίζει να σιγομουρμουρίζει κι εγώ μαντεύω αμέσως ότι είναι το «Let It Snow». Τραγουδάω τη δεύτερη στροφή. Μετά αρχίζω το «Winter Wonderland»* και η Μαμά τραγουδάει μαζί μου, δυνατότερα.


14

EMMA DONOGHUE

* Τραγούδια για το χιόνι. Το Let It Snow, Let It snow, Let It Snow, των Sammy Cahn/Jule Styne γράφτηκε τον Ιούλιο του 1945 στο Χόλιγουντ, μια μέρα με καύσωνα. Το δημοφιλέστατο Winter Wonderland, που συγκαταλέγεται στα κλασικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, γράφτηκε το 1934 από τους Felix Bernard και Richard B. Smith, και τραγουδήθηκε από πολλούς διάσημους τραγουδιστές και συγκροτήματα. Έχουμε χιλιάδες πράγματα να κάνουμε κάθε πρωί, όπως να δώσουμε στη Γλάστρα να πιει μια κούπα νερό –στον Νεροχύτη για να μην πιτσιλίσει–, και μετά να τη βάλουμε ξανά στο πιατάκι της πάνω στη Συρταριέρα. Παλιά, η Γλάστρα έμενε πάνω στο Τραπέζι αλλά το πρόσωπο του Θεού τής έκαψε ένα φύλλο. Τώρα της έχουν μείνει εννιά, φαρδουλά σαν το χέρι μου και γουνερά από πάνω, όπως λέει η Μαμά ότι είναι τα σκυλιά. Αλλά τα σκυλιά είναι μόνο στην Τηλεόραση. Δε μ’ αρέσει το εννιά. Βρίσκω ένα μικρούτσικο φύλλο που γίνεται σιγά σιγά, κι αυτό μετράει για δέκα. Η Αράχνη είναι αληθινή. Την είδα δύο φορές. Την κοιτάζω τώρα, αλλά είναι μόνο ένας ιστός ανάμεσα στο πόδι του Τραπεζιού και το δικό της σπίτι. Το Τραπέζι ισορροπεί καλά, που είναι δύσκολο, όταν εγώ στέκομαι στο ένα μου πόδι μπορώ να κάτσω έτσι για πάντα, αλλά μετά πάντα πέφτω. Δε λέω στη Μαμά για την Αράχνη. Χαλάει με το χέρι της τους ιστούς γιατί είναι, λέει, βρόμικοι, εμένα όμως μου φαίνονται σαν πολύ πολύ λεπτό ασημένιο. Της Μαμάς τής αρέσουν τα ζώα που τρώνε το ένα το άλλο και τρέχουν από δω κι από κει στον πλανήτη της άγριας φύσης, αλλά όχι τα αληθινά. Όταν ήμουνα τέσσερα, είδα μυρμήγκια να σκαρφαλώνουν πάνω στην Κουζίνα κι η Μαμά έτρεξε και τα έλιωσε όλα για να μη φάνε το φαγητό μας. Το ένα λεπτό ήταν ζωντανά και το άλλο λεπτό ήταν λιώμα. Έκλαψα τόσο πολύ που παραλίγο να μου βγουν τα μάτια έξω. Επίσης, μια άλλη φορά, ήταν ένα πράμα μέσα στη νύχτα κι έκανε ζιιιν ζιιιιν ζιιιιν και με τσίμπαγε, και η Μαμά το κοπάνησε πάνω στον Τοίχο της Πόρτας κάτω από το Ράφι, ήταν κουνούπι. Το σημάδι είναι ακόμα εκεί, στο φελλό, παρόλο που η Μαμά το έτριψε να καθαρίσει, ήταν το αίμα


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

15

μου αυτό που έκλεβε το κουνούπι, σαν μικρούτσικο βαμπίρ. Αυτή ήταν η μία φορά που βγήκε από μέσα μου το αίμα μου. Δεν ξαναβγήκε άλλη. Η Μαμά παίρνει το χάπι της από το ασημί πακέτο που έχει μέσα είκοσι οχτώ μικρά διαστημόπλοια κι εγώ παίρνω μία βιταμίνη από το μπουκάλι με το αγοράκι που στέκεται στα χέρια του κι η Μαμά παίρνει μία από το μεγάλο μπουκάλι με τη φωτογραφία μιας γυναίκας που κάνει Τένις. Οι βιταμίνες είναι φάρμακα για να μην αρρωστήσεις και ξαναγυρίσεις γρήγορα στον Ουρανό. Δε θέλω να γυρίσω ποτέ, δε μ’ αρέσει ο πεθαμός, η Μαμά όμως λέει ότι μπορεί και να μην είναι τόσο άσχημος όταν είσαι εκατό κι έχεις βαρεθεί να παίζεις όλη την ώρα. Η Μαμά παίρνει επίσης κι έναν παύση πόνο. Καμιά φορά παίρνει δύο, αλλά ποτέ παραπάνω από δύο, γιατί μερικά πράγματα είναι καλά για μας αλλά άμα παραείναι πολλά γίνονται ξαφνικά κακά. «Το Πολύ Χαλασμένο Δόντι;» τη ρωτάω. Είναι στο πάνω μέρος, σχεδόν πίσω πίσω στο στόμα της, και είναι το χειρότερο. Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. «Γιατί δεν παίρνεις δύο παύση πόνους κάθε μέρα;» Κάνει μια γκριμάτσα. «Γιατί θα εθιστώ». «Τι πάει να πει…;» «Ότι θα συνηθίσω και θα χρειάζομαι συνέχεια τα χάπια. Για την ακρίβεια, θα χρειάζομαι όλο και περισσότερα». «Τι κακό έχει να χρειάζεσαι;» «Είναι δύσκολο να σου το εξηγήσω». Η Μαμά τα ξέρει όλα εκτός από αυτά που δε θυμάται καλά, ή μερικές φορές λέει ότι είμαι πολύ μικρός ακόμα για να μου εξηγήσει ένα κάτι. «Τα δόντια μου μ’ ενοχλούν λιγότερο όταν παύω να τα σκέφτομαι», μου λέει. «Πώς γίνεται αυτό;» «Το σώμα είναι θέμα μυαλού. Αν βγάλεις το σώμα απ’ το μυαλό σου, τότε δε θα σε νοιάζει πια. Κι αν δε σε νοιάζει, δε θα πονάς».* * Στο πρωτότυπο: “It’s called mind over matter. If we don’t mind, it doesn’t matter”. Πρόκειται για παράφραση


16

EMMA DONOGHUE

του διάσημου ευφυολογήματος του Μαρκ Τουέιν για την ηλικία, λογοπαιγνίου εξαιρετικά δυσμετάφραστου στα ελληνικά: Age is an issue of mind over matter; if you don’t mind, it doesn’t matter. Εμένα πάντα με νοιάζει όταν με πονάει κάτι. Η Μαμά μού τρίβει τους ώμους αλλά οι ώμοι μου δε με πονάνε. Μ’ αρέσει έτσι κι αλλιώς. Ακόμα δεν της λέω για τον ιστό. Είναι παράξενο να έχω κάτι που να είναι δικό μου αλλά όχι της Μαμάς. Όλα τα άλλα είναι και των δυονών μας. Φαντάζομαι ότι το σώμα μου είναι δικό μου, το ίδιο και οι ιδέες που γίνονται μέσα στο μυαλό μου. Τα κύτταρά μου όμως έγιναν από τα δικά της, οπότε είμαι και λίγο δικός της. Επίσης, όταν της λέω τι σκέφτομαι και μου λέει τι σκέφτεται, οι ιδέες από το κεφάλι του καθένα μας πάνε και κολλάνε στο κεφάλι του άλλου, όπως όταν χρωματίζεις μπλε κραγιόνι πάνω από κίτρινο και γίνεται πράσινο. Στις 08:30, πατάω το κουμπί της Τηλεόρασης και δοκιμάζω ανάμεσα στα τρία. Βρίσκω την Ντόρα τη Μικρή Εξερευνήτρια, γιούπι. Η Μαμά κουνάει γύρω γύρω τον Λαγουδάκη, πολύ αργά, για να καλυτερέψει την εικόνα με τα αυτιά και το κεφάλι του. Μια μέρα όταν ήμουνα τέσσερα, η Τηλεόραση πέθανε κι εγώ έκλαιγα, τη νύχτα όμως ο ΣαταΝίκ έφερε ένα μαγικό κουτί που το λένε μετατροπέα για να την ξαναζωντανέψει. Τα άλλα κανάλια μετά τα τρία είναι συνέχεια χιονισμένα και δεν τα βλέπουμε καθόλου για να μην πονέσουν τα μάτια μας, μόνο άμα έχει μουσική ρίχνουμε από πάνω την Κουβέρτα και ακούμε μόνο μέσα από το γκρίζο της και κουνάμε τους ποπούς μας στο ρυθμό. Σήμερα ακουμπάω τα δάχτυλά μου στο κεφάλι της Ντόρας για μια αγκαλιά, κι όταν της λέω για τις σούπερ δυνάμεις μου τώρα που είμαι πέντε, εκείνη χαμογελάει. Η Ντόρα έχει τα πιο τεράστια μαλλιά, είναι σαν καφέ κράνος που της το έχουν κολλήσει στο κεφάλι της, τόσο μεγάλα όσο σχεδόν κι ολόκληρη η υπόλοιπη. Κάθομαι στο Κρεβάτι στην αγκαλιά της Μαμάς για να δω, και στριφογυρίζω ώσπου να βολευτώ και να μην είμαι στα μυτερά κόκαλά της. Δεν έχει πολλά μαλακά κομμάτια η Μαμά, αυτά που έχει όμως είναι σούπερ έξτρα μαλακά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

17

Η Ντόρα λέει πράγματα που δεν είναι στην αληθινή γλώσσα, είναι ισπανικά, όπως lo hicimos – τα καταφέραμε! Φοράει πάντα Σακίδιο που είναι πιο πολύ μέσα παρά έξω, με όλ’ αυτά που χρειάζεται η Ντόρα όπως σκάλες και διαστημικές στολές, για όταν πάει στο χορό και όταν πάει να παίξει ποδόσφαιρο και φλάουτο και να έχει περιπέτειες με τον Μπουτς, που είναι πιθηκάκι και καλύτερός της φίλος. Η Ντόρα πάντα λέει ότι θα χρειαστεί τη δική μου βοήθεια· όταν ρωτάει, ας πούμε, αν μπορώ να βρω ένα μαγικό πράγμα, περιμένει να της πω: «Ναι!» Μετά φωνάζω: «Πίσω από το φοίνικα», και το γαλάζιο βελάκι δείχνει ακριβώς πίσω από το φοίνικα, και η Ντόρα μού λέει: «Ευχαριστώ». Τους άλλους κόσμους που είναι στην Τηλεόραση δεν τους ακούει καθόλου. Ο Χάρτης δείχνει τρία μέρη κάθε φορά, πρέπει να πάμε στο πρώτο για να πάμε στο δεύτερο για να πάμε στο τρίτο. Με την Ντόρα και τον Μπουτς πηγαίνουμε πιασμένοι χέρι χέρι, και πάντα τραγουδάω κι εγώ μαζί τους, ειδικά όταν κάνουν ανάποδες τούμπες ή Κόλλα Πέντε ή όταν χορεύουν τον Χαζό Κοτοπουλοχορό. Πρέπει να έχουμε το νου μας γι’ αυτή την κλέφτρα την Αλεπού – «Αλεπού, μην κλέβεις!» φωνάζουμε τρεις φορές, κι εκείνη θυμώνει πάρα πάρα πολύ και λέει: «Οχ αδερφέ!» και φεύγει τρέχοντας. Μια φορά, η Αλεπού άλλαξε σε τηλεχειριζόμενο ρομπότ μια πεταλούδα, αλλά κάτι στράβωσε, κι αντί για να κλέψει κάτι άλλο, η πεταλούδαρομπότ έκλεψε τη μάσκα και τα γάντια της Αλεπούς, και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. Μερικές φορές, πιάνουμε τα αστεράκια και τα βάζουμε στην τσέπη του Σακίδιου, εγώ θα διάλεγα το Αστεράκι Φασαρίας που ξυπνάει όλους τους κόσμους και το Αστεράκι Μεταμορφωτής που μπορεί να τα μεταμορφώσει όλα και να τα κάνει άλλα σχήματα. Στους άλλους πλανήτες είναι κυρίως πολλοί κόσμοι, εκατό και διακόσιοι, που χωράνε όλοι στην οθόνη, μόνο που συχνά κάποιος από όλους αυτούς τους κόσμους γίνεται μεγάλος και κοντινός. Έχουν ρούχα αντί για δέρμα, τα πρόσωπά τους είναι ροζ ή κίτρινα ή καφέ ή πιτσιλωτά ή τριχωτά, με πολύ κόκκινα στόματα και μεγάλα μάτια με μαύρες άκρες. Γελάνε και φωνάζουν πολύ. Τρελαίνομαι να βλέπω Τηλεόραση συνέχεια, αλλά από το πολύ πολύ καίγεται το μυαλό μας. Πριν προσγειωθώ από τον Ουρανό, η Μαμά την άφηνε


18

EMMA DONOGHUE

ανοιχτή όλη μέρα και σιγά σιγά έγινε ζόμπι που είναι κάτι σαν φάντασμα μόνο που περπατάει βντουπ βντουπ βντουπ. Έτσι τώρα, πάντα την κλείνει μετά από μία εκπομπή, κι ύστερα τα κύτταρα πολλαπλασιάζονται ξανά όλη την υπόλοιπη μέρα και μπορούμε να παρακολουθήσουμε ακόμα μία εκπομπή μετά το βραδινό φαγητό και να φυτρώσουνε περισσότερα μυαλά στον ύπνο μας. «Άλλη μία, επειδή είναι τα γενέθλιά μου; Παρακαλώ;» Η Μαμά ανοίγει το στόμα της και μετά το κλείνει. «Γιατί όχι;» λέει ύστερα και αθορυβίζει τις διαφημίσεις γιατί καίνε τα μυαλά μας ακόμα πιο γρηγορότερα, τα κάνουν σούπα που μας βγαίνει απ’ τ’ αυτιά. Βλέπω τα παιχνίδια, έχει ένα τρομερό φορτηγό κι ένα τραμπολίνο κι ένα LEGO Bionicle. Δύο αγόρια πολεμάνε με Τρανσφόρμερ στα χέρια αλλά σαν φίλοι, όχι όπως οι κακοί. Μετά αρχίζει η εκπομπή, είναι ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης ο Τετραγωνοπαντελονής. Τρέχω να τον αγγίξω, κι αυτόν και τον Πάτρικ τον Αστέρη, αλλά όχι τον Καλαμάρη Πλοκάμια, αυτός μ’ ανατριχιάζει. Είναι μια τρομαχτική ιστορία για ένα γιγάντιο μολύβι, τη βλέπω μέσα από τα δάχτυλα της Μαμάς που είναι όλα δυο φορές πιο μακρύτερα από τα δικά μου. Τίποτα δεν μπορεί να κάνει τη Μαμά να τρομάξει, εκτός ίσως από τον ΣαταΝίκ. Η Μαμά κυρίως τον φωνάζει αυτός, δεν ήξερα ούτε πώς τον έλεγαν μέχρι που είδα ένα κινούμενο σχέδιο για έναν τύπο που έρχεται τη νύχτα και τον λένε ΣαταΝίκ. Τον αληθινό τον φωνάζω έτσι γιατί έρχεται τη νύχτα, αλλά δε μοιάζει μ’ αυτόν τον άλλον στην τηλεόραση που έχει γένι και κέρατα και τέτοια. Κάποτε ρώτησα τη Μαμά αν είναι μεγάλος, κι εκείνη μου είπε ότι είναι σχεδόν το διπλάσιο απ’ αυτήν, που είναι πολύ μεγάλος. Η Μαμά σηκώνεται να κλείσει την Τηλεόραση αμέσως μόλις είναι οι τίτλοι. Τα τσίσα μου είναι κίτρινα από τις βιταμίνες. Κάθομαι να κάνω κακά και τους λέω: «Γεια σας, γεια σας, γρήγορα στη θάλασσα». Τραβάω το καζανάκι και κοιτάζω το ντεπόζιτο να γεμίζει κάνοντας μπουρμπουλήθρες. Μετά, πλένω τα χέρια μου, τα τρίβω γερά με το σαπούνι και τα ξεπλένω μέχρι που να τρίξουν λες και το δέρμα μου είναι έτοιμο να πέσει, έτσι καταλαβαίνω ότι είναι αρκετά πλυμένα.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

19

«Έχει έναν ιστό κάτω από το Τραπέζι», λέω, χωρίς να ήξερα ότι θα το έλεγα. «Είναι από την Αράχνη, που είναι αληθινή. Την έχω δει δύο φορές». Η Μαμά χαμογελάει, αλλά όχι στ’ αλήθεια. «Δε θα τη σκουπίσεις, ε; Παρακαλώ; Γιατί δεν είναι καν εκεί, αλλά μπορεί όμως να γυρίσει». Η Μαμά είναι πεσμένη στα τέσσερα και κοιτάζει κάτω από το Τραπέζι. Δε βλέπω το πρόσωπό της μέχρι που βάζει τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της. «Θα σου πω τι θα κάνουμε: θα την αφήσουμε μέχρι να καθαρίσουμε. Εντάξει;» Καθαρίζουμε Τρίτη, οπότε είναι τρεις μέρες. «Εντάξει». «Ξέρεις τι;» Σηκώνεται. «Πρέπει να δούμε πόσο ψήλωσες, τώρα που είσαι πέντε». Πηδάω ψηλά στον αέρα. Κανονικά, δεν επιτρέπεται να ζωγραφίζω σε κανένα μέρος του Δωμάτιου ή στα έπιπλα. Όταν ήμουνα δύο είχα κάνει μια καλικαντζούρα στο πόδι του Κρεβατιού, αυτό που είναι πιο κοντά στην Ντουλάπα, οπότε, κάθε φορά που καθαρίζουμε, η Μαμά τη χτυπάει με το χέρι της και λέει: «Κοίτα, τώρα πρέπει να ζήσουμε μ’ αυτή για πάντα». Αλλά το πόσο ψηλώνω στα γενέθλιά μου είναι αλλιώτικο, είναι μικρούληδες αριθμοί δίπλα στην Πόρτα, ένα μαύρο 4, και ένα μαύρο 3 αποκάτω του, και ένα κόκκινο 2 που ήταν το χρώμα του παλιού μας Στιλού πριν τελειώσει, και στον πάτο ένα κόκκινο 1. «Στάσου ίσια», λέει η Μαμά. Ο Στιλός γαργαλάει την κορφή του κεφαλιού μου. Όταν φεύγω, υπάρχει ένα μαύρο 5 λίγο πάνω από το 4. Το πέντε μού αρέσει πολύ πιο περισσότερο απ’ όλους τους αριθμούς, έχω πέντε δάχτυλα σε κάθε χέρι και το ίδιο στα πόδια μου και το ίδιο και η Μαμά, είμαστε φτυστοί εμείς. Το εννιά είναι ο αριθμός που μου αρέσει πιο λιγότερο. «Πόσο είναι το ψηλό μου;» «Το ύψος σου. Ε, δεν ξέρω ακριβώς», λέει. «Ίσως μπορούμε να ζητήσουμε μια μεζούρα καμιά φορά, για Κυριακάτικο Δώρο». Νόμιζα ότι οι μεζούρες ήταν μόνο στην Τηλεόραση. «Μπα, ας ζητήσουμε σοκολάτες». Βάζω το δάχτυλό μου στο 4 και ζουλάω το πρόσωπό μου πάνω του, τα δάχτυλά μου είναι στα μαλλιά μου. «Δεν έγινα πολύ ψηλότερος αυτή τη φορά».


20

EMMA DONOGHUE

«Φυσιολογικό είναι». «Τι πάει να πει φυσιολογικό;» «Πάει να πει…» Η Μαμά μασουλάει το στόμα της. «Σημαίνει ότι είναι εντάξει. No hay problema*». * Κανένα πρόβλημα. Από τραγούδι του συγκροτήματος Pink Martini. «Ναι, αλλά κοίτα πόσο μεγάλα έγιναν τα ποντίκια μου». Χοροπηδάω πάνω στο Κρεβάτι, είμαι ο Τζακ ο Εξολοθρευτής των Γιγάντων με τις μαγικές του μπότες. «Πελώρια», λέει η Μαμά. «Τεράστια». «Κολοσσιαία». «Θεόρατα». «Δυσθεόρατα». Αυτό είναι λεξόπιτα, όταν ζουλάμε δηλαδή δυο λέξεις τη μια με την άλλη. «Καλό». «Ξέρεις τι;» της λέω. «Όταν θα είμαι δέκα, θα είμαι εντελώς μεγαλωμένος». «Αλήθεια;» «Θα είμαι μεγαλύτερος και μεγαλύτερος και μεγαλύτερος ώσπου να γίνω υλικό». «Τι εννοείς να γίνεις υλικό; Είσαι από ανθρώπινο υλικό, όπως είμαι κι εγώ. Είμαστε και οι δύο άνθρωποι», λέει η μαμά. Νόμιζα ότι η λέξη για μένα και τη Μαμά ήταν αληθινοί, όχι άνθρωποι. Αυτοί που είναι στην Τηλεόραση όμως είναι φτιαγμένοι μόνο από χρώματα. «Μήπως ενοούσες θηλυκό; Γυναίκα;» «Ναι», λέω, «μία γυναίκα μ’ ένα αγόρι μέσα σ’ ένα αυγό στην κοιλίτσα μου, που θα είναι και το αγόρι αληθινό. Ή θα γίνω γίγαντας, αλλά καλός, και θα φτάνω τόοοσο ψηλά». Πηδάω ν’ αγγίξω τον Τοίχο του Κρεβατιού ψηλά, σχεδόν ως εκεί που η Σκεπή αρχίζει να γέρνει προς τα πάνω. «Τέλειο ακούγεται», λέει η Μαμά. Η Μαμά μούτρωσε, αυτό σημαίνει ότι είπα κάτι λάθος, αλλά δεν


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

21

ξέρω τι. «Θα εκτοξευτώ από τον Φεγγίτη στο Απώτερο Διάστημα και θ’ αρχίσω να πηγαίνω μπόινγκ μπόινγκ μπόινγκ στους πλανήτες», της λέω. «Θα πάω επίσκεψη στην Ντόρα και στον Μπομπ Σφουγγαράκη και σε όλους τους φίλους μου, και θα έχω ένα σκύλο που θα τον λένε Λάκι – Τυχερός». Η Μαμά φοράει ένα χαμόγελο και τακτοποιεί τον Στιλό στη θέση του στο Ράφι. «Πόσων χρόνων θα είσαι εσύ στα γενέθλιά σου;» τη ρωτάω. «Είκοσι εφτά». «Ουάου». Δε νομίζω ότι αυτό της έφτιαξε το κέφι. Όσο γεμίζει η Μπανιέρα, η Μαμά κατεβάζει τον Λαβύρινθο και το Κάστρο από το πάνω μέρος της Ντουλάπας. Τον Λαβύρινθο τον φτιάχνουμε από τότε που ήμουνα δύο – είναι όλο χαρτονένια καρούλια από τα μέσα χαρτιά της τουαλέτας κολλημένα με σελοτέιπ, έτσι που να φτιάχνουν τούνελ που στριφογυρίζουν από πολλές μεριές. Η Λαστιχένια Μπάλα τρελαίνεται να χάνεται στον Λαβύρινθο και να κρύβεται, πρέπει να τη φωνάζω για να τη βρω και να την τραντάζω και να τη γυρίζω στα πλάγια και πάνω κάτω μέχρι να βγει, ουφ. Μετά, στέλνω άλλα πράγματα στον Λαβύρινθο, όπως ένα φιστίκι κι ένα σπασμένο κομματάκι από το Μπλε Κραγιόνι και κοντά μακαρόνια αμαγείρευτα. Κυνηγιούνται όλα μαζί στα τούνελ και τρυπώνουν και φωνάζουν μπου, εγώ δεν μπορώ να τα δω αλλά κολλάω το αυτί μου στο χαρτόνι και τ’ ακούω και καταλαβαίνω πού είναι. Κι η Οδοντόβουρτσα θέλει να παίξει στον Λαβύρινθο, αλλά της λέω λυπάμαι, παραείσαι μακριά. Αντί γι’ αυτό, πηδάει πάνω στο Κάστρο για να σταθεί φρουρός σε κάποιον πύργο. Το Κάστρο είναι φτιαγμένο από τενεκεδάκια και μπουκάλια από βιταμίνες, το χτίζουμε πιο ψηλότερο κάθε φορά που έχουμε ένα άδειο. Το Κάστρο μπορεί να δει σε όλες τις μεριές, πιτσιλάει βραστό λάδι στους εχθρούς που δεν ξέρουν για τις κρυφές χαραμάδες του με τα μαχαίρια, χα χα. Θα ήθελα να το πάρω στην Μπανιέρα να γίνει νησί, αλλά η Μαμά λέει ότι το νερό θα κάνει το σελοτέιπ του αντικολλητικό. Ξεδένουμε τις αλογοουρές μας κι αφήνουμε τα μαλλιά μας να κολυμπήσουν. Ξαπλώνω πάνω στη Μαμά χωρίς ούτε καν να μιλάω, μ’


22

EMMA DONOGHUE

αρέσει το ντουπ ντουπ της καρδιάς της. Όταν αναπνέει, ανεβοκατεβαίνουμε λίγο. Ο Πέος επιπλέει. Επειδή είναι τα γενέθλιά μου, διαλέγω εγώ τα ρούχα και από τους δυο μας. Της Μαμάς μένουν στο ψηλότερο συρτάρι της Συρταριέρας και τα δικά μου στο χαμηλότερο. Διαλέγω το αγαπημένο της μπλουτζίν με τις κόκκινες βελονιές που φοράει μόνο σε ειδικές περιστάσεις γιατί στα γόνατα έχουν αρχίσει να βγαίνουν κορδόνια. Για μένα διαλέγω το κίτρινο φούτερ μου με την κουκούλα, προσέχω με το συρτάρι, αλλά η δεξιά άκρη και πάλι βγαίνει και η Μαμά πρέπει να τη σπρώξει με δύναμη να μπει μέσα. Τραβάμε μαζί με τη Μαμά το φούτερ μου να κατεβεί, κι αυτό μου γδέρνει το πρόσωπο αλλά μετά το κεφάλι μου κάνει πλοπ και βγαίνει. «Να το ανοίξω λιγάκι στη λαιμόκοψη; Τι λες – μια μικρή ψαλιδιά μόνο;» λέει η Μαμά. «Ποτέ των ποτών». Για τη Φυσική Αγωγή, βγάζουμε τις κάλτσες μας και αφήνουμε τα πόδια μας χωρίς, γιατί μόνο με το δέρμα πιάνουν καλύτερα. Σήμερα διαλέγω πρώτα Στίβο, σηκώνουμε το Τραπέζι και το βάζουμε ανάποδα πάνω στο Κρεβάτι και από πάνω του την Κουνιστή και με τη Μοκέτα πάνω και από τους δυο. Ο Στίβος πηγαίνει γύρω γύρω από το Κρεβάτι, από την Ντουλάπα ως τη Λάμπα, το σχήμα στο Πάτωμα είναι ένα μαύρο C. «Έι, κοίτα, μπορώ να κάνω ένα ως-εκείκαι-πίσω σε δεκάξι βήματα!» «Ουάου. Όταν ήσουν τεσσάρων, ήταν δεκαοχτώ βήματα, ε;» λέει η Μαμά. «Πόσα ως-εκεί-καιπίσω νομίζεις ότι μπορείς να τρέξεις σήμερα;» «Πέντε». «Τι θα έλεγες να το κάνουμε πέντε επί πέντε; Θα είναι το αγαπημένο σου αποτέλεσμα στον πολλαπλασιασμό». Πολλαπλασιάζουμε τα δάχτυλά μας, κι εμένα βγαίνουν είκοσι έξι, αλλά η Μαμά λέει είκοσι πέντε, οπότε το κάνω ξανά και βγαίνουν κι εμένα είκοσι πέντε. Η Μαμά με μετράει με το Ρολόι. «Δώδεκα», φωνάζει. «Δεκαεφτά. Εκπληκτική επίδοση!» Ανασαίνω φου φου φου. «Πιο γρήγορα…» Πηγαίνω ακόμα πιο γρηγορότερα όπως ο Σούπερμαν όταν πετάει.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

23

Όταν είναι η σειρά της Μαμάς να τρέξει, πρέπει να γράψω στο Ριγέ Μπλοκ Σημειώσεις τον αριθμό στην αρχή και τον αριθμό όταν τελείωσε, και μετά να βγάλουμε τον έναν από τον άλλο για να δούμε πόσο γρήγορα πήγε. Σήμερα ο δικός της είναι εννιά δευτερόλεπτα μεγαλύτερος από τον δικό μου, αυτό πάει να πει ότι νίκησα, οπότε αρχίζω τα χοροπηδητά και τα γιουχαΐσματα. «Έλα να κάνουμε έναν αγώνα την ίδια στιγμή», της λέω μετά. «Πλάκα θα είχε», λέει η Μαμά, «θυμάσαι όμως που χτύπησα τον ώμο μου στη συρταριέρα εκείνη τη φορά που το δοκιμάσαμε;» Μερικές φορές όταν ξεχνάω πράματα, η Μαμά μού τα λέει και μετά τα θυμάμαι. Κατεβάζουμε όλα τα έπιπλα από το Κρεβάτι και ξαναβάζουμε τη Μοκέτα εκεί που ήταν για να σκεπάσει τον Στίβο και να μη δει ο ΣαταΝίκ το βρόμικο C. Η Μαμά διαλέγει Τραμπολίνο, είμαι μόνο εγώ που χοροπηδάω πάνω στο Κρεβάτι γιατί η Μαμά μπορεί να το σπάσει. Εκείνη κάνει το σχολιασμό: «Μία τολμηρή εναέρια περιστροφή από τον νεαρό Αμερικανό πρωταθλητή…» Μετά διαλέγω Κάνε Ό,τι Λέω, και μετά η Μαμά λέει να ξαναβάλουμε πάλι τις κάλτσες μας για να παίξουμε Πτώμα, που είναι να είσαι ξαπλωμένος σαν αστερίας με τα δάχτυλα των ποδιών σου σαν μαραμένο μαρούλι, τον αφαλό σου σαν μαραμένο μαρούλι, τη γλώσσα σου σαν μαραμένο μαρούλι, ακόμα και το μυαλό σου σαν μαραμένο μαρούλι. Τη Μαμά την πιάνει φαγούρα πίσω από το γόνατο και κουνιέται, οπότε νικάω πάλι εγώ. Είναι 12:13, οπότε μπορεί να γίνει μεσημεριανό. Από την προσευχή μ’ αρέσει πιο πολύ ο άρτος ο επιπλούσιος. Εγώ είμαι ο Αφέντης του Παιχνιδιού, αλλά η Μαμά είναι ο Αφέντης των Γευμάτων, κι έτσι δε μας αφήνει να τρώμε δημητριακά για πρωινό και για μεσημεριανό και για βραδινό γιατί μπορεί να αρρωστήσουμε, κι έτσι κι αλλιώς θα μας τελειώσουν πολύ γρήγορα. Όταν ήμουνα μηδέν και ένα, η Μαμά έκοβε και μάσαγε για μένα το φαγητό μου, μετά όμως έβγαλα και τα είκοσι δόντια μου και τώρα μπορώ να κατασπαράξω τα πάντα, αγκρρρρρ. Αυτό το μεσημεριανό είναι κράκερ με τόνο, η δική μου δουλειά είναι να τραβήξω το καπάκι της κονσέρβας γιατί ο καρπός της Μαμάς δεν τα καταφέρνει.


24

EMMA DONOGHUE

Δεν μπορώ να κάτσω σε μια μεριά, οπότε η Μαμά λέει ας παίξουμε Ορχήστρα, που είναι να τρέχουμε γύρω γύρω για να δούμε τι θορύβους βγάζουν τα διάφορα πράγματα άμα τα κοπανήσεις. Παίζω ντραμς πάνω στο Τραπέζι και η Μαμά χτυπάει τακ τακ στα πόδια του Κρεβατιού και μετά παφ παφ στα μαξιλάρια, μ’ ένα πιρούνι κι ένα κουτάλι εγώ κάνω ντιν ντιν στην Πόρτα και οι μύτες των ποδιών μας χτυπάνε ντουπ ντουπ την Κουζίνα, το αγαπημένο μου όμως είναι να πατάω το πεντάλ του σκουπιδοτενεκέ γιατί ανοίγει το καπάκι του απότομα μ’ ένα γκντιιινγκ. Το καλύτερό μου όργανο είναι η Χορδή που είναι ένα κουτί από δημητριακά που το στόλισα με αλλιώτικα χρωματιστά πόδια και παπούτσια και παλτά και κεφάλια από τον παλιό κατάλογο, τα έβαλα δηλαδή όλα κολαζαρισμένα, και μετά του πέρασα τρία λαστιχάκια, κι αυτά τεντώθηκαν στη μέση του. Ο ΣαταΝίκ δε μας φέρνει πια καταλόγους για να διαλέγουμε μόνοι μας τα ρούχα μας, η Μαμά λέει ότι γίνεται όλο και πιο κακότερος. Σκαρφαλώνω στην Κουνιστή για να πάρω τα παραμύθια από το Ράφι και φτιάχνω στη Μοκέτα έναν ουρανοξύστη με δέκα πατώματα. «Δέκα παραμυθώματα», λέει η Μαμά και γελάει, αλλά δεν ήταν και τόσο αστείο. Κάποτε είχαμε εννιά παραμύθια αλλά μόνο τέσσερα με εικόνες μέσα: Τα Ωραιότερα Παιδικά Τραγούδια Ντίλαν ο Εκσκαφέας Το Κουνελάκι Που Το ’σκασε Τρισδιάστατο Αεροδρόμιο Επίσης πέντε παραμύθια με εικόνες μόνο απέξω: Η Καλύβα Λυκόφως Όταν Ήρθε ο Έρωτας* Γλυκόπικρη Αγάπη Κώδικας Ντα Βίντσι


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

25

* The Guardian: η κατά λέξη μετάφραση του τίτλου του μυθιστορήματος του Νίκολας Σπαρκς είναι Ο Φρουρός, το βιβλίο ωστόσο κυκλοφορεί στα ελληνικά με τον τίτλο Όταν Ήρθε ο Έρωτας (μτφρ. Χριστίνα Ελιασά, Εκδόσεις Modern Times, Αθήνα 2006). Η Μαμά σχεδόν ποτέ δε διαβάζει τα χωρίς εικόνες, μόνο άμα είναι απελπισμένη. Όταν ήμουνα τέσσερα, ζητήσαμε άλλο ένα παραμύθι με εικόνες για Κυριακάτικο Δώρο και ήρθε το Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, μου αρέσει η Αλίκη αλλά έχει πάρα πολλές λέξεις και πολλές είναι παλιές. Σήμερα διαλέγω το Ντίλαν ο Εκσκαφέας, είναι κοντά στο κάτω μέρος οπότε κάνει μια κατεδάφιση στον ουρανοξύστη κρααααατσμπάμ! «Πάλι ο Ντίλαν;» Η Μαμά κάνει μια γκριμάτσα, κι ύστερα βάζει την πιο μεγαλύτερη φωνή της: «Φτάααανει ο Ντίλαν ο εκσκαφέας! Ακούραστος σκάβει μέχρι κεραίας. Δες τον πώς χώνει το χέρι στη γη Χώματα τρώει με πείνα τρελή. Σκάβει, αδειάζει, φορτώνει, πετάει, Στρίβει, γκαζώνει και μας χαιρετάει!» Στη δεύτερη εικόνα έχει μια γάτα, και στην τρίτη η γάτα είναι πάνω στο σωρό από βράχια. Τα βράχια είναι πέτρες, που σημαίνει βαριά σαν τα κεραμικά που είναι φτιαγμένα η Μπανιέρα και ο Νεροχύτης και η Λεκάνη, αλλά όχι τόσο ίσια κι απαλά. Οι γάτες και τα βράχια είναι μόνο Τηλεόραση. Στην πέμπτη εικόνα, η γάτα πέφτει κάτω, αλλά οι γάτες έχουν εφτά ζωές, όχι όπως εγώ και η Μαμά που έχουμε μόνο από μία ο καθένας. Η Μαμά σχεδόν πάντα διαλέγει το Κουνελάκι Που Το ’σκασε για το πώς η μαμά κουνέλα πιάνει στο τέλος το κουνελάκι και του λέει: «Φάε ένα καρότο». Τα κουνελάκια είναι Τηλεόραση αλλά τα καρότα είναι αληθινά, μου αρέσει η φασαρία που κάνουν. Η αγαπημένη μου


26

EMMA DONOGHUE

εικόνα είναι εκεί που το κουνελάκι πάει σ’ ένα βράχο πάνω στο βουνό και η μαμά κουνέλα πρέπει να σκαρφαλώσει ψηλά ψηλά ψηλά για να το βρει. Τα βουνά είναι πολύ μεγάλα για να είναι αληθινά, είδα ένα στην Τηλεόραση που έχει πάνω του μια γυναίκα να κρέμεται από σκοινιά. Οι γυναίκες δεν είναι αληθινές όπως η Μαμά, και τα κορίτσια και τ’ αγόρια ούτε κι αυτά είναι αληθινά. Οι άντρες δεν είναι αληθινοί εκτός από τον ΣαταΝίκ, κι ούτε και γι’ αυτόν είμαι εντελώς και τελείως σίγουρος αν είναι για την ακρίβεια στ’ αλήθεια αληθινός. Μισοαληθινός ίσως; Ο ΣαταΝίκ φέρνει τα ψώνια και το Κυριακάτικο Δώρο και εξαφανίζει τα Σκουπίδια, αλλά δεν είναι άνθρωπος όπως εμείς. Γίνεται μόνο τη νύχτα, όπως οι νυχτερίδες. Ίσως η Πόρτα να τον φανερώνει μ’ ένα μπιπ μπιπ και τότε ο αέρας αλλάζει. Νομίζω ότι της Μαμάς δεν της αρέσει να μιλάει γι’ αυτόν μήπως και γίνει αληθινότερος. Τώρα γυρίζω στην αγκαλιά της για να κοιτάξω την αγαπημένη μου ζωγραφιά με τον Μικρό Χριστό να παίζει με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή που είναι και φίλος του και μεγάλος ξάδελφός του. Κι η Μαρία είναι εκεί επίσης, κουρνιασμένη στην αγκαλιά της Μαμάς της που είναι η Γιαγιά του Μικρού Χριστού, όπως η abuela της Ντόρας. Είναι μια παράξενη εικόνα χωρίς καθόλου χρώματα και μερικά από τα χέρια και τα πόδια δεν είναι εκεί, η Μαμά λέει ότι δεν είναι τελειωμένη. Αυτό που ξεκίνησε τον Μικρό Χριστό να μεγαλώνει στην κοιλίτσα της Μαρίας ήταν ένας άγγελος που προσγειώθηκε από τον Ουρανό στη Γη, σαν φάντασμα, αλλά πολύ πρώτο, με φτερά. Η Μαρία έπαθε μεγάλο ξάφνιασμα και είπε: «Πώς είναι δυνατό;» και μετά: «Καλά, ας είναι». Όταν ο Μικρός Χριστός πετάχτηκε από τον κόλπο της τα Χριστούγεννα, η Μαρία τον έβαλε σε μια ταΐστρα αλλά όχι για να τον φάνε οι αγελάδες, μόνο για να τον ζεστάνουν με τα φυσήματά τους γιατί ήταν μαγικός. Τώρα η Μαμά σβήνει τη Λάμπα και ξαπλώνουμε, πρώτα όμως λέμε την προσευχή του καλού βοσκού για τα πράσινα λιβάδια*, νομίζω ότι είναι σαν το Πάπλωμα αυτά, αλλά αφράτα και πράσινα, αντί για πατικωμένα και άσπρα. (Εκείνο το ποτήρι που ξεχείλισε πρέπει να πιτσίλισε όλο τον τόπο.) Πίνω λίγο τώρα, από το δεξί, γιατί το αριστερό δεν έχει πολύ μέσα. Όταν ήμουνα τρία έπινα όσο ήθελα όλη την ώρα, αλλά από τότε που έγινα τέσσερα έχω τόσα πράγματα να


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

27

κάνω συνέχεια που τώρα πίνω από λιγάκι μερικές φορές τη μέρα και τη νύχτα. Μακάρι να μπορούσα να μιλήσω και να πιω την ίδια στιγμή, αλλά έχω μόνο ένα στόμα. * ΨΑΛΜΟΣ 22 – Ψαλμός τω Δαυΐδ: Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. 2. εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν… Από το Βιβλίο των Ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης. Είμαι σχεδόν εκτός, αλλά όχι τελείως, νομίζω ότι η Μαμά είναι, εξαιτίας από την ανάσα της. ··· Μετά τον υπνάκο μας, η Μαμά λέει ότι σκέφτηκε πως δε χρειάζεται να ζητήσουμε μεζούρα, μπορούμε να φτιάξουμε μόνοι μας ένα χάρακα. Ανακυκλώνουμε το κουτί των δημητριακών με την Αρχαία Αιγυπτιακή Πυραμίδα, η Μαμά μού δείχνει πώς να κόψω μια λωρίδα μακριά όσο το πόδι της, γι’ αυτό λέγεται ένα πόδι, μετά του βάζει δώδεκα μικρούλες ίντσες. Μετράω τη μύτη της, που είναι δύο ίντσες μακριά. Η δική μου μύτη είναι μία ίντσα κι ένα τέταρτο, το σημειώνω. Η Μαμά αναποδογυρίζει τον Χάρακα σε τούμπες αργής κίνησης πάνω στον Τοίχο της Πόρτας εκεί που είναι τα ψηλά μου, λέει ότι είμαι τρία πόδια και τρεις ίντσες*. «Έι!» λέω. «Έλα να μετρήσουμε το Δωμάτιο». «Τι… όλο;» «Έχουμε τίποτ’ άλλο να κάνουμε;» Με κοιτάει περίεργα. «Υποθέτω πως όχι». Σημειώνω όλα τα νούμερα, όπως το ψηλό στην Πόρτα του Τοίχου μέχρι τη γραμμή που αρχίζει η Σκεπή: αυτό μας κάνει έξι πόδια και εφτά ίντσες**. «Μάντεψε», λέω στη Μαμά, «κάθε πλακάκι από φελλό είναι σχεδόν λίγο μεγαλύτερο από τον Χάρακα». «Αχ!» λέει χτυπώντας το κεφάλι της, «μάλλον είναι ένα τετραγωνικό πόδι*** – πρέπει να έκανα το χάρακα λίγο πιο κοντό. Ας μετρήσουμε τότε τα πλακάκια. Είναι πιο εύκολο».


28

EMMA DONOGHUE

* 3 πόδια και 3 ίντσες: 97,6 εκατοστά. ** 6 πόδια και 7 ίντσες: 1,98 μέτρα. *** 1 τετραγωνικό πόδι: 0,09 τετραγωνικό μέτρο. Ξεκινάω να μετράω το ψηλό του Τοίχου του Κρεβατιού, αλλά η Μαμά λέει όλοι οι τοίχοι είναι ίδιοι. Ένας άλλος κανόνας είναι ότι το φαρδύ των τοίχων είναι το ίδιο με το φαρδύ του Πατώματος, μετράω έντεκα πόδια πηγαίνοντας και απ’ τις δυο μεριές, αυτό σημαίνει ότι το Πάτωμα είναι τετράγωνο. Το Τραπέζι είναι κύκλος, οπότε μπερδεύομαι, αλλά η Μαμά το μετράει στην κοιλιά του που είναι και το πιο φαρδύ του μέρος, αυτό μας κάνει τρία πόδια και εννιά ίντσες*. Η καρέκλα είναι τρία πόδια και δύο ίντσες ψηλή**, μία λιγότερη δηλαδή από μένα. Μετά η Μαμά μπουχτίζει λίγο το μέτρημα οπότε σταματάμε. * 3 πόδια και 9 ίντσες: 1,13 μέτρα. ** 3 πόδια και 2 ίντσες: 95 εκατοστά. Χρωματίζω πίσω από τους αριθμούς όλο διαφορετικά με τα πέντε κραγιόνια μας που είναι μπλε, πορτοκαλί, πράσινο, κόκκινο, καφέ· όταν τελειώνω, η σελίδα φαίνεται σαν τη Μοκέτα αλλά τρελότερη, η Μαμά λέει γιατί να μην τη χρησιμοποιήσω σαν σουπλά για το βραδινό μου, τη σελίδα όχι τη Μοκέτα. Γι’ απόψε διαλέγω μακαρονάδα, έχει και φρέσκο μπρόκολο που δεν το διαλέγω, αλλά μας κάνει καλό. Κόβω το μπρόκολο κομμάτια με το Πριονωτό Μαχαίρι, μερικές φορές καταπίνω λίγο όταν η Μαμά δεν κοιτάζει. Μετά λέει: «Ω, όχι, πού να πήγε εκείνο το μεγάλο κομμάτι;» αλλά δε θυμώνει στ’ αλήθεια γιατί τα ωμά πράγματα μας κάνουν σούπερ έξτρα ζωντανούς. Η Μαμά καυτίζει το φαγητό στα δύο δαχτυλίδια της Κουζίνας που γίνονται κόκκινα, δεν επιτρέπεται να πειράξω τα κουμπιά γιατί είναι δουλειά της Μαμάς να σιγουρευτεί ότι δε θ’ ανάψει ποτέ φωτιά όπως στην Τηλεόραση. Αν τα δαχτυλίδια κολλήσουν πάνω σε κάτι όπως ένα ποτηρόπανο ή ακόμα και στα ρούχα μας, φλόγες θ’ αρχίσουν να τρέχουν παντού με πορτοκαλιές γλώσσες και θα κάνουν το Δωμάτιο στάχτη με μας να βήχουμε και να πνιγόμαστε και να ουρλιάζουμε και


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

29

να πονάμε πάρα μα πάρα πολύ, που είναι και το πιο χειρότερο. Δε μ’ αρέσει η μυρωδιά του μπρόκολου όταν μαγειρεύεται, αλλά δεν είναι τόσο απαίσια όσο αυτή που βγάζουν τα πράσινα φασολάκια. Τα λαχανικά είναι αληθινά αλλά το παγωτό είναι στην Τηλεόραση, μακάρι να ήταν κι αυτό αληθινό. «Η Γλάστρα είναι ωμό πράγμα;» «Ε, ναι, είναι, αλλά δεν την τρώμε». «Γιατί δεν έχει πια λουλούδια;» Η Μαμά ανασηκώνει τους ώμους κι ανακατεύει τα μακαρόνια. «Κουράστηκε». «Τότε πρέπει να πάει για ύπνο». «Κι όταν ξυπνάει, πάλι κουρασμένη είναι. Ίσως να μην έχει μείνει αρκετό φαγητό στο χώμα της». «Να της δώσω το μπρόκολό μου». Η Μαμά γελάει. «Όχι αυτού του είδους το φαγητό, φαγητό για φυτά». «Μπορούμε να ζητήσουμε, για Κυριακάτικο Δώρο». «Έχω ήδη ένα μεγάλο κατάλογο από πράγματα που θέλω να ζητήσω». «Πού;» «Στο μυαλό μου», λέει η Μαμά. Βγάζει ένα σκουληκάκι-μακαρόνι και το δαγκώνει. «Νομίζω ότι τους αρέσει το ψάρι». «Σε ποιους;» «Στα φυτά, τους αρέσει το χαλασμένο ψάρι. Ή μήπως τα ψαροκόκαλα;» «Μπλιαχ». «Την επόμενη φορά που θα έχουμε ψαρομπουκιές, ίσως μπορούμε να θάψουμε ένα κομματάκι στο χώμα της γλάστρας». «Όχι από τις δικές μου». «Εντάξει. Τότε λίγο από τις δικές μου». Η μακαρονάδα μού αρέσει πιο καλύτερα απ’ όλα τα φαγητά επειδή έχει το τραγούδι του κεφτέ*, το τραγουδάω όταν η Μαμά γεμίζει τα πιάτα μας. * On Top Of Spaghetti: παιδικό τραγούδι που γράφτηκε και


30

EMMA DONOGHUE

πρωτοτραγουδήθηκε το 1963 από τον Αμερικανό τραγουδιστή της φολκ Tom Glazer. Οι στίχοι μιλάνε για τις περιπέτειες ενός κεφτέ που χάνεται από το πάνω μέρος μιας μακαρονάδας όταν κάποιος φταρνίζεται: On top of spaghetti/all covered with cheese/I lost my poor meatball/when somebody sneezed… Μετά το βραδινό, κάτι καταπληκτικό, φτιάχνουμε ένα κέικ γενεθλίων. Πάω στοίχημα ότι θα είναι delicioso, που λέει και το Σακίδιο της Ντόρας, με κεριά τον ίδιο αριθμό με μένα και να έχουν πάρει φωτιά όπως ποτέ δεν είδα στ’ αλήθεια. Είμαι ο καλύτερος φυσητής αυγών, κάνω τη μύξα να τρέχει από μέσα τους χωρίς σταματημό. Πρέπει να φυσήξω τρία για το κέικ, χρησιμοποιώ την καρφίτσα από την εικόνα Εντύπωση: Ανατολή Ηλίου, αν και πάντα βάζω την καρφίτσα στη θέση της αμέσως μετά. Η Μαμά λέει ότι όπως το σκέφτεται εκείνη, η Γκερνίκα είναι το πιο καλύτερο αριστούργημα γιατί είναι το πιο αληθινότερο, για την ακρίβεια όμως είναι πολύ ανακατωμένο, το άλογο ουρλιάζει με πολλά δόντια γιατί του έχουν καρφώσει μέσα του ένα κοντάρι, κι εκτός απ’ αυτό, ένας ταύρος και μια γυναίκα κρατάνε ένα παιδί σαν μαραμένο μαρούλι με το κεφάλι του ανάποδα και μια λάμπα σαν μάτι, και το πιο χειρότερο απ’ όλα είναι το μεγάλο φουσκωτό πόδι στη γωνία, πάντα σκέφτομαι ότι θα με πατήσει. Η Μαμά μού δίνει να γλείψω το κουτάλι και μετά βάζει το κέικ στην καυτή κοιλίτσα της Κουζίνας. Βάζω τα δυνατά μου να πετάξω και να πιάσω τα τσόφλια των αυγών όλα μαζί στον αέρα. Η Μαμά πιάνει το ένα. «Μικρούς Τζακ με φατσούλες;» «Μπα», λέω. «Μήπως να τους φτιάξουμε μια φωλιά από ζυμάρι; Αν αποψύξουμε εκείνα τα παντζάρια αύριο, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ζουμί για να βάψουμε τα τσόφλια και να τα βάλουμε…» Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Καλύτερα να τα προσθέσουμε στον Αυγοφίδη». Ο Αυγοφίδης είναι πιο μακρύτερος απ’ όλο το γύρω γύρω του Δωμάτιου, τον φτιάχνουμε από τότε που ήμουνα τρία, μένει στο


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

31

Κάτω Από το Κρεβάτι, και μας φυλάει κουλουριασμένος από κει. Τα πιο πολλά αυγά του είναι καφέ αλλά μερικές φορές έχει και κανένα άσπρο, μερικά έχουν σχέδια πάνω τους από μολύβια ή κραγιόνια ή τον Στιλό, ή κομματάκια κολλημένα με αλευρόκολλα, κι επίσης έχει στέμμα από αλουμινόχαρτο και ζώνη από κίτρινη κορδέλα και κλωστές και κομματάκια χαρτί για μαλλιά. Η γλώσσα του είναι μία βελόνα που κρατάει την κόκκινη κλωστή όλη μέσα του. Τον Αυγοφίδη δεν τον βγάζουμε πια τόσο πολύ γιατί μερικές φορές μπλέκεται και τα αυγά του ραγίζονται γύρω από τις τρυπίτσες ή μπορεί και να σπαστούν τελείως, οπότε τότε αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιήσουμε τα κομματάκια για μωσαϊκά. Σήμερα βάζω τη βελόνα σε μία από τις τρύπες των καινούργιων αυγών, πρέπει να το κουνήσω πέρα δώθε για να βγει η βελόνα καλά από την άλλη τρύπα, είναι δύσκολο. Τώρα ο Αυγοφίδης είναι τρία αυγά μακρύτερος, τον ξανατυλίγω σούπερ έξτρα προσεκτικά έτσι που να χωρέσει ολόκληρος στο Κάτω Από το Κρεβάτι. Το περίμενε για το κέικ παίρνει ώρες και ώρες, ανασαίνουμε βαθιά τον ωραίο αέρα. Μετά, όταν κρυώνει, κάνουμε ένα κάτι που το λένε γκλάσο και είναι σαν κόλλα αλλά που τρώγεται, το φτιάχνεις με ζάχαρη και νερό. Η Μαμά το απλώνει παντού πάνω και γύρω στο κέικ. «Τώρα μπορείς να βάλεις τα σοκολατένια κουφετάκια, μέχρι να πλύνω εγώ αυτά που μαζεύτηκαν στο νεροχύτη». «Αφού δεν έχουμε κουφετάκια». «Αχά!» λέει η Μαμά, σηκώνοντας ψηλά ένα σακουλάκι και κουνώντας το φραστ φρουστ, «φύλαξα μερικά πριν από τρεις εβδομάδες, από το Κυριακάτικο Δώρο μας». «Πονηρή Μαμά. Πού;» Κλείνει το στόμα της φερμουάρ. «Κι αν χρειαστώ κι άλλη φορά κρυψώνα;» «Πες μου!» Η Μαμά δε χαμογελάει πια. «Οι φωνές κάνουν τ’ αυτιά μου να πονάνε». «Πες μου την κρυψώνα». «Τζακ…» «Δε μ’ αρέσουν οι κρυψώνες». «Γιατί;»


32

EMMA DONOGHUE

«Για τα ζόμπι». «Α». «Ή για τους δράκους και τα βαμπίρ…» Η Μαμά ανοίγει το Ντουλάπι και βγάζει έξω το κουτί με το ρύζι. Μου δείχνει τη σκούρα τρύπα. «Εδώ μέσα τα έκρυψα. Μέσα στο ρύζι… εντάξει;» «Εντάξει». «Τίποτα το τρομακτικό δεν μπορεί να χωρέσει εδώ. Μπορείς να έρχεσαι και να κοιτάζεις όποτε θέλεις». Το σακουλάκι έχει μέσα πέντε σοκολατένια κουφετάκια, ροζ, γαλάζιο, πράσινο και δύο κόκκινα. Μερικό από το χρώμα βγαίνει στα δάχτυλά μου όταν τα βάζω πάνω στο κέικ, και γεμίζω ολόκληρος γκλάσο αλλά το γλείφω καλά καλά. Μετά είναι ώρα για τα κεριά αλλά δεν έχουμε. «Πάλι φωνάζεις», λέει η Μαμά, σκεπάζοντας τ’ αυτιά της. «Μα είπες ότι είναι κέικ γενεθλίων, δεν είναι κέικ γενεθλίων άμα δεν έχει πέντε κεριά να καίγονται». Η Μαμά ξεφυσάει. «Έπρεπε να σου το είχα εξηγήσει καλύτερα. Αυτό θέλουν να πουν τα πέντε κουφετάκια: δείχνουν ότι είσαι πέντε χρόνων». «Δεν το θέλω το κέικ». Δε μ’ αρέσει καθόλου όταν η Μαμά δε μιλάει. «Παλιοκέικ». «Ηρέμησε, Τζακ». «Έπρεπε να είχες ζητήσει κεριά για Κυριακάτικο Δώρο». «Ε, ναι, αλλά την περασμένη εβδομάδα χρειαζόμασταν παυσίπονα». «Όχι εγώ, εσύ χρειαζόσουνα», φωνάζω. Η Μαμά με κοιτάζει σαν να έχω καινούργιο πρόσωπο που δεν το έχει ξαναδεί. «Τέλος πάντων», λέει μετά, «μην ξεχνάς ότι πρέπει να διαλέγουμε πράγματα που αυτός να μπορεί να βρει εύκολα». «Αφού μπορεί να βρει τα πάντα». «Θα μπορούσε», λέει η Μαμά, «αν έμπαινε στον κόπο…» «Γιατί να θέλει να μπει μέσα στον κόπο;» «Εννοώ απλώς ότι ίσως αναγκαστεί να πάει σε δυο τρία μαγαζιά, κι ότι αυτό θα τον νευριάσει. Κι αν δε βρει το απίθανο πράγμα που


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

33

ζητήσαμε; Τότε το πιθανότερο είναι ότι θα μείνουμε χωρίς Κυριακάτικο Δώρο». «Μα, Μαμά…» Γελάω. «Αφού δεν πάει σε μαγαζιά. Τα μαγαζιά είναι στην Τηλεόραση». Η Μαμά μασουλάει το στόμα της. Μετά κοιτάζει το κέικ. «Τέλος πάντων, συγγνώμη, νόμιζα ότι τα κουφετάκια θα έκαναν τη δουλειά των κεριών». «Χαζή Μαμά». «Ηλίθια». Δίνει μια στο κεφάλι της. «Κουφιοκέφαλη», λέω, αλλά όχι με άσχημο τρόπο. «Την άλλη βδομάδα που θα είμαι έξι, κοίτα να πάρεις κεριά». «Τον άλλο χρόνο», λέει η Μαμά. «Του χρόνου, εννοείς». Τα μάτια της είναι κλειστά. Πάντα το κάνουν αυτό μερικές φορές τα μάτια της, κλείνουν, και η Μαμά δε μιλάει καθόλου για ένα λεπτό. Όταν ήμουνα μικρός, νόμιζα ότι τελείωνε η μπαταρία της, όπως είχε πάθει μια φορά το Ρολόι κι έπρεπε να ζητήσουμε μια καινούργια για Κυριακάτικο Δώρο. «Το υπόσχεσαι;» «Το υπόσχομαι», μου λέει, ανοίγοντας τα μάτια της. Μου κόβει ένα σούπερ έξτρα τεράστιο κομμάτι και κλέβω και τα πέντε κουφέτα όταν δεν κοιτάζει, τα δύο κόκκινα, το ροζ, το πράσινο, το γαλάζιο, και η Μαμά λέει: «Α, κλάπηκε κι άλλο, πώς έγινε αυτό;» «Ποτέ δε θα βρεις πώς, χα χα χα», λέω, όπως η κλέφτρα Αλεπού όταν κλέβει πράγματα από την Ντόρα. Παίρνω ένα από τα κόκκινα κουφετάκια και το κάνω αεροπλανάκι στο στόμα της Μαμάς, εκείνη το σπρώχνει στα μπρος δόντια της που είναι λιγότερο χαλασμένα και το δαγκώνει χαμογελώντας. «Κοίτα», της δείχνω, «έχει τρύπες στο κέικ μου εκεί που ήταν τα κουφετάκια μέχρι τώρα». «Σαν κρατήρες», λέει και βάζει το έξω έξω δάχτυλό της σε μία. «Τι είναι κρατήρες;» «Τρύπες όπου κάποτε κάτι είχε συμβεί. Όπως ένα ηφαίστειο ή μια έκρηξη, κάτι τέτοιο». Βάζω το πράσινο κουφετάκι πίσω στον κρατήρα του και κάνω δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, μπουμ. Το κουφετάκι σκάει κι εκτοξεύεται στο Απώτερο Διάστημα κι ύστερα


34

EMMA DONOGHUE

προσγειώνεται μέσα στο στόμα μου. Το κέικ γενεθλίων μου είναι το καλύτερο πράγμα που έφαγα ποτέ μου. Η Μαμά δεν τρώει, γιατί αυτή τη στιγμή δεν πεινάει. Ο Φεγγίτης ρουφάει όλο το φως και το εξαφανίζει, είναι σχεδόν μαύρος. «Είναι η εαρινή ισημερία», λέει η Μαμά. «Θυμάμαι που το έλεγαν στην τηλεόραση το πρωί της γέννησής σου. Κι εκείνη τη χρονιά κρατούσε ακόμα το χιόνι, όπως και φέτος». «Τι πάει να πει ισημερία;» «Το ίσο, όταν η μέρα κρατάει όσο και η νύχτα». Τώρα είναι πολύ αργά για Τηλεόραση από το που φτιάξαμε το κέικ, το Ρολόι λέει 08:33. Το κίτρινο φούτερ μου παραλίγο να μου ξεριζώσει το κεφάλι την ώρα που η Μαμά μού το τραβάει για να το βγάλει. Φοράω το φανελάκι μου του ύπνου και βουρτσίζω τα δόντια μου όσο η Μαμά δένει τα Σκουπίδια και τα βάζει δίπλα στην Πόρτα μαζί με τον κατάλογό μας που έγραψα εγώ, απόψε λέει Παρακαλώ, Μακαρόνια, Φακές, Τόνο, Τυρί (αν δεν είναι πολύ $), Χυμό Πορτοκάλι, Ευχαριστώ. «Μπορούμε να ζητήσουμε σταφύλια; Τα σταφύλια μάς κάνουν καλό». Στο κάτω μέρος, η Μαμά βάζει Σταφύλια, αν γίνεται (ή όποιο άλλο φρούτο, φρέσκο ή κονσέρβα). «Θα μου πεις παραμύθι;» «Ένα γρήγορο. Θες να πούμε… τον Μπισκοτο-Τζακ*;» * Παραλλαγή του παραμυθιού The Gingerbread Man, σχετικά μ’ ένα μπισκοτο-ανθρωπάκι που δεν ήθελε να φαγωθεί. Στις παραλλαγές των παραμυθιών, η Μαμά συνηθίζει να δίνει στον κεντρικό ήρωα το όνομα του Τζακ, όπως γίνεται και εδώ. Το κάνει πολύ γρήγορο και αστείο, ο Μπισκοτο-Τζακ βγαίνει μ’ ένα σάλτο από το φούρνο και κυλάει και κυλάει και κυλάει, και τρέχει τόσο γρήγορα που δεν μπορεί να τον πιάσει κανείς, ούτε η γιαγιά που ήθελε να τον φάει ούτε ο παππούς που ήθελε να τον φάει κι αυτός, ούτε κι όλοι εκείνοι που δούλευαν στα χωράφια και τον λιγουρεύονταν επίσης. Στο τέλος όμως είναι χαζός, αφήνει την αλεπού να


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

35

τον περάσει απέναντι στο ποτάμι, κι αυτή μετά τον κάνει μια χαψιά. Αν ήμουνα φτιαγμένος από μπισκότο, θα μ’ έτρωγα πρώτα εγώ πριν προλάβει να με φάει κανένας άλλος. Κάνουμε μια πολύ πολύ γρήγορη προσευχή που είναι με δάχτυλα όλα μπλεγμένα, μάτια κλειστά. Εγώ προσεύχομαι για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και τον Μικρό Χριστό να έρθουν μια μέρα να παίξουμε με την Ντόρα και τον Μπουτς. Η Μαμά προσεύχεται για το φως του ήλιου να λιώσει το χιόνι από τον Φεγγίτη. «Να πιω λίγο;» «Αύριο, αμέσως μόλις ξυπνήσουμε», λέει η Μαμά τραβώντας προς τα κάτω το φανελάκι της. «Όχι, απόψε». Μου δείχνει το Ρολόι, λέει 08:57, που πάει να πει τρία μόνο λεπτά πριν από τις εννιά. Τρέχω λοιπόν στην Ντουλάπα και ξαπλώνω στο μαξιλάρι μου και τυλίγομαι με την Κουβέρτα που είναι όλη γκρίζη και μαλλιαρή με κόκκινο ρέλι. Είμαι ακριβώς κάτω από τη ζωγραφιά μου, που ξέχασα ότι είναι εκεί. Η Μαμά βάζει μέσα το κεφάλι της. «Τρία φιλιά;» «Όχι, πέντε για τον Κύριο Πέντε». Μου δίνει πέντε κι ύστερα κλείνει τρίζοντας τις πόρτες. Ακόμα μπαίνει φως από τις γρίλιες, οπότε μπορώ να δω λίγο από μένα στη ζωγραφιά, τα μέρη μου που είναι φτυστά η Μαμά και τη μύτη μου που είναι μόνο φτυστός εγώ. Χαϊδεύω το χαρτί, είναι όλο μεταξένιο. Ισιώνω έτσι που το κεφάλι μου και τα πόδια μου να ζουλάνε πάνω κάτω την Ντουλάπα. Ακούω τη Μαμά να φοράει το φανελάκι της του ύπνου και να παίρνει τους παύση πόνους της, πάντα δύο το βράδυ επειδή λέει ότι ο πόνος είναι σαν το νερό, απλώνεται αμέσως μόλις ξαπλώνει. Φτύνει οδοντόπαστα. «Ο φίλος μας ο Ζακ έπαθε πατατράκ», λέει. Σκέφτομαι μια ρίμα. «Ο φίλος μας ο Ζα κάνει πολύ μπλα μπλα». «Ο φίλος μας ο Μίκι είναι καλό ποντίκι». «Η φίλη μας η Ντόρα πήγε στη μαγαζο-χώρα». «Κλέβεις, κλέεεβεις», λέει τραγουδιστά η Μαμά. «Οχ αδερφέ!» λέω, βογκώντας όπως η κλέφτρα Αλεπού. «Ο φίλος μας ο Μικρός Χριστούλης… τρώει γιατί είναι αδυνατούλης». «Ο φίλος μας το Μαξιλάρι είπε τραγούδι στο φεγγάρι». Το φεγγάρι είναι το ασημένιο πρόσωπο του Θεού, που έρχεται


36

EMMA DONOGHUE

μόνο σε ειδικές περιστάσεις. Κάθομαι και βάζω το πρόσωπό μου πάνω στις γρίλιες, βλέπω φέτες από την Τηλεόραση που είναι σβηστή, βλέπω και τη Λεκάνη, την Μπανιέρα, τη ζωγραφιά μου με τον γαλάζιο χταπόδη που κατσαρώνει, τη Μαμά να ξαναβάζει τα ρούχα μας στη Συρταριέρα. «Μαμά;» «Μμμ;» «Γιατί με κρύβεσαι όπως τα κουφετάκια;» Νομίζω ότι η Μαμά κάθεται στο κρεβάτι. Μιλάει τόσο σιγανά που με το ζόρι την ακούω. «Απλώς δε θέλω να σε κοιτάζει. Ακόμα κι όταν ήσουνα μωρό, πάντα σε τύλιγα στην Κουβέρτα πριν έρθει». «Θα με πονέσει;» «Τι πράγμα;» «Αν με κοιτάξει». «Όχι, όχι. Κοιμήσου τώρα», μου λέει η Μαμά. «Πες τα Ζουζούνια». «Καληνύχτα καληνύχτα, να ’χεις όνειρα γλυκά, τα ζουζούνια να προσέχεις, που τσιμπάνε σαν τρελά». Τα Ζουζούνια είναι αόρατα αλλά εγώ τους μιλάω και μερικές φορές μετράω, την τελευταία φορά έφτασα ως το 347. Ακούω το κλικ του διακόπτη και η Λάμπα σβήνει το ίδιο ολόιδιο δευτερόλεπτο. Μετά ακούω θορύβους της Μαμάς που μπαίνει κάτω από το Πάπλωμα. Έχω δει τον ΣαταΝίκ από τις γρίλιες μερικά βράδια, αλλά όχι ολόκληρο από κοντά. Τα μαλλιά του έχουν μερικά άσπρα και είναι μικρότερα από τ’ αυτιά του. Ίσως τα μάτια του να με πετρώσουν. Τα ζόμπι δαγκώνουν τα παιδιά για να κάνουν τους εαυτούς τους απέθαντους, τα βαμπίρ τα ρουφάνε μέχρι να γίνουν σαν μαραμένα μαρούλια, οι δράκοι τα κρατάνε απ’ τα πόδια και τα κουνάνε έτσι έτσι και μετά τα καταβροχθίζουν. Και οι γίγαντες μπορούν να γίνουν έτσι κακοί, μου βρομάει ανθρωπίλα, μούγκρισε ο Γίγαντας, ο Τζακ όμως έτρεξε με τη χρυσή κότα κι άρχισε να κατεβαίνει γλιστρώντας απ’ τη Φασολιά γρήγορα γρήγορα. Ο Γίγαντας κατέβηκε ξοπίσω του αλλά ο Τζακ φώναξε τη Μαμά του να του φέρει το τσεκούρι, που είναι σαν τα μαχαίρια μας αλλά μεγαλύτερο, και η Μαμά του ήταν πολύ φοβισμένη για να κόψει μόνη της τη Φασολιά, αλλά όταν ο Τζακ κατέβηκε κάτω, το έκαναν μαζί και ο Γίγαντας έπεσε και τσακίστηκε και


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

37

όλα τα μέσα του του βγήκαν απέξω του, χα χα. Τότε ο Τζακ έγινε ο Τζακ ο Εξολοθρευτής των Γιγάντων. Αναρωτιέμαι αν η Μαμά είναι κιόλας εκτός. Στην Ντουλάπα, πάντα βάζω τα δυνατά μου να κλείσω τα μάτια μου σφιχτά και να βγω γρήγορα εκτός, για να μην ακούσω τον ΣαταΝίκ να ’ρχεται, και μετά να ξυπνήσω και να είναι πρωί και να είμαι στο Κρεβάτι με τη Μαμά, πίνοντας λίγο, και όλα να είναι εντάξει. Απόψε όμως δεν μπορώ να κοιμηθώ, το κέικ αφρίζει και ξαφρίζει στην κοιλίτσα μου. Μετράω τα πάνω δόντια μου με τη γλώσσα μου από δεξιά στ’ αριστερά μέχρι το δέκα, μετά τα κάτω μου από αριστερά στα δεξιά, και μετά ξανά από την άλλη μεριά, πρέπει να βγάζω δέκα κάθε φορά και δυο φορές το δέκα μάς κάνει είκοσι, τόσο πολλά έχω. Δεν ακούω μπιπ μπιπ, οπότε είναι πολύ μετά τις εννιά. Μετράω ξανά τα δόντια μου και βγαίνουν δεκαεννιά, πρέπει να έκανα λάθος ή αλλιώς ένα εξαφανίστηκε. Πιπιλάω λιγάκι το δάχτυλό μου κι ύστερα άλλο λίγο ακόμα. «Μαμά;» ψιθυρίζω. «Θα έρθει ή μήπως όχι;» «Μάλλον όχι. Έλα δω». Τινάζομαι και σπρώχνω την Ντουλάπα ν’ ανοίξει και είμαι στο Κρεβάτι σε δύο δευτερόλεπτα. Είναι τόσο σούπερ έξτρα ζεστά κάτω από το Πάπλωμα, που πρέπει να βγάλω έξω τα πόδια μου για να μην καούν. Πίνω όσο θέλω, πρώτα απ’ το αριστερό και μετά απ’ το δεξί. Δε θέλω να βγω εκτός, γιατί δε θα είναι πια τα γενέθλιά μου. ··· Φως αναβοσβήνει καταπάνω μου, με τρυπάει. Κοιτάζω έξω από το Πάπλωμα αλλά μισοκλείνοντας τα μάτια. Η Μαμά στέκεται δίπλα στη Λάμπα και είναι παντού φως, μετά κλικ, και ξαναγίνεται σκοτάδι. Φως ξανά, το κάνει να κρατήσει τρία δευτερόλεπτα, και μετά σκοτάδι, και μετά φως για μόνο ένα δευτερόλεπτο. Η Μαμά κοιτάζει πάνω, στον Φεγγίτη. Σκοτάδι ξανά. Το κάνει αυτό τη νύχτα, νομίζω ότι τη βοηθάει να ξανακοιμηθεί. Περιμένω ώσπου η Λάμπα να σβήσει κανονικά. «Τελείωσες;» ψιθυρίζω μέσα στο σκοτάδι. «Συγγνώμη που σε ξύπνησα», μου λέει. «Δεν πειράζει». Ξαναμπαίνει στο Κρεβάτι, είναι πιο κρύα από μένα, δένω τα χέρια


38

EMMA DONOGHUE

μου γύρω απ’ την κοιλίτσα της. ··· Τώρα είμαι πέντε και μια μέρα. Ο μπούρδας ο Πέος στέκεται όρθιος το πρωί, τον σπρώχνω να κατεβεί. Όταν πλένουμε καλά καλά τα χέρια μας μετά τα τσίσα, τραγουδάω: He’s Got the Whole World in His Hands*, μετά όμως δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο τραγούδι με χέρια, εκτός απ’ αυτό που λέει Έχω δυο πουλάκια μες στα καλαθάκια, αλλά αυτό είναι για δάχτυλα. * Έχει Όλο τον Κόσμο στα Χέρια Του. Το τραγούδι συγκαταλέγεται στην κατηγορία των θρησκευτικών «φυλετικών»τραγουδιών (spirituals) και γράφτηκε από τον Τσερόκι Ινδιάνο Obie Philpot κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. «Πέταξε το ένα, πέταξε ο Πέτρος, Πέταξε και τ’ άλλο, πέταξε ο Παύλος».* * Στην αγγλική εκδοχή του παιδικού τραγουδιού, τα «δυο πουλάκια μες στα καλαθάκια» ονομάζονται Peter (Πέτρος) καιPaul (Παύλος), ακριβώς όπως οι Απόστολοι. Τα δυο μου δάχτυλα εκτοξεύονται γύρω γύρω στο Δωμάτιο και παραλίγο να πάθουν εναέρια σύγκρουση. «Ήρθε ο Πέτρος, Ήρθε κι ο Παύλος». «Νομίζω ότι στην πραγματικότητα ήταν άγγελοι», λέει η Μαμά. «Ε;» «Ή μάλλον όχι, συγγνώμη, άγιοι». «Τι είναι άγιοι;» «Σούπερ έξτρα ιεροί άνθρωποι. Σαν άγγελοι χωρίς φτερά». Τώρα μπερδεύτηκα. «Και τότε, πώς πετάνε από τα καλαθάκια;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

39

«Όχι, αυτά είναι τα πουλάκια – τα πουλάκια έχουν φτερά και πετάνε, βέβαια. Απλώς εννοούσα ότι έχουν πάρει τα ονόματα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, δύο φίλων του Μικρού Χριστού». Δεν ήξερα ότι είχε κι άλλους φίλους εκτός από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. «Για την ακρίβεια, ο Απόστολος Πέτρος είχε πάει φυλακή για ένα διάστημα». Γελάω. «Τα μωρά δεν πάνε φυλακή». «Αυτό έγινε όταν είχαν μεγαλώσει όλοι». Δεν ήξερα ότι ο Μικρός Χριστός μεγαλώνει. «Είναι κακός ο Απόστολος Πέτρος;» «Όχι, όχι, μπήκε κατά λάθος στη φυλακή· θέλω να πω, τον έβαλαν εκεί κάτι κακοί αστυνομικοί. Τέλος πάντων, προσευχόταν όλη την ώρα για να βγει, και ξέρεις τι έγινε τελικά; Ένας άγγελος ήρθε από τον ουρανό και άνοιξε την πόρτα σπάζοντάς την». «Πρώτο», λέω. Μου αρέσει καλύτερα όμως όταν είναι μωρά που τρέχουν όλα μαζί χωρίς ρούχα. Ακούγεται ένας περίεργος ήχος σαν κοπάνημα κι ύστερα ένα σκρατς σκρατς. Φωτεινάδα μπαίνει από τον Φεγγίτη, τώρα το σκούρο χιόνι σχεδόν έχει φύγει όλο. Η Μαμά κοιτάζει κι αυτή ψηλά, κι έχει ένα μικρό χαμόγελο στο στόμα της, μάλλον η προσευχή έκανε τα μαγικά της. «Είναι ακόμα το ίσο πράγμα;» «Η ισημερία;» ρωτάει. «Όχι. Το φως έχει αρχίσει να κερδίζει λίγο έδαφος». Μ’ αφήνει να φάω κέικ για πρωινό, δεν το έχω ξανακάνει ποτέ αυτό. Έχει γίνει κριτσανιστό, αλλά είναι ακόμα καλό. Η Τηλεόραση έχει Σούπερ Ζωάκια!, δε φαίνονται καλά, κι η Μαμά κουνάει και ξανακουνάει τον Λαγουδάκη αλλά δεν τα φτιάχνει και πολύ. Κάνω ένα φιόγκο στο συρμάτινο αυτί του με τη μοβ κορδέλα. Μακάρι να ήταν οι Backyardigans*, έχω αιώνες να παίξω μαζί τους. Το Κυριακάτικο Δώρο δεν είναι ακόμα εδώ γιατί ο ΣαταΝίκ δεν ήρθε χτες βράδυ, για την ακρίβεια το που δεν ήρθε ήταν και το καλύτερο κομμάτι απ’ τα γενέθλιά μου. Αυτό που ζητήσαμε έτσι κι αλλιώς δεν είναι και τίποτα φοβερό, ένα καινούργιο παντελόνι γιατί το μαύρο μου έχει τρύπες αντί για γόνατα. Εμένα δε με πειράζουν οι


40

EMMA DONOGHUE

τρύπες, αλλά η Μαμά λέει ότι με κάνουν να μοιάζω με άστεγο, δεν μπορεί να μου εξηγήσει τι είναι αυτό. * The Backyardigans: Αμερικανοκαναδικά κινούμενα σχέδια, με ήρωες πέντε ζωάκια που φαντάζονται την πίσω αυλή τους (back yard) σαν έναν ολόκληρο κόσμο περιπέτειας. Μετά το μπάνιο παίζω με τα ρούχα. Η ροζ φούστα της Μαμάς σήμερα είναι φίδι, και μαλώνει με την άσπρη κάλτσα μου. «Είμαι η καλύτερη φίλη του Τζακ». «Όχι, εγώ είμαι ο καλύτερος φίλος του Τζακ». «Θα σου χώσω σφαλιάρα». «Θα σου πατήσω δαγκωνιά». «Θα σε κάνω σκόνη με το μαγικό αεροβόλο μου». «Ναι, αλλά εγώ θα σε κάνω κομματάκια με το σούπερ μέγκατρον τρανσφόρμερ μπλάστερ μου…» «Έι», λέει η Μαμά, «θες να παίξουμε Μήλα;» «Δεν έχουμε πια την Μπάλα Θαλάσσης», της θυμίζομαι. Είχε σκάσει κατά λάθος όταν την κλότσησα πάνω στο Ντουλάπι με σούπερ έξτρα φόρα. Ήθελα να ζητήσω μια καινούργια αντί για το χαζό το παντελόνι. Η Μαμά όμως λέει ότι μπορούμε να φτιάξουμε μία, τσαλακώνουμε όλες τις σελίδες που έχω γράψει για εξάσκηση στο γράψιμό μου, γεμίζουμε με τα τσαλακωμένα μια σακούλα από τα ψώνια και τη ζουλάμε ώσπου να γίνει σχεδόν το σχήμα της Μπάλας Θαλάσσης, κι ύστερα ζωγραφίζουμε πάνω της μια τρομακτική φατσούλα με τρία μάτια. Η Γραμματόμπαλα δεν πηγαίνει τόσο ψηλά όσο πήγαινε η Μπάλα Θαλάσσης αλλά κάθε φορά που την πιάνουμε κάνει ένα δυνατό σχρατς. Η Μαμά είναι η καλύτερη στο πιάσιμο, μόνο που μερικές φορές αυτό κάνει τον χαλασμένο καρπό της να πονάει, κι εγώ ο καλύτερος στο πέταγμα. Επειδή για πρωινό φάγαμε κέικ, για μεσημέρι τρώμε ανάποδα Κυριακάτικες Τηγανίτες. Δεν έχει μείνει πολύ μείγμα, οπότε είναι από τις λεπτές και απλωτές, μ’ αρέσουν έτσι. Η δική μου δουλειά είναι να τις διπλώνω, μερικές ραγίζουν. Δεν έχει πολλή μαρμελάδα, οπότε την ανακατεύουμε κι αυτή με νερό.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

41

Μία γωνία απ’ τη δική μου στάζει, η Μαμά καθαρίζει το Πάτωμα με το Σφουγγάρι. «Ο φελλός έχει αρχίσει να φαγώνεται», λέει, με τα δόντια της κλειστά. «Πώς υποτίθεται δηλαδή ότι θα τον κρατήσουμε καθαρό;» «Πού;» «Εδώ που πατάμε». Μπαίνω κάτω από το Τραπέζι. Το Πάτωμα έχει μια τρύπα με κάτι καφέ από κάτω που είναι πιο σκληρότερο όταν το ζουλάω με το νύχι μου. «Μην το κάνεις χειρότερο, Τζακ». «Δεν το κάνω, απλώς το κοιτάζω με το δάχτυλό μου». Είναι σαν μικρούτσικος κρατήρας. Μετακομίζουμε το Τραπέζι δίπλα στην Μπανιέρα για να μπορούμε να κάνουμε ηλιοθεραπεία πάνω στη Μοκέτα ακριβώς από κάτω απ’ τον Φεγγίτη που είναι σούπερ έξτρα ζεστά. Τραγουδάω το «Ain’t no Sunshine», η μαμά πιάνει το «Here Comes the Sun», μετά διαλέγω το «You Are My Sunshine».* Μετά θέλω λίγο, είναι μεσημέρι – αυτό που έχει μείνει σήμερα είναι σούπερ έξτρα νόστιμο και πηχτό σαν κρέμα. * Τραγούδια για τον ήλιο. Ain’t No Sunshine: του Bill Withers, 1971· Here Comes The Sun: τραγούδι του George Harrison από το άλμπουμ Abbey Road των Beatles, 1969· You Are My Sunshine: αμερικανικό ποπ τραγούδι που ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1939. Το κίτρινο πρόσωπο του Θεού κάνει κόκκινο μέσα απ’ τα βλέφαρά μου. Όταν τα ανοίγω, είναι πολύ φωτεινά για να κοιτάξω. Τα δάχτυλά μου κάνουν σκιές στη Μοκέτα, μικρούτσικες και ζουληχτές. Η Μαμά λαγοκοιμάται. Ακούω ένα κάτι και σηκώνομαι χωρίς να την ξυπνήσω. Ο θόρυβος είναι δίπλα στην Κουζίνα, ένα μικρούλι γρατζούνισμα. Ένα ζωντανό πράγμα, ένα ζώο, στ’ αλήθεια αληθινό, όχι Τηλεόραση. Το πράγμα είναι στο Πάτωμα και τρώει κάτι, ίσως κανένα ψίχουλο από τις τηγανίτες. Έχει ουρά, νομίζω δηλαδή ότι ουρά είναι, κι αυτό που είναι στο ολόκληρό του είναι ένας ποντικός.


42

EMMA DONOGHUE

Πηγαίνω πιο κοντύτερα και βζιιιν μπαίνει κάτω από την Κουζίνα σχεδόν χωρίς να προλάβω να τον δω, δεν ήξερα ποτέ ότι κάτι ζωντανό μπορεί να τρέχει τόσο γρήγορα. «Ω, Ποντικέ», λέω ψιθυριστά, για να μην τον τρομάξω. Έτσι πρέπει να μιλάς στους ποντικούς, είναι στην Αλίκη, μόνο που εκείνη μιλάει κατά λάθος για τη γάτα της, την Ντίνα, και ο ποντικός φοβάται και φεύγει κολυμπώντας. Τώρα βάζω τα χέρια μου προσευχή: «Γύρνα πίσω, Ποντικέ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ…» Περιμένω ώρες και ώρες αλλά αυτός δεν έρχεται. Η Μαμά σίγουρα κοιμάται. Ανοίγω το Ψυγείο, δεν έχει και πολλά μέσα. Στα ποντίκια αρέσει το τυρί, αλλά δε μας έχει μείνει καθόλου. Βγάζω το ψωμί και τρίβω λιγάκι σ’ ένα πιάτο και το βάζω κάτω, εκεί που ήταν ο Ποντικός. Κάθομαι στις φτέρνες μου, μαζεύομαι να γίνω μικρός, και περιμένω κι άλλες ώρες και ώρες. Μετά, το πιο καταπληκτικότερο πράγμα – ο Ποντικός βγάζει έξω το στόμα του, είναι μυτερό. Παραλίγο να πηδήξω στον αέρα αλλά δεν πηδάω, κάθομαι σούπερ έξτρα ακίνητος. Αυτός έρχεται στα ψίχουλα και τα μυρίζει. Είμαι μόνο περίπου δύο πόδια μακριά του, μακάρι να είχα τον Χάρακα για να μετρήσω, αλλά είναι συγυρισμένος στο Κουτί στο Κάτω Από το Κρεβάτι και δε θέλω να κουνηθώ και να φοβίσω τον Ποντικό. Κοιτάζω τα χέρια του, τα μουστάκια του, την ουρά του, κατσαρή κατσαρή. Είναι στ’ αλήθεια αληθινός, είναι το πιο μεγαλύτερο αληθινό πράγμα που είδα ποτέ μου, εκατομμύρια φορές πιο μεγαλύτερος από τα μυρμήγκια ή την Αράχνη. Μετά κάτι πέφτει και χτυπάει δυνατά πάνω στην Κουζίνα, μπααααμ! Ουρλιάζω και τινάζομαι και πηδάω πάνω στο πιάτο κατά λάθος, ο Ποντικός εξαφανίστηκε, πού πήγε; Τον έσπασε το βιβλίο; Είναι το Τρισδιάστατο Αεροδρόμιο, κοιτάζω μέσα σε όλες τις σελίδες του αλλά ο Ποντικός δεν είναι πουθενά. Η Παραλαβή Αποσκευών είναι όλη σκισμένη, και τώρα δεν μπορεί να σταθεί όρθια. Το πρόσωπο της Μαμάς είναι παράξενο. «Τον έκανες να φύγει», της φωνάζω. Η Μαμά έχει το Σκουπάκι-Φαράσι και σκουπίζει τα σπασμένα κομματάκια του πιάτου. «Τι δουλειά είχε το πιάτο στο πάτωμα; Τώρα μείναμε με μόνο δύο μεγάλα κι ένα μικρό, όλα κι όλα…»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

43

Η μαγείρισσα στην Αλίκη πετάει πιάτα στο μωρό κι ένα τηγάνι που παραλίγο να του πάρει τη μύτη. «Του Ποντικού τού άρεσαν τα ψίχουλα». «Τζακ!» «Ήταν αληθινός, τον είδα». Η Μαμά τραβάει έξω την Κουζίνα, έχει μια μικρή χαραμάδα στο κάτω μέρος του Τοίχου της Πόρτας, παίρνει το σωλήνα με το αλουμινόχαρτο κι αρχίζει να κόβει κομμάτια, να τα κάνει μπάλες και να τις χώνει μέσα στη χαραμάδα. «Μη. Παρακαλώ». «Λυπάμαι, αλλά όπου είναι ένα, είναι δέκα». Αυτό είναι τρελή αριθμητική. Η Μαμά αφήνει το αλουμινόχαρτο και με κρατάει με δύναμη απ’ τους ώμους. «Αν τον αφήσουμε να μείνει, σύντομα θα γεμίσουμε απ’ τα μωρά του. Θα κλέβουν το φαγητό μας, θα μας φέρνουν μικρόβια με τα βρομερά πόδια τους…» «Μπορούν να φάνε το δικό μου φαγητό, δεν πεινάω». Η Μαμά δεν ακούει. Σπρώχνει την Κουζίνα πίσω στον Τοίχο της Πόρτας. Μετά, χρησιμοποιούμε ένα κομματάκι σελοτέιπ για να κάνουμε το Υπόστεγο να σταθεί καλύτερα στο Τρισδιάστατο Αεροδρόμιο, αλλά η Παραλαβή Αποσκευών είναι πολύ σκισμένη για να φτιαχτεί. Καθόμαστε κουλουριασμένοι στην Κουνιστή και η Μαμά μού διαβάζει το Ντίλαν ο Εκσκαφέας τρεις φορές, που σημαίνει ότι είναι μετανιωμένη. «Να ζητήσουμε ένα καινούργιο βιβλίο για Κυριακάτικο Δώρο», λέω. Στραβώνει το στόμα της. «Ζήτησα, πριν από μερικές βδομάδες· ήθελα να έχεις ένα για τα γενέθλιά σου. Αλλά μου είπε να πάψω να τον ζαλίζω – ένα ολόκληρο ράφι από δαύτα έχουμε ήδη». Κοιτάζω πάνω από το κεφάλι της. Το Ράφι θα μπορούσε να χωρέσει άλλα εκατό διακόσια αν βάζαμε μερικά από τα άλλα πράγματα στο Κάτω Από το Κρεβάτι, δίπλα στον Αυγοφίδη. Ή πάνω στην Ντουλάπα… αλλά εκεί μένουν το Κάστρο και ο Λαβύρινθος. Είναι δύσκολο να βρεις πού είναι το σπίτι τού κάθε πράγμα – μερικές φορές, η Μαμά λέει ότι πρέπει να πετάμε πράγματα στα Σκουπίδια, εγώ όμως πάντα τούς βρίσκω ένα μέρος να μείνουν.


44

EMMA DONOGHUE

«Πιστεύει ότι πρέπει να βλέπουμε όλη την ώρα τηλεόραση». Ωραίο ακούγεται. «Για να σαπίσει το μυαλό μας σαν το δικό του», λέει η Μαμά. Τεντώνεται να πιάσει το Τα Ωραιότερα Παιδικά Τραγούδια. Μου διαβάζει ένα που διαλέγω σε κάθε σελίδα. Τα καλύτερά μου είναι αυτά με τους Τζακ, όπως το Τζακ Σπρατ ή το Ο Μικρός Τζακ Χόρνερ.* * Jack Sprat και Little Jack Horner αντίστοιχα: δύο από τα δημοφιλέστερα παραδοσιακά αγγλικά παιδικά τραγούδια. Πέτα, Τζακ, σαν το πουλί, Τρέχα σαν την αστραπή, Πήδα πάνω απ’ το κερί.* * Κατά προσέγγιση απόδοση του πολύ γνωστού και αγαπητού Jack be nimble, Jack be quick, Jack jump over thecandlestick. Νομίζω ότι αυτός ο Τζακ ήθελε να δει αν θα έκαιγε το φανελάκι του ύπνου του. Στην Τηλεόραση είναι πιτζάμες αντί για φανελάκια, ή νυχτικά για τα κορίτσια. Το δικό μου φανελάκι είναι το μεγαλύτερό μου, έχει μια τρύπα στον ώμο που μ’ αρέσει να χώνω μέσα το δάχτυλό μου και να γαργαλιέμαι όταν βγαίνω εκτός. Μετά είναι ο Τζάκι Γουάκι, ωραίο γλυκάκι, όταν όμως έμαθα λίγο να διαβάζω, είδα ότι είναι ο Τζόρτζι Πόρτζι, το καλό γουρουνάκι. Η Μαμά το άλλαξε για να μου το ταιριάξει, δεν είναι σαν να λες ψέματα αυτό, είναι απλώς παιχνίδι, όπως στην προσποίηση. Το ίδιο είναι και το Ο Τζακ, ο Τζακ, του λυράρη ο γιος, Το γουρούνι κλέβει, γίνεται καπνός. Για την ακρίβεια, στο βιβλίο λέει Τομ, αλλά ο Τζακ ακούγεται πιο καλύτερος. Το κλέψιμο είναι όταν ένα αγόρι παίρνει αυτό που είναι κάποιου άλλου αγοριού, γιατί στα βιβλία και στην Τηλεόραση όλοι οι κόσμοι έχουν πράγματα που είναι μόνο δικά τους, είναι μπερδεμένο. Είναι 05:39, οπότε μπορούμε να φάμε βραδινό, είναι γρήγορος φιδές. Όσο ο φιδές καυτίζεται στο νερό, η Μαμά βρίσκει δύσκολες


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

45

λέξεις για να με εξετάσει από το χαρτόκουτο του γάλα, όπως θρεπτικό που σημαίνει φαγητό, και παστεριωμένο που σημαίνει ότι πιστόλια λέιζερ εξαφάνισαν τα μικρόβια. Θέλω κι άλλο κέικ, αλλά η Μαμά λέει παντζάρια κομμένα και πολύ ζουμερά πρώτα. Μετά τρώω κέικ που είναι τώρα πολύ τραγανό και η Μαμά τρώει επίσης, λιγάκι. Ανεβαίνω στην Κουνιστή για να βρω το Κουτί με τα Επιτραπέζια στο τέρμα στο Ράφι, απόψε διαλέγω Ντάμα και θα είμαι ο κόκκινος. Τα πούλια είναι σαν σοκολατένια κουφετάκια, αλλά τα έχω γλείψει πολλές φορές και δεν έχουν γεύση σαν κανένα φαγητό. Κολλάνε πάνω στο ταμπλό με μαγνητική μαγεία. Της Μαμάς τής αρέσει το Σκάκι, αλλά το Σκάκι κάνει το κεφάλι μου να πονάει. Την ώρα της Τηλεόρασης, η Μαμά διαλέγει τον πλανήτη της άγριας φύσης, είναι κάτι χελώνες που θάβουν τα αυγά τους στην άμμο. Όταν η Αλίκη μακραίνει, τότε που τρώει το μανιτάρι, το περιστέρι θυμώνει γιατί νομίζει ότι η Αλίκη είναι κακό σερπετό που προσπαθεί να φάει τα περιστεροαυγά του. Να τα μικρά χελωνάκια που βγαίνουν από τα τσόφλια τους, αλλά οι χελώνες μητέρες έχουν ήδη φύγει, παράξενο αυτό. Αναρωτιέμαι αν θα συναντιούνται καμιά φορά στη θάλασσα, οι μητέρες και τα μωρά, αν θα γνωρίζονται ή αν απλώς θα προσπερνιούνται κολυμπώντας. Η άγρια φύση τελειώνει πολύ γρήγορα, κι έτσι αλλάζω πλανήτη σε δύο άντρες που φοράνε μόνο σορτσάκια και αθλητικά παπούτσια και στάζουν από τη ζέστη. «Α, όχι, δεν επιτρέπεται να χτυπάμε τους άλλους», τους λέω. «Ο Μικρός Χριστούλης θα θυμώσει». Αυτός με το κίτρινο σορτσάκι χώνει μια γερή μπουνιά στο μάτι του μαλλιαρού. Η Μαμά βογκάει σαν να πονάει. «Πρέπει να το δούμε οπωσδήποτε αυτό;» «Περίμενε», της λέω. «Σ’ ένα λεπτό θα έρθει η αστυνομία ίου ίου ίου ίου ίου, θα τους πιάσει και θα τους κλείσει φυλακή». «Για την ακρίβεια, το μποξ… δεν είναι ωραίο, αλλά είναι παιχνίδι, και ψιλοεπιτρέπεται να χτυπάς τον άλλο, αν φοράς αυτά τα ειδικά γάντια. Έλα τώρα, πέρασε η ώρα». «Μόνο ένα γύρο Παπαγάλο, που κάνει καλό στο λεξιλόγιο». «Εντάξει». Η Μαμά πηγαίνει και αλλάζει την Τηλεόραση στον


46

EMMA DONOGHUE

πλανήτη του κόκκινου καναπέ, όπου μια γυναίκα με φουσκωτά μαλλιά που είναι το αφεντικό κάνει ερωτήσεις σε μερικούς άλλους κόσμους και εκατό άλλοι κόσμοι χειροκροτάνε. Τεντώνω τ’ αυτιά μου ν’ ακούσω, η γυναίκα μιλάει σ’ έναν άντρα μ’ ένα πόδι, νομίζω ότι το άλλο το έχασε σ’ έναν πόλεμο. «Παπαγάλος», φωνάζει η Μαμά. «Το πιο συγκινητικό στοιχείο –για μένα προσωπικά, αλλά και για όλους τους τηλεθεατές μας, πιστεύω–, η πιο συγκλονιστική απ’ όλες σας τις εμπειρίες…» «Ωραία προφορά», λέει η Μαμά. «Συγκινητικό σημαίνει λυπητερό». «Πάλι». «Την ίδια εκπομπή;» «Όχι, άλλη». Βρίσκει ένα δελτίο ειδήσεων που είναι ακόμα πιο δυσκολότερο. «Παπαγάλος». Η Μαμά το αθορυβίζει ξανά. «Α, και με όλη αυτή τη συζήτηση περί εργατικής αδιαθεσίας να ακολουθεί τη μεταρρύθμιση στο χώρο της υγείας…» «Κι άλλο;» Η Μαμά περιμένει. «Πολύ καλά και πάλι. Αλλά ήταν νομοθεσίας όχι αδιαθεσίας». «Τι διαφορά έχει;» «Αδιαθεσία είναι όταν δεν αισθανόμαστε και πολύ καλά, και νομοθεσία…» Το χασμουρητό μου είναι τεράστιο. «Δεν πειράζει, ξέχνα το». Η Μαμά χαμογελάει και κλείνει την Τηλεόραση. Δε μ’ αρέσει καθόλου όταν οι εικόνες εξαφανίζονται και η οθόνη είναι πάλι μόνο γκρίζη. Πάντα θέλω να κλαίω όταν γίνεται αυτό, αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Κάθομαι στην αγκαλιά της Μαμάς στην Κουνιστή με τα πόδια μας όλα μπλεγμένα. Εκείνη είναι ο Μάγος μεταμορφωμένος σε γιγάντιο καλαμάρι κι εγώ είμαι ο Πρίγκιπας ΤζάκερΤζακ* και στο τέλος δραπετεύω. Παίζουμε Γαργαλητό και Νταχτιρντί και Ψαλιδιστές Σκιές στον Τοίχο του Κρεβατιού. * Αναφορά στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

47

Μετά ζητάω να μου πει τον ΤζάκερΤζακ Λαγό, που πάντα κάνει πονηρά κόλπα στην Αλεπού Μπρερ.* Ξαπλώνει στο δρόμο παριστάνοντας τον πεθαμένο και η Αλεπού τον μυρίζει και λέει: «Καλύτερα να μην τον πάρω σπίτι, είναι πολύ βρομερός…» Η Μαμά με μυρίζει παντού και κάνει αηδιαστικές γκριμάτσες κι εγώ βάζω τα δυνατά μου να μη γελάσω για να μην καταλάβει η Αλεπού ότι για την ακρίβεια είμαι ζωντανός, αλλά τελικά πάντα γελάω. * Λαγός, Αλεπού και Αρκούδα Μπρερ (Br’er Rabbit, Br’er Fox, Br’er Bear) ήρωες από τον αμερικανικό λαϊκό μύθο τουπαραμυθά Θείου Ρέμους, οι φανταστικές αφηγήσεις του οποίου πέρασαν από την προφορική παράδοση στον γραπτό λόγο, και από εκεί στα κόμικς και τα κινούμενα σχέδια. Για τραγούδι θέλω ένα αστείο, οπότε η Μαμά ξεκινάει το «Σκουλήκια μες στη μύτη σου…» «Σκουλήκια στα σαγόνια…» τραγουδάω. «Σκουλήκια τρώνε άντερα…» «Σαν να ’ταν μακαρόνια…» Πίνω όσο θέλω στο Κρεβάτι αλλά το στόμα μου νυστάζει. Η Μαμά με πηγαίνει αγκαλιά στην Ντουλάπα και με τυλίγει καλά καλά στην Κουβέρτα ως το λαιμό, αλλά εγώ την ξανανοίγω λιγάκι. Τα δάχτυλά μου κάνουν τσαφ-τσουφ πάνω στην κόκκινη γραμμή της. Μπιπ μπιπ, αυτή είναι η Πόρτα. Η Μαμά τινάζεται και βγάζει έναν ήχο, νομίζω ότι χτύπησε το κεφάλι της. Κλείνει καλά την Ντουλάπα. Ο αέρας που μπαίνει μέσα είναι καταψυγμένος, νομίζω ότι είναι λίγο όπως στο Απώτερο Διάστημα, μυρίζει ωραία. Η Πόρτα κάνει το βντουπ της, αυτό σημαίνει ότι τώρα ο ΣαταΝίκ είναι μέσα. Δε νυστάζω πια. Σηκώνομαι στα γόνατα και κοιτάζω μέσα από τις γρίλιες, το μόνο όμως που μπορώ να δω είναι η Συρταριέρα και η Μπανιέρα και λίγο στρογγυλό από το Τραπέζι. «Νόστιμο φαίνεται». Η φωνή του ΣαταΝίκ είναι σούπερ έξτρα βαθιά. «Α, είναι ό,τι έμεινε από το κέικ γενεθλίων», λέει η Μαμά.


48

EMMA DONOGHUE

«Έπρεπε να μου το είχες θυμίσει, θα μπορούσα να του φέρω κάτι. Πόσο είναι τώρα; Τεσσάρων;» Περιμένω τη Μαμά να πει, εκείνη όμως δε λέει. «Πέντε», ψιθυρίζω. Η Μαμά όμως πρέπει να με άκουσε γιατί έρχεται πιο κοντά στην Ντουλάπα και λέει «Τζακ» με θυμωμένη φωνή. Ο ΣαταΝίκ γελάει, δεν ήξερα ότι μπορούσε. «Να το που μιλάει». Γιατί λέει να το κι όχι να τος; «Θες να βγεις να δοκιμάσεις το καινούργιο σου μπλουτζίν;» Δεν το λέει στη Μαμά αυτό, το λέει σε μένα. Το στήθος μου αρχίζει να βροντάει τρελά, ντάπα ντούπα ντάπα ντούπα. «Κοντεύει να κοιμηθεί», λέει η Μαμά. Καθόλου δεν κοντεύω. Μακάρι να μην είχα ψιθυρίσει πέντε για να μ’ ακούσει, μακάρι να μην είχα κάνει τίποτα. Κάποιος λέει κάτι άλλο που δεν μπορώ να τ’ ακούσω καλά… «Εντάξει, εντάξει», λέει μετά ο ΣαταΝίκ. «Μπορώ να έχω ένα κομμάτι;» «Έχει αρχίσει να μπαγιατεύει. Αν το θες πραγματικά…» «Όχι, ξέχνα το. Ό,τι πεις εσύ». Η Μαμά δε λέει τίποτα. «Εγώ είμαι απλώς το παιδί του μπακάλη, αυτός που βγάζει έξω τα Σκουπίδια, που οργώνει τα μαγαζιά ψάχνοντας για παιδικά ρούχα, που σκαρφαλώνει στη στέγη για να βγάλει τον πάγο απ’ το φεγγίτη σου… στις διαταγές σας, λοιπόν, κυρία μου…» Νομίζω ότι κάνει σαρκασμό – έτσι το λένε όταν λες κάτι το εντελώς αντίθετο απ’ τη φωνή που το λες. «Ευχαριστώ για το φεγγίτη». Η Μαμά ακούγεται αλλιώτικη, σαν να μην είναι εκείνη. «Το κάνει πολύ πιο φωτεινό». «Ορίστε, επιτέλους τα κατάφερες – δεν ήρθε κι η καταστροφή του κόσμου που μου είπες ένα ευχαριστώ, ε;» «Συγγνώμη. Ευχαριστώ πολύ». «Μερικές φορές πρέπει να σου το βγάζω με το τσιγκέλι», λέει ο ΣαταΝίκ. «Και ευχαριστώ για τα τρόφιμα και το παντελόνι». «Παρακαλώ». «Κάτσε να σου φέρω ένα πιάτο, το μεσαίο κομμάτι μπορεί να είναι ακόμα μαλακό».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

49

Ακούγονται κάτι κλινκ, νομίζω ότι του δίνει κέικ. Το δικό μου κέικ. Μετά από λίγο ο ΣαταΝίκ ξαναμιλάει, αλλά μπερδεμένα. «Ναι, έχεις δίκιο, μπαγιάτεψε». Το στόμα του είναι γεμάτο από το κέικ μου. Η Λάμπα σβήνει φουουπ κάνοντάς με να τιναχτώ. Δε με πειράζει το σκοτάδι αλλά δε μ’ αρέσει όταν με ξαφνιάζει. Ξαπλώνω κάτω από την Κουβέρτα και περιμένω. Όταν ο ΣαταΝίκ αρχίζει να τρίζει το Κρεβάτι, μετράω πεντάδες στα δάχτυλά μου, απόψε είναι 217 τριξίματα. Πρέπει πάντα να μετράω ώσπου να τον ακούσω να βγάζει αυτό τον ήχο σαν να πνίγεται – μετά σταματάει. Δεν ξέρω τι θα γινόταν άμα δε μέτραγα, γιατί πάντα μετράω. Τι γίνεται τις νύχτες που κοιμάμαι; Δεν ξέρω, ίσως να μετράει η Μαμά. Μετά το 217, όλα είναι ήσυχα. Ακούω την Τηλεόραση να ανοίγεται, είναι απλώς ο πλανήτης με τις ειδήσεις, βλέπω κομματάκια με τανκς μέσα από τις γρίλιες, δεν είναι πολύ ενδιαφέρον. Βάζω το κεφάλι μου κάτω από την Κουβέρτα. Η Μαμά και ο ΣαταΝίκ μιλάνε λίγο, εγώ όμως δεν ακούω. ··· Ξυπνάω στο Κρεβάτι και βρέχει, αυτό γίνεται όταν ο Φεγγίτης είναι όλος θολός. Η Μαμά μού δίνει να πιω λίγο και τραγουδάει το «Singing in the Rain»* πολύ σιγανά. * Δεν έχει ξεκαθαριστεί το πότε ακριβώς γράφτηκε και πρωτοτραγουδήθηκε το θρυλικό Τραγουδώντας στη Βροχή (Arthur Freed/ Nacio Herb Brown), τραγούδι που έγινε γνωστό στο πλατύ κοινό το 1929 και που σήμερα κατέχει την τρίτη θέση στον κατάλογο των εκατό πιο αναγνωρίσιμων «κινηματογραφικών» τραγουδιών του 20ού αιώνα. Το δεξί δεν είναι νόστιμο. Μετά, θυμάμαι κάτι κι ανακαθίζομαι. «Γιατί δεν του είπες από πριν ότι ήταν τα γενέθλιά μου;» Η Μαμά σταματάει να χαμογελάει. «Υποτίθεται ότι κοιμάσαι όταν είναι αυτός εδώ». «Αν του το είχες πει όμως, θα μου είχε φέρνει κάτι».


50

EMMA DONOGHUE

«Φέρει κάτι», με διορθώνει η Μαμά. «Ναι, καλά, έτσι λέει». «Τι κάτι;» Περιμένω. «Έπρεπε να του το είχες θυμηθεί». Η Μαμά τεντώνει τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της. «Θυμίσει. Δε θέλω να σου φέρνει πράγματα». «Μα, το Κυριακάτικο Δώρο…» «Αυτό είναι διαφορετικό, Τζακ, είναι πράγματα που τα έχουμε ανάγκη, και γι’ αυτό του τα ζητάω». Δείχνει στη Συρταριέρα, ένα κάτι μπλε διπλωμένο. «Μια που το ’φερε ο λόγος, ορίστε το καινούργιο σου μπλουτζίν». Σηκώνεται και πηγαίνει να κάνει τσίσα της. «Θα μπορούσες να του ζητήσεις ένα δώρο για μένα. Ποτέ δεν έχω πάρει ούτ’ ένα δώρο στη ζωή μου». «Σου έκανα εγώ δώρο, το ξέχασες; Ήταν η ζωγραφιά». «Δεν τη θέλω τη χαζή τη ζωγραφιά». Κλαίω. Η Μαμά σκουπίζει τα χέρια της κι έρχεται να με αγκαλιάσει. «Μην κλαις». «Ίσως να…» «Δε σ’ ακούω. Πάρε βαθιά ανάσα». «Ίσως να…» «Πες μου τι συμβαίνει». «Ίσως να ήταν ένα σκυλί». «Τι πράγμα;» Δεν μπορώ να σταματήσω, πρέπει να μιλάω μέσα από τα κλάματα. «Το δώρο. Ίσως να ήταν ένα σκυλί μεταμορφωμένο σε αληθινό, και θα μπορούσαμε να το φωνάζουμε Λάκι». Η Μαμά σκουπίζει τα μάτια μου με το ίσιο των χεριών της. «Αφού το ξέρεις ότι δεν έχουμε χώρο». «Έχουμε και παραέχουμε». «Τα σκυλιά χρειάζονται άσκηση». «Κι εμείς κάνουμε». «Ναι, αλλά ένα σκυλί…» «Θα τρέχουμε πολύ στον Στίβο, και ο Λάκι θα μπορεί να τρέχει δίπλα μας. Στοίχημα ότι θα είναι πιο γρηγορότερος από σένα». «Τζακ. Ένα σκυλί θα μας τρελάνει». «Όχι καθόλου».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

51

«Ναι. Κλεισμένοι εδώ μέσα, με τα γαβγίσματα, τα γδαρσίματα…» «Ο Λάκι δε θα γδέρνει». Η Μαμά γυρίζει τα μάτια της. Πηγαίνει στο Ντουλάπι να πάρει τα δημητριακά, τα χύνει στα μπολ μας χωρίς ούτε καν να τα μετρήσει. Κάνω μια γκριμάτσα σαν αγριεμένο λιοντάρι. «Τη νύχτα που εσύ θα είσαι εκτός, εγώ θα μείνω ξύπνιος και θα βγάλω τα αλουμινόχαρτα απ’ τις τρύπες έτσι που να γυρίσει ο Ποντικός». «Μη γίνεσαι χαζός». «Δεν είμαι εγώ χαζός, εσύ είσαι η χαζή και η κουφιοκέφαλη και η μπουμπουνοκέφαλη!» «Άκου, Τζακ, καταλαβαίνω ότι…» «Ο Ποντικός και ο Λάκι είναι φίλοι μου». Κλαίω ξανά. «Δεν υπάρχει Λάκι». Η Μαμά μιλάει με τα δόντια της σφιχτά. «Υπάρχει και παραϋπάρχει και τον αγαπάω». «Απλώς τον δημιούργησες». «Υπάρχει επίσης ο Ποντικός, αυτός είναι ο αληθινός μου φίλος κι εσύ τον έδιωξες…» «Ναι», φωνάζει η Μαμά, «για να μην ανεβεί τη νύχτα στο πρόσωπό σου κι αρχίσει να σε δαγκώνει». Κλαίω τόσο πολύ που η ανάσα μου βήχει. Δεν ήξερα ότι ο Ποντικός μπορούσε να μου δαγκώσει το πρόσωπο, νόμιζα ότι μόνο τα βαμπίρ το κάνουν αυτό. Η Μαμά πέφτει πάνω στο Πάπλωμα και δεν κουνιέται. Μετά από ένα λεπτό, πηγαίνω δίπλα της και ξαπλώνω. Σηκώνω το φανελάκι της για να πιω, πρέπει να σταματάω συνέχεια για να σκουπίζω τη μύτη μου. Το αριστερό είναι καλό, αλλά δεν έχει μείνει πολύ. Αργότερα δοκιμάζω το καινούργιο μου μπλουτζίν. Μου πέφτει συνέχεια. Η Μαμά τραβάει μια κλωστή που προεξέχει. «Μη». «Θα έβγαινε έτσι κι αλλιώς. Φτηνο…» Δε λέει τι. «…ντένιμ», τη βοηθάω εγώ. «Απ’ αυτό φτιάχνονται τα μπλουτζίν». Βάζω την κλωστή στο Ντουλάπι, στο Τάπερ των Εργόχειρων. Η Μαμά κατεβάζει το Σετ Ραπτικής να κάνει μερικές βελονιές στη


52

EMMA DONOGHUE

ζώνη, μετά απ’ αυτό, το παντελόνι μου μένει στη θέση του. Σήμερα έχουμε πολλές δουλειές. Πρώτα λύνουμε το Πειρατικό Πλοίο που είχαμε φτιάξει την περασμένη βδομάδα και το μεταμορφώνουμε σε Τανκ. Το Μπαλόνι είναι ο οδηγός, κάποτε ήταν μεγάλο σαν το κεφάλι της Μαμάς και ροζ και χοντρό, τώρα όμως είναι μικρό σαν τη γροθιά μου και μόνο κόκκινο και ζαρωμένο. Φουσκώνουμε μόνο ένα όταν γίνεται πρώτη του μηνός, οπότε δεν μπορούμε να φτιάξουμε στο Μπαλόνι αδελφάκι μέχρι να γίνει Απρίλιος. Και η Μαμά παίζει με το Τανκ, αλλά όχι πολύ. Βαριέται γρήγορα, εξαιτίας από το που είναι μεγάλη. Η Δευτέρα είναι μέρα πλύσης, πηγαίνουμε στην Μπανιέρα με κάλτσες, εσώρουχα, το γκρίζο παντελόνι μου που το πυροβόλησε το κέτσαπ, τα σεντόνια και τα ποτηρόπανα, και ζουλάμε όλη τη βρομιά να βγει από μέσα τους. Η Μαμά ζεσταίνει τέρμα τον Θερμοστάτη για να στεγνώσουν, βγάζει την Απλώστρα-Άλογο από το δίπλα στην Πόρτα και την ανοίγει όρθια κι εγώ λέω στο Άλογό μου να φανεί δυνατό. Πολύ θα ήθελα να το καβαλικέψω όπως όταν ήμουνα μωρό, τώρα όμως είμαι πολύ τεράστιος και φοβάμαι μην του σπάσω την πλάτη. Θα ήταν πρώτο να ξαναγίνομαι μερικές φορές μικρότερος και μερικές φορές μεγαλύτερος όπως η Αλίκη. Όταν έχουμε στρίψει τα νερά απ’ όλα τα ρούχα και τα έχουμε απλώσει, η Μαμά κι εγώ βγάζουμε τα φανελάκια μας και ζουλιόμαστε με τη σειρά πάνω στο Ψυγείο για να δροσιστούμε. Για μεσημέρι έχουμε φασόλια σαλάτα, το δεύτερο χειρότερο αγαπημένο μου φαγητό. Μετά τον υπνάκο μας, παίζουμε Ουρλιαχτό, που το κάνουμε κάθε μέρα, αλλά όχι Σάββατα ή Κυριακές. Καθαρίζουμε τους λαιμούς μας κι ανεβαίνουμε πάνω στο Τραπέζι για να είμαστε πιο κοντύτερα στον Φεγγίτη, κρατημένοι απ’ το χέρι για να μην πέσουμε. Λέμε «Με το ένα, με το δύο, με το τρία», κι ύστερα ανοίγουμε πολύ πολύ τα δόντια μας και φωνάζουμε ουρλιάζουμε στριγκλίζουμε τσιρίζουμε όσο πιο δυνατότερα μπορούμε. Σήμερα είμαι ο πιο δυνατότερος από ποτέ γιατί τα πνευμόνια μου τεντώνονται και μεγαλώνουν εξαιτίας από το που είμαι πέντε. Μετά κάνουμε σσστ με δάχτυλα στα χείλη. Μια φορά ρώτησα τη Μαμά γιατί, τι περιμένουμε ν’ ακούσουμε, κι εκείνη μου είπε έτσι, για να είμαστε σίγουροι, ποτέ δεν ξέρεις.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

53

Μετά κάνω ξεπατικωτούρες μ’ ένα πιρούνι και τη Χτένα και καπάκια από βάζα και τα πλαϊνά του μπλουτζίν μου. Το ριγωτό χαρτί είναι το πιο ίσιο και καλύτερο για ξεπατικωτούρες, αλλά το χαρτί τουαλέτας είναι καλό για μια ζωγραφιά που δεν τελειώνει ποτέ, όπως σήμερα κάνω εμένα με μια γάτα κι έναν παπαγάλο κι ένα ιγκουάνα κι ένα ρακούν και τον Άγιο Βασίλη κι ένα μυρμήγκι και τον Λάκι και όλους τους φίλους μου της Τηλεόρασης σε παρέλαση κι εγώ είμαι ο Βασιλιάς Τζακ. Όταν τελειώνω, το τυλίγω ξανά έτσι που να μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε για τους ποπούς μας. Παίρνω ένα καινούργιο κομματάκι από το επόμενο για ένα γράμμα στην Ντόρα, πρέπει να ξύσω το κόκκινο μολύβι με το Ίσιο Μαχαίρι. Ζουλάω το μολύβι δυνατά γιατί είναι πολύ κοντό και σχεδόν τελειωμένο, γράφω τέλεια, μόνο που μερικές φορές τα γράμματά μου πάνε το μπρος πίσω. Είμαι πέντε προχτές, μπορείς να πάρεις το τελευταίο κομμάτι κέικ αλλά δεν έχει κεριά, γεια με αγάπη Τζακ. Σκίζεται λίγο μόνο στο το. «Πότε θα το πάρει;» «Ε, φαντάζομαι…» λέει η Μαμά «… ότι θα χρειαστούν μερικές ώρες για να φτάσει στη θάλασσα, και μετά θα ξεβραστεί σε μια παραλία…» Η φωνή της είναι παράξενη επειδή πιπιλάει ένα παγάκι για το Πολύ Χαλασμένο Δόντι της. Η θάλασσα και οι παραλίες είναι Τηλεόραση, νομίζω όμως ότι όταν στέλνουμε γράμμα γίνονται αληθινές για λίγο. Τα κακά βουλιάζουν και τα γράμματα επιπλέουν στα κύματα. «Ποιος θα το βρει; Ο Ντιέγκο;» «Μάλλον. Και θα το πάει στην ξαδέλφη του την Ντόρα…» «Με το σαφάρι τζιπ του. Βρρουμ βρρρουμ μέσα στη ζούγκλα». «Θα έλεγα, λοιπόν, αύριο το πρωί. Μεσημέρι το αργότερο». Το παγάκι τώρα κάνει λιγότερο φούσκωμα στο πρόσωπο της Μαμάς. «Να δω;» Βγάζει έξω τη γλώσσα της. «Νομίζω ότι έχω κι εγώ χαλασμένο δόντι». Η Μαμά βγάζει μια φωνή. «Ω, όχι, Τζακ». «Αληθινά αλήθεια. Άου άου άου». Το πρόσωπό της αλλάζει. «Μπορείς να πιπιλίσεις ένα παγάκι αν θέλεις, δε χρειάζεται να πονάει το δόντι σου». «Πρώτο!» «Μη με τρομάζεις έτσι».


54

EMMA DONOGHUE

Δεν ήξερα ότι μπορούσα να την τρομάξω. «Μπορεί να με πονέσει όταν θα είμαι έξι». Η Μαμά ξεφυσάει όταν βγάζει τα παγάκια απ’ την Κατάψυξη. «Όποιος λέει ψέματα πέφτει μες στα αίματα». Μα δεν έλεγα ψέματα, απλώς προσποιόμουνα. Είναι βροχερά όλο το μεσημέρι, ο Θεός δεν κοιτάζει καθόλου μέσα. Τραγουδάμε τραγούδια για τον κακό καιρό και τη βροχή – το «Stormy Weather» και το «It’s Raining Men» κι εκείνο για τις ερήμους που τους λείπουν οι βροχές.* * It’s Raining Men, 1979, των Paul Jabara/Paul Shaffer· I Miss You Like the Deserts Miss the Rain,1994, του συγκροτήματος Everything But The Girl. Για βραδινό έχουμε ψαρομπουκιές με ρύζι, η Μαμά μού δίνει να ζουλήξω το λεμόνι που δεν είναι αληθινό αλλά ένα πλαστικό. Είχαμε μια φορά ένα αληθινό αλλά ζάρωσε πολύ γρήγορα. Η Μαμά βάζει ένα κομματάκι από την ψαρομπουκιά της κάτω από τη Γλάστρα στο χώμα. Ο πλανήτης με τα κινούμενα σχέδια είναι σβηστός τα βράδια, ίσως επειδή είναι νύχτα κι εκεί δεν έχουν λάμπες. Απόψε διαλέγω ένα μαγείρεμα, δεν είναι όπως το αληθινό φαγητό, αφού εκείνοι που το κάνουν δεν έχουν καθόλου κονσέρβες. Η άνθρωπος-γυναίκα και ο άνθρωπος-άντρας χαμογελάνε ο ένας στον άλλον και κάνουν ένα κρέας με μια πίτα από πάνω και πράσινα πράματα γύρω από άλλα πράσινα πράματα σε μπουκέτα. Μετά αλλάζω στον πλανήτη της γυμναστικής όπου κόσμοι με εσώρουχα πάνω σε πολλές μηχανές πρέπει να κάνουν το ίδιο πράγμα συνέχεια και συνέχεια, νομίζω ότι τους έχουν κλεισμένους φυλακή. Αυτό τελειώνει γρήγορα και έρχονται οι κατεδαφιστές, αυτοί φτιάχνουν σπίτια σε διάφορα σχήματα και τα βάφουν εκατομμύρια χρώματα με μπογιές, που δεν τις βάζουν μόνο σε μια ζωγραφιά αλλά πάνω στα πάντα. Τα σπίτια είναι σαν πολλά Δωμάτια κολλημένα μαζί, οι κόσμοι στην Τηλεόραση μένουν κυρίως μέσα τους αλλά μερικές φορές βγαίνουν έξω στα απέξω τους, κι εκεί παθαίνουν καιρό.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

55

«Τι θα ’λεγες να βάζαμε το κρεβάτι εκεί πέρα;» λέει η Μαμά δείχνοντας. Την κοιτάζω καλά καλά, μετά κοιτάζω εκεί που μου δείχνει. «Μα αυτός είναι ο Τοίχος της Τηλεόρασης». «Απλώς έτσι τον λέμε εμείς», λέει η Μαμά, «αλλά το κρεβάτι μάλλον θα χωράει εκεί, ανάμεσα στη λεκάνη και στο… θα πρέπει να μετακινήσουμε λιγάκι την ντουλάπα. Κι έτσι η συρταριέρα θα είναι εδώ αντί για δίπλα στο κρεβάτι, με την τηλεόραση πάνω της». Κάνω πολύ όχι με το κεφάλι μου. «Δε θα μπορούμε να βλέπουμε». «Θα μπορούμε, θα καθόμαστε εδώ, στην κουνιστή πολυθρόνα». «Κακή ιδέα». «Εντάξει, ξέχνα το». Η Μαμά διπλώνει σφιχτά τα χέρια της. Τώρα η γυναίκα της Τηλεόρασης κλαίει επειδή το σπίτι της είναι κίτρινο. «Της άρεσε καλύτερα το καφέ;» ρωτάω. «Όχι», λέει η Μαμά. «Της αρέσει τόσο πολύ το καινούργιο χρώμα, που κλαίει από χαρά». Παράξενο αυτό. «Είναι λυπημενοχαρούμενη, όπως γίνεσαι εσύ όταν έχει ωραία μουσική στην Τηλεόραση;» «Όχι, απλώς είναι ηλίθια. Έλα τώρα, ας σβήσουμε την τηλεόραση». «Πέντε λεπτά ακόμα. Παρακαλώ;» Η Μαμά λέει όχι με το κεφάλι. «Θα κάνω Παπαγάλο, τώρα που είμαι πέντε, είμαι ακόμα πολύ πιο καλύτερος». Τεντώνω τ’ αυτιά μου ν’ ακούσω τι λέει η γυναίκα της Τηλεόρασης. Λέω: «Μου φαίνεται σαν ψέματα. Ειλικρινά, Ντάρεν, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δε θα μπορούσα να φανταστώ κάτι τόσο τέλειο. Αυτά τα γείσα…» Η Μαμά πατάει το σβηστό. Θέλω να τη ρωτήσω τι είναι γείσα, νομίζω όμως ότι είναι ακόμα νευριασμένη με τη μετακόμιση για τα έπιπλα – πολύ τρελό σχέδιο αυτό. Στην Ντουλάπα θα έπρεπε να κλείσω τα μάτια και να κοιμηθώ αντί γι’ αυτό όμως μετράω καβγάδες. Τρεις καβγάδες σε τρεις μέρες, ένα για τα κεριά και ένα για τον Ποντικό και ένα για τον Λάκι. Καλύτερα να γίνω τέσσερα ξανά αν το πέντε σημαίνει καβγάδες κάθε μέρα. «Καληνύχτα, Δωμάτιο», λέω πολύ σιγανά. «Καληνύχτα, Λάμπα


56

EMMA DONOGHUE

και Μπαλόνι». «Καληνύχτα, κουζίνα», λέει η Μαμά, «και καληνύχτα, τραπέζι». Χαμογελάω. «Καληνύχτα, Γραμματόμπαλα. Καληνύχτα, Κάστρο. Καληνύχτα, Μοκέτα». «Καληνύχτα, αέρα», λέει η Μαμά. «Καληνύχτα, θόρυβοι παντού». «Καληνύχτα, Τζακ». «Καληνύχτα, Μαμά. Και τα Ζουζούνια, μην ξεχνάς τα Ζουζούνια». «Καληνύχτα καληνύχτα», λέει, «να ’χεις όνειρα γλυκά, τα ζουζούνια να προσέχεις, που τσιμπάνε σαν τρελά». ··· Όταν ξυπνάω, ο Φεγγίτης είναι όλος γαλάζιος, στο γυαλί του δεν έχει μείνει καθόλου χιόνι ούτε καν στις γωνίες. Η Μαμά κάθεται στην καρέκλα της κρατώντας το πρόσωπό της, αυτό σημαίνει ότι πονάει. Κοιτάζει κάτι πάνω στο Τραπέζι, δύο πράγματα. Πετάγομαι πάνω και αρπάζω το ένα. «Ένα τζιπ! Ένα τηλεχειριζόμενο τζιπ!» Το σηκώνω ψηλά, είναι κόκκινο και μεγάλο όσο το χέρι μου. Το τηλεχειριστήριο είναι από ασήμι και τετράγωνο, όταν κουνάω τον ένα διακόπτη με τον αντίχειρά μου οι ρόδες του τζιπ γυρίζουν βζιιιιιιιν. «Είναι καθυστερημένο δώρο γενεθλίων». Ξέρω ποιος το έχει φέρνει, ο ΣαταΝίκ είναι, αλλά η Μαμά δε λέει. Δε θέλω να φάω τα δημητριακά μου, η Μαμά όμως λέει ότι μπορώ να ξαναπαίξω μετά με το τζιπ. Τρώω είκοσι εννιά, και μετά δεν πεινάω άλλο. Η Μαμά λέει ότι είναι κρίμα να πάνε χαμένα, κι έτσι τρώει εκείνη τα υπόλοιπα. Βρίσκω πώς να κουνάω το Τζιπ μονάχα με το χειριστήριο. Αυτή τη λεπτή ασημένια κεραία μπορώ να την κάνω πολύ πολύ κοντή ή πολύ πολύ μακριά. Ο ένας διακόπτης κάνει το Τζιπ να πηγαίνει μπρος και πίσω, ο άλλος το πάει πέρα δώθε. Αν τα ανοίξω και τα δύο την ίδια στιγμή, το Τζιπ παραλύεται σαν να το χτύπησε δηλητηριασμένο βελάκι, και κάνει βββντγκβντγκβντγκ. Η Μαμά λέει ότι καλύτερα ν’ αρχίσει να καθαρίζει γιατί είναι Τρίτη. «Με το μαλακό, ε;» μου λέει. «Μην ξεχνάς ότι είναι εύθραυστο».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

57

Αυτό το ξέρω ήδη, όλα εύθραυστο είναι. «Κι αν το κρατάς ανοιχτό πολλή ώρα, θα τελειώσουν οι μπαταρίες του, και δε θα έχουμε να βάλουμε καινούργιες». Μπορώ να κάνω το Τζιπ να τρέξει γύρω γύρω σ’ όλο το Δωμάτιο, είναι εύκολο εκτός από τις γωνίες της Μοκέτας, που βάζουν τρικλοποδιά στις ρόδες του. Το Χειριστήριο είναι το αφεντικό. «Ξεκίνα, αργοκίνητο καράβι», του λέει παρόλο που ξέρει ότι είναι Τζιπ, όχι καράβι. «Δυο φορές γύρω απ’ αυτό το πόδι του Τραπεζιού, και γρήγορα. Άντε, τσούλα τις ρόδες σου». Μερικές φορές, το Τζιπ κουράζεται, και το Χειριστήριο του γυρίζει τις ρόδες του γκρρρρρ. Το Τζιπ κάνει όλο σκανταλιές, κρύβεται στην Ντουλάπα, αλλά το Χειριστήριο το βρίσκει μαγικά και το κάνει να πάει με δύναμη προς τα πίσω και μετά προς τα μπρος και να τρακάρει πάνω στις γρίλιες. Οι Τρίτες και οι Παρασκευές πάντα μυρίζουν ξίδι. Η Μαμά τρίβει κάτω από το Τραπέζι με το πανί που ήταν κάποτε μία από τις πάνες μου που φορούσα μέχρι που ήμουνα ένα. Πάω και στοίχημα ότι εξαφανίζει τον ιστό της Αράχνης, αλλά δε με νοιάζει και πολύ. Μετά, παίρνει την Ηλεκτρική που τα κάνει όλα με θόρυβο και σκόνη βουου βουου βουου. Το Τζιπ τρυπώνει στο Κάτω Από το Κρεβάτι, μέσα μέσα. «Γύρνα πίσω, Τζιπάκι μωράκι μου», λέει το Χειριστήριο. «Αν γίνεις ψάρι στο ποτάμι, εγώ θα γίνω ψαράς και θα σε πιάσω με την απόχη μου». Αυτό το σκανταλιάρικο το Τζιπ όμως κάθεται ήσυχο ήσυχο ώσπου το Χειριστήριο να πέσει για ύπνο με την κεραία του όλη κατεβασμένη, και τότε το Τζιπ το αιφνιδιάζει από πίσω και του παίρνει τις μπαταρίες, χα χα χα. Παίζω με το Τζιπ και το Χειριστήριο όλη μέρα εκτός απ’ όταν είμαι στην Μπανιέρα, τότε πρέπει να παρκάρουν στο Τραπέζι για να μη σκουριάσουν. Όταν παίζω Ουρλιαχτό τα σπρώχνω πολύ πολύ κοντά στον Φεγγίτη και το Τζιπ κάνει βρρρρουμ τις ρόδες του όσο πιο δυνατότερα μπορεί. Η Μαμά ξαπλώνει πάλι κρατώντας τα δόντια της. Μερικές φορές, κάνει μια μεγάλη ανάσα έξω έξω έξω. «Γιατί σφυρίζεις τόσο πολύ;» «Βάζω τα δυνατά μου να το ξεπεράσω».


58

EMMA DONOGHUE

Κάθομαι δίπλα στο κεφάλι της και χαϊδεύω τα μαλλιά της να φύγουν απ’ τα μάτια της, το μέτωπό της είναι γλιστερό. Μου αρπάζει το χέρι και το κρατάει σφιχτά. «Εντάξει είμαι». Δε μου φαίνεται εντάξει. «Θέλεις να παίξεις μαζί μας; Με το Τζιπ και το Χειριστήριο και με μένα;». «Ίσως αργότερα». «Αν βάλεις το μυαλό σου στο παιχνίδι και το βγάλεις απ’ το σώμα σου, τότε δε θα σε νοιάζει». Χαμογελάει λιγάκι, αλλά η μετά ανάσα της βγαίνει πιο δυνατότερη, σαν βογκητό. Στις 05:57, λέω: «Μαμά, είναι σχεδόν έξι», κι έτσι σηκώνεται να φτιάξει βραδινό, αλλά δεν τρώει καθόλου. Το Τζιπ και το Χειριστήριο περιμένουν στην Μπανιέρα που τώρα είναι στεγνή και είναι η μυστική σπηλιά τους. «Για την ακρίβεια, το Τζιπ πέθανε και πήγε στον Ουρανό», λέω, τρώγοντας τις φέτες του κοτόπουλού μου γρήγορα γρήγορα. «Τι μου λες!» «Μετά, όμως, τη νύχτα, που Θεός κοιμόταν, το Τζιπ ξετρύπωσε από κει και κατέβηκε γλιστρώντας στη Φασολιά και ήρθε στο Δωμάτιο να με δει». «Πολύ πονηρό αυτό το τζιπ!» Τρώω τρία πράσινα φασολάκια και πίνω μια μεγάλη γουλιά γάλα και άλλα τρία μετά, πάνε κάτω πιο ευκολότερα άμα είναι τρία τρία. Πέντε θα ήταν πιο γρηγορότερα αλλά αυτό δεν το καταφέρνω, θα έφραζε ο λαιμός μου. Μια φορά που ήμουνα τέσσερα, η Μαμά έγραψε Πράσινα φασολάκια/άλλα κατεψυγμένα πράσινα λαχανικά στον κατάλογο με τα ψώνια κι εγώ μουντζούρωσα το Πράσινα φασολάκια με το πορτοκαλί μολύβι, η Μαμά το βρήκε αστείο. Στο τέλος τρώω το μαλακό ψωμί γιατί μ’ αρέσει να το κρατάω στο στόμα μου σαν μαξιλάρι. «Σ’ ευχαριστώ, Μικρέ Χριστέ, πιο ειδικά για τις φέτες κοτόπουλου», λέω, «και σε παρακαλώ όχι άλλα πράσινα φασολάκια για εκατό διακόσιες μέρες ακόμα. Έι, γιατί ευχαριστούμε τον Μικρό Χριστό κι όχι εκείνον;» «Εκείνον;» Δείχνω με το κεφάλι την Πόρτα. Το πρόσωπό της γίνεται σκοτεινό παρόλο που δεν είπα το όνομά


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

59

του. «Γιατί να τον ευχαριστήσουμε;». «Εσύ τον ευχαρίστησες εκείνο το βράδυ, για τα φαγητά και το ξεχιόνισμα και το παντελόνι». «Δεν έπρεπε ν’ ακούς». Μερικές φορές, όταν είναι πραγματικά θυμωμένη, το στόμα της δεν ανοίγει σχεδόν καθόλου. «Ήταν ψεύτικο ευχαριστώ», λέει, με σχεδόν κλειστό. «Γιατί…;» Δε μ’ αφήνει να τελειώσω αυτό που ήθελα. «Αυτός είναι απλώς ο κουβαλητής. Δεν κάνει το στάρι να φυτρώνει στα χωράφια». «Σε ποια χωράφια;» «Δεν μπορεί να κάνει τον ήλιο να λάμψει ούτε τη βροχή να πέσει, ούτε τίποτα». «Μα, Μαμά, το ψωμί δε βγαίνει απ’ τα χωράφια». Πατάει με το χέρι της το στόμα της. «Γιατί είπες…;» «Πρέπει να είναι ώρα για τηλεόραση», λέει γρήγορα. Είναι βιντεοκλίπ, τρελαίνομαι για βιντεοκλίπ. Η Μαμά κάνει μαζί μου τις κινήσεις τις περισσότερες φορές, αλλά όχι απόψε. Πηδάω πάνω στο Κρεβάτι και μαθαίνω το Τζιπ και το Χειριστήριο πώς να κουνάνε τους ποπούς τους. Είναι η Ριάνα και ο Τ.Ι. και η Λέιντι Γκάγκα και ο Κέιν Γουέστ. «Γιατί οι ράπερ φοράνε γυαλιά ηλίου και το βράδυ;» ρωτάω τη Μαμά. «Πονάνε τα μάτια τους;» «Όχι, απλώς θέλουν να φαίνονται στιλάτοι. Και να μην τους κοιτάνε οι θαυμαστές τους στα μάτια όλη την ώρα επειδή είναι διάσημοι». Αυτό με μπέρδεψε. «Γιατί είναι οι θαυμαστές διάσημοι;» «Όχι οι θαυμαστές, οι σταρ». «Και δε θέλουν να είναι;» «Ε, φαντάζομαι πως θέλουν», λέει η Μαμά καθώς σηκώνεται για να σβήσει την Τηλεόραση, «αλλά θέλουν επίσης να κρατήσουν και λίγο κρυφή την ιδιωτική τους ζωή». Όταν πίνω λίγο, η Μαμά δε θέλει να έχω στο Κρεβάτι το Τζιπ και το Χειριστήριο παρόλο που είναι φίλοι μου. Και μετά λέει ότι θα πρέπει να ανεβούν και να μείνουν στο Ράφι τη νύχτα, όσο εγώ θα κοιμάμαι. «Αν τους πάρεις μαζί, μπορεί να σε τρυπήσουν».


60

EMMA DONOGHUE

«Όχι δε θα με τρυπήσουν, το υπόσχομαι». «Θα σου πω τι θα κάνουμε: θα βάλουμε το τζιπ σου στο ράφι κι εσύ θα κοιμηθείς με το χειριστήριο που είναι μικρότερο, αλλά με την κεραία του κατεβασμένη μέχρι τέρμα. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι». Όταν είμαι στην Ντουλάπα, μιλάμε μέσα από τις γρίλιες. «Ο Θεός να φυλάει τον Τζακ», λέει η Μαμά. «Ο Θεός να φυλάει τη Μαμά και να κάνει μαγικο-καλά τα δόντια της. Και ο Θεός να φυλάει το Τζιπ και το Χειριστήριο». «Ο Θεός να φυλάει τα βιβλία». «Ο Θεός να φυλάει τα πάντα εδώ και στο Απώτερο Διάστημα, και το Τζιπ επίσης. Μαμά;» «Ναι;» «Πού είμαστε όταν είμαστε κοιμισμένοι;» Την ακούω να χασμουριέται. «Εδώ». «Τα όνειρα όμως;» Περιμένω. «Είναι Τηλεόραση;» Πάλι δεν απαντάει. «Μπαίνουμε στην Τηλεόραση για να ονειρευτούμε;» «Όχι. Ποτέ δεν είμαστε πουθενά αλλού εκτός από εδώ». Η φωνή της ακούγεται σαν να είναι πολύ πολύ μακριά. Κάθομαι κουλουριασμένος, αγγίζοντας τους διακόπτες του Χειριστήριου με τα δάχτυλά μου. «Δεν μπορείτε να κοιμηθείτε, διακοπτάκια;» ψιθυρίζω. «Δεν πειράζει, πιείτε λίγο». Τα βάζω στις ρώγες μου, πίνουν με τη σειρά. Περίπου κοιμάμαι, αλλά όχι τελείως. Μπιπ μπιπ. Αυτή είναι η Πόρτα. Τεντώνω τ’ αυτιά μου ν’ ακούσω. Μπαίνει ο κρύος αέρας. Αν είχα το κεφάλι μου έξω από την Ντουλάπα, θα άνοιγε η Πόρτα και πάω στοίχημα ότι θα έβλεπα κατευθείαν τ’ αστέρια και τα διαστημόπλοια και τους πλανήτες και τους εξωγήινους να τρέχουν γύρω γύρω με τα ΑΤΙΑ τους. Μακάρι μακάρι μακάρι να μπορούσα να τα δω. Μπαμ, αυτή είναι η Πόρτα που κλείνει και ο ΣαταΝίκ που λέει στη Μαμά ότι δεν είχε καθόλου από κάτι, και ότι ένα κάτι άλλο ήταν πανάκριβο έτσι κι αλλιώς. Αναρωτιέμαι αν κοίταξε πάνω στο Ράφι και είδε το Τζιπ. Ναι, το έφερε για μένα, αλλά δεν έπαιξε ποτέ μαζί του, δε νομίζω δηλαδή.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

61

Δε θα ξέρει πώς κάνει ξαφνικά το Τζιπ όταν το ανοίγω με το Χειριστήριο – βρρρρουουμ. Με τη Μαμά μιλάνε μόνο λίγο απόψε. Η Λάμπα σβήνει κλικ και ο ΣαταΝίκ τρίζει το Κρεβάτι. Μερικές φορές μετράω σε μονάδες αντί για πεντάδες, έτσι, για αλλιώτικο. Αρχίζω όμως να χάνω το μέτρημα οπότε αλλάζω σε πεντάδες που πάνε πιο γρηγορότερα, μετράω ως το 378. Όλα ήσυχα. Νομίζω ότι ο ΣαταΝίκ κοιμήθηκε. Αναρωτιέμαι αν η Μαμά κοιμάται όταν κοιμάται κι εκείνος ή αν μένει ξυπνητή περιμένοντάς τον να φύγει. Ίσως να είναι κι οι δυο εκτός τώρα, και μόνο εγώ ξυπνητός, περίεργο αυτό. Άμα θέλω, μπορώ να σηκωθώ και να ξετρυπώσω απ’ την Ντουλάπα, δε θα με καταλάβουν. Θα μπορούσα να ζωγραφίσω μια ζωγραφιά των δυονών τους στο Κρεβάτι, ή κάτι τέτοιο. Αναρωτιέμαι αν είναι ο ένας κουταλιαστός με τον άλλον, ή πλάτη πλάτη. Μετά μου έρχεται μια τρομερή ιδέα. Κι αν ο ΣαταΝίκ πίνει λίγο; Θα τον άφηνε η Μαμά να πιει λίγο ή θα του έλεγε: Ποτέ των ποτών, αυτό είναι μόνο για τον Τζακ; Αν έπινε λίγο μπορεί να άρχιζε να γίνεται πιο αληθινότερος. Θέλω να πεταχτώ πάνω και ν’ αρχίσω να ουρλιάζω. Βρίσκω το διακόπτη του Χειριστήριου που τα ανοίγει όλα και τον κάνω πράσινο. Δε θα είχε πλάκα αν οι σούπερ δυνάμεις του έκαναν τις ρόδες του Τζιπ ν’ αρχίσουν να γυρίζουν εκεί πάνω, στο Ράφι; Ο ΣαταΝίκ μπορεί να ξυπνούσε κατασαστισμένος, χα χα. Δοκιμάζω το διακόπτη που πάει προς τα μπρος, δε γίνεται τίποτα. Μπούφε, ξέχασες να σηκώσεις την κεραία. Την κάνω μακριά ως το τέρμα και δοκιμάζω ξανά, αλλά το Χειριστήριο δε δουλεύει ούτε τώρα. Χώνω την κεραία του μέσα από τις γρίλιες, η κεραία είναι έξω κι εγώ μέσα την ίδια στιγμή. Γυρίζω το διακόπτη. Ακούω ένα μικρούλη ήχο που πρέπει να είναι οι ρόδες του Τζιπ που ζωντανεύουν και τότε… ΒΝΤΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΠ. Ο ΣαταΝίκ μουγκρίζει άγρια σαν λιοντάρι, λέει κάτι θυμωμένα για τον Χριστό, αλλά δεν ήταν ο Μικρός Χριστός που το έκανε, ήμουνα εγώ. Η Λάμπα ανάβει, το φως μπήγεται στις γρίλιες καταπάνω μου, τα μάτια μου κλείνουν σφιχτά σφιχτά. Μαζεύομαι πίσω πίσω


62

EMMA DONOGHUE

και σκεπάζω το πρόσωπό μου με την κουβέρτα. «Τι κόλπα είναι αυτά;» φωνάζει ο ΣαταΝίκ. «Τι, τι είναι; Τι έγινε;» λέει η Μαμά, δυνατά αλλά κομμένα, σαν πνιγμένη. «Εφιάλτη είδες;» Δαγκώνω την Κουβέρτα, είναι μαλακιά σαν γκρίζο ψωμί στο στόμα μου. «Τι κόλπα είναι αυτά που πας να μου παίξεις; Μίλα!» Η φωνή του σιγανώνει. «Γιατί να το ξέρεις, και σου το ’χω ξαναπεί, θα το φας το κεφάλι σου αν…» «Κοιμόμουνα». Η Μαμά μιλάει με μια ζουπηχτή μικρούτσικη φωνούλα. «Σε παρακαλώ… να, κοίτα, ήταν το ηλίθιο το τζιπ που έπεσε απ’ το ράφι». Το Τζιπ δεν είναι ηλίθιο. «Συγγνώμη», λέει η Μαμά. «Με συγχωρείς πολύ, έπρεπε να το είχα βάλει κάπου αλλού. Πραγματικά σου ζητώ συγγνώμη…» «Εντάξει». «Έλα να σβήσουμε το φως…» «Μπα», λέει ο ΣαταΝίκ. «Τέλειωσα». Κανείς δε λέει τίποτα. Μετράω: ένας ιπποπόταμος, δύο ιπποπόταμοι, τρεις ιπποπόταμοι… Μπιπ μπιπ, η Πόρτα ανοίγει και κλείνει μπαμ. Έφυγε. Η Λάμπα ξανασβήνει μ’ ένα κλικ. Ψαχουλεύω στο πάτωμα της Ντουλάπας για το Χειριστήριο, βρίσκω ένα τρομερό πράγμα. Την κεραία του κοντή κοντή και σουβλερή, πρέπει να μάγκωσε και να ’σπασε στις γρίλιες. «Μαμά», ψιθυρίζω. Καμιά απάντηση. «Το Χειριστήριο έσπασε». «Κοιμήσου». Η φωνή της είναι τόσο βραχνή και τρομακτική που νομίζω ότι δεν είναι εκείνη. Μετράω τα δόντια μου πέντε φορές, τα βγάζω είκοσι κάθε φορά αλλά και πάλι πρέπει να μετρήσω. Κανένα τους δε με πονάει ακόμα, αλλά μπορεί να με πονέσουν άμα γίνω έξι. Πρέπει να κοιμάμαι αλλά δεν το ξέρω, γιατί μετά ξυπνάω. Είμαι ακόμα στην Ντουλάπα, είναι σκοτάδι. Η Μαμά δε μ’ έφερε ακόμα στο Κρεβάτι. Γιατί δε μ’ έφερε; Σπρώχνω τις πόρτες και τεντώνω τ’ αυτιά μου για την αναπνοή


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

63

της. Κοιμάται. Δεν μπορεί να είναι θυμωμένη στον ύπνο της, μπορεί; Τρυπώνω κάτω από το Πάπλωμα. Ξαπλώνω δίπλα στη Μαμά χωρίς ν’ αγγίζω· παντού γύρω τριγύρω της μια μεγάλη ζέστη.


64

EMMA DONOGHUE

ΞΕΨΕΜΑΤΑ Το πρωί τρώμε κουάκερ και βλέπω σημάδια. «Είσαι λερωμένη στο λαιμό σου». Η Μαμά πίνει λίγο νερό, το δέρμα της κουνιέται όταν καταπίνει. Για την ακρίβεια, δεν είναι λέρωμα, δε νομίζω δηλαδή. Τρώω λίγο κουάκερ αλλά είναι πολύ καυτό, το ξαναφτύνω πίσω στο Λιωτό Κουτάλι. Νομίζω ότι ο ΣαταΝίκ έκανε αυτά τα σημάδια στο λαιμό της. Βάζω τα δυνατά μου να μιλήσω, αλλά δε βγαίνει τίποτα από το στόμα μου. Δοκιμάζω ξανά. «Συγγνώμη που έκανα το Τζιπ να πέσει χτες βράδυ». Σηκώνομαι απ’ την καρέκλα μου, η Μαμά με αφήνει να καθίσω στα γόνατά της. «Τι προσπαθούσες να κάνεις;» ρωτάει. Η φωνή της είναι ακόμα βραχνή. «Να του δείξω». «Τι πράγμα;» «Ήμουνα ήμουνα ήμουνα…» «Ηρέμησε, Τζακ. Σιγά σιγά». «Ναι, αλλά το Χειριστήριο έσπασε και τώρα είσαι πολύ θυμωμένη μαζί μου». «Άκου», λέει η Μαμά, «δε δίνω δεκάρα για το τζιπ». Την κοιτάζω ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Το Τζιπ ήταν το δώρο μου». «Θύμωσα…» η φωνή της γίνεται μεγαλύτερη και πιο γρατζουνιστή «…γιατί ξύπνησε με τη φασαρία». «Το Τζιπ;» «Ο ΣαταΝίκ». Με κάνει να πηδήξω που τον λέει φωναχτά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

65

«Τον τρόμαξες». «Τρόμαξε από μένα;» «Δεν ήξερε ότι το έκανες εσύ», λέει η Μαμά. «Νόμιζε ότι του επιτέθηκα εγώ, πετώντας κάτι βαρύ στο κεφάλι του». Κρατάω το στόμα και τη μύτη μου, αλλά ούτε έτσι καταφέρνω να κρατήσω μέσα μου τα γέλια μου. «Δεν είναι αστείο, Τζακ, είναι το αντίθετο του αστείου». Βλέπω ξανά το λαιμό της, τα σημάδια που ο ΣαταΝίκ έβαλε πάνω του, και μου κόβεται το γέλιο. Το κουάκερ είναι ακόμα πολύ καυτό κι έτσι γυρίζουμε στο Κρεβάτι για αγκαλίτσα. Σήμερα έχει Ντόρα, γιούπι. Η Ντόρα είναι σε μια βάρκα που σχεδόν παραλίγο να τρακάρει μ’ ένα καράβι, πρέπει να κουνήσουμε τα χέρια μας και να φωνάξουμε «Πρόσεχε!» αλλά η Μαμά δεν το κάνει. Τα καράβια είναι μονάχα Τηλεόραση και το ίδιο είναι και η θάλασσα, εκτός απ’ όταν φτάνουν εκεί τα κακά μας και τα γράμματα. Ή ίσως για την ακρίβεια να σταματάνε να είναι αληθινά τη στιγμή που φτάνουν εκεί, δεν ξέρω. Η Αλίκη λέει ότι αν είναι στη θάλασσα μπορεί να πάει σπίτι με το σιδηρόδρομο, που είναι το παλιομοδίτικο τρένο. Τα δάση είναι Τηλεόραση και οι ζούγκλες επίσης και οι έρημοι και οι δρόμοι και οι ουρανοξύστες και τα αυτοκίνητα. Τα ζώα είναι Τηλεόραση εκτός από τα μυρμήγκια και την Αράχνη και τον Ποντικό, αλλά αυτός γύρισε πίσω τώρα. Τα μικρόβια είναι αληθινά, και το αίμα. Τα αγόρια είναι Τηλεόραση αλλά μοιάζουν λίγο με μένα, ο εγώ στον Καθρέφτη ούτε κι αυτός είναι αληθινός, μονάχα μια εικόνα. Μερικές φορές μού αρέσει να λύνω την αλογοουρά μου και να ρίχνω τα μαλλιά μου μπροστά και να βγάζω τη γλώσσα μου από μέσα τους σαν φίδι, κι ύστερα να βγάζω το πρόσωπό μου για να πω μπου. Είναι Τετάρτη, οπότε πλένουμε μαλλιά, κάνουμε τουρμπάνια με σαπουνόφουσκες από το Υγρό Πιάτων. Κοιτάζω γύρω γύρω από το λαιμό της Μαμάς αλλά όχι καταπάνω του. Μου κάνει ένα μουστάκι, είναι τόσο γαργαλιστικό που το τρίβω να φύγει. «Τότε, πώς θα σου φαινόταν μια γενειάδα;» λέει. Βάζει όλες τις σαπουνόφουσκες στο πιγούνι μου και φτιάχνει τη γενειάδα. «Χο χο χο. Είναι γίγαντας ο Άγιος Βασίλης;» «Υποθέτω ότι είναι πολύ μεγαλόσωμος», λέει η Μαμά.


66

EMMA DONOGHUE

Ο Άγιος Βασίλης πρέπει να είναι αληθινός γιατί μας έφερε τις εκατομμύρια σοκολάτες στο κουτί με τη μοβ κορδέλα. «Θα γίνω ο Τζακ ο Γίγαντας ο Εξολοθρευτής των Γιγάντων. Θα είμαι καλός γίγαντας, θα βρω όλους τους κακούς και θα τους σπάσω τα κεφάλια, γκαπ γκουπ». Κάνουμε ντραμς αλλιώτικα γεμίζοντας τα γυάλινα βάζα έτσι που να είναι σούπερ έξτρα γεμάτα ή καταρρακτώνοντας μερικά απέξω. Μεταμορφώνω ένα σε τεράστιο μέγκατρον θαλασσοτρανσφόρμερ μ’ έναν αντιβαρυτικό εκτοξευτήρα που για την ακρίβεια είναι η Ξύλινη Κουτάλα. Γυρίζω να κοιτάξω την Εντύπωση: Ανατολή Ηλίου. Έχει ένα μαύρο καράβι με δύο μικρούτσικους κόσμους και το κίτρινο πρόσωπο του Θεού από πάνω και τρεμουλιαστό πορτοκαλί φως στο νερό και γαλάζια πράματα που είναι άλλα καράβια νομίζω, δύσκολο να πεις γιατί είναι τέχνη. Για Φυσική Αγωγή η Μαμά διαλέγει τα Νησιά, που είναι εγώ να ανεβαίνω όρθιος στο Κρεβάτι και η Μαμά να βάζει τα μαξιλάρια και την Κουνιστή και τις καρέκλες και τη Μοκέτα διπλωμένη και το Τραπέζι και τα Σκουπίδια σε εκπληκτικά μέρη. Πρέπει να επισκεφτώ κάθε νησί όχι δύο φορές. Η Κουνιστή είναι η πιο πονηρή, πάντα προσπαθεί να με καταπελτίσει. Η Μαμά κολυμπάει γύρω γύρω, είναι το τέρας του Λοχ Νες που προσπαθεί να μου φάει τα πόδια. Στη σειρά μου, διαλέγω Μαξιλαροπόλεμο, αλλά η Μαμά λέει ότι για την ακρίβεια το αφρολέξ έχει αρχίσει να βγαίνει απ’ το μαξιλάρι μου οπότε καλύτερα να κάνουμε Καράτε. Πάντα υποκλινόμαστε για να σεβόμαστε τον αντίπαλό μας. Κάνουμε ι-χαα! και γιιι-α! πολύ άγρια. Μια φορά κατεβάζω τόσο δυνατά το χέρι μου που πονάω τον καρπό της Μαμάς, αλλά κατά λάθος. Είναι κουρασμένη, οπότε διαλέγει Γυμναστική Ματιών επειδή σ’ αυτό ξαπλώνουμε ο ένας δίπλα στον άλλο πάνω στη Μοκέτα με χέρια κλειδωμένα στα πλαϊνά μας για να χωρέσουμε και οι δύο. Κοιτάμε μακρινά πράματα όπως τον Φεγγίτη κι ύστερα κοντινά όπως τις μύτες μας, πρέπει να δούμε ανάμεσά τους γρήγορα γρήγορα. Όσο η Μαμά καυτίζει το μεσημεριανό, εγώ σπρώχνω το καημένο το Τζιπ παντού γιατί δεν μπορεί πια να πάει μόνο του. Το Χειριστήριο σταματάει τα πράγματα, παγώνει τη Μαμά σαν ρομπότ. «Τώρα


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

67

ανοιχτή», λέω. Ανακατεύει ξανά την κατσαρόλα και λέει: «Έτοιμο το φαγητό». Σούπα λαχανικών, μπλιααααααχ! Της φυσάω φούσκες για να την κάνω πιο διασκεδαστικότερη. Δεν είμαι ακόμα κουρασμένος για μεσημεριανό ύπνο οπότε κατεβάζω μερικά βιβλία. Η Μαμά κάνει τη φωνή: «Φτάααααανει ο Ντίλαν!» και μετά σταματάει. «Δεν τον αντέχω τον Ντίλαν». Την κοιτάω καλά καλά. «Είναι φίλος μου». «Ω, Τζακ… απλώς δεν αντέχω το βιβλίο, όχι τον ίδιο τον Ντίλαν…» «Και γιατί δεν αντέχεις τον Ντίλαν το βιβλίο;» «Γιατί το έχω διαβάσει υπερβολικά πολλές φορές». Όταν εγώ θέλω κάτι, το θέλω πάντα, όπως τις σοκολάτες, ποτέ μου δεν έφαγα μία σοκολάτα υπερβολικά πολλές φορές. «Μπορείς να το διαβάσεις μόνος σου», λέει. Αυτό είναι χαζό, όλα μπορώ να τα διαβάσω μόνος μου, ακόμα και την Αλίκη με τις παλιομοδίτικες λέξεις της. «Προτιμάω να τα διαβάζεις εσύ». Τα μάτια της είναι όλα δυνατά και λαμπερά. Μετά, ανοίγει ξανά το βιβλίο. «Φτάααααανει ο Ντίλαν!» Επειδή είναι νευριασμένη, την αφήνω να διαβάσει το Κουνελάκι Που Το ’σκασε, και μετά λίγη Αλίκη. Το πιο καλύτερό μου τραγούδι είναι το «Όμορφη Σούπα, Σουπίτσα Βραδινή». Πάω και στοίχημα ότι δεν ήταν λαχανική. Η Αλίκη είναι συνέχεια σ’ ένα διάδρομο με πολλές πόρτες, η μία είναι μικρή μικρούτσικη, όταν την ανοίγει με το χρυσό κλειδί βλέπει έναν κήπο με λαμπερά πολύχρωμα λουλούδια και δροσερά σιντριβάνια, εκείνη όμως είναι πάντα το λάθος μέγεθος. Μετά, όταν τελικά μπαίνει στον κήπο, βλέπει ότι τα τριαντάφυλλα είναι απλώς ζωγραφιστά όχι αληθινά και πρέπει να παίξει κροκέ με φλαμίνγκο και σκαντζόχοιρους. Ξαπλώνουμε από πάνω από το Πάπλωμα. Πίνω πολύ. Νομίζω ότι ο Ποντικός μπορεί να ξαναγυρίσει αν κάνουμε πολλή ησυχία αλλά δεν ξαναγυρνάει, η Μαμά πρέπει να βούλωσε όλες τις τρύπες. Δεν είναι κακιά, αλλά μερικές φορές κάνει κακά πράγματα. Όταν σηκωνόμαστε, παίζουμε Ουρλιαχτό κι εγώ κοπανάω τα κα-


68

EMMA DONOGHUE

πάκια των κατσαρόλων σαν πιατίνια. Το Ουρλιαχτό κρατάει για πάντα γιατί κάθε φορά που αρχίζω να σταματάω, η Μαμά ουρλιάζει λίγο περισσότερο, η φωνή της σχεδόν περίπου εξαφανίζεται. Τα σημάδια στο λαιμό της είναι όπως όταν ζωγραφίζω με παντζαρόζουμο. Νομίζω ότι τα σημάδια είναι τα δαχτυλικά αποτυπώματα του ΣαταΝίκ. Μετά, παίζω Τηλέφωνο με τα ρολά της τουαλέτας, μ’ αρέσει πώς φωνάζουν οι λέξεις όταν μιλάω μέσα από ένα πολύ χοντρό. Συνήθως η Μαμά κάνει όλες τις λέξεις, σήμερα όμως θέλει για μεσημέρι να ξαπλώσει και να διαβάσει. Είναι ο Κώδικας Ντα Βίντσι, με τα μάτια μιας γυναίκας να λοξοκοιτάζουν, η γυναίκα μοιάζει με τη Μαμά του Μικρού Χριστού. Παίρνω τηλέφωνο τον Μπουτς και τον Πάτρικ και τον Μικρό Χριστό, τους λέω για τις καινούργιες δυνάμεις μου τώρα που είμαι πέντε. «Μπορώ να γίνω αόρατος», ψιθυρίζω στο τηλέφωνό μου. «Μπορώ να γυρίσω τη γλώσσα μου το μέσα έξω και να εκτοξευτώ σαν πύραυλος στο Απώτερο Διάστημα». Τα βλέφαρα της Μαμάς είναι κλειστά, πώς μπορεί να διαβάζει από μέσα τους; Παίζω Πληκτρολόγιο, είναι όταν στέκομαι στην καρέκλα μου δίπλα στην πόρτα και συνήθως η Μαμά λέει τους αριθμούς αλλά σήμερα πρέπει να τους βγάλω απ’ το κεφάλι μου. Τους πατάω στο Πληκτρολόγιο γρήγορα γρήγορα χωρίς λάθη. Οι αριθμοί δεν κάνουν την Πόρτα ν’ ανοίξει αλλά μ’ αρέσουν τα μικρά κλικ τους όταν τους πατάω. Το Κοστούμια είναι ήσυχο παιχνίδι. Φοράω το βασιλικό στέμμα που είναι κάτι κομμάτια χρυσό αλουμινόχαρτο και κάτι κομμάτια ασημί αλουμινόχαρτο και χαρτόνι από το γάλα από κάτω. Εφευρώνω της Μαμάς ένα βραχιόλι με δύο κάλτσες δεμένες μαζί, μία άσπρη και μία πράσινη. Κατεβάζω το Κουτί με τα Επιτραπέζια από το Ράφι. Το μετράω με τον Χάρακα, το κάθε ντόμινο είναι σχεδόν μία ίντσα και τα πούλια της Ντάμας μισή. Κάνω τα δάχτυλά μου Άγιο Πέτρο και Άγιο Παύλο, υποκλίνονται ο ένας στον άλλον πριν, και πετάνε μετά, με τη σειρά. Τα μάτια της Μαμάς είναι πάλι ανοιχτά. Της πηγαίνω το βραχιόλι από κάλτσες, μου λέει ότι είναι πολύ όμορφο και το φοράει αμέσως. «Θέλεις να παίξουμε Γδύσε το Γείτονά σου;»*


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

69

* Απλό παιχνίδι της τράπουλας, γνωστό κυρίως ως BeggarMy-Neighbour (επί λέξει, κάνω ζητιάνο το γείτονά μου). Το παιχνίδι επινοήθηκε κατά πάσα πιθανότητα στη Μεγάλη Βρετανία και είναι γνωστό εκεί ήδη από το 1860. Εμφανίζεται στο Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς ως το μόνο παιχνίδι που ξέρει να παίζει ο Πιπ. «Δώσε μου μισό λεπτό», λέει. Πηγαίνει στον Νεροχύτη και πλένει το πρόσωπό της, δεν ξέρω γιατί αφού δεν ήταν βρόμικο ή ίσως υπήρχαν μικρόβια. Τη νικάω δύο φορές και με νικάει μία, το σιχαίνομαι όταν χάνω. Μετά παίζουμε Τζιν Ραμί και 31, κερδίζω κυρίως εγώ. Μετά απλώς παίζουμε με τα χαρτιά της τράπουλας, χορό και τσακωμό και τέτοια. Ο βαλές καρό* είναι ο αγαπημένος μου, το ίδιο και οι φίλοι του, οι άλλοι Τζακ. «Κοίτα». Δείχνω το Ρολόι. «Είναι 05:01, μπορούμε να φάμε βραδινό». Είναι από ένα χοτ ντογκ ο καθένας μας, σλουρπ. Για Τηλεόραση πηγαίνω στην Κουνιστή, η Μαμά όμως κάθεται στο Κρεβάτι με το Σετ Ραπτικής, ξαναβάζει στη θέση του το στρίφωμα του καφέ φόρεμά της με τα ροζ κομματάκια. Παρακολουθούμε τον ιατρικό πλανήτη, που είναι γιατροί και νοσοκόμες που ανοίγουν τρύπες σε κόσμους για να βγάλουν έξω τα μικρόβια. Οι κόσμοι είναι κοιμισμένοι όχι πεθαμένοι. Οι γιατροί δε δαγκώνουν την κλωστή όπως η Μαμά, αλλά χρησιμοποιούν σούπερ έξτρα κοφτερά σπαθάκια και μετά ράβουν τους κόσμους όπως ο Φράνκενσταϊν. Όταν έρχονται οι διαφημίσεις, η Μαμά μού ζητάει να πάω και να πατήσω τον αθορυβισμό. Είναι ένας άντρας με κίτρινο κράνος που ανοίγει μια τρύπα με το τρυπάνι του σ’ ένα δρόμο, κρατάει το μέτωπό του και κάνει μια γκριμάτσα. «Πονάει;» ρωτάω. Η Μαμά σηκώνει το κεφάλι απ’ το ράψιμό της. «Πρέπει να τον έπιασε πονοκέφαλος απ’ αυτό το τρυπάνι. Κάνει πολύ θόρυβο». Δεν μπορούμε ν’ ακούσουμε το θόρυβο που κάνει το τρυπάνι


70

EMMA DONOGHUE

γιατί είναι αθορυβισμένος. Τώρα ο άντρας της Τηλεόρασης είναι σ’ ένα νεροχύτη και παίρνει ένα χάπι από ένα μπουκάλι, μετά χαμογελάει και πετάει μια μπάλα σ’ ένα αγόρι. «Μαμά, Μαμά». «Τι;» Η Μαμά κάνει έναν κόμπο. «Αυτό είναι το μπουκάλι μας. Πού κοίταζες; Κοίταζες τον άντρα με τον πονοκέφαλο;» «Όχι». «Το μπουκάλι με τα χάπια του είναι ακριβώς αυτό που έχουμε εμείς, με τους παύση πόνους». Η Μαμά κοιτάζει την Τηλεόραση, αλλά τώρα δείχνει ένα αυτοκίνητο να τρέχει γύρω από ένα βουνό. «Όχι, πριν», λέω. «Για την ακρίβεια στ’ αλήθεια ο άντρας είχε το δικό μας μπουκάλι με τους παύση πόνους». «Ε, μπορεί να ήταν η ίδια μάρκα με το δικό μας, αλλά δεν είναι το δικό μας». «Είναι και παραείναι». «Όχι, υπάρχουν πολλά τέτοια». «Πού;» Η Μαμά με κοιτάζει, μετά ξανακοιτάζει το φόρεμά της, τραβάει το στρίφωμα. «Το δικό μας μπουκάλι είναι εδώ, στο ράφι, και τα υπόλοιπα είναι…» «Στην Τηλεόραση;» ρωτάω. Η Μαμά κοιτάζει καλά καλά τις κλωστές και τις ξανατυλίγει γύρω από τα χαρτονάκια τους για να ξαναχωρέσουν στο Σετ Ραπτικής. «Ξέρεις τι;» Χοροπηδάω. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Πρέπει να πηγαίνει στην Τηλεόραση». Ο ιατρικός πλανήτης ξανάρχισε αλλά δεν τον κοιτάζω, ούτε καν. «Ο ΣαταΝίκ», λέω, για να μη νομίζει ότι εννοώ τον άντρα με το κίτρινο κράνος. «Όταν δεν είναι εδώ, την ημέρα, ξέρεις τι κάνει; Για την ακρίβεια πηγαίνει στην Τηλεόραση. Εκεί πήρε τους παύση πόνους μας, σ’ ένα μαγαζί, και τους έχει φέρνει εδώ». «Φέρει», λέει η Μαμά, και σηκώνεται όρθια. «Φέρει, όχι φέρνει. Ώρα για ύπνο». Αρχίζει να τραγουδάει το «Indicate the Way to My Abode»* αλλά δεν το τραγουδάω μαζί της. * «Δείξε μου το Δρόμο για το Σπίτι Μου»: πρόκειται για


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

71

παραδοσιακό τραγούδι, μάλλον βρετανικής προέλευσης, το οποίο έγινε διάσημο με τη διασκευή του 1925 από τους Βρετανούς στιχουργούς James Campbell και Reginald Connelly (γνωστούς με το ψευδώνυμο Irving King). Δε νομίζω ότι η Μαμά καταλαβαίνει πόσο καταπληκτικό είναι αυτό. Το σκέφτομαι καλά καλά όλη την ώρα που βάζω το φανελάκι μου του ύπνου και που πλένω τα δόντια μου, κι ακόμα κι όταν πίνω λίγο στο Κρεβάτι. Παίρνω πίσω το στόμα μου και λέω: «Πώς γίνεται και δεν τον βλέπουμε ποτέ στην Τηλεόραση;» Η Μαμά χασμουριέται και ανακαθίζεται. «Τόσες φορές έχουμε κοιτάξει, και δεν τον έχουμε δει ποτέ. Πώς γίνεται;» «Δεν είναι εκεί». «Ναι, αλλά το μπουκάλι; Πώς το πήρε;» «Δεν ξέρω». Έτσι όπως το λέει είναι παράξενο. Νομίζω ότι η Μαμά προσποιείται. «Δε γίνεται να μην ξέρεις. Αφού τα ξέρεις όλα». «Βγάλ’ το απ’ το μυαλό σου, Τζακ, μη σε νοιάζει πώς το πήρε». «Δεν το βγάζω, και με νοιάζει». Σχεδόν φωνάζω. «Τζακ…» Τζακ, τι; Τι σημαίνει αυτό το Τζακ; Η Μαμά ξαπλώνει ξανά στα μαξιλάρια. «Είναι πολύ δύσκολο να σου το εξηγήσω». Νομίζω ότι μπορεί να το εξηγήσει, απλώς δε θέλει. «Μπορείς, γιατί τώρα είμαι πέντε». Το πρόσωπό της είναι γυρισμένο προς την Πόρτα. «Εκεί που ήταν το μπουκάλι με τα χάπια μας, ναι, είναι μαγαζί, από εκεί το πήρε, και μετά το έφερε εδώ για Κυριακάτικο Δώρο». «Μαγαζί στην τηλεόραση;» Κοιτάζω πάνω, στο Ράφι, να σιγουρευτώ ότι το μπουκάλι είναι εκεί. «Μα, οι παύση πόνοι είναι αληθινοί…» «Και το μαγαζί αληθινό είναι». Η Μαμά τρίβει το μάτι της. «Πώς…;» «Εντάξει, εντάξει, εντάξει». Γιατί φωνάζει;


72

EMMA DONOGHUE

«Άκου. Αυτά που βλέπουμε στην Τηλεόραση… είναι εικόνες αληθινών πραγμάτων». Αυτό είναι το πιο καταπληκτικότερο πράγμα που άκουσα ποτέ μου. Η Μαμά έχει το χέρι πάνω από το στόμα της. «Η Ντόρα είναι στ’ αλήθεια αληθινή;» Βγάζει το χέρι της. «Όχι, με συγχωρείς. Πολλά πράγματα στην τηλεόραση είναι απλώς εικόνες που τις έφτιαξε κάποιος –η Ντόρα, ας πούμε, είναι μονάχα μια ζωγραφιά–, οι άλλοι άνθρωποι, όμως, αυτοί με πρόσωπα σαν το δικό σου και το δικό μου, είναι αληθινοί». «Για την ακρίβεια άνθρωποι;» Κάνει ναι με το κεφάλι της. «Και τα μέρη είναι κι αυτά αληθινά, όπως τα αγροκτήματα και τα δάση και τα αεροπλάνα και οι πόλεις…» «Μπααα», λέω. Γιατί με κοροϊδεύει; «Πού θα χωρούσαν;» «Έξω», λέει η Μαμά. «Εκεί έξω». Τινάζει το κεφάλι της προς τα πίσω. «Έξω από τον Τοίχο του Κρεβατιού;» Τον κοιτάζω καλά καλά. «Έξω από το Δωμάτιο». Δείχνει από την άλλη μεριά τώρα, τον Τοίχο της Κουζίνας, και το δάχτυλό της κάνει έναν κύκλο. «Τα μαγαζιά και τα δάση κυκλοφορούν όλα στο Απώτερο Διάστημα;» «Όχι. Ξέχνα το, Τζακ, δεν έπρεπε να…» «Ναι, έπρεπε». Κουνάω με δύναμη το γόνατό της. «Πες μου». «Όχι απόψε. Δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να σου το εξηγήσω». Η Αλίκη λέει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει ποια είναι γιατί ξέρει ποια ήταν όταν ξύπνησε το πρωί, αλλά από τότε έχει αλλάξει μερικές φορές.* * Λούις Κάρολ, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων – Μέσα από τον Καθρέφτη. Για όλες τις παραφράσεις όπως αυτή, καθώς και για όλα τα παραθέματα από το συγκεκριμένο βιβλίο, χρησιμοποίησα ως κείμενο αναφοράς τη μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη από τις Εκδόσεις Printa (2003, σειρά Οι Κλασικοί).


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

73

Η Μαμά σηκώνεται ξαφνικά και παίρνει τους παύση πόνους από το Ράφι, νομίζω ότι κοιτάζει να σιγουρευτεί αν είναι ίδιοι μ’ αυτούς στην Τηλεόραση αλλά εκείνη ανοίγει το μπουκάλι και τρώει έναν κι ύστερα άλλον έναν. «Θα βρεις τις λέξεις αύριο;» «Είναι εννιά παρά τέταρτο, Τζακ. Δεν πας για ύπνο τώρα;» λέει κι ύστερα δένει τα Σκουπίδια και τα βάζει δίπλα στην πόρτα. Ξαπλώνω στην Ντουλάπα, αλλά είμαι εντελώς και τελείως ξύπνιος. ··· Σήμερα είναι μια από τις μέρες που η Μαμά είναι Αλλού. Δεν ξυπνάει κανονικά. Είναι εδώ αλλά όχι στ’ αλήθεια. Μένει στο Κρεβάτι με μαξιλάρια πάνω στο κεφάλι της. Ο χαζο-Πέος σηκώνεται, τον πατάω να κατεβεί. Τρώω τα εκατό δημητριακά μου και ανεβαίνω στην καρέκλα μου να πλύνω το μπολ και το Λιωτό Κουτάλι. Είναι πολλή ησυχία όταν κλείνω το νερό. Αναρωτιέμαι αν ήρθε ο ΣαταΝίκ το βράδυ. Δε νομίζω, γιατί τα Σκουπίδια είναι ακόμα δίπλα στην Πόρτα, ίσως όμως να ήρθε αλλά να μην πήρε τα Σκουπίδια. Ίσως η Μαμά να μην είναι απλώς Αλλού. Ίσως να της ζούπηξε ακόμα πιο δυνατότερα το λαιμό και τώρα να είναι… Πάω πολύ κοντά της και τεντώνω τ’ αυτιά μου ν’ ακούσω ώσπου στο τέλος ακούω την ανάσα της. Είμαι μόνο μια ίντσα μακριά της, τα μαλλιά μου αγγίζουν τη μύτη της. Η Μαμά σηκώνει το χέρι της και το βάζει πάνω στο πρόσωπό της κι έτσι κάνω πίσω. Δεν κάνω μπάνιο μόνος μου, μόνο ντύνομαι. Περνάνε ώρες και ώρες, εκατό και διακόσιες. Η Μαμά σηκώνεται να κάνει τσίσα αλλά δε μιλάει – το πρόσωπό της είναι όλο άδειο. Έβαλα ήδη ένα ποτήρι νερό δίπλα στο Κρεβάτι αλλά εκείνη ξαναχώνεται κάτω από το Πάπλωμα. Το σιχαίνομαι όταν είναι Αλλού, αλλά μου αρέσει που μπορώ να βλέπω Τηλεόραση όλη μέρα. Τη βάζω πολύ σιγά σιγά στην αρχή και μετά τη δυναμώνω λιγάκι πιο αργότερα. Η υπερβολικά πολλή Τηλεόραση ίσως με μεταμορφώσει σε ζόμπι αλλά η Μαμά είναι σήμερα


74

EMMA DONOGHUE

σαν ζόμπι και δε βλέπει ούτε καν. Έχει Μπομπ ο Μάστορας και Σούπερ Ζωάκια! και Μπάρνι. Για τον καθένα πηγαίνω ν’ αγγίξω για να χαιρετήσω. Ο Μπάρνι και οι φίλοι του κάνουν πολλές αγκαλιές, τρέχω για να μπω κι εγώ στη μέση αλλά μερικές φορές δεν προλαβαίνω. Σήμερα είναι για μια νεράιδα που τρυπώνει τη νύχτα και μεταμορφώνει τα παλιά δόντια σε λεφτά. Θέλω την Ντόρα αλλά δεν έρχεται. Η Πέμπτη σημαίνει πλύση, αλλά δεν μπορώ να την κάνω όλη μόνος μου και έτσι κι αλλιώς η Μαμά είναι ακόμα ξαπλωμένη πάνω στα σεντόνια. Όταν πεινάω ξανά, κοιτάζω το Ρολόι αλλά λέει ακόμα 09:47. Τα κινούμενα σχέδια τελείωσαν οπότε βλέπω ποδόσφαιρο και τον πλανήτη που οι κόσμοι κερδίζουν βραβεία. Η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά είναι στον κόκκινο καναπέ της και μιλάει σ’ έναν άντρα που κάποτε ήτανε σταρ του γκολφ. Υπάρχει κι ένας άλλος πλανήτης που γυναίκες σηκώνουν ψηλά κολιέ και λένε πόσο υπέροχα είναι. «Κορόιδα», λέει πάντα η Μαμά όταν βλέπει αυτό τον πλανήτη. Σήμερα δε λέει τίποτα, δεν προσέχει ότι βλέπω συνέχεια Τηλεόραση και ότι το μυαλό μου έχει αρχίσει να τσιτσιρίζεται. Πώς γίνεται η Τηλεόραση να είναι εικόνες από αληθινά πράγματα; Τα σκέφτομαι όλ’ αυτά τα πράγματα να πλέουν μέσα στο Απώτερο Διάστημα, έξω από τους τοίχους, ο καναπές και τα κολιέ και το ψωμί και οι παύση πόνοι και τα αεροπλάνα και όλες οι εκείνες και οι εκείνοι, οι μποξέρ και ο άντρας με το ένα πόδι και η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά, να προσπερνάνε πλέοντας τον Φεγγίτη. Τους χαιρετάω, αλλά έχει και ουρανοξύστες επίσης και αγελάδες και καράβια και φορτηγά, είναι όλα στριμωγμένα εκεί έξω, μετράω όλα τα πράγματα που θα μπορούσαν να τρακάρουν πάνω στο Δωμάτιο. Δεν μπορώ να ανασάνω καλά, αντί για όλα τα πράγματα, μετράω τα δόντια μου, από αριστερά στα δεξιά στο πάνω μέρος κι ύστερα από δεξιά στ’ αριστερά στο κάτω, και μετά ανάποδα, είκοσι κάθε φορά, ακόμα όμως νομίζω ότι μετράω λάθος. Όταν είναι 12:04 μπορεί να γίνει μεσημεριανό, οπότε τραβάω μια κονσέρβα μαγειρεμένα κόκκινα φασόλια ν’ ανοίξει, προσέχω. Θα ξυπνούσε η Μαμά αν κόπηκα το χέρι μου και ούρλιαζα βοήθεια; Ποτέ


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

75

δεν είχα ξαναφάει κρύα φασόλια. Τρώω εννιά, μετά δεν πεινάω άλλο. Βάζω τα υπόλοιπα σ’ ένα τάπερ έτσι που να μην είναι κρίμα να πάνε χαμένα. Μερικά είναι κολλημένα στον πάτο της κονσέρβας, ρίχνω μέσα νερό. Ίσως η Μαμά να σηκωθεί και να το πλύνει αργότερα. Ίσως να πεινάει και να πει: «Ω, Τζακ, σ’ ευχαριστώ που με σκέφτηκες και μου κράτησες φασόλια σε τάπερ». Μετράω κι άλλα πράγματα με τον Χάρακα αλλά είναι δύσκολο να προσθέσω όλους τους αριθμούς μόνος μου. Τον γυρίζω απ’ τη μια του άκρη στην άλλη να κάνει τούμπες, είναι ακροβάτης από τσίρκο. Παίζω με το Χειριστήριο, το τεντώνω προς τη Μαμά και ψιθυρίζω: «Ξύπνα», εκείνη όμως δεν ξυπνάει. Το Μπαλόνι είναι όλο ζουληγμένο, καβαλάει το Μπουκάλι από το Χυμό Δαμάσκηνο και πάνε μια βόλτα ψηλά, κοντά στον Φεγγίτη, μαζί κάνουν το φως να λάμπει καφετιά. Φοβούνται το Χειριστήριο εξαιτίας από τη σουβλερή άκρη του, κι έτσι το βάζω στην Ντουλάπα και διπλώνω τις πόρτες να κλείσουν. Λέω σε όλα τα πράγματα να μην ανησυχούν γιατί η Μαμά θα γυρίσει αύριο. Διαβάζω και τα πέντε βιβλία εντελώς και τελείως μόνος μου, αλλά μόνο μικρά κομματάκια από την Αλίκη. Την πιο περισσότερη ώρα κάθομαι. Δεν παίζω Ουρλιαχτό εξαιτίας που θα ενοχλήσω τη Μαμά. Νομίζω ότι μάλλον δε θα πειράξει αν δεν το κάνω μια μόνο μέρα. Μετά ξανανοίγω την Τηλεόραση και κουνάω τον Λαγουδάκη, κάνει τους πλανήτες λίγο λιγότερο πιο χιονισμένους, αλλά μόνο λιγάκι. Έχει αγωνιστικά αυτοκίνητα, μου αρέσει να τα βλέπω να τρέχουν σούπερ έξτρα γρήγορα αλλά δεν είναι πολύ ενδιαφέρον μετά που κάνουν το οβάλ σχεδόν περίπου εκατό φορές. Θέλω να ξυπνήσω τη Μαμά και να τη ρωτήσω για το Έξω με τους για την ακρίβεια ανθρώπους και τα πράγματα που πλέουν παντού γύρω γύρω, αλλά θα θυμώσει. Ή ίσως να μην ξαναγυρίσει από το Αλλού, ακόμα κι αν την κουνήσω. Γι’ αυτό δεν το κάνω. Πάω πολύ κοντά της, φαίνεται το μισό πρόσωπό της και ο λαιμός της. Τώρα τα σημάδια είναι μοβ. Θα κλοτσήσω τον ΣαταΝίκ μέχρι που να τον σπάσω στο ξύλο. Θ’ ανοίξω την Πόρτα ζαααπ με το Χειριστήριο και θα εκτοξευτώ σβζουουπ στο Απώτερο Διάστημα και θα πάρω τα πάντα από τα αληθινά μαγαζιά και θα τα φέρω στη Μαμά. Κλαίω λιγάκι, αλλά χωρίς θόρυβο.


76

EMMA DONOGHUE

Βλέπω μια εκπομπή με καιρό και μία με εχθρούς που πολιορκούν ένα κάστρο, οι καλοί χτίζουν ένα οχυρό για να μην ανοίξει η πόρτα. Πιπιλάω το δάχτυλό μου, η Μαμά δεν μπορεί να μου πει να σταματήσω. Αναρωτιέμαι πόσο από το μυαλό μου έχει γίνει ήδη σούπα και πόσο είναι ακόμα εντάξει. Νομίζω ότι θα κάνω εμετό όπως τότε που ήμουνα τρία και είχα και ευκοίλια. Κι αν κάνω εμετό πάνω στη Μοκέτα, πώς θα την πλύνω μόνος μου; Κοιτάζω το λεκέ που μου χύθηκε τότε που γεννιόμουνα. Γονατίζω και τον χαϊδεύω, είναι λίγο ζεστός και με γρατζουνάει όπως και η υπόλοιπη Μοκέτα, καμιά διαφορά. Η Μαμά ποτέ δεν έμεινε Αλλού παραπάνω από μια μέρα. Δεν ξέρω τι να κάνω αν ξυπνήσω αύριο και είναι ακόμα Αλλού. Μετά πεινάω, τρώω μια μπανάνα παρόλο που είναι λίγο πράσινη. Η Ντόρα είναι μια ζωγραφιά στην Τηλεόραση αλλά είναι η αληθινή μου φίλη, μπερδευτικό αυτό. Το Τζιπ είναι για την ακρίβεια αληθινό, μπορώ να το νιώσω με τα δάχτυλά μου. Ο Σούπερμαν είναι μόνο Τηλεόραση. Τα δέντρα είναι Τηλεόραση αλλά η Γλάστρα είναι αληθινή, οχ, ξέχασα να την ποτίσω. Την κουβαλάω από τη Συρταριέρα στον Νεροχύτη και το κάνω αμέσως. Αναρωτιέμαι αν έφαγε το κομματάκι ψάρι της Μαμάς. Τα σκέιτ είναι Τηλεόραση και το ίδιο και τα κορίτσια και τα αγόρια, μόνο που η Μαμά λέει ότι είναι αληθινά, πώς γίνεται να είναι αληθινά όταν είναι τόσο ίσια; Η Μαμά κι εγώ μπορούμε να φτιάξουμε ένα οχυρό, μπορούμε να σπρώξουμε το κρεβάτι πάνω στην Πόρτα έτσι που να μην ανοίγει, θα πάθει μεγάλη κατάπληξη ο ΣαταΝίκ, χα χα. Ανοίξτε μου, παρακαλώ, στο σπιτάκι σας να μπω, θα φωνάζει, γιατί αλλιώς θα ρουφήξω, θα φυσήξω και το σπίτι σας θα ρίξω.* Το γρασίδι είναι Τηλεόραση και το ίδιο και η φωτιά, αυτή όμως θα μπορούσε να γίνει αληθινή στο Δωμάτιο αν καυτίσω τα φασόλια και το κόκκινο πηδήξει στο μανίκι μου και με κατακάψει. Θα ήθελα να το δω αυτό, αλλά να μη γίνει. Ο αέρας είναι αληθινός και το νερό μόνο στην Μπανιέρα και στον Νεροχύτη, τα ποτάμια και οι λίμνες είναι Τηλεόραση, δεν ξέρω για τη θάλασσα γιατί αν η θάλασσα έπλεε κι αυτή στο Έξω, θα έβρεχε όλα τα υπόλοιπα. Θέλω να κουνήσω τη Μαμά και να τη ρωτήσω αν η θάλασσα είναι αληθινή. Το Δωμάτιο είναι στ’ αλήθεια αληθινό, αλλά ίσως το Έξω να είναι


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

77

επίσης… μόνο που ίσως να φοράει μανδύα αορατότητας όπως ο Πρίγκιπας ΤζάκερΤζακ στο παραμύθι.** Ο Μικρός Χριστός είναι Τηλεόραση νομίζω, εκτός από τη ζωγραφιά με τη Μαμά και τον ξάδελφο και τη Γιαγιά του, αλλά ο Θεός είναι αληθινός και κοιτάει στον Φεγγίτη με το κίτρινο πρόσωπό του, μόνο που όχι σήμερα, σήμερα έχει μόνο γκρίζο. * Από Τα Τρία Γουρουνάκια. ** Από τις Δώδεκα Πριγκίπισσες των Αδελφών Γκριμ. Θέλω να είμαι στο Κρεβάτι με τη Μαμά. Αντί γι’ αυτό, κάθομαι στη Μοκέτα με το χέρι μου ν’ ακουμπάει μόνο λιγάκι στο καρούμπαλο του ποδιού της κάτω από το Πάπλωμα. Το μπράτσο μου κουράζεται κι έτσι το κατεβάζω μια στιγμή κι ύστερα το ανεβάζω ξανά. Τυλίγω την άκρη της Μοκέτας και την αφήνω να ξετυλιχτεί μόνη της ξανά, αυτό το κάνω εκατό διακόσιες φορές. Όταν γίνεται σκοτάδι, προσπαθώ να φάω κι άλλα μαγειρεμένα φασόλια αλλά είναι αηδιαστικά. Τρώω αντί γι’ αυτό λίγο ψωμί με φιστικοβούτυρο. Ανοίγω την Κατάψυξη και βάζω το πρόσωπό μου δίπλα στα σακουλάκια με τον αρακά και το σπανάκι και τα ανατριχιαστικά πράσινα φασολάκια, το κρατάω εκεί μέχρι που μουδιάζουν ακόμα και τα βλέφαρά μου. Μετά φεύγω μ’ ένα σάλτο και κλείνω την πόρτα και τρίβω τα μάγουλά μου να τα ζεστάνω. Τα νιώθω με τα χέρια μου αλλά δεν μπορώ να τα νιώσω να νιώθουν τα χέρια μου πάνω τους, παράξενο αυτό. Τώρα είναι σκοτάδι στον Φεγγίτη, ελπίζω ο Θεός να βάλει μέσα το ασημένιο πρόσωπό του. Φοράω το φανελάκι μου του ύπνου. Αναρωτιέμαι μήπως είμαι βρόμικος επειδή δεν έκανα μπάνιο, και προσπαθώ να μυρίσω τον εαυτό μου. Στην Ντουλάπα ξαπλώνω σκεπασμένος με την Κουβέρτα αλλά κρυώνω. Ξέχασα να ξυπνήσω τον Θερμοστάτη σήμερα, γι’ αυτό κάνει κρύο, αλλά μόνο τώρα το θυμήθηκα, τώρα όμως δεν μπορώ να τον ξυπνήσω, είναι νύχτα. Θέλω πολύ να πιω λίγο, δεν ήπια καθόλου σήμερα. Ακόμα και το δεξί, αλλά καλύτερα το αριστερό. Να μπορούσα να χωθώ στο Κρε-


78

EMMA DONOGHUE

βάτι με τη Μαμά και να πιω λίγο – μπορεί όμως να με σπρώξει μακριά κι αυτό θα ήταν χειρότερο. Κι αν είμαι μαζί της στο Κρεβάτι κι έρθει ο ΣαταΝίκ; Δεν ξέρω αν είναι ακόμα εννιά, είναι πολύ σκοτεινά για να δω το Ρολόι. Τρυπώνω στο Κρεβάτι, σούπερ έξτρα αργά για να μην το προσέξει η Μαμά. Απλώς ξαπλώνω κοντά της. Αν ακούσω το μπιπ μπιπ μπορώ να σαλτάρω στην Ντουλάπα, γρήγορα γρήγορα. Κι αν έρθει, και η Μαμά δεν ξυπνάει, θα θυμώσει μαζί της ακόμα πιο περισσότερο; Θα της κάνει πάνω της ακόμα πιο χειρότερα σημάδια; Μένω ξύπνιος για να τον ακούσω να έρχεται. Δεν έρχεται, αλλά εγώ μένω ξύπνιος. ··· Η σακούλα με τα Σκουπίδια είναι ακόμα δίπλα στην Πόρτα. Η Μαμά σηκώθηκε πριν από μένα σήμερα το πρωί και την ξέδεσε και έριξε μέσα τα φασόλια που έξυσε από την κονσέρβα. Αφού η σακούλα είναι ακόμα εκεί, φαντάζομαι ότι πάει να πει ότι δεν ήρθε, δύο νύχτες που δεν ήρθε, γιούπι. Παρασκευή, η σειρά του Στρώμα. Το αναποδογυρίζουμε και του αλλάζουμε μεριά για να μην κάνει βουναλάκια, είναι τόσο βαρύ που πρέπει να χρησιμοποιήσω όλα μου τα ποντίκια κι όταν πέφτει μπουμπφ στη θέση του, με πετάει πάνω στη Μοκέτα. Βλέπω το καφέ σημάδι στο Στρώμα απ’ όταν βγήκα από την κοιλίτσα της Μαμάς, την πρώτη φορά. Μετά, κάνουμε αγώνα ξεσκονίσματος, η σκόνη είναι μικρούτσικα αόρατα κομμάτια απ’ τα δέρματά μας που δεν τα χρειαζόμαστε πια γιατί φυτρώνουμε καινούργια, όπως τα φίδια. Η Μαμά φταρνίζεται πολύ πολύ δυνατά σαν μία σταρ της όπερας που είχαμε ακούσει μια φορά στην Τηλεόραση. Κάνουμε τον κατάλογο με τα ψώνια μας, δεν μπορούμε ν’ αποφασίσουμε για το Κυριακάτικο Δώρο. «Να ζητήσουμε γλυκά», λέω. «Ούτε καν σοκολάτες. Απλώς γλυκά που δεν έχουμε ξαναφάει ποτέ». «Απ’ αυτά τα πολύ μαστιχωτά, για να καταλήξεις με δόντια σαν τα δικά μου, ε;» Δε μ’ αρέσει όταν η Μαμά κάνει σαρκασμό. Τώρα διαβάζουμε προτάσεις από τα χωρίς εικόνες βιβλία, αυτή είναι από το Η Καλύβα μ’ ένα τρομακτικό σπίτι και όλο άσπρο χιόνι. «Από τότε», διάβασα, «όπως συνήθιζαν να λένε εκείνη την εποχή τα


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

79

παιδιά, αρχίσαμε να κάνουμε παρέα και να πίνουμε καφέ – εγώ καυτό τσάι με σόγια».* * The Shack, Γουίλιαμ Π. Γιανγκ, μετάφραση Γιάννης Καστανάρας, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2009. «Εξαιρετικά», λέει η Μαμά, «μόνο που το σόγια πρέπει να κάνει ρίμα με το λόγια». Οι κόσμοι στα βιβλία και στην Τηλεόραση διψάνε συνέχεια, πίνουν μπίρα και χυμό και σαμπάνια και λάτε και όλων των λογιών τα ζουμιά, μερικές φορές τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους ο ένας πάνω στο ποτήρι του άλλου όταν είναι χαρούμενοι αλλά δεν τα σπάνε. Διαβάζω ξανά την πρόταση, είναι ακόμα μπερδευτική. «Ποιος είναι οι δύο που αρχίσανε, ποιος ο εγώ και ποια τα παιδιά;» «Χμ», λέει η Μαμά, διαβάζοντας πάνω απ’ τον ώμο μου. «Νομίζω ότι όταν λέει τα παιδιά, το εννοεί γενικά». «Τι πάει να πει γενικά;» «Πολλά παιδιά». Προσπαθώ να τα δω, τα πολλά, να παίζουν όλα μαζί. «Για την ακρίβεια ανθρώπινα;» Η Μαμά δε λέει τίποτα για μια στιγμή. «Ναι», λέει μετά, αλλά πολύ σιγανά. Οπότε ήταν αλήθεια όλα αυτά που είπε. Τα σημάδια είναι ακόμα στο λαιμό της, αναρωτιέμαι αν θα φύγουν ποτέ. ··· Το βράδυ, η Μαμά αναβοσβήνει το φως, με ξυπνάει στο Κρεβάτι. Η Λάμπα αναμμένη, μετράω πέντε. Η Λάμπα σβηστή, μετράω ένα. Λάμπα αναμμένη, μετράω δύο. Λάμπα σβηστή, μετράω δύο. Βγάζω ένα βογκητό. «Λίγο ακόμα», λέει η Μαμά. Ακόμα κοιτάζει ψηλά στον Φεγγίτη που είναι όλος μαύρος. Δεν υπάρχουν Σκουπίδια δίπλα στην Πόρτα, αυτό σημαίνει ότι ο ΣαταΝίκ ήρθε όσο κοιμόμουνα. «Σε παρακαλώ, Μαμά». «Σ’ ένα λεπτό». «Μου πονάει τα μάτια».


80

EMMA DONOGHUE

Γέρνει πάνω από το κρεβάτι, με φιλάει δίπλα στο στόμα μου, τραβάει το Πάπλωμα πάνω στο πρόσωπό μου. Το φως ακόμα αναβοσβήνει αλλά πιο σκοτεινότερα. Μετά από λίγο, γυρίζει στο Κρεβάτι και μου δίνει λίγο για να ξανακοιμηθώ. ··· Το Σάββατο μου φτιάχνει τρεις κοτσίδες γι’ αλλαγή, είναι παράξενες. Κουνάω το κεφάλι μου πέρα δώθε για να με χαστουκίσω μ’ αυτές. Σήμερα το πρωί δεν παρακολουθώ τον πλανήτη των κινούμενων σχεδίων, διαλέγω λιγάκι απ’ αυτόν της κηπουρικής και λίγο από της γυμναστικής και λίγο από τις ειδήσεις, κι ό,τι βλέπουμε, λέω: «Είναι αληθινό αυτό, Μαμά;» κι εκείνη λέει ναι, εκτός από ένα κομματάκι για μια ταινία με λυκάνθρωπους και μια γυναίκα που σκάει σαν μπαλόνι, αυτό είναι σπέσιαλ εφέ, δηλαδή ζωγραφική σε κομπιούτερ. Το μεσημεριανό είναι μια κονσέρβα ρεβύθια με κάρι και ρύζι επίσης. Θα ήθελα να κάνω ένα σούπερ έξτρα μεγάλο Ουρλιαχτό, αλλά δεν μπορούμε τα Σαββατοκύριακα. Το περισσότερο απόγευμα παίζουμε Πριονάκι, μπορούμε να κάνουμε τα Κεριά και τα Διαμάντια και τη Φάτνη και τις Βελόνες Πλεξίματος, και προσπαθούμε συνέχεια να πετύχουμε τον Σκορπιό, μόνο που τα δάχτυλα της Μαμάς καταλήγουν συνέχεια μπλεγμένα. Το βραδινό είναι πιτσάκια, ένα ο καθένας συν ένα για να το μοιραστούμε. Μετά παρακολουθούμε έναν πλανήτη όπου οι κόσμοι φοράνε πολλά ρούχα με φρου φρου και τεράστια άσπρα μαλλιά. Η Μαμά λέει ότι είναι αληθινοί αλλά παριστάνουν ότι είναι άνθρωποι που πέθαναν εκατό διακόσια χρόνια πριν. Είναι κάτι σαν παιχνίδι, αλλά δεν ακούγεται και πολύ διασκεδαστικό. Η Μαμά σβήνει την Τηλεόραση και μυρίζει με δύναμη, σνιφ σνιφ. «Ακόμα μου μυρίζει αυτό το κάρι από το μεσημεριανό». «Κι εμένα». «Νόστιμο ήταν. Έτσι όπως μένει η μυρωδιά, όμως, γίνεται αηδιαστικό». «Και το δικό μου αηδιαστικό ήταν», της λέω. Γελάει. Τα σημάδια στο λαιμό της γίνονται πιο λιγότερα, τώρα είναι πρασινωπά και κιτρινωπά. «Θα μου πεις ένα παραμύθι;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

81

«Ποιο;» «Κάποιο που δε μου έχεις ξαναπεί». Η Μαμά μού χαμογελάει. «Νομίζω ότι τώρα πια ξέρεις ό,τι ξέρω κι εγώ. Τον Κόμη του Μόντε Κρίστο;» «Το έχω ακούσει εκατομμύρια φορές». «Τον Νέλσον στη Νήσο Ρόμπεν;» «Και βγήκε από τη φυλακή μετά από είκοσι εφτά χρόνια κι έγινε κυβέρνηση». «Τη Χρυσομαλλούσα;» «Πολύ τρομακτικό». «Οι αρκούδες μόνο της μουγκρίζουν», λέει η Μαμά. «Ναι, αλλά…» «Την Πριγκίπισσα Νταϊάνα;» «Έπρεπε να είχε φορέσει τη ζώνη της». «Βλέπεις; Τα ξέρεις όλα». Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Για κάτσε, υπάρχει κι ένα για μια γοργόνα…» «Η Μικρή Γοργόνα». «Όχι, ένα αλλιώτικο. Αυτή η γοργόνα κάθεται στα βράχια ένα βράδυ και χτενίζει τα μαλλιά της όταν ένας ψαράς γλιστράει στα μουλωχτά και την πιάνει στα δίχτυα του». «Να την τηγανίσει για βραδινό;» «Όχι, όχι, την παίρνει στην καλύβα του, κι εκείνη αναγκάζεται να τον παντρευτεί», λέει η Μαμά. «Αυτός της παίρνει τη μαγική χτένα της έτσι που να μην μπορεί να ξαναγυρίσει ποτέ στη θάλασσα. Έτσι, έπειτα από λίγο καιρό, η γοργόνα αποκτά ένα μωρό…» «… που το λένε ΤζάκερΤζακ», της λέω. «Ακριβώς. Όποτε όμως ο ψαράς λείπει για ψάρεμα, η γοργόνα ψάχνει την καλύβα, και μια μέρα βρίσκει πού είναι κρυμμένη η μαγική της χτένα…» «Χα χα». «Και τρέχει στα βράχια, και βουτάει στη θάλασσα». «Όχι». Η Μαμά με κοιτάζει καλά καλά. «Δε σ’ αρέσει αυτό το παραμύθι;» «Δεν έπρεπε να φύγει».


82

EMMA DONOGHUE

«Δεν πειράζει που έφυγε». Η Μαμά παίρνει το δάκρυ απ’ το μάτι μου με το δάχτυλό της. «Ξέχασα να πω ότι, βέβαια, παίρνει μαζί της και το μωρό της, τον ΤζάκερΤζακ – τον βάζει μέσα στις μπούκλες των μαλλιών της. Κι όταν ο ψαράς γυρίζει, βρίσκει την καλύβα αδειανή και δεν τους ξαναβλέπει ποτέ». «Πνίγεται;» «Ο ψαράς;» «Όχι, ο ΤζάκερΤζακ, κάτω απ’ το νερό». «Α, μην ανησυχείς γι’ αυτόν», λέει η Μαμά. «Ξεχνάς ότι είναι μισός γοργόνος; Αυτό σημαίνει ότι μπορεί και αναπνέει και στον αέρα και στο νερό, όπου και να ’ναι». Πηγαίνει να κοιτάξει το Ρολόι, είναι 08:27. Είμαι ξαπλωμένος στην Ντουλάπα εκατομμύρια ώρες, αλλά δε μου έρχεται ύπνος. Λέμε τραγούδια και προσευχές. «Ένα ποιηματάκι μόνο», λέω, «παρακαλώ;» Διαλέγω το Το σπίτι που έχτισε ο Τζακ επειδή είναι το πιο μεγάλο. Η φωνή της Μαμάς χασμουριέται. «Αυτή είναι η ιστορία ενός κουρελή…» «Που φίλησε μια κόρη καλή κι ορφανή…» «Που άρμεγε τη γελάδα της με το σπασμένο κέρατο…» Κλέβω στα γρήγορα μερικούς στίχους. «Που πέταξε το σκύλο που πείραζε τη γάτα που σκότωσε τον ποντικό που…» Μπιπ μπιπ. Κλείνω φερμουάρ το στόμα μου. Το πρώτο πράγμα που λέει ο ΣαταΝίκ δεν το ακούω. «Μμμ, συγγνώμη γι’ αυτό», λέει η Μαμά. «Φάγαμε κάρι. Αναρωτιόμουν, μια που το ’φερε ο λόγος, αν θα ήταν δυνατό…» Η φωνή της είναι ψηλή ψηλή. «Μήπως θα μπορούσες κάποια στιγμή να βάλεις έναν εξαεριστήρα, ή, έστω, έναν ανεμιστήρα;» Εκείνος δε λέει τίποτα. Νομίζω ότι κάθονται στο Κρεβάτι. «Ένα μικρό δηλαδή, όχι τίποτα σπουδαίο». «Α, ωραία ιδέα», λέει ο ΣαταΝίκ. «Να βάλουμε τους γείτονες ν’ αναρωτιούνται τι μ’ έπιασε και μαγειρεύω πικάντικα φαγητά στο εργαστήριό μου». Νομίζω ότι αυτό είναι πάλι σαρκασμός. «Ω, συγγνώμη», λέει η Μαμά, «δε σκέφτηκα…»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

83

«Κι αφού θα κάνω που θα κάνω τον κόπο, γιατί να μη βάλω κι ένα φωτεινό βέλος ν’ αναβοσβήνει στην οροφή;» Αναρωτιέμαι πώς αναβοσβήνει ένα βέλος. «Λυπάμαι ειλικρινά», λέει η Μαμά. «Δε σκέφτηκα ότι η μυρωδιά, ότι θα… ότι ένας εξαεριστήρας θα…» «Δε νομίζω ότι καταλαβαίνεις το πόσο καλά την έχεις εδώ», λέει ο ΣαταΝίκ. «Ή κάνω λάθος;» Η Μαμά δε λέει τίποτα. «Πάνω από τη γη, με φυσικό φως, κεντρικό κλιματισμό, πολύ ανώτερο από κάτι άλλα – όσο γι’ αυτό, να μην έχεις καμιά αμφιβολία. Φρέσκα φρούτα, είδη προσωπικής υγιεινής, τι θες και δεν το έχεις… φτάνει να κουνήσεις το δαχτυλάκι σου. Ξέρεις πόσα κορίτσια θα έδιναν τα πάντα για να τη βολέψουν έτσι; Να ζήσουν σε τέτοια άνεση και ασφάλεια; Ειδικά με τον πιτσιρικά…» Εγώ είμαι αυτός; «Να μην έχουν ν’ ανησυχούν ούτε για μεθυσμένους οδηγούς», λέει, «ούτε για εμπόρους ναρκωτικών, ούτε για ανώμαλους…» Η Μαμά τον κόβει πολύ γρήγορα. «Δεν έπρεπε να ζητήσω εξαεριστήρα, ήταν βλακεία μου… όλα είναι μια χαρά». «Εντάξει τότε». Κανείς δε λέει τίποτα για λιγάκι. Μετράω τα δόντια μου, όλο λάθος τα βγάζω, δεκαεννιά κι ύστερα είκοσι κι ύστερα πάλι δεκαεννιά. Δαγκώνω τη γλώσσα μου μέχρι που πονάει. «Και βέβαια υπάρχουν φθορές, φυσικό είναι». Η φωνή του έχει μετακομίσει, νομίζω ότι τώρα είναι κοντά στην Μπανιέρα. «Να, ας πούμε, εκείνος εκεί ο αρμός έχει ανοίξει. Θα πρέπει να τον τρίψω με γυαλόχαρτο και να τον ξαναγεμίσω. Και δες εδώ, η πλάκα από κάτω φαίνεται». «Προσέχουμε», λέει η Μαμά, πολύ σιγανά. «Όχι αρκετά. Ο φελλός δεν είναι φτιαγμένος για ποδοβολητά – εξάλλου, υπολόγιζα μόνο ένα χρήστη, και όχι δραστήριο». «Θα ’ρθεις να ξαπλώσουμε;» ρωτάει η Μαμά μ’ αυτή την περίεργη ψηλή φωνή της. «Ένα λεπτό να βγάλω τα παπούτσια μου». Ακούω κάτι σαν βογκητό κι ύστερα κάτι βαρύ να πέφτει στο Πάτωμα. «Εσύ είσαι αυτή που αρχίζεις να με ζαλίζεις με τις ανακαινίσεις σου πριν καλά καλά


84

EMMA DONOGHUE

προλάβω να πατήσω το πόδι μου μέσα…» Η Λάμπα σβήνει. Ο ΣαταΝίκ τρίζει το Κρεβάτι, μετράω ως το ενενήντα εφτά, μετά νομίζω ότι έχασα ένα κι έτσι χάνω το μέτρημα. Μένω ξύπνιος κι ακούω ακόμα κι όταν δεν υπάρχει τίποτα να ακούσω. ··· Την Κυριακή, τρώμε ψωμάκια μπέγκελ για βραδινό, πολύ μαστιχωτά, με μαρμελάδα και φιστικοβούτυρο επίσης. Η Μαμά βγάζει το μπέγκελ της απ’ το στόμα και σφηνωμένο μέσα του βλέπουμε ένα μυτερό πράγμα. «Επιτέλους», λέει. Το παίρνω, είναι όλο κιτρινωπό με σκούρα καφετιά κομμάτια. «Το Πολύ Χαλασμένο Δόντι;» Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. Ψάχνει με το δάχτυλό της το στόμα της, στο πίσω μέρος. Είναι πολύ παράξενο. «Μπορούμε να το ξαναβάλουμε στη θέση του, να το κολλήσουμε με λίγη αλευρόκολλα ίσως». Κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της, χαμογελώντας. «Χαίρομαι που βγήκε, τώρα δε θα μπορεί πια να με πονάει». Το δόντι ήταν κομμάτι της πριν από ένα λεπτό, και τώρα πια δεν είναι. Τώρα είναι μόνο ένα πράγμα. «Ξέρεις τι;» της λέω. «Αν το βάλεις κάτω από το μαξιλάρι σου, μια νεράιδα θα έρθει τη νύχτα αόρατα και θα το μεταμορφώσει σε λεφτά». «Εδώ μέσα; Λυπάμαι, αλλά δε νομίζω», λέει η Μαμά. «Γιατί όχι;» «Γιατί η νεράιδα των δοντιών δεν ξέρει για το Δωμάτιο». Τα μάτια της κοιτάζουν μέσα απ’ τους τοίχους. Το Έξω τα έχει όλα. Τώρα, όποτε σκέφτομαι κάτι, όπως τα σκι ή τα πυροτεχνήματα ή τα νησιά ή τα ασανσέρ ή τα γιογιό, πρέπει να θυμάμαι ότι είναι αληθινά, ότι για την ακρίβεια γίνονται Έξω, όλα μαζί. Αυτό κάνει το κεφάλι μου να κουράζεται πολύ. Και οι κόσμοι επίσης, πυροσβέστες δάσκαλοι κλέφτες μωρά άγιοι ποδοσφαιριστές και όλων των λογιών, είναι όλοι τους αληθινά στ’ αλήθεια Έξω. Εγώ, όμως, δεν είμαι, ούτε η Μαμά, είμαστε οι μόνοι που δεν είναι. Είμαστε ακόμα αληθινοί; Μετά το βραδινό, η Μαμά μού λέει τον Χάνσελ και την Γκρέτελ και το Πώς Έπεσε το Τείχος του Βερολίνου και τον Ρουμπελστίλτσκιν. Μ’ αρέσει όταν η βασίλισσα πρέπει να μαντέψει το όνομα του


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

85

ανθρωπάκου, αλλιώς αυτός θα της πάρει το μωρό. «Είναι αληθινές οι ιστορίες;» «Ποιες απ’ όλες;» «Η γοργόνα μητέρα και ο Χάνσελ και η Γκρέτελ και όλες τους». «Χμ», λέει η Μαμά, «όχι κυριολεκτικά». «Τι πάει να πει…;» «Είναι μαγεία, δε μιλάνε για αληθινούς ανθρώπους που είναι σήμερα εδώ και κυκλοφορούν ανάμεσά μας». «Είναι ψέματα δηλαδή;» «Όχι, όχι. Οι ιστορίες είναι ένα άλλο είδος αλήθειας». Το πρόσωπό μου είναι όλο ζαρωμένο εξαιτίας που προσπαθώ να καταλάβω. «Το Τείχος του Βερολίνου; Είναι αλήθεια ή ψέματα;» «Κάποτε υπήρχε ένα τείχος, αλλά δεν υπάρχει πια». Είμαι τόσο κουρασμένος που μου φαίνεται ότι θα σκιστώ στα δύο όπως έκανε στο τέλος ο Ρουμπελστίλτσκιν. «Καληνύχτα καληνύχτα», λέει η Μαμά, κλείνοντας τις πόρτες της Ντουλάπας, «να ’χεις όνειρα γλυκά, τα ζουζούνια να προσέχεις, που τσιμπάνε σαν τρελά». ··· Δεν ήξερα ότι είχα βγει εκτός, αλλά μετά ο ΣαταΝίκ είναι εδώ, δυνατά δυνατά. «Μα… οι βιταμίνες…» λέει η Μαμά. «Σκέτη κλεψιά». «Θέλεις ν’ αρρωστήσουμε;» «Μια περιουσία κοστίζουν», λέει ο ΣαταΝίκ. «Είδα κάποτε ένα ντοκιμαντέρ που έλεγε ότι έτσι κι αλλιώς όλες καταλήγουν στη λεκάνη της τουαλέτας». Ποιος καταλήγει στην Τουαλέτα; «Απλώς, να, αν κάναμε καλύτερη διατροφή…» «Α, να τα μας! Γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια…» Τον βλέπω μέσα από τις γρίλιες, κάθεται στην άκρη της Μπανιέρας. Η φωνή της Μαμάς θυμώνει. «Πάω στοίχημα ότι σου κοστίζουμε λιγότερα κι από σκυλί. Ούτε παπούτσια δε χρειαζόμαστε». «Δεν έχεις ιδέα πώς είναι σήμερα η ζωή. Θέλω να πω, από πού νομίζεις ότι θα συνεχίσει να έρχεται το χρήμα;» Κανείς δε λέει τίποτα, κι ύστερα μιλάει η Μαμά. «Τι εννοείς; Τα χρήματα γενικά ή…;»


86

EMMA DONOGHUE

«Έξι μήνες». Τα μπράτσα του είναι διπλωμένα, τεράστια. «Έξι μήνες τώρα είμαι απολυμένος, και μήπως χρειάστηκε να σκοτίσεις το κεφαλάκι σου για τίποτα;» Βλέπω και τη Μαμά, μέσα από τις γρίλιες, είναι σχεδόν δίπλα του. «Τι έγινε;» «Λες και σε νοιάζει». «Ψάχνεις για άλλη δουλειά;» Κοιτάζουν καλά καλά ο ένας τον άλλο. «Έχεις χρέη;» ρωτάει η Μαμά. «Πώς θα μπορέσεις να…;» «Σκάσε». Δεν το θέλω, αλλά φοβάμαι τόσο πολύ ότι θα την πονέσει ξανά που ο ήχος απλώς σκάει και χύνεται έξω από το κεφάλι μου. Ο ΣαταΝίκ με κοιτάζει κατευθείαν τώρα, κάνει ένα βήμα κι άλλο ένα κι άλλο ένα κι άλλο ένα και μετά τακ τακ χτυπάει τις γρίλιες. Βλέπω τη σκιά απ’ το χέρι του. «Έι, εσύ εκεί μέσα!» λέει. Μιλάει σε μένα. Το στέρνο μου κάνει κλανγκ κλανγκ. Αγκαλιάζω τα γόνατά μου και σφίγγω τα δόντια μου μεταξύ τους. Θέλω να μπω κάτω από την Κουβέρτα αλλά δεν μπορώ, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. «Κοιμάται», λέει η Μαμά. «Κι όλη τη μέρα στην ντουλάπα σε βάζει να κάθεσαι, όπως και τη νύχτα;» Το σε είμαι εγώ. Περιμένω τη Μαμά να πει όχι, αλλά δεν το λέει. «Κάτι μου βρομάει εδώ, αυτό το πράμα δεν είναι φυσικό». Μπορώ να δω τα μάτια του, είναι κατάχλωμα. Αυτός μπορεί να με δει; Μπορεί να με πετρώσει; Κι αν ανοίξει την πόρτα; Νομίζω ότι θα… «Μάλλον κάποιο πρόβλημα έχει», λέει τώρα στη Μαμά, «αφού απ’ τη μέρα που γεννήθηκε και μετά, δε μ’ άφησες να τον δω. Το κακόμοιρο… Τι είναι; Τέρας με δυο κεφάλια, ε;» Γιατί το είπε αυτό; Σχεδόν θέλω να βγάλω το ένα κεφάλι μου από την Ντουλάπα, έτσι, για να του δείξω. Η Μαμά είναι εκεί, μπροστά στις γρίλιες, βλέπω τους ώμους της απ’ το πίσω τους μέρος, τα κόκαλά της να πετάνε μέσα απ’ το φανελάκι της. «Απλώς είναι ντροπαλός». «Εμένα δεν έχει λόγο να με ντρέπεται», λέει ο ΣαταΝίκ. «Ποτέ δεν ακούμπησα χέρι πάνω του».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

87

Γιατί να ακουμπήσει το χέρι του πάνω μου; «Και του ’φερα κι αυτό το ωραίο τζιπ. Ξέρω τι θέλουν τ’ αγόρια, ήμουν κι εγώ κάποτε. Έλα τώρα, Τζακ…» Είπε τ’ όνομά μου. «Βγες να πάρεις το γλειφιτζούρι σου». Ένα γλειφιτζούρι! «Ας πάμε καλύτερα στο κρεβάτι». Η φωνή της Μαμάς είναι παράξενη. Ο ΣαταΝίκ βγάζει έναν ήχο που μοιάζει με γέλιο. «Ξέρω τι σου χρειάζεται, δεσποινίς». Τι χρειάζεται η Μαμά; Είναι κάτι στον κατάλογο; «Έλα», του ξαναλέει. «Δε σ’ έμαθε η μάνα σου να μην κάνεις σαν λυσσασμένη;» Η Λάμπα σβήνει. Μα η Μαμά δεν έχει μάνα. Το Κρεβάτι κάνει φασαρία, είναι αυτός που ξαπλώνει πάνω του. Βάζω την Κουβέρτα πάνω απ’ το κεφάλι μου και πατάω τ’ αυτιά μου για να μην ακούω. Δε θέλω να μετρήσω τα τριξίματα αλλά τα μετράω. ··· Όταν ξυπνάω, είμαι ακόμα στην Ντουλάπα και είναι τελείως κι εντελώς σκοτάδι. Αναρωτιέμαι αν ο ΣαταΝίκ είναι ακόμα εδώ. Και το γλειφιτζούρι; Ο κανόνας είναι: μένω στην Ντουλάπα μέχρι να έρθει να μου ανοίξει η Μαμά. Αναρωτιέμαι τι χρώμα να είναι το γλειφιτζούρι. Υπάρχουν χρώματα στο σκοτάδι; Προσπαθώ να ξαναβγώ εκτός αλλά παραείμαι ξυπνητός. Θα μπορούσα να βγάλω λίγο το κεφάλι μου, έτσι, μόνο για να… Σπρώχνω κι ανοίγω τις πόρτες πολύ πολύ αργά και αθόρυβα. Δεν ακούω τίποτ’ άλλο εκτός από το βουητό του Ψυγείου. Βγαίνω έξω, κάνω ένα βήμα, δύο βήματα, τρία. Μετά, σκοντάφτω το μεγάλο μου δάχτυλο πάνω σε κάτι αουουουουου. Το σηκώνω, είναι ένα παπούτσι, ένα τεράστιο παπούτσι γίγαντα. Κοιτάζω στο Κρεβάτι, και να τος εκεί, ο ΣαταΝίκ, το πρόσωπό του νομίζω είναι φτιαγμένο από πέτρα. Απλώνω το δάχτυλό μου να το αγγίξω, σχεδόν εντελώς. Τα μάτια του ανάβουν κάτασπρα. Πηδάω προς τα πίσω, μου πέφτει το παπούτσι. Νομίζω ότι είναι έτοιμος να φωνάξει, αυτός όμως


88

EMMA DONOGHUE

χαμογελάει με μεγάλα γυαλιστερά δόντια και λέει: «Γεια σου, γιόκα μου». Δεν ξέρω τι πάει να πει το… Και τότε ακούω τη Μαμά να φωνάζει ακόμα πιο δυνατότερα κι από το πιο δυνατότερο Ουρλιαχτό της. «Γρήγορα, φύγε μακριά του!» Τρέχω πίσω στην Ντουλάπα, κοπανάω το κεφάλι μου, αουτς, κι εκείνη τσιρίζει ακόμα: «Φύγε μακριά του». «Σκάσε», λέει ο ΣαταΝίκ. «Σκάσε». Της λέει λέξεις που δεν μπορώ ν’ ακούσω μέσα από τα ουρλιαχτά. Μετά, η φωνή της θολώνει. «Κόφ’ το αυτό, δεν μπορώ να τ’ ακούω», της λέει. Αντί για λέξεις, η Μαμά κάνει μμμμμμμμμμμμμμ. Κρατάω το κεφάλι μου εκεί που το κοπάνησα, το τυλίγω με τα δυο μου χέρια. «Τα ’χεις παίξει εντελώς, κακομοίρα μου, για λύπηση είσαι». «Μπορώ να κάτσω φρόνιμα», λέει η Μαμά, σχεδόν ψιθυρίζοντας, με φωνή σαν γδαρμένη, «ξέρεις πόσο φρόνιμα μπορώ να καθίσω, αρκεί να τον αφήσεις ήσυχο. Δε σου έχω ζητήσει τίποτ’ άλλο. Μόνο αυτό». Ο ΣαταΝίκ βγάζει έναν ήχο σαν πνιγμένο γέλιο. «Τίποτ’ άλλο; Μου ζητάς κάτι κάθε φορά που ανοίγω την πόρτα». «Είναι όλα για τον Τζακ». «Μην ξεχνάς λοιπόν πώς τον απέκτησες». Τεντώνω όσο μπορώ τ’ αυτιά μου, αλλά η Μαμά δεν απαντάει τίποτα. Ήχοι. Παίρνει τα ρούχα του; Τα παπούτσια του είναι, νομίζω ότι βάζει τα παπούτσια του. Δεν κοιμάμαι μετά που φεύγει. Μένω ξυπνητός όλο το βράδυ στην Ντουλάπα. Περιμένω εκατό ώρες, αλλά η Μαμά δεν έρχεται να με πάρει. Κοιτάζω πάνω, στη Σκεπή, όταν ξαφνικά σηκώνεται, και ο ουρανός ξεχύνεται μέσα και οι πύραυλοι και οι αγελάδες και τα δέντρα πέφτουν με δύναμη πάνω στο κεφάλι μου… Όχι, είμαι στο Κρεβάτι, ο Φεγγίτης έχει αρχίζει να στάζει φως, πρέπει να είναι πρωί. «Ένα κακό όνειρο ήταν μόνο», λέει η Μαμά, χαϊδεύοντάς μου το μάγουλο. Πίνω λίγο, αλλά όχι πολύ, το πηχτό σαν κρέμα αριστερό.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

89

Μετά θυμάμαι και γυρίζω και ανασηκώνομαι να κοιτάξω για καινούργια σημάδια πάνω της, αλλά δε βλέπω κανένα. «Συγγνώμη που βγήκα τη νύχτα απ’ την Ντουλάπα». «Ξέρω», λέει. Είναι το ίδιο όπως ότι με συγχωρεί; Θυμάμαι κι άλλα. «Τι είναι το τέρας με δυο κεφάλια;» «Ω, Τζακ». «Γιατί είπε ότι έχω πρόβλημα;» Η Μαμά βογκάει. «Δεν έχεις κανένα απολύτως πρόβλημα, είσαι απ’ όλες τις απόψεις μια χαρά». Μου φιλάει τη μύτη. «Ναι, αλλά γιατί το είπε;» «Απλώς προσπαθεί να με τρελάνει». «Μα, γιατί να…;» «Πώς εσένα σου αρέσει να παίζεις με μπαλόνια και αυτοκίνητα και τέτοια; Ε, σ’ αυτόν αρέσει να παίζει με το κεφάλι μου». Το χτυπάει με το δάχτυλό της. Εγώ δεν ξέρω να παίζω με κεφάλια. «Το απολυμένος είναι το ίδιο με το όταν κάποιος είναι λυμένος από κάτι;» «Όχι, σημαίνει ότι έχασε τη δουλειά του», λέει η Μαμά. Νόμιζα ότι μόνο τα πράγματα μπορούσαν να χαθούν, όπως η μία από τις καρφίτσες μας, που ήταν όλες μαζί έξι. Όλα πρέπει να είναι αλλιώτικα σ’ αυτό το Έξω. «Γιατί σου είπε να μην ξεχνάς πώς με απέκτησες;» «Α, μπορείς να το κόψεις για ένα λεπτό; Ήμαρτον!» Μετράω στο αθόρυβο, ένας ιπποπόταμος, δύο ιπποπόταμοι… σ’ όλα τα εξήντα δευτερόλεπτα, οι ερωτήσεις χοροπηδάνε πάνω κάτω μέσα στο κεφάλι μου. Η Μαμά γεμίζει ένα ποτήρι γάλα για κείνη, σ’ εμένα δε βάζει. Κοιτάζει καλά καλά μέσα στο Ψυγείο, το φως δεν ανάβει, παράξενο αυτό. Κλείνει ξανά την πόρτα. Το λεπτό πέρασε. «Γιατί είπε να μην ξεχνάς πώς με απέκτησες; Δεν ήρθα από τον Ουρανό;» Η Μαμά αναβοσβήνει τη Λάμπα, αλλά ούτε αυτή ανάβει. «Εννοούσε… σε ποιον ανήκεις». «Σε σένα ανήκω». Μου στέλνει ένα μικρό χαμόγελο. «Τελείωσε ο γλόμπος της Λάμπας;»


90

EMMA DONOGHUE

«Δε νομίζω ότι είναι αυτό». Η Μαμά ανατριχιάζει, μετά πηγαίνει να κοιτάξει τον Θερμοστάτη. «Γιατί σου είπε να μην ξεχνάς;» «Για την ακρίβεια, κάνει λάθος. Νομίζει ότι ανήκεις σε κείνον». Χα! «Τότε είναι κουφιοκέφαλος!» Η Μαμά κοιτάζει καλά καλά τον Θερμοστάτη. «Κόπηκε το ρεύμα». «Τι πάει να πει αυτό;» «Ότι αυτή τη στιγμή δε δουλεύει τίποτα». Η μέρα είναι παράξενη. Τρώμε τα δημητριακά μας και πλένουμε τα δόντια μας και ντυνόμαστε και ποτίζουμε τη Γλάστρα. Προσπαθούμε να γεμίσουμε την Μπανιέρα, μετά από το πρώτο λίγο, όμως, το νερό βγαίνει τόσο παγωμένο που απλώς πλενόμαστε με το πετσετάκι. Γίνεται πιο φωτεινά μέσα από τον Φεγγίτη, αλλά όχι πολύ. Η Τηλεόραση ούτε κι αυτή δουλεύει, μου λείπουν οι φίλοι μου. Παριστάνω ότι έρχονται στην οθόνη, τους χαϊδεύω με τα δάχτυλά μου. Η Μαμά λέει ας φορέσουμε ακόμα από μια μπλούζα και παντελόνι ο καθένας για να είμαστε ζεστοί, ακόμα και από δυο κάλτσες σε κάθε πόδι. Τρέχουμε μίλια και μίλια στον Στίβο για να μας ζεστάνει, μετά η Μαμά μ’ αφήνει να βγάλω τις έξω κάλτσες γιατί τα δάχτυλά μου έχουν λιώσει όλα. «Πονάνε τ’ αυτιά μου», της λέω. Τα φρύδια της ανασηκώνονται. «Έχει πολλή ησυχία μέσα τους». «Α, είναι επειδή δεν ακούμε όλους τους θορύβους που έχουμε συνηθίσει, όπως το κλιματιστικό ή το βόμβο του ψυγείου». Παίζω με το Πολύ Χαλασμένο Δόντι, το κρύβω σε διαφορετικά μέρη όπως κάτω από τη Συρταριέρα και μέσα στο ρύζι και πίσω από το Υγρό Πιάτων. Προσπαθώ και ξεχνάω πού είναι, και μετά ξαφνιάζομαι. Η Μαμά κόβει όλα τα πράσινα φασολάκια από την κατάψυξη, γιατί κόβει τόσα πολλά; Τότε θυμάμαι το ένα καλό κομμάτι από χτες το βράδυ. «Α, Μαμά, το γλειφιτζούρι!» Η Μαμά συνεχίζει να κόβει. «Στα σκουπίδια είναι». Γιατί ο ΣαταΝίκ το άφησε εκεί; Τρέχω στο σκουπιδοτενεκέ, πα-


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

91

τάω το πεντάλ και το καπάκι κάνει γκντιιινγκ αλλά δε βλέπω το γλειφιτζούρι. Ψάχνω γύρω από τα φλούδια απ’ τα πορτοκάλια και το ρύζι και το ψητό της κατσαρόλας και το πλαστικό. Η Μαμά με πιάνει απ’ τους ώμους. «Άσ’ το». «Είναι το γλυκό μου απ’ το Κυριακάτικο Δώρο», της λέω. «Σκουπίδι είναι». «Όχι, δεν είναι». «Αποκλείεται να του κόστισε πάνω από πενήντα σεντς. Σε κοροϊδεύει, γελάει μαζί σου». «Δεν είχα ποτέ μου ένα γλειφιτζούρι». Τραβιέμαι από τα χέρια της. Τίποτα δεν μπορεί να καυτίσει στην Κουζίνα γιατί δεν υπάρχει ρεύμα. Έτσι, για μεσημεριανό έχουμε γλιστερά κατεψυγμένα πράσινα φασολάκια που είναι ακόμα πιο αηδιαστικότερα από τα μαγειρεμένα πράσινα φασολάκια. Πρέπει να τα φάμε, όμως, γιατί αλλιώς θα λιώσουν και θα σαπίσουν. Δε θα με πείραζε αλλά θα πάνε χαμένα. «Θέλεις το Κουνελάκι Που Το’ σκασε;» ρωτάει η Μαμά όταν τελειώνουμε το πλύσιμο, όλο με κρύο κατάκρυο νερό. Κάνω όχι με το κεφάλι. «Πότε θα ξεκοπεί το ρεύμα;» «Δεν ξέρω, συγγνώμη». Χωνόμαστε στο Κρεβάτι για να ζεσταθούμε. Η Μαμά σηκώνει όλα τα ρούχα της και πίνω πολύ, πρώτα το αριστερό, μετά το δεξί. «Κι αν το Δωμάτιο γίνεται όλο πιο κρύο και κρυότερο;» «Α, δε θα γίνει. Σε τρεις μέρες μπαίνει ο Απρίλιος», λέει κολλώντας πάνω μου να κάτσουμε κουταλιαστοί. «Δεν μπορεί να κάνει τόσο κρύο έξω». Λαγοκοιμόμαστε, αλλά εγώ μόνο λίγο. Περιμένω μέχρι η Μαμά να γίνει όλη βαριά, και τότε ξεγλιστράω και κοιτάω ξανά στα Σκουπίδια. Βρίσκω το γλειφιτζούρι σχεδόν στον πάτο, είναι ένα κόκκινο σχήμα σαν μπάλα. Πλένω τα χέρια μου και το γλειφιτζούρι μου επίσης επειδή έχει κολλημένο πάνω του σιχαμένο ψητό της κατσαρόλας. Μετά, βγάζω με τη μία το πλαστικό και το πιπιλάω και το πιπιλάω, είναι το πιο γλυκότερο πράγμα που έφαγα ποτέ. Αναρωτιέμαι αν αυτή είναι η γεύση τού Έξω. Αν το ’σκαγα, θα γινόμουνα καρέκλα και η Μαμά δε θα ήξερε


92

EMMA DONOGHUE

ποια. Ή θα αοράτιζα τον εαυτό μου και θα κολλούσα στον Φεγγίτη κι εκείνη θα κοίταζε μέσα από μένα. Ή θα γινόμουνα ένας μικρούλης κόκκος σκόνης και θα έμπαινα στη μύτη της και θα με φτάρνιζε έξω.* * Αναφορές στο παραμύθι The Runaway Bunny (Το Κουνελάκι Που Το ’σκασε) της Margaret Wise Brown, 1942. Τα μάτια της είναι ανοιχτά. Κρύβω το γλειφιτζούρι πίσω απ’ την πλάτη μου. Τα κλείνει ξανά. Το πιπιλάω ώρες και ώρες, παρόλο που μου έρχεται λίγο εμετός. Μετά, είναι μονάχα ένα ξυλάκι και το βάζω στα Σκουπίδια. Όταν η Μαμά σηκώνεται, δε λέει για το γλειφιτζούρι, ίσως να ήταν ακόμα κοιμιστή με τα μάτια ανοιχτά. Δοκιμάζει ξανά τη Λάμπα, αλλά είναι ακόμα εκτός. Λέει ότι θα την αφήσει ανοιχτή για να ξέρουμε αμέσως μόλις το κόψιμο του ρεύματος τελειώσει. «Κι αν τελειώσει στη μέση της νύχτας και μας ξυπνήσει;» «Δε νομίζω ότι θα είναι στη μέση της νύχτας». Παίζουμε Μπόουλινγκ με τη Λαστιχένια Μπάλα και τη Γραμματόμπαλα, και ρίχνουμε μπουκάλια από βιταμίνες που τους είχαμε βάλει διαφορετικά κεφάλια όταν ήμουνα τέσσερα, όπως Δράκο και Εξωγήινο και Πριγκίπισσα και Κροκόδειλο, εγώ νικάω το πιο περισσότερο. Κάνω εξάσκηση στην πρόσθεση και την αφαίρεσή μου και στις ακολουθίες και στον πολλαπλασιασμό και στη διαίρεση και στο γράψιμο των πιο μεγάλων αριθμών που υπάρχουν. Η Μαμά μού ράβει δυο καινούργιες μαριονέτες από μικρούτσικες κάλτσες από τότε που ήμουνα μωρό, έχουν χαμόγελα από βελονιές και όλο αλλιώτικα κουμπωτά μάτια. Ξέρω πώς να ράβω αλλά δεν έχει πολλή πλάκα. Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ το μωρό εμένα, το πώς ήμουνα. Γράφω ένα γράμμα στον Μπομπ τον Σφουγγαράκη με μια εικόνα δική μου και της Μαμάς στο πίσω μέρος να χορεύουμε για να κρατηθούμε ζεστοί. Παίζουμε Σναπ και Παιχνίδι Μνήμης και 31, η Μαμά θέλει Σκάκι αλλά το Σκάκι κάνει το μυαλό μου σαν μαραμένο μαρούλι, οπότε λέει εντάξει, ας παίξουμε Ντάμα. Τα δάχτυλά μου κοκαλώνουν τόσο πολύ που τα βάζω στο στόμα μου. Η Μαμά λέει ότι αυτό εξαπλώνει τα μικρόβια, και με βάζει να τα ξαναπλύνω με το καταπαγωμένο νερό.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

93

Κάνουμε πολλές χάντρες από ζύμη με αλεύρι για ένα κολιέ αλλά δεν μπορούμε να τις περάσουμε μέχρι να στεγνώσουν και να γίνουν όλο σκληρές. Φτιάχνουμε ένα διαστημόπλοιο με κουτιά και τάπερ, το σελοτέιπ σχεδόν τελειώνει αλλά η Μαμά λέει: «Ας πάει στο καλό του», και χρησιμοποιεί και το τελευταίο του κομματάκι. Ο Φεγγίτης σκοτεινιάζει. Για βραδινό έχει τυρί που είναι όλο ιδρωμένο, και λιωτό μπρόκολο. Η Μαμά λέει ότι πρέπει να το φάω αλλιώς θα κρυώνω περισσότερο. Παίρνει δύο παύση πόνους και πίνει μια μεγάλη γουλιά νερό για να τους κατεβάσει. «Γιατί πονάς ακόμα αφού το Πολύ Χαλασμένο Δόντι βγήκε;» «Υποθέτω επειδή τώρα προσέχω περισσότερο τα άλλα». Βάζουμε τα φανελάκια μας του ύπνου αλλά κι άλλα ρούχα από πάνω. Η Μαμά ξεκινάει ένα τραγούδι. «Η άλλη πλευρά του βουνού…» «Η άλλη πλευρά του βουνού…» τραγουδάω. «Η άλλη πλευρά του βουνού…» «Ήταν το μόνο που μπορούσε να δει».* * Από το πολύ γνωστό παραδοσιακό «For He’s A Jolly Good Fellow». Μετά αρχίζω το «Ninety-nine Bottles of Beer on the Wall»* και φτάνω μέχρι τα εβδομήντα. Η Μαμά σκεπάζει με τα χέρια τ’ αυτιά της και λέει: «Παρακαλώ, μπορούμε να κάνουμε τα υπόλοιπα αύριο; Ως τότε, μάλλον θα έχει έρθει και το ρεύμα». «Γιούπι», λέω. «Αλλά ακόμα κι αν δεν έρθει, δεν μπορεί να κάνει τον ήλιο να μην ανατείλει». Ο ΣαταΝίκ; «Γιατί να σταματήσει τον ήλιο;» «Είπα ότι δεν μπορεί». Η Μαμά μού κάνει μια αγκαλιά και λέει: «Συγγνώμη». «Γιατί μου ζητάς συγγνώμη;» Ξεφυσάει την ανάσα της. «Γιατί το λάθος είναι δικό μου, εγώ τον


94

EMMA DONOGHUE

έκανα να θυμώσει». Κοιτάζω ίσια μέσα στο πρόσωπό της, αλλά σχεδόν δεν μπορώ ούτε καν να το δω. «Δεν το αντέχει όταν αρχίζω να ουρλιάζω, είχα χρόνια να το κάνω. Θέλει να μας τιμωρήσει». Το στέρνο μου βροντοχτυπάει πολύ πολύ πολύ δυνατά. «Πώς θα μας τιμωρήσει;» «Όχι, εννοώ ότι ήδη μας τιμώρησε. Κόβοντας το ρεύμα». «Α, αυτό… αυτό δεν πειράζει». Η Μαμά γελάει. «Τι εννοείς δεν πειράζει; Έχουμε παγώσει απ’ το κρύο, τρώμε αηδιαστικά λαχανικά…» «Ναι, αλλά νόμιζα ότι θα μας τιμωρούσε επίσης». Προσπαθώ να φανταστώ. «Όπως άμα υπήρχαν δύο Δωμάτια, αν έβαζε εμένα στο ένα και εσένα στο άλλο». «Τζακ, είσαι υπέροχος». «Γιατί είμαι υπέροχος;» «Δεν ξέρω», λέει η Μαμά, «απλώς γιατί έτσι βγήκες». Κουταλιαζόμαστε ακόμα πιο σφιχτά στο Κρεβάτι. «Δε μ’ αρέσει σκοτεινά», της λέω. «Ε, τώρα είναι ώρα για ύπνο, οπότε σκοτεινά θα ήταν έτσι κι αλλιώς». «Σωστά». «Αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλο χωρίς να κοιταζόμαστε, ε;»* * Αναφορά στη βιβλική έννοια της αναγνώρισης στη μεταθανάτια ζωή. «Μμμ». «Καληνύχτα καληνύχτα, να ’χεις όνειρα γλυκά, τα ζουζούνια να προσέχεις, που τσιμπάνε σαν τρελά». «Πρέπει να πάω στην Ντουλάπα;» «Όχι απόψε», λέει η Μαμά. ··· Ξυπνάμε και ο αέρας είναι ακόμα πιο τουρτουριστικότερος. Το Ρολόι λέει 07:09, αυτό έχει μπαταρία, που είναι το ολοδικό του ρεύμα κρυμμένο μέσα του. Η Μαμά όλο χασμουριέται γιατί το βράδυ ήταν ξύπνια. Με πονάει η κοιλίτσα μου, αλλά η Μαμά λέει ότι μάλλον είναι


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

95

απ’ όλ’ αυτά τα ωμά λαχανικά που φάγαμε χτες. Θέλω έναν παύση πόνο από το μπουκάλι, η Μαμά μού δίνει μόνο μισό. Περιμένω και περιμένω αλλά δεν αλλάζει τίποτα στην κοιλίτσα μου. Ο Φεγγίτης γίνεται φωτεινότερος. «Χαίρομαι που δεν ήρθε χτες βράδυ», λέω στη Μαμά. «Πάω στοίχημα ότι δε θα ξανάρθει, αυτό θα ήταν σούπερ έξτρα πρώτο». «Τζακ». Η Μαμά σαν να σμίγει τα φρύδια της. «Σκέψου το λίγο». «Το σκέφτομαι». «Σκέψου τι μπορεί να γίνει, θέλω να πω. Από πού έρχεται το φαγητό μας;» Αυτό το ξέρω. «Από τον Μικρό Χριστούλη στα χωράφια στο Έξω». «Ναι, αλλά ποιος μας το φέρνει;» «Α». Η Μαμά σηκώνεται, λέει ότι είναι καλό σημάδι που οι βρύσες δουλεύουν ακόμα. «Θα μπορούσε να μας κόψει και το νερό, αλλά δεν το έκανε». Δεν ξέρω για τι πράγμα είναι σημάδι αυτό. Τρώμε ένα μπέγκελ για πρωινό, αλλά είναι κρύο και μπαγιάτικο. «Τι θα γίνει αν δεν ξανανοίξει το ρεύμα;» ρωτάω. «Είμαι σίγουρη ότι θα το κάνει. Ίσως αργότερα σήμερα». Καμιά φορά, πηγαίνω και δοκιμάζω τα κουμπιά της Τηλεόρασης. Είναι μόνο ένα χαζό γκρίζο κουτί, βλέπω το πρόσωπό μου μέσα αλλά όχι τόσο καλά όσο στον Καθρέφτη. Για να ζεσταθούμε, κάνουμε όλες τις Φυσικές Αγωγές που μπορούμε να σκεφτούμε. Καράτε και Νησιά και Κάνε Ό,τι Λέω και Τραμπολίνο. Κουτσό, όπου πρέπει να πηδήξουμε από το ένα πλακάκι φελλού στο άλλο και να μην πατήσουμε ποτέ τις γραμμές ή να πέσουμε. Η Μαμά διαλέγει Τυφλόμυγα, δένει το παραλλαγή παντελόνι μου στα μάτια της. Κρύβομαι στο Κάτω Από το Κρεβάτι δίπλα στον Αυγοφίδη χωρίς ούτε καν ν’ ανασαίνω, ίσιος σαν σελίδα σε βιβλίο, και της παίρνει διακόσιες ώρες να με βρει. Μετά διαλέγω Καταρρίχηση, η Μαμά κρατάει τα χέρια μου κι ανεβαίνω στα πόδια της μέχρι που τα δικά μου να φτάσουν ψηλότερα από το κεφάλι μου, και μετά κρέμομαι το πάνω κάτω, οι κοτσίδες μου πέφτουν στο πρόσωπό μου και με κάνουν να γελάσω. Κάνω μια τούμπα και ισιώνω ξανά. Θέλω


96

EMMA DONOGHUE

να το κάνω πολλές πιο περισσότερες φορές, αλλά ο χαλασμένος καρπός της πονάει. Μετά κουραζόμαστε. Φτιάχνουμε ένα κρεμαστό από ένα μακρύ μακαρόνι και κλωστές δεμένες με πράματα κολλημένα πάνω τους, μικρούτσικες δικές μου εικόνες όλες πορτοκαλιές και της Μαμάς όλες πράσινες και στριμμένο αλουμινόχαρτο και φούντες από χαρτί τουαλέτας. Η Μαμά στερεώνει την πάνω κλωστή στη Σκεπή με την τελευταία καρφίτσα από το Σετ Ραπτικής, και το μακαρόνι κουνιέται με όλα τα μικρά πράματα να πετάνε από πάνω του όταν στεκόμαστε από κάτω και φυσάμε με όλη μας τη δύναμη. Πεινάω τόσο που η Μαμά λέει ότι μπορώ να φάω το τελευταίο μήλο. Κι αν ο ΣαταΝίκ δεν ξαναφέρει άλλα μήλα; «Γιατί μας τιμωρεί ακόμα;» ρωτάω. Η Μαμά στραβώνει το στόμα της. «Νομίζει ότι είμαστε αντικείμενα που του ανήκουμε όπως του ανήκει και το Δωμάτιο». «Γιατί του ανήκει;» «Γιατί το έφτιαξε». Παράξενο αυτό, νόμιζα ότι το Δωμάτιο απλώς ήταν. «Δεν έφτιαξε ο Θεός τα πάντα;» Η Μαμά δε λέει τίποτα για ένα λεπτό και μετά τρίβει το πίσω μέρος του λαιμού μου. «Ας πούμε ότι έφτιαξε όλα τα καλά». Παίζουμε Κιβωτό του Νώε στο Τραπέζι, όλα τα πράγματα όπως η Χτένα και το Πιατάκι και η Σπάτουλα και τα βιβλία και το Τζιπ πρέπει να μπουν στην ουρά και να μπουν μέσα στο Κουτί γρήγορα γρήγορα πριν γίνει η γιγαντιαία πλημμύρα. Η Μαμά δεν παίζει πια για την ακρίβεια, έχει το κεφάλι της στα χέρια της σαν να είναι βαρύ. Δαγκώνω το μήλο. «Σε πονάνε τα άλλα σου δόντια;» Με κοιτάζει μέσα από τα δάχτυλά της, τα μάτια της είναι πιο τεράστια. «Ποια απ’ όλα;» Η Μαμά σηκώνεται τόσο ξαφνικά που είμαι σχεδόν τρομαγμένος. Κάθεται στην Κουνιστή και μου απλώνει τα χέρια. «Έλα δω. Σου έχω μια ιστορία». «Καινούργια;» «Μμ».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

97

«Τέλεια». Περιμένει μέχρι να κλειστώ ολόκληρος στην αγκαλιά της. Μασουλάω τη δεύτερη μεριά του μήλου για να το κάνω να κρατήσει. «Ξέρεις ότι η Αλίκη δεν ήταν πάντα στη Χώρα των Θαυμάτων, ε;» Η ερώτηση ήταν παγίδα, αυτό το ήξερα ήδη. «Ναι, πηγαίνει στο σπίτι του Άσπρου Κουνελιού και μεγαλώνει τόσο πολύ που πρέπει να βγάλει το χέρι της απ’ το παράθυρο και το πόδι της απ’ την καμινάδα και κοπανάει την Μπίλια τη σαύρα καμπούμ, αυτό το κομμάτι είναι αστείο». «Ναι, αλλά πριν. Θυμάσαι που ήταν ξαπλωμένη στο γρασίδι;» «Και μετά έπεσε μέσα στην κουνελότρυπα και πήγαινε πήγαινε πήγαινε, τέσσερις χιλιάδες μίλια πήγε, αλλά δε χτύπησε». «Ε, λοιπόν, είμαι κι εγώ σαν την Αλίκη», λέει η Μαμά. Γελάω. «Μπα. Αυτή είναι ένα μικρό κοριτσάκι με μεγάλο κεφάλι, πιο μεγαλύτερο κι από της Ντόρας ακόμα». Η Μαμά δαγκώνει τα χείλια της, το κάτω έχει ένα σκούρο κομματάκι. «Ναι, αλλά, όπως κι εκείνη, έτσι κι εγώ είμαι από κάπου αλλού. Πριν από πολύ πολύ καιρό, ήμουν…» «Ψηλά στον Ουρανό». Ακουμπάει το δάχτυλό της στο στόμα μου για να με κάνει να σωπάσω. «Κατέβηκα από κει και ήμουν ένα παιδί όπως εσύ. Ζούσα με τη μητέρα και τον πατέρα μου». Κάνω όχι με το κεφάλι. «Εσύ είσαι η μητέρα». «Είχα όμως κι εγώ τη δική μου, που τη φώναζα μαμά», λέει. «Ακόμα την έχω». Γιατί προσποιείται έτσι; Μήπως είναι κάποιο παιχνίδι που δεν ξέρω; «Είναι η… φαντάζομαι ότι θα τη φώναζες Γιαγιά». Όπως η abuela της Ντόρας. Η Αγία Άννα στην εικόνα που η Παρθένος Μαρία κάθεται στην αγκαλιά της. Τρώω το μέρος με τα κουκούτσια, το μήλο έχει σχεδόν περίπου τελειώσει. Το ακουμπάω στο Τραπέζι. «Μεγάλωσες στην κοιλίτσα της;» «Εεε… για την ακρίβεια, όχι, ήμουν υιοθετημένη. Με υιοθέτησαν η μαμά και ο μπαμπάς μου… αυτός που θα φώναζες Παππού. Κι ακόμα είχα –έχω– έναν αδελφό, τον Πολ». Κάνω ναι με το κεφάλι. «Είναι άγιος». «Όχι αυτόν, άλλον Πολ».


98

EMMA DONOGHUE

Πώς γίνεται να υπάρχουν δύο Πολ; «Θα τον φώναζες Θείο Πολ». Πάρα πολλά ονόματα, γέμισε το κεφάλι μου. Η κοιλίτσα μου είναι ακόμα άδεια σαν να μην είναι εκεί το μήλο. «Τι έχουμε για μεσημεριανό;» Η Μαμά δε χαμογελάει. «Σου μιλάω για την οικογένειά σου». Κουνάω το κεφάλι μου για να πω εντάξει. «Δε σημαίνει ότι δεν είναι αληθινοί μόνο και μόνο επειδή δεν τους γνώρισες. Στη γη υπάρχουν πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορείς να φανταστείς». «Έχει μείνει καθόλου τυρί που να μην είναι ιδρωμένο;» «Αυτά που σου λέω, Τζακ, είναι σημαντικά. Ζούσα σ’ ένα σπίτι με τη μαμά και τον μπαμπά μου και τον Πολ». Πρέπει να παίξω το παιχνίδι για να μη θυμώσει. «Ένα σπίτι στην Τηλεόραση;» «Όχι, έξω». Αυτό είναι γελοίο, η Μαμά δεν έχει πάει ποτέ στο Έξω. «Αλλά ναι, έμοιαζε με τα σπίτια που βλέπεις στην τηλεόραση. Ήταν ένα σπίτι στην άκρη μιας πόλης, μ’ έναν κήπο στο πίσω μέρος του, και μια αιώρα». «Τι είναι η αιώρα;» Η Μαμά παίρνει το μολύβι από το Ράφι και κάνει μια ζωγραφιά με δυο δέντρα, έχουν σκοινιά ανάμεσά τους όλα δεμένα το ένα με το άλλο και μ’ έναν κόσμο ξαπλωμένο πάνω στα σκοινιά. «Πειρατής είναι;» «Είμαι εγώ, που κάνω κούνια στην αιώρα». Κουνάει το χαρτί πέρα δώθε, είναι πολύ ενθουσιασμένη. «Κι έπαιζα στην παιδική χαρά με τον Πολ, κάναμε κούνια και τραμπάλα, και τρώγαμε παγωτό. Η γιαγιά και ο παππούς σου μας πήγαιναν βόλτες με το αυτοκίνητο στον ζωολογικό κήπο και στην παραλία. Ήμουν το κοριτσάκι τους». «Μπααα». Η Μαμά τσαλακώνει τη ζωγραφιά. Το Τραπέζι είναι βρεγμένο, το άσπρο του έγινε γυαλιστερό. «Μην κλαις», λέω. «Προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ». Τρίβει τα δάκρυα πάνω στο πρόσωπό της. «Γιατί δεν μπορείς;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

99

«Μακάρι να μπορούσα να σου το περιγράψω καλύτερα. Μου λείπει». «Σου λείπει η αιώρα;» «Τα πάντα. Το να είμαι έξω». Κρατάω το χέρι της. Θέλει να πιστέψω, και γι’ αυτό προσπαθώ, αλλά η προσπάθεια μου πονάει το κεφάλι. «Κάποτε ζούσες για την ακρίβεια στην Τηλεόραση;» «Σου είπα, δεν είναι τηλεόραση. Είναι ο αληθινός κόσμος, και είναι πολύ μεγάλος, όσο δεν μπορείς να φανταστείς». Τα χέρια της πετάγονται στα πλάγια, δείχνουν σ’ όλους τους τοίχους. «Το δωμάτιο δεν είναι παρά ένα πολύ μικρό, σιχαμένο και βρομερό κομμάτι του». «Δεν είναι σιχαμένο το Δωμάτιο». Σχεδόν φωνάζω. «Και είναι βρομερό μόνο όταν εσύ κάνεις πριτς!» Η Μαμά σκουπίζει πάλι τα μάτια της. «Τα δικά σου πριτς είναι πιο βρομερά από τα δικά μου», της λέω. «Και μην προσπαθείς να με κοροϊδέψεις, καλά θα κάνεις να σταματήσεις αμέσως αυτή τη στιγμή». «Εντάξει», μου λέει, κι όλη της η ανάσα βγαίνει έξω σφυρίζοντας σαν μπαλόνι που ξεφουσκώνει. «Ας φάμε ένα σάντουιτς». «Γιατί;» «Είπες ότι πεινάς». «Όχι, δεν πεινάω». Το πρόσωπό της είναι πάλι άγριο. «Θα φτιάξω ένα σάντουιτς», λέει, «κι εσύ θα το φας. Εντάξει;» Είναι με φιστικοβούτυρο μόνο, γιατί το τυρί είναι όλο σαν λάστιχο. Όταν το τρώω, η Μαμά κάθεται δίπλα μου, αλλά εκείνη δεν τρώει. «Το ξέρω ότι δεν είναι εύκολο να το χωνέψεις», λέει. Το σάντουιτς; Για γλυκό τρώμε φετούλες μανταρίνια, ένα κυπελλάκι μοιρασιά μεταξύ μας, εγώ παίρνω τις μεγάλες γιατί η Μαμά προτιμάει τις μικρές. «Ποτέ δε θα σου έλεγα ψέματα γι’ αυτό», λέει η Μαμά όσο εγώ τρώω την τελευταία φέτα. «Δεν μπορούσα να σου το πω πιο πριν, γιατί ήσουν πολύ μικρός για να καταλάβεις, οπότε υποθέτω ότι, μ’ έναν τρόπο, τότε σου έλεγα ψέματα. Τώρα που είσαι πέντε, όμως,


100

EMMA DONOGHUE

νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις». Κάνω ναι με το κεφάλι. «Αυτά που σου λέω τώρα είναι το αντίθετο του ψέματα. Είναι, σαν να λέμε, ξεψέματα». Ξαπλώνουμε στο Κρεβάτι και παίρνουμε ένα μεγάλο υπνάκο. Η Μαμά είναι ήδη ξύπνια και με κοιτάζει σκύβοντας λιγάκι το κεφάλι. Είμαι δυο ίντσες μακριά της, και κατεβαίνω ακόμα πιο κάτω για να πιω λίγο από το αριστερό. «Γιατί δε σ’ αρέσει εδώ;» τη ρωτάω. Ανακαθίζεται και τραβάει προς τα κάτω το φανελάκι της. «Δεν είχα τελειώσει». «Είχες και παραείχες», λέει. «Αφού μιλούσες». Ανακαθίζομαι κι εγώ. «Γιατί δε σου αρέσει στο Δωμάτιο μαζί μου;» Η Μαμά με αγκαλιάζει σφιχτά. «Πάντα μου αρέσει να είμαι μαζί σου». «Ναι, αλλά το είπες πολύ μικρό, σιχαμένο και βρομερό». «Ω, Τζακ». Δε λέει τίποτα για ένα λεπτό. «Ναι, θα προτιμούσα να είμαι έξω. Μαζί σου, όμως». «Εμένα μ’ αρέσει εδώ με σένα». «Εντάξει». «Πώς το έφτιαξε;» Ξέρει ποιον εννοώ. Νομίζω ότι δε θα μου πει, αλλά μετά λέει: «Για την ακρίβεια, στην αρχή δεν ήταν παρά μια αποθήκη κήπου. Η κλασική αποθήκη των λίγων τετραγωνικών, από ατσάλι με επικάλυψη βινυλίου. Μετά όμως πρόσθεσε έναν ηχομονωμένο φεγγίτη, μια παχιά στρώση μονωτικού υλικού στο μέσα μέρος των τοίχων και ένα επιπλέον φύλλο χάλυβα, γιατί ο χάλυβας πνίγει όλους τους ήχους. Α, και μια πόρτα ασφαλείας με κωδικό. Περηφανεύεται για το πόσο καλή δουλειά έκανε». Το απόγευμα περνάει αργά. Διαβάζουμε όλα τα βιβλία με εικόνες στον τουρτουριστικό ήλιο. Σήμερα ο Φεγγίτης είναι διαφορετικός. Έχει πάνω του ένα μαύρο κομμάτι σαν μάτι. «Κοίτα, Μαμά». Κοιτάζει πάνω και χαμογελάει. «Φύλλο είναι». «Γιατί;» «Μάλλον το πήρε ο αέρας από κάποιο δέντρο και το έφερε πάνω


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

101

στο γυαλί». «Ένα για την ακρίβεια δέντρο στο Έξω;» «Ναι, ένα αληθινό δέντρο έξω. Βλέπεις; Αυτό το φύλλο το αποδεικνύει. Ολόκληρος ο κόσμος είναι εκεί έξω». «Έλα να παίξουμε Φασολιά. Να βάλουμε την καρέκλα μου εδώ, πάνω στο Τραπέζι…» Με βοηθάει και το κάνουμε. «Κι ύστερα τα Σκουπίδια πάνω στην καρέκλα μου», της λέω. «Μετά, θα σκαρφαλώσω ως πάνω…» «Δεν είναι ασφαλές». «Είναι, αν σταθείς στο Τραπέζι κρατώντας τα Σκουπίδια έτσι που να μην πηγαίνω πέρα δώθε». «Χμ», λέει η Μαμά, που είναι σχεδόν όχι. «Να δοκιμάσουμε μόνο; Έλα, σε παρακαλώ!» Είναι και παραείναι ασφαλές, δεν πέφτω καθόλου. Όταν είμαι όρθιος πάνω στα Σκουπίδια μπορώ για την ακρίβεια να κρατάω τις άκρες της Σκεπής εκεί που αρχίζουν να ανεβαίνουν προς τον Φεγγίτη. Υπάρχει κάτι στο γυαλί του που δεν το είχα ξαναδεί άλλη φορά. «Κερήθρα», λέω της Μαμάς χαϊδεύοντάς την. «Είναι πλέγμα από πολυανθρακικό», λέει, «άθραυστο. Προτού γεννηθείς, ανέβαινα συνέχεια εδώ πάνω και κοίταζα έξω». «Το φύλλο είναι όλο μαύρο κι έχει παντού τρύπες». «Μμ, νομίζω ότι είναι νεκρό, από το χειμώνα που πέρασε». Βλέπω γαλάζιο γύρω του, είναι ο ουρανός, με λίγο άσπρο μέσα που η Μαμά λέει ότι είναι σύννεφα. Κοιτάζω καλά καλά μέσα από την κερήθρα, κοιτάζω και ξανακοιτάζω, αλλά δε βλέπω άλλο από ουρανό. Τίποτα δεν πλέει στον ουρανό, ούτε καράβια ούτε τρένα ούτε άλογα ούτε κορίτσια ούτε ουρανοξύστες. Όταν ξανασκαρφαλώνω κάτω από τα Σκουπίδια και από την καρέκλα μου, σπρώχνω μακριά το χέρι της Μαμάς. «Τζακ…» Πηδάω στο Πάτωμα εντελώς και τελείως μόνος μου. «Όποιος λέει ψέματα πέφτει μες στα αίματα. Δεν υπάρχει το Έξω». Αρχίζει να μου εξηγεί κι άλλο, αλλά βάζω τα χέρια στ’ αυτιά μου και φωνάζω: «Μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα». Παίζω μόνος μου με το Τζιπ. Σχεδόν περίπου κλαίω αλλά παριστάνω ότι όχι. Η Μαμά ψάχνει στο Ντουλάπι, κοπανάει κονσέρβες, νομίζω ότι


102

EMMA DONOGHUE

την ακούω να μετράει. Μετράει τι μας έχει μείνει. Τώρα κρυώνω σούπερ έξτρα πολύ, τα χέρια μου είναι όλα μουδιασμένα κάτω από τις κάλτσες που φοράνε. Για βραδινό ρωτάω και ξαναρωτάω αν μπορούμε να φάμε τα δημητριακά που έχουν μείνει και στο τέλος η Μαμά λέει ναι. Χύνω μερικά εξαιτίας που δεν αισθάνομαι τα δάχτυλά μου. Ξαναγίνεται σκοτάδι, αλλά η Μαμά ευτυχώς ξέρει απέξω όλα τα ποιηματάκια από το Τα Ωραιότερα Παιδικά Τραγούδια. Ζητάω το «Πορτοκάλια και Λεμόνια», το καλύτερό μου από τα στιχάκια του είναι το Δεν ξέρω τι να πω-οου-οου-οου, λέει η μεγάλη καμπάνα του Μπόου, γιατί είναι όλο βαθύ σαν λιοντάρι. Επίσης μ’ αρέσει κι αυτό που λέει στο τέλος για τον μπαλτά που έρχεται να σου κόψει το κεφάλι.* «Τι είναι ο μπαλτάς;» * Oranges and Lemons: Παραδοσιακό αγγλικό παιδικό τραγούδι και παιχνίδι, που αναφέρεται στις καμπάνες των εκκλησιών μέσα και γύρω από το Σίτι του Λονδίνου. Οι τελευταίοι στίχοι δίνουν το έναυσμα για το λογοπαίγνιο που γίνεται εδώ με το chop (κόβω) και το chopper (μπαλτάς/κόφτης, αλλά και ελικόπτερο): Here comes a candle to light you to bed, here comes a chopper to chop off your head. «Ένα μεγάλο μαχαίρι, φαντάζομαι». «Δε νομίζω», της λέω. «Μπαλτάδες είναι αυτά που έχουν στο πάνω μέρος τους τα ελικόπτερα, τα φτερά που γυρίζουν πολύ πολύ γρήγορα και κόβουν κεφάλια». «Μπλιαχ». Δε νυστάζουμε, αλλά δεν έχει και πολλά να κάνουμε χωρίς να βλέπουμε. Καθόμαστε στο Κρεβάτι και φτιάχνουμε τις δικές μας ρίμες. «Η φίλη μας η Κάμπια ανέβηκε στα τζάμια». «Οι φίλοι μας οι τρεις έγιναν δεκατρείς». «Καλό», λέω στη Μαμά. «Η φίλη μας η Νόρα γλιτώθηκε απ’ την μπόρα». «Γλίτωσε, όχι γλιτώθηκε», λέει η Μαμά. «Ο φίλος μας ο Γκίνες λατρεύει τις πισίνες». «Του φίλου μας του Μπομπ-μπολ του πήρανε το μπολ».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

103

«Κλεψιά». «Εντάξει», λέω. «Ο φίλος μας ο Θείος Πολ χτύπησε στο μπέιζμπολ». «Κάποτε είχε πέσει απ’ τη μηχανή του». Το ξεχνούσα ότι ήταν αληθινός. «Γιατί είχε πέσει απ’ τη μηχανή του;» «Από ατύχημα. Το ασθενοφόρο όμως τον πήγε στο νοσοκομείο και οι γιατροί τον έκαναν καλά». «Τον έκοψαν και τον άνοιξαν;» «Όχι, όχι. Απλώς του έβαλαν το χέρι στο γύψο για να μην πονάει». Άρα, τα νοσοκομεία είναι κι αυτά αληθινά, όπως και οι μηχανές. Το κεφάλι μου θα εκραγεί από τα τόσα καινούργια πράγματα που πρέπει να πιστέψω. Είναι όλα μαύρα τώρα εκτός από τον Φεγγίτη που έχει μια σκοτεινή φωτεινάδα. Η Μαμά λέει ότι στις πόλεις υπάρχει πάντα λίγο φως από τις λάμπες των δρόμων κι αυτές στα κτίρια και τα λοιπά. «Πού είναι η πόλη;» «Εκεί έξω», λέει δείχνοντας τον τοίχο του Κρεβατιού. «Μα κοίταξα απ’ τον Φεγγίτη και δεν την είδα ποτέ». «Ναι, και γι’ αυτό θύμωσες μαζί μου». «Δεν είμαι θυμωμένος μαζί σου». Μου δίνει πίσω το φιλί μου. «Ο Φεγγίτης βλέπει ψηλά στον αέρα. Τα περισσότερα απ’ αυτά που σου περιγράφω βρίσκονται στη γη, οπότε, για να τα δούμε, χρειαζόμαστε ένα παράθυρο που να βλέπει στο πλάι». «Μπορούμε να ζητήσουμε ένα πλαϊνό παράθυρο για Κυριακάτικο Δώρο». Η Μαμά βγάζει κάτι σαν γέλιο. Ξεχνούσα ότι ο ΣαταΝίκ δε θα ξανάρθει. Ίσως το γλειφιτζούρι μου να ήταν το τελευταίο Κυριακάτικο Δώρο που πήραμε ποτέ. Νομίζω ότι θα κλάψω αλλά αυτό που βγαίνει είναι ένα τεράστιο χασμουρητό. «Καληνύχτα, Δωμάτιο», λέω. «Ήρθε η ώρα; Εντάξει. Καληνύχτα, λοιπόν», λέει η Μαμά. «Καληνύχτα, Λάμπα και Μπαλόνι». Περιμένω τη Μαμά, αλλά δε λέει τίποτα απ’ αυτά.


104

EMMA DONOGHUE

«Καληνύχτα, Τζιπ, και καληνύχτα, Χειριστήριο. Καληνύχτα, Μοκέτα, και καληνύχτα, Κουβέρτα. Καληνύχτα, Ζουζούνια, και μην τσιμπάτε σαν τρελά». ··· Αυτό που με ξυπνάει είναι ένας θόρυβος, ξανά και ξανά. Η Μαμά δεν είναι στο Κρεβάτι. Έχει λίγο φως, ο αέρας είναι ακόμα παγωμένος. Κοιτάζω πιο πέρα από την άκρη του Κρεβατιού, η Μαμά είναι στη μέση στο Πάτωμα και κάνει ντουπ ντουπ ντουπ με το χέρι της. «Τι σου έκανε το Πάτωμα και το χτυπάς;» Η Μαμά σταματάει, ξεφυσάει μια μεγάλη ανάσα. «Έχω ανάγκη να χτυπήσω κάτι», λέει, «αλλά δε θέλω να σπάσω τίποτα». «Γιατί όχι;» «Για την ακρίβεια, θα ήθελα πάρα πολύ να τα σπάσω όλα». Δε μου αρέσει η Μαμά όταν είναι έτσι. «Τι έχει για πρωινό;» Με κοιτάζει καλά καλά. Μετά σηκώνεται, πηγαίνει στο Ντουλάπι, βγάζει ένα μπέγκελ, νομίζω ότι είναι το τελευταίο. Εκείνη τρώει μόνο το ένα τέταρτό του, δεν πεινάει πολύ. Όταν βγαίνουν οι ανάσες μας κάνουν ομίχλη. Ρωτάω γιατί. «Επειδή σήμερα κάνει περισσότερο κρύο», λέει η Μαμά. «Είπες ότι δε θα έκανε περισσότερο». «Συγγνώμη, έκανα λάθος». Τελειώνω το μπέγκελ. «Έχω ακόμα μία Γιαγιά, έναν Παππού και ένα Θείο Πολ;» «Ναι», λέει η Μαμά και χαμογελάει λίγο. «Είναι στον Ουρανό;» «Όχι, όχι». Στραβώνει το στόμα της. «Τουλάχιστον, έτσι πιστεύω. Ο Πολ είναι μόνο τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, είναι… ουάου, τώρα πρέπει να είναι είκοσι εννιά χρόνων». «Για την ακρίβεια, είναι όλοι τους εδώ», ψιθυρίζω. «Κρύβονται». Η Μαμά κοιτάζει γύρω της. «Πού;» «Στο Κάτω Από το Κρεβάτι». «Α, τότε πρέπει να είναι πολύ στριμωγμένοι. Είναι κι οι τρεις τους αρκετά μεγαλόσωμοι». «Όσο τρεις ιπποπόταμοι;» «Ε, όχι και τόσο». «Ίσως να είναι… στην Ντουλάπα».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

105

«Με τα φορέματά μου;» «Ναι. Όταν ακούσουμε φασαρία, θα είναι αυτοί που θα ρίχνουν τις κρεμάστρες». Το πρόσωπο της Μαμάς είναι άδειο. «Αστειεύομαι», της λέω. Κάνει ναι με το κεφάλι. «Μπορούν να έρθουν καμιά φορά εδώ στ’ αλήθεια;» «Μακάρι να μπορούσαν», λέει η Μαμά. «Προσεύχομαι με όλη μου τη δύναμη γι’ αυτό, κάθε βράδυ». «Δε σ’ ακούω». «Γιατί το κάνω από μέσα μου», λέει η Μαμά. Δεν ήξερα ότι προσεύχεται πράγματα από μέσα της, εκεί που δεν μπορώ να τ’ ακούσω. «Κι εκείνοι το εύχονται», λέει η Μαμά, «αλλά δεν ξέρουν πού είμαι». «Είσαι στο Δωμάτιο μαζί μου». «Ναι, αλλά εκείνοι δεν ξέρουν πού είναι το Δωμάτιο, και δεν ξέρουν καθόλου για σένα». Παράξενο αυτό. «Θα μπορούσαν να κοιτάξουν στο χάρτη της Ντόρας, κι όταν έρθουν, εγώ μπορώ να πεταχτώ ξαφνικά για να τους κάνω έκπληξη». Η Μαμά γελάει, αλλά όχι ακριβώς. «Το Δωμάτιο δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη». «Θα μπορούσαμε να τους πούμε πού είναι από το τηλέφωνο, ο Μπομπ ο Μάστορας έχει ένα». «Ναι, αλλά εμείς δεν έχουμε». «Μπορούμε να ζητήσουμε για Κυριακάτικο Δώρο». Μετά θυμάμαι. «Αν ο ΣαταΝίκ σταματήσει να είναι θυμωμένος». «Τζακ, ποτέ δε θα μας δώσει τηλέφωνο ή παράθυρο». Η Μαμά παίρνει τους αντίχειρές μου και τους σφίγγει. «Εσύ κι εγώ είμαστε σαν άνθρωποι σε βιβλίο… σ’ ένα βιβλίο που αυτός δε θ’ αφήσει κανέναν άλλο να διαβάσει». Για Φυσική Αγωγή τρέχουμε στον Στίβο. Είναι δύσκολο να μετακομίζεις το Τραπέζι και τις καρέκλες με δάχτυλα που είναι σαν να μην είναι εκεί. Τρέχω δέκα ως-εκεί-και-πίσω αλλά ακόμα δεν είμαι ζεσταμένος, τα δάχτυλα των ποδιών μου σκουντουφλάνε. Κάνουμε Τραμπολίνο και Καράτε, ιγιια, και μετά διαλέγω πάλι Φασολιά. Η Μαμά λέει εντάξει, αν υποσχεθώ ότι δε θα με πιάσει ξανά τρέλα όταν


106

EMMA DONOGHUE

δε θα μπορώ να δω τίποτα. Σκαρφαλώνω πάνω στο Τραπέζι πάνω στην καρέκλα πάνω στα Σκουπίδια και δεν τραμπαλίζομαι ούτε καν. Κρατιέμαι στις άκρες, εκεί που η Σκεπή γέρνει προς τον Φεγγίτη, κοιτάζω το γαλάζιο τόσο καλά καλά μέσα από την κερήθρα που τα μάτια μου ανοιγοκλείνουν. Μετά από λίγο, η Μαμά λέει ότι θέλει να κατεβεί να ετοιμάσει μεσημεριανό. «Όχι λαχανικά, παρακαλώ, η κοιλίτσα μου δεν τα μπορεί». «Πρέπει να τα φάμε πριν χαλάσουν». «Γιατί δεν τρώμε μακαρόνια;» «Έχουν τελειώσει… σχεδόν». «Ρύζι τότε. Κι αν….;» Και τότε ξεχνάω να μιλήσω γιατί το βλέπω μέσα από την κερήθρα, ένα πραματάκι τόσο μικρό που νομίζω ότι είναι ένα απ’ αυτά τα αστράκια στα μάτια μου, αλλά δεν είναι. Είναι μια μικρή γραμμούλα που φτιάχνει μια χοντρή άσπρη γραμμή στον ουρανό. «Μαμά…» «Τι;» «Ένα αεροπλάνο!» «Αλήθεια;» «Στ’ αληθινά αλήθεια. Οχ…» Και τότε πέφτω πάνω στη Μαμά και μετά πάνω στη Μοκέτα, τα Σκουπίδια κοπανάνε πάνω μας και η καρέκλα μου επίσης. Η Μαμά λέει άου άου άου και τρίβει τον καρπό της. «Συγγνώμη, συγγνώμη», λέω εγώ, τον φιλάω να γίνει καλά. «Το είδα, ήταν ένα αληθινό αεροπλάνο, μόνο πολύ μικρούτσικο». «Επειδή ήταν πολύ μακριά», λέει, χαμογελώντας μέχρι τ’ αυτιά της. «Πάω στοίχημα ότι, αν το έβλεπες από κοντά, θα ήταν τεράστιο». «Το πιο καταπληκτικότερο πράγμα ήταν ότι έγραφε το γράμμα Ι στον ουρανό». «Αυτό το λένε…» Χτυπάει το κεφάλι της. «Δεν μπορώ να θυμηθώ. Είναι κάποιου είδους αυλακιά, ο καπνός που αφήνει το αεροπλάνο ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων». Για μεσημεριανό τρώμε όλα τα εφτά υπόλοιπα κράκερ με το ιδρωμένο τυρί, κρατάμε την ανάσα μας για να μη μας έρχεται η γεύση. Η Μαμά μού δίνει λίγο κάτω από το Πάπλωμα. Έχει φωτεινάδα


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

107

από το κίτρινο πρόσωπο του Θεού, αλλά όχι αρκετή για ηλιοθεραπεία. Δεν μπορώ να βγω εκτός. Κοιτάζω πάνω στον Φεγγίτη τόσο έντονα που τα μάτια μου με γαργαλάνε, αλλά δε βλέπω άλλα αεροπλάνα. Εκείνο το ένα όμως το είδα πραγματικά, για την ακρίβεια όταν ήμουνα πάνω στη Φασολιά, δεν ήταν όνειρο. Το είδα να πετάει στο Έξω, οπότε υπάρχει πραγματικά ένα Έξω, εκεί που η Μαμά ήταν παλιά ένα μικρό κορίτσι. Σηκωνόμαστε και παίζουμε Πριονάκι και Ντόμινο και Υποβρύχιο και Μαριονέτες και πολλά άλλα παιχνίδια, αλλά μόνο από λιγάκι το καθένα. Κάνουμε Μουρμουρητό Τραγούδισμα, τα τραγούδια είναι πάρα πολύ εύκολα να τα μαντέψεις. Γυρίζουμε στο Κρεβάτι για να ζεσταθούμε. «Πάμε αύριο στο Έξω», λέω. «Ω, Τζακ». Είμαι ξαπλωμένος στην αγκαλιά της Μαμάς που είναι παχιά παχιά με δύο πουλόβερ. «Μ’ αρέσει πώς μυρίζει εκεί». Γυρίζει το κεφάλι της και με κοιτάζει καλά καλά. «Όταν η Πόρτα ανοίγει μετά τις εννιά και ο αέρας μπαίνει φουουουπ μέσα, αυτός ο αέρας δεν είναι σαν τον δικό μας». «Το πρόσεξες», μου λέει. «Όλα τα προσέχω εγώ». «Ναι, είναι πιο φρέσκος. Το καλοκαίρι μυρίζει κομμένο γρασίδι, επειδή είμαστε στον πίσω κήπο του. Καμιά φορά, προλαβαίνω να κλέψω μια ματιά από τους θάμνους στο φράχτη». «Σε ποιανού τον πίσω κήπο;» «Του ΣαταΝίκ. Θυμάσαι που σου είπα ότι έφτιαξε το Δωμάτιο μετατρέποντας την αποθήκη του κήπου του;» Είναι δύσκολο να θυμάμαι όλα τα κομμάτια, γιατί κανένα δε μου φαίνεται πολύ αληθινό. «Είναι ο μόνος που ξέρει ποιους κωδικούς αριθμούς να πατήσει στο εξωτερικό πληκτρολόγιο». Κοιτάζω καλά καλά το Πληκτρολόγιο, δεν ήξερα ότι υπήρχε κι άλλο. «Κι εγώ πατάω αριθμούς». «Ναι, αλλά όχι αυτούς τους μυστικούς που ανοίγουν την πόρτα σαν… σαν αόρατο κλειδί», λέει η Μαμά. «Μετά, όταν φεύγει για να πάει στο σπίτι, ξαναπατάει τον κωδικό σ’ αυτό», λέει η Μαμά δείχνοντας το Πληκτρολόγιο. «Στο σπίτι με την αιώρα;»


108

EMMA DONOGHUE

«Όχι». Η φωνή της Μαμάς είναι δυνατή. «Ο ΣαταΝίκ μένει σε άλλο». «Μπορούμε να πάμε στο άλλο του καμιά φορά;» Πιέζει το στόμα της με το χέρι της. «Προτιμώ να πάω στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς σου». «Θα μπορούσαμε να κάνουμε κούνια στην αιώρα». «Θα μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, θα ήμασταν ελεύθεροι». «Όταν θα είμαι έξι;» «Σίγουρα κάποια μέρα». Νερά τρέχουν από το πρόσωπο της Μαμάς και βρέχουν το δικό μου. Τινάζομαι, το νερό είναι αλμυρό. «Καλά είμαι», λέει, τρίβοντας το μάγουλό της. «Μην ανησυχείς. Απλώς… απλώς φοβάμαι λίγο». «Δε γίνεται να φοβάσαι». Σχεδόν φωνάζω. «Είναι κακή ιδέα». «Μόνο λίγο. Εντάξει είμαστε, έχουμε τα βασικά». Τώρα είμαι ακόμα πιο περισσότερο φοβισμένος. «Κι αν ο ΣαταΝίκ δεν ξεκόψει το ρεύμα και δε μας φέρει άλλα φαγητά, ποτέ των ποτών;» «Θα φέρει», λέει η Μαμά. Ακόμα ανασαίνει κοφτά. «Είμαι σχεδόν εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα φέρει». Σχεδόν εκατό, αυτό μας κάνει ενενήντα εννιά. Είναι αρκετό το ενενήντα εννιά; Η Μαμά ανακαθίζεται, τρίβει το πρόσωπό της με το μανίκι του πουλόβερ της. Η κοιλίτσα μου γουργουρίζει, αναρωτιέμαι τι άλλο μας έχει μείνει. Ξαναγίνεται κιόλας σκοτάδι. Δε νομίζω ότι το φως κερδίζει έδαφος. «Άκουσέ με, Τζακ. Πρέπει να σου πω μια άλλη ιστορία». «Αληθινή;» «Εντελώς. Θυμάσαι που σου έλεγα ότι κάποτε ήμουνα πολύ λυπημένη;» Αυτή η ιστορία μ’ αρέσει. «Μετά όμως κατέβηκα απ’ τον Ουρανό και μεγάλωσα στην κοιλίτσα σου». «Ναι, αλλά το γιατί ήμουνα λυπημένη έχει σημασία: με είχε κάνει έτσι το Δωμάτιο», λέει η Μαμά. «Ο ΣαταΝίκ… δεν τον ήξερα καν…


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

109

ήμουν δεκαεννιά χρόνων. Και ο ΣαταΝίκ μ’ έκλεψε». Προσπαθώ να καταλάβω. Αλεπού, μην κλέβεις! Ποτέ μου όμως δεν έχω ακούσει να κλέβουν ανθρώπους. Η Μαμά με κρατάει υπερβολικά πολύ σφιχτά. «Ήμουν φοιτήτρια τότε. Ήταν νωρίς το πρωί, κι εγώ διέσχιζα το χώρο στάθμευσης του πανεπιστημίου για να πάω στη Βιβλιοθήκη, ακούγοντας μουσική στο… σε μια μικρή μηχανή που χωράει μέσα χίλια τραγούδια και τα παίζει στο αυτί σου. Ήμουν η πρώτη στην παρέα μου που είχε αποκτήσει μια τέτοια μηχανή». Μακάρι να είχα κι εγώ μία. «Τέλος πάντων… εκεί που περπατούσα, ένας άντρας εμφανίστηκε ξαφνικά και ήρθε τρέχοντας να μου ζητήσει βοήθεια. Μου είπε ότι ο σκύλος του είχε πάθει αμόκ, κι ότι ίσως πέθαινε». «Πώς τον έλεγαν;» «Τον άντρα;» Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Το σκύλο». «Όχι… ο σκύλος ήταν απλώς ένα κόλπο για να με βάλει στο ημιφορτηγό του. Για να με βάλει ο ΣαταΝίκ στο φορτηγό του». «Τι χρώμα ήταν;» «Το φορτηγό; Καφέ, ακόμα το ίδιο έχει, μια ζωή γκρινιάζει που δεν μπορεί να πάρει άλλο». «Με πόσες ρόδες;» «Θέλω να συγκεντρωθείς σ’ αυτά που έχουν σημασία», λέει η Μαμά. Κάνω ναι με το κεφάλι. Τα χέρια της είναι πολύ σφιχτά, τα χαλαρώνω. «Μου έδεσε τα μάτια…» «Όπως στην Τυφλόμυγα;» «Ναι, αλλά δεν είχε πλάκα. Κι ύστερα οδηγούσε για πάρα πολλή ώρα, είχα τρομοκρατηθεί». «Πού ήμουνα εγώ;» «Δεν είχες συμβεί ακόμα, θυμάσαι;» Ξέχασα. «Ήταν και ο σκύλος στο φορτηγό;» «Δεν υπήρχε σκύλος». Η Μαμά ακούγεται πάλι νευριασμένη. «Πρέπει να μ’ αφήσεις να σου πω αυτή την ιστορία».


110

EMMA DONOGHUE

«Δεν μπορώ να διαλέξω άλλη;» «Είναι αυτό που έγινε». «Δεν μπορείς να μου πεις το Τζακ ο Εξολοθρευτής των Γιγάντων;» «Άκου», λέει η Μαμά, βάζοντας το χέρι της πάνω στο στόμα μου. «Με ανάγκασε να πάρω ένα κακό φάρμακο για να κοιμηθώ. Μετά, όταν ξύπνησα, ήμουνα εδώ». Τώρα έχει γίνει σχεδόν μαύρο, και δεν μπορώ να δω καθόλου το πρόσωπο της Μαμάς, είναι στην άλλη μεριά, μόνο ν’ ακούω μπορώ. «Την πρώτη φορά που άνοιξε την πόρτα, φώναξα βοήθεια κι εκείνος με χτύπησε και μ’ έριξε κάτω, οπότε αυτό δεν το ξαναδοκίμασα ποτέ». Η κοιλίτσα μου είναι δεμένη κόμπο. «Τον πρώτο καιρό δεν ήθελα να κοιμάμαι από φόβο μήπως ξαναγυρίσει», λέει η Μαμά, «επειδή όμως οι μόνες ώρες που δεν έκλαιγα ήταν όταν κοιμόμουνα, άρχισα να κοιμάμαι όσο πιο πολύ μπορούσα. Κοιμόμουνα γύρω στις δεκάξι ώρες την ημέρα». «Έφτιαξες λίμνη;» «Τι;» «Η Αλίκη φτιάχνει με τα δάκρυά της μια λίμνη γιατί δεν μπορεί να θυμηθεί την προπαίδεια και τα ποιήματά της, και μετά βουλιάζει μέσα της και παραλίγο να πνιγεί». «Όχι, δεν έφτιαξα», λέει η Μαμά, «αλλά το κεφάλι μου πονούσε όλη την ώρα, τα μάτια μου μ’ έτρωγαν. Η μυρωδιά του φελλού με αρρώσταινε». Ποια μυρωδιά; «Τρελαινόμουν κοιτάζοντας συνεχώς το ρολόι μου, μετρώντας τα δευτερόλεπτα. Τα πράγματα γύρω μου με τρόμαζαν, μου φαινόταν ότι μεγάλωναν ή μίκραιναν καθώς τα παρακολουθούσα, αν όμως κοίταζα αλλού, άρχιζαν να γλιστράνε. Όταν μου έφερε τελικά την τηλεόραση, την άφηνα ανοιχτή είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, όλο βλακείες έβλεπα, διαφημίσεις για φαγητά που θυμόμουν από πριν… μου έτρεχαν τα σάλια βλέποντάς τα… τα ήθελα όλα. Μερικές φορές, άκουγα φωνές στην τηλεόραση να μου λένε διάφορα». «Όπως η Ντόρα;» Κάνει ναι με το κεφάλι της. «Όταν ο ΣαταΝίκ έλειπε στη δουλειά,


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

111

προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να βγω από δω μέσα. Στεκόμουν στις μύτες των ποδιών μου πάνω στο τραπέζι γδέρνοντας για μέρες το γύρω γύρω του φεγγίτη. Είχα σπάσει όλα τα νύχια μου. Πετούσα στο τζάμι ό,τι μπορούσα να σκεφτώ, αλλά το πλέγμα είναι τόσο δυνατό που δεν κατάφερα ούτε καν να ραγίσω το γυαλί». Τώρα, ο Φεγγίτης είναι απλώς ένα τετράγωνο όχι τόσο σκοτεινό. «Ποια ό,τι;» «Το μεγάλο τηγάνι, τις καρέκλες, το σκουπιδοτενεκέ…» Ουάου, πολύ θα ήθελα να τη δω να εκτοξεύει τα Σκουπίδια. «Και μια άλλη φορά έσκαψα μια τρύπα». Τώρα μπερδεύτηκα. «Πού;» «Μπορείς να την ψηλαφήσεις… θέλεις; Θα πρέπει να χωθούμε…» Η Μαμά σηκώνεται, πετάει το Πάπλωμα και βγάζει το Κουτί από το Κάτω Από το Κρεβάτι και μετά στριμώχνεται μέσα, βγάζοντας ένα μικρό βογκητό. Γλιστράω μαζί της, είμαστε κοντά στον Αυγοφίδη, αλλά δεν τον λιώνουμε. «Πήρα την ιδέα από το Η Μεγάλη Απόδραση*». Η φωνή της ακούγεται βροντερή βροντερή δίπλα στο κεφάλι μου. * Αναφορά στην κινηματογραφική ταινία του 1963 The Great Escape (σκηνοθεσία: John Sturges), με πρωταγωνιστή τον Steve McQueen. Η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Paul Brickhill, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Θυμάμαι εκείνη την ιστορία για την κατασκήνωση των Ναζί, όχι καλοκαιρινή κατασκήνωση με λουκάνικα ψητά στη φωτιά, αλλά χειμωνιάτικη, με εκατομμύρια κόσμους να τρώνε σούπες με σκουλήκια. Στο τέλος, οι Σύμμαχοι άνοιξαν διάπλατα τις πύλες της κατασκήνωσης και όλοι έτρεξαν έξω, νομίζω ότι οι Σύμμαχοι είναι άγγελοι όπως αυτός του Άγιου Πέτρου. «Δώσε μου το χέρι σου…» Η Μαμά τραβάει τα δάχτυλά μου κι εγώ νιώθω το φελλό στο πάτωμα. «Εδώ». Ξαφνικά, τα δάχτυλά μου ακουμπάνε σ’ ένα κομμάτι με πριονωτές άκρες. Το στέρνο μου κάνει μπουμ μπουμ μπουμ, δεν το ήξερα ποτέ μου ότι υπήρχε τρύπα στο


112

EMMA DONOGHUE

Πάτωμα. «Πρόσεχε, μην κοπείς. Το έσκαψα με το πριονωτό μαχαίρι», μου λέει. «Το φελλό τον έκοψα γρήγορα, αλλά το ξύλο με δυσκόλεψε. Το φύλλο χάλυβα και το αφρολέξ που υπάρχουν από κάτω ήταν παιχνίδι, μετά, όμως, ξέρεις τι βρήκα;» «Τη Χώρα των Θαυμάτων;» Η Μαμά βγάζει ένα θυμωμένο ήχο τόσο δυνατό, που κοπανάω το κεφάλι μου στο Κρεβάτι. «Συγγνώμη». «Βρήκα ένα φράχτη από συρματόπλεγμα». «Πού;». «Εκεί, στην τρύπα». Φράχτης σε τρύπα; Βάζω το χέρι μου κάτω κι ακόμα κατώτερα. «Κάτι μεταλλικό. Το πιάνεις;» «Ναι». Κρύο, πολύ πολύ ίσιο, το αρπάζω στα δάχτυλά μου. «Όταν μετέτρεπε την αποθήκη στο Δωμάτιο», λέει η Μαμά, «έκρυψε μία στρώση συρματοπλέγματος κάτω από τα πατόξυλα, μέσα σε όλους τους τοίχους, κι ακόμα και στη σκεπή, έτσι που να μην μπορώ να το κόψω και να βγω». Τώρα έχουμε στριμωχτεί έξω. Καθόμαστε με τις πλάτες μας ακουμπισμένες στο Κρεβάτι. Η ανάσα μου έχει λαχανιάσει. «Όταν βρήκε την τρύπα», λέει η Μαμά, «τρελάθηκε». «Από τότε είναι τρελός;» «Όχι, τρελάθηκε στο γέλιο. Φοβήθηκα ότι θα με χτυπούσε, εκείνη τη φορά, όμως, απλώς το βρήκε ξεκαρδιστικό». Τα δόντια μου σφίγγονται μεταξύ τους. «Εκείνο τον καιρό γελούσε περισσότερο», λέει η Μαμά. Ο ΣαταΝίκ είναι ένας βρομερός κι απαίσιος ζόμπι-κλέφτης. «Μπορούμε να του κάνουμε ανταρσία», λέω. «Θα τον κάνω κομματάκια με τον μέγκατρον αντιβαρυτικό εκτοξευτήρα μου». Η Μαμά αφήνει ένα φιλί στην άκρη του ματιού μου. «Δε θα καταφέρουμε τίποτα χτυπώντας τον. Το προσπάθησα κάποτε, περίπου ενάμιση χρόνο από τότε που μ’ έκλεισε εδώ μέσα». Αυτό είναι το πιο καταπληκτικότερο απ’ όλα. «Χτύπησες τον ΣαταΝίκ;» «Ένα βράδυ, έβγαλα το καπάκι της λεκάνης, πήρα στο άλλο μου


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

113

χέρι το ίσιο μαχαίρι και, λίγο πριν από τις εννιά, κόλλησα στον τοίχο δίπλα στην πόρτα…» Τώρα μπερδεύτηκα. «Η Λεκάνη δεν έχει καπάκι». «Κάποτε είχε, στο πάνω μέρος του ντεπόζιτου. Ήταν το βαρύτερο πράγμα που υπήρχε στο Δωμάτιο». «Το Κρεβάτι είναι σούπερ έξτρα βαρύ». «Ναι, αλλά δεν μπορούσα να το σηκώσω, σωστά;» ρωτάει η Μαμά. «Κι έτσι, λοιπόν, όταν τον άκουσα να έρχεται…» «Όταν άκουσες το μπιπ μπιπ». «Ακριβώς. Του κοπάνησα το καπάκι της λεκάνης στο κεφάλι». Έχω τον αντίχειρα στο στόμα μου και τον δαγκώνω χωρίς να σταματάω στιγμή. «Δεν έβαλα αρκετή δύναμη, όμως, το καπάκι έπεσε στο πάτωμα κι έσπασε στα δυο, κι αυτός κατάφερε να σπρώξει την πόρτα και να την κλείσει». Στο στόμα μου έχω μια παράξενη γεύση. Η φωνή της Μαμάς βγαίνει σαν να πνίγεται. «Ήξερα ότι η μόνη μου ελπίδα ήταν να τον αναγκάσω να μου δώσει τον κωδικό. Πίεσα λοιπόν το μαχαίρι στο λαιμό του, έτσι». Βάζει το νύχι της κάτω από το σαγόνι μου. Δε μ’ αρέσει. «“Πες μου τον κωδικό”, του είπα». «Σου τον είπε;» Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Είπε μερικούς αριθμούς, και πήγα να τους πληκτρολογήσω». «Ποιους αριθμούς;» «Δε νομίζω ότι ήταν οι αληθινοί. Και τότε, πετάχτηκε πάνω, μου έστριψε τον καρπό και μου πήρε το μαχαίρι». «Τον χαλασμένο σου καρπό;» «Πριν απ’ αυτό δεν ήταν χαλασμένος. Μην κλαις», λέει η Μαμά μέσα στα μαλλιά μου. «Όλ’ αυτά έγιναν πριν από πολύ καιρό». Προσπαθώ να μιλήσω, αλλά δε βγαίνει τίποτα απ’ το στόμα μου. «Έτσι, λοιπόν, Τζακ, δεν πρέπει να ξαναπροσπαθήσουμε να τον χτυπήσουμε. Όταν ξανάρθε το επόμενο βράδυ, μου είπε ότι, πρώτον, τίποτα στον κόσμο δεν είναι ικανό να τον αναγκάσει να πει τον κωδικό, και, δεύτερον, ότι αν προσπαθούσα ποτέ να ξανακάνω κανένα τέτοιο κόλπο, θα με παρατούσε εδώ μέσα να πεθάνω της πείνας». Η Μαμά τελείωσε, νομίζω.


114

EMMA DONOGHUE

Η κοιλίτσα μου φωνάζει δυνατά τώρα και καταλαβαίνω, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω γιατί η Μαμά μού λέει αυτή την τρομερή ιστορία. Μου λέει ότι θα πεινάσουμε όλο και περισσότερο μέχρι να… Μετά ανοιγοκλείνω τα μάτια και τα σκεπάζω με το χέρι μου, όλα με τυφλώνουν γιατί η Λάμπα έχει ανάψει ξανά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

115

ΠΕΘΑΜΟΣ Είναι όλα ζεστά. Η Μαμά έχει ήδη σηκωθεί. Στο Τραπέζι υπάρχει ένα καινούργιο κουτί δημητριακά και τέσσερις μπανάνες, γιούπι. Ο ΣαταΝίκ πρέπει να ήρθε το βράδυ. Πετάγομαι απ’ το Κρεβάτι. Έχει και κοφτό μακαρονάκι, και χοτ ντογκ και μανταρίνια και… Η Μαμά δεν τρώει τίποτα απ’ αυτά, στέκεται μπροστά στη Συρταριέρα κοιτάζοντας τη Γλάστρα. Της έχουν πέσει τρία φύλλα. Η Μαμά αγγίζει το κοτσάνι της Γλάστρας και… «Όχι!» «Είχε πεθάνει ήδη». «Την έσπασες». Η Μαμά κάνει όχι με το κεφάλι. «Τα ζωντανά πράγματα λυγίζουν, Τζακ. Το κρύο πρέπει να έφταιγε, έκανε το φυτό να παγώσει από μέσα». Προσπαθώ να ξανακολλήσω το κοτσάνι της εκεί που έχει σπάσει. «Λίγο σελοτέιπ θέλει, και θα γίνει καλά», λέω, αλλά αμέσως θυμάμαι ότι δε μας έχει μείνει άλλο, η Μαμά χρησιμοποίησε το τελευταίο για το Διαστημόπλοιο, χαζή Μαμά. Τρέχω να τραβήξω το Κουτί Από το Κάτω Από το Κρεβάτι, βρίσκω το Διαστημόπλοιο και βγάζω τα κομματάκια του σελοτέιπ. Η Μαμά μόνο παρακολουθεί. Πατάω το σελοτέιπ στη Γλάστρα αλλά αυτό απλώς γλιστράει και το κοτσάνι κομματιάζεται. «Λυπάμαι τόσο πολύ». «Κάν’ τη να ζωντανέψει», λέω στη Μαμά. «Αν μπορούσα, θα το είχα κάνει ήδη».


116

EMMA DONOGHUE

Περιμένει να σταματήσω τα κλάματα, μου σκουπίζει τα μάτια. Τώρα ζεσταίνομαι πάρα πολύ, βγάζω τα παραπάνω ρούχα μου. «Μάλλον πρέπει να τη βάλουμε στα σκουπίδια», λέει η Μαμά. «Όχι», λέω, «να τη ρίξουμε στην τουαλέτα». «Θα βουλώσουν οι σωλήνες». «Μπορούμε να τη σπάσουμε σε μικρά μικρά κομματάκια…» Φιλάω μερικά φύλλα της Γλάστρας και τραβάω το καζανάκι, μετά ακόμα μερικά και ξανατραβάω, μετά το κοτσάνι της σε κομματάκια. «Αντίο, Γλάστρα», ψιθυρίζω. Ίσως στη θάλασσα να ξανακολληθεί από μόνη της και να μεγαλώσει ώσπου να φτάσει στον Ουρανό. Η θάλασσα είναι αληθινή, μόλις το θυμάμαι. Είναι όλα αληθινά στο Έξω, όλα τα πάντα που υπάρχουν, γιατί είδα το αεροπλάνο στο γαλάζιο ανάμεσα στα σύννεφα. Η Μαμά κι εγώ δεν μπορούμε να πάμε εκεί γιατί δεν ξέρουμε τον μυστικό κωδικό, αλλά είναι για την ακρίβεια αληθινά έτσι κι αλλιώς. Πριν δεν ήξερα ούτε καν να θυμώσω που δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε την Πόρτα, το κεφάλι μου ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει μέσα όλο το Έξω. Όταν ήμουνα μικρός, σκεφτόμουνα σαν μικρός, αλλά τώρα είμαι πέντε και τα ξέρω όλα.* * Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην: Προς Κορινθίους Α΄, ΙΓ, 11, Η Καινή Διαθήκη. Κάνουμε μπάνιο αμέσως μετά το πρωινό, το νερό είναι αχνιστό, μμμμ, τέλειο. Γεμίζουμε την Μπανιέρα μέχρι τόσο ψηλά που σχεδόν κάνει πλημμύρα. Η Μαμά ξαπλώνει πίσω και σχεδόν αποκοιμίζεται, την ξυπνάω για να λούσει τα μαλλιά της, και λούζει και τα δικά μου. Βάζουμε και πλύση, αλλά μετά μένουνε μακριές τρίχες στα σεντόνια οπότε πρέπει να τις μαζέψουμε, κάνουμε έναν αγώνα για να δούμε ποιος θα το καταφέρει πιο γρηγορότερα. Τα κινούμενα σχέδια έχουν τελειώσει ήδη, τα παιδιά βάφουν αυγά για το Κουνελάκι Που Το ’σκασε. Κοιτάζω κάθε διαφορετικό παιδί και λέω μέσα στο κεφάλι μου: Είσαι αληθινό. «Το Πασχαλινό Κουνελάκι, όχι το Κουνελάκι Που Το ’σκασε», λέει η Μαμά. «Θυμάμαι με τον Πολ, κάθε Πάσχα… όταν ήμασταν


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

117

παιδιά, το Πασχαλινό Κουνελάκι έφερνε σοκολατένια αυγά το βράδυ και τα έκρυβε σε διάφορα σημεία στον πίσω κήπο μας, κάτω από θάμνους και στις τρύπες των δέντρων, ακόμα και στην αιώρα». «Σας έπαιρνε τα δόντια;» ρωτάω. «Όχι, τα αυγά ήταν δωρεάν». Το πρόσωπό της αδειάζει. Δε νομίζω ότι το Πασχαλινό Κουνελάκι ξέρει πού είναι το Δωμάτιο. Τέλος πάντων, έτσι κι αλλιώς, εμείς δεν έχουμε θάμνους, όλ’ αυτά είναι έξω από την Πόρτα. Η μέρα σήμερα είναι πολύ χαρούμενη, εξαιτίας από το που έχουμε τη ζέστη και τα φαγητά, αλλά η Μαμά δε χαίρεται. Μάλλον της λείπει η Γλάστρα. Διαλέγω εγώ τη Φυσική Αγωγή, είναι Περπάτημα στη Φύση, όπου περπατάμε χέρι χέρι με τη Μαμά στον Στίβο και λέμε φωναχτά ό,τι βλέπουμε. «Κοίτα, Μαμά, ένας καταρράκτης». Μετά από ένα λεπτό, ξαναλέω: «Κοίτα ένα αγριοθηρίο». «Ουάου». «Η σειρά σου». «Α, κοίτα», λέει η Μαμά, «ένα σαλιγκάρι». Σκύβω να το δω. «Κοίτα, μια γιγαντιαία μπουλντόζα ρίχνει έναν ουρανοξύστη». «Κοίτα», λέει η Μαμά, «ένα φλαμίγκο που περνάει πετώντας». «Κοίτα, ένα ζόμπι που του τρέχουν τα σάλια». «Τζακ!» Αυτό την κάνει να χαμογελάσει για περίπου μισό δευτερόλεπτο. Μετά, αρχίζουμε να περπατάμε πιο γρηγορότερα τραγουδώντας το «This Land Is Your Land».* * Από τα διασημότερα αμερικανικά φολκ τραγούδια. Τους στίχους έγραψε ο Woody Guthrie,το 1940, πάνω σε μια προϋπάρχουσα μελωδία, και ηχογράφησε το τραγούδι για πρώτη φορά το 1944. Ύστερα ξαναβάζουμε τη Μοκέτα στη θέση της και γίνεται το μαγικό χαλί μας, εκτοξευόμαστε πάνω από τον Βόρειο Πόλο. Για μετά, η Μαμά διαλέγει Πτώμα, και μένουμε ξαπλωμένοι σούπερ έξτρα ακίνητοι, αλλά μετά ξεχνάω και ξύνω τη μύτη μου, οπότε


118

EMMA DONOGHUE

νικάει εκείνη. Μετά διαλέγω Τραμπολίνο αλλά η Μαμά λέει ότι δε θέλει άλλη Φυσική Αγωγή. «Εσύ κάνε απλώς το σχολιασμό κι εγώ θα κάνω το μπόινγκ μπόινγκ». «Όχι, συγγνώμη, θέλω να ξαπλώσω λιγάκι». Σήμερα η Μαμά δεν έχει και πολλή πλάκα. Τραβάω τον Αυγοφίδη από το Κάτω Από το Κρεβάτι πολύ πολύ σιγά, νομίζω ότι τον ακούω να σφυρίζει με τη βελονιαστή γλώσσα του, Γεια σσσσσσου, Γεια σσσσσσου. Τον χαϊδεύω, ειδικά στα αυγά του που είναι ραγισμένα ή βουλιαγμένα. Το ένα κομματιάζεται στο χέρι μου, πηγαίνω και φτιάχνω κόλλα με λίγο αλεύρι και κολλάω τα κομμάτια σ’ ένα ριγωτό χαρτί για να φτιάξω ένα πριονωτό βουνό. Θέλω να το δείξω στη Μαμά αλλά τα μάτια της είναι κλεισμένα. Πηγαίνω στην Ντουλάπα και παίζω ότι είμαι ανθρακωρύχος. Βρίσκω ένα κομματάκι χρυσό κάτω από το μαξιλάρι μου, για την ακρίβεια είναι το Δόντι. Δεν είναι ζωντανό, και δε λύγισε, έσπασε, αλλά δε χρειάζεται να το ρίξουμε στην Τουαλέτα. Το Δόντι είναι φτιαγμένο από τη Μαμά, από το πεθαμένο φτύμα της. Βγάζω το κεφάλι μου έξω και τα μάτια της Μαμάς ανοίγουν. «Τι κάνεις εκεί;» τη ρωτάω. «Σκέφτομαι». Εγώ μπορώ να σκέφτομαι και να κάνω ενδιαφέροντα πράγματα την ίδια στιγμή. Πώς η Μαμά δεν μπορεί; Σηκώνεται να φτιάξει μεσημεριανό, είναι ένα ολόκληρο κουτί κοφτό μακαρονάκι, όλο πορτοκαλένιο, delicioso. Μετά παίζω Ίκαρο με τα φτερά του να λιώνουν. Η Μαμά πλένει τα πιάτα σούπερ έξτρα αργά. Περιμένω να τελειώσει για να μπορέσει να παίξει μαζί μου, εκείνη όμως δε θέλει, κάθεται στην Κουνιστή και απλώς κουνιέται. «Τι κάνεις εκεί;» «Ακόμα σκέφτομαι». Μετά από ένα λεπτό, με ρωτάει: «Τι έβαλες στη μαξιλαροθήκη;» «Τώρα έγινε το σακίδιό μου». Έχω δεμένες τις δυο άκρες της γύρω στο λαιμό μου. «Είναι για να πάμε στο Έξω όταν μας διασώσουν». Έχω βάλει μέσα το Δόντι και το Τζιπ και το Χειριστήριο και ένα εσώρουχο για μένα και ένα για τη Μαμά και κάλτσες επίσης και Ψαλίδι και τα τέσσερα μήλα για όταν άμα πεινάσουμε. «Έχει νερό


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

119

στο Έξω;» ρωτάω τη Μαμά. Εκείνη κάνει ναι με το κεφάλι. «Ποτάμια, λίμνες…» «Όχι, για να πιούμε. Έχει καμία βρύση;» «Πολλές». Χαίρομαι που δε θα χρειάζεται να πάρω μαζί μου μπουκάλι με νερό γιατί το σακίδιό μου είναι ήδη πολύ βαρύ· πρέπει να το κρατάω στο λαιμό μου για να μην πνίγει το μίλημά μου. Η Μαμά κουνιέται και κουνιέται. «Κι εγώ ονειρευόμουν κάποτε ότι θα με έσωζαν», λέει. «Έγραφα σημειώματα και τα έκρυβα στις σακούλες των σκουπιδιών, ποτέ όμως δεν τα βρήκε κανείς». «Έπρεπε να τα είχες στείλει από τη Λεκάνη». «Κι όταν ουρλιάζουμε, κανείς δε μας ακούει», λέει η Μαμά. «Χτες πέρασα τη μισή νύχτα αναβοσβήνοντας το φως, κι ύστερα σκέφτηκα… δεν κοιτάζει κανείς». «Μα…» «Κανείς δεν πρόκειται να μας σώσει». Δε λέω τίποτα. Και μετά, λέω: «Δεν ξέρεις όλα όσα υπάρχουν». Το πρόσωπό της είναι το πιο παράξενο που το έχω δει. Καλύτερα να ήταν Αλλού για σήμερα, παρά που είναι αυτή η ξένη-Μαμά έτσι. Κατεβάζω όλα τα παραμύθια μου από το Ράφι και τα διαβάζω, το Τρισδιάστατο Αεροδρόμιο και το Τα Ωραιότερα Παιδικά Τραγούδια και το Ντίλαν ο Εκσκαφέας, που είναι το αγαπημένο μου, και το Κουνελάκι Που Το ’σκασε αλλά αυτό το σταματάω στη μέση και το φυλάω για τη Μαμά, και διαβάζω αντί γι’ αυτό λίγη Αλίκη, πηδάω όμως τη φοβιστική Δούκισσα. Τελικά η Μαμά σταματάει να κουνιέται. «Μπορώ να πιω λίγο;» «Βέβαια», μου λέει. «Έλα δω». Κάθομαι στην αγκαλιά της και σηκώνω το φανελάκι της και πίνω πολύ για πολλή ώρα. «Τελείωσες;» λέει στ’ αυτί μου. «Μμμ». «Άκου, Τζακ», λέει. «Ακούς;» «Πάντα ακούω». «Πρέπει να φύγουμε από δω μέσα». Την κοιτάζω καλά καλά.


120

EMMA DONOGHUE

«Και πρέπει να το πετύχουμε ολομόναχοι. Εσύ κι εγώ». Αφού όμως είπε ότι είμαστε σαν να είμαστε σε βιβλίο. Πώς μπορεί να δραπετεύσει κανείς μέσα από ένα βιβλίο; «Πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο». Η φωνή της είναι όλη ψηλή. «Σαν τι;» «Λες να ξέρω; Αυτό το σχέδιο προσπαθώ να βρω εφτά χρόνια τώρα». «Θα μπορούσαμε να γκρεμίσουμε τους τοίχους». Αλλά δεν έχουμε τζιπ για να τους γκρεμίσουμε ούτε καν μπουλντόζα. «Θα μπορούσαμε να… ανατινάξουμε την Πόρτα». «Με τι;» «Ο γάτος το έκανε στο Τομ και Τζέρι…» «Πολύ καλός αυτός ο καταιγισμός ιδεών, και μπράβο σου», λέει η Μαμά, «αλλά χρειαζόμαστε μια ιδέα που να μπορεί να λειτουργήσει. Κάτι που να μπορεί να γίνει πραγματικά». «Μια πραγματικά μεγάλη έκρηξη», της λέω. «Αν είναι πραγματικά μεγάλη, θα μας τινάξει κι εμάς στον αέρα». Αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Ξανακάνω έναν καταιγισμό. «Α, Μαμά! Θα μπορούσαμε… να περιμένουμε ένα βράδυ μέχρι να έρθει ο ΣαταΝίκ, κι εσύ να πεις: “Ω, κοίτα τι λαχταριστό κέικ φτιάξαμε, φάε ένα μεγάλο κομμάτι από το λαχταριστό πασχαλινό κέικ μας”, και να είναι για την ακρίβεια δηλητηριασμένο». Η Μαμά κάνει όχι με το κεφάλι. «Ακόμα και να τον αρρωστήσουμε, πάλι δε θα μας δώσει τον κωδικό». Σκέφτομαι τόσο πολύ που το κεφάλι μου πονάει. «Άλλες ιδέες;» «Όποια και να σου πω, εσύ λες όχι». «Συγγνώμη, με συγχωρείς. Απλώς, προσπαθώ να είμαι ρεαλίστρια». «Ποιες ιδέες είναι ρεαλίστριες;» «Δεν ξέρω. Δεν ξέρω». Η Μαμά γλείφει τα χείλια της. «Έχω πάθει εμμονή με τη στιγμή που ανοίγει η πόρτα… αν χρονομετρούσαμε ακριβώς, στο κλάσμα του δευτερολέπτου, εννοώ, δε θα προλαβαίναμε να τον προσπεράσουμε τρέχοντας και να βγούμε έξω;» «Α, ναι, αυτή είναι πολύ πρώτη ιδέα».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

121

«Αν μπορούσες, έστω, να ξεγλιστρήσεις εσύ όσο εγώ θα ορμούσα στα μάτια του…» Η Μαμά σταματάει και κουνάει το κεφάλι. «Όχι, δε γίνεται». «Γίνεται και παραγίνεται». «Θα σε αρπάξει, Τζακ, θα σε αρπάξει πριν προλάβεις να διασχίσεις τον μισό κήπο, και θα…» Σταματάει ξανά, αυτή τη φορά για τα καλά. «Τίποτ’ άλλες ιδέες;» λέω μετά από ένα λεπτό. «Μόνο η ίδια και η ίδια που γυρίζει στο μυαλό μου σαν το ποντίκι στον τροχό», λέει η Μαμά μέσ’ από τα δόντια της. Γιατί ανεβαίνουν τα ποντίκια σε τροχό; Είναι κάτι σαν τη Ρόδα του λούνα παρκ; «Θα έπρεπε να κάνουμε ένα πονηρό κόλπο», λέω. «Όπως;» «Όπως αυτό που σου έκανε εκείνος όταν ήσουνα φοιτήτρια και σε γέλασε για να μπεις στο φορτηγό του με το σκύλο του που δεν ήταν για την ακρίβεια αληθινός». Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Ξέρω ότι προσπαθείς να βοηθήσεις, μήπως όμως θα μπορούσες να σταματήσεις λιγάκι να μιλάς για να μπορέσω να σκεφτώ;» Μα… αφού σκεφτόμασταν, σκεφτόμασταν και οι δύο με όλη μας τη δύναμη. Σηκώνομαι και πηγαίνω και τρώω την μπανάνα με το μεγάλο καφέ κομμάτι, το καφέ είναι πάντα το πιο γλυκότερο. «Τζακ!» Τα μάτια της Μαμάς είναι όλα τεράστια και τώρα μιλάει σούπερ έξτρα γρήγορα. «Αυτό που είπες για το σκύλο… για την ακρίβεια ήταν καταπληκτική ιδέα. Κι αν προσποιηθούμε ότι είσαι άρρωστος;» Μπερδεύομαι, αλλά μετά καταλαβαίνω. «Όπως ο σκύλος που δεν ήταν;» «Ακριβώς. Όταν έρθει… θα μπορούσα να του πω ότι είσαι άρρωστος». «Τι είδους άρρωστος;» «Ίσως μ’ ένα πολύ πολύ άσχημο κρύωμα», λέει η μαμά. «Για δοκίμασε να βήξεις… πραγματικά δυνατά». Βήχω και βήχω και η Μαμά ακούει. «Χμ», λέει. Δε νομίζω ότι είμαι και πολύ καλός στο βήξιμο. Βήχω πιο δυνατότερα, τόσο που νομίζω ότι θα μου σκιστεί ο λαιμός.


122

EMMA DONOGHUE

Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Ξέχνα το βήχα». «Μπορώ να τον κάνω ακόμα πιο δυνατότερο…» «Τέλειο τον έκανες, και πάλι όμως ακουγόταν ψεύτικος». Βήχω τον πιο μεγαλύτερο και πιο φρικτά φρικιαστικότερο βήχα που υπάρχει. «Δεν ξέρω», λέει η Μαμά. «Ίσως απλώς να είναι πολύ δύσκολο να προσποιηθεί κανείς ότι έχει βήχα. Τέλος πάντων», λέει ξανά και χτυπάει το κεφάλι της με το χέρι της. «Ίσως απλώς να είμαι ηλίθια». «Όχι δεν είσαι». Τρίβω το κεφάλι της εκεί που το χτύπησε. «Πρέπει να είναι κάτι που υποτίθεται ότι το κολλάς από τον ΣαταΝίκ, αφού μόνο αυτός φέρνει μικρόβια εδώ μέσα. Κι αυτές τις μέρες δεν είναι κρυωμένος… Όχι, χρειαζόμαστε κάτι… στα τρόφιμα, μήπως;» Η Μαμά κοιτάζει άγρια άγρια τις μπανάνες. «Το κολοβακτηρίδιο E. coli ίσως; Δε θα έκανες πυρετό από μια ουρολοίμωξη, ας πούμε;» Η Μαμά δεν είναι φτιαγμένη για να ρωτάει πράγματα, η Μαμά είναι φτιαγμένη για να τα ξέρει. «Πολύ ψηλό πυρετό, τόσο ψηλό που να είσαι σε μόνιμο λήθαργο και να μην μπορείς να μιλήσεις…» «Γιατί να μην μπορώ να μιλήσω;» «Γιατί αν δε μιλάς, η προσποίηση θα γίνει ευκολότερη. Αυτό είναι», λέει η Μαμά, με τα μάτια της όλα λαμπερά. «“Πρέπει να πας τον Τζακ στο νοσοκομείο με το φορτηγό σου”, θα του πω, “για να τον δουν οι γιατροί και να του δώσουν το κατάλληλο φάρμακο”». «Θ’ ανεβώ στο καφέ φορτηγό;» Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. «Για να πας στο νοσοκομείο». Δεν μπορώ να το πιστέψω. Μετά όμως θυμάμαι τον ιατρικό πλανήτη. «Δε θέλω να με κόψουν και να με ανοίξουν». «Α, μην ανησυχείς, οι γιατροί δε θα σου κάνουν τίποτα στ’ αλήθεια, γιατί στην πραγματικότητα δε θα είσαι άρρωστος, σωστά;» Μου χαϊδεύει τον ώμο. «Θα είναι απλώς ένα κόλπο για τη Μεγάλη Απόδρασή μας. Ο ΣαταΝίκ θα σε πάει στο νοσοκομείο, και μόλις δεις τον πρώτο γιατρό –ή νοσοκόμα, ή όποιον άλλον–, θα φωνάξεις: “Βοήθεια!”« «Μπορείς να το φωνάξεις εσύ». Στην αρχή νομίζω ότι μάλλον ίσως η Μαμά δε με άκουσε. Μετά


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

123

λέει: «Εγώ δε θα είμαι στο νοσοκομείο». «Πού θα είσαι;» «Εδώ, στο Δωμάτιο». Έχω μια καλύτερη ιδέα. «Μπορείς να κάνεις κι εσύ την άρρωστη, όπως εκείνη τη φορά που είχαμε ευκοίλια και οι δυο μαζί την ίδια στιγμή, κι έτσι θα μας πάρει και τους δύο στο φορτηγό του». Η Μαμά ρουφάει το στόμα της. «Δε θα το πιστέψει. Το ξέρω ότι θα είναι πολύ περίεργο για σένα να πας μόνος σου, αλλά θα είμαι μέσα στο μυαλό σου και θα σου μιλάω κάθε στιγμή, σου το υπόσχομαι. Θυμάσαι πώς μιλούσε η Αλίκη στη γάτα της την Ντίνα τότε που έπεφτε στην τρύπα, κάτω, όλο και πιο κάτω, θυμάσαι πώς της μιλούσε συνέχεια μέσα στο κεφάλι της;» Η Μαμά δε θα είναι για την ακρίβεια μέσα στο κεφάλι μου. Η κοιλίτσα μου πονάει και μόνο που το σκέφτομαι. «Δε μ’ αρέσει αυτό το σχέδιο». «Τζακ…» «Είναι κακή ιδέα». «Για την ακρίβεια…» «Εγώ δεν πάω στο Έξω χωρίς εσένα». «Τζακ…» «Ποτέ των ποτών ποτέ των ποτών ποτέ των ποτών». «Εντάξει, ηρέμησε. Ξέχνα το». «Αλήθεια;» «Αλήθεια. Δεν έχει νόημα να προσπαθώ αν δεν είσαι έτοιμος». Ακόμα ακούγεται νευριασμένη. Σήμερα είναι Απρίλιος, οπότε μπορώ να φουσκώσω ένα μπαλόνι. Τρία έμειναν, ένα κόκκινο, ένα κίτρινο κι άλλο ένα κίτρινο, διαλέγω κίτρινο για να μείνουν ακόμα από ένα κόκκινο ή κίτρινο για τον επόμενο μήνα. Το φουσκώνω και το αφήνω να εκτοξευτεί γύρω γύρω στο Δωμάτιο πολλές φορές, μ’ αρέσει ο σφυριχτικός θόρυβος που κάνει. Είναι δύσκολο ν’ αποφασίσω πότε να δέσω τον κόμπο γιατί μετά το μπαλόνι δε θα εκτοξεύεται πια, μόνο θα κάνει αργό πέταγμα. Αλλά πρέπει να δέσω τον κόμπο άμα θέλω να παίξω μαζί του Μπαλόνι Τένις. Το αφήνω λοιπόν να εκτοξευτεί φσσσσζουμ πολλή ώρα και μετά το φουσκώνω τρεις φορές πιο περισσότερο και μετά κάνω τον κόμπο, μαζί με το δάχτυλό μου κατά λάθος. Όταν είναι δεμένο


124

EMMA DONOGHUE

καλά, παίζουμε με τη Μαμά Μπαλόνι Τένις, νικάω πέντε φορές ή εφτά. «Θέλεις λίγο;» λέει μετά η Μαμά. «Το αριστερό, παρακαλώ», λέω πηγαίνοντας στο Κρεβάτι. Δεν έχει πολύ, αλλά αυτό που έχει είναι σούπερ έξτρα νόστιμο. Νομίζω ότι λαγοκοιμάμαι λιγάκι, αλλά μετά η Μαμά μιλάει στο αυτί μου. «Θυμάσαι πώς χώθηκαν οι αιχμάλωτοι στο σκοτεινό τούνελ και προχώρησαν εκεί και γλίτωσαν από τους Ναζί; Θυμάσαι πώς το έκαναν; Ένας ένας». «Μμ». «Έτσι θα το κάνουμε κι εμείς, όταν είσαι έτοιμος». «Ποιο τούνελ;» Κοιτάζω γύρω γύρω. «Θα το κάνουμε σαν αυτούς, μόνο που εμείς δε θα μπούμε σε τούνελ. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι φυλακισμένοι έδειξαν μεγάλη γενναιότητα και βγήκαν ένας τη φορά». Κάνω όχι με το κεφάλι μου. «Είναι το μόνο σχέδιο με πιθανότητες επιτυχίας». Τα μάτια της Μαμάς παραείναι λαμπερά. «Είσαι ο γενναίος μου Πρίγκιπας ΤζάκερΤζακ. Εσύ θα πας πρώτος στο νοσοκομείο, και μετά θα γυρίσεις εδώ με την αστυνομία…» «Θα με συλλάβουν;» «Όχι, όχι, θα σε βοηθήσουν. Θα φέρεις τους αστυνομικούς εδώ για να με σώσουν και θα είμαστε ξανά μαζί, για πάντα». «Εγώ δεν μπορώ να σε σώσω», της λέω. «Είμαι μόνο πέντε». «Ναι, αλλά έχεις σούπερ δυνάμεις», μου λέει η Μαμά. «Είσαι ο μόνος που μπορεί να το κάνει αυτό. Τι λες; Θα το τολμήσεις;» Δεν ξέρω τι να πω, αλλά η Μαμά περιμένει και περιμένει. «Μμ». «Ναι είναι αυτό;» «Ναι». Μου δίνει ένα τεράστιο φιλί. Σηκωνόμαστε από το Κρεβάτι και τρώμε από ένα κυπελλάκι μανταρίνια ο καθένας. Το σχέδιό μας έχει προβλήματα-κομματάκια, η Μαμά τα σκέφτεται συνέχεια και λέει: «Ω όχι», αλλά μετά βρίσκει μια λύση.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

125

«Οι αστυνομικοί δε θα ξέρουν τον μυστικό κωδικό για να σε βγάλουν έξω», της λέω. «Κάτι θα σκεφτούν». «Τι;» Τρίβει το μάτι της. «Δεν ξέρω. Μια συσκευή οξυγονοκόλλησης, ίσως, ένα καμινέτο;» «Τι σημαίνει…;» «Είναι ένα εργαλείο που από μέσα του βγαίνει μια φλόγα, τόσο δυνατή που θα μπορούσε να κάψει την πόρτα και να την ανοίξει». «Θα μπορούσαμε κι εμείς να φτιάξουμε ένα τέτοιο», της λέω, χοροπηδώντας πάνω κάτω. «Θα μπορούσαμε, θα μπορούσαμε να πάρουμε εκείνο το μπουκάλι από τις βιταμίνες που έχει πάνω το κεφάλι του Δράκου και να τον βάλουμε στο φούρνο με το ρεύμα αναμμένο μέχρι να πάρει φωτιά, και να…» «Και να καούμε ζωντανοί», λέει η Μαμά, όχι φιλικά. «Μα…» «Δεν είναι παιχνίδι, Τζακ. Έλα να ξαναπάρουμε απ’ την αρχή το σχέδιο…» Θυμάμαι όλα τα μέρη, αλλά μπερδεύω συνέχεια τη σειρά τους. «Κοίτα», λέει η Μαμά, «είναι όπως στην Ντόρα, όπως όταν η Ντόρα πηγαίνει σ’ ένα μέρος για να πάει σ’ ένα δεύτερο, κι από κει σ’ ένα τρίτο. Για μας είναι Φορτηγό, Νοσοκομείο, Αστυνομία, Σώζω τη Μαμά». Περιμένει. «Φορτηγό, Νοσοκομείο, Αστυνομία». «Ή ίσως, για την ακρίβεια, να είναι πέντε βήματα. Άρρωστος, Φορτηγό, Νοσοκομείο, Αστυνομία, Σώζω τη Μαμά». Περιμένει. «Φορτηγό…» «Άρρωστος». «Άρρωστος», λέω. «Νοσοκομείο… όχι, συγγνώμη, Φορτηγό. Άρρωστος, Φορτηγό…» «Άρρωστος, Φορτηγό, Νοσοκομείο, Σώζω τη Μαμά». «Ξέχασες την Αστυνομία», λέει. «Μέτρα τα στα δάχτυλά σου. Άρρωστος, Φορτηγό, Νοσοκομείο, Αστυνομία, Σώζω τη Μαμά». Το κάνουμε ξανά και ξανά. Φτιάχνουμε ένα χάρτη του σχεδίου μας πάνω σε ριγωτό χαρτί με εικόνες, αυτή της αρρώστιας έχει εμένα


126

EMMA DONOGHUE

με τα μάτια κλειστά και τη γλώσσα μου κρεμασμένη όλη έξω, μετά υπάρχει ένα καφέ ημιφορτηγό, μετά ένας άνθρωπος με ένα μακρύ άσπρο παλτό που σημαίνει γιατρός, μετά ένα περιπολικό με σειρήνα που αναβοσβήνει, μετά η Μαμά να χαιρετάει και να χαμογελάει εξαιτίας από το που είναι ελεύθερη με το καμινέτο όλη φλογερή σαν δράκος. Το κεφάλι μου είναι κουρασμένο, η Μαμά όμως λέει ότι πρέπει να εξασκηθούμε στην αρρώστια μου, αυτή είναι η πιο σημαντική. «Γιατί αν δεν πιστέψει ότι είσαι άρρωστος, τίποτα από τα υπόλοιπα δεν πρόκειται να συμβούν. Είχα μια ιδέα, να κάνω το μέτωπό σου να κάψει και να τον αφήσω να το αγγίξει…» «Όχι». «Μη φοβάσαι, δε θα σε κάψω…» Η Μαμά δεν καταλαβαίνει. «Όχι να μη με αγγίξει». «Α», λέει η Μαμά. «Μια φορά μόνο, σου το υπόσχομαι, και θα είμαι ακριβώς δίπλα σου». Συνεχίζω να κουνάω και να ξανακουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Ναι, αυτό μπορεί να γίνει», λέει. «Ίσως αν ξάπλωνες πάνω στον εξαεριστήρα…» Η Μαμά γονατίζει και βάζει το χέρι της στο Κάτω Από το Κρεβάτι κοντά στον Τοίχο του Κρεβατιού, μετά σμίγει τα φρύδια της και λέει: «Δεν είναι αρκετά ζεστό. Μήπως… μια σακούλα με πολύ ζεστό νερό στο μέτωπό σου, ακριβώς πριν ο ΣαταΝίκ μπει; Θα είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κι όταν ακούσουμε την πόρτα να κάνει μπιπ μπιπ, εγώ θα πάρω τη σακούλα με το νερό και θα την κρύψω». «Πού;» «Δεν έχει σημασία». «Έχει». Η Μαμά με κοιτάζει. «Έχεις δίκιο, πρέπει να οργανώσουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια, έτσι που τίποτα να μη μας χαλάσει το σχέδιο. Θα ρίξω τη σακούλα με το νερό κάτω από το κρεβάτι. Εντάξει; Κι όταν ο ΣαταΝίκ πιάσει το μέτωπό σου, θα είναι σούπερ έξτρα ζεστό. Θέλεις να το δοκιμάσουμε;» «Με τη σακούλα το νερό;» «Όχι, μόνο να ξαπλώσεις στο κρεβάτι και να εξασκηθείς στο να παριστάνεις το μαραμένο μαρούλι, όπως όταν παίζουμε Πτώμα».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

127

Είμαι πολύ καλός σ’ αυτό, το στόμα μου κρέμεται ανοιχτό. Η Μαμά παριστάνει ότι είναι εκείνος, με μια πολύ πολύ βαθιά φωνή. Βάζει το χέρι της πάνω από τα φρύδια μου και λέει όσο πιο χοντρά μπορεί: «Ουάου, ψήνεται». Γελάω. «Τζακ». «Συγγνώμη». Κάθομαι εντελώς και τελείως ακίνητος. Κάνουμε κι άλλη πολλή εξάσκηση, μετά αρρωσταίνω απ’ την πολλή προσποίηση ότι είμαι άρρωστος, και η Μαμά με αφήνει να σταματήσω. Για βραδινό έχουμε χοτ ντογκ. Η Μαμά σχεδόν δεν τρώει καν το δικό της. «Το θυμάσαι το σχέδιο;» με ρωτάει. Κάνω ναι με το κεφάλι. «Πες μου». Καταπίνω την άκρη μου του ψωμιού. «Άρρωστος, Φορτηγό, Νοσοκομείο, Αστυνομία, Σώζω τη Μαμά». «Τέλεια! Τι λες λοιπόν; Είσαι έτοιμος;» «Για τι;» «Για τη Μεγάλη Απόδρασή μας. Απόψε». Δεν ήξερα ότι ήταν απόψε. Δεν είμαι έτοιμος. «Γιατί είναι απόψε;» «Δε θέλω να περιμένω άλλο. Από τη στιγμή που έκοψε το ρεύμα…» «Αφού το ξέκοψε χτες το βράδυ». «Ναι, μετά από τρεις μέρες. Το φυτό μας πέθανε απ’ το κρύο. Και ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να σκαρφιστεί αύριο…» Η Μαμά σηκώνεται κρατώντας το πιάτο της, σχεδόν φωνάζει. «Φαίνεται άνθρωπος, μέσα του όμως δεν υπάρχει παρά ένα μεγάλο κενό». Τώρα μπερδεύτηκα. «Όπως στα ρομπότ;» «Χειρότερα». «Μια φορά ήταν ένα ρομπότ στον Μπομπ το Μάστορα…» Η Μαμά με κόβει. «Ξέρεις τι είναι η καρδιά σου, ε, Τζακ;» «Τικ τακ». Της δείχνω στο στήθος μου. «Ναι, εντάξει, αυτή είναι η καρδιά σου, εγώ όμως εννοώ το κομμάτι της με το οποίο αισθάνεσαι, όπως όταν είσαι λυπημένος, ή φο-


128

EMMA DONOGHUE

βισμένος, ή χαρούμενος…;» Αυτό είναι πιο κάτω, νομίζω στην κοιλίτσα μου. «Ε, ο ΣαταΝίκ δεν έχει απ’ αυτό». Κοιτάζω την κοιλίτσα μου. «Τι έχει αντί γι’ αυτό;» Η Μαμά ανασηκώνει τους ώμους της. «Κενό». Κάτι σαν κρατήρα; Μα αυτός είναι μία τρύπα που μέσα της κάτι έχει συμβεί. Τι έχει συμβεί; Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί επειδή ο ΣαταΝίκ είναι ρομπότ πρέπει να κάνουμε απόψε το πονηρό σχέδιό μας. «Να το κάνουμε άλλο βράδυ». «Εντάξει», λέει η Μαμά και σωριάζεται στην καρέκλα της. «Εντάξει;» «Ναι». Τρίβει το μέτωπό της. «Με συγχωρείς, Τζακ. Το ξέρω ότι σε πιέζω. Εγώ τα σκέφτομαι αυτά εδώ και πολύ καιρό, για σένα όμως είναι όλα καινούργια». Κάνω ναι με το κεφάλι, μία και δύο και τρεις φορές. «Εντάξει, για μια δυο μέρες ακόμα δε χάλασε ο κόσμος. Αρκεί να μην του δώσω πάτημα για άλλο καβγά». Μου χαμογελάει. «Σε κάνα δυο μέρες, ίσως;» «Ίσως όταν γίνω έξι». Η Μαμά με κοιτάζει καλά καλά. «Ναι, όταν θα είμαι έξι, θα είμαι σίγουρα έτοιμος να τον ξεγελάσω και να βγω στο Έξω». Η Μαμά σκύβει και βάζει το πρόσωπό της στα μπράτσα της. Την τραβάω. «Μη». Όταν το πρόσωπό της ξανασηκώνεται, είναι τρομαχτικό. «Είπες ότι θα γινόσουνα ο σούπερ ήρωάς μου». Δε θυμάμαι να το είπα αυτό. «Δε θέλεις να δραπετεύσουμε;» «Ναι, αμέ. Αλλά όχι στ’ αλήθεια». «Τζακ!» Κοιτάζω το τελευταίο κομμάτι του χοτ ντογκ μου, αλλά δεν το θέλω. «Ας μείνουμε εδώ». Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Έχει αρχίσει και γίνεται πολύ μικρό». «Ποιο;» «Το Δωμάτιο».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

129

«Το Δωμάτιο δεν είναι μικρό. Κοίτα». Ανεβαίνω πάνω στην καρέκλα μου και πηδάω ψηλά με τα χέρια μου ανοιχτά στο πλάι και μετά στριφογυρίζω. Δεν κοπανάω πάνω σε τίποτα. «Δεν μπορείς καν να καταλάβεις τι σου κάνει». Η φωνή της είναι τρεμουλιαστή. «Πρέπει να δεις πράγματα, να τα αγγίξεις…» «Αυτό το κάνω ήδη». «Κι άλλα πράγματα, διαφορετικά. Χρειάζεσαι περισσότερο χώρο. Γρασίδι. Δέντρα. Αέρα. Νόμιζα ότι ήθελες να γνωρίσεις τη Γιαγιά και τον Παππού και το Θείο Πολ, να κάνεις κούνια στην παιδική χαρά, να φας παγωτό…» «Όχι, ευχαριστώ». «Εντάξει, ξέχνα το». Η Μαμά βγάζει τα ρούχα της και φοράει το φανελάκι της του ύπνου. Βάζω κι εγώ το δικό μου. Δε λέει τίποτα, τόσο πολύ θυμωμένη είναι μαζί μου. Δένει τη σακούλα των σκουπιδιών και τη βάζει δίπλα στην Πόρτα. Απόψε δεν έχει πάνω της κατάλογο με ψώνια. Πλένουμε δόντια. Η Μαμά φτύνει. Έχει άσπρο στο στόμα της. Τα μάτια της κοιτάνε τα δικά μου στον καθρέφτη. «Θα σου έδινα περισσότερο χρόνο αν μπορούσα», μου λέει. «Σου ορκίζομαι ότι θα περίμενα όσο χρειαζόταν για να νιώσεις έτοιμος, αν πίστευα ότι είμαστε ασφαλείς. Αλλά δεν είμαστε». Γυρίζω γρήγορα στην αληθινή Μαμά, κρύβω το πρόσωπό μου στην κοιλίτσα της. Βάζω λίγη οδοντόπαστα στο φανελάκι της, αλλά δεν την πειράζει. Ξαπλώνουμε στο Κρεβάτι, και η Μαμά μού δίνει λίγο, το αριστερό, δε μιλάμε. Στην Ντουλάπα, δε με παίρνει ο ύπνος. Τραγουδάω σιγανά: «Τζον Τζέικομπ Τζινγκλχάιμερ Σμιντ».* Περιμένω. Το τραγουδάω ξανά. * John Jacob Jingleheimer Schmidt: παιδικό παραδοσιακό τραγούδι απροσδιόριστης καταγωγής. Τελικά, η Μαμά απαντάει: «Το όνομά του είναι και δικό μου…» «Όποτε βγαίνω έξω…» «Όλοι πάντα φωνάζουν…»


130

EMMA DONOGHUE

«Να τος περνάει ο Τζον Τζέικομπ Τζινγκλχάιμερ Σμιντ…» Συνήθως λέει μαζί μου το να να να να να να να, είναι το πιο αστείο κομμάτι, αλλά όχι αυτή τη φορά. ··· Η Μαμά με ξυπνάει αλλά είναι ακόμα νύχτα. Είναι σκυφτή μέσα στην Ντουλάπα, κοπανάω τον ώμο μου καθώς ανακαθίζομαι. «Έλα να δεις», ψιθυρίζει. Στεκόμαστε δίπλα στο Τραπέζι και κοιτάζουμε ψηλά, είναι το πιο τεραστιότερο ασημένιο πρόσωπο του Θεού. Είναι τόσο λαμπερό, που φωτίζει όλο το Δωμάτιο, τις βρύσες και τον Καθρέφτη και τις κατσαρόλες και την Πόρτα, ακόμα και τα μάγουλα της Μαμάς. «Ξέρεις», ψιθυρίζει η Μαμά, «μερικές φορές, το φεγγάρι είναι μισός κύκλος, και μερικές φορές σαν δρεπάνι, και μερικές φορές μονάχα μια μικρή, μικρούτσικη φλουδίτσα σαν κομμένο νύχι». «Μπα». Είναι έτσι μόνο στην Τηλεόραση. Δείχνει πάνω, στον Φεγγίτη. «Απλώς, εσύ το έχεις δει μόνο όταν είναι γεμάτο και ακριβώς από πάνω μας. Όταν όμως βγούμε έξω, θα μπορούμε να το βλέπουμε ακόμα κι όταν βρίσκεται χαμηλότερα στον ουρανό, όταν έχει ένα σωρό σχήματα. Ακόμα και τη μέρα». «Αυτό δε γίνεται. Ποτέ των ποτών». «Γίνεται, αλήθεια σού λέω. Δεν ξέρεις πόσο πολύ θα απολαύσεις τον κόσμο. Θα με θυμηθείς όταν δεις τον ήλιο να πέφτει, ρόδινος και μαβής…» Χασμουριέμαι. «Συγγνώμη», μου λέει, ψιθυρίζοντας ξανά, «έλα στο κρεβάτι». Κοιτάζω να δω αν λείπει η σακούλα με τα σκουπίδια, λείπει. «Ήταν εδώ ο ΣαταΝίκ;» «Ναι. Του είπα ότι μάλλον έχεις αρπάξει κάτι. Ότι πονούσε η κοιλιά σου, είχες και λίγο διάρροια». Η φωνή της Μαμάς σχεδόν γελάει. «Γιατί του…;» «Για ν’ αρχίσει να πιστεύει το κόλπο μας. Αύριο το βράδυ θα το κάνουμε». Τραβάω το χέρι μου απ’ το δικό της. «Δεν έπρεπε να του είχες πει έτσι». «Τζακ…» «Κακή ιδέα». «Είναι καλό σχέδιο». «Είναι ένα χαζό, κουφιοκέφαλο, βλαμμένο σχέδιο».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

131

«Είναι το μόνο που έχουμε», λέει η Μαμά πολύ δυνατά. «Εγώ όμως είπα όχι». «Ναι, και πριν πεις όχι, είχες πει ίσως, και πριν πεις ίσως, είχες πει ναι». «Είσαι ζαβολιάρα». «Είμαι η μητέρα σου». Η Μαμά σχεδόν μουγκρίζει σαν λιοντάρι. «Αυτό σημαίνει ότι, μερικές φορές, πρέπει να διαλέγω και για τους δυο μας». Ξαπλώνουμε στο Κρεβάτι. Κουλουριάζομαι σφιχτά, μ’ αυτήν πίσω μου. Μακάρι να παίρναμε εκείνα τα ειδικά γάντια του μποξ για Κυριακάτικο Δώρο για να επιτρέπεται να τη χτυπήσω. ··· Ξυπνάω τρομαγμένος και μένω τρομαγμένος. Η Μαμά δε μας αφήνει να τραβήξουμε το καζανάκι μετά τα κακά, τα λιώνει όλα με το χερούλι της Ξύλινης Κουτάλας για να μοιάζουν με σούπα από κακά, μυρίζει το πιο χειρότερο που μύρισα ποτέ μου. Δεν παίζουμε τίποτα, απλώς κάνουμε εξάσκηση με μένα να είμαι μαραμένο μαρούλι και χωρίς να λέω ούτε καν μια λέξη. Νιώθω λίγο άρρωστος στ’ αλήθεια, αλλά η Μαμά λέει ότι είναι απλώς η δύναμη της υποβολής. «Είσαι τόσο καλός στο να παριστάνεις τον άρρωστο, που ξεγελάς ακόμα και τον ίδιο σου τον εαυτό». Ξαναετοιμάζω το σακίδιό μου που για την ακρίβεια είναι μια μαξιλαροθήκη, βάζω μέσα το Χειριστήριο και το κίτρινο μπαλόνι μου, αλλά η Μαμά λέει όχι. «Αν πάρεις κάτι μαζί σου, ο ΣαταΝίκ θα καταλάβει ότι το σκας». «Μπορώ να κρύψω το Χειριστήριο στην τσέπη του παντελονιού μου». Κάνει όχι με το κεφάλι της. «Θα φοράς μόνο το φανελάκι σου του ύπνου και το εσώρουχό σου γιατί μόνο αυτά θα φορούσες αν ψηνόσουν στον πυρετό». Σκέφτομαι τον ΣαταΝίκ να με κουβαλάει στο φορτηγό του, ζαλίζομαι σαν να είμαι έτοιμος να πέσω κάτω. «Νιώθεις φοβισμένος», λέει η Μαμά, «φέρεσαι όμως σαν γενναίος». «Ε;»


132

EMMA DONOGHUE

«Είσαι φοβισμενογενναίος». «Φοβαίος». Οι λεξόπιτες πάντα την κάνουν να γελάει, εγώ όμως δεν έκανα αστείο. Για μεσημεριανό τρώμε κρεατόσουπα, εγώ τρώω μόνο τα κράκερ αφού πρώτα τα βουτήξω μέσα. «Ποιο κομμάτι είναι που σε ανησυχεί τώρα;» ρωτάει η Μαμά. «Το νοσοκομείο. Κι αν δεν πω τις σωστές λέξεις;» «Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τους πεις ότι κάποιος κρατάει τη μητέρα σου κλεισμένη, κι αυτός ο κάποιος είναι ο άντρας που σε πήγε εκεί». «Ναι, αλλά οι λέξεις…» «Τι;» Περιμένει. «Κι αν δε βγουν καθόλου έξω;» Η Μαμά ακουμπάει τα δάχτυλά της στο στόμα της. «Όλο ξεχνάω ότι δεν έχεις μιλήσει σε κανέναν άλλο εκτός από μένα». Περιμένω. Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της, μακριά μακριά και δυνατή. «Θα σου πω τι θα κάνουμε: έχω μια ιδέα. Θα σου γράψω ένα σημείωμα που θα το κρατήσεις κρυμμένο, ένα σημείωμα που θα τα εξηγεί όλα». «Τέλεια». «Εσύ απλώς θα το δώσεις στον πρώτο άνθρωπο, όχι σε ασθενή, όμως… θέλω να πω, στον πρώτο άνθρωπο με στολή που θα δεις». «Και τι θα το κάνει αυτός ο άνθρωπος;» «Θα το διαβάσει, βέβαια». «Ξέρουν να διαβάζουν οι κόσμοι της Τηλεόρασης;» Με κοιτάζει καλά καλά. «Μην ξεχνάς ότι είναι αληθινοί άνθρωποι, σαν εμάς». Ακόμα δεν το πιστεύω, αλλά δεν το λέω. Η Μαμά φτιάχνει το σημείωμα σ’ ένα κομματάκι ριγωτό χαρτί. Είναι μια ιστορία που λέει όλο για μας και για το Δωμάτιο και Στείλτε, παρακαλώ, βοήθεια το συντομότερο δυνατό, που σημαίνει σούπερ έξτρα γρήγορα. Κοντά στην αρχή υπάρχουν δυο λέξεις που δεν έχω ξαναδεί ποτέ, η Μαμά λέει ότι είναι τα ονόματά της, όπως αυτά που έχουν οι κόσμοι της Τηλεόρασης, αυτό που όλοι οι στο Έξω τη φώναζαν κάποτε, μόνο εγώ είμαι που τη λέω Μαμά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

133

Η κοιλίτσα μου πονάει, δε θέλω να έχει ονόματα που εγώ δεν ήξερα ποτέ. «Έχω κι εγώ άλλα ονόματα;» «Όχι, εσύ είσαι πάντα ο Τζακ. Αλλά, ω, φαντάζομαι… φαντάζομαι ότι θα πάρεις επίσης και το επίθετό μου». Δείχνει το δεύτερο όνομα. «Γιατί;» «Για να δείχνεις ότι δεν είσαι ίδιος με όλους τους άλλους Τζακ στον κόσμο». «Ποιους άλλους Τζακ; Όπως στα παραμύθια με μαγεία;» «Όχι, με τα αληθινά αγόρια», λέει η Μαμά. «Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι εκεί έξω, αλλά δεν υπάρχουν τόσο πολλά διαφορετικά ονόματα για όλους. Έτσι, αναγκαστικά, μοιράζονται τα ίδια». Εγώ δε θέλω να μοιραστώ το όνομά μου. Η κοιλίτσα μου πονάει δυνατότερα. Δεν έχω τσέπη, οπότε βάζω το σημείωμα μέσα στο εσώρουχό μου, με ξύνει. Το φως στάζει και τελειώνει. Μακάρι η μέρα να έμενε περισσότερο για να μη γίνει νύχτα. Είναι 08:41 και είμαι στο Κρεβάτι κάνοντας εξάσκηση. Η Μαμά γέμισε μια πλαστική σακούλα με πολύ πολύ ζεστό νερό και την έχει δέσει καλά καλά για να μη χυθεί απέξω. Τώρα τη βάζει σε μια άλλη πλαστική σακούλα και τη δένει κι αυτή. «Άουτς». Προσπαθώ να ξεφύγω. «Είναι στα μάτια σου;» Την ξαναβάζει πάλι στο πρόσωπό μου. «Πρέπει να καίει, αλλιώς το κόλπο δε θα πιάσει». «Μα με πονάει». Τη δοκιμάζει στον εαυτό της. «Έλα λεπτό ακόμα». Βάζω ανάμεσα τις γροθιές μου. «Πρέπει να φανείς τόσο γενναίος όσο ο Πρίγκιπας ΤζάκερΤζακ», λέει η Μαμά, «αλλιώς το κόλπο δε θα πιάσει. Μήπως να πω στον ΣαταΝίκ ότι νιώθεις καλύτερα;» «Όχι». «Πάω στοίχημα ότι ο Τζακ ο Εξολοθρευτής των Γιγάντων θα έβαζε μια σακούλα με καυτό νερό στο πρόσωπό του αν έτσι έπρεπε να κάνει. Έλα, λιγάκι ακόμα». «Θα το κάνω μόνος μου». Βάζω τη σακούλα στο μαξιλάρι, ζα-


134

EMMA DONOGHUE

ρώνω το πρόσωπό μου και το ζουλάω στο καυτό. Μερικές φορές τραβιέμαι για διάλειμμα και η Μαμά ακουμπάει το μέτωπο και τα μάγουλά μου και λέει: «Τσουρουφλίζει», κι ύστερα με κάνει να ξαναβάλω το πρόσωπό μου στη σακούλα. Κλαίω λιγάκι, όχι για το καυτό, αλλά επειδή ο ΣαταΝίκ έρχεται, αν θα έρχεται απόψε, δε θέλω να έρθει, νομίζω ότι θα αρρωστήσω για την ακρίβεια και στ’ αλήθεια. Τεντώνω συνέχεια τ’ αυτιά μου για το μπιπ μπιπ. Ελπίζω να μην έρθει, δεν είμαι φοβαίος, είμαι μόνο κανονικός φοβισμένος. Τρέχω στην Τουαλέτα και κάνω κι άλλα κακά και η Μαμά τα ανακατεύει. Θέλω να τραβήξω το καζανάκι, αλλά η Μαμά λέει όχι, το Δωμάτιο πρέπει να βρομάει σαν να είχα ευκοίλια όλη μέρα. Όταν ξαναξαπλώνω στο Κρεβάτι, μου φιλάει το πίσω μέρος του λαιμού μου και λέει: «Τα πηγαίνεις τέλεια, το κλάμα βοηθάει πολύ». «Γιατί βο…;» «Γιατί σε κάνει να φαίνεσαι πιο άρρωστος. Για να δούμε τι μπορεί να γίνει και με τα μαλλιά σου… έπρεπε να το είχα σκεφτεί πιο πριν». Βάζει λίγο υγρό πιάτων στα χέρια της και το αλείβει με δύναμη πάνω στο κεφάλι μου. «Μμ, μια χαρά κολλημένα και γλιτσιασμένα. Μυρίζουν ωραία, όμως… δεν πρέπει να μυρίζεις όμορφα». Τρέχει να κοιτάξει ξανά το Ρολόι. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο», λέει τρεμουλιαστά. «Είμαι ηλίθια, πρέπει να μυρίζεις άσχημα, όσο πιο άσχημα γίνεται… Περίμενε». Γέρνει έξω από το Κρεβάτι, κάνει έναν παράξενο βήχα και βάζει το χέρι της στο στόμα της. Συνεχίζει να κάνει τον παράξενο βήχα. Μετά, κάτι πετάγεται απ’ το στόμα της σαν φτύμα, αλλά πολύ πιο πηχτό. Βλέπω τις ψαρομπουκιές που φάγαμε για βραδινό. Τρίβει αυτό που πετάχτηκε πάνω στο μαξιλάρι και στο κεφάλι μου. «Σταμάτα», τσιρίζω. Προσπαθώ να ξεφύγω. «Με συγχωρείς, αλλά πρέπει». Τα μάτια της Μαμάς είναι παράξενα και γυαλιστερά. Πασαλείβει τον εμετό της πάνω στο φανελάκι μου του ύπνου, ακόμα και στο στόμα μου. Μυρίζει το πιο χειρότερο που έχω μυρίσει ποτέ μου, σαν δυνατό δηλητήριο. «Βάλε το πρόσωπό σου πάλι στη σακούλα». «Μα…» «Κάν’ το, Τζακ, γρήγορα».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

135

«Θέλω να σταματήσω τώρα». «Δεν παίζουμε, δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Κάν’ το». Κλαίω από τη βρόμα και από το πρόσωπό μου πάνω στη σακούλα που είναι τόσο καυτό που νομίζω ότι θα λιώσει. «Είσαι κακιά». «Έχω καλό λόγο», λέει η Μαμά. Μπιπ μπιπ. Μπιπ μπιπ. Η Μαμά αρπάζει τη σακούλα με το νερό, μου ξεκολλάει το πρόσωπο. «Σσστ». Μου πατάει τα μάτια να κλείσουν, και χώνει το πρόσωπό μου μέσα στο απαίσιο μαξιλάρι, μετά τραβάει το Πάπλωμα και μου σκεπάζει την πλάτη. Ο πιο κρύος αέρας μπαίνει μέσα μαζί με τον ΣαταΝίκ. Η Μαμά τού μιλάει αμέσως, με δυνατή φωνή: «Πάλι καλά που ήρθες». «Μη φωνάζεις». Ο Σατανίκ το λέει σιγανά, σαν να γρυλίζει. «Ήθελα μόνο να…» «Σσστ». Άλλο ένα μπιπ μπιπ, κι ύστερα το μπαμ. «Τους ξέρεις τους κανόνες», λέει ο ΣαταΝίκ, «δε βγάζεις άχνα πριν κλείσει η πόρτα». «Συγγνώμη, με συγχωρείς. Απλώς, να, ο Τζακ είναι πολύ άσχημα». Η φωνή της Μαμάς τρέμει και, για ένα λεπτό, σχεδόν το πιστεύω, είναι ακόμα πιο καλύτερη στην προσποίηση κι από μένα. «Ζέχνει εδώ μέσα». «Επειδή του βγαίνουν κι απ’ τις δυο μεριές». «Μάλλον είναι κάτι απ’ αυτά του εικοσιτετραώρου», λέει ο ΣαταΝίκ. «Έχουν περάσει ήδη γύρω στις τριάντα ώρες. Έχει ρίγη, ψήνεται στον πυρετό…» «Δώσ’ του ένα απ’ αυτά τα χάπια για τους πονοκεφάλους». «Τι νομίζεις ότι προσπαθώ να κάνω όλη μέρα; Απλώς τα ξερνάει αμέσως μόλις κατεβούν στο στομάχι του. Ούτε το νερό δεν μπορεί να κρατήσει». Ο Σατανίκ ξεφυσάει την ανάσα του. «Για να του ρίξω μια ματιά». «Όχι», λέει η Μαμά. «Έλα τώρα, φύγε απ’ τη μέση…» «Όχι, είπα όχι…» Κρατάω το πρόσωπό μου χωμένο στο μαξιλάρι, το δέρμα μου κολλάει πάνω του. Τα μάτια μου είναι κλειστά. Ο ΣαταΝίκ είναι εδώ,


136

EMMA DONOGHUE

ακριβώς δίπλα στο Κρεβάτι, μπορεί να με δει. Νιώθω το χέρι του στο μάγουλό μου, βγάζω έναν ήχο επειδή είμαι τόσο πολύ φοβισμένος, η Μαμά είχε πει ότι θα ήταν το μέτωπό μου αλλά δεν είναι, είναι το μάγουλό μου που αγγίζει και το χέρι του δεν είναι σαν της Μαμάς, είναι κρύο και βαρύ… Μετά φεύγει. «Θα του φέρω κάτι δυνατότερο… από ένα διανυκτευρεύον φαρμακείο». «Κάτι δυνατότερο; Είναι μόλις πέντε χρόνων, εντελώς αφυδατωμένος, με ψηλό πυρετό κι ένας Θεός ξέρει τι άλλο». Η Μαμά φωνάζει, δεν πρέπει να φωνάζει, ο ΣαταΝίκ θα θυμώσει. «Μπορείς να το βουλώσεις και να μ’ αφήσεις να σκεφτώ;» «Πρέπει να πάει στα Επείγοντα αυτή τη στιγμή, νοσοκομείο χρειάζεται, και το ξέρεις». Ο ΣαταΝίκ βγάζει έναν ήχο που δεν ξέρω τι σημαίνει. Η φωνή της Μαμάς είναι σαν να κλαίει. «Αν δεν τον πας τώρα, θα… μπορεί να…» «Αρκετά με τις υστερίες», λέει αυτός. «Σε παρακαλώ. Σε ικετεύω, πήγαινέ τον στο νοσοκομείο». «Ποτέ». Παραλίγο να πω των ποτών. Το σκέφτομαι αλλά δεν το λέω, δε λέω τίποτα, απλώς παριστάνω το μαραμένο μαρούλι που είναι Αλλού. «Πες τους ότι είναι παράνομος μετανάστης χωρίς χαρτιά», λέει η Μαμά. «Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι σε κατάσταση να μιλήσει… και μπορείς να τον ξαναφέρεις εδώ αμέσως μόλις αναπληρώσουν τα υγρά…» Η φωνή της προχωράει πίσω του. «Σε παρακαλώ. Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις». «Και που σου μιλάω, το σάλιο μου χαλάω». Ακούγεται σαν να είναι κοντά στην Πόρτα. «Μη φεύγεις. Σε παρακαλώ, σε ικετεύω…» Κάτι πέφτει κάτω. Φοβάμαι τόσο πολύ που δεν ανοίγω ποτέ τα μάτια μου. Η Μαμά κλαίει δυνατά. Ακούω το μπιπ μπιπ κι ύστερα το μπαμ. Η Πόρτα κλείνει, είμαστε μόνοι μας. Είναι όλα ήσυχα. Μετράω τα δόντια μου πέντε φορές, πάντα βγαίνουν είκοσι εκτός από μία φορά που είναι δεκαεννιά αλλά τα μετράω


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

137

ξανά μέχρι να είναι είκοσι. Κρυφοκοιτάζω στα πλάγια. Μετά σηκώνω το κεφάλι μου από το βρομερό μαξιλάρι. Η Μαμά κάθεται στη Μοκέτα με την πλάτη της ακουμπισμένη στον Τοίχο της Πόρτας. Κοιτάζει καλά καλά στο τίποτα. «Μαμά;» ψιθυρίζω. Και τότε εκείνη κάνει το πιο παράξενο πράγμα, χαμογελάει. «Τα έκανα σαλάτα στην προσποίηση;» «Ω, όχι, καθόλου. Ήσουν αστέρι». «Αλλά δε με πήγε στο νοσοκομείο». «Δεν πειράζει». Η Μαμά σηκώνεται, βρέχει ένα πετσετάκι στον Νεροχύτη και έρχεται σιγά να μου σκουπίσει το πρόσωπο. «Ναι, αλλά εσύ είπες…» Όλο αυτό το τσουρουφλιστό πρόσωπο και ο εμετός κι αυτός να με αγγίζει, όλα πήγαν χαμένα «…Άρρωστος, Φορτηγό, Νοσοκομείο, Αστυνομία, Σώζω τη Μαμά». Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι, σηκώνει το φανελάκι μου και σκουπίζει το στήθος μου. «Αυτό ήταν το Σχέδιο Α, άξιζε μια προσπάθεια. Όπως όμως το περίμενα, ο ΣαταΝίκ φοβήθηκε πολύ». Λάθος κατάλαβε. «Αυτός φοβήθηκε;» «Μήπως μιλήσεις στους γιατρούς για το Δωμάτιο, και τον βάλει η αστυνομία φυλακή. Έλπιζα ότι θα το ρίσκαρε, αν πειθόταν ότι κινδύνευε η ζωή σου· η αλήθεια είναι όμως ότι βαθιά μέσα μου δεν το πίστευα πραγματικά». Τώρα κατάλαβα. «Με κορόιδεψες!» φωνάζω. «Δεν πήγα βόλτα με το καφέ φορτηγό!» «Τζακ», μου λέει, με πιέζει πάνω της, τα κόκαλά της μου πονάνε το πρόσωπο. Τη σπρώχνω μακριά. «Είπες όχι άλλα ψέματα, και έλεγες για λίγο ξεψέματα, αλλά μετά έλεγες πάλι ψέματα». «Κάνω ό,τι μπορώ», λέει η Μαμά. Ρουφάω το στόμα μου. «Άκου. Μπορείς να μ’ ακούσεις ένα λεπτό;» «Βαρέθηκα να σ’ ακούω». Κάνει ναι με το κεφάλι. «Το ξέρω. Αλλά άκου με έτσι κι αλλιώς. Υπάρχει Σχέδιο Β. Στην πραγματικότητα, το σχέδιο Α ήταν μέρος του Σχεδίου Β». «Δε μου το είπες».


138

EMMA DONOGHUE

«Γιατί είναι αρκετά περίπλοκο. Παλεύω μ’ αυτή τη σπαζοκεφαλιά κάμποσες μέρες τώρα». «Άμα θες να ξέρεις, εγώ έχω εκατομμύρια μυαλά για σπαζοκεφαλιές». «Έχεις», λέει η Μαμά. «Πολύ περισσότερα από τα δικά σου». «Αυτό είναι αλήθεια. Δεν ήθελα όμως να σε αναγκάσω να έχεις και τα δύο σχέδια στο μυαλό σου ταυτόχρονα γιατί δεν ήθελα να μπερδευτείς». «Είμαι ήδη μπερδεμένος… εκατό τοις εκατό μπερδεμένος». Μου φιλάει τα μαλλιά που είναι όλα γλιτσιασμένα. «Άφησέ με να σου πω για το Σχέδιο Β». «Δε θέλω ν’ ακούω τα χαζά βρομοσχέδιά σου». «Εντάξει». Τρέμω από το που δε φοράω φανελάκι. Βρίσκω ένα καθαρό στη Συρταριέρα, ένα γαλάζιο. Ξαπλώνουμε στο Κρεβάτι, η μυρωδιά είναι απαίσια. Η Μαμά μού δείχνει πώς να αναπνέω μόνο από το στόμα, επειδή τα στόματα δεν έχουν μύτη. «Δεν μπορούμε να ξαπλώσουμε με τα κεφάλια μας στην άλλη μεριά;» «Λαμπρή ιδέα», λέει η Μαμά. Μου κάνει την καλή, εγώ όμως δεν πρόκειται να τη συγχωρήσω. Βάζουμε τα πόδια μας στη βρομερή μεριά του τοίχου και τα πρόσωπά μας στην άλλη. Νομίζω ότι δε θα βγω ποτέ εκτός. ··· Είναι κιόλας 08:21, κοιμήθηκα πολλές ώρες και τώρα πίνω λίγο, το αριστερό που είναι πηχτό πηχτό σαν κρέμα. Ο ΣαταΝίκ δε γύρισε, δε νομίζω. «Σάββατο είναι;» ρωτάω. «Όπως το λες». «Τέλεια, πλένουμε μαλλιά». Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Δε γίνεται να μυρίζεις καθαριότητα». Το ξεχνούσα για ένα λεπτό. «Τι είναι;» «Ποιο;» «Το Σχέδιο Β».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

139

«Είσαι έτοιμος να το ακούσεις τώρα;» Δε λέω τίποτα. «Εντάξει, ας το πιάσουμε απ’ την αρχή». Η Μαμά καθαρίζει το λαιμό της. «Το έχω σκεφτεί απ’ όλες τις μεριές, και νομίζω ότι έχει αρκετές πιθανότητες να πετύχει. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να είμαι σίγουρη, ακούγεται τρελό και ξέρω ότι είναι απίστευτα επικίνδυνο, αλλά…» «Πες μου», λέω. «Εντάξει, εντάξει». Παίρνει μια φωναχτή ανάσα. «Θυμάσαι τον Κόμη του Μόντε Κρίστο;» «Τον είχαν κλείσει σ’ ένα μπουντρούμι σ’ ένα νησί». «Ναι, θυμάσαι όμως πώς είχε βγει από κει; Προσποιήθηκε ότι ήταν ο πεθαμένος φίλος του, κρύφτηκε στο σάβανο και οι φύλακες τον έριξαν στη θάλασσα, αλλά ο Κόμης δεν πνίγηκε, βγήκε απ’ το σάβανο κι έφυγε κολυμπώντας». «Πες και την υπόλοιπη ιστορία». Η Μαμά κουνάει το χέρι της. «Δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι, Τζακ, ότι αυτό θα κάνεις κι εσύ». «Θα πεταχτώ στη θάλασσα;» «Όχι, θα αποδράσεις όπως ο Κόμης του Μόντε Κρίστο». Πάλι μπερδεύτηκα. «Δεν έχω πεθαμένο φίλο». «Εννοώ απλώς ότι θα παραστήσεις τον πεθαμένο». Την κοιτάζω καλά καλά. «Για την ακρίβεια, είναι περισσότερο όπως ένα θεατρικό που είχα δει στο λύκειο. Ένα κορίτσι, η Ιουλιέτα, για να το σκάσει μ’ αυτόν που αγαπούσε, προσποιήθηκε ότι πέθανε πίνοντας φαρμάκι, κι ύστερα, λίγες μέρες αργότερα, ξύπνησε και… να την!» «Όχι, αυτός είναι ο Μικρός Χριστός». «Α… όχι, όχι, δεν είναι το ίδιο». Η Μαμά τρίβει το μέτωπό της. «Για την ακρίβεια, ο Χριστός ήταν πεθαμένος για τρεις μέρες, κι ύστερα γύρισε στη ζωή. Εσύ δε θα πεθάνεις καθόλου, ούτε για ένα λεπτό, απλώς θα προσποιηθείς ότι είσαι πεθαμένος, όπως το κορίτσι στο θεατρικό». «Δεν ξέρω να προσποιηθώ ότι είμαι κορίτσι». «Όχι, θα προσποιηθείς ότι είσαι πεθαμένος». Η φωνή της Μαμάς είναι λίγο νευριασμένη. «Δεν έχουμε σάβανο».


140

EMMA DONOGHUE

«Αχά! Θα χρησιμοποιήσουμε τη μοκέτα». Κοιτάζω κάτω, τη Μοκέτα, όλο το κόκκινο και το μαύρο και το καφέ στριφογυριστό της σχέδιο. «Όταν ξανάρθει ο ΣαταΝίκ –απόψε, ή αύριο το βράδυ, ή όποτε–, θα του πω ότι πέθανες και θα του δείξω τη μοκέτα με σένα τυλιγμένο μέσα». Αυτό είναι το πιο τρελότερο που άκουσα ποτέ μου. «Γιατί;» «Γιατί το σώμα σου δεν είχε αρκετό νερό και γιατί ο πυρετός έκανε την καρδιά σου να σταματήσει». «Όχι… γιατί μέσα στη Μοκέτα;» «Μμ», λέει η Μαμά, «έξυπνη ερώτηση. Η μοκέτα θα είναι η μεταμφίεσή σου: έτσι όπως θα είσαι τυλιγμένος μέσα της, ο ΣαταΝίκ δε θα μπορεί να δει ότι είσαι ζωντανός. Ήσουν καταπληκτικός άρρωστος χτες βράδυ, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο να παραστήσεις τον πεθαμένο. Αν προσέξει ότι αναπνέεις, αν το πάρει είδηση, τότε θα καταλάβει ότι πρόκειται για κόλπο. Εξάλλου, οι πεθαμένοι άνθρωποι είναι πολύ κρύοι». «Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε μια σακούλα με κρύο νερό…» Η Μαμά κάνει όχι με το κεφάλι της. «Παντού κρύοι, όχι μόνο στο πρόσωπο. Α, και κοκαλώνουν επίσης, οπότε, θα πρέπει να ξαπλώσεις και να μείνεις εντελώς ακίνητος, σαν ρομπότ». «Όχι σαν μαραμένο μαρούλι;» «Το εντελώς αντίθετο». Ναι, αλλά το ρομπότ είναι αυτός, ο ΣαταΝίκ, εγώ έχω καρδιά. «Σκέφτηκα λοιπόν ότι ο μόνος τρόπος για να μην μπορέσει να μαντέψει ότι είσαι ζωντανός είναι να σε τυλίξω στη μοκέτα. Και μετά θα του πω ότι πρέπει να σε πάει κάπου και να σε θάψει. Κατάλαβες;» Το στόμα μου αρχίζει να τρέμει. «Γιατί πρέπει να με θάψει;» «Γιατί οι πεθαμένοι αρχίζουν και μυρίζουν άσχημα πολύ γρήγορα». Το Δωμάτιο μυρίζει ήδη πολύ άσχημα σήμερα από το που δεν τραβήξαμε καζανάκι και από το εμετικό μαξιλάρι και από όλ’ αυτά. «Σκουλήκια μες στη μύτη σου, σκουλήκια στα σαγόνια…» «Ακριβώς».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

141

«Δε θέλω να θαφτώ και να γίνω σαν μύξα με τα σκουλήκια να περπατάνε πάνω μου». Η Μαμά μού χαϊδεύει τα μαλλιά. «Ένα κόλπο είναι μόνο, μην το ξεχνάς». «Όπως ένα παιχνίδι». «Ναι, αλλά χωρίς γέλια. Ένα σοβαρό παιχνίδι». Κάνω ναι με το κεφάλι. Νομίζω ότι θα βάλω τα κλάματα. «Πίστεψέ με», λέει η Μαμά. «Αν υπήρχε τίποτ’ άλλο που να θεωρώ ότι έχει έστω και μία απειροελάχιστη πιθανότητα…» Δεν ξέρω τι είναι η απειροελάχιστη πιθανότητα. «Εντάξει». Η Μαμά σηκώνεται από το Κρεβάτι. «Μόλις σου εξηγήσω πώς ακριβώς θα γίνει, θα δεις ότι δε θα φοβάσαι πια τόσο πολύ. Ο ΣαταΝίκ θα πληκτρολογήσει τους αριθμούς για ν’ ανοίξει την πόρτα, και μετά θα σε κουβαλήσει έξω από το Δωμάτιο τυλιγμένο μέσα στη μοκέτα». «Θα είσαι κι εσύ στη Μοκέτα;» Την ξέρω την απάντηση, αλλά ρωτάω έτσι, για κάθε μήπως. «Εγώ θα είμαι εδώ και θα περιμένω», λέει η Μαμά. «Ο ΣαταΝίκ θα σε κουβαλήσει στο ημιφορτηγό του και θα σε βάλει στο πίσω μέρος, στο ανοιχτό κομμάτι…» «Θέλω να περιμένω κι εγώ εδώ». Βάζει το δάχτυλό της στο στόμα μου για να με κάνει να σωπάσω. «Κι αυτό θα είναι η ευκαιρία σου». «Ποιο;» «Το φορτηγό! Την πρώτη φορά που θα κόψει ταχύτητα σε κάποιο στοπ, εσύ θα βγεις απ’ τη μοκέτα, θα πηδήξεις κάτω, στο δρόμο, κι ύστερα θα τρέξεις και θα φέρεις την αστυνομία να με σώσει». Την κοιτάζω καλά καλά. «Οπότε, αυτή τη φορά, το σχέδιο είναι Πεθαμένος, Φορτηγό, Τρέχω, Αστυνομία, Σώζω τη Μαμά». Τρώμε το πρωινό μας, 125 δημητριακά ο καθένας γιατί χρειαζόμαστε έξτρα δυνάμεις. Εγώ δεν πεινάω, αλλά η Μαμά λέει ότι πρέπει να καθαρίσω το μπολ μου. Μετά ντυνόμαστε και κάνουμε εξάσκηση στον πεθαμό. Είναι σαν την πιο παράξενη Φυσική Αγωγή που παίξαμε ποτέ. Εγώ ξαπλώνω στην άκρη της Μοκέτας και η Μαμά την τυλίγει από πάνω μου και


142

EMMA DONOGHUE

μου λέει να γυρίσω μπρούμυτα, και μετά ανάσκελα, και μετά μπρούμυτα, και μετά πάλι ανάσκελα, ώσπου να γίνω σφιχτά σφιχτά τυλιγμένος. Μυρίζει παράξενα μέσα στη Μοκέτα, σκονισμένα, και κάτι αλλιώτικο απ’ όταν είμαι απλώς ξαπλωμένος πάνω της. Η Μαμά με σηκώνει, είμαι ζουπηγμένος. Λέει ότι είμαι σαν ένα μακρύ, βαρύ πακέτο, αλλά ο ΣαταΝίκ θα με σηκώσει εύκολα επειδή έχει πιο περισσότερα ποντίκια. «Θα σε βγάλει στον κήπο, κι από κει μάλλον θα σε πάει στο γκαράζ του, έτσι…» Μας νιώθω να κάνουμε το γύρο του Δωμάτιου. Ο λαιμός μου τρίζει, αλλά δεν κουνιέμαι ούτε λιγάκι. «Ή ίσως πάνω στον ώμο του, έτσι…» Η Μαμά με σηκώνει και με βάζει στον ώμο της, μουγκρίζει, είμαι πατημένος στα δυο. «Είναι μακριά;» «Τι είπες;» Τα λόγια μου χάνονται στη Μοκέτα. «Για στάσου», λέει η Μαμά. «Μόλις σκέφτηκα ότι μπορεί να σε ακουμπήσει κάτω κάνα δυο φορές, για ν’ ανοίξει πόρτες». Μ’ αφήνει κάτω από τη μεριά του κεφαλιού μου πρώτα. «Άουτς». «Δε θα βγάλεις άχνα, όμως, έτσι;» «Συγγνώμη». Η Μοκέτα είναι στο πρόσωπό μου, μου γαργαλάει τη μύτη αλλά δεν μπορώ να τη φτάσω. «Θα σε πετάξει στο πίσω μέρος του φορτηγού του, έτσι». Με πετάει ντουπ, δαγκώνω το στόμα μου για να μη φωνάξω. «Μείνε κόκαλο, κόκαλο, κόκαλο, σαν ρομπότ, ό,τι κι αν γίνει. Εντάξει;» «Εντάξει». «Γιατί αν μαλακώσεις ή κουνηθείς, ή βγάλεις έστω κι έναν ήχο, Τζακ, αν κάνεις κατά λάθος κάτι απ’ όλ’ αυτά, θα καταλάβει ότι στην πραγματικότητα είσαι ζωντανός, και θα θυμώσει τόσο πολύ που θα…» «Που τι;» Περιμένω. «Τι θα κάνει, Μαμά;» «Μην ανησυχείς, θα πιστέψει ότι είσαι πεθαμένος». Πώς το ξέρει στα σίγουρα; «Μετά θα καθίσει στο μπρος μέρος του φορτηγού του και θ’ αρχίσει να οδηγεί». «Για πού;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

143

«Α, μάλλον κάπου έξω από την πόλη, σ’ ένα μέρος όπου δε θα υπάρχουν άνθρωποι να τον δουν να σκάβει ένα λάκκο – σε κάποιο δάσος, ίσως, ή κάτι τέτοιο. Το θέμα όμως είναι ότι αμέσως μόλις πάρει μπρος η μηχανή… θ’ αρχίσει ένα δυνατό βουητό κι ένα τράνταγμα, να έτσι…» λέει και με ταρακουνάει κάνοντας μπρρρρρ με το στόμα της, και συνήθως όταν κάνει έτσι, εγώ γελάω αλλά όχι τώρα, «αυτό θα είναι το σήμα σου για ν’ αρχίσεις να προσπαθείς να βγεις απ’ τη μοκέτα. Θα δοκιμάσεις;» Προσπαθώ να ξελασκάρω για να μπορέσω να βγω, αλλά είμαι δεμένος πολύ σφιχτά. «Κόλλησα. Κόλλησα, Μαμά». Με ξετυλίγει αμέσως. Ανασαίνω πολύ πολύ αέρα. «Εντάξει;» «Εντάξει». Μου χαμογελάει, αλλά είναι ένα παράξενο χαμόγελο σαν να προσποιείται. Μετά με ξανατυλίγει, όχι τόσο πολύ στενά αυτή τη φορά. «Ακόμα με ζουλάει». «Συγγνώμη, δε φανταζόμουν ότι θα ήταν τόσο άκαμπτη. Κάτσε μισό λεπτό να δούμε…» Η Μαμά με ξαναξετυλίγει. «Για προσπάθησε να διπλώσεις τα μπράτσα σου έτσι που οι αγκώνες σου να πετάνε λιγάκι στα πλάγια, ώστε να κάνεις λίγο χώρο». Αυτή τη φορά, μετά που με τυλίγει με διπλωμένα μπράτσα, μπορώ να τα σηκώσω πάνω από το κεφάλι μου. Χαιρετάω τη Μαμά κουνώντας τα δάχτυλά μου έξω από την άκρη της Μοκέτας. «Τέλεια. Τώρα προσπάθησε να συρθείς, σαν να θέλεις να βγεις από τούνελ». «Είναι πολύ στενά». Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε ο Κόμης την ίδια στιγμή που πνιγότανε. «Βγάλε με!» «Κάνε μια προσπάθεια». «Βγάλε με έξω, τώρα!» «Αν συνεχίσεις να πανικοβάλλεσαι έτσι», λέει η Μαμά, «το σχέδιό μας δεν πρόκειται να πετύχει». Κλαίω ξανά, το πρόσωπό μου γεμίζει νερά. «Έξω!» Η Μοκέτα ξετυλίγεται, ανασαίνω πάλι. Η Μαμά ακουμπάει το χέρι της στο πρόσωπό μου αλλά το σπρώχνω μακριά.


144

EMMA DONOGHUE

«Τζακ…» «Όχι». «Άκου». «Κουφιοκέφαλο Σχέδιο Β». «Το ξέρω ότι είναι τρομακτικό. Λες να μην το ξέρω; Πρέπει όμως να το δοκιμάσουμε». «Όχι δεν πρέπει. Όχι μέχρι να γίνω έξι». «Υπάρχει ένα πράγμα που ονομάζεται κατάσχεση». «Τι;» Κοιτάζω καλά καλά τη Μαμά. «Είναι δύσκολο να σου το εξηγήσω». Ξεφυσάει την ανάσα της. «Στην πραγματικότητα, αυτό το σπίτι δεν είναι του ΣαταΝίκ, είναι της τράπεζας. Κι αν ο ΣαταΝίκ δε βρει άλλη δουλειά, δε θα έχει καθόλου λεφτά και θα πάψει να πληρώνει την τράπεζα… και τότε, η τράπεζα μπορεί να θυμώσει και να προσπαθήσει να του πάρει το σπίτι». Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να το κάνει αυτό μια τράπεζα. Ίσως μ’ έναν τεράστιο εκσκαφέα; «Με τον ΣαταΝίκ μέσα;» ρωτάω. «Όπως ήταν η Ντόροθι όταν ο ανεμοστρόβιλος της σήκωσε το σπίτι;» «Άκουσέ με». Η Μαμά μού κρατάει τους αγκώνες τόσο σφιχτά που παραλίγο σχεδόν να με πονάνε. «Αυτό που προσπαθώ να σου πω είναι ότι ο ΣαταΝίκ δεν πρόκειται ν’ αφήσει ποτέ κανέναν να μπει στο σπίτι του ή στον πίσω κήπο του, γιατί θα βρει το Δωμάτιο, σωστά;» «Και θα μας σώσει!» «Ο ΣαταΝίκ δε θα άφηνε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο». «Τι θα έκανε;» Η Μαμά ρουφάει τα χείλια της τόσο που να μην έχει καθόλου. «Το θέμα είναι ότι πρέπει να αποδράσουμε πριν απ’ αυτό. Θα ξαναμπείς στη μοκέτα τώρα και θα εξασκηθείς λίγο ακόμα μέχρι να καταφέρεις να βγεις». «Όχι». «Σε παρακαλώ, Τζακ…» «Φοβάμαι πάρα πολύ», φωνάζω. «Δε θα το κάνω ποτέ των ποτών και σε μισώ». Η Μαμά ανασαίνει παράξενα, κάθεται κάτω, στο Πάτωμα. «Δεν πειράζει».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

145

Πώς δεν πειράζει άμα τη μισώ; Τα χέρια της είναι πάνω στην κοιλίτσα της. «Σ’ έφερα στο Δωμάτιο, δεν το ήθελα, αλλά το έκανα, και δεν το μετάνιωσα ούτε στιγμή». Την κοιτάζω καλά καλά και με κοιτάζει κι εκείνη. «Εγώ σ’ έφερα κι εγώ θα σε βγάλω από δω· απόψε». «Εντάξει». Το λέω πολύ πολύ σιγανά, αλλά με ακούει. Κάνει ναι με το κεφάλι. «Κι εσύ θα βγεις, με το καμινέτο. Θα βγούμε ένας ένας αλλά και οι δυο». Η Μαμά ακόμα κάνει ναι με το κεφάλι. «Αυτός που έχει σημασία όμως είσαι εσύ. Εσύ και μόνο εσύ». Κουνάω το κεφάλι μου πέρα δώθε μέχρι που κοντεύει να ξεβιδωθεί γιατί δεν υπάρχει μόνο εγώ και μόνο εγώ. Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο αλλά χωρίς χαμόγελα. «Έτοιμος να ξαναμπείς στη μοκέτα;» Κάνω ναι με το κεφάλι. Ξαπλώνω, η Μαμά με τυλίγει σούπερ έξτρα σφιχτά. «Δεν μπορώ…» «Μπορείς και παραμπορείς». Μέσα από τη Μοκέτα τη νιώθω να με χαϊδεύει. «Δεν μπορώ, δεν μπορώ». «Μπορείς να μετρήσεις μέχρι το εκατό για μένα;» Μπορώ, εύκολα, πολύ γρήγορα. «Ακούγεσαι ήδη πιο ήρεμος. Θα το λύσουμε κι αυτό, μην ανησυχείς», λέει η Μαμά. «Χμ… Αφού με το σύρσιμο δεν έχουμε αποτέλεσμα, μήπως θα ήταν ευκολότερο να… ξετυλιχτείς;» «Μα, αφού είμαι μέσα». «Το ξέρω, αλλά μπορείς να φτάσεις το πάνω μέρος με τα χέρια σου και να βρεις τη γωνία. Έλα να το δοκιμάσουμε». Ψάχνω με τα χέρια μου μέχρι που βρίσκω κάτι μυτερό. «Αυτό είναι», λέει η Μαμά. «Τέλεια, τώρα τράβα. Όχι έτσι, από την άλλη μεριά, για να το καταλάβεις όταν η μοκέτα θ’ αρχίσει να ανοίγει. Σαν να ξεφλουδίζεις μπανάνα». Κάνω λίγο μόνο. «Είσαι ξαπλωμένος στην άκρη. Την πατάς με το βάρος σου». «Συγγνώμη». Τα δάκρυα ξαναγυρίζουν.


146

EMMA DONOGHUE

«Δε χρειάζεται να μου ζητάς συγγνώμη, τα πηγαίνεις περίφημα. Μήπως να κυλούσες;» «Προς τα πού;» «Προς όπου νιώθεις ότι έχεις περισσότερο χώρο. Ίσως μπρούμυτα, και μετά να βρεις ξανά την άκρη της μοκέτας και να την τραβήξεις». «Δεν μπορώ». Το κάνω. Βγάζω έξω τον έναν αγκώνα. «Τέλεια», λέει η Μαμά. «Τώρα την έχεις χαλαρώσει πραγματικά στο πάνω μέρος. Μήπως να καθόσουν; Τι λες; Νομίζεις ότι μπορείς;» Πονάει και είναι αδύνατο. Καταφέρνω να καθίσω, τώρα είναι έξω και οι δυο μου αγκώνες, και η Μοκέτα ξεδένεται γύρω από το πρόσωπό μου. Μπορώ να την ανοίξω όλη. «Τα κατάφερα!» φωνάζω. «Είμαι η μπανάνα!» «Είσαι η μπανάνα», λέει η Μαμά. Με φιλάει στο πρόσωπο που είναι καταβρεγμένο. «Έλα τώρα να το ξαναδοκιμάσουμε». Όταν είμαι τόσο κουρασμένος που πρέπει να σταματήσω, η Μαμά μού λέει πώς θα είναι στο Έξω. «Ο ΣαταΝίκ θα βάλει μπρος το φορτηγό και θ’ αρχίζει να κατηφορίζει το δρόμο. Εσύ είσαι στο πίσω μέρος, στην καρότσα που είναι ανοιχτή, άρα εκείνος δε σε βλέπει. Εντάξει; Μην ξεχνάς να κρατιέσαι από το πλαϊνό του φορτηγού για να μην πέσεις, γιατί το φορτηγό θα πηγαίνει γρήγορα, έτσι». Με τραβάει και με κουνάει πέρα δώθε. «Μετά, όταν ο ΣαταΝίκ φρενάρει και καθώς το φορτηγό θα κόβει ταχύτητα, εσύ θα νιώσεις σαν να… σαν να πετιέσαι στην άλλη μεριά. Αυτό σημαίνει ότι έχετε φτάσει σε στοπ, σε ένα σήμα όπου οι οδηγοί πρέπει να σταματήσουν για μια στιγμή». «Ακόμα κι αυτός;» «Α, ναι, ακόμα κι αυτός. Έτσι, λοιπόν, μόλις νιώσεις ότι το φορτηγό έχει πάψει σχεδόν να κινείται, τότε είναι ασφαλές να πηδήξεις από το πλάι». Και να προσγειωθώ στο Απώτερο Διάστημα. Δεν το λέω, ξέρω ότι είναι λάθος. «Θα προσγειωθείς στην άσφαλτο, θα είναι σκληρή όπως…» Κοιτάζει γύρω της. «Όπως το κεραμικό, αλλά πιο άγρια. Και μετά θ’ αρχίσεις να τρέχεις, σούπερ έξτρα γρήγορα, όπως ο Μπισκοτο-


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

147

Τζακ». «Η αλεπού έφαγε τον Μπισκοτο-Τζακ». «Εντάξει, κακό παράδειγμα», λέει η Μαμά. «Αυτή τη φορά όμως οι κολπατζήδες είμαστε εμείς. Πέτα, Τζακ, σαν το πουλί, Τρέχα σαν την αστραπή…» «Πήδα πάνω απ’ το κερί». «Πρέπει να τρέξεις στο δρόμο, μακριά από το φορτηγό, πολύ πολύ γρήγορα, όπως… Θυμάσαι πώς τρέχει το Κογιότ όταν κυνηγάει το Μπιπ Μπιπ;» «Και ο Τομ με τον Τζέρι τρέχουν». Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. «Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι να μην αφήσεις τον ΣαταΝίκ να σε πιάσει. Α, αλλά προσπάθησε ν’ ανεβείς στο πεζοδρόμιο, στο μέρος που είναι ψηλότερα απ’ το δρόμο, για να μη σε χτυπήσει κανένα αυτοκίνητο. Και πρέπει να φωνάζεις, επίσης, για να σε βοηθήσει κάποιος». «Ποιος;» «Δεν ξέρω, οποιοσδήποτε». «Ποιος είναι ο οποιοσδήποτε;» «Απλώς πήγαινε στον πρώτο άνθρωπο που θα δεις. Ή μάλλον… θα είναι αργά το βράδυ, ίσως να μην κυκλοφορεί κανείς τέτοια ώρα στο δρόμο». Δαγκώνει τον αντίχειρά της, το νύχι του, δεν της λέω να σταματήσει. «Αν δε δεις κανένα, θα πρέπει να κάνεις σήμα σ’ ένα αυτοκίνητο να σταματήσει, και να πεις σ’ αυτούς που είναι μέσα ότι απήγαγαν τη μαμά σου. Ή, αν δεν υπάρχουν ούτε αυτοκίνητα –ανάθεμα–, θα πρέπει να τρέξεις σ’ ένα σπίτι, σε όποιο σπίτι έχει τα φώτα του αναμμένα, όχι σε άδειο. Και θα πρέπει να πας στην εξώπορτα· ξέρεις ποια πόρτα είναι η εξώπορτα;» «Αυτή που είναι έξω». «Να το δοκιμάσουμε τώρα;» Η Μαμά περιμένει. «Θα μιλήσεις σ’ αυτούς όπως μιλάς σε μένα. Θα προσποιηθείς ότι έχεις μπροστά σου εμένα. Τι θα πεις;» «Εγώ κι εσύ έχουμε…» «Όχι, προσποιήσου ότι είμαι αυτός ή αυτή στο σπίτι, ή στο αυτοκίνητο, ή στο πεζοδρόμιο. Θα πεις σ’ αυτό τον άνθρωπο ότι εσύ και η Μαμά σου…» Προσπαθώ ξανά. «Εσύ και η Μαμά σου…»


148

EMMA DONOGHUE

«Όχι, θα πεις: “Η Μαμά μου κι εγώ…”» «Εσύ κι εγώ…» Ξεφυσάει την ανάσα της. «Εντάξει, δεν πειράζει, ξέχνα το. Δώσ’ τους απλώς το σημείωμα, είναι ακόμα στη θέση του;» Κοιτάζω στο εσώρουχό μου. «Εξαφανίστηκε!» Μετά το νιώθω εκεί που έχει γλιστρήσει ανάμεσα στον ποπό μου. Το βγάζω και της το δείχνω. «Να το κρατάς στο μπροστινό μέρος. Αν σου πέσει κατά λάθος, μπορείς απλώς να τους πεις: “Είμαι θύμα απαγωγής”. Πες το, έτσι όπως το είπα εγώ». «Είμαι θύμα απαγωγής». «Πες το δυνατά και καθαρά για να το ακούσουν». «Είμαι θύμα απαγωγής», φωνάζω. «Καταπληκτικά. Κι αυτοί θα τηλεφωνήσουν στην αστυνομία», λέει η Μαμά, «και… φαντάζομαι ότι οι αστυνομικοί θα ψάξουν όλους τους πίσω κήπους μέχρι να βρουν το Δωμάτιο». Το πρόσωπό της δεν είναι και πολύ σίγουρο. «Με το καμινέτο», της θυμίζομαι. Κάνουμε και ξανακάνουμε εξάσκηση. Πεθαμένος, Φορτηγό, Βγαίνω Έξω, Πηδάω, Τρέχω, Κάποιος, Σημείωμα, Αστυνομία, Καμινέτο. Εννιά πράγματα. Δε νομίζω ότι μπορώ να τα κρατήσω στο κεφάλι μου όλα μαζί την ίδια στιγμή. Η Μαμά λέει ότι και βέβαια μπορώ, είμαι ο σούπερ ήρωάς της, ο Κύριος Πέντε. Μακάρι να ήμουνα ακόμα τέσσερα. Για μεσημεριανό, μπορώ να διαλέξω εγώ γιατί είναι σπέσιαλ μέρα, είναι η τελευταία μας στο Δωμάτιο. Αυτό λέει η Μαμά αλλά δεν την πιστεύω για την ακρίβεια. Ξαφνικά πεινάω πάρα πολύ σαν λιμασμένος, διαλέγω κοφτά μακαρόνια και χοτ ντογκ και κράκερ, που είναι σαν τρία μεσημεριανά όλα μαζί. Όλη την ώρα που παίζουμε Ντάμα, εγώ είμαι φοβισμένος από τη Μεγάλη Απόδρασή μας, οπότε χάνω δύο φορές, μετά δε θέλω να παίξω άλλο. Προσπαθούμε να πάρουμε έναν υπνάκο, δεν μπορούμε να βγούμε εκτός. Πίνω λίγο, το αριστερό, μετά το δεξί, μετά πάλι το αριστερό μέχρι που δε μένει σχεδόν καθόλου. Δε θέλουμε καθόλου βραδινό κανείς από τους δυο μας. Πρέπει να


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

149

ξαναβάλω το εμετικό φανελάκι μου. Η Μαμά λέει ότι μπορώ να αφήσω τις κάλτσες μου. «Αλλιώς, ο δρόμος μπορεί να σου πληγιάσει τα πόδια». Σκουπίζει το ένα μάτι της, μετά το άλλο. «Φόρεσε το πιο χοντρό σου ζευγάρι». Δεν ξέρω γιατί κλαίει για τις κάλτσες. Πάω στην Ντουλάπα για να βρω το Δόντι κάτω από το μαξιλάρι μου. «Θα το κρύψω στην κάλτσα μου». Η Μαμά κάνει όχι με το κεφάλι. «Κι αν το πατήσεις και πληγώσεις το πόδι σου;» «Δε θα το πατήσω, θα μείνει στη θέση του, στο πλάι». Είναι 06:13, δηλαδή κοντεύει σχεδόν να γίνει βράδυ. Η Μαμά λέει ότι κανονικά θα έπρεπε να είμαι κιόλας τυλιγμένος στη Μοκέτα, αφού ο ΣαταΝίκ μπορεί να έρθει πιο νωρίτερα, εξαιτίας που είμαι άρρωστος. «Όχι ακόμα». «Ναι, αλλά…» «Παρακαλώ όχι». «Εντάξει, αλλά κάθισε εδώ, έτσι, για να μπορέσω να σε τυλίξω στα γρήγορα αν χρειαστεί». Λέμε το σχέδιο ξανά και ξανά για να με εξασκήσω στα εννιά. Πεθαμένος, Φορτηγό, Βγαίνω Έξω, Πηδάω, Τρέχω, Κάποιος, Σημείωμα, Αστυνομία, Καμινέτο. Πετάγομαι κάθε φορά που ακούω το μπιπ μπιπ αλλά δεν είναι αληθινό, απλώς φαντασία. Κοιτάζω καλά καλά την Πόρτα, είναι καταγυαλιστερή σαν σπαθί. «Μαμά;» «Ναι;» «Καλύτερα να το κάνουμε αύριο βράδυ». Γέρνει κοντά μου και με αγκαλιάζει σφιχτά. Αυτό σημαίνει όχι. Την ξαναμισώ, λιγάκι. «Αν μπορούσα να το κάνω εγώ αντί για σένα, θα το έκανα». «Γιατί δεν μπορείς;» Κουνάει το κεφάλι της. «Λυπάμαι τόσο πολύ που πρέπει να το κάνεις εσύ, και που πρέπει να γίνει τώρα. Αλλά θα είμαι μαζί σου κάθε στιγμή, μέσα στο μυαλό σου, μην το ξεχνάς αυτό. Θα σου μιλάω συνέχεια». Λέμε το Σχέδιο Β πολλές φορές ακόμα. «Κι αν ο ΣαταΝίκ ανοίξει


150

EMMA DONOGHUE

τη Μοκέτα;» ρωτάω. «Μόνο για να με κοιτάξει πεθαμένο;» Η Μαμά δε λέει τίποτα για ένα λεπτό. «Θυμάσαι που λέγαμε ότι είναι κακό να χτυπάμε τους άλλους;» «Ναι». «Ε, απόψε είναι ειδική περίπτωση. Δεν πιστεύω ότι θα κάνει αυτό που λες γιατί θα βιάζεται να τελειώνει με την υπόθεση, στην απίθανη περίπτωση όμως που ανοίξει τη μοκέτα… θα τον χτυπήσεις όσο πιο δυνατά μπορείς». Ουάου. «Κλότσα τον, δάγκωσέ τον, χώσε τα δάχτυλά σου στα μάτια του…» Τα χέρια της Μαμάς μαχαιρώνουν τον αέρα. «Κάνε ό,τι μπορείς για να ξεφύγεις». Δεν το πιστεύω αυτό, σχεδόν καθόλου. «Επιτρέπεται και να τον σκοτώσω;» Η Μαμά τρέχει στο Ντουλάπι, εκεί που τα πιάτα στεγνώνουν μετά το πλύσιμο. Παίρνει το Ίσιο Μαχαίρι. Κοιτάζω τη γυαλάδα του, σκέφτομαι την ιστορία της Μαμάς να το ακουμπάει στο λαιμό του ΣαταΝίκ. «Θα μπορούσες, λες, να το κρατήσεις σφιχτά, μέσα στη μοκέτα, κι αν…» Η Μαμά κοιτάζει καλά καλά το Ίσιο Μαχαίρι. Μετά το βάζει ξανά με τα πιρούνια στο Στεγνωτήρι. «Μπορείς να μου πεις τι είναι αυτά που σκέφτομαι;» Αφού δεν ξέρει εκείνη, πώς να ξέρω εγώ; «Θα μαχαιρωθείς», λέει η Μαμά. «Όχι». «Ναι, Τζακ, πώς είναι δυνατό να μην το πάθεις. Θα κοπείς κομματάκια έτσι όπως θα στριφογυρνάς εκεί μέσα με μια γυμνή λάμα… μου φαίνεται ότι έχω αρχίσει να χάνω το μυαλό μου». Κάνω όχι με το κεφάλι μου. «Εδώ είναι». Χτυπάω με το δάχτυλό μου τα μαλλιά της. Η Μαμά μού χαϊδεύει την πλάτη. Κοιτάζω για σιγουριά ότι το Δόντι είναι στην κάλτσα μου, το σημείωμα στο εσώρουχό μου, στο μπρος μέρος. Τραγουδάμε για να περάσει η ώρα, αλλά σιγανά. «Lose Yourself» και «Tubthumping» και «Home on the Range».*


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

151

* Lose Yourself, 2002, του Αμερικανού ράπερ Eminem. Το Home on The Range είναι το τραγούδι της Πολιτείας του Κάνσας. «Εκεί όπου τα ελάφια κι οι αντιλόπες παίζουν…» τραγουδάω. «Εκεί όπου σπάνια ακούς στενάχωρη κουβέντα…» «Κι όλη τη μέρα οι ουρανοί ούτ’ ένα σύννεφο δεν έχουν…» «Είναι ώρα», λέει η Μαμά κρατώντας ανοιχτή τη Μοκέτα. Δε θέλω. Ξαπλώνω και ακουμπάω τα χέρια μου στους ώμους, με τους αγκώνες μου να πετάνε προς τα έξω. Περιμένω τη Μαμά να με τυλίξει. Αντί γι’ αυτό, εκείνη κάθεται και με κοιτάζει. Κοιτάζει τις πατούσες μου τα πόδια μου τα χέρια μου το κεφάλι μου, τα μάτια της γλιστράνε και ξαναγλιστράνε από πάνω μου μέχρι κάτω μου σαν να με μετράνε. «Τι;» λέω. Η Μαμά δε λέει λέξη. Σκύβει προς τα μένα, δε με φιλάει καν, απλώς αγγίζει το πρόσωπό της στο δικό μου μέχρι που να μην μπορώ να πω ποιο είναι ποιου. Το στήθος μου κάνει ντάνγκα ντάνγκα νταν. Δε θα την αφήσω μόνη της να περιμένει. Ποτέ των ποτών. «Εντάξει», λέει η Μαμά, με τη φωνή της όλη γρατζουνιστή. «Είμαστε φοβαίοι, έτσι; Είμαστε τελείως κι εντελώς φοβαίοι. Τα λέμε έξω». Μου βάζει τα χέρια μ’ αυτό τον ειδικό τρόπο, με τους αγκώνες μου να πετάνε έξω. Τυλίγει από πάνω μου τη Μοκέτα και το φως φεύγει. Είμαι τυλιγμένος στο φαγουριστικό σκοτάδι. «Δεν είναι πολύ σφιχτά, ε;» Προσπαθώ αν μπορώ να σηκώσω τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι μου και πίσω, ξύνονται λίγο. «Εντάξει;» «Εντάξει», λέω. Μετά, μόνο περιμένουμε. Κάτι έρχεται στο πάνω μέρος της Μοκέτας και τρίβει τα μαλλιά μου, είναι το χέρι της, το ξέρω χωρίς ούτε καν να κοιτάξω. Ακούω την ανάσα μου που κάνει θόρυβο. Σκέφτομαι τον Κόμη στο σάκο του με τα σκουλήκια να τρυπώνουν μέσα. Το πέσιμο κάτω κάτω κάτω και όλο και πιο κάτω κι ύστερα φλατς! μέσα στη θάλασσα. Κολυμπάνε τα σκουλήκια; Πεθαμένος, Φορτηγό, Τρέχω, Κάποιος –όχι–, Βγαίνω Έξω, μετά


152

EMMA DONOGHUE

Πηδάω, Τρέχω, Κάποιος, Σημείωμα, Καμινέτο. Ξέχασα την Αστυνομία πριν από το Καμινέτο, είναι πολύ μπερδέμενο, θα τα κάνω θάλασσα και ο ΣαταΝίκ θα με θάψει για την ακρίβεια και η Μαμά θα περιμένει για πάντα. Μετά από πολλή ώρα, ψιθυρίζω: «Θα έρθει ή όχι;» «Δεν ξέρω», λέει η Μαμά. «Πώς είναι δυνατό να μην έρθει; Αν είναι έστω και λίγο άνθρωπος…» Νόμιζα ότι άνθρωπος ή είσαι ή δεν είσαι, δεν ήξερα ότι κάποιος μπορούσε να είναι λίγο άνθρωπος. Το πολύ του, τότε, τι είναι; Περιμένω και περιμένω. Δεν μπορώ να νιώσω τα μπράτσα μου. Η Μοκέτα πέφτει πάνω στη μύτη μου, θέλω να την ξύσω. Προσπαθώ και προσπαθώ να τη φτάσω. «Μαμά;» «Εδώ είμαι». «Κι εγώ». Μπιπ μπιπ. Τινάζομαι, υποτίθεται ότι είμαι πεθαμένος αλλά δεν μπορώ, θέλω να βγω απ’ τη Μοκέτα αυτή τη στιγμή αλλά έχω κολλήσει και δεν μπορώ ούτε καν να προσπαθήσω γιατί θα το δει… Κάτι με πατάει, πρέπει να είναι το χέρι της Μαμάς. Με θέλει να είμαι ο Γενναίος Πρίγκιπάς της ΤζάκερΤζακ, γι’ αυτό κάθομαι σούπερ έξτρα ακίνητος. Δεν κουνιέμαι καθόλου, είμαι Πτώμα, είμαι ο Κόμης, είμαι ο φίλος του αλλά πιο πεθαμενότερος, είμαι κοκαλωμένος σαν χαλασμένο ρομπότ με κόψιμο του ρεύματος. «Ορίστε». Είναι η φωνή του ΣαταΝίκ. Ακούγεται όπως πάντα. Δεν ξέρει ούτε καν τι έγινε με μένα που πέθανα. «Αντιβιοτικά – με μόλις περασμένη την ημερομηνία λήξης. Για παιδί τα κόβεις στα δύο, είπε ο τύπος». Η Μαμά δεν απαντάει. «Πού είναι, στην ντουλάπα;» Για μένα μιλάει. «Στη μοκέτα είναι; Έχεις τρελαθεί εντελώς που πας και τυλίγεις ένα άρρωστο παιδί έτσι;» «Δε γύρισες», λέει η Μαμά και η φωνή της είναι πάρα πολύ παράξενη. «Χειροτέρεψε τη νύχτα, και το πρωί δεν ξυπνούσε». Τίποτα. Μετά, ο ΣαταΝίκ βγάζει έναν παράξενο ήχο. «Είσαι σίγουρη;» «Αν είμαι σίγουρη;» Η Μαμά τσιρίζει, αλλά εγώ δεν κουνιέμαι,


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

153

δεν κουνιέμαι, είμαι κατακοκαλωμένος ούτε ακούω ούτε βλέπω ούτε τίποτα. «Α, όχι». Ακούω την ανάσα του να βγαίνει μακριά μακριά. «Αυτό είναι τρομερό. Κακόμοιρο κορίτσι, καημένη…» Κανείς δε λέει τίποτα για ένα λεπτό. «Θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ σοβαρό», λέει ο ΣαταΝίκ. «Τα χάπια δε θα έκαναν τίποτα, έτσι κι αλλιώς». «Τον σκότωσες». Η Μαμά ουρλιάζει σαν λύκος. «Έλα τώρα, ηρέμησε». «Πώς μπορώ να ηρεμήσω όταν ο Τζακ…» Ανασαίνει παράξενα, τα λόγια της βγαίνουν σαν να πνίγεται. Προσποιείται τόσο αληθινά που σχεδόν το πιστεύω. «Άφησέ με να…» Η φωνή του είναι πολύ κοντά, σφίγγομαι παντού και κοκαλώνω κοκαλώνω κοκαλώνω. «Μην τον αγγίξεις». «Εντάξει, εντάξει». Μετά, ο ΣαταΝίκ λέει: «Δεν μπορείς να τον κρατήσεις εδώ». «Το μωρό μου!» «Το ξέρω, είναι τρομερό. Αλλά πρέπει να τον πάρω τώρα». «Όχι». «Από πότε είναι;» ρωτάει. «Απ’ το πρωί είπες; Ή μήπως απ’ το βράδυ; Πρέπει να έχει αρχίσει να… δεν είναι υγιεινό να τον κρατάς εδώ μέσα. Καλύτερα να τον πάρω και να…να βρω ένα μέρος». «Όχι στον κήπο». Η Μαμά μιλάει σχεδόν σαν σκυλί που γρυλίζει. «Εντάξει». «Αν τον βάλεις στον κήπο… Δεν έπρεπε να το είχες κάνει αυτό, είναι πάρα πολύ κοντά. Αν τον θάψεις εδώ, θα τον ακούω να κλαίει». «Είπα εντάξει». «Πρέπει να τον πάρεις και να τον πας κάπου μακριά. Εντάξει;» «Εντάξει. Άσε με να…» «Όχι ακόμα». Η Μαμά κλαίει και κλαίει. «Δεν πρέπει να τον ταράξεις». «Θα τον κρατήσω έτσι, καλά τυλιγμένο». «Μην τολμήσεις και τον ακουμπήσεις…» «Εντάξει». «Ορκίσου ότι δε θα ρίξεις πάνω του το βρομερό σου βλέμμα».


154

EMMA DONOGHUE

«Εντάξει». «Ορκίσου». «Ορκίζομαι… εντάξει;» Είμαι πεθαμένος πεθαμένος πεθαμένος. «Θα το καταλάβω», λέει η Μαμά. «Θα το καταλάβω αν τον βάλεις στον κήπο, και θα ουρλιάζω κάθε φορά που θ’ ανοίγει αυτή η πόρτα. Θα τα διαλύσω όλα εδώ μέσα, σου ορκίζομαι ότι όσο ζω δε θα ξανακάτσω ήσυχη. Θα πρέπει να με σκοτώσεις για να με κάνεις να το βουλώσω… απλώς δε με νοιάζει πια». Γιατί του λέει να τη σκοτώσει; «Ηρέμησε». Ο ΣαταΝίκ ακούγεται σαν να μιλάει σε σκυλί. «Θα τον σηκώσω τώρα και θα τον πάω στο φορτηγό. Εντάξει;» «Μαλακά. Βρες κάπου ωραία», λέει η Μαμά. Τόσο πολύ κλαίει που σχεδόν δεν ακούω τι λέει. «Κάπου με δέντρα, κάπου καλά…» «Μην ανησυχείς. Ώρα να φεύγω». Με αρπάζουν μέσα απ’ τη Μοκέτα, με ζουλάνε, η Μαμά λέει: «Τζακ, Τζακ, Τζακ». Μετά με σηκώνουν. Νομίζω ότι είναι εκείνη, μετά ξέρω ότι είναι εκείνος. Μην κουνηθείς μην κουνηθείς μην κουνηθείς ΤζάκερΤζακ, μείνε κοκαλωμένος κοκαλωμένος κοκαλωμένος. Είμαι ζουληγμένος μέσα στη Μοκέτα, δεν μπορώ να ανασάνω κανονικά, αλλά έτσι κι αλλιώς οι πεθαμένοι δεν ανασαίνουν. Μη με ξετυλίξει, Θεούλη μου. Μακάρι να είχα το Ίσιο Μαχαίρι. Το μπιπ μπιπ πάλι, μετά το κλικ, αυτό σημαίνει ότι η Πόρτα είναι ανοιχτή. Ο γίγαντας με τσάκωσε, fee-fie-foe-fum.* Κάτι ζεστό στα πόδια μου, ω όχι, ο Πέος έβγαλε λίγα τσίσα. Και λίγα κακά επίσης ξέφυγαν από τον ποπό μου, η Μαμά δεν είπε ότι θα γινόταν αυτό. Πφφ, βρόμα. Συγγνώμη, Μοκέτα. Ένα βογκητό κοντά στο αυτί μου, ο ΣαταΝίκ με κρατάει σφιχτά. Είμαι τόσο φοβισμένος που δεν μπορώ να είμαι γενναίος, σταμάτα σταμάτα σταμάτα, αλλά δεν μπορώ να βγάλω άχνα γιατί θα μαντέψει το κόλπο και θα με καταπιεί ολόκληρο, θα με κάνει μια χαψιά… * Το fee-fi-fo-fum (αλίμονο, φρίκη, κατάρα, συμφορά κτλ.,


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

155

στα καθ’ ημάς) είναι ο πρώτος στίχος ενός ιστορικού τετράστιχου που έγινε διάσημο από τον παραδοσιακό βρετανικό μύθο Ο Τζακ και η Φασολιά: Fee-fi-fo-fum/I smell the blood of an Englishman/Be alive or be he dead/I’ll grind his bones to make my bread, λέει ο Γίγαντας. Μεταξύ άλλων, το επιφώνημα, και κυρίως το fie, απαντάται συχνά στα έργα του Σαίξπηρ. Ειδικά στο Βασιλιάς Ληρ, βρίσκουμε σχεδόν αυτούσιο το πρώτο δίστιχο, στο σημείο όπου ο Έντγκαρ αναφωνεί:Fie, foe and fum, I smell the blood of a British Man. Σύμφωνα με τη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ: Ο νεαρός Ρολάνδος μπαίνει στον μαύρο πύργο/νιώθει το φονικό/τρέχει, οσφραίνεται, φωνάζει/Φρίκη! Εδώ χύθηκε αίμα βρετανικό! (Πράξη ΙΙΙ, σκηνή 4, Εκδόσεις Κέδρος, 2006) Μετράω τα δόντια μου αλλά χάνω συνέχεια το μέτρημα, δεκαεννιά, είκοσι ένα, είκοσι δύο. Είμαι ο Πρίγκιπας Ρομπότ Σούπερ ΤζάκερΤζακ Κύριος Πέντε, δεν κουνιέμαι. Είσαι εκεί, Δόντι; Δεν μπορώ να σε νιώσω αλλά πρέπει να είσαι στην κάλτσα μου, στο πλάι. Είσαι κομμάτι της Μαμάς, ένα μικρό κομματάκι από το πεθαμένο φτύμα της Μαμάς που ταξιδεύει μαζί μου. Δε νιώθω τα μπράτσα μου. Ο αέρας είναι διαφορετικός. Είναι ακόμα το σκόνισμα της Μοκέτας, όταν όμως σηκώνω τη μύτη μου μόνο λιγουλάκι, μυρίζω αυτό τον αέρα που είναι… Έξω. Είμαι στ’ αλήθεια; Δεν κουνιόμαστε. Ο ΣαταΝίκ απλώς στέκεται. Γιατί στέκεται χωρίς να κουνιέται στον κήπο; Τι θέλει να…; Κουνιόμαστε ξανά. Μένω κοκαλωμένος κοκαλωμένος κοκαλωμένος. Άουουουου πέφτω σε κάτι σκληρό. Δε νομίζω ότι έβγαλα άχνα, δεν άκουσα καμία. Νομίζω ότι δάγκωσα το στόμα μου, έχει αυτή τη γεύση που είναι αίμα. Ακούγεται ένα μπιπ ακόμα, αλλιώτικο όμως. Μετά, ένας κρότος


156

EMMA DONOGHUE

σαν από πολλά μεταλλικά. Ψηλά ξανά, μετά με δύναμη κάτω, προσγειώθηκα στο πρόσωπό μου, άου άου άου. Μπανγκ. Μετά, όλα τα πάντα αρχίζουν να κουνιούνται και να τραντάζονται και να βουΐζουν κάτω από το μπροστινό μου μέρος, είναι σεισμός… Όχι, είναι το φορτηγό, αυτό πρέπει να ’ναι. Δεν είναι καθόλου όπως οι μπρρρρ της Μαμάς, είναι ένα εκατομμύριο φορές πιο περισσότερο. Μαμά! φωνάζω μέσα στο μυαλό μου. Πεθαμένος, Φορτηγό, αυτά μας κάνουν δύο από τα εννιά. Είμαι στην καρότσα του καφέ φορτηγού ακριβώς όπως στην ιστορία. Δεν είμαι στο Δωμάτιο. Είμαι ακόμα εγώ; Προχωράμε τώρα. Εκτοξεύομαι στο φορτηγό στ’ αλήθεια, για την ακρίβεια στ’ αλήθεια. Οχ, πρέπει να Βγω Έξω, το ξεχνούσα αυτό. Αρχίζω να κάνω σαν φίδι για να βγω, αλλά η Μοκέτα σφίχτηκε περισσότερο δεν ξέρω πώς, έχω κολλήσει έχω κολλήσει. Μαμά Μαμά Μαμά… Δεν μπορώ να βγω έξω όπως το είχαμε εξασκηθεί παρόλο που εξασκηθήκαμε και εξασκηθήκαμε, τα έκανα όλα θάλασσα, συγγνώμη. Ο ΣαταΝίκ θα με πάει κάπου και θα με θάψει και μετά σκουλήκια μες στη μύτη μου, σκουλήκια στα σαγόνια… Κλαίω ξανά, η μύτη μου τρέχει, τα χέρια μου είναι δεμένα κόμπο κάτω από το στήθος μου, παλεύω με τη Μοκέτα γιατί δεν είναι πια φίλη μου, κλοτσάω όπως στο Καράτε αλλά αυτή με κρατάει γερά, είναι το σάβανο για τα πτώματα που θα πέσουν στη θάλασσα… Ο ήχος είναι σιγανότερος. Δεν προχωράμε. Το φορτηγό σταμάτησε. Σταμάτημα, στοπ, είναι στοπ σε σήμα στοπ, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνω το Πηδάω που είναι νούμερο τέσσερα στη λίστα αλλά δεν έκανα ακόμα το τρία, αφού δεν μπορώ να βγω από τη Μοκέτα και να βγω έξω, πώς μπορώ να πηδήξω; Δεν μπορώ να φτάσω στο τέσσερα πέντε έξι εφτά οχτώ ή εννιά, είμαι κολλημένος στο τρία, ο ΣαταΝίκ θα με θάψει με τα σκουλήκια… Προχωράμε ξανά, βρουμ βρουμ. Βγάζω το ένα χέρι ψηλά πάνω από το πρόσωπό μου που είναι γεμάτο μύξες, το χέρι μου ξύνεται και βγαίνει έξω και σέρνω και το άλλο προς την ίδια μεριά. Τα δάχτυλά μου αρπάζουν τον καινούργιο


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

157

αέρα, κάτι κρύο, κάτι μέταλλο, ένα άλλο πράγμα που δεν είναι μέταλλο, με καρούμπαλα πάνω του. Αρπάζω και τραβάω τραβάω, και κλοτσάω και το γόνατό μου, άου άου άου. Δε γίνεται τίποτα. Βρες τη γωνία – είναι η Μαμά αυτή που μου μιλάει μέσα στο μυαλό μου ή απλώς θυμάμαι; Ψαχουλεύω γύρω γύρω στη Μοκέτα και δεν έχει ούτε μία γωνία, μετά τη βρίσκω και την τραβάω, ανοίγει κάπως, νομίζω λιγουλάκι. Κυλάω ανάσκελα αλλά έτσι είναι ακόμα πιο σφιχτότερα και δεν μπορώ πια να βρω τη γωνία. Στοπ, το φορτηγό σταμάτησε ξανά. Δεν έχω βγει ήδη, υποτίθεται ότι έπρεπε να είχα πηδήξει στο πρώτο στοπ. Τραβάω τη Μοκέτα προς τα κάτω τόσο που θα μου σπάσει τον αγκώνα και βλέπω μια τεράστια λάμψη, που μετά φεύγει γιατί το φορτηγό προχωράει ξανά βρουουουουμ. Νομίζω ότι ήταν το Έξω αυτό που είδα, το Έξω είναι αληθινό και τόσο φωτεινό αλλά εγώ δεν μπορώ να… Η Μαμά δεν είναι εδώ, δεν έχω ώρα για κλάματα, είμαι ο Πρίγκιπας ΤζάκερΤζακ, πρέπει να είμαι ο ΤζάκερΤζακ αλλιώς τα σκουλήκια θα τρυπώσουν μέσα. Είμαι μπρούμυτα ξανά, λυγίζω τα γόνατά μου και πετάω έξω τον ποπό μου, θα εκραγώ μέσα από τη Μοκέτα και έχει πιο χώρο τώρα, βγαίνει απ’ το πρόσωπό μου… Μπορώ και ανασαίνω όλο αυτό τον απίθανο μαύρο αέρα. Ανακαθίζομαι και ξετυλίγω τη Μοκέτα σαν να είμαι λιωμένη μπανάνα. Η αλογοουρά μου λύθηκε, όλα τα μαλλιά μου είναι στο πρόσωπό μου, βρίσκω τα πόδια μου ένα και δύο, βγάζομαι ολόκληρος έξω, τα κατάφερα, τα κατάφερα, μακάρι να μ’ έβλεπε η Ντόρα, θα έλεγε το τραγούδι «Τα καταφέραμε». Ένα άλλο φως εκτοξεύεται από δίπλα. Πράγματα πλέουν στον ουρανό που νομίζω ότι είναι δέντρα. Και σπίτια και φώτα σε γιγάντιους στύλους και μερικά αυτοκίνητα, όλα εκτοξεύονται. Είναι σαν να είμαι μέσα σε κινούμενα σχέδια αλλά πιο ανακατεμένα. Κρατιέμαι απ’ την άκρη του φορτηγού, είναι όλη πολύ σκληρή και κρύα. Ο ουρανός είναι ο πιο τεράστιος, εκεί πέρα μακριά έχει ένα ροζ πορτοκαλί κομματάκι αλλά το υπόλοιπο είναι γκρίζο. Όταν κοιτάζω κάτω, ο δρόμος είναι μαύρος και πολύ πολύ μακριά. Ξέρω πώς να πηδήξω καλά, αλλά όχι όταν όλα βουίζουν και ανεβοκατεβαίνουν και τα φώτα είναι


158

EMMA DONOGHUE

όλα θολά και ο αέρας τόσο παράξενος, μυρίζει σαν μήλο ή κάτι τέτοιο. Τα μάτια μου δε δουλεύουν καλά, είμαι πολύ φοβισμένος για να είμαι φοβαίος. Το φορτηγό σταμάτησε ξανά. Δεν μπορώ να πηδήξω, δεν μπορώ ούτε καν να κουνηθώ. Καταφέρνω να σταθώ όρθιος και κοιτάζω κάτω αλλά… Γλιστράω και κοπανιέμαι πάνω στο φορτηγό, το κεφάλι μου χτυπάει σε κάτι πονετικό, φωνάζω κατά λάθος άουουουουου… Στοπ ξανά. Ένας ήχος με μέταλλα. Το πρόσωπο του ΣαταΝίκ. Έχει βγει απ’ το φορτηγό με το πιο θυμωμένο πρόσωπο που έχω δει ποτέ μου και… Πηδάω. Το έδαφος σπάει τα πόδια μου λιώνει το γόνατό μου με χτυπάει στο πρόσωπο αλλά εγώ τρέχω τρέχω τρέχω, πού είναι ο Κάποιος, η Μαμά είπε να φωνάξω σ’ έναν Κάποιο ή ένα αυτοκίνητο ή ένα φωτισμένο σπίτι, βλέπω ένα αυτοκίνητο αλλά είναι σκοτεινό μέσα και έτσι κι αλλιώς τίποτα δε βγαίνει απ’ το στόμα μου που είναι γεμάτο από τα μαλλιά μου αλλά εγώ συνεχίζω να τρέχω Πέτα, Τζακ, σαν το πουλί, Τρέχα σαν την Αστραπή. Η Μαμά δεν είναι εδώ αλλά υποσχέθηκε ότι είναι μέσα στο μυαλό μου φωνάζοντας τρέχα τρέχα τρέχα. Ένα μεγάλο βουητό πίσω μου που είναι εκείνος, είναι ο ΣαταΝίκ που έρχεται να με σκίσει στα δυο fee-fie-foe-fum, πρέπει να βρω τον Κάποιο για να φωνάξω βοήθεια βοήθεια αλλά δεν υπάρχει ένας Κάποιος, δεν υπάρχει κάποιος, θα πρέπει να συνεχίσω να τρέχω για πάντα αλλά δεν έχω άλλη ανάσα και δεν μπορώ να δω και… Μια αρκούδα. Ή μήπως λύκος; Ένα σκυλί. Είναι το σκυλί ένας κάποιος; Κάποιος έρχεται πίσω από το σκυλί αλλά είναι ένας πολύ μικρός άνθρωπος, ένα μωρό που περπατάει, σπρώχνει κάτι που έχει ρόδες μ’ ένα πιο μικρότερο μωρό μέσα. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι να φωνάξω, είμαι στο αθόρυβο, απλώς συνεχίζω να τρέχω καταπάνω τους. Το μωρό γελάει, δεν έχει σχεδόν καθόλου μαλλιά. Το άλλο, το μικρούτσικο μέσα στο πράγμα-που-το-σπρώχνεις δεν είναι για την ακρίβεια αληθινό, νομίζω είναι κούκλα. Το σκυλί είναι μικρό αλλά αληθινό, κάνει ένα κακό στο έδαφος, ποτέ δεν είδα τα σκυλιά της


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

159

Τηλεόρασης να το κάνουν αυτό. Ένας άνθρωπος έρχεται πίσω από το μωρό, σηκώνει το κακό και το βάζει μέσα σε μια σακούλα σαν να ήταν θησαυρός, νομίζω ότι είναι άντρας, ο κάποιος με τα κοντά μαλλιά σαν του ΣαταΝίκ αλλά κατσαρότερα και είναι πιο καφετής από το μωρό. «Βοήθεια», λέω, αλλά δε βγαίνει πολύ δυνατά. Τρέχω μέχρι που είμαι σχεδόν εντελώς καταπάνω τους και το σκυλί γαβγίζει και πηδάει και με τρώει… Ανοίγω το στόμα μου για το πιο δυνατότερο Ουρλιαχτό, αλλά δε βγαίνει από μέσα ούτε άχνα. «Ράτζα!» Κόκκινο στα δάχτυλά μου, όλο λεκέδες. «Κάτω, Ράτζα». Ο άνθρωπος-άντρας κρατάει το σκυλί απ’ το λαιμό. Το αίμα μου πέφτει απ’ το χέρι μου. Και μετά μπαμ μ’ αρπάζουν από πίσω, είναι ο ΣαταΝίκ, τα γιγάντια χέρια του στα πλευρά μου. Τα θαλάσσωσα, μ’ έπιασε, συγγνώμη συγγνώμη συγγνώμη, Μαμά. Με σηκώνει πάνω. Τότε ουρλιάζω, ουρλιάζω χωρίς ούτε καν λέξεις. Μ’ έχει κάτω από τη μασχάλη του, με πάει ξανά στο φορτηγό, η Μαμά είπε ότι μπορώ να χτυπήσω, θα μπορούσα να τον σκοτώσω, χτυπάω και χτυπάω αλλά δεν μπορώ να τον φτάσω, μονάχα εμένα χτυπάω… «Συγγνώμη», φωνάζει ο άνθρωπος-άντρας που κρατάει τη σακούλα με τα κακά. «Ε, κύριε!» Η φωνή του δεν είναι βαθιά, είναι πιο μαλακή. Ο ΣαταΝίκ μάς γυρίζει και τους δυο προς τη μεριά της φωνής του ανθρώπου-άντρα. Ξεχνιέμαι να ουρλιάξω. «Με συγχωρείτε, αλλά είναι εντάξει το κοριτσάκι σας;» Ποιο κοριτσάκι; Ο ΣαταΝίκ καθαρίζει το λαιμό του, ακόμα με κουβαλάει στο φορτηγό του, αλλά τώρα περπατάει ανάποδα. «Μια χαρά», λέει. «Ο Ράτζα είναι ήμερος, αλλά η μικρή όρμησε καταπάνω του από το πουθενά και…» «Δεν έχει τίποτα, πείσματα κάνει», λέει ο ΣαταΝίκ. «Α, για μισό λεπτό! Νομίζω ότι το χέρι της αιμορραγεί». Κοιτάζω το φαγωμένο δάχτυλό μου, το αίμα κάνει σταγόνες. Ο άνθρωπος-άντρας έχει σηκώσει τον άνθρωπο-μωρό στο ένα


160

EMMA DONOGHUE

χέρι και με το άλλο κρατάει τη σακούλα με τα κακά και φαίνεται για την ακρίβεια μπερδεμένος. Ο ΣαταΝίκ με βάζει να σταθώ κάτω, έχει τα δάχτυλά του στους ώμους μου, τόσο δυνατά που με καίνε. «Όλα είναι υπό έλεγχο». «Και το γόνατό της, επίσης, άσχημα φαίνεται. Αυτό δεν το έκανε ο Ράτζα. Είχε χτυπήσει η μικρή;» «Δεν είμαι κορίτσι», λέω, αλλά μόνο μέσα στο λαιμό μου. «Μήπως να κοιτάξεις τη δουλειά σου και ν’ αφήσεις κι εμένα να κοιτάξω τη δική μου;» Ο ΣαταΝίκ σχεδόν γρυλίζει. Μαμά, Μαμά, σε χρειάζομαι για να μιλήσω. Η Μαμά δεν είναι πια στο κεφάλι μου, δεν είναι πουθενά. Έγραψε το σημείωμα όμως, το είχα ξεχαστεί αυτό, βάζω το χέρι μου που δεν είναι φαγωμένο μέσα στο εσώρουχό μου και δεν μπορώ να βρω το σημείωμα αλλά μετά το βρίσκω, είναι όλο μέσα στα τσίσα. Δεν μπορώ να μιλήσω αλλά το κουνάω στον κάποιο άντρα. Ο ΣαταΝίκ το αρπάζει από το χέρι μου και το κάνει να εξαφανιστεί. «Εντάξει, δε μ’ αρέσει αυτό… δε μ’ αρέσει καθόλου», λέει ο άντρας. Έχει ένα μικρούτσικο τηλέφωνο στο χέρι του, από πού εμφανίστηκε; «Ναι», λέει, «την αστυνομία, παρακαλώ». Γίνεται όπως ακριβώς το είπε η Μαμά, είμαστε κιόλας στο οχτώ που είναι Αστυνομία κι εγώ δεν έχω ούτε καν δείξει το Σημείωμα ή πει για το Δωμάτιο, τα κάνω όλα ανάποδα. Υποτίθεται ότι πρέπει να μιλήσω στον κάποιον σαν να είναι άνθρωπος. Αρχίζω να λέω «Είμαι θύμα απαγωγής», αλλά βγαίνει μονάχα ψιθυριστά γιατί ο ΣαταΝίκ με έχει σηκώσει ξανά, πηγαίνει στο φορτηγό τώρα, τρέχει, τραντάζομαι έτοιμος να γίνω κομματάκια, δεν μπορώ να βρω κάπου να τον χτυπήσω, θα με… «Έχω τις πινακίδες σου, φίλε!» Αυτός είναι ο άνθρωπος-άντρας που φωνάζει – σε μένα φωνάζει; Τι πινακίδες; «Κ… εννέα… τρία…» Φωνάζει αριθμούς, γιατί φωνάζει αριθμούς; Ξαφνικά άου άου άου, ο δρόμος με χτυπάει στην κοιλίτσα στα χέρια στο πρόσωπο, ο ΣαταΝίκ τρέχει χωρίς εμένα. Μ’ έριξε. Είναι όλο και πιο μακρύτερα κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. Οι πινακίδες


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

161

πρέπει να είναι οι μαγικοί αριθμοί για να τον κάνουν να με ρίξει. Προσπαθώ να σηκωθώ αλλά δε θυμάμαι πώς. Ένας θόρυβος σαν τέρας, είναι το φορτηγό που κάνει αγριεμένο βρρρρρρροουμ και έρχεται καταπάνω μου γκρρρρρρρρ, θα με τρακάρει σε σμπαράλια πάνω στο δρόμο, δεν ξέρω πώς πού τι… το μωρό κλαίει, δεν έχω ξανακούσει ποτέ αληθινό μωρό να κλαίει… Το φορτηγό έφυγε. Πέρασε από δίπλα κι έφυγε, έστριψε τη γωνία χωρίς να σταματήσει. Τεντώνω για λιγάκι τ’ αυτιά μου να το ακούσω, αλλά δεν το ακούω άλλο πια. Το μέρος που είναι ψηλότερα απ’ το δρόμο, το πεζοδρόμιο, η Μαμά είπε ν’ ανεβώ στο πεζοδρόμιο. Πρέπει να πάω σέρνοντας με το χαλασμένο γόνατό μου να μην ακουμπάει κάτω. Το πεζοδρόμιο είναι όλο μεγάλα τετράγωνα που γδέρνουν. Μια τρομερή μυρωδιά. Η μύτη του σκύλου είναι ακριβώς δίπλα μου, γύρισε να με φάει, ουρλιάζω. «Ράτζα». Ο άνθρωπος-άντρας τραβάει το σκύλο μακριά και κάθεται στις φτέρνες του, έχει το μωρό πάνω στο ένα γόνατό του, αυτό κουνιέται. Δεν έχει τη σακούλα με τα κακά πια. Μοιάζει με αυτούς τους κόσμους της Τηλεόρασης, μόνο πιο κοντύτερα και πιο φαρδύτερα με μυρωδιές, λίγο σαν Υγρό Πιάτων και μέντα και κάρι όλα μαζί. Το χέρι του που δεν κρατάει το σκύλο προσπαθεί να με ακουμπήσει αλλά εγώ κυλάω μακριά του πάνω στην ώρα. «Μη φοβάσαι, γλυκιά μου, μη φοβάσαι». Ποια είναι η γλυκιά του; Τα μάτια του κοιτάζουν στα δικά μου, εγώ είμαι η γλυκιά του. Δεν μπορώ να κοιτάω, είναι πολύ παράξενο να τον έχω να με βλέπει και να μου μιλάει. «Πώς σε λένε;» Οι κόσμοι της Τηλεόρασης δε ρωτάνε ποτέ πράγματα, μόνο η Ντόρα, κι εκείνη ξέρει ήδη το όνομά μου. «Μπορείς να μου πεις πώς σε λένε;» Η Μαμά είπε να μιλήσω στον έναν κάποιο, αυτή είναι η δουλειά μου. Προσπαθώ, και τίποτα δε βγαίνει έξω. Γλείφω το στόμα μου. «Τζακ». «Πώς είπες;» Ο άντρας σκύβει πιο κοντύτερα, κουλουριάζομαι με το κεφάλι στα μπράτσα μου. «Μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξω. Θα μου πεις το όνομά σου λίγο


162

EMMA DONOGHUE

πιο δυνατά;» Είναι πιο ευκολότερο να το πω άμα δεν τον κοιτάζω. «Τζακ». «Τζάκι;» «Τζακ». «Α. Εντάξει, συγγνώμη. Ο μπαμπάς σου έφυγε τώρα, Τζακ». Τι λέει; Το μωρό αρχίζει να του τραβάει το, αυτό το πράγμα που έχει πάνω από την μπλούζα του, είναι μπουφάν. «Εγώ είμαι ο Ατζίτ», λέει ο άνθρωπος-άντρας, «κι αυτή από δω είναι η κόρη μου – μισό λεπτό, Ναΐσα. Ο Τζακ χρειάζεται ένα χανζαπλάστ για το βαβά που έχει στο γόνατό του, για να δούμε αν…» Ψάχνει μέσα σε όλα τα πράγματα που έχει στην τσάντα του. «Ο Ράτζα λυπάται πολύ που σε δάγκωσε». Το σκυλί δε φαίνεται να λυπάται, φαίνεται όλο μυτερά, βρόμικα δόντια. Μου ήπιε το αίμα σαν βαμπίρ; «Δε φαίνεσαι και πολύ καλά, Τζακ. Ήσουνα άρρωστος;» Κάνω όχι με το κεφάλι. «Η Μαμά». «Τι είπες;» «Η Μαμά έκανε εμετό πάνω στο φανελάκι μου». Το μωρό μιλάει περισσότερο, αλλά όχι σε γλώσσα. Τώρα αρπάζει τ’ αυτιά του Ράτζα σκύλου – πώς και δεν τον φοβάται; «Συγγνώμη, δεν άκουσα τι είπες», λέει ο άντρας Ατζίτ. Δε λέω άλλο τίποτα. «Όπου να ’ναι φτάνει η αστυνομία, εντάξει;» Είναι γυρισμένος να βλέπει την πάνω μεριά του δρόμου, το μωρό Ναΐσα τώρα κλαίει λίγο. Ο άντρας την κάνει Νταχτιρντί στο γόνατό του. «Σε δυο λεπτά, Ναΐσα, σε δυο λεπτά θα πάμε σπίτι στη μαμά, σε λίγο θα είσαι στο κρεβάτι σου». Σκέφτομαι το Κρεβάτι. Τη ζέστη. Ο άνθρωπος-άντρας πατάει τα μικρά κουμπιά στο τηλέφωνό του και μιλάει ακόμα πιο περισσότερο, αλλά εγώ δεν ακούω. Θέλω να φύγω, σκέφτομαι όμως ότι άμα κουνηθώ, το σκυλί-Ράτζα θα με δαγκώσει και θα μου πιει κι άλλο αίμα. Κάθομαι πάνω σε μια γραμμή έτσι που να είναι λίγο από μένα στο ένα τετράγωνο και λίγο σε ένα άλλο. Το φαγωμένο δάχτυλό μου πονάει και πονάει, και το ίδιο και το γόνατό μου, το δεξί, έχει αίμα που βγαίνει από μέσα του εκεί που σκίστηκε στο δέρμα, ήταν κόκκινο αλλά τώρα γίνεται


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

163

μαύρο. Έχει ένα μυτερό οβάλ δίπλα στην πατούσα μου, προσπαθώ να το σηκώσω αλλά είναι κολλημένο, μετά έρχεται στα δάχτυλά μου, είναι ένα φύλλο. Είναι ένα φύλλο από ένα αληθινό δέντρο σαν κι εκείνο που ήταν στον Φεγγίτη εκείνη τη μέρα. Κοιτάζω ψηλά, είναι ένα δέντρο από πάνω μου που πρέπει να του έπεσε το φύλλο. Ο τεράστιος στύλος με το φως με τυφλώνει. Όλη η μεγαλότητα του ουρανού από πίσω τώρα είναι μαύρη, πού πήγαν τα ροζ και τα πορτοκαλιά κομματάκια; Ο αέρας κουνιέται στο πρόσωπό μου, τρέμω κατά λάθος. «Πρέπει να κρυώνεις, ε;» Στην αρχή νομίζω ότι ο άντρας-Ατζίτ ρωτάει το μωρό-Ναΐσα, αλλά μετά καταλαβαίνω ότι ρωτάει εμένα, το ξέρω επειδή βγάζει το μπουφάν του και μου το δίνει. «Πάρε». Κάνω όχι με το κεφάλι γιατί είναι ένα ανθρώπινο μπουφάν, εγώ ποτέ δεν είχα μπουφάν. «Πώς έχασες τα παπούτσια σου;» Ποια παπούτσια; Ο άντρας-Ατζίτ δεν ξαναμιλάει μετά απ’ αυτό. Ένα αυτοκίνητο σταματάει, ξέρω τι είναι, είναι ένα περιπολικό από την Τηλεόραση. Κόσμοι βγαίνουν έξω, δύο άνθρωποι, κοντά μαλλιά, τα πρώτα κοντά μαύρα, τα δεύτερα κοντά κιτρινωπά, και όλοι κάνουν γρήγορα. Ο άντρας-Ατζίτ τούς μιλάει. Το μωρό-Ναΐσα προσπαθεί να φύγει, εκείνος όμως το κρατάει στα χέρια του, χωρίς να το πονάει, δε νομίζω. Ο Ράτζα είναι ξαπλωμένος πάνω σε ένα καφέ πράγμα, είναι γρασίδι, νόμιζα ότι θα ήταν πράσινο, έχει μερικά τετράγωνα απ’ αυτό δίπλα στο πεζοδρόμιο. Μακάρι να είχα το σημείωμα ακόμα αλλά ο ΣαταΝίκ το εξαφάνισε. Δεν ξέρω τα λόγια, πετάχτηκαν φαίνεται έξω απ’ το κεφάλι μου με το χτύπημα. Η Μαμά είναι ακόμα στο Δωμάτιο, τη θέλω τόσο πολύ πολύ πολύ. Ο ΣαταΝίκ το ’σκασε οδηγώντας πολύ γρήγορα με το φορτηγό του αλλά πού πάει, όχι σε λίμνη και σε δέντρα τώρα, αφού με είδε να μην είμαι πεθαμένος, επιτρεπόταν να τον σκοτώσω αλλά δεν τα κατάφερα. Έχω μια ξαφνικά τρομερή ιδέα. Ίσως ο ΣαταΝίκ να γύρισε στο Δωμάτιο, ίσως να είναι τώρα εκεί και να κάνει την Πόρτα μπιπ μπιπ


164

EMMA DONOGHUE

ανοιχτή και να είναι θυμωμένος, είναι δικό μου λάθος από το που δεν ήμουνα πεθαμένος… «Τζακ;» Ψάχνω για το στόμα που μιλάει. Είναι η αστυνομία, αυτή που είναι γυναίκα νομίζω, αλλά είναι δύσκολο να πω, τα μαύρα μαλλιά όχι τα κίτρινα. «Τζακ», λέει ξανά η γυναίκα-αστυνομία. Πώς το ξέρει; «Είμαι η Αξιωματικός Ο. Μπορείς να μου πεις πόσων χρόνων είσαι;» Πρέπει να Σώζω τη Μαμά, πρέπει να μιλήσω στην αστυνομία να φέρει το Καμινέτο, το στόμα μου δε δουλεύει. Η γυναίκα-αστυνομία έχει ένα πράγμα στη ζώνη της, είναι όπλο, όπως ακριβώς έχουν οι αστυνομίες στην Τηλεόραση. Κι αν είναι κακή αστυνομία, όπως εκείνη που έκλεισε στη φυλακή τον Άγιο Πέτρο; Αυτό δεν το σκέφτηκα. Κοιτάζω τη ζώνη όχι το πρόσωπο, είναι πολύ πρώτη ζώνη, με αγκράφα. «Ξέρεις την ηλικία σου;» Πανευκολούρα. Σηκώνω πέντε δάχτυλα. «Πέντε χρόνων, τέλεια». Η Αξιωματικός Ο λέει κάτι που δεν ακούω. Μετά με ρωτάει κάτι για ένα πράγμα που το λέει οδοκαιαριθμό. Μου το ξαναρωτάει κι άλλη μια φορά, χωρίς πάλι να καταλαβαίνω. Μιλάω όσο πιο δυνατά μπορώ αλλά χωρίς να την κοιτάζω. «Δεν έχω οδοκαιαριθμό». «Όχι; Και πού κοιμάσαι τα βράδια;» «Στην Ντουλάπα;» «Σε μια ντουλάπα;» Προσπάθησε, λέει η Μαμά στο κεφάλι μου, αλλά ο ΣαταΝίκ είναι δίπλα της, πιο περισσότερο θυμωμένος απ’ όλες όλες τις φορές και… «Είπες σε μια ντουλάπα;» «Εκεί με βάζει η Μαμά, αλλά μετά με παίρνει στο Κρεβάτι και με κρατάει αγκαλιά και μου δίνει λίγο μέχρι να ξανακοιμηθώ…» «Η μαμά σου; Αυτό είπες;» ρωτάει η Αξιωματικός Ο. «Η μαμά σου είναι που σε βάζει στην ντουλάπα και μετά σε παίρνει στο κρεβάτι;» Είναι πιο εύκολο να μιλάω κουνώντας το κεφάλι. Κάνω ναι. «Πού είναι απόψε η μαμά σου;» «Στο Δωμάτιο». «Σ’ ένα δωμάτιο, εντάξει», λέει. «Ποιο δωμάτιο;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

165

«Το Δωμάτιο». «Μπορείς να μας πεις πού είναι αυτό το δωμάτιο;» Θυμάμαι κάτι. «Το Δωμάτιο δεν είναι σε κανένα χάρτη». Η Αξιωματικός Ο ξεφυσάει την ανάσα της, μάλλον οι απαντήσεις μου είναι για τα Σκουπίδια. Η άλλη αστυνομία είναι μάλλον άντρας, ποτέ μου δεν έχω δει για την ακρίβεια τέτοια μαλλιά, βλέπεις σχεδόν από μέσα τους. «Συμβολή Νάβαχο και Άλκοτ, αναστατωμένος ανήλικος, μάλλον υπόθεση οικογενειακής βίας». Νομίζω ότι μιλάει στο τηλέφωνό του. Είναι σαν να παίζουμε Παπαγάλο, ξέρω τις λέξεις αλλά δεν ξέρω τι σημαίνουν. Ο άντρας-αστυνομία έρχεται πιο κοντύτερα στην Αξιωματικός Ο. «Βγάζεις τίποτα;» «Με δυσκολία». «Τα ίδια και με το μάρτυρα. Ο ύποπτος είναι λευκός άνδρας, με ύψος περίπου ένα και ογδόντα, σαραντάρης ή πενηντάρης, εγκατέλειψε το θύμα φεύγοντας μ’ ένα ανοιχτόχρωμο ή σκούρο καφέ ημιφορτηγό, μάλλον ένα Ford F-150 η ένα Dodge Ram, οι πινακίδες αρχίζουν με Κ 93, μπορεί όμως να είναι και Ε ή Ν, δε θυμάται ποια Πολιτεία…» «Αυτός ο άντρας, που ήσουνα μαζί του, είναι ο μπαμπάς σου;» Η Αξιωματικός Ο μιλάει ξανά σε μένα. «Δεν έχω». «Ο φίλος της μαμάς σου;» «Δεν έχω». Αυτό το είπα και πριν, επιτρέπεται να το πω δυο φορές; «Ξέρεις το όνομά του;» Με κάνω να θυμηθώ. «Ατζίτ». «Όχι, ο άλλος, αυτός που έφυγε με το φορτηγό». «ΣαταΝίκ». Το ψιθυρίζω, γιατί δε θα του άρεσε να με ακούσει να το λέω δυνατά. «Πώς είπες;» «ΣαταΝίκ». «Αρνητικό», λέει ο άντρας-αστυνομία στο τηλέφωνό του. «Ο ύποπτος αναχώρησε κατά την άφιξη, όνομα Νικ, Νίκολας, δεν έχω επίθετο». «Και πώς λένε τη μαμά σου;» ρωτάει η Αξιωματικός Ο. «Μαμά».


166

EMMA DONOGHUE

«Έχει άλλο όνομα;» Σηκώνω δύο δάχτυλα. «Δύο ονόματα έχει; Τέλεια. Μήπως τα θυμάσαι να μου τα πεις;» Ήταν και τα δύο στο σημείωμα που το εξαφάνισε ο ΣαταΝίκ. Ξαφνικά θυμάμαι λιγάκι. «Αυτός μας έκλεψε». Η Αξιωματικός Ο κάθεται δίπλα μου στο έδαφος. Το έδαφος δεν είναι όπως το Πάτωμα, είναι όλο πολύ σκληρό και τουρτουριστικό. «Θέλεις μια κουβέρτα, Τζακ;» Δεν ξέρω. Η Κουβέρτα δεν είναι εδώ. «Έχεις μερικά άσχημα κοψίματα. Σε χτύπησε αυτός ο Νικ;» Ο άντρας-αστυνομία γύρισε, μου δίνει ένα μπλε πράγμα, δεν αγγίζω. «Λαμβάνω», λέει στο τηλέφωνό του. Η Αξιωματικός Ο κρατάει το μπλε πράγμα τριγύρω μου, δεν είναι χνουδωτό όπως η γκρίζη Κουβέρτα, είναι πιο άγριο. «Πώς έγιναν αυτά τα κοψίματα;» «Το σκυλί είναι βαμπίρ». Κοιτάζω ψάχνοντας τον Ράτζα και τους ανθρώπους του αλλά είναι όλοι εξαφανισμένοι. «Αυτό το δάχτυλο το δάγκωσε το βαμπίρ, αλλά το γόνατό μου το χτύπησε το έδαφος». «Ορίστε;» «Ο δρόμος· με χτύπησε». «Ελήφθη». Ο άντρας-αστυνομία το λέει αυτό, μιλάει πάλι στο τηλέφωνό του. Μετά κοιτάζει την Αξιωματικός Ο και της λέει: «Να πάρω την Υπηρεσία Προστασίας Ανηλίκων;» «Δώσε μου ακόμα δυο λεπτά», λέει εκείνη. «Πάω στοίχημα, Τζακ, ότι είσαι άσος στο να λες ιστορίες». Πώς το ξέρει; Ο άντρας-αστυνομία κοιτάζει το ρολόι του που το έχει κολλημένο στον καρπό του. Θυμάμαι ότι ο καρπός της Μαμάς δε δουλεύει καλά. Είναι εκεί τώρα ο ΣαταΝίκ, της στρίβει τον καρπό ή το λαιμό της, την κάνει χίλια δυο κομμάτια; «Τι λες, λοιπόν; Μπορείς να μου διηγηθείς τι έγινε απόψε;» Η Αξιωματικός Ο μού χαμογελάει. «Κι ίσως, αν θέλεις, να μου τα πεις αργά και καθαρά, γιατί τ’ αυτιά μου δε δουλεύουν και πολύ καλά». Ίσως να είναι κουφή, αλλά δε μιλάει με τα δάχτυλά της όπως οι κουφοί στην Τηλεόραση. «Ελήφθη», λέει ο άντρας-αστυνομία. «Έτοιμος;» λέει η Αξιωματικός Ο. Εμένα κοιτάζουν τα μάτια της. Κλείνω τα δικά μου και προσποιούμαι ότι μιλάω στη Μαμά, αυτό με κάνει γενναίο. «Κάναμε ένα κόλπο», λέω, πολύ σιγά σιγά, «εγώ και η Μαμά, προσποιηθήκαμε ότι


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

167

ήμουν άρρωστος και μετά ότι ήμουνα πεθαμένος αλλά για την ακρίβεια ξετύλιξα τον εαυτό μου και πήδηξα από το φορτηγό, μόνο που έπρεπε να πηδήξω στο πρώτο κόψιμο ταχύτητας αλλά δεν το κατάφερα». «Εντάξει. Και τι έγινε μετά;» Είναι η φωνή της Αξιωματικός Ο, ακριβώς δίπλα στο κεφάλι μου. Ακόμα δεν κοιτάζω, αλλιώς θα ξεχάσω την ιστορία. «Είχα ένα σημείωμα στο εσώρουχό μου αλλά εκείνος το εξαφάνισε. Έχω ακόμα το Δόντι». Βάζω το χέρι μου στην κάλτσα μου για να το βρω. Ανοίγω τα μάτια μου. «Μπορώ να το δω;» Προσπαθεί να μου πάρει το Δόντι, αλλά δεν την αφήνω. «Είναι από τη Μαμά». «Τη Μαμά σου που μου έλεγες; Αυτή είναι;» Νομίζω ότι ούτε το μυαλό της δουλεύει και τόσο καλά, όπως και τα αυτιά της, πώς θα μπορούσε η Μαμά να είναι Δόντι; Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Μονάχα ένα κομματάκι από το πεθαμένο φτύμα της που έπεσε». Η Αξιωματικός Ο κοιτάζει από κοντά το Δόντι και το πρόσωπό της γίνεται όλο σκληρό. Ο άντρας-αστυνομία κουνάει το κεφάλι του και λέει κάτι που δεν μπορώ ν’ ακούσω. «Τζακ», λέει η Αξιωματικός Ο, «μου είπες ότι υποτίθεται πως έπρεπε να πηδήξεις από το φορτηγό την πρώτη φορά που έκοψε ταχύτητα;» «Ναι, αλλά ήμουνα ακόμα στη Μοκέτα, μετά ξεφλούδισα την μπανάνα αλλά δεν ήμουνα αρκετά φοβαίος». Κοιτάζω την Αξιωματικός Ο και μιλάω την ίδια στιγμή. «Μετά όμως από το τρίτο σταμάτημα, το φορτηγό έκανε ιιιινννν…» «Τι έκανε;» «Πήγε…» Της δείχνω. «Σε αλλιώτικη μεριά». «Έστριψε». «Ναι, κι εγώ κοπανήθηκα, κι εκείνος, ο ΣαταΝίκ, βγήκε έξω όλος πολύ θυμωμένος και τότε ήταν που πήδηξα». «Μπίνγκο!» Η Αξιωματικός Ο χειροκροτά ενθουσιασμένη. «Τι;» λέει ο άντρας-αστυνομία. «Τρία στοπ και μια στροφή. Δεξιά ή αριστερή;» Περιμένει.


168

EMMA DONOGHUE

«Καλά, δεν πειράζει. Μπράβο, Τζακ, τα κατάφερες τέλεια». Κοιτάζει καλά καλά προς την κάτω μεριά του δρόμου και μετά έχει ένα πράγμα στο χέρι της σαν τηλέφωνο – από πού ήρθε αυτό; Κοιτάζει τη μικρή οθονίτσα και λέει: «Πες τους να διασταυρώσουν την ελλιπή πινακίδα με… δοκίμασε τη Λεωφόρο Κάρλινγκφορντ, και ίσως την Οδό Ουάσινγκτον…» Δε βλέπω τον Ράτζα και τον Ατζίτ και την Ναΐσα καθόλου πια, πουθενά. «Πήγε φυλακή το σκυλί;» «Όχι, όχι», λέει η Αξιωματικός Ο, «δεν ήταν παρά ένα ατύχημα». «Ελήφθη», λέει ο άντρας-αστυνομία στο τηλέφωνό του. Κουνάει το κεφάλι του στην Αξιωματικός Ο. Η Αξιωματικός Ο σηκώνεται πάνω. «Έι, ίσως ο Τζακ μπορεί να μας οδηγήσει στο σπίτι. Τι λες, Τζακ; Θα ήθελες να κάνεις μια βόλτα με περιπολικό;» Δεν μπορώ να σηκωθώ, η Αξιωματικός Ο τεντώνει το χέρι της προς το μέρος μου αλλά εγώ προσποιούμαι ότι δε βλέπω. Βάζω το ένα πόδι μου από κάτω, μετά το άλλο, και σηκώνομαι λιγάκι ζαλισμένος. Στο αυτοκίνητο σκαρφαλώνω και μπαίνω μέσα εκεί που είναι ανοιχτή η πόρτα. Και η Αξιωματικός Ο κάθεται πίσω επίσης και μου κουμπώνει κλικ τη ζώνη ασφαλείας, γίνομαι μικρός μικρός έτσι που το χέρι της να μην αγγίζει άλλο από την μπλε κουβέρτα. Το αυτοκίνητο προχωράει τώρα, όχι τόσο κροταλιστά σαν το φορτηγό, είναι απαλό και μουρμουριστό. Είναι λιγάκι σαν τον καναπέ στον πλανήτη της Τηλεόρασης με την κυρία με τα φουσκωτά μαλλιά να κάνει ερωτήσεις, μόνο που είναι η Αξιωματικός Ο. «Αυτό το δωμάτιο», λέει, «είναι μέσα σ’ ένα σπίτι χωρίς ορόφους ή υπάρχουν και σκαλιά;» «Δεν είναι σπίτι». Κοιτάζω το λαμπερό πραγματάκι στη μέση, είναι σαν τον Καθρέφτη αλλά μικρούτσικο. Βλέπω το πρόσωπο του άντρα-αστυνομία μέσα του, είναι ο οδηγός. Τα μάτια του με κοιτάζουν προς τα πίσω στον μικρούτσικο καθρέφτη, οπότε κοιτάζω κι εγώ έξω από το παράθυρο. Όλα γλιστράνε γρήγορα και με ζαλίζουν. Έχει φως που βγαίνει από το αυτοκίνητο και πέφτει στο δρόμο και βάφει από πάνω τα πάντα. Να άλλο ένα αυτοκίνητο, ένα άσπρο, σούπερ έξτρα γρήγορο, θα πέσει πάνω μας και… «Μη φοβάσαι»,


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

169

λέει η Αξιωματικός Ο. Όταν βγάζω τα χέρια μου από το πρόσωπό μου, το άλλο αυτοκίνητο έχει φύγει – μήπως το εξαφάνισε το περιπολικό; «Σου λέει τίποτα η περιοχή;» Δεν ξέρω τι είναι η περιοχή και δεν ακούω κανέναν απέξω να μιλάει και να μου λέει κάτι. Είναι όλο δέντρα και σπίτια και αυτοκίνητα σκοτεινά. Μαμά, Μαμά, Μαμά. Δεν την ακούω στο κεφάλι μου, δε μου μιλάει. Τα χέρια του τη σφίγγουν τόσο πάρα πολύ, πιο σφιχτότερα πιο σφιχτότερα πιο σφιχτότερα, η Μαμά δεν μπορεί να μιλήσει, δεν μπορεί να ανασάνει, δεν μπορεί τίποτα. Τα ζωντανά πράγματα λυγίζουν αλλά εκείνη λυγίζει λίγο κι ακόμα πιο πολύ κι ύστερα ακόμα πιο περισσότερο πολύ και στο τέλος… «Μήπως αυτός ο δρόμος μοιάζει καθόλου με το δρόμο σου;» ρωτάει η Αξιωματικός Ο. «Δεν έχω δρόμο». «Εννοώ το δρόμο από τον οποίο σε πήρε απόψε αυτός ο Νικ». «Δεν είδα το δρόμο». «Πώς είπες;» Κουράστηκα να λέω και να λέω. Η Αξιωματικός Ο κάνει τς τς τς με τη γλώσσα της. «Κανένα ημιφορτηγό, εκτός από εκείνο εκεί το μαύρο που περάσαμε», λέει ο άντρας-αστυνομία. «Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε». Το αυτοκίνητο σταματάει, λυπάμαι που τελείωσε η βόλτα. «Λες να πρόκειται για καμιά αίρεση;» λέει ο άντρας-αστυνομία. «Τα μακριά μαλλιά, η απουσία επωνύμων, η κατάσταση εκείνου του δοντιού…» Η Αξιωματικός Ο στραβώνει το στόμα της. «Για πες μου, Τζακ, έχει ήλιο εκεί όπου μένεις;» «Τώρα είναι νύχτα», της λέω. Δεν το πρόσεξε; «Την ημέρα, εννοώ. Από πού έρχεται το φως;» «Από τον Φεγγίτη». «Υπάρχει λοιπόν φεγγίτης. Τέλεια». «Λαμβάνω», λέει ο άντρας-αστυνομία στο τηλέφωνό του. Η Αξιωματικός Ο κοιτάζει ξανά τη λαμπερή οθονίτσα της. «Ο δορυφόρος δείχνει κάνα δυο σπίτια με φεγγίτες οροφής στην Κάρλινγκφορντ…»


170

EMMA DONOGHUE

«Το Δωμάτιο δεν είναι μέσα σε σπίτι», λέω ξανά. «Δυσκολεύομαι να καταλάβω, Τζακ. Μέσα σε τι είναι, αν δεν είναι σε σπίτι;» «Σε τίποτα. Το Δωμάτιο είναι μέσα». «Τότε, τι είναι απέξω του;» «Το Έξω». «Πες μου περισσότερα για το τι έχει έξω». «Πάντως, πρέπει να σε παραδεχτώ», λέει ο άντρας-αστυνομία. «Δεν εγκαταλείπεις με τίποτα». Εγώ είμαι αυτός που πρέπει να παραδεχτεί; «Έλα, Τζακ», λέει η Αξιωματικός Ο. «Πες μου τι έχει ακριβώς έξω απ’ αυτό το δωμάτιο». «Το Έξω», φωνάζω. Πρέπει να εξηγήσω γρήγορα για χατίρι της Μαμάς, περίμενέ με, Μαμά. «Έχει πράγματα για την ακρίβεια αληθινά όπως παγωτό και δέντρα και μαγαζιά και αεροπλάνα και αγροκτήματα και την αιώρα». Η Αξιωματικός Ο κάνει ναι με το κεφάλι της. Πρέπει να προσπαθήσω ακόμα πιο περισσότερο, δεν ξέρω πώς. «Αλλά είναι κλειδωμένα και δεν ξέρουμε τον κωδικό». «Θέλατε να ξεκλειδώσετε την πόρτα και να βγείτε έξω;» «Όπως η Αλίκη». «Η Αλίκη είναι φίλη σου;» Κάνω ναι με το κεφάλι. «Είναι στο βιβλίο». «Τώρα μάλιστα, τα πιάσαμε τα λεφτά μας – Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων!» λέει ο άντραςαστυνομία. Αυτό το ξέρω. Πώς όμως ο άντρας-αστυνομία διάβασε το βιβλίο μας αφού δεν ήταν ποτέ στο Δωμάτιο; Του λέω: «Θυμάσαι αυτό το κομμάτι που το κλάμα της φτιάχνει μια λίμνη;» «Πώς είπες;» Ο άντρας-αστυνομία με κοιτάζει προς τα πίσω στον μικρούτσικο καθρέφτη. «Θυμάσαι που φτιάχνει μια λίμνη με το κλάμα της;» «Η μαμά σου έκλαιγε;» ρωτάει η Αξιωματικός Ο. Οι Απέξω δεν καταλαβαίνουν τίποτα, αναρωτιέμαι μήπως βλέπουν πάρα πολλή Τηλεόραση. «Όχι, η Αλίκη. Θέλει πάντα να βγει στον κήπο, όπως κι εμείς». «Θέλατε κι εσείς να βγείτε στον κήπο;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

171

«Είναι πίσω κήπος, αλλά δεν ξέρουμε τον μυστικό κωδικό». «Αυτό το δωμάτιο που μας λες είναι κοντά στον πίσω κήπο;» με ρωτάει η Αξιωματικός Ο. Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. Η Αξιωματικός Ο τρίβει το πρόσωπό της. «Άκουσέ με προσεκτικά, Τζακ. Το δωμάτιο είναι κοντά σ’ έναν πίσω κήπο;» «Όχι κοντά». «Εντάξει». Μαμά, Μαμά, Μαμά. «Είναι γύρω γύρω». «Το δωμάτιο είναι μέσα στον πίσω κήπο;» «Ναι». Έκανα την Αξιωματικός Ο χαρούμενη, αλλά δεν ξέρω πώς. «Το βρήκαμε, το βρήκαμε», λέει κοιτάζοντας την οθονίτσα της και πατώντας κουμπιά, «ανεξάρτητα κτίσματα στο πίσω μέρος κατοικιών στις Κάρλινγκφορντ και Ουάσινγκτον…» «Με φεγγίτη», λέει ο άντρας-αστυνομία. «Ναι, ναι, με φεγγίτη οροφής…» «Τηλεόραση είναι αυτό;» ρωτάω. «Ε; Όχι, είναι μια φωτογραφία όλων αυτών των δρόμων. Η φωτογραφική μηχανή είναι ψηλά πάνω στο Διάστημα». «Στο Απώτερο Διάστημα;» «Ναι». «Πρώτο». Η φωνή της Αξιωματικός Ο γίνεται πολύ ενθουσιασμένη. «Τρία τέσσερα εννιά Ουάσινγκτον, αποθήκη στο πίσω μέρος, φωτισμένος φεγγίτης… Αυτό πρέπει να ’ναι». «Τρία τέσσερα εννιά Ουάσινγκτον», λέει ο άντρας-αστυνομία στο τηλέφωνό του. «Λαμβάνω». Κοιτάζει προς τα πίσω στον καθρέφτη. «Το όνομα του ιδιοκτήτη δεν ταιριάζει, αλλά είναι λευκός άνδρας, ημερομηνία γέννησης 10-12-1961…» «Όχημα;» «Λαμβάνω», λέει ξανά. Περιμένει. «Silverado, μοντέλο 2001, χρώματος καφέ, Κ 93 P 742». «Μπίνγκο», λέει η Αξιωματικός Ο. «Κατευθυνόμαστε στο σημείο», λέει ο άντρας-αστυνομία. «Αιτούμαι αμέσως ενίσχυσης στην Ουάσινγκτον τριακόσια σαράντα εννιά».


172

EMMA DONOGHUE

Το αυτοκίνητο γυρνάει όλο προς την άλλη μεριά. Μετά προχωράμε πιο γρηγορότερα, με στριφογυρίζει. Σταματάμε. Η Αξιωματικός Ο κοιτάζει έξω από το παράθυρο σ’ ένα σπίτι. «Δεν έχει φώτα», λέει. «Αυτός είναι στο Δωμάτιο, την κάνει να γίνει πεθαμένη», λέω, αλλά το κλάμα λιώνει τα λόγια μου έτσι που να μην μπορώ να τ’ ακούσω. Πίσω μας είναι ένα άλλο αυτοκίνητο ακριβώς το ίδιο σαν το δικό μας. Από μέσα του βγαίνουν κι άλλοι κόσμοι-αστυνομίες. «Περίμενε εδώ, Τζακ». Η Αξιωματικός Ο ανοίγει την πόρτα. «Εμείς πάμε να βρούμε τη μαμά σου». Τινάζομαι, αλλά το χέρι της με κάνει να μείνω στο αυτοκίνητο. «Κι εγώ», προσπαθώ να πω αλλά το μόνο που βγαίνει είναι δάκρυα. Η Αξιωματικός Ο έχει ένα μεγάλο φακό που τον ανάβει. «Θα μείνει μαζί σου ο συνάδελφος από δω…» Ένας κόσμος που δεν έχω ξαναδεί μπαίνει σπρωχτός μέσα. «Όχι!» «Δώσ’ του λίγο χώρο», λέει η Αξιωματικός Ο στον καινούργιο άντρα-αστυνομία. «Το καμινέτο», θυμάμαι, αλλά είναι πολύ αργά, η Αξιωματικός Ο έχει φύγει κιόλας. Ακούγεται ένα κρακ, και το πίσω μέρος του αυτοκινήτου πετάγεται κι ανοίγει το πορτ μπαγκάζ, έτσι λέγεται. Βάζω τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι μου για να μην μπει τίποτα μέσα, ούτε κόσμοι ούτε φώτα ούτε θόρυβοι ούτε μυρωδιές. Μην είσαι πεθαμένη, Μαμά, μην είσαι πεθαμένη μην είσαι πεθαμένη… Μετράω μέχρι το εκατό, όπως είπε να κάνω η Αξιωματικός Ο, αλλά δε γίνομαι πιο ηρεμότερος. Πάω ως το πεντακόσια, οι αριθμοί δεν κάνουν τίποτα. Η πλάτη μου τινάζεται και τρέμει, πρέπει να είναι από το που κρυώνω, πού έπεσε η κουβέρτα; Ένας τρομερός ήχος. Ο άντρας-αστυνομία στην μπροστινή μεριά φυσάει τη μύτη του. Σκάει ένα μικρούτσικο χαμόγελο και χώνει το χαρτομάντιλό του στη μύτη του, κοιτάζω αλλού. Κοιτάζω καλά καλά έξω από το παράθυρο στο σπίτι χωρίς φώτα. Ένα κομματάκι απ’ το σπίτι είναι ανοιχτό τώρα που δεν ήταν πριν, δε νομίζω, είναι το γκαράζ, ένα τεράστιο μαύρο τετράγωνο. Κοιτάζω


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

173

και κοιτάζω για εκατό διακόσιες ώρες, τα μάτια μου αρχίζουν να τσούζουν. Κάποιος βγαίνει απ’ το σκοτάδι αλλά είναι μια άλλη αστυνομία που δεν έχω ξαναδεί ποτέ. Μετά ένας κόσμος που είναι η Αξιωματικός Ο, και δίπλα της… Βροντάω κοπανάω κλοτσάω την πόρτα του αυτοκινήτου αλλά δεν ξέρω πώς, πρέπει να σπάσω το γυαλί αλλά δεν μπορώ, Μαμά Μαμά Μαμά Μαμά Μαμά Μαμά Μαμά Μαμά… Η Μαμά κάνει την πόρτα ν’ ανοίξει και πέφτω ο μισός έξω. Με πιάνει, με μαζεύει ολόκληρο στην αγκαλιά της. Είναι αυτή, για την ακρίβεια στ’ αλήθεια αυτή, κι είναι εκατό τοις εκατό ζωντανή. «Τα καταφέραμε», μου λέει, όταν είμαστε κι οι δυο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μαζί. «Ή, μάλλον, εσύ τα κατάφερες». Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Όλο θάλασσα έκανα το σχέδιο». «Μ’ έσωσες», λέει η Μαμά, φιλάει το μάτι μου και με κρατάει σφιχτά σφιχτά. «Ήταν αυτός εκεί;» «Όχι, μόνη μου ήμουνα και περίμενα, ήταν η πιο ατέλειωτη ώρα της ζωής μου. Κι ύστερα, η πόρτα άνοιξε με μια έκρηξη, και παραλίγο να σταματήσει η καρδιά μου». «Το καμινέτο!» «Όχι, χρησιμοποίησαν μια καραμπίνα». «Θέλω να δω την έκρηξη». «Ήταν μόνο για μια στιγμή. Αν θέλεις όμως να δεις έκρηξη, θα σε πάω να δεις κάποια άλλη. Σου το υπόσχομαι». Η Μαμά χαμογελάει. «Τώρα μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε». «Γιατί;» «Γιατί είμαστε ελεύθεροι». Είμαι ζαλισμένος, τα μάτια μου κλείνουν χωρίς εμένα. Είμαι τόσο νυσταγμένος που νομίζω ότι θα μου πέσει το κεφάλι. Η Μαμά ψιθυρίζει στο αυτί μου, λέει ότι πρέπει να μιλήσουμε λίγο ακόμα στην αστυνομία. Κουλουριάζομαι καλά καλά στην αγκαλιά της. «Θέλω να πάω στο Κρεβάτι», λέω. «Θα μας βρουν ένα μέρος να κοιμηθούμε, σε λιγάκι». «Όχι. Θέλω το Κρεβάτι».


174

EMMA DONOGHUE

«Στο Δωμάτιο εννοείς;» Η Μαμά τραβιέται προς τα πίσω, με κοιτάζει καλά καλά στα μάτια μου. «Ναι. Είδα τον κόσμο και τώρα κουράστηκα». «Ω, Τζακ», μου λέει. «Δε θα γυρίσουμε ποτέ εκεί». Το αυτοκίνητο αρχίζει να προχωράει κι εγώ κλαίω τόσο πολύ που δεν μπορώ να σταματήσω.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

175

ΜΕΤΑ Η Αξιωματικός Ο κάθεται στην μπρος θέση του αυτοκινήτου, φαίνεται αλλιώτικη ανάποδα. Γυρίζει προς το μέρος μου και μου χαμογελάει. «Φτάσαμε στο τμήμα», μου λέει. «Μπορείς να βγεις;» ρωτάει η Μαμά. «Θα σε πάρω αγκαλιά». Ανοίγει το αυτοκίνητο και κρύος αέρας πηδάει μέσα. Η Μαμά με τραβάει, με βάζει να σταθώ και χτυπάω το αυτί μου στο αυτοκίνητο. Προχωράει μ’ εμένα καθισμένο καβάλα στη μέση της, κρατιέμαι απ’ τους ώμους της. Είναι σκοτεινά αλλά έχει φώτα που ανάβουν γρήγορα γρήγορα σαν πυροτεχνήματα. «Όρνια», λέει η Αξιωματικός Ο. Πού είναι τα όρνια; «Όχι φωτογραφίες!» φωνάζει ο άντρας-αστυνομία. Ποιες φωτογραφίες; Εγώ δε βλέπω τίποτα όρνια, βλέπω κόσμους με πρόσωπα και με μηχανές που αναβοσβήνουν και με χοντρά μαύρα ραβδιά στα χέρια τους. Φωνάζουν, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι λένε. Η Αξιωματικός Ο προσπαθεί να μου σκεπάσει το κεφάλι με την κουβέρτα, αλλά εγώ την κατεβάζω. Η Μαμά τρέχει, τραντάζομαι ολόκληρος, είμαστε μέσα σ’ ένα κτίριο και είναι εκατό τοις εκατό φωτεινά οπότε βάζω το χέρι μου πάνω στα μάτια μου. Το πάτωμα είναι όλο πολύ σκληρογυαλιστερό όχι σαν το Πάτωμα, οι τοίχοι είναι γαλάζιοι και πιο περισσότεροι, η φασαρία είναι πολύ δυνατή. Υπάρχουν παντού κόσμοι αλλά δεν είναι φίλοι μου. Βλέπω ένα πράγμα σαν διαστημόπλοιο με όλα τα φώτα του αναμμένα με πράγματα μέσα στα μικρά τετραγωνάκια του όπως φουσκωτές χρωματιστές σακούλες, μάλλον με πατατάκια, και σοκολάτες,


176

EMMA DONOGHUE

πηγαίνω να δω και προσπαθώ να αγγίξω, αλλά είναι κλειδωμένα μέσα στο γυαλί. Η Μαμά με τραβάει απ’ το χέρι. «Από δω», λέει η Αξιωματικός Ο. «Όχι, εδώ περάστε…» Είμαστε σ’ ένα δωμάτιο που είναι πιο ησυχότερα. Ένας τεράστιος φαρδύς άντρας λέει: «Ζητώ συγγνώμη για την παρουσία του Τύπου. Έχουμε αναβαθμίσει την ασύρματη επικοινωνία μας στο ψηφιακό σύστημα, τώρα όμως χρησιμοποιούν όλοι τους αυτούς τους καινούργιους σαρωτές εντοπισμού και, όπως καταλαβαίνετε…» Τεντώνει το χέρι του. Η Μαμά με αφήνει να πατήσω στο πάτωμα και κουνάει πάνω κάτω το χέρι του άντρα όπως κάνουν οι κόσμοι στην Τηλεόραση. «Κι εσύ, νεαρέ μου κύριε, έμαθα ότι φάνηκες πολύ γενναίος». Εμένα κοιτάζει. Δε με ξέρει, όμως, και γιατί με λέει κύριο; Η Μαμά κάθεται σε μια καρέκλα που δεν είναι από τις δικές μας και με παίρνει στην αγκαλιά της. Προσπαθώ να μας κουνήσω αλλά η καρέκλα δεν είναι Κουνιστή. Όλα είναι λάθος. «Λοιπόν», λέει ο φαρδύς άντρας, «καταλαβαίνω ότι είναι αργά και ότι ο γιος σας έχει κάποιες εκδορές που χρειάζονται φροντίδα, αλλά μην ανησυχείτε γι’ αυτό. Το προσωπικό της Κλινικής Κάμπερλαντ έχει ήδη ειδοποιηθεί και σας περιμένει, πρόκειται για μια εξαιρετική μονάδα». «Τι είδους μονάδα;» «Εεε… ψυχιατρική». «Μα δεν είμαστε…» Ο άντρας την κόβει. «Οι ειδικοί εκεί θα σας παράσχουν την κατάλληλη φροντίδα, με απόλυτη διακριτικότητα. Προς το παρόν, ωστόσο, προέχει η κατάθεσή σας, η οποία θα σας παρακαλούσα να είναι όσο το δυνατόν πιο λεπτομερής». Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. «Όπως κατανοείτε και η ίδια, κάποιες από τις ερωτήσεις μου ενδέχεται να σας δημιουργήσουν ταραχή. Θα θέλατε να μείνει μαζί μας η Αξιωματικός Ο;» «Δε με πειράζει… όχι, δεν υπάρχει λόγος», λέει η Μαμά, και μετά χασμουριέται. «Ο γιος σας πέρασε πολλά απόψε, και ίσως θα έπρεπε να περιμένει έξω όσο εμείς καλύπτουμε το θέμα της… εε…»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

177

Μα αφού είμαστε ήδη στο Έξω. «Δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει η Μαμά, τυλίγοντάς με καλά καλά με την μπλε κουβέρτα. «Μην την κλείσετε», λέει πολύ γρήγορα στην Αξιωματικός Ο που τώρα ανοίγει την πόρτα για να βγει έξω. «Όπως θέλετε», λέει εκείνη και κάνει την πόρτα να μείνει μισοανοιχτή. Η Μαμά μιλάει στον τεράστιο άντρα, που τη φωνάζει με το ένα από τα άλλα της ονόματα. Εγώ κοιτάζω τους τοίχους, το χρώμα τους μοιάζει με κρέμα, δηλαδή σαν καθόλου χρώμα. Έχουν πάνω τους κορνίζες με πολλές λέξεις μέσα, και μία με έναν αετό που λέει Ο Ουρανός Δεν Είναι Όριο. Κάποιος περνάει έξω από την πόρτα, τινάζομαι. Μακάρι να ήταν κλειστή. Θέλω να πιω λίγο, το θέλω τόσο πάρα πολύ. Η Μαμά τραβάει ξανά το φανελάκι της ως κάτω στο παντελόνι της. «Όχι ακόμα», μου ψιθυρίζει. «Τώρα μιλάω στον αρχηγό». «Και αυτό συνέβη… μήπως θυμάστε την ακριβή ημερομηνία;» ρωτάει ο Αρχηγός τη Μαμά. Εκείνη κάνει όχι με το κεφάλι. «Πάντως, ήταν τέλος Ιανουαρίου. Θυμάμαι ότι είχαν περάσει μόλις δύο εβδομάδες από την έναρξη των μαθημάτων μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων…» Ακόμα διψάω. Σηκώνω ξανά το φανελάκι της, κι αυτή τη φορά η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της και με αφήνει, με κουλουριάζει σφιχτά πάνω στο στήθος της. «Μήπως… εεε… θα προτιμούσατε να…;» ρωτάει ο Αρχηγός. «Όχι, ας συνεχίσουμε», λέει η Μαμά. Είναι το δεξί, δεν έχει πολύ, αλλά δε θέλω να κατεβώ και ν’ αλλάξω μεριές γιατί η Μαμά μπορεί να πει φτάνει τώρα και δε φτάνει. Η Μαμά μιλάει εκατομμύρια ώρες για το Δωμάτιο και τον ΣαταΝίκ και όλα αυτά, είμαι πολύ κουρασμένος για άκουσμα. Μία άνθρωπος-γυναίκα μπαίνει μέσα και λέει κάτι στον Αρχηγό. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ρωτάει η Μαμά. «Όχι, όχι», λέει ο Αρχηγός. «Τότε γιατί μας κοιτάζει έτσι αυτή;» Το χέρι της τυλίγεται πιο σφιχτότερα γύρω μου. «Σας πειράζει που θηλάζω το γιο μου, κυρία μου;»


178

EMMA DONOGHUE

Ίσως στο Έξω να μην ξέρουν ότι πίνω λίγο, ίσως να είναι μυστικό. Η Μαμά και ο Αρχηγός μιλάνε κι άλλο πολύ. Είμαι σχεδόν εκτός, αλλά έχει πολλά φώτα και δεν μπορώ να βολευτώ. «Τι είναι;» με ρωτάει η Μαμά. «Δε γίνεται να μη γυρίσουμε στο Δωμάτιο», της λέω. «Πρέπει να πάω Τουαλέτα». «Έχουν κι εδώ τουαλέτες». Ο Αρχηγός μάς δείχνει πού να πάμε. Περνάμε από την καταπληκτική μηχανή και αγγίζω το τζάμι σχεδόν πάνω στις σοκολάτες. Μακάρι να ήξερα τον κωδικό για να τις ελευθέρωνα έξω. Υπάρχουν μία δύο τρεις τέσσερις τουαλέτες, η καθεμιά σ’ ένα μικρό δωμάτιο μέσα σ’ ένα μεγαλύτερο δωμάτιο με τέσσερις νεροχύτες και όλο καθρέφτες. Είναι αλήθεια, οι τουαλέτες στο Έξω έχουν όλες καπάκια στα ντεπόζιτά τους, δεν μπορώ να κοιτάξω μέσα. Όταν η Μαμά κάνει τσίσα της και σηκώνεται, ακούγεται ένα φοβερό μουγκρητό, κλαίω. «Μη φοβάσαι», μου λέει, σκουπίζοντας το πρόσωπό μου με τα ίσια των χεριών της, «είναι το αυτόματο καζανάκι. Κοίτα, η τουαλέτα βλέπει μ’ αυτό το ματάκι ότι έχουμε τελειώσει, και τραβάει μόνη της το καζανάκι. Έξυπνο, ε;» Δε μ’ αρέσει να κοιτάνε έξυπνες τουαλέτες τους ποπούς μας. Η Μαμά με βοηθάει να βγάλω το εσώρουχό μου. «Έκανα λίγα κακά κατά λάθος όταν με κουβάλησε ο ΣαταΝίκ», της λέω. «Μην ανησυχείς γι’ αυτό», λέει και κάνει κάτι παράξενο, πετάει το εσώρουχό μου σ’ ένα με σκουπίδια. «Μα…» «Δεν το χρειάζεσαι πια, θα σου πάρουμε καινούργια». «Για Κυριακάτικο Δώρο;» «Όχι, όποια μέρα θέλουμε». Παράξενο αυτό. Θα προτιμούσα Κυριακή. Οι βρύσες είναι σαν τις αληθινές στο Δωμάτιο, αλλά με λάθος σχήμα. Η Μαμά ανοίγει μία, βρέχει χαρτί και σκουπίζει τα πόδια και τον ποπό μου. Βάζει τα χέρια της κάτω από ένα μηχάνημα και τότε ζεστός αέρας ξεφυσάσει, όπως οι εξαερισμοί μας αλλά πιο ζεστότερα και ξανά με πολύ θόρυβο. «Κοίτα, είναι στεγνωτήρας χεριών. Θέλεις να δοκιμάσεις;» Η Μαμά μού χαμογελάει, αλλά είμαι πολύ κουρα-


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

179

σμένος για χαμογέλασμα. «Καλά, σκούπισε τα χέρια σου στο φανελάκι σου». Μετά τυλίγει γύρω μου την μπλε κουβέρτα και βγαίνουμε ξανά έξω. Θέλω να κοιτάξω το μηχάνημα που όλα τα κουτάκια και οι σακούλες και οι σοκολάτες είναι φυλακή. Η Μαμά όμως με τραβάει ξανά στο δωμάτιο που είναι ο Αρχηγός για περισσότερο μίλημα. Μετά από εκατό διακόσιες ώρες, η Μαμά με βάζει να σταθώ, τα γόνατά μου λυγίζουν. Ο ύπνος όχι στο Δωμάτιο με κάνει άρρωστο. Πηγαίνουμε σε κάτι σαν νοσοκομείο – αυτό δεν ήταν στο παλιό Σχέδιο Α, Άρρωστος, Φορτηγό, Νοσοκομείο; Τώρα η Μαμά είναι κι αυτή τυλιγμένη με μπλε κουβέρτα, νομίζω ότι είναι αυτή που είχα εγώ αλλά αυτή είναι ακόμα πάνω μου, οπότε η δική της πρέπει να είναι μία αλλιώτικη. Το περιπολικό μοιάζει ίδιο αυτοκίνητο, αλλά δεν ξέρω, τα πράγματα στο Έξω είναι πονηρά. Σκοντάφτω στο δρόμο και σχεδόν πέφτω αλλά η Μαμά με αρπάζει. Μπαίνουμε στο περιπολικό και αρχίζουμε να προχωράμε. Όταν βλέπω ένα αυτοκίνητο να έρχεται, κλείνω σφιχτά τα μάτια μου κάθε φορά. «Είναι στην άλλη μεριά, ξέρεις», λέει η Μαμά. «Ποια άλλη μεριά;» «Βλέπεις αυτή τη γραμμή στη μέση; Τα αυτοκίνητα πρέπει να μένουν από τη μία μεριά της, κι εμείς μένουμε στη δική μας για να μην τρακάρουμε με τους απέναντι». Ξαφνικά κάνουμε στοπ. Το αυτοκίνητο ανοίγει και ένας άνθρωπος χωρίς πρόσωπο κοιτάζει μέσα. Ουρλιάζω. «Τζακ, Τζακ», λέει η Μαμά. «Είναι ζόμπι». Κρατάω το πρόσωπό μου χωμένο στην κοιλιά της. «Είμαι ο δόκτωρ Κλέι. Καλωσορίσατε στην Κάμπερλαντ», λέει ο χωρίς πρόσωπο με την πιο βαθιά βροντερότερη φωνή που υπάρχει. «Η μάσκα είναι απλώς για τη δική σας προφύλαξη. Θέλεις να δεις τι έχει από κάτω;» Νομίζω ότι αυτό το τελευταίο το λέει σε μένα. Τραβάει το άσπρο κομμάτι και ένας άνθρωπος-άντρας φαίνεται να χαμογελάει, ένα σούπερ έξτρα καφέ πρόσωπο με το πιο μικρούτσικο τρίγωνο μαύρο πιγούνι. Ο Δόκτωρ Κλέι ξανακατεβάζει τη μάσκα σναπ στη θέση της. Τώρα το μίλημά του έρχεται μέσα από το άσπρο. «Ορίστε, μία για


180

EMMA DONOGHUE

τον καθένα σας». Η Μαμά παίρνει τις μάσκες. «Είναι απαραίτητο;» «Σκεφτείτε μόνο με πόσα από αυτά που κυκλοφορούν δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή ο γιος σας». «Εντάξει». Η Μαμά βάζει μια μάσκα στο πρόσωπό της και μία σε μένα, με σκοινάκια στα αυτιά μου. Δε μ’ αρέσει έτσι που με πατάει. «Εγώ δε βλέπω κανένα απ’ αυτά που λέει ότι κυκλοφορούν», ψιθυρίζω στη Μαμά. «Εννοεί μικρόβια», μου εξηγεί. Νόμιζα ότι τα μικρόβια ήταν μόνο στο Δωμάτιο, δεν ήξερα ότι είναι κι ο κόσμος γεμάτος από δαύτα. Προχωράμε μέσα σ’ ένα μεγάλο όλο φώτα κτίριο, νομίζω ότι είναι το Τμήμα αλλά πάλι δεν είναι. Υπάρχει μία άνθρωπος-γυναίκα που λέγεται Γραφείο Υποδοχής Ασθενών και που χτυπάει κάτι πλήκτρα σ’ ένα – ξέρω, είναι ένα κομπιούτερ, όπως στην Τηλεόραση. Όλοι εδώ μοιάζουν με τους κόσμους στον ιατρικό πλανήτη, πρέπει να θυμάμαι συνέχεια ότι είναι για την ακρίβεια αληθινοί. Βλέπω το πιο σούπερ έξτρα πρώτο πράγμα, είναι ένα τεράστιο τζάμι με γωνίες αλλά αντί για κουτάκια και σοκολάτες έχει ζωντανά ψάρια που κολυμπάνε και κρύβονται με πέτρες. Τραβάω το χέρι της Μαμάς αλλά αυτή δεν έρχεται, μιλάει ακόμα στη γυναίκα-Υποδοχής Ασθενών που έχει κι αυτή ένα όνομα στην πινακίδα της, είναι Πιλάρ. «Άκου, Τζακ», λέει ο Δόκτωρ Κλέι, λυγίζοντας κάτω τα πόδια του έτσι που να μοιάζει με βάτραχο-γίγαντα – γιατί το κάνει αυτό; Το κεφάλι του είναι σχεδόν δίπλα στο δικό μου, τα μαλλιά του είναι μόνο αφρός, ένα τέταρτο περίπου της ίντσας μακριά. Δεν έχει πια τη μάσκα του, τώρα είμαστε μόνο εγώ και η Μαμά με μάσκα. «Πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στη μαμά σου, σ’ εκείνο εκεί το δωμάτιο απέναντι. Εντάξει;» Σε μένα τα λέει. Μα… αφού δεν της έριξε ήδη μια ματιά; Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι. «Ο Τζακ δε φεύγει από κοντά μου». «Πολύ φοβάμαι ότι η δόκτωρ Κέντρικ –η παθολόγος της βάρδιας– θα ξεκινήσει αμέσως την ιατροδικαστική εξέταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η δειγματοληψία βιολογικού υλικού – αίμα, ούρα, μαλλιά, νύχια, στοματικό, κολπικό και πρωκτικό επίχρισμα…»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

181

Η Μαμά τον κοιτάζει καλά καλά. Ξεφυσάει την ανάσα της. «Εκεί μέσα θα είμαι», μου λέει δείχνοντας μια πόρτα, «και θα σε ακούσω αν με φωνάξεις. Εντάξει;» «Όχι εντάξει». «Σε παρακαλώ. Ήσουνα τόσο γενναίος ΤζάκερΤζακ, μονάχα λίγο ακόμα, σύμφωνοι;» Αρπάζομαι από πάνω της. «Χμ… Μήπως να έρθει μέσα, και να βάλουμε ένα παραβάν;» λέει η Δόκτωρ Κέντρικ. Τα μαλλιά της έχουν το χρώμα της κρέμας και είναι τυλιγμένα ψηλά στο κεφάλι της. «Όπως κάνουν στην Τηλεόραση, στον ιατρικό πλανήτη;» ψιθυρίζω στη Μαμά. «Θα μας βάλουν να τον δούμε; Αλλά έχουν κι εδώ μέσα Τηλεόραση, να εκεί». Είναι πολύ πιο μεγαλύτερη από εκείνη στο Δωμάτιο, δείχνει χορό, και τα χρώματα είναι πολύ πιο θαμπωτικά. «Για την ακρίβεια… όχι», λέει η Μαμά. «Ίσως είναι προτιμότερο να μείνει εδώ, στην Υποδοχή, και να δει τηλεόραση. Θα ξεχαστεί καλύτερα έτσι». Η γυναίκα-Πιλάρ είναι πίσω από τον πάγκο της και μιλάει στο τηλέφωνο. Μου χαμογελάει, αλλά κάνω ότι δεν το βλέπω. Έχει πολλές καρέκλες, η Μαμά διαλέγει μία για μένα. Την κοιτάζω να φεύγει με τους γιατρούς. Σφίγγω γερά τα χερούλια της καρέκλας για να με σταματήσω από το να τρέξω πίσω της. Ο πλανήτης άλλαξε σ’ έναν αγώνα φούτμπολ με κόσμους με τεράστιους ώμους και κράνη. Αναρωτιέμαι αν ο αγώνας γίνεται για την ακρίβεια αληθινά ή αν είναι μόνο εικόνες. Κοιτάζω το τζάμι με τα ψάρια αλλά είναι πολύ μακριά, δεν μπορώ να δω τα ψάρια αλλά πρέπει να είναι ακόμα εκεί, αφού δεν μπορούν να περπατήσουν. Η πόρτα που πήγε η Μαμά είναι λιγάκι πιο πέρα, νομίζω ότι ακούω τη φωνή της. Γιατί της παίρνουν το αίμα και τα τσίσα και τα νύχια της; Είναι ακόμα εκεί, παρόλο που εγώ δεν τη βλέπω, όπως όταν ήταν συνέχεια στο Δωμάτιο όταν εγώ έκανα τη Μεγάλη Απόδρασή μας. Ο ΣαταΝίκ έφυγε ζουμ ζουμ με το φορτηγό του, τώρα δεν είναι στο Δωμάτιο και δεν είναι στο Έξω, δεν τον βλέπω στην Τηλεόραση. Το κεφάλι μου κοντεύει να σπάσει από την πολλή αναρώτηση. Σιχαίνομαι το πώς με πατάει η μάσκα, τη βάζω στο κεφάλι μου, έχει ένα σκληρό κομμάτι με σύρμα μέσα, νομίζω. Κρατάει τα μαλλιά


182

EMMA DONOGHUE

μου να μη μου πέφτουν στα μάτια. Τώρα έχει τανκς σε μια πόλη που είναι όλη σπασμένη σε κομματάκια, ένας άνθρωπος-γέρος κλαίει. Η Μαμά είναι πολλή ώρα στο άλλο δωμάτιο – μήπως την πονάνε; Η γυναίκα-Πιλάρ μιλάει ακόμα στο τηλέφωνο. Ένας άλλος πλανήτης τώρα, με άντρες σ’ ένα σούπερ έξτρα τεράστιο δωμάτιο, όλοι με σακάκια, μου φαίνεται σαν να μαλώνουν. Μιλάνε για ώρες και ώρες. Μετά, αλλάζει πάλι, και να η Μαμά που κουβαλάει κάποιον και είμαι εγώ. Τινάζομαι πάνω και πηγαίνω μπροστά στην οθόνη. Υπάρχει ένας εγώ όπως στον Καθρέφτη, μόνο που είμαι πολύ πιο μικρούτσικος. Οι λέξεις που γλιστράνε από κάτω λένε: ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ. Μια άνθρωπος-γυναίκα μιλάει αλλά δεν μπορώ να τη δω: «…μονήρης εργένης είχε μετατρέψει την αποθήκη του κήπου του σε ένα απόρθητο, τελευταίας τεχνολογίας μπουντρούμι. Τα θύματα του τυράννου έχουν μία απόκοσμη ωχρότητα και εμφανίζονται στα όρια της κατατονίας μετά τον πολύχρονο εφιάλτη του εγκλεισμού τους». Εκεί είναι που η Αξιωματικός Ο προσπαθεί να μου σκεπάσει το κεφάλι με την κουβέρτα κι εγώ δεν την αφήνω. Η αόρατη φωνή λέει: «Βλέπουμε εδώ το υποσιτισμένο αγόρι, ανίκανο να βαδίσει, να αντιδρά με σπασμωδικές κινήσεις στις προσπάθειες προσέγγισης ενός από τους διασώστες του». «Μαμά», φωνάζω. Δεν έρχεται, αλλά την ακούω να φωνάζει: «Δυο λεπτά ακόμα, και βγαίνω». «Εμείς είμαστε! Εμείς στην τηλεόραση!» Αλλά η τηλεόραση έσβησε. Η Πιλάρ στέκεται όρθια και τη σημαδεύει μ’ ένα χειριστήριο και με κοιτάζει καλά καλά. Ο Δόκτωρ Κλέι βγαίνει έξω, λέει θυμωμένα πράγματα στην Πιλάρ. «Άνοιξέ την πάλι», λέω. «Έχει εμάς, θέλω να μας δω». «Λυπάμαι πάρα μα πάρα πολύ…» λέει η Πιλάρ. «Θέλεις να έρθεις τώρα στη μαμά σου, Τζακ;» Ο Δόκτωρ Κλέι απλώνει το χέρι του, έχει ένα παράξενο άσπρο πλαστικό πάνω του. Δεν αγγίζω. «Μην ξεχνάς ότι πρέπει να φοράς τη μάσκα σου». Τη βάζω πάνω από τη μύτη μου. Περπατάω πίσω του, όχι πολύ κοντά. Η Μαμά κάθεται σ’ ένα ψηλό, μικρό κρεβάτι μ’ ένα φόρεμα


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

183

φτιαγμένο από χαρτί και κομμένο στο πίσω μέρος. Οι κόσμοι στο Έξω φοράνε περίεργα πράγματα. «Έπρεπε να δώσω τα πραγματικά μου ρούχα για να τα εξετάσουν». Είναι η φωνή της, μόνο που δεν μπορώ να δω από πού βγαίνει κάτω από τη μάσκα. Σκαρφαλώνω στην αγκαλιά της όλο τσαλακωτά. «Μας είδα στην Τηλεόραση». «Το έμαθα. Πώς ήμασταν;» «Μικροί». Τραβάω το φόρεμά της αλλά δεν έχει από πού να μπω. «Όχι τώρα». Αντί γι’ αυτό, μου δίνει ένα φιλί στο πλάι του ματιού μου αλλά δεν είναι φιλί αυτό που θέλω. «Λέγατε λοιπόν…» Εγώ δε λέγαμε τίποτα. «Για τον καρπό σας, ναι», λέει η Δόκτωρ Κέντρικ. «Μάλλον θα χρειαστεί να τον σπάσουμε ξανά κάποια στιγμή». «Όχι!» «Σσσς, σώπα, μη φοβάσαι», μου λέει η Μαμά. «Η μαμά σου θα κοιμάται όταν θα γίνει αυτό», λέει η Δόκτωρ Κέντρικ κοιτάζοντας εμένα. «Ο χειρουργός θα της βάλει μια μεταλλική καρφίτσα για να βοηθήσει την άρθρωση να λειτουργήσει καλύτερα». «Όπως στους κυβερνο-οργανισμούς;» «Τι είναι αυτό;» ρωτάει η Δόκτωρ Κέντρικ. «Ναι, λιγάκι όπως στους κυβερνο-οργανισμούς», λέει η Μαμά χαμογελώντας μου. «Προς το παρόν, όμως, θεωρώ ότι βασική προτεραιότητά μας πρέπει να είναι η οδοντιατρική φροντίδα», λέει η γυναίκα-γιατρός. «Σε πρώτη φάση, θα σας δώσω αντιβίωση, καθώς και δυνατά αναλγητικά…» Το χασμουρητό μου είναι λιονταρίσιο. «Ξέρω», λέει η Μαμά. «Θα έπρεπε να κοιμάσαι εδώ και ώρες». «Να κάνω μια γρήγορη πρώτη εξέταση στον Τζακ;» λέει η Δόκτωρ Κέντρικ. «Είπα ήδη όχι». Ναι, αλλά αν την έκανε, μπορεί να έδινε και σε μένα κάτι, όπως έδωσε στη Μαμά αντιβίωση. «Θα μου δώσει παιχνίδι;» ψιθυρίζω στη Μαμά.


184

EMMA DONOGHUE

«Είναι περιττό», λέει η Μαμά στη Δόκτωρ Κέντρικ. «Πιστέψτε με, σας το εγγυώμαι προσωπικά». «Απλώς, σε περιπτώσεις σαν τη δική σας, ακολουθούμε πιστά το πρωτόκολλο», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Να υποθέσω, δηλαδή, ότι σας τυχαίνουν συνέχεια “περιπτώσεις σαν τη δική μας”;» Η Μαμά είναι θυμωμένη, το ακούω. Ο Δόκτωρ κάνει όχι με το κεφάλι. «Άλλες τραυματικές καταστάσεις, ναι. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, πρώτη φορά ερχόμαστε αντιμέτωποι με τέτοιο περιστατικό. Γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό να αποκτήσουμε μία ορθή αντίληψη της κατάστασης, έτσι ώστε να μπορέσουμε να παράσχουμε και στους δυο σας την κατάλληλη περίθαλψη». «Ο Τζακ δε χρειάζεται περίθαλψη, ύπνο χρειάζεται». Η Μαμά μιλάει μέσα από τα δόντια της. «Δεν τον άφησα ποτέ από τα μάτια μου και δεν του συνέβη απολύτως τίποτα, τίποτε απ’ αυτά που υπονοείτε, θέλω να πω». Οι γιατροί κοιτάζουν ο ένας τον άλλο και μετά η Δόκτωρ Κέντρικ λέει: «Δεν εννοούσα…» «Όλ’ αυτά τα χρόνια… τον κράτησα ασφαλή». «Απ’ ό,τι φαίνεται, το καταφέρατε», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Και με το παραπάνω». Τώρα το πρόσωπο της Μαμάς είναι γεμάτο δάκρυα, όλο σκούρα στην άκρη της μάσκας της. Γιατί την κάνουν να κλαίει; «Κι απόψε… αυτά που έπρεπε να περάσει… κοιμάται όρθιος…» Δεν κοιμάμαι. «Καταλαβαίνω απόλυτα», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Ύψος και βάρος μόνο, και μετά η δόκτωρ Κέντρικ θα φροντίσει τις εκδορές του. Πώς σας φαίνεται αυτό;» Μετά από μια στιγμή, η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. Δε θέλω να με αγγίξει η Δόκτωρ Κέντρικ, αλλά δε με πειράζει να ανεβώ στη μηχανή που δείχνει το βαρύ μου – όταν γέρνω στον τοίχο κατά λάθος, η Μαμά με ισιώνει. Μετά στέκομαι πάνω στους αριθμούς, όπως κάναμε στο δίπλα στην Πόρτα, αλλά εδώ έχει πιο πολλούς και οι γραμμές είναι πιο ίσιες. «Μπράβο, Τζακ, είσαι καταπληκτικός», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. Η Δόκτωρ Κέντρικ σημειώνει πολλά πράγματα. Σημαδεύει με μηχανήματα τα μάτια και τα αυτιά και το στόμα μου. «Όλα φαίνονται


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

185

πεντακάθαρα». «Πλένουμε τα δόντια μας όλες τις φορές που τρώμε». «Πώς είπες;» «Πιο αργά και πιο δυνατά», μου λέει η Μαμά. «Πλένουμε τα δόντια μας μετά από κάθε φαγητό». «Μακάρι όλοι οι ασθενείς μου να φρόντιζαν έτσι τον εαυτό τους», λέει η Δόκτωρ Κέντρικ. Η Μαμά με βοηθάει να βγάλω το φανελάκι μου, βγαίνει μαζί και η μάσκα μου αλλά την ξαναφοράω. Η Δόκτωρ Κέντρικ με βάζει να κουνήσω όλα μου τα κομμάτια. Λέει ότι οι γοφοί μου είναι εξαιρετικοί, αλλά ότι ίσως δε θα έβλαπτε κάποια στιγμή μια μέτρηση οστικής πυκνότητας – είναι ένα είδος ακτινογραφίας. Υπάρχουν γδαρμένα σημάδια μέσα στα χέρια μου και στα πόδια μου από τότε που πήδηξα από το φορτηγό. Το δεξί μου γόνατο έχει όλο ξεραμένο αίμα. Τινάζομαι όταν η Δόκτωρ Κέντρικ το αγγίζει. «Συγγνώμη», λέει. Είμαι πάνω στην κοιλίτσα της Μαμάς, το χαρτί έχει κατατσαλακωθεί. «Θα πηδήξουν μικρόβια μέσα στην τρύπα και θα πεθάνω». «Μην ανησυχείς», λέει η Δόκτωρ Κέντρικ. «Έχω ένα ειδικό φάρμακο που θα τα εξαφανίσει όλα». Το φάρμακο τσούζει. Βάζει και στο δαγκωμένο δάχτυλό μου επίσης, στο αριστερό χέρι, εκεί που το σκυλί ήπιε το αίμα μου. Μετά, βάζει κάτι στο γόνατό μου, είναι σαν κολλητικό σελοτέιπ αλλά με φατσούλες πάνω του, είναι η Ντόρα και ο Μπουτς που με χαιρετάνε. «Ω, ω!» «Σε πονάει;» «Καλύτερο δώρο δε θα μπορούσατε να του κάνετε», λέει η Μαμά στη Δόκτωρ Κέντρικ. «Οπαδός της Ντόρας κι εσύ;» λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Ο ανιψιός και η ανιψιά μου επίσης». Τα δόντια του χαμογελάνε σαν χιόνι. Η Δόκτωρ Κέντρικ βάζει άλλο ένα Ντόρα και Μπουτς στο δάχτυλό μου, είναι σφιχτό. Το Δόντι είναι ακόμα ασφαλισμένο στο κάτω μέρος του πλαϊνού της δεξιάς κάλτσας μου. Όταν ξαναβάζω το φανελάκι και την κουβέρτα μου, οι γιατροί μιλάνε όλο σιγανά, μετά ο Δόκτωρ Κλέι ρωτάει: «Ξέρεις τι είναι η σύριγγα, Τζακ;»


186

EMMA DONOGHUE

Η Μαμά βογκάει. «Α, μα ελάτε τώρα!» «Αν του πάρουμε τώρα αίμα, αύριο το πρωί θα έχουμε από το εργαστήριο μια πλήρη ανάλυση: δείκτες λοιμώξεων, τροφικής ανεπάρκειας… Όλα αυτά είναι στοιχεία που θα μπορέσουμε να προσκομίσουμε στο δικαστήριο, πάνω απ’ όλα, όμως, αντικειμενικές ενδείξεις που θα μας βοηθήσουν να προσδιορίσουμε άμεσα τι χρειάζεται ο Τζακ». Η Μαμά με κοιτάζει. «Μπορείς να είσαι σούπερ ήρωας για ακόμα ένα λεπτό και ν’ αφήσεις τη δόκτορα Κέντρικ να σου τσιμπήσει λίγο το μπράτσο;» «Όχι». Τα κρύβω και τα δυο κάτω από την κουβέρτα. «Παρακαλώ». Εκείνη μπορεί να παρακαλάει, εμένα όμως μου τελείωσε όλο μου το γενναίο. «Μόνο τόσο θέλω», λέει η Δόκτωρ Κέντρικ, σηκώνοντας ψηλά ένα μπουκαλάκι. «Και μετά, μπορείς να έχεις… Τι θα του άρεσε;» ρωτάει τη Μαμά. «Να πάω στο Κρεβάτι». «Εννοεί σαν δώρο», μου λέει η Μαμά. «Κέικ, ας πούμε, ή κάτι τέτοιο». «Χμ, δε νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε κέικ αυτή τη στιγμή, η κουζίνα έχει κλείσει», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Τι θα ’λεγες για ένα ζαχαρωτό;» Η Πιλάρ φέρνει ένα βάζο γεμάτο με γλειφιτζούρια, αυτά λοιπόν είναι τα ζαχαρωτά. «Έλα, διάλεξε ένα», λέει η Μαμά. Αλλά είναι τόσο πολλά, είναι κίτρινα και πράσινα και κόκκινα και μπλε και πορτοκαλιά. Είναι όλα ίσιοι κύκλοι όχι μπαλάκια όπως εκείνο από τον ΣαταΝίκ που η Μαμά πέταξε στα Σκουπίδια αλλά εγώ το έφαγα έτσι κι αλλιώς. Η Μαμά διαλέγει για μένα, είναι ένα κόκκινο αλλά κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου γιατί αυτό από εκείνον ήταν κόκκινο και νομίζω ότι θα βάλω πάλι τα κλάματα. Η Μαμά διαλέγει ένα πράσινο. Η Πιλάρ βγάζει το πλαστικό. Ο Δόκτωρ Κλέι μπήγει τη βελόνα μέσα στον αγκώνα μου κι εγώ ουρλιάζω και προσπαθώ να ξεφύγω αλλά η Μαμά με κρατάει, βάζει το γλειφιτζούρι στο στόμα μου κι εγώ το γλείφω, αλλά αυτό δε σταματάει καθόλου τον


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

187

πόνο. «Σχεδόν τελειώσαμε», λέει. «Δε μ’ αρέσει». «Κοίτα, η βελόνα βγήκε». «Μπράβο, ήσουνα τέλειος», λέει η Δόκτωρ Κλέι. «Το γλειφιτζούρι». «Το έχεις το γλειφιτζούρι σου», λέει η Μαμά. «Δε μ’ αρέσει, δε μ’ αρέσει το πράσινο». «Κανένα πρόβλημα, φτύσ’ το». Η Πιλάρ το παίρνει. «Δοκίμασε το πορτοκαλί, εμένα μ’ αρέσουν τα πορτοκαλιά περισσότερο απ’ όλα», μου λέει. Δεν ήξερα ότι μου επιτρεπόταν δύο. Η Πιλάρ μού ανοίγει ένα πορτοκαλί και είναι ωραίο. ··· Πρώτα είναι ζεστό, μετά γίνεται κρύο. Το ζεστό ήταν ωραίο αλλά το κρύο είναι ένα βρεγμένο κρύο. Η Μαμά κι εγώ είμαστε στο Κρεβάτι αλλά έχει μικρύνει και γίνεται όλο και πιο περισσότερο κρύο, το σεντόνι από κάτω μας και το σεντόνι από πάνω μας επίσης, και το Πάπλωμα έχει χάσει το άσπρο του, είναι όλο γαλάζιο… Δεν είναι το Δωμάτιο αυτό. Ο χαζο-Πέος στέκεται όρθιος. «Είμαστε στο Έξω», του ψιθυρίζω. «Μαμά…» Τινάζεται σαν ηλεκτροσόκ. «Έκανα τσίσα μου». «Δεν πειράζει». «Μα τα έκανα όλα μούσκεμα». Το φανελάκι μου στο μέρος της κοιλίτσας επίσης. «Ξέχνα το». Προσπαθώ να ξεχνάω. Κοιτάζω πέρα από το κεφάλι της. Το πάτωμα είναι όπως η Μοκέτα αλλά χνουδωτό με καθόλου σχέδια και ούτε γωνίες, κάπως γκρίζο, πάει μέχρι άκρη άκρη στους τοίχους, δεν ήξερα ότι οι τοίχοι είναι πράσινοι. Έχει μια εικόνα μ’ ένα τέρας, όταν όμως κοιτάζω βλέπω ότι είναι για την ακρίβεια ένα τεράστιο κύμα της θάλασσας. Ένα σχήμα όπως ο Φεγγίτης αλλά στον τοίχο, ξέρω τι είναι αυτό, είναι ένα πλαϊνό παράθυρο με εκατό ξύλινες λωρίδες πάνω του αλλά έρχεται φως από ανάμεσά τους. «Ακόμα θυμάμαι», λέω στη Μαμά. «Φυσικά και θυμάσαι». Βρίσκει το μάγουλό μου να το φιλήσει.


188

EMMA DONOGHUE

«Δεν μπορώ να ξεχνάω γιατί είμαι ακόμα μούσκεμα». «Α, αυτό», λέει με αλλιώτικη φωνή. «Δεν εννοούσα ότι έπρεπε να ξεχάσεις ότι έβρεξες το κρεβάτι, απλώς να μην ανησυχείς που έγινε». Σηκώνεται από το κρεβάτι, φοράει ακόμα το χάρτινο φόρεμά της, είναι όλο τσαλακωμένο. «Οι νοσοκόμες θ’ αλλάξουν τα σεντόνια». Δε βλέπω τις νοσοκόμες. «Μα τα άλλα μου φανελάκια…» Είναι στη Συρταριέρα, στο κάτω κάτω συρτάρι. Ήταν χτες, οπότε φαντάζομαι πως είναι και τώρα. Είναι όμως ακόμα εκεί το Δωμάτιο όταν εμείς δεν είμαστε μέσα; «Κάτι θα βρούμε», λέει η Μαμά. Είναι στο παράθυρο, έχει κάνει τις ξύλινες λωρίδες πιο μακριά μεταξύ τους και τώρα έχει πολύ φως. «Πώς το έκανες αυτό;» Τρέχω κοντά της, το τραπέζι κοπανάει το πόδι μου μπαμ. Η Μαμά το τρίβει να περάσει. «Με το κορδόνι. Το βλέπεις αυτό; Είναι το κορδόνι του μπλάιντ*». «Γιατί είναι…;» «Το κορδόνι είναι αυτό που ανοίγει και κλείνει τις γρίλιες», μου λέει. «Είναι ένα είδος καλύμματος για τα παράθυρα και λέγεται μπλάιντ… υποθέτω επειδή δε σε αφήνει να δεις». «Γιατί δε μ’ αφήνει να δω;» «Εσένα όπως και όλους τους άλλους». Γιατί είμαι όπως και όλοι οι άλλοι; «Θέλω να πω ότι δεν αφήνει τους ανθρώπους να βλέπουν έξω ή μέσα», λέει η Μαμά. Μα εγώ βλέπω έξω, είναι όπως στην Τηλεόραση. Έχει γρασίδι και δέντρα και ένα κομματάκι από ένα άσπρο κτίριο και τρία αυτοκίνητα, ένα μπλε και ένα καφέ και ένα ασημί με ριγωτά κομματάκια. «Στο γρασίδι…» «Τι;» «Αυτό εκεί στο γρασίδι… όρνιο είναι;» «Κουρούνα, νομίζω». «Κι άλλο!» «Αυτό είναι… πώς το λένε να δεις… περιστέρι. Ωραία, πρόωρο Αλτσχάιμερ! Έλα τώρα να πλυθούμε». «Δε φάγαμε το πρωινό μας», της λέω. «Μπορούμε να το κάνουμε μετά».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

189

Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι. «Το πρωινό είναι πριν από το μπάνιο». «Όχι απαραίτητα, Τζακ». «Μα…» «Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε τα πράγματα που κάναμε ως τώρα, ούτε να τα κάνουμε με την ίδια σειρά», λέει η Μαμά. «Τώρα μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε». «Εμένα μ’ αρέσει το πρωινό πριν από το μπάνιο». Η Μαμά όμως έχει στρίψει πίσω από μια γωνία και δεν μπορώ να τη δω, τρέχω πίσω της. Τη βρίσκω μέσα σε ένα άλλο μικρό δωματιάκι που είναι μέσα στο μεγάλο, το πάτωμα έχει μεταμορφωθεί σε γυαλιστερά κρύα άσπρα τετράγωνα και οι τοίχοι έχουν ασπρίσει κι αυτοί επίσης. Υπάρχει μια λεκάνη που δεν είναι η Λεκάνη κι ένας νεροχύτης που είναι δυο φορές το μεγάλο του Νεροχύτη και ένα ψηλό αόρατο κουτί που πρέπει να είναι ένα ντους σαν αυτό που πλένονται μέσα οι κόσμοι της Τηλεόρασης. «Πού κρύβεται η μπανιέρα;» «Δεν έχει μπανιέρα». Η Μαμά κοπανάει το μπροστινό του κουτιού προς τα πλάγια, κι αυτό ανοίγει. Μετά βγάζει το χάρτινο φόρεμά της, το τσαλακώνει και το πετάει σ’ ένα καλάθι που νομίζω ότι είναι ένα με σκουπίδια, αλλά δεν έχει καπάκι που να κάνει γκντιιινγκ! «Ας ξεφορτωθούμε κι αυτό το βρομερό πράγμα». Η Μαμά τραβάει το φανελάκι μου προς τα πάνω, και μαζί το πρόσωπό μου, κι ύστερα το τσαλακώνει κι αυτό και το πετάει, το φανελάκι όχι το πρόσωπο. «Μα…» «Κουρέλι είναι». «Όχι, δεν είναι, είναι το φανελάκι μου». «Θα πάρουμε άλλο, θα πάρουμε πολλά τέτοια». Σχεδόν δεν την ακούω τώρα, γιατί έχει ανοίξει το ντους που κάνει πολύ μεγάλη φασαρία. «Έλα μέσα». «Δεν ξέρω πώς». «Είναι υπέροχο, θα δεις». Η Μαμά περιμένει. «Εντάξει, τότε, δε θ’ αργήσω». Μπαίνει μέσα κι αρχίζει να κλείνει την αόρατη πόρτα. «Όχι». «Πρέπει να κλείσω, αλλιώς τα νερά θα χυθούν απέξω». «Όχι». «Μπορείς να με βλέπεις μέσα από το τζάμι, εδώ είμαι». Γλιστράει


190

EMMA DONOGHUE

το αόρατο τζάμι μπαμ, δεν μπορώ να τη δω πια, εκτός μόνο θαμπωμένη, όχι σαν την αληθινή Μαμά αλλά σαν κάποιο φάντασμα που βγάζει παράξενους ήχους. Κοπανάω το τζάμι, δεν μπορώ να βρω πώς πάει στην άκρη, μετά το βρίσκω και το ανοίγω γρήγορα γρήγορα. «Τζακ…» «Δε μ’ αρέσει όταν εσύ είσαι μέσα κι εγώ έξω». «Τότε έλα κι εσύ μέσα». Κλαίω. Η Μαμά μού σκουπίζει το πρόσωπο με το χέρι της, απλώνει τα δάκρυα. «Συγγνώμη», λέει, «με συγχωρείς. Είναι όλα τόσο καινούργια για σένα, κι εγώ βιάζομαι πολύ, ε;» Μου κάνει μια αγκαλιά που με βρέχει ολόκληρο. «Δεν έχουμε πια κανένα λόγο να κλαίμε». Όταν ήμουνα μωρό, έκλαιγα μόνο για καλό λόγο. Αλλά να μπαίνει η Μαμά στο ντους και να με κλείνει στη λάθος μεριά, αυτό είναι καλός λόγος. Αυτή τη φορά μπαίνω κι εγώ μέσα, κολλάω ίσιος πάνω στο τζάμι αλλά και πάλι βρέχομαι. Η Μαμά βάζει το πρόσωπό της στον καταρράκτη με τη φασαρία, βγάζει ένα μεγάλο βογκητό. «Πονάς;» φωνάζω. «Όχι, προσπαθώ να απολαύσω το πρώτο μου ντους ύστερα από εφτά χρόνια». Υπάρχει ένα μικρούτσικο πακετάκι που λέει Σαμπουάν, η Μαμά το ανοίγει με τα δόντια της, το χρησιμοποιεί σχεδόν το περισσότερο, έτσι που να μη μείνει σχεδόν καθόλου. Ποτίζει τα μαλλιά της για εκατό διακόσιες ώρες και μετά βάζει και κάτι άλλο πάνω τους από ένα άλλο μικρούτσικο πακετάκι που λέει Μαλακτικό για να τα κάνει μεταξένια. Θέλει να κάνει και τα δικά μου, αλλά εγώ δε θέλω να γίνω μεταξένιος και δε θα βάλω το πρόσωπό μου στον καταρράκτη, ποτέ των ποτών. Με πλένει με τα χέρια της επειδή δεν υπάρχει πετσετάκι. Έχει κομμάτια στα πόδια μου που έχουν γίνει μοβ από το που πήδηξα έξω από το καφέ φορτηγό πριν από εκατομμύρια χρόνια. Τα κοψίματά μου με πονάνε παντού, ειδικά πάνω στο γόνατό μου κάτω από το Ντόρα και Μπουτς χανζαπλάστ μου που κατσάρωσε, η Μαμά λέει αυτό πάει να πει ότι το κόψιμο πηγαίνει καλύτερα. Δεν ξέρω γιατί άμα πονάς πάει να πει πως είσαι καλύτερα. Υπάρχει μία σούπερ έξτρα αφράτη πετσέτα που μπορούμε να


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

191

χρησιμοποιήσουμε ο καθένας, όχι μία για να τη μοιραστούμε. Προτιμώ να μοιραστώ, αλλά η Μαμά λέει ότι αυτό είναι χαζό. Τυλίγει μια άλλη τρίτη πετσέτα γύρω από το κεφάλι της έτσι που γίνεται τεράστιο και μυτερό σαν παγωτό χωνάκι, γελάμε. Διψάω. «Μπορώ να πιω λίγο τώρα;» «Α, σε λιγάκι». Μου δίνει ένα μεγάλο πράγμα, με μανίκια και ζώνη σαν κοστούμι. «Προς το παρόν, βάλε αυτή τη ρόμπα». «Μα είναι για γίγαντα». «Θα τη βολέψουμε». Μου γυρίζει τα μανίκια μέχρι που γίνονται κοντύτερα και όλο φουσκωτά. Η Μαμά μού μυρίζει αλλιώτικα, νομίζω ότι είναι το μαλακτικό. Δένει τη ρόμπα γύρω στη μέση μου. «Τα-τα!» λέει. «Σας παρουσιάζω τον Πρίγκιπα Τζακ!» Βγάζει μία άλλη ρόμπα ακριβώς ίδια από την ντουλάπα που δεν είναι Ντουλάπα, φτάνει μέχρι τους αστραγάλους της. «“Εγώ θα είμαι Ρήγας, ντίλι ντίλι, και Ρήγισσά μου εσύ”*», τραγουδάω. * Lavender Blue: από τα παλαιότερα βρετανικά παραδοσιακά τραγούδια. Η Μαμά είναι όλο ροζ και χαμογελαστή, τα μαλλιά της μαύρα από το που είναι βρεγμένα. Τα δικά μου είναι δεμένα πίσω σε αλογοουρά αλλά μπερδεμένα γιατί δεν έχουμε τη Χτένα, την αφήσαμε στο Δωμάτιο. «Έπρεπε να είχες φέρνει τη Χτένα», της λέω. «Φέρει», λέει εκείνη. «Μην ξεχνάς ότι βιαζόμουνα να έρθω να σε δω». «Ναι, αλλά τη χρειαζόμαστε». «Εκείνη την παλιά πλαστική χτένα που της λείπουν τα μισά δόντια; Ναι, τη χρειαζόμαστε όσο και μια τρύπα στο κεφάλι», λέει. Βρίσκω τις κάλτσες μου δίπλα στο κρεβάτι, τις φοράω, αλλά η Μαμά λέει όχι, είναι μες στη βρόμα από το δρόμο όταν έτρεχα και έτρεχα, και με τρύπες επίσης. Τις πετάει κι αυτές στα σκουπίδια, τα πάει χαμένα όλα. «Ναι, αλλά ξεχάσαμε το Δόντι». Τρέχω να βγάλω τις κάλτσες απ’ τα σκουπίδια και βρίσκω το Δόντι στη δεύτερη. Η Μαμά γυρίζει τα μάτια της.


192

EMMA DONOGHUE

«Είναι φίλος μου», της λέω, βάζοντας το Δόντι στην τσέπη της ρόμπας μου. Γλείφω τα δόντια μου γιατί μου φαίνονται παράξενα. «Ω, όχι, δεν τα έπλυνα μετά από το γλειφιτζούρι». Τα πατάω δυνατά με τα δάχτυλά μου για να μην πέσουν, αλλά όχι με το δαγκωμένο. Η Μαμά κουνάει το κεφάλι της. «Δεν ήταν αληθινό». «Είχε αληθινή γεύση». «Όχι, εννοώ ότι ήταν χωρίς ζάχαρη, τα φτιάχνουν μ’ ένα είδος ψεύτικης ζάχαρης που δεν κάνει κακό στα δόντια σου». Μπερδευτικό αυτό. Δείχνω το άλλο κρεβάτι. «Ποιος κοιμάται εκεί;» «Είναι για σένα». «Μα εγώ κοιμάμαι μαζί σου». «Ε, οι νοσοκόμες δεν το ήξεραν». Η Μαμά κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Η σκιά της είναι όλη μακριά πάνω στο απαλό γκρίζο πάτωμα, ποτέ δεν είδα μια τόσο μεγάλη. «Γάτα είναι αυτό το ζωάκι στο πάρκινγκ;» «Για να δούμε». Τρέχω να δω, αλλά τα μάτια μου δεν το βρίσκουν. «Θα πάμε να εξερευνήσουμε;» «Πού;» «Έξω». «Είμαστε ήδη στο Έξω». «Ναι, αλλά μπορούμε να βγούμε στον καθαρό αέρα και να ψάξουμε για τη γάτα», λέει η Μαμά. «Πρώτο». Η Μαμά μάς βρίσκει δύο ζευγάρια παντόφλες αλλά οι δικές μου δε μου κάνουν και σκοντάφτω συνέχεια, η Μαμά λέει ότι προς το παρόν μπορώ να μείνω ξυπόλυτος. Όταν κοιτάζω ξανά έξω από το παράθυρο, ένα πράγμα πάει ζουουμ κοντά στα άλλα αυτοκίνητα, είναι ένα φορτηγάκι που λέει Κλινική Κάμπερλαντ. «Κι αν έρθει;» ψιθυρίζω. «Ποιος;» «Ο ΣαταΝίκ. Αν έρθει με το φορτηγό του;» Σχεδόν τον ξεχνούσα, πώς μπορούσα και τον ξεχνούσα; «Α, δεν μπορεί, δεν ξέρει πού είμαστε», λέει η Μαμά. «Είμαστε πάλι μυστικό;» «Περίπου, αλλά από τα καλά».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

193

Δίπλα στο κρεβάτι είναι ένα… ξέρω τι είναι, είναι τηλέφωνο. Σηκώνω το πάνω κομμάτι και λέω «Εμπρός», αλλά κανείς δε μιλάει, ακούω μόνο κάτι σαν βουητό. «Α, Μαμά, δεν ήπια ακόμα λίγο». «Αργότερα». Όλα σήμερα είναι ανάποδα. Η Μαμά πάει να γυρίσει το πόμολο της πόρτας και κάνει μια γκριμάτσα, πρέπει να είναι ο χαλασμένος καρπός της. Το γυρίζει με το άλλο της χέρι. Βγαίνουμε σ’ ένα μακρύ δωμάτιο με κίτρινους τοίχους και παράθυρα όλο παντού πάνω τους και πόρτες στην άλλη μεριά. Κάθε τοίχος είναι αλλιώτικο χρώμα, αυτός πρέπει να είναι ο κανόνας στο Έξω. Η δική μας πόρτα είναι αυτή που έχει τον αριθμό Εφτά, όλο γραμμένο με χρυσό. Η Μαμά λέει ότι δεν μπορούμε να πάμε στις άλλες πόρτες γιατί ανήκουν σε άλλους ανθρώπους. «Ποιους άλλους ανθρώπους;» «Δεν τους έχουμε γνωρίσει ακόμα». Τότε πώς ξέρει ότι είναι εκεί; «Επιτρέπεται να κοιτάζουμε έξω από τα πλαϊνά παράθυρα;» «Α, ναι, αυτά είναι για όλους». «Είναι οι όλοι εμείς;» «Τα παράθυρα είναι για εμάς και για όλους τους άλλους», λέει η Μαμά. Οι όλοι άλλοι δεν είναι εδώ, οπότε είναι μόνο εμείς. Δεν υπάρχει τυφλό σ’ αυτά τα παράθυρα που να μη σ’ αφήνει να δεις. Είναι ένας αλλιώτικος πλανήτης, δείχνει περισσότερο άλλα αυτοκίνητα όπως πράσινα και άσπρα και ένα κόκκινο, και ένα πέτρινο μέρος επίσης και πράγματα που περπατάνε σαν κόσμοι. «Είναι μικρούτσικοι, σαν ξωτικά». «Μπα, φαίνονται έτσι επειδή είναι μακριά», λέει η Μαμά. «Είναι για την ακρίβεια αληθινοί;» «Αληθινοί σαν εσένα κι εμένα». Προσπαθώ να το πιστέψω, αλλά είναι δύσκολο. Υπάρχει μια γυναίκα που δεν είναι για την ακρίβεια αληθινή, το ξέρω γιατί είναι γκρίζη, είναι άγαλμα και όλη γυμνή. «Έλα», λέει η Μαμά. «Πεινάω σαν λύκος». «Θέλω μόνο να…»


194

EMMA DONOGHUE

Με τραβάει απ’ το χέρι. Μετά, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε άλλο γιατί έχει σκαλιά που κατεβαίνουν, πολλά σκαλιά. «Κρατήσου απ’ την κουπαστή». «Από τι;» «Απ’ αυτό εδώ το πράγμα, απ’ το σίδερο». Κρατιέμαι. «Κατέβαινε ένα σκαλί τη φορά». Θα πέσω. Κάθομαι. «Εντάξει, κι έτσι γίνεται». Πηγαίνω με τον ποπό μου, ένα σκαλί και μετά άλλο και μετά άλλο, η ρόμπα του γίγαντα λύνεται. Ένας μεγάλος κόσμος ανεβαίνει τα σκαλιά γρήγορα γρήγορα σαν να πετάει, αλλά δεν πετάει, είναι μία άνθρωπος-γυναίκα με όλο άσπρα ρούχα. Βάζω το πρόσωπό μου στη ρόμπα της Μαμάς για να μη φαίνομαι. «Ω», λέει η γυναίκα, «έπρεπε να είχατε χτυπήσει το κουδούνι…» Δεν είδα πουθενά κουδούνια. «Αυτό δίπλα στο κρεβάτι…» «Τα καταφέραμε, δεν υπήρχε λόγος», της λέει η Μαμά. «Είμαι η Νορίν, τρέχω να σας φέρω καινούργιες μάσκες». «Α, συγγνώμη, το ξέχασα», λέει η Μαμά. «Μην ανησυχείτε, θα τις ανεβάσω αμέσως στο δωμάτιό σας». «Δεν πειράζει, κατεβαίνουμε εμείς». «Τέλεια. Να φωνάξω ένα βοηθό, Τζακ, να σε κατεβάσει στις σκάλες;» Δεν καταλαβαίνω. Κρύβω ξανά το πρόσωπό μου στην άλλη μεριά. «Δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει η Μαμά. «Το κάνει με τον δικό του τρόπο». Κατεβαίνω με τον ποπό μου τα επόμενα έντεκα σκαλιά. Όταν φτάνουμε κάτω, η Μαμά μού δένει ξανά τη ρόμπα μου για να είμαστε πάλι ο ρήγας και η ρήγισσα όπως στο τραγούδι. Η Νορίν μού δίνει μια άλλη μάσκα που πρέπει να φορέσω, λέει ότι είναι νοσοκόμα και ότι γεννήθηκε σε ένα άλλο μέρος που λέγεται Ιρλανδία και ότι της αρέσει η αλογοουρά μου. Πάμε σ’ ένα τεράστιο κομμάτι που έχει όλο τραπέζια, ποτέ δεν είδα τόσο πολλά με πιάτα και ποτήρια και μαχαίρια κι ένα απ’ αυτά με καρφώνει στην κοιλίτσα, ένα τραπέζι θέλω να πω. Τα ποτήρια είναι αόρατα όπως τα δικά μας αλλά τα πιάτα είναι γαλάζια, μπλιαχ.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

195

Είναι σαν πλανήτης της Τηλεόρασης που είναι μόνο για μας, κόσμοι που λένε «Καλημέρα», και «Καλωσορίσατε στην Κάμπερλαντ», και «Συγχαρητήρια», δεν ξέρω για τι πράγμα. Μερικοί φοράνε ρόμπες ακριβώς τις ίδιες όπως οι δικές μας και μερικοί πιτζάμες και μερικοί διαφορετικές στολές. Οι πιο περισσότεροι είναι τεράστιοι αλλά δεν έχουν μακριά μαλλιά σαν τα δικά μας, προχωράνε γρήγορα και ξαφνικά είναι απ’ όλες τις μεριές μας, ακόμα και από πίσω. Έρχονται κοντά και έχουν πάρα πολλά δόντια, μυρίζουν λάθος. Ένας άνθρωπος-άντρας με γένια παντού πάνω του λέει: «Είσαι πραγματικός ήρωας, φιλαράκο». Το είσαι εννοεί εμένα. Δεν κοιτάζω. «Πώς σου φαίνεται μέχρι στιγμής ο κόσμος;» Δε λέω τίποτα. «Ωραίος;» Κάνω ναι με το κεφάλι. Κρατιέμαι σφιχτά από το χέρι της Μαμάς αλλά τα δάχτυλά μου γλιστράνε, βράχηκαν πάνω τους. Η Μαμά καταπίνει κάτι χάπια που της δίνει η Νορίν. Ξέρω ένα κεφάλι από τα ψηλά με φουντωτά μικρά μαλλιά, είναι ο Δόκτωρ Κλέι χωρίς μάσκα. Κουνάει το χέρι της Μαμάς με το πλαστικό δικό του και ρωτάει αν κοιμηθήκαμε καλά. «Είχα μεγάλη υπερένταση», λέει η Μαμά. Κι άλλοι ίδιοι άνθρωποι με στολές έρχονται, ο Δόκτωρ Κλέι λέει ονόματα αλλά δεν τα καταλαβαίνω. Η μία άνθρωπος-γυναίκα έχει κύματα στα μαλλιά που είναι όλο γκρίζα και τη λένε Η Διευθύντρια της Κλινικής που σημαίνει το αφεντικό, εκείνη όμως γελάει και λέει, στην πραγματικότητα μάλλον όχι, δεν καταλαβαίνω πού είναι το αστείο. Η Μαμά μού δείχνει μια καρέκλα να κάτσω δίπλα της. Υπάρχει το πιο καταπληκτικότερο πράγμα στο πιάτο, είναι ασημένιο και γαλάζιο και κόκκινο, νομίζω ότι είναι αυγό, αλλά όχι πραγματικό, ένα σοκολατένιο. «Α, ναι, Καλό Πάσχα», λέει η Μαμά, «μου διέφυγε εντελώς». Κρατάω το προσποιητό αυγό στο χέρι μου. Δεν ήξερα ποτέ ότι το Κουνελάκι του Πάσχα μπαίνει σε κτίρια. Η Μαμά έχει βάλει τη μάσκα της κάτω στο λαιμό της, πίνει χυμό που έχει παράξενο χρώμα. Σπρώχνει τη μάσκα στο κεφάλι μου για να μπορέσω να δοκιμάσω το χυμό, αλλά έχει αόρατα κομματάκια


196

EMMA DONOGHUE

μέσα σαν μικρόβια που κατεβαίνουν στο λαιμό μου, και τα βήχω πίσω στο ποτήρι πολύ αθόρυβα. Πολύ κοντά μας κάθονται αλλιώτικοι κάποιοι που τρώνε παράξενα τετράγωνα πράγματα με μικρούλια τετραγωνάκια παντού πάνω τους και κατσαρά μπέικα. Πώς μπορούν και αφήνουν το φαγητό τους να κάθεται πάνω στα γαλάζια πιάτα και να γεμίζει χρώμα; Για την ακρίβεια, όμως, μυρίζει πολύ ωραία αλλά υπερβολικά πολύ, και τα χέρια μου είναι πάλι γλιστερά, ξαναβάζω το Πάσχα στην ακριβώς μέση του πιάτου μου. Τρίβω τα χέρια μου στη ρόμπα μου, αλλά όχι το δαγκωμένο δάχτυλό μου. Και τα μαχαίρια και τα πιρούνια είναι λάθος, δεν έχουν άσπρο στο χερούλι, μόνο το μέταλλο, αυτό πρέπει να πονάει. Οι κόσμοι είναι με τεράστια μάτια, έχουν όλοι πρόσωπα με αλλιώτικα σχήματα με μερικά μουστάκια και κρεμαστά στολίδια και ζωγραφισμένα κομμάτια. «Δεν έχει παιδιά», ψιθυρίζω στη Μαμά. «Τι είπες;» «Πού είναι τα παιδιά;» «Δε νομίζω ότι υπάρχουν παιδιά». «Εσύ είπες ότι υπάρχουν εκατομμύρια στο Έξω». «Η κλινική είναι μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι του κόσμου», λέει η Μαμά. «Πιες το χυμό σου. Α, κοίτα, είναι ένα αγόρι εκεί». Κοιτάζω εκεί που δείχνει, αλλά το αγόρι είναι μακρύ σαν άντρας με καρφιά στη μύτη του και στο πιγούνι και στο πάνω απ’ τα μάτια του. Μήπως είναι ρομπότ; Η Μαμά πίνει ένα καφέ αχνιστό πράμα, μετά κάνει μια γκριμάτσα και το αφήνει στο τραπέζι. «Τι θα ήθελες;» με ρωτάει. Η Νορίν-νοσοκόμα είναι ακριβώς δίπλα μου, τινάζομαι. «Έχει μπουφέ», μου λέει. «Θα μπορούσες να φας… μμ, για να δούμε… βάφλες, ομελέτα, τηγανίτες…» «Όχι», ψιθυρίζω. «Θα λες: όχι, ευχαριστώ», λέει η Μαμά. «Είναι καλοί τρόποι». Κόσμοι που δεν είναι φίλοι μου με κοιτάζουν με αόρατες ακτίνες ζαπ, βάζω το πρόσωπό μου πάνω στη Μαμά. «Τι τραβάει η όρεξή σου, Τζακ;» ρωτάει η Νορίν. «Λουκάνικα, ψωμί με βούτυρο;» «Κοιτάζουν», λέω στη Μαμά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

197

«Απλώς προσπαθούν να είναι φιλικοί». Μακάρι να σταματούσαν να είναι. Ο Δόκτωρ Κλέι ξαναείναι κι αυτός εδώ, γέρνει κοντά μας. «Πρέπει να είναι κουραστικά για τον Τζακ όλ’ αυτά, για την ακρίβεια, και για τους δυο σας… Κάπως υπερβολικά φιλόδοξα για πρώτη μέρα;» Τι είναι η Πρώτη Μέρα; Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Θέλαμε να δούμε τον κήπο». Όχι, η Αλίκη το ήθελε αυτό. «Δεν υπάρχει βιασύνη», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Φάε μια μπουκιά από κάτι», μου λέει η Μαμά. «Θα νιώσεις καλύτερα αν πιεις τουλάχιστον το χυμό σου». Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Να φτιάξω δύο πιάτα και να τα ανεβάσω στο δωμάτιό σας;» λέει η Νορίν. Η Μαμά ξαναβάζει σναπ τη μάσκα πάνω από τη μύτη της. «Πάμε λοιπόν». Είναι θυμωμένη, νομίζω. Κρατιέμαι στην καρέκλα. «Και το Πάσχα;» «Τι;» Δείχνω. Ο Δόκτωρ Κλέι κλέβει το αυγό και παραλίγο να φωνάξω. «Ορίστε», λέει μετά, και ρίχνει το αυγό στην τσέπη της ρόμπας μου. Τα σκαλιά είναι πολύ δυσκολότερα να τα ανεβώ οπότε η Μαμά με παίρνει αγκαλιά. «Να τον πάρω εγώ;» λέει η Νορίν. «Κανένα πρόβλημα, είμαστε μια χαρά», λέει η Μαμά σχεδόν φωνάζοντας. Μετά που φεύγει η Νορίν, η Μαμά κλείνει καλά καλά την πόρτα μας Αριθμός Εφτά. Επιτρέπεται να βγάζουμε τις μάσκες όταν είμαστε μόνο εμείς οι δύο, γιατί έχουμε τα ίδια μικρόβια. Η Μαμά προσπαθεί ν’ ανοίξει το παράθυρο, το κοπανάει, αυτό όμως δεν ανοίγει. «Μπορώ να πιω λίγο τώρα;» «Δε θέλεις να φας το πρωινό σου;» «Μετά». Κι έτσι ξαπλώνουμε και πίνω λίγο, το αριστερό που είναι νόστιμο και πηχτό σαν κρέμα. Η Μαμά λέει τα πιάτα δεν είναι πρόβλημα, το γαλάζιο δεν πηγαίνει στο φαγητό, με βάζει να το τρίψω με το δάχτυλό μου για να δω.


198

EMMA DONOGHUE

Επίσης, τα πιρούνια και τα μαχαίρα, το μέταλλο είναι παράξενο χωρίς άσπρα χερούλια αλλά για την ακρίβεια δεν πονάει. Έχει ένα σιρόπι για να βάλουμε στις τηγανίτες αλλά δε θέλω τις δικές μου βρεγμένες. Τρώω λιγάκι από όλα τα φαγητά και όλα είναι καλά εκτός από τη σάλτσα στην ομελέτα. Το σοκολατένιο, το Πάσχα, είναι λιωτό μέσα. Είναι διπλό, πολύ πιο σοκολατενιότερο από τις σοκολάτες που παίρναμε καμιά φορά για Κυριακάτικο Δώρο, είναι το καλύτερο πράγμα που έφαγα ποτέ. «Α! Ξεχάσαμε να πούμε ευχαριστώ στον Μικρό Χριστό», λέω στη Μαμά. «Θα το πούμε τώρα, είμαι σίγουρη ότι δε θα τον πειράξει που καθυστερήσαμε». Μετά αφήνω ένα τεράστιο ρέψιμο. Μετά ξαναπέφτουμε για ύπνο. ··· Όταν χτυπάει η πόρτα, η Μαμά ανοίγει στον Δόκτωρ Κλέι, βάζει ξανά τη μάσκα της και τη δική μου. Τώρα ο Δόκτωρ Κλέι δεν είναι πολύ τρομακτικός. «Πώς τα πας, Τζακ;» «Εντάξει». «Κόλλα πέντε!» Ο Δόκτωρ Κλέι έχει σηκωμένο το πλαστικό χέρι του και κουνάει τα δάχτυλά του, κάνω ότι δε βλέπω. Δε θα κολλήσω τα δάχτυλά μου στα δικά του γιατί μετά μπορεί να μην μπορώ να τα πάρω πίσω, κι εγώ τα θέλω, τα χρειάζομαι για μένα. Αυτός κι η Μαμά κουβεντιάζουν το γιατί η Μαμά δεν μπορεί να κοιμηθεί, λένε κάτι για ταχυκαρδία και επαναληπτική εμπειρία. «Δοκιμάστε αυτά, ένα πριν από τον ύπνο», λέει ο Δόκτωρ Κλέι, γράφοντας κάτι στο μπλοκ του. «Και τα αντιφλεγμονώδη ίσως έχουν καλύτερα αποτελέσματα με τον πονόδοντό σας…» «Θα μπορούσα να κρατάω η ίδια τα φάρμακά μου εδώ, αντί να μου τα δίνουν κάθε φορά οι νοσοκόμες σαν να είμαι άρρωστη;» «Ναι, βέβαια, κανένα πρόβλημα, αρκεί να μην τα αφήνετε έκθετα στο δωμάτιο». «Ο Τζακ ξέρει ότι δεν παίζουμε με τα φάρμακα». «Για να είμαι ειλικρινής, σκεφτόμουν περισσότερο ορισμένους από τους ασθενείς μας με ιστορικό εθισμού στις φαρμακευτικές ουσίες. Και τώρα, νεαρέ μου, έχω για σένα ένα μαγικό αυτοκόλλητο».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

199

«Τζακ, σου μιλάει ο Δόκτωρ Κλέι», λέει η Μαμά. Το αυτοκόλλητο είναι για να κολλήσει στο μπράτσο μου και να το κάνει λίγο σαν να μην είναι εκεί. Επίσης, ο Δόκτωρ Κλέι μάς έχει φέρνει στιλάτα γυαλιά ηλίου για να φοράμε όταν είναι πολύ φωτεινότερα στα παράθυρα, τα δικά μου είναι κόκκινα και της Μαμάς μαύρα. «Σαν σταρ της ραπ», της λέω. Γίνονται πιο σκουρότερα αν είμαστε στο έξω του Έξω και πιο ανοιχτότερα αν είμαστε στο μέσα του Έξω. Ο Δόκτωρ Κλέι λέει ότι τα μάτια μου είναι σούπερ έξτρα δυνατά αλλά ότι δεν έχουν συνηθίσει ακόμα να βλέπουν μακριά, πρέπει να τα τεντώνω έξω από το παράθυρο για να γυμνάζω τα ποντίκια τους. Δεν ήξερα ποτέ ότι μέσα στα μάτια μου κρύβονται ποντίκια, βάζω τα δάχτυλά μου να τα πατήσω αλλά δεν τα πιάνω. «Πώς πάει το αυτοκόλλητο;» λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Μούδιασες ή ακόμα;» Το ξεφλουδίζει και με αγγίζει από κάτω, βλέπω το δάχτυλό του πάνω μου αλλά δεν το καταλαβαίνω. Μετά έρχεται το άσχημο, ο Δόκτωρ έχει βελόνες και λέει λυπάται αλλά χρειάζομαι έξι ενέσεις για με σταματήσουν και να μην πάθω τις πιο τρομερότερες αρρώστιες, γι’ αυτό είναι το αυτοκόλλητο, για να κάνει τις βελόνες να μην πονάνε. Έξι δε γίνεται με τίποτα, τρέχω στο κομμάτι-τουαλέτα που είναι στο δωμάτιο. «Μπορούν να σε σκοτώσουν», λέει η Μαμά τραβώντας με πίσω στον Δόκτωρ Κλέι. «Όχι!» «Τα μικρόβια εννοώ, όχι οι ενέσεις». Και πάλι όχι είναι. Ο Δόκτωρ Κλέι λέει ότι είμαι πολύ γενναίος, αλλά δεν είμαι, χάλασα όλο μου το γενναίο κάνοντας το Σχέδιο Β. Ουρλιάζω και ουρλιάζω. Η Μαμά με κρατάει στην αγκαλιά της όσο εκείνος χώνει τις βελόνες του ξανά και ξανά, και πονάνε γιατί έβγαλε το αυτοκόλλητο, κλαίω να μου το ξαναβάλει και στο τέλος η Μαμά μού το ξανακολλάει. «Τελειώσαμε προς το παρόν, σου δίνω το λόγο μου». Ο Δόκτωρ Κλέι βάζει τις βελόνες του σ’ ένα κουτί στον τοίχο που λέγεται Αιχμηρά. Έχει στην τσέπη του ένα γλειφιτζούρι για μένα, ένα πορτοκαλί, αλλά παραείμαι χορτάτος. Λέει ότι μπορώ να το κρατήσω για άλλη φορά.


200

EMMA DONOGHUE

«… σαν νεογέννητο από πολλές απόψεις, παρά το εντυπωσιακά υψηλό για την ηλικία του επίπεδο γραμματικών και μαθηματικών γνώσεων», λέει στη Μαμά. Τεντώνω τ’ αυτιά μου ν’ ακούσω γιατί το του είμαι εγώ. «Εκτός από ζητήματα συσχετισμένα με το ανοσοποιητικό, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε και άλλα προβλήματα όπως… για να δούμε… προφανώς κοινωνικής προσαρμογής, αισθητηριακού συντονισμού –το φιλτράρισμα και η κατηγοριοποίηση όλων των ερεθισμάτων με τα οποία δεν παύει να βομβαρδίζεται–, συν τις δυσκολίες της χωροταξικής αντίληψης…» «Γι’ αυτό πέφτει συνεχώς πάνω στα πράγματα;» ρωτάει η Μαμά. «Ακριβώς. Ήταν τόσο εξοικειωμένος με το περιορισμένο περιβάλλον του που δε χρειάστηκε να μάθει να υπολογίζει τις αποστάσεις». Η Μαμά έχει το κεφάλι στα χέρια της. «Νόμιζα ότι ήταν εντάξει. Λίγο πολύ, δηλαδή». Δεν είμαι εντάξει; «Ένας άλλος τρόπος αντιμετώπισης…» Μετά όμως ο Δόκτωρ Κλέι σταματάει γιατί ακούγεται ένα χτύπημα – όταν ανοίγει την πόρτα είναι η Νορίν μ’ έναν άλλο δίσκο. Αφήνω ένα ρέψιμο, η κοιλίτσα μου είναι ακόμα φουσκωμένη από το πρωινό. «Η ένταξή του σε ένα πρόγραμμα ψυχιατρικής εργοθεραπείας στηριγμένης στην παιχνιδοθεραπεία και την τεχνοθεραπεία θα ήταν το ιδανικό», λέει ο Δόκτωρ Κλέι, «αλλά στην πρωινή σύσκεψή μας συμφωνήσαμε ότι άμεση προτεραιότητά μας είναι να τον βοηθήσουμε να αισθανθεί ασφαλής. Ή, μάλλον, να βοηθήσουμε και τους δυο σας να αισθανθείτε ασφαλείς. Είναι θέμα αργής, προσεκτικής διεύρυνσης του κύκλου της εμπιστοσύνης». Τα χέρια του είναι στον αέρα και κουνιούνται πιο πλατιά. «Κι αφού είχα την τύχη να είμαι ο υπεύθυνος ψυχίατρος κατά τη χθεσινοβραδινή άφιξή σας…» «Τύχη;» «Άστοχη επιλογή λέξης». Ο Δόκτωρ Κλέι κάνει κάτι που μοιάζει με χαμόγελο. «Προς το παρόν, θα δουλέψω και με τους δυο σας…» Θα δουλέψουμε; Δεν ήξερα ότι τα παιδιά πρέπει να δουλεύουν. «… σε συνεργασία, φυσικά, με τους συναδέλφους μου στην παι-


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

201

δική και εφηβική ψυχιατρική, το νευρολόγο και τους ψυχοθεραπευτές μας. Επίσης, θα καλέσουμε ένα διαιτολόγο, ένα φυσιο…» Κι άλλο χτύπημα. Είναι πάλι η Νορίν μαζί με μια αστυνομία, έναν άντρα-αστυνομία αλλά όχι αυτόν με τα κίτρινα μαλλιά από χτες το βράδυ. Αυτό μας κάνει τρεις κόσμους στο δωμάτιο και δύο από μας, όλο μαζί πέντε, το δωμάτιο είναι σχεδόν γεμάτο από χέρια και πόδια και στέρνα. Όλοι λένε και λένε μέχρι που πονάω. «Όχι άλλο μίλημα την ίδια στιγμή!» Το λέω, αλλά στο αθόρυβο. Ζουλάω τα δάχτυλά μου στα αυτιά μου. «Σου έχω μία έκπληξη». Σε μένα μιλάει η Μαμά, δεν το ήξερα. Η Νορίν έφυγε, το ίδιο και η αστυνομία. Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Δεν είμαι βέβαιος ότι ενδείκνυται…» αρχίζει να λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Έχω τα καλύτερα νέα, Τζακ», τον κόβει η Μαμά. Σηκώνει ψηλά κάτι φωτογραφίες. Βλέπω ποιος είναι χωρίς ούτε καν να πάω κοντά, είναι ο ΣαταΝίκ. Έχει το ίδιο πρόσωπο όπως τότε που τον είχα κρυφοκοιτάξει στο Κρεβάτι τη νύχτα, μόνο που τώρα έχει μια ταμπέλα κρεμασμένη στο λαιμό του και είναι κολλημένος πάνω σε κάτι αριθμούς όπως όταν σημαδεύαμε το ψηλό μου στα γενέθλιά μου, είναι σχεδόν στο έξι, αλλά όχι ακριβώς. Έχει μια φωτογραφία που κοιτάει στα πλάγια και μια άλλη που κοιτάει εμένα. «Η αστυνομία τον έπιασε τη νύχτα και τον έκλεισε στη φυλακή. Κι εκεί θα μείνει», λέει η Μαμά. Αναρωτιέμαι αν το καφέ φορτηγό είναι κι εκείνο φυλακή. «Κοιτάζοντάς τον… αισθάνεστε να πυροδοτούνται κάποια από αυτά τα συμπτώματα για τα οποία έχουμε μιλήσει;» τη ρωτάει ο Δόκτωρ Κλέι. Η Μαμά γυρίζει τα μάτια της στο ταβάνι. «Τι νομίζετε ότι μπορεί να μου κάνει μια φωτογραφία, έπειτα από εφτά ολόκληρα χρόνια καθημερινής επαφής;» «Κι εσύ, Τζακ; Πώς νιώθεις εσύ;» Δεν ξέρω την απάντηση. «Θα σου κάνω μια ερώτηση», μου λέει ο Δόκτωρ Κλέι, «αλλά δεν είναι ανάγκη να μου την απαντήσεις αν δε θέλεις. Εντάξει;» Τον κοιτάζω και μετά κοιτάζω ξανά τις φωτογραφίες. Ο Σατανίκ


202

EMMA DONOGHUE

είναι κολλημένος στους αριθμούς και δεν μπορεί να ξεφύγει. «Έκανε ποτέ αυτός ο άντρας κάτι που δε σου άρεσε;» Κάνω ναι με το κεφάλι. «Μπορείς να μου πεις τι ήταν αυτό;» «Έκοψε το ρεύμα και γλίτσιασαν τα λαχανικά». «Μάλιστα. Σε πείραξε ποτέ;» «Μη…» λέει η Μαμά. Ο Δόκτωρ Κλέι σηκώνει ψηλά τα χέρια του. «Κανείς δεν αμφισβητεί την ειλικρίνειά σας», της λέει. «Σκεφτείτε όμως όλες αυτές τις νύχτες που εσείς κοιμόσασταν. Δε θα έκανα σωστά τη δουλειά μου αν δε ρωτούσα τον ίδιο τον Τζακ, έτσι δεν είναι;» Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της, την κάνει πολύ πολύ μακριά. «Εντάξει», λέει σε μένα. «Μπορείς να απαντήσεις. Σε πείραξε ποτέ ο ΣαταΝίκ;» «Ναι», λέω, «δύο φορές». Με κοιτάζουν και οι δύο καλά καλά. «Μία όταν έκανα τη Μεγάλη Απόδραση και μ’ έριξε στο φορτηγό και μία άλλη στο δρόμο, η δεύτερη ήταν η πιο πονετική». «Εντάξει», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. Χαμογελάει, δεν ξέρω γιατί. «Κατεβαίνω αμέσως στο εργαστήριο να δω αν χρειαζόμαστε κι άλλα δείγματα και απ’ τους δυο σας, για DNA», λέει στη Μαμά. «DNA;» Έχει πάλι την τρελαμένη φωνή της. «Πιστεύετε δηλαδή ότι είχα κι άλλους επισκέπτες;» «Πιστεύω πως έτσι λειτουργούν τα δικαστήρια· όλες οι πιθανότητες πρέπει να αποκλειστούν». Η Μαμά ρουφάει όλο το στόμα της έτσι που τα χείλια της να είναι αόρατα. «Είναι πολλά τα τέρατα που κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσά μας χάρη σε κάτι τέτοιες διαδικαστικές λεπτομέρειες». Ο Δόκτωρ Κλέι ακούγεται πολύ αγριεμένος. «Εντάξει;» «Εντάξει». Μετά που φεύγει, βγάζω αμέσως τη μάσκα μου και ρωτάω: «Είναι θυμωμένος μαζί μας;» Η Μαμά κάνει όχι με το κεφάλι. «Είναι θυμωμένος με τον ΣαταΝίκ». Νόμιζα ότι ο Δόκτωρ Κλέι ούτε καν τον ξέρει, νόμιζα ότι εγώ και η Μαμά ήμασταν οι μοναδικοί.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

203

Πηγαίνω να κοιτάξω το δίσκο που έφερε η Νορίν. Δεν πεινάω αλλά όταν ρωτάω τη Μαμά, μου λέει είναι μετά τη μία, που είναι κιόλας πολύ αργά για μεσημεριανό, το μεσημεριανό πρέπει να είναι δώδεκα και κάτι αλλά η κοιλίτσα μου δεν έχει ακόμα χώρο. «Χαλάρωσε», μου λέει η Μαμά. «Όλα είναι αλλιώτικα εδώ». «Ναι, αλλά ποιος είναι ο κανόνας;» «Δεν υπάρχει κανόνας. Μπορούμε να φάμε μεσημεριανό στις δέκα ή στη μία ή στις τρεις ή στη μέση της νύχτας». «Δε θέλω μεσημεριανό στη μέση της νύχτας». Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Ε, τότε, ας φτιάξουμε έναν καινούργιο κανόνα που να λέει ότι μπορούμε να τρώμε μεσημεριανό οποιαδήποτε ώρα… ανάμεσα στις δώδεκα και στις δύο. Κι αν δεν πεινάμε, μπορούμε απλώς να το παραλείπουμε». «Πώς το παραλείπουμε;» «Δεν τρώμε τίποτα. Μηδέν». «Εντάξει». Δε με πειράζει να τρώω μηδέν. «Ναι, αλλά τι θα το κάνει η Νορίν όλο αυτό το φαγητό;» «Θα το πετάξει». «Θα πάει χαμένο». «Ναι, αλλά πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια γιατί θα είναι… θα είναι σαν βρόμικο». Κοιτάζω τα φαγητά, όλα πολύχρωμα πάνω στα γαλάζια πιάτα. «Δε μου φαίνεται βρόμικο». «Στην πραγματικότητα δεν είναι, αλλά κανείς δε θα θέλει να το φάει αφού ήταν στα πιάτα μας», λέει η Μαμά. «Μην ανησυχείς γι’ αυτό». Μου λέει συνέχεια να μην ανησυχώ, αλλά δεν ξέρω πώς να το κάνω. Χασμουριέμαι τόσο τεράστια που παραλίγο να πέσω κάτω. Το μπράτσο μου ακόμα με πονάει από εκεί που δε μούδιασε. Ρωτάω αν μπορούμε να ξαναπέσουμε για ύπνο και η Μαμά λέει βέβαια, αλλά εκείνη θα διαβάσει εφημερίδα. Δεν ξέρω γιατί θέλει να διαβάσει εφημερίδα αντί να κοιμηθεί μαζί μου. ··· Όταν ξυπνάω, το φως είναι στη λάθος μεριά. «Μη φοβάσαι», λέει η Μαμά και βάζει το πρόσωπό της ν’ αγγίξει


204

EMMA DONOGHUE

το δικό μου. «Όλα είναι μια χαρά». Φοράω τα στιλάτα γυαλιά μου για να κοιτάξω το κίτρινο πρόσωπο του Θεού στο παράθυρό μας, το φως γλιστράει πάνω στο χνουδωτό γκρίζο χαλί. Η Νορίν μπαίνει μέσα με σακούλες. «Μπορούσες να χτυπήσεις». Η Μαμά σχεδόν φωνάζει, μου φοράει τη μάσκα μου και τη δική της. «Συγγνώμη», λέει η Νορίν. «Η αλήθεια είναι ότι χτύπησα, την επόμενη φορά όμως θα βάλω περισσότερη δύναμη». «Α, με συγχωρείς, δεν ήθελα… μιλούσα στον Τζακ. Μπορεί και να το άκουσα αλλά να μην κατάλαβα ότι ήταν η πόρτα». «Δεν πειράζει, μην το σκέφτεσαι», λέει η Νορίν. «Ακούγονται ήχοι από… από τα άλλα δωμάτια, ακούω πράγματα και δεν ξέρω αν είναι… από πού είναι ή τι…» «Πρέπει να σου φαίνονται όλα λίγο παράξενα». Η Μαμά σαν να γελάει. «Κι όσο για τούτον εδώ το νεαρό…» Τα μάτια της Νορίν είναι όλο λαμπερά. «Θέλετε να δείτε τα καινούργια σας ρούχα;» Δεν είναι τα δικά μας ρούχα, είναι διαφορετικά σε σακούλες, κι αν δε μας κάνουν ή δε μας αρέσουν, η Νορίν θα τα γυρίσει στο μαγαζί και θα μας φέρει άλλα. Τα δοκιμάζω όλα, πιο περισσότερο μ’ αρέσουν οι πιτζάμες, είναι χνουδωτές με αστροναύτες πάνω. Είναι σαν τα κοστούμια που φοράνε τα αγόρια στην Τηλεόραση. Έχει και παπούτσια που δένουν με ένα γρατζουνιστικό πράγμα που κολλάει και το λένε Βέλκρο. Μου αρέσει να τα φοράω, να τα κλείνω κι ύστερα να τα ανοίγω χρρρρρρρατς. Είναι δύσκολο όμως να περπατάω μ’ αυτά, είναι βαριά λες και είναι έτοιμα να με σκοντάψουν. Προτιμάω να τα φοράω όταν είμαι στο κρεβάτι, κουνάω τα πόδια μου στον αέρα και τα παπούτσια μαλώνουν μεταξύ τους και μετά γίνονται ξανά φίλοι. Η Μαμά φοράει ένα μπλουτζίν που είναι πολύ στενό. «Έτσι τα φοράνε σήμερα», λέει η Νορίν, «και με τέτοιο σώμα που έχεις, καλά θα κάνεις έτσι να τα φοράς κι εσύ!» «Ποιοι τα φοράνε;» «Οι νέοι». Η Μαμά χαμογελάει, δεν ξέρω γιατί. Βάζει ένα μπλουζάκι που


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

205

είναι κι αυτό πολύ στενό. «Αυτά δεν είναι τα αληθινά σου ρούχα», της ψιθυρίζω. «Είναι τώρα». Η πόρτα κάνει ένα χτύπημα, είναι μια άλλη νοσοκόμα, η ίδια στολή, αλλά αλλιώτικο πρόσωπο. Λέει ότι πρέπει να φορέσουμε τις μάσκες μας γιατί έχουμε επισκέπτη. Ποτέ δεν είχα επισκέπτη, οπότε δεν ξέρω τι είναι. Ένας άνθρωπος μπαίνει μέσα και τρέχει στη Μαμά, τινάζομαι με τις γροθιές μου έτοιμες, αλλά η Μαμά γελάει και κλαίει την ίδια στιγμή, πρέπει να είναι λυπημενοχαρούμενη. «Ω, Μαμά». Αυτό το λέει η Μαμά. «Ω, Μαμά». «Μικρό μου…» «Γύρισα». «Ναι, γύρισες στ’ αλήθεια», λέει η άνθρωπος-γυναίκα. «Όταν μου τηλεφώνησαν, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νόμιζα πως ήταν άλλη μια απ’ αυτές τις κακόγουστες φάρσες…» «Σου έλειψα;» Η Μαμά αρχίζει να γελάει, με παράξενο τρόπο. Η γυναίκα κλαίει κι αυτή, έχει όλο μαύρες σταγόνες κάτω από τα μάτια της, αναρωτιέμαι γιατί τα δάκρυά της βγαίνουν μαύρα. Το στόμα της είναι όλο χρώμα σαν αίμα, όπως στις γυναίκες της Τηλεόρασης. Έχει κιτρινωπά μαλλιά, κοντά αλλά όχι όλο κοντά, και μεγάλα χρυσά κουμπιά κολλημένα στ’ αυτιά της κάτω από την τρύπα. Έχει ακόμα τη Μαμά δεμένη μέσα στα χέρια της, είναι τρεις φορές πιο στρογγυλή από εκείνη. Ποτέ δεν είδα τη Μαμά να αγκαλιάζει έναν κάποιον άλλο. «Άσε με να σε δω λίγο χωρίς αυτό το χαζόπραμα». Η Μαμά τραβάει τη μάσκα της προς τα κάτω, χαμογελώντας και χαμογελώντας. Τώρα η γυναίκα κοιτάζει καλά καλά εμένα. «Δεν το πιστεύω, δεν μπορώ να τα πιστέψω όλ’ αυτά». «Τζακ», λέει η Μαμά. «Να σου γνωρίσω τη γιαγιά σου». Ώστε έχω για την ακρίβεια μία. «Θησαυρέ μου!» Η γυναίκα ανοίγει τα χέρια της σαν να θέλει να πετάξει, αλλά δεν πετάει. Έρχεται κοντά μου. Εγώ πηγαίνω πίσω από την καρέκλα.


206

EMMA DONOGHUE

«Είναι πολύ τρυφερός», λέει η Μαμά, «απλώς δεν είναι συνηθισμένος σε άλλους ανθρώπους». «Φυσικά, φυσικά». Η γυναίκα-Γιαγιά έρχεται λίγο πιο κοντύτερα. «Ω, Τζακ, μικρούλη μου, πόσο γενναίος στάθηκες. Μου ξανάφερες το μωρό μου!» Ποιο μωρό; «Σήκωσε λίγο τη μάσκα σου», μου λέει η Μαμά. Το κάνω και μετά την ξαναβάζω. «Έχει το πιγούνι σου», λέει η γυναίκα-Γιαγιά. «Λες;» «Α, πώς τ’ αγαπούσες από μικρή τα παιδιά… θυμάσαι που κρατούσες δωρεάν τα μωρά της γειτονιάς…;» Μιλάνε και μιλάνε. Κοιτάζω κάτω από το χανζαπλάστ μου να δω αν το δάχτυλό μου έχει ξεκολλήσει ακόμα. Οι κόκκινες τελίτσες τώρα ξεφλουδίζονται. Αέρας μπαίνει στο δωμάτιο. Ένας κάποιος είναι στην πόρτα, ένας άνθρωπος-άντρας με γένια παντού πάνω του, στα μάγουλα και στο σαγόνι και κάτω από τη μύτη, αλλά καθόλου στο κεφάλι. «Είπα στην αδελφή να μη μας ενοχλήσουν», λέει η Μαμά. «Να σου συστήσω τον Λίο», λέει η Γιαγιά. «Γεια», λέει εκείνος κουνώντας τα δάχτυλά του. «Ποιος είναι ο Λίο;» ρωτάει η Μαμά χωρίς να χαμογελάει. «Είχαμε συμφωνήσει να περιμένει στο διάδρομο», λέει η γυναίκα-Γιαγιά. «No problemo», λέει ο Λίο, και μετά δεν είναι πια κανείς εκεί. «Πού είναι ο μπαμπάς;» ρωτάει η Μαμά. «Αυτή τη στιγμή στην Καμπέρα, αλλά έρχεται», λέει η Γιαγιά. «Έχουν αλλάξει πολλά, αγάπη μου». «Στην Καμπέρα;» «Ω, καλή μου… είναι τόσο πολλά αυτά που πρέπει να…» Τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, ο τριχωτός άνθρωπος Λίο δεν είναι ο αληθινός Παππούς μου, ο αληθινός γύρισε να ζήσει στην Αυστραλία μετά που νόμιζε ότι η Μαμά πέθανε και της έκανε κηδεία, αλλά η Γιαγιά θύμωσε μαζί του επειδή αυτή δε σταμάτησε ποτέ να ελπίζει. Πάντα έλεγε στον εαυτό της ότι το πολυαγαπημένο τους κοριτσάκι πρέπει να είχε τους λόγους του που εξαφανίστηκε και ότι μια ωραία


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

207

μέρα θα εμφανιζόταν ξανά. Η Μαμά την κοιτάζει καλά καλά. «Μια ωραία μέρα;» «Ε, δεν είναι;» Η Γιαγιά κουνάει το χέρι της στο παράθυρο. «Τι είδους λόγους θα είχα να…;» «Α, σπάγαμε το κεφάλι μας προσπαθώντας να σκεφτούμε κάτι. Μια κοινωνική λειτουργός μάς είχε πει ότι τα παιδιά της ηλικίας σου καμιά φορά φεύγουν έτσι, αναπάντεχα. Ναρκωτικά, κατά πάσα πιθανότητα… έκανα άνω κάτω το δωμάτιό σου…» «Ήμουν αριστούχος». «Ναι, ήσουν, και δεν ξέρεις πόσο περήφανους μας έκανες». «Μ’ άρπαξαν απ’ το δρόμο». «Τώρα το ξέρω. Κολλήσαμε αφίσες σ’ όλη την πόλη, ο Πολ έφτιαξε μια ιστοσελίδα. Η αστυνομία μίλησε σε όλους τους γνωστούς σου από το πανεπιστήμιο κι από το λύκειο επίσης, μήπως ανακαλύψουν άτομα με τα οποία ίσως έκανες παρέα χωρίς να το ξέρουμε. Συνεχώς νόμιζα ότι σε έβλεπα, ήταν σκέτο μαρτύριο», λέει η Γιαγιά. «Σταματούσα το αυτοκίνητό μου δίπλα σε κορίτσια στο δρόμο και τους κόρναρα· όταν γύριζαν να με κοιτάξουν, όμως, διαπίστωνα ότι δεν ήσουν εσύ. Στα γενέθλιά σου έφτιαχνα πάντα το αγαπημένο σου γλυκό μήπως κι ανοίξεις την πόρτα και μπεις στο σπίτι – θυμάσαι το κέικ σοκολάτα-μπανάνα;» Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. Έχει δάκρυα παντού στο πρόσωπό της. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς χάπια. Μ’ έτρωγε η αβεβαιότητα, κι αυτό δεν ήταν καθόλου δίκαιο για τον αδελφό σου. Το ξέρεις –που δε θα μπορούσες φυσικά να το ξέρεις– ότι ο Πολ έχει ένα κοριτσάκι; Κοντεύει να κλείσει τα τρία, κι έχει ήδη βγάλει τις πάνες. Και η σύντροφός του είναι μια εξαιρετική κοπέλα, ακτινολόγος στο επάγγελμα». Μιλάνε πολύ πιο περισσότερο ακόμα, τ’ αυτιά μου κουράζονται ν’ ακούνε. Μετά η Νορίν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με χάπια για μένα και τη Μαμά και ένα ποτήρι χυμό που δεν είναι πορτοκάλι, είναι μήλο και ο καλύτερος που έχω πιει ποτέ. Η Γιαγιά πάει στο σπίτι της τώρα. Αναρωτιέμαι αν κοιμάται στην αιώρα. «Μήπως να… θα μπορούσε ο Λίο να σας χαιρετήσει; Μόνο για ένα λεπτό;» λέει όταν φτάνει στην πόρτα.


208

EMMA DONOGHUE

Η Μαμά στην αρχή δε λέει τίποτα. «Ίσως την επόμενη φορά», λέει μετά. «Όπως θέλεις. Οι γιατροί είπαν να μη βιαστούμε». «Για τι πράγμα;» «Για τα πάντα». Η Γιαγιά γυρίζει σε μένα. «Για πες μου, λοιπόν, Τζακ: την ξέρεις τη λέξη αντίο;» «Για την ακρίβεια, τις ξέρω όλες τις λέξεις», της απαντώ. Αυτό την κάνει να γελάσει πάρα πάρα πολύ. Φιλάει το χέρι της και μου φυσάει το φιλί. «Πιάσε!» Νομίζω ότι θέλει να παίξουμε, εκείνη να πετάξει κι εγώ να πιάσω το φιλί, οπότε το κάνω και χαίρεται πολύ, και κλαίει κι άλλα δάκρυα. «Γιατί γέλασε που ξέρω όλες τις λέξεις αφού δεν αστειευόμουνα;» ρωτάω μετά τη Μαμά. «Α, δεν έχει σημασία, είναι πάντα καλό να κάνεις τους άλλους να γελάνε». Στις 06:12, η Νορίν φέρνει έναν άλλο, εντελώς αλλιώτικο δίσκο που είναι το βραδινό, μπορούμε να φάμε βραδινό στις πέντε και κάτι ή στις έξι και κάτι ή στις εφτά και κάτι, λέει η Μαμά. Έχει ένα πράσινο τραγανιστό που το λένε ρόκα και που είναι λίγο πικρό, μου αρέσουν οι πατάτες με τις κριτσανιστές άκρες και τα κρέατα με ρίγες πάνω τους. Το ψωμί έχει κομματάκια που μου γδέρνουν το λαιμό, προσπαθώ να τα βγάλω αλλά μετά μένουν τρύπες, η Μαμά λέει απλώς να τα αφήσω. Έχει και φράουλες που η Μαμά λέει ότι έχουν παραδεισένια γεύση, πώς ξέρει τι γεύση έχει ο Παράδεισος; Δεν μπορούμε να τα φάμε όλα. Η Μαμά λέει ότι έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι άνθρωποι μπουκώνονται υπερβολικά, ότι πρέπει απλώς να τρώμε όσο θέλουμε και να αφήνουμε τα υπόλοιπα. Το αγαπημένο μου κομμάτι τού Έξω είναι το παράθυρο. Είναι αλλιώτικο κάθε φορά. Ένα πουλί περνάει πετώντας ζουουμ, δεν ξέρω τι ήταν. Τώρα οι σκιές είναι πάλι πολύ μακριές, η δικιά μου κουνιέται ακριβώς στην απέναντι μεριά του χώρου, στον πράσινο τοίχο. Κοιτάζω το πρόσωπο του Θεού να πέφτει αργά αργά, όλο και πιο πορτοκαλότερο και τα σύννεφα είναι όλα τα χρώματα, μετά γίνονται μολυβιές και σκοτάδι που έρχεται τόσο λίγο λίγο που δεν το βλέπω μέχρι να γίνει. ··· Η Μαμά κι εγώ τρακάρουμε συνέχεια τη νύχτα. Την τρίτη φορά


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

209

ξυπνάω, θέλω το Τζιπ και το Χειριστήριο αλλά δεν είναι εδώ. Κανείς δεν είναι στο Δωμάτιο τώρα, μόνο πράγματα, όλα κάθονται σούπερ έξτρα ακίνητα με τη σκόνη να πέφτει πάνω τους, επειδή εγώ κι η Μαμά είμαστε στην Κλινική και ο ΣαταΝίκ στη φυλακή. Πρέπει να μείνει για πάντα κλειδωμένος εκεί. Θυμάμαι ότι φοράω τις πιτζάμες με τους αστροναύτες. Αγγίζω το πόδι μου μέσα από το ύφασμα, δε μου φαίνεται σαν δικό μου. Όλα τα πράγματα που ήταν δικά μας είναι κλειδωμένα στο Δωμάτιο εκτός από το φανελάκι μου που η Μαμά πέταξε εδώ και τώρα δεν είναι πια, κοίταξα πριν από τον ύπνο, ένας καθαριστής πρέπει να το πήρε μακριά. Νόμιζα ότι αυτό σήμαινε έναν άνθρωπο πιο καθαρό από τους υπόλοιπους, αλλά η Μαμά λέει ότι είναι αυτός που κάνει το καθάρισμα. Νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι αόρατοι σαν τα ξωτικά. Μακάρι ο καθαριστής να μου έφερνε πίσω το φανελάκι μου, αλλά τότε η Μαμά απλώς θα νευρίαζε πάλι. Πρέπει να είμαστε στον κόσμο, δε θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στο Δωμάτιο, η Μαμά λέει έτσι είναι και ότι θα έπρεπε να χαίρομαι. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορούμε να γυρίσουμε, ακόμα και μόνο για να κοιμηθούμε. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να μείνουμε για πάντα στο κομμάτι της Κλινικής ή αν μπορούμε να πάμε σε άλλα κομμάτια τού Έξω, όπως το σπίτι με την αιώρα, εκτός απ’ τον αληθινό Παππού της Αυστραλίας που είναι πάρα πολύ μακριά. «Μαμά;» Βογκάει. «Αχ, Τζακ. Πάνω που μ’ έπαιρνε επιτέλους ο ύπνος…» «Πόσο καιρό είμαστε εδώ;» «Μόνο είκοσι τέσσερις ώρες. Απλώς μας φαίνεται περισσότερο». «Όχι, θέλω να πω… πόσο πρέπει να είμαστε εδώ μετά από τώρα; Πόσες μέρες και νύχτες;» «Για την ακρίβεια, δεν ξέρω». Μα η Μαμά πάντα ξέρει. «Πες μου». «Σσστ». «Πόσο καιρό;» «Λίγο», λέει. «Σώπα τώρα, μην ξεχνάς ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι στα διπλανά δωμάτια, και τους ενοχλείς». Δε βλέπω τους ανθρώπους αλλά είναι εκεί έτσι κι αλλιώς, είναι αυτοί από την τραπεζαρία. Στο Δωμάτιο δεν ενοχλούσα ποτέ κανέναν, μόνο καμιά φορά τη Μαμά αν το Δόντι την πονούσε πολύ. Λέει


210

EMMA DONOGHUE

ότι οι άνθρωποι είναι εδώ στην Κάμπερλαντ επειδή είναι λιγάκι άρρωστοι στο κεφάλι, αλλά όχι πολύ. Δεν μπορούν να κοιμηθούν ίσως από την ανησυχία τους, ή δεν μπορούν να φάνε, ή πλένουν πάρα πολύ τα χέρια τους, δεν ήξερα ότι το πλύσιμο μπορούσε να είναι πάρα πολύ. Μερικοί απ’ αυτούς έχουν χτυπήσει το κεφάλι τους και δεν ξέρουν πια ποιοι είναι, και μερικοί είναι λυπημένοι όλη την ώρα και γδέρνουν τον εαυτό τους ακόμα και με μαχαίρια, δεν ξέρω γιατί. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες και η Πιλάρ και οι αόρατοι καθαριστές δεν είναι άρρωστοι, είναι εδώ για να βοηθήσουν. Η Μαμά κι εγώ ούτε εμείς είμαστε άρρωστοι, απλώς είμαστε εδώ για λίγη ξεκούραση, επίσης δε θέλουμε να μας ζαλίζουν οι παπαράτσι, που είναι τα όρνια με τις κάμερες και τα μικρόφωνά τους, επειδή τώρα είμαστε διάσημοι, όπως οι σταρ της ραπ αλλά εμείς δεν το κάναμε επίτηδες. Η Μαμά λέει ότι βασικά απλώς χρειαζόμαστε λίγη βοήθεια μέχρι να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Δεν ξέρω ποια πράγματα. Βάζω τώρα το χέρι μου κάτω από το μαξιλάρι να δω αν το Δόντι έγινε λεφτά, αλλά όχι. Νομίζω ότι η Νεράιδα δεν ξέρει πού είναι η Κλινική. «Μαμά;» «Τι;» «Είμαστε φυλακισμένοι;» «Όχι». Το λέει παραλίγο σαν να γαβγίζει. «Και βέβαια όχι. Γιατί; Δε σου αρέσει εδώ;» «Θέλω να πω… πρέπει να μείνουμε;» «Όχι, είμαστε ελεύθεροι σαν τα πουλιά». ··· Νόμιζα ότι όλα τα παράξενα πράγματα έγιναν χτες αλλά έχει πολύ πιο περισσότερα σήμερα. Είναι δύσκολο να βγάλω τα κακά μου γιατί η κοιλίτσα μου δεν είναι συνηθισμένη σε τόσο πολύ φαγητό. Δεν πρέπει να πλύνουμε τα σεντόνια μας στο ντους γιατί κι αυτό το κάνουν οι αόρατοι καθαριστές. Η Μαμά γράφει σ’ ένα τετράδιο που της έχει δώσει ο Δόκτωρ Κλέι για να κάνει τα μαθήματά της. Νόμιζα ότι μόνο τα παιδιά που πηγαίνουν σχολείο το κάνουν αυτό, είναι δουλειά που την κάνεις στο σπίτι, αλλά η Μαμά λέει ότι η Κλινική δεν είναι το για την ακρίβεια


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

211

σπίτι κανενός, στο τέλος όλοι πάνε στο αληθινό σπίτι τους. Τη σιχαίνομαι τη μάσκα μου, δεν μπορώ να ανασάνω από μέσα της, αλλά η Μαμά λέει ότι στην πραγματικότητα μπορώ. Τρώμε το πρωινό μας στην τραπεζαρία που είναι για να τρως μόνο, οι άνθρωποι στον κόσμο τούς αρέσει να πηγαίνουν σε διαφορετικά δωμάτια για διαφορετικά πράγματα. Θυμάμαι τους τρόπους, που γίνονται όταν οι άνθρωποι φοβούνται να κάνουν τους άλλους ανθρώπους να θυμώσουν. «Μπορείς να μου έχεις, παρακαλώ, κι άλλες τηγανίτες;» ζητάω. Η γυναίκα-άνθρωπος με την ποδιά λέει: «Είναι κούκλος». Δεν είμαι κούκλος, αλλά η Μαμά μού ψιθυρίζει ότι αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα με συμπαθεί, και γι’ αυτό θα πρέπει να την αφήνω να με λέει έτσι. Δοκιμάζω το σιρόπι, είναι σούπερ έξτρα γλυκό, πίνω ένα ολόκληρο φακελάκι πριν προλάβει η Μαμά να με σταματήσει. Λέει ότι είναι μόνο για να το βάζουμε πάνω στις τηγανίτες, εγώ όμως νομίζω πως αυτό είναι αηδιαστικό. Άνθρωποι έρχονται και ξαναέρχονται στη Μαμά με κανάτες καφέ, εκείνη λέει όχι. Τρώω τόσο πολλά μπέικα που χάνω το μέτρημα κι όταν λέω «Ευχαριστώ, Μικρέ Χριστούλη», οι άνθρωποι με κοιτάζουν καλά καλά γιατί νομίζω ότι στο Έξω δεν τον ξέρουν. Η Μαμά λέει ότι όταν κάποιος φέρεται παράξενα, όπως εκείνο το μακρύ αγόρι με τα μεταλλικά κομματάκια στο πρόσωπό του που το φωνάζουν Χιούγκο και μουρμουρίζει συνέχεια, ή η Κυρία Γκάρμπερ που ξύνει το λαιμό της όλη την ώρα, δε γελάμε εκτός μόνο από μέσα μας, αν δεν μπορούμε καθόλου να κρατηθούμε. Ποτέ δεν ξέρω πότε θα συμβούν οι ήχοι και πάντα με κάνουν να τινάζομαι. Πολλές φορές δεν μπορώ να δω τι τους φτιάχνει, μερικοί είναι μικρούτσικοι σαν μικρούτσικα ζουζούνια που ζουζουνίζουν αλλά μερικοί μού πονάνε το κεφάλι. Παρόλο που όλα είναι πάντα πολύ δυνατά, η Μαμά μού λέει να μη φωνάζω για να μην ενοχλώ τους ανθρώπους. Συχνά όμως όταν μιλάω δε με ακούνε. «Πού είναι τα παπούτσια σου;» λέει η Μαμά. Γυρίζουμε πίσω και τα βρίσκουμε στην τραπεζαρία κάτω από το τραπέζι, το ένα έχει πάνω του ένα κομμάτι μπέικον που το τρώω. «Μικρόβια», λέει η Μαμά.


212

EMMA DONOGHUE

Κουβαλάω τα παπούτσια μου από τα Βέλκρο λουριά τους. Η Μαμά μού λέει να τα φορέσω. «Μου πονάνε τα πόδια». «Δεν είναι το σωστό νούμερο;» «Είναι πολύ βαριά». «Το ξέρω ότι δεν είσαι συνηθισμένος να φοράς παπούτσια, αλλά δεν μπορείς να κυκλοφορείς μόνο με τις κάλτσες, μπορεί να πατήσεις κάτι σουβλερό». «Δε θα πατήσω, σου το υπόσχομαι». Περιμένει μέχρι να τα φορέσω. Είμαστε σ’ ένα διάδρομο, αλλά όχι αυτόν στο πάνω μέρος της σκάλας, η Κλινική έχει όλο αλλιώτικα κομμάτια. Δε νομίζω ότι έχουμε ξαναέρθει εδώ. Μήπως χαθήκαμε; Η Μαμά κοιτάζει έξω από ένα καινούργιο παράθυρο. «Ίσως σήμερα θα μπορούσαμε να πάμε έξω και να δούμε τα δέντρα και τα λουλούδια». «Όχι». «Τζακ…» «Θέλω να πω, όχι, ευχαριστώ». «Να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα!» Μ’ αρέσει ο αέρας στο Δωμάτιο Αριθμός Εφτά, η Νορίν μάς ξαναπάει εκεί. Έξω από το παράθυρό μας μπορούμε να βλέπουμε αυτοκίνητα να παρκάρουν και να ξεπαρκάρουν και περιστέρια και, καμιά φορά, εκείνη τη γάτα. Αργότερα πηγαίνουμε να παίξουμε με τον Δόκτωρ Κλέι σε ένα άλλο καινούργιο δωμάτιο που έχει μία μοκέτα με μακριά μαλλιά, όχι σαν τη Μοκέτα που είναι όλη ίσια με το στριφογυριστό σχέδιό της. Αναρωτιέμαι αν της λείπω της Μοκέτας – είναι ακόμα στο πίσω μέρος του φορτηγού στη φυλακή; Η Μαμά δείχνει στον Δόκτωρ Κλέι τα μαθήματά της, μιλάνε κι άλλο για όχι πολύ ενδιαφέροντα πράγματα όπως αποπροσωποποίηση και για ένα ποτέ ιδωμένο jamais vu. Μετά, βοηθάω τον Δόκτωρ Κλέι να αδειάσει το μπαούλο με τα παιχνίδια του, αυτό είναι το πιο περισσότερο πρώτο απ’ όλα. Μιλάει σ’ ένα κινητό τηλέφωνο που δεν είναι ένα αληθινό: «Πολύ χαίρομαι που σε ακούω, Τζακ. Εγώ είμαι στην κλινική αυτή τη στιγμή. Εσύ πού είσαι;» Κρατάω στο αυτί μου την πλαστική μπανάνα και λέω: «Κι εγώ».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

213

«Τι σύμπτωση! Σου αρέσει εδώ;» «Μου αρέσει το μπέικον». Γελάει, δεν καταλαβαίνω πώς έκανα ξανά αστείο. «Κι εμένα μου αρέσει το μπέικον. Περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε». Πώς είναι δυνατό να σου αρέσει κάτι περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε; Στο κάτω μέρος του μπαούλου βρίσκω μικρούτσικες μαριονέτες όπως ένα σκυλί με βούλες κι έναν πειρατή κι ένα φεγγάρι κι ένα αγόρι που βγάζει τη γλώσσα του, το αγαπημένο μου είναι το σκυλί. «Τζακ, ο Δόκτωρ Κλέι σε ρωτάει κάτι». Ανοιγοκλείνω τα μάτια στη Μαμά. «Για πες μου λοιπόν. Τι είναι αυτό που δε σου αρέσει και τόσο πολύ εδώ;» λέει ο Δόκτωρ. «Οι κόσμοι που κοιτάζουν». «Μμ;» Ο Δόκτωρ Κλέι το λέει πολύ αυτό αντί για λέξεις. «Επίσης τα ξαφνικά πράγματα». «Τα ειδικά πράγματα; Ποια είναι αυτά;» «Τα ξαφνικά πράγματα», του λέω. «Αυτά που έρχονται γρήγορα γρήγορα». «Α, ναι. Ο κόσμος είναι ξαφνικότερος απ’ όσο τον νομίζουμε». «Ε;» «Τίποτα, συγγνώμη, απλώς ένας στίχος από ένα ποίημα*», λέει ο Δόκτωρ Κλέι και χαμογελάει στη Μαμά. «Μπορείς να μου περιγράψεις, Τζακ, πού ήσουνα πριν έρθεις στην Κλινική;» * Λούις ΜακΝίς, Χιόνι. Ο Δόκτωρ δεν έχει πάει ποτέ στο Δωμάτιο, οπότε του λέω για όλα του τα κομμάτια, τι κάναμε κάθε μέρα εκεί και τέτοια, η Μαμά λέει τι ξεχνάω να πω. Ο Δόκτωρ Κλέι έχει πλαστελίνη σαν αυτή που έχω δει στην Τηλεόραση σε όλα τα χρώματα, την πλάθει μπαλάκια και σκουλήκια όσο μιλάμε. Χώνω το δάχτυλό μου σ’ ένα κίτρινο κομμάτι, μετά μένει λίγο στο νύχι μου, και δε μ’ αρέσει να είναι κίτρινο. «Δεν πήρες ποτέ πλαστελίνη για κυριακάτικο δώρο;» ρωτάει. «Η πλαστελίνη στεγνώνει». Αυτή είναι η Μαμά που τον κόβει.


214

EMMA DONOGHUE

«Το σκεφτήκατε ποτέ αυτό; Ακόμα κι αν τη βάζεις κάθε φορά στη συσκευασία της, με θρησκευτική προσήλωση, θέλω να πω, έπειτα από ένα διάστημα ξεραίνεται και αχρηστεύεται». «Φαντάζομαι πως ναι», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ζητούσα κραγιόνια και μολύβια, όχι μαρκαδόρους… και υφασμάτινες πάνες, και… ό,τι μπορούσε να κρατήσει, τέλος πάντων, για να μη χρειαστεί να το ξαναζητήσω ύστερα από μία εβδομάδα». Ο Δόκτωρ κάνει και ξανακάνει ναι με το κεφάλι. «Φτιάχναμε ζυμάρι με αλεύρι, αλλά ήταν πάντα άσπρο». Η Μαμά ακούγεται θυμωμένη. «Πιστεύετε ότι δε θα έδινα στον Τζακ κι από ένα διαφορετικό χρώμα πλαστελίνη κάθε μέρα αν μπορούσα;» Ο Δόκτωρ Κλέι λέει το άλλο όνομα της Μαμάς. «Κανείς δεν επικρίνει τις επιλογές και τη στρατηγική σας». «Η Νορίν λέει ότι το ζυμάρι γίνεται πιο εύπλαστο αν βάλεις αλάτι σε ίσες ποσότητες με το αλεύρι, το ξέρατε αυτό; Εγώ πάντως δεν το ήξερα, πού να το ξέρω; Δε σκέφτηκα καν να ζητήσω χρώματα τροφίμων. Αν είχα την παραμικρή ιδέα, την παραμικρή αναθεματισμένη ιδέα…» Η Μαμά λέει και ξαναλέει στον Δόκτωρ Κλέι ότι είναι μια χαρά, αλλά δεν ακούγεται μια χαρά. Κουβεντιάζει μαζί του για γνωσιακές στρεβλώσεις, κάνουν μία άσκηση αναπνοής, εγώ παίζω με τις μαριονέτες. Μετά η ώρα μας τελειώνει γιατί ο Δόκτωρ πρέπει να πάει να παίξει με τον Χιούγκο. «Ήταν κι αυτός σε αποθήκη;» ρωτάω. Ο Δόκτωρ Κλέι κάνει όχι με το κεφάλι. «Τι έπαθε;» «Ο καθένας έχει τη δική του ιστορία». Όταν γυρίζουμε στο δωμάτιό μας με τη Μαμά, πέφτουμε στο κρεβάτι και πίνω πολύ. Η Μαμά ακόμα μυρίζει λάθος από το μαλακτικό, υπερβολικά μεταξένια. ··· Ακόμα και μετά τον υπνάκο μου είμαι ακόμα κουρασμένος. Η μύτη μου τρέχει συνέχεια και τα μάτια μου επίσης, σαν να λιώνουν από μέσα. Η Μαμά λέει ότι έπαθα το πρώτο μου κρύωμα. «Αφού φορούσα τη μάσκα μου». «Τα μικρόβια έχουν τον τρόπο τους να τρυπώνουν. Το πιθανότερο


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

215

είναι ότι μέχρι αύριο θα το έχω κολλήσει κι εγώ». Κλαίω. «Ναι, αλλά δεν έχω κουραστεί ακόμα από το παιχνίδι». Η Μαμά με παίρνει αγκαλιά. «Δεν θέλω να πάω ακόμα στον Ουρανό». «Αγαπούλα μου…» Η Μαμά δε με έχει ξαναπεί ποτέ έτσι. «Μη φοβάσαι, αν αρρωστήσουμε, έχουμε τους γιατρούς για να μας κάνουν καλά». «Θέλω». «Τι θέλεις;» «Θέλω να με κάνει καλά ο Δόκτωρ Κλέι τώρα». «Για την ακρίβεια, ο δόκτωρ Κλέι δεν μπορεί να γιατρέψει το κρύωμα». Η Μαμά ρουφάει το στόμα της. «Σου υπόσχομαι όμως ότι σε λίγες μέρες θα σου έχει περάσει. Έι, θέλεις να μάθεις πώς να φυσάς τη μύτη σου;» Μου παίρνει μόνο τέσσερις προσπάθειες, όταν φυσάω όλες τις μύξες στο χαρτομάντιλο, η Μαμά χτυπάει παλαμάκια. Η Νορίν μάς φέρνει το μεσημεριανό που είναι σούπες και σουβλάκια κι ένα ρύζι που δεν είναι αληθινό και το λένε κινόα. Για μετά έχει μια σαλάτα από φρούτα και τα μαντεύω όλα, μήλο και πορτοκάλι, κι αυτά που δεν ξέρω είναι ανανάς και μάνγκο και μύρτιλλα και ακτινίδιο και καρπούζι, δηλαδή δύο σωστά και πέντε λάθος, δηλαδή μείον τρία. Δεν έχει μπανάνα. Θέλω να δω πάλι τα ψάρια, οπότε κατεβαίνουμε στο κομμάτι που το λένε Υποδοχή Ασθενών. Τα ψάρια έχουν ρίγες. «Είναι άρρωστα;» «Μια χαρά ζωντανά μού φαίνονται», λέει η Μαμά. «Ειδικά εκείνο το μεγάλο στα φύκια, που μοιάζει με αφεντικό». «Όχι, στο κεφάλι θέλω να πω. Είναι τρελά ψάρια;» Η Μαμά γελάει. «Δε νομίζω». «Απλώς ξεκουράζονται λιγάκι επειδή είναι διάσημα;» «Για την ακρίβεια, αυτά έχουν γεννηθεί εδώ, μέσα σ’ αυτό το ενυδρείο». Αυτό το λέει η γυναίκα Πιλάρ. Τινάζομαι, δεν την είδα να βγαίνει απ’ τον πάγκο της. «Γιατί;» Με κοιτάζει καλά καλά, χαμογελώντας ακόμα. «Εεε…» «Γιατί είναι εδώ;» «Για μας, για να τα κοιτάζουμε, υποθέτω. Δεν είναι όμορφα;» «Έλα, Τζακ, πάμε», λέει η Μαμά. «Είμαι σίγουρη ότι η Πιλάρ


216

EMMA DONOGHUE

έχει δουλειά να κάνει». Στο Έξω, ο χρόνος είναι όλος μπερδεμένος. Η Μαμά λέει συνέχεια: «Σιγά σιγά, Τζακ», και «Περίμενε, Τζακ», και «Τελείωνε επιτέλους, Τζακ», και «Κάνε γρήγορα, Τζακ», λέει τόσο πολύ Τζακ για να ξέρω ότι μιλάει σε μένα και όχι σε άλλους κόσμους. Δεν μπορώ σχεδόν ποτέ να μαντέψω τι ώρα είναι, έχει παντού ρολόγια αλλά έχουν μυτερά χέρια, δεν ξέρω το μυστικό, και το Ρολόι δεν είναι εδώ με τους αριθμούς του, οπότε πρέπει να ρωτάω τη Μαμά και κουράζεται από το που τη ρωτάω συνέχεια. «Ξέρεις τι ώρα είναι, ώρα να βγούμε έξω». Δε θέλω, αλλά εκείνη λέει και ξαναλέει: «Έλα να δοκιμάσουμε, μόνο να δοκιμάσουμε. Τώρα, αυτή τη στιγμή, γιατί όχι;» Πρώτα πρέπει να ξαναβάλω τα παπούτσια μου. Επίσης πρέπει να βάλουμε μπουφάν και καπέλα κι ένα γλιτσερό πράγμα στα πρόσωπά μας κάτω από τις μάσκες μας και στα χέρια μας, ο ήλιος μπορεί να κάψει τα δέρματά μας γιατί είμαστε από το Δωμάτιο. Ο Δόκτωρ Κλέι και η Νορίν έρχονται μαζί μας, δε φοράνε ούτε στιλάτα γυαλιά ούτε τίποτα. Για να βγούμε στο Έξω δεν περνάμε από πόρτα, είναι κάτι σαν Στεγανός Αεροθάλαμος διαστημόπλοιου. Η Μαμά δεν μπορεί να θυμηθεί τη λέξη, και ο Δόκτωρ Κλέι λέει: «Περιστρεφόμενη πόρτα». «Α, ναι», λέω εγώ. «Την ξέρω από την Τηλεόραση». Μου αρέσει το κομμάτι που κάνει γύρω γύρω αλλά μετά βγαίνουμε έξω και το φως πονάει τα γυαλιά μου όλο σκοτεινά, ο αέρας χαστουκίζει τα μάγουλά μου και πρέπει να μπω ξανά μέσα. «Μη φοβάσαι», λέει συνέχεια η Μαμά. «Δε μ’ αρέσει». Η περιστρεφόμενη κόλλησε, δεν περιστρέφει, με ζουλάει προς τα έξω. «Κράτα το χέρι μου». «Ο αέρας θα μας σκίσει στα δύο». «Ένα αεράκι είναι μόνο», λέει η Μαμά. Το φως δεν είναι όπως σε ένα παράθυρο, έρχεται απ’ όλες τις μεριές και γύρω γύρω από τα στιλάτα γυαλιά μου, δεν ήταν έτσι στη Μεγάλη Απόδρασή μας. Πάρα πολλή τρομερή φωτεινάδα και φρεσκότερος αέρας. «Το δέρμα μου καίγεται». «Είσαι λεβέντης», λέει η Νορίν. «Βαθιές, αργές αναπνοές, έτσι


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

217

μπράβο το αγόρι μου». Δεν είμαι αγόρι της, και δε βλέπω τίποτα αναπνοές ούτε βαθιές ούτε αργές. Τα γυαλιά μου έχουν πιτσίλες, το στήθος μου κάνει ντάνγκα ντάνγκα ντάνγκα και ο αέρας είναι τόσο δυνατός που δεν μπορώ ν’ ακούσω τίποτα. Η Νορίν κάνει κάτι παράξενο, μου τραβάει τη μάσκα και βάζει ένα αλλιώτικο χαρτί στο πρόσωπό μου. Το σπρώχνω μακριά με τα γλιτσιασμένα χέρια μου. «Δεν είμαι σίγουρος αν η ιδέα είναι…» λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Ανάσαινε μέσα στη σακούλα», μου λέει η Νορίν. Ανασαίνω, είναι ζεστά, το μόνο που κάνω είναι να ρουφάω και να ρουφάω και να ρουφάω τον αέρα. Η Μαμά κρατάει τους ώμους μου. «Πάμε μέσα», λέει. Πίσω στο Δωμάτιο Αριθμός Εφτά, πίνω λίγο στο κρεβάτι, ακόμα με τα παπούτσια μου βαλμένα και τη γλίτσα παντού πάνω μου. Αργότερα έρχεται η Γιαγιά, αυτή τη φορά ξέρω το πρόσωπό της. Έχει φέρνει μαζί της βιβλία από το σπίτι της αιώρας, τρία για τη Μαμά χωρίς εικόνες που μόλις τα βλέπει ενθουσιάζεται και πέντε για μένα με εικόνες, η Γιαγιά δεν ήξερε ούτε καν ότι το πέντε είναι ο πιο καλυτερότερος αριθμός μου. Λέει ότι αυτά ήταν της Μαμάς και του Θείου Πολ όταν ήταν παιδιά, δε νομίζω ότι λέει ψέματα, αλλά είναι πολύ δύσκολο να είναι αλήθεια ότι η Μαμά ήταν ποτέ της παιδί. «Θέλεις να καθίσεις στα πόδια μου να σου διαβάσω ένα;» ρωτάει η Γιαγιά. «Όχι, ευχαριστώ». Είναι το Μια Κάμπια Πολύ Πεινασμένη, το Το Δέντρο Που Έδινε, το Τρέχα, Σκύλε, Τρέχα, το Το Λόραξ, και το Η Ιστορία του Πίτερ Ράμπιτ, κοιτάζω όλες τις εικόνες. «Το εννοώ… με κάθε λεπτομέρεια», λέει πολύ σιγανά η Γιαγιά στη Μαμά. «Θα το αντέξω». «Αμφιβάλλω». «Είμαι έτοιμη». Η Μαμά κουνάει και ξανακουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Τι νόημα έχει, μαμά; Τώρα τελείωσε, βγήκα στην άλλη μεριά». «Μα, αγάπη μου…» «Για την ακρίβεια, θα προτιμούσα να μην τα σκέφτεσαι αυτά κάθε


218

EMMA DONOGHUE

φορά που με κοιτάζεις. Εντάξει;» Πιο περισσότερα δάκρυα τρέχουν από τη Γιαγιά. «Αγαπούλα μου», λέει, «το μόνο που σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω είναι να δοξάζω τον Θεό». Όταν η Γιαγιά φεύγει, η Μαμά μού διαβάζει το βιβλίο με το κουνέλι, είναι Πίτερ –Πέτρος– αλλά όχι ο Άγιος. Αυτός ο Πίτερ φοράει παλιομοδίτικα ρούχα και τον κυνηγάει όλη την ώρα ένας κηπουρός, δεν ξέρω γιατί κάνει τον κόπο να κλέβει λαχανικά. Το κλέψιμο είναι κακό, αλλά αν ήμουνα κλέφτης, θα έκλεβα καλά πράγματα όπως αυτοκίνητα και σοκολάτες. Δεν είναι πολύ εξαιρετικό βιβλίο αλλά είναι εξαιρετικό που έχω τόσα καινούργια. Στο Δωμάτιο είχα πέντε αλλά τώρα είναι συν πέντε, που μας κάνει δέκα. Για την ακρίβεια, δεν έχω τα παλιά πέντε βιβλία, οπότε μάλλον απλώς τώρα έχω τα καινούργια πέντε. Αυτά στο Δωμάτιο μπορεί να μην είναι πια κανενός. Μετά έχουμε κι άλλον επισκέπτη, που είναι ο δικηγόρος μας Μόρις. Δεν ήξερα ότι είχαμε έναν, όπως στον πλανήτη του δικαστήριου όπου οι άνθρωποι φωνάζουν και ο δικαστής κοπανάει το σφυρί του. Τον συναντάμε σ’ ένα δωμάτιο στο όχι πάνω κομμάτι, αυτό το δωμάτιο έχει ένα τραπέζι και μυρίζει σαν γλυκό. Τα μαλλιά του Μόρις είναι σούπερ έξτρα κατσαρά. Όσο εκείνος κι η Μαμά μιλάνε, εγώ κάνω εξάσκηση στο φύσημα της μύτης μου. «Να, για παράδειγμα, αυτή η εφημερίδα, έβαλε μια φωτογραφία σου από το δημοτικό», λέει. «Που σημαίνει ότι έχουμε πολλές πιθανότητες να κερδίσουμε μια δίκη για παραβίαση ιδιωτικής ζωής». Το σου σημαίνει τη Μαμά, γίνομαι όλο και πιο καλύτερος στο να καταλαβαίνω. «Εννοείς να κάνω μήνυση; Είναι το τελευταίο που έχω στο μυαλό μου», του λέει. Της δείχνω το χαρτομάντιλό μου με το φύσημά μου μέσα, κι εκείνη μου κάνει το σήμα της επιτυχίας. Ο Μόρις κουνάει συνέχεια το κεφάλι του. «Απλώς ισχυρίζομαι ότι θα πρέπει να σκεφτείς το μέλλον σου, το δικό σου και του παιδιού». Αυτό είμαι εγώ, το παιδί. «Ναι, εντάξει, η Κάμπερλαντ παρατείται της απαίτησης νοσηλείων για ένα μικρό χρονικό διάστημα, κι εγώ άνοιξα έναν τραπεζικό λογαριασμό για τις δωρεές των θαυμαστών σου, πρέπει όμως να σου πω ότι αργά ή γρήγορα θα χρειαστείς


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

219

τόσο πολλά χρήματα που δε θα το πιστεύεις. Αποκατάσταση, ειδικές θεραπείες, στέγαση, εκπαίδευση και για τους δυο σας…» Η Μαμά τρίβει τα μάτια της. «Δε θέλω να σε πιέσω». «Είπες… οι θαυμαστές μας;» «Φυσικά», λέει ο Μόρις. «Οι δωρεές δε σταματάνε να έρχονται· γύρω στον έναν ταχυδρομικό σάκο την ημέρα λαμβάνω στο γραφείο». «Ένα σάκο με τι;» «Με ό,τι μπορείς να φανταστείς. Έφερα μερικά να τα δείτε – τα διάλεξα έτσι, τυχαία…» Ο Μόρις σηκώνει μια μεγάλη πλαστική τσάντα από πίσω απ’ την πολυθρόνα του κι αρχίζει να βγάζει από μέσα πακέτα. «Τα άνοιξες», λέει η Μαμά κοιτάζοντας τους φακέλους. «Πίστεψέ με, κάποιος πρέπει να τα ελέγχει όλα αυτά. Κ-Ο-Π-ΡΑ-Ν-Α, κι αυτό είναι μόνο η αρχή…» «Γιατί μας έστειλαν κακά;» ρωτάω τη Μαμά. Ο Μόρις κοιτάει καλά καλά. «Έχει πολύ πλούσιο λεξιλόγιο και είναι εξαιρετικός ορθογράφος επίσης», λέει η Μαμά. «Εεε, χμ… ρώτησες γιατί… έτσι, Τζακ; Γιατί υπάρχουν πολλοί τρελοί εκεί έξω». Εγώ νόμιζα ότι οι τρελοί ήταν εδώ μέσα, στην Κλινική, και παίρνανε βοήθεια. «Τα περισσότερα όμως είναι δώρα από πραγματικά καλοπροαίρετους ανθρώπους», λέει ο Μόρις. «Σοκολάτες, παιχνίδια, τέτοια πράγματα». Σοκολάτες! «Σκέφτηκα να σου φέρω πρώτα τα λουλούδια, γιατί είναι τόσο πολλά που η βοηθός μου δεν τα αντέχει. Την πιάνουν ημικρανίες». Σηκώνει πολλά λουλούδια μέσα σε αόρατο πλαστικό, από εκεί είναι η μυρωδιά. «Τι παιχνίδια είναι τα παιχνίδια;» ψιθυρίζω. «Να ένα», λέει η Μαμά, βγάζοντάς το από ένα φάκελο. Είναι ένα ξύλινο τρενάκι. «Σιγά, Τζακ! Δεν αρπάζουμε έτσι τα πράγματα». «Συγγνώμη». Το κάνω τσαφ-τσουφ σε όλο το τραπέζι, μετά το


220

EMMA DONOGHUE

κατεβάζω απ’ το πόδι στο πάτωμα και το ανεβάζω στον τοίχο που είναι γαλάζιος σ’ αυτό το δωμάτιο. «Υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από διάφορους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς», λέει ο Μόρις. «Ίσως θελήσεις αργότερα να γράψεις ένα βιβλίο…» Το στόμα της Μαμάς δεν είναι φιλικό. «Πιστεύεις δηλαδή ότι πρέπει να πουλήσουμε τον εαυτό μας πριν μας πουλήσουν κάποιοι άλλοι για δικό τους όφελος». «Δε θα το έθετα έτσι. Θα έλεγα ότι έχεις πολλά να διδάξεις στον κόσμο. Όλη αυτή η ιστορία τού να ζεις με τόσο λίγα… είναι πολύ τσάιτγκαϊστ*». * Σύμφωνα με τους στόχους και τις βασικές αρχές του Κινήματος Zeitgeist, όπως αυτές παρουσιάζονται στη διακήρυξη του Ελληνικού Τμήματος (Zeitgeist Movement – Hellenic Chapter), το Zeitgeist είναι ένα μη-πολιτικό κίνημα, το οποίο «δεν αναγνωρίζει κράτη, κυβερνήσεις, φυλές, θρησκείες ή τάξεις», εφόσον θεωρεί ότι αυτές είναι «ψευδείς, ξεπερασμένες διακρίσεις, που απέχουν πολύ από θετικούς παράγοντες για τη συλλογική ανθρώπινη ανάπτυξη». Στόχος του Κινήματος είναι «να αναθεωρηθεί η κοινωνία του κόσμου μας σε όλα τα επίπεδα σύμφωνα με τις γνώσεις τού σήμερα». Η Μαμά ξεκαρδίζεται στα γέλια. Ο Μόρις σηκώνει τα χέρια του. «Προφανώς, όμως, η απόφαση είναι δική σου. Δε χρειάζεται να βιαστείς: μια μέρα τη φορά». Η Μαμά διαβάζει μερικά από τα γράμματα: «Μικρούλη Τζακ, υπέροχο αγόρι, σου εύχομαι να χαίρεσαι την κάθε στιγμή! Το αξίζεις γιατί, κυριολεκτικά, πήγες στην Κόλαση και γύρισες!» «Ποιος το είπε αυτό;» ρωτάω. Η Μαμά γυρίζει τη σελίδα από την άλλη μεριά. «Μια κυρία που δεν την ξέρουμε». «Και γιατί με λέει υπέροχο;» «Άκουσε για σένα στην τηλεόραση». Ψάχνω τους πιο χοντρούς φακέλους και για άλλα τρένα.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

221

«Να, αυτά φαίνονται ωραία», λέει η Μαμά, κρατώντας ένα κουτάκι με σοκολατάκια. «Έχει κι άλλα». Έχω βρίσκει ένα για την ακρίβεια μεγάλο κουτί. «Μπα, είναι πάρα πολλά, θα μας αρρωστήσουν». Εγώ είμαι ήδη άρρωστος με το κρύωμά μου, οπότε δε με πειράζει. «Αυτά θα τα δώσουμε σε κάποιον», λέει η Μαμά. «Σε ποιον;» «Στις νοσοκόμες, ίσως». «Παιχνίδια και τα συναφή μπορώ να τα στείλω σε κάποιο νοσοκομείο για παιδιά», λέει ο Μόρις. «Ωραία ιδέα. Διάλεξε ποια θέλεις να κρατήσεις», μου λέει η Μαμά. «Πόσα;» «Όσα θέλεις». Διαβάζει ένα άλλο γράμμα. «Ο Θεός να σας έχει πάντα καλά, εσένα κι αυτό το άγιο παιδί, το γιο σου. Προσεύχομαι να ανακαλύψετε όλα τα υπέροχα πράγματα που έχει να προσφέρει τούτος ο κόσμος και ο δρόμος σας να είναι από δω και μπρος στρωμένος με ροδοπέταλα». Βάζει το γράμμα στο τραπέζι. «Πώς θα βρω χρόνο να απαντήσω σε όλα αυτά;» Ο Μόρις κουνάει το κεφάλι του. «Αυτό το κάθα… ο κατηγορούμενος, ας τον πούμε, σου έκλεψε ήδη εφτά από τα καλύτερα χρόνια της ζωής σου. Στη θέση σου, δε θα χαράμιζα ούτε λεπτό παραπάνω». «Και πώς ξέρεις ότι θα ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου;» Ο Μόρις ανασηκώνει τους ώμους. «Απλώς εννοώ ότι… δεκαεννιά χρόνων δεν ήσουνα;» Έχει σούπερ έξτρα πρώτα πράγματα, ένα αυτοκίνητο με ρόδες που κάνουν ζζζζζζιιιιιιιιιιιιν, μια σφυρίχτρα-γουρούνι, τη σφυρίζω. «Ουάου! Τι δυνατά!» λέει ο Μόρις. «Υπερβολικά δυνατά», λέει η Μαμά. Το κάνω άλλη μία φορά. «Τζακ…». Την αφήνω κάτω. Βρίσκω ένα βελουδένιο κροκόδειλο μακρύ σαν το πόδι μου, μια ροκάνα με κουδουνάκι, ένα πρόσωπο κλόουν που όταν του πατάω τη μύτη λέει χα χα χα χα. «Ούτε αυτό, μου φέρνει ανατριχίλες», λέει η Μαμά. Χαιρετάω ψιθυριστά τον κλόουν και τον βάζω ξανά στο φάκελό


222

EMMA DONOGHUE

του. Υπάρχει ένα τετράγωνο μ’ ένα πράγμα σαν μολύβι δεμένο πάνω του, αλλά είναι σκληρό πλαστικό, όχι χαρτί, κι ένα κουτί με πιθηκάκια με κατσαρά χέρια και ουρές που τις δένεις μεταξύ τους και φτιάχνεις αλυσίδα από πιθηκάκια. Έχει μια πυροσβεστική κι ένα αρκουδάκι με καπέλο που δε βγαίνει ακόμα κι όταν το τραβάω δυνατά. Στην ετικέτα του το αρκουδάκι έχει το πρόσωπο ενός μωρού που το περνάει μια γραμμή και ένα 0-3, ίσως αυτό να σημαίνει ότι σκοτώνει μωρά σε τρία δευτερόλεπτα; «Α, έλα τώρα, Τζακ», λέει η Μαμά. «Δε χρειάζεσαι τόσο πολλά!» «Πόσα χρειάζομαι;» «Δεν ξέρω…» «Αν μπορείς να υπογράψεις εδώ, εδώ κι εδώ…» της λέει ο Μόρις. Πιπιλάω το δάχτυλό μου από κάτω από τη μάσκα. Η Μαμά δε μου λέει πια να μην το κάνω αυτό. «Πόσα χρειάζομαι;» Η Μαμά σηκώνει το κεφάλι από τα χαρτιά που γράφει. «Διάλεξε… εε… διάλεξε πέντε». Μετράω, το αυτοκίνητο και τα πιθηκάκια και το τετράγωνο του γραψίματος και το ξύλινο τρένο και τη ροκάνα και τον κροκόδειλο, αυτά μας κάνουν έξι όχι πέντε, αλλά η Μαμά και ο Μόρις μιλάνε και μιλάνε. Βρίσκω ένα μεγάλο άδειο φάκελο και τα βάζω μέσα και τα έξι. «Εντάξει», λέει η Μαμά, πετώντας όλα τα υπόλοιπα από τα πακέτα μέσα στην τεράστια τσάντα. «Περίμενε», λέω, «μπορώ να γράψω πάνω στην τσάντα, να βάλω Δώρα από τον Τζακ για τα Άρρωστα Παιδιά». «Άσε τον Μόρις να το χειριστεί». «Μα…» Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Έχουμε πολλά να κάνουμε, και πρέπει να αφήσουμε κάποιους ανθρώπους να κάνουν για λογαριασμό μας μερικά από αυτά τα πολλά, αλλιώς το κεφάλι μου θα εκραγεί». Γιατί θα εκραγεί το κεφάλι της αν γράψω στην τσάντα; Βγάζω έξω ξανά το τρενάκι, το βάζω κάτω από την μπλούζα μου, είναι το μωρό μου και βγαίνει από κει και το φιλάω παντού.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

223

«Θα έλεγα μάλλον τον Ιανουάριο· το νωρίτερο, πάντως, που μπορούμε να πάμε σε δίκη είναι τον Οκτώβριο», λέει ο Μόρις. Στην Αλίκη έχει μια δίκη με τάρτες, η Μπίλια η Σαύρα αναγκάζεται να γράψει με το δάχτυλό της, κι όταν η Αλίκη αναποδογυρίζει την έδρα των ενόρκων, ξαναβάζει κατά λάθος τη Σαύρα εκεί αναποδογυρισμένη, χα χα. «Ναι, αλλά πόσο θα μείνει στη φυλακή;» ρωτάει η Μαμά. Εννοεί αυτόν, τον ΣαταΝίκ. «Απ’ ό,τι μου λέει η εισαγγελέας, ελπίζει από είκοσι πέντε έως ισόβια, και στα ομοσπονδιακά αδικήματα δεν υπάρχει αποφυλάκιση υπό όρους», λέει ο Μόρις. «Έχουμε απαγωγή για σεξουαλικούς σκοπούς, παράνομη κράτηση, πολλαπλούς βιασμούς, βιαιοπραγία…» Μετράει στα δάχτυλά του, όχι μέσα στο κεφάλι του. Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. «Και το μωρό;» «Ο Τζακ;» «Το πρώτο. Δε μετράει σαν κάποιο είδος φόνου αυτό;» Δεν την ξέρω αυτή την ιστορία, δεν την έχω ακούσει ποτέ. Ο Μόρις στραβώνει το στόμα του. «Όχι αν το έμβρυο γεννήθηκε νεκρό». «Αν το κορίτσι γεννήθηκε νεκρό». «Ναι, συγγνώμη, να με συγχωρείς», λέει ο Μόρις. «Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι η εγκληματική αμέλεια, ίσως και αδιαφορία…» Προσπαθούν να κάνουν την Αλίκη να εγκαταλείψει το δικαστήριο επειδή, λέει, είναι πιο ψηλή από ένα μίλι. Έχει κι ένα ποίημα που είναι μπερδευτικό: Αν μπλεχτούμε, κατά τύχη, εγώ κι αυτή Στην υπόθεση ετούτη την καυτή Ε, παράτα μας, σ’ το λέω λόγω τιμής Ακριβώς όπως το κάναμε κι εμείς. Η Νορίν έρχεται χωρίς να τη δω, ρωτάει αν θα θέλαμε να φάμε το βραδινό μόνοι μας ή στην τραπεζαρία. Κουβαλάω όλα μου τα παιχνίδια μέσα στον μεγάλο φάκελο. Η


224

EMMA DONOGHUE

Μαμά δεν ξέρει ότι είναι έξι όχι πέντε. Μερικοί άνθρωποι μας κουνάνε το χέρι όταν μπαίνουμε μέσα και τους κουνάω κι εγώ το δικό μου, όπως στο κορίτσι με χωρίς μαλλιά και τατουάζ σε όλο το λαιμό της. Δε με πειράζουν και τόσο πολύ οι άνθρωποι, φτάνει να μη με αγγίζουν. Η γυναίκα με την ποδιά λέει ότι άκουσε ότι βγήκα έξω, δεν ξέρω πώς με άκουσε. «Σου άρεσε η βόλτα, ε;» «Όχι», λέω. «Θέλω να πω, όχι, ευχαριστώ». Μαθαίνω πολλούς πιο περισσότερους τρόπους. Όταν κάτι έχει σιχαμερή γεύση λέμε ότι είναι ενδιαφέρον, όπως το άγριο ρύζι που δαγκώνεται σαν να μην έχει μαγειρευτεί. Όταν φυσάω τη μύτη μου, διπλώνω το χαρτομάντιλο για να μη δει κανείς τις μύξες, είναι μυστικό. Αν θέλω η Μαμά ν’ ακούσει εμένα κι όχι κανέναν άλλο άνθρωπο, λέω «Συγγνώμη», και καμιά φορά λέω «Συγγνώμη Συγγνώμη», εκατό διακόσιες ώρες, και μετά, όταν η Μαμά με ρωτάει τι είναι, δεν το θυμάμαι πια. Όταν είμαστε με τις πιτζάμες μας στο κρεβάτι και πίνω λίγο, το θυμάμαι και ρωτάω: «Ποιο είναι το πρώτο μωρό;» Η Μαμά χαμηλώνει το κεφάλι και με κοιτάζει. «Είπες στον Μόρις ότι ήταν ένα κορίτσι που έκανε το φόνο». Κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Εννοούσα ότι, κατά κάποιο τρόπο, τη δολοφόνησαν». Το πρόσωπό της είναι μακριά μου. «Ποιος τη δολοφόνησε; Εγώ;» «Όχι! Εσύ δεν έκανες τίποτα, αυτό ήταν έναν ολόκληρο χρόνο προτού γεννηθείς», λέει η Μαμά. «Θυμάσαι που σου έλεγα ότι όταν γεννήθηκες την πρώτη φορά, στο Κρεβάτι, ήσουνα κορίτσι;» «Ναι». «Ε, γι’ αυτό το κορίτσι μιλούσα». Τώρα είμαι ακόμα πιο μπερδεμένος. «Νομίζω ότι προσπαθούσε να γίνει εσύ. Το κορδόνι…» Η Μαμά βάζει το πρόσωπο στα χέρια της. «Το κορδόνι του μπλάιντ;» Το κοιτάζω, αλλά από ανάμεσα απ’ τις γρίλιες έρχεται μόνο σκοτάδι. «Όχι, όχι. Θυμάσαι εκείνο το κορδόνι που πηγαίνει ως τον αφαλό;» «Και που εσύ το έκοψες με το ψαλίδι και μετά ήμουνα ελεύθερος».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

225

Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. «Με το άλλο μωρό, όμως, το κορίτσι, το κορδόνι μπλέχτηκε γύρω της τη στιγμή που έβγαινε έξω, κάνοντάς τη να μην μπορεί να αναπνεύσει». «Δε μ’ αρέσει αυτή η ιστορία». Η Μαμά πιέζει τα φρύδια της. «Άφησέ με να την τελειώσω». «Δεν…» «Αυτός ήταν εκεί, ήταν εκεί, παρακολουθούσε». Η Μαμά σχεδόν φωνάζει. «Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς γεννιούνται τα μωρά, δεν έκανε καν τον κόπο να το ψάξει στο Ίντερνετ. Αν έπιανες το πάνω μέρος του κεφαλιού της, ήταν γλιστερό, δε σταματούσα να σπρώχνω, να σπρώχνω, να σπρώχνω και να φωνάζω: “Βοήθεια, δεν μπορώ, βοήθησέ με…” Εκείνος όμως απλώς στεκόταν εκεί και κοίταζε». Περιμένω. «Έμεινε στην κοιλιά σου; Το κορίτσι μωρό;» Η Μαμά δε λέει τίποτα για ένα λεπτό. «Βγήκε μπλε». Μπλε; «Δεν άνοιξε ποτέ τα μάτια της». «Έπρεπε να ζητήσεις από τον ΣαταΝίκ να της φέρει φάρμακο για Κυριακάτικο Δώρο». Η Μαμά κουνάει το κεφάλι της. «Το κορδόνι ήταν τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό της». «Και ήταν ακόμα δεμένη μαζί σου με το κορδόνι;» «Μέχρι που το έκοψα». «Και μετά ήταν ελεύθερη;» Δάκρυα πέφτουν παντού πάνω στην κουβέρτα. Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι και κλαίει, αλλά στο αθόρυβο. «Τελείωσε τώρα η ιστορία;» «Σχεδόν». Τα μάτια της είναι κλειστά, αλλά τα νερά ξεγλιστράνε ακόμα από μέσα. «Την πήρε και την έθαψε κάτω από ένα θάμνο στον πίσω κήπο. Μόνο το σώμα της, θέλω να πω». Ήταν μπλε. «Το άλλο κομμάτι της, το κορίτσι… αυτό πήγε κατευθείαν στον Ουρανό». «Ανακυκλώθηκε;» Η Μαμά σχεδόν χαμογελάει. «Θέλω να πιστεύω ότι αυτό έγινε». «Γιατί θέλεις να το πιστεύεις;»


226

EMMA DONOGHUE

«Ίσως στην πραγματικότητα να ήταν εσύ, κι ένα χρόνο αργότερα, προσπάθησες ξανά και ξανακατέβηκες στη γη σαν αγόρι». «Εκείνη τη φορά ήμουνα στ’ αλήθεια εγώ. Δε γύρισα πίσω». «Ποτέ των ποτών». Τα δάκρυα πέφτουν ξανά απ’ τα μάτια της, τα διώχνει σκουπίζοντάς τα. «Εκείνη τη φορά δεν τον άφησα να μπει στο Δωμάτιο». «Γιατί;» «Μόλις άκουσα την Πόρτα, το μπιπ μπιπ, άρχισα να του ουρλιάζω να φύγει». Πάω στοίχημα ότι αυτό τον έκανε να θυμώσει πολύ. «Ήμουνα έτοιμη· αυτή τη φορά, ήθελα να είμαστε μόνο εσύ κι εγώ». «Τι χρώμα ήμουνα;» «Ροζ ροζ». «Άνοιξα τα μάτια μου;» «Γεννήθηκες με τα μάτια ανοιχτά». Το χασμουρητό μου είναι λιονταρίσιο. «Μπορώ να κοιμηθώ τώρα;» «Ω, ναι», λέει η Μαμά. «Τώρα μπορείς». Τη νύχτα μπαμ, πέφτω στο πάτωμα. Η μύτη μου τρέχει πολύ, αλλά δεν ξέρω πώς να τη φυσήξω στο σκοτάδι. «Αυτό το κρεβάτι είναι πολύ μικρό για δύο», λέει η Μαμά το πρωί. «Θα ήσουνα πολύ πιο άνετα στο άλλο». «Όχι». «Θέλεις να βγάλουμε το στρώμα και να το βάλουμε εδώ, δίπλα στο δικό μου κρεβάτι, έτσι που να μπορούμε να κρατιόμαστε απ’ το χέρι;» Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Βοήθησέ με να βρω μια λύση, Τζακ». «Να μείνουμε κι οι δυο στο ίδιο κρεβάτι αλλά με τα χέρια μας κολλημένα στα πλάγια, να μην εμποδίζουν». Η Μαμά φυσάει με δύναμη τη μύτη της, νομίζω ότι το κρύωμα πήδηξε από μένα σ’ αυτήν, αλλά κι εγώ το έχω ακόμα. Κάνουμε μια συμφωνία, να μπω μαζί της στο ντους αλλά να κρατήσω το κεφάλι μου απέξω. Το χανζαπλάστ έπεσε απ’ το δάχτυλό μου και δεν μπορώ να το βρω. Η Μαμά μού χτενίζει τα μαλλιά, τα μπερδεμένα με πονάνε. Έχουμε μία βούρτσα των μαλλιών και δύο


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

227

οδοντόβουρτσες και όλα τα καινούργια ρούχα μας και το μικρό ξύλινο τρενάκι και τα άλλα παιχνίδια, η Μαμά ακόμα δεν τα μέτρησε, οπότε δεν ξέρει ότι πήρα έξι, όχι πέντε. Δεν ξέρω πού πρέπει να πάνε τα πράγματα, μερικά πάνω στη συρταριέρα, μερικά στο τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι, μερικά στην ντουλάπα, πρέπει να ρωτάω συνέχεια τη μαμά πού τα έβαλε. Διαβάζει ένα από τα βιβλία μας με χωρίς εικόνες αλλά εγώ της φέρνω ένα με εικόνες. Η Μια Κάμπια Πολύ Πεινασμένη τα κάνει όλα να πηγαίνουν χαμένα, τρώει μόνο τις τρύπες από τις φράουλες και τα σαλάμια και αφήνει τα υπόλοιπα. Μπορώ να βάλω το για την ακρίβεια δάχτυλό μου στις τρύπες, νόμιζα ότι κάποιος έσκισε το βιβλίο αλλά η Μαμά λέει ότι είναι φτιαγμένο έτσι επίτηδες για να είναι σούπερ έξτρα διασκεδαστικό. Μου αρέσει το Τρέχα, Σκύλε, Τρέχα, ειδικά όταν πολεμάνε με ρακέτες του τένις. Η Νορίν χτυπάει την πόρτα με κάτι πράγματα πολύ ενθουσιασμένα, το πρώτο είναι κάτι μαλακά λαστιχωτά τεντωτά παπούτσια σαν κάλτσες αλλά φτιαγμένα από δέρμα, το δεύτερο είναι ένα ρολόι μόνο με αριθμούς για να μπορώ να το διαβάζω όπως το Ρολόι. «Η ώρα είναι εννιά και πενήντα εφτά», λέω. Το ρολόι είναι πολύ μικρό για τη Μαμά, είναι μόνο δικό μου, η Νορίν μού δείχνει πώς να σφίγγω το λουρί του στον καρπό μου. «Θα κακομάθει με τόσα δώρα κάθε μέρα», λέει η Μαμά, ανεβάζοντας ξανά τη μάσκα της για να ξαναφυσήξει τη μύτη της. «Σύμφωνα με το δόκτορα Κλέι, οτιδήποτε μπορεί να δώσει στον νεαρό μας μια αίσθηση ελέγχου στο περιβάλλον τού είναι χρήσιμο», λέει η Νορίν. Όταν χαμογελάει, τα μάτια της τσαλακώνονται στις άκρες. «Μάλλον του λείπει λιγάκι το σπίτι, ε;» «Το σπίτι;» Η Μαμά την κοιτάζει καλά καλά. «Συγγνώμη, δεν ήθελα…» «Δεν ήταν σπίτι, ήταν ένα ηχομονωμένο κελί». «Αλλιώς ήθελα να το πω κι αλλιώς βγήκε, ζητώ συγγνώμη…» Η Νορίν φεύγει γρήγορα γρήγορα. Η Μαμά δε λέει τίποτα, απλώς γράφει στο τετράδιό της. Αν το Δωμάτιο δεν ήταν το σπίτι μας, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε σπίτι; Σήμερα το πρωί κάνω «κόλλα πέντε» στον Δόκτωρ Κλέι, κι αυτός


228

EMMA DONOGHUE

τρελαίνεται απ’ τη χαρά του. «Μου φαίνεται λίγο γελοίο που εξακολουθούμε να φοράμε αυτές τις μάσκες ενώ είμαστε κι οι δυο κρυωμένοι», λέει η Μαμά. «Κυκλοφορούν και χειρότερα πράγματα εκεί έξω», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Μπορεί, αλλά έτσι κι αλλιώς, κατεβάζουμε συνέχεια τις μάσκες μας για να φυσήξουμε τη μύτη μας, οπότε…» Ο Δόκτωρ Κλέι ανασηκώνει τους ώμους του. «Φυσικά, η τελική επιλογή είναι δική σας…» «Τέρμα οι μάσκες, Τζακ», μου λέει η Μαμά. «Γιούπι». Τις πετάμε στα σκουπίδια. Τα κραγιόνια του Δόκτωρ Κλέι μένουν σ’ ένα ειδικό κουτί από χαρτόνι που λέει πάνω του 120, τόσα πολλά είναι τα διαφορετικά. Έχουν απίστευτα ονόματα γραμμένα μικρά μικρά στα πλάγια, όπως Πυρηνικό Μανταρίνι και Φάζι Γούζι και Πράσινο Σκουλήκι και Απώτερο Διάστημα που δεν ήξερα ποτέ ότι είχε χρώμα, και Μεγαλείο του Πορφυρού Βουνού και Ραζαματάζ και Άγουρο Κίτρινο και Άγριο Μπλε του Στερεώματος.* Μερικά είναι γραμμένα λάθος, επίτηδες για αστείο, όπως το ΦαΓκρί, που δεν είναι και τόσο αστείο, δε νομίζω. Ο Δόκτωρ Κλέι λέει ότι μπορώ να χρησιμοποιήσω όποιο θέλω, αλλά εγώ απλώς διαλέγω τα πέντε που ξέρω τα χρώματά τους από εκείνα που ήταν στο Δωμάτιο, ένα μπλε κι ένα πράσινο κι ένα πορτοκαλί κι ένα κόκκινο κι ένα καφέ. Με ρωτάει αν θα μπορούσα να ζωγραφίσω το Δωμάτιο ίσως, αλλά εγώ κάνω ήδη έναν πύραυλο με καφέ. Υπάρχει ακόμα και άσπρο κραγιόνι, δε θα ήταν αόρατο αυτό; * Ονομασίες χρωμάτων των γνωστών κραγιονιών της Crayola, η καθεμία από τις οποίες έχει τη δική της ιστορία και τις δικές της αναφορές. Για παράδειγμα, το χρώμα Φάζι Γούζι (Fuzzy Wuzzy), εκτός από παιδικό τραγούδι για ένα αρκουδάκι, είναι και τίτλος ποιήματος του Κίπλινγκ. «Κι αν το χαρτί ήταν μαύρο», λέει ο Δόκτωρ Κλέι, «ή κόκκινο;» Μου βρίσκει μια μαύρη σελίδα και το δοκιμάζω κι έχει δίκιο, μπορώ


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

229

να δω πάνω της το άσπρο. «Τι είναι αυτό το τετράγωνο γύρω γύρω από τον πύραυλο;» «Τοίχοι», του λέω. Να εγώ όταν ήμουνα κορίτσι-μωρό να λέω αντίο κουνώντας το χέρι, να και ο Μικρός Χριστός και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, δε φοράνε καθόλου ρούχα γιατί έχει λιακάδα με το κίτρινο πρόσωπο του Θεού. «Είναι και η μαμά σου σ’ αυτή τη ζωγραφιά;» «Είναι στο κάτω μέρος και παίρνει έναν υπνάκο». Η αληθινή Μαμά γελάει λιγάκι και φυσάει τη μύτη της. Αυτό μου θυμίζεται να σκουπίσω και τη δική μου γιατί στάζει. «Κι αυτός ο άντρας, ο ΣαταΝίκ όπως τον λες; Είναι πουθενά αυτός;» «Ναι, εντάξει, μπορεί να είναι σ’ αυτή τη γωνία, στο κλουβί του». Τον φτιάχνω, και τα κάγκελα πολύ χοντρά, ο ΣαταΝίκ τα δαγκώνει. Είναι δέκα κάγκελα, αυτός είναι ο πιο δυνατότερος αριθμός, ούτε άγγελος δεν μπορεί να τα λιώσει και να τα ανοίξει με το καμινέτο του, και η Μαμά λέει ότι έτσι κι αλλιώς ένας άγγελος δε θα έβαζε ποτέ μπρος το καμινέτο του για έναν κακό άνθρωπο. Δείχνω στον Δόκτωρ Κλέι πόσα πολλά μετρήματα μπορώ να κάνω μέχρι το 1.000.029, και παραπάνω άμα θέλω. «Ένα μικρό αγόρι που ξέρω, όταν νιώθει ανήσυχο, μετράει και ξαναμετράει τα ίδια πράγματα και δεν μπορεί να σταματήσει». «Τι πράγματα;» ρωτάω. «Γραμμές στο πεζοδρόμιο, κουμπιά, τέτοια πράγματα». Εγώ νομίζω ότι ένα αγόρι θα έπρεπε να μετράει μόνο τα δόντια του, γιατί είναι πάντα εκεί, εκτός κι αν του πέσουν. «Μιλάτε συνέχεια για άγχος αποχωρισμού», λέει η Μαμά στον Δόκτωρ Κλέι, «με τον Τζακ, όμως, δεν πρόκειται να χωριστούμε». «Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είστε πια μόνο οι δυο σας, έτσι δεν είναι;» Η Μαμά ρουφάει το στόμα της. Οι δυο τους μιλάνε για κοινωνική επανένταξη και αυτομομφή. «Το καλύτερο που κάνατε ήταν ότι τον βγάλατε έγκαιρα έξω», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Στην ηλικία των πέντε χρόνων, τα παιδιά είναι ακόμα ζυμάρι». Εγώ όμως δεν είμαι ζυμάρι, είμαι αληθινό αγόρι.


230

EMMA DONOGHUE

«… και ο Τζακ είναι αρκετά μικρός για να ξεχάσει», λέει ο Δόκτωρ Κλέι, «πράγμα που θα είναι ευτύχημα». Τώρα μπερδεύτηκα. Άμα ξεχάσω, θα πάθω ευτύχημα; Θέλω να παίξω κι άλλο με τη μαριονέτα που βγάζει τη γλώσσα της αλλά η ώρα μας τελείωσε, ο Δόκτωρ Κλέι πρέπει να πάει να παίξει με την Κυρία Γκάρμπερ. Λέει ότι μπορώ να δανειστώ τη μαριονέτα μέχρι αύριο, αλλά όχι να την κρατήσω για πάντα επειδή ανήκει σ’ αυτόν. «Γιατί;» «Καθετί στον κόσμο ανήκει σε κάποιον». Όπως τα έξι καινούργια παιχνίδια και τα πέντε καινούργια βιβλία μου, και το Δόντι που είναι δικό μου, νομίζω, γιατί η Μαμά δεν το θέλει πια. «Εκτός από αυτά που μοιραζόμαστε όλοι», λέει ο Δόκτωρ Κλέι, «όπως τα ποτάμια και τα βουνά». «Κι οι δρόμοι;» «Ακριβώς, όπως και οι δρόμοι που μπορούμε να τους χρησιμοποιούμε όλοι». «Εγώ έτρεξα στο δρόμο». «Ναι, όταν έκανες την απόδρασή σου». «Επειδή δεν ανήκαμε σ’ αυτόν». «Ακριβώς». Ο Δόκτωρ Κλέι χαμογελάει. «Ξέρεις σε ποιον ανήκεις, Τζακ;» «Ναι». «Στον εαυτό σου». Κάνει λάθος· για την ακρίβεια ανήκω στη Μαμά. Η Κλινική έχει συνέχεια όλο και πιο περισσότερα κομμάτια μέσα της, όπως ένα δωμάτιο με μία σούπερ έξτρα τεράστια τηλεόραση, χοροπηδάω όλο ενθουσιασμό όταν τη βλέπω γιατί ελπίζω να βρω την Ντόρα ή τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη που έχω να τους δω εκατό διακόσια χρόνια, αλλά είναι μονάχα γκολφ, το παρακολουθούν τρεις γέροι άνθρωποι που δεν ξέρω τα ονόματά τους. Στο διάδρομο θυμάμαι και ρωτάω: «Γιατί θα πάθω ευτύχημα;» «Ε;» «Ο Δόκτωρ Κλέι είπε ότι είμαι από ζυμάρι και θα ξεχάσω». «Α», λέει η Μαμά. «Πιστεύει ότι σε λίγο καιρό δε θα θυμάσαι πια


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

231

το Δωμάτιο». «Θα το θυμάμαι και θα το παραθυμάμαι». Την κοιτάζω καλά καλά. «Πρέπει να το ξεχάσω;» «Δεν ξέρω». Πάντα αυτό λέει τώρα. Έχει προχωρήσει μπροστά μου, είναι στα σκαλιά, πρέπει να τρέξω για να την προλάβω. Μετά το μεσημεριανό, η Μαμά λέει ότι είναι ώρα να ξαναδοκιμάσουμε να βγούμε έξω. «Αν μένουμε συνέχεια μέσα, θα είναι σαν να μην κάναμε ποτέ τη Μεγάλη Απόδρασή μας». Ακούγεται νευριασμένη, δένει κιόλας τα κορδόνια της. Βάζω το καπέλο και τα γυαλιά και τα παπούτσια και το γλιτσερό πράγμα, και κουράζομαι από την τόση ετοιμασία. Η Νορίν μάς περιμένει δίπλα στο ντεπόζιτο με τα ψάρια. Η Μαμά με αφήνει να περιστρέφομαι πέντε φορές στην πόρτα. Μετά τη σπρώχνει και είμαστε έξω. Έχει τόσο πολύ φως που νομίζω ότι θα ουρλιάξω. Μετά τα γυαλιά μου γίνονται πιο σκουρότερα και δεν μπορώ να δω. Ο αέρας μυρίζει παράξενα στην πονεμένη απ’ το φύσα φύσα μύτη μου και ο λαιμός μου είναι όλος σφιγμένος. «Προσποιήσου ότι το βλέπεις στην τηλεόραση», λέει η Νορίν στο αυτί μου. «Ε;» «Δοκίμασέ το». Κάνει μια ειδική φωνή. «“Να ένα αγόρι, ο Τζακ, που πηγαίνει βόλτα με τη Μαμά του και τη φίλη τους τη Νορίν”». Παρακολουθώ το αγόρι. «Τι φοράει ο Τζακ στο πρόσωπό του;» με ρωτάει. «Στιλάτα κόκκινα γυαλιά». «Ακριβώς. Κοίταξέ τους, διασχίζουν το πάρκινγκ μια ωραία απριλιάτικη μέρα». Έχει τέσσερα αυτοκίνητα, ένα κόκκινο και ένα πράσινο και ένα μαύρο και ένα καφέ χρυσαφί. Ψημένη Σιένα, αυτό είναι το κραγιόνι του. Μέσα από τα παράθυρά τους, τα αυτοκίνητα είναι σαν σπιτάκια με θέσεις. Ένα αρκουδάκι κρέμεται στον καθρέφτη του κόκκινου. Χαϊδεύω το κομμάτι της μύτης του αυτοκίνητου, είναι όλη απαλή και κρύα σαν παγάκι. «Πρόσεχε», λέει η Μαμά. «Μπορεί να βάλεις μπρος το συναγερμό». Δεν ήξερα, ξαναβάζω τα χέρια μου κάτω από τους αγκώνες μου. «Πάμε στο γρασίδι». Η Μαμά με τραβάει λιγάκι.


232

EMMA DONOGHUE

Ζουλάω τα πράσινα καρφιά με τα παπούτσια μου. Σκύβω και τα τρίβω, δε μου κόβουν τα δάχτυλα. Το ένα μου που προσπάθησε να μου φάει ο Ράτζα είναι σχεδόν κλειστό πάλι. Κοιτάζω ξανά το γρασίδι, έχει ένα κλαδάκι κι ένα φύλλο που είναι καφέ και ένα κάτι άλλο που είναι κίτρινο. Ακούω ένα σιγανό βουουουμ, σηκώνω το κεφάλι, ο ουρανός είναι τόσο μεγάλος που παραλίγο να με ρίξει κάτω. «Μαμά! Κι άλλο αεροπλάνο!» «Γραμμή συμπύκνωσης υδρατμών», λέει δείχνοντας την άσπρη ρίγα στον ουρανό. «Μόλις θυμήθηκα πώς το λένε». Πατάω ένα λουλούδι κατά λάθος, είναι εκατό διακόσια, όχι ένα μάτσο όπως μας έστειλαν εκείνοι οι τρελοί με το ταχυδρομείο, μεγαλώνουν μέσα στο έδαφος όπως τα μαλλιά στο κεφάλι μου. «Ασφόδελοι», λέει η Μαμά δείχνοντας, «μανόλιες, τουλίπες, πασχαλιές. Κι αυτά… άνθη μηλιάς είναι;» Τα μυρίζει όλα, βάζει τη μύτη μου σ’ ένα λουλούδι αλλά παραείναι γλυκό, με ζαλίζει. Διαλέγει μια πασχαλιά και μου τη δίνει. Από κοντά, τα δέντρα είναι γιγάντιοι γίγαντες, έχουν σαν δέρμα αλλά με πιο πολλούς γρόμπους όταν τα χαϊδεύουμε. Βρίσκω ένα κάτι σαν τρίγωνο – είναι μεγάλο σαν τη μύτη μου και η Νορίν λέει ότι είναι πέτρα. «Είναι εκατομμυρίων χρόνων», λέει η Μαμά. Πώς το ξέρει; Κοιτάζω στο κάτω της πέτρας, αλλά δεν έχει ετικέτα. «Έι, κοίτα». Η Μαμά γονατίζει. Είναι ένα κάτι που σέρνεται. Ένα μυρμήγκι. «Μη!» φωνάζω και βάζω γύρω του τα χέρια μου σαν πανοπλία. «Τι συμβαίνει;» ρωτάει η Νορίν. «Παρακαλώ, παρακαλώ, παρακαλώ», λέω στη Μαμά, «όχι αυτό». «Μην ανησυχείς», λέει, «δε θα το πατήσω. Και βέβαια όχι…» «Υποσχέσου». «Υπόσχομαι». Όταν βγάζω τα χέρια μου, το μυρμήγκι έχει φύγει κι εγώ κλαίω. Μετά όμως η Νορίν βρίσκει ένα άλλο κι ένα άλλο, είναι δύο που κουβαλάνε μεταξύ τους ένα κομμάτι από κάτι που είναι δέκα φορές το μεγάλο τους.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

233

Ένα άλλο πράγμα έρχεται σβουριχτό από τον ουρανό και προσγειώνεται μπροστά μου, δίνω ένα σάλτο πίσω. «Έι, ένα “κλειδί” σφενταμιάς!» λέει η Μαμά. «Τι;» «Έτσι λένε τους καρπούς της σφενταμιάς. Βλέπεις; Είναι κλεισμένοι μέσα σ’ αυτές τις κάψες που μοιάζουν μ’ ένα ζευγάρι φτερά… φτερά που θα τους βοηθήσουν να φτάσουν μακριά». Το κλειδί είναι τόσο λεπτό, που μπορώ να δω μέσα από τις ξερές γραμμούλες του, και είναι πιο παχύ καφέ στη μέση. Έχει και μια μικρούτσικη τρυπούλα. Η Μαμά το πετάει ψηλά στον αέρα κι αυτό ξανακατεβαίνει στριφογυριστό κάτω. Της δείχνω ένα άλλο που κάτι δεν πάει καλά μαζί του. «Αυτό είναι μονό, έχασε το άλλο φτερό του». Όταν το πετάω ψηλά όμως το πέταγμά του είναι ακόμα καλό, μετά το βάζω στην τσέπη μου. Το πιο πρώτο απ’ όλα όμως είναι όταν ακούω μια τεράστια κροταλιστή φωνή και κοιτάζω ψηλά και είναι ένα ελικόπτερο, πολύ πιο μεγάλο από το αεροπλάνο… «Καλύτερα να πάμε μέσα», λέει η Νορίν. Η Μαμά με αρπάζει απ’ το χέρι και με τραβάει γρήγορα γρήγορα. «Περιμένετε…» λέω, αλλά χάνω όλη μου την ανάσα έτσι όπως με τραβάνε κι οι δυο ανάμεσά τους, η μύτη μου τρέχει. Όταν φτάνουμε στην περιστρεφόμενη πόρτα και ξαναπηδάμε στο μέσα, το κεφάλι μου είναι όλο θολό. Αυτό το ελικόπτερο ήταν γεμάτο παπαράτσι που προσπαθούσαν να κλέψουν μια φωτογραφία δική μου και της Μαμάς. Όταν ξυπνάω από τον υπνάκο μας, το κρύωμά μου ακόμα δεν έχει περάσει. Παίζω με τους θησαυρούς μου, την πέτρα μου και το τραυματισμένο κλειδί της σφενταμιάς και την πασχαλιά μου που έχει γίνει σαν μαραμένο μαρούλι. Η Γιαγιά χτυπάει με περισσότερους επισκέπτες, αλλά εκείνη περιμένει έξω έτσι που να μην έχει πολλή πολυκοσμία. Οι κόσμοι είναι δύο, τους λένε ο Θείος μου ο Πολ που έχει πεφτά μαλλιά μέχρι τα αυτιά του και η Ντιάνα που είναι η θεία μου με παραλληλόγραμμα γυαλιά κι ένα εκατομμύριο μαύρες κοτσίδες σαν φίδια. «Έχουμε ένα κοριτσάκι που το λένε Μπρόνγουιν και που θα τρελαθεί απ’ τη χαρά της όταν σε γνωρίσει», μου λέει η Θεία


234

EMMA DONOGHUE

Ντιάνα. «Δεν ήξερε καν ότι είχε ξάδελφο… εδώ που τα λέμε, κανείς μας δεν ήξερε τίποτα για σένα μέχρι πριν από δυο μέρες, όταν μας τηλεφώνησε η γιαγιά σου και μας είπε τα νέα». «Θα μπαίναμε αμέσως στο αμάξι να έρθουμε αλλά οι γιατροί είπαν…» Ο Θείος Πολ σταματάει να μιλάει, βάζει τη γροθιά του στα μάτια του. «Ησύχασε, αγάπη, τώρα τελείωσε», λέει η Θεία Ντιάνα και του τρίβει το πόδι. Ο Θείος Πολ καθαρίζει το λαιμό του με πολύ θόρυβο. «Απλώς δεν μπορώ να το χωνέψω». Τι έφαγε και δεν μπορεί να το χωνέψει; Η Μαμά βάζει το χέρι της γύρω από τους ώμους του. «Όλ’ αυτά τα χρόνια», μου λέει, «φοβόταν ότι η μικρή του αδελφή μπορεί να είχε πεθάνει». «Η Μπρόνγουιν;» λέω στο αθόρυβο, αλλά η Μαμά με ακούει. «Όχι, εγώ. Το ξέχασες; Ο Πολ είναι ο αδελφός μου». «Α, ναι». «Δεν ήξερα τι να…» Η φωνή του σταματάει ξανά, φυσάει τη μύτη του. Φυσάει πολύ πιο δυνατότερα από μένα, σαν ελέφαντας. «Μα… πού είναι η Μπρόνγουιν;» ρωτάει η Μαμά. «Ε, να…» λέει η Ντιάνα «Σκεφτήκαμε…» Κοιτάζει τον Πολ. «Ο Τζακ κι εσύ μπορείτε να τη γνωρίσετε κάποια άλλη φορά, πολύ σύντομα», λέει ο Πολ. «Είναι στο σταθμό τώρα, στους Μικρούς Βατράχους». «Τι είναι ο σταθμός;» ρωτάω. «Ένα μέρος όπου οι γονείς στέλνουν τα παιδιά όταν έχουν άλλες δουλειές», λέει η Μαμά. «Τι άλλες δουλειές έχουν τα παιδιά;» «Όχι, όταν οι γονείς έχουν δουλειές». «Η Μπρόνγουιν τρελαίνεται για το σταθμό», λέει η Ντιάνα. «Μαθαίνει Νοηματική και χιπ-χοπ εκεί», λέει ο Πολ. Ο Θείος Πολ θέλει να τραβήξει μερικές φωτογραφίες για να τις στείλει με μέιλ στον Παππού στην Αυστραλία που θα μπει στο αεροπλάνο αύριο. «Μην ανησυχείς, θα το ξεπεράσει αμέσως μόλις τον γνωρίσει», λέει ο Πολ στη Μαμά, δεν ξέρω για ποιους μιλάει. Επίσης, δεν ξέρω πώς να μπω στη φωτογραφία, αλλά η Μαμά λέει ότι απλώς κοιτάζουμε το φακό σαν να είναι φίλος και χαμογελάμε.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

235

Μετά ο Πολ με δείχνει στη μικρούτσικη οθονίτσα, ρωτάει ποια νομίζω ότι είναι η καλύτερη, η πρώτη, η δεύτερη ή η τρίτη φωτογραφία, αλλά εμένα μου φαίνονται όλες ίδιες. Τ’ αυτιά μου κουράστηκαν από το τόσο μίλημα. Όταν φεύγουν, νομίζω ότι είμαστε πάλι μόνο οι δυο μας αλλά η Γιαγιά μπαίνει μέσα και κάνει στη Μαμά μια μεγάλη αγκαλιά και μου φυσάει άλλο ένα φιλί από τόσο λίγο μακριά, που νιώθω το φύσημα. «Πώς είναι ο αγαπημένος μου εγγονός;» «Εσύ είσαι αυτός», μου λέει η Μαμά. «Τι λέμε όταν κάποιος μας ρωτάει πώς είμαστε;» Τρόποι ξανά. «Ευχαριστώ». Γελάνε και οι δύο, πάλι έκανα κατά λάθος αστείο. «“Πολύ καλά”, και μετά “ευχαριστώ”», λέει η Γιαγιά. «Πολύ καλά, και μετά ευχαριστώ». «Εκτός, βέβαια, κι αν δεν είσαι πολύ καλά, οπότε δεν πειράζει να πεις “όχι εκατό τοις εκατό καλά”». Γυρίζει ξανά στη Μαμά. «Α, τώρα που το θυμήθηκα, η Σάρον, ο Μάικλ Κίλορ και η Τζόις η… πώς τη λένε… τηλεφωνούν συνέχεια». Η Μαμά κάνει ναι με το κεφάλι. «Ανυπομονούν να σε δουν, θέλουν τόσο πολύ να σε καλωσορίσουν». «Δεν είμαι… οι γιατροί λένε ότι δεν είμαι ακόμα έτοιμη για επισκέψεις», λέει η Μαμά. «Ναι, φυσικά, καταλαβαίνω». Ο άντρας-Λίο είναι στην πόρτα. «Μπορεί να μπει… μόνο για ένα λεπτό;» ρωτάει η Γιαγιά. «Δε με νοιάζει», λέει η Μαμά. Είναι ο Θετός Παππούς μου, οπότε η Γιαγιά λέει ότι θα μπορούσα ίσως να τον φωνάζω έτσι, Θεππού δηλαδή, δεν ήξερα ότι της Γιαγιάς τής αρέσουν οι λεξοσαλάτες. Ο Θεππούς μυρίζει παράξενα σαν καπνό, τα δόντια του είναι στραβά και τα φρύδια του πετάνε σ’ όλες τις μεριές. «Πώς γίνεται και όλα τα μαλλιά είναι στο πρόσωπο και όχι στο κεφάλι του;» Ο Θεππούς γελάει, παρόλο που εγώ το είπα ψιθυριστά στη Μαμά. «Ψάξε με», λέει. «Γνωριστήκαμε σ’ ένα διήμερο Ινδικού Μασάζ Κεφαλής», λέει η Γιαγιά, «κι εγώ τον διάλεξα ως την πιο λεία διαθέσιμη επιφάνεια».


236

EMMA DONOGHUE

Γελάνε κι οι δύο, όχι η Μαμά. «Μπορώ να πιω λίγο;» ρωτάω. «Σ’ ένα λεπτό», λέει η Μαμά, «μόλις φύγουν». «Τι θέλει;» ρωτάει η Γιαγιά. «Τίποτα, μην ασχολείσαι». «Μπορώ να φωνάξω μια νοσοκόμα». Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Να θηλάσει εννοεί». Η Γιαγιά την κοιτάζει καλά καλά. «Μη μου πεις ότι ακόμα…;» «Δεν υπήρχε λόγος να σταματήσω». «Βέβαια, κλεισμένοι όπως ήσασταν εκεί μέσα, φαντάζομαι ότι όλα ήταν… ακόμα κι έτσι, όμως, πέντε χρόνια…» «Δεν έχεις ιδέα πώς ήταν». Το στόμα της Γιαγιάς είναι όλο ζουληγμένο προς τα κάτω. «Όχι πως δεν προσπάθησα να μάθω…» «Μαμά…» Ο Θεππούς σηκώνεται όρθιος. «Θα πρέπει να τους αφήσουμε να ξεκουραστούν». «Υποθέτω πως ναι», λέει η Γιαγιά. «Γεια σας, λοιπόν, τα λέμε αύριο…» Η Μαμά μού διαβάζει ξανά το Το Δέντρο Που Έδινε και το Το Λόραξ, σιγανά όμως γιατί την πονάει ο λαιμός της κι έχει και πονοκέφαλο. Πίνω λίγο, πίνω πολύ αντί για βραδινό, η Μαμά αποκοιμιέται στη μέση. Μ’ αρέσει να κοιτάζω το πρόσωπό της όταν εκείνη δεν το ξέρει καν. Βρίσκω μια εφημερίδα διπλωμένη, πρέπει να την έχουν φέρνει οι επισκέψεις. Στο μπρος μέρος έχει μια φωτογραφία μιας γέφυρας που είναι κομμένη στα δύο, αναρωτιέμαι αν αυτό είναι για την ακρίβεια αλήθεια. Στην επόμενη σελίδα, έχει άλλη φωτογραφία, είναι η δική μου και της Μαμάς και της αστυνομίας τότε που με κουβαλούσε μέσα στο Τμήμα. Από πάνω λέει ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΟΡΙΜΠΟΝΣΑΪ, κι από κάτω λέει κι άλλα. Μου παίρνει λίγη ώρα για να καταλάβω όλες τις λέξεις. Για το προσωπικό της ιδιωτικής Κλινικής Κάμπερλαντ είναι ο Τζακ των Θαυμάτων, ο μικρός ήρωας που κλέβει καρδιές, αυτός που το βράδυ του Σαββάτου άνοιξε τα μάτια του σ’ ένα θαυμαστό καινούργιο


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

237

κόσμο. Ο στοιχειωμένος, μακρυμάλλης Μικρός Πρίγκιπας είναι το προϊόν της κακοποίησης της πανέμορφης μητέρας του από το Δράκο της Αποθήκης του Πίσω Κήπου (ο οποίος συνελήφθη από την ομοσπονδιακή αστυνομία έπειτα από δραματική καταδίωξη, στις 2:00 το πρωί της Κυριακής). Ο Τζακ λέει ότι όλα είναι «ωραία» και λατρεύει τα πασχαλινά σοκολατένια αυγά, αλλά εξακολουθεί να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες στα τέσσερα, σαν πιθηκάκι. Ο μικρός πέρασε και τα πέντε χρόνια της μικρής ζωής του κλειδωμένος σ’ ένα τρισάθλιο, μονωμένο με φελλό μπουντρούμι, και οι ειδικοί κρίνουν ότι είναι αδύνατο προς το παρόν να γίνει μια μακροπρόθεσμη εκτίμηση τόσο του είδους όσο και του βαθμού της αναπτυξιακής καθυστέρησής του… Η Μαμά ξύπνησε, μου παίρνει την εφημερίδα απ’ τα χέρια. «Τι θα ’λεγες για ένα από τα βιβλία σου; Τον Πίτερ Ράμπιτ ίσως;» «Μα… αυτός είμαι εγώ, το Αγόρι-Μπονσάι». «Ποιο μπον…;» Η Μαμά κοιτάζει ξανά την εφημερίδα, σπρώχνει τα μαλλιά από το πρόσωπό της κι αφήνει κάτι σαν βογκητό. «Τι είναι το μπονσάι;» «Ένα πολύ μικρούλι δέντρο. Οι άνθρωποι το κρατάνε μέσα στο σπίτι, σε γλάστρες, και το κλαδεύουν κάθε μέρα για να μένει κουλουριασμένο». Σκέφτομαι τη Γλάστρα. Εμείς δεν την κόψαμε ποτέ, την αφήναμε να μεγαλώνει όσο ήθελε, αλλά αυτή πέθανε αντί να μεγαλώσει. «Δεν είμαι δέντρο, είμαι αγόρι». «Είναι απλώς σχήμα λόγου». Η Μαμά ζουλάει την εφημερίδα μέσα στα σκουπίδια. «Λέει ότι είμαι στοιχειωμένος, αλλά αυτό το κάνουν τα φαντάσματα». «Οι άνθρωποι των εφημερίδων κάνουν λάθη. Πολλές φορές δεν καταλαβαίνουν καλά». Άνθρωποι των εφημερίδων, δηλαδή χάρτινοι. Ακούγονται σαν αυτούς στην Αλίκη, μόνο που εκείνοι είναι τραπουλόχαρτα. «Λένε ότι είσαι πανέμορφη». Η Μαμά γελάει. Είναι στ’ αλήθεια. Τώρα έχω δει για την ακρίβεια τα πρόσωπα πολλών κόσμων, και το δικό της είναι το πιο πανεμορφότερο.


238

EMMA DONOGHUE

Πρέπει να φυσήξω ξανά τη μύτη μου, το δέρμα της έγινε κόκκινο και πονεμένο. Η Μαμά παίρνει τους παύση πόνους της αλλά δεν εξαφανίζουν τον πονοκέφαλο. Νόμιζα ότι στο Έξω δε θα πόναγε άλλο. Χαϊδεύω τα μαλλιά της στο σκοτάδι. Δεν είναι όλα μαύρα στο Δωμάτιο Αριθμός Εφτά, το ασημένιο πρόσωπο του Θεού είναι στο παράθυρο, και η Μαμά έχει δίκιο, δεν είναι καθόλου κύκλος, είναι μυτερό και στις δυο του άκρες. ··· Τη νύχτα, μικρόβια-βαμπίρ πετάνε γύρω γύρω φορώντας μάσκες έτσι που να μην μπορούμε να δούμε το πρόσωπό τους, κι ένα άδειο φέρετρο μεταμορφώνεται σε λεκάνη τουαλέτας που πατάει το καζανάκι της κι εξαφανίζει ολόκληρο τον κόσμο. «Σώπα, σώπα, όνειρο ήταν». Αυτή είναι η Μαμά. Μετά έρχεται ο Ατζίτ τρελαμένος και βάζει τα κακά του Ράτζα σε μια σακούλα και τα κάνει πακέτο και μας τα στέλνει με το ταχυδρομείο επειδή κράτησα έξι παιχνίδια, κάποιος μου σπάει τα κόκαλα και τους χώνει καρφίτσες. Ξυπνάω κλαίγοντας και η Μαμά με αφήνει να πιω πολύ, είναι το δεξί αλλά πηχτό σαν κρέμα. «Κράτησα έξι παιχνίδια, όχι πέντε», της λέω. «Τι;» «Αυτά που έστειλαν οι τρελοί θαυμαστές… κράτησα έξι». «Δεν πειράζει». «Πειράζει, κράτησα το έκτο, δεν το έστειλα στα άρρωστα παιδιά». «Ήταν για σένα, ήταν δικά σου δώρα». «Τότε γιατί μπορούσα να έχω μόνο πέντε;» «Μπορείς να έχεις όσα θες. Κοιμήσου τώρα». Δεν μπορώ. «Κάποιος μου έκλεισε τη μύτη». «Απλώς οι μύξες σου πυκνώνουν, που σημαίνει ότι πολύ σύντομα θα είσαι καλά». «Πώς θα είμαι καλά άμα δεν μπορώ να ανασάνω;» «Γι’ αυτό ο Θεός σού έδωσε και στόμα, για να αναπνέεις από κει. Σχέδιο Β», λέει η Μαμά. ···


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

239

Όταν αρχίζει να γίνεται φως, μετράμε τους φίλους μας στον κόσμο, τη Νορίν και τον Δόκτωρ Κλέι και τη Δόκτωρ Κέντρικ και την Πιλάρ και τη γυναίκα με την ποδιά που δεν ξέρω το όνομά της και τον Ατζίτ και τη Ναΐσα. «Ποιοι είναι αυτοί;» «Ο άντρας και το μωρό και το σκυλί που κάλεσαν την αστυνομία», της λέω. «Α, ναι». «Μόνο που νομίζω ότι ο Ράτζα είναι εχθρός γιατί μου δάγκωσε το δάχτυλο. Ω, και η Αξιωματικός Ο, και ο άντρας-αστυνομία που δεν ξέρω το όνομά του και ο Αρχηγός. Δέκα φίλοι, ένας εχθρός». «Η Γιαγιά και ο Πολ και η Ντιάνα», λέει η Μαμά. «Και η Μπρόνγουιν η ξαδέλφη μου, μόνο που δεν την έχω δει ακόμα. Και ο Λίο, ο Θεππούς». «Κοντεύει τα εβδομήντα, κι ακόμα βρομοκοπάει μαριχουάνα», λέει η Μαμά. «Σίγουρα η μαμά δεν είχε συνέλθει ακόμα, ο τύπος πρέπει να την έπιασε εξαπίνης». «Τι είναι ο εξαπίνης;» Αντί να απαντήσει, η Μαμά ρωτάει: «Στους πόσους είμαστε;» «Δεκαπέντε κι ένας εχθρός». «Το σκυλί τρόμαξε, ξέρεις. Είχε έναν καλό λόγο να δαγκώσει». Όχι σαν τα ζουζούνια που τσιμπάνε χωρίς λόγο. Καληνύχτα καληνύχτα, να ’χεις όνειρα γλυκά, τα ζουζούνια να προσέχεις, που τσιμπάνε σαν τρελά, η Μαμά δεν το θυμάται να το λέει πια. «Εντάξει», λέω, «δεκάξι. Συν την Κυρία Γκάρμπερ και το κορίτσι με τα τατουάζ και τον Χιούγκο, μόνο που μ’ αυτούς δε μιλάμε σχεδόν καθόλου – μετράνε;» «Ναι, βέβαια». «Τότε, είναι δεκαεννιά». Πρέπει να πάω να πάρω άλλο χαρτομάντιλο, είναι πιο μαλακά από το χαρτί τουαλέτας αλλά μερικές φορές σκίζονται όταν βρέχονται. Μετά, έχω σηκωθεί απ’ το κρεβάτι οπότε κάνουμε αγώνα ντυσίματος, νικάω εγώ, μόνο που ξεχνάω τα παπούτσια μου. Τώρα μπορώ να κατεβαίνω τα σκαλιά με τον ποπό μου πολύ γρήγορα βντουπ βντουπ βντουπ, τόσο γρήγορα που τα δόντια μου να κροταλίζουν. Δε νομίζω ότι είμαι σαν πιθηκάκι που λένε οι άνθρωποι


240

EMMA DONOGHUE

των εφημερίδων, αλλά δεν ξέρω, τα πιθηκάκια που βλέπω στον πλανήτη της άγριας φύσης δεν έχουν σκαλιά. Για πρωινό, τρώω τέσσερις αυγοφέτες. «Μεγαλώνω;» Η Μαμά με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω. «Κάθε λεπτό». Όταν πάμε να δούμε τον Δόκτωρ Κλέι, η Μαμά με βάζει να του πω τα όνειρά μου. Λέει ότι το μυαλό μου μάλλον κάνει ένα γενικό καθάρισμα. Τον κοιτάζω καλά καλά. «Τώρα που είσαι ασφαλής, το μυαλό σου μαζεύει όλες αυτές τις τρομακτικές σκέψεις που δεν τις χρειάζεται πια και τις πετάει· αυτές οι τρομακτικές σκέψεις που πετιούνται είναι τα άσχημα όνειρα». Τα χέρια του κάνουν το πέταμα. Δεν το λέω από τρόπους, αλλά για την ακρίβεια ανάποδα κατάλαβε. Στο Δωμάτιο ήμουνα ασφαλής και το Έξω είναι το φοβιστικό. Ο Δόκτωρ Κλέι μιλάει στη Μαμά για το πώς η Μαμά θέλει να χαστουκίσει τη Γιαγιά. «Αυτό δεν επιτρέπεται», λέω εγώ. Με κοιτάζει ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Δεν το θέλω στ’ αλήθεια. Καμιά φορά μόνο». «Είχατε νιώσει ποτέ την επιθυμία να τη χαστουκίσετε πριν από την απαγωγή σας;» ρωτάει ο Δόκτωρ Κλέι. «Α, ναι». Η Μαμά τον κοιτάζει, μετά γελάει κάπως σαν να βογκάει. «Τέλεια. Μου φαίνεται ότι έχω αρχίσει να παίρνω πίσω τη ζωή μου». Βρίσκουμε ένα άλλο δωμάτιο με δύο πράγματα που ξέρω τι είναι, είναι κομπιούτερ. Η Μαμά λέει: «Τέλεια! Θα στείλω μέιλ σε κάνα δυο φίλους». «Ποιους από τους δεκαεννιά;» «Α, παλιούς φίλους, εννοώ. Δεν τους έχεις γνωρίσει ακόμα». Κάθεται και χτυπάει ταπ ταπ τα γράμματα για λίγο, εγώ παρακολουθώ. Κοιτάζει την οθόνη με τα φρύδια σμιγμένα. «Δε θυμάμαι τον κωδικό μου». «Τι είναι…;» «Είμαι τόσο…» Σκεπάζει το στόμα της με το χέρι. Παίρνει μια γδαρτή ανάσα από τη μύτη. «Άσ’ το, δεν πειράζει. Τι λες, Τζακ, να βρούμε κάτι ωραίο για σένα;» «Πού;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

241

Κουνάει λιγάκι το ποντίκι και, ξαφνικά, να μια εικόνα της Ντόρας. Πηγαίνω πιο κοντά για να δω, και η Μαμά μού δείχνει μέρη για να κάνω κλικ με το βελάκι έτσι που να μπορώ να παίξω μόνος μου το παιχνίδι. Ξαναενώνω όλα τα κομμάτια του μαγικού ιπτάμενου δίσκου και η Ντόρα με τον Μπουτς χειροκροτούν και τραγουδάνε το τραγούδι τού ευχαριστώ. Είναι πιο καλύτερο ακόμα και από την τηλεόραση. Η Μαμά είναι με το άλλο κομπιούτερ και κοιτάζει ένα βιβλίο προσώπων που μου λέει ότι είναι νέα εφεύρεση, πληκτρολογεί τα ονόματα και το βιβλίο τα δείχνει χαμογελαστά. «Είναι πολύ πολύ μεγάλοι;» ρωτάω. «Οι περισσότεροι είκοσι έξι, σαν εμένα». «Μα είπες ότι είναι παλιοί φίλοι». «Αυτό σημαίνει απλώς ότι τους ήξερα πριν από πολύ καιρό, παλιά. Φαίνονται τόσο διαφορετικοί…» Βάζει τα μάτια της πιο κοντά στις φωτογραφίες, μουρμουρίζει πράγματα όπως «Νότιος Κορέα» ή «Κιόλας χωρισμένη, αποκλείεται…» Υπάρχει μία άλλη καινούργια «ιστοσελίδα» που βρίσκει η Μαμά με βίντεο από τραγούδια και τέτοια, μου δείχνει δύο γάτες που χορεύουν με παπούτσια μπαλέτου και είναι αστείες. Μετά πηγαίνει σε άλλες ιστοσελίδες με μόνο λέξεις όπως εγκλεισμός και διεθνική σωματεμπορία, μπορώ να την αφήσω να διαβάσει λιγάκι, λέει, οπότε δοκιμάζω ξανά το παιχνίδι μου με την Ντόρα και αυτή τη φορά κερδίζω ένα Αστεράκι Μεταμορφωτή. Είναι ένας κάποιος που στέκεται στην πόρτα, τινάζομαι. Είναι ο Χιούγκο, δε χαμογελάει. «Στις δύο, έχω ραντεβού στο Skype». «Ε;» λέει η Μαμά. «Έχω Skype στις δύο». «Συγγνώμη, δεν έχω ιδέα τι…» «Μιλάω μέσω Skype με τη μητέρα μου, κάθε μέρα στις δύο. Με περιμένει ήδη δύο λεπτά, είναι όλα γραμμένα στο πρόγραμμα εδώ, στην πόρτα». Πίσω στο δωμάτιό μας, πάνω στο κρεβάτι, είναι ένα μικρό μηχάνημα μ’ ένα σημείωμα από τον Πολ, η Μαμά λέει ότι είναι σαν αυτό που άκουγε όταν την έκλεψε ο ΣαταΝίκ, μόνο που αυτό έχει εικόνες που μπορείς να τις κουνάς με τα δάχτυλά σου και όχι μόνο χίλια τραγούδια αλλά εκατομμύρια. Βάζει τα πράγματα-κουμπιά στ’ αυτιά


242

EMMA DONOGHUE

της, και κουνάει το κεφάλι της σε μια μουσική που εγώ δεν ακούω και τραγουδάει με μικρή φωνούλα ότι είναι ένα εκατομμύριο διαφορετικοί άνθρωποι από τη μια μέρα στην άλλη. «Θέλω κι εγώ». «Είναι το Bitter Sweet Symphony.* Το άκουγα συνέχεια όταν ήμουνα δεκατριών». Βάζει το ένα κουμπί στο αυτί μου. * Bitter Sweet Symphony, 1997, του βρετανικού ροκ συγκροτήματος The Verve. «Είναι πολύ δυνατά». Βγάζω το κουμπί τραβώντας το με δύναμη. «Πρόσεχε μην το χαλάσεις, Τζακ, είναι το δώρο μου από τον Πολ». Δεν ήξερα ότι ήταν δικό της-όχι δικό μου. Στο Δωμάτιο όλα ήταν δικά μας. «Περίμενε, έχει και Μπιτλς… να ένα παλιό που μπορεί να σου αρέσει, πενήντα χρόνων κοντεύει πια», λέει. «All You Need Is Love»*. Τώρα μπερδεύτηκα. «Οι άνθρωποι δε χρειάζονται φαγητό και τέτοια;» «Ναι, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι άχρηστα άμα δεν έχεις και κάποιον ν’ αγαπάς», λέει η Μαμά. Μιλάει πολύ δυνατά, ακόμα ξεφυλλίζει τα ονόματα με το δάχτυλό της. «Όπως ένα πείραμα που έκαναν με μωρά πιθηκάκια: ένας επιστήμονας τα πήρε μακριά από τις μητέρες τους και τα έβαλε μόνα τους, το καθένα σ’ ένα ξεχωριστό κλουβί… και ξέρεις τι; Κανένα δε μεγάλωσε σωστά». «Γιατί δε μεγάλωσαν;» «Όχι, το σώμα τους μεγάλωσε κανονικά, αλλά έγιναν παράξενα επειδή τους είχαν λείψει οι αγκαλιές». «Τι παράξενα;» Η Μαμά κλείνει το μηχάνημά της. «Ξέχασέ το, Τζακ, με συγχωρείς. Δεν ξέρω γιατί το ανέφερα». «Τι παράξενα;» Η Μαμά ρουφάει το στόμα της. «Άρρωστα στο κεφάλι». «Σαν τους τρελούς;» Κάνει ναι με το κεφάλι. «Δαγκώνονταν και τέτοια».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

243

Ο Χιούγκο χαρακώνει τα μπράτσα του αλλά δε νομίζω ότι δαγκώνεται. «Γιατί;» Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Βλέπεις, αν οι μητέρες τους ήταν εκεί, θα έπαιρναν αγκαλιά τα μωρά πιθηκάκια, επειδή όμως το γάλα τους ερχόταν απλώς από κάτι σωλήνες, δεν… τελικά αποδείχτηκε ότι τα πιθηκάκια χρειάζονταν την αγάπη όσο και το γάλα». «Κακή ιστορία». «Συγγνώμη. Ειλικρινά λυπάμαι, δεν έπρεπε να σου την πω». «Όχι, έπρεπε», λέω. «Μα…» «Δε θέλω να υπάρχουν κακές ιστορίες κι εγώ να μην τις ξέρω». Η Μαμά με αγκαλιάζει σφιχτά. «Αχ, Τζακ», μου λέει. «Είμαι λίγο παράξενη αυτή την τελευταία εβδομάδα, ε;» Δεν ξέρω, γιατί όλα είναι παράξενα. «Τα κάνω συνέχεια θάλασσα. Ξέρω ότι με έχεις ανάγκη, ότι πρέπει να είμαι η Μαμά σου, τώρα όμως πρέπει να θυμηθώ πώς είναι να είμαι ταυτόχρονα ο εαυτός μου, κι αυτό είναι…» Μα εγώ νόμιζα ότι ο εαυτός της και η Μαμά ήταν το ίδιο πράγμα. Θέλω να πάω ξανά Έξω, αλλά η Μαμά είναι κουρασμένη. ··· «Τι μέρα είναι σήμερα το πρωί;» «Πέμπτη», λέει η Μαμά. «Πότε είναι Κυριακή;» «Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή…» «Σε τρεις, όπως στο Δωμάτιο;» «Ναι, η εβδομάδα έχει παντού εφτά μέρες». «Τι θα ζητήσουμε για Κυριακάτικο Δώρο;» Η Μαμά κουνάει το κεφάλι της. Το μεσημέρι μπαίνουμε στο φορτηγάκι που λέει Κλινική Κάμπερλαντ και για την ακρίβεια βγαίνουμε από τις μεγάλες πύλες στον υπόλοιπο κόσμο. Δε θέλω, αλλά πρέπει να πάμε να δείξουμε στην οδοντογιατρό τα δόντια της Μαμάς που πονάνε ακόμα. «Θα είναι και κόσμοι που δεν είναι φίλοι μας;» «Μόνο η οδοντογιατρός και ένας βοηθός», λέει η Μαμά. «Όλους τους άλλους τούς έστειλαν σπίτι τους, είναι ειδική επίσκεψη, μόνο για μας».


244

EMMA DONOGHUE

Φοράμε τα καπέλα και τα στιλάτα γυαλιά μας, αλλά όχι το αντηλιακό γιατί οι κακές αχτίδες χτυπάνε πάνω στα τζάμια και φεύγουν. Μ’ αφήνουν να φορέσω τα λαστιχωτά παπούτσια μου. Στο φορτηγάκι είναι ένας οδηγός με καπέλο, νομίζω ότι τον έχουν στο αθόρυβο. Πάνω στη θέση μου, υπάρχει άλλη μια ειδική για μένα, έτσι που να κάθομαι πιο ψηλότερα για να μη μου λιώσει η ζώνη το λαιμό αν φρενάρουμε απότομα. Δε μ’ αρέσει το σφιχτό της ζώνης. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και φυσάω τη μύτη μου, είναι πιο πράσινη σήμερα. Πολλοί πάρα πολλοί άνθρωποι-άντρες και άνθρωποι-γυναίκες στα πεζοδρόμια, ποτέ μου δεν είδα τόσο πάρα πολλούς, αναρωτιέμαι αν είναι όλοι για την ακρίβεια αληθινοί ή μόνο μερικοί. «Κάποιες γυναίκες έχουν τα μαλλιά τους μακριά όπως εμείς», λέω στη Μαμά, «αλλά οι άντρες όχι». «Α, μερικοί τα έχουν, όπως οι σταρ της ροκ, για παράδειγμα. Δεν είναι κανόνας, απλώς μία σύμβαση». «Τι πάει να πει…;» «Μια χαζή συνήθεια που την έχουν όλοι. Θα ήθελες να κουρευτείς;» ρωτάει η Μαμά. «Όχι». «Δεν πονάει. Είχα κι εγώ κοντά μαλλιά, πριν, όταν ήμουνα δεκαεννιά». Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Δε θέλω να χάσω το δυνατό μου». «Το ποιο;» «Τα ποντίκια μου, όπως ο Σαμψών στην ιστορία». Αυτό την κάνει να γελάσει. «Μαμά, Μαμά, κοίτα! Ένας άνθρωπος βάζει στον εαυτό του φωτιά!» «Απλώς ανάβει το τσιγάρο του», μου λέει. «Κι εγώ κάπνιζα κάποτε». Την κοιτάζω καλά καλά. «Γιατί;» «Δεν μπορώ να θυμηθώ». «Κοίτα, κοίτα». «Μη φωνάζεις». Δείχνω εκεί που έχει όλο μικρούς που περπατάνε στο δρόμο. «Παιδιά δεμένα το ένα με το άλλο».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

245

«Δεν είναι δεμένα… δε νομίζω, δηλαδή». Η Μαμά βάζει το πρόσωπό της πιο πολύ κοντά στο παράθυρο. «Μπα, απλώς κρατάνε το κορδόνι για να μη χαθούν. Και δες εκεί, τα πολύ μικρούλια είναι μέσα σ’ αυτά τα βαγονέτα, έξι στο καθένα. Παιδικός σταθμός πρέπει να είναι, σαν αυτόν που πηγαίνει η Μπρόνγουιν». «Θέλω να δω την Μπρόνγουιν. Μπορούμε παρακαλώ να μας πάτε στο μέρος για τα παιδιά, εκεί που είναι τα παιδιά με την ξαδέλφη μου την Μπρόνγουιν;» λέω στον οδηγό. Ο οδηγός δε μ’ ακούει. «Μας περιμένει η οδοντογιατρός», λέει η Μαμά. Τα παιδιά εξαφανίστηκαν, κοιτάζω καλά καλά έξω από όλα τα παράθυρα. Η οδοντογιατρός είναι η Δόκτωρ Λόπεζ, όταν κατεβάζει για μια στιγμή τη μάσκα της, το κραγιόν της είναι μοβ. Θα κοιτάξει πρώτα εμένα γιατί έχω κι εγώ δόντια. Ξαπλώνω σε μια μεγάλη πολυθρόνα που κουνιέται πάνω κάτω. Κοιτάζω καλά καλά πάνω, με το στόμα μου καλά καλά ανοιχτό, και η οδοντογιατρός μού ζητάει να μετρήσω αυτά που βλέπω στο ταβάνι της. Είναι τρεις γάτες και ένας σκύλος και δύο παπαγάλοι και… Φτύνω το μεταλλικό πράγμα. «Ένα καθρεφτάκι είναι μόνο, Τζακ, βλέπεις; Μετράω τα δόντια σου». «Είκοσι είναι», της λέω. «Πολύ σωστά». Η Δόκτωρ Λόπεζ χαμογελάει. «Δεν έχω ξανασυναντήσει πεντάχρονο που να μπορεί να μετρήσει τα ίδια του τα δόντια». Ξαναβάζει μέσα τον καθρέφτη. «Μμμ, μεγάλα διαστήματα, ακριβώς ό,τι θέλω να βλέπω». «Γιατί θέλετε να το βλέπετε;» «Γιατί σημαίνει… πολύ χώρο για μανούβρες». Η Μαμά θα κάτσει πολλή ώρα στην καρέκλα, όσο το τρυπάνι θα βγάζει τα χαλάσματα απ’ τα δόντια της. Δε θέλω να περιμένω στην αίθουσα αναμονής αλλά ο βοηθός Γιανγκ λέει: «Έλα να δεις τι ωραία παιχνίδια έχουμε». Μου δείχνει έναν καρχαρία σ’ ένα ξυλάκι που κάνει κλακ κλακ κι έχει κι ένα σκαμνί για να κάθεσαι που είναι σχηματισμένο σαν δόντι, όχι ανθρώπινο, αλλά δόντι γίγαντα, όλο κάτασπρο χωρίς σαπίσματα. Κοιτάζω ένα βιβλίο για Τρανσφόρμερς κι ένα άλλο χωρίς εξώφυλλο με Χελωνονιντζάκια που λένε όχι στα ναρκωτικά.


246

EMMA DONOGHUE

Μετά ακούω έναν παράξενο θόρυβο. Ο βοηθός Γιανγκ μού κλείνει το δρόμο. «Νομίζω ότι ίσως η μαμά σου θα προτιμούσε…» Σκύβω και περνάω κάτω από το μπράτσο του και να η Δόκτωρ Λόπεζ να βάζει στο στόμα της Μαμάς ένα μηχάνημα που τσιρίζει. «Άφησέ την!» «Μη φοβάσαι», λέει η Μαμά, αλλά μιλάει σαν να είναι χαλασμένο το στόμα της – τι της έκανε η οδοντογιατρός; «Προσωπικά δεν έχω πρόβλημα, αν αισθάνεται πιο ασφαλής εδώ», λέει η Δόκτωρ Λόπεζ. Ο βοηθός Γιανγκ φέρνει το σκαμνί-δόντι, το βάζει στη γωνία και κάθομαι να δω, είναι τρομερό αλλά καλύτερο από το να μη βλέπω. Μια φορά, η Μαμά τινάζεται στην πολυθρόνα και βγάζει ένα βογκητό κι εγώ σηκώνομαι όρθιος αλλά η οδοντογιατρός λέει: «Λίγη αναισθησία ακόμα;» και βάζει μια βελόνα και η Μαμά κάθεται ξανά ήσυχη. Αυτό γίνεται και γίνεται για εκατό ώρες. Πρέπει να φυσήξω τη μύτη μου αλλά το δέρμα βγαίνει, οπότε απλώς ζουλάω το χαρτομάντιλο στο πρόσωπό μου. Όταν η Μαμά κι εγώ πάμε πάλι στο πάρκινγκ, το φως κοπανάει από παντού το κεφάλι μου. Ο οδηγός είναι ξανά εκεί διαβάζοντας μια εφημερίδα, βγαίνει έξω και μας ανοίγει την πόρτα. «Εχαϊθτώ», λέει η Μαμά. Αναρωτιέμαι αν τώρα θα μιλάει πάντα έτσι. Καλύτερα τα πονεμένα δόντια παρά να μιλάει έτσι. Σ’ όλο το δρόμο για το γυρισμό στην Κλινική, κοιτάζω τη λεωφόρο να φεύγει ζουμ ζουμ και τραγουδάω το τραγούδι για την κορδέλα του αυτοκινητόδρομου, και τον ατέλειωτο υπερυψωμένο ουρανόδρομο.* * Από το This Land is Your Land του Woody Guthrie. ··· Το Δόντι είναι ακόμα κάτω από το μαξιλάρι μας, του δίνω ένα φιλί. Έπρεπε να το είχα φέρνει μαζί, ίσως η Δόκτωρ Λόπεζ να μπορούσε να το φτιάξει κι αυτό. Τρώμε το βραδινό μας σ’ ένα δίσκο, λέγεται βοδινό Στρογκανόφ με κομμάτια που είναι κρέας και κομμάτια που μοιάζουν με κρέας


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

247

αλλά είναι μανιτάρια, όλα ξαπλωμένα πάνω σε αφράτο ρύζι. Η Μαμά δεν μπορεί να φάει ακόμα τα κρέατα, μόνο μικρές μπουκιές από ρύζι, αλλά τώρα σχεδόν ξαναμιλάει κανονικά. Η Νορίν χτυπάει και λέει ότι μας έχει μία έκπληξη, τον Μπαμπά της Μαμάς από την Αυστραλία. Η μαμά κλαίει, πετάγεται όρθια. «Μπορώ να πάρω μαζί το Στρογκανόφ μου;» «Να καθίσω με τον Τζακ μέχρι να τελειώσει το φαγητό του και να τον φέρω μετά κάτω;» ρωτάει η Νορίν. Η Μαμά δε λέει τίποτα, απλώς φεύγει τρέχοντας. «Ο Παππούς μάς είχε κάνει κηδεία», λέω στη Νορίν, «αλλά δεν ήμασταν στο φέρετρο». «Χαίρομαι που το ακούω». Κυνηγάω τα μικρά ρυζάκια. «Αυτή πρέπει να είναι η πιο κουραστική εβδομάδα της ζωής σας», μου λέει καθώς κάθεται δίπλα μου. Την κοιτάζω ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Γιατί;» «Ε, όλα πρέπει να σας φαίνονται παράξενα, σαν να είστε επισκέπτες από άλλο πλανήτη, ε;» Ξανακάνω όχι με το κεφάλι. «Δεν είμαστε επισκέπτες, η Μαμά λέει ότι πρέπει να μείνουμε για πάντα, μέχρι να πεθάνουμε». «Εεε… ας πούμε τότε ότι είστε… νέες αφίξεις». Όταν τελειώνω, η Νορίν βρίσκει το δωμάτιο που κάθεται η Μαμά κρατημένη απ’ το χέρι μ’ έναν άνθρωπο που φοράει ένα καπέλο. Ο άνθρωπος τινάζεται πάνω και λέει στη Μαμά: «Είπα της μητέρας σου ότι δε θέλω να…» Η Μαμά τον κόβει. «Ο Τζακ είναι, μπαμπά». Ο άνθρωπος κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι του. Αφού είμαι ο Τζακ. Τι περίμενε, κανέναν άλλο; Κοιτάζει το τραπέζι, το πρόσωπό του είναι όλο ιδρωμένο. «Μην το πάρεις στραβά». «Τι να μην πάρω στραβά; Τι εννοείς;» Η Μαμά σχεδόν φωνάζει. «Δεν μπορώ να είμαι στο ίδιο δωμάτιο μ’ αυτό. Με κάνει κι ανατριχιάζω». «Δεν υπάρχει κανένα αυτό. Ο Τζακ είναι, ένα αγοράκι πέντε χρόνων».


248

EMMA DONOGHUE

«Δεν το εννοούσα έτσι… ήθελα να πω… φταίει η πολύωρη πτήση, η αλλαγή… Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα από το ξενοδοχείο. Εντάξει;» Ο άντρας που είναι ο Παππούς περνάει από δίπλα μου χωρίς να με κοιτάξει και τώρα είναι σχεδόν στην πόρτα. Ακούγεται ένα μπαμ, είναι η Μαμά που χτυπάει το τραπέζι με τη γροθιά της. «Καθόλου εντάξει!» «Καλά, καλά». «Κάτσε κάτω, μπαμπά». Ο άντρας δεν κουνιέται. «Είναι τα πάντα για μένα», λέει η Μαμά. Ο μπαμπάς της; Όχι, νομίζω ότι μιλάει για μένα. «Φυσικό είναι». Ο άντρας-Παππούς σκουπίζει το δέρμα κάτω από τα μάτια του. «Το μόνο όμως που μπορώ να σκεφτώ είναι αυτό το κτήνος και τι σου…» «Α, ώστε προτιμάς να με σκέφτεσαι νεκρή και θαμμένη;» Ο άντρας-Παππούς ξανακουνάει πέρα δώθε το κεφάλι. «Τότε, αποδέξου το», λέει η Μαμά. «Γύρισα…» «Και είναι πραγματικό θαύμα», λέει εκείνος. «Γύρισα με τον Τζακ. Δύο θαύματα μαζί». Βάζει το χέρι του στο πόμολο της πόρτας. «Απλώς, αυτή τη στιγμή δεν μπορώ…» «Τελευταία ευκαιρία», λέει η Μαμά. «Κάθισε». Κανείς δεν κάνει τίποτα. Μετά ο Παππούς γυρίζει στο τραπέζι και κάθεται. Η Μαμά μού δείχνει την καρέκλα δίπλα του, οπότε πάω, παρόλο που δε θέλω. Κοιτάζω τα παπούτσια μου, είναι όλα τσαλακωτά στις άκρες. Ο Παππούς βγάζει το καπέλο του, με κοιτάζει. «Χαίρομαι που σε γνωρίζω, Τζακ». Δεν ξέρω ποιοι τρόποι είναι γι’ αυτό, οπότε λέω: «Παρακαλώ». Αργότερα, η μαμά κι εγώ είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι· πίνω λίγο στο σκοτάδι. «Γιατί δεν ήθελε να με δει;» ρωτάω. «Ήταν ένα άλλο λάθος σαν το φέρετρο;» «Μπορείς να το πεις κι έτσι». Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Νομίζει… πίστευε ότι θα ήμουνα καλύτερα χωρίς εσένα». «Κάπου αλλού;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

249

«Όχι, αν δεν είχες γεννηθεί. Φαντάσου». Προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ. «Θα ήσουνα πάλι Μαμά;» «Ε, όχι, δε θα ήμουνα. Άρα, η ιδέα είναι πραγματικά χαζή». «Αυτός είναι ο αληθινός Παππούς;» «Φοβάμαι πως ναι». «Γιατί φοβάσαι…;» «Θέλω να πω ναι, αυτός είναι». «Ο Μπαμπάς σου από τότε που ήσουνα μικρό κοριτσάκι στην αιώρα;» «Από τότε που ήμουνα μωρό, έξι εβδομάδων», λέει. «Τότε με έφεραν σπίτι από το νοσοκομείο». «Γιατί σε άφησε εκεί η μαμά σου της κοιλίτσας; Ήταν κι αυτό λάθος;» «Νομίζω ότι ήταν κουρασμένη», λέει η Μαμά. «Ήταν μικρή». Ανακαθίζεται για να φυσήξει τη μύτη της, με πολλή φασαρία. «Ο Μπαμπάς θα συνέλθει, λίγο χρόνο θέλει». «Από τι θα συνέλθει; Ήταν άρρωστος;» Η Μαμά γελάει λίγο. «Θέλω να πω ότι θ’ αρχίσει να φέρεται καλύτερα. Περισσότερο σαν αληθινός παππούς». Σαν τον Θεππού, μόνο που αυτός δεν είναι αληθινός. Ο ύπνος με παίρνει εύκολα, αλλά ξυπνάω κλαίγοντας. «Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι». Είναι η Μαμά που το λέει αυτό, και φιλάει το κεφάλι μου. «Γιατί δεν αγκαλιάζουν τα πιθηκάκια;» «Ποιος;» «Οι επιστήμονες. Γιατί δεν αγκαλιάζουν τα μωρά πιθηκάκια;» «Α». Δε μιλάει για ένα λεπτό. «Μπορεί και να το κάνουν», λέει μετά. «Μπορεί τα πιθηκάκια να συνηθίζουν στις ανθρώπινες αγκαλιές, και να τους αρέσουν». «Ναι, αλλά εσύ είπες ότι είναι παράξενα κι ότι δαγκώνονται». Η Μαμά δε λέει τίποτα. «Γιατί οι επιστήμονες δε φέρνουν πίσω τις μαμάδες πιθήκους και να ζητήσουν συγγνώμη;» «Δεν ξέρω γιατί σου είπα αυτή την παλιά ιστορία. Έγινε πριν από πάρα πολύ καιρό, προτού ακόμα γεννηθώ». Βήχω, και δεν έχω τίποτα για να φυσήξω τη μύτη μου. «Σταμάτα να σκέφτεσαι τα πιθηκάκια, εντάξει; Τώρα είναι


250

EMMA DONOGHUE

καλά». «Δε νομίζω ότι είναι». Η Μαμά με κρατάει τόσο σφιχτά που ο λαιμός μου πονάει. «Άουτς». Κουνιέται. «Υπάρχουν πολλά πράγματα στον κόσμο, Τζακ». «Τρισεκατομμύρια;» «Τρισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια. Αν προσπαθήσεις να τα χωρέσεις όλα στο κεφάλι σου, απλώς θα εκραγεί». «Ναι, αλλά τα πιθηκάκια;» Την ακούω να ανασαίνει παράξενα. «Ναι, μερικά πράγματα είναι άσχημα». «Όπως αυτά με τα πιθηκάκια». «Κι ακόμα χειρότερα», λέει η Μαμά. «Τι χειρότερα;» Προσπαθώ να σκεφτώ ένα χειρότερο κάτι. «Όχι απόψε». «Ίσως όταν είμαι έξι;» «Ίσως». Με κουταλιάζει. Ακούω τις ανάσες της, τις μετράω μέχρι να γίνουν δέκα, και μετά δέκα δικές μου. «Μαμά;» «Ναι». «Τα σκέφτεσαι τα χειρότερα πράγματα;» «Μερικές φορές», λέει. «Μερικές φορές πρέπει να τα σκέφτομαι». «Κι εγώ». «Μετά όμως τα βγάζω απ’ το μυαλό μου και κοιμάμαι». Μετράω ξανά τις ανάσες μας. Προσπαθώ να δαγκωθώ, να δαγκώσω τον ώμο μου, πονάει. Αντί να σκέφτομαι τα πιθηκάκια, σκέφτομαι όλα τα παιδιά στον κόσμο, το πώς δεν είναι στην Τηλεόραση αλλά για την ακρίβεια αληθινά, ότι τρώνε και κοιμούνται και κάνουν τσίσα και κακά σαν κι εμένα. Αν είχα κάτι σουβλερό και τα τρυπούσα θα μάτωναν, αν τα γαργαλούσα θα γέλαγαν. Θα ήθελα να τα δω, αλλά με ζαλίζει που είναι τόσο πολλά κι εγώ μόνο ένας. ··· «Κατάλαβες λοιπόν;» ρωτάει η Μαμά. Είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μας στο Δωμάτιο Αριθμός Εφτά,


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

251

εκείνη όμως απλώς κάθεται στην άκρη. «Εγώ εδώ να παίρνω τον υπνάκο μου, εσύ στην Τηλεόραση», λέω. «Για την ακρίβεια, η αληθινή εγώ θα είμαι κάτω, στο γραφείο του δόκτορος Κλέι, και θα μιλάω στους δημοσιογράφους», μου λέει. «Μόνο η εικόνα μου θα είναι στη βιντεοκάμερα, και μετά, αργότερα απόψε, θα είναι στην τηλεόραση». «Γιατί θέλεις να μιλήσεις στα όρνια;» «Πίστεψέ με, δεν το θέλω», λέει. «Απλώς πρέπει να απαντήσω στις ερωτήσεις τους, για να τους κλείσω τα στόματα μια και καλή. Ούτε που θα το καταλάβεις για πότε θα γυρίσω, εντάξει; Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι όταν θα ξυπνήσεις, θα με δεις εδώ». «Εντάξει». «Και μετά, αύριο, μας περιμένει μια ωραία περιπέτεια. Θυμάσαι πού θα μας πάνε ο θείος Πολ και η θεία Ντιάνα;» «Στο Μουσείο της Φυσικής Ιστορίας να δούμε τους δεινόσαυρους». «Ακριβώς». Η Μαμά σηκώνεται. «Ένα τραγούδι». Κάθεται ξανά κι αρχίζει το «Swing Low, Sweet Chariot», αλλά το λέει πολύ γρήγορα κι είναι ακόμα βραχνή από το κρύωμά μας. Μου τραβάει τον καρπό για να κοιτάξει το ρολόι μου με τους αριθμούς. «Άλλο ένα». «Με περιμένουν…» «Θέλω να έρθω κι εγώ». Ανακαθίζομαι και τυλίγομαι γύρω από τη Μαμά. «Όχι, δε θέλω να σε δουν», λέει, σπρώχνοντάς με ξανά κάτω, στο μαξιλάρι. «Κοιμήσου τώρα». «Δε νυστάζω μόνος μου». «Θα είσαι εξαντλημένος αν δεν πάρεις τον υπνάκο σου. Άφησέ με, σε παρακαλώ». Η Μαμά πάει να βγάλει τα χέρια μου από πάνω της. Εγώ τα δένω ακόμα πιο σφιχτότερα για να μην μπορεί. «Τζακ!» «Μείνε». Βάζω και τα πόδια μου γύρω γύρω της. «Άσε με. Έχω αργήσει ήδη». Τα χέρια της ζουλάνε τους ώμους μου αλλά εγώ κρατιέμαι ακόμα πιο δυνατά. «Μην κάνεις σαν μωρό.


252

EMMA DONOGHUE

Είπα άσε με…» Η Μαμά σπρώχνει με τόση δύναμη που ξαφνικά ξεδένομαι, το σπρώξιμό της χτυπάει το κεφάλι μου στο μικρό τραπεζάκι, κρααααααακ. Σκεπάζει με το χέρι της το στόμα της. «Ω», λέει, «ω, Τζακ, συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη…» «Πώς πάει;» Το κεφάλι του Δόκτωρ Κλέι είναι στην πόρτα. «Το συνεργείο είναι έτοιμο και σε περιμένει». Τώρα ο Δόκτωρ Κλέι μιλάει αλλιώς στη Μαμά, όπως μιλάει και σε μένα. Φαίνεται ότι έγιναν καλοί φίλοι, όπως η Ντόρα με τον Μπουτς. Κλαίω πιο δυνατότερα από ποτέ, κρατάω το σπασμένο κεφάλι μου. «Δε νομίζω ότι θα καταφέρουμε τίποτα έτσι», λέει η Μαμά που χαϊδεύει το βρεγμένο πρόσωπό μου. «Μπορείς να το ακυρώσεις», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Όχι, δεν μπορώ, αν θέλω να μαζέψω λεφτά για να πάει κάποτε ο Τζακ στο πανεπιστήμιο». Ο Δόκτωρ Κλέι στραβώνει το στόμα του. «Μιλήσαμε ήδη για το αν αυτός είναι ικανός λόγος για να…» «Δε θέλω να πάω στο πανεπιστήμιο», λέω, «θέλω να πάω μαζί σου στην Τηλεόραση». Η Μαμά ξεφυσάει μια πολύ μακριά ανάσα. «Αλλαγή σχεδίου. Μπορείς να έρθεις κάτω και να παρακολουθήσεις, αλλά μόνο αν καθίσεις πάρα πολύ φρόνιμος. Δε θα βγάλεις άχνα, εντάξει;» «Εντάξει». «Τσιμουδιά». «Πιστεύεις πραγματικά ότι είναι καλή ιδέα;» λέει ο Δόκτωρ Κλέι στη Μαμά. Εγώ όμως φοράω κιόλας τα λαστιχωτά παπούτσια μου γρήγορα γρήγορα, το κεφάλι μου είναι ακόμα ζαλισμένο. Το γραφείο του Δόκτωρ Κλέι είναι όλο αλλαγμένο με πολλούς ανθρώπους και φώτα και μηχανήματα. Η Μαμά με βάζει σε μια καρέκλα στη γωνία, μου φιλάει το κοπανημένο μέρος του κεφαλιού μου και ψιθυρίζει κάτι που δεν μπορώ ν’ ακούσω. Μετά πάει σε μια μεγαλύτερη καρέκλα και ένας άνθρωπος-άντρας τής βάζει ένα μικρό μαύρο ζουζούνι στο σακάκι της. Μια γυναίκα έρχεται μ’ ένα κουτί


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

253

με χρώματα κι αρχίζει να ζωγραφίζει το πρόσωπο της Μαμάς. Αναγνωρίζω τον Μόρις το δικηγόρο μας, διαβάζει σελίδες. «Θέλουμε να δούμε τα πάντα, και πριν και μετά το μοντάζ», λέει σε κάποιον. Μετά με κοιτάζει, και μου κουνάει τα δάχτυλα. «Παρακαλώ!» Αυτό το λέει δυνατότερα. «Ακούστε με λίγο! Το παιδί είναι εδώ, αλλά δε θα εμφανιστεί πουθενά – ούτε στην κάμερα ούτε σε φωτογραφίες, ακόμα και για προσωπική χρήση. Έγινα κατανοητός;» Με κοιτάζουν όλοι, κλείνω τα μάτια. Όταν τα ανοίγω ξανά, ένας άλλος άνθρωπος χαιρετάει το χέρι της Μαμάς, ουάου, είναι η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά από τον κόκκινο καναπέ. Ο καναπές όμως δεν είναι εδώ. Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί έναν για την ακρίβεια άνθρωπο από την Τηλεόραση, μακάρι να ήταν η Ντόρα αντί γι’ αυτήν. «Ξεκινάμε με μία εναέρια λήψη της αποθήκης», της λέει ένας άντρας, «και μετά το πλάνο σβήνει σ’ ένα δικό της κοντινό, για να ανοίξει μετά και στις δυο σας». Η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά μού χαμογελάει σούπερ έξτρα πλατιά. Όλοι μιλάνε και πάνε συνέχεια πέρα δώθε, κλείνω ξανά τα μάτια και ζουλάω τις τρύπες των αυτιών μου όπως μου είπε ο Δόκτωρ Κλέι να κάνω όταν δεν μπορώ άλλο. Κάποιος μετράει: «Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα…» Πύραυλο θα εκτοξεύσουν; Η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά βάζει μπρος μια ειδική φωνή, έχει τα χέρια της ενωμένα για προσευχή. «Κατ’ αρχάς, επιτρέψτε μου να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου, και αυτή των τηλεθεατών μας, για το γεγονός ότι δεχτήκατε να μας παραχωρήσετε την πρώτη σας συνέντευξη, μόλις έξι μέρες μετά την απελευθέρωσή σας· την ευγνωμοσύνη μας για το ότι αποφασίσατε να σπάσετε τη σιωπή σας, αρνούμενη να παραμείνετε φιμωμένη». Η Μαμά κάνει ένα μικρό χαμόγελο. «Θα θέλατε να αρχίσετε λέγοντάς μας τι ήταν αυτό που σας έλειψε περισσότερο στη διάρκεια της επταετούς αιχμαλωσίας σας; Εκτός φυσικά από την οικογένειά σας». «Για την ακρίβεια, ο οδοντογιατρός». Η φωνή της Μαμάς είναι όλη ψηλή και γρήγορη. «Πράγμα που μάλλον αποτελεί ειρωνεία, αφού απεχθανόμουν τις επισκέψεις στον οδοντογιατρό, ακόμα κι αν επρόκειτο για έναν απλό καθαρισμό».


254

EMMA DONOGHUE

«Αναδυθήκατε σ’ έναν καινούργιο κόσμο, βρεθήκατε αντιμέτωπη με μία παγκόσμια οικονομική και περιβαλλοντική κρίση, έναν καινούργιο Πρόεδρο…» «Είδαμε την ορκωμοσία του στην τηλεόραση», λέει η Μαμά. «Μάλιστα! Δε νιώθετε, ωστόσο, πως έχουν αλλάξει πολλά;» Η Μαμά ανασηκώνει τους ώμους. «Δεν υπάρχει κάτι που να μου φαίνεται τόσο πολύ διαφορετικό. Εξάλλου, στην πραγματικότητα δεν έχω βγει ακόμα έξω, εκτός από μία επίσκεψη στον οδοντογιατρό». Η γυναίκα χαμογελάει σαν να είναι αστείο. «Αυτό που εννοώ», ξαναλέει η Μαμά, «είναι ότι τα πάντα αφήνουν διαφορετική αίσθηση απλώς και μόνο επειδή εγώ είμαι διαφορετική». «Επουλώσατε, κατά το λεγόμενο, τις πληγές σας μετά τη συντριβή;»* * Ο κόσμος τους συντρίβει όλους, κι όμως πολλοί είναι εκείνοι που επουλώνουν τις πληγές τους και ξαναβρίσκουν τις δυνάμεις τους. Εκείνους ωστόσο που δεν λυγίζουν με τίποτα, τους σκοτώνει. Από το Αποχαιρετισμός Στα Όπλα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004. Τρίβω το κεφάλι μου εκεί που είναι ακόμα σπασμένο από το τραπέζι. Η Μαμά κάνει μια γκριμάτσα. «Πριν… ήμουν απλώς ένα συνηθισμένο κορίτσι. Δεν ήμουν καν, τι να πω… χορτοφάγος… δεν πέρασα ποτέ μου “γκόθικ” φάση…» «Και τώρα είστε μία εξαιρετική, μοναδική νέα γυναίκα, που έχει μία εξαιρετική, μοναδική ιστορία, και μας τιμά το γεγονός ότι είμαστε εμείς, ότι σ’ εμάς…» Η γυναίκα κοιτάζει αλλού, σε έναν από τους ανθρώπους με τα μηχανήματα. «Πάμε πάλι». Ξανακοιτάζει τη Μαμά και ξαναβάζει μπρος την ειδική φωνή της. «Και μας τιμά ιδιαίτερα το γεγονός ότι επιλέξατε τη δική μας εκπομπή για να τη διηγηθείτε. Τώρα, και χωρίς να το συνδέουμε απαραίτητα με σύνδρομα τύπου, ας πούμε, Στοκχόλμης, πολλοί από τους θεατές μας θα ήθελαν


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

255

να μάθουν αν αισθανθήκατε με κάποιο τρόπο… συναισθηματικά εξαρτημένη από τον άνθρωπο που σας κρατούσε αιχμάλωτη». Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι της. «Τον μισούσα». Η γυναίκα κάνει ναι με το κεφάλι. «Κλοτσούσα και ούρλιαζα κάθε φορά. Μια φορά, έβγαλα το κεραμικό καπάκι από το καζανάκι και τον χτύπησα μ’ αυτό. Δεν πλενόμουν επί μέρες, για μεγάλα διαστήματα δε μιλούσα καν». «Αυτό πριν ή μετά την τραγωδία της νεκρογέννησης;» Η Μαμά σκεπάζει με το χέρι το στόμα της. Ο Μόρις μπαίνει στη μέση, ξεφυλλίζει σελίδες. «Όρος! Δε θέλει να μιλήσει γι’ αυτό». «Α, δεν πρόκειται να μπούμε σε λεπτομέρειες», λέει η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά, «έχω την αίσθηση όμως ότι η ορθή εμπέδωση της αλληλουχίας των γεγονότων είναι κρίσιμη στην κατανόηση…» «Όχι, το κρίσιμο είναι ο σεβασμός των όρων του συμβολαίου», λέει ο Μόρις. Τα χέρια της Μαμάς τρέμουν όλα, τα βάζει κάτω από τα πόδια της. Δεν κοιτάζει προς το μέρος μου – ξέχασε ότι είμαι εδώ; Της μιλάω στο κεφάλι μου, αλλά δε μ’ ακούει. «Πιστέψτε με», λέει η γυναίκα στη Μαμά, «το μόνο που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να σας βοηθήσουμε να πείτε την ιστορία σας στον κόσμο». Κοιτάζει κάτω, στο χαρτί που έχει στην ποδιά της. «Και μετά, βρεθήκατε έγκυος για δεύτερη φορά, μέσα σε εκείνη την τρύπα-κολαστήριο που είχε ήδη καταβροχθίσει δύο χρόνια από την πολύτιμη νιότη σας. Υπήρχαν μέρες που νιώθατε ότι, χμ, φέρατε μέσα σας το βαρύ φορτίο του… σπόρου αυτού του άντρα, ενός κτήνους που ωστόσο…» Η Μαμά την κόβει. «Για την ακρίβεια, ένιωθα ότι είχα λυτρωθεί». «Ότι είχατε λυτρωθεί. Τι όμορφο!» Η Μαμά στραβώνει το στόμα της. «Δεν ξέρω πώς μπορεί να ένιωθε κάποια άλλη στη θέση μου, μόνο για τον εαυτό μου μπορώ να μιλήσω. Για παράδειγμα, εξακολουθώ να μη μετανιώνω μέχρι και σήμερα για την έκτρωση που είχα κάνει στα δεκαοχτώ μου». Η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά μένει λιγάκι με το στόμα της ανοιχτό. Μετά, ρίχνει μια ματιά στο χαρτί της και ξανασηκώνει το κεφάλι να κοιτάξει τη Μαμά. «Πριν από πέντε χρόνια, εκείνη την


256

EMMA DONOGHUE

κρύα, μαρτιάτικη μέρα, γεννήσατε μόνη σας, υπό μεσαιωνικές συνθήκες, ένα υγιές μωρό. Ήταν το δυσκολότερο πράγμα στη ζωή σας;» Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι. «Ήταν το καλύτερο». «Ναι, βέβαια, και αυτό. Όλες οι μητέρες λένε…» «Ναι, αλλά για μένα, βλέπετε, ο Τζακ ήταν τα πάντα. Ήμουν και πάλι ζωντανή, η ύπαρξή μου είχε αποκτήσει και πάλι νόημα. Ύστερα απ’ αυτό, λοιπόν, ήμουν ευγενική». «Ευγενική; Α, εννοείτε με τον…» «Ό,τι έκανα, το έκανα για να μπορέσω να κρατήσω ασφαλή τον Τζακ». «Ήταν οδυνηρά δύσκολο να είστε, όπως το θέσατε, ευγενική;» Η Μαμά κάνει όχι με το κεφάλι. «Ενεργούσα αυτόματα, σαν τις Γυναίκες του Στέπφορντ».* * The Stepford Wives, μυθιστόρημα του Ira Levin (1972). Στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Οι Μυστηριώδεις Γυναίκες του Στέπφορντ, μτφρ. Δημήτρης Παναγιωτάτος, Αθήνα 1978. Η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά κουνάει συνέχεια το κεφάλι της. «Φαντάζομαι ότι θα ήταν τρομερά δύσκολο να βρείτε το πώς έπρεπε να τον μεγαλώσετε, ολομόναχη, χωρίς την καθοδήγηση βιβλίων ή ειδικών… ή και συγγενών ακόμα». Η Μαμά ανασηκώνει τους ώμους της. «Πιστεύω ότι αυτό που χρειάζονται τα μωρά πάνω απ’ όλα είναι να έχουν κοντά τους τη μητέρα τους. Όχι, δεν ήταν δύσκολο· το μόνο που με τρόμαζε ήταν μήπως αρρωστήσει ο Τζακ, αλλά και εγώ η ίδια, αφού το παιδί με χρειαζόταν υγιή. Όσο για τη μέθοδο στην οποία αναφέρεστε, απλώς εφάρμοζα ό,τι θυμόμουν από τα σχετικά μαθήματα στο σχολείο, πράγματα όπως το τακτικό πλύσιμο των χεριών, το καλό μαγείρεμα όλων των φαγητών…» Η γυναίκα ξανακουνάει το κεφάλι. «Τον θηλάσατε. Για την ακρίβεια –κι αυτό ίσως προξενήσει κατάπληξη σε μερικούς από τους θεατές μας–, απ’ όσο γνωρίζω, τον θηλάζετε ακόμα. Σωστά;» Η Μαμά γελάει. Η γυναίκα την κοιτάζει καλά καλά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

257

«Αυτό είναι το πιο σοκαριστικό σ’ όλη την ιστορία; Αυτή είναι η μόνη ανατριχιαστική λεπτομέρεια;» Η γυναίκα ξανακοιτάζει το χαρτί της. «Έτσι, λοιπόν, εσείς και το μωρό σας βρεθήκατε έγκλειστοι, καταδικασμένοι σε ισόβια απομόνωση…» Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι. «Κανείς από τους δυο μας δεν ήταν μόνος του, ούτε για ένα λεπτό». «Ε, ναι, αλλά, όπως λένε και στην Αφρική, χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί…» «Αν το έχεις το χωριό. Αν όχι, τότε ίσως να χρειάζονται μόνο δύο». «Δύο; Εννοείτε εσάς και τον βι…;» Το πρόσωπο της Μαμάς παγώνει. «Εννοώ εμένα και τον Τζακ». «Α». «Μαζί το κάναμε». «Υπέροχο. Μου επιτρέπετε να ρωτήσω… ξέρω ότι τον μάθατε να προσεύχεται στον Ιησού. Ήταν ιδιαίτερα σημαντική για σας η πίστη σας;» «Ήταν… μέρος όσων έπρεπε να του μεταδώσω». «Επίσης, αν αντιλαμβάνομαι σωστά, η τηλεόραση βοήθησε αρκετά ώστε να περάσουν λίγο πιο ανώδυνα οι μέρες της ανίας;» «Ποτέ μου δε βαρέθηκα με τον Τζακ», λέει η Μαμά. «Και τα αισθήματα, πιστεύω, είναι αμοιβαία». «Υπέροχα. Τώρα καταλήξατε σε μία απόφαση την οποία κάποιοι ειδικοί χαρακτηρίζουν παράξενη, να διδάξετε δηλαδή στον Τζακ ότι ο κόσμος ήταν τα έντεκα επί έντεκα πόδια* του κελιού σας, και ότι όλα τα υπόλοιπα –ό,τι έβλεπε στην τηλεόραση ή μάθαινε από τα ελάχιστα βιβλία του– ανήκαν απλώς στη σφαίρα της φαντασίας. Νιώθατε άσχημα που τον εξαπατούσατε;» Η Μαμά δε φαίνεται και πολύ φιλική. «Τι έπρεπε δηλαδή να του πω; Ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος διασκέδασης εκεί έξω, από τον οποίο εκείνος δεν μπορούσε να έχει απολύτως τίποτα;» Η γυναίκα ρουφάει τα χείλια της. «Τώρα, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλοι οι θεατές μας γνωρίζουν τις συναρπαστικές λεπτομέρειες της διάσωσής σας…» «Απόδρασης», λέει η Μαμά, και χαμογελάει, αλλά μόνο σε μένα.


258

EMMA DONOGHUE

«“Απόδρασης”, σωστά, και της σύλληψης του –χμ– φερόμενου ως απαγωγέα σας. Πείτε μου τώρα… είχατε την αίσθηση, στη διάρκεια των τόσων χρόνων, ότι αυτός ο άνδρας νοιαζόταν –σε κάποιο στοιχειώδες, ανθρώπινο επίπεδο, έστω και με διεστραμμένο τρόπο– για το γιο του;» Τα μάτια της Μαμάς έχουν γίνει λεπτούλια σαν γραμμές. «Ο Τζακ είναι δικός μου γιος, και κανενός άλλου». «Επί της ουσίας, έτσι είναι», λέει η γυναίκα. «Απλώς αναρωτιόμουν αν, κατά την αντίληψή σας, η γενετική, η βιολογική σχέση…» «Δεν υπήρξε σχέση». Η Μαμά μιλάει μέσ’ απ’ τα δόντια της. «Κοιτάζοντας τον Τζακ, δε νιώσατε ποτέ την οδυνηρή υπενθύμιση της καταγωγής του;» Τα μάτια της Μαμάς γίνονται ακόμα πιο σφιχτότερα. «Ο Τζακ μού θυμίζει μόνο τον εαυτό του». «Μμ», λέει η γυναίκα της Τηλεόρασης. «Όταν σκέφτεστε τον απαγωγέα σας τώρα, νιώθετε να φλέγεστε από μίσος;» Περιμένει. «Αφού τον αντιμετωπίσετε στο δικαστήριο, πιστεύετε ότι θα μπορέσετε ποτέ να βρείτε το σθένος να τον συγχωρήσετε;» Το στόμα της Μαμάς στραβώνει. «Δε θα έλεγα ότι κάτι τέτοιο είναι μέσα στις προτεραιότητές μου», λέει. «Τον σκέφτομαι όσο λιγότερο γίνεται». «Έχετε συνειδητοποιήσει τι φάρος έχετε γίνει;» «Τι φά… Πώς είπατε;» «Φάρος ελπίδας», λέει η γυναίκα, χαμογελώντας. «Αμέσως μόλις ανακοινώσαμε ότι θα κάναμε αυτή τη συνέντευξη, οι τηλεθεατές μας άρχισαν να τηλεφωνούν, να στέλνουν μέιλ και τηλεφωνικά μηνύματα, να λένε ότι είστε ένας άγγελος, η προσωποποίηση της καλοσύνης…» Η Μαμά κάνει μια γκριμάτσα. «Το μόνο που έκανα ήταν να επιβιώσω, και να μεγαλώσω τον Τζακ, να τον μεγαλώσω καλά. Ή, έστω, ικανοποιητικά». «Είστε πολύ μετριόφρων». «Για την ακρίβεια, αυτή τη στιγμή είμαι απλώς πολύ εκνευρισμένη». Η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά ανοιγοκλείνει δυο φορές τα μάτια.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

259

«Όλο αυτό το λιβανωτό… δεν είμαι καμιά αγία». Η φωνή της Μαμάς ξαναγίνεται δυνατή. «Μακάρι ο κόσμος να έπαυε να μας αντιμετωπίζει σαν να είμαστε οι μόνοι που έζησαν κάτι τόσο τρομερό. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι βρήκα στο Ίντερνετ». «Άλλες περιπτώσεις σαν τη δική σας;» «Ναι, και όχι μόνο… θέλω να πω, εννοείται πως όταν ξύπνησα μέσα σε κείνη την καλύβα σκέφτηκα ότι κανείς άλλος δεν είχε βρεθεί ποτέ σε τόσο άσχημη θέση. Το θέμα όμως είναι ότι η δουλεία δεν αποτελεί σύγχρονη εφεύρεση. Ούτε αυτού του είδους ο εγκλεισμός – το ξέρατε ότι στην Αμερική έχουμε περισσότερους από είκοσι πέντε χιλιάδες κρατουμένους στην απομόνωση; Μερικοί απ’ αυτούς βρίσκονται σε τέτοια κελιά για παραπάνω από είκοσι χρόνια τώρα». Η Μαμά δείχνει τη γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά. «Όσο για τα παιδιά, υπάρχουν μέρη με ορφανοτροφεία που βάζουν τα μωρά πέντε πέντε στις κούνιες, με πιπίλες κολλημένες με σελοτέιπ στο στόμα, παιδιά που βιάζονται κάθε βράδυ από τους πατεράδες τους, παιδιά σε φυλακές, σε απίστευτα μέρη, παιδιά που συνεχίζουν να υφαίνουν χαλιά μέχρι να τυφλωθούν…» Για ένα λεπτό, γίνεται μεγάλη ησυχία. Μετά η γυναίκα λέει: «Οι εμπειρίες σας σας έχουν… α… ευαισθητοποιήσει σε μεγάλο βαθμό ως προς τα δεινά που υφίστανται τα παιδιά σε όλο τον πλανήτη». «Όχι μόνο τα παιδιά», λέει η Μαμά. «Άνθρωποι όλων των ηλικιών κρατούνται αιχμάλωτοι, μ’ ένα σωρό τρόπους». Η γυναίκα καθαρίζει το λαιμό της και κοιτάζει το χαρτί στην ποδιά της. «Είπατε ότι το κάνατε, ότι μεγαλώσατε τον Τζακ καλά, αν και, βέβαια, το έργο της ανατροφής του κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει. Τώρα, όμως, έχετε μεγάλη βοήθεια από την οικογένειά σας και από ειδικούς επαγγελματίες επίσης». «Για την ακρίβεια, τώρα είναι πιο δύσκολο». Η Μαμά κοιτάζει κάτω. «Όταν ο κόσμος μας περιοριζόταν σ’ εκείνα τα ελάχιστα τετραγωνικά, ο έλεγχος ήταν πιο εύκολη υπόθεση. Τώρα υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που μπερδεύουν τον Τζακ, που τον τρελαίνουν. Κι εμένα επίσης. Βγαίνω εκτός εαυτού βλέποντας τα ΜΜΕ να τον αποκαλούν τέρας της φύσης, ή αυτιστικό Σαβάντ, ή άγριο – αυτή η λέξη…» «Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο παιδί».


260

EMMA DONOGHUE

Η Μαμά ανασηκώνει τους ώμους. «Απλώς πέρασε τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του σ’ ένα παράξενο μέρος, αυτό είναι όλο». «Δε θεωρείτε ότι ο Τζακ διαμορφώθηκε –τραυματίστηκε– από τη δοκιμασία του;» «Για τον Τζακ δεν ήταν δοκιμασία, ήταν απλώς η ζωή του. Και ναι, ίσως να τραυματίστηκε, αλλά όλοι τραυματιζόμαστε από κάτι». «Σίγουρα, πάντως, η πορεία του προς την ανάρρωση φαίνεται πράγματι αλματώδης», λέει η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά. «Τώρα, είπατε ότι ήταν ευκολότερο να “ελέγχετε” τον Τζακ υπό συνθήκες εγκλεισμού…» «Όχι, να ελέγχω την κατάσταση». «Πρέπει να αισθάνεστε μια σχεδόν παθολογική ανάγκη –κάτι που βέβαια είναι απολύτως κατανοητό– να σταθείτε φρουρός ανάμεσα στο γιο σας και τον κόσμο». «Μόλις δώσατε τον ορισμό της λέξης “μητέρα”». Η Μαμά μιλάει φτύνοντας σχεδόν τα λόγια. «Νιώθετε ότι, από κάποια άποψη, νοσταλγείτε το να βρίσκεστε πίσω από μια κλειδωμένη πόρτα;» Η Μαμά γυρίζει στον Μόρις. «Επιτρέπεται να μου κάνει τόσο ηλίθιες ερωτήσεις;» Η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά απλώνει το χέρι της και ένας άλλος άνθρωπος της δίνει ένα μπουκάλι νερό. Η γυναίκα πίνει μια γουλιά. Ο Δόκτωρ Κλέι σηκώνει το χέρι του. «Παρακαλώ… πιστεύω πως όλοι έχουμε αντιληφθεί ότι η ασθενής μου έχει φτάσει στα όριά της, αν δεν τα έχει ξεπεράσει ήδη». «Αν χρειάζεστε ένα διάλειμμα, μπορούμε να συνεχίσουμε σε λίγο», λέει η γυναίκα στη Μαμά. Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι. «Ας τελειώνουμε». «Εντάξει, λοιπόν», λέει η γυναίκα με τα φουσκωτά μαλλιά, χαμογελώντας άλλο ένα από εκείνα τα ψεύτικα, σαν του ρομπότ χαμόγελά της. «Υπάρχει κάτι στο οποίο θα ήθελα να επιστρέψω, αν μου επιτρέπετε. Όταν γεννήθηκε ο Τζακ… κάποιοι από τους θεατές μας αναρωτιούνται αν σας πέρασε καθόλου από το μυαλό…» «Τι; Να βάλω ένα μαξιλάρι πάνω στο κεφάλι του;» Για μένα μιλάει η Μαμά; Αφού τα μαξιλάρια μπαίνουν κάτω από


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

261

το κεφάλι. Η γυναίκα κουνάει πέρα δώθε το χέρι της. «Θεός φυλάξει! Σκεφτήκατε όμως ποτέ να ζητήσετε από τον απαγωγέα σας να πάρει τον Τζακ;» «Να τον πάρει;» «Και να τον αφήσει έξω από κάποιο νοσοκομείο, ας πούμε, για να μπορέσει να υιοθετηθεί. Όπως, απ’ όσο γνωρίζω, είχατε υιοθετηθεί κι εσείς – για να μεγαλώσετε με τις καλύτερες συνθήκες». Ακόμα κι από μακριά, μπορώ να δω τη Μαμά να καταπίνει. «Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο;» «Για να μπορεί ο Τζακ να ζήσει ελεύθερος». «Ελεύθερος, μακριά από μένα;» «Θα ήταν, βέβαια, μεγάλη θυσία –η απόλυτη θυσία–, δε θα άξιζε όμως τον κόπο αν μπορούσε ο Τζακ να έχει μία ευτυχισμένη, φυσιολογική παιδική ηλικία με μια στοργική οικογένεια;» «Ο Τζακ είχε εμένα». Η Μαμά λέει μία λέξη τη φορά. «Είχε μια παιδική ηλικία με μένα, είτε εσείς τη χαρακτηρίζετε φυσιολογική είτε όχι». «Γνωρίζατε όμως τι έχανε», λέει η γυναίκα. «Μεγαλώνοντας, ο Τζακ χρειαζόταν όλο και πλατύτερους ορίζοντες, εσείς όμως δεν μπορούσατε να του προσφέρετε άλλο από έναν κόσμο τα όρια του οποίου στένευαν ολοένα και πιο πολύ. Υποθέτω ότι το μεγαλύτερο μαρτύριο για σας ήταν η ανάμνηση των όσων ο Τζακ δεν ήξερε καν ότι χρειάζεται: φίλους, σχολείο, γρασίδι, κολύμπι, επισκέψεις στο λούνα παρκ, εκδρομές στα πανηγύρια…» «Τι μανία είναι αυτή με τα πανηγύρια!» Η φωνή της Μαμάς είναι βραχνή. «Τα σιχαινόμουν τα πανηγύρια όταν ήμουνα μικρή». Η γυναίκα αφήνει ένα γελάκι. Στο πρόσωπο της Μαμάς βγαίνουν δάκρυα, απλώνει τα χέρια της να τα πιάσει. Σηκώνομαι από την καρέκλα μου και τρέχω προς το μέρος της, κάτι πέφτει μπαααααμ, φτάνω στη Μαμά και την τυλίγω ολόκληρη με τα χέρια μου, και ο Μόρις φωνάζει: «Καμία λήψη του παιδιού…» Όταν ξυπνάω το πρωί, η Μαμά είναι Αλλού. Νόμιζα ότι στο Έξω δε θα το πάθαινε αυτό. Κουνάω το μπράτσο της αλλά αυτή βγάζει μόνο ένα μικρό βογκητό και βάζει το κεφάλι της κάτω από το μαξιλάρι. Διψάω τόσο πολύ, που πάω κοντά και


262

EMMA DONOGHUE

προσπαθώ να πιω λίγο, εκείνη όμως δε γυρίζει για να μ’ αφήσει. Μένω κουλουριασμένος δίπλα της για εκατό διακόσιες ώρες. Δεν ξέρω τι να κάνω. Στο Δωμάτιο, αν η Μαμά ήταν Αλλού, μπορούσα να σηκωθώ μόνος μου και να φτιάξω πρωινό και να δω Τηλεόραση. Ρουφάω τη μύτη μου, δεν έχει τίποτα μέσα, νομίζω ότι έχασα το κρύωμά μου. Πηγαίνω να τραβήξω το κορδόνι για να κάνω τις γρίλιες στο παράθυρο ν’ ανοίξουν λίγο. Είναι φωτεινά, το φως χτυπάει στο παράθυρο από ένα αυτοκίνητο. Μια κουρούνα περνάει και με τρομάζει. Δε νομίζω ότι της Μαμάς τής αρέσει το φως, κι έτσι ξανατραβάω το κορδόνι στη θέση του. Η κοιλίτσα μου κάνει γκρρρρρρ. Μετά θυμάμαι το κουμπί δίπλα στο κρεβάτι. Το πατάω, τίποτα δε γίνεται. Μετά από ένα λεπτό όμως, η πόρτα κάνει ταπ ταπ. Την ανοίγω μόνο λιγάκι, είναι η Νορίν. «Καλημέρα, γλύκα μου, τι κάνεις;» «Πεινάω. Η Μαμά είναι Αλλού», ψιθυρίζω. «Πάμε λοιπόν να τη βρούμε. Θα βγήκε για λίγο». «Όχι, εδώ είναι, αλλά όχι για την ακρίβεια». Το πρόσωπο της Νορίν μπερδεύεται. «Κοίτα». Δείχνω στο κρεβάτι. «Έγινε μέρα, κι αυτή δε σηκώνεται». Η Νορίν φωνάζει τη Μαμά με το άλλο της όνομα και τη ρωτάει αν είναι εντάξει. «Μην της μιλάς», ψιθυρίζω. Αλλά η Νορίν λέει ακόμα πιο δυνατά: «Να σου φέρω κάτι;» «Άφησέ με να κοιμηθώ». Ποτέ μου δεν έχω ξανακούσει τη Μαμά να λέει κάτι όσο είναι Αλλού, η φωνή της είναι σαν από κάποιο τέρας. Η Νορίν πηγαίνει στη συρταριέρα και βγάζει ρούχα για μένα. Είναι δύσκολο να ντυθώ στο σχεδόν σκοτάδι, για μια στιγμή, βάζω και τα δυο πόδια στο ένα μπατζάκι και πρέπει να ακουμπήσω στη Νορίν για να μην πέσω. Δεν είναι και τόσο άσχημα όταν ακουμπάω τους άλλους επίτηδες, είναι χειρότερα όταν με ακουμπάνε εκείνοι, σαν ηλεκτροσόκ. «Παπούτσια», μου ψιθυρίζει. Τα βρίσκω και τα σπρώχνω στα πόδια μου και κουμπώνω το Βέλκρο, δεν είναι τα λαστιχωτά που


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

263

μ’ αρέσουν. «Μπράβο, καλό παιδί». Η Νορίν είναι στην πόρτα, μου κάνει νόημα με το χέρι της να πάω μαζί της. Σφίγγω την αλογοουρά μου που λύνεται. Βρίσκω το Δόντι και την πέτρα μου και το κλειδί μου της σφενταμιάς και τα βάζω στην τσέπη μου. «Η Μαμά σου πρέπει να κουράστηκε πολύ μ’ εκείνη τη συνέντευξη», μου λέει η Νορίν στο διάδρομο. «Ο θείος σου είναι στην Υποδοχή εδώ και μισή ώρα, σας περιμένει να ξυπνήσετε». Η περιπέτεια! Αλλά όχι, δεν μπορούμε να την κάνουμε, επειδή η Μαμά είναι Αλλού. Ο Δόκτωρ Κλέι είναι στις σκάλες, μιλάει στη Νορίν. Κρατιέμαι σφιχτά από την κουπαστή και με τα δυο μου χέρια, βάζω πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο, γλιστράω τα χέρια μου προς τα κάτω, δεν πέφτω, είναι μόνο ένα δευτερόλεπτο που νομίζω ότι είμαι πεφτός, αλλά μετά στέκομαι στο άλλο πόδι. «Νορίν». «Μισό». «Ναι, αλλά κάνω τα σκαλιά». Μου χαμογελάει. «Για δες εκεί!» «Κόλλα το!» λέει ο Δόκτωρ Κλέι. Αφήνω το ένα χέρι για να του το κολλήσω. «Για πες μου λοιπόν: θέλεις ακόμα να δεις τους δεινόσαυρους;» «Χωρίς τη Μαμά;» Ο Δόκτωρ Κλέι κάνει ναι με το κεφάλι. «Ναι, αλλά θα είσαι συνέχεια με το θείο και τη θεία σου, απολύτως ασφαλής. Ή μήπως θα ήθελες να το αφήσεις για μια άλλη μέρα;» Ναι, αλλά όχι, γιατί μια άλλη μέρα οι δεινόσαυροι μπορεί να έχουν φύγει. «Σήμερα, παρακαλώ». «Μπράβο το αγόρι μου», λέει η Νορίν. «Έτσι η Μαμά σου μπορεί να κοιμηθεί όσο θέλει, και μόλις γυρίσεις, θα της διηγηθείς τα πάντα για τους δεινόσαυρους». «Γεια σου, φιλαράκο». Να ο Πολ ο Θείος μου, δεν ήξερα ότι τον είχαν αφήσει να μπει στην τραπεζαρία. Νομίζω ότι οι άντρες λένε φιλαράκο αντί για γλύκα μου ή αγάπη μου. Τρώω το πρωινό μου με τον Πολ να κάθεται δίπλα μου, παράξενο αυτό. Μιλάει στο τηλεφωνάκι του, λέει ότι στην άλλη άκρη είναι η Ντιάνα. Η άλλη άκρη είναι η αόρατη. Σήμερα έχει χυμό χωρίς κομματάκια μέσα, νιαμ νιαμ, η Νορίν λέει ότι τον παράγγειλαν ειδικά για


264

EMMA DONOGHUE

μένα. «Έτοιμος για την πρώτη βόλτα σου έξω;» ρωτάει ο Πολ. «Είμαι στο Έξω έξι μέρες τώρα», του λέω. «Βγήκα στον αέρα τρεις φορές, έχω δει μυρμήγκια και ελικόπτερα και οδοντογιατρούς». «Ουάου». Μετά το κεκάκι μου, βάζω το μπουφάν και το καπέλο και το αντηλιακό και τα στιλάτα γυαλιά μου. Η Νορίν μού δίνει μια καφέ σακούλα για μήπως δε θα μπορώ να αναπνεύσω. «Τέλος πάντων», λέει ο Πολ όταν βγαίνουμε από την περιστρεφόμενη πόρτα, «ίσως είναι καλύτερα που δεν έρχεται μαζί μας η μαμά σου σήμερα, γιατί έπειτα απ’ αυτή την εκπομπή χθες βράδυ, όλοι γνωρίζουν το πρόσωπό της». «Όλοι σε όλο τον κόσμο;» «Σχεδόν», λέει ο Πολ. Στο πάρκινγκ, απλώνει στο πλάι το χέρι του σαν να πρέπει να το κρατήσω. Μετά το ξανακατεβάζει. Κάτι πέφτει στο πρόσωπό μου και φωνάζω. «Μια σταγόνα βροχής είναι μόνο», λέει ο Πολ. Κοιτάζω καλά καλά ψηλά στον ουρανό, είναι γκρίζος. «Θα πέσει πάνω μας;» «Μην ανησυχείς, Τζακ». Θέλω να γυρίσω στο Δωμάτιο Αριθμός Εφτά με τη Μαμά, κι ας είναι Αλλού. «Εδώ είμαστε…» Είναι ένα πράσινο φορτηγάκι, η Ντιάνα κάθεται στη θέση με το τιμόνι. Μου κουνάει τα δάχτυλά της μέσα από το παράθυρο. Βλέπω ένα μικρότερο πρόσωπο στη μέση. Το φορτηγάκι δεν ανοίγει προς τα έξω, ο Πολ γλιστράει ένα κομμάτι του και σκαρφαλώνω μέσα. «Επιτέλους», λέει η Ντιάνα. «Μπρόνγουιν, αγάπη μου, θα πεις γεια στον ξάδελφό σου τον Τζακ;» Είναι ένα κορίτσι σχεδόν το δικό μου μεγάλο, έχει όλο κοτσιδάκια όπως η Ντιάνα, αλλά με λαμπερές χάντρες στις άκρες κι έναν ελέφαντα γουνερό και δημητριακά σε μια κούπα με καπάκι που έχει το σχήμα βάτραχου. «Γεια, Τζακ», λέει πολύ τσιριχτά. Έχει ένα κάθισμα ειδικά για μένα δίπλα σ’ αυτό της Μπρόνγουιν, και ο Πολ μού δείχνει πώς να κουμπώνω τη ζώνη. Την τρίτη φορά το


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

265

κάνω όλο μόνος μου, η Ντιάνα χειροκροτάει και η Μπρόνγουιν επίσης. Μετά ο Πολ γλιστράει και κλείνει το φορτηγάκι μ’ ένα δυνατό κλανγκ. Τινάζομαι, θέλω τη Μαμά, νομίζω ότι θα βάλω τα κλάματα, αλλά δεν τα βάζω. Η Μπρόνγουιν λέει συνέχεια «Γεια, Τζακ, Γεια, Τζακ». Δε μιλάει σωστά ακόμα, λέει «Ντούντο ταγούδι», και «Ωέο κυλάκι», και «Μάμι, κι άλλο κότο», το κότο είναι αυτό που λέει για το μπισκότο. Ντούντο σημαίνει Πολ και Μάμι σημαίνει Ντιάνα, αλλά είναι ονόματα που τα λέει μόνο η Μπρόνγουιν, όπως κανείς άλλος εκτός από μένα δε φωνάζει τη Μαμά Μαμά. Είμαι φοβαίος, αλλά λίγο πιο γενναίος από φοβισμένος, αυτό εδώ δεν είναι τόσο τρομερό όσο το να παριστάνω τον πεθαμένο στη Μοκέτα. Όποτε ένα αυτοκίνητο έρχεται καταπάνω μας, λέω μέσα μου ότι πρέπει να μείνει στη δική του μεριά αλλιώς η Αξιωματικός Ο θα το βάλει φυλακή μαζί με το καφέ φορτηγό. Οι εικόνες στο παράθυρο είναι όπως στην Τηλεόραση αλλά πιο θολότερες, βλέπω αυτοκίνητα που είναι παρκαρισμένα, ένα μίξερ τσιμέντου, μία μοτοσικλέτα και ένα φορτηγό με ένα δύο τρία τέσσερα πέντε αυτοκίνητα πάνω του, αυτός είναι ο καλύτερός μου αριθμός. Σ’ έναν μπροστινό κήπο, ένα παιδί σπρώχνει ένα καρότσι μ’ ένα πιο μικρότερο παιδί μέσα, παράξενο αυτό. Ένα σκυλί περνάει απέναντι το δρόμο μ’ έναν άνθρωπο σε σκοινί, νομίζω ότι το σκοινί είναι δεμένο, όχι όπως ο παιδικός σταθμός που απλώς το κρατούσαν. Τα φανάρια αλλάζουν σε πράσινο και μια γυναίκα με πατερίτσες χοροπηδάει και ένα τεράστιο πουλί κάθεται σε ένα με σκουπίδια, η Ντιάνα λέει ότι είναι απλώς ένας γλάρος, αυτά τα πουλιά τρώνε τα πάντα. «Είναι παμφάγα», της λέω. «Τι δύσκολες λέξεις που ξέρεις!» Στρίβουμε εκεί που έχει δέντρα. «Πάλι στην Κλινική ήρθαμε;» ρωτάω. «Όχι, όχι, θα σταματήσουμε δυο λεπτά στο εμπορικό κέντρο να πάρουμε ένα δώρο για μια φίλη της Μπρόνγουιν που έχει γενέθλια και κάνει το απόγευμα πάρτι». Το εμπορικό κέντρο σημαίνει μαγαζιά όπως αυτά που ψώνιζε τα φαγητά μας ο ΣαταΝίκ, αλλά όχι πια.


266

EMMA DONOGHUE

Μόνο ο Πολ θα πάει στο εμπορικό κέντρο, δεν ξέρει τι να διαλέξει, κι έτσι θα πάει η Ντιάνα αντί γι’ αυτόν, αλλά μετά η Μπρόνγουιν αρχίζει να λέει: «Η Μάμι κι εγώ, η Μάμι κι εγώ». Οπότε θα είναι η Ντιάνα που θα τραβάει την Μπρόνγουιν στο κόκκινο βαγόνι κι εγώ με τον Πολ θα περιμένουμε στο φορτηγό. Κοιτάζω καλά καλά το κόκκινο βαγόνι. «Μπορώ να δοκιμάσω;» «Αργότερα, στο μουσείο», μου λέει η Ντιάνα. «Άκου», λέει ο Πολ στην Ντιάνα, «έτσι κι αλλιώς, πεθαίνω για τουαλέτα. Ίσως να τελειώναμε πιο γρήγορα αν πεταγόμασταν όλοι μαζί». «Δεν ξέρω…» «Καθημερινή είναι, δεν πρέπει να έχει πολύ κόσμο». Η Ντιάνα με κοιτάζει χωρίς να χαμογελάει. «Θέλεις να έρθεις μέσα, Τζακ; Δε θ’ αργήσουμε, και θ’ ανεβείς και στο βαγόνι». «Ναι!» Μπαίνω στο πίσω μέρος και προσέχω να μην πέσει απέξω η Μπρόνγουιν, είμαι ο μεγάλος ξάδελφος, «σαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή», λέω στην Μπρόνγουιν, αλλά αυτή δεν ακούει. Όταν φτάνουμε στις πόρτες, κάνουν ένα ποπ κι ανοίγουν από μόνες τους μ’ ένα κρακ, παραλίγο να πέσω απ’ το βαγόνι αλλά ο Πολ λέει ότι είναι απλώς μικρούτσικα κομπιούτερ που στέλνουν μεταξύ τους μηνύματα, και να μη φοβάμαι. Το εμπορικό είναι όλο σούπερ έξτρα φωτεινό και τεράστιο, δεν ήξερα ότι το μέσα μπορούσε να είναι τόσο μεγάλο όσο το Έξω, ακόμα και δέντρα έχει. Ακούω μουσική αλλά δεν μπορώ να δω τους παίκτες με τα όργανα. Μετά, βλέπω το πιο καταπληκτικότερο πράγμα, μία τσάντα με την Ντόρα, κατεβαίνω ν’ αγγίξω το πρόσωπό της, κι εκείνη μου χαμογελάει και μου χορεύει. «Ντόρα», της ψιθυρίζω. «Ω, ναι», λέει ο Πολ, «και η Μπρόνγουιν ήταν τρελή και παλαβή με την Ντόρα, αλλά τώρα έχει έρωτα με τη Χάνα Μοντάνα». Η τσάντα με την Ντόρα έχει λουριά, είναι σαν το Σακίδιο αλλά με την Ντόρα πάνω της αντί για το πρόσωπο του Σακίδιου. Έχει και χερούλι, όταν το δοκιμάζω τραβιέται προς τα πάνω, νομίζω ότι το χάλασα, αλλά μετά τσουλάει, είναι τσάντα με ρόδες και σακίδιο την ίδια στιγμή, είναι μαγικό. «Σ’ αρέσει;» Η Ντιάνα μού μιλάει. «Θα


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

267

ήθελες να την έχεις για τα πράγματά σου;» «Ίσως μία που να μην είναι ροζ», της λέει ο Πολ. «Τι λες γι’ αυτήν εδώ, Τζακ; Πολύ πρώτη, ε;» Κρατάει ψηλά μια τσάντα με τον Σπάιντερμαν. Κάνω στην Ντόρα μια μεγάλη αγκαλιά. Νομίζω ότι μου ψιθυρίζει: Hola, Τζακ. Η Ντιάνα προσπαθεί να μου πάρει την τσάντα με την Ντόρα, αλλά εγώ δεν την αφήνω. «Δε σου την παίρνω, απλώς πρέπει να την πληρώσω στην κυρία, και θα σου την ξαναδώσω σε δύο δευτερόλεπτα…» Δεν είναι δύο, είναι τριάντα εφτά. «Να οι τουαλέτες», λέει ο Πολ, και φεύγει τρέχοντας. Η κυρία τυλίγει την τσάντα με χαρτί έτσι που να μην μπορώ να δω πια την Ντόρα, τη βάζει μέσα σ’ ένα μεγάλο χαρτόνι κι ύστερα η Ντιάνα μού τη δίνει, κουνώντας την από τα κορδόνια του. Βγάζω την Ντόρα έξω και βάζω τα χέρια μου στα λουριά της και τη φοράω, για την ακρίβεια φοράω την Ντόρα! «Τι λες τώρα;» ρωτάει η Ντιάνα. Δεν ξέρω τι λέω. «Μπόνουιν ωαία τσάντα», λέει η Μπρόνγουιν που κουνάει μια τσάντα με πούλιες και καρδιές που κρέμονται από κορδόνια. «Ναι, αγάπη μου, αλλά έχεις πολλές ωραίες τσάντες στο σπίτι». Η Ντιάνα παίρνει τη γυαλιστερή τσάντα, η Μπρόνγουιν τσιρίζει, μια από τις καρδιές πέφτει στο πάτωμα. «Γιατί είναι τόσο δύσκολο να είμαστε πάνω από πέντε λεπτά σε δημόσιο χώρο χωρίς να φέρουμε την καταστροφή;» λέει ο Πολ που γύρισε πάλι πίσω. «Αν ήσουνα εδώ, θα της είχες αποσπάσει την προσοχή», του λέει η Ντιάνα. «Μπόνουιν ωαία τσάνταααααααα!» Η Ντιάνα σηκώνει την ξαδέλφη μου και την ξαναβάζει στο βαγόνι. «Πάμε». Εγώ σηκώνω την καρδιά και τη βάζω στην τσέπη μου μαζί με τους άλλους θησαυρούς, περπατάω δίπλα στο βαγόνι. Μετά, αλλάζω γνώμη, και βάζω όλους τους θησαυρούς μου στην τσάντα μου με την Ντόρα, στο μπροστινό φερμουάρ. Τα παπούτσια μου με πονάνε τόσο πολύ, που τα βγάζω. «Τζακ!» Αυτός είναι ο Πολ που με φωνάζει.


268

EMMA DONOGHUE

«Δεν είναι ανάγκη να βροντοφωνάζεις συνέχεια το όνομά του», λέει η Ντιάνα. «Α, ναι, ξέχασα». Βλέπω ένα γιγαντιαίο μήλο φτιαγμένο από ξύλο. «Μ’ αρέσει αυτό». «Παλαβό, ε;» λέει ο Πολ. «Πώς σου φαίνεται αυτό το τύμπανο για τη Σιρέλ;» ρωτάει την Ντιάνα. Εκείνη γυρίζει τα μάτια της. «Κίνδυνος διάσεισης. Ούτε να το σκέφτεσαι». «Μπορώ να έχω το μήλο, ευχαριστώ;» ρωτάω. «Δε νομίζω ότι χωράει στην τσάντα σου», χαμογελάει ο Πολ. Μετά βρίσκω ένα ασημένιο και γαλάζιο πράγμα σαν πύραυλο. «Θέλω αυτό, ευχαριστώ». «Αυτό είναι καφετιέρα», λέει η Ντιάνα βάζοντάς το ξανά στο ράφι. «Σου πήραμε ήδη μια τσάντα, και φτάνει για σήμερα, εντάξει; Θα φύγουμε από δω αμέσως μόλις βρούμε ένα δώρο για τη φίλη της Μπρόνγουιν». «Με συγχωρείτε, μήπως αυτά είναι της μεγαλύτερης κόρης σας;» Είναι μια γριά γυναίκα που κρατάει τα παπούτσια μου. Η Ντιάνα την κοιτάζει καλά καλά. «Τι είναι αυτά, Τζακ, φιλαράκο μου;» λέει ο Πολ δείχνοντας τις κάλτσες μου. «Σας ευχαριστώ πολύ», λέει η Ντιάνα παίρνοντας τα παπούτσια από τη γυναίκα και γονατίζοντας. Σπρώχνει τα πόδια μου να μπουν πρώτα στο δεξί και μετά στο αριστερό. «Δε σταματάς να λες το όνομά του», λέει η Ντιάνα στον Πολ μεσ’ απ’ τα δόντια της. Αναρωτιέμαι τι κακό έχει το όνομά μου. «Συγγνώμη, συγγνώμη», λέει ο Πολ. «Γιατί είπε μεγαλύτερη κόρη;» ρωτάω. «Έβγαλε το συμπέρασμα από τα μακριά μαλλιά σου και τη ροζ τσάντα σου», λέει η Ντιάνα. Η γριά κυρία έχει εξαφανιστεί. «Ήταν κακός άνθρωπος;» «Όχι, όχι». «Αν όμως καταλάβαινε ότι είσαι αυτός ο Τζακ», λέει ο Πολ, «μπορεί να τραβούσε τη φωτογραφία σου με το κινητό της ή δεν


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

269

ξέρω κι εγώ τι άλλο, και τότε η μαμά σου θα μας σκότωνε». Το στήθος μου αρχίζει να βροντάει ντάπα ντούπα. «Γιατί η Μαμά να σας…;» «Α, συγγνώμη, ήθελα να πω…» «Θα θύμωνε πάρα πολύ, αυτό ήθελε να πει», λέει η Ντιάνα. Σκέφτομαι τη Μαμά ξαπλωμένη στο σκοτάδι, να είναι Αλλού. «Δε θέλω να είναι θυμωμένη». «Όχι, και βέβαια δεν το θέλεις». «Μπορείτε τώρα να με γυρίσετε στην Κλινική, παρακαλώ;» «Σε λιγάκι». «Τώρα». «Δε θέλεις να δεις το μουσείο; Φεύγουμε σ’ ένα λεπτό. Να της πάρουμε ένα Webkinz», λέει η Ντιάνα, «που σίγουρα είναι ασφαλές. Νομίζω ότι έχει ένα παιχνιδάδικο εκεί, μετά τα εστιατόρια…» Τσουλάω την τσάντα μου συνέχεια, τα παπούτσια μου είναι πολύ σφιχτά βελκρομένα. Η Μπρόνγουιν πεινάει, οπότε παίρνουμε ποπ κορν που είναι το πιο τραγανιστότερο πράγμα που έφαγα ποτέ, κολλάει στο λαιμό μου και με κάνει να βήχω. Ο Πολ παίρνει σ’ εκείνον και στην Ντιάνα λάτε από την καφετέρια. Όταν κομματάκια από ποπ κορν πέφτουν κάτω από την τσάντα μου, η Ντιάνα λέει να τα αφήσω εκεί που είναι γιατί έχουμε μπόλικο και γιατί δεν ξέρουμε τι έχει πάνω του αυτό το πάτωμα. Τα έκανα θάλασσα, η Μαμά θα θυμώσει. Η Ντιάνα μού δίνει ένα υγρό μαντιλάκι να ξεκολλήσω τα δάχτυλά μου, το βάζω στην τσάντα μου με την Ντόρα. Έχει υπερβολικά πάρα πολύ φως εδώ μέσα και νομίζω ότι έχουμε χαθεί, μακάρι να ήμουνα στο Δωμάτιο Αριθμός Εφτά. Θέλω να κάνω τσίσα μου, ο Πολ με φέρνει σ’ ένα μπάνιο που έχει παράξενους νιπτήρες στον τοίχο σαν καμπάνες. Μου τους δείχνει με το χέρι. «Ορίστε». «Πού είναι η λεκάνη;» «Αυτές είναι ειδικές, μόνο για μας τ’ αγόρια». Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου και ξαναβγαίνω έξω. Η Ντιάνα λέει ότι μπορώ να πάω μαζί της και με την Μπρόνγουιν, μ’ αφήνει να διαλέξω καμπίνα. «Μπράβο, Τζακ, δεν πιτσίλισες καθόλου». Γιατί να πιτσιλίσω;


270

EMMA DONOGHUE

Όταν κατεβάζει το εσώρουχο της Μπρόνγουιν δεν είναι όπως ο Πέος ή ο κόλπος της Μαμάς, είναι ένα χοντρό κομματάκι σώματος διπλωμένο στη μέση με χωρίς γούνα. Βάζω πάνω του το δάχτυλό μου και το πατάω, είναι μαλακό. Η Ντιάνα μού διώχνει το χέρι κοπανώντας το. Δεν μπορώ να σταματήσω να ουρλιάζω. «Ηρέμησε, Τζακ. Μήπως σε… σε πονάει το χέρι σου;» Αίμα βγαίνει απ’ όλο τον καρπό μου. «Συγγνώμη», λέει η Ντιάνα, «δεν το ήθελα, με συγχωρείς· πρέπει να ήταν το δαχτυλίδι μου». Κοιτάζει καλά καλά το δαχτυλίδι της με τα χρυσά κομματάκια. «Πρέπει να ξέρεις όμως ότι δεν αγγίζουμε τα απόκρυφα του άλλου, όπως δεν αφήνουμε και τους άλλους να αγγίζουν τα δικά μας. Αυτό δε γίνεται. Εντάξει;» Δεν ξέρω τι είναι τα απόκρυφα. «Τελείωσες, Μπρόνγουιν; Άσε τη μαμά να σε σκουπίσει». Τρίβει το ίδιο κομμάτι της Μπρόνγουιν που έπιασα κι εγώ, αλλά δε χτυπάει μετά τον εαυτό της. Όταν πλένω τα χέρια μου, το νερό πονάει το αίμα περισσότερο. Η Ντιάνα ψάχνει και ξαναψάχνει στην τσάντα της για χανζαπλάστ. Στο τέλος, διπλώνει μια χάρτινη πετσέτα και μου λέει να την πατήσω πάνω στο κόψιμο. «Όλα εντάξει;» ρωτάει ο Πολ έξω. «Μη ρωτάς καλύτερα», λέει η Ντιάνα. «Μπορούμε να φύγουμε από δω;» «Και το δώρο της Σιρέλ;» «Θα τυλίξουμε κάτι της Μπρόνγουιν που να φαίνεται καινούργιο». «Όχι κάτι δικό μου», φωνάζει η Μπρόνγουιν. Τσακώνονται. Θέλω να είμαι στο κρεβάτι με τη Μαμά στο σκοτάδι και το όλο μαλακό της και χωρίς αόρατη μουσική και ανθρώπους με κόκκινα μεγάλα πρόσωπα να περνάνε από δίπλα και κορίτσια να γελάνε με τα μπράτσα τους δεμένα μαζί και κομματάκια τους να φαίνονται μέσ’ απ’ τα ρούχα τους. Πατάω το κόψιμο για να σταματήσω το αίμα απ’ το να πέσει έξω, κλείνω τα μάτια εκεί που περπατάω, κοπανάω πάνω σε μια γλάστρα, για την ακρίβεια δεν είναι στ’ αλήθεια αληθινή όπως ήταν η Γλάστρα μέχρι που πέθανε, είναι μία πλαστική.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

271

Μετά βλέπω έναν κάποιο να μου χαμογελάει και είναι ο Ντίλαν! Τρέχω και του κάνω μια τεράστια αγκαλιά. «Βιβλίο!» λέει η Ντιάνα. «Τέλεια, δώσε μου ένα λεπτό». «Είναι ο Ντίλαν ο Εκσκαφέας, ο φίλος μου από το Δωμάτιο», λέω στον Πολ. «Φτάααανει ο Ντίλαν ο εκσκαφέας! Ακούραστος σκάβει μέχρι κεραίας. Δες τον πώς χώνει το χέρι στη γη…» «Μπράβο, φιλαράκο. Μπορείς τώρα να βρεις πού ήταν η θέση του;» Χαϊδεύω το μπρος του Ντίλαν, έχει γίνει όλο λείο και γυαλιστερό, πώς ήρθε εδώ, στο εμπορικό; «Πρόσεξε μην το λερώσεις με αίμα». Ο Πολ βάζει ένα χαρτομάντιλο στο χέρι μου, η πετσέτα μου πρέπει να μου έπεσε. «Γιατί δε διαλέγεις ένα άλλο βιβλίο, που δεν έχεις ξαναδιαβάσει;» «Μάμι, Μάμι!» Η Μπρόνγουιν προσπαθεί να βγάλει ένα κοσμήματο από το μπροστινό ενός βιβλίου. «Πήγαινε να πληρώσεις», λέει η Ντιάνα. Βάζει ένα βιβλίο στο χέρι του Πολ και τρέχει στην Μπρόνγουιν. Ανοίγω την τσάντα-Ντόρα μου, βάζω μέσα τον Ντίλαν και τον ασφαλίζω με το φερμουάρ. Όταν η Ντιάνα και η Μπρόνγουιν γυρίζουν, πηγαίνουμε κοντά στο σιντριβάνι ν’ ακούσουμε το νερό αλλά χωρίς να βραχούμε. Η Μπρόνγουιν λέει: «Λετά, λετά», οπότε η Ντιάνα τής δίνει ένα κέρμα και η Μπρόνγουιν το ρίχνει στο νερό. «Θέλεις κι εσύ;» Αυτή είναι η Ντιάνα που λέει σε μένα. Πρέπει να είναι ειδικά σκουπίδια για λεφτά που είναι σούπερ έξτρα βρόμικα. Παίρνω το κέρμα και το πετάω μέσα και μετά βγάζω το υγρό μαντιλάκι για να καθαρίσω τα δάχτυλά μου. «Έκανες ευχή;» Ποτέ μου δεν έχω ξανακάνει ευχή με σκουπίδια. «Για τι πράγμα;» «Για ό,τι σου αρέσει περισσότερο στον κόσμο», λέει η Ντιάνα. Αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι να είμαι στο Δωμάτιο, αλλά δε νομίζω ότι το Δωμάτιο είναι στον κόσμο. Ένας άντρας μιλάει με τον Πολ, του δείχνει την Ντόρα μου. Ο Πολ έρχεται και ανοίγει το φερμουάρ και βγάζει τον Ντίλαν. «Τζα… φιλαράκο!» «Χίλια συγγνώμη», λέει η Ντιάνα.


272

EMMA DONOGHUE

«Έχει ένα αντίτυπο στο σπίτι, βλέπετε», λέει ο Πολ, «και νόμιζε ότι ήταν αυτό». Τεντώνει τον Ντίλαν προς τον άντρα. Τρέχω και τον αρπάζω ξανά στα χέρια μου. «Φτάααανει ο Ντίλαν ο εκσκαφέας!» λέω «Ακούραστος σκάβει μέχρι κεραίας». «Δεν καταλαβαίνει», λέει ο Πολ. «Δες τον πώς χώνει το χέρι στη γη…» «Τζακ, καλέ μου, αυτό το αντίτυπο ανήκει στο μαγαζί». Η Ντιάνα τραβάει το βιβλίο απ’ το χέρι μου. Εγώ το κρατάω με ακόμα πιο περισσότερη δύναμη και το χώνω κάτω από την μπλούζα μου. «Είμαι από αλλού», λέω στον άντρα. «Ο ΣαταΝίκ μάς κρατούσε με τη Μαμά κλειδωμένους και τώρα είναι στη φυλακή με το φορτηγό του αλλά ο άγγελος δε θα τον βγάλει με το καμινέτο του γιατί είναι κακός άνθρωπος. Είμαστε διάσημοι κι αν μας τραβήξεις φωτογραφία θα σε σκοτώσουμε». Ο άντρας ανοιγοκλείνει τα μάτια. «Εεε, πόσο κάνει το βιβλίο;» λέει ο Πολ. «Θα χρειαστεί να το περάσω…» λέει ο άντρας. Ο Πολ απλώνει το χέρι του, αλλά εγώ κουλουριάζομαι στο πάτωμα γύρω γύρω απ’ τον Ντίλαν. «Να σας φέρω ένα άλλο αντίτυπο να το περάσετε από τη μηχανή», λέει ο Πολ και τρέχει ξανά μέσα στο μαγαζί. Η Ντιάνα κοιτάζει γύρω γύρω της φωνάζοντας: «Μπρόνγουιν; Αγάπη μου;» Τρέχει στο σιντριβάνι και το κοιτάζει παντού. «Μπρόνγουιν;» Για την ακρίβεια, η Μπρόνγουιν είναι πίσω από ένα παράθυρο με φορέματα και κολλάει τη γλώσσα της στο τζάμι. «Μπρόνγουιν;» Η Ντιάνα ουρλιάζει. Βγάζω κι εγώ τη γλώσσα μου, η Μπρόνγουιν γελάει πίσω από το γυαλί. ··· Σχεδόν με παίρνει ο ύπνος στο πράσινο φορτηγό αλλά όχι για την ακρίβεια στ’ αλήθεια. Η Νορίν λέει ότι η τσάντα μου με την Ντόρα είναι καταπληκτική και η γυαλιστερή καρδιά επίσης, και ότι ο Ντίλαν ο Εκσκαφέας φαίνεται υπέροχο βιβλίο. «Πώς ήταν οι δεινόσαυροι;» «Δεν είχαμε ώρα να τους δούμε».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

273

«Α, κρίμα». Η Νορίν μού φέρνει ένα χανζαπλάστ για τον καρπό μου, αλλά χωρίς ζωγραφιές. «Η μαμά σου κοιμόταν όλη μέρα, θα ενθουσιαστεί μόλις σε δει». Χτυπάει και ανοίγει την Πόρτα Αριθμός Εφτά. Βγάζω τα παπούτσια αλλά όχι τα ρούχα μου, επιτέλους ξαπλώνω με τη Μαμά. Είναι ζεστούτσικη και απαλή, την αγκαλιάζω αλλά με προσοχή. Το μαξιλάρι μυρίζει άσχημα. «Θα σας δω στο βραδινό φαγητό», ψιθυρίζει η Νορίν και κλείνει την πόρτα. Το άσχημο είναι εμετός, το θυμάμαι από τη Μεγάλη Απόδρασή μας. «Ξύπνα», λέω στη Μαμά, «αρρώστησες στο μαξιλάρι». Η Μαμά δεν ξυπνάει, δε βογκάει καν, ούτε γυρίζει, δεν κουνιέται όταν την τραβάω. Αυτό είναι το πιο περισσότερο Αλλού που ήταν ποτέ. «Μαμά, Μαμά, Μαμά». Έγινε ζόμπι, νομίζω. «Νορίν;» φωνάζω, τρέχοντας στην πόρτα. Δεν πρέπει να ενοχλώ τους ανθρώπους, αλλά… «Νορίν!» Είναι στο τέρμα του διαδρόμου, γυρίζει προς το μέρος μου. «Η Μαμά αρρώστησε με έναν εμετό». «Μην ανησυχείς, θα το καθαρίσω αμέσως. Μισό λεπτό να φέρω το καρότσι…» «Όχι, έλα τώρα». «Εντάξει, εντάξει». Όταν ανάβει το φως και κοιτάζει τη Μαμά, δε λέει εντάξει, σηκώνει το τηλέφωνο και λέει: «Κόκκινος συναγερμός, δωμάτιο εφτά, κόκκινος συναγερμός…» Δεν ξέρω τι πάει να πει… Μετά βλέπω τα μπουκάλια με τα χάπια της Μαμάς ανοιχτά στο τραπέζι, φαίνονται κυρίως άδεια. Ποτέ περισσότερα από δύο, αυτός είναι ο κανόνας, πώς γίνεται να είναι κυρίως άδεια, πού πήγαν τα χάπια; Η Νορίν πιέζει το πλαϊνό του λαιμού της Μαμάς και λέει το άλλο της όνομα και «Μ’ ακούς; Μ’ ακούς;» Αλλά δε νομίζω ότι η Μαμά την ακούει, δε νομίζω ότι μπορεί να δει. Ουρλιάζω: «Κακή ιδέα κακή ιδέα κακή ιδέα». Πολλοί άνθρωποι μπαίνουν μέσα τρέχοντας, ο ένας απ’ αυτούς με τραβάει έξω, στο διάδρομο.


274

EMMA DONOGHUE

Ουρλιάζω «Μαμά» όσο πιο δυνατά μπορώ, αλλά δεν είναι αρκετά δυνατά για να την ξυπνήσω.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

275

ΖΩΗ Είμαι στο σπίτι με την αιώρα. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο για να τη δω, αλλά η Γιαγιά λέει ότι η θέση της είναι στην πίσω αυλή, όχι στην μπροστινή, και έτσι κι αλλιώς δεν είναι ακόμα κρεμασμένη γιατί είναι μόνο δέκα Απριλίου. Έχει θάμνους και λουλούδια και το πεζοδρόμιο και το δρόμο και τις άλλες μπροστινές αυλές και τα άλλα σπίτια, μετράω έντεκα κομμάτια απ’ αυτά, είναι εκεί που ζουν οι γείτονες όπως στο Γδύσε το Γείτονά σου. Πιπιλάω για να νιώσω το Δόντι, είναι ακριβώς στη μέση της γλώσσας μου. Το άσπρο αυτοκίνητο είναι έξω χωρίς να κουνιέται, ήρθα μ’ αυτό από την Κλινική παρόλο που δεν είχε ειδικό καθισματάκι, ο Δόκτωρ Κλέι ήθελε να μείνω για συνέχεια και θεραπευτική απομόνωση αλλά η Γιαγιά τού φώναξε ότι δεν μπορούσε να με κρατάει σαν φυλακισμένο από τη στιγμή που έχω οικογένεια. Η οικογένειά μου είναι: Γιαγιά Θεππούς Μπρόνγουιν Θείος Πολ Ντιάνα και Παππούς, μόνο που αυτός με ανατριχιάζεται. Επίσης η Μαμά. Βάζω το Δόντι στο μάγουλό μου. «Είναι πεθαμένη;» «Όχι, πόσες φορές πρέπει να σου το πω; Οπωσδήποτε όχι». Η Γιαγιά ακουμπάει το κεφάλι της στο ξύλο που έχει γύρω από το τζάμι. Μερικές φορές, όταν οι κόσμοι λένε οπωσδήποτε, για την ακρίβεια ακούγεται λιγότερο αλήθεια. «Μήπως απλώς προσποιείσαι ότι είναι ζωντανή;» ρωτάω τη Γιαγιά. «Γιατί αν δεν είναι εκείνη ζωντανή, ούτ’ εγώ θέλω να είμαι». Πάλι τρέχουν όλο δάκρυα στο πρόσωπό της. «Δεν… δεν μπορώ να σου πω τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι ξέρω, αγαπούλα μου. Είπαν ότι


276

EMMA DONOGHUE

θα μας τηλεφωνήσουν αμέσως μόλις έχουν ενημέρωση». «Τι είναι ενημέρωση;» «Το πώς είναι η μαμά, αυτή τη στιγμή». «Πώς είναι;» «Ε, όπως σου είπα, δεν είναι καλά γιατί πήρε πάρα πολλά από τα κακά φάρμακα, το πιθανότερο όμως είναι ότι τώρα της τα έχουν πια βγάλει· τα περισσότερα, τουλάχιστον, απ’ αυτά». «Πώς της τα έβγαλαν;» «Της έβαλαν ένα σωλήνα σαν τρόμπα και τα πήραν απ’ το στομάχι της». «Ναι, αλλά γιατί η Μαμά κατάπιε…;» «Γιατί δεν είναι καλά. Στο κεφάλι της εννοώ. Τη φροντίζουν, όμως», λέει η Γιαγιά, «και δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς». «Γιατί δε χρειάζεται;» «Ε, γιατί δεν ωφελεί σε τίποτα». Το πρόσωπο του Θεού είναι όλο κατακόκκινο και σφηνωμένο σε μια καμινάδα. Σκοτεινιάζει. Το Δόντι πατάει το ούλο μου, είναι ένα κακό πονετικό Δόντι. «Ούτε που τ’ άγγιξες τα λαζάνια σου», λέει η Γιαγιά. «Θέλεις κάτι άλλο; Ένα ποτήρι χυμό μήπως;» Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι. «Είσαι κουρασμένος; Πρέπει να είσαι. Εδώ εγώ και είμαι εξαντλημένη. Έλα, πάμε κάτω να δεις το ελεύθερο δωμάτιο». «Γιατί είναι ελεύθερο;» «Σημαίνει ότι δεν το χρησιμοποιούμε». «Γιατί έχετε ένα δωμάτιο που δεν το χρησιμοποιείτε;» Η Γιαγιά ανασηκώνει τους ώμους. «Δεν ξέρεις πότε μπορεί να το χρειαστείς». Με περιμένει να κατεβώ τα σκαλιά με τον ποπό μου γιατί δεν έχει κουπαστή να κρατηθώ. Τραβάω πίσω μου την τσάνταΝτόρα μου, νταπ ντουπ νταπ ντουπ. Περνάμε από το δωμάτιο που λέγεται καθιστικό, δεν ξέρω γιατί μόνο αυτό λέγεται έτσι αφού ο Θεππούς και η Γιαγιά κάθονται σε όλα τα δωμάτια, εκτός από το ελεύθερο. Ένα τρομερό ντριιιιν ντριιιιιν αρχίζει, σκεπάζω τ’ αυτιά μου. «Καλύτερα να το σηκώσω», λέει η Γιαγιά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

277

Γυρίζει σ’ ένα λεπτό και με φέρνει μέσα σ’ ένα δωμάτιο. «Είσαι έτοιμος;» «Για τι πράγμα;» «Για ύπνο, αγάπη μου». «Όχι εδώ». Πιέζει γύρω απ’ το στόμα της, εκεί που είναι τα μικρά ραγίσματα. «Ξέρω ότι σου λείπει η μαμά σου, προς το παρόν όμως θα πρέπει να κοιμάσαι μόνος σου. Θα είσαι μια χαρά. Ο Θεππούς κι εγώ θα είμαστε πάνω. Δεν πιστεύω να φοβάσαι τα τέρατα, ε;» Εξαρτάται από το τέρας, αν είναι αληθινό ή όχι, κι αν είναι εκεί που είμαι κι εγώ. «Χμ… Το παλιό δωμάτιο της μαμάς σου είναι δίπλα στο δικό μας», λέει η Γιαγιά, «αλλά το μετατρέψαμε σε γυμναστήριο, δεν ξέρω αν έχει χώρο για ένα φουσκωτό…» Ανεβαίνω τα σκαλιά, με τα πόδια μου αυτή τη φορά, κρατιέμαι απ’ τον τοίχο, και η Γιαγιά κουβαλάει την Ντόρα μου. Το δωμάτιο έχει μπλε ζουληχτά στρώματα και βαράκια και συσκευές κοιλιακών όπως στην Τηλεόραση. «Εδώ ήταν το κρεβάτι της, εκεί που είχαμε και την κούνια της όταν ήταν μωρό», λέει η Γιαγιά δείχνοντας ένα ποδήλατο αλλά μπηγμένο στο έδαφος. «Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι πόστερ, ξέρεις, από συγκροτήματα που της άρεσαν και τέτοια… Είχε κι έναν τεράστιο ανεμιστήρα και μια ονειροπαγίδα…» «Γιατί παγίδευε τα όνειρά της;» «Τι είπες;» «Ο ανεμιστήρας». «Α, όχι, ήταν απλώς διακοσμητικά. Νιώθω πάρα πολύ άσχημα που τα έδωσα όλα στην Πρόνοια, έτσι με παρότρυνε να κάνω ένας σύμβουλος που είχαμε στην Ομάδα Διαχείρισης Θλίψης…» Αφήνω ένα τεράστιο χασμουρητό, παραλίγο να γλιστρήσει έξω το Δόντι, αλλά το πιάνω στη χούφτα μου. «Τι είναι αυτό;» λέει η Γιαγιά. «Χάντρα; Μη βάζεις στο στόμα σου τέτοια πράγματα, δε σου το έχει πει η…;» Η Γιαγιά προσπαθεί να μου ανοίξει τα δάχτυλα για να δει το Δόντι. Το χέρι μου τη χτυπάει με δύναμη στην κοιλίτσα. Με κοιτάζει καλά καλά.


278

EMMA DONOGHUE

Ξαναβάζω το Δόντι κάτω από τη γλώσσα μου και σφίγγω τα δόντια μου. «Τώρα που το σκέφτομαι, γιατί να μη βάλω ένα φουσκωτό δίπλα, κοντά στο κρεβάτι μας, μέχρι να τακτοποιηθείς;» Τραβάω την Ντόρα μου. Το δίπλα είναι εκεί που κοιμούνται η Γιαγιά και ο Θεππούς. Το φουσκωτό στρώμα είναι μία μεγάλη τσάντα, η τρόμπα βγαίνει συνέχεια απ’ την τρύπα και στο τέλος η Γιαγιά φωνάζει τον Θεππού να βοηθήσει. Μετά, η τσάντα είναι όλη γεμάτη σαν μπαλόνι αλλά παραλληλόγραμμη και η Γιαγιά τη σκεπάζει με σεντόνια. Ποιοι είναι αυτοί που έβαλαν την τρόμπα στο στομάχι της Μαμάς; Από πού την έβαλαν; Δεν έσκασε η Μαμά από το πολύ φούσκωμα; «Σε ρώτησα πού είναι η οδοντόβουρτσά σου, Τζακ». Τη βρίσκω στην Ντόρα μου που έχει τα όλα μου πράγματά μου. Η Γιαγιά μού λέει να βάλω τις πιτζάμες μου. Μετά, δείχνει το φουσκωτό και λέει: «Όρμα». Οι κόσμοι λένε συνέχεια όρμα ή πήδα όταν είναι κάτι που θέλουν να παραστήσουν πως είναι διασκεδαστικό. Η Γιαγιά γέρνει με το στόμα της προς τα έξω για να με φιλήσει, αλλά εγώ βάζω το κεφάλι μου κάτω από το πάπλωμα. «Συγγνώμη», μου λέει. «Να σου πω ένα παραμύθι;» «Όχι». «Πολύ κουρασμένος για παραμύθι· εντάξει, λοιπόν. Καληνύχτα». Γίνεται όλο σκοτάδι. Ανακαθίζομαι. «Και τα Ζουζούνια;» «Τα σεντόνια είναι πεντακάθαρα». Δεν μπορώ να τη δω, αλλά ξέρω τη φωνή της. «Όχι, τα Ζουζούνια». «Είμαι εξαντλημένη, Τζακ…» «Τα ζουζούνια που τσιμπάνε σαν τρελά». «Α», λέει η Γιαγιά. «Καληνύχτα καληνύχτα, να ’χεις όνειρα γλυκά… ναι, το έλεγα όταν η μαμά σου ήταν…» «Πες το όλο». «Καληνύχτα καληνύχτα, να ’χεις όνειρα γλυκά, τα ζουζούνια να προσέχεις, που τσιμπάνε σαν τρελά». Λίγο φως μπαίνει μέσα, είναι η πόρτα που ανοίγει. «Πού πας;» Βλέπω το σχήμα της γιαγιάς, κατάμαυρο στην τρύπα. «Πουθενά… κάτω». Κυλάω πάνω στο φουσκωτό, κουνιέται. «Κι εγώ».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

279

«Όχι, πάω να δω τις εκπομπές μου στην τηλεόραση, δεν είναι για παιδιά». «Είπες εσύ και ο Θεππούς στο κρεβάτι, κι εγώ δίπλα στο φουσκωτό». «Αργότερα, ακόμα δεν είμαστε κουρασμένοι». «Είπες ότι είσαι εξαντλημένη». «Είμαι εξαντλημένη από…» Η Γιαγιά σχεδόν φωνάζει. «Δε νυστάζω, απλώς θέλω να δω τηλεόραση, να μη σκέφτομαι για λίγο». «Μπορείς να μη σκέφτεσαι εδώ». «Ξάπλωσε και προσπάθησε να κλείσεις τα μάτια σου». «Δεν μπορώ, τόσο μόνος μου». «Ω», λέει η Γιαγιά. «Φτωχό μου πλασματάκι». Γιατί είμαι και φτωχός και πλασματάκι; Λυγίζει δίπλα στο φουσκωτό και αγγίζει το πρόσωπό μου. Γυρίζω απ’ την άλλη. «Ήθελα μόνο να σε βοηθήσω να κλείσεις τα μάτια». «Εσύ στο κρεβάτι. Εγώ στο φουσκωτό». Την ακούω να ξεφυσάει την ανάσα της. «Εντάξει. Θα ξαπλώσω για ένα λεπτό…» Βλέπω το σχήμα της πάνω στο πάπλωμα. Κάτι πέφτει βντουπ, είναι το παπούτσι της. «Να σου πω ένα νανούρισμα;» ψιθυρίζει. «Ε;» «Ένα τραγούδι;» Η Μαμά τραγουδάει τραγούδια αλλά δεν έχει άλλα τέτοια πια. Κοπάνησε το κεφάλι μου στο τραπέζι του Δωμάτιο Αριθμός Εφτά. Πήρε τα κακά φάρμακα, νομίζω ότι είχε κουραστεί πια απ’ το πολύ παιχνίδι, βιαζόταν να πάει στον Ουρανό κι έτσι δεν περίμενε, γιατί δε με περίμενε; «Κλαις;» Δε λέω τίποτα. «Ω, γλυκέ μου. Ε… καλύτερα να ξεσπάσεις». Θέλω να πιω λίγο, πραγματικά πραγματικά θέλω λίγο, δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς αυτό. Πιπιλάω το Δόντι που είναι από τη Μαμά, ένα κομματάκι της τέλος πάντων, τα κύτταρά της όλο καφετιά και σαπισμένα και σκληρά. Το Δόντι την πονούσε ή εκείνη το πονούσε, αλλά όχι πια. Τι να ξεσπάσω; Η Μαμά είπε ότι θα ήμασταν ελεύθεροι αλλά δε νομίζω ότι είναι έτσι η ελευθερία.


280

EMMA DONOGHUE

Η Γιαγιά τραγουδάει πολύ σιγανά, το ξέρω αυτό το τραγούδι αλλά ακούγεται λάθος. «Τσαφτσουφ, τσαφ-τσουφ…» «Όχι, ευχαριστώ», λέω, και σταματάει. ··· Εγώ και η Μαμά στη θάλασσα, είμαι μπλεγμένος στα μαλλιά της, είμαι δεμένος σφιχτά σφιχτά και πνίγομαι… Ένα κακό όνειρο, αυτό ήταν όλο. Έτσι θα έλεγε η Μαμά αν ήταν εδώ, αλλά δεν είναι. Μετράω τα δάχτυλά μου, πρώτα των χεριών, μετά των ποδιών, πέντε και πέντε και πέντε και πέντε, τα κάνω να κουνηθούν ένα ένα. Προσπαθώ το μίλημα στο κεφάλι μου Μαμά; Μαμά; Μαμά; αλλά δεν την ακούω να απαντάει. Όταν αρχίζει να φωτεινιάζει, βάζω το πάπλωμα πάνω στο πρόσωπό μου για να το σκοτεινιάσω. Νομίζω ότι έτσι πρέπει να είναι όταν είσαι Αλλού. Άνθρωποι περπατάνε γύρω γύρω και ψιθυρίζουν. «Τζακ;» Αυτή είναι η Γιαγιά κοντά στο αυτί μου, οπότε κουλουριάζομαι μακριά της. «Πώς είσαι;» Θυμάμαι τους τρόπους. «Όχι εκατό τοις εκατό καλά σήμερα, ευχαριστώ». Μασάω τα λόγια μου γιατί το Δόντι έχει κολλήσει στη γλώσσα μου. Όταν η Γιαγιά φεύγει, ανακαθίζομαι και μετράω τα πράγματά μου στην τσάντα-Ντόρα μου, τα ρούχα και τα παπούτσια και το κλειδί της σφενταμιάς και το τρενάκι και το τετράγωνο ζωγραφικής και τη γυαλιστερή καρδιά και τον κροκόδειλο και την πέτρα και τα πιθηκάκια και το αυτοκίνητο και τα έξι βιβλία, το έξι είναι ο Ντίλαν ο Εκσκαφέας από το μαγαζί. Άπειρες ώρες αργότερα ακούω το ντριιιιιν ντριιιιιν που πάει να πει το τηλέφωνο. Η Γιαγιά έρχεται πάνω. «Ο δόκτωρ Κλέι ήταν, η κατάσταση της Μαμάς σου είναι σταθερή. Καλά νέα, ε;» Καλάμια. «Επίσης, για πρωινό έχουμε τηγανίτες με μύρτιλλα». Είμαι ξαπλωμένος πολύ ακίνητος, σαν σκελετός. Το πάπλωμα μυρίζει σκόνη. Ντιν-ντον ντιν-ντον και η Γιαγιά κατεβαίνει ξανά κάτω. Φωνές από κάτω μου. Μετράω τα δάχτυλα των ποδιών μου και μετά των χεριών μου και μετά τα δόντια μου ξανά και ξανά. Κάθε


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

281

φορά βγάζω τα σωστά νούμερα, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Η Γιαγιά ξανανεβαίνει λαχανιασμένη για να μου πει ότι ο Παππούς ήρθε να πει αντίο. «Σε μένα;» «Σε όλους μας, πετάει ξανά για Αυστραλία. Σήκω τώρα, Τζακ, δεν ωφελεί να μεμψιμοιρείς έτσι». Δεν ξέρω τι είναι αυτό που δεν ωφελεί. «Με θέλει όχι γεννημένο». «Τι σε θέλει;» «Είπε ότι δεν έπρεπε να είμαι και ότι αν δεν ήμουνα, η Μαμά δε θα ήταν Μαμά». Η Γιαγιά δε λέει τίποτα, οπότε νομίζω ότι ξανακατέβηκε κάτω. Βγάζω έξω το πρόσωπό μου να δω. Είναι ακόμα εδώ, με τα μπράτσα της τυλιγμένα γύρω της σφιχτά σφιχτά. «Μη δίνεις σημασία σ’ αυτόν το μα…κα». «Τι πάει να πει…;» «Τίποτα. Έλα, πάμε κάτω να φας τηγανίτες». «Δεν μπορώ». «Κοίτα πώς είσαι». Πώς είμαι; «Αναπνέεις και μιλάς και περπατάς και κοιμάσαι χωρίς τη Μαμά σου, σωστά; Ε, λοιπόν, πάω στοίχημα ότι μπορείς και να φας χωρίς αυτήν». Κρατάω το Δόντι στο μάγουλό μου ασφαλισμένο. Κάνω πολλή ώρα να κατεβώ τα σκαλιά. Στην κουζίνα, ο αληθινός Παππούς έχει μοβ στο στόμα του. Η τηγανίτα του είναι βουλιαγμένη μέσα σε μια λίμνη από σιρόπι με ακόμα πιο περισσότερα μοβ, είναι μύρτιλλα. Τα πιάτα είναι κανονικά άσπρα αλλά τα ποτήρια έχουν λάθος σχήμα με γωνίες. Έχει ένα μεγάλο μπολ με λουκάνικα. Δεν ήξερα ότι πεινούσα. Τρώω ένα λουκάνικο και μετά δύο ακόμα. Η Γιαγιά λέει ότι δεν έχει από το χυμό χωρίς πούλπα αλλά ότι πρέπει να πιω κάτι, αλλιώς θα πνιγώ έτσι όπως μπουκώνω τα λουκάνικα. Πίνω το πουλπένιο με τα μικρόβια να κατεβαίνουν γαργαλητά στο λαιμό μου. Το ψυγείο είναι σούπερ έξτρα τεράστιο, όλο γεμάτο με κουτιά και μπουκάλια. Τα ντουλάπια έχουν μέσα τόσο πολλά φαγητά που η Γιαγιά πρέπει να ανεβαίνει σκαλιά για να μπορεί να τα βλέπει όλα.


282

EMMA DONOGHUE

Λέει ότι τώρα θα έπρεπε να κάνω ένα ντους, αλλά προσποιούμαι ότι δεν ακούω. «Τι είναι σταθερή;» ρωτάω τον Παππού. «Σταθερή;» Ένα δάκρυ βγαίνει απ’ το μάτι του και το σκουπίζει. «Ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη, φαντάζομαι». Βάζει το πιρούνι και το μαχαίρι του μαζί μέσα στο πιάτο του. Ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη από τι; Το Δόντι είναι ξινό από το χυμό. Ξανανεβαίνω πάνω να κοιμηθώ. ··· «Τζακ, καρδούλα μου», λέει η Γιαγιά, «λυπάμαι, αλλά δεν πρόκειται να σ’ αφήσω να περάσεις όλη τη μέρα μπροστά στο χαζοκούτι». «Ε;» Η Γιαγιά κλείνει την τηλεόραση. «Μόλις μιλούσα με το δόκτορα Κλέι στο τηλέφωνο για τις αναπτυξιακές σου ανάγκες· αναγκάστηκα να του πω ότι παίζαμε ντάμα». Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και τα τρίβω. Γιατί να του πει ψέματα; «Η Μαμά είναι…;» «Ακόμα σταθερή, μου είπε. Θέλεις να παίξουμε στ’ αλήθεια ντάμα;» «Τα δικά σας κομμάτια είναι για γίγαντες και πέφτουν». Η Γιαγιά αναστενάζει. «Πόσες φορές πρέπει να σου το πω; Είναι κανονικά, και το ίδιο ισχύει και για το σκάκι και την τράπουλα. Τα μικρά μαγνητικά που είχατε με τη μαμά σου ήταν για ταξίδι». Αφού δεν ταξιδέψαμε. «Πάμε στην παιδική χαρά». Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. Η Μαμά είπε ότι όταν θα ήμασταν ελεύθεροι, θα πηγαίναμε μαζί. «Έχεις ξαναβγεί έξω, πολλές φορές». «Αυτό ήταν στην Κλινική». «Το ίδιο δεν είναι; Έλα, η μαμά σου μου είπε ότι σ’ αρέσει να σκαρφαλώνεις». «Ναι, σκαρφάλωσα στο Τραπέζι και στις καρέκλες μας και στο Κρεβάτι εκατό διακόσιες τριακόσιες φορές». «Όχι στο δικό μου τραπέζι, κύριε». Εννοούσα στο Δωμάτιο.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

283

Η Γιαγιά δένει την αλογοουρά μου πολύ σφιχτά και τη βάζει μέσα στο μπουφάν μου, την ξαναβγάζω έξω. Δε λέει τίποτα για το γλιτσερό πράγμα και το καπέλο μου, μήπως το δέρμα δεν καίγεται σ’ αυτό το κομμάτι του κόσμου; «Βάλε τα γυαλιά σου και, α, τα κανονικά σου παπούτσια, αυτές οι παντόφλες δε στηρίζουν τα πόδια σου». Τα πόδια μου ζουλιούνται όταν περπατάω, και ζουλιούνται ακόμα κι όταν ανοίγω λίγο το Βέλκρο. Είμαστε ασφαλείς όσο μένουμε στο πεζοδρόμιο, θα πεθάνουμε όμως αν πάμε στο δρόμο κατά λάθος. Η Μαμά δεν είναι πεθαμένη, η Γιαγιά λέει ότι δε θα μου έλεγε ψέματα. Είπε όμως ψέματα στον Δόκτωρ Κλέι για την ντάμα. Το πεζοδρόμιο σταματάει συνέχεια και πρέπει να περάσουμε απέναντι το δρόμο, δε θα πάθουμε τίποτα άμα κρατιόμαστε απ’ το χέρι. Δε μου αρέσει να με αγγίζουν, αλλά η Γιαγιά λέει δικό μου πρόβλημα. Ο αέρας είναι όλος φυσητερός στα μάτια μου και ο ήλιος πολύ πολύ λαμπερός στο γύρω γύρω από τα γυαλιά μου. Βλέπω ένα ροζ πράγμα που είναι λαστιχάκι μαλλιών και ένα καπάκι από μπουκάλι και μια ρόδα όχι από αληθινό αυτοκίνητο αλλά από παιχνίδι και μια σακούλα από φιστίκια, αλλά τα φιστίκια έχουν φύγει και ένα κουτί από χυμό που ακούω μέσα λίγο χυμό να κάνει φλατς φλουτς και ένα κίτρινο κακό. Η Γιαγιά λέει ότι δεν είναι από άνθρωπο αλλά από κάποιο σιχαμένο σκυλί, με τραβάει απ’ το μπουφάν και λέει: «Μακριά απ’ αυτό». Τα σκουπίδια δεν έπρεπε να είναι εκεί, εκτός από τα φύλλα που τα δέντρα δεν μπορούν να μην τα ρίχνουν. Στη Γαλλία, αφήνουν τα σκυλιά τους να κάνουν τη δουλειά τους παντού, μπορώ να πάω κι εγώ εκεί μια μέρα. «Για να δω τα κακά;» «Όχι, όχι», λέει η Γιαγιά, «για να δεις τον Πύργο του Άιφελ. Όταν θα έχεις γίνει πολύ καλός στο ν’ ανεβαίνεις σκαλιά». «Η Γαλλία είναι στο Έξω;» Με κοιτάζει παράξενα. «Στον κόσμο;» «Παντού είναι ο κόσμος. Εδώ που είμαστε!» Δεν μπορώ να πάω στην παιδική χαρά γιατί έχει παιδιά όχι φίλους μου. Η Γιαγιά γυρίζει τα μάτια της. «Απλώς θα παίζεις όπως παίζουν κι εκείνα, έτσι κάνουν τα παιδιά». Μπορώ να δω μέσα από το φράχτη με τους συρμάτινους ρόμβους. Είναι όπως ο μυστικός φράχτης στους τοίχους και το Πάτωμα που η


284

EMMA DONOGHUE

Μαμά δεν μπορούσε να σκάψει, αλλά εμείς βγήκαμε έξω τελικά, την έσωσα εγώ, μόνο που εκείνη δεν ήθελε να είναι πια ζωντανή. Ένα μεγάλο κορίτσι κρέμεται ανάποδα από μια κούνια. Δυο αγόρια είναι στο πράγμα που δε θυμάμαι το όνομά του και που πάει πάνω κάτω, το κοπανάνε με δύναμη και γελάνε και πέφτουν από πάνω του νομίζω επίτηδες. Μετράω τα δόντια μου ως το είκοσι και άλλη μια φορά. Το κράτημα του φράχτη αφήνει άσπρες ρίγες στα δάχτυλά μου. Κοιτάζω μια γυναίκα να κουβαλάει ένα μωρό στην αναρρίχηση κι αυτό μπουσουλάει μέσα από το τούνελ κι εκείνη του κάνει γκριμάτσες μέσα από τις τρύπες που έχει το τούνελ στα πλάγια και προσποιείται ότι δεν ξέρει πού είναι το μωρό. Κοιτάζω το μεγάλο κορίτσι στην κούνια αλλά δεν κάνει άλλο απ’ το να κουνιέται, μερικές φορές με τα μαλλιά της σχεδόν μέσα στη λάσπη, μερικές φορές ανακαθισμένη. Τα αγόρια κυνηγιούνται και κάνουν μπανγκ μπανγκ με τα χέρια τους σαν όπλα, το ένα πέφτει κάτω και κλαίει. Τρέχει έξω από την πύλη και μπαίνει σ’ ένα σπίτι, η Γιαγιά λέει ότι πρέπει να μένει εκεί, πώς το ξέρει; «Γιατί δεν πας να παίξεις με το άλλο αγόρι τώρα;» μου ψιθυρίζει, και μετά φωνάζει στο αγόρι: «Γεια σου!» Το αγόρι γυρίζει και μας κοιτάζει, μπαίνω σ’ ένα θάμνο, με τσιμπάει στο κεφάλι. Μετά από λίγο, η Γιαγιά λέει ότι έχει πιο ψύχρα απ’ ό,τι φαινόταν στην αρχή κι ότι ίσως θα έπρεπε να γυρίσουμε σπίτι για το μεσημεριανό. Κάνουμε εκατό διακόσιες ώρες και τα πόδια μου σπάνε. «Ίσως να περάσεις καλύτερα την επόμενη φορά», λέει η Γιαγιά. «Ήταν ενδιαφέρον». «Αυτό σου είπε η Μαμά σου να λες όταν δε σου αρέσει κάτι;» Χαμογελάει λιγάκι. «Εγώ της το έμαθα». «Πεθαίνει τώρα;» «Όχι», λέει σχεδόν φωνάζοντας. «Ο Λίο θα μας τηλεφωνούσε αν είχε νέα». Ο Λίο είναι ο Θεππούς, είναι μπερδευτικό τα τόσα ονόματα. Θέλω μόνο το ένα μου όνομα, το Τζακ. Στο σπίτι, η Γιαγιά μού δείχνει τη Γαλλία στην υδρόγειο που είναι σαν άγαλμα του κόσμου και πάντα γυρίζει. Όλη αυτή η τεράστια πόλη που είμαστε είναι μονάχα μία τελίτσα και η Κλινική είναι κι


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

285

εκείνη στην τελίτσα. Το ίδιο και το Δωμάτιο, αλλά η Γιαγιά λέει ότι δε χρειάζεται να το σκέφτομαι πια αυτό το μέρος, να το βγάλω απ’ το μυαλό μου. Για μεσημεριανό, τρώω πολύ ψωμί με βούτυρο, είναι γαλλικό ψωμί αλλά δεν έχει μέσα κακά, δε νομίζω. Η μύτη μου είναι κόκκινη και καίει, το ίδιο και τα μάγουλά μου, το πάνω κομμάτι του στέρνου μου και τα μπράτσα μου, και οι πλάτες των χεριών μου και οι αστράγαλοί μου πάνω από τις κάλτσες. Ο Θεππούς λέει στη Γιαγιά να μη στενοχωριέται. «Μα… αφού είχε συννεφιά», λέει και ξαναλέει, σκουπίζοντας τα μάτια της. «Θα πέσει το δέρμα μου;» ρωτάω. «Μόνο μικρά κομμάτια του», λέει ο Θεππούς. «Μην τρομάζεις το παιδί», λέει η Γιαγιά. «Δε θα πάθεις τίποτα, Τζακ, μην ανησυχείς. Έλα τώρα, βάλε λίγη ακόμα απ’ αυτή την ωραία λοσιόν για μετά τον ήλιο…» Είναι δύσκολο να φτάσω το πίσω μου αλλά δε μου αρέσουν τα δάχτυλα των άλλων ανθρώπων, οπότε τα καταφέρνω. Η Γιαγιά λέει ότι θα έπρεπε να ξανατηλεφωνήσει στην Κλινική, αλλά ότι αυτή τη στιγμή δεν έχει κουράγιο. Επειδή είμαι καμένος μ’ αφήνουν να μείνω ξαπλωμένος στον καναπέ και να βλέπω κινούμενα σχέδια, με τον Θεππού στη δική του πολυθρόνα να διαβάζει το World Traveler περιοδικό του. ··· Τη νύχτα, το Δόντι έρχεται καταπάνω μου, γκελάροντας στο δρόμο μπόινγκ μπόινγκ μπόινγκ, δέκα πόδια* ψηλό και κατασαπισμένο και με πριονωτά κομμάτια να πέφτουν από πάνω του, πέφτει και σπάει πάνω στους τοίχους. Μετά κουνιέμαι σε μια βάρκα που είναι όλη καρφωμένη κλειστή και σκουλήκια μες στη μύτη σου, σκουλήκια στα σαγόνια… Ένα σφύριγμα στο σκοτάδι που δεν το ξέρω, μετά είναι η Γιαγιά. «Τζακ… μη φοβάσαι». «Όχι». «Ξανακοιμήσου». Δε νομίζω ότι ξανακοιμάμαι.


286

EMMA DONOGHUE

Στο πρωινό, η Γιαγιά παίρνει ένα χάπι. Τη ρωτάω αν είναι η βιταμίνη της. Ο Θεππούς γελάει. «Κοίτα ποιος μιλάει», του λέει η Γιαγιά, και γυρίζει μετά σε μένα: «Όλοι χρειαζόμαστε το κατιτί μας». Αυτό το σπίτι είναι δύσκολο να το μάθεις. Οι πόρτες που επιτρέπομαι να μπω όλες τις ώρες είναι του καθιστικού και του γυμναστήριου και του ελεύθερου δωμάτιου στο υπόγειο, επίσης έξω από την κρεβατοκάμαρα που λέγεται κεφαλόσκαλο, χωρίς όμως το πάνω σκαλί να έχει κεφάλι. Μπορώ να μπω στην κρεβατοκάμαρα εκτός κι αν η πόρτα είναι κλειστή, οπότε πρέπει να χτυπήσω και να περιμένω. Επίσης, μπορώ να μπω στο μπάνιο εκτός κι αν η πόρτα δεν ανοίγει, που σημαίνει ότι κάποιος είναι μέσα και πρέπει να περιμένω. Η μπανιέρα και ο νιπτήρας και η λεκάνη είναι ένα πράσινο που το λένε αβοκάντο, μόνο που το κάθισμα της λεκάνης είναι ξύλινο οπότε μπορώ να καθίσω πάνω σ’ αυτό. Πρέπει να το ανεβάζω και να το ξανακατεβάζω μετά στη θέση του, είναι ευγένεια για τις κυρίες, δηλαδή για τη Γιαγιά. Το καζανάκι έχει ένα καπάκι στο ντεπόζιτό του, σαν αυτό που η Μαμά το χτύπησε πάνω στον ΣαταΝίκ. Το σαπούνι είναι μια σκληρή μπάλα και πρέπει να τρίβω και να τρίβω μέχρι να το καταφέρω να δουλέψει. Οι Απέξω δεν είναι σαν εμάς, έχουν ένα εκατομμύριο πράγματα και πολλά αλλιώτικα είδη από κάθε πράγμα, όπως αλλιώτικες σοκολάτες και μηχανάκια και παπούτσια. Τα πράγματά τους είναι όλα για αλλιώτικες δουλειές το καθένα, όπως βούρτσα νυχιών και βούρτσα δοντιών και βουρτσάκι για τα ψίχουλα και βουρτσάκι τουαλέτας και βούρτσα ρούχων και βούρτσα χαλιών και βούρτσα μαλλιών. Όταν ρίχνω λίγη σκόνη που λέγεται ταλκ στο πάτωμα, τη σκουπίζω, αλλά η Γιαγιά μπαίνει μέσα και λέει ότι αυτό είναι το βουρτσάκι της τουαλέτας και θυμώνει που γεμίζω τον τόπο μικρόβια. Το σπίτι είναι και του Θεππού αλλά δε φτιάχνει αυτός τους κανόνες. Κάθεται κυρίως στο γραφείο του, που είναι το ειδικό του δωμάτιο για να μένει όλο μόνος του. «Καμιά φορά οι άνθρωποι θέλουν να μένουν λίγο μόνοι», μου λέει. «Γίνεται κουραστικό να είσαι συνέχεια με παρέα». «Γιατί;» «Άκου τι σου λέω, δυο γάμους έχω στην πλάτη μου». Στην εξώπορτα δεν μπορώ να πάω χωρίς να το πω στη Γιαγιά, αλλά δε θα πήγαινα έτσι κι αλλιώς. Κάθομαι στη σκάλα και πιπιλάω


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

287

με δύναμη το Δόντι. «Γιατί δεν πας να παίξεις με κάτι;» λέει η Γιαγιά, περνώντας στριμωχτά από δίπλα μου. Είναι πολλά, δεν ξέρω με τι. Έχω τα παιχνίδια μου από τους τρελούς καλοπροαίρετους που η Μαμά νόμιζε ότι είναι μόνο πέντε αλλά για την ακρίβεια πήρα έξι. Έχω κιμωλίες όλες αλλιώτικα χρώματα, που έφερε η Ντιάνα, μόνο που δεν την είδα, αλλά μου μουντζουρώνουν πολύ τα δάχτυλα. Έχω ένα γιγαντιαίο ρολό χαρτί και σαράντα οχτώ μαρκαδόρους μέσα σ’ ένα μακρύ, αόρατο πλαστικό. Έχω ένα κουτί με κουτιά με ζώα που η Μπρόνγουιν δε χρησιμοποιεί πια, δεν ξέρω γιατί, άμα τα βάλεις το ένα πάνω στο άλλο γίνονται ψηλότερα από το κεφάλι μου. Αντί να πάω να παίξω, κοιτάζω καλά καλά τα παπούτσια μου, είναι τα λαστιχωτά μου. Μαμά! Το φωνάζω πολύ δυνατά μέσα στο κεφάλι μου, αλλά δε νομίζω ότι η Μαμά είναι εκεί. Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα. Εκτός κι αν όλοι λένε ψέματα. Είναι ένα μικρούτσικο καφέ πραγματάκι κάτω από το χαλί εκεί που αρχίζει να γίνεται το ξύλο του σκαλιού. Καταφέρνω να το πιάσω και να το βγάλω, είναι ένα μέταλλο. Ένα κέρμα. Έχει πάνω του το πρόσωπο ενός άντρα και λέξεις: ΣΤΟ ΘΕΟ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 2004. Όταν το γυρίζω από την άλλη μεριά είναι ένας άντρας, ίσως ο ίδιος, αλλά τώρα κάνει γεια σ’ ένα σπιτάκι και λέει ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ E PLURIBUS UNUM ONE CENT. Η Γιαγιά είναι στο κάτω σκαλί και με κοιτάζει καλά καλά. Πετάγομαι πάνω. Πηγαίνω το Δόντι στο πίσω των ούλων μου. «Έχει ένα κάτι στα ισπανικά», της λέω. «Αλήθεια;» Σμίγει τα φρύδια της. Της δείχνω με το δάχτυλό μου. «Λατινικά είναι. E PLURIBUS UNUM. Μμμ, νομίζω ότι αυτό σημαίνει Η Ισχύς Εν τη Ενώσει, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Θέλεις μερικά ακόμα;» «Τι;» «Κάτσε να δω στο πορτοφόλι μου…» Ξανάρχεται μ’ ένα στρογγυλό πλακουτσωτό πράγμα που άμα το


288

EMMA DONOGHUE

ζουλήξεις ανοίγει ξαφνικά σαν στόμα και έχει μέσα διαφορετικά λεφτά. Ένα ασημί λεφτό έχει ένα έναν άντρα με αλογοουρά όπως εγώ και γράφει ΠΕΝΤΕ ΣΕΝΤΣ αλλά η Γιαγιά λέει ότι όλοι το λένε «νίκελ», το μικρούλι ασημί είναι ένα «ντάιμ», που πάει να πει δέκα σεντς. «Γιατί είναι το πέντε πιο μεγαλύτερο από το δέκα αφού είναι πέντε;» «Δεν ξέρω, έτσι είναι». Ακόμα και το ένα σεντ είναι μεγαλύτερο από το δέκα, το έτσι είναι νομίζω ότι είναι χαζό. Στο πιο μεγαλύτερο ασημί είναι ένας αλλιώτικος άντρας, καθόλου χαρούμενος, το πίσω λέει ΝΙΟΥ ΧΑΜΣΑΪΡ 1788 ΖΗΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ Ή ΠΕΘΑΝΕ. Η Γιαγιά λέει ότι το Νιου Χάμσαϊρ είναι ένα άλλο κομμάτι της Αμερικής, όχι αυτό εδώ. «Το ζήσε ελεύθερα πάει να πει ότι δεν κοστίζει τίποτα;» «Α, όχι, όχι. Πάει να πει… ότι δεν έχεις αφεντικά πάνω απ’ το κεφάλι σου». Είναι κι άλλο ένα με το ίδιο μπρος, όταν όμως το γυρίζω από την άλλη έχει ένα καράβι με πανιά μ’ ένα μικρούτσικο άνθρωπο μέσα κι ένα γυαλί και περισσότερα ισπανικά: GUAM E PLURIBUS UNUM 2009 Guahan ITano’ ManChamorro. Η Γιαγιά το κοιτάει ζουλώντας τα μάτια της και πάει να φέρει τα γυαλιά της. «Είναι ένα άλλο κομμάτι της Αμερικής;» «Το Γκουάμ; Όχι, νομίζω ότι είναι κάπου αλλού». Ίσως έτσι να γράφουν το Δωμάτιο οι Απέξω. Το τηλέφωνο αρχίζει το ουρλιαχτό του στο χολ, ανεβαίνω τρέχοντας για να γλιτώσω. Η Γιαγιά έρχεται πάνω, κλαίγοντας ξανά. «Το ξεπέρασε». Την κοιτάζω καλά καλά. «Η Μαμά σου». «Τι ξεπέρασε;» «Το εμπόδιο, τον κίνδυνο. Απ’ ό,τι φαίνεται, θα γίνει καλά». Κλείνω τα μάτια. Η Γιαγιά με τραντάζει να ξυπνήσω γιατί λέει ότι κοιμάμαι τρεις ολόκληρες ώρες και φοβάται ότι το βράδυ δε θα κοιμηθώ. Είναι δύσκολο να μιλήσω με το Δόντι στο στόμα, οπότε το βάζω


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

289

στην τσέπη μου. Τα νύχια μου έχουν ακόμα σαπούνι μέσα. Χρειάζομαι κάτι μυτερό για να το βγάλω, όπως το Χειριστήριο. «Σου λείπει η Μαμά σου;» Κάνω όχι με το κεφάλι. «Το Χειριστήριο». «Σου λείπει το… γυμναστήριο;» «Το Χειριστήριο». «Το τηλεχειριστήριο;» «Όχι, το Χειριστήριο που είχα για να κάνω το Τζιπ μου βρρρρουουμ βρουουουουμ αλλά που μετά χάλασε στην Ντουλάπα». «Α», λέει η Γιαγιά. «Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να πάρουμε τα πράγματά σου πίσω». Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Είναι στο Δωμάτιο». «Έλα να κάνουμε έναν κατάλογο». «Για να τον ρίξουμε στην τουαλέτα;» Η Γιαγιά φαίνεται μπερδεμένη. «Όχι, θα τηλεφωνήσω στην αστυνομία». «Πάθαμε κάτι;» Κάνει όχι με το κεφάλι. «Για να σου φέρουν εδώ τα παιχνίδια σου, μόλις τελειώσουν μ’ αυτά». Την κοιτάζω. «Η αστυνομία μπορεί να πάει στο Δωμάτιο;» «Κατά πάσα πιθανότητα, είναι εκεί αυτή τη στιγμή που μιλάμε», μου λέει η Γιαγιά, «και συλλέγει τα πειστήρια». «Τι είναι πειστήρια;» «Απόδειξη αυτών που έγιναν, για να τα δείξουμε στο δικαστή· εικόνες, δακτυλικά αποτυπώματα…» Όσο γράφω τον κατάλογο, σκέφτομαι το μαύρο του Στίβου και την τρύπα κάτω από το Τραπέζι, όλα τα σημάδια που κάναμε εγώ και η Μαμά. Επίσης, το δικαστή να κοιτάζει την εικόνα μου του γαλάζιου χταπόδη. Η Γιαγιά λέει ότι είναι κρίμα να πάει χαμένη μια τόσο όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, οπότε αν βάλω μια μακρυμάνικη μπλούζα και τα κανονικά μου παπούτσια και καπέλο και γυαλιά και πολύ αντηλιακό, μπορώ να βγω στον πίσω κήπο. Ζουλάει το αντηλιακό στα χέρια της. «Λέγε “ξεκίνα” και “σταμάτα” όποτε θέλεις. Όπως κάνεις με το τηλεχειριστήριο». Πλάκα έχει.


290

EMMA DONOGHUE

Η Γιαγιά αρχίζει να βάζει το αντηλιακό στις πλάτες των χεριών μου. «Σταμάτα!» Μετά από ένα λεπτό, λέω: «Ξεκίνα!» και αρχίζει ξανά. «Ξεκίνα!» Η Γιαγιά σταματάει. «Εννοείς να συνεχίσω;» «Ναι». Κάνει το πρόσωπό μου. Δε θέλω τη γλίτσα κοντά στα μάτια μου, αλλά η Γιαγιά προσέχει. «Ξεκίνα!» «Τελειώσαμε, Τζακ. Έτοιμος;» Η Γιαγιά βγαίνει έξω πρώτη και από τις δύο πόρτες, πρώτα την τζαμένια και μετά τη σητένια, μου κάνει νόημα να βγω κι εγώ και το φως κάνει ζιγκ ζαγκ. Στεκόμαστε στο ντεκ που είναι όλο ξύλινο όπως το κατάστρωμα στα πλοία. Έχει χνούδια πάνω του, σε μικρά ματσάκια. Η Γιαγιά λέει ότι είναι ένα είδος γύρης από κάποιο δέντρο. «Από ποιο;» Κοιτάζω ψηλά όλα τα αλλιώτικα. «Πολύ φοβάμαι ότι σ’ αυτό δεν μπορώ να σε βοηθήσω». Στο Δωμάτιο, ξέραμε πώς λέγονταν όλα, αλλά στον κόσμο είναι πάρα πολλά, οι Απέξω δεν ξέρουν ούτε καν τα ονόματα. Η Γιαγιά κάθεται σε μια ξύλινη πολυθρόνα σφηνώνοντας μέσα τον ποπό της. Κάτω έχει ξυλάκια που σπάνε όταν τα πατάω και κάτι κίτρινα μικρούτσικα φύλλα και λιωτά καφέ που η Γιαγιά λέει ότι από το Νοέμβριο παρακαλάει τον Λίο να τα μαζέψει. «Πηγαίνει στη δουλειά ο Θεππούς;» «Όχι, πήραμε και οι δύο νωρίς τη σύνταξή μας, αλλά βέβαια τώρα τα αποθέματά μας έχουν αποδεκατιστεί…» «Τι πάει να πει αποδε…;» Ακουμπάει το κεφάλι της πίσω, στο πάνω μέρος της πολυθρόνας, τα μάτια της είναι κλεισμένα. «Τίποτα, μην ανησυχείς γι’ αυτό». «Θα πεθάνει γρήγορα ο Θεππούς;» Η Γιαγιά ανοίγει τα μάτια και με κοιτάει καλά καλά. «Ή μήπως εσύ πρώτη;» «Αν θέλεις να μάθεις, νεαρέ μου, είμαι μόνο πενήντα εννιά χρόνων». Η Μαμά είναι μόνο είκοσι έξι. Ξεπέρασε το εμπόδιο, μήπως αυτό σημαίνει ότι τώρα ο δρόμος είναι ανοιχτός για να γυρίσει; «Κανείς δε θα πεθάνει», λέει η Γιαγιά, «και μη σκας».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

291

«Η Μαμά λέει ότι όλοι θα πεθάνουμε κάποτε». Η Γιαγιά σφίγγει το στόμα της, έχει όλο γραμμές γύρω γύρω σαν αχτίδες του ήλιου. «Μόλις μας γνώρισες, κύριε, τους περισσότερους από μας, οπότε μη βιάζεσαι τόσο πολύ να μας χαιρετήσεις». Κοιτάζω κάτω, στο πράσινο κομμάτι της αυλής. «Πού είναι η αιώρα;» «Αφού τη θέλεις τόσο πολύ, φαντάζομαι ότι μπορούμε να την ξεθάψουμε απ’ το υπόγειο». Σηκώνεται μ’ ένα μουγκρητό. «Κι εγώ». «Εσύ να κάτσεις εδώ και να απολαύσεις τη λιακάδα. Θα γυρίσω προτού το καταλάβεις». Δεν κάθομαι, είμαι όρθιος. Είναι ήσυχα όταν φεύγει η Γιαγιά, εκτός από τα τριξίματα στα δέντρα· νομίζω ότι είναι πουλιά αλλά δεν τα βλέπω. Ο αέρας κάνει τα φύλλα να πηγαίνουν φραστ φρουστ. Ακούω ένα παιδί να φωνάζει, ίσως στην άλλη αυλή πίσω από τον μεγάλο φράχτη με τους θάμνους ή αλλιώς είναι αόρατο. Το κίτρινο πρόσωπο του Θεού έχει καπέλο ένα σύννεφο. Ξαφνικά, κάνει πιο κρύο. Ο κόσμος αλλάζει συνέχεια φωτείνιασμα και ζέσταμα και θορύβισμα, ποτέ δεν ξέρω πώς θα είναι την άλλη στιγμή. Το σύννεφο φαίνεται σαν γκριζογάλαζο, αναρωτιέμαι αν έχει βροχή μέσα του. Αν αρχίσει να πέφτει πάνω μου βροχή, θα τρέξω μέσα στο σπίτι γρήγορα γρήγορα, πριν μου πνίξει το δέρμα. Κάτι κάνει ζζζζζζζζζζζζ, κοιτάζω στα λουλούδια και είναι το πιο καταπληκτικότερο πράγμα, μια ζωντανή μέλισσα που είναι τεράστια με κίτρινα και μαύρα κομματάκια, χορεύει μέσα μέσα στο λουλούδι. «Γεια», λέω. Βάζω το δάχτυλό μου να τη χαϊδέψω και… Αουουουουουου… το χέρι μου παθαίνει έκρηξη, ο πιο χειροτερότερος πόνος. «Μαμά», ουρλιάζω, Μαμά, στο κεφάλι μου, αλλά δεν είναι στην αυλή και δεν είναι στο κεφάλι μου και δεν είναι πουθενά, είμαι όλος μόνος μου στον πόνο στον πόνο στον πόνο… «Τι πήγες κι έκανες;» Η Γιαγιά τρέχει στο ντεκ. «Εγώ τίποτα, η μέλισσα το έκανε». Όταν η Γιαγιά βάζει την ειδική αλοιφή, δεν πονάει τόσο περισσότερο, αλλά πάντως πονάει πολύ. Πρέπει να χρησιμοποιήσω το άλλο μου χέρι για να τη βοηθήσω. Η αιώρα κρέμεται από γάντζους σε δύο δέντρα στο πίσω πίσω μέρος


292

EMMA DONOGHUE

της αυλής, το ένα είναι ένα κοντούτσικο δέντρο που είναι μόνο δυο φορές το ψηλό μου και γερτό, το άλλο είναι ένα εκατομμύριο φορές ψηλό με ασημιά φύλλα. Τα κομμάτια με τα σκοινιά είναι λίγο ζουληγμένα απ’ το που ήταν στο υπόγειο, πρέπει να τραβάμε και να τραβάμε μέχρι οι τρύπες να γίνουν το σωστό μέγεθος. Επίσης, δύο από τα σκοινιά είναι σπασμένα, οπότε έχει έξτρα τρύπες που δεν πρέπει να κάτσουμε πάνω τους. «Μάλλον σκόρος», λέει η Γιαγιά. Δεν ήξερα ότι οι σκόροι μεγαλώνουν τόσο που να σπάνε σκοινιά. «Για να είμαι ειλικρινής, έχουμε χρόνια να τη βάλουμε». Λέει ότι δε θα το ρισκάρει να ανεβεί· έτσι κι αλλιώς, προτιμάει να έχει καλό στήριγμα στη μέση της. Τεντώνομαι και γεμίζω την αιώρα όλος μόνος μου. Κουνάω τα πόδια μου μέσα στα παπούτσια μου, τα βάζω μέσα στις τρύπες, και τα χέρια μου, αλλά όχι το δεξί γιατί αυτό ακόμα πεθαίνεται απ’ τον πόνο. Σκέφτομαι τη μικρή Μαμά και τον μικρό Πολ που κουνιούνταν στην αιώρα, είναι παράξενο, πού είναι τώρα; Ο μεγάλος Πολ είναι με την Ντιάνα και την Μπρόνγουιν ίσως, είπαν ότι θα πάμε άλλη μέρα να δούμε τους δεινόσαυρους, νομίζω όμως ότι έλεγαν ψέματα. Η μεγάλη Μαμά είναι στην Κλινική και ξεπερνάει το εμπόδιο-κίνδυνο. Σπρώχνω τα σκοινιά, είμαι μια μύγα πιασμένη σε ιστό. Ή ένας ληστής Σπάιντερμαν πιασμένος. Η Γιαγιά σπρώχνει κι εγώ κουνιέμαι τόσο που με πιάνει ζαλάδα, αλλά ωραία ζαλάδα. «Τηλέφωνο». Είναι ο Θεππούς, στο ντεκ, και φωνάζει. Η Γιαγιά τρέχει στο γρασίδι, μ’ αφήνει ξανά όλο μόνο μου στο έξω του Έξω. Κατεβαίνω πηδώντας απ’ την αιώρα και σχεδόν πέφτω γιατί το ένα παπούτσι μου κολλάει. Τραβάω το πόδι μου να το βγάλω, το παπούτσι βγαίνει και πέφτει. Τρέχω στο ξοπίσω της Γιαγιάς, είμαι σχεδόν τόσο γρήγορος όσο κι αυτή. Στην κουζίνα, η Γιαγιά μιλάει στο τηλέφωνο. «Φυσικά, όλα με τη σειρά τους, να τος, εδώ είναι. Κάποιος θέλει να σου μιλήσει». Σε μένα το λέει αυτό το τελευταίο, μου δίνει το ακουστικό αλλά εγώ δεν το παίρνω. «Μάντεψε ποιος είναι!» Την κοιτάζω ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. «Η Μαμά σου». Είναι αλήθεια, να η φωνή της Μαμάς στο τηλέφωνο. «Τζακ;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

293

«Γεια». Δεν ακούω τίποτ’ άλλο, οπότε δίνω ξανά το ακουστικό στη Γιαγιά. «Εγώ είμαι πάλι. Πες μου τώρα… πώς είσαι;» ρωτάει η Γιαγιά. Κουνάει και ξανακουνάει το κεφάλι της και μετά λέει: «Κρατάει γερά, είναι παλικάρι». Μου δίνει ξανά το τηλέφωνο, ακούω τη Μαμά να λέει πολλές πολλές συγγνώμες. «Τώρα δεν είσαι πια δηλητηριασμένη με τα κακά φάρμακα;» τη ρωτάω. «Όχι, όχι, είμαι καλύτερα». «Δεν είσαι στον Ουρανό;» Η Γιαγιά σκεπάζει το στόμα της. Η Μαμά βγάζει έναν ήχο που δεν ξέρω αν είναι κλάμα ή γέλιο. «Μακάρι να ’μουνα». «Γιατί μακάρι να ήσουνα;» «Όχι, δεν το θέλω, ένα αστείο έκανα». «Καθόλου αστείο το αστείο σου». «Δίκιο έχεις». «Μη λες μακάρι». «Εντάξει. Είμαι εδώ, στην κλινική». «Είχες κουραστεί απ’ το πολύ παιχνίδι;» Δεν ακούω τίποτα, νομίζω ότι έφυγε. «Μαμά;» «Ήμουνα κουρασμένη», λέει. «Έκανα ένα λάθος». «Τώρα δεν είσαι κουρασμένη;» Δε λέει τίποτα. «Είμαι», λέει μετά, «αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα». «Θα έρθεις εδώ να κάνεις κούνια στην αιώρα;» «Σύντομα», λέει. «Πότε σύντομα;» «Δεν ξέρω, εξαρτάται. Όλα καλά εκεί με τη Γιαγιά;» «Και τον Θεππού». «Ναι, και μ’ αυτόν. Κανένα νέο;» «Όλα». Αυτό την κάνει να γελάσει, δεν ξέρω γιατί. «Περνάς καλά;» «Ο ήλιος μού έκαψε το δέρμα και μια μέλισσα με τσίμπησε». Η Γιαγιά γυρίζει τα μάτια της. Η Μαμά λέει κάτι που δεν ακούω. «Πρέπει να κλείσω τώρα, Τζακ,


294

EMMA DONOGHUE

χρειάζομαι κι άλλο ύπνο». «Θα ξυπνήσεις μετά;» «Σου το υπόσχομαι. Είμαι τόσο…» Η ανάσα της ακούγεται λαχανιασμένη. «Θα ξαναμιλήσουμε σύντομα, εντάξει;» «Εντάξει». Δεν έχει άλλο μίλημα, οπότε αφήνω το τηλέφωνο κάτω. «Πού είναι το άλλο σου παπούτσι;» λέει η Γιαγιά. ··· Κοιτάζω τις φλόγες να χορεύουν όλο πορτοκαλιές κάτω από την κατσαρόλα με τα μακαρόνια. Το σπίρτο είναι πάνω στον πάγκο με την άκρη του όλη κατάμαυρη και κατσαρή. Το ακουμπάω στη φωτιά, κάνει ένα σφύριγμα και βγάζει ξανά μια μεγάλη φλόγα οπότε το πετάω στην κουζίνα. Η μικρή φλογίτσα γίνεται σχεδόν αόρατη, ροκανίζει το σπίρτο λίγο λίγο μέχρι που γίνεται όλο μαύρο και ένας μικρός καπνός ανεβαίνει ψηλά σαν ασημιά κορδέλα. Η μυρωδιά είναι μαγική. Παίρνω ένα άλλο σπίρτο απ’ το κουτί, ανάβω την άκρη του στη φωτιά κι αυτή τη φορά το κρατάω ακόμα κι όταν σφυρίζει. Είναι η ολοδική μου φλογίτσα που μπορώ να την κουβαλάω παντού μαζί μου. Την κουνάω και φτιάχνω έναν κύκλο, νομίζω ότι έφυγε αλλά ξαναγυρίζει. Η φλόγα γίνεται μεγαλύτερη και τρέχει ξεμαλλιασμένη σ’ όλο το σπίρτο, είναι δύο αλλιώτικες φλόγες και υπάρχει και μια κόκκινη γραμμή στο ξύλο ανάμεσά τους… «Έι!» Τινάζομαι, είναι ο Θεππούς. Δεν έχω πια το σπίρτο. Ο Θεππούς πατάει και ξαναπατάει το πόδι μου. Ουρλιάζω. «Ήταν στην κάλτσα σου». Μου δείχνει το σπίρτο όλο κατσαρωμένο, τρίβει την κάλτσα μου εκεί που έχει ένα μαύρο κομματάκι. «Δε σ’ έμαθε η μαμά σου να μην παίζεις με τη φωτιά;» «Δεν είχαμε». «Τι δεν είχατε;» «Φωτιά». Με κοιτάζει καλά καλά. «Υποθέτω ότι η κουζίνα σας ήταν ηλεκτρική. Πιάσ’ τ’ αυγό και κούρεψ’ το». «Τι κάνετε εσείς εδώ;» Η Γιαγιά μπαίνει μέσα.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

295

«Ο Τζακ μαθαίνει τα εργαλεία της κουζίνας», λέει ο Θεππούς ανακατεύοντας τα μακαρόνια. Μετά, σηκώνει ένα πράγμα και με κοιτάζει. «Τρίφτης», θυμάμαι. Η Γιαγιά στρώνει το τραπέζι. «Κι αυτό;» «Μύλος σκόρδου». «Πρέσα σκόρδου. Πολύ πιο βίαιη από το μύλο». Μου χαμογελάει. Δεν είπε στη Γιαγιά για το σπίρτο, είπε λίγο ψέματα αλλά για να μην μπλέξω σε μπελάδες, που είναι καλός λόγος. Σηκώνει κάτι άλλο. «Κι άλλη πρέσα;» «Τρίφτης εσπεριδοειδών. Κι αυτό;» «Εεε… αυγοδάρτης». Ο Θεππούς κουνάει ένα μακρύ μακαρόνι στον αέρα και το ρουφάει. «Ο μεγαλύτερος αδελφός μου έριξε πάνω του μια κατσαρόλα με ρύζι όταν ήταν τριών, και από τότε το χέρι του έμεινε ριγέ σαν πατατάκι». «Α, ναι, έχω δει ριγέ πατατάκια στην Τηλεόραση». Η Γιαγιά με κοιτάζει καλά καλά. «Μη μου πεις ότι δεν έχεις φάει ποτέ;» Μετά, ανεβαίνει στα σκαλιά και ψάχνει μέσα σ’ ένα ντουλάπι. «Τρώμε σε δυο λεπτά», λέει ο Θεππούς. «Α, μια χούφτα τσιπς δε θα του κόψουν την όρεξη». Η Γιαγιά κατεβαίνει με μια φουσκωτή σακούλα και την ανοίγει. Τα πατατάκια έχουν όλα γραμμές πάνω τους, παίρνω ένα και τρώω την άκρη του. «Όχι, ευχαριστώ», λέω μετά και το ξαναβάζω στη σακούλα. Ο Θεππούς γελάει, δεν ξέρω πού είναι το αστείο. «Το παιδί κάνει όρεξη για την καρμπονάρα μου». «Μπορώ να δω το δέρμα τώρα;» «Ποιο δέρμα;» ρωτάει η Γιαγιά. «Του αδελφού». «Α, μένει στο Μεξικό. Αλλά τώρα είναι κι αυτός συγγενής σου – είσαι ο… μικρανεψιός του». Ο Θεππούς ρίχνει όλο το νερό στο νεροχύτη έτσι που να φτιάξει ένα μεγάλο σύννεφο από βρεγμένο αέρα. «Επειδή είμαι μικρός;»


296

EMMA DONOGHUE

«Επειδή δεν είναι ο πρώτος θείος σου, όπως ο Πολ, αλλά ο αδελφός του Λίο. Τώρα είσαι κι εσύ συγγενής με όλους τους συγγενείς μας», λέει η Γιαγιά. «Ό,τι είναι δικό μας είναι και δικό σου». «LEGO», λέει ο Θεππούς. «Τι;» λέει η Γιαγιά. «Όπως τα τουβλάκια του LEGO. Έτσι σφηνώνουν και οι οικογένειες μεταξύ τους». «Τα είδα κι αυτά στην Τηλεόραση», τους λέω. Η Γιαγιά με κοιτάζει καλά καλά. «Το να μεγαλώνεις χωρίς LEGO», λέει στον Θεππού, «πραγματικά δεν μπορώ να το διανοηθώ». «Πάω στοίχημα ότι υπάρχουν κάνα δυο δισεκατομμύρια παιδιά στον κόσμο που τα καταφέρνουν και χωρίς αυτά», λέει ο Θεππούς. «Μάλλον έχεις δίκιο». Η Γιαγιά φαίνεται μπερδεμένη. «Πάντως, δεν μπορεί να μην έχουμε ένα κουτί κάπου στο υπόγειο…» Ο Θεππούς σπάει ένα αυγό με το ένα του χέρι πλοπ πάνω από τα μακαρόνια. «Έτοιμο το φαγητό». ··· Κάνω πολύ από το ποδήλατο που δεν κουνιέται, μπορώ να φτάσω τα πόδια μου στα πεντάλ άμα τα τεντώσω καλά καλά. Κάνω και ξανακάνω εκατό διακόσιες ώρες έτσι που τα πόδια μου να γίνουν σούπερ έξτρα δυνατά και να μπορώ να φύγω και να τρέξω πίσω στη Μαμά και να τη σώσω ξανά. Ξαπλώνω στα μπλε στρώματα, τα πόδια μου είναι κουρασμένα. Σηκώνω τα ελεύθερα βάρη, δεν ξέρω τι ελευθερία έχουν. Βάζω το ένα στην κοιλίτσα μου, μ’ αρέσει έτσι όπως με κρατάει κάτω για να μην πέσω στον κόσμο που γυρίζει όλη την ώρα γύρω γύρω. Ντιν-ντον, η Γιαγιά φωνάζει γιατί έχω έναν επισκέπτη, είναι ο Δόκτωρ Κλέι. Καθόμαστε στο ντεκ, θα μου το πει αν δει τίποτα μέλισσες. Οι άνθρωποι και οι μέλισσες πρέπει μόνο να κάνουν γεια, όχι ν’ αγγίζονται. Δε χαϊδεύουμε τα σκυλιά, εκτός κι αν ο άνθρωπός τους πει ότι μπορούμε, δεν περνάμε τους δρόμους τρέχοντας, δεν αγγίζουμε τα απόκρυφα των άλλων εκτός από τα δικά μας στα κρυφά. Μετά υπάρχουν και ειδικές περιπτώσεις, όπως η αστυνομία που επιτρέπεται να ρίχνει πυροβολισμούς αλλά μόνο στους κακούς. Είναι τόσο πολλοί


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

297

αυτοί οι κανόνες που πρέπει να χωρέσουν στο κεφάλι μου, που κάνουμε έναν κατάλογο με το σούπερ έξτρα βαρύ χρυσαφί στιλό του Δόκτωρ Κλέι. Μετά, κάνουμε άλλον έναν κατάλογο με όλα τα καινούργια πράγματα, όπως τα ελεύθερα βάρη και τα πατατάκια και τα πουλιά. «Σου αρέσει που τα βλέπεις στ’ αλήθεια, και όχι απλώς στην τηλεόραση;» με ρωτάει. «Ναι. Μόνο που στην Τηλεόραση δε με τσίμπησε ποτέ τίποτα». «Σωστό», λέει ο Δόκτωρ Κλέι, κάνοντας ναι με το κεφάλι. «Το ανθρώπινο είδος δεν μπορεί ν’ αντέξει πάρα πολλή πραγματικότητα».* * Τ. Σ. Έλιοτ, Τα Τέσσερα Κουαρτέτα – Ένα Μήνυμα για το Μέλλον της Ανθρωπότητας, μετάφραση Έφη Αθανασίου, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2002. «Κι αυτό ποίημα είναι;» «Πού το κατάλαβες;» «Κάνεις μια περίεργη φωνή όταν λες ποιήματα», του λέω. «Τι είναι το ανθρώπινο είδος;» «Εμείς οι άνθρωποι, όλοι μας». «Κι εγώ;» «Ναι, βέβαια, είσαι κι εσύ ένας από μας». «Και η Μαμά;» Ο Δόκτωρ Κλέι κάνει ναι με το κεφάλι. «Κι αυτή επίσης». Αυτό όμως που εννοούσα ήταν ότι ίσως εγώ να είμαι ένας άνθρωπος αλλά είμαι επίσης και ένας εγώ-και-η-Μαμά. Δεν ξέρω μια λέξη για μας τους δυο. Δωμάτιοι; «Πότε θα έρθει να με πάρει;» «Αμέσως μόλις μπορέσει», λέει ο Δόκτωρ Κλέι. «Πού θα σου άρεσε καλύτερα να μένεις; Στην κλινική ή εδώ, στη γιαγιά σου;» «Με τη Μαμά στο Δωμάτιο Αριθμός Εφτά;» Κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι του. «Η μαμά σου είναι στην άλλη πτέρυγα, χρειάζεται να μείνει για λίγο μόνη». Νομίζω ότι ο Δόκτωρ Κλέι κάνει λάθος, αν εγώ ήμουνα άρρωστος, θα χρειαζόμουνα ακόμα πιο περισσότερο τη Μαμά κοντά μου. «Αλλά δουλεύει πολύ σκληρά για να γίνει γρήγορα καλά», μου λέει.


298

EMMA DONOGHUE

Νόμιζα ότι οι άνθρωποι ήταν ή άρρωστοι ή καλά, δεν ήξερα ότι έπρεπε να δουλέψουν για να γίνουν κάτι απ’ τα δυο. Για αντίο, εγώ και ο Δόκτωρ Κλέι κάνουμε «κόλλα πέντε» μ’ όλους τους τρόπους. Όταν είμαι στην τουαλέτα, τον ακούω στην εξώπορτα με τη Γιαγιά. Η φωνή της είναι δυο φορές πιο ψηλότερη από τη δική του. «Για όνομα του Θεού, μιλάμε για ένα ελαφρύ έγκαυμα κι ένα τσίμπημα μέλισσας», του λέει. «Δυο παιδιά μεγάλωσα, μη μου μιλάς εμένα για αποδεκτό επίπεδο φροντίδας». ··· Τη νύχτα, είναι ένα εκατομμύριο μικρούτσικα κομπιούτερ που μιλάνε το ένα στο άλλο για μένα. Η Μαμά είναι ανεβασμένη στη φασολιά κι εγώ κάτω στη γη την κουνάω και την κουνάω για να πέσει κάτω… Όχι. Ήταν μόνο όνειρο. «Μου ’ρθε μια ιδέα», λέει η Γιαγιά στο αυτί μου, γέρνει προς τα μένα με το κάτω μισό της ακόμα στο κρεβάτι της. «Να πάμε με το αυτοκίνητο στην παιδική χαρά τώρα που είναι ακόμα νωρίς και δε θα έχει άλλα παιδιά». Οι σκιές μας είναι πολύ πολύ μακριές και τεντωμένες. Κουνάω τις γιγαντιαίες γροθιές μου. Η Γιαγιά παραλίγο να κάτσει σ’ ένα παγκάκι, αλλά έχει βρεγμένο πάνω του, οπότε ακουμπάει αντί γι’ αυτό στο φράχτη. Όλα τα πάντα έχουν πάνω τους από ένα μικρό βρεγμένο, η Γιαγιά λέει ότι είναι πάχνη που μοιάζει με βροχή αλλά δεν είναι από τον ουρανό, είναι ένα είδος ιδρώτα που γίνεται τη νύχτα. Ζωγραφίζω ένα πρόσωπο στην τσουλήθρα. «Δεν πειράζει αν βρέξεις τα ρούχα σου, ελεύθερα». «Εμένα μου φαίνεται κρύα». Έχει ένα κομμάτι με άμμο μέσα, η Γιαγιά λέει ότι μπορώ να κάτσω πάνω της και να παίξω. «Τι;» «Ε;» «Τι να παίξω;» «Δεν ξέρω, να τη σκάψεις, να τη φτυαρίσεις, τέτοια». Την αγγίζω αλλά με γδέρνει, δεν τη θέλω πάνω μου. «Θες να πας στην αναρρίχηση ή στις κούνιες;» λέει η Γιαγιά. «Θα πας κι εσύ;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

299

Η Γιαγιά βγάζει ένα μικρό γελάκι και λέει ότι το πιθανότερο είναι ότι θα σπάσει κάτι. «Γιατί να σπάσεις…;» «Α, όχι επίτηδες, επειδή είμαι βαριά». Ανεβαίνω μερικά σκαλιά, όρθιος σαν αγόρι και όχι σαν πίθηκος, είναι μεταλλικά με άγρια πορτοκαλιά κομμάτια που τα λένε σκουριά και οι σωλήνες που έχει για να κρατιέσαι μου παγώνουν τα χέρια. Στο τέρμα είναι ένα μικρούτσικο σπιτάκι για ξωτικά, κάθομαι στο τραπέζι του και η σκεπή είναι ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου, είναι κόκκινη και το τραπέζι μπλε. «Γιούχου!» Τινάζομαι, είναι η Γιαγιά που με χαιρετάει από το παράθυρο. Μετά πάει γύρω γύρω στην άλλη μεριά και με ξαναχαιρετάει. Τη χαιρετάω κι εγώ, της αρέσει αυτό. Στη γωνία του τραπεζιού βλέπω κάτι να κουνιέται, είναι μια μικρούτσικη αράχνη. Αναρωτιέμαι αν η Αράχνη είναι ακόμα στο Δωμάτιο, αν ο ιστός της μεγαλώνει όλο και πιο περισσότερο. Χτυπάω ρυθμούς στο τραπέζι, που είναι όπως το Μουρμουρητό Τραγούδισμα αλλά μόνο με χτυπήματα και η Μαμά στο κεφάλι μου πρέπει να μαντέψει τα τραγούδια, τα πιο περισσότερα τα μαντεύει σωστά. Όταν τα χτυπάω στο πάτωμα με το παπούτσι μου ακούγονται αλλιώτικα εξαιτίας που είναι μέταλλο. Ο τοίχος λέει κάτι που δεν μπορώ να διαβάσω, είναι σαν ορνιθοσκαλίσματα και έχει και μια ζωγραφιά που νομίζω ότι είναι ένας πέος, αλλά είναι μεγάλος σαν άνθρωπος. «Δοκίμασε την τσουλήθρα, Τζακ, φαίνεται ωραία». Αυτή είναι η Γιαγιά που με φωνάζει. Βγαίνω από το σπιτάκι και κοιτάζω κάτω, η τσουλήθρα είναι ασημιά με κάτι λίγες μικρούτσικες πέτρες πάνω της. «Έλα, πέσε, θα περιμένω να σε πιάσω όταν φτάσεις κάτω!» «Όχι, ευχαριστώ». Έχει μια σκάλα από σκοινιά όπως της αιώρας αλλά πεφτή προς τα κάτω, είναι πολύ πονετική για τα δάχτυλά μου. Έχει πολλά σίδερα για να κρεμαστώ αν είχα πιο δυνατότερα μπράτσα ή αν ήμουνα για την ακρίβεια πιθηκάκι. Έχει ένα κομμάτι που το δείχνω στη Γιαγιά, εκεί που οι κλέφτες πρέπει να έκλεψαν τα σκαλιά.


300

EMMA DONOGHUE

«Α, κοίτα», λέει η Γιαγιά, «αντί για σκαλιά έχει ένα πυροσβεστικό στύλο». «Α, ναι, τον έχω δει στην Τηλεόραση. Γιατί όμως μένουν εδώ πάνω;» «Ποιοι;» «Οι πυροσβέστες». «Α, δεν είναι από τους αληθινούς στύλους τους, είναι απλώς για παιχνίδι». Όταν ήμουνα τέσσερα, νόμιζα ότι όλα στην Τηλεόραση ήταν απλώς Τηλεόραση, μετά ήμουνα πέντε και η Μαμά μού είπε ξεψέματα ότι πολλά από αυτά ήταν εικόνες των αληθινών και ότι το Έξω ήταν τελείως κι εντελώς αληθινό. Τώρα είμαι στο Έξω, φαίνεται όμως ότι πολλά από τα πράγματα του Έξω δεν είναι καθόλου μα καθόλου αληθινά. Ξαναμπαίνω στο σπίτι των ξωτικών. Η αράχνη πήγε κάπου αλλού. Βγάζω τα παπούτσια μου κάτω από το τραπέζι και τεντώνω τα πόδια μου. Η Γιαγιά είναι στις κούνιες. Οι δύο είναι ίσιες αλλά η τρίτη έχει ένα λαστιχένιο κάθισμα με τρύπες για τα πόδια. «Αποκλείεται να πέσεις απ’ αυτήν», λέει η Γιαγιά. «Θες να δοκιμάσεις;» Πρέπει να με σηκώσει, μου φαίνεται παράξενο έτσι που τα χέρια της ζουλάνε τις μασχάλες μου. Με σπρώχνει από το πίσω μέρος της κούνιας, αλλά δε μ’ αρέσει αυτό, γυρίζω συνέχεια προς τα πίσω να δω, κι έτσι έρχεται να με κουνήσει από το μπρος. Κουνιέμαι όλο και πιο γρηγορότερα, ψηλότερα και πιο ψηλότερα, είναι το πιο παραξενότερο πράγμα. «Ρίξε πίσω το κεφάλι σου». «Γιατί;» «Άκου που σου λέω». Ρίχνω το κεφάλι μου πίσω και όλα αναποδογυρίζουν, ο ουρανός και τα δέντρα και τα σπίτια και η Γιαγιά και όλα, είναι απίστευτο. Στην άλλη κούνια είναι ένα κορίτσι, ούτε που το είδα να έρχεται. Κουνιέται όχι την ίδια στιγμή με μένα, είναι πίσω όταν εγώ είμαι μπροστά. «Πώς σε λένε;» με ρωτάει. Κάνω ότι δεν ακούω. «Τζα… Τζάκσον», λέει η Γιαγιά.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

301

Γιατί με λέει Τζάκσον; «Εμένα με λένε Κόρα και είμαι τεσσεράμισι», λέει το κορίτσι. «Μωρό είναι το κοριτσάκι;» «Αγόρι είναι», λέει η Γιαγιά, «και, για την ακρίβεια, έχει κλείσει τα πέντε». «Τότε γιατί είναι στην κούνια για τα μωρά;» Θέλω να βγω τώρα αλλά τα πόδια μου έχουν κολλήσει στο λάστιχο, κλοτσάω, τραβάω τις αλυσίδες. «Ήρεμα, ήρεμα», λέει η Γιαγιά. «Αμόκ έπαθε;» ρωτάει το κορίτσι-Κόρα. Το πόδι μου κλοτσάει κατά λάθος τη Γιαγιά. «Σταμάτα». «Ο μικρός αδελφός της φίλης μου παθαίνει συνέχεια αμόκ». Η Γιαγιά με βουτάει απ’ τις μασχάλες, το πόδι μου στρίβεται όταν βγαίνει έξω. Όταν φτάνουμε στην πύλη, η Γιαγιά σταματάει και λέει: «Παπούτσια, Τζακ». Βάζω τα δυνατά μου να θυμηθώ. «Είναι στο σπιτάκι». «Τρέχα να τα φέρεις». Περιμένει. «Μη φοβάσαι, δε θα σε πειράξει το κοριτσάκι». Δεν μπορώ όμως να σκαρφαλώσω, γιατί το κορίτσι μπορεί να με κοιτάζει. Έτσι, το κάνει η Γιαγιά, και ο ποπός της σφηνώνει στο σπιτάκι των ξωτικών, θυμώνει. Μου σφίγγει το αριστερό Βέλκρο πάρα πολύ πολύ, κι έτσι το ξαναβγάζω, και το δεξί επίσης. Πηγαίνω με τις κάλτσες μου στο άσπρο αυτοκίνητο. Η Γιαγιά λέει ότι θα πατήσω τίποτα γυαλιά αλλά δεν πατάω. Το παντελόνι μου είναι βρεγμένο απ’ την πάχνη και οι κάλτσες μου επίσης. Ο Θεππούς κάθεται στην πολυθρόνα του με μια σούπερ έξτρα τεράστια κούπα στο χέρι. «Πώς πήγε;» λέει. «Ούτε καλά ούτε άσχημα», λέει η Γιαγιά ανεβαίνοντας πάνω. Ο Θεππούς μ’ αφήνει να δοκιμάσω τον καφέ του, που με κάνει ν’ ανατριχιάσω. «Γιατί υπάρχουν μέρη για φαγητό που τα λένε καφετέριες;» τον ρωτάω.


302

EMMA DONOGHUE

«Μάλλον επειδή ο καφές είναι το πιο σημαντικό πράγμα που πουλάνε. Οι περισσότεροι από μας τους μεγάλους τον χρειαζόμαστε για να μας κρατάει, για να δουλεύει η μηχανή μας, όπως οι μηχανές των αυτοκινήτων χρειάζονται τη βενζίνη». Η Μαμά πίνει μόνο νερό και γάλα και χυμό όπως εγώ, αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που την κρατάει. «Τι χρειάζονται τα παιδιά;» «Α, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη. Το μόνο που χρειάζονται είναι να τρώνε όλο το φαγητό τους». Εγώ το τρώω, εκτός κι αν είναι πράσινα φασολάκια, που είναι και ο πιο μεγαλύτερος εχθρός μου του φαγητού. Η Γιαγιά τα έφτιαξε πριν από μερικά βραδινά κι εγώ απλώς έκανα ότι δεν τα είδα. Τώρα που είμαι στον κόσμο, δε θα ξαναφάω πράσινα φασολάκια, ποτέ των ποτών. ··· Κάθομαι στα σκαλιά κι ακούω τις κυρίες. «Μμμ… είναι καλύτερος στην αριθμητική από μένα, αλλά δεν μπορεί να κατεβεί μια τσουλήθρα», λέει η Γιαγιά. Αυτός είμαι εγώ, μάλλον. Οι κυρίες είναι η Λέσχη Ανάγνωσης της Γιαγιάς, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί, αφού δε διαβάζουν βιβλία. Η Γιαγιά ξέχασε να τις ακυρώσει, κι έτσι ήρθαν όλες στις 3:30 κουβαλώντας πιατέλες με κέικ και τέτοια. Μου έδωσαν τρία μικρά κέικ σ’ ένα μικρό πιάτο, αλλά δεν πρέπει να μπλέκω στα πόδια τους. Επίσης, η Γιαγιά μού έδωσε πέντε κλειδιά σ’ ένα μπρελόκ που λέει ΠΟΤΖΟ – ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΠΙΤΣΑΣ, αναρωτιέμαι πώς γίνεται να είναι φτιαγμένο ένα σπίτι από πίτσα και να μην πέφτει. Για την ακρίβεια, δεν είναι κλειδιά για κάπου αλλά κουδουνίζουν, τα πήρα επειδή υποσχέθηκα ότι δε θα ξαναβγάλω το κλειδί από το ντουλάπι με τα ποτά. Το πρώτο κέικ το λένε καρύδα, είναι μπλιαχ. Το δεύτερο είναι λεμόνι και το τρίτο δεν το ξέρω, αλλά μου αρέσει καλύτερα απ’ όλα. «Πρέπει να έχεις εξαντληθεί», λέει μία από τις κυρίες, αυτή με την πιο ψηλότερη φωνή. «Είσαι πραγματική ηρωίδα», λέει μία άλλη. Επίσης έχω τη φωτογραφική, αλλά δανεική, όχι εκείνη τη φαντα-


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

303

χτερή του Θεππού με τον τεράστιο κύκλο, αλλά αυτή που είναι κρυμμένη στο μάτι του κινητού της Γιαγιάς· αν χτυπήσει, θα τη φωνάξω και δε θα το απαντήσω εγώ. Μέχρι τώρα έχω δέκα φωτογραφίες, μία τα λαστιχωτά παπούτσια μου, δύο το φως στο ταβάνι του γυμναστήριου, τρεις το σκοτάδι στο υπόγειο (μόνο που η φωτογραφία βγήκε πολύ φωτεινιασμένη), τέσσερις το μέσα του χεριού μου με τις γραμμές του, πέντε την τρύπα δίπλα στο ψυγείο που έλπιζα ότι μπορεί να είναι ποντικότρυπα, έξι το γόνατό μου με παντελόνι, εφτά το χαλί στο καθιστικό από κοντά, οχτώ ήθελα να είναι η Ντόρα όταν ήταν στην Τηλεόραση το πρωί αλλά είναι όλο θολή, εννιά τον Θεππού χωρίς να χαμογελάει, δέκα έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας μ’ ένα γλάρο να πετάει, μόνο που ο γλάρος δεν είναι στη φωτογραφία. Θα τραβούσα και μία εμένα στον καθρέφτη αλλά μετά σκέφτηκα ότι έτσι θα ήμουνα παπαράτσι. «Από τις φωτογραφίες, πάντως, φαίνεται σκέτος άγγελος», λέει μία από τις κυρίες. Πώς είδε τις δέκα φωτογραφίες μου; Και δε μοιάζω ούτε λιγάκι με άγγελο, αυτοί είναι δυσθεόρατοι με φτερά. «Εννοείς εκείνο το γεμάτο κόκκο βίντεο έξω από το αστυνομικό τμήμα;» ρωτάει η Γιαγιά. «Α, όχι, τα κοντινά πλάνα, από τη μέρα της συνέντευξης με την…» «Με την κόρη μου, ναι. Αλλά… κοντινά του Τζακ;» Η Γιαγιά ακούγεται σούπερ έξτρα θυμωμένη. «Μα, χρυσή μου, είναι παντού στο Ίντερνετ», λέει μια άλλη φωνή. Μετά πολλές φωνές, οι κυρίες μιλάνε όλες μαζί. «Δεν το ήξερες;» «Τα πάντα διαρρέουν στις μέρες μας». «Ο κόσμος είναι ένα μεγάλο χωριό». «Τρομερό». «Ακούω τέτοια φρικτά πράγματα κάθε μέρα στις ειδήσεις, που μερικές φορές μού έρχεται να μη σηκωθώ καθόλου απ’ το κρεβάτι μου. Να μείνω εκεί, με τις κουρτίνες κλειστές». «Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω», λέει η βαθιά φωνή. «Θυμάμαι που έλεγα τότε στον Μπιλ, πριν από εφτά χρόνια… “πώς είναι δυνατό να έχει συμβεί κάτι τέτοιο σ’ ένα δικό μας κορίτσι; Σε κάποια


304

EMMA DONOGHUE

που ξέρουμε”». «Όλοι τη θεωρούσαμε νεκρή. Δε θέλαμε βέβαια να το λέμε…» «Κι εσύ να έχεις τόση πίστη…» «Ποιος να το φανταζόταν;» «Λίγο τσάι ακόμα;» Αυτή είναι η Γιαγιά. «Τι να πω, δεν ξέρω. Κάποτε έμεινα μια βδομάδα σ’ ένα μοναστήρι στη Σκοτία», λέει μια άλλη φωνή. «Η γαλήνη σ’ αυτό το μέρος ήταν το κάτι άλλο». Τα κέικ μου έχουν εξαφανιστεί, εκτός από την καρύδα. Αφήνω το πιάτο στο σκαλί και ανεβαίνω στην κρεβατοκάμαρα να δω τους θησαυρούς μου. Βάζω το Δόντι στο στόμα μου, να το πιπιλίσω λίγο. Δεν έχει τη γεύση της Μαμάς. ··· Η Γιαγιά βρήκε ένα κουτί με LEGO στο υπόγειο που ήταν του Πολ και της Μαμάς. «Τι θα ήθελες να φτιάξεις;» με ρωτάει. «Ένα σπίτι; Έναν ουρανοξύστη; Μια πόλη ίσως;» «Μήπως τα σχέδιά σου είναι λίγο μεγαλεπήβολα για αρχή;» λέει ο Θεππούς πίσω από την εφημερίδα του. Έχει τόσο πολλά τουβλάκια σε όλα τα χρώματα που είναι σαν σούπα. «Εντάξει, λοιπόν», λέει η Γιαγιά. «Καλή διασκέδαση. Εγώ έχω σιδέρωμα». Κοιτάζω τα LEGO αλλά δεν τ’ αγγίζω μήπως και τα σπάσω. Μετά από ένα λεπτό, ο Θεππούς αφήνει στην άκρη την εφημερίδα του. «Έχω πολλά χρόνια να το κάνω αυτό». Αρχίζει να πιάνει τουβλάκια όπως να ’ναι και να τα ζουλάει μεταξύ τους έτσι που να κολλήσουν. «Γιατί έχεις χρόνια…;» «Καλή ερώτηση, Τζακ». «Έπαιζες τουβλάκια με τα παιδιά σου;» «Δεν έχω παιδιά». «Πώς κι έτσι;» Ο Θεππούς ανασηκώνει τους ώμους. «Απλώς δεν έτυχε». Κοιτάζω τα χέρια του, είναι όλο γρόμπους, αλλά έξυπνα. «Υπάρχει λέξη για τους μεγάλους που δεν είναι γονείς;» Ο Θεππούς γελάει. «Μεγάλοι με άλλα πράγματα να κάνουν;» «Σαν τι πράγματα;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

305

«Δουλειές, υποθέτω. Φίλους. Ταξίδια. Χόμπι». «Τι είναι τα χόμπι;» «Τρόποι να περνάς το Σαββατοκύριακο. Εγώ, ας πούμε, κάποτε μάζευα νομίσματα, παλιά νομίσματα απ’ όλο τον κόσμο, και τα φυλούσα μέσα σε βελούδινες θήκες». «Γιατί;» «Ε, ήταν ευκολότερα από τα παιδιά· ούτε βρομερές πάνες ούτε τίποτα». Αυτό με κάνει να γελάσω. Μου δείχνει τα τουβλάκια που μετατράπηκαν μαγικά σε αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο έχει μία δύο τρεις τέσσερις ρόδες που γυρίζουν, και μια οροφή κι έναν οδηγό και απ’ όλα. «Πώς το έκανες αυτό;» «Ένα τουβλάκι τη φορά. Η σειρά σου τώρα: διάλεξε ένα», μου λέει. «Ποιο;» «Όποιο να ’ναι». Διαλέγω ένα μεγάλο κόκκινο τετράγωνο. Ο Θεππούς μού δίνει ένα κομμάτι που έχει πάνω του μια ρόδα. «Σφήνωσέ το στο άλλο». Το βάζω έτσι που το καρούμπαλο να είναι κάτω από την τρύπα του άλλου καρούμπαλου και το πατάω με δύναμη. Μου δίνει άλλο ένα κομμάτι με ρόδα, το σφηνώνω κι αυτό. «Ωραία μοτοσικλέτα. Βρουμ!» Το λέει τόσο δυνατά, που το LEGO μού πέφτει στο πάτωμα και μια ρόδα του βγαίνει. «Συγγνώμη». «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγγνώμη. Κοίτα τώρα αυτό». Βάζει το αυτοκίνητό του στο πάτωμα και το πατάει, κρατς, έτσι που γίνεται κομμάτια. «Είδες;» λέει ο Θεππούς. «No problemo. Πάμε απ’ την αρχή». ··· Η Γιαγιά λέει ότι μυρίζω. «Πλένομαι με το πετσετάκι». «Ναι, αλλά η βρομιά κρύβεται εκεί όπου δεν τη βλέπεις. Γι’ αυτό λοιπόν εγώ θα γεμίσω την μπανιέρα κι εσύ θα μπεις μέσα».


306

EMMA DONOGHUE

Βάζει νερό πολύ ψηλό και αχνιστό και ρίχνει μέσα κάτι που φτιάχνει σαπουνόφουσκες και λαμπερούς άσπρους λόφους. Το πράσινο της μπανιέρας σχεδόν κρύβεται, εγώ όμως ξέρω ότι είναι ακόμα εκεί. «Γδύσου, αγαπούλα μου». Η Γιαγιά στέκεται μπροστά μου με τα χέρια στη μέση. «Ντρέπεσαι; Μήπως θα προτιμούσες να είμαι απέξω;» «Όχι!» «Τι συμβαίνει;» Περιμένει. «Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι χωρίς τη μαμά σου στην μπανιέρα θα πνιγείς;» Δεν ήξερα ότι οι κόσμοι πνίγονται στις μπανιέρες. «Θα καθίσω εδώ ώσπου να τελειώσεις», λέει, χτυπώντας με το χέρι της το καπάκι της λεκάνης. Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου. «Κι εσύ στην μπανιέρα». «Κι εγώ; Ω, Τζακ, εγώ κάνω το ντους μου κάθε πρωί. Πώς θα σου φαινόταν να καθίσω εδώ, στην άκρη της;» «Μέσα της». Η Γιαγιά με κοιτάζει καλά καλά. Μετά βογκάει και λέει: «Εντάξει, αφού δε γίνεται αλλιώς… για πρώτη και τελευταία φορά. Αλλά θα φορέσω το μαγιό μου». «Δεν ξέρω κολύμπι». «Όχι, δε θα κολυμπήσουμε. Απλώς, να, θα προτιμούσα να μην είμαι γυμνή, αν δε σε πειράζει». «Σε κάνει να φοβάσαι;» «Όχι», λέει η Γιαγιά. «Απλώς… θα προτιμούσα να φοράω το μαγιό μου, αν δεν έχεις πρόβλημα». «Εγώ μπορώ να είμαι γυμνός;» «Φυσικά. Εσύ είσαι παιδί». Στο Δωμάτιο, μερικές φορές ήμασταν γυμνοί και μερικές ντυμένοι, δε μας πείραζε όπως και να ’ταν. «Τι λες τώρα; Να μπούμε πριν κρυώσει το νερό;» Το νερό είναι ζεστό, ακόμα βγαίνει ατμός από μέσα του. Αρχίζω να βγάζω τα ρούχα μου. Η Γιαγιά λέει ότι επιστρέφει σ’ ένα λεπτό. Τα αγάλματα μπορούν να είναι γυμνά ακόμα κι όταν είναι μεγάλοι, ή ίσως να πρέπει να είναι χωρίς ρούχα. Ο Θεππούς λέει ότι είναι έτσι επειδή προσπαθούν να μοιάσουν με παλιά αγάλματα που ήταν πάντα γυμνά επειδή οι παλιοί Ρωμαίοι πίστευαν ότι τα σώματα ήταν το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Ακουμπάω στην μπανιέρα αλλά


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

307

το σκληρό απέξω της είναι κρύο πάνω στην κοιλίτσα μου. Έχει ένα κομμάτι στην Αλίκη που λέει: Αυτοί μου ’παν πως εσύ πήγες σ’ αυτή Και σ’ αυτόν για μένα μίλησες στ’ αυτί, Κι είπε αυτή πως χαρακτήρα έχω λαμπρό, Αλλά πως να κολυμπήσω δεν μπορώ. Τα δάχτυλά μου είναι δύτες. Το σαπούνι πέφτει στο νερό και παίζω πως είναι καρχαρίας. Η Γιαγιά γυρίζει φορώντας ένα ριγωτό πράγμα σαν εσώρουχο κι ένα φανελάκι με χάντρες κολλημένο από πάνω του, και μια πλαστική σακούλα στο κεφάλι επίσης, που λέει ότι είναι σκούφια του ντους παρόλο που εμείς θα κάνουμε μπάνιο. Δε γελάω μαζί της, μόνο από μέσα μου. Όταν μπαίνει μέσα στην μπανιέρα, το νερό ψηλώνει, μπαίνω κι εγώ και σχεδόν ξεχειλίζει. Η Γιαγιά είναι στην άδεια μεριά, η Μαμά καθόταν πάντα στη μεριά με τις βρύσες. Προσέχω να μην αγγίξω τα πόδια της Γιαγιάς με τα πόδια μου. Κοπανάω το κεφάλι μου στη μια βρύση. «Πρόσεχε». Γιατί όλοι το λένε αυτό μετά από το χτύπημα; Η Γιαγιά δε θυμάται κανένα παιχνίδι του μπάνιου εκτός από το Βγαίνει η βαρκούλα. Όταν το δοκιμάζουμε, ένα κύμα βρέχει το πάτωμα. Ούτε πράγματα για να τα κολυμπήσουμε έχει. Κάνω τη βούρτσα των νυχιών υποβρύχιο που σαρώνει το βυθό της θάλασσας και βρίσκει το σαπούνι που είναι μια γλιτσιασμένη μέδουσα. Μετά που σκουπιζόμαστε, ξύνω το πάνω μέρος της μύτης μου και ένα κομμάτι της βγαίνει στο νύχι μου. Στον καθρέφτη βλέπω κυκλάκια σαν λέπια εκεί που λίγος από μένα ξεφλουδίζομαι. Ο Θεππούς μπαίνει να πάρει τις παντόφλες του. «Με ξετρέλαινε αυτό όταν ήμουνα μικρός…» Αγγίζει τον ώμο μου και, ξαφνικά, να μια λωρίδα λεπτή λεπτή και άσπρη, δεν την κατάλαβα να φεύγει. Μου τη δίνει. «Πάρε, είναι πρώτο πράμα». «Α, σταματήστε αυτή την αηδία!» λέει η Γιαγιά.


308

EMMA DONOGHUE

Τρίβω το άσπρο λέπι κι αυτό τυλίγεται, γίνεται ένα ξεραμένο μπαλάκι από μένα. «Ξανά», λέω. «Μισό, κάτσε να βρω ένα ωραίο στην πλάτη σου…» «Άντρες», λέει η Γιαγιά, κάνοντας μια γκριμάτσα. ··· Σήμερα το πρωί, η κουζίνα είναι άδεια. Παίρνω το ψαλίδι από το συρτάρι και κόβω την αλογοουρά μου. Η Γιαγιά μπαίνει μέσα και με κοιτάζει καλά καλά. «Εντάξει, λοιπόν. Αν μου επιτρέπεις, θα σου τα συμμορφώσω λίγο», λέει, «κι ύστερα θα πας να φέρεις τη σκούπα και το φαράσι. Πάντως, θα πρέπει να κρατήσουμε μια τούφα, αφού στην ουσία αυτό είναι το πρώτο σου κούρεμα…» Τα περισσότερα μαλλιά πάνε στα σκουπίδια, αλλά πριν απ’ αυτό, η Γιαγιά παίρνει τρία μακριά κομμάτια και φτιάχνει μια κοτσίδα που μου την κάνει βραχιόλι με μια πράσινη κλωστή στην άκρη. Μετά λέει να πάω να κοιταχτώ στον καθρέφτη αλλά πρώτα ρίχνω μια ματιά στα ποντίκια μου, έχω ακόμα το δυνατό μου. ··· Η εφημερίδα στο πάνω μέρος γράφει Κυριακή 17 Απριλίου, που πάει να πει ότι μένω στο σπίτι της Γιαγιάς και του Θεππού μια ολόκληρη βδομάδα τώρα. Πριν απ’ αυτό, ήμουνα στην Κλινική άλλη μια βδομάδα, αυτό μας κάνει δυο βδομάδες που είμαι στον κόσμο. Τα προσθέτω και τα ξαναπροσθέτω γιατί μου φαίνεται σαν ένα εκατομμύριο χρόνια και η Μαμά ακόμα δεν έχει έρθει να με πάρει. Η Γιαγιά λέει ότι πρέπει να βγούμε επιτέλους απ’ το σπίτι. Κανείς δεν πρόκειται να με γνωρίσει έτσι κοντά και κατσαρωτά που είναι τώρα τα μαλλιά μου. Μου λέει να βγάλω τα γυαλιά μου γιατί τώρα πια τα μάτια μου πρέπει να έχουν συνηθίσει στο Έξω, κι εξάλλου, τα γυαλιά τραβάνε περισσότερο την προσοχή. Περνάμε απέναντι σε πολλούς πολλούς δρόμους κρατημένοι απ’ το χέρι και χωρίς ν’ αφήνουμε τα αυτοκίνητα να μας λιώσουν. Δε μ’ αρέσει το κράτημα απ’ το χέρι, προσποιούμαι ότι είναι κάποιο άλλο αγόρι που κρατάει η Γιαγιά. Μετά η Γιαγιά έχει μια καλή ιδέα, μπορώ αντί για το χέρι της να κρατάω το λουρί της τσάντας της. Ο κόσμος έχει πολλά απ’ όλων των ειδών τα πράγματα αλλά όλα κοστίζουν λεφτά, ακόμα κι αυτά που είναι για πέταμα, όπως ο άντρας


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

309

στην ουρά μπροστά μας στο μπακάλικο που αγοράζει κάτι μέσα σ’ ένα κουτί κι αμέσως σκίζει το κουτί και το πετάει στα σκουπίδια. Τις μικρούτσικες καρτούλες με τα νούμερα παντού πάνω τους που τις λένε λοταρία τις αγοράζουν οι ηλίθιοι ελπίζοντας ότι θα τους κάνουν μαγικά για να γίνουν εκατομμυριούχοι. Στο ταχυδρομείο αγοράζουμε γραμματόσημα, στέλνουμε στη Μαμά μια ζωγραφιά που έφτιαξα μ’ εμένα μέσα σ’ έναν πύραυλο. Πηγαίνουμε σ’ έναν ουρανοξύστη που είναι το γραφείο του Πολ, ο Πολ λέει ότι είναι πνιγμένος στη δουλειά αλλά βγάζει μια φωτοτυπία των χεριών μου και μου παίρνει ένα γλυκό από το μηχάνημα με τα κέρματα. Κατεβαίνοντας με το ασανσέρ που έχει τα κουμπιά του πατημένα, παίζω ότι είμαι για την ακρίβεια μέσα σ’ ένα μηχάνημα με κέρματα. Πάμε σ’ ένα κομμάτι της κυβέρνησης για να πάρει η Γιαγιά καινούργια Κάρτα Κοινωνικής Ασφάλισης γιατί έχασε την παλιά της, πρέπει να περιμένουμε χρόνια και χρόνια. Μετά με πηγαίνει σε μια καφετέρια που δεν έχει πράσινα φασολάκια, διαλέγω ένα μπισκότο πιο μεγαλύτερο κι από το πρόσωπό μου. Είναι ένα μωρό που πίνει λίγο, ποτέ δεν το είχα ξαναδεί αυτό. «Εμένα μου αρέσει το αριστερό», λέω δείχνοντας. «Κι εσένα το αριστερό σού αρέσει;» ρωτάω, αλλά το μωρό δεν ακούει. Η Γιαγιά με τραβάει μακριά. «Συγγνώμη γι’ αυτό». Η γυναίκα τυλίγει το μαντίλι της γύρω από το μωρό για να μην μπορώ να δω το πρόσωπό του. «Ήθελε να το κάνει ιδιαιτέρως». Δεν ήξερα ότι μπορείς να είσαι ιδιαιτέρως όταν είσαι στον κόσμο. Πάμε σ’ ένα Πλυντήριο Αυτοεξυπηρέτησης μόνο για να δούμε. Θέλω να μπω μέσα σ’ ένα μηχάνημα που γυρίζει σαν τρελό αλλά η Γιαγιά λέει ότι θα με σκοτώσει. Πηγαίνουμε στο πάρκο να ταΐσουμε τις πάπιες με την Ντιάνα και την Μπρόνγουιν. Η Μπρόνγουιν πετάει όλα της τα ψωμιά κατευθείαν μέσα, μαζί με την πλαστική σακούλα και η Γιαγιά πρέπει να τη βγάλει μ’ ένα κλαδί. Η Μπρόνγουιν θέλει τα ψωμιά μου, η Γιαγιά λέει ότι πρέπει να της δώσω τα μισά γιατί είναι μικρή. Η Ντιάνα λέει ότι λυπάται για τους δεινόσαυρους, αλλά θα πάμε οπωσδήποτε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας πολύ σύντομα.


310

EMMA DONOGHUE

Είναι ένα μαγαζί που έχει μόνο παπούτσια έξω, πολύχρωμα μαλακά με τρύπες παντού πάνω τους και η Γιαγιά μ’ αφήνει να δοκιμάσω ένα ζευγάρι, διαλέγω τα κίτρινα. Δεν έχουν κορδόνια ούτε καν Βέλκρο, απλώς βάζω μέσα τα πόδια μου. Είναι τόσο ελαφριά που είναι σαν να μην τα φοράω. Μπαίνουμε στο μαγαζί, και η Γιαγιά πληρώνει πέντε χάρτινα για τα παπούτσια, που είναι το ίδιο όσο είκοσι εικοσιπενταράκια, της λέω ότι τα καινούργια μου παπούτσια μού αρέσουν πολύ πολύ πολύ. Όταν βγαίνουμε, είναι μια γυναίκα που κάθεται κάτω με το καπέλο της βγαλμένο. Η Γιαγιά μού δίνει δύο εικοσιπενταράκια και δείχνει το καπέλο. Ρίχνω ένα στο καπέλο και τρέχω πίσω από τη Γιαγιά. «Τι έχεις στο χέρι σου;» με ρωτάει όταν μου κουμπώνει τη ζώνη στο αυτοκίνητο. Της δείχνω το δεύτερο νόμισμα. «Είναι η ΝΕΜΠΡΑΣΚΑ, το κρατάω για τους θησαυρούς μου». Η Γιαγιά κάνει τς, τς, τς και μου το ξαναπαίρνει. «Έπρεπε να το είχες δώσει στην άστεγη γυναίκα, όπως σου είπα». «Εντάξει, θα…» «Πολύ αργά τώρα». Βάζει μπρος το αυτοκίνητο. Το μόνο που βλέπω είναι το πίσω των κιτρινωπών μαλλιών της. «Τι πάει να πει άστεγη;» «Ότι δεν έχει πού να κοιμηθεί και γι’ αυτό μένει στο δρόμο. Δεν έχει καν κρεβάτι». Τώρα αισθάνομαι άσχημα που δεν της έδωσα το δεύτερο εικοσιπενταράκι. Η Γιαγιά λέει πως αυτό σημαίνει ότι έχω συνείδηση. Στη βιτρίνα ενός μαγαζιού βλέπω τετράγωνα που είναι σαν αυτά στο Δωμάτιο, πλακάκια φελλού, η Γιαγιά μ’ αφήνει να πάω μέσα και να χαϊδέψω ένα και να το μυρίσω, αλλά δε μου το αγοράζει. Πάμε σ’ ένα πλυντήριο αυτοκινήτων, οι τεράστιες βούρτσες μάς βουρτσίζουν ολόκληρους αλλά το νερό δεν μπαίνει μέσα από τα καλά κλεισμένα παράθυρά μας, είναι ξεκαρδιστικό. Στον κόσμο βλέπω ανθρώπους που είναι σχεδόν πάντα στρεσαρισμένοι και δεν έχουν χρόνο. Ακόμα και η Γιαγιά το λέει συχνά αυτό, παρόλο που εκείνη κι ο Θεππούς δεν πηγαίνουν σε καμιά δουλειά,


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

311

οπότε δεν καταλαβαίνω πώς μπορούν αυτοί που πάνε στη δουλειά να την κάνουν και την ίδια στιγμή να ζουν. Στο Δωμάτιο, η Μαμά κι εγώ είχαμε χρόνο για όλα. Μάλλον ο χρόνος απλώνεται πάνω σε όλο τον κόσμο πολύ πολύ λεπτά, σαν βούτυρο στο ψωμί, στους δρόμους και στα σπίτια και στις παιδικές χαρές και στα μαγαζιά, έτσι που να υπάρχει μόνο μια λεπτή στρώση απ’ αυτόν σε κάθε μέρος, και μετά όλοι πρέπει να βιαστούν για να φτάσουν στο επόμενο. Επίσης, κοιτάζω παντού τα παιδιά, οι πιο περισσότεροι μεγάλοι δε φαίνεται να τα συμπαθούν, ούτε ακόμα και οι γονείς. Λένε ότι τα παιδιά είναι υπέροχα και τόσο μα τόσο χαριτωμένα, τα βάζουν να κάνουν ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα για να τα τραβήξουν φωτογραφία, για την ακρίβεια όμως δεν παίζουν μαζί τους, προτιμάνε να πίνουν καφέδες και να μιλάνε με άλλους μεγάλους. Μερικές φορές είναι ένα μικρό παιδί που κλαίει, και η Μαμά του ούτε καν που το ακούει. Στη Βιβλιοθήκη μένουν εκατομμύρια βιβλία που δε χρειάζεται να πληρώσουμε καθόλου λεφτά γι’ αυτά. Γιγαντιαία έντομα κρέμονται από το ταβάνι, όχι αληθινά, φτιαγμένα από χαρτί. Η Γιαγιά ψάχνει στο Κ για την Αλίκη, κι αυτή είναι για την ακρίβεια εκεί, με λάθος σχήμα αλλά με τις ίδιες λέξεις και εικόνες, πολύ παράξενο αυτό. Δείχνω στη Γιαγιά την πιο περισσότερο τρομακτική εικόνα απ’ όλες, αυτή με τη Δούκισσα. Καθόμαστε στον καναπέ για να μου διαβάσει τον Μαγικό Αυλό, δεν ήξερα ότι ήταν και βιβλίο εκτός από παραμύθι. Το καλύτερό μου κομμάτι είναι εκεί που οι γονείς ακούνε τα γέλια μέσα στο βράχο. Φωνάζουν και ξαναφωνάζουν τα παιδιά να γυρίσουν, αλλά τα παιδιά είναι σε μια πολύ πανέμορφη χώρα, νομίζω ότι μπορεί να είναι ο Ουρανός. Το βουνό δεν ανοίγει ποτέ για να μπουν μέσα οι γονείς. Είναι ένα μεγάλο αγόρι που κάνει ένα κομπιούτερ με Χάρι Πότερ, η Γιαγιά λέει να μη σταθώ πολύ κοντά, δεν είναι ακόμα η σειρά μου. Πάνω στο τραπέζι είναι ένας μικρούτσικος κόσμος με ράγες τρένου και κτίρια, ένα μικρό παιδί παίζει μ’ ένα πράσινο φορτηγό. Πηγαίνω κι εγώ και παίρνω μια κόκκινη πυροσβεστική. Την τρακάρω λιγάκι πάνω στο φορτηγό του παιδιού, το παιδί γελάει. Το κάνω πιο γρήγορα, έτσι που το φορτηγό φεύγει απ’ τις ράγες, το παιδί γελάει περισσότερο.


312

EMMA DONOGHUE

«Έτσι μπράβο, Γουόκερ, να παίζεις ωραία με τ’ άλλα παιδιά». Αυτό το λέει ένας άντρας σε μια πολυθρόνα που κοιτάζει ένα πράγμα σαν το Μπλάκμπερι του Θείου Πολ. Νομίζω ότι το παιδί πρέπει να είναι Γουόκερ. «Πάλι», μου λέει. Αυτή τη φορά ισορροπώ την πυροσβεστική μου πάνω στο μικρούτσικο φορτηγό και μετά παίρνω ένα πορτοκαλί λεωφορείο και το τρακάρω πάνω και στα δυο τους. «Ήρεμα», λέει η Γιαγιά, αλλά ο Γουόκερ λέει: «Πάλι», χοροπηδώντας πάνω κάτω. Ένας άλλος άντρας έρχεται και φιλάει τον πρώτο κι έπειτα τον Γουόκερ. «Πες αντίο στο φίλο σου», του λέει. Εγώ είμαι αυτός; «Αντίο». Ο Γουόκερ κουνάει το χέρι του πέρα δώθε. Νομίζω ότι θα του κάνω μια αγκαλιά. Το κάνω γρήγορα και τον ρίχνω κάτω, ο Γουόκερ κοπανάει πάνω στο τραπέζι με το τρένο και κλαίει. «Χίλια συγγνώμη», λέει και ξαναλέει η Γιαγιά, «ο εγγονός μου δεν… δεν έχει καλή αίσθηση των ορίων και…» «Μη στενοχωριέστε, δεν έγινε ζημιά», λέει ο πρώτος άντρας. Φεύγουν, κρατώντας το αγοράκι ανάμεσά τους και σηκώνοντάς το ένα δυο τρία οοοπ στον αέρα, δεν κλαίει πια. Η Γιαγιά τούς κοιτάζει, φαίνεται μπερδεμένη. «Να θυμάσαι», μου λέει στο δρόμο για το άσπρο αυτοκίνητο, «δεν αγκαλιάζουμε τους ξένους. Ακόμα και τους συμπαθητικούς». «Γιατί δεν τους αγκαλιάζουμε;» «Γιατί έτσι. Κρατάμε τις αγκαλιές για εκείνους που αγαπάμε». «Εγώ το αγαπάω εκείνο το αγόρι-Γουόκερ». «Δεν τον είχες ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου, Τζακ». ··· Σήμερα το πρωί, απλώνω λιγάκι σιρόπι πάνω στην τηγανίτα μου. Για την ακρίβεια, τα δυο μαζί είναι ωραία. Η Γιαγιά κάνει το περίγραμμά μου, λέει ότι δεν πειράζει να ζωγραφίζουμε έτσι στο ντεκ, γιατί την επόμενη φορά που θα βρέξει, η βροχή θα πλύνει την κιμωλία. Κοιτάζω τα σύννεφα, αν αρχίσουν να βρέχουν θα γίνω πύραυλος και θα τρέξω βολίδα μέσα πριν με χτυπήσει καμιά σταγόνα. «Μη με λερώσεις με κιμωλία», της λέω.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

313

«Α, πάψε πια ν’ ανησυχείς για όλα». Με τραβάει να σηκωθώ και να ένα παιδί πάνω στο ντεκ, που είναι εγώ. Έχω ένα τεράστιο κεφάλι, δεν έχω πρόσωπο ούτε σωθικά, και τα χέρια μου είναι γρομπιασμένα. «Παραλαβή για τον Τζακ!» Αυτός είναι ο Θεππούς που φωνάζει, τι εννοεί; Όταν πηγαίνω στο σπίτι, τον βλέπω να κόβει ένα κουτί. Τραβάει από μέσα κάτι τεράστιο και λέει: «Ε, για αρχή, αυτό μπορούμε να το πετάξουμε στα σκουπίδια». Τη βλέπω να ξετυλίγεται. «Η Μοκέτα!» Της κάνω μια τεράστια αγκαλιά. «Είναι η Μοκέτα μας, δική μου και της Μαμάς». Ο Θεππούς σηκώνει τα χέρια ψηλά. «Ό,τι πεις», λέει. Το πρόσωπο της Γιαγιάς στραβώνει. «Μήπως να την έβγαζες στην αυλή να τη χτυπήσεις, Λίο; Θέλει ένα γερό τίναγμα…» «Όχι!» φωνάζω. «Εντάξει, θα την καθαρίσω με την ηλεκτρική, αλλά δε μ’ αρέσει καθόλου να σκέφτομαι τι έχει πάνω της…» Τρίβει τη μοκέτα ανάμεσα στα δάχτυλά της. Πρέπει να κρατήσω τη Μοκέτα στο φουσκωτό μου στρώμα, στην κρεβατοκάμαρα, δεν μπορώ να τη σέρνω μαζί μου σ’ όλο το σπίτι. Έτσι κι εγώ κάθομαι από κάτω της σαν να είμαι σε σκηνή, η μυρωδιά της είναι όπως τη θυμάμαι, και το άγγιγμά της επίσης. Εκεί από κάτω έχω κι άλλα πράγματα που έχει φέρνει η αστυνομία. Δίνω στο Τζιπ και στο Χειριστήριο σούπερ έξτρα μεγάλα φιλιά, και στο Λιωτό Κουτάλι το ίδιο. Μακάρι να μην ήταν χαλασμένο το Χειριστήριο για να μπορούσε να κάνει το Τζιπ να τρέξει. Η Γραμματόμπαλα είναι πιο πατικωτή απ’ όσο τη θυμόμουνα και το Κόκκινο Μπαλόνι σχεδόν δεν είναι καθόλου. Το Διαστημόπλοιο είναι εδώ αλλά ο πυραυλικός εκτοξευτήρας του λείπει, δε φαίνεται και πολύ στα καλά του. Ούτε το Κάστρο ούτε καν ο Λαβύρινθος δεν είναι εδώ, ίσως να ήταν πολύ μεγάλα για να μπουν στις κούτες. Έχω τα πέντε μου βιβλία, ακόμα και τον Ντίλαν. Βγάζω τον άλλον Ντίλαν, τον καινούργιο που πήρα από το εμπορικό κέντρο επειδή νόμιζα ότι ήταν ο δικός μου αλλά ο καινούργιος είναι πολύ πιο γυαλιστερότερος. Η Γιαγιά λέει ότι υπάρχουν χιλιάδες από καθένα βιβλίο στον κόσμο, έτσι που χιλιάδες άνθρωποι να μπορούν να διαβάζουν το ίδιο την ίδια στιγμή, ζαλίζομαι


314

EMMA DONOGHUE

μόνο που το σκέφτομαι. Ο Καινούργιος Ντίλαν λέει: «Γεια σου, Ντίλαν, χαίρομαι που σε γνωρίζω». «Είμαι ο Ντίλαν του Τζακ», λέει ο Παλιός Ντίλαν. «Κι εγώ είμαι του Τζακ», λέει ο Καινούργιος. «Ναι, αλλά για την ακρίβεια, εγώ ήμουνα ο πρώτος του Τζακ». Μετά, ο Παλιός και ο Καινούργιος κουτουλιούνται με τις γωνίες τους μέχρι που μια σελίδα του Καινούργιου σκίζεται και σταματάω γιατί έσκισα ένα βιβλίο και η Μαμά θα θυμώσει. Δεν είναι εδώ για να θυμώσει, δεν το ξέρει ούτε καν, κλαίω και κλαίω και κλείνω τα βιβλία στην Ντόρα μου για να μην κλαφτούν και βραχούν. Μέσα, οι δύο Ντίλαν κάνουν αγκαλίτσα και ζητάνε συγγνώμη. Βρίσκω το Δόντι κάτω από το φουσκωτό μου και το πιπιλάω μέχρι που να είναι σαν ένα από τα δικά μου. Τα παράθυρα κάνουν παράξενους θορύβους, είναι σταγόνες της βροχής. Πάω κοντά, δε φοβάμαι πολύ, φτάνει το τζάμι να είναι ανάμεσά μας. Κολλάω τη μύτη μου πάνω του, είναι όλο θολό από τη βροχή, οι σταγόνες λιώνουν μαζί και γίνονται μακριά ποτάμια κάτω κάτω κάτω στο γυαλί. ··· Εγώ και η Γιαγιά και ο Θεππούς μπαίνουμε και οι τρεις στο άσπρο αυτοκίνητο για μια εκδρομήέκπληξη. «Πώς ξέρεις όμως πού να πας;» ρωτάω τη Γιαγιά όταν οδηγεί. Με κοιτάει από τον καθρέφτη και μου κλείνει το μάτι. «Είναι έκπληξη μόνο για σένα». Κοιτάζω έξω από το παράθυρο για καινούργια πράγματα. Ένα κορίτσι σε μια αναπηρική πολυθρόνα με το κεφάλι της πίσω, ανάμεσα σε δύο πράγματα σαν μαξιλάρια. Ένα σκυλί που μυρίζει τον ποπό ενός άλλου σκυλιού, αστείο αυτό. Ένα μεταλλικό κουτί για να στέλνεις γράμματα με γράμματα μέσα. Μια πλαστική σακούλα που πετάει στον αέρα. Νομίζω ότι κοιμάμαι λίγο αλλά δεν είμαι σίγουρος. Σταματάμε σ’ ένα πάρκινγκ που έχει ένα πράγμα σαν σκόνη παντού πάνω στις γραμμές του. «Μάντεψε!» λέει ο Θεππούς δείχνοντας. «Ζάχαρη;» «Άμμος», μου λέει. «Μπήκες… ή ακόμα;»


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

315

«Πού να μπω;» «Εννοεί αν μάντεψες πού είμαστε. Κάπου που ο παππούς σου κι εγώ φέρναμε τη μαμά και το θείο σου τον Πολ όταν ήταν μικροί…;» Κοιτάζω μακριά. «Στα βουνά;» «Δεν είναι βουνά, είναι αμμόλοφοι. Κι ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο… εκείνο το γαλάζιο που βλέπεις;» «Ουρανός». «Από κάτω από τον ουρανό. Το πιο σκούρο γαλάζιο, στο κάτω μέρος». Τα μάτια μου με πονάνε ακόμα και με τα γυαλιά μου. «Η θάλασσα!» λέει η Γιαγιά. Προχωράω πίσω τους πάνω στο ξύλινο μονοπάτι, κουβαλάω τον κουβά. Δεν είναι έτσι όπως νόμιζα, ο αέρας βάζει συνέχεια μικρούτσικες πετρούλες στα μάτια μου. Η Γιαγιά απλώνει κάτω μια μεγάλη λουλουδιαστή μοκέτα, θα γεμίσει άμμους, αλλά εκείνη λέει δεν πειράζει, είναι κουβέρτα του πικ νικ. «Πού είναι το πικ νικ;» «Δεν είναι ακόμα η εποχή γι’ αυτό». Ο Θεππούς λέει γιατί δεν πάμε κάτω, στο νερό. Έχω άμμους στα παπούτσια μου, το ένα βγαίνει. «Καλή ιδέα», λέει ο Θεππούς. Βγάζει και τα δυο δικά του και βάζει μέσα τους τις κάλτσες του, τα κρατάει κουνιστά απ’ τα κορδόνια τους. Βάζω κι εγώ τις κάλτσες μου στα παπούτσια μου. Η άμμος είναι όλη υγρή και παράξενη στα πόδια μου, έχει κομματάκια που τσιμπάνε. Η Μαμά δεν είπε ποτέ ότι η παραλία είναι έτσι. «Πάμε», λέει ο Θεππούς κι αρχίζει να τρέχει καταπάνω στη θάλασσα. Μένω πολύ μακριά πίσω γιατί είναι κάτι τεράστια κομμάτια που μεγαλώνουν με άσπρα πράματα στις κορφές τους, φωνάζουν πολύ και σκάνε. Η θάλασσα δε σταματάει ποτέ να μουγκρίζει και παραείναι μεγάλη, δεν έπρεπε να είμαστε εδώ. Πάω πίσω στη Γιαγιά, στην κουβέρτα του πικ νικ. Κουνάει τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών της, είναι όλα ζαρωμένα. Προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα κάστρο από άμμο αλλά είναι το λάθος είδος άμμου, και τρίβεται συνέχεια.


316

EMMA DONOGHUE

Ο Θεππούς γυρίζει με τα παντελόνια του γυρισμένα και μούσκεμα. «Δεν ήθελες να βρέξεις λιγάκι τα πόδια σου;» «Έχει παντού κακά». «Πού;» «Στη θάλασσα. Τα κακά μας πέφτουν από τους σωλήνες στη θάλασσα, δε θέλω να τα πατήσω». Ο Θεππούς γελάει. «Η μαμά σου δεν ξέρει και πολλά πράγματα για τις αποχετεύσεις, ε;» Θέλω να τον χτυπήσω. «Η Μαμά ξέρει για όλα». «Υπάρχει κάτι σαν μεγάλο εργοστάσιο όπου καταλήγουν οι σωλήνες απ’ όλες τις τουαλέτες του κόσμου». Ο Θεππούς κάθεται στην κουβέρτα με τα πόδια του γεμάτα άμμους. «Οι άνθρωποι που δουλεύουν εκεί βγάζουν όλα τα κακά και καθαρίζουν κάθε σταγόνα του νερού τόσο καλά που στο τέλος να μπορείς να το πιεις, κι ύστερα το ξαναρίχνουν στους σωλήνες και ξαναβγαίνει από τις βρύσες μας». «Πότε πηγαίνει στη θάλασσα;» Ο Θεππούς κουνάει το κεφάλι του. «Νομίζω ότι η θάλασσα είναι μόνο βροχή και αλάτι». «Έχεις δοκιμάσει ποτέ σου δάκρυ;» ρωτάει η Γιαγιά. «Ναι». «Ε, έτσι είναι κι η θάλασσα». Και πάλι δε θέλω να περπατήσω μέσα της, αν είναι όλο δάκρυα. Αλλά ξανακατεβαίνω κοντά στο νερό με τον Θεππού να ψάξουμε για θησαυρούς. Βρίσκουμε ένα άσπρο κοχύλι σαν σαλιγκάρι, όταν όμως βάζω το δάχτυλό μου μέσα, το μέσα του έχει πάει βόλτα. «Κράτησέ το», λέει ο Θεππούς. «Ναι, αλλά τι θα γίνει όταν θα θέλει να γυρίσει σπίτι του;» «Ε», λέει ο Θεππούς, «δε νομίζω ότι θα παρατούσε το σπίτι του όπου να ’ναι αν το χρειαζόταν ακόμα». Ίσως το μέσα του να το έφαγε κανένα πουλί. Ή κανένα λιοντάρι. Βάζω το κοχύλι στην τσέπη μου, και μετά ένα ροζ, και ένα μαύρο, και ένα μακρύ, επικίνδυνο κοχύλι που λέγεται σπάθα. Επιτρέπεται να τα πάρω σπίτι, γιατί ό,τι βρίσκεις το κρατάς, ό,τι χάνεις το ξεχνάς. Τρώμε το μεσημεριανό μας σε ένα εστιατόριο γρήγορου φαγητού, που δε χρειάζεται όμως να τρως γρήγορα. Εγώ τρώω ένα Μπέικον Μαρούλι Ντομάτα, που είναι ένα ζεστό σάντουιτς από μαρούλια και


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

317

ντομάτες με μπέικα κρυμμένα μέσα. Όταν γυρίζουμε σπίτι με το αυτοκίνητο, βλέπω την παιδική χαρά αλλά είναι όλη λάθος, οι κούνιες είναι στην απέναντι μεριά. «Ω, Τζακ, αυτή είναι άλλη παιδική χαρά», λέει η Γιαγιά. «Κάθε πόλη έχει τις δικές της παιδικές χαρές». Μου φαίνεται πως ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου είναι απλώς επανάληψη. ··· «Η Νορίν μού είπε ότι κουρεύτηκες». Η φωνή της Μαμάς είναι μικρούτσικη στο τηλέφωνο. «Ναι, αλλά έχω ακόμα το δυνατό μου». Κάθομαι κάτω από τη Μοκέτα με το τηλέφωνο, όλο μέσα στο σκοτάδι για να παραστήσω ότι η Μαμά είναι εδώ. «Τώρα κάνω μόνος μου μπάνια», της λέω. «Πήγα στις κούνιες και έμαθα τα λεφτά και τη φωτιά και τους άστεγους και έχω δύο Ντίλαν ο Εκσκαφέας και μία συνείδηση και ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια». «Ουάου». «Α, και είδα και τη θάλασσα, δεν έχει κακά μέσα, με κορόιδευες». «Είχες τόσες ερωτήσεις», λέει η Μαμά, «κι αφού εγώ δεν είχα όλες τις απαντήσεις, αναγκαζόμουν να βγάζω μερικές απ’ το μυαλό μου». Ακούω την κλαμένη ανάσα της. «Μπορείς να έρθεις να με πάρεις απόψε, Μαμά;» «Όχι, όχι ακόμα». «Γιατί;» «Γιατί ακόμα παίζουν με τη δόση μου, προσπαθούν να βρουν τι ακριβώς χρειάζομαι». Εμένα, χρειάζεται εμένα. ··· Θέλω να φάω το ταϊλανδέζικο παντ τάι μου με το Λιωτό Κουτάλι, αλλά η Γιαγιά λέει ότι δεν είναι υγιεινό. Αργότερα, κάνω ζάπινγκ στο καθιστικό, που σημαίνει ότι κοιτάζω όλους τους πλανήτες ζαπ ζαπ γρήγορα, και ακούω το όνομά μου, όχι στ’ αλήθεια αλλά στην τηλεόραση. «…πρέπει ν’ αφουγκραστούμε τον Τζακ». «Υπό μία έννοια, όλοι μας είμαστε Τζακ», λέει ένας άλλος άντρας, καθισμένος κι αυτός στο μεγάλο τραπέζι.


318

EMMA DONOGHUE

«Προφανώς», λέει ένας άλλος. Κι αυτούς Τζακ τούς λένε; Μήπως είναι μερικοί από το εκατομμύριο; «Το εσώτερο παιδί, παγιδευμένο στο προσωπικό Δωμάτιο-Απομονωτήριο του καθενός μας», λέει ένας άλλος από τους άντρες, κάνοντας ναι με το κεφάλι. Δε νομίζω ότι ήμουνα ποτέ σ’ αυτό το Δωμάτιο-Αποχωρητήριο. «Και μετά, να το οξύμωρο, σπάμε τον κλοιό μας και απελευθερωνόμαστε για να βρεθούμε ολομόναχοι στο μέγα πλήθος…» «…και να συνθλιβούμε από το βάρος της αισθητηριακής υπερφόρτωσης του μοντερνισμού», λέει ο πρώτος. «Του μετα-μοντερνισμού». Είναι και μια γυναίκα επίσης. «Οπωσδήποτε, όμως, σε συμβολικό επίπεδο, ο Τζακ είναι το παιδίθυσία», λέει, «χτισμένο στα θεμέλια προς κατευνασμό των πνευμάτων». Ε; «Θεωρώ ότι το πλησιέστερο αρχέτυπο εδώ είναι αυτό του Περσέα – ο οποίος γεννήθηκε από μία εγκιβωτισμένη παρθένο για να βρεθεί να πλέει μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί… το θύμα που επιστρέφει ως ήρωας», λέει ένας από τους άντρες. «Βεβαίως, ο Κάσπαρ Χάουζερ έμεινε στην Ιστορία ισχυριζόμενος ότι υπήρξε ευτυχισμένος στο μπουντρούμι του, στην πραγματικότητα, όμως, ίσως απλώς να εννοούσε ότι η γερμανική κοινωνία του δέκατου ένατου αιώνα ήταν ένα μεγάλο μπουντρούμι». «Τουλάχιστον ο Τζακ είχε τηλεόραση». Ένας άλλος άντρας γελάει. «Ο πολιτισμός σαν σκιά στον τοίχο της σπηλιάς του Πλάτωνα». Η Γιαγιά έρχεται και σβήνει αμέσως την τηλεόραση, με τα μάτια της πολύ θυμωμένα. «Ήταν για μένα», της λέω. «Αυτοί οι άνθρωποι έμειναν περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν στο πανεπιστήμιο». «Η Μαμά λέει ότι πρέπει να πάω κι εγώ στο πανεπιστήμιο». Η Γιαγιά γυρίζει τα μάτια της. «Όλα στην ώρα τους. Προς το παρόν, πιτζάμες και δόντια». Μου διαβάζει Το Λαγουδάκι Που Το ’σκασε, απόψε όμως δε μ’ αρέσει. Σκέφτομαι και σκέφτομαι τι θα γινόταν αν αυτή που το


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

319

’σκαγε ήταν η μαμά, και το λαγουδάκι της δεν μπορούσε να τη βρει. ··· Η Γιαγιά θα μου αγοράσει μια μπάλα του ποδοσφαίρου, είναι καταπληκτικό. Πηγαίνω να δω ένα μεγάλο πλαστικό άντρα με μαύρο λαστιχένιο κοστούμι και βατραχοπέδιλα, μετά βλέπω μια μεγάλη στοίβα βαλίτσες όλα τα χρώματα όπως ροζ και πράσινο και γαλάζιο, μετά μία κυλιόμενη σκάλα. Πατάω πάνω της για μια στιγμή αλλά δεν μπορώ να ξανανεβώ, με κατεβάζει κάτω κάτω κάτω και είναι το πιο καταπληκτικότερο πράγμα και το πιο φοβιστικό επίσης, είναι καταπληβιστικό, που είναι λεξόπιτα, της Μαμάς θα της άρεσε. Στο τέρμα πρέπει να πηδήξω για να βγω, δεν ξέρω πώς να ανεβώ ξανά για να πάω στη Γιαγιά. Μετράω τα δόντια μου πέντε φορές, μία φορά βγάζω δεκαεννιά αντί είκοσι. Υπάρχουν ταμπέλες παντού που λένε όλες το ίδιο πράγμα, Τρεις Εβδομάδες Για τη Γιορτή της Μητέρας, Δεν της Αξίζει το Καλύτερο; Κοιτάζω πιάτα και κουζίνες και πολυθρόνες, μετά είμαι σαν μαραμένο μαρούλι, οπότε ξαπλώνω σ’ ένα κρεβάτι. Μια γυναίκα λέει ότι δεν επιτρέπεται, κι έτσι ανακαθίζομαι. «Πού είναι η μαμά σου, νεαρέ μου;» «Είναι στην Κλινική επειδή προσπάθησε να πάει νωρίς στον Ουρανό». Η γυναίκα με κοιτάζει καλά καλά. «Είμαι μπονσάι». «Τι είσαι;» «Ήμασταν κλειδωμένοι, τώρα είμαστε σταρ της ραπ». «Ω, Θε… είσαι εκείνο το αγόρι! Αυτό που… Λοράνα», φωνάζει, «έλα να δεις, δε θα το πιστέψεις! Είναι αυτό το αγόρι, ο Τζακ, αυτό που έδειχνε η τηλεόραση, στην αποθήκη». Μία άλλη γυναίκα έρχεται κοντά μας, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι της. «Αυτό της αποθήκης είναι μικρότερο με μακριά μαλλιά δεμένα πίσω, και κάπως καμπουριασμένο». «Αυτός είναι», λέει η πρώτη, «παίρνω όρκο ότι είναι αυτός». «Δεν είναι», λέει η δεύτερη. «Είναι και παραείναι», λέω εγώ. Η μία γυναίκα γελάει χωρίς να μπορεί να σταματήσει. «Θα μου δώσεις ένα αυτόγραφο;» μου λέει. «Τι λες, Λοράνα; Δε θα ξέρει να γράψει το όνομά του». «Ξέρω και παραξέρω», λέω. «Ξέρω να γράφω το όνομά μου και όλα τα άλλα πράγματα».


320

EMMA DONOGHUE

«Είσαι το κάτι άλλο», μου λέει η Λοράνα. «Δεν είναι;» λέει στην άλλη γυναίκα. Το μόνο χαρτί που έχουμε είναι ετικέτες από ρούχα, γράφω ΤΖΑΚ σε πολλές γυναίκες για να δώσουν στις φίλες τους όταν βλέπω τη Γιαγιά να τρέχει προς το μέρος μου με μια μπάλα κάτω από τη μασχάλη της. Ποτέ δεν την έχω δει τόσο θυμωμένη. Φωνάζει στις άλλες γυναίκες και τους λέει κάτι για μηνύσεις κατ’ αγνώστων, σκίζει τα αυτόγραφά μου και τα κάνει κομματάκια. Μετά με τραβάει απ’ το χέρι. Όταν βγαίνουμε τρέχοντας από το μαγαζί, η πόρτα αρχίζει να κάνει ιου ιου ιου κι η Γιαγιά ρίχνει την μπάλα στο χαλί. Στο αυτοκίνητο δε με κοιτάζει στον καθρέφτη. «Γιατί πέταξες την μπάλα μου;» τη ρωτάω. «Γιατί έβαζε σε λειτουργία το συναγερμό», λέει η Γιαγιά. «Δεν την είχα πληρώσει». «Έκλεβες;» «Όχι, Τζακ», φωνάζει, «έτρεχα σαν την τρελή σ’ όλο το κτίριο για να σε βρω». Μετά λέει πιο σιγανά: «Θα μπορούσε να έχει συμβεί οτιδήποτε». «Όπως ένας σεισμός;» Η Γιαγιά με κοιτάζει καλά καλά στον μικρούτσικο καθρέφτη. «Κάποιος ξένος μπορεί να σε είχε αρπάξει, Τζακ, αυτό εννοώ». Ένας ξένος θα ήταν όχι-φίλος, αλλά οι γυναίκες ήταν οι καινούργιες φίλες μου. «Γιατί;» «Γιατί μπορεί να ήθελε ένα δικό του αγόρι, εντάξει;» Δεν ακούγεται εντάξει. «Ή ακόμα και για να σου κάνει κακό». «Αυτόν εννοείς;» Τον ΣαταΝίκ, αλλά δεν μπορώ να πω το όνομά του. «Όχι, αυτός δεν μπορεί να βγει από τη φυλακή, αλλά κάποιος σαν αυτόν», λέει η Γιαγιά. Δεν ήξερα ότι στον κόσμο υπήρχε κάποιος σαν αυτόν. «Μπορείς τώρα να γυρίσεις πίσω και να πάρεις την μπάλα μου;» Η Γιαγιά βάζει μπρος τη μηχανή και βγαίνει από το πάρκινγκ τόσο γρήγορα που οι ρόδες στριγκλίζουν. Στο αυτοκίνητο θυμώνω και θυμώνω, όλο και πιο πολύ. Όταν γυρίζουμε στο σπίτι, βάζω όλα τα πράγματά μου στην τσά-


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

321

ντα μου με την Ντόρα, εκτός από τα παπούτσια μου που δε μου κάνουν οπότε τα πετάω στα σκουπίδια και μετά τυλίγω τη Μοκέτα και τη σέρνω στη σκάλα πίσω μου. Η Γιαγιά έρχεται στο χολ. «Έπλυνες τα χέρια σου;» «Γυρίζω στην Κλινική», της φωνάζω, «και δεν μπορείς να με σταματήσεις γιατί είσαι, είσαι… ξένη!» «Τζακ», λέει η Γιαγιά, «βάλε αυτή τη βρομερή μοκέτα εκεί όπου ήταν». «Εσύ είσαι η βρομερή», ουρλιάζω. Η Γιαγιά πατάει το στήθος της. «Λίο», λέει γυρίζοντας το κεφάλι, «μα το Θεό, δεν αντέχω άλλο αυτή την…» Ο Θεππούς ανεβαίνει τα σκαλιά και με σηκώνει στα χέρια. Ρίχνω τη Μοκέτα. Ο Θεππούς βγάζει από τη μέση την Ντόρα μου με μια κλοτσιά. Με κουβαλάει, ουρλιάζω και τον χτυπάω επειδή επιτρέπεται, είναι ειδική περίπτωση, ακόμα και να τον σκοτώσω μπορώ, τον σκοτώνω και τον σκοτώνω… «Λίο», φωνάζει η Γιαγιά από κάτω, «Λίο…» Fee-fie-foe-fum, θα με κάνει κομματάκια, θα με τυλίξει στη Μοκέτα και θα με θάψει, και μετά σκουλήκια μες στη μύτη μου, σκουλήκια στα σαγόνια… Ο Θεππούς με πετάει στο φουσκωτό, αλλά δεν πονάει. Μετά κάθεται στην άκρη του έτσι που όλο το στρώμα σηκώνεται σαν κύμα. Κλαίω ακόμα και τρέμω και οι μύξες μου τρέχουν στο σεντόνι. Σταματάω τα κλάματα. Ψαχουλεύω κάτω από το στρώμα, βρίσκω το Δόντι, το βάζω στο στόμα μου και το πιπιλάω με δύναμη. Δεν έχει καμιά γεύση πια. Το χέρι του Θεππού είναι στο σεντόνι ακριβώς δίπλα μου, έχει τρίχες στα δάχτυλα. Τα μάτια του περιμένουν τα δικά μου. «Μία σου και μία μου, νερό κι αλάτι;» Πηγαίνω το Δόντι στα ούλα μου. «Τι;» «Θες να φάμε γλυκό στον καναπέ και να δούμε τον αγώνα;» «Εντάξει». ··· Μαζεύω κλαδιά πεσμένων δέντρων, ακόμα και τα τεράστια και


322

EMMA DONOGHUE

πολύ βαριά. Εγώ και η Γιαγιά τα δένουμε σε δεμάτια με σπάγγο για να έρθει ο Δήμος, που είναι η πόλη, να τα πάρει. «Μα πώς μπορεί η πόλη να…» «Οι υπάλληλοι του δήμου, ήθελα να πω, οι άνθρωποι που κάνουν αυτή τη δουλειά». Όταν μεγαλώσω, η δουλειά μου θα είναι να είμαι γίγαντας, όχι από τους παμφάγους αλλά απ’ αυτούς που πιάνουν παιδιά που μπορεί να πέσουν στη θάλασσα και τα ξαναβάζουν στη στεριά. «Κίνδυνος, κίνδυνος! Ζιζάνια ενόψει!» φωνάζω, και η Γιαγιά έρχεται και τα ξεριζώνει με την τσουγκράνα της για να μπορέσει το χορτάρι να μεγαλώσει, γιατί δεν υπάρχει χώρος για όλα. Όταν κουραζόμαστε, πάμε στην αιώρα, ακόμα και η Γιαγιά. «Έτσι καθόμουν και με τη μαμά σου όταν ήταν μωρό». «Της έδινες να πιει λίγο;» «Τι λίγο;» «Από το στήθος σου». Η Γιαγιά κάνει όχι με το κεφάλι. «Θυμάμαι που τραβούσε τα δάχτυλά μου όσο έπινε με το μπιμπερό της». «Πού είναι η Μαμά της κοιλίτσας;» «Η… α, ξέρεις γι’ αυτήν; Πολύ φοβάμαι ότι δεν έχω ιδέα». «Της ήρθε άλλο μωρό;» Η Γιαγιά δε λέει τίποτα για μια στιγμή. «Ωραία σκέψη», λέει μετά. ··· Ζωγραφίζω στο τραπέζι της κουζίνας φορώντας την παλιά ποδιά της Γιαγιάς που έχει έναν κροκόδειλο και λέει Έφαγα Αλιγάτορα στο Μπαγιού. Δε φτιάχνω κανονικές ζωγραφιές, μόνο πιτσιλιές και ρίγες και σαλίγκαρους, χρησιμοποιώ όλα τα χρώματα, και τα ανακατεύω κιόλας σε λιμνούλες. Μ’ αρέσει να φτιάχνω ένα βρεγμένο κομμάτι και μετά να διπλώνω το χαρτί όπως μου έδειξε η Γιαγιά, έτσι που όταν το ξεδιπλώνω να είναι μια πεταλούδα. Η Μαμά είναι στο παράθυρο. Το κόκκινο χύνεται. Προσπαθώ να το σκουπίσω αλλά είναι όλο στο πόδι μου και στο πάτωμα. Το πρόσωπο της Μαμάς δεν είναι πια εκεί, τρέχω στο παράθυρο αλλά έχει φύγει. Μήπως το φανταζόμουνα; Λέρωσα με κόκκινο το παράθυρο και το νεροχύτη και τον πάγκο. «Γιαγιά;» φωνάζω.


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

323

«Γιαγιά;» Μετά η Μαμά είναι ακριβώς πίσω μου. Σχεδόν τρακάρω πάνω της. Πάει να με αγκαλιάσει, αλλά λέω: «Όχι, είμαι όλος μπογιατισμένος». Η Μαμά γελάει, μου ξεδένει την ποδιά και την πετάει πάνω στο τραπέζι. Με σφίγγει πολύ πολύ ολόκληρο, εγώ όμως κρατάω μακριά της τα κολλητικά χέρια μου και το βαμμένο πόδι μου. «Παραλίγο να μη σε γνωρίσω», λέει στο κεφάλι μου. «Γιατί να μη με…» «Τα μαλλιά σου». «Κοίτα, έχω λίγα μακριά σ’ αυτό το βραχιόλι, αλλά μου πιάνεται συνέχεια στα πράγματα». «Θα μου το χαρίσεις;» «Ναι». Το βραχιόλι λερώνεται με λίγη μπογιά όταν γλιστράει απ’ τον καρπό μου. Η Μαμά το φοράει στον δικό της. Μου φαίνεται αλλιώτικη, αλλά δεν ξέρω πώς. «Συγγνώμη που έβαλα κόκκινο στο χέρι σου». «Είναι χρώματα που φεύγουν με το πλύσιμο», λέει η Γιαγιά μπαίνοντας μέσα. «Δεν του είπες ότι θα ερχόμουν;» λέει η Μαμά δίνοντάς της ένα φιλί. «Σκέφτηκα καλύτερα όχι, μήπως και τύχαινε καμιά αναποδιά». «Τέρμα οι αναποδιές». «Χαίρομαι που το ακούω». Η Γιαγιά σκουπίζει τα μάτια της κι αρχίζει να καθαρίζει τις μπογιές. «Ο Τζακ κοιμόταν σ’ ένα φουσκωτό στρώμα στο δωμάτιό μας, τώρα όμως μπορούμε ν’ ανοίξουμε τον καναπέ που έχει διπλό κρεβάτι και να…» «Για την ακρίβεια, νομίζω πως ήρθε η ώρα να τραβήξουμε τον δικό μας δρόμο». Για μια στιγμή, η Γιαγιά στέκεται εντελώς ακίνητη. «Μείνετε τουλάχιστον να φάμε μαζί για βράδυ». «Γι’ αυτό, ναι, να μείνουμε», λέει η Μαμά. Ο Θεππούς φτιάχνει χοιρινά μπριζολάκια με ριζότο, δε μ’ αρέσουν τα κομμάτια με τα κόκαλα αλλά τρώω όλο μου το ρύζι και κα-


324

EMMA DONOGHUE

θαρίζω όλη τη σάλτσα με το πιρούνι μου. Ο Θεππούς κλέβει ένα κομματάκι από την μπριζόλα μου. «Αλεπού, μην κλέβεις!» Ο Θεππούς βογκάει. «Βρε αδερφέ!» Μετά η Γιαγιά μού δείχνει ένα βαρύ βιβλίο με παιδιά που λέει ότι είναι η Μαμά και ο Πολ όταν ήταν μικροί. Προσπαθώ να το πιστέψω, μετά βλέπω ένα από το κορίτσι στην παραλία, σ’ αυτήν που με είχε πάει η Γιαγιά και ο Θεππούς, και το πρόσωπο του κοριτσιού είναι εντελώς ολόιδιο με το πρόσωπο της Μαμάς. Της δείχνω τη φωτογραφία. «Ναι, εγώ είμαι», λέει γυρίζοντας τη σελίδα. Είναι μία φωτογραφία του Πολ που χαιρετάει από το παράθυρο μιας γιγαντιαίας μπανάνας που είναι για την ακρίβεια άγαλμα, και μετά μία και με τους δυο τους να τρώνε παγωτό χωνάκι με τον Παππού, αλλά που μοιάζει αλλιώτικος, το ίδιο και η Γιαγιά, στη φωτογραφία έχει σκούρα μαλλιά. «Πού είναι μία της αιώρας;» «Καθόμασταν τόσο πολύ πάνω της, που προφανώς κανείς δε σκέφτηκε ποτέ να την τραβήξουμε φωτογραφία», λέει η Μαμά. «Πρέπει να είναι τρομερό να μην έχεις καθόλου», της λέει η Γιαγιά. «Καθόλου, τι;» «Φωτογραφίες του Τζακ απ’ όταν ήταν μωρό, και μετά που περπάτησε…» λέει. «Έτσι, για να θυμάσαι αυτές τις ηλικίες». Το πρόσωπο της Μαμάς είναι όλο άδειο. «Δεν ξεχνάω ούτε μια μέρα». Κοιτάζει το ρολόι της, δεν ήξερα ότι είχε ένα, είναι με μυτερά χεράκια. «Τι ώρα σε περιμένουν στην κλινική;» ρωτάει ο Θεππούς. Η Μαμά κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι. «Τελείωσα μ’ αυτά». Βγάζει κάτι από την τσέπη της και το κουνάει, είναι ένα κλειδί σ’ έναν κρίκο. «Μάντεψε, Τζακ. Έχουμε το δικό μας διαμέρισμα!» Η Γιαγιά λέει το άλλο της όνομα. «Πιστεύεις πως είναι καλή ιδέα;» «Για καλή δεν ξέρω, πάντως ήταν δική μου. Υπάρχουν ειδικοί σύμβουλοι εκεί όπου θα πάμε, διαθέσιμοι είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο».


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

325

«Ναι, αλλά δεν έχεις ξαναφύγει απ’ το σπίτι…» Η Μαμά κοιτάζει καλά καλά τη Γιαγιά, το ίδιο και ο Θεππούς, που στο τέλος ξεσπάει σε τρανταχτά γέλια. «Δεν είναι αστείο», λέει η Γιαγιά, δίνοντάς του μια στο στέρνο. «Ξέρει τι εννοώ». Η Μαμά με παίρνει να πάμε πάνω για να μαζέψουμε τα πράγματά μου. «Κλείσε τα μάτια», της λέω, «σου έχω εκπλήξεις». Την πηγαίνω στην κρεβατοκάμαρα. «Τα-τα!» Περιμένω. «Είναι η Μοκέτα κι άλλα πολλά από τα πράγματά μας, η αστυνομία τα έδωσε πίσω». «Το βλέπω», λέει η Μαμά. «Κοίτα, το Τζιπ και το Χειριστήριο…» «Ας μη σέρνουμε μαζί μας παλιοπράματα», λέει η Μαμά. «Πάρε μόνο ό,τι χρειάζεσαι πραγματικά, και βάλ’ το στην καινούργια σου τσάντα». «Όλα τα χρειάζομαι». Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Εντάξει, ας περάσει το δικό σου». Από πού να περάσει; «Έχουμε και τις κούτες που μας τα έφεραν για να τα βάλουμε μέσα». «Είπα εντάξει». Ο Θεππούς βάζει όλα τα πράγματά μας στο πίσω του άσπρου αυτοκινήτου. «Πρέπει να ανανεώσω και το δίπλωμά μου», λέει η Μαμά όταν η Γιαγιά αρχίζει να οδηγεί. «Μην ανησυχήσεις αν ανακαλύψεις ότι έχεις σκουριάσει λιγάκι στην οδήγηση». «Α, σε όλα έχω σκουριάσει», λέει η Μαμά. «Γιατί σκούριασες;» ρωτάω. «Σαν τον Τενεκεδάνθρωπο στο Μάγο του Οζ», λέει η Μαμά γυρίζοντας να με κοιτάξει. Σηκώνει τον αγκώνα της και κάνει σαν να τρίζει. «Έι, Τζακ, τι λες; Θες ν’ αγοράσουμε δικό μας αυτοκίνητο μια μέρα;» «Ναι! Ή καλύτερα ένα ελικόπτερο. Ένα σούπερ έξτρα γρήγορο ελικόπτερο-τρένο-αυτοκίνητουποβρύχιο». «Αυτές κι αν θα ’ναι βόλτες!»


326

EMMA DONOGHUE

Περνάνε εκατό διακόσιες ώρες στο αυτοκίνητο. «Γιατί κάνουμε τόσο πολλή ώρα;» ρωτάω. «Γιατί αποφασίσατε να μείνετε στην άλλη άκρη της πόλης», λέει η Γιαγιά. «Σχεδόν στη διπλανή Πολιτεία». «Μαμά…» λέει η Μαμά. Ο ουρανός σκοτεινιάζεται. Η Γιαγιά παρκάρει εκεί που της λέει η Μαμά. Έχει μια μεγάλη ταμπέλα που γράφει ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ. Η Γιαγιά μάς βοηθάει να κουβαλήσουμε όλες τις κούτες και τις τσάντες μας στο κτίριο που είναι φτιαγμένο από καφέ τούβλα, μόνο που εγώ τσουλάω την Ντόρα μου στις ρόδες της. Πάμε σε μια μεγάλη πόρτα μ’ έναν άντρα που λέγεται πορτιέρης και χαμογελάει. «Θα μας κλειδώνει μέσα;» ψιθυρίζω στη Μαμά. «Όχι, αυτός κλειδώνει άλλους ανθρώπους έξω». Είναι τρεις γυναίκες κι ένας άντρας που τους λένε Υποστηρικτικό Προσωπικό, είμαστε πολύ ευπρόσδεκτοι να τους χτυπήσουμε το κουδούνι όποια στιγμή χρειαστούμε το οτιδήποτε, το χτύπημα αυτού του κουδουνιού είναι σαν να τους παίρνουμε τηλέφωνο. Το κτίριο έχει πολλούς ορόφους, με διαμερίσματα στον καθένα, το δικό μου και της Μαμάς είναι στον έξι. Της τραβάω το μανίκι. «Πέντε», ψιθυρίζω. «Τι πράγμα;» «Καλύτερα να μείνουμε στον πέντε όροφο». «Λυπάμαι», λέει η Μαμά, «αλλά δεν μπορούμε να διαλέξουμε». Όταν οι πόρτες του ασανσέρ κλείνουν μ’ ένα μπαμ, η Μαμά ανατριχιάζει. «Είσαι εντάξει;» ρωτάει η Γιαγιά. «Απλώς, ακόμα ένα πράγμα που θα πρέπει να συνηθίσω». Η Μαμά πρέπει να πληκτρολογήσει τον μυστικό κωδικό για να κάνει το ασανσέρ να τρανταχτεί. Κάτι περίεργο γίνεται στην κοιλίτσα μου όταν ανεβαίνει. Μετά, οι πόρτες ανοίγουν και είμαστε κιόλας στον έξι, πετάξαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Έχει ένα μικρό πορτάκι στον τοίχο που λέει ΑΠΟΤΕΦΡΩΤΗΡΑΣ· όταν ρίχνουμε εκεί μέσα σκουπίδια, αυτά πέφτουν κάτω κάτω κάτω και μετά γίνονται καπνός. Οι πόρτες δεν έχουν αριθμούς αλλά γράμματα, η δική μας είναι η Β, μένουμε στο 6Β. Το έξι δεν είναι τόσο κακό νούμερο


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

327

σαν το εννιά, για την ακρίβεια είναι το πάνω κάτω του. Η Μαμά βάζει το κλειδί στην τρύπα, κι όταν το γυρίζει κάνει μια γκριμάτσα εξαιτίας από τον χαλασμένο καρπό της. Δεν είναι εντελώς διορθωμένη ακόμα. «Σπίτι μας σπιτάκι μας», λέει, σπρώχνοντας την πόρτα ν’ ανοίξει. Πώς γίνεται να είναι σπίτι μας αφού δεν έχουμε ξανάρθει; Τα διαμερίσματα είναι σαν πατικωμένα σπίτια. Το δικό μας έχει πέντε δωμάτια, που είναι τυχερός αριθμός, το ένα είναι το μπάνιο με μπανιέρα για να μπορούμε να κάνουμε μπάνια και όχι ντους. «Μπορούμε να κάνουμε τώρα;» «Να τακτοποιηθούμε πρώτα», λέει η Μαμά. Η κουζίνα μας βγάζει φωτιές όπως της Γιαγιάς. Το δίπλα στην κουζίνα είναι το καθιστικό που έχει έναν καναπέ κι ένα χαμηλό τραπέζι και μια σούπερ έξτρα μεγάλη τηλεόραση μέσα. Η Γιαγιά είναι στην κουζίνα και αδειάζει μια κούτα. «Γάλα, μπέγκελ, δεν ξέρω αν ξανάρχισες να πίνεις καφέ… Στον Τζακ αρέσουν αυτά τα δημητριακά με το αλφάβητο, τις προάλλες έγραψε ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ». Η Μαμά ακουμπάει τα χέρια της στη Γιαγιά και τη σταματάει για μια στιγμή. «Ευχαριστώ». «Να βγω να πάρω τίποτ’ άλλο;» «Όχι, νομίζω ότι τα σκέφτηκες όλα. Καληνύχτα, μαμά». Το πρόσωπο της Γιαγιάς είναι όλο τσαλακωμένο. «Ξέρεις…» «Τι;» Η Μαμά περιμένει. «Τι είναι;» «Ούτ’ εγώ σε ξέχασα… ούτε μια μέρα». Δε λένε τίποτα, οπότε πηγαίνω να δοκιμάσω τα κρεβάτια για το ποιο είναι το μαλακότερο. Όταν κάνω πάνω τους τούμπες, ακούω τη Μαμά και τη Γιαγιά να μιλάνε πολύ. Γυρίζω σ’ όλο το διαμέρισμα ανοίγοντας και κλείνοντας τα πάντα. Μετά που η Γιαγιά γυρίζει στο δικό της σπίτι, η Μαμά μού δείχνει πώς να κλειδώνω την κλειδαριά· είναι σαν κλειδί που μόνο εμείς από μέσα μπορούμε ν’ ανοίξουμε ή να κλείσουμε. Στο κρεβάτι θυμάμαι, σηκώνω το φανελάκι της. «Α», λέει η Μαμά, «δε νομίζω ότι έχει τίποτα εκεί μέσα». «Έχει και παραέχει». «Ξέρεις, Τζακ, το θέμα με τα στήθη είναι ότι όταν κανείς δεν πίνει απ’ αυτά, τότε σκέφτονται:


328

EMMA DONOGHUE

Εντάξει, κανείς δε χρειάζεται πια το γάλα μας, οπότε κι εμείς θα πάψουμε να το φτιάχνουμε». «Κουφιοκεφαλάκηδες. Πάω στοίχημα ότι εγώ θα βρω λίγο…» «Όχι», λέει η Μαμά, βάζοντας ανάμεσα το χέρι της. «Λυπάμαι. Αυτό τελείωσε. Έλα δω». Αγκαλιαζόμαστε πολύ πολύ σφιχτά. Το στέρνο της Μαμάς κάνει μπουμ μπουμ στο αυτί μου, είναι η καρδιά της. Σηκώνω το φανελάκι της. «Τζακ…» Φιλάω το δεξί και λέω: «Αντίο». Φιλάω το αριστερό δύο φορές γιατί ήταν πάντα το πιο νόστιμο. Η Μαμά κρατάει το κεφάλι μου πολύ, πάρα πολύ σφιχτά. «Δεν μπορώ να ανασάνω», της λέω, κι εκείνη με αφήνει. ··· Βλέπω το πρόσωπο του Θεού όλο αχνό κόκκινο. Ανοιγοκλείνω τα μάτια και κάνω το φως να πηγαινοέρχεται. Περιμένω μέχρι ν’ αρχίσει η ανάσα της Μαμάς. «Πόσο θα μείνουμε εδώ, στην Αυτόνομη Διαβίωση;» Η Μαμά χασμουριέται. «Όσο θέλουμε». «Θα ήθελα να μείνουμε μια βδομάδα». Τεντώνεται καλά καλά, ολόκληρη. «Ε, τότε, θα μείνουμε μια βδομάδα, και μετά θα δούμε». Τυλίγω τα μαλλιά της σαν σκοινί. «Μπορώ να σου τα κόψω, και μετά να είμαστε πάλι ίδιοι». Η Μαμά κάνει όχι με το κεφάλι. «Νομίζω ότι θα κρατήσω τα δικά μου μακριά». Όταν αδειάζουμε τις κούτες, βλέπω ένα μεγάλο πρόβλημα, δεν μπορώ να βρω το Δόντι. Κοιτάζω όλα τα πράγματά μου και μετά παντού γύρω γύρω, μήπως και μου έπεσε χτες βράδυ. Προσπαθώ να θυμηθώ πότε το είχα τελευταία φορά στο χέρι ή στο στόμα μου. Όχι χτες βράδυ, ίσως όμως προχτές, στης Γιαγιάς, νομίζω ότι το πιπίλαγα. Μου έρχεται μια τρομερή σκέψη, ίσως να το κατάπια κατά λάθος στον ύπνο μου. «Τι γίνονται αυτά που τρώμε αν δεν είναι φαγητό;» Η Μαμά βάζει κάλτσες σ’ ένα συρτάρι. «Όπως τι, ας πούμε;» Δεν μπορώ να της πω ότι ίσως να έχασα ένα κομμάτι της. «Όπως


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

329

μια πετρούλα ή κάτι τέτοιο». «Α, τότε, απλώς γλιστράει και φεύγει με τα κακά μας». Σήμερα δεν κατεβαίνουμε με το ασανσέρ, ούτε καν ντυνόμαστε. Μένουμε στην Αυτόνομη Διαβίωσή μας και μαθαίνουμε όλα της τα κομμάτια. «Θα μπορούσαμε να κοιμόμαστε σ’ αυτό το δωμάτιο», λέει η Μαμά, «αλλά να παίζεις στο άλλο, που έχει πιο πολύ ήλιο». «Μαζί σου». «Ε, ναι, αλλά μερικές φορές θα κάνω άλλα πράγματα, οπότε, την ημέρα, το υπνοδωμάτιό μας θα μπορούσε να είναι το δικό μου δωμάτιο». Τι άλλα πράγματα; Η Μαμά ρίχνει δημητριακά στα μπολ μας χωρίς ούτε καν να μετράει. Ευχαριστώ τον Μικρό Χριστό. «Είχα διαβάσει ένα βιβλίο στο πανεπιστήμιο που έλεγε ότι όλοι θα έπρεπε να έχουν ένα δικό τους δωμάτιο», λέει. «Γιατί;» «Για να μπορούν να σκέφτονται». «Εγώ μπορώ να σκέφτομαι κι όταν είμαι στο ίδιο δωμάτιο με σένα». Περιμένω. «Εσύ γιατί δεν μπορείς;» Η Μαμά κάνει μια γκριμάτσα. «Τις περισσότερες φορές μπορώ, αλλά θα ήταν ωραία να μπορώ να πηγαίνω καμιά φορά σ’ ένα δωμάτιο που να είναι μόνο δικό μου». «Δε νομίζω». Η Μαμά ξεφυσάει την ανάσα της. «Ας το δοκιμάσουμε μόνο για σήμερα. Μπορούμε να φτιάξουμε ταμπέλες με τα ονόματά μας και να τις κολλήσουμε στις πόρτες…» «Πρώτο!» Χρωματίζουμε με όλα τα χρώματα χρωματιστά γράμματα σε σελίδες, λένε ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΑΚ και ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ, μετά τα κολλάμε με σελοτέιπ, χρησιμοποιούμε όσο θέλουμε. Μετά, πηγαίνω να κάνω κακά μου, κοιτάζω μέσα αλλά δε βλέπω το Δόντι. Καθόμαστε στον καναπέ κοιτάζοντας το βάζο στο τραπέζι, είν